1911.06.24
4.532 στίχοι · 35.195 λέξεις · 402 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 122.
Τῆς 24ης Ἰουνίου 1911.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 11 π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 132 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Ὁ ἐκ Σπετσῶν μαθητὴς τῆς ὀδοντοϊατρικῆς Λύσανδρος Σαμψὼν ζητεῖ, ὅπως κληθῇ καὶ δώσῃ ἐνώπιον τοῦ Β. Ἰατροσυνεδρίου τὰς νενομισμένας ἐξετάσεις· 2) Ὁ γεωργικὸς σύνδεσμος Φαρσάλων ζητεῖ, ὅπως ψηφισθῇ νόμος κανονίζων τὰς ἐργασίμους ἡμέρας καὶ ὥρας· 3) Οἱ ἐν Ἀθήναις Δωριεῖς ζητοῦσι συμπλήρωσιν τῆς ὁδοῦ Ἐρατεινῆς–Γεφύρας Στενοῦ, ἥτις ἀπὸ τριακονταετίας ἀρξαμένη ἔμεινεν ἡμιτελής. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἰ. Μπακόπουλος.
§2Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τὸν αὔξοντα ἀριθμὸν 41 καὶ 42 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἔχουν ἀναγραφῆ τὰ νομοσχέδια περὶ ἀγροφυλακῆς καὶ αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῆς ἐφίππου χωροφυλακῆς. Ὑπὸ τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν εἶχον ἀναγραφῆ καὶ ἐν τῇ χθεσινῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἀλλὰ σήμερον εἴδομεν ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ὅτι ἐν ὥραις προωρισμέναις ὄχι διὰ τὴν τακτικὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἐψηφίσθησαν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἤθελον παρακαλέσει καὶ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἡ βʹ ἀνάγνωσις τῶν νομοσχεδίων τούτων νὰ γίνῃ ἐν τακτικαῖς ὥραις νομοθετικῆς ἐργασίας, διότι ἐπιθυμῶ νὰ λάβω τὸν λόγον. Χθὲς παραδείγματος χάριν ἡ πρωία εἶχεν ὁρισθῆ διὰ συζήτησιν τοπικῶν νομοσχεδίων καὶ αἴφνης ἡ Βουλὴ προέβη εἰς ψήφισιν καὶ ἄλλων νομοσχεδίων. Ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, διότι κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐὰν ψηφισθῇ ὡς ἔχει, θὰ ἐπαναφέρῃ τὸν ἐμφύλιον πόλεμον μεταξὺ Ἀστυνομίας καὶ ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Θέλω ὑποδείξει βελτιώσεις τινας, τὰς ὁποίας, ἐὰν θέλητε, δέχεσθε, ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ συζητηθῇ ἐν ὥραις τακτικῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§3Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὑπ’ ἀριθ. 47 φέρεται, κύριε Πρόεδρε, ἀναγεγραμμένον πρὸς συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Ἰθάκης εἰς τὴν Ἐπισκοπὴν Κεφαλληνίας». Ἐψηφίσθη χθὲς εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἐνῷ ἡ Βουλὴ οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ ἐπιληφθῇ τοιούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν ὁμιλεῖτε.
§5Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον· ἑπομένως σᾶς παρακαλῶ νὰ προταχθῇ σήμερον καὶ νὰ μὲ ἐγγράψητε νὰ ὁμιλήσω πρῶτος ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως· αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρωματικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουτούπης.
§7Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν σαφήνειαν ἀνέπτυξε χθὲς τόσον τὰ τοῦ φόρου, ὅπως ἐξειλίχθη, ὅσον καὶ τὰ τῆς συζητήσεως καὶ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κατέληξε δὲ συστήσας τὸ νομοσχέδιον ὡς καλῶς ἔχον καὶ δυνάμενον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μία βάσις καλλιτέρου φορολογικοῦ μέλλοντος. Εἰς τὰ συμπεράσματα ταῦτα οὐδαμῶς συμφωνῶ, καίτοι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναγνωρίσω τὴν δύναμιν τῶν ἐπιχειρημάτων καὶ τὴν σαφήνειαν, μετὰ τῆς ὁποίας ἀνέπτυξε ταῦτα, προκειμένου περὶ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν εἶναι ἐντελῶς εἰδικός. Εἶχε βεβαίως συνηθίσει νὰ θαυμάζωμεν τὰ μεγάλα αὐτοῦ χαρίσματα εἰς συζήτησιν ἄλλων νομοσχεδίων, ἀλλὰ τὰ χαρίσματα ταῦτα τὰ ἐπέδειξε καὶ ἐπὶ ζητήματος διαφεύγοντος τὸν κύκλον τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς εἰδικότητός του. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ σπανίως, δύναμαι νὰ εἴπω, ἄλλοτε τὰ μέλη εὑρέθησαν τόσον σύμφωνα εἰς τὰς γενικωτέρας γραμμάς, ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τοῦ φόρου καὶ τὴν διατύπωσιν τῶν γνωμῶν αὑτῶν, καὶ σπανίως, δύναμαι νὰ εἴπω, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρέθη τόσον ἀντίθετος πρὸς τὰς ὑποδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς, καίτοι αἱ ὑποδείξεις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ ἐπετύγχανεν ὁ ἐπιδιωκόμενος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως σκοπός, ἀφοῦ τοὐναντίον ἐπρόκειτο, ὅπως ὁ σκοπὸς αὐτὸς ἐπιτύχῃ πληρέστερον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πλειότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει, πρὸ παντὸς ὅμως ἠθέλησε νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, ὁσονδήποτε ὀλίγα καὶ ἂν ἀπέδιδε κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐφαρμογῆς του, θὰ ἠδύνατο εἰς τὸ προσεχὲς μέλλον εἴτε εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον νὰ εἶναι μέγιστον ὅπλον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διὰ τοῦ φόρου τούτου συμπληρώνῃ ἑκάστοτε τὰ κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν διαφόρων αὐξήσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ, καὶ τῶν μειώσεων, τῶν ὁποίων ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἐπιδεκτικὸς ὁσάκις αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους εἶναι μικρότεραι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπέφερε τροποποιήσεις σημαντικάς, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὸ ἀρχικόν του σχέδιον, ἀλλ’ ἂν συμβάλλουσιν αἱ τροποποιήσεις αὗται εἰς τὴν παραγωγικότητα τοῦ φόρου δὲν δύναμαι νὰ εἴπω οὔτε ἂν αἴρουσί τινα τῶν ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζουσι τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις. Εἰς τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν θὰ τηρήσω κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ νομοσχεδίου, κινῶ ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄριστος, ἡ φορολογία αὕτη πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε ὁ σκοπὸς νὰ ἐπιτευχθῇ πολὺ περισσότερον. Ὥστε ἀντιτίθεμαι εἰς τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι ὅπως μὴ λάβῃ τὸν φόρον, ἀλλ’ ὅπως λάβῃ τὸν φόρον πολὺ μεγαλείτερον· ἔχει δὲ μεγάλην σημασίαν τοῦτο, διότι, ἐὰν ὁ φόρος τεθῇ ἐπὶ κακῆς βάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον νὰ φέρῃ τὰ ἀγαθὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες ἐλπίζομεν ἐκ τοῦ φόρου τούτου, καὶ τὰ ὁποῖα εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου προσδοκᾷ ὁ κόσμος ἐκ τοῦ συστήματος τούτου, φόρου τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιστήμη χαρακτηρίζει σήμερον ὡς τὸν κράτιστον τῶν φόρων μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ νομίζῃ ὅτι ἡμέραν τινὰ θὰ καταντήσῃ οὗτος ὁ μόνος φόρος, impôt unique. Ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν ἄλλο σημεῖον ἔχομεν ἢ τοὺς δύο τούτους φόρους, τὸν φόρον ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν καὶ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἄλλην δήλωσιν ἔχει νὰ κάμῃ, οὐδεμίαν ἄλλην μετατροπήν, παρὰ μόνον ὡς μόνην τῆς ἐμφάνισιν ἐν τῇ Βουλῇ ἔχει νὰ ζητήσῃ δύο φόρους, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶναι ἀξιοκατάκριτος, ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸν δεύτερον φόρον ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξιέπαινος. Καὶ ἂν ἀκόμη οὐδεμία ἀνάγκη ὑπῆρχεν, ὅπως ἐπιβληθῇ νέος φόρος, καὶ ἂν ἀκόμη τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἦσαν ἐπαρκῆ, ὅπως καλύψωσι τὰς ἀνάγκας, στοιχειωδέστατον καθῆκον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἦτο, ὅπως ἐπιβάλῃ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Λέγων ὅμως τοῦτο δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ χρησιμοποιήσῃ ἓν μέσον αὐξήσεως τῶν προσόδων τοῦ Κράτους καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόδων νὰ αὐξήσῃ περιττὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν θὰ ὑπέσχοντο ἀγαθόν. Λέγων τοῦτο προϋποθέτω καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Κράτους ἐξ ἑνὸς φόρου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἄριστος τῶν φόρων, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντλήσῃ τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέτρεπον, ὅπως ἀναθεωρήσῃ ὁλόκληρον τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα, νὰ θέσῃ τὰς βάσεις νέου φορολογικοῦ συστήματος, τοῦ ὁποίου τὴν μετατροπὴν θὰ ἠδύνατο νὰ πραγματοποιήσῃ εἰς σειρὰν ἐτῶν. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ κριθῇ ὡς ἀντιδημοτικὸς καὶ διότι εἶναι ὄχι ἐκ τῶν ἀρίστων φόρων, καὶ διότι, ὅπως ἐπιβληθῇ, ἐπιβαρύνει ἀνεξαιρέτως ὅλα τὰ εἰσοδήματα, μικρὰ καὶ μεγάλα, καὶ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ παρηγορία εἰς τοὺς ἐπιβαρυνομένους ἀπόρους ὅτι τοὐλάχιστον οἱ εὐπορώτεροι ἐπιβαρύνονται πολὺ βαρύτερον αὐτῶν. Ἀπέναντι λοιπὸν τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο κάλλιστα νὰ κληθῇ ἀντιδημοτικός, ἡ Κυβέρνησις προτείνει τὸν δικαιότερον τῶν φόρων, τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, ἔχει δὲ ὡριμάσει ἡ κοινὴ γνώμη ἐν Ἑλλάδι, ὥστε μετὰ χαρᾶς δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εὑρίσκει ἀντίστασιν οὔτε εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας τὰ συμφέροντα εἶναι προωρισμένος νὰ πλήξῃ.
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐξέγερσιν εἴχομεν ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ὑπεσχέθη μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, ἀλλ’ ἐπαναφέρει τὸ ἴδιον σύστημα.
§9Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ διακοπή σας ἐπιβεβαιώνει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον, διότι ἡ ἀντίθεσις δὲν εἶναι κατὰ τοῦ φόρου, ἀλλὰ κατὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου.
§10Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τῶν δύο.
§11Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος ὅτι θὰ ἦτο εὐτυχὴς ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ ὅλους τοὺς φόρους. Τὸ καλλίτερον φορολογικὸν σύστημα, λέγει ὁ μεγαλείτερος Γάλλος οἰκονομολόγος τῶν ἀρχῶν τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ὁ I. Say, τὸ καλλίτερον φορολογικὸν σύστημα εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τοὺς μικροτέρους φόρους, καὶ τούτου καλλίτερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδένα φόρον ἐπιβάλλει. Δυστυχῶς ὅμως αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους αὐξάνουν καὶ καθ’ ὅσον βαίνουσιν αὐξανόμεναι αἱ ἀνάγκαι εἶναι ἀναγκαῖον ὅπως παραλλήλως πρὸς αὐτὰς αὐξάνωσι καὶ τὰ ἔσοδα. Ἐὰν δὲν ἀποκτηθῶσι διὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος αἱ πρόσοδοι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι νὰ καλύψωσι μέρος τῶν δαπανῶν, θὰ ἀποκτηθῶσι δι’ ἄλλου φόρου καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος φόρος εἶναι βαρύτερος τούτου. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὑπάρχει τάξις, ἡ ὁποία θὰ ταράσσηται, διότι θὰ προσβάλλωνται τὰ δικαιώματά της, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι μικρά, καὶ ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ εἴπω, ὅτι καὶ αὐτὴ δὲν ἔσπευσε νὰ διαμαρτυρηθῇ ἢ τοὐλάχιστον δὲν διετύπωσεν ἐντόνως τὰ παράπονά της.
§12Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Οὐδεὶς παραπονεῖται.
§13Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραπονοῦμαι ἐγώ. Δὲν εἶμαι οὐδεὶς ἐγώ.
§14Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰσέτι δὲν ἐξεδηλώσατε τοιοῦτόν τι.
§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλῶ, κύριε συνάδελφε, διὰ τοὺς λέγοντας ὅτι δὲν παραπονεῖται οὐδείς. Ἐγὼ ἤκουσα παράπονα καὶ θὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§16Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὥστε τὰς ἀρχάς, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ στηρίζηται ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν παρέβλεψεν. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος σκοπὸν ἔχει νὰ περιλάβῃ πᾶσαν πρόσοδον καὶ τοιοῦτόν τι τοὐλάχιστον ὑπόσχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἐπιβάλῃ. Ὁ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος φόρος πρέπει νὰ ἐξαιρῇ ὡρισμένον ποσὸν προσόδου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ κατώτερον ὅριον, τὸ ὁποῖον ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ μείνῃ ἀφορολόγητον, καθόσον τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ ἀπαραίτητον ποσὸν πρὸς διατροφὴν μιᾶς πτωχῆς οἰκογενείας, ὥστε νὰ μὴ θίξῃ τοῦτο, ὅταν σκοπὸς τοῦ φόρου δὲν εἶναι νὰ θίξῃ τὰ ἐντελῶς μικρὰ εἰσοδήματα, ἀλλὰ τὰ ἀνώτερα καὶ τὴν μεσαίαν τάξιν ἐν μέρει. Ὁ φόρος οὗτος ἔχει καὶ τὸ ἄλλο χάρισμα, ὅτι τίθεται κατὰ προοδευτικὴν κλίμακα, καὶ τὸ προοδευτικὸν σύστημα εἶναι τὸ μεγαλείτερον χαρακτηριστικὸν τῶν φόρων· διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον οἱ ἄμεσοι φόροι εἶναι καλλίτεροι τῶν ἐμμέσων, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶσι κατὰ προοδευτικὴν κλίμακα, ἐνῷ ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων ἐλάχιστοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ χάρισμα τοῦτο, οἱ ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν διαφόρων πραγμάτων κατὰ τὴν ἀξίαν αὐτῶν, ad valorum, ἀλλ’ ἡ προοδευτικὴ κλῖμαξ δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐπὶ ὅλων καὶ δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς μεγάλας κατηγορίας. Ἄλλο χάρισμα τοῦ φόρου ὅτι πρέπει νὰ διακρίνῃ τὰ εἰσοδήματα τὰ κεφαλαιοποιούμενα ἀπὸ τὰ μὴ κεφαλαιοποιούμενα, δὲν ἔχει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι ἀδιακρίτως φορολογεῖ τὴν πρόσοδον, εἴτε προέρχεται ἐκ κεφαλαίου ἔχοντος διάρκειαν αἰωνίαν εἴτε προέρχεται ἐξ ἐπαγγέλματος, τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ ὁ φορολογούμενος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι αἰώνιον, διότι καταστρέφεται διὰ τοῦ γήρατος ἢ τοῦ θανάτου αὐτοῦ. Τὸ χάρισμα λοιπὸν τοῦτο τῆς διακρίσεως μεταξὺ τῶν κεφαλαίων, τῶν διαρκείας αἰωνίας καὶ τῶν κεφαλαίων προσωρινῆς διαρκείας δὲν ὑπάρχει. Τόσον τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον μένει αἰώνιον καὶ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ φορολογουμένου, ὅσον καὶ τὸ προσωρινὸν τὸ καταστρεφόμενον μὲ τὸν θάνατον τοῦ προσώπου, ὡς τὸ τοῦ ἰατροῦ καὶ τῶν λοιπῶν ἐπαγγελματιῶν τῶν φορολογουμένων, καὶ τὰ δύο φορολογοῦνται ἐξ ἴσου. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὸ χάρισμα νὰ περιλαμβάνῃ ἐξαιρέσεις τινάς, ὡς τὴν ἐξαίρεσιν διὰ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τὰ ἄνω τῶν πέντε μελῶν, ἀλλὰ δὲν προέβη εἰς τὰς ἐκπτώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι ὅπως καταστήσωσι τὸν φόρον τοῦτον ἴσον καὶ τὸν καταστήσωσι δίκαιον. Ὁ φόρος, ὁ ἀληθὴς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος πρέπει νὰ πίπτῃ ἐπὶ τῶν προσώπων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τὸ χάρισμα τοῦτο ὁ φόρος ὁ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινόμενος δὲν τὸ ἔχει, διότι δὲν φορολογεῖ τὸ πρόσωπον ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα. Ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐβαπτίσθη κακῶς ὅτι εἶναι συμπληρωτικὸς φόρος· δὲν εἶναι διόλου συμπληρωτικός, ἐκτὸς ἐὰν δικαιολογῆταί τις νὰ καλέσῃ αὐτὸν συμπληρωτικὸν διότι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι φόροι. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πᾶς φόρος εἶναι συμπληρωτικός, διότι θὰ εὕρητε καὶ ἕνα ἄλλον φόρον πλησίον αὐτοῦ, ἐπειδὴ ὅλα τὰ φορολογικὰ συστήματα δὲν στηρίζονται εἰς ἕνα μόνον φόρον· οἱονδήποτε ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἤθελε φορολογηθῆ, θὰ φορολογηθῇ καὶ δι’ ἄλλου τρόπου. Οἱ ἄμβυκες π.χ. φορολογοῦνται διὰ τὴν παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ καὶ ὡς μηχανήματα εἰσαγόμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα· δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀμβύκων εἶναι συμπληρωτικός. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸν συμπληρωτικὸν φόρον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐν Γαλλίᾳ, τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ Καγιὼ, ἀλλ’ ὁ φόρος αὐτὸς προϋπέθετε καὶ ἄλλον φόρον τιθέμενον συγχρόνως μετ’ αὐτοῦ, τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος ἀντικατέστησεν ἄλλους ἐμμέσους φόρους, οἱ ὁποῖοι τιθέμενοι κατὰ ἕνα τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ πλήξωσιν ὡρισμένας τάξεις ἐλαφρότερον καὶ ἄλλας περισσότερον καὶ συμπληροῦνται διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος ἔχει βάσιν τὸ ἐνοίκιον, διὰ νὰ συμπληρώσῃ διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ὅ,τι δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ ὁ γενικὸς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ φόρος εἶναι συμπληρωτικός, ὁ δὲ προκείμενος, καίτοι ἔχει τὴν αὐτὴν βάσιν τοῦ ἐνοικίου, δὲν εἶναι καθόλου συμπληρωτικός, διότι οὐδένα ἄλλον συμπληροῖ. Εἶναι δὲ τοῦτο τόσον ἀληθές, ὥστε πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχουν πολλὰ εἰσοδήματα ἐν Ἑλλάδι, τὰ ὁποῖα οὐδόλως φορολογοῦνται, ὅπως δικαιολογηθῇ ὅτι εἶναι συμπληρωτικός. Τόκοι ἐξ ἰδιωτικῶν δανείων π.χ. δὲν φορολογοῦνται παντάπασι. Κατὰ τίνα τρόπον λοιπὸν δικαιολογεῖται, ὅπως ὁ φόρος ὁ σήμερον τιθέμενος εἶναι συμπληρωτικός, ἀφοῦ ἡ κυρία πρόσοδος τοῦ κεφαλαίου, τοῦ ἔχοντος ἰδιωτικὰ δάνεια δὲν φορολογεῖται παντάπασιν; Ἐκτὸς ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου, ἀλλ’ ὁ φόρος οὗτος πίπτει εἰς βάρος τοῦ ὀφειλέτου καὶ οὐχὶ τοῦ δανειστοῦ. Εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκιῶν, καὶ ὑποτίθεται μὲν ὅτι οἱ κάτοχοι οἰκιῶν πληρώνουσι μεγάλους φόρους, ἀλλ’ οἱ κάτοχοι τῶν οἰκιῶν οὐδένα φόρον πληρώνουσιν, διότι ὁ φόρος οὗτος πίπτει εἰς βάρος τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ ὄχι τῶν ἰδιοκτητῶν.
§17Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Ἐὰν εἴχετε ἰδίαν οἰκίαν, τότε θὰ ἐγνωρίζετε ἂν πληρώνουν οἱ ἐνοικιασταὶ τὸν φόρον.
§18Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἡ ζήτησις καὶ ἡ προσφορὰ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐνοίκια, αἵτινες κανονίζουσι τὰ ἐνοίκια.
§19Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ὅπως τὸ λέγετε· ὁ φόρος τῶν οἰκιῶν πίπτει ἐπὶ τῶν ἰδιοκτητῶν ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμου τῆς ζητήσεως καὶ τῆς προσφορᾶς. Αὐτὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα.
§20Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θὰ ὑπῆρχεν ὁ νόμος οὗτος, ἐὰν ὁ φόρος οὗτος δὲν ἐπέπιπτεν ἐπὶ τῶν ἐνοικιαστῶν. Ἐκτὸς τῶν κτημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὰ κέντρα, ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως ἐπιβάλλεται εἰς πάντα τὰ λοιπά. Τὸ κεφάλαιον ὑπολογίζει νὰ στραφῇ ἐκεῖ ὅπου θὰ φέρῃ ἕνα ὡρισμένον τόκον. Εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν φέρει ἐν Ἀθήναις 5% κεφάλαιον δι’ οἰκίας, τότε μόνον διατίθεται δι’ οἰκίας, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ζήτησις τοιαύτη, τὸ κεφάλαιον αὐτὸ δὲν θὰ διατεθῇ δι’ οἰκίας, καὶ ὅταν δὲν διατεθῇ δι’ οἰκίας ὁ ἀριθμὸς τῆς προσφορᾶς θὰ μειωθῇ, ὁ ἀριθμὸς τῆς ζητήσεως θὰ αὐξηθῇ καὶ μοιραίως θὰ ἐπέλθῃ ἡ αὔξησις. Ἀναντιρρήτως λοιπὸν εἶναι εἰς βάρος τῶν ἐνοικιαστῶν, τοῦτο δὲ εἶναι πανθομολογούμενον· δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ ἀντίρρησις ὅπως μᾶς πείσῃ περὶ τοῦ ἐναντίου ὁ κ. συνάδελφος.
§21Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Αἱ οἰκίαι εἶναι πρὸ παντὸς κατεσκευασμέναι καὶ δὲν θὰ τὰς κάμωμεν τώρα, καὶ ἡ ἀρχὴ παντὸς Ἕλληνος εἶναι νὰ κάμῃ ἕκαστος μίαν οἰκίαν, διὰ νὰ τοποθετήσῃ μέσα τὰ τέκνα του καὶ ἂς τῷ φέρῃ εἰσόδημα μόνον 2%.
§22Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν Ἀθήναις κτίζεται κατ’ ἔτος μέγας ἀριθμὸς οἰκιῶν, καὶ ἂν ὁ φόρος ἐπέπιπτεν ἐπὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, θὰ ἐτίθετο εἷς φραγμὸς εἰς τὴν αὔξησιν τῶν οἰκοδομῶν, ἂν τὰ κέρδη ἦσαν μικρά, ὡς ἰσχυρίζεσθε καὶ ἂν ἐκτίζοντο διὰ νὰ βάλουν τὰ παιδιά των μέσα, ὡς εἴπετε μὲ ὕφος μαρτυροῦν συμπάθειαν διὰ τοὺς δῆθεν κακομοίρηδες ἰδιοκτήτας οἰκιῶν.
§23Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶπον τίποτε κακομοίρικον· εἶπον μίαν ἀλήθειαν. Μὲ συγχωρεῖτε!
§24Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὶ νὰ σᾶς συγχωρήσω, ἀφοῦ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε, εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἐπιστήμην. Λοιπὸν ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι συμπληρωτικός, διότι δὲν πλήττει τὰ κέρδη ἐκεῖνα ἐκ τῶν καταθέσεων, τὰς ὁποίας ἔχει τις εἰς τὸ Ἐσωτερικόν, οὔτε ἐκ τῶν προσόδων, τὰς ὁποίας λαμβάνει ἐκ κτήσεων, τὰς ὁποίας ἔχει εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ὁ φόρος οὗτος δὲν εἶναι συμπληρωτικός, διότι δὲν φορολογεῖ τὰ ἐλεύθερα ἐπαγγέλματα, διότι δὲν συμπληροῖ τὸν φόρον, ὁ ὁποῖος τίθεται ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἄνισος, διότι δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος. Ὁ φόρος δὲν εἶναι συμπληρωτικός, διότι δὲν τίθεται ἐπὶ τῶν ἐπιχειρηματιῶν, τῶν ἐργολάβων, διότι, ὡς εἶπε χθὲς ὁ κ. Δεμερτζῆς, οὗτοι μένουσιν ἀφορολόγητοι ἢ φορολογοῦνται μὲ ἐλάχιστον ποσόν, ἐνῷ ἔχουσι μεγίστην πρόσοδον καὶ ὅταν τυγχάνωσι προστασίας ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας τοιαύτης, ὥστε νὰ κερδίζωσιν εἰκοσαπλάσια καὶ πολὺ πλέον τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ἡ Πολιτεία ἐκ τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Τότε θὰ περιελαμβάνετο τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς προσόδου, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ὡς συμπληρωτικὸς φόρος, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπῆρχε φόρος ἐπὶ τῶν ἐπιχειρήσεων, ὁ φόρος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἰσχύει ἐν Ἀμερικῇ ὑπὸ τὸ ὄνομα property and corporation tax. Ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι συμπληρωτικός, διότι δὲν συμπληροῖ τοὺς φόρους τῶν τάξεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, καίτοι καταβάλλουσι φόρους, δύνανται νὰ ῥίπτωσιν αὐτοὺς εἰς ἄλλας τάξεις, ὥστε νὰ μένωσιν ἀπηλλαγμέναι τελείως τοῦ φόρου. Διὰ νὰ ἦτο ὁ φόρος αὐτὸς συμπληρωτικός, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ὑπάρχον φορολογικὸν σύστημα, ὄχι μόνον τοὺς φόρους, καθ’ ὃν τρόπον τίθενται, ἀλλ’ εἰς βάρος τίνων ἐπιπίπτουσιν οἱ φόροι. Φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι φόρος πολυποίκιλος, εἶναι φόρος μὲ πλείστας ὅσας διατάξεις, φόρος, ὁ ὁποῖος ἐκλήθη ἀπὸ τὸν Γλάδστωνα ὡς κῶδιξ φόρων, διότι πρέπει νὰ διαιρῆται εἰς πλείστας κατηγορίας, ὅπως δικαιολογῆται ὡς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος προϋποθέτει καὶ ἄλλους φόρους καὶ τίθεται ἐπὶ σκοπῷ νὰ διορθώσῃ αὐτούς, ἢ ἔχει ἄλλον σκοπόν, νὰ ἑνώσῃ ὅλους τοὺς φόρους, ὅτι εἶναι γενικὸς φόρος, ὡς εἶναι ὁ ἀγγλικός. Ἐν Ἀγγλίᾳ οὐδεὶς ὑπάρχει ἄλλος ἄμεσος φόρος· ὅλοι οἱ φόροι συνεκεντρώθησαν εἰς ἕνα φόρον, καὶ ὁ φόρος αὐτὸς λέγεται φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Οὔτε λοιπὸν γενικὸς εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, πολὺ ὀλιγώτερον δὲ συμπληρωτικός· δὲν δικαιολογεῖται καθόλου ἡ ὀνομασία φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, πολὺ ὀλιγώτερον, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὀνομασία φόρος συμπληρωτικὸς ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Εἶπον διὰ τίνα λόγον ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος τοῦ Καγιὼ εἶναι συμπληρωτικός. Συμπληρωτικοὶ φόροι ὑπάρχουσιν εἰς πλεῖστα ὅσα Κράτη, οἱ ὁποῖοι δεδικαιολογημένως ἔχουσι τὸ ὄνομα τοῦτο. Ὑπάρχει ὁ φόρος ἐν Γερμανίᾳ τοῦ ergänzungsteuer, ὁ ὁποῖος φορολογεῖ τὴν ἰδιοκτησίαν κατά τι καὶ εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ τὴν ἐπηρεάσῃ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· ὑπάρχουσι τμήματα ἰδιοκτησίας, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιφέρουσι καμμίαν πρόσοδον, ὅπως παραδείγματος χάριν αἱ πολυτελεῖς εἰκόνες, αἱ ἐξοχικαὶ οἰκίαι, τὰς ὁποίας δὲν ἐνοικιάζει τις, ἀλλ’ ἔχει δι’ ἰδίαν χρῆσιν, τὰ θαλαμηγὰ πλοῖα καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀποφέρουσι καμμίαν πρόσοδον, δὲν εἶναι ὅμως δεδικαιολογημένοι οἱ τὴν τοιαύτην περιουσίαν χρησιμοποιοῦντες νὰ μὴ φορολογῶνται εἰς τὰ τμήματα αὐτὰ τῆς περιουσίας. Ὑπάρχει λοιπὸν ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος δεδικαιολογημένως λέγεται φόρος συμπληρωτικὸς τοῦ εἰσοδήματος. Ὑπάρχει ἐν Ὁλλανδίᾳ ὁ φόρος ὁ συμπληρωτικὸς ἢ μᾶλλον ὁ ἀνάμικτος φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ ὁ εἷς συμπληροῖ τὸν ἄλλον, ἵνα οὐδὲν εἰσόδημα ἢ οὐδὲν εἶδος ἰδιοκτησίας μένῃ ἀφορολόγητον. Ὑπάρχουσιν οἱ συμπληρωτικοὶ φόροι ὅλων τῶν κατοίκων τῆς Ἑλβετίας καὶ τῆς Αὐστραλίας καὶ οἱ τοιοῦτοι φόροι δεδικαιολογημένως λέγονται συμπληρωτικοί, ἀλλὰ πάντοτε προϋποθέτουσιν ἕνα γενικὸν φόρον καὶ ὁ γενικὸς φόρος ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει. Διάφοροι δὲ φόροι, οἵτινες ὑποτίθενται ὅτι ἀποτελοῦσιν ἕνα φόρον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ συμπληρώσῃ ὁ προτεινόμενος φόρος, δὲν εἶναι φόροι πράγματι γενικοί, ἀλλ’ εἶναι φόροι, οἱ ὁποῖοι πλήττουσιν ὡρισμένα κεφάλαια καὶ μὲ ἀποτελέσματα ἐντελῶς ἄγνωστα, διότι οὐδεὶς γνωρίζει εἰς βάρος τίνος καταλήγουσιν οἱ διάφοροι αὐτοὶ φόροι, κατὰ πόσον δύνανται νὰ μεταρρίπτωνται ἀπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταβάλλουσιν αὐτούς, εἰς βάρος ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων φέρεται τελικὸς ὁ φόρος αὐτός. Ὁ φόρος τοῦ 1909, ὁ ὁποῖος καταργεῖται διὰ τοῦ φόρου τούτου καὶ ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἰσχύσῃ ἀπὸ τοῦ ἔτους τούτου, ὅτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶχε πλεῖστα ὅσα ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἤρθησαν ἐν μέρει κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, χωρὶς ὅμως νὰ ἐκλείψωσι τελείως. Ἐτροποποιήθη τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, ἀλλ’ ὅπως ἔμεινεν ὁ φόρος δὲν ἀπηλλάχθη τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῶν. Ὁπωσδήποτε ἐτέθη εἷς φόρος. Ἀλλά, ὅτε ὁ φόρος οὗτος ἐπρόκειτο νὰ ἰσχύσῃ, διεμαρτυρήθη μία τάξις ἐναντίον τοῦ φόρου τούτου καὶ ἐπέτυχεν, ὅπως μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ φόρος, ἀλλὰ τεθῇ ἄλλος φόρος, ὁ ὁποῖος δῆθεν θὰ ἦτο δικαιότερος τούτου, ὁ ὁποῖος πράγματι ὅμως εἶναι ἀδικώτερος τοῦ φόρου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσῃ. Ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔκαμνε τὸν θόρυβον καὶ ἡ ὁποία ἐζήτησε τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου, εἶναι ἡ τάξις τῶν ἐμπόρων ἐν Ἀθήνας.
§25Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον τῶν ἐν Ἀθήναις.
§26Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ὅλη ἡ Ἑλλὰς διεμαρτυρήθη.
§27Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ἐν Ἑλλάδι, ἅμα ἐπιβληθῇ εἷς φόρος, ὁ λαὸς πλανᾶται, καὶ ἔχω παράδειγμα τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος, τὸν ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ ὁ ἐκ Πατρῶν πολιτευτὴς κ. Γούναρης εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως. Ὁ φόρος οὗτος ἐπρόκειτο νὰ πλήξῃ ὡρισμένην μικρὰν τάξιν καὶ νὰ εὐεργετήσῃ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως· καὶ ὅμως ὁ φόρος αὐτὸς δὲν ἐφηρμόσθη, διότι ὁ Ὑπουργὸς αὐτὸς ἔπεσεν ἀπὸ Ὑπουργὸς καὶ ἔπεσεν ἀπὸ τὴν μῆνιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀπεπλανήθη ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον.
§28Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸν ἔρριψαν αἱ ἑταιρεῖαι.
§29Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς. Ἐνῷ ἐπρόκειτο διὰ τοῦ φόρου ἐκείνου νὰ εὐεργετηθῇ ὁ λαός, ἐπλανήθη ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους, ἐπλανήθη ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, ἡ ὁποία καὶ τύπον καὶ τὰ πάντα διέφθειρεν, ἐπείσθη ὁ λαός, ὅτι ἐπιπίπτει εἰς βάρος του καὶ δὲν ἐνόησεν ὅτι χάνει τὰ τρία ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐπὶ πλέον πληρώνει σήμερον ἀπὸ ὅσα θὰ ἐπλήρωνεν, ἐὰν ὁ φόρος τῆς σακχάρεως ἠλαττοῦτο εἰς τὸ ἥμισυ, ἀφοῦ τὸν φόρον αὐτὸν τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων θὰ ἐπλήρωνον ἐκεῖναι αἱ τάξεις, αἱ ὁποῖαι οὐδόλως εἶναι συμπαθεῖς εἰς αὐτόν. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῇ ἐνταῦθα, οἱ δὲ ἔμποροι ἀκριβῶς ἀποτελοῦσι μίαν μεγάλην τάξιν καὶ δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὸ κοινὸν ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι καλός· ἀλλὰ δὲν θὰ δύνανται ν’ ἀπατήσωσι πάντα. Οἱ ἔμποροι δέ, οἱ ὁποῖοι διεμαρτυρήθησαν, εἶχον ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι ζημιοῦνται οὐχὶ ὑλικῶς, ἀλλ’ ἠθικῶς, δηλ. ὅτι ἡ ἔρευνα τῶν βιβλίων των θὰ ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ζημιῶνται τὰ συμφέροντα τῆς ἐμπορικῆς τάξεως, διότι τὸ μυστικὸν τῶν ἐπιχειρήσεών των δὲν θὰ ἐτηρεῖτο. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς ἀναληθές, διότι ὁ νόμος τοῦ 1909 δὲν ἐπέτρεπε τὴν τοιαύτην ἔρευναν· μόνον ἐπέτρεπε τὴν ἔρευναν ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν· συνεπῶς καὶ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ τῶν ἐμπόρων δὲν ἦτο ἀληθές. Οὔτε δὲ εἶναι λόγος αὐτὸς ὅτι θὰ ἐπήρχετο ζημία εἰς τὴν ἐμπορικὴν τάξιν, καθισταμένου τοῦ μυστικοῦ γνωστοῦ εἰς ὡρισμένον τινὰ κύκλον, ὁ ὁποῖος ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐρευνήσῃ τοῦτο. Οὐδεμία ζημία θὰ ἐπήρχετο· διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ φόρος αὐτὸς δὲν θὰ ἐτίθετο εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀστήρικτον, διότι οὔτε ἡ μυστικότης ἠμποδίζετο οὔτε εἶναι ἐπιχείρημα τοῦτο νὰ εἴπῃ τις ὅτι, διότι ἡ μυστικότης δὲν θὰ ἐτηρεῖτο, θὰ ἐπήρχοντο ζημίαι ἀνύπαρκτοι εἰς τὰς ἐμπορικὰς τάξεις, διότι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν παραδεχόμεθα ὅτι ὁ ἰδιώτης ἤθελε ζημιωθῇ διότι ἡ κατάστασίς του ἤθελε γίνει γνωστή, διατί νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ὅτι καὶ αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι ἔπρεπε νὰ ζημιῶνται, καθ’ ὅσον ἤθελε γίνει γνωστὴ ἡ κατάστασις αὐτῶν; Σήμερον δὲ τείνουσιν ὅλαι αἱ ἐπιχειρήσεις νὰ μεταβληθῶσιν εἰς ἀνωνύμους ἑταιρείας, ὅτε ἔπρεπε νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι θὰ ἐπέρχηται ζημία εἰς τὰς ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις, διότι τὸ μυστικὸν τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων δὲν τηρεῖται οὐ μόνον λόγῳ τῶν ἐπιβαλλομένων φόρων, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δημιουργοῦνται αἱ ἑταιρεῖαι αὗται. Οἱ ἔμποροι λοιπὸν ἐδημιούργησαν μίαν ἀτμόσφαιραν καὶ ἔπεισαν καὶ τὸν κόσμον ὅτι ὁ φόρος ἐκεῖνος ἦτο ἀκατάλληλος καὶ ἔπρεπε ν’ ἀντικατασταθῇ, ἀλλὰ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν ἦσαν ἐντελῶς ἀστήρικτα, ἐντελῶς ἀβάσιμα. Θέλω νὰ εἴπω λοιπὸν ὅτι ὁ παλαιὸς φόρος ἦτο ἐπιστημονικώτερος· ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ δεύτερον ἄρθρον καθιστᾷ τὸν φόρον τοῦτον ἐντελῶς ἀνάξιον λόγου, διότι καὶ 500.000, τὰς ὁποίας θὰ ἀποφέρῃ ὁ φόρος αὐτὸς κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ζήτημα ἂν θὰ εἰσεπράττοντο πράγματι. Αἱ ἐξαιρέσεις τοῦ ἄρθρου 2 ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ φορολογηθῇ τὸ κεφάλαιον, ὥστε ὁ σκοπὸς τοῦ φόρου νὰ μὴ ἐκπληρωθῇ. Αἱ βάσεις τοῦ φόρου ἦσαν καλλίτεραι, ὁ φόρος ἐτίθετο ἐπιστημονικώτερος, ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 κατέστησε τὸν φόρον αὐτὸν ἐλαττωματικώτατον, κατέστησεν ἀνάξιον λόγου καὶ εἶναι εὐχῆς ἔργον, διότι καταργεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀφοῦ δὲν ἐτροποποιήθη καταλληλότερον.
§30Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 ἐξαιρεῖ τὰ βαρέως φορολογούμενα ἀντὶ νὰ τὰ ὑποβάλλῃ εἰς δευτέραν φορολογίαν.
§31Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο φόρος ἀνάξιος λόγου.
§32Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο τὸ ἂν ἦτο ἐλαττωματικός.
§33Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διότι φόρος, ὁ ὁποῖος ἔχει σκοπὸν νὰ συνεπιφέρῃ δαπάνας, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ φέρῃ καὶ προσόδους, εἶναι φόρος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ἀνόητος.
§34Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὸ ἔσοδον τῶν οἰκοδομῶν φορολογῆται ἀπὸ 4–8%, πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἄλλος φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν;
§35Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δέκα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν.
§36Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσον τὸ χειρότερον. Ὁ νόμος οὗτος τοῦ 1899 ἐξήρει ἐκεῖνα τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται, οἷον ἐξήρει τὴν πρόσοδον τῶν οἰκοδομῶν ὡς φορολογουμένων, ἐξήρει τὴν τῶν ἐνοικίων ὡς φορολογουμένων, ἐξήρει τὰς μετοχὰς τῶν Τραπεζῶν, διότι φορολογοῦνται αἱ Τράπεζαι. Ἤδη προστίθεται φόρος. Εἶναι πρόσθετος φόρος αὐτός.
§37Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θαυμάσια. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν ἐφρόντισε ν’ ἀντικαταστήσῃ ἄλλους πολὺ χειροτέρους φόρους ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐμνημονεύσατε· γνωρίζετε δὲ ἕνα, τὸν τοῦ ἐλαίου, ὁ ὁποῖος εἶναι 9% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου, καὶ γνωρίζετε πολὺ καλῶς ὅτι ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος καταντᾷ εἰς τὸ ἥμισυ, διὰ νὰ γίνῃ καθαρά. Φορολογεῖται λοιπὸν πρὸς 18% τὸ ἔλαιον, καθ’ ὃν χρόνον ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν εἶναι 5–10%.
§38Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ δίκαιον ἔχετε εἰς αὐτό.
§39Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἄ! Βεβαίως. Τί θέλετε νὰ μοὶ εἴπητε; Ὅτι ὁ φόρος θὰ ἦτο καλλίτερος, ἐὰν δὲν ἐπεβάλλετο; Ἔσπευσα νὰ τὸ εἴπω ὅτι ὁ καλλίτερος φόρος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν πλήσσει κανὲν εἰσόδημα. Ἀλλ’ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἥν, ὅπως λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τὸ ἑκατομμύριον ἐκεῖνο πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν βεβαίως ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ τὸ λάβωμεν ἀπὸ τὰς πλουσίας τάξεις. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἦτο ἀσήμαντος, θὰ ἦτο ἀνάξιος λόγου, διότι θὰ ἔφερε 500.000 καὶ θὰ εἶχε δαπάνας ἐντελῶς δυσαναλόγους· ἀλλ’ ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶχε τὰ χαρίσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπερίμενέ τις ἀπὸ τὸν φόρον αὐτόν, ἐὰν δὲν εἶχε τὰς ἐξαιρέσεις τοῦ ἄρθρου 2. Ὁ τιθέμενος φόρος εἶναι παραγωγικώτερος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπελόγισεν αὐτὸν εἰς 1.100.000· μὲ τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερε, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι θὰ φέρῃ τουλάχιστον 1.500.000· κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς ἐπὶ ἄλλης βάσεως δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ πολὺ μεγαλύτερον ποσόν, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπὶ ἄλλης βάσεως ἐτίθετο ὁ φόρος αὐτὸς δύναται νὰ εἶναι παραγωγικώτερος διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ φέρῃ 3–4 ἑκατομμύρια καὶ νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἀρχὴν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐπαγγελιῶν της, τῶν ἐπαγγελιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας βεβαίως ἔχει προσφάτως ὁ Θεσσαλικὸς λαός, ὅτε ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἤκουεν ὅτι: «Ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως ἐπαγγέλλεται εἰς ὑμᾶς ὅτι θέλει κατορθώσει τοῦτο διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος».
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ εὐκαιρία.
§41Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ εὐκαιρία δι’ ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὰς προσόδους θὰ πλήξῃ ὁ φόρος αὐτός· εἶναι ὅμως καταλληλοτάτη δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν κερδαίνουσιν ἐπαρκῶς τὸν ἄρτον αὐτῶν. Εἶχε δίκαιον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαγγελθῇ εἰς τὸν λαὸν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φόρου τούτου καὶ τὴν ἀντικατάστασιν ἄλλων φόρων ἐμμέσων, διότι ὁ φόρος αὐτὸς παρουσιάζει τὰ μεγαλύτερα πλεονεκτήματα. Ἔχει τὸ μέγα, παμμέγιστον, πλεονέκτημα ὅτι δὲν μεταβιβάζεται, ὅτι πίπτει εἰς βάρος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος καταβάλλει αὐτόν. Οἱαδήποτε προσπάθεια τοῦ πληρώνοντος τὸν φόρον ὅπως μεταρρίψῃ αὐτὸν εἰς βάρος ἄλλων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ. Ὑπῆρξάν τινες ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἡμερομίσθιον· ἀλλ’ ἡ θεωρία αὕτη ἀπεδείχθη ἐντελῶς ἀβάσιμος. Φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι φόρος ἀμετάρριπτος· μένει εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καταβάλλουσιν αὐτόν· ὁ φόρος πίπτει ἐπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὸν φέρωσι· διότι μία φιλόστοργος Πολιτεία δύναται νὰ κανονίσῃ τὸν φόρον τοῦτον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ φέρωσι τὸν φόρον τοῦτον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν φέρωσι. Μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐξαιρέσῃ τὸ ἐλάχιστον φορολογικὸν ὅριον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται πρὸς διατροφὴν μιᾶς οἰκογενείας, καὶ τὸ ἄλλο προσόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ φόρος τῆς κατὰ πρόοδον φορολογίας, ἡ Κυβέρνησις δύναται οὐ μόνον νὰ ἀπαλλάξῃ τὰς ἀπόρους τάξεις, ἀλλὰ νὰ φορολογήσῃ ἐλαφρότερον τὴν μεσαίαν τάξιν καὶ πολὺ βαρύτερον τὴν ἀνωτέραν τάξιν. Ὁ φόρος αὐτὸς ἐπιτίθεται ἐπὶ τῶν προσώπων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Ἑπομένως μένει εἰς βάρος ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τίθεται. Ἔχει τὸ παμμέγιστον χάρισμα δι’ ἕνα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι εἶναι φόρος ἐλαστικός, καὶ φόρος ἐλαστικὸς λέγεται ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἄνευ ἄλλης τινὸς διαρρυθμίσεως, ἄνευ ἐξόδων τινῶν, ἢ ἀσημάντων, ἡ αὔξησις καὶ ἡ ἐλάττωσις ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, ἐφ’ ὅσον, εἴτε διότι παρίσταται ἐξαιρετική τις ἀνάγκη, εἴτε διότι ἄλλαι πρόσοδοι ὡς ἐκ καιρικῶν μεταβολῶν εἴτε ἄλλων λόγων μειοῦνται, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ αὐξάνῃ τὸ φορολογικὸν ὅριον καὶ νὰ ἐλαττώνῃ αὐτὸ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ παρουσιάζωνται κενὰ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Εἰς ἐκτάκτους δὲ ἀνάγκας ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι κράτιστος· ἐν περιπτώσει παραδείγματος χάριν πολέμου ἡ Πολιτεία ἔχουσα ἐξαιρετικῶς ἀνάγκην μεγάλων προσόδων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐρευνᾷ νὰ αὐξήσῃ τοὺς ἐμμέσους φόρους, διότι θὰ ἦτο φόβος εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτὴν περίπτωσιν νὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, ἐνῷ διὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ἐπὶ ἄλλης βάσεως τιθεμένου εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐκτάκτων γεγονότων νὰ ἀντλήσῃ μέρος τῶν δαπανῶν, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος εἶναι τὸ κράτιστον μέσον διὰ μίαν Κυβέρνησιν ὅπως ἀντικαταστήσῃ ἄλλους φόρους, καὶ διὰ τῆς βαθμιαίας αὐξήσεως νὰ ἀντικαθιστᾷ τοὺς κακοὺς φόρους τοὺς πίπτοντας εἰς βάρος τῶν ἀπορωτέρων τάξεων, βραδύτερον δὲ καὶ τοὺς ἄλλους φόρους, οἱ ὁποῖοι πίπτουσιν εἰς τὴν μεσαίαν τάξιν. Τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος τὸν μετεχειρίσθησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἐκτάκτους περιστάσεις καὶ νὰ διαρρυθμίσωσι τὸ φορολογικὸν σύστημα. Τὸν φόρον τοῦτον τὸν μετεχειρίσθη ὁ Πὶτ τῷ 1842, ὅπως καταργηθῇ ὁ φόρος τοῦ σίτου, ὁ ὁποῖος ἐπίεζε τὰς κατωτέρας τάξεις. Τὸν φόρον τοῦτον τὸν μετεχειρίσθη τῷ 1853 καὶ πέρα ὁ Γλάδστων, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὴν πληθύν, τὸ μωσαϊκὸν τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον ἐν Ἀγγλίᾳ, δι’ αὐτοῦ τοῦ φόρου δὲ κατώρθωσε νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς φόρους ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς ἐννέα εἴδη καὶ μόνον. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος πίπτει ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου. Πᾶσα πρόσοδος δύναται νὰ φαίνηται ὡς πρόσοδος, δὲν εἶναι ὅμως τοιαύτη πραγματικῶς. Πρόσοδος εἶναι καὶ τὸ εἰσόδημα τοῦ ἐργάτου· δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο πρόσοδος, καθόσον ὅπως ὁ ἐργάτης ἔχει τὴν ἀπαιτουμένην δύναμιν νὰ παραγάγῃ καὶ νὰ κερδίζῃ, ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δαπανᾷ παραλλήλως. Ἡ πρόσοδος τοῦ ἐργάτου δὲν εἶναι πρόσοδος, ἀλλ’ εἶναι μέσον διατηρήσεως αὐτοῦ ἐν τῇ ζωῇ. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος δύναται νὰ τεθῇ ὡς μέτρον ἀναλόγως τῶν δυνάμεων ἑκάστου. Πρὸ ὀλίγου χρόνου ἐψηφίσαμεν καὶ ἡμεῖς προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, ἥτις λέγει ὅτι οἱ Ἕλληνες συνεισφέρουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των. Ἀλλὰ κατὰ τίνα ἄλλον τρόπον, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ συνεισφέρωσιν οἱ Ἕλληνες εἰς τὸ Δημόσιον ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των παρὰ διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος; Ἀλλ’ ὅπως ἐπιτευχθῇ τοῦτο ἔδει ὁ φόρος αὐτὸς νὰ τεθῇ ἐπὶ ἄλλης βάσεως καὶ οὐχὶ ἐπ’ ἐκείνης, ἥτις ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος δύναται νὰ ἔχῃ δύο μεγάλα χαρίσματα, ἐὰν τεθῇ κατὰ πρόοδον καὶ ἂν ἐξαιρῇ ἓν ὡρισμένον ποσόν. Μόνον ὅταν ὁ φόρος τίθηται κατὰ πρόοδον εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος φορολογεῖ τοὺς ὑπηκόους ἀναλόγως τῶν δυνάμεων αὐτῶν. Ὁ φόρος δὲν λέγεται δίκαιος καὶ ἴσος, ὅταν φορολογῇ ἐξ ἴσου ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει χιλίων δραχμῶν εἰσόδημα, καὶ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἑκατὸν χιλιάδων εἰσόδημα. Ἑκατὸν δραχμαὶ ἀφαιρούμεναι ἀπὸ ἕνα οἰκογενειάρχην θὰ ἀναγκάσωσιν αὐτὸν νὰ ἀλλάξῃ ἢ τὴν ποσότητα ἢ τὴν ποιότητα τοῦ ἄρτου του, αἱ ἑκατὸν ὅμως δραχμαὶ ἀπὸ ἕνα ἄλλον κεφαλαιοῦχον θὰ μειώσωσι μόνον τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον. Ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι κράτιστος, διότι συλλαμβάνει τὸν φιλάργυρον, διότι χαρακτηριστικὸν τοῦ φιλαργύρου δὲν εἶναι μόνον νὰ ἐξοδεύῃ ἐλάχιστα διὰ τὴν τροφήν του, ἀλλὰ καὶ νὰ κατοικῇ εἰς μικρὸν μέρος, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ συνεπάγηται δαπάνας. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἔχει καὶ ἀνάλογα ἐλαττώματα ὁ φόρος αὐτός, ὅτι ἔχει τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἀνέφερεν.
§42Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τίποτε.
§43Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτι εἶναι φόρος δυσάρεστος, οὐδὲν ἄλλο ἐπιχείρημα δύναταί τις νὰ παρουσιάσῃ παρὰ ὅτι ὡς φόρος, ὡς ἀφαιρῶν μέρος τῶν προσόδων τῶν ὑπηκόων ἑνὸς Κράτους, ἐμποδίζει τὴν ἀποταμίευσιν, διότι πλήττει τοὺς πλουσίους. Ἀλλὰ τὸ κακὸν αὐτὸ ἔχουσιν ὅλοι οἱ φόροι. Λέγεται ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἐνισχύει τὴν ἀνηθικότητα. Καὶ τοῦτο εἶναι ἐπιχείρημα μέγιστον κατὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, διότι ἐξαναγκάζει τοὺς κατοίκους εἰς ψευδεῖς δηλώσεις καὶ πρέπει νὰ μὴ στηριχθῇ εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἐξουσίας πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ εἰσοδήματος. Οὐδόλως ὁ φόρος αὐτὸς θὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἀνηθικότητα. Ὁ φόρος αὐτὸς δὲν θὰ γεννήσῃ ἀνηθίκους· θὰ ὑπάρχωσιν οἱ ἀνήθικοι· ἡ Πολιτεία ὅμως θὰ εὕρῃ τὰ μέσα νὰ ἠθικοποιήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ γίνωσιν ἀνήθικοι ὡς ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, διὰ τὰ μεγάλα προτερήματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ φόρος αὐτός, πρέπει νὰ γίνῃ φόρος καθολικός. Ὁ φόρος αὐτὸς ὑπάρχει εἰς ὅλας τὰς Πολιτείας.
§44Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε τὸν καλλίτερον γαμβρὸν δὲν ἐπῄνεσαν τόσον πολύ, ὅσον σεῖς ἐπαινεῖτε τὸν φόρον αὐτόν.
§45Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἐφήρμοσαν τὸν φόρον αὐτὸν καὶ εἰς οὐδὲν Κράτος γίνεται σκέψις, ὅπως γίνῃ ἐλάττωσις ἢ ἄρσις τοῦ φόρου αὐτοῦ· τουναντίον, γίνεται ἐπέκτασις τοῦ φόρου τούτου. Ἐν Ἑλλάδι, καίτοι τόσον βραδέως ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν φόρον τοῦτον, ἀπεφασίσαμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὸν κατὰ χριστιανικώτατον ἀληθῶς τρόπον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις πρῶτος ἐπέβαλε τὸν φόρον τοῦτον κατὰ τὸ 1909, οὐδεμίαν πηγὴν ἀφῆκεν, οὐδένα τρόπον φορολογίας ἀχρησιμοποίητον· τὸν φόρον τοῦτον ἐπέβαλε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μηδόλως νὰ πλήξῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπεν εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ χριστιανικώτατον τρόπον ἐπιβάλλεται ὁ φόρος οὗτος, ἡ τοιαύτη δὲ στοργὴ διὰ τὴν τάξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ πλήξῃ, δὲν εἶναι καθ’ ὅλου δεδικαιολογημένη τὴν στιγμὴν μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πληρώνει εἰσαγωγικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου ἐννέα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν.
§46Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἀντιστάθμισμα τοῦ φόρου τῆς πληρωμῆς ἐπὶ τοῦ σίτου θὰ τεθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν.
§47Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀνέπτυξα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον πεντήκοντα ἢ ἑξήκοντα κοιλὰ δὲν ἐξαιρεθῶσι πάσης φορολογίας, ὁ φόρος οὗτος εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος θὰ τεθῇ εἰς ὡρισμένην τάξιν, ἐπὶ τοῦ ἄρτου, θὰ αὐξήσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἄρτου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως φορολογεῖται πᾶν εἰσόδημα εἶναι φόρος, ὁ ὁποῖος δὲν σκεπάζει τὰ κακὰ τοῦ φόρου τούτου. Κατὰ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξῄρει πάσης φορολογίας τὸ εἰσόδημα 5,000 δραχμῶν, διὰ τῆς τροποποιήσεως δέ, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν, ἠλάττωσε τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 4000 δραχμάς. Ἀλλά, ἐνῷ φροντίζει νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ εἰσόδημα τῶν 4000 δραχμῶν ἀπὸ παντὸς φόρου, ἡ γενναιότης του εἰς τὸν ἄλλον φόρον ἔφθασεν ἕως 15, τὰ ὁποῖα ἔγιναν κατόπιν 20 κοιλά. Τοιαύτη ἦτο ἡ μεριμνά του σχετικῶς πρὸς τὴν πτωχοτέραν τάξιν, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἐργασίας της παράγει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται πρὸς διατροφήν, καὶ αὐτὸ ἐλλιπές. Ἐφρόντισε νὰ ἔχῃ ἓν ὅριον ἐξαιρετέον 15 κοιλῶν καὶ ἔπειτα 20 κοιλῶν, διὰ τὴν τάξιν δὲ τῶν πλουσίων ἐφρόντισε νὰ ἐξαιρέσῃ 4000 δραχμῶν ποσόν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι 5000 δραχμῶν εἰσόδημα, εἶναι Κροῖσοι ἀπέναντι τῶν οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν οὔτε χιλίας δραχμάς, καὶ αὗται μάλιστα ὅταν διαθέτωσι τέσσαρα πρόσωπα, διὰ νὰ ἐργάζωνται νυχθημερόν.
§48Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι εἰδικὸς φόρος. Εἰς τὴν Ῥωσίαν τὸν ἔγγειον φόρον τὸν κατήργησαν τὸν ἔδωκαν εἰς τοὺς δήμους καὶ εἰς τὰς κοινότητας. Καὶ ἐγὼ ἐξ ἴσου εἶμαι ὑπὲρ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος.
§49Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω, ὅτι οὐδέποτε ὁ φόρος αὐτὸς καὶ μάλιστα εἰς τὴν ἀρχήν του ἐπεβλήθη τόσον βαρύς. Ἡ Ἰταλία φορολογεῖ μέχρι 20%. Οὐδόλως εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ 20% ἐφ’ ὅσον διατηρεῖ τοὺς ἀμέσους φόρους, οἱ ὁποῖοι πλήττουσιν ὅλα τὰ εἰσοδήματα. Βεβαίως ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἐφ’ ὅσον δὲν ἀντικαθιστᾷ τοὺς ἀμέσους φόρους πρέπει νὰ εἶναι ἐλαφρὸς φόρος, χωρὶς ὅμως νὰ καταστῇ φόρος ἀσήμαντος. Εἶμαι θερμὸς θιασώτης τοῦ φόρου τούτου, ἀλλ’ εἶμαι καὶ ἐναντίον τῆς βάσεως καὶ τῶν λεπτομερειῶν του. Ὁ φόρος τοῦ κ. Εὐταξίου ἐξαιρεῖ 3,000 δρ.· τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι εἶναι μέγα, διότι ὑπάρχουσι πλούσια Κράτη δυνάμενα νὰ φορολογήσωσι τὰ μεγάλα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐξήρεσαν μικρὰ μόνον ποσά, ὡς ἡ Ἰταλία, ἡ Γερμανία καὶ ἄλλα πολλά. Ἀλλὰ τουλάχιστον ὁ φόρος τοῦ κ. Εὐταξίου, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἀνάξιον λόγου, ἐφρόντισε νὰ θέσῃ μίαν φορολογικὴν κλίμακα ἀπὸ 3 ἕως 7%. Εἶχεν ἑπομένως καὶ βάσιν φορολογικὴν ἀνωτέραν καὶ φορολογικὸν ὅριον ἀνώτερον, ἀπὸ ὅτι ὁ ὑπὸ συζήτησιν φόρος, καὶ τὴν κλίμακα ἀνωτέραν, διότι ὁ παρὼν φόρος φθάνει ἀπὸ 1 ἕως 3%, ἐνῷ ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος καταργεῖται, ἤρχιζεν ἀπὸ 3 καὶ ἔφθανεν ἕως 7%. Κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὄχι μόνον ἐξαιροῦνται 4000 δρ., ὄχι μόνον ἐξαιροῦνται 400 δρ. ἐπὶ πλέον δι’ ἕκαστον μέλος οἰκογενείας πέρα τῶν 5, ἀλλ’ ἀτόπως, ἀτοπώτατα, τὸ ποσὸν τῶν 4000 ἐξαιρεῖται ἀπὸ οἱανδήποτε πρόσοδον καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἔχει καὶ 100,000 πρόσοδον θὰ γίνῃ ἔκπτωσις τῶν 4000 δρ. Τὸ τοιοῦτον εἰς οὐδὲν μέρος γίνεται. Ἐξαιρεῖ ἡ Ἀγγλία 4000 δρ., 160 λίρας, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ πέρα δὲν ἀπαλλάσσεται καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο. Βεβαίως μεγάλη διαφορὰ ἐκπτώσεως εἶναι, ἀλλ’ ἀπ’ ἐκείνης καὶ πέρα ὅλον τὸ εἰσόδημα φορολογεῖται, χωρὶς νὰ γίνεται ἡ ἐξαίρεσις τῶν 4000 δρ. Ποίαν δικαιολογίαν θὰ εἶχεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀφαιρέσῃ ποσὸν 4000 δρ. ἀπὸ ἓν κεφάλαιον; Καὶ ἂν ἀκόμη ἦτο ὀρθόν, ὅπως οἱ ἔχοντες 4000 δρ. μὴ φορολογηθῶσι, δὲν ὑπῆρχε λόγος οἱ ἔχοντες 50.000 δρ. νὰ φορολογηθῶσι διὰ 46.000 καὶ οὐχὶ διὰ 50.000. Λέγω ταῦτα, διὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ φόρος ἐστηρίζετο ἐπὶ ἄλλων βάσεων, ἠδύνατο νὰ εἶναι φόρος κράτιστος καὶ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφέρῃ 1.100.000. Ἀλλὰ θὰ ἐστηρίζετο ἐπὶ τοιούτων βάσεων, ὥστε, ὀψέποτε εἴτε κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος εἴτε βραδύτερον ἡ Κυβέρνησις ἤθελε τροποποιήσει ἐπὶ τὸ βελτιώτερον τὸ φορολογικὸν σύστημα, νὰ ἔχῃ εἰς χεῖρας τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν τοῦτο. Ὁ παρὼν φόρος δὲν θὰ δώσῃ τὸ μέσον αὐτὸ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ ἢ θὰ ἀναγκασθῇ νὰ μετατρέψῃ τὸν φόρον, ὅταν θὰ ἀρχίσῃ νὰ στηρίζηται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἤ, ἂν θελήσῃ νὰ στηρίξῃ τὴν βελτίωσιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, δὲν θὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὰς προσπαθείας της. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἡ βάσις του εἶναι κακή. Ἡ βάσις του εἶναι τὸ ἐνοίκιον, ἡ βάσις στηρίζεται ἐπὶ τῶν φορολογικῶν καταλόγων, οἱ ὁποῖοι ῥυθμίζουσι τὸ ἐνοίκιον, καὶ ἐκ τούτου ὡς τεκμήριον συμπεραίνεται ποία θὰ εἶναι ἡ πρόσοδος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ φορολογηθῇ. Τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει μεγάλα καὶ ἀνεπανόρθωτα ἐλαττώματα. Οὕτω πως τιθέμενος ὁ φόρος καθίσταται ἀσήμαντος διὰ τὸ Δημόσιον, εἶναι ἐπιεικὴς διά τινας καὶ ἄδικος δι’ ἄλλους. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν χρειάζεται παράδειγμα, διὰ νὰ πεισθῇ τις ὅτι τὸ ἐνοίκιον ὡς τεκμήριον εἶναι εὐεργετικὸν διά τινας καὶ ἄδικον δι’ ἄλλους. Ἰατρός τις ἐν Ἀθήναις, ὅπως ἔχῃ πελατείαν, ὀφείλει νὰ διαθέσῃ μέγιστον μέρος τῶν προσόδων αὑτοῦ, τὰ ⅔ σχεδόν, δι’ ἐνοίκιον, διότι, ἂν καθίσῃ εἰς ἀπόκεντρον μέρος, θὰ χάσῃ τὴν πελατείαν του. Τὸ ἐνοίκιον ὡς τεκμήριον τῆς προσόδου εἶναι ἄδικον, ὅπως εἶναι ἐπιεικὲς διὰ τὸν φιλάργυρον, ὁ ὁποῖος θὰ καθίσῃ εἰς μίαν καλύβην, δι’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὴν ἐξοχὴν ἢ εἰς ἓν χωρίον, ὅπου τὸ ἐνοίκιον εἶναι μικρόν, ἀλλ’ αἱ πρόσοδοί του εἶναι πολὺ μεγάλαι. Δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἐπιστημονικῆς βάσεως καὶ ὅπου ἴσχυσεν ὡς τεκμήριον τὸ ἐνοίκιον κατηργήθη. Ἄλλοι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους εἶναί τις ὑποχρεωμένος νὰ κατοικῇ εἰς ὡρισμένον οἴκημα ἀδιακρίτως πρὸς τὴν πρόσοδον, τὴν ὁποίαν ἔχει, εἶναι ἡ μνήμη τῶν γονέων του καὶ εἶναι ὑποχρεωμένος ἀπαραβάτως νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν οἰκίαν, εἰς τὴν ὁποίαν κατῴκησαν οἱ γονεῖς καὶ οἱ πρόγονοι αὐτοῦ. Οἱοσδήποτε φόρος καὶ ἂν ἐπιβληθῇ, οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι αἱ οἰκονομικαί του καταστάσεις, δυσκόλως θὰ ἀλλάξῃ τις τὴν πατρικὴν οἰκίαν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φέρω ἓν παράδειγμα. Ὁ συνάδελφος κ. Σλῆμαν, καὶ ἂν ἔβλεπε διπλασιαζόμενον τὸ εἰσόδημα αὑτοῦ, δὲν θὰ ἤλλασσε τὸ μέγαρον τὸ πατρικόν, ὅπου κατώκησεν ὁ σοφὸς αὑτοῦ πατήρ, καὶ οὔτε ἐὰν ἔβλεπε τὰ εἰσοδήματά του ἐλαττούμενα εἰς τὸ ἥμισυ θὰ ἤλλασσε κατοικίαν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ φορολογῆται ἐλαφρότατα. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς κ. Δραγούμης εἶπεν ὅτι αἱ σημεριναί του πρόσοδοι εἶναι μικρότεραι καὶ ἡ οἰκογένειά του πολὺ μικροτέρα ἀπὸ ὅ,τι ἦτο ἄλλοτε, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐγκατέλειπε τὸ μέγαρον, εἰς τὸ ὁποῖον κατοικεῖ ἀπὸ τόσων ἐτῶν. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω ἓν παράδειγμα στηριζόμενον ἐπὶ στατιστικῆς, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τὴν ἐφημερίδα «Πατρίς». Κατ’ αὐτήν, ὑποστηρίζουσαν τὸ νομοσχέδιον, οἱ βαθύπλουτοι ἡμῶν ἐλάχιστα θὰ πληρώσωσι (ἀναγινώσκει)... Ὑπολογίζει διὰ τοὺς πλουσιωτέρους τὸν φόρον εἰς 6.000 ἢ 7.000, ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέλω νὰ λάβω πληροφορίας ὁποία ἡ πρόσοδος τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἂς ὁμιλήσωμεν περὶ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πρόσοδον 1.000.000 τουλάχιστον κατ’ ἔτος. Καὶ ἐὰν οὗτοι ἐφορολογοῦντο μὲ ἕνα ἐλαφρὸν φόρον, φόρον ἐφαρμοζόμενον εἰς πλουσιώτερα Κράτη πρὸς 5% ἢ 6%, θὰ ἐπλήρωνον 50,000 ἕως 60.000 ἐπὶ τοῦ ἑκατομμυρίου, καὶ διπλάσιον ποσόν, ἐὰν εἶχον 2.000.000. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου αὐτοῦ θὰ πληρώσωσι μόνον 6.000 δρ. ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐνοικίου, δηλαδὴ θὰ πληρώσωσι τὸ ἥμισυ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν καθ’ ὃν χρόνον σκοπὸς τοῦ φόρου εἶναι ἡ φορολογία τῶν μεγάλων κεφαλαίων πρὸς 3%.
§50Ο. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ὡμιλήσατε περὶ ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον εἶναι σπάνιον.
§51Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ κατέρχομαι εἰς τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πολλοί. Οἱ ἔχοντες 500.000 θὰ πληρώσωσι 5,000, ἤτοι 1% καθ’ ὃν χρόνον σκοπὸς τοῦ φόρου κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι νὰ φορολογήσῃ τὰ μεγάλα κεφάλαια τοὐλάχιστον πρὸς 3%.
§52Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔπρεπε νὰ τὰ φορολογήσῃ πρὸς 13%.
§53Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὰ κακὰ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου δὲν θεραπεύονται διὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπέτρεψε τὴν ἀπόδειξιν τῆς προσόδου τοῦ φορολογουμένου καὶ δι’ ἄλλων μέσων ἐκτὸς τοῦ ἐνοικίου, ἀλλ’ ἐνῷ ἐδέχθη εἰς τὸν φορολογούμενον τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδείξῃ τὴν μικροτέραν πρόσοδον ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία τεκμαίρεται ἐκ τοῦ ἐνοικίου διὰ τῶν δηλώσεων, περιώρισε τὸ δικαίωμα μόνον ἐφ’ ὅσον ἀποδεικνύεται δι’ ἐγγράφου συμβολαίου. Δι’ αὐτῆς τῆς τροποποιήσεως, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν φορολογούμενον καὶ πολὺ δικαίως νὰ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ τεκμήριον τοῦ ἐνοικίου εἶναι ἐσφαλμένον καὶ ὅτι ἡ πρόσοδός του δὲν εἶναι τοιαύτη, οἵα τεκμαίρεται ἐκ τοῦ ἐνοικίου, καὶ εἶναι πολὺ ὀρθόν, ἐξ ἄλλου ὅμως εἶναι ὀρθὸν ὅπως καὶ τὸ Δημόσιον ἀντιτάσσῃ εἰς τὸν φορολογούμενον ἄλλας ἀποδείξεις ἐνοικίου ἢ τὸ ἐνοίκιον μόνον ἐφ’ ὅσον δι’ ἐγγράφων ἀποδεικνύεται μεγαλειτέρα πρόσοδος ἐκείνης, ἡ ὁποία τεκμαίρεται διὰ τοῦ ἐνοικίου. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον εἶναι πολὺ δύσκολον· οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ περιουσίαν στηριζομένην ἐπὶ ἐγγράφων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὸ Δημόσιον, εἶναι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀξίας καὶ διὰ τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς θὰ ὑποστῇ σημαντικὸν τραῦμα ὁ φόρος τοὐλάχιστον ἀπὸ ἀπόψεως παραγωγικότητος, διότι, ἐνῷ οἱ φορολογούμενοι θὰ ἔχωσι τὸ μέσον νὰ ἀποδεικνύωσι μικροτέραν πρόσοδον, τὸ Δημόσιον οὐδέποτε θὰ ἔχῃ τὸ μέσον νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ πρόσοδος ἑνὸς εἶναι μεγαλειτέρα. Ὁ φορολογούμενος ἔχει τὸ εἰσόδημα ἐκ διαφόρων πηγῶν, ἐκ τόκων, ἀλλ’ ἔχει καὶ προσόδους ἐξ ἐνοικίου.
§54Ο. ΤΕΤΕΝΕΣ. Καὶ ἐκ τοκομεριδίων.
§55Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ πρόσοδος αὐτὴ εἶναι, ἡ ὁποία στηρίζεται εἰς δημόσια ἔγγραφα.
§56Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Καὶ ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν εἶναι ἔγγραφα δημόσια.
§57Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ μοὶ ὑπενθυμίσατε τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ βεβαιώσητε πῶς θὰ βεβαιοῦται ὁ φόρος ἐκ τοῦ ἐλαίου.
§58Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐπίσης.
§59Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὐδὲν ἔγγραφον ὑπάρχει· ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου ἐνοικιάζεται. Ὁ ἐνοικιαστής, ὁ ὁποῖος τὸν ἐνοικιάζει, ἐνδιαφέρεται μόνον ποῖον ποσὸν θὰ εἰσπράξῃ.
§60Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὸ Δημόσιον;
§61Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ Δημόσιον γνωρίζει τί ἔχει νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστήν, ἀλλ’ ὁ ἐνοικιαστὴς εἰσπράττων οὔτε καταλόγους κρατεῖ οὔτε ἀποδείξεις δίδει, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει δημόσιον ἔγγραφον ἐπὶ πολλῶν προσόδων.
§62Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἐπὶ παντὸς φόρου.
§63Ο. ΤΕΤΕΝΕΣ. Εἰς τὴν Ῥωμουνίαν δὲν δύνασθε νὰ ἐνοικιάσητε κατάστημα, χωρὶς νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν τοῦ προέδρου, χωρὶς τὰ βιβλία σας νὰ εἶναι χαρτοσημασμένα. Μεταβαίνετε νὰ ἀγοράσητε χρεόγραφα· πρέπει νὰ σᾶς δώσουν τιμολόγια μὲ σφραγῖδας. Διὰ νὰ προεξοφλήσητε τὰ τοκομερίδια, πρέπει νὰ σᾶς δώσουν τιμολόγια. Ἐδῶ τίποτε τοιοῦτο δὲν ὑπάρχει.
§64Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τροποποιήσας τὸν φόρον ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐφαρμογὴν τελειοτέρου συστήματος, ἀλλὰ δὲν ἐπέτυχε τοῦτο δηλαδὴ τελειότερον σύστημα, δὲν ἐπέτυχε τὸ μικτὸν σύστημα, ὡς ὑπελόγισε, τὸ στηριζόμενον ἐπὶ τῶν δηλώσεων καὶ ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Ἐτέθη μεταξὺ τῆς Σκύλλης, ἡ ὁποία εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἐξετάσεως τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας, καὶ τῆς Χαρύβδεως, τοῦ δικαιώματος τοῦ φορολογουμένου, κατὰ τίνα τρόπον ὁ ἔλεγχος τῆς Πολιτείας θὰ εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ ὁ φόρος ὀχληρός. Καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν δηλώσεων αὐτῶν εἶναι βεβαίως ζήτημα τεχνικόν, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν εἶναι κεκλημένη νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀφοῦ ἄλλαι Πολιτεῖαι τὸ ἔλυσαν. Ἄλλη βάσις ἐσφαλμένη ὡς ἐκ τοῦ τεκμηρίου τοῦ ἐνοικίου. Λαμβάνω ὡς παράδειγμα μίαν οἰκίαν τῶν Ἀθηνῶν· μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ εἶναι ἀξιοπρεπεστάτη διαμονὴ δι’ ἕνα πλούσιον τὸ μέγαρον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἂς ζητήσω ἕτερον μέγαρον καὶ λαμβάνω τὸ οἴκημα τῆς ὁδοῦ Πατησίων τὸ μέχρι πρὸ ὀλίγου χρησιμεῦον ὡς διεύθυνσις Ἀστυνομίας. Εἶναι οἴκημα δυνάμενον νὰ καλύψῃ οἱονδήποτε εἰσόδημα, διότι οἱοσδήποτε πλούσιος καὶ ἂν κατοικήσῃ ἐκεῖ, δὲν θὰ ἐθεωρεῖτο ὡς δυσαναλόγως πρὸς τὸν πλοῦτόν του δαπανῶν δι’ ἐνοίκιον. Ἔχει μισθωθῆ ἀντὶ 9600 δραχμῶν ἐτησίως, ἑπομένως ἐκτιμᾶται ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς τὴν οἰκίαν αὐτήν, ἔχει 96,000 εἰσόδημα, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς τὸ οἴκημα αὐτὸ δύναται νὰ κατοικήσῃ καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ 500,000 καὶ 1,000,000 καὶ πλέον εἰσόδημα, καὶ ὅμως ἐκεῖνος θὰ ὑποβληθῇ εἰς φόρον εἰσοδήματος μόνον 96,000 δραχμῶν, ἤ, ἂν προσθέσωμεν καὶ τὸ 20%, διότι εἶναι μονοκατοικία, θὰ φθάσῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς 115,000· ἐκτιμᾶται λοιπὸν ὅτι ὁ βαθύπλουτος ἐκεῖνος ἔχει 115.000 μόνον δραχμῶν εἰσόδημα. Τὸ ἄτοπον τοῦτο γίνεται πολὺ μεγαλείτερον εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὅπου οὐδεμία οἰκία ὑπάρχει, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ἐνοίκιον ἀνώτερον τῶν τριῶν χιλιάδων, βεβαίως αὐτοὶ δὲν θὰ παραδεχθῶμεν ὅτι ἔχουν μόνον 30 χιλ. εἰσόδημα, ἀλλ’ ἔχουν περισσότερον. Ἄν τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντιζε νὰ μὴ ἔχῃ τεκμήριον μόνον τὸ ἐνοίκιον, ἀλλὰ καὶ ἄλλα. Εἰς ἄλλα μέρη ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τοὺς ὑπηρέτας, τὰς ἁμάξας κλπ. Διὰ τῶν ἄρθρων 19 καὶ 26 ἐλήφθη πρόνοια ὅπως δοθῶσιν ἀρκετὰ κέρδη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κανονίζουν τὸν φόρον αὐτόν. Ἐκτὸς τῆς ἀποπειρωμένης αὐξήσεως εἰς μισθοὺς καὶ βαθμοὺς τῶν ταμιακῶν ὑπαλλήλων ὁ Ὑπουργὸς ἐφρόντισε νὰ δώσῃ 1% καὶ ὄχι μόνον εἰς αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐπὶ τῶν φορολογικῶν καταλόγων, ὡς ἂν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀμείβωνται οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ διαφορετικά. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ σήμερον ἐπιβαλλόμενος φόρος φόρος εἰσοδήματος, ἀλλὰ πᾶν ἄλλο, εἶναι φόρος τάξεων, εἶναι ἀκριβῶς ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος ἴσχυε μέχρι τοῦ 1870 εἰς τὰς περισσοτέρας Γερμανικὰς πόλεις ὑπὸ τὴν ὀνομασίαν Klassensteuer καὶ οὕτω πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ, διότι τὸ ἐνοίκιον εἶναι φόρος τῆς τάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει τις ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν του δυνάμεων. Ὁ φόρος αὐτός, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν τόπον, ὅπου ἐτέθη κατ’ ἀρχάς, ὅπου ἐτέθη, οὐχὶ διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ τοὺς ἄλλους φόρους, ὅπου τὸ πρῶτον ἐτέθη, ἦτο προοδευτικὸς καὶ ἦτο 10%, κατηργήθη δὲ βραδύτερον. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ἰταλίαν, ἡ ὁποία ἅμα τῇ ἀπελευθερώσει της θὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἦτο πολὺ πτωχοτέρα ἀπὸ ὅ,τι ἡ Ἑλλὰς σήμερον, εἰς τὴν Ἰταλίαν ἐπεβλήθη κατ’ ἀρχὰς εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποφέρῃ 30 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος καὶ διὰ νὰ γίνῃ βραδύτερον 80,000,000 καὶ ὁ φόρος αὐτὸς δὲν ἀντικατέστησε κανένα ἐκ τῶν ἄλλων φόρων, καὶ ὅτε ἡ Ἰταλία ἐπλούτησεν ηὔξησε τὸν φόρον εἰς 20% σήμερον. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δημιουργοῦνται οἰκονομικὰ καὶ οὕτω πως ἐνεργοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ βελτιώσωσι τὸ οἰκονομικὸν σύστημα μιᾶς χώρας. Ἄλλη χώρα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι πλουσία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ εἶναι πτωχοτέρα τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἱσπανία, ἔχει τὸν φόρον αὐτὸν ἀπὸ 5 ἕως 20% καὶ κατὰ τὸ 1902 εἶχεν 105,000,000· ἐπειδὴ δὲ ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἱσπανίας εἶναι ἑξαπλάσιος τοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπε κατ’ ἀναλογίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ φέρῃ 17,500,000. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ βαρύς; Ναί, ἀλλὰ παραλλήλως πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἄρτου, τῆς σακχάρεως, ἐπὶ τοῦ ἅλατος, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ διαρρύθμισις τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἄλλων φόρων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀδικώτατοι, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι τὰ κακὰ τῶν φόρων δύνανται νὰ ἀρθῶσιν ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι τῆς Πολιτείας αὐξάνουν, μόνον δὲ διὰ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι ὁ λαὸς δύναται νὰ τρέφηται εὐθηνά, ὅπως εἰς ἄλλα μέρη, ὅπως μὲ τὴν σάκχαριν, ἡ ὁποία δύναται νὰ καταστήσῃ τὴν τροφὴν τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου κατά τι καλλιτέραν. Ἰσχύει εἰς ὅλα τὰ Γερμανικὰ Κράτη ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἡ Γερμανικὴ Αὐτοκρατορία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσῃ τοιοῦτον, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμά της ἡ Γερμανικὴ Αὐτοκρατορία δύναται νὰ θέτῃ μόνον ἐμμέσους φόρους. Σκέπτεται νὰ θέσῃ τὸν φόρον τοῦτον καὶ ἀπεπειράθη νὰ τὸν θέσῃ ἡ Ἀμερική, ἡ ὁποία ἐξηναγκάσθη κατόπιν νὰ τὸν καταργήσῃ. Μὲ διέκοψεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Πολίτης ἄλλην ἡμέραν ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἄλλαι χῶραι δὲν ἐπέβαλον τὸν φόρον τοῦτον, ὡς ἡ Γαλλία, τόσον ὅμως καὶ ἡ Γαλλία ἔχει αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην τοῦ φόρου τούτου, ὥστε αἱ ἀπόπειραι αὐτῆς πρὸς ἐπιβολὴν του χρονολογοῦνται ἀπὸ τοῦ 1886. Εἶναι δὲ ὁ Γαλλικὸς λαὸς ὁ κατ’ ἐξοχὴν συντηρητικὸς λαός, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας δὲν προηγήθη ποτέ, ἀλλ’ ἠκολούθησεν ἄλλα Κράτη, ἐπειδὴ εἶναι χώρα, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ πλοῦτος εἶναι διανεμημένος, ἡ συντηρητικὴ φορολογία εἶναι δικαιολογημένη ἐκεῖ. Ἄλλα ὅμως Κράτη προηγήθησαν τῆς Γαλλίας καὶ ἂν ἐκεῖ δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐπιβάλουν τὸν φόρον τοῦτον, δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι δὲν εἶναι γενικὴ συνείδησις ἐν Γαλλίᾳ ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἀπαραίτητος. Δὲν φυγαδεύει τὸ κεφάλαιον ὁ φόρος αὐτός, διότι ἴσως τοῦτο θὰ εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ φόρου, ὅπως ἐπιβληθῇ μὲ μεγαλειτέραν κλίμακα καὶ μὲ μέτρον φορολογικὸν ἀνώτερον. Τὰ κεφάλαια δὲν φυγαδεύονται· ἔχουν καὶ αὐτὰ πατρίδα, καὶ δὲν εἶναι εὔκολον τὸ λεγόμενον ὅτι ἡ πατρὶς τῶν κεφαλαίων εἶναι διεθνής. Τὰ κεφάλαια ἔχουν συμφέρον νὰ κατοικῶσιν εἰς τὸ μέρος, ὅπου κατοικεῖ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης αὐτῶν, μεγίστην δὲ ἀπόδειξιν τούτου δύναμαι νὰ φέρω τὸν τόκον, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὰ διάφορα Κράτη· καθ’ ὃν χρόνον ἐν Ἑλλάδι εἶναι 5% ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι 2½% καὶ θὰ ἠδύναντο ἐπωφελῶς λίαν νὰ ἔλθωσι τὰ κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ μολαταῦτα οἱ Ἄγγλοι δὲν σπεύδουσι νὰ καταθέσωσι τὰ κεφάλαιά των ἐν Ἑλλάδι, διότι ὁ καθεὶς θέλει νὰ ἔχῃ τὰ κεφάλαιά του πλησίον του, διὰ νὰ τὰ παρακολουθῇ καὶ τὰ προστατεύῃ. Εἶμαι λοιπὸν ὑποχρεωμένος συγκεφαλαιῶν τὰ ὑπὲρ καὶ κατὰ τοῦ φόρου τούτου νὰ κηρυχθῶ ἐναντίον αὐτοῦ, ὅπως προτείνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀποκρούω τὸν φόρον, διότι δὲν ἐξισώνει τὴν ἄμεσον φορολογίαν πρὸς τὴν ἔμμεσον, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ κυριώτερος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, διότι, καίτοι τίθεται κατὰ πρόοδον, τίθεται κατὰ πρόοδον πολὺ μικράν, ἡ ὁποία δὲν ὑπόσχεται νὰ ἄρῃ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῆς ἐμμέσου φορολογίας, καθ’ ἣν πλούσιοι καὶ πτωχοὶ φορολογοῦνται ἐξ ἴσου, καὶ ἐνίοτε οἱ πτωχοὶ φορολογοῦνται περισσότερον, ὡς ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ ἄρτου, διότι ὁ πτωχὸς λαὸς καταναλίσκει περισσότερον ἄρτον, ἑπομένως εἶναι φόρος ἀντιθέτως προοδευτικός. Εἶμαι ἐναντίον τοῦ φόρου, διότι στηρίζεται εἰς τεκμήριον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποδεικνύει τὴν περιουσίαν, διότι εἶναι φόρος χαριστικὸς εἰς μίαν τάξιν, τὴν τάξιν τῶν ἐμπόρων, ἡ ὁποία οὐδόλως θὰ φορολογηθῇ διὰ τοῦ φόρου τούτου.
§65ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δηλώσωσι τὸ εἰσόδημά των;
§66Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ δηλώσωσι τὸ εἰσόδημά των ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι εἶναι μικρότερον τοῦ τεκμαιρομένου ὑπὸ τοῦ ἐνοικίου. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ ἀποδείξῃ τὸ εἰσόδημα τὸ ἀκριβὲς τοῦ ἐμπόρου, διότι τὰ κέρδη τοῦ ἐμπόρου δὲν στηρίζονται εἰς ἔγγραφα.
§67ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῖς ἐπιβάλλει ὅρκον ὅμως.
§68Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐπιβάλῃ ὅρκον διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν των, ἂν ἰσχυρίζωνται ὅτι ἔχουσι κατώτερον εἰσόδημα. Ἡ Πολιτεία ἀπηγόρευσεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα ἀποδείξεως ὅτι ὁ φορολογούμενος ἔχει πρόσοδον ἀνωτέραν ἐκείνης, ἡ ὁποία τεκμαίρεται διὰ τοῦ ἐνοικίου, ἐφ’ ὅσον δὲν στηρίζεται εἰς ἔγγραφα καὶ τὰ κέρδη τοῦ ἐμπορίου δὲν στηρίζονται εἰς ἔγγραφα, διότι τὰ βιβλία του δὲν διαφεύγουσι τὸν ἔλεγχον τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας.
§69Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§70Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ὅρκον.
§71Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πάντοτε ἀκριβές, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν κάμνει χρῆσιν τῶν βιβλίων τῶν ἐμπόρων. Διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τοῦ ἐναντίου, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσητε τὴν 3 § τοῦ ἄρθρου 13 (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει κλπ.». Ἄρα καὶ τῶν βιβλίων τοῦ ἐμπόρου...
§72Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ εἶπον, κύριε συνάδελφε· ἐπιτρέπει τὴν ἐξέτασιν τῶν βιβλίων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα πρόκειται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ὁ ἔμπορος ἔχει μικροτέραν πρόσοδον.
§73Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία ἀμφισβήτησις δικαστική· λοιπὸν ἀμφότεροι οἱ διάδικοι δύνανται νὰ τὰ ἐπικαλεσθῶσι.
§74Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἤμην εὐτυχής, ἂν ἤκουον τοιαύτην δήλωσιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ φόρος δὲν θὰ ἐκλέπτετο, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἐπετρέπετο εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα ἀποδεικτικὰ μέσα καὶ δὲν ἐστηρίζετο μόνον ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου.
§75Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν θεωρεῖται ὅτι τὸ εἰσόδημα εἶναι ἀνώτερον τῆς ἐνδείξεως τῆς ὑπὸ τοῦ ἐνοικίου παρεχομένης, δὲν δύναται νὰ προσφύγῃ τὸ Δημόσιον παρὰ εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ συγκεντρώσῃ· ὄχι εἰς τὰ βιβλία τοῦ ἐμπόρου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου.
§76ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅρκον δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ;
§77Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ὅρκον μάλιστα· δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ.
§78Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον δικαιοῦμαι νὰ νομίσω ὅτι, ὑπαρχούσης ἀντιδικίας, ἀμφότεροι οἱ διάδικοι δικαιοῦνται νὰ κάμωσι χρῆσιν παντὸς ἀποδεικτικοῦ μέσου, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος τὸ ἐπιτρέπει. Ἂν δικαιοῦται ὁ ἔμπορος νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὰ ἐμπορικὰ βιβλία, δικαιοῦται καὶ τὸ Δημόσιον νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἐνιστάμενον «φέρε μου τὸ βιβλίον σου νὰ τὸ ἐξετάσω».
§79Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐξηγέρθη ὁ ἐμπορικὸς κόσμος κατὰ τοῦ προηγουμένου νόμου, ὁ ὁποῖος ἤθελε γυμνὸν τὸν ἄνθρωπον.
§80Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχει βεβαίως ὁ φόρος τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα ὥρισε νὰ τὸν καθιστῶσιν ἀποκρουστέον, τὰ ἐλαττώματα, ὅτι δὲν ἐξισώνει τὴν ἄμεσον πρὸς τὴν ἔμμεσον εἰμὴ κατὰ πρόοδον ἀσήμαντον, ὅτι εἶναι εὐχάριστος διὰ τοὺς πλουσίους, ὅτι ἔχει φορολογικὸν ὅριον πολὺ μικρόν, ὅτι τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου δὲν χρησιμοποιοῦνται παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον στηρίζονται εἰς ἔγγραφα, ὅτι δὲν γίνεται καμμία διάκρισις μεταξὺ κεφαλαίων διαρκείας ἢ κεφαλαίων προσωρινῶν, ὅτι δὲν γίνεται καμμία ἐξαίρεσις δι’ ἐπισκευάς, ἀσφάλιστρα, δι’ ἐνυπόθηκα δάνεια, ὅτι εἰσπράττεται μόνον ἀπὸ τοὺς ζῶντας ἐν Ἑλλάδι καὶ δὲν εἰσπράττεται ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τοὺς κερδαίνοντας ἐν Ἑλλάδι καὶ ζῶντας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ οὔτε ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντλοῦσι τὰς προσόδους τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν φορολογεῖται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει χρεόγραφα ἐν Ἑλλάδι, τοκίζει ἐν Ἑλλάδι, ἔχει κτήματα, διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνει φόρον, τὸν ὁποῖον καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες πληρώνουσιν, ὅτι εἶναι προστατευτικὸς φόρος ὑπὲρ ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ εἶναι πολὺ βαρύτερος, ὅτι δὲν ἐφρόντισε ν’ ἀπαλλάξῃ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένα, τὰ ταμιευτήρια, τὰ ταμεῖα ἀλληλοβοηθείας, τὰ ταμεῖα ἐργατικῶν ἑνώσεων καὶ τὰ λοιπά. Παρ’ ὅλα ταῦτα, μολονότι εἶμαι ἐναντίος τοῦ φόρου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ψηφίσω τὸν φόρον τοῦτον. Αὐτὴ εἶναι δυστυχῶς ἡ μοῖρα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ εἶναι προστάται τῶν ἀσθενῶν, νὰ ἀρκῶνται καὶ εἰς τὸ ὀλίγον, νὰ μὴ εἶναι ηὐχαριστημένοι ἐκ τοῦ φόρου, νὰ εἶναι ὅμως ὑποχρεωμένοι νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὸ ὀλίγον, νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὸ κόκκαλο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία ῥίπτει εἰς τοὺς δυστυχεῖς, νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὰ ψιχία, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ὁ πτωχὸς Λάζαρος ἐκ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου. Μᾶς μένει ἡ ἐλπὶς—ἀλλὰ τὸ δῶρον αὐτὸ τῆς Πανδώρας ἴσως ἐπὶ πολὺν χρόνον εἶναι δῶρον ἄδωρον—, ἐλπίς, τὴν ὁποίαν ἐστήριξεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὰς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες θὰ βραδύνωσι πολὺ νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἢ μᾶλλον δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσι παρὰ τότε καὶ μόνον τότε, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐννοήσῃ νὰ λάβῃ εἰς χεῖρας αὑτοῦ τὴν δύναμιν καὶ νὰ μετατρέψῃ τὸ πολίτευμα εἰς ἀληθῆ δημοκρατίαν ἀπὸ πλουτοκρατίαν, ὅπως ἐξακολουθεῖ ἀκόμη νὰ εἶναι. (Χειροκροτήματα).
§81ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§82ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ, ἂν θέλητε, νὰ ψηφίσωμεν μερικὰ γεωργικά.
§83ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 1: «Τὸ δασοκομικὸν τμῆμα τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ Βυτίνης προορίζεται διὰ τὴν προπαίδευσιν τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας διὰ τῆς ὑποδειγματικῆς διαχειρίσεως τῶν δασῶν, περιλαμβάνει δὲ τοὺς δήμους Νυμφασίας καὶ τὰς ἐπαρχίας Γορτυνίας καὶ Φαλάνθου, τῆς ἐπαρχίας Μαντινείας ἀποσπωμένης τῆς περιφερείας τῶν οἰκείων δασαρχείων. Διὰ Β. Διατάγματος δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ δασοκομικοῦ τμήματος καὶ ἕτεροι δῆμοι τῆς ἐπαρχίας Γορτυνίας».
§86Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ ἐν τῇ τροπολογίᾳ καὶ τὸ δάσος τῆς ἐν Αἰγιαλείᾳ Φελόης.
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ γίνωσι καὶ ἄλλα δασαρχεῖα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται νὰ τεθῇ «καὶ ἕτεροι ὅμοροι δῆμοι».
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροπολογήθη). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 2 προτείνεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅπως τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Τὸ δασοκομικὸν τμῆμα τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ Βυτίνης καὶ τὰ πρότυπα δασαρχεῖα διευθύνονται ὑπὸ δασαρχῶν ἐχόντων τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΒʹ τῆς 13 Φεβρουαρίου 1893 ἀπαιτούμενα προσόντα, ἢ ὑπὸ δοκίμων δασαρχῶν διωρισμένων δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΒΩΙΖʹ τοῦ 1901, ἢ ὑπὸ τῶν δυνάμει εἰδικῶν νόμων μετακληθησομένων ἀλλοδαπῶν δασολόγων, εἰς οὓς ἀνατίθεται ἡ διαχείρισις καὶ διοίκησις τῶν δασῶν τῆς περιφερείας των, καθὼς καὶ ἡ ἔκδοσις ἀδειῶν ὑλοτομίας κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Τὸ κατώτερον προσωπικὸν τοῦ δασοκομικοῦ τμήματος τοῦ ἐν Βυτίνῃ γεωργικοῦ σταθμοῦ καὶ τῶν προτύπων δασαρχείων, ἐκτὸς τῶν μαθητευομένων δασοφυλάκων, ὧν ὁ ἀριθμὸς ὁρίζεται ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁρισθήσεται διὰ Β. Διαταγμάτων».
§91ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐν Βυτίνῃ ἔχει συσταθῆ γεωργικὴ σχολὴ καὶ οὐχὶ γεωργικὸς σταθμός· διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὸ καταστατικὸν καὶ ἐξ αὐτοῦ νὰ κανονίσητε τὴν διατύπωσιν.
§92Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Γεωργικὸς σταθμὸς δὲν δύναται νὰ γίνῃ.
§93Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ μείνῃ γεωργικὴ σχολή, διότι οὕτως ἐκλήθη ἐξ ἀρχῆς χάριν τῆς μνήμης τοῦ ἀειμνήστου Τριανταφυλλίδου, ὁ ὁποῖος κατέλιπε τὰ ἑκατομμύριά του χάριν ἱδρύσεως γεωργικῶν σχολῶν.
§94ΕΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἕνεκα τοῦ ὀρεινοῦ τοῦ μέρους δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία: «Διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδοθησομένου ὁρισθήσονται οἱ ὅροι τῆς διαθέσεως τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος τῆς ὑλοτομίας, τῆς συλλογῆς ἢ κατασκευῆς τῶν πρὸς ἐμπορίαν δασικῶν προϊόντων καὶ ἡ σύνταξις τῶν διαχειριστικῶν σχεδίων ἢ τῶν πινάκων ὑλοτομίας ἔν τε τῷ δασοκομικῷ τμήματι τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ Βυτίνης καὶ ἐν τοῖς προτύποις καὶ λοιποῖς δασαρχείοις, καταργουμένης πάσης ἀντικειμένης τῇ παρούσῃ διατάξεως». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία· ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροπολογήθη, καθὼς καὶ τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 προτείνεται μετὰ τὰς λέξεις «ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ» νὰ προστεθῇ «τοῦ δασοκομικοῦ τμήματος τοῦ γεωργικοῦ σταθμοῦ Βυτίνης». (Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία καὶ τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροπολογήθη. Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 8).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 8 ὑπάρχει ἡ αὐτὴ ὡς καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τροπολογία· μετὰ τὰς λέξεις «ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ» νὰ προστεθῇ «τοῦ δασοκομικοῦ τμήματος κλπ.». (Γίνεται δεκτή, ἡ τροπολογία, ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9).
§98Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9ου παρατηρῶ, κ. Ὑπουργέ, τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἐνῷ αὐξάνεται ὁ μισθὸς τῶν ἀρχιφυλάκων αʹ καὶ βʹ τάξεως, μένει ὡς εἶχεν ὁ μισθὸς τῶν δασοφυλάκων. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας γνωρίζει ὅτι ἐκ τῶν 70 δραχμῶν, τὰς ὁποίας λαμβάνει ἕκαστος τῶν δασοφυλάκων μηνιαίως, ἐὰν ἀφαιρεθῶσιν αἱ κρατήσεις ἐκ δραχμῶν 6,30, διὰ τὸ χαρτόσημον δραχμὴ μία, διὰ τὸν ἱματισμὸν καὶ ὁπλισμὸν δραχμαὶ δεκαπέντε, ἐπίσης δὲ ἂν ἀφαιρεθῶσι δραχμαὶ δέκα δι’ ἐνοίκιον, θὰ μείνῃ μισθὸς καθαρὸς ἐκ δραχμῶν 37 καὶ 70/00. Δύναται νὰ ζήσῃ μὲ 37 καὶ 70/00 τὸν μῆνα ὁ ἄνθρωπος αὐτός;
§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπολογίζετε τὰ τυχηρά;
§100Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω ἂν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, κύριε Ὑπουργέ, τὰ ἄλλα αὐτὰ τυχηρά, περὶ ὧν παρατηρεῖ πολὺ ἐπικαίρως ὁ κ. Βουλευτής.
§101ΕΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐπεθύμουν νὰ κατηργοῦντο τὰ τυχηρά, θὰ ἐπροτίμων μᾶλλον νὰ ηὐξάνετο ὁ μισθός, ἐὰν τὸν εὑρίσκητε γλίσχρον· ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ δασοφύλακες οὗτοι πρόκειται νὰ ληφθῶσιν ἐκ τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι οἱ ἀγρόται ζῶσι μὲ πολὺ ὀλιγώτερα.
§102Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Οἱ χωροφύλακες πληρώνονται 70 δραχμὰς τὸν μῆνα, ἀλλ’ ἔχουσι τὸν ἱματισμὸν καὶ τὸν ὁπλισμὸν δωρεάν. Φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν εἰς θέσιν ἥττονα τὸν δασοφύλακα.
§103Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, τοῦ μισθοῦ τῶν δασοφυλάκων, πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν εἰδικῶς, διότι καὶ τῶν ἀρχιφυλάκων ὁ μισθὸς αὐξάνεται.
§104Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅπως εἶπον καὶ εἰς τὴν ἄλλην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὁ δασοφύλαξ πρέπει νὰ πληρώνηται πολὺ περισσότερον τοῦ χωροφύλακος καὶ παντὸς ἄλλου ἐξασκοῦντος ἴσα καθήκοντα, τοῦ κλητῆρος, παραδείγματος χάριν Ὑπουργείου, διότι ὁ δασοφύλαξ εἶναι διαχειριστής, καὶ διαχειριστὴς ἀνεξέλεγκτος, διότι διεξάγει ὑπηρεσίαν ἄνευ ἐπόπτου. Σήμερον οἱ δασοφύλακες οὐδόλως προφυλάσσουσι τὰ δάση, ἐκτὸς ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν, ἵνα παρανομήσωσι, λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ζημίας, τὰς ὁποίας θὰ ὑποστῶσι πληρώνοντες τὸν δασοφύλακα, ἵνα τοῖς ἐπιτρέψῃ νὰ ὑλοτομήσωσιν. Ἀλλά, ἐὰν δὲν ἐπιτρέπωσι τὰ μέσα τοῦ Δημοσίου νὰ ἀμείψῃ τοὺς δασοφύλακας, καλλίτερον εἶναι νὰ περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν καὶ νὰ αὐξήσῃ ὁ μισθός των. Καλλίτερον νὰ ὑπάρχῃ ὁ φόβος ἑνὸς καλοῦ δασοφύλακος παρὰ νὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ οὐδεμίαν ἐμπνέοντες ἐμπιστοσύνην. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ δαπάνης εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἔχωμεν 500 δασοφύλακας, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἶναι χρησιμώτατοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι ὅμως τὸ Κράτος εἰς θέσιν νὰ τοὺς ἀμείψῃ ἐπαρκῶς, καταβάλλον μεγαλείτερον μισθὸν εἰς ἕκαστον, ἂς ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν κατὰ τὸ ⅓ καὶ ἂς πληρωθῶσι τοὐλάχιστον 100 κατὰ μῆνα. Ἀκριβέστατα δὲ εἶναι, ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος περὶ στολῆς, καθόσον γνωρίζω τὰ περὶ τούτου, ἐπειδὴ οἱ δασοφύλακες ἐνδύονται εἰς τὴν ὑπ’ ἐμοῦ διευθυνομένην Στρατιωτικὴν Ἕνωσιν· ὅσον δὲ οἰκονομικὴ καὶ ἂν εἶναι ἡ στολή των μὲ τὸν μανδύαν καὶ λοιπά, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στοιχίσῃ ὀλιγώτερον τῶν 140 δραχμῶν. Πρέπει δέ, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, νὰ φροντίζωμεν, ὅπως οἱ μικροὶ ὑπάλληλοι πληρώνωνται ἐπαρκῶς, νὰ δίδηται δὲ ὁ μισθὸς ὁ ἐπαρκὴς ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ὑπαλλήλου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι, ὅταν ὁ ὑπάλληλος διαφθαρῇ, δὲν ὠφελεῖ πλέον νὰ αὐξήσῃ ὁ μισθός του.
§105Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ οἵας δήποτε αὐξήσεως· ὀφείλω νὰ τὸ τονίσω, ἀλλὰ παρατηρῶ τὴν διάκρισιν αὐτὴν ὅτι, ἐνῷ αὐξάνετε τὸν μισθὸν τοῦ ἀρχιφύλακος, τὸν δασοφύλακα τὸν ἀφήνετε μὲ τὸν ἴδιον μισθόν. Αὐτὸ μὲ ἔκαμε νὰ λάβω τὸν λόγον.
§106ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη ὅτι ὁ μισθὸς τῶν δασοφυλάκων πρέπει νὰ εἶναι ἀνώτερος τοῦ μισθοῦ τῶν χωροφυλάκων, καθόσον οἱ μὲν δασοφύλακες ζῶσιν εἰς τὰ ἐξοχικὰ κέντρα, ὅπου ἡ ζωὴ εἶναι πολὺ εὐθηνοτέρα τῶν πόλεων, ἐνῷ οἱ χωροφύλακες εἶναι ὑποχρεωμένοι καὶ διὰ τὴν ἐν γένει δίαιταν καὶ διὰ τὴν κατοικίαν νὰ δαπανῶσι πολὺ περισσότερα.
§107ΕΜΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ. Ὅταν διοργανωθῇ τὸ τμῆμα τῶν δασῶν, θὰ ἔχουν κατοικίας καὶ οἱ δασοφύλακες, νομίζω δὲ ὅτι ἡ ζωή των θὰ εἶναι καλλιτέρα τότε.
§108ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ὅταν στρατολογῶνται ἐκ τῶν ἀγροτικῶν τάξεων.
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλοι οἱ δασοφύλακες εἶναι ἐκ τῶν πόλεων συνηθισμένοι νὰ εἶναι εἰς τὸ καφενεῖον καὶ νὰ εἶναι καλὰ ἐνδεδυμένοι.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης ὑποβάλλει σχετικὴν τροπολογίαν.
§111Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ εὕρωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἓν μέσον.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βάρθη.
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 9).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ 10 ἄρθρον ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «κατόπιν διαγωνισμοῦ» τὸ «μετὰ τριετῆ ἐν τῷ βαθμῷ δασοφύλακος αʹ τάξεως ὑπηρεσίαν». (Ψηφίζεται τὸ 10 ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ἑξῆς. Νὰ τεθῇ δευτέρα παράγραφος: «Οἱ ἀρχιφύλακες τῶν δασῶν καὶ δασοφύλακες φέρουσι στολὴν μετὰ διακριτικῶν σημείων κατὰ τὰ ἰδικιτέρως διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὁρισθησόμενα.» (Ψηφίζονται εἶτα τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη, τὰ ἄρθρα 12, 13, 14 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου)
§115Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θέλω παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, εἰ δυνατόν, τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὡς ὑπηρεσιακὰ καὶ ὡς ἤδη διεξελθόντα τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, προτάσσωνται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, νὰ γένηται δὲ καὶ ἡ διαγραφὴ τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ἡ μετάβασις εἰς ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ οὔτε τὰ ἔχομεν μαζί μας κατὰ τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως, νομίζω ὅτι δὲν εἶναί τι ὀρθόν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς μεταγενεστέρας Ἡμερησίας Διατάξεις νὰ προτάσσωνται τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν θὰ προκαλέσωσι συζήτησιν, καὶ κατόπιν ἐρχόμεθα εἰς ἄλλα, χωρὶς νὰ κάμνωμεν τὰς μεταποιήσεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι παρακωλύουσι τὴν εὐσυνείδητον ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ἡμῶν ὡς Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ ψηφίζωμεν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν.
§116Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι γνωρίζομεν ὅλοι τὰ χάλια τοῦ Πανεπιστημίου.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου».
§118Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, κ. Πρόεδρε. Τὸ κατωτέρω λοιπὸν τότε, τὸ «περὶ ἀποστολῆς εἰς Ἑσπερίαν ὑποτρόφων πρὸς σπουδὴν τῆς δασολογίας». Διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ὅτι εἶναι ἀποδεδειγμένης ὠφελείας.
§120Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀλλ’ εἴπομεν τόσα πράγματα περὶ μικροτέρας ἀμοιβῆς. Ἂς τεθοῦν τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ δὲν θὰ χαθῇ χρόνος.
§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐμποδίζουν νὰ ψηφισθοῦν τὰ ὑπηρεσιακά, ἐνῷ οὕτω διευκολύνεται τὸ ἔργον.
§122Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δίκαιον εἰς αὐτό.
§123ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφήσατε σήμερον νὰ ψηφισθῶσι δύο ἢ τρία, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις. Βλέπετε ὅτι τὸ «περὶ ὀργανώσεως γραφείου στατιστικῆς» καταλαμβάνω ὅτι ἔχει ἀντιρρήσεις καὶ δὲν ἐπιμένω. Τὰ ἄλλα ὅμως.
§124Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡμεῖς ἔχομεν οὐσιωδῶς ἀντίθετον γνώμην.
§125ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂς καθορισθοῦν τότε οἱ ὅροι τῆς συμμαχίας.
§126ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχουν ἀντιρρήσεις, ἂς ἀναβληθοῦν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἡ καλὴ πίστις ἐπιβάλλει νὰ μὴ χαρακτηρίζωνται ὡς σύμμαχοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι φέρουν προσκόμματα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Σ. Θεοδωρόπουλος, Δ. Κουλούμπαρδος, Λ. Κογεβίνας, Δ. Κλάδης, Ἀ. Ἀναστασιάδης, Κ. Ζαβιτσᾶνος καὶ Γ. Καζανόβας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ ἀνθρακασβεστίου». Οἱ κύριοι Δ. Πλαπούτας, Δ. Κούζης, Γ. Ψικιώρης, Θ. Γρηγορίου, Χ. Στασινόπουλος, Ν. Βάρθης, Θ. Πέρρος, Ἀ. Πετρόπουλος, Ν. Σακελλαρίου καὶ Ἰ. Μαλλιαρόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου». Οἱ κύριοι Ἀ. Σκιαδαρέσης, Κ. Ζαβιτσᾶνος καὶ Λ. Κογεβίνας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὁριστικῆς ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ͵ΒΙΣΓʹ νόμου τοῦ 1894 περὶ τιμαρίων ἐν Κερκύρᾳ ὡς καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΓΣΠʹ νόμου τοῦ 1898». Οἱ κύριοι Κ. Ἀλαβάνος, Τ. Παπαδάμ, Ν. Καμπάνης καὶ Γ. Ἐξαρχόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Ὁ κ. Γ. Ποῦλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ζωοκλοπίας καὶ ζωοκτονίας». Ὁ κ. Π. Κασίμης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΙΗʹ περὶ ἀγροφυλακῆς». Ἐπίσης ἑτέραν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΗΨΒʹ περὶ βοσκῆς ζώων». Ὁ κ. Ἰ. Μαμάης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμβατικοῦ τόκου». Ἐπίσης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ φορολογίας τῶν οἰκοπέδων». Πᾶσαι αὗται θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις. Μετὰ τὴν διακοπὴν. (ὥρα 6,20′ μ. μ.)
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρωματικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος». Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§129ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Οἱ δύο τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων οἱ προηγηθέντες ἐμοῦ εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ἀνέπτυξαν τὴν ἀρχὴν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος μετὰ τοσαύτης ἐμβριθείας, ὥστε δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἀνέῳξαν ἀληθῆ λεωφόρον, τὴν ὁποίαν νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ δι’ αὐτῆς νὰ ὁδηγηθῶμεν εἰς ἀκριβῆ κατανόησιν τοῦ ζητήματος. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἠκούσθησαν μετὰ τῆς προσοχῆς, ἡ ὁποία ἤξιζε τὸ θέμα τοῦτο, διότι ὁμολογουμένως δὲν εἶναι ἐκ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα πολλάκις ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν. Ἠκούσθησαν δὲ μετὰ τόσης εὐμενείας οὐχὶ μόνον διὰ τὴν διαφώτισίν της, ὡς εἰπεῖν, εἰδικὴν εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἀκόμη, διότι ὡμίλησαν ἐπὶ ἑνὸς θέματος ὄντως λαϊκοῦ. Καὶ παρετήρησα, Κύριοι, ὅτι ἠγέρθη ἀπορία τις μερικῶν, πῶς δὲν ἐφάνη δυσθυμία τις, προκειμένου λόγου περὶ ἀγορεύσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐξῄρετο τί; Εἷς νέος φόρος. Ἀλλά, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἡ ἀπορία αὕτη δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη· τοὐναντίον ἡ εὐμένεια, μετὰ τῆς ὁποίας καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὁλόκληρος ἀκούει τὰ λεγόμενα ὑπὲρ τοῦ φόρου τούτου, ἔγκειται ἀκριβῶς εἰς τὸ ὅτι πρόκειται περὶ φόρου νέου, οὐχὶ περὶ αὐξήσεως τῶν παλαιῶν, ὅτι ἀφήνομεν δηλαδὴ τὴν πεπατημένην καὶ εἰσερχόμεθα εἰς νέαν ὁδόν. Ἐὰν δὲν ἦτο νέος, θὰ εὑρισκόμεθα πρὸ εὐκολωτάτου ἐγχειρήματος καὶ ἠδύνατο καὶ ἡ ἀνόρθωσις διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ἐθνικάς, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται, νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν τῆς αὐξήσεως. Οἱ φόροι ὅμως ἐκεῖνοι δὲν ἦσαν μὲν νέοι, ἀλλ’ ἦσαν ἐπαχθεῖς, ἦσαν βαρεῖς, ἦσαν ἀντιλαϊκοί. Καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος διατί εἷς νέος φόρος, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν σήμερον, ὄχι μόνον δὲν διεγείρει δυσθυμίαν, δὲν διεγείρει ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἶναι εὐπρόσδεκτος.
§130ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἐθέσαμεν ἀκόμη εἰς ἐφαρμογήν.
§131ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μὴ φρονεῖτε ὅτι καὶ τότε ὁ λαὸς θὰ ἀγανακτήσῃ;
§132Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§133ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε συνάδελφε, νὰ ἔχω ἐναντίαν γνώμην· ὅσῳ περισσότερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατανοήσῃ τὸν φόρον τοῦτον, τόσῳ περισσότερον θὰ κηρυχθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ, τόσῳ περισσότερον θὰ τὸν ἀγαπήσῃ —διότι εἶναι καὶ φόροι ἀγαπητοὶ—καὶ τοιοῦτος φόρος ἀγαπητὸς θὰ ἀποδειχθῇ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος.
§134Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν φαίνεται εὐχάριστος ὁ φόρος, εἶναι μόνον ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τὸν πληρώσῃ· ἡ τάξις, ἡ ὁποία δεδικαιολογημένως δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τοῦτον, ἀπαλλάσσεται, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἔχῃ λόγον νὰ διαμαρτυρηθῇ.
§135Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Δυστυχῶς τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει φόρους μόνον εἰς τὴν μεσαίαν καὶ τὴν λαϊκὴν τάξιν, οὐχὶ δὲ εἰς τοὺς ἑκατομμυριούχους, ὅπως εἶναι ὁ Χαροκόπος καὶ ἄλλοι. Ἑπομένως πρέπει νὰ φορολογηθῶσι καὶ οἱ ἑκατομμυριοῦχοι, ἐλαττουμένης τῆς φορολογίας ὡς πρὸς τὴν μεσαίαν τάξιν καὶ τὴν λαϊκήν. (Διάλογοι).
§136ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἀντιλέγων κατὰ τοῦ φόρου τούτου, ἂς ὁμιλήσῃ, καὶ ἐγὼ κατέρχομαι, διότι ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ φόρου.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κ. Θεοδωρίδη.
§138ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἰσερχόμεθα λοιπὸν εἰς νέαν ὁδόν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ φθάσωμεν εἰς ἀνακούφισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο ὁ ἀδικούμενος, ἦτο ὁ λεηλατούμενος, καὶ τὸ τονίζω, καὶ παρακαλῶ πάντα ἔχοντα ἐναντίαν ἰδέαν νὰ μὲ διακόψῃ, διὰ νὰ τῷ δώσω τὴν ἐξήγησιν πῶς τὸ μέχρι τοῦδε φορολογικὸν σύστημα ἦτο λεηλασία τοῦ μικροῦ λαοῦ. Ἀρκεῖ, Κύριοι, ἁπλῆ σκέψις, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ἕκαστος ποῦ εὑρισκόμεθα, ποῦ εἶχε φθάσει τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ δημοσιονομικόν, τὸ ὁποῖον ἐκράτησε μέχρι τοῦδε καὶ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μεταβάλωμεν. Ἔλεγον ἰσότητα συνταγματικήν, ἰσότητα ἐν τῇ φορολογίᾳ δυνάμει τοῦ Συντάγματος. Ἀκούσατε δὲ ποία ἦτο ἡ φορολογικὴ ἰσότης αὕτη. Ἐν ἔτει 1907 ἄμεσοι φόροι 21,000,000· ἔμμεσοι φόροι 32,000,000· τέλη 25.000,000· μονοπώλια 14,000,000. Τὸ ὅλον 92,000,000. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι· τὰ 92 αὐτὰ ἑκατομμύρια κατὰ τὸ πρώτιστον αὐτῶν μέρος δὲν τὰ ἐπλήρωνεν ὁ λαός; Δὲν τὰ ἐπλήρωνον οἱ πτωχοί; Καὶ πῶς δὲν θέλετε νὰ εἴπω ὅτι ἐλεηλατεῖτο ὁ λαός;
§139Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τίς θὰ πληρώνῃ ἤδη;
§140Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἀπαλλάσσονται αὐτοί;
§141ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἰς τὰ καθέκαστα θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§142Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὸν φόρον, ὥστε νὰ ψηφίσωμεν αὐτόν; Ἢ προστίθεται νέος φόρος; Ὁμιλεῖτε περὶ λαϊκῶν τάξεων. Τὰς λαϊκὰς τάξεις ἐπιβαρύνουσιν οἱ φόροι.
§143ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω, κύριε συνάδελφε, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐπιβαρύνουσί τινας μόνον τάξεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά.
§144Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε διὰ νὰ ὁμιλῆτε!
§145ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Οὐδέποτε ὁμιλῶ διὰ νὰ ὁμιλῶ, οὔτε διὰ τὰ ἀκροατήρια οὔτε διὰ ψηφοφόρους.
§146Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὰ ἀκροατήρια ὁμιλεῖτε.
§147ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὁμιλῶ ἐκφράζων τὴν πεποίθησιν τὴν ἐνδόμυχον, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ὑπεστήριξα πρὸ δεκαετηρίδων πολλῶν. Ἐὰν ἄλλοι εἶναι συνηθισμένοι νὰ ὁμιλῶσι διὰ τὰ ἀκροατήρια καὶ διὰ τοὺς ἐκλογεῖς, ἐγὼ δὲν εἶμαι τοῦ συστήματος τούτου.
§148Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς ἴδωμεν πῶς θὰ ἀπαλλαχθῶσιν αἱ λαϊκαὶ τάξεις τέλος πάντων.
§149ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Θὰ ἀπαλλαχθῶσι, κύριε συνάδελφε, καὶ θὰ ἀπαλλαχθῶσιν, ἀλλὰ μόνον ὅταν λειτουργήσῃ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος.
§150Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἄλλην ζωήν.
§151ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὅταν ὁ φόρος αὐτὸς λειτουργήσῃ, τότε θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης τοῦ λαοῦ, τὰ βαρύτατα σήμερον φορολογούμενα, θὰ ἀρχίσωσιν ἀνακουφιζόμενα, καὶ οἱ λοιποὶ φόροι θὰ ἐλαττωθῶσιν. Ἐὰν ὅμως δὲν σταματήσῃ αὐτὴ ἡ αἱμορραγία, τὸ κακὸν αὐτὸ τὸ λαϊκόν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐξυγίασις; Καὶ ἠθέλετε σήμερον νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἰδοὺ ἠρχίσαμεν νὰ καταργῶμεν τοὺς φόρους; Ὄχι. Ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, τὴν μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι πρέπει νὰ πληρώσωσι τὸν φόρον ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται νὰ τὸν πληρώσωσιν, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν καλλιτέρας ἡμέρας. Ὅτε, Κύριοι, τὸ δημοσιολογικὸν σύστημα τὸ κρατοῦν μέχρι σήμερον ἐν Ἑλλάδι εἰσήχθη τὸ πρῶτον, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο λαὸς ἀγροτικὸς καὶ ποιμενικός, ἦτο πτωχὸς λαός· ἄρτι ἐξελθὼν τῆς δουλείας καὶ ἐν τῷ μέσῳ καπνιζόντων ἐρειπίων ἐργαζόμενος ἐννοεῖται ὅτι εἶχε πρὸ παντὸς ἀνάγκην νὰ ζήσῃ ὅπως ἠδύνατο. Ἐστράφη εἰς τὸ προχειρότερον, τὴν γεωργίαν καὶ κτηνοτροφίαν. Ποῦ ἐμπόριον, ποῦ βιομηχανία, κεφάλαια δέ, καὶ ἂν ὑπῆρχον, ἦσαν τότε ἀσήμαντα καὶ ἀνάξια λόγου. Τότε καὶ ὁ νομοθέτης ἑπόμενον ἦτο νὰ ἀποβλέψῃ εἰς αὐτὰς τὰς προσόδους τῆς γεωργίας καὶ τῆς κτηνοτροφίας καὶ νὰ φορολογήσῃ αὐτὰ καὶ δὴ ὡς ἠδύνατο, δηλαδὴ καὶ αὐτὸς ἐπὶ τὸ προχειρότερον. Ἐπὶ τῶν προϊόντων τὴν δεκάτην, καὶ κεφαλικὸν φόρον ἐπὶ τῶν ζώων. Ἐπειδὴ δὲ ὑπῆρχε καὶ ἕν ἀσήμαντον ἐμπόριον εἰσήχθη καὶ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, φόρος ἐλαφρότατος, φόρος σχεδὸν μηδαμινός. Ἀλλὰ τοιαύτη ἦτο τότε ἡ κοινωνικὴ κατάστασις καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὸν νομοθέτην τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ἡ χώρα, Κύριοι, προώδευσε· κεφάλαια ἐσχηματίσθησαν· τὸ ἐμπόριον ἐμορφώθη, ἡ βιομηχανία ἀνεπτύχθη καὶ τότε εἶχεν ἐπιστῆ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν σύστημα δημοσιονομικὸν καλλίτερον ὤφειλε νὰ συμπληρώσῃ, νὰ ἐξισώσῃ τὰ βάρη τὰ φορολογικά, δυστυχῶς ὅμως τὸ σχηματισθὲν κινητὸν κεφάλαιον ἔμεινεν ἀσύδοτον. Ἐὰν μοὶ ἀντιτάξητε τὴν φορολογίαν διὰ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, θὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι ἀδικεῖτε ὑμᾶς αὐτούς, διότι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ ὡς ἐτροποποιήθη, οὐδαμῶς ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ μεγάλα εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἐσχηματίσθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνουσιν ὡρισμέναι τάξεις τῆς κοινωνίας. Ἰδού, Κύριοι, ἀνισότης, ἰδοὺ ποῦ ἔπρεπε νὰ στραφῇ ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀποβλέπων εἰς ἀνάγκας κοινωνικὰς ἐπιβάλλει ἀπὸ τοῦ 1882 ἤδη φόρους ἀνισωτάτους καὶ ἐδιπλασίασεν ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ τὸν Προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ ποῖον ἦτο τὸ λάθος; Τὸ λάθος ἦτο, ὅτι ἐστράφη πρὸς τοὺς ἐμμέσους φόρους ὡς εὐκολωτέρους. Δὲν εἶναι, Κύριοι, οὗτοι λόγοι ἰδικοί μου, δὲν κατηγορῶ ἐγὼ τὸ παρελθόν.
§152Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παρελθὸν τὸ ἐπέκρινα ἐγὼ ἐπὶ δεκαπενταετίαν, ὅτε ὑμεῖς ἐμισθοδοτεῖσθε.
§153Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἂν ἐμισθοδοτούμην, δὲν εἶναι τοῦτο ἐντροπή. Προσέφερον τὰς ὑπηρεσίας μου εἰς τὴν πατρίδα καὶ ἐλάμβανον τοὺς κόπους τῆς ἐργασίας μου ὅπως σεῖς ἐλαμβάνετε καὶ λαμβάνετε τὰ δικηγορικά σας. Καὶ ἄλλοτε ἀγορεύων κατελόγισεν εἰς βάρος μου εἷς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅτι ἤμην ἀρεοπαγίτης καὶ ἔπειτα ἐγενόμην διευθυντὴς Τραπέζης. Εἴθε τοιαῦται μομφαὶ νὰ μοὶ ἀποδίδωνται πάντοτε, ὅτι ὑπῆρξα ἀρεοπαγίτης καὶ διευθυντὴς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἐπανερχόμενος ἀπὸ τῆς διακοπῆς θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1907· πρέπει νὰ κριθῇ τὸ παρελθὸν ἐκ τῆς ἰδίας του ὁμολογίας. Ἰδοὺ τί ἀναγράφεται εἰς αὐτήν: «Ἀναφερόμενοι εἰς τὰ ἀνωτέρω τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς νομίζομεν ὅτι εἶναι καιρὸς ν’ ἀφεθῇ κατὰ μέρος ἡ διέπουσα ἡμᾶς ὀλεθρία φορολογικὴ ἀρχή: λαμβάνω ὅθεν εὐκολώτερον εἶναι νὰ εἰσπράξω, ἣν εἰς δόγμα ἀνηγάγομεν. Καιρὸς εἶναι ν’ ἀναμνησθῶμεν καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι οἱ Ἕλληνες συνεισφέρουσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των, διότι εἰς ὃ ὕψος τὰ φορολογικὰ βάρη ἤχθησαν δὲν θὰ βραδύνωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν χώραν συντριβομένην οἰκονομικῶς καὶ τελείως ἐρημουμένην. Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω ἐγώ· τὰ λέγει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1907.
§154Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ μειονοψηφία;
§155Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ καὶ ἡ πλειονοψηφία δὲν τῷ ἔκαμε τὸν πανηγυρικόν. Ὅ,τι δὲν ἐγένετο, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1882, διότι ὡς ἔγγιστα ἡ ἐποχὴ ἐκείνη εἶναι ἡ ἐποχὴ τῆς πρώτης καὶ μεγάλης ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων, ὅ,τι δὲν ἐγένετο τότε δὲν εἶναι καιρὸς τέλος πάντων νὰ γίνῃ σήμερον; Ἰδού, Κύριοι, τὸ ζήτημα ἐν τῇ ἁπλουστάτῃ του μορφῇ. Ἰδοὺ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλ’ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος εὗρεν ἀντιπάλους πολλοὺς ἐν Ἑλλάδι ἑκάστοτε καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ καὶ εἰς τοὺς πολιτικοὺς κύκλους καὶ ἐν γένει εἰς τὰς διευθυνούσας τάξεις, ἀλλ’ οὐδὲν τὸ ἄπορον, ἀφοῦ ἔχομεν τὸ παράδειγμα ἄλλου ἔθνους μεγαλειτέρου ἀπὸ τὸ ἰδικόν μας καὶ πολὺ περισσότερον προηγμένου, εἰς τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἡ συνεννόησις τῶν ἀνωτέρων τάξεων, ἡ κεφαλαιοκρατία, ἡ ὁποία βασιλεύει καὶ ἐκεῖ, καὶ ἐννοῶ τὴν Γαλλίαν, ἀντέδρασαν καὶ ἀντιδρῶσι μέχρι σήμερον διὰ νὰ εἰσαχθῇ ὁ φόρος αὐτὸς ὑπὸ διαφόρους προφάσεις, ἀπέκρουσαν δὲ ἄπειρα νομοσχέδια καὶ ἐχρειάσθη ὅλη ἡ ἐπιβολὴ ἑνὸς Κλεμανσώ, διὰ νὰ δυνηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ εἰσοδήματος νὰ ψηφισθῇ ἐσχάτως ἐν τῇ Βουλῇ.
§156Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἀπὸ πότε μελετᾶται τὸ νομοσχέδιον;
§157Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐὰν μελετᾶται ἀπὸ πολλοῦ ἐν Γαλλίᾳ, δὲν μελετᾶται ἀπὸ ὀλιγώτερον χρόνον ἐν Ἑλλάδι. Διότι δὲ δὲν ἐγένετο μελέτη ἀπὸ τὰς κυβερνητικὰς τάξεις, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δὲν ἐμελετήθη τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα ἔχει μελετηθῇ ἀπὸ πολλοῦ, ἔχουσι γραφῇ πολλὰ καὶ ἐπὶ τέλους δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι προσκόπτει τὸ πρᾶγμα εἰς ἔλλειψιν φωτός. Προσκόπτει εἰς τὰς κακὰς ἕξεις τῶν ἀφορολογήτων.
§158Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἴπετε διατί δὲν ἐγένετο ἐπὶ τόσα ἔτη ἐν Ἑλλάδι καὶ σᾶς εἶπον ἐν Γαλλίᾳ πρὸ πόσων ἐτῶν μελετᾶται.
§159Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἐνόησεν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται, ἐνόησεν ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἴδῃ προκοπήν, ἐὰν δὲν ἐξηγείρετο ζητῶν φορολογικὴν ἰσότητα καὶ ἐξηγέρθη ζητῶν νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν φορολογικὴν ἰσότητα διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Τὸ λέγει ῥητῶς τὸ πρόγραμμά του. Δυστυχῶς, ὅτε τὸ πρᾶγμα ἦλθεν εἰς τὴν διατύπωσιν τὴν νομοθετικήν, δὲν ἔλαβε τὴν δέουσαν λύσιν, διότι ὁ νόμος τοῦ 1909 ὁ περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ἐνῷ φέρει τὴν ἐπιγραφὴν «φόρος συμπληρωτικός», τὴν ὁποίαν φέρει καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, σήμερον δὲν ἐπραγματοποίησε τὴν ἀρχὴν αὐτήν. Διατί; Διότι εἰσήγαγε τοιαύτας ἐξαιρέσεις, ὥστε κατέστρεψε τὴν ἀρχήν, καὶ ταῦτα ἐνῷ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ νομοσχέδιον τὸ γαλλικὸν τοῦ κυρίου Καγιὼ, τὸ ὁποῖον διῃρημένον εἰς δύο μέρη προβλέπει εἰς τὸ ἓν μέρος περὶ τῶν καθ’ ἕκαστα φόρων καὶ ἔρχεται ἔπειτα εἰς τὸν συμπληρωτικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὅπου λαμβάνονται ἀθροιστικῶς καὶ φορολογοῦνται ὅλα τὰ εἰσοδήματα ἐκ νέου. Ὁ νόμος τοῦ 1909 εἶπον ὅτι ἔφερεν ὡς ἐπιγραφὴν ὅτι εἶναι νόμος καθολικὸς καὶ συμπληρωτικός, ἀλλὰ παραδόξως ἐξῄρεσεν ὅλα σχεδὸν τὰ εἰσοδήματα καὶ τοιουτοτρόπως αἱ ἐξαιρέσεις ἔφαγον τὸν κανόνα. Ἐξῄρεσε τὸ ἐξ οἰκοδομῶν εἰσόδημα, τὸ ἐξ ἐγγείων προσόδων, τὸ ἐκ χρεογράφων καὶ ἐκλόνισεν οὕτως αὐτὸς ὁ ἴδιος τὴν βάσιν του, διαψεύσας ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὀρθόν, διότι ἔλεγε μὲν ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ τὸ πραγματικὸν εἰσόδημα ἑκάστου πολίτου, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξεν. Ἀλλά, ἀκριβῶς διότι εἶχε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ὁ νόμος τοῦ 1909, δὲν εὗρε χάριν παρὰ τῇ κεφαλαιοκρατίᾳ οὔτε ὡς εἶχε καταντήσει, καὶ τοῦτο μόνον διότι ἐκάλει αὐτοὺς εἰς δήλωσιν τοῦ εἰσοδήματός των. Δὲν ἠρκέσθησαν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔκαμε τόσας καὶ τόσας ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ ἐξηγέρθησαν, διότι ἐπρόκειτο, ὡς ἔλεγον, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ ἄδυτα τοῦ ἐμπορίου των, διότι ὅλα τὰ ἄλλα πράγματα δὲν ἔχουσι, φαίνεται, κατὰ τὴν θεωρίαν αὐτῶν ἱερότητα, οὔτε αὐτὸ τὸ ἄσυλον τῆς οἰκίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσέρχεται ἐν τούτοις ὁ ὑπάλληλος καὶ κάμνει ἔρευναν. Ποῖον ἔχει τὴν ἱερότητα; Ποῖον εἶναι τὸ σακροσάντο; Τὸ ἐμπόριον. Καὶ ἐξηγέρθησαν ζητοῦντες τὴν ἀναστολὴν τοῦ νόμου, διότι θὰ κατεστρέφετο ὁ κόσμος μὲ τὸ σύστημα τῆς ἐρεύνης, καὶ τὸ ἐπέτυχον, καὶ ὁ νόμος τοῦ 1909 κατηργήθη πρὶν ἢ δοκιμασθῇ. Ἂς ἴδωμεν ἤδη, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐγκαταλιπὸν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος κατέφυγεν εἰς τὸ ἐνοίκιον ὡς τεκμήριον ἐνδεικτικὸν τοῦ εἰσοδήματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις, βάσις πλημμελής, ὡς ἀντικειμένη εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ καθολικοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ χωλαίνει, Κύριοι, καὶ εἰς ἄλλο τι. Λέγει, ὅτι εἰσάγει φόρον συμπληρωτικόν, καὶ ὁ λέγων συμπληρωτικὸν ὑποθέτει ὅτι ὅλα τὰ εἰσοδήματα ἔχουσιν ἤδη φορολογηθῆ, δὲν ἔχουσιν ὅμως οὕτω τὰ πράγματα, διότι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν καὶ εἰσόδημα ἀφορολόγητον καὶ τοιοῦτον ἀφορολόγητον εἰσόδημα εἶναι τὸ ἐκ τοῦ κεφαλαίου. Εἰς οὐδὲν μέρος τῆς νομοθεσίας μας ὑπάρχει φόρος ἀνταποκρινόμενος εἰς τὸ εἰσόδημα τοῦ κεφαλαίου ὡς τοιούτου, οὐχὶ δηλαδὴ τοῦ κεφαλαίου ἡνωμένου μὲ ἐργασίαν. Ἐὰν ἐξαιρέσητε τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ὅλα τὰ ἄλλα κεφάλαια μένουσιν ἀφορολόγητα. Ἠδύνατο λοιπὸν ἢ μᾶλλον ὤφειλε προηγουμένως ἢ παραπλεύρως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν κεφαλαίων, ἢ μᾶλλον τοῦ εἰσοδήματος τῶν κεφαλαίων. Καὶ ἐδῶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἄλλος τις τῶν ἀντιφρονούντων θ’ ἀναφωνήσῃ: Πάλιν ἄλλος φόρος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Καὶ ἐγὼ δὲν θὰ δυσκολευθῶ, συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχὴν περὶ τῆς ἰσότητος, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, ν’ ἀπαντήσω «ναὶ καὶ ἄλλος φόρος διὰ τοὺς ἀφορολογήτους κεφαλαιούχους».
§160ΟΘΩΝ ΤΕΤΕΝΕΣ. Περὶ ποίου κεφαλαίου; Τῶν καταθέσεων; Διότι ὁμιλεῖτε περὶ κεφαλαίου.
§161Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀρχίζω ἀπὸ τὰ ἐνυπόθηκα δάνεια, ἔρχομαι δὲ καὶ εἰς τὰς καταθέσεις τὰς ἰδικάς σας καὶ λέγω ὅτι καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ μένουν ἀφορολόγητα· ἢ μήπως πλανῶμαι;
§162ΟΘΩΝ ΤΕΤΕΝΕΣ. Αἱ καταθέσεις εἶναι πολλαὶ καὶ εἶναι δύσκολον νὰ βεβαιωθῶσιν.
§163Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Εἶναι ἀπειλή.
§164ΟΘΩΝ ΤΕΤΕΝΕΣ. Εἴθε, ἀλλὰ δὲν εἶναι.
§165Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον διατί 300.000.000 κατατεθειμένα εἰς τὰς Τραπέζας νὰ μένουν ἀφορολόγητα.
§166Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Θὰ φύγουν.
§167Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ τὰ μεταθέσουν οἱ κεφαλαιοῦχοι εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου εἶναι ἐλαφρὸς ὁ φόρος!
§168Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Ἠνοποιημένα μὲ 5%, ὅπου εἶναι ἀφορολόγητα τελείως, καὶ θὰ φύγουν ὅλαι αἱ καταθέσεις ἀπὸ τὰς Τραπέζας.
§169Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα λέγονται καθ’ ἑκάστην, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ λέγωνται.
§170Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἀπόπειραν γενομένην πρὸς φορολογίαν τῶν κεφαλαίων κατὰ τὸ 1908 ἀπεσύρθησαν ἑκατομμύρια δραχμῶν ἐκ τῶν Τραπεζῶν.
§171Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ κρίσεώς τινος, ἡ ὁποία ἔκαμε νὰ ἀποσυρθῶσι τὰ κεφάλαια, τὸ πρᾶγμα διαφέρει· διαφέρει κρίσις πολιτικὴ καὶ διαφέρει ἂν ἀπεσύρθησαν τὰ κεφάλαια, ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ φορολογηθῶσιν.
§172Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀπόδειξις τρανοτάτη ὅτι τοῦτο εἶναι ἀβάσιμον εἶναι ὅτι, ὅτε ἠλάττωσαν τὸν φόρον ἀπὸ 4% εἰς 3%, αἱ Τράπεζαι ἐπὶ τῶν λαχειοφόρων ὁμολογιῶν καὶ προσεφέρθησαν νὰ πληρώσωσι πάντα ὅστις δὲν ἤθελε συμμορφωθῆ, οὐδεὶς προσῆλθεν.
§173Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τέλους θὰ συμφωνήσω μ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζουν τὸν φόβον ὅτι θὰ φύγουν τὰ κεφάλαια, μόνον διὰ νὰ προσθέσω ὅτι, ἐάν...
§174Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὰ κεφάλαια ἔχουν πατρίδα καὶ δὲν φεύγουν.
§175Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐάν, λέγω, πρόκειται νὰ ἐκπατρισθοῦν οἱ Ἕλληνες καὶ ἐρημωθῇ ὁ τόπος, ὡς γίνεται ἤδη, νὰ φύγουν καλλίτερον τὰ κεφάλαια, διότι ἐφ’ ὅσον βλέπομεν γυμνητεύοντα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐγκαταλείποντα τὴν πατρίδα του καὶ ἀναχωροῦντα διὰ τὴν Ἀμερικὴν δι’ ἓν εὐτελὲς ἡμερομίσθιον, οὐδὲν ἔχομεν χειρότερον νὰ φοβηθῶμεν. Ἂν καὶ αὐτοὶ λαμβάνοντες τὰ κεφάλαιά των φύγουν, δὲν θὰ καταστραφῇ βεβαίως ὁ κόσμος. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἰταλία εἶναι χώρα παρὰ πολὺ διάφορος ἀπὸ ἡμᾶς, διότι συνήθως, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν ἄλλοθι γινομένων λέγουν ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι διὰ τὸν τόπον μας, ἀλλὰ δι’ ἄλλους λαούς. Νομίζω ὅμως ὅτι ὁ Ἰταλικὸς λαὸς ἔχει πολλὰς ὁμοιότητας μὲ ἡμᾶς. Ἐὰν λοιπὸν παρατηρήσωμεν τί ἐγένετο εἰς τὴν Ἰταλίαν πρὸ δεκαετηρίδων προκειμένου περὶ τοῦ κινητοῦ πλούτου, θὰ ἴδωμεν ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε ὁ κινητὸς πλοῦτος ἐφορολογήθη τόσον, καὶ τοῦτο ἄνευ οὐδενὸς ἀτόπου. Ἔχω ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον τὸν ἰταλικὸν τῆς 23 Ἰουνίου 1877 τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τοῦ κινητοῦ πλούτου. «Ἐπιβάλλεται, λέγει, γενικὸς φόρος πρὸς 12% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ κινητοῦ πλούτου». Τοιαῦτα δὲ εἰσοδήματα θεωροῦνται αʹ) τὰ ἐνυπόθηκα ἢ ἄλλως προκύπτοντα ἐκ δημοσίου ἐγγράφου· βʹ) οἱ μισθοί, συντάξεις, δόσεις, τόκοι, καὶ μερίσματα· γʹ) Τὰ εἰσοδήματα τὰ προερχόμενα ἐκ βιομηχανίας, ἐμπορίου, ὑπηρεσιῶν ἢ ἐπαγγελμάτων καὶ δʹ) πᾶν εἶδος προσόδου μὴ ἐγγείου. Ἰδοὺ λοιπὸν σύστημα τέλειον φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τοῦ κινητοῦ πλούτου, ἰδοὺ ἡ πρώτη καὶ κυρία φορολογία αὐτοῦ, δηλ. πρὶν ἢ ἔλθωμεν εἰς τὸν ἐπὶ τοῦ καθολικοῦ εἰσοδήματος ἑκάστου φορολογουμένου συμπληρωτικὸν φόρον, περὶ οὗ τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα τοῦ ἰταλικοῦ νόμου, ἀλλὰ παραπέμπω εἰς αὐτὸν τὸν θέλοντα νὰ πεισθῇ ἐκ τοῦ ὅλου συστήματος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου ὅτι δὲν πρόκειται καινά τινα δαιμόνια νὰ φέρωμεν εἰς τὸν τόπον μας. Οὐδαμῶς. Ἐκεῖ ἐνεργοῦσι «διὰ κρατήσεων καὶ διὰ δηλώσεων», ἄλλα εἰσπράττει τὸ Δημόσιον κρατοῦν ἀπὸ τὰ χρεόγραφα ὡς καὶ αἱ Τράπεζαι ἀπὸ τὰς ὁμολογίας, ἄλλα δὲ διὰ δηλώσεων βεβαιοῦνται εἰς φορολογικοὺς καταλόγους. Ἀκούσατε δὲ πῶς γίνονται αἱ δηλώσεις ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων ἐτῶν ἐκεῖ καὶ ἐνθαρρυνθῆτε. «Ὁ ἔφορος .... δύναται 1) νὰ ζητῇ ἀντίγραφα ἀπὸ τὰ δημόσια γραφεῖα, 2) νὰ κλητεύῃ τοὺς φορολογουμένους πρὸς χορήγησιν διασαφήσεων, 3) νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ ἐμπορικὰ καὶ βιομηχανικὰ καταστήματα, 4) νὰ καλῇ οἱονδήποτε πρόσωπον πρὸς χορήγησιν πληροφοριῶν, 5) νὰ θεωρῇ τὰ βιβλία τῶν ἀνωνύμων καὶ ἑτερορρύθμων ἑταιρειῶν καὶ 6) νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας τοῦ φορολογουμένου». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἰταλικὸν σύστημα. Καὶ ἐρωτῶ· ἐκλόνισε τὸ ἐμπόριον, ἐφυγάδευσε τὰ κεφάλαια; Βλέπετε τώρα εἰς αὐτὸ τίποτε τὸ φοβερόν; Μόνον παρ’ ἡμῖν παριστῶσι τοῦτο ὡς ἀδίκημα κατὰ τῶν κεφαλαιούχων, ἴσως διότι ἔρχεται πρῶτον ἤδη μετὰ μακρὰν ἀσυδοσίαν τὸ Κράτος νὰ ζητήσῃ νὰ φορολογήσῃ τὰ κεφάλαια, ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην πρόοδον, διὰ νὰ παύσῃ ἡ καταδυνάστευσις τοῦ μικροῦ λαοῦ. Καὶ τώρα, Κύριοι, δύο λέξεις ἐπὶ τῆς οἰκονομίας τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς. Ἡ πρώτη βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τὸ ἐνοίκιον ὡς ἔνδειξις τοῦ καθολικοῦ εἰσοδήματος. Ἐκτὸς τοῦ ἐνοικίου ἔρχονται καί τινες προσαυξήσεις, ὅπως ὀνομάζονται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τί εἶναι αἱ προσαυξήσεις; «Τὸ ἐνοίκιον τῶν ἐπαύλεων, στάβλων, ἀποθηκῶν, αὐτοκινήτων κλπ.». Ἐπίσης δὲ ἀνωτέρας τινὰς τάξεις ἐπαγγελματιῶν τὰς φορολογεῖ μὲ 20% πλέον τοῦ ἐνοικίου τῆς κατοικίας. Ἄλλα δὲ καταστήματα βιομηχανικὰ τὰ φορολογεῖ ἐπιπροσθέτως μὲ μέρος τοῦ φόρου τοῦ ἐνοικίου τῆς κατοικίας. Τώρα βεβαίως, Κύριοι, θὰ ἐπεθύμουν, ὡς εἶπον ἀρχόμενος καὶ συμφώνως μὲ τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἐλάτρευσα πάντοτε, θὰ ἐπεθύμουν, λέγω, ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ ἠκολούθει σύστημα ἐξευρέσεως τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος οὐχὶ δι’ ἐνδείξεων. Ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ταχθῶ κατ’ ἀρχὴν μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διατί; Διότι ἔχει τὴν ἀρετὴν ὅτι ἐξασφαλίζει ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου κάτι τι θετικὸν ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν αὐτοῦ. Ἔχετε ἀκόμη καὶ τὴν ἀρετὴν τὴν ἄλλην, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμε κατόπιν ὁ κ. Ὑπουργός, τὴν ἀρετὴν ὅτι ἀνοίγει τὸν δρόμον καὶ εἰς τὸ σύστημα τῆς ἐξευρέσεως τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος, τὸν ἀνοίγει διὰ τῶν ἐπικουρικῶν δηλώσεων, διότι ἐν ἄρθρῳ 14 ὁρίζει ὅτι ὁ φορολούμενος δηλώνων τὸ ἐνοίκιον αὐτοῦ ὀφείλει, ἂν ἔχῃ εἰσόδημα μεγαλείτερον ἀπὸ τὸ ἐνδεικνυόμενον διὰ τοῦ ἐνοικίου, νὰ τὸ δηλώσῃ, ὁ δὲ ἔφορος, λαμβάνων τὰς δηλώσεις δύναται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐρευνῶν, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ, ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχει περὶ εἰσοδημάτων τινῶν καὶ κεφαλαίων καὶ ἐξ ἰδιοκτησιῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἢ ἐπισήμων ἢ τραπεζικῶν πληροφοριῶν, δύναται νὰ καταλογίσῃ ποσὸν μεγαλείτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδεικνύει τὸ ἐνοίκιον. Ἐπίσης δὲ δίδεται εἰς τὸν φορολογούμενον τὸ δικαίωμα, ἐὰν τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τὸ ἐνδεικνυόμενον ἀπὸ τὸ ἐνοίκιον δὲν εἶναι τὸ πραγματικόν, ἤτοι, ἂν ἔχῃ ὀλιγώτερον εἰσόδημα, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἔνστασιν, δηλώνων τὸ ὀλιγώτερον. Ἀνοίγεται, Κύριοι, μία διαδικασία ἐξευρέσεως τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος καὶ θὰ ἦτο μέγα τὸ ἐλάττωμα, ἐὰν δὲν εἰσάγωνται αἱ δηλώσεις αὗται, καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐξήλεγξε τὸ νομοσχέδιον καὶ τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος, δύναται νὰ αἰσθάνηται τὴν εὐχαρίστησιν ὅτι ἤνοιξε τὴν ὁδὸν αὐτήν, ὑποδηλώσασα πόσον θὰ ἦτο ἄτοπον εἷς π. χ. φορολογούμενος, ἔχων μέγα εἰσόδημα καὶ διατηρῶν μικρὰν κατοικίαν, πόσον θὰ ἦτο, λέγω, ἄτοπον οὗτος νὰ μένῃ ἀφορολόγητος, ὀχυρούμενος εἰς τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ χαρακτηριζούσῃ αὐτὸν ἐπιθυμίᾳ τοῦ νὰ κάμῃ τὸν νόμον τελειότερον ἀπέβλεψεν εἰς τὴν παρατήρησιν αὐτὴν τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ κλεισθῇ ἡ θύρα τῆς φορολογίας εἰσοδηματιῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐφορολογοῦντο διὰ τοῦ ἐνοικίου ἢ κακῶς καὶ ἀτελῶς. Ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν καὶ ὑπεχρέωσε τὸν φορολογούμενον τὸν ἔχοντα εἰσόδημα ἀνώτερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῷ φέρει τὸ ἐνοίκιον, νὰ τὸ δηλώσῃ, ἀνοίγει δέ, ὡς εἶπον, διαδικασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐξευρεθῇ τὸ πραγματικὸν εἰσόδημα. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον ἄγει ἐν τῷ μέλλοντι εἰς τὴν ἀληθῆ ὁδὸν τῆς ἐξευρέσεως τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος, καὶ τὴν ὁποίαν θ’ ἀκολουθήσωμεν, ἀφοῦ ἅπαξ εἰσήλθομεν εἰς αὐτήν, ἐξερχόμενοι ὁριστικῶς τῶν τεκμηρίων καὶ τῶν ὑποθέσεων. Εἶχον ὅμως καὶ ἔχω, Κύριοι, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξέφρασα, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία ἀνοίγεται κατόπιν ἐνστάσεως τοῦ φορολογουμένου, δὲν ἀποκλείεται ἡ ἔρευνα τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος, ἀφοῦ ἐξετάζονται μάρτυρες καὶ καλεῖται ὁ φορολογούμενος νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἔνστασίν του, ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ ῥητὴ διάταξις ὅτι διὰ τὴν βεβαίωσιν τῆς ἐνστάσεως δὲν δύναται νὰ ἐπαχθῇ ὅρκος ὑπὸ τῶν ἐνισταμένων φορολογουμένων πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐσχημάτισα, λέγω, τὴν ἰδέαν ὅτι ἐκ τοῦ ἐναντίου ὁ ὅρκος ὁ ἐπαγόμενος πρὸς τὸν δηλώσαντα πρὸς βεβαίωσιν ἀνωτέρου εἰσοδήματος παρὰ τὸ ἐκ τοῦ ἐνοικίου δηλούμενον εἶναι πάντοτε ἀποδεκτός, διότι τὸ Δημόσιον οὐδὲν θὰ ἐρευνήσῃ παρὰ ἁπλῶς θὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνείδησιν τοῦ ἀρνουμένου τὸν ἰσχυρισμόν του περὶ ἀνωτέρου εἰσοδήματος φορολογουμένου. Ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἐπὶ τοῦ σταδίου αὐτοῦ ὁ ὅρκος πρέπει νὰ εἶναι δεκτός, διότι εἶναι τὸ ὀλιγώτερον ἐπαχθὲς μέσον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις. Ὅθεν θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ κεφαλαιώδους τούτου ζητήματος ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι νομίζω ὅτι ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν πρωίαν, ἐὰν κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου ὁ ὅρκος ἐπαγόμενος ἀπὸ τὸ Δημόσιον εἰς τοὺς φορολογουμένους εἶναι δεκτὸς πάντοτε. Καὶ τώρα μένει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ ἀφορολόγητον μέρος τοῦ εἰσοδήματος πῶς διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, δέχεται τὴν ἀρχὴν δι’ εἰσοδήματα κάτω τῶν 4000 δραχ. νὰ μὴ πληρώνηται φόρος· εἶναι τοῦτο ὀρθὸν καὶ δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἴσως ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ μείνῃ ἀφορολόγητον τὸ εἰσόδημα τῶν 5000 δρ., διότι ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν πρέπει πρὸ παντὸς ὁ εἰσηγούμενος νέους φόρους ν’ ἀποδεικνύῃ εἰς τὴν κοινωνίαν ὅτι ἦλθε νὰ φορολογήσῃ τοὺς ἔχοντας καὶ ὄχι τοὺς στερουμένους καὶ δυσαναλόγως ἤδη βεβαρημένους. Πᾶσα δὲ φορολογία ἐπὶ μικρῶν περιουσιῶν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ διεγείρῃ παράπονα δικαιολογημένα. Ἐφ’ ὅσον ὅθεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐνδιαφέρεται, ὅπως ῥιζώσῃ ἡ ἀρχὴ τοῦ νέου τούτου φόρου εἰς τὸν τόπον, πρέπει, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐμφάνισιν νὰ κατορθώσῃ ὥστε νὰ πείσῃ τὸν κόσμον ὅτι ἦλθε νὰ φορολογήσῃ τὰς εὐπορούσας τάξεις. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ ἡ φορολογικὴ κλῖμαξ, τὴν ὁποίαν δέχεται τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπεθύμουν. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν, ἀλλ’ ἡ πρόοδος, ἣν δέχεται, δὲν εἶναι τοιαύτη, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶναι· καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε, Κύριοι, δὲν ἔχετε ἢ ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὴν κλίμακα τοῦ γαλλικοῦ νομοσχεδίου Καγιὼ. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε ὁποία διαφορὰ ὑπάρχει, ἐφ’ ὅσον αὐξάνει τὸ φορολογητέον εἰσόδημα. Κατὰ τὸ γαλλικὸν νομοσχέδιον εἰσόδημα 10.000 φράγκων φορολογεῖται μὲ 100 δραχ., κατὰ δὲ τὸν ἑλληνικὸν νόμον φορολογεῖται μὲ 125· εἰσόδημα 15.000 φράγκων κατὰ τὸν γαλλικὸν φορολογεῖται μὲ 300 δραχ., κατὰ δὲ τὸν ἑλληνικὸν μὲ 220· εἰσόδημα 20.000 φράγκων κατὰ τὸν γαλλικὸν μὲ 600 δραχ., κατὰ δὲ τὸν ἑλληνικὸν μὲ 300· εἰσόδημα 25.000 φράγκων μὲ 1000 δρ. κατὰ τὸν γαλλικόν, κατὰ δὲ τὸν ἑλληνικὸν μὲ μόνον δρ. 400.
§176ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνα σημασίαν ἔχουσιν αὐτά;
§177ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὑποστηρίζω ὅτι ἡ κλῖμαξ, τὴν ὁποίαν δέχεται τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἐλαφρά· ὅτε δὲ ἀναφέρω πῶς ἀπεφάσισαν νὰ φορολογήσωσιν ἐν Γαλλίᾳ, νομίζω ὅτι δὲν φέρω τυχαῖον παράδειγμα. Κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, εἶπον ὅτι δὲν περιέχει ὅ,τι ἐπεθύμουν καὶ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ περιέχῃ πρὸς ἐξίσωσιν τῆς κρατούσης φορολογικῆς ἀνισότητος, οὐχ ἧττον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς εἰσάγον τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος εἶναι κατ’ ἀρχὴν δεκτόν. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θὰ κατορθώσωμεν μίαν ἡμέραν νὰ ἔχωμεν καταλόγους, εἰς τοὺς ὁποίους νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένη ἡ πρόσοδος παντὸς Ἕλληνος φορολογουμένου. Οἱ κατάλογοι αὐτοὶ θὰ εἶναι διὰ τὸν τόπον μέγα κέρδος καὶ διὰ τὸν λόγον ἀκόμη ὅτι γνωστοῦ ὄντος τοῦ εἰσοδήματος ἑκάστου φορολογουμένου θὰ δύναται τὸ ἔθνος εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ γνωρίζῃ εἰς ποίους εἶναι δυνατὸν ἐν κρισίμῳ ὥρᾳ ν’ ἀπευθύνηται καὶ νὰ ζητῇ ἀνώτερον φόρον. Μὴ λησμονῶμεν δ’ ὅτι ὁ ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος φόρος, ὅστις τὸ πρῶτον ἐγεννήθη ἐν Ἀγγλίᾳ, εἰσήχθη ὡς φόρος πολεμικός, κατὰ τοὺς πολέμους, τοὺς ὁποίους διεξήγαγεν αὕτη κατὰ τῆς πρώτης Γαλλικῆς Δημοκρατίας. Τὸ φόρον αὐτὸν καὶ σήμερον ἡ Ἀγγλία τὸν αὐξάνει εἰς πᾶσαν περίστασιν, καθ’ ἣν κλονίζεται τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ της. Εἶναι χρησιμώτατος λοιπὸν διὰ τὸ ἔθνος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον συχνὰ εὑρίσκεται εἰς περιστάσεις ἐξωτερικῆς ἀνωμαλίας καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ἀσφαλῆ βάσιν αὐξήσεως τῶν προσόδων τὸν φόρον τοῦτον. Μόνον οὕτω θὰ ἔχῃ τακτικοὺς καταλόγους, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύναται ἑκάστοτε νὰ προσπορίζηται τὰ ἀναγκαῖα χρήματα. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐννοήσωμεν τέλος πάντων ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπευθυνόμεθα ἐκ τοῦ προχείρου εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ δὴ πρὸς τὸν πολὺν καὶ ἄπορον, παρῆλθεν ἀνεπιστρεπτί. Οἱ πολλοὶ δὲν ἀντέχουσι πλέον εἰς τοὺς φόρους, καὶ ἑπομένως ποῦ ἀλλοῦ ἢ εἰς τοὺς εὐπορωτέρους εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποταθῇ ἡ Πολιτεία μετ’ ἐλπίδος, διὰ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας της; Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρχωσι κατάλογοι καθαροῦ εἰσοδήματος, καὶ τοιούτους μόνον ὁ φόρος οὗτος δύναται νὰ ἀσφαλίσῃ. Ἐννοεῖται ὅτι εὐχόμεθα ὅλοι νὰ εἶναι προσεχὴς ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ μὴ σκεπτώμεθα πλέον περὶ νέων φόρων, ἀλλὰ περὶ ἐλαττώσεως. Ἕως ὅτου ὅμως ἔλθῃ ἡ ἡμέρα αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ παραβλέπωμεν ὅτι ὀφείλομεν ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας νὰ καθιερώσωμεν τὸν φόρον τοῦτον, ὅστις εἶναι ὁ δικαιότερος τῶν φόρων καὶ ὅστις δὲν ἐπιβάλλει βάρη εἰς τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε ἐπιβαρύνονται. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ δυσανασχετῶμεν διότι εἰσάγομεν νέους φόρους ἄνευ ἐλαττώσεως, διότι τινὲς ἤθελον ἅμα εἰσαγομένου τοῦ φόρου τούτου νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐλάττωσις ἄλλων. Ἡ ἐλάττωσις θὰ ἐπέλθῃ μὲ τὸν χρόνον, θὰ ἐπέλθῃ, ὅταν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους γίνωσιν εὐρωστότερα. Ὁ φόρος οὗτος ὡς καὶ ὁ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι φόροι τῆς σημερινῆς ἀνάγκης, εἶναι φόροι, οἱ ὁποῖοι χάριν τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τοῦ τόπου καὶ τῆς φορολογικῆς ἰδιότητος πρέπει νὰ ψηφισθοῦν. Εἰς τὰ καθέκαστα εἶναι ἐλεύθερος ἕκαστος νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Ἀμφότεροι ὅμως εἶναι φόροι κατ’ ἀρχὴν δικαιότατοι. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ οὐδὲν εἰσόδημα ἀφορολόγητον, εἴτε ἀπὸ κεφάλαιον πηγάζει εἴτε ἀπὸ τὴν γῆν. Δὲν εἶμαι κατὰ τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ κατὰ τῆς ἀσυδοσίας του, ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ ἐποχή, καθ’ ἣν αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους θὰ ἐπιτρέψωσιν ἐλάττωσιν φόρων, τότε νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον ζητοῦν τοὺς φόρους αὐτούς, ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι θὰ ζητήσωσιν ἐλάττωσιν τῶν φόρων χάριν τοῦ λαοῦ καὶ τῶν ἀληθῶν του συμφερόντων, ἀλλ’ ἄνευ τοῦ φόρου τούτου οὐδεμίαν βελτίωσιν τῆς ἡμετέρας δημοσιονομίας θεωρῶ δυνατήν.
§178Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἡ αὔξησις τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους δὲν εἶναί τι ἀποκλειστικὸν ἐν Ἑλλάδι. Ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη εὑρίσκονται πρὸ τῆς συνεχοῦς δυσκολίας τῆς ἐξισώσεως τῶν δύο μερίδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ οἰκονομικὴ πολιτικὴ εἶναι τὸ μόνον οὐσιῶδες μέρος τῶν πολιτικῶν προγραμμάτων. Οἱ στρατιωτικοὶ ἐξοπλισμοί, τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ ἡ ἔνοπλος εἰρήνη κυρίως, αἱ αὔξουσαι ἀπαιτήσεις τοῦ κοινοῦ ὅπως αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι λειτουργῶσι τελειότερον, ἡ πίεσις ἡ ἀσκουμένη ὑπὸ τῶν ἐργατικῶν τάξεων ὡς πολυπληθεστέρου στοιχείου, ὅπως ληφθῇ ὑπὲρ αὐτῶν μέριμνα ἀνάλογος πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἰσότητος, αἱ ὁποῖαι ὁσημέραι καθίστανται οὐσιαστικώτεραι, ἔκαμον ὥστε βαρύτερον νὰ πιέζωνται οἱ ὦμοι τοῦ φορολογουμένου καὶ περισσότερον νὰ κύπτῃ ἐπὶ τοῦ γραφείου του ὁ νομοθέτης. Καὶ τὰ οἰκονομικὰ προβλήματα ἀναπηδῶσι πολυάριθμα καὶ ἀπαιτητικά. Διότι ναὶ μὲν φαινομενικῶς ἡ ἐπιβολὴ νέας φορολογίας αὐξάνει τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κατ’ οὐσίαν ὅμως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον ἡ νέα ἐπιβαλλομένη φορολογία δὲν παρακωλύει τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τοῦ τόπου, κατὰ πόσον δι’ ἀδεξίων ὑδραυλικῶν διοχετευόμενα δὲν στειρεύονται σπουδαῖα ἔσοδα τοῦ Κράτους καὶ κατὰ πόσον ἡ ἐπιβαλλομένη φορολογία δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ εὑρεθῇ ταχέως ὁ νομοθέτης εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβάλῃ αὐτήν, μεταβολή, ἥτις κατ’ ἀξίωμα γνωστὸν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης ἐγένετο πάντοτε ἐπὶ μεγάλῃ βλάβῃ καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τοῦ φορολογουμένου. Κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα ἔλαβε χώραν ἁπανταχοῦ οἰκονομικὴ μεταρρύθμισις. Ἡ μεταρρύθμισις αὕτη ἦτο ἀναγκαία συνέπεια τοῦ ὑπερτριπλασιασμοῦ τῶν Προϋπολογισμῶν. Μετὰ πόσης ὅμως μελέτης καὶ ἐνδοιασμοῦ ἐγένετο ἡ μεταρρύθμισις αὕτη εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅσοι παρηκολούθησαν τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τῶν τελευταίων δεκαετηρίδων. Ἀφοῦ ἐμελετήθησαν ἅπαντα τὰ κρατοῦντα συστήματα, καὶ ἐγένετο τοῦτο, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ἡ πεῖρα τῶν ἄλλων προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ φόρος, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη ἀλλαχοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν ἦτο δυνατὸν νὰ ἴδῃ τις ποῦ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν προσέκοψεν, ἀφοῦ ἐμελετήθησαν ὅλα τὰ συστήματα ταῦτα ἐνδελεχῶς, ἐγένετο ἡ πρότασις τῆς εἰσαγωγῆς, ἡ ὁποία, μολονότι ἐστηρίζετο εἰς σπουδαιοτάτας μελέτας καὶ βαθεῖαν γνῶσιν τῶν συνθηκῶν τοῦ τόπου, μόλις μετὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν κατώρθωσε νὰ εἰσαχθῇ ὁριστικῶς ὁ φόρος οὗτος ὁπουδήποτε καὶ ἂν εἰσήχθη. Πρότυπον μιᾶς τοιαύτης μελέτης δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἡ ἰταλικὴ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις. Καὶ ναὶ μὲν εἰς τὴν Ἰταλίαν ἀπὸ τοῦ 1864, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη, μέχρι τοῦ 1877 πλέον ἢ δεκάκις μετερρυθμίσθη ἡ νομοθεσία αὕτη, ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον παρέμενεν ἀναλλοίωτον, εἶναι ἡ βάσις, ἡ ὁποία δὲν ἤλλαξε ποσῶς μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς μεταρρυθμίσεις. Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως ὅτι ὅλαι αἱ γενόμεναι μεταρρυθμίσεις ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ νὰ δώσωσι μεγαλείτερον μέρος εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους. Κατόπιν μάλιστα μιᾶς ἐπαναστάσεως εἶναι γενικὴ ἡ τοιαύτη τροπὴ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἴσως τοῦτο πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸ ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι ἔχοντες σχέσιν ἄμεσον πρὸς τὴν κατανάλωσιν δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀπὸ ταμιευτικῆς ἀκόμη ἀπόψεως κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως θὰ φέρωσι καλὰ ἀποτελέσματα, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις συνοδεύονται πάντοτε ἀπὸ οἰκονομικῶν καχεξιῶν, πάντως ὅμως γίνεται τοῦτο, διότι μία ἐπανάστασις, ἥτις δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ἓν ταχύτερον καὶ βιαιότερον βῆμα ἐπὶ πλέον εἰς τὴν ἐξέλιξιν, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰμὴ νὰ υἱοθετήσῃ νομοθετικὰ μέτρα καὶ θεσμούς, οἱ ὁποῖοι τείνουσιν εἰς τὴν ἐκλαΐκευσιν τῶν πολιτικῶν θεσμῶν καὶ εἰς τὴν ἰσοπέδωσιν τῶν κοινωνικῶν ἀνισοτήτων, διότι τοιαύτη τις εἶναι ἡ σύγχρονος ἐξέλιξις τῆς ἀνθρωπότητος. Πολὺ ἐπιπολαίως δὲ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα, διὰ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι βαρύτερον κατ’ ἀναλογίαν πιέζουσι τὰς εὐπόρους τάξεις παρ’ ὅ,τι πράττουσι τοῦτο οἱ ἔμμεσοι. Εἰς τὴν Γαλλίαν μάλιστα κατόπιν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1789 ἡ κατακραυγὴ κατὰ τῶν ἐμμέσων φόρων ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ὑποστηρίζηται σοβαρῶς ἡ παντελὴς κατάργησις αὐτῶν. Δυστυχῶς αἱ θεωρίαι ὑποχωροῦσι πρὸ τῆς ἀνάγκης, διότι οἱ ἔμμεσοι φόροι ἔχουσιν ἀπὸ ταμιευτικῆς ἀπόψεως προτερήματα καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξαλειφθῶσι τελείως ἐπὶ μακρὰν σειρὰν τοὐλάχιστον ἐτῶν. Καὶ ἔχομεν σήμερον 78% τοῦ Γαλλικοῦ Προϋπολογισμοῦ διδόμενα ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων.
§179Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ἡ Γαλλία εἶναι χώρα αὐτάρκης.
§180Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν· αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιρρωννύει τὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσι νὰ διαδοθῶσι περισσότερον οἱ ἄμεσοι φόροι, διότι ἡ Γαλλία ὡς αὐτάρκης δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ μετὰ θάρρους εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ὀξὺ κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας παρουσιάσθη τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα· δύναταί τις μάλιστα νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι, ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετὰ τοσαύτης προθυμίας υἱοθέτησε τὴν στρατιωτικὴν ἐπανάστασιν, ἦτο διότι ὑπεράγαν ἐβαρύνετο μὲ τὸ κρατοῦν οἰκονομικὸν σύστημα. Πρωτίστη λοιπὸν μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως ἐρχομένης κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἦλθεν, ἦτο καὶ εἶναι νὰ ἑδραιώσῃ τὴν οἰκονομικὴν ἡμῶν πολιτικὴν ἐπὶ βάσεων τοιούτων, ὥστε νὰ δίδῃ εἰς τὸν λαὸν τὴν πεποίθησιν, πεποίθησιν στηριζομένην ἐπὶ σαφῶν δεδομένων, ὅτι δύναται μεθ’ ἡσυχίας νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὸ οἰκονομικὸν αὐτοῦ μέλλον τοὐλάχιστον τὸ προσεχές. Ἐφ’ ὅσον δὲ εἶναι πανθομολογουμένη ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς τοῦ δασμολογίου, ὅπως φόροι τινὲς ἐπαχθεῖς ἐλαττωθῶσι, παρ’ ὅλην τὴν καλλιτέρευσιν τὴν ἀναμφισβήτητον τῆς διοικήσεως, ἥτις μεταφράζεται εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων, παρ’ ὅλην τὴν ἐπαγγελλομένην συστηματικὴν καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμείνῃ τις σημαντικὴν αὔξησιν τῶν ἐμμέσων φόρων. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν πρέπει νὰ στραφῶμεν πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους, διότι δυστυχῶς εἶναι ἀδυσώπητος ὁ νόμος καὶ ἡμεῖς κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑποκύψωμεν εἰς αὐτόν, τῆς συνεχοῦς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν λοιπὸν νομοσχέδιον ἔχει ἐξαιρετικὴν σπουδαιότητα, διότι ἐχρησίμευσεν ὡς ὁ στόχος ὅλων τῶν οἰκονομικῶν μεταρρυθμίσεων. Ὅτε ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγένετο γνωστός, ἠκούσθη ἐνθουσιωδῶς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· οἱ γνωρίζοντες ὅμως τὰς δυσκολίας τῆς ἐπιβολῆς μιᾶς τοιαύτης φορολογίας, τὸ πρόχειρον τῆς γενομένης ἐργασίας δυσανάλογον πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον εἰσηγεῖται, σπουδαιότητα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πολλὰ προσεδόκα ὁ λαός, διότι καὶ ἀλλαχοῦ ὁπουδήποτε ἐφηρμόσθη μεγάλας ὑπηρεσίας παρέσχεν, οἱ γνωρίζοντες, λέγω, ταῦτα μετά τινος σκεπτικισμοῦ περιέμενον τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ οἰκονομικὴ ἱστορία τοῦ μέτρου τούτου, ἡ ὁποία προηγεῖται ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν εἰσηγητικῶν ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι συνώδευσαν ἀλλαχοῦ τὴν ὑποβολὴν τοῦ φόρου, εἶναι ἀπαραίτητος διὰ νὰ ἐννοήσῃ τις καλῶς τίς εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ φόρου τούτου, ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐπεβλήθη, τί ἐζητήθη καὶ τί ἀπέδωκε καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀπαραίτητα συνθετικὰ στοιχεῖα. Πρέπει δὲ νὰ γίνῃ τοῦτο ἔστω καὶ ἐν ὀλίγοις καὶ εἶναι πολὺ εὐκολώτερον εἰς ἐμὲ νὰ τὸ πράξω διὰ βραχέων, διότι ἐγένετο τοῦτο ὑπὸ τῶν προλαλησάντων ἐν ταῖς γενικαῖς γραμμαῖς. Εἶναι, λέγω, ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ τοῦτο, διὰ νὰ καταδειχθῇ καλῶς τί κοινὸν ἔχει τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον πρὸς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἂν ἔχει τὰ ἀπαραίτητα συνθετικὰ στοιχεῖα ἑνὸς τοιούτου νόμου. Ὁ φόρος οὗτος κατὰ πρῶτον ἐπαρουσιάσθη, τὸ γνωρίζετε ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, κατὰ τὸ 1789 εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ Οὐίλλιαμ Πίττ, διότι ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τοῦ πρὸς τὴν Γαλλίαν πολέμου ὁ Προϋπολογισμὸς εἶχεν ἀνάγκην ἐσόδων ἐκτάκτων. Ἔκτοτε ὑπέστη πολλὰς ἐκλείψεις, διότι ἦτο ἀντιδημοτικὸς καὶ δὲν ἠδυνήθη εὐκόλως νὰ ῥιζωθῇ, καὶ κυρίως μίαν μακρὰν τοιαύτην, ἐπὶ 26 ἔτη, καὶ ἀπὸ τοῦ 1842 εἰσήχθη διὰ νὰ παραμείνῃ πλέον ὁριστικῶς.
§181Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπὸ τίνος εἰσήχθη;
§182Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ὑπὸ τοῦ Πήλ.
§183Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπέστη μάλιστα ὁλοκληρωτικὴν μεταβολὴν τὸ ὅλον οἰκονομικὸν σύστημα τῆς Ἀγγλίας.
§184Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Γνωρίζετε τί ἀποφέρει ὁ φόρος οὗτος εἰς τὴν Ἀγγλίαν; Εἶναι τόσον ἐλαστικὸς καὶ δύναται νὰ ἀποφέρῃ ποσά, τὰ ὁποῖα ποικίλλουσιν ἀπὸ 100 ἑκατομμύρια φράγκων μέχρι ἑνὸς δισεκατομμυρίου καὶ πλέον, ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀποφέρει περίπου σήμερον. Ἡ ἐλαστικότης δηλονότι, ἥτις εἶναι ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων συνθετικῶν τοῦ φόρου τούτου, εἶναι καταφανὴς ἐκ τῶν ἀριθμῶν.
§185Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἦτο ἐν ἀρχῇ φόρος ἀνάγκης· ἀπὸ τοῦ Πὶττ ἀνεγνωρίσθη ὡς φόρος ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης.
§186Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἦτο φόρος ἀνάγκης ἐπὶ μακρόν, κυρίως δὲ κατὰ τὰ περὶ τὸν Κριμαϊκὸν πόλεμον ἔτη.
§187Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ Κριμαϊκὸς πόλεμος μάλιστα ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι ἔληγεν ἡ θητεία.
§188Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετεβλήθη ὅλον τὸ προστατευτικὸν σύστημα τῶν φόρων τότε;
§189Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ὄχι, διότι ἤρκεσε νὰ αὐξηθῇ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, διότι εἶναι τόσον ἐλαστικός, ὥστε δικαίως θὰ τὸν προσομοιώσῃ τις πρὸς μηχανάς, εἰς τὰς ὁποίας ῥίπτετε ἓν penny, δηλαδὴ μίαν δεκάραν, καὶ ἐξέρχονται δεκάδες ἑκατομμυρίων. Ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ποσοστὸν μετεβλήθη ἀπὸ 8)10% μέχρι 6½%. Τὰ εἰσοδήματα διαιροῦνται εἰς τάξεις ἀναλόγως τῶν πηγῶν, ἐκ τῶν ὁποίων προέρχονται καὶ φορολογοῦνται παρὰ τῷ ὀφειλέτῃ, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶναι δυνατόν. Εἰς τὴν Γερμανίαν κατὰ τὸ Eincornensteuer φορολογεῖται ὁλόκληρον τὸ εἰσόδημα λαμβανόμενον ὡς σύνολον, εἰς δὲ τὴν Ἰταλίαν, ἡ ὁποία παρουσιάζει μίαν τρίτην τυπικὴν μορφὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, διαιροῦνται τὰ εἰσοδήματα ἀναλόγως τῶν πηγῶν αὐτῶν εἰς τάξεις. Θέλοντες δὲ οἱ Ἰταλοὶ νὰ προχωρήσωσι περισσότερον εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰσότητα τῆς φορολογίας ἔχουσι καθιερώσει σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον φορολογοῦσιν ὀλιγώτερον ἢ περισσότερον τὰ εἰσοδήματα ἀναλόγως τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ εἰσοδήματος τὸ κεφάλαιον καὶ ἡ ἐργασία. Ἂν τὸ εἰσόδημα δηλαδὴ εἶναι καθαρὸν ἀποτέλεσμα τοῦ κεφαλαίου, φορολογεῖται βαρύτερον· ἂν ἡ ἐργασία ἔχῃ μέρος τι ἀναλόγως τοῦ μέρους, τὸ ὁποῖον ἔχει, καθορίζεται τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας. Πέριξ τῶν τριῶν τούτων μορφῶν στρέφεται, Κύριοι, ἁπανταχοῦ ἡ φορολογία τοῦ εἰσοδήματος. Ἔχει δηλαδὴ ἁπανταχοῦ ὅπου ὑπάρχει ὁ φόρος οὗτος δύο ἀναγκαῖα στοιχεῖα καὶ ταῦτα εἶναι ἡ φορολογία πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν εἰσοδημάτων καὶ ἡ ἐλαστικότης αὐτοῦ. Λέγω ἁπανταχοῦ ἀνεξαιρέτως, διότι εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὸ Βέλγιον ὑπάρχει ἡ φορολογία τῶν ἐξωτερικῶν ἐνδείξεων τῆς εὐημερίας. Ἀλλ’ ἡ φορολογία αὕτη δὲν ἀποτελεῖ φόρον τοῦ εἰσοδήματος οὐδὲ κἂν λέγεται φορολογία τοῦ εἰσοδήματος, ἀφοῦ, ὡς καλῶς γνωρίζετε, εἰς τὴν Γαλλίαν πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ τοιοῦτον ὅρον μεταχειρίζονται αἱ Κυβερνήσεις τῶν τελευταίων ἐτῶν κατὰ τὰς δηλώσεις ἐπὶ τοῦ προγράμματός των. Ὁ ὑπάρχων ἐκεῖ φόρος δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· εἶναι, ἐὰν θέλητε, ἔμμεσος φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος· ἀλλὰ τοιοῦτοι, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, εἶναι ὅλοι οἱ φόροι. Ὅτι δὲ δὲν εἶναι τοιοῦτος καὶ κατενοήθη ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς, τὸ γνωρίζετε ὅλοι, ὅσοι παρηκολουθήσατε τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Κατὰ τὸ 1848 ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ ἡ πρώτη ἀπόπειρα εἰσαγωγῆς τοῦ φόρου τούτου· ὑπεβλήθησαν ἔπειτα ὑπὸ τοῦ Καζιμὶρ Περριέ, ὑπὸ τοῦ Ῥουβιέ, ὑπὸ τοῦ Γαμβέττα, διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἂν δὲν ἐγένοντο νόμοι, τοῦτο προῆλθεν ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ φόρος οὗτος, καὶ δὲν ἤθελον νὰ εἰσαχθῇ ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον νὰ κινδυνεύῃ ἀμέσως, ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ του, νὰ καταδικασθῇ καὶ νὰ χρειάζηται νὰ ἀλλαγῇ ὡς σύστημα ἀτελές. Εἰς τὸ Βέλγιον, τὸ ἕτερον τῶν Κρατῶν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάλογον φόρον, λειτουργεῖ ὁ νόμος τοῦ 1822, ὁ ὀλλανδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος διὰ τοὺς αὐτοὺς ἀκριβῶς λόγους παραμένει εἰσέτι. Μὴ εἴπητε λοιπὸν ὅτι: ἰδοὺ ὅτι λειτουργεῖ φορολογία ἀνάλογος καὶ ἀλλαχοῦ. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητέ τι τοιοῦτον, πρῶτον, διότι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι μέτρον ἀνάλογον πρὸς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς δύο μόνον Κράτη, καὶ εὑρίσκεται ἐκεῖ, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι δύσκολον εἰς Κράτη παλαιὰ νὰ μεταβάλλωσι φορολογικὸν σύστημα, χωρὶς νὰ εἶναι τελείως πεπεισμένα περὶ τῆς ἐπιτυχίας. Διότι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι μέτρον ἑτοιμοθάνατον καὶ καταδεδικασμένον, ἀφοῦ οὐδὲν τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ υἱοθετήσωσι τὴν φορολογίαν ταύτην, υἱοθέτησαν τὸ μέτρον τοῦτο. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πεῖραν τῶν ἄλλων. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι τὸ ἐπιχείρημα, τί γίνεται ἀλλαχοῦ, τόσον κατὰ κόρον ἐλέχθη πάντοτε, ὥστε τὸ ἐναντίον ἐπιχείρημα, ὅτι δηλ. αἱ συνθῆκαι εἶναι διάφοροι παρ’ ἡμῖν, νὰ καταστῇ δημοτικόν. Αἱ συνθῆκαι εἶναι βεβαίως διάφοροι, ἀλλὰ διάφοροι εἶναι καὶ εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθησαν νὰ υἱοθετήσωσι τὸν νόμον αὐτόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν τὰ ἠμπόδισε νὰ παραδεχθῶσι κατὰ βάσιν τὸν αὐτὸν τρόπον στηριζόμενα ἐπὶ τῆς ὅσον οἷόν τε ἀκριβοῦς φορολογίας ὅλων τῶν εἰσοδημάτων καὶ ἐπενεγκόντα μόνον τὰς μεταβολάς, τὰς ὁποίας ἀπῄτουν αἱ τοπικαὶ συνθῆκαι καὶ ἡ πρόοδος τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Εἶπον, Κύριοι, ἀρχόμενος τῆς περιόδου τοῦ λόγου μου πρῶτον, καὶ εἶπον τοῦτο, διότι ὑπάρχει καὶ δεύτερον, ὅτι οὐδαμοῦ ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὁ νομοθέτης, διὰ μαθηματικῆς πράξεως, νὰ ἐξεύρῃ τὸ εἰσόδημα καὶ φορολογήσῃ αὐτό. Ἂν δηλαδὴ εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅπου ὑπάρχει καὶ φόρος ἐπὶ τῶν παραθύρων, φορολογεῖται δύο δραχμὰς τὸ παράθυρον, δὲν λέγει ὁ νόμος ὅτι ὁ ἔχων πέντε παράθυρα ἔχει 4000 δραχμῶν εἰσόδημα, ἢ ὁ πληρώνων 3000 δρ. ἐνοίκιον ἔχει 20,000 δρ. Τοῦτο διότι τὸ νὰ φορολογῆτε τὴν ἔνδειξιν τῆς εὐημερίας ὡς τοιαύτην εἶναι φυσικόν, ἀλλὰ τὸ νὰ πολλαπλασιάσητε τὴν ἔνδειξιν τῆς εὐημερίας ἐπί τινα συντελεστὴν καὶ νὰ ἰσχυρίζησθε ὅτι εὑρίσκετε τὸ ἀκριβὲς εἰσόδημα, νὰ φορολογῆτε δηλαδὴ τὸ ἑπταπλάσιον ἢ ἑξαπλάσιον τοιοῦτον, εἶναι αὐθαίρετον καὶ ἄνισον. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πρόκειται περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ ἐφηρμόσθη, δὲν εἶναι τοῦτο λόγος νὰ δυσπιστῇ τις κυρίως, ὅτε τόσον σπουδαῖοι πολιτικοὶ καὶ οἰκονομολόγοι ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν εἶναι λόγος νὰ δυσπιστῇ τις περὶ τῆς ἐπαρκείας μέτρου τὸ πρῶτον παρουσιαζομένου εἰς τὸν ὁρίζοντα τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης.
§190Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὑπολογίσατε ποῖον φόρον θὰ πληρώνητε ὑμεῖς μὲ τὸν νόμον τοῦτον;
§191Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ὑπελόγισα ὅλως τυχαίως τὸν φόρον καὶ θὰ πληρώσω δέκα δραχμάς. Τόσον θὰ πληρώσωσι καὶ πολλοὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς πολὺ μικρότερον ἐμοῦ βαθμὸν οἰκονομικῆς ἀνεξαρτησίας. Ὁ φόρος οὗτος, Κύριοι, ὅπως πολὺ ὀρθῶς ὑπεστηρίχθη ὑφ’ ἁπάντων τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, δὲν εἶναι συμπληρωτικὸς φόρος τοῦ εἰσοδήματος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναί τις βαθὺς γνώστης τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὅτι, ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ συμπληρωτικοῦ φόρου, ἐννοεῖ ἐκεῖνον, ὅστις, ὅταν φορολογηθῶσιν ἅπαντα τὰ εἰσοδήματα, ἔρχεται καὶ οὗτος νὰ φορολογήσῃ συμπληρωτικῶς τὸ φορολογηθὲν ἤδη εἰσόδημα. Ἂν δὲ παρ’ ἡμῖν βραδύτερον σκοπεύῃ ὁ νομοθέτης νὰ φορολογήσῃ τὰ εἰσοδήματα ταῦτα καθ’ ἕκαστον, τότε θὰ ἀναγκασθῇ βεβαίως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἔρευναν δι’ ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἀποφύγῃ ταύτην. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως θὰ γνωρίσῃ ποῖα θὰ εἶναι τὰ εἰσοδήματα εἰς τὰ καθέκαστα, καὶ θὰ εἶναι εὔκολον νὰ κάμῃ μίαν ἀριθμητικὴν πρᾶξιν ἵνα εὕρῃ τὸ σύνολον καὶ τὸ φορολογήσῃ. Ὁ φόρος λοιπὸν οὗτος δὲν εἶναι οὔτε συμπληρωτικὸς φόρος οὔτε φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, διότι στηρίζεται ἀπολύτως καὶ ἀποκλειστικῶς ἐπὶ ὑποθέσεων. Φορολογεῖται μία μόνη ἔνδειξις εὐημερίας ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι ὑπάρχει ἀναλογία τις μεταξὺ τοῦ ἐνοικίου καὶ τοῦ κεφαλαίου. Ἀλλὰ τὸ ὅτι ὑπάρχει ἀναλογία μεταξὺ ἐνοικίου καὶ κεφαλαίου δὲν εἶναι λόγος, διὰ νὰ ληφθῇ ὁ μέσος οὗτος ὅρος ὡς βάσις.
§192Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἀναλογικὸς μέσος ὅρος ἐν Ἑλλάδι;
§193Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Τὸ ὅτι ὑπάρχει ἀναλογικὸς μέσος ὅρος εἶναι ἄσχετον, διότι δὲν εἶναι βεβαίως ὀρθὸν νὰ πληρώσωσι τὸν μέσον στατιστικὸν ὅρον ὅλοι ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ εἰσοδήματα δὲν συμπίπτουν πρὸς τοῦτον. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ στατιστικὴ πληροφορία ὅτι κατὰ μέσον ὅρον ζῇ ὁ ἄνθρωπος 40 ἔτη, θὰ εἴπητε σοβαρῶς ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ ζῶσι 40 ἔτη; Θὰ ἴδητε δὲ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ὅτι θὰ παραδοθῇ ὁ φορολογούμενος εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὑπαλλήλων. Διότι ἡ ἀναλογία τῶν ἰδιοκτήτων οἰκιῶν ἐν Ἑλλάδι εἶναι, ὡς γνωρίζετε, μεγαλειτέρα, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ φόρου οἰκοδομῶν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν δὲν ἦτο ἀκριβὴς ἡ ἐκτίμησις τοῦ ἐνοικίου ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἐπέφερε μέγα κακόν· ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται νὰ ὀκταπλασιάσητε τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον θὰ συμβῇ, δὲν νομίζετε ὅτι ἀνοίγετε εὐρὺ τὸ πεδίον εἰς τὴν κατάχρησιν καὶ τὴν πίεσιν καὶ δὲν δίδετε μεγάλα δικαιώματα εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ κάμῃ ἕνα αὐθαίρετον ὑπολογισμὸν τοῦ ἐνοικίου; Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι καταφανὴς ἡ ἀνισότης, τὸ σύστημα μετεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς μικτόν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία τις, ὅτι δὲν κατεβλήθη ἡ δέουσα ἐργασία διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἡ ἀμφιβολία αὕτη δὲν δύναται εἰμὴ νὰ ἐκλείψῃ, ἐὰν ἀναλογισθῇ τις ὅτι, ὅταν τοιαύτης σπουδαιότητος νομοσχέδια τροπολογῶνται τόσον ῥιζικῶς εἰς 15 ἡμέρας, βεβαίως ὁ νόμος οὗτος δὲν ὡρίμασεν εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου. Διότι δὲν πρόκειται περὶ τροπολογίας, πρόκειται περὶ μεταβολῆς συστήματος. Περὶ τίνος δὲ μέτρου πρόκειται; Πρόκειται περὶ τοῦ μέτρου ἐκείνου, τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ ὁποίου εἰσηγούμενος ὁ Πὴλ εἶπε τὰ ἑξῆς ἀξιοσημείωτα, τὰ ὁποῖα συνοψίζουσι τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ Κυβερνήσεις περὶ τοῦ φόρου τούτου (ἀναγινώσκει): «Διὰ τοῦ φόρου τούτου περιμένομεν νὰ παύσῃ τὸ ἔλλειμμα, νὰ κατορθωθῇ ἡ ἀναδιοργάνωσις τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα νὰ ἀναζωογονηθῇ τὸ ἐμπόριον, νὰ δοθῇ εἰς τὴν βιομηχανίαν ὤθησις, ἥτις νὰ ἀντανακλάσῃ ἐπὶ τῆς εὐημερίας ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους καὶ μειοῦντες τὴν τιμὴν τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης νὰ ἀνακουφίσωμεν τὸν ἐκ νέου φορολογούμενον λαόν». Ἰδοὺ τί ἐζητήθη ἀπὸ τὸν φόρον τοῦτον, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ἐφηρμόσθη· ἰδοὺ τί περιμένει ἀπὸ τὸν φόρον τοῦτον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅστις ἀποβλέπει πρὸς τὸν φόρον τοῦτον ὡς πρὸς τὸν σπουδαιότερον μοχλόν, ὅστις θὰ μεταφέρῃ τοὺς φόρους ἀπὸ τῶν βαρύτερον φορολογουμένων τάξεων εἰς ὤμους μεγαλειτέρας ἀντοχῆς. Εἶναι ἀξιοσημείωτον, κ. Βουλευταί, ὅτι κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατόπιν, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη, ἐλήφθη ὡς βάσις, διὰ νὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἀναλογία, τὴν ὁποίαν ἔχει εἰς τοὺς πίνακας, ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν. Γνωρίζετε ὅλοι, οἱ ἐξ ἐπαρχιῶν κυρίως καταγόμενοι, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας ὀλίγιστοι πληρώνουσιν ἐνοίκιον περισσότερον τῶν 150 δραχμῶν, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας ὑπάρχουν πλεῖστοι εὔποροι, ὑπάρχει μάλιστα εἰς τὰς ἐπαρχίας κυρίως εἶδός τι εὐπόρων, τὸ ὁποῖον δὲν καταναλίσκει κατ’ ἀναλογίαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καταναλίσκουν εἰς τὴν πρωτεύουσαν. Ὁμιλῶ περὶ τῶν τοκογλύφων, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ εἰς βάρος τοῦ λαοῦ ἀποκτήσουν χρήματα, δὲν κάμνουσι δαπάνας, διότι οὐδέποτε εἶχον συνηθίσει νὰ ζῶσι μὲ εὐμάρειαν. Ἐὰν ἀπέκτησαν περιουσίαν, ἔκαμον τοῦτο διὰ τῆς οἰκονομίας καὶ στερήσεως. Οἱ ἑκατομμυριοῦχοι δὲ οὗτοι δὲν δαπανῶσι κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται ἐκεῖθεν νὰ καθορισθῇ ἡ περιουσία των, βεβαίως δὲ δὲν δύνασθε νὰ μειώσητε τὴν ἀναλογίαν, καὶ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι θὰ φορολογήσω τὰς 80 δραχμὰς μὲ μίαν ἀναλογίαν 20 χιλιάδων δραχμῶν, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰσόδημα πέντε χιλιάδων, θὰ καθίσῃ κατ’ ἀνάγκην εἰς οἶκον 80 δραχμῶν ἐνοικίου, τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ ἐνοίκιον τοῦ ἑκατομμυριούχου οἰκονόμου. Τὸ νομοσχέδιον ὡς καὶ ἡ τροπολογία δὲν ζητεῖ νὰ φορολογήσῃ εἰμὴ μέρος μόνον ἐκ τῶν εἰσοδημάτων. Ὅλα δηλονότι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἶναι διατεθειμένα εἴτε εἰς δάνεια μὴ ἐνυπόθηκα, εἴτε εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, εἴτε εἰς καταθέσεις Τραπεζῶν, δὲν θὰ φορολογηθοῦν. Δὲν φορολογοῦνται λοιπὸν οὔτε τὰ ἐκ τοῦ καθαροῦ κεφαλαίου πηγάζοντα εἰσοδήματα, προκειμένου δὲ περὶ τῶν λοιπῶν εἰσοδημάτων θὰ ἴδητε εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ πληρώσουν τὸν φόρον τοῦτον, δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ τὸν πληρώσουν. Τὴν ἀνταπόδειξιν, ἡ ὁποία ἐπιτρέπεται ἐφ’ ὅσον βάσις θεωρεῖται τὸ ἐνοίκιον καὶ δύναται ὄπισθεν αὐτῆς νὰ ὀχυρωθῇ τις, δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μεγαλείτερον εἰσόδημα τοῦ ὁριζομένου ἐκ τοῦ ἐνοικίου, οἵτινες θὰ τὴν ἐπικαλεσθοῦν, οὔτε ἔχουν συμφέρον νὰ δηλώσωσιν ὅτι ἔχουσι περισσότερον, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ δικονομία, τὴν ὁποίαν καθορίζει τὸ νομοσχέδιον, ἀφήνει αὐτοὺς κατ’ οὐσίαν ἐντελῶς ἀνεξελέγκτους. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ φορολογηθοῦν βαρέως, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμουν, ὥστε τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράξῃ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα περίπου ὑπολογίζει, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς βάρος των θὰ δικαιώνουν τὸν μέσον ὅρον τῆς ἀναλογίας, θὰ εἶναι ὅσοι δὲν θὰ θελήσωσι διὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον λόγον νὰ καταστήσουν μέτοχον τῶν μυστικῶν αὐτῶν τὸν οἰκονομικὸν ὑπάλληλον. Θὰ εἶναι δηλονότι ἡ τάξις τῶν ἐμπόρων, ἡ ὁποία ἐλπίζει κατὰ τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον αἱ ἐργασίαι της βαίνουν κακῶς, καὶ ἥτις ἐλπίζει διὰ τῆς οἰκονομίας καὶ τῆς ἐργασίας νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐξέλθῃ τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται καὶ τὴν ὁποίαν δὲν θέλει νὰ φανερώσῃ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Θὰ φορολογῇ ὁ φόρος οὗτος τὴν ὑπερηφάνειαν τοῦ κληρονόμου, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ θελήσῃ νὰ διατυμπανίσῃ τὴν οἰκονομικὴν καχεξίαν τῆς οἰκογενείας του. Θὰ φορολογήσῃ, καὶ λέγων τοῦτο εἶμαι εὐτυχής, διότι εἶμαι σύμφωνος καὶ πρὸς τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο.
§194Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ κληρονόμος δὲν ἔχει ἀνάγκην.
§195Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ὅταν κληρονομήσητε μεγάλην οἰκίαν, θὰ συμβῇ πολλάκις νὰ μὴ θελήσητε νὰ ἀποδείξητε ὅτι δὲν ἔχετε χρήματα ὑπείκοντες εἰς τὰς βαθέως ἐρριζωμένας προλήψεις ἢ εἰς οἰκογενειακὰς παραδόσεις, θὰ συμβαίνῃ, ὥστε νὰ μὴ θελήσητε νὰ καταστήσητε μέτοχον τὸν οἰκονομικὸν ὑπάλληλον τῆς καταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε. Τὰς εἰσπράξεις του ἴσως ὁ φόρος οὗτος πρὸς τούτοις θὰ ἀναγκασθῇ νὰ στηρίξῃ εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ ὁ πατὴρ ἢ ὁ ἀδελφὸς νὰ μὴ καταστήσουν γνωστὸν εἰς πάντας ὅτι δὲν ἔχουν περιουσίαν ἀνάλογον πρὸς τὸ ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον ζῶσι, διὰ νὰ μὴ φανερώσῃ ἴσως εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὅτι ἡ κόρη του ἢ ἡ ἀδελφή του στερεῖται προικός. Πρόκειται λοιπὸν διὰ μίαν μεγάλην τάξιν φορολογουμένων περὶ ἀληθοῦς ἐκβιασμοῦ, ἐφ’ ὅσον τὸ μέτρον τῆς ἐρεύνης δὲν εἶναι γενικόν.
§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν κάμητε τὸν ἔλεγχον, αὐτὴ ἡ ἐκβίασις μένει πάντοτε· συνήθως οἱ ἔμποροι δηλοῦσι μεγαλείτερα εἰσοδήματα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς ἔχουν, διὰ νὰ μὴ ἐκθέσωσι τὴν ἐμπορικήν των πίστιν.
§197Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐγὼ λέγω τοῦτο, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ φόρου τούτου θὰ πληρωθοῦν κατὰ μέγα μέρος ἐξ αὐτῶν τῶν τάξεων, τὰς ὁποίας προανέφερα, διότι τὸ μέτρον τῆς ἐρεύνης δὲν θὰ εἶναι γενικόν, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ὑποστῶσι τὸν ἔλεγχον τοῦ οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου, θὰ εἶναι ἀκριβῶς αὐταὶ αἱ τάξεις, αἵτινες ἔπρεπε νὰ φορολογῶνται, διότι αὗται κυρίως θὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὴν ἐκ τοῦ ἐνοικίου ἔνδειξιν. Ὅταν λοιπόν, κ. Βουλευταί, τοιοῦτος θὰ εἶναι ὁ φόρος εἰς τὴν ἐφαρμογήν, πῶς θέλετε νὰ κλείσητε τὴν θύραν εἰς τὰς ἐλπίδας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως ἀνακουφισθῇ ἐκ μεγάλου μέρους φορολογίας, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται, πῶς θέλετε νὰ παραδώσητε εἰς λίαν προσεχὲς μέλλον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ θὰ πράξητε τάχιστα, πῶς θέλετε νὰ παραδώσητε, λέγω, τὸν τόπον εἰς οἰκονομικὴν ἀδιέξοδον χρησιμοποιούντες ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐχρησιμοποιήθη πανταχοῦ ὡς διέξοδος τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν;
§198Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θέλομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν πλουτοκράτην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σπαταλᾷ διὰ τὰς διασκεδάσεις του.
§199Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Τότε ἐπιβάλετε φόρον ἐπὶ τῶν ὑπηρετῶν, ἐπὶ τῶν ἐπίπλων, ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου ὡς τοιούτου, ὡς γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ, μὴ λέγετε ὅμως ὅτι φορολογεῖτε τὸ εἰσόδημα (Χειροκροτήματα). Ποῦ εἶναι ὁ ἐλαστικὸς ἐκεῖνος φόρος, τὸν ὁποῖον ζητεῖ ἡ οἰκονομικὴ ἐπιστήμη μὲ εὐρέα στελέχη καὶ ὀλίγους στρατιώτας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ συμπεριλάβῃ μίαν οἰκονομικὴν ἐπιστράτευσιν; Ἐγὼ ἔχω ἀκόμη τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ δηλώσῃ ὅτι ὁ μὲν φόρος τοῦ εἰσοδήματος ἀποτελεῖ μέρος τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς προγράμματος, ἀλλ’ οὗτος, ὡς ἐπιβάλλεται, εἶναι ἁπλοῦν προσωρινὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον εἰς εὐθετωτέραν στιγμήν, ὅταν δοθῇ περισσότερος χρόνος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιμείνῃ τις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ ἕτοιμον τέλειον τοιοῦτον σχέδιον ἕνεκα τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἦλθεν εἰς τὴν Ἀρχὴν καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν τῇ ἔδιδον καιρὸν νὰ παρασκευάσῃ. Ἔχω, λέγω, τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ γίνῃ τοιαύτη δήλωσις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινοῦ μέτρου.
§200Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξευτελίζεται ὁ θεσμὸς οὗτος· θὰ καταντήσῃ ὁ λαὸς νὰ μὴ δώσῃ οὐδεμίαν πίστιν εἰς αὐτόν.
§201Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Εἶναι προτιμότερον τοῦτο παρὰ νὰ υἱοθετήσῃ ὁριστικῶς ἡ Ἑλλὰς φόρον ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ὑπὸ τὴν μορφήν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεται. Ἄλλως τε κατόπιν μιᾶς τοιαύτης δηλώσεως δὲν θὰ πρόκειται πλέον περὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ περὶ φόρου τοῦ ἐνοικίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ἐὰν διαρρυθμισθῇ καταλλήλως, ὡς τοιοῦτον πλέον εἶναι καὶ ἐφαρμόσιμον καὶ λογικόν.
§202Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀφοῦ ἅπαξ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος, θὰ εἶναι δύσκολον ἔπειτα νὰ καταργηθῇ ἢ νὰ μεταβληθῇ. Λοιπὸν οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει ἂν θὰ εἶναι προσωρινὸς ἢ προσωρινότης θὰ εἶναι αἰωνιότης.
§203Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἔλεγον· εἶναι προτιμότερον νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἔχων ἄλλην μορφὴν διάφορον· ἐὰν τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν...
§204Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ μὴ γίνῃ διόλου.
§205Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ καλλίτερον. Ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, εἶναι προτιμότερον νὰ πρόκειται περὶ προσωρινοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος θὰ διασκευασθῇ τότε ὡς φόρος ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου, ὄχι ὡς φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Μία τοιαύτη δήλωσις νομίζω ἐπίσης, Κύριοι, ὅτι θὰ εἶναι περισσότερον σύμφωνος πρὸς τὰς προσδοκίας τῆς μερίδος ἐκείνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἀνισώτερον φορολογεῖται, θὰ εἶναι περισσότερον σύμφωνος πρὸς τὰς καλῇ τῇ πίστει βεβαίως δοθείσας ἐπαγγελίας τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§206ΑΛ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα.).
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Σακελλαρίου ὑποβάλλεται τροπολογία εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν»· 2) τροπολογία εἰς τὴν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης». Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Στασινοπούλου ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ διαθέσεως τοῦ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας τοῦ δήμου Τροπαίων ὀφειλομένου ποσοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου, διὰ τὴν διοχέτευσιν ὕδατος εἰς Βυζίκιον». Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Γ. Οἰκονόμου ὑποβάλλονται τρεῖς τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Πολ. Λαγοπάτη ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως μέρους τῆς ποινῆς τῶν καταδίκων». Ἅπαντα θὰ τυπωθῶσι πρὸς διανομήν. (Ὅρα Παράρτημα Β. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Ὁ κ. Τετενὲς ἔχει τὸν λόγον.
§208ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὅλοι γνωρίζετε ὅτι τὰ ἔθνη, ὅτε ἐσχηματίσθησαν, διὰ νὰ ζήσωσιν ἔλαβον ἀνάγκην ἐξόδων, διότι δὲν δύναται νὰ συντηρηθῇ ἓν Κράτος χωρὶς ἔξοδα. Τὰ ἔξοδα αὐτὰ λοιπὸν ἔπρεπε νὰ τὰ προσφέρωσιν οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ Κράτος. Τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα εἶχον καιρὸν διὰ νὰ συζητήσωσι καὶ μελετήσωσιν ἐκεῖνα, βεβαίως ἔκαμον φορολογικὸν σύστημα διάφορον. Λόγου χάριν φορολογοῦσι κατὰ πρῶτον λόγον τὴν ἔγγειον καθαρὰν πρόσοδον, κατὰ δεύτερον λόγον φορολογοῦσι τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας. Λαμβάνοντα ἀνάγκην κατόπιν φορολογοῦσιν ἄλλα διάφορα εἴδη. Ἐκτὸς δ’ αὐτῶν ἔκαμον μονοπώλια, ἔκαμον σιδηροδρόμους καὶ τοὺς ἐκμεταλλεύονται, ἐκμεταλλεύονται τὰ δάση των, ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀγρούς των, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὅτε δὲ εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ ἔβλεπον ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ἐκμετάλλευσις καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψωσι τὰ ἔξοδά των, ἤρχοντο πάλιν εἰς τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος καὶ ἔλεγον ἀντὶ 6% νὰ ὁρίσωμεν 9%. Ὅτε δὲ πάλιν ἔβλεπον ὅτι δὲν ἔφθανον καὶ ταῦτα, ἤρχοντο εἰς τὰ εἴδη τῆς πολυτελείας καὶ ἔλεγον: ἀντὶ τόσου νὰ θέσωμεν τόσον κλπ. Γνωρίζετε ὅλοι καλῶς ὅτι ἡ λέξις φόρος εἶναι ἀπαισία· ἀπαισία μὲν εἰς τὸν πτωχόν, διότι τοῦ ἀφαιρεῖ τὰ μέσα τοῦ νὰ συντηρηθῇ καὶ νὰ ζήσῃ, ἀλλ’ ἀπαισία καὶ εἰς τὸν πλούσιον, διότι τοῦ περιορίζει τὴν χλιδὴν καὶ τὰς ἀπολαύσεις, ἀλλ’ ἀπαισία ἐπίσης καὶ εἰς τὸν φιλάργυρον, διότι τοῦ ἀφαιρεῖ τὸ εὐτύχημα τοῦ νὰ βλέπῃ τὸν πλοῦτόν του σωρευόμενον. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς φορολογεῖται, καὶ φορολογεῖται γενναίως, καὶ ὅτι καταβάλλει ποσὰ ἀνώτερα τῶν δυνάμεών του, διότι δὲν ἔχει ἀρκετὰ ἀνταλλάγματα. Ἂν εἶχεν ἀρκετὰ ἀνταλλάγματα, ἂν εἶχε λόγου χάριν συγκοινωνίαν, ἂν εἶχε διοίκησιν, δικαιοσύνην, ἰσότητα, ἂν εἶχε καὶ ἐκτάκτους τινὰς καὶ ἀγράφους φόρους, οἱ φόροι δὲν θὰ ἦσαν τόσον βαρεῖς καὶ τόσον ἐπαχθεῖς δι’ αὐτόν. Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων ἔχει καὶ δικαίως σήμερον δυσανασχετεῖ, βλέπων ὅτι ἐπισωρεύονται ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἄλλοι φόροι ἐπὶ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εἶχε μέχρι σήμερον. Δὲν δυνάμεθα ὅμως ἀφ’ ἑτέρου νὰ μὴ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους εἰς τὰ τέκνα αὐτοῦ ἕνεκα τῶν μεγίστων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει. Τὰ γενναῖα τέκνα λόγου χάριν τῆς Ἑπτανήσου ἦσαν ὑπὸ τὴν σκέπην — ἂν καὶ ἦτο μητρυιὰ — μιᾶς Δυνάμεως, μιᾶς μητρυιᾶς ἰσχυρᾶς, γενναίας, καὶ πολὺ καλῶς ἐγνώριζον ὅτι ἑνούμενα μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, τῆς ἐνδόξου μέν, ἀλλὰ γυμνῆς καὶ ἐκτετραχηλισμένης, κατόπιν τῆς πολυετοῦς δουλείας καὶ τοῦ ἀγῶνος τοῦ τρομεροῦ τῆς ἐπαναστάσεως, θὰ ὑποστῶσι θυσίας, ὅτι θὰ ἀναλάβωσι βάρη. Τὰ εὐγενῆ τέκνα τῆς Θεσσαλίας ἐξ ἄλλου καὶ τῆς Ἠπείρου ἐγνώριζον, ὅτι ἑνούμενα μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶχε τόσας ἀνάγκας, βεβαίως θὰ εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναλάβωσι καὶ ταῦτα βάρη ἀνάλογα καὶ διαφόρους φόρους, διὰ νὰ βοηθήσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας μιᾶς Πολιτείας οὕτω συγκεκροτημένης. Οἱ λεοντόκαρδοι Κρῆτες λ. χ., ἐνῷ ἀπολαύουσιν ἐλευθερίας καὶ τόσων ἄλλων πλεονεκτημάτων, θυσιάζουσι τὸ πᾶν, διὰ νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Ἡ ἔνδοξος αὕτη μήτηρ ὅμως ἔχει ὑποχρεώσεις πρὸς τοὺς ὑποδούλους ἀδελφοὺς πολλαπλᾶς καὶ ποικίλας. Αἱ ὑποχρεώσεις αὗται δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρωθῶσι κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ διὰ φόρων, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμῃ αὕτη στρατόν, νὰ κάμῃ στόλον, νὰ ἀποκτήσῃ δικαιοσύνην, συγκοινωνίαν καὶ εὐνομίαν. Δι’ αὐτὸ χρειάζεται ἐπιβολὴ φόρων. Ἀλλὰ ποῖος θὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους τούτους; Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὸν ὁποῖον ἐπικαλούμεθα πολλάκις, ἔχει φορολογηθῆ ἀρκετά, διότι π.χ. ὁ ἐργάτης, ὁ ὁποῖος ἐργάζεται καὶ λαμβάνει τρεῖς ἢ τέσσαρας δραχμὰς τὴν ἡμέραν, δὲν δύναται νὰ ζήσῃ δι’ αὐτῶν, διότι λόγῳ τῆς φορολογίας δὲν τῷ ἐξαρκοῦν νὰ ἀγοράσῃ ἄρτον, ἅλας, φωτισμὸν καὶ διάφορα ἄλλα εἴδη. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη, θὰ ἴδητε ὅτι ἀπὸ τὰς τέσσαρας δραχμὰς τὴν μίαν καὶ ἡμίσειαν τὴν εἰσπράττει ἀπὸ τὸν ἐργάτην τὸ Δημόσιον. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ εἰσπράξῃ τίς τι ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει; Βεβαίως οὐχί· δίκαιον εἶναι λοιπόν, ὡς καὶ τὸ Σύνταγμα λέγει, οἱ φόροι νὰ κατανέμωνται δικαίως καὶ νὰ πληρώνουν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουν.
§209Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα.
§210ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἡμεῖς ὅμως δὲν θέλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο καὶ περαιτέρω. Ἤκουσα ἐν τῇ Βουλῇ διαφόρους συναδέλφους νὰ ζητῶσι κατασκευὴν σιδηροδρόμων εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, καὶ δικαίως ἔχουσι τοιαύτας ἀξιώσεις, διότι ἕν Κράτος, διὰ νὰ προαχθῇ, ἔχει ἀνάγκην καὶ συγκοινωνίας καὶ σιδηροδρόμων καὶ ἄλλων· ἀλλ’ οἱ σιδηρόδρομοι θέλουσι χρήματα, τὸ δὲ χρῆμα θέλει τόκον. Πῶς θὰ ἐξοικονομηθῶσι πάντα ταῦτα; Θὰ γίνωσι διὰ τῶν φόρων. Λέγουσι περὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος λ. χ. ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι δίκαιος καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διότι θὰ ἀναγκασθῶσι πολλοὶ μὲ μερικοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους θέτει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μεταβάλωσι βίον. Ἀλλ’ ἡ τύχη τῶν νομοθετημάτων δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ δύο ἢ τρία ἄτομα, καὶ πολὺ ὀρθῶς τὸ Ὑπουργεῖον λέγει ὅτι, ἐὰν εὑρεθῶσιν ἢ δύο ἢ πέντε φιλάργυροι καὶ κατοικήσωσιν εἰς οἰκίας 5 δραχμῶν, κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἐγὼ πρέπει νὰ μὴ ψηφίσω τὸν νόμον τοῦτον, διότι δὲν θὰ ἔχω νὰ εἰσπράξω τίποτε ἐξ αὐτῶν.
§211Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φορολογήσωμεν τὴν κληρονομίαν αὐτῶν τῶν Κυρίων.
§212ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων σήμερον· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φορολογήσωμεν τὴν κληρονομίαν ἐκείνων, διότι αὐτοὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ζήσωσι καὶ πεντήκοντα ἔτη.
§213Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ζῶσι πολὺ οἱ φιλάργυροι, διότι πεινῶσιν.
§214Ο. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἐγὼ γνωρίζω εἰς τὴν Κεφαλληνίαν ἕνα φιλάργυρον, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς οἴκημα 50 δραχμῶν, ἐνῷ ἔχει ἐτήσιον εἰσόδημα 100.000 δραχμῶν, καὶ ὅμως ἔζησε καὶ ζῇ. Ἀπὸ ἐκείνους λοιπὸν βεβαιότατα, οἱ ὁποῖοι ζῶσι μὲ εὐμάρειαν, τὸ Κράτος δύναται νὰ εἰσπράξῃ, διότι εἷς πλούσιος, ὁ ὁποῖος κατοικεῖ εἰς οἰκίαν καλήν, θὰ φορολογηθῇ ἐπαρκῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ θὰ φορολογηθῇ καὶ ἄλλως πως δυνάμει τῶν φόρων τῆς εἰσαγωγῆς. Ἐγὼ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, ὁ ὁποῖος ἐπέμεινα καὶ εἰς τὰς πρώην Κυβερνήσεις καὶ εἰς τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καταργηθῇ, διότι εἶναι ἄδικος, ὀπισθοδρομικός. Κατηργήθη ὁ φόρος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔδιδεν εἰς τὸ Δημόσιον 3½ ἕως 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§215Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο ἑκατομμύρια πεντακοσίας χιλιάδας.
§216Ο. ΤΕΤΕΝΕΣ. Κατηργήθη ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων, ὁ ὁποῖος θὰ ἔδιδεν 1½ ἑκατομμύριον. Ἐξ ἄλλου ὅμως ἐζητήσαμεν, διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἐλλείμματα καὶ ἐκπληρώσωμεν τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους, νὰ κάμωμεν καὶ ἐκάμομεν δάνειον 110.000.000 δραχμῶν. Αὐτὸ τὸ δάνειον ἔχει ὑπηρεσίαν 4½ ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐὰν ὄχι 5 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, ἐξ οὗ ἀμέσως παρουσιάζεται ἓν χάσμα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐξ 9.000.000 δραχμῶν. Αὐτὸ τίς θὰ τὸ πληρώσῃ; Ὁ ἐργάτης δὲν δύναται νὰ τὰ πληρώσῃ, διότι «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Πρέπει νὰ λάβῃ ἀπ’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει, ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ζῇ ἐν εὐμαρείᾳ, καὶ οἱ τοιοῦτοι προσφέρουσιν εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐγὼ ἀπὸ τὰ μικρὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἔχω, πληρώνω 28%, διότι δὲν κατοικῶ εἰς τὴν Ῥωμουνίαν· ἐὰν κατώκουν, θὰ ἐπλήρωνον 14%. Ὁ κ. Ἀθανασίου, ὁ ὁποῖος ἔχει κτήματα καὶ ξενοδοχεῖον ἐν Ῥωμουνίᾳ, πληρώνει 28%, διότι εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι, καὶ εἰς Παρισίους δὲ ἐὰν εὑρίσκετο, τὸ ἴδιον θὰ ἐπλήρωνεν. Ἀλλά, ἀφοῦ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου τὸ εἰσόδημα πληρώνει φόρον, πῶς ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἀρνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τοιοῦτον φόρον; Ἄλλως τε ὁ φόρος αὐτὸς 1% δὲν εἶναι μέγας φόρος.
§217Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐκτὸς τῶν 28% πληρώνει καὶ ἄλλους φόρους.
§218ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Πληρώνει φόρον εἰσαγωγῆς. Ὁ κ. Ἀθανασίου π.χ. πληρώνει φόρον διὰ τὸν πῖλον τῆς Κυρίας του, τὸν ὁποῖον ἀγοράζει, πληρώνει φόρον δι’ ἐνοίκιον καὶ ἐν γένει πληρώνει φόρον δι’ 28 ἐπαγγέλματα. Ἐγὼ π.χ., ὁ ὁποῖος ἔχω τρία κτήματα ἐπὶ ἐνοικίῳ, διὰ πᾶν κτῆμα πληρώνω φόρον ἀναλόγως τοῦ ἐνοικίου, πληρώνω φόρον ἐπιτηδεύματος, ἐπειδὴ δὲ εἶχον καὶ κτηνοτροφεῖον ἐντὸς τοῦ κτήματός μου, ἐπλήρωνον καὶ φόρον διὰ τὸ κτηνοτροφεῖον, ἐπειδὴ εἶχον καὶ γεννήματα ἐπλήρωνον φόρον καὶ διὰ τὰ γεννήματα, ἐπειδὴ εἶχον γεφύρας, διὰ τῶν ὁποίων διέβαινον τοὺς ποταμούς, ἐπλήρωνον καὶ δι’ αὐτὰς φόρους. Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ, ὅπως ἀντιλαμβάνομαι τὸ πρᾶγμα. Ἂς μᾶς δώσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δικαιοσύνην, ἰσονομίαν καὶ τὰ τοιαῦτα καὶ ἂς θέτῃ ὅσους θέλει φόρους. Χωρὶς φόρον δὲν γίνεται τίποτε. Αὐτὸ λέγει ἡ λογική, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ζήσωμεν χωρὶς φόρους. Ὅταν δὲν θέλωμεν ἰδεώδη, ὅταν δὲν θέλωμεν στρατὸν καὶ στόλον, πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, ἔστω καὶ ἂν εἶναι μικρὰ καὶ ἀνάποδα. Ὅταν ἡ οἰκία μας εἶναι μικρά, πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ ὀλίγα· ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν τὰ ἰδεώδη, ὅταν θέλωμεν νὰ μεγαλώσωμεν τὴν οἰκίαν μας καὶ νὰ φέρωμεν πολυτελῆ ἔπιπλα, πρέπει νὰ πληρώσωμεν, διότι ἄλλως πῶς θὰ γίνωσιν αὐτά, τὰ ὁποῖα ζητοῦμεν;
§219ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§220ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ὄχι, διότι εἶμαι νεοσύλλεκτος. (Χειροκροτήματα). Ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι ὁ φόρος εἶναι δικαιότατος, ἀλλὰ παρουσιάζεται ὁ κ. συνάδελφος, ὁ πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας, καὶ λέγει: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγκάζηται ὁ ἐμπορευόμενος νὰ φέρῃ τὰ βιβλία του πρὸς ἐξέλεγξιν; Καὶ ποῖος τὸν ἀναγκάζει νὰ φέρῃ τὰ βιβλία του; Καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Κράτος βλέπει ὅτι ὁ ἐμπορευόμενος λέγει τὴν ἀλήθειαν, δηλῶν ὅλα τὰ εἰσοδήματά του, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ φέρῃ ποτὲ τὰ βιβλία του πρὸς ἐξέλεγξιν. Τὰ βιβλία του θὰ τὰ φέρῃ, ὅταν ἀποκρύψῃ τὰ εἰσοδήματά του· τότε τὸ Κράτος θὰ τῷ εἴπῃ ὅτι δὲν ἔχει πεντήκοντα χιλιάδων εἰσόδημα, ἀλλ’ ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν, ὅτε κατ’ ἀνάγκην αὐτὸς πρὸς ἀπόδειξιν θὰ φέρῃ τὰ βιβλία του. Τοὺς φόρους εἰς τὰ πεπολιτισμένα Κράτη τοὺς πληρώνουσι μὲ εὐχαρίστησιν. Ἐγὼ γνωρίζω ἐντιμότατον ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐκληρονόμησεν ἓν μέγα ποσόν, καὶ μολαταῦτα τὸ Δημόσιον ταμεῖον τὸ ἐτσιμπολόγησεν. Ἀντὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἐκληρονόμησεν ἓν πραγματικὸν ποσόν, εἶπεν ὅτι ἐκληρονόμησεν ὀλιγώτερα καὶ οὕτω κατεχράσθη τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§221ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποίας ἐθνικότητος ἦτο;
§222ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἦτο Ἕλλην. Εἰς τὴν Ῥωμουνίαν δὲν ἐξετάζουσιν, ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὰ βιβλία τῶν ἐμπορευομένων. Διὰ νὰ ἐμπορευθῇ τις, πρέπει νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὸ δικαστήριον, καὶ κατόπιν θὰ γράψῃ τὴν ἐπιγραφὴν του, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένοι οἱ ἐκεῖ ἔμποροι ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου μέχρι 15ης Σεπτεμβρίου νὰ παρουσιάζωσι τοὺς λογαριασμοὺς εἰς τὸν πρόεδρον τῶν πρωτοδικῶν πρὸς ἐπικύρωσιν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη παρουσιάζουσι τὰ βιβλία των, δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον διατί νὰ ἀποκρύπτωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι χρεοκοποῦσιν. Ἐδῶ πρὸ τεσσάρων ἀκόμη ἐτῶν ὑπῆρχε Τράπεζα, ἡ ὁποία εἰργάζετο μὲ ὀλίγα κεφάλαια καὶ ἐχρεοκόπησε μὲ ἑκατομμύρια. Ἐὰν ὅμως ὑπέβαλλε τὰ βιβλία της εἰς τὸ δικαστήριον πρὸς ἐξέλεγξιν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ ἔχανε τὰ χρήματά του.
§223ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι τὸ ἀπαραβίαστον τῶν ἐμπόρων.
§224ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§225Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη Τράπεζα ἐδῶ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κεφάλαια, καὶ ἀπεδείχθη τοῦτο ἐν τῷ δικαστηρίῳ. Εἶναι ἡ Λαϊκὴ Τράπεζα.
§226ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς παρουσιάσω τὰ βιβλία τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης καὶ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι οὐδεμία Τράπεζα ἐν Ἑλλάδι διοικεῖται καὶ ἔχει τακτικοὺς λογαριασμούς, ὡς εἶναι ἡ Λαϊκή. Κάμετε μίαν ἐπιτροπὴν ἀπὸ Βουλευτὰς καὶ θὰ ἴδητε.
§227Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἐπρότεινα νὰ γίνῃ καὶ δὲν γίνεται.
§228ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Χωρὶς νὰ τὸ προτείνητε, εἰς τὴν διάθεσίν σας εἶναι τὰ βιβλία τῆς Τραπέζης αὐτῆς. Αὔριον νὰ μεταβῶμεν μαζὶ καὶ νὰ ἴδωμεν τὰ βιβλία. Σᾶς δίδω τὴν ἄδειαν, ὡς σύμβουλος τῆς Τραπέζης, διότι πρέπει εἰς οἱανδήποτε ἐργασίαν νὰ ἐπιδεικνύηται τὸ φῶς καὶ ὄχι τὸ σκότος. Αὔριον, ὅσοι θέλετε ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, δύνασθε νὰ ἔχητε τὰ βιβλία καὶ τὰ χρηματοκιβώτια εἰς τὴν διαταγήν σας νὰ τὰ ἐξελέγξητε καὶ κατόπιν κάμετε ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ λέγετε ὅ,τι θέλετε.
§229Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εὖγε, Κεφαλλωνίτη! Κεφαλλωνίτικα τὰ λέγεις.
§230ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἐδῶ δυστυχῶς ἀπὸ ὅ,τι ἀκοῦς τὰ μισὰ νὰ ξεπέφτῃς καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα μισὰ νὰ σκεφθῇς ἂν πρέπει νὰ πιστεύσῃς τίποτε. Εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν τὸ εὑρίσκω οὔτε βαρὺ οὔτε παράλογον. Τὸ νομοσχέδιον βαρύνει τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῶσι.
§231Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κατόπιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἴπετε, ἐπιτίθεσθε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ἐπετέθην ἐγώ. Ὑμεῖς θέλετε νὰ μείνῃ τὸ ἐνοίκιον καὶ ὁ φιλάργυρος νὰ πληρώνῃ. Εἶσθε ὑπὲρ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ὄχι ὅμως ὡς ἐπιβάλλεται.
§232ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ὡς ἐπιβάλλεται, καὶ εἶμαι καὶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, πρὸς ὑποστήριξιν τῶν εἰσπράξεων, διότι ἄλλως, ἂν ἀφήσωμεν τὰ πράγματα, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα. Πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξελέγξῃ ὄχι μόνον τὴν κατοικίαν, ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἀποδείξεις, ἐξ ὧν δύναται ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι τόσον εἰσόδημα ἔχει τις.
§233Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶσθε κατ’ ἀρχὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου;
§234ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ὑπὲρ αὐτοῦ.
§235ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Τετενὲς ὑποστηρίζει ὅτι διατάξεις τινὲς τοῦ νομοσχεδίου, ὡς μέλλουσαι νὰ πλήξωσι τάξεις τινάς, νὰ μεταρρυθμισθῶσιν· ἀλλ’ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι δίκαιον.
§236ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἀκριβῶς. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι δικαιότατον καὶ χωρὶς νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας, διότι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ καιρὸς παρέρχεται, πρέπει νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τῇ 10ῃ μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Στρατούλης ἔχει τὸν λόγον.
§239Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, διότι οἱ ἔμποροι οὐδέποτε ὑπῆρξαν ἐναντίοι εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἀντιθέτως οἱ ἔμποροι ὄχι μόνον εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἐφάνησαν πρόθυμοι, ἀλλὰ καὶ εἰς ἑκουσίας εἰσφορὰς πολλάκις ὑπεβλήθησαν. Οἱ ἔμποροι προθύμως πάντοτε συνεισέφερον τὸν ὀβολόν των εἰς πᾶσαν ἐθνικὴν ἀνάγκην. Ἀνάγκας εἶχε χθὲς ὁ Πανάγιος Τάφος· οἱ ἔμποροι ἀνταπεκρίθησαν γενναίως. Ἐστείρευσε τὸ Μακεδονικὸν Ταμεῖον· εἰς τοὺς ἐμπόρους ἀπετάθησαν καὶ γενναιότατα ἀνταπεκρίθησαν. Πλήμμυραι ἔγιναν ἐν Τρικκάλοις, σεισμοὶ ἐν Ἰταλίᾳ· οἱ ἔμποροι συνεισέφερον τὴν γενναιοτέραν εἰσφοράν. Εἰς ὅλα τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα οἱ ἔμποροι εἶναι οἱ πολυαριθμότεροι συνδρομηταί. Ἀλλὰ τέλος πάντων τί εἶναι αὐτοὶ οἱ ἔμποροι; Εἶναι μεταλλεῖον ἀνεξάντλητον, ὥστε νὰ στρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ αὐτῶν τὴν συμπάθειάν του καὶ νὰ ἐπιβάλῃ κατ’ αὐτῶν κατ’ ἐξαίρεσιν 30% προσαύξησιν ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ καταστήματός των, ἐνῷ τοὺς ἄλλους ὅλους φορολογεῖ μὲ τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας των; Οἱ ἔμποροι εἶναι ἐργάται καὶ αὐτοὶ βιοπαλαισταί, ἐργαζόμενοι ἀπὸ τὸ πρωὶ ἕως τὴν νύκτα,— ἴσως δ’ ἐργάζονται πολὺ περισσότερον ἀπὸ τοὺς ἐργάτας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια περιορίζοντα τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας των. Ἐὰν κατορθώσουν οἱ ἔμποροι νὰ καταρτίσωσιν εἰς τὸ γῆράς των μικράν τινα περιουσίαν, αὕτη εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῶν κατ’ ἀρχὰς στερήσεων, κατόπιν πολλῆς οἰκονομίας καὶ φειδοῦς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποτελέσῃ τὸ πρῶτον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ τῷ χρησιμεύσῃ εἰς ἔναρξιν καὶ ἐξακολούθησιν τοῦ ἔργου του. Πρέπει δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τοῦτο· ὅτι πολλάκις βλέπετε τὰς ἐπιτυχίας μόνον μιᾶς ἐμπορικῆς εἴτε βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως. Ἀλλὰ πόσοι ἐν τῷ μεταξὺ καταποντίζονται καὶ πόσοι χάνονται ἀπαρατήρητοι καὶ πόσοι μεταβάλλονται κατόπιν εἰς ἐπαίτας, θυσιάζοντες καὶ προῖκας καὶ τὸ μέλλον τῶν τέκνων των! Αὐτοὺς δὲν τοὺς βλέπομεν, ἀλλὰ βλέπομεν μόνον τοὺς ἐπιπλέοντας· ἀλλ’ οἱ ἐπιπλέοντες δὲν εἶναι παρὰ 5%, καὶ οὗτοι ἀποτέλεσμα ἰδιαιτέρων κόπων, ἰδιοφυΐας καὶ εὐνοίας τῶν περιστάσεων. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὁ ἔμπορος τρώγει τὸ ψωμὶ ’ς τὸ χέρι, πολλάκις δὲν τὸν βλέπει ἡ οἰκογένειά του, ταξιδεύει, κινδυνεύει, συγκινεῖται καί, ἂν στενοχωρῆται οἰκονομικῶς, ἐκεῖνος γνωρίζει ἂν κοιμᾶται, μὴ γνωρίζων πότε ἔζησε καὶ πότε ἐγήρασεν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸν κτηματίαν, τὸν εἰσοδηματίαν, ὅστις κοιμᾶται ἥσυχος, ἔχει τὰς ἀπολαύσεις του, ἔχει τὸν περίπατόν του, καὶ ὁ ὁποῖος πιθανὸν νὰ ἔχῃ μικρότερον εἰσόδημα, ἀλλὰ τὸ ἔχει τακτικόν, παντοτινόν, ἀκίνδυνον, ἠσφαλισμένον. Καὶ κατόπιν ὅλων αὐτῶν ἔρχεται τὸ Δημόσιον καὶ λέγει εἰς τὸν ἔμπορον: «Ἔλα νὰ τὰ μοιράσωμεν». Αὐτὸ εἶναι ἄδικον. Ζητήσατε, ἐπὶ παραδείγματι, εἰς τὰς ὁδοὺς Ἑρμοῦ, Αἰόλου, Σταδίου καὶ δὲν θὰ εὕρητε πλείονα τῶν 15–20 καταστήματα ἀριθμοῦντα ἡλικίαν 15 ἕως 20 ἐτῶν. Τὰ ἄλλα γεννῶνται καὶ κλείουν. Δὲν πρέπει λοιπὸν κατ’ αὐτῶν τῶν ἐμπόρων νὰ βάλῃ τὸ Δημόσιον ἐξαιρετικὸν φόρον, διότι οἱ φόροι εἶναι μόνιμοι. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ ἔμποροι εἶναι εἰσπράκτορες τοῦ Δημοσίου ἄμισθοι, εἰσπράττοντες τὸ τρίτον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, χωρὶς ποσοστά, ὄχι μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλὰ προκαταβάλλουσι καὶ τοὺς φόρους. Καὶ ὁ ἔμπορος, ὅστις ἀνοίγει ἓν κατάστημα, θέλει δύο κεφάλαια, ἓν διὰ τὸ ἐμπόρευμα καὶ ἓν διὰ τὰ τελωνιακὰ τέλη. Δὲν συμβαίνει δὲ πάντοτε νὰ ἐπιρρίπτῃ ὅλα τὰ βάρη ἐπὶ τοῦ πελάτου, διότι διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων πτωχεύσεων χάνει καὶ τὸ ἴδιον αὑτοῦ κεφάλαιον, ἀλλὰ καὶ τοὺς προκαταβληθέντας τελωνιακοὺς φόρους. Ἐκ τῶν ἐμπορευμάτων, ὅσων ἡ μόδα παρέρχεται, ὁ ἔμπορος χάνει πρῶτον ὅλους τοὺς τελωνιακοὺς φόρους καὶ τὸ ἥμισυ τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ ἐμπορεύματος. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅτι, κατόπιν ὅλων αὐτῶν δὲν πρέπει τόσον πολὺ νὰ φορολογηθῶσιν οἱ ἔμποροι. Ἄλλως τε δὲν πληρώνουν μόνον αὐτὸν τὸν φόρον. Ἐάν τις αὐτῶν περισσεύσῃ, ἡ πρώτη του δαπάνη, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ, εἶναι νὰ κάμῃ ἓν σπίτι. Τὸ σπίτι αὐτὸ θὰ πληρώνῃ φόρον οἰκοδομῶν. Ἐὰν ἀκόμη περισσότερον κερδίσῃ, θὰ κάμῃ μίαν ἔπαυλιν. Θὰ πληρώσῃ φόρον τῆς ἐπαύλεως. Θὰ κάμῃ ἐνυπόθηκα δάνεια· θὰ φορολογηθῇ. Ὁ ἔμπορος εἰς ὅλους τοὺς φόρους εἰσφέρει. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ φανῇ ἰδιαιτέρως ἐπιεικὴς εἰς τοὺς ἐμπόρους τῶν εἰδῶν πολυτελείας. Ἐγὼ ἤθελον προτείνει μάλιστα αὐτοὶ νὰ σβεσθοῦν ἐντελῶς ἀπὸ τὸ μέσον, διότι εἶναι οἱ δυστυχέστεροι ἔμποροι. Βλέπετε μεγάλα καταστήματα καὶ βιτρίνες, ἀλλὰ τὰ καταστήματά των αὐτὰ ἔχουν μεγάλα ἔξοδα, διότι διατηροῦν πολλοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἔχουν τὴν μικροτέραν κατανάλωσιν. Σημειώσατε ὅτι 15 ἕως 20,000 ταχυδρομικὰ δέματα μὲ τὰ εἴδη τῆς μόδας ἐξ Εὐρώπης πλήττουσι τοὺς ἐμπόρους εἰδῶν πολυτελείας. Τὰ καλοκαιρινὰ ταξίδια, τὰ ὁποῖα κάμνουν οἱ ἰδιῶται εἰς Εὐρώπην, ὅπου ἀγοράζουν διὰ τὰ παιδιά των, διὰ τὰς γυναῖκάς των, διὰ τοὺς συγγενεῖς των, πλήττουσι τοὺς ἐμπόρους εἰδῶν πολυτελείας. Καὶ ἂν θέλητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅταν πλησιάσουν τὰ ἑλληνικὰ ὕδατα, εἰς Κέρκυραν καὶ Πάτρας, οὔτε τοὺς τελωνιακοὺς φόρους πληρώνουν ἀρτίως, διότι δουλεύουν τὰ μπιλιετάκια κλπ.
§240Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι εἰς βάρος τῶν ἐμπόρων, καὶ πρέπει νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῆς φορολογίας αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργός.
§241Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ πλέον οἱ ἔμποροι αὐτοὶ ἔχουν καὶ τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος τὸν μεγαλείτερον, διότι συνήθως ὡς βάσις μέχρι τοῦδε τοῦ φόρου αὐτοῦ ἐλαμβάνετο ἀτυχῶς τὸ ἐνοίκιον, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ ἔμπορος. Τί συμβαίνει δέ; Ἐκεῖνοι πληρώνουν τὰ μεγαλείτερα ἐνοίκια, διότι, ἐὰν δὲν ἔχουν καταστήματα εἰς τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου, δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐργασθοῦν καὶ οὕτω πληρώνουν τοὺς μεγαλειτέρους φόρους ἐπιτηδεύματος. Ἤθελον νὰ ὁμιλήσω εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον ἄρθρον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγγὺς εἶναι τὸ 5ον ἄρθρον, κάμνω τώρα μίαν παρατήρησιν. Οἱ κατοικοῦντες δωρεὰν ἐν τοῖς μεγάροις τῶν Τραπεζῶν διευθυνταὶ Τραπεζῶν, αὐτοὶ θὰ πληρώνωσι προσαύξησιν 30% ἐπὶ τοῦ ὑποτιθεμένου ἐνοικίου τῆς κατοικίας, ἐνῷ ὁ ἔμπορος αὐτός, ὁ ἀτυχὴς ἐδωδιμοπώλης, οἱ ἔμποροι ἀποικιακῶν θὰ πληρώσουν 25% ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου τοῦ καταστήματός των. Πόσοι ἐδωδιμοπῶλαι ηὐδοκίμησαν; Ἀλλ’ οὔτε καὶ οἱ ἔμποροι ξυλείας, διότι καὶ αὐτοὶ ἐργάται βιοπαλαισταὶ εἶναι καὶ πληρώνουν 30% προαύξησιν ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου τῆς κατοικίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔρευναν, περὶ τῆς ὁποίας πολλοὶ συνάδελφοι ὡμίλησαν, ἡ ἔρευνα ὄχι μόνον δὲν εἶναι καλή, ἀλλὰ καὶ πολὺ κακὴ εἰς τὸν τόπον μας, διότι ὁ τόπος μας εἶναι πολὺ μικρός, ἐγὼ δὲ ἔτυχε νὰ λάβω μέρος εἰς ἐκδικαστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἶδον κατὰ τίνα τρόπον γίνεται αὐτὴ ἡ ἐργασία. Λοιπόν, ἂν ἤθελε γίνει ἔρευνα τῶν βιβλίων καὶ τῆς καταστάσεως ἑνὸς ἑκάστου ἐμπόρου ὑπὸ ὑπαλλήλων, οἵτινες λαμβάνουσιν ἓξ δραχμὰς καθ’ ἡμέραν ὡς ἀμοιβήν, φαντασθῆτε ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ τι μυστικὸν εἰς τὸν μικρὸν ἡμῶν τόπον, ὅπου μεταξὺ ἑνὸς καφὲ καὶ ἑνὸς σιγάρου θὰ δύνασθε νὰ μανθάνητε τί γίνεται εἰς ὅλας τὰς Ἀθήνας. Ἡ ἔρευνα εἰς τὸν ἀτυχοῦντα ἔμπορον εἶναι θάνατος, διότι ἔρχονται ἔτη, καθ’ ἃ δὲν κερδίζει τίποτε, ἠμπορεῖ μάλιστα καὶ νὰ ζημιωθῇ, ἀλλ’ ἐλπίζει μὲ τὸ ἀπομένον κεφάλαιον, μὲ τὰς ἀπομενούσας πιστώσεις νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὴν φουρτούνα καὶ νὰ σωθῇ. Ἂν ὅμως ἤθελον γίνει γνωσταὶ αἱ ζημίαι του διὰ τῆς ἐρεύνης, ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος καταστρέφεται τελείως. Ἀλλ’ ἐγὼ λαμβάνω καὶ τὸ ἀντίθετον, ὅταν βαίνωσιν κάλλιστα αἱ ἐργασίαι εἰς ἕνα ἔμπορον. Εἰς ἕνα τόπον μικρόν, ὅταν τοῦτο γνωσθῇ, ὅταν μάθωσιν ὅτι εἷς ἔμπορος ἔχει τόσα κέρδη, θὰ σκεφθῶσιν ἀμέσως οἱ ἄλλοι: Τί δουλειὰ κάμνει ὁ εὐτυχὴς αὐτὸς ἔμπορος; Αὔριον ὅλοι θὰ κάμουν τὴν ἴδια δουλειά. Μοὶ εἶχεν εἴπει ποτὲ εἷς Γερμανός, μέγας ἐργοστασιάρχης, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ ἐργοστασίου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πάντη ἄγνωστος. Ὅταν εἰσέλθῃ εἰς τὸ κατώφλιον τοῦ ἐργοστασίου, ἐπιδεικνύει τὴν ἰδιότητά του, ἐπιθεωρεῖ, ἐπιβάλλει πρόστιμα, δίδει διαταγάς, ὁδηγίας ὁποίας μεταρρυθμίσεις ὀφείλουσι νὰ ἐκτελέσωσι, κάμνει τὴν ἔκθεσίν του καὶ φεύγει. Δὲν ἐπανέρχεται ὁ ἴδιος οὔτε μετὰ μίαν οὔτε μετὰ δύο ἑξαμηνίας, ἀλλ’ ἡ ἐπιθεώρησις γίνεται ὑπ’ ἄλλου, ἐπίσης ἀγνώστου εἰς τὴν πόλιν, ὅθεν διέρχεται, ὅστις ἐξετάζει ἂν ἐξετελέσθησαν αἱ ὁδηγίαι τοῦ προηγουμένου, ἀλλὰ πάντοτε μένει ἄγνωστος ὁ ἐπιθεωρητής. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐννοῶ τὴν ἔρευναν, ἀλλὰ ἔρευνα ὑφ’ οὓς ὅρους ἡμεῖς ἐδῶ ζῶμεν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Εἶναι ἐπιζημιωτάτη· εἶναι καταστρεπτική. Εἶναι ἐπιστήμονες ἰατροὶ ὡρκισμένοι νὰ τηρήσουν ἐχεμυθίαν, καὶ ἐν τούτοις δύνασθε ἐνίοτε νὰ μάθητε ἁπλούστατα καὶ τὰ μᾶλλον ἀπόρρητα τῶν οἰκογενειῶν. Καὶ περιμένετε νὰ ἔχητε μυστικὰ ἀπὸ ὑπαλλήλους τῆς Ἐφορίας; Πρέπει πολὺ καλὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἔρευνα εἶναι πολὺ μέγα κακὸν εἰς τὸν τόπον καὶ νὰ μὴ ἐξετάζωμεν ὅλα τὰ πράγματα ἀπὸ θεωρίας ἀλλὰ πρακτικῶς, ἀλλὰ κοινωνικῶς ὅπως γίνονται, ὅπως συμβαίνουν, καὶ ὄχι ὅπως λέγουν οἱ συγγραφεῖς.
§242Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶχε λάβει γνῶσιν τοῦ δευτέρου νομοσχεδίου;
§243Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὸ πρῶτον, ὅπερ εἶχεν ὡς βάσιν τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας.
§244Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸ δεύτερον;
§245Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Βεβαίως ἔλαβε γνῶσιν. Ἀλλ’ ὁπόταν τὸ Κράτος ἔχῃ ἀνάγκην φόρων καὶ πρέπῃ νὰ ἀντικρύσῃ δαπάνας, τί θέλετε νὰ πράξῃ; Νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν θέλομεν; Εἴπομεν μάλιστα. Ἀλλ’ ἐζητήσαμεν νὰ εἶναι φόρος δίκαιος δικαίως κατανεμόμενος. Εἰς τὰ καθ’ ἕκαστον ἄρθρον θὰ ὁμιλήσω πάλιν. (Χειροκροτήματα).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Κυκλάδων κυρίων Γ. Γαϊτάνου καὶ Ν. Καμπάνη ὑποβάλλονται τροπολογίαι εἰς τὸ 19ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Τυπωθήσονται πρὸς διανομήν. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ.)
§247ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὴν φορολογίαν τὴν ἐπιβληθεῖσαν διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἐπὶ τῆς ἀγροτικῆς καὶ τῆς γεωργικῆς τάξεως, ἑπόμενον ἦτο ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν ἀστικῶν τάξεων.
§248ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν τίθεται μόνον ἐπὶ τῶν ἀστικῶν τάξεων· τίθεται ἐφ’ ὅλων τῶν τάξεων.
§249ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· βεβαίως οὐδὲν ἀφήνει, ἀλλ’ ἰδίως ἐκεῖ τείνει, πρὸς τὰς ἀστικὰς τάξεις.
§250ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖ περιορίζεται, διότι ἡ ἀγροτικὴ τάξις δὲν ἔχει ἐνοίκια.
§251ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας καὶ πλέον ἅπασαι αἱ Κυβερνήσεις ὁσάκις ἀνήρχοντο εἰς τὴν ἐξουσίαν δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ καταφύγωσιν εἰς δάνεια καὶ εἰς τὴν εἰσβολὴν φόρου. Δυστυχῶς αὐτὴν ταύτην τὴν τακτικὴν ἀκολουθεῖ καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, οὐδεμίαν δὲ βλέπω μεταβολήν, καὶ σχεδὸν πᾶσαι μᾶς προβάλλουσιν ὡς δικαιολογίαν τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν καὶ τὰς καλύψεις τῶν ἐλλειμμάτων τῶν προηγουμένων χρήσεων τῶν Προϋπολογισμῶν. Αὐτὴν τὴν βάσιν μᾶς ἔχει θέσει καὶ ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Πρόκειται περὶ ἀντικαταστάσεως φόρου ἰσχύοντος, δὲν πρόκειται περὶ νέας φορολογίας.
§253ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐκτὸς τῆς πρώτης Κυβερνήσεως τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία καὶ μόνη ὁμολογουμένως προέβη εἰς ἓν διάβημα ἀπαλλαγῆς φόρων τινῶν καὶ δὴ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπέπρωτο καὶ ὁ φόρος αὐτὸς νὰ καταργηθῇ διὰ τῆς ἀμέσου ἑπομένης Κυβερνήσεως, διὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀντικατασταθῇ ὁ φόρος αὐτὸς δι’ ἔτι αὐστηροτέρου καταθλιπτικοῦ φόρου, διὰ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν. Ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ 1909 ὁμολογουμένως προέβη εἰς φορολογίαν περὶ τὰ 10,000,000 καὶ ἐπεκαλέσθη τὴν φιλοπατρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ χάριν τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, ὡς προεῖπον, καὶ χάριν τῆς καλύψεως τῶν ἐλλειμμάτων τῆς χρήσεως τῶν προηγουμένων ἐτῶν τοῦ 1908 καὶ 1909 καὶ ἐπιβάλλει περὶ τὰ 10,000,000, ἀλλ’ ὁμολογουμένως δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐδόθη ποιά τις προσοχὴ περὶ τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας ὅσον ἀφορᾷ τὰς τάξεις. Ἐπέβαλε φορολογίαν ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον οἰνόπνευμα ὁμολογουμένως ἦτο πάντῃ ἀφορολόγητον, ἐπέβαλε φορολογίαν ἐπὶ τοῦ καπνοῦ....
§254ΠΕΛ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Κατέστρεψεν ἄλλους.
§255ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἄμβυκας; Μόνον τοὺς ἄμβυκας....
§256Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὀλίγον εἶναι τὸ τῶν ἀμβύκων;
§257ΠΕΛ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἐδήμευσε τὰς περιουσίας των.
§258ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδήμευσεν· ὡς ἀντάλλαγμα ἔδωκε αὐτοῖς τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, δὲν θέλω νὰ εἴπω τί ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις οὔτε θέλω νὰ τὴν ὑπερασπίσω, διότι ἀρκούντως καὶ βαρέως ἐφορολόγησε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἤδη ἐρχόμεθα εἰς νέαν φορολογίαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας δικαιολογίας. Χάριν τῆς παρασκευῆς τῆς πολεμικῆς τοῦ ἔθνους καὶ χάριν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν προηγουμένων χρήσεων, δὲν ἠξεύρω δὲ ἂν ὑπάρχει καὶ ἔλλειμμα· αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠξεύρει ἐν τούτοις, Κύριοι, πολλὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, οὐδεὶς—δὲν ἀμφιβάλλω—εἶναι ἐναντίον τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καθὼς καὶ ἐγὼ αὐτὸς εἶμαι ὑπὲρ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἐννοῶ εἰσόδημα καθαρόν, πραγματικόν, ἐννοῶ νὰ τεθῇ φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ, τοῦ πραγματικοῦ εἰσοδήματος, νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκεῖνα τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται. Ἐὰν βεβαίως ἀφαιρεθῇ τὸ εἰσόδημα τῶν οἰκοδομῶν, ἂν ἀφαιρεθῇ τὸ εἰσόδημα τοῦ ἐπιτηδεύματος, τὸ εἰσόδημα τῶν βοσκῶν καὶ ἄλλων εἰδῶν, τὰ ὁποῖα ἤδη φορολογοῦνται, βεβαίως νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους καὶ διὰ τοῦτο λέγει ὅτι ὁ εἰσαχθεὶς φόρος τοῦ εἰσοδήματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης συγκρινόμενος μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, εὑρίσκω ὅτι ἐκεῖνος ὁ νόμος εἶναι ἐλαφρότερος τοῦ νῦν, ἦτο πολὺ δικαιότερος. Καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα καὶ μὴ ἐφαρμοσθέντα τοῦ 1909 παρατηρῶ ὅτι ἀφῃροῦντο ἐκ τῶν εἰσοδημάτων πρῶτον τὸ εἰσόδημα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸ εἰσόδημα τῶν οἰκοδομῶν, τὸ εἰσόδημα τῶν βοσκῶν, τὸ εἰσόδημα τῶν ἐπιτηδευμάτων. Πλὴν τούτων ἀφῃρεῖτο καὶ ποσὸν 5000 δραχμῶν καὶ μάλιστα ἐνθυμοῦμαι ὅτι, ὅτε ἐγένετο παρατήρησις ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κ. Νέγρη» τότε τίς θὰ φορολογηθῇ, Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν;...
§259Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πρὸς ποῖον Ὑπουργὸν ἀπετείνετο;
§260Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1909, τὸν κ. Εὐταξίαν.
§261Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκεῖνος ἦτο Ὑπουργός; Μᾶς κατέστρεψεν.
§262Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριε Μπουφίδη· θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τοῦ κ. Θεοτόκη; Ἠρώτησεν ὁ κ. Νέγρης· «τότε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ποῖον θὰ φορολογήσετε μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν τῶν εἰσοδημάτων;» Θὰ φορολογήσω τὰς Τραπέζας, τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας, τοὺς τοκιστάς, τοὺς δανειστάς.
§263Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐν λόγοις.
§264Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ἔργοις.
§265Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ποῦ εἶναι τὸ ἐν ἔργοις;
§266Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἐφηρμόσθησαν; Εἶχε τὸ ἐλάττωμα τοῦτο ὁ νόμος οὗτος, ὅτι εἶχε τὸ ἀνακριτικόν, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν ἀναστάτωσιν εἰς τὸν ἐμπορικὸν κόσμον· αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἓν μέγα ἐλάττωμα, ὅπως ὁ κ. Στρατούλης, ὁ ὁποῖος εἶναι λίαν ἔμπειρος περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ ὡμίλησε πολὺ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ἀνέπτυξε τί συμβαίνει μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐρεύνης τῶν βιβλίων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ βασισθῇ ἐπὶ τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ νὰ ἐξεύρῃ τροπολογίαν τινὰ οἱανδήποτε, νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐκ τοῦ μέσου τὸ ζήτημα τὸ ἀνακριτικὸν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐφορολογεῖτο μόνον ἡ εὔπορος τάξις καὶ ὄχι ὅπως φορολογοῦνται σήμερον ὁ δημοσιογράφος, ὁ ἰατρός, ὁ ὑπαλληλίσκος, ὁ δικηγόρος, διότι οὐδεμία τάξις μένει ἀφορολόγητος. Διὰ αὐτὸν τὸν λόγον εἶναι καταθλιπτικὸς ὁ νόμος οὗτος ὅπως εἰσάγεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Μεθ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα εἶπον καὶ μεθ’ ὅλα εἰς ὅσα ἐπίσης ὑπεισῆλθον οἱ προλαλήσαντες, θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ εἰσέλθω καὶ εἴς τινα μέρη τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τινας λεπτομερείας.
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἄρθρων;
§268Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Γενικῶς· ὄχι ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργόν· πῶς θὰ ἀνεύρῃ τὸν μεγαλέμπορον καὶ πῶς θὰ εὑρεθῇ αὐτὸς ὁ ἔμπορος ἂν εἶναι μεγαλέμπορος ἢ ὄχι, ὥστε νὰ ὑποστῇ τὴν κατὰ προσαύξησιν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν θέτει;
§269Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι κατατεταγμένοι εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων.
§270Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Καὶ ὁ μεγαλέμπορος καὶ ὁ τοκιστὴς καὶ ὅλοι εἶναι κατατεταγμένοι.
§271Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Λέγετε ἐμπόρους ἀποικιακῶν. Ποῖοι εἶναι; Οἱ ἔχοντες ἓν τσουβάλι ζάχαρι καὶ καφέ;
§272Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Καὶ αὐτὸς εἶναι κατατεταγμένος. Γίνεται κατάταξις κατὰ τριετίαν.
§273Η. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τριετίαν. Καὶ ἂν ἐν τῷ μεταξὺ τὸ εἰσόδημά του ἢ τὸ ἐμπόριόν του ἐκπέσῃ, τί θὰ συμβῇ; Ἐπίσης καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποδείξεως, διὰ τὸ ὁποῖον μερικοὶ τῶν προλαλησάντων εἶπον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἔφορον νὰ ἐξελέγξῃ τὰ βιβλία, ὁπόταν ὁ ἔφορος φορολογήσῃ βαρέως τὸν φορολογούμενον, ἐκεῖνος βεβαίως, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν βαρείαν φορολογίαν, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ προσαγάγῃ τὰ βιβλία του· ἑπομένως δὲν ἀποφεύγομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρωτίστως ἔπρεπε τὸ νομοσχέδιον νὰ προλάβῃ. Ἐπίσης φρονῶ ὅτι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φορολογουμένους εἰς τὰς χώρας τὰς μικράς, τὰς μετὰ τὰς Ἀθήνας καὶ μετὰ τὰς ἐχούσας πληθυσμὸν πλέον τῶν 40,000 κατοίκων, τὸ ὅριον τοῦ ἐνοικίου, τὸ ὁποῖον ἐθέσατε, εἶναι μικρόν· πρέπει νὰ θέσητε τὸ ὅριον, τὸ ὁποῖον εἴχετε ἀκριβῶς εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς ἡ ἐπιτροπὴ ὑπερηκόντισε καὶ ἠλάττωσεν ἀπὸ 800 δραχμὰς εἰς 621· διότι διὰ τῆς ἐλαττώσεως αὐτῆς τοῦ ἐνοικίου φορολογεῖται ἐκείνη ἡ τάξις, ἡ ὁποία σήμερον ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην τάξιν φορολογεῖται, ἡ τάξις τῶν δικηγόρων, τῶν ἰατρῶν, τῶν ὑπαλληλίσκων, τῶν μικρεμπόρων. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσητε ἀπὸ 800 καὶ ὄχι ἀπὸ 621. Ἔχω καὶ ἄλλας τινὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων νὰ ὑποβάλω.
§274Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κύριοι Βουλευταί, καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νομίζει τις ὅτι ἐγένετο διαγωνισμὸς περὶ τοῦ τίς θὰ διαμορφώσῃ τοῦτο κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἔχῃ μείζονα ἀπόδοσιν, πῶς δηλαδὴ ὁ φόρος νὰ γίνῃ βαρύτερος, δὲν γνωρίζω ἂν αὐτὸ συμβιβάζεται πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε κρατήσαντα παρ’ ἡμῖν, καὶ τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, αἱ ἐπιτροπαὶ φροντίζουσιν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ νὰ μειώνωσι τοὺς φόρους, οὓς ἐπιζητοῦσιν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐλαφρύνωσι τὰ βάρη τοῦ λαοῦ, καὶ ὄχι ν’ αὐξάνωσιν αὐτά. Δὲν κατακρίνω διὰ τοῦτο τὴν ἐπιτροπήν, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὡρμήθη ἐκ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπιστημονικῆς, ἡ ὁποία ἤγαγεν αὐτὴν εἰς τὴν ῥιζικὴν μεταβολὴν τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐκ τοῦ πόθου νὰ παράσχῃ εἰς τὸ Κράτος μείζονα ἐφόδια, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὰς ποικίλας καὶ μεγάλας αὐτοῦ ἀνάγκας. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ὅπερ, σὺν τῷ Προϋπολογισμῷ, εἰσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, εἶχε μὲν τὸν τίτλον «φορολογία ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος», ἀλλὰ δὲν ἦτο εἰμὴ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου ἐλαφρὸς εἰς τὴν βάσιν καὶ προοδευτικῶς ἀνυψούμενος. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ τροποποιηθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ συζητοῦμεν σήμερον, καθιστᾷ φορολογίαν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος μὲ ἔνδειξιν μαχητὴν τὸ ἐνοίκιον. Ἡ δικαιολογικὴ βάσις τῆς φορολογίας ταύτης, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ μεταβάλωμεν τὴν φορολογικὴν ἡμῶν πολιτικήν, νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους καὶ νὰ στραφῶμεν εἰς τοὺς ἀμέσους. Εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῆς οἰκονομικῆς θεωρίας ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι εἶναι ἄνισοι, ἄδικοι, καταθλιπτικοί, ἐνῷ οἱ ἄμεσοι στεροῦνται τῶν ἐλαττωμάτων τούτων κατὰ τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην. Ὁμολογῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι μετὰ δισταγμοῦ πάντοτε ἀποδέχομαι τὰς θεωρίας τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, διότι ἡ ἐπιστήμη αὕτη εἶναι ἐπιστήμη νέα ἐν τῇ διαμορφώσει αὑτῆς, καὶ ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι τὸ σήμερον θεωρούμενον ὡς οἰκονομικὸν ἀξίωμα αὔριον εἶναι πλάνη. Καὶ μίαν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ χθὲς ἀλήθεια εἶναι τὸ σήμερον ψεῦδος, μᾶς παρέχει ἡ θεωρία τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας καὶ τοῦ προστατευτισμοῦ. Πρὸ ὀλίγον δεκάδων ἐτῶν ὅλα τὰ Κράτη εἶχον στραφῆ πρὸς τὴν ἐλευθέραν ἐμπορίαν ὡς οἰκονομικὴν ἀλήθειαν. Σήμερον ὅλα τὰ Κράτη ὕψωσαν τὴν σημαίαν τοῦ προστατευτισμοῦ. Καὶ ἐν αὐτῇ ἔτι τῇ Ἀγγλίᾳ, ὅπου τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ ναυτιλία ἀποτελοῦσι τὰ θεμέλια τοῦ οἰκονομικοῦ βίου, μέγας πολιτικὸς ἀνὴρ ἠθέλησε νὰ κλείσῃ τὰς θύρας τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας, καὶ μέγα πολιτικὸν κόμμα ἐνέγραψεν εἰς τὸ πρόγραμμα αὑτοῦ τὸν προστατευτισμόν. Ἐὰν ἡ νόσος καὶ τὸ γῆρας δὲν ἤρχοντο εἰς ἐπικουρίαν τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας, ὁ Τσάμπερλαιν θὰ εἶχεν ἴσως ἐγκαθιδρύσει ἤδη ἐν Ἀγγλίᾳ τὸν προστατευτισμόν. Δὲν δυνάμεθα συλλήβδην νὰ καταδικάσωμεν ὅλους τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ὑπάρχουν ἔμμεσοι φόροι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι παντάπασι καταθλιπτικοί. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ λεγόμενοι ἑκούσιοι. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ παραδείγματι, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι εἶναι φόρος καταθλιπτικός, διότι εἶναι ἑκούσιος· ἐὰν θέλῃ τις, κάμνει χρῆσιν καπνοῦ· ἐὰν δὲν θέλῃ, δὲν κάμνει χρῆσιν καπνοῦ, καὶ ἑπομένως οὔτε φόρον καταβάλλει. Ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος δὲν εἶναι φόρος καταθλιπτικός, διότι ὅστις θέλει πίνει οἰνόπνευμα· ὁ φόρος τῶν παιγνιοχάρτων δὲν εἶναι καταθλιπτικός, διότι ὅστις θέλει παίζει. Καταθλιπτικοὶ εἶναι οἱ ἔμμεσοι φόροι οἱ θίγοντες εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὡς τὸν ἄρτον, τὸ ἅλας, τὴν σάκχαριν. Εἰς Κράτη ὅμως μικρά, ὅπως τὸ ἰδικόν μας, μὲ μεγάλας ὑποχρεώσεις καὶ μὲ μεγάλας ἀνάγκας, δύσκολον εἶναι νὰ περιορισθῶσιν εἰς τοὺς ἑκουσίους μόνον ἐμμέσους φόρους καὶ νὰ καταργήσωσι τοὺς ἐπὶ τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἀλλὰ καὶ τὰ μεγάλα Κράτη μὲ ὅλον τὸν πόλεμον, ὅστις γίνεται ἀπὸ τοὺς θεωρητικοὺς κατὰ τῶν ἐμμέσων φόρων, γενικῶς δι’ αὐτῶν τροφοδοτοῦσι τοὺς Προϋπολογισμοὺς αὑτῶν. Ἐνῷ οἱ θεωρητικοὶ δὲν παύουσι νὰ δεικνύωσι τὴν πρὸς τοὺς ἐμμέσους φόρους ἀντιπάθειαν αὐτῶν, γράφει Ἰταλὸς οἰκονομολόγος καὶ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τούτοις οἱ ἔμμεσοι φόροι ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν ὅλων σχεδὸν τῶν Προϋπολογισμῶν»· προσθέτει δέ· «καὶ θὰ ἐξακολουθήσωσιν οὕτω». Καὶ δὲν ἔχει ἄδικον. Ἐὰν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν διαφόρων Κρατῶν τοῦ 1911, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ ἀναλογία τῶν ἐμμέσων φόρων πρὸς τοὺς ἀμέσους εἶναι πολὺ μεγάλη. Τὸ Βέλγιον π. χ. ἔχει ἀμέσους φόρους μόνον 8.47%, ἡ Γαλλία ἔχει 15%, τοὺς φόρους δηλαδὴ ἐκείνους, οὓς πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσῃ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἡ Βαυαρία 10%, ἡ Πρωσσία, ἔνθα ἕκαστος κάτοικος βαρύνεται μὲ φόρους ἐκ δραχμῶν 131,65, ἄμεσοι φόροι ἐξ αὐτῶν εἶναι μόνον δραχμαὶ 12,75 κατὰ κεφαλήν. Καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1911 περιλαμβάνει 73% ἐμμέσους φόρους καὶ 27% ἀμέσους, μὴ συμπεριλαμβανομένων ἐν αὐτοῖς τῶν κληρονομικῶν τελῶν, διότι — σημειώσατε καὶ τοῦτο οἱ οἰκονομολόγοι — δὲν εἶναι ἀκόμη σύμφωνοι περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων· ὑπάρχουσι φόροι χαρακτηριζόμενοι ὑπ’ ἄλλων ὡς ἔμμεσοι καὶ ὑπ’ ἄλλων ὡς ἄμεσοι, καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς ἀναφέρω τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὁ ὁποῖος κατὰ τοὺς μὲν βαρύνει τὸν ἐπιτηδευματίαν καὶ εἶναι ἄμεσος, κατὰ τοὺς δὲ ἐπιπίπτει εἰς τὸν καταναλωτὴν καὶ εἶναι ἔμμεσος. Ἡ δυσαναλογία αὕτη τῶν ἐμμέσων πρὸς τοὺς ἀμέσους φόρους, ἐνῷ ἡ ἐπιστήμη ἔχει ἐν διωγμῷ τοὺς πρώτους, εἶναι εὐεξήγητος. Ὁ ἔμμεσος φόρος ἔχει μεγάλα πλεονεκτήματα διὰ τὸ Κράτος. Εἰσπράττεται εὐχερῶς ἅμα τῇ βεβαιώσει ἄνευ δαπανῶν, ἄνευ πιέσεων. Εἶναι μία φορολογικὴ ἐγχείρησις ὑπὸ χλωροφόρμιον, παραγωγικωτάτη καὶ ἐλαστικωτάτη, διότι, ὅσον αὐξάνει ὁ πλοῦτος μιᾶς χώρας καὶ καταναλίσκονται πλειότερα ἀντικείμενα φορολογούμενα, κατὰ τοσοῦτον αὐξάνει καὶ τῶν φόρων ἡ ἀπόδοσις. Μὲ αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, δὲν θέλω νὰ συμπεράνω ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἔμμεσον φορολογίαν καὶ νὰ μὴ ἐπιδιώξωμεν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος· τοὐναντίον κρίνω ἐπεῖγον καὶ ἐπιβεβλημένον ἡμῖν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἀπὸ τῆς φορολογίας ἀπαλλαγὴν τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, πολὺ ὀρθῶς δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγγειλε διὰ τοῦ πολιτικοῦ αὐτοῦ προγράμματος, καὶ ἐπηγγέλθη τὴν μεταβολὴν τῆς δημοσιονομικῆς ἡμῶν πολιτικῆς. Τὸ σημεῖον, ἐφ’ οὗ διαφωνῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι τοῦτο: νομίζω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον δὲν ἀποτελεῖ μίαν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν. Τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος ἔπρεπε νὰ φυλάξωμεν ὡς ἀποθεματικὸν τρόπον τινὰ κεφάλαιον διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος, ἣν ἐπηγγέλθημεν εἰς τὸν λαόν. Ὡς διεμορφώθη τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ μίαν πρόσθετον φορολογίαν, δὲν ἀποτελεῖ μίαν μεταρρύθμισιν φορολογικήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος μᾶς εἶπε τὴν πρωίαν ὅτι εἶναι τοιαύτη ἡ πρὸς τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος πίστις τῆς ἐπιστήμης, ὥστε δὲν εἶναι ἀπίθανον ν’ ἀντικαταστήσῃ οὗτος πάντας τοὺς ἄλλους φόρους. Ἐγὼ δὲν πιστεύω εἰς τοῦτο· τὸ ἑνιαῖον τοῦ φόρου εἶναι μία χίμαιρα. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸν ἰδικόν μας Προϋπολογισμὸν ἀνερχόμενον εἰς 135 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἐὰν ἡ πληροφορία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπολογίζοντος τὴν ἐτησίαν ἡμῶν ἐθνικὴν πρόσοδον εἰς 500 ἑκατομμύρια, εἶναι ἀκριβής, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀπορροφᾷ ἐτησίως 27% τῆς ἐτησίας ἐθνικῆς προσόδου. Φαντάζεσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν δι’ ἑνὸς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, εἰσπραττομένου μάλιστα ἀπὸ τοὺς ἔχοντας ἰσχυροὺς τοὺς ὤμους, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν ἔκφρασιν, νὰ εἰσπραχθῶσι τὰ 135 αὐτὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα μετ’ ὀλίγον θ’ αὐξήσωσιν εἰς 150 καὶ μετά τινα χρόνον εἰς 200 ἑκατομμύρια; Πῶς εἶναι δυνατὸν εἷς καὶ μόνος φόρος ν’ ἀποδώσῃ τὰ 4½ δισεκατομμύρια τοῦ Γαλλικοῦ καὶ Ἀγγλικοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ τὰ 7 δισεκατομμύρια τοῦ Ῥωσικοῦ Προϋπολογισμοῦ; Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ὁ ἑνιαῖος φόρος εἶναι μία χίμαιρα.
§275Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, ἐάν, ὅπως λέγετε, εἰσπραχθῇ μόνον ἀπὸ τὰς ἀνωτέρας τάξεις· ἀλλὰ καταργουμένων τῶν ἐμμέσων φόρων ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος θὰ πλήξῃ ὅλας τὰς τάξεις.
§276Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ποῖον φόρον εἰσοδήματος θὰ εἰσπράξητε ἀπὸ τὸν ἡμερομίσθιον ἐργάτην τὸν μόλις ἀποζῶντα ἐκ τῆς ἐργασίας του; Συγκρίνομεν, κύριοι Βουλευταί, τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνοντα πρὸς τὰ καθ’ ἡμᾶς, προκειμένου δὲ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, φυλλομετροῦμεν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ income tax. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχουσι τὰ ἄλλα Κράτη, τότε μόνον εἶναι καρποφόρα, ὅταν τὰ προσαρμόζωμεν εἰς τὰ μέσα ἡμῶν τὰ οἰκονομικά, καὶ τὰς συνηθείας ἡμῶν, καὶ τὰ ἤθη ἡμῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος ἐν Ἀγγλίᾳ ἀποδίδει 44 ἑκατομμύρια λίρας, κατὰ τὸν ἐφετινὸν Προϋπολογισμόν· δηλαδὴ ἓν δισεκατομμύριον καὶ ἑκατὸν ἑκατομμύρια φράγκων. Γνωρίζετε ὅμως ἀπὸ ποῖον ἀριθμὸν προσώπων εἰσπράττεται τὸ ὄντως κολοσσιαῖον τοῦτο ποσόν; Ἐπὶ 45 ἑκατομμυρίων πληθυσμοῦ μόνον 1.100.000 πρόσωπα πληρώνουσι τὸν φόρον τοῦτον, καὶ ἐκ τούτων τὰ 10.300 πρόσωπα πληρώνουσι φόρον ἐπὶ εἰσοδήματος ἐτησίου ἐκ τριῶν δισεκατομμυρίων καὶ 250 ἑκατομμυρίων φράγκων! Ὁ πλοῦτος ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν εἶναι κατατετμημένος, ὅπως εἶναι παρ’ ἡμῖν. Ἐκεῖ ὁ πλοῦτος ἔχει συγκεντρωθῇ εἰς ὡρισμένας τάξεις, καὶ εἶναι εὐχερὴς ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἐκεῖ δὲν θίγονται οὔτε αἱ κατώτεραι τάξεις, οὔτε αἱ ἀστικαί, αἱ μεσαῖαι τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῶν κοινωνιῶν. Καὶ διὰ νὰ καταστήσω ὑμῖν τοῦτο ἐμφανέστερον, θὰ σᾶς ἀναφέρω ῥυθμούς τινας εἰλημμένους ἀπὸ βιβλίον δημοσιευθὲν μόλις πρὸ μηνός, ὑπὸ διασήμου Ἄγγλου πολιτευτοῦ ἀσχολουμένου κυρίως εἰς τὰ τῆς στατιστικῆς, πρωταγωνιστήσαντος δὲ εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ Τσάμπερλαιν. Ὁ πολιτευτὴς οὗτος καὶ συγγραφεὺς ὑπολογίζει τὸ ἐτήσιον εἰσόδημα τῆς Μ. Βρεττανίας εἰς 1.800.000.000 λίρας, δηλαδὴ 45 δισεκατομμύρια φράγκων. Ἀκούσατε ἤδη πῶς διανέμονται τὰ δισεκατομμύρια ταῦτα. Τὰ 634 ἑκατομμύρια λιρῶν ἢ 15.850.000.000 φράγκ. εἶναι εἰσόδημα 1.400.000 προσώπων ἐπὶ πληθυσμοῦ 45 ἑκατομμυρίων. 275.000.000 λιρῶν ἢ φράγκα 6.875.000.000 εἶναι εἰσόδημα 4.100.000 προσώπων καὶ 935.000.000 λιρῶν ἢ 23.375.000.000 φράγκων εἶναι εἰσόδημα τοῦ ὑπολοίπου πληθυσμοῦ ἐκ 39 ἑκατομμυρίων. Τὸ τρίτον δηλαδὴ τοῦ εἰσοδήματος κατέχουσι πρόσωπα ἀποτελοῦντα τὸ ἓν τριακοστὸν τοῦ πληθυσμοῦ, καὶ τὸ ἥμισυ τοῦ εἰσοδήματος, πρόσωπα ἀποτελοῦντα τὸ ἓν ἔνατον τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ. Τοιαύτην συγκέντρωσιν ἔχει ὁ πλοῦτος ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπέτυχεν ἐκεῖ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, μολονότι καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτε εἰσήχθη ὁ φόρος οὗτος χάριν τῶν Ναπολεοντίων πολέμων, μετὰ δυσφορίας ἐγένετο ἀνεκτός, κατηργήθη δὲ μετὰ τὸ Βατερλώ, καέντων μάλιστα καὶ τῶν φορολογικῶν καταλόγων, διὰ νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ἐκ νέου, καὶ δὲν ἐπεβλήθη πάλιν εἰμὴ μετὰ πάροδον 26 ὅλων ἐτῶν, κατὰ τὴν γνωστὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, ἣν ἔκαμεν ὁ Πήλ. Ἀλλὰ ποίαν συγκέντρωσιν πλούτου ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι; Ὡμίλησε τὴν πρωίαν συνάδελφός τις περὶ ἑκατομμυριούχων ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι αὐτοὶ οἱ ἑκατομμυριοῦχοι; Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὑπόμνημα τοῦ κτηματικοῦ συνδέσμου τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ἐν ᾧ ἀναφέρονται ἐν λεπτομερείᾳ αἱ ἐν Ἀθήναις οἰκοδομαὶ καὶ τὰ ἐνοίκια αὐτῶν, εἰλημμέναι ἐκ τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῶν οἰκοδομῶν. Ἐκ τοῦ πίνακος, ὃν περιέχει τὸ ὑπόμνημα τοῦτο, ἐξάγεται ὅτι ἐν Ἀθήναις φορολογοῦνται ἐν ὅλῳ 350 οἰκοδομαὶ ἔχουσαι ἐνοίκιον ἀπὸ δρ. 1500 μέχρι 1620. 248 οἰκοδομαὶ μὲ ἐνοίκιον 2281 δρ. μέχρι 2400 132 οἰκοδομαὶ μὲ ἐνοίκιον 3481 δρ. μέχρι 3600. Οἰκοδομὰς μὲ ἐνοίκιον μηνιαῖον 500 δρ. ἔχετε μόνον 19, μὲ ἐνοίκιον 600 δρ. κατὰ μῆνα μόνον 15, μὲ ἐνοίκιον 700 δρ. μηνιαίως μόνον 6, μὲ ἐνοίκιον 1000 δρ. μηνιαίως μόνον 3, μὲ ἐνοίκιον 1500 δρ. ἑτέρας 3 καὶ μὲ ἐνοίκιον ἄνω τῶν 1500 δρ. μηνιαίως ἐν ὅλῳ 5 ἄτομα.
§277ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ αὐτά.
§278Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἀνακριβεῖς οἱ φορολογικοὶ κατάλογοι τῶν οἰκοδομῶν, εἶναι ἀνακριβεῖς καὶ οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι.
§279Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀναγνώσατέ μας τοὺς φορολογουμένους ἑνὸς τμήματος.
§280Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ποῖον θέλετε;
§281Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ δεύτερον.
§282Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τὸ δεύτερον τμῆμα ἔχει οἰκοδομὰς μὲ ἐνοίκιον 1500 δρ. 38· μὲ 2400 δρ. 19· μὲ 3000 δρ. 37· μὲ 3600 δρ. 24.
§283Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν· εἰς τὸ δεύτερον τμῆμα ὑπάγονται ὅλα τὰ καταστήματα τῆς ὁδοῦ Σταδίου.
§284Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ὁ φορολογικὸς κατάλογος τῶν οἰκοδομῶν.
§285Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸν ἔχει κάμει ὁ Σταυρόπουλος.
§286Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τὸν πίνακα ἔχει ὑπογράψει ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν ἔχει θέσει τὴν ὑπογραφήν του εἰς ψευδῆ πίνακα.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἐσφαλμένον, θέλετε νὰ εἴπητε.
§288Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις ἀμφισβητῶν ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν πλοῦτον συγκεντρωμένον. Ὁ πλοῦτος εἶναι παρ’ ἡμῖν διεσπαρμένος, καὶ τοῦτο εἶναι εὐτύχημα, διότι εἶναι σημεῖον οἰκονομικῆς ὑγείας.
§289Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Εἴπετε πρὸ μικροῦ ἀριθμούς τινας σχετικῶς πρὸς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ συμβαίνοντα. Ἐὰν παρατηρήσητε στατιστικὰς ἀναφερομένας καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, θὰ ἴδητε ὅτι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι σχεδὸν οἱ ἴδιοι, διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ μικρὰ διαφορὰ συγκεντρώσεως πλούτου εἰς τὴν Ἀγγλίαν· ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐκτὸς τῆς Γαλλίας, εἰς ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον συγκεντροῦται εἰς χεῖρας ὀλίγων, εἶναι πάντοτε ἂν ὄχι τὸ ἥμισυ, διαφέρει ὅμως ὀλίγον ἀπὸ τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου τῆς προσόδου τοῦ Κράτους, κατὰ συνέπειαν δὲν πρόκειται περὶ ἰδιαιτέρας καταστάσεως ἐν Ἀγγλίᾳ.
§290Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητῆτε τὸ γεγονὸς ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν πλοῦτον συγκεντρωμένον, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος νέον, ἐξελθὸν μακρᾶς δουλείας, καὶ ἐν τῇ διαμορφώσει αὑτοῦ. Οὐδ’ ἰσχύουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πρωτοτόκια, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω ἤδη καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀποτελεῖ τοῦτο φορολογικὴν μεταρρύθμισιν ἢ αὔξησιν φορολογίας; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι κανὲν εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ φορολογῆται; Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Πρωσσίᾳ, χώραις ὅπου ἐφηρμόσθη ἢ πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ φόρος οὗτος ἐνοήθη ὡς φόρος προωρισμένος νὰ ἀντικαταστήσῃ ἄλλους φόρους ἀμέσους ἢ ἐμμέσους πιέζοντας τοὺς ἀδυνάτους. Ἐν Γαλλίᾳ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος πρόκειται ν’ ἀντικαταστήσῃ τέσσαρας ἄλλους ἀμέσους φόρους θεωρουμένους ἀνίσους καὶ ἀνερχομένους εἰς 590 περίπου ἑκατομμύρια· δὲν εἶναι ἑπομένως νέος φόρος. Ἡμεῖς δὲν κάμνομεν τοιοῦτόν τι· ἡμεῖς προσθέτομεν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας ἀμέσους φόρους νέον φόρον. Δὲν φορολογεῖται, λέγομεν, ὁ πλοῦτος· ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἀπὸ τί τέλος πάντων ἀποτελεῖται ὁ πλοῦτος. Ὁ πλοῦτος δὲν εἶναι ἄϋλος. Θὰ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ ἀκινήτους ἢ κινητὰς ἀξίας· ἀλλὰ ποία ἀξία ἔμεινεν ἀφορολόγητος παρ’ ἡμῖν; Αἱ γαῖαι φορολογοῦνται ἢ θὰ φορολογηθῶσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῶν σπειρομένων γαιῶν· αἱ οἰκοδομαὶ φορολογοῦνται, καὶ βαρύτατα μάλιστα, διότι ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν φθάνει μέχρι 10.08%, δὲν βαρύνει δὲ καὶ τὴν καθαρὰν πρόσοδον, διότι δὲν ἀφαιροῦνται οἱ τόκοι οἱ βαρύνοντες τυχὸν τὴν οἰκοδομήν, οὐδ’ αἱ δαπάναι συντηρήσεως. Αἱ κινηταὶ ἀξίαι ἐπίσης φορολογοῦνται, διότι τὰ κεφάλαια δὲν μένουσι νεκρά· τὰ κεφάλαια, διὰ νὰ γίνωσι καρποφόρα, θὰ μεταβληθῶσιν εἰς μετοχὰς ἢ ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι βαρύνονται μὲ 7%, ἢ θὰ μεταβληθῶσιν εἰς δάνεια καὶ τότε φορολογοῦνται διὰ τοῦ χαρτοσήμου.
§291Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι φορολογία αὕτη.
§292Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τί εἶναι; Θὰ μοὶ ἀνακινήσητε τὸ ζήτημα τῆς ἐπιπτώσεως τοῦ φόρου, ἀλλ’ ἂς μὴ τὸ θίξωμεν αὐτό, παρακαλῶ. Μένουν τὰ κέρδη ἐκ τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν ἐλευθερίων λεγομένων ἐπαγγελμάτων· ἀλλὰ καὶ τὰ κέρδη ταῦτα πραγματοποιούμενα δὲν κλείονται εἰς τὰ ταμεῖα· πρέπει νὰ ἐνδυθῶσιν εἰς κινητὰς καὶ ἀκινήτους ἀξίας, ὅτε θὰ φορολογηθῶσιν· ἀλλά, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι κλείονται εἰς τὰ ταμεῖα, πάλιν ἔχομεν τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων διὰ τοὺς ἐπαγγελματίας τούτους. Δὲν βλέπω λοιπὸν ποῖος πλοῦτος διαφεύγει τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὸν ὁποῖον θὰ συλλάβῃ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φεύγῃ πλοῦτος τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀφοῦ, ὡς σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, δίδομεν εἰς τὸ Κράτος 27% τῆς ἐτησίας ἐθνικῆς ἡμῶν προσόδου, ἐν ᾧ ὁ Ἄγγλος, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ μιμηθῶμεν, δίδει μόνον 10% καὶ ἐκεῖνος εἶναι πλούσιος, ἐν ᾧ ἡμεῖς εἴμεθα πτωχοί;
§293ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι νέα φορολογία. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεως ὑφισταμένης φορολογίας.
§294Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, κ. Πρόεδρε· ἀλλ’ ἡ τροποποίησις ἐχειροτέρευσε τὴν θέσιν τῶν φορολογουμένων. Ὅτε οἱ ἔμποροι Πατρῶν διεμαρτυρήθησαν κατὰ τοῦ νόμου, ὃν τροποποιοῦμεν, ἐκλήθην δὲ ὑπ’ αὐτῶν, ἵνα δώσω γνώμην περὶ αὐτοῦ, δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω αὐτοῖς ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος εἶναι ὁ δικαιότερος τῶν φόρων· ὡς διετυποῦτο μάλιστα ἡ φορολογία, κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1909 ἀπετέλει μίαν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, διότι ἐξῄρει τῆς φορολογίας ὅλα τὰ ἄλλα εἰσοδήματα. Εἶχε βεβαίως καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀνισότητας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ λείψωσι διὰ μιᾶς τροποποιήσεως, ἀλλ’ ἔθετεν ὡς ἀρχὴν τὸ ἑνιαῖον τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος μὲ κλίμακα προοδευτικήν, τολμηρὰν ἴσως, ἀλλὰ θίγουσαν κυρίως τὸν πλοῦτον. Τὸ πρῶτον νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καθιέρου τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου, τὸν ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως εἰσαχθέντα τῷ 1791 καὶ ἰσχύοντα μέχρι τοῦδε, ἐπεκροτήθη δὲ ὑπὸ πάντων ὡς ἀπαρχὴ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ὡς δοκιμαστικὸς τέλος πάντων φόρος. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως, ὡς ἐτροποποιήθη ἤδη, περιέχει περισσοτέρους κινδύνους ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Εὐταξίου, διότι μετέχει πως ἐμπειρισμοῦ. Ὅτε π. χ. κάμνετε διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τὰς προσαυξήσεις, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Βουλευτής, ἐρωτῶ· ποίαν βάσιν καθαροῦ εἰσοδήματος λαμβάνετε; Ὅτε γράφετε εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο: «Πρὸς ὑπολογισμὸν τοῦ εἰσοδήματος τῶν ἐν τοῖς φορολογικοῖς καταλόγοις τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐγγεγραμμένων ὡς τραπεζιτῶν, μεγαλεμπόρων καὶ σταφιδεμπόρων, καθὼς καὶ τῶν εἰς τὰς τρεῖς ἀνωτέρας τάξεις τῆς οἰκείας κλάσσεως κατατεταγμένων τοκιστῶν, ἐμπόρων εἰς ποσότητας καὶ ἐμπόρων ξυλείας προσαυξάνεται τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας αὐτῶν κατὰ 30%». Ποίαν βάσιν ἀσφαλῆ ἔχετε περὶ τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν; Δὲν ἔχετε καμμίαν. Δὲν γνωρίζετε ἄν ὁ ἐπιτηδευματίας ἐκεῖνος ἐκέρδισεν ἢ ἔχασεν. Εἰσόδημα θὰ εἴπῃ εἰσόδημα ἀναμφισβήτητον. Καὶ ἔρχεσθε κατόπιν εἰς ἑτέραν προσαύξησιν ἐμπόρων ὑφασμάτων, ἐμπόρων ἀποικιακῶν, ἐμπόρων εἰδῶν πολυτελείας καὶ τῶν ξενοδόχων ὕπνου ἢ φαγητοῦ. Καὶ θὰ ἠρώτων ὑμᾶς· πῶς θὰ φορολογήσητε τὸν διευθυντὴν τοῦ ξενοδοχείου φαγητοῦ «Ἀβέρωφ»; Τὸ ξενοδοχεῖον τοῦτο πληρώνει ἐνοίκιον δρ. 23.000 δρ. ἐτησίως. Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης κατοικῇ εἰς μετριόφρον οἴκημα 200 δρ. μόνον μηνιαίως καὶ οὐχὶ 500, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου ὑπολαμβάνεται ὡς ἔχων εἰσόδημα ἐτήσιον 52.000 δραχμῶν! Παρατηρήσατε καὶ ἄλλας προσαυξήσεις ἀφορώσας τὸ σταφιδεμπόριον. Ὁ σταφιδέμπορος δυνατὸν νὰ πληρώσῃ τέσσαρας ἐν ὅλῳ προσαυξήσεις· μίαν, ἐὰν κατοικῇ ἄνευ ἄλλου μέλους οἰκογενείας, ἑτέραν, ἐὰν κατοικῇ εἰς ἰδιόκτητον μονοκατοικίαν κατὰ τὸ ἄρθρον 4, τρίτην ὡς σταφιδέμπορος καὶ τετάρτην ὡς ἔχων ἐργοστάσιον καθαρισμοῦ σταφίδος κατὰ τὸ ἄρθρον 5. Αὐτὴ λέγεται φορολογία μὲ 4 πατώματα (γέλωτες).
§295Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Μὴ εἰσέρχεσθε εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, διότι εἶναι πολλοὶ ἐγγεγραμμένοι.
§296Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὁμιλῶ, κύριε συνάδελφε, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι ἐκ τῆς διασκευῆς τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐξαχθῇ ἡ διήκουσα ἀρχή, ἂν ἐπιζητεῖται δηλαδὴ τὸ πραγματικὸν καθαρὸν εἰσόδημα ἢ δὲν ἐπιζητεῖται· διότι, ἂν πρόκειται νὰ εὑρίσκωσιν αἱ οἰκονομικαὶ Ἀρχαὶ τὸ εἰσόδημα ἐξ αὐθαιρέτων τεκμηρίων, μὲ «κορώνα ἢ γράμματα», ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἐπιστημονική. Πόθεν ἐξάγεται ὅτι ὁ καπνέμπορος, ὁ καπνοπώλης, ὁ ξενοδόχος ἡ μοδίστρα, ὅλοι τέλος πάντων οἱ πληρώνοντες τὰ μεγάλα ἐνοίκια, ἔχουσι καὶ κέρδη, ὥστε νὰ προσαυξάνηται τὸ ἐνοίκιον τῆς κατοικίας των; Θὰ μοὶ εἴπητε: ἂς δηλώσῃ τὸ εἰσόδημά του· ἀλλά, ἐὰν πρόκειται νὰ στηριχθῶσιν αἱ οἰκονομικαὶ Ἀρχαὶ εἰς τὰς δηλώσεις, πρὸς τί τότε ὅλα αὐτὰ τὰ τεκμήρια τῶν προσαυξήσεων; Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τεκμηρίων τούτων θὰ συντάξωσιν οἱ ἔφοροι τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους καί, ὅταν ὁ φορολογούμενος ἴδῃ ὅτι καταλογίζεται εἰσόδημα ἀνώτερον τοῦ πραγματικοῦ, θὰ διαμαρτυρηθῇ, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἄλλην διέξοδον ἀπὸ τὴν ἔρευναν τῶν βιβλίων του, ἣν διαγράφει τὸ ἄρθρον 19, ἐδάφιον 3ον, καὶ ἐδῶ κεῖται ἡ πτέρνα τοῦ Ἀχιλλέως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Τὸ ἐμπόριον ἐξανέστη, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τῆς ἐρεύνης. Καὶ δικαίως· ὄχι διότι τάχα θὰ ἀπεκαλύπτετο ἡ καλὴ ἢ κακὴ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ἐμπόρου· τοῦτο δὲν εἶναι σοβαρόν· δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται γνωστὴ ἡ παθητικὴ θέσις ἑνὸς ἐμπόρου· τὸ ψεῦδος οὐδέποτε εἶναι συγγνωστόν. (Εὖγε, εὖγε). Ἀλλ’ ἡ ἐμπορικὴ ἔρευνα εἶναι ἀποκρουστέα δι’ ἄλλους λόγους. Διότι πλεῖσται ἐμπορικαὶ ἐργασίαι καὶ βιομηχανικαὶ ἐπιχειρήσεις βασίζονται ἐπὶ ἑνὸς μυστικοῦ. Γενικῶς δὲ μυστικὸν ἑνὸς ἐπιχειρηματίου εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξάγει τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτοῦ, κυρίως δὲ ἡ πελατεία αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τοῦ ἐπιχειρηματίου, ἣν δὲν πρέπει ν’ ἀποκαλύψῃ ἡ ἀρχή, ἀλλὰ περὶ τῆς βιομηχανικῆς ἐπαγγελματικῆς μυστικότητος, ἣν δὲν πρέπει νὰ ἐκβιάσωμεν. Πῶς θέλετε εἷς ἐξαγωγεύς, ὁ ὁποῖος ἔχει 60 –100 ἀντιπροσώπους ἐν τῇ ξένῃ καὶ 500–1000 πελάτας, νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὴν Ἐφορίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐρευνήσῃ τὰ βιβλία του; Πῶς θέλετε εἷς βιομήχανος, ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν συνταγὴν ἢ ἓν μυστικὸν οἱονδήποτε βιομηχανικόν, νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπαλληλίαν, καὶ μάλιστα ὑπαλληλίαν λιμώττουσαν — τῶν 90–100 δραχ. κατὰ μῆνα. —; Οὕτω πρέπει νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς ἐρεύνης καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, διότι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐξητάσθη πανταχοῦ καὶ ἰδίᾳ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἀπὸ τριακονταετίας ἀγωνίζονται νὰ εἰσαγάγωσι τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος καὶ δὲν κατωρθώθη ἀκόμη νὰ τὸν εἰσαγάγωσι· τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀντίδρασιν τῶν ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν τάξεων, αἵτινες ἀπέκρουσαν τὴν ἀνάκρισιν, διότι σέβονται ἀλλαχοῦ τὸ ἐμπόριον· διότι τὸ ἐμπόριον εἶναι μεγάλη πηγὴ πλούτου διὰ τὰ Ἔθνη καὶ ἀξία πάσης προστασίας καὶ σεβασμοῦ. Ἀλλὰ μήπως καθιστᾷ τὴν ἔρευναν μόνον τὸ ἄρθρον 19; Καὶ τὸ ἄρθρον 14, ἐδάφιον 5ον, εἰς τὴν ἔρευναν ἄγει. Ἰδοὺ τί γράφει τὸ ἄρθρον τοῦτο: «Ὁ φορολογούμενος, τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ ἀμέσως προηγούμενον ἔτος τῆς φορολογίας τὸ πραγματικὸν καθαρὸν εἰσόδημα ἦτο ἀνώτερον τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 καθοριζομένου, ὑποχρεοῦται νὰ δηλώσῃ τὸ πραγματικὸν τοῦτο εἰσόδημα, κατὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κατὰ τὴν αʹ παράγραφον τοῦ παρόντος ἄρθρου δηλώσεως». Ἔχει λοιπὸν ὑποχρέωσιν ὁ ἔμπορος κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ δηλώσῃ. Δὲν θ’ ἀρκεσθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ ἐνοίκιον, ὡς πολλοὶ ἐξ ὑμῶν φρονεῖτε, διότι ἀξιοῖ δήλωσιν τοῦ φορολογουμένου, καὶ πᾶς εὐσυνείδητος φορολογούμενος ἔχων εἰσόδημα ὑπέρτερον τοῦ ἐκ τοῦ ἐνοικίου τῆς κατοικίας του εἰκαζομένου θὰ δηλώσῃ, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὑπόκειται καὶ εἰς ὅρκον.
§297Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι πλεονασμὸς τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου.
§298Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, δὲν πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσω τὸν νόμον· σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον κατὰ τὸ γράμμα αὐτοῦ, λάβετε ὅμως ὑπὸ σημείωσιν ὅτι τοὺς νόμους ἐφαρμόζουσιν Ἕλληνες δικασταί, Ἕλληνες ἔφοροι καὶ Ἕλληνες ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ ὑπερβολικὸν ζῆλον πολλάκις ὑπερακοντίζουσι καὶ τοῦ νομοθέτου τὴν βούλησιν, ὅταν ἔχωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ γράμμα τοῦ νόμου.
§299Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ ἔμπορος στηρίζεται ἐπὶ τοῦ τεκμηρίου τοῦ ἐνοικίου — πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ κάμνῃ πάντοτε, ὁσάκις τὸ εἰσόδημα δὲν εἶναι μικρότερον τοῦ ἐκ τοῦ ἐνοικίου εἰκαζομένου —. Τότε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῇ εἰς ὅρκον, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον, ὡς διατυποῦται τὸ νομοσχέδιον, δὲν δύναται κατ’ ἀμφισβήτησιν τῆς δηλώσεως νὰ ἰσχυρισθῇ εἰσόδημα ὑπερβαῖνον τὸ ἐκ τοῦ ἐνοικίου τεκμαιρόμενον;
§300Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι κατοικεῖτε οἰκίαν 1000 δραχμῶν καὶ τὸ εἰκαζόμενον εἰσόδημά σας κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ νομοσχεδίου εἶναι 5000 δραχμῶν, ἀλλὰ τὸ πραγματικὸν εἰσόδημά σας εἶναι 10,000, εἶσθε ὑπόχρεος ἐκ τοῦ νομοσχεδίου νὰ τὸ δηλώσητε.
§301Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένος ἐκ τοῦ νόμου.
§302Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 14, § 5.
§303Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν δὲν τὸ δηλώσῃ, δὲν ὑπάρχει μέσον ἐξαναγκασμοῦ.
§304Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Κάμνετε λάθος· τὸ ἄρθρον 20 ἐπιβάλλει πρόσθετον φορολογίαν 30% «ἐπὶ τοῦ ἀναλογοῦντος εἰς τὴν ἐξευρεθησομένην ἐπὶ πλέον διαφορὰν τοῦ φόρου» μετὰ τὸν ἔλεγχον τῶν δηλώσεων τὸν διὰ τοῦ ἄρθρου 16ου καθοριζόμενον. Ἔπειτα θέλετε νὰ ἐξοικειώσωμεν τὸν κόσμον μὲ τὴν διαφθορὰν καὶ τὰς ψευδεῖς δηλώσεις;
§305Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ κάμῃ ψευδεῖς δηλώσεις, διότι ὁ ἔφορος ἔχει δικαίωμα νὰ τὸν κατατάξῃ εἰς ἀνωτέραν τάξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δύναται νὰ τῷ ἐπιβάλῃ ὅρκον.
§306Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἀναγνώσατε, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 19, ἐδάφιον 6, τὸ ὁποῖον λέγει ἐπὶ λέξει: «Ἡ ἐπιτροπὴ δικαιουμένη νὰ ἐξετάζῃ τοὺς μάρτυρας ἐνόρκως· δύναται ἐν πάσαις ταῖς ἀνωτέρω περιπτώσεσι νὰ ἐπιβάλλῃ τῷ ἐνισταμένῳ ὅρκον περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ἰσχυρισμῶν του».
§307Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἐνιστάμενος πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἔφορος.
§308Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπάγεται ὅρκος εἰς τὸν ἔφορον.
§309Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὑμεῖς λαμβάνετε ὡς προϋπόθεσιν ὅτι δὲν ἔχει ὁ φορολογούμενος ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσῃ τὸ ἀληθὲς εἰσόδημα.
§310Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναται παρὰ νὰ δηλώσῃ τὸ πραγματικὸν εἰσόδημα, ἀφοῦ ἡ Ἀρχὴ ἔχει τὰ μέσα νὰ φθάσῃ κατὰ προσέγγισιν εἰς τὸ εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου. Δὲν δύναται ὁ φορολογούμενος νὰ ἀποκρύψῃ τὸ εἰσόδημά του.
§311Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπὶ τέλους θὰ τῷ ἐπιβληθῇ ὅρκος.
§312Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μάλιστα, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀποδείξεως ὁ ἔφορος.
§313Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τότε εἶναι περιττοὶ οἱ πίνακες τοῦ ἐνοικίου.
§314Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὸ ἐνοίκιον εἶναι ἡ κατωτάτη ἔνδειξις.
§315Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αἱ ἐνδείξεις εἶναι ἐνδείξεις.
§316Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὸ ἐνοίκιον εἶναι ἔνδειξις τοῦ φόρου, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλο εἰσόδημα.
§317Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει ἡ ἔνδειξις τοῦ ἐνοικίου, ὁ ἔφορος θὰ τραβᾷ τὰ μαλλιά του.
§318Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδέχθη τὴν ἔνδειξιν τοῦ ἐνοικίου καὶ κατέστησεν αὐτὴν μαχητήν, ἐδόθη εἰς τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐκμεταλλευθῇ· πέρα αὐτῆς σταματᾷ πᾶσα ἀπόδειξις.
§319Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὁ φόρος, κύριοι συνάδελφοι, ὑπολογιζόμενος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος φαίνεται ἐλαφρός, ὑπολογιζόμενος ὅμως ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου ἀνέρχεται εἰς τὰ ἑξῆς ποσοστά. Ἐπὶ ἐνοικίου 200 δραχμῶν κατὰ μῆνα ὁ φόρος ἀνέρχεται εἰς 4,30%, ἐπὶ ἐνοικίου 300 δραχμῶν κατὰ μῆνα εἰς 6,33%, ἐπὶ ἐνοικίου 500 δραχμῶν 12,25%, ἐπὶ ἐνοικίου 700 δραχμῶν 16,10% καὶ ἐπὶ ἐνοικίου 1000 δραχμῶν κατὰ μῆνα 22,95%. Τὸ τροποποιηθὲν νομοσχέδιον ἐχειροτέρευσε καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐξαιρεῖ μόνον 4000 δραχμῶν εἰσόδημα πάσης φορολογίας, ἐνῷ τὸ πρῶτον ἐξῄρει δραχμὰς 5000. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ φανῇ εὐχάριστος εἰς τὸν κ. Κουτούπην. Ἡ ἔκπτωσις τῶν 400 δραχμῶν κατὰ πρόσθετον μέλος οἰκογενείας ὑπὲρ τὰ πέντε μέλη εἶναι πολλάκις δῶρον ἄδωρον, διότι ὅπως ἔχουσι διαρρυθμισθῇ αἱ διάφοροι κλάσσεις ἡ ἔκπτωσις αὕτη οὐδεμίαν ἀσκεῖ ἐπιρροὴν διὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου. Ὑποθέσατε ἔτι ὑπάγεται φορολογούμενός τις εἰς τὴν κλάσσιν τῶν δραχμῶν 13,000· ἐὰν προστεθῶσιν εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ καὶ δίδυμα ἀκόμη τέκνα, οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἐλάττωσιν φορολογίας, διότι, καὶ ἂν ἀφαιρεθῶσιν 800 δραχμαί, πάλιν μένει εἰς τὴν κλάσσιν 25, ἡ ὁποία φορολογεῖ εἰσόδημα ἀπὸ 12,000 μέχρι 13,000.
§320ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἅμα πάρωμεν τὰ παραπάνω παιδιὰ ἀπὸ τὰς πλουσίας τάξεις, δὲν πειράζει.
§321Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰς κατωτέρας κλάσσεις, κ. Πρόεδρε. Ὑποθέσατε εἰσόδημα 3500 δραχμῶν. Ἐὰν προστεθῇ ἕτερον μέλος οἰκογενείας καὶ ἀφαιρεθῶσι 400 δραχμαί, πάλιν ὁ φορολογούμενος θὰ μείνῃ εἰς τὴν κλάσσιν 7 μεταξὺ 3000 καὶ 3500 δραχμῶν. Τὸ ἐλάττωμα τοῦτο θεραπεύεται, ἐὰν ὁρίσωμεν ὅτι ἐν προσθήκῃ ἑνὸς μέλους εἰς τὴν οἰκογένειαν ἐκ πέντε μελῶν θὰ κατατάσσηται αὕτη εἰς τὴν ἀμέσως κατωτέραν κλάσσιν καὶ οὕτω καθεξῆς δι’ ἑκάστην προσθήκην μέλους.
§322Γ. ΣΤΡΑΤΟΥΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν εἶναι τὰ παιδιὰ ἢ οἱ κατοικοῦντες.
§323Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι σαφές.
§324Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω περισσότερον, κύριοι συνάδελφοι. Ἐδήλωσα ὑμῖν ἤδη ὅτι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ἣν θεωρῶ δικαιοτάτην καὶ ἐπιστημονικωτάτην, οὐχὶ ὅμως ὡς ἐπιπρόσθετον φορολογίαν, ἀλλ’ ὡς σκοποῦσαν νὰ ἀντικαταστήσῃ ἄλλα φορολογικὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπαχθέστερα. Θὰ ἐτόλμων νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου ὑποβληθεῖσαν φορολογίαν τοῦ ἐνοικίου, ν’ ἀφήσῃ δὲ τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος ὡς καταφύγιον διὰ τὴν γενικὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, ἣν τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων ἐπηγγέλθη εἰς τὸν λαόν. Ὡς διεσκευάσθη τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἀποτελέσῃ ἔκπληξιν διὰ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἵτινες φρονοῦσιν ὅτι κατηργήθη ὁ νόμος τοῦ 1909 καὶ ἀντικατεστάθη διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου. Ὀπαδὸς τῆς πολιτικῆς πειθαρχίας, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξωσι κόμματα, καὶ ἄνευ κομμάτων δὲν δύνανται νὰ ἐπικρατήσωσι πολιτικαὶ ἰδέαι, θὰ ὑπερψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχομαι τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος, θὰ παρεκάλουν ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δὲν ἀρκεσθῇ εἰς τὸ ἀρχικὸν αὐτοῦ νομοσχέδιον, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου καὶ νὰ βελτιώσῃ τὰ κακῶς κείμενα. (Χειροκροτήματα).
§325Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κηρύσσομαι προκαταβολικῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ πάσης φορολογίας συμπληρωτικῆς ἐπιβαλλομένης ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλὰ τοιαύτην ποιούμενος δήλωσιν δὲν δύναμαι νὰ μὴ κάμω καὶ ἄλλην δήλωσιν, ὅτι πολλοὶ γεννῶνται δισταγμοί, ἂν πρέπει νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ὡς εἰσάγεται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο δέ, διότι πολὺ φοβοῦμαι, μὴ ἡ φορολογία, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν ἀποβῇ φορολογία συμπληροῦσα τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποδίδῃ τις εἰς τὸ Δημόσιον ἀπολαμβάνων εἰσόδημά τι, ἀλλὰ φορολογία νέα, φορολογία, ἥτις οὔτε ἐπενοήθη οὐδ’ ἐπεβλήθη οὐδαμοῦ. Παρ’ ἡμῖν ἀπὸ δεκαετίας, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῇ Ἑλληνικῇ καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ κατ’ ἐπανάληψιν συνεζητήθη τὸ φορολογικὸν σύστημα καὶ ἐγένετο ἀντικείμενον ἐρεύνης, ἀντικρούσεων καὶ αἰτιάσεων ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ καὶ ἐκ μέρους τῶν ἀσχολουμένων περὶ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, διότι ἀπεδόθη εἰς τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν σύστημα ἐλάττωμα καίριον, τὸ ἐλάττωμα τῆς ἀδίκου καὶ ἀνίσου ἐπιβολῆς φόρων. Πολλάκις παρεστάθη καὶ ὑπεστηρίχθη, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον κρίνω, μετὰ πειθοῦς καὶ κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ παραγάγῃ πεποίθησιν περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ πράγματος, ὅτι τὸ φορολογικὸν ἡμῶν σύστημα, ἐνῷ ἐπεβάρυνεν ἕως τώρα ἀνίσως καὶ καταθλιπτικῶς, ἐξακολουθεῖ καὶ ἤδη νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰς κατωτέρας τάξεις καὶ τὴν μεσαίαν τάξιν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ὅτι δὲν ἐπεβάρυνεν ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ τὰς ἀνωτέρας καὶ εὐπορωτέρας τάξεις τῆς καθ’ ἡμᾶς κοινωνίας, ἀλλ’ ὅτι αἱ εὐπορώτεραι τάξεις τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ἐφορολογήθησαν ἐπιεικέστερον ἐπὶ ζημίᾳ τῶν κατωτέρων κοινωνικῶν τάξεων, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ἐντεῦθεν λοιπὸν ἐγεννήθη ἐν τῇ καθ’ ἡμᾶς κοινωνίᾳ ἡ κρίσις ὅτι καιρὸς ἦτο πρὸ πολλοῦ χρόνου, ἀλλὰ καὶ ἤδη ἐξόχως, ὅτι ἐπέστη τέλος ἡ στιγμή, ἵνα μεταρρυθμισθῶσι τὰ τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος κατὰ τρόπον δικαιότερον καὶ σύμφωνον ἄλλως τε πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες μετέχουσιν ἐξ ἴσου κατὰ λόγον τῶν οἰκονομικῶν αὑτῶν δυνάμεων εἰς τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου. Οὗτοι οἱ λόγοι, Κύριοι, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μὲ πείθουσιν ὅτι καιρὸς εἶναι, ἵνα ἡ μερὶς ἐκείνη τῆς κοινωνίας, ἥτις εὐποροῦσα καὶ πλουτοῦσα δὲν ἀποδίδει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὅσα πρέπει ν’ ἀποδώσῃ ἀναλόγως τῆς εὐπορίας καὶ τοῦ πλούτου αὐτῆς, καιρός, λέγω, εἶναι νὰ φορολογηθῇ βαρύτερον. Ἀπὸ τοιαύτης ἀφετηρίας, ὑποθέτω, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1909 ἐσκέφθη νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἀφετηρίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν σήμερον ἐσκέφθη νὰ εἰσαγάγῃ παρόμοιον νομοθέτημα εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε ἐπείσθη ἐκ τῶν παραπόνων τῶν γενομένων πρὸς αὐτὸν ὅτι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1909, ἦτο φόρος ἄδικος καὶ ὅτι τὰ παράπονα κατὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ ἦταν βάσιμα καὶ εὔλογα. Ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι μὴ τυχὸν οὐχὶ ἐν τοῖς παραπόνοις αὐτοῖς ὑπάρχει ἡ αἰτιολογία τῆς εἰσαγωγῆς νέου συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ ἄλλαι σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ αἱ διατυπωθεῖσαι ἐν τῇ ἐκθέσει, ὡς τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχουσιν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ παράπονα ταῦτα περιεστρέφοντο εἰς τὸν τρόπον τῆς ἐπιβολῆς αὐτοῦ, εἰς τὸ ἀνακριτικὸν δηλαδὴ σύστημα, καθ’ ὃ θὰ ἐπεδιώκετο ἡ ἐξέλεγξις παντὸς ἐλλιπῶς ἢ μηδόλως δηλωθέντος εἰσοδήματος καὶ ὑποκειμένου εἰς φόρον». Ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, λέγω, ἂν αὐτὸς μόνος ὁ λόγος ἐκυριάρχει ἐν τῇ σκέψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πρὸς κατάρτισιν νομοσχεδίου, οἷον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ πολὺ φοβοῦμαι μὴ ἄλλη εἶναι ἡ περαιτέρω σκέψις. Τί λέγει ἡ περαιτέρω σκέψις; (ἀναγινώσκει): «Ἀντὶ τοῦ εἰσοδήματος τούτου, ὅπερ καὶ ἐν ταῖς ἀποδόσεσί του ἐφαίνετο ὑμῖν ἐπισφαλές, προετιμήσαμεν—προκειμένου μάλιστα περὶ ὅλως νέου φόρου, ξένου ἀκόμη εἰς τὰ ἡμέτερα ἤθη— νὰ ὑπολογίσωμεν ἑνὸς ἑκάστου φορολογουμένου τὸ εἰσόδημα καὶ νὰ στηρίζωμεν τὸν φόρον τοῦτον κυρίως ἐπὶ τῶν εὐπόρων καὶ τῶν πλουσίων τάξεων». Ὑποθέτω ὅτι εὑρίσκομεν τὴν λύσιν τῆς ἀπορίας ἐν τῇ σκέψει ὅτι «εἰς τὰς ἀποδόσεις του ὁ φόρος, ὡς ἐνομοθετήθη κατὰ τὸ 1909, φαίνεται ἐπισφαλής». Καὶ ἀληθῶς, ἐὰν συγκρίνῃ τις τὰς εἰκαζομένας ἀποδόσεις τοῦ φόρου, ὡς ἐνομοθετήθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΤϚΙʹ τοῦ 1909, καὶ τοῦ φόρου, ὡς ῥυθμίζεται οὗτος διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, βεβαίως θέλει εὕρει διαφορὰν, καὶ ἴσως κολοσσιαίαν διαφορὰν ἐπὶ πλέον ἐν τῇ ἀποδόσει τοῦ φόρου τούτου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος ἠθέλησε νὰ ἐκτοπίσῃ τὰ κακὰ τοῦ νόμου τοῦ 1909; Τοῦτο ἀποτελεῖ ἄλλο ζήτημα, καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτον μόνον τὸν σκοπὸν ἐπιδιώκει θὰ ἦτο ἀξιέπαινος ἡ προσπάθειά του. Ἀλλ’ εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξετασθῆ ἤδη κατὰ πόσον δηλαδὴ ἐπιτρέπεται ἐν περιπτώσει ἀνεπαρκείας τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου, ἡ ἐπιβολὴ νέου φόρου, ἵνα ἐντεῦθεν ἐπέλθῃ τὸ ἰσοζύγιον τῶν δαπανῶν πρὸς τὰ ἔσοδα ἡμῶν. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, ὡς ἔχει νομοθετηθῆ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1909, ὠνομάσθη τὴν πρωίαν τῆς σήμερον φόρος ἀνάξιος λόγου, φόρος ἀνόητος. Δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ, Κύριοι, ν’ ἀποκρούσω τὴν κατηγορίαν ταύτην κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι οὔτε δημιουργὸς τοῦ νόμου ἐκείνου ἤμην, ἀλλ’ οὔτε καὶ Βουλευτὴς ἤμην κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ κατηγορία ἡ ἀπευθυνθεῖσα κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι ἄδικος. Ὡς ἀνάξιον λόγου καὶ ὡς ἀνόητον ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὸν νόμον ἐκεῖνον, διότι ἡ ἀπόδοσις ἐκ τῆς φορολογίας ἐκείνης ἤθελεν εἶσθαι μικρά. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι λόγος ἀποχρῶν νὰ χαρακτηρισθῇ φόρος ἀνάξιος λόγου. Ἔχομεν, Κύριοι, φόρους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀπόδοσιν πολὺ μικροτέραν ἀπὸ τῆς ἀποδόσεως τοῦ φόρου τοῦ 1909. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν δὲν ἕπεται ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἀνόητος καὶ ἀνάξιος λόγου. Ἓν μόνον εἶναι ἐξεταστέον· κατὰ πόσον δηλαδὴ ἡ φορολογία τοῦ νόμου τοῦ 1909 εἶναι δικαία, κατὰ πόσον ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν, καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπερβαίνει τὸ μέτρον τῆς δικαιοσύνης, ἐφ’ ὅσον ὑπερβαίνει τὸ μέτρον τῆς δεούσης εἰσπράξεως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἐφ’ ὅσον πλήττει δίς, κατ’ ἐπανάληψιν, τὸν αὐτὸν φορολογούμενον πολίτην, τότε πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἀνόητος, εἶναι φόρος ἀνάξιος λόγου, εἶναι φόρος ἄδικος. Ἀλλὰ πρόκειται ἆρά γε, Κύριοι, περὶ φόρου συμπληρωτικοῦ τοῦ εἰσοδήματος, ὡς ἀποκαλοῦσι τὸν φόρον τοῦτον, τὸν ὁποῖον προτείνει τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή; Βεβαίως ὄχι. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας ἐντελῶς νέας, πρόκειται περὶ φορολογίας ἀγνώστου, διότι, ὁπουδήποτε καὶ ἂν ὑπάρχῃ ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, εἶναι φόρος ἐπιβαλλόμενος μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων. Καὶ πρότυπον παράδειγμα τοιούτου φόρου εἶναι ἡ φορολογία τοῦ εἰσοδήματος ἐν Ἀγγλίᾳ, ἥτις ἰσχύει ἐπὶ ὁλόκληρον αἰῶνα· ἡ φορολογία αὕτη φορολογεῖ τὸ εἰσόδημα, ἐφ’ ὅσον τὸ εἰσόδημα, τὸ σύνολον τοῦ εἰσοδήματος, δὲν φορολογεῖται διὰ τῆς κατὰ μέρος ἀμέσου φορολογίας. Καὶ τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν καὶ ἐξυπηρετικὸν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς κοινωνίας, εἶναι μέτρον ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης, ἥτις πρέπει νὰ κρατῇ ἐν τῇ φορολογίᾳ, εἶναι τὸ μέτρον τῆς συμπληρωτικῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ 1909, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ θ’ ἀπέδιδεν ὀλίγα ἐφαρμοζόμενος, ἐν τούτοις ἦτο φόρος πράγματι συμπληρωτικὸς τοῦ εἰσοδήματος, διότι πρέπει, νομίζω, Κύριοι, νὰ προσδιορίσωμεν τὰς ἐκπτώσεις, τὰς ὁποίας προσδιώριζεν ὁ νόμος τοῦ 1909, ἵνα ἴδωμεν ἂν πρόκειται περὶ φορολογίας συμπληρωτικῆς ἢ περὶ αὐτοτελοῦς. Καὶ ὁ νόμος τοῦ 1909 ὥριζεν ὅτι (ἀναγινώσκει) «πρὸς εὕρεσιν τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος ἐκπίπτονται: αʹ) Οἱ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου λαμβανόμενοι μισθοί, ἐπιμίσθια, ἐπιδόματα καὶ αἱ λόγῳ ἀντιμισθίας χορηγίαι ἢ ἀποζημιώσεις ἢ ποσοστά, δικαιώματα, προμήθειαι καὶ ἀμοιβαὶ παντὸς εἴδους, ὁσάκις τὰ ἀνωτέρω καταβάλλονται πρὸς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους ἢ εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ἐν γένει ἄνδρας τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀποζημίωσις». βʹ) Τὰ εἰσοδήματα ἐξ οἰκοδομῶν· γʹ) Τὰ εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων ὑποκείμενα εἰσοδήματα τῶν ἐπιτηδευματιῶν ὑπαλλήλων, ἐν Ἑπτανήσῳ δὲ τὰ εἰσοδήματα ταῦτα καίπερ μὴ ὑποκείμενα εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος· δʹ) Τὰ εἰσοδήματα τῶν λοιπῶν εἰς τὸν αὐτὸν φόρον ὑποκειμένων ἐπιτηδευματιῶν, τῶν μὲν καταβαλλόντων ἐτησίως φόρον ἐπιτηδεύματος ἄχρι δραχ. 250 ἐκπίπτονται εἰσοδήματα δραχ. 3000, τῶν καταβαλλόντων ἐτησίως φόρον ἐπιτηδεύματος δρ. 250–650 ἐκπίπτονται εἰσοδήματα δραχ. 6500, τῶν δὲ καταβαλλόντων ἐτησίως φόρον ἐπιτηδεύματος ἀνωτέρω τῶν δρ. 650 ἐκπίπτονται εἰσοδήματα δραχ. 10.000. Ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκπίπτονται ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καίπερ μὴ ὑποκειμένων εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος, δρ. 10.000· εʹ) Τὰ εἰσοδήματα τῶν ἐγχωρίων προϊόντων, ὧν ὁ ἔγγειος φόρος εἰσπράττεται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ μεταφοράν· ϛʹ) Πᾶν ἄλλο εἰσόδημα ὑποκείμενον εἰς ἄμεσον φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν, περιβολίων, βοσκῶν, ἀμπέλων, ἐλαίου ἢ δασικὸν δικαίωμα ἢ φόρον ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου μεταλλείων ἢ φόρον ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων κινητῶν ἀξιῶν· ζʹ) Οἱ ὑπὸ τῶν φορολογουμένων ἀποδεδειγμένως καταβαλλόμενοι τόκοι τῶν χρεῶν αὐτῶν καὶ ηʹ) Οἱ τόκοι τῶν δημοσίων δανείων». Μετὰ τοιαύτας καὶ τοσαύτας ἐκπτώσεις ἐπέρχεται ὁ φόρος τοῦ τυχὸν πλεονάζοντος εἰσοδήματος καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν πάντων τῶν ἀνωτέρω εἰσοδημάτων. Καὶ ἡ ἀφαίρεσις αὕτη ἐπεβάλλετο εἰς τὸν νομοθέτην, διότι τὴν ἔκπτωσιν καθίστα ἀναγκαίαν ἡ ἐπιβληθεῖσα φορολογία ἐπὶ πάντων τῶν εἰσοδημάτων τοῦ φορολογουμένου πολίτου, ἡ φορολογία ἡ ἐξικνουμένη ἐνίοτε μέχρις 20% καὶ 30%, ὡς π. χ. ἡ φορολογία τῆς σταφίδος, ἡ φορολογία ἐπὶ τοῦ ἐλαίου 20%. Ἔχομεν ἐπίσης εἰσοδήματα φορολογούμενα δι’ ἀμέσου φόρου 20%, οἷον ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, διότι δὲν εἶναι μόνον ὁ συμπληρωτικὸς φόρος, τὸν ὁποῖον λαμβάνει τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπολογίσητε καὶ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὁ πολίτης, τὰς ἄλλας ζημίας τὰς παρομαρτούσας, π. χ. τὰς φθορὰς, τὰς ἐπισκευάς, τὰς ἀποσβέσεις καὶ ἄλλα· καὶ ἂν ταῦτα ὑπολογίσητε, δὲν δύνασθε ἢ νὰ δεχθῆτε ὅτι ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὁ πολίτης, ἀνέρχεται εἰς 20%. Διὰ τοῦτο ἔρχεται ὁ νόμος τοῦ 1909 καὶ λέγει: «φορολογῶ μόνον ἐφ’ ὅσον περισσεύει ἀφορολόγητον εἰσόδημα». Ἀλλ’ ὁ νόμος ὁ εἰσαγόμενος ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν λέγει: «ἀδιαφορῶ ἂν ἀποδίδεται 10%· ἀδιαφορῶ ἂν ὁ πολίτης ὑφίσταται ζημίαν ἐξικνουμένην μέχρι 10%· ἀδιαφορῶ ἂν ἡ σταφὶς ἀποδίδει μέχρι 15% κλπ... Θὰ εἰσπράξω φόρον ἐπὶ τοῦ συνολικοῦ εἰσοδήματος». Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν λέγεται φορολογία συμπληρωτικὴ τοῦ εἰσοδήματος. Μὴ τυχὸν ὅμως δύναται νὰ ὀνομασθῇ φορολογία γενικὴ τοῦ εἰσοδήματος; Ἀναντιρρήτως ὄχι. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι τὸ πρότυπον τοῦ φόρου τούτου εὑρίσκομεν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα ἰσχύει ἀπὸ τοῦ 1789. Ἀλλά, ἂν καὶ ἐλέχθησαν τὰ περὶ τούτου καὶ κατὰ κόρον ἐπανελήφθησαν, δὲν εὑρίσκω ἄστοχον καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ σχεδὸν οὐδεὶς ἕτερος φόρος ἄμεσος ὑπάρχει, φορολογῶν τὸ εἰσόδημα τοῦ πολίτου, πλὴν τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τοῦ τῶν γαιῶν, ἐντελῶς ἀναξίων λόγου. Πρὸς τῇ ἀποδόσει τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος οὐδεὶς ἕτερος ἄμεσος φόρος βαρύνει τὴν παραγωγήν, οὐδεὶς ἕτερος ἄμεσος φόρος βαρύνει τὸ εἰσόδημα τοῦ Ἄγγλου πολίτου. Ἵνα ἐννοήσητε ποία εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν νόμων καὶ τῶν ἀποδόσεων ἐκ τῶν φόρων, οἵτινες ἐπιβάλλονται ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἀπόδοσις κατὰ μέσον ὅρον τῶν ἀμέσων φόρων τούτων ἀνέρχεται μόλις εἰς 2.000 000 λίρας κατ’ ἔτος, ἐνῷ ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 45.000.000 λιρῶν. Οὗτος λοιπὸν λέγεται φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ εἶναι δίκαιος, διότι ἐπιβάλλεται καὶ εἰσπράττεται ἐπὶ τῇ καταργήσει πάντων τῶν ἄλλων ἀμέσων φόρων. Ἡ εἰσαγομένη ἤδη φορολογία τοῦ εἰσοδήματος φέρει πρόσθετον, δεύτερον φόρον ἐπὶ πάντων ἐκείνων τῶν εἰσοδημάτων, τὰ ὁποῖα ἐφορολογήθησαν ἤδη, τινὰ μάλιστα ἐξ αὐτῶν ἀπηνῶς, ἀπηνέστατα. Ἀλλ’ ἐὰν προέλθωμεν, Κύριοι, μὴ ἀπομακρυνόμενοι ἀπὸ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἑτέρας ἀπόψεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡρμήθη καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα μεταβάλῃ τὸ σύστημα τοῦ νόμου τοῦ 1909, καὶ ἐρευνήσωμεν τὴν βεβαίωσιν ἢ τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου,—διότι ἐκεῖ κυρίως ἀπέβλεπον τὰ παράπονα ὅσα ἤκουσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν—, εἰς τὸν τρόπον τῆς βεβαιώσεως—καὶ κατὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εὔλογα ἦσαν τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἠκούσθησαν κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, δεχόμενος ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας—, ἐάν, λέγω, προέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀπόψεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου, τί θέλομεν ἰδεῖ; Θέλομεν ἰδεῖ ὅτι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησεν ὁ νόμος τοῦ 1909, ἐρχόμεθα νὰ κυρώσωμεν καὶ νὰ ἐπαναλάβωμεν διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν, ὑποστηρίζοντες ὅλα τὰ κακὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσα πρὸ ὀλίγου, τουτέστιν εἰσάγοντες τὸν φόρον τῆς νέας ἀμέσου φορολογίας καὶ τὸ σύστημα τὸ καταθλιπτικὸν τῆς βεβαιώσεως, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ὁ νομοθέτης τοῦ 1909. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησεν ἁπτὰς ἐνδείξεις τοῦ εἰσοδήματος ἑκάστου πολίτου, καὶ τὰς ἁπτὰς ἐνδείξεις δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ἀλλαχοῦ ἢ ἐν τῷ ἐνοικίῳ, τὸ ὁποῖον πληρώνει ὁ πολίτης. Ἀλλὰ τὸ ἐντεῦθεν προκῦπτον τεκμήριον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θεωρεῖ ἀμάχητον καὶ ἐπιτρέπει ἀνταπόδειξιν κατὰ τοῦ ἐντεῦθεν ἀπορρέοντος τεκμηρίου, ἢ καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ εἰσοδήματος, εἴτε ἀνωτέρου εἴτε κατωτέρου, καθιεροῦται διαδικασία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖται ὁ ἔλεγχος μετὰ δήλωσιν τοῦ φορολογουμένου, ἑτέρα διαδικασία κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου, ὅτι τὸ εἰσόδημα εἶναι ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου, γίνεται ἡ διαδικασία καθ’ ἣν τρόπον ὁρίζει ὁ νόμος. Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο κατεδίκασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1909 εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ σύστημα δηλαδὴ τῆς ἐξετάσεως καὶ τῆς ἐρεύνης, καθ’ ἣν ἐπαναλαμβάνονται πάντα τὰ ἐκ τοῦ νόμου ἐκείνου ἀπορρέοντα ἄτοπα, καθ’ ἣν τὰ περιουσιακὰ ἀπόρρητα τοῦ ἰδιώτου καὶ μάλιστα τοῦ ἐμπόρου γίνονται κτῆμα κοινόν, ἀντικείμενον περιέργου φιλοπραγμοσύνης, ἐπιζημιωτάτης εἰς τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν καὶ ἰδιαίτατα τῆς ἐμπορικῆς τάξεως. Τὴν πρωίαν ἀγορεύοντες ἄλλοι συνάδελφοι ἔκαμον τὴν παρατήρησιν ὅτι τὰ βιβλία τὰ ἐμπορικὰ δὲν εἶναι πλέον ἀπόκρυφα, δὲν εἶναι κεκαλυμμένα καὶ ἀπόρρητα, ὡς συμφέρει εἰς τὸ ἐμπόριον νὰ εἶναι κεκαλυμμένα, ἀλλ’ ὅτι εἶναι προσιτὰ εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον νὰ ἐρευνᾷ τὰ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἐμπόρου, καὶ ὑπέδειξαν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 19, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει): «Ἐν περιπτώσει ἐκδικάσεως ἐνστάσεως, δι’ ἧς ὁ ἐνιστάμενος ἰσχυρίζεται ὅτι ἔχει πραγματικὸν εἰσόδημα ἀνώτερον τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 καθοριζομένου, ἐπιτρέπεται εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ἡ χρῆσις παντὸς ἀποδεικτικοῦ μέσου ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, παρέχεται δ’ ἅμα εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐνστάσεως καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῶσι παντὸς εἴδους ἔρευναν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀποτελεῖ διοικητικὸν Δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου διεξάγεται ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἡ ὅλη διαδικασία, εἶναι δυνατὸν ὁ διάδικος νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰ βιβλία τοῦ ἐμπόρου πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ του, δὲν βλέπω ποίαν ἄλλην ἔννοιαν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ πρᾶγμα. Ἑπομένως εἶναι ἡ ἔννοια ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πάντες ἡμεῖς ἀρυόμεθα ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς διατάξεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διεμαρτυρήθη καὶ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια, ἀλλ’ ὅτι μόνον εἰς περίπτωσιν ἀμφισβητήσεως ὅτι τὸ εἰσόδημα εἶναι κατώτερον, τότε καὶ μόνον ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ χρῆσις τῶν βιβλίων αὐτοῦ. Ἐάν τις προβῇ περαιτέρω εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς παραγράφου, βλέπει τὴν κύρωσιν τῶν λόγων μου. Διότι τίς ἀγνοεῖ ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν, καὶ εἰς τὴν ἀντίθετον ἐκείνης, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ χρῆσις τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου τὰς ἐπιτρεπούσας εἰς τὸν ἀντίδικον τοῦ ἐμπόρου νὰ ἐπικαλεσθῇ πρὸς ἀπόδειξιν αὐτὰ τὰ ἐμπορικά του βιβλία; Ἡ ἑπομένη παράγραφος τοῦ ἄρθρου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἐν περιπτώσει ἐκδικάσεως ἐνστάσεως κατὰ γενομένης ἐν τῷ καταλόγῳ ἐγγραφῆς δι’ εἰσόδημα ἀνώτερον τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 καθοριζομένου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ἡ χρῆσις μόνον τῶν ἐν ἄρθρῳ 16, § βʹ καὶ γʹ, ἀναφερομένων στοιχείων». Ὥστε ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς χρήσεως τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων καὶ ἡ περίπτωσις αὕτη ἐμφανίζεται τὴν ὥραν ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ ἐνιστάμενος ἤθελεν ἀμφισβητήσει τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 καθοριζόμενον εἰσόδημα.
§326Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου θὰ ἔχῃ ἐνστάσεις στηριζόμενος ἐπὶ ἐγγράφων, καὶ τότε μόνον ὁ φορολογούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰ βιβλία του.
§327Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ λέγεται τοῦτο;
§328Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον 16 λέγει ὅτι δύναται τὸ ὄργανον τοῦ Δημοσίου νὰ ἀπαιτήσῃ περισσότερον φόρον εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν δι’ ἐγγράφου ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι τὸ εἰσόδημα δὲν εἶναι τὸ ἀληθές, ἀλλ’ ἀνώτερον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ φορολογούμενος δύναται νὰ ἀντιτάξῃ τὰ βιβλία του, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τοὺς ἰσχυρισμούς του.
§329Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀπαντῶ ὅτι δὲν μοὶ εἴπετέ τι, ὅπερ διέλαθε τὴν προσοχήν μου. Τὸ ἄρθρον 16 τὸ ἀνέγνωσα· ἀλλ’ αὐτὸ βεβαίως δὲν καταργεῖ τὸ ἄρθρον 19, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν διαδικασίαν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ὁποῖον ῥητῶς λέγει ὅτι γίνεται χρῆσις πάντων τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων παρά τε τοῦ ἐφόρου καὶ παρὰ τοῦ ἐνισταμένου. Ἐν 4ῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 19 προσδιορίζεται ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀμφισβητήσει ὁ ἐνιστάμενος τὸν προσδιορισμὸν καὶ καθ’ ἣν γίνεται χρῆσις ὅλων τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων, ἄρα καὶ τῶν βιβλίων τοῦ ἐμπόρου, διότι καὶ ταῦτα εἶναι ἀποδεικτικὰ μέσα. Τὸ πρᾶγμα εὐκόλως ἐπανορθοῦται, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ ἄρῃ τὴν ἀσυμφωνίαν ἐκ τοῦ μέσου καὶ νὰ προσδιορίσῃ τὸ πρᾶγμα σαφῶς, ὥστε νὰ ἀρθῇ ὁ κίνδυνος τῆς ἐπισκέψεως τῶν βιβλίων τοῦ ἐμπόρου. Λέγω λοιπὸν ὅτι, ἐνῷ δὲν ἔχομεν διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ὅλα τὰ πλεονεκτήματα ἐκεῖνα, ὅσα ἀπὸ ἀπόψεως δικαιοσύνης καὶ ἰσότητος ἐνέχει ὁ νόμος τοῦ 1909, ἔχομεν ἐξ ἄλλου ὅλα τὰ ἄτοπα καὶ τὰς πλημμελείας, τὰς ὁποίας ἐνέχει ὁ νόμος τοῦ 1909. Δὲν νομίζω δέ, ὡς νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἁπτὴ ἔνδειξις τοῦ εἰσοδήματος εἶναι τὰ ἐνοίκια τὰ καταβαλλόμενα ὑπὸ τῶν φορολογουμένων. Ἐνῷ ἀλλαχοῦ, Κύριοι, τὸ ἐνοίκιον τὸ καταβαλλόμενον, εἴτε πράγματι εἴτε κατ’ εἰκασίαν, ἀποτελεῖ ἔνδειξιν σπουδαίαν περὶ τοῦ ὅλου εἰσοδήματος τοῦ φορολογουμένου πολίτου, δὲν δυνάμεθα δυστυχῶς νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ προκειμένου περὶ Ἑλλήνων πολιτῶν. Εἶναι ἀσθένεια ἀναγομένη εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος ἡ ματαιοδοξία, τὴν ὁποίαν ἔχει οὗτος, νὰ ἐπιδεικνύῃ πλοῦτον ἀνώτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον πράγματι ἔχει, ἡ ματαιοδοξία νὰ ἐμφανίζηται ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὡς ζῶν ἐν εὐπορίᾳ καὶ εὐμαρείᾳ, ἥτις ὅμως δὲν εἶναι πραγματική. Τὸ δὲ μέσον, δι’ οὗ ἐμφανίζει τοιαύτην εὐμάρειαν εἰς τὴν λοιπὴν κοινωνίαν, ἀποτελουμένην ἐξ ἀνθρώπων γνωστῶν, διότι ἐν τῇ μικρᾷ κοινωνίᾳ συνδέονται πάντες πρὸς ἀλλήλους διὰ γνωριμίας, τὸ μέσον, λέγω, εἶναι κυρίως ἡ κατοικία του, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν μικροεισοδηματίας, ὧν τὸ εἰσόδημα δὲν ὑπερβαίνει τὰς 3,000 δρχ., νὰ πληρώνουν ἐνοίκιον 1000 καὶ 1500 δρ. τὸ ἔτος, ποσὸν δηλ. ἀνερχόμενον εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου εἰσοδήματος, ἐνίοτε δὲ καὶ πέρα τοῦ ἡμίσεος, καὶ οἵτινες ὑφίστανται ὅλας τὰς ἄλλας στερήσεις, τὰς ὁποίας καθιστᾷ ἀναγκαίας ἡ τοιαύτη ματαιοδοξία, ἵνα ἐμφανισθῶσιν εἰς τὴν κοινωνίαν ὡς ζῶντες ἐν ἀνέσει καὶ ἐν εὐπορίᾳ. Εἶναι πρᾶγμα συνηθέστατον τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγω, καὶ πάντες ἡμεῖς εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζωμεν καὶ νὰ τὸ βεβαιώσωμεν. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι τὸ ἐνοίκιον δὲν εἶναι ἡ ἁπτὴ ἔνδειξις τοῦ εἰσοδήματος τοῦ πραγματικοῦ καὶ ἴσως ἀλλαχοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὰς ἁπτὰς ἐνδείξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐστήριζε τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τὴν μελέτην καὶ ἐπεξεργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος ἀρχικοῦ νομοσχεδίου ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ μεταβάλλῃ ἐν πολλοῖς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ ἀπεδέχθη ἄλλας μὲν προτάσεις τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ἄλλας δὲ προτάσεις τῆς μειονοψηφίας καὶ οὕτω μετέβαλε τὴν ἀφετηρίαν τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἡ ἀφετηρία πρὸς φορολογίαν ἄνω τοῦ ποσοῦ τῶν 5000 δρ. κατὰ τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον κατῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4000 δρ. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον εἰσήγαγε καὶ μεγάλας προσαυξήσεις διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, περὶ τῶν ὁποίων οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ παρόντος πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἀναγκαῖον θεωρῶ νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως τὰς ἐκπτώσεις ἐκείνας, ἃς εἰσήγαγε διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου, διὰ τὰς ὁποίας, οἱονεὶ καυχώμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξαίρει τὸ ἔργον αὑτοῦ, ὡς ἔργον δικαιοσύνης, ὡς ἔργον ἰσότητος. Ἡ μία τῶν ἐκπτώσεων εἶναι προσαύξησις, διότι ἔκπτωσιν ὀνομάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἐλάττωσιν τῆς ἀφετηρίας τοῦ φορολογητέου ποσοῦ τῶν 5000 δρ. εἰς τὸ ποσὸν τῶν 4000 δρ. Εἶναι ἄρα αὔξησις τῆς φορολογίας καὶ οὐχὶ ἔκπτωσις. Ἔκπτωσιν πραγματικὴν ἀποτελεῖ ἡ ἑτέρα ἄφεσις, τὴν ὁποίαν ποιεῖται τὸ νομοσχέδιον τῶν 400 δρχ. τῶν προσθετέων εἰς ἕκαστον μέλος τῆς οἰκογενείας ὑπὲρ τὰ πέντε συμβιοῦν καὶ συντηρούμενον εἴτε ἐκ τῆς κοινῆς περιουσίας εἴτε ἐκ τῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς οἰκογενείας. Τοῦτο ὁμολογῶ ὅτι ἀποτελεῖ ἔκπτωσιν· πλὴν αὐτῆς ὅμως οὐδεμίαν ἄλλην ἀνευρίσκω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ καυχᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι πάντοτε ἡ ἔκπτωσις τῶν 400 δρχ. κατὰ μέλος οἰκογενείας ὑπὲρ τὰ πέντε ἀποτελεῖ καὶ ἔκπτωσιν, διότι ἔχομεν ἑτέραν διάταξιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ συμβιοῦντα ἄτομα, καὶ ἔγγαμα ἂν ὦσι, θεωροῦνται ὅτι ἀποτελοῦσι μίαν οἰκογένειαν. Τοῦτο λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, χαριζόμενος τρόπον τινὰ πρὸς τὰς οἰκογενείας ταύτας καὶ μὴ ζητῶν ἢ ἕνα καὶ μόνον φόρον παρὰ τῆς οἰκογενείας ταύτης. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι γνωρίζομεν πάντες ὅτι, ὅταν συμβιῶσιν ἔγγαμα μέλη μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀρχικῆς οἰκογενείας, τὰ μέλη ταῦτα τὰ ἔγγαμα ἔχουσι περιουσίαν εἴτε ἰδίαν ἀτομικὴν εἴτε προικῴαν τοιαύτην, ἡ περιουσία δὲ αὕτη, εἴτε κατὰ μέλος ὑπολογισθῇ, θέλει ὑπόκεισθαι εἰς φόρον εἰσοδήματος ἐφ’ ὅσον ὑπερβαίνει τὰς 4,000 δρ., εἴτε ἐν συνόλῳ ὑπολογισθῇ μετὰ τῆς περιουσίας τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς οἰκογενείας, θὰ αὐξήσῃ αὐτήν, ὥστε νὰ ὑπόκειται εἰς ἀνώτερον ὅριον φορολογίας ἢ εἰς ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὑπόκεισθαι ἡ περιουσία τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς οἰκογενείας.
§330Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ἐνοίκιον μένει τὸ ἴδιον.
§331Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐνοίκιον δὲν παρέχει καθ’ ὑμᾶς ἔνδειξιν ἀκαταγώνιστον.
§332Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πολὺ ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς σας· ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ βάσις εἶναι τὸ ἐνοίκιον, ἡ ἕνωσις τῶν δύο περιουσιῶν ἤθελε συνεισφέρει αὔξησιν.
§333Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ ἐνοίκιον ἐνδεικνύει εἰσόδημα 10,000 δραχμῶν· ἀλλά, ἐὰν τὸ εἰσόδημα εἶναι ἀνώτερον τῶν 10,000, βεβαίως τὸ Δημόσιον θὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ εἰσοδήματος καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ εἰσόδημα δὲν εἶναι 10,000 δρ., ἀλλ’ εἶναι 15,000 καὶ θὰ ἀποδείξῃ τοῦτο, ἐφ’ ὅσον τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀληθές, διότι ἐνδέχεται ἀληθῶς τὸ εἰσόδημα νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 10,000 δρ., καὶ ἐὰν τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχῃ τὸ Δημόσιον βεβαίως θὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὑπερβαίνει, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἰσπράξῃ φόρον 15.000 δρ. καὶ τότε λέγω ὅτι ἡ περιουσία ἡ εἰσενεχθεῖσα ἐν τῇ κοινῇ περιουσίᾳ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς οἰκογενείας δὲν μένει ἀφορολόγητος, ὡς θέλει νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξαιρῶν τὰ μέλη τὰ ἔγγαμα τῆς αὐτῆς οἰκογενείας τὰ συμβιοῦντα ἢ συγκατοικοῦντα.
§334Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν θεωρῶνται ὡς ἀποτελοῦντα μίαν οἰκογένειαν ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας, θὰ φορολογῶνται πέρα τῶν 4000 δρ., ἐνῷ, ἐὰν ἦσαν δύο οἰκογένειαι, θὰ φορολογηθῶσι πέρα τῶν 8000 δραχμῶν.
§335Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς σας.
§336Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ πολλάκις συγκατοικοῦσιν, ἀλλ’ ἀποτελοῦσιν ἰδίαν οἰκογένειαν.
§337Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νόμον περὶ φορολογίας συμπληρωτικῆς τοῦ εἰσοδήματος, ἔχομεν νόμον εἰσάγοντα φορολογίαν γενικὴν τοῦ εἰσοδήματος κατὰ προσθήκην πρὸς τοὺς φόρους τοὺς ἀμέσους τοὺς βαρύνοντας πᾶν εἰσόδημα. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν ἄτομον ἀνῆκον εἰς τὴν μεσαίαν τάξιν τῆς κοινωνίας τῆς Ἑλληνικῆς, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι ἡ μὲν ἐργατικὴ τάξις ἡ κατωτέρα καὶ ἀποχειροβίωτος δὲν βαρύνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου διά τινος φορολογίας, ἀλλὰ πάντως καὶ κυρίως βαρύνονται αἱ μεσαῖαι τάξεις τῆς κοινωνίας καὶ αἱ πλούσιαι βεβαίως, ἡ μερὶς ἐκείνη τῆς κοινωνίας, ἡ φέρουσα ὅλα τὰ βάρη, ἂν ὄχι ὅλα, βεβαίως, τὰ πλεῖστα τῶν βαρῶν. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν μίαν οἰκογένειαν τοιαύτην ὑπ’ ὄψιν, ἐν Ἀθήναις ἐγκατεστημένην καὶ κατοικοῦσαν εἰς οἴκημα ἐπὶ ἐνοικίῳ 150 δρ. κατὰ μῆνα, ἔχομεν ἐνοίκιον ἐν συνόλῳ 1800 δρ.
§338Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί τὸ θέλετε τὸ ἐνοίκιον; Εἰς τὴν πρόσοδον πρέπει ν’ ἀποβλέψητε.
§339Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπολογίζω τὸ ἐνοίκιον, διὰ νὰ εὕρω τὴν πρόσοδον· τὸ ἐνοίκιον τοῦτο ἀντιστοιχεῖ εἰς πρόσοδον 6750. Ἀνευρίσκω ἐν τῷ πίνακι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον θ’ ἀποδώσῃ τὸ εἰσόδημα τοῦτο, εἶναι δρ. 84. Ἀλλ’ ἆρά γε πρόκειται περὶ ἀποδόσεως μόνον φόρου 84 δραχμῶν ἐπὶ εἰσοδήματος ὁλικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω ὅτι θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 4000 δραχ. ἢ 4500, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ζῶσιν αἱ Ἑλληνικαὶ οἰκογένειαι καὶ μάλιστα ἐν Ἀθήναις; Βεβαίως ὄχι, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ἀφαιρέσω τὸ ποσὸν τοῦ ἐνοικίου τῶν δρ. 1800 ἐκ τοῦ ὅλου εἰσοδήματος τῶν δραχ. 4000 ἢ 4500, βλέπω ὅτι ἀπομένει ἐκ τοῦ ὁλικοῦ εἰσοδήματος 4000 δραχμῶν ἢ 4500 ὑπόλοιπον δραχμῶν 2200 ἢ τὸ πολὺ 2700 διὰ τὴν συντήρησιν τῆς οἰκογενείας. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν 4000 δραχ. εἴτε ἐξ εἰσοδήματος οἰκοδομῶν προέρχεται, εἴτε ἐξ ἄλλου ἀκινήτου κτήματος, εἴτε εἶναι εἰσόδημα ἐργασίας τινὸς ἐπαγγελματικῆς, θὰ ἴδητε κατὰ μέσον ὅρον ὑπολογιζόμενον....
§340Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκάματε ἓν λάθος· μόνον 30 δραχ. φόρον θὰ πληρώσῃ τὸ εἰσόδημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπολογίζετε.
§341Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακολουθήσατέ με καὶ θὰ φθάσω ἀμέσως ἐκεῖ. Θέλετε ἴδει ὅτι ἔχομεν φορολογίαν μὲ ποσὸν ὑπερδιπλάσιον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τίθεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐπιβαρύνομεν τὸν εἰσοδηματίαν διὰ ποσοῦ ὑπερδιπλασίου ἀποδοθέντος ἤδη διὰ τῆς φορολογίας τῆς κατὰ μέρος τῶν ἀμέσων φόρων. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν αἱ οἰκογένειαι εἰς τὴν τοιαύτην τάξιν τὴν μεσαίαν τῆς κοινωνίας ἀνήκουσαι ν’ ἀντίσχωσιν εἰς τὰ τοιαῦτα βάρη;
§342Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶναι 30 δραχμαί.
§343Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ τῆς ἐκπτώσεως τῶν 4000 δραχμῶν.
§344ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί ἄνευ τῆς ἐκπτώσεως, ἐνῷ πάντοτε θὰ γίνῃ ἡ ἔκπτωσις· εἴπετε ὅτι θὰ πληρώσῃ 80 δραχμάς;
§345Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· εἶπον 84· ἐκπίπτω 4000.
§346Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐξεπέσατε· αὐτὸ εἶναι τὸ λάθος.
§347Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἴπετε 1800 δρ. ἐνοίκιον· τὸ εἰσόδημα τὸ ἀντιστοιχοῦν εἶναι 6250, ἑπομένως θὰ φορολογηθῇ 2250· ὥστε θὰ πληρώσῃ φόρον 30 δραχμάς.
§348ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ 85 καὶ 30. Μᾶς κατέπληξαν αὐταὶ αἱ 85, κύριε Μερλόπουλε.
§349Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον, κύριε Πρωθυπουργέ, διὰ νὰ σᾶς καταπλήξω· ἄλλως τε εἶναι τόσον προφανὲς τὸ πρᾶγμα καὶ τόσον ἐξώφθαλμον ἐκ τῶν πινάκων, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐλέχθη τοῦτο, ἵνα ἀπατηθῇ ἡ Βουλή.
§350ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· εἶσθε ἐν καλλίστῃ πίστει.
§351Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῇ προϋποθέσει ὅτι θέλει ἐκπέσει τὸ ποσὸν καὶ συνεπῶς καὶ ὁ φόρος, λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς ποσὸν φόρου 30 δρ., καὶ λέγω ὅτι ὁ φόρος οὗτος δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ εἰσοδήματος μὴ φορολογηθέντος ἤδη, ἀλλ’ ἐπὶ εἰσοδήματος φορολογουμένου κατὰ τρόπον ἀπηνῆ, ἀπηνέστατον.
§352Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πῶς;
§353Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἴτε ἐξ εἰσοδήματος οἰκοδομῶν...
§354Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε ἐξ ἐλαίου εἴτε σταφίδος.
§355Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. εἴτε ἐκ σταφίδος, εἴτε ἐξ ἐλαίου, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, εἴτε ἐξ ἀσκήσεως ἐπαγγέλματός τινος προέρχεται τὸ εἰσόδημα, φορολογεῖται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἐμνημόνευσα δὲ πρὸ ὀλίγου εἰσοδήματά τινα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται διὰ φόρου μέχρι 35%, ὡς εἶναι τὸ προϊόν τῆς σταφίδος.
§356Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πᾶς πρόσθετος φόρος δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν λαόν;
§357Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παντάπασι, διότι ἡ ἔννοια τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος οὐδαμοῦ εἶναι τοιαύτη· οὐδαμοῦ ἐννοεῖται ὡς φόρος κατὰ προσθήκην τῶν ὑφισταμένων βαρῶν ἐπὶ τῶν φορολογουμένων εἰσοδημάτων. Ἐν Ἀγγλίᾳ λ.χ. εἶπον πρὸς ὑμᾶς ὅτι φόρος εἰσοδήματος σημαίνει κατάργησιν πάντων τῶν ἀμέσων φόρων, ἐν Πρωσσίᾳ δὲ ἔχομεν τοὺς ἀμέσους φόρους, ἀλλ’ ἀμέσους φόρους ἔχοντας καθαρῶς τοπικὸν χαρακτῆρα. Καὶ ἂν θέλητε, Κύριοι, ἐπὶ παραδείγματι νὰ ἴδητε ὁποῖαι εἶναι αἱ ἐκπτώσεις αἱ ὑπὸ τοῦ Πρωσσικοῦ νόμου ἀναγνωριζόμεναι, διότι καὶ τῆς Πρωσσίας τὸ παράδειγμα ἀνεφέρθη ἤδη,—θὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰσόδημα 900 μάρκων, ἐν Πρωσσίᾳ, ὅπου οὐδεὶς ἄμεσος φόρος ὑπάρχει, φόρος ἄμεσος ἀποδιδόμενος εἰς τὸ Κράτος, ἐν Πρωσσίᾳ 900 μάρκων εἰσόδημα μένει πάντη ἀφορολόγητον, ἀρχίζει δὲ ἡ φορολογία ἀπὸ εἰσοδήματος ἄνω τῶν 900 μάρκων καὶ εἶναι ἡ φορολογία προοδευτική· ἐπὶ εἰσοδήματος λ. χ. 3900 μέχρι 4200 μάρκων ἡ φορολογία εἶναι 92 μάρκων, τὰ ὁποῖα ἀποδίδονται ὡς φόρος τοῦ ὅλου καθαροῦ εἰσοδήματος, καὶ τονίζω τοῦτο, διότι παρ’ ἡμῖν δὲν πρόκειται νὰ φορολογηθῇ τὸ καθαρὸν ἀλλὰ τὸ ἀκαθάριστον εἰσόδημα, φόρος ὅστις ἀποδίδεται εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ εἰσοδήματος οὐδόλως ἐπιβαρυνθέντος μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης παρ’ οὐδενὸς ἀμέσου φόρου.
§358Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἐλαφρὰ ἡ φορολογία καὶ ἡ ἰδική μας βαρεῖα.
§359Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρητέον δὲ εἶναι ὅτι τὸ εἰσόδημα 4200 μάρκων ἀντιστοιχοῦν εἰς 5,500 δραχμὰς περίπου...
§360Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. 5250.
§361Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. .. ὅτι τὸ εἰσόδημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωσε φόρον...
§362ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. 25 δραχμάς.
§363Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· 25 δραχμὰς φόρον, τὸ εἰσόδημα, λέγω, τοῦτο δὲν θὰ εὑρίσκητε, τελικῶς ὑπολογιζομένων πάντων τῶν φόρων, ὅσους ἀπέδωκεν εἰς τὸ Δημόσιον, ὅτι φορολογεῖται ἐπὶ ὑπερπολλαπλασίῳ ποσῷ ὑπὲρ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ὡς φόρον ἐν Πρωσσίᾳ; Δὲν θὰ εὑρίσκητε ὅτι, ἐὰν ὑπολογίσωμεν τί ἀπέδωκεν ὡς φόρον οἰκοδομῶν, ὡς φόρον ἐπιτηδεύματος ἢ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον φορολογίας ἀμέσου, ἐπὶ πολλαπλασίῳ ποσῷ φορολογεῖται ἢ ὡς φορολογεῖται ἐν Πρωσσίᾳ διὰ 92 μάρκων; Ὅτι οὕτως αἱ 25 δραχμαὶ εἶναι πολὺ περισσότεραι τῶν 92 μάρκων; Τοῦτο εἶναι προφανές, ὥστε δὲν χρήζει πολλῆς ἐρεύνης καὶ ἐξετάσεως. Καὶ ὅτε οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα τολμᾷ νὰ εἴπῃ τις ὅτι πρόκειται περὶ φόρου συμπληρωτικοῦ τοῦ εἰσοδήματος; Ἀλλὰ μὴ τοῦτο μόνον εἶναι, Κύριοι; Μὴ τυχὸν μόνον ἐπιζητοῦμεν διπλῆν φορολογίαν ἀπὸ εἰσοδήματα φορολογηθέντα ἤδη κατ’ ἀντίθεσιν καὶ ἐπὶ παραβάσει τῶν κανόνων τῶν κρατούντων εἰς Πολιτείας ἰσονόμους καὶ φιλελευθέρους, περὶ ὧν ὁμιλοῦμεν; Δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, διότι καὶ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος αἱ ἐκπτώσεις δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἶναι πολλαὶ καὶ ποικίλαι αἱ ἐκπτώσεις, διότι ἐκ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ὁλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζει καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, εἴτε διὰ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων εἴτε ἄλλως πως, ὁ φορολογούμενος πολίτης, ἐκ τοῦ ὁλικοῦ εἰσοδήματος ἐκπίπτονται πρῶτον πάντες οἱ φόροι, ὅσους ὁ πολίτης, ἀσχέτως πρὸς τὸ εἰσόδημα ἐκεῖνο, ἀποδίδει πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐκπίπτονται πᾶσαι αἱ ἐπισκευαί, τὰς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐνεργήσῃ πρὸς συντήρησιν τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ἐκπίπτεται πᾶσα δαπάνη πρὸς συντήρησιν ἐργοστασίων ἐν λειτουργίᾳ εὑρισκομένων, ἐκπίπτονται πᾶσαι αἱ ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις, ἐκπίπτονται οἱ τόκοι τῶν χρημάτων, τῶν ὀφειλομένων ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς οἰκογενείας, ἐκπίπτονται αἱ φθοραί, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἡ ἰδιοκτησία, ἐκπίπτονται τὰ ἔξοδα τῆς λειτουργίας μηχανημάτων καὶ ἐργοστασίων, προωρισμένων νὰ παραγάγωσι τὸ εἰσόδημα, καὶ μετὰ τοιαύτας καὶ ἄλλας ἀκόμη ἐκπτώσεις, ἐκπτώσεις ἐπεκτεινομένας πρὸς αὔξησιν τῶν ποσῶν τῶν ἀναλογούντων πρὸς τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας, μετὰ τοιαύτας ἐκπτώσεις εὑρίσκεται τὸ ἀπομένον καθαρὸν εἰσόδημα καὶ ἐπὶ τοῦ καθαροῦ τούτου εἰσοδήματος ἐπιβάλλεται εἷς καὶ μόνος φόρος, φόρος ὅστις βεβαίως τότε εἶναι δίκαιος, ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς δικαιοσύνης, πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς ἰσότητος. Καὶ ὡς ἂν μὴ ἤρκουν, Κύριοι, πάντα ταῦτα τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ὡς νὰ μὴ ἤρκει ἡ ἐπιβάρυνσις ἡ ἐξαντλητικὴ τῶν μεσαίων τάξεων τῆς παρ’ ἡμῖν κοινωνίας τῆς φερούσης τὰ πλεῖστα τῶν βαρῶν, τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐλησμόνησε τὴν ἐπιβολὴν καὶ ἑτέρας τινὸς φορολογίας, φορολογίας δημοτικῆς, ὁριζομένης εἰς 20% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ φορολογίας ὑφισταμένης ἤδη, φορολογίας δημοτικῆς, τὴν ὁποίαν ὁ νομοθέτης ὤφειλε νὰ προνοήσῃ ἵνα συντηρήσῃ, θὰ ἐνόουν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ προκειμένου περὶ φορολογίας δημοτικῆς ἤδη τὸ πρῶτον εἰσαγομένης καὶ φορολογίας ἀντιστοιχούσης εἰς 20% ἐπὶ τοῦ δημοσίου φόρου, οὐδένα εὑρίσκω λόγον δικαιολογοῦντα τὴν τοιαύτην σκέψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὴν τοιαύτην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι, εἶπον ἐξ ἀρχῆς ὅτι πᾶν μέτρον νομοθετικόν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν εἰσαγάγει φορολογίαν συμπληρωτικὴν τοῦ εἰσοδήματος, εἶμαι διατεθειμένος ν’ ἀποδεχθῶ καὶ ψηφίσω, ἀλλὰ νόμον, ὅστις εἰσάγει τὴν φορολογίαν ταύτην πρὸς τῇ ὑπαρχούσῃ βαρείᾳ ἀμέσῳ φορολογίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀποκρούσω ἢ τοὐλάχιστον ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιφυλάξω τὴν γνώμην μου μέχρι τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργός, περατουμένων τῶν συζητήσεων, θὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὁποίαν γνώμην τελικὴν ἐσχημάτισεν, ὁποίας μεταβολὰς θὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ. Ἐὰν δὲ ἐπειθόμην τότε ὅτι πράγματι θὰ ἐκαλεῖτο ἡ Βουλή, ἵνα ψηφίσῃ νόμον εἰσάγοντα φορολογίαν συμπληρωτικὴν τοῦ εἰσοδήματος, προθύμως καὶ ὁλοψύχως ἤθελον ψηφίσει ὑπὲρ αὐτῆς· ἀλλ’ ἐνόσῳ εὑρίσκομαι ἀπέναντι τῶν ἀτελειῶν, τὰς ὁποίας ἐμφανίζει τὸ νομοσχέδιον, ἀπέναντι τῆς ἀδικίας, τὴν ὁποίαν καθιερώνει διὰ τὸν φορολογούμενον Ἑλληνικὸν λαόν, ἐνόσῳ εὑρίσκομαι ἀπέναντι φορολογίας οὐχὶ συμπληρωτικῆς ἀλλ’ αὐτοτελοῦς τοιαύτης κατ’ ἐπιβάρυνσιν τῆς ὑφισταμένης ἀμέσου φορολογίας, ἐξ ἄλλου δὲ ἀπέναντι ὅλων τῶν κινδύνων διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ ἰδίως διὰ τὸ ἐμπόριον, τοὺς ὁποίους ἐνέχει ὁ νόμος τοῦ 1909, δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι ὑπὲρ τοιούτου νομοσχεδίου. Διότι, καὶ ἂν παρατρέξω πάντα τὰ ἄλλα ἐλαττώματα τοῦ νόμου, αὕτη καὶ μόνη ἡ ἀτέλεια, ἡ ἀτέλεια τῆς ἀποκαλύψεως ἐν γένει τῆς καταστάσεως τῶν ἐμπόρων, θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ πείσῃ ἡμᾶς νὰ ἀποκρούσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἐνόσῳ δὲν λαμβάνεται ἄλλη τις πρόνοια, ἵνα ἐξασφαλίσῃ τοὐλάχιστον τὴν μυστικότητα τῆς ἐρεύνης τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων, πρόνοια ἥτις καὶ ἀλλαχοῦ ἐλήφθη, ὅπου ἴσχυσε τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων καὶ παραλλήλως ἐλήφθησαν μέτρα ἀρκούντως τελεσφόρα, ἵνα ἐξασφαλίσωσι πλήρως καὶ τελείως τὴν μυστικότητα τοιαύτης ἐρεύνης, ἵνα μὴ ἐκ τῆς ἀποκαλύψεως τῆς καταστάσεως τῶν ἐμπόρων δημιουργηθῶσι ζημίαι κοινωνικαὶ κολοσσιαῖαι, Ἐλήφθησαν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Πρωσσίᾳ μέτρα καὶ ἐξησφαλίσθη ἀφ’ ἑνὸς μὲν πλήρης ὁ ἔλεγχος, ἐν ταὐτῷ δὲ καὶ ἡ μυστικότης τῆς ἐρεύνης. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ἐνῷ εὑρίσκω ὅλα τὰ ἄδικα, τὰ ὁποῖα ἐξήγησα, εὑρίσκω καὶ ὅλας τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας ἐνέχει ὁ νόμος τοῦ 1909, καὶ ἀπέναντι τοιούτων ἀτελειῶν καὶ φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. (Χειροκροτήματα).
§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μονοκροῦσος ἔχει τὸν λόγον.
§365ΑΝΔΡ. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν συμφώνως μὲ τὰς σκέψεις καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι βεβαίως νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα ἅπαντες οἱ Βουλευταὶ τῆς διπλῆς ταύτης Βουλῆς νὰ ἐπιδοκιμάσωμεν καὶ νὰ ἐπαινέσωμεν. Διότι πάντοτε μέχρι σήμερον εἰς τὰς σκέψεις πάντων τῶν Ὑπουργῶν τῶν πρώην Κυβερνήσεων ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη καὶ ἡ ἀπόφασις νὰ πέσῃ τὸ λαχεῖον αὐτὸ τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ πτωχοῦ λαοῦ καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ πάντοτε τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης τοῦ λαοῦ, τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου. Διὰ τοῦ σήμερον ὅμως συζητουμένου νομοσχεδίου ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπαλλάξῃ τὰς πενομένας τάξεις καὶ νὰ φορολογήσῃ τὴν μεσαίαν καὶ τὴν ἀνωτέραν τάξιν. Πρέπει νὰ συγχαρῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἰσήγαγε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀπαλλάσσει ἀπὸ τὴν φορολογίαν τὸν ἐργατικὸν λαὸν καὶ θέτει φόρον εἰς τὴν μεσαίαν καὶ τὴν ἀνωτέραν τάξιν. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, εἶναι ὅτι ἡ ἐπιβαλλομένη δι’ αὐτοῦ φορολογία ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἶναι πολὺ μικροτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἤδη καὶ ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ φορολογήσῃ ἑπταπλασίως τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ φορολογήσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ 100,000 δραχμαὶ εἰσόδημα κεφαλαίου, τῶν ὁποίων ἡ φορολογία ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς 3,000, ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῶσι μὲ 20.000 δρχ. φόρον καὶ αὐτὴ ἡ ἀναλογία πρέπει νὰ ἰσχύσῃ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ποσῶν εἰσοδήματος. Οὕτως ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ δεχθῇ τὴν λογικὴν καὶ δικαίαν ταύτην αὔξησιν τοῦ φόρου, τὴν ὁποίαν προτείνω, καὶ νὰ δώσῃ οὕτω πραγματικὴν ἀνακούφισιν εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις. Ἀλλὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ εἰς φόρον καὶ τοὺς ἀγάμους καὶ τὰς προῖκας καὶ τὴν πολυτέλειαν καὶ τὰς κληρονομίας, καὶ ἄν αὐτὰ δὲν ἤθελον ἀρκέσει, ἐπεβάλλετο, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ τῶν στενοχωριῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται σήμερον τὸ Κράτος, νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ μισθοὶ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ τελευταίου ὑπαλλήλου, νὰ ἐλαττωθῶσιν οἱ μισθοὶ κατὰ 15%. Οὕτω θὰ ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν τὸ Κράτος εἰς κατάστασιν, ὥστε νὰ δώσῃ τοῦτο ζωὴν εἰς τὸν ἐργατικὸν λαόν, τὸν ὁποῖον ἐξηπατήσαμεν, καὶ δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἔχωμεν στρατόν, ἀφοῦ ὅλοι οἱ ἄνδρες ἐτράπησαν εἰς τὴν ξένην. Ἀλλὰ βλέπω ὅτι ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι μένουσιν ἀφορολόγητοι οἱ ἔχοντες εἰσόδημα μέχρι τεσσάρων χιλιάδων δραχμῶν. Εἰς ἐμὲ ὅμως ἀντιθέτως κάμνει ἐντύπωσιν ὅτι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περιέχει διάταξιν ἀπαλλάσσουσαν τῆς φορολογίας τοὺς εἰσπράττοντας ἐκ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος μέχρι 4000, κατακρίνεται ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ Βουλευτῶν εἰς τὴν διάταξίν του ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου λογικωτάτη καὶ δικαιοτάτη. Διότι ἡ ἐξαιρουμένη αὐτὴ τάξις τῶν εἰσοδηματιῶν 4000 δρχ. ἐκ κεφχλαίου δὲν εἶναι παρὰ τάξις ἐργατῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐν τούτοις πάντοτε εἰς τὸ παρελθὸν ἔπεσεν ὁ κλῆρος νὰ φορολογῆται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε Βουλάς, νὰ τιμωρῆται καὶ νὰ ἐξαντλῆται διὰ βαρυτάτης καὶ ἐξαιρετικῆς φορολογίας, καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἄνω τῶν 4000 δραχμῶν εἰσοδηματίαι ἐκ κεφχλαίου ἔμενον ἐντελῶς σχεδὸν ἀνενόχλητοι ἀπὸ τὸ Κράτος. Ἐπιτρέπεται, δὲ Κύριοι, νὰ ἔχουν μερικοὶ τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίζουν ἐνταῦθα ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ ἡ τάξις ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν ἐφορολογήθη μέχρι σήμερον; Ἡμεῖς οἱ ἀνορθωτικοὶ Βουλευταὶ τῆς διπλῆς Βουλῆς θὰ κηρυχθῶμεν κατὰ τῆς τοιαύτης ἀκριβῶς δικαίας φορολογίας; Ὄχι, βεβαίως ὄχι! (Χειροκροτήματα). Δὲν ἔχω ἀνάγκην, Κύριοι, χειροκροτημάτων, διότι ἀνήκω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τάξιν τὴν ἐργατικὴν καὶ δὲν ἐπερίμενόν ποτε ἀπὸ τὴν διπλῆν αὐτὴν Βουλήν, ἡ ὁποία ἀπετελέσθη ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ λαοῦ, καὶ γνωρίζει ἑπομένως ἄριστα τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, νὰ εἴπῃ διά τινων ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θέσωμεν χεῖρα ἐπὶ τῆς τάξεως τῶν κεφαλαιούχων ἐκείνων, τῶν πλουσίων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πάντοτε κατεδίωξαν τὴν τάξιν τὴν ἐργατικήν. Ἐγὼ σήμερον ἀπὸ τὴν Βουλὴν ταύτην ἐπερίμενον τελείως τὸ ἐναντίον, ὁμοφώνως νὰ εἴπῃ ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξωμεν τοῦτο. Ὥστε, κύριοι Βουλευταί, πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργός· πρέπει νὰ συγχαρῶμεν τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία σήμερον δίδει προστασίαν πρὸς τὸν πτωχόν, πρὸς τὸν ἐργάτην, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λησμονῶμέν ποτε ὅτι εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐργατῶν στηρίζονται τὰ θεμέλια τῶν Κρατῶν, διότι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τὸ στοιχεῖον αὐτὸ τῶν ἐργατῶν, οὔτε καὶ πλούσιοι θὰ ὑπῆρχον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καὶ λυποῦμαι πολὺ νὰ βλέπω εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν τῆς ἀνακουφίσεως τοῦ ἐργατικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ βλέπω νὰ ἀνέρχωνται εἰς τὸ βῆμα Βουλευταί, διὰ νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον δὲν εἶναι συμφέρον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Εὖγε, εὖγε).
§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§367Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τί θὰ συμβῇ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὑπάρχει κατοικία καὶ ἐξασκεῖ καὶ ἓν ἰδιαίτερον ἕκαστος ἐπάγγελμα; Θὰ προστεθῶσι καὶ τὰ δύο συγχρόνως, ἢ τὸ ἕν, ἢ τὸ μεγαλείτερον; Εἶναι δυνατὸν νὰ κατοικῇ τις εἰς μονοκατοικίαν· ἔχουσι χαρισθῆ 20%· ἐὰν ἔχῃ ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον συνεπάγεται αὔξησιν 30%, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ προσαυξήσῃ 50% ἢ 30%; Αὐτὸ εἶναι ἀσαφές.
§368Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Λέγει 40%. Τὸ σαφηνίζομεν.
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7, 8, 9 καὶ 10). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§370Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐπιστήσητε μεγαλειτέραν προσοχὴν εἰς τὴν προκύπτουσαν διαφορὰν ἐν τῇ φορολογίᾳ μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν κατοίκων τῶν πόλεων τῶν ἐπαρχιῶν τῶν ἐχουσῶν πληθυσμὸν κάτω τῶν 35,000 κατοίκων, διότι, ἐὰν ῥίψητε ἕν βλέμμα εἰς τοὺς πίνακας τοὺς συνοδεύοντας τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους τῶν οἰκοδομῶν τῆς τε πρωτευούσης καὶ τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰσότητος τῆς φορολογικῆς ἡ καθιερουμένη διάκρισις, ὅπως θεωρῶνται κατὰ τεκμήριον ὡς ἔχοντες εἰσόδημα 4000 δρχ. οἱ κατοικοῦντες ἐν τῇ πρωτευούσῃ μὲν εἰς οἰκίαν πληρώνουσαν ἐνοίκιον 100 δραχμῶν κατὰ μῆνα, εἰς δὲ τὰς ἐπαρχίας, ἐὰν τὸ ἐνοίκιον ἀνέρχηται μόνον εἰς δραχμὰς 50 κατὰ μῆνα, διότι εἶναι προφανὲς ὅτι ἐν Βόλῳ τοὐλάχιστον τὰ ἐνοίκια δὲν εἶναι εὐθηνότερα τῶν Ἀθηνῶν καὶ δὴ εἰς τοιοῦτον βαθμόν. Ἑπομένως τὸ τεκμήριον βαρύνει πλειότερον τὰς ἐπαρχιακὰς πόλεις. Ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ μειωθῇ ἡ κλῖμαξ τῶν ἐνοικίων τῆς πρωτευούσης ἢ πρέπει ἐξ ἀντιθέτου νὰ αὐξηθῇ ἡ κλῖμαξ καὶ τῶν ἐνοικίων τῶν ἐπαρχιακῶν πόλεων εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ παρατηρουμένη αὐτὴ ἀνισότης.
§371Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρέπει νὰ καταβῶσι τῶν ἐπαρχιῶν ἀκόμη, ὄχι νὰ ἀναβῶσι.
§372ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19 καὶ 20). Ἄρθρον 21 (ἀναγινώσκεται).
§373Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν, κύριε Ὑπουργέ, ἐνταῦθα. Αἱ ἐφέσεις καλλίτερον εἶναι νὰ ἐκδικάζωνται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου λόγῳ τῆς κατοικίας ἢ τῆς διαμονῆς Πρωτοδικείου, διότι τὸ Πρωτοδικεῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δύνανται ἀμερολήπτως νὰ κρίνωσι.
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 22 (ἀναγινώσκεται).
§375Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα περίπτωσις, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται ἡ τροποποίησις τῶν φορολογικῶν ὁριστικῶν καταλόγων, ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἄρθρον 12 ὡς συνεπαγομένη δικαίως τὴν τροποποίησιν. Ἡ περίπτωσις δηλαδὴ τῆς ὑπερβάσεως τῆς οἰκογενείας ὑπὲρ τὰ πέντε μέλη. Τοῦτο νομίζω κατὰ δίκαιον λόγον ὅτι πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ περίπτωσιν μεταβολῆς τοῦ καταλόγου. Ὑπὸ ἐδάφιον πέμπτον εἰσάγω τὴν περίπτωσιν αὐξήσεως τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας. Δὲν ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ τὴν ὑποβάλω.
§376ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 22 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 23, 24 καὶ 25). Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
§377Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει μεγάλην ἐμπιστοσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν ἀφιλοκέρδειαν τῶν ὑπαλλήλων. Φοβοῦμαι ὅμως μὴ ἡ ἐλπὶς τοῦ κέρδους γίνη ἀφορμὴ πιέσεων καὶ ἐνοχλήσεων τῶν πολιτῶν. Ἐγὼ εἶμαι, κύριοι Βουλευταί, ὁλοψύχως ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου· φρονῶ ὅμως ὅτι, ὅπως ἔχει, θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ τίτλον καὶ νὰ ὀνομασθῇ ὅλως διαφορετικά. Ἴσως θὰ ἦτο καλὴ ἡ ὀνομασία του φόρος στεγασμοῦ. Λέγω δὲ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· ἀφοῦ λαμβάνεται πρόνοια περὶ ὅλων, καλὸν θὰ ἦτο τὸ 1% νὰ τὸ ὁρίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς παροχὴν ἀσύλου εἰς τοὺς ἀστέγους. Ἔχομεν ἀτυχῶς καὶ παρ’ ἡμῖν πολλούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄστεγοι. Τὸ 1%, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει νὰ φιλοδωρήσῃ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους δίδομεν τόσον γενναῖον μισθόν, καλὸν εἶναι, φρονῶ, αὐτὸ νὰ τὸ ὁρίσωμεν πρὸς παροχὴν ἀσύλου εἰς τοὺς ἀστέγους. Ὑποθέτω ὅτι πρὸς τοῦτο θὰ ἔχωμεν σύμφωνον τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ ἔχῃ πολλούς, οἱ ὁποῖοι θὰ εὐγνωμονῶσιν, ἐὰν κατορθωθῇ ἡ ἐπιψήφισις ἑνὸς τοσούτου ποσοῦ ὑπὲρ τοιούτου σκοποῦ. Γνωρίζετε κάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχουσι ταμεῖα διὰ τοὺς ἀστέγους. Φρονῶ ὅτι εἶναι καιρὸς καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῇ περὶ τούτου μέριμνα.
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 26 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 27 καὶ 28). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν....
§379Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι ἔχομεν συνταγματικὴν διάταξιν, ἥτις ἐπιτρέπει νὰ λάβῃ τις τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπεφυλάχθην ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπέ τις τῶν συναδέλφων, ὅτι δὲν προσέχω, ὅταν ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις μου.
§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§381Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται πότε νὰ κοιμηθῇ καὶ πότε νὰ ἴδῃ τὰ νομοσχέδια ψηφιζόμενα.
§382Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὄχι.
§383Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πᾶν ἄλλο. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει (ἀναγινώσκει): «Τὰ ἐνοίκια πλειόνων τῆς μιᾶς ἐν τῇ αὐτῇ ἢ ἐν ἄλλῃ πόλει κλπ.». Τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον 5 λέγει (ἀναγινώσκει): «Πρὸς ὑπολογισμὸν τοῦ εἰσοδήματος κλπ.». Εἶναι ἄλλη προσαύξησις αὐτή; Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἀπαντήσῃ ἀμέσως καὶ δὲν θ’ ἀφήσῃ τὸν κ. συνάδελφον ἐπωφελούμενον τῆς ταχύτητος, διὰ τῆς ὁποίας ψηφίζονται τὰ νομοσχέδια νὰ λέγῃ ὅτι εἶμαι ἀμελέτητος.
§384Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον.
§385Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑμεῖς τὸ εἴπετε;
§386ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ποῖος τὸ εἶπε.
§387Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἤθελον νὰ μάθω ἂν εἶναι πρόσθετος ἡ αὔξησις αὐτή.
§388ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατόν, κ. συνάδελφε, νὰ εἴπῃ κανεὶς ὅτι εἶσθε ἀμελέτητος, διότι σήμερον ἀπεδείξατε ὅτι ἔχετε πάθει ἀπὸ ὑπερμελέτην τοῦ νομοσχεδίου.
§389Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει νὰ μάθω, εἶναι ἂν εἶναι πρόσθετος ἡ αὔξησις.
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται οὕτω καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Θέλετε νὰ ψηφίσωμεν τὸ περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, τοῦ ὁποίου ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς διενεμήθη;
§391ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910 ἐκ φράγκων 3.853.622.20». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ ὑγειονομικῶν ἀρχῶν νόμου» ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, ἥτις θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ.) (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς 23ης Ἰουνίου, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§393ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὔριον παρακαλῶ νὰ ψηφίσωμεν τὸ «περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου» νομοσχέδιον καθὼς καὶ τὰ οἰκονομικά.
§394ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου νομοσχέδιον, εἶναι πρὸς ἀνατύπωσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας τὸ ἔφερε σήμερον διὰ ν’ ἀνατυπωθῇ. Ἐὰν θέλητε, νὰ προηγηθῶσι τὰ οἰκονομικά.
§395Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§396Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖα οἰκονομικά;
§397ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ «περὶ σπειρομένων γαιῶν» εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα οἰκονομικά, ὡς τὸ «περὶ Γενικοῦ Λογιστηρίου» κλπ.
§398ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφήνετε νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα εἰς αʹ ἀνάγνωσιν; Λοιπὸν 1) τὸ περὶ ταμιακῆς ὑπηρεσίας, 2) τὸ περὶ Γενικοῦ Λογιστηρίου, 3) τὸ περὶ οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν, 4) τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 167 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας καὶ 5) τὸ περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν.
§399ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄς προηγηθῇ τὸ περὶ λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης.
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14 καὶ κατόπιν τὸ περὶ σπειρομένων γαιῶν.
§401Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις τὸ περὶ Θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου.
§402ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 15′ τῆς νυκτός).