1911.06.15
2,013 rows · 14,752 words · 211 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 114.
Τῆς 15 Ἰουνίου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία Ν. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 5 καὶ 50′ μ. μ. παρόντων 120 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως θὰ ἀναγνωσθῶσι κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ τυπωθῶσι σήμερον. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Οἱ κάτοικοι Στεβενίκου τῆς Λεβαδείας ζητοῦσι συνδρομὴν εἰς παθόντας ἐκ θεομηνίας· 2) Οἱ κατάδικοι κλπ. τῶν φυλακῶν Λεβαδείας ζητοῦν νὰ τοῖς προμηθευθῇ ὕδωρ· 3) Οἱ ἐν Ἀθήναις Ὀρειχαλκουργοὶ ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ δασμολογήσεως τῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων εἰδῶν τῆς βιομηχανίας των· 4) Ὁ πρώην ὑποθηκοφύλαξ Β. πλευρᾶς Ἀθηνῶν Κ. Δράμαλης ζητεῖ, ὅπως ἀνακληθῇ τὸ Διάταγμα τῆς καταργήσεως τοῦ ὑποθηκοφυλακείου τούτου κλπ. 5) Τὰ σωματεῖα Βουστασιαρχῶν, Ἁμαξηλατῶν κλπ. ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ ἀτελείας τοῦ εἰσαγομένου σίτου πρὸς μεταποίησιν· 6) Ὁ Ἐμπ. Σύλλογος Αἰγίου ζητεῖ, ὅπως ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ συμβατικῶν τόκων· 7) Οἱ ὑποδιδάσκαλοι ζητοῦν τὴν ἀπονομὴν συντάξεως· 8) Οἱ κάτοικοι τῶν ἐκ θεομηνίας καταστραφέντων χωρίων Ἰμματσαούση κλπ. ζητοῦσι βοήθημα· 9) Σωματεῖον τοῦ Πύργου ζητεῖ ἐπιψήφισιν ἐργατικῶν νομοσχεδίων κλπ.· 10) Οἱ Ἰατροὶ τῶν Ἀθηνῶν ζητοῦν, ὅπως αἱ ἅμαξαί των πληρώνωσι τὸν αὐτὸν φόρον, ὃν καὶ αἱ ἀγοραῖαι· 11) Ὁ Σύλλογος «Ἀλληλοβοήθεια τῶν ἐργατῶν Λαυρίου» παρακαλεῖ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις υἱοθετήσῃ τὰ νομοσχέδια περὶ ἐργατῶν τοῦ κ. Σ. Θεοδωροπούλου· 12) Οἱ κάτοικοι Ἰθάκης παρακαλοῦν, ὅπως μὴ ὑπαχθῇ ἡ ἐπαρχία των εἰς τὴν Ἐπισκοπὴν Κεφαλληνίας. 13) Ἡ κτηνοτροφικὴ Σχολὴ αἰτεῖ ἀπονομὴν ἐτησίου χορηγήματος. 14) Ὁ Δήμαρχος Ἰθάκης ἐκφράζει εὐγνωμοσύνην ἐπὶ τῇ ὑπαγωγῇ Ἰθάκης εἰς τὴν Ἐπισκοπὴν Κεφαλληνίας. 15) Ὁ Σύλλογος τῶν μηχανοσιδηρουργῶν Βόλου ζητεῖ ἐπιψήφισιν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. 16) Ὁ Σύλλογος τῶν τεχνιτῶν Ἀμαλιάδος ζητεῖ ἐπιψήφισιν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. 17) Ὁμοίως τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἁλμυροῦ. 18) Τὸ Σωματεῖον Τεχνιτῶν «ἡ Ὁμόνοια» ζητεῖ ἐπιψήφισιν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. 19) Ὁ Γεωργικὸς Σύλλογος Παΐων ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ ἱδρύσεως Εἰρηνοδικείου ἐν Στρεζόβῃ. 20) Κάτοικοι Ἀγουλινίτσης ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν τῶν δημοτικῶν νομοσχεδίων. 21) Οἱ ἱερεῖς τοῦ δήμου Ἀγνάντων ζητοῦσιν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου. 22) Οἱ τυπογράφοι τῶν Πατρῶν ζητοῦσι τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§2Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἐὰν θέλητε ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, μάλιστα, ἔχετε τὸν λόγον.
§4Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς.
§6Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω μίαν ἐξήγησιν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Εἶδον παραδόξως σήμερον εἴς τινα τῶν ἐφημερίδων γραφόμενόν τι, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἤκουσα ποσῶς λεχθὲν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὲ διαβεβαιώσῃ ἂν εἶναι ἀληθὲς τὸ γραφέν, ὅτι δηλαδή, ὅτε ὡμίλει ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Κοντογούρης καὶ ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ὑπῆρχον ἡ πρέπουσα τάξις καὶ ἡσυχία, ἐζήτησα ἐγὼ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου, ὅπως μὴ ὑπάρχῃ διάκρισις κατὰ τὴν ὁμιλίαν τῶν ῥητόρων καὶ τηρῆται τάξις. Ὁ κ. Πρόεδρος, τοὐλάχιστον ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην, νὰ μοὶ εἶπεν ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν εἶναι ἄξιος ἀπαντήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησε νὰ μὴ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενά μου, καὶ ἐγὼ εἶπον ὅτι θὰ ἔλθῃ καιρὸς νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰ λεγόμενά μου. Λοιπὸν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μὲ διαβεβαιώσῃ ἂν τυχὸν ἐλέχθη ὑπ’ αὐτοῦ ὅτι δὲν εἶμαι ἄξιος ἀπαντήσεως.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐλέχθη τὸ ἑξῆς. Καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Κοντογούρης ὡμίλει καὶ ἐγένετο ἀταξία τις ἐν τῷ θεωρείῳ τῶν ἀξιωματικῶν, χωρὶς διόλου τοῦτο νὰ εὐθύνῃ τοὺς παρακαθημένους εἰς τὸ θεωρεῖον ἐκεῖνο, σεῖς, ἐμοῦ προσπαθοῦντος νὰ ἐπιφέρω τὴν τάξιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ προστατεύσω τὸν ῥήτορα, ἠγέρθητε καὶ ἐκ τῆς θέσεώς σας μοὶ εἴπετε ὅτι μεροληπτῶ. Σᾶς εἶπον τότε ἐγὼ ὅτι δὲν εἶσθε ἄξιος ἀπαντήσεως, διότι κατηγορεῖτε τὸ Προεδρεῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον.
§8Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἄξιος ἀπαντήσεως, ὅτε κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν διεκόπτετο ὁ ῥήτωρ, καὶ τὸ Προεδρεῖον ἐπέτρεπε διευκολύνον τοιαύτας διακοπάς, τότε καὶ ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κατέχει.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἔλθῃ, παρακαλῶ, εἷς ἀντιπρόεδρος.
§10Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Παρακολουθῶ μίαν τοιαύτην κατάστασιν πρὸ πολλοῦ ἐναντίον μου. Εἶναι ἐπὶ τέλους ἀναξιοπρεπὲς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς νὰ νομίζῃ ὁ Πρόεδρος ὅτι πρέπει νὰ φέρηται πρὸς αὐτούς, ὅπως φέρεται πρὸς τοὺς ὑπηρέτας τῆς οἰκίας του. Ἔχει πολὺ κακὴν ἀντίληψιν.
§11Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Ἀληθῶς παρατηρεῖται τάσις οὐχὶ τοῦ Προεδρείου, ἵνα μεροληπτῇ, ἀλλὰ τάσις ὡρισμένων κυρίων Βουλευτῶν νὰ ἐπιτίθηνται καθημερινῶς κατὰ τοῦ Προεδρείου. Ἀδιαφορῶ τί θὰ εἴπωσι περὶ ἐμοῦ, διότι τὴν κρίσιν περὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου δὲν θὰ τὴν θέσω ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν οἱουδήποτε Κυρίου ἐξ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἵσταμαι εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἐννοῶ νὰ σέβωνται οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον διαχειρίζομαι. Καθ’ ἣν στιγμὴν χθὲς ἐγένετο ἐπεισόδιον εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦ ὁποίου δὲν ἦσαν οἱ ἐν τῷ θεωρείῳ ὑπαίτιοι, ὑποθέτω ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἀντελήφθη τὴν προσπάθειάν μου, ἵνα τηρήσω τὴν τάξιν, οὐχὶ ἵνα προστατεύσω τὸν ῥήτορα, διότι ὁ ῥήτωρ δὲν εἶχεν ἀνάγκην προστασίας, ἵνα προστατεύσω τὴν τάξιν τῆς Βουλῆς, μὴ αὕτη παρουσιάσῃ θέαμα πανικοῦ. Τοῦτο προσεπάθουν ἀκριβῶς νὰ ἐπιτύχω, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἐγνώριζεν ἀκριβῶς περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ἡ Βουλὴ εἶδε 15–20 ἀξιωματικοὺς συνωστιζομένους, καὶ ἐγεννήθη παρά τισι τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἐπρόκειτο περὶ συμπλοκῆς· ἑπόμενον δ’ ἦτο ὅτι ἡ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν γεγονότων περιέργεια τινῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ παρεξηγηθῇ. Καὶ δυστυχῶς φύλλα τινὰ δημοσιογραφικὰ ἔγραψαν ἀνακριβῶς σήμερον ὅτι ὑπῆρχεν ἡ ἀντίληψις ὅτι κατελήφθη ἡ Βουλὴ ὑπὸ πανικοῦ. Προσεπάθουν λοιπόν, κρούων πράγματι δαιμονιωδῶς τὸν κώδωνα, νὰ τηρήσω τὴν τάξιν, ἐφ’ ὅσον ἀντελήφθην ὅτι δὲν συνέβαινε τίποτε καὶ παρεκάλουν μάλιστα τὸν ἐπὶ τοῦ βήματος κ. Κοντογούρην ἐκ τοῦ Προεδρείου νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁμιλῶν, καὶ μάλιστα τῷ εἶπον: ὁμιλήσατε ὁρμητικῶς, καὶ τοῦτο ἵνα συγκρατηθῇ ἡ περιέργεια τῆς Βουλῆς ἐπὶ τὸν ῥήτορα. Ἐνῷ τοιαύτην κατέβαλλον προσπάθειαν, ὁ κ. Βουλευτὴς εὐηρεστήθη νὰ ἐξυβρίσῃ τὸ Προεδρεῖον ἀπαγγέλλων καὶ κατ’ αὐτοῦ τὴν κατηγορίαν ὅτι μεροληπτεῖ. Ὅταν λοιπὸν Βουλευτής τις τοιαῦτα κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς φθέγγηται, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀξιοῖ ἀπαντήσεως τὸν κ. Βουλευτήν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, καὶ ὄχι περὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§12Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ὄχι μομφῆς, ἀλλὰ συγχαρητηρίων ἄξιος εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διεξήγαγε χθὲς τὸ ζήτημα, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο θόρυβός τις εἰς τὸ δεξιὸν θεωρεῖον τῆς Βουλῆς. Οὐ μόνον δὲν ἠνέχθη νὰ διακόπτηται ὁ ῥήτωρ, ἀλλ’ ἐζήτησε καὶ διὰ παντὸς τρόπου νὰ προστατεύσῃ τὸν ῥήτορα καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Νομίζω δ’ ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ καθῆκον νὰ παρατηρήσω ὅτι εἶναι ἀνάρμοστον τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἐπαρουσίασε πολλάκις ἡ Βουλὴ αὕτη. Ὡρισμένα πρόσωπα, μεμονωμένα, ἐπιτίθενται συστηματικῶς κατὰ τοῦ Προεδρείου κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ὁ προσήκων καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐπιδιώκει προσβολὴν προσωπικὴν τοῦ κατέχοντος τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ προσβολὴν αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος, τοῦ ὁποίου ἀντιπρόσωπος ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ εἶναι αὐτὸς ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὰ λεγόμενά μου.
§13Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρεκτροπήν του διὰ τὴν συμπεριφοράν του ἀπέναντι Βουλευτοῦ, δὲν διετύπωσεν ἀκριβῶς πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Ὅτε ἐγὼ ἐζήτησα νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις, ἦτο μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἐπεισοδίου.
§14Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§15Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἐπεισοδίου.
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§17Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Εἶδον τὰ Πρακτικά.
§18Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§19Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποῖα Πρακτικά; Τῶν ἐφημερίδων;
§20Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Εἶδον τὰ Πρακτικά.
§21Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρακτικά ἀνεύθυνα, τὰ ὁποῖα συγγράφετε σεῖς.
§22Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ προστατεύσωμεν τὸν ῥήτορα, διότι διακόπτεται διαρκῶς ἀπὸ ὡρισμένα πρόσωπα. Νομίζω ὅτι ἔχομεν δικαίωμα καὶ ἡμεῖς παρακαθήμενοι ἐδῶ νὰ ζητήσωμεν τὴν ὑποστήριξιν ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου ὑπὲρ τοῦ ῥήτορος. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ θίξωμεν τὸν κ. Πρόεδρον, διότι ἀπεναντίας βλέπομεν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τάσιν νὰ μᾶς θίγῃ καθημερινῶς, καὶ ἰδίως ὅταν πρόκειται νὰ ὁμιλήσωμεν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι πρέπον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰς πρώτην περίστασιν νὰ δεικνύῃ τάσιν ὑβριστικὴν πρὸς τοὺς Βουλευτάς, διότι, ἂν τὸ τοιοῦτον τὸ ἐπιτυγχάνῃ, τὸ ἐπιτυγχάνει λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς περιστάσεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ὅμως καὶ εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ ὑπεραμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν, διότι τοιαῦται φράσεις δὲν λέγονται ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου. Ὅπως ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ τὸν σέβωνται, οὕτω καὶ οἱ Βουλευταὶ ἔχουν ἀξίωσιν νὰ σέβηται αὐτούς. Ἐγὼ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἢ μᾶλλον τὴν σύστασιν, ἵνα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἂν εἶναι δυνατόν, δὲν ἠξεύρω τί κάμνει μὲ τοὺς ἄλλους, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀποφεύγῃ νὰ μὲ θίγῃ ἀδικαιολογήτως, διότι ἄλλως καὶ ἐγὼ τότε ἀποφεύγων νὰ ὁμιλήσω ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ὁμιλήσω ἐκεῖ, ὅπου μοὶ ἐπιβάλλει ἡ τιμή μου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀκολουθήσητε ἣν μέθοδον κρίνετε εὔλογον καὶ θὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν.
§24ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι κατὰ ταῦτα ὑπῆρξεν ὑπερβολική τις περιέργεια μερικῶν συναδέλφων εἰς τὸ νὰ ἐξακριβώσωσι τί ἐγένετο εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ ὑπερβολικὴ περιέργεια παρεξηγήθη· δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ παρεξηγηθῇ, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ὑπῆρξε τίποτε ἄλλο παρὰ ἁπλῆ περιέργεια πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ οὐδὲν πλέον.
§25Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπῆρξεν ὑπερβολικὴ περιέργεια πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ γενομένου θορύβου, ἀκριβῶς δὲ ἐγώ, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ ἡ περιέργειά των αὕτη, κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν, δύναμαι εἰπεῖν, ὑπεράνθρωπον προσπάθειαν, ἵνα συγκρατήσω τὴν Βουλήν, καὶ ἀποφύγῃ τὴν περιέργειαν ταύτην. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι αἱ ὕβρεις, καὶ εἰς ταύτας ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω.
§26Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐνόει τοῦτο, ὅτι τῷ ἀπεδίδετο μομφὴ ἐπὶ μεροληψίᾳ καὶ πρὸς τοιαῦτα ζητήματα δὲν ἀπαντᾷ, ὄχι δηλαδὴ ὅτι ἤθελε προσωπικῶς νὰ θίξῃ τὸν κ. Βουλευτήν, ἀλλὰ τὴν μομφὴν αὐτὴν ἐθεώρησεν ὡς μὴ ἀξίαν ἀπαντήσεως.
§27Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω τὴν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησίν μου. (Χειροκροτήματα).
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ χάνει ἕνα τῶν καλῶν Βουλευτῶν, ὁ δὲ στρατὸς ἀποκτᾷ ἕνα τῶν καλῶν ἀξιωματικῶν αὐτοῦ.
§29Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἕνα τῶν ἀρίστων Βουλευτῶν, ὁ δὲ στρατὸς ἕνα τῶν ἀρίστων ἀξιωματικῶν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹσυζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τᾶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων».
§31Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐν σχέσει μὲ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον θέλω νὰ γνωρίζω ποῖον νομοσχέδιον θὰ συζητήσωμεν, διότι ὑπάρχουν δύο νομοσχέδια ὑπὸ τὸν αὐτὸν τίτλον καὶ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν ὑποβεβλημένα, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν μὲν εἶχε διανεμηθῆ πρὸ καιροῦ καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, τὸ ἕτερον φέρον τίτλον ὡς καὶ τὸ πρῶτον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρὸ τῆς γʹ ἀναγνώσεως. Ἀλλὰ τοῦτο ἐντελῶς διάφορον τοῦ πρώτου ἀποτελεῖ νέον νομοσχέδιον περὶ ἄλλου θέματος καὶ περὶ ἄλλου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖται κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν νὰ εἰσαχθῇ ὡς τροπολογία τοῦ πρώτου, ἀπολαῦον τῶν προνομίων τοῦ ψηφίσματος, χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς διατυπώσεις τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ ποῖον νομοσχέδιον θὰ ψηφίσωμεν, τὸ πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος ὑποβεβλημένον ἢ τὸ μετὰ τὴν ψήφισιν, διότι, ἂν πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου, νομίζω ὅτι ἀδυνατοῦμεν νὰ προχωρήσωμεν συνταγματικῶς· πρέπει νὰ τηρηθῶσιν οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους τὸ νέον πολίτευμα ἐπέβαλε νὰ τηρῶμεν.
§32Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυσχερὲς νὰ ἐννοηθῇ ὅτι πρόκειται περὶ τροπολογιῶν προστεθεισῶν εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐσκόπει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον νὰ μεταρρυθμίσῃ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, δὲν ἀφορᾷ μόνον τὴν διαρρύθμισιν τοῦ θεσμοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν, διότι μεταρρυθμίζει καὶ ἄλλας διατάξεις, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 5, καὶ ἄλλας διατάξεις, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ αὐτοῦ νόμου τοῦ 1909. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μετὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν ἐπηκολούθησαν γεγονότα καταστήσαντα ἀναγκαίας καὶ ἄλλας τροποποιήσεις αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐσκόπει νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ ἀρχικῶς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σοβαρὸν ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς· κατέστησεν ἀναγκαίαν τὴν τροπολογίαν ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Συντάγματος, ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Συντάγματος περὶ ὁρίου ἡλικίας, διότι πρέπει νὰ καταστήσωμεν γνωστὸν ὅτι κινδυνεύουν νὰ παραλύσουν τὰ δικαστήρια. Πῶς θ’ ἀποχωρήσωσιν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι καταλαμβάνονται ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας; Ἐξακολουθοῦν νὰ παραμένωσι, διότι δὲν ὑπάρχει διαδικασία, κατὰ τὴν ὁποίαν ν’ ἀπομακρυνθῶσι. Σημειώσατε δὲ ὅτι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, εἶναι ὅλως τυπικαί, τίποτε οὐσιαστικὸν δὲν μεταβάλλεται, διότι αἱ τροπολογίαι παραπέμπουν εἰς τοὺς ὑφισταμένους νόμους, εἰς τὸν νόμον τοῦ 1891, εἰς τὸν νόμον περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις προκειμένου περὶ κατεπείγοντος νομοσχεδίου.
§33Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πᾶσα ὑπόθεσις, κύριοι Βουλευταί, ἐπιδέχεται μίαν ὑπεράσπισιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως ὑπερήσπισε καλῶς τὴν ὑπόθεσίν του. Θὰ προσέθετον μάλιστα ὅτι εἶμαι διατεθειμένος ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς νὰ συμμετάσχω εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ἂν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι πιθανὸν ἡ γνώμη καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ εἶναι πεπλανημένη. Μία ἐκ τῶν μεγάλων μομφῶν, ἥτις ἀπηυθύνετο κατὰ τοῦ μέχρι πρό τινος κρατοῦντος πολιτικοῦ συστήματος, ἦτο καὶ ὅτι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν κατωρθοῦτο συχνὰ νὰ παρεντίθηνται τροπολογίαι καὶ προσθῆκαι εἰσάγουσαι διατάξεις εἰς τὴν νομοθεσίαν ἐπιβλαβεῖς ὄχι μόνον εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κοινὴν εὐπρέπειαν καὶ ἠθικήν. Τόσον πολὺ τὸ ἀνεγνωρίσαμεν τοῦτο, ὥστε καὶ ἐφροντίσαμεν διὰ διατάξεων τοῦ Συντάγματος νὰ περιφρουρηθῶμεν ἀπὸ τοιαύτης παρεκτροπῆς εἰς τὸ μέλλον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν ἐτέθη ἀκόμη εἰς ἰσχύν· ἀλλὰ δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ ὅτι μία τις εὐπρέπεια, εἷς τις σεβασμὸς πρὸς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἐπιβάλλει, ὥστε καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, μολονότι δὲν εἶναι ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις ἐκείνη, νὰ μὴ ὑποπίπτωμεν πέρα τινὸς ὁρίου εἰς τὰς παρεκτροπάς, τὰς ὁποίας κατεδικάσαμεν ἡμεῖς αὐτοί. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἰσάγει τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Λαρίσης, ἀλλὰ προσθήκην ἥτις ἔχει πολὺ μεγαλείτερον μῆκος τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι δὲ ἐπακριβῶς τῆς αὐτῆς ὕλης, διότι τὸ ἐξ ἀρχῆς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὸ θέμα τῆς ἐκτελέσεως ἔργων εἰρηνοδικῶν ὑπὸ πρωτοδικῶν καί τινας διατάξεις περὶ ἐμμίσθων παρέδρων, ἂν θὰ εἶναι τόσοι ἢ τόσοι, ἂν θὰ ὑπηρετῶσιν ἐπὶ δύο ἔτη ἢ τρία ἔτη, ἂν θὰ εἶναι ἔμμισθοι πάρεδροι, ἂν ἡ προσθήκη ἡ μερικωτέρα, λέγω, τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου ἀφεώρα τὰς περιπτώσεις τῆς ἀποχωρήσεως δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν διαδικασίαν τῆς ἀποχωρήσεως. Εἶναι δὲ ἀκριβῶς καὶ τὸ ἓν θέμα δικαστικὸν καὶ τὸ ἄλλο· ἀλλ’ ἀδιαφορῶ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει μολονότι διατυποῦνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐπιδοκιμάζω, ἀλλ’ εἶναι τόσον πολλὰ τὰ πράγματα τὰ περιλαμβανόμενα εἰς τὰς προσθήκας....
§34Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ κατέστησε τὸ νέον Σύνταγμα ἀναγκαιότατα.
§35Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί· ἀλλὰ διότι τὰ κατέστησεν ἀναγκαιότατα δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῶσι κατὰ τὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν τόσον πολὺ κατεδικάσαμεν, ὥστε νὰ τὴν ἀποκλείσωμεν καὶ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Δύνασθε ἀξιόλογα νὰ φέρητε ἰδιαίτερον νομοσχέδιον περὶ τούτου καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἤδη θὰ εἶχε ψηφισθῆ, διότι βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν θὰ προεκάλει τὰς ἀντιρρήσεις, τὰ ὁποίας προεκάλει τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἠσκήθη πολεμική, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ὑπόνοια ὅτι ἐγένετο ἡ προσθήκη, ἵνα ὁ συνδυασμὸς σταματήσῃ τὴν πολεμικήν· διότι ἰδοὺ αἴφνης ἐγώ, ὅστις ἤσκησα τὴν δριμυτέραν πολεμικὴν κατὰ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου ὅτι ἐπιδοκιμάζω τὴν προσθήκην καὶ εὑρίσκομαι εἰς δυσχέρειαν νὰ καταψηφίσω τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου σας τοῦ σημερινοῦ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, καὶ νὰ φέρητε χωριστὸν νομοσχέδιον διὰ τὴν προσθήκην· καὶ ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ βεβαίως, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς προσθήκης αὐτῆς εἰς χωριστὸν νομοσχέδιον διατυπουμένης ὡς ἔχει· ἀλλὰ τὸ ὀρθόν, τὸ προσῆκον, τὸ ἐντελῶς εὐπρεπὲς εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, μολονότι δὲν ἐτέθη εἰς ἰσχὺν ἡ συνταγματικὴ διάταξις, νὰ τηρῶμεν κανόνας τινὰς ἠθικούς, οἱ ὁποῖοι τέλος πάντων νὰ φανερώνωσιν ὅτι σεβόμεθα τὰ ἔργα ἡμῶν.
§36Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τροπολογίας εἰς νομοσχέδιον ἰσχύει ἡ διάταξις.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Μουσούρης, ὁ κ. Κλάδης, ὁ κ. Κουτούπης.
§38Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ βελτίωσις τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης καὶ ἀναμφιβόλως δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις, ὅτι αὕτη ἐπιτυγχάνεται καθ’ ὅσον βελτιοῦται τὸ ποιὸν τῶν δικαστῶν. Παραλλήλως ὅμως πρὸς τὴν βελτίωσιν ταύτην ἐπέρχονται καὶ ἀνάλογα κακά. Τὸ λαμβανόμενον μέτρον, ὅπως αἱ κενούμεναι θέσεις εἰρηνοδικῶν εἰς τὰ κέντρα καταλαμβάνωνται ὑπὸ πρωτοδικῶν, οἱ δὲ εἰρηνοδίκαι ἀποδιώκωνται πρὸς τὰ ἀπόκεντρα ὡς οἱ ἄγριοι, ἐφ’ ὅσον ἐκτείνεται ὁ πολιτισμός, τὸ μέτρον τοῦτο θὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ποιὸν τὸ νῦν τῶν εἰρηνοδικῶν, οἵτινες τίποτε ἄλλο δὲν ἔχουσι νὰ περιμένωσι σήμερον παρὰ δείνωσιν τῆς θέσεως αὐξανομένην μέχρι τοῦ σημείου ὥστε κατὰ τὸ τέλος τοῦ σταδίου των νὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὰ πλέον ἀπόκεντρα μέρη, διότι τοῦτο τοὺς ἐξασφαλίζει τὸ νομοσχέδιον. Ἐννοεῖται ὅτι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν εἰρηνοδικῶν, οἵτινες δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνην, ὥστε νὰ ἐλπίζωσιν ὅτι μετέχοντες εἰς διαγωνισμὸν δύνανται νὰ γίνωσι πρωτοδίκαι, ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν εἰρηνοδικῶν βεβαίως θὰ καταληφθῇ ὑπὸ ἀπελπισίας, καὶ τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ εἶναι πρὸς βελτίωσιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν πάσῃ περιπτώσει οἱ ὑπάρχοντες εἰς τὰ κέντρα εἶχον μίαν ἐλπίδα ὅτι θὰ μείνωσιν, οἱ ὑπάρχοντες δὲ εἰς τὰ ἀπόκεντρα εἶχον μίαν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἔφθανον εἰς τὰ κέντρα, καὶ ἡ ἐλπὶς δὲν εἶναι ὀλίγον συντελεστὴς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος.
§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς ἀπαλλάξω· διότι οἱ μὲν παλαιοὶ ἐκ τῶν ὑπαρχόντων εἰρηνοδικῶν, οἱ ἔχοντες ὁπωσδήποτε καθεστηκὸς ἐπάγγελμα εἰρηνοδίκαι, ὅταν συμπληρωθῇ ὁλόκληρον τὸ εἰρηνοδικειακὸν δίκτυον, θὰ ἔχωσι ἀποχωρήσει λόγῳ ὁρίου ἡλικίας, ἐὰν δὲν τοὺς καταλαμβάνῃ τὸ ὅριον, οἱ δὲ νέοι οἱ ὁποῖοι εἶναι συνήθως ἐπιστήμονες καὶ καλοί, θὰ ἐπιληφθῶσι τῆς εὐκαιρίας νὰ ἔλθωσιν.
§40Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πάντοτε ὅμως, μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἡ ὁποία ἠμπορεῖ ν’ ἀπέχῃ διὰ πολλοὺς ἐπὶ ἀρκετὰ ἔτη, οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι θὰ καταληφθῶσιν ὑπὸ μιᾶς ἀπογοητεύσεως, διότι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον περιμένουσιν εἶναι ὁ βαθμὸς τῆς χειροτερεύσεως τῆς θέσεως, ἐὰν δὲν καταντήσωσιν εἰς χειρότερον εἰρηνοδικεῖον πολὺ ἢ ὀλίγον μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ καταλήξωσιν εἰς τὰ χειρότερα μέρη, διὰ νὰ διέλθωσι τὰ τελευταῖα ἔτη τοῦ ὑπηρεσιακοῦ των βίου. Ἀλλ’ ἓν ἄλλο μέγα κακόν, τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νομοσχεδίου, εἶναι ὅτι ἡ κλῖμαξ τῆς κατωτέρας βαθμίδος πρὸς τὴν ἀμέσως ἀνωτέραν εἶναι κατὰ πολὺ δυσανάλογος. Δὲν γνωρίζω τὸν ἀριθμὸν μετὰ παρέλευσιν ἀρκετῶν ἐτῶν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πρωτοδικῶν· ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ὑπολογίζω ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν θὰ προσεγγίζῃ τοὺς 400 ἢ 350, διότι ἔχομεν σήμερον 130 πρωτοδίκας. Οἱαδήποτε δὲ καὶ ἂν ἐπέλθῃ συγχώνευσις Εἰρηνοδικείων — καὶ εἶμαι ἐναντίος τῆς συγχωνεύσεως Εἰρηνοδικείων, διότι πολλὰ σήμερον ἀπέχουσιν ἐννέα καὶ δέκα ὥρας, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν γίνῃ καὶ ἄλλη συγχώνευσις Εἰρηνοδικείων, διότι τότε θὰ ἀπέχωσι δεκαπέντε ὥρας, καὶ τότε θὰ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατος ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης —, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅμως θὰ ὑπάρχῃ ἀριθμὸς πρωτοδικῶν μέχρι 350. Ἀφοῦ ἡ πρώτη κλῖμαξ ἀποτελεῖται ἀπὸ 350 πρόσωπα, ἡ δὲ ἀμέσως ἀνωτέρα ἡ τῶν ἐφετῶν, ἀπὸ πεντήκοντα πρόσωπα, ἐννοεῖτε πολὺ καλῶς ὅτι ἡ ἐλπὶς τῆς προαγωγῆς εἶναι πολὺ μικρά, σχεδὸν δὲν ὑπάρχει ἐλπίς, διότι δὲν ἠμπορεῖ νὰ φύγῃ ἀποτόμως ἀπὸ τὸν Ἕλληνα ὑπάλληλον καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ὑπάρχουσι πάντοτε τινὲς οἱ εὐνοούμενοι νὰ καταλάβωσι τὰς ὀλίγας θέσεις. Ὑπαρχούσης λοιπὸν αὐτῆς τῆς ἀποτόμου διαφορᾶς ἀπὸ τῆς κατωτάτης βαθμίδος τῆς ἱεραρχίας εἰς τὴν ἀμέσως ἀνωτέραν, νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι ἀφορμὴ ὅπως χειρότερον ποιὸν νομικῶν ἐπιζητήσῃ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου, καὶ ὄχι μόνον τότε δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν καλλιτέρους εἰρηνοδίκας, ἀλλὰ θὰ ἐπιτύχωμεν χειροτέρους πρωτοδίκας καὶ κατὰ συνέπειαν φυσικὰ καὶ χειροτέρους ἐφέτας καὶ ἀρεοπαγίτας, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς πηγῆς αὐτῆς τῶν πρωτοδικῶν συμπληροῦνται, ὅπως γίνεται μέχρι σήμερον, αἱ θέσεις τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν. Πραγματοποιεῖται καὶ μία δαπάνη· ἡ δαπάνη αὕτη ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ εἶναι πολὺ σημαντική.
§41Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἄμεσος.
§42Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ναί, τοῦτο εἶναι τὸ χειρότερον. Τοῦτο εἶναι ἐντελῶς οἰκονομικὸν μέτρον· τὸ νὰ λαμβάνῃ μία Κυβέρνησις πρόνοιαν περὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ πραγματοποιηθῶσι διὰ τοῦ χρόνου, εἶναι πολὺ κακόν, διότι ἐπιβάλλει βάρη εἰς τὸ Κράτος, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχει ἀναλάβει καὶ τὴν μέριμναν νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐξεύρῃ τοὺς ἀναλογοῦντας εἰς τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν αὐτῶν πόρους. Βαρύνεται ὁ Προϋπολογισμὸς τῶν ἑπομένων ἐτῶν κατὰ φυσικὴν συνέπειαν, ὥστε οὐδεὶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ προλάβῃ τὴν αὔξησιν αὐτὴν τῶν δαπανῶν, ἐνῷ ὁ ὑπαίτιος τῆς τοιαύτης αὐξήσεως δὲν ὑφίσταται τὰς πρώτας δυσαρεσκείας τῆς ἐξευρέσεως τῶν μέσων πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν αὐτῶν. Ἀναμφιβόλως τὸ ποιὸν τῶν εἰρηνοδικῶν γίνεται καλλίτερον, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ὑπάρχοντος νομοσχεδίου δὲν θὰ ὑπάρξῃ φόβος, ὡς εἶπον, νὰ χειροτερεύσῃ τὸ ποιὸν τῶν πρωτοδικῶν· ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ἐφηρμόσθη τοῦτο ἐλήφθη καὶ μία ἄλλη πρόνοια, ἡ ἐπέκτασις τῆς δικαιοδοσίας ἐκαλλιτέρευσεν εἰς τὸν πρωτοδίκην τὴν θέσιν τοῦ εἰρηνοδίκου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ.
§43Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ποιὸν αὐτοῦ.
§44Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἕτερον ὅμως ζήτημα ἐδῶ· αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶμεν, εἶναι ἐντελῶς διάφοροι. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκτὸς ὀλιγίστων κέντρων τὰ ἄλλα μέρη εἶναι ἐντελῶς ἀπόκεντρα. Ὁ Γερμανὸς δικαστής, εἰς οἱονδήποτε σημεῖον τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἂν εὑρίσκηται, εὑρίσκεται πάντοτε εἰς τὸ κέντρον, διότι πολὺ πλησίον θὰ εὑρίσκηται ἓν κέντρον ἀναπτύξεως μεγάλης, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ καταφεύγῃ καὶ αὐτὸς πολὺ εὐκόλως, ἐνῷ ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα μοιραίως ἐπὶ πολλὰς δεκάδας ἐτῶν ἀκόμη οἱ εἰρηνοδίκαι θὰ ἑδρεύωσιν εἰς μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἐντελῶς ἀποκεκλεισμένοι καὶ λόγῳ συγκοινωνίας καὶ λόγῳ δαπάνης, ὅπως μεταβῶσιν εἰς καλλίτερα κέντρα. Ἡ ἐπέκτασις λοιπὸν αὐτὴ τῆς δικαιοδοσίας θὰ εἶναι δύσκολος, διότι πρέπει νὰ βαίνῃ παραλλήλως πρὸς τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι καὶ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἡ δαπάνη θὰ εἶναι πολὺ μεγάλη. Ἄλλως τε εἰς τὴν ἀπομόνωσιν ἀπὸ πάσης ἐπιστημονικῆς ἐπικοινωνίας βλέπω καὶ ἕνα ἄλλον κίνδυνον, τὴν χειροτέρευσιν, τὴν μὴ ἀνάπτυξιν τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν· διότι τοῦτο εἶναι τὸ μέγα κακόν· ὁ μὴ ζῶν εἰς ἓν ἐπιστημονικὸν κέντρον παθαίνει τὴν στασιμότητα καὶ ἡ στασιμότης εἶναι ὀπισθοδρόμησις. Ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ γίνῃ καὶ πρωτοδίκης, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εὑρισκόμενος εἰς ἓν ἀπόκεντρον μέρος καὶ μὴ ἐρχόμενος εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ πρόσωπα, ἡ συζήτησις μετὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι χρήσιμος εἰς αὐτόν, θὰ εἶναι στάσιμος, θ’ ἀποκρυσταλλωθῶσιν εἰς αὐτὸν ἰδέαι, καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλος καλούμενος ἔπειτα εἰς τὸ κέντρον νὰ παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας περιμένει τις. Ἀκριβῶς αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ὅλοι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ διέρχωνται διὰ τῶν μεγάλων κέντρων καὶ πρὸ πάντων τῶν Ἀθηνῶν. Αἱ Ἀθῆναι δὲν παρέχουσι μόνον καλλιτέραν εὐζωίαν εἰς τὸν δικαστήν, ἀλλὰ παρέχουσιν ἓν μέγα σχολεῖον καὶ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ κατὰ τὰς κοινωνικὰς συναναστροφὰς ἔρχονται εἰς σχέσιν μὲ πρόσωπα νομικῶς ἀρτιώτερον κατηρτισμένα καὶ ἡ συζήτησις μετ’ αὐτῶν βεβαίως εἶναι παρὰ πολὺ χρήσιμος. Ἐννοεῖται ὅτι θὰ συμβῇ ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον· θὰ ἀραιωθῇ ἡ ὑπηρεσία τῶν πρωτοδικῶν εἰς τὰ μεγάλα κέντρα, διότι πλεῖστοι τούτων θὰ ζήσωσι μόνον εἰς σημεῖα ἀπόκεντρα. Ἐξ ἄλλου νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης ὁ προωρισμένος νὰ καταλάβῃ ἀνωτέρας θέσεις δικαστής· γνωρίζομεν πάντες τὴν ζωήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ μικρὰ κέντρα· ὡρισμένοι ἐπιστήμονες εἶναι διατεθειμένοι νὰ περάσωσι τὴν ζωήν των ὡς εἰρηνοδίκαι εἰς τὰ ἀπόκεντρα αὐτὰ σημεῖα· διατί; διότι αἱ βλέψεις δὲν εἶναι μεγαλείτεραι· διατί; διότι εἶναι συνηθισμένοι εἰς τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ζωήν, ὡς καταγόμενοι καὶ ἐκεῖνοι ἀπὸ κέντρα μικρά. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατατασσόμενοι ὡς πρωτοδίκαι, διαγωνιζόμενοι διὰ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου, δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν τὴν θέσιν τοῦ εἰρηνοδίκου εἰς τὰ ἀπόκεντρα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἰς τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου εἰς τὰ κέντρα, καὶ πρὸ πάντων εἰς τὰς ἀνωτέρας δικαστικὰς θέσεις, ἐκεῖνοι θὰ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλοι· αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ δυνηθῶσί ποτε νὰ γνωρίσωσι τὴν ψυχολογίαν τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν καλοῦνται νὰ δικάσωσι, καὶ φοβοῦμαι ὅτι αἱ ἀνώτεραι νομικαὶ γνώσεις δὲν θὰ συμβάλλωσιν εἰς τὴν καλλιτέραν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ θεωρήσωσιν ὡς μίαν ἀγγαρείαν τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον μένουσιν εἰς τὸ ἀπόκεντρον αὐτὸ σημεῖον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, μολονότι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀκριβῶς νὰ βελτιώσῃ τὴν εἰρηνοδικειακὴν δικαιοσύνην, νομίζω ὅτι ἴσως ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Ἑλλάς, ἴσως προκύψῃ ζημία ἀντὶ τῆς ἐπιδιωκομένης ὠφελείας.
§45Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Παρετήρησα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μέγαν ἐνθουσιασμὸν ἐδημιούργησεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἢ μᾶλλον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετέδωκεν εἰς ὑμᾶς τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτοῦ, ἐνθουσιασμὸν τὸν ὁποῖον προκαλεῖ ἡ ἰδέα ὅτι θὰ ἀνυψωθῇ ὁ εἰρηνοδικειακὸς κλάδος τῆς χώρας ἡμῶν. Καὶ εἶναι εὔλογος καὶ δεδικαιολογημένος ὁ ἐνθουσιασμὸς αὐτοῦ, διότι τῳόντι ὑπάρχει ἀνάγκη μεταβολῆς τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ ἡμῶν συστήματος. Ἀλλά, ἐὰν οὗτος εἶναι ὁ κυριώτερος ἢ μᾶλλον ὁ μόνος λόγος τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν πραγματικῶς θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀνύψωσις τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου. Διότι ὁμολογουμένως εἶναι ἅγιος ὁ σκοπὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ ἀντιθέτως πρὸς αὐτόν, ὅτι οὐδεμία εἰς τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον θὰ ἐπέλθῃ ἀνύψωσις, ἀλλὰ τοὐναντίον βλάβη μεγίστη εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ δικαστήρια ἡμῶν. Ἡ ἰδέα, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει τὰς ἐλπίδας του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἔχωσιν ἐλπίδας προαγωγῆς καὶ ὅτι, ἐννοεῖται, ἡ ἐλπὶς αὕτη θὰ παρακινῇ αὐτοὺς νὰ μελετῶσιν, ὅπως καθ’ ἡμέραν γίνωνται καλλίτεροι, ἀφοῦ θὰ γνωρίζωσιν ὅτι δὲν εἶναι προωρισμένοι νὰ ζήσωσι καὶ νὰ ἀποθάνωσιν εἰρηνοδίκαι, ὡς εἶπεν, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἔχωσι τὴν ἐλπίδα νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὰ ἀνώτατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἡ πλάνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ εὐτυχὴς ἐκείνη ἡμέρα, πρὸς τὴν ὁποίαν μετὰ τοσαύτης ἀνυπομονησίας ἀτενίζει, κατὰ τὴν ὁποίαν τὴν εἰρηνοδικειακὴν ὑπηρεσίαν θὰ ἐκτελῶσι πρωτοδίκαι, τότε οἱ πρωτοδίκαι δὲν θὰ εἶναι ὅσοι σήμερον εἶναι, ἀλλὰ θὰ εἶναι ὅσοι εἶναι ἐν συνόλῳ οἱ νῦν πρωτοδίκαι, οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ πταισματοδίκαι, δηλαδὴ ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν δὲν θὰ εἶναι 168, ὅσοι εἶναι νῦν οἱ πρωτοδίκαι τοῦ Κράτους, ἀλλὰ 408, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν ἐν συνόλῳ ἀνέρχεται εἰς 240. Ὅταν λοιπὸν εἰς τὰ διάφορα Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα θὰ ἀποσπῶνται πρωτοδίκαι, τὰς θέσεις δὲ τῶν πρωτοδικῶν θὰ καταλαμβάνωσιν ἄλλοι ἔμμισθοι πάρεδροι καὶ πρωτοδίκαι, τότε κατ’ ἀνάγκην ὁ ἀριθμὸς τῶν πρωτοδικῶν εἰς ὅλον τὸ Κράτος θὰ ἀνέρχηται εἰς τὸν σεβαστὸν ἀριθμὸν τῶν 408. Αἱ προαγωγαὶ δὲ θὰ ἐνεργῶνται οὐχὶ πλέον εἰς 168 δικαστάς, ἀλλ’ εἰς 408. Σήμερον, ὅτε προάγονται 168 πρωτοδίκαι, λαμβάνουσι σειρὰν προαγωγῆς διὰ τὰς 70 θέσεις προέδρων πρωτοδικῶν καὶ ἐφετῶν, διότι 44 εἶναι αἱ θέσεις τῶν ἐφετῶν καὶ 26 τῶν προέδρων πρωτοδικῶν, κατὰ μέσον ὅρον μετὰ μίαν δωδεκαετίαν.
§46Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περισσότερον...
§47Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Συμβαίνει νὰ προαχθῶσι καὶ μετὰ παρέλευσιν εἰκοσαετίας, σπανιώτατα μετὰ δεκαετίαν, ἀλλὰ ἐπειδὴ εἶμαι μετριώτατος εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου, λαμβάνω ὡς μέσον ὅρον τὴν δεκαετίαν. Ἀλλ’ ἐὰν σήμερον, ὅτε οἱ πρωτοδίκαι εἶναι 168, λάβῃ ἕκαστος αὐτῶν σειρὰν προαγωγῆς μετὰ παρέλευσιν μιᾶς δεκαετίας, τότε, κύριε Ὑπουργέ, ὅταν οἱ πρωτοδίκαι θὰ ἀνέρχωνται εἰς 408, θὰ λαμβάνωσι σειρὰν προαγωγῆς μετὰ ὁλόκληρον τριακονταετίαν.
§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ προϋποθέσεως πεπλανημένης, δι’ ἣν ἔδωκα ἐξηγήσεις. Ὑποθέτετε ὅτι θὰ ἔχωμεν τὸν αὐτὸν ἀριθμὸν τῶν Εἰρηνοδικείων;
§49Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Πρῶτον ταύτην τὴν φορὰν ἀκούω, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ εἶπε κατὰ τὴν συζήτησιν ἄλλων νομοσχεδίων, ὅτι πρόκειται νὰ ἐλαττωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν Εἰρηνοδικείων.
§50Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γίνῃ ἄλλος ὀργανισμός.
§51Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Φρονῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι ὀρθόν, εἶναι προτιμότερον νὰ ἐλαττώσωμεν πρότερον τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ κατόπιν νὰ προβῶμεν εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν ἔχωσιν ἐπιτυχίαν, θὰ ἔχωσι μόνον ἐλαττουμένων τῶν Εἰρηνοδικείων, διότι ἡ ἐλάττωσις τῶν Εἰρηνοδικείων δὲν εἶναι ζήτημα εὔκολον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀποφασίσωμεν ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ γραφείου. Γνωρίζετε ὑμεῖς, ὅστις τότε παρηκολουθεῖτε μετὰ ζήλου τὴν πολιτικὴ κατάστασιν, γνωρίζετε, λέγω, ὁπόσαι κατεβλήθησαν προσπάθειαι, ἵνα ἐλαττωθῶσι τὰ Εἰρηνοδικεῖα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τοῦτο δὲν κατέστη εὔκολον, ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἶναι οὔτε οἰκονομικὸν καὶ ὅτι θὰ ἐπιφέρῃ αὔξησιν τῆς δαπάνης καὶ μεγάλην δυσχέρειαν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὴν ἄσκησιν τοῦ δικαιώματος τῶν πολιτῶν τοῦ νὰ λαμβάνωσι τὸ δίκαιόν των ἀπὸ τὴν Πολιτείαν, διότι καὶ σήμερον, ὅτε τὰ Εἰρηνοδικεῖα εἶναι 225, εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλάκις οἱ πολῖται, οἱ χωρικοὶ κυρίως, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ τρέχωσιν ἐπὶ ὥρας πολλάς, ἵνα εὑρίσκωσι τὸν δικαστὴν αὐτῶν ἵνα δικάζωνται περὶ μικρῶν ὑποθέσεων, ἢ νὰ μαρτυρῶσιν εἰς δίκην ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου ἢ νὰ δίδωσι λόγον κατηγορούμενοι ἐνώπιον αὐτοῦ. Ἀφοῦ λοιπὸν σήμερον, ὅπως εὕρωσι τὸν δικαστήν των προκειμένου περὶ μικρῶν ὑποθέσεων, ὑποβάλλονται εἰς κόπους καὶ δαπάνας περισσοτέρας τοῦ δέοντος, εὑρίσκετε ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ παρεμβάλωμεν εἰς τοὺς πολίτας μεγαλειτέρας δυσχερείας, ὅταν ζητῶσι νὰ εὕρωσι τὸ δίκαιόν των; Ἴσως διὰ τῆς μεταβολῆς, ἥν σκέπτεσθε, ἀγνώστου εἰς ἡμᾶς, θὰ κατορθώσητε...
§52Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπον.
§53Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ νομοθετῶμεν ἐπὶ τῇ βάσει ὅσων σκέπτεσθε ὑμεῖς. Ὑποθέτω τοὐλάχιστον ὅτι τὰ μέτρα σας θὰ εἶναι σκόπιμα, ὠφέλιμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε δίκαιον νὰ ἀξιώσητε ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν νὰ ψηφίσῃ μέτρα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἵνα ἐπιτύχωσι, πρέπει νὰ ψηφισθῶσι καὶ ἐφαρμοσθῶσιν ἄλλα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει ἐν λεπτομερείᾳ, τὰ ὁποῖα μόνον ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νῷ ὑμῶν. Καὶ ἐπανέρχομαι μετὰ τὴν διακοπὴν ταύτην εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἀγορεύσεώς μου καὶ ἐξακολουθῶ τὴν σκέψιν μου. Ἀλλὰ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἕκαστος πρωτοδίκης διορίζεται ἔμμισθος πάρεδρος εἰς ἡλικίαν 30–35 ἐτῶν, σειρὰν προαγωγῆς θὰ λαμβάνῃ, ὅταν θὰ ἄγῃ τὸ 65ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, ὅτε πλέον τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας θὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀπομακρυνθῇ τοῦ δικαστικοῦ σταδίου. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· ἐπιτρέπεται νὰ στηρίζωμεν προσδοκίας περὶ ἀνυψώσεως τῆς δικαιοσύνης εἰς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι μόνον περὶ τὰς δυσμὰς τοῦ βίου των θὰ ἔχωσι τὴν ἐλπίδα νὰ τύχωσι προαγωγῆς; Ἐπιτρέπεται νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι μετὰ ζήλου θὰ ἐξασκῶσι τὸ καθῆκον αὑτῶν; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ τὴν ἅμιλλαν καὶ θὰ παρακινήσῃ αὐτοὺς καὶ κρείττονες τῶν ἄλλων νὰ καταστῶσιν, ὅπως ταχύτερον ἐπιτύχωσι τὴν προαγωγήν; Διὰ τῆς σκέψεως ταύτης ἀποδεικνύεται ἀβάσιμος ἡ ἐλπὶς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ἐλπὶς ἐκείνη, ἥτις παρεκίνησεν αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Διὰ τῆς σκέψεως ταύτης ἐκλείπει ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκλείποντος παντὸς λόγου βασίμως ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Οὕτω λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον, δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχῃ, διότι, ἀφοῦ καὶ τὴν εἰρηνοδικειακὴν ὑπηρεσίαν θὰ ἐκτελῶσιν οἱ πρωτοδίκαι, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκτελῶσι τὴν εἰρηνοδικειακὴν ὑπηρεσίαν, θὰ εἶναι καταδεδικασμένοι εἰς στασιμότητα, ἡ ὁποία δὲν θὰ παρακινῇ αὐτοὺς οὐδόλως νὰ γίνωνται ὁσημέραι —εἶναι τὰ ὄνειρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ—κρείττονες ἑαυτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς βλάβης, τὴν ὁποίαν προξενοῦμεν εἰς τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον, βλάπτομεν καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα, καὶ ἡ μόνη παρηγορία τῶν εἰρηνοδικῶν θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον ὅτι δὲν θὰ εἶναι αὐτοὶ μόνοι οἱ κατὰ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καταδεδικασμένοι νὰ ζῶσι καὶ ἀποθνήσκωσιν εἰρηνοδίκαι, ἀλλ’ ὅτι θὰ συμπαρασύρωσιν εἰς τὴν δυστυχίαν αὐτῶν καὶ τοὺς πρωτοδίκας. Σήμερον —ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν— ἔχομεν πρωτοδίκας ἁμιλλωμένους ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεων αὐτῶν, τίς νὰ γίνῃ ἱκανώτερος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑψηλῶν αὐτῶν καθηκόντων! Καὶ τὴν ἅμιλλαν ταύτην δὲν παρείδομεν καὶ κατὰ τὸ παρελθόν, διότι εἶναι βεβαιωμένον ὅτι μὲ ὅλα τὰ λάθη τοῦ παρελθόντος, μολονότι αἱ προαγωγαὶ ἐγίνοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχέσεων τῆς πολιτικῆς ἐπηρείας καὶ τῶν συγγενικῶν δεσμῶν τῶν διαφόρων πρωτοδικῶν, δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι οὐχὶ ὀλίγον ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἱκανότης τῶν πρωτοδικῶν καὶ ὅτι τὰς πλείστας θέσεις τῶν προέδρων πρωτοδικῶν κατελάμβανον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεδείχθησαν ἱκανώτατοι ἐπιστήμονες καὶ διεκρίθησαν ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ καθήκοντός των ὡς πρωτοδίκαι. Ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλα ἄτοπα ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαριθμήσω καὶ εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ὁποίων θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ παρακολουθήσῃ καὶ εἰς ὃν δίδω τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι τοῦτο πράττω, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἀποτύχῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ διότι δὲν θέλω νὰ ἐπέλθῃ μᾶλλον βλάβη εἰς τὴν κατάστασιν τῶν δικαστῶν ἡμῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι μὲ ὅλας τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ πρωτοδίκαι, ὅπως προάγωνται εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ προέδρου πρωτοδικῶν καὶ ἐφετῶν, εἶναι γνωστὸν καὶ βεβαιωμένον ὅτι δὲν προσέρχονται ἵνα καταλάβωσι τὴν τιμίαν θέσιν τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ οἱ καλλίτεροι τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐπιστημόνων. Διότι ἡ γλισχρότης τοῦ μισθοῦ, αἱ μεταθέσεις μέχρι τοῦδε καὶ τὰ ἄλλα παρομαρτοῦντα εἰς τὴν θέσιν ταύτην δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἑλκύσωσιν, ὡς ἔδει, καὶ ἐκείνους, οἵτινες δύνανται νὰ διακριθῶσιν εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος. Ὅταν ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τούτους ἐκλείψῃ ἡ ἐλπὶς τῆς ταχείας προαγωγῆς, ὅταν οἱ πρωτοδίκαι θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι τὰ δύο τρίτα τοῦ βίου των νὰ διάγωσι μακρὰν τῶν πόλεων εἰς Εἰρηνοδικεῖα, καὶ θὰ ἀποδείξω τοῦτο, ὅταν θὰ χειροτερεύσωμεν τοσοῦτον τὴν θέσιν τῶν πρωτοδικῶν, δὲν φρονεῖτε, ὅτι δὲν θὰ εἶναι οἱ ἄριστοι τῶν ἐπιστημόνων ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ προσέλθωσι διὰ νὰ ἀναλάβωσι τοιαύτην ὑπηρεσίαν, καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ ποιὸν τῶν πρωτοδικῶν θὰ χειροτερεύσῃ, καὶ ὅτι μεταξὺ αὐτῶν δὲν θὰ ἔχωμεν διακεκριμένους, δὲν θὰ ἔχωμεν δικαστὰς ὑπερόχους, δὲν θὰ ἔχωμεν δικαστὰς ἐξαιρετικῆς μορφώσεως, ὅπως καταλάβωσι τὰ ἀνώτερα δικαστικὰ ἀξιώματα τῆς Πολιτείας; Εἶπον, ὅτι τὰ δύο τρίτα τοῦ δικαστικοῦ αὐτῶν βίου θὰ διάγωσιν οἱ πρωτοδίκαι ἐκτὸς τῶν πόλεων, διότι, ὡς ἐξέθηκε τὰ πράγματα εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπελάβομεν πάντες ὅτι κυρίως οὗτοι θὰ ὑπηρετῶσιν ὡς πρωτοδίκαι, ὅτι θὰ ἀπονέμωσι τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ ὅτι ὀλίγον χρονικὸν διάστημα θὰ μένωσι μακρὰν τῶν πόλεων. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅταν κενῶται θέσις εἰρηνοδίκου, τὴν θέσιν ταύτην θὰ καταλαμβάνῃ πρωτοδίκης, καὶ μετὰ χρονικόν τι διάστημα, ὅταν ἐπὶ τέλους ἀπομακρυνθῶσι τῆς ὑπηρεσίας πάντες οἱ εἰρηνοδίκαι, ὅταν πᾶσα ὑπηρεσία ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις καὶ Πταισματοδικείοις θὰ ἐκτελῆται ὑπὸ πρωτοδικῶν, τότε... Ἀφοῦ τὰ Εἰρηνοδικεῖα εἶναι 240, αἱ θέσεις τῶν πρωτοδικῶν εἶναι 168, τότε οἱ 408 πρωτοδίκαι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι τότε ἐν ὅλῳ, θὰ κατέχωσιν ἐκ περιτροπῆς τὰς 108 θέσεις πρωτοδικῶν καὶ τὰς 248 τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν πταισματοδικῶν, καὶ ἑπομένως κατὰ τὰ δύο τρίτα τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας των θὰ μένωσιν εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ κατὰ τὸ ἕτερον ἓν τρίτον εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν εἰς τοῦτο ἀκριβῶς νὰ προσέξῃ, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παροδικῆς, δὲν πρόκειται περὶ προσωρινῆς, ἐφάπαξ ἀποσπάσεως αὐτῶν εἰς Εἰρηνοδικεῖα, ἀλλ’ εἶναι γεγονός, ὅτι ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του, κατὰ τὰ δύο τρίτα τοῦ βίου αὑτῶν θὰ ὑπηρετῶσιν Εἰρηνοδικεῖα δὲν θὰ συμβαίνῃ τοῦτο ἐφάπαξ καὶ ἐφ’ ὡρισμένον βραχὺ χρονικὸν διάστημα, ἀλλ’ ἕκαστος πρωτοδίκης θὰ ὑπηρετῇ εἰς Πρωτοδικεῖον, κατόπιν δὲ θ’ ἀποσπᾶται νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς Εἰρηνοδικεῖον καὶ οὕτως ἡ θέσις τῶν πρωτοδικῶν θὰ εἶναι πολὺ χείρων. Ἀλλ’ ἡμεῖς καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεγνώρισε τὸ προσγινόμενον νῦν εἰς τοὺς πρωτοδίκας ἀδίκημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πολλάκις ὡμολόγησεν, ὅτι γλίσχρως ἀμείβονται καὶ ἐπιτακτικὴ ὑπάρχει ἀνάγκη αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, θὰ ἐπέλθῃ καὶ αὔξησις εἰς τὰς δαπάνας ἡμῶν κατ’ ἐλάχιστον 298.000 δραχμῶν ἐτησίως, διότι οἱ εἰρηνοδίκαι νῦν ἀμείβονται διὰ μισθοῦ ἑκατὸν τεσσαράκοντα, ἄλλοι ἑκατὸν ἑξήκοντα καὶ ἄλλοι διακοσίων δραχμῶν. Ὑπολογίσας τοὺς μισθοὺς τούτους μὲ τὸ κατώτερον ὅριον τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστῶν, μὲ διακοσίας ἑβδομήκοντα πέντε δραχμὰς μηνιαίως, εὗρον, ὅτι, ἐὰν εἰς ἅπαντα τὰ Εἰρηνοδικεῖα τοῦ Κράτους ὑπηρετῶσι πρωτοδίκαι ἀμειβόμενοι μὲ διακοσίας ἑβδομήκοντα πέντε δραχμὰς μηνιαίως, ἡ ἐτησία ἐπὶ πλέον δαπάνη εἶναι 298000 δρ. Σημειώσατε, διότι ὁ ὑπολογισμός μου αὐτὸς εἶναι πολὺ μέτριος, διότι καὶ αὐτῶν θὰ παρέρχηται ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἑπομένως θὰ ἐπέρχηται αὔξησις τῆς μισθοδοσίας αὐτῶν, ὅτι ἅπαντες αὐτοὶ δὲν θὰ ἀμείβωνται μὲ διακοσίας ἑβδομήκοντα πέντε δραχμὰς μηνιαίως, ἀλλὰ ἄλλοι μὲ τριακοσίας καὶ ἄλλοι μὲ τριακοσίας πεντήκοντα. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σκέπτηται ν’ αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τῶν πρωτοδικῶν καὶ ἐὰν θέλῃ νὰ φέρῃ ἀνύψωσιν τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ ἀναδιοργάνωσιν τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου, ἀγνοεῖ ὅτι διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου τῶν 298.000 δρ. δύναται νὰ αὐξήσῃ ἐπαισθητῶς τὸν μισθὸν τῶν νῦν εἰρηνοδικῶν ἁπάντων καὶ τῶν πρωτοδικῶν, διανέμων ἀνὰ 150 χιλ. δρ. δι’ ἑκάτερον τῶν κλάδων τούτων, ὅτε θὰ ἐπέλθῃ σπουδαία ὠφέλεια καὶ ἀνακούφισις καὶ δι’ αὐτῆς ταύτης σπουδαία ἀνύψωσις τῶν πρωτοδικῶν καὶ εἰρηνοδικῶν. Ἀπορῶ, κύριοι Βουλευταί, πῶς δὲν σκέπτεται ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἀπορῶ πῶς τοιαύτας στηρίζει ἐλπίδας εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀπέβλεπεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συμβῇ, ὅταν ἁπάσας τὰς θέσεις τῶν νῦν εἰρηνοδικῶν θὰ καταλάβωσι πρωτοδίκαι, δὲν ἐξετάζει τί θὰ συμβῇ μέχρι τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπέλθῃ ἡ εὐχάριστος, ἡ πολυπόθητος αὕτη δι’ αὐτὸν ἡμέρα. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ νῦν ὑπηρετοῦντες εἰρηνοδίκαι εἶναι καταδεδικασμένοι εἰς διαρκῆ ὑποβιβασμόν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἠκούσθη ποτὲ εἰς οἱονδήποτε κλάδον ὑπάλληλοι, χωρὶς νὰ πταίωσι, νὰ εἶναι καταδεδικασμένοι εἰς ὑποβιβασμόν. Διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἅμα κενωθῇ θέσις δευτέρας τάξεως εἰρηνοδίκου, τὴν θέσιν αὐτοῦ θὰ καταλάβῃ εἰρηνοδίκης πρώτης τάξεως, ὁ ὁποῖος ἤδη ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἑδρεύει εἰς πόλιν, καὶ τὴν θέσιν τοῦ εἰρηνοδίκου πρώτης τάξεως θὰ τὴν καταλάβῃ πρωτοδίκης, ὁ ὁποῖος, ὅταν ἅπασαι αἱ θέσεις Εἰρηνοδικείων πρώτης τάξεως καταληφθῶσιν ὑπὸ πρωτοδικῶν, θὰ καταλάβῃ καὶ θέσιν εἰρηνοδίκου δευτέρας τάξεως, διαρκῶς οὕτως ἁπάντων ὑποβιβαζομένων. Ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι καταδεδικασμένοι εἰς ὑποβιβασμὸν καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ γνωρίζωσιν, ὅτι θὰ εἶναι ἐξόριστοι τὸν περισσότερον χρόνον τοῦ βίου των εἰς τὰ μᾶλλον ἀπόκεντρα Εἰρηνοδικεῖα τοῦ Κράτους, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς δύναταί τις νὰ ἐλπίζῃ· ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι ζῆλον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, ὅταν θὰ εἶναι γνωστὸν καὶ βέβαιον, ὅτι θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποβιβάζωνται μέχρις οὗ ἀποσταλῶσιν ἐξόριστοι εἰς τὰ μᾶλλον ἀπόκεντρα Εἰρηνοδικεῖα τοῦ Κράτους; Βεβαιωθῆτε ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι δὲν θὰ ἔχωσιν οὐδένα ζῆλον νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των καὶ ἑπομένως ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν θὰ χειροτερεύῃ κατὰ πολὺ ἡ εἰρηνοδικειακὴ ὑπηρεσία. Φρονῶ δέ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ διοργανώσωμεν τὸν εἰρηνοδικειακὸν ἡμῶν κλάδον, μὲ τὴν ἐλπίδα, λέγω, ταύτην νὰ μὴ ἀποβλέπωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ συμβῇ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ ἡμέρα τῆς τελείας ἀναδιοργανώσεως. Διότι δὲν εἶναι κακόν, ὅτι βλάπτομεν μόνον τοὺς εἰρηνοδίκας, ὅτι τοὺς καταδικάζομεν εἰς στασιμότητα, ὅτι στεροῦμεν τούτους ἀπὸ μίαν ἐλπίδα, ὅτι ἐπὶ τέλους οἱ εἰρηνοδίκαι δευτέρας τάξεως θὰ γίνωσι πρώτης τάξεως εἰρηνοδίκαι, ἡ ὁποία πρέπει νὰ χορηγηθῇ εἰς αὐτούς, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν, ὅτι στεροῦμεν τὸν λαὸν τῆς Δικαιοσύνης αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπονείμωσι δικαιοσύνην εἰς λαὸν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν ὅτι εἶναι καταδεδικασμένοι ὑπὸ τῆς Πολιτείας ὡς ἄχρηστοι διὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Φρονῶ δ’ ὅτι ἡ Δικαιοσύνη δὲν εἶναί τι τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ στερήσωμεν ἐπὶ χρονικόν τι διάστημα ἀπὸ τοὺς πολίτας, ὅπως διαφυλάξωμεν διὰ τοὺς κληρονόμους αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι μέγα ἀγαθόν, τοῦ ὁποίου οὔτε πρέπει οὔτε ἔχομεν τὸ δικαίωμα οὔτε ἐπὶ μίαν ὥραν νὰ στερήσωμεν αὐτούς. (Χειροκροτήματα).
§54ΑΘ. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω, διότι καὶ σκόπιμος εἶναι καὶ σύμφωνος πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νέου Συντάγματος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἤγαγεν ἐπὶ τὸ βῆμα, εἶναι ἡ ὀργάνωσις τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης. Ὅτι ὁ εἰρηνοδικειακὸς κλάδος ὡς ἔχει τανῦν δὲν λειτουργεῖ καλῶς καὶ ὅτι ἔδει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ τύχῃ καὶ τοῦτο τῆς ἀντιλήψεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἐφ’ ὅσον μάλιστα μέχρι τοῦδε καὶ εἰς ῥιζικὰ ἄλλα μέτρα προέβη. Τοῦτο μόνον εἶναι ἐξεταστέον· τίνα μέτρα δέον νὰ ληφθῶσιν, ἅτινα θὰ ἐγγυῶνται τὴν βελτίωσιν τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου καὶ ἂν τὰ λαμβανόμενα μέτρα διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι συντελεστικά. Ἀλλά, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν σκέψιν ταύτην, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὁποία εἶναι νῦν ἡ λειτουργία τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης καὶ ὁποῖα τὰ πλημμελήματα ταύτης, ἵνα ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ταῦτα προβῶμεν εἰς τὴν καλλιτέραν διοργάνωσιν αὐτῆς. Ἂν ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη δὲν λειτουργεῖ καλῶς νῦν, φρονῶ ὅτι τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ποιὸν τῶν ὑπαρχόντων εἰρηνοδικῶν καὶ εἰς τὸ κρατοῦν σύστημα τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, διότι δὲν διαφεύγει τὴν ἀντίληψιν τῶν ἀσχολουμένων τοὐλάχιστον εἰς τὰ δικαστικὰ ὅτι μέχρι σήμερον εἰσῆλθον πολλοὶ εἰς τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον κατόπιν προαγόμενοι εἴτε ἀπὸ γραμματεῖς εἰρηνοδικείων εἴτε ἀπὸ προϋπηρετήσαντας δικαστικοὺς κλητῆρας, εἴτε καὶ ἀπὸ δικηγόρους κατὰ τὸ πλεῖστον μὴ εὐδοκιμήσαντας κατὰ τὸ δικηγορικὸν αὐτῶν στάδιον. Διὰ τοῦτο κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ ὑπάρχοντες εἰρηνοδίκαι δὲν εἶναι ἐφωδιασμένοι μὲ τὰς νομικὰς ἐκείνας γνώσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν καλὴν ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία εἶναι ὄντως λαϊκὴ δικαιοσύνη. Ἐκτός, ὡς εἶπον, τῆς κακῆς τούτων προελεύσεως, ἐπίσης σπουδαίως συντείνει εἰς τὴν κακὴν παρ’ αὐτῶν διαχείρισιν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης ἡ ἀπασχόλησις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν συμβολαιογραφικῶν καθηκόντων, εἰς ἅτινα καὶ κυρίως ἀπασχολοῦνται ὡς προσοδοφόρα δι’ αὐτούς, ὡς ἐπίσης καὶ εἰς τὴν τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων, φοβουμένων τὰς ἐτησίας ἐπιθεωρήσεις τῶν εἰσαγγελέων, ὡς πάρεργον δὲ ὅλως ἔχουσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθαρῶς εἰρηνοδικειακῶν αὐτῶν καθηκόντων, ἅτινα εἶναι ἡ ἐπίλυσις τῶν ἰδιωτικῶν καὶ ποινικῶν διαφορῶν. Διὰ τοῦτο καὶ σπανίως ἐκτελοῦσι τὰ εἰρηνοδικειακὰ ταῦτα καθήκοντά των ἀναθέτοντες αὐτὰ οὐχὶ σπανίως καὶ εἰς τοὺς γραμματεῖς αὐτῶν. Ἑπομένως, ἂν χωλαίνει ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ταῦτα, ἤτοι, ὡς εἶπον, εἰς τὸ οὐχὶ καλὸν ποιὸν τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ εἰς τὴν κυρίως ἐκτέλεσιν ὑπ’ αὐτῶν ἔργων μὴ καθαρῶς εἰρηνοδικειακῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβε βεβαίως πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπελήφθη τῆς καλλιτέρας διοργανώσεως τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐξεταστέον ὅμως καὶ κατὰ πόσον διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ὄντως ἐλπίζεται ἡ βελτίωσις τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου ἢ ὄχι. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καταργεῖται ἡ θέσις τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων αὐτοῦ εἰς τοὺς πρωτοδίκας. Ἑπομένως εἰς τὸ μέλλον εἰρηνοδίκαι δὲν θὰ ὑπάρχουν. Τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὅτι ἡ θέσις τοῦ εἰρηνοδίκου θὰ ἀποτελέσῃ τὴν πρώτην δικαστικὴν βαθμίδα δὲν μοὶ φαίνεται πολὺ βάσιμος, διότι εἰρηνοδίκαι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ ὑπάρχωσι, καὶ τοῦτο κυρίως μοὶ παρέχει τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἀντὶ τῆς ἐπιδιωκομένης βελτιώσεως θὰ ἐπέλθῃ βλάβη, ἐφ’ ὅσον ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη τοῦ λοιποῦ, ἀντὶ ν’ ἀσκῆται ὑπὸ εἰδικῶν δικαστῶν, ἀνατίθεται εἰς δικαστὰς ξένους τοῦ εἰδικοῦ τούτου κλάδου κατὰ μετάπεμψιν. Οἱ πρωτοδίκαι μεταπεμπόμενοι ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη πρὸς ἀπονομὴν τῆς εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης βεβαίως θὰ θεωρῶσι τὸ ἔργον τοῦτο ὡς πάρεργον καὶ τὴν μεταπομπήν των ὡς δυσμένειαν, καὶ ἑπομένως οὐχὶ μετὰ τοῦ προσήκοντος ζήλου θὰ ἐκτελῶσι τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Τοῦτο παρετηρήθη καὶ εἰς τοὺς διοικητικοὺς ἐν γένει κλάδους καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, ὅπου ὁσάκις δὲν ἐκτελεῖται ἡ ὑπηρεσία ὑπὸ εἰδικοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλ’ ὑπ’ ἄλλου, ἡ ὑπηρεσία αὕτη δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα. Προτιμότερον ἑπομένως κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην θὰ ἦτο τὸ ἕτερον σύστημα τὸ ὑποδεικνυόμενον μὲν καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς εἰσηγητικῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσεως, πλὴν μὴ ἀσπαζόμενον ὑπ’ αὐτοῦ, καθ’ ὃ ἡ προέλευσις τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν πρωτοδικῶν νὰ εἶναι ἑνιαία. Ἤτοι οἱ νῦν μετὰ διαγωνισμὸν διοριζόμενοι ἔμμισθοι πάρεδροι δικηγόροι, ἐφεξῆς νὰ διορίζωνται μετὰ ἄσκησιν μονοετῆ παρὰ τῷ Πρωτοδικείῳ εἰρηνοδίκαι, ὅπου ὑπηρετοῦντες ἐπὶ διετίαν ἢ τριετίαν νὰ προάγωνται εἰς πρωτοδίκας κατ’ ἀρχαιότητα, κενουμένων θέσεων πρωτοδικῶν. Διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, τοῦτο μὲν ἐπέρχονται εἰς τὸν εἰρηνοδικειακὸν κλάδον ἐπιστήμονες ἐφωδιασμένοι μὲ νομικὰς γνώσεις καὶ ὑποσχόμενοι ὡς τοιοῦτοι τὴν προσήκουσαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐν τοῖς Εἰρηνοδικείοις, τοῦτο δὲ θὰ παρέχηται ἡ ὑπηρεσία αὕτη ὑπὸ εἰδικῶν ὑπαλλήλων πάντοτε καταρτιζομένων, ὡς παρεχομένης εἰς αὐτοὺς καὶ τῆς ἐλπίδος ὅτι θὰ προαχθῶσι μετὰ ὑπηρεσίαν ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος. Ἐνῷ τὸ ἀφομοιωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς μεταπέμψεως πρωτοδικῶν εἰς τὴν θέσιν τοῦ εἰρηνοδίκου ἐφ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ὡς προεῖπον, δὲν θ’ ἀποφέρῃ τοὺς ἀγλαοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἐλπίζει, διότι ὁ πρωτοδίκης ἀποστελλόμενος προσωρινῶς πρὸς ἐκτέλεσιν ξένης ὑπηρεσίας ἐπιπροσθέτως δὲν θὰ ἔχῃ καὶ τὰς ἀπαιτουμένας πρακτικὰς γνώσεις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην ἀνατεθέντων ξένων πρὸς τὰ δικαστικὰ καθηκόντων. Ἐκτὸς τούτων διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως ὅλων τῶν εἰρηνοδικῶν, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ μετὰ παρέλευσιν χρόνου τινός, θὰ δημιουργηθῶσι θέσεις πρωτοδικῶν τόσον πολλαί, ὥστε δὲν θὰ παρέχηται εἰς αὐτοὺς ἡ ἐλπὶς τῆς προαγωγῆς καὶ τούτου δεδομένου, οὐ μόνον δὲν θὰ ἐπιδιώκωσι τὴν θέσιν πρωτοδίκου ἐπιστήμονες μεμορφωμένοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπάρχοντες θὰ ἀπογοητευθῶσιν ἐπὶ βλάβῃ τῆς δικαιοσύνης. Ἐν τοιαύτῃ ὅθεν περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὸ ὑποδειχθὲν σύστημα, τουτέστιν οἱ ἔμμισθοι δικαστικοὶ πάρεδροι, ἀφοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος ἐργασθῶσι παρὰ Πρωτοδικείῳ, νὰ διορίζωνται εἰρηνοδίκαι καὶ μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ὑπηρεσίας νὰ προάγωνται πρὸς κατάληψιν κενουμένων θέσεων πρωτοδικῶν. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου ὑπάρχει κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἐλπὶς βελτιώσεως τῆς τε εἰρηνοδικειακῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἀνωτέρας, διότι οὕτω πως θὰ καταλαμβάνωσι τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου ἐπιστήμονες ἠσκημένοι καθ’ ὅλα.
§55Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Πλ. Μαυρίκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀτελείας τῶν εἰσαγομένων πρὸς μεταποίησιν καὶ ἐξαγωγὴν σίτου καὶ τοῦ πρὸς ἐκκοκκισμὸν βάμβακος», πρὸς δὲ καὶ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους», τυπωθησομένας πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
§57Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ὅτε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, κύριοι Βουλευταί, ἀνέπτυξα ἐνδοιασμούς τινας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου νὰ διαιρέσω εἰς τάξεις προνομιακὰς καὶ μὴ τὸ δικαστικὸν σῶμα, οὔτε εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι τὰ τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ κλάδου ἔχουσι καλῶς· τοὐναντίον μάλιστα ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ εἰρηνοδικειακὸς κλάδος πρὸς παντὸς χρῄζει ἐκκαθαρίσεως καὶ εἰς μέγαν μάλιστα βαθμόν, ἀλλὰ διότι εἶχον τὴν ἰδέαν ταύτην τὴν ὁποίαν καὶ πάντες ὑμεῖς ἔχετε, ἠναγκάσθην νὰ ἐκφράσω ἐνδοιασμοὺς κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καίτοι δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκεται ἡ ἀνόρθωσις τῶν δικαστικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι ὁ τρόπος ὁ προτεινόμενος δὲν εἶναι ὁ ἄριστος, διότι ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ εἰρηνοδικειακὴ δικαιοσύνη, ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα προχθὲς καὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν ὑπὸ ἐντίμων συναδέλφων θὰ ἐπέλθῃ ζημία καὶ βλάβη σπουδαία εἰς τὴν ἀνωτέραν δικαιοσύνην. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, τοὺς ὁποίους θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναπτύξω, ἀφοῦ τόσα ἐλέχθησαν καὶ προχθὲς καὶ σήμερον πρὸς ὑμᾶς, ὑπέβαλον τροπολογίαν, ἥτις γενομένη δεκτὴ ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι διὰ ταύτης θὰ ἐπιτευχθῶσιν ἀμφότερα τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός. Διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς βελτιοῦται ὁ εἰρηνοδικειακὸς κλάδος δι’ ἐξετάσεως τῶν δικηγόρων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔρχωνται καὶ θὰ γίνωνται εἰρηνοδίκαι, ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἔχει νὰ ὑποστῇ ζημίαν τινὰ ὁ δικαστικὸς κλάδος ὁ ἀνώτερος, διότι κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην «ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου κλπ». Δύνανται δὲ οἱ εἰρηνοδίκαι, οἱ ὁποῖοι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰσήχθησαν εἰς τὸν κλάδον τὸν εἰρηνοδικειακόν, ἂν θέλωσι νὰ προαχθῶσι, νὰ ὑποστῶσι νέας ἐξετάσεις αὐστηροτέρας, οἷαι εἶναι σήμερον τῶν παρέδρων, καὶ νὰ γίνωσι πρωτοδίκαι καὶ τοιουτοτρόπως οὔτε τοῦ εἰρηνοδίκου ἐμποδίζομεν τὴν προαγωγὴν καὶ οὔτε ἐμποδίζομεν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ἄριστα, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸν κλάδον τὸν εἰρηνοδικειακόν, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ εἰσαχθῶσι μόνον ἐὰν καταταχθῶσιν ἀπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ πρωτοδίκου καὶ ὄχι τοῦ εἰρηνοδίκου. Νομίζω λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφίσταται τῆς ἀρχῆς τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὁ εἰρηνοδικειακὸς κλάδος βελτιοῦται καὶ δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῇ μείωσιν καὶ μείωσιν σημαντικὴν ὁ κλάδος ὁ ἀνώτερος τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας. Ἀρκοῦμαι, Κύριοι, εἰς ταῦτα, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐντελῶς καταπεπονημένη.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ἰ. Βέρροιος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως τρόπου τινὸς πωλήσεως σταφιδοκάρπου», τυπωθησομένην πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τεῦχος Αʹ.)
§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπίστευον, κύριοι Βουλευταί, τὴν φορὰν ταύτην, ὅτι θὰ ὑποστῶσι τέλος πάντων κραδασμὸν αἱ χορδαὶ τοῦ ἰσχυροῦ νευρικοῦ συστήματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ὑποστῶσι κραδασμὸν ἕνεκα τῶν πληγμάτων τῆς ἐπιστήμης, τῆς ἐπιστήμης οὐχὶ τῆς νομικῆς, ἀλλὰ τῆς ἐπιστήμης τῆς καθ’ ὅλου, αὐτῆς τῆς φιλοσοφικῆς. Λυποῦμαι ὁλοψύχως, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης αἰσθάνεται περισσότερον σεβασμὸν πρὸς τὸ πεῖσμά του παρὰ πρὸς τὴν ἐπιστήμην, τὴν ὁποίαν ὑπηρετεῖ ἀπὸ τῆς παιδικῆς αὐτοῦ ἡλικίας. Οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω εἰς ὅσα διὰ μακρῶν εἶπον πρότερον, ἐὰν ἐκεῖνα δὲν ἔπεισαν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν του εἶναι ἀπαραδειγματίστως ἐμπειρικὸν κατασκεύασμα, οὐδὲν ἄλλο εἶναι δυνατὸν νὰ πείσῃ αὐτὸν περὶ τούτου. Ἀλλὰ λέγω πρὸς αὐτόν· εἶναι πεπεισμένος, ὅτι εἶναι σύμφωνον τὸ νομοσχέδιόν του πρὸς τὸ Σύνταγμα; Διότι τὸ νομοσχέδιόν του βαίνει εἰς τὸ νὰ καταστῶσι πάντες οἱ πρωτοδίκαι ἐναλλὰξ πρωτοδίκαι καὶ εἰρηνοδίκαι. Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἠσφάλισεν ἰσοβίως νὰ εἶναι πρωτοδίκης, ἀπέβλεπεν εἰς προαγωγὴν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου ἢ τοῦ ἀρεοπαγίτου, ὅτι ἀναλαμβάνει ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γενομένου νόμου τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς εἰρηνοδίκης; Ἐὰν νομίζῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός, ἀγνοῶ διὰ ποῖον λόγον δὲν θὰ ἐθεώρει ἐπίσης συνταγματικὸν νόμον, ὅστις θ’ ἀνέθετεν εἰς τὸν πρωτοδίκην ἔργα συμβολαιογράφου, δικαστικοῦ κλητῆρος.
§60Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν δικαιοδοσίαν δύναται νὰ τὴν κανονίσῃ ὁ νόμος.
§61Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα εἶχεν ὑπ’ ὄψει τεθειμένους νόμους, εἶχεν ὑπ’ ὄψει διακεκριμένας δικαιοδοσίας καὶ οὕτω τίθεται τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Σύνταγμα δὲν ἀσχολεῖται νὰ εἴπῃ τί ἐννοεῖ λέγον «πρωτοδίκης», «ἐφέτης», «ἀρεοπαγίτης», «Πρωτοδικεῖον», «Ἐφετεῖον», «Ἄρειος Πάγος». «Ἄρειος Πάγος» λέγει τὸ Σύνταγμα, εἶναί τι ἀφ’ ἑαυτοῦ διακεκριμένον; Ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι τὸ Δικαστήριον τῆς ἀρχαίας Πολιτείας τῶν Ἀθηνῶν. Εἶχε τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ὁ Ἄρειος Πάγος; Βεβαίως οὐχί. Τί εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τὸ Σύνταγμα, ὅτε ἔλεγεν «Ἄρειος Πάγος»; Εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὴν δικαιοδοσίαν, τὴν ὁποίαν ὁρίζουσιν οἱ παρ’ ἡμῖν νόμοι. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ὑμᾶς διὰ νομοσχεδίου νὰ καθορίζητε τὴν δικαιοδοσίαν ὡς ἂν ὑμεῖς βούλησθε; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ὑμᾶς διὰ νόμου νὰ ὁρίσητε, ὅπως ὑπάρξωσιν εἰς τὸ μέλλον 350 δικαστικοὶ λειτουργοί, οἵτινες ἐναλλὰξ θὰ εἶναι εἰρηνοδίκαι καὶ πρωτοδίκαι, ἀφοῦ κατὰ τὸ Σύνταγμα οἱ εἰρηνοδίκαι δὲν εἶναι ἰσόβιοι, ἐνῷ οἱ πρωτοδίκαι εἶναι ἰσόβιοι; Πῶς, ἀφοῦ οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι θ’ ἀσκῶσι τὴν αὐτὴν δικαιοδοσίαν ἐναλλάξ, θὰ εἶναι οἱ μὲν ἰσόβιοι, οἱ δὲ μόνιμοι προσωρινῶς ἢ θὰ εἶναι πάντες ἰσόβιοι, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ῥητῶς λέγει, ὅτι ὑπάρχουσιν εἰρηνοδίκαι, οἵτινες δὲν εἶναι ἰσόβιοι, ἀλλ’ εἶναι μόνιμοι; Καὶ λέγετε ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ νόμος νὰ καθορίσῃ τὴν δικαιοδοσίαν, ἀφοῦ τὴν καθιέρωσε προσωρινῶς, ἀγνοῶ διατί δὲν δύναται νὰ τὴν καθορίσῃ ὁριστικῶς. Κατὰ τὸ ἥμισυ ὁριστικῶς, κατὰ τὸ ἥμισυ προσωρινῶς τείνει νὰ τὰς κανονίσῃ τὸ νομοσχέδιόν σας, διότι, ὅταν θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἔχωμεν 350 δικαστικοὺς λειτουργούς, οἵτινες κατὰ τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ χρόνου θὰ εἶναι εἰρηνοδίκαι, διότι περισσότεροι ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα παρὰ διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα, τότε οἱ πρωτοδίκαι θὰ καταλήξωσι νὰ εἶναι περισσότερον εἰρηνοδίκαι παρὰ πρωτοδίκαι, καὶ τότε τίνα θέσιν ἔχουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα αἱ ὀνομασίαι εἰρηνοδίκαι μόνιμοι καὶ πρωτοδίκαι ἰσόβιοι; Νομίζω ὅτι δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὸ Σύνταγμα τὸ νομοσχέδιόν σας.
§62Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καταργηθῶσιν Εἰρηνοδικεῖα, τί θὰ γίνῃ;
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν καταργηθῶσι, συμβιβάζεται τὸ πρᾶγμα· θὰ εὕρωσι μίαν θέσιν παρά τινι Εἰρηνοδικείῳ ἢ Πρωτοδικείῳ. Ἀλλ’ ἐδῶ θὰ ἔχωμεν 350 δικαστικοὺς λειτουργούς· ἀπαιτοῦνται 220, νομίζω, διὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα, 150 διὰ τὰ Πρωτοδικεῖα, ὥστε κατὰ τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ χρόνου θὰ ὦσιν εἰρηνοδίκαι. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι εἶναι δικαστικοὶ λειτουργοὶ μόνιμοι καὶ οὐχὶ ἰσόβιοι. Διὰ τοῦ νόμου λοιπὸν τούτου καταλύομεν τὸν θεσμὸν τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ ἀναθέτομεν τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν εἰς τοὺς πρωτοδίκας καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ ἰσόβιοι λειτουργοί, τοὺς ὁποίους ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα; Τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ ἰσοβίους δικαστικοὺς λειτουργοὺς ἀνωτέρου δικαστικοῦ βαθμοῦ, πρωτοδίκας βαίνοντας πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου καὶ ἀρεοπαγίτου. Τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ Σύνταγμα καὶ διὰ τοῦτο καθορίζεται τὸ πρᾶγμα τοιουτοτρόπως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ φέρητε εἰς πολὺ δυσχερῆ θέσιν τὰ πράγματα, κ. Ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι εὐλόγως ἴσως θὰ σᾶς ἀρνηθῶσιν οἱ πρωτοδίκαι, ὅπως ἀναλάβωσιν ἔργα εἰρηνοδικῶν, καὶ τέλος πάντων συλλογισθῆτε ὅτι καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν ἐκάη κατὰ τόννους ὁ λιβανωτὸς διὰ τὴν νομομάθειάν σας, καὶ συλλογισθῆτε, μήπως εἶναι τὸ πρᾶγμα προφανές, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιόν σας, καὶ προκαλέσῃ γέλωτας τὸ πρᾶγμα, ὅταν δὲν θὰ στέργωσιν οἱ πρωτοδίκαι νὰ ἀναλάβωσι καθήκοντα εἰρηνοδικῶν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τήν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§66ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπεθύμουν νὰ θέσω ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κ. Ὑπουργοῦ τὴν ἑξῆς σκέψιν. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ λέγεται ὅτι ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου κενουμένης θέσεως εἰρηνοδίκου ἢ εἰδικοῦ πταισματοδίκου ἐν τῇ ἕδρᾳ Πρωτοδικείου καὶ ἐν Πειραιεῖ πληροῦται αὕτη ἀπ’ εὐθείας διὰ πρωτοδίκου τοῦ οἰκείου ἢ καὶ ἄλλου τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους, εἰς ὃν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἤθελεν ἀποφανθῆ ὅτι πρέπει ν’ ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα εἰρηνοδίκου ἢ πταισματοδίκου. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἐπὶ τίνι προϋποθέσει θέλει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀναθέτει εἰς τὸν Α ἢ τὸν Β πρωτοδίκην τὰ καθήκοντα τοῦ εἰρηνοδίκου. Ἡ ἀνάθεσις τῶν καθηκόντων τούτων εἰς τὸν πρωτοδίκην θεωρεῖται πλεονέκτημα ἢ μειονέκτημα δι’ αὐτόν;
§67Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὔτε μειονέκτημα οὔτε πλεονέκτημα. Τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ν’ ἀναθέτῃ τὰ τοιαῦτα καθήκοντα εἰς ἕνα πρωτοδίκην, ὑπάρχει δὲ εἷς μόνος περιορισμός, ὅτι, ὅτε ὁ πρωτοδίκης ἐξετέλεσεν ἅπαξ τὰ ἀνατεθέντα ταῦτα καθήκοντα τοῦ εἰρηνοδίκου κατὰ τὸν ὁρισθέντα χρόνον, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τῷ ἀνατεθῶσι τοιαῦτα ἐκ νέου.
§68ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι ὅμως ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ ἀλλοία ἀντίληψις παρά τισι καὶ ἀλλοία παρ’ ἄλλοις. Ἴσως τις τῶν ἀρεοπαγιτῶν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου νομίζει ὅτι ἀναθέτων εἰς ἕνα πρωτοδίκην τὰ εἰρηνοδικειακὰ καθήκοντα νομίζει ὅτι τὸν ζημιεῖ, ἄλλος δὲ τῶν ἀρεοπαγιτῶν ὅτι τὸν ὠφελεῖ. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ. Ἐπίσης θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ ὅτι οἱ πρωτοδίκαι ἀναλαμβάνοντες καθήκοντα εἰρηνοδίκου ἐπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν ἣν καὶ πρότερον δικαιοδοσίαν.
§69Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι αὐτονόητον. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§70Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἔχουσιν ὑποβάλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4. Κυριωτέρα τῶν τροπολογιῶν εἶναι ἡ προσθήκη τῶν γραμματέων Εἰρηνοδικείων, εἰδικῶν Πταισματοδικείων ἢ πολυμελῶν δικαστηρίων εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα ὅπως διορισθῶσιν εἰς θέσιν πρωτοδίκου, ἐὰν εὐδοκιμήσωσιν ἐν διαγωνισμῷ· νομίζω ὅτι ἀκινδύνως δύνανται νὰ περιληφθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ τάξεις. Ἐφ’ ὅσον τὰ λοιπὰ προσόντα δὲν θίγονται καὶ δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι τελεσφόρως εἰς τὸν διαγωνισμόν, δὲν ἐπέρχεται ἀδικία. Ὑπεβλήθη καί τις τροπολογία ἢ παρατήρησις ὅτι ἐπέρχεται ἴσως ἀνισότης τις ἐπὶ βλάβῃ αὐτῶν τῶν πρωτοδικῶν, γινομένων τῶν εἰρηνοδικῶν ἀπ’ εὐθείας πρωτοδικῶν. Νομίζω ὅτι εὐλογώτερον θὰ ἦτο, ἐὰν τοὺς ὑποβάλωμεν εἰς ἐξετάσεις μελλόντων ἐμμίσθων παρέδρων καὶ εἰσήγοντο εἰς τὸ αὐτὸ στάδιον μὲ ἐκείνους. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτου διετύπωσα οὕτω τὸν νόμον: «Ἐντὸς δεκαετίας ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, ἥτις δύναται νὰ παραταθῇ διὰ Β. Διαταγμάτων, οἱ ἐν ὑπηρεσίᾳ εἰρηνοδίκαι καὶ εἰδικοὶ πταισματοδίκαι ὡς καὶ οἱ γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων, εἰδικῶν Πταισματοδικείων ἢ πολυμελῶν δικαστηρίων διορίζονται εἰς θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου, ἐὰν εὐδοκιμήσωσιν ἐν διαγωνισμῷ, εἰς ὃν δύνανται νὰ προσέλθωσι, καὶ ἂν ὑπερέβησαν τὸ τριακοστὸν πέμπτον, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τὸ τεσσαρακοστὸν πέμπτον, ἔτος τῆς ἡλικίας αὐτῶν, ἔχωσι δὲ τὰ λοιπὰ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ(3437) τῆς 30 Νοεμβρίου 1909 διὰ τὴν θέσιν ἐμμίσθου παρέδρου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ὁ διαγωνισμὸς οὗτος προκηρύσσεται ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ κατὰ λόγον τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πρωτοδικῶν ὡς ἐκ τῆς ἀναθέσεως εἰς αὐτοὺς καθηκόντων εἰρηνοδίκου καὶ εἰδικοῦ πταισματοδίκου πρὸς πλήρωσιν τῶν ἕνεκα τῆς αὐξήσεως ταύτης προστιθεμένων θέσεων. Ὁ ἀριθμὸς τῶν θέσεων, δι’ ἃς προκηρύσσεται ἑκάστοτε ὁ διαγωνισμός, δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς δέκα, ἢ νὰ ᾖ μικρότερος τῶν πέντε. Κατὰ τὰ λοιπὰ ἐφαρμόζονται ὡς πρὸς τὸν διαγωνισμὸν τοῦτον αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ νόμου ΓΥΛΖʹ (3437) τοῦ 1909 καὶ τοῦ κεφαλαίου Αʹ τοῦ περὶ ἐκτελέσεως αὐτοῦ Β. Διατάγματος τῆς 30 Δεκεμβρίου 1909».
§71ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καθορίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 5.
§72Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ 45ον ἔτος. Ὑπάρχει πρότασις ὅπως τεθῇ ἡ ἡλικία 50 ἐτῶν. Νομίζω ὅτι εἶναι πολύ.
§73Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐὰν εἶναι δυνατόν, ν’ ἀφεθῇ τὸ ἀνώτατον ὅριον εἰς τὸ ἔτος 55, διότι πλεῖστοι ὅσοι ἐκ τῶν εἰρηνοδικῶν τῆς σήμερον καταλαμβάνονται ὑπὸ τοῦ ὁρίου τοῦ νόμου, ἐὰν μὴ προσέλθωσιν εἰς ἐξετάσεις.
§74Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θεωρῶ οὐδένα κίνδυνον νὰ ὁρισθῇ τὸ 55ον ἔτος.
§75Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Πολλοὶ τῶν σήμερον εἰρηνοδικῶν, ὅσα στοιχεῖα καὶ ἂν ἔχωσιν, ὅσα προσόντα, δὲν θὰ δύνανται νὰ διαγωνισθῶσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ πρωτοδίκου.
§76Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται ὁ μὴ κατηρτισμένος, ὁ μὴ ἔχων οὐδεμίαν κατάρτισιν νὰ γίνῃ ἱκανός. Προβλέπεται ἡ περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν πλεῖστοι νέοι ἔχοντες πάντα τὰ ἐφόδια, μὴ ἔχοντες ὅμως τὰ μέσα, περιωρίσθησαν εἰς τὸ στάδιον τοῦ εἰρηνοδίκου. (Ἀπορρίπτεται εἶτα ἡ τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαϊωάννου. Ψηφίζεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Π. Μαυρίκη ἐφ’ ὅσον ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ψηφίζεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δ. Κάβουρα καὶ τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἐτροπολογήθη).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§78Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον τροποποιοῦμεν, ἀπαιτεῖται θητεία τριετής, διὰ νὰ προαχθῇ ὁ ὑπάλληλος. Τώρα ἡ θητεία ὁρίζεται εἰς διετῆ. Νομίζω ὅτι κατ’ ἀναλογίαν πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ χρόνος εἰς ἑξάμηνον.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Θεοδωροπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§80Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐνόμιζον, κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς, ἢ μᾶλλον πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ τρόπος τῆς ὑποβολῆς ὑπὸ τύπον τροπολογιῶν προσθηκῶν, ὁ τρόπος τῆς ὑποβολῆς ἐνταῦθα νέων νομοσχεδίων, ὅπως ἐπιτευχθῇ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἡ ψήφισις αὐτῶν κατὰ μεθόδους ὑπενθυμιζούσας τὸ ἀπαίσιον παρελθόν, τὸ καταδικασθὲν ὑπὸ πάντων καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς νῦν Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ τρόπος οὗτος εἶναι ἀνάξιος ἡμῶν, ἐνόμιζον ὅτι μετὰ τὴν παρατήρησιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ᾐσθάνετο ὅτι στοιχειῶδες καθῆκον εἶχεν ἀπέναντι τοῦ Συντάγματος καὶ καθῆκον εὐπρεπείας ἀπέναντι τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ψήφισιν ἑνὸς ἄρθρου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσαμεν τὸ Σύνταγμα, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ἡμεῖς πρῶτοι νὰ τηρῶμεν αὐτό. Τὸ ἄρθρον τὸ σχετικὸν τοῦ Συντάγματος εἶναι τὸ ἄρθρον 57 (ἀναγινώσκει): «Οὐδεμία πρότασις νόμου γίνεται δεκτὴ κτλ.». Βεβαίως ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος προϋπόθεσιν ἔχει τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος. Ἐὰν οὐσιαστικῶς προτείνεταί τι νέον ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, ἐὰν οὐσιαστικῶς προτείνηται νομοσχέδιον, τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ, διὰ νὰ ἰσχύσῃ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, καθὼς ἀπαιτεῖ τὸ ἄρθρον 57. Βεβαίως δὲ δὲν ἐφαντάσθησαν οὔτε οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, οὔτε ἡ Βουλὴ αὕτη, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἕνα Ὑπουργὸν ὀχυρούμενον ὄπισθεν τῆς πλειονοψηφίας, τὴν ὁποίαν μία Βουλὴ παρέχει εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, ὑπὸ τὸν ὁποῖον ὑπηρετεῖ καὶ αὐτός, νὰ ὑποβάλλῃ ἓν νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τὸν τύπον τῶν τροπολογιῶν νὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, χωρὶς νὰ ἐννοήσῃ ἡ Βουλή, νὰ ἁρπάσῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς. Νομίζω ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ πατάξῃ τὴν τοιαύτην τακτικὴν καὶ νὰ πατάξῃ ταύτην δίδουσα ἓν μάθημα ὅτι ἐπὶ τέλους ἐξέλιπον αἱ μέθοδοι αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτήριζον τὸ παρελθόν, καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὑπὸ μορφὴν τροπολογίας εἰς ἄσχετον νομοσχέδιον, νὰ εἰσηγῆται τροποποιήσεις ῥιζικὰς τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων, τροποποιήσεις τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ νὰ παρεμβάλλωνται τοιαῦται διατάξεις καθ’ ὃν τρόπον κακῶς ἐγίνετο εἰς τὸ παρελθόν, ὡς ἠκούσατε τοῦτο ἀπὸ ὅλους τοὺς ῥήτορας καὶ ἀπ’ αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἐγὼ ὑποβάλλω πρότασιν, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ λόγῳ τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν εἶναι δυνατὸν διὰ βαπτισμοῦ νὰ μεταβάλλωμεν τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ καταστρατηγῶμεν τὸ Σύνταγμα, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι τὸ ἐψηφίσαμεν.
§81Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐξακολουθῶ νὰ νομίζω ὅτι πλανᾶται ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὁμιλῶν περὶ νέου νομοσχεδίου, ἐνῷ ὑπέδειξα ὅτι πρόκειται ἁπλούστατα περὶ τροπολογίας, ὁμοίας πρὸς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἑκάστην ὑποβάλλονται, ὁμοίας πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν χθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ῥακτιβὰν ὑπέβαλε συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ εὐλόγως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τώρα περετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὅτι πρόκειται περὶ θεμελιωδῶν μεταβολῶν, περὶ οὐσιαστικῶν μεταβολῶν περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων;
§82Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τοῦ νομοσχεδίου.
§83Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ. Τὸ νομοσχέδιον ἐπιγράφεται «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Μεταρρυθμίζομεν τὸν νόμον τοῦ 1909. Τοῦ νόμου τὸ 5 ἄρθρον μεταρρυθμίζει τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ, τὸ ἄρθρον 6 τὴν παράγραφον 1 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ αὐτοῦ νόμου. Προσετέθησαν ἄρθρα, τὰ ὁποῖα μεταρρυθμίζουσι τὰ ἄρθρα 13, 16, 17, 25 τοῦ αὐτοῦ νόμου. Ταῦτα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ τύπου. Πρόκειται περὶ τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι εἰς τὰς μεταρρυθμίσεις τὰς γενομένας προσθέτουσι καὶ ἄλλας. Τώρα κατ’ οὐσίαν τὸ πρᾶγμα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε δικαιοῦταί τις νὰ ἀπορῇ πῶς προκαλεῖ ἀντιρρήσεις, διότι οὐσιαστικὴ διάταξις δὲν προστίθεται οὐδεμία, δὲν μεταβάλλεται οὐδεμία, καὶ τοῦτο ἐκ προνοίας. Καὶ ἐγὼ αὐτὸς ἀναγνωρίζω ὅτι ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἔχει ἀνάγκην ἔν τισι μεταρρυθμίσεών τινων, ἀλλὰ δὲν νομίζω προσήκοντα τὸν χρόνον διὰ τοιαύτην μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου τούτου. Ἂν ἐθίγομεν τὰς διατάξεις αὐτοῦ, θὰ εἴχομεν πλεῖστα ζητήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωμεν εὐχερῶς. Διὰ τοῦτο ἐτήρησα τὸν νόμον ὡς ἔχει, ἁπλῶς δὲ μόνον προσέδωκα τῷ νόμῳ τούτῳ τὰς ἀναγκαίας οὐσιαστικὰς διατάξεις πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησαν αἱ μεταρρυθμίσεις τοῦ Συντάγματος. Περὶ τούτου ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις εἶναι σαφής. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶχε προλαβόντως τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐφάνη διατυπώσας ἐκεῖθεν, ὅτι ἐγένοντο καὶ οὐσιαστικαὶ μεταβολαί. Ἐπαναλέγω ὅτι οὐσιαστικὴ μεταβολὴ οὐδεμία ἐγένετο, ἁπλῶς καὶ μόνον ἐγένετο προσαρμογὴ τοῦ νόμου πρὸς τὰς μεταρρυθμίσεις τοῦ Συντάγματος.
§84Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸς ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν διατάξεων τῶν προτεινομένων ὡς τροπολογιῶν, διότι ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τροπολογιῶν ἀλλὰ περὶ νέων διατάξεων ἀδιάφορον ἂν σκοπίμως εἰσαγομένων.....
§85Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ προχθὲς δὲν ἐψηφίσαμεν τοιαύτας;
§86Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. .... προκύπτει ἐκ τῆς συσχετίσεως τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὴν τοῦ νέου νομοσχεδίου. Ὅτε ἐσκέφθητε νὰ ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, εἴχετε ὑπ’ ὄψει νὰ κανονίσητε κατὰ σκοπιμώτερον τρόπον τὰ τῶν εἰρηνοδικῶν.
§87Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἴδετε καὶ τὸ ἄρθρον 5, ὄχι μόνον αὐτό.
§88Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁμιλῶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ἀπόψεων.
§89Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀλλ’ οὕτως ἠμποροῦμεν νὰ λέγωμεν, μεταρρυθμίζομεν τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον. Ὑποβάλετε τότε νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου.
§90Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἴχετε ὑπ’ ὄψει σας αὐτό, εἴχετε ὑπ’ ὄψει σας καὶ ἄλλα σημεῖα, ἀλλ’ εἴχετε ὑπ’ ὄψει ὡρισμένα σημεῖα καὶ αὐτὰ διὰ νομοσχεδίου ἐκάμετε εἰσήγησιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τροποποιήσῃ, ἡ δὲ Βουλὴ τροποποιοῦσα αὐτὰ ἐδέχθη τροπολογίας τινὰς εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. Τώρα εἰς γʹ ἀνάγνωσιν μετὰ τὰ μεσολαβήσαντα γεγονότα εἰσηγεῖσθε καὶ ἄλλας τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἰσάγονται, νομίζω, κανονικῶς, ἐν πολλοῖς. Οὐδεὶς ἀπολύτως λόγος, οὐδεμία ἀπολύτως ἀνάγκη ἐπιβάλλει νὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ διὰ ταχυτέρας διαδικασίας καὶ τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, καθιεροῖ ἕνα τρόπον νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ μὴ ἀπασχοληθῶμεν ἡμεῖς σήμερον, δεδομένου μάλιστα ὅτι καὶ οὐσιαστικὸς λόγος συντρέχει, ὅτι εἴμεθα καταπεπονημένοι καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συζητήσωμεν οὐσιαστικὰς τροποποιήσεις, διότι ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλητε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν εἰσάγετε τοιαύτας, ὅτε ἐνεργεῖτε τὴν προσαρμογὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν λέγετε, οὐσιαστικῶς ἐπεξεργάζεσθε νέον νόμον περὶ προσόντων.
§91Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἡ προσαρμογὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλη.
§92Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν δύναταί τις οὐσιαστικῶς κρίνων, διότι τυπικῶς δύνασθε νὰ τὸ κάμητε ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ παρελθόν, οὐσιαστικῶς κρίνοντες, λέγω, δὲν δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι δὲν κάμνετε ἐπαύξησιν τοῦ νομοσχεδίου πέρα τοῦ ὁρίου τῶν τροπολογιῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ θὰ παρεκάλουν νὰ ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ.
§93Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, Κύριοι, ὅτι καὶ μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν ἠρωτᾶτο ἰδιαιτέρως, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ συνεφώνει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται, δὲν εἶναι τροπολογία, εἶναι ἰδιαίτερον νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου παρὰ τὸ Σύνταγμα ζητεῖται ἡ ἐπιψήφισις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀκριβῶς λόγοι σκοπιμότητος ἐπιβάλλουσι νὰ ἀποσπασθῇ τὸ ἄρθρον 7 καὶ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν ἑτέρου νομοσχεδίου, ὁπότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι καὶ ἕτεραι μεταρρυθμίσεις οὐσιώδεις αὗται, αἱ ὁποῖαι θὰ διευκολύνωσι πράγματι τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων καταλλήλως. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν τὸ ὅτι ζητεῖται διὰ τῆς τροπολογίας νὰ γίνῃ προσαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος. Ἡ προσαρμογὴ αὕτη εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸν τρόπον τῆς πληρώσεως τῶν θέσεων τῶν εἰρηνοδικῶν διὰ μεταθέσεως πρωτοδικῶν καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὰ πρῶτα πέντε ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Προκειμένου νὰ προσαρμοσθῇ ἡ κειμένη νομοθεσία πρὸς τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος ἀναντίρρητον εἶναι, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ σκεφθῇ σοβαρώτερον περὶ τῶν μεταρρυθμίσεων τὰς ὁποίας ὤφειλε νὰ κάμῃ εἰς τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Δὲν εἶναι δὲ ὁ νόμος τόσον νωπός, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι προηγηθῆ συζητήσεις καὶ νὰ μὴ ὑπάρχωσι κοινῶς ἐσχηματισμέναι γνῶμαι καὶ πεποιθήσεις κατὰ ποῖα σημεῖα ὁ νόμος περὶ προσόντων πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ. Εἶναι comunis opinio μεταξὺ τῶν νομομαθῶν ἡ ἀνάγκη τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου, ὑπεβλήθη δὲ καὶ τροπολογία ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνυπογεγραμμένη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Γόντικα, ἡ ὁποία τὰ desiderata τοῦ νομικοῦ καὶ δικαστικοῦ κόσμου τὰ ἔχει διατυπώσει εἰς σχετικὴν τροπολογίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Οἱ ἀγαπητοὶ συνάδελφοι κατὰ τοῦτο ἔσφαλον, διότι πρὶν ἢ περιμείνωσι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συνταγματικότητος τῆς ὑπουργικῆς τροπολογίας ἔσπευσαν νὰ ὑποτροπολογήσωσι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις αὐτῶν αἱ σκόπιμοι, δεικνύουσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 7 πρὶν νὰ διατυπώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἕτερον νομοσχέδιον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ περιλάβῃ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 7, ἀλλὰ συνάμα καὶ τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι διατυπωθῆ ἐκ μέρους τῶν εἰρημένων συναδέλφων. Ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὀχυρούμενος ὄπισθεν τῆς σκοπιμότητος ἵνα παραστήσῃ τὴν πρότασίν μου περὶ ἀπαραδέκτου ὡς μὴ ἔχουσαν τὴν θέσιν της, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένος, ἀποδεικνύεται δὲ ἐξ ὅσων εἶπον ὅτι εἶναι σκοπιμώτερον τηροῦντες τοὺς τύπους νὰ προσπαθήσωμεν νὰ διορθώσωμεν τὴν οὐσίαν τοῦ περὶ προσόντων νόμου.
§94Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θεωρῶ προσήκοντα τὸν χρόνον πρὸς διαρρύθμισιν τοῦ νόμου τούτου.
§95Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν θεωρῶ προσήκοντα τὸν χρόνον διὰ τὴν συζήτησιν τῆς τροπολογίας σας, συζήτησιν προκαλουμένην κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἄντικρυς ἀντιτιθέμενον πρὸς τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἔχομεν Προέδρους Πρωτοδικῶν, διότι ἀπαιτεῖ ὁ νόμος περὶ προσόντων αὐθαίρετα καὶ παράλογα πράγματα. Ἀντὶ δὲ νὰ διορθώσητε αὐτὰ δι’ ἰδιαιτέρου νόμου καταγίνεσθε εἰς ἐπουσιώδη.
§96Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ εἴμεθα σύμφωνοι εἰς αὐτό.
§97Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Περιέμενον νὰ ἀκούσω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι οὐσιαστικῶς.
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέδειξα ἤδη.
§99Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διὰ ποῖον λόγον θέλετε νὰ ἀφήσωμεν ἰσχύοντα τὸν νόμον τοῦτον, ἐνῷ ἀναγνωρίζετε ὅτι εἶναι ἀτελής;
§100Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν ὑποβληθῇ νέον νομοσχέδιον τώρα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θίξω τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, διότι δὲν εἶναι ὁ προσήκων χρόνος πρὸς συστηματικὴν μεταρρύθμισιν αὐτῶν. Ὁ νόμος οὗτος ἔχει ἀνάγκην πολλῶν μεταρρυθμίσεων, αἱ μεταρρυθμίσεις δὲ αὗται δέον νὰ γίνωσι συστηματικαί, συμφώνως δὲ καὶ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νέου Συντάγματος, ἐν σχέσει πρὸς τὸν νόμον περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστικῶν ὑπαλλήλων τοῦ 1875. Δὲν βλέπετε πῶς εἶναι διατετυπωμένη ἡ τροπολογία αὕτη;
§101Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ποῦ τὴν εἴδομεν;
§102ΝΙΚ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ συμπληρώσω. Δὲν εἴδετε πόσον μεμονωμένη εἶναι ἡ μεταρρύθμισις αὕτη; Ὑπάρχει μεταβατικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ διάταξις προσωρινῆς ἰσχύος, κατὰ τὴν ὁποίαν, μέχρις ὅτου ψηφισθῇ νόμος εἰδικὸς περὶ ὁρίου ἡλικίας, οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ἔχοντες ἑξηκονταπενταετῆ ἡλικίαν, ἀποχωροῦσι τῆς ὑπηρεσίας. Ἑπόμενον λοιπὸν ἦτο, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὴ ἡ προσωρινὴ διάταξις, νὰ εἰσαγάγω τὸν εἰδικὸν ἐκεῖνον νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ καθορίσῃ τὰ περὶ τούτου παγίως καὶ κατὰ τρόπον βεβαίως ἐν πολλοῖς διάφορον. Ἐν τούτοις τόσον ἐπείγομαι νὰ φθάσω εἰς τὸ δυνατὸν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νέων συνταγματικῶν διατάξεων, καὶ τόσον νομίζω ἀναρμόδιον τὸν χρόνον διὰ τὴν γενικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν εἰσαγωγὴν παγίου νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, ὥστε δὲν ἔφερον τοιοῦτο νομοσχέδιον, καὶ ἀφήνω λειτουργοῦσαν τὴν προσωρινὴν τοῦ Συντάγματος διάταξιν. Δὲν εἶμαι δὲ ξένος πρὸς τὸν ὑφιστάμενον νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε διατάξεις παρεμφερεῖς πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, εἶναι προϊὸν τῆς ἐμῆς ἐργασίας. Δὲν διστάζω ἑπομένως νὰ εἴπω ὅτι ὀρθὸν καὶ σκόπιμον εἶναι νὰ ἔχῃ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ προαγάγῃ καὶ ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ πρωτοδίκου εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου.
§103Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ γενικά.
§104Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλα πολλά. Προσέφυγον πρὸς ἐμὲ καὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἄλλοι ὑποδεικνύοντες τὴν Α ἢ τὴν Β. περίστασιν πρὸς μεταρρύθμισιν πολλάκις μὲν ὀρθήν, ἐνίοτε δὲ περιέχουσαν καὶ τὴν θεραπείαν τῆς θέσεως ὡρισμένων προσώπων. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως ὅτι δὲν εἶναι ὁ προσήκων χρόνος εἰς διαρρύθμισιν τοιούτου νόμου παγίου, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποβληθῇ ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Κυβερνήσεως σὺν τῷ παγίῳ νόμῳ περὶ ὁρίου ἡλικίας. Ἤδη πρέπει νὰ ἐξοικονομήσωμεν τὰς ἀμέσους ἀνάγκας, διότι δὲν δύνανται νὰ λειτουργήσωσι τὰ δικαστήρια.
§105Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πῶς θὰ συμπληρωθῶσιν οἱ ἀρεοπαγῖται;
§106Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὸ ψήφισμα.
§107Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Οἱ ἐφέται;
§108Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὸν νόμον.
§109Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη καὶ διὰ τὰ Ἐφετεῖα νὰ ἐξαντληθῇ ἡ μέριμνά σας, ὅπως συμπληρωθῶσι καὶ ταῦτα. Ἐξ ὅλης τῆς ἀγορεύσεώς σας ἐπείσθην ὅτι τὸ μὲν ζήτημα τῆς συνταγματικότητος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν, διὰ δὲ τὸ ζήτημα τῆς σκοπιμότητος εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ ὑπάρχουσι σημεῖα, κατὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῇ ταχεῖα πρόνοια, ὅπως συμπληρωθῶσιν αἱ ἀτέλειαι τοῦ ὑφισταμένου νόμου, ἵνα λάβῃ ἱκανότητα τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ κάμῃ καλλιτέραν ἐπιλογὴν καὶ συμπληρώσῃ τὰ διάφορα Συμβούλια, περὶ τῶν ὁποίων ὅλοι εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι δὲν ἀπαρτίζονται ὑπὸ τοῦ καταλλήλου προσωπικοῦ. Ὥστε οὐσιαστικῶς ἐγὼ εἶμαι ἐν τῷ δικαίῳ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον, ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ χρόνος ὁ ὑπολειπόμενος, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν λῆψιν τοιούτου μέτρου, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὅτι πρέπει τάχιστα νὰ ληφθῇ, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετός.
§110Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐννοῶ, Κύριοι, τὸν ζῆλον ὅλων ἡμῶν, ὅπως συμπτυχθῶμεν περὶ τὸ νέον Σύνταγμα, τὸ ἄρτι ψηφισθέν, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω πρόσφορον τὴν περίστασιν, ὅπως ὑπεραμυνθῶμεν συνταγματικῶν διατάξεων, μὴ ἀπειλουμένων, διότι ὁ ἀναγινώσκων τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὡς καὶ τὴν ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίαν καὶ συνδυάζων ταῦτα βλέπω ἐναργῶς, ἐκτὸς ἐὰν ἐνασμενίζῃ νὰ δείξῃ ὑπερβάλλοντα ζῆλον ἢ σεβασμὸν πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη προφανῶς δὲν εἶναί τι ξένον καὶ παρείσακτον, ἀλλὰ τροπολογία τοῦ ὑποβεβλημένου ἤδη ἡμῖν νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τροποποιεῖ τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Τί δ’ ἄλλο προσθέτουσιν αἱ τροπολογίαι ἢ τροποποιήσεις ἄλλων διατάξεων, ἀλλὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων; Λοιπόν, καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσιαστικῆς ἀπόψεως τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι ὑπὲρ τῶν φρονούντων ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις, ποῦ ὑπάρχει ἡ τυπικὴ ἀνωμαλία;
§111Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει διατάξεις περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου, καὶ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν φέρεται ἡ τροπολογία, διὰ τῆς ὁποίας τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 10, τοιουτοτρόπως δὲ τὸ ἄρθρον 10 θὰ μεταβληθῇ διὰ μιᾶς καὶ μόνης ἀναγνώσεως.
§112Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἰδοὺ τί σᾶς ἀπαντῶ εἰς αὐτό. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ὑπῆρχε τὸ ἄρθρον 10 εἰς τὸν νόμον, ὅτι δηλ. ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων δὲν περιεῖχε κατὰ τὴν ὑποβολήν του ὡς νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν τὰς διατάξεις, ἃς τὸ ἄρθρον τοῦτο περιέχει· φρονεῖτε ὑμεῖς ὅτι ἐκωλυόμεθα ἐκ τούτου καὶ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ὡς τροπολογίαν κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην ἀκόμη συζήτησιν νὰ συζητήσωμεν καὶ δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον 10; Καὶ ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ὡς ἀναμφισβητήτως εἶναι, πῶς θὰ ἠδυνάμεθα ἤδη νὰ προβάλωμεν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς περὶ ἧς πρόκειται τροπολογίας; Ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ ἆρά γε τῶν λέξεων καὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἐννοιῶν ἀκόμη θὰ κριθῇ ἡ οὐσιαστικὴ τῆς τροπολογίας ὑπόστασις, καὶ τὸ ἀπαράδεκτον ἢ οὐ τῆς συζητήσεως, ὡς φαίνεται ἀξιῶν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας βουλευτὴς κ. Ἀραβαντινός, ὅστις δὲν ἀπώκνησε πρὸς τοῖς ἄλλοις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι τόσον μακρὰ ἡ τροπολογία, ὥστε ἐκ τούτου καὶ μόνον δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς τροπολογία, ἀλλ’ ὡς αὐτοτελὲς νομοσχέδιον; Ἀλλ’ οὔτε ἡ εὐρύτης τῶν ἐννοιῶν οὔτε τὸ ποσὸν τῶν λέξεων καὶ τῶν γραμματικῶν κώλων καὶ προτάσεων σημαίνουσιν ἀλλοτριότητα τῆς τροπολογίας πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ἥτις καὶ μόνη θὰ ἐδικαιολόγει τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως αὐτῆς. Τούτων ἕνεκα νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη οὐ μόνον ὑπέρμετρον, ἀλλὰ καὶ ἄκαιρον ἐπίδειξιν σεβασμοῦ πρὸς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πάντες ὀφείλομεν νὰ σεβώμεθα, δεικνύει, χωρὶς νὰ πρόκειται περὶ πραγματικῆς διαστάσεως γνωμῶν. Οὕτως ἐγὼ νομίζω.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Π. Πολυχρονιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμβατικοῦ τόκου, τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας», τυπωθησομένην πρὸς διανομήν. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, τεῦχος Αʹ.)
§114Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ εἶναι ἀκριβεῖς κατά τε τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ ἰσχῦον καὶ τὸ προγενέστερον. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως δὲν εὑρίσκω ἐπαρκεῖς τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐν πρώτοις τὸ παράδειγμα τοῦ ψηφισθέντος πρό τινων ἡμερῶν νόμου περὶ διαδίκων ἀγνώστου διαμονῆς ἢ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατριβόντων, δὲν εἶναι τὸ αὐτό, διότι ἐκεῖ πρόκειται περὶ διατάξεως ἐντελῶς συναφοῦς καὶ ἀνηκούσης εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἐνῷ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν ἄλλα θέματα ὅλως διάφορα, διότι τὸ μὲν ἀρχικῶς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἄλλο θέμα ἀφεώρα καὶ ἄλλο ἀφορᾷ ἡ σήμερον ζητουμένη ὅπως ψηφισθῇ τροπολογία. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἀκριβὲς ὅτι πρόκειται περὶ τυπικῶν ἁπλῶς διατάξεων καὶ ὄχι περὶ οὐσιαστικῶν, διότι οὐσιαστικὴ εἶναι καὶ ὄχι τυπικὴ ἡ διάταξις, ἥτις ἀφορᾷ τὴν παῦσιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων λόγῳ ἀνεπαρκείας καὶ ἥτις ἀναθέτει τὰ περὶ τούτου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπογραμματεῖς, εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου.
§115Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐσιαστικὴ εἶναι αὐτὴ ἡ διάταξις, ἀλλὰ τὴν κατέστησεν ἀναπόδραστον τὸ νέον Σύνταγμα. Δὲν εἶναι οὐσιαστικὴ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν μεταρρυθμιστικήν. Δὲν πλάττομεν ἄλλα προσόντα.
§116Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νομίζω ὅτι τάσσετε ἄλλα χρονικὰ ὅρια, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ δύναται ν’ ἀναδιορισθῇ.
§117Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τὸ ἴδιον ὅριον τοῦ ἀναδιορισμοῦ.
§118Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ περίπτωσις τῆς ἀνεπαρκείας ὑπῆρχεν εἰς τὸν παλαιὸν νόμον;
§119Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἀνάγκην τὸν ἐρρυθμίσαμεν.
§120Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν εἶναι νέα οὐσιαστικὴ διάταξις;
§121Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν περιέχει τὸ Σύνταγμα.
§122Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἰσάγομεν προνόμιον διὰ τοὺς ἐκκαθαρισθέντας;
§123Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διετίαν εἶχεν ὁ νόμος καὶ διετία παραμένει.
§124Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι διὰ τροπολογίας δύναται νὰ μεταβληθῇ ἡ διετία τώρα;
§125Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι χρειάζεται περισσοτέρα προσοχή, διὰ νὰ ἐξετασθῶσι καὶ συζητηθῶσι τὰ θέματα τὰ περιλαμβανόμενα ἐν τῇ τροπολογίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἢ ὅσα περιλαμβάνονται ἐν τῷ ὅλῳ νομοσχεδίῳ, καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπον εἶναι ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ τούτου εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν, ἵνα κατόπιν μελέτης ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ πάντων τούτων τῶν ζητημάτων ὁμοῦ.
§126Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Γίνεται συζήτησις, κύριοι Βουλευταί, διαλογικὴ μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν κυρίων Ἀραβαντινοῦ καὶ Ῥακτιβάν, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι ἡμεῖς οἱ ἐδῶ εὑρισκόμενοι εἴμεθα ξένοι πρὸς τὴν συζήτησιν, διότι τῶν μεγάλων αὐτῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι τρεῖς σελίδες, ἐγὼ τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον γνῶσιν, ὡς καὶ μετ’ ἐμοῦ οἱ πλεῖστοι τῶν κυρίων συναδέλφων.
§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διενεμήθη πρὸ μιᾶς ἑβομάδος.
§128Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν δὲν ἔλαβον γνῶσιν ταύτης οἱ κύριοι Πετμεζᾶς, Δεμερτζῆς, Πουλιάσης καὶ ἄλλοι πολλοί, τοὺς ὁποίους ἠρώτησα, δὲν γνωρίζω δὲ διὰ τίνα λόγον. Τώρα ἔστω ὅτι εἶναι συνταγματικὸν καὶ νόμιμον νὰ ψηφισθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὗται, δὲν γνωρίζω ὅμως ἂν εἶναι συνταγματικὸν καὶ νόμιμον νὰ ψηφισθῶσιν αὗται, χωρὶς νὰ ἔχωσι γνῶσιν οἱ Βουλευταί. Νομίζω ὅτι δὲν θ’ ἀρνηθῆτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ ὑμῶν εἶσθε εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι καὶ ἐγώ, τοῦ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ καταστῶμεν ἐνήμεροι, ὡς εἶναι ὁ κ. Ῥακτιβὰν καὶ ὁ κ. Ἀραβαντινός, ἀμέσως καὶ νὰ ἔχωμεν ἀμέσως γνῶσιν περὶ τοῦ τί ἀκριβῶς συμβαίνει. Διὰ τὸν λόγον λοιπὸν αὐτὸν φρονῶ ὅτι οὐδὲν ἄτοπον θὰ συμβῇ, ἂν ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη δι’ αὔριον ἐπὶ τέλους, ὥστε νὰ εἴμεθα πάντες ἐν γνώσει τοῦ τί θὰ ψηφίσωμεν.
§129Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ μὴ δώσωμεν ἡμεῖς τὸ παράδειγμα τῆς καταστρατηγήσεως τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον τοῦ ἄρθρου 7 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ἄρθρου 7;
§131Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§132Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην παρατήρησιν τοῦ προλαλήσαντος ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς, ἂν εἶναι δίκαιον, καὶ εἶναι δίκαιον, οἱ ὁπωσδήποτε ἀπολυθέντες νὰ χαίρωσι τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῶσιν εἰς θέσιν κατωτέραν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα τὸ ζήτημα ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ. Ὄχι λοιπὸν μόνον εἶναι καλὸν νὰ διορίζεται ἀλλ’ ἐπιβάλλεται καὶ ν’ ἀναγραφῇ. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἐπίσης ὁ προλαλήσας, διὰ νὰ δώσῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν ν’ ἀπέλθωσιν, εἶναι πολὺ ὀρθόν, διότι γνωρίζω ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν εἰς αὐτὴν τὴν ἡλικίαν, εἶναι ἄχρηστοι ὡς δικασταί. Ἂν σήμερον θὰ τοῖς δώσωμεν σύνταξιν ἀνωτέρου βαθμοῦ, βεβαίως δὲν θὰ τοὺς προσθέσωμεν τίποτε περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχουσι σήμερον. Ἑπομένως ὁ μόνος τρόπος διὰ ν’ ἀποσυρθῶσιν εἶναι ἐκεῖνος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι εὐστοχωτάτη ἡ παρατήρησις καὶ ἤθελον προτείνει νὰ γίνῃ δεκτή. Ἐπίσης δεκτὴ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἡ τρίτη κυρίως ὄχι διὰ τὸ ἔτος· ἐὰν δέχηταί τις ὅτι οἱ ὁπωσδήποτε ἀπολυθέντες δύνανται νὰ ἐπαναδιορισθῶσιν, ἡ προθεσμία, ἥτις τάσσεται τόση, καθιστᾷ τὸν ὑπάλληλον ἀνεπαρκέστερον, ἐφ’ ὅσον μένει ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Ἢ λοιπὸν ἔπρεπέ τις νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσί ποτε, αὐτὸ δὲ θὰ ἦτο ἄτοπον προκειμένου περὶ πειθαρχικῶν παραπτωμάτων, ἢ νὰ δεχθῶμεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη προθεσμίας, διὰ νὰ ἀναθεωρηθῇ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δεχόμεθα ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ μία προθεσμία, κατ’ ἀνάγκην ἐγώ, ὁ ὁποῖος δέχομαι ὅτι καμμία δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ, συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς μικροτέρας προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ὥρισεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας.
§133ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ὁ κύριος Ὑπουργός; Διότι ἄλλως εἶναι περιττὸν νὰ ὁμιλήσω.
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ εἴπω ἀμέσως τὴν γνώμην μου. Παρακαλῶ, Κύριοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ χρονικὸν ὅριον τῆς διετίας δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μεταβολή τις οἱαδήποτε· ἀλλά, καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ μεταβολή, δὲν θὰ ἦτο διόλου σκόπιμον νὰ θέσωμεν ἀναδρομικὴν δύναμιν εἰς τὴν τοιαύτην νομολογίαν. Ἐὰν λόγος νομοθετικὸς ἐπιβάλλῃ ἄλλην νομοθετικὴν διαρρύθμισιν, αὐτὸ καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἰσχύῃ εἰς τὸ ἑξῆς. Ἐγὼ ὅμως δὲν νομίζω ἐνδεδειγμένην τινὰ μεταβολήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη παρατήρησις. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τὴν σχετιζομένην πρὸς τὴν ἀποχώρησιν τῶν δικαστῶν τῶν συμπληρωσάντων εἰκοσιπενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἀφίεμαι εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς ἐντελῶς. Τὸ ζήτημα εἶναι οἰκονομικόν. Τώρα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἐπιβλαβής. Καὶ ἐγὼ τὸ ἀποδέχομαι ἐφ’ ὅσον βλέπω ὅτι εἶναι σύμφωνος ἡ Βουλή, διότι πάντως θὰ ὑπηρετήσῃ τὸν κλάδον. Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βοζίκη, εἰκοσιπενταετία.
§135Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι προτιμότερον, διὰ ν’ ἀποχωρήσωσι τῆς ὑπηρεσίας αὐτοί.
§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Ρακτιβὰν μετὰ τοῦ κ. Γόντικα, ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ ἐνεστώτως δεκτή,—, καὶ ὑπέδειξα ἤδη ὅτι εἶναι παγία ἡ γνώμη καὶ τὸ νομοσχέδιον οὕτως ἦτο ὑποβεβλημένον πέρυσιν εἰς τὴν Βουλὴν—, ἦτο καὶ ἡ παροχὴ εὐχερείας ὅπως καὶ ἀπὸ τῆς βαθμίδος τοῦ πρωτοδίκου προάγωνται εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου. Θεωρῶ τοῦτο χρήσιμον ὑπὸ ταύτην κυρίως τὴν ἔποψιν. Ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ προάγωμεν πρωτοδίκην, οὐχὶ δὲ πρόεδρον πρωτοδικῶν. Καὶ τοῦτο θεωρῶ ὅτι ἀπὸ πέρυσιν ἔχει λεχθῆ. Δυστυχῶς τὸ νομοσχέδιον τότε ἐτροποποιήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἴσως εἶναι ὀρθή, ὡς βλέπω, ἡ ἀξίωσις νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ καθεστώς. Διὰ τοῦτο ἡ τροπολογία θὰ ἔχῃ οὕτως: «Ἐφέτης διορίζεται ὁ ὡς πρόεδρος πρωτοδικῶν ἐπὶ ἓν ἔτος τοὐλάχιστον ὑπηρετήσας;—. Εἶναι ἡ κειμένη διάταξις· προστίθεται: «ἢ ἐπὶ δεκαετίαν ὡς πρωτοδίκης». Ἐπίσης εἰς τὸ τελευταῖον μέρος, Κύριοι, ἔχω μίαν ἀποσκόπησιν νὰ κάμω. Ἀκριβῶς εἰς τὴν τελευταίαν περίοδον τοῦ ἄρθρου 7, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν, προβλέπεται ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον δικαιοῦται ἕνα ἀρεοπαγίτην νὰ τὸν προαγάγῃ εἰς θέσιν προέδρου ἐφετῶν. Ἐπεκράτησε πάντοτε ἡ ἐκδοχὴ ὅτι τοιαῦται προαγωγαί, αἱ ὁποῖαι τέως ἐγίνοντο ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐγίνοντο πάντοτε τῇ συναινέσει τῶν ἀρεοπαγιτῶν, διότι θεωρεῖται, τρόπον τινά, ἐλλείψει τοιαύτης συναινέσεως, ὅτι ἀναιροῦνται τὰ δικαιώματα αὐτῶν ὡς ἀρεοπαγιτῶν δικαιουμένων νὰ εἰσέλθωσι, νὰ μείνωσιν ἐκεῖ. Λοιπὸν πρὸς ἀποφυγὴν ἀμφισβητήσεων, ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα ἀνήκει εἰς αὐτὸ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, νὰ προάγῃ ἐκ τῶν καλλιτέρων εἰς θέσιν προέδρου ἐφετῶν, καλλίτερον νὰ τεθῇ ἡ ἔννοια ὑπ’ αὐτὴν τὴν διατύπωσιν. Αἱ προαγωγαὶ αὗται, λέγει τὸ κείμενον, ἀποκλειστικῶς κατ’ ἐκλογὴν ἐννοοῦμεν καὶ τῇ συναινέσει τῶν προαγομένων μελῶν αὐτῶν.......
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κ. Γόντικα ἡ τροπολογία θὰ τεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§139Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀφορῶσα...
§141Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ Πρακτικὰ θὰ διατυπώσωμεν ὅτι κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ἡ Βουλὴ εἰς τὸ ἄρθρον ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, «δὲν ἀποκλείονται τοῦ διορισμοῦ εἰς κατωτέρας θέσεις καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως διετίας».
§142Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποχώρησιν τῶν πρωτοδικῶν ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός.
§143Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§144Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγένετο ἀρχὴ ἀποδοχῆς, βλέπω, καὶ ἀφοῦ ἐγένετο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ σοβαρῶς καὶ ἡ ἑτέρα τροπολογία.
§145Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα λοιπόν, τὰ ὁποῖα ἀνοίγουσιν ὅλον τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων!
§146Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ναί. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ ἐξυπηρετηθῇ αὐτὴ αὕτη ἡ ὑπηρεσία.
§147Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε ὅτι ἔχω κατὰ βάθος μελετήσει τὸν νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ πέρυσιν ὑποβληθεὶς εἶναι ἔργον τῶν χειρῶν μου καὶ ἀσχολούμεθα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἤδη. Ἀναγνωρίζω τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐπεῖγον τῆς ἀνάγκης ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι παγία ἡ γνώμη καὶ τοῦ δικαστικοῦ καὶ τοῦ δικηγορικοῦ σώματος.
§148Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ἡ ὑπηρεσία ἀκόμη, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ὁ δικαστικὸς κόσμος καὶ ἡ κοινωνία αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς πληρώσεως τῶν θέσεων τῶν ἐπιτυχόντων εἰσαγγελέων τῶν ἐφετῶν.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται νὰ μείνωσι κενὰ ἐν ἀνάγκῃ καὶ μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, θὰ εἰσαχθῇ νόμος· τὸ εἶπον.
§150Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ διευκολύνωμεν κατ’ ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου νὰ ἐκλέξῃ τοῦτο μεταξὺ περισσοτέρων.
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι φέρετε ἐπὶ τοῦ τάπητος ὁλόκληρον τὸ ζήτημα περὶ τῶν προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
§153Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γόντικα, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν γίνεται δεκτή, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι τὴν συμμερίζομαι πληρέστατα.
§154Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Εἷς τῶν σπουδαιοτέρων λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπεζητήθη ὑφ’ ἡμῶν ἡ κατάργησις τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἦτο διὰ νὰ μὴ δημιουργηθῶσι θέσεις πολλαὶ καὶ ἔχωμεν ἀθρόαν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν κατωτάτην βαθμίδα τῶν δικαστῶν. Ἤδη ἐπιζητεῖται διὰ τῆς τροπολογίας νὰ φύγωσιν ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου πλέον τῶν 20 ἢ 25 δικαστῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν ἡ ἄποψις αὐτὴ τοῦ ζητήματος.
§155Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία εἶναι αὕτη;
§156Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Διὰ τὴν ἀποχώρησιν.
§157Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀμύνομαι ὑπὲρ τῆς τροπολογίας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ, ἂς μὴ ψηφισθῇ. Ἀλλὰ δικαστής, εἰς τὸν ὁποῖον παρέχεται ἡ εὐχέρεια νὰ λάβῃ πεντήκοντα δραχμὰς ἐπὶ πλέον, θὰ εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ φύγῃ τάχιστα.
§158Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Δὲν ἔχομεν πρόσωπα νὰ τοὺς ἀντικαταστήσωμεν.
§159Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν.
§160Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἀφοῦ ὑπάρχουσι θέσεις χηρεύουσαι τῶν προέδρων τῶν πρωτοδικῶν καὶ ἀφοῦ πρόκειται νὰ κενωθῶσι πολλαὶ θέσεις.
§161Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 5 προλαμβάνει τὸ ἀδιέξοδον αὐτό, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὴν τροπολογίαν.
§162ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸ αὐτὸ προβιβάζει τὸν χρόνον.
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προβιβάζει τὸν χρόνον πρὸς προαγωγὴν τῶν παρέδρων εἰς πρωτοδίκας, ἀλλὰ συγχρόνως αὐξάνει καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν παρέδρων, ἐνῷ κατὰ τὸ ἤδη ἰσχῦον καθεστὼς οἱ πάρεδροι πρέπει νὰ εἶναι ἰσάριθμοι τῶν πρωτοδικῶν τοῦ Κράτους. Ἤδη καταλύεται τοῦτο καί ὁσάκις κενὰ ὑπάρχουσι δύνανται νὰ καλυφθῶσιν ἀμέσως διὰ τῶν παρέδρων.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ συζήτησις. Ἡ τροπολογία τῶν κυρίων Κ. Ῥακτιβὰν καὶ Κ. Γόντικα ἀποσύρεται μετὰ τὴν ἐν μέρει ἀποδοχήν, διὰ νὰ μὴ τὴν θέσω εἰς ψηφοφορίαν. Ἀποσύρετε, κύριε Ῥακτιβάν;
§165Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἀποσύρω. Εἶναι διῃρημένον τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἄλλο.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο τὸ τμῆμα, ὅτι: «ἡ δευτέρα περίοδος τοῦ ἄρθρου 8 ἀντικαθίσταται διὰ τῶν ἑπομένων: «Ἐφέτης διορίζεται κ.τ.λ.», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ὑπόλοιπον τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Ἰ. Ἰατροπούλου, Θ. Κουτσομητοπούλου καὶ Ἰ. Κουρτάκη. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§167Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἰδική μου τροπολογία;
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἔχω περιλάβει ἐδῶ.
§169Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὴν ἔχω.
§170Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἄρθρον 14 § 2». Ἐκεῖνο εἶναι.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βοζίκη, λοιπὸν τὴν ἀποσύρετε;
§172Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ πρῶτον μέρος θὰ γίνῃ δεκτόν, τὸ ἄλλο θὰ ἀπορριφθῇ.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφήνετε νὰ ψηφισθῇ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροπολογήθη, διὰ νὰ μὴ γεμίζωμεν τὰ Πρακτικὰ ἐδῶ;
§174Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Κάβουρα.
§176Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8, κύριε Πρόεδρε. Προσθήκη εἶναι εἰς τὸ τέλος.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὥστε ἀναβάλλεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§178Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς δέκατον ἄρθρον παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία ἡ ἀκόλουθος. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ͵ΓΥΛΖʹ περὶ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον συντίθεται διὰ κληρώσεως, κληροῦνται δὲ καὶ ἀναπληρωματικὰ μέλη, τὰ ὁποῖα κωλυόμενα ἀντικαθιστῶσι τὰ τακτικά. Συμπίπτει ὅμως ἤδη ἐκ τῆς βιαίας ἐκτοπίσεως ὡρισμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων νὰ μὴ ἐξαρκῶσιν οὔτε τὰ ἀναπληρωματικὰ μέλη διὰ νὰ συμπληρώσωσι τὰ τακτικά. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπάρχει τι νομοθετικὸν κενόν. Ἡ τροπολογία ἀφορᾷ εἰς τοῦτο, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μὴ ἐξαρκούντων τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν, ἡ ἀναπλήρωσις γίνεται διὰ τῶν ἀρχαιοτέρων κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητός των. Λοιπὸν λέγει τὸ ἄρθρον οὕτως: «Ἄρθρον 10. Ἐν τέλει τοῦ ἄρθρ. 24 τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΖʹ τοῦ 1909 προστίθενται τὰ ἑξῆς: «Καὶ τούτων δέ, κωλυομένων, ἡ ἀναπλήρωσις γίνεται διὰ τῶν ἐκτὸς τοῦ συμβουλίου ἀρεοπαγιτῶν, κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος αὐτῶν».
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§180Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Εἶναι καὶ μία ἄλλη προσθήκη, κύριε Ὑπουργέ, λογική, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς πρωτοδίκας καὶ ἀντεισαγγελεῖς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Ἑσπερίαν πρὸς εὐρυτέρας σπουδάς, ἄνευ ἀποδοχῶν.
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Χωρὶς παράδες!
§182Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη ὑπὸ τοὺς ἀκολούθους περιορισμούς· πρῶτον εἶναι ὅτι θὰ γίνηται ἄνευ ἀποδοχῶν, δεύτερον ἀνώτατον ὅριον ἐπὶ μίαν τριετίαν καὶ τρίτον ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ νὰ διατελῶσιν ἐν τοιαύτῃ ἀδείᾳ συγχρόνως πλείονες τῶν πέντε. Λοιπόν, ἐὰν ἡ Βουλὴ δέχηται, ἐγὼ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν πολλὰς τροπολογίας τοιούτου ἀντικειμένου διετύπωσα αὐτήν.
§183Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ νὰ γνωρίζωσι τὴν γλῶσσαν, διὰ τὴν ὁποίαν στέλλονται.
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἰδοὺ πῶς τὸ διετύπωσα ἐγὼ καί, ἐὰν ἡ Βουλὴ τὸ θέλῃ, ἂς τὸ δεχθῇ.
§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε τὸν μισθὸν δὲν θὰ λαμβάνωσι.
§186Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε. Φυσικώτατα.
§187Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μετὰ ἄδειαν.
§188Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ πῶς τὸ διατυπώνω ἐγώ, καὶ ἐὰν ἡ Βουλή, ἐπαναλέγω, τὸ θέλῃ, ἂς τὸ δεχθῇ: «Ἄρθρον 11.—Εἰς τοὺς πρωτοδίκας καὶ ἀντεισαγγελεῖς δύναται νὰ χορηγηθῇ διὰ Β. Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἄδεια ἀπουσίας μέχρι τριῶν ἐτῶν διὰ τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς εὐρυτέρας σπουδὰς ἄνευ ἀποδοχῶν. Ὁ τῆς ἀδείας χρόνος λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας διά τε τὴν προαγωγὴν καὶ τὴν σύνταξιν. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διατελῶσιν ἐν τοιαύτῃ ἀδείᾳ συγχρόνως πλείονες τῶν πέντε». (Ἀναγινώσκει): «Εἰς τοὺς πρωτοδίκας καὶ ἀντεισαγγελεῖς τοὺς μὴ συμπληρώσαντας δεκαετῆ ὑπηρεσίαν κ.λ.π».
§189ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει λόγος δεκαετίας.
§190Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμεθα νὰ τὸ ἀφαιρέσωμεν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12ον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ συναρμολογήσω.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὸ λάβωμεν παρ’ ὑμῶν μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν;
§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ἀβερωφείου πρακτικῆς Γεωργικῆς Σχολῆς ἐν Λαρίσῃ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαρρυθμίσεως τῆς γεωργικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1ον.
§196Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατί κατ’ ἄρθρον; Μόνον κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ ψηφισθῇ συμφώνως μὲ τὸ νέον Σύνταγμα, διότι εἶναι ἀπὸ τῆς 9ης Ἰουνίου.
§197ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον κατ’ ἀρχὴν καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν αὐτὸ καὶ τὸ δεύτερον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως περὶ Ἀβερωφείου Γεωργικῆς Σχολῆς.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ γραφῇ ὅμως εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι ἐψηφίσθη ἡ ἀρχή. Τώρα νὰ ψηφίσωμεν τὸ περὶ Ἀντιβασιλείας». Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ἀντιβασιλείας ἢ διαχειρίσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας ἐν περιπτώσει ἀποδημίας τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐκτὸς τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 ἕως 4). Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκεται).
§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπάρχει τροπολογία τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτή.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κωλυόμενον ἀναπληροῦσιν ἐν μὲν τῇ προεδρίᾳ ὁ καθ’ ὑπηρεσίαν ἀρχαιότατος καὶ μεταξὺ ἰσοχρόνων ὁ πρεσβύτερος τῶν Ὑπουργῶν».
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5ον, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΓΨΙΕʹ (3715) τῆς 7ης Ἀπριλίου 1910 περὶ προσθήκης ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 32 τοῦ νόμου ͵ΓΦΝϚʹ (3556) τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1910 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κ. Ζαβιτσάνου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Βουλευτοῦ κ. Ξηροῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Σομμαρίπα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΨΙϚʹ (3716) τῆς 7ης Ἀπριλίου 1910 περὶ συστάσεως Ἀνωτάτου Μικτοῦ Ἐπιτελείου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.) Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 10,578,273 καὶ 35% ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§203ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ψηφίσωμεν τὸ περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως διατάξεων τοῦ ͵ΓΥΛΒʹ νόμου περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§205Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ μὴ ψηφίσωμεν ἄλλο.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μήπως θέλει τὸ 11ον;
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§208Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Νὰ μὴ ψηφίσωμεν ἄλλο.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ψηφίσωμεν τὸ περὶ συμβάσεως προμηθειῶν.
§210Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ νὰ μὴ δημοσιεύωνται;
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Βʹ συζήτησις «περὶ προσθήκης ἄρθρου ἐπὶ τοῦ νόμου ᾼϠΝΔʹ τῆς 29ης Ἰουλίου 1885». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὰ δύο γεωργικὰ νομοσχέδια κατήρτισα ἐκ τῶν ἑξῆς κυρίων Βουλευτῶν: Ἀ. Βάρβογλη, Ἀντ. Ῥοντήρη, Ἀρ. Θεοδωρίδου, Μ. Κάραλη, Ὀθ. Τετενέ, Δ. Ζαμάνου, Π. Ἀγγελίδου, Ἀ. Παπαναστασίου καὶ Ν. Ξηροῦ. Αὔριον τὴν πρωίαν ἔχομεν ἀναφοράς, τὸ δὲ ἀπόγευμα ἔχομεν ἐπερωτήσεις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 30 μ. μ.)