1911.06.11
3.026 στίχοι · 22.301 λέξεις · 330 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 111.
Τῆς 11ης Ἰουνίου 1911.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Νικολάου Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 10 καὶ 45′ π. μ. παρόντων 128 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Αἴτησιν τῶν κατοίκων Ψαθοπύργου τῶν Πατρῶν περὶ ἀποξηράνσεως γειτονικοῦ αὐτόθι ἕλους· 2) Ἡ Ἀθηναϊκὴ Μανδολινάτα ζητεῖ ἐτήσιον ἐπίδομα· 3) Ἐργάται φορτώσεων καὶ ἐκφορτώσεων τοῦ λιμένος Σμύρνης ζητοῦσι μικρὸν βοήθημα διαρκοῦντος τοῦ ἀποκλεισμοῦ· 4) Ὁ Δήμαρχος Κρίσσης ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῆς Πηνελόπης Καρπεροῦ ζητούσης σύνταξιν διὰ τὸν υἱόν της Γουλιέλμον· 5) Οἱ κάτοικοι Καπαρελίου–Πλαταιῶν ζητοῦσι κατασκευὴν ὁδοῦ Θηβῶν–Καπαρελίου· 6) Ὁ ἐν Πειραιεῖ Νικ. Μοσχάκης τραυματισθεὶς ἐν τῷ πολέμῳ ζητεῖ βοήθημα· 7) Ὁ ἐν Πάτραις σταφιδομεσίτης Ἀργύριος Χ. Μιχαλακόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ ἀκριβοῦς ζητήσεως τῆς σταφίδος ἐν ταῖς σταφιδαγωγικαῖς ἀποθήκαις τῆς Προνομιούχου· 8) Ὁ Σύλλογος τῶν Καπνεργατῶν Κερκύρας ζητεῖ ἐπιψήφισιν ἐργατικοῦ νόμου· 9) Οἱ ἱερεῖς Μήλου καὶ Ναυπλίου ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου· 10) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Σπάρτης ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ μεταφορᾶς καταδίκων· 11) Ἡ ἐπαναστατικὴ Ἀλβανικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει ὑπόμνημα. Τοῦτο θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. 12) Ὁ ἰατρὸς Ἀ. Ἀρβανίτης ὑποβάλλει ἀναφορὰν ὅπως ἀπαγορεύηται ὁ γάμος εἰς ἀλκοολικούς, φθισικούς, συφιλιδικούς, ἐπιληπτικοὺς κλπ. 13) Ὁ Ἀ. Χριστοδουλόπουλος ζητεῖ αὔξησιν συντάξεως. 14) Ὁ Π. Μαντζουρῆς παραπονεῖται ὅτι τῷ κατεπατήθησαν γαῖαι ὑπὸ τοῦ ΣΠΑΠ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁ κ. Ἀθ. Παπαχελᾶς.
§2ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ θελήσῃ ὅπως προταχθῇ καὶ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΙΔʹ περὶ ἀγροφυλακῆς», τὸ ὁποῖον πρὸ καιροῦ ἔχει ὑποβληθῆ.
§3Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἀπεφασίσθη νὰ χωρισθῇ εἰς δύο· ἑπομένως τὰ νομοσχέδια θὰ ψηφισθῶσιν ὅλα.
§4ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει, ἐπαναλαμβάνω, ὑποβληθῆ πρὸ καιροῦ καὶ φέρει διαρκῶς τὸν ἀριθμὸν 105, οὐδεμίαν δὲ θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν. Πρό τινος καιροῦ, ἐδῶ, πέριξ τῶν Ἀθηνῶν, ἐγένοντο τρεῖς ἀνθρωποκτονίαι, αἰτία τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἔλλειψις δημοσίας ἀσφαλείας.
§5Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονεῖτε ὅτι δὲν ἔχει ταῦτα ὑπ’ ὄψει της ἡ Κυβέρνησις;
§6ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς Συνόδου, κύριε Ὑπουργέ.
§7Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόλου.
§8ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι οὔτε συζήτησιν θὰ προκαλέσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, οὔτε βάρος τι θὰ φέρῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γίνεται σήμερον μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§10ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Διατί; Ἡ Βουλή, ἂν θέλῃ, δύναται νὰ τὸ προτάξῃ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ληφθῆ τὸ μέτρον, ὅπως ἀπὸ τῆς Δευτέρας ταξινομηθοῦν τὰ νομοσχέδια, κατὰ Ὑπουργεῖα, καὶ θὰ ψηφισθοῦν ὅλα, θ’ ἀπασχοληθῇ δὲ ἡ Βουλὴ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας διὰ τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ σημερινὴ τοποθέτησις τῶν νομοσχεδίων οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν, οὔτε πρέπει νὰ σᾶς ἀνησυχῇ ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§12ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Βλέπω ὅτι μένει πάντοτε ἐκεῖ καὶ συζητοῦνται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν συζήτησιν.
§13ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 30, κύριε Πρόεδρε.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι οὐδεμία εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§15ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Πῶς ἀποφαίνεσθε τοιουτοτρόπως; Ἡ Βουλή εἶναι κυρία ν’ ἀποφασίσῃ ἂν θὰ μεταβάλῃ ἢ ὄχι τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποφαίνομαι περὶ τούτου, οὐχὶ ἐκδηλῶν ἀπόφασιν, ἀλλὰ πληροφορῶν ὑμᾶς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οἱαδήποτε μεταβολὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, διότι τὴν κατήρτισεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει τὴν στιγμὴν ταύτην.
§17ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ καί τι ἕτερον, ὅτι, ἂν θέλητε νὰ εἶσθε ἐν τάξει μὲ τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ φέρητε πρότασιν μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὑπογεγραμμένην ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, μὴ θέλετε δὲ νὰ κάμητε κατάχρησιν τῆς ἐπιεικείας μου, διότι σᾶς ἔδωκα τὸν λόγον χωρὶς νὰ φέρητε τοιαύτην πρότασιν. Πληροφορῶ δ’ ἐπίσης τὴν Βουλὴν ὅτι πᾶσα ὁμοία πρότασις πρέπει νὰ ὑποστηρίζηται εἰς τὸ ἑξῆς ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, ἄλλως εἰς οὐδένα θὰ δίδηται ὁ λόγος, διότι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ ἐτέθη διὰ νὰ περιφρουρῆται ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοιούτου εἴδους συζητήσεις.
§19ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Ὥστε διὰ νὰ λάβῃ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως πρέπει νὰ φέρῃ καὶ πρότασιν ἀπὸ δέκα Βουλευτάς;
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀναγράφει τὸ 29 ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ.
§21ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Εἰς τὸ μέλλον θὰ εἴμεθα ἐν τάξει· θὰ λαμβάνωμεν πρόνοιαν, ὥστε αἱ προτάσεις νὰ εἶναι ὑπογεγραμμέναι ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, διότι δὲν ἠξεύρω μήπως τὸ κάμητε κατόπιν εἴκοσι.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν κάμνω τίποτε, αὐτοῦ δὲ τοῦ εἴδους τὴν τάσιν, τοῦ νὰ ἀποδίδητε εἰς τὸν Πρόεδρον ὅτι κάμνει ἰδικάς του ἀποφάσεις, παρακαλῶ νὰ τὴν ἀφήσητε.
§23Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὀλίγα τινά.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, ὅτι εἶναι στάδιον ἀνακοινώσεων αὐτὴν τὴν ὥραν. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§25Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Μίαν παράκλησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ὑποβάλητε παρακλήσεις ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§27Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Παρακαλῶ· ἐγὼ δὲν ἀπησχόλησά ποτε τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ εἶναι αὕτη ἀπηλπισμένη ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις μου. Πρόκειται νὰ κάμω μίαν παράκλησιν πρὸς αὐτὴν τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ δεχθῇ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παράκλησιν περὶ προτάξεως;
§29Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ὄχι περὶ προτάξεως. Χωρὶς νὰ μεταβληθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις, κύριοι Βουλευταί, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἀποβλέπει εἰς τὰ συμφέροντα τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὰ ἰδιωτικὰ τῶν ἐπαρχιῶν, διότι καὶ ταῦτα κεῖνται ἐντὸς τῶν γενικῶν, διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ, ἐπειδὴ ἔχω ὑποβάλει μίαν πρότασιν νόμου ...
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἡ Δευτέρα εἶναι ἡμέρα συζητήσεως προτάσεως νόμων. Ἐὰν μὲ ἠρωτᾶτε πρίν, δὲν θὰ ἀπησχολεῖτε τώρα τὴν Βουλήν.
§31Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τὴν σπουδαιότητα τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, θὰ ἴδωσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθοῦν ἀντιρρήσεις, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἔχει νὰ προκαλέσῃ αὕτη συζήτησιν, παρὰ ἓν ἁπλοῦν ναί. Ἡ σύστασις αὕτη μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἀποτελεῖ οὔτε κωλυσιεργίαν οὔτε παραβίασιν Κανονισμοῦ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σύστασίς σας, κύριε Μανωλίτση, εἶναι σύστασις περὶ καταρτισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῆς αὔριον. Λοιπὸν ἀκούετε τὸν Πρόεδρόν σας, ὁ ὁποῖος σᾶς ὑποδεικνύει τὸν Κανονισμόν. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθέσεως καὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ Ποιν. Νόμου».
§33Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Εἶναι ἀναντίρρητος ἡ σκοπιμότης τῆς προτεινομένης μεταρρυθμίσεως. Δὲν ἔχει τις ἢ δύο τινὰ νὰ παρατηρήσῃ ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 402: πρῶτον, προκειμένου περὶ διαχειριστῶν κατ’ ἐντολὴν ἢ ἐξ ἄλλου νομικοῦ λόγου ὁλοκλήρου περιουσίας δύναται νὰ ἀναλάβῃ καὶ τμήματα περιουσίας;
§34Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαιότατα.
§35Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ ἡ δήλωσις αὕτη νὰ σημειωθῇ.
§36Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα, πᾶν στοιχεῖον περιουσίας.
§37Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δεύτερον τὴν χρηματικὴν ποινὴν τὴν εὑρίσκω ὀλίγον τι μικράν.
§38Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει καὶ τὴν φυλάκισιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη.
§39Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι εἶναι μικρά.
§40Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ὅπως τὸ κατώτατον ὅριον τὸ κάμω 2,000.
§41Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, διότι θὰ συμβαίνῃ τὸ ἑξῆς: νὰ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ μεγάλην χρηματικὴν ποινὴν ἀφ’ ἑνὸς καὶ νὰ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ καὶ τὴν πολιτικὴν ἀγωγήν.
§42Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λύεται τὸ ζήτημα διὰ τῆς χρηματικῆς ποινῆς. Τὸ ζήτημα λύει ἡ φυλάκισις.
§43Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα λύεται διὰ τοῦ τιμωρητοῦ τῆς πράξεως.
§44Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι, διότι δίδετε τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, μεταξὺ δὲ φυλακίσεως πέντε ἐτῶν καὶ χρηματικῆς ποινῆς 2,000 ὑπάρχει δυσαναλογία.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῶν μέτρων ἐν ταῖς περὶ διακατοχῆς διαφοραῖς».
§46Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀνακοινώσω τροπολογίας τινὰς ἐπὶ τῶν ἄρθρων. Ἐν πρώτοις εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἀντὶ «ὡς τόπος πρὸς συζήτησιν τῆς ἀναφορᾶς ὁρίζεται αὐτὸ τὸ ἐπίδικον ...» νὰ τεθῇ «δύναται νὰ ὁρισθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ἐπίδικον», διότι πολλαχόθεν ἐγένοντο παραστάσεις ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς θεωρεῖται περιττὴ ἡ ἐπιτόπιος μετάβασις, ἰδίως εἰς μικρᾶς ἀξίας ἀντικειμένων διαφοράς.
§47Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ εἶσθε διατεθειμένος νὰ ἐπανέλθητε εἰς τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, διότι, ἂν τοῖς δώσητε ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, σπανιώτατα θὰ μεταβαίνωσι.
§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰρηνοδίκαι πολλοὶ ἀπετάθησαν πρός με, καὶ μοὶ ὑπέδειξαν τὸ σκόπιμον τῆς τροπολογίας.
§49Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μεταβαίνωσι πάντοτε, καὶ ἂς μετέβαινον ἐνίοτε ἐπὶ ματαίῳ.
§50Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Νὰ μείνῃ ὡς εἶχεν ἀρχικῶς.
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 3 προστίθεται ἐδάφιον βʹ, ἔχον οὕτως: «Ἐγγραφὴ τῆς περὶ προσωρινῶν μέτρων ἀναφορᾶς ἐν τῷ πινακίῳ δὲν ἀπαιτεῖται, ἡ δ’ ἐπὶ ταύτης ζήτησις γίνεται προφορικὴ ἄνευ ἐγγράφων προτάσεων». Ἐπίσης εἰς ἀποσάφησιν τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 4, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα ἂν ὑπολογίζεται ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως ἢ ὄχι, γίνεται ἡ ἑξῆς μεταρρύθμισις (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀπόφασις τοῦ εἰρηνοδίκου ἐκδίδεται, εἰ δυνατόν, παραχρῆμα, πάντως δ’ οὐχὶ πέρα τῶν τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς συζητήσεως». Εἰς τὸ τέλος τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου προστίθεται (ἀναγινώσκει): «Ἡ προσωρινὴ τοῦ εἰρηνοδίκου διάταξις ἐπάγεται τὰ ἀποτελέσματα ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ καὶ τῇ καταχωρίσει ἐν τῷ πρακτικῷ ἄνευ προηγουμένης ἐκθέσεως». Ἐπίσης, συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν Μεσσηνίας κυρίων Κασίμη καὶ Δικαίου, προστίθεται ἄρθρον 5 ἔχον οὕτως (ἀναγινώσκει): «Εἰς λίαν κατεπειγούσας περιπτώσεις καὶ ἐπικειμένου ἀμέσου κινδύνου ἐκ τῆς ἀναβολῆς, ὁ εἰρηνοδίκης δύναται ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς ἀναφορᾶς καὶ πρὸ τῆς κατὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 συζητήσεως νὰ ἐνασκήσῃ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον 4 ἐξουσίαν αὐτοῦ διὰ πράξεώς του ἐφ’ ἁπλοῦ, κοινοποιουμένης ἐπιμελείᾳ τοῦ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος πρὸς τοὺς διαδίκους, ἰσχυούσης δὲ μέχρι τῆς κατὰ τὰ ἀνωτέρω προσωρινῆς ἢ ὁριστικῆς ἀποφάσεώς του. Τῆς πράξεώς του ταύτης, καθ’ ἧς οὐδὲν ἔνδικον μέσον ἐπιτρέπεται, τὴν ἐκτέλεσιν ἐν πρωτοτύπῳ καὶ πρὸ πάσης κοινοποιήσεως δύναται ν’ ἀναθέσῃ καὶ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἀρχήν». Εἶναι ὅλως διόλου πρόχειρον μέτρον τῆς στιγμῆς.
§52Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸν ἀστυνόμον καὶ ὄχι εἰς τὸν εἰρηνοδίκην;
§53Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Δύναται».
§54Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί νὰ δύναται;
§55Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης προστίθεται μία κυρωτικὴ διάταξις ποινικῆς φύσεως ὡς ἄρθρον 9 ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα ἐκ μέρους τῶν διαδίκων μερῶν παραβίασις τῶν ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου ἐκδιδομένων ῥυθμιστικῶν τῆς νομῆς διατάξεων, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων αὐτῆς συνεπειῶν, τιμωρεῖται καὶ διὰ φυλακίσεως ἑνὸς μέχρις ἓξ μηνῶν». Καὶ ἄρθρον 10, τὸ ὁποῖον προστίθεται καθ’ ὑπόδειξιν, μεταρρυθμισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ, καθ’ ὃν θὰ ἀκούσητε τρόπον, ῥυθμίζει τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν τῆς δαπάνης τῶν προσωρινῶν μέτρων. Δύο μέτρα ὑπεδεικνύοντο: ἢ ἔπρεπε νὰ ἀπαγορευθῇ πᾶσα οἱαδήποτε ἀμοιβὴ καὶ νὰ ἀπαγγελθῶσιν αἱ συνέπειαι τῆς παραβάσεως ἢ νὰ νομιμοποιηθῇ εἰδός τι ἀμοιβῆς ἀπαγορευομένης τῆς περαιτέρω. Ἐνόμισα πρακτικώτερον τὸ δεύτερον, διότι τὸ ἄλλο θὰ καταστῇ ἀδύνατον ἕνεκα τῆς προηγουμένης συνηθείας, διότι γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἀποφάσεις καθιεροῦσαι τὸ δικαίωμα τοῦτο, εἶναι δὲ καὶ δίκαιον, διότι οἱ νεώτεροι νόμοι ὁσάκις γίνονται ἐπιτόπιοι μεταβάσεις εἰς ἀποστάσεις μεγάλας, ἔχουσι καθιερώσει ἀμοιβὴν ὑπὸ μορφὴν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων. Συνδυάσας τὴν πρακτικὴν ὄψιν μετὰ τῆς θεωρητικῆς κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ διατυπώσω ἄρθρον 10 τὸ ἀκόλουθον (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 10. «Διὰ πᾶσαν ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου μετάβασιν λαμβάνουσι λόγῳ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων ὁ μὲν εἰρηνοδίκης δραχ. 5, ὁ δὲ γραμματεὺς δραχ. τρεῖς καθ’ ὥραν ἀποστάσεως, μὴ δυναμένας νὰ ὑπερβῶσιν ἐν ὅλῳ τὰς δραχμ. 25 διὰ τὸν εἰρηνοδίκην καὶ 15 διὰ τὸν γραμματέα, προκαταβαλλομένας δὲ παρὰ τῷ γραμματεῖ ἐπὶ διπλοτύπῳ ἀποδείξει ὑπὸ τοῦ αἰτουμένου τὰ προσωρινὰ μέτρα καὶ ἐπιδικαζομένας μετὰ τῶν λοιπῶν ἐξόδων, κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις. Ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ γραμματεὺς εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως ἀμοιβὴν δικαιοῦνται, ὁ δὲ κατὰ παράβασιν τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης λαμβάνων ἀμοιβὴν οἱανδήποτε τιμωρεῖται πειθαρχικῶς διὰ προστίμου δραχ. 25–200». Καθιεροῦται ἐν περιπτώσει παραβάσεως εἶδός τι ποινῆς, διότι, ἂν ὑπαγάγωμεν τὴν περίπτωσιν αὐτὴν εἰς τὰς περὶ δωροδοκίας διατάξεις, οὐδέποτε θὰ τὰς ἴδωμεν ἐφαρμοζομένας οὐ μόνον διὰ τὸ ἀμφιμερές, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ βαρύ.
§56Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων· ἡ ἄλλη εἶναι ἡ ἐκ τῆς κεφαλαιώδους ἠθικῆς.
§57Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δι’ ἀποστάσεις κάτω τῆς ὥρας;
§58Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε. Συνήθως, ὅταν ἐξέρχηται τῆς ἕδρας του ὁ εἰρηνοδίκης, θὰ μεταβῇ εἰς ἀπόστασιν μεγαλειτέραν τῆς ὥρας.
§59Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι.
§60Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν θέλητε, νὰ περιλάβωμεν καὶ τὴν ὥραν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§62Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐκ πρώτης ἀκοῆς δείκνυνται σκοπιμώταται. Θὰ ἐφίστων ὅμως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τῶν ἑξῆς σημείων: Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2, ἐν ᾧ εἰσάγομεν μίαν διαδικασίαν ταχυτάτην, δὲν λαμβάνομεν πρόνοιαν ἐν σχέσει πρὸς τὸν καθ’ οὗ ἡ αἴτησις. Ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις θὰ λάβῃ μίαν ἀναφορὰν περὶ μιᾶς πράξεως, περὶ λήψεως προσωρινῶν μέτρων εἰς ὡρισμένον ἀκίνητον, χωρὶς νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων τοῦ αἰτοῦντος, ἐνῷ θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ὑποχρεωθῇ, ἀφοῦ εἰσάγομεν τόσον συνοπτικὴν διαδικασίαν, ἐν αὐτῇ τῇ αἰτήσει ὁ αἰτούμενος νὰ περιλαμβάνῃ τὰς ἀποδείξεις, ὥστε νὰ φέρῃ ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις τὴν ἀνταπόδειξιν. Ἐπίσης θὰ ἐθεώρουν ὀρθὸν διὰ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ πράγματος νὰ καθορισθῇ ποῖος ὁ ἁρμόδιος εἰρηνοδίκης.
§63Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι αἱ γενικαὶ διατάξεις.
§64Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αἱ γενικαὶ διατάξεις προνοοῦσι περὶ τῶν ἀγωγῶν· ἐδῶ πρόκειται περὶ διαφορῶν διακατοχῆς.
§65Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μεταρρυθμίζονται αὐτὰ τὰ ὑφιστάμενα εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ἁρμοδιότητος.
§66Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀλλὰ τὰ περὶ ἁρμοδιότητος εἶναι καλόν, ῥητῶς νὰ ἐξαγγέλλωνται ἐν τῷ νόμῳ.
§67Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μεταρρυθμίζομεν τὰς κειμένας διατάξεις.
§68Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καὶ διάταξις.
§69Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἄλλοτε καὶ τώρα.
§70Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχει καὶ τὴν ἑξῆς σημασίαν. Ἄν πρόκειται περὶ κινητῶν, ὅπου δύνανται πάλιν νὰ ληφθῶσι προσωρινὰ μέτρα, διότι ἡ Δικονομία προνοεῖ, ἂν θέλητε νὰ ἐφαρμόσητε τὸ ἄρθρον 20, καὶ ἐκεῖ δὲν κάμνει μνείαν. Δι’ αὐτὸ νὰ τεθῇ, ὅτι ἁρμόδιος εἶναι ὁ εἰρηνοδίκης, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖται τὸ πρᾶγμα, καὶ ὅτι ἐν τῇ αἰτήσει πρέπει νὰ ὀνομάζωνται καὶ τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα. Τοῦτο τὸ θεωρῶ προστατευτικὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐναγομένου.
§71Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Πῶς θὰ τὰ κατονομάσῃ ὁ ἐνάγων, ἀφοῦ ὁ εἰρηνοδίκης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ καὶ ἄλλα;
§72Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐκεῖνος θὰ ὀνομάσῃ τὰ ἰδικά του. Πιθανὸν νὰ φέρῃ μάρτυρας, τοὺς ὁποίους νὰ δύναται νὰ ἀποδείξῃ ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις ὡς ἀναξιοπίστους. Αὐτὴν τὴν στοιχειώδη ἄμυναν θὰ τοῦ ἐμποδίσωμεν;
§73Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἄν ὁ εἰρηνοδίκης ζητήσῃ ἀπὸ τοὺς παρόντας πληροφορίας;
§74Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα τί θὰ κάμῃ ὁ εἰρηνοδίκης. Ἐπίσης εἰς τὸ ζήτημα τῆς πρὸς ἐμφάνισιν προθεσμίας, πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις. Ἐνδέχεται τὸ ἀκίνητον νὰ εἶναι εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ εἰρηνοδίκου, ὁ δὲ καθ’ οὗ ἡ ἀναφορὰ νὰ κατοικῇ μακράν. Εἶναι στοιχειῶδες καὶ σύμφωνον πρὸς ὅλην τὴν πρόνοιαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἡ Δικονομία, νὰ ἐπιτρέψωμεν παρέκτασιν τῆς ἀποστάσεως, οὐχὶ ὅμως ἀνωτέραν τῶν 10 ἡμερῶν, τὴν ὁποίαν νὰ ὁρίζῃ ὁ εἰρηνοδίκης.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 δὲν ὑπάρχει τροπολογία, ὑπάρχουσι μόνον παρατηρήσεις διάφοροι τοῦ κ. Κλάδη.
§77Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ἐν μέρει ὑπ’ ὄψιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§78Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ καὶ πάλιν ἐπαναφέρω, κ. Πρόεδρε, τὰ δύο αὐτὰ σημεῖα, κατὰ τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τροπολογηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Πρέπει πρῶτον νὰ ἐπιβληθῇ ὅπως τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀναφερόμενος θὰ προσκομίσῃ, δέον νὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὸν καθ’ οὗ ἡ αἴτησις, καὶ τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ, ἂν κατονομάσῃ τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα ἐν αὐτῇ τῇ ἀναφορᾷ. Τοῦτο οὐδεμίαν δυσχέρειαν θὰ φέρῃ εἰς τὴν διαδικασίαν. Τὸ δεύτερον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας τὴν ὁποίαν θὰ δύναται νὰ παρατείνῃ μόνον ὁ εἰρηνοδίκης, ἐὰν ἴδῃ ὅτι ὁ καθ’ οὗ ἡ ἀναφορὰ κατοικεῖ εἰς ἕτερον μέρος μεμακρυσμένον. Ὅταν εἰσάγομεν μέτρα τὰ ὁποῖα δίδουσι τοιαύτην συνοπτικότητα εἰς τὴν διαδικασίαν, δίκαιον εἶναι αὐτὰ τὰ προληπτικὰ μέτρα νὰ τὰ ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τοῦ ἐναγομένου. Τὴν προθεσμίαν δὲ νὰ τὴν ὁρίζῃ ὁ εἰρηνοδίκης, μὴ δυνάμενος ὅμως νὰ παρεκτείνῃ ταύτην πλέον τῶν 10 ἡμερῶν.
§79Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Αἱ τοιαῦται προθεσμίαι ἀναιροῦσι τὴν σκοπιμότητα τῶν προσωρινῶν μέτρων.
§80Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἔχω ἀρκετὴν πεῖραν τῶν δικαστηρίων, καὶ ἀρκετὴν πεῖραν τῶν δικαστικῶν πραγμάτων, ὥστε νὰ θεωρῶ ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα προτείνω εἶναι ἀπαραίτητα.
§81Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, περιπτώσεις λήψεως προσωρινῶν μέτρων συντρέχουσι καὶ ἄλλαι, προπάντων εἰς μετακίνησιν ὁρίων καὶ χρῆσιν...
§82Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παραβλέπετε ὅτι ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ τροποποίησις τῆς Ϛʹ § τοῦ ἄρθρου 499.
§83Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἐγὼ ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ ληφθῇ πρόνοια ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν τῆς διαδικασίας.
§84Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἑτέρας σκέψεως.
§85Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἐπίσης πρέπει νὰ καθορισθῇ ἂν τὸ πρωτότυπον τῆς αἰτήσεως θὰ κατατίθηται εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον, διότι εἰς πολλὰ Εἰρηνοδικεῖα, εἰς τὰς περὶ ἐξώσεως δίκας, οἱ Γραμματεῖς κρατοῦσι τὸ πρωτότυπον τῆς αἰτήσεως.
§86Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον κατὰ τὸ νῦν καθεστὼς ὅτι τὸ πρωτότυπον πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον καὶ νὰ λαμβάνηται ἀντίγραφον αὐτοῦ. Δὲν εἶναι αὐτὰ ζητήματα ἑρμηνευτικά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλήν.
§87Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὸ περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κ. Ἀραβαντινός, βεβαίως δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καθόσον, ἐὰν παρασχεθῇ ὑποχρεωτικὴ προθεσμία 10 ἡμερῶν ἢ 5 ἡμερῶν, δὲν ὑπάρχει πλέον περίπτωσις λήψεως προσωρινῶν μέτρων. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν εἶναι ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι μακρὰν τοῦ ἐπιδίκου ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις· ἀλλ’ ὑπάρχουσι διαταράσσοντες ἐν τῷ ἐπιδίκῳ, οἱ ὁποῖοι δὲν ὁμολογοῦσιν, ἐν ὀνόματι τίνος ἀντιποιοῦνται τὴν νομήν. Δύναται λοιπὸν νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, ὅπως λαμβάνωνται προσωρινὰ μέτρα ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀντιποιοῦνται μὲν νομήν, διαταράσσουσι δέ.
§88Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι αὐτονόητον, καὶ κατ’ ἐκείνων λαμβάνονται τὰ προσωρινὰ μέτρα.
§89Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τότε εἶναι περιττὴ ἡ παρέκτασις τῆς προθεσμίας. Νομίζω μάλιστα ὅτι καὶ αἱ τρεῖς ἡμέραι εἶναι πολλαί, ἠδύναντο μόνον δύο νὰ τεθῶσι. Δύναται ὅμως νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἑξῆς· ὁ αἰτῶν ὑποβάλλει τὴν αἴτησιν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ἀλλ’ ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις νὰ εἶναι μακρὰν τοῦ ἐπιδίκου, καὶ ὅταν ὁ Εἰρηνοδίκης μεταβῇ εἰς τὸ ἐπίδικον, νὰ μὴ ἐνεργῆται οὐδεμία πρᾶξις ἐν αὐτῷ ἢ νὰ ἔχῃ διακοπῆ, νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὅρος περὶ τὴν νομήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει ὁ εἰρηνοδίκης νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀναβάλλῃ ἢ νὰ τεθῇ ἄλλο τι σχετικὸν ἐν τῷ νόμῳ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ «δύναται» νὰ ὁρίσῃ ὁ εἰρηνοδίκης τόπον πρὸς συζήτησιν τῆς ἀναφορᾶς τὸ ἐπίδικον, ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει οὔτε νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην νὰ ὁρίζῃ τὸ ἐπίδικον, οὔτε νὰ ἐπιβληθῇ ὅτι πρέπει νὰ τὸ ὁρίζῃ· νὰ ἀφήνηται εἰς τὴν κρίσιν του.
§90Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, θὰ ἔλθω εἰς ἐνίσχυσιν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Καθιεροῦται μία διαδικασία συνοπτικὴ καὶ ἐπιζητεῖται τάχιστα νὰ λυθῇ, ἔστω προσωρινῶς βεβαίως, ἀλλ’ ἐν τούτοις οὐσιαστικῶς διὰ τοὺς διαδίκους, τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς, καὶ δὲν ὑποχρεοῦται ὁ αἰτῶν νὰ κατονομάσῃ τὴν σωρείαν τῶν μαρτύρων τοὐλάχιστον, τὴν ὁποίαν θὰ προσαγάγῃ καὶ μετὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ εἰρηνοδίκου. Ὁ αἰτῶν γνωρίζει τοὺς λόγους πρὸς ὑποστήριξιν τῶν προτάσεών του, καὶ γνωρίζει καὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιήσῃ καὶ δύναται νὰ τὰ καταστήσῃ γνωστὰ εἰς τὸν καθ’ οὗ ἡ αἴτησις, ἵνα ἀμυνθῇ, καὶ αὐτός, τί θὰ γίνῃ; Θὰ παρουσιασθῇ ὁ δικηγόρος τοῦ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις καὶ θὰ ὑποβάλῃ στρεψοδίκους περὶ πάντων τῶν μαρτύρων ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὅμως κατ’ οὐσίαν δὲν θὰ εἶναι ἐπηρεαστικαὶ τῆς κρίσεως τοῦ εἰρηνοδίκου. Διότι ἀκριβῶς θὰ ἀναφέρηται εἰς πάντας τοὺς μάρτυρας, δηλαδὴ θὰ γίνηται μία σπασμωδικὴ ἄμυνα, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Νομίζω ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία σχεδὸν ἐξεφράσθη κατὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ἐσφαλμένην ἀντίληψιν περὶ κατονομασίας τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων. Ἀλλ’ ἡ κατονομασία τῶν μαρτύρων εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον οὐδόλως δικαιολογεῖ τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν.
§91Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Τότε πρέπει νὰ κατονομάζωνται καὶ οἱ μάρτυρες τοῦ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις.
§92Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κατονομάζωνται οἱ μάρτυρες τοῦ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις.
§93Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι παρορᾶται ἐντελῶς ἡ ἐξαιρετικὴ φύσις τοῦ μέτρου, ὅτι εἶναι καθαρῶς ἀστυνομικὸν μέτρον. Ἐφ’ ὅσον δίδομεν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην τὸ δικαίωμα οὐ μόνον νὰ καλέσῃ καὶ νὰ ἐξετάσῃ τοὺς μάρτυρας, τοὺς ὑπὸ τοῦ διαδίκου προτεινομένους, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς οὗτος νὰ κρίνῃ καὶ ἐκείνους τοὺς ὁποίους εἶδε, νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ νὰ λάβῃ πληροφορίας καὶ παρὰ παντὸς ἄλλου, ἵνα δυνηθῇ νὰ λάβῃ μίαν δικανικὴν ἰδέαν, θὰ ἦτο ἀνώμαλον νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν αἰτοῦντα νὰ κατονομάσῃ τοὺς μάρτυρας ἐπὶ ποινῇ ἀπαραδέκτου. Ἔπειτα ὁ καθ’ οὗ στρέφεται ἡ αἴτησις — αὕτη εἶναι ἡ προϋπόθεσις τῶν προσωρινῶν μέτρων—εὑρίσκεται ἐν τῷ κτήματί του ἢ καλλιεργῶν ἢ καὶ καινοτομῶν κατά τι.
§94Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Δὲν συμβαίνει πάντοτε.
§95Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὕτη εἶναι ἡ προϋπόθεσις τῶν προσωρινῶν μέτρων.
§96Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς φαινομενικῆς ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως.
§97Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε ἡ νομοθεσία συμβαδίζει μὲ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν καὶ οὐχὶ μὲ τὴν φαινομενικήν.
§98Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ δὲν συμβαίνει ἐδῶ.
§99Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἵνα τελειώσω τὰς παρατηρήσεις μου αὐτάς, ἤθελον νὰ εἴπω καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ διάταξις, ἡ ὁποία θὰ ἐπέβαλλε τὴν ἀναφορὰν τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων, δὲν θὰ συνεδέετο κατ’ ἀνάγκην καὶ μὲ ἀπαράδεκτον, ἀλλὰ μὲ μίαν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Εἰρηνοδίκου ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως.
§100Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι μία γνώμη ὀρθή, ἀλλ’ ἀντίκειται εἰς τὴν ταχεῖαν διεξαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως.
§101Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§102Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν προέτεινεν ὁ κ. Ἀραβαντινός, ὅπως μετὰ τῆς πράξεως τοῦ εἰρηνοδίκου κοινοποιῆται εἰς τὸν ἐναγόμενον καὶ σημείωσις τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτει ἄλλοτε ἐν Ἑπτανήσῳ, καθ’ ὃ ὁ ἐνάγων ἦτο πάντοτε ὑπόχρεος νὰ κοινοποιῇ καὶ τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα εἰς τὸν ἐναγόμενον μετὰ τοῦ δικογράφου τῆς ἀγωγῆς, καὶ τὸ ὁποῖον ἔδωκε λαμπρὰ ἀποτελέσματα, οὐχὶ ὅμως καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀπαραδέκτου.
§103Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Πλὴν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ, ἡ ὁποία βεβαίως τείνει πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ τε αἰτοῦντος καὶ τοῦ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις, θὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὴν παράκλησιν ὅπως συμφώνως πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ πρότασιν, ποιήσηται τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐξησφαλίζετό πως καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ καὶ νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ὑπάρχουσαν γνώμην περὶ τοῦ καλοῦ ποιοῦ τῶν δικαστῶν· δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἀφιστάμεθα τῆς ἰδέας ὅτι ἐν τῷ κύκλῳ τῶν δικαστικῶν προσώπων ὑπάρχουσι καί τινα, τὰ ὁποῖα δύνανται πολλάκις καὶ μεροληπτικῶς νὰ δικάσωσιν. Ἐν προκειμένῳ ὁρίζεται χρόνος πρὸς συζήτησιν οὐχὶ μακρότερος τῶν τριῶν ἡμερῶν. Καὶ ἂν μὲν τὰ πράγματα παρουσιάζουσι τὴν ἀνάγκην τῆς συντομεύσεως τοῦ χρόνου, τὰ πράγματα ὅμως παρουσιάζουσι καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ καθορισμοῦ χρονικοῦ ὁρίου ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως, διότι δυνατὸν νὰ συμβῇ τὸ ἄτοπον οὕτως ὥστε νὰ κοινοποιῆται μὲν ἡ πρᾶξις τοῦ εἰρηνοδίκου πρὸ μιᾶς καὶ μόνης ὥρας τῆς διαδικασίας εἰς τὸν καθ’ οὗ ἡ αἴτησις, ὅστις κατοικεῖ εἰς δίωρον ἀπόστασιν ἐκ τοῦ ἐπιδίκου καὶ τοῦ ἐπιμάχου τόπου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ἄφευκτος ἡ ἐρημοδικία τοῦ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις. Τὸ τοιοῦτον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὸ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐκ πείρας, διότι ἔτυχε τοιαύτη περίπτωσις καὶ εἶδον πράγματι νὰ ἐρημοδικασθῇ ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις λόγῳ τῆς ἀνάγκης.
§104Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχεσθε ὅμως ὅτι αὐτὸ εἶναι μία παραβίασις τοῦ καθήκοντος τοῦ εἰρηνοδίκου;
§105Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§106Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τοιαύτην παραβίασιν τοῦ καθήκοντος τοῦ εἰρηνοδίκου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβῃ ὁ νόμος, ἐκτὸς ἐὰν δεσμεύσωμεν τὸν εἰρηνοδίκην εἰς χρονικὰ ὅρια. Ἀλλὰ ἀπὸ τὴν δέσμευσιν ἐντὸς χρονικῶν ὁρίων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωσιν ἀποτελέσματα χείρονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα νομίζετε. Διότι δεσμευόμενος ἐκ προθεσμιῶν τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ ποιήσηται χρῆσιν ἐλευθεριῶν τινων, ὅπου αὗται εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνδεδειγμέναι, ἵνα προστατεύσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χαθῶσιν ἀνεπιστρεπτί. Δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν, νομίζω, τόσον ὑπερβολικοὶ εἰς τὴν δυσπιστίαν ἡμῶν ὡς πρὸς τοὺς εἰρηνοδίκας. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι κατ’ οὐσίαν ὀρθή, ἀλλὰ βεβαίως τὸν λόγον της δὲν τὸν ἔχει εἰς νομοθετικὴν ἀτέλειαν, ἀλλὰ τὸν ἔχει κυρίως εἰς κακὴν ἀντίληψιν καὶ παραβίασιν τοῦ καθήκοντος. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τόσα δικαιώματα δίδομεν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάχιστον. Ὅταν λοιπὸν ὁ Εἰρηνοδίκης εὑρεθῇ εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν προφθάσῃ νὰ ἐμφανισθῇ ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος, ἀλλὰ θὰ κανονίσῃ τὰ πράγματα οὕτως ὥστε νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν αὑτοῦ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν, ἵνα οὕτω κανονικῶς συντρέχωσιν ὅλα τὰ πράγματα.
§107Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Λαμβάνετε τὸν εἰρηνοδίκην ἀμερόληπτον, ὅτι αὐτὸς πραγματικῶς συμφώνως μὲ τὰ πράγματα καὶ μὲ τὸν νόμον πρέπει νὰ δικάσῃ. Πρέπει ὅμως νὰ ἐξασφαλίσητε καὶ τοὺς διαδίκους, κύριε Ὑπουργέ.
§108Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· αὐτὸ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ νομοθέτης.
§109Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι διὰ τοιαύτης τροποποιήσεως δὲν παραβλάπτεται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐξασφαλίζεται ἐπίσης τὸ δίκαιον τοῦ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις, διότι ναὶ μὲν ἔχει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰ πράγματα, ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε ἐκ ποίων προσώπων θ’ ἀρυσθῇ τὰς πληροφορίας ἐκείνας.
§110Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε τὴν ἀπόλυτον προσωρινότητα τοῦ μέτρου· μὴ λησμονεῖτε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7, κατὰ τὴν ὁποίαν λέγεται ὅτι ἀμέσως θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ δίκη περὶ διακατοχῆς, καὶ ὅτι καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν δίκην περὶ διακατοχῆς παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δικαστήριον ν’ ἀνατρέψῃ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν καὶ νὰ φέρῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των.
§111Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπέτρεπεν ἡ ὥρα, θὰ σᾶς ἀνέφερον ἓν παράδειγμα, ἵνα ἴδητε πόσον ἐπιζημία δύναται νὰ εἶναι ἡ διάταξις αὕτη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν θὰ παρεβλάπτετο, ἐὰν ὡρίζετο ὅτι ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς αἰτήσεως μέχρι τῆς συζητήσεως δέον νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ ἓν χρονικὸν διάστημα ὀκτὼ τουλάχιστον ὡρῶν. Καὶ νομίζετε ὅτι μικρὰ δικαιώματα δύνανται νὰ προσβληθῶσιν ἐκ τοῦ προσωρινοῦ τούτου μέτρου;
§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς λαμβάνετε μόνον τὴν ἐξαίρεσιν, ἐν τούτοις εἶναι παρατηρημένον ὅτι συνήθως οἱ εἰρηνοδίκαι ἀναβάλλουσι πολλάκις περισσότερον ἀπ’ ὅ,τι πρέπει.
§113Α. ΒΑΛΣΑΜΑΚΗΣ. Δὲν ἀφίσταμαι τῆς ἰδέας ὅτι εἶναι καλῆς ποιότητος οἱ δικασταί, ἀλλὰ δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε ὅτι ὑπάρχουσι καὶ τοιοῦτοι εἰρηνοδίκαι. Γνωρίζω ἐγὼ παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὴν 10ην τῆς πρωίας ἐκοινοποιήθη ἡ πρᾶξις τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ τὴν δωδεκάτην ἐδικάσθη, ὁ δὲ διάδικος κατώκει εἰς τόπον ἀπέχοντα δύο καὶ πλέον ὥρας, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολὺ δικαίως ἐδικάσθη ἐρήμην. Ἔχομεν ἀπειρίαν τοιούτων παραδειγμάτων καὶ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ἀκριβῶς καὶ τὰ ἐπιβλαβῆ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔσχον.
§114Ν. ΞΗΡΟΣ. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ τριήμερος προθεσμία δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ὀλίγη, προκειμένου περὶ διαδίκων, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν εἰς τόπον μακρὰν τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου. Ἀλλὰ πρὸ τῶν καλῶν, τὰ ὁποῖα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θέλει ἐπιφέρει, βεβαίως δικαιολογεῖται οἱαδήποτε βάσις καὶ οἱαδήποτε στενοχωρία εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διότι εἰς ἐμέ, Κύριοι, ὡς δικηγόρον ἔτυχον δύο δίκαι περὶ προσωρινῶν μέτρων, αἱ ὁποῖαι διῃωνίσθησαν ἐπὶ τετραετίαν. Θὰ ἦτο τοῦτο εὐχερές, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἤθελε συναινέσει νὰ δεχθῇ διὰ μὲν τοὺς ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου κατοικοῦντας νὰ εἶναι 48 ὡρῶν προθεσμία, διὰ δὲ τοὺς ἐκτὸς τῆς ἕδρας πενθήμερος τοιαύτη. Θὰ ἐπήρχετο εἷς συμβιβασμὸς τοιοῦτος, ὥστε νὰ διευκολύνωνται τὰ πράγματα.
§115Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ μέχρι τοῦδε βραδύτης ἦτο ἀποτέλεσμα τῆς διαδικασίας.
§116Ν. ΞΗΡΟΣ. Τῆς στρεψοδικίας.
§117Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας εἶχε δίκην, δίκην εἰς τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἦτο πληρεξούσιος καὶ ἤμην καὶ ἐγὼ πληρεξούσιος.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ τώρα θὰ μᾶς εἴπητε τὰς δικαστικάς σας σχέσεις;
§119Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν δύναται ἡ ἀγωγὴ νὰ κοινοποιηθῇ καὶ νὰ ληφθῇ τὸ ἐπιδοτήριον, εἰς τρόπον ὥστε ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν νὰ δύναται νὰ γίνῃ δίκη. Εἶναι τοιαῦται περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν δύναται καὶ ὁ ἐνάγων νὰ παρευρεθῇ. Εἶναι καλὸν νὰ παρατείνηται ἡ προθεσμία. Ἐκ τῆς πράξεως εἶναι ἐξηγμένον τοῦτο, ὅτι πολλάκις δὲν θὰ προφθάνουν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ὑπάρχουσι τροπολογίαι τῶν κυρίων Γ. Σπηλιοπούλου, Π. Κασίμη καὶ Χ. Δικαίου. (Ἀπορρίπτονται αἱ τροπολογίαι αὗται). Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 2 μετὰ τὴν πρώτην φράσιν νὰ προστεθῇ ἡ προθεσμία.... ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀνακοπῆς κλπ.». (Ἀπορρίπτεται καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§121Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 3 προστίθεται ἡ ἑξῆς παράγραφος: «Ἐγγραφὴ τῆς περὶ προσωρινῶν μέτρων ἀναφορᾶς ἐν τῷ πινακίῳ δὲν ἀπαιτεῖται· ἡ δ’ ἐπὶ ταύτης συζήτησις γίνεται προφορική, ἄνευ ἐγγράφων προτάσεων».
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχουσι τροπολογίαι τῶν βουλευτῶν κυρίων Θ. Πέρρου, Χ. Δικαίου καὶ Π. Κασίμη. (Ἀποσύρονται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§123Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον προστίθενται αἱ λέξεις «πάντως δὲ οὐχὶ πέρα τῶν τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς συζητήσεως». Ἐν τέλει δὲ προστίθεται περίοδος ἡ ἀκόλουθος: «Ἡ προσωρινὴ τοῦ εἰρηνοδίκου διάταξις ἐκτελεῖται ἅμα τῇ ἀπαγγελίᾳ καὶ τῇ καταχωρίσει ἐν τῷ πρακτικῷ, ἄνευ προηγουμένης ἐκθέσεως».
§124Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐκεῖνο τὸ «ἀμέσως» περιττεύει· «ὁ εἰρηνοδίκης ἀποφαίνεται μετὰ ἐλευθέραν ἐκτίμησιν τῶν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον συλλεγεισῶν ἀποδείξεων δι’ ὁριστικῆς ἀμέσως ἀποφάσεως». Τί θὰ εἴπῃ ἀμέσως;
§125Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δημοσιεύει ἀμέσως τὴν ἀπόφασιν.
§126Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι κομψόν (ἱλαρότης).
§127Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον προσθέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει, θὰ εἴπω τινά.
§128Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνωστόν. Εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πέρρου.
§129Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ν’ ἀρχίζωσιν αἱ συνέπειαι τῆς ἀποφάσεως ἅμα τῇ ἀπαγγελίᾳ, εἴτε εἶναι παρόντες οἱ διάδικοι εἴτε οὔ. Ἡ ἀπόφασις τοῦ εἰρηνοδίκου περὶ προσωρινῶν μέτρων ἀπαγγέλλει χρηματικὴν ποινήν, κατὰ τὰς ἰσχυούσας δὲ διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἡ ἰσχὺς τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἄρχεται ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως εἰς ἀμφοτέρους τοὺς διαδίκους.
§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ μεταβάλλομεν.
§131Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι εἷς τῶν διαδίκων εἶναι ἐρήμην ἢ ὅτι δὲν ἔλαβε κλῆσιν ἢ διότι ἔτυχεν ἄλλο τι· δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι βαρὺ νὰ ἄρχωνται αἱ συνέπειαι τῆς ἀποφάσεως ἅμα τῇ ἀπαγγελίᾳ, χωρὶς νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ διάδικοι; Πολλάκις προσωρινὰ μέτρα προκαλοῦνται ἰδίως ἀπὸ τοὺς οἰκοπεδοφάγους. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον κανονίζεται ὡς ἑξῆς ἡ λῆψις τῶν προσωρινῶν μέτρων· ὁ εἰρηνοδίκης μεταβαίνει ἐπὶ τόπου καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν καὶ τῆς ἀντιλήψεώς του λαμβάνει προσωρινὰ μέτρα. Δὲν ἐπιτρέπεται δέ, καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι βαρύ, ἡ ἐπιβολὴ ὅρκου εἴτε ἐπακτοῦ εἴτε δικαστικοῦ. Ὁ θέλων νὰ λάβῃ προσωρινὰ μέτρα περισυλλέγει πρόσωπα φιλικά, μεταβαίνει ὁ εἰρηνοδίκης ἐπὶ τόπου, λαμβάνει πληροφορίας ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα προσήγαγεν ἢ περισυνέλεξεν ὁ διάδικος, ὁ ἔχων συμφέρον νὰ ἔχῃ τὴν δεῖνα ἢ τὴν δεῖνα ἀντίληψιν, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς ὁ εἰρηνοδίκης λαμβάνει προσωρινὰ μέτρα. Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀναγκαιότατον νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ διάδικος, κατὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνονται τὰ προσωρινὰ μέτρα; Διότι βλέπετε ὅτι δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν εἰρηνοδίκην ὅλως αὐθαιρέτως. Αὐτὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω.
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι κίνδυνος ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης οὐδεὶς ἀπολύτως ὑφίσταται. Τῆς διατάξεως ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει εἶναι προφανής. Συμβαίνει συνηθέστατα ἐν τῷ παρόντι νὰ γίνηται χρῆσις τῆς ἐρημοδικίας ἀκριβῶς διὰ νὰ καταστρατηγῆται πᾶσα διάταξις περὶ προσωρινῶν μέτρων. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἀναφέρει εἰδικῶς τὴν κρατοῦσαν τακτικήν, ἰδιαίτατα εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Δικάζεται ἐρήμην, ἀπαγγέλλεται ἐρήμην ἡ ἀπόφασις ἕως ὅτου κοινοποιηθῇ καὶ μετέλθῃ τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς, τὸ ὁποῖον ἔχει κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν δικονομίαν, φροντίζει καὶ περατώνει τὸ ἔργον ἐντελῶς ἀκινδύνως. Τώρα ἐκ τῆς διαρρυθμίσεως ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὴν δικονομίαν, ἡ τακτικὴ αὕτη εἶναι ἀκίνδυνος. Ἀλλὰ μήπως ὑπάρχει κίνδυνός τις ἐκ τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι τὸ πρακτικὸν τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ εἰρηνοδίκης, ἡ προσωρινὴ διάταξις, ἐκτελεῖται ἀμέσως; Ὑπάρχει κίνδυνος διὰ τὸν ἐρημοδικοῦντα; Οὐδεὶς ἀπολύτως. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν, θὰ διατρέχῃ κίνδυνον, διότι τί θὰ λέγῃ ἡ προσωρινὴ διάταξις; «ἀπαγορεύω νὰ πράξῃς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο».
§133Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀπαγγέλλει ποινὴν 3000 δρ.
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἁπλούστατα διὰ νὰ μὴ διαταράξῃ αὐτά.
§135Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι, ὅταν ὁ διάδικος δικάζηται ἐρήμην, γενομένης ἀνακοπῆς κατὰ τῆς ἀποφάσεως, παύουν αἱ συνέπειαι ὅλης τῆς ἐρημοδικίας. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζει ὅτι καίπερ μὴ παρισταμένου τοῦ διαδίκου, πρέπει νὰ ἄρχωνται αἱ συνέπειαι τῆς ἀποφάσεως ἀπὸ τῆς ἀπαγγελίας αὐτῆς, χωρὶς νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ διάδικος. Ὑποθέσατε ὅτι εἷς ἐναγόμενος καλῆς πίστεως, προκαλεῖται ἀπὸ ἐνάγοντα κακῆς πίστεως καὶ λαμβάνεται ἀνάγκη ὅπως ληφθῶσι προσωρινὰ μέτρα· ὁ εἰρηνοδίκης μεταβαίνει ἐπὶ τόπου, λαμβάνει πληροφορίας ἐκ τῶν προσώπων τοῦ ἐνάγοντος, λαμβάνει προσωρινὰ μέτρα καὶ ἀπαγγέλλει χρηματικὴν ποινὴν κατὰ τοῦ παραβάτου. Ποῦ θὰ ἴδῃ ὁ ἐναγόμενος τὰς συνεπείας τῆς ἀποφάσεως;
§136Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῷ κοινοποιεῖται.
§137Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως λοιπόν;
§138Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ θὰ καλῆται νὰ ἐμφανισθῇ.
§139Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι σκοπιμώτερος θὰ εἶναι ὁ νόμος, ἐὰν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως ἄρχωνται αἱ συνέπειαι, χωρὶς νὰ ματαιῶνται διὰ τῆς ἀνακοπῆς. Τότε θὰ εἶσθε ἐν τάξει.
§140Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ ἕως ὅτου κοινοποιηθῇ θὰ παρέλθῃ χρόνος.
§141Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως θὰ κοινοποιηθῇ εἴτε ἀντίγραφον τοῦ πρακτικοῦ εἴτε τῆς ἀποφάσεως καὶ τότε ἄρχονται αἱ συνέπειαι.
§142Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μήπως δὲν θὰ γίνεται εἰδικὴ διαδικασία, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ παράβασις; Μήπως θὰ παύῃ μὲ τὸ πρακτικὸν αὐτὸς νὰ εἰσπράξῃ τὴν χρηματικὴν ποινήν; Μόνον τὰ ἀστυνομικὰ μέτρα τῆς ἄρσεως συγκρούσεως θὰ ἐκτελεσθοῦν. Δὲν θὰ πληρώσῃ ποινήν. Θὰ βεβαιωθῇ δικαστικῶς ἡ παράβασις διὰ νὰ πληρώσῃ.
§143Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παράβασις θὰ ὑφίσταται, χωρὶς ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχῃ εἴδησιν τῆς ἐρημοδικίας.
§144Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Διὰ τὴν ἄρσιν τῶν συγκρούσεων προνοεῖ. Δὲν δημιουργεῖ δικαιώματα.
§145Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ κοινοποίησις τῆς ἀποφάσεως νὰ εἶναι ματαία; Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Μπακοπούλου πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, διότι ἡ ἀπόφασις θὰ ἐπιδικάζῃ καὶ χρηματικὰς ποινὰς διὰ τὴν ἐπανάληψιν τῆς πράξεως. Αὐταὶ αἱ συνέπειαι νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐπέλθουν, ἐὰν δὲν βεβαιωθῇ ἡ ἐπίδοσις τῆς ἀποφάσεως εἰς τὸν κατηγορούμενον.
§146Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Αὐτὸ θέλει νὰ καταργήσῃ ὁ νόμος.
§147Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται νὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβιβασθῇ καὶ ἡ ἄμεσος ἐκτέλεσις καὶ ἡ προστασία τοῦ δικασθέντος ἀπὸ χρηματικὰ ποινάς.
§148Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος θὰ ἐπιβάλῃ τὴν χρηματικὴν ποινήν;
§149Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὸ δικαστήριον.
§150Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ δικαστήριον, ἐὰν δὲν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι ἐπεδόθη ἡ ἀπόφασις, δὲν ἐπιβάλλει χρηματικὴν ποινήν, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἡ ἀπόφασις, ἵνα, ὑπαρχούσης δολίας προαιρέσεως, ἐπέρχωνται αἱ συνέπειαι. Ἀλλ’ αἱ συνέπειαι δὲν θὰ ἐπιβάλλωνται δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀποφάσεως.
§151Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀκριβῶς, αὐτὴ ἡ ἔννοια εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§152Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ πρέπει πάντοτε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι συζητοῦμεν ἐπὶ προσωρινῶν μέτρων.
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη αἴρει τὸν κίνδυνον. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς ἐκτελέσεως, ἄνευ προηγουμένης κοινοποιήσεως, καὶ τὸ διατυποῦμεν οὕτως: «Ἡ προσωρινὴ τοῦ εἰρηνοδίκου διάταξις ἐκτελεῖται ἅμα τῇ ἀπαγγελίᾳ καὶ τῇ καταχωρίσει ἐν τῷ πρακτικῷ ἄνευ προηγουμένης ἐπιταγῆς».
§154Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐὰν δὲν εἶναι παρόντες;
§155Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ παύσῃ ἡ διατάραξις.
§156Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μόνον ὁ καλῆς πίστεως δὲν λαμβάνει γνῶσιν.
§157Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει μία παρανόησις. Ἴσως δὲν ἐγενόμην καταληπτός. Σεῖς νομίζετε ὅτι ἐγὼ ὑπενόουν ὅτι ἅμα τῇ ἀπαγγελίᾳ τῆς ἀποφάσεως εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ καθ’ οὗ ἀπαγγέλλεται ἡ ἀπόφασις νὰ παύσῃ διαταράσσων. Δὲν ἐννοῶ τοῦτο. Ἐγὼ ἐννοῶ διὰ τοὺς καλῆς πίστεως διαδίκους, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τὴν διάταξιν τῆς ἀποφάσεως περὶ προσωρινῶν μέτρων, χωρὶς νὰ ἔχωσιν εἴδησιν τῆς ἀποφάσεως. Αὐτοὶ γίνονται παραίτιοι τῆς ἀποφάσεως καὶ ὑποχρεοῦνται δι’ ἄλλης ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου νὰ πληρώσωσιν.
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Δὲν ὑπάρχει τώρα.
§159Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς;
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ὑπάρχει. Θὰ ἐκτελῆται ἅμα τῇ ἀπαγγελίᾳ καὶ τῇ καταχωρίσει ἐν τῷ πρακτικῷ ἄνευ προηγουμένης ἐπιδόσεως. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κλάδη ἀποσύρεται, διότι ἔγινε δεκτὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. βουλευτοῦ Πέρρου ἀποσύρεται ὡς περιληφθεῖσα εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τῶν κ. Δικαίου καὶ Κασίμη ἀποσύρεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5.
§162Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἄρθρον 5 νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία τῶν βουλευτῶν Μεσσηνίας κυρίων Δικαίου καὶ Κασίμη, διατυπούμενον οὕτως: Ἄρθρον 5 — «Εἰς λίαν κατεπειγούσας περιπτώσεις καὶ ἐπικειμένου ἀμέσου κινδύνου ἐκ τῆς ἀναβολῆς, ὁ εἰρηνοδίκης δύναται ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς ἀναφορᾶς καὶ πρὸ τῆς κατὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 συζητήσεως νὰ ἐνασκήσῃ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον 4 ἐξουσίαν αὐτοῦ διὰ πράξεώς του ἐφ’ ἁπλοῦ κοινοποιουμένης ἐπιμελείᾳ του διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος πρὸς τοὺς διαδίκους, ἰσχυούσης δὲ μέχρι τῆς κατὰ τὰ ἀνωτέρω προσωρινῆς ἢ ὁριστικῆς ἀποφάσεώς του. Τῆς πράξεώς του ταύτης, καθ’ ἧς οὐδὲν ἔνδικον μέσον ἐπιτρέπεται, τὴν ἐκτέλεσιν ἐν πρωτοτύπῳ καὶ πρὸ πάσης κοινοποιήσεως δύναται ν’ ἀναθέσῃ καὶ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχήν».
§163Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἕως ὅτου νὰ ὑπάγῃ ὁ εἰρηνοδίκης ἐκεῖ. Αὐτὸ ὀρθῶς ἔχει.
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νομοσχεδίου τί θὰ γίνῃ, κύριε Ὑπουργέ;
§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γίνῃ ἕκτον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀποσύρεται. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6, πρώην 5 (ἀναγινώσκεται): Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§168Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγένετο, Κύριοι, ἕως τώρα ἓν μέγα κακόν. Διὰ παρερμηνείας τῶν κειμένων διατάξεων περὶ τῶν προσωρινῶν μέτρων, ἐπλάσθη ὑπὸ τῆς νομολογίας μία ὁλόκληρος διαδικασία, μία νέα ἀγωγὴ περὶ νομῆς, ἡ ὁποία ἠκολούθει κεχωρισμένον τὸν δρόμον της· ἐχώρει ἔφεσις ἐπ’ αὐτῆς, ἐχώρει ἀναίρεσις, ἐχώρει παρέλκυσις τῆς δίκης. Εἴπομεν αὐτὰ νὰ καταργηθῶσι. Φοβοῦμαι ὅμως μὴ μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἕως τώρα ἐψηφίσαμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, φθάσωμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον. Εἶχε ματαιωθῆ εἰς βάρος τῶν ἐναγόντων διὰ τῆς παρελκύσεως τῆς δίκης ὁ σκοπὸς τῆς διαδικασίας τῶν προσωρινῶν μέτρων. Ἀλλὰ σήμερον διὰ τῆς μεγάλης ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν παρέχομεν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, διὰ τῆς μὴ λήψεως ὑπ’ ὄψιν οὐδενὸς προστατευτικοῦ μέτρου ὑπὲρ τῶν ἐναγομένων, φοβοῦμαι μὴ δημιουργῶμεν εὐκαιρίας ἀδικιῶν κατὰ τῶν ἐναγομένων.
§169Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί προτείνετε;
§170Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι λίαν πιθανὸς ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα, ὅτι ἐκ τάσεως πρὸς κλεψιδικίαν τοῦ ἀναφερομένου εἴτε καὶ ἐξ ἀμελείας—ἂν μή τι ἄλλο, τοῦ εἰρηνοδίκου, νὰ ῥυθμίσῃ οὗτος τὰ πράγματα κατὰ τρόπον ἄδικον καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἀσκῇ οὐσιωδεστάτην ἐπιρροὴν εἰς τὰ συμφέροντα τῶν μελῶν.
§171Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν εἰδικότητές τινες, αἱ ὁποῖαι ἀνοίγουσι δίκας!
§172Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι ἔχετε συνάψει ἐργολαβικὸν συμβόλαιον διὰ νὰ ἀνεγείρητε οἰκοδομὴν ἐπὶ τοῦ κτήματός σας καὶ σᾶς ἐναγάγῃ ἐνεργῶν προσωρινὰ μέτρα τις, ἰσχυριζόμενος ὅτι προσβάλλεται δικαίωμα δουλείας ὅπερ κέκτηται—διότι τὰ προσωρινὰ μέτρα δὲν εἶναι χρήσιμα μόνον εἰς τὰς δίκας περὶ νομῆς τοῦ πράγματος ἀλλὰ καὶ εἰς δίκας περὶ οἱονεὶ δικαιώματος, περὶ οἱονεὶ νομῆς—, ζητεῖ δὲ τὴν παῦσιν τῆς οἰκοδομῆς σας, εἶναι δυνατὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον συνοπτικώτατον, ἄνευ οὐδεμιᾶς προνοίας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ὑμῶν τοῦ ἐναγομένου, νὰ λάβῃ μίαν διάταξιν ὁ ἀναφερόμενος ἀπαγορεύουσαν εἰς ὑμᾶς νὰ ἐνασκήσητε τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε ἐπὶ τοῦ ἰδικοῦ σας ἀκινήτου; Εἶναι προφανὴς λοιπὸν ἡ σκοπιμότης διατάξεων, αἱ ὁποῖαι, τοὐλάχιστον ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ ἄρωσι τὴν ὑπόνοιαν τῆς ἀδικίας, ἢ μᾶλλον νὰ ἄρωσι τὰ κακὰ τῆς προσωρινῆς διατάξεως, ἐὰν προκύψωσιν ἐναντίον τοῦ ἐναγομένου ἢ ἐν γένει ἐναντίον τοῦ διαδίκου, ὁ ὁποῖος ἠδικήθη ἐν τῇ δίκῃ περὶ νομῆς. Τοιαύτη πρόνοια, κατὰ τὸ ἄρθρον ἤδη 6 τοῦ νομοσχεδίου, ἀφήνεται πάλιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ εἰρηνοδίκου· δὲν λαμβάνεται ὑπὸ τοῦ νόμου, διότι τὸ ἄρθρον 6 λέγει, ὅτι μετὰ τὴν λῆψιν τῶν μέτρων εἰς τὰ ὁποῖα ἐξαντλοῦνται, τὰ ὁποῖα οὐσιαστικῶς ἀποτελοῦσι τὰ προσωρινὰ μέτρα, εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ εἰρηνοδίκου ἀνήκει «νὰ τάξῃ κατὰ τὰς περιστάσεις προθεσμίαν πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς κυρίας περὶ διακατοχῆς ἀγωγῆς, ὑποχρεῶν πρὸς τοῦτο τὸν κατὰ τὴν κρίσιν του πιθανώτερον ὀφείλοντα νὰ λάβῃ τὴν θέσιν ἐνάγοντος, ὁπότε ὁ εἰρηνοδίκης ῥυθμίζει συγχρόνως καὶ τὰ τῆς διακατοχῆς διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ εἷς ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς ὑποχρεωθεὶς ἤθελε παραμελήσει τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν». Ἡ πρόνοια τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πάλιν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ εἰρηνοδίκου. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι μέτρον οὐχὶ ἀρκετὸν διὰ τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιπολαίως ἢ κατὰ συμπαιγνίαν ὁ εἰρηνοδίκης ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν του ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς τῶν διαδίκων. Εἰσηγήθην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὅτι ἦτο πολὺ σκοπιμώτερον νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 227 τοῦ Κρητικοῦ ἀστικοῦ κώδικος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κυρία ἀγωγὴ εἰσάγεται ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ εἰρηνοδίκου, ἄλλως αἴρεται αὐτοδικαίως τὸ προσωρινὸν μέτρον. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νικῶν διάδικος λαμβάνει ἓν προσωρινὸν μέτρον ὑπὲρ ἑαυτοῦ εἶναι μᾶλλον δίκαιον νὰ ἐπιβαρυνθῇ αὐτὸς μὲ τὴν θέσιν τοῦ ἐνάγοντος παρὰ ὁ ἡττηθείς. Διότι, ὑπὸ τὴν πιθανότητα τῆς κακῆς ἐκτιμήσεως τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐάν τις λάβῃ ἓν προσωρινὸν μέτρον, φέρ’ εἰπεῖν, μίαν ἀπαγόρευσιν εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν νομίμων δικαιωμάτων τοῦ ἄλλου, θὰ ἦτο ἄδικον, ὁ ἄλλος οὗτος, νὰ ἐπιβαρυνθῇ ἐπὶ μᾶλλον, ὑποχρεούμενος αὐτὸς νὰ ἐγείρῃ τὴν τακτικὴν ἀγωγήν, διότι ὁ ἐπιτυχὼν τὸ προσωρινὸν μέτρον βεβαίως δὲν θὰ σπεύσῃ νὰ ἀσκήσῃ τὴν τακτικὴν ἀγωγήν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τοιαύτη διάταξις περιλαμβανομένη ὡς τελευταῖον ἐδάφιον ἀντὶ τοῦ ἤδη ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 6 ἀποτελεῖ πραγματικὴν ἐγγύησιν, ἐγγύησιν καὶ ἐπιεικῆ καὶ δικαίαν. Διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης ἐρρύθμισε τὸ προσωρινὸν μέτρον ὑπὲρ ἐκείνου ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ὑπερμαχεῖ καὶ τὸ δίκαιον, δὲν εἶναι τόσον μεγάλη ἐπιβάρυνσις δι’ αὐτὸν νὰ ἐγείρῃ τὴν τακτικὴν ἀγωγὴν τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ αὐτὸς θὰ ἔχῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τὸ πρόκριμα τρόπον τινὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐνῷ, ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ, εἶναι πιθανὸν εἰς τὰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὸ προσωρινὸν μέτρον δὲν ἐλήφθη καλῶς νὰ κατασταθῇ ἔτι μᾶλλον δυσχερὴς ἡ θέσις τοῦ ἡττηθέντος, τὴν ὁποίαν ἤδη καὶ αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἐντελῶς εἰς τὴν κρίσιν τοῦ εἰρηνοδίκου, κατέστησαν θέσιν θύματος τοῦ Προκρούστου.
§173ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πρὸ παντὸς μοὶ φαίνεται ὅτι δίδετε σημασίαν εἰς τὸ γεγονός, ὅτι διὰ τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας τὰ γενόμενα αὐτὰ ἀμείβονται.
§174Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως δίδω σημασίαν εἰς τὴν αὐτοδικίαν ἄρσιν τοῦ μέτρου ἅμα τῇ παρελεύσει τῆς νομίμου προθεσμίας πρὸς ἄσκησιν τῆς τακτικῆς ἀγωγῆς.
§175Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκεῖνος ὁρίζει τὰς διατάξεις.
§176Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ἔχετε μεγάλην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν εἰρηνοδίκην. Φαντασθῆτε ὅτι ὁ εἰρηνοδίκης ἠμπορεῖ καὶ νὰ ἀδικήσῃ ἢ ἀμελῶς καὶ ἐπιπολαίως νὰ κρίνῃ!
§177Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον.
§178Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα· ποῖος θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον; Ὁ ἡττηθεὶς ἢ ὁ νικήσας; Τουλάχιστον, ἐὰν εἶναι ἐνάγων ὁ νικήσας, οἰκονομολογικῶς ἔχουσιν ἀσφαλισθῆ τὰ συμφέροντά του. Ἐὰν ὅμως ἐνάγων εἶναι ὁ ἡττηθεὶς καὶ ἔχῃ αὐτὸς τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως, πρόκειται δὲ νὰ ἐκτιμηθῶσι πάντοτε ἐναντίον του αἱ πιθανότητες τῆς ἐκβάσεως τῆς δίκης, φυσικὰ ὅτι ἡ θέσις του εἶναι δυσχερεστάτη καὶ διπλῆ ἀποβαίνει ἡ κατ’ αὐτοῦ ἀδικία, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ κρίσις τοῦ εἰρηνοδίκου ἦτο ἐσφαλμένη. Ἀφήνοντες μεγάλην ἐλευθερίαν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, δίδοντες εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐναγομένου διὰ τὴν τακτικὴν δίκην, οὐδεμίαν παρέχομεν ἐγγύησιν εἰς τοὺς διαδίκους τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ δὲν δεσμεύεται καὶ ὁ εἰρηνοδίκης νὰ τάξῃ προθεσμίαν τινὰ ἢ δύναται ἐκ συμπαιγνίας νὰ τάξῃ μακροτάτην μὲν προθεσμίαν εἰς τὸν νικήσαντα ἢ βραχυτάτην εἰς τὸν ἡττηθέντα διάδικον πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς κυρίας δίκης, ἅτινα πάντα βεβαίως ἥκιστα ἐξυπηρετοῦν τὸ δίκαιον.
§179Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δυνάμεθα νὰ θέσωμεν τὴν προθεσμίαν τοῦ ἑνὸς μηνός· νὰ εἴπωμεν: προθεσμίαν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὸν ἕνα μῆνα.
§180Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τότε ποῖος θὰ εἶναι ἐνάγων;
§181Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο θὰ τὸ προσδιορίσῃ ὁ εἰρηνοδίκης.
§182Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τῷ ἐπιτρέπεται ὅμως καὶ νὰ μὴ τάξῃ καμμίαν προθεσμίαν.
§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν;
§184Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ εἴπητε: Ἐντὸς τόσης προθεσμίας θὰ εἰσαγάγῃ τὴν κυρίαν ἀγωγήν του ὁ νικήσας διάδικος.
§185Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τότε τῷ ἀπαγορεύεται νὰ συμβιβασθῇ. Ἠμπορεῖ νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ εἰρηνοδίκου.
§186Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὴ λέγετε τοιαῦτα.
§187Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε!
§188Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἡ προθεσμία αὐτὴ νὰ εἶναι μικροτέρα τοῦ μηνός.
§189Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§190Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐσκέφθην καὶ ἀπὸ προχθές.
§191Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ἐγὼ ἐνισχύθην εἰς τὰς σκέψεις μου ἐκ τῆς μεταγεγεστέρας μελέτης.
§192Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐνισχύθην.
§193Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν τὸ εὑρίσκω καθόλου.
§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαφορὰ κρίσεως;
§195Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ναί. Ὑποβάλλω ὅμως ἐγὼ τὰς σκέψεις μου εἰς τοὺς Κυρίους, διὰ νὰ σκεφθῶσιν, ὅτι ὅπως ἐγὼ λέγω, οὐσιαστικῶς δὲν θὰ ἐπέρχηται καμμία ἀδικία, ἐνῷ, ἐὰν δὲν διορθωθῇ τὸ ἄρθρον, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποστῇ διπλᾶς ἀδικίας ὁ ἡττώμενος διάδικος. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐλήφθη ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ δικαίου, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ παρασυρώμεθα ἐκ τῶν ἐν Γερμανίᾳ ἰσχυόντων καὶ νὰ ἐπιτρέψωμεν ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ τὴν ἐλευθέραν κρίσιν εἰς τὸν δικαστὴν καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἄλλη εἶναι ἡ ἀντίληψις περὶ τῶν καθηκόντων, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ Ἀγγλοσαξωνικὰ καὶ Γερμανικὰ φῦλα, καὶ ἄλλη εἶναι ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν ἔχουσι περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τὰ Λατινικὰ καὶ Ἑλληνικὰ φῦλα. Δι’ ἡμᾶς εἶναι περισσοτέρα ἀνάγκη νὰ περιοριζώμεθα ἐντὸς τοῦ νόμου παρὰ νὰ ἀφιέμεθα εἰς τὸν δικαστήν, διότι ὁ δικαστής, ὅσον εὐσυνείδητος καὶ ἂν εἶναι, εἶναι πολλάκις ἐπιπόλαιος. Δίδομεν εἰς τοῦτον μίαν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, ἡ ὁποία εἰς τὸ τέλος εἰς τί θὰ καταντήσῃ; Θὰ καταντήσῃ εἰς τὸ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ αὐτοδικία, ὡς, ἐὰν πρόκειται νὰ χάσῃ τις τοὺς καρποὺς τοῦ κτήματός του ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἐπιπολαιοτάτης ἀποφάσεως τοῦ εἰρηνοδίκου ληφθείσης ἐν συντομωτάτῳ χρόνῳ, θὰ προτιμήσῃ βεβαίως νὰ χειροδικήσῃ. Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν σκέψεών μου ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν: «Νὰ διατυπωθῇ τὸ σχετικὸν ἐδάφιον ὅτι· «Ἡ κυρία ἀγωγὴ κινεῖται ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως· ἄλλως αἴρεται τὸ προσωρινὸν μέτρον.»
§196Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ μέρους τίνος;
§197Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Φυσικὰ ἀπὸ μέρους τοῦ νικήσαντος, δὲν ἀποκλείεται ὅμως νὰ ἐγείρῃ ἀγωγὴν καὶ ὁ ἡττηθείς. Εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 227 τοῦ Ἀστικοῦ Κρητικοῦ Κώδικος. Νομίζω δὲ ὅτι δι’ αὐτῆς ἐπιεικῶς ῥυθμίζονται τὰ πράγματα καὶ μᾶλλον συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον.
§198Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 6, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος πάντοτε ὁ εἰρηνοδίκης νὰ τάξῃ αὐτὴν τὴν προθεσμίαν, ἀλλ’ ὅτι καὶ εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις δύναται νὰ τάξῃ αὐτὴν τὴν προθεσμίαν.
§199Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν ἀποφασίσῃ, τότε ὀρθὸν εἶναι νὰ τάξῃ προθεσμίαν.
§200Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Οὕτω πως τὸ ἀντελήφθην καὶ ἐγώ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Π. Ἀραβαντινοῦ δὲν εἶναι σκόπιμοι. Ἐφ’ ὅσον ὁ εἰρηνοδίκης προβαίνει εἰς τὴν διαδικασίαν καὶ ἐκδίδει ἀπόφασιν, βεβαίως δὲν πρέπει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνίκησε, νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐγέρσεως τῆς ἀγωγῆς. Ὅταν ὑπάρχῃ μία διάταξις ὡρισμένη, τότε ἡ κακοπιστία ὑποθάλπεται, ὅτε δὲ ἔλεγον περὶ συμβιβασμοῦ, ἐνόουν νὰ δεχθῶσι τὴν εἰρηνοδικειακὴν ἀπόφασιν καὶ νὰ ἀποφύγωσι τὰ ἔξοδα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς κ. Μερλόπουλος εἶχε κάμει παρατηρήσεις διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ θεσμοῦ τῆς νομῆς. Νομίζω, ὅτι ἔχουσι καλῶς ῥυθμισθῆ τὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὑπάρχουσι περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὸν εἰρηνοδίκην «πρᾶξε τοῦτο καὶ τοῦτο». Ἐὰν π.χ. ἔχῃ τις εἰς τὴν κατοχήν του μέρος ἀγροῦ καὶ σπείρῃ τὸ ἕτερον μέρος, ὅταν θὰ τὸ σπείρῃ, οὐδὲν ὑπάρχει ἴχνος ὁρίου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ εἰρηνοδίκης ἐκ τῶν ἐνόντων θὰ εὕρῃ ποῦ ἦσαν τὰ ὅρια.
§201Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἀφοῦ ἔχει ὁ εἰρηνοδίκης προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ἐγερθῇ ἀγωγή, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ θέσωμεν μίαν προσθήκην εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν. Δηλαδὴ μετὰ τὰς λέξεις «κυρία ἀγωγὴ» νὰ τεθῇ «νὰ μὴ εἶναι βραχυτέρα τοῦ ἑνὸς μηνός». Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή.
§202Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τῆς τελευταίας παραγράφου, παρέχεται μεγάλη δικαιοδοσία εἰς τὸν εἰρηνοδίκην. Τοῦτο ἰσχύει ἐν Γερμανίᾳ, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐν Γερμανίᾳ εἰρηνοδίκης εἶναι ὁ Κόλεν, ὁ υἱὸς τοῦ μεγάλου ἑκατομμυριούχου, εἷς ἐκ τῶν διασήμων νομομαθῶν καὶ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βερολίνου. Βεβαίως εἰς αὐτὸν δύναταί τις νὰ ἀναθέσῃ τὴν κρίσιν πάσης διαφορᾶς ἄνευ νόμου. Βεβαίως ἔχομεν εἰρηνοδίκας καλούς, ἀλλὰ πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι καὶ πολλῶν εἰρηνοδικῶν τρέμουσιν οἱ πόδες ἐκ τῆς πείνης.
§203Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ὕστερον ἀπὸ δύο ἔτη ὁ υἱός σου θὰ εἶναι δικαστής.
§204Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ εἶναι ἄξιος νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζει ὅτι ὅλοι οἱ νομεῖς εἶναι νομεῖς καλῆς πίστεως, ἀλλὰ τέλος πάντων, ἀφοῦ ὁ νικήσας ἔχει τὴν κατοχὴν τοῦ κτήματός του, εἴτε δικαίως εἴτε ἀδίκως, καλὸν εἶναι νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ, ὅπως ἐντὸς μηνὸς ἐγερθῇ ἡ ἀγωγὴ περὶ κατοχῆς. Αὐτὰ εἶχον νὰ προσθέσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Π. Ἀραβαντινός.
§205Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ ὑπομνήσω, ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτων νομοσχεδίων διαδικαστικῶν, ὅσον καὶ ἂν φαίνωνται μικραὶ αἱ παρατηρήσεις, εἶναι ἐν τούτοις μέγισται καὶ σκοπιμώταται. Ὁ Κλὲρ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας λέγει· πόσα πράγματα ἠμπορεῖ νὰ παρατηρήσῃ τις εἰς ἓν Μενουέτουμ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν εἷς χοροδιδάσκαλος ὅτι ἰσχύει εἰς ἓν μενουέτουμ, ἰσχύει πολὺ περισσότερον διὰ μίαν Πολιτικὴν Δικονομίαν.
§206Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον.
§207Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 629, κ. Ὑπουργέ, τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, τὸ ὁποῖον λέγει «Διαφοραὶ περὶ διακατοχῆς... (ἀναγινώσκει).
§208Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τῆς ὑποστηριχθείσης τροπολογίας ὑπὸ τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ἀντετάχθη, ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον ὁ νικῶν ἐν τῇ δίκῃ περὶ τῶν προσωρινῶν μέτρων νὰ ὑποχρεοῦται εἰς ἔγερσιν ἀγωγῆς. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ Κρητικοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν εἰσάγει ὁ κ. Ἀραβαντινὸς διὰ τῆς τροπολογίας του, ἐπιβάλλει κατ’ ἀνάγκην εἰς τὸν νικητὴν τὴν ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς. Ἡ διατύπωσις αὕτη λέγει ὅτι ὀφείλει νὰ ἐγερθῇ ἡ κυρία ἀγωγὴ περὶ τῆς νομῆς ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ εἰρηνοδίκου, ἄλλως αἴρονται τὰ ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου ἀστυνομικὰ ἐπιβληθέντα μέτρα. Ποῖος θὰ ἐγείρῃ τὴν ἀγωγήν, δὲν ὁρίζει ἡ διάταξις.
§209Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ θέλω ἐγώ, νὰ τὸ ὁρίσῃ ὁ εἰρηνοδίκης.
§210Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν λέγει τοῦτο ἡ διάταξις καὶ ἄγνωστον τί θὰ γίνῃ κατόπιν.
§211Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει. Θὰ ὁρίζῃ καὶ τὰς συνεπείας.
§212Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πολλὰ πράγματα δύνανται νὰ ἐννοηθῶσιν· εἶναι ἀσαφὴς ἡ διάταξις.
§213Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Σκόπιμος καὶ σαφὴς εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ, ὅπως τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ἀντικατασταθῇ, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ κυρία ἀγωγὴ κινεῖται ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ εἰρηνοδίκου, αἴρεται δὲ τὸ προσωρινὸν μέτρον». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Π. Ἀραβαντινοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἡ τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Κασίμη καὶ Δικαίου ἀποσύρεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6ον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7ον, πρώην 6ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου οὐδεὶς ἔχει τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7ον, πρώην 6ον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8ον, πρώην 7ον (ἀναγινώσκεται).
§215Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. «Αἴτησιν» ἐννοεῖ παρεμπίπτουσαν;
§216Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἐξ ἐπαγγέλματος, ἀλλὰ τῇ αἰτήσει καὶ διὰ τῶν προτάσεων.
§217Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§218Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς γραφῇ. Τὸ «αἴτησιν» ἀντιδιαστέλλεται πρὸς τὸ ἐξ «ἐπαγγέλματος»· ἑπομένως ἡ αἴτησις δύναται νὰ γίνῃ ὑπὸ τοῦ διαδίκου καὶ διὰ τῶν προτάσεων.
§219Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν περὶ τῆς ἀποφάσεως, ὑποθέτω ὅτι οὐδ’ αὕτη θὰ ὑπόκειται εἰς ἔφεσιν.
§220Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, τὸ λέγει ῥητῶς.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται): «Πᾶσα ἐκ μέρους τῶν δικαστικῶν μερῶν παραβίασις τῶν ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου ἐκδιδομένων τῶν ῥυθμιστικῶν τῆς νομῆς διατάξεων, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων αὐτῆς συνεπειῶν, τιμωρεῖται καὶ διὰ φυλακίσεως ἑνὸς μέχρις ἓξ μηνῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται): «Διὰ πᾶσαν ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου μετάβασιν λαμβάνουσι λόγῳ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων ὁ μὲν εἰρηνοδίκης δραχ. 5, ὁ δὲ γραμματεὺς δραχ. τρεῖς καθ’ ὥραν ἀποστάσεως, προκαταβαλλομένας δὲ παρὰ τῷ γραμματεῖ ἐπὶ διπλοτύπῳ ἀποδείξει ὑπὸ τοῦ αἰτουμένου τὰ προσωρινὰ μέτρα καὶ ἐπιδικαζομένας μετὰ τῶν λοιπῶν ἐξόδων κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις. Ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ γραμματεὺς εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως ἀμοιβὴν δικαιοῦνται, ὁ δὲ κατὰ παράβασιν τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης λαμβάνων ἀμοιβὴν οἱανδήποτε τιμωρεῖται πειθαρχικῶς διὰ προστίμου δραχ. 25–200».
§222Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι λέγετε μὲν ὅτι δὲν δίδετε ἀμοιβήν, ἀλλὰ πράγματι πρόκειται περὶ ἀμοιβῆς, διότι ἄλλως, ἐὰν πρόκειται μόνον περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, δὲν βλέπω διὰ τίνα πρᾶξιν, μαζὶ θὰ μεταβαίνωσιν ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ γραμματεύς; Διατί αὐτὴ ἡ διαφορά;
§223Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὑπάρχουν χωρία, τὰ ὁποῖα ἀπέχουν 10 –11 ὥρας. Νὰ περιορισθῇ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπερβαίνουν τὰς 25 δραχ. Οὐδέποτε πλέον τῶν 25 δραχ.
§224Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἐγώ. Ὑπάρχει π. χ. ἓν Εἰρηνοδικεῖον μιᾶς ἐπαρχίας, τὸ ὁποῖον ἀπέχει 9 ὥρας. Μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι ἐννοεῖτε μετάβασιν καὶ ἐπιστροφήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ τὸ Εἰρηνοδικεῖον ἀπέχει 10 ὥρας, ἔχομεν εἰκοσάωρον καὶ τότε ἔχομεν 100 δραχ. τοῦ εἰρηνοδίκου καὶ 60 τοῦ γραμματέως, τὸ ὅλον 160. Σήμερον εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος ἡ ἀμοιβὴ 5 δραχ. καθ’ ὥραν. Τρεῖς δραχ. εἶναι ἀρκεταί.
§225Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ θέσωμεν νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὰς 25 δραχ.
§226ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§227Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι εὔκολον νὰ λέγηται ὅτι, ὅταν θὰ στείλωμεν ἕνα εἰρηνοδίκην νὰ δικάσῃ διὰ προσωρινὰ μέτρα, νὰ τῷ λέγωμεν ὅτι θὰ τῷ δίδωμεν 25 δραχ. Ἕνα λοῦστρον ἐὰν στείλητε εἰς ἓν μέρος, θὰ τῷ δώσητε 5 δραχ., ὄχι τοῦ εἰρηνοδίκου! Νὰ τῷ δώσητε 50 καὶ 100 δραχ. Σήμερον ἐπληρώνομεν 100 καὶ 200 δραχ. διὰ προσωρινὰ μέτρα, κακῶς βεβαίως, ἀλλὰ νὰ λέγητε ὅτι ἕνα εἰρηνοδίκην, ὁ ὁποῖος θὰ μεταβῇ 5 ὥρας ἔφιππος, θὰ τῷ δώσητε 25 δραχ., νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο λογικὸν καὶ ὀρθὸν ἀλλ’ οὔτε καὶ ἀξιοπρεπές.
§228Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀντιστράτηγος περιοδεύων πρὸς ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ λαμβάνει 15 δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Ὁ εἰρηνοδίκης μισθοδοτεῖται· δὲν θὰ τῷ πληρώσῃ ὁ πτωχὸς τὴν ἅμαξαν.
§229Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν (ἀναγινώσκει) «μὴ δυναμένας νὰ ὑπερβῶσι τὰς δραχμὰς 25 διὰ τὸν εἰρηνοδίκην καὶ 15 δραχμὰς διὰ τὸν γραμματέα». Ἐν ὅλῳ τὸ ἄρθρον ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 10.— «Διὰ πᾶσαν ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου μετάβασιν λαμβάνουσι λόγῳ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων ὁ μὲν εἰρηνοδίκης δραχμὰς 5, ὁ δὲ γραμματεὺς δραχμὰς 3 καθ’ ὥραν ἀποστάσεως, μὴ δυναμένας νὰ ὑπερβῶσιν ἐν ὅλῳ τὰς δραχμὰς 25 διὰ τὸν Εἰρηνοδίκην καὶ 15 διὰ τὸν γραμματέα, προκαταβαλλομένας δὲ παρὰ τῷ γραμματεῖ ἐπὶ διπλοτύπῳ ἀποδείξει ὑπὸ τοῦ αἰτουμένου τὰ προσωρινὰ μέτρα καὶ ἐπιδικαζομένας μετὰ τῶν λοιπῶν ἐξόδων κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις. Ὁ εἰρηνοδίκης καὶ ὁ γραμματεὺς εἰς οὐδεμίαν ἀπολύτως ἀμοιβὴν δικαιοῦνται, ὁ δὲ κατὰ παράβασιν τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης λαμβάνων ἀμοιβὴν οἱανδήποτε τιμωρεῖται πειθαρχικῶς διὰ προστίμου δραχμῶν 25–200».
§230ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ ὡραῖα.
§231Ν. ΞΗΡΟΣ. Θέσατε ἡμερησίως τοὐλάχιστον· ἠμπορεῖ νὰ εἶναι δύο ἡμέραι.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Χ. Δικαῖος καὶ Π. Κασίμης ἀποσύρουσι τὰς τροπολογίας των τὰς ἀφορώσας τὰ ἄρθρα 8, 9 καὶ 10. Τὸ σύνολον.
§233Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τυπωθῇ ἐκ νέου καὶ νὰ τὸ ἀναγνώσῃ ἡ Βουλή. Πῶς εἶναι δυνατὸν οὕτω νὰ ψηφίσῃ σύνολον ἡ Βουλή;
§234Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μείνατε ἥσυχος διὰ τὴν συναρμολόγησιν.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι ὅλαι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι αἱ τῶν Βουλευτῶν ἀπερρίφθησαν. Ἑπομένως ἡ συναρμολόγησις ἔχει γίνει καλῶς. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 181, 515 ἀριθ. 2 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§236Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§237Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν λαμβάνει πρόνοιαν, ὥστε νὰ δύναται τὸ δικαστήριον νὰ θεωρήσῃ μίαν ἀπόφασιν πρωτόδικον, ἡ ὁποία ἀπέρριψε κακῶς μίαν ἔνστασιν ἀνατρεπτικήν;
§238Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τοιαύτην δύναμιν εἰς τὰς ἐνστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε.
§239Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπός τῆς μὴ παρελκύσεως τῆς δίκης, ἂν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ἀφαιρέσωμεν τὸ ἀνασταλτικὸν ἀποτέλεσμα τῆς ἐφέσεως.
§240ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ συμφωνήσω πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας ὅπως διαγραφῇ ἡ τελευταία παράγραφος, διότι, ἀφοῦ ὡρίσαμεν τοὺς λόγους τῆς ἐφέσεως, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ περιορίζηται ἡ ἄσκησις τοῦ δικαίου ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων.
§241Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε εἰς τὴν Γερμανίαν μέχρι ποῦ ἔφθασαν; Μέχρι 502 μάρκων.
§242Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον καὶ προηγουμένως ὅτι βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θὰ εἶναι τὸ ὀρθότερον νὰ προβαίνωμεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τῶν νόμων μας καὶ μάλιστα ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἔχομεν καθ’ ἡμέραν τὴν ἐφαρμογήν. Διότι πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι δὲν θὰ ἀφήσωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον ἐπὶ ἑβδομηκονταετίαν ἀμεταβλήτους θεσμούς, τοὺς ὁποίους ἐφαρμόζομεν καθ’ ἑκάστην, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ μιᾶς νὰ ἀποκοπῶσιν ἕξεις μακραὶ καὶ ἴσως ἴσως φθάσωμεν διὰ τοῦ ἀποτόμου αὐτῶν περιορισμοῦ εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαίου.
§243ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ τὸ φοβεῖσθε.
§244Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν φοβοῦμαι· δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἐπέλθῃ καταστροφὴ ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ γίνουν τὸ πρῶτον νῦν περιορισμοί τινες καὶ βραδύτερον νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλους περιορισμούς.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ συζήτησιν).
§246Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιδόσεως ἀγνώστου διαμονῆς ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι τινὲς ὑπὸ τοῦ κ. Ῥακτιβάν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο δεκταί, καὶ νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸ ψηφίσωμεν καὶ αὐτό.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς δικονομίας ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς διαδίκους».
§248Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπέβαλον τροπολογίας τινάς, αἵτινες συνεχωνεύθησαν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Μετ’ αὐτῶν ἐγένοντο καὶ ἄλλαι προσθῆκαι, χρήσιμοι καὶ αὗται, αἵτινες ὅμως μὲ ἄγουν εἰς νέαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι γνωστὴ ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διάδικος διορίζει ἀντίκλητον ἐν τῇ ἡμεδαπῇ. Κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ἀρχικῶς τὰ δικαστήρια ἐδέχοντο ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς εἶναι νόμιμος ἀντίκλητος, ὅτι τούτου προτιμᾶται ὁ ὑπὸ τοῦ διαδίκου διορισθεὶς ἀντίκλητος. Τελευταίως ὅμως ἡ ἐπίδοσις εἰς τὸν εἰσαγγελέα ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἐπίδοσις γενομένη εἰς αὐτὸν τὸν διάδικον καὶ ἑπομένως χωροῦσα ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν κοινοποίησιν εἰς τὸν ἀντίκλητον. Τοῦτο εἶναι ἱκανῶς ἄτοπον, διότι, ὅταν ὁ διάδικος προνοήσῃ νὰ ἔχῃ ἀντίκλητον ἑαυτοῦ, αὐτὸς εἶναι ὁ καταλληλότερος νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐντολέως, ἐνῷ ὁ εἰσαγγελεύς, ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, πολὺ ὀλίγον δύναται νὰ ἀσχολῆται περὶ τούτου περιοριζόμενος εἰς ἁπλῆν διαβίβασιν τῶν ἐγγράφων πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Διὰ τοῦτο σκοπίμως προτείνεται ἡ τροπολογία αὕτη, ὁσάκις ὁ διάδικος ἔχει διορίσει ἀντίκλητον νὰ γίνεται εἰς αὐτὸν ἡ ἐπίδοσις. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ νόμος ἐπιβάλλει κοινοποίησιν πρὸς αὐτὸν τὸν διάδικον, διότι ἀπαιτεῖται προσωπικὴ ἐμφάνισις καὶ ἐνέργεια τοῦ διαδίκου, εἰς τὰς περιπτώσεις δὲ ταύτας ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προτείνει νὰ γίνωνται δύο ἐπιδόσεις, μία εἰς τὸν ἀντίκλητον καὶ ἄλλη εἰς τὸν εἰσαγγελέα.
§249Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς περισσοτέραν ἐξασφάλισιν.
§250Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μᾶλλον ἐκ σεβασμοῦ πρὸς τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄξιον τοσούτου σεβασμοῦ, διότι ἡ πρὸς τὸν εἰσαγγελέα ἐπίδοσις οὐδὲν θεραπεύει. Πλὴν τούτου ὁ αὐτὸς τρόπος ἐπιδόσεως ὀρθὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἐπὶ τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων. Περὶ τούτου ὑπάρχουσιν ἀντίθετοι ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων, κατέληξε δ’ ἡ νομολογία νὰ δεχθῇ ὅτι, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀντίκλητος, πρέπει νὰ γίνωσιν αἱ δημοσιεύσεις καὶ νὰ παρέλθῃ ἡ μικρὰ προθεσμία, τὴν ὁποίαν τάσσει ὁ νόμος. Νὰ τεθῇ λοιπόν: «Ἐὰν ὁ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένων ἢ ἀγνώστου διαμονῆς ἐρήμην δικασθεὶς διάδικος ἔχῃ διορίσει ἀντίκλητον.....» κλπ.
§251Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§252Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἄλλην μίαν διόρθωσιν ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τὸ ἀφορῶν τὴν δαπάνην διὰ τὰς δημοσιεύσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐν ἀρχῇ αἱ ἐφημερίδες ἐζήτουν καὶ ἐπληρώνοντο 4 ἢ 5 δραχμὰς δι’ ἑκάστην δημοσίευσιν, ἀνεβίβασαν τὸ τίμημα εἰς 6, ἔπειτα 10, ἄλλοτε 20, σήμερον δὲ 50 δραχμὰς στοιχίζουν αἱ δύο δημοσιεύσεις, ἐπιβαλλομένας ἐκ τοῦ νόμου εἰς τοὺς πολίτας. Ὀρθὸν εἶναι νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ προστασίας τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν. Φρονῶ ὅτι ὁ νόμος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς κ. δημοσιογράφους ὡς ἐπαγγελματικὴν ὑποχρέωσιν ἵνα ἐπὶ εὐλόγῳ τιμήματι δέχηται τὴν δημοσίευσιν καὶ ὡς τοῦτο νομίζω τὸ τῶν 5 δραχμῶν δι’ ἑκάστην δημοσίευσιν. Προτείνω λοιπὸν τὴν προσθήκην ἄρθρου 7 ἔχοντος οὕτως (ἀναγινώσκει): «Τὰς ὑπὸ τῶν ἄρθρων 145 § 7 καὶ 596 ἐδ. γʹ καὶ δʹ διατασσομένας δημοσιεύσεις ὑποχρεοῦνται νὰ ἐκτελῶσιν οἱ ἐκδόται τῶν ὁριζομένων ἐφημερίδων ἐπὶ τῇ ὑπὸ τοῦ διαδίκου καταβολῇ δραχμῶν 5 δι’ ἑκάστην δημοσίευσιν εἰς τὸ ἀμέσως προσεχὲς ἢ τὸ μεθεπόμενον ἀπὸ τῆς καταβολῆς ταύτης φύλλον. Ἐν ἀρνήσει ἢ δυστροπίᾳ ἢ ἀπαιτήσει ἀνωτέρας πληρωμῆς οἱ εἰρημένοι ἐκδόται ὑπόκεινται εἰς χρηματικὴν ποινὴν δραχμῶν 50–500».
§253ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἓν εἶδος δημεύσεως, διότι καὶ ἡ ἐφημερὶς εἶναι μία περιουσία. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§254Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τροπολογίαν.
§255Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἐμελέτησα, ἀλλὰ θὰ ἐγερθῇ παρεμπίπτουσα δίκη περὶ τοῦ ποῖον εἶναι τὸ περιφανέστερον μέρος, διὰ νὰ γίνῃ ἡ τοιχοκόλλησις, δίκη ἀνάλογος μὲ ἐκείνην ἡ ὁποία ἐγένετο μέχρι τοῦδε ποῖος εἶναι ὁ πλησιέστερος γείτων.
§256Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ σκοπὸς ὅλων τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει τὸ ἄρθρον, ὅπως τροποποιεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι νὰ κατασταθῇ πραγματικὴ ἡ κοινοποίησις προκειμένου περὶ διαδίκου ἀγνώστου διαμονῆς καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τοῦ ἀγνώστου διαμονῆς ἡ κοινοποίησις. Τὸ καλλίτερον εἶναι, ἂν νομίζητε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσι δίκαι περὶ τοῦ ποῖον εἶναι τὸ δημοσιώτερον μέρος, νὰ γίνεται εἰς τὸν οἶκον ὅπου κατοικεῖ.
§257Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶναι ἀγνώστου διαμονῆς, σημαίνει ὅτι οὐδεὶς τὸν ἠξεύρει.
§258Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Κατὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὑποχρεοῦται ὁ ἐνάγων νὰ κοινοποιήσῃ τὰ δικόγραφα πρὸς τὸν ἀντίκλητον τοῦ ἀπόντος καὶ ἀγνώστου διαμονῆς καὶ ἐν ἐλλείψει τούτου πρὸς τὸν εἰσαγγελέα. Ἀλλὰ πῶς θὰ γνωρίζῃ ὁ διάδικος ἂν ἔχει ἀντίκλητον οὗτος;
§259Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ κοινοποιῇ εἰς τὸν εἰσαγγελέα.
§260Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Δυνατὸν ὅμως δι’ ἑνὸς πληρεξουσίου, πρὸ δεκαετίας συνταχθέντος, νὰ ἔχῃ διορίσει ἀντίκλητον πρὶν ἢ μεταβῇ ἐπὶ παραδείγματι εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ νὰ ἔλθῃ νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐγὼ εἶχον ἀντίκλητον αὐτὸν καὶ πληρεξούσιον καὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ πρὸς αὐτὸν ἡ κοινοποίησις.
§261Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι σοβαρωτάτη, διότι πάντες οἱ ἀναχωροῦντες εἰς Ἀμερικὴν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἀναχωρήσεώς των συντάσσουσι πληρεξούσιον, οἱ δὲ συμβολαιογράφοι γράφουσιν ὅτι διορίζει ἀντίκλητον τὸν δεῖνα. Ποῦ θὰ γνωρίζῃ ὁ ἀντίδικος ποῖον διώρισε καὶ ἂν διώρισεν ἀντίκλητον;
§262Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς γραφῇ, παρακαλῶ, εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι ἀντίκλητος, περὶ οὗ τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον, νοεῖται ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 148 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ὁ διοριζόμενος τοιοῦτος δι’ ἐπιδιδομένου δικογράφου ἢ δηλώσεως ἐπ’ ἀκροατηρίου (ἄρθρον 149), πρὸς δέ, συμφώνως πρὸς τὴν κρατοῦσαν νομολογίαν, καὶ ὁ δικαστικὸς πληρεξούσιος, ὁ ἔχων τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ ἄρθρον 93 τῆς γενικῆς ἐν τῇ δίκῃ ἐκπροσωπήσεως τοῦ ἐντολέως, ἐφ’ ὅσον παρέστη ἤδη ἐπὶ δικαστηρίου ἢ ἐκοινοποίησε δικόγραφον ἐξ ὀνόματος τοῦ διαδίκου ἢ πληρεξουσίου αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ συμφωνεῖ εἰς τὴν τοιαύτην δήλωσιν.
§263ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἀποσύρονται αἱ τροπολογίαι τῶν κυρίων Μ. Δαζέα, Π. Κασίμη, Κ. Ῥακτιβάν, Θ. Πέρρου, Χ. Δικαίου καὶ Ἰ. Μπουρνιᾶ. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.)
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τῇ 5 μ.μ. Μετὰ τὴν διακοπήν. (ὥρᾳ 5 καὶ 40′ μ. μ.)
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης ἄρθρου εἰς τὸν νόμον ᾼΧΝΔʹ τῆς 29 Ἰουλίου 1885». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον. Ἐπίσης ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τοῦ νόμου ͵ΓΤΟΑʹ τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1909 περὶ διοικήσεως τοῦ στρατοῦ»). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς Γεωργικῆς στατιστικῆς».
§267ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε· ὑποβάλλω ἀναβολήν. (Ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις καὶ ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Χαριτᾶτος ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ διαγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων χρεῶν ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων». Ἐπίσης ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως κτηνιατρικῶν περιφερειῶν καὶ διορισμοῦ δημοσίων κτηνιάτρων». Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Ν. Στράτος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ παραχωρήσεως εἰς τὴν κατὰ παράκλησιν νομὴν τῆς κοινότητος Λεπενοῦς τοῦ δήμου Στράτου, τοῦ λιβαδίου Βοϊδολίβαδο». Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα Β. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως θέσεως γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μιχαλέας.
§269Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κατόπιν τῶν ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς θέσεως τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ ἐσχημάτισα τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει καὶ θὰ ψηφίσῃ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, φρονοῦσα, φαίνεται, ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Διαδόχου ἐξυπηρετεῖ. Διίσταμαι κατὰ τοῦτο πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας, οἵτινες ἀνελθόντες ἐπὶ τοῦ βήματος ἐδήλωσαν, ὅτι λαμβάνουσι τὸν λόγον, διότι κήδονται τῶν συμφερόντων τοῦ Διαδόχου καὶ τῆς Δυναστείας. Ἐγὼ δηλῶ ἀπεριφράστως, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο ἁπλῶς περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Διαδόχου καὶ τῆς Δυναστείας, βεβαίως οὐδέποτε θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Ἀλλὰ βλέπω ὅτι πρόκειται περὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος καί, ὅπως ἡ Κυβέρνησις πιστεύει ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶναι ἀπαρχὴ μεγάλων γεγονότων καὶ μεγίστων συμφορῶν διὰ τὴν πατρίδα μας. Τοιαύτην, κύριοι Βουλευταί, ἔχω πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ κλονίσῃ. Ἀπὸ ἐτῶν ἐν Ἀθήναις διαμένων ἐγνώρισα πρόσωπα καὶ πράγματα. Οὐδεὶς βεβαίως ἀρνεῖται πολιτικὴν ἐμπειρίαν, διπλωματικὴν περίνοιαν, πατριωτισμόν, νοημοσύνην καὶ ὀξυδέρκειαν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀλλ’ οὐδεὶς νὰ πιστεύσῃ δύναται, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀλάθητος. Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Θεοτόκη ἐψηφίσθη ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Τὸ πρῶτον τότε ὁ Διάδοχος ἀνεμιγνύετο ἐνεργῶς εἰς τὰ στρατιωτικὰ τῆς χώρας καὶ εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα. Καὶ τότε ἀπὸ τῆς θέσεως ἐδῶ διακεκριμένος συμπολίτης μου καὶ γενναῖος στρατιώτης, ὁ Κουμουνδοῦρος, ἐξώρκισε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν πλειονοψηφίαν νὰ καταψηφίσῃ τοῦτο. Δὲν εἰσηκούσθη ἐκεῖνος, ὡς δὲν θὰ εἰσακουσθῶ καὶ ἐγώ, δι’ ὅσα δὲ εἶπεν ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀντιδυναστικὸς καὶ ἐδοκίμασεν ὅλας τῶν ἀντιδυναστικῶν τὰς πικρίας. Ἐν τούτοις τὰ γεγονότα ἦλθον νὰ δικαιώσωσιν ὅσα ἐλέχθησαν τότε ὑπὸ τοῦ γενναίου αὐτοῦ στρατιώτου καὶ ὑπὸ τοῦ παρακαθημένου τότε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κ. Ῥάλλη, ὅστις ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Θεοτόκην: «Τὰς εὐθύνας τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως θὰ συγκομίσητε σεῖς. Διότι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ θεσμὸς οὗτος θὰ καταλυθῇ δι’ ἐπαναστάσεως», ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἐψηφίσθη τότε, λέγω, ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Θεοτόκη ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ δύο μετὰ τὸν πόλεμον ἔτη ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν. Οἱ ἐπιτήδειοι τότε, οἱ περισαίνοντες τοὺς ἀνακτορικοὺς προθαλάμους, διέδωκαν παρὰ τῷ λαῷ καὶ ἐπίστευσεν οὗτος ὅτι ἡ ἧττα κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ὠφείλετο εἰς τὴν ἐν τῷ στρατῷ ἐπέμβασιν τῆς πολιτικῆς καὶ εἰς τὴν ἀδαημοσύνην τῶν κυβερνησάντων τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα κατὰ καιρούς. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιτηδείως κατηχηθεὶς καὶ ἔχων πρόσφατα τὰ θλιβερὰ ἐκεῖνα γεγονότα ἀσμένως ἐδέχθη τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, τὸ μὲν διότι ἐνόμισεν ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Διαδόχου διέβλεπε τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ δημιουργήσῃ στρατόν, τὸ δὲ ὅτι εἰς προσεχὲς μέλλον καὶ εὐκαίρους περιστάσεις θὰ διεκδικήσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τὴν ἐθνικὴν τιμήν, ἥτις ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ κατεμουντζουρώθη. Καὶ παρεδόθη ἡ Γενικὴ Διοίκησις εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, εἰς πολίτευμα συνταγματικόν, μὲ δικαιώματα ἀπολύτου μονάρχου. Πόσον θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο πλήρης ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, παρόντες οἱ ὑπεύθυνοι τῆς μέχρι σήμερον οἰκτρᾶς τοῦ ἔθνους καταστάσεως, ἵνα ἐρωτήσω αὐτούς. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· ἐσκέφθη ποτὲ ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου νὰ δημιουργήσῃ στρατὸν ἐθνικόν; Οὐδέποτε! Ἐσκέφθη ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ δημιουργήσῃ στρατὸν ἀφωσιωμένον πρὸς τὴν Δυναστείαν, ἧς τὸ γόητρον καὶ παρὰ τῷ λαῷ καὶ παρὰ τῷ στρατεύματι ὁσημέραι κατέπιπτεν. Ἔθεσεν εἰς ἐφαρμογὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ τοιαύτην, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἦτο ἀδύνατον νὰ δεχθῇ ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Ἐνόμισαν οἱ Κύριοι οὗτοι ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καθὼς καὶ οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ θὰ ἦσαν ἐπιδεκτικοὶ τοιαύτης τακτικῆς, ἥτις ἐφαρμόζεται εἰς τὰ Πομερανικὰ συντάγματα, τὴν ὕβριν καὶ τὸ «σκάσε». Εἶναι γνωστή, κύριοι Βουλευταί, εἰς ὅλους ἡ δρᾶσις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐπέτυχε νὰ διαιρέσῃ τὸ στράτευμα εἰς εὐνοουμένους καὶ μή· εἰς τοὺς εὐνοουμένους διένειμε βαθμοὺς καὶ χρηματικὰς ἐπιχορηγήσεις, εἰς δὲ τοὺς ἀντιθέτους καταδιώξεις καὶ ἐνίοτε ὕβρεις, τὰς ὁποίας δὲν μεταχειρίζονται οὐδ’ οἱ τελευταῖοι τῶν ἀνθρώπων. Εἶναι γνωστὸν τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς ἀξιωματικόν, ἄξιον ὑπολήψεως καὶ μεγάλης ἱκανότητος. Δὲν ἐδυσκολεύθη ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τότε νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον «σκάσε», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν τὸ λέγει Κύριος ἔχων συνείδησιν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ πρὸς τὸν ὑπηρέτην του.
§270Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι μεμονωμένον γεγονός.
§271Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἔχετε ὑπομονὴν καὶ θὰ ἀκούσητε καὶ ἄλλα. Εἰς τοιοῦτον λοιπὸν ἄνδρα ἀνέθεσεν ἡ πατρὶς νὰ δημιουργήσῃ στρατόν, εἰς τοιοῦτον νὰ διεκδικήσῃ δίκαια καὶ δικαιώματα ἀπαράγραπτα καὶ ἱερά. Δὲν θέλω νὰ καταπονήσω τὴν Βουλὴν οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶναι προδιατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ τὸν θεσμὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ, μὲ τὴν δρᾶσιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἐν τούτοις ὀφείλω χάριν τῆς ἱστορίας καὶ πρὸς γνῶσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ εἴπω μερικά, τὰ ὁποῖα εἰς τοὺς πλείστους θὰ εἶναι ἄγνωστα. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ ὁπλισμοῦ ἑνὸς στρατοῦ εἶναι ζήτημα ἐθνικόν, εἶναι ζήτημα ὑψίστης σημασίας καὶ σπουδαιότητος καὶ δὴ διὰ τὰ μικρὰ Κράτη, ὅπου τὸ τέλειον τοῦ ὁπλισμοῦ μεγίστας παρέχει ὑπηρεσίας εἰς τὰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις, διότι ταῦτα, ὀλιγάριθμα καὶ ἔχοντα ν’ ἀντιπαλαίσωσι πρὸς ἀντιπάλους ἰσχυροτέρους καὶ πολυαριθμοτέρους, ἔχουσιν ἀνάγκην τελείου ὁπλισμοῦ, ὅπως δύνανται νὰ ἐξουδετερώσουν τὴν ἀριθμητικὴν ὑπεροχὴν τῶν ἀντιπάλων καὶ κατισχύσουν. Ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις ἠθέλησε νὰ μὲ διακόψῃ· γνωρίζει ὅτι ὁ τότε Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ ἠθέλησε νὰ ὁπλίσῃ τὸ στράτευμα μὲ τὸν χειρότερον ὁπλισμόν; Καὶ τώρα, κύριοι Βουλευταί, ἂς ἴδωμεν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τότε ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐξοπλισμὸν τῆς χώρας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Σμολένσκης διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 10347 τῆς 17 Φεβρουαρίου 1904 καὶ διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 11532 τῆς 21 Φεβρουαρίου ἰδίου ἔτους διαταγῆς του πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ συνέστησεν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τῆς Α. Β. Υ. τοῦ Διαδόχου καὶ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ διεκδικητοῦ τῆς τιμῆς καὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνέθηκε τὴν ἐκλογὴν τοῦ καλυτέρου ὅπλου, διότι τὸ ἑλληνικὸν στράτευμα εἶχεν ἀνάγκην νὰ ὁπλισθῇ διὰ ταχυβόλων πυροβόλων. Ἀσμένως καὶ ὁ Διάδοχος καθὼς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὑπὸ φιλοπατρίας ἅπαντες ἐμφορούμενοι καὶ ἀπὸ ἐνδιαφέροντος πρὸς τὴν ἑλληνικὴν πατρίδα ἀπεδέχθησαν τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἐσχημάτισαν ἐπιτροπήν, ὑπέδειξαν δὲ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι τὸ μόνον ὅπλον τὸ καὶ τελειότερον, ὅπως ὁπλισθῇ τὸ ἑλληνικὸν στράτευμα, εἶναι τὸ πυροβόλον Κρούπ, νὰ προμηθευθῇ δὲ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καὶ νὰ ὁπλισθῇ μὲ τὸ πυροβόλον Κροὺπ ἄνευ δοκιμῶν. Οἷον ὕφος φιλοπατρίας! Ἀλλὰ βεβαίως γεννᾶται τὰ ἐρώτημα: Πῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συνισταμένη ἀπὸ Ἕλληνας ἀξιωματικοὺς ἔστερξεν εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν; Ἰδού, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν ὅ,τι ἀγνοεῖ. Δὲν εἶναι αἱ στρατιωτικαὶ κυρίως γνώσεις, αἵτινες ἐλλείπουσιν ἀπὸ τὸν ἡμέτερον στρατὸν καὶ τὴν ἡμετέραν πατρίδα· εἶναι πρὸ παντὸς ἡ γνῶσις καὶ ἡ φιλοπατρία, ἡ ὁποία ἐλλείπει ἐντελῶς ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἐκείνη ἡ συνισταμένη ἀπὸ Ἕλληνας ἀξιωματικοὺς ἔστερξε νὰ δεχθῇ καὶ νὰ προικίσῃ τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν μὲ τὸ ἄχρηστον ἐκεῖνο πυροβόλον, διότι τὸ προσεχὲς ἔτος θὰ προέβαινεν ἡ Γενικὴ Διοίκησις εἰς προβιβασμούς, καὶ ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐξηρτᾶτο ἡ προαγωγὴ ἢ μὴ αὐτῶν. Ἀντὶ ἑνὸς γαλονίου τὰ ὀντάρια ἐκεῖνα, τὰ ἀνάξια νὰ φέρωσι τὰς ἐπωμίδας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ — βλέπω τινὰ ἀσχάλλοντα καὶ δηλῶ ὅτι ἐν ἐπιγνώσει πλήρει τῆς εὐθύνης τῶν λεγομένων μου ὁμιλῶ ὡς ὁμιλῶ—ἔστερξαν, λέγω, τὰ ὀντάρια ἐκεῖνα, τὰ ἀνάξια νὰ φέρωσι τὰς ἐπωμίδας τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ, νὰ προικίσωσι τὸν στρατὸν τῆς πατρίδος μὲ τὸ ἐλεεινότερον τῶν πυροβόλων. Οὐδεμία, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λεγομένων μου, καθόσον παρατάσσω ἀριθμοὺς διαταγῶν καὶ ἡμερομηνίας. Ἀλλ’ εὐτυχῶς, κύριοι Βουλευταί, ὁ ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ κ. Βάρβογλης, ἀπηχῶν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν γνώμην τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν τοῦ πυροβολικοῦ, ὑπέβαλε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ἀπὸ 20 Μαΐου 1906 ἔκθεσιν, δι’ ἧς ἐγνωμοδότησεν ὅτι διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν πυροβόλων ἔδει ἀπαραιτήτως νὰ γίνωσι συγκριτικαὶ δοκιμαὶ εἰς ἕκαστον τῶν συνταγμάτων. Κατόπιν τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Θεοτόκης συνέστησεν ἐπιτροπὴν καὶ κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης τῆς 24ης Ἰουλίου 1906, ἀπουσιάζοντος εὐτυχῶς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ καὶ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, εἰσηγεῖτο διὰ μακρῶν τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας ταχυβόλων πυροβόλων καὶ κατεδείκνυε τὸ χρήσιμον τῆς ἐκτελέσεως ἐνταῦθα συγκριτικῶν δοκιμῶν πρὸς ἐκλογὴν συστήματος πυροβόλου καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἐπανελθὼν ὁ Διάδοχος καὶ τότε Γενικὸς Διοικητὴς ἐκ τῆς ἀνὰ τὴν Εὐρώπην περιοδείας αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν περιοδείαν εἶχεν ἐκτελέσει ὅπως μελετήσῃ τὴν νεωτέραν τέχνην τοῦ πολέμου καὶ ἐφαρμόσῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν αὐτοῦ πατρίδα, ἐπανελθών, λέγω, ἐνταῦθα καὶ εὑρεθεὶς πρὸ τετελεσμένου γεγονότος ἐζήτησεν ὁ φιλόπατρις ἐκεῖνος ἀνήρ, ὅπως διὰ παντὸς μέσου ματαιώσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Θεοτόκη, καὶ ὄντως ὁ ἐπιθεωρητὴς τοῦ πυροβολικοῦ πρίγκιψ Νικόλαος ὑπέβαλε διὰ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 775 τῆς 13ης Σεπτεμβρίου 1906 ἀναφοράν του, διὰ τῆς ὁποίας ἐγνωμοδότει ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνωσι συγκριτικαὶ δοκιμαὶ ἐνταῦθα. Διισχυρίσθη ὅτι εἶναι περιτταὶ αἱ δοκιμαὶ νὰ γίνουν ἐν Ἑλλάδι, καθόσον ἔχουν γίνει εἰς ἄλλα Κράτη καὶ συνεπῶς ἔχομεν τὰ πορίσματα καὶ γενικὰ ἀποτελέσματα εἰς ἃ κατέληξαν αἱ εἰδικαὶ ἐπιτροπαί. Ἀλλά, ἐνῷ ταῦτα διισχυρίζετο ὁ πρίγκιψ Νικόλαος, ἄλλα κατὰ φρένα καὶ κατὰ θυμὸν ἐμερμήριζον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὐτυχῶς ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῆς ἀτυχοῦς ἡμῶν πατρίδος. Μετὰ 5 μῆνας ὁ πρίγκιψ Νικόλαος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμ. 100 ἀναφορᾶς του ἐκήρυσσε καὶ πάλιν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἐκτέλεσις δοκιμῶν ἐνταῦθα, καὶ προέτεινεν ὅπως αἱ δοκιμαὶ ἑκάστου πυροβόλου γίνουν εἰς τὴν πολύγωνον βολὴν τοῦ οἰκείου καταστήματος; Δηλαδὴ αἱ δοκιμαὶ νὰ γίνουν ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ. Ἔθηκε δὲ ὁ ἡγεμονικὸς οὗτος βλαστὸς καὶ φιλόπατρις καὶ ἄλλα εἰς ἐνέργειαν τεχνάσματα, ἅτινα, κύριοι Βουλευταί, εὐτυχῶς ἀπέτυχον, διότι οἱ ἀμέσως καὶ ὑπευθύνως ἐνδιαφερόμενοι γνωρίζοντες τὰς συνεπείας μιᾶς τοιαύτης προδοσίας δὲν ἐπέτρεψαν τὸ τοιοῦτον νὰ συμβῇ, ἀλλὰ προέβησαν εἰς δοκιμάς, καὶ τὸ πυροβόλον Κροὺπ ἀπερρίφθη μετὰ πολλῶν ἐπαίνων. Ταῦτα πάντα, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἄλλα συνέβησαν κατὰ τὸν χρόνον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἤμην πολεμιστὴς ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι ἐξ ὑμῶν κατὰ τὸν ἀτυχῆ καὶ ἐπαίσχυντον πόλεμον τοῦ 1897. Ἐνθυμοῦμαι τὴν παρέλασιν τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου καὶ ἀρχηγοῦ τοῦ τότε στρατεύματος κατὰ τὴν ἐν Φαρσάλοις μάχην, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ στράτευμα ἐκεῖνο, τὸ διατελοῦν ἀκόμη ὑπὸ τὸ κράτος προσφάτου πανικοῦ, κατελήφθη ὑπὸ φρενίτιδος ἐνθουσιασμοῦ, καὶ ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ πρίγκιψ Νικόλαος μὲ τὴν πυρβολαρχίαν αὑτοῦ ἐτάχθη εἰς τάξιν μάχης, πῶς οἱ στρατιῶται ἐκεῖνοι οὓς ἐνησμενίζοντο νὰ ἀποκαλῶσιν οἱ πορφυρογέννητοι καὶ κυανόαιμοι παληάσκερο, ἐνθυμοῦμαι, λέγω, μὲ ποίαν λαχτάρα καὶ μὲ τί ῥῖγος ἐνθουσιασμοῦ κατελήφθησαν ὀμόσαντες ὅλοι νὰ ἀποθάνουν ὑπὲρ τῆς τιμῆς τῆς Πατρίδος. Δὲν ἐπροφθάσαμεν νὰ ἀπολαύσωμεν τὴν ἐκ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ θείαν λειτουργίαν τοῦ ὀργασμοῦ μας, ὅτε βλέπομεν ὅτι μετὰ τὸ ῥίψιμον 8 περίπου βολῶν ἡ πυροβολαρχία ὑποχωρεῖ.
§272Γ. ΚΑΘΑΡΓΙΟΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε.
§273Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον, ὅστις μὲ διέκοψε. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν βλέπω ἐνώπιόν μου ὄχι τὴν μάχην, ἀλλὰ τὴν σφαγὴν καὶ τὸ αἶσχος τῆς Ταράτσας ὅτι βλέπω ἐκεῖ μέσα εἰς τοὺς καπνοὺς τῆς μάχης καὶ εἰς τὴν ἀπεγνωσμένην πάλην γονατισμένην καὶ ἀσπαίρουσαν τὴν ἠθικῶς ἀήττητον πατρίδα μας, τὸν δὲ Γενικὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ ἀντὶ νὰ εὑρίσκῃ τις ἐκεῖ ὅπου ὁ στρατὸς ἠμύνετο ἀπεγνωσμένως, ἵνα πέσῃ καὶ αὐτὸς ὡς ὁ φερώνυμος αὑτοῦ ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα καὶ μόνον προκαλεῖ παλμοὺς καὶ συγκινήσεις ἱεράς, ὁ Διάδοχος εὑρίσκετο εἰς τὸ τηλεγραφεῖον τῆς Λαμίας ἐκλιπαρῶν καὶ ἱκετεύων πρὸς σωτηρίαν τῆς πατρίδος μας τὸ ἔλεος καὶ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Τσάρου.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ κάμνετε μνείαν τοιούτων ὀνομάτων. Δύνασθε νὰ κάμνητε χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Διαδόχου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τίθενται ὑπὸ ἔλεγχον ξένοι ἡγεμόνες.
§275Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Πολὺ καλά. Ἐνθυμοῦμαι δὲ καὶ τὸν νεαρὸν ἐκεῖνον ἐκ Ῥωμουνίας Ἕλληνα, τὸν ὡραῖον ὡς θεὸν καὶ γενναῖον ὡς ἥρωα· νομίζω ὅτι τὸν βλέπω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀντιμετωπίζοντα σμῆνος Τούρκων καὶ πίπτοντα ἀφοῦ ἓξ διὰ τῆς λόγχης αὑτοῦ κατέβαλεν, ἐκεῖνος δὲ ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου ἀντί, λέγω, νὰ εὑρίσκηται ἐπὶ κεφαλῆς τῆς μικρᾶς αὑτοῦ στρατιᾶς καὶ νὰ πέσῃ ὡς ὁ φερώνυμος αὑτοῦ, συνδέων οὕτω τὸ ὄνομα αὑτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του πρὸς τὴν ἱστορίαν τῆς μικρᾶς μὲν ἀλλὰ μεγάλης εἰς τὴν φαντασίαν Ἑλλάδος, εὑρίσκετο εἰς Λαμίαν. Καὶ ἀφοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εὗρεν εὔκαιρον τὴν περίστασιν νὰ μὲ διαψεύσῃ, διότι δυστυχῶς δὲν ἔχω ἀποδείξεις—καίτοι ὑποθέτω ὅτι ὁ λόγος μου εἶναι ἀρκετὴ ἀπόδειξις—, θὰ ἀναφέρω ὅτι κατὰ τὴν ἐν Φαρσάλοις μάχην ἀξιωματικὸς ἀνήκων εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Διαδόχου, προκρίνων τὰ μπαοῦλά του πολυτιμότερα τῶν πυρομαχικῶν τῆς Πατρίδος, ἥρπασεν ἅμαξαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐναπέθηκεν αὐτὰ καὶ κατεβίβασε τὰ πυρομαχικὰ καὶ τὰ πυροβόλα.
§276Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πταίει ὁ Διάδοχος δι’ αὐτό;
§277Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀνῆκεν εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Διαδόχου.
§278Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ πταίει ὁ Διάδοχος;
§279Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μάλιστα, Κύριε, διότι, ἂν ὁ Διάδοχος ἦτο εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του, οὐδέποτε θὰ εἶχε περὶ αὐτὸν τοιούτους ἀναισχύντους, ἀσυνειδήτους καὶ καταπτύστους ἀξιωματικούς, οὐδέποτε θ’ ἄφηνεν ἀτιμώρητον τὴν προδοτικὴν ταύτην πρᾶξιν, καὶ τὸν ἀνάξιον αὐτὸν ἀξιωματικὸν θὰ ἀπέπεμπεν εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ πλησίον του. Τὸ ἔπραξε;
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἐτιμωρήθη δι’ ἀργίας.
§281Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ ἴδωμεν, κ. Πρόεδρε. Διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην ὁ γενναῖος ἐκεῖνος ἀξιωματικὸς κατηγγέλθη, ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις, ἐξητάσθησαν πλεῖστοι μάρτυρες καὶ ἡ πρᾶξις ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινοτέρα. Ὁ γενναῖος ἐκεῖνος στρατιώτης καὶ ἀναπόσπαστον μέλος τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἐτέθη παμψηφεί, εὐτυχῶς πρὸς τιμὴν τοῦ στρατεύματος, εἰς ἀπόταξιν.
§282Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἄρα δὲν πταίει ὁ Διάδοχος.
§283Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δὲν θὰ ἐπιτύχητε, κύριε συνάδελφε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκετε.
§284Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ σᾶς παρακολουθῶ.
§285Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καὶ ἀπηγόρευσαν πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν ἐκεῖνον νὰ φέρῃ τὴν στολὴν αὑτοῦ, καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κατόπιν μιᾶς ἀποφάσεως ἔστερξε νὰ ζῇ καὶ νὰ καταναλίσκῃ τὸ πολύτιμον στοιχεῖον τῆς φύσεως, τὸ ὀξυγόνον. Καὶ ὅμως μετά τινα χρόνον ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος διὰ τῆς μεθόδου τῶν κοτοπουλίων καὶ τῶν αὐγοταράχων καὶ τῶν φροῦ, φροῦ, ἐπέτυχε τὴν ἐπαναφορὰν αὑτοῦ εἰς τὸ στράτευμα, ἀφοῦ προσεδέθη εἰς τὸ ἅρμα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Θεοτόκη, καὶ ἐπέτυχε τὴν ἐπαναφορὰν αὑτοῦ ἐν τῷ στρατεύματι ὄχι διὰ διαδικασίας, ἥτις νὰ ἀναιρῇ τὴν ἀλήθειαν τῶν πεπραγμένων, ἀλλὰ διὰ παρατυπίας περὶ τὴν συγκρότησιν τοῦ Στρατοδικείου.
§286Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δηλαδὴ δικαστικῶς ἀνέλαβε τὸν βαθμόν του;
§287Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Διισχυρίσθησαν ὅτι δὲν εἶχε καλῶς συγκροτηθῆ τὸ Στρατοδικεῖον. Τώρα αὐτὰ εἶναι εἰδικαὶ γνώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς ἀναπτύξω, κ. Βουλευτά. Ἐντὸς ἑνὸς μηνός, κύριοι Βουλευταί, κατώρθωσε νὰ κερδίσῃ τὴν ὑπόθεσιν αὑτοῦ, νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις, καὶ ὁ ἀρειμάνιος ἐκεῖνος ἀξιωματικὸς νὰ ἁρπάσῃ καὶ τὸν μισθὸν αὑτοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ ἐλάμβανε καθ’ ὃν χρόνον εἶχε τεθῇ εἰς τὴν ἔνδοξον ζωὴν τῆς ἀποτάξεως.
§288Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
§289Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὁ Γουλιμῆς. Τότε, κ. Πρωθυπουργέ, ἀντὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἡ Γενικὴ Διοίκησις νὰ συστήσωσι πάραυτα ἀνακριτικὸν συμβούλιον νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ἐπανόδου τοῦ Γουλιμῆ εἰς τὸ στράτευμα, ὑπεβάλλετο Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος ἐπανήρχετο εἰς τὰς τάξεις αὑτοῦ καὶ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔφθασε συνάρσει θείᾳ καὶ εὐνοίᾳ τῶν ἐπιγείων θεῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἄλλοι ἀξιωματικοί, πατριῶται ἀληθεῖς καὶ μορφώσεως εὐρείας, παρέμενον πρὸς πεῖσμα στάσιμοι, καὶ ὁσάκις τὸ νευρικὸν σύστημά τινων εὑρίσκετο ἐν ἐξεγέρσει ὑβρίζοντο, ἐάν τινες ἐξ αὐτῶν ἦσαν καὶ ἐπιδεκτικοὶ ὕβρεων. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερόν τι ἐκ τῶν πολλῶν, τὸ καὶ τελευταῖον, διὰ νὰ μὴ καταπονήσωμεν τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μὴ ἐξαντλήσωμεν τὴν ὑπομονὴν τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου. Λέγομεν, κύριοι Βουλευταί, πάντα ταῦτα, ὅπως ἀποδείξωμεν ὅτι πράγματι οἱ ἡγεμονικοὶ βλαστοὶ εἶναι πεπροικισμένοι ὑφ’ ὅλων τῶν προσόντων καὶ ἔχουσιν ὅλον τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπως ἡγῶνται τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν πολεμικῶν τοῦ ἔθνους δυνάμεων. Κατὰ τὸ Πάσχα τοῦ 1906 ὑπολοχαγός τις τοῦ οἰκονομικοῦ ὑπηρετῶν εἰς τὸ πρῶτον σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ μεταβὰς πρὸς διασκέδασιν καὶ ἀναψυχὴν εἴς τι χωρίον τῆς Ἀττικῆς καὶ ἐπιστρέφων ἐκεῖθεν ἔφιππος κατέπεσεν ἀπὸ τοῦ ἵππου καὶ ἐξέπνευσεν. Ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ἢ μᾶλλον, κύριοι Βουλευταί, ἡ σύζυγος τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, ἡ νεαρὰ βαρυπενθοῦσα, ἡ χαρίεσσα καὶ νεκταροσταγὴς χήρα ἐλάμβανε 280 δραχμὰς τὸν μῆνα ἐπὶ τῇ προφάσει καὶ τῷ διισχυρισμῷ, ὅτι ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος ἀξιωματικὸς ἔπαθε κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Οἷον αἶσχος! Καὶ σημειώσατε καλῶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὑπηρέτει κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου εἰς τὴν ἐνταῦθα χωροφυλακήν. Πάντα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, ὑποθέτω ὅτι ἔπεισαν ὅλους ὑμᾶς περὶ τῆς φιλοπατρίας τῶν προσώπων καθὼς καὶ περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος πρὸς τὴν πατρίδα. Λέγουσί τινες καὶ διισχυρίζονται, ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου εἶναι φιλόπατρις καὶ κάτοχος εὐρείας στρατιωτικῆς μορφώσεως. Ἄν μὲν εἶναι φιλόπατρις, τοῦτο ἀπεδείχθη, ἂν δ’ εἶναι κάτοχος εὐρείας στρατιωτικῆς μορφώσεως, τοῦτο ἀδυνατῶ νὰ βεβαιώσω. Ἕν μόνον γνωρίζω ἀσφαλῶς καὶ σημειώσατε τοῦτο καλῶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι φίλερις καὶ πείσμων μέχρις ἐλαττωματικότητος. Τὸ φίλερι γνωρίζετε εἰς ποίαν ἡλικίαν προσήκει, τὸ δὲ πεῖσμον ἁρμόζει εἰς ἄνδρας μὲ ἔκτακτον νοημοσύνην καὶ εὐρεῖαν μόρφωσιν ἢ εἰς ἡμιμαθεῖς καὶ στενοκεφάλους. Ἐὰν μὲν τὸ πρῶτον, χαρὰ καὶ εὐτυχία καὶ δι’ ἐκεῖνον καὶ διὰ τὴν πατρίδα μας, ἐὰν δὲ τὸ δεύτερον, δυστυχία δι’ ἐκεῖνον καὶ δι’ ὅλους ἡμᾶς. Λέγεται, κύριοι Βουλευταί, καὶ διαδίδεται ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ ὁ ἡγέτης τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως θυμίαμα πρὸς τὴν Αὐλὴν προσφέρων ὑποβάλλει τὸν θεσμὸν αὐτόν. Οὐδέποτε δύναμαι νὰ πιστεύσω τοῦτο, οὐδέποτε δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι μία Κυβέρνησις τοιαύτη, εἷς Βενιζέλος, εἶναι δυνατὸν ὑπολογίζων εἰς τὴν βασιλικὴν εὔνοιαν, εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον θεσμόν. Παραδέχομαι τὴν πολιτικὴν ἐμπειρίαν καὶ διπλωματικὴν περίνοιαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· δὲν δύναμαι βεβαίως ἐγὼ νὰ φθάσω ποτὲ αὐτόν, ἀλλὰ δύναμαι καὶ μοὶ ἐπιτρέπεται καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅτι πλανᾶται πλάνην οἰκτράν. Θὰ ἔλθῃ ἀσφαλῶς, κύριοι Βουλευταί, ἡμέρα, καθ’ ἣν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις—θὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν ἀπεριφράστως—, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὁ ἡγέτης τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐκ τῆς προστριβῆς καὶ τοῦ φυσικοῦ νόμου θὰ ἀπολέσῃ μέρος τῆς αἴγλης αὑτοῦ, ὅταν δέ, κ. Πρωθυπουργέ, συμβῇ τοῦτο, τότε θὰ ἴδητε τοὺς πτήσσοντας καὶ περιδεεῖς καὶ περιτρόμους σήμερον, θὰ ἴδητε μετὰ πόσης ἀναιδείας καὶ ποίου πείσματος θέλουσι προσπαθήσει νὰ καταφέρωσι τὴν πυγμὴν αὑτῶν καθ’ ὑμῶν. Παρουσιάσαμεν τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς ὡς δειλούς, ἔχομεν ἄλλως τε βεβαιωμένον ὅτι τὰς χυδαίας ψυχὰς προδίδει ὁ φόβος. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μὲ ἐκπλήσσει εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι πῶς αὐτὸς ὁ Διάδοχος στέργει νὰ λάβῃ τοιαύτην ἀρχήν. Λοιπὸν καὶ αὐτὸ τοῦτο δὲν σᾶς πείθει ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀνάξιος...
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Κρούει τὸν κώδωνα).
§291Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἶμαι ἐν τάξει.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐν τάξει ἐφ’ ὅσον ἐνασκεῖτε ἔλεγχον.
§293ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον ἐπεκρίνατε τὴν δρᾶσιν τοῦ Διαδόχου ὡς Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἠκούσθητε ἄνευ διαμαρτυρίας, τώρα ἐξέρχεσθε ἀπὸ τὸ θέμα αὐτό. Ὁ Διάδοχος ἐφ’ ὅσον ἦτο Γενικὸς Διοικητής, ὤφειλε νὰ δώσῃ λόγον πρὸς πάντα, ἀλλὰ σήμερον ἐκφράζεσθε περὶ τοῦ μέλλοντος Βασιλέως.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελον νὰ κάμω καὶ ἐγὼ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος ἐν γένει ὁ ἔλεγχος εἶναι ἐλεύθερος ἀληθῶς ἐπὶ τῆς δράσεως τοῦ Διαδόχου ὡς Γενικοῦ Διοικητοῦ. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς φρασεολογίας τῆς τηρητέας δι’ οἱονδήποτε ὑπάλληλον τοῦ Κράτους, ὄχι διὰ τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, εἶναι ἀνάγκη ἡ φρασεολογία νὰ εἶναι εὐλαβής.
§295Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐξεγείρονται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καί τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν διὰ τὴν φρασεολογίαν τὴν ἰδικήν μου, καὶ δὲν ἐξεγείρονται διὰ τὰς ἐπαισχύντους πράξεις αὐτῶν τῶν Κυρίων; Ἔρχομαι ἐγὼ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πάσχων καὶ λαχταρῶν διὰ τὴν πατρίδα μου, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε οἱ ἀναιδεῖς ἐκεῖνοι ἠγάπησαν, καὶ ὁμιλῶ ὡς ὁμιλῶ, καὶ ἐπειδὴ ἐνδέχεται ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου νὰ εἶπον λέξιν τινὰ ἀνευλαβῆ, ἐὰν θέλητε, ἔρχονται οἱ δυνάμενοι, οἱ ἔχοντες δύναμιν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των νὰ μοὶ λέγωσι περὶ φρασεολογίας, δηλαδὴ νὰ λαμβάνω μαθήματα ἀνατροφῆς! Στέργω μετ’ ἀδιαφορίας τὴν τοιαύτην παρατήρησιν παρ’ αὐτῶν, ἀλλ’ ἔχω τὸ ἀναφαίρετον δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐφ’ ὅσον ἀναπνέω, νὰ καταγγέλλω εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅσα γίνονται καὶ ἀγνοεῖ, νὰ εἴπω δὲ εἰς ἐκείνους, περὶ ὧν κόπτεσθε, κ. Πρωθυπουργὲ καὶ κύριε Πρόεδρε, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν ὑπάρχει χάσμα μέγα. Ἐάν, κ. Πρωθυπουργέ ἀμφιβάλλητε περὶ τούτου, προκαλέσατε δημοψήφισμα καὶ θέλετε ἴδει ἂν εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ ἢ ἐν ἀπάτῃ. Δύνασθε, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὲ λιθοβολήσητε, δύνασθε νὰ καταπνίξητε τὴν φωνήν μου θορυβοῦντες, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπιβάλῃ πῶς ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω. Δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ συγκινήσω, οὔτε διὰ νὰ δημοκοπήσω. Βεβαίως, ὅταν τὰ λεγόμενά μου φθάσωσιν ἐκεῖ, ὅπου θὰ φθάσωσι, θὰ εἴπωσιν: «Ἦλθεν ὁ βουλευτίσκος ἐκεῖνος, τὸ προϊόν τῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ εἶπεν, ὅτι ὁ λαὸς ἐν δημοψηφίσματι δὲν παραδέχεται οὔτε τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Διαδόχου ἐν τῷ στρατεύματι, οὔτε τὴν ἐπαναφορὰν τῶν πριγκίπων». Καὶ δὲν θὰ μυκτηρίσωσιν ἐμέ, ἀλλὰ τὸν λαόν. Ἀλλ’ ὁ λαός, Κύριοι, ἕκαστος ὡς ἄτομον βεβαίως δυνατὸν ἐσφαλμένως νὰ κρίνῃ, ἀλλ’ ὁ λαὸς ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ — λέγω τοῦτο εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἐσεβάσθησαν τὸν λαὸν καὶ σπανίως ἐκ τῶν χειλέων αὐτῶν ἐκφέρουσι τὴν ἀλήθειαν — ἔχει τὸ θαυμάσιον χάρισμα νὰ διακρίνῃ τοὺς ἐπιστήμους εἰς τὴν φρόνησιν ἢ εἰς τὴν ἀρετὴν ἄνδρας καὶ εὐκολίαν παράδοξον νὰ συγκρίνῃ, νὰ δέχηται ἢ νὰ διορθώνῃ τὰς γνώμας αὐτῶν. Ἄρα ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ ὁ λαὸς εἶναι ὁ μέγιστος καὶ ὁ ἀληθέστερος τῶν κριτῶν. Καὶ ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ἡ σύνεσις καὶ τὸ ἐνδιαφέρον ἀποκλειστικῶς τῆς πατρίδος μου δὲν μὲ ἐκώλυον ἠδυνάμην αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ προκαλέσω θύελλαν διὰ μιᾶς καὶ μόνης λέξεώς μου ἐντὸς αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλή, ἀντιπροσωπεύει σύμπαντα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν ὁποῖον πάντοτε αὐτοὶ οἱ ἰσχυροὶ ἐμυκτήρισαν, περιεφρόνησαν καὶ κατῄσχυναν. Καὶ ἔρχεται, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἡμιεπίσημον ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγει:
§296Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποίας;
§297Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τῆς ἰδικῆς σας.
§298Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχω κανὲν ἐπίσημον ὄργανον. Ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν τὸ ἐπίσημον ὄργανον.
§299Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τέλος πάντων.
§300Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ὄργανον τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει διαρκῶς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Αὐλήν.
§301Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Βεβαίως δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ τοῦ χαμαιλέοντος ἐκείνου ὀργάνου, τὸ ὁποῖον.... Καὶ ἀφοῦ ὁ λόγος παρενέπεσε, πρέπει νὰ λεχθῇ, διότι ἐπὶ τέλους τὰ μαρμολύκεια ἐκεῖνα καὶ τὰ ὀντάρια, τὰ ὄζοντα ἑρπετά, πρέπει νὰ παταχθῶσι. Καὶ ὅμως, τὸ ὄργανον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν κοινῶν ἡμῶν καὶ τῶν παρασκευῶν τῆς Ἑλλάδος, ἔγραφε προχθὲς ὅτι: «Ἐπανῆλθεν ἐκ Κρήτης ὁ φίλτατος κ. Κλέαρχος Μαρκαντωνάκης!» (Γέλωτες). Κατὰ συνέπειαν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅ,τι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ εἴπω καὶ ὅ,τι ἔχω κατὰ νοῦν.
§302Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι γνωστά, κύριε Μιχαλέα.
§303Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἶναι ἄγνωστα.
§304ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατέ τα, ἀναγνώσατέ τα.
§305Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀναγνώσατέ τα, κύριε συνάδελφε.
§306Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Μὴ λησμονεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ γράφων τὰ τοιαῦτα ὑπῆρξε πάντοτε συνήγορος τῆς Αὐλῆς καὶ δὲν ἀφῆκεν ἰσχυρὸν τῆς ἡμέρας, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἐκολάκευσε, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ περιεποιήθη, καὶ αὐτὸς ὅστις γράφει οὕτως, ἔγραφεν ἄλλοτε ἄλλως: Ἤμεθα, Κύριοι, εἰς τὴν εὐτυχῆ ἐποχήν, κατ’ ἐμέ, τοῦ Θερίσου. Ἔγραφε λοιπὸν ὁ θαυμάσιος ἐκ Λιβάνου Μαρωνίτης: «Ὁ θόρυβος, ὅστις διεξάγεται ἀπὸ τῶν στηλῶν τριῶν μόνον εὐτυχῶς ἐφημερίδων ὑπὲρ τοῦ ἀποτροπαίου κινήματος τοῦ Θερίσου, ὀφείλεται εἰς τόν...» Δὲν προχωρῶ. Ὀφείλω μόνον νὰ δηλώσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πάντα ταῦτα ἐγράφοντο καθ’ ὑπαγόρευσιν ἄλλων, ἐγράφοντο παρ’ ἐκείνων, οἵτινες σήμερον ἐκλιπαροῦσι καὶ κύπτουσι πρὸ τῆς ἰσχύος καὶ ἐπιδιώκουσιν ἀξιώματα καὶ θέσεις, ὄχι διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα, ἀλλὰ ἀποκλειστικῶς διὰ νὰ κορέσωσι πάθη οὐτιδανὰ καὶ χυδαῖα. (Εὖγε, εὖγε.) Καὶ τὸ χυδαῖον αὐτὸ ὄργανον, τὸν ἄνδρα, ὁ ὁποῖος σήμερον ἡγεῖται τοῦ λαοῦ, ἀπεκάλει διὰ κοσμητικῶν ἐπιθέτων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐντρέπομαι νὰ εἴπω...
§307ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προδότην!
§308Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἴπατέ τα.
§309Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀλλὰ σαρκασμὸς καὶ εἰρωνεία καὶ πάθος καὶ μῖσος καὶ φθόνος καὶ ἀπέχθεια, διαπνέεται εἰς ὅλας τὰς γραμμὰς τοῦ χυδαίου τούτου ὀργάνου. Βλέπετε καλῶς ὅτι ἐκράτησα τὸ μέρος τοῦτο καὶ ἔχω κρατήσει καὶ ἄλλα ὅπως αὐτό. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, δὲν θὰ εἶχον τὴν τιμὴν ὅπως ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν τὰ γραφόμενα ἦσαν γνῶμαι ἀπορρέουσαι ἀπ’ αὐτὴν ταύτην τὴν σύνταξιν. Ἀλλ’ ἐγράφοντο καθ’ ὑπαγόρευσιν ἄλλων, παρ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐπιδιώκουσι νὰ ἐπιτύχωσιν ὅ,τι ποθοῦσιν, ὄχι πρὸς ἐξυπηρέτησιν, ἐπαναλαμβάνω, τῆς πατρίδος, εἶμαι βέβαιος, ἀλλὰ πρὸς ἐκδίκησιν καὶ κορεσμόν. Καὶ λέγουσιν ὅτι: Στέμμα ἄνευ κύρους καὶ ὑπολήψεως εἶναι ζημία διὰ μίαν χώραν. Βεβαίως. Ἀλλὰ φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἐδίδετο εἰς ἐμὲ ὁ τίτλος τοῦ Ναπολέοντος, θὰ ἐγινόμην Ναπολέων; Δυστυχῶς ὄχι. Καὶ λέγουσιν οἱ διισχυριζόμενοι καὶ οἱ ἐπιδιώκοντες νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅτι ὁ Θρόνος ἢ πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὴν θέσιν του ἢ πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Ἀλλὰ, ὡς τὰ ἄτομα, οὕτω καὶ οἱ κατέχοντες μίαν θέσιν ὑπέροχον, ἕνα Θρόνον, φυλάττουσιν αὐτοὶ οὗτοι τὴν θέσιν αὐτῶν, καὶ οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τοιαύτην. Οὐδεὶς ἄτιμος εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τίμιος, διότι ἔθεσαν αὐτὸν εἰς θέσιν ἔντιμον· οὐδεὶς δειλὸς δύναται νὰ γίνῃ ἀνδρεῖος, διότι περιέβαλον εἰς αὐτὸν στολὴν ἥρωος. Ἀλλ’ οἱ ὑποστηρίζοντες ἀκόμη τὸν θεσμὸν τοῦτον λέγουσιν ὅτι συνέβησαν πρὸς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν καὶ σήμερον Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τόσα κατὰ τὸ παρελθόν, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως θὰ ἐπιδράσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ παρουσιάσῃ τὸ πρόσωπον αὑτοῦ ὑπὸ νέαν ὅλως μορφὴν κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ. Ὑπάρχουσι, κύριοι Βουλευταί, φαίνεται, ἄνθρωποι, οἵτινες φαντάζονται ὅτι αἱ ἀνθρώπιναι ὑπάρξεις εἶναι δυνατὸν νὰ ἀλλάξωσι χαρακτῆρα, νὰ ἀλλάξωσιν αἰσθήματα καὶ συναισθήματα. Οὐδέποτε. Λέγει ὁ μέγας ἢ μᾶλλον ἡ κορυφὴ τῆς ἀνθρωπότητος Ἀριστοτέλης ὅτι: αἱ φύσεις ἔχουσιν ὡς τὴν ἀρχὴν προῆλθον, ἡ δὲ μόρφωσις ὁτὲ μὲν ἐπιτυγχάνει βελτίωσιν τῆς φύσεως, ὁτὲ δὲ δυστυχῶς ὁπλίζει αὐτὰς μὲ ὅπλα, ἅτινα συντελοῦσιν ὄχι πρὸς τὸ καλὸν καὶ πρὸς εὐεργετισμὸν τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλ’ ὡς ἐμπόδιον καὶ πρὸς καταστροφὴν καὶ καταισχύνην τῶν ὁμοίων των. Εἶναι ἀποφασισμένη, κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἐν τούτοις ἡμεῖς θὰ ἐξαντλήσωμεν πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατόν, καί, ἀφοῦ ἀποκαλύψωμεν τοὺς ἥρωας αὐτοῦ ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ εἰδεχθείᾳ, τότε, ἐὰν δύνανται, ἂς στέρξωσι νὰ ἀναλάβωσι τὸ ἀξίωμα αὐτό. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς δύσκολον θέσιν· βεβαίως θὰ ὑπεδείχθη αὐτῇ εἴτε ἔσωθεν εἴτε ἔξωθεν ὅτι πρέπει τέλος πάντων ὁ Διάδοχος καὶ μέλλων βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος νὰ εὑρίσκηται εἰς δρᾶσιν, διότι ἡ ἀδράνεια φονεύει αὐτόν· ἀλλ’ ἡ δημιουργία ἀξιομάχου στρατεύματος, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν κλινῶν καὶ τῶν ἀναψυκτικῶν ταξιδίων, ἀλλὰ διὰ διηνεκοῦς, ἀπαύστου, μεθοδικῆς καὶ συστηματικῆς ἐργασίας, καὶ διὰ νὰ σχηματίσῃ τις στρατὸν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν ἔρωτα πρὸς τὴν ἐργασίαν, νὰ αἰσθάνηται λατρείαν καὶ ἔρωτα καὶ ἀγάπην πρὸς τὴν δικαιοσύνην καὶ πρὸς τὴν πατρίδα. Δι’ αὐτῶν ἑδραιοῦται ἡ εἰς τοὺς στρατοὺς ἀπαραίτητος πειθαρχία, δι’ αὐτῶν καθίστανται λατρευτοὶ οἱ ἡγήτορες, δι’ αὐτῶν ἀναδεικνύονται καὶ ἐπιβάλλονται οἱ ἀρχηγοί, δι’ αὐτῶν κατάγουσι νίκας καὶ θριάμβους οἱ στρατοί. Καὶ ἄν, κ. Πρωθυπουργέ, ἔχετε τὴν αἴγλην, ἣν ἔχετε σήμερον, βεβαιωθῆτε ὅτι αὐτὴν ὀφείλετε οὐχὶ εἰς τὴν πεῖράν σας καὶ τὴν περίνοιάν σας, ἀλλὰ εἰς κάτι τι ἄλλο. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ἀφοῦ ἐν ὀλίγοις ἀπεκαλύψαμεν τὴν δρᾶσιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἀγνοοῦσα τὰ πρόσωπα καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ ἄνθος τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ εὑρίσκεται ἐν Ἑλλάδι πρὸς ἀναδιοργάνωσιν καὶ σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων—ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθές, φαίνεται καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων—, τὴν στιγμήν, λέγω, αὐτὴν ἔρχεται καὶ ὑποβάλλει τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ καλεῖ τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων καὶ τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων (καὶ ἐγὼ φιλελεύθερος) νὰ ψηφίσωμεν αὐτό. Ἀλλὰ κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴπω ναί, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης θὰ αἰσθανθῶ κάτι τι νὰ φεύγῃ μέσα ἀπὸ τὴν ψυχήν μου. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀντίληψις ἰδία, εἶναι συναισθήματα ἴδια. Τοιαύτην λοιπὸν ἔχων ἀντίληψιν καὶ τοιαῦτα αἰσθήματα θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Τὴν στιγμήν, λέγω, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μεγάλη Γαλλικὴ Δημοκρατία στέλλει τοὺς ἀρίστους ἀξιωματικοὺς αὐτῆς πρὸς ἀναδιοργάνωσιν καὶ σύνταξιν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἐρχόμεθα νὰ ἐπαναφέρωμεν ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ μεγαλοπρεπείᾳ τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Λυποῦμαι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀσχάλλετε.
§310Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι, διότι λέγετε ἀνακριβείας.
§311Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Λέγω ἀνακριβείας; Μὲ προεκαλέσατε, θὰ σᾶς προκαλέσω λοιπὸν καὶ ἐγώ. Εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τοῦ Στρατοῦ παρίσταται κατὰ βούλησιν εἰς τὰς ἐπιθεωρήσεις τὰς ἐνεργουμένας παρὰ τῶν Μεράρχων, τῶν Διοικητῶν τῶν διαφόρων μονάδων καὶ τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν, δύναται δὲ νὰ ἐνεργῇ αὐτοπροσώπως ἐπιθεώρησιν παντὸς σώματος, καταστήματος ἢ ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, ὁσάκις ἤθελε κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον. Κατὰ τὰς ἐπιθεωρήσεις ταύτας ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς (τοῦ Στρατοῦ) βεβαιοῦται περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Διοικητικῆς ὑπηρεσίας, τῆς πειθαρχίας, τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς πρὸς πόλεμον παρασκευῆς καὶ ὑποβάλλει περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης ἔκθεσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν». Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ: Ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητής, παρίσταται κατὰ βούλησιν εἰς τὰς ἐπιθεωρήσεις καὶ ὑποβάλλει ἔκθεσιν· ἡ ἔκθεσις θὰ ἀφορᾷ τὴν ἐν γένει δρᾶσιν τοῦ στρατεύματος ἢ θὰ ἐκφράζηται καὶ περὶ τῶν ἀτόμων; Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε εἴπει ὅτι μόνον περὶ στρατεύματος ἀορίστως θὰ πραγματεύηται, βεβαιωθῆτε ὅτι ἐγὼ κατέρχομαι τοῦ βήματος τούτου. Ἀπαντήσατε λοιπόν; Σιωπᾶτε. Ἄρα ὄχι. Ἡ ἔκθεσις θὰ ἀφορᾷ λοιπὸν καὶ πρόσωπα καὶ πράγματα. Καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ πρόκειται καὶ περὶ προσώπων καὶ περὶ πραγμάτων ἀμφιβάλλετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι mot à mot ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως; Ἐγὼ ἀγνοῶ ἂν λόγοι σοβαροί, οὓς ἡ στενή μου ἀντίληψις δὲν δύναται νὰ συλλάβῃ, ὑπαγορεύουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Εἰς ἓν καὶ μόνον εἶμαι βέβαιος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, εἶμαι βέβαιος, βεβαιότατος, ὅτι δὲν θὰ τὸ ἐπιτύχῃ. Ἐὰν πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, νὰ ζῇ τὸ ἡμέτερον Ἔθνος ἐλέῳ ἄλλων, προτιμότερον εἶναι νὰ ἐκλείψῃ. Καὶ αἱ μεγαλείτεραι διάνοιαι εἰς πλεῖστα ζητήματα εἶναι δυνατὸν νὰ πλανῶνται. Οὔτε ἡ πεῖρα, οὔτε ἡ μόρφωσις, οὔτε ἡ φυσικὴ νοημοσύνη δίδουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς οἱονδήποτε, ἔστω καὶ εἰς ἕνα Ναπολέοντα, ὅτι αὐτὸ σκέπτομαι οὕτως· οὕτω καὶ θὰ γίνῃ. Ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἐρωτήσῃ τις· πῶς σεῖς ἄμοιρος ἐμπειρίας πολιτικῆς, πῶς σεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιαῦτα φθέγγεσθε καὶ τοιαῦτα ἐκφράζεσθε; Ὅπως τὸ στρουθίον, κύριοι Βουλευταί, προαισθάνεται τὸν κίνδυνον, ὅπως εἰς πλείστους ἀνθρώπους συμβαίνει, οὕτως ὥστε νὰ προαισθάνωνται κάτι τι, χωρὶς νὰ δύνανται καὶ νὰ ἐξηγήσωσι τοῦτο, αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς ἐμέ. Ἔχω λοιπὸν πεποίθησιν ἀκράδαντον καὶ ἀσάλευτον, ὅτι ὁ σκοπὸς θέλει ἀποτύχει. Ἂν δὲν ἐφοβούμην μήπως ζημιώσω τὴν πατρίδα μας, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἤμην σαφέστερος. Ὥστε, κύριοι Βουλευταί, ἔχομεν τὸ τρίτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ Διάδοχος ὡς Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς ἔχει τὰ αὐτά, ἴσως καὶ πλείονα, δικαιώματα, ἅτινα εἶχεν, ὅτε ἦτο Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατεύματος. Ἀλλὰ γεννᾶται ἡ ἑξῆς ἀπορία: Πρό τινος χρόνου, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνετίθετο ἡ διοίκησις ὅλου τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν στρατηγὸν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς κ. Ἐντοῦ. Τώρα πῶς καὶ διὰ τίνα λόγον καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν δημιουργεῖται ἑτέρα αὐτοκέφαλος Ἀρχή, ἡ ὁποία μοιραίως καὶ ἀναποδράστως θέλει εὑρεθῆ ἀντίθετος πρὸς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν; Καὶ δὲν ὑπάρχει φόβος, κύριοι Βουλευταί, ἢ μᾶλλον βεβαιότης, ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἢ μᾶλλον ὁ ἡγέτης τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς θέλει εὑρεθῆ εἰς σύγκρουσιν ἀσφαλῶς μὲ τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τοῦ στρατοῦ; Καὶ ἐρωτῶ: Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν αἱ γνῶμαι τοῦ Διαδόχου ἔλθωσιν εἰς σύγκρουσιν μὲ τὰς γνώμας τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς τί ἤθελε συμβῆ; Δυοῖν θἄτερον; Ἢ ὁ Διάδοχος θὰ ὑποχωρήσῃ καὶ συνεπῶς ἤθελεν ἀπολέσει μέρος τῆς αἴγλης αὑτοῦ, ἢ θὰ ὑποχωρήσῃ ὁ ἡγέτης τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Καὶ ἀσφαλῶς τὸ τελευταῖον τοῦτο θὰ συμβῇ, καὶ ὁ εὐγενὴς Γαλάτης, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι παχύδερμον, θὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἀσφαλῶς λοιπὸν θὰ συμβῇ τοῦτο, ἀφοῦ τόσον ἐπιτηδείως ὑφαίνεται ἡ παγὶς ὑπὸ τῶν παρασίτων τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως, κατ’ ἀνεξήγητον λόγον συντρεχούσης πρὸς τοῦτο. Διότι μὴ λησμονεῖτε καὶ μὴ ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐκ τῶν περιστοιχιζόντων σήμερον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν εἶναι παλαιοὶ τρόφιμοι τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ: Ἔχει γνῶσιν ὁ στρατηγὸς Ἐντοῦ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Ὄχι. Δύναμαι μάλιστα νὰ γνωρίσω καὶ ἄλλο τι εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἀληθέστατον. Τὰ ἑτερόφωτα ἑρπετὰ τῶν ἀνακτορικῶν θαλάμων διαδίδουσιν ἀκόμη σήμερον, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τρόπον προδοτικόν, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἀπέτυχε. Καὶ ἐπειδὴ βλέπω εἴς τινας ποιάν τινα στενοχωρίαν καὶ ὀργήν, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ εἴπω, ὅτι λέγω ταῦτα ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῶν συνεπειῶν τῶν λεγομένων μου, ἀναλαμβάνω δὲ προθύμως πλήρη τὴν εὐθύνην αὐτῶν ἀπέναντι οἱουδήποτε καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Τὸ ἔργον, κύριοι Βουλευταί, τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἀπέτυχε κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἰοβόλων τούτων ἑρπετῶν!
§312Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ἤρχισε.
§313Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καὶ ὅμως ἀπέτυχε! Τοιαῦτα μετ’ ἐπιτάσεως διαδίδονται, ἐὰν δὲ λάβητε τὴν καλωσύνην καὶ τὸν κόπον, θέλετε πεισθῆ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων μου. Τοιαῦτα καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, ἐγράφησαν καὶ μετὰ δαιμονίας οὕτως εἰπεῖν τακτικῆς διαδίδουσι τὴν διάδοσιν αὐτὴν οἱ ἐπιτήδειοι καὶ ἐνδιαφερόμενοι. Καὶ θὰ ἠρώτων, κύριοι Βουλευταί, τὴν Κυβέρνησιν κατόπιν μάλιστα ὅσων ἐλέχθησαν καὶ κατόπιν τόσων ἄλλων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ λεχθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστά, ὁποίαν θέσιν δύναται νὰ ἔχῃ ἐν τῷ στρατεύματι ὡς Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς ὁ Διάδοχος; Καὶ δὲν ὑπάρχει πιθανότης ἢ μᾶλλον βεβαιότης εἰς ἀποτυχίαν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ζητήσῃ τὸν ὑπεύθυνον καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ Διάδοχος; Καὶ βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, τοῦτο δὲν μὲ φοβίζει, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι ὁ λαὸς αὐτὸς ἡμέραν τινὰ χάνων τὴν ὑπομονήν του καὶ βλέπων τὰ ὑψηλότερα αὑτοῦ ἐθνικὰ συμφέροντα καταστρεφόμενα θὰ ἐξεγερθῇ καὶ ἐξεγειρόμενος θὰ θάψῃ ἀσφαλῶς, ἀλλ’ ἴσως καὶ αὐτὸς νὰ ταφῇ. Τοῦτο καὶ μόνον, καὶ μόνον τοῦτο, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἤγαγεν εἰς τὸ βῆμα. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι Βουλευταί, ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ ἡμέτερον Κράτος αὔριον ἢ μεθαύριον ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν πρὸς ἓν τῶν ὁμόρων Κρατῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων ἡγεῖται ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητής, γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ ὁ ἡγέτης τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ὁποῖα εἶναι τὰ προσόντα τοῦ στρατηγοῦ, ὅστις ἡγεῖται στρατοῦ προωρισμένου νὰ συγκρουσθῇ καὶ διεκδικήσῃ ὅ,τι ἱερὸν καὶ ἅγιον ἔχει εἷς λαός, πεποίθησις αὐτοῦ εἰς τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀρχηγοῦ, καὶ τὴν γνώμην αὐτὴν ἐπισφραγίζουσι πλεῖστα ἱστορικὰ γεγονότα. Ἀλλ’ ὑπάρχει τοιοῦτόν τι ἔστω καὶ πόρρωθεν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα προορίζονται ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατεύματος; Καὶ ἀγνοεῖ ἆρά γε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες παρευρέθησαν πολεμισταὶ κατὰ τὸν ἐπαίσχυντον ἐκεῖνον πόλεμον, τὸν ὁποῖον παρεσκεύασαν ἐπίτηδες ἐκεῖνοι ἵνα ἀτιμάσουν τὸ Ἔθνος, ἀγνοεῖ ὅτι ἐν τῇ καρδίᾳ ὅλων ἐκείνων τῶν πολεμιστῶν ὑπάρχει μῖσος καὶ ἀπέχθεια καὶ ὅτι καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν ἐμπνέονται ὑπὸ ἰδίων αἰσθημάτων, διότι οἱ πατέρες οὕτως ἐδίδαξαν αὐτά; Πῶς ἔρχεσθε λοιπὸν ν’ ἀναθέσητε τὴν ἀναδιοργάνωσιν καὶ τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ στρατεύματος καὶ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ κατὰ τὸν πόλεμον εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ἔχουσιν ἀπολέσει τὸ ἠθικόν των; Ἀσφαλῶς ὁ θεσμὸς οὗτος, κύριοι Βουλευταί, θέλει χρησιμεύσει εἰς δημιουργίαν συμφορῶν, ὡς ἓν κέντρον διενέξεων, διχονοιῶν καὶ ῥευστοποιήσεως χαρακτήρων καὶ πᾶν ὅ,τι ὑπάρχει ὑγιὲς ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, θέλει ἀσφαλῶς μολυνθῆ, θέλει φθαρῆ. Καὶ ἀφοῦ, κύριοι Βουλευταί, εἶναι βέβαιον ὅτι μεταξὺ τῆς πλειονότητος τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ προσώπου αὐτοῦ ὑπάρχει χάσμα μέγα καὶ εἶναι ἀκόμη βεβαιότερον, ὅτι μεταξὺ τοῦ στρατοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει μετ’ ἐλπίδος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἡ ἰδία ὑφίσταται κατάστασις, πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ στράτευμα αὐτὸ νὰ πεισθῇ εἰς τὸ νὰ ἔχῃ ὡς ἡγέτην τὸν ἄνδρα αὐτόν; Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες κατὰ τὸ παρελθὸν περιεστοίχιζον τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τοῦ στρατεύματος; Πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι εἰθισμένοι νὰ κύπτωσι, νὰ λιβανίζουν καὶ συχνάκις νὰ χρησιμεύουν ὡς μέσα διάμεσα ὑπόπτων ὑποθέσεων. Καὶ δὲν ὑπάρχει βεβαιότης, ἀφοῦ τοιαῦτα δίδετε δικαιώματα εἰς τὸν Διάδοχον, ψηφίζοντες τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὅτι θέλει ἀπολεσθῆ καὶ ἡ πειθαρχία καὶ κατάστασις τοιαύτη παρὰ τῷ στρατεύματι θέλει δημιουργηθῆ μέλλουσα νὰ καταλήξῃ εἰς συμφοράς; Ἀλλ’ ἰσχυρίζονταί τινες, ὅτι τὰ παθήματα ἐγένοντο μαθήματα εἰς τὸν Διάδοχον. Ὁ πιστεύων τὸ τοιοῦτον εἰλικρινῶς θὰ εἶναι πολὺ ἀφελής. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν ἔχω νὰ εἴπω πρόσφατα γεγονότα. Καθ’ ἣν ἐποχήν, κύριε Πρωθυπουργέ, ἀξιωματικός τις τοῦ ἱππικοῦ ἀπέθνησκε πεσὼν ἐκ τοῦ ἵππου του, στέφανον οἱ πρίγκιπες κατέθετον καὶ δακρύοντες παρηκολούθουν τὴν κηδείαν του.
§314Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἰς τὸν στρατηγὸν Μακρῆν δὲν ἐπῆγε κανείς.
§315Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπέθνησκεν ὁ γενναῖος ἐκεῖνος στρατηγὸς Μακρῆς, τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι βλέπω ἀκόμη αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπὶ τῆς Ὄρθρυος ἱστάμενον καὶ ἐκλιπαροῦντα τοὺς φυγάδας, οἵτινες ἐμιμοῦντο τὸ παράδειγμα τοῦ ἀρχηγοῦ των, διὰ τῶν ἀλησμονήτων αὐτῶν λέξεων: «Παιδί μου, δὲν στέκεις; δὲν λυπᾶσαι τὴν πατρίδα σου;». Καὶ διὰ τῶν παρακλήσεών του καὶ τοῦ παραδείγματος αὐτοῦ ἐπέτυχε νὰ ἀντιτάξῃ πρόσκαιρον μέν, ἀλλ’ εὔρωστον ἄμυναν, οὕτως ὥστε νὰ δοθῇ καιρὸς καὶ νὰ σωθῇ ἡ Λαμία εἰς δὲ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατεύματος νὰ δοθῇ καιρὸς ὅπως καλλίτερον καὶ ἀνετώτερον ἐκλιπαρήσῃ καὶ ἱκετεύσῃ. Καὶ ἀπέθνησκε, κύριοι Βουλευταί, ἕτερος γενναῖος στρατιώτης, ὁ συνταγματάρχης Γερογιάννης, τὸν ὁποῖον ἐπότισαν μὲ ὅλας τὰς δυνατὰς πικρίας, τὰς ὁποίας οἱ ἰσχυροὶ καὶ ἀσυνείδητοι δύνανται νὰ ποτίσουν τοὺς ὑπηκόους αὐτῶν, καὶ ὅμως οὐδεὶς οὐδὲν ἐνδιαφέρον ἔδειξε. Καὶ ἀπέθνησκεν ἕτερος ἀνώτερος ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἦτο ὄργανον τῆς Αὐλῆς, καὶ στέφανος βαρύτιμος κατετίθετο, καὶ εἰς τὴν κηδείαν αὐτοῦ οἱ μεγαλόσχημοι παρευρίσκοντο. Τὰ γεγονότα ταῦτα εἶναι πρόσφατα, θέλω δὲ δι’ ὅλων τούτων νὰ γνωρίσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, ὅτι οὐδόλως ἐδίδαξαν αὐτοὺς τὰ παθήματα, ἀλλὰ πεῖσμα εἶναι τὸ μόνον χαρακτηριστικὸν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, πεῖσμα καὶ ἐκδίκησις κατὰ τρόπον ἀνάρμοστον. Καὶ ὑπάρχει τρανοτέρα ἀπόδειξις ὅτι μνησικακοῦσι κατ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναφέρω; Ἐνθυμεῖται βεβαίως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν 25 Μαρτίου, καθ’ ἣν μετέβαινεν εἰς τὴν Μητρόπολιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν οὗτος ἐπέστρεφε καὶ ὁ λαὸς ἑώρταζε τὴν μεγάλην ἐκείνην ἑορτὴν τῆς ἀναστάσεως τοῦ Ἔθνους καὶ διότι ἔβλεπε στρατὸν καλῶς κατηρτισμένον καὶ καλῶς ὡπλισμένον, τὴν στιγμὴν ἐκείνην τῆς ὑψίστης, λέγω, ἐκείνης ἑορτῆς παρήρχετο ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ τότε ἀρχηγὸς τοῦ Στρατεύματος Σμολένσκης, ἀμφότεροι χειροκροτούμενοι, ἐκεῖνος δὲ τοῦ ὁποίου τὸ στέμμα ἐβάφη καὶ ὁ Θρόνος ἱδρύθη δι’ ὀστέων καὶ μὲ τὸ ἅγιον αἷμα ἡρώων καὶ μαρτύρων, ἐπωχεῖτο καὶ παρήλαυνεν ἐπὶ τῆς εὐτελεστέρας ἀνακτορικῆς ἁμάξης. Τὸ τοιοῦτον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ παρετήρησε καὶ τὸ ἐσημείωσε βαθύτατα εἰς τὴν καρδίαν αὑτοῦ. Ὅτα λέγω δὲν εἶναι δημιούργημα τῆς φαντασίας μας, ἀλλ’ εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα πᾶς τις δύναται νὰ πληροφορηθῇ καὶ ἐξακριβώσῃ. Ψηφίσατε, κύριε Πρωθυπουργέ, τὸν ὀλέθριον θεσμὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, παραβαίνοντες οὕτως οὐσιώδη τῆς Ἐπαναστάσεως ὅρον, ἀλλ’ ἀσφαλῶς, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν μοιραίως καὶ ἀναποδράστως, δευτέρα κοινωνικὴ θύελλα θέλει ἐκσπάσει, καὶ τὴν φορὰν αὐτὴν ἀσφαλῶς θέλει συμπαρασύρει ὅλους ἐκείνους, οἵτινες διεσώθησαν μέχρι σήμερον. Εὔχομαι πρὸς τὸ καλὸν τῆς πατρίδος μας νὰ διαψευσθῶ· ἀλλ’ ἀσφαλῶς δύναμαι νὰ εἰκάσω ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν λαὸς καὶ στρατός, ἐν ἀγανακτήσει καὶ ἀπογνώσει διατελοῦντες διὰ τὰ ὄργια τῶν μεγαλοσχήμων, θὰ καταλύσουν τὴν Δυναστείαν καὶ ἴσως μεταβάλουν τὰς Ἀθήνας εἰς ἄλλο Βελιγράδιον! (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν λαϊκῶν θεωρείων).
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀντιβασιλείας ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§317ΙΩ. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς 1) σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἑλβετίας συνθήκης περὶ ἀμοιβαίας ἐκδόσεως ἐγκληματιῶν, 2) νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τῆς περὶ ἐκδόσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεττανίας συνθήκης, συνομολογηθείσης τῇ 11)24 Σεπτεμβρίου 1910 καὶ Τουρκίας πρὸς ἔκδοσιν διαδικασίας, 3) σχέδιον νόμου περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας συμβάσεως περὶ κληρονομικῶν τελῶν ἐπὶ κινητῶν περιουσιῶν.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅπαντα τυπωθήσονται πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ)
§319Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εὑρίσκετό τις εἰς ἀπορίαν λόγων, Κύριοι, καὶ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς σκοπιμότητος τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου, θὰ ἤρκουν τὰ γενόμενα καὶ τὰ λεχθέντα ἀπὸ τῆς χθὲς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα ἀντλήσῃ τις ἱκανὰ ἐπιχειρήματα πρὸς ἀπόκρουσιν τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Βουλήν.
§320Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἦτο τὸ σπουδαιότερον τῶν ἐπιχειρημάτων μου, κύριε συνάδελφε, καὶ αἰσθάνομαι εὐφροσύνην καὶ ἐνθουσιασμόν, διότι τὸ ἐπαναλαμβάνετε.
§321Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, καὶ ἄν τις δὲν ἤθελεν ἀποδώσει σημασίαν οὐσιαστικὴν καὶ βαρύτητα εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως τῆς διεξαχθείσης ἀπὸ χθές, ἂν ὄχι καθ’ ὁλοκληρίαν, κατὰ μέγα μέρος ὅμως δύναται νὰ ἀποτελέσῃ βαρύτατον ἐπιχείρημα κατὰ τῆς σκοπιμότητος τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται πρὸς τὴν Βουλήν. Τὰ ἀφορῶντα τὴν Βασιλείαν, τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, τὴν Δυναστείαν αὐτὴν Γεωργίου τοῦ Αʹ ἐπὶ πλέον δὲ καὶ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν καλὴν ὀργάνωσιν τοῦ ἡμετέρου στρατεύματος εἶναι ἀντικείμενα τοσοῦτον εὔθικτα καὶ τοσοῦτον εὐπαθῆ καὶ τοσοῦτον εὐαίσθητα, ὥστε οὐδὲ πόρρωθεν ἐπιτρέπεται ἄνευ ζημίας, καὶ δὴ μεγίστης ζημίας, νὰ θίξωμεν αὐτά, ἔστω καὶ ἂν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀντιτάσσονται ἐν σχέσει πρὸς τὴν Βασιλείαν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν Δυναστείαν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ στράτευμα δὲν ἔχουσι πραγματικήν τινα ἀξίαν. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχουσι λόγοι τινὲς ἰδιαίτεροι, ἐνδιάθετοι καὶ ἀπόκρυφοι, οἵτινες ὑπηγόρευσαν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν ὑποβολὴν τοῦ μέτρου τούτου εἰς τὴν Βουλήν, τὸ μέτρον δὲν εὑρίσκω παντάπασι δεδικαιολογημένον ἐκ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Διότι, ἂν ὁ σκοπὸς ὁ ὡμολογημένος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὁ ὡμολογημένος ἐν τῇ ἐκθέσει, ἐπιδιώκηται πράγματι διὰ τοῦ προτεινομένου εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματος, εἶμαι βέβαιος; ὅτι διὰ τοιοῦτον σκοπόν, τοσοῦτον μικρόν, τοσοῦτον ἀμφιβόλου ὠφελείας, διὰ τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διακυβεύσῃ τὴν αἴγλην τοῦ Στέμματος, τὴν αἴγλην τοῦ ὀνόματος τοῦ Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου καὶ τὴν εὐπάθειαν ἀκόμη τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, διότι διακυβεύονται ταῦτα, διακυβεύονται καὶ ἕνεκα τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διεξάγεται ἡ συζήτησις, διακυβεύονται καὶ ἕνεκα τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εἰσηγεῖται τὸ νομοσχέδιον πρὸς τὴν Βουλήν. Ποῖος δ’ ἄρά γε, Κύριοι, εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου; Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν αὐτόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηλαφήσωμεν τὸν σκοπόν, ὅστις ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸν σκοπόν—καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι πραγματοποιήσιμος ὁ σκοπὸς οὗτος τυγχάνει—, ἂν ἀντιστοιχεῖ εἰς τὰ ἐκ τοῦ σκοποῦ τούτου ὠφελήματα ἡ ζημία, ἥτις θὰ γένηται εἰς τὸ στράτευμα ἡμῶν διὰ τοῦ μέτρου τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὴν Βουλήν. «Βοηθὸν ἀπαραίτητον διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν τηρήσεως τῶν νόμων, Β. Διαταγμάτων, κανονισμῶν καὶ λοιπῶν ὑπηρεσιακῶν διαταγῶν» ἐπιδιώκει νὰ δημιουργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, βοηθὸν δυνάμενον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ νὰ διαφωτίζῃ τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων καὶ τῶν Β. Διαταγμάτων καὶ τῶν λοιπῶν κανονισμῶν τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ πράγματα τοῦ στρατοῦ ἡμῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις διὰ τόσων ὀφθαλμῶν, τοὺς ὁποίους οἱ νόμοι τῷ ἔδωκαν, ἐφορᾷ τὰ τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ἔχων ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ ἀποστολὴν Γαλλικὴν ὀργανοῦσαν τὰ τοῦ στρατοῦ, ὁ ἔχων ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ τὸ ἀνώτερον στρατιωτικὸν συμβούλιον, τοὺς Μεράρχους καὶ Ταξιάρχους καὶ τοὺς εἰδικοὺς ἐπιθεωρητάς, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβλέπει καὶ ἐπιστατεῖ ἐν γένει τὴν κανονικὴν καὶ τὴν εὔρυθμον λειτουργίαν τῶν πραγμάτων τοῦ στρατοῦ, δὲν ἀρκεῖται εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τούτους, ἀλλ’ ἕτερον ὀφθαλμὸν ἐπιζητεῖ, ὅστις θὰ βλέπῃ τὰς ἐνδεχομένας παρεκτροπάς, τὰς ἐνδεχομένας παρεκκλίσεις ἀπὸ τὴν τάξιν τῶν νόμων καὶ Διαταγμάτων καὶ ἐκεῖθεν θέλει φωτίζεσθαι ἂν τηροῦνται οἱ στρατιωτικοὶ κανονισμοί. Ἄν, λέγω, Κύριοι, τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς ὁ πράγματι ἐπιδιωκόμενος διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀνάξιος λόγου ἤθελεν εἶσθαι καὶ οὐχὶ ἀντιστοιχῶν πρὸς τὴν ζημίαν, τὴν ἐνδεχομένην νὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε γίνει νόμος, ἀνάξιον λόγου τὸ ὠφέλημα τὸ ἐκ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ταῦτα μὲν λέγονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ἐν τῇ αἰτιολογίᾳ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἆρά γε οὗτος εἶναι ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπός; Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἀμφιβάλλω· ἐπιτρέψατέ μοι μάλιστα καί τι πλέον· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ἀμεσώτερον καὶ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο θίγον τὴν δυναστείαν ἡμῶν καὶ τοὺς βλαστοὺς τῆς Δυναστείας ἡμῶν, τὸ μέτρον τοῦτο πολὺ φοβοῦμαι μὴ δὲν ἀσκεῖται καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, πολὺ φοβοῦμαι μὴ ἡ πρότασις ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι πρότασις συμβιβαζομένη πρὸς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Συντάγματος, διότι, ἂν ἡ πρότασις νόμων ἀνήκει κατὰ τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ὅστις ἀσκεῖ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων διὰ μέσου τῶν Ὑπουργῶν, πολλοὺς λόγους ἔχω ἵνα ἀμφιβάλλω ἂν εἰς γνῶσιν τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως εἶναι τὸ προταθὲν εἰς τὴν Βουλὴν μέτρον, ἂν εἰς γνῶσιν καὶ εἰς ἐπιδοκιμασίαν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἀπορρέει ἐκ τοῦ ἑτέρου νομοθετικοῦ παράγοντος, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ Βασιλεύς, ὅστις τὴν πολιτικὴν αὑτοῦ περίνοιαν κατέδειξεν ἄλλοτε εἰς τὸ Ἔθνος ὑπερακοντίζων τὴν θέλησιν τῆς κοινῆς γνώμης, ὑπερακοντίζων τὴν ἐκδηλουμένην θέλησιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν θέλησιν τοῦ στρατεύματος, καὶ ἐν πατριωτικῇ ἐθελοθυσίᾳ ἔσπευσε νὰ ἀπομακρύνῃ αὐτὸς οὗτος τὰ τέκνα αὑτοῦ ἀπὸ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατεύματος, ὁ Βασιλεύς, λέγω, ἐν τῇ ἐξόχῳ πολιτικῇ περινοίᾳ αὑτοῦ οὐδέποτε θὰ ἔστεργεν ἵνα ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀσκεῖ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Βουλήν, ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν μέτρον τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον ἐκθέτει τὴν Βασιλείαν καὶ τὸν Θρόνον εἰς ζημίας ἀνεπανορθώτους. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν νομίζω, ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου εἰσάγεται καὶ ἐπαναφέρεται εἰς ἰσχὺν πλήρης καὶ ἀκέραιος ὁ παλαιὸς νόμος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, εἰσάγεται θεσμὸς περὶ γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ Στρατοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀποχρῶν λόγος, ἵνα παρίδωμεν τὰς δυσχερείας, τὰς ἀνωμαλίας, τὰς προστριβάς, τὰς ὁποίας μέλλει νὰ δημιουργήσῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο. Ἀλλὰ πρόκειται ἆρά γε περὶ ἁπλῆς καὶ μόνης γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατεύματος; Συνάγεται τοιοῦτόν τι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, ὡς διετυπώθησαν αὗται εἰς τὰ 10 ἄρθρα αὐτοῦ; Παρετηρήθη ἤδη, κύριοι Βουλευταί, ἀλλὰ δὲν νομίζω ἄκαιρον, ἵνα ἐπιστηθῇ καὶ πάλιν ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, αἵτινες ἀναγνωρίζουσιν οὐχὶ δικαίωμα ἁπλῆς ἐποπτείας ἐκ μέρους τοῦ Διαδόχου εἰς τὰ τοῦ στρατεύματος ἡμῶν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζουσι δικαίωμα καὶ ἐξουσίαν διοικήσεως, ἀναγνωρίζουσι τὸ κοινῶς λεγόμενον commandement, τὸ ὁποῖον κατάδηλον προκύπτει ἐκ τῶν διαφόρων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Διότι, ἤθελον ἐρωτήσει τοὺς ὑποβαλόντας τὸ νομοσχέδιον, ποία ἆρά γε εἶναι ἡ ἐξουσία τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Στρατοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον δύναται ν’ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τοῦ Στρατοῦ κατὰ τὰς γενικὰς ἀσκήσεις ὡς μὴ ἐξουσία ἐνεργοῦ διοικήσεως; Ποία ἄλλη δύναται νὰ εἶναι ἡ ἐξουσία εἰμὴ ἐξουσία συνεπαγομένη δικαιοδοσίαν ἐπὶ τοῦ στρατεύματος, διαταγὴν καὶ ἄρα διοίκησιν οὐσιαστικὴν τοῦ στρατεύματος ἡμῶν; Ἀλλ’ ἐν τέλει τοῦ νομοσχεδίου ἀναγνωρίζεται ἢ θέλει ἀναγνωρισθῆ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, ἂν ὁ Διάδοχος ἤθελε κατασταθῆ ποτε διὰ Β. Διατάγματος Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τοῦ Στρατοῦ, θέλει ἀναγνωρισθῆ διὰ Β. Διατάγματος ποινικὴ ἢ μᾶλλον πειθαρχικὴ—διότι τοῦτο, νομίζω, εἶναι τὸ νόημα τοῦ νομοσχεδίου—δικαιοδοσία, ἀναγνωρίζεται καὶ ἡ λοιπὴ δικαιοδοσία αὑτοῦ ἐπὶ τοῦ στρατεύματος. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία, τί εἶναι ἡ λοιπὴ δικαιοδοσία εἰμὴ διοίκησις οὐσιαστικὴ τοῦ στρατεύματος, ὁποία καθιεροῦτο ἐν τῷ νόμῳ περὶ Γενικῆς Διοικήσεως καὶ ἥτις κατελύθη διὰ βοῆς καὶ ἀνετράπη διὰ μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἐπαναστάσεως ἥτις προέβαλεν ὡς βάσιν καὶ θεμέλιον τοῦ προγράμματος αὑτῆς τὴν κατάργησιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Στρατοῦ; Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι, ἂν δὲν ἐπανερχώμεθα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὸν παλαιὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Στρατοῦ τὸν εἰσαχθέντα διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1900, ἂν δὲν ἐπανερχώμεθα εἰς τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὡς μετετράπη καὶ μετερρυθμίσθη οὗτος κατὰ τὸ ἔτος 1903, πάντως ὅμως εἰσάγομεν, πρὸς τῇ Γενικῇ Ἐπιθεωρήσει τοῦ Στρατεύματος θεσμὸν καθιεροῦντα καὶ ἀποδίδοντα ἐξουσίαν διοικήσεως οὐχὶ μὲν γενικὴν ἀλλὰ μερικήν, πάντως ὅμως ἐξουσίαν διοικήσεως εἰς τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τοῦ Στρατοῦ. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον Κυβέρνησις σώφρων ὤφειλε νὰ ἀποφύγῃ κατὰ πάντα τρόπον, ὤφειλε μάλιστα ν’ ἀποφύγῃ καὶ ζητουμένη ὑπὸ τῆς Δυναστείας καὶ ζητουμένη ὑπὸ τοῦ Διαδόχου, πολλῷ δὲ μᾶλλον ὤφειλε νὰ μὴ ἀποβλέψῃ εἰς μέτρον τοιοῦτον μὴ προκαλουμένη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, μὴ προκαλουμένη ὑπὸ τοῦ Διαδόχου, διότι δὲν παύω νὰ φρονῶ ὅτι καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν πολιτικῇ περινοίᾳ ἀποστέργει τὴν ψήφισιν τοιούτου νόμου, ἢ τοὐλάχιστον ὅτι δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ ἐπινοήσας πρῶτος τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ ὁ Διάδοχος ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν φιλοπατρίᾳ καὶ φιλοτιμίᾳ καὶ εὐθυκρισίᾳ πολλῷ μᾶλλον ἀποστέργει τὴν ψήφισιν τοιούτου μέτρου καὶ τὴν ἀνάθεσιν εἰς αὐτὸν καθηκόντων Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Στρατοῦ· διότι θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν φιλοτιμίαν ἀξιωματικοῦ, τοῦ ὁποίου διὰ βοῆς κατελύθη τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ἐξουσία ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν, τοῦ ὁποίου διὰ βοῆς ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα νὰ διοικῇ τὸ στράτευμα, ἂν ἔβλεπεν αὐτὸν εὐθὺς μόλις ἐξήλθομεν ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως ἀποδεχόμενον καὶ ἕν μέρος μόνον τῆς ἐξουσίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ πρίν. Καὶ περὶ μέρους τῆς ἐξουσίας ἐκείνης πρόκειται, περὶ ἀποδόσεως ἐκ μέρους τῆς ἐξουσίας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄλλοτε ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἀκεραίαν καὶ πλήρη ὡς Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ δὲν παραδέχομαι τοῦτο. Οὐδόλως πιστεύω ὅτι ὁ Διάδοχος εἶναι ἐστερημένος τῆς φιλοτιμίας ἥτις χαρακτηρίζει πάντα ἄνθρωπον καὶ πολὺ μᾶλλον τοὺς ἱσταμένους ὑψηλὰ καὶ καθημένους εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ Βασιλέως, ἵνα ἐντεῦθεν δεχθῶ ὅτι στέργει τοιοῦτον νόμον καὶ ὅτι θὰ δεχθῇ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν, ὡς ἔλεγον, παρέχει αὐτῷ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὡς μέσον παρηγορίας, δυνάμενον ν’ ἀπασχολῇ αὐτὸν κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἀνίας του. Εὐτυχήσας νὰ συνεργασθῶ ἄλλοτε μετὰ τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω καὶ τὴν μεγαλοφροσύνην καὶ τὴν μεγαλοψυχίαν αὐτοῦ καὶ τὸ ὑπερήφανον τοῦ χαρακτῆρός του. Καὶ πάντα ταῦτα ἀποκλείουν τὴν ἰδέαν ὅτι ἐν τοῖς Ἀνακτόροις ἔλαβε γένεσιν ὁ προτεινόμενος εἰς τὴν Βουλὴν νέος θεσμός. Ἀλλά, καὶ ὁ λόγος οὗτος ἂν δὲν συνέτρεχε, θὰ συνέτρεχον, Κύριοι, ἕτεροι λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, ἐὰν ἤθελε κληθῇ ν’ ἀναλάβῃ καθήκοντα Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, θὰ εἶχε καθῆκον καὶ θὰ ἐδικαιοῦτο παρὰ τὸ φιλόνομον τοῦ ἤθους του ν’ ἀρνηθῇ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Διότι νόμος ὅστις δημιουργεῖ τὴν τοιαύτην ἐξουσίαν τοῦ Διαδόχου ἐπὶ παραβιάσει ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ μέλλοντος Βασιλέως, τοῦ μέλλοντος νὰ βασιλεύσῃ τῆς χώρας ἡμῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πολιτεύματος τοῦ Ἑλληνικοῦ. Γνωρίζετε, Κύριοι, ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅτι κυρία ἀντίρρησις, ἥτις προεβάλλετο κατὰ τοῦ μέτρου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἦτο τὸ ἀντισυνταγματικόν, τὸ ἀντισυνταγματικόν, καθόσον ἀφαιρεῖ τὴν εὐθύνην αὐτὴν ἀπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ μεταφέρει τὴν εὐθύνην εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν πρέπει νὰ εἶναι, καὶ εἶναι πράγματι, ἀνεύθυνοι. Καὶ ἂν τότε ἦτο ὀγκωδεστάτη ἡ δυσχέρεια ἡ προκύπτουσα ἐκ τοῦ πολιτεύματος, δὲν παύει νὰ εἶναι ὀγκώδης ἡ δυσχέρεια ἥτις προκύπτει ἐκ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ ἤδη ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, διότι, ἂν τότε παρεδίδετο ἀνευθύνως ὁλόκληρος ἡ διοίκησις τοῦ στρατεύματος ἡμῶν εἰς χεῖρας τοῦ Διαδόχου, ἤδη παραδίδεται ἀνευθύνως μέρος αὐτῆς. Καὶ ἐφ’ ὅσον διὰ πᾶσαν πρᾶξιν διοικήσεως καὶ πᾶσαν ἀνεξαιρέτως ἐνέργειαν δὲν ὑπάρχει ὁ ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ἐπὶ τοσοῦτον ἀνατρέπεται τὸ πολίτευμα ἡμῶν κατὰ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις του. Δὲν λέγω ταῦτα, Κύριοι, διότι θέλω ν’ ἀρνηθῶ καὶ ἱκανότητα εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος καὶ τὸ τελεσφόρον ἴσως τῆς ἐργασίας αὐτοῦ κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω ἐκ προκαταβολῆς τὴν ἀντίρρησιν ταύτην, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἀντίκειται εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας οὔτε τοῦ Βασιλέως οὔτε τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου. Ἴσως οἱ στρατοὶ ὀργανοῦνται τελειότερον, ὀργανοῦνται πληρέστερον εἰς Κράτη κυβερνώμενα οὐχὶ κοινοβουλευτικῶς, ἀλλὰ τότε θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ἀφοῦ χθὲς μόλις ἐξήλθομεν ἀπὸ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ὅτε ἦτο καιρὸς ἀκόμη, νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰ περὶ τούτου, ἵνα ἀποδεχθῶμεν κατόπιν νόμον ὡς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀλλὰ μὴ τυχὸν καὶ εἰς Κράτη, ἀπολυταρχικώτερον ἡμῶν κυβερνώμενα, ἰσχύουσιν ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ, τοιοῦτοι θεσμοί, θεσμοὶ ἀναθέτοντες διοίκησιν εἰς πρόσωπα τῆς Δυναστείας, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ πολιτεύματος τυγχάνουσιν ἀνεύθυνα; Καὶ δή, ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ μᾶλλον στρατιωτικῶς ὠργανωμένον Κράτος τοῦ αἰῶνος ἡμῶν, εἰς τὴν Γερμανίαν, τῆς ὁποίας τὸ παράδειγμα πολλάκις καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἀντετάχθη πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ μέτρου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἐὰν ἀποβλέψωμεν, λέγω, εἰς τὴν Γερμανίαν, θέλομεν ἴδει ὅτι ἐκεῖ, ἂν καὶ τὰ τοῦ στρατοῦ διέπονται ὑπὸ τοῦ Αὐτοκράτορος, ἀπορρέει τὸ συγχωρητὸν τοῦ μέτρου ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ πολιτεύματος καὶ ὑπάρχουσιν αἱ εὐνοϊκαὶ παραδόσεις τοῦ παρελθόντος, αἵτινες τηροῦνται ἀπαρασαλεύτως καὶ τὰς ὁποίας σέβεται ὁ Γερμανικὸς λαός, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ διάταξις ῥητὴ τοῦ πολιτεύματος τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐπιτρέπουσα τὴν ἀνάθεσιν τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Αὐτοκράτορα τῆς Γερμανίας. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν Γερμανίαν δὲν εἶναι μόνον ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ ὁ Αὐτοκράτωρ, εἶναι διοικητής, συνεχῶς καὶ αὐτοβούλως διοικῶν, διέπων τὰ τοῦ στρατεύματος, ἔχων συμπάρεδρον παρ’ αὑτῷ στρατιωτικὸν γραφεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνει τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, ἐν Γερμανίᾳ, ὅπου ἐν τῷ πολιτεύματι καθιεροῦται ἡ ἐξουσία τοῦ Αὐτοκράτορος, καὶ ἐκεῖ πολλάκις εὑρίσκεται, καὶ εὑρέθη καὶ ἐσχάτως ἀκόμη, εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ Αὐτοκράτωρ νὰ μειώσῃ αὐτὸς οὗτος τὴν ἐξουσίαν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ στρατεύματος, ἵνα φαίνηται συνεπὴς πρὸς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν καὶ πρὸς τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ὁσάκις ἐναντία ἐξεδηλοῦτο τοιαύτη λαϊκὴ θέλησις. Ὡς εἶπον, Κύριοι, δὲν πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐπαναφέρωμεν καὶ αὖθις τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Στρατοῦ ἐξ ὁλοκλήρου, καὶ μάλιστα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀντιτάξας τὴν γνώμην αὑτοῦ ἔλεγε· «διατί ἀνησυχεῖτε; δὲν πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ καὶ ἀναθέσωμεν ταύτην εἰς τὸν Διάδοχον· πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν θέσιν Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατεύματος». Ἀπέδειξα ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς ἐπιθεωρήσεως, ἥτις ἄλλως ἁπλῆ οὖσα καὶ ἄνευ ἐξουσίας τινὸς πραγματικῆς, ἄνευ κύρους νομίμου τῶν σκέψεων καὶ τῶν γνωμῶν της καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ἄνευ ἐπιβολῆς θ’ ἀπέβαινεν ἁπλῆ παιδιὰ ἀναξία ἑνὸς Διαδόχου, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ μεταβιβάσεως ἐξουσίας διοικήσεως κατά τι μέτρον εἰς τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τοῦ Στρατοῦ. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σημειώσω, Κύριοι, καὶ νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς ἀναμιμνησκομένους ὅτι πρὸ δύο μόλις ἐτῶν διὰ βοῆς καὶ διὰ πατάγου κατελύθη ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι αἱ τοιαῦται ὑποχωρήσεις δὲν προφυλάττουσιν ἀπὸ τὰ ἄτοπα εἰς τὰ ὁποῖα ἄγουσιν ἐνίοτε τοιοῦτοι θεσμοί. Ἀπόδειξις δὲ ὅτι δὲν περισώζουσιν αἱ τοιαῦται ὑποχωρήσεις, καὶ ὅταν φροντίζωμεν ἀκόμη νὰ εἰσαγάγωμεν τοὺς θεσμοὺς τούτους ὑπό τινα σκέπην συνταγματικήν, παρέχει εἰς ἐμὲ τὸ παράδειγμα τοῦ νόμου τοῦ 1903, κατὰ τὸν ὁποῖον μετεβλήθησαν κατὰ πολὺ τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Διότι κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1903 σημαντικῶς ἐμειώθη ἡ ἐξουσία τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ καὶ ἤρθησαν, καθ’ ἃ ἐφρόνουν τότε οἱ εἰσαγαγόντες τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, αἱ ἀντινομίαι αἱ συνταγματικαί. Καὶ μολονότι ἔκτοτε κατὰ πολὺ ἐμειώθη ἡ ἐξουσία τοῦ Διαδόχου, ἡ μείωσις τῆς ἐξουσίας, ὁ περιορισμὸς τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν εἶχε, δὲν ἤρκεσαν ἵνα ἀποσοβήσωσι τὴν λαίλαπα, ἥτις ἐξερράγη πρὸ δύο ἐτῶν καὶ διὰ βοῆς ἐζήτησε τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ὡς τοιοῦτον μέτρον, ὡς κολαστικὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ τῆς ἄκρας ἐξουσίας τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ, κρίνων τὸ μέτρον τοῦτο τὸ διατετυπωμένον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λέγω ὅτι καὶ τοῦτο ἀκόμη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προλάβῃ ἢ νὰ ἀποσοβήσῃ τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἐνδέχεται νὰ γεννηθῶσιν ἐντεῦθεν, τοὺς κινδύνους, οἵτινες πολὺ φοβοῦμαι μήπως μίαν ἡμέραν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδηλωθῶσι καθ’ ὃν τρόπον ἐξεδηλώθη ἄλλοτε ἡ κοινὴ θέλησις ὡς πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Στρατοῦ. Ἂς σεβασθῶμεν, Κύριοι, τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον μόλις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξῆλθε τῶν χειρῶν ἡμῶν. Ἔργον ἡμῶν εἶναι τὸ πολίτευμα τὸ νέον, τὸ Ἑλληνικόν, καὶ ἔχομεν ἐκ τοῦ λόγου τούτου μεγαλειτέραν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῶμεν τὸ πολίτευμα. Ἱερὸν καθῆκον ἔχομεν ἵνα μείνωμεν τηρηταὶ καὶ ἄγρυπνοι φρουροὶ τοῦ ἔργου ἡμῶν, τοῦ ἔργου ἡμῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ θεμέλιον αὐτοῦ θέλομεν παραβιάσει ψηφίζοντες τὸν νόμον τοῦτον. Θὰ ὑπεμίμνησκον μάλιστα εἰς τὴν Βουλήν, Κύριοι, ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπέχει εἰς πολὺ μακρὰν ἐποχήν, γεγονός, τὸ ὁποῖον ὁ κυβερνῶν τότε τὴν χώραν ἡμῶν, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, εὐλόγως ἡρμήνευσεν ὡς ἐνέχον ἄρνησιν ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Βασιλείας πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του τὴν ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅτε κατὰ τὸ 1894 ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου, οἰκειοποιούμενος μὲν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν δὲν εἶχεν, ἀλλὰ βεβαίως, βεβαιότατα ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως ἔλαβε τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸ Πολύγωνον διὰ νὰ ἐπιτηρήσῃ τὰ τοῦ συλλαλητηρίου τοῦ ὀργανωθέντος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ μακαρίτης Τρικούπης τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο καὶ τὴν πρᾶξιν τοῦ Διαδόχου, —πρᾶξιν μολαταῦτα ἥτις ἄγνωστον ἦτο ἂν ἀπέρρεεν ἀπὸ τοῦ Βασιλέως—ἐθεώρησεν ὡς ἄρνησιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησίν του καὶ ἔσπευσε, μεγαλοφρόνως φερόμενος, εὐθὺς τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του. Οὕτω, Κύριοι, ἑρμηνεύουσιν οἱ κυβερνῆται, οἱ θέλοντες νὰ εἶναι σεβαστὸν τὸ πολίτευμα, τὴν ἀνάμιξιν τῶν ἀνευθύνων— εἴτε Βασιλεῖς εἶναι εἴτε Βασιλόπαιδες—εἰς τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλους ἀνήκουν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἄλλοι φέρουν τὴν εὐθύνην. Ἡ μετάθεσις δὲ τῶν τοιούτων εὐθυνῶν, ἡ ἐκτροχιάζουσα τοῦ πολίτευμα, θὰ ἦτο ὀλεθριωτάτη καὶ διὰ τὰς Κυβερνήσεις καὶ διὰ τὰς Δυναστείας καὶ διὰ τὰς κοινωνίας ἐν συνόλῳ. Καὶ οὕτω πολιτευόμεναι αἱ Κυβερνήσεις ὑποδεικνύουσι καὶ εἰς τοὺς Βασιλεῖς καὶ εἰς τοὺς Διαδόχους ποία εἶναι ἡ θέλησις καὶ ἡ ἐπιταγὴ τοῦ πολιτεύματος. Ἔχουν καθῆκον λοιπὸν αἱ Κυβερνήσεις οὕτω νὰ πολιτεύωνται, ἀλλ’ ἔχουν καθῆκον καὶ αἱ Βουλαί, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ πλήρης γνῶσις τοῦ πράγματος παρ’ ἐκείνοις, οἵτινες εἰσηγοῦνται μέτρον τοιοῦτον πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ παρ’ ἐκείνοις, οἵτινες μέλλουσι νὰ ἀναδεχθῶσι τὴν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν γίνῃ νόμος, ἀπορρέουσαν ἐξουσίαν, ἔχουν καθῆκον, λέγω, νὰ ὑποδείξωσιν εἰς αὐτοὺς τὰς ἐπιζημίους συνεπείας τοῦ νόμου, νὰ ὑποδείξωσιν εἰς αὐτοὺς εἰς ποῖα ἄτοπα καὶ εἰς ποίας μεγάλας ἀνωμαλίας καὶ ὀλέθρους δύναται νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὸ μέλλον νόμος τοιοῦτος ἐφαρμοζόμενος. Σοφὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ οἰκονομία τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων, τὰ ὁποῖα εἰς περιστάσεις ἐξεγέρσεως καὶ δυσφορίας τοῦ λαοῦ δίδουσι μίαν διέξοδον εἰς τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ λαοῦ, καταλύοντα ἓν κυβερνητικὸν καθεστώς, ἵνα ἐπὶ τῶν ἐρειπίων αὐτοῦ οἰκοδομηθῇ ἄλλο κυβερνητικὸν καθεστώς, ἱκανοποιοῦν τοὺς λαϊκοὺς πόθους. Εἶναι σοφὴ κατὰ τοῦτο ἡ οἰκονομία τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων, καθόσον δὲν ἐκθέτουσιν εἰς κίνδυνον τὸ θεμέλιον αὐτὸ τῆς Πολιτείας, καὶ θεμέλιον ἀληθῶς τῆς Πολιτείας εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς Βασιλείας καὶ ἡ δυναστεία τοῦ Γεωργίου Αʹ ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἐκθέτουσιν εἰς κίνδυνον τὸ θεμέλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραμένῃ πάντοτε ἀκλόνητον καὶ ἀπαρασάλευτον, ἵνα ἀκλόνητος καὶ ἀπαρασάλευτος παραμένῃ ἡ ὕπαρξις τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ὅταν ζητοῦνται οἱ εὐθῦναι τῶν ὑπευθύνων καὶ ὅταν ὀγκοῦται ἡ λαϊκὴ ἀγανάκτησις κατὰ τῶν κυβερνώντων, ἡ θύελλα ἐκρήγνυται εἰς μίαν ἀνατροπὴν κυβερνητικήν, καὶ τὸ κακὸν τοῦτο δὲν εἶναι μέγα, ἴσως μάλιστα τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ ἐμφαῖνον τὴν ἀρίστην διαρρύθμισιν τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων, ὅταν ἀπορρέῃ ἐκ πεφωτισμένης κοινῆς γνώμης, εἶναι καὶ ἀγαθὸν ἔν τινι μέτρῳ. Ἀλλ’ αἱ εὐθῦναι τῶν ἀνευθύνων ἔχουσιν ὀλεθριωτάτας συνεπείας διὰ τὰς κοινωνίας καὶ αἱ εὐθῦναι τῶν ἀνευθύνων καταλήγουσιν οὐχὶ εἰς κυβερνητικὴν μεταβολήν, ἀλλ’ εἰς ἀνατροπὴν πολιτειακήν, ὡς ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἴδομεν τελευταῖον, αἱ ἀνατροπαὶ δὲ αἱ πολιτειακαὶ δὲν γίνονται ἀζημίως δι’ ἕνα λαόν, ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἄλλων πολλαπλῶν ζημιῶν κατ’ αὐτὰς γεννᾶται καὶ κίνδυνος διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς Πολιτείας. Ἐκ τοιούτων ἐμπνεόμενος ἰδεῶν, Κύριοι, καὶ μετ’ ἄκρας εὐλαβείας ἀποβλέπων εἰς τὸ Στέμμα καὶ εἰς τοὺς βλαστοὺς τῆς Δυναστείας ἡμῶν συμβουλεύω, ἂν μοὶ ἐπιτρέπηται νὰ δώσω συμβουλήν, ἵνα μὴ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο περιβάλῃ διὰ τοῦ κύρους της ἡ Βουλή, ὄχι διότι — ἐπαναλαμβάνω καὶ ὀφείλω νὰ τὸ ἐπαναλάβω — δὲν ἀναγνωρίζω ἱκανότητα πολλὴν εἰς τὸν Διάδοχον ἢ διότι ἀποστέργω ν’ ἀναγνωρίσω καὶ τὰς ὑπηρεσίας αὐτοῦ ἐν τῷ στρατῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἢ διότι φοβοῦμαι μὴ τὴν μεγαλοψυχίαν του ἐπηρεάσωσιν ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ διότι πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι εἴτε ἐκ πραγματικῆς αἰτίας εἴτε ἐκ προκαταλήψεως περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Διαδόχου ἐν τῷ παρελθόντι ἐνδεχόμενον ἢ μᾶλλον βέβαιον ὅτι τοιαῦται θὰ γεννηθῶσι δυσχέρειαι καὶ ἀνωμαλίαι καὶ προστριβαὶ καὶ συγκρούσεις εἰς τὸ μέλλον, ὥστε νὰ ἴδωμεν καὶ πάλιν πλέον ὄχι ἀνατροπὰς κυβερνητικάς, ἀλλὰ νέας ἀνατροπὰς τῆς Πολιτείας.
§322Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Προκειμένου, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐκφέρῃ τις γνώμην ἐπὶ τοσοῦτον σοβαροῦ καὶ σπουδαίου ζητήματος πρέπει σοβαρῶς νὰ σκεφθῇ, πρὶν ἢ ἀναβῇ τὸ ἐθνικὸν βῆμα. Ἀλλ’ ἐπίσης προκειμένου νὰ ἐκφέρῃ τὴν τελικὴν αὑτοῦ γνώμην πρέπει νὰ μελετήσῃ τὸ παρελθόν, νὰ γνωρίζῃ τὸ ἐνεστὼς καὶ ἐπὶ τοῦ μετώπου του νὰ αἰσθανθῇ τοῦ μέλλοντος τὰς συνεπείας, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὰς μυστηριώδεις φωνὰς τοῦ μέλλοντος. Διότι κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀσθενῆ γνώμην πολιτική ἐστὶ γνῶσις καὶ πρόγνωσις, δημιουργία καὶ ἔμπνευσις. Ὁ ἀληθὴς πολιτικὸς εἶναι μάγος κοινωνικός, ἀνακαλύπτων τοὺς ἀστέρας τοῦ μέλλοντος. Βεβαίως δὲν ἔχω τὸν ἐγωισμὸν νὰ εἴπω ὅτι ἀπολύτως θὰ εἶμαι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ διακρίνω τὸν ἀστερισμὸν τοῦ μέλλοντος, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἴδιον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας εἶναι νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην αὐτῶν, ἀρκεῖ αὕτη ν’ ἀπορρέῃ ἀπὸ παγίαν πολιτικὴν πεποίθησιν, ἀνεξαρτήτως ἂν αὕτη εἶναι καὶ πεπλανημένη. Πρῶτος ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην στιγμὴν ἡ καρδία τῆς Α. Β. Ὑψηλότητος αἰσθάνεται πίεσιν καὶ βεβαίως ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω ὅτι πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν νὰ ἔχῃ τὴν Α. Β. Ὑ. τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου ἐν ὑποδικίᾳ ἐν τῇ συνειδήσει τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, προκειμένου ν’ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Πρὶν ἢ ἐξηγήσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι φίλοι τῆς Δυναστείας δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὅταν εὑρίσκωνται ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, φέρουσι τὸν ἐρυθρὸν σκοῦφον τοῦ Ῥοβεσπιέρου, εἰσερχόμενοι δὲ εἰς τοὺς αὐλικοὺς προθαλάμους, φέρουσι τὴν εὐτελῆ λιβρέαν τοῦ ταπεινοῦ αὐλοκόλακος· φίλοι τῆς Δυναστείας δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες κολακεύουν, τὰς ἀδυναμίας τῶν ἡγεμόνων, ἀλλὰ φίλοι τῆς Δυναστείας εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες λέγουσι πρὸς αὐτοὺς τὴν ἀλήθειαν ἔστω καὶ πικράν, ἀλλὰ τὴν καὶ μόνην σώζουσαν. Ὑπῆρξε κλίκα αὐλικὴ εἰς τὴν πρώτην Δυναστείαν, ἥτις εἶχεν ἐγείρει εὐρεῖαν τάφρον μεταξὺ λαοῦ καὶ βασιλείας. Ἐκολάκευον οἱ αὐλικοὶ ἐκεῖνοι τὸν ἀνεύθυνον μοναρχικὸν παράγοντα, ἀλλ’ ἡ κολακεία ἐκείνη, ἡ θωπεύουσα τὴν ἀδυναμίαν τοῦ μεγάλου μὲν πατριώτου, ἀλλὰ πείσμονος ἡγεμόνος ἐπότισεν αὐτὸν μὲ πικρίας, μὲ δάκρυα, ἀλλὰ καὶ ἐν τέλει μὲ ἐξορίαν. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω εἰλικρινῶς, καὶ τὸ πιστεύω τοῦτο μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου, πρὸς τιμὴν τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου, πρὸς τιμὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, πρὸς τιμὴν τοῦ ἐπαναστάτου τοῦ Θερίσου, πρὸς τιμὴν τοῦ μεγάλου πατριώτου, δὲν ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ ἡ πεποίθησις ὅτι εἰσέτι ἀπεφάσισε νὰ παραδοθῇ εἰς τὰς ἀγκάλας τῶν βασιλικῶν θελγήτρων, δὲν ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ οὐδὲ ἡ παραμικροτέρα ὑπόνοια ὅτι ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ ἐπαναστάτου τοῦ Θερίσου, ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ μεγάλου πατριώτου ἐγεννήθη ἡ ἰδέα νὰ προσφέρῃ θυμίαμα καὶ λιβανωτὸν εἰς τὸν πρεσβύτερον υἱὸν τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων. Ἂν ἐσκέφθη ν’ ἀναθέσῃ τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐσκέφθη, τονίζω, ἵνα προσφέρῃ θυμίαμα εἰς τὸν ἡγεμόνα, θυμίαμα εἰς τὸν βασιλόπαιδα, διότι ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἔχει ἀντίληψιν τούτου, ὅτι, ἂν ἵσταται καὶ παραμένει ἐν τῷ λαϊκῷ θρόνῳ, ἔχει ὡς στήριγμα τὴν λαϊκὴν καρδίαν καὶ δι’ αὐτό, ἂν ἐσκέφθη ν’ ἀναθέσῃ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Α. Β. Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον, δὲν ἀνεχώρησε, καὶ πάλιν τονίζω, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ πολιτικὰς αὐτοῦ σκέψεις. Δύνανται, Κύριοι, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, καὶ συμβαίνει οὐχὶ σπανίως τοῦτο, νὰ ἀκολουθῶσι δύο λεωφόρους ἀντιθέτους, ἀλλὰ νὰ κατευθύνωνται εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ σημεῖον, εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἐξυπηρετήσεως τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος. Δυνατὸν ν’ ἀκολουθῶμεν τὴν ἀντίθετον λεωφόρον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων μένει ἡ τιμὴ ὅτι εἰς ἓν σημεῖον συναντώμεθα, εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων καὶ τῆς τιμῆς τῆς πατρίδος. Διὰ νὰ ἐκφέρῃ τις γνώμην περὶ τοῦ μέλλοντος Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ, πρέπει ἐν γενικαῖς γραμμαῖς καὶ μὲ βλέμμα ταχὺ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχὴν αὑτοῦ πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν διηύθυνε τὸν στρατόν, κατὰ τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο γεγονὸς τοῦ 1897, καὶ ἐξ ἄλλου νὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν προσοχὴν εἰς τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἦτο Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ τῶν Ἑλλήνων. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ δηλώσω ὅτι, ἄν τις ὑπῆρξε θῦμα κατὰ τὸ 1897, ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ψυχῇ ἔχει παγιωθῆ ἡ πεποίθησις, ὅτι ὑπῆρξεν ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου. Ὑπῆρξε μοιραίως τὸ γεγονὸς τῆς συρράξεως, ἀλλ’ ἀνετέθη τότε ἀπὸ μέρους τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὑπόθεσις τῆς γενικῆς διοικήσεως εἰς τὸν Διάδοχον. Ὁ Διάδοχος, ἔχων συναίσθησιν τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διότι μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη ἀπὸ μέρους τῶν ἁρμοδίων πρὸς ἀνασύνταξιν καὶ συγκρότησιν τῆς χώρας στρατιωτικῶς, ἠναγκάσθη, Κύριοι, νὰ ἐξέλθῃ οὐχὶ ἐκ τῆς κυρίας πύλης τῶν ἀνακτόρων, ἀλλὰ πάντες ἐνθυμούμεθα ὅτι ἀνεχώρησε λαθρεμπορικῶς, διὰ νὰ λύσῃ τὸ μέγα πρόβλημα τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου, ἐκ τῆς ὀπισθίας θύρας. Καὶ δὲν διστάζω νὰ εἴπω ὅτι ἴσως οἱ Βουλευταὶ νὰ κατέχωσι τοῦτο, ὅτι μεταξὺ τῆς αὐλῆς τῆς ὁδοῦ Ἀμαλίας καὶ τῆς αὐλῆς Ἡρώδου τοῦ Ἀττικοῦ ἔχει ἀνοιχθῆ τάφρος βαθεῖα καὶ ἡ αὐλικὴ κολακεία, ἡ περιβάλλουσα τὸν ἀνεύθυνον παράγοντα, ἐπωφελεῖται πάσης εὐκαιρίας καὶ εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἀποβλέπει ἵνα πνίξῃ τὸν Διάδοχον τῶν Ἑλλήνων. Ἀνετέθη τότε ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον πόλεμον τοῦ 1897. Ἤμεθα, ἂς ὁμολογήσωμεν, ἀπαράσκευοι ἀπολύτως. Εἴδομεν τὸ ἐλεεινὸν ἐκεῖνο θέαμα, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν παρουσίασεν ἡ ἱστορία τῶν Κρατῶν, εἴδομεν τὸ θέαμα, ἵνα οἱ στρατιῶται φέρωσι πηλήκια στρατηγῶν καὶ οἱ στρατηγοὶ πηλήκια στρατιωτῶν. Εἴδομεν τὸ ἐλεεινὸν ἐκεῖνο θέαμα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ πρεσβυτέρου τῶν υἱῶν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, ἀντὶ νὰ καταγίνηται εἰς τὴν περισυλλογὴν τῶν πολεμεφοδίων καὶ ἐν γένει παντὸς ὅ,τι ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν, νὰ καταγίνηται εἰς τὴν περισυλλογὴν τῶν πουλερικῶν καὶ τῶν σκευῶν τῶν πουλερικῶν. Ἀλλὰ διὰ πάντα ταῦτα ὑπῆρξεν, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, θῦμα ὁ Διάδοχος καὶ μόνος αὐτός. Δὲν πρέπει ν’ ἀποδοθῇ πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ οὐδὲν σημεῖον μελανὸν τῆς καθόλου στρατιωτικῆς κινήσεως τότε, διότι ἐμελέτησα καὶ ἐγὼ περισπούδαστον μελέτην, ἐγκύψασαν αὐστηρῶς ἐπὶ τοῦ Ἑλληνοτουρκικοῦ πολέμου τοῦ 1897· εἶδον τὴν πραγματείαν τοῦ Φὸν δὲρ Γκόλτς, ὁ ὁποῖος λέγει εἰς ἓν σημεῖον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς μορφούμενος στρατιωτικῶς θὰ εἶναι ὁ καλύτερος τῶν στρατῶν τοῦ κόσμου, κάμνων δὲ σύγκρισιν ὁ πολὺς ἐκεῖνος ὀργανωτὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ πρὸς τὰς φάλαγγας τὰς Γαλλικὰς τοῦ Ναπολέοντος κατὰ τὴν μάχην τοῦ Βατερλὼ λέγει ὅτι ὁ μὲν Ἑλληνικὸς στρατὸς μετὰ μίαν μάχην ἐν τῇ κορυφογραμμῇ ἀνασυντάσσεται εἰς τὰ Φάρσαλα, συνάπτει μάχην εἰς τὸν Δομοκόν, ἐνῷ ὁ Γαλλικὸς στρατός, τονίζει ὁ πολὺς Φὸν δὲρ Γκόλτς, μετὰ μίαν μάχην εἰς τὸ Βατερλὼ ἀποσυντίθεται, ἵνα μὴ ἀνασυνταχθῇ. Τοῦτο, λέγει, πρέπει νὰ πείσῃ πάντα μελετητὴν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς μορφούμενος στρατιωτικῶς θὰ εἶναι εἷς ἐκ τῶν καλυτέρων στρατῶν τοῦ κόσμου. Τοῦτο τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Καὶ διὰ μὲν τὴν ἧτταν τοῦ 1897 ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐν τῇ ψυχῇ μου οὐδὲν σημεῖον ὑπαιτιότητος διαβλέπω διὰ τὸν Διάδοχον μόνον. Παρέλαβε στρατὸν ἀπόλεμον, παρέλαβε στρατὸν ἀπαράσκευον, καὶ δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι παρέλαβε στρατὸν διὰ νὰ ἡττηθῇ διπλωματικῶς. Συνεπῶς ἐν τῇ ἡμετέρᾳ συνειδήσει, τονίζω, οὐδεμία ἀμφιβολία γεννᾶται ὅτι ὁ Διάδοχος κατὰ τὸ 1897 ἦτο θῦμα τῆς αὐλῆς τῆς ὁδοῦ Ἀμαλίας. Ἀλλ’ ἔρχεται ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ στρατοῦ, ἀποφασίζει ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, θέλων νὰ προσφέρῃ θυμίαμα καὶ λιβανωτὸν εἰς τὴν Αὐλὴν καὶ εἰς τὴν Α. Β. Υ. τὸν Διάδοχον, ἐμπνεόμενος πάντοτε ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ πατριωτισμοῦ, ἀποφασίζει ν’ ἀναθέσῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν μέλλοντα τῶν Ἑλλήνων Βασιλέα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, ἡ ἀνάθεσις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν μέλλοντα τῶν Ἑλλήνων Βασιλέα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐδόθησαν τὰ μέσα τὰ ἐπαρκῆ καὶ τὰ μέσα τὰ ἀνάλογα πρὸς ἀνασυγκρότησιν τῆς χώρας, δι’ ἐμὲ τοῦτο εἶναι ἡ μεγίστη προδοσία καὶ τὸ μέγιστον ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτή, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ τῆς οἰκονομικῶς ἀτονούσης ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ στρατοῦ, παρεσκεύασε καὶ προελείανε τὸ ἔδαφος τῆς 15 Αὐγούστου 1909, δηλαδὴ τῆς ἐπαναστάσεως. Δυνατὸν νὰ εὐηργέτησε τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον μοιραίως καὶ τυχαίως ἐκυβέρνα τὴν χώραν, ἐφ’ ὅσον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέκυψε, συμβολίζει τὸ ἀρνητικὸν ἄπειρον τῆς θελήσεως αὐτοῦ, βεβαίως δὲν πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν τὴν τιμὴν ὅτι οὗτος προελείανε τὸ ἔδαφος τῆς ἐπαναστάσεως ἀπὸ ἀπόψεως θετικισμοῦ καὶ ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Ἓν ἀποδίδω σφάλμα εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου· ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1899 πρὸς τὸ 1900 ἀπεφάσισεν ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς ν’ ἀναθέσῃ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τοῦ στρατοῦ πρὸς αὐτόν, ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ εἴπῃ οὗτος πρὸς τὸν κυβερνήτην τῆς ἐποχῆς ἐκείνης: διαγράψατε τὴν διοικητικὴν πολυτέλειαν· μὴ θέλετε τὴν σύστασιν Πρωτοδικείων· μὴ θέλετε τὴν σύστασιν Νομαρχιῶν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέχετε πρὸς σύστασιν Πρωτοδικείων διοικητικῆς πολυτελείας, ἐκεῖνο διὰ τοῦ ὁποίου τροφοδοτεῖτε φαῦλον συρφετὸν 4000 ἀργομίσθων, δώσατέ μοι νὰ δημιουργήσω στρατόν, διότι δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλάβω τὴν Γενικὴν Διοίκησιν στρατοῦ, ὁ ὁποῖος αὔριον μέλλει καὶ πρόκειται νὰ ὑποστῇ τὴν ἀτιμοτέραν ἧτταν καὶ τὸν μᾶλλον ἐπαίσχυντον πανικόν. Εἰς αὐτὸ καὶ μόνον ἀποδίδω μέγα σφάλμα εἰς τὴν Α. Β. Υ. τὸν Διάδοχον. Ὑπῆρξαν ἀγαθοὶ σύμβουλοι, οἱ ὁποῖοι συνέστησαν πρὸς αὐτὸν νὰ πετάξῃ τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ μακράν, ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία δὲν παρέσχε πρὸς αὐτὸν τὰ μέσα, καὶ νὰ παύσῃ οὗτος ὢν Γενικὸς Διοικητὴς τοῦ στρατοῦ, ἵνα μὴ προπαρασκευάσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προπαρεσκεύασε. Δυστυχῶς τοὺς ἰσχυροὺς καὶ τοὺς μεγάλους καὶ πρὸ παντὸς τοὺς Ἡγεμόνας περιβάλλουσι πάντοτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπότισαν τοὺς λαοὺς μὲ πικρίας καὶ μὲ συγκινήσεις, καὶ πρὸ παντὸς ἐπότισαν τοὺς Ἡγεμόνας. Ὑπερίσχυσεν ἡ ἀδυναμία, ὑπερίσχυσε τὸ θυμίαμα καὶ ὁ σατανικὸς λιβανωτός, ὑπερίσχυσαν τέλος ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπενόμευον καὶ ὑπονομεύουν τὴν τιμὴν τῆς δυσμοίρου ἀλλὰ καὶ ταλαίνης ἡμῶν Πατρίδος. Ὑπερίσχυσαν, καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἔμεινε Γενικὸς Διοικητὴς ἄνευ στρατοῦ, καὶ ἐπῆλθεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπῆλθε, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῆς ἀνωμάλου αὐτοῦ τροπῆς δυνατὸν νὰ μὴ παρεξετράπη ἐν τῇ ἀνατροπῇ τῶν πολιτειακῶν παραγόντων, ἀλλὰ πάντως ἔβλαψε τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν τόπον. Πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων πρέπει καὶ πάλιν ν’ ἀναθέσῃ τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν μέλλοντα τῶν Ἑλλήνων Βασιλέα. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀρνοῦνται πατριωτισμὸν τῷ Διαδόχῳ, δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀρνοῦνται στρατιωτικὴν μόρφωσιν εἰς τὸν Διάδοχον, διότι, καθ’ ἃ λέγεται καὶ πιστεύεται εἰς τὸν παγκόσμιον στρατιωτικὸν κόσμον, ἡ Α. Β. Υ. ὁ Διάδοχος εἶναι εἷς ἐκ τῶν διαπρεπεστέρων στρατιωτικῶν τῶν διαφόρων Κρατῶν τοῦ κόσμου. Ἀλλ’ εἰς ἓν σημεῖον διίσταμαι, ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ δὲν ἀναλαμβάνῃ εὐθύνην ὁ Διάδοχος, ὁ μέλλων τῶν Ἑλλήνων Βασιλεύς, δὲν δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ τις ὅ,τι, ὁσονδήποτε, λέγω, καὶ ἂν περιβάλληται διὰ τοῦ ἀνευθύνου διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, πάντως ὅμως ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ περιβάλληται διὰ τῆς ἀμερίστου ἠθικῆς εὐθύνης. Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ τοῦ νῦν κρατοῦντος Συντάγματος ἐλειτούργει, ἀλλὰ καὶ τὸ νῦν δὲν ἀνέθεσε βεβαίως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἢ οἱονδήποτε ἄλλο Ὑπουργεῖον εἰς τοὺς Ἡγεμονόπαιδας, ὄχι βεβαίως διότι ἠρνεῖτο εἰς αὐτοὺς πατριωτισμόν, ὄχι βεβαίως διότι ἠρνεῖτο εἰς αὐτοὺς μόρφωσιν, ὄχι βεβαίως διότι ἠρνεῖτο εἰς αὐτοὺς ὅ,τι δὲν ἀρνεῖται εἰς τὸν τελευταῖον πολίτην Ἕλληνα, ἀλλὰ διότι ἠθέλησε νὰ προφυλάξῃ αὐτοὺς ἀπὸ πάσης προστριβῆς, ἠθέλησε νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτοὺς ὅτι ἐπαναλαμβάνοντες οἱαδήποτε καθήκοντα ἢ ἐνεργοῦντες οἱανδήποτε πρᾶξιν, ἔστω καὶ ὑπευθύνως, πάντως εἶσθε ὑπεύθυνοι ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ, ἡ ἠθικὴ δὲ αὕτη εὐθύνη εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος ἀνεβίβασε τὰ μέλη τῆς Β. Οἰκογενείας. Ὥστε, ὄχι βεβαίως διότι ἀρνοῦμαι πατριωτισμὸν—καὶ πάλιν τονίζω, ὄχι βεβαίως διότι ἀρνοῦμαι μόρφωσιν, ἀλλὰ λέγω ταῦτα, διότι δὲν θέλω νὰ ἐπέλθῃ προστριβὴ ἔστω καὶ ὑπευθύνως μεταξὺ τοῦ μέλλοντος τῶν Ἑλλήνων Βασιλέως καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι λέγοντες στρατὸν ἐννοοῦμεν λαόν. Εὐτυχία εἶναι διὰ τοὺς Ἡγεμονόπαιδας, ἐὰν εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τοῦ τελευταίου πολίτου δὲν ἔχῃ ἐγερθῆ τὸ μῖσος ἐκ τυχὸν παρεξηγήσεως. Διότι δὲν πρέπει πάντως νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἐνταῦθα κρατεῖ ἓν ἔμβλημα, τὸ ὁποῖον ἐσεβάσθη ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ, ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἀσπαστὸν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι ὁ λαὸς στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἐμβλήματος τούτου, καὶ πρέπει πάντες νὰ πιστεύσωμεν ὅτι πρὸς διατήρησιν τῆς ἀγάπης ταύτης ἓν εἶναι τὸ πνεῦμα καὶ μία εἶναι ἡ κρατοῦσα καὶ πρυτανεύουσα ἰδέα, ὅτι οἱ Ἡγεμόνες δὲν πρέπει νὰ δημιουργῶσιν οἱανδήποτε ἔχθραν ἐν τῷ Κράτει τούτῳ. Ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε δημοσιογραφικὸν φύλλον τῆς πόλεως ταύτης ἀσχολούμενον εἰς τὰ καθόλου περὶ τὸν Διάδοχον ἔλεγε πρὸς αὐτὸν καὶ συνεβούλευεν: Ὑψηλότατε, κρατήσατε τὸν ἀναλλοίωτον νόμον τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῶν ἀποστάσεων. Ἂν διὰ πάντα πολίτην ὁ νόμος τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῶν ἀποστάσεων πρέπει νὰ εἶναι σεβαστός, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ εἶναι σεβαστὸς παρ’ ἐκείνων, οἵτινες παρουσιάζονται ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐν ὅλῃ αὑτῶν τῇ αἴγλῃ καὶ τῇ ἰδανικότητι. Οἱ Ἡγεμόνες οὐ μόνον διὰ τὸν δημόσιον αὑτῶν βίον πρέπει νὰ κρατῶσι τὸν νόμον τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῶν ἀποστάσεων, ὡς ἐπίσης καὶ οἱ Ἡγεμονόπαιδες, ἀλλ’ ὡσαύτως πρέπει καὶ διὰ τὸν ἰδιωτικὸν αὑτῶν βίον νὰ κρατῶσι τὸν νόμον τῶν ἀναλογιῶν καὶ τῶν ἀποστάσεων, διότι, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ ἡ παρεξήγησις μεταξὺ ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων προστρίβονται, πάντως ὅμως γεννᾶται ἡ μοχθηρία καὶ ἰδίᾳ εἰς τὰς τάξεις τοῦ λαοῦ, αἱ ὁποῖαι βλέπουν τὰς ὑψηλότητας κατερχομένας μετὰ τῶν κοινῶν μορτῶν· οἱ λαοὶ τοὺς ἡγεμόνας καὶ τοὺς ἡγεμονόπαιδας τοὺς θέλουσι νὰ κάθηνται εἰς ἰδανικοὺς θρόνους. Εἶπον καὶ πάλιν ὅτι ἡ ἰδέα τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἀπὸ μέρους τοῦ ἐντίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας δὲν προέκυψε βεβαίως ἀπὸ ἐξυπηρετήσεως ἄλλων σκέψεων, ἀλλὰ προέκυψεν ἀπὸ τῶν σκέψεων τῆς γενικωτέρας ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, διότι καὶ ἐν τῇ ψυχῇ παντὸς Ἕλληνος, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ψυχῇ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ εἶναι τὸ ἴνδαλμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχει γεννηθῆ ἡ ἰδέα ὅτι εἷς νόμος εἶναι ὑπέρτερος, τὸ συμφέρον καὶ ἡ τιμὴ τῆς πατρίδος. Εἶπον προγενεστέρως καὶ ἐλάλησα ὅτι, εἰ καὶ ἀκολουθοῦμεν δύο διαφόρους λεωφόρους ἀντιθέτους, συναντώμεθα ὅμως μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν φιλελευθέρων εἰς ἓν καὶ μόνον σημεῖον, ἵνα ἀποκτήσωμεν Ἑλλάδα τιμίαν καὶ μεγάλην. Θὰ ἔλεγέ τις ὅμως ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἐπικροτῇ τὰς ἰδέας τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν φιλελευθέρων, ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτου νομοσχεδίου εἶναι ἄκαιρος τοὐλάχιστον διὰ τὴν Βουλὴν ταύτην καὶ διὰ τὴν περίστασιν ταύτην μόνον κατὰ ἕν σημεῖον δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν φιλελευθέρων ὑπῆρξεν ὑπεράγαν ὑπερβολικὸς ἐν τῇ ἐξυπηρετήσει τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, ἐν τῇ ἀναθέσει τῆς Γενικῆς ἐπιθεωρήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Α. Β. Υ. τὸν Διάδοχον, μόνον καὶ μόνον, διότι ὑπῆρξεν ἄκαιρος ἡ εἰσαγωγὴ τοιούτου νομοσχεδίου. Ἡμεῖς τοὐλάχιστον τὰ προϊόντα τῆς ἐπαναστάσεως, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι συμβολίζομεν τὸ ἀρνητικὸν ἄπειρον τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου, ἡμεῖς οἱ φίλοι οἱ πιστοὶ καὶ εἰλικρινεῖς, ἀλλὰ καὶ ἀφωσιωμένοι συγχρόνως πρὸς τὴν ἀλήθειαν, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ εἴπωμεν ὅτι ἔπρεπε, τοὐλάχιστον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ σκέψει τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν φιλελευθέρων κρατεῖ ὡς πραγματοποίησις, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν μέλλουσαν τακτικὴν Βουλήν, διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀσθενῆ γνώμην, ἡ ἐπανάστασις εἴτε καλῶς εἴτε κακῶς εἶχε καὶ ὡς στόχαστρον τὸν Διάδοχον, ὄχι βεβαίως ὡς διάδοχον τοῦ Θρόνου, διότι καὶ ἄλλοτε εἶπον, καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὡς ἔρεισμα ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ αὐτῆς πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, διότι ἡ Ἑλλάς, ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, δὲν δύναται ν’ ἀποβλέψῃ εἰς ἄλλους πολιτειακοὺς ὁρίζοντας εἰμὴ τοὺς ὁρίζοντας τῆς Δυναστείας. Ἔπρεπε, νομίζω, νὰ μὴ εἰσαχθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡμεῖς εἴμεθα διατεθειμένοι, ἵνα δώσωμεν ἀρνητικὴν ψῆφον εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον.
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§324Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε. Δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τελειώσῃ ἀπόψε τὸ θέμα τοῦτο. Θὰ ὁμιλήσητε διὰ μακρῶν;
§325Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μάλιστα.
§326Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι δυστυχῶς ἀκόμη ἕξ.
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπτά. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περατωθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ συζήτησις.
§328Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἑπτά.
§329Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀντιλαμβάνομαι πολὺ καλῶς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἀναβάλλεται διὰ τὴν Τρίτην μὲ τὴν ἐκ τῶν προτέρων δήλωσίν μου, ὅτι, ἐὰν γίνῃ ἀνάγκη, θὰ παραταθῇ ἡ συνεδρίασις παρὰ τὰ καθιερωθέντα καὶ πέρα ἐν νυκτί, διὰ νὰ τελειώσῃ τὴν ἑσπέραν ἀσφαλῶς.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8,35′ μ. μ.).