1911.06.06
3,435 rows · 26,466 words · 239 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 106.
Τῆς 6 Ἰουνίου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία Ν. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 10 καὶ 40′ π. μ. παρόντων 127 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφοράς: 1) Οἱ ἱερεῖς Πάρου ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου· 2) Οἱ ἰδιοκτῆται μηχανημάτων σιγαροποιίας αἰτοῦνται, ὅπως μὴ φορολογῶνται τὰ μηχανοποίητα σιγαρέττα, ἵνα οἱ καπνεργάται τραπῶσιν εἰς ἄλλας μᾶλλον ἐπωφελεῖς ἐργασίας· 3) Ὁ ἐμπορικὸς καὶ κτηματικὸς σύλλογος Φαρσάλων παρακαλεῖ, ὅπως συστηθῇ τῇ Γεωργικῇ ἑταιρείᾳ νὰ καταλίπῃ τῇ κοινότητι μέρος καταληφθὲν ὑπ’ αὐτῆς· 4) Ἐφημέριοι τοῦ δήμου Τανίας ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου· 5) Οἱ σιγαροποιοὶ Βόλου ζητοῦσι φορολογίαν τῶν μηχανοποιήτων σιγαρέττων· 6) Ἱερεῖς Λεβαδείας ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου· 7) Τὸ Δημοτικὸν συμβούλιον Ἀμφείας αἰτεῖ μετάθεσιν εἰρηνοδίκου Ἀνδριτσαίνης εἰς Ζάχα· 8) Οἱ ὑποδιδάσκαλοι Μεσσηνίας ζητοῦσιν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ, ἀφοῦ πρῶτον διδαχθῶσι γεωργικὰ καὶ κτηνοτροφικὰ μαθήματα· 9) Οἱ κάτοικοι Καστέλλας ζητοῦσιν, ὅπως χαραχθῶσιν ὁδοὶ κάτωθεν τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Προφήτου Ἠλία· 10) Οἱ κάτοικοι Στρουσίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ σιδηροδρομικὴ στάσις Ἀνδραβίδας προαχθῇ εἰς σταθμόν· 11) Ὁ Β. Βαφειόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Τριπόλει· 12) Ὁ πολιτικὸς σύλλογος Δερβενίου ἐκφράζει συγχαρητήρια ἐπὶ τῇ λήξει τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος· 13) Οἱ κάτοικοι Χαϊκαλίου τῆς Πυλίας ζητοῦσιν ἐπανάληψιν τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας Χαϊκαλίου–Πεταλιδίου· 14) Ὁ κτηματικὸς σύλλογος Οἰχαλίας ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ κατασκευῆς προφυλακτηρίων τοῦ χειμάρρου «Ζερινά»· βʹ) περὶ τιμωρίας τῶν ἀνακαλυφθέντων καταχραστῶν τοῦ ὑδραυλικοῦ ταμείου Παμίσου· γʹ) περὶ λύσεως τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος· 15) Κάτοικοι Πατρῶν ζητοῦσι τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῶν παιδονόμων· 16) Οἱ ἔμποροι Μουζακίου ζητοῦσι σύστασιν τηλεγραφείου καὶ 17) Ὁ Λ. Μαχαιρᾶς, καθηγητὴς ξένων γλωσσῶν, ζητεῖ διορισμόν. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Κ. Καλομενόπουλος, Π. Ἐξαρχόπουλος, Ν. Φραγκίστας, Κ. Ἀλαβᾶνος καὶ Κ. Καμπάνης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ͵ΓΨΚΔʹ νόμου περὶ συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας». Οἱ κύριοι Θ. Παπαϊωάννου καὶ Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου· ἐπίσης ἐπὶ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου ὑποβάλλει τροπολογίαν ὁ κ. Π. Βουρλούμης. Πᾶσαι αὗται θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Γκλαβᾶς.
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶχον ὑποβάλει πρὸ εἴκοσι περίπου ἡμερῶν μίαν ἀναφορὰν ἐκ μέρους τοῦ ἐργολάβου Ζουλούμπη, ἀφορῶσαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, παρακαλούμενον νὰ ἐπεμβῇ παρὰ τοῖς ἐπιτρόποις τοῦ ναοῦ Ἅγιος Βλάσιος ἐν Ξυλοκάστρῳ καὶ διατάξῃ αὐτοὺς νὰ πληρώσωσι πρὸς τὸν δυστυχῆ τοῦτον ἐργολάβον 9000 δραχ., αἱ ὁποῖαι τῷ ὀφείλονται συνεπείᾳ ἐγκεκριμένου πίνακος ἐργασίας ἀπὸ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δυστυχῶς ἡ ἀναφορὰ αὕτη δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε Βουλευτά. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω· ἀλλ’ ἐὰν θέλητε θ’ ἀναγραφῇ ἡ ἀναφορά σας.
§4Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε στέρξει διὰ σήμερον, τοὐλάχιστον διὰ τὴν Πέμπτην νὰ εἶναι πρώτη.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Λαμπρινόπουλος.
§6Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης νὰ ἐγγραφῶ καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 38 καὶ 40 ἀναφορῶν. Δυστυχῶς ὅμως δὲν φαίνομαι ἐγγεγραμμένος. Παρακαλῶ, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα τινὲς ἐξ ἡμῶν νὰ ἐγγραφῶμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον, νὰ μὲ ἐγγράψητε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τόσοι πολλοὶ οἱ ζητοῦντες τὸν λόγον, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνωνται καὶ λάθη.
§8Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν δὲν θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν ὑπομνημάτων τῶν Βοιῶν ἐπὶ τέλους; Εἶναι τόσον σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα, ὥστε νὰ μὴ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν ἡ ἐπιτροπή;
§9Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀπεστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν ὑπόμνημα τῶν μοναχῶν τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου, τὸ ὁποῖον διεβιβάσθη πρὸ 8 ἢ 9 ἡμερῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ ἀμέσως τὴν ἔκθεσίν της, διότι ἤθελε νὰ μελετήσῃ τὰ πράγματα καὶ ἐκ τοῦ σύνεγγυς, εἰ δυνατόν, καὶ προσεχῶς μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§10Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Οὐδεὶς ἔλαβε γνῶσιν ἂν ἀπεστάλησαν τοιαῦτα ὑπομνήματα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§11Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, ὥρισεν εἰσηγητὴν ἐμὲ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§12Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν λέγω διὰ σᾶς. Λέγω διὰ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ τοιούτου. Πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι ἐστάλησαν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν τοιαῦτα ὑπομνήματα, καὶ ὅμως, καίτοι ἀποτελῶ καὶ ἐγὼ μέλος, καὶ μάλιστα ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς μειονοψηφίας, δὲν ἔλαβον γνῶσιν.
§13Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι πρὸς μελέτην· τὴν ἔλαβεν ὁ κ. Πετροπουλάκης ὡς εἰσηγητής, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει σπουδὴ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Ταπάτας, Φλάμπουρα κ.τ.λ. τῶν Καλαβρύτων ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§15Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀφ’ ἑνὸς δὲν παρίσταται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρόκειται πρὸ παντὸς νὰ κατατεθῶσι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἵνα τὰ μελετήσωμεν, ὅσοι ἐνεγράφημεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ μορφώσωμεν πεποίθησιν, καθόσον πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν ὁ συμβιβασμός, ὁ ὁποῖος ἐγένετο μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ μερικῶν πολιτῶν, εἶναι πράγματι βέβαιος καὶ στηρίζηται ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀληθείας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸ Προεδρεῖον, ὅπως ἀναβάλῃ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίαν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον νὰ κατατεθῶσι τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, ἵνα λάβῃ τούτων γνῶσιν ἡ Βουλή. Φρονῶ, ὅτι καὶ οἱ λοιποὶ ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ εἶναι σύμφωνοι, ἄλλως ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§16Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ παροῦσα ἀναφορὰ δὲν εἶναι ἀναφορὰ ἐξ ἐκείνων, αἵτινες οὐδεμίαν ἔχουσι τὴν σοβαρότητα ἀνάλογον πρὸς τὸ σῶμα τοῦτο· εἶναι ἀναφορὰ παραπονουμένων εὐλόγως, καὶ παρακαλῶ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, ἰδιαίτατα δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπάρχουσι τέσσαρες κοινότητες εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων ἀποτελούμεναι ἐκ 300 περίπου οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πρὸ τῆς κατακτήσεως, δηλαδὴ ἀπὸ τὸ 1400 μ. χ. ἐγκατεστημέναι καὶ θὰ φρίξῃ ἡ Βουλή, ἐὰν παρακολουθήσῃ μετὰ προσοχῆς τὴν ὑπόθεσιν τούτων. Τὰ χωρία ταῦτα εἶχον νομάς, εἶχον ἀγρούς, ἐξυλεύοντο, ὅπως ξυλεύονται ὅλοι οἱ χωρικοί μας ἀπὸ τὰ παρακείμενα δάση. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἤμεθα ἤδη εἰς τοὺς χρόνους τῆς κατακτήσεως, βεβαίως οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν θὰ ὑφίσταντο ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται σήμερον, ὑφ’ ἑνὸς δικηγόρου ἐν Πάτραις, τοῦ κ. Ἀργυροπούλου, ὅστις ἀγοράσας ἀντὶ 3,000 δρ. τσιφλίκιον 7,000 στρεμμάτων, ζητεῖ νὰ καταστῇ ἄλλος τύραννος. Σεῖς οἱ ὁποῖοι τοσοῦτον συνεκινήσατε τὴν Βουλήν, οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἰς πολλοὺς ἐξ ἡμῶν δὲν ἐγένεσθε πιστευτοὶ μὲ ὅσα περιεγράψατε ὅτι συμβαίνουσιν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἴσως καὶ σεῖς εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσητε ὅτι ἀντὶ 3,000 δρ. ἐγένετο εἷς κύριος 7,000 στρεμμάτων γῆς. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καὶ ἰδίᾳ ὁ συνάδελφός μου κ. Γκλαβᾶς, εὐλόγως ἐζήτησε νὰ προσαχθῇ ὁ σχετικὸς φάκελος, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, παραπλανηθὲν βεβαίως ὑπὸ τοῦ σοφοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διὰ πρώτην φορὰν διὰ τὰ χρονικὰ τῆς πατρίδος μας, συνέταξε συμβόλαιον καὶ ἀνεγνώρισε τὸν Κύριον αὐτὸν κύριον δάσους καὶ ἐκτάσεως 3,000 στρεμμάτων, συνεχομένων μετὰ τοῦ ἀγορασθέντος ¼ τοῦ τσιφλικίου ἐκείνου καὶ ἀνηκόντων ἀμφοτέρων εἰς τοὺς παραπονουμένους, ἐπὶ τῷ φόβῳ μιᾶς ἀγωγῆς τὴν ὁποίαν ἤγειρε κατὰ τοῦ Δημοσίου οὗτος ζητῶν παρ’ αὐτοῦ 250,000 δρ. ἀντὶ τῶν 3 χιλιάδων ἃς κατέβαλεν ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Δημόσιον δὲν παρῃτεῖτο ἐπισήμως καὶ ἐὰν δὲν ἐδίδετο οὕτως ἡ ἄδεια, ὅπως ξυλεύηται τὸ ἔκτατον ὄντως ἐκεῖνο δάσος τοῦ δήμου Λαπαθῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον χάρις εἰς τὴν περίνοιαν τῶν κ. νομικῶν συμβούλων βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ νομίζῃ, ὅτι ὄντως ἐπρόκειτο περὶ ζημιῶν τὰς ὁποίας θὰ ὑφίστατο τὸ Δημόσιον καὶ περὶ ἀδικίας τὴν ὁποίαν ἔκαμνε τὸ Δημόσιον εἰς τὸν ἀγοραστὴν αὐτὸν καὶ ἐνάγοντα, καὶ συνέταξε τὸ συμβόλαιον. Ἀλλ’ ἀντὶ τοὐλάχιστον οἱ σοφοὶ αὐτοὶ νομομαθεῖς, οἱ ὁποῖοι διευθύνουν τὰς οἰκονομικὰς τύχας τοῦ Κράτους καὶ τὴν ὑπόληψιν ἀκόμη τῶν Ὑπουργῶν, ἀντὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι δὲν ἀναγνωρίζουσι τὸν ἐνάγοντα καὶ ὡς κύριον τοῦ δάσους, διότι οὐδὲν οὗτος ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τοῦ δάσους αὐτοῦ, διότι δικαιώματα ἐπὶ τοῦ δάσους ἔχουσιν οἱ χωρικοί μόνον, ἀναγνωρίζουσι τοὐναντίον δι’ ἐπισήμου συμβολαίου ὡς κύριον τῆς γῆς αὐτῆς τὸν κύριον Ἀργυρόπουλον, δικηγόρον Πατρῶν, ἀξιότιμον καθ’ ὅλα κύριον, καὶ παρέχουσιν οὕτως αὐτῷ δικαιώματα, ἅτινα οὗτος δὲν εἶχεν. Ἠδύναντο νὰ τῷ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ἔχομεν, Κύριε, οὐδεμίαν ἀντιδικίαν μετὰ σοῦ, ἐὰν ἤθελον νὰ μὴ ἐκθέσωσι τὸ Δημόσιον εἰς δικαστικοὺς ἀγῶνας, καὶ ὅτι πῶς ἐνάγεις τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ δὲν ἔχεις οὐδὲν δικαίωμα ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν καὶ τοῦ δάσους, ὅπερ ἀνήκει εἰς τοὺς χωρικοὺς πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων; Ἀλλ’ οὐδὲν τούτων εἶπον καὶ ἐπετεύχθη οὕτω τὸ σατανικὸν σχέδιον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἀντὶ τοιαύτης εὐτελοῦς τιμῆς ἠγόρασε θησαυρὸν ὁλόκληρον. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπεδίωξε — καὶ ἐφιστῶ εἰς τοῦτο τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας — καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον τοὺς σατανικοὺς αὑτοῦ σκοπούς· μετῆλθε μέθοδον σατανικήν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, διότι πρὶν ἢ γίνῃ κύριος τῆς γῆς αὐτῆς ἐδωροδόκησε πέντε χωρικοὺς ἐκ τῶν χωρίων ἐκείνων καὶ συνέταξαν συμβόλαιον, ἀναγνωριστικὸν δῆθεν τῆς κυριότητός του, ἵνα καταβάλλωσι προσκαίρως οἱ πέντε χωρικοὶ ἐκ τῶν 300 οἰκογενειῶν τέλη νομῆς δεκαλέπτου δι’ ἕκαστον ζῷον, διότι ὁ Κύριος εὐθηνὰ ἠγόρασεν, ἑπομένως καὶ εὐθηνὰ ἐνοικίαζε, καὶ ἐστήθη οὕτω μία παγὶς εἰς τὴν διοίκησιν κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον δὲν ἐπροστατεύθησαν, ἀλλὰ ἔγιναν δουλοπάροικοι κατόπιν τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, εἶχον καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀκόμη. Ζητεῖται δὲ ἤδη ἄδεια παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Κύριον αὐτὸν νὰ ὑλοτομῇ καὶ ἀνθρακεύῃ εἰς ἰδιωτικὰ πλέον δάση. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ζητεῖ οὗτος παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐνισχυθῇ διὰ τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς ὄχι εἰς τὴν πράγματι ἀγορασθεῖσαν παρ’ αὐτοῦ ἔκτασιν, ἀλλ’ εἰς ξένην ἰδιοκτησίαν, κατὰ προέκτασιν τῶν ὁρίων, καὶ ὁ ἀστυνόμος Καλαβρύτων μεταβαίνει εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους χωρικοὺς καὶ τοῖς λέγει: δὲν ἔχετε δικαίωμα σεῖς, οἱ ὁποῖοι πρὸ ἑκατοντάδος ἐτῶν τὰς νέμεσθε τὰς γαίας αὐτάς, σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐξυλεύεσθε τὰ δάση αὐτά, σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐσπείρατε τοὺς ἀγροὺς αὐτούς, δὲν ἔχετε δικαίωμα, διότι θὰ σᾶς τσακίσω εἰς τὸ ξύλο, καθόσον ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἔρχεται νὰ προστατευθῇ ἐν ὀνόματι τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ αὐτοῦ. Δὲν περιωρίσθη νὰ εἴπῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀντιδικίαν, ἀλλ’ ἀναγνωρίζει αὐτὸν ὡς κύριον· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀσεβῶν πρὸς τὰ ἱερὰ δικαιώματα τῶν κατόχων τὸν προστατεύει παρανόμως, διοικητικῶς, ἀντὶ νὰ τῷ δείξῃ τὴν δικαστικὴν ὁδόν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Γεωργίας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσέξῃ καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ παρακαλῶ ὅπως, ἀφοῦ τὸ κακὸν ἐγένετο τοὐλάχιστον ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ νὰ φανῇ ἀμέτοχος καὶ ἡ Δικαιοσύνη, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ καταφύγωσιν οἱ ἐρίζοντες, ἐλπίζω, ὅτι θὰ θέσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των καὶ θὰ ἀποδώσῃ τὴν Δικαιοσύνην εἰς τοὺς οὕτω καταδυναστευομένους. Νὰ ἀνακληθῇ δὲ ἡ δοθεῖσα διαταγὴ πρός τε τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν καὶ τὴν δασικὴν τῶν Καλαβρύτων, ὅπως μὴ ἐπεμβαίνῃ καὶ ἀναμιγνύηται εἰς ζήτημα ξένον καὶ εἰς καθήκοντα δικαστικά. Σπουδαίως δὲ καὶ σοβαρῶς ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ τὴν ἄδειαν ὅπως ξυλευθῇ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ὁ εὐτυχὴς ἀγοραστής, ὁ ἀντὶ 3000 δραχμῶν τόσης μεγάλης περιουσίας γενόμενος κάτοχος· νὰ διαταχθῇ δὲ ὁ κ. ἀστυνόμος νὰ παύσῃ ἐνοχλῶν τοὺς κατοίκους, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ διαμαρτύρονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τοῦ κόσμου ὅλου, ὅτι εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ ἀνεχθῶσι τὴν δουλείαν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς ὑπήγαγεν ἔντεχνος καὶ ἀξιόμεμπτος, ἵνα μὴ εἴπω βαρυτέραν φράσιν, ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου καὶ τῶν ὑποστηρικτῶν αὐτοῦ.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βέρροιος ἔχει τὸν λόγον.
§18Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Μεθ’ ὅσα, κ. Πρόεδρε, πειστικῶς ἐξέθηκεν ὁ κ. συνάδελφος δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω εἰμὴ μόνον ὅτι συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς αὐτόν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§20Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω. Παρακαλῶ μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσαγάγῃ τὰς δεούσας πληροφορίας ἵνα ἴδωμεν ποῦ εὑρισκόμεθα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§22ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν παρουσιασθῇ ὁ φάκελος καὶ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός, τότε θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τὰς ἀπαιτουμένας δηλώσεις καὶ ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω ὅτι θὰ καταλήξωσιν ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§24ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. συναδέλφου, ὁ ὁποῖος γνωρίζει μέρος μόνον τῆς ὑποθέσεως, τὸ παλαιὸν καὶ οὐχὶ τὸ νέον, δι’ ὃ καὶ ὑπέπεσεν εἰς ἀνακριβείας πολλάς. Περὶ τούτου καὶ ὁ ἴδιος θέλει πεισθῆ, ὅταν ἀναγνώσῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν τὸν σχετικὸν φάκελλον. Τὸ δάσος αὐτὸ μετὰ τῆς περιοχῆς του ὁλόκληρον ἀνῆκεν ἐκ παλαιοῦ εἰς ἑταιρείαν ἐγκατεστημένην εἰς Πάτρας μεγάλην, γνωστὴν δὲ εἰς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν ὑπὸ τὸ ὄνομα «Μπὰρφ καὶ Συντροφία». Κατὰ τὸ ἥμισυ ἀνῆκεν εἰς ἐκείνην, κατὰ τὸ ἕτερον δὲ ἥμισυ ἀνῆκεν εἰς τὸν Γεώργιον Σωτηριάδην, τὸν ὁποῖον ἐκληρονόμησαν πρὸ 20ετίας περίπου οἱ δύο υἱοί του. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἀντὶ 3000 δραχμῶν ἐγένετο κύριος ὁ Ἀργυρόπουλος τὸν ὁποῖον ὁ κ. συνάδελφος ἐν ἀρχῇ μὲν τῆς ὁμιλίας του ἀπεκάλεσεν ἀξιότιμον καθ’ ὅλα, ἐν τέλει δὲ ἀξιόμεμπτον, ἐνῷ γνωρίζει ὅτι εἶναι κάλλιστος συνάδελφος, δικηγόρος ἐκ τῶν ἀρίστων τῶν Πατρῶν. Ἐγένετο κύριος τοῦ ἑνὸς τετάρτου διὰ συμβολαίου ἐπισήμου, συνταχθέντος ἐνώπιον τοῦ Συμβολαιογράφου Πατρῶν Ἀθηνοδώρου Σωτηριάδου, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. συνάδελφος, ἐγένετο κύριος τοῦ ἑνὸς τετάρτου ἐξ ἀδιαιρέτου ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἀντὶ 7500 δραχμῶν καὶ ὄχι τοῦ ὅλου ἀντὶ 3000. Πρώτη ἀνακρίβεια. Τὸ ἕτερον ἓν τέταρτον ἠγόρασεν ἀντὶ 6000 δραχμῶν, καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἥμισυ τοῦ κτήματος ἠγόρασεν ἀπὸ ἄλλον, ἀγοράσαντα τοῦτο ἐπὶ δημοσίου πλειστηριασμοῦ ἀντὶ 10000 δραχμῶν. Ὁ πλειστηριασμὸς ἐγένετο ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου Πετροπούλου. Διὰ τὸ τελευταῖον τοῦτο ¼, τὸ ὁποῖον ἠγόρασεν ἐπὶ πλειστηριασμοῦ, γενόμενος ἐκδοχεὺς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ὑπερθεματιστοῦ, ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμής, διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ χωρικοὶ ἐκεῖ παρεμβάλλουσι προσκόμματα εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ δάσους, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν κατεβλήθη τὸ ἐκπλειστηρίασμα. Ταῦτα προκύπτουσιν ἐκ τοῦ σχετικοῦ φακέλλου, καὶ ἐφ’ ὅσον εἰς τοῦτον ὑπάρχει τι κενόν, ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν εὑρισκομένων παρὰ τοῖς συμβολαιογράφοις. Εἰς τὸ δάσος αὐτὸ ἦτο φυσικὸν μετὰ τὴν πτώχευσιν τῆς ἑταιρείας «Μπὰρφ» γενομένην κατὰ τὸ 1893 ἢ 1894 ἐν Πάτραις, ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ δοθῇ οὐδεμία προσοχή, ἀποθανόντος μάλιστα καὶ τοῦ ἑτέρου συνιδιοκτήτου. Συνέβη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὰ πλεῖστα δάση τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα ὑλοτομοῦνται ἄνευ δικαιώματος, ξυλεύονται ἄνευ δικαιώματος ἐκ μέρους τῶν περιοίκων, οἱ ὁποῖοι καὶ βόσκουσιν ἐν αὐτοῖς καὶ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐπιβάλῃ ὁ ἰδιοκτήτης ἁπανταχοῦ τὰ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματά του διὰ τὸ ἀπέραντον ἢ ἐκτεταμένον αὐτῶν. Ἀτυχῶς ἐπὶ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ὁ κ. συνάδελφος γνωρίζει, οἱ περίοικοι ἐκεῖ ἠμπόδισαν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τότε τῶν Οἰκονομικῶν κ. Εὐταξίαν ἀπὸ τοῦ νὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῆς προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ ἰδιοκτήτου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην προστάτης τῶν παραπονουμένων σήμερον ὑπῆρξεν ὁ βουλευτὴς κ. Πετμεζᾶς, ὁ ὁποῖος εἶχε σχηματίσει, φαίνεται, τὴν πεποίθησιν ὁ ἄνθρωπος, ὅτι ἠδικοῦντο οἱ κάτοικοι, ὡς σήμερον ἐσχημάτισε πεποίθησιν τοιαύτην ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος καὶ τὴν ἐσφαλμένην πεποίθησίν του μετέδωκεν εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐν τούτοις τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως· ὁ δυνάμει ἐπισήμου συμβολαίου τυγχάνων ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος, ἀσφαλῶς μὲν καὶ ὁριστικῶς κατὰ τὸ ἥμισυ, διαδικαζόμενος δὲ διὰ τὸ λοιπόν, ἐνήσκησε κατὰ τοῦ Δημοσίου τὴν διεκδικητικὴν ἀγωγὴν καὶ εἶπε πρὸς τὸ Δημόσιον: Ἐχαρακτήρισες τὸ δάσος αὐτὸ ὡς δημόσιον, ἀδίκως καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃς δικαίωμα, μὲ ἐμποδίζεις ἐξ ἄλλου ἀπὸ τοῦ νὰ καρπωθῶ τὴν ἰδιοκτησίαν μου ἔστω καὶ κατὰ μέρος. Τὴν ἀγωγὴν αὐτὴν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ὁ κατ’ ἰδανικὸν μέρος συγκύριος δύναται νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐκδικητικὴν ἀγωγήν. Τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὸν κ. Σπηλιόπουλον, τμηματάρχην νῦν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ τότε τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ συντάξῃ σχεδιάγραμμα, τὸ σχεδιάγραμμα δὲ ἐκεῖνο ἐτέθη ὑπὸ τὴν κρίσιν ὄχι μόνον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ νομικοῦ συμβουλίου, συμβουλίου τὸ ὁποῖον, πεισθὲν ἐν ὁλοψηφίᾳ περὶ τῶν δικαίων τοῦ Ἀργυροπούλου, ἐγνωμοδότησεν ὑπὲρ συμβιβασμοῦ καὶ οὕτω συνετάχθη συμβόλαιον διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνώρισε τὸ Δημόσιον τὰ δικαιώματα τοῦ κ. Ἀργυροπούλου, καὶ ἐλάμβανε τὸ κτῆμα τὴν ὁροθέτησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ ὑπηρεσία ἡ δασικὴ ἀνεγνώριζεν ὡς ἀνήκουσαν εἰς αὐτό. Τί ἠθέλετε νὰ κάμῃ μετὰ ταῦτα τὸ Δημόσιον; Βεβαίως ἐὰν ἡ ὑπηρεσία καὶ τὸ νομικὸν συμβούλιον ἐπείθοντο, ὅτι εὑρίσκετο ἐν ἀδίκῳ ὁ ἰδιώτης, ὅτι ἐζήτει περισσοτέραν ἔκτασιν ἢ ὅση τῷ ἀνήκει, ὤφειλον νὰ συστήσωσιν ἵνα τὸ Δημόσιον ἐξακολουθήσῃ τὴν δίκην· ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπείσθησαν πάντες περὶ τοῦ ἐναντίου ὤφειλε τὸ Δημόσιον νὰ συμβιβασθῇ. Ὤφειλε νὰ πεισθῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τὴν ὁποίαν θὰ ἐνήργουν οἱ ὑπάλληλοί του. Ἐξήλεγξαν λοιπὸν οἱ ὑπάλληλοι καὶ ἀπεφάνθησαν, ὅτι τὸ δάσος ἀνῆκεν οὐχὶ εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην κατά τι φιλονεικούμενον μέρος· οὐδαμοῦ δ’ ἐγένετο μνεία, οὐδεὶς τίτλος ἐφάνη ὅτι ἀνῆκεν εἰς τοὺς κατοίκους ἐκεῖ. Ἐὰν τὸ δάσος ἀνῆκεν εἰς τὸ Δημόσιον, θὰ ὑφίστατο ἀπὸ τοὺς περιοίκους τὴν τύχην, ἣν ἔχουσιν ὅλα τὰ δάση, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ὑφίστανται ὑλοτομίας, ξυλεύσεις, βοσκήσεις, κατ’ ἀνοχὴν τοῦ Δημοσίου· ἐὰν τὸ δάσος ἦτο δημόσιον, βεβαίως ἡ κατάστασις θὰ ἦτο ἐπωφελὴς εἰς τοὺς περιοίκους, καρπουμένους καὶ βλάπτοντας ἄνευ δικαιώματος. Πρόκειται περὶ δάσους, τὸ ὁποῖον περιέχει καὶ μέρη ἀνοικτά, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζονται ἐν μέρει ἢ βόσκονται ἐν μέρει. Σήμερον λοιπὸν τὸ Δημόσιον ἀνεγνώρισε τὸ δάσος αὐτό, κατὰ τὸ πλεῖστον ὡς ἰδιόκτητον, καὶ καθ’ ὃ μέρος εἶναι δημόσιον δύναται νὰ ἐπιτηρήσῃ αὐτὸ τὴν ἰδιοκτησίαν του, καθ’ ὃ μέρος ὅμως εἶναι ἰδιωτικόν, ὀφείλει νὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιώτου.
§25Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πτωχεύσασα ἑταιρεία εἶχε τίτλους;
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως εἶχεν. Ὑπονοεῖτε τὸ γνωστὸν Διάταγμα τοῦ 1835, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ κάτοχοι δασῶν ὤφειλον ἐντὸς ἔτους νὰ προσαγάγωσι τοὺς τίτλους των. Οἱ χωρικοί, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν δικογραφιῶν ὅλων τῶν σχετικῶν, μέχρις ὡρισμένου ἔτους, ὀλίγον πρὸ τῆς πτωχεύσεως Βὰρφ ἐπλήρωνον τὰ τέλη, κατὰ κανόνα τακτικῶς εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, μετὰ τοῦτο δὲν ἐπλήρωναν καὶ ἐκαλοσυνήθισαν νὰ μὴ πληρώνωσι. Διαβεβαιῶ τὸν κ. συνάδελφον, καὶ δύναται νὰ τὸ μάθῃ, ὅτι δὲν ἐπενέβη ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ προτοῦ ἐπεμβῇ ἡ δικαστικὴ Ἀρχή. Ὁ εἰρηνοδίκης Καλαβρύτων ἐπὶ ἀγωγῇ τοῦ νῦν ἰδιοκτήτου καὶ τῶν συνδίκων τῆς πτωχεύσεως Βάρφ, ἐξέδωκεν ἀπόφασιν καταδικάζουσαν τοὺς χωρικοὺς οἵτινες ἐπενέβησαν εἰς τὴν ξένην ἰδιοκτησίαν, ἀπόφασιν φυσικὰ κατόπιν ἐξετάσεως μαρτύρων καὶ δίκης κατ’ ἀντιμωλίαν. Καί τινες μὲν τούτων προσῆλθον καὶ συνῆψαν συμβόλαια συμβιβαστικά, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, διότι κατεδικάσθησαν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου — πῶς ἄλλως ἠθέλετε νὰ κριθῶσι καὶ καταδικασθῶσιν; Ἐπενέβη μάλιστα καὶ ἡ Ποινικὴ Δικαιοσύνη· τότε δὲ διὰ νὰ περατωθῶσιν αἱ δίκαι ἔστερξαν πολλοὶ καὶ συνέταξαν συμβιβαστικὰ συμβόλαια μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου — ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐνήγαγεν ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ συνεπῶς ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ δὲν ἐπενέβη εἰμὴ μετὰ πᾶσαν ἐνέργειαν νόμιμον τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Ἂν θέλητε νὰ εἴπητε ὅτι κακῶς ἔπραξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον δίκας ἐκκρεμεῖς, νὰ συμβιβασθῶσι, τοῦτο ἀφορᾷ αὐτούς, οὐδὲ δύναταί τις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν παράπονα, διότι πολίτης τις συνεβιβάσθη μετὰ τοῦ ἄλλου ὑπὸ τούτους ἢ ἐκείνους τοὺς ὅρους. Δὲν εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ διὰ τοιαῦτα παράπονα. Εἶχε λοιπὸν τὸ δικαίωμα ὁ νομάρχης, συνεπείᾳ γνώσεων ὑπηρεσιακῶν καὶ μεταβάσεως ἐπιτοπίου τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, ὅτι τὸ δάσος κατὰ τοῦτο μὲν τὸ μέρος ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον, κατὰ τὸ ἄλλο δὲ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, εἶχε, λέγω, τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ λάβῃ μέτρα, ὥστε ὁ ἰδιοκτήτης νὰ προστατεύηται. Γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι, καὶ ἰδιόκτητον ἂν εἶναι τὸ δάσος, οὐδεὶς ἔχει δικαίωμα νὰ ξυλευθῇ, ἔστω καὶ ἐκ τοῦ ἰδίου δάσους, ἂν δὲν λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ καὶ δὲν ἐπιτρέψῃ ἡ Ἀρχή, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν οἱ ἄλλοι, οἱ μὴ ἰδιοκτῆται, νὰ ξυλεύωνται ἄνευ ἀδείας. Ἦτο λοιπὸν δίκαιον, ὅπως ὁ ἰδιοκτήτης, ζητήσας ἄδειαν ξυλεύσεως καὶ λαβὼν καταφύγῃ εἰς τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν καὶ προστατευθῇ. Ἦτο δὲ καλόν, καὶ πρέπει, ἀφοῦ μελετηθῶσι τὰ συμβόλαια, τότε νὰ γίνῃ μνεία τοῦ πράγματος καὶ νὰ προκληθῇ ἡ προσοχὴ ἢ ἐπέμβασις τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ σκανδάλου. Ἀλλὰ πρόκειται ἁπλούστατα περὶ θορύβου συνήθως προκαλουμένου ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον συνηθίσει εἰς ἕν καθεστὼς ἄδικον καὶ παράνομον, μὴ ἀναγνωριζόμενον ἀπὸ τοὺς νόμους περὶ δασῶν, ἀντικείμενον εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου, καὶ τώρα φωνασκοῦσι νομίζοντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο. Πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας ἀνεγνωρισμένης οὐχὶ μόνον διὰ πράξεως τοῦ Δημοσίου, διότι τοῦτο ἀνεγνώρισεν ὅτι τὰ ὅρια τοῦ Δημοσίου εἶναι ἕως ὡρισμένου σημείου, καὶ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ ἀναγνωρίσῃ ἐμμέσως ὅτι τὸ ὑπόλοιπον εἶναι ἰδιόκτητον— γνωρίζω τὸ πρᾶγμα, διότι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὸ ἴδω— ἀλλὰ καὶ διὰ τίτλων. Τὸ δὲ Δημόσιον, ἀφοῦ ἀνεγνώρισε τὰ ὅρια, προστατεύει τὸν ἰδιοκτήτην, διότι βλέπει τὸν τίτλον ἰδιοκτησίας, καὶ ὁ ζητῶν νὰ ξυλευθῇ ἀπό τι δάσος, ὑποβάλλει καὶ τίτλον ἰδιοκτησίας, τὸ δὲ Δημόσιον βλέπον νόμιμον τίτλον ἰδιοκτησίας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προστατεύσῃ τὸν ἰδιοκτήτην κατὰ παρανομιῶν τρίτων. Οὕτω, Κύριοι, ἔχουσι τὰ πράγματα.
§27Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου γνωρίζει καλῶς τὴν ὑπόθεσιν καὶ μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα, κατόπιν τῶν ὅσα εἶπε, νὰ ὁμιλήσω ἀποκαλυπτικῶς περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Σᾶς εἶπεν ἐπιχείρημα σοβαρὸν κατὰ τὴν γνώμην του τὸ ἑξῆς: Τί θέλει τὸ Δημόσιον νὰ μὴ δώσῃ ἄδειαν ξυλεύσεως εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἰδικόν του, δηλαδὴ τοῦ Δημοσίου; Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ διεκδικοῦσιν ἄλλοι ὄχι ἀπὸ τῆς χρονολογίας, ἣν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1846 ἀντιδικοῦσι....
§28Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοὺς τίτλους, κύριε συνάδελφε, θὰ τοὺς ἐξελέγξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας!
§29Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. ... ἀπὸ τοῦ 1846, ὁπότε δὲν ἦτο ἡ ἑταιρεία Βὰρρ–Σωτηριάδης καὶ λοιποὶ ἀγορασταὶ ἐκ μέρους τῆς οἰκογενείας Ζαΐμη, ἡ ὁποία ὀφείλω πρὸς τιμὴν τῆς οἰκογενείας αὐτῆς νὰ εἴπω ὅτι οὐδέποτε κατεπίεσε τοὺς χωρικοὺς αὐτούς, καὶ ὅτι συνεμορφώθη μὲ τοὺς τίτλους, τοὺς ὁποίους πράγματι εἶχεν ἀπὸ τὰς πωλητρίας Ὀθωμανίδας, εἰς οὓς δὲν ἀρκεῖται ἤδη ὁ κ. Ἀργυρόπουλος ἀλλὰ προεκτείνει τούτους ἐπὶ τῆς ξένης ἰδιοκτησίας.
§30Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι ἐναντίον τῶν φυσικῶν νόμων· κοτζάμπασης μὴ καταπιέζων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ.
§31Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Πρὸς τιμὴν τῆς οἰκογενείας Ζαΐμη εἶπον ὅτι οἱ χωρικοὶ οὐδέποτε ἐθίγησαν. Ἀλλ’ ὅτε νέοι χωροδεσπόται ἐγένοντο ἐκδοχεῖς τῶν δικαιωμάτων τῆς οἰκογενείας Ζαΐμη, τότε ἠθέλησαν οὗτοι νὰ ἐπεμβῶσιν ἐπὶ τῆς ἀπεράντου αὐτῆς ἐκτάσεως, γνωρίζετε δέ, ὑποθέτω, ὅλοι τὰς ἐκτάσεις ἑκάστης χωρικῆς περιφερείας, πρόκειται δὲ περὶ τεσσάρων χωρίων, πρόκειται περὶ 300 οἰκογενειῶν, ὡς εἶπον, καὶ ἐννοεῖτε ποία ἔκτασις θὰ εἶναι αὐτή. Οἱ κάτοικοι διὰ νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ὄντως ἐξόχως ἀκμάζουσαν εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον κτηνοτροφίαν καὶ γεωργίαν, διότι οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου αὐτοῦ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν γεωργοὶ καὶ κτηνοτρόφοι εἶχον ἀνάγκην τοῦ δάσους. Μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι τὸ Δημόσιον καλῶς ἔπραξεν, ἀναγνωρίσαν τὸν κ. Ἀργυρόπουλον· ἀλλ’ ἐγὼ δι’ αὐτὸ σᾶς ἀνέφερον τὴν παγίδα καὶ πονηρίαν τὴν ὁποίαν ἔστησαν κατὰ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὸ Δημόσιον, τοῦ διευθύνοντος τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἐξ ὀνόματος τῆς Κυβερνήσεως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας· δηλαδὴ ἐζήτησεν οὗτος νὰ τῷ ἀναγνωρισθῇ τὸ δάσος ὄχι τὸ ἀγορασθὲν ἀλλὰ τὸ ξυλευόμενον παρὰ τῶν χωρικῶν, καὶ ἐζήτησεν ἄδειαν νὰ ξυλευθῇ μετὰ τὴν πρώτην ἐπιτυχίαν τῆς ἀναγνωρίσεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου· ἀλλ’ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ποιὰ τις συγκατάβασις ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν ἐκείνων, θὰ ἠρώτων τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον διατί ἡ Ἀστυνομία ἐπεμβαίνει καὶ ἐκδιώκει αὐτοὺς ἐκ τῶν ἀγρῶν τῶν καλλιεργηθέντων ἀπὸ ἐτῶν; Διατί ἡ Ἀστυνομία ἐπεμβαίνει καὶ ἐκδιώκει ἄνευ δικαιώματος τὰ ποίμνια τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν; Σᾶς ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ περὶ ποινικῆς κολάσεως τῶν παρεκτρεπομένων αὐτῶν χωρικῶν. Δὲν ἠξεύρω ἂν δὲν πρέπει νὰ ζητηθῶσιν αἱ καταδικαστικαὶ ἐκεῖναι ἀποφάσεις τοῦ Πλημμελειοδικείου Πατρῶν, διὰ τοῦτο δὲ τὰ παράπονα κατὰ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς πολλάκις ἠκούσθησαν μετὰ πικρίας, καὶ πρέπει νὰ προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αἱ ἀποφάσεις ἐκεῖναι, διὰ νὰ φρίξῃ ἡ Βουλή. Οἱ δικασταὶ κατεδίκαζον ἀνθρώπους ἐπὶ ἐγκλήσει μὴ κυρίου, διότι ὁ κ. Ἀργυρόπουλος δὲν εἶχε λάβει οὔτε περίληψιν, ὅπως καταστῇ πράγματι τουλάχιστον κύριος.
§32Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο περίληψις, κύριε συνάδελφε, ἦτο συμβόλαιον.
§33Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Παρακαλῶ· δὲν ἔχει οὕτως.
§34Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ μὲ ἐρωτᾶτε.
§35Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Εὐτυχῶς διὰ τὴν δικαιοσύνην ἀντελήφθησαν τὰ δίκαια τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἱ δικασταί, ὁ δὲ κύριος, ὅστις διὰ τῆς ποινικῆς δικαστικῆς ὁδοῦ κατεπίεζε τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους, ἀπεγοητεύθη, διότι καὶ σωρείαν καταγγελιῶν ἕως 200 ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ τὰς ἀπέρριψε μετὰ περιφρονήσεως. Ἐν τούτοις τὸ πείραμα δὲν ἀπέτυχε. Πέντε χωρικοί, ὡς εἶπον, καὶ θὰ προσαγάγω τὰ συμβόλαια αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ λάβωσι τὴν προσήκουσαν θέσιν καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι οὕτω κτῶνται αἱ περιουσίαι, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες συνηγοροῦσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀλλαχοῦ ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, πέντε χωρικοὶ ἐχρησίμευσαν ὡς παγὶς καὶ ἐπέτυχεν ὁ σκοπός. Ἀλλὰ τί δικαίωμα, Κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ εἶχεν ὁ ἀστυνόμος Καλαβρύτων νὰ μεταβαίνῃ καὶ νὰ ἐκδιώκῃ ἐκ τῶν ἀγρῶν των αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους;
§36Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχε τὸ καθῆκον νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας.
§37Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ποῖον καθῆκον;
§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἐρωτᾶτε; Νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Εἶχε καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας.
§39Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Νομίζετε σεῖς καὶ τὸ ὑποστηρίζετε σοβαρῶς ὅτι ἔχει δικαίωμα κἄν, ὄχι καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ ἐκδιώξῃ ἀπὸ τὸν ἀγρόν, τὸν ὁποῖον κατέχω πρὸ ἑκατὸν ἐτῶν, διότι παρουσιάζεσθε σεῖς καὶ λέγετε ὅτι εἶναι ἰδικός σας; Ποῖα εἶναι ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ λέγῃ τὴν τελικὴν λέξιν; Ἡ ἐξουσία αὐτὴ εἶναι βεβαίως ἡ δικαστική. Ἀλλὰ δὲν κατεφύγετε εἰς τὴν δικαστικήν, διότι ἐγνωρίζετε ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὠφεληθῆτε τίποτε ἐξ αὐτῆς, ἀλλὰ κατεφύγετε εἰς τὴν βίαν, δηλαδὴ εἰς τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία ὄντως πρὸ πολλοῦ χρόνου εἶχεν ἐκτροχιασθῆ καὶ κατεπίεζε τοὺς ἀδυνάτους καὶ ὑπεστήριζε τοὺς ἰσχυρούς. Καὶ εἶναι, μοὶ φαίνεται, παρακεκινδυνευμένον νὰ λέγητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι μόνον μία ἔκθεσις ἑνὸς διοικητικοῦ ὑπαλλήλου εἶναι ἱκανὴ νὰ μεταβιβάσῃ τίτλους κυριότητος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τόσον ἀθεμίτως ζητοῦσι νὰ πλουτήσωσιν.
§40Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§41Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω ἐκ καθήκοντος δύο λέξεις διὰ τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δικαιοῦται τοὐλάχιστον περισσοτέρου σεβασμοῦ καὶ ἀπὸ τὴν Πολιτείαν καὶ ἀπὸ τὰ ἄτομα.
§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐνδιαφέρεται ἅπασα ἡ Βουλή, ἡ δὲ συζήτησις, τὴν ὁποίαν προεκάλεσαν οἱ κύριοι συνάδελφοι, εἶναι σοβαρωτάτη. Πρόκειται περὶ παραβάσεων νόμων, πρόκειται περὶ συγκρούσεως καθηκόντων καὶ οὐ μόνον ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος οὐδεμίαν δίδει προσοχὴν εἰς συζήτησιν τοσοῦτον σοβαράν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρήσεις δὲν θὰ κάμητε σεῖς.
§44ΕΥΣ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐφορᾷ ἐπὶ τῆς ἐφορμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπὶ τῆς σοβαρότητος τῶν συζητήσεων, ἐπὶ τὴν σκοπιμότητα τῶν συζητήσεων. Ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐφορᾷ ἐπὶ πάντα ταῦτα.
§45Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐδικαιοῦτο, νομίζω, καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἐκείνου νὰ ζητήσῃ περισσότερον σεβασμὸν πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἂν ὄχι κατὰ τὸ ὅλον, ἀλλὰ κατὰ τὸ πολύ, συνέβαλε κατὰ τὸ 1821 εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς χώρας· καὶ ἐνῷ συνέβαλεν εἰς τὴν παλιγγενεσίαν κατὰ τὸ 1821 ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ἔρχεται νὰ μεταβληθῇ εἰς λαὸν δουλοπάροικον. Πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, Κύριοι, τῆς ὁποίας ἐγένεσθε ὑμεῖς πάντες κάτοχοι. Δὲν θέλομεν βεβαίως νὰ παραβιάσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν οὐδενός, δὲν θέλομεν νὰ σφετερισθῶμεν οὐδενὸς τὰ δικαιώματα, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ζητήσωμεν τὸν σεβασμὸν τῶν ἡμετέρων δικαιωμάτων. Ἠκούσθη καὶ ἐλέχθη ὅτι ὁ λαὸς ἐκεῖνος ἀπὸ 300 περίπου ἐτῶν νέμεται καὶ καρποῦται τὰ μέρη ἐκεῖνα· δυστυχῶς τελευταίως παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἠθέλησε νὰ πωλήσῃ ἀντὶ ὀλίγων κερματίων τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ ἐλευθερωθῇ ἐζυμώθη μὲ ποταμοὺς αἱμάτων.
§46Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἐπώλησεν ἡ Κυβέρνησις.
§47Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πρέπει πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι, ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, οἱ μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντες τὴν χώραν αὐτὴν οὐδεμίαν προσοχὴν ἔδωκαν, προκειμένου περὶ ὑποθέσεων ἀφορωσῶν τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ κατεπροδίδοντο καὶ ἐπωλοῦντο ἀντὶ ὀλίγων κερματίων παρὰ τῶν ἰδιαιτέρων ὑπαλλήλων τῆς ἰδιαιτέρας ἐμπιστοσύνης τῶν Ὑπουργῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπέβαλλον τὰ διάφορα σχέδια πρὸς γνωμοδότησιν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ἐν προκειμένῳ, ὅτι ὑπῆρξέ τις ὅστις ἐπώλησε τὰ τίμια συμφέροντα τοῦ λαοῦ ἐκείνου· γνωρίζω ὅμως ὅτι ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ πλείστας νύκτας ἐβασανίζετο ὁ νομικὸς σύμβουλος κ. Καγκάδης, διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὴν γνωμοδότησιν. Ἀνθίστατο ἐρρωμένως εἰς τὰς πιέσεις. Ἐξησκεῖτο ψυχολογικὴ βία· ἡ συνείδησις αὐτοῦ ἀνθίστατο· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ὑπέκυψε, διότι ὁ χαρακτὴρ αὐτοῦ δὲν ἦτο τοιοῦτος, ὥστε ν’ ἀντιμετωπίζῃ τὸ δόρυ ἐξ ἀποστάσεως ἐξακοντιζόμενον. Δυστυχῶς ὑπέκυψεν, ἡ γνωμοδότησις ἐδόθη καὶ τὰ τίμια συμφέροντα τοῦ λαοῦ ἐκείνου ἀντὶ ὀλίγων κερματίων ἐπωλήθησαν. Ἀπὸ χιλιετηρίδων, Κύριοι, ὅλον τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ καρποῦνται καὶ τὸ νέμονται τέσσαρα ὁλόκληρα χωρία. Τελευταίως ἐγένετο ἀπόπειρα ὅπως ἐξ ὑφαρπαγῆς λάβουν ἀπόφασιν τοῦ Πλημμελιοδικείου Πατρῶν, διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀποδεικνύηται τρόπον τινὰ ἡ κατοχὴ ἐπὶ τοῦ κτήματος ἐκείνου τῶν Κυρίων αὐτῶν. Ἐστρατολογήθησαν διάφοροι μάρτυρες ὄπισθεν τῶν παραπετασμάτων τῶν δικαστηρίων, διότι καὶ ἐγὼ παρέστην αὐτόπτης, καὶ ἐγένοντο μεγάλαι συζητήσεις. Εὐτυχῶς τὸ Δικαστήριον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐν Πάτραις, μελετῆσαν τὴν ὑπόθεσιν καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν μορφήν, εὗρεν ὅτι ἐπεδιώκετο ἡ ὑφαρπαγὴ ποινικῆς ὑποθέσεως, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ν’ ἀποδεικνύηται ἡ κατὰ νόμον κατοχὴ αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι ὅτι δυστυχῶς ὁ ἀστυνόμος Καλαβρύτων, ὁ ὁποῖος καθ’ ὅλα εἶναι ἔντιμος στρατιώτης καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀστυνομικὴ δρᾶσις ἀποτελεῖ τὸ φαεινότερον ἴσως σημεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, ἐκ χρηστοῦ συνειδότος συνέτρεξε τοὺς ἅρπαγας.
§48Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Δὲν πταίει ὁ ἀστυνόμος· πρέπει ἡ διαταγὴ νὰ ἀνακληθῇ.
§49Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δυστυχῶς δὲν γνωρίζω ποῖος ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ὑπέγραψε τὴν διαταγὴν αὐτήν, ἀλλ’ ὁ λαὸς ἐκεῖνος πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ξυλεύεται, καρποῦται, ἀνθρακεύεται καὶ ἐν γένει βόσκει ἐκεῖ τὰ ποίμνιά του ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἴσως ἀμνημονεύτων. Καὶ ὅτε τοιαῦτα γεγονότα ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, τί τέλος πάντων πρέπει νὰ πράξῃ ὁ λαὸς αὐτός; Νὰ συμβουλεύσωμεν τὸν λαὸν ἐκεῖνον ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ν’ ἀμυνθῇ ἐναντίον πάσης ἀρχῆς, παντὸς παρεκτρεπομένου πολίτου, προκειμένου περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ; Ἀλλὰ τότε ἤθελον εἴπει πρὸς ὑμᾶς ὅτι συνιστῶμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπορρέει πᾶσα νόμιμος ἀρχή, ὅτι συνιστῶμεν τὴν ἀναρχίαν. Ἀλλ’ ὅταν εὑρίσκηταί τις εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὅταν βλέπῃ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας σφετεριστὰς τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου καὶ ὅταν βλέπῃ τοὺς πολίτας παρεκτρεπομένους, βεβαίως ἡ σκέψις μου ἴσως εἶναι τολμηρά, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ εἴπῃ τις ὅτι πρέπει νὰ ἀμύνηται ὑπὲρ τῶν γαιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων κατέχει καὶ ὁποῖαι ἐζυμώθησαν διὰ τοῦ αἵματος αὐτοῦ καὶ τῶν πατέρων του. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη ὑφισταμένη, καὶ οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι ἀγρόται καὶ δουλοπάροικοι ἵστανται εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ τῶν κτημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μέχρι τινὸς κατεῖχον, ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς ἓν ἐκ τῶν δύο νὰ πράξουν, ἢ νὰ ἀμυνθοῦν, ἢ νὰ πράξουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν οἱ Πάργιοι, νὰ πάρουν καὶ τὰ ὀστᾶ τῶν πατέρων αὑτῶν καὶ νὰ φύγουν ἐκ τῆς γῆς τῶν Καλαβρύτων. Καὶ ἄλλοτε εἶχεν ἐγερθῆ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἀπασχολήσασα πολὺ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Εὐταξίας, μελετήσας τὴν ὑπόθεσιν, ἀναταμὼν ταύτην καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν, εὗρεν ὅτι παρανόμως ὅλως ἤθελον νὰ οἰκειοποιηθῶσι ξένα δικαιώματα, καὶ ἐξέδωκε διαταγὴν ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγόρευε πᾶσαν ἐπέμβασιν εἰς τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, πρὸς δὲ συνίστα εἰς αὐτὰ τὴν προστασίαν πάσης ἐπεμβάσεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ πάλιν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Πρὸ ἡμερῶν ἐζητήσαμεν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, καὶ δὲν γνωρίζομεν νῦν ποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, δὲν κατέθεσε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων καὶ πάλιν θὰ ἐπανέλθωμεν, ἵνα μάθῃ ἡ Βουλὴ πόσον παρανόμως καὶ πόσον ἐγκληματικῶς σφετερίζονται τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος τὴν στιγμὴν ταύτην εἶσθε ὁ τοποτηρητὴς τῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρεσβύτερος, θὰ σᾶς παρακαλέσω θερμῶς, ὅπως φροντίσητε νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελλος ὁ ἀφορῶν τὰ κτήματα τῶν χωρίων αὐτῶν, οὕτως ὥστε νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ πάλιν, τοὐλάχιστον ἡμεῖς οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἰδίᾳ ἐκ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων καταγόμενοι νὰ γίνωμεν πιστοὶ διερμηνεῖς τῶν παραπόνων τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ἀνεξαρτήτως ἂν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει δώσει οὐδεμίαν προσοχὴν πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δικαιοῦται ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ ἀξιώσῃ τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας.
§50Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§52Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Συμβαίνει τὸ ἑξῆς, κύριοι Βουλευταί, μὲ τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Εἰς τὸν τόπον μας εἶναι γνωστὸν τὸ ζήτημα τοῦ δάσους, πῶς τὸ κατεῖχεν ἡ ἑταιρεία Βάρφ, πῶς ἐξετέθη εἰς πλειστηριασμόν, πῶς ἐγένετο κύριος τοῦ δάσους αὐτοῦ ὁ δικηγόρος ἐκ Πατρῶν κ. Ἀργυρόπουλος· εἶναι, λέγω, γνωστόν, διότι πλεῖστοι ἠθέλησαν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν πλειστηριασμὸν αὐτόν, καὶ διότι προτοῦ λάβωσι μέρος μετέβησαν ἐπὶ τόπου καὶ ἐζήτασαν τὸ πρᾶγμα, ἐζήτασαν δηλ. κατὰ πόσον ἔχει δικαίωμα ἡ ἑταιρεία Βὰρφ ξυλεύσεως, ἀνθρακεύσεως καὶ ποιμνιοβοσκῆς ἐπὶ τοῦ τσιφλικίου αὐτοῦ. Μεταβάντες δ’ ἐκεῖ ἐπείσθησαν ἀκραδάντως, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα πηγάζει τοιοῦτον ἐκ τῶν προκατόχων καὶ ὡς ἐκ τούτου κατῆλθεν ἡ τιμὴ τοῦ κτήματος ἐκτάσεως 3000 στρεμμάτων εἰς τὸ ποσὸν τῶν 7000 δραχμῶν, δηλαδὴ δὲν ἠγοράσθη τίποτε ἄλλο παρὰ μία ψιλὴ κυριότης ἐπὶ τοῦ τσιφλικίου αὐτοῦ, ἓν δικαίωμα ἐπὶ τῶν καρπῶν τῶν ἀγρῶν, οἱ ὁποῖοι σπείρονται. Ὁ κύριος δικηγόρος αὐτὸς ἐνόμισεν, ὅτι διὰ τῆς δικηγορικῆς του δεινότητος δύναται νὰ δημιουργήσῃ δικαιώματα, ν’ ἀναστηλώσῃ τρόπον τινὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ὑπῆρξαν καὶ ἔσπευσε καὶ ἠγόρασε τὸ τσιφλίκιον αὐτό. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν μὲ 7000 δραχ. ν’ ἀγοράσῃ τις ἓν τσιφλίκιον 3000 στρεμμάτων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ ἔχῃ δικαιώματα ξυλεύσεως, ἀνθρακεύσεως καὶ βοσκῆς; Ἕν ἔτος μόνον, ἂν ἴδητε τὸν πίνακα τῆς ξυλεύσεως καὶ τῆς ἀνθρακεύσεως, θὰ παρατηρήσητε ὅτι εἰσπράττεται ἐξ αὐτῶν 15.000 δραχ. Ἐξ αὐτοῦ μόνον προκύπτει ὅτι οὗτος οὐδὲν ἔχει δικαίωμα καθολικόν· δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀφεθῇ ἓν τοιοῦτον κτῆμα ἄνευ συναγωνισμοῦ, καὶ ἐδῶ ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του τὸ Δημόσιον καὶ νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον ἔχει δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔσπευσε ν’ ἀναγνωρίσῃ διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως. Ἐξ ἄλλου ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος σπουδαῖος· δὲν περιωρίσθη εἰς τὰ ὅρια τοῦ προγράμματος τοῦ πλειστηριασμοῦ ὁ ἀγοραστής, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε καὶ κατέλαβε καὶ ἐκτάσεις τοῦ χωρίου Φλάμπουρα, καὶ κυρίως ἐπ’ αὐτοῦ παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Φλάμπουρα καὶ Λάπατα, καὶ παρακαλοῦμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ ἂν εἶναι δυνατὰ τὰ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς καὶ νὰ διατάξῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἄρσιν τῆς ἀδείας τῆς ξυλεύσεως, ἀλλὰ καὶ τὸν καθορισμὸν τῶν ὁρίων, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου διατρέχει κίνδυνον ὅλη ἡ ἐπαρχία Καλαβρύτων, διότι ὁ ῥηθεὶς δικηγόρος θὰ ἐπεκτείνῃ τὰ ὅρια κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ δῆμος Λαπαθῶν σὺν τῷ χρόνῳ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ γίνῃ ὅλος κτῆμά του.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ συζήτησις. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κηδεμόνων τῶν σπουδαστῶν τῆς Ἱερατικῆς σχολῆς Τριπόλεως, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἀποφοίτους νὰ ἐγγράφωνται ἐν τῇ Θεολογικῇ σχολῇ τοῦ Πανεπιστημίου.
§54Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, ἡ ὁποία εἶναι δικαιοτάτη.
§55Α. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ αὐτήν, διότι οἱ σπουδασταὶ τῆς Ἱερατικῆς σχολῆς Τριπόλεως δὲν ὑπέστησαν δοκιμασίαν εἰς δύο μόνον μαθήματα, τὰ Ἑλληνικὰ καὶ Γαλλικά, καὶ παρακαλῶ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως δώσῃ μίαν τοιαύτην διαταγὴν καὶ δώσωσι καὶ εἰς αὐτὰ ἐξετάσεις, διὰ νὰ δύνανται οὕτω νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν Θεολογικὴν σχολήν.
§56Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Αἰτοῦσι, κύριε Ὑπουργέ, οἱ ἱεροσπουδασταὶ Τριπόλεως νὰ ἐξισωθῶσι πρὸς τοὺς συναδέλφους των τοῦ Γυμνασίου. Ἡ αἴτησις εἶναι δικαιοτάτη, διότι ἤκουσαν ὅλα τὰ μαθήματα καὶ ἔχουσι τελείως καταρτισθῆ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἀμφιβολία εἰς ὑμᾶς, δύνασθε νὰ διατάξητε νὰ ὑποστῶσι καὶ ἐξετάσεις.
§57Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ παράσχῃ μίαν εὐκολίαν εἰς αἴτησιν καὶ εὔλογον καὶ νόμιμον τῶν ἱεροσπουδαστῶν Τριπόλεως. Ὅπως γνωρίζετε, Κύριοι, ἡ Ἱερατικὴ σχολὴ Τριπόλεως ἐλειτούργει ὑπὸ ἄλλους ὅρους καὶ ἐδέχετο μαθητὰς μὲ ἄλλα προσόντα πρὸ ἐτῶν· τελευταῖον διὰ νόμου ἐγένετο βελτίωσίς τις σχετική, διότι ἐπετράπη νὰ κατατάσσωνται ἀπόφοιτοι τοῦ Σχολαρχείου. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὸ πρόγραμμα τῶν μαθημάτων ἐγένετο τετραετές, καὶ διδάσκονται εἰς τὴν σχολὴν αὐτὴν μαθήματα ὅμοια πρὸς τὰ τῆς τετάρτης τάξεως τοῦ Γυμνασίου. Λείπει μόνον τὸ μάθημα τῶν Λατινικῶν, ὅπως ἔλειπε καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις ὁμοίας. Δίκαιον εἶναι —διότι αὐτὸ ζητοῦσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι— νὰ ὑποστῶσι τὴν ἐξέτασιν καὶ εἰς τὸ μάθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ σχολῇ των δὲν διδάσκεται καί, ἐὰν ἀποδειχθῶσιν ἱκανοὶ εἰς αὐτό, νὰ λάβωσι τὴν ἄδειαν νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν Θεολογικὴν σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς φοιτηταί. Οὔτε ἡ οὐσία οὔτε ὁ τύπος βλάπτεται δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου. Εἶναι ἄλλως ἀληθές, ὅτι ἔχομεν παραλείψει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν σπουδαστῶν τῶν ἱερατικῶν ἡμῶν σχολῶν. Ἐλπίζω ὅτι ἐν προσεχεῖ εὐκαιρίᾳ, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὕρῃ τὸν κατάλληλον χρόνον, θέλει εἰσηγηθῆ μέτρων πρὸς παρασκευὴν καταλλήλων ἱερέων καὶ βελτίωσιν ἐν γένει τοῦ ἱερατείου μας. Τοὐναντίον αἱ ὑπάρχουσαι ἱερατικαὶ σχολαί, ἀφοῦ παράσχωσι μόρφωσίν τινα εἰς τοὺς τροφίμους των, κατόπιν τοὺς ἐγκαταλείπουσιν εἰς τὸν δρόμον, εἰς τὴν τύχην των, διότι δὲν δύνανται νὰ ἱερωθῶσι πρὸ τοῦ 30οῦ ἔτους. Ἐκεῖνοι ἐξέρχονται ἀπὸ τῶν σχολῶν ἔχοντες τὸ 20, 21, 22 ἔτος· μέχρι τοῦ 30οῦ λοιπὸν ἔτους μένουσι μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας· αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Ῥιζάρειον σχολὴν καὶ ὅσον καλῶς καὶ ἂν διδάσκωνται —καὶ πράγματι διδάσκονται τελείως— πηγαίνουν ἐν τούτοις εἰς τὰ χαμένα κατόπιν· διότι ἡ Πολιτεία τοῖς λέγει: περιμείνατε 8–10 ἔτη καὶ τότε βλέπομεν. Ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ μένῃ ἀργὸς εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα καὶ οἱ περισσότεροι τρέπονται εἰς ἄλλα ἔργα. Χάνομεν τοιουτοτρόπως καὶ τὴν προπαρασκευήν, τὴν ὁποίαν ἐπετύχομεν παρ’ αὐτῶν καὶ τὴν ἀπορρίπτομεν, διότι δὲν ἀνευρίσκομεν αὐτοὺς ἀργοὺς εἰς τὸ τριακοστὸν ἔτος, ἀλλὰ τοὺς εὑρίσκομεν ἄλλους μὲν ἰατρούς, ἄλλους δικηγόρους καὶ ἄλλους τραπέντας εἰς ἄλλα ἔργα. Ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ λάβωμεν μίαν πρόνοιαν. Ἡ πρόνοια δὲ θὰ ἦτο ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας ἄλλοτε θ’ ἀσχοληθῶμεν λεπτομερέστερον, τῆς διδασκαλίας καὶ τῶν παιδαγωγικῶν μαθημάτων εἰς τοὺς τροφίμους τῶν σχολῶν, ὥστε κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὀκτὼ ἐτῶν νὰ δύνανται νὰ χρησιμοποιῶνται ὡς διδάσκαλοι, γινόμενοι δὲ τριακονταετεῖς νὰ εἰσέλθωσι καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἱερατικήν.
§58Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Διὰ νόμου.
§59Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἕως ὅτου γίνωσι ταῦτα διὰ νόμου, νομίζω, προσωρινῶς εἰς αὐτοὺς τοὺς φιλομαθεῖς καὶ φιλοπροόδους νέους, οἱ ὁποῖοι κατηνάλωσαν τέσσαρα ἔτη εἰς τὴν ἱερατικὴν σχολὴν ἀντὶ νὰ τὰ καταναλώσωσιν εἰς γυμνάσια, διήκουσαν τὰ μαθήματα τὰ γυμνασιακὰ πλὴν τῶν Λατινικῶν καὶ τῶν Γαλλικῶν, νομίζω, καὶ εὔλογον καὶ δίκαιον καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ κατὰ τύπους εὔκολον, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ νὰ ὑποστῶσι συμπληρωματικὰς ἐξετάσεις ἐν Γυμνασίῳ καὶ ἂν εὐδοκιμήσωσιν ἐν αὐτῷ νὰ λάβωσι τὴν ἄδειαν νὰ σπουδάσωσιν ὅσοι ἐξ αὐτῶν προαιροῦνται εἰς τὸ Πανεπιστήριον καὶ δὴ εἰς τὴν Θεολογικὴν σχολήν.
§60Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄνευ Λατινικῶν.
§61Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναλαμβάνουσι νὰ σπουδάσωσι, καὶ τὴν σπουδάζουσιν ἰδιαιτέρως τὴν Λατινικήν, καὶ ὑπόσχονται νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις, καὶ ἐὰν δὲν εὐδοκιμήσωσι νὰ μὴ γίνωσι δεκτοί· ἐὰν ὅμως ἀποδείξωσι τὴν φιλομάθειαν, τὴν ὁποίαν λέγουσιν ἐν τῇ αἰτήσει των, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησις.
§62Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ δώσῃ διαταγήν, ὅπως γίνωσι δεκτοὶ οἱ μαθηταὶ εἰς τὸ Γυμνάσιον διὰ νὰ δώσωσιν ἐξετάσεις ἀπολυτηρίους. Φρονῶ δέ, ὅτι ἔχει καθῆκον ἐκ τῶν κειμένων νόμων νὰ πράξῃ τοῦτο ἡ Πολιτεία, διότι, κύριε Πρόεδρε, ἔχει ἐκδοθῆ Διάταγμα, τὸ Διάταγμα τῆς ἀνασυστάσεως τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς, ἀξιοῦν προσόντα πρὸς εἰσαγωγὴν ἐν τῇ Ἱερατικῇ Σχολῇ τῆς Τριπόλεως, ἡ ὁποία δὲν ὁμοιάζει πρὸς τὰς ἄλλας Ἱερατικὰς Σχολάς, ἀξιοῦν προσόντα ἀπολυτηρίου σχολαρχείου, ἐπιβάλλον δὲ φοίτησιν ἐν αὐτῇ τῇ Ἱερατικῇ Σχολῇ τετραετῆ, κατὰ τὴν ὁποίαν διδάσκονται πράγματι ὅλα τὰ γυμνασιακὰ μαθήματα πλὴν τῶν Γαλλικῶν καὶ τῶν Λατινικῶν, τὰ ὁποῖα Γαλλικὰ καὶ Λατινικὰ δὲν χρειάζονται ἄλλως τε εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολήν.
§63Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητα.
§64Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅμως, ὅτι χρειάζονται, προσφέρονται οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι, ἵνα ὑποστῶσι καὶ ἐξέτασιν εἰδικήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεσχέθη καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον τοιοῦτον, ἀφορῶν τὴν διευθέτησιν τῶν ἱερατικῶν σχολῶν· πλὴν ὅμως εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δὲν φρονῶ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπαχθῶσιν οἱ νέοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον εἰς τὴν σχολὴν μὲ τὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ἀκροῶνται γυμνασιακὰ μαθήματα καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τύχωσι καὶ ἀνωτέρας παιδεύσεως πάντοτε ἱερατικῆς καὶ πάντοτε ἐκκλησιαστικῆς. Διατί νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς νέους αὐτούς, διὰ νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὴν Θεολογικὴν σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτοὺς νὰ γίνωσι μόνον ἱερεῖς καὶ νὰ μὴ τύχωσιν ἀνωτέρας παιδεύσεως; Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐὰν διαβιβάσῃ τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν πρὸς τὸ Γυμνάσιον Τριπόλεως ἢ ἀλλαχοῦ νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις, θὰ εἶναι δίκαιον δικαιότατον διὰ τοὺς νέους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν νὰ καταστρέψωσι τὸν βίον των τασσόμενοι εἰς τὴν ἱερατικὴν σχολήν.
§65Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς ταύτης. Δυστυχῶς ὅμως δὲν δύναμαι νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις αὐτῶν, διότι δὲν εἶναι αὗται σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον. Ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ καταρτίσῃ πρόσωπα κατάλληλα διὰ νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀλλὰ διὰ νὰ προπαρασκευάζωνται πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ μαθηταὶ ἐκεῖνοι ὑποβάλλονται εἰς τὴν διδασκαλίαν μαθημάτων τοῦ Γυμνασίου, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ τὰ ἐν ταῖς Ἱερατικαῖς Σχολαῖς διδασκόμενα δὲν εἶναι μαθήματα τοῦ Γυμνασίου. Ἡ μόνη Σχολή, ἡ ὁποία ἐξωμοιώθη πρὸς τὸ Γυμνάσιον, εἶναι ἡ Ῥιζάρειος Σχολή. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι θὰ δώσωμεν δίπλωμα εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ Γυμνασίου νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Θεολογικὴν Σχολήν, χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν Λατινικά; Τοῦτο θὰ εἶναι ἔγκλημα κατὰ τῆς Ἐκκλησίας, νὰ νομίζωμεν δηλ. ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σπουδάσωσι τὴν Θεολογίαν χωρὶς νὰ ἔχωσι λατινικὴν μάθησιν. Ἡμεῖς ζητοῦμεν ταύτην τὴν στιγμὴν διόρθωσιν, ἀλλ’ ὑποθέτω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐναντίον τοῦ νόμου. Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, αἱ Ἱερατικαὶ Σχολαὶ ὡς σήμερον ἔχουσι, δὲν πληροῦσι τὸν προορισμὸν αὐτῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Μιχαλοπούλου εἶναι αὕτη ἐπανάληψις τῶν ἰδικῶν μου σκέψεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἀνέφερον κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπον τότε, ὅτι σήμερον ὡς ἔχουσιν αἱ Ἱερατικαὶ Σχολαὶ δὲν πληροῦσι τὸν σκοπὸν αὐτῶν, διότι οἱ ἐξερχόμενοι ἐξ αὐτῶν δὲν ἔχουσι τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα διὰ νὰ καταλάβωσι τὰς ἀνωτέρας ἱερατικὰς θέσεις. Διὰ νὰ καταλάβωσι μίαν θέσιν μετὰ δώδεκα ἔτη, ὁπότε θὰ ἔχωσι τὴν ἀπαιτουμένην ἡλικίαν διὰ νὰ γίνωσιν ἱερεῖς, πρέπει προηγουμένως νὰ εἰσέλθωσιν εἰς σχετικὸν στάδιον προπαρασκευῆς διὰ τὴν μέλλουσαν χειροτονίαν, νὰ προπαρασκευάζωνται δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύναται νὰ πιστευθῇ ἀπὸ τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὅτι οἱ ἐξερχόμενοι τῶν Ἱερατικῶν Σχολῶν εἶναι ἄξιοι νὰ κατέχωσιν ὅλα τὰ ἐφόδια.
§66ΑΝ. ΒΟΥΤΣΗΣ. Εἰσέρχονται εἰς τὴν Σχολὴν μὲ τὴν προϋπόθεσιν νὰ γίνωνται ἐξερχόμενοι ἱερεῖς. Οἱ μαθηταὶ τῆς ἱερατικῆς Σχολῆς Τριπόλεως δὲν εἰσῆλθον μὲ αὐτὴν τὴν προϋπόθεσιν.
§67Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ εἰσέρχωνται λοιπὸν εἰς τὴν Σχολὴν αὐτήν, ἐξερχόμενοι δὲ θὰ ἔχωσι δικαίωμα νὰ κατατάσσωνται εἰς τὸ Διδασκαλεῖον καὶ κατόπιν, ὅταν ἔχωσι τὴν ἀπαιτουμένην ἡλικίαν, εἰς τὴν ἱερατείαν. Ἀνομολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει μία ἀδικία, ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἐγώ, θεραπεύων μίαν ἀδικίαν, νὰ καταστρέψω τὸ σύνολον. Ἐγὼ θὰ πράξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ συνείδησίς μου, δηλαδὴ νὰ δώσω δικαίωμα νὰ καταρτισθῶσιν εἰς τὸ Λατινικὸν μάθημα ἐπὶ ἓν ἔτος, ὥστε νὰ δύνανται νὰ ὑποστῶσι κατόπιν ἀπολυτήριον ἐξέτασιν εἰς τὰ μαθήματα αὐτά· σήμερον ὅμως μὲ μελέτην τῆς Λατινικῆς ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ ὅ,τι ζητοῦσι.
§68Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 3 ἀναφορᾶς σμυριδεργατῶν Νάξου, ζητούντων βελτίωσιν τῆς τύχης των, ἥτις εἶναι συναφὴς πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 7 ἀναφοράν, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἐξαρχόπουλος.
§70Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§71Α. ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ὡς δικαιοτάτην.
§72Μ. ΒΑΛΛΗΝΔΡΑΣ. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ σμυριδωρύκται Νάξου ἀποτείνονται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν δι’ ἀναφορῶν εἴτε διὰ τῶν ἀντιπροσώπων των ζητοῦντες βελτίωσιν τῆς τύχης των. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ὀλίγα τινὰ ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ προσθέσω ἀναφορικῶς πρὸς τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μας· ὅπως ὅμως σαφέστερον δηλώσω τὰς ἰδικάς μου γνώμας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, συνέταξα λεπτομερὲς ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξουσιοδοτήσῃ τὴν κατάλληλον ὑπηρεσίαν, ὅπως τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, διότι στηρίζω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ἔχωσι βάσιν τινά. Ὡς σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. προλαλήσας, ἡ σμύρις κατ’ ἀρχὰς ἦτο ἰδιοκτησία τῶν Ναξίων, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1824 ἡ προσωρινὴ διοίκησις κατέλαβε ταύτην αὐθαιρέτως, ἐπώλησαν ταύτην ἀντὶ τοῦ εὐτελεστάτου ποσοῦ τῶν 4000 γροσίων ἐτησίως, κατόπιν ὅμως τὴν ἐπώλησαν κάτι τι περισσότερον. Μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ Νάξιοι ἐπώλουν τὴν σμύριδα διὰ πολυετῶν ἐνοικιάσεων εἰς Ἰταλοὺς εἴτε εἰς Ἕλληνας καὶ ἐπλήρωνον τὰ λεγόμενα σκαλιάτικα, δηλαδή, ὅτε ἔφερον σμύριδα πρὸς φόρτωσιν εἰς τὸν λιμένα, ἐκεῖ ἐπλήρωνον καὶ τὰ σκαλιάτικα. Τὸ ἴδιον φορολογικὸν σύστημα ἐφαρμόζεται ἤδη καὶ εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Πληρώνει δηλαδὴ ἡ ἑταιρεία 16 φράγκα χρυσᾶ κατὰ τόννον καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκμεταλλεύηται τὴν σμύριδα καὶ εἰς τὰς τέσσαρας σμυριδούχους περιοχάς. Ἡ προσωρινὴ διοίκησις κατέλαβε τὴν σμύριδα καὶ ἠγέρθη μέγας δικαστικὸς ἀγών, ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ἦτο τὸ νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς τοὺς Ναξίους τὸ δικαίωμα νὰ ἐξορύττωσι προνομιακῶς τὴν σμύριδα καὶ νὰ τὴν μεταφέρωσιν εἰς τοὺς ὅρμους.
§73Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Αἱ ἄλλαι νῆσοι δὲν ἔχουσι σμύριδα;
§74Μ. ΒΑΛΛΗΝΔΡΑΣ. Ὑπάρχει εἰς τὴν Πάρον, Ἡράκλειαν, Σίκινον, Ἰκαρίαν καὶ εἰς τέσσαρα ἄλλα ξηρονησάκια, πέριξ τῆς Νάξου, καὶ τώρα μανθάνω ὅτι ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν Κρήτην, ὑφίσταται δὲ καὶ ἐν Συρίᾳ καὶ ἐν Ἱσπανίᾳ· ἐκεῖ ὅμως δὲν τὴν ἐκμεταλλεύονται διὰ τὸν σκοπὸν τῆς χρησιμοποιήσεως ὡς λειαντικὴν οὐσίαν, ἀλλὰ πρὸς ἐξαγωγὴν τοῦ ἀλουμινίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς Ναξίας σμύριδος. Ἡ Γραμματεία ἡ τότε τῶν Οἰκονομικῶν, ἔδωκε τὸ προνόμιον εἰς τοὺς Ναξίους νὰ ἐξορύσσωσι καὶ νὰ μεταφέρωσι τὸ πρᾶγμα εἰς τὸν ὅρμον ἀντὶ δικαιώματος ἐργατικοῦ, τὸ ὁποῖον μονομερῶς ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἐχορηγεῖτο. Καὶ κατ’ ἀρχὰς ἐπωλεῖτο πολὺ εὐθηνά, διότι ἐπωλεῖτο πρὸς δύο καὶ ἡμίσειαν δραχμὰς τὸν στατῆρα, καὶ τὸ εἰσόδημα τοῦ Δημοσίου ἦτο 60.000 δραχ. ἐτησίως. Κατόπιν ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἡ βιομηχανία προώδευε, κατὰ τοσοῦτον καὶ ἡ κατανάλωσις τῆς σμύριδος ηὔξανε. Θὰ προσθέσω ἐνταῦθα, ἂν θέλητε, ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἦτο γνωστὴ ἡ σμύρις, διότι ἀναφέρεται ὅτι «ὡς λίθος ᾗ τὰς ψήφους οἱ δακτυλιογλύφοι σμήχουσι» (Διοσκουρ. V. 166). Ὡς τοιαύτη λοιπὸν ὕλη χρησιμοποιεῖται δυνάμει τοῦ περιεχομένου κορουνδίου· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἡ ποσότης τοῦ κορουνδίου, ἡ ὁποία δίδει αὐτὴν τὴν λειαντικὴν δύναμιν, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τῆς κρυσταλλώσεως. Λοιπὸν ἂς εἴπωμεν εἰς τί χρησιμοποιεῖται ἡ σμύρις, παρακαλῶ δὲ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο, χρησιμοποιεῖται δηλονότι ὡς λειαντικὴ οὐσία. Ἀλλ’ αἱ οὐσίαι, τὰς ὁποίας λειαίνουν, δὲν εἶναι τῆς αὐτῆς ποιότητος καὶ συστάσεως· δὲν θὰ εἴπῃ, ὅτι, ὅσον σκληροτέρα εἶναι ἡ σμύρις, τόσον καλύτερα δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ δι’ ὅλας τὰς οὐσίας, διότι ὑπάρχουσι καὶ οὐσίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν χρειάζονται τόσον πολὺ σκληρὰν σμύριδα· λ. χ. ἡ ὕαλος δὲν θέλει τόσῳ σκληρὰν σμύριδα, καὶ ἐπιμένω, διότι αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος, δηλ. δὲν εἶναι μόνον ἡ ἀρίστης ποιότητος σμύρις, ἡ ὁποία χρησιμοποιεῖται, ἀλλὰ καὶ ἡ ὑποδεεστέρα. Διότι σήμερον ἔχομεν πολλὰ ὀρυχεῖα σμύριδος καὶ ἄλλο μὲν ἐξάγει σμύριδα, ἡ ὁποία ἔχει 40 βαθμοὺς κορουνδίου, καὶ ἄλλο περισσοτέρους ἢ ὀλιγωτέρους βαθμούς, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι σπουδαῖον διὰ τὸν ἐργάτην σήμερον καὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὅλη ἡ ἐξαγομένη σμύρις δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ, ἐνῷ σήμερον λαμβάνομεν μόνον τὸ ⅒ τῆς ἐξαγομένης σμύριδος, τὰ δὲ 9)10 πετῶμεν. Αὐτὸς δὲ εἶναι ἐθνικὸς πλοῦτος, ὁ ὁποῖος χάνεται καὶ πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ ὑπολείμματα ταῦτα, διότι ἀπορρίπτονται εἰς τὰς χαράδρας καὶ τὰ παρασύρει ὁ χείμαρρος καὶ χάνονται ἐντελῶς. Πετῶμεν λοιπὸν τὸν δημόσιον πλοῦτον, καὶ αὐτὸ ἀντανακλᾷ καὶ εἰς τοὺς ἐργάτας, διότι αὐτοὶ ἐξάγουσι 10 καὶ πωλοῦσιν ἕν, καὶ τὸ συμφέρον εἶναι νὰ τὸ κρατῶμεν ὅλον τὸ πρᾶγμα, νὰ μὴ τὸ πετῶμεν καὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ χρησιμοποιηθῇ, ἀφοῦ ἐξωρύχθη, ὅπου ἐξωρύχθη, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκποιηθῇ, ὡς τοῦτο γίνεται ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, ὅπου καὶ αὐτὴ ἡ κόνις πωλεῖται. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐμπορικὴν ἐκμετάλλευσιν, παρακαλῶ νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Δυστυχῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀπὸ τοῦ 1824 μέχρι τοῦ 1847, τόσον κακῶς μετεχειρίσθησαν τὴν σμύριδα αἱ Κυβερνήσεις, ὥστε ἔφθασε νὰ πωλῆται δύο καὶ τρεῖς χιλιάδες ὁ τόννος, οὕτως ὥστε οἱ Ἀμερικανοὶ ἐργοστασιάρχαι ἠναγκάσθησαν νὰ προβῶσιν εἰς μεγάλας γεωλογικὰς ἐρεύνας διὰ νὰ δύνανται νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν κατανάλωσιν. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν σμυριδωρυχείων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Λοιπὸν κατὰ τὸ 1847 ἀνεκαλύφθησαν ταῦτα τὰ ὀρυχεῖα καὶ ἤρχισεν ἡ ἐκμετάλλευσις, καὶ ἡ ἰδία ἑταιρεία ἐνῳκίασε τὰ ὀρυχεῖα Νάξου, καὶ ἐλάμβανεν ὀλίγον ποσὸν Ναξίας σμύριδος διὰ νὰ ἐνδυναμώνῃ τὸ ἰδικόν της προϊόν, καὶ οὕτω τὸ ἔστελλεν εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Ναξία σμύρις, καὶ μέγα ἐργοστάσιον ἐν Φραγκφούρτῃ ὑφίσταται ὀνομαζόμενον Ἀριάδνη, φέρον δηλαδὴ τὸ ὄνομα τῆς Ναξίας θεᾶς, ἐνῷ παρετηρήθη ὅτι οὐδόλως σχεδὸν ἐχρησιμοποίησε Ναξίαν σμύριδα. Λοιπὸν οὕτω πως εἶχον τὰ πράγματα, κατωρθώθη δηλαδὴ νὰ πεισθῇ ὅλος ὁ κόσμος τῆς καταναλώσεως ὅτι ἡ λεγομένη ἰδεώδης σμύρις Ναξία καὶ ἡ περιέχουσα 90% κορούνδιον, ὅτι αὐτὴ δὲν ὑφίσταται, καὶ ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ νόθευσις καὶ πιστεύει ὁ κόσμος, ὅτι Ναξία σμύρις αʹ ποιότητος δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκοντο τὰ πράγματα, ὅτε ἤρχισεν ἐντεῦθεν νὰ γίνεται κάποια σκέψις περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Εἶχον φθάσει τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι, ἂν ταχέως δὲν ληφθῇ πρόνοια περὶ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ὀρυκτοῦ τούτου, ταχέως εἰς τὰ ὀρυχεῖα Νάξου θὰ φυτρώσῃ χορτάρι, δηλαδὴ θὰ μείνουν ἄχρηστα καὶ ἀργὰ τὰ ὀρυχεῖα. Ἐδοκιμάσθη τὸ διὰ πρακτόρων σύστημα πωλήσεως εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως, νὰ γίνεται δηλ. διὰ πρακτόρων ἡ διάθεσις τοῦ προϊόντος. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἐπέτυχε, καὶ τέλος πάντων ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σύστημα τῆς πωλήσεως τῆς σημερινῆς, τὸ ὁποῖον γίνεται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον: ἀφοῦ ἡ σμύρις ἐξορυχθῇ διὰ μυρίων κόπων εἰς βάθος 300 μέτρων καὶ διὰ δυναμίτιδος, καὶ λίαν ἐπικινδύνως, μεταφέρεται τὸ ἐξαχθὲν προϊόν, ἀφοῦ γίνῃ ἡ διαλογή, εἰς τὴν Σῦρον. Ἐκεῖ πάλιν γίνεται νέα διαλογή, καὶ γίνεται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον: πληρώνει ὁ ἔμπορος 20 λεπτὰ κατὰ τόννον εἰς τινα σμυριδεργάτην, ὅστις ποιεῖται ταχίστην τινὰ διαλογήν, καὶ ὁ ἐργάτης αὐτὸς ὅσας πέτρας ἴδῃ νὰ εἶναι μὲ ὀλίγον χῶμα σκεπασμέναι τὰς ἀπορρίπτει, ἡ δὲ ἁρμοδία ὑπηρεσία τὰς ῥίπτει εἰς τὴν θάλασσαν, ἐνῷ τὰ ἀπορριπτόμενα εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ποιότητος ἀρίστης, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ῥίπτωνται εἰς τὴν θάλασσαν, ἀλλὰ γινομένης μικρᾶς τινος διαλογῆς νὰ χαρακτηρίζωνται ὡς συντρίμματα καὶ πωλῶνται διὰ δημοπρασίας.
§75Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν θάλασσαν καταστρέφονται, ἅμα μείνουν πολλὰς ἡμέρας.
§76Μ. ΒΑΛΛΗΝΔΡΑΣ. Ἔχουσι βυθισθῇ 3000 τόννοι, καὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ βυθισθῶσιν εἰς πρώτην διαταγὴν ἄλλαι 5000. Τὸ δὲ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὸν περίβολον Λυῶνος, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Ἐξαρχόπουλος καὶ τὸ ὁποῖον διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου, ἐδιαλέχθη κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας, εἶναι 250 τόννοι ἄχρηστον, τὸ ἄλλο εἶναι εἰς Σύρον ἕτοιμον πρὸς καταβύθισιν, ἀξίας δὲ ἐν ὅλῳ 416 χιλ. φράγκων. Τὸ ποσὸν αὐτὸ ἠδύνατο ἄριστα, ἀφοῦ ὑποστῇ μικράν τινα διαλογήν, νὰ πωληθῇ καὶ νὰ χρησιμεύσῃ δι’ ὅλα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον εἰς τὸ ὑπόμνημά μου. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἐργάτης. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ 1902 εἶπεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Μ. Βρεττανίας V. E. H. Corbet τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν ἀπεκόμισα ἐκ τῆς ἐπισκέψεώς μου εἰς τὰ σμυριδωρυχεῖα Νάξου πεισθεὶς ὅτι οἱ σμυριδωρύκται κατατρύχονται ὑπὸ μεγίστης δυστυχίας, καίτοι τὸ χορηγούμενον αὐτοῖς ἡμερομίσθιον φαίνεται θεωρητικῶς ἐπαρκοῦν εἰς τὴν συντήρησίν των. Κατ’ ἐμὲ τὸ πρῶτον καὶ κύριον μέλημα τῆς Κυβερνήσεως δέον νὰ εἶναι ἡ βελτίωσις τῆς τύχης τῶν σμυριδωρυκτῶν καθόσον ἡ ἐλεεινὴ κατάστασις αὐτῶν ἀποτελεῖ σήμερον ἀληθὲς σκάνδαλον». Ἄν εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἀπετέλει σκάνδαλον, σήμερον ἀποτελεῖ τυραννίαν.
§77Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σήμερον εἶναι ἔγκλημα.
§78Μ. ΒΑΛΛΗΝΔΡΑΣ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, ποῖα εἶναι τὰ κέρδη τοῦ σμυριδωρύκτου. Ἡ ὑπηρεσία γνωρίζει, ὅτι κατὰ μέγιστον ὅρον ὁ σμυριδωρύκτης πωλεῖ 200 στατῆρας σμύριδος ἐτησίως καὶ ἑπομένως ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν,— διὰ τὸ στρογγύλον τοῦ ἀριθμοῦ— 1000 ἐργάτας καὶ ἐτησίαν πώλησιν 10,000 τόννων σμύριδος, ἕκαστος ἐργάτης πωλεῖ 200 στατῆρας σμύριδος, ἀντὶ δὲ τούτων ἀπολαμβάνει ἐργατικὸν δικαίωμα 480 δραχμάς. Ἄν ἀφαιρέσητε ἐκ τούτων 50 δραχμὰς διὰ δυναμίτιδα καὶ ἐργαλεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσῃ, 100 δραχ. διὰ φθορὰν καὶ τροφὴν τοῦ ζῴου του, λυχνοκαΐαν κλπ., θὰ ἔχωμεν 150 δρ. δι’ ἔξοδα. Τῷ ἀπομένουσι 330 δραχ., ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς 80 λεπτὰ καθ’ ἑκάστην· ἠμπορεῖ λοιπὸν μία οἰκογένεια νὰ ζήσῃ μὲ 80 λεπτὰ καθ’ ἑκάστην; Ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, ὅτι ἐνόσῳ οἱ σμυριδωρύκται ἐξώρυσσον τὴν λεγομένην συνήθη ποιότητα καὶ ἐπώλουν αὐτήν, τὴν ἐξώρυσσον εὐκόλως, τὴν μετέφερον εὐκόλως, καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἔκαμνον εἰς ὀλίγον χρονικὸν διάστημα — εἰς τρεῖς μῆνας. — Τώρα ὅμως τὴν αὐτὴν ἐργασίαν δὲν δύνανται νὰ τὴν περατώσωσιν οὔτε ἐντὸς ἑνὸς ἔτους· καὶ διὰ τοῦτο οἱ σμυριδωρύκται ἠναγκάσθησαν νὰ μεταναστεύσωσι, καὶ ἔχομεν 300 μετανάστας εἰς διάστημα 2 ἐτῶν ἀπὸ τὰ χωρία αὐτά. Οἱ ἐργάται ζητοῦσιν ἤδη νὰ αὐξηθῇ τὸ ἐργατικὸν δικαίωμα· τοῦτο εἶναι δύσκολον· ἀντὶ λοιπὸν νὰ τοῖς δώσωμεν περισσότερα νὰ τοὺς κάμωμεν νὰ δαπανῶσιν ὀλιγώτερα. Ἄν εἶναι δυνατὸν αʹ) τὴν δυναμίτιδα τὴν ὁποίαν μεταχειρίζονται νὰ μὴ τὴν ὑποβάλωμεν εἰς φορολογίαν· βʹ) νὰ κατασκευάσωμεν ἕνα δρόμον ἁμαξιτὸν διὰ νὰ ἐκτελῶσι τὴν μεταφορὰν διὰ κάρρου καὶ ἂς ἀφήσωμεν τὸν ἐναέριον σιδηρόδρομον, ὁ ὁποῖος στοιχίζει πολλά, θὰ ἔχωσι δὲ ἐκ τούτου τὴν ὠφέλειαν ὅτι ἐκ τῶν 1000 ζώων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σήμερον, θὰ τοῖς χρειάζωνται τότε μόνον 200, θὰ ἐκποιήσωσι δὲ τὰ 800 ζῷα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τὰ ὑπολογίσητε πρὸς 500 δρ. ἕκαστον καὶ θὰ ὠφεληθῶσι 400 χιλ. δραχ., πλὴν δὲ τούτου θὰ ἔχωσι καὶ τὴν ὠφέλειαν ὅτι δὲν θὰ ἔχωσι τὰ ἔξοδα νὰ διατρέφωσιν αὐτά. Δὲν ἔχομεν τώρα τὸν ἀπαιτούμενον καιρόν, ἵνα....
§79Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ζωτικώτατον καὶ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§80Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἰδίως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὅλη ἡ σμύρις πρέπει νὰ ἐκμεταλλεύηται καὶ νὰ μὴ δημιουργῶμεν ποιότητα, διότι διὰ τῆς δημιουργίας τῶν ποιοτήτων αὐτῶν ἴσως ἔπεσεν ἡ ἰδέα τῆς ἀξίας τῆς σμύριδος, ἀλλὰ δυνάμεθα αὐτὸ τὸ προϊόν νὰ τὸ μεταχειρισθῶμεν κατατάσσοντες εἰς ποιότητας καὶ πωλοῦντες αὐτὸ διὰ δημοπρασίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας λόγῳ εὐσυνειδησίας εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ νὰ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ πληρώσωμεν τίποτε, ἀλλὰ νὰ μᾶς πληρώσωσι· σήμερον ἔχομεν ἐργάτας φονευομένους. Προχθὲς εὗρον εἰς συντρίμματα ἕνα ἐργάτην καὶ παιδία καὶ γυναῖκας κλαιούσας καὶ παρακαλούσας νὰ παράσχωμεν τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. (Χειροκροτήματα). Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ ἡ συνέχεια τῆς συζητήσεως διὰ τὴν Δευτέραν.
§81Μ. ΒΑΛΛΗΝΔΡΑΣ. Τοῦτο μόνον ἤθελον νὰ εἴπω. Ἐτιμωρήθησαν ἐργάται διὰ δωδεκαδράχμου προστίμου, διότι εἰργάζοντο τὴν νύκτα· λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς τὰς πλείστας στοὰς τὰς ἡμέρας ὁ λύχνος σβύνει, διότι διαφθείρεται ὁ ἀήρ. Διότι μὴ νομίσητε ὅτι εἶναι στοαὶ ἐστεγασμέναι· ποῖοι θὰ τὰς στεγάσωσιν; Εἶναι τρῶγλαι καὶ ἐκεῖ εἰσέρχονται μὲ τὰ τέσσαρα, ὡς λέγουσιν οἱ ἐργάται. Ἐσχάτως ἐκεῖ εἶδον ἐργάτην ἀνασυρόμενον ἀπὸ ἓν πηγάδι 20 μέτρων βάθους, εἰς ὃ εἶχε καταπέσει καὶ μόλις ἀνεσύρετο καὶ εἶχε χαρῆ ὅτι θὰ ζήσῃ, κατέπεσεν ὄγκος χώματος καὶ τὸν κατεπλάκωσε. Φαντασθῆτε ὀπὴν γῆς ὅπου σβύνει ὁ λύχνος καὶ ἐκεῖ εἰσέρχονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ σπηλαιώνοντες τὸ ἔδαφος οἱ μέν, βαδίζοντες ὁριζοντίως οἱ ἄλλοι, καθέτως, φαντασθῆτε ὁμοβροντίας συνεχεῖς ἐκεῖ εἰς τὰ σκοτεινὰ καὶ ἑτοιμόρροπα βάθη καὶ μὴ φρίξετε! Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουσι τιμωρηθῆ μὲ πρόστιμον καὶ παρακαλῶ νὰ τοῖς τὸ χαρίσητε, διότι ἀγοράζουσι τὸ ἄλευρον 1 δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν, καὶ αἱ 12 δραχ. εἶναι δι’ αὐτοὺς μέγα ποσόν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὴν 5 μ. μ. (ὥρᾳ 1 καὶ 10′ μ. μ.) Μετὰ τὴν διακοπήν. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Σχινᾶς ἐπὶ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Τζόμπας. Εἶναι ἀπών. Ἡ ἐπερώτησις διαγράφεται. Ὁ κ. Γ. Συγγούρης ἐπερωτᾷ τὸν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, «διατί οὗτος δὲν κατέθεσε τὰ ἀπὸ 5 Μαρτίου ἐ. ἔ. αἰτηθέντα ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν ἄνευ νόμου παραχώρησιν τοῦ ὕδατος Γοργοποτάμου».
§84Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις εἶναι πολὺ σπουδαία, ἀφορῶσα συμφέροντα τοῦ Δημοσίου μεγάλα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς οἱ μὲν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Θεοτόκη, κύριοι Βουλευταί, ἀπεμπόλησαν πρός τινα Ἑβραῖον, ὁ δὲ σήμερον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ τὰ προστατεύσῃ, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως συναινέσῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προκειμένης ἐπερωτήσεως διὰ τὴν ἐρχομένην Πέμπτην, ὥστε νὰ εἶναι παρὼν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἂν ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ γνῶσιν πλείστων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ μεταβὰς ἐζήτησα νὰ τῷ καταστήσω γνωστάς, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ τὰς ἀκούσῃ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς συστάσεως τῆς Βουλῆς, θὰ λάβῃ αὐτὸς τὰ προσήκοντα μέτρα πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου καὶ θὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τοῦ περαιτέρω κόπου.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§86Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναβληθῇ.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται διὰ τὴν Πέμπτην.
§88Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Τότε θὰ παρακαλέσω καὶ μερικοὺς τῶν κυρίων συναδέλφων νομικοὺς νὰ μὲ βοηθήσωσιν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, διότι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως 2.000.000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας θέλει χάσει τὸ Δημόσιον.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαρίου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς του, «διατί δὲν κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ζητηθέντα ἔγγραφα σχετικὰ μὲ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος Εἰδυλλίας». Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Σακελλαρίου ἡ ἐπερώτησις διαγράφεται. Ἕπεται ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ.
§90Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην εἶχε ληφθῆ ἀπόφασις ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς Ὑπερωκεανείου Ἑταιρείας.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ προηγουμένως εἶχεν ὁρισθῆ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις διὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν.
§92Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀλλὰ μεταγενεστέρως ὅμως ἀπεφασίσθη, ὅπως προταχθῇ πρὸ παντὸς ζητήματος, τὸ ζήτημα τῆς Ὑπερωκεανείου.
§93Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν θέλητε καὶ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλή, δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν μέχρι τῆς 7ης περὶ τῆς Ὑπερωκεανείου καὶ εἶτα νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ συνεχίσωμεν εἰς ἄλλην ἡμέραν τὴν συζήτησιν, ὅπως ἐγένετο καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἀξιωματικῶν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολὺ τὸ ζήτημα τῶν στρατιωτικῶν, καλὸν εἶναι νὰ ἐξαντληθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ κατόπιν νὰ ἀρχίσωμεν τὸ ἄλλο.
§95Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς πρὸς τὴν τελευταίως ληφθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Νὰ προηγηθῇ ἡ ἐπερώτησις περὶ Ὑπερωκεανείου καὶ οὐδεμίαν ἔχομεν δυσκολίαν ἔπειτα νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐπὶ μίαν καὶ μόνην ὥραν, ἵνα ἀντιληφθῇ καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται, διότι, ἐὰν ἤδη ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως περὶ ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν, θὰ παρέλθῃ καιρὸς καὶ τὴν 9ην ὥραν θὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ πάλιν δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς Ὑπερωκεανείου. Κρίνω λοιπὸν ἐπάναγκες, καὶ συμφέρον νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν ὥραν, διὰ νὰ ἀντιληφθῇ καὶ ἡ Βουλὴ περὶ τίνος πρόκειται ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν κατόπιν νὰ συζητήσῃ εἰς ἐλευσομένην συνεδρίαν τὸ θέμα τοῦτο.
§96Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσῃ πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἢ πρῶτον τὸ περὶ τῆς Ὑπερωκεανείου Ἑταιρείας, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· δὲν ἔχω δὲ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ὅπως προηγηθῇ αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ συζήτησις. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὅμως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ὅτι πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς Ὑπερωκεανείου Ἑταιρείας, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν ἐκ προκαταβολῆς νὰ ὁρίσωμεν ὅτι θὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις μετὰ μίαν ὥραν, διὰ νὰ συνεχισθῇ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, διότι τὸ ζήτημα τῆς Ὑπερωκεανείου Ἑταιρείας εἶναι ζήτημα σοβαρόν, θίγον μεγάλα συμφέροντα, ἰδιωτικὰ καὶ ἐθνικὰ ἀκόμη. Δὲν εἶναι ὡς ἐκ τούτου ὀρθὸν νὰ ἐμποδισθῇ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ παραμείνῃ τὸ κοινὸν καὶ ἡ Βουλὴ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν πρώτων λόγων, οἱ ὁποῖοι θὰ λεχθῶσι. Δὲν ἠξεύρω ποῖοι θὰ εἶναι οἱ πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὁμιλήσουν, καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ πρώτη ἐντύπωσις, ἥτις θὰ παραμείνῃ ἐκ τῶν πρώτων λόγων, οἵτινες θὰ ἀκουσθῶσιν· ἀλλ’ οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ πρώτη ἐντύπωσις, εἴτε ὑπὲρ τῆς γνώμης ἐκείνης, ὑπὲρ τῆς ὁποίας εἶμαι τεταγμένος, εἴτε ὑπὲρ ἄλλης, δὲν πρέπει νὰ σταματήσῃ ἕως ἐκεῖ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ ἀπέλθωμεν μετὰ μιᾶς ὥρας συζήτησιν ἐπὶ θέματος τοσοῦτον σοβαροῦ. Φρονῶ διὰ τοῦτο ὅτι ἢ πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ τὸ θέμα, ὅπως ἀποδειχθῇ κατὰ πόσον ἔχουσιν ὑποστάσεις ἢ εἶναι ἀνεμώλια τὰ θρυλούμενα, ἢ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν.
§97ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ δίκαιον.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ἐξηγηθῶ, ὅτι, ὅτε ὡμίλησα πρὸς τὴν Βουλήν, ἐνόμιζον, ὅτι, ὅπως ἔχει ἡ Ἡμερησία Διάταξις, καλῶς ἔχει, διότι ἐγνώριζον ὅτι ὡρίσαμεν τὴν σημερινὴν ἡμέραν πρὸς περάτωσιν τῆς συζητήσεως περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν· δὲν ἐγνώριζον ὅτι κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου ἐτροποποιήθη αὕτη.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἔχει πρώτην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· εἶναι σύμφωνος νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν;
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§102Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἄρξωμαι τῆς ἀγορεύσεώς μου μὲ μίαν δήλωσιν, μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι τῶν ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος, ὡς ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 1910, ᾐσθάνθην τὴν πλῆξιν ὄχι μόνον ὡς πολίτης, ἀλλὰ καὶ ὡς στενώτατα διὰ συγγενικοῦ δεσμοῦ συνδεδεμένος πρὸς πρόσωπον, ἀδίκως πληγὲν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου, πρὸς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον παραμένει ἀμείωτον ἐν τῇ ἐκτιμήσει μου καὶ πρὸ τοῦ νόμου καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι αἰσθάνομαι ὅτι ὄχι μόνον ὡς πολίτης, ἀλλὰ καί, ἰδιαίτατα, ὡς συνδεόμενος μεθ’ ἑνὸς ἐκ τῶν πληγέντων, θὰ ἐδείκνυον αὐτόχρημα ἐσχάτην ἠθικὴν ἀνανδρίαν, ἀνανδρίαν τοῦ αἰσχίστου εἴδους, ἂν δὲν ἐξέφερον κραυγὴν διαμαρτυρίας, διὰ τὰ ὄργια, ὅσα διεπράχθησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὄργια, ὑπενθυμίζοντα ἀτυχῶς ἐποχὰς μελανὰς, παρελθούσας, ἐποχὰς βαρβαρότητος καὶ ἀνομίας. Ὀφείλω ἐπίσης νὰ εἴπω ὅτι, ἐκτιθέμενος τὰς γνώμας μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἀναλύων εἰς αὐτὴν καὶ ἀποδεικνύων τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὄχι μόνον τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πάντων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Διότι ἰδιαίτατα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, εἶναι διπλοῦν· δὲν εἶναι ἡ ἐπάνοδος τόσον τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ· εἶναι πρὸ πάντων ἡ διαβεβαίωσις, ἡ διακήρυξις ἡ ἐπίσημος ἀπὸ τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, τὴν εἰλικρινῆ καὶ εὐθεῖαν, ὅτι ἠδικήθησαν καὶ ἐπλήγησαν δολοφονικῶς πολῖται Ἕλληνες. Καὶ εἶναι καὶ ἄλλο τι ἀκόμη· νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ τοῦ ἔθνους, ὅπως μὴ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἔχωμεν ὁμοίας σκηνὰς εἰς νέαν ἐποχήν, ἔστω, ἐποχὴν ἀταξίας. Ἄλλως, ἂν μὴ εἰς τοῦτο δοθῇ προσοχή, ὅλα τὰ ὄνειρα, ὅσα δημιουργοῦμεν περὶ κράτους νόμου, θὰ εἶναι ὄνειρα διαλυόμενα τὴν πρωΐαν τῆς πραγματικότητος καὶ βλεπόμενα μόνον καὶ τέρποντα τὴν νύκτα. Δύναμαι δέ, Κύριοι, νὰ ἔχω τὸ θάρρος τοῦτο, διότι ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν κατάθεσιν τοῦ φύλλου τῆς ποιότητος ἑνὸς ἐκ τῶν πληγέντων, ἑνός, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει ὡς παράδειγμα, ὅτι καὶ ἄλλοι βεβαίως εἶναι οἱ ἀδικηθέντες. Καὶ ὅταν ἐν τῷ φύλλῳ τούτῳ τῆς ποιότητος βλέπωμεν ἀναγεγραμμένα ἀπὸ ἄνθρωπον ἀντισυνταγματάρχην μὲν τότε, κατόπιν ὅμως ὑποστράτηγον, τὸν Λεωνίδαν Γκολφινόπουλον, ἀπὸ ἄνθρωπον τιμήσαντα τὸν στρατὸν καὶ τὰ ἑλληνικὰ ὅπλα κατὰ τὸ 1897 ἐν τῇ πτέρυγι τῆς Ἄρτης, περὶ τοῦ λοχαγοῦ Μπαρδοπούλου ὅτι (ἀναγινώσκει): «Εἶναι εὐσταλὴς τὸ ἀνάστημα καὶ τὴν περιβολὴν καθαρός, ἄκρας ὑγείας, χαρακτῆρος σοβαροῦ, ἤθη πολιτισμένα, διαγωγὴ ἀξιοπρεπὴς καὶ προερχόμενος ἐκ τῆς σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν ἔχει ἀρκετὰς στρατιωτικὰς γνώσεις, ἔχει ζῆλον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ φρόνημα στρατιωτικόν, ἐν ἑνὶ λόγῳ θέλει καταστῆ εἷς ἐκ τῶν καλλίστων ἀξιωματικῶν προβιβαζόμενος, βάλλει καλῶς διὰ περιστρόφου. Λ. Γκολφινόπουλος». Καὶ περαιτέρω: «εἶναι ἱκανὸς καθ’ ὅλα καὶ ὡς ἐκ τῶν πολλῶν γραμματικῶν γνώσεων αὐτοῦ δύναται νὰ διεξαγάγῃ οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν ἤθελε τῷ ἀνατεθῆ, γνωρίζει τελείως τὰς ἀσκήσεις τοῦ Πεζικοῦ, εἶναι τίμιος, εἰλικρινὴς περὶ τὴν ἐπιτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του καὶ ἀξιοπρεπής. Ἀντισυντ. Ἀποκορίτης..., ὅταν βλέπω ὅλα ταῦτα, ἔχω δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ κρίσις μου δὲν ἐπηρεάζεται ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τοῦ συνδέσμου, ἔχω τὸ δικαίωμα ὡς πολίτης νὰ εἰκάσω ὅτι τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ἑνός, βεβαίως ἐγένοντο καὶ ἐν τῷ προσώπῳ τῶν πλειόνων. Διότι δὲν πρέπει τις νὰ διαμαρτύρηται ἐκ τοῦ ὅτι ἠδικήθη εἷς σήμερον· θὰ ἀδικηθῇ ὁ Α αὔριον, ὁ Β. μεθαύριον καὶ ἡμεῖς αὐτοί....
§103Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πότε ἐγράφησαν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε;
§104Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας νὰ τὰ ἴδητε, ἀλλ’ ἂν ἐκπροσωπῆτε τοὺς τότε δράσαντας, δέχομαι καὶ τὴν κατ’ ἀντιμολίαν συζήτησιν. Προκαλῶ οἱονδήποτε νὰ καταγνώσῃ ὡρισμένον γεγονὸς κατὰ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, διὰ νὰ μεταπεισθῶ καὶ ἐγώ, ἀλλὰ νὰ τὰ καταγνώσῃ καθ’ ὃν τρόπον οἱ τίμιοι καὶ εὐθεῖς, οἱ ἄνδρες καταγινώσκουσιν, ἐκεῖνοι δηλ. οἵτινες ὅσα λέγονται ἀνευθύνως ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης δέχονται νὰ ὑποστηρίζωσι καὶ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης καθ’ ὃν τρόπον αἱ κοινωνικαὶ ἀπαιτήσεις ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς τιμίους καὶ τοὺς ἄνδρας....
§105Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ λοχαγοῦ αὐτοῦ ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς· ὑπηρέτησεν ἐν Τριπόλει, ἦτο ὁ καλύτερος λοχαγὸς τοῦ Συντάγματος, ἦτο δὲ λοχαγὸς τοῦ υἱοῦ μου ὡς ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ. Ἄριστος ἀξιωματικός.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ, κύριε συνάδελφε, διότι κηρύσσεται ἡ ἀλήθεια καὶ ἐνθαρρύνεται ἠθικὴ διαμαρτυρία.
§107Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ μὲ εὐχαριστήσητε. Αὗται εἶναι πληροφορίαι ληφθεῖσαι ἐκ τοῦ υἱοῦ μου.
§108Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη περὶ τοῦ λοχαγοῦ αὐτοῦ.
§109Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ καὶ ὑμᾶς διὰ τὴν εὐθεῖαν διαβεβαίωσιν.
§110Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ ἐρώτησίς μου ἔμεινεν ἄνευ ἀπαντήσεως.
§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸ φύλλον τῆς ποιότητος. Δὲν θὰ κανονίσῃ οὐδεὶς τὴν σειράν τῆς ἀγορεύσεώς μου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, γνωρίζω τὴν δρᾶσίν σας κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἀλλὰ μοὶ δίδεται μία ἀφορμὴ νὰ γνωρίσητε καὶ τὰς ἐμὰς ἰδέας περὶ τῆς ἐπαναστάσεως.
§112Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μὲ αὐτὰ δὲν ἀπαντᾶτε εἰς τὸ ἐρώτημα. Ἀφοῦ θέλετε νὰ μᾶς πείσητε, σᾶς ζητοῦμεν τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν θὰ πεισθῶμεν.
§113Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀναγνώσω ὁλόκληρον τὸ φύλλον τῆς ποιότητος. Μὴ φοβεῖσθε. Δέχομαί τι περιπλέον, ἐὰν θέλητε, ὡς τοὐλάχιστον λέγετε, νὰ πεισθῆτε νὰ χυθῇ φῶς ἄπλετον ἐπὶ τῆς σκοτίας ὑποθέσεως ταύτης, ἐὰν νομίζητε, ὡς καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγκαλύπτωνται αἱ ἀνάγκαι, ὅτι συμφέρον τῆς πατρίδος εἶναι νὰ χύνηται φῶς ἄπλετον ἐπὶ πάσης σκοτίας ὑποθέσεως, δέχομαι καὶ παρακαλῶ καὶ προκαλῶ μετὰ θάρρους, ἵνα κατατεθῶσιν ὅλα τὰ φύλλα τῆς ποιότητος τῶν ἀποταχθέντων, νὰ κατατεθῶσιν ὅμως καὶ ὅλα τὰ φύλλα τῆς ποιότητος τῶν ἀποταξάντων ἀξιωματικῶν καὶ νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν Βουλὴν ὡς κριτήριον, ὄχι μέτρον τι ξένον τῶν δύο τούτων ὁμάδων, ἀλλ’ αὐτὰ ταῦτα ἐν παραβολῇ τὰ φύλλα τῆς ποιότητος καὶ τῆς μιᾶς μερίδος καὶ τῆς ἄλλης, διὰ νὰ κριθῇ τίνες οἱ καλλίτεροι καὶ οἱ ἠθικώτεροι ....
§114ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι δίκαιον.
§115Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ εἶναι ἡ ἀποστόμωσις κατὰ παντός.
§116Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀνακρίσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὐδέποτε ἔγιναν.
§117Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ὅσα λέγω, διότι ἔχω τὸ θάρρος, τὸ ἐκ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, καὶ δὲν φοβοῦμαι οὐδὲ ἀποφεύγω ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω, πᾶσαν ἐξέτασιν καὶ πᾶσαν ἀνάκρισιν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως, Κύριοι, ἂν θέλῃ τις νὰ ἀποδώσῃ κακὴν πρόθεσιν, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τούτου, οὐδεὶς δύναται νὰ παραδεχθῇ ὅτι εἰς ἐποχὰς ἀνωμαλίας, εἰς ἐποχὰς συλλήβδην κρίσεως καὶ ἐκδικάσεως πλείστων ἀνθρώπων, καὶ ἐκδικάσεως οὐχὶ κατὰ τὰς ἐγγυήσεις τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἔταξαν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἡ πεῖρα τῆς ἀνθρωπότητος καὶ ἡ συναίσθησις τῶν ἀδικημάτων, εἶναι φυσικώτατον νὰ ἐγένοντο ἀδικήματα ἐκ λάθους, ἂν δὲν θέλητε νὰ δεχθῆτε ἐκ κακῆς προθέσεως. Δὲν θέλω νὰ τονίσω τὸ δεύτερον, διότι ἀναμφισβητήτως δὲν θέλω νὰ ῥίψω ἔλαιον εἰς τὴν πυράν· οὐδὲ θέλω εἰς στιγμὴν ἐπιδιωκομένης ἡσυχίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι σπεύδομεν πρὸς αὐτήν, νὰ ἐξάψω ἐγὼ πάθη παλαιά. Ἐάν τις θέλῃ νὰ ἀρνηθῇ ὅτι διαδικασία μυστική, καὶ σκοτία, αὐθαίρετος, ὅπως ἐγένετο, διαδικασία συντελεσθεῖσα ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, διαδικασία συντελεσθεῖσα ἐν ὀλίγαις μόνον ὥραις δὲ ἤγαγεν εἰς ἀδικήματα, πλεῖστα ὅσα, θέλει νὰ ἀρνηθῇ τότε τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, καὶ τότε εἶναι δίκαιον νὰ τρέψῃ τις τὰς σκέψεις ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ τραπῶσι, νὰ τρέψῃ τὰς σκέψεις του ὄχι εἰς τὴν ἄγνοιαν, εἰς τὰ ἁμαρτήματα, εἰς τὰ λάθη, ἀλλὰ εἰς πλέον τι, εἰς κακὰς διαθέσεις καὶ προθέσεις τῶν ἐκκαθαριστῶν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ...
§118Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ἐγένοντο προγραφαί, καὶ αὐτοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προβῶσι καὶ δικαστικῶς, καὶ θὰ ζημιωθῇ περισσότερον τὸ Δημόσιον.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί.
§120Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμολογῶ δέ, Κύριοι, ὅτι, ἅπαξ τεθέντος ζητήματος πολιτικοῦ, πολιτικοῦ ἐπὶ τοῦ δευτερεύοντος δι’ ἐμὲ θέματος, ἐπὶ τῆς ἐπανελεύσεως δηλαδὴ τῶν ἀποταχθέντων ἀξιωματικῶν, τῶν ἀδικηθέντων, πάντων ἢ καί τινων ἔστω, εἰς τὸν στρατόν, καὶ διότι τοῦτο ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, θεωρῶ δευτερεῦον, δὲν δύναμαι καὶ δὲν θέλω, διὰ νὰ εἶναι ἡ ἀγόρευσίς μου ἀμέτοχος, καὶ εἰς τὸν πλέον διατεθειμένον πρὸς κακὰς ὑποψίας, ξένη παντὸς ἐνδιαφέροντος καὶ συμφέροντος προσωπικοῦ, δὲν θέλω ὑποστηρίξει πρότασιν περὶ ἐπανελεύσεως τούτων εἰς τὸν στρατόν· δὲν εἶναι τοῦτο δι’ ἐμὲ τὸ πρωτεῦον, ὡς εἶπον καὶ ὡς θὰ εἴπω· ἡ Κυβέρνησις, ἡ κρίνουσα τὴν κατάστασιν τὴν ὑπάρχουσαν, δύναται νὰ νομίζῃ ὅτι ἢ διαρκῶς ἢ πρὸς τὸ παρὸν ἴσως ἡ ἐπανέλευσις θὰ εἶναι περισσότερον βλαβερὰ διὰ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν τάξιν τοῦ Στρατοῦ, ἢ ἡ παραμονὴ αὐτῶν ἔξω τῶν τάξεων τοῦ Στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδεὶς ἀνθρωπίνως σκεπτόμενος νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ πιστοποίησις, ἡ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπισημοτέρα περὶ τῶν γενομένων ἀδικημάτων, ἰδιαίτατα δὲ διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν πολλὰ τὰ σκανδαλώδη προηγήθησαν, καὶ πολλὰ ἀτιμωτικὰ ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκκαθαρίσεως προερχομένης ἐξ ἀνικανότητος διοικητικῆς, ὅπως εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους, περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἐπροστάτευον νόμοι μόνον, νόμοι οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ καταργηθῶσιν εἰς μίαν στιγμήν, καὶ νὰ μείνωσιν οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ἀπολελυμένοι, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀδίκου ἀποβολῆς ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους προστατεύει αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα, καὶ ὑφήρπασαν τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νόμου διὰ νὰ ἐνεργήσουν προγραφάς. Τῆς ψηφίσεως ὅμως προηγήθησαν συζητήσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐλέχθη ἀτυχῶς ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατεῖχον βίᾳ τότε τὴν ἐξουσίαν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποταχθῶσι, θὰ φέρωσι στίγμα...
§121Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀκριβέστατον τοῦτο. Ἐλέχθη κατὰ τὴν συζήτησιν.
§122Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Πρέπει ν’ ἀποδοθῇ ἡ τιμή.
§123Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκομαι λοιπὸν ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, λέγων ὅτι δὲν μ’ ἐνδιαφέρει τόσον ἡ ἐπανέλευσις τῶν ἀδικηθέντων ἀμέσως εἰς τὸν στρατόν, ἀλλ’ εὑρίσκομαι καὶ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς πάντας τοὺς ἀγράφους νόμους τῆς ἠθικῆς καὶ τοῦ δικαίου, λέγων ὅτι πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ ποῖοι ἠδικήθησαν, καὶ νὰ διακηρυχθῇ τοῦτο πανηγυρικῶς. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοὺς ἐκφωνηθέντας κατὰ τὴν πρώτην ἄφιξιν αὐτοῦ ἐν Ἀθήναις. Στεγανῶς ἐτήρησε τούτους ἡ μνήμη μου. Εἶπεν ὅτι τὸ γενόμενον κίνημα, ἡ κληθεῖσα Ἐπανάστασις, στερηθεῖσα κατευθύνσεως, στερηθεῖσα δεξιᾶς χειρὸς πολιτικοῦ ἀνδρὸς πρὸς καθοδήγησιν αὐτῆς ἀπέτυχεν. Ἐὰν τὰ μετὰ ταῦτα ἀπέβησαν εἰς ἐπιτυχῆ ἔκβασιν διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, εἶναι ζήτημα ἄλλο, κεχωρισμένον ὅμως πάντως τῆς ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας τοῦ κινήματος ἐκείνου. Οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι, ἐὰν κίνημά τι εἶναι ἄτακτον, ἐὰν εἶναι κακὸν καὶ κατὰ τύχην ἤγαγεν ἴσως εἰς ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, πρέπει αὐτὸ τοῦτο τὸ κίνημα νὰ ἐξαγνισθῇ ἐκ τῶν ἐπελθόντων τυχαίως ἀποτελεσμάτων. Ἡ Ἱστορία διδάσκει ὅτι εἰς τὰς ἐποχὰς τῶν ἐξεγέρσεων, εἰς ἐποχὰς τῶν ἐπαναστάσεων καὶ τῶν σάλων, ὁ λαὸς εὑρισκόμενος ἐν ἀνωμαλίᾳ καὶ ἀταξίᾳ, ποθῶν τὴν ἡσυχίαν καὶ τὴν τάξιν, τείνει τὰς χεῖρας ἱκέτιδας εἰς ἕνα ἄνθρωπον, καὶ ἀφοσιοῦται εἰς αὐτὸν καὶ τὰ πάντα προσδοκᾷ παρ’ αὐτοῦ. Τίς δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ ψυχολογῶν καὶ φιλοσοφῶν ἐπὶ τῆς Ἱστορίας, τὴν ἄνοδον τοῦ Ναπολέοντος τὴν ταχυτάτην; Νομίζετε ὅτι αὕτη ἦτο ἀμέτοχος τοῦ πόθου τούτου τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ πρὸς τὴν ἀπόκτησιν τῆς ἡσυχίας αὐτοῦ, τῆς τοσοῦτον ἐκλιπούσης ἐπὶ ἔτη μετὰ τὴν μεγάλην Ἐπανάστασιν; Οὐχὶ βεβαίως. Ἐὰν ἔτυχεν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος νὰ εἶναι ὁ ἀνταποκρινόμενος εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Ἔθνους, ἐὰν μετὰ τὸ ἔργον αὐτοῦ ἡ Ἱστορία βεβαιώσῃ τοῦτο, τότε δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι δὲν ἀπέβη εἰς κακὸν ἐθνικὸν ἡ ἐξέγερσις, ἡ ἐπανάστασις· ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ, ἡ Ἱστορία ὁμιλοῦσα θὰ ψέξῃ τὸ κακόν. Ἀλλὰ ἡ ἐπιτυχία τῶν προσώπων τούτων εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς ἐπιτυχίας ἢ ἀποτυχίας τοῦ κινήματος καὶ τῶν ὑπερβασιῶν τῶν ἐκμεταλλευτῶν αὐτοῦ. Καὶ συνέπεσε κατὰ τοῦτο, οὐχὶ μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 8 Αὐγούστου, ἀλλὰ πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8 Αὐγούστου, ὅτε ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσω τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων, συνέπεσε, λέγω, κατὰ σύμπτωσιν, λογικὴν ἄλλως τε, νὰ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι τετυπωμένοι οἱ λόγοι μου. Εἶπον, ὅτε ἐζήτουν τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων μου, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἀπέτυχε. Καὶ πλεῖστοι βλέπουσι τὴν σκέψιν ταύτην καθ’ ἡμέραν. Ἐὰν δὲ τὸ κίνημα, αὐτὸ τοῦτο ἀπέτυχε, τὸ κίνημα τὸ κληθὲν ἐπανάστασις ἀπέτυχε, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀποδεχθῆτε ὅτι ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τοῦ κινήματος ἐκείνου ἦτο πολὺ φυσικόν νὰ γίνουν ἀδικίαι, ἀδικήματα μεγάλα, ἄλλα ἐκ προθέσεως καὶ ἄλλα τοὐλάχιστον ἐκ βίας καὶ σπουδῆς; Δὲν δύναμαι ν’ ἀρνηθῶ ὅτι εἰς πάσας τὰς ἐξεγέρσεις, οἱ συλλαμβάνοντες τὴν πρώτην ἰδέαν, ἄγονται ὑπὸ αἰσθημάτων ἰδανικῶν. Ἐκεῖνοι εἶναι οἱ ὀλίγοι· ἕπονται καὶ ἄλλοι, ἰδίᾳ ὅταν ἐπικρατήσωσιν οἱ πρῶτοι· αὐτοὶ εἶναι οἱ ἀδιάφοροι, οἵτινες ἐξ ἴσου εὐχερῶς θὰ ἐτάσσοντο καὶ μὲ τοὺς ἀντιθέτους, ἂν οὗτοι ἐπεκράτουν· ἕπονται καὶ τρίτοι καὶ οὗτοι εἶναι ὁ ἀντίπους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι. Εἶναι οἱ πρὸς ἐκδίκησιν ἰδίων παθῶν καὶ πόθων δρῶντες καὶ ἐκμεταλλευόμενοι. Τὰ πάντα τότε συμφύρονται· ἡ εἰκὼν ἡ ὁποία παρουσιάζεται μεταξὺ τῶν εἰλικρινῶς ὑπηρετούντων τὴν ἰδέαν, καὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἢ ἀδιαφόρως ἀκολουθοῦσι τὴν ἰδέαν ἢ καὶ — ἂς τὸ εἴπωμεν, διότι καθημερινῶς ψηφίζομεν νόμους διορθοῦντας τὰς ἁρπαγὰς τὰς γενομένας κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, — ἢ καὶ ἐκμεταλλεύονται τὴν ἰδέαν, πάντες ὁμοῦ παρουσιάζονται ὡς ἓν σύμπλεγμα, σύμπλεγμα περιελισσόμενον περὶ τὴν ἰδέαν, σύμπλεγμα τὸ ὁποῖον ἐνθυμίζει τὸ περίφημον ἄγαλμα τοῦ Λαοκόοντος ἐν τῷ Μουσείῳ τοῦ Βατικανοῦ ἐν Ῥώμῃ. Ὁ Λαοκόων ἵσταται περιτετυλιγμένος ἀπὸ τὰς ἐχίδνας, οὕτως ὥστε τὸ σῶμα αὐτοῦ καὶ αἱ ἔχιδναι ἀποτελοῦσιν ἓν ὅλον καὶ εἶναι δυσδιάκριτον νὰ ἴδῃ τις ποῖον εἶναι τὸ σῶμα καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἔχιδναι, οὕτως ἀγνοεῖ τίνες ὑπῆρξαν οἱ γνήσιοι καὶ τίνες οἱ ἐκμεταλλευταὶ περὶ τὴν ἰδέαν τῆς ἐπαναστάσεως. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ ψυχολογία, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως, ἀγνοῶν πάσας τὰς λεπτομερείας αὐτῆς, καὶ πρεσβεύων ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο μετὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1910 δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπήρειαν ἐπὶ τοῦ ὁρίου περὶ τῆς εὐθύτητος τῶν δρασάντων, μηδὲ νὰ ἐξαγνίσῃ τὰ ἀδικήματα ἢ τὰς παραβιάσεις, καὶ τὰς ὑπερβασίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὸ κίνημα. Καὶ ἔχομεν καθῆκον μέγιστον πάντες ἡμεῖς νὰ ἀποκαθάρωμεν καὶ διαχωρίσωμεν ἐπιμελῶς τὰ περιστατικά, τὰ ἀγόμενα ἀπὸ ἰδεώδη, καὶ τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τοιαῦτα ἐλατήρια, ἀλλ’ ἐλατήρια ταπεινά. Τὰ κινήματα, Κύριοι, καὶ αἱ ἐξεγέρσεις παρὰ τοῖς λαοῖς, καὶ ἰδίᾳ τοῖς Μεσημβρινοῖς, ἐπαναλαμβάνονται πλειστάκις, εἶναι δὲ συμφέρον, ἐθνικὸν συμφέρον καὶ ἐθνικὴ εἶναι ἡ ὑποχρέωσις πάντων ἡμῶν νὰ ἐπαινέσωμεν μὲν τὰ ἐπαινετά, νὰ ψέξωμεν δὲ δριμέως τὰ ψεκτά, διότι ἐν τῇ ἐπαναλήψει τοιούτων κινημάτων, στιγματιζομένων διὰ τοῦ ἐλέγχου τῆς μετέπειτα ἱστορίας, στιγματιζομένων καὶ ἐμποδιζομένων τῶν ὑπερβασιῶν, θὰ ἐκλάμπῃ, ὅσον εἶναι δυνατὸν εὐγενέστερον, ἡ ἀληθὴς καὶ τιμία ἰδέα, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τάσσονται οἱ ἔχοντες τὰ ὑψηλὰ ἰδεώδη. Ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, γνωρίζω καλῶς, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὰ εὐγενέστερα ἰδεώδη, τὰ ἐθνικά, καὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀπὸ μόνον ἐθνικῶν λόγων, ἀπὸ μόνον πόνου πρὸς τὰ ἐθνικὰ πράγματα ὑπερεμάχησαν τῆς ἰδέας τῆς ἐπαναστάσεως. Γνωρίζω ἔτι, ὅτι πολλοὶ ἐκ τούτων συμμετεῖχον εἴτε λόγῳ εἴτε συμβουλῇ καὶ συνήργουν εἰς πράξεις, αἵτινες ἐπήγαγον βαθέα ἀδικήματα. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ μειώσῃ αὐτούς· ἤγοντο ἀπὸ εὐγενῆ ἰδεώδη, καὶ εἶναι συνήθης παρατήρησις ὅτι ὁ ἐξαπτόμενος ἐξ εὐγενῶν καὶ πατριωτικῶν ἰδεωδῶν ὑπόκειται εὐχερέστερον εἰς πᾶσαν προτροπὴν καὶ εἰς πᾶσαν ὑποβολὴν καὶ εἰς πᾶσαν κατάληψιν· ἀφωσιωμένος εἰς τὴν ἰδέαν ἐκείνην, ἡ ὁποία τὸν ὑποβάλλει, ἀλλὰ καὶ τὸν παρασύρει, δὲν ἀφήνει τὸ λογικὸν αὐτοῦ μετὰ ψυχρότητος νὰ σταθμίσῃ πάντα τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς αὐτόν. Διεξάγει λοιπὸν τὸν ἀγῶνα, ὡς ὑποβάλλουσιν εἰς αὐτόν, καὶ ὁ ἀγὼν αὐτὸς ὁμοιάζει πρὸς τὸν ἀγῶνα τὸν ὁποῖον διεξάγει ὁ Φάουστ ἐν τῷ δράματι τοῦ δαιμονίου Γκαῖτε, ὁ Φάουστ, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου ἵσταται ὁ Μεφιστοφελῆς. Καὶ μονομαχεῖ ὁ Φάουστ, ἀλλ’ ὁ Μεφιστοφελῆς ὁδηγεῖ τὸ ξίφος. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐχόντων ἢ τῶν σχόντων τὰ ἐθνικὰ ἐκεῖνα ἰδεώδη, τοὺς ἰδανικοὺς πόθους, μεμειωμένος ἢ ἠλαττωμένος, ὅτε συνήργησεν ἀκουσίως εἰς ἀδικήματα, μάλιστα δέ, ὅταν λέγῃ καὶ ὅταν ἀναγνωρίζῃ, ὅτι ἐγένοντο ἀδικήματα· τὸ ἀναγνωρίζειν, Κύριοι, τὰ σφάλματα, τοῦτο εἶναι ἀνδρικὸν καὶ πρέπον καὶ χρήσιμον, τὸ ἀρνεῖσθαι δὲ ταῦτα εἶναι πεῖσμα, καὶ τὸ πεῖσμα δὲν προσήκει εἰς τοὺς ἀληθεῖς ἄνδρας. Θὰ ἦτο αὐτόχρημα ἀντεθνικόν, ἐὰν ἡμεῖς, θέλοντες νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἰδέαν αὐτήν, δὲν ἐφροντίζομεν νὰ ἀποκαθάρωμεν ταύτην ἀπὸ πάντα ῥύπον, ὁ ὁποῖος ἐπεκάθισεν ἐπ’ αὐτῆς. Θὰ ἦτο ἀντεθνικόν, ἐὰν ψηφίζοντες προχθὲς νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, δὲν ἀπερρίπτομεν μετ’ ἀγανακτήσεως, δὲν ἀπεκαθαίρομεν ἕνα ῥύπον τῶν ἐκμεταλλευτῶν τῆς ἐπαναστάσεως, τὸν ῥύπον, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπέκλεψαν τότε νομοθετικὴν διάταξιν, ὅπως οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροί, οἱ ἄγοντες τὰς σπουδὰς αὐτῶν ἐν τῇ Σχολῇ τοῦ Πανεπιστημίου, τῇ Ἰατρικῇ, θεωρηθῶσι προσμετροῦντες τὰ ἔτη ταῦτα εἰς τὰ τῆς συντάξεως, ὡς ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στρατόν. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἰσηγοῦντο τὸν νόμον τοῦτον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰ εὐγενῆ ἰδεώδη ὑπὲρ τῆς ἐπαναστάσεως; Ὄχι βεβαίως. Δὲν εἶναι δὲ μόνον τοῦτο. Πληθὺν νόμων ὁμοίας ἐκμεταλλεύσεως ἔχομεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης διορθώσει ἤδη, καὶ ὁ ἀναγινώσκων τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ συναντήσῃ, ἀνὰ πᾶσαν σελίδα αὐτῆς, τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ἰδέας καὶ τὴν λεηλασίαν τῶν κοινῶν. Ἀπέκειτο δὲ ἀτυχῶς εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἰδικώτατα καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ σκληρὸν ἀλλὰ καὶ τίμιον καὶ ἐθνικὸν ἔργον τοῦ νὰ ἀποκαθάρῃ πάντα τὰ γενόμενα κακῶς ἕνεκα τῶν ἐκμεταλλεύσεων τῆς ἰδέας καὶ καθημερινῶς θέλουσι διορθοῦσθαι τοιοῦτοι νόμοι. Ἀφοῦ ἡμεῖς αὐτοὶ διορθοῦμεν τοιαῦτα ἄτοπα, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι ἡ ἰδέα πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἐντελῶς ἀπὸ τὰ ἀδικήματα καὶ τὰ ἄτοπα πάντα, διότι θὰ περιεπίπτομεν εἰς οἰκτρὰν πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς ἀντίφασιν. Ἄς ἐνθυμηθῶμεν, Κύριοι, πότε καὶ πῶς ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, ὁ περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τῇ γνωματεύσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐλέγετο τοὐλάχιστον, ὁ στρατὸς ἐδέχθη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ οἰκεῖα αὐτοῦ ἔργα, ἰδὼν ἄλλως τε ὅτι ἐφέρετο ἀκατασχέτως εἰς κρημνόν, εἰς ἀδιέξοδον, ἰδὼν ὅτι ὑπῆρξαν ἐν ἀρχῇ στρατιωτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι εἰσηγήθησαν μὲν τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν, νὰ καταλίπωσιν ἕν μέρος τοῦ μισθοῦ αὐτῶν τοῦ γλίσχρου ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος καὶ ἐνόμισαν ὅτι πληροῦνται οἱ πόθοι των, ἀλλ’ ὅτε εὑρέθησαν πρὸ τῆς τελείως ἀντιθέτου τροπῆς τῶν πραγμάτων, ἐσκέφθησαν ἀντιθέτως νὰ ἐπαυξήσωσιν, καὶ τὰς ἐπωμίδας καὶ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν. Δικαίως λοιπὸν ἔβλεπον τὰ εὐγενῆ αὐτῶν ἰδεώδη οἱ ἀρξάμενοι τοῦ ἔργου καὶ πρωτοστατήσαντες αὐτοῦ καταρριπτόμενα, καὶ δικαίως ἐζήτουν διέξοδον, πεισθέντες, ἔστω καὶ βραδέως, ὅτι ἡ διεύθυνσις τῶν πολιτικῶν πραγμάτων δὲν εἶναι ζήτημα τοῦ τυχόντος, καὶ ὅτι εἶναι ἐκ τῶν δυσχερεστέρων ἔργων. Ὡμολογήθη τότε σύμβασις τιμῆς, καθ’ ἣν οἱ ἀξιωματικοὶ ἀπεῖχον πλέον τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, καὶ, ἀπέχοντες τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, ἐδέχοντο ὅπως ἡ ὅλη λαϊκὴ κυριαρχία, τῆς ὁποίας μόνον ἕν τμῆμα φέρουσιν αὐτοί, τμῆμα ἔχον ἐντολὴν ὡρισμένην μᾶλλον καὶ ἱεράν, ὁ ὅλος λαὸς ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, διορθώσῃ δὲ τὰ κακῶς ἔχοντα, ὥστε νὰ καταστήσῃ τὸ Κράτος ἡμῶν Κράτος τάξεως καὶ ἡσυχίας. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οὕτως εἶχον καὶ ἡ προτέρα Κυβέρνησις, ἡ καταλιποῦσα τὴν ἀρχὴν πρὸ τῆς εἰς ταύτην ἀνελεύσεως τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἀνελάμβανε τὰ ἡνία τῆς διοικήσεως, μίαν πρωίαν παρὰ τὰ συντεθειμένα, παρὰ τὴν σύμβασιν τιμῆς, παρὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς μὴ ἐπεμβάσεως εἰς τὰ τῆς διοικήσεως, ἠξιώθησαν αἱ ψηφίσεις διαφόρων εἰδικῶν νόμων, ἠξιώθη δὲ τότε καὶ ἡ ψήφισις αὐτοῦ τοῦ νόμου περὶ ἐκκαθαρίσεως, ἐπαναλαμβάνω, παρὰ τὰ συντεθειμένα. Εἶναι ἡ ἱστορία, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς δύναται νὰ διαψεύσῃ. Ὄχι λοιπὸν ἡ ἐπανάστασις, ἀλλ’ οἱ μετὰ τὴν λῆξιν ταύτης προβάλλοντες ἐζήτησαν τὸν νόμον. Ἐζητήθη ἡ ψήφισις τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἐζητεῖτο ἡ ψήφισις τοῦ νόμου, ὅπως δικασθῶσιν ἀξιωματικοὶ ὄχι κατὰ τὸν τρόπον τὸν προσήκοντα εἰς τὰς εὐθείας Κυβερνήσεις· ἐζητεῖτο ἡ ψήφισις νόμου ὁρίζοντος διαδικασίαν, κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν ὁμοιάζει πρὸς τὴν διαδικασίαν τῆς Ἱερᾶς ἐξετάσεως, ἀλλ’ ὑπερβαίνει καὶ ταύτην· ἐζητήθη ἡ ψήφισις τοῦ νόμου ὁρίζοντος διαδικασίαν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀντέκειτο ἁπλῶς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀντέκειτο εἰς τὰς διατάξεις παντὸς ἠθικοῦ, τιμίου, ἀνθρωπίνου νόμου· ἐζητήθη ἡ ψήφισις τοῦ νόμου κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀνευρεθῇ κανεὶς ὁ ὑπεύθυνος διὰ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα, θὰ ἐγίνοντο. Οὐδεὶς ἀνελάμβανεν εὐθύνην τινά· Εἶναι, Κύριοι, τοῦτο ἕν ῥυπαρὸν σημεῖον εἰς τὸν ἐν γένει βίον ἡμῶν, διότι ἐὰν ὑπάρχῃ στίγμα τι, διακρῖνον Ἔθνη τινὰ ἀπολίτιστα, εἶναι ἡ ἔλλειψις τοῦ θάρους τοῦ νὰ ἀναλαμβάνῃ ἕκαστος τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων σκέψεων καὶ τῶν ἰδίων πράξεων· ἂν δὲ τοῦτο διὰ τὸ ἄτομον εἶναι ἀδυναμία χαρακτῆρος, διὰ τοὺς κυβερνῶντας, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀνανδρία. Ἀντέστησαν κατὰ τῆς τοιαύτης ἀνανδρίας τινὲς ἐκ τῶν ψηφισάντων τὸν νόμον τοῦτον τότε, καὶ εὐτυχῶς ἀντέστησαν πολλοί, μεταξὺ δὲ τούτων εὑρίσκονται καὶ πολλοὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ πολλοὶ οἵτινες κατέχουσιν ἕδρας τοιαύτας, ὥστε δικαίως νὰ λέγεται ὅτι ἐκπροσωποῦσι τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀντέστη ἐρρωμένως κατὰ τῆς ψηφίσεως τοιούτου νόμου, ὅπως καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν νῦν διαχειριζόντων τὰ τῆς Πολιτείας ἡμῶν, δικαίως ἀντέστησαν κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τοῦ κινήματος ἐκείνου, ἐν γένει, καὶ ἠπειλήθησαν καὶ μικροῦ δεῖν ἐφυγαδεύθησαν ὅπως καὶ ἄλλοι πάλιν ἐκ τῶν νῦν διαχειριζόντων τὰ τῆς Πολιτείας, ἠρνήθησαν τότε νὰ μετάσχωσι Κυβερνήσεων μὴ ἀπορρεουσῶν ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ καὶ μὴ στηριζομένων εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ἄδολον αὐτοῦ. Ἐψηφίσθη λοιπὸν ἀνευθύνως ὁ νόμος οὗτος. Τὸ ὑπεύθυνον ἐτρόμαζε τὴν τότε Κυβέρνησιν. Ἠδύνατο νὰ εἴπῃ καθὸ ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν: εἰσάγω εἰς τὰ Ἀνακριτικὰ Συμβούλια τὸν δεῖνα ἀξιωματικὸν καὶ τὸν κατηγορῶ ἐπὶ τῇ δεῖνι πράξει, διὰ νὰ τὸν ἀποπέμψω ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο ὅμως δὲν ἐτόλμα νὰ τὸ εἴπῃ. Ἔλειπε τὸ θάρρος τῆς εὐθύνης. Ἦτο ἡ ἀνανδρία τῶν κυβερνώντων. Ἐξ ἑτέρου ἡ πίεσις—διότι εἶναι βέβαιον ὅτι ἠσκήθη πίεσις ἐν τούτῳ ἐπὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅπως ἠσκεῖτο ἐν παντὶ καὶ σχεδὸν καθημερινῶς—, ἡ πίεσις τὴν ἠνάγκαζε νὰ παραδεχθῇ καὶ υἱοθετήσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου τούτου τοῦ ῥίπτοντος εἰς θάλασσαν βαθεῖαν ὁλόκληρον τὴν συνταγματικὴν ὑπόστασιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ μετ’ αὐτῆς ὁλοκλήρους τὰς συνταγματικὰς ἐγγυήσεις, ὁλοκλήρους τὰς ἐγγυήσεις τοῦ πολίτου, ὁλοκλήρους τὰς ἐγγυήσεις τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ δαιμόνιον τῆς πιέσεως καὶ τῆς ἐλλείψεως τοῦ θάρρους διὰ τὴν ἰδίαν εὐθύνην ἐπίεζεν αὐτὴν ἀφ’ ἑνός, ἡ βαθεῖα ἐκείνη θάλασσα ἦτο ἀφ’ ἑτέρου, καὶ καταληφθέντες ἀπὸ τὸ δαιμόνιον ἐρρίφθησαν εἰς τὴν βαθεῖαν θάλασσαν καὶ παρέσυραν ὅλα τὰ συνταγματικὰ καὶ τὰ ἀνθρώπινα δίκαια, υἱοθετοῦντες ἐκδίκασιν ἄνευ κατηγορίας καὶ ἄνευ ἀπολογίας. Ἐψηφίζετο νόμος ἐξαιρετικός, νόμος ἔχων ἰσχὺν δι’ ὡρισμένην μόνον περίοδον, καὶ ἐψηφίζετο ὁ νόμος οὗτος χωρὶς νὰ συζητηθῇ τελείως τὸ συνταγματικὸν αὐτοῦ, διότι ὅλοι οἱ νόμοι ἀπεκλιβανίζοντο, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἀσυζητητί, ὡς γνωρίζομεν πάντες. Ἠγέρθησαν ὅμως φωναὶ διαμαρτυρίας πολιτευτῶν, καταδειξάντων τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐξέλιπε καὶ παρ’ αὐτοῖς τὸ θάρρος τῆς ὑποστηρίξεως τῶν ἰδεῶν αὐτῶν. Καὶ ἴσως δύναταί τις νὰ εἴπῃ: πῶς εἶναι ὁ νόμος ἀντισυνταγματικός; Θὰ εἴπω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι. Ἐψηφίσαμεν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, τὸ ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς στερεῖται τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ· ἐψηφίσαμεν καὶ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, τὸ ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ οἱ ναυτικοὶ δὲν στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν εἰμὴ καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει. Τὸ ἄρθρον τὸ πρῶτον δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ τμῆμα περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας· ὑπάγεται εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τὰς ἐξασφαλιζούσας τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα καὶ δὲν ἀναφέρεται μόνον εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν· ἀναφέρεται καὶ εἰς τὰς ἐκτάκτους ἐπιτροπάς, οἱασδήποτε ἐπιτροπάς. Ἐὰν ἠρευνῶντο τὰ βιβλία τὰ συνταγματικά, δὲν ἤθελεν εὑρεθῇ μία ἀντίθετος γνώμη. Ἰδοὺ τί λέγουσι περὶ τῶν τοιούτων δικαστηρίων καὶ τῶν ἐπιτροπῶν. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν λέγει ὅτι ἀπαγορεύονται ἔκτακτα δικαστήρια καὶ ἔκτακτοι ἐπιτροπαί, ἐπιτροπὴ δὲ εἶναι καὶ αὐτή· ἐὰν περιεβλήθη τὸ ἔνδυμα «Συμβούλιον», ἤλλαξε τὸ ἔνδυμα, ἀλλὰ δὲν ἤλλαξεν ἡ οὐσία. Ἀκούω ταύτην τὴν στιγμὴν λεγόμενα ἀπὸ νομομαθεῖς: δὲν εἶναι ποινὴ ἡ ἀτίμωσις! δὲν εἶναι ποινὴ ἡ στέρησις τοῦ βαθμοῦ! δὲν εἶναι ποινὴ τοῦτο! ποινὴ εἶναι ἡ κάθειρξις ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας δι’ ἓν ῥάπισμα! ὑπάρχει Βουλή, Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἐν τῇ ὁποίᾳ μετὰ πάροδον τόσων ἐτῶν ἐλευθερίας, πολιτισμοῦ, ἀνθρωπισμοῦ, λέγεται ὅτι δὲν εἶναι ποινὴ ἡ ἀτίμωσις! ποινὴ δὲν εἶναι ἡ στέρησις τοῦ βαθμοῦ! Πρέπει νὰ ἔχωσι πολὺ χονδρὸν τὸ ψυχικὸν δέρμα ὅσοι θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἡ στέρησις τῆς τιμῆς δὲν εἶναι ποινή· εἶναι ἡ πικροτέρα, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀτιμοτέρα τῶν ποινῶν! (Χειροκροτήματα). Ἰδοὺ λοιπόν, Κύριοι, τί λέγουσιν οἱ συγγραφεῖς περὶ τούτου· Ὁ συνταγματολόγος Brunialti, διαπρεπὴς συγγραφεύς, λέγει: «Οὐδέποτε διοικητικαὶ ἐπιτροπαὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συσταθῶσι post factum, μετὰ τὸ γεγονός· μόνον αἱ ἤδη συνεσταμέναι, προτοῦ δηλαδὴ παρουσιασθῇ ἡ κριτέα περίπτωσις, πρέπει νὰ κρίνωσι, διότι μόνον αὐταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συντεθῶσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας καὶ τῆς σπουδῆς — ὅπως συνετέθη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ Βέλγος συνταγματολόγος Orban: «Ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη λόγον ἔχει τὰς καταχρήσεις, τὰς σκληρότητας, τὰς ἀδικίας, αἵτινες ἐσημείωσαν εἰς πάσας τὰς ἐποχὰς καὶ πάσας τὰς χώρας τὴν σύστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν ἐκτάκτων δικαιοδοσιῶν». «Ἕν τῶν πραγμάτων τῶν προσβαλλόντων τὰ μάλιστα τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, λέγει ὁ Montesquieu, εἶναι τὸ νὰ μὴ δικάζωνται ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς αὐτῶν δικαστάς, ἀλλ’ ἀπὸ ἐκτάκτους δικαστὰς καὶ ἐπιτροπάς· μὴ ἀναμένετε οὔτε ἀνθρωπισμὸν οὔτε αἴσθημα δικαιοσύνης ἀπὸ τοιαύτας ἐπιτροπάς· μὴ βασίζεσθε μάλιστα — καὶ εἶναι σπουδαῖον τοῦτο, Κύριοι — μηδὲ εἰς τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον δυνατὸν νὰ ἐπέδειξαν ἕως τότε τὰ ἄτομα τὰ ἀπαρτίζοντα τὰς ἐπιτροπὰς ταύτας· πᾶς ἄνθρωπος, ἀρκούντως ἄνανδρος ὥστε ν’ ἀναλάβῃ μίαν ἐντολήν, ἥτις θὰ τὸν κάμῃ νὰ δικάσῃ πράξεις ἀπαρεσκούσας εἰς ἕνα τύραννον ἢ εἰς μίαν μερίδα, θυσιάζει τὸν ἴδιον αὐτοῦ χαρακτῆρα καὶ γίνεται ἴσως ἀκουσίως ἕρμαιον καὶ συνεργὸς τῆς ἀδικίας». Ἰδοὺ οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπηγορεύθησαν αἱ συστάσεις τοιούτων ἐκτάκτων ἐπιτροπῶν. Ὁ ἴδιος ὁ Orban λέγει: «Ὅταν καταφεύγῃ ἓν ἔθνος εἰς ἐκτάκτους δικαιοδοσίας, καταλύει τὰς ὑπαρχούσας ἐγγυήσεις καὶ τὰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι τίθενται διὰ τὴν ἀσφαλῆ ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἀνοίγει τὴν θύραν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν, εἰς τὴν σπουδήν, εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐκδικήσεως καὶ εἰς πάντα τὰ πάθη. Οὐδέποτε παρετηρήθησαν εἰς τὰς ἐκτάκτους ἐπιτροπὰς καὶ τὰ ἔκτακτα δικαστήρια ἡ ἁρμονία, ἡ σταθερότης, ἡ ἐντιμότης, ἡ ἀνεξαρτησία, ἡ ἔλλειψις παθῶν, ἡ ἔλλειψις προκαταλήψεως, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζουσι τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἡ Ἱστορία ἐστιγμάτισε πάντας ὅσοι ἐγένοντο συνένοχοι καὶ μάλιστα δήμιοι τοιούτων τυραννικῶν πράξεων, συναινοῦντες ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῶν διατυπώσεων, αἵτινες θὰ τοὺς ἠνάγκαζον νὰ σεβασθῶσιν ἑαυτούς, διὰ νὰ γίνωσι ταπεινὰ ὄργανα πολιτικῶν συμφερόντων ἢ ἐχθροτήτων ἢ ἐκδικήσεων». Τὰ ἴδια λέγει ὁ Thonissen, τὰ ἴδια λέγει ὁ πολὺς Γερμανὸς πολιτικὸς καὶ συνταγματολόγος Bluntschli. «Ἡ μανία τῶν ἐπαναστάσεων, λέγει, καὶ τὰ πάθη παρεβίασαν πολλάκις αὐτὸν τὸν κανόνα. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι δίκαιον, εἶναι δικαστικὴ δολοφονία, καὶ ὅταν νόμος τις ἀκόμη τὴν ἐπισημοποιήσῃ». Καὶ περαιτέρω λέγει ὅτι, τὰ δικαστήρια αὐτὰ καὶ τὰ ἔκτακτα συμβούλια συνέστησεν ὁ Danton κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ ἐπαναστάσεως αἱματηρᾶς, ἐπαναστάσεως τεινούσης εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς μὴ ὑπαρχούσης ἐλευθερίας, εἰς τὴν κατάλυσιν δεσποτισμοῦ· καὶ ὅμως; τί συνέβη; Ὁ εἷς ἔσφαξε τὸν ἕτερον, διὰ νὰ σφαγῇ αὐτὸς οὗτος μετὰ πάροδον ὀλίγων ἡμερῶν· ἀλλ’ εἰς ἐξέγερσιν γινομένην ἵνα ἡ Πολιτεία γίνῃ Πολιτεία δικαίου, Πολιτεία εὐνομίας, αἱ διαπράξεις ἀδικιῶν κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἐξεγέρσεως εἶναι αὐτόχρημα ἀναίρεσις πάσης ἰδέας εὐνομίας καὶ δικαιοσύνης. Φρικίασιν, λέγει ὁ Bluntschli, ἀληθῆ προξενοῦσιν ὅσα ἐγένοντο κατὰ διαφόρους ἐποχάς». Ἦτο ὁ νόμος, Κύριοι, οὐ μόνον ἕνεκα τῶν γενικῶν ἀρχῶν ἀντισυνταγματικός, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς εἰδικῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 100 τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 100 τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι: «Μόνον ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει οἱ στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ στεροῦνται τοῦ βαθμοῦ, τῶν τιμῶν καὶ τῶν συντάξεών των». Καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐφεῦρον οἴκοθεν οἱ πατέρες ἡμῶν οἱ συντάξαντες τὸ ψήφισμα, ὅπως δὲν ἐφεύρομεν ἡμεῖς τοῦτο, ὅτε προχθὲς τὸ ἐψηφίσαμεν. Δὲν ἐγένετο καὶ μακρὰ συζήτησις κἂν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει τῇ τότε, διότι ἦτο πιστὴ ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρου 124 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ἀκριβῶς τὰ αὐτά: «Οἱ στρατιωτικοὶ δὲν δύνανται νὰ στερηθῶσι τῶν βαθμῶν των, τῶν τιμῶν καὶ τῶν συντάξεων εἰμὴ κατὰ τὸν τρόπον τὸν καθωρισμένον ὑπὸ τοῦ νόμου». Καὶ τί λέγει εἷς ἐκ τῶν καλλιτέρων σχολιαστῶν, ἂν μὴ ὁ κάλλιστος, τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος Thonissen; Ἐν παραγράφῳ 548 λέγει ὅτι: «δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ πειθαρχίας, διὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχουσι ποινικοὶ νόμοι» — διότι ὑπεστηρίχθη ὅτι τὰ συμβούλια ταῦτα εἶναι πειθαρχικὰ καὶ ὅτι ἐνασκοῦσι πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν», ἀλλὰ πρόκειται περὶ δικαιώματος, καὶ δικαιώματος ἱεροῦ. «Ἀπαιτεῖται μία ἐγγύησις εἰς ἐκείνους τοὺς γενναίους, οἵτινες ἀφοσιώνονται εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πατρίδος, ἐγγύησις διὰ τὰς τιμάς των, τοὺς βαθμούς των, τοὺς μισθούς των, τὰς συντάξεις των». Καὶ διὰ ποιητικῶν ἐκφράσεων ἐκτραγῳδῶν τὰς ἀδικίας, ὑπερασπίζει τὴν ἐγγύησιν ταύτην τοῦ βαθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὥστε νὰ μὴ ἀφαιρῆται ἀνευθύνως καὶ ἀδιακρίτως. Τῳόντι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε στρατόν, ὅταν εἰς μίαν στιγμὴν ἔρχησθε καὶ κάμνητε ἕνα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύνασθε ἄνευ αἰτιολογίας τινὸς ν’ ἀποπέμψητε πάντας τοὺς ἀπαρέσκοντας εἰς ὡρισμένην μερίδα; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ στρατολογήσητε τότε καὶ καλυτέρους, ὅταν οὐδεμία ὑπάρχῃ ἐγγύησις περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν βαθμῶν των; Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει συνταγματοποιηθῆ ἡ ἐγγύησις αὕτη. Ἔτι πλέον. Προχωρῶν ὁ Thonissen ποιεῖται ἐν αὐτῇ τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ Συντάγματος — παρακαλῶ τοὺς νομικοὺς ἐκ τῆς Βουλῆς νὰ προσέξωσιν ἰδικιτέρως εἰς τοῦτο — ἑρμηνείαν τοῦ Βελγικοῦ νόμου τῆς 18 Ἰουνίου 1836, νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς ὁ ἡμέτερος, καὶ λέγει ὅτι τὸ ἄρθρον 124 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὸ ἡμέτερον 100, ἐσυνταγματοποίησε τὸν νόμον περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μεταβληθῇ μόνον γενικῶς καὶ οὐχὶ ἐξαιρετικῶς. Ὁ νόμος δὲ οὗτος εἶναι ὁ ἴδιος νόμος τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους, ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν Γάλλων ἀξιωματικῶν, τὸν ὁποῖον παρέλαβεν ἡ ἡμετέρα νομοθεσία τῷ 1851, δηλαδὴ προτοῦ ψηφισθῇ τὸ Σύνταγμα. Λέγει λοιπὸν ὁ Thonissen, ὅτι ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς 18 Ἰουνίου 1836, ὡς ὁ τῆς 7 Μαρτίου 1851 ἡμέτερος, ἐνεδύθη τὴν συνταγματικὴν ἐγγύησιν, ὥστε μηδεὶς νὰ στερῆται τοῦ βαθμοῦ του, τῆς συντάξεώς του καὶ τῶν τιμῶν του, παρά, ὑφ’ ἃς διατυπώσεις ὁ νόμος ὁρίζει. Πρόκειται περὶ ἐγγυήσεως ἱεροῦ δικαιώματος, πρόκειται περὶ ἐγγυήσεως, ἡ ὁποία ἀποδίδεται μόνον διὰ τῆς διατηρήσεως τοῦ νόμου· καὶ ἑρμηνεύει τὸν νόμον αὐτὸν ἐντὸς τοῦ περὶ Συντάγματος βιβλίου του, καὶ ἑρμηνεύει ὅλας τὰς καταστάσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ Συντάγματι. Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 100 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐδόθη ἡ ἐγγύησις· οὐδὲ εἶδον ἐγὼ νὰ ὑποστηριχθῇ ἐναντία ἔννοια ἐκείνης, ἣν εὑρίσκω εἰς τὸν γράψαντα Thonissen. Ἂν τὸ ἐναντίον ἐγίνετο δεκτόν, τότε ἡ διὰ τοῦ Συντάγματος διδομένη ἐγγύησις ἦτο καὶ εἶναι μηδέν, εἶναι μία ἀνόητος ἐγγύησις. Ἠδύνατο κάλλιστα νὰ ἐψηφίζετο εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔλεγεν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται, ἄνευ ἀπολογίας, νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν βαθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν· ὁ νόμος τὸ εἶπε. Θὰ ἦτο μία ἀστεία ἐγγύησις τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἀφήνοντο ὗλαι αἱ θύραι ἀνοικταὶ πρὸς τὴν κατάχρησιν. Θὰ ἦτο, ὡσανεὶ ἐκλείομεν τὸ οἰκοδόμημα, ἀλλ’ ἀφήνομεν πάσας τὰς θύρας ἀνοικτάς. Ὑποθέτω, ὅτι οὔτε ἐν τῷ Βελγικῷ Συντάγματι οὔτε ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι τοιαῦται ἀστειότητες. Ὑπῆρχεν ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὁ νόμος αὐτὸς προβλέπει καὶ περὶ ἀποστρατεύσεως. Πῶς προβλέπει περὶ ἀποστρατεύσεως; Προβλέπει καθ’ ὃν τρόπον τὰ ἀνθρώπινα δίκαια ἐπιβάλλουσι. Εἶπον πρὸ ὀλίγου πρὸς ἡμᾶς, ὅτι ὁ νόμος αὐτός, ὁ συστήσας τὸ δικαστήριον, ὑπερέβη τὴν Ἱερὰν ἐξέτασιν, ὑπερέβη τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ὁ Ῥοβεσπιέρος κατὰ τὸν μῆνα Prairial ἵδρυσε· διότι ἡ Ἱερὰ ἐξέτασις ἔπλασεν ἀπολογίας· ἔστω καὶ κατὰ προσποίησιν ἐζήτει ὑποχρεωτικῶς τὴν ἀπολογίαν ἀπὸ τὸν κατηγορούμενον, ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ πλήξῃ. Ἐδῶ δὲν ἐζητήθη ἀπολογία. Ὁ Ῥοβεσπιέρος εἰς τὸ περίφημον δικαστήριον τοῦ Prairial, πρὸ ἑκατὸν ἐτῶν, ἐθεώρησε περιττὴν τὴν ἀπολογίαν· εἶπεν ὅμως, ὅτι θὰ ἀνακοινωθῶσιν εἰς τὸν κατηγορούμενον οἱ λόγοι τῆς κατηγορίας. Τὸ περίφημον ἐκεῖνο συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν σωτηρίῳ ἔτει 1794, ὑπερέβη τὴν ἀγριότητα τοῦ Ῥοβεσπιέρου καὶ τῆς Ἱερᾶς ἐξετάσεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἀναφοράν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀπεστάλη.
§125Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπεστράφη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν· θὰ εἶναι εἰς τὸ Γραφεῖον. Παρακαλῶ νὰ τὴν λάβω.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὑρέθη.
§127Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε, ὅτι ὑπῆρχεν εἰς τὸ Γραφεῖον. Εἶπεν ὁ νόμος οὗτος, ὁ ἀπαίσιος, ὅτι οἱ δικασθησόμενοι δὲν θὰ λάβωσι κἂν γνῶσιν τῆς κατηγορίας των. Εἶπε δηλαδὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ἡ Ἱερὰ ἐξέτασις περίπου, ὅτι δύναται τὸ Συμβούλιον νὰ πλήξῃ διὰ λόγους, «τοὺς ὁποίους θεωρεῖ τοῦτο ἰσχυρούς», χωρὶς κἂν νὰ τοὺς ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κριτέον. Εἶπε καὶ ἄλλο τι, ὅτι τὸ δικαστήριον τοῦτο τὸ ἱεροεξεταστικόν, τὸ Συμβούλιον τοῦτο εἰς οὐδεμίαν διατύπωσιν ὑποβάλλεται.
§128Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ νόμος, τὸ λέγει αὐτό;
§129Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἔτι πλέον. Εἶπεν, ὅτι, ἐὰν θέλῃ, ἐξετάζει τὸν ὑπὸ κρίσιν ἀξιωματικόν, ἐὰν δὲν θέλῃ, δὲν τὸν ἐξετάζει. Εἷς ἐκ τῶν μελῶν εἰσηγήθη κακόν τι διά τινα ἀξιωματικόν. Πιστοποιεῖται ψευδῶς τὸ κακὸν καὶ μεταβιβάζεται εἰς τὰ ἄλλα μέλη, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀνακοινωθῇ εἰς τὸν κριτέον ἀξιωματικόν. Ἐὰν θέλῃ, τὸν καλεῖ νὰ ἀπολογηθῇ· ἐὰν δὲν θέλῃ, δὲν τὸν καλεῖ, καὶ ἡ εὐσυνειδησία τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου δὲν ἐκάλεσε κανένα πρὸς ἀπολογίαν! Ταῦτα ἐγένοντο ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1910, ἅτινα δὲν ἐγένοντο εἰμὴ κατὰ παλαιὰς ἐποχὰς ἀγρίας. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ τώρα, ὅτι ὑπῆρχον ἀνάγκαι ἀποστρατεύσεως, διατί νὰ μὴ προκαλέσουν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατηγορεῖ δι’ ὡρισμένας πράξεις, συνιστᾶται ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, λαμβάνονται ἐγγυήσεις ἐν τῷ ἀνακριτικῷ Συμβουλίῳ, διότι ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαίρεσις ὡρισμένων προσώπων, ἀνακοινοῦνται αἱ κατηγορίαι εἰς τὸν κατηγορούμενον διὰ νὰ ἀπολογηθῇ καὶ μετὰ ταῦτα τίθεται εἰς ἀποστρατείαν; Οὐδέν, οὐδεμία ἐκ τῶν ἐγγυήσεων τούτων ἐτηρήθη. Δὲν ἐτηρήθη καὶ ἕτερόν τι, στοιχειώδους δικαιοσύνης καὶ ἀνθρωπισμοῦ. Ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν λέγει ῥητῶς, ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον δὲν δύνανται νὰ λαμβάνωσι μέρος οἱ ἔχοντες ἔχθραν, οἱ ἔχοντες ἔχθραν κατ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θὰ δικάσωσι. Τί ἀνθρωπινώτερον δίκκιον τούτου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ διάταξις νόμου ἀνθρωπίνου, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἱδρύηται εἰδικὸν δικαστήριον καὶ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν ἄσπονδον ἐχθρόν μου νὰ μὲ δικάζῃ; Καὶ ὅμως ἐγὼ ἔχω ἐνταῦθα ἐνώπιόν μου δικογραφίαν, τῆς ὁποίας ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται ὅτι εἷς ἀξιωματικός, γνωστὸς ταγματάρχης, μετέσχε τοῦ Συμβουλίου — δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ὀνόματα, διότι ἄλλως εἶναι γνωστά —, μετέσχε λοιπὸν ἀξιωματικὸς τοῦ Συμβουλίου εὑρισκόμενος ἐν ἁσπόνδῳ ἐχθρότητι πρὸς τὸν λοχαγὸν Μπαρδόπουλον, τὸν ὁποῖον ἐδίκασε. Λέγει ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μετάσχῃ τοῦ Συμβουλίου ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν ἔχθρᾳ. Καὶ ὁ θετὸς καὶ ὁ ἠθικὸς νόμος ἐπέβαλλον νὰ μὴ συμμετάσχῃ. Λέγει ὁ νόμος ὅτι δὲν μετέχει ἐκεῖνος, ὅστις ὑπέβαλε μήνυσιν, διότι καὶ ἡ μήνυσις γεννᾷ ἔχθραν. Ἐπὶ πλέον λέγει ὁ νόμος περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μετάσχωσι τοῦ Συμβουλίου κατ’ ἀξιωματικοῦ μέλλοντος νὰ κριθῇ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μάρτυρες. Τίνα ἀνθρωπινώτερα τούτων πάντων; Ἐὰν ἔχητε ὄχι ψυχὴν ἑλληνικῆς δικαιοσύνης, ὄχι ψυχὴν τουρκικῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ ψυχὴν δικαιοσύνης καὶ τῶν ἀνθρωποφάγων, εἴπατε: εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναί τις μάρτυς τῆς κατηγορίας, κατήγορος καὶ δικαστὴς συνάμα; Ποίαν λοιπὸν εὐαισθησίαν δικαιοσύνης εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος τοῦτο, ὅταν ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1910, ὅτε ἐπηγγέλλοντο αἱ ὁμάδες αἱ διάφοροι τὴν ἀναγέννησιν τῆς δικαιοσύνης, τὴν εὐρυθμοτέραν διάταξιν τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων, ἵνα ἀποβῇ τὸ Κράτος δικαιότερον, εὐνομώτερον καὶ καταλληλότερον διὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, ἐψηφίζετο τοιοῦτος νόμος, ἀποκλείων πᾶν ἀνθρώπινον δίκαιον, ἐψηφίζετο νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠδύνατό τις νὰ εἶναι συγχρόνως μάρτυς τῆς ποιότητος τοῦ κρινομένου, εἰσαγγελεύς, κατήγορος αὐτοῦ καὶ δικαστής; Καὶ ὅμως ἐγένετο. Καὶ ἐγένετο, Κύριοι, ἐπακολουθησασῶν τῶν τριῶν συζητήσεων. Δὲν ἤρκει ὅμως τοῦτο. Ὁ νόμος βεβαίως οὗτος ἦτο μία μάχαιρα· ἠδύνατό τις νὰ πλήξῃ ἐπὶ τοῦ ἀσφαλοῦς, εἴτε ἐκ κακῆς προθέσεως, εἴτε καὶ παίζων μὲ τὴν μάχαιραν, εἴτε καὶ ἐν σπουδῇ μεταχειριζόμενος αὐτήν. Ἀλλ’ ἦλθον αἱ συζητήσεις τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ προσάψωσι καὶ στίγμα ἀκόμη εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἤθελον ἢ νὰ ἐκδικηθῶσιν ἢ ὁπωσδήποτε νὰ πατάξωσιν οἱ ἐκ τῶν παρασκηνίων τότε δρῶντες. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὅτι, ἐὰν αὐστηρῶς τις ἐκρίθη ὡς διοικητικῶς ἀνίκανος, τοῦτο δὲν ἔχει σπουδαιότητά τινα. Ἐξεγείρεται ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου, προσέθηκεν, ἂν πρόκειται περὶ στίγματος, περὶ ἀνθρωπίνου πλήγματος ἐν τῇ τιμῇ τοῦ πολίτου, καὶ εἴδομεν ἐξεγειρομένην τὴν ψυχήν του πρὸ μηνῶν, ἐπὶ ὁμοίου θέματος. Δὲν συνειθίζω νὰ κολακεύω· λέγω πάντοτε μετὰ ἐλευθερίας τὰς γνώμας μου, καὶ ἀπέδειξα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὅτι, καὶ ὅταν εἶναι ἀντίθετος αὕτη, δύναμαι τραχέως νὰ ὑποστηρίξω αὐτήν. Δι’ ἐμὲ αἱ γνῶμαι καὶ αἱ ἰδέαι δὲν εἶναι ὑποκάμισα, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ ἀποβληθῶσιν εὐκόλως μετὰ τὴν χρῆσιν. Χωρὶς λοιπὸν νὰ κολακεύσω, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐξηγγέλλετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐθεώρει καθῆκόν του ὑπέρτατον ἵνα μὲ ὁλόκληρον τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως περιβάλῃ καὶ διακηρύξῃ τὴν ἀθῳότητα τοῦ ἀξιωματικοῦ Ἠπίτου, μολονότι τὴν εἶχεν ἤδη κηρύξει ἡ δικαστικὴ Ἀρχή. Καὶ ἐν τῇ ψυχῇ μου ἐκ βάθους συνεχάρην τὸν ἐγκαινιασμὸν τῆς νέας πολιτικῆς τακτικῆς, τῆς ὑψηλῆς καὶ ἠθικῆς, διότι τοιαύτην ἐγκαινίασεν ὁ μέγας Κλεμανσὼ ἐν Γαλλίᾳ, μαχόμενος ὑπὲρ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀθῳότητος ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, τοῦ Δρέϋφους. Ἔλεγον τότε πατριῶταί τινες ἐκεῖ ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ ἀπαιτεῖ νὰ μὴ θιγῇ ποσῶς ἡ ὑπόθεσις αὐτή. Καὶ εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τότε δὲν ἦτο ἀκόμη μέγας, ὁ Κλεμανσώ, οἴκοθεν κατήρξατο τοῦ ἀγῶνος διὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ ὑπερήσπισεν ἐντίμως τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, πειθόμενος ὄχι ὅτι ἦτο ἀθῷος, ἐν ἀρχῇ ἀμφέβαλλεν, ὡς δεικνύει ἡ σειρὰ τῶν ἄρθρων του τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλὰ πειθόμενος ὅτι δὲν ἐτηρήθη ἡ διαδικασία ἡ ἐξασφαλίζουσα τὰ δίκαια τοῦ ἀνθρώπου, καθόσον ἐδικάσθη ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφου μὴ ἀνακοινωθέντος. Καὶ δὲν ὤκνησε νὰ πολεμήσῃ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, διότι ἔλεγεν ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ στρατεύματος, ἡ ὁποία συγκινεῖται, ὅταν ὁ ἁπλοῦς στρατιώτης, ὁ μικρὸς στρατιώτης πλήττῃ τὸν δεκανέα καὶ ἀπαιτῇ τὴν καταδίκην αὐτοῦ εἰς θάνατον, διὰ τὴν τιμὴν τοῦ στρατεύματος, δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἀσυγκίνητος, ὅταν ὑπάρχουν ὑπόνοιαι ὅτι ἕνεκεν ἀτάκτου διαδικασίας ἐπλήγη ἡ τιμὴ ἄλλου τινὸς στρατιώτου. Καὶ ἀνέλαβε τὸν ἀγῶνα τοῦτον τὸν τίμιον καὶ ὑπεράνθρωπον, καὶ αὐτὸς καὶ ὁ μέγας Zola, καὶ ἐσπαράσσετο ὁλόκληρος ἡ Γαλλία διὰ τὴν τιμὴν ἑνὸς ἀνθρώπου, ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, Ἰουδαίου μάλιστα. Ἐσπαράσσετο ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν. Καὶ ὅτε τις ἠθέλησε νὰ τὸν μυκτηρίσῃ, καὶ εἶπεν εἰς τὸν Κλεμανσώ, ὅτι ἐπὶ τέλους δι’ ἕνα ἄνθρωπον δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συνταράσσηται ὁλόκληρος ἡ Γαλλία ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἀπήντησεν εὐθαρσῶς, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τότε μόνον ὑπάρχει εἰς τὰ ἔθνη, ὅταν αὐτὰ θέτωσιν ὑψηλὰ ὁλόκληρον τὴν τιμὴν αὐτῶν διὰ τὴν ἀθώωσιν ἑνὸς ἀδίκως παθόντος, (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Καὶ εἶπεν, ἀντιθέτως πρὸς τοὺς ζητοῦντας τὴν ἡσυχίαν, ὅτι τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τὸ πολιτικὸν συμφέρον, διότι τότε μόνον θὰ ἡσυχάσῃ ἡ Γαλλία, ὅταν γίνῃ ἡ δίκη ὑπὸ τὸ φῶς, ὑπὸ τὰς διατυπώσεις τῆς φανερότητος, καὶ ἀποδειχθῇ ἡ ἐνοχὴ ἢ ἡ ἀθῳότης τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἀποδοθῇ εἰς τὸν ἀδικηθέντα ἡ τιμή. Καὶ ἡσύχασε τῳόντι ἡ Γαλλία, ὅτε ἀπεδόθη εἰς αὐτὸν ἡ ἀθῳότης καὶ ἡ τιμή. Καὶ ἡσύχασεν ὁ στρατὸς τῆς Γαλλίας, ὅτε ἀπεδόθη τοιουτοτρόπως καὶ εἰς αὐτὸν ἡ τιμή. Καὶ πῶς κατωρθώθη ἡ ἡσυχία; Διὰ παρανομίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν παρενόμησεν ὁ Ἄρειος Πάγος, διὰ νὰ ἀδικήσῃ ἄνθρωπον. Παρενόμησε, διὰ νὰ ἄρῃ μίαν παρανομίαν, διὰ νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον εἰς ἕνα ἄνθρωπον. Γνωρίζετε δὲ πῶς παρενόμησε; Παρενόμησε, διότι, ἐνῷ ὁ Ἄρειος Πάγος δικαιοῦται μὲν νὰ ἀναιρέσῃ ἀπόφασίν τινα, ἀλλὰ τὴν παραπέμπει εἰς ἄλλο δικαστήριον, ὁ ἐκεῖ Ἄρειος Πάγος, πεισθεὶς περὶ τῆς ἀθῳότητος, ἀνῄρεσε τὴν ἀπόφασιν, χωρὶς νὰ παραπέμψῃ εἰς ἄλλο δικαστήριον. Καὶ ὁ Δρέϋφους προήχθη εἰς ταγματάρχην καὶ ἀπενεμήθη εἰς αὐτὸν ἡ Legion d'honneur, καὶ τότε μόνον τῷ εἶπον, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν στρατόν. Τοῦτο εἶναι μόνον πρᾶξις πολιτική. Ἀλλ’ ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ ἀδικήματος καὶ ἡ ἀπόδοσις τοῦ δικαίου δὲν εἶναι πρᾶξις πολιτική. Δὲν εἶναι πρᾶξις πολιτική, διότι εἶναι πρᾶξις στοιχειωδῶς ἀνθρωπίνη. Ὑπάρχει, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁ ἄνθρωπος ἐνεφανίσθη ἐπὶ τῆς γῆς, ἐζητήθη λογοδοσία καὶ ἐζητήθη ἀναγνώρισις καὶ ἀπόδοσις τοῦ δικαίου ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τῶν πρώτων ἀνθρώπων ἐπὶ τῆς γῆς.
§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τῶν δικαστηρίων.
§131Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῶν δικαστηρίων ἀποδίδεται τὸ εὐτελές, τὸ περιφρονητέον ὑλικὸν κέρδος. Διὰ τῶν δικαστηρίων δὲν ἀποδίδεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τιμὴν δὲν ἔχει, ἡ τιμή. (Χειροκροτήματα). Τοῦτο δὲν ἀποδίδεται διὰ τῶν δικαστηρίων. Ὑπάρχει ἰδέα κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τιμὴ εἶναι ζήτημα τιμήματος, ἀλλ’ εὐτυχῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα οἱ ἔχοντες τὰς ἰδέας ταύτας εἶναι ὀλίγιστοι. Ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ πληγῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ εἰς τὴν ὑπόληψιν ἀκόμη. Καὶ ἐρωτᾶται ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν συζήτησιν, ποῖος θὰ κατηγορήσῃ, καὶ ὑποστηρίζεται ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ κατηγορία καὶ νὰ ὑπάρχῃ ὁ κατηγορῶν καὶ τότε μόνον θὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις, ὅταν αὐτὸς ὁ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις περὶ τῶν κριθησομένων ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ἀξιωματικῶν. Ἐθυσιάσθησαν αἱ ἐπιφυλάξεις τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων καὶ τῆς ἀπολογίας, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ποῖος θὰ κατηγορήσῃ καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπαντᾷ, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν Πρακτικῶν (ἀναγινώσκει): «Νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τοῦτο, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συνήθων πράξεων, θὰ εἶχε καλῶς. Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ πράξεις φύσεως τοιαύτης, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθοῦν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἢ νὰ διατυπωθοῦν εἰς διαταγήν. Θὰ ἀπομακρυνθῶσι μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ φέρουν τὴν στολὴν τοῦ ἀξιωματικοῦ».
§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὥστε αὐτοὶ ὅλοι εἶναι ἄτιμοι.
§133Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται τοῦτο καὶ κατωτέρω, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν Πρακτικῶν. Συνιστᾶται ὅτι ὅπως καταρτίζεται τὸ Συμβούλιον θὰ καταντήσῃ οἱ κατώτεροι νὰ κρίνωσι τοὺς ἀνωτέρους καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσῃ σκέψις παρὰ τοῖς κατωτέροις, ὅπως ἀποδιώξωσιν ἀδίκως τοὺς ἀνωτέρους καὶ καταλάβωσι τὰς θέσεις αὐτῶν διὰ προβιβασμῶν· τοῦτο διέψευσεν ἡ ἐπανάστασις, οἱ κατώτεροι δὲν κατέλαβον ἀνωτέρας θέσεις! Ἀλλὰ καὶ ἦτο δυνατὸν παρὰ τῇ κοινῇ συνειδήσει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι οἱ κατώτεροι θὰ ἐθεωροῦντο ὡς ἔχοντές τινας τοιαύτας βλέψεις καὶ ὡς μὴ ἀμερόληπτοι δικασταί; Καὶ ἐπαναλαμβάνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὰς ἰδίας δηλώσεις, ὅτι «ὀλίγοι εἶναι — λέγει — οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τίμιοι». Ἐπιμένουσιν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ λέγουσι κατὰ τὴν συζήτησιν· τέλος πάντων αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους ὀφείλεις σὺ νὰ τοὺς παραπέμψῃς ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων κατηγοριῶν εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτὸ τὸ οὕτως ἐκτάκτως ὁριζόμενον».— Κατὰ τὰς ἀσφαλεῖς μου πληροφορίας, Κύριοι, ἐπιέσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπιέσθη ὑπὸ κατωτέρων ἀξιωματικῶν. Ἀναγνωρίζεται διὰ τοῦ νόμου λοιπὸν ἡ ὑποχρέωσις ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτό, τὸ ὁποῖον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἦτο ἐλεύθερον νὰ κρίνῃ, καὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ νόμῳ ὅτι (ἀναγινώσκει) «θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τοῦτο τὸν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀποσταλησόμενον τῷ Συμβουλίῳ κατάλογον ... νὰ παραμείνουν εἰς τὸν στρατόν». Βλέπω λοιπὸν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ νόμου ἐκείνου δύο τινά. Ἠθέλησαν νὰ προσάψωσι μομφὴν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς οἱ διευθύνοντες ἀνευθύνως τότε τὰς τύχας τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἠθέλησαν οἱ ψηφίσαντες νὰ ληφθῇ μία τοὐλάχιστον ἐγγύησις, νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος εἷς ἄνθρωπος νὰ κατηγορήσῃ, νὰ ὑπογράψῃ ἔστω ἕνα κατάλογον. Κατὰ τίνα τρόπον, Κύριοι, ἐγένετο κατόπιν ἡ διαδικασία; Ἀγνοῶ ἂν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συνέπεσε νὰ μελετήσῃ, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε καὶ λόγος, ὅλον τὸν φάκελον τὸν σχετικόν, τὸν ὁποῖον ἔχω, ὡς βλέπετε, ἐνώπιον ἐμοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τῇ 26ῃ Μαρτίου 1910 ἀνακοινοῖ τὸν νόμον αὐτὸν τὸν περίφημον, ἀνακοινοῦν δὲ τὸν νόμον ἐπιλανθάνεται ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ συζητήσει ἐλέχθησαν, ἐκείνων τὰ ὁποῖα διεβεβαίωσεν ὁ προϊστάμενος τῆς διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων· λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν: ναὶ μὲν εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι θὰ ἀποταχθῶσιν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους δὲν θεωρῶ τιμίους, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι, — προσέξατε, Κύριοι, εἰς τὸν τύπον τῆς αἰτιολογίας διὰ νὰ ἴδητε πῶς τὰ πάντα διεκωμῳδοῦντο καὶ ἐστραγγαλίζοντο τότε — (ἀναγινώσκει) «αἱ ὑπὸ τοῦ 3 ἄρθρου ὁριζόμεναι ἀποφάσεις δέον νὰ εἶναι σαφεῖς καὶ ὡρισμέναι». Καὶ ὡρισμένως τὸ πρᾶγμα λέγει καὶ ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἀποφάσεις καταρτίζονται κατὰ πλειονοψηφίαν, διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας, τηρουμένων μόνον μυστικῶν τῶν συζητήσεων». Ἀπῄτησε λοιπὸν ὁ νόμος φανερὰν ψηφοφορίαν, ἀλλ’ οὐδόλως φέρεται ἐν τοῖς πρωτοκόλλοις φανερὰ ἡ ψῆφος ἑκάστου τῶν μελῶν. Δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ δικογραφίᾳ, ἐν τῷ φακέλῳ τούτῳ, τῷ ἐπισήμῳ, ὃν ἔχω ἐνώπιόν μου, οὐδὲ ἐγένετο πρακτικόν, δεικνύον ὅτι ἔγινε φανερὰ ψηφοφορία. Οὐδένα γνωρίζω, ὅστις εἶχε τὸ θάρρος νὰ καταγγείλῃ. Καὶ γνωρίζετε τί μοὶ ὑπενθυμίζει αὐτὴ ἡ σιγή, ἡ καὶ πρὸς πᾶσαν πρόκλησιν κατόπιν γενομένην ἐπακολουθήσασα; Μοὶ ὑπενθυμίζει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὴν δευτέραν δίκην τοῦ Δρέϋφους εἰς τὰς Ῥέννας. Ὅτε ἐπροκαλεῖτο ὁ Ἐστερχάζυ νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἀπήντα «δὲν ἀπαντῶ διότι ἡ τιμὴ τοῦ στρατοῦ μοὶ ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀπαντήσω» καὶ ὁ Ἐστερχάζυ κατόπιν συνελαμβάνετο ὡς ἔνοχος καὶ προδότης! Ἔρχεται λοιπὸν νόμος, λέγων σαφῶς καὶ ὡρισμένως ὅτι θὰ γίνῃ φανερὰ ψηφοφορία· ἦτο τοῦτο κέρδος ληφθὲν κατὰ τὴν τελευταίαν ψήφισιν. Ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς πρῶτος ἐκραύγασε καὶ ἔλεγεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνευ αἰτιολογίας νὰ δικάζωνται ἄνθρωποι καὶ ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ δικαιοσύνη, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ εἰς τὸν δικασθέντα ἄνευ δικαιολογίας: ἔχει καλῶς· θὰ ταφῇς. Ὑπεστηρίχθη ὅμως ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ ὅτι ἀπαιτεῖται αἰτιολογία, διότι αὐτὸ τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα. Ἡ αἰτιολογία ὅμως ποία πρέπει νὰ εἶναι; Διέταξεν ὁ νόμος νὰ ᾖ σαφὴς καὶ ὡρισμένη ἡ ἀπόφασις καὶ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας. Ὁλόκληρος ὁ φάκελος εἶναι ἐδῶ· οὐδαμοῦ θὰ ἴδητε φανερὰν ψηφοφορίαν οὐδὲ πρακτικὸν περὶ ψηφοφορίας, ἐὰν ὁ Α. ἐψήφισε «ναί», ὁ Β. «ὄχι», διὰ νὰ ἐξελεγχθῇ ἂν ἡ ἀπόφασις ἐλήφθη τοὐλάχιστον διὰ πλειονοψηφίας. Αἱ ἰδιαίτεραι πληροφορίαι γνωρίζετε ποῖαι εἶναι· συνήθως τοιαύτας ἐλαμβάνομεν ἀπὸ τοὺς παλαιᾶς ποιότητος δικαστάς, καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας ταύτας ἕκαστος εὑρίσκετο ὅτι εἶχε δώσει ψῆφον ἀθωωτικὴν καὶ ὁ κατηγορούμενος εὑρίσκετο καταδεδικασμένος. Διὰ τοῦτο ἀπητήθη φανερὰ ψηφοφορία καὶ αἱ ἀποφάσεις σαφεῖς καὶ ὡρισμέναι. Τὰ Πρακτικὰ ἔπρεπε νὰ ἐμφαίνωσι φανερὰν ψηφοφορίαν. Καὶ ὅμως οὐδὲ συνετάχθησαν κἂν πρακτικά, διότι οὐδεὶς εἶχε τὸ θάρρος τῆς ψήφου του. Νομίζετε ὅτι ἔγινε τοῦτο; Καὶ ἡ ἀγαθόπιστος ἀκόμη διαχείρισις ἐξουσίας δικαστικῆς ἀπὸ στρατιωτικούς, ἄγει εἰς πράγματα τὰ ὁποῖα, ἐὰν δὲν εἶναι ἐπιβλαβῆ, πάντως εἶναι κωμικά. Δὲν δύνανται οἱ ἄνθρωποι νὰ διαχειρισθῶσι τοὺς τύπους τοὺς δικονομικούς. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀποστέλλει ἔγγραφον καὶ λέγει «ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ θέσωσι καμμίαν ἄλλην δικαιολογίαν, αἰτιολογίαν τῶν ἀποφάσεων, εἰμὴ διοικητικὴν ἀνικανότητα. Ταῦτα λέγει τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὅπερ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου, ἄλλα εἶχεν εἴπει. Εἶχεν εἴπει ὅτι ἡ αἰτιολογία καὶ ἡ δικαιολογία, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀποβάλλωνται οἱ ἀξιωματικοί, εἶναι ὅτι δὲν εἶναι χρηστοί. Ἰδοὺ ἔπειτα τί εἰσηγεῖται εἰς τὸ συμβούλιον (ἀναγινώσκει): «Ὡς αἰτιολογίαν δὲ θὰ φέρητε τὴν ἑξῆς: Δι’ ἀνικανότητα περὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν στρατιωτικῶν αὑτῶν καθηκόντων» — Εἰσηγεῖτο δηλαδὴ ὁ Ὑπουργὸς ὄχι νὰ ὑπάρχῃ αἰτιολογία, ἀλλὰ νὰ τεθῇ μία τυπικὴ καὶ ὁμοιόμορφος αἰτιολογία διὰ πάντας. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἔλεγεν εἰς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συντεθέν, ὡς ἤθελεν αὐτή, συμβούλιον». Θὰ προγράψω, θὰ κρίνω ὡς θέλω ἐγώ, θὰ κρίνητε καὶ σεῖς ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας θὰ δώσῃ ὁ Α ἢ ὁ Β ἀνευθύνως, τὰς ὁποίας θὰ καταδώσῃ κρύφα ἓν μέλος ὡς μάρτυς. Ποῖος τὸν κατηγορεῖ; Ὁ αὐτός. Ποῖος τὸν δικάζει; Ὁ αὐτός. Καὶ ὁ τύπος, ἡ μήτρα εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐτίθεντο ὅλα αὐτὰ τὰ σκότια, τὰ ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ βυσσοδομούμενα καὶ παρὰ πᾶσαν ἰδέαν δικαιοσύνης, θὰ ἦτο εἷς: «δι’ ἀνικανότητα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν στρατιωτικῶν καθηκόντων». Ἀλλά, ἔλεγεν ὁ νόμος, πρέπει νὰ ὑπογράψῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀποστείλῃ κατάλογον τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ κριτέους, ἔστω καὶ ἄνευ ὡρισμένης κατηγορίας. Νομίζετε ὅτι εἶχε τὸ θάρρος ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ στείλῃ κατάλογον τοιοῦτον; Ἐδῶ εἶναι πάλιν τὸ μέγα χαρακτηριστικόν, τὸ ὁποῖον ἂν δὲν ἐκλείψῃ, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἔχῃ τις οἱανδήποτε ἐλπίδα καὶ προσδοκίαν βελτιώσεως τῶν πραγμάτων, τὸ χαρακτηριστικὸν τῆς ἐλλείψεως τοῦ θάρρους, τῆς ἀνανδρίας, πρὸς ἀνάληψιν τῆς ἰδίας εὐθύνης. Δὲν ἐτόλμα νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνην, δὲν ἐτόλμα νὰ στείλῃ κατάλογον, διότι, ἐὰν ἔστελλεν, ἐγνώριζεν ὅτι καὶ αὐτὸς ὡς οἱ οἱανδήποτε ἐξουσίαν ἀσκοῦντες, Ὑπουργοὶ ἢ εἰσαγγελέως, καταγγέλλοντες ψευδῶς διαπράττουσιν ἀδίκημα, καὶ θὰ διέπραττεν ἀδίκημα τιμωρούμενον ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον. Καὶ ναὶ μὲν τότε δὲν ἐλειτούργει οὐδεὶς νόμος, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ ὁ φόβος ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ λειτουργήσῃ. Ἰδοὺ κατὰ τίνα τρόπον ἐξεπληρώθη ἡ ὑποχρέωσις αὕτη, κατὰ τίνα τρόπον ἀνταπεκρίθη εἰς τὸ δίκαιον ὁ τότε Ὑπουργός. Ἐστάλη ὁλόκληρος ἡ ἐπετηρὶς τοῦ Στρατοῦ. Ἰδού, ἐὰν δὲν τὸ ἴδῃ τις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐννοήσῃ (δεικνύει τὴν ἐπετηρίδα), καὶ γράφει εἰς τὸ πρῶτον φύλλον διὰ νὰ πληρωθῇ δῆθεν ὁ νόμος: «Κατάλογος τῶν ἐν τῷ στρατεύματι ἀξιωματικῶν». Δὲν στέλλει κατάλογον τῶν ἀξιωματικῶν τοὺς ὁποίους ἐθεώρει κριτέους, ὡς λέγει ὁ νόμος, ἀλλὰ στέλλει ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, ἐντὸς δὲ αὐτοῦ τοῦ καταλόγου, διὰ τὴν τελειοτέραν ἀστειοποίησιν καὶ διακωμώδησιν τῆς δικαιοσύνης, ὑπῆρχον καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸ συμβούλιον, διότι ἦσαν καὶ αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ!
§134Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τὴν βδελυρωτέραν καὶ ἀνοσιωτέραν στρέβλωσιν.
§135Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχω τὴν ἀρχήν, ὅτι, ὁσάκις πρόκειται περὶ προσωπικῆς ὑποθέσεως, ὁπωσδήποτε συνδεομένης μὲ τὸν ἀγορεύοντα, εἶναι ὑποχρεωμένος οὗτος νὰ μετέρχηται μετρίαν γλῶσσαν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ τῷ ἀποδοθῇ ἡ ἰδέα τῆς ἰδιοτελείας· σᾶς ὁμολογῶ δὲ ὅτι εἶμαι δειλὸς πρὸ τῆς ἰδέας αὐτῆς, διότι γνωρίζω ὅτι, ἐὰν ἐλέχθη ῥητόν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθές, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ φοβῆται τὸν συκοφάντην, καθότι il en restera quelque chose, θὰ μείνῃ κάτι ἐκ τῆς συκοφαντίας. Ὁμιλῶ λοιπὸν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐρεθίσῃ ὅσον εἶναι δυνατόν. Ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ ἀναπτύξω καὶ τὰ βδελυρὰ σημεῖα, μὲ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἔχω. Ἐγένετο λοιπὸν ἡ ἀποστολὴ τοῦ καταλόγου τούτου, Κύριοι, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας καὶ ἄλλα τινὰ πράγματα. Ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλήν, διότι τὴν ἀπασχολῶ, ἀλλ’ εἶναι τὸ θέμα ἐκτεταμένον.
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε· σᾶς ἀκούομεν εὐχαρίστως.
§137Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεστάθη, Κύριοι, καὶ συνῆλθε τὸ συμβούλιον τοῦτο. Συνῆλθε τῇ 2 Ἀπριλίου 1910. Ὅτε συνῆλθεν, ἤρξατο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν δὲν εἶχον κατάλογον τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ κρίνουν, καὶ εἰκάζει τις, διότι ἀποκλείεται πᾶσα ἄλλη εἰκασία, τίνι τρόπῳ ἐπελήφθησαν. Ἐδῶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔπεμψε κατάλογον. Ἔστειλεν ὁλόκληρον τὴν ἐπετηρίδα. Ποῖον θὰ πετάξῃ ὁ καθείς μας. Ἤρχισαν δ’ ὅλοι νὰ εἶναι μάρτυρες καὶ εἰσαγγελεῖς καὶ δικασταί. «Ἐγὼ λέγω νὰ πεταχθῇ ὁ δεῖνα». Παρακαλῶ οἱονδήποτε τρόπον ἄλλον διαδικασίας φαντάζεταί τις νὰ τὸν ὑποδείξῃ. Ἰδοὺ διαμαρτυρία ἀμέσως ἑνὸς ἐντίμου ἀνθρώπου, ἑνὸς ἐξόχου ἀνθρώπου, καὶ τιμίου στρατιώτου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν συναίσθησιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παραβλέπῃ ὁ τίμιος ἄνθρωπος τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Ἀναγινώσκω ἐν τῷ φακέλῳ (ἀναγινώσκει ἐκ τοῦ φακέλου τοῦ ἀφορῶντος τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ἀξιωματικοὺς ἓν ἔγγραφον). Ἀριθ. 269 Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Ἀπριλίου 1910. Ὁ συνταγματάρχης ἐπιθεωρητὴς τοῦ Πυροβολικοῦ Βακάλογλου Δ. Πρὸς τὸν ὑποστράτηγον ἀρχηγὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου κ. Σαπουντζάκην, πρόεδρον τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ͵ΓΧΝΓʹ συστάντος Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Ἐνταῦθα Περὶ ἀπαλλαγῆς μου ἐκ τῶν καθηκόντων μέλους τοῦ Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου. Ἑπόμενος τῇ κατὰ τὴν χθεσινὴν προκαταρκτικὴν συνεδρίασιν δηλώσει μου, λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω καὶ αὖθις ὅτι διαρρήδην ἀντιφρονῶ πρὸς τὸν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ συμβουλίου διακανονισθέντα τρόπον τοῦ ἐλέγχου τῆς ἐκκαθαρίσεως. Πρεσβεύω δέ, ἐρειδόμενος καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λαβουσῶν χώραν συζητήσεων, ἀναφορικῶς πρὸς τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα, ὅτι ὁ νομοθέτης δὲν διενοήθη νὰ περιβάλῃ τὸ συμβούλιον μὲ τοιαύτην ἀπέραντον δικαιοδοσίαν, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ χορηγήσῃ αὐτῷ τὸ δικαίωμα ἐλέγχου αὐθαιρέτου καὶ ἐρειδομένου, ὡς ἐκανονίσθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, μόνον ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν τῶν ἀποτελούντων τὸ συμβούλιον μελῶν, περὶ τῆς ἀκριβοδικίας καὶ εὐσυνειδησίας τῶν ὁποίων ἀναμφιλέκτως οὐδὲ ἴχνος δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολίας, πλὴν τὸ πλανᾶσθαι εἶναι ἀνθρώπινον. Ἑτέρωθεν διὰ τοῦ διακανονισθέντος τρόπου τοῦ ἐλέγχου, τὸ συμβούλιον μεταβάλλεται εἰς κατήγορον, ἐνῷ ἐξ ἄλλου τὸ ἴδιον πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ, ὅπερ ἀντίκειται εἴς τε τὰς βάσεις καὶ τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὑπέχον οὕτω τὴν εὐθύνην καὶ τῆς κατηγορίας καὶ τῆς ἀποφάσεως. Κατ’ ἀκολουθίαν, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, δέον ὅπως ἡ ὑπηρεσία ὁρίσῃ διὰ καταλόγου, ὡς ὥρισται ἐν τῷ ͵ΓΧΝΓʹ νόμῳ, τοὺς ἀξιωματικούς, οὕς ἤθελε θέσει ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου, αἰτιολογοῦσα δι’ ἐκθέσεώς της τὰς ἀφορμάς, τὰ αἴτια καὶ τὰ γεγονότα, ἅτινα προκαλοῦν τὸν ἔλεγχον αὐτῶν, ἵνα τὸ συμβούλιον ἐν πλήρει ἐπιγνώσει ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοσοῦτον σοβαροῦ καὶ λεπτεπιλέπτου ζητήματος, καθόσον ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὸ ἐπ’ ἐμοὶ κηρύσσομαι ἀνεπαρκὴς νὰ κρίνω, καὶ παρακαλῶ ὅπως ἀπαλλαγῶ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης». (Χειροκροτήματα ζωηρά. Εὖγε!). Δὲν γνωρίζω τὸν ἄνδρα, ἀλλ’ εἶναι φωτεινὸν σημεῖον δι’ αὐτόν.
§138Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§139Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φίλος μου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς κ. Μπρισιμιτζάκης θεωρεῖ ἑαυτὸν ὑπόχρεον, ἵνα ἰδιαιτέρως ἀνησυχῇ ἅμα πρόκειται περὶ στρατιωτικῶν πραγμάτων, δὲν δύναμαι δὲ ἀτυχῶς οὔτε τῆς ἠθικῆς μου ψυχραιμίας νὰ μεταδώσω καὶ λυποῦμαι σφόδρα. Εἶναι ἴσως réminiscences-de casenre... Ἐπαρουσιάσθη λοιπὸν καὶ εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος διεμαρτυρήθη εἰς τὸ συμβούλιον αὐτό, καὶ εἶπεν ὅτι οὔτε ὁ νόμος τηρεῖται οὔτε τὰ ἀνθρώπινα δίκαια τηροῦνται, ἀλλ’ ἡ πίεσις ἐνησκήθη κατὰ τὴν ἀπάντησιν. Τί τῷ ἀπαντᾷ καὶ διατάσσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Κάμε ὅ,τι ζητοῦμεν· σοὶ ἀνέθηκεν ὁ νόμος νὰ δικάσῃς ὅπως τύχῃ· δὲν σοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐξεγερθῇς ὡς τίμιος ἄνθρωπος. Δίκαζε λοιπὸν ὅπως ὅπως· διὰ τοῦτο σὲ ἐτάξαμεν, ἔχεις ἐξαναγκαστικὴν ὑποχρέωσιν, ἔστω καὶ ἂν ἐξανίσταται ἡ ἀνθρωπίνη δικαιοσύνη ἐν σοί. Γίνεται ἡ ἀπάντησις αὕτη ἡ τέμνουσα τὸ ζήτημα τῆς διαδικασίας τὴν 5ην Ἀπριλίου, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἐγγράφου (Ἐπιδεικνύει τὸ ἔγγραφον). Ἐνταῦθα παρουσιάζεται, Κύριοι καὶ μία μελάνωσις τῆς χρονολογίας· δὲν θέλω ἴσως νὰ ὑποπτεύσω ἀλλοίωσίν τινα αὐτῆς· τὴν δέχομαι ὅπως οἱοσδήποτε ἤθελε τὴν κρίνει· τὴν πιστοποιῶ μόνον ὡς ὕποπτον μελάνωσιν τῆς χρονολογίας. Βλέπω βαθύτερον ἓν σημεῖον ὡς 2, καὶ ἄνωθεν ἓν σημεῖον ὡς 5, ποῖον ἐκ τῶν δύο εἶναι οὐκ οἶδα, εἶναι ὅμως ἓν χαρακτηριστικὸν τῆς ἀταξίας τῆς ὅλης ἐνεργείας, τῆς ἀδίκου καὶ ἐσπευσμένης.
§140Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Εἶναι τὸ πρωτότυπον;
§141Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τὸ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τὸ κατέθηκε μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων. Ἐμεσολάβησεν ἀπὸ τῆς 5 τοῦ μηνὸς Ἀπριλίου 1910, ὅτε ἐγράφη ἡ ἀπάντησις, ἢ ἀπὸ τῆς ἑπομένης ἀμέσως, ἐμεσολάβησε διάστημα ὀκταήμερον μέχρι τῆς 13 Ἀπριλίου, ὅτε ἐξεδόθησαν τὰ πρωτόκολλα, καὶ ἐπρόκειτο νὰ κριθῶσιν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἐὰν δὲν εἶναι προγραφαί, διότι, ἐὰν ἦσαν προγραφαί, ὑπῆρχον ἐκ τῶν προτέρων τὰ πρόσωπα· ἐὰν δὲν ἦσαν προγραφαὶ καὶ ὑπῆρχεν ἴχνος ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης, ἐπρόκειτο νὰ κριθῶσιν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀπετελοῦντο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀπὸ 2,200 περίπου. Ἐκρίθησαν αὐτοί; Ἀνεγνώσθησαν τὰ φύλλα ποιότητος; Ἐπήρκει τόσος ὀλίγος χρόνος; Βεβαίως ὄχι. Συνετάχθησαν τέσσαρα ἢ πέντε πρωτόκολλα, μὲ ἕνα γραφικὸν χαρακτῆρα, ἄλλα πρωτόκολλα μὲ ἄλλον, τέσσαρες ἢ πέντε γραφεῖς ἀνέλαβον τὴν κατάρτισιν τῶν πρωτοκόλλων, θὰ ἴδητε δὲ ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα τούτων ἡ χρονολογία καὶ ἡ θέσις τοῦ ὀνόματος εἶναι δι’ ἄλλης χειρὸς γεγραμμένα, δηλαδὴ ἐστήθησαν κατὰ σειρὰν αἱ λαιμητόμοι καὶ ἐτοποθετεῖτο εἷς ἕκαστος ἐκ τῶν προγραφέντων. Ἤθελον νὰ γνωρίζω ἂν τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ πρακτικὸν τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας, καὶ ἂν τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ σαφὲς καὶ ὡρισμένον τῆς ἀποφάσεως, ἅτινα ἐζήτησεν ὁ νόμος. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας ἐν τῇ Βουλῇ, ὤφειλον νὰ εἶναι σαφεῖς καὶ ὡρισμέναι αἱ ἀποφάσεις. Εἶπον τότε ἐν τῇ Βουλῇ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ μνημονεύσωμεν εἰδικῶς ἐν τῷ νόμῳ ὅτι ἀπαιτεῖται αἰτιολογία, διότι τὸ Σύνταγμα, ἀπαιτοῦν πάντοτε αἰτιολογίαν, ἐξασφαλίζει, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ αἰτιολογία, καὶ τοῦτο ἐδέχθησαν τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Ῥάλλη. Ἐπέμενεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καὶ τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ, ἐμεσολάβησε δὲ ὁ κ. Δ. Ῥάλλης καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται τοιαύτη μνεία, διότι τὴν ἀπαιτεῖ ἤδη τὸ Σύνταγμα. Λοιπὸν πρακτικὸν φανερᾶς ψηφοφορίας δὲν ὑπάρχει, διὰ τὴν εὐθύνην σαφοῦς καὶ ὡρισμένης ἀποφάσεως. «Κατὰ τὸν νόμον—ἄρθρον 3—τὸ Συμβούλιον ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ περὶ τῆς ἀποστρατεύσεως τοῦ ὑπὸ ἔλεγχον ἀξιωματικοῦ σαφῶς καὶ ὡρισμένως». Οὐδεμία σαφὴς καὶ ὡρισμένη κρίσις, οὐδεμία ἀσαφὴς καὶ ὡρισμένη ἀπόφασις, τί ἐδέχθη καὶ διατί τὸ Συμβούλιον... Τὸ καλοῦπι μόνον τῆς αἰτιολογίας, ὁ τύπος δηλαδή, ὁ ὁποῖος διεπέμφθη διὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ ἐπηκολούθησαν τὰ Διατάγματα τῆς ἀποστρατεύσεως. Ὁ νόμος δὲν ἐφηρμόσθη, κύριοι Βουλευταί, ὁ νόμος δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός· εἶναι ἀντανθρώπινος· εἶναι ἐκ τῶν νόμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν στίγμα καὶ ὄνειδος βαθὺ διὰ πᾶσαν τιμίαν Πολιτείαν. Εἶναί τις ἐκ τῶν ἀποταχθέντων ἢ καὶ τῶν μενόντων, οὐχὶ καλός, οὐχὶ ἔντιμος; Ἐπιβάλλεται κατηγορία, ἐπιβάλλεται ἀπολογία. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσητε ὅτι ὅλοι οἱ ταχθέντες νὰ κρίνωσι διετέλουν ἐν γνώσει τῆς ποιότητος 2,200 ἀξιωματικῶν καὶ δὲν δέχεσθε ὅτι ἐν τῇ σπουδῇ ἐκείνῃ ὑπέπεσαν εἰς πλάνας, εἰς διαβολάς, εἰς ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα καθίστανται ἔτι μᾶλλον ἐπώδυνα; Διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἐψηφίζετο ὁ νόμος, εἶπεν ὁ Ὑπουργὸς ὅτι θὰ ἀποταχθῶσιν ἐκεῖνοι, περὶ τῶν ὁποίων ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις ὅτι, «προσέβαλλον τὸ ἔνδυμα τοῦ ἀξιωματικοῦ». Εἶπον τότε, ὅτι μέγα τι πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἐλατήριον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου θὰ ἀπεπέμποντο καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, εἰμὴ τὸ κοινὸν νὰ εἰκάζῃ ὅτι τὸ ἐλατήριον, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπεπέμφθη ἕκαστος ἐκ τῶν ἀποταχθέντων, ἐκρίθη μετὰ βάσανον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδίκασαν. Καὶ ἐδίκασαν ἐν σπουδῇ, ἐν ἐλαφρότητι, ἐν ἐλλείψει πάσης πληροφορίας, ἐκ διαβολῶν καὶ συκοφαντιῶν ποταπῶν, διότι οὔτε ἀνθρωπίνως εἶναι δυνατὸν εἰς 6 ἡμέρας νὰ λάβωσιν ὅλα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου πληροφορίας διὰ 2,200 ἀξιωματικούς. Ἠθέλησαν νὰ ἐγκολάψωσιν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς καὶ ἀνευθύνως τὸν σίδηρον τῆς ἀτιμίας ἐπὶ ἀνθρώπων, οἵτινες εἶναι ἱκανοὶ ἐξ ἴσου, τοὐλάχιστον, πρὸς πλείστους ἐκ τῶν ἄλλων. Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τῶν ὀλίγων δραχμῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἐλάμβανον. Αὐταὶ εἶναι μηδαμιναί. Οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἐνδιαφέρονται περὶ τῶν ὀλίγων ἐκείνων δραχμῶν, ὅπως οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποθέσῃ ὅτι οἱ ἐπαναστάται ἀξιωματικοὶ οἱ ζητήσαντες προαγωγάς, διὰ τὰς ὁποίας ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἐφημερίδι τοῦ κινήματος τότε τῷ «Χρόνῳ» ἔγραφον, μετὰ τὴν πτῶσιν τοῦ κ. Λαπαθιώτου, ὅτι θὰ εἶναι ἄτιμος ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ζητήσων προαγωγάς, ὅτι οἱ ζητήσαντες, λέγω, προαγωγάς, εἶναι τοιοῦτοι, καὶ ὅτι τὸ ἔκαμαν δι’ ὀλίγα κέρματα. Ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι· βεβαίως ἐδέχθησαν ταύτας, διότι ἐνόμιζον ὅτι θὰ συνετάσσετο καλλίτερον ὁ στρατὸς τῆς πατρίδος. Δὲν ἀφορᾷ λοιπὸν τὰ ὀλίγα κέρματα ἡ ὑπόθεσις, ἀλλὰ τὴν τιμὴν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων. Ἠγνοεῖτο βεβαίως ἡ συζήτησις ἡ διεξαχθεῖσα τότε, διὰ τῆς ὁποίας ἐθεωρεῖτο ὡς ἔγκλημα τιμῆς ὅ,τι θὰ ἐπέφερε τὴν ἀπόδειξιν. Καὶ ἡ τιμὴ ἐκείνων δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς ἀποβληθέντας ἀδίκως, ἀφορᾷ καὶ τὴν οἰκογένειαν αὐτῶν, ἀφορᾷ καὶ τὰ τέκνα αὐτῶν, καὶ θὰ εἶναι ἀπάνθρωπος ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία δὲν θὰ θελήσῃ νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἐγένοντο ἀδικήματα καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν τιμὴν τῶν μελῶν αὐτῆς. Μοὶ συνέβη, Κύριοι, κάτι τὸ ὁποῖον ἐσπάραξε τὴν ψυχήν μου. Τινὲς ἐκ τῶν ἀπομακρυνθέντων, καὶ εὐτυχῶς εἰς αὐτοὺς κατατάσσεται καὶ ἐκεῖνος, ὅστις μοὶ ἐγένετο ἀφορμή, ὅπως ἴδω ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ τῆς θλιβερᾶς καὶ στυγερᾶς ταύτης ὑποθέσεως, τινὲς ἐξ αὐτῶν, εὐτυχῶς δι’ αὐτούς, εἶναι ὑλικῶς ἀνεξάρτητοι. Ἀλλὰ πρό τινος χρόνου εὑρισκόμην ἐν Πάτραις καὶ κατέφυγεν εἰς ἐμέ, ἔκ τινος πλησίον πόλεως, εἷς ἐκ τῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀποβληθέντων ἀξιωματικῶν, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἐγνώριζον ἔκτοτε καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο ἐντιμότατος ἄνθρωπος· ἐζήτησε τὴν σύστασιν καὶ ὑποστήριξίν μου, ἵνα γίνῃ ταμίας εἰς ἓν κατάστημα καὶ παρέσχον ὁλοψύχως ταύτην, καὶ ἐδέχθη ὁ προϊστάμενος τοῦ καταστήματος νὰ τὸν παραλάβῃ· τὴν ἑπομένην ἔρχεται συντετριμμένος καὶ μοὶ ἀναγγέλλει, ὅτι δὲν δύνανται νὰ τὸν παραλάβωσιν εἰς ὑπηρεσίαν, διότι εἶναι μεταξὺ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν! Ἰδοὺ αἱ συμφοραὶ τὰς ὁποίας ὁ νόμος αὐτός, ὁ ἀντανθρώπινος, ἔκαμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τοὺς ἀποβληθέντας. Οὐδέποτε ᾐσθάνθην ὀδύνην μεγαλειτέραν.
§142Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ἐντὸς πόσων ἡμερῶν ἐξεδόθησαν αἱ ἀποφάσεις;
§143Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντὸς 7 ἢ 8 ἡμερῶν. Γνωρίζετε δέ, Κύριοι, ἐπειδὴ προεκλήθην ἀπὸ ἕνα τῶν πρωτεργατῶν τῆς ἐπαναστάσεως, γνωρίζετε ποίαν φθοροποιὸν δύναμιν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ συκοφαντία; Ἀναγινώσκω νῦν ὁλόκληρον τὸ φύλλον ποιότητος τοῦ ἀξιωματικοῦ, οὗ ἐν ἀρχῇ ἐμνήσθην, διότι δὲν θὰ ἐδεχόμην νὰ μοὶ ἐκανόνιζον τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου, ὁ Α ἢ ὁ Β. Ἀνέγνωσα τὸ πρῶτον μέρος. Ἄλλη σημείωσις, ἰδοὺ ἐν τῷ φύλλῳ ποιότητος: «Ἀξιωματικὸς μορφωμένος, ἀξιωματικὸς ἐγγράμματος καὶ μετὰ ζήλου ἐκτελῶν τὴν ὑπηρεσίαν του, φρονηματίας, ἐξεπαίδευσε καλῶς τοὺς δεκανεῖς, ἔδρασεν εἰς τὴν μάχην τοῦ Γριμπόβου, μετὰ θάρρους διοικήσας τὸν λόχον του». Ἔρχεται ἄλλη τις σημείωσις περαιτέρω ἂν ὑπηρέτησεν ἐν Σπάρτῃ· ἴσως τις νὰ γνωρίζῃ τὴν ὑπηρεσίαν του αὐτὴν ὡς ἀστυνόμου.
§144Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦτο λαμπρότατος ἀξιωματικός.
§145Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ βεβαιῶ.
§146Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «Κατὰ τὴν ἑξαμηνίαν ταύτην, προσθέτει ἄλλος τις, δὲν ἐφάνη πολὺ δραστήριος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀστυνομικῆς ὑπηρεσίας». Θὰ ηὐχόμην ὅλαι αἱ σημειώσεις νὰ εἶναι σύμφωνοι πρὸς ταύτην διὰ τοὺς ὑπηρετήσαντας ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ στρατιωτικούς, διότι, ἂν ὑπῆρξε στίγμα εἰς τὸν στρατὸν τῆς Ἑλλάδος, ἦτο ἡ ἀνάμιξις αὐτοῦ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, καὶ ἂν δὲν ἦτό τις ἱκανὸς διὰ τὴν Ἀστυνομίαν, σημαίνει ὅτι ἦτο πολὺ καλὸς ἀξιωματικὸς εἰς τὸν στρατόν. Καὶ ὅλαι αἱ σημειώσεις αἱ ἀλληλοδιάδοχοι εἶναι ἄρισται. Θὰ σᾶς εἴπω τώρα καὶ δύο ἀντιθέτους, καὶ ἰδοὺ πῶς γράφεται ἡ ἱστορία, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ συκοφαντία νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν της, ὅταν ὑπάρχῃ κατήγορος καὶ μάρτυς καὶ δικαστὴς ὅμοιος (ἀναγινώσκει): «Ὑπῆρξεν ἐγωϊστής». Ὑποθέτω ὅτι ἐγωϊστὴς δὲν πρέπει νὰ εἶναι μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ διὰ τὸ ἴδιόν του ἐγώ. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἔχων ἀξίαν τινὰ διέφυγε τὴν μομφὴν τοῦ ἐγωϊσμοῦ. Οὐδὲ οἱ μεγάλοι πολιτικοὶ ἐξέφυγον τῆς κατηγορίας αὐτῆς· εἷς ἀποθανὼν μέγας πολιτικὸς τῆς Ἑλλάδος κατηγορεῖτο ὡς ἐγωϊστὴς τραχύς. Ὑπάρχει ἔκθεσις τοῦ Κουμουνδούρου περὶ εὐπρεπείας του καὶ μορφώσεώς του. Ὑπάρχει μία σημείωσις τῷ 1902 γενομένη ἀπὸ ἕνα ταγματάρχην, ἡ ὁποία ἀναιρεῖται εὐθὺς ἀπὸ τὴν κατωτέρω. Ταγματάρχης τις, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, κάμνει τὴν σημείωσιν ὅτι εἶναι ὀκνηρὸς καὶ διαβλήτωρ καὶ ἀκάθαρτος! Ἀλλ’ εὐθὺς κατόπιν ἔρχεται ἡ σημείωσις τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, ὅστις λέγει ὅτι ἀπορεῖ, πῶς ὁ ταγματάρχης ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἀνακριβῆ παρατήρησιν, ἐνῷ δύο μόνον μῆνας ὑπηρέτησε παρ’ αὐτῷ καὶ δὲν πιστεύω νὰ τὸν εἶδε παρὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας φοράς, καὶ ἐπὶ πλέον ἐξέλεξε μόνον αὐτὸν τὸν ἀξιωματικὸν διὰ νὰ γράψῃ ἐπὶ τῶν φύλλων ποιότητος, ὅτι εἶναι διάνοια περιωρισμένη, ὅτι εἶναι ἀκάθαρτος καὶ ὀκνηρός, ἐνῷ διὰ τοὺς ἄλλους οὐδὲν λέγει, μόνον περὶ αὐτοῦ ἐσημείωσε. Δύναμαι ἴσως νὰ ἀποδώσω κακὴν πρόθεσιν ὅτι ἐξέλεξεν ἕνα καὶ μόνον διὰ νὰ τὸν κατηγορήσῃ. Ἴσως κακαὶ εἰσηγήσεις καὶ συκοφαντίαι πλάγιαι τὸν κατέπεισαν καὶ ἔγραψεν οὕτω. Διότι, Κύριοι, μὴ νομίζωμεν, ὅτι, ὅταν τις φέρῃ στολήν, παύει τοῦ νὰ εἶναι ἄνθρωπος. Ὅπως ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν δικηγόρων, μεταξὺ τῶν ἰατρῶν, μεταξὺ ὅλων τῶν ἐπαγγελμάτων ἐπιπόλαιοι καὶ ἐλαφροί, κρίνοντες ταχέως περὶ καλοῦ καὶ κακοῦ, προκειμένου περὶ προσώπων, οὕτω συμβαίνει καὶ μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν ἡ ἐπιπολαιότης καὶ ἡ ἐλαφρότης νὰ φέρῃ εἰς ἐσφαλμένας κρίσεις, ἡ ἐπιπολαιότης ἡ ὁποία ἄλλως ἦτο φυσικὸν νὰ συμπαρομαρτῇ προκειμένου νὰ γίνῃ τόσον ταχεῖα κρίσις. Σημειώσατε καὶ τοῦτο, ὅτι κατὰ τὰς γενομένας ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις ἐπρόκειτο περὶ μεμειωμένων κατὰ τὴν τιμήν, ἀλλ’ ἂν ἔλθουν ἐδῶ τὰ φύλλα ποιότητος ὅλων...
§147Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ τῶν ἐκκαθαρισάντων.
§148Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως καὶ τούτων. Θὰ ἴδητε ὅτι οὐδεμία σημείωσις ὑπάρχει κατ’ ἐκκαθαρισθέντος, θίγουσα τὴν τιμήν, καὶ εἶναι ζήτημα τί ὑπάρχει σεσημειωμένον διὰ τοὺς λοιπούς.
§149Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ φύλλα ποιότητος.
§150Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐκρίνοντο ἐν παραβολῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὰ φύλλα ποιότητος τῶν ἀποταχθέντων πρὸς τά φύλλα ποιότητος τῶν ὑπολειφθέντων καὶ τῶν ἐκκαθαρισάντων, καὶ ἔχω τὸ θάρρος νὰ τὸ ζητήσω διὰ τρίτην φοράν. Ὁ εὐθὺς οὐδὲν φοβεῖται. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα ὅσον καὶ ἂν ἔχει τὸ ἀνθρώπινον δίκαιον, τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης, ἔχει ὅμως κοινήν τινα γνώμην ἀντίθετον, αἰσθάνομαι δὲ ἰδιαιτέραν εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Βουλήν, διότι μὲ ἠκροάσθη εὐμενῶς. Ἡ κοινὴ γνώμη ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι ψυχολογικῶς ἐξηγητὴ ἡ κατάστασις αὕτη. Οὐδεμία ἄλλη ἀδικία εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ συγχωρητέα ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ λαοῦ, τόσον εὐκόλως, ὅσον ἡ ἀδικία ἡ πραττομένη ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν σωμάτων. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπάρχει ἡ ἰδέα τῆς δικαιοσύνης, τὴν ὁποίαν ποθεῖ ὁ λαός, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἀπονέμοντες αὐτὴν εἶναι περιβεβλημένοι μὲ μίαν ἀμφίεσιν, ἡ ὁποία ἐπιδρᾷ ψυχολογικῶς ἐπὶ τὴν αἴσθησιν τοῦ λαοῦ, εἶναι περιβεβλημένοι μὲ τὸ σύμβολον τῆς ὑπερασπίσεως τῆς πατρίδος, καὶ ὁ κρίνων εὑρίσκεται ἐν τινι συγκρούσει αἰσθημάτων. Λεληθότως συγκρούονται ἐν αὐτῷ τὰ αἰσθήματα τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης πρὸς τὰ αἰσθήματα τὰ πρὸς τὴν πατρίδα, τῆς ὁποίας τὴν ὑπεράσπισιν βλέπει συμβολιζομένην ἀπὸ τὴν στολήν, καὶ θυσιάζει τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης καὶ τὴν ἰδέαν τῆς πατρίδος. Ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται διατί, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, ὑπάρχει ἀμβλύτης τις περὶ τὴν ἀπόδοσιν τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ὑπόθεσις, ὑπάρχει ἡ ἰδέα ὅτι ἡ γαλήνη θὰ ἐπέλθῃ ταχύτερον, ἂν παραμένωσιν ἀνικανοποίητοι οἱ ἀδικούμενοι. Ἔστω. Ἀλλὰ τί ἐμποδίζει τὴν Κυβέρνησιν, ἣν παρακαλῶ νὰ μὴ σκεφθῇ ἀμέσως, ἀλλὰ βραδέως καὶ ἐν ἠρεμίᾳ καὶ μετὰ χρόνον πολύν, ἵνα, ἔστω κἂν οἱ ἀξιωματικοὶ πρόκειται νὰ μὴ ἐπανέλθωσι, προτείνῃ, ὅπως διὰ σώματος ἐκ τῆς Βουλῆς πηγάζοντος, δι’ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, βεβαιωθῇ τοῦτο μόνον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ προσφύγωσι μετὰ τοῦ θάρρους, τὸ ὁποῖον ἀντλοῦσιν ἐκ τῆς ἀθῳότητός των οἱ τίμιοι ἄνθρωποι, πρὸ τῆς ἐπιτροπῆς κριθῶσιν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἐξαγγείλῃ ἁπλῶς τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ὅτι ἠδικήθη ὁ ἄλφα ἢ ἠδικήθη ὁ βῆτα· τί θὰ ἐμποδίσῃ, λέγω, νὰ ἐξετασθῇ καὶ νὰ βεβαιωθῇ ὅτι ἐγένοντο ἀδικήματα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν εἶναι μεμειωμένοι κατὰ τὴν τιμήν, καὶ νὰ χρησιμεύσῃ αὐτοῦ τοῦ κυριάρχου σώματος μία βεβαίωσις ἐπίσημος ὅτι ἐν σπουδῇ ἀπεφάσισε, καθ’ ὃν τρόπον ἀπεφάσισε τὸ Συμβούλιον; Ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἀπεφάσιζεν ἡ ἐπιτροπὴ ἀντιθέτως, στιγματίζονται δὶς ἐκεῖνοι. Μάλιστα· ἀλλὰ ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐπιληφθῇ μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον τὸ θάρρος νὰ προσέλθωσι, καὶ νὰ εἴπωσιν· ἰδοὺ ὁ βίος μου καὶ ὁ ἀτομικὸς καὶ ὁ οἰκογενειακὸς καὶ ὁ στρατιωτικὸς εἶναι ἐνώπιον ὑμῶν· ἐὰν ἔχω στίγμα τι, εἴπατέ το φανερῶς· ἐὰν δὲν ἔχω, βεβαιώσατε ὅτι ἐγένετο ἀδίκημα. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβῶς ζήτημα δικαίου; Δὲν ἐδιχοτόμησε τὸ ζήτημα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν; Ὑπὸ τὴν μελέτην αὐτοῦ τίθημι τὸ μὴ πολιτικὸν ζήτημα, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ σκεφθῇ ἐπὶ μακρὸν πρὶν ἢ ἐξενέγκῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ὑλικοῦ κέρδους, ἀλλὰ μόνον περὶ τοῦ κέρδους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ παρίδῃ, περὶ τοῦ κέρδους τοῦ ἠθικοῦ, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ παρίδῃ, ὅταν ὁ παθὼν τὸ ζητῇ. Ἐκ τούτου δὲν ὑπάρχει κίνδυνος διαταράξεως τῆς τάξεως. Τὸ ἔθνος ἡμῶν, Κύριοι, διῆλθε κλονισμοὺς μεγάλους, διῆλθεν ἐποχὰς σπαραγμῶν, τελευταῖον. Κατελύθησαν καθεστῶτα, κατελύθησαν ἀρχαὶ καὶ ἐτραυματίσθησαν ψυχαὶ καὶ τιμαὶ καὶ ὑπολήψεις καὶ ἐκρημνίσθησαν ἑστίαι. Ἀλλ’ εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται ν’ ἀντιπαρέλθῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὸ δίκαιόν των. Τοὐναντίον, ἐὰν πάντες ἀγώμεθα ἀπὸ εὐγενῶν αἰσθημάτων, ἀπὸ αἰσθημάτων δικαιοσύνης, ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν εὐγενῶς τὰς χεῖρας πρὸς ἀλλήλους, πάντες, ἀδικήσαντες καὶ ἀδικηθέντες, καὶ νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ ἀδικήματα, διότι τότε καὶ μόνον θὰ δυνηθῶμεν, ἐν συμπνοίᾳ ἐργαζόμενοι, νὰ ἀναστήσωμεν πλησίον τῶν καταπεσόντων ἐκείνων μικρῶν οἴκων καὶ τὸν μέγαν κοινὸν οἶκον τῆς προσφιλοῦς πατρίδος ἡμῶν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Τὰ πείσματα πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσιν ἀπέναντι τοῦ αἰσθήματος τοῦ δικαίου. Τοῦτο εἶναι ἴδιον τῶν ἀνδρῶν καὶ τῶν πατριωτῶν, οὐδὲ πρέπει νὰ δειλιᾷ τις πρὸ τοῦ δικαίου. Χρειάζεται τὸ θάρρος καὶ ἡ αἰσιοδοξία πάντοτε. Ἡ αἰσιοδοξία κατέχει καθ’ ὑπερβολὴν ἐμέ, ὁμιλῶν δὲ περὶ τῶν ἀνθρώπων τούτων ἔχω μίαν πεποίθησιν ἀκλόνητον. Πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸν εἰκοστὸν αἰῶνα ἄνθρωπος ἀδικηθεὶς νὰ μὴ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του ταχέως ἢ βραδέως. Ἴσως παρέλθουν μῆνες, ἴσως ἔτη, ἀλλὰ θὰ τὸ εὕρῃ πάντως, ἔστω καὶ μετὰ θάνατον ἀκόμη. Ἰδοὺ παράδειγμα ἐν Ἱσπανίᾳ, ὅπου συνταράσσεται ἡ κοινὴ γνώμη ζητοῦσα τὴν ἀναθεώρησιν τῆς δίκης τοῦ Φαρέρο. Σήμερον τὸ αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης ὑψώθη ἐπὶ τοσοῦτον παρὰ τοῖς λαοῖς, ὥστε ζητοῦν καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς δίκης τοῦ Χριστοῦ. Ἔχω τὴν πεποίθησιν λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, ἄνθρωπος ἀδικηθείς, νὰ μὴ εὕρῃ μίαν ἡμέραν τὸ δίκαιόν του. Πιθανὸν αἱ περιστάσεις νὰ μὴ τὸ ἐπιτρέψωσι τὴν μίαν ἡμέραν, θὰ τὸ ἐπιτρέψωσι βραδύτερον ἀσφαλῶς. Ἔχω δὲ ἐπίσης τὴν γνώμην ὅτι μόνον διὰ τοῦ θάρρους καὶ τῆς αἰσιοδοξίας καὶ τῆς θαρραλέας ἀνορθώσεως τῶν ἀδικημάτων καὶ τῆς ἀληθοῦς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύσῃ ἡ πᾶσα κοινωνία, ἰδίᾳ δὲ ἡ κοινωνία ἡμῶν καὶ τὸ Ἔθνος ἡμῶν, τὸ μικρόν. Ἄν, Κύριοι, ἐγὼ ἐμπεπλησμένος ἐκ τῆς αἰσιοδοξίας ταύτης, ἣν ἀπεκόμισα ἴσως, διότι ἐπάλαισα ἐν τῷ βίῳ, ἄν, λέγω, δὲν συνήντων αὐτὴν παρὰ τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἤθελον βεβαίως ταχθῆ ὑποστηρικτὴς τῶν ἰδεῶν του. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπέλειπεν ἡμᾶς, ἦτο ἀείποτε τὸ θάρρος καὶ ἡ αἰσιοδοξία καὶ δὴ παρὰ τοῖς ἡγουμένοις τῶν κοινῶν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρέπει πάντοτε, ὁσάκις σκεπτόμεθα περὶ ἐπανορθώσεως ἀδικιῶν, νὰ ἔχωμεν θάρρος καὶ αἰσιοδοξίαν καί, ἂν ἔχωμεν πάντες ἡμεῖς τοῦτο, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον οἱοσδήποτε κλονισμὸς νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀφάνισιν ἢ τὴν βλάβην τῆς πεφιλημένης ἡμῶν Πατρίδος. Τὸ Κράτος ἡμῶν, τὸ μικρὸν καὶ ἀνίσχυρον, ἔχει πρὸ πάντων ἀνάγκην δικαίου, διότι οἱ ἀσθενεῖς ἔχουσι πρὸ παντὸς ἀνάγκην τῆς ὑψηλῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης. Τὸ δίκαιον, Κύριοι, ἐπικαλούμεθα ἡμεῖς, ὅταν ζητῶμεν τὴν εἰς ἡμᾶς ἀπόδοσιν τῆς πολυμάρτυρος νήσου Κρήτης, καὶ οἱ ἰσχυροὶ τῆς γῆς μᾶς ἀντιτάσσουσιν, ὅτι ἡ γαλήνη καὶ ἡ εἰρήνη ἐπιβάλλουσιν εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ ἀποδώσωσιν εἰς ἡμᾶς τὸ δίκαιον. Καὶ ἡμεῖς παραπονούμεθα. Δυνάμεθα λοιπὸν ἡμεῖς ἤδη νὰ λέγωμεν, ὅτι ἡ γαλήνη καὶ ἡ ἡσυχία ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ εἰσακούσωμεν τὸ δίκαιον τῆς φωνῆς τῶν ἀδικουμένων. Καὶ ἂν τοῦτο εἴπωμεν, ὅταν βύωμεν τὰ ὦτα, ὅταν ἀρνώμεθα δικαιοσύνην εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὴν ζητοῦσι παρ’ ἡμῖν, κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν ἔχει θάρρος νὰ ζητήσωμεν καὶ ἡμεῖς παρὰ τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς τὴν δικαιοσύνην, τὴν ἀΐδιον ἀπέναντι τῆς γαλήνης καὶ τῆς ἡσυχίας, ἣν αὐτοὶ μᾶς ἀντιτάσσουσιν; Ἡ γαλήνη δὲν τρέχει κανένα κίνδυνον. Μὴ δειλιῶμεν. Πρέπει πάντες νὰ θαρρῶμεν καὶ νὰ αἰσιοδοξῶμεν, διότι εἶναι ἀδύνατον ἡ Ἑλλάς, ἡ προσφιλὴς πατρίς, νὰ πάθῃ ποτὲ τίποτε, ἀπονέμουσα δικαιοσύνην. Τοῦτο πρεσβεύω, Κύριοι, ἐκ βάθους ψυχῆς, διότι, ἂν περιστάσεις ἀντίξοοι, περιστάσεις θλιβεραί, τὰς ὁποίας δὲν θέλω νὰ φαντασθῶ, ἠδύναντο νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἐξαφάνισιν καὶ τὴν καταστροφὴν τοῦ Κράτους ἡμῶν, νομίζω ὅτι θὰ ἀπέμενεν ἀπαισίως ἠκρωτηριασμένη διὰ παντὸς ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντογούρης.
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν 5 λεπτά.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ 5′ λεπτὰ ἀκριβῶς. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Ἀ. Κάβουρα ὑποβάλλονται τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως κ.λ.π. τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὑποβάλλεται ἡ ἔκθεσις ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν καὶ προσωρινῆς φορολογίας αὐτοῦ διὰ τὸ ἔτος 1911, ὡς ἐτροποποιήθη τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν». Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. (Ἰδὲ ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ) Ὁ κ. Κοντογούρης ἔχει τὸν λόγον.
§155Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατόπιν τῶν κατηγορηματικῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ προκύψαντος ζητήματος, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὴν τιμὴν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀλλ’ ἂν πράττω τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ βεβαιωθῇ ὅτι τὸ πράττω ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον διὰ ν’ ἀνασκευάσω ῥιζικῶς τὰς ἀνακριβείας, αἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλέχθησαν, ἀνακριβείας, αἵτινες προσκρούουσιν εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ αὐταπόδεικτα πράγματα, ἀνακριβείας, τὰς ὁποίας δὲν ἐδίστασαν νὰ ἐκστομήσωσιν ἐντεῦθεν ἀξιότιμοι ὄντως συνάδελφοι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος λεχθέντα ὑπὸ τῶν προλαλησάντων, εἶπεν ὅτι κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοια, ὡς ἐκ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐψηφίσθη καὶ ἐλειτούργησεν ὁ νόμος, ὅτι δύο, τρεῖς ἢ πέντε ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν, ἴσως νὰ ἐκρίθησαν ὑπεράγαν αὐστηρῶς. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι εἰς θέσιν προσωπικῶς ἐγὼ νὰ γνωρίζω τὰ κατ’ αὐτούς· τὸ ἀντίθετον θὰ ἠδύνατο νὰ συμβῇ, ἐὰν ὑπερθεμάτιζον εἰς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα τοῦ προσωπικοῦ δεσμοῦ, τὸν ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶχον μετά τινων ἐκ τῶν πρώην συναδέλφων μου, πρώην συναδέλφων, τοὺς ὁποίους μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ συμπαρασύρῃ ὁ πέλεκυς τοῦ νόμου ἐκείνου. Δύναμαι νὰ προσθέσω, ὅτι πρός τινας τῶν πρώην ἐκείνων συναδέλφων μου, συνεδεόμην φιλικώτατα, ἔκτοτε δὲ δὲν συνέπεσε νὰ συναντηθῶ ἐκ νέου μετ’ αὐτῶν. Ὑπηρέτησα ὑπό τινας ἐξ αὐτῶν, συνυπηρέτησα ὡς ὁμοιόβαθμος μετ’ ἄλλων, συνέπεσε δέ, ἐν ὡρισμέναις τοῦ μικροῦ μου ἄλλως στρατιωτικοῦ βίου περιπτώσεσι, νὰ λάβω ἀφορμὴν ὥστε νὰ μὴ διακόψω τὴν φιλίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον μετ’ αὐτῶν. Λέγω ταῦτα, ἵνα βεβαιώσω τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ περὶ τούτου νὰ μὴ ἀμφιβάλῃ, ὅτι πρὸς οὐδένα ἀπολύτως ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες ἀπεμακρύνθησαν τοῦ στρατεύματος, διάκειμαι ἐχθρικῶς, ὅτι πρὸς οὐδένα ἐξ αὐτῶν μὲ συνδέει τι, τὸ ὁποῖον νὰ μὲ ὑποχρεοῖ νὰ ὑπερθεματίσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε καὶ ὅτι πολλῷ μᾶλλον δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐνόμιζον, ὅτι ὤφειλον νὰ ἀντιπαρέλθω ἀπὸ τοῦ βήματος, διὰ νὰ ὑποστηρίξω ἀποφάσεις περὶ προσώπων, διὰ πράξεις, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω. Ἀλλὰ εἶπον, ὅτι ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, ἵνα ἀνασκευάσω δεινὰς ἀνακριβείας. Αἱ ἀνακρίβειαι ἄρχονται ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν, οἱ θέλοντες νὰ δικαιολογήσωσι τὴν γνώμην των περὶ ἐπαναφορᾶς εἰς τὸ στράτευμά τινων ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν, διότι οὐδεὶς ἀναμφιβόλως ὑποστηρίζει τὴν ἐπαναφορὰν ὅλων, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, λέγω, καθ’ ἣν οἱ θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσι τοῦτο, ἐνόμισαν ὅτι ὤφειλον νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ ἄλλο ἐντελῶς ἄκρον καὶ νὰ καθυβρίσωσιν, ὅπως δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, καὶ πρόσωπα καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὴν νέαν τῶν πραγμάτων τοῦ ἔθνους κατάστασιν. Εἶναι ἀπολύτως εὔκολον, κύριοι συνάδελφοι, ν’ ἀνέρχηταί τις ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, νὰ πραγματεύηται ζητήματα ἀνευθύνως, νὰ ὁμιλῇ περὶ στρατεύματος, νὰ ὁμιλῇ περὶ τοῦ στρατηγοῦ Ζορμπᾶ, ὡς ὡμίλησάν τινες, ν’ ἀποκαλῶσιν αὐτὸν ἄνανδρον, ἄτολμον, ἄβουλον, ν’ ἀποδίδωσιν εἰς αὐτὸν προσωπικὰς ἀφορμὰς καὶ προσωπικὰ πάθη· καὶ εἶναι, λέγω, εὔκολον, διότι τοῦτο δυστυχῶς δὲν εἶναι πρωτοφανές· καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων σοβαρωτάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπησχόλησαν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, εἴδομεν ἐνταῦθα συναδέλφους ὄχι πλέον ἐπιτιθεμένους ἐναντίον τοῦ συστήματος ἢ τῆς λειτουργίας τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὄχι ἐναντίον τῆς ἀνεπαρκείας τινῶν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ σήμερον ἀκόμη ἀποτελοῦσι τὰς κορυφὰς τῆς Πολιτείας, ἀλλ’ εἴδομεν αὐτοὺς ἐκτρεπομένους εἰς ὕβρεις, εἴδομεν αὐτοὺς ἐκτρεπομένους εἰς σκώμματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν συντελοῦσιν, ἵνα προαγάγωσι τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς ταύτης ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρακολουθῶν ἐνταῦθα τὰς ἐκπεμπομένας ὕβρεις, βλέπων καθ’ ἑκάστην τὸν διασυρμόν, ὅστις τελεῖται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς βάρος προσώπων, τὰ ὁποῖα καλῶς ἡ ἐθνικὴ συνείδησις ἔχει ἀναγνωρίσει ὡς προσωπικότητας, βλέπων, λέγω, ταῦτα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ ἄπειρον νὰ ἐξακολουθῇ φανταζόμενος, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἀποτελεῖ τὸν Ἄρειον Πάγον τῆς ἐθνικῆς ἐποπτείας, τὸν Ἄρειον Πάγον τῆς Δικαιοσύνης, τὸν Ἄρειον Πάγον τῆς ὀρθῆς καὶ δικαίας ἀντιλήψεως τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων. Ἐλέχθη περαιτέρω, ἄγνωστον πῶς, τοῦ ἀγορεύοντος νομίζοντος ὅτι θέλει ἐξηγήσει καὶ ὅτι δύναται νὰ ἐξηγήσῃ τὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην λαβόντα χώραν γεγονότα, ἐλέχθη περαιτέρω ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐξηρεθίσθησαν, ὅτι ἐξεβιάσθησαν, ὅτι δὲν γνωρίζω τί ὑπέστησαν, ὅτι ἅπαντες ἔκαμαν ὅ,τι ἔκαμαν ἐκ προσωπικῶν βλέψεων καὶ ὅτι παρεξετράπησαν καὶ ὠλίσθησαν εἰς ἁμαρτήματα, τὰ ὁποῖα, ἐννοεῖται οἴκοθεν ἡ Βουλὴ αὕτη πρέπει νὰ θεραπεύσῃ! Ἀλλ’ ἀπαντῶ εἰς ἐκείνους ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιωματικοὶ παρηκολούθουν καὶ τὴν παλαιοτέραν μὲν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἰδιαιτέρως ὅμως τὰς περιπετείας ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλάς, τὸ ἐλεύθερον αὐτὸ Βασίλειον, κατόπιν ὀγδοηκονταετοῦς ἐλευθέρου βίου, ὑπέστη τὰς ἀθλίας ἐκείνας ταπεινώσεις ἐκ μέρους τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Τουρκία ἐξαπέστελλε τὰς ἀφορήτους διὰ πᾶσαν Ἑλληνικὴν ψυχὴν διακοινώσεις, εἰς τὰς ὁποίας μόλις ἐνόμιζεν ὅτι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτε ἀπέστελλε τὰς νέας διακοινώσεις, τὰς τροποποιούσας τὰς παλαιοτέρας, συμφώνως πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτῆς, καὶ ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, καταφεύγουσα δίκην ἐπαίτου πρὸς τὰς ἰσχυρὰς Δυνάμεις, ἵνα ἐπικαλεσθῇ τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου, κατεξηυτέλιζε κατ’ ἀνάγκην τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, ὅτε τὰς στιγμὰς ἐκείνας παρηκολούθει ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς μετ’ ἀληθοῦς ἀπογνώσεως, ὅτε ταῦτα συνέβαινον, ἀπαντῶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ ὁ πόνος καὶ ἡ ἀγανάκτησις νὰ ὑπερεκχειλίσωσι. Καὶ ὅτε, ὡς ἐν ἰδιαιτέρᾳ πολιτικῇ ὁμιλίᾳ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, κατὰ τὴν χθεσινὴν ἡμέραν, τὸ μέγα ἐκεῖνο ἐθνικὸν ῥάπισμα τὸ συντελεσθὲν κατὰ τὴν 5ην Αὐγούστου ἐν Κρήτῃ ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὸ σύνθημα εἰς τὰς ψυχὰς τῶν ἀξιωματικῶν, ὅτε πάντες εἶδον τὰς Δυνάμεις παρ’ ὅλον τὸ ἄλγος, τὸ ὁποῖον ἐδοκίμαζεν ὁ Ἑλληνικὸς κόσμος, νὰ κρημνίζωσιν ἐν Κρήτῃ τὸν ἱστὸν τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας, ἦτο φυσικὸν μετὰ τοῦ ἱστοῦ νὰ συντριβῇ καὶ πᾶσα Ἑλληνικὴ καρδία, μετ’ ἐκείνων δὲ καὶ ἡ ἐξαντληθεῖσα ὑπομονὴ τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ ἦτο φυσικὸν αἱ σκέψεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας εἶχον ἐν νῷ, ν’ ἀρχίσωσι νὰ γίνωνται πρᾶγμα. Ὀλίγαι ἡμέραι παρῆλθον καὶ ἔλαβε χώραν τὸ κίνημα τοῦ Γουδῆ. Δὲν ἐκατηγορήθη ἁπλῶς οὐδὲ ἐκρίθη ὡς πολιτικὴ ἀστοχία ἡ ἐκ μέρους τῶν ἐπαναστατησάντων ἀξιωματικῶν αἴτησις ἀμνηστίας, ὅπως κατέλθωσι μετὰ τὸ κίνημα εἰς τὴν πόλιν. Δὲν ἐκρίθη ὡς πολιτικὴ ἀστοχία, ἀλλ’ ἐκρίθη ὡς ἀτολμία, ὡς ἀνανδρία, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνος ὑβριστικωτέρας ἔτι ἐκφράσεως. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ διαδηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἂν ἐζητήθη ἀμνηστία, ἐζητήθη παρὰ τὴν θέλησιν τῆς πλειονότητος τῶν ἀξιωματικῶν, συγκατανευσάντων ἐν τέλει ἁπλῶς καὶ μόνον, ἵνα διατρανώσωσιν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπανελθόντες εἰς τὰς τάξεις αὑτῶν, ἐπανελθόντες εἰς τὴν πόλιν, ἐμφανιζόμενοι ὡς ὄργανα τῆς Πολιτείας, δὲν ἦσαν τοιαῦτα εἰμὴ μόνον διὰ τῆς λειτουργίας τοῦ δικαιώματος τῆς Πολιτείας καὶ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος. Ἠθέλησαν νὰ δείξωσιν ὅτι ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν πόλιν, ἐπαναλαμβάνοντες τὰς ὑπηρεσίας αὑτῶν εἰς τὰ συντάγματα καὶ τοὺς λόχους, εἶχον πρὸς τοῦτο τὴν ἄδειαν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν νύκτα ἐκείνην κατεπάτησαν, καὶ εἶχον τὴν ἄδειαν τοῦ νόμου, διότι ὁ Βασιλεὺς ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς ἀμνηστίαν. Ἦτο μία ἐκδήλωσις σεβασμοῦ πρὸς τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ὑπεχρέωσε τοὺς ἀξιωματικοὺς ν’ ἀποδεχθῶσιν ὡς ὀρθὴν τὴν γνώμην τοῦ σεβασμοῦ τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, ἥτις ἐπεκράτησε, καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ πλειονότης τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἤρξατο κατόπιν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων ἡ ἀτελείωτος ἐκείνη σειρὰ τῶν φράσεων, διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτουν ν’ ἀποδείξωσι πόσον εἰς προσωπικὰ περιεστράφη ἡ ἐπανάστασις, βεβαίως πάντοτε ἐν τῇ προσπαθείᾳ, ὅπως πειθομένης τῆς Βουλῆς ὅτι μόνον εἰς προσωπικὰ ἡ ἐπανάστασις περιεστράφη, πεισθῇ αὕτη ὅτι καὶ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, καὶ τοῦτο ἐγεννήθη ἐξ ἀφορμῆς προσωπικῆς ἐμπαθείας. Καὶ εἶπον περὶ τῆς καταργήσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, περὶ τῆς ἀπομακρύνσεως τῶν Βασιλοπαίδων ἀπὸ τοῦ στρατεύματος, εἶπον πάντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, πᾶς μὴ ἀποδεχόμενος ἐν τῇ ψυχῇ αὑτοῦ τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ἑκάστοτε ν’ ἀναμασᾷ, καὶ τοῦτο, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον μειώσῃ τὴν πολιτικὴν θέσιν καὶ κατάστασιν, ἥτις σήμερον διὰ τῆς ἐξεγέρσεως ἐκείνης ἐδημιουργήθη. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις καὶ εἰς τὰς γνώμας ἐκείνας. Δὲν κατηργήθη ἡ Γενικὴ Διοίκησις διὰ προσωπικά, οὐδὲ οἱ πρίγκιπες ἀπεμακρύνθησαν τοῦ στρατεύματος διὰ προσωπικά· δὲν εἶναι δυνατὸν 2000 ἀξιωματικοὶ νὰ ἔχωσι προσωπικοὺς λόγους καθ’ ἑνὸς πρίγκιπος, οὔτε κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θὰ βασιλεύσῃ εἰς τὸν τόπον αὐτόν, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν 2000 ἀξιωματικοὶ νὰ ἔχωσι προσωπικὰ ὄχι πλέον κατὰ πριγκίπων καὶ κατὰ Διαδόχου, ἀλλὰ καὶ καθ’ ἁπλῶν ἔτι ἀτόμων. Ἄν κατηργήθη ἡ Γενικὴ Διοίκησις καὶ ἂν ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τοῦ στρατεύματος οἱ πρίγκιπες, ταῦτα ἐγένοντο ἕνεκα τῆς ἀπολύτου καὶ ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων. Νόμος ἄσκοπος, νόμος γενόμενος ἐν στιγμῇ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ τότε κυβερνῶντες τὴν χώραν ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ περιποιηθῶσι τὸ Στέμμα, ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς Βασιλόπαιδας νὰ προάγωνται κατ’ ἐκλογὴν ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν εἰς τρόπον ὥστε, πρὶν ἢ ὁ συμμαθητὴς τοῦ ἑκάστοτε πρίγκιπος κοινὸς ἀξιωματικὸς προφθάσῃ νὰ λάβῃ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, νὰ εἶναι ὁ πρίγκιψ συνταγματάρχης. Καὶ εἴδομεν τὸ θέαμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς παρεδόθη εἰς χεῖρας τῶν πριγκίπων. Καὶ εἴδομεν ὅτι τὸ ναυτικὸν εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ πρίγκιπος Γεωργίου, ὅτι ὁ στρατὸς εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ὑπεύθυνον ἀρχηγίαν τοῦ Διαδόχου, ὅτι τὸ πυροβολικὸν εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ πρίγκιπος Νικολάου, ὅτι τὸ ἱππικὸν μετ’ ὀλίγους μῆνας ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ πρίγκιπος Ἀνδρέου, ὅτι τὸ πεζικὸν μετὰ μίαν τὸ πολὺ δεκατίαν θὰ ἐτίθετο ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ πρίγκιπος Χριστοφόρου. Ἔχοντες οἱ πρίγκιπες τὸ δικαίωμα νὰ προάγωνται ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν θὰ ἔφθανον, ἔφθασαν ἤδη, νὰ εἶναι συνταγματάρχαι καὶ ἀρχαιότεροι παντὸς συναδέλφου των ὁμοιοβάθμου. Τί θὰ προέκυπτεν ἐκ τούτου; Ὅτι τὰ τέσσαρα σώματα τοῦ στρατοῦ, ἰδίως δὲ τὰ τρία μάχιμα τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ ὁ στόλος, θὰ εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν ἀπολυταρχικήν, δύναμαι νὰ εἴπω, διεύθυνσιν τῶν Βασιλοπαίδων. Λέγω ἀπολυταρχικήν, διότι δυστυχῶς τὰ πολιτικὰ ἤθη ἡμῶν καὶ αἱ μέθοδοι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐζήσαμεν καὶ τὰς ὁποίας γνωρίζομεν ἐπαρκῶς, δὲν ἦσαν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔδιδον τὸ σθένος καὶ τὴν ψυχὴν εἰς ἕνα κυβερνήτην, εἰς ἕνα Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ἕνα ἀρχηγὸν οἱονδήποτε, ἀρχαιότερον δὲ τοῦ πρίγκιπος, νὰ τιμωρήσῃ καὶ νὰ πατάξῃ οἱονδήποτε πιθανῶς γενόμενον πταῖσμα αὐτοῦ. Οἱ πρίγκιπες ἦταν ἀλάθητοι, οἱ πρίγκιπες ἦταν αὐθεντίαι, οἱ πρίγκιπες ἦσαν σοφοί, οἱ πρίγκιπες ἦσαν οἱ τελειότεροι, οἱ ἐπαρκέστεροι, οἱ σοφώτεροι πάντων τῶν ἀξιωματικῶν! Καὶ ἐβλέπομεν θέαμα ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν σήμερον, ἐν ἀγνοίᾳ τελούμενον καὶ αὐτῶν πολλάκις τῶν Βασιλοπαίδων, ἐβλέπομεν τὸ θέαμα συντάγματος πορευομένου ἐπὶ ἡμίσειαν μόνον ὥραν, καὶ τοῦτο διότι παρίστατο εἰς τὸ σύνταγμα ἐκεῖνο ὁ πρίγκιψ, ἐβλέπομεν σύνταγμα ἐν ἀγωνίᾳ ἀναζητοῦν νὰ εὕρῃ σκιάν, παρατεῖνον τὴν ὥραν τῆς διακοπῆς τῶν γυμνασίων, ἐπ’ ἄπειρον, ἐκτελοῦν πάντα ταῦτα, διότι ὁ συνταγματάρχης ἢ ὁ διοικητὴς τοῦ ἀποσπάσματος ἐκείνου ἔπρεπε νὰ φανῇ εὐχάριστος πρὸς τὸν πρίγκιπα, ὁ ὁποῖος ἄλλως θὰ ὑπεβάλλετο εἰς τοὺς κόπους τῆς πορείας καὶ τοῦ καύσωνος! Αὐτὴ δυστυχῶς ἦτο ἡ ἀντίληψις τοῦ καθήκοντος.
§156Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχει τι ἀνάλογον τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη;
§157Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπικαίρως μὲ διακόπτει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, διότι πράγματι ἦτο πρωτοφανὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐτελεῖτο ἐν Ἑλλάδι. Ἐν γνώσει ἡ Πολιτεία, διὰ τοῦ χρόνου, καὶ χρόνου βραχέος, παρέδιδε τὴν διοίκησιν τῶν ζωτικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου εἰς ἀνευθύνους διοικητάς. Ἐπαναλέγω ὅτι ἦσαν ἀνεύθυνοι ἐκεῖνοι. Ἔχει τις ἀντίρρησιν;
§158Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διατί;
§159Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Διατί; Ὄχι νόμῳ, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν, κατὰ πρᾶγμα ἦσαν ἀνεύθυνοι. Λέγω ταῦτα, ἵνα ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ἦτο προσωπικὸς λόγος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὤθησε τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὸ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν Βασιλοπαίδων ἐκ τοῦ στρατεύματος.
§160Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Τὴν ἐζήτησεν ὅλον τὸ ἔθνος.
§161Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ ὅτε ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ἐζήτησε τὴν μονιμοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, δὲν ἐζήτησε προσωπικόν τι, καὶ ὅτε ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ἐζήτησε τὴν ἀποκέντρωσιν καὶ τὴν χειραφέτησιν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς, τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, βεβαίως δὲν ἐζήτησε προσωπικόν τι.
§162ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ λαὸς πρὸ παντὸς διὰ τοῦ Συνδέσμου. Πρὸ παντὸς ὁ λαός. Ὡς ἀξιωματικὸς ἔχετε καθῆκον νὰ τὸ τονίσητε τοῦτο.
§163Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ λαὸς τὸ ἤθελε πάντοτε, ἀλλὰ δὲν εἶχε τὸ ὄργανον.
§164Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὅταν λέγω καὶ τονίζω, ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ἀξιώσας τὴν χειραφέτησιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν ἔπραξε τοῦτο διὰ λόγους προσωπικούς, ἐννοεῖτε πολὺ καλῶς ὅτι ἐννοῶ ὅτι ἔπραξε ταῦτα χάριν τῆς Πολιτείας, χάριν τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ τόπου. Ἀλλ’ οὐδὲ τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς Βουλῆς, ἀποκλεισμόν, τὸν ὁποῖον ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐζήτησεν ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος, ὑπηγόρευσε πάθος ἢ ζήτημα προσωπικόν. Ἢ μήπως ἡ ἔλευσις τῶν ὀργανωτῶν ἦτο ζήτημα προσωπικόν; Ἔλευσις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀξιώσει ἔκτοτε ἡ ἐπανάστασις τόσον εἰς τὸ ναυτικόν, ὅσον καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Ἀλλ’ ἰδίως ὁμολογήσατε ὅτι δὲν ἦτο πηγὴ προσωπικῶν ἀδυναμιῶν ἢ προσωπικῶν βλέψεων ἡ τάσις ἐκείνη τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, ἡ τάσις ἐκείνη τῆς ἐπαναστάσεως εἰς τὸ νὰ ἀποδέχηται, εἰς τὸ νὰ ἀκούῃ, εἰς τὸ νὰ ἐνθαρρύνῃ οἱονδήποτε ἀπὸ περάτων τῆς Ἑλλάδος καταφυγόντα ἐνταῦθα καὶ ζητοῦντα ἀπονομὴν δικαιοσύνης, ζητοῦντα προστασίαν ταύτην ἢ ἐκείνην κατὰ τοῦ Δημοσίου ἢ καθ’ ὡρισμένων λειτουργῶν τοῦ Κράτους, οὐδὲ πηγὴ παθῶν προσωπικῶν ἦτο ἡ ἀτελεύτητος ἐκείνη σειρὰ τῶν συνεννοήσεων, τῶν προσπαθειῶν καὶ τῶν συγκρούσεων ἀκόμη μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν, μέχρις ὅτου καταλήξωσιν εἰς ὡρισμένας ἀποφάσεις. Εἶναι εὔκολον ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀνέρχηται σήμερον εἷς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους καὶ νὰ ὑβρίζῃ τὸ πᾶν, καίπερ εὑρισκόμενος ἐνταῦθα μόνον· διότι ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις, ὡς ὡμολόγησαν αὐτὸ ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτοὺς εἰλικρινείᾳ, καὶ οἱ ἀντιλέγοντες ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἀλλ’ εἶναι εὔκολον νὰ πεισθῇ πόσον ἀδικεῖ τοὺς ὑβριζομένους, ὅταν σκεφθῇ ὅτι διὰ τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης ἀπέκτησε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θέλει, καὶ νὰ μὴ ἐκλέγῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπέβαλλε δίκην σατράπου ἡ κομματικὴ ἀνάγκη τοῦ ἑνὸς Κυρίου ἢ τοῦ ἄλλου τὸ συμφέρον.
§165Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δὲν εἶναι ὅλοι ἐδῶ χάριν τῆς ἐπαναστάσεως· ὑπάρχουσι καὶ ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι τὴν ἐκλογήν των εἰς τὸ ἄτομον. Ἐγὼ αὐτὸς ἦλθον ἐδῶ οὐχὶ χάριν τῆς ἐπαναστάσεως, ἐκλεγεὶς εἰς τὴν Κέρκυραν διὰ καταπληκτικῆς πλειονοψηφίας.
§166Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τὸ δέχομαι δι’ ὑμᾶς καὶ δι’ ὡρισμένους ἄλλους τῶν συναδέλφων· τί ὅμως σημαίνει τοῦτο;
§167Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ ἀγορεύοντος αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. συνάδελφος.
§168Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ ἔδρασε καὶ ἐσκέπτετο οὕτως ἡ ἐπανάστασις, ἐν βαθείᾳ ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν θέλησιν καὶ πρὸς τὴν δρᾶσιν καὶ τοὺς παλμοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι, πρὶν ἢ ἐκραγῇ τὸ κίνημα, οἱ ἀξιωματικοὶ οὐ μόνον ἐβολιδοσκόπησαν τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλὰ βεβαιότατα καὶ ἐκ καθήκοντος, πρὶν ἢ ἀποφασίσωσι νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν, ἐπείσθησαν πράγματι ὅτι ἐξεπροσώπουν τὴν λαϊκὴν θέλησιν, τὴν λαϊκὴν ἀγανάκτησιν ἐναντίον τῆς μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης κρατούσης καταστάσεως. Ἀλλὰ κατηγγέλθη ἡ ἐπανάστασις καὶ ἐπὶ ἀτολμίᾳ. Ὀφείλω νὰ προβῶ καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἴς τινας γνώμας, καὶ νὰ προβῶ ἐγὼ ὁ ὁποῖος, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι δὲν ἤμην ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ πάντα συνεφώνησαν πρὸς τὰ τελεσθέντα. Ἀλλὰ, ἐὰν ἡ ἐπανάστασις δὲν προέβη εἰς τὸ ἔργον της μετὰ σθένους ὑπερβολικοῦ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ἔπραξε τοῦτο, διότι εἶχε κολοσσιαίας πράγματι ἀντιδράσεις νὰ ὑπερπηδήσῃ, διότι, ὅτε οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης διέποντες τὰ πολιτικὰ πράγματα, οἱ ἔχοντες τὸ κῦρος, ἔστω καὶ καθ’ ἕξιν, ἔστω καὶ κατὰ παράδοσιν, ἐπὶ μεγάλου μέρους ἀκόμη τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν ἠδυνήθη ἐν τῇ αὐτῇ στιγμῇ νὰ ἐξεγερθῇ αὐτομάτως, ὅτι πάντες ἐκεῖνοι δὲν ἀφῆκαν μέσον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ θέσωσιν εἰς ἐνέργειαν, ἵνα ὄχι ἐπιδιώξωσι τὴν πολιτικὴν καταπολέμησιν τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλ’ ἵνα ἐμβάλωσι τὸν φόβον εἰς τοὺς ἐπαναστάτας ὅτι διαπράττουσί τι ἐκτάκτως διὰ τὴν χώραν ἐπικίνδυνον. Καὶ ὅταν βλέπωμεν τοὺς πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος, πρέσβεις οἱ ὁποῖοι, καὶ εἰς ληστρικὴν συμμορίαν ἐὰν εἴχομεν μεταβληθῆ, καὶ τὰς Τραπέζας ἐὰν εἴχομεν ἁρπάσει, καὶ δολοφονίας ἂν εἴχομεν διαπράξει, οἱ ὁποῖοι, καὶ ταῦτα ἐὰν ἐπράττοντο, ἔπρεπε νὰ ἐργάζωνται παρὰ τῇ δημοσίᾳ εὐρωπαϊκῇ γνώμῃ ὅπως πείσωσι τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι κακῶς παρίσταται ἡ Ἑλλὰς ὡς διατελοῦσα ἐν ἀναρχίᾳ, ὅτι κακῶς λέγονται ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὅσα εἰς βάρος τοῦ τόπου τούτου ἐλέγοντο, ὤφειλον, λέγω, οἱ πρέσβεις ἐκεῖνοι, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐργάζωνται παρὰ ταῖς ξέναις Δυνάμεσι, παρὰ τῶν ὁποίων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναμένωμεν πολλά, ἔπρεπε νὰ ἐργάζωνται, ὥστε νὰ παρουσιάζηται καὶ κατὰ τὴν κρίσιμον ἐκείνην στιγμήν, καὶ κατὰ τὴν ἀνώμαλον ἐκείνην ὥραν, νὰ παρουσιάζηται ἡ Ἑλλὰς ὡς Κράτος εὑρισκόμενον μὲν ἐν ποιᾷ τινι βεβαίως ἀνωμαλίᾳ, εἰρηνικῇ ἀνωμαλίᾳ ὅμως, ἡ ὁποία ὑπόσχεται βελτίωσιν πραγμάτων, ἡ ὁποία ὑπόσχεται τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἡ ὁποία κατάστασις θὰ κατέληγεν εἰς τὸ νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἕνα παράγοντα χρήσιμον ἀπολύτως διὰ τὴν εἰρήνην αὐτῆς, ὅτε, λέγω, οἱ πρέσβεις οὗτοι, ἀντὶ οὕτω νὰ ἐργάζωνται, ἔπραττον τὸ ἐναντίον, διότι ἄλλως παρίστανον τὰ πράγματα, τί ἔπρεπε νὰ ἀποφασίσουν οἱ ἀξιωματικοί; Εἶναι εἰς πάντας γνωστὸν ὅτι, ἂν μὴ ἐκ πάντων, ἐξ ἐνίων ἐξ αὐτῶν διωχετεύοντο ὅλαι ἐκεῖναι αἱ πληροφορίαι καὶ εἰς τὸν εὐρωπαϊκὸν τύπον καὶ εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἤθελον νὰ λάβωσιν ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς καταστάσεως, ὅτι ὑπῆρξάν τινες ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι παρίστανον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπιδιώκουσι τὴν ἐκθρόνισιν τοῦ Βασιλέως, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπιδιώκουσι δὲν γνωρίζω ποίου εἴδους ἀντιδυναστικὰς ἄλλας ἀνωμαλίας, τὴν ἵδρυσιν δημοκρατίας....
§169Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἔγκλημα.
§170Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἦτο ἔγκλημα.
§171Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Τὸ θεωρεῖτε;
§172Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω τὸ διατί. Ἦτο ἔγκλημα, διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐτελεῖτο τοιοῦτόν τι ἐνταῦθα, καὶ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν λαϊκὴν τότε θέλησιν Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος εἶχε θέσει τὰ πράγματα ἐν ὡρισμένῃ ὁδῷ, δὲν εἶχον καθῆκον, ὑπάλληλοι αὐτοὶ τοῦ Κράτους, νὰ ἐπιδιώκωσι τὴν παράλυσιν, ἔστω καὶ τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐξεπροσώπει τὸ Κράτος, αὐτὴν τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν ὤφειλον νὰ παριστάνωσι τὰ πράγματα ἄλλως ἢ ὡς εἶχον, διότι αἱ στιγμαὶ ἦσαν ἐκτάκτως διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν κρίσιμοι....
§173Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Μὲ παρεξηγήσατε. Ἐπιτρέψατέ μοι μίαν διακοπήν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω ἐγώ.
§175Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐπιτρέπει ὁ ῥήτωρ. Κύριε Βουλευτά, σᾶς διέκοψα ὄχι διὰ νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἔγκλημα αἱ ἐνέργειαι τῶν πρέσβεων, ἀλλὰ διὰ νὰ εἴπω ὅτι, καὶ ἐὰν ἡ ἐπανάστασις εἶχε κατὰ νοῦν τὴν ἐκθρόνισιν τοῦ Βασιλέως, δὲν ἦτο ἔγκλημα τοῦτο. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω.
§176Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν λησμονεῖ, διότι πάντες ἤμεθα ἐνταῦθα καὶ πάντες διὰ τοῦ τύπου, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀπουσιάζετε, παρηκολουθεῖτε τὰ πράγματα, ὁποίαν ἡ ἐπανάστασις εἶχεν ἀπέναντί της ἀντίδρασιν, ὁποίας εἶχεν ἐντρόμους δηλώσεις ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φύσει καὶ θέσει ἠδύναντο νὰ γνωρίζουν ἂν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ, ὡς ἔλεγον, κατοχή, ἂν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἡτοιμάζετο πράγματι ὁ Βασιλεὺς νὰ ἀναχωρήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ δὲν λησμονεῖ ὅτι Βουλευταί, βαρύτατα ἐπιλήσμονες ἑαυτῶν, κατήρχοντο εἰς Φάληρον μὲ τὰ αὐτοκίνητα, διὰ νὰ ὁδηγήσωσιν Ἀγγλικὰ ἀγήματα εἰς Ἀθήνας! Ὅταν τοιαύτη πνευματικὴ καὶ ἠθικὴ κατάστασις ἐπεκράτει παρ’ ἐνίοις ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἀποδεχθῆ τὴν ἐπανάστασιν, νομίζετε, ὅτι ἦτο δυνατὸν 200–300 ἀξιωματικοί, 150 ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοί, νὰ ἐπιφέρουν καὶ ἀποφασίσουν ῥιζικωτέραν τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ; Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἔπρεπε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ συμβῶσιν ἄλλα ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αὐστηρότερα ἐγχειρήματα, καὶ δὲν τὸ νομίζω τοῦτο, διότι κολακεύομαι νὰ πιστεύω ὅτι ἤμην ἐνήμερος πραγμάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ διασαφηνισθῶσιν. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπέχει παρασάγγας πολλοὺς ἀπὸ τοῦ σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀτυχῶς δὲ καὶ συμπολίτης μου, ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπεκάλεσεν ἄνανδρον, οἰκτράν, ἐξαμβλωματικήν, δὲν γνωρίζω τί, τὴν ἐνέργειαν ἐκείνην τῶν ὀλίγων ἀξιωματικῶν...
§177ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§178Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατόπιν τούτων ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἐγένοντο καὶ προσωπικά, κατὰ τὴν ἀνώμαλον ἐκείνην περίοδον. Ἐγένοντο προσωπικὰ καὶ εἰς μέγαν βαθμόν, ἀλλὰ τὰ προσωπικὰ ταῦτα δὲν ἀφεώρων τὸν στρατιωτικὸν σύνδεσμον, τὴν ἐπανάστασιν—τὰ προσωπικὰ ταῦτα δὲν ἀφεώρων ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ ἀνατείλασα ἐλπὶς ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος ἐνεπιστεύθη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὑπάρχει μαρτυρία ἐκείνου, τὸ ὁποῖον λέγω· τὰ προσωπικὰ ταῦτα ἐγένοντο ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἐκμεταλλευθοῦν τὴν ἐπανάστασιν. Ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ ἐστάλησαν καὶ πρὸς πολιτευτάς, οἱ ὁποῖοι ἀπῆλθον ἐξ Ἀθηνῶν, ἀλλ’ αἱ ἀνώνυμοι ἐπιστολαὶ δὲν ἦσαν τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου, καὶ ὅτε ἠναγκάζοντο νὰ ἐκτοπισθῶσιν οἱ πολιτευταὶ ἐντεῦθεν, ἐπίστευε πᾶς τις ὅτι ὁ στρατιωτικὸς σύνδεσμος ἠπείλησε τὸν Α. καὶ τὸν Β. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ψευδὲς καὶ κακόηθες, λεγόμενον.
§179Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὥστε δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἷς ἐκ τῶν παρακαθημένων Ὑπουργῶν ἠπειλήθη ὑπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου;
§180Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὄχι.
§181Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἂς τὸ ὁμολογήσῃ ὁ ἴδιος.
§182Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἡ ἀπειλὴ προήρχετο ἀπολύτως ἐκ προσωπικῆς πρωτοβουλίας προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶχον συμφέρον πρὸς τοῦτο.
§183ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὰ ὁποῖα διηύθυνον τὸν στρατιωτικὸν σύνδεσμον;
§184Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὄχι· οὐδεμίαν εἶχον σχέσιν πρὸς τὸν σύνδεσμον. Ἦσαν πολιτευταί.
§185ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἠπειλήθη ὁ κ. Στράτος;
§186Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὄχι.
§187ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ περιμείνωμεν νὰ τὸ διαψεύσῃ ὁ ἴδιος.
§188Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὑπὸ τοῦ Συνδέσμου οὐδεὶς ἠπειλήθη.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεμακρύνθητε πολὺ τοῦ θέματος, κύριε Βουλευτά.
§190Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀξιωματικῶν.
§192Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἡ ὁποία ἀπεδόθη εἰς προσωπικὰ πάθη καὶ ἔχω καθῆκον νὰ ἀνασκευάσω τὰ λεχθέντα. Εἰς τὰ γραφεῖα μιᾶς ἐφημερίδος συνήντησα ἐγὼ ὁ ἴδιος πεντάδα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον μεταβῆ ἐκ μέρους δῆθεν τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου διὰ νὰ ἀπειλήσουν αὐτὴν νὰ μὴ πολεμήσῃ ὡρισμένον τι ὑποβληθησόμενον νομοσχέδιον.
§193ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἦσαν τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου αὐτοί;
§194Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὄχι· ἦσαν δῆθεν μετημφιεσμένοι ὑπαξιωματικοί, καὶ μόλις ἔφθασα ἐγὼ μετὰ δύο ἄλλων συναδέλφων ἐκεῖ, οἱ ἄνθρωποι, ὀρθῶς σκεφθέντες, ᾤχοντο ἀπιόντες. Δὲν εἶναι μεμονωμένον τὸ παράδειγμα αὐτό· ἀλλεπαλλήλως ἔλαβον χώραν τοιαῦται ἐκβιαστικαὶ ἀπόπειραι, ἀποδιδόμεναι δῆθεν εἰς τὸν στρατιωτικὸν σύνδεσμον, ὡς ἐὰν ὁ στρατιωτικὸς σύνδεσμος, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τι, ἦτο ἀνάγκη νὰ στείλῃ μετημφιεσμένους.
§195ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἡ ἀπειλὴ καθ’ ὑμῶν, κύριε Σῖμε, δὲν προήρχετο ἐκ τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου;
§196Σ. ΣΙΜΟΣ (νεύει ἀρνητικῶς).
§197ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οἱ συνάδελφοί σας τῶν ἄλλων ἐφημερίδων λέγουν τὸ ἐναντίον.
§198Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω δι’ ἄλλας ἐφημερίδας. Εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἄρτης ἔλαβε χώραν ἡ ἐπίσκεψις τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶδον ἰδίοις ὄμμασι· περὶ τῶν ἄλλων δὲν γνωρίζω. Κατόπιν ὅλων τούτων, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησα καθῆκον νὰ μὴ παρασιωπήσω, ὑπενθυμίζω πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νὰ δυνηθῇ νὰ μὲ διαψεύσῃ, εἴτε ἐντὸς εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι οὐδὲν προσωπικὸν ἀπολύτως εἶχον ἢ ἔχω πρὸς οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον, ἔχω παρὰ τοῦτο, ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι βαθεῖα ἐν ἐμοὶ πεποίθησις κρατεῖ ὅτι τὸ στρατιωτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐξεκαθάρισε τοὺς ἀξιωματικούς, δὲν ὡρμήθη ἐκ προσωπικῶν παθῶν· καὶ δὲν ὡρμήθη ἐκ προσωπικῶν παθῶν διὰ λόγον ἀρκετὰ εὐνόητον, καὶ ὁ ὁποῖος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἠγόρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, ἀπορῶ πῶς δὲν ἦλθεν εἰς τὸν νοῦν παντὸς ἐξ ὑμῶν νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι τὸ στρατιωτικὸν συμβούλιον ἐν πρώτοις δὲν ἀπετελεῖτο ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου.
§199Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἀπὸ πλείστους. Ὁ κ. Φικιώρης.
§200Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἷς.
§201Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὁ κ. Παπακυριαζῆς.
§202Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δύο.
§203Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὁ λοχαγὸς Κονταρᾶτος, ὁ Μιμίκος ἦσαν τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου.
§204Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τέσσαρες.
§205Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πῶς λοιπὸν δὲν ἦτο κανείς; Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγὼ καὶ θὰ εἴπω ὅσα ἐγένοντο.
§206Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Πρόεδρος ἦτο ὁ κ. Σαπουντζάκης καὶ τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν δὲν ἀνῆκον εἰς τὸν Σύνδεσμον.
§207Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὁ κ. Σαπουντζάκης ἐνήργει ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ συνδέσμου.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βάρθη, εἶσθε ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσητε· μὴ διακόπτετε.
§209Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὁ πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου στρατηγὸς Σαπουντζάκης πᾶν ἄλλο ἦτο ἢ ὄργανον τοῦ συνδέσμου, πᾶν ἄλλο ἦτο ἢ σύμφωνος πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ συνδέσμου γενόμενα. Ὁ συνταγματάρχης Βακάλογλου, ὁ συνταγματάρχης Σοῦτσος, ὁ Γερογιάννης, ὁ Πίσσας, ὁ Πιερράκος Μαυρομιχάλης, πάντες οὗτοι καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἐκ τῶν λοιπῶν κλάδων ἦσαν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, ἂν δὲν ἐπολέμησαν, βεβαίως ὅμως δὲν συνεφώνησαν πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου, καὶ ἔτι μᾶλλον, δὲν ἦσαν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἦτο δυνατὸν νὰ σύρῃ ἀπὸ τῆς ῥινὸς ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος. Καὶ ὡμίλησεν ὁ ἐκ Πατρῶν ἔντιμος συνάδελφος περὶ τῆς ἐχθρότητος, τὴν ὁποίαν κἄποιον πρόσωπον εἶχε περί τινος ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν, τὸν ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι μαντεύω. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τοῦτο. Ποῦ δὲ νομίζετε ὅτι ἐστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν ἐχθρότητα; Εἰς τὴν τιμωρίαν, αὐστηρὰν ὁμολογουμένως, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀξιωματικός, ἕνεκα ἀναφορᾶς τοῦ προϊσταμένου του. Τοῦτο λέγεται ἐχθρότης κατὰ τὸν ἐκ Πατρῶν ἔντιμον πολιτευόμενον! Ἀλλ’ ἂν ἐχθρότης ὀνομάζεται τοῦτο, τότε ἔχθιστοι μεταξὺ ἀλλήλων διατελοῦσιν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ, διότι πάντες ἐτιμωρήθησαν ἐκ περιτροπῆς, πάντες τιμωροῦνται ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων των καὶ πάντες λαμβάνουσιν ἀφορμὰς παραπόνων καὶ αἰτιάσεων. Ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ ἀντίληψις δὲν εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς γνώμας τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου.
§210ΕΥΣΤ. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν αἰτίαν εἶχεν ἡ ἀναφορὰ αὕτη, περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσατε;
§211Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω· ἀλλὰ θὰ ἐδεχόμην ὅτι ὑπῆρχε πραγματικὴ ἔχθρα, ἐὰν πρὸ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τοῦ ταγματάρχου κ. Φικιώρη, διότι περὶ τούτου πρόκειται, ἐὰν πρὸ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὑπῆρχε γεγονός τι προσωπικῆς διαφορᾶς.
§212ΕΥΣΤ. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Προεκλήθη ἐπεισόδιον καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι συνέπεια προηγουμένου ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε.
§213Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Προηγουμένου;
§214ΕΥΣΤ. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§215Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀναφορὰ βεβαίως θ’ ἀναφέρηται εἴς τι γεγονός, εἴς τι ἐπεισόδιον! Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἂν δεχθῶ, φρονεῖ τις ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε εἷς ἀξιωματικὸς νὰ ἀπομακρυνθῇ τῶν τάξεων τοῦ στρατεύματος, διότι εἶχεν ἐχθρότητα πρὸς ἕνα ἐκ τῶν 14 ἀξιωματικῶν τῶν ἀποτελούντων τὸ συμβούλιον; Φρονεῖτε ὅτι πάντες γίνονται τόσον εὐκόλως ὄργανα ἑνός;
§216Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πιστεύω ὅτι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ὁ ταγματάρχης, τὸν ὁποῖον ἐμνημονεύσατε, ἐκήρυξεν ἑαυτὸν ἀναρμόδιον νὰ κρίνῃ περὶ πολλῶν.
§217Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εὐχαριστῶ πολὺ διὰ τὴν διακοπήν σας καὶ βεβαιῶ, ἐπὶ ἰδίᾳ εὐθύνῃ τῶν λόγων μου, ὅτι ὁ ταγματάρχης κ. Φικιώρης, προκειμένου περὶ τῆς κρίσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλοῦμεν, ῥητῶς ἠρνήθη νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του· καὶ ὅτε πάντες οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, οἱ ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι τοῦ κ. Φικιώρη, ἔδωκαν τὴν ψῆφον, ἣν ἔδωκαν, αὐτὸς ἐξηκολούθει ἀρνούμενος νὰ δώσῃ ψῆφον καὶ μόνον ὅτε ὁ πρόεδρος τοῦ συμβουλίου ὑπέδειξεν εἰς αὐτὸν ὅτι δὲν δύναται νὰ μὴ δώσῃ ψῆφον, τότε μόνον, μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τῶν ἄλλων, ἔδωκε τὴν ψῆφόν του, ἡ ὁποία εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι οὐδεμίαν ἀπολύτως εἶχε σημασίαν καὶ ἀποτέλεσμα.
§218ΕΥΣΤ. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀρνηθῆτε ὅμως τὴν ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν εἶχε τότε.
§219Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὐδεμίαν ἀπολύτως ἐπήρειαν εἶχε. Τὸ Στρατιωτικὸν Συμβούλιον συνεκροτήθη ἐκ διακεκριμένων ἀξιωματικῶν, γνωστῶν εἰς πάντας καὶ ἐναντίον οὐδενὸς τῶν ὁποίων εἶναί τις εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ τι. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἐλαφρᾷ τῇ καρδίᾳ νὰ φαντάζηταί τις ἀξιωματικούς, ἐν λευκότητι καὶ τιμῇ διανύσαντας τὸ στρατιωτικὸν στάδιον αὐτῶν, ὡς ἀνθρώπους ἱκανοὺς νὰ καταστρέψωσιν, ἄνευ σοβαρωτάτου λόγου, τὸ μέλλον ἄλλων συναδέλφων. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι ἡ Βουλή, ἀναλογιζομένη πλήρως τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐνισχύσῃ τὸ ἐν ζυμώσει διατελοῦν στρατιωτικὸν πνεῦμα, οὐδέποτε θ’ ἀποφασίσῃ νὰ προβῇ εἰς καταδίκην ἐνεργείας, ἣν ἐπεδοκίμασε σύμπας ὁ Στρατὸς τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος, Κύριοι, νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ τὴν διαφωτίσωσι πλειότερον, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπήτουν χρόνον πολύτιμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ καταναλωθῇ εἰς σκοπιμωτέρας συζητήσεις. Πρὶν κατέλθω τοῦ βήματος ὅμως ὀφείλω νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ σχετικῶς πρὸς ὅσα δῆθεν ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφος — καὶ ἐξεπλάγην ἐπὶ τούτῳ, διότι πρόκειται περὶ συναδέλφου νομικοῦ — ὅτι: ποῦ, δι’ ὄνομα Θεοῦ, εἴδετε τοιαῦτα πράγματα, ὅτι μόνον ὁ Ῥοβεσπιέρος τοιαῦτά τινα ἐξετέλει; Ἀλλὰ καὶ οὗτος ὡμολόγει τὰ γενόμενα. Καὶ ἀνέφερε καὶ παρέταξεν ὅλην τὴν γνωστὴν εἰς πάντας ὑπόθεσιν τοῦ Δρεϋφούς, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο ἐνταῦθα περὶ ἐθνικῶν προδοτῶν! καὶ προσεπάθησε νὰ παραλληλίσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀποτάξεως ἀξιωματικῶν, καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπανόδου πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης καὶ δὲν γνωρίζω πρὸς τί ἄλλο ἀκόμη, προσεπάθησε νὰ παραλληλίσῃ καὶ σχετίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν συνάδελφός μου τὸ προκείμενον ζήτημα! Ἀλλ’ ἐρωτῶ — ἐπαναλαμβάνω, χωρὶς οὐδεμίαν νὰ ἔχω προσωπικὴν γνώμην περὶ τῶν ἀποκλεισθέντων ἀξιωματικῶν — ἔχει δικαίωμα ἀπὸ τοῦ νόμου ἡ Πολιτεία νὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς; Μήπως ἐπρόκειτο περὶ δικαστηρίου, περὶ στρατοδικείου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλῃ μίαν καταδίκην, μίαν ποινὴν ἕνεκα γενομένου ἀδικήματος; Μήπως ἐπρόκειτο περὶ λειτουργίας τοιούτου τινὸς δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ φυσικῷ τῷ λόγῳ πάσας τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος κελεύει; Ποσῶς. Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἀνακριτικοῦ συμβουλίου, ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς στρατιωτικοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον παρὰ τὸν νόμον ἔλαβε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ὡρισμένους τινὰς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους. Μέχρι τῆς χθὲς πάντες οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἐπαύοντο ὑπὸ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ἁπλῶς τῇ βουλήσει τοῦ ἑνὸς Ὑπουργοῦ ἢ τοῦ ἄλλου τμηματάρχου; Καὶ μήπως νομίζετε ὅτι ἡ θέσις ἑνὸς δημοσίου ὑπαλλήλου, ἡ θέσις ἑνὸς τμηματάρχου, ἡ θέσις ἑνὸς δικαστοῦ, δικαστικοῦ ἐξ ἐκείνων τῶν κατωτέρων, ἡ θέσις οἱουδήποτε ἄλλου δικαστικοῦ ὑπαλήλλου, εἶναι θέσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔχει δικαιώματα ὁ ἔντιμος, ὁ ἱκανός, ὁ ἐπαρκὴς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα προσέφερε τὰς ὑπηρεσίας του; Καὶ ὅμως εἶχε μέχρι τῆς χθὲς τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ ἀπομακρύνῃ ἐκείνους τοὺς ὑπαλλήλους ἁπλῶς διὰ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ.
§220Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους.
§221Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Περὶ πολιτικῶν ὁμιλῶ.
§222Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐν τούτοις δὲν ἀπεβλήθησαν οἱ πολιτικοί, ἀλλὰ οἱ στρατιωτικοί.
§223Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μὴ βιάζεσθε. Ἀπεμάκρυνεν ἡ Πολιτεία κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους; Κατὰ τὸν νόμον δέ, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς δὲν ἀφαιρεῖται τοῦ βαθμοῦ του εἰμὴ καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει· δυνάμει τῆς διατάξεως αὐτῆς ὁ νόμος ὥρισεν ὅ,τι ὁρίζει· καὶ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀφαιρέσεως βαθμοῦ· ἐπρόκειτο περὶ ἀποστρατείας καὶ ἀποδόσεως εἰς τοὺς ἀποστρατευθέντας, ἐὰν δὲν εἶχον τὰ ἔτη τῆς συντάξεως καὶ πλήρων τῶν δικαιωμάτων τῆς συντάξεως.
§224Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ὅμως ὁ νόμος.
§225Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Διόλου ἀντισυνταγματικός· διότι, ἐπαναλέγω, δὲν ἐπρόκειτο περὶ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλῃ καταδίκην· ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς στρατιωτικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον παρὰ τοῦ νόμου ἔλαβε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπομακρύνῃ ἐκ τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐκείνους ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπομακρύνῃ. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀφαιρέσεως οὐδενὸς δικαιώματος, διότι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς παρὰ νόμον ἐξασκήσεως τῶν καθηκόντων τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, τοιοῦτος δὲ εἶναι καὶ ὁ ἀξιωματικός. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς τί καὶ πῶς διεξήχθη ἡ ὑπόθεσις τοῦ Δραϋφοὺς καὶ νὰ προσπαθήσω, ἀναρμοδίως ἄλλως, διὰ νομικῶν συλλογισμῶν νὰ σᾶς ἐξηγήσω διατί ὁ νόμος οὗτος εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ ἁρμονίᾳ καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα, ἐπιτρέψατε, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἀντὶ τούτων νὰ σᾶς πληροφορήσω, τοὺς τυχὸν ἐξ ὑμῶν μὴ γνωρίζοντας τὸ πρᾶγμα, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κύριος συνάδελφος, καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ τὴν Ἰταλίαν, καὶ ἂς εἴπωμεν καὶ εἰς τὴν Ῥωμουνίαν καὶ τὴν Βουλγαρίαν, ὅτι ἐντελῶς ἄλλη κρατεῖ ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς θέσεως ἑνὸς ἀξιωματικοῦ ἐν τῷ στρατεύματι. Λίαν προσφάτως, εἰς ἓν ἐκ τῶν συνταγμάτων τοῦ Γαλλικοῦ ἱππικοῦ τῶν δραγόνων, ἀξιωματικὸς ἀπεμακρύνθη ἄνευ οὐδενὸς στρατιωτικοῦ συμβουλίου, ἄνευ οὐδεμιᾶς διαμαρτυρίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς προσπαθείας ὅπως ἐπανακτήσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνος ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξῃ· ἔπαυσεν ἔχων τὴν συμπάθειαν τῶν συναδέλφων αὑτοῦ καὶ ἔπαυσεν ἕνεκα λόγου, τὸν ὁποῖον ἐγνώριζον, ἀλλὰ τὸν ὁποῖον οὐδεὶς τῶν συναδέλφων ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἀποδείξῃ διὰ πραγμάτων. Ἀπώλεσε τὴν συμπάθειαν τῶν συναδέλφων αὑτοῦ, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἐχαιρέτιζον αὐτὸν—διότι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τὸν ἐχαιρέτιζον—ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ ἀξιωματικὸς εἶχε διαγραφῆ ἐκ τῶν τάξεων τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ. Εἰς τὴν Γερμανίαν ἀξιωματικὸς δὲν γίνεται δεκτὸς ἐντὸς τοῦ συντάγματος, ἐὰν δὲν λάβῃ πάσας τὰς ψήφους τῶν ἐν αὐτῷ ὑπηρετούντων ἀξιωματικῶν· δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, διὰ τὸ συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐξυπηρετεῖ ἡ ἰδέα τοῦ στρατεύματος, ἐντὸς ἑνὸς συντάγματος νὰ μὴ ἐπικρατῇ ἀπόλυτος ἀγάπη, ἀπόλυτος ἁρμονία, ἀπόλυτος ἐμπιστοσύνη καὶ ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Ὅταν τις ἐκ τῶν ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρετούντων κατορθώσῃ νὰ ἀποκτήσῃ τὰς ἀντιπαθείας ὅλων, ὅταν τις ἐκ τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ στρατεύματι δυστυχήσῃ εἰς τὸν βαθμόν, ὥστε νὰ εὑρεθῇ εἰς ἐχθρότητα πρὸς τὸ σύνολον, ὅταν ὑποστῇ ἐπὶ τέλους τὸ ἀτύχημα νὰ παύσῃ ἐκτιμώμενος ἀπὸ τὴν μεγάλην πλειονότητα ἐκείνων, μὲ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ζήσῃ, πρόκειται νὰ συμπολεμήσῃ καὶ πρόκειται νὰ συναποθάνῃ, ὅταν τοῦτο συμβῇ, ὁ ἀξιωματικὸς δὲν εἶναι ἀξιωματικός. (Εὖγε, εὖγε). Ἀλλ’ εἶναι παράκαιρον νὰ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς παραδείγματα ἀλλεπάλληλα, παραδείγματα ἀξιωματικῶν Γάλλων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὑποστῆ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι κατόπιν τριῶν πληγῶν ἐν Ἀλγερίᾳ, πληγῶν τὰς ὁποίας ἐκάλυψαν ἰσάριθμα παράσημα, τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ ἀπεμακρύνθησαν τοῦ στρατεύματος ἀπολύτως ἄνευ οὐδεμιᾶς δικαιολογίας, καὶ ἄνευ δικαιολογίας, διότι ἐσεβάσθησαν τὰς πληγὰς καὶ τὰ παράσημα τὰ ὁποῖα ἔφερον.
§226Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πόσοι ἀπεβλήθησαν ἀπὸ τοῦ στρατοῦ τοῦ ἰδικοῦ μας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριε συνάδελφε; Τὸν ἀριθμὸν θέλω.
§227Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κατὰ ποῖον τρόπον;
§228Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Προχθές, ἀπὸ τὴν ἐκκαθάρισιν.
§229Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Νομίζω, ἑβδομήκοντα.
§230Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μόνον;
§231Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου ὀφείλω νὰ ἐκφέρω καὶ τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ συμβουλίου ἐκείνου, ὅτι τὸ συμβούλιον ὁμολογουμένως δὲν ἐφάνη ἀπολύτως ἀντάξιον τῶν περιστάσεων, ὅτι ἐφείσθη ἱκανοῦ ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν—δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τὸ ἀποκρύψω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου —τοῦτο.
§232ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐκ τούτου δικαιολογεῖται ἡ ἐξέγερσις.
§233Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Προσωπικὸν λόγον εἶχε.
§234Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν πόσον εἶναι δύσκολον νὰ εἰσδύσῃ τις καὶ ἐρευνήσῃ τὴν συνείδησιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἀπομακρύνῃ ἕνα συνάδελφόν του ἐκ τοῦ στρατεύματος τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ στερήσῃ ἀπὸ ἐκεῖνον τὴν τύχην τοῦ νὰ ὑπηρετήσῃ μέχρι τέλους τοῦ βίου του εἰς τὰς τάξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν πόσον εἶναι δύσκολον νὰ εἰσδύσῃ τις εἰς τὴν συνείδησιν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ, δὲν πρέπει τις νὰ μεμφθῇ καὶ τόσον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσεπάθησαν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των, ἀλλὰ καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ περιορίσωσι τὸν ἀριθμὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο νὰ ἀπομακρυνθῶσι τοῦ στρατοῦ. Πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ πολλὰ ἐγράφησαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐκκαθάρισιν, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμφεσβητήθη ποσῶς, εἶναι ἐπὶ παραδείγματι, ὅτι ὅσοι ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου ἐξεκαθαρίσθησαν εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς διὰ τὰς ἀνακαλυφθείσας ἐκ τῶν ὑστέρων καταχρήσεις. Τοῦτο γνωρίζω ἀντικειμενικῶς καὶ διὰ τοῦτο τὸ ἀναφέρω. Μὴ γνωρίζων ὑποκειμενικῶς τὰς ἀφορμάς, αἵτινες ἐπέβαλλον εἰς τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο τὴν σκληράν, τὴν σκληροτάτην ἀνάγκην τοῦ νὰ στερήσῃ τοῦ δικαιώματος τῆς ὑπηρεσίας ἄλλους συναδέλφους, οὕτω βλέπων τὰ πράγματα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν οὐ μόνον νὰ μὴ κάμῃ ἀποδεκτὴν τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἥτις πρὸ ὀλίγου ἐντεῦθεν ἠκούσθη, ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον ἐξ ἑνὸς ἑκάστου ἐξαρτᾶται, νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν περάτωσιν τῆς τοιαύτης συζητήσεως. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω ὀλίγα τινὰ ἀκόμη εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πατρῶν συνάδελφον καὶ φίλον μου, ὅτι, ἐὰν εὐλόγως ἐστενοχωρήθη—διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας—ἕνεκα τοῦ προσωπικοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος ἔθιξεν ἐμμέσως αὐτὸν λόγῳ τῆς ἐκκαθαρίσεως.
§235Ε. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Λόγῳ τοῦ ἀδικήματος.
§236Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἐγὼ νὰ κρίνω. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἐκφέρω γνώμην περὶ τοῦ τί ἐγένετο ἐκεῖ.
§237Ε. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἐζήτησε νὰ ἀναιρέσῃ ἐν γένει...
§238Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν δέχομαι ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀδικία. Ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτόν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὸν νὰ ἐκτραπῇ εἰς τόσον δριμείας φράσεις, εἰς ὕβρεις ἐναντίον τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ συνόλῳ. Ἀναμφιβόλως, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐπανάστασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐνδομύχως ἀποδεκτή. Αἱ ἰδέαι καὶ αἱ πράξεις αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ἀπὸ μέρους ἐκείνων οἵτινες θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δράσωσι ποικιλοτρόπως καὶ ἐπὶ καταστάσεως ὁμοίας πρὸς τὴν τοῦ παρελθόντος, ὅτι τὰ ἔργα τῆς ἐπαναστάσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχωσι τῆς ἐπιδοκιμασίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ᾐσθάνθησαν τὴν προέλευσιν, τὴν πολιτικὴν αὐτῶν προέλευσιν, ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ διὰ πάντα Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος βαθέως ἐν ἑαυτῷ αἰσθάνεται, ὄχι μόνον ὅτι προσωπικῶς αὐτὸς πηγάζει πολιτικῶς ἀπὸ τῆς λαϊκῆς ἐκείνης ἐξεγέρσεως, ἀλλὰ καὶ ὅτι ἀπέναντι τῆς ἐξεγέρσεως ἐκείνης ἔχει ὡς τοιοῦτος, ἔχει ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δίκαιον, οὔτε ἀπέναντι αὑτοῦ οὔτε ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου νὰ παραμελήσῃ, ὅταν τοῦτο ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, θέλει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως, ἂν μὴ τερματισθῇ πλέον ἡ συζήτησις, τοὐλάχιστον ὅπως ἀποκρουσθῇ ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Πατρῶν συναδέλφου. (Χειροκροτήματα).
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 5′ μ. μ.).