1911.06.13
3,501 rows · 26,803 words · 202 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 112.
Τῆς 13 Ἰουνίου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία Ν. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 11 καὶ 15′ π. μ. παρόντων 122 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου «Ἅγιος Ἰωάννης» τοῦ δήμου Λετρίνων ζητοῦσι κατάργησιν τοῦ σχολείου τῆς συνοικίας Βυτινέϊκα· 2) Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ λοχαγὸς τοῦ οἰκονομικοῦ Ἐπ. Στεριόπουλος ζητεῖ ἐπαναφορὰν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν· 3) Οἱ ἐφημέριοι τοῦ δήμου Οἰτύλου ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου· 4) Ὁ τέως ἐνωμοτάρχης τῆς ἀστυφυλακῆς Ἀθηνῶν Β. Ζάχος ζητεῖ ὅπως τῷ ἀπονεμηθῇ σύνταξις 66 δραχμῶν· 5) Ὁ Ἐπίσκοπος Δημητριάδος Γερμανὸς συγχαίρει ἐπὶ τῷ συντελεσθέντι μεγάλῳ ἔργῳ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος· 6) Ὁ λαὸς τῆς ἐπαρχίας Φαρσάλων ζητεῖ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ σχέσεων κολληγῶν–ἰδιοκτητῶν»· 7) Οἱ καπνοπαραγωγοὶ τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ζητοῦσιν ἵδρυσιν ἀποθηκῶν διαμετακομίσεως τοῦ καπνοῦ· 8) Ὁ Σύνδεσμος Ἀλληλοβοηθείας Θερμαστῶν «ὁ Στέφενσων» ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ νομοθετικῆς προνοίας ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐργασίας των. Ὑποβάλλονται αἱ ἑξῆς τροποποιήσεις καὶ προτάσεις νόμων ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν: Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Θεμιστοκλῆς Κουτσομητόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΙΗʹ (3218) περὶ ἀγροφυλακῆς»· Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μ. Σφακιανάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 12 ἄρθρου τοῦ ΣΕʹ νόμου τοῦ 1852»· Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Θ. Κουτσομητόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ θήρας»· Οἱ βουλευταὶ Λαρίσης κύριοι Γ. Σχινᾶς, Π. Ἀποστολίδης καὶ Δ. Μπούσδρας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ διοικητικῶς εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος»· Ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Π. Ἀποστολίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διοικήσεως τοῦ Ἀχιλλοπουλείου Νοσοκομείου Βόλου»· Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Σ. Ἀγαπητὸς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1835 «περὶ πωλήσεως ἰατρικῶν»· Οἱ βουλευταὶ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κύριοι Κ. Ῥακτιβὰν καὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Κ. Γόντικας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ἅπασαι αἱ τροπολογίαι καὶ αἱ προτάσεις νόμων θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν προτάσεων νόμων συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Ν. Γαρδικιώτης μετ’ ἄλλων δέκα Βουλευτῶν ἔχει ὑποβάλει πρότασιν περὶ προτάξεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν ἐτῶν 1902 ἕως 1910». Ὁ κ. Γαρδικιώτης ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§2Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ.
§4Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε, ὅτι σᾶς νομιμοποιῶ.
§6Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τὴν νομιμοποίησιν τὴν ἔχω ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§8Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς σήμερον δὲν κατηρτίσθη συμφώνως τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων ἔδει ν’ ἀναγραφῶσι κατὰ σειρὰν τῆς ὑποβολῆς, διότι πρότασις νόμου ὑποβληθεῖσα κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν πρώτη πασῶν τῶν ἄλλων, ἡ «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων κλπ.», κατέχει τὴν τελευταίαν σειρὰν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἐνῷ ἔδει νὰ κατέχῃ τὴν πρώτην. Κατὰ ταῦτα καὶ ἐξ εὐλαβείας πρὸς τὴν ἀπόφασίν της ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ ν’ ἄρξηται ἡ συζήτησις ἀπὸ τῆς προτάσεως νόμου, ἥτις ἔδει νὰ ᾖ πρώτη ἐγγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἀλλ’ ἐκ παραδρομῆς, ὡς φαίνεται, ἐνεγράφη τελευταία.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀγορεύσῃ οἱοσδήποτε ἄλλος ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς θέμα αἰτιάσεως τοῦ Προεδρείου...
§10Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὄχι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ... Θὰ δώσῃ ὁ Πρόεδρος ἐξηγήσεις τινάς, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν, καί, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν κρίνῃ ἐπαρκεῖς τὰς ἐξηγήσεις, δύνανται ν’ ἀγορεύσωσι καὶ ἄλλοι, καὶ νὰ ματαιωθῇ οὕτως ἡ συνεδρίασις. Εἴς τινα τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, τῶν τελευταίων, ἐζητήθη ὑπό τινος τῶν συναδέλφων, ὅπως ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν μία τῶν πρωινῶν συνεδριάσεων ν’ ἀφιερωθῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθαρῶς τοπικῶν ζητημάτων. Ἐδικαιολογήθη ἡ πρότασις αὕτη ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι αἱ προτάσεις αὗται δὲν θὰ τύχωσι μακρῶν συζητήσεων καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιμεληθῇ καὶ τῶν καθαρῶς τοπικῶν τούτων ζητημάτων. Ἐλήφθη λοιπὸν τοιαύτη ἀπόφασις καὶ ὡρίσθη, ὅπως κατὰ πᾶσαν Δευτέραν, κατὰ τὴν πρωινὴν αὐτῆς συνεδρίασιν ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτων, ἐὰν δὲ ἐπαρκῇ ὁ χρόνος, νὰ προχωρῇ καὶ εἰς τὰς ἀναφοράς. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Βουλῆς προέβην εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς σήμερον καὶ προέταξα 23 προτάσεις νόμων, ἀφορώσας καθαρῶς εἰς τοπικὰ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδὲν καλεῖται νὰ συνεισφέρῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ συνεισφέρουσιν ἄλλοι πόροι ἐπαρχιακοὶ ἢ δήμων. Μετὰ τὰς προτάσεις ταύτας κατέταξα κατόπιν ὅλας τὰς ἄλλας προτάσεις νόμων τῶν κυρίων Βουλευτῶν. Ὑπῆρξεν ὁμολογουμένως προτίμησίς τις, ἀλλ’ οὐχὶ προτίμησις προτάσεώς τινος τοπικῆς ὑπὲρ ἄλλην τοπικήν, ἀλλὰ προετίμησα τὰς προτάσεις ταύτας τὰς τοπικὰς ὑπὲρ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν εἰς θεραπείαν γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ Κράτους, δηλαδὴ εἰς διόρθωσιν κειμένων νόμων ἢ τῆς ἐν γένει νομοθεσίας, καὶ αἱ ὁποῖαι καὶ κατ’ ἔτος εἰσάγονται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, χωρὶς ἐκ τούτων ν’ ἀμφισβητῆται καὶ τὸ δικαίωμα τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ εἰσάγωσι τοιαύτας προτάσεις. Συμφώνως λοιπὸν πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην διήρεσα τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἰς δύο τμήματα. Κατέταξα πρῶτον τὰς προτάσεις ἐκείνας, τὰς ἀφορώσας τοπικὰ ἔργα, ἡ κατασκευὴ τῶν ὁποίων δὲν θίγει διόλου τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ κατέταξα ταύτας εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν κατὰ χρονολογικὴν σειρὰν τῆς ὑποβολῆς των, καὶ δεύτερον κατέταξα τὰς προτάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μὲν τοπικὸν χαρακτῆρα, ἀλλ’ ἐνέχουσι καὶ χαρακτῆρα ἴσως γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος τοῦ Κράτους, καὶ ἔχουσι καὶ κάποιαν σχέσιν μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ μεταβολή, ἡ ὁποία ἐγένετο. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῇ αὐστηρῶς ἡ χρονολογικὴ σειρὰ τῆς ὑποβολῆς τῶν προτάσεων τούτων, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ συμφωνήσω πρὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ἐλήφθη ὑπὲρ τῶν τοπικῶν συμφερόντων, διότι οὕτω πως θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τελεσφορήσῃ τὸ ἔργον καὶ νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν αἱ προτάσεις αὗται, διότι ἄλλως, ἐὰν μία πρότασις γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος προταχθῇ, θὰ καταναλώσῃ αὕτη ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν καὶ δὲν θὰ ὑπολειφθῇ χρόνος πρὸς ψήφισιν τῶν ἄλλων. Ἔπραξα λοιπὸν τοῦτο ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῶν ἐπαρχιῶν. Φρονῶ δ’ ὅτι, ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ληφθῇ, θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ ψήφισις τῶν προτάσεων νόμων τῶν ἀφορωσῶν εἰς καθαρῶς τοπικὰ ζητήματα καὶ θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, λόγῳ τῶν ποικιλιῶν τῶν διαφόρων τοπικῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἀλληλομαχομένων ἴσως συμφερόντων τῶν Βουλευτῶν, εἶναι ἀνίκανος νὰ παράσχῃ προστασίαν τινὰ εἰς τὰ τοπικὰ συμφέροντα.
§12Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ νομίζων, ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος πρότασις νόμου δὲν εἶναι τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, διότι, ἄν τις ἀναγνώσῃ τὴν πρότασιν, θὰ ἴδῃ, ὅτι πρόκειται περὶ προτάσεως καθαρῶς τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὡς ἀφορώσης εἰς τὰ δικαιώματα τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ Κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν θεσσαλικῶν δασῶν. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεως νόμου ὑψίστου ἐνδιαφέροντος διὰ τοὺς ὀρεινοὺς συνοικισμοὺς τῆς Θεσσαλίας· πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω καὶ σχετικὴν πρότασιν ἐννέα ἑτέρων συναδέλφων καὶ ἐμοῦ περὶ προτάξεως τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων κλπ».
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς διακόπτω καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ τεθῶσιν αἱ προτάσεις νόμων, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τοπικὰ συμφέροντα, ἐγὼ δ’ ὡς ἐκ περισσοῦ, διὰ νὰ διευκολύνω τὴν συζήτησιν καὶ τῶν ἄλλων προτάσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐνδιαφέρουσι καθαρῶς τοπικὰ συμφέροντα, ἀφῄρεσα ἀπὸ τὴν μεγάλην Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικὴν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἐλπίδα συζητήσεως, καὶ τὰ κατέταξα ἐδῶ. Ἀντὶ νὰ μοὶ εἴπητε «εὐχαριστῶ», μὲ κατηγορεῖτε.
§14Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν σᾶς κατηγορῶ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν μομφῆς κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§16Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ὑποβάλω πρότασιν, ἀλλ’ ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοί μου, συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἔδει νὰ ἀναγραφῇ πρώτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Αὐτὸ ζητῶ, κύριε Πρωθυπουργέ, ὄχι ὅτι ζητῶ πρόταξιν νομοσχεδίου. Συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὤφειλεν ἡ ὑπ’ ἀριθ. 61 πρότασις νόμου νὰ κατέχῃ τὴν πρώτην σειράν, διότι εἴπομεν ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν σειρὰν ἡ ἡμέρα τῆς ὑποβολῆς, ἡ πρώτη δὲ πρότασις νόμου, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη, εἶναι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 61 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 61 πρότασις λέγει τὰ ἑξῆς: «συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ δασῶν νόμων». Ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἀφορᾷ μόνον εἰς τοπικὰ ζητήματα τῶν Τρικκάλων καὶ Λαρίσης, πῶς θέλετε νὰ τὸ φαντασθῶ τοῦτο ὅτι ἀφορᾷ τοπικὰ ζητήματα, ἀφοῦ ὁ τίτλος εἶναι τόσον γενικός; Ἔπρεπε νὰ εἶσθε εὐκρινέστερος εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῶν τίτλων τῶν νομοσχεδίων σας. Ἐγὼ βλέπω τίτλους, δὲν δύναμαι νὰ μελετῶ καὶ ὅλα τὰ νομοσχέδια, δὲν ἠδυνάμην δὲ νὰ φαντασθῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιόν σας ἔχει ἀντικείμενον ἀφορῶν μόνον εἰς τὰ δάση Τρικκάλων καὶ Λαρίσης. Ἐὰν ἑπομένως ἔχητε πρότασιν προτάξεως, ὑποβάλετέ την.
§18Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Γίνονται διακρίσεις.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακρίσεις δὲν γίνονται.
§20Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐγένοντο καὶ ἄλλοτε διακρίσεις καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάκρισις δὲν γίνεται ὑπὲρ οὐδενός.
§22Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἡ Ἡμερησία Διάταξις θὰ συντάσσηται κατὰ τὴν χρονολογικὴν σειρὰν τῆς ὑποβολῆς των.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί, ἀλλὰ τῶν τοπικῶν, ὄχι τῶν γενικωτέρων· ἀλλ’ ὡς ἀναγράφεται ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου σας «περὶ δασῶν» ἀφορᾷ ὅλην τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Πῶς θέλετε νὰ φαντασθῶ ὅτι πρόκειται περὶ τοπικοῦ ζητήματος;
§24Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἰδού, ὑποβάλλομεν τοιαύτην πρότασιν. (Καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφον πρότασιν).
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Πρότασις τοῦ κ. Γαρδικιώτου καὶ 10 ἄλλων Βουλευτῶν περὶ προτάξεως τῆς προτάσεως νόμου.
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχει δυσκολίαν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ δηλῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι παρεσκευασμένη νὰ συζητήσῃ τοιαύτην πρότασιν νόμου.
§27Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τότε διὰ τὴν ἑπομένην.
§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι διὰ τὴν ἑπομένην. Πρέπει πρῶτον νὰ παρασκευασθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ τότε νὰ ὁρίσωμεν ἡμέραν.
§29Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Προκειμένου περὶ τῆς προτάσεως νόμου ταύτης καὶ οἱ ὑποβαλόντες αὐτὴν ἔχουν τὴν γνώμην ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει ν’ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Λοιπὸν νὰ προταχθῇ πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Δευτέρας.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν τὸ ἐλέγετε αὐτὸ ἀπ’ ἀρχῆς, θὰ ἐλύετο τὸ ζήτημα, χωρὶς νὰ γίνῃ τόσος λόγος. Τώρα ἔχομεν ἑτέραν πρότασιν τῶν βουλευτῶν κυρίων Κ. Ζαβιτσάνου, Α. Σκιαδαρέση καὶ ἑτέρων πλέον τῶν δέκα, ζητούντων τὴν πρόταξιν τῶν νομοσχεδίων 8, 12 καὶ 55. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§31Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὑπὸ τοὺς αὔξοντας ἀριθ. 8, 12 καὶ 55 ὑπάρχουν ἀναγεγραμμένα τρία νομοσχέδια κανονίζοντα συμφέροντα τοῦ νομοῦ Κερκύρας. Διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 8 νομοσχεδίου, ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου ἀποτελουμένου, ἐπιδιώκεται ὅπως αἱ διατάξεις τοῦ ἐν Κερκύρᾳ ἰσχύοντος νόμου ΒΣΙΓʹ ἰσχύσωσιν ὁριστικῶς καὶ ἐν Λευκάδι, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος δοκιμαστικῶς τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη. Διὰ τοῦ ἑτέρου ὑπ’ ἀριθ. 55 νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται ἡ ἀναπλήρωσις ὅλως τυχαίας παραλείψεως, γενομένης διὰ τὸν νομὸν Κερκύρας, καὶ ἧς ἕνεκα, ἐν ᾧ οἱ οἰνοφόροι νομοὶ ἐπροστατεύθησαν δι’ εἰδικοῦ νόμου καὶ ἀπηλλάγησαν οἱ ἐν αὐτοῖς παραγόμενοι οἶνοι πάσης δημοτικῆς φορολογίας, ἐξ ἧς καὶ αὔξησις ἀξίας τῶν οἴνων ἐπῆλθε, μόνος ὁ νομὸς Κερκύρας δὲν συμπεριελήφθη, διὰ τὴν ἀδιαφορίαν προφανῶς καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν τότε ἀντιπροσώπων τοῦ νομοῦ, οἵτινες παρέλειψαν νὰ παραστήσωσι πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ἀληθὲς καὶ ἀναμφισβήτητον γεγονός, καθ’ ὃ οὐ μόνον ὁ νομὸς Κερκύρας συγκαταλέγει μεταξὺ τῶν πρωτίστων αὑτοῦ προϊόντων τὸν οἶνον, ἀλλὰ καὶ εἰς σημαντικὴν οἰκονομικὴν κρίσιν περιῆλθεν ἐκ τῆς κρίσεως τῶν οἴνων. Διὰ τοῦ τρίτου νομοσχεδίου καὶ σπουδαιοτέρου τῶν ἄλλων δύο, ἐπιδιώκεται καὶ ἐξασφαλίζεται ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς νήσου Κερκύρας. Τὰ τρία ταῦτα νομοσχέδια θὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ προταχθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν ἐν τῇ ἀπολύτῳ μάλιστα πεποιθήσει ὅτι πρόκειται περὶ μέτρων τοσοῦτον δικαίων καὶ ἐπιβαλλομένων, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναντήσουν οὐδεμίαν ἀντίρρησιν. Ἵνα ὅμως πᾶς τις ἐξ ὑμῶν ἀντιληφθῇ τὴν σημασίαν, ἣν ἔχουσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι ἐξ αὐτοῦ θὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως αὐτῶν, εἶμαι ὑπόχρεος δι’ ὀλίγων καὶ συνοπτικώτατα, ὡς ἔπραξα καὶ διὰ τὰ δύο πρῶτα νομοσχέδια, νὰ ἀναπτύξω καὶ τὰ τοῦ περιεχομένου τοῦ τρίτου νομοσχεδίου, ἵνα πᾶς τις ἐν γνώσει τῆς σημασίας αὐτῶν ἀποφανθῇ. Ἡ Κέρκυρα, κύριοι Βουλευταί, ἥτις καὶ λόγῳ τῆς γονιμότητος τοῦ ἐδάφους καὶ λόγῳ τῶν λοιπῶν κλιματολογικῶν συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ τὴν τιμιότητα, τὸ πρᾷον καὶ τὸ εὐγενὲς τοῦ χαρακτῆρος τῶν κατοίκων αὐτῆς ἠδύνατο νὰ εὑρίσκηται εἰς λίαν εὐχάριστον σημεῖον ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως, καὶ νὰ εὐημερῇ, πάσχει μολαταῦτα οἰκονομικῶς μέχρις σημείου ἀπιστεύτου, ὑπέστη δὲ καὶ ὑφίσταται τὰ πάνδεινα ἀγογγύστως, ἀφοῦ καὶ θάνατοι ἐκ πείνης, χωρὶς κἂν νὰ γνωσθῶσι γενικώτερον ἐν τῇ ὡραίᾳ ἐκείνῃ νήσῳ, ἔλαβον χώραν. Τὸ αἴτιον τῆς φρικτῆς καὶ ἀπιστεύτου ἐκείνης οἰκονομικῆς δυσπραγίας ἔγκειται καὶ μόνον εἰς τὸ πολύπλοκον τῶν σχέσεων τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, καὶ εἰς τὸ πλῆθος ἐν γένει τῶν βαρῶν, δι’ ὧν ἐπιβαρύνεται αὕτη. Καὶ ἀληθῶς, νῆσος γεωργική, μόνην πλουτοπαραγωγὸν δύναμιν ἔχουσα τὴν γεωργίαν καὶ μὴ δυναμένη ἀτυχῶς νὰ ἀναμένῃ καὶ ἐξ ἄλλων προσόδων, δὲν δύναται νὰ ἐλπίσῃ εἰς εὐημερίαν εἰμὴ μόνον ὅταν αἱ ἀγροτικαὶ σχέσεις εἶναι ἀναμφισβήτητοι. Παρ’ ἡμῖν ὅμως, ἐνῷ εἶναι βέβαιον καὶ νομικῶς ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ἐφ’ ὅλων τῶν ἀγροτικῶν σχέσεων, περὶ ὧν μνείαν ποιοῦμαι, ἡ ἰδιοκτησία τοῦ ἐδάφους ἀνήκει εἰς τὸν κάτοχον, μολαταῦτα ὑπάρχει τοσαύτη ποικιλία βαρῶν, ἧς ἕνεκα ἡ ἰδιοκτησία ἄχρηστος ἀποβαίνει. Διότι ἐπὶ τῶν κτημάτων ὑπάρχουσι καὶ ἐμφυτευτικὰ καὶ ἀγροληπτικὰ καὶ τιμαριωτικὰ δικαιώματα ἀνήκοντα εἰς τρίτα πρόσωπα. Ἡ ὕπαρξις τῶν βαρῶν τούτων διττὴν ἀλλὰ καὶ λίαν σοβαρὰν ζημίαν συνεπάγεται, ζημίαν ἥτις ἐπηρεάζει ἀμέσως τοὺς κατόχους καὶ ἰδιοκτήτας τῶν κτημάτων, ἀλλ’ ἥτις, ὅπερ καὶ σπουδαιότερον, ἀντανακλᾷ ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς νήσου, καθόσον ἕνεκα τῶν βαρῶν ἐκείνων, τοῦτο μὲν ἐγκατελείφθη σχεδὸν τελείως ἡ καλλιέργεια τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, ἐξ οὗ ἔλειψεν ἐκ τῆς νήσου ὁ πλοῦτος καὶ ἡ κυκλοφορία καὶ ἐζημιώθησαν συνεπῶς ὅλαι αἱ τάξεις, τοῦτο δὲ ἐξέλειψεν ἐντελῶς ἡ κτηματικὴ πίστις, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀνεπτύχθη ἡ τοκογλυφία μέχρι σημείου ἀπιστεύτου καὶ πρωτοφανοῦς. Καὶ ἀληθῶς, ἅμα ὁ κάτοχος τοῦ κτήματος, ὁ ἔχων τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ συμφέρον νὰ ἐπιμεληθῇ τὴν καλλιέργειαν αὐτοῦ, διαβλέπει ὅτι μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν καὶ πληρωμὴν τοῦ ἐτησίου βάρους, συνισταμένου εἴτε εἰς τὴν πληρωμὴν ὡρισμένου μεριδίου ἐκ τῶν ἑκάστοτε παραγομένων καρπῶν εἴτε εἰς τὴν πληρωμὴν ὡρισμένου ποσοῦ, εἴτε εἰς χρήματα εἴτε εἰς καρπούς, ὡς καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων καλλιεργείας δὲν ἀπομένει καθαρὸν οὐδὲ τὸ ἡμερομίσθιον διὰ τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ καταβαλλομένους κόπους, βεβαίως οὔτε λογικὸν οὔτε φυσικὸν εἶναι νὰ ἐπιμελῆται τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος. Ἀλλ’ ἡ ἐκ τῆς παραλείψεως τῆς καλλιεργείας ζημία εἶναι γενικὴ καὶ ἐπηρεάζει οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τοῦ ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα ἁπασῶν τῶν τάξεων, οὐ μόνον δὲ τῶν ἀγροτῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀστῶν, καθόσον ἐξ αὐτοῦ ἐλλείπει ἡ παραγωγή, ὁ πλοῦτος δηλαδὴ καὶ συνεπῶς ἡ κυκλοφορία. Ἀλλά, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι μόνον ἡ ζημία αὕτη, ἥτις προέρχεται ἐκ τοῦ πολυπλόκου τῶν σχέσεων τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἀλλὰ καὶ ἄλλη εἰσέτι σοβαρωτέρα συνισταμένη εἰς τὴν χαλάρωσιν ἢ μᾶλλον εἰς τὴν ἐντελῆ ἔλλειψιν τῆς κτηματικῆς πίστεως. Καὶ τοῦτο οὐ μόνον διότι τὸ ἐπικείμενον βάρος, ἂν δὲν ἀπορροφᾷ ὁλόκληρον τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, ὡς συνηθέστατα συμβαίνει, καὶ μάλιστα σήμερον, ὅτε ἐκ τῆς παραλείψεως τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων ἐπαισθητῶς ἐμειώθη ἡ ἀξία αὐτῶν, ἀπορροφᾷ βεβαίως τὸ μέγιστον μέρος αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διότι τὰ βάρη ταῦτα, μὴ στηριζόμενα μὲν εἰς ἔγγραφα ἢ στηριζόμενα εἰς τοιαῦτα, ἀλλὰ συνομολογηθέντα πρὸ τοῦ νόμου περὶ μεταγραφῆς καὶ ἑπομένως μὴ μεταγεγραμμένα, δὲν προκύπτουν ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων, ἐντεῦθεν δὲ ἡ ἀβεβαιότης περὶ τὴν ἀξίαν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, οὐ μόνον δὲ τῶν ὑποτελῶν ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἐλευθέρων, καθόσον ἐξ οὐδενὸς ἐπισήμου καὶ δημοσίου τίτλου δύναται ἀναμφισβητήτως νὰ προκύψῃ ὅτι ἀληθῶς κτῆμά τι εἶναι ἐλεύθερον τῶν ἐν λόγῳ βαρῶν. Ἐντεῦθεν δὲ καλῶς ἐννοεῖτε ὅτι τὰ ἀγροτικὰ κτήματα ἀπώλεσαν ἐντελῶς τὴν ἐναλλακτικὴν αὐτῶν ἀξίαν, καὶ ἑπομένως οὔτε νὰ πωληθῶσιν, οὔτε νὰ ἀνταλλαγῶσιν, οὔτε νὰ ὑποθηκευθῶσιν εἶναι δυνατόν. Ὁ κάτοχος δὲ ὁσωνδήποτε καὶ οἱωνδήποτε ἀγροτικῶν κτημάτων οὐδεμίαν ἀνάγκην αὐτοῦ δύναται νὰ ἐξοικονομήσῃ, καὶ ἐντεῦθεν ἀνεπτύχθη ἡ τοκογλυφία μέχρι σημείου ἀπιστεύτου καὶ ἡ πενία παντοῦ βασιλεύει. Διότι σημειώσατε ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη καὶ ἡ ὕπαρξις τῶν βαρῶν τούτων συνετέλεσαν, ὥστε καὶ αὐτὴ ἡ ἀνταλλαγὴ νὰ ἀποβαίνῃ ἀδύνατος, καὶ ἑπομένως ἡ ἰδιοκτησία, κατακερματισθεῖσα λόγῳ τῶν συνεχῶν διανομῶν εἰς σημεῖον ἀπίστευτον, δὲν δύναται νὰ συγκεντρωθῇ παρ’ ὅλην τὴν παρατηρουμένην τάσιν πρὸς τοῦτο, διότι οὐδεὶς τολμᾷ νὰ λάβῃ εἰς ἀνταλλαγὴν ἢ πώλησιν κτήματα, ἅτινα πιθανώτατα νὰ ὦσι βεβαρημένα. Δύο τινὰ δέον λοιπὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν, ἵνα ἀναλάβῃ ἡ κτηματικὴ πίστις καὶ καλλιεργηθῇ ἡ νῆσος. Ἅμα ταῦτα κατορθωθῶσι, τότε βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς ὁλόκληρος ἡ νῆσος οὐ μόνον δηλαδὴ ἡ ἐξοχὴ ἀλλὰ καὶ ἡ πόλις τῆς Κερκύρας, θὰ εὐημερήσῃ ἀληθῶς. Ἀλλ’ ἀμφότερα ταῦτα τότε μόνον θὰ ἐπέλθωσιν, ἅμα τοῦτο μὲν ἀπελευθερωθῶσιν ἅπαντα τὰ ἀγροτικὰ κτήματα, τοῦτο δὲ μὴ ἀναγνωρισθῶσι τοῦ λοιποῦ οἱαιδήποτε διηνεκεῖς συμβάσεις.—Διότι μόνον τὴν κατάργησιν τῶν διηνεκῶν συμβάσεων τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει.—Ἀμφότερα ταῦτα ὑπόσχεται νὰ ἐπιτύχῃ τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὴν πρόταξιν ζητῶ καὶ τοῦ ὁποίου τροπολογίας τινὰς ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν. Ἀλλά, ὡς εἰκός, διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου λαμβάνεται καὶ ἀληθὴς πρόνοια περὶ ἀποζημιώσεως τῶν δικαιούχων, καὶ ὁρίζεται ῥητῶς ἡ πραγματοποίησις ταύτης ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι θὰ ἐπιτευχθῇ ἀμέσως ἢ βαθμιαίως, ἀλλ’ ἐν τῷ δευτέρῳ τούτῳ θέματι ὁ ψιλὸς κύριος θὰ διατηρῇ ὅλα τὰ ἐκ τῆς ἐμπραγμάτου σχέσεως δικαιώματά του μέχρις ἐντελοῦς ἀποζημιώσεως. Ἡ πλήρης καὶ ὁλοσχερὴς ἀποζημίωσις τῶν ψιλῶν κυρίων θέλει ἐπέλθει οὐ μόνον διὰ τῆς τμηματικῆς συνδρομῆς τῶν κατόχων ἀλλὰ καὶ διὰ κοινῶν συνεισφορῶν, εἰς ἃς προθύμως θέλει ὑποβληθῆ ἡ Κέρκυρα, ἀφοῦ κοινὴ καὶ γενικὴ θὰ εἶναι ἡ ὠφέλεια, ἥτις θέλει προκύψει ἐκ τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας. Οὕτω πως ἐπερχομένη ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἐξασφαλίζει τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ ἐδαφοδότου καὶ τοῦ ἐδαφολήπτου, ὅστις οὐδεμίαν ζημίαν θέλει ὑποστῆ, μολονότι ἡ συναίνεσις αὐτοῦ, ἐξασφαλιζομένης τῆς ἀποζημιώσεως, ἤθελεν εἶσθαι ἐντελῶς περιττή, καθόσον ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις οὐ μόνον δικαιολογεῖται λόγῳ τῆς κοινῆς ὠφελείας, εἰς ἣν ἀποβλέπει ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ φύσις τῶν δικαιωμάτων τούτων εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ἀπαλλοτρίωσις ὑφίσταται ἐν αὐτῇ τῇ ἐννοίᾳ καὶ τῇ φύσει τοῦ δικαιώματος, καθόσον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν κειμένων ἤδη νόμων ἕκαστος ἐμφυτευτὴς δύναται νὰ κεφαλαιοποιήσῃ ἐν οἱαδήποτε στιγμῇ τὸ βάρος καὶ νὰ καταστῇ ὀφειλέτης τῆς ἀξίας τοῦ ἐμπραγμάτου βάρους, ἀποκερδαίνων ἐλεύθερον παντὸς βάρους τὸ κτῆμά του. Τοιοῦτον ἐν ὀλίγοις τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ὑποδεικνύομεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ὁποίου ἀποτελεῖ διακαῆ πόθον καὶ αὐτόχρημα ἀπαίτησιν ὁλοκλήρου τῆς νήσου Κερκύρας. Οὐ μόνον δηλαδὴ τῆς ἐξοχῆς, ὡς εἶπον, ἀλλὰ καὶ τῆς πόλεως, καθόσον τὰ συμφέροντα εἶναι κοινὰ καὶ κοινὴ ἡ ὠφέλεια ἡ ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεὶς ζημιοῦται, καθόσον καὶ ἡ εἰς τὸν ψιλὸν κύριον ἀναγνωριζομένη ἀποζημίωσις εἶναι ἀπὸ τῆς ἀγοραίας ἀπόψεως ἐξεταζομένη ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνωτέρα τῆς ἀξίας ἣν τὰ δικαιώματα ταῦτα σήμερον ἔχουσι, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὡς ἐκ τῆς διηνεκοῦς ὑποτιμήσεως τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἕνεκα τῶν ἀναπτυχθέντων λόγων ἡ ἀξία αὐτῶν ἀπέμεινεν ἐλαχίστη. Τώρα εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὡς πᾶν σύστημα, οὕτω καὶ τὸ σύστημα τοῦτο προυκάλεσεν ἐν Κερκύρᾳ ποιάν τινα ἀντίδρασιν ἀληθῶς, ὀφειλομένην ὅμως εἰς κομματικοὺς ὑπολογισμοὺς ἀνθρώπων, οἵτινες τὰ κομματικὰ αὐτῶν συμφέροντα ἔθεσαν πάντοτε ὑπεράνω τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ τόπου. Ἀλλ’ οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι εἶναι γνωστοὶ καὶ ἀκόμη γνωστότερα τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀντιδρῶσι. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲ ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου μετὰ τῶν τροποποιήσεών του νὰ ἀνασκευάσω πᾶν ἐπιχείρημα κατὰ τῶν προτεινομένων μέτρων, διότι ὁμολογουμένως βάσιμα ἐπιχειρήματα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου μας βεβαίως δὲν ὑπάρχουν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ μικρὰ αὕτη ἀντίδρασις παρεπλάνησε καί τινας τῶν φίλων μας ἐν Κερκύρᾳ, τοῦθ’ ὅπερ δὲν πιστεύω. Ἀλλά, καὶ τοῦτο, ἂν ἤθελε συμβῆ, δὲν ἤθελε βεβαίως συντελέσει εἰς τὸ νὰ μεταβάλω πορείαν, διότι ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Κερκύρας καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν ἐξαρτᾶται ἡ εὐημερία ὁλοκλήρου τῆς νήσου, ἁπασῶν τῶν τάξεων, καὶ αὐτῶν τῶν ψιλῶν κυρίων, τῶν ὁποίων ἡ θέσις βεβαίως βελτιοῦται, καὶ διὰ τοῦτο πείθομαι ὅτι καὶ ἐκεῖνοι πολὺ ταχέως ἤθελον ἀνακαλύψει τὴν πλάνην των. Ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοσοῦτον ἀπησχόλησα, κολακεύομαι ὅμως νὰ πιστεύω ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα θὰ στέρξῃ εἰς τὸ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου, θυσιάζουσα ὀλίγας στιγμὰς ὑπὲρ τῆς νήσου Κερκύρας, ἥτις θυσιάσασα τὰ πάντα, ὡς ὤφειλε νὰ πράξῃ, ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως οὐδὲν ἕτερον ζητεῖ σήμερον ἢ νὰ ἐξασφαλίσητε αὐτῇ τὸν ἄρτον της, ἀναγνωρίζουσα δὲ ὅτι σήμερον εἶναι κρίσιμος ἡ θέσις τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ζητεῖ θυσίας παρ’ αὐτοῦ, αὐτὴ μόνη στέργουσα νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς ἀναγκαίας δαπάνας. Ἄν ἡ Βουλὴ ἤθελε κωφεύσει εἰς τὰς παρακλήσεις ταύτας, τοῦθ’ ὅπερ δὲν πιστεύω, ἤθελε βεβαίως ἀποδείξει ἀδιαφορίαν, ἥτις ἤθελε θέσει εἰς ἀδυναμίαν καὶ ἀδιέξοδον οὐ μόνον ἐμὲ ἀλλὰ καὶ τοὺς μετ’ ἐμοῦ συνεργαζομένους φίλους καὶ συνεργάτας, οὐ μόνον διότι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὸ πρόγραμμα ἡμῶν καὶ τοιαύτην ἐντολὴν ἀνελάβομεν, ἀλλὰ καὶ διότι συνεδέσαμεν τὴν πολιτικὴν ἡμῶν ὕπαρξιν πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ θέσις ἡμῶν ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως ἤθελεν εἶσθαι δεινή, καθόσον ἀφ’ ἧς ἡμεῖς ἠθέλομεν πεισθῆ ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν στέργει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μὴ ἐπιθυμοῦντες ἀφ’ ἑνὸς νὰ τεθῶμεν ἀντιμέτωποι πλειονοψηφίας, ὑποσχομένης τὴν ἀνακαίνισιν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου καὶ ἐξασφαλιζούσης τὴν ἐπίτευξιν προγράμματος ἀνορθωτικοῦ, ἀλλὰ καὶ μὴ δυνάμενοι, λόγῳ τῆς ἀδιαφορίας, ἥτις ἤθελεν ἀποδειχθῆ διὰ τὰ ζωτικώτερα συμφέροντα τοῦ νομοῦ μας, νὰ ἐξακολουθήσωμεν συνεργαζόμενοι, θὰ ὑποχρεωθῶμεν μετὰ λύπης νὰ ὑποβάλωμεν τὴν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησίν μας, καὶ τοῦτο φρονῶ ὅτι θὰ πράξωσιν, ὡς τοὐλάχιστον ἐγὼ γνωρίζω, καὶ ἅπαντες οἱ μετ’ ἐμοῦ συνεργαζόμενοι ἐκ Κερκύρας ἀγαπητοὶ συνάδελφοι καὶ τὴν κοινὴν συνεργασίαν ἐπιθυμοῦντες.
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Συζήτησις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Κερκύρας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄνευ ὑποβολῆς καὶ τῶν νομοσχεδίων, περὶ τῶν ὁποίων πολλάκις ἐγένετο λόγος, ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἀφορώντων τὸ ἀγροτικὸν Θεσσαλικὸν ζήτημα. Τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ Κερκύρας. Ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω, ἂν καὶ ἐλπίζω ὅτι, ἂν ὄχι τὸ ὅλον, ἀλλ’ ἱκανὸν μέρος τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων θὰ ὑποβληθῇ πρὸ τῶν θερινῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ὅτι ἐπαναλαμβάνω ὅλως ἀπίθανον εἶναι καὶ νὰ κατορθώσωμεν ἐντὸς τοῦ ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν νὰ λύσωμεν ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην περισσοτέρου χρόνου πρὸς ὡρίμασιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς Κερκύρας νὰ δεχθῶσι τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς καὶ νὰ συνομολογήσωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς ἄλλας ἐργασίας προτιμῶντες τὸ νομοσχέδιον τῆς Κερκύρας, ἀποχωρίζοντες αὐτὸ ἀπὸ τὸ Θεσσαλικὸν καὶ θέτοντες ἐκεῖνο ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ. Ἀλλά, Κύριοι, παραδεχθέντες νὰ συζητῶνται ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος νομοσχέδια τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος νομίζω ὅτι ἐβάλαμεν μίαν φωτιὰν εἰς τὴν Βουλήν, ὁ ὁποία κινδυνεύει νὰ μᾶς καύσῃ. Φρονῶ ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ καταργήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, καὶ ἐγὼ...
§33Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφ’ ἑνὸς μὲν λαμβάνει ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐν Κερκύρᾳ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑπόσχεται, ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον σχετικὸν ὁμοῦ μὲ τὸ διακανονίζον τὰς σχέσεις ἐν Θεσσαλίᾳ, μᾶς ἐνθαρρύνει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐπὶ τέλους θὰ πραγματοποιηθῇ, καὶ ὅτι, ἂν δὲν ψηφισθῇ πρὸ τῶν θερινῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν μας, θὰ ψηφισθῇ περαιτέρω. Ὑπὸ τὸ πνεῦμα δὲ τοῦτο ἑνοῦμεν καὶ τὰς εὐχάς μας, διότι δὲν θέλομεν νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ πρόθεσις ὅτι ἐπιθυμοῦμεν νὰ προταχθῇ τὸ ἡμέτερον τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος, ὑπὲρ τῆς ἐπιλύσεως τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς ἑνώνομεν τὴν φωνήν μας.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαιτοῦμαι νὰ ἐπιδείξωσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ μέριμναν περὶ τῶν τοπικῶν συμφερόντων, παύοντες τὰς προτάσεις περὶ προτάξεως. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Ἀργοστολίῳ».
§35Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ ἀναβληθῇ, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ συμπληρώσω τὴν μελέτην μου.
§36Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα, καθ’ ἣν νὰ συζητηθῇ.
§37Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν Πέμπτην ἢ τὴν Δευτέραν τὸ βραδύτερον θὰ εἶμαι ἕτοιμος.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Δʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς διοικητικῶς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος». Ἐπ’ αὐτῆς οἱ βουλευταὶ κύριοι Μ. Μπουφίδης, Π. Ἀποστολίδης καὶ Ἰ. Σχινᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν.
§39ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψήφισις εἰς αʹ ἀνάγνωσιν προτάσεων νόμων ἀφορωσῶν τοπικὰ ζητήματα δὲν σημαίνει καὶ ἀποδοχήν. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἡ πρότασις νόμου).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀναστολῆς ἰσχύος τῆς ἀνακοπῆς κατὰ προσκλήσεων πρὸς πληρωμὴν μεταλλαγῶν περιελθουσῶν δυνάμει τοῦ ᾼΦΙʹ νόμου εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας».
§41Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ἀπὸ τῆς κατακτήσεως τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας ὑπὸ τῶν Φράγκων ἡ Κέρκυρα ὑπέπεσεν εἰς διαφόρους κατακτητὰς καὶ ὑπέστη διαφόρους λεηλασίας ὡς ἐκ τῆς θέσεώς της. Οἱ ξένοι οὗτοι κατακτηταὶ εἶχον καταλάβει πλεῖστα κτήματα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον ἐν Κερκύρᾳ, οὐχὶ δὲ μόνον κτήματα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀδέσποτα, καὶ ἅτινα κατόπιν ἔδιδον πρὸς γεωργοὺς πρὸς καλλιέργειαν ἐπὶ ὡρισμένῃ παροχῇ, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ὑπὸ γεωργῶν κατεχόμενα, ἐπιβαλόντες πρὸς αὐτοὺς παροχὰς εἴτε φόρους, αὐταὶ δ’ αἱ παροχαὶ καὶ οἱ φόροι ἀπετέλουν μέρος τῆς κυβερνητικῆς περιουσίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἐννοεῖται ὅτι ταῦτα μετεβιβάζοντο, δικαιώματι κατακτήσεως, καὶ εἰς τοὺς διαδεχομένους ἀλλήλους κατακτητάς. Ταῦτα μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς Ἑνετοκρατίας ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ δὴ ἐν Κερκύρᾳ. Ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις τινὰς τῶν παροχῶν ἐκείνων παρεχώρει εἰς πολίτας Ἑνετοὺς εἴτε Κερκυραίους, οἱ ὁποῖοι εἶχον προσφέρει ὑπηρεσίας εἰς τὴν Ἑνετικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπειδὴ αὕτη ἀπῄτει πρὸς τοῦτο καὶ πληρωμὴν φόρου ὑποτελείας καὶ ὅρκον πίστεως ἐπεκλήθησαν αἱ τοιαῦται παροχαὶ αἱ περιελθοῦσαι εἰς τρίτους βαρωνίαι εἴτε τιμάρια καὶ οὕτως ἔλαβον ὕπαρξιν τὰ ἐν Κερκύρᾳ τιμάρια, ἐκ τῶν εἰρημένων δὲ παροχῶν εἶχε μεταβιβάσει τινὰς ἡ Ἑνετικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἐν Κερκύρᾳ Λατινικὴν Ἐκκλησίαν λεγομένην Λατινικὴν Μητρόπολιν, ἥτις ἦτο καὶ ἡ πρωτεύουσα ἐκκλησία τοῦ Κράτους, μὴ ἐπιτρεπομένου κἂν Ἐπισκόπου ὀρθοδόξου, ἄλλας δὲ παροχὰς ἐκράτησεν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις, τὰς ὁποίας καὶ εἰσέπραττεν. Ὅτε τὴν Ἑπτάνησον εἶχε καταλάβει ἡ Ἀγγλία, ἐξηκολούθησεν ἡ γενικὴ διοίκησις τῆς Ἑπτανήσου ἄνευ ἐγχωρίου τοιαύτης εἰς ἑκάστην νῆσον, κατὰ δὲ τὸ 1841 διὰ νόμου παρεχωρήθη εἰς ἑκάστην νῆσον ἰδία περιουσία πρὸς ἐγχώριον διοίκησιν ἑκάστης νήσου, διότι τότε δὲν ὑπῆρχε τὸ δημοτικὸν σύστημα, ἀλλ’ ἑκάστη νῆσος ἀπετέλει ἰδιαιτέραν κυβέρνησιν, τὴν λεγομένην ἐγχώριον, καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης εἶχον παραχωρηθῆ σὺν ταῖς ἁλυκαῖς καὶ ἄλλαις τισὶ προσόδοις καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα εἰσεπράττοντο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τῶν κτημάτων τῶν ἐκ διαδοχῆς τῶν διαφόρων κατακτητῶν τῶν κατεχομένων. Πλὴν ἀλλ’ ὅμως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν τῶν δικαιωμάτων τούτων, εἶχε κατὰ πολὺ ἀμελήσει ἡ τότε κυβέρνησις, ἡ ἐγχώριος, μὴ θέλουσα νὰ πιέζῃ τοὺς πολίτας ἰδίως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καταβολῆς τῶν ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων παροχῶν. Μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τῷ 1867, ἐψηφίσθη ὁ ΣΜΔʹ νόμος, ὅστις ἐκανόνισεν ἐν γένει τὰ τῶν εἰρημένων παροχῶν εἴτε πρὸς τιμαριούχους εἴτε πρὸς τὴν ἐγχώριον διοίκησιν καταβαλλομένων εἰς διάταξιν ὅπως αἱ εἰς εἶδος καταβαλλόμεναι παροχαὶ μετατραπῶσιν εἰς χρῆμα, χορηγήσαντος συγχρόνως τοῦ νόμου τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς αὐτῶν τῶν ἐτησίων παροχῶν μετὰ τὴν τροπὴν εἰς χρήματα. Ἀλλὰ τὴν τροπὴν αὐτὴν τῶν παροχῶν ὁ νόμος ἐπέβαλε νὰ τὴν ἐνεργήσῃ ἡ διοικητικὴ Ἀρχή, ἡ ὁποία τὴν τροπὴν αὐτῶν ὤφειλε νὰ κοινοποιῇ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους εἴτε τοὺς κατόχους τῶν κτημάτων, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς 30 ἡμερῶν ἐδικαιοῦντο δι’ ἀνακοπῆς ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου νὰ φέρωσι τὰς ἀντιρρήσεις των. Ἐγένοντο αὗται αἱ τροπαὶ τῶν εἰς εἶδος παροχῶν εἰς χρηματικάς, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐφρόντισαν αἱ τότε διοικητικαὶ Ἀρχαί, ὅπως κοινοποιήσωσι ταύτας ἐν γένει εἰς τοὺς ἀγρολήπτας, διότι οὗτοι ἦσαν πολλοί. Ἐκεῖνοι πρὸς οὓς ἐγένετο κοινοποίησις ἤγειραν ἀνακοπάς, καὶ συνεπῶς δίκας, ὡς ἐκ τῆς ἀνωμάλου δὲ ταύτης καταστάσεως τέλεον ἠμελήθη ἡ εἴσπραξις, ἐν τούτοις ὅμως τὰ κτήματα μετεβιβάζοντο ἀπὸ τοὺς κατόχους εἰς τρίτους, οἱ ὁποῖοι ἐν ἀγνοίᾳ τῶν παροχῶν ἐνέμοντο ταῦτα ἐλεύθερα παραγράφοντες οὕτως ὑπὲρ αὐτῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τὴν ἐλευθερίαν τῶν κτημάτων, ἄλλοι μετεβίβαζον αὐτὰ λόγῳ προικοδοσίας καὶ ἄλλοι δυνάμει ἑτέρων συναλλαγῶν. Κατὰ τὸ ἔτος 1887 ὁ ᾼΦΙʹ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐκανόνισε τὰ τῆς μέχρι τότε ἐγχωρίου περιουσίας τῆς Κερκύρας, μετεβίβασε τὰς ἐγχωρίους προσόδους πρὸς τοὺς διαφόρους δήμους τῆς νήσου, ἐκράτησε δὲ τὰς ἁλυκὰς καὶ τὰς ἐκ τοῦ ἅλατος προσόδους καί τινας ἄλλας ὑπὲρ τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, διαχειριζομένας ὑπὸ εἰδικῆς ἐπιτροπῆς λεγομένης διαχειριστικῆς. Ἐννοεῖται ὅτι, ἐνῷ ἡ τότε τοπικὴ Κυβέρνησις δὲν εἶχε φροντίσει, ὡς ἐρρήθη, πρὸς εἴσπραξιν αὐτῶν τῶν παροχῶν, κατὰ μείζονα λόγον δὲν ἐφρόντισαν οἱ δήμαρχοι καὶ ἡ κατάστασις αὐτὴ διήρκεσεν ἀπὸ τοῦ 1867 ἐπὶ 44 ἔτη, ἂν καὶ προηγουμένως ἀκόμη τὰ πράγματα βεβαίως δὲν ἦσαν ὁμαλά. Καίτοι δ’ εἶχον κανονισθῆ τὰ τῶν εἰρημένων παροχῶν ὑπὸ τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, ὅπως εἶχε διατάξει ὁ ͵ΣΜΔʹ νόμος καὶ ἐπὶ 44 ἔτη τὰ πράγματα ἔμενον ἐκκρεμῆ καὶ ἐπῆλθον, ὡς ἐρρήθη, μεταβολαὶ εἰς τὴν διακατοχήν, νῦν ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ Κερκύρας διέταξε τοὺς δημάρχους, ὅπως ὑποβάλωσι καταλόγους τῶν ὀφειλετῶν, ἵνα ἀποστείλῃ αὐτοὺς εἰς τὸν ἐπαρχιακὸν ταμίαν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν εἴσπραξιν, οὕτω δὲ ἤρξατο ὁ Ταμίας νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν προβαίνων καὶ εἰς προσωπικὴν κράτησιν τῶν θεωρουμένων ὀφειλετῶν. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη εἴσπραξις εἶναι ἄδικος, διότι δὲν πρόκειται, ὡς προεῖπον, περὶ ὀφειλῶν ἐκκαθαρισμένων, ἀλλὰ περὶ πλανωμένων ὀφειλῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν δὲν εἰσεπράχθησαν. Πρόκειται περὶ ὀφειλῶν, τῶν ὁποίων δὲν ἐγένετο ἡ μετατροπή, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ͵ΣΜΔʹ νόμου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι μέχρι τῆς μετατροπῆς ἀναστέλλεται πᾶσα εἴσπραξις. Κατόπιν τῆς τοιαύτης διατάξεως τοῦ νόμου δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε δίκαιον νὰ προσωποκρατῶνται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὀφείλουσιν, εἴτε διότι ὑπὸ τῶν προγόνων των μετεβιβάσθησαν εἰς ὀλίγους τὰ κτήματα, εἴτε διότι δὲν ἐκοινοποιήθη αὐτοῖς ἡ μετατροπή, εἴτε διότι δὲν ἐγένοντο διόλου μετατροπαί. Ἐπειδὴ ταῦτα πάντα δέονται διαρκοῦς ἐρεύνης, ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως ἡ κατὰ τῆς προσκλήσεως πρὸς πληρωμὴν γενομένη ἀνακοπὴ ἔχῃ ἀνασταλτικὴν δύναμιν μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ἵνα, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ προσκαλούμενοι εἶναι πράγματι καὶ ὀφειλέται ὅλοι, ἐνεργηθῶσι κατ’ αὐτῶν ὅσα ὁ νόμος ὁρίζει καὶ ὄχι νὰ μένωσιν ἐν τῇ φυλακῇ μέχρις ὅτου τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις, ἥτις δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ καὶ ἕξ μῆνας, καὶ ἓν ἔτος, ὅτε εὔκολον νὰ προκύψῃ ὅτι δὲν εἶναι ὀφειλέται, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄδικον καὶ ἐναντίον πάσης ἀρχῆς δικαιοσύνης, διότι μόνον διὰ τὰς βεβαιωμένας ὀφειλὰς καὶ τὰς ἐκκαθαρισμένας δέον νὰ ἐπιβάλληται ἡ προσωπικὴ κράτησις καὶ ὄχι διὰ παροχάς, αἱ ὁποῖαι εἶχον λησμονηθῆ ἐπὶ 44 ἔτη, καὶ ἐναντίον ἀνθρώπων, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ δὲν ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκ τοῦ νόμου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου εἶναι δικαιοτάτη καὶ εἶναι ἔργον δικαιοσύνης νὰ ψηφισθῇ, ἵνα μὴ κρατῶνται οἱ ἄνθρωποι ἐν ταῖς φυλακαῖς πρὶν ἢ βεβαιωθῇ διοικητικῶς ὅτι εἰσὶ καὶ ὑπεύθυνοι πρὸς πληρωμὴν τῶν παροχῶν εἴτε μεταλλαγῶν πρὸς τοὺς δήμους βαρυνουσῶν κτήματα ὑπ’ αὐτῶν κατεχόμενα.
§42Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἡ ἱστορικὴ ἀνάπτυξις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος εἶναι ὀρθοτάτη καὶ οὐδὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅπως ὀρθὸς εἶναι κατ’ ἀρχὴν καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Εἶναι βέβαιον ὅτι αὐτοὶ οἱ δῆμοι τῆς Κερκύρας ἔχουσι δικαίωμα νὰ εἰσπράττωσιν ὡρισμένα ποσά, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω, εἶναι ὅτι ὁ σκοπὸς ὁ καλὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ὑποβαλλομένης προτάσεως, περὶ τούτου δὲ δὲν ἀμφέβαλον ὅτι θὰ συνεφώνει καὶ ὁ κύριος συνάδελφος, διότι εἴχομεν μελετήσει τὸ ζήτημα ἄλλοτε καὶ εἴχομεν ὑποστηρίξει παρὰ τῷ ταμίᾳ ὅτι δὲν εἶχεν οὗτος δικαίωμα ἐκτελέσεως, δυνάμει τῆς κοινοποιήσεως προσκλήσεως πρὸς πληρωμὴν τῶν τοιούτων μεταλλαγῶν. Ἐπειδὴ ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις ἂν δύναται νὰ ἐκτελῇ ἢ δὲν δύναται, βεβαίως κατ’ ἀρχὴν εἶμαι σύμφωνος νὰ ὁρίσωμεν ὅτι ἡ ἀνακοπή, ἡ ἐνασκουμένη κατὰ τῶν προσκλήσεων τούτων, ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν αὐτήν, ἀλλὰ νὰ περιορισθῶμεν μέχρις αὐτοῦ καὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν ὅτι ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν μέχρις ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, διότι οὕτω δυσχεραίνομεν τὴν θέσιν τοῦ ἀνακόπτοντος ὀφειλέτου. Ἀφοῦ δεχόμεθα ὅτι μόνον δι’ ἀγωγῆς δύνανται νὰ ζητηθῶσιν αἱ μεταλλαγαὶ αὗται, δυσχεραίνεται ἡ θέσις τοῦ ὀφειλέτου, καθόσον διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ἀναγνωρίζεται δικαίωμα ἐκτελέσεως τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τῆς ἐκδιδομένης ἐπὶ ἀνακοπῆς κατὰ τῆς τοιαύτης προσκλήσεως. Διὰ τοῦτο προτείνω πρὸς ἀποφυγὴν βεβαίως πάσης παρερμηνείας νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, καθ’ ἣν ἡ ἀνακοπὴ ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐντάλματος καὶ προσκλήσεως πρὸς πληρωμὴν, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ ὅτι ἡ πρωτόδικος ἀπόφασις δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι τότε θ’ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὴν δύναμιν ἐκτελέσεως, τὴν ὁποίαν δυνάμει τῆς κειμένης νομοθεσίας δὲν ἔχει.
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο: τὸ ζήτημα, ἂν τὸ ἔνταλμα τὸ ὁποῖον ἐκδίδει ὁ ταμίας, εἶναι τίτλος ἐκτελεστός, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ λύσῃ ἑκάστοτε τὸ δικαστήριον. Ἐὰν δεχθῇ τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν σας, ὅτι μόνον δι’ ἀγωγῆς δύναται νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν εἴσπραξιν, θὰ ἀκυρώσῃ τὴν πρόσκλησιν καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει πλέον τίτλος· ἐὰν ἤθελε δεχθῇ ταύτην τὴν γνώμην τὸ δικαστήριον, ἡ ἀπόφασις ἤθελεν εἶσθαι ὑπὲρ ὑμῶν. Ἐὰν τὸ δικαστήριον ἐδέχετο ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσι διὰ τῆς προσκλήσεως, ὅτι τίτλος ἐκτελεστὸς εἶναι καὶ πρόσκλησις τοῦ ταμίου, τότε δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅτι δύναται νὰ ἀνασταλῇ διὰ τῆς ἀνακοπῆς, ἀλλὰ βεβαίως μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως τοῦ πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου σας εἶναι ὅτι ὑπάρχει τίτλος ἐκτελεστός.
§44Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει.
§45Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ λέγουσι τὰ Δικαστήρια.
§46Σ. ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Ὑπάρχει μία ἀπόφασις κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔνταλμα αὐτό· ἑπομένως τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ ἀνακοπὴ πρέπει νὰ ἀναστέλλῃ.
§47Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Μάλιστα ἕως ἐκεῖ.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν δέχηται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ συζήτησιν καὶ μετὰ ταῦτα νὰ γίνῃ ἐπιτροπή, ἥτις ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἐξετάσῃ τὴν πρότασιν νόμου, νὰ δηλώσῃ τοῦτο.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§50Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐπιλύσῃ τὰ ἀγροτικὰ ζητήματα καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ τῆς Κερκύρας ἐντὸς ὀλίγου, πρὸς τί ἡ συζήτησις αὕτη;
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε σήμερον, ὅπως ταῦτα μείνωσι διὰ τὸν Ὀκτώβριον.
§52ΒΑΡΘΗΣ. Ἐλήφθη τοιαύτη ἀπόφασις; Λοιπὸν καλὴν ἀντάμωσιν τὸν Ὀκτώβριον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τῶν μεταλλαγῶν δὲν ἀποτελεῖ ἢ ἐλάχιστον μέρος τοῦ ὅλου ἀγροτικοῦ ζητήματος, φρονῶ ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται ἡ προκειμένη πρότασις νόμου, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ ἔλθῃ ὁμοῦ μετὰ τοῦ ὅλου ζητήματος.
§53Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἡ προκειμένη πρότασις, κ. συνάδελφε, πραγματεύεται ζήτημα ὅλως διόλου διαδικαστικόν.
§54Σ. ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Τὸ ζήτημα, κ. συνάδελφε, εἶναι πολὺ πολύπλοκον καὶ δέον νὰ συζητηθῇ ἰδιαιτέρως, ἵνα διευκρινισθῇ.
§55Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὸ ζήτημα περιβάλλεται διὰ φοβεροῦ μυστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον μόνος ὁ κ. συνάδελφος εἶναι ἁρμόδιος νὰ διεισδύσῃ, ἀλλὰ τέλος πάντων καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τῆς Κερκύρας καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπήν, ὥστε πάντες διὰ τῶν φώτων μας νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν καλλιτέραν αὐτοῦ διαρρύθμισιν. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐξέλεξα ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κυρίων Σ. Λάσκαρι, Κ. Ζαβιτσάνου, Ἀ. Σκιαδαρέση, Ε. Βελλιανίτου καὶ Ν. Βάρβη, πρὸς ἣν παραπέμπεται ἡ ψηφισθεῖσα αὕτη πρότασις νόμου πρὸς ἐπεξεργασίαν. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ μεταλλαγῶν εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας εἰσφερομένων καὶ ἐκ παροχῶν ἀναφερομένων εἰς τρίτους ἐκπροσωποῦντας τὴν Λατινικὴν Μητρόπολιν Κερκύρας».
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν φύλλων ποιότητος τῶν ἀποστρατευθέντων ἀξιωματικῶν. Δηλῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω ὅλα τὰ φύλλα ποιότητος· ἐκ λεπτότητος ὅμως πρὸς τὸν αἰτήσαντα κ. Βουλευτὴν ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ καταθέσω τὸ ἰδικόν του.
§59Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων Παμίσου», διότι τὸ ζήτημα καὶ σπουδαιότατον εἶναι καὶ πολὺ ἐπεῖγον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται, κύριε Βουλευτά, νὰ προταχθῇ ἡ ἰδική σας πρότασις, διότι μόλις προχθὲς ὑπεβλήθη καὶ ἀκόμη δὲν διενεμήθη. (Ψηφίζονται εἶτα κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν 1) ἡ πρότασις νόμου περὶ διοικήσεως τοῦ Ἀχιλλοπουλείου Νοσοκομείου ἐν Βόλῳ», 2) τὸ σχέδιον νόμου «περὶ εἰδικοῦ ταμείου ὁδοποιίας τοῦ δήμου Ἀλαγωνίας»· 3) ἡ πρότασις νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΒΥΒʹ τῆς 5 Ἀπριλίου 1896 «περὶ ἀμέσων φόρων τῶν δήμων τῶν ἐπαρχιῶν Γυθείου καὶ Οἰτύλου»· 4) ἡ πρότασις νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ ͵ΒΣΙΓʹ νόμου τοῦ 1894 «περὶ τιμαρίων ἐν Κερκύρᾳ ὡς καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ͵ΓΣΠʹ νόμου τοῦ 1908»· 5) ἡ πρότασις νόμου περὶ ὑπαγωγῆς τῶν δήμων Πτελεατῶν καὶ Ἀμαλιάδος διοικητικῶς εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης καὶ τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, οἰκονομικῶς καὶ δασικῶς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἁλμυροῦ, ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν ἐπισκοπὴν Δημητριάδος καὶ δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Βόλου». Πάντα ταῦτα ψηφίζονται ὑπὸ τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ψήφισίς των δὲν σημαίνει καὶ ἀποδοχὴν τούτων ὑπὸ ταύτης).
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ.μ. Μετὰ τὴν διακοπήν. (ὥρα 6 μ. μ.)
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς 10ης Ἰουνίου). Οἱ βουλευταὶ Εὐβοίας κύριοι Μ. Σφακιανάκης, Ἰ. Γεωργιάδης, Ν. Κάραλης, Κ. Κοσόνας ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ γραφείου τοῦ ὑπομηχανικοῦ Ξηροχωρίου τῆς Εὐβοίας». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τεῦχος Αʹ). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν.
§64Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται αἱ λοιπαὶ ἐπερωτήσεις λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων ἐπιτροπῆς θὰ εἰσηγηθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§66Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁρισθεῖσα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων περὶ ὀργανώσεως τοῦ Πανεπιστημίου ἐπελήφθη τῶν ἐργασιῶν αὑτῆς, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὴν ὑπόδειξιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐποιήσατο κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν νομοσχεδίων, ὅτι προκειμένου περὶ καθαρῶς ἐπιστημονικῶν ζητημάτων εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ ἐπιτροπή, ἀλλὰ καὶ τὸ καθῆκον, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐπεξεργασίας τῶν νομοσχεδίων μὲ εὐρυτέραν κάπως δικαιοδοσίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν αἱ ἐπιτροπαί, αἵτινες διορίζονται πρὸς ἐπεξεργασίαν νομοσχεδίων, ἀποβλεπόντων εἰς τὴν γενικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐπελήφθη ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, διότι τὰ πλεῖστα τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου εἶναι καὶ ἄρθρα ἰσχύοντα διὰ τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον καὶ δὲν ἀπέμεινα παρὰ ὁ ὁρισμὸς τῶν ἑδρῶν τοῦ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου, ὅστις θὰ κριθῇ περισσότερον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ πάροδον ὀλιγίστου χρόνου, καὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ καταθέσῃ καὶ τὴν ἑτέραν ἔκθεσίν της. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεμακρύνθη βεβαίως τῶν βάσεων, τὰς ὁποίας ἔθεσε τὸ νομοσχέδιον, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπομακρυνθῇ, διότι μετὰ περισσῆς ἐπιμελείας εἶχε τοῦτο ἐπεξεργασθῆ ὁ συντάξας, τὰ δὲ ζητήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ διάφορον τρόπον ἔλυσεν ἡ ἐπιτροπή, εἶναι ζητήματα, τῶν ὁποίων δὲν δύναται μετὰ κύρους ἀναμφισβητήτου νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτῆς τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην λύσιν, διότι εἶναι ζητήματα μὴ λυθέντα κατὰ τρόπον ὁριστικὸν ἁπανταχοῦ, ὅπου ἐγένοντο συζητήσεις περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν Πανεπιστημίων. Προκειμένου περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Πανεπιστημίου ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπαρχούσας διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας μία σύγκλητος θέλει εἶσθαι μόνον μεταξὺ τῶν δύο Πανεπιστημίων, ἐνόμισε δὲ μόνον ὅτι ὁ πρύτανις εἶναι σκόπιμον νὰ λαμβάνηται κατ’ ἀναλογίαν ἐξ ἑκατέρου τῶν Πανεπιστημίων. Καινοτομία τις, τὴν ὁποίαν ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἔπρεπε καὶ τὸ ἡμέτερον Κράτος νὰ εἰσαγάγῃ, εἶναι ἡ περὶ ἱδρύσεως τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐκπαιδεύσεως. Ὡς εἶναι γνωστόν, καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἰσχύει θεσμὸς τοῦ Α. Σ. Ἐκπαιδεύσεως, ὅστις ἔχει ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκεῖ καθιδρυθῆ. Τὸ Α. Σ. Ἐκπαιδεύσεως εἰσήχθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1852 ἐν Γαλλίᾳ, ὑπέστη διαρρυθμίσεις τινάς, ἔκτοτε δὲ ἀπεμιμήθησαν ἐν Ἰταλίᾳ τὸ πρᾶγμα, καὶ παρ’ ἀμφοτέροις τούτοις τοῖς Κράτεσιν ἔχει τὸν αὐτὸν προορισμὸν καὶ τὴν αὐτὴν ἀποστολήν. Ὁ προρισμός του δηλαδὴ εἶναι ὅπως διαρκῶς, ὅσον εἶναι δυνατόν, ἐνασκῇ ἀνωτάτην τινὰ ἐποπτείαν οὐ μόνον ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς ἐν γένει μορφώσεως τοῦ κλάδου, καὶ τῆς ἐκπαιδευτικῆς ἀγωγῆς τῶν μαθητῶν, ἰδιαίτατα δὲ γνωμοδοτεῖ περὶ τῶν σχεδίων νόμων καὶ ὅλων τῶν διαταγῶν ἢ Διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅπως βελτιώσωσι τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ταῦτα ἢ ὑποβάλλονται ὑποχρεωτικῶς κατὰ ἰδιαίτερον νόμον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Ἐκπαιδεύσεως, ἢ προαιρετικῶς ὁ Ὑπουργὸς ἐπιζητεῖ τὴν γνώμην του. Ἀλλ’ ἐκεῖ, ὅπου φαίνεται χρησιμώτατον τὸ Α. Σ. τῆς Ἐκπαιδεύσεως, εἶναι ἡ γνωμοδότησις περὶ τῆς ἀνάγκης ἱδρύσεως ἐκτάκτου ἢ τακτικῆς ἕδρας. Τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ τακτικῶν ἑδρῶν καὶ ὁρίζει μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν τακτικῶν ἑδρῶν, ἀφήνει δὲ καὶ ἀριθμόν τινα, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ πληρωθῇ βραδύτερον. Τὸ σύστημα τοῦτο ἦτο ἀπαραίτητον, προκειμένου νὰ τεθῇ βάσις νέας ὀργανώσεως τοῦ Πανεπιστημίου. Ἠκολούθησε δὲ τοῦτο καὶ ἡ Ἰταλία, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ πρῶτον ὠργάνωσε τὰ Πανεπιστήμια αὑτῆς περὶ τὸ ἔτος 1851, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ Καζάτη, ὑπὸ τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ὑπάρχει καὶ ὁ γνωστὸς νόμος. Ἀλλ’ ἐπῆλθε κατόπιν ἡ πεῖρα, ἥτις ἀπέδειξεν ὅτι ἡ στερεὰ καὶ ἀμετάθετος, οὕτως εἰπεῖν, ἐκ τῶν προτέρων καθόρισις τῶν ἑδρῶν ἐν τοῖς Πανεπιστημίοις εἶναι πρᾶγμα ἀντικείμενον τελείως πρὸς τὴν πρόοδον τῆς ἐπιστήμης. Ἡ ἐπιστήμη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθηλωθῇ εἰς ὡρισμένα ὅρια, ἀναφαίνονται δὲ καθ’ ἡμέραν ἀναγκαῖαι ἐπιδράσεις νέων ἰδεῶν· κλάδοι θεωρούμενοι πρότερον ὡς τμήματα μιᾶς ἐπιστήμης προάγονται διὰ μιᾶς καὶ καταλαμβάνουσιν ὁλόκληρον κολοσσιαίαν ἔκτασιν ἐπιστημονικήν, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἵδρυσις νέας ἕδρας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ θέλων νὰ ἐπιλύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εὑρίσκεται εἰς τὸ ἑξῆς δίλημμα· ἐὰν μὲν καθορίσῃ ἐκ τῶν προτέρων τὸν ἀριθμὸν τῶν ἑδρῶν, τρέχομεν τὸν κίνδυνον, ὡς εἶπον, νὰ μὴ δύνανται νὰ ὁρισθῶσιν ἕδραι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖαι. Γνωρίζομεν ὅτι εἶναι λίαν δυσχερὲς πρᾶγμα ἡ ἵδρυσις νέας ἕδρας, κατ’ ἀνάγκην δὲ θὰ συνδέηται καὶ μὲ τὸ ὑποψήφιον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θεραπεύει ἤδη τὴν σχετικὴν κλάσσιν τῆς ἐπιστήμης, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς ἕδρας ἡ ἵδρυσις· συζητήσεις καὶ πόλεμος ἀτελεύτητος προκειμένου κάπως περὶ προσωπικοῦ ζητήματος· ἐὰν πάλιν ἀφεθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐλευθέρα πρὸς τὴν ἵδρυσιν νέων ἑδρῶν, θὰ ὑπῆρχεν ὁ μέγας κίνδυνος ὅτι θὰ ἱδρύοντο καὶ ἕδραι διὰ μαθήματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἱδρύωνται. Διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν ὅτι, ἀκολουθοῦντες τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα καὶ ἰδίως παρὰ τοῖς Κράτεσι τῶν λατινικῶν φύλων, ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν μέσην τινὰ ὁδόν, ἥτις δὲν καθηλώνει μὲν τὴν ἐπιστήμην εἰς ὡρισμένα ὅρια, δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐπιστήμην νὰ ἔχῃ ἕδρας μαθημάτων ἀναλόγως τῆς προόδου αὐτῆς, ἀλλ’ ἐξ ἑτέρου παρέχει καὶ ἐμπόδια ἀρκετὰ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὥστε νὰ μὴ δύναται ποιουμένη κατάχρησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ νόμου νὰ προβῇ εἰς τὴν ἵδρυσιν ἑδρῶν ἀσκόπων, ὅπως ἀτυχῶς εἴχομεν παραδείγματα κατὰ τὸ παρελθόν. Ἐνομίσαμεν λοιπὸν ὅτι διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Α. Σ. τῆς Ἐκπαιδεύσεως θεραπεύεται τὸ ἄτοπον τοῦτο. Ἐὰν γνωμοδοτῇ ἡ Σχολή, ἡ ὁποία θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ἂν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ νέα τις ἕδρα, ἂν δηλαδὴ ὕλη τις τῆς ἐπιστήμης κατέλαβε τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε εἶναι ἀνάγκη νὰ διδαχθῇ ὡς ἴδιον μάθημα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἐὰν ἡ Σχολὴ γνωμοδοτῇ διὰ τῶν ¾ τῶν καθηγητῶν αὐτῆς, καὶ ἐὰν ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Σχολῆς τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Α. Σ. τῆς Ἐκπαιδεύσεως, τότε δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ συνιστᾷ διὰ Β. Διατάγματος νέαν ἕδραν. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο παρέχει δυσχερείας τινάς ὡς πρὸς τὸν καταρτισμόν, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ κατέληξεν ὁμοφώνως εἰς ἓν συμπέρασμα, συμπέρασμα τὸ ὁποῖον ἤντλησεν οὐ μόνον ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν τὴν ὑπάρχουσαν ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἀπὸ τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ὁδηγήσωσι τὴν ἐπιτροπήν, προκειμένης τῆς μεταφυτεύσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς. Δὲν ἦτο δυνατὸν βεβαίως νὰ ζητήσωμεν ὅλα ὅσα ἐκεῖ γίνονται καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λόγον ὅτι ὑπάρχουσιν ἐκεῖ ἄλλα ἱδρύματα, τὰ ὁποῖα παρέχουσι μέλη τοῦ Α. Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσι σήμερον παρ’ ἡμῖν, τὰ διάφορα instituts. Ἐδέχθη λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅτι τὸ Συμβούλιον θὰ ἀπαρτίζηται ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὡς προέδρου, ἐκ πέντε τακτικῶν καθηγητῶν τῶν Πανεπιστημίων—διότι ἔχομεν δύο Πανεπιστήμια—, οἱ ὁποῖοι πέντε τακτικοὶ καθηγηταὶ θὰ ὑποδεικνύωνται ὑφ’ ἑκάστης τῶν Σχολῶν, ἐξ ἑνὸς Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας—εἶναι ἀπαραίτητοι οὗτοι διὰ τὴν νομικὴν διαρρύθμισιν τῶν ζητημάτων—καὶ τέλος ἐκ δέκα ἄλλων μελῶν. Τὰ μέλη ταῦτα θὰ ἐκλέγωνται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐξ ἀριθμοῦ εἴκοσι μελῶν ἐλευθέρων ἐπιστημόνων, τοὺς ὁποίους θὰ ὑποδεικνύῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§67Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔμμισθα;
§68Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἄμισθα. Ἐσκέφθημεν δηλαδὴ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ δύναται νὰ ὑποδείξῃ εἴκοσι πρόσωπα ἐξ ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ διδάσκωσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, οἱ ὁποῖοι κατὰ συνέπειαν, μὴ ὄντες ὑφηγηταὶ ἢ ἔκτακτοι καθηγηταί, θὰ εἶναι ξένοι παντὸς συμφέροντος ὑλικοῦ ἢ ἄλλου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πράγματα τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐκ τῶν εἴκοσι μελῶν θὰ ἐκλέγῃ δέκα ὁ Ὑπουργός, ὥστε ἀνὰ δύο νὰ ἀντιστοιχῶσιν εἰς τὴν εἰδικὴν κατηγορίαν τῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα διδάσκονται ἐν ἑκάστῃ Σχολῇ. Ὁ σκοπὸς τοῦ Συμβουλίου τούτου, ἐκτὸς τῆς γνώμης τοῦ ἐπὶ τῆς κατωτέρας Ἐκπαιδεύσεως, τὴν ὁποίαν θὰ δύναται νὰ ἔχῃ, θὰ εἶναι πρὸ πάντων, Κύριοι, καὶ ἡ δόσις νέας τροφῆς καὶ νέου αἵματος ἐπιστημονικοῦ εἰς τὴν κατεύθυνσιν τῶν πραγμάτων τῆς Παιδείας. Οἱ καθηγηταὶ οἱ διδάσκοντες ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ ἕλκωνται πρὸς τὰς ἕξεις, τὰς ὁποίας εὑρίσκουσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ τὰς ὁποίας υἱοθετοῦσι λεληθότως σὺν τῷ χρόνῳ αὐτοὶ οὗτοι. Προκειμένου λοιπὸν νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ πραγμάτων ἀφορώντων τὸ Πανεπιστήμιον, προσκεκολλημένοι εἰς τὰς ἕξεις ταύτας εἶναι φυσικὸν ὅτι ὀλίγον ἀπέχουσιν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζεται συνήθως διὰ τῆς λέξεως σχολαστικισμός. Οἱ ἐλεύθεροι τοὐναντίον ἐπιστήμονες, οἱ ἐλεύθεροι δικηγόροι, οἱ ἰατροί, οἱ φιλόλογοι ἢ ἄλλοι ἐπιστήμονες θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀντιλαμβάνωνται τελειότερον τῶν ἀναγκῶν, ἃς ἡ κοινωνία παρουσιάζει διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, ὅπως ἡ ἐκπαίδευσις καὶ νεωτεριστικήν τινα τάσιν προσλαμβάνῃ, ἀλλὰ καὶ συνάμα βαδίζῃ ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς κοινωνικάς. Πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἔσχομεν τὴν μεγίστην ἐντύπωσιν τῆς διαφορᾶς τῆς θεωρητικῆς διδασκαλίας τῆς γενομένης ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ πρὸς τὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην, εὐθὺς ὡς εἰσήλθομεν ἀπὸ τῆς θεωρητικῆς ταύτης διδασκαλίας εἰς τὸν καθημερινὸν βίον. Τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸ ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχουσι δεδομέναι ἕξεις, τὰς ὁποίας ἀκολουθοῦσιν οἱ διδάσκοντες. Διὰ τοῦ Ἀνωτάτου αὐτοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἶναι δυνατὸν ἑκάστοτε νὰ δίδωνται γνωμοδοτήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συμβάλλωσιν εἰς τὸ νὰ βαδίζῃ ἡ ἐκπαίδευσις τοιαύτην πορείαν, ἥτις ν’ ἀντιστοιχῇ περισσότερον πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς κοινωνικάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ Ἀνώτατον τοῦτο Συμβούλιον τῆς Ἐκπαιδεύσεως θὰ δύναται νὰ ἀσκῇ ἔν τινι μέτρῳ καὶ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν καθηγητῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οἱ καθηγηταὶ νὰ μὴ εἶναι τελείως ὑποκείμενοι εἰς τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ πειθαρχικήν τινα ἐπ’ αὐτῶν δικαιοδοσίαν, ἀλλὰ τὴν μείζονα, οἷον τὴν ἀπόλυσιν, θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἔχῃ μόνον μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Α. Σ. τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεταρρύθμισις, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῇ βάσει, ὡς εἶπον εἰς ὑμᾶς, τῶν κρατούντων ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ ἀπεδέξατο ἡ ἐπιτροπή. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τῶν ἑδρῶν ἡ ἐπιτροπὴ ἠκολούθησε γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας καὶ καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Γενούης κ. Λιβιεράτου, διέστειλε δηλαδὴ τὰ μαθήματα εἰς θεμελιώδη καὶ μὴ θεμελιώδη, ὁρίσασα ὅπως θεμελιώδη μὲν ὦσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ φοιτητὴς πάντως νὰ ἀκούσῃ, ὅπως λάβῃ τὸ πτυχίον αὑτοῦ, μὴ θεμελιώδη δὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἱδρύονται ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὥστε ἡ ἀκρόασις αὐτῶν νὰ εἶναι προαιρετική· λόγου χάριν εἰς τὴν ἰατρικὴν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ οἱ δυνάμενοι νὰ κρίνωσιν ἔλεγον ὅτι ἡ ἱστορία τῆς ἰατρικῆς εἶναι μάθημα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μὲν θεμελιῶδες, πάντως ὅμως εἶναι καλὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Πανεπιστημίῳ, ὅπου ἡ φιλολογία τῆς ἰατρικῆς εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη καὶ δύναται τῳόντι νὰ ἀποτελέσῃ ἐθνικὸν καύχημα. Τὰς ἕδρας ἀριθμητικῶς ὁρισθείσας θέλετε ἴδει ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτυπωθῇ, θέλετε ἴδει δὲ ὅτι ἐλάχιστα ἀφίστανται τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
§69Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μήπως προενόησεν ὅπως ἱδρύσῃ στατιστικὴν καὶ ἐγκληματολογίαν;
§70Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἰς τὸ Καποδιστριακὸν Πανεπιστήμιον, διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν γνωμῶν της περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν ἑδρῶν βραδύτερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὁρισμὸν τῶν ἑδρῶν τῆς Φυσικομαθηματικῆς Σχολῆς, ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη σήμερον νὰ ἱδρυθῶσι καὶ παρ’ ἡμῖν ἕδραι τῶν λεγομένων ἐφηρμοσμένων ἐπιστημῶν. Αἱ ἐφηρμοσμέναι ἐπιστῆμαι σήμερον ὑπάρχουσιν εἰς τὰ πλεῖστα Πανεπιστήμια τοῦ κόσμου, εἶναι δὲ τάσις τις πρακτικοποιήσεως τῶν ἐπιστημῶν, ἡ ὁποία δὲν παρατηρεῖται μόνον εἰς τὰ ἀνώτατα ἱδρύματα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μέσην καὶ τὴν κατωτάτην ἐκπαίδευσιν, ὡς δὲ ἠκούσαμεν κατὰ τὴν εἰσήγησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπάρχει πρόθεσις ὅπως τὰ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ τὰ τῆς κατωτέρας τροποποιηθῶσιν ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον, καθ’ ὃν τρόπον ἔχουσι διαρρυθμισθῆ καὶ ἀλλαχοῦ. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἦτο ἀνάγκη ὅπως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἱδρυθῶσι τοιαῦται ἕδραι ἐφηρμοσμένων ἐπιστημῶν, διότι μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ἐπιστήμονας νὰ παρασκευάσωμεν, οἱ ὁποῖοι θὰ παράσχωσι τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν τῆς μέσης πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ προαγάγωμεν τὸν ζῆλον καὶ τὴν τάσιν πρὸς καλλιέργειαν τῶν ἐφηρμοσμένων ἐπιστημῶν καὶ παρ’ ἡμῖν, νὰ ἀπομακρυνθῶμεν δέ, ὡς ἀπεμακρύνθησαν καὶ τὰ ἄλλα ἔθνη, τοῦ καθαρῶς ἀκαδημαϊκοῦ καὶ φιλοσοφικοῦ μεσαιωνικοῦ τύπου τῶν Πανεπιστημίων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη ἐπὶ πολὺ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τῶν καθηγητῶν, ἀπησχόλησε δὲ πολλὰς συνεδριάσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ βάσις ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς συστήματος. Ἡ μὲν βάσις τοῦ συστήματος γνωρίζετε ὅτι εἶναι διττή· ἢ θὰ δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον κρίνει ὡς τὸν κατάλληλον νὰ διδάξῃ νὰ διορίζῃ ἀμέσως καθηγητήν, ἢ θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῶν διαγωνισμῶν. Ἑκάτερον τῶν συστημάτων ἔχει τὰ ὑπὲρ ἑαυτοῦ πολλά, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὰ κατὰ οὐκ ὀλίγα. Ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπομακρυνθῇ ποσῶς τοῦ συστήματος τοῦ διαγωνισμοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ὅπως ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, ὑπάρχει. Δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τοῦ διαγωνισμοῦ παρουσιάζει ἓν μειονέκτημα, τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάζει ἴσως τὸ ἕτερον σύστημα· τὸ μειονέκτημα εἶναι ὅτι δύο ἐκ τῶν μεγαλυτέρων προσόντων τῶν διδασκόντων, τὸ ἦθος καὶ ἡ διδακτικὴ δύναμις, δὲν ὑπόκεινται εἰς κανένα διαγωνισμόν. Ἀλλ’ ἀπέναντι τούτου ὑπάρχουσιν αἱ καταχρήσεις, αἵτινες δυνατὸν νὰ συντελεσθῶσιν, ἐὰν γίνῃ δεκτὸν τὸ ἕτερον σύστημα, καὶ αἱ καταχρήσεις ἐκεῖναι θὰ εἶναι βεβαίως πολὺ θλιβερώτεραι· ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τοῦ συστήματος τῶν διαγωνισμῶν ὡς μὴ χείρονος καὶ διὰ τοῦτο βελτίονος. Τὸ ζήτημα καὶ ἀλλαχοῦ ἔχει μελετηθῆ ἐπὶ μακρόν, τόση δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἀμφιβολία περὶ τῆς τελείας ἐπιτυχίας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου συστήματος, ὥστε καθηγητής τις Πανεπιστημίου ἐν Ἰταλίᾳ, ὁ Cogliolo, συνέγραψε καὶ εἰδικὴν πραγματείαν ὑπὸ τὸν τίτλον «Μελαγχολίαι Πανεπιστημιακαί»· ἤγαγε δ’ αὐτὸν εἰς μελαγχολικὰς σκέψεις ἡ δυσχέρεια τῆς παραδοχῆς τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου ἐκ τῶν δύο τούτων συστημάτων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνέμεινεν ὅμως εἰς τὸ σύστημα τῶν διαγωνισμῶν. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐν τῇ Ἰατρικῇ σχολῇ, διὰ νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἡ ἀκαδημαϊκὴ σταδιοδρομία, ἐδέχθη ὅτι οἱ τακτικοὶ καθηγηταὶ πρέπει νὰ πηγάζωσιν ἐκ τῶν ἐκτάκτων καὶ ἐκ τῶν ὑφηγητῶν, ἀλλ’ ὑφηγητῶν, οὐχὶ ὡς μέχρι τοῦδε ἐγίνοντο δεκτοί. Τοὺς ὑφηγητὰς θεωρεῖ ὡς τὴν πρώτην βαθμίδα τῆς ἀκαδημαϊκῆς σταδιοδρομίας. Οὕτως ἐθεώρησε τούτους καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ὑποβάλλονται εἰς αὐστηρότερον ἔλεγχον διὰ νὰ γίνωσιν ὑφηγηταί, ὡς καὶ εἰς αὐστηροτέρας ὑποχρεώσεις. Ἐὰν δὲν ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των, τότε χάνουσι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡς ὑφηγηταί, καὶ δὲν δύνανται νὰ διαγωνισθῶσι διὰ τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ παρεξέκλινε τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον τὴν αὐστηρότητα τοῦ διαγωνισμοῦ ἐδέχθη καὶ διὰ τὸν ἔκτακτον καθηγητήν, δηλαδὴ ἐδέχθη ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ εἶναι ἠτιολογημένη δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν ὑποψηφίων.
§71Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Τὸ ἔχει τὸ νομοσχέδιον.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ διεσάφησεν, ὅτι ἐννοεῖ νὰ εἶναι ἠτιολογημένη ἡ ἔκθεσις ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ὑποψηφίων, καὶ τῶν ἀπορριπτομένων ἔτι, καὶ ἡ γνώμη της συνέπεσε μὲ τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον. Ἐδέχθη δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μὴ λαμβάνωσι μέρος ὡς κριταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι στενοὶ συγγενεῖς τῶν ὑποψηφίων, διότι παράπονα εὔλογα εἶχον ἐγερθῆ κατὰ τὸ παρελθόν, ὅτε ὁ πατὴρ ἐνέκρινε τὸν υἱὸν διὰ καθηγητὴν καὶ ὁ θεῖος τὸν ἀνεψιόν. Δι’ αὐτὸ προβαίνομεν εἰς τὸ βῆμα τῆς ἐξαιρέσεως τῶν καθηγητῶν τῶν ἐχόντων συγγενικὰς σχέσεις πρὸς τοὺς ὑποψηφίους. Ἐπίσης ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι προκειμένου περὶ ὑποψηφίων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐχρημάτισαν καθηγηταί, ἀνάγκη εἶναι νὰ ὑποστῶσι πρακτικὴν δοκιμασίαν. Προκειμένου περὶ ἐκτάκτων καθηγητῶν τὸ νομοσχέδιον ἔλεγεν, ὅτι οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ διοριζόμενοι ὑπηρετοῦσιν ὡς τοιοῦτοι ἐπὶ πέντε ἔτη κατὰ σειρὰν καὶ μετὰ ταῦτα ἀπέρχονται. Κατὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἠδύναντο νὰ λάβωσιν ἐκ νέου μέρος εἰς τὸν διαγωνισμόν.
§73Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μετὰ πενταετίαν.
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ παρετήρησα αὐτὴν τὴν διάκρισιν. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον νομίζει ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ ὑπ’ ὄψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, εἶναι κατά τι διάφορον. Ὑπῆρχε κίνδυνος, ὡς εἶχε διατυπωθῆ τὸ νομοσχέδιον, οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ νὰ μὴ εἶναι ἀντάξιοι διὰ τὴν θέσιν τοῦ τακτικοῦ καθηγητοῦ, καὶ νὰ μὴ ἔχωσιν οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ τὸν ἀπαιτούμενον ζῆλον νὰ διδάξωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη μεταξὺ δύο συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἐπικρατοῦσιν εἰς τὰ ξένα Πανεπιστήμια, ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐπικρατεῖ — ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιτροπὴ γνωρίζει — εἰς ξένα Πανεπιστήμια. Τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἐπικρατοῦσιν, εἶναι δύο. Οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ μετὰ διαγωνισμὸν γίνονται μόνιμοι. Οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ ἐπιτυγχάνοντες ἐν διαγωνισμῷ, ὑφίστανται δοκιμασίαν, ἐπὶ ἕν ἢ δύο ἔτη, καὶ μετὰ τὴν ἔγκρισιν αὐτῶν ὑπὸ τῆς σχολῆς καὶ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ὑπὸ προσώπων δηλαδὴ τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται νὰ βασανίσωσιν αὐτοὺς καὶ μετὰ τὸν διαγωνισμόν, οἱ ἔκτακτοι καθηγηταὶ γίνονται μόνιμοι μετὰ τριετίαν. Ἡ τριετὴς δὲ δοκιμασία ἔχει λόγον, ἵνα καταδειχθῇ τοῦ ἐκτάκτου καθηγητοῦ τὸ προσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάγεται εἰς διαγωνισμόν, δηλαδὴ τὸ προσὸν τοῦ ἤθους καὶ τῆς δυνάμεως τῆς διδακτικῆς. Ἐὰν κατὰ τὸ διάστημα τὸ τριετὲς ἐπιδείξῃ τοιαῦτα προσόντα, τότε ἀποφαίνεται ἡ σχολὴ καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐὰν δὲ δὲν ἐπιδείξῃ τοιαῦτα προσόντα, χάνει τὴν θέσιν τοῦ ἐκτάκτου καθηγητοῦ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἰδοῦσα ὅτι ὁ διαγωνισμὸς διὰ τὴν θέσιν τοῦ ἐκτάκτου καθηγητοῦ περιεβλήθη ἀπὸ ἐγγυήσεις μεγάλας, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐθεώρησεν ὡς μεγαλειτέραν ἐγγύησιν τὴν δημοσίευσιν τῶν κρίσεων, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦσι τὸν κοινὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ καταστήσῃ προσεκτικωτέρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ κρίνωσιν, ἐπροτίμησεν, ὅπως οἱ ἔκτακτοι καθηγηταί, ἅμα ἐπιτυγχάνωσι, γίνωνται μόνιμοι. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεμακρύνθη τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος εἰς τοὺς καθηγητὰς τῆς Ἰατρικῆς τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐνόμισεν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις ἀντίκειται εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐπαγγέλματος καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιστήμην. Ἐξ ἑτέρου ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου διευθύνοντας κλινικὴν τοῦ Πανεπιστημίου νὰ διευθύνωσιν ἰδιωτικὴν κλινικὴν ἢ ἄλλου ἱδρύματος κλινικήν, διότι εἶναι δύσκολον οἱ καθηγηταὶ οὗτοι νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς ἀνάγκας διευθύνοντες δύο κλινικάς, καὶ διότι θὰ ἀντέπραττον ἴσως εἰς τὴν πρόοδον ἄλλων συναδέλφων των ἰατρῶν. Ἀφ’ ἑτέρου ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ὁ ἔχων ἰδιωτικὴν κλινικὴν εἶναι δυνατὸν περισσότερον νὰ ἐπιμελῆται τῶν ἰδίων συμφερόντων παρὰ τῶν συμφερόντων τοῦ Πανεπιστημίου. Ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ καταλέγεται καὶ ὁ εἰσηγητής, προέτεινεν, ὅπως, προκειμένου περὶ μετακλήσεως ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν καθηγητῶν διδασκόντων εἰς ξένα Πανεπιστήμια, μὴ ἀπαιτῆται διαγωνισμός, δηλαδὴ ὅπως μὴ ἀπαιτῆται ἡ κρίσις ἐπὶ τῶν τίτλων καὶ τῶν ἔργων αὐτῶν, ἀφοῦ ἐκρίθησαν ὑπὸ ξένων Πανεπιστημίων. Ἀλλ’ ἡ πλειονότης τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέκλινεν ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι καὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς διαγωνισμόν. Ἡ μειονοψηφία ἐνόμισεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ ὑπάρξῃ ὁ περιορισμός, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν, ἀλλὰ νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ συνάπτῃ σύμβασιν μετ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ταύτην τὴν πρότασιν ἀπέρριψεν ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς.
§75Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ......
§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης ἐγένετο καὶ πρότασις τοιαύτη νὰ μετακαλῶνται ξένοι καθηγηταί· ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία δὲν ἐδέχθη. Τοῦτο γίνεται ἐν Ῥωμουνίᾳ. Κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἀπομακρύνεται πολὺ τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Φαρμακευτικὴν σχολὴν ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ αὐτὴ προσηρτημένη εἰς τὴν σχολὴν τῶν Φυσικῶν ἐπιστημῶν. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν Ὀδοντοϊατρικὴν σχολὴν ἡ ἐπιτροπὴ κατέδειξεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ τμῆμα ἰδιαίτερον καὶ οὐχὶ σχολεῖον ἰδιαίτερον. Ἀπεφήνατο ἡ ἐπιτροπή, ἄλλως συμπορευομένη μὲ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας βλέπομεν εἰς νομοσχέδια, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ παρασκευασθῇ καὶ τμῆμα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, τὸ ὁποῖον θὰ παρέχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τοὺς τοπικοὺς κτηνιάτρους, τῶν ὁποίων ἔχουσιν ἀνάγκην οἱ πληθυσμοὶ οἱ κτηνοτροφικοί, καὶ ἀπεφήνατο περὶ ἱδρύσεως Κτηνιατρικῆς σχολῆς, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ἀπαραιτήτως ἀναγκαίαν. Τὰ τῶν Ἐργαστηρίων καὶ Μουσείων διερρύθμισε κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ ἐπιτροπή, ὥστε νὰ συνάδῃ καὶ ἡ ῥύθμισις καὶ ἡ ἵδρυσις μὲ τὴν ἵδρυσιν τῶν ἑδρῶν τῶν πρακτικῶν, τὰς ὁποίας ἐδέξατο ἡ ἐπιτροπή. Τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ Πανεπιστημίου δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν μετεβλήθησαν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μισθοὺς καὶ τὰ ἐπιμίσθια τῶν καθηγητῶν, ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐχήν, ὅπως γίνηται γενναιοτέρα ἡ μισθοδοσία τῶν καθηγητῶν. Οἱ μισθοὶ τῶν καθηγητῶν, ἐὰν δὲν γίνωσιν ἀρκετὰ γενναῖοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἑλκύσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ κλείσωσι τὸ Πανεπιστήμιον. Τὰ ὑπόλοιπα τοῦ νομοσχεδίου δὲν μετεβλήθησαν. Ἀφῃρέθησαν διατάξεις τινές, αἵτινες ἦσαν ἀντικείμενον Β. Διαταγμάτων.
§77Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Περὶ ἐνιαυσίων ἐξετάσεων;
§78Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω καὶ περὶ αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑφηγητάς, ἀφοῦ λαμβάνονται σήμερον μέτρα, ὅπως ἐκ τῶν ὑφηγητῶν λαμβάνονται οἱ καθηγηταί, τοὐλάχιστον διὰ τὴν Ἰατρικὴν σχολὴν ἐθεωρήθη ἀπαραίτητον, ὅπως, ἅμα δημοσιευθῇ ὁ νόμος, οἱ ὑπάρχοντες ὑφηγηταὶ θεωρηθῶσι πάντες ὡς ἀπολυθέντες καὶ ὑποβληθῶσιν ἐκ νέου εἰς αὐστηρὸν διαγωνισμόν, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει.
§79Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Διὰ παμψηφίας;
§80Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ παμψηφίας. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ὑπῆρχον διατάξεις περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑφηγητῶν. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀπελύοντο ἐκεῖνοι, διὰ τοὺς ὁποίους αἱ οἰκεῖαι σχολαὶ ἤθελον γνωμοδοτήσει ὅτι δὲν ἦσαν ἱκανοί, ἐπειδὴ δὲ αἱ οἰκεῖαι σχολαὶ ἦσαν ὑποχρεωμέναι νὰ γνωμοδοτήσωσιν, ὅτι ὁ μὲν εἶναι ἱκανός, ὁ δὲ εἶναι ἀνίκανος, ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ θεωρηθῶσιν ὅλοι ἱκανοί· ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅμως ὅτι αὐτοὶ πρέπει ν’ ἀπολυθῶσι. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κεφαλληνίας τὸ μέτρον τοῦτο δέον νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τοὺς καθηγητάς, ἀλλὰ τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι καθαρῶς κυβερνητικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ὑπολάβῃ ὡς ἴδιον αὐτῆς δικαίωμα ἡ ἐπιτροπή. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον λοιπὸν οἱ ὑφηγηταὶ θὰ ὑποστῶσιν ἐκ νέου τὴν δοκιμασίαν, ἐννοεῖται δέ, ὅτι ἀπαλλάσσονται τῆς πληρωμῆς τῶν τελῶν καὶ συνάμα, ἐὰν ἐπιτύχωσιν, ὁ χρόνος ὁ παλαιὸς θὰ δύναται νὰ προσμετρηθῇ πρὸς τὸν νέον, διὰ ν’ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τοῦ καθηγητοῦ. Εἶπον εἰς ὑμᾶς ὅτι οἱ ὑφηγηταὶ θὰ εἶναι τὸ ὑλικὸν ἐν τῇ ἰατρικῇ σχολῇ, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ γίνωνται οἱ καθηγηταὶ οἱ τακτικοὶ καὶ οἱ ἔκτακτοι. Ἐν τῇ σχολῇ τῶν Φυσικῶν ἐπιστημῶν δὲν ἐθεωρήθη σκόπιμον νὰ ὑπάρχωσιν ὑφηγηταί, διότι οἱ πλεῖστοι σπουδάζουσιν ἐν Εὐρώπῃ, ἄλλοι δὲ μὴ ἔχοντες τὰ κατάλληλα μέσα νὰ μένωσιν ἐν Ἀθήναις διορίζονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καθηγηταὶ εἰς διάφορα Γυμνάσια τοῦ Κράτους, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἀπομακρύνονται ἐκ τοῦ κέντρου καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ὑφηγηταὶ καὶ νὰ διδάξωσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ν’ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τοῦ καθηγητοῦ. Θὰ ἦτο ἄδικον, ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι ἐκ τῶν ὑφηγητῶν θὰ λαμβάνωνται οἱ καθηγηταὶ τῆς σχολῆς τῶν Φυσικῶν ἐπιστημῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐξετάσεις ἡ ἐπιτροπὴ ἐμμένει εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἐνιαύσιοι, ὡς τοῦτο συμβαίνει εἰς τὰ Κράτη τῶν λατινικῶν φυλῶν σήμερον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπιστημονικῶς στασιάζεται, δύναται ὅμως νὰ συγκρίνῃ τις τὰ ἀγαθὰ τῶν δύο συστημάτων καὶ τὰ μειονεκτήματα αὐτῶν, διὰ νὰ ἴδῃ ποῦ πρέπει νὰ κλίνῃ ἡ ψῆφος αὐτῶν. Τὸ σύστημα τῆς ἐφάπαξ ὑποβολῆς εἰς δοκιμασίαν, εἰς ἐξετάσεις, ἀφήνει βεβαίως ἐλευθερίαν εἰς τὸν σπουδάζοντα. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς εἶναι πολύτιμος ἡ ἐλευθερία εἰς αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἐπιλαμβάνεται τῶν μελετῶν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ πρώτου ἔτους, ὡς εἶναι ὁ Γερμανὸς φοιτητής, τοὐναντίον δι’ ἡμᾶς παρετηρήθη, ὅτι τὰ πρῶτα ἔτη ὁ φοιτητὴς διέρχεται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐν τελείᾳ ἀργίᾳ. Κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἐπέρχεται μία διανοητικὴ κατανάλωσις μεγίστη ἄγουσα εἰς ὑπερκόπωσιν καὶ κατ’ ἀνάγκην φέρουσα εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε ὁ ὑποψήφιος νὰ φροντίζῃ μόνον ἐπιπολαίως νὰ μανθάνῃ γενικάς τινας γνώσεις, ἃς γνωρίζει νὰ ἐπιδείξῃ, ἐφωδιασμένος δὲ ἴσως καὶ ἀπὸ τὴν χαρακτηριστικὴν εἰς τὰ μεσημβρινὰ κλίματα εὐφράδειαν προσέρχεται εἰς ἐξετάσεις, ἐνῷ κατ’ οὐσίαν στερεῖται τῶν στοιχειωδῶν βάσεων τῆς ἐπιστήμης. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέκλινε μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῶν ἐνιαυσίων ἐξετάσεων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ τάσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν μέσην καὶ κατωτέραν ἐκπαίδευσιν, εἶναι ἡ τῆς καταργήσεως τῶν ἐνιαυσίων ἐξετάσεων, ἀλλὰ διάφορος εἶναι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐκεῖ ζητοῦμεν νὰ καταργήσωμεν καὶ ἐδῶ νὰ ἱδρύσωμεν τὰς ἐνιαυσίους ἐξετάσεις. Ἐκεῖ ὑπάρχει καθημερινὴ δοκιμασία τοῦ μαθητοῦ, ὑπαρχούσης δὲ καθημερινῆς (δοκιμασίας παρέχεται ἔλεγχος διηνεκὴς περὶ τῆς προόδου τοῦ μαθητοῦ. Εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ ἐπιφορτίζωμεν τὸν μαθητὴν εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους μὲ τὸν κόπον εἰς τὸν ὁποῖον ὑποβάλλονται πάντα τὰ τέκνα τῶν Ἑλλήνων κατὰ τοὺς θερινοὺς μῆνας. Τοὐναντίον συμβαίνει ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Δὲν ὑπάρχει ἡ καθημερινὴ δοκιμασία καὶ διὰ τοῦτο ἦτο χρήσιμον νὰ καθιερώσωμεν ἐνιαύσιον δοκιμασίαν. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὁ φοιτητὴς θὰ μελετᾷ ἐξ ἀρχῆς, ἀλλὰ συνάμα θὰ ἔχῃ γνῶσιν καὶ τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον αἱ Σχολαὶ εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ συντάσσωσι, θὰ γνωρίζῃ ποῖα τὰ μαθήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ.
§81Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Προβλέπετε δι’ ἐξέταστρα;
§82Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Κατ’ ἀνάγκην μεταβατικαί τινες διατάξεις προνοοῦσι περὶ ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν ἔπρεπε νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ υἱοθετήσῃ τὸ σύστημα τοῦ ἀνωτάτου ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου, εἶναι πολὺ φυσικὸν τὰ πρῶτα μέλη νὰ δύνανται νὰ διορισθῶσιν ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας οὕτω θὰ λειτουργήσῃ. Ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν ἐδέχθη, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐντὸς διαστήματος τριῶν μηνῶν δύναται νὰ πληρώσῃ τὰς μέχρι τοῦδε λειτουργούσας τακτικὰς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου διὰ καθηγητῶν τῆς ἰδίας ἐκλογῆς, ὑπὸ ὅρους ὅμως. Οἱ ὅροι εἶναι ὅτι οἱ καθηγηταὶ πρέπει νὰ εἶναι τακτικοὶ καθηγηταὶ ἐν ξένοις Πανεπιστημίοις ἢ συγγράψαντες ἐπιστημονικὰς διατριβάς, ἐκ τῶν ὁποίων μία νὰ εἶναι πρωτότυπος, καὶ νὰ ἀνάγωνται εἰς τὴν ὕλην ἐκείνης τῆς ἕδρας, δι’ ἣν θὰ κριθῇ ὁ ὑποψήφιος ὡς ἱκανός. Δύναται δέ, ὡς κατὰ πλειονοψηφίαν δέχεται ἡ ἐπιτροπή, δύναται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ ὑλικὸν ἐκ τῶν ἀπομακρυνθέντων καθηγητῶν, δυνάμει τοῦ περυσινοῦ νόμου καὶ τούτους νὰ χρησιμοποιήσῃ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐνόμισεν ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἐνασκήσῃ ἐκφέρουσα ᾐτιολογημένην κρίσιν.
§83Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ποία ἡ πλειονοψηφία, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπάνοδον τῶν καθηγητῶν;
§84Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητεῖτε λεπτομέρειαν, τὴν ὁποίαν μόνον ἀπὸ τὸν γραμματέα θὰ ἠδύνασθε νὰ ζητήσητε, τὸν τηρήσαντα τὰ Πρακτικά.
§85Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι σοβαρὸν τοῦτο.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι· ἡ πλειονοψηφία τοῦτο ἀπεφάσισεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἡ πλειονοψηφία ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως δι’ ᾐτιολογημένης ἀποφάσεως αὐτῆς διορίσῃ αὐτούς, περὶ τούτου ἡ μειονοψηφία, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔχει τὴν τιμὴν νὰ καταλέγηται καὶ ὁ ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς, εἶπεν ὅτι τοῦτο οὔτε σκόπιμον οὔτε δυνατὸν εἶναι βεβαίως. Ἦτο καλὸν ἀκολουθοῦντες τὸ σύστημα τῆς αὐτοδιοικήσεως τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἐπετρέπομεν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐκλέγῃ τοὺς καθηγητάς. Ἐὰν ἀνάγκη ὑπερτάτη ταχείας συμπληρώσεως τῶν ἑδρῶν τοῦ Πανεπιστημίου πρὸς λειτουργίαν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος ἐπιβάλῃ ὥστε νὰ ἐκκλίνωμεν τῆς ἀρχῆς ταύτης καὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐκλέξῃ τὸ προσωπικὸν τὸ διδακτικόν, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσωμεν νὰ ὑποβάλωμεν, κατὰ τὴν κρίσιν πάντοτε τῆς μειονοψηφίας, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ᾐτιολογημένης κρίσεως. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιτελέσῃ πρᾶξιν, διὰ τὴν ὁποίαν δύναται ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ ἐλεγχθῇ. Ἀλλ’ ἡ ἐκ τῶν προτέρων ᾐτιολογημένη κρίσις θέλει εἶσθαι ἄσκοπος καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐπιτυχῶς δι’ ἕκαστον ἐκ τῶν μαθημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ διορίσῃ τακτικὸν καθηγητήν. Εἶναι ἀληθῶς ἀδύνατον μία Κυβέρνησις νὰ δύναται νὰ ἐκφέρῃ ἠτιολογημένην κρίσιν ἐξ οἰκείων γνώσεων καὶ περὶ τοῦ μαθήματος τῆς χειρουργικῆς καὶ τῆς παθολογίας καὶ τῆς ἐφηρμοσμένης χημείας· εἶναι ἀληθῶς ἀδύνατον πληθώρα γνώσεων νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς ὑπουργικὰς κεφαλάς. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἠθέλησε καὶ τοῦτο νὰ τεθῇ. Τοῦτο εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡτοίμασεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὸ ὁποῖον καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἤγειραν ἤδη τὸ οἰκοδόμημα, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ διὰ τῶν ἀσθενῶν αὑτῆς δυνάμεων ἠθέλησε νὰ θέσῃ συμπληρώματά τινα ἐλπίζουσα ὅτι ταῦτα θέλουσιν ἀποβῆ χρήσιμα διὰ τὴν σκοπιμωτέραν διάταξιν τῶν πανεπιστημιακῶν πραγμάτων. Παραδίδει ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸ σχέδιον αὑτῆς καὶ ἐλπίζει ὅτι διὰ τῆς κοινῆς ὅλων ἡμῶν προσπαθείας θὰ κατορθωθῇ ὥστε τὰ τοῦ Πανεπιστημίου ἡμῶν νὰ λειτουργῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τὸ μέλλον, ὥστε νὰ δύναται καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ παγκόσμιον ἐπιστημονικὸν στερέωμα νὰ ἀποτελέσῃ ἀστέρα πρώτου μεγέθους. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§87Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω τὴν ἐπιτροπήν, ὄχι μόνον διότι ἐπεκύρωσε τὴν ἀρχὴν τὴν κυβερνητικὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὰς πλείστας λεπτομερείας αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι κατήρτισεν ἔργον σοφόν, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἐνταῦθα, καὶ ἀποφάσεις ἀξίας πάσης προσοχῆς καὶ πάσης μελέτης, ἰδιαιτέρως δὲ νὰ εὐχαριστήσω τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τοὺς πολλοὺς καὶ εὐγενεῖς λόγους, διὰ τῶν ὁποίων ἐχαρακτήρισε τὸ ἔργον μου. Θὰ παρακαλέσω δὲ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ τὴν ταχεῖαν ἐκτύπωσιν τῆς εἰσηγήσεως ταύτης, ὅπως δυνηθῶμεν ἐντὸς ὀλίγου νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910 ἐκ φράγκων 2,853,622,30». 2) Νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910 ἐκ δραχμῶν 756,891,78». Τυπωθήσονται πρὸς διανομὴν μετὰ τοῦ συνυποβληθέντος πίνακος τῶν αἰτουμένων ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910. Μετὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων κατατίθενται καὶ αἱ σχετικαὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεις τῶν κ. Ὑπουργῶν τυπωθησόμεναι καὶ αὗται πρὸς διανομήν. Ὑποβάλλει ἐπίσης 1) νομοσχέδιον «περὶ συμπληρωματικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν», καὶ 2) σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν καὶ προσωρινῆς φορολογίας αὐτοῦ διὰ τὸ 1911». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§89Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω δύο νομοσχέδια, τὸ ἕν περὶ ἐκτάκτων καὶ τὸ ἕτερον περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων τῆς χρήσεως τοῦ 1910. Τὸ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων ἀναφέρεται εἰς διακανονισμὸν τῶν δαπανῶν τοῦ δανείου τῆς προκαταβολῆς. Κατὰ τὴν συναφθεῖσαν σύμβασιν τὸ δάνειον τῆς προκαταβολῆς ὑπήγετο εἴς τινας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι καθωρίσθησαν εἰς 1½% ἐπὶ τοῦ ὅλου κεφαλαίου τῶν 40,000,000 καὶ εἰς 3½% ἐπὶ τοῦ πραγματοποιηθησομένου, τὴν ὥραν τῆς ἐκδόσεως. Πλὴν τούτου ἔχομεν τὰς δαπάνας τοῦ Γαλλικοῦ καὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ χαρτοσήμου ἐπὶ ἑκάστης ὁμολογίας. Μένει δὲ καὶ εἰς βάρος μας μικρὸν ποσὸν τόκων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐλάβομεν τὴν προκαταβολὴν μέχρι τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρξατο τρέχων ὁ τόκος τῶν ὁμολογιῶν, καὶ τελευταῖον ἔχομεν τὰς δαπάνας τῆς κατασκευῆς τῶν ὁμολογιῶν. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀνέρχεται εἰς 2,853,000 περίπου, τὸ δὲ καθαρὸν προϊὸν τῆς προκαταβολῆς ἀνέρχεται 37,147,000 ὡς ἔγγιστα. Ἐκ τοῦ καθαροῦ αὐτῆς προϊόντος ἐδαπανήθησαν ὅσα ὤφειλον νὰ δαπανηθῶσιν ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὰ δὲ ὑπόλοιπα ἔμελλον νὰ διατεθῶσι πρὸς κάλυψιν ἐλλειμμάτων, περὶ τῶν ὁποίων θὰ ὁμιλήσωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἀναφέρεται εἰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1910. Τὸ ὅλον τῶν ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἀνέρχεται εἰς 756,891,87 δρ. Τὸ πλεῖστον αὐτῶν προέρχεται ἐξ ἀνωτέρων ἐσόδων, τὰ ὁποῖα εἰσεπράχθησαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐγέννησαν ἀνωτέρας ἀποδόσεις. Οὕτως ἔχομεν ἀνώτερα ἔσοδα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ τηλεγραφικῶν τελῶν, ἑπομένως δὲ ἀνωτέραν ἀπόδοσιν εἰς τὰς ξένας ἑταιρείας. Ἐπίσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχομεν ἀνωτέρας εἰσπράξεις ἐξ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλωμεν ταύτας εἰς τὸ ταμεῖον τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν. Ἐπίσης ἔχομεν ἀνωτέρας εἰσπράξεις ἐκ τελωνιακῶν καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν τὸ δέκατον τούτων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Πλὴν τούτων ζητοῦνται ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις προερχόμεναι ἐξ αὐξήσεως δαπανῶν, διότι δὲν ἐπήρκεσαν αἱ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἀναγεγραμμέναι. Αἱ συσταθεῖσαι ἐπιτροπαί, εἰς ἃς παρεπέμφθησαν τὰ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα δύο νομοσχέδια, τὸ τῶν σπειρομένων γαιῶν καὶ τοῦ συμπληρωτικοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, συνετέλεσαν τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, ἡ δὲ περὶ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν ἔκθεσις διενεμήθη πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν. Εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ συνεργασθῶ μετὰ τῶν ἐπιτροπῶν τούτων καὶ ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου διὰ τὴν πολύτιμον συμβολήν, ἣν παρέσχον πρὸς βελτίωσιν τῶν νομοσχεδίων τούτων, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τοῦ πολυπλόκου θέματος, ὅπερ πραγματεύονται, εἶχον ἀνάγκην πολλῆς μελέτης καὶ ἐπεξεργασίας. Πλείστας τῶν γνωμῶν τῶν δύο ἐπιτροπῶν εἰς ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια ἀπεδέχθην, κατὰ ταύτας δὲ ἐτροποποίησα ταῦτα, ἐλπίζω δ’ ὅτι σήμερον θὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῶν σπειρομένων γαιῶν ἐγένετο καιρία τροποποίησις, ἀπαλειφθείσης τῆς διατάξεως τῆς δι’ ἐνοικιάσεως βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου. Βεβαίως ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ ἐλαμβάνοντο μέτρα ὅπως μὴ οἱ ἐνοικιασταὶ ὦσι πιεστικοί, μέτρα αὐστηρότερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται ἐν Κρήτῃ, ὅπου ἀπὸ ἐτῶν ἐπιτυχῶς λειτουργεῖ τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς φορολογίας. Ἐν τούτοις ἡ κατὰ τῆς ἐνοικιάσεως προκατάληψις τοῦ φόρου ἦτο τόσον γενικὴ καὶ ἰσχυρά, ὥστε πάντοθεν συνεστήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν δι’ ὀργάνων τοῦ Δημοσίου βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν, παρὰ τὰς προσθέτους δαπάνας, δι’ ὧν θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ πρόσθετοι αὗται δαπάναι δύνανται νὰ καλυφθῶσι δι’ ἀνωτέρων ἐσόδων, διότι μέγιστον μέρος τῶν δαπανῶν τῆς εἰσπράξεως καὶ βεβαιώσεως ἀποτελεῖ τὸ μεταξὺ τῆς προσφορᾶς τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ φόρου καὶ τῆς πραγματικῆς ἀποδόσεως αὐτοῦ περιθώριον, ἑπομένως ἡ διὰ δημοσίων ὀργάνων βεβαίωσις θὰ ἔχῃ μείζονα ἀπόδοσιν, ἐὰν ὀργανωθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Δημοσίου οὕτως ὥστε νὰ εἶναι πραγματικὴ καὶ αὐστηρὰ ἡ ἐπιτήρησις. Πρὸς τοῦτο συντελεστικώτατα θὰ εἶναι τὰ δύο νομοσχέδια περὶ βελτιώσεως τῶν ταμειακῶν καὶ φορολογικῶν ὑπηρεσιῶν, ἄνευ τῶν ὁποίων καλὴ βεβαίωσις τοῦ φόρου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῶσι τὰ δύο ταῦτα νομοσχέδια, ἄλλως θὰ λείψωσιν ἡμῖν οἱ ἐπιτηρηταὶ τῆς βεβαιώσεως, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, δεχθεῖσα τὴν δι’ ὀργάνων τοῦ Δημοσίου βεβαίωσιν τοῦ φόρου, δὲν προέβη περαιτέρω, δὲν προέβη μέχρι τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθησαν αἱ Ἀγγλικαὶ Ἀρχαὶ ἐν Κύπρῳ, δηλ. εἰς τὴν μετακόμισιν, ἀποθήκευσιν καὶ πώλησιν τοῦ προϊόντος. Κατὰ τὰς πρώτας γενομένας συζητήσεις μετά τινων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς προυτάθη ἡ γνώμη τῆς προπωλήσεως τοῦ βεβαιουμένου ποσοῦ εἰς ἀγοραστὰς κατὰ μονάδα. Οὕτως ἀπαλλάσσεται τὸ Δημόσιον τῆς φροντίδος τῆς μετακομίσεως καὶ ἀποθηκεύσεως τοῦ προϊόντος, ἡ ὁποία οὐδεμίαν θὰ ἔδιδε πρόσθετον ὠφέλειαν εἰς τὸ Δημόσιον. Ταύτην τὴν τροποποίησιν ἀπεδέχθη ἡ Κυβέρνησις. Ἄλλη κυριωτάτη μεταβολὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ὑπὲρ τῶν μικρῶν ἰδίως καλλιεργητῶν ἐκπτώσεων, αἵτινες ἀναβιβάζονται νῦν εἰς 20% διὰ τὸν σῖτον καὶ 15% διὰ τὰ λοιπὰ προϊόντα, καὶ ἡ ἐξαίρεσις τῆς φορολογίας τῶν ὀσπρίων ἐν τῇ μικρᾷ καλλιεργείᾳ. Προσθέτως προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου ἀπὸ 6% εἰς 5%. Ἐπίσης μεγάλως ἐμειώθη τὸ βάρος. Κυρία καὶ μεγάλη μεταβολὴ εἶναι καὶ τῆς φορολογίας διὰ τοὺς καλλιεργοῦντας ἐπὶ μορτῇ ἀγρότας. Ὁ ἰδιοκτήτης ὁ ἀπολαμβάνων ἔσοδον ἄνευ δαπάνης φορολογεῖται διὰ τῶν ὑποβαλλομένων τροπολογιῶν βαρύτερον τοῦ καλλιεργητοῦ. Εἰσήγαγον πλὴν τούτου διὰ τὰ ἐντατικῶς καλλιεργούμενα μεγάλα κτήματα τὴν φορολογίαν τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος βεβαιουμένην ἐπὶ στοιχείων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξελεχθῶσι, δηλ. ἐπὶ τῶν διαχειριστικῶν λογιστικῶν βιβλίων τῶν κτημάτων. Βεβαίως οὕτω τὸ νομοσχέδιον κατέστη πολύπλοκον, ἀλλὰ κατέστη δικαιότερον κατὰ τὸ ἀνθρωπίνως δυνατόν, ὅπως δὲ διερρυθμίσθη εἶναι ὑπέρτερον τοῦ ἰσχύοντος ἐν Κύπρῳ, ἔνθα οὐδεμία τῶν μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν σχέσεων ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Ὁ φόρος διὰ τῶν τροποποιήσεων τούτων καθίσταται ἀπολύτως ἐλαφρός. Δυστυχῶς ἕνεκα τοῦ ἐπιλοίπου ὄγκου τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς δὲν ἐγένετο δυνατὸν νὰ ἄρξηται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν καιρῷ, καὶ δὲν εἶναι ἐφικτὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τοῦτο κατὰ τὴν ἐλευσομένην ἐσοδείαν. Διὰ τοῦτο λαμβάνεται πρόνοια ὅπως κατὰ τὸ 1911 ἐξακολουθήσῃ ἡ φορολογία τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν συμπληρωματικὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεγνώρισε κατὰ πλειονοψηφίαν τὸ δίκαιον τῆς ἐπιβολῆς τοιούτου συμπληρωματικοῦ φόρου, ἀλλ’ ἀπεδέχθη τὸ ἐκ τοῦ ἐνοικίου εἰκαζόμενον εἰσόδημα ὑπό τινας ὅρους, ὁ κυριώτατος τῶν ὁποίων εἶναι ὅπως τὸ ἐκ τοῦ ἐνοικίου εἰκαζόμενον εἰσόδημα καταστῇ ἔνδειξις μαχητή, δηλαδή, ἐὰν ὁ φορολογούμενος δύναται νὰ ἀποδείξῃ εἰσόδημα κατώτερον τῆς ἐνδείξεως, τὸ Δημόσιον δικαιοῦται νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν ἔνδειξιν ταύτην. Ἀφοῦ δὲ θὰ δοθῇ εἰς τὸν φορολογούμενον τὸ δικαίωμα νὰ πολεμήσῃ τὴν ἔνδειξιν τοῦ ἐνοικίου, πίπτουσιν αἱ ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς προσθήκης τοῦ ἐνοικίου τῶν ἐπαύλεων καὶ τῶν διπλῶν κατοικιῶν. Ἔκρινα πλὴν τούτου ὅτι ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ πρότασις μιᾶς τῶν μειονοψηφιῶν νὰ αὐξηθῇ ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη ἀπολύτως ἐλαφρός. Ὡς πρὸς τὰ ἐκ τῆς ἐργασίας εἰσοδήματα θὰ δυνάμεθα νὰ ἀποδεχθῶμεν τὰς προταθείσας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς γνώμας, ἵνα καθορισθῇ τὸ εἰσόδημα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄνισος καὶ ἄδικος, πολλαπλασιαζόμενος δὲ ὅπως δώσῃ ἓν εἰκαζόμενον εἰσόδημα θὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν ἀδικίαν κατὰ τρόπον ἐπικίνδυνον. Διὰ τοῦτο ἐνέμεινα εἰς τὴν ἀρχικὴν βάσιν τὴν ἐκ τοῦ ἐνοικίου, ἀλλὰ προσέθηκα διά τινας μεγάλους ἐπιτηδευματίας, μεγάλους ἐμπόρους ἢ μεγάλους βιομηχάνους ποσοστόν τι τοῦ ἐνοικίου τῶν καταστημάτων αὐτῶν, ἵνα καθορισθῇ τὸ εἰσόδημά των. Πλὴν τούτου μετεβλήθησάν πως οἱ πίνακες, περιληφθέντων ἐν αὐτοῖς καὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν 4,000 δρ., ἐνῷ πρὶν περιελαμβάνοντο μόνον εἰσοδήματα 5,000 δρ., ηὐξήθη δὲ ὀλίγον καὶ τὸ ποσοστὸν τῆς φορολογίας. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἔλθωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχέως εἰς συζήτησιν, ὡς καὶ πάντα τὰ οἰκονομικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλω ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, διότι εἶναι συνδεδεμένα στενώτατα μὲ τὸν Προϋπολογισμόν, θὰ ἐπιδράσωσι δὲ οὐσιωδῶς καὶ ἐπὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐπὶ τῶν ἐξόδων. Ἄνευ αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός.
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) «περὶ τῆς ἐνεργοῦ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1911»· 2) νομοσχέδιον «περὶ ναυτικῆς στρατολογίας». Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρῶνται ἐν παντὶ χρόνῳ ἐνεργοὶ αἱ δυνάμεις, αἱ ἑκάστοτε τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, εἶναι φανερὸν ὅτι καθίσταται ἀνάγκη περὶ μορφώσεως καὶ περὶ ἐφέδρου δυνάμεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς ναύτας μόνον, διότι τὸ λοιπὸν προσωπικὸν τῶν στελεχῶν εἶναι μόνιμον καὶ πάγιον. Ἀλλ’ ἡ μέριμνα αὕτη ἐν τῷ παρελθόντι ἦτο τόσον ἀτυχής, ὥστε ἐδημιουργεῖτο μία ἐφεδρικὴ δύναμις ναυτῶν ἐκ μερίδος καὶ πλέον ἀνδρῶν ἐντελῶς ἀχρήστων διὰ τὴν ἀνάγκην τοῦ πολεμικοῦ μας ναυτικοῦ. Διότι κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, ἐν καιρῷ πολέμου, ἡ δύναμις τῆς ἐφεδρείας ἀνήρχετο μόλις εἰς τὸ τρίτον ἢ καὶ εἰς τὸ τέταρτον τῆς ὅλης δυνάμεως ἡ ὁποία παρεσκευάζετο ἀπὸ τοῦ καιροῦ τῆς εἰρήνης, οὕτως ὥστε συνέβαινεν, ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, νὰ συναθροίζωνται εἰς τὸν Ναύσταθμον χιλιάδες ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐντελῶς ἄχρηστοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ οἵτινες ἀφῃροῦντο ἀπὸ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ὅπου ἦσαν χρήσιμοι, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐκπαίδευσις εἶχε στοιχίσει εἰς τὸ Κράτος πολλοὺς κόπους καὶ δαπάνας. Ἐκτὸς δ’ αὐτοῦ οἱ ἄνδρες οὗτοι ἦσαν καὶ ἀνεπαρκῶς μεμορφωμένοι. Ἦσαν δὲ ἀνεπαρκῶς μεμορφωμένοι, διότι ἡ πρόνοια περὶ παρασκευῆς τόσου ὑπερόγκου δυνάμεως ἐφεδρικῶν ναυτῶν, ἔφερεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὸν νομοθέτην ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν στρατολογίαν οὐχὶ τῶν ἐργατῶν τῆς θαλάσσης ἢ τῶν ἀσκούντων ἐπάγγελμα χρήσιμον εἰς τὴν ναυτικὴν τέχνην, ἀλλὰ καὶ ἄλλων ἀστῶν ἢ ἐργατῶν, οὐδεμίαν ἐχόντων σχέσιν μὲ τὸ ὑγρὸν στοιχεῖον. Ἀνάγκη ἑπομένως εἶναι νὰ τροποποιηθῶσι ταῦτα, ὅπως ἡ στρατολογία τῶν ναυτῶν περιορισθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς θαλάσσης καὶ εἰς τοὺς ἀσκοῦντας ἐπιτήδευμα χρήσιμον εἰς τὴν ναυτικὴν τέχνην, γενομένης καὶ ἐπιλογῆς ἐπὶ τούτων, διότι καὶ τούτων ὁ ἀριθμός, δηλ. ἡ ἐτησία ἀπογραφή, ἀνέρχεται εἰς τὸν διπλάσιον ἀριθμὸν τὸν ἀπαιτούμενον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολεμικοῦ μας ναυτικοῦ. Ὅπως ἐπέλθῃ θεραπεία τοῦ κακοῦ, εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐθελοντῶν ναυτῶν εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ναυτῶν, τοῦ ὑπολοίπου μόνον ἐκζητουμένου ἀπὸ τὴν ἐτησίαν ἀπογραφήν. Τοῦτο θὰ φέρῃ αὔξησιν δαπάνης τινός, ἀλλ’ ἡ αὔξησις θὰ ἐξισωθῇ ἀπὸ τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ μορφώνηται κατ’ ἔτος τόσος ἀριθμὸς ἐφέδρων ναυτῶν, διὰ ν’ αὐξάνουν τὰς τάξεις τῶν ἐφέδρων πέρα τοῦ ἀριθμοῦ τῆς ἀνάγκης μέχρι τοῦ τριπλασίου ἀριθμοῦ, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ. Αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται, ὅπως ἐπιτευχθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, εἶναι ἡ ἐν παντὶ χρόνῳ κατάταξις ἐθελοντῶν ὄχι μόνον εἰς ὡρισμένον χρονικὸν σημεῖον τοῦ ἔτους, ὅπως γίνεται σήμερον· ὁ ἔλεγχος ὁ μᾶλλον προσήκων τῶν ναυτικῶν προσόντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ καταταχθῶσιν ὡς ἐθελονταὶ ναῦται, πρόχειρά τινα μέτρα ἐφαρμοζόμενα ὑπὸ τῆς Διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δι’ ὧν θὰ ἐκκαθαρίζωνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν ὡς ναῦται καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν εἰς τὸ ναυτικὸν στοιχεῖον. Οἱ τελευταῖοι οὗτοι κρινόμενοι ἱκανοὶ διὰ τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας, μετατίθενται εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ὅπου εἶναι χρήσιμοι εἰς τὰς ὑπηρεσίας τὰς ἀνταποκρινομένας πρὸς τὴν ἀτελῆ μόρφωσιν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσι, διότι εἰς τὸ ναυτικὸν εἶναι παντάπασιν ἄχρηστοι. Ἀλλὰ συγχρόνως ὁρίζεται ὅτι ἡ πρόσκλησις τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς γίνεται ἐφάπαξ, ἀντὶ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν ἐπὶ εἰκοσιτέσσαρα ἔτη καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον, τετράκις τοῦ ἔτους, εἴχομεν τέσσαρας ἀλληλοδιαδόχους κλήσεις διὰ τῆς ἀπογραφῆς, τοῦθ’ ὅπερ ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε ἓν ὄγδοον τῶν ὑπηρετούντων τῶν δύο κλάσσεων, νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀμόρφωτοι, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι οἱ ὑπηρετοῦντες νὰ ἔχωσι διάφορον βαθμὸν μορφώσεως. Ἐζητήθη ἀληθῶς θεραπεία τοῦ πράγματος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ψηφισθέντος νόμου καθ’ ὃν εἰς δύο σειρὰς ἔπρεπε νὰ καλῶνται οὗτοι, ἀλλὰ καὶ ἡ μέριμνα αὕτη, καίτοι λυσιτελής, ἦτο μερικὴ μέριμνα, ἐλαμβάνετο δὲ πρόνοια, ὅπως ἐφάπαξ καλῶνται οὗτοι ἐντὸς τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς. Συγχρόνως αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς τῆς ἐφεδρείας ἀπὸ 33 ἐτῶν εἰς 35, ὅπως καὶ πρότερον, διότι ἐκρίθη ὅτι διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης μείζων ἡλικία ἦτο ἐνδεδειγμένη, καθόσον ἡ νεαρὰ ἡλικία εἶναι ὀλιγώτερον χρήσιμος εἰς τὸν ἐπιβαίνοντα πλοίου καὶ μέλλοντα νὰ πολεμήσῃ παρὰ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Συγχρόνως ἐπίσης, ἡ ὑπηρεσία τῶν μονίμως ὑπηρετούντων εἰς τὰ συνεργεῖα ἐν τῷ Ναυστάθμῳ, ἡ ὁποία δὲν ἐθεωρεῖτο στρατιωτική, θεωρεῖται τοῦ λοιποῦ στρατιωτικὴ καὶ ἐξ ἀναλογίας τῶν κρατούντων εἰς τὸ ὁπλοστάσιον καὶ καθόσον ἔτι μᾶλλον ἔχει στρατιωτικὸν χαρακτῆρα ἡ ὑπηρεσία αὕτη, ἀφοῦ ἐν περιπτώσει ἀνάγκης αὐτοὶ ἐπιβαίνουσι τῶν πλοίων διὰ τὰς μηχανὰς καὶ τὰ τηλεβόλα. Ἐπίσης ἀναθεωροῦνται αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τοὺς ναυτόπαιδας καὶ ἄλλας δικονομικὰς διατάξεις, κωδικοποιοῦνται δ’ ἐξ ἄλλου ἄλλαι τινὲς ἐξ αὐτῶν. 3) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τῆς ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ ἐκπαιδεύσεως». Τὸ ζήτημα τοῦτο, τῆς ἀναγκαίας δηλαδὴ μορφώσεως διὰ τὸν καταρτισμὸν νέων μελλόντων νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, καὶ τῆς ἀνάγκης διὰ τὴν εἰδίκευσιν τοῦ ἀνωτέρου καὶ κατωτέρου προσωπικοῦ εἰς τὰ διάφορα ὅπλα καὶ ἔργα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ, εἶναι βεβαίως ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων τῶν συνδεομένων μὲ τὴν συγκρότησιν Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ ἄριστος τρόπος τῆς τοιαύτης ἐκπαιδεύσεως ἀποτελεῖ τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ λύσῃ πᾶν Πολεμικὸν Ναυτικόν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως μεταβάλλονται συχνότατα ἐν τῷ ναυτικῷ, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διδαγμάτων τῆς πείρας καὶ τῆς εἰσαγωγῆς νέων πολεμικῶν ὀργάνων ἐν αὐτῇ, ἡ δὲ ἀναθεώρησις τοῦ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντος συστήματος ἐπεβάλλετο ἀπὸ πολλοῦ. Μόλις πέρυσιν ἐλήφθη πρόνοια ἐπιτυχὴς διὰ τοῦ νόμου τούτου περὶ σχολῆς «τορπιλλητῶν» καὶ «περὶ συστάσεως σχολῆς ναυτικοῦ πυροβολικοῦ»· ἀλλ’ αὕτη ἦτο ἀνεπαρκής, διότι μόνον περὶ τούτων ἐμερίμνα καὶ ὄχι περὶ ὅλων τῶν κλάδων. Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτων ἀνεπαρκὴς ἐλαμβάνετο πρόνοια. Εἶναι φανερὸν ἤδη, ὅτι πρέπει νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰς γνώμας καὶ τὰ φῶτα τῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν μετεκαλέσαμεν, ὅ,τι δὲ ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου εἶναι νὰ λύσωμεν τὴν χεῖρα τῆς διοικήσεως ἐκ τῶν νομοθετικῶν περιορισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἴσχυσαν ἐν τῷ παρελθόντι, διότι κατὰ παράδοξον ἀληθῶς σύστημα τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐρρυθμίσθησαν ἐν πολλοῖς διὰ νομοθετικῶν ὁρισμῶν ὅλως ἀκαταλλήλως, διότι ταῦτα πρέπει νὰ ῥυθμίζωνται ἑκάστοτε διὰ Διαταγμάτων, ὅπως εὐκολωτέρα ἀποβαίνῃ ἡ μεταβολὴ ἀναλόγως τῶν ὁδηγιῶν τῆς πείρας. Πολὺ περισσότερον ἐπιβάλλεται τοῦτο ἐν προκειμένῳ, ὅτε ἔχομεν κατὰ τὰς θερινὰς διακοπάς, νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰ φῶτα τῆς ναυτικῆς Ἀποστολῆς. Ζητεῖται οὕτως ἡ ἄδεια, ὅπως λύσωμεν τὰς χεῖρας τῆς διοικήσεως ἐκ τῶν περιορισμῶν, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται ἐκ τῶν σχετικῶν νομοθετικῶν ἐπιταγῶν. 4) Σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». Αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ κανονίζονται παρ’ ἡμῖν ἔν τισι μὲν διὰ νόμων, ἔν τισι δὲ διὰ Β. Διαταγμάτων, ἐπεκράτησε δὲ ἡ ἀρχή, ὅπως αἱ μὲν ἐν ξηρᾷ ναυτικαὶ ὑπηρεσίαι ῥυθμίζωνται, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐσωτερικὴν λειτουργίαν, μᾶλλον διὰ νόμου, ἐνῷ αἱ τῆς θαλάσσης αἱ καὶ μᾶλλον ἐκτεταμέναι, μᾶλλον διὰ Διαταγμάτων. Πάλιν, προκειμένου νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὰς γνώμας καὶ τὰ φῶτα τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς, ἐκρίθη ἀναγκαῖον, ὅπως ἐπιτρέψωμεν τὴν ῥύθμισιν ὅλων τούτων τῶν ζητημάτων διὰ Διαταγμάτων. Σημειωτέον ὅτι συνταγματικὸν κώλυμα δὲν ὑπάρχει κατὰ τοῦτο, διότι ὑπάρχει νόμος ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ, ὁ νόμος περὶ ἀριθμῶν, —δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι ἡ ἐπίσημος ὀνομασία, ἀλλ’ ἡ τρέχουσα εἶναι αὕτη—, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ στελέχη τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀρχικελευστῶν τοῦ κλάδου τούτου. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τοῦ νόμου τούτου, ὁ ὁποῖος ἐξακολουθεῖ μένων ἐν ἰσχύϊ, δύναται νὰ κινηθῇ ἐλευθερώτερον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς Βουλῆς, ὅπως ῥυθμίσῃ τὰ τῆς συνθέσεως τῶν πλοίων καὶ τῶν ναυτικῶν ὑπηρεσιῶν ἐν ξηρᾷ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πορισμάτων τῆς ναυτικῆς Ἀποστολῆς. Ἐννοεῖται ὅτι μετὰ ὁριστικὴν ῥύθμισιν τῶν ζητημάτων δύναται νὰ κριθῇ ἂν εἶναι σκόπιμον νὰ ἐπέλθῃ καὶ νομοθετικὴ κύρωσις τοῦ κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πορίσματος, ὅπως τοῦ λοιποῦ ὦσι ταῦτα παγιώτερον ἐρρυθμισμένα. Ὅπως θὰ ἀναπτύξω εἰς τὸ τέλος τῆς εἰσηγήσεώς μου, ὅτε θὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρόκειται νὰ φέρῃ οὐσιώδη οἰκονομίαν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. 5) Σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως λιμενικοῦ σώματος». 6) Σχέδιον νόμου «περὶ τῆς τροφοδοτικῆς μερίδος τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». Ἡ τροφοδοσία τῶν πληρωμάτων τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ἐχαρακτηρίσθη ἀνέκαθεν ὡς πλημμελὴς παρ’ ἡμῖν, διότι στερεῖται τοῦ κυριωτάτου προσόντος μιᾶς τροφῆς ὑγιεινῆς καὶ εὐαρέστου τῆς ποικιλίας. Τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ τὰ πληρώματα κατὰ κανόνα ἐπὶ τῇ βάσει νομοθετικῆς διατάξεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας παρέκκλισις δὲν ἦτο δυνατή, τρέφονται πεντάκις τῆς ἑβδομάδος μὲ κρέας βραστόν, δὶς τῆς ἑβδομάδος δὲ μὲ ὄσπρια βραστὰ τὴν μεσημβρίαν, πεντάκις δὲ τῆς ἑβδομάδος καθ’ ἑσπέραν μὲ τριάκοντα πέντε δράμια τυροῦ καὶ δὶς τῆς ἑβδομάδος μὲ εἴκοσι πέντα δράμια ἐλαιῶν. Αὐτὴ ἡ τροφὴ παγίως παρέχεται εἰς τὰ πληρώματα καθ’ ὅλον τὸ ἔτος, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ Πάσχα ἐξαιρουμένου καὶ τῶν ἐπισήμων ἡμερῶν, καθ’ ἃς ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ διπλοῦν συσσίτιον, ἀλλ’ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τῆς τροφῆς τοῦ βραστοῦ κρέατος ἢ τῆς φασουλοφαγίας ἢ τοῦ ἑσπερινοῦ τυροῦ καὶ τῶν ἐλαιῶν δὲν ἐπετρέπετο ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τὸ Ναυτικὸν τὴν ποικιλίαν τῆς τροφῆς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἡ τροφαποθήκη τοῦ πλοίου νὰ περικλείῃ ὅλον τὸ περιεχόμενον μιᾶς ἀγορᾶς πόλεως. Ἀλλὰ κατόπιν μελέτης ἐπισταμένης τοῦ ζητήματος εὑρέθη ὅτι ἠδύναντο νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ—θὰ σᾶς εἴπω μάλιστα μετά τινος οἰκονομίας, ἡ ὁποία ἐπέρχεται, ἂν ἀφεθῇ εὐρυτέρα τις ἐξουσία εἰς τὴν ῥύθμισιν τοῦ ζητήματος τούτου—καὶ δύναται νὰ κατορθωθῇ, ὥστε ἡ μὲν τροφὴ ἡ μεσημβρινὴ νὰ εἶναι ποικιλωτέρα, ἂν εἶναι δυνατόν, ὥστε τὸ κρέας νὰ παρατεθῇ εἰς τοὺς ναύτας κατ’ ἄλλον τρόπον....
§91Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ῥύζι.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔστω μὲ ἔλαιον, μὲ βούτυρον, ἐπίσης καὶ τὰ ὄσπρια· πλὴν τῆς βραστῆς δηλαδὴ τροφῆς νὰ παρέχηται εἰς αὐτούς; καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον παρεσκευασμένη τροφή, ἐπὶ πλέον δὲ καθ’ ἑσπέραν νὰ παρέχηται εἰς αὐτούς; τροφὴ μεμαγειρευμένη, βακαλάος ἢ ἄλλη ἀνάλογος τροφή. Σημειωτέον ὅτι ταῦτα πάντα, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν μὲ τὸν ἑξῆς συνδυασμόν. Ἡ τροφὴ σήμερον στοιχίζει δι’ ἕκαστον ναύτην 0,75 ἢ ἀκριβέστερον 0,7578, ἂν λοιπὸν τὰ 75 λεπτὰ καὶ ⅛ τοῦ λεπτοῦ τὰ ἀναβιβάσωμεν εἰς 0,7660 λεπτά, ἂν δηλαδὴ δι’ ἕκαστον ἄνδρα δώσωμεν 0,0073 ἡμερησίως ἐπὶ πλέον, θὰ ἐπιτύχωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν ποικιλίαν τῆς τροφῆς, τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι. Ἐκ τούτου θὰ ἐπέλθῃ αὔξησις 7825 δρ., ἡ δαπάνη δ’ αὕτη ὁμοῦ μὲ τὴν βελτίωσιν τῆς τροφῆς τῶν ἐν ταῖς ναυτικαῖς φυλακαῖς κρατουμένων, ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας καὶ ταύτης, ἥτις θὰ ἀπαιτήσῃ δαπάνην 1500 δρ., ἀνέρχεται εἰς 9325 κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς ἐπὶ πλέον δαπάνης, δι’ ἧς θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν παροχὴν τροφῆς καλλιτέρας εἰς τοὺς ἄνδρας τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, προτείνομεν οἰκονομίαν, ἡ ὁποία θὰ καλύψῃ τὴν ἐπὶ πλέον δαπάνην καὶ θὰ ἀφήσῃ καὶ πλεόνασμα 10000 δραχμῶν καὶ ἥτις ἐπιτυγχάνεται, ἐὰν τὸ τίμημα τῆς τροφοδοτικῆς μερίδος τῶν εἰς μετρητὰ λαμβανόντων ταύτην, τῆς ὁποίας τὸ ἀντάλλαγμα εἶναι ὡρισμένον εἰς 80 λεπτά, οἱ δὲ λαμβάνοντες εἰς χρῆμα εἶναι 1063, ὑποβιβασθῇ ἀπὸ 80 εἰς 75 λεπτά. Διὰ μόνης τῆς ὑποβιβάσεως ταύτης ἐπιτυγχάνομεν οἰκονομίαν ἐκεῖ ὅπου δυνάμεθα νὰ ἐπιζητήσωμεν ταύτην, ἵνα βελτιώσωμεν δι’ αὐτῆς τὴν τροφὴν τῶν ναυτῶν.
§93Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι ἐκεῖ ζῶσι μὲ 0,38 ἡμερησίως. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ κάμετε ἕνα ὑπολογισμόν, διὰ νὰ ἴδητε τί τρώγουν.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. 7ον. Ὑποβάλλω ἐπίσης σχέδιον νόμου «περὶ τῶν ἐν τῷ Πολεμικῷ ναυτικῷ τηρουμένων μητρώων». Σήμερον δὲν ὑπάρχει μητρῷον τῶν ὑπηρετούντων καὶ ἡ ἡλικία τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν, ἡ ὁποία ἔχει σπουδαίαν σημασίαν διὰ τὴν κατάστασιν αὐτῶν, δύναται σήμερον νὰ μεταβάλληται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῇ βάσει αἰτήσεως τῶν ἐνδιαφερομένων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ παύσῃ ὑφιστάμενον, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέρχωνται ἐντεῦθεν ἀδικίαι. Ἤδη μονιμοποιεῖται ἡ ἅπαξ ἀναγεγραμμένη ἡλικία, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπηται μεταβολή, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κρατούντων ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, ἔνθα ἀπό τινων ἐτῶν ἔχει ῥυθμισθῆ τὸ θέμα τοῦτο. 8ον. Ὑποβάλλω ἕτερον σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ναυτικῶν συντάξεων διατάξεων». Συνεπείᾳ τοῦ νόμου ΓΥΠΘʹ τῆς 17 Δεκεμβρίου τοῦ 1909, ὅστις ἐπέβαλε τὴν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ὑποβολὴν ἐκθέσεων ὑπὸ τῶν προϊσταμένων τῶν διαφόρων ναυτικῶν ὑπηρεσιῶν περὶ τῆς ἱκανότητος τῆς ὑπηρεσιακῆς καὶ σωματικῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἐθελοντῶν ναυτῶν καὶ θερμαστῶν, ἀπεβλήθησαν διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, 3 ἀρχικελευσταί, 6 κελευσταί, 12 ὑποκελευσταί, 25 δίοποι καὶ ναῦται 21. Ἐκ τούτων δικαίωμα πρὸς σύνταξιν εἶχον οἱ ἡμίσεις περίπου, ἔμειναν δὲ καὶ ἄλλοι τινές, οἱ ὁποῖοι, καίτοι εἶχον μακρὰν ὑπηρεσίαν, ἀφέθησαν σήμερον ἄνευ βοηθήματός τινος. Ἡ ὑπηρεσία φρονεῖ, ὅτι ἐπιβάλλεται ἐξ ἀναλογίας τῶν γενομένων δι’ ὅλας τὰς ἄλλας ἐκκαθαρίσεις νὰ δοθῇ καὶ εἰς τούτους ἀνάλογος σύνταξις πρὸς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας των, ἐφ’ ὅσον ταῦτά εἰσιν ὑπὲρ τὰ δέκα πέντε ἔτη, δὲν ὀφείλεται δὲ ἡ ἀπόλυσίς των εἰς κακὴν διαγωγήν. Ἡ ἐντεῦθεν δαπάνη, ὅπως θὰ ἀναφέρω εἰς τὸ τέλος, ἀνέρχεται εἰς 6000 δρ. ἐτησίως. 9ον. Σχέδιον νόμου «περὶ συνδρομῶν καὶ ἑτέρων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν». Τὰ κατὰ ταῦτα ῥυθμίζονται ἄλλως ἐπὶ ἐπιτυχίᾳ οἰκομίας, τὴν ὁποίαν θὰ μνημονεύσω μετὰ μικρόν. 10ον. Σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιμισθίων θέσεων εἰς τὸ Πολεμικὸν Ναυτικόν». Καταργουμένου τοῦ ἐπιμισθίου τοῦ διδομένου εἰς τὸν διευθυντὴν τοῦ Ναυστάθμου ἀφίεται ἐν ἰσχύϊ τὸ εἰς τὸν Γενικὸν Διευθυντὴν διδόμενον ὡς ἔχοντα ἀναλόγους δαπάνας παραστάσεως, κυρίως δὲ τὸ νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ λάβῃ ἀπὸ τοῦδε μέριμναν περὶ τοῦ ἐπιμισθίου, τὸ ὁποῖον θὰ δοθῇ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἐπιβαίνωσι τῶν καταδυομένων. Ἡ αὔξησις αὕτη παρέχεται εἰς πάντα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξω διατί δίδεται ἐπιμίσθιον εἰς τοὺς ἐκτιθεμένους εἰς τοσοῦτον μεγαλειτέρους κινδύνους διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Πατρίδος. Προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιμίσθιον διὰ μὲν τὸν κυβερνήτην δραχμαὶ 90, διὰ τὸν ὕπαρχον δρ. 75. Εἰς ἕκαστον ἀρχικελευστήν, κελευστήν, ὑποκελευστὴν πρὸς τοιούτους ἐξομοιούμενον δρ. 30. Εἰς ἕκαστον δίοπον, ναύτην πρὸς τοιούτους ἐξομοιούμενον δρ. 21 κατὰ μῆνα. 11ον. Σχέδιον νόμου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν φάρων». Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐκθέσω συντόμως πρὸς τὴν Βουλήν, τὸ εἰδικὸν Ταμεῖον τῶν φάρων καταργεῖται τοῦ λοιποῦ, συγχωνευόμενον πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἄλλων σκοπῶν χρησίμων. Τὸ ταμεῖον τῶν φάρων ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐχρησίμευεν, ἀλλ’ ἤδη συνεπληρώθη τὸ δίκτυον τὸ φωτιστικὸν τῶν ἀκτῶν τοῦ Κράτους, μὲ τὴν προσεχῆ δὲ λειτουργίαν τῶν σηματοτηλεγράφων Ἄνδρου, Κυθήρων, Ζακύνθου δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης δὲν ὑστερεῖ οὐδενὸς Κράτους ναυτικοῦ, πρόκειται δὲ μόνον περὶ τῆς συντηρήσεως ἤδη ἐπιτευχθέντος ἀποτελέσματος καὶ τῆς καλῆς λειτουργίας τοῦ δικτύου αὐτοῦ. Διατήρησις ἰδίου ταμείου δὲν θὰ εἶχε λόγον ἢ ν’ ἀφαιρῇ ἀπὸ τὸν ἀμεσώτερον ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου ἓν ποσὸν σπουδαῖον δαπάνης, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦτο. 12ον νομοσχέδιον ὑποβάλλω «περὶ συστάσεως τμήματος ἐμπορικῆς ναυτιλίας» ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας σᾶς ἀνέπτυξε προχθὲς ὅτι εἶναι ἀσύμφωνον τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὄργανον καταστροφῆς, νὰ ὑπάγηται εἰς τὸ αὐτὸ Ὑπουργεῖον μὲ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὄργανον παραγωγῆς πλούτου. Ὀρθὸν λοιπὸν εἶναι νὰ ἀποχωρισθῇ ἀπὸ τὸ πολεμικόν, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο ἔχει τὸ κοινὸν ἢ ὅτι ἐπιπλέει ἐπὶ τῶν αὐτῶν ὑδάτων, νὰ ἀνατεθῇ δὲ εἰς τὸ εἰδικὸν Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. (Χειροκροτήματα). 13ον νομοσχέδιον ὑποβάλλω «περὶ συστάσεως λιμενικοῦ σώματος». Τοῦτο εἶναι ἀναγκαιότατον, διότι οὔτε οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ εἶναι παρεσκευασμένοι εἰς τὰ ἔργα τῆς λιμενικῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἀστυνομίας τῶν λιμένων καὶ ἡ παροχὴ προστασίας εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, οὔτε οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ εἶναι ἐπαρκῶς διὰ τὰ ἔργα ταῦτα παρεσκευασμένοι, διότι προσέρχονται ἐκ τῆς τάξεως τῶν ὑπολογιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται ἐκ τῶν τελειοφοίτων τοῦ Γυμνασίου καὶ δὲν φέρουσι πάντα τὰ ἐφόδια πρὸς τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Ὀργανοῦνται λοιπὸν τὰ κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἐννοεῖται δ’ ὅτι, ὅπως θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων, δὲν πρόκειται ἐκ τοῦ μέτρου τούτου νὰ αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι, διότι ἐπὶ τοῦ παρόντος θ’ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς πολεμικοὺς ἀξιωματικούς, ἐπὶ τῇ βάσει γνωρισμάτων ἐπιδόσεως, οἱ καταλληλότεροι, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἐπὶ τοῦ παρόντος προσθέτου δαπάνης. 14ον τέλος σχέδιον νόμου ὑποβάλλω «περὶ καταμετρήσεως καὶ ἀνακαταμετρήσεως τῶν ἐμπορικῶν πλοίων». Πρόκειται περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου, ὅστις διὰ διατάξεως αὐτοῦ ἀναθέτει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γένηται καὶ ἀνακαταμέτρησις, ὥρισε δὲ χρόνον ἑνὸς ἔτους, χρόνον βραχὺν διὰ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, καθόσον τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα πολλάκις συμβαίνει ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ μὴ προφθάσωσι νὰ προσεγγίσωσιν εἰς ἑλληνικὸν λιμένα. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν διὰ Διατάγματος νὰ ἐπανορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ μόνον διὰ νόμου. Εἶναι βεβαίως εὔλογος ἡ ἐρώτησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀπευθυνθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι αὐτὴ ἡ σωρεία τῶν νομοσχεδίων, ἡ ὁποία προσάγεται, τίνα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ ταμείου τοῦ Δημοσίου. Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας προκαλεῖ τοιαύτη ἐρώτησις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ πρῶτον περιορίζονται αἱ θέσεις τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν. Ἐντεῦθεν δ’ ἐπέρχεται οἰκονομία 32.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἐπίσης αἱ θέσεις τῶν ἱερέων κατὰ ἕνα, ἐπίσης ὁρίζεται ὅτι ὁ ἀρχιμουσικὸς τοῦ ναυτικοῦ θὰ φέρῃ βαθμὸν σημαιοφόρου καὶ ὄχι ὑποπλοιάρχου. Ἀπαλείφονται προσέτι αἱ θέσεις τριῶν πολιτικῶν γραφέων, δυναμένων ν’ ἀναπληρωθῶσι δι’ ὑπαξιωματικῶν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδεύσεως δὲν ἐπέρχεται οὔτε οἰκονομία οὔτε δαπάνη· μόνον οἱ εἰς τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα ἐπὶ σειρὰν ὑπηρετοῦντες δὲν θ’ ἀπολαμβάνωσιν ἀποδοχὰς ξηρᾶς. Οὐδεμίαν ἑπομένως ἐπιφέρει τοῦτο οἰκονομίαν ἀξίαν λόγου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὀργανοῦνται αἱ λιμενικαὶ Ἀρχαί, μέλλει νὰ προέλθῃ οἰκονομία, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 44.000 δραχ. κατ’ ἔτος. Διὰ τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων ἐπέρχονται διάφοροι ἐλαττώσεις, ἔν τισι δὲ καὶ μικραὶ αὐξήσεις. Αὐτὰ εἶναι τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῶν ὁποίων οὐσιώδεις βελτιώσεις ἐπέρχονται εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἵνα ἐν καιρῷ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, τεῦχος Αʹ.)
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως «διατί δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς ἔγγραφον ἐρώτησιν κατὰ τοῦ εἰσαγγελέως Κ. Γεωργιάδου» τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπούσδρας, ὅστις ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Γαρδικιώτης. Θέλετε, κ. Γαρδικιώτη, τὸν λόγον;
§96Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀναβάλω, ἐὰν συνῄνει τὸ Προεδρεῖον, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ διαγραφῇ ἡ ἐπερώτησις.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων «διὰ τὸ ζήτημα τῆς Τσόμπας» τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σχινᾶς. Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Κουλούμβαρδος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του «διατί δὲν ἀπήντησεν εἰς ἐρώτησίν του περὶ τῶν λόγων, οἵτινες ἤγαγον αὐτὸν νὰ καταργήσῃ τὰς μερικὰς ἐξετάσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας».
§98Α. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂς ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἔρχονται δύο ἀντικείμενα γενικῆς συζητήσεως, «περὶ Ὑπερωκεανείου ἑταιρείας» καὶ «περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία εἶχε μείνει ἀτελής.
§100Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ ἡ ἄλλη ἔμεινεν ἐκκρεμὴς περὶ τῆς Ὑπερωκεανείου Ἑταιρείας, διὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δέχεται ν’ ἀναγραφῇ πρώτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων τῆς Πέμπτης.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φουρίδης.
§102Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐλέχθη, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καθῆκον δικαιοσύνης ἀπολύτου ἐπιβάλλει τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν εἰς τὸ στράτευμα. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι μεταξὺ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ὑπάρχουσι καί τινες, οἱ ὁποῖοι ἀδίκως ἐξεκαθαρίσθησαν· ἀλλ’ ἐξεταστέον ἂν συμφέρει εἰς τὸ Κράτος ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ πρὸς ἐπαναφορὰν τῶν ὀλίγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν, διότι πρέπει νὰ πρωτεύῃ πάντοτε τὸ πολιτικὸν συμφέρον τοῦ Κράτους παντὸς ἄλλου συμφέροντος. Ἐὰν κάμωμεν ἀρχὴν σήμερον νὰ ἐπανορθώσωμεν τὰ ἀδικήματα τὰ προσγενόμενα εἰς ὡρισμένους ἀξιωματικούς, τρεῖς, πέντε, δέκα, δὲν θὰ γεννηθῇ εὔλογος ἡ ἀξίωσις αὔριον τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐξεκαθαρίσθησαν, μηχανικῶν, καθηγητῶν καὶ ἄλλων ἐκ τῶν διαφόρων κλάδων; Δὲν θὰ ζητηθῇ ἡ ἀναθεώρησις τῶν ἀποφάσεων, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; Δὲν θὰ εἶναι δικαία, δὲν θὰ εἶναι ἐξ ἴσου λογικὴ ἡ ἀπαίτησις αὐτῶν; Τοιουτοτρόπως θὰ δημιουργήσωμεν ἓν γεγονὸς ἀνισότητος εἰς ὅλους τοὺς κλάδους τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία πάντως κακὰ ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ κατὰ τὴν γνώμην μου. Εἰς τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἐτονίσθη τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ἐκκαθαρισθέντες ἐστιγματίσθησαν, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις αὐτῶν εἶναι ἀτιμωτική. Οὐδὲν τούτων εἶναι ἀκριβές. Ἐξεκαθαρίσθησαν διὰ ποικίλους λόγους, ὄχι διότι ἦσαν ἄτιμοι· οὐδεὶς ἀπέδωκεν εἰς αὐτοὺς τοιοῦτον στίγμα.
§103Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ κ. Ζορμπᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος ὅτι μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ φέρωσι τὴν στολὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ θὰ ἐκκαθαρισθῶσι.
§104Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Σήμερον ζητοῦσι ν’ ἀναθεωρηθῇ ἡ κατ’ αὐτῶν ἀπόφασις, ἐπειδὴ αὕτη ἐστιγμάτισεν αὐτούς. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἀποτελοῦντες σήμερον τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐτονίσαμεν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὅτι δὲν εἶναι ἀτιμωτικὴ ἡ ἐκκαθάρισις· εἶναι ἐξ ἴσου ἔντιμοι οἱ ἐκκαθαρισθέντες ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι πολῖται καὶ τοιοῦτοι εἶναι. Μία λοιπὸν ἀπόφασις τοιαύτη τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀποδίδει εἰς αὐτοὺς τὴν τιμὴν καὶ οὐδὲν πλέον, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς δι’ αὐτούς, διότι περὶ τιμῆς ἀγωνίζονται καὶ ὄχι περὶ συμφερόντων. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν μία τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην των, διατί νὰ ἐπιμένωσιν ἵνα γεννήσωσι διὰ τῆς ἀξιώσεώς των περὶ τῆς ἐπαναφορᾶς ἢ τῆς ἀναθεωρήσεως τῆς ἀποφάσεως ν’ ἀναστατώσωσιν ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους;
§105Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως.
§106Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ὁ τρόπος τῆς ἐκκαθαρίσεως ἦτο νόμιμος. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὑπὸ οἱασδήποτε περιστάσεις καὶ ἂν ἐψηφίσθη, οἱασδήποτε διατάξεις καὶ ἂν περιέλαβεν, ἦτο πάντοτε νόμος, καὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἐξεκαθαρίσθησαν· συνεπῶς δὲν δύνανται νὰ παραπονῶνται πρὸς τοῦτο. Τὸ κύριον παράπονόν των εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ τὸ δέχεται καὶ τὸ ἀνομολογεῖ, ἀλλὰ πέρα τούτου δὲν δύναται νὰ φθάσῃ ἡ παροῦσα Βουλὴ κατὰ τὴν ἰδέαν μου. Ἐπὶ πλέον δέ, ἐὰν ἐξετασθῇ οὐσιαστικώτερον: δύνανται οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ μετὰ τὴν ὕπαρξιν τοῦ Συλλόγου «Ἅγιος Βαρθολομαῖος», μετὰ τὰ τόσα, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, μετὰ τὰς τόσας προκλήσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσι κάμει μεταξύ των, εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ Κύριοι νὰ συνεργασθῶσιν ἐπανερχόμενοι εἰς τὸ στράτευμα μὲ τοὺς ἄλλους τοὺς ἐναπομείναντας, τοὺς ἐκκαθαριστάς; Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲν εἶναι δυνατόν· θὰ ἐδημιουργεῖτο ἓν χάσμα εἰς τὸν στρατόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχε λίαν δυσαρέστους συνεπείας. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι μέγιστον πατριωτισμὸν θὰ ἐδείκνυον οἱ Κύριοι αὐτοί, ἂν ἔφερον μεθ’ ὑπομονῆς τὴν καταδίκην, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς ἡ Πατρίς, ὑπὸ οἱασδήποτε περιστάσεις εὑρεθεῖσα, ἐφ’ ὅσον μάλιστα δίδεται εἰς αὐτοὺς ἡ διαβεβαίωσις ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ καταδίκη δὲν ἦτο ποινὴ ἐπιβληθεῖσα καὶ ἴση πρὸς ἀτίμωσιν, ἀλλ’ ἦτο ποινὴ ἐπιβληθεῖσα ἕνεκα διαφόρων λόγων. Ὑπὸ τοιαύτην λοιπὸν ἔποψιν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ηὐχαριστημένοι διὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ Βουλή.
§107Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἐλησμόνησεν ἡ Βουλὴ ὅτι ἐγὼ πρῶτος ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἐτόνισα τοῦτο.—Ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω τὴν εἰσήγησιν ταύτην, κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν, διότι πρόκειται περὶ Διπλῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία συνῆλθεν ἐνταῦθα πρωτίστως, ἵνα ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς καταφώρως ἠδικημένους πολίτας.—Δὲν ἐλησμόνησε, λέγω, ἡ Βουλὴ ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἐτόνισα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι πρὸ τοῦ κινήματος τῆς 15 Αὐγούστου τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐσωτερικῶς παράλυτον ἔβαινε πρὸς τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ καταστροφήν. Δὲν ἐλησμόνησεν ἡ Βουλὴ ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἐτόνισα ὅτι πρὸ τοῦ κινήματος τῆς 15 Αὐγούστου ἐξωτερικῶς παράλυτον, ἐλεεινὸν καὶ ἐκτετραχηλισμένον τὸ Κράτος αὐτὸ καὶ δεινῶς ὑβρισμένον ἔβαινε πρὸς τὸν πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν αὐτοῦ θάνατον. Δὲν ἐλησμόνησεν ἡ Βουλὴ ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἐτόνισα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τοῦτο, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατάπληκτος πρὸ τῶν καθημερινῶν ἀτιμώσεων καὶ προσβολῶν, ἃς ὑφίστατο, δὲν περιέμενεν οὐδὲν ἄλλο εἰμὴ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔμελλεν, εἰ μή τι ἄλλο, νὰ ἀνακόψῃ τὴν ταχύτητα τοὐλάχιστον τοῦ δρόμου, μετὰ τῆς ὁποίας ἐφέρετο πρὸς τὸν πολιτικὸν καὶ τὸν ἐθνικὸν αὐτοῦ ἀφανισμόν. Δὲν ἐλησμόνησεν ἡ Βουλὴ ὅτι πρῶτος ἐγὼ ἐτόνισα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι μετὰ πολλοῦ πατριωτικοῦ ἐνθουσιασμοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέβλεψε πρὸς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, παρὰ τοῦ ὁποίου ὡς νέου Ἐπιμενίδου, καὶ νέου Μεσσίου, περιέμενε καὶ περιμένει τὴν καλλιτέρευσιν τῆς τύχης αὐτοῦ. Ἂν ἀπέτυχεν ἢ δὲν ἀπέτυχεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ἀνθρώπου τούτου, καὶ ἂν ἠπατήθη ἢ δὲν ἠπατήθη εἰς τὰς προβλέψεις αὐτοῦ, χρειάζεται, νομίζω, ὀλίγη ὑπομονή· θὰ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἀψευδέστερος μάρτυς τούτου θὰ εἶναι ὁ μετ’ ὀλίγον χρόνος. Δὲν λησμονεῖ ὡσαύτως ἡ Βουλὴ ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα ὑποστηρίξωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταφώρως ἠδικήθησαν, δὲν ἐζήτησαν ὅπως ἐπανέλθωσιν οἱ ἀδικηθέντες εἰς τὸ στράτευμα, ἀλλ’ ἐζήτησαν, ἵνα ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνη, τὴν ὁποίαν ἐν στιγμῇ παροξυσμοῦ τὴν ἠρνήθη αὐτὴ ἡ Πατρὶς ἐκπροσωπουμένη ἀπὸ τούτους ἢ ἐκείνους. Εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ἐκείνων δὲν λησμονεῖ ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐτόνισεν ὅτι ἀναγνωρίζομεν, ἐν μέρει ἔστω, τὴν ἀδικίαν ἐκείνην, ἀλλ’ ὑπὲρ ταύτην ἔθετο τὸ πολιτικὸν συμφέρον. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, ἐνταῦθα κεφαλαιῶν τὴν γνώμην μου νὰ εἴπω ὅτι μεγαλείτερον πολιτικὸν σφάλμα, μεγαλείτερον πολιτικὸν ὀλίσθημα τούτου οὐδ’ ἐγένετο, οὐδ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ γένηται οὐδαμοῦ. Κατόπιν λοιπὸν ὅλων τούτων, ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἦτο περιττὸν νὰ λάβῃ τις τὸν λόγον, ἀφοῦ τὸ ζήτημα κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐτέθη, διότι λαμβάνων τὸν λόγον θὰ ἐχαρακτηρίζετο ὅτι ταράσσει τὴν ἡσυχίαν τῆς κυβερνητικῆς οἰκογενείας, καὶ λέγω τοῦτο, διότι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος ἔθετο πολιτικὸν ζήτημα, ἔθετο ζήτημα ὑπάρξεως καὶ παραμονῆς αὐτῆς ἐν τῇ Ἀρχῇ, βεβαίως πᾶς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον, δικαίως θὰ ἐχαρακτηρίζετο καὶ ὡς κωλυσιεργὸς ἢ ὡς ἐπεμβαίνων ἀσεβῶς ἢ ἀνευλαβῶς εἰς οἰκογενειακῆς φύσεως συζήτησιν.
§108Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς.
§109Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἅπαξ ἡ Κυβέρνησις ἔθετο τοιουτοτρόπως τὸ ζήτημα, ἀφοῦ βεβαίως σύρει ὄπισθεν αὐτῆς τὴν πλειονοψηφίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀποτελέσῃ πᾶσα ἐναντία ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμη οὐδὲν ἄλλο εἰμὴ ματαιοπονίαν. Δὲν θὰ ἐλάμβανον λοιπὸν τὸν λόγον, λέγω, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν δὲν ᾐσθανόμην τὴν ἀνάγκην, ἐὰν δὲν ᾐσθανόμην τὴν ὑποχρέωσιν, διότι παρέστην κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, νὰ ἀναιρέσω ἀφ’ ἑνὸς μὲν μερικὰς ἀνακριβείας λεχθείσας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου τόσον, ὅσον καὶ διὰ νὰ τονίσω μερικὰ πράγματα, ἵνα τὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τόσον καὶ διὰ τὸ παρόν, ὅσον καὶ διὰ νὰ τὰ σταθμίσῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπεν ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη δὲν ἐξεβιάσθη, παρεπονέθη τουτέστιν ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἐξεβίασε τὴν ἔκρηξιν τῆς ἐπαναστάσεως. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναιρέσω τοῦτο, κύριοι συνάδελφοι, διότι αὐτὸς οὗτος τὸ ἀνῄρεσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἰπὼν ὅτι προτοῦ ἀκόμη ἐκραγῇ τὸ κίνημα, ἡ ἐπανάστασις ἐσφυγμομέτρησε τὰς διαθέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτε ἐπείσθη ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο πρόθυμος τότε ἐξερράγη ἀκριβῶς τὸ κίνημα. Ὁ κ. συνάδελφος, ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ ὑμεῖς θὰ ἐνθυμῆσθε, εἶπεν ἀκόμη τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἀποπομπὴν τῶν Βασιλοπαίδων ἐκ τοῦ στρατοῦ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἐτόνισεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἄνευ οὐδεμιᾶς διαμαρτυρίας παρ’ οὐδενός, ὅτι ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, ἐὰν δὲν ἐξερρηγνύετο τὸ κίνημα ἐκεῖνο, ἀρχηγοὶ πάντων τῶν κλάδων τῶν στρατιωτικῶν θὰ ἦσαν οἱ Βασιλόπαιδες, ἀπέναντι τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀντιτάξωσιν εἰς στιγμὴν ἀπωτέραν ἐκείνης ἄλλο τι εἰμὴ τὸ ἐγχειρίδιον. Αὐτοὶ λοιπὸν ἦσαν καθαρῶς οἱ λόγοι, ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι καὶ ὑμεῖς θὰ ἐνθυμῆσθε, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἔκρηξιν τοῦ κινήματος, ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος. Παρεπονέθη ὡσαύτως ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑβρίσθη ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὅτι μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν αὐτὸς πρῶτος ὕβρισεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τοὺς υἱοὺς τοῦ Βασιλέως λέγων ταῦτα ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποθέτω ὅτι ὅλοι ἐνθυμεῖσθε, καὶ οὐ μόνον τούτους, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν ἀκόμη τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα. Καὶ παρουσιάσθη τὸ πρωτοφανὲς θέαμα ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ ὑβρίζηται ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων, καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ σιγᾷ. Ἡ Κυβέρνησις ἐσίγησε διὰ πρώτην φοράν, ὅτε παρουσιάσθη τὸ τοιοῦτον θέαμα ἐν τῇ Βουλῇ. Βεβαίως ἕκαστος ἐκ τῶν ἐκπροσωπούντων τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἔστω καὶ δι’ ὀλισθήματα βασιλικά, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται βεβαίως νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν ὁ ἀγορεύων, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ἀναιρέσῃ τὰς ἀνακριβείας ἐκείνας, ἐὰν εἶναι τοιαῦται, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ὑπερασπίσῃ τὸν ὑβρισθέντα ἢ σχολιασθέντα ἄλλως πως Ἀνώτατον Ἄρχοντα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μεταχειρίζησθε τοιαύτην φράσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, διότι οὐδέποτε ἐπετράπη νὰ ὑβρισθῇ Οὗτος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§111Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι, ὑβρίσθησαν ἢ δὲν ὑβρίσθησαν προχθὲς οἱ πρίγκιπες;
§112Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τὸ ἀνεύθυνον δὲν ἐκτείνεται καὶ εἰς αὐτούς. Ἡ βασιλικὴ ἐξουσία δὲν ἐκτείνεται εἰς τοὺς πρίγκιπας. Οἱ πρίγκιπες ὡς διοικηταὶ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν ὑπάγονται εἰς τὸν ἔλεγχον.
§113Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ περαιτέρω εἶπεν ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ Ἀνώτατος Ἄρχων...
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν ὑβρίσθησαν, ἐπεκρίθησαν.
§115Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔστω ἐπεκρίθησαν, ἀλλ’ ἐπεκρίθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὁ ὁποῖος οὐχὶ μόνον δὲν ἀπέχει, ἀλλὰ καὶ ὑπερέχει τῆς ὕβρεως. Ὁ κ. συνάδελφος ἀκόμη προχωρῶν ἐτόνισεν ὅτι ἐγένοντο ὄντως προσωπικά, παρεδέξατο τουτέστιν ὅτι ἔλαβον χώραν καὶ προσωπικὰ κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἂν ἦτο παρὼν ἤθελον συγχαρῆ αὐτὸν ὄντως διὰ τὴν εἰλικρίνειάν του, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ καὶ μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα προκληθεὶς δὲν ἠδυνήθη νὰ διαψεύσῃ· μᾶς εἶπε δηλαδὴ ὅτι ἡ ἐπανάστασις οὐδὲν τὸ περαιτέρω τοῦ καθήκοντός της ἔπραξε. Δὲν θέλω, Κύριοι, δι’ ὅσων λέγω νὰ ψέξω τὴν ἐπανάστασιν, ἀλλ’ ἴσως ψέξω αὐτήν, διότι δὲν ἔπραξεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ πράξῃ, ἀλλ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, ὀφείλω νὰ τὰ θεωρῶ, καὶ ἴσως οὕτω τὰ θεωρεῖ καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι καλῶς δὲν ἐγένοντο. Μᾶς εἶπεν ὅτι οὐδένα ἠπείλησεν ἡ ἐπανάστασις ἐκ τῶν τὰ πρῶτα φερόντων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ δὲν λησμονεῖτε ὅτι δὲν ἠδυνήθη νὰ διαψεύσῃ ὅτι ἠπείλησεν ἕνα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ διαψεύσῃ οὐδ’ αὐτὸς ὁ ἴδιος — διότι πάντες γνωρίζομεν, ὅσοι δὲν θέλομεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας —, ὅτι ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος ἔφυγεν ἐντεῦθεν κρύφα καὶ ἐπανῆλθε κατόπιν πολλῶν διαβεβαιώσεων. Οὐδ’ ἐλησμόνησεν, ὑποθέτω, οὐδ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ διαβεβαιώσῃ τις ὑμᾶς προχθὲς ὅτι ἀκόμη καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ κατέχῃ τὴν προεδρικὴν ἕδραν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠπειλήθη, διότι ἐξεφράσθη οὕτως ἢ ἄλλως διὰ τὴν ἐπανάστασιν. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρών, καί, ἐὰν τὸ διέψευδε, νὰ τῷ ὑπενθυμίσω καὶ τίνες ἦσαν ἀκόμη ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν ἵνα τὸν θέσωσιν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρεθεὶς ὑπεχώρησεν εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχεν. Ἀλλὰ διέψευσε καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ εἰς ἐμὲ ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ὅτι δηλαδὴ ἠπειλήθησαν καὶ οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη διαψεύσεως καὶ τούτου, διότι ὡμολόγησαν τοῦτο αὐτοὶ οὗτοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπηγορεύθη εἰς ὡρισμένας ἡμέρας κατὰ συνέχειαν νὰ δημοσιεύωσι γνώμας ἐπὶ ὡρισμένων θεμάτων.
§116Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐδημοσιεύθη καὶ ἀνακοινωθέν.
§117Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαιότατα. Βεβαίως λοιπὸν ἡ ἐπανάστασις ἠπείλησε, κακῶς δὲ πράξασα δὲν ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πράξῃ· ἴσως ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λυποῦμαι, διότι ἡ ἐπανάστασις δὲν ἦτο ἐπανάστασις, καὶ συνεπῶς δικαίως ἀπεκάλεσαν ταύτην ἄλλως πως, ἵνα μὴ δριμύτερον ὀνομάσωσιν αὐτήν.
§118Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο φρόνιμος ἐπανάστασις.
§119Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπανάστασις καὶ φρόνησις εἶναι σχῆμα ὀξύμωρον. Γνωρίζομεν δὲ ὅτι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι χρῆσιν τοῦ σχήματος αὐτοῦ, μόνον κέρδος μένει τὸ δεύτερον συνθετικὸν τῆς λέξεως. Συμφωνεῖτε, κύριε συνάδελφε; Γνωρίζομεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι καὶ εἰς τὰς ἀρχαίας Ἀθήνας ὑπῆρχε νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπηγορεύετο εἰς τὸν πολίτην, προκειμένης ἐπαναστάσεως περὶ μεταβολῆς τοῦ καθεστῶτος, νὰ μὴ μετάσχῃ ταύτης. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα κατόπιν ὡρισμένων γεγονότων, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζομεν, ἐκτός, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ κρύπτωνται ὄπισθεν τοῦ δακτύλου των, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο εἰμὴ ἡ ἐκπροσώπησις τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ μὲ μορφὴν τοιαύτην, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νὰ φέρῃ εἰς συνάφειαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν, μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδίκησαν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπραξεν οὐδὲν ἄλλο παρὰ νὰ παραγνωρίσῃ καὶ τὴν θέσιν της ἐν τῇ προκειμένῃ συζητήσει, διότι οὐδὲν ἄλλο ἐτάχθη νὰ πράξῃ, εἰμὴ μόνον νὰ προσπαθήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ καλύψῃ τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον χωρίζει τοὺς ἀδικηθέντας τῶν ἀδικησάντων. Διότι, ὅπως ἐνθυμεῖσθε, κύριοι συνάδελφοι, δὲν ἠμφεσβητήθη ὅτι ἴσως ἀδίκως πολλοὶ ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀπεπέμφθησαν τοῦ στρατοῦ, ἐτονίσθη μάλιστα καὶ τοῦτο καὶ ἀπὸ ἐμὲ τὸν ἴδιον, ὅτι ἴσως ὁ ἀριθμὸς δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ εἶναι τῆς ἀποπομπῆς ἐκ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὅπως ἀκριβῶς ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶχε τὸ καθῆκον ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἡ ὁποία ἦλθε μετὰ τοιαύτην ἐντολὴν νὰ πληρώσῃ τὸ χάσμα τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη μεταξὺ ταύτης καὶ ἐκείνης τῆς μερίδος, χάσμα τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀμφιβάλλει ὅτι ὑπῆρξε, διότι αὐτὸ τοῦτο τὸ πρωτόκολλον λέγει ὅτι: «Τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἐπιβληθήσεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Βασιλέα ἐν ἀνάγκῃ καὶ διὰ τῆς βίας». Αὐτὸ εἶναι τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἡ Ἐπανάστασις...
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἀξίζει τὸν κόπον νὰ χάνωμεν τὴν ὥραν μας, διὰ νὰ μάθωμεν, ἂν ἡ ἐπανάστασις μετεχειρίσθη βίαν ἢ ὄχι;
§121ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν τοῦτο, διὰ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ὀφείλετε νὰ ἀποδώσητε στοιχειώδη δικαιοσύνην, διότι εἷς ἐκ τῶν ὅρων διὰ τῶν ὁποίων ἀνήλθετε εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν ἀνήλθετε, εἶναι καὶ αὐτὸς ἀκριβῶς.
§122ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προσπαθήσατε νὰ μὲ πείσητε περὶ τούτου καὶ ἀφήσατε τὸ ζήτημα ἂν ἡ ἐπανάστασις μετεχειρίσθη βίαν.
§123ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς πείσω, ἐκτὸς ἐὰν ἔχητε πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ «οὔ με πείσεις, κἄν με πείσῃς.»
§124ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἀτιμωτικὸν διὰ μίαν ἐπανάστασιν ὅτι μετεχειρίσθη βίαν;
§125ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀκούσητε τὴν φωνὴν τῆς διαμαρτυρίας τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδικηθέντες ἀναμένουσιν ἑκάστην ἡμέραν τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· «δικάζομεν τὴν ἐπανάστασιν;». Ὄχι. Ἀλλὰ ἐλέγχομεν, κρίνομεν καὶ ἐπικρίνομεν τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὴν ἐπανάστασιν Κυβέρνησιν, καθ’ ὃ ἔχομεν δικαίωμα.
§126ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται, ὁποῖόν τι παρίσταται τὸ ζήτημα σήμερον· περὶ τούτου συζητοῦμεν, διότι περὶ τοῦ ἄλλου εἴμεθα σύμφωνοι.
§127Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἐναντίον τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν τὴν ἐπανάστασιν.
§128ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ τονίζω τοῦτο, ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν κανονικήν των τροχιάν· εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ καλύψῃ τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει μεταξὺ ταύτης καὶ ἐκείνης τῆς μερίδος τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι πεπεισμένη αὐτὴ ἡ ἰδία καὶ ὡμολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦτο ἐπισήμως ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ ἀδικηθέντες. Δὲν εἶναι λοιπὸν στοιχειῶδες καὶ ἀνθρώπινον καθῆκον εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν θέσιν των ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχασαν ὅ,τι εἶχον; Νομίζετε ὅτι εἶναι ἀρκετὸν νὰ λεχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἀρκετὸν νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ὑπῆρξαν καὶ μερικαὶ ἀδικίαι, καὶ θὰ δώσωμεν μερικὰ κέρματα εἰς τοὺς ἀδικηθέντας ἐκ τοῦ ναυτικοῦ, ὡς ἠκούσαμεν πρὸ ὀλίγου δι’ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν τὸ τοιοῦτον, καθόσον ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἔχει τὸ καθῆκον ἀπαραίτητον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἠρεμίαν ἀκριβῶς ἐκεῖ ὅπου λείπει σήμερον καὶ ἡ ὁποία θὰ λείπῃ ἐφ’ ὅσον δὲν πληροῦται τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον διαιρεῖ τὰς τάξεις αὐτοῦ τοῦ στρατεύματος.
§129Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι διὰ τῶν συζητήσεών μας ἐνισχύομεν τὴν ταραχήν, ἡ ὁποία ὑπάρχει.
§130ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Περιορίζομαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκέπτηται εἷς ἄνθρωπος ὅτι ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιόν σου, ἀλλὰ δὲν σοὶ τὸ ἀποδίδω, διότι δὲν τὸν συμφέρει. Ἐπιτρέπονται αὐτὰ νὰ λέγωνται;
§131ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέπεται εἰς σᾶς νὰ πλαστογραφῆτε τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως; Εἶπον ἐγὼ ὅτι ἠδικήθησαν:
§132ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑπάρχουν τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά.
§133ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀναγνώσατέ τα.
§134ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ τὰ ἀναγνώσω· ἀναγνώσατέ τα σεῖς.
§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶπον ὅτι πιθανὸν νὰ ἐκρίθησαν αὐστηρῶς.
§136ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀρνεῖσθε ὅτι ἠδικήθησαν ἢ ὄχι; Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ κρύπτησθε ὄπισθεν τοῦ δακτύλου σας, ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε ὅτι ἠδικήθησαν.
§137Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι οὐδεὶς ἠδικήθη, ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐνηργήθησαν αἱ ἐκκαθαρίσεις, νὰ λάβῃ μέτρα. Ὁ τρόπος ἦτο ἀντισυνταγματικός, ἀντιανθρωπιστικὸς καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα, διότι ἄλλως δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως.
§138ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Αʹ Μεραρχία πρὸς τὴν Αʹ Ταξιαρχίαν. Γνωρίζοντες ὑμῖν ὅτι...... παρακαλοῦμεν ὑμᾶς νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι πρέπει νὰ ὑπογράψητε τὸ πρωτόκολλον, ἂν θέλητε νὰ διατηρηθῇ τὸ ὄνομά σας εἰς τὴν ἐπετηρίδα τοῦ στρατεύματος .......». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀπεβλήθη τοῦ στρατεύματος δι’ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγον. Ἦτο λόγος αὐτὸς ἵνα ἀποπεμφθῇ τοῦ στρατεύματος; Ἀλλ’ εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου «δὲν σοὶ ἀποδίδω τὸ δίκαιον, διότι δὲν θέλει ἡ ἐπανάστασις, δὲν θέλομεν ἡμεῖς οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον ἀκόμη ἐκπροσωποῦμεν τὴν ἐπανάστασιν»; Πιστεύω δ’ ὅτι θὰ ἀναγινώσκῃ τὰς ἐφημερίδας καὶ θὰ βλέπῃ τὰ προνουντσιαμέντα τῶν ἀξιωματικῶν, τὰ ὁποῖα ἤρχισαν ἐπὶ τῇ ὑποβολῇ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ Διαδόχου. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ἀναγνωρίζω ὅτι ἠδικήθη ὁ ἄνθρωπος αὐτός, διότι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὸ εἴπῃ, καὶ νὰ λέγῃ κατόπιν ὅτι δὲν τὸν ἐπαναφέρω καὶ ἡ Βουλὴ νὰ χειροκροτῇ ἴσως διότι δὲν ἐπαναφέρει ἕνα ἀδικηθέντα εἰς τὴν προτέραν θέσιν καὶ τιμὴν αὐτοῦ; Αὐτὸ τονίζω ἀκριβῶς, διότι ἴσως, ἐὰν ἀπετέλουν ἄλλοι τὴν ἐπανάστασιν, θὰ προέβαινον καὶ περαιτέρω ἀκόμη. Ὅλοι αὐτοὶ ἐδικαιολογοῦντο τότε, ἀλλὰ σήμερον ἐπιτρέπεται εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἦλθε μὲ ὡρισμένην ἐντολὴν περὶ ἐπαναφορᾶς τῶν ἀδικηθέντων εἰς τὴν προτέραν αὐτῶν κατάστασιν, νὰ ἀρνῆται στοιχειώδη δικαιοσύνην; Τί ἄλλως τε ἐζήτησαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Τὴν ἐπαναφοράν των εἰς τὸ στράτευμα, ὡς ἔχομεν παραδείγματα προγενέστερα ἐκ τῆς Ἱστορίας. Ἀγνοεῖτε ὅτι ἐν ἔτει 1878 ἀπεπέμφθησαν 54 ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐπανῆλθον πάλιν διὰ νόμου ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Καὶ παρακαλοῦσιν ἡμᾶς σήμερον νὰ σκεφθῶμεν ὀρθότερον, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν πρόκειται νὰ τοὺς ἐπαναφέρωμεν εἰς τὸ στράτευμα, οὔτε ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς τοῦτο, ἀλλὰ τονίζομεν ὅτι ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδώσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ δίκαιον. Διατί τοῖς τὸ ἀρνεῖσθε; Δὲν ἀρνεῖσθε στοιχειῶδες καθῆκον; Δὲν ἀρνεῖσθε ἀνθρώπινον καθῆκον; Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, τὰ κατὰ τὴν ξηρὰν γενόμενα, καὶ ἂς εἰσέλθωμεν εἰς τὸ πέλαγος. Θὰ ἐγνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ὅτε ἡ κατάστασις ἦτο ἀνώμαλος καὶ ἔκρυθμος, ὁμὰς ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ, τῶν ὁποίων δὲν ἀμφισβητῶ οὔτε τὸν πατριωτισμόν, οὔτε τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκον καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεψαν, ἀλλὰ θὰ ἀμφισβητήσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀκούσητε εὐθὺς μετ’ ὀλίγον, ἐζήτησε νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν ἀπὸ τοῦ ναυτικοῦ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπὸ τὸ βάρος διαφόρων κατηγοριῶν, καὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀνίκανοι νὰ κατέχωσι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχον. Ἐσκέφθησαν ὅμως ὅτι ἔπρεπε νὰ ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν τοῦ νόμου, ὅπως ἀκριβῶς ἐνθυμεῖσθε, ἐπὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐτόνισα, ὅτι καὶ ὁ Ἀλῆ Πασᾶς, ὅτε ἤθελε νὰ ἁρπάσῃ τὰ τσιφλίκια, ἐζήτησεν ἐπίσημα ἔγγραφα καὶ τὰ εἶχεν εἰς τὴν κατοχήν του, διὰ νὰ ὀχυρωθῇ ὄπισθεν μιᾶς νομίμου δικαιολογίας. Ἀνέλαβε λοιπὸν τότε, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ πλοίαρχος Δαμιανὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ἐκκαθαρίσεως κ. λ. π.....», ὁ ὁποῖος, ὅπως δὲν θὰ ἀμφισβητήσῃ οὐδείς, ἐψηφίσθη ἀντισυνταγματικῶς, ἐνῷ ἡ αἰχμὴ τῶν λογχῶν ἔψαυε τὰς πλευρὰς τῶν ψηφιζόντων. Ὁ νόμος οὗτος, ἀποτελούμενος ἐξ ὀκτὼ καὶ μόνων ἄρθρων, ἔδιδεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ἀποτελουμένην, συμφώνως τῷ 4ῳ καὶ 5ῳ ἄρθρῳ τοῦ ͵ΓΥΙΖʹ νόμου, ἐξ «ἑνὸς ὑποναυάρχου, δύο πλοιάρχων.......», τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς γνωματεύσεως ἐπὶ τῆς στασιμότητος ὡρισμένης ὁμάδος ἀξιωματικῶν, μὲ τὴν προσθήκην ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς θὰ ὦσιν ἀνέκκλητοι. Προσέξατε καλῶς, κύριοι Βουλευταί, διότι ἀκριβῶς πρόκειται περὶ ἀποδόσεως στοιχειώδους δικαιοσύνης, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐν τῷ Ναυτικῷ. Συμφώνως δὲ πρὸς τὸν αὐτὸν νόμον, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ τοὺς ἀποστρατεύσῃ αὐτεπαγγέλτως. Αὐτὸς ἦτο ὁ νόμος ͵ΓΥΙΖʹ, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, ὡς προηγουμένως εἶπον, ὁ αὐτὸς δὲ νόμος ἔλεγεν ὅτι ἐντὸς 40 ἡμερῶν ὤφειλε νὰ ἐκδοθῇ Βασ. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκανόνιζε τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς κ.λ.π. Ὁ νόμος ἐψηφίσθη τῇ 20 Νοεμβρίου 1909, τὸ δὲ Βασ. Διάταγμα ἐξεδόθη τῇ 13 Ἰανουαρίου 1910, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιτροπὴ ἀπετελεῖτο ἐκ τῶν κυρίων «Ἰω. Μιαούλη ὑποναυάρχου, ὡς προέδρου, καὶ Παύλου Κουντουριώτου καὶ Π. Γκίνη, ὡς μελῶν, συμπληρουμένων διὰ τῆς προσλήψεως κ.λ.π......». Ἀλλ’ ὁ εἷς ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ Π. Κουντουριώτης, ἠρνεῖτο νὰ μετάσχῃ, διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον, προφασιζόμενος ὁτὲ μὲν τοῦτο, ὁτὲ δ’ ἐκεῖνο, θέλων ὁ ἄνθρωπος — διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς — νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἀμφισβητεῖ εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ εἰς μίαν τοιαύτην πρᾶξιν. Μετὰ πάροδον ἱκανοῦ χρόνου, ἀφοῦ τὸν ἐξηνάγκασαν νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀδείας, συνεπληρώθη ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν ἴδιον κ, Δαμιανόν, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος, καὶ μέλλοντος νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογήν. Ἕξ πλοιάρχους ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάσισε νὰ θέσῃ εἰς στασιμότητα, τοὺς κυρίους Σωτήριον Λάμπρον, Δημήτριον Ἠπίτην, Πέτρον Ζῶτον, Λάζαρον Κουντουριώτην, Ἀνδρέαν Σωτηριάδην καὶ Ἀριστοτέλην Δανιήλ. Σημειώσατε δὲ τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον καθώριζε τὰ τοῦ νόμου, ὥριζε τὸν τόπον τῆς συνελεύσεως, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸν τρόπον τοῦ ἐλέγχου τῆς ἀξίας τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον νὰ γίνωσι στάσιμοι. Συνεπῶς ἐγένετο παρὰ πάντα νόμον ἀνθρώπινον. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ τὰ περαιτέρω, παρακαλῶ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα ἐκάλεσε παρ’ ἑαυτῇ τρεῖς, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἀξιωματικούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνέθετε νὰ εἰδοποιήσωσι τοὺς εἰρημένους πλοιάρχους, ὅτι ὤφειλον νὰ ὑποβάλωσιν ἀφ’ ἑαυτῶν τὰ δικαιολογητικά των, μὲ τὴν βεβαίωσιν ὅτι θὰ λάβωσι τὴν σύνταξιν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐξ αὐτῶν τρεῖς ἀμέσως ὑπέβαλον, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ Σωτήριος Λάμπρος, εἰς τὸν ὁποῖον μάλιστα μετέβη ὁ Δημήτριος Λάμπρος, ὁ ἀδελφός του, διὰ νὰ τῷ ἀναγγείλῃ ὅτι ὤφειλε κατ’ ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑποβάλῃ τὰ δικαιολογητικά του πρὸς ἀποστρατείαν. Τί ἐγένετο μετὰ τοῦτο; Δὲν παρῆλθον ὀλίγαι ἡμέραι καὶ οἱ τρεῖς μόνον ἐξ αὐτῶν ἀπεπέμφθησαν ἐκ τοῦ στρατεύματος. Τί ἔλαβε χώραν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ κατανοήσῃ. Ὁ εἰδοποιηθεὶς ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ του Λάμπρος οὐ μόνον δὲν ἐξεκαθαρίσθη, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐκρίθη καὶ προαγώγιμος. Δὲν θὰ θελήσω νὰ προχωρήσω περαιτέρω, Κύριοι. Ἐκ τῶν ὀλίγων αὐτῶν δύνασθε νὰ κατανοήσητε, πῶς ἀκριβῶς ἔλαβον χώραν τὰ γεγονότα τῆς ἀποπομπῆς ὡρισμένων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν περγαμηνάς, καὶ ἀντὶ τιμῆς εὑρέθησαν οἱ ἄνθρωποι μὲ τὸ στίγμα τῆς ἀτιμίας εἰς τὸ μέτωπον. Ἕν πρᾶγμα θὰ εἴπω. Δὲν θὰ θελήσω νὰ εἴπω ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἄνομος, οὔτε τι ἄλλο παραπλήσιον, ἀλλὰ θὰ ὑποστηρίξω ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός· συνεπῶς δὲν ἔχει κανένα λόγον· συνεπῶς στοιχειῶδες καθῆκον ὑπαγορεύει εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ ἐπανορθώσωμεν τὸ ἄδικον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐναντίον τοῦ κειμένου τότε καὶ ἐν ἰσχύϊ Συνταγματικοῦ Χάρτου τῆς χώρας. Ἐν πρώτοις παρεβιάσθη τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι: «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν»· δηλαδὴ οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ τὴν εὐθύνην τὴν ἀνέθεσαν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἀποτελεσθεῖσαν ἐξ ὡρισμένων προσώπων, ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἡ γνωμάτευσις ἦτο ἀνέκκλητος, ὁ δὲ Ὑπουργὸς ὑπεχρεοῦτο νὰ θέσῃ αὐτοὺς εἰς στασιμότητα αὐτεπαγγέλτως. Δεύτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον παρεβιάσθη, εἶναι τὸ ἄρθρον 91, τὸ ὁποῖον λέγει σαφῶς: «Δικαστικαὶ ἐπιτροπαὶ καὶ ἔκτακτα Δικαστήρια ὑφ’ οἱονδήποτε ὄνομα δὲν ἐπιτρέπεται νὰ συστηθῶσιν». Ἐρωτῶ ἤδη τὴν Κυβέρνησιν: Ἠνέχθη τοιαύτην δικαστικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἔκτακτον δικαστήριον ἢ ὄχι; Παρεδίασε τὸ Σύνταγμα ἢ ὄχι; Νόμος ἀντισυνταγματικὸς ἐψηφίσθη ἢ ὄχι; Δυνάμεθα λοιπὸν ἡμεῖς ἐντεῦθεν νὰ ἐξέλθωμεν, χωρὶς νὰ αἰσθανώμεθα τύψιν συνειδήσεως, ὅτι ἠρνήθημεν νὰ ἐκτελέσωμεν στοιχειῶδες καθῆκον ὄχι πρὸς τὸν νόμον, ἀλλὰ πρὸς τὴν συνείδησίν μας, νὰ μὴ πράξωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, σᾶς εἶπον, ἀνθρωπίνη ἀδυναμία ὑπηγόρευσεν εἰς ἐκείνους, ἀλλ’ ἀνθρωπίνη ἐπιβολὴ ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς νὰ ἀναιρέσωμεν; Ὡσαύτως, Κύριοι, παρεβιάσθη καὶ ἕτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 93, τὸ ὁποῖον λέγει: «Πᾶσα ἀπόφασις πρέπει νὰ εἶναι ᾐτιολογημένη καὶ νὰ ἀπαγγέλληται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει». Ποῦ εἶναι ἡ αἰτιολογία τῆς ἀποπομπῆς ἀπὸ δημοσίας ὑπηρεσίας ἀνθρώπων ἐντίμων μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καὶ δὴ ἀποπομπῆς ἀπὸ τοῦ στρατεύματος; Ἐδικαιολογήθη οὐδαμοῦ; Τί ἔχει νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀρνεῖται εἰς αὐτούς, μὴ ζητοῦντας νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ στράτευμα, ἀλλὰ νὰ συστήσῃ αὐτὴ αὕτη ἀνακριτικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα νὰ ἀποφανθῶσιν, ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως ἐξεκαθαρίσθησαν, συμφώνως δηλαδὴ πρὸς τὴν ἀρχήν, καθ’ ἣν συνιστᾶτο ἐπιτροπή, διὰ νὰ ἀποφασίσῃ ὄχι περὶ τῆς ἱκανότητος, ἀλλὰ περὶ τῶν ὑπὸ τὸ βάρος διαφόρων κατηγοριῶν ὄντων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ; Δὲν θὰ θελήσω νὰ καταπονήσω τὴν Βουλήν, κύριοι συνάδελφοι, ἀναγινώσκων προσωπικὰ ὡρισμένων ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, τοὺς ὁποίους οὐχὶ πλέον καταφώρως, ἀλλὰ στοιχειωδῶς καὶ ἀνθρωπίνως ἡ ἐπανάστασις τοὺς ἠδίκησε, στοιχειωδῶς καὶ ἀνθρωπίνως δὲ ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ τοῖς ἀποδώσωμεν ὅ,τι ἐστερήθησαν. Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, νὰ τονίσω ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας ὅτι ἡ ἐπανάστασις καλῶς ἔπραξεν· ἡ ἐπανάστασις ἴσως δὲν ἔπραξεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πράξῃ· ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς σήμερον ἐν ἠρεμίᾳ, ἐν γαλήνῃ, ἐν ἡσυχίᾳ ἐπιβάλλεται νὰ σκεφθῶμεν διαφόρως παρ’ ὅ,τι ἐσκέφθησαν ἐκεῖνοι, εὑρισκόμενοι ἐν τῇ ἐξάψει των τῇ δικαίᾳ, ὀφείλομεν τουτέστι ψυχραίμως ἐξετάζοντες νὰ ἀποδώσωμεν τὴν στοιχειώδη δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ἀρνεῖται καὶ αὐτὴ ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος ἡμῶν. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ ποῦ ἀκριβῶς στηρίζομαι. Δὲν θὰ θελήσω νὰ ἀναγνώσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται, ποῖοι ἦσαν οἱ ἐκκαθαρίσαντες καὶ ποῖοι οἱ ἐκκαθαρισθέντες, ὑπὸ τὸ βάρος τίνων κατηγοριῶν διετέλουν οἱ ἐκκαθαρίσαντες καὶ ὑπὸ τὸ βάρος τίνων κατηγοριῶν διετέλουν οἱ ἐκκαθαρισθέντες. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, εἶναι τοῦτο: ὑπάρχει ἀξιωματικὸς μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεκαθάρισαν τοὺς ἄλλους, ὁ ὁποῖος προχθὲς ἀπὸ αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἐτιμωρήθη διὰ κατάχρησιν τοῦ ἱματισμοῦ· αὐτὸς οὗτος διετέλει καὶ ἄλλοτε ὑπὸ τὸ βάρος σοβαρωτάτων κατηγοριῶν, κλοπῆς, πλαστογραφίας καὶ ἀπάτης.
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
§140Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ μὴ ὁμολογήσῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§141Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἐπικαλεῖσθε τὴν μαρτυρίαν μου. Ὑποχρεωμένος εἶμαι νὰ τὴν δώσω. Δὲν ἐτιμωρήθη τις.
§142Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐτιμωρήθη ὁ ἀξιωματικὸς Παπαβασιλείου προχθὲς ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν κατάχρησιν τοῦ ἱματισμοῦ; Καὶ πόσον;
§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν μόνον ἀναφέρεται τὸ ὄνομα. Νομίζω ὅτι ἐτιμωρήθη, διότι ἀποτελῶν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ παραλάβῃ τὸν ἱματισμόν, δὲν ἐπέδειξε τὴν δέουσαν πρόνοιαν πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καὶ παρέλαβεν ἱματισμόν, ὁ ὁποῖος ἦτο παρὰ τοὺς ὡρισμένους ὅρους τῶν συμφωνιῶν, καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθε ζημία τοῦ Δημοσίου. Νομίζω ὅτι εἶναι αὐτό.
§144Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀπὸ τὰς ἄλλας κατηγορίας ὁ Παπαβασιλείου ἀπηλλάχθη.
§145Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προχωρήσω περαιτέρω. Τοῦτο ἀρκεῖ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ: Ὑπάρχει ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ μὴ ἐκκαθαρισθείς, ὁ ὁποῖος ἔχει κατηγορηθῆ ἐπὶ ἀποπείρᾳ πρὸς ἀσέλγειαν; Ἐὰν τολμᾷ, ἂς καταθέσῃ τὴν δικογραφίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ εὗρον τὴν ἀδυναμίαν εἰς τὸν Πέτρον Ζῶτον, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ πέντε περγαμηνάς, καὶ τὸν ἀτυχῆ Ἀντώνιον Βῶκον, διὰ τὸν ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ: Ἔχει μίαν κἂν κατηγορίαν, ἀφ’ ἧς ὑπηρετεῖ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Ναυτικῷ; Οὐδεμίαν, καὶ ὅμως ἦτο ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων!
§146ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοὶ κάμνετε ἐρωτήσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω, διότι δὲν εἶμαι παρεσκευασμένος.
§147Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἦσθε παρεσκευασμένος νὰ ἀπαντήσητε, καὶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω ὅ,τι εἶπε προχθὲς ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, ὅτι δηλαδὴ ἤλθετε ἐνταῦθα ἀγνοοῦντες τὰ πράγματα καὶ ἐξακολουθεῖτε ἀτυχῶς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης νὰ τὰ ἀγνοῆτε, ἐνῷ ὠφείλετε νὰ τὰ γνωρίζητε. Ἀλλ’ ἀκούσατε καὶ περαιτέρω τί λέγει ἡ δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος μας περὶ τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ὄχι βεβαίως διὰ τὰ κερμάτια, τὰ ὁποῖα προχθὲς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐτόνισεν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἔχωσι μίαν ἀπόφασιν διὰ νὰ ἀνακόψωσι συνεπείᾳ πράξεως κεκυρωμένης ἐπισήμως πλέον, καὶ οὐχὶ διὰ λέξεων κρινομένων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ μάλιστα ἀμφισβητουμένων. (Συμβουλευόμενος ἔγγραφα). Πρότασις Ἀνδρέου Παπαθεοδώρου, λογιστοῦ τοῦ Οἰκονομικοῦ, ἀξιωματικοῦ κατὰ Δημοσίου. Διότι δὲν προήχθη, ἐχαρακτηρίσθη ὡς στάσιμος, ἀφοῦ λέγει ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος ἀναγνωρίζει σύνταξιν λόγῳ ἀποτάξεως αὐτεπαγγέλτους! Ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα περὶ ἀποτάξεως αὐτεπαγγέλτου; Ἡ δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος μας, Κύριοι, χαρακτηρίζει αὐτὸν ἐν ἐπισήμῳ ἀποφάσει αὑτῆς ὡς μάχιμον ἀξιωματικὸν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ καὶ ὡς ἀποταχθέντα, ἐνῷ οὔτε μάχιμος εἶναι οὔτε καὶ ἀπετάχθη, ἀλλὰ παραπονεῖται, διότι δὲν προήχθη χαρακτηρισθεὶς ὡς στάσιμος.
§148Π. ΓΚΙΝΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον. Ἐπιτρέπετε; Ὁ ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸς Παπαθεοδώρου κατεδικάσθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἀπεμακρύνθη δὲ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, διότι δὲν εἶχε συμπληρώσει τὰ ἔτη τῆς συντάξεως· προβλέπει δὲ ὁ νόμος τῆς ἐκκαθαρίσεως ὅτι ἐντὸς τριετίας δύναται πάλιν τὸ αὐτὸ συμβούλιον νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἶχον συμπληρώσει τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, καὶ ἐὰν κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα διίδῃ ἡ ἐπιτροπὴ σημεῖα μετανοίας, ἀπαλλάξῃ αὐτούς, ἐὰν δὲ δὲν τοὺς ἀπαλλάξῃ, αὐτοὶ θὰ ἀπομακρυνθῶσι τῶν τάξεων τοῦ Ναυτικοῦ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ὁ ἀγορεύων θέτει ζήτημα προσωπικόν, παρακαλῶ μετ’ αὐτὸν νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§149Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν, νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον μετὰ τὸν κ. Γκίνην. Ἀφοῦ τὸ θέλετε ὡς προσωπικόν, θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐγὼ τὰ πράγματα ἐνταῦθα ὅλα, τί ἐπράξατε προσωπικῶς. Παρακαλῶ νὰ τὸ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, κύριε Πρόεδρε.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ λύσητε προσωπικὰ ζητήματα ἐδῶ!
§151Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀκούσατε τί λέγει περαιτέρω τὸ δικαστικὸν αὐτὸ ἔγγραφον: «Ἐπειδὴ λίαν ἐπιβοηθητικῶς ὁ ἐνάγων δὲν δικαιοῦται εἰς τὴν διαφορὰν τοῦ μισθοῦ τοῦ κυβερνήτου». Ἠκούσατε, Κύριοι; Ὁμιλεῖ περὶ κυβερνήτου, ἐνῷ ὁ ἐνάγων εἶναι οἰκονομικὸς ἀξιωματικὸς τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Μὲ ἐνοήσατε; Ὁ ἔντιμος ἐξ Ὕδρας συνάδελφος, καίτοι γνωρίζει ἐπὶ τίνος ὁμιλῶ, ἐν τούτοις ἀπήντησεν εἰς ἄλλο. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ δικαστικῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι λέγουσι περὶ ἀποτάξεως αὐτεπαγγέλτου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἀποτάξεως αὐτεπαγγέλτου. Ἐγὼ προσβάλλω τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν· δηλαδὴ αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ ἀρνοῦνται νὰ ἀποδώσωσι τὸ δίκαιον πλανώμεναι κατὰ τρόπον οἰκτρότατον, λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐπίσημοι ἀποφάσεις ὁμιλοῦσι περὶ μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ καὶ περὶ ἀποτάξεως, ἐνῷ πρόκειται περὶ οἰκονομικῶν τοιούτων καὶ περὶ στασιμότητος!
§152Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τοῦ Πρωτοδικείου εἶναι ἡ ἀπόφασις;
§153Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τοῦ Πρωτοδικείου. Ἀνδρέου Παπαθεοδώρου κατὰ Δημοσίου. Ἀριθμὸς ἀποφάσεως 91119, ἀφοῦ θέλετε καὶ ἀριθμούς.
§154Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο ἔφεσις;
§155Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀκούσατε: «Ἐπειδὴ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ͵ΓΥΜΖʹ κτλ. ἡ παράβασις...». Ὅ ἄνθρωπος παραπονεῖται, διότι μένει στάσιμος καὶ ἔχει ἐκδοθῆ ἀπόφασις.
§156Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ἀνώτερον δικαστήριον ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς;
§157Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ τί ἀπέγινεν· ὁμιλῶ περὶ ἀποφάσεως. Δὲν γνωρίζω τί ἔκαμε περαιτέρω. Ἀκούσατε τί λέγει ἡ δικαιοσύνη: «Ἄλλως προκειμένου περὶ ἐπουσιωδεστάτης παραβάσεως.... δὲν ἐγκρίνει, ἀπορρίπτει κλπ.». Ἡ δικαιοσύνη εἶναι «οὐσιώδης» καὶ «ἐπουσιώδης». Οἱ νόμοι δηλαδὴ διαιροῦνται εἰς οὐσιώδεις καὶ ἐπουσιώδεις, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἑπομένως ἀπορρίπτονται αἱ ἀγωγαὶ διὰ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ ἔχωσιν ἐπίσημα πιστοποιητικά, ὅτι εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἡ δικαιοσύνη τῆς πατρίδος τοὺς παρηγόρησεν, ἂν μή τι ἄλλο. Ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦτα ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονεῖ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς πολιτικόν, ὅτι στοιχειώδης δικαιοσύνη δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου περὶ τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος, διότι θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σοφὸν γνωμικὸν «μὴ κίνει τὰ κακῶς κείμενα».
§158ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ εὖ κείμενα.
§159Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βλέπετε ὅτι παρεξηγούμεθα. Ἂν ὁμιλοῦμεν ἀπὸ τοῦ στόματος συγγραφέως, δι’ ὑμᾶς εἶναι ἐντιμότατον, δι’ ἡμᾶς παρεξήγησις. Ἀλλὰ ποῦ στηρίζεσθε; Διὰ νὰ μὴ ἀναξεσθῶσι πληγαί, διὰ νὰ μὴ ταραχθῇ ἡ πειθαρχία, ἀλλ’ αἱ πληγαί, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπουλοῦνται, δὲν θεραπεύονται. Δὲν θὰ εἶναι πάντοτε πληγαί, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον ἔχετε φάρμακον προχειρότατον, ἀφοῦ μάλιστα εἶναι καὶ στοιχειωδέστερον φάρμακον. Διότι οὔτε ἐκεῖνοι οὔτε ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸ στράτευμα. Εὐτυχῶς ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδὲν ἄμεσον ἐνδιαφέρον, διὰ νὰ εἴπω ὅ,τι εἶπον πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Σπετσῶν συνάδελφον, ὅτι ἔχω προσωπικὸν συμφέρον καὶ διὰ νὰ μὴ χαρακτηρισθῶ ὡς καὶ ἄλλοτε ἐχαρακτηρίσθην. Οὐδὲν μὲ συνδέει, οὔτε ἐν ξηρᾷ οὔτε ἐν τῇ θαλάσσῃ πρὸς οὐδένα, διότι εἶχον ἕνα ἀδελφὸν καὶ ἕνα ἐξάδελφον, οἱ ὁποῖοι ἀτυχῶς κεῖνται χάριν τῆς Πατρίδος ἐν τῷ τάφῳ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω, ἐὰν ἡμεῖς ἀρνηθῶμεν τὸ στοιχειωδέστερον τῶν καθηκόντων μας, ἐὰν ἀρνηθῶμεν τὴν στοιχειωδεστάτην δικαιοσύνην εἰς αὐτούς, τότε τὸ χάσμα αὐτὸ πῶς ἄλλως εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ; Ἐγὼ ἔχω νὰ τονίσω, ὅτι, καὶ εἷς μόνον ἐὰν μείνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἠδικημένος καταφώρως, πάντοτε θὰ κρατῇ τὴν πληγὴν χαίνουσαν, καὶ θὰ τὴν κρατῇ τὴν πληγὴν ἐκεῖ ὅπου ἀκριβῶς οὐδὲν χάσμα, οὐδεμία πληγὴ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἐκεῖ ὅπου ἀκριβῶς μετ’ οὐ πολὺν χρόνον θὰ κληθῶσι νὰ ἀγωνισθῶσι τὸν ὕστατον ἀγῶνα. Νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται στοιχειῶδες καθῆκον εἰς τὸν ἔντιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ σκεφθῇ ἄλλως, ὄχι ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ὡς ἄνθρωπος πλέον. Τώρα ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Ἀλλὰ τί ἐπεζήτησεν ὁ λαὸς ἐπαναστατήσας; Ἐζήτησε τὴν κατάλυσιν τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἐφαντάζετο, ἐπίστευε καὶ τὸ πιστεύει φαῦλον. Τί χωρίζει ἐμὲ πρὸς ἐκεῖνο; Ἴσως νὰ τὸ γνωρίζῃ καὶ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνῷ τοὐναντίον πρὸς τὴν ἐπανάστασιν τί μὲ συνδέει καὶ τοῦτο πιθανὸν νὰ τὸ γνωρίζῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἀποσταλεὶς ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου ἐνταῦθα ἔχω νὰ σκεφθῶ διὰ τέσσαρά τινα· τίνι τρόπῳ θὰ ἐλαφρώσω κατὰ δύναμιν τὸν πενόμενον λαόν, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸν ἄρτον του, τὸν ἄρτον του τὸν ὁποῖον κατήντησε νὰ μὴ ἔχῃ. Θὰ ἐνθυμῆται ἴσως ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ λαϊκὸν ῥητόν, τὸ δημῶδες αὐτὸ ᾆσμα τὸ ᾀδόμενον ἄλλοτε εἰς προεκλογικὰς διαδηλώσεις, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτε ἀκριβῶς ἐφώναζον, ὅτι ἐμάστιζε τὰς Ἀθήνας πρῶτον ἡ εὐφλογία, κατόπιν ἡ σκαρλατίνα, καὶ ἤδη προσθετέον καὶ ἡ πεῖνα. Ἤλθομεν ἐδῶ, διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον τοῦ σίτου. Ἔντιμος συνάδελφος, παρακαθήμενος ἐνταῦθα, εἰς προεκλογικὴν διαδήλωσιν ὁμιλῶν ἐνώπιον τοῦ πλήθους καὶ ἐνώπιον ἐμοῦ ἔλεγεν, ὅτι πρώτιστον καθῆκον τῆς ἀνορθώσεως εἶναι ἡ ἐλάφρυνσις τῶν βαρῶν τοῦ λαοῦ καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τοῦ σίτου καὶ τοῦ ἅλατος. Ἐγὼ ἀνελθὼν εἰς τὸν αὐτὸν ἐξώστην εἶπον πρὸς τὸν λαόν, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτά, διότι ἡ καλλιτέρα αἴξ πρὸς κούρευμα εἶσαι σὺ ὁ λαὸς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαρκῶς καὶ ἄνευ ἐλέους θὰ σὲ κουρεύωσιν, εἶναι οἱ κυβερνῆταί σου, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δὲν θὰ φροντίσωσι νὰ σὲ ἐλαφρώσωσιν, ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος θὰ σοῦ γδάρουν καὶ τὸ τομάρι. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ βαρυτέρα εἰσφορὰ εἶναι ἡ τοῦ σίτου καὶ ἅλατος. Ἐκτὸς τούτου ὁ λαὸς ἐπεζήτησε νὰ κατασκευάσῃ στρατὸν καὶ στόλον προσφέρων καὶ τὸ ἔνδυμα, τὸ ὁποῖον φορεῖ, καὶ ἐκ τοῦ ἄρτου του ἀκόμη, καίτοι πεινᾷ, διὰ νὰ παρασκευασθῶσιν αἱ κατὰ ξηρὰν καὶ αἱ κατὰ θάλασσαν δυνάμεις τῆς χώρας ἡμῶν, διὰ νὰ μὴ ἀνεχθῇ ἐκ νέου τὸ θέαμα τῶν ὕβρεων καὶ τῶν ἀτιμώσεων καθ’ ἑκάστην παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρὸ μιᾶς δρακὸς ἀνθρώπων προχθὲς ἔτρεμον. Τί ἄλλο μᾶς ἐζήτησεν ὁ λαός, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα; Ὁ λαὸς μᾶς ἐζήτησε, Κύριοι, δικαιοσύνην καὶ ἰσότητα. Ἐφ’ ὅσον ἐγὼ εἶμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἔχω καθῆκον νὰ τονίζω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἔχεις τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ καθῆκον σὺ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἀπέναντι ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι καθήμεθα ἐνταῦθα, νὰ ἐπαναφέρῃς τὸ ἴσον καὶ ν’ ἀποδώσῃς τὴν δικαιοσύνην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταφώρως καὶ ἀποδεδειγμένως ἠδικήθησαν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκ δευτέρου ὁ ἔντιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ νὰ περιπέσῃ εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν ὀλίσθημα καὶ εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν σφάλμα καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπεράνω τῆς στοιχειώδους δικαιοσύνης θέτω τὸ πολιτικόν μου συμφέρον. Δὲν πιστεύω νὰ θελήσῃ ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ πειθαρχία αἴρεται μόνον δι’ αὐτῶν τῶν ἐπισήμων δηλώσεων. Δὲν πιστεύω νὰ θελήσῃ νὰ τονίσῃ ὅτι χρειάζεται καὶ ἐνταῦθα πυγμή, διότι πολὺ ταχέως ἡ πυγμὴ θὰ μεταβληθῇ εἰς νεροκολοκύνθην. Τέλος πάντων, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω νὰ τονίσω τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντες ὑπ’ ὄψει ἐν τῇ συνειδήσει καὶ ἐν τῷ νῷ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἡ κρηπίς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἑδράζεται ὄχι μόνον ἡ εὐημερία, ἀλλὰ καὶ ἡ πρόοδος τῶν Κρατῶν, καὶ ἡ πρόοδος τῶν ἐθνῶν, καὶ ἡ πρόοδος τῶν φυλῶν, καὶ τῶν φυλῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀκόμη πολλὰ νὰ ἐκτελέσωσι, πολλὰ τὰ ὁποῖα μένουσιν ἀνεκτέλεστα καὶ τὰ ὁποῖα θέτομεν εἰς τὴν ὄπισθεν τοῦ Αἰσωπείου μύθου πήραν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἀλλάξῃ τὰ σακκίδια τῆς πήρας του, νὰ μεταφέρῃ τὸ πολιτικὸν συμφέρον εἰς τὴν ὄπισθεν πήραν, καὶ τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος εἰς τὴν ἔμπροσθεν πήραν, διὰ νὰ βλέπῃ αὐτὸ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης πράττει ὅλως τὸ ἐναντίον. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι τοῦτο τὸ πράττει ἐξ ἐλλείψεως πατριωτισμοῦ· πᾶν ἄλλο, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ σκεφθῇ ὅτι τὸ πλανᾶσθαι εἶναι ἀνθρώπινον καὶ ὀφείλει ν’ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς καὶ τῶν ἄλλων τὰς γνώμας, χωρὶς νὰ ὀργίζηται ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν κάμνουσιν οὐδὲν ἄλλο παρὰ νὰ τονίζωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ εἰλικρίνεια καὶ ὁ πόνος πρὸς τὴν πατρίδα ὑπαγορεύει. Ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω εἰς τὸν ἔντιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ εἰς τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὅτι ὀφείλει τὰ παραδείγματα νὰ τὰ παραδειγματίζηται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς Ἱστορίας τοῦ τόπου τῶν δύο πόλεων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσαι μίαν δρᾶκα κατὰ τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν ἐπεζήτησαν καὶ αὐτὴν τὴν κοσμοκρατορίαν. Δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῇ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ αὐτὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ παύσωσι πλέον κοιμώμενοι, διότι ἡ Σπάρτη, ἡ ὁποία ἐπὶ ὀκτακόσια ἔτη δὲν εἶδε καπνὸν ἐχθρικὸν ἀναθρώσκοντα εἰς τὰ ὄρη αὐτῆς, εἶδε τότε μόνον, ὅτε εἶπε τὸ διάσημον καὶ ἱστορικῶς διεθνὲς καταστάν, ὅτι «πρέπει ἐπὶ μίαν ἡμέραν οἱ νόμοι νὰ κοιμηθῶσι». Πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχων αὐτὴν ὑπ’ ὄψει του καὶ τὴν Ἱστορίαν τῆς πρωτευούσης, τὴν Ἱστορίαν τῶν Ἀθηνῶν, πρέπει νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς πραγματικοὺς νόμους ἐν ἰσχύϊ καὶ ὄχι ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν παρὰ πάντα νόμον. Καὶ θὰ ἐνθυμηθῇ ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι οἱ νόμοι ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τὴν αἰχμὴν τῶν λογχῶν καὶ ὄπισθεν δορυφόρων, ὄπισθεν ἐγχειριδίων. Πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ἡ γαλήνη, πρέπει ν’ ἀποδοθῇ ἡ δικαιοσύνη, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀγνοῇ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐν Ἀθήναις ἴσχυε νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον πᾶς πολίτης ἠδύνατο νὰ φονεύῃ τὸν ἄρχοντα αὐτοῦ, ὅτε εὕρισκεν αὐτὸν μεθύοντα, ὄχι διότι ἐπρόκειτο νὰ παραβιάσῃ ἐν τῇ μέθῃ του ἕνα νόμον, ἀλλὰ διότι ἐν τῇ μέθῃ του ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ πέτρα σκανδάλου τῆς παραβιάσεως τῶν κειμένων νόμων ἀπὸ τοὺς πολίτας τῆς πόλεως. Ὀφείλει ὡσαύτως ἡ Βουλὴ καὶ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὅτι τὸ σοφώτερον τῶν ἀρχαίων ῥητῶν εἶναι, ὅτι «ἐν τῇ δικαιοσύνῃ εἶναι συλλήβδην πᾶσα ἀρετή» καὶ ὅτι τὰ ἔθνη, ὅτι τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ὡς κάτοπτρον τὸ τοιοῦτον σοφὸν ῥητόν, δὲν εἶναι προωρισμένα νὰ ζῶσιν, ἀλλ’ εἶναι προωρισμένα ν’ ἀποθάνωσιν. Ἀλλ’ ἡ Ἱστορία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, Ἱστορία τόσων χιλιάδων ἐτῶν, ἐν μέσῳ πικριῶν καὶ ἀλλεπαλλήλων δουλειῶν λέγει τὸ ἐναντίον. Τοῦτο λοιπὸν ἔχων ὑπ’ ὄψει του ὀφείλει νὰ ὑπολογίσῃ, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἡ κρηπίς, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ στηρίξῃ τὸ ἔθνος τὰς προσδοκίας αὑτοῦ, καὶ αὐτὸς δὲ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μὲ τὴν εὐχὴν σύμπαντος τοῦ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμοῦ θὰ ἑδραιώσῃ τὴν θέσιν του ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς πατρίδος καὶ ἑαυτοῦ. (Χειροκροτήματα).
§160Π. ΓΚΙΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἠγέρθη ζήτημα διὰ τὴν γενομένην ἐκκαθάρισιν τοῦ Ναυτικοῦ, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν. Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτός, νόμος ἐξόχως κολακευτικὸς διὰ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, μᾶς ἐπέβαλε τὴν θλιβερὰν ἐντολὴν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἰς οὐδένα μᾶς ὑπεχρέωσε νὰ λογοδοτήσωμεν. Αἰσθάνομαι ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ λογοδοτήσω ἐνώπιον τοῦ Κράτους διὰ τὴν ἐνέργειάν μου ἐκείνην, καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην θὰ τὴν θεωρήσω ὡς τὴν εὐτυχεστέραν στιγμὴν τοῦ βίου μου, διότι εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους θὰ λογοδοτήσω, μίαν μόνον μομφὴν θ’ ἀποδώσωσιν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους μου, ὅτι ἐφέρθημεν εἰς ἄκρον ἐπιεικεῖς.
§161ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας προὐκάλεσε τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ὡς εἰς τὸ θεμέλιον πάσης εὐνομουμένης Πολιτείας, προυκάλεσε δ’ αὐτὸν συγχρόνως ν’ ἀποδώσῃ τὴν ἠρεμίαν καὶ τὴν γαλήνην εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, διὰ νὰ διαλύσω τὰς ὑφισταμένας ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ πλάνας καὶ ν’ ἀποδείξω ὅτι ἐγὼ ἀγωνίζομαι ὑπὲρ τοῦ κύρους τῶν κειμένων νόμων καὶ ὅπως ἀποδώσω τὴν ἠρεμίαν, τὴν γαλήνην καὶ τὴν τάξιν εἰς τὸν στρατόν, οἱ δὲ ζητοῦντες ν’ ἀναιρέσωμεν τὰ κριθέντα ζητοῦσι νὰ ἐνσπείρωσι ταραχὰς καὶ ἀνησυχίας καὶ νέας περιπλοκὰς ἐν τῷ στρατεύματι.
§162Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐννοεῖτε καὶ ἐμέ;
§163ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὡμίλησα δι’ ὅλους. Δὲν ἀμφισβητῶ τὴν καλήν σας πίστιν, ἀλλὰ λέγω ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας θὰ εἶναι τοῦτο μόνον: ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, ἂν νομίζητε ὅτι ἀποτελεῖ ἐφαρμογὴν δικαιοσύνης, δὲν ἀποτελεῖ, ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν αὐτῆς, δι’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀνησυχίαν καὶ τὴν ἀταξίαν. Ὁ ἀκούσας τοὺς προλαλήσαντας θὰ ὑπέθετεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἐνώπιόν της μίαν δίκην ποινικὴν ἐκκρεμῆ, εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖται ἡ Κυβέρνησις νὰ παρεμβῇ, ἵνα φροντίσῃ νὰ μὴ λάβῃ χώραν ἀδικία. Θὰ ἔλεγεν ἀκόμη, ἂν μὴ τοῦτο, ὅτι ἔχει τοὐλάχιστον ὑπ’ ὄψει αὐτῆς μίαν ποινικὴν δίκην, ἡ ὁποία διεξήχθη κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ καὶ τοῦ ἀνθρωπίνου νόμου καὶ κατεδικάσθη εἷς ἀθῷος, ὁ ὁποῖος ζητεῖται νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν ἄδικον καταδίκην. Ἀλλ’ ὅμως δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἁπλούστατα πρόκειται περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν πᾶσα Πολιτεία διὰ τῶν καθεστηκυιῶν Ἀρχῶν, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐν προκειμένῳ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὁποία ἐφαρμογὴ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας προυκάλεσε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν, καὶ ἔθεσεν, ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀποστρατείας, ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν. Ἐπρόκειτο, κύριοι Βουλευταί, νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὸν στρατὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεζητήθη ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ ὅταν λέγω ἐπανάστασιν δὲν ἐννοῶ τὴν στρατιωτικὴν ἐξέγερσιν, ἐννοῶ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος, τὴν ὁποίαν παρηκολούθησεν ἡ στρατιωτικὴ ἐξέγερσις, ἐπρόκειτο, λέγω, νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὸν στρατὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας. Ἐπρόκειτο νὰ ἐκκαθαρισθῶσι καὶ ἀπὸ τὸν στρατὸν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκρίνοντο μὴ χρήσιμα διὰ τὸν στρατὸν, τὰ ὁποῖα ἐκρίνοντο ὡς παρεμποδίζοντα τὴν καλὴν λειτουργίαν τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο ἐπεδιώχθη· καὶ ἐνῷ τοῦτο ἐγένετο καὶ δι’ ὅλας τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, διὰ τὸν στρατὸν δὲ ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι παρεῖχον πολὺ μείζονας ἐγγυήσεις, ὅτι δὲν ἔλαβον χώραν ἀδικίαι, παρ’ ὅ,τι ἐγένετο διὰ τὰς ἄλλας ἐκκαθαρίσεις, ὑπάρχει σήμερον ἡ τεχνητὴ αὐτὴ ἐξέγερσις, εἶναι τεχνητή, διότι δὲν εἶναι ἀληθὴς ἐξέγερσις, τῶν ἐξελθόντων ἐκ τοῦ στρατοῦ ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ δεκάδων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι κραυγάζουν ὅτι ἀνηρέθη πᾶς θεῖος καὶ ἀνθρώπινος νόμος, ὅτι κατεπατήθη τὸ Σύνταγμα καὶ αἱ ἀρχαὶ τοῦ ποινικοῦ δικαίου, διὰ νὰ ἐξέλθουν αὐτοὶ ἀπὸ τὸν στρατόν. Σημειωτέον δέ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐτονίσθη μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας τὸ σημεῖον, ὅτι οἱ ἐκκαθαρισθέντες αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν προσεκλήθησαν εἰς ἀπολογίαν ὑπὸ τοῦ ἐκκαθαριστικοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω, διότι ἔφερον τὸν παραλληλισμὸν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ στρατοῦ πρὸς τὰς ἄλλας ἐκκαθαρίσεις, ὅτι εἰς ἀπολογίαν δὲν προσεκλήθησαν οὔτε οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐξεκαθαρίσθησαν, οὔτε οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ὁποῖοι ἐξεκαθαρίσθησαν μάλιστα ἀπὸ Ἀρχὴν καθαρῶς πολιτικήν, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐξεκαθαρίσθησαν ὑπὸ τοῦ σωματείου των. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ πράγματα, ὡς βλέπετε, εἶναι πολὺ ἁπλᾶ, ὅπως προκύπτει ἐκ τῆς ἀναλογίας καὶ τῆς συγκρίσεως πρὸς τὰς ἄλλας γενομένας ἐκκαθαρίσεις, οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἔλαβον ἀνὰ χεῖρας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ ἐζήτησαν νὰ πείσουν τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία δὲν ἀνετράπη, διὰ νὰ ἐπέλθουν τὰ ἀποτελέσματα αὐτά. Τὰς ἄλλας βεβαίως παρατηρήσεις τὰς μνημονευθείσας ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Λακωνίας θὰ ἠδίκουν τὴν Βουλὴν ἂν τὰς ἀνέφερον. Διὰ νὰ τὰς ἀναιρέσω, θὰ ἐλάμβανον τὸ 102 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι οὐδεὶς ἀξιωματικὸς στερεῖται τοῦ βαθμοῦ του ἄλλως ἢ ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, καὶ θὰ ἔλεγον ὅτι, καὶ ἂν ἐπρόκειτο περὶ συζητήσεως τοιαύτης, θὰ εἴχομεν τὰ πράγματα καλῶς διεξαχθέντα. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ τούτου; Μήπως ἐστερήθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ βαθμοῦ των ἢ τῶν συντάξεών των; Ὂχι. Ὄχι μόνον δὲν ἐστερήθησαν τοῦ βαθμοῦ των, ἀλλὰ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν διὰ τῆς πράξεως τῆς ἐκκαθαρίσεως ἔλαβον βαθμοὺς ἀνωτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους εἶχον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ των ἐν τῷ στρατῷ, καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, μὴ ἔχοντες δικαίωμα κἂν πρὸς σύνταξιν, ἔλαβον τοιοῦτον. Ὥστε οὐδεμία περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 192 ὑπάρχει, διότι οὐδεὶς ἐστερήθη τοῦ βαθμοῦ του, ἀλλὰ καὶ ἔλαβε βαθμόν, δὲν ἐστερήθη τῆς συντάξεώς του, ἀλλὰ καὶ ἔλαβε σύνταξιν. Οἱ μὴ ἔχοντες δικαίωμα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθεστώτων νόμων, καὶ αὐτὸν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπεδίωξε τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν στρατιωτικῶν, τὸν χαρακτηρίζουν ἀνελεύθερον, ἐξαιρετικόν, τυραννικόν. Ἀλλ’ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ πράγματος ὅτι δὲν ἐστερήθησαν τοῦ βαθμοῦ των. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον διὰ νὰ συγκινήσουν τὴν Βουλήν, ἂν δὲν πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως βαθμοῦ, ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ στερήσεως συντάξεως· ἂν τοὐναντίον ὁ νόμος ἐπρονόησε νὰ δώσῃ καὶ ἄλλον βαθμὸν καὶ νὰ δώσῃ καὶ συντάξεις εἰς ὅσους δὲν εἶχον, ἐν τούτοις ὁ νόμος ἐστέρησε τῆς τιμῆς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, καὶ ἑπομένως τὸ πρᾶγμα δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ συγκινῇ τὴν κοινὴν γνώμην. Ἀλλὰ πρὸς ἀπόδειξιν τί προσάγουν; Προσάγουν τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐκκαθαρίσεως; ὄχι, διότι αὐταὶ λέγουν ὅτι ἐκκαθαρίζονται, διότι ἦσαν ἀνίκανοι πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν στρατιωτικῶν αὑτῶν καθηκόντων.
§164Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι δικαιολογία αὐτή;
§165Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι πλήρης δικαιολογία, ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ γνωμοδοτήσεως συμβουλίου. Ἀπεπέμφθησαν λοιπὸν ἐκ τοῦ στρατοῦ δι’ ἀνικανότητα περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας των, διότι δὲν ἐθεωροῦντο χρήσιμα στοιχεῖα ἐν τῷ στρατῷ. Δὲν προσάγουν λοιπὸν τὰς ἀποδείξεις τοῦ ἰσχυρισμοῦ των, ἀλλ’ ἀνατρέχουν εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἀνευρίσκουν ἐν αὐτοῖς τί εἶπεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ζητῶν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ βεβαίως σοβαρῶς δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπιζητοῦντος τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, δύνανται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν σήμερον, ὅπως χαρακτηρισθῶσιν αἱ ἀποφάσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος, ὅτι ἀποτελοῦν ἀτιμωτικὸν στίγμα διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο ὅτι ἔνιοι ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν δι’ ἠθικοὺς λόγους, ἀλλ’ οἱ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐξεκαθαρίσθησαν διὰ λόγους ἀνικανότητος πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν στρατιωτικῶν των καθηκόντων. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει πῶς εἶναι δυνατόν, σοβαρῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ γίνεται παραλληλισμὸς μεταξὺ τῆς περιστάσεως τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν καὶ τῆς περιστάσεως τῆς δίκης τοῦ Δρεϋφούς, ἡ ὁποία συνεκίνησεν ἐπὶ τόσα ἔτη τὴν Γαλλικὴν Δημοκρατίαν; Ὁ Δρεϋφοὺς εἶχε καταδικασθῆ κατὰ παράβασιν ἀκριβῶς τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ ποινικοῦ διαδικαστικοῦ νόμου, εἶχε καταδικασθῆ ὡς προδότης ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον εἰς τὸ δικαστήριον δὲν ἀπεδείχθη, τοῦ ὁποίου ἑπομένως δὲν ἔλαβεν οὐδεμίαν γνῶσιν ὁ κατηγορούμενος διὰ νὰ ἀπολογηθῇ, καὶ τὸ ὁποῖον προσήχθη συζητουμένης τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ δωμάτιον τῶν διασκέψεων, καὶ τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη κατόπιν ὅτι ἦτο πλαστόν. Ἐξηγέρθη δὲ φυσικὰ ἡ συνείδησις τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ καὶ ἐπέμεινε μέχρι τέλους, ὅπως ἀρθῇ ἡ καταδίκη αὕτη, διὰ τῆς ὁποίας κατεδικάσθη νὰ ζῇ ἐξόριστος εἰς τὴν Νῆσον τοῦ Διαβόλου, κατὰ τὴν συνείδησιν τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ταύτην ἐπιδειχθεῖσαν ἐννόμως. Πότε ἤρχισεν ἡ ἐξέγερσις αὕτη; Ὅτε μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν τοῦ Henri ἐθεωρήθη ὅτι ἔλαβε χώραν fait nouveau, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπε τὴν ἀναθεώρησιν τῆς δίκης, καὶ ἐπεδιώχθη ἡ ἀναθεώρησις ἐπὶ τῇ βάσει τούτου. Τίνα ὁμοιότητα ἔχουν ταῦτα πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν συμβαίνοντα; Κατεδικάσθη τις τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἐπὶ προδοσίᾳ; Ἐστάλη εἰς τὴν Νῆσον τοῦ Διαβόλου, ἀποκλειομένης αὐτῷ πάσης συγκοινωνίας μετὰ τοῦ ἄλλου κόσμου; Ἔπαθε τὴν τρομερὰν ἐκείνην ἐξύβρισιν τοῦ ξηλώματος τῶν γαλονίων ἐνώπιον τῶν παρατεταγμένων συνταγμάτων τοῦ στρατοῦ, ὡς ὑπέστη αὐτὴν ὁ ἀτυχὴς Δρεϋφούς; Ἔλαβε τίποτε ἐξ αὐτῶν χώραν, ὥστε νὰ ἐξεγείρῃ τόσον τὴν ψυχὴν ἡμῶν, ὥστε νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ ἀνατρέποντες τὰ κριθέντα καὶ ἐνσπείροντες νέα ζιζάνια καὶ ἀταξίαν καὶ διαιρέσεις, ἵνα διαταράξωμεν τὴν μόλις ἀποκατασταθεῖσαν γαλήνην ἐν τῷ στρατεύματι; (Χειροκροτήματα). Καὶ ὅμως τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθησαν, δὲν δύναται παρὰ μόνον ἐναντίον αὐτῶν νὰ στραφῇ, διότι ὁ Δρεϋφούς, τοῦ ὁποίου ἡ ἀθῳότης ἀπεδείχθη πλήρης, ὁ ὁποῖος ἀπεδόθη εἰς τοὺς κόλπους τῆς οἰκογενείας του, τὸν ὁποῖον ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ προαγάγῃ κατὰ ἕνα βαθμὸν καὶ νὰ τῷ δώσῃ τὸ παράσημον τοῦ λεγεῶνος τῆς τιμῆς, ὁ Δρεϋφοὺς ὑπεχρεώθη ν’ ἀποστρατευθῇ, διότι ἐλέχθη εἰς αὐτὸν ὅτι μετὰ τὰ γενόμενα δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπηρετήσῃ. Καὶ ὁ Δρεϋφοὺς τὸ ἀνεγνώρισε καὶ ὁ Δρεϋφοὺς ἀπεσύρθη τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, Κύριοι, ὀκτὼ δεκάδες ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ὑπὸ τῶν συναδέλφων των ὅτι δὲν δύνανται νὰ συνυπηρετῶσι πλέον μετ’ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπεμακρύνθησαν τοῦ στρατοῦ χωρὶς ἀτιμωτικήν, χωρὶς καταδικαστικὴν ἀπόφασιν διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας...
§166Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τῆς παρανομίας.
§167Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. ... ἔχετε τὴν ἀξίωσιν, διότι αὐτὴ ἦτο ἡ ἀρχικὴ ἀξίωσις καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχικὴ ἐπερώτησις, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν στρατόν;
§168Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι· δὲν ἐζητήσαμεν τοιοῦτόν τι.
§169Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σεῖς δὲν τὸ ἐζητήσατε· ἐρωτήσατε ὅμως αὐτοὺς νὰ σᾶς εἴπωσι τί ζητοῦσιν. Ἐγὼ τοὺς εἶδον καὶ γνωρίζω τί θέλουσιν.
§170Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶδον κανένα· ὡμίλησα ἐν ὀνόματι τοῦ δικαίου.
§171Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν· τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ὑμέτερον. Καὶ ὁ μὲν Δρεϋφοὺς ἠναγκάσθη ν’ ἀποστρατευθῇ, ἐνῷ οὐδένα ἠδίκησεν, ἐνῷ ὑπέστη τὴν πικρίαν τῆς καταδίκης καὶ τῆς ἐξορίας τῶν ἐτῶν ἐκείνων ἐν σιωπῇ, οὐδένα ὑβρίζων καὶ οὐδένα μεμφόμενος, καὶ ἀξιοῦσι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπομακρυνθέντες αὐτοῦ κατὰ γνώμην τῶν καθεστηκυιῶν καὶ νομίμων ἀρχῶν...
§172Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τῶν ἀνόμων ἀρχῶν.
§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. ... διὰ φυλλαδίου, τὸ ὁποῖον πάντες γνωρίζετε, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, διὰ νὰ καταλήξῃ εἰς ὃ κατέληξε συμπέρασμα, διότι μεθ’ ὅσα ἐγράφησαν μετὰ τὸ χάσμα, τὸ ὁποῖον ἀπεχώρισε τοὺς ἐκκαθαρισθέντας πρὸς τοὺς ἀπομείναντας, εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐπάνοδος αὐτῶν εἰς τὸ στράτευμα. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτε ὡμίλησα τὴν πρώτην φοράν, ἀπαντῶν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ ζήτημα τὸ παρουσίαζον ὑπὸ τὴν ὄψιν τῆς δικαιοσύνης, ὅτι—χωρὶς ν’ ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὑπὲρ τῶν παραπονουμένων, τοῦτο μόνον δεχόμενος, ὅτι ὡς ἐκ τῶν ὅρων καὶ τῶν περιστάσεων καὶ τῶν καιρῶν καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις— εἶναι ἐνδεχόμενον, δὲν ἀποκλείεται, δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ ἐκρίθησάν τινες ὑπεράγαν αὐστηρῶς. Τίποτε ἄλλο δὲν εἶπον καὶ τὸ μετέφρασαν ὅτι ἐσήμαινεν ἀναγνώρισιν ἀδικίας. Εἶπον ὅτι, χωρὶς ν’ ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι τὸ δίκαιον ὑπὲρ αὐτῶν, ἔχω τὸ δικαίωμα ἐναντίον τῆς ἀπόψεως, τὴν ὁποίαν προβάλλουσιν ἄλλοι, νὰ προβάλω τὴν ἀντίληψιν τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος, οὐχὶ βεβαίως τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος τῆς Κυβερνήσεως, οὐχὶ τοῦ κομματικοῦ συμφέροντος αὐτῆς, ἀλλὰ τοῦ εὐρυτέρου συμφέροντος, καὶ τοῦ στρατεύματος καὶ τῆς χώρας, ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην ἡσυχίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε νὰ μὴ ἀνακινήσω τὸ ζήτημα καὶ νὰ μὴ ἀποφασίσω κατὰ τὰς ἀξιώσεις τῶν παραπονουμένων, διότι θὰ ἐνέσπειρον τὴν διχοστασίαν, τὴν ἔριδα καὶ τὸ νεῖκος εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. (Χειροκροτήματα).
§174ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸ περιεμένομεν αὐτό.
§175ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βλέπετε ἐκ τούτου, κύριοι Βουλευταί, πόσον ἀπρόσφορος ἦτο ἡ ἐπίκρισις τῶν ὅσα εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς δίκης τοῦ Ἠπίτου, ὅτε ἔλεγον, ὅτι ἐθεώρουν καθῆκον ἐμοῦ, ὅπως προλάβω τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ εἰς ἕνα πολίτην, νὰ συνδέσω τὴν ὑπόστασιν ἐμοῦ, ἵνα προλάβω τὴν ἀδικίαν ἑνὸς πολίτου.
§176ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν συνείδησίν μου διὰ τῆς ἀποφάσεως ἐμειώθη καὶ ἡ ἰδική σας θέσις, διότι εἶσθε ὑπὸ κρίσιν καὶ σεῖς, ὅτε ἐδώκατε τὴν ἀπόφασίν σας ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου· ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ ἔθηκεν ὑπὸ κρίσιν καὶ ὑπὸ κατηγορίαν καὶ ὑμᾶς τὸν ἴδιον.
§177ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τί ἐννοεῖτε μὲ τοῦτο, ἀφοῦ ἐκαλούμην ἐκ τοῦ νόμου νὰ δικάσω; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· δὲν ἐλέγχομαι ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμήν· ἐπρόκειτο νὰ πείσω ὑμᾶς περὶ ἄλλου ἢ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐπίκρισις τῶν κριθέντων κατὰ τὴν δίκην τοῦ Ἠπίτου, διὰ νὰ θεωρηθῶ εὑρισκόμενος ἐν ἀντιφάσει; Διότι ἐδῶ πρόκειται περὶ κριθέντων, περὶ περατωθέντων πραγμάτων, καὶ ἀξιοῦσι ν’ ἀνατρέψωμεν τὰ κεκριμένα καὶ τὰ περατωθέντα, διὰ ν’ ἀνοίξωμεν τοὺς ἀσκοὺς τοῦ Αἰόλου, διὰ νὰ ῥίψωμεν τὴν ἔριδα καὶ τὸ νεῖκος εἰς τὸν στρατόν, ὄχι βεβαίως ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς χώρας.
§178ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἡ ἐπαναφορὰ τοῦ Διαδόχου;
§179ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὴν συζητήσωμεν αὔριον, κύριε Βουλευτά, καὶ τότε θὰ ἴδητε πῶς θέλω παρασταθῆ, ἐνταῦθα μὲν γινόμενος ὄργανον τῆς ἐπαναστάσεως, εἰς τὴν ἄλλην συζήτησιν δὲ γινόμενος ὄργανον τῆς Αὐλῆς. Τότε θὰ σᾶς ἐξηγήσω διατί ἀκολουθῶ ὡρισμένην γραμμὴν καὶ ἔχω ὡς γνώμονα τὸ κοινὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον σήμερον μοὶ ἐπιβάλλει τοῦτο, καὶ αὔριον εἰς τὴν ἄλλην ὑπόθεσιν μοὶ ἐπιβάλλει τὸ ἄλλο. (Χειροκροτήματα).
§180ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εὔχομαι ν’ ἀποβῇ ἐπ’ ἀγαθῷ.
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἀγωνίζομαι ἐγὼ καὶ ὑπὲρ τῶν νόμων καὶ ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, οἱ δὲ ζητήσαντες, ὅπως ἡ Βουλὴ αὕτη μεταβληθῇ, εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε δι’ ἐπιτροπῆς, εἰς δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ τὰ γενόμενα διὰ ν’ ἀποφανθῇ, ἂν καλῶς ἐγένοντο, ζητοῦσι πράγματα ἀντισυνταγματικά, ἄντικρυς ἀνατρεπτικὰ αὐτῶν τῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος, διότι κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν εἶναι ἀκριβῶς καθωρισμένη καὶ τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι Σῶμα καθαρῶς νομοθετικὸν καὶ ἐλεγκτικὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβληθῇ εἰς δικαστήριον. Ἂν ἐζητεῖτο νὰ συστηθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ἀνεύρῃ, ἂν ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, δηλούσης ὅτι δὲν θὰ ἐδέχετο ἀπόφασιν περὶ ἐπανόδου τῶν ἐκκαθαρισθέντων, δὲν εἶναι ὀρθή, ἂν ἐζητεῖτο τοιαύτη ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ἡ πρότασις θὰ ἦτο νόμιμος, διότι θὰ ἐζητεῖτο νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή, ὅπως ἀσκήσῃ τὸ ἐλεγκτικὸν αὑτῆς δικαίωμα. Ἀλλὰ δὲν ζητεῖται τοιοῦτόν τι· ζητεῖται ἡ Βουλὴ αὕτη, μεταβαλλομένη εἰς δικαστήριον κατ’ ἀνατροπὴν τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς τοῦ Συντάγματος, μεταβαλλομένη εἰς δικαστήριον διὰ μιᾶς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν θὰ συνθέσῃ, ὅπως προεξετάσῃ τὰ πράγματα, νὰ ἔλθῃ αὐτὴ αὕτη κρίνουσα τὰ ὑπ’ ἄλλων ἁρμοδίως καὶ κατὰ νόμον κριθέντα, νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ εἴπῃ «ὁ δεῖνα καὶ ὁ δεῖνα δὲν ἐξεκαθαρίσθησαν δικαίως». Ἀλλὰ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ τοιοῦτόν τι, καὶ δὲν εἶχον δίκαιον, ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἀποδείξω ὅτι ἐγὼ ἀγωνίζομαι ὑπὲρ τῶν νόμων, ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπὲρ τῶν θεμελιωδῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτεύματος; Οἱ φρονοῦντες ὅτι ἠδικήθησαν διὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως ἔχουσιν ὁδόν, ὅπως ἀνεύρωσι τὸ δίκαιόν των· τὴν ὁδὸν αὐτὴν τὴν χαράττει τὸ πολίτευμα· εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Ἂν νομίζουσιν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει ἀντισυνταγματικοῦ νόμου ἐξεκαθαρίσθησαν, ἂν ἀξιοῦσιν, ὅτι δὲν ὑπάρχει συνταγματικὴ διάταξις, ἡ ὁποία δὲν κατεπατήθη, διὰ νὰ ἀπομακρυνθῶσιν αὐτοὶ ἐκ τοῦ στρατεύματος, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ προσβληθέντος δικαίου των.
§182Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἴδετε δικαιοσύνην· σᾶς τὴν ἀνέγνωσα.
§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς ἄλλην ἀνάλογον περίστασιν, καὶ τὴν μνημονεύω, διότι τὴν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας. Κατὰ τὸ 1878 ἐγένετο ἐκκαθάρισις ἐν τῷ στρατεύματι, καὶ ἠξεύρετε πῶς ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις αὕτη; Ἀνετέθη ἡ κρίσις, περὶ τοῦ ποῖοί εἰσιν οἱ ἐκκαθαριστέοι, εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον προσθήκῃ δύο ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν, καὶ ὀρθῶς ἀνετέθη, διότι ἡ μετάστασις ἀξιωματικῶν ἀπὸ τὴν ἐνεργὸν κατάστασιν εἰς ἄλλην κατάστασιν καὶ τὴν τῆς ἀποστρατείας δύναται νὰ γίνῃ ἁπλούστατα, ἀρκεῖ νὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου, διὰ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκληθῇ ἁπλῶς ἐπὶ τῇ γνώμῃ τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο οὐδαμῶς θὰ ἀντέκειτο εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ὥριζεν ὅτι ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, δύναται νὰ μεταστῇ ἀξιωματικὸς τις εἰς κατάστασιν ἀποστρατείας. Προσέφυγον δὲ τότε οἱ ἐκκαθαρισθέντες καὶ ἀπομακρυνθέντες τοῦ στρατοῦ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ βραχὺ αὐτὸ διάστημα χρόνου νὰ μοὶ παρασχεθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, προσέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἐκέρδισαν τὴν δίκην καὶ ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ ἀπομάκρυνσίς των δὲν ἦτο νόμιμος, καὶ τότε ἦλθεν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι εἰς τοὺς δικασθέντας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀγωγῶν, καὶ εἰς ἐκείνους, ὧν δὲν ἐξεδικάσθησαν αἱ ἀγωγαὶ ἢ ἐνάγουσι διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, περὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάνθησαν τὰ δικαστήρια, ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανέλθωσι καὶ ἀναλάβωσι τοὺς βαθμούς των, ἀφοῦ τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς δικαιοσύνης.
§184Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἴδετε ἡ σημερινὴ δικαιοσύνη τί λέγει;
§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὁδός, ἡ ὁποία εἶναι ἀνοικτὴ εἰς τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ἀξιωματικούς. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον ζητεῖται ὅπως ἀσκηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι παράνομον, εἶναι ἀντισυνταγματικόν, εἶναι ἀνατρεπτικὸν αὐτῶν τῶν θεμελιωδῶν ὅρων τοῦ πολιτεύματος. Δὲν ἀξιῶ βεβαίως ἀπὸ τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ἀξιωματικοὺς ν’ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἠθικὸν ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆλθεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ζακύνθου, ὁμιλῶν περὶ τῆς γενομένης ἐκκαθαρίσεως, συνεπεία τῆς ὁποίας δὲν εὑρίσκεται μὲν οὗτος εἰς τὸν κλάδον αὐτόν, ἀλλ’ ἔχομεν ὄντως ἡμεῖς τὴν τιμὴν νὰ τὸν ἔχωμεν μεταξὺ ἡμῶν, δὲν ἀξιῶ βεβαίως, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀξιῶ ὑπεράνθρωπα πράγματα· δὲν ἀξιῶ τοῦτο. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀρνῶμαι τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν ἢ νομίζουσιν ὅτι ἠδικήθησαν, νὰ προσφύγωσιν εἰς ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα καθιέρωσαν οἱ κείμενοι νόμοι, διὰ ν’ ἀνεύρωσι τὸ δίκαιόν των, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ἵνα τὸ Σῶμα τοῦτο τερματίσῃ τὴν συζήτησιν συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην ταύτην τῆς Κυβερνήσεως. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῶν ἀναφερομένων θέλουσιν ἀναγνωρίσει, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, οὔτε σκόπιμον θὰ ἦτο, νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον δικαίωμα καὶ θὰ ἦτο ὑπηρεσία ὠφέλιμος πρὸς τὸν τόπον νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις, ἀφοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἄλλη παρ’ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τοῦτο πράττοντες θέλουσι προσφέρει ὑπερτάτην ὑπηρεσίαν πρὸς τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην ἐκ παντὸς τρόπου νὰ μὴ διαταραχθῇ ἡ ὁμαλὴ αὕτη κατάστασις καὶ νὰ μὴ ἐπέλθῃ τρικυμία, ἀνοιγομένων τῶν ἀσκῶν, ἐκ τῆς ὁποίας ὅμως πάντως οὐδένα κίνδυνον ἔχει νὰ διατρέχῃ καὶ οὐδὲν ἔχει νὰ διασαλευθῇ. (Χειροκροτήματα).
§186Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θεωρῶ ἄσκοπον καὶ ματαίαν πᾶσαν συζήτησιν, ἥτις γίνεται ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ταυτοχρόνως δὲ θεωρῶ ὅτι συντελοῦμεν εἰς τὸ νὰ περισπῶμεν τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ στρατεύματος, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχει στραφῆ εἰς τὰ πεδία τῶν ἀσκήσεων, ἀπὸ τῶν πεδίων ἐκείνων εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, καὶ διὰ τοῦτο παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ». (Ὅρα Παράρτημα Β. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
§188Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι, κατόπιν τῆς συντελεσθείσης κατὰ τοῦ πολιτεύματος παραβιάσεως ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νομίζω, ὅτι πᾶσα φωνὴ διαμαρτυρίας ἀκουομένη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν περιττεύει. Κατόπιν ὅμως τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἠκούσατε πάντες ὑμεῖς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως ἀνασκευάσω ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναιρῶν πᾶσαν ἰδέαν τοῦ δικαίου. Δὲν ἐσκόπουν δὲ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ δι’ ἕτερόν τινα λόγον, διότι δὲν ἤθελον νὰ γεννηθῇ εἴς τινα ἐξ ὑμῶν ἡ ὑπόνοια, ὅτι τοῦτο πράττων ἄγομαι ὑπὸ προσωπικῶν ἐλατηρίων. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλῶν δὲν περιμένω ἀπὸ κανένα οὔτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν οὔτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἱκανοποίησιν, διότι ἱκανοποίησιν ἔλαβον παρὰ τοῦ ὑψηλόφρονος Κερκυραϊκοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μὲ ἐξέλεξε μεταξὺ 39 ὑποψηφίων πρῶτον ἐν Κερκύρᾳ καὶ δεύτερον ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλ’ ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως ἀνασκευάσω τὰς θεωρίας τὰς καινοφανεῖς, τὰς ὁποίας ἔθετο ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θεωρίας διὰ τῶν ὁποίων ἔρχεται νὰ ἀνατρέψῃ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος, αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτειακῆς ὑποστάσεως. Εἶπεν εἰς ὑμᾶς μετὰ πολὺ μεγαλειτέρας εὐκολίας ἐκείνης μεθ’ ἧς ἀνέτρεπε τὸ πολίτευμα πρό τινων ἡμερῶν, ὅτι τὴν δικαιοσύνην θέτει ἐν ἥσσονι μοίρᾳ τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος ...
§189Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Πάλιν τὰ ἴδια ἔχομεν;
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ διακόπτητε.
§191Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἀκούσω· διακόψατέ με, διότι σᾶς διαβεβαιῶ ὅτι μοῦ κινεῖτε πάντοτε τὸ ἐνδιαφέρον· σεῖς εἰδικῶς (γέλωτες).
§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι μετ’ ἰδικιτέρας προσοχῆς δικαιοῦται νὰ ἀκουσθῇ ὁ ῥήτωρ.
§193Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν ὅτι νόμιμος ἦτο ἡ ἐνέργεια τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, ὅτι τοῦτο δὲν ἔπραξεν ἕτερόν τι παρὰ τὰ ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ κελευόμενα. Ἐγὼ θὰ ἀποδείξω εἰς ὑμᾶς ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ νόμου ἦτο καὶ ἀντισυνταγματικὴ ἦτο ἡ σύστασις τοῦ Συμβουλίου καὶ ἀντιανθρωπιστική, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, διότι παρεβίασεν ὄχι μόνον τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ κοινωνικὰ δίκαια καὶ αὐτὰς τὰς κοινωνικὰς ἀρχάς. Εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ ἐξελθόντες ἀξιωματικοὶ ἐξῆλθον μετὰ πασῶν τῶν τιμῶν, ἐξῆλθον μὲ τὸν βαθμόν, μὲ τὴν σύνταξιν· δὲν εἶπεν ὅμως, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἀπώλεσαν τὸ δικαίωμα ἐν καιρῷ πολέμου νὰ μεταβῶσι καὶ λάβωσι μέρος εἰς τὸν πόλεμον, δὲν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπώλεσαν τὴν μεγίστην ταύτην τῶν τιμῶν. Τί ἄλλο ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περιέμενε; Ποίαν μεγαλειτέραν ἀτιμίαν ἠδύναντο ν’ ἀποδώσωσιν εἰς ἄνδρα ἔχοντα φιλοπατρίαν ἀπὸ τοῦ ν’ ἀφαιρέσωσιν ἀπ’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα νὰ πολεμήσῃ ἐπὶ τῶν πεδίων τῆς τιμῆς; Πρόκειται περὶ συντάξεως, περὶ βαθμῶν; Ὄχι· δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τῆς συντάξεως οὔτε περὶ τοῦ βαθμοῦ, πρόκειται περὶ τῆς δικαιοσύνης, τοῦ σπουδαιοτέρου τῶν κοινωνικῶν στυλοβατῶν. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἐξῆλθέ τις τοῦ στρατεύματος ἀδίκως· παραδέχομαι ὅτι ὅλοι ἐξῆλθον δικαίως, ἀλλά, καὶ τοῦτο ἐὰν παραδεχθῶμεν, ἀκόμη καὶ τοῦτο καὶ τὸ τονίζω, καὶ πάλιν θὰ εὕρωμεν, ὅτι ἦτο οἰκτρά, βδελυρά, ἀπάνθρωπος ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, πῶς ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, καὶ πάντες γνωρίζετε, διότι τὰ ἠκούσατε παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν ἐπάνοδον τῶν ἀξιωματικῶν. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ζητοῦμεν τὴν ἐπάνοδον τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ φοβῆσθε παρ’ οὐδενὸς ἀντίστασιν, σεῖς ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ μόνον στηριζόμενος ἐπαναφέρετε τὸν Διάδοχον διὰ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ὑποστηρίξω, καίπερ ἀντιπολιτευόμενος τὴν Κυβέρνησιν, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, ἀντιπολιτεύομαι ταύτην ἐκ πεποιθήσεως καὶ οὐχὶ ἐξ ὑπολογισμοῦ. Ἐνῷ δὲ τὸν Διάδοχον δικαίως φερόμενος τὸν ἐπαναφέρει ἐν τῷ στρατεύματι, δὲν νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι ἐν ὀνόματι αὐτοῦ τοῦ δικαίου ὀφείλει νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῆς ἐπαναφορᾶς τῶν ἀδίκως ἀπομακρυνθέντων τοῦ στρατεύματος ἀξιωματικῶν. Δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τίποτε· εἴμεθα ἡμεῖς ἐδῶ, οἱ ὁποῖοι θὰ σπεύσωμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν ἐν ἀνάγκῃ καὶ μὲ τὰ ὅπλα, εἴμεθα δὲ ἀρκετὰ γνωστοί.
§194ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὰ ἀκριβῶς θέλω ν’ ἀποφύγω.
§195Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ σᾶς ὑποστηρίξωμεν, ἀφοῦ ἀγωνίζεσθε ὑπὲρ τοῦ καθεστῶτος καὶ τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος περὶ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ εἶπεν ὅτι ἅπασαι αἱ ἐπαναστάσεις ὑποπίπτουσιν εἰς λάθη· θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπῆρξεν ἐπανάστασις ἀλλὰ στάσις καὶ οὐδὲν ἕτερον. Διότι τὰς ἐπαναστάσεις τὰς κρίνομεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων ὅτι ἦτο αὕτη ἐπανάστασις, ὅτι ἔσχεν ἀποτέλεσμά τι ἀγαθόν. Ὑπῆρξεν ἐπανάστασις ἡ τῆς Γαλλίας, ἡ γεννηθεῖσα ἐκ τῆς κοινωνικῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν δύο τάξεων, τῶν εὐγενῶν καὶ τοῦ κλήρου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν ἀστῶν τῆς Bourgeoisie ἀφ’ ἑτέρου, διότι, ἐνῷ ἐκεῖ αἱ κατώτεραι ἐπλήρωνον τοὺς φόρους, τοὐναντίον δὲ οὐδὲν οἱ ἀνώτεροι ἐπλήρωνον, καὶ ἀπελάμβανον μόνον οἱ τελευταῖοι τῶν θέσεων καὶ τῶν τιμῶν καὶ πάσης διοικήσεως· καὶ ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη τὴν μεταβολὴν τῶν κοινωνικῶν θεσμῶν. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ ἐπανάστασις ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μεταβολὴν τῶν πολιτευμάτων. Ἐν Ἑλλάδι ποῖον ἔσχεν ἀποτέλεσμα; Τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ ἀτυχὴς λαὸς διὰ δεκάδος ἑκατομμυρίων νέων φόρων καὶ ἡ Συνέλευσις αὕτη, ἡ ὁποία οὐδένα σκοπὸν ἐπετέλεσε καὶ οὐδένα σκοπὸν θὰ ἐπιτελέσῃ, ἥτις παρεβίασε τὸ πολίτευμα, παρεβίασε τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μετατραπεῖσα εἰς νομοθετικὸν Σῶμα ἔρχεται νὰ αὐξήσῃ τὴν φορολογίαν αὐτοῦ. Ἐξεπλάγητε, ὅτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μιχαλακόπουλος σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἦτο χείρων καὶ αὐτῆς τῆς Ἱερᾶς ἐξετάσεως. Καὶ ὅμως καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Ἱερὰν ἐξέτασιν ἐτηρήθησαν οἱ τύποι καὶ ἐκεῖ, ὅτε προσέφερον εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ ἀσπασθῇ τὸν Ἐσταυρωμένον, ἐφρόντιζον πρὶν παρουσιάσωσιν αὐτὸν νὰ τὸν θερμαίνωσιν ἐπὶ πυρᾶς, ἵνα δώσωσιν εἰς τὸν ἱεροεξεταστὴν τὸ δικαίωμα, ὅταν ὁ κατηγορούμενος ἀπομακρύνῃ τὰ χείλη του τοῦ πεπυρακτωμένου σταυροῦ, νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ θεία δίκη ἀποτρέπει τὸν κατηγορούμενον ν’ ἀσπασθῇ καὶ αὐτὸν τὸν Ἐσταυρωμένον, ὁδηγήσατέ τον εἰς τὰ βασανιστήρια. Ἐτηροῦντο μολαταῦτα οἱ τύποι, ἀπελογεῖτο ὁ κατηγορούμενος. Καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν ἀπελογοῦντο οἱ κατηγορούμενοι.
§196ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ τοῖς ἀπέκοπτον τὴν κεφαλήν.
§197Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν ἔσχον ἐδῶ τὸ θάρρος νὰ κόψουν κεφαλάς· ἡ ἀνανδρία ὑπῆρξε τὸ μεγαλείτερον γνώρισμα τῆς στάσεως ἐκείνης. Ἐγὼ δὲν θεωροῦμαι θῦμα, θεωρῶ ἐμαυτὸν ἡττημένον, θεωρῶ ἐμαυτὸν ἕνα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἀναμένωσι τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ἀποπλύνωσι τὴν ἧτταν καὶ μεταστραφῶσιν αὐτοὶ εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν νικητῶν. Εἶναι γνωστόν, εἶπεν εἰς ἡμᾶς ἄλλος συνάδελφος, ὅτι τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο κατηρτίσθη ἐξ ἀνθρώπων μηδεμίαν ἐχόντων σχέσιν μὲ τὸν Σύνδεσμον. Τοῦτο ἀτυχῶς ἐπανέλαβε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ πόσα ἔλαβον χώραν πρὸ τῆς καταρτίσεως τοῦ Συμβουλίου, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὅτι ὅλοι οἱ μετασχόντες τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου ἦσαν ὄργανα τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου ἐκ τῶν φανατικωτέρων· ὁ ταγματάρχης Παπούλας, ὁ Φικιώρης, ὁ Κονταρᾶτος καὶ τόσοι ἄλλοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἐνθυμοῦμαι, ὁ συνταγματάρχης Σοῦτσος, ὁ στρατηγὸς Σαπουντζάκης εἰργάζοντο ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου. Ἀλλ’ ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν παρανομίαν τῆς συστάσεως τοῦ συμβουλίου, τὴν παρανομίαν τῶν ἐνεργειῶν, τὴν αἰσχρότητα τῶν μυστικῶν συνεννοήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν, καὶ νὰ ζητήσῃ τότε, καὶ μόνον τότε, χάριν τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου νὰ μὴ ἐκφέρωσιν οὐδεμίαν διαμαρτυρίαν οἱ ἐκκαθαρισθέντες ἀξιωματικοί. Ἐνόσῳ ὅμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγει ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο ἐντὸς τοῦ δικαίου, ἐντὸς τοῦ νόμου, ἔχει πᾶς τις τὸ δικαίωμα νὰ ἀμυνθῇ ἐναντίον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρῶτον σκοπὸν νὰ θέσῃ ὡς σκοπὸν τοῦ βίου του νὰ ἀποπλύνῃ τὸν ῥύπον τῆς ἀτιμίας, τὸν ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ ἐγκολάψωσιν εἰς αὐτὸν ἄνθρωποι εἰς ἕν καὶ μόνον ἀποβλέποντες, εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν προσωπικῶν αὐτῶν συμφερόντων, τῶν προσωπικῶν αὐτῶν παθῶν. Εἶναι γνωστοὶ οἱ λόγοι, γνωστὰ τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ἐκίνησαν τὴν ἐπανάστασιν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀποτυχίαι ἐξωτερικαὶ ἐπέφερον τὸν σάλον ἐκεῖνον· καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ἡ ἐπανάστασις εὑρίσκετο εἰς χεῖρας ἀνθρώπων ὑπὸ εὐγενῶν καὶ μόνον ἐλατηρίων κινουμένων, ταχέως ὅμως ἐκφυγοῦσα κατὰ τὸν νόμον τῶν στάσεων καὶ ἐπαναστάσεων, καθ’ ὃν νόμον καὶ ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις, ἥτις καὶ αὐτὴ καθωδηγήθη ὑπὸ τῶν δύο στοιχείων, ὑπὸ τῶν μεγάλων μὲν ἀνδρῶν, οἵτινες παρεσκεύασαν αὐτὴν οἱ συγγραφεῖς, ὡς ὁ Βολταῖρος καὶ ὁ Ῥουσώ, καὶ τῶν λοιπῶν πολιτικῶν, οἵτινες τὴν διηύθυνον κατὰ τὰς ἀρχὰς αὐτῆς, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τῶν ἐπαναστάσεων, νὰ ἄρχωνται παρὰ τοῦ χειρίστου καὶ τοῦ ἀρίστου τῶν στοιχείων, οὕτω καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἐκφυγοῦσα ἡ ἐπανάστασις τῶν χειρῶν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἤγοντο ὑπὸ εὐγενῶν αἰσθημάτων, περιῆλθεν εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, οἵτινες εἰς οὐδὲν ἕτερον ἀπέβλεπον ἢ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν προσωπικῶν αὐτῶν συμφερόντων καὶ προσωπικῶν παθῶν. Εἶναι γνωστοὶ οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν· εἶναι γνωστὸς ὁ νόμος περὶ ἐλαττώσεως ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου πλῆθος ἀξιωματικῶν ἀνωτέρων ἐτέθη ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος, ὅπως τὰς θέσεις αὐτῶν καταλάβωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διηύθυνον τότε τὴν ἐπανάστασιν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ σύνταξιν ἀνωτέραν ἀπέδωκαν εἰς τοὺς μὴ κεκτημένους τοιοῦτον δικαίωμα, ὅπως φύγωσι καὶ ἀφήσωσι κενὰς τὰς θέσεις, καὶ ἀφοῦ καὶ διὰ τούτου δὲν ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ των ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσουν τὴν διὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐκκαθαρίσεως ἀποπομπὴν τῶν ἀξιωματικῶν. Ὅτε δὲ ἐζητήθη νὰ γίνῃ τὸ συμβούλιον τῆς ἐκκαθαρίσεως ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους γνωρίζετε, ὁλόκληρον τὸ στράτευμα ἐξηγέρθη. Εὑρισκόμην τότε ἐν Λαρίσῃ· ὁλόκληρος ἡ φρουρὰ ἐξηγέρθη ἐναντίον τοῦ μέτρου ἐκείνου, διότι ἀντελήφθη καλῶς περὶ τίνος πράγματος ἐπρόκειτο. Τότε δὲ ὁ στρατηγὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σήμερον ἀπειλεῖ, ὁ στρατηγὸς Ζορμπᾶς, ὁ ὁποῖος διηύθυνε τότε τὴν ἐπανάστασιν, ὁ ἀστεῖος ἐκεῖνος ἄνθρωπος ὁ τὸ πρόσωπον Κρόμβελ ἐπιθυμήσας νὰ ὑποδυθῇ, ἀπέστειλεν εἰς τὴν Λάρισαν τρεῖς ἀξιωματικοὺς ὅπως μεταπείσωσι τὴν φρουρὰν ἐκείνην, ἦσαν δὲ οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ὁ λοχαγὸς Κανάρης τοῦ πυροβολικοῦ, Κονταρᾶτος τοῦ πεζικοῦ καὶ ὁ λοχαγὸς τοῦ αὐτοῦ Τσιριγώτης, ὁ νῦν ταγματάρχης. Ἐκ τῶν τριῶν ἀξιωματικῶν οἱ δύο ἔλαβον μέρος εἰς τὸ συμβούλιον. Καὶ ἦλθον εἰς Λάρισαν καὶ εἶπον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παντὸς ἀξιωματικοῦ· εἶπον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ Ζορμπᾶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν ἐντίμων ἀξιωματικῶν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προγραφῶν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐκδικήσεων καὶ παθῶν προσωπικῶν, ἀλλ’ ὅτι πρόκειται περὶ δεκάδος ἀξιωματικῶν, ἐναντίον τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ κατηγορία, διότι κατηγορία δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὰ κοινωνικὰ λάθη ἑνὸς ἀνθρώπου ἀλλ’ εὑρίσκεται ἐκτὸς τῶν ἀνθρωπίνων. Ἐνῷ δὲ τοιαύτη ἦτο κατηγορία, ἔρχεται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγει ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἐξῆλθον μετὰ πασῶν τῶν τιμῶν, ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τὸ δικαίωμα τοῦ μάχεσθαι ὑπὲρ πατρίδος. Ἐζήτησαν, Κύριοι, οἱ ἀξιωματικοὶ παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἵνα αὕτη αἰρομένη ὑπεράνω τοῦ κοινοῦ ἐπιπέδου ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις παντὸς κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς ἂν ὡς δόγμα λάβωμεν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει ἀπέναντι τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος ἡ δικαιοσύνη νὰ ὑποχωρήσῃ. Πῶς θὰ ἀπαιτήσωμεν ἡμεῖς παρὰ τῶν Δυνάμεων τῆς Εὐρώπης τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης, ὅταν παράσχωμεν εἰς αὐτὰς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσι δι’ ἡμᾶς ὅτι βεβαίως ἔχετε τὸ δίκαιον, ἀλλὰ τὸ πολιτικὸν συμφέρον ἄλλα ὑπαγορεύει, ὅταν ἐρχώμεθα ἐν τῷ κοινωνικῷ ἡμῶν βίῳ νὰ καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀρχήν, ἀρχὴν ἡ ὁποία δύναται νὰ καταλύσῃ αὐτὸ τὸ κοινωνικὸν καθεστώς, τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἑδράζεται ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ μόνης; Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀρκετὰ εἶπον, ὅτι ἀπέδειξα πῶς ἔχουσι τὰ πράγματα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε μόνον καὶ μόνον νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τὸ φοβερὸν λάθος, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπέπεσε, διὰ τὸ φοβερὸν σφάλμα, τὸ ὁποῖον διέπραξε, λέγων ὅτι θεωρεῖ τὴν δικαιοσύνην κατωτέραν τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος, καὶ ἀλλοίμονον νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι μία διπλῆ Βουλὴ ἀντιπροσωπεύουσα ὁλόκληρον τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος δὲν δύναται φοβουμένη τὰς συνεπείας νὰ ἀποδώσῃ τὴν Δικαιοσύνην εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι καταφώρως ἠδικήθησαν.
§198Ε. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἰδιαιτέρως αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, διότι συνδέομαι διὰ στενωτάτης φιλίας πρὸς ἐκκαθαρισθέντας ἀξιωματικούς, νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ δικαίου αὐτῶν, ἀλλὰ μετὰ τὰς κατηγορηματικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀληθὴς ματαιοπονία ἡ περαιτέρω συζήτησις τῆς ὑποθέσεως. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐκκαθαρίσεως ἤνοιξε πληγάς, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ μείνωσιν ἀνοικταί. Εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν νὰ μεταμεληθῶμεν, διότι ὁμολογουμένως ἠκούσαμεν ἀξιωματικοὺς καταφώρως ἀδικηθέντας’ εὔχομαι ὁ νόμος ὁ περὶ ἐκκαθαρίσεως νὰ μὴ γίνῃ κακὸν προηγούμενον εἰς μελλούσας περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαίως διὰ τὴν Πατρίδα δὲν θὰ εἶναι εὐχάριστοι.
§199ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπειδή, κύριοι συνάδελφοι, ἡ συζήτησις συνεδέθη πρὸς συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ αὔριον, θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐξ ἀρχῆς συνεφώνησα πρὸς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διὰ λόγους κατὰ τὸ πλεῖστον διαφόρους. Οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ συνδεθῇ ἡ μία συζήτησις πρὸς τὴν ἄλλην, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐνδιαφέρει τὸ Ἔθνος οὐ μόνον κατὰ τὸν αὐτὸν βαθμόν, ἀλλὰ καὶ κατὰ λόγον οἱονδήποτε, ἡ κατάστασις ὀλίγων ἀξιωματικῶν πρὸς τὴν κατάστασιν τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως πολιτειακῆς εὐρυτάτης εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ὀλίγων ἀξιωματικῶν, ἐνῷ τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου οὐ μόνον εἶναι δυνατόν, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται καὶ πρέπει νὰ ἐξετάζηται κατὰ πᾶσαν περίστασιν ἀπὸ ἀπόψεως εὐρυτάτης, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτειακῆς, ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, βεβαίως δὲν ἐτηρήθη τὸ Σύνταγμα, βεβαίως δὲν ἐτηρήθησαν οἱ ἄλλοι νόμοι, βεβαίως δὲν ἐτηρήθη ὁ νόμος αὐτὸς ἐκεῖνος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐκρίνοντο οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι. Ἀλλ’ ἐγὼ τὸ σφάλμα, τὸ ἀδίκημα, τὸ ἔγκλημα δὲν τὸ εὗρον, δὲν τὸ εὑρίσκω καὶ δὲν θὰ τὸ εὑρίσκω ἐν τῇ παραβάσει τοῦ Συντάγματος, ἐν τῇ παραβάσει τῶν νόμων, ἐν τῇ παραβάσει τοῦ εἰδικοῦ ἐκείνου νόμου. Τὸ σφάλμα, τὸ ἀδίκημα, τὸ ἔγκλημα, τὸ ἀνοσιούργημα τὸ εὑρίσκω ἐγὼ ἐν τῇ παραβιάσει τῶν νόμων τῶν ἐπαναστατικῶν, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ εἷς νόμος, ὅστις πρέπει νὰ ἐμπνέῃ πᾶσαν ἐπανάστασιν, εἶναι ὁ νόμος τοῦ ἀνδρισμοῦ, καὶ παρέβησαν τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν νόμον τοῦ ἀνδρισμοῦ, τὸν νόμον τῆς τιμῆς αὐτῶν, διότι δὲν ὑστέρησαν ἀπολογίας τοὺς κατηγορουμένους μόνον, ὅπερ θὰ ἦτό τι κατὰ πᾶσαν ἄλλην περίστασιν τερατῶδες, ὅπερ θὰ ἦτό τι ἐν ἐπαναστάσει οὐχὶ πολὺ σημαντικόν, ἀλλὰ δὲν ἀπήγγειλαν κατηγορίαν. Καὶ ἐπέτρεψαν οὕτως εἰς αὐτοὺς νὰ δικαιολογῶνται κατὰ πάντα τρόπον σήμερον. Ἔπρεπε νὰ καλέσωσιν αὐτοὺς καὶ νὰ εἴπωσιν ἐκεῖ, μεταξὺ των ἔστω, νὰ εἴπωσι πρὸς τοὺς ἀποδιωκτέους: «ἀποδιώκομεν ὑμᾶς τῶν τάξεων τοῦ στρατεύματος, διὰ τοῦτον τὸν λόγον», ἵνα λέγωσι πρὸς ἡμᾶς σήμερον: «γνωρίζουσιν ἐκεῖνοι διατί ἀπεδιώχθησαν· τὸ εἴπομεν πρὸς αὐτούς». Ἐν τούτῳ ἐγὼ εὑρίσκω τὸ ψεκτὸν κυρίως τῆς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ αὖθις νὰ δηλώσω, ὅτι εὑρίσκω ἀπὸ ἀπόψεως γενικοῦ συμφέροντος τοῦ στρατεύματος ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀφ’ ἑαυτῶν διὰ πάσης των πράξεως, διὰ παντὸς αὐτῶν λόγου ἠνέῳξαν ἀγεφύρωτον χάσμα μεταξὺ ἑαυτῶν καὶ τοῦ στρατεύματος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν προσήκει, δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι κἂν εὐπρεπὲς νὰ ἐπανέλθωσιν.
§200Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἂς τοῖς ἀποδοθῇ ἡ τιμή.
§201Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ τιμὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ διὰ νόμου ἢ ἀποφάσεως· ἡ τιμὴ ἀποδίδεται διὰ τῆς γενικῆς ἐτυμηγορίας. Μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσιν ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπεδόθη καὶ ἀποδίδεται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἡ τιμὴ διὰ τῆς γενικῆς ἐτυμηγορίας πάντων ἡμῶν. Πῶς ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ τὸ κατὰ τὴν γενικὴν τῆς κοινωνίας γνώμην ἀνύπαρκτον; Ἀλλ’ ἡ τιμὴ μένει ἀπαραμείωτος δι’ ἐκεῖνον, ὅστις πρὸ μικροῦ κατῆλθε τοῦ βήματος τούτου, διὰ τὸν ὁποῖον ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μάλιστα νὰ εἴπω ὅτι αἰσθάνομαι εὐχαρίστησιν, διότι δὲν εἶναι σήμερον εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατεύματος, ὅπου ἐλαχίστην θὰ παρεῖχεν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον, ἐνῷ εὑρισκόμενος εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ὡς μάλιστα κατὰ τὴν γνώμην μου ἀπόψε ἀνεδείχθη δυνατὸς κοινοβουλευτικὸς ῥήτωρ, εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρῃ ὑπηρεσίας πολυτιμοτέρας παρ’ ὅσας ὑπηρεσίας εἶναι δυνατὸν νὰ προσφέρῃ ὢν ἁπλοῦς ἀνθυπίλαρχος.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς αὔριον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς θὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, κατόπιν τὸ περὶ Ἀντιβασιλείας, κατόπιν τὸ περὶ συστάσεως θέσεως Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατεύματος, καὶ κατόπιν ἀκολουθεῖ ἡ παλαιὰ Ἡμερησία Διάταξις. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 35 μ. μ.).