1911.06.27
4.024 στίχοι · 29.343 λέξεις · 480 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 124.
Τῆς 27ης Ἰουνίου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 11 π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 122 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Οἱ ἱερεῖς Σουδενῶν ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου· 2) Ὁ λαὸς τῶν δήμων Ὀρχομενοῦ, Νάσων καὶ Μαντινείας παρακαλεῖ, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ φόρου σπειρομένων γαιῶν»· 3) Ὁ Γ. Νέλος κάτοικος Πύργου ὑποβάλλει ἀναφορὰν κατὰ τοῦ Εὐστ. Ἐκκλησιάρου ἀστυνόμου· 4) Ἐργάται Πατρῶν ἐκφράζουσιν εὐγνωμοσύνην διὰ τὰ ἐργατικὰ νομοσχέδια· 5) Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Σικυωνίων παρακαλεῖ, ὅπως ὑποβληθῇ νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν ὑπὸ δήλωσιν πωλήσεων σταφιδοκάρπου· 6) Οἱ κύριοι Στελλάκης, Σαρρῆς, Κρούσιος, Κοτζιᾶς, Εὐγενικός, Φραγκιᾶς ἐκ Λαυρείου τελοῦντες ὑπὸ μόνωσιν ζητοῦσι ν’ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι· 7) Ὁ Μηνᾶς Γλένης ὑποβάλλει ἀναφορὰν κατὰ τοῦ Γ. Τζαννετάκη, ἐπιτηρητοῦ ἁλυκῶν· 8) Κατάδικοι Αἰγίνης διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ χορηγητοῦ τοῦ ἄρτου· 9) Ὁ ἐν Ἀθήναις ἀπόστρατος λοχαγὸς τοῦ Οἰκονομικοῦ Στ. Γουλᾶνος ζητεῖ ἐπαναφοράν· 10) Αἱ συντεχνίαι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ οἱ καταναλωταὶ ἀεριόφωτος ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἀεριόφωτος· 11) Ὁ ἐκ Γαργαλιάνων Λάμπρος Πυλιώτης ζητεῖ χρήματα καθυστερούμενα ἐξ ἐνοικίων τῆς οἰκίας του ὡς τηλεγραφείου· 12) Οἱ ἐν Ἄρτῃ μέτοχοι τῆς «Ἀμοιβαίας» ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς «Ἀμοιβαίας»· Ὁ κ. Ἰ. Φαρμάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Ἰ. Καλαντζόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τοῦ Κράτους»· Ὁ κ. Π. Κασίμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΙΗʹ περὶ ἀγροφυλακῆς»· Ὁ κ. Ν. Βάρθης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ βοηθήματος ὑπὲρ τῆς σηροτροφικῆς ἑταιρείας»· Οἱ κύριοι Ἰ. Ἀβάζος, Ἀ. Μαλασπίνας καὶ Π. Ἠλιόπουλος ὑποβάλλουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 20, § 1, τοῦ «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων καὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους νομοσχεδίων»· Ὁ κ. Ε. Κουλουμβάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Προέδρου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ὥστε τὸ ἀπόγευμα νὰ εἶναι ἑτοίμη. Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
§2Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ κηρυχθῶ ἐνθουσιωδῶς κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς προτάσεώς σας.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σταλῇ εἰς τὸ τυπογραφεῖον εὐθὺς ἀμέσως.
§4Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς παρουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ παρεκάλουν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κλητῆρας, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσι πρὸς διανομὴν εἰς τοὺς Βουλευτάς, νὰ ἐξομοιωθῶσι μὲ τοὺς διανομεῖς τῶν Ταχυδρομείων καὶ νὰ ταξιδεύωσιν ἐπὶ τῶν τροχιοδρόμων δωρεάν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὴν ἑταιρείαν τῶν τροχιοδρόμων καθορίσῃ, ἵνα οἱ μεταβαίνοντες δι’ ὑπηρεσίαν κλητῆρες τῆς Βουλῆς ἐξομοιοῦνται μὲ τοὺς ταχυδρομικοὺς διανομῆς· δὲν γνωρίζω, διότι δὲν εἶμαι ἐνήμερος ἂν εἶναι δυνατὸν τοῦτο συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν.
§6ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν δυνάμει τῆς συμβάσεως εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἐπιτρέψει ἡ ἑταιρεία, διότι ἡ σύμβασις καθορίζει πολὺ στενὰ τὰ ὅρια. Ἀρκεῖ νὰ μάθῃ ἡ Βουλή, διὰ νὰ βεβαιωθῇ περὶ τούτου, ὅτι καὶ οἱ ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι καὶ οἱ ἀστίατροι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην εἰσιτηρίων δωρεάν, δὲν ἔχουσι τοιαῦτα καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὑρισκόμενος ἀπέναντι τοιούτης συμβάσεως νὰ παρακαλέσῃ προσωπικῶς, ὅπως παρασχεθῶσι τοιαῦτα, διότι ὁ Ὑπουργὸς εἶχεν ἄλλοτε ἀξίωσιν ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας νὰ μὴ παρέχῃ δωρεὰν εἰσιτήρια ἐκτὸς τῆς συμβάσεως.
§7Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Νὰ ἐξομοιωθῶσι πρὸς τοὺς διανομεῖς, ἂν ὅμως δὲν συναινῇ, νὰ τοὺς κάμωμεν μίαν εὐεργετικήν.
§8ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἕως ὅτου ἄλλως τε νὰ γίνῃ τοιαύτη συνεννόησις θὰ ἔχωσι λήξει αἱ ἐργασίαι.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§10Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς—ἐπειδὴ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης, ὅτε ἠγόρευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα, ἔθιξε καὶ ἐμὲ προσωπικῶς—νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὸ ἀτύχημα τοῦ «Ἀβέρωφ» θὰ συνεχισθῇ τὴν πρωίαν τῆς σήμερον, διότι δὲν βλέπω αὐτὴν ἀνεγεγραμμένην.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν πρωίαν θὰ συζητηθῶσι προτάσεις νόμων καὶ ἀναφοραί· τὸ ἀπόγευμα ἐπερωτήσεις ἢ νομοθετικὴ ἐργασία. Ἂν γίνῃ συνέχεια τοῦ ἐλέγχου, θὰ ἔχητε τὸν λόγον· τὸ ὅτι δὲν εἶναι ἀνεγεγραμμένη ἡ ἐπερώτησις δὲν ἔχει σημασίαν, διότι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὑπάρχει· εἶναι λάθος τυπογραφικόν. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΤΚʹ τῆς 27 Ἰουλίου 1896 καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀστικοῦ νόμου ΤϠΑʹ τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1856.» (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ χειμάρρῳ Νέδοντι καὶ περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ᾼΩΝΕʹ τοῦ 1890, ᾼϠΙΔʹ τοῦ 1891, ͵ΓΣΛΑʹ τοῦ 1907 καὶ ͵ΓΣΝΘʹ τοῦ 1908 περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῷ χειμάρρῳ Νέδοντι.» (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). (Ψηφίζεται εἶτα κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μεσσήνης (Νησίου)». Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως τρόπου τινὸς σταφιδοκάρπου».
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν λόγον, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§13ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ πρότασις εἶναι καταπιεστικὴ διὰ τοὺς παραγωγούς.
§14Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναπτύξω ἐν ὀλίγοις τὴν πρότασιν.
§15Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ, ἀφοῦ προκαλεῖ συζήτησιν.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς βʹ συζήτησιν καὶ αἱ ἀντιρρήσεις ἀκούονται εἰς τὴν τρίτην.
§17Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· διότι ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὰς ἀντιρρήσεις κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν, ἵνα ἀπαντήσω κατὰ τὴν γʹ. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐκποιήσεως ἐκκλησιαστικῶν λιβαδίων διαλελυμένων Μονῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ναυπακτίας».
§19Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς προσελεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. (Ψηφίζεται εἶτα εἰς βʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἡ πρότασις νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΒϠΝΘʹ τῆς 19 Μαΐου, 10 Ἰουνίου, 1903 περὶ διευθετήσεως τοῦ ἐν τῷ δήμῳ Λετρίνων χειμάρρου Κυρᾶς Λαγκάδι».
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Λαμπρινόπουλε, πρὸ τῆς γʹ συζητήσεως νὰ τακτοποιήσητε τὴν πρότασιν αὐτὴν σχετικῶς μὲ τὴν χρονολογίαν τοῦ νόμου. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαθέσεως δραχμῶν 14,956 καὶ 20 ο)ο τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας τοῦ δήμου Θεσπιέων (πρῴην Θέρμου) πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ὑδραγωγείου Παραβόλας καὶ κατασκευῆς γεφύρας ἐν τῷ χωρίῳ Σιτομένου τοῦ αὐτοῦ δήμου ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ἐρημίτσης».
§22Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ ληφθῶσι χρήματα ὀφειλόμενα ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ἢ ἐκ μέρους τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας πρὸς τὸν δῆμον Θεσπιέων· ἀλλὰ μήπως εἶναι ὁ μόνος δῆμος, ὁ ὁποῖος ἔχει λαμβάνειν παρὰ τοῦ ταμείου ὁδοποιίας; Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον τοιοῦτον ὑπὲρ ἑνὸς μόνον δήμου. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§23Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἀνάγκη νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν εἰς τὸν κ. συνάδελφον καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον, διότι, ὅταν μία παρατήρησις ἀπευθύνηται ὑπὸ συναδέλφου, ἡ ἐξήγησις δίδεται πρὸς ὅλην τὴν Βουλὴν, ὅτι, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν ἐξήγησε, δὲν πρόκειται περὶ προνομιούχου λήψεως χρημάτων ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς ἀπόδοσιν εἰς τὸν δῆμον αὐτόν, ἀλλὰ πρόκειται μόνον περὶ τροποποιήσεως τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν ληφθησομένων τυχὸν χρημάτων. Τὰ χρήματα τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας ἀποδίδονται κατὰ τὸν νόμον εἰς τοὺς δήμους πρὸς κατασκευὴν ἔργων ὁδοποιίας. Διὰ τῆς προτάσεως νόμου τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐπιτρέπεται νὰ διατεθῶσιν εἰς ἔργον ὑδρεύσεως, τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι ἀναγκαιότερον ἀπὸ τὴν ὁδοποιίαν. Ἀπόδοσις δὲ τῶν χρημάτων, καθ’ ἃ ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ γίνῃ μόνον ἐφ’ ὅσον ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγράφεται κονδύλιον περὶ ἀποδόσεως χρημάτων εἰς ὅλους τοὺς δήμους. Πρόκειται, ἵνα τὰ ἀποδοθησόμενα κατὰ τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ εἰς τὸν δῆμον Θέρμου διατεθῶσιν εἰς ἔργα ὁδοποιίας ἢ ἔργα ὑδρεύσεως.
§24ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ὑπὲρ ἑνὸς δήμου ἢ περισσοτέρων, πρέπει νὰ εἶναι γενικὸν δι’ ὅλους. Ἀφοῦ εἶναι ὡρισμένον τὸ κονδύλιον καὶ εἶναι τόσον ὀλίγον, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδοθῶσι τὰ χρήματα πρὸς ἅπαντας τοὺς δήμους.
§25Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν δῆμον Θέρμου προνομιακῶς οἱονδήποτε ποσόν. Κατὰ τὸ κονδύλιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ θ’ ἀποδοθῶσι 400,000 δραχμῶν· ἐκ τῶν 400,000 αὐτῶν τὰ χρήματα τὰ ἀναλογοῦντα εἰς τὸν δῆμον Θέρμου ζητεῖται διὰ τῆς προτάσεως νόμου νὰ ἐπιτραπῇ, ἀντὶ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἔργα ὁδοποιίας, νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἔργον ὑδρεύσεως. (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἄρθρον μόνον. Ἐπίσης ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν αἱ προτάσεις νόμων· 1) «Περὶ κατασκευῆς τοῦ ὑδραγωγείου Ἀμφιλοχίας». 2) «Περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ΧΝΒʹ τῆς 3 Αὐγούστου 1861»).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς διοικητικῶς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸν νομόν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος».
§27Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως αἱ διαμαρτυρίαι, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ποιήσωμαι διὰ τὴν προτεινομένην ὑπαγωγὴν τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸν νομόν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ἀκουσθῶσι μετὰ προσοχῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπίκειται μάχη κρατερά.
§29Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη.
§30Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἀκουσθῶσιν αἱ διάφοροι γνῶμαι.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§32ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος «περὶ ὑπαγωγῆς διοικητικῶς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸν νομόν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος» εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπὸ ἐτῶν ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅπως ἐπέλθῃ ἡ μεταβολὴ αὕτη. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ἀπὸ ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀποσπᾶται ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ, καὶ ἀπὸ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους προσκολλᾶται αὕτη. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται ἡ πρότασις αὕτη νὰ προκαλέσῃ ἀντιρρήσεις, ἐννοεῖται ὅτι κατ’ ἀνάγκην θ’ ἀναβληθῇ.
§33Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν Λαρίσης φρονοῦμεν ὅτι ἡ πρότασις αὕτη πρέπει νὰ συμψηφισθῇ μετ’ ἄλλης προτάσεως, ἡ ὁποία εἶναι κατωτέρω ἀναγεγραμμένη, περὶ ὑπαγωγῆς εἰς τὸν νομόν Λαρίσης διοικητικῶς τοῦ δήμου Ἀμαλιάδος καὶ Πτελεατῶν.
§34Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἡμεῖς οἱ ἐκ Τρικκάλων, ἐπειδὴ ὁ Δομοκὸς ἀποτελεῖ μέρος τοῦ ἐδάφους τοῦ θεσσαλικοῦ, δηλοῦμεν ὅτι δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ν’ ἀνεχθῶμεν τὸν διαμελισμὸν τοῦ θεσσαλικοῦ ἐδάφους καὶ πάσῃ δυνάμει θ’ ἀντιπράξωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως ταύτης.
§35ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς οὐδέποτε ἠθέλησε τὸν διαμελισμὸν τοῦ θεσσαλικοῦ ἐδάφους καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης ἐζήτησεν, ὅπως ἡ πρότασις αὕτη συμψηφισθῇ μετὰ τῆς ἄλλης προτάσεως τῆς ἀφορώσης τοὺς δήμους Πτελεατῶν καὶ Ἀμαλιάδος, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ Ἀχιλλοπουλείου Νοσοκομείου ἐν Βόλῳ». 7. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ τὸ περὶ διοικήσεως τοῦ Ἀχιλλοπουλείου Νοσοκομείου ἐν Βόλῳ, διότι δὲν κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν ὁ φάκελος ὁ περιλαμβάνων τὴν ὑπόθεσιν αὐτοῦ. Ἀπὸ ἐτῶν τὸ Νοσοκομεῖον τοῦτο διοικεῖται κατὰ τοὺς νόμους τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων.
§37Α. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος αὐτός.
§38ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δέχομαι ν’ ἀναβληθῇ, ἀλλὰ θὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος αὐτός.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ εἰδικοῦ ταμείου ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Ἀλαγονίας».
§40ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι τῶν βουλευτῶν κυρίων Δικαίου καὶ Κουρτάκη. Τὰς ἀποδέχομαι. Αἱ τροπολογίαι ἀφορῶσι τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3.
§41Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας «τῶν ἐν τῷ δήμῳ Ἀλαγονίας σφαζομένων ζώων» νὰ προστεθῇ «ἢ ἄλλοθεν μεταφερομένων ἐσφαγμένων ζώων».
§42ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3, ὡς ἐτροπολογήθησαν. Ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§43Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ περίοδος «ὁ ἐπαρχιακὸς ταμίας Καλαμῶν».
§44ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον οὕτω τροπολογηθέν). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τῶν κυρίων Δικαίου, Κουρτάκη καὶ Κουτσομητοπούλου. (Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ τροπολογία, γίνεται δὲ δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἔχει, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νόμου ͵ΒΣΙΓʹ περὶ τιμαρίων, τοῦ ἰσχύοντος εἰδικῶς ἐν Κερκύρᾳ, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κυρίων Σκιαδαρέση καὶ Ζαβιτσάνου». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον). Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν κυρίων Σκιαδαρέση, Καποδίστρια καὶ Ζαβιτσάνου.
§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Πέμπτην.
§49Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Δὲν πολεμῶ τὴν τροπολογίαν, ἀλλ’ ἂς ψηφισθῇ ἡ πρότασις ὡς ὑπεβλήθη ἄνευ τῆς τροπολογίας.
§50Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία. Τὴν ἀποσύρω καὶ θὰ τὴν ὑποβάλω πάλιν ὡς νέαν πρότασιν νόμου.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μόνον ἄρθρον, ὡς δὲν ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Γίνεται εἶτα δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου «περὶ διαθέσεως δραχ. 3942 ἐκ τῶν κεφαλαίων τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιίας τῆς ἐπαρχίας Δωρίδος πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου τῆς κωμοπόλεως Γρανίτσης τοῦ δήμου Ὑαίας». Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΓΦΛΓʹ τῆς 14 Ἰανουαρίου 1910».
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῆς ἀνακοπῆς κατὰ προσκλήσεων πρὸς πληρωμὴν μεταλλαγῶν περιελθουσῶν δυνάμει τοῦ ᾼΦΙʹ νόμου εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας».
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπεβλήθη εἰσέτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς;
§54Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ὥστε νὰ ἔρχωνται ἐκ παραλλήλου.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ;
§56ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ ἔλθῃ καὶ τὸ ἄλλο.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄλλο εἶναι εἰς γʹ, τὸ δὲ ἄλλο εἰς βʹ. Νὰ ψηφισθῶσι λοιπὸν εἰς βʹ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν δήμων Πτελεατῶν καὶ Ἀμαλιάδος διοικητικῶς εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης καὶ τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, οἰκονομικῶς καὶ διοικητικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ, ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν Ἐπισκοπὴν Δημητριάδος καὶ δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὴ καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2ου τοῦ νόμου ͵ΒΡΖʹ τοῦ 1893 περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν κλητήρων».
§58Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί, ἀλλὰ νὰ διασκευασθῇ.
§60Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§61Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἔχει παντάπασι τοπικὸν χαρακτῆρα. Εἶναι πρότασις νόμου, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς θέμα καθαρῶς τυπικοῦ δικαίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται πρωτίστως μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ δεδικαιολογημένη ψηφίζουσα προτάσεις νόμων διὰ δικαστικοὺς ὑπαλλήλους κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐπιτροχάδην.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοῦτο, κύριε Βουλευτά, ἐπεκαλέσθην τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι θὰ κάμῃ διασκευὴν εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, υἱοθετῶν τρόπον τινὰ τὴν πρότασιν αὐτήν.
§63Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὑπὸ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Εἰρηνοδικείου Βονίτσης, ὅπου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετήσω ἐπὶ τρία ἔτη ὡς εἰρηνοδίκης, ἔλαβον ἐπιστολὴν πρὸ τριῶν ἀκριβῶς ἡμερῶν, δι’ ἧς μὲ παρακαλοῦσιν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ μεταβαίνωσιν ἐκεῖ, εἶναι ἀπολύτως ἐνδεδειγμένον...
§64Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνηγορεῖτε ὑπέρ;
§65Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὑπέρ.
§66Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλῶς.
§67Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ πρόκειται νὰ ὁρισθῶσι καὶ προσόντα ὑπογραμματέως Εἰρηνοδικείου.
§68Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Δώσατε τὴν σημείωσίν σας.
§69Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον. Δὲν δύνανται νὰ κάμωσι συναλλαγὰς οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν καὶ νὰ τροπολογηθῇ εἰς τὴν γʹ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον). Εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ εἰσαγάγῃ τροπολογίαν καὶ διασκευήν. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφ. 3 τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΒʹ περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης».
§71Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Λείπει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§72Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀσυζητητὶ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, σᾶς παρακαλῶ· φύγετε ἀπὸ τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, διὰ νὰ ἠξεύρω τί κάμνω ἐδῶ.
§74Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκκρεμές.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις νόμου αὕτη ἀφορᾷ ἀντικείμενον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναβληθῇ.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναβάλλεται. Ἐὰν ἔλθῃ ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ τὴν φέρωμεν πάλιν.
§78Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἆ! Ἔτσι;
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Δὲν ἀναβάλλεται διὰ παντός.
§80Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ παρακαλέσωμεν, ὅπως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως γίνῃ ἡ σχετικὴ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγεγραμμένη πρὸ τεσσάρων μηνῶν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ ποταμοῦ Παμίσου» καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ᾼΧΜΖʹ τοῦ 1888 «περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν τῇ κοιλάδι τοῦ ποταμοῦ Παμίσου».
§82Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ κάμω συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§84Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἀπουσιάζει, διὰ νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἔκθεσιν...
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι. Πρέπει νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἡ πρότασις.
§86Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον θέλω νὰ ὁμιλήσω κάτι τι.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις κατ’ ἄρθρον ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἐναντίον τοῦ Συντάγματος. Μόνον ἐὰν ζητήσητε νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἡ πρότασις.
§88Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω κατ’ ἀρχήν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται. Δὲν δύναμαι. Πῶς τὸ θέλετε; Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι τὰ νομοσχέδια μετὰ τὴν πρώτην κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν παραπέμπονται εἰς ἐπιτροπήν. Πρέπει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ φέρῃ ἔκθεσιν.
§90Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω μερικὰ πράγματα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ κάμω κουρέλι τὸ Σύνταγμα.
§92Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ ὁμιλήσω.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε, ὅταν φέρητε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων». Εἶναι ἡ ἀναβληθεῖσα.
§94Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Διαρκῶς ἀναβάλλεται, κύριε Πρόεδρε!
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διαγράφεται. Ἐτηλεφώνησα νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παραχωρήσεως εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν νομὴν τοῦ χωρίου Λεπενοῦς τοῦ δήμου Στράτου τοῦ λιβαδίου Βοϊδολίβαδο». Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Δύστου». Καὶ τοῦτο ἔχει ἀναβληθῆ κατόπιν συναινέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Θὰ παρεκάλουν μάλιστα τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ συναινέσωσι νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος, ἀλλὰ δὲν εἶναι κανεὶς ἐδῶ. Ἐπέταξαν τὴν πρότασιν καὶ ἔφυγον! Ὥστε ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ μεταλλαγῶν εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας εἰσφερομένων καὶ ἐκ παροχῶν ἀναφερομένων εἰς τρίτους ἐκπροσωποῦντας τὴν Λατινικὴν Μητρόπολιν Κερκύρας».
§96Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Εἶναι ἐκ τῶν ἀναβληθέντων.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐκ τῶν ἀναβληθέντων καὶ αὐτὸ προτάσει τῆς Βουλῆς. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ χορηγίας ἐτησίου βοηθήματος τῇ Σηροτροφικῇ Ἑταιρείᾳ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§98Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ δοθῇ βοήθημα εἰς τὴν ἐδῶ σηροτροφικὴν ἑταιρείαν, εἶναι πρέπον νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὰς ἄλλας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§99Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι αὐταὶ εἶναι τῆς ἐδῶ παραρτήματα.
§100Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὄχι. Εἶναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητοι.
§101Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Κύριε Βάρθη, εἶναι παραρτήματα τῆς σηροτροφικῆς ἑταιρείας.
§102Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν εἶναι παραρτήματα. Ἐὰν δοθῇ εἰς τὴν ἐδῶ βοήθημα, νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὰς ἄλλας.
§103Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶναι παραρτήματα;
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὸ ἑξῆς, Κύριοι. Σήμερον κατόπιν τῶν ὑποβαλλομένων παρατηρήσεων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι ἕτοιμος, διὰ νὰ δώσῃ τὴν λύσιν εἰς ὅλα. Νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον μόνον κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν γίνεται μέριμνα.
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§106Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἠρχίσαμεν καὶ μοιράζομεν δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ. Πρέπει νὰ εἶναι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρών, ὁ ὁποῖος εἶναι ἁρμοδιώτερος νὰ εἴπῃ.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις παρισταμένη δὲν διαμαρτύρεται, δὲν λέγει νὰ καταψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, σημαίνει ὅτι ὑπάρχει κάποια ἀλληλεγγύη, κάποια ἀποδοχή.
§108Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἐντελῶς παραγωγική.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 404 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας».
§111Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§113Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὀλυμπιονίκου ταχύτητα ἐὰν ἔχῃ κανείς, δὲν δύναται νὰ σᾶς παρακολουθήσῃ!
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι σᾶς ἐδόθη ἐλευθερία πλήρης τῆς ἀναπτύξεως τῆς τροπολογίας καὶ μετὰ τὴν ἐξήγησιν ὅτι ἡ τροπολογία θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν δὲν δύνασθε νὰ κατηγορῆτε τὸν Πρόεδρον. Ὡμιλήσατε πεντάκις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμων. Μολονότι ὑπὸ τύπον χαριεντίσματος τὸ λέγετε, ἐν τούτοις δὲν πρέπει νὰ ἀκούωνται αὐτὰ τὰ πράγματα. Λοιπὸν ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 26 «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 404 τῆς Πολ. Δικονομίας» παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τοῦ ἄρθρου 121 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας».
§115Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτή.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεπέμφθη ἤδη εἰς ἐπιτροπήν. Κατὰ λάθος μάλιστα εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς αʹ συζήτησιν, ἐνῷ εἶναι εἰς βʹ συζήτησιν.
§117Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§118Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἔχω ὑποβάλει ἓν σχέδιον νόμου, κύριε Ὑπουργέ.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλαι αὐταὶ παρεπέμφθησαν, κύριε Βάρθη, εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐκτελέσεως τῶν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν δικαστηρίων ἐπιβληθεισῶν ποινῶν». Παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν».
§120Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸν λόγον.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀνάψητε πυρκαϊάν.
§122Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔχω ὑποβάλει σχέδιον νόμου.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴπατε ὀλίγας λέξεις.
§124Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον, διότι πρόκειται νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις τῶν δανειστῶν καὶ τῶν ὀφειλετῶν, νὰ τὸ ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπήν.
§126Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μάλιστα, καὶ εἰς πρώτην εὐκαιρίαν νὰ παρουσιασθῇ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν.
§128Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 29 τῆς ἄλλης Ἡμερησίας Διατάξεως.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς νομοθετικῆς.
§130Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν συνδέεται τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο.
§132Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 29 ταυτίζεται μὲ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Γκλαβᾶ ἀφορᾷ τοὺς κανονισμοὺς τῶν ἰδιωτικῶν σχέσεων, ἐνῷ τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφορᾷ τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῶν ἰδιωτικῶν καὶ τοῦ Δημοσίου. Τὸ συζητούμενον ὑπ’ ἀριθμὸν 29 θὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν τῇ συστάσει τοῦ εἰσηγηθέντος αὐτό, τὸ δὲ ἄλλο νὰ συζητηθῇ κατὰ σειράν, διότι εἶναι ὑπ’ εὐθύνην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 26 τοῦ νόμου ͵ΓΠʹ τῆς 17 Ἰουλίου 1905». Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή, δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§134Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνεκινήθη καὶ ἄλλοτε. Τὸ συμβούλιον τῶν ἐν Ἠλείᾳ Πλημμελειοδικῶν ἐδέχθη ὅτι πρέπει νὰ καταδιωχθῇ ἡ Ἑταιρεία.
§135Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεκάλεσε νὰ ἀναβληθῇ, διὰ νὰ τὸ μελετήσῃ.
§137Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἂς ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ εἰς τὴν βʹ ὁ κ. Ὑπουργὸς τροποποιεῖ αὐτό.
§138Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΩΜΑʹ τῆς 21ης Φεβρουαρίου 1901». Ἀποστέλλεται εἰς ἐπιτροπὴν προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2, ἐδαφίου 7, τοῦ νόμου ͵ΓΧΙϚʹ τῆς 11ης Μαρτίου 1910». Ἐπειδὴ ἔχει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐκτελέσεως τοκογλυφικῶν δανείων». Καὶ αὐτὸ ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων».
§140Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἐπιτροπὴν νὰ σταλῇ καὶ αὐτό.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συστάσεως ταμείου ἀμύνης οἰνοπαραγωγῆς».
§144Ν. ΚΑΡΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, διότι εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς νέας ἐσοδείας, ἀφορᾷ δὲ τὴν οἰνοπαραγωγήν.
§145Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχει παραπεμφθῆ εἰς ἐπιτροπήν;
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Εἰς ἐπιτροπὴν παρεπέμφθη τὸ περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων. Δὲν τὸ διατυπώνετε ὡς τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐμπορίας τῶν οἴνων;
§147Ν. ΚΑΡΑΛΗΣ. Εἶναι ἄσχετον. Ἡ πρότασις νόμου ἀφορᾷ τὸ ταμεῖον τῆς ἀμύνης τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ὑποβάλλονται αἱ τροπολογίαι. Εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς νέας ἐσοδείας καὶ πρέπει νὰ ληφθῶσι μέτρα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κρατῶ ἐκκρεμὲς ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαγραφῆς, ἐκκαθαρίσεως, ἀνανεώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς δήμους ὀφειλομένων ἀπὸ συνεισπραττομένους δημοσίους καὶ δημοτικοὺς φόρους». Ὑπάρχει προηγούμενον νομοσχέδιον ὑπουργικὸν καὶ δι’ αὐτὸ ἀποσύρεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς ὀρφανὰς πατρὸς καὶ μητρὸς ἀδελφὰς τῶν ἐν πολέμῳ τοῦ 1897 φονευθέντων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν».
§149Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, κ. Πρόεδρε, διότι δικαιοτέρα πρότασις αὐτῆς ἄλλη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ.
§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον βουλευτικῆς πρωτοβουλίας.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΥΒʹ τῆς 5ης Ἀπριλίου 1896 περὶ ἀμέσων φόρων τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν Γυθείου καὶ Οἰτύλου».
§152Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀναμείνωμεν νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§154Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Δὲν ἔχει ἀντίρρησιν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐννοῶ ὑπ’ εὐθύνην μου νὰ ἀναλάβω τοιαύτην συζήτησιν. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης 18 ἐδαφίου εἰς τὸν νόμον περὶ βραχυπροθέσμου παραγραφῆς».
§156Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀνανεώσεως τῶν μέχρι τοῦ 1909 καθυστερουμένων καὶ ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν».
§158Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὅμοιον μὲ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 29 σχέδιον νόμου τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§160Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ ἔπειτα νὰ σταλῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ ψηφισθῇ ἡ ἰδική σας πρότασις νόμου καὶ ὄχι τὸ νομοσχέδιον;
§162Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀξίωσιν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «πρὸς ἑρμηνείαν ἢ συμπλήρωσιν τοῦ ͵ΓΨΞΑʹ νόμου». Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀπών, ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς προνομίου κατασκευῆς σακχάρεως ἐκ σταφιδοκάρπου ἢ σταφυλῶν».
§164Ν. ΚΑΡΑΛΗΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ ἀμέσως ἑπόμενον εἶναι σοβαρώτατα καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἀμέσως, διότι ἀφορῶσι καὶ τὴν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ τὴν οἰνοπαραγωγήν.
§165Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀπονομῆς προνομίου.
§166Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Προνομίου χορηγηθέντος ἤδη.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως προνομίου χορηγηθέντος ἤδη καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν διαμαρτυρίας.
§168Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ ἔχει ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐπανειλημμένως εἰς ἄλλην περίοδον καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ μέχρις ὅτου ἔλθωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοί. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παροχῆς προνομίου κατασκευῆς βιομηχανικοῦ προϊόντος ἐκ χλωρᾶς σταφίδος». Καὶ αὐτὸ ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν βαρῶν». Καὶ αὐτὸ ἀναβάλλεται.
§170Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Διὰ πότε;
§171ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τὸν Ὀκτώβριον.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς δημοσίας στατιστικῆς ὑπηρεσίας».
§173Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν ἐνυποθήκων δανείων καὶ ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν συγκεντρωμένων κτημάτων τοῦ νομοῦ Κερκύρας».
§175Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὡς εἶπον, διὰ τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ νόμου δύο εἶναι οἱ κυριώτεροι λόγοι, ἡ δυσπραγία ἐν τῇ πόλει καὶ τοῖς χωρίοις τῆς Κερκύρας καὶ ἀφ’ ἑτέρου αἱ σχέσεις αἱ ἀγροτικαὶ τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ παραγωγῶν.
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἀκανόνιστον τῶν σχέσεων αὐτῶν ἐμποδίζει τὰς Τραπέζας πρὸς δάνεια.
§177Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ παρεμβῆτε εἰς τὴν Ἰονικὴν καὶ Ἐθνικήν.
§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ συνεννοήσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν δύναται νὰ γίνῃ αὐτό.
§179Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Προκαλῶ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως.
§180Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ συνδέεται μὲ τὴν ῥύθμισιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος.
§181Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ ἀκριβῶς περὶ συγκεντρωμένων κτημάτων μὴ ἐχόντων ὑποχρεώσεις ἀπέναντι ἄλλων δανειστῶν.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ πρότασις νόμου.
§183Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§184Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄς σταλῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δέχηται ἡ Βουλή, νὰ παραπεμφθῶσιν ὅλα τὰ Κερκυραϊκὰ νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπήν.
§186Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον. Βεβαίως ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα μὲ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ δύναται νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας νόμων».
§188Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συζητηθῇ τώρα.
§189Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τώρα εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§191Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί; Ἀφοῦ ἡ συζήτησις εἶναι ὡρισμένη, πρέπει νὰ προχωρήσωμεν.
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν.
§193Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον νὰ γίνῃ συζήτησις νομοσχεδίου, ὅτε ἦτο ὡρισμένον νὰ γίνῃ ἄλλη ἐργασία. Νομοσχέδια σπουδαιότατα δὲν εἶναι δυνατὸν ἐξαπίνης νὰ ψηφισθῶσιν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν οὐδεὶς ἔχει οὐδεμίαν σημείωσιν. Θέλετε διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς νὰ τὰ ψηφίσητε; Ἔχει καλῶς· ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι οὔτε τὸ πρέπον οὔτε τὸ προσῆκον.
§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπιβάλλεται νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἡ συζήτησις ἐν τῷ παρόντι δὲν εἶναι ἄκαιρος· ἄλλο ἂν ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶναι ἕτοιμος. Εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὡς πρότασις νόμου, ἀλλὰ ταυτοχρόνως εἶναι καὶ νομοσχέδιον σεσημειωμένον ἤδη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν μὲ τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον. Ἡ Βουλὴ ἀντιλαμβανομένη τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος δύναται νὰ τὸ συζητήσῃ ἤδη. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιμένῃ εἰς ἀναβολήν, ἂς παραχωρηθῇ τοιαύτη μέχρι τῆς Πέμπτης.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ὑποδιδασκάλους». Ἀναβάλλεται. Ἀναβάλλεται ἐπίσης ἡ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ψήφισις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς Ναξίας σμύριδος». Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ κανονισμοῦ ποινῆς λιποτακτῶν παρελθόντων ἐτῶν».
§196Λ. ΦΛΑΜΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§197Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§198Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔθηκαν τὸ ζήτημα ἐκεῖ ὅπου ἤθελον νὰ τεθῇ οἱ προτείναντες τὸ νομοσχέδιον, ὅπως προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ζητήματος ἀξίου προσοχῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι τόσοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς γεωργικὰς τάξεις, ἔχουσιν ἀπομακρυνθῆ τῆς πατρίδος ἀναγκαστικῶς φυγοδικοῦντες, λόγῳ τῆς αὐστηροτάτης ποινῆς, ἡ ὁποία τοῖς ἐπιβάλλεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ἄποψις· ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἡ χρονικὴ διάρκεια, ἥτις παρῆλθεν ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς λιποταξίας. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὰ δεδικαιολογημένη ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους, ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὰς αὐστηρὰς πράγματι διατάξεις τοῦ στρατιωτικοῦ ποινικοῦ νόμου τὰς ἀναγκαίας διὰ τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος. Τὸ ζήτημα τιθέμενον ὑπὸ μελέτην ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβῃ μίαν λύσιν ἐπιεικῆ, ἀνταποκρινομένην πρὸς τὴν πρότασιν τῶν συναδέλφων καὶ πρὸς τὸν πόθον ὅλων τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἡ ὁποία βλέπει τὰ τέκνα της ἀναγκαζόμενα διαρκῶς νὰ ἐκπατρίζωνται, ἐνῷ ἐκ τῆς ἐν τῷ μεταξὺ ἐργασίας ἀπεκόμισαν τὰ μέσα νὰ ἐπανέλθωσι καὶ καταστῶσι μᾶλλον χρήσιμοι εἰς τὸν ὁσημέραι ἀραιούμενον πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος.
§199Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ· πρέπει ν’ ἀναβληθῇ. Νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ αὐτοί, ὅπως ὑπηρετοῦσι καὶ οἱ ἄλλοι.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§201Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ποιοῦμαι καὶ ἐγὼ θερμοτάτην σύστασιν, ὅπως ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ κοινωνικὸν φαινόμενον τῆς μεταναστεύσεως ἔχει φέρει τροποποίησιν ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῶν προθέσεων τῶν λιποτακτῶν. Δι’ αὐτὸ θὰ ἦτο καλὸν ἡ Πολιτεία ν’ ἀποστέλλῃ καὶ νὰ παραλαμβάνῃ τοὺς κληρωτοὺς ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν καὶ νὰ τοὺς μεταφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§202Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὅπως τὸ πράττουσιν οἱ Γερμανοί.
§203Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν μία μεταρρύθμισις τοῦ νόμου περὶ λιποτακτῶν, διότι κατήντησε νὰ εἶναι ἀδικωτάτη ἡ ἐφαρμογή του. Ὥστε κατ’ ἀνάγκην συνηγορῶ καὶ ἐγὼ θερμῶς, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας.
§204Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι δικαιότατον, διότι ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται λιποτάκται, κατὰ 99% δὲν εἶναι λιποτάκται, ἀλλ’ εὑρίσκοντο εἰς διάφορα τάγματα διεσκορπισμένοι καὶ ἐλάμβανον ἄφεσιν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία. Δι’ αὐτὸ δὲ βλέπομεν εἰς τὸ Στρατοδικεῖον νὰ δικάζωνται καθ’ ἑκάστην πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, ἐν τέλει δὲ νὰ παρουσιάζωσι τὰ βιβλιάριά των καὶ νὰ εὑρίσκωνται ὅτι εἶναι ἐν τάξει. Αἱ ὑποθέσεις αὐτοῦ τοῦ εἴδους πρέπει νὰ τερματισθῶσι, διὰ νὰ καθαρισθῇ αὐτὸ τὸ ἀρχεῖον τοῦ Στρατοδικείου· πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἐπειδὴ καταζητοῦνται, ἀναγκάζονται νὰ μεταναστεύωσι. Τινὲς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ἐπρότειναν ὅτι οἱ φυγόστρατοι ὁπωσδήποτε εὐηργετήθησαν, ἀλλὰ τινὲς ἐξ αὐτῶν ἀπουσιάζουσιν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν πρὸ πολλοῦ, δι’ αὐτοὺς δὲ οὐδεμία ἐγένετο ἐπιείκεια. Κατὰ τὸν νόμον αὐτοὶ πρέπει νὰ καταβάλλωσιν ἓν ποσὸν ὀκτακοσίων δραχμῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον δι’ αὐτοὺς νὰ καταβάλωσιν ἓν τοιοῦτον ποσὸν διὰ μιᾶς. Δι’ αὐτὸ ὀρθὸν θὰ ἦτο τὸ ποσὸν τῶν ὀκτακοσίων δραχμῶν νὰ καταβληθῇ εἰς δόσεις, ὥστε νὰ τὸ καταβάλωσιν εὐκόλως καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα των. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος καὶ πρέπει νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, εἰς τὴν βʹ δὲ ἀνάγνωσιν νὰ ὑποβληθῶσιν αἱ σχετικαὶ τροπολογίαι.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου;
§206ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας».
§208Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ γραφείου τοῦ ὑπομηχανικοῦ Ξηροχωρίου τῆς Εὐβοίας».
§210ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀπόντος τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις.
§211Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Διὰ τοῦ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ψηφισθέντος νόμου κατηργήθη τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπομηχανικοῦ Ξηροχωρίου τῆς Εὐβοίας, μετὰ τὴν κατάργησιν ὅμως ἐγένετο ἀντιληπτὸν τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὸ Ξηροχώριον, τὸ ἀδίκημα δὲ τοῦτο ἀφορᾷ τὸ Δημόσιον, διότι διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν καὶ τὴν κατασκευὴν ἔργων ἀντιπλημμυρικῶν ἀναγκάζεται τὸ Δημόσιον ν’ ἀποστέλλῃ ὑπαλλήλους ἀπὸ τὸ γραφεῖον τοῦ μηχανικοῦ Χαλκίδος καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ δαπανᾷ περισσότερα.
§212Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος καιρὸς τώρα.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀναβολήν;
§214ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τῶν περὶ τοῦ τύπου τῶν δωρεῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου κώδικος».
§216Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν».
§218Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς ἀναβληθῇ.
§219Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἄλλοτε δὲν ἠνέχθη τὴν πρότασιν αὐτήν, σήμερον δὲ βλέπω ὅτι εἰσάγεται καὶ πάλιν.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§221Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Συνόδου ταύτης βλέπω ὅτι ἔχει ψηφισθῆ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν· μήπως ἔχει γίνει λάθος;
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἑπομένως βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα)
§223Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§225Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων τῆς Εὐρυτανίας διοικητικῶς μὲν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριχωνίας, δικαστικῶς δὲ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου». Ἀναβάλλεται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν.
§227Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προταχθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 23 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς νομοθετικῆς «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς».
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χαριτᾶτος ὑποβάλλει πρότασιν, ὅπως συζητηθῇ τὸ περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς.
§229Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ποίου νομοσχεδίου;
§231Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου τῆς προτάσεως νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν νόμου.
§233Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τί γίνεται δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον;
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρώτησα ἂν ἔχει κανεὶς τὸν λόγον καὶ οὐδεὶς ἀπήντησεν.
§235Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐζήτησα ἐγὼ τὸν λόγον.
§236Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. συνάδελφος.
§237Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐφ’ ὅσον τὸ Προεδρεῖον βεβαιοῖ ὅτι ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, οὐδεὶς δὲ ἐζήτησε τὸν λόγον, δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις περὶ τούτου. Ἀλλά, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐκ μέρους τοῦ κ. συναδέλφου, εὔλογον εἶναι νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μετάσχωσι καὶ οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἶναι εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Λάβετε τὰ Πρακτικά, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι εἶναι λάθος τυπογραφικόν. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς». Θεωρεῖ ἡ Βουλὴ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον;
§239ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§240Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πλέον ἢ κατεπεῖγον.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Εἶτα ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Παραπέμπεται ἔπειτα εἰς ἐπιτροπὴν ἡ εἰς αʹ συζήτησιν πρότασις νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων τῆς Εὐρυτανίας διοικητικῶς μὲν εἰς τὴν Ἐπαρχίαν Τριχωνίας, δικαστικῶς δὲ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου». Ἀνακοινῶ τὰς ἑξῆς ἐπιτροπάς: 1) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαθέσεως δραχμῶν 3942 ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοποιΐας Δωρίδος πρὸς κατασκευὴν ὑδραγωγείου τῆς κωμοπόλεως Γρανίτσης τοῦ δήμου Ὑαίας» τὴν ἐπιτροπὴν ἀποτελοῦσιν οἱ κύριοι Θ. Παπαϊωάννου, Γ. Ποῦλος, Κ. Λιδωρίκης, Ἰ. Γιαμαρέλος καὶ Ν. Φραγκίστας. 2) Ἐπὶ τῶν προτάσεων νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 404 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας», «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 121 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας», «διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων», «περὶ προσθήκης 18 ἐδαφ. εἰς τὸν νόμον περὶ βραχυπροθέσμου παραγραφῆς» οἱ κ. Ἀθ. Τριγώνης, Ν. Πετροπουλάκης, Δ. Κάβουρας, Π. Ἀραβαντινός, Δ. Κλάδης, Π. Λαγοπάτης, Ἰ. Μπρισιμιτζάκης, Ν. Καμπάνης καὶ Ν. Χαριτᾶτος. 3) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν» οἱ κύριοι Δ. Γκλαβᾶς, Λ. Φλαμῆς, Ἀ. Καφετζόπουλος, Ἀρ. Θεοδωρίδης, Π. Ἠλιόπουλος, Κ. Ζαβιτσᾶνος, Θρ. Πετμεζᾶς, Τ. Ἠλιόπουλος καὶ Κ. Ρακτιβάν. 4) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΒΩΜΑʹ τῆς 21 Φεβρουαρίου 1911» οἱ κύριοι Φ. Νέγρης, Ι. Μπουρνιᾶς, Ἀ. Παπαναστασίου, Σ. Ἀγαπητός, Γ. Κατσιμπίρης, Ἀ. Μιχαλακόπουλος, Ὄθ. Τετενές, Μ. Νεγροπόντης καὶ Ν. Ξηρός. 5) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως ἐνυποθήκων δανείων καὶ ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν συγκεντρωμένων κτημάτων τοῦ νομοῦ Κερκύρας» οἱ κύριοι Ν. Βάρθης, Σπ. Λάσκαρης, Κ. Ζαβιτσᾶνος, Εὐθ. Βελλιανίτης. Σπ. Χαντζάρης καὶ Λ. Κογεβίνας. 6) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ καταργήσεως τῶν περὶ τοῦ τύπου τῶν δωρεῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου Κώδικος» οἱ κύριοι Σ. Λάσκαρης, Κ. Ζαβιτσᾶνος, Ἀν. Σκιαδαρέσης, Δ. Κλάδης, Ν. Χαριτᾶτος, Ν. Ῥαφτόπουλος, Δ. Λούντζης, Σπ. Ἰγγλέσης καὶ Ν. Δελακοβίας. 7) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Εὐρυτανίας εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν» οἱ κύριοι Γ. Ἰατρίδης, Ἰ. Τσιγκόλης, Στ. Γρανίτσας, Λ. Φλαμῆς, Ἰ. Τσιριμῶκος, Ἰ. Φαρμάκης, Ἀ. Καφετζόπουλος, Θ. Παπαϊωάννου καὶ Ἐπ. Λαμπρακάκης. 8) Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων τῆς Εὐρυτανίας διοικητικῶς μὲν εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριχωνίας, δικαστικῶς δὲ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου» οἱ κύριοι Ἀθ. Τριγώνης, Ἰ. Παπαθανασιάδης, Ἰ. Τσιγκόλης, Στ. Γρανίτσας, Ἐπ. Λαμπρακάκης, Γ. Ποῦλος καὶ Ἰ. Κανναβός. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τῇ 5 μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν. (ὥρα 6 μ. μ.).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἤδη ἡ Βουλὴ τί θὰ προτιμήσῃ· νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας ἢ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον;
§243Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοθετικὸν ἔργον νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§244ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§245Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ συζητηθῇ ἡ ἐπερώτησις ἡ ἀφορῶσα τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ διαφόρων ἔργων, τελεσθέντων ἐν τῷ λιμένι Κατακώλου, ἡ ὁποία δὲν ἀφορᾷ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐκτυλιχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ.
§246Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ ἐνέργειά τις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀποταθῆτε εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ τῷ ἐξηγήσητε τὰ τῆς ὑποθέσεως.
§247Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Εἴδομεν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§248Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε ἀναβάλλεται, διὰ νὰ εἶναι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρών.
§249Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Φοβοῦμαι μήπως ἐπέλθῃ ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν προφθάσωμεν.
§250Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν φαίνεται ὅτι τόσον ταχέως θὰ διακόψωμεν.
§251Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὑποθέτω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔμεινε σύμφωνος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην, ὅπως σήμερον συνεχισθῇ ἡ ὑπόθεσις τοῦ «Ἀβέρωφ» καὶ ὁμιλήσωσιν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι ἐγγεγραμμένοι καὶ οἵτινες ἔχουσιν ὑποχρέωσιν καὶ χάριν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία συνταράσσει τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ χάριν αὐτῶν τούτων.
§252Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐκ Λονδίνου, αὔριον φθάνει ἐδῶ ἡ ἔκθεσις ἡ ἀποσταλεῖσα ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ναυτικῆς ἀποστολῆς περὶ τῆς ἐπελθούσης βλάβης εἰς τὸν «Ἀβέρωφ». Θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀναμείνητε νὰ ἔλθῃ ἡ ἔκθεσις αὕτη καὶ εἶμαι πρόθυμος, ὅταν ἔχωμεν τὰ στοιχεῖα, νὰ συζητήσωμεν ἀμέσως, καὶ ἂν δὲν εἶναι ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§253Π. ΓΚΙΝΗΣ. Παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναμείνωμεν τὴν κατάθεσιν τῆς ἐκθέσεως τοῦ ναυάρχου νομίζω ὅτι ἐπείγει ἡ συζήτησις τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ταύτην, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην, νομίζω, εἷς Βουλευτὴς παρεξετράπη κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατ’ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνα τὸ πλοῖον, ὅτε συνέβη τὸ ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εἶναι ναυτικὸν ἀτύχημα, ἀλλὰ δὲν δύναται κατ’ οὐδὲν νὰ θίξῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ.
§254Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μετὰ μίαν ἡμέραν δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ νὰ πάθῃ τίποτε ἡ τιμὴ τοῦ ἀξιωματικοῦ. Ἐὰν ὅμως δὲν ἔχῃ φθάσει, ὡς ἐλπίζω, αὔριον ἡ ἔκθεσις, εἶμαι πρόθυμος, ὅταν ζητηθῇ ἡ συζήτησις, νὰ δεχθῶ αὐτήν.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρῶτον ἀντικείμενον ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς».
§256Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς ἀναβληθῇ.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν καὶ ἄλλαι τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι ἐστάλησαν εἰς τύπωσιν· ὥστε μετὰ τὴν διανομὴν τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν δύναται νὰ ἔλθῃ πρὸς συζήτησιν. Συζήτησις τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 75 καὶ 76 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ἡ πρότασις αὕτη ὑποβάλλεται ὑπ’ ἐμοῦ καὶ σχετίζεται πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ αὕτη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου, διὰ νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς πρὸς τὴν Βουλήν. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Πέρρος).
§258Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Διὰ τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 75 καὶ 76 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπέρχονται αἱ ἑξῆς μεταρρυθμίσεις σχετιζόμεναι πρὸς τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς. Κατόπιν τῆς ψηφίσεως τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἅπαντα τὰ νομοσχέδια παραπέμπονται ὑποχρεωτικῶς εἰς ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἐγένετο χρῆσις ἤδη κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, κατέστη δῆλον ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν γραφείων τῆς Βουλῆς εἶναι τελείως ἀνεπαρκές, διότι τοσαῦται ἐπιτροπαὶ εἶναι ἐν λειτουργίᾳ καὶ τοσαύτη ἡ ἐργασία αὐτῶν, ὥστε εἶναι ἀνάγκη ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐργασίαν τῶν ἐπιτροπῶν καὶ νὰ συντάσσῃ τὰ Πρακτικὰ αὐτῶν.
§259ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀρκεῖ ὁ εἷς.
§260Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσθήκην ἑνὸς γραμματέως τῶν ἐπιτροπῶν. Ἡ ὑπηρεσία, ἡ μέχρι τοῦδε, μοὶ παρέχει τὸ θάρρος νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι πρὸς τὸ παρὸν εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος προσθήκης ἑνὸς γραμματέως τῶν ἐπιτροπῶν, διότι τὸ προσωπικὸν τὸ ὑπάρχον εἶναι ἀνεπαρκές. Ἐὰν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ δευτέρου τμήματος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἐργασιῶν τῶν μελλουσῶν Βουλῶν ἐνδείξῃ ἡ πρόοδος τῆς ἐργασίας ὅτι εἶναι ἀνάγκη προσθήκης καὶ ἑτέρου προσωπικοῦ, δύναται νὰ προστεθῇ τοιοῦτον. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκεῖ τοῦτο, ἡ προσθήκη ἑνὸς γραμματέως τῶν ἐπιτροπῶν, ὁ ὁποῖος νὰ συγκεντρώνῃ τὴν ἐργασίαν τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἐπιμελῆται τῆς συντάξεως τῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν Πρακτικῶν τῶν συνεδριάσεων τῶν ἐπιτροπῶν.
§261Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τίνα προσόντα θὰ ἔχῃ;
§262Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδεὶς ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς ἔχει προσόντα. Ἐγὼ ἔχω κανονίσει ὅτι ὁ γραμματεὺς τῶν ἐπιτροπῶν θὰ ἐκλέγηται καθ’ ὃν τρόπον οἱ προϊστάμενοι τῶν γραφείων ὑπὸ τοῦ Προέδρου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διαγωνισμός, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο.
§263Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν εἶχον κανένα λόγον νὰ ζητήσω νὰ ληφθῇ ἄλλη τις πρόνοια περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ γραμματέως τούτου· ἀφοῦ θὰ διορίζηται κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ ἀσχοληθῇ περαιτέρω ἡ Βουλή.
§264Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πάντως πρέπει νὰ καταργηθῇ πᾶν προσὸν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν ὁ Πρόεδρος.
§265ΝΙΚ. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Προσόντα, κύριοι Βουλευταί, ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς οὐδεμίαν θέσιν τῆς Βουλῆς ὑπάρχουσιν ἐπιβεβλημένα. Ἐγὼ εἶχον εἰσηγηθῆ, ὥστε οἱ γραφεῖς νὰ ὑποβάλλωνται εἰς διαγωνισμόν, ἐπέτυχε δὲ πλήρως τὸ σύστημα τοῦτο, διότι ἐπέτυχον εἰς τὸν διαγωνισμὸν δύο γραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι θαυμασίως τὴν ὑπηρεσίαν των, ἐπέτυχον δὲ γραφεῖς, οἱ ὁποῖοι οὐδενὸς τὴν ὑποστήριξιν ἐζήτησαν. Ἐπίσης εἰσηγοῦμαι διὰ τῆς αὐτῆς προτάσεως τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ βοηθοῦ τοῦ ἐπιμελητοῦ τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς». Ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς αὐξήσεως ταύτης. Ὁ βοηθὸς τοῦ ἐπιμελητοῦ τῆς «Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς» εἶναι πρόσωπον εἰδικότητος, διότι εἶναι διορθωτὴς τῶν τυπογραφικῶν δοκιμίων καὶ ἐπιστήμων, διότι πρέπει νὰ εἶναι κάτοχος τῆς γλώσσης, ὁ κατέχων δὲ τὴν θέσιν κ. Δ. Καλλιγερόπουλος εἶναι ἀπόφοιτος τῆς Φιλοσοφικῆς τοῦ Πανεπιστημίου Σχολῆς καὶ ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μόνον τὸν ἔπαινον τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐπισπάσῃ. Συμβαίνει δὲ ὅτι, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ὀφείλουσι νὰ ἐργάζωνται κατὰ τὰς κεκανονισμένας ὥρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὁ ὑπάλληλος οὗτος λόγῳ τοῦ ὄγκου τῆς ἐργασίας του ὑποχρεοῦται νὰ ἐργάζηται καὶ ἐκτὸς τῶν κανονικῶν ὡρῶν· ὑπάλληλος δὲ μὲ 120 δραχμῶν μισθὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ, ἀφοῦ ὡς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῇ εἰς ἄλλο ἔργον καὶ δὲν δύναται νὰ ζήσῃ μὲ 120 δραχμάς. Ζητῶ αὔξησιν εἰς 180 δραχμάς...
§266ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§267Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς διακοσίας δραχμάς, κύριε Πρόεδρε.
§268Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. .. Δηλῶ δὲ προσέτι ὅτι περὶ τούτου εὑρίσκομαι ἐν πλήρει συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§269Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Δὲν νομίζετε ὅτι οἱ ὑπάρχοντες στενογράφοι δὲν εἶναι ἀρκετοί, ἵνα διεξάγωσι τὴν τοσαύτην ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς αὐτούς;
§270Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ τῶν στενογράφων καὶ τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον καὶ μὲ τὴν ἐνίσχυσιν τῶν δύο δοκίμων, οἱ ὁποῖοι προσετέθησαν, καὶ πάλιν εἶναι ἀνεπαρκὲς λόγῳ τῆς κοπώσεως, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ στενογράφοι. Πρὸ πάντων δὲ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ κάτι ἄλλο, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἂν σήμερον εἶναι ἡ ὥρα τῆς μερίμνης ἢ θὰ εἶναι βραδύτερον. Πρέπει διὰ τοὺς στενογράφους, τοὺς ἐκτελέσαντας ὑπηρεσίαν 20 ἐτῶν ἢ 25 ἐτῶν, νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς συντάξεώς των, διότι μετὰ 25ετῆ ὑπηρεσίαν εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ στενογράφος δὲν δύναται πλέον νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀποδίδῃ τὰ στενογραφήματα πιστῶς. Ἡ ἐνίσχυσις τοῦ Στενογραφικοῦ Γραφείου νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται· θέλετε ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐνισχυθῇ τοῦτο ἢ θέλετε ἀπὸ τοῦδε νὰ τεθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ καὶ νὰ ἰσχύῃ διὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπαναλήψεως τῶν ἐργασιῶν;
§271ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐργασία εἶναι πάρα πολὺ μεγάλη· οἱ στενογράφοι εἰργάσθησαν ἐφέτος ἐξαιρετικῶς.
§272Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τέσσαρες στενογράφοι ἀλλεπαλλήλως ἐζήτησαν ἄδειαν ἕνεκα ὑπερκοπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔπαθον. Εἶναι ἐργασία φοβερά.
§273Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπάθομεν ἡμεῖς ἐξ ὑπερκοπώσεως καθήμενοι καὶ ἀκούοντες, ὄχι ἐκεῖνοι!
§274Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σημειῶ δὲ καὶ τοῦτο, ὅτι ὑπεβλήθησαν εἰς μείζονα κόπωσιν, διότι τοῖς ἐπεβλήθη νὰ εἶναι ἐντελῶς ἐνήμεροι εἰς τὴν μετάφρασιν, ἵνα προχωρήσῃ ἡ ἐκτύπωσις τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων. Ἐὰν δεχθῆτε τὴν προσθήκην, δύναται νὰ ἀρχίσῃ ἡ μισθοδοσία τοῦ προστιθεμένου προσωπικοῦ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου.
§275Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Διατί ὄχι ἀπὸ τώρα;
§276Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἄν προστεθῇ προσωπικόν, τὸ προσωπικὸν χρειάζεται ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου, διότι κατὰ τὸ θέρος δὲν ὑπάρχει ἐργασία.
§277Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πρόκειται περὶ ἀποζημιώσεως δι’ ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ ἄνθρωποι καὶ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωσι κατὰ τὰς διακοπάς.
§278Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ ἓν μέτρον δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ σήμερον.
§279Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν σήμερον μέχρι τῆς ἡμέρας ταύτης ἐργάζεται τὸ προσωπικὸν τὸ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τοποθετημένον εἰς τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον· ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι στενογράφοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Βουλῆς οὔτε δόκιμοι, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον πρὸς ἐκμάθησιν, ἑπομένως ἡ ἐργασία αὐτῶν δὲν εἶναι ἐργασία ἀμείψιμος, εἶναι μᾶλλον ἐργασία ἰδιωτική, τοῖς ἐπετράπη δὲ νὰ ἐργάζωνται ὅπως ἐκγυμνασθῶσι. Λέγω τοῦτο, διότι διὰ τοὺς μῆνας Ἰούλιον, Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον βεβαίως τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον δὲν δεῖται ἐνισχύσεως, καθόσον οἱ στενογραφήσαντες μέχρι τοῦδε αὐτοὶ θὰ ἐκτελέσωσι τὰς μεταφράσεις, ἄλλη δ’ ἐργασία δὲν θὰ γίνῃ. Ἀλλὰ κρίνω ἐν γένει ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐνίσχυσις διὰ δύο ἑτέρων δοκίμων· ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ δέχηται, θὰ περιληφθῇ εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου.
§280ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον τοῦτο ἔχω νὰ παρατηρήσω· νὰ μὴ ἀγώμεθα ἀπὸ τὴν ἐξαιρετικῶς μεγάλην ἐργασίαν τῆς διπλῆς Βουλῆς εἰς δημιουργίαν θέσεως ἐμπειρικῆς· ἐὰν εἶναι ἀνάγκη, νὰ προστεθῶσι διὰ τὸν Ὀκτώβριον—καὶ τώρα ἐὰν θέλητε προσωρινῶς—ἀλλὰ διὰ τὰ ἄλλα ἔτη, ὑποθέτομεν, δὲν θὰ εἶναι τόση ἐργασία· ἑπομένως τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἐπήρκεσε τόσα ἔτη διὰ τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον, πρέπει νὰ σκεφθῶμεν μήπως εἶναι ἀρκετὸν καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἐργασίας τὰς κανονικὰς τῶν Βουλῶν.
§281Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκ τοῦ προσωπικοῦ οἱ δύο οἱ ἀρχαιότεροι εὑρίσκονται μὲ ἔτη ὑπηρεσίας ἄνω τῶν εἰκοσιπέντε καὶ ἡ χείρ των ἔχει καμφθῆ· ἀλλὰ πάλιν προτείνω, εἰ δυνατόν, νὰ τεθῇ ἐν τῷ Κανονισμῷ, ἀλλὰ νὰ ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τῆς θέσεως τὸν χειμῶνα.
§282Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τοῦτο, νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τοῦ διεκπεραιωτοῦ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ κονδύλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε καὶ τὸ παρελθόν, διότι ἐφέτος δυστυχῶς τοῦ ἠλαττώθη· ἐφέτος δὲ προσέφερε μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Βουλῇ ἢ ἄλλοτε, ὅτε ἐλάμβανε μεγαλείτερον μισθόν. Λοιπὸν δίκαιον εἶναι, ἂν ὄχι νὰ τῷ αὐξηθῇ καὶ πέραν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε, νὰ λαμβάνῃ τοὐλάχιστον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε τὰ παρελθόντα ἔτη, ὅτε δὲν εἰργάζετο ὅσον τώρα ὁ κ. διεκπεραιωτής.
§283Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι δικαιότατον, διότι ὁ διεκπεραιωτὴς ἀνήκει εἰς τοὺς μᾶλλον ἐργαζομένους ὑπαλλήλους.
§284Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μόνον νὰ διεκπεραιώσῃ 400,000 ἀναφορὰς εἶναι ἀρκετόν.
§285Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ λάβῃ μίαν πρόνοιαν περὶ ἐκτυπώσεως τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Τί ὠφελοῦσιν οἱ στενογράφοι εἰς τὸ Στενογραφικὸν Γραφεῖον, ἀφοῦ ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη δὲν ἐτυπώθη ἡ Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς; Προχθὲς δέ, κύριε Πρόεδρε, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν ἐπεκαλέσθην ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἠμφεσβητήθη ἡ ἀκρίβεια τῶν λόγων μου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἐντίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· σήμερον ἀνέτρεξα εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀνεύρω τὰ τῆς συζητήσεως ἐκείνης καὶ ἀποδείξω ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἀντηλλάγη πρὸς τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος· δυστυχῶς καὶ τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τῆς Συνόδου ἐκείνης δὲν ἔχουσιν εὑρετήριον, ἡ δὲ Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων εἶναι ἄγνωστον καὶ ποῦ κεῖται κατὰ φυλλάδια.
§286Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Τώρα γίνεται ἡ ἐργασία αὐτὴ τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν.
§287Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ οἱανδήποτε πρόνοιαν νομίζει, ὅπως ἐκτυπωθῇ ἡ Ἐφημερὶς τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς μετὰ εὑρετηρίου, διότι θέλουσι χρησιμεύει κατὰ τὰς συζητήσεις καὶ τῶν μελλουσῶν Βουλῶν.
§288Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὸ ἀξίωμα τοῦ Προέδρου, ἐξετυπώθη καὶ διενεμήθη ἀμέσως τὸ τεῦχος τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Αʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς εἰς ὅλους τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἐκτυποῦται δὲ τὸ τεῦχος τῆς τρεχούσης Βουλῆς. Ἅμα περατωθῇ ἡ ἐκτύπωσις τούτου, θέλομεν ἐπιμεληθῆ τῆς ἐκτυπώσεως τῆς Ἐφημερίδος τῆς ΙΗʹ Περιόδου τοῦ 1906, ἡ ὁποία καθυστερεῖ· ἀλλ’ ἐθεώρησα ὅτι ἦτο πρέπον νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Βουλὴ πρῶτον τὸ τεῦχος τῆς τρεχούσης Βουλῆς, διότι εἶναι τὸ σημαντικώτερον ὅλων, διότι περιέχει τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις. Εὑρίσκεται ἡ ἐκτύπωσις ἤδη εἰς τὸ 58 φύλλον.
§289Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ τῆς παρούσης Βουλῆς νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο τεύχη, διὰ νὰ ἔχωμεν μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τὸ τεῦχος, τὸ ὁποῖον περιέχει τὰς συνταγματικὰς συζητήσεις.
§290Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὴ ἡ μέριμνα ἀκριβῶς ἐλήφθη καὶ τὸ τεῦχος τῶν Συζητήσεων καὶ τὸ Παράρτημα θέλουσιν ἀποτελέσει πρῶτον τεῦχος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν μέχρι τοῦ τμήματος τούτου, ἡ δ’ ἐργασία τοῦ χειμῶνος θὰ ἀποτελέσῃ δεύτερον τεῦχος. Ὥστε δύναμαι νὰ ὑποσχεθῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου θὰ ἔχῃ διανεμηθῆ καὶ ἡ Ἐφημερὶς καὶ τὸ Παράρτημα καὶ ἑπομένως θὰ εἶναι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὅλοι κάτοχοι τῶν συζητήσεων. Παρακαλῶ μόνον νὰ δείξωσι τὴν αὐτὴν ἐπιμέλειαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ὑπηρεσία, καὶ ἀποστέλλωσι συντόμως τὰς διορθώσεις τῶν ἀγορεύσεών των, διότι εἴμεθα ἠναγκασμένοι τὰς ἀγορεύσεις, ὅσαι δὲν περιέρχονται εἰς τὸ γραφεῖον ἐγκαίρως διωρθωμέναι, νὰ παραπέμπωμεν εἰς τὸ Παράρτημα, καὶ τοῦτο θὰ εἶναι βλαβερὸν διὰ τοὺς ἀγορεύσαντας, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς διορθώσωμεν ὑπευθύνως.
§291Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐάν τις δὲν διορθοῖ ἐντὸς προθεσμίας, θὰ τυπῶται κατὰ τὰ λεχθέντα ἡ ἀγόρευσίς του.
§292Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐτάχθη προθεσμία δεκαπέντε ἡμερῶν εἰς ἕκαστον, διὰ νὰ ἐπιστρέφῃ τὴν ἀγόρευσίν του διωρθωμένην. Τάσσω καὶ μίαν συμπληρωματικὴν ἑκάστοτε· πέρα τούτου οὐδὲν δύναμαι νὰ πράξω.
§293Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ λάβω μίαν πληροφορίαν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Πολλοὶ ἄνθρωποι μὲ ἠρώτησαν ἔξω τώρα ἂν εἶναι ἀληθὲς καὶ ἂν εἶναι ἐπισήμως γνωστὸν ὅτι τὸ πλήρωμα τοῦ «Ἀβέρωφ» ἐστασίασεν.
§294ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχω καμμίαν εἴδησιν περὶ στάσεως.
§295Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Πολὺ καλά.
§296Π. ΓΚΙΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§297ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι, δὲν κρίνω παντάπασιν ἀναγκαῖον νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ Ντέβεν–πὸρτ ἢ ἀπὸ τὸ Λονδῖνον διάψευσιν τῆς εἰδήσεως αὐτῆς, περὶ τῆς ὁποίας μοὶ ὁμιλεῖτε. Ἐννοεῖτε ὅλοι καλῶς ὅτι, ἐὰν ἐλάμβανε χώραν τὸ γεγονὸς αὐτό, πρώτη θὰ τὸ ἐμάνθανεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἔπειτα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἐδημοσίευσαν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἔχω νὰ ἐπικαλεσθῶ τοῦτο, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ παρασυρώμεθα ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ψευδῶν ἢ ὑπερβολικῶν εἰδήσεων, αἱ ὁποῖαι κυκλοφοροῦνται διαρκῶς μὲ τὸ ἀτύχημα αὐτό, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸ πολεμικὸν ἡμῶν Ναυτικὸν ἐπὶ βλάβῃ βεβαίως καὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἀλλὰ καὶ τῶν γενικωτέρων συμφερόντων τῆς χώρας. Εἶναι φυσικὸν ὅτι τὸ ἀτύχημα προυκάλεσε συζητήσεις καὶ δυσφορίας καὶ ἔριδας ἴσως, ἀλλὰ στασιασμὸν οὐδὲ πόρρωθεν ἔχομεν. Οὐδὲν τηλεγράφημα ἐξ ὅσων ἐλήφθησαν μέχρι τοῦδε ἀναφέρει ὅτι ἔλαβε χώραν στασιασμός.
§298Α. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ διατάξητε τὸν εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ τὰ ἐκ τοῦ νόμου κατὰ τῶν διαδιδόντων τὰς εἰδήσεις τὰς ψευδεῖς.
§299ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου, τὴν ὁποίαν καθιερώσαμεν διὰ τοῦ Συντάγματος, δὲν πρέπει βεβαίως νὰ φθάνῃ εἰς κατάχρησιν καὶ ἀκολασίαν, ἀλλ’ ὁ καλλίτερος κολασμὸς κατὰ τῶν παρεκτροπῶν τοῦ Τύπου κατὰ πρῶτον εἶναι ὁ προερχόμενος ἐκ μέρους τῆς κοινῆς γνώμης. Χωρὶς νὰ παραγνωρίζω ὅτι ὁ λαὸς συνεκινήθη μεγάλως ἀπὸ τὰ ἀλλεπάλληλα ψεύδη, τὰ χονδροειδῆ, τὰ ὁποῖα σερβιρίζονται καθ’ ἑκάστην εἰς αὐτὸν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀτύχημα τοῦ «Ἀβέρωφ», ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐξαιρουμένου τοῦ ἀτυχήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὁσημέραι ἀποδεικνύεται ὅτι ἦτο ὀλιγώτερον σοβαρὸν παρ’ ὅσον ὑπεθέσαμεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ ἡμεῖς οἱ ἔχοντες τὰς ἐπισήμους πληροφορίας, ἐνόησε σιγὰ σιγὰ καὶ ἀρχίζει καὶ ἐκτιμᾷ προσηκόντως ὅλα τὰ γραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἑπομένως ὁ καλλίτερος κολασμός, τὸν ὁποῖον ἔχομεν νὰ κάμωμεν εἰς τοὺς δημοσιεύοντας αὐτὰς τὰς ψευδεῖς εἰδήσεις, εἶναι ὁ κολασμὸς τῆς κοινῆς γνώμης· ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν παύει ἐπὶ τέλους καὶ ἤθελεν ἐξακολουθήσει κατὰ τρόπον ἐπικίνδυνον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, βεβαίως ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπῆρχε καὶ παράβασις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ χρῆσις καὶ τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς. Ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι ἀποδυσπετῶ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Εἰσαγγελίας εἰς τὰ ἀδικήματα αὐτὰ τοῦ Τύπου, καθόσον εἶναι δυνατόν, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ καταστῇ περιττὴ μέχρι τέλους ἡ παρέμβασίς της.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κλείει ἡ παρένθεσις. Ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἔχει τις τὸν λόγον; Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἀναγινώσκω τὴν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 75 καὶ 76 (ἀναγινώσκει).
§301ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπροτάθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τοῦ διεκπεραιωτοῦ.
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν.
§303Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὅπως εἶναι, Κύριοι, γνωστὸν εἰς ὑμᾶς ὁ γραμματεὺς τῶν ἐπιτροπῶν δὲν χρησιμεύει μόνον εἰς τὰς ἐπιτροπάς. Εἶναι ἀπησχολημένος καὶ εἰς τὸ γραφεῖον τῶν στενογράφων καὶ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας. Θὰ παρεκάλουν νὰ ληφθῇ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν.
§304ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, τὴν προσθήκην ἑνὸς γραμματέως διὰ τὰς ἐπιτροπὰς τὴν ἐγκρίνω καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὴν δεχθῇ, διότι ἀληθῶς μετὰ τὸ νέον Σύνταγμα μάλιστα ἡ ἐργασία τῶν ἐπιτροπῶν ἀποβαίνει πολλῷ ἐργωδεστέρα καὶ ἴδιος ὑπάλληλος εἶναι ἀναγκαῖος, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ κρατῇ τὰ Πρακτικά· ἀλλὰ διὰ πᾶσαν ἄλλην αὔξησιν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς αὐτήν.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν στενογράφων;
§306ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ἐφετινὴ ἐργασία ἦτο ἐξαιρετικὴ καὶ δι’ αὐτὸ ὑπεβλήθησαν εἰς ἐξαιρετικοὺς κόπους ἐφέτος οἱ στενογράφοι· ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο διὰ τὰς ὀλίγας αὐτὰς ἡμέρας ἢ διὰ τὸν Ὀκτώβριον νὰ προσλάβωμεν στενογράφον τινά, θὰ τὸ ἐνόουν, ἀλλὰ προσωρινόν, ὄχι ὅμως νὰ αὐξήσῃ παγίως τὸ προσωπικόν.
§307Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διότι ἀλλοίμονον ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ πολυτέλεια, ἡ ὁποία ἤρξατο.
§308Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν διὰ τὴν προσθήκην δύο δοκίμων τὴν εὑρίσκω πολὺ δικαίαν· εὑρίσκω δὲ ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τελείως δεδικαιολογημένον, ὅτι ὑπῆρξε μόνον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ μεγάλη ἐργασία, διότι καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ὑπῆρξεν ἐργασία καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλήν. Παρατηρεῖται πάντοτε ἡ αὐτὴ τάσις.
§309ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αἱ συνεδριάσεις ἦσαν διπλαῖ ἀπὸ τὸν μέσον ὅρον τῶν συνεδριάσεων τῶν συνήθων Συνόδων καὶ κατ’ ἔκτασιν ἦσαν πολὺ μεγαλείτεραι.
§310Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ἀνεπαρκέστατον τὸ προσωπικόν.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις. Ὑπάρχουσι δύο τροπολογίαι. Μία τοῦ κ. Παπαϊωάννου, ἀφορῶσα εἰς τὴν προσθήκην ἐδαφίου, ἢ μᾶλλον τροποποίησιν, ἵνα γίνωσιν οἱ δόκιμοι 4. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τῶν Βουλευτῶν κυρίων Ν. Πετροπουλάκη καὶ Θ. Πετμεζᾶ «περὶ ὁρισμοῦ τοῦ μισθοῦ τοῦ διεκπεραιωτοῦ εἰς δραχμὰς 240, ὅσον ἦτο καὶ ἐξ ἀρχῆς».
§312Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ τις, ὅστις νὰ ἀμφισβητῇ τὸ δίκαιον τῆς προτάσεως.
§313ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, νὰ μὴ λησμονῶμεν τοῦτο, ὅτι ἐπείσθημεν πρὸ ὀλίγου χρόνου νὰ αὐξήσωμεν τὸ προσωπικὸν ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ μισθοδοσίαι. Τώρα ἐκάμαμεν τὰς αὐξήσεις καὶ ἐρχόμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὰς μισθοδοσίας. Ἀπορῶ δέ, διότι ἡ πρότασις αὕτη φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Πετμεζᾶ ἀνήκοντος εἰς τὴν ἑταιρείαν τῶν κοινωνιολόγων, ἡ ὁποία προσπαθεῖ διαρκῶς νὰ μὴ δεχθῶμεν νέας δαπάνας.
§314Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὀφείλω νὰ ἐξηγήσω διατί ὑπέγραψα τὴν τροπολογίαν καὶ ὀφείλω νὰ τὴν δώσω μόνος ἐγώ, διότι μόνος ὑπέβαλον τὴν πρότασιν ὡς Βουλευτής. Ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ πρότασιν σχετικὴν τῆς προτάσεως τοῦ Βουλευτοῦ Λακωνίας. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκτιμήσω τὴν ἐργασίαν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται φιλοπονώτατα καὶ εἰργάσθη νῦν περισσότερον ἀπὸ ἄλλας Βουλάς, κατὰ τὰς ἄλλας δὲ Βουλὰς ἐλάμβανε μισθὸν ἀνώτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει σήμερον. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει εἰργάσθη περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι εἰργάζετο εἰς τὸ παρελθόν. Μόνον χάριν τοῦ δικαίου τῆς αἰτήσεως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς προτάσεως, διότι καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ, οὔτε ὀφείλω νὰ συντελέσω, οὔτε καὶ θέλω, εἰς σπατάλην τοῦ δημοσίου χρήματος, ἀλλὰ προκειμένου περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἀνεπαρκῶς ἀμείβεται, συνηγορῶ ὅπως ἀμειφθῇ δικαίως.
§315Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τίποτε χειρότερον παρὰ νὰ ἀφαιρεθῇ μισθὸς ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα ἴσχυσεν. Ἀλλὰ βεβαίως μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὥστε νὰ εἴπω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπον, διότι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ τάσις παρατηρεῖται· γενικὴ αὔξησις εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας. Καθ’ ἑκάστην παρουσιάζονται νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων αὐξάνει. Καὶ ἄλλοτε, προκειμένου περὶ δασοκόμων, εἶπον ὅτι καλλίτερον νὰ εἶναι ὀλίγοι καὶ καλοὶ παρὰ πολλοί, ἡ γνώμη δὲ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ αὐξήσωμεν τὸ προσωπικὸν καὶ νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν μισθοδοσίαν....
§316ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν τὸ ὑπεστήριξα· τοὐναντίον.
§317Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἴπετε ὅτι τοιοῦτον ἦτο τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ.
§318ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅτε ἔγινεν ἡ τροποποίησις, μᾶς ἐλέχθη ὅτι αὐξάνοντες τὸν ἀριθμὸν κατὰ πολὺ δὲν πρόκειται νὰ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας παρὰ κατ’ ἐλάχιστον ποσόν, διότι ἐλήφθη πρόνοια νὰ κανονισθῇ ἡ μισθοδοσία τῶν κατὰ τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι, ἐνῷ ἀπεφασίσαμεν τοιαῦτα, ἤδη ἐρχόμεθα νὰ αὐξήσωμεν καὶ τὰς δαπάνας.
§319Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι τὸ δυσάρεστον καὶ μοὶ ἐνθυμίζει δήμαρχον Ἀθηναῖον, ὁ ὁποῖος ἀναλαβὼν τὴν δημαρχίαν ἔκρινε καλὸν νὰ διπλασιάσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων ἐλαττῶν τὴν μισθοδοσίαν εἰς τὸ ἥμισυ, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεροι φίλοι. Ἀλλὰ βεβαίως οἱ μὲν φίλοι ἱκανοποιήθησαν ἀρκετά, ὄχι ὅμως καὶ ἡ δημαρχία διὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ. Λέγω ταῦτα, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι καθόλου δὲν πρόκειται νὰ ὑποστηριχθῇ μία πρότασις δι’ ὡρισμένον ὑπάλληλον οὔτε διότι ὑπέγραψα πρότασιν ὑπαλλήλου, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέομαι. Εἶναι ἀρχή, τὴν ὁποίαν πάντοτε ὑπεστήριξα, ὅτι πρῶτον δὲν πρέπει νὰ μειοῦται μισθὸς ὑπαλλήλου δοθεὶς ἅπαξ καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ εἶναι ὀλίγοι καὶ καλῶς ἀμειβόμενοι.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτε ἐγένετο ἡ εἰσήγησις τῆς περικοπῆς τῶν μισθοδοσιῶν, ἐγένετο πρὸς τακτοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς ἄνευ προσθέτου δαπάνης. Τώρα εἰσάγεται ἡ πρότασις αὕτη. Ἐγὼ ὡς Πρόεδρος ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ὁ διεκπεραιωτὴς ἔχει ἐπιφορτισθῆ ἐργασίαν ὑπέρογκον. Τοῦτο ὅλη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ. Ἐκ τῶν ὑστέρων δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἡ περικοπή, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην, ἦτο ἄδικος, καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τοῦ διεκπεραιωτοῦ, ἐγὼ νομίζω ὅτι θὰ ἐπανορθώσῃ ἓν ἀδίκημα.
§321Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἰς ἡμέρας ἀνορθώσεως πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἐπανόρθωσις αὕτη.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πετροπουλάκη.
§323Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ποία ἡ αὔξησις;
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ δρ. 200 εἰς 240, ὡς ἦτο καὶ πρίν. (Ψηφίζεται δι’ ἀναστάσεως ὁλόκληρος ἡ πρότασις περὶ τῶν ἄρθρων 75 καὶ 76, ὡς ἐτροποποιήθη). Συζήτησις τοῦ συμπληρωτικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς. (Ἀναγινώσκεται τὸ αʹ κεφάλαιον). Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ κατήρτισε τὸν προϋπολογισμὸν ἐν πλήρει συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ αʹ κεφάλαιον ἀφορᾷ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφίσματος, μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1911. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον κεφάλαιον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§325Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὰ ποσὰ ταῦτα ἀφορῶσι τὸν παρόντα προϋπολογισμόν;
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ κονδύλια ταῦτα εἶναι πάντα 416.000 δραχ. Ἐκυρώθησαν, ἤδη χωρὶς νὰ ψηφισθῇ τροπολογία ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἐγένετο δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὥστε τώρα εἶναι ἡ πρόσθετος δήλωσις διὰ τὸ ποσὸν τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν πληρωμὴν τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Κεφάλαιον τρίτον (ἀναγινώσκεται). Ἐδῶ θὰ προστεθῇ καὶ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τοῦ διεκπεραιωτοῦ καὶ ἡ μισθοδοσία τοῦ γραμματέως τῶν ἐπιτροπῶν. (Ψηφίζονται δι’ ἀναστάσεως τὸ τρίτον, τέταρτον, ἕβδομον κεφάλαιον καὶ τὸ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1910 ἐκ φρ. 2,853,622.30». Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποδεχθῇ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς ἐπείγοντος, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ, ὅπως κανονισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον δι’ ἀναστάσεως).
§327ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συνέχεια τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου».
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κύριος Σφακιανάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν.
§329ΝΙΚ. ΒΑΡΘΗΣ. Ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου περὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου. Ἐπὶ τοῦ 9ου ἄρθρου, γενομένου 6ου, ὁ κ. Γόντικας.
§331Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀναβάλλω διὰ τὴν γʹ συζήτησιν.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ἔχοντος τὸν λόγον, κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 9ον ὡς 6ον). Ἄρθρον 10ον, γινόμενον 7ον (ἀναγινώσκεται).
§333ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προκειμένου περὶ τῶν ἑδρῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ἔχομεν μίαν ἕδραν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ ἑτέραν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου.
§334ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὁ καθηγητὴς τοῦ Ἀστικοῦ τί θὰ διδάσκῃ;
§335ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ὁ καθηγητὴς τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ διδάσκῃ τὰς διατάξεις τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου τὰς παρ’ ἡμῖν ἰσχυούσας. Τοῦτο θὰ ἔδει νὰ ὑποτεθῇ, διότι δὲν πιστεύω ὅτι πρόκειται νὰ διδάξῃ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον πασῶν τῶν χωρῶν. Ὅταν λέγωμεν σήμερον ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, συνήθως ἐννοοῦμεν Ἀστικὸν Δίκαιον, τὸ ἰσχῦον παρ’ ἡμῖν τόσον πολὺ μάλιστα, ὥστε ἐγὼ συνήντησα συνάδελφον δικηγόρον μὴ ἔχοντα τὴν ἀντίληψιν τί σημαίνει Ἰδιωτικὸν Δίκαιον, ἐπίστευε δὲ ὅτι τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον περιεῖχε μόνον διατάξεις τοῦ Ἰδιωτικοῦ Δικαίου. Νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει καὶ τοῦτο, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἕδρα Ἱστορίας καὶ Εἰσηγήσεων τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου. Τὴν ἕδραν αὐτὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν τὴν βλέπω, πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι κυρίως αὐτὴ μόνη ἡ ἕδρα μετά τινα χρόνον θὰ μείνῃ ἐκ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου. Ὀρθότερον λοιπὸν θὰ ἦτο, ἐὰν ὡρίζετο μία ἕδρα τῆς Ἱστορίας καὶ Εἰσηγήσεων τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ δύο ἕδραι τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Ἐπίσης νομίζω ὅτι δέον νὰ ὁρισθῇ μία ἕδρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ ἑτέρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Αὐτὸ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὸ δεχθῆτε, κύριε Ὑπουργέ, διότι ὁ ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ δικηγορεῖ ἐν Ἀθήναις καὶ ἔχει συμβῆ νὰ ἔλθῃ εἰς στενὴν ἐπικοινωνίαν μὲ ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἀνέλαβον, ἀναλαμβάνουν καὶ θὰ ἀναλαμβάνουν νὰ διδάξουν τὸ Ποινικὸν Δίκαιον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον θὰ ἀποδειχθῶσιν ἐπαρκεῖς εἰς τὴν διδασκαλίαν τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἦτο ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ χωρισθῇ ἡ ἔδρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Εἶναι δὲ ἄλλως τόσον μέγας ὁ ὄγκος τῆς ὕλης, ὥστε δὲν πιστεύω νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθῇ ἐπαρκῶς ὑπὸ ἑνὸς καθηγητοῦ. Ἀλλὰ περὶ πάντων τούτων ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐπανέλθω κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν, ὅτε θὰ ἴδωμεν καὶ τὰς τροπολογίας. Καὶ διὰ τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν παρατηρῶ ὅτι καὶ αὕτη πενιχρῶς καταρτίζεται. Παρατηρῶ ἕδραν τῆς Φιλοσοφίας καὶ ἕδραν τῆς Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας, καὶ πλέον οὔ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ διορισθῇ καὶ καθηγητὴς εἰδικὸς τῆς Ψυχολογίας, ἥτις διδάσκεται εἰς ὅλα τὰ Πανεπιστήμια τοῦ κόσμου καὶ ἥτις εἶναι ἡ βάσις τῆς καθόλου μορφώσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐξεταστέον καὶ ἀπὸ ἄλλης εὐρυτέρας ἀπόψεως καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὸ συζητήσω κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§336Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπεθύμουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἐν σχέσει μόνον πρὸς τὴν Νομικὴν Σχολὴν καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενον καθορισμὸν τῶν ἑδρῶν τῆς Σχολῆς ταύτης. Καὶ πρῶτον παρατηρῶ τὸ ἑξῆς κεφαλαιῶδες, ὅτι τὰ μαθήματα προσδιορίζονται κατὰ λεπτομερῆ εἰδίκευσιν καὶ ὄχι κατὰ κύκλους. Θὰ προετίμων τὸν προσδιορισμὸν κατὰ κύκλους καὶ ἀκριβῶς φέρω παράδειγμα τὴν κατάτμησιν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου εἰς ἕδραν Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ ἕδραν Ἱστορίας καὶ Εἰσηγήσεων, τὴν ὁποίαν φαντάζεται ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἕδραν ἔκτακτον. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ συστηματικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ ἐπεξεργασία καὶ διδασκαλία ἑνὸς κλάδου τοῦ δικαίου, ἐὰν ὁ διδάσκων αὐτὸν δὲν εἶναι κάτοχος τῆς ἱστορίας αὐτοῦ καὶ ἐὰν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διδάξῃ τὸν κλάδον τοῦτον καὶ ἱστορικῶς. Ἡ λεπτομερὴς αὕτη εἰδίκευσις, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν εἰς τὸ παρελθόν, δὲν παρήγαγε δυστυχῶς τοὺς καρποὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀναμένῃ. Φοβοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι Mommsen δὲν θὰ παραγάγῃ ἡ ἕδρα τῆς Ἱστορίας τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου οὔτε εἰς τὸ μέλλον. Ἰδίως ὅμως φοβοῦμαι μήπως ἡ προτεινομένη εἰδίκευσις γίνῃ ἀφορμὴ ὥστε ὁ καθηγητὴς τῆς ἑτέρας κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἕδρας τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου νὰ μὴ ἐπεξεργάζηται καὶ αὐτὸς καὶ ἱστορικῶς τὸ μάθημά του, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε παρετηρήθη εἴς τινας τῶν διδαξάντων τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον. Ἀνάλογόν τι πρὸς τὸ ἀξίωμα τῶν γλωσσογράφων: Greca sunt, non leguntur, ἐτηρεῖτο πολλάκις παρ’ ἡμῖν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἱστορικὴν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου διδασκαλίαν, ἐνῷ ἡ ἱστορία εἶναι ἀπαραίτητον ἐφόδιον τοῦ δογματικοῦ κλάδου τινὸς τοῦ δικαίου. Δὲν δύναταί τις νὰ εἶναι δογματικὸς ἔν τινι κλάδῳ τοῦ δικαίου χωρὶς νὰ εἶναι κάτοχος τῆς ἱστορίας τοῦ κλάδου του καὶ χωρὶς νὰ δύναται νὰ μεταδώσῃ τὰ ἱστορικὰ στοιχεῖα αὐτοῦ εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους καλεῖται νὰ διδάξῃ. Ἐν Γερμανίᾳ ὁ καθηγητὴς τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου εἶναι καὶ καθηγητὴς τῆς Ἱστορίας τοῦ δικαίου. Ἐκεῖ οἱ καθηγηταὶ διορίζονται ὡς καθηγηταὶ κλάδου θεμελιώδους τοῦ δικαίου καὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διδάσκωσιν οἱονδήποτε μάθημα τοῦ κλάδου αὐτῶν. Ἐξ ἄλλου δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ Ἱστορία τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, ἡ ὁποία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ συμβαδίζει μετὰ τῶν εἰσηγήσεων, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀποτελέσῃ μάθημα ἰδίας νομικῆς πανεπιστημιακῆς ἕδρας. Διότι ἡ Ἱστορία τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου εἶναι ἀλληλένδετος πρὸς τὴν δογματικὴν αὐτοῦ καὶ δὲν δύναταί τις νὰ προβῇ εἰς τὴν δογματικὴν ἐπεξεργασίαν καὶ διδασκαλίαν θεσμοῦ τινος τοῦ Δικαίου τούτου ἄνευ προηγουμένης ἐξακριβώσεως τῶν ἱστορικῶν στοιχείων τοῦ θεσμοῦ. Θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω ἕδραν τῆς Ἱστορίας τοῦ Δικαίου ὡς φιλοσοφικὴν ἕδραν τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ὄχι ὅμως καὶ ἰδίαν νομικὴν ἕδραν τῆς Ἱστορίας τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου ἐν τῇ Σχολῇ ταύτῃ. Ἔχω προσέτι νὰ παρατηρήσω, ὡς πρὸς τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὀνομασίαν τῶν ἑδρῶν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου ὡς ἑδρῶν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου τὸ ἑξῆς. Βεβαίως ἐννοεῖ τὸ νομοσχέδιον ὅτι ὁ καθηγητὴς τῆς ἕδρας ταύτης θὰ ὑποχρεοῦται νὰ διδάσκῃ τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, ἐφ’ ὅσον τοῦτο θὰ ἰσχύῃ, μετὰ ταῦτα τὸ δίκαιον τοῦ κώδικος, ὅταν τοῦτο εἰσαχθῇ. Ἀλλ’ ἡ δημιουργία ἰδίας ἕδρας τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου θὰ εἶχε τὸν λόγον της, ἂν εἶχεν εἰσαχθῆ τὸ νέον δίκαιον, τὸ προπαρασκευαζόμενον ὑπὸ τῆς πρὸς τοῦτο συστάσης νομοπαρασκευαστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τοῦ παρόντος στερεῖται ἀκριβείας ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς ἕδρας τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου ὡς ἕδρας Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, ἀφοῦ μάλιστα τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον δὲν ἰσχύει, ἂν θέλητε νὰ εἶσθε ἐν ἀκριβείᾳ, ἀμεταβλήτως παρ’ ἡμῖν, οὔτε διδάσκεται οὔτε πρέπει νὰ διδάσκηται ἄνευ ἰδιαιτέρου τονισμοῦ τῶν παρ’ ἡμῖν τροποποιήσεών του. Ὥστε ἡ μόνη ἐνδεικνυομένη ἐπιστημονικὴ ὀνομασία τῆς ἕδρας θὰ ἦτο ἡ ὀνομασία αὐτῆς ὡς ἕδρας Ἀστικοῦ Δικαίου, ὀνομασία ἡ ὁποία ἀφ’ ἑνὸς θὰ ὑποδηλώσῃ εἰς τὸν διδάσκοντα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ὀφείλει νὰ διδάσκῃ τὸ μάθημα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργοῦ. Ἰδιαιτέρως ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ἐπιμένω εἰς τὴν μὴ λεπτομερῆ εἰδίκευσιν τῶν μαθημάτων τῶν νομικῶν ἑδρῶν. Εἰς ἄλλους ἐπιστημονικοὺς κλάδους, ὅπως λ. χ. εἰς τοὺς τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, δυνατὸν εἶναι νὰ δικαιολογῆται ἡ εἰδίκευσις αὕτη, ὄχι ὅμως καὶ εἰς τὴν Νομικὴν Σχολήν. Ὁ ἐπιστήμων ὁ μέλλων νὰ καταλάβῃ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ νομικὴν ἕδραν πρέπει νὰ εἶναι μεμορφωμένος εἰς ὅλους τοὺς νομικοὺς κλάδους καὶ νὰ ἔχῃ κατεύθυνσιν εἰδικήν, εἴτε εἰς τὸ Ἰδιωτικὸν εἴτε εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον. Ἑπομένως μόνον τοιαύτην τινὰ διαίρεσιν τῶν νομικῶν ἑδρῶν θὰ ἐπρότεινον, τὴν διαίρεσιν δηλ. αὐτῶν εἰς ἕδρας Ἰδιωτικοῦ καὶ Δημοσίου Δικαίου. Ἀκόμη δὲ καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὅτι εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ὑπαλλήλων του, καὶ ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐτονίσθη καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατὰ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τὴν μονιμοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων, — καθ’ ἣν μάλιστα συζήτησιν ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐκπαιδεύσεως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐξήρχοντο ἴσως οἱ νέοι καλοὶ δικηγόροι, ἀλλ’ ὄχι ὅμως καὶ καλοὶ ὑπάλληλοι —, ὅτε τοιαύτη ἦτο ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην, νομίζω ὅτι πολὺ πενιχρὰ διασκευάζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ Νομικὴ Σχολή, ἔχουσα μίαν ἕδραν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας καὶ Δημοσιονομίας ἀντὶ τῶν δύο οἰκονομικῶν ἑδρῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν εἰς τὸ παρελθόν. Θὰ ἐπεθύμουν ἐγὼ καὶ τρεῖς ἕδρας τοῦ μαθήματος τούτου, μελλούσας νὰ δώσωσιν ἄλλην κατεύθυνσιν εἰς τὰς σπουδὰς τῶν φοιτώντων εἰς τὸ Πανεπιστήμιόν μας, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀφαίρεσις μιᾶς τόσον οὐσιώδους ἕδρας, ὅπως εἶναι μία τῶν ἑδρῶν τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, μοὶ φαίνεται ὅτι ἀποτελεῖ ἀληθῆ ὀπισθοδρόμησιν, ἀντὶ προσπαθείας πρὸς καλλιτέραν κατάρτισιν τοῦ Πανεπιστημίου, κατάρτισιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε ν’ ἀποβλέπῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὁ εἰσηγούμενος αὐτὸ Ὑπουργός. Σημειωτέον δέ, κύριοι συνάδελφοι καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ διατήρησις τῆς ἀφαιρουμένης διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἕδρας δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης προσθέτου διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ τῆς ἕδρας τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου καὶ τῶν θεσμῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, ἕδρας, ἡ ὁποία ἤδη ὑπάρχει ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ μάθημα διδάσκεται εὐδοκίμως ὑπὸ προσώπου, τὸ ὁποῖον διεκρίθη διὰ τὴν νομικήν του μόρφωσιν καὶ τὰς ἐπιστημονικάς του συγγραφάς. Δὲν μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ καὶ νέα μόνιμος ἕδρα τοῦ μαθήματος τούτου ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ. Θὰ ἀπέβλεπον βεβαίως εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν προσωρινὴν διατήρησιν τοῦ ἤδη ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ ὑπάρχοντος καθηγητοῦ, ἐφ’ ὅσον οὗτος θέλει νὰ παρέχῃ τὰ φῶτά του καὶ τὴν ἐγνωσμένην ἐπιστημονικήν του ἱκανότητα εἰς τὴν φοιτητικὴν νεολαίαν, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὴν μονιμοποίησιν δύο τακτικῶν ἑδρῶν τοῦ μαθήματος τούτου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἐπὶ θυσίᾳ ἄλλων ἀναγκαιοτάτων μαθημάτων. Ὥστε φρονῶ ὅτι πρέπει κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ διατηρηθῇ ἡ ἕδρα, μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρόσωπον τοῦ νῦν καθηγητοῦ κ. Εὐταξίου, ὁ ὁποῖος πράγματι ἀποτελεῖ κόσμημα τοῦ Πανεπιστημίου, ἐφ’ ὅσον χρόνον οὗτος ἐπιθυμεῖ νὰ διδάσκῃ.
§337Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τί διδάσκει ὁ κ. Εὐταξίας;
§338Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κανονικὸν Δίκαιον.
§339Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δικονομικόν;
§340Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν διδάσκει προσωρινῶς.
§341Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀπὸ πότε;
§342Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Δὲν πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, ἡ Νομικὴ Σχολή, ἡ ὁποία σήμερον ἔχει δύο ἕδρας πολιτικῆς οἰκονομίας, νὰ στερηθῇ τῆς μιᾶς διὰ τῆς δημιουργίας δύο τακτικῶν πανεπιστημιακῶν ἑδρῶν Κανονικοῦ Δικαίου, ὡς προτείνει τὸ νομοσχέδιον. Ὑπεραμυνόμενος δὲ τῆς ἀνάγκης τῆς διατηρήσεως τῆς οἰκονομικῆς ταύτης ἕδρας,— ἡ ὁποία θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὠνομάζετο καὶ αὐτὴ γενικῶς ἕδρα τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, διότι ἀποστέργω τὰς λεπτομερεστέρας εἰδικεύσεις —, ὑπεραμυνόμενος, λέγω, τῆς διατηρήσεως τῆς ἕδρας ταύτης οὐδὲν ἄλλο προτείνω παρὰ τὴν διατήρησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Δύνανται ἐξ ἄλλου νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ δύο ἕδραι τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας κατὰ μίαν, οὐδέποτε ὅμως πρέπει νὰ περιορισθῶσιν αἱ οἰκονομικαὶ ἕδραι τῆς Σχολῆς ταύτης. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, τὰς σχετιζομένας μὲ τὸ μάθημα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ἐδημιουργοῦντο δύο ἕδραι Δικονομικοῦ Δικαίου, ὅπως προτείνει καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἐφ’ ὅσον ὅμως τοῦτο δὲν θὰ ἐγίνετο ἐπὶ θυσίᾳ τῆς οἰκονομικῆς μορφώσεως τῶν φοιτητῶν. Ἀλλά, καὶ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν δύο δικονομικαὶ ἕδραι, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ δημιουργηθῇ μία θέσις ἐκτάκτου καθηγητοῦ τοῦ Δικονομικοῦ Δικαίου. Φαντάζομαι δὲ τὸν αὐτὸν καθηγητὴν δυνάμενον νὰ διδάσκῃ Πολιτικὴν καὶ Ποινικὴν Δικονομίαν. Μέχρι τοῦδε ἡ ἱστορία τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου κατέδειξεν ὅτι, ἂν παρήγαγε καλόν τι τὸ Πανεπιστήμιον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἀνθρώπους ἔχοντας οὐχὶ τὴν λεγομένην εἰδικὴν μόρφωσιν, ἀλλὰ γενικὴν νομικὴν μόρφωσιν. Ὁ μακαρίτης Οἰκονομίδης διέπρεψεν ἐν τῷ Ἰδιωτικῷ καὶ Δικονομικῷ Δικαίῳ, διότι ἦτο κάτοχος τοιαύτης μορφώσεως. Δὲν ὠφελεῖ, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὴ ἡ εἰδίκευσις τῶν ἑδρῶν, τὴν ὁποίαν προτείνει τὸ νομοσχέδιον. Διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ καθηγηταὶ πρέπει νὰ εἶναι κάτοχοι τοῦ ὅλου Δικαίου καὶ νὰ ἔχωσιν ὡρισμένας εἰδικὰς κατευθύνσεις ἐπιστημονικῆς ἐνασχολήσεως. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ κατεύθυνσις τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου εἶναι διάφορος τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ πέρα αὐτῆς τῆς διακρίσεως δὲν ἀναγνωρίζω ἄλλην. Φαντάζομαι δέ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ καθηγητής, μένων εἰς μίαν ἕδραν ἐπὶ πολὺν χρόνον, δύναται νὰ παραγάγῃ ἔργα, τὰ ὁποῖα νὰ τιμήσωσιν ἕνα κλάδον τῆς ἐπιστήμης, τὴν ὁποίαν διδάσκει, ἀλλὰ δὲν φαντάζομαί ποτε ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς ἐκ τῶν προτέρων κατατμήσεως εἰς εἰδικότητας νὰ παραχθῇ τι γενναῖον ἐν τῇ νομικῇ ἐπιστήμῃ εἰς τὸ μέλλον. Τέλος, ἐν σχέσει πρὸς τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένην δευτέραν τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου πανεπιστημιακὴν ἕδραν, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν προτείνεται προσωρινῶς ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς διατηρήσεως τοῦ ἤδη ὑπάρχοντος καθηγητοῦ, δι’ ὅσον χρόνον ἤθελεν οὗτος ἐξακολουθήσει διδάσκων, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἕδρα αὕτη, καθιερουμένη ὡς μόνιμος ἕδρα τῆς Νομικῆς Σχολῆς, δὲν ἐξυπηρετεῖ πανεπιστημιακὴν ἀνάγκην· συνδυαζομένη δὲ μάλιστα ἡ προσθήκη αὐτῆς πρὸς τὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου γινόμενον περιορισμὸν τῶν οἰκονομικῶν ἑδρῶν εἰς μίαν προπαρασκευάζει τὴν οἰκονομικὴν μόρφωσιν τῶν φοιτητῶν ἀτελεστέραν παρ’ ὅ,τι ἦτο εἰς τὸ παρελθόν, ἐνῷ εἶναι γενικῶς πλέον ἀνεγνωρισμένη ἡ ἀνάγκη οἰκονομικῶς μεμορφωμένων νομικῶν καὶ ὑπαλλήλων.
§343Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ αὐτὸ θέμα θὰ στραφῶσιν αἱ παρατηρήσεις μου. Βεβαίως προτιμότερον τὰ μαθήματα νὰ διδάσκωνται κατὰ κύκλους ὑπὸ τῶν εἰδικοτήτων. Εἰς τὰ Γερμανικὰ καὶ Ἀγγλικὰ Πανεπιστήμια οἱ καθηγηταὶ ἔχουσι μεγάλην δικαιοδοσίαν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα διδάσκουσι. Βεβαίως ὅλοι οἱ καθηγηταὶ οἱ διδάξοντες δὲν θὰ εἶναι σοφοί· θὰ εἶναι δὲ εὐτύχημα διὰ τὸ Πανεπιστήμιον τὸ Ἑλληνικόν, ἐὰν ἔχῃ ὀλίγους τινὰς ἀνεγνωρισμένους ἐπιστήμονας. Θὰ εἶναι ἑπομένως σκληρὸν καὶ ἄδικον διὰ τοὺς φοιτητάς, προκειμένου περὶ διακεκριμένου ἐπιστήμονος, νὰ περιορίσωμεν τὸν κύκλον τῶν μαθημάτων του καὶ νὰ ἔχωσι τὸ εὐτύχημα οἱ φοιτηταὶ νὰ διδαχθῶσιν ὑπ’ αὐτοῦ ὅλην τὴν σειρὰν τῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι πρόθυμος νὰ διδάξῃ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὁ καθορισμὸς τῶν εἰδικοτήτων. Ἐξ ἄλλου, ὡς εἶναι γνωστόν, οἱ μεγάλοι ἐπιστήμονες διὰ τῆς διδαχῆς δημιουργοῦσι καὶ ἄλλους μεγάλους. Ὑπάρχουσι φοιτηταὶ παρακολουθοῦντες τοὺς μεγάλους καθηγητὰς μετατιθεμένους εἰς ἄλλα Πανεπιστήμια, διὰ νὰ μὴ διακόψωσι τὴν σειρὰν τῶν μαθημάτων των. Φαντασθῆτε πόσον ἄδικον θὰ ἦτο, ἐὰν ὑπετίθετο ὅτι τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον ὑποδιῃρεῖτο καὶ τοῦτο εἰς εἰδικότητας, ἐὰν εἷς καθηγητὴς ὑπεχρεοῦτο νὰ διδάξῃ Γενικὰς ἀρχὰς ἢ Οἰκογενειακὸν ἢ Κληρονομικὸν δίκαιον. Ἀφοῦ δὲ δίδομεν εὐρεῖαν δικαιοδοσίαν εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Ἀστικοῦ δικαίου, διατί νὰ εἰδικευθῶσι τὰ ἄλλα μαθήματα τοῦ Δημοσίου δικαίου; Εἷς καλὸς ἐπιστήμων θὰ διδάξῃ τὸ Συνταγματικὸν καὶ τὸ Διεθνὲς δίκαιον. Πιθανὸν νὰ ἔχῃ εἰδικότητά τινα εἰς τὰς ὑποδιαιρέσεις τοῦ Δημοσίου δικαίου. Ἀναμφισβητήτως ὅμως διὰ τοῦ χρόνου θὰ καθίσταται ἱκανώτατος καὶ εἰς τὰ ἄλλα μαθήματα, καί, ἐὰν ἕδρα τις θὰ δίδηται, ὡς συμβαίνει, εἰς καθηγητὴν δευτερευούσης ἀξίας, θὰ ἀναπληρῶται τὸ κακὸν διὰ διδασκαλίας τοῦ μαθήματος τούτου ὑφ’ ἑτέρου καθηγητοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον, ὡς πρὸς τὸ μάθημα τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας, δὲν βλέπω καὶ ἐγὼ διατί νὰ περιορισθῇ εἰς μίαν ἕδραν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ διαιρεθῇ ἡ Σχολὴ εἰς Σχολὴν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, τὸ σπουδαιότερον μάθημα. Ἕνα λόγον θὰ εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἕδραν ταύτην, διότι δὲν ὑπάρχει ἐπιστήμων ἱκανὸς νῦν ν’ ἀναλάβῃ τὴν διδασκαλίαν τοῦ μαθήματος, ἀλλά, ἀφοῦ ἐγκρίνεται ἡ ἕδρα, εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῇ ὀψέποτε ἤθελε παρασκευασθῆ ἐπιστήμων κατάλληλος δι’ αὐτήν. Πάντοτε ὅμως τὸ μάθημα τοῦτο καὶ δύο ἕδρας ἔχον πρέπει νὰ διδάσκηται ὑφ’ ἑνός. Ἡ Πολιτικὴ Οἰκονομία εἶναι ἐπιστήμη ἀκεραία καὶ ὁ νῦν διδάσκων τὴν Δημοσιονομίαν ἐντριβὴς καὶ εἰς τὰ τῆς Πολιτικῆς οἰκονομίας ἐν γένει δὲν εἶναι εἰδικώτερος διὰ τὴν Δημοσιονομίαν, καίτοι δι’ αὐτὸν ἐδημιουργήθη ἡ ἕδρα. Ὁπωσδήποτε δὲν νομίζω ὅτι δὲν ἐγένετο εἰδικός, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις ὅτι ὁλόκληρος ἡ σειρὰ τῆς Πολιτικῆς οἰκονομίας πρέπει νὰ διδάσκηται ὑφ’ ἑνὸς καθηγητοῦ, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ νομίσῃ τις ὅτι δύναταί τις νὰ εἶναι καλὸς ἐν τῇ Δημοσιονομίᾳ, ἂν δὲν εἶναι τελείως κατηρτισμένος εἰς τὰ τῆς Πολιτικῆς οἰκονομίας. Θὰ ἦτο ἀπαραίτητον νὰ προστεθῇ ἡ ἕδρα, διὰ νὰ πληρωθῇ, ὅταν παρουσιασθῇ ὁ κατάλληλος ἐπιστήμων, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ σήμερον καθηγητὴς θὰ ἠδύνατο νὰ διδάξῃ καὶ τὴν Πολιτικὴν οἰκονομίαν, διότι ἄλλως ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐννοήσωσι μάθημα Δημοσιονομίας οἱ φοιτηταί. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ προτείνῃ, ἀφοῦ ἐγένετο Σχολὴ πολιτικῶν ἐπιστημῶν, νὰ γίνῃ καὶ αὔξησις τῶν ἑδρῶν ἀκριβῶς αὐτῶν, αἵτινες θ’ ἀποτελέσωσι τὴν Σχολὴν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν. Μέχρι τοῦδε ἡ Νομικὴ Σχολὴ ἕνα σκοπὸν εἶχε, νὰ παρουσιάζῃ καλοὺς δικηγόρους. Καὶ ὅλοι οἱ νόμοι τῆς Πολιτείας εἰς τοὺς διδάκτορας τῆς νομικῆς, εἰς τοὺς ἔχοντας προπαρασκευασθῆ νὰ γίνωσι καλοὶ δικηγόροι, νὰ γίνωσι δικασταί, ἔδωκαν προσόντα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες ὅτι τὰ προσόντα τῶν νῦν διδακτόρων τῆς Νομικῆς Σχολῆς καθόλου δὲν προσθέτουν εἰς τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα δι’ ἕνα καλὸν ὑπάλληλον. Βεβαίως ἡ μόρφωσις εἶναι καλὴ πάντοτε, καὶ εἷς διδάκτωρ οἱασδήποτε Σχολῆς εἶναι καλλίτερος ἀπὸ ἕνα μὴ διδάκτορα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς γενικῆς μορφώσεως, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ νομικὸς διὰ τῆς σπουδῆς τῆς ἀρίστης αὐτῆς ἐπιστήμης, ἄλλας εἰδικὰς γνώσεις δὲν προσπορίζεται ἀπὸ τὴν φοίτησίν του εἰς τὴν Νομικὴν Σχολήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπῆρχον κεναὶ ἕδραι, ἀλλ’ ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε δὲν ἦσαν συμπεπληρωμέναι ἢ ἁπλῶς ἐδιδάσκοντο τὰ μαθήματα ἢ κατὰ κακὴν ἀντίληψιν ἐθεωροῦντο ὑπὸ τῶν φοιτητῶν ὡς ἐπουσιώδη μαθήματα, διὰ τοῦτο οἱ μέχρι πρό τινων ἐτῶν διδάκτορες πολὺ ὀλίγα ἐφόδια εἶχον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ὑπαλληλίαν. Σχετικῶς πρὸς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ πολὺ περισσότερα ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαίρεσιν τῶν ἑδρῶν. Παρατηρεῖται πληθώρα ἑδρῶν εἴς τινα μαθήματα καὶ ἐντελὴς ἔλλειψις ἄλλων. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι τρεῖς ἕδραι διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Φιλολογίαν εἶναι πολλαί. Ἐν Ἑλλάδι θὰ ἦτο εὐτύχημα, ἐὰν αὗται ἦσαν πέντε, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ ὁ ὅλος ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν ὁρίζεται εἰς 15. Εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι διατεθειμένος ν’ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν, πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ γίνῃ ἐλάττωσις τῆς κλασσικῆς παιδεύσεως πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς νεωτέρας Φιλολογίας. Βλέπω καὶ δύο ἕδρας τῆς Λατινικῆς Φιλολογίας. Εἶναι δεδικαιολογημέναι, διότι αἱ δύο αὗται ἕδραι εἶναι ἀναμφισβητήτως χρησιμώταται, ἀλλὰ νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἕδραι τῆς Ἰταλικῆς, τῆς Γαλλικῆς καὶ Γερμανικῆς Φιλολογίας καὶ νὰ ὑπάρχωσι τῆς Λατινικῆς εἶναι κάτι τι παράδοξον. Ἀναμφιβόλως ἡ Λατινικὴ Φιλολογία ἔχει σπουδαιότητα ὄχι μόνον διὰ τὰ ἔργα τῶν ἀρχαίων Ῥωμαίων, ἀλλὰ καὶ διότι αὕτη ἦτο τὸ ὄργανον τῆς ἐπιστήμης μέχρι τοῦ παρελθόντος αἰῶνος. Τὰ σπουδαιότερα ἔργα τῆς ἀναγεννήσεως ἐγράφησαν εἰς Λατινικὴν γλῶσσαν. Ἀλλά, καίτοι εἶμαι διατεθειμένος ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν δύο ἑδρῶν διὰ τὴν Λατινικὴν Φιλολογίαν, οὕτω εἶμαι διατεθειμένος νὰ προτείνω μίαν τοὐλάχιστον ἕδραν δι’ ἑκάστην τῶν τεσσάρων νέων Φιλολογιῶν. Δὲν βλέπω ἐπίσης οὐδεμίαν ὑπάρχουσαν ἕδραν τῆς Νεοελληνικῆς Φιλολογίας, διότι ἀναμφισβητήτως κάτι παρήγαγεν ἡ νέα Ἑλλάς. Δι’ αὐτὸ μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ αὐξήσῃ καὶ τὰς ἕδρας αὐτάς, καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Νεοελληνικὴ Φιλολογία εἶναι ἀναξία λόγου, διότι καὶ ταῦτα τὰ ἐλαττώματα θὰ εἶναι ὠφέλιμα νὰ ὑποδείξῃ ὁ καθηγητὴς τῆς Νεοελληνικῆς Φιλολογίας, ὅπως προαχθῶσιν αὗται. Ἀλλὰ δὲν δύναται κανεὶς νὰ προεξοφλήσῃ ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν οὔτε εἰς τὸ μέλλον παραγωγὴν ἀξίαν λόγου οὔτε νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἔργα τοῦ Κοραῆ, διὰ ν’ ἀφήσω κατὰ μέγα μέρος τὴν παραγωγὴν κατὰ τὸν μεσαίωνα καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους, δὲν ἔπρεπε νὰ διδάσκωνται ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Πανεπιστημίου. Ἐλήφθη εὐτυχῶς πρόνοια διὰ τὴν Φιλοσοφίαν καὶ ὡρίσθη μία ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας. Εἰς τὴν Φιλοσοφίαν θὰ ὑπάγηται καὶ ἡ Παιδαγωγική, ἂν καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ αὕτη νὰ γίνῃ ἰδιαιτέρα ἕδρα. Νὰ γίνωσι τρεῖς τῆς Φιλοσοφίας καὶ μία τῆς Παιδαγωγικῆς. Παιδαγωγικὴ δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἄνευ τῆς Φιλοσοφίας. Εἰς ὅλα τὰ Πανεπιστήμια διδάσκουσι Παιδαγωγικὴν καὶ Φιλοσοφίαν ὁμοῦ. Ἀλλὰ δύο ἕδραι τῆς Φιλοσοφίας εἶναι ἐλάχισται. Ἡ ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας δὲν δύναται νὰ διδαχθῇ ὑπὸ δύο καθηγητῶν· ἰδιαιτέρως διὰ τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ τὸ μάθημα τοῦτο, διότι κατ’ ἐξοχὴν οἱ Ἕλληνες ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ λάβωσι φιλοσοφικὴν μόρφωσιν, διὰ νὰ μάθωσι νὰ ἐννοῶσιν ὅτι δὲν γνωρίζουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα νομίζουν ὅτι γνωρίζουν. Οἱ Ἕλληνες νομίζουν ὅτι γνωρίζουν τὰ πάντα, ἀκριβῶς διότι δὲν ἔχουσι τὴν προσήκουσαν μόρφωσιν. Ὅταν διὰ τῆς Φιλοσοφίας ἐννοήσωσι ποίας δυσκολίας ἔχει ἡ ἐπιστήμη, τότε θὰ ἐννοήσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ μέγας τῶν προπατόρων ἡμῶν εἶπεν ὅτι «ἓν οἶδα ὅτι οὐδὲν οἶδα». Δὲν πρέπει δὲ θεωρηθῇ ὅτι ἡ Φιλοσοφία εἶναι μάθημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς καθηγητάς, διότι παρ’ ἡμῖν Φιλολογίαν ἀκολουθοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι σκοπὸν νὰ ἐξασκήσωσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ καθηγητοῦ. Ἡ Φιλοσοφία εἶναι μάθημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀκούσωσιν οἱ φοιτηταὶ ἀπαραιτήτως ὅλων τῶν Σχολῶν. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη καὶ νὰ ὑποχρεωθῶσιν εἰς ἐξετάσεις, ἵνα ἀποδείξωσι τὴν ἐπίδοσιν αὐτῶν εἰς τὸ μάθημα τοῦτο καὶ οἱ φοιτηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Καὶ ἄλλοτε οἱ φοιτηταὶ τῆς Νομικῆς Σχολῆς ἦσαν ὑποχρεωμένοι ν’ ἀκούωσι Λογικήν, Ψυχολογίαν καὶ Ἠθικήν. Εἰς τὴν Φιλοσοφίαν ὑπάγεται καὶ εἷς ἄλλος κλάδος τῆς φιλοσοφίας τοῦ δικαίου, ὁ ὁποῖος εἶναι ζήτημα ἂν πρέπει νὰ ὑπάγηται εἰς τὴν Νομικὴν Σχολὴν ἢ τὴν Φιλοσοφικήν. Εἶναι ἀληθές, ὅπως παρατηρεῖται τοῦτο καὶ εἰς τὰ μεγαλείτερα τῶν Πανεπιστημίων τῆς Εὐρώπης, ὅτι οἱ καθηγηταὶ τῆς Φιλοσοφίας διδάσκουσι φιλοσοφίαν τοῦ δικαίου καὶ μὴ ἔχοντες τὴν νομικὴν κατάρτισιν δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλου οἱ νομικοὶ διδάσκοντες φιλοσοφίαν τοῦ δικαίου καὶ μὴ ὄντες τελείως φιλοσοφικῶς κατηρτισμένοι δὲν εἶναι καὶ αὐτοὶ ἐπαρκεῖς. Ἀναπληροῦσιν οἱ μὲν τοὺς δὲ καὶ διδάσκουσι πλείονες. Εἰς τὸ μάθημα τοῦτο πρὸ πάντων τῆς φιλοσοφίας τῶν ξένων φιλολογιῶν καὶ τῆς νεοελληνικῆς δὲν πρέπει νὰ βασιλεύσῃ πνεῦμα οἰκονομίας. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι δι’ εἴκοσι μαθητὰς τῆς Σχολῆς τῶν ναυτικῶν δοκίμων τὸ Κράτος ὑποβάλλεται εἰς δαπάνην 240.000 δρ. κατ’ ἔτος· καὶ ὅτε ὑποβάλλεται εἰς μίαν τοιαύτην δαπάνην εἰς ἕνα κλάδον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος εὐκαιρία τὸ Κράτος νὰ ἐλαττώσῃ τὰς δαπάνας του ἤδη, ὅτε τὸ Πανεπιστήμιον διαιρεῖται εἰς δύο. Διὰ τὸ Πολυτεχνεῖον δαπανῶνται 120.000 δραχ., διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων 150.000 καὶ οὕτω καθεξῆς. Νομίζω δ’ ὅτι διὰ τῆς διαιρέσεως τοῦ Πανεπιστημίου εἰς δύο αἱ δαπάναι ἐλαττοῦνται σημαντικῶς καὶ θὰ εἶναι ἴσως οὐχὶ κατάλληλος ἡ στιγμή, ὅτε ἐπεκτείνομεν τὰς δαπάνας εἰς ἄλλους κλάδους, νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς δαπάνας ὅσον ἀφορᾷ τὸ Πανεπιστήμιον. Νὰ ἐννοήσωμεν λοιπὸν ὅτι δὲν πρέπει νὰ μετριάσωμεν τὰς ἕδρας τὰς ἀναγκαιούσας καὶ νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι δι’ ἑκάστην ἕδραν ἔχομεν τὸν κατάλληλον, καθηγητήν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱοσδήποτε περιορισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἑδρῶν εἶναι ἐπιβλαβής. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, ἐὰν ἔχωμεν 20% ἐπιστήμονας ἐπαξίους διὰ τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ.
§344ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἀλλαχοῦ δὲν εἶναι 20%.
§345Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς Γερμανικὰ Πανεπιστήμια ὑπῆρξαν καθηγηταὶ ἐντελῶς δευτερευούσης ἀξίας, τοὺς ὁποίους οὔτε ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν. Οἱ καθηγηταὶ αὐτοὶ δὲν διδάσκουσιν ἓν ὡρισμένον μάθημα, ἀλλὰ μίαν εἰδικότητα, καὶ εἷς ἐπιστήμων, ὁσονδήποτε μικρὸς καὶ ἂν εἶναι, εἶναι εἰς θέσιν νὰ διδάξῃ μίαν εἰδικότητα, διότι εἰς ταύτην δύναται νὰ παρασκευασθῇ. Ὅταν λοιπὸν εἰς ἐπιστήμονα τοιοῦτον ἐμπιστευθῶμεν ὡρισμένον κλάδον καὶ αὐτὸς δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος του, καταδικάζομεν εἰς θάνατον τὴν ἕδραν ταύτην. Καὶ συνέβη τοῦτο εἰς πολλὰ μαθήματα καὶ δὴ εἰς τὸ διεθνὲς δίκαιον μέχρις οὗ διωρίσθη ὁ Στρέϊτ. Τὸ Διεθνὲς δίκαιον δὲν ἐδιδάσκετο ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ μόνον ἀπησχόλει τοὺς φοιτητὰς ὀλίγας ἡμέρας πρὶν κληθῶσι δι’ ἐξετάσεις.
§346ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἐδίδαξεν ὁ Σαρίπολος.
§347Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀνατρέχω εἰς τόσον μακρὰν ἐποχήν. Ὁ Σαρίπολος ἐδίδασκε τὸ Διεθνὲς δίκαιον, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ διδάσκῃ τὸ Συνταγματικὸν δίκαιον καλλίτερον, καὶ αὐτὸ ἔρχεται πρὸς ἐνίσχυσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον· ὅτι εἷς Σαρίπολος ἠδύνατο νὰ διδάσκῃ ὅλους τοὺς κλάδους, ὅπως ὁ Ἀραβαντινός, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο κάλλιστα νὰ διδάσκῃ καὶ τὸ Διεθνὲς καὶ τὸ Διοικητικόν, ἀφοῦ καὶ εἰς ταῦτα εἶχεν ἀσχοληθῆ ἐξ ἴσου. Εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ἐνῷ λαμβάνεται πρόνοια νὰ ὑπάρχωσι δύο καθηγηταὶ τῆς ἀρχαίας Τέχνης καὶ μία τῆς Ἑλληνικῆς Ἀρχαιολογίας, δὲν λαμβάνεται καμμία πρόνοια διὰ τὴν νέαν Τέχνην ἢ γενικῶς τὴν Τέχνην. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἰδιαιτέραν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἀρχαίας Τέχνης, διότι αἱ Ἀθῆναι καὶ λόγῳ παραδόσεων καὶ λόγῳ τῶν ἀρχαιοτήτων, τὰς ὁποίας κατέχει, βεβαίως εἶναι τὸ μεγαλείτερον κέντρον τῆς Ἑλληνικῆς Τέχνης καὶ ἑπομένως, ἂν ἡ Πολιτεία ἦτο εἰς θέσιν, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον πλείονες καθηγηταὶ νὰ διδάσκωσι τὸ μάθημα, νὰ καταστῶσι δ’ αἱ Ἀθῆναι τὸ κέντρον τῆς διδασκαλίας καὶ μορφώσεως εἰς τὴν ἀρχαίαν Τέχνην. Δὲν εἶναι ὅμως ὀρθὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ κανεὶς καθηγητὴς τῆς νέας Τέχνης ἢ τῆς Τέχνης γενικῶς, καὶ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω τοῦτο τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως εἶναι τρεῖς αἱ ἕδραι τῆς Ἱστορίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ὅτι εἷς θὰ εἶναι κατάλληλος νὰ διδάσκῃ τὴν Γενικὴν Ἱστορίαν καὶ δὲν θὰ εἶναι κατάλληλος νὰ διδάσκῃ τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἀριθμὸς ἐν σχέσει πάντοτε πρὸς τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν εἶναι μέγας, ὁ ἀριθμὸς δὲ τῶν ἤδη ὑπαρχόντων καθηγητῶν εἶναι δύο, μάλιστα ὁ κ. Καρολίδης λείπει, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ἀφοῦ καὶ ἡ δυσκολία αὐτὴ δὲν ὑπάρχει, αἱ τρεῖς ἕδραι δύνανται νὰ γίνωσι δύο, γενικῶς τῆς Ἱστορίας, καὶ ἡ περισσεύουσα νὰ διατεθῇ δι’ ἄλλο τι μάθημα.
§348Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Εἶναι πολὺ εὐρεῖα ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία.
§349Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εὐρυτάτη γενικῶς ἡ Ἱστορία· ὅπως κατέστη σήμερον, τείνει νὰ περιλάβῃ ἐν ἑαυτῇ ὅλας τὰς ἐπιστήμας, καὶ τοῦτο διακρίνει τὸν καλὸν ἱστορικόν, διότι ὁ καλὸς ἱστορικός, εἴτε ὡρισμένον μέρος τῆς Ἱστορίας διδάξῃ εἴτε ὁλόκληρον τὴν Ἱστορίαν, πρέπει ὅλον τὸ ποσὸν τῶν γνώσεων νὰ τὸ ἔχῃ, διὰ νὰ εἶναι καλὸς ἱστορικός. Δυσκόλως εὑρίσκει τις σήμερον καλὸν ἱστορικόν, διότι ἡ Ἱστορία εἶναι ἡ δυσκολωτέρα τῶν ἐπιστημῶν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ μᾶς παρουσιάσῃ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν ἄλλην τινὰ διαρρύθμισιν τῶν ἑδρῶν πάντοτε ἐν σχέσει πρὸς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀκριβῶς διὰ τὸ Πανεπιστήμιον δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὡς κύριον μέλημα ἡ οἰκονομία, διότι νομίζω ὅτι διὰ τῆς μορφώσεως θὰ ἐπέλθῃ ἡ οἰκονομία, εἰδικῶς δὲ διὰ τὴν Νομικὴν Σχολὴν πρέπει νὰ ληφθῇ κάποια πρόνοια, διότι εἶναι καιρὸς οἱ ὑπάλληλοί μας νὰ λαμβάνωσι μόρφωσίν τινα καὶ νὰ μὴ εἰσάγωνται μόνον μὲ τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀπὸ τὰ Ἑλληνικὰ Γυμνάσια.
§350Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐγὼ θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω μερικὰς παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, διότι κατὰ τὸ πνεῦμα τῆς διαθήκης τοῦ ἀειμνήστου Δομπόλη ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ ἔπρεπε νὰ ὑπάγηται εἰς τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον, διότι ὁ Δομπόλης ἀπέβλεπεν εἰς ἕνα σκοπὸν διαδόσεως καὶ ἀναπτύξεως ἐν γένει τῶν δογμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας διὰ τῆς ἑρμηνείας τῆς Καινῆς Διαθήκης τῆς καταλλήλου καὶ οὐχὶ τῆς φιλοσοφικῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία γίνεται σήμερον καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπει ἡ ἤδη ὑπάρχουσα ἕδρα. Ταῦτα δὲ ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἱεροκήρυκας, δηλονότι ὁ ἱεροκῆρυξ νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν του τὰ ῥητὰ καὶ τὰ κείμενα τῆς Καινῆς Διαθήκης καὶ νὰ μὴ ἀρκῆται εἰς τὴν φιλοσοφικὴν ἑρμηνείαν. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ τῆς Καινῆς Διαθήκης, ἡ ὁποία σήμερον πρέπει διὰ τῶν ἐν αὐτῇ περιεχομένων διδαγμάτων τοῦ ἱδρυτοῦ τῆς Θρησκείας καὶ τῆς Ἐκκλησίας νὰ διαφωτίζῃ τὸν κόσμον, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἰδικιτέρα πρόνοια καὶ νὰ μὴ περιορισθῶμεν εἰς τὴν ἤδη λαμβανομένην πρόνοιαν ὅσον ἀφορᾷ τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα. Οὕτως ἡ Ἐγκυκλοπαιδεία τῆς Θεολογίας δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ βʹ ἐδάφιον καὶ νὰ συμπεριληφθῇ καὶ ἡ Ἀπολογητική, δι’ ἣν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν βλέπω νὰ λαμβάνηται πρόνοια, ἐκτὸς ἂν περιλαμβάνηται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκτάκτων ἑδρῶν. Γνωρίζετε δ’ ὅτι ἡ Ἀπολογητικὴ εἶναι σπουδαῖον καὶ συντελεστικὸν στοιχεῖον τῆς ἐπιστήμης τῆς Θεολογίας, ἐκ τῆς ὁποίας ὁ Ἰουστῖνος ὁ μέγας φιλόσοφος καὶ συγγραφεὺς τοῦ Χριστιανισμοῦ ὠνομάσθη καὶ Ἀπολογητὴς καὶ ἔχει σύγγραμμα, περὶ τῆς διδασκαλίας τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἔπειτα ἡ Ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας παραλείπεται· δὲν γνωρίζω ἄν τις τῶν καθηγητῶν τῶν ἑδρῶν, αἱ ὁποῖαι ἱδρύονται, θὰ ἀναλάβῃ τὴν διδασκαλίαν ταύτης, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἠδύνατο νὰ διδάσκηται τοὐλάχιστον εἰς μίαν ἔκτακτον ἕδραν καὶ ἡ Ἱστορία τῆς Ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ἐπὶ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει νὰ μὴ παρεβλέπετε τὴν ἵδρυσιν ἕδρας τῆς Φιλολογίας τῶν μέσων χρόνων καὶ τῶν νεωτέρων, ἂν δ’ ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ νεωτέρα Φιλολογία δὲν εἶναι τόσον σοβαρά, διὰ νὰ γίνῃ εἰδικὴ ἕδρα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ὥστε ὁ ἔχων τὰς γνώσεις τῆς ἀρχαίας Φιλολογίας νὰ καταγίνῃ καὶ νὰ γίνῃ συγγραφεὺς τῶν νεωτέρων χρόνων· νομίζω ἑπομένως ὅτι δύναται μαζὶ μὲ τὴν Φιλολογίαν τῶν μέσων χρόνων νὰ γίνῃ μία ἕδρα, ἔστω περιοριζομένων τῶν τριῶν τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας εἰς δύο, διότι ὑποθέτω ὅτι, ἂν εἴπωμεν δύο, θὰ ἐννοῶμεν ὅτι ἡ μία θὰ εἶναι τῆς ἱστορίας καὶ οἱ ἄλλοι τῶν συστημάτων, δὲν χρειάζονται δὲ περισσότεραι.
§351ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ προηγούμενος συνάδελφος ἐζήτησε περισσοτέρας.
§352Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν δύνανται νὰ συμφωνῶσιν ὅλοι, κύριε Ὑπουργέ. Ἀφοῦ τόσας τροπολογίας ὑποβάλλομεν εἰς τὴν ὑμετέραν ἐξοχότητα καὶ ὑμεῖς δὲν τὰς ἀποδέχεσθε ἢ μᾶλλον ἀποδέχεσθε καὶ δὲν ἀποδέχεσθε, διότι κινεῖσθε «’σὰν φύλλο κίτρινο»....
§353ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, εἶχον νὰ ὑποβάλω μερικὰς παρατηρήσεις, εἰ καὶ δὲν εἶμαι ἐπαρκῶς παρεσκευασμένος εἰς ταύτας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Νομικὴν Σχολήν. Ἀπολύτως ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ διαιρεθῇ ἡ ἕδρα τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὄχι μόνον δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκαν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀγορεύοντες, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ μαθήματα ταῦτα εἶναι ἀντίθετα καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου δὲν ἐδιδάχθη μέχρι σήμερον Ποινικὴ Δικονομία, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν πάντες οἱ νομικοὶ ἰδιωτικώτατα ἔχομεν, ἀρκούμενοι νὰ τὴν γνωρίζωμεν ἐμπειρικῶς. Ποινικὴ Δικονομία βεβαίως δὲν εἶναι ἡ γνῶσις τῶν προθεσμιῶν π. χ. τῶν διὰ τῆς Δικονομίας τασσομένων. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ περιεχόμενον τῶν γνώσεων τῶν δικαστικῶν κλητήρων. Ἡ ἐπιστημονικὴ ἀντίληψις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας φοβοῦμαι ὅτι πάντοτε ἔλειπεν ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἐπιστήμονας, κατ’ ἐξοχὴν δὲ νῦν ἡ ἔλλειψις εἶναι αἰσθητοτάτη. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος· τὸ Ποινικὸν Δίκαιον ἀντιτίθεται πρὸς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν. Ἐκεῖνο μέν, ὅπως πρέπει νὰ διδάσκηται καὶ ὄχι ὅπως διδάσκεται, εἶναι φιλοσοφικόν, αὕτη δὲ εἶναι θετικὸν δίκαιον. Πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο, ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ σύγγραμμα τοῦ μακαρίτου Κωνσταντοπούλου, θὰ ἐπλέομεν εἰς χάος ἀδιέξοδον. Τὸ σύγγραμμα τοῦ Κωνσταντοπούλου μᾶς σώζει· ἀλλά, ὡς εἶναι γνωστόν, εἶναι σύγγραμμα περιπτωσεολογικόν, διότι οὕτως ἐνόμισεν ὁ μακαρίτης νομοδιδάσκαλος νὰ τὸ συντάξῃ ἀναχωρῶν πάντοτε ἀπὸ ἐπιστημονικῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας προϋποθέτει γνωστάς. Ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικῆς διαρρυθμίσεως τῆς ὕλης ἀνωτέρα ἴσως εἶναι ἡ Ποινικὴ Δικονομία τοῦ Κωστῆ. Ἀλλ’ εἶναι τόσον στοιχειώδης, ὥστε μόνον εἰς τὰς προχείρους ἀνάγκας τῶν φοιτητῶν ἀρκεῖ. Τὴν γνώμην ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Δικονομικοῦ Δικαίου ἡ διδασκαλία τῆς Ποινικῆς Δικονομίας δὲν τὴν ἀποδέχομαι οὔτε τὴν ἐννοῶ. Ὁ καθηγητὴς τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἐξάπαντος πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἄριστα τὸν Ποινικὸν Νόμον....
§354ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ὑπάρχουσι κοινὰ σημεῖα μεταξὺ τῶν δύο Δικονομιῶν παρὰ ἐλάχιστα.
§355Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μεταξὺ Ποινικοῦ Νόμου καὶ Ποινικῆς Δικονομίας δὲν ὑπάρχει σχέσις.
§356Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως ἂν κριθῶσιν αἱ Δικονομίαι, δύνανται νὰ εὑρεθῶσι κοινὰ σημεῖα.
§357ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κεφαλαιώδη.
§358Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Διότι προθεσμίαι χρονικαί, μέσα προπαρασκευαστικὰ ἴσως εἶναι τὰ αὐτά, ἀλλ’ ὑπάρχει αὕτη ἡ οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ ταύτης καὶ ἐκείνης τῆς Δικονομίας, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν πλήρη μόρφωσιν ἐπ’ ἀμφοτέρων τῶν Δικονομιῶν ἑνὸς ἐπιστήμονος, ὅτι ὁ διδάσκαλος, ὁ καθηγητὴς τῆς Ποινικῆς Δικονομίας πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἄριστα τὸ Ποινικὸν Δίκαιον περισσότερον ἴσως ἢ ὅσον ὁ καθηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἐν ἀντιρρήσει ὑποστηρίζων τὴν διαίρεσιν τῶν ἑδρῶν, διότι διὰ τὸν καθηγητὴν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ γνῶσις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας· εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία ἡ γνῶσις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐν πάσαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις.
§359Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ μᾶς τὸ ἀναπτύξητε αὐτό.
§360Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶναι ἁπλούστατον.
§361Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι τόσῳ δύσκολον δι’ ἐμέ.
§362Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὑπάρχουσι μυρίαι διατάξεις δικονομικαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι φύσεως οὐσιαστικοῦ δικαίου· αἱ διατάξεις π. χ. περὶ δεδικασμένου εἶναι οὐσιαστικοῦ δικαίου.
§363ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ αὐτὸς καθηγητὴς διὰ τὰς δύο Δικονομίας εἶναί τι ἄνω ποταμῶν.
§364Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Αἱ εἰδικαὶ διατάξεις περὶ τῆς διαδικασίας ἐπὶ συκοφαντίας, αἱ περὶ συναφείας, διὰ νὰ περιορισθῶ εἰς ταύτας, μετέχουν καὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου, γενικώτερον δὲ πᾶσαι αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἐφ’ ὅσον αὕτη ἀποκλειστικῶς σκοπεῖ τὴν διαρρύθμισιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐφαρμόζεται ὁ Ποινικὸς Νόμος, προϋποθέτουν τὴν ἀκριβῆ γνῶσιν τούτου. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ὄχι ὁ διδάσκων τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, ἀλλ’ ὁ ὁπωσδήποτε εἰς τὸ δικαστήριον προσεγγίζων νὰ μὴ γνωρίζῃ ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου; Ὅπως ὁ καθηγητὴς τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐξάπαντος πρέπει νὰ γνωρίζῃ, καὶ γνωρίζῃ καλῶς, ὅλον τὸ Οὐσιαστικὸν Δίκαιον, τοιουτοτρόπως καὶ ἐκεῖνος, ὅστις θὰ διδάξῃ Ποινικὴν Δικονομίαν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸν Ποινικὸν Νόμον, ἐκ τούτου δὲ ἐξηγεῖται διατί ὁ μακαρίτης Οἰκονομίδης, ὅπως ὁ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας κ. συνάδελφος εἶπεν, εὑρέθη ἐξ ἴσου σοφὸς εἰς τὸ Οὐσιαστικὸν καὶ τὸ Δικονομικὸν Δίκαιον. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον· ἦτο ἐπιστήμων ἀληθὴς καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγνώριζε τὸ Δικονομικὸν Δίκαιον ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ καὶ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ἂν δὲ ἔπρεπε νὰ ἐπιμένω ἀπαντῶν διεξοδικώτερον εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου, θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀντιτάξω πληθὺν ἄλλων ἐπιχειρημάτων.
§365Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οὔτε αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐφέρατε. Ὅτε μοὶ λέγετε ὅτι ὁ καθηγητὴς τοῦ Δικονομικοῦ Δικαίου δὲν δύναται νὰ διδάξῃ καὶ τὰς δύο Δικονομίας, μοὶ λέγετε κάτι, τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἀποδεικνύεται. Αἱ διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν πρὸς τὰς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡ μόνη συνάντησις εἶναι εἰς τὸ κατηγορητήριον, εἰς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τίθενται εἰς τοὺς ἐνόρκους· τὰ ἄλλα εἶναι δικονομικὰ σχετικώτερα πρὸς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν καὶ τὸν Ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων, ἀσχετώτερα δὲ πρὸς τὸν Ποινικὸν Νόμον.
§366Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔχει προχείρους τὰς κεφαλαιωδεστέρας διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἵνα ἔχῃ αὐτὴν τὴν γνώμην, διότι, ἐὰν ἀνεμιμνήσκετο τοῦ περὶ συναιτιότητος κεφαλαίου τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον, θὰ παρετήρει ὅτι αὗται ὡς ἀφορῶσαι μὲν τὴν συνεκδίκασιν εἶναι δικονομικαί, ὡς καθορίζουσαι δὲ τὴν ὕπαρξιν συναιτιότητος εἶναι οὐσιαστικαί· θὰ παρετήρει ἀκόμη ὅτι ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἀναφέρεται εἰς τὸ περὶ συναιτιότητος κεφάλαιον διὰ τῶν περὶ συναφείας διατάξεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναταί τις ὄχι μόνον νὰ ἔχῃ γνώμην, ἀλλ’ οὔτε νὰ τὰς ἐννοήσῃ κἄν, ἂν δὲν γνωρίζῃ τὸ περὶ συναιτιότητος κεφάλαιον. Δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθῇ τις ἐπιμελῶς τὰ ἑκάστοτε παρουσιαζόμενα ζητήματα ἢ νὰ ἔχῃ ὄρεξιν νὰ γεννᾷ τοιαῦτα, ἵνα γνωρίζῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χειρίζηται δικονομικὰ ζητήματα, ἐὰν δὲν εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων δικονομολόγων, καὶ ἴσως διότι ἀμελοῦμεν ἀμφότερα, εἰς τὰ δικαστήρια πάντοτε ἀπὸ καθαρῶς πρακτικῆς ἀπόψεως λύομεν τὰ ζητήματα μετὰ πολλῆς προχειρότητος καὶ ἀφελείας. Καὶ διὰ τοῦτο, ἐάν τις τολμήσῃ νὰ εἰσαγάγῃ ζήτημα εἰς τὰ δικαστήρια, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῆς εἰδικότητος τῶν δικαστικῶν κλητήρων, προκαλεῖ δυσφορίαν ἢ ἔκπληξιν καὶ ὅταν εἶναι ἄγνωστος προκαλεῖ τὸν οἶκτον ὡς ἀνυποφόρως σχολαστικός. Πρέπει νὰ εἶναι πολὺ γνωστός, ἵνα ἀναγκάσῃ τὸ δικαστήριον νὰ μελετήσῃ, καὶ πολὺ νὰ κοπιάσῃ, ἵνα ἐκβιάσῃ μίαν λύσιν, σπανιώτερον δέ, ἵνα θελήσῃ νὰ μάθῃ ὅ,τι δὲν εἶχεν ἐννοήσει. Διὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σοβαρὰ καὶ ἐμβριθὴς ἡ πρότασις τοῦ νὰ συνενωθῶσιν αἱ ἕδραι τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω δύο λέξεις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, ἐφ’ ὅσον αὕτη σχετίζεται καὶ πρὸς τὴν Νομικὴν κυρίως καὶ περὶ τῆς ὁποίας νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ἰδιαιτέρως νὰ φέρω τὸν λόγον. Καὶ ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐπὶ τῆς διδασκαλίας τῆς Φιλοσοφίας ὄχι μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τῶν ἑδρῶν, ἀλλὰ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῶν φοιτητῶν τοῦ διακούειν τὰ φιλοσοφικὰ μαθήματα. Ἐπειδὴ σχετίζεται πρὸς τὸ ἄρθρον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, τὸ ἄρθρον 7, τὸ ὁμιλοῦν περὶ συστάσεως ἑδρῶν καὶ δὴ τῆς Φιλοσοφίας, διὰ τοῦτο οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐλπίζω νὰ ἔχωσι τὴν εὐμένειαν νὰ μὲ ἀκούσωσιν ὁμιλοῦντα καὶ περὶ τῶν φιλοσοφικῶν ἑδρῶν, καίτοι τὸ θέμα δὲν ἀνήκει ἐν τῷ ἄρθρῳ τῷ ὑπὸ συζήτησιν. Κύριοι, αἱ πολιτικαὶ ἐπιστῆμαι, αἱ ἠθικοπολιτικαὶ ἐπιστῆμαι, κατ’ ἐξοχὴν ἀντικείμενον ἐρεύνης ἔχουσι τὸν ἄνθρωπον. Ἴσως καὶ ἡ Ἰατρικὴ εἴς τινας εἰδικότητας αὐτῆς τὸ αὐτὸ ἔχει ἀντικείμενον, τὸν ἄνθρωπον, τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου, τουτέστι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν πάντες τὴν γένεσιν τῶν συναισθημάτων, τὴν φυσιολογίαν αὐτῶν, τὴν ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι ταῦτα περὶ τὴν μόρφωσιν τῆς βουλήσεως, τὴν ἔκτασιν, τὴν ἰσχὺν αὐτῶν. Δὲν δύναται νὰ νοηθῇ τις νομικός, θεολόγος, φιλόλογος, ἰατρός, ἐννοῶ ἐπιστήμων καὶ οὐχὶ ἐμπειρικός, ὁ ὁποῖος δὲν κατέχει ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ, ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὰς γνώσεις ταύτας. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, ὅτι πλὴν τοῦ ὅτι περιεχόμενον πάσης ἡμῶν ἐρεύνης εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ πᾶσιν, ὅτε ἡ Φιλοσοφία εἶναι ὁ τρόπος τοῦ διαγινώσκειν καὶ διακρίνειν τὴν ἀλήθειαν, ἐπιστήμη δὲ οὐδὲν ἄλλο ἐστὶν ἢ ἡ γνῶσις τῶν ὄντων μετὰ τοῦ λόγου τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν, τουτέστιν ἡ γνῶσις τῆς ἀληθείας, ἐρωτῶ· πῶς δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἐπιστήμων ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἐξοχὴν δὲν εἶναι μεμορφωμένος ἐπαρκέστατα εἰς τὴν Φιλοσοφίαν; Ἐὰν δέ, Κύριοι, εἰς τὰς ἠθικοπολιτικὰς ἐπιστήμας δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ εἰς τὴν σύγχρονον παρ’ ἡμῖν ἐπιστήμην πεζοτάτην τινὰ ἀντίληψιν καὶ τὴν παράδοσιν ὑποκαθιστῶσαν τὴν γνῶσιν, ἢ τοὐλάχιστον δύναται νὰ παρατηρήσῃ ἔλλειψιν γενικωτέρας μορφώσεως, τοῦτο ὀφείλεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ὅτι ἡμεῖς, εἰς τὴν χώραν τῶν ὁποίων ἐτράφη, ἐμορφώθη ἡ Ἑλληνικὴ Φιλοσοφία, εἴμεθα ἐντελῶς ἀφιλοσόφητοι. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἤμην περισσότερον παρεσκευασμένος, διότι δὲν ἀνέμενον ὅτι θὰ ἤρχετο πρὸς συζήτησιν σήμερον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνόμισα ὅτι θὰ ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἶναι ὑπερήφανος διὰ τὸ ἔργον του, θὰ ἦτο, ἐὰν ἰδιαιτέρως ἐφίστα τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν φιλοσοφικῶν μαθημάτων. Ἀναγράφονται δύο ἕδραι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, μία τῆς Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας καὶ μία ἔτι ἕδρα. Ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ γίνωσι τρεῖς, διότι ἡ Ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας εἶναι ἀπαραίτητος. Δεύτερον εἶναι ἀνάγκη νὰ διδάσκηται ἡ συστηματικὴ Φιλοσοφία, εἰδικῶς τὸ περιεχόμενον τῆς διδασκαλίας τῶν διαφόρων φιλοσοφικῶν συστημάτων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνεξάρτητον τῆς Ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας, ἡ ὁποία ἱστορικῶς ἐξετάζει τὰ διάφορα φιλοσοφικὰ συστήματα. Καὶ τρίτον πρέπει νὰ συστηθῇ ἕδρα τῆς συγχρόνου Φιλοσοφίας, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ συμπεριληφθῇ καὶ τὸ μάθημα τῆς πειραματικῆς Ψυχολογίας. Ἀλλ’ ὅτε λέγω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διδάσκηται ἡ Ψυχολογία, ἐὰν μὴ ἡ πειραματική, τοὐλάχιστον ἡ θεωρητική, βεβαίως δὲν ἐννοῶ νὰ διδάσκηται ὅπως παρ’ ἡμῖν μέχρις ἐσχάτων. Δὲν ἦτο διδασκαλία ἐκείνη ἡ τυπική, ἡ σχολαστικὴ ἀπομνημόνευσις κειμένων· ἴσως ἦτο σοφὸς ὁ διδάσκαλος, ἀλλὰ δὲν κατώρθου νὰ κάμῃ τίποτε, δὲν εἶχε μέθοδον καὶ ἀκριβῶς ἐκ τῆς τοιαύτης ἀμεθόδου διδασκαλίας προεκλήθη ἡ κατάργησις τῆς Ψυχολογίας ὡς γενικοῦ μαθήματος. Δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι, ἂν τὰ μαθήματα τῆς στοιχειώδους Φιλοσοφίας εἶναι ἀπαραίτητα ὡς προπαίδευσις πρὸς ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, εἶναι εὐάρεστον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς χαρακτήρ, ἡ Ἑλληνικὴ φύσις εἶναι καταλληλότατα παρεσκευασμένοι εἰς τὴν κατάληψιν, εἰς τὴν μετουσίωσιν φιλοσοφικῶν γνώσεων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ Ταὶν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλληνικῆς Τέχνης προσπαθεῖ νὰ εὕρῃ τὴν ἐξήγησιν τῆς ἐπιδόσεως τῶν Ἑλλήνων εἰς τὰ φιλοσοφικὰ πράγματα καὶ εὗρεν ὅτι ἡ ἀποχὴ ἀπὸ χειρωνακτικῆς ἐργασίας, ὁ ἀττικὸς ἥλιος, ὁ ὁποῖος εὐνοεῖ καὶ ὑποθάλπει τὴν ἀποφυγὴν ἐργασίας, τὴν νωχέλειαν, οἱ εἵλωτες, οἱ ὁποῖοι κατεγίνοντο μόνοι εἰς χειρωνακτικὰς ἐργασίας, ἄφηνον εἰς τοὺς Ἕλληνας καιρὸν καὶ τοὺς προώθουν εἰς τὴν ἀπὸ περιωπῆς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῶν κανόνων, καθ’ οὓς λειτουργεῖ ἡ νόησις, εἰς τὴν κατανόησιν καὶ προαγωγὴν τῶν καλῶν τεχνῶν, εἰς τὴν ἔρευναν τῶν πέρα τοῦ κόσμου τούτου. Τοῖς ἔδιδον εὐκαιρίαν εἰς τὰ κουρεῖα καὶ τὴν ἀγορὰν νὰ συζητῶσι περὶ ἀνέμων καὶ ὑδάτων, τουτέστι νὰ φιλοσοφῶσι καὶ νὰ ἀναγάγωσι τὴν Φιλοσοφίαν εἰς ἐπιστήμην ἢ ἀκριβέστερον εἰς τὴν ἐπιστήμην τῶν ἐπιστημῶν. Δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ ὅτι καὶ ὁ σύγχρονος Ἕλλην τυρβάζει πάρα πολὺ μὲ ἀντικείμενα ἰδανισμοῦ, ἀλλ’ ἰδανισμοῦ ὄχι πλέον εὐγενοῦς, ἴσως διότι αἱ περιπέτειαι τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς καὶ ἡ ἐπικράτησις τοῦ θετικισμοῦ δὲν ἐμπνέουσιν εἰς εὐγενεστέρας πτήσεις καὶ τὰ ἰδανικὰ κατήχθησαν ἐπὶ ταπεινοτέρου ἐδάφους. Οἱ Ἕλληνες συγχρόνως πάντες ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ ἐσχάτου καὶ τῆς πτωχοτέρας καλύβης γνωρίζουσιν ὅλα τὰ πολιτικὰ πράγματα, γνωρίζουσιν ἄριστα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἴσως μαζὶ μας συζητοῦσι τὰ πανεπιστημιακὰ νομοσχέδια. Τί εἶναι τοῦτο ἢ μαρτύριον τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἱκανότητος, ἡ ὁποία ἐχαρακτήριζε τοὺς προγόνους ἡμῶν νὰ καταγίνωνται περὶ τὰ γενικά, νὰ καταγίνωνται καὶ περὶ τὰ ἰδεώδη; Εἰς ταύτην τὴν αἰτίαν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ καὶ τὸ περίεργον τοῦτο φαινόμενον, ὅτι ἐγένετο μία ἐπανάστασις καὶ εἰς τὸ πεῖσμα ὅλης τῆς μέχρι τοῦδε ἱστορίας ἡ ἐπανάστασις ἡ Ἑλληνικὴ περιωρίσθη εἰς τὴν καταπολέμησιν τῶν μεθόδων μόνον τοῦ πολιτεύεσθαι καὶ δὲν ἐστράφη κατὰ προσώπων, οὐδὲ κἂν κατὰ θεσμῶν. Ἐσεβάσθη τοὺς θεσμούς, τουτέστιν ἡ ἐπανάστασις ἐφιλοσόφησε. Δύνασθε διὰ μέσου τῆς Ἱστορίας ὅλων τῶν αἰώνων νὰ εὕρητε μίαν ἐπανάστασιν ἐπίσης φιλοσοφήσασαν; Ἀδύνατον. Ἴσως νὰ ἠστόχησεν εἰς τὰς σκέψεις της, ἐν τούτοις ἤχθη καὶ ἔκρινεν ἐξ ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἄλλοτε παρετηρήθησαν ἢ ἴσχυσαν. Οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει, Κύριοι, πρὸς ὑμᾶς βουληφόρους ἐπιλέκτους ἀποτεινόμενος νὰ ἐπιμείνω καταδεικνύων ὅτι εἶναι ἀνάγκη μορφώσεως εἰς τὰ φιλοσοφικὰ πράγματα, ἀλλ’ ἐπειδὴ οὐδεμία μέχρι τοῦδε ἐλήφθη πρόνοια, ἀλλ’ ἐπεφυλάχθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ συμπληρωτικοῦ νομοσχεδίου νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἐκπαιδευτικὸν σύστημα, ἐνόμισα ὅτι θὰ συνέτρεχον αὐτὸν εἰς τὸ ἔργον του ὑποβάλλων τὰς σκέψεις ταύτας. Ἀλλ’ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶσθε καταλληλότεροι ἐντεῦθεν λαμβάνοντες ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλητε ἐγκυρότερον καὶ τελειότερον τὰς σκέψεις σας (χειροκροτήματα).
§367Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§368Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Σ. Θεοδωροπούλου ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ πληρωμῆς τῶν ἡμερομισθίων τῶν ἐργατῶν καὶ περὶ διαδικασίας τῶν ἐξ ἡμερομισθίων ἀξιώσεων». Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Κερκύρας κυρίων Ἀ. Σκιαδαρέση, Κ. Ζαβιτσάνου καὶ Λ. Κογεβίνα ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ͵ΒΣΠʹ νόμου τοῦ 1894 περὶ τιμαρίων ἐν Κερκύρᾳ, ὡς καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΓΣΠʹ νόμου τοῦ 1908». Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Γ. Πολίτου καὶ Κυκλάδων κ. Δ. Ζαμάνου ὑποβάλλεται τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν νόμων περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων κλπ.». Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης κ. Σπ. Ἰγγλέση ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, τεῦχος Αʹ.) Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Ἀ. Παπαποστόλου παρακαλεῖ, ὅπως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς καταθέσῃ τὸ ταχύτερον πίνακα λεπτομερῆ τῶν καθυστερουμένων ἐσόδων τοῦ Κράτους εἰς ἕκαστον τῶν ἑξῆς κυριωτέρων ταμείων, ἤτοι Πειραιῶς–Αἰγίνης, Πατρῶν, Ἠλείας, Βόλου, Μαντινείας, Φθιώτιδος, Κορινθίας, Λακεδαίμονος, Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ Καρδίτσης διὰ τὰ ἔτη 1906,1907, 1908, 1909 καὶ 1910, χωριστὰ δι’ ἕκαστον ἔτος, νὰ διακριθῶσι δὲ τὰ καθυστερήματα τῶν νέων συνοικισμῶν προσφύγων εἰς τὰ ταμεῖα Βόλου, Λαρίσης, Τρικκάλων καὶ Καρδίτσης.
§370Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ἐκθέσω ὅσον ἐνδέχεται συντομώτερον τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ἐλπίζων ὅτι κατὰ τὴν ἄλλην ἀνάγνωσιν ἔσται δυνατὸν νὰ διαπραγματευθῶ διεξοδικώτερον τὸ θέμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἕδρας τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας θεωρῶ ἀναγκαῖον, ὅπως αὐξήσωμεν ταύτας συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τέσσαρας ἕδρας τῆς ἀρχαίας Φιλολογίας, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι καὶ ἄλλοτε τόσαι ἕδραι ὑπῆρχον ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ.
§371Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὑπῆρχον πέντε.
§372Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι εἶναι Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον, τὸ μόνον δέ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν. Ἀλλὰ διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης δὲν ἀντιτίθεμαι πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ἑδρῶν τῆς νεωτέρας Φιλολογίας· τοὐναντίον δέ· διότι τὸ ἓν δὲν ἀποκλείει τὸ ἄλλο. Ἑκατέρα τῶν γνωμῶν τούτων ἔχει τοὺς ἰδίους ὑπὲρ ἑαυτῆς λόγους. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι καὶ ἡ ἀρχαία Φιλολογία πρέπει νὰ διδαχθῇ εὐρέως καὶ τελείως ἐν τῇ πρωτευούσῃ μάλιστα τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ἀλλὰ διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους ὑποστηρίζω καὶ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς προσθήκης ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Ἀθηνῶν καὶ ἕδρας μεσαιωνικῆς καὶ νεωτέρας Ἑλληνικῆς φιλολογίας.
§373Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κατὰ τὴν εἰσήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον εἰς τὴν Βουλήν, εἶπον ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἐκπληροῦται διὰ νέας ἕδρας νεωτέρας Φιλολογίας. Δὲν πρέπει νὰ εἶναι τακτικὴ ἕδρα, θὰ εἶναι ἔκτακτος αὐτοτελὴς ἕδρα. Αὐτὸ τὸ εἶπον εἰς τὴν εἰσήγησίν μου. Λέγω ὅτι θὰ εἶναι ἔκτακτος ἕδρα, διότι πρώτην φορὰν εἰσάγεται αὕτη· ἐὰν εὐδοκιμήσῃ, θὰ δώσωμεν ὤθησιν εἰς τὸ μέλλον.
§374Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὀρθὸν ὅμως θεωρῶ, ὅπως ἔστω καὶ ὡς ἔκτακτος ἕδρα ἀναγραφῇ ἀπὸ τοῦδε ἐν τῷ νόμῳ. Διότι, κύριοι συνάδελφοι, εἶχον τὴν ἰδέαν καὶ ἔχω ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν ἐκτάκτων ἑδρῶν, ἐκείνων περὶ τῆς χρησιμότητος τῶν ὁποίων εἴμεθα πάντες σύμφωνοι ὅτι οὐδὲν μᾶς κωλύει νὰ τὰς ὁρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε ἐν τῷ νόμῳ, ἀφήνοντες ἐλευθερίαν δι’ ἕδρας, τὰς ὁποίας δὲν ὁρίζομεν. Διὰ τὰς ἕδρας, δι’ ἃς εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, δὲν μᾶς κωλύει τίποτε νὰ τὰς ἀναγράψωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ νὰ μὴ τὰς συνδέσωμεν μὲ δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ἐνδέχεται εἰς τὸ μέλλον νὰ προβάλωσιν. Ἀλλὰ θεωρῶ προσέτι ἀναγκαίαν διὰ τὴν ἐπιτυχεστέραν μόρφωσιν τῶν νέων μας εἰς τὴν ἀρχαίαν Φιλολογίαν τὴν ἐν τῇ αὐτῇ Σχολῇ διδασκαλίαν καὶ τῶν νεωτέρων Φιλολογιῶν. Διότι πλὴν τῆς σπουδαιότητος, ἣν αἱ Φιλολογίαι αὗται ἔχουσιν αὐταὶ καθ’ ἑαυτάς, ἡ σύγκρισις οἱασδήποτε τούτων πρὸς τὴν ἀρχαίαν Φιλολογίαν θὰ ἐξῇρεν ἔτι μᾶλλον τὴν ἀξίαν καὶ τὸν ἰδιάζοντα χαρακτῆρα ἑκατέρας, θὰ ἐνέτεινεν ἔτι μᾶλλον τῶν νέων τὴν προσοχὴν εἰς αὐτὰς καὶ θὰ ἐνέπλησσεν αὐτοὺς εὐρυτέρου καὶ βαθυτέρου ἐν ταὐτῷ φιλολογικοῦ πνεύματος. Ὡραῖον θὰ ἦτο τοὐλάχιστον τῆς Γαλλικῆς καὶ Ἰταλικῆς Φιλολογίας, καθὼς καὶ τῆς Ἀγγλικῆς καὶ τῆς Γερμανικῆς, ἂν διωρίζετο ἀνὰ εἷς καθηγητής. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν Φιλοσοφίαν παρατηρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀναγράφει δύο ἕδρας, αἱ ὁποῖαι ὅμως, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰ μεγάλα βάρη, τὰ ὁποῖα ἀναθέτομεν εἰς αὐτάς, εἶναι ἀνεπαρκεῖς, διότι περιέχουσι καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς Φιλοσοφίας. Εἶναι δὲ σπουδαιότατον μάθημα ἡ ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας καὶ ὀρθῶς ἐξῄρθη ὑπὸ τοῦ Ἑγέλου ἡ σπουδαιότης αὐτῆς. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ παραγκωνίσωμεν ἢ περιορίσωμεν τὴν ἱστορίαν τῆς Φιλοσοφίας, ἥτις ἄλλως ἔχει καὶ μεγίστην ἔκτασιν ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας.
§375Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκτὸς τῆς ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας ἵδρυσαν καὶ τὴν φιλοσοφίαν τῆς Ἱστορίας.
§376Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἥτις ὅμως εἶναι συμπλήρωμα τῆς φιλοσοφίας τῶν ἐπιστημῶν τοῦ πνευματικοῦ κόσμου καὶ ἀνήκει εἰς τὴν συστηματικὴν ἢ τὴν μεταφυσικὴν φιλοσοφίαν, ὡς ἀνήκει εἰς αὐτὴν καὶ ἡ φιλοσοφία τῶν μαθηματικῶν καὶ ἡ φιλοσοφία τῆς φύσεως. Ἐκ τούτου δὲ λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω, θέλομεν δὲ καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου λάβει ἐπίσης ἀφορμὴν νὰ ὑποδείξωμεν τὴν μεγάλην σπουδαιότητα τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, ἐκτὸς τῶν πρακτικῶν αὐτῶν σκοπῶν, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τῆς φιλοσοφικῆς μορφώσεως τῶν νέων· διότι οὐχὶ μόνον διὰ τὴν φιλοσοφικὴν κατανόησιν τῆς φύσεως, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν βαθυτέραν κατανόησιν καὶ αὐτῶν τῶν ψυχολογικῶν καὶ ἱστορικῶν φαινομένων ἀπαραίτητος εἶναι ἡ σπουδὴ τῶν ἐπιστημῶν τούτων. Ὥστε ἐὰν θέλωμεν νὰ μορφώσωμεν πράγματι φιλοσοφικῶς τοὺς φοιτητάς μας, βεβαίως τὴν φιλοσοφικὴν αὐτῶν μόρφωσιν θὰ ζητήσωμεν νὰ τὴν στηρίξωμεν ἐπὶ βάσεων πραγματικῶς θετικῶν, τὴν βάσιν δὲ ταύτην τὴν παρέχουσιν, ὡς εἶπον, αἱ θετικαὶ σπουδαὶ τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν· καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦδε ῥίπτομεν τὰς νύξεις ταύτας, ὅπως, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ μαθήματα. Ἀλλά, προκειμένου περὶ τῆς ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας, λέγω ὅτι μόνη ἡ ἱστορία τῆς ἀρχαίας Φιλοσοφίας, ἥτις εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐστηρίχθη καὶ ἐξ ἧς ἀνεπτύχθη ὁλόκληρος ἡ μέση καὶ ἡ νεωτέρα Φιλοσοφία, καὶ ἥτις ἄλλως εἶναι κυρίως Ἑλληνικὴ Φιλοσοφία, εἶναι ἀξία νὰ μελετηθῇ καλῶς καὶ νὰ διδαχθῇ ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ. Φρονῶ διὰ τοῦτο, ὅτι πρώτη φιλοσοφικὴ ἕδρα ἀναγκαία ἐν τῷ ἡμετέρῳ Πανεπιστημίῳ εἶναι ἡ τῆς ἱστορίας τῆς ἀρχαίας Φιλοσοφίας εἰδικῶς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀρχαίας Φιλοσοφίας καὶ ἔκτασιν καὶ σπουδαιότητα μεγάλην ἔχει καὶ ἡ μέση καὶ ἡ νεωτέρα Φιλοσοφία. Διὸ ὀρθὸν θεωρῶ, ὅπως διὰ τὴν ἱστορίαν τῆς Φιλοσοφίας ἀντὶ τῆς μέχρι σήμερον μιᾶς ἱδρυθῶσι δύο ἕδραι καὶ διορισθῶσι δύο καθηγηταί, εἷς εἰδικώτερος εἰς τὴν ἀρχαίαν Φιλοσοφίαν καὶ ἕτερος εἰδικώτερος εἰς τὴν μέσην καὶ νεωτέραν, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ ἀναθέσωμεν νὰ διδάσκωσιν ἐκ περιτροπῆς καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην, ἀφήνοντες ὅμως ἐλευθερίαν, ὅπως ἀναλόγως τῆς εἰδικότητός των διδάσκωσιν ὁ μὲν εἰδικώτερον τὴν ἀρχαίαν Φιλοσοφίαν, ὁ δὲ εἰδικώτερον τὴν μέσην καὶ νεωτέραν.
§377Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τῆς εἰδικότητος τοῦ καθηγητοῦ.
§378Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνάγκη ὅμως εἶναι, ὅπως αἱ δύο ἕδραι ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐκτάσεως τοῦ μαθήματος λειτουργῶσιν οὕτως, ὥστε ἀνὰ πᾶν ἔτος νὰ διδάσκηται καὶ ἡ ἀρχαία καὶ ἡ νεωτέρα ἱστορία τῆς Φιλοσοφίας. Ἀλλά, ἐνῷ αὗται εἶναι αἱ ἀνάγκαι μόνης τῆς ἱστορίας τῆς Φιλοσοφίας, προβάλλει ἐξ ἄλλου ἡ ἀνάγκη τῆς διδασκαλίας τῆς Λογικῆς καὶ ὁλόκληρος ἡ συστηματικὴ ἢ μεταφυσικὴ φιλοσοφία μὲ τὰς ἰδικάς της ἀνάγκας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ διδαχθῇ τὸ μάθημα τῆς Ψυχολογίας, ὑπὸ δὲ τὴν φιλοσοφικὴν Ψυχολογίαν ἡ Ἠθικὴ καὶ ἡ φιλοσοφία τοῦ δικαίου καὶ προσέτι ἡ Αἰσθητικὴ καὶ ἡ φιλοσοφία τῆς Θρησκείας, ὡς ἐπιστέγασμα δὲ τούτων ἡ φιλοσοφία τῆς Ἱστορίας. Παραλείπων τὴν Παιδαγωγικήν, ἥτις εἶναι στενώτατα συνδεδεμένη πρὸς τὴν Ἠθικὴν καὶ τὴν Ψυχολογίαν καὶ δι’ ἣν ὁρίζεται ἰδία ἕδρα, προσέτι δὲ καὶ τὴν Πολιτικήν, ὡς κλάδον τῆς πρακτικῆς Φιλοσοφίας θεωρουμένην, παρατηρῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διδαχθῇ προσέτι ὑπὸ τοῦ καθηγητοῦ τῆς Φιλοσοφίας ἡ φιλοσοφία τῆς φύσεως, ὑπ’ αὐτὴν δὲ ἡ φιλοσοφικὴ Κοσμολογία καὶ ἡ Βιολογία. Δι’ ἅπαντα δὲ τὰ φιλοσοφικὰ ταῦτα μαθήματα εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ εἷς καθηγητὴς καὶ ἑπομένως μία ἕδρα. Ἀλλ’ ὅπως διὰ τὴν ἱστορίαν τῆς Φιλοσοφίας ἀπαιτοῦνται, ὡς κατεδείξαμεν, δύο τοὐλάχιστον ἕδραι, οὕτω ἀπαιτοῦνται δύο τοὐλάχιστον ἕδραι καὶ διὰ τὰ εἰρημένα φιλοσοφικὰ μαθήματα, ἤτοι ἐν ὅλῳ τέσσαρας φιλοσοφικαὶ ἕδραι. Διότι, πλὴν τοῦ πλήθους τῶν φιλοσοφικῶν μαθημάτων, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν μεγάλην ἐπίδοσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι λάβει μέχρι σήμερον αἱ ἐπὶ μέρους φιλοσοφικαὶ ἐπιστῆμαι. Μόνη ἡ Ψυχολογία, ἡ ὁποία σήμερον εἶναι κυρίως φυσιολογικὴ καὶ πειραματικὴ ἐπιστήμη, ζήτημα εἶναι ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθῇ ἐπαρκῶς ὑπὸ ἑνὸς μόνου καθηγητοῦ τῆς συστηματικῆς Φιλοσοφίας, βεβαρημένου καὶ ὑπὸ τοσούτου πλήθους ἄλλων φιλοσοφικῶν μαθημάτων. Μᾶλλον δ’ ἐνδεδειγμένον θὰ ἦτο, παρ’ ἡμῖν μάλιστα, νὰ προστεθῇ ἕδρα εἰδική, ἔστω καὶ ἔκτακτος, φυσιολογικῆς καὶ πειραματικῆς Ψυχολογίας μετ’ ἐργαστηρίου τοιούτου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχει δεχθῆ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ ὁποία ἕδρα ἠδύνατο νὰ προστεθῇ εἰς τὴν Φυσικομαθηματικὴν σχολήν, καθόσον ἡ Ψυχολογία εἶναι ὑπό τινα ἔποψιν φυσικὴ ἐπιστήμη. Ἀλλὰ καὶ ἡ Λογικὴ ὡς φιλοσοφικὸν μάθημα ἔχει ἤδη λάβει εὐρυτάτας διαστάσεις καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ διδαχθῇ ὄχι μόνον ὡς καθαρῶς εἰδολογικὴ ἐπιστήμη, ἀλλὰ καὶ ὡς Γνωσιολογία, ἐν ἀναφορᾷ δηλαδὴ πρὸς τὰς ἤδη γενομένας ἀποπείρας πρὸς γνῶσιν καὶ τὰ πορίσματα καὶ τὰς μεθόδους, ἃς ἠκολούθησαν αἱ ἐπὶ μέρους περὶ τὰ φαινόμενα τοῦ πνευματικοῦ καὶ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου ἀσχολούμεναι ἐπιστῆμαι, ἑπομένως καὶ ὡς Θεωρία τῆς γνώσεως καὶ ὡς Μεθοδολογία τῶν ἐπὶ μέρους ἐπιστημῶν. Ἕνεκα δὲ τούτου θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον ἱκανὸν καὶ τὸ μάθημα τοῦτο, ὁμοίως δὲ καὶ ἕκαστος τῶν λοιπῶν φιλοσοφικῶν κλάδων καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν εἷς μόνος καθηγητὴς τῆς συστηματικῆς Φιλοσοφίας νὰ ἐπαρκέσῃ δι’ ὁλόκληρον τὴν σειρὰν τῶν φιλοσοφικῶν μαθημάτων, ἐκτὸς ἐὰν θέλωμεν νὰ τελειώσῃ ὁλόκληρον τὴν σειρὰν εἰς μίαν τετραετίαν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ὅλως ἄτοπον. Διὰ ταῦτα φρονῶ ὅτι πρέπει ν’ ἀναγράψωμεν τέσσαρας ἕδρας Φιλοσοφίας, δύο διὰ τὴν ἱστορίαν τῆς Φιλοσοφίας, Ἀρχαίας, Μέσης καὶ Νεωτέρας, καὶ δύο διὰ πάντα τὰ λοιπὰ φιλοσοφικὰ μαθήματα, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰς μεγάλας ἀνάγκας καὶ τὰ μεγάλα βάρη τῶν ἑδρῶν τούτων καὶ ἐπὶ πλέον τὰς ἰδιαιτέρας ὑποχρεώσεις, ἃς ἐπιβάλλει ἡ Φιλοσοφία εἰς Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἡ Φιλοσοφία εἶναι κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνικὴ ἐπιστήμη. Ἀλλὰ θὰ εἶναι προσέτι ἀναγκαῖον νὰ διδαχθῇ ἡ Φιλοσοφία καὶ ὡς γενικὸν μάθημα προωρισμένον οὐ μόνον διὰ τοὺς φιλολόγους, τοὺς θεολόγους καὶ τοὺς νομικούς, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς φυσικοὺς καὶ τοὺς ἰατρούς, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωσι καὶ οὗτοι φιλοσοφικὴν μόρφωσιν. Τότε δὲ θὰ εἶναι ἀνάγκη εἷς ἐκ τῶν καθηγητῶν τῆς Φιλοσοφίας νὰ διδάσκῃ ἀσχέτως πρὸς τὸ τακτικὸν μάθημα καὶ ἓν γενικὸν μάθημα Φιλοσοφίας, τὸ ὁποῖον θὰ τὸ διασκευάσῃ ὀλίγον εὐκολώτερον ἀναλόγως πρὸς τὸ ἀκροατήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ. Εἶναι ὅμως καὶ αὕτη ἐργασία, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ ὥρας καὶ αἱ ὧραι ἀπαιτοῦν πρόσωπα. Ἄν καὶ δὲν εἶμαι νομικός, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξάρω τὸ μάθημα τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ δικαίου. Ἡ ἐπιτροπὴ ὀρθῶς περιέλαβεν ἕδραν τοῦ ἀρχαίου, μέσου καὶ νεωτέρου Ἑλληνικοῦ δικαίου, δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ καθόλου δίκαιον ἔχει τὰς πηγὰς κατὰ μέγα μέρος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν δίκαιον, ἔχουσα προσέτι ὑπ’ ὄψει ὅτι σπουδαία ἐργασία ἐγένετο κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους σχετικῶς πρὸς τὰς πηγὰς ταύτας τοῦ δικαίου, ἐγένετο δέ, ὡς εἶπεν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι τοιαύτη ἐργασία ἐγένετο καὶ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, διότι καὶ οἱ παρ’ ἡμῖν Ἕλληνες λόγιοι, ἀσχολούμενοι περὶ τὰς πηγὰς ταύτας, μᾶς ἐπέδειξαν ἀξιολογωτάτας διατριβάς, ἡ «Ἀθηνᾶ» δέ, τὸ περισπούδαστον περιοδικὸν τῆς ἐνταῦθα Ἐπιστημονικῆς ἑταιρείας, ἀρκετὰς περιέχει τοιαύτας. Θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην τοιαύτης διατάξεως ὑπὲρ τῆς ἕδρας αὐτῆς. Καὶ ἡ Νομικὴ δὲ Σχολὴ ἀπεφάνθη ἄλλοτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 12 Μαρτίου 1904 ὑπὲρ τῆς ἕδρας ταύτης. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἡ Σχολὴ ἐξέφρασε τὴν γνώμην ὅτι «πρὸς ἀρτιωτέραν μόρφωσιν τῶν φοιτητῶν δέον νὰ προστεθῶσι καὶ εἰδικαὶ ἕδραι 1).... 2) τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ δικαίου, κλάδου ὅστις καὶ ἐξ ἐθνικῆς ἀνάγκης δέον νὰ καλλιεργηθῇ, κατ’ ἐξοχὴν ἐν Ἑλλάδι, καὶ μεγάλην τελευταῖον ἔλαβεν ἀνάπτυξιν, ἀναγνωρισθείσης τῆς διὰ τὴν καθόλου τοῦ δικαίου ἱστορίαν σημασίας τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ δικαίου». Περιορίζομαι εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κατὰ τὴν ἄλλην δὲ συζήτησιν ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐκθέσω περισσότερα.
§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν δεκάτην καὶ ἡμίσειαν. Μετὰ τὴν διακοπήν (ὥρα 11 μ. μ.)
§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§381Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον. Ἐδήλωσα ὅτι δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα νὰ ὁμιλήσῃ ἐν σχέσει πρὸς τὴν καθιέρωσιν τῶν ἑδρῶν τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι αἱ ἕδραι αὐταὶ ἠδύναντο νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ μίαν ἢ δύο, ὥστε νὰ ἱδρυθοῦν ἕτεραι ἕδραι πολὺ χρησιμώτεραι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, μετέβαλον γνώμην, διότι τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποστηριχθῇ σοβαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, προκειμένου περὶ τῆς ἀρχαίας Φιλολογίας. Ἡμεῖς θὰ συνηγορήσωμεν οὐχὶ μόνον ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως τῶν τριῶν ἑδρῶν, ἀλλά, εἰ δυνατόν, καὶ ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως καὶ ἄλλων δύο ἑδρῶν, διότι μέχρι τοῦδε πέντε μόνον καθηγηταὶ ἑλληνισταὶ ἐδίδασκον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν Φιλολογίαν. Ἡ ὑποστήριξις τοῦ τοιούτου δὲν προέρχεται ἐκ γνώμης, ἣν ἔχομεν ὑπὲρ τοῦ κλασσικισμοῦ, ὅπως ὑπεστηρίχθη, διότι ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ Φιλολογία εἶναι ἡ μόνη ἐπιστήμη, ἥτις προσήκει εἰς τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον καὶ πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ, διότι οἱ ὀρεγόμενοι ἀνωτέρων σπουδῶν μόνον ἐκ τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας θὰ λάβωσι τὰ φῶτα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τοὺς ἀνυψώσωσιν εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκουν. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς ἡμᾶς νὰ αὐξήσωμεν τὰς ἕδρας αὐτὰς καὶ ὄχι νὰ τὰς ἐλαττώσωμεν, διότι καὶ τὰ ξένα Πανεπιστήμια ἔχουσι πολὺ περισσοτέρας ἕδρας τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας. Οὕτω π. χ. εἰς τὸ Βέλγιον ἔχουσι καθιερωθῆ ἕξ ἕδραι, εἰς τὴν Λειψίαν πέντε, εἰς τὸ Μόναχον πέντε, εἰς τὴν Βουδαπέστην τέσσαρες.
§382Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ Πανεπιστήμιον τοῦ Βελγίου ἔχει 16,000 φοιτητάς.
§383Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς ὁ δικαιολογῶν ἕξ ἕδρας διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Φιλολογίαν. Ὡσαύτως ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἱσπανίας καὶ Δανίας ἔχει πέντε ἕδρας καὶ ἡ Λυὼν ὡσαύτως, καὶ ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις, εἰς ἃς ἐπικρατεῖ ὄχι καὶ τόσον ὁ κλασσικισμός, ὡς γνωστόν, ἀλλ’ ἡ πρακτικὴ μόρφωσις, ἐν τούτοις ἡ σπουδὴ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων ἀξιοῦται πολλῆς προσοχῆς, διότι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τοῦ Σικάγου διδάσκουσι πέντε καθηγηταὶ καθὼς καὶ εἰς τὸ τῆς Νέας Ὑόρκης ἑπτὰ Ἑλληνισταί. Τούτων οὕτως ἐχόντων καὶ ἐπειδὴ βλέπομεν ὅτι οἱ πεπολιτισμένοι λαοὶ τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν Φιλολογίαν τὴν καλλιεργοῦν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, λόγῳ τῆς ἐκπολιτιστικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔχει, φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ εἰς ἡμᾶς κατὰ πολὺ περισσότερον λόγον χάριν τῆς ἀνυψώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν γοήτρου, διότι εἶναι ἡ μόνη ἐπιστήμη, ἥτις ἐσημείωσεν ἐδῶ τὴν ἑστίαν της καὶ οἱονεὶ τὴν ἐμφάνισίν της, τὴν ὁποίαν παρέλαβον οἱ ξένοι παρ’ ἡμῶν, νὰ ἐνισχύσωμεν, λέγω, αὐτὴν διὰ προσθήκης καὶ ὄχι δι’ ἐλαττώσεως ἑδρῶν.
§384Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Τάσσομαι ἀναμφισβητήτως ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως δύο ἑδρῶν Ἀστικοῦ Δικαίου, αἵτινες θὰ συμπεριλάβωσι τὴν διδασκαλίαν τοῦ ἰσχύοντος δικαίου, τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δηλαδὴ κλπ., τοῦ ἐπὶ τῶν νεωτέρων νόμων στηριζομένου· πλὴν ἀλλ’ ὅμως θεωρῶ ἀναγκαίαν καὶ τὴν ἵδρυσιν ἕδρας καθαρῶς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ ἕδρας τακτικῆς. Ἡ σπουδὴ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου ἐπιβάλλεται ἀπὸ πάσης ἀπόψεως· δέον ἑπομένως νὰ ὑπάρχῃ ἕδρα τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου ἀνεξαρτήτως πρὸς τὴν μέλλουσαν τροπήν, τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει τὸ ἰσχῦον δίκαιον, καὶ τὴν ἕδραν ταύτην ἐννοῶ τακτικὴν καὶ οὐχὶ ἔκτακτον. Κατὰ τὰ λοιπὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποσπασθῇ ἡ διδασκαλία τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρετήρησε πολὺ ὀρθῶς ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἡ Ποινικὴ Δικονομία πρὸς τὸν Ποινικὸν Νόμον καὶ τὸ Ποινικὸν Δίκαιον, ὥστε νὰ ἀποτελέσωσι τὰ μαθήματα ταῦτα μίαν ἕδραν τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δέον νὰ ἀποσπάσωμεν τὴν φροντίδα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Τάσσομαι λοιπὸν μετὰ τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἕδραν καθαρῶς τοῦ Δικονομικοῦ Δικαίου. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὡς ἐκ τῆς εὐρύτητος τῆς ὕλης, ἣν θὰ περιλάβῃ ἡ ἕδρα αὕτη, ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ εἷς καθηγητής, ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ γίνωσι δύο ἕδραι τῆς Δικονομίας. Νομίζω ὅτι οὕτω πως θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν αἱ πολλαπλαῖ ἀνάγκαι τῶν μαθημάτων αὐτῶν. Ὡς πρὸς τὴν ἕδραν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀποσπασθῇ αὕτη ἀπὸ τῆς Νομικῆς Σχολῆς καὶ νὰ προσκολληθῇ εἰς τὴν Θεολογικήν. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ πλήρωσις τῆς ἕδρας αὐτῆς ἐγένετο ἄλλοτε διὰ λόγους σχετιζομένους πρὸς τὰ ὑπέροχα καὶ ἀναμφισβήτητα προσόντα τοῦ κατέχοντος ἤδη τὴν ἕδραν ταύτην, οὗτινος τὰ φῶτα ἔδει ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ μὴ στερηθῇ ἡ σπουδάζουσα νεολαία. Ἡ διατήρησις τῆς ἕδρας ταύτης ὡς ἐκ τούτου ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ δικαιολογεῖται μόνον ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται οἱ ἐξαιρετικοὶ οὗτοι λόγοι. Ἑπομένως οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς ἀναγνωρίσεως δύο ἑδρῶν καὶ πρέπει ἀπολύτως νὰ μείνῃ μία καὶ μόνη ἕδρα, ἥτις καὶ αὐτὴ ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολήν. Ὑπεστηρίχθη ἡ διάκρισις Κανονικοῦ καὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, διάκρισις ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ὑπάρχει παρὰ μόνον εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἕνεκα λόγων ἱστορικῶν.
§385Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουσι λόγοι ἱστορικοί;
§386Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσι λόγοι, ὥστε νὰ διδάσκηται καὶ εἰς τὰς δύο σχολὰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον. Ἡ ἕδρα τῶν οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν ἀπολύτως πρέπει νὰ διαιρεθῇ. Τὰ μαθήματα τόσον τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας ὅσον καὶ τῆς Δημοσιονομίας εἶναι μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἔκτασιν μεγίστην· εἶναι μαθήματα, τὰ ὁποῖα μόλις ἤδη ἤρχισαν νὰ μελετῶνται ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἑπομένως ἡ ἀνάγκη τῆς ἕδρας αὐτῆς εἶναι ἀπόλυτος, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ μελέτη τῶν μαθημάτων τούτων. Ἀνάγκη ἀπόλυτος ἐντεῦθεν ἀπαιτεῖ τὴν ἵδρυσιν δύο ἑδρῶν ἐντελῶς αὐτοτελῶν. Οὕτω πως καταρτιζομένη ἡ Νομικὴ Σχολὴ βεβαίως δὲν θὰ περιέχῃ ἀριθμὸν ἑδρῶν μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύει τὸ νομοσχέδιον, καὶ φρονῶ ὅτι ἡ διαίρεσις αὕτη θὰ εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐπωφελεστέρα. Νὰ καθορισθῶσι τουτέστι δύο ἕδραι διὰ τὰς Πολιτικὰς ἐπιστήμας, δύο διὰ τὰς τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, μία τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου καὶ δύο τοῦ Δικονομικοῦ Δικαίου. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ εἴπω.
§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7ου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου». Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, κ. Ἀ. Ἀνδρέου ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐξασκήσεως τῆς Ἰατρικῆς ἐν Ἑλλάδι». (Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς Τεῦχος Αʹ)
§388Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀφοῦ τὸ κληροδότημα τοῦ Δομπόλη θὰ χρησιμοποιηθῇ καθ’ ὃν τρόπον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐνόμισε πρόσφορον, ἤτοι πρὸς πληρεστέραν ὀργάνωσιν τοῦ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου λειτουργοῦντος Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, νομίζω ὅτι μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία, ἵνα αἱ ἕδραι τοῦ Πανεπιστημίου συμπληρωθῶσιν εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀναδείξωσι τοῦτο μεταξὺ τῶν προεξαρχόντων ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ὅσον καὶ τῶν ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ. Καὶ ἡ Σχολὴ αὕτη, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νομίζω ὅτι εἶναι ἡ Σχολὴ ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἀναγραφομένη, ἡ Σχολὴ ἡ Φιλοσοφική. Κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν ἡ ὀνομασία αὕτη τῆς Σχολῆς δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκφράζει ἀκριβῶς ὅ,τι ἐπιζητοῦμεν. Νομίζω ὅτι ἐπικαιρότερον καὶ ἐπιτυχέστερον θὰ ἠδύνατο ἡ Σχολὴ νὰ ὀνομασθῇ Σχολὴ τῆς Ἐθνικῆς Φιλολογίας, διότι πρόκειται ἐν τῇ Σχολῇ ταύτῃ νὰ διδαχθῶσιν ὅσα ἀνάγονται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Φιλολογίαν. Ἡ Φιλοσοφία μὲ τὴν Ἐθνικὴν Φιλολογίαν ἔχει σχέσιν ὡς ἀπόρροια, ὄχι ὅμως ὅτι ἡ Φιλοσοφία εἶναι πρὸ τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας. Πρῶτον θὰ μάθῃ ὁ φοιτητὴς τὰ γράμματα τὰ Ἑλληνικά, καὶ κατόπιν θὰ καταλήξῃ νὰ ἐκμάθῃ τὴν Φιλοσοφίαν. Εἶναι μία γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐκφράζω.
§389Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὸν πλουτισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ δὴ ἐκ μέρους ἰδιωτῶν, ἡ κοινωνία ἀναμένει παρ’ ἡμῶν ὄχι τόσον τὸν εἰς δύο ἱδρύματα χωρισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ τὸν πλουτισμὸν τῶν ἑδρῶν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας, ὅπως προικίσῃ τὸ Πανεπιστήμιον καὶ τὸν τόπον μὲ τὰς ἕδρας ἐκείνας ἰδίᾳ, τῶν ὁποίων σήμερον οὗτος ἔχει ἀνάγκην. Παρὰ πάντα ταῦτα ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας φρονῶ ὅτι ἐδείχθη φειδωλὸς εἰς τὰς μᾶλλον ἀναγκαίας ἕδρας, καὶ ἰδίως τὴν φειδωλότητά του ὅλην τὴν ἐπέδειξεν εἰς τὴν Νομικὴν Σχολήν. Ταύτην κατ’ ἐμὴν γνώμην ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ ὅπως τὴν διαιρέσῃ εἰς Νομικὴν Σχολὴν καὶ εἰς Σχολὴν τῶν Πολιτικῶν ἐπιστημῶν, ὡς τοῦτο ἔπραξαν καὶ πολλὰ ἄλλα Κράτη μέχρι τοῦδε.
§390Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Γίνονται δύο τμήματα, τῶν Νομικῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν Πολιτικῶν ἐπιστημῶν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι θέλουσι γίνει διὰ Β. Διατάγματος.
§391Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ καθοριζόμεναι ὅμως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἕδραι ἀποκλείουσι τὸν σκοπὸν τοῦτον; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἀποβλέπων εἰς τὸν μικρὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν, δι’ ὧν προικοδοτεῖτε τὴν Νομικὴν Σχολήν, λέγω ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν θέλητε νὰ κάμητε διὰ τοῦ Διατάγματός σας, δὲν θὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ πρόοδος τῶν ἐπιστημῶν καὶ αἱ ἀνάγκαι τῆς χώρας. Πόροι, νομίζω, δὲν ἐλλείπουσι· σήμερον ἀκριβῶς αἱ ἐφημερίδες ἀναγράφουσι καὶ ἑτέραν δωρεὰν 100,000 ρουβλίων, τὰ ὁποῖα ἀφῆκεν ἕτερος ὁμογενὴς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἀπέναντι λοιπὸν τοιούτων δωρεῶν τῶν Πανελλήνων, ποία εἶναι ἡ ὑπὲρ τοῦ Πανεπιστημίου ἐπιδειχθεῖσα μέχρι τοῦδε μέριμνα ἐκ μέρους ἡμῶν; Οὐδεμία. Τοῦτο παραμένει καὶ σήμερον ὡς ἐδημιουργήθη ὑπὸ τοῦ Ἄρμανσπεργ, τοῦ ἀντιβασιλέως. Μὴ λησμονῶμεν μεταξὺ τῶν ἄλλων ὅτι τὸ Πανεπιστήμιόν μας ἱδρύθη ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῶν ἀρχαίων Σχολῶν καὶ ἡ ἐθνικὴ δὲ φιλοτιμία ἐπιβάλλει, ὅπως ἡ ἐθνικὴ Φιλοσοφία διδάσηται ἐπακριβῶς. Ποῦ ὅμως εἶναι αἱ δι’ αὐτὴν προοριζόμεναι ἕδραι; Ἡ τοιαύτη ὅμως περὶ τῆς ἕδρας φειδωλία νομίζω ὅτι εἶναι μία τῶν κυριωτέρων ἀφορμῶν τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἡμετέρου Πανεπιστημίου. Πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὸ μονάκριβον τοῦτο ἀνώτατον ἡμῶν ἵδρυμα κατ’ ἀριθμὸν φοιτητῶν ἤρχετο ἄλλοτε τὸ τρίτον ἢ τὸ τέταρτον τοῦ κόσμου. Σήμερον ὅμως ἐμειώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν σπουδαστῶν, καὶ γνωρίζετε πάντες τοὺς λόγους.
§392Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Διότι ἐξέπεσε τὸ συνάλλαγμα.
§393Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ ἔκπτωσις τοῦ συναλλάγματος ὁ λόγος τῆς μειώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φοιτητῶν, ἀλλὰ τὸ ὀλιγάριθμον τῶν ἑδρῶν καὶ ἡ ἔκπτωσις τῆς ἀξίας τῶν διδασκόντων.
§394Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κ. Νεγροπόντης ὡμίλησεν ἀλληγορικῶς.
§395Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως ἐξέπεσε καὶ ἡ πρόβλεψις τῆς Πολιτείας περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς αὐτὴν μερίμνης. Οὕτω βλέπομεν ὅτι μάθημα σπουδαιότατον καὶ χρησιμώτατον νῦν, ἐφ’ οὗ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ στηρίζωμεν πᾶσαν ἐν τῇ ἀπηρχαιωμένῃ ἡμῶν νομοθεσίᾳ μεταρρύθμισιν, τὸ μάθημα τῆς στατιστικῆς, δὲν διδάσκεται καθ’ ὁλοκληρίαν. Φανερὰ δὲ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Εἴδετε προχθὲς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἔμεινεν ἄφωνος ἀπέναντι τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους, ἰδιωτικῶς ἐργασθείς, προσεκόμισεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κασίμης. Καὶ ἐν τούτοις περὶ τοῦ μαθήματος τούτου καὶ πάλιν οὐδόλως προνοεῖ ἡ Πολιτεία. Ἐνῷ τοιαύτη οἰκονομία παρατηρεῖται περὶ τὸν καθορισμὸν ἑδρῶν ἀναγκαιοτάτων διὰ τὰς σημερινὰς ἀνάγκας ἡμῶν, τοὐναντίον δι’ ἄλλα μαθήματα τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ μετὰ περισσῆς πολυτελείας. Οὕτω π. χ. ὁρίζει δύο ἕδρας κεχωρισμένας, μίαν διὰ τὸ Ποινικὸν Δίκαιον καὶ ἑτέραν διὰ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν. Τὸ μάθημα ὅμως τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας διδάσκεται ὁμοῦ ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ καθηγητοῦ εἰς πλεῖστα Πανεπιστήμια ἄλλων χωρῶν, πολὺ μᾶλλον τῆς ἡμετέρας προηγμένων. Οὕτω π. χ. ὁ κ. Πίντιγκ ἐν Λειψίᾳ καὶ ὁ κ. Λὶστ ἐν Βερολίνῳ διδάσκουσιν ἀμφότερα τὰ μαθήματα ταῦτα. Ἐπίσης τοῦ Ἐμπορικοῦ δικαίου ἡ ἕδρα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συγχωνευθῇ μὲ τὸ Ναυτικὸν δίκαιον, ὡς συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλα Πανεπιστήμια. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς Παιδαγωγικῆς ἠκούσατε ἤδη ὑπὸ τοῦ συναδέλφου κ. Μιχαλοπούλου ὅτι αὕτη εἶναι κλάδος τῆς Φιλοσοφίας καὶ θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἔλειπεν ἡ ἰδιαιτέρα δι’ αὐτὴν ἕδρα καὶ ἀντ’ αὐτῆς νὰ καθωρίζετο ἕδρα Γεωγραφίας, τοσοῦτον ἀναγκαιοῦσα εἰς τοὺς ἀγεωγραφήτους ἡμᾶς.
§396Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει μεγάλη διάκρισις. Ἀρχίζουν ἀπὸ τὸν ἴδιον κορμόν, ἀλλὰ διαφέρουσι πολύ.
§397Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος εἶπεν ὅτι αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν κλάδον τῆς Φιλοσοφίας ὡς καὶ ἡ Παιδαγωγική. Περαίνων, κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ, ὅπως πλουτισθῇ ἡ Νομικὴ Σχολὴ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἕδρας τῶν Πολιτικῶν ἐπιστημῶν, ἰδίᾳ δὲ τὰς τῆς στατιστικῆς καὶ ἀγρονομίας Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ἱστορίαν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Δεμερτζῆς, φρονῶ ὅτι καὶ τῆς ἕδρας ταύτης ἡ ὕπαρξις εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι, διὰ νὰ ἀνέλθῃ τις εἰς τὸ λαμπρὸν οἰκοδόμημα τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου, πρέπει νὰ εἶναι ἐν γνώσει καὶ τοῦ ἀρχαίου Δικαίου καὶ τῆς ἱστορίας τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου. Βάσις τῆς ἐπιστήμης εἶναι ἡ ἱστορία καὶ εἶμαι σύμφωνος πρὸς τοῦτο μὲ τὸν κ. Δεμερτζῆν. Μόνον δὲ οὕτω συμπληροῦντες τὸ Πανεπιστήμιον ἡμῶν δικαιούμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι τοῦτο θέλει καταλάβει ἐκ νέου ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὴν θέσιν, ἣν ὠνειρεύοντο οἱ μεγάλοι αὐτοῦ ἱδρυταὶ καὶ εὐεργέται, καὶ θέλει δώσει συγχρόνως τὴν πρέπουσαν κατεύθυνσιν καὶ περὶ τὰς πλουτοπαραγωγικὰς τῆς χώρας ἡμῶν ἀνάγκας.
§398Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὴν εὔλογον φιλοδοξίαν νὰ θέλῃ νὰ ἑνώσῃ τὸ ὄνομά του μετ’ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ὅσον τὸ δυνατὸν ἀρτίου. Ἀλλὰ θὰ τολμήσω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὅσον ἀφορᾷ ἕδρας τινάς— ἀφοῦ πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ ἑδρῶν, μολονότι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δὲν εἶναι ἀντικείμενον νόμου—, θὰ τολμήσω, λέγω, νὰ ὑποβάλω ὀλίγας παρατηρήσεις, διότι φρονῶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀναγνώσωσι τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ἰδικοῦ μας Πανεπιστημίου καὶ θὰ ἴδωσι τὰς ἕδρας πῶς ἔχουσι καθορισθῆ εἰς τὰς διαφόρους Σχολάς, εἶναι δυνατὸν νὰ μειδιάσωσι καὶ τὸ μειδίαμα δυστυχῶς θὰ ἀφορᾷ ἐν γένει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰσηγητὴς τοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τριῶν σημείων εἶναι δυνατὸν νὰ προκληθῇ μειδίαμα εἰς πάντα γνωρίζοντα τί ζητεῖ καὶ ἰδίως εἰς πάντα ἀκολουθοῦντα τὰ ζητήματα ταῦτα ἐν τῇ ἐπιστήμῃ τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Πρῶτον· δὲν κάμνετε διάκρισιν μεταξὺ Κανονικοῦ καὶ Ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου. Ἐὰν θέλητε νὰ εἴπητε δύο ἕδρας Κανονικοῦ δικαίου, δύο ἕδρας Ἐκκλησιαστικοῦ, ἐὰν φρονῆτε ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι δύο ἕδραι τοῦ κλάδου τούτου τῆς νομικῆς ἐπιστήμης, νὰ τὸ εἴπητε σαφῶς. Ἴσως οὐδεὶς θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ νὰ ἰσχυρίζησθε ὅτι ὑπάρχει διάκρισίς τις μεταξὺ Κανονικοῦ καὶ Ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου εἶναί τι σόλοικον.
§399Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐγὼ δὲν ἰσχυρίζομαι τίποτε. Θὰ γνωρίζητε πάντοτε, νομίζω, ὅτι αἱ ἕδραι ἔχουσι κανονισθῆ διὰ νόμου· καὶ ἐὰν γνωρίζητε ὀφείλετε νὰ μοὶ εἴπητε αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ἡ μὲν μία ὀνομάζεται ἕδρα τοῦ Κανονικοῦ δικαίου, ἡ δὲ ἄλλη τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, τί σημαίνει.
§400Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι δὲν ὠνομάζετο οὕτω τὸ πρᾶγμα. Λέγω ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς νέου ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος κάμνει tabula rasa τοῦ παρελθόντος καὶ θέτει βάσεις νέας. Λοιπόν, ὅτε λέγομεν ἕδραν Κανονικοῦ δικαίου καὶ κατωτέρω λέγομεν ἕδραν Ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, λέγομεν τὸ αὐτὸ πρᾶγμα μὲ ἄλλας λέξεις, λέγομέν τι σόλοικον.
§401Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν εἶναι σόλοικον. Δὲν δύνασθε νὰ τὸ εἴπητε αὐτό.
§402ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Ὑποστηρίζω τὴν γνώμην μου.
§403Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Διατί;
§404Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διότι Κανονικὸν καὶ Ἐκκλησιαστικὸν δίκαιον ἀναφέρονται καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῶν κανόνων τῆς Ἐκκλησίας, κανόνων οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν ὑπὸ τῶν διαφόρων Οἰκουμενικῶν Συνόδων, ἐκ τῶν κανόνων αὐτῶν τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως μετερρυθμίσθησαν ὑπὸ τῆς νεωτέρας νομοθεσίας καὶ τῶν ἀρχῶν, αἵτινες ἐκ τοῦ πολιτεύματος διέπουσι τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας. Ἑπομένως νὰ εἴπητε καθαρῶς ὅτι θέλετε δύο ἕδρας Κανονικοῦ δικαίου ἢ δύο Ἐκκλησιαστικοῦ.
§405Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἄλλο τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν εἶναι σόλοικον.
§406Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἄποψις τῆς σκοπιμότητος, ἐπὶ τῆς ὁποίας δύνασθε νὰ ἔχητε ἰδίαν γνώμην, ἡ ὁποία νὰ μὴ εἶναι ἀσπαστὴ ἴσως, ἀλλὰ νὰ διακρίνωμεν τὸ αὐτὸ μάθημα μὲ δύο διαφόρους ὀνομασίας, ὡσεὶ νὰ ἠθέλομεν νὰ εἴπωμέν τι διάφορον πρᾶγμα, ἐνῷ πρόκειται κατ’ οὐσίαν περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος, νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι σολοικισμός, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνάγκην θὰ προκαλέσῃ μειδίαμα εἰς τὸν ἐν ἐπιγνώσει τοῦ θέματος ἀναγινώσκοντα τὸν ὀργανισμόν. Δεύτερον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ἐπίσης ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐλεγχθῶμεν ὡς μὴ σοβαροί, εἶναι ὅτι εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα, εἰς τὴν περίοδον δηλαδὴ τῆς μεγάλης ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης ὅλων τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, περιοριζόμεθα ἡμεῖς μόνοι, οἱ ἔχοντες ἴσως πολὺ περισσοτέρας ἀνάγκας ἐκ τῆς μελέτης ταύτης, εἰς μίαν καὶ μόνην τακτικὴν ἕδραν Πολιτικῆς Οἰκονομίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβαρύνομεν καὶ μὲ τὴν Δημοσιονομίαν, ἢ ὁπωσδήποτε ὀνομάσατε αὐτήν· εἰς περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν γνωρίζομεν πάντες ὅτι ὑπάρχει ἀπόλυτος καὶ ἀπαραίτητος ἀνάγκη μελέτης καὶ διερευνήσεως ὅλων τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων τῆς χώρας ἡμῶν, τὰ ὁποῖα τόσον βεβαίως ἅπτονται ὅλων τῶν συμφερόντων ἡμῶν, διὰ τὸν κλάδον δὲ τοῦτον τὸν σημαντικώτατον τῆς ἐπιστήμης ὁρίζομεν μίαν μόνον ἕδραν ἐκεῖ ὅπου ἀλλοῦ τὸ ἀναθέτουσιν εἰς τρεῖς– τέσσαρας–πέντε ἢ ἕξ. Ἐὰν μάλιστα ἀποβῇ νόμος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ διχοτόμησις τῆς Νομικῆς Σχολῆς καὶ νὰ ἔχωμεν ἰδιαίτερον τμῆμα Πολιτικῶν ἐπιστημῶν, τότε τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ καὶ βαρύτερον, διότι οἱ διάφοροι ὀργανισμοὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν τὴν διάκρισιν αὐτὴν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, ἔχουσιν ἀπειρίαν καθηγητῶν οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν, θὰ παρατηρήσω δὲ καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ μόνον Πανεπιστήμιον, ἐξ ὅσων γνωρίζω, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν διχοτόμησιν αὐτήν, τὸ τοῦ Μονάχου, δὲν ἀναφέρει Σχολὴν Πολιτικῶν ἐπιστημῶν, διότι αἱ Πολιτικαὶ ἐπιστῆμαι εἶναι εἰς ὅλα τὰ Πανεπιστήμια ἡνωμέναι μὲ τὴν Νομικὴν Σχολήν.
§407Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὲ τὴν Φιλοσοφικήν.
§408Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αἱ Πολιτικαὶ ἐπιστῆμαι· δηλαδὴ τὸ Δημόσιον δίκαιον.
§409Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μὴ λέγετε λοιπὸν Πολιτικὰς ἐπιστήμας.
§410Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τὸ Μόναχον δὲν ὑπάρχει διάκρισις Σχολῆς οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν· ἀπαρτίζεται ἡ Σχολὴ οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Μονάχου ἐξ ἕνδεκα τακτικῶν καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι διδάσκουσι τοὺς διαφόρους κλάδους τῆς καθαρῶς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Ἑπομένως, ὅταν θέλωμεν νὰ καινοτομήσωμεν καὶ νὰ διχάσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν Σχολὴν ἡμῶν τὴν Νομικήν, δὲν δυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἕνα καθηγητὴν τοῦ κλάδου αὐτοῦ παρὰ τοὺς ἐκτάκτους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑπάρχωσι, διότι, ὁσουσδήποτε ἐκτάκτους καὶ ἂν βάλητε, πάντοτε θὰ ἔχητε ἀνάγκην τῆς παραδόσεως καὶ τῶν ἄλλων μαθημάτων. Ἰσχυρίζομαι ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀναμφισβητήτως νὰ χωρισθῶσι, διότι ἄλλο Ποινικὸν Δίκαιον καὶ ἄλλο Ποινικὴ Δικονομία. Ἡ Ποινικὴ Δικονομία εἶναι τὸ Διαδικαστικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ Πολιτικὸν διαδικαστικὸν δίκαιον...
§411Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι.
§412Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δηλαδὴ θὰ μείνῃ Δικονομικὸν δίκαιον, θὰ γίνωσιν ἕδραι Δικονομικοῦ δικαίου. Τοιουτοτρόπως ὀνομάζονται αἱ ἕδραι εἰς ὅλα τὰ Πανεπιστήμια, τῆς Αὐστρίας, τῆς Ἑλβετίας, τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Ὁλλανδίας. Δύναμαι νὰ σᾶς φέρω καὶ τοὺς καταλόγους, διὰ νὰ τοὺς ἴδητε. Ὀνομάζεται Οἰκονομικὸν δίκαιον. Τώρα ἐκεῖ ὡς ἐκ τῶν ἐκεῖ κρατούντων δὲν παραδίδεται ἀπὸ ἕνα καθηγητὴν μόνον αὐτό, ἀλλ’ ἀπὸ πολλούς, οἱ ὁποῖοι παραδίδουσι καὶ ἄλλα μαθήματα. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν καινοτομίαν ἕδρας τοῦ Δικονομικοῦ δικαίου καὶ νὰ τὸ χωρίσωμεν ἐντελῶς ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι ποινικὸς νόμος. Τρίτον ἐπίσης νομίζω ὅτι εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν δὲν προσήκει εἰς Ἑλληνικὸν Πανεπιστήμιον νὰ μὴ ἔχῃ ἕδραν Βυζαντιακῆς Τέχνης καὶ Βυζαντιακῆς Φιλολογίας ἰδιαιτέρας, ἕδραν τακτικήν. Καθ’ ἣν ἐποχὴν εἰς ὅλα τὰ Πανεπιστήμια τῆς Εὐρώπης βλέπομεν ὅτι ὑπάρχει μία ἐνθάρρυνσις τῶν βυζαντιακῶν σπουδῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀποφέρει καρπούς, τοὺς ὁποίους γνωρίζουσι πάντες οἱ εἰς ταῦτα ἐνδιατρίβοντες, καθ’ ὃν χρόνον περιοδικὰ μεγάλα ἱδρύονται καὶ εὐδοκιμοῦσι, καθ’ ὃν χρόνον ἡ φιλολογία ἡ ἀναφερομένη εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τοῦ βυζαντιακοῦ βίου ἔχει οὕτως ἀναπτυχθῆ, ἡμεῖς δὲ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ εἴμεθα οἱ ἔμμεσοι διάδοχοι τῆς βυζαντιακῆς ἐποχῆς, νομίζω ὅτι βεβαίως καὶ αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ μειδίαμά τι, ἴσως μειδίαμα χαιρεκακίας, ἐὰν ἴδωσιν ὅτι ἡμεῖς ἀφήνομεν τὴν ἕδραν αὐτήν, τὸ μάθημα αὐτό, τὰς σπουδὰς αὐτὰς ἀκαλλιέργητα.
§413Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως θὰ φανῇ παράδοξον, Κύριοι, διότι χωρὶς νὰ ἔχω ζητήσει νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν. Ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβω τὸ λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι πολλὰ εἶναι τὰ σημεῖα ἐφ’ ὧν διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας, καὶ δὲν ἤθελον νὰ φέρω πρόσκομμα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναντιρρήτως ἐκ τῶν θεμελιωδεστέρων τῆς ὅλης ἀνορθωτικῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θέτει ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν. Λαμβάνω ὅμως τὸν λόγον ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ νὰ δώσω ἀφορμὴν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας μελετήσῃ τινὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας θέλω ὑποβάλει πρὸς αὐτὸν—ἐὰν εὕρῃ ταύτης ἀξίας προσοχῆς,—ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ νὰ καθαρθῇ τὸ πεδίον, ὥστε κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, νὰ εἶναι ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ περὶ τῶν κεφαλαίων εἰς τὰ ὁποῖα διΐσταμαι πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργόν. Ἔρχομαι λοιπὸν ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ ἄρθρου 7ου. Παρατηρῶ πρῶτον εἰς τὴν παράγραφον ταύτην τὴν βαθμολογίαν αὐτῶν τῶν διδασκόντων. Τὴν βαθμολογίαν ταύτην δὲν τὴν εὑρίσκω ἐπαρκῶς δεδικαιολογημένην, διότι οὔτε πρὸς βαθμοὺς δικαστικοὺς δύναται νὰ προσομοιωθῇ— ἐφ’ ὅσον μάλιστα δὲν ἔχομεν νομοθεσίαν προβλέπουσαν περὶ τῶν βαθμῶν—ἀλλ’ οὔτε πρὸς ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ αὐτοὺς τούτους, καθότι ἔχομεν παρατηρήσει ἐκ τοῦ παρελθόντος ὅτι ὑπῆρξαν καὶ Ἐφέται καὶ Ἀρειοπαγῖται, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ μετάσχωσιν ὡς διδάσκαλοι εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν νὰ ἀποκλείσωμεν αὐτοὺς εἴτε ἀπὸ τοῦ νὰ γίνωσιν ὑφηγηταί, δηλαδὴ νὰ ζητήσωσι θέσιν βραδύτερον ἀνωτέραν κατὰ βαθμόν, ἢ νὰ γίνωσιν ἔκτακτοι καθηγηταί, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσωσιν, ἀφοῦ δὲν ἀποκλείει ἀλλ’ ἐπιτρέπει αὐτοῖς τοῦτο τὸ Σύνταγμα. Αὕτη εἶναι ἡ μία τῶν παρατηρήσεών μου. Ὅσον ἀφορᾷ ἤδη εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἑδρῶν δέχομαι τὸν προσδιορισμὸν τοῦτον μόνον ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ καθορισθῶσι μαθήματα ἀναγκαστικῶς διδασκόμενα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον· Θὰ ἐπεθύμουν δέ, ὅπως καὶ αἱ αὐτοτελεῖς ἔκτακτοι ἕδραι, ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργός, καθορισθῶσι καὶ αὐταὶ διὰ νόμου, διὰ νὰ συζητήσωμεν καὶ ὑποδείξωμεν καὶ ἡμεῖς ἀντλοῦντες ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς πείρας καὶ τῶν μελετῶν μας, ὁποίας αὐτοτελεῖς ἕδρας ὀφείλει νὰ ἱδρύσῃ ἀπαραιτήτως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἡ Κυβέρνησις. Δέχομαι λοιπὸν τὰς ἕδρας ταύτας μόνον διὰ τὸν προσδιορισμὸν τῶν ἀντικειμένων εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ἐπιθυμεῖ νὰ ἐπιστήσωσιν ἰδιαιτέρως τὴν προσοχήν των οἱ διδάσκοντες καὶ οἱ διδασκόμενοι, τόσῳ μᾶλλον ὅσῳ ἐκ τῆς εὐδοκιμήσεως ἐν ταῖς πανεπιστημιακαῖς σπουδαῖς, ἐξαρτᾷ ἡ Πολιτεία τὴν πρόσληψιν τῶν τελευταίων εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἢ τὴν πρόσδοσιν εἰς αὐτοὺς τοῦ προνομίου, ὅπως ἀσκήσωσι τὸ ἐπάγγελμά των. Ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον, ἀποχωρίζω ἐντελῶς τὰ μαθήματα τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, καὶ παρέρχομαι αὐτὰ μὴ αἰσθανόμενος ἁρμοδιότητά τινα, ὅπως ἐκφράσω περὶ αὐτῶν γνώμην, ἐκτὸς τῆς γνώμης ὅτι ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ πρέπει νὰ διδάσκηται τὸ μάθημα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου. Ὑπὸ τὸ καθεστὼς τὸ διέπον τὴν ἡμετέραν Ἐκκλησίαν καὶ τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τὴν Πολιτείαν, δηλαδὴ μὲ τὸ αὐτόνομον καὶ κυρίαρχον τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσωμεν Ἱεράρχην, ἱκανὸν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει, διότι ὁ Ἱεράρχης παρ’ ἡμῖν δικαιοδοτεῖ κατὰ κανόνας, τοὺς ὁποίους ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ, καὶ ὀφείλει νὰ εἶναι νομικῶς πεπαιδευμένος ἵνα ἑρμηνεύῃ καὶ ἐφαρμόζῃ αὐτοὺς καλῶς. Καὶ ἡ Θεολογικὴ Σχολὴ σκοπὸν ἔχουσα τὴν κατάρτισιν ἐπιστημόνων, ἱεραρχῶν δὲν δύναται νὰ νοηθῇ καλῶς ἐπιδιώκουσα τὸν σκοπόν της ἄνευ εἰδικῆς διδασκαλίας τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου. Λίαν δὲ εὐστόχως ἐγένετο ἐπ’ ἐσχάτων ἡ συμπλήρωσις τῆς ἕδρας ταύτης ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχε πρότερον εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολήν. Ἔρχομαι εἰς τὴν Νομικὴν Σχολήν. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ προλαλήσαντος κ. συναδέλφου, ὅτι ἡ διάκρισις μεταξὺ Ρωμαϊκοῦ καὶ Ἀστικοῦ Δικαίου οὐδένα ἔχει λόγον. Αἱ δύο ἕδραι τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου δὲν δύνανται νὰ νοηθῶσι. Οἱ καθηγηταὶ οἱ μέλλοντες νὰ διδάξωσι τὴν δογματικὴν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διδάξωσι ἄλλο τι εἰμὴ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον τὸ ἔχον τὴν κυριωτάτην πηγὴν αὐτοῦ ἐν τῷ Ῥωμαϊκῷ Δικαίῳ. Μήπως ὡς Ἀστικὸν Δίκαιον, θεωρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ἐφ’ ὅσον ἔχει τὴν πηγὴν αὐτοῦ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος; Ἀλλ’ οἱ καθηγηταὶ ὀφείλουσι νὰ διδάξουσι τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον δογματικῶς ἐν τῇ συστηματικῇ ἁρμονίᾳ του, ὡς ἰσχύει δηλ. συστηματικῶς καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς πηγῆς τῶν καθ’ ἕκαστα διατάξεων. Ἑπομένως τὴν διάκρισιν τοῦ Ἀστικοῦ καὶ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου δὲν τὴν εὑρίσκω παντάπασιν δεδικαιολογημένην· μάλιστα δὲ εἶναι καὶ ἐπιστημονικῶς ἀνακριβής. Ἐξ ἄλλου θεωρῶ ὅτι δύο ἕδραι τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου βοηθούμεναι καὶ ὑπὸ μιᾶς ἕδρας ἐκτάκτου καθηγητοῦ θὰ ἦσαν ἀρκεταὶ ἵνα παρέχηται ἄφθονος ἡ διδασκαλία τῆς δογματικῆς τοῦ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντος Ἀστικοῦ Δικαίου, ἀντὶ δὲ τῆς ἰδιωνύμου ἕδρας τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, εὑρίσκω, ὅτι θὰ ἦτο ἀδίκημα διὰ τὴν ἐπιστήμην νὰ μὴ περιληφθῇ ἕδρα τακτικὴ τῆς ἱστορίας τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου. Εἶναι ἐντελῶς ἄλλο τὸ μάθημα τῆς ἱστορίας καὶ ἡ μέθοδος τῆς ἱστορικῆς ἐρεύνης τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου καὶ διαφέρει ἀπὸ τὴν μέθοδον τῆς δογματικῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ, ὥστε ὄχι μόνον δικαιολογεῖται ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλεται ἡ ἵδρυσις τῆς ἱστορικῆς ταύτης ἕδρας. Εὑρίσκω προσέτι, ὅτι τὸ μάθημα τῆς Ἱστορίας εἶναι ἔτι μᾶλλον ἀναγκαῖον δι’ ἡμᾶς, διότι ἔχομεν μίαν βαρυτάτην ἱστορικὴν κληρονομίαν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς καὶ βαρυτάτας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν. Φαντάζομαι ὅτι ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Νομικῇ Σχολῇ, ὀφείλει νὰ διδαχθῇ ἰδίως ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου. Κατέπεσαν αἱ προλήψεις τοῦ παρελθόντος, ὅτι τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον ἴσχυσεν, ὡς ἦτο περιειλημμένον ἐν τῷ Κώδικι, ἐν τοῖς Πανδέκταις καὶ ταῖς Νεαραῖς, ἀνὰ τὰς χώρας τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου. Σήμερον ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς τοὺς τόπους τούτους τοῦ Ἀνατολικοῦ Ῥωμαϊκοῦ Κράτους ἴσχυσε δίκαιον ἐπιχώριον δίκαιον Ἑλληνικόν.
§414ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἑλληνιστικόν.
§415Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν ἱστορίαν τοῦ Δικαίου τούτου, τὴν ἔχουσιν ὡς ἀντικείμενον μελέτης καὶ διδασκαλίας σήμερον ἐπιστήμονες διαπρεπεῖς ἐν τῇ ξένῃ· ἀλλά, ὡς εἶπον, τὸ δίκαιον τοῦτο εἶναι Ἑλληνικόν, ἐφ’ ὅσον δὲ εἴμεθα Ἕλληνες, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν, ἐξ αὐτῆς τῆς βαρυτάτης ἱστορικῆς ἡμῶν κληρονομίας, νὰ καλλιεργήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἱστορίαν τοῦ Δικαίου τούτου. Κέκτηνται δὲ ἰδιαίτερα οἱ Ἕλληνες προσόντα ἵνα γίνωσιν εἰδικώτεροι καὶ καλλίτεροι ἐρευνηταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δικαίου ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς καταγωγῆς των, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἶναι εὐκολώτερον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀντιλαμβάνωνται τὰς λεπτότητας τῆς γλώσσης καὶ ἐννοιῶν τῶν πηγῶν καὶ ἔχουσιν ἀμεσωτέραν καὶ καθαρωτέραν ἀντίληψιν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ξένοι. Συμπεραίνω: Ἔχομεν δίκαιον ἱστορικὸν ἀπορρέον ἐξ Ἑλληνικῶν πηγῶν ἢ Ἑλληνιστικῶν πηγῶν, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἐξελληνίσθησαν αἱ χῶραι τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου. Τὸ δίκαιον τοῦτο ἐπηρέασε τὴν Βυζαντιακὴν νομοθεσίαν καὶ ἀπετέλεσε τμῆμα καὶ ἠκολούθησε τὴν τύχην τοῦ Βυζαντινοῦ Κράτους. Νομίζω, ὅτι ἡ φωνὴ τοῦ Ἔθνους τῶν Ῥωμαίων ἡ ἐρχομένη ἀπὸ τὰ βάθη τῆς Καππαδοκίας καὶ τοῦ Πόντου, ὅπου κοιμᾶται ὁ δικέφαλος ἀετός, ἐπιβάλλει τὴν σύστασιν τῆς ἕδρας, ἣν ζητῶ, τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου μὲ ταύτην τὴν ἔννοιαν τῆς προαγωγῆς τῆς ἐπιστήμης τῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ Ἑλληνιστικοῦ Δικαίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως τῆς ἕδρας τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἀπὸ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι θεωρητικῶς, δι’ ὃν λόγον διέκοψα τὸν ἐξ Ἀρκαδίας ἔντιμον συνάδελφον, ἡ Πολιτικὴ καὶ ἡ Ποινικὴ Δικονομία ὡς ἀφορῶσαι τὴν λειτουργίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, ἔχουσι μεγίστην συγγένειαν πρὸς ἀλλήλας, συγγένειαν, οἵαν δὲν ἔχει ἡ Ποινικὴ Δικονομία πρὸς τὸ Ποινικὸν Δίκαιον Ἐπίσης φρονῶ θεωρητικῶς, ὅτι ὑπάρχει μία ἐπιστήμη τοῦ Δικονομικοῦ Δικαίου θεμελιωθεῖσα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Bülow καὶ τοῦ Wach, ὅτι πρὸ τῶν νεωτέρων ἐρευνῶν καὶ τῆς νέας ἐπιστημονικῆς θεμελιώσεως Δικονομικὴ ἐπιστήμη δὲν ὑπῆρχε. Τοιαύτη ἐπιστήμη Δικονομικοῦ Δικαίου, σήμερον μόνον πλάσσεται, καὶ εἶναι αὕτη αὐτοτελὴς ἐπιστήμη, προϋποθέτει ὡρισμένην κατεύθυνσιν καὶ ὡρισμένας γνώσεις τῶν νέων ἐρευνῶν ἐκ μέρους τοῦ ἐπιστήμονος, ὁ ὁποῖος ἐπιλαμβάνεται τῆς διδασκαλίας αὐτῆς, ἀποτελοῦσα αὐτοτελῆ κλάδον, διχαζόμενον εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν καὶ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν. Ἑπομένως θεωρητικῶς ἡ Ποινικὴ Δικονομία καθ’ ἑαυτὴν δύναται καὶ πρέπει ν’ ἀποσπασθῇ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ Δικονομικοῦ Δικαίου. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ πράγματα ἔχωσιν οὕτω κατὰ θεωρίαν, ἐὰν δηλ. θεωρητικῶς ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἀπέχει περισσότερον ἀπὸ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου παρὰ ἀπὸ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκὴς λόγος διὰ νὰ ζητῆται ἡ ἀπόσπασις ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἄλλο κλάδοι ἐπιστήμης καὶ ἄλλο ἕδρα Πανεπιστημίου. Ἐπιστημονικῶς ἐπιβάλλεται βεβαίως ἡ διάκρισις τῶν κλάδων τῆς ἐπιστήμης· ἀλλ’ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἔχει ἀξίαν ὁ καθηγητής, ὁ ἐπιστήμων ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλεγεν, ὅτι ἀγνοεῖ τοῦτον τὸν κλάδον καὶ ὅτι εἶναι εἰδικὸς εἰς ἐκεῖνον μόνον τὸν κλάδον τῆς ἐπιστήμης του. Νομίζω ὅτι ἄριστα ὁ καθηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου δύναται νὰ διδάξῃ καὶ Ποινικὴν Δικονομίαν καὶ ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, τὸ σύστημα τῶν ἀποκλειστικῶν εἰδικῶν ἑδρῶν, νομίζω ὅτι τὰ καθήκοντα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἐπιβαρύνηται οὗτος προσθέτως μὲ τὴν διδασκαλίαν καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Ἐφ’ ὅσον διατηρεῖται τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ὁ καθηγητὴς ἑνὸς κλάδου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διδάξῃ ἕτερον μάθημα, μὴ ἀνατεθειμένον εἰς αὐτόν, ὡς συνέβη ἄλλοτε μὲ τὸν κ. Εὐταξίαν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπηγορεύθη νὰ διδάξῃ Ἀστικὸν Δίκαιον, καὶ ἐθεωρήθη ὅτι εἶχε παρανομήση, διότι ἐδίδαξέ τινα μαθήματα Ἀστικοῦ Δικαίου, ἐνῷ ἦτο καθηγητὴς τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ. Ὑπὸ τοιοῦτο σύστημα ὁ καθηγητὴς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου εἶναι οὕτω βεβαρημένος μὲ τὸν κλάδον του, ὅστις ἔχει λάβει ἄπειρον ἔκτασιν, διότι ναὶ μὲν δὲν ἔχουσι παραχθῆ νέαι ἀλήθειαι, ἀλλ’ ἔχουσι πάντως παραχθῆ νέαι διδασκαλίαι Ποινικοῦ Δικαίου, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλει ν’ ἀσκήσῃ τὴν κριτικὴν καὶ νὰ διδάξῃ καὶ τὰς θεωρίας, ἀλλὰ καὶ τὴν κριτικὴν τῶν νέων θεωριῶν εἰς τοὺς φοιτητάς, ὥστε θὰ ἦτο ὑπεράνθρωπον ἔργον νὰ ἀπαιτῶμεν παρ’ αὐτοῦ νὰ προαγάγῃ ἐκτὸς τῆς ἐπιστήμης τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ τὴν ἐπιστήμην τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι, ἐνδείκνυται ὁ χωρισμὸς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου ἀπὸ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν. Ἀλλὰ τί γενήσεται ἡ Ποινικὴ Δικονομία; Εἶπον καὶ προηγουμένως ὅτι ἰδίᾳ κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν ἐπλάσθη ἡ ἐπιστήμη τοῦ Δικονομικοῦ Δικαίου, ἀνευρέθησαν αἱ ἀφῃρημένοι ἔννοιαι τῆς Δικονομίας καὶ ἀνελύθησαν αὗται. Σήμερον λοιπὸν θεωρητικῶς ὑποστηρίζεται ἡ συνάφεια καὶ ἡ συνδιδασκαλία τῆς Ποινικῆς καὶ τῆς Ἀστικῆς Δικονομίας. Ἐὰν λάβητε, κύριοι Βουλευταί, ἀνὰ χεῖρας νεώτερα δικονομικὰ συγγράμματα θὰ ἴδητε ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα πρὸς θέσιν τῶν δικονομικῶν ζητημάτων καὶ λύσιν αὐτῶν λαμβάνονται ἐν ὑπομνήμασι ἐπὶ τοῦ Ἀστικοῦ Δικονομικοῦ Δικαίου, ἐκ τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ ἀντιστρόφως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἂν διχασθῇ ἡ ἕδρα τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας διὰ νὰ ἀποτελέσῃ τὸ Ποινικὸν Δίκαιον ἰδιαιτέραν ἕδραν, ἡ ἕδρα τῆς Ποινικῆς Δικονομίας δύναται νὰ συνταυτισθῇ μετὰ τῆς μιᾶς ἕδρας τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου. Τὴν ἕδραν ταύτην εὑρίσκω περιττὴν ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω προκαταβολικῶς καὶ πρὸς ἄρσιν παρεξηγήσεως, ὅτι διάκειμαι εὐλαβέστατα πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, πρὸς πᾶσαν ἐκκλησίαν, ἀλλὰ ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω ὁ ἴδιος καὶ ἐὰν τις δὲν μὲ γνωρίζει δύναται νὰ πεισθῇ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐγὼ οὔτε ὑπότροφος ὑπῆρξα μοναστηρίου, οὔτε ἀγωγὴν ἤγειρα ἐναντίον αὐτοῦ. Ἀλλ’ εὑρίσκω ὅτι εἶχον πληρέστατα δίκαιον οἱ προλαλήσαντες, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐκ λόγων οἰκονομίας περιοριζόμεθα εἰς ὀλίγας ἕδρας καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὰς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι ἀσύγγνωστος πολυτέλεια ἡ διδασκαλία τοῦ αὐτοῦ μαθήματος εἰς δύο διαφόρους Σχολὰς ὑπὸ δύο διαφόρων καθηγητῶν. Νομίζω ὅτι προκειμένου νὰ ἐξοικονομήσωμεν ἕδραν δι’ ἄλλο σπουδαιότερον μάθημα, πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν μία ἦτο ἡ διδασκαλία τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου διά τε τοὺς θεολόγους καὶ διὰ τοὺς νομικούς, οὕτω καὶ σήμερον μία δέον νὰ εἶναι ἡ ἕδρα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου. Ἂς μὴ παραπλανηθῇ τις ἐκ τῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διαφόρου ὀνομασίας Κανονικὸν Δίκαιον ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ, Ἐκκλησιαστικὸν ἐν τῇ Νομικῇ, καὶ ὑποθέσῃ ὅτι πρόκειται περὶ δύο διαφόρων πραγμάτων. Ἡ διάκρισις μεταξὺ Κανονικοῦ καὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου εἶναι αὐθαίρετος, δὲν εἶναι ἐπιστημονική. Ἡ ἐπιστήμη δὲν τὴν γνωρίζει. Κανονικὸν καὶ Ἐκκλησιαστικὸν Δίκαιον εἶναι ἕν καὶ τὸ αὐτό, καὶ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ δίκαιον διδάσκουσιν οἵ τε θεολόγοι καὶ οἱ νομικοί. Οἱ νομικοὶ ὀφείλουν νὰ γνωρίζουν Κανονικὸν Δίκαιον, δηλ. ὄχι μόνον τὰς σχέσεις Ἐκκλησίας καὶ Πολιτείας, τὰς ὁποίας ἄλλως διδάσκει καὶ ὁ καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ὄχι μόνον τοὺς κανόνας τοὺς περιέχοντας Ἰδιωτικὸν Δίκαιον, αὐτοὺς ἄλλως διδάσκουν οἱ καθηγηταὶ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, ἀλλὰ ὀφείλουν νὰ γνωρίζουν καὶ τὴν ἀπομένουσαν ἐκ τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ὕλην ποινικὴν καὶ διοικητικήν. Ταύτην ὅμως εὐχερὲς εἶναι νὰ διδαχθῶσιν ὑπὸ τοῦ καθηγητοῦ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, οὕτως ὥστε ἐντελῶς περιττὴ ἀποβαίνει ἡ ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ δημιουργία τῆς αὐτῆς ἕδρας. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατό τις ἴσως νὰ εἴπῃ, εἶναι ὅτι, ἐὰν ὑπάρξουν δύο ἕδραι, θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς μὲν τὸν καθηγητὴν τὸν διδάσκοντα εἰς τὴν Νομικὴν Σχολήν, ἐπειδὴ θὰ ἔχῃ ἀπέναντί του ἀκροατὰς ἔχοντας Νομικὴν μόρφωσιν, νὰ περιορίζῃ μὲν τὴν δογματικὴν διδασκαλίαν, νὰ ἐπεκτείνηται δὲ εἰς τὸ ἱστορικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ γνωρίζουν οἱ φοιτηταὶ τῆς Νομικῆς, διότι δὲν θὰ γνωρίζουν ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν· ἀντιθέτως δέ, εἰς τὸν ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ καθηγητήν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ εἰς τὸ ἱστορικὸν μέρος, ἀλλὰ νὰ ἐκτείνηται εἰς τὴν δογματικὴν ἀνάπτυξιν, τῆς ὁποίας τὰ στοιχεῖα δὲν ἔχουν οἱ φοιτηταὶ τῆς Θεολογίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατό τις νὰ προτείνῃ ὑπὲρ τῆς δημιουργίας δύο ἑδρῶν Κανονικοῦ δικαίου· ἀλλ’ ἡ ἀξία αὐτοῦ σβέννυται πρὸ τῆς σπουδαιότητος τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ὕπαρξις ἑτέρων ἑδρῶν εἰς ἄλλας Σχολάς. Ἐὰν ὑπάρξῃ μία ἕδρα, εἶναι εὐχερέστατον εἰς τὸν καθηγητὴν τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς νὰ κανονίσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν διδασκαλίαν του, ὥστε καὶ οἱ θεολόγοι καὶ οἱ νομικοὶ νὰ τὸν ἀκούωσι. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐξ ἄλλου λόγου ἐνδεδειγμένη ἡ ἀπάλειψις τῆς ἕδρας τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐκ τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Διότι ἀποτελεῖ ὑπερβολικὴν καταπόνησιν τῶν φοιτητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς, ἡ παρακολούθησις ὡς ἐξετασίμου μαθήματος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, δηλαδὴ τοῦ τμήματος τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου τοῦ ἀπομένοντος μετὰ τὴν ἐξέτασιν, τὴν ὁποίαν ὑποχρεωτικῶς κάμνει ὁ καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ καὶ Ἀστικοῦ Δικαίου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀξιῶμεν κατὰ τὰς ἐξετάσεις ἀπὸ τοὺς φοιτητὰς τῆς Νομικῆς Σχολῆς νὰ ἐπιμένωσιν εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τῆς ἀμέσως πρακτικῆς ὠφελιμότητος διὰ τὸ ἐπάγγελμά των. Οὗτος δὲ εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ὁ κ. Εὐταξίας, καθ’ ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν του οὔτε κατὰ τὰς ἐξετάσεις οὔτε κατὰ τὴν διδασκαλίαν ἐπέμεινεν εἰς τὰ ζητήματα τοῦ Ποινικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου, ἢ τοῦ Διοικητικοῦ. Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα ὡς πρὸς τοὺς θεολόγους. Οἱ θεολόγοι ἐφ’ ὅσον καλοῦνται νὰ καταλάβωσι θέσεις ἐν τῇ ἐκκλησιαστικῇ ἱεραρχίᾳ, νὰ ἀσκήσωσιν αὐτοὶ ἐκκλησιαστικὴν δικαιοδοσίαν, ἥτις κατὰ τὴν παρ’ ἡμῖν ἔννομον τάξιν εἶναι αὐτοτελεῖς καὶ ἀνεξάρτητοι, ὀφείλουν νὰ γνωρίζωσι κατὰ βάθος τὸ κανονικὸν δίκαιον καὶ νὰ ἐξετάζωνται εἰς αὐτό, καὶ δὲν εἶναι λόγος δίκαιος νὰ ὑποχρεωθῶσιν ἐπίσης κατὰ βάθος νὰ τὸ γνωρίζουν καὶ νὰ ἐξετάζωνται εἰς αὐτὸ καὶ οἱ νομικοί. Τοὺς φοιτητὰς τῆς νομικῆς, δίκαιον εἶναι νὰ ὑποχρεώσωμεν ὅπως ἀκούσουν καὶ τὸ μάθημα τοῦ Κανονικοῦ Δικαίου ἐν τῇ Θεολογικῇ Σχολῇ, ὄχι ὅμως καὶ ὅπως ἐξετάζωνται εἰς αὐτό. Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ὅτι τὴν ἕδραν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου ἐν τῇ Νομικῇ Σχολῇ κατέχει ἤδη ἐπιστήμων ὡς ὁ κ. Εὐταξίας, οὗτινος ὑπῆρξα μαθητής, θεωρῶ οὐχὶ εὐπρεπὲς νὰ εἰσηγηθῶ ὅπως ἀπὸ τοῦδε καταργηθῇ ἡ ἤδη ὑπάρχουσα ἕδρα, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ ἀνδρός, ἀπρεπὴς θὰ ἦτο ἡ περαιτέρω διατήρησις τῆς ἕδρας καὶ δέον αὕτη νὰ κηρυχθῇ ἔκτοτε κατηργημένη. Περαιτέρω ἐξετάζων τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκω ὄχι σκόπιμον τὴν συγχώνευσιν τῶν μαθημάτων τῆς Πολιτικῆς καὶ Δημοσίας Οἰκονομίας εἰς μίαν ἕδραν. Πρὸ ἑκατὸν ἐτῶν θὰ συνεχωρεῖτο ἴσως τὸ πρᾶγμα, ἔστω καὶ πρὸ ἑξήκοντα ἐτῶν· σήμερον ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συγχωνεύσωμεν τὰς δύο ταύτας ἕδρας. Ἔχει τόσον εὐρυνθῇ τὸ πεδίον ἑκατέρας τῶν ἐπιστημῶν τούτων, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθῇ ἐν παρέργῳ εἴτε ἡ μία εἴτε ἡ ἄλλη ἐξ αὐτῶν. Χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας ἐπιβάλλεται νὰ διδαχθῇ ἡ Δημοσία Οἰκονομία εὐρύτατα, ἐὰν δὲ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθῇ ἡ Δημοσία Οἰκονομία ἐν παρέργῳ ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῆς καὶ τοῦ Κράτους, δι’ ἔτι μείζονα λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διδαχθῇ ἐν παρέργῳ ἡ Πολιτικὴ Οἰκονομία. Διὰ τὴν Πολιτικὴν δὲ Οἰκονομίαν θὰ ἐζήτουν ἐγὼ δύο ἕδρας, ἕδραν Θεωρητικῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας καὶ ἕδραν πρακτικῆς ἢ ἐφηρμοσμένης Πολιτικῆς Οἰκονομίας. Σήμερον ἔχει τόσον πολὺ αὐξηθῇ κατ’ ἔκτασιν ἡ Πολιτικὴ Οἰκονομία, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐπαρκεῖ νὰ διδάξῃ αὐτὴν ὡς ἓν μάθημα. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἷς καθηγητὴς δὲν δύναται νὰ διδάξῃ αὐτὴν ἐν ὅλῃ της τῇ ἐκτάσει, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διδάξῃ αὐτὴν συνοπτικῶς ὡς ἓν μάθημα. Θὰ ἦτο καλύτερον νὰ ἐδίδασκον δύο καθηγηταὶ ἐξ ὑπαμοιβῆς ὁ μὲν θεωρητικήν, ὁ δὲ πρακτικὴν Πολιτικὴν Οἰκονομίαν. Πάντως ὅμως λόγῳ τῆς ἐκτάσεώς της ἡ Πολιτικὴ Οἰκονομία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἓν μάθημα, ὅτι ἀποτελοῦν δηλ. ἓν μάθημα αἱ Οἰκονομικαὶ θεωρίαι καὶ ἡ διδασκαλία περὶ γεωργικῆς Οἰκονομίας, περὶ Τραπεζῶν, περὶ Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, περὶ Βιομηχανίας. Οὐδ’ εἶναι αἱ διδασκαλίαι αὗται τόσον μικραὶ ἢ τόσον ἀσήμαντοι ὥστε νὰ διδαχθῶσιν ἐν παρέργῳ. Εἶναι ἀπαραίτητον ἰδίᾳ διὰ τὴν νεωτέραν κοινωνίαν νὰ διδάσκωνται τὰ μαθήματα ταῦτα ἐπιστημονικῶς καὶ ἐν ἐκτάσει, ὥστε νὰ φωτίζηται ἡ κοινωνία καὶ νὰ μεταδίδωνται ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότεραι γνώσεις, εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ληφθῶσι μετά τινα καιρὸν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ Πολιτικοί, οἱ Κυβερνῆται τοῦ τόπου. Ἔρχομαι τέλος εἰς τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, διὰ νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν διάγραμμα παρουσιάζει σπουδαιοτάτην ἔλλειψιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποσχεθῆ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ συμπληρώσῃ, τὴν ἔλλειψιν τῆς ἰδιαιτέρας ἕδρας τῆς Μέσης καὶ Νεωτέρας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας.
§416Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὴν εἰσήγαγον, τὴν ἔχω ἔκτακτον.
§417Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν ἀκριβῶς τοῦτο νὰ παρατηρήσω ὅτι ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι τακτικὴ ἡ ἕδρα αὕτη, διότι ἔχει ἴσην σπουδαιότητα διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην, ὅσην καὶ αἱ ἕδραι τῆς Ἀρχαίας Φιλολογίας.
§418Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι τὴν εἰσάγομεν πρώτην φοράν.
§419Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἦτο λάθος καὶ ἐθνικὴ προδοσία διότι ὑπῆρξε ἀναντιρρήτως μία αἰτία τῆς οἰκτρᾶς ψυχολογικῆς καταστάσεως ἥτις χαρακτηρίζει τὸ ἔθνος ἡ ἔλλειψις τῆς ἀκαδημικῆς ταύτης ἕδρας, ἔλλειψις ὀφειλομένη εἰς τὴν ὑπὸ τῶν στενοκεφάλων κλασσικιστῶν ἄγνοιαν τῆς βυζαντιακῆς κληρονομίας, τὴν ὁποίαν ἄχρις ὥρας μόνον οἱ νομικοὶ ἀναγνωρίζομεν καὶ σεβόμεθα. Ἔχομεν ὅμως ὑποχρέωσιν καὶ εἶναι καιρὸς πλέον νὰ γνωρίσωμεν καὶ τὴν κληρονομίαν ταύτην διὰ νὰ αἰσθανθῶμεν ὡς ἔθνος τὸν ἑαυτόν μας, τὸν ὁποῖον δὲν θὰ αἰσθανθῶμεν, ἐὰν μάθωμεν μόνον τοὺς προπάτοράς μας τοὺς πρὸ Χριστοῦ, χωρὶς νὰ μάθωμεν συγχρόνως καὶ τοὺς προπάτοράς μας τοὺς μετὰ Χριστόν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν ἐν τῷ βίῳ καὶ πολιτισμῷ ἡμῶν, ὡς ἔθνος καὶ ὡς φυλὴ καὶ ὡς κοινωνία, ἐὰν δὲν γνωρίζωμεν τίνα ζωὴν διηγάγομεν καθ’ ὅλην τὴν περίοδον τοῦ ἱστορικοῦ ἡμῶν βίου, ἄρα καὶ κατὰ τὴν μετὰ Χριστὸν περίοδον; Εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἀποκρούσωμεν τῶν προγόνων μας τὴν κληρονομίαν; Καὶ δὲν ἐπιβάλλεται ἤδη, διὰ τῆς δημιουργίας τῆς τακτικῆς ἕδρας ἣν ζητῶ, νὰ δώσωμεν τὴν πρέπουσαν βαρύτητα καὶ σημασίαν εἰς τὴν μελέτην τοῦ μέσου καὶ νεωτέρου ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ὅλων τῶν στοιχείων αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι μέσα μας καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ γνωρίσωμεν διὰ νὰ δυνηθῶμεν μὲ μεγαλειτέραν συναίσθησιν τῶν δυνάμεών μας νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἡ διπλῆ κληρονομία μᾶς ἐπιβάλλει; Τοσαῦτα εἶχον νὰ εἴπω. Ἀναγνωρίζω ὅτι δὲν προσέθηκά τι νέον εἰς ὅσα εἶπον οἱ πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες συνάδελφοι· εἶπον ὅμως ταῦτα διὰ νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς διατελέσας διδάσκαλος ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν γνωμῶν τῶν ἐντίμων συναδέλφων.
§420Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀφοῦ πολλὰ καὶ σοφὰ ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῶν ἑδρῶν τῶν διαφόρων Σχολῶν τῶν δύο Πανεπιστημίων, ἰδίᾳ τῆς Ἰατρικῆς καὶ τῆς Νομικῆς, οἵτινες εὐτυχῶς ἀντιπροσωπεύονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ πολλῶν καὶ διαπρεπῶν ἐπιστημόνων συναδέλφων, δίκαιον, νομίζω, εἶναι νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἐμέ, τὸν ἁπλοῦν καὶ ἄνευ ἀξιώσεων τρόφιμον τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, διὰ βραχέων νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου περὶ τῶν ἐπιστημονικῶν ἀναγκῶν τῆς Σχολῆς, ἐξ ἧς προῆλθον, οἱονεὶ τὰ διδασκάλια ἀποτίνων αὐτῇ. Ἀρχόμενος ἀπὸ τῶν ἑδρῶν τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας παρατηρῶ ὅτι αὗται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὁρίζονται εἰς τρεῖς μόνον, ἤτοι κατὰ μίαν ὀλιγώτεραι τῶν πρὸ μικροῦ ὑπαρχουσῶν τεσσάρων τοιούτων. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ποῖοι λόγοι ἤγαγον τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ περιορίσῃ τὰς ἕδρας τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας εἰς τρεῖς, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω τὸ καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως καὶ νὰ δηλώσω ὅτι θεωρῶ ταύτας ὅλως ἀνεπαρκεῖς. Ἄλλοτε, κύριε Ὑπουργέ, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1880 ἀκόμη, ὅτε ἐγὼ εἰσῆλθον εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὑπῆρχον πέντε τακτικοὶ καθηγηταὶ τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων, οἱ ἀοίδιμοι Κόντος, Σεμιτέλος, Πανταζίδης, Φιντικλῆς καὶ ὁ ἐπιζῶν κ. Μιστριώτης, οἵτινες, παρ’ ὅλην τὴν φιλοπονίαν καὶ τὴν εὐσυνείδητον τοῦ καθήκοντος ἐκπλήρωσιν, μόλις ἐπήρκουν εἰς τὰς ἐπιστημονικὰς καὶ τὰς ἄλλας ἀνάγκας τῆς Σχολῆς. Βραδύτερον, τοῦ χρόνου προϊόντος, ἀπέμειναν τέσσαρες ἕδραι καὶ ταύτας ἔδει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀθίκτους ν’ ἀφήσῃ ὁ νέος ὀργανισμός. Διότι, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν μεγάλην ἔκτασιν τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, ἥτις, πλὴν τῆς ἑρμηνείας καὶ τῆς κριτικῆς τῶν ἀρχαίων κειμένων, περιλαμβάνει καὶ πλείστους ἄλλους αὐτοτελεῖς κλάδους, π.χ. τὴν Ἑλληνικὴν Γραμματολογίαν, τὴν ὁποίαν ἄλλοτε δύο καθηγηταὶ ἐδίδασκον, τὴν ἱστορίαν τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ βίου τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, τὴν μετρικήν, τὴν παλαιογραφίαν μετ’ ἀσκήσεων φροντιστηριακῶν κ.λ.π., ἐάν, λέγω, λάβωμεν ταῦτα πάντα ὑπ’ ὄψιν, θὰ κατανοήσωμεν ὅτι εἶναι ἀνεπαρκεῖς τρεῖς καθηγηταὶ νὰ εἰσάγωσι τοὺς σπουδαστὰς εἰς τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνας συγγραφεῖς, τούς τε πεζοὺς καὶ ποιητάς, καὶ νὰ παρέχωσιν αὐτοῖς τὰς γνώσεις, τὰς ἀναφερομένας εἰς τοὺς κλάδους τοὺς συναφεῖς πρὸς τὴν καθόλου Ἑλληνικὴν Φιλολογίαν. Ἀλλ’ ἴδωμεν, κύριοι Βουλευταί, τί γίνεται ἐν προκειμένῳ καὶ ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις τῆς ἀλλοδαπῆς, ἀφοῦ εἴθισται πλέον ν’ ἀνατρέχωμεν ἀνὰ πᾶν ἡμῶν βῆμα προόδου ἢ νεωτερισμοῦ εἰς τὰ ἐν τῇ σοφῇ ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ γινόμενα.
§421Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὰ γνωρίζομεν αὐτά.
§422Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ἁπλοῦν μόνον βλέμμα ῥίπτοντες εὑρίσκομεν ὅτι ἐκεῖ τιμῶνται μᾶλλον τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα ἢ ἐν τῇ κλασσικῇ αὐτῶν κοιτίδι, ἔνθα ἀπό τινος χρόνου πολλοί, ὡς μὴ ὤφελεν, ἐπιπολαίως καὶ ἀβασανίστως κρίνοντες τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἡμῶν πράγματα ψάλλουσιν ἀδιακόπως τὰς γνωστὰς ἱερεμιάδας κατὰ τοῦ κλασσικισμοῦ, ὡς πάντη ἀκάρπου καὶ αἰτίου δῆθεν πάσης κακοδαιμονίας καὶ ὀπισθοδρομήσεως τοῦ Ἔθνους. Ἀλλ’ ἂς μὴ προχωρήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα μὴ ἐπισύρω τὰς διαμαρτυρίας νεωτεριστῶν τινων, οὕς, ὅταν σὺν Θεῷ κατὰ τὸν προσεχῆ Ὀκτώβριον συζητηθῶσι τὰ περὶ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδια τοῦ κυρίου ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργοῦ, θὰ δυνηθῶ, ἐλπίζω, νὰ πείσω ὅτι δὲν εἶμαι ἐκ διαμέτρου ἀντίθετος πρὸς τὰς γνωστὰς αὐτῶν γνώμας περὶ τῆς ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον τροπῆς τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τῆς Δημοσθενείου ῥήσεως «καὶ τοῦτο δεῖ ποιεῖν, κἀκεῖνο μὴ ἀφιέναι». Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην εἰς τὸ θέμα μου. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ἰδίᾳ ἐν Γερμανίᾳ, τιμῶνται τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα περισσότερον ἢ ἐν τῇ εὐκλεεῖ αὐτῶν κοιτίδι καὶ διὰ τοῦτο ἐν τοῖς διαφόροις Εὐρωπαϊκοῖς Πανεπιστημίοις 4 καὶ 5 καὶ 6 καθηγηταὶ διδάσκουσι τὴν Ἑλληνικὴν Φιλολογίαν, λ.χ. ἐν τῷ τοῦ Βερολίνου Πανεπιστημίῳ ὑπάρχουσιν 6 τακτικοὶ καθηγηταὶ αὐτῆς, ἐν τῷ τῆς Λειψίας 5, ἐν τῷ τῆς Ἑϊδελβέργης 6, ἐν τῷ τῆς Τυβίγγης 6, ἐν τῷ τοῦ Λουγδούνου τῆς Γαλλίας 5, ἐν τῷ τῆς Μόσχας καὶ τῆς Βουδαπέστης ἀνὰ τρεῖς. Καὶ ἐν ταῖς Ἡνωμέναις Πολιτείαις τῆς Ἀμερικῆς ὁμοίως πολλῆς σπουδῆς ἀξιοῦνται τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα, διότι ἐν Σικάγῳ διδάσκουσιν αὐτὰ πέντε καθηγηταὶ καὶ ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ ἑπτά. Ἀφοῦ λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, οἱ πεπολιτισμένοι λαοὶ θεραπεύουσι τόσον τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα μόνον διὰ τὴν ἀνθρωπιστικὴν αὐτῶν δύναμιν καὶ θεωροῦσιν ἀναγκαῖον τοιοῦτος ἀριθμὸς καθηγητῶν νὰ διδάσκῃ Φιλολογίαν ξένην διὰ τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας, δι’ οὓς καὶ ἐθνοποιὸν δύναμιν κέκτηνται ταῦτα, καθόσον δι’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ κρατύνωμεν καὶ τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν φρόνημα, ἐπιβάλλεται ἡ ὕπαρξις 4 ἢ 5 ἑδρῶν τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας ἐν Πανεπιστημίῳ Ἑλληνικῷ, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνισμοῦ λειτουργοῦντι, ἐν ᾧ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἐπιστήμην δέον νὰ ἀνθῇ, καὶ ἐξ ἐθνικῆς φιλοτιμίας ἀκόμη, ἡ θεραπεία τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ τῶν ἀπαραμίλλων προϊόντων τοῦ ἀρχαίου Ἑλληνικοῦ πνεύματος. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ἡμεῖς οἱ ἀπόγονοι τῶν παραγαγόντων ἔργα πνευματικὰ καὶ τεχνικὰ ἀνεφίκτου τανῦν πρωτοτυπίας καὶ τελειότητος, ὅτι οἱ παλαιοὶ Ἕλληνες συγγραφεῖς, ποιηταὶ καὶ πεζογράφοι εἶναι οἱ ἄριστοι καὶ ἀσφαλέστατοι διαμορφωταὶ τῆς ἀνθρωπίνης διανοίας, ὅτι εἶναι τὰ ἔξοχα πρότυπα τῶν λαμπρῶν καὶ ὑψηλῶν συνθέσεων τῆς φαντασίας, τοῦ νοῦ, τῆς κρίσεως καὶ τῆς τοῦ καλοῦ αἰσθήσεως. Διὰ τοῦτο ὁ κριτικώτατος καὶ παιδαγωγικώτατος Κοϊντιλιανός, ἀναγνωρίζων τὴν μεγίστην ἀνθρωπιστικὴν δύναμιν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων συνεβούλευε τοὺς ἑαυτοῦ συμπολίτας, τοὺς Ῥωμαίους, ἀπὸ τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων νὰ ἄρχωνται τῆς τῶν νέων παιδεύσεως καὶ τούτους κορωνίδα νὰ ἔχωσι. Διὰ τοὺς γενικωτάτους καὶ σπουδαιοτάτους τούτους λόγους, κύριοι Βουλευταί, καὶ διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἡ ἐλάττωσις τῶν ἑδρῶν τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας ἐν Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ θὰ ὑπεσήμαινε ἐπισήμως ποιάν τινα μείωσιν τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῆς ἐκτιμήσεως, ἣν ἡμεῖς οἱ νεώτεροι Ἕλληνες ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα, τὴν ἀείζωον ταύτην πνευματικὴν τροφὴν τῆς οἰκουμένης, ἐπιβάλλεται νὰ διατηρηθῶσι τοὐλάχιστον αἱ καὶ σήμερον ὑπάρχουσαι τέσσαρες ἕδραι τῆς Ἑλληνικῆς Φιλολογίας καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ μετὰ τόσης εὐγενοῦς φιλοδοξίας καὶ ἐνθέρμου ζήλου ἐργαζόμενος ὑπὲρ τῆς κρείσσονος διαρρυθμίσεως τῶν πανεπιστημιακῶν πραγμάτων, θὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου ταύτην. Ἑτέρα προσέτι ἕδρα, ἧς τὴν σύστασιν θεωροῦμεν ἀναγκαιοτάτην, εἶναι ἡ τῆς Νομισματολογίας καὶ Σφραγιδογλυφίας. Ἡ Νομισματικὴ σήμερον, κύριοι Βουλευταί, εἶναι σπουδαιότατον μάθημα τῶν φιλολογικῶν καὶ ἱστορικῶν ἐπιστημῶν, καθόσον ἐν αὐτῇ περιέχονται ἡ ἱστορία τῆς Τέχνης καθόλου, ἡ Ἐπιγραφική, ἡ Ἱστορία ἐν γένει, ἡ Γεωγραφία, ἡ Μυθολογία, ἡ Μετρολογία, ἤτοι περὶ μέτρων καὶ σταθμῶν, καὶ γενικῶς εἰπεῖν πλεῖστα ὅσα διδάσκεταί τις ἐξ αὐτῆς, ὡς τὴν προσωπογραφίαν, διάφορα οἰκονομικὰ ζητήματα καὶ λοιπά. Ἕνεκα δὲ πάντων τούτων δικαίως καλεῖται αὕτη Γραμματικὴ τῶν φιλολογικῶν καὶ ἱστορικῶν ἐπιστημῶν. Τὰ νομίσματα, Κύριοι, εἶναι ἐκ τῶν σημαντικωτάτων μνημείων τῆς ἀρχαιότητος, διότι ἐν σμικρῷ ἀποτελοῦσι τὸ κάτοπτρον πάσης πνευματικῆς καὶ καλλιτεχνικῆς ἀναπτύξεως καθ’ ὅλας τὰς ἐποχάς, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἄπειρα εἶναι τὰ ζητήματα, ἅτινα διὰ τῶν νομισμάτων διαφωτίζονται, καὶ συγχρόνως ἡ περὶ αὐτὰ ἀσχολία οὐ μόνον παρορμᾷ τὸ πνεῦμα πρὸς εὐρυτέραν ἔρευναν, ἀλλὰ καὶ διαπλάττει τὸ καλλιτεχνικὸν αἴσθημα τοῦ ἀνθρώπου. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ Νομισματική, ἄπλετον φῶς ἐπιχέουσα ἐπὶ πάντα τὰ σημεῖα τοῦ ἀρχαίου, μέσου καὶ νωτέρου πολιτισμοῦ, εἶναι, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τῶν σπουδῶν παντὸς φιλολόγου, ἱστορικοῦ καὶ ἀρχαιολόγου. Ταῦτα ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως, δι’ ἣν ἐπικαλοῦμαι κυρίως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα πεισθῇ πόσον ἀναγκαία καὶ ἐπιβεβλημένη εἶναι ἡ σύστασις τοιαύτης ἕδρας. Ἐὰν ἱδρυθῇ καὶ λειτουργήσῃ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἕδρα τῆς Νομισματολογίας, θὰ εἶναι δυνατὸν ἐφεξῆς οἱ φοιτηταὶ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς καὶ μέλλοντες λειτουργοὶ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, κάτοχοι ὄντες τῶν στοιχειωδεστέρων τοὐλάχιστον νομισματικῶν γνώσεων, ὧν νῦν παντελῶς ἀμοιροῦσιν ἐλλείψει καὶ τῆς ἐλαχίστης διδασκαλίας, νὰ χρησιμοποιῶσι ταύτας καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Καθ’ ἑκάστην ἐν πάσῃ γωνίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς γῆς ἀνευρίσκονται νομίσματα καὶ δακτυλιόλιθοι μεγίστης ἀξίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ οἱ φιλόλογοι καὶ διδάσκαλοι ἡμῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τὴν σημασίαν καὶ σπουδαιότητα αὐτῶν, οὔτε οὐδὲν οὐδέποτε παρ’ οὐδενὸς ἀκούσαντες ἢ μαθόντες, φυγαδεύονται ταῦτα εὐχερῶς ἀντὶ ὀλίγων κερμάτων καὶ οὕτω θησαυροὶ ὑψίστης ἀξίας κοσμοῦσι τὰ ξένα μουσεῖα. Ἂν δ’ ὅμως οἱ ἐν τοῖς Ἑλληνικοῖς σχολείοις καὶ Γυμνασίοις ὑπηρετοῦντες φιλόλογοι εἶχον διδαχθῆ Νομισματολογίαν, πολλὰ ἄτοπα βεβαίως θὰ προελαμβάνοντο. Ἐκ πάντων τούτων, κύριοι Βουλευταί, ἱκανῶς καταδείκνυται ὅτι ἡ ἕδρα τῆς Νομισματικῆς καὶ Σφραγιδογλυφίας εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ ἀπαραίτητος καὶ μέλλει νὰ πληρώσῃ σπουδαιοτάτην ἀνάγκην. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἑξῆς ἀκόμη σπουδαῖον λόγον εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἵδρυσις τοιαύτης ἕδρας καὶ μάλιστα τακτικῆς. Διότι, τακτικῆς οὔσης τῆς ἕδρας, ὁ μέλλων καθηγητὴς αὐτῆς θὰ δύναται διὰ νόμου εἰδικοῦ νὰ ἔχῃ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐθνικοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου, ἐν ᾧ ἀνεκτίμητα κειμήλια περιέχονται καὶ διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ὁποίων ὀφείλει τὸ Κράτος νὰ λάβῃ ἔγκαιρον πρόνοιαν, ἵνα μὴ ἐν δεδομένῃ ἀτυχῶς περιστάσει φανῶμεν καὶ πάλιν Ἐπιμηθεῖς, ὅπως ἐφάνημεν καὶ πρὸ 25 ἐτῶν κατὰ τὴν γνωστὴν κλοπὴν τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου. Δι’ ὅλους τοὺς σοβαροὺς τούτους λόγους παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου ταύτην. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰς ἕδρας τῆς Λατινικῆς Φιλολογίας, ὀφείλω νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διότι καὶ οἴκοθεν κατιδὼν τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς μιᾶς ἕδρας, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ πρώτῳ ἀνεγράφετο, ὀρθῶς ἀνέγραψε δύο τοιαύτας ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ βραδύτερον ὑπ’ αὐτοῦ τροπολογίᾳ. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ἑδρῶν τῆς Φιλοσοφίας συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ Λακωνίας κυρίων Μιχαλοπούλου καὶ Κουτούπη περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς προσθήκης καὶ τρίτης ἕδρας, ἀλλὰ μετὰ τῆς παρατηρήσεως, ἣν καὶ ἡ Ἀκαδημαϊκὴ Σύγκλητος ποιεῖται ἐν τῷ ὑπομνήματι αὐτῆς, ὅτι δηλαδὴ καὶ αἱ τρεῖς αὗται ἕδραι πρέπει νὰ ὁρισθῶσιν ἁπλῶς ὡς ἕδραι Φιλοσοφίας ἄνευ τινὸς διακρίσεως, ὥστε νὰ δύναται, καθ’ ἃ ἄλλως καὶ ἀλλαχοῦ γίνεται, ἕκαστος καθηγητὴς νὰ διδάσκῃ ἀναλόγως τῆς εἰδικότητος αὐτοῦ εἴτε θεωρητικὴν Φιλοσοφίαν εἴτε ἱστορίαν τῆς Φιλοσοφίας. Πρὸς τούτοις οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι καὶ ἕδρα ἔκτακτος τῆς ἐμπειρικῆς Ψυχολογίας θὰ συσταθῇ, ὡς ὑπέδειξεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὡς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργός...
§423Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ὑπεσχέθην τίποτε.
§424Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δὲν δύναται νὰ ὑποσχεθῇ ὁ Ὑπουργός· θὰ προτείνῃ ἡ Σύγκλητος καὶ ἡ Σχολή.
§425Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Προηγουμένως ὀφείλω νὰ ἔχω γνωμοδότησιν, διὰ νὰ ὁρίσω. Ὁ Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ζητήσῃ τὴν γνωμοδότησιν, ἀλλά, ἐὰν δὲν ὑπάρξῃ τοιαύτη, δὲν ἔπεται ὅτι θὰ περιορισθῇ ἕως ἐκεῖ.
§426Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, τότε ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ θὰ προτείνῃ ὄχι μόνον τὴν σύστασιν ἕδρας τῆς μέσης καὶ νεωτέρας Ἑλληνικῆς Φιλολογίας, ἀλλὰ καὶ ἄλλας τινὰς ἀκόμη, ἃς καὶ ἡ Σχολὴ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέδειξαν· λ. χ. τὴν τῶν νεωτέρων Λογοτεχνιῶν, τὴν τῶν Ἀνατολικῶν γλωσσῶν, ὡς ἐπικουρικὴν τῆς Γλωσσολογίας, ἣν κοσμεῖ ὁ ἔξοχος καθηγητὴς κ. Γ. Χατζιδάκις, καὶ πρὸ πάντων τὴν τῆς ἱστορικῆς Γεωγραφίας καὶ Λαογραφίας, διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι πάντες οἱ Ἕλληνες εἴμεθα ἀγεωγράφητοι, καθόσον ἡ Γεωγραφία δὲν διδάσκεται εἰμὴ ἐν τοῖς Δημοτικοῖς καὶ Ἑλληνικοῖς σχολείοις. Κατερχόμενος τοῦ βήματος παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις μου ταύτας, εἰς ἃς ὅλως ἀπροσωπολήπτως προέβην καὶ ἐκ μόνου τοῦ πόθου νὰ ἴδω συμπληρουμένην τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ἧς ἡ ἐθνικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ ἀποστολὴ εἶναι ὑψίστη καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἵσταται εἰς τὴν προσήκουσαν περιωπὴν ἀκμῆς καὶ τελειότητος. (Χειροκροτήματα).
§427Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐνόμιζον ὅτι οἱ προλαλήσαντες συνεχώνευσαν εἰς μίαν ἕδραν δύο μαθήματα, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς διάφορα. Πρόκειται περὶ τῆς Πατρολογίας καὶ τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογίας. Ἡ Πατρολογία εἶναι ἡ διδαχὴ τῶν πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ δὲ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογία περιλαμβάνει τὴν μελέτην τῆς χριστιανικῆς ζωγραφικῆς, τῆς γλυπτικῆς, τῆς ἐπιγραφικῆς καὶ πλείστων ἄλλων κλάδων τῆς Ἀρχαιολογίας, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν Πατρολογίαν. Ἐννοεῖται ὅτι, ἐὰν ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ τὸν καθηγητὴν τῆς Πατρολογίας νὰ εἶναι ἔμπειρος ὅλων αὐτῶν, ἡ ἀπάντησίς μας θὰ εἶναι πολὺ μεγάλη. Τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτω σήμερον καταχρηστικῶς· ἔχει δὲ οὕτω διὰ δύο λόγους, πρῶτον διότι κατωρθώθη ἀληθῶς τὸ μάθημα τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογίας νὰ παραδίδηται ἐξόχως καλῶς ὑπὸ ὑφηγητοῦ τιμῶντος τὸ Πανεπιστήμιον καὶ τὴν Ἑλλάδα, δεύτερον δὲ διότι δυστυχῶς, ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν, ὅλοι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες νομίζομεν ὅτι εἴμεθα κατάλληλοι διὰ πάντα, καὶ εἰς οἱονδήποτε καθηγητὴν ἂν εἴπητε —: θέλεις καὶ ἐκεῖνο τὸ μάθημα; — δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ ὄχι, θὰ σᾶς εἴπῃ «μάλιστα»· ἰδίως ὅταν πρόκειται νὰ λάβῃ καὶ τὸ ἐπιμίσθιον τῶν 100 δραχμῶν, τὸ «μάλιστα» θὰ εἶναι ἐντονώτερον. Καθ’ ἣν στιγμὴν λοιπὸν ἀνορθοῦμεν τὰ πάντα νὰ ἀφήσωμεν τοιοῦτον κακὸν νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν νόμον νομίζω ἄτοπον, καὶ τὸ τοιοῦτον θὰ ἐπιφέρῃ βλάβην εἰς τὴν ἀγαθὴν ἐπίδρασιν αὐτοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν ἐνδιαφερόμεθα πάντες, πρὸ παντὸς δὲ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ χωρίσῃ τὴν ἕδραν ταύτην εἰς δύο. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ 10 ἄρθρον ὡς καὶ τὰ ἑπόμενα 11 ἕως 16).
§428ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§429Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ὁρίζηται ὅριον διὰ τοὺς καθηγητάς, οἵτινες θὰ διδάξωσι Φιλολογίαν ἢ Θεολογίαν. Νομίζω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις περαιτέρω περὶ αὐτοῦ. Ἐννοῶ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας διὰ τὸν χειρουργοῦντα ἰατρόν, διὰ τὸν ἰατρόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην τῆς ὀξύτητος ὅλων τῶν αἰσθήσεων, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ποσῶς αὐτὸ δι’ ἕνα, ὁ ὁποῖος διδάσκει Φιλολογίαν, Φιλοσοφίαν ἢ Θεολογίαν· αὐτὸ εἶναι πρωτοφανές.
§430Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἄν ἡ Σχολὴ νομίσῃ εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ παραμονὴ τοῦ καθηγητοῦ, δύναται νὰ παρατείνῃ ἐπὶ μίαν πενταετίαν τὴν παραμονὴν καὶ τὴν διδασκαλίαν αὐτοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ὑπάρχει αὐτὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§431Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, εὑρίσκω ὅτι ἡ ὕπαρξις ὁρίου ἡλικίας διὰ τοὺς καθηγητὰς εἶναι δικαιοτάτη καὶ θὰ ἐφίστων τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας, ὅστις ἔχει ἰδικιτέραν ὑπόληψιν εἰς τοὺς δημοσιολόγους, ὅτι κράτιστος δημοσιολόγος καὶ κράτιστος καθηγητὴς ἐν Γερμανίᾳ ὁ Ῥοβέρτος Φουμόλ, λέγει ὅτι καθηγητής, ὅστις ὑπερέβη τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, εἶναι πάντη ἀκατάλληλος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριε Πρόεδρε, οἱονδήποτε ὅριον καὶ ἂν ἀναγνωρισθῇ ὡς τὸ προσῆκον, προσῆκον δ’ ἐν Γερμανίᾳ θεωρεῖται καὶ εἰσάγεται τὸ ὅριον τῶν 60 ἐτῶν ὡς συντελεστικὸν διὰ τὴν καλλιτέραν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῶν καθηγητῶν καὶ διὰ τὴν διαρκῆ ἀνανέωσιν τοῦ καθηγητικοῦ κλάδου, τὸ ὅριον τῶν 60 ἐτῶν θεωρῶ ὡς ὀρθόν· πολιτικῶς δὲ σκόπιμον εἶναι, ἵνα, οἱονδήποτε ὅριον καὶ ἂν τεθῇ, νὰ τεθῇ οὕτως, ὥστε ἅμα ἐπιστῇ ὁ ταχθεὶς χρόνος νὰ ἀπομακρύνηται ὁ καθηγητής, νὰ μὴ ἐπιτρέπηται πλέον αὐτῷ ἡ παραμονὴ κατόπιν οἱασδήποτε ἀποφάσεως τῆς Σχολῆς.
§432Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πολλάκις τοῦτο θὰ εἶναι ἀπώλεια.
§433Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ μὴ παραμένῃ ὡς τακτικὸς καθηγητής, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἐπίτιμος. Διατηρεῖται ὁ Πλὰγξ ἐν Γερμανίᾳ, ὁ Τρικοὺ εἰσηγητὴς τοῦ Ἀστικοῦ κώδικος, καὶ θὰ ἐθλίβετο ἡ ψυχή σας, ἂν ἐβλέπετε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον, τὸν ὁποῖον ἐσέβετο ὅλη ἡ Γερμανία, νὰ μὴ ἔχῃ ἀκροατάς. Δὲν ἐκπληροῖ κανένα σκοπὸν ἡ τοιαύτη φιλανθρωπία. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι τὸ ὅριον πρέπει νὰ τεθῇ, ὥστε ἅμα τοῦ χρόνου ἐπιστάντος νὰ ἐπέρχηται ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατάσεως ἡ ἀπομάκρυνσις.
§434Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ διαιρεθῶμεν ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε διῃρέθημεν, διότι ἐξ αἰτίας τῆς διαιρέσεως ἐκείνης ἐπιβάλλεται νῦν ἡ διάταξις περὶ ὁρίου τῆς ἡλικίας.
§435ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 17 καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§436ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 25 Ἰουνίου. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§437ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, κ. Πρόεδρε.
§438ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν πρὸς ὀργάνωσιν τῆς Χωροφυλακῆς» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν πρὸς ὀργάνωσιν τῆς Χωροφυλακῆς».
§439Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὑποβάλω σύστασίν τινα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Μετακαλοῦνται ὀργανωταὶ ἀλλοδαποὶ πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ σώματος τῆς Χωροφυλακῆς καὶ διὰ τοῦτο εἶναι πάντη ἀξιέπαινος ἡ Κυβέρνησις. Προσδιορίζεται ὅμως ἡ μισθοδοσία κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν μοὶ φαίνεται ὁ καταλληλότερος. Τὸν ὀργανωτὴν τὸν φαντάζομαι, ὡς μέλλοντα νὰ ὀργανώσῃ τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, νὰ εὑρίσκηται καὶ ἐν τῷ κέντρῳ καὶ νὰ δύναται νὰ μεταβαίνῃ εἰς ὅλα τὰ μέρη καὶ νὰ φροντίζῃ, ὅπως σχηματίζῃ τὴν γενικὴν γνώμην καὶ μεταδίδῃ ταύτην δι’ εἰσηγήσεως εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 δημιουργεῖται διὰ τὸν ὀργανωτὴν θέσις ἀμέσου διοικήσεως. Ἡ ἄμεσος τοποθέτησις τοῦ ὀργανωτοῦ ἐπὶ τὴν διοίκησιν τοῦ σώματος θέλει στερήσει τῶν φώτων τοῦ ὀργανωτοῦ τὴν ὑπηρεσίαν, καθόσον οὗτος θέλει διοικεῖ πλέον τὸ σῶμα ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον καὶ ὄχι ἐπὶ τὸ θεωρητικώτερον.
§440Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐμποδίζεται νὰ φροντίζῃ καὶ περὶ τῶν δύο. Ὁ μετακαλούμενος ὀργανωτὴς εἶναι χρήσιμον νὰ γίνῃ διοικητής. Καὶ εἰς τὴν Κρήτην, ὅπου ἦλθον οἱ Ἰταλοὶ νὰ διοργανώσωσι τὴν Χωροφυλακήν, ἦτο διοικητὴς ὁ ὀργανωτής. Καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐνταῦθα Γαλλικῆς ἀποστολῆς τῆς στρατιωτικῆς μετὰ πάροδον δύο μηνῶν ἀφ’ ἧς ἦλθεν ἐνταῦθα ἠδυνήθη ν’ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ. Τὸ αὐτὸ θέλει συμβῆ καὶ μὲ τὸν ὀργανωτὴν τῆς Χωροφυλακῆς· ὅταν μείνῃ δύο μῆνας ἐνταῦθα, θέλει φωτισθῇ περὶ ὅλων καὶ θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ σώματος. Καὶ ἡ ναυτικὴ ἀποστολὴ εἶναι καὶ ἐκπαιδευτικὴ καὶ διοικητική, ἀκριβῶς ὡς εἶναι καὶ ἡ ἀποστολὴ ἡ Γαλλικὴ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
§441Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀτυχῶς, Κύριοι, δὲν κατωρθώσαμεν νὰ συζητήσωμεν εὐρέως καὶ προσηκόντως, κατὰ τὴν γνώμην μου, προκειμένου περὶ ἑνὸς ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων νομοσχεδίων. Διότι, ἐὰν ἤθελέ τις εἴπει ὅτι δὲν ὑπάρχει σπουδαιοτέρα ὑπηρεσία τοῦ Κράτους ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Ἀστυνομίας, δὲν θὰ ἔλεγεν ἴσως ὑπερβολήν. Ἀστυνομία ὅμως Χωροφυλακῆς, Ἀστυνομία δηλαδὴ ἀνατεθειμένη εἰς σῶμα στρατιωτικόν, εἰς σῶμα ὑπαγόμενον τυπικῶς ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐσιαστικῶς δὲ ὑπαγόμενον ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω ὅτι εἶναί τι ἐντελῶς ἀναχρονιστικόν, καταδήλως ἐπιβλαβές. Δὲν ἀγνοεῖ πᾶς τις καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ὅτι ἡ Ἀστυνομία παρακολουθεῖ κατὰ πάσας τὰς λεπτομερείας ὅλην τὴν κίνησιν καὶ ὅλην τὴν ἐξέλιξιν τοῦ κοινωνικοῦ βίου. Ἑπομένως πᾶς τις ἔχει ὑπ’ ὄψει ποῖος πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἀστυνόμος, ποῖα πρέπει νὰ εἶναι τὰ ὄργανά του, ὅταν μάλιστα ἐπὶ πλέον πάντων τούτων λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Ἀστυνομία ἐνεργεῖ προληπτικῶς. Πρέπει ὁ ἀστυνόμος νὰ ἔχῃ εἰς τὸ βάθος καὶ εἰς τὸ πλάτος γνώσεις ὅλης τῆς κινήσεως καὶ ἐξελίξεως τοῦ κοινωνικοῦ βίου, διὰ νὰ δύναται νὰ προβλέπῃ καὶ ἑπομένως νὰ προλαμβάνῃ. Ἀλλ’ ἡμεῖς, προκειμένου περὶ τόσον μεγάλου ζητήματος, ἐπέσαμεν ἀπὸ ἀτόπου εἰς ἄτοπον. Οὐδεὶς βεβαίως ἀμφισβητεῖ ὅτι ἡ δημοτικὴ Ἀστυνομία, ἡ ὁποία ἐκράτησέ ποτε, εἶχε παρεκτραπῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἔχῃ κινήσει τὴν ἀγανάκτησιν πάντων. Ἀλλ’ οὐδεὶς πρέπει καὶ νὰ ἀμφισβητῇ ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ λέγωμεν: «ἀπέτυχεν ἡ δημοτικὴ Ἀστυνομία». Ἀπέτυχεν ὁ δημοτικὸς θεσμός, καὶ ἦτο ἑπόμενον νὰ ἀποτύχῃ καὶ ἡ δημοτικὴ Ἀστυνομία, ἥτις δὲν ἦτο παρὰ μία τῶν δημοτικῶν λειτουργιῶν. Καὶ ἐπέσαμεν ἀπὸ τῆς δημοτικῆς Ἀστυνομίας εἰς τὴν στρατιωτικήν. Ἐν τούτοις δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ στρατιωτικὴ Ἀστυνομία προσήνεγκε, κατὰ τὰ δύο πρῶτα ἔτη, ὅτε ἐτέλει ὑπὸ Ἀρχηγεῖον καὶ ὁ ἀρχηγὸς ἦτο ἔντιμος καὶ αὐστηρὸς συνταγματάρχης, προσήνεγκε, λέγω, ὑπηρεσίας σπουδαίας, διότι ἐπρόκειτο νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἥτις εἶχεν ἐξαρθρωθῆ εἰς βαθμὸν τότε ἄκρως ἐπίφοβον. Ἀλλ’ ἅμα ὡς συνετέλεσε τὸν προορισμόν τοῦτον, κατηργήθη δὲ καὶ τὸ Ἀρχηγεῖον, ἐφάνη ὅλη ἡ τραχύτης καὶ ἐπηκολούθησαν ὅλα τὰ ἄτοπα τῆς στρατιωτικῆς Ἀστυνομίας, καὶ παρεσύρθη εἰς ἕνα ἐκτροχιασμόν, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀγανάκτησιν πάντων. Καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταργήσωμεν αὐτήν, ἀλλὰ πάντοτε ἀδυνατοῦντες νὰ σκεφθῶμεν πρεπόντως καὶ ἐπιστημονικῶς ἀνεθέσαμεν τὴν Ἀστυνομίαν εἰς τὴν Χωροφυλακήν· καὶ ἀποστέλλομεν νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα ἀστυνομικὰ εἰς τὴν Μάνην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη καὶ ἀνετράφη εἰς τὴν Θεσσαλίαν, καὶ ἀποστέλλομεν νὰ ἐκτελέσῃ ἔργα ἀστυνομικὰ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν ἕνα 21 ἢ 22 ἐτῶν ἀγράμματον παντελῶς νέον, ὅστις ἐγεννήθη καὶ ἀνετράφη εἰς τὴν Σκόπελον. Καὶ νομίζομεν ὅτι ἔχομεν Ἀστυνομίαν! Καὶ ἐπὶ πλέον τούτου ἐδημιουργήσαμεν ἕνα θεσμὸν δαπανηρότατον, τοῦ ὁποίου αἱ δαπάναι μάλιστα αὐξάνουσιν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, διότι ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία εἰς ἐμὲ ὅτι ἐντὸς ὀλίγου καὶ ἡ Ἀστυνομία αὕτη θὰ προκαλέσῃ τὴν ἀγανάκτησιν πάντων, νομίζω μάλιστα ὅτι ἤρχισε νὰ τὴν προκαλῇ, ἀλλά, ὅταν θὰ θελήσωμεν νὰ τὴν καταργήσωμεν, θὰ ἔχωμεν ἀναρίθμητον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς, τοὺς ὁποίους κατὰ τὸ Σύνταγμα θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μισθοδοτῶμεν. Θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μισθοδοτῶμεν, διότι, καθὼς γνωρίζετε, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ των παρὰ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος κελεύει. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποδεικνύει ἐμμονὴν ἀδικαιολόγητον ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῶν πρώτων στοιχείων τῆς ἐπιστήμης τοῦ Διοικητικοῦ δικαίου. Διότι μόνον παντελὴς ἀμάθεια ἐπιτρέπει νὰ συγχέῃ τις τὴν Ἀστυνομίαν πρὸς τὴν Χωροφυλακήν. Ἐκτιμῶντες τὰ πράγματα ἐκ τῶν ἐν Κρήτῃ συμβάντων δὲν δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν προσηκόντως, διότι ἐν Κρήτῃ ἐπρόκειτο νὰ καταρτισθῇ Ἀστυνομία διὰ τόπον ἐξερχόμενον ἀπὸ ἐντελῶς διαφόρου καθεστῶτος, ἐξερχόμενον ἀπὸ ἐπαναστάσεων, καὶ τοιαύτη ἴσως Ἀστυνομία θὰ προσῆκεν ἐκεῖ, Ἀστυνομία τραχυτέρα, Ἀστυνομία χαρακτῆρος στρατιωτικοῦ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ προσῆκε κατὰ τὴν τελευταίαν ἔστω ταύτην στιγμὴν νὰ ἐμελέτα τὰ πράγματα εὐρύτερον ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ἀνεγνώριζεν ὅτι, μετακαλουμένων τῶν ἀλλοδαπῶν ὀργανωτῶν, θέλει ἐγείρει πλείονας ἀξιώσεις τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς καὶ θὰ αὐξηθῇ ὑπερμέτρως σῶμα κυρίως στρατιωτικόν, εἰς τὸ ὁποῖον μόνον προσωρινῶς θὰ ἐπετρέπετο νὰ ἔχωμεν ἀναθέσει τὴν ἀστυνομίαν τῆς χώρας, ἀποτελούμενον εἰς τὸ κατώτερον προσωπικόν του ἀπὸ μόλις ἀφήσαντας τὴν ἡλικίαν τῶν ἐφήβων, ὄργανα παντελῶς ἀνίκανα νὰ ἐκτελέσωσιν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἀνώτερον ἀκόμη προσωπικὸν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες προληπτικῶς ἐνεργοῦντες εἶναι εἰς θέσιν νὰ νουθετήσωσι, νὰ παραινέσωσι, νὰ ἐπιπλήξωσι, νὰ ἀπειλήσωσιν ἔστω, ἀλλὰ προσηκόντως, κατὰ τὴν πρέπουσαν φρασεολογίαν, κατὰ τὸν χαρακτῆρα ἑκάστου πολίτου, διότι εἶναι ἄγνωστοι εἰς τὸ κοινωνικὸν περιβάλλον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκτελοῦσιν ἀστυνομικὰ καθήκοντα. Ἀγνοοῦντες τὸ περιβάλλον ἐκεῖνο μεταβαίνουσι νὰ ἐκτελέσωσιν ὑπηρεσίαν ἀστυνομικὴν τυπικῶς, κατὰ κανόνας ἀναγεγραμμένους εἰς βιβλία καὶ οὐχὶ κατὰ κανόνας, τοὺς ὁποίους δίδει εἰς αὐτοὺς ἡ γνῶσις τῶν κοινωνικῶν ὅρων, ἡ γνῶσις τῶν προσώπων, ἡ γνῶσις ἑνὸς ἑκάστου, κατὰ τὸ δυνατόν, τῶν πολιτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀστυνομεύωσι, καὶ διὰ τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν παγιοῦται μία δημοσία τάξις εἰς ὅλας τὰς δυνατὰς λεπτομερείας τοῦ κοινωνικοῦ βίου· Ἀστυνομία προληπτικῶς ἐνεργοῦσα δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν. Ἡ δημοτικὴ Ἀστυνομία ἦτο μᾶλλον ἱκανή, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ κομματικοῦ καθεστῶτος δὲν ἤθελεν. Ἡ στρατιωτικὴ Ἀστυνομία εἶναι κατὰ φύσιν ἀνίκανος καὶ ἀνεπιτηδεία νὰ ἐνεργήσῃ προληπτικῶς, παγιοῦται δὲ μία δαπάνη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐξογκουμένη ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, τρομακτικῶς.
§442Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποία εἶναι;
§443Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ περὶ τῶν ἐξόδων τῆς ἀστυνομικῆς Χωροφυλακῆς.
§444ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει.
§445Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ αὐξάνει κατ’ ἔτος καὶ δὲν θὰ ἀπαλλαγῶμεν εὐκόλως αὐτῆς. Θὰ ἠδυνάμεθα ὅμως νὰ ἀπαλλαγῶμεν, ἐὰν ἄλλως ἐσκεπτόμεθα.
§446ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων. Κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς δὲν εἶναι τὸ ἁρμόδιον σῶμα ὅπως ἐκτελῇ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν εἰς μεγάλας συγκεντρώσεις πληθυσμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ.
§447Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ εἰς τὰς μικρὰς ἀκόμη.
§448Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Εἰς τὰς μεγάλας κυρίως ἡ Χωροφυλακὴ δύναται νὰ ἐκτελῇ καὶ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία εἶναι κυρίως ἀγροτική, ἀλλ’ ἐν ταῖς πόλεσιν μᾶλλον ἄλλο σῶμα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτελέσῃ καλλίτερον αὐτήν. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ὑπὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς ἄλλην, καὶ ὁ λόγος δέ, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, τῆς δαπάνης τῆς Χωροφυλακῆς, εἶναι εἷς λόγος ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρχίσωμεν ἀμέσως νὰ ὁμιλῶμεν περὶ σώματος μεγάλου ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τοῦτο ἐξωγκωμένον ἐπαρκῶς. Φέρομεν αὐτοὺς τοὺς ὀργανωτὰς καὶ τὰ φῶτα αὐτῶν θὰ χρησιμεύσωσιν, οὐχὶ μόνον διὰ νὰ ὀργανωθῇ τὸ σῶμα ὡς σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον δυνάμεθα νὰ ὀργανώσωμεν τὰ τῆς Ἀστυνομίας κατὰ τὸν μᾶλλον προσήκοντα τρόπον, ἀναχωροῦντες ὅμως ἀπὸ ἕν καθεστώς, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ παραβλέψωμεν.
§449Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς μετακλήσεως τῶν ὀργανωτῶν αὐτῶν; Διὰ νὰ ἐφαρμόσωσι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῶν πατρίδα;
§450Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἔχουσι καὶ εἰς τὸ σῶμα τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης.
§451Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὥστε θὰ ἐφαρμόσωσιν ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὴν ἑαυτῶν πατρίδα, οἱ Γάλλοι εἰς τὴν Γαλλίαν, οἱ Ἄγγλοι εἰς τὴν Ἀγγλίαν; Ἐνταῦθα εἶναι ἀνάγκη νὰ μετακαλέσωμεν ὀργανωτὰς ξένους, ὅπως ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα αὐτό, ἢ δὲν εἶναι εὔκολον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα αὐτό, χωρὶς νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ φῶτα τῶν ξένων ὀργανωτῶν;
§452ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ὀργανωθῇ τὸ ἠξεύρομεν βεβαίως. Ἀλλ’ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν δὲν κατωρθώσαμεν νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν. Ἠξεύρομεν βεβαίως τί γίνεται ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ φέρωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἐφαρμόζουσιν ἀλλαχοῦ, διὰ νὰ τὰ μάθωμεν καὶ ἡμεῖς. Δὲν εἶναι ἐντροπή μας ὅτι θὰ κληθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ φῶτα περισσότερα.
§453Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη μετακλήσεως διὰ τὴν Χωροφυλακήν. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὸ ναυτικὸν καὶ τὸν στρατὸν δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλὰ διὰ τὴν Χωροφυλακὴν δὲν βλέπω κανένα λόγον.
§454ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν διστάζω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἀπόστασις μεταξὺ τῆς ἰδικῆς μας Χωροφυλακῆς καὶ Χωροφυλακῆς Εὐρωπαϊκῆς, ἂς εἴπω τῶν Ἰταλῶν Καραβινοφόρων, τοὺς ὁποίους γνωρίζω καλλίτερον, δὲν τὸ λέγω, ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι εἶναι μεγαλειτέρα ἀπὸ ὅσην ἔχετε μεταξὺ τοῦ στρατοῦ μας καὶ τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ.
§455Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Μόνον προσοχὴν θὰ ἐπιστήσω εἴς τι σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ σημασίαν πολὺ σοβαρωτέραν τῆς τῶν ξένων ὀργανωτῶν. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου ἤδη. Ἀλλ’ ἡ ἀνάμιξις τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς διοικήσεως τῶν Ἀστυνομιῶν κατὰ τόπους θὰ παρουσίαζε τοιαύτην διαφορὰν καὶ τοιαύτην προστριβήν, ὥστε νὰ ἔχῃ σημασίαν πολὺ διάφορον τῆς τῶν ξένων. Ἄρα τὴν διαφορὰν τονίζω μεταξὺ τῆς ὑπηρεσίας τῆς στρατιωτικῆς ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς. Οἱ ἀστυνόμοι θὰ συλλάβωσι τοὺς ἀτακτοῦντας καὶ τοὺς ἄλλους καὶ θὰ ἔλθωσιν εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸν νόμον· τοιουτοτρόπως οἱ ξένοι ὑπήκοοι θὰ παράσχωσιν ὑπηρεσίαν ὑπὸ ὅρους τοιούτους, οἱ ὁποῖοι φοβοῦμαι μήπως ἐκθέσωσι τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους.
§456ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, διότι ἐφιστᾷ τὴν προσοχήν ὁ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, ἀλλ’ ὁμιλῶν ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων δύναμαι νὰ τὸν καθησυχάσω καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἀξιωματικοὶ Καραβινοφόροι ἦλθον εἰς Κρήτην καὶ ὠργάνωσαν τὴν Χωροφυλακήν, διῴκησαν δὲ αὐτὴν ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, αὐτοὶ οὗτοι διοικοῦντες καὶ τοὺς σταθμοὺς ἀκόμη τοὺς ἐπαρχιακούς, — διότι εἶχον καὶ ὑπαξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς, οἱ ὁποῖοι διῴκουν τοὺς ἐπαρχιακοὺς σταθμοὺς —, κατώρθωσαν καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα νὰ διοικήσωσι κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιτρέπει προστριβήν τινα, διότι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον διοικοῦσιν, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε ἐπιβάλλει τὸν σεβασμόν. Δὲν ἔχουσι προτιμήσεις καὶ ἐμπνέουσιν ὅλην ἐκείνην τὴν εὐλάβειαν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς ἀρχηγούς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ἀκριβῶς κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ διοικῶσιν. Οἱ δὲ ἐπαρχιῶταί μου, πρέπει νὰ προσθέσω ἀκόμη, ὅτι δὲν εἶναι εὐχερέστεροι εἰς τὸ νὰ δεχθῶσι τοὺς ξένους· τοὺς ἔκαμον δὲ καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀτιθάσους Κρῆτας ἀκόμη νὰ προσέρχωνται καὶ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων.
§457Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Μένουσιν ἀκόμη ἐν Κρήτῃ;
§458ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§459Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Μεταξὺ τῆς τοπικῆς διοικήσεως καὶ τοῦ λαοῦ φοβοῦμαι μήπως καὶ τοῦτο πάλιν φέρῃ σύγκρουσιν.
§460Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἰταλίαν θὰ στραφῇ πρὸς διοργανωτήν, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ὅπως οἱ ἴδιοι οἱ διοργανώσαντες τὴν Κρητικὴν Χωροφυλακὴν ἔλθωσιν, ὄχι τόσον διότι γνωρίζουσι τὸν λαόν, ἀλλὰ διότι γνωρίζουσι καὶ τὴν γλῶσσαν· διότι ἓν μέγα λάθος διὰ τοὺς ὀργανωτὰς αὐτοὺς εἶναι ὅτι πρὸ παντὸς ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς γλώσσης. Ἐὰν ἔλθωσιν οἱ ἴδιοι, αὐτὸ τὸ ἐμπόδιον δὲν θὰ ὑπάρχῃ.
§461Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύο λέξεις μόνον. Φοβοῦμαι τὸ ἑξῆς, ὅτι μήπως ἐρχομένου τοῦ ἀλλοδαποῦ ὀργανωτοῦ ἀπαντήσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, ἀξιώσεις αὐξήσεως εἰς τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς, ὅπως αὐξήσωσιν οἱ ἐν αὐτῷ βαθμοφόροι.
§462ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί τὸ συνδέετε μὲ τὴν αὔξησιν;
§463Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀντίθετον ἀντίληψιν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ περιπατοῦντες εἰς τὰς ὁδοὺς μὲ ὑψηλὰ ὑποδήματα, μὲ μακρὰς σπάθας, οἱ μεταβαίνοντες εἰς τὴν στρατιωτικὴν λέσχην, οἱ ἔχοντες φρόνημα στρατιωτικόν, στρατιωτικὴν ἀντίληψιν, δὲν εἶναι ἱκανὰ ἐχέγγυα, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ εἶναι ἀστυνόμοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον, καὶ ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν καὶ θὰ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα τῆς Ἀστυνομίας, θὰ ἔχωμεν ἕν μέγα ποσὸν ἀστυνόμων.
§464ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν συνδέεται καθόλου ἡ αὔξησις τῶν στελεχῶν μὲ τὴν ἀποστολήν.
§465Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Ὄχι μὲ τὴν αὔξησιν. Ἀλλὰ συνδέεται μὲ τὴν παραμονὴν τῆς Χωροφυλακῆς ὡς Ἀστυνομίας, διότι ἕνεκα τῆς Ἀστυνομίας θὰ ἀπαιτῆται μεγαλείτερος ἀριθμὸς βαθμοφόρων καὶ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν.
§466ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι γνωστός. Μὴ φοβεῖσθε ὅτι θὰ τὸν δημιουργήσωμεν.
§467Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ ἀρχίσωμεν μελέτας, χωρὶς νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα...
§468ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ.
§469Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. .. διότι αὔριον θὰ γίνωσιν εἴκοσιν οἱ μοίραρχοι, δεκαπέντε οἱ ὑπομοίραρχοι καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἀπαλλαγῶμεν.
§470Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἐπαρκῆ δύναμιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς χώρας, καὶ αὐτὴν τὴν δύναμιν πρέπει νὰ ὀργανώσῃ ἡ ἀποστολὴ αὐτή, διότι ὑπάρχει ἡ τάσις νὰ ἀφυπηρετήσωσιν ὅλοι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων ἡ ὑποχρέωσις λήγει.
§471Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται ἂν εἶναι σκόπιμον ἢ ὄχι νὰ μετακληθῶσι.
§472ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 ἕως 6). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7ον καθὼς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον αὐτοῦ). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ ἐγχωρίου ἀνθρακασβεστίου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Νὰ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχὴν τὰ ναυτικὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπήν.
§473Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζονται τὰ ἑξῆς νομοσχέδια εἰς αʹ συζήτησιν: 1) «περὶ ὀργανώσεως τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν καὶ περὶ συστάσεως λιμενικοῦ σώματος» 2) «περὶ τῶν ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ τηρουμένων μητρῴων» 3ον «περὶ ὀργανώσεως τῶν συνεργείων τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ καὶ περὶ τοῦ σώματος τῶν τεχνιτῶν» 4ον «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ναυτικῶν συντάξεων διατάξεων» 5ον «περὶ συνδρομῶν καὶ ἑτέρων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν» 6ον «περὶ συστάσεως τμήματος Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΚϚʹ περὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου. Παραπέμπονται δὲ πάντα ταῦτα καὶ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς.
§474ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰς ἐπιτροπάς, ὅπως σπεύσωσι καὶ ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέσεις των.
§475Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ποίας ἐπιτροπάς;
§476ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν γεωργικῶν νομοσχεδίων, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ψηφισθέντων κατ’ ἀρχὴν νομοσχεδίων κλπ. ὄχι τῶν σημερινῶν.
§477Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἰσηγητής, καθιστῶ γνωστὸν ὅτι τὰ παραπεμφθέντα εἰς ἐπιτροπὰς νομοσχέδια δὲν διενεμήθησαν.
§478ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ κάμῃ καλὰ μὲ τὸ τυπογραφεῖον.
§479Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Δὲν ἔχουσι τυπωθῆ ἀκόμη.
§480ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ καὶ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς αὔριον. Πρῶτον ἀντικείμενον θὰ εἶναι ἡ βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν περὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων προσόδων καὶ τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους νόμων. Δεύτερον ἀντικείμενον θὰ εἶναι συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου». Τρίτον ἀντικείμενον θὰ εἶναι βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τοῦ Κράτους». Τέταρτον ἀντικείμενον θὰ εἶναι βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 167 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας». Πέμπτον ἀντικείμενον θὰ εἶναι γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΓΚΖʹ τοῦ 1906 καὶ ͵ΓΦΜΘʹ τοῦ 1910 περὶ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Ἕκτον ἀντικείμενον θὰ εἶναι γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν». Ἕβδομον δὲ ἀντικείμενον θὰ εἶναι ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν». Κατὰ τὰ λοιπὰ θὰ μείνῃ ὡς ἔχει ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 56′ τῆς νυκτός).