1911.06.07
2.595 στίχοι · 19.222 λέξεις · 293 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 107.
Τῆς 7ης Ἰουνίου 1911.
(Τρίτη)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου περὶ ὥραν 5 καὶ 45′ μ.μ.
ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 122 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν: 1) Οἱ ἐφημέριοι Ξηροχωρίου, Μαλακασίου, Ἀγρινίου καὶ Πραμάντων ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου· 2) Ὁ ἀθηναϊκὸς σύλλογος ὑποβάλλει ἀναφορὰν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ οἰκοπέδων· 3) Οἱ κάτοικοι Ποταμοῦ ἐκφράζουσι συγχαρητήρια ἐπὶ τῇ λήξει τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς· 4) Οἱ κάτοικοι Ψαθοπύργου αἰτοῦσιν ἀποξήρανσιν ἕλους· 5) Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Τρικκάλων ζητεῖ ἵδρυσιν Τελωνείου. Ὑποβάλλονται ἐπίσης αἱ κάτωθι τροπολογίαι καὶ προτάσεις νόμων. 1) Τῶν κυρίων Γκλαβᾶ καὶ Φλαμῆ «περὶ κανονισμοῦ ποινῆς λιποτακτῶν τῶν παρελθόντων ἐτῶν»· 2) Τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Μερλοπούλου τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμβατικοῦ τόκου, τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας» καὶ «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς διαδίκους»· 3) Τοῦ κ. Χ. Βοζίκη τροπολογία τοῦ ἄρθρου 14 § 2 τοῦ νόμου «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων»· 4) Τῶν κυρίων Θ. Παπαϊωάννου καὶ Μ. Σφακιανάκη τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ΓΨΚΔʹ (3724) περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Γεωργίας, Ἐμπορίου κλπ.»· 5) Ἄλλας τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου ὑποβάλλουσιν οἱ κύριοι Ἰ. Μαμάης, Σ. Θεοδωρόπουλος καὶ Π. Φλαμῆς. Ἅπασαι θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας «Ἅγιος Ἰωάννης»». Γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον. Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως προσθέτου ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Σμύρνῃ ἑδρευούσης ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας «Π. Πανταλέων». Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Ἀστήρ». Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§2Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εὑρίσκω, Κύριοι, τόσον ἐπείγουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων...
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι φωνάζουν (θόρυβος).
§4Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔπρεπε νὰ φωνάζουν μᾶλλον, διότι δὲν ἔχουν φυλακάς, καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ἔπρεπε πρωτίστως νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ καὶ δι’ αὐτὸ νὰ δαπανηθῶσι καὶ χρήματα. Δὲν δύναμαι ἄλλως ν’ ἀντιληφθῶ τὴν οἰκονομικὴν βάσιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐδῶ βλέπω ὅτι διὰ πέντε δικαστικὰ καταστήματα τὸ δαπανηθὲν ποσὸν ἀνέρχεται εἰς ἓν ἑκατομμύριον. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ἀλλ’ ὅτι τὸ ποσὸν τὸ καταβαλλόμενον δι’ ἐνοίκια, θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις πρὸς σύναψιν δανείου, τὸ ποσὸν τοῦτο δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ δάνειον μόνον τριῶν ἑκατομμυρίων καὶ οὐχὶ ἀνώτερον. Εἶναι προφανὲς ὅτι, διὰ νὰ γίνουν δικαστικὰ μέγαρα εἰς τὰς ἄλλας πόλεις, θὰ ἀπαιτηθῇ πολὺ μεγαλείτερον ποσόν, καὶ συνεπῶς θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἀναντιρρήτως πολὺ περισσότερον ὁ Προϋπολογισμός· προκειμένου δὲ νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς νὰ ζητήσωμεν ἔσοδα πρὸς κάλυψιν αὐτῶν τῶν ἐξόδων, νομίζω ὅτι εἶναι προσῆκον πρὸ τῆς ἀνεγέρσεως δικαστικῶν μεγάρων νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς ἀνεγέρσεως φυλακῶν. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§6ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ εἶχον ἀντιρρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ, τὸ θεωρῶ ἐντελῶς περιττόν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§8Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται πρὸς ἀνέγερσιν δικαστικῶν μεγάρων, καὶ ἂν συνέκρινε ταύτην μὲ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται πρὸς πληρωμὴν ἐνοικίων δικαστικῶν καταστημάτων. Ἂν ἔκαμνε τὴν τοιαύτην ἀντιπαραβολήν, θὰ ἔβλεπε καὶ θὰ ἐπείθετο ἀδιστάκτως ὅτι ἡ δαπάνη ἡ ὁποία χρησιμεύει πρὸς ὑπηρεσίαν δανείου δι’ ἀνέγερσιν δικαστικῶν μεγάρων, θὰ εἶναι πολὺ μείζων ἐκείνης, τὴν ὁποίαν χρειάζεται τὸ Δημόσιον διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ ἐπεβαρύνετο τὸ Δημόσιον, ἐπὶ πλέον καὶ μὲ τὴν φθορὰν τὴν ἐτησίαν, ἡ ὁποία εἰς τὰ δημόσια κτίρια δὲν εἶναι μικρά, ἀλλὰ πολὺ μεγάλη. Ἴσως ἐν πολλοῖς φθάνει τὴν πληρωμὴν τῶν ἐνοικίων. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ὁμιλῶν οὕτω, Δικαστήριον τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐν Τριπόλει. Ἐκεῖ εὑρέθη εἷς ἰδιώτης, ὁ ὁποῖος ἀνήγειρε μέγαρον δικαστικόν, τὸ ὁποῖον ἐκπληροῖ ὅλας τὰς ἀνάγκας τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὸ Δημόσιον πληρώνει πρὸς αὐτὸν 5,500 δραχμῶν ἐτησίως, εἶναι δὲ τὸ οἴκημα ἓν μεγαλοπρεπέστατον μέγαρον. Ἐὰν ἐγίνετο σκέψις πρὸς ἐξεύρεσιν ἐπιχειρηματιῶν οἱ ὁποῖοι νὰ ἀνελάμβανον τὴν κατασκευὴν μεγάρων δικαστικῶν, ἐκεῖ ὅπου ἐλλείπουσι τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένου χρόνου νὰ περιήρχοντο εἰς τὸ Δημόσιον, θὰ εἶχε κατὰ τὴν γνώμην μου μεγάλην ὠφέλειαν τὸ δημόσιον ταμεῖον. Μὲ φοβίζει ἡ πεῖρα, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, καθόσον ὁπουδήποτε ὑπάρχει δημόσιον κτίριον ἀπαιτοῦνται τόσαι δαπάναι πρὸς ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν αὐτῶν, ὥστε πολλάκις πλησιάζουσιν αὗται ἢ φθάνουσι τὰ ἐνοίκια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπλήρωνε τὸ Δημόσιον πρὸς ἰδιώτας ἰδιοκτήτας. Τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις σήμερον, καὶ θὰ ἐγνωμάτευον γνώμην νὰ ἀναβληθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ νομοσχέδιον. Ἄν ὑπάρχωσι χρήματα, ἂς ἐξοδευθῶσιν εἰς ἄλλας μᾶλλον ἐπειγούσας καὶ ἀπολύτους ἀνάγκας, ἃς ἐξοδευθῶσι δι’ ἀνέγερσιν φυλακῶν.
§9Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει ἰδιαίτερον κεφάλαιον προωρισμένον διὰ τὰς φυλακάς.
§10Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αἱ δαπάναι θὰ εἶναι τόσον μεγάλαι διὰ τὰς φυλακάς, ὥστε δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ τὸ κεφάλαιον αὐτό. Θὰ ἀρχίσωμεν ἴσως ἀπὸ τῆς ὀροφῆς διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ θεμέλια, καὶ ἐπεθύμουν νὰ συμβῇ τὸ ἀντίθετον.
§11Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῇ διαμαρτυρία, καὶ δὴ ὑπὸ δικηγόρων, εἶναι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἓν ἐκ τῶν αἰτίων, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ δικαιοσύνη δὲν ἐπιβάλλει τὸν σεβασμὸν εἰς τὸν κόσμον, εἶναι καὶ τὰ ἄθλια δικαστικὰ καταστήματα ὑπὸ τὴν στέγην τῶν ὁποίων λειτουργεῖ αὕτη. Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει δικαστήριον ἐν Τριπόλει, ὡς εἶπε, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὁμιλεῖ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ἀλεξάκης εἶπεν ὅτι διστάζει νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, διότι θέλει πρῶτον ν’ ἀκούσῃ τὸν Ὑπουργὸν ν’ ἀναπτύξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἕνα προϋπολογισμὸν δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῶν δικαστηρίων. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς ὑπάρχει εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ κατ’ αὐτὸν, τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ἔχῃ νὰ δαπανήσῃ πλείονα τῶν ὅσα δαπανᾷ δι’ ἐνοίκια δικαστικῶν καταστημάτων σήμερον τὸ ποσὸν δ’ αὐτὸ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς τοκοχρεολύσιον τοῦ συναφθησομένου δανείου. Μᾶς εἶπε δὲ περιπλέον ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς φοβίζῃ εἶναι ἡ δαπάνη τῆς συντηρήσεως καὶ τῶν ἐπισκευῶν. Ἀλλὰ πάντες γνωρίζομεν τί πληρώνει τὸ Δημόσιον σήμερον διὰ δαπάνας ἐπισκευῆς καὶ φθορᾶς τῶν καταστημάτων τῶν ἰδιωτικῶν, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζει κατὰ τὴν λῆξιν τῶν μισθώσεων. Ἐν Πάτραις ἐπλήρωσεν εἰς τὸν ἐκμισθωτὴν Μακρυγιάννην εἴκοσι χιλ. δραχμῶν διὰ φθοράν. Αὐτὰ λοιπὸν τὰ ὁποῖα πληρώνει σήμερον διὰ φθορὰν, θὰ εἶναι ὀλιγώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν συντήρησιν τῶν καταστημάτων τὰ ὁποῖα θ’ ἀνεγείρῃ. Πρέπει λοιπὸν τοῦτο μόνον νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον;
§12Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως ἐπληρώθησαν ἢ συμβιβαστικῶς;
§13Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ἠξεύρω ὅτι ἐπληρώθη αὐτὸ τὸ ποσόν, καὶ αὐτὸ θὰ γίνεται καὶ εἰς τὸ μέλλον. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Γίνεται δεκτόν. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διατί ἡ σύνταξις τοῦ σχεδίου ν’ ἀνατεθῇ εἰς εἰδικὸν ἀρχιτέκτονα καὶ νὰ μὴ γίνῃ διὰ διαγωνισμοῦ;
§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ διαγωνισμοῦ ἐγένοντο τὰ σχέδια τῶν δικαστικῶν μεγάρων ἐκ τῶν κληροδοτημάτων Συγγροῦ καὶ ὅτε ἐστεγάσθησαν τὰ δικαστικὰ μέγαρα, τότε εὑρέθησαν ὅτι εἶχον οὐσιωδεστάτας ἀτελείας· ἀλλαχοῦ πάλιν αἱ δαπάναι ὑπελογίσθησαν τόσον γλίσχρως, ὥστε τὸ δικαστικὸν μέγαρον Ναυπλίου ἀπὸ 200.000 δραχμῶν ἔφθασεν εἰς 400,000 καὶ εἶναι ἀκόμη ἡμιτελές. Προτιμότερον εἷς ἀρχιτέκτων νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην τελείως καὶ ὄχι ὅπως γίνεται διὰ τὰ δημόσια κτίρια· εἷς μηχανικὸς ἀναλαμβάνει τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου, καὶ ἄλλος τὴν ἐκτέλεσιν κατὰ τὰ διάφορα μέρη, οὕτως ὥστε μέχρις ὅτου τελειώσῃ τὸν κτίριον ἔχει διέλθει ὅλον τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν πρὸ τοῦ οἰκοδομήματος. Κρημνίζεται καὶ δὲν εὑρίσκεται ὁ ὑπεύθυνος. Ὥστε προτιμότερον εἷς ἀρχιτέκτων, ὅστις νὰ φέρῃ καὶ τὴν εὐθύνην.
§16Ν. ΧΑΡΔΟΥΒΑΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, πρὸς τιμὴν τοῦ ἐργολάβου τοῦ ἐκτελέσαντος τὸ σχέδιον, ὅτι τὸ μέγαρον τοῦ Ναυπλίου εἶναι τέλειον καὶ παρεδόθη, αἱ δὲ πληροφορίαι τοῦ κ. Μπακοπούλου δὲν εἶναι ἀκριβεῖς.
§17Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσαι μεταβολαὶ ἐγένοντο;
§18Ν. ΧΑΡΔΟΥΒΑΛΗΣ. Οὐδεμία. Κατὰ τὸν νόμον ὤφειλεν ὁ δῆμος νὰ παραχωρήσῃ τὸ οἰκόπεδον. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φοβώμεθα μὴ εἰς τὰ δικαστικὰ μέγαρα συμβῶσι καταχρήσεις, ὑπὸ τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον μάλιστα. Ἡ πρόσθετος δαπάνη διὰ τὸ μέγαρον Ναυπλίου ἐδημιουργήθη, ὡς εἶπον, διὰ τὸν λόγον ὅτι ὁ δῆμος ὑπεχρεοῦτο νὰ παραχωρήσῃ τὸ οἰκόπεδον, ὡς καὶ τὸ παρεχώρησε· δὲν ἦτο ὅμως κατάλληλον καὶ ἐξηναγκάσθη τὸ Δημόσιον νὰ ἀγοράσῃ ἄλλο.
§19Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι συνέβησαν σφάλματα κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου Ναυπλίου, θὰ συνέβαινον πολὺ περισσότερα σφάλματα, ἐὰν δὲν ἐγίνετο διαγωνισμός. Καὶ ὑπενθυμίζω αὐτῷ νὰ παρατηρήσῃ τὸ μέγαρον τοῦ Ἀρσακείου, τὸ ὁποῖον ἔγινεν ὑπὸ τὰς περιπτώσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι καὶ δικαστικὰ κτίρια, ἐὰν ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὕτη.
§20Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ διαγωνισμοῦ ἔγινεν.
§21Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι. Ἐὰν λοιπὸν παρατηρήσῃ τὸ μέγαρον τοῦ Ἀρσακείου, θὰ ἴδῃ ποῦ μᾶς φέρει τὸ σύστημα αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι πολὺ Πλατωνικὴ ἡ ἰδέα τῆς ἀναζητήσεως τῶν εὐθυνῶν. Δὲν γνωρίζω τί ἐκέρδισε τὸ Ἀρσάκειον, τὸ ὁποῖον γνωρίζει τὸν ὑπεύθυνον. Διὰ τοῦτο εἶμαι ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Παπαναστασίου, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς τὸ «εἰς εἰδικὸν ἀρχιτέκτονα» καὶ νὰ γίνῃ «διὰ διαγωνισμοῦ».
§22Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ ἀφορῶσι τὴν σύνταξιν τοῦ σχεδίου, ἀλλὰ ἡ ἐκτέλεσις εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν ἐργολάβον καὶ τὸν ἐπιβλέποντα τὴν ἐκτέλεσιν. Ἀναμφιβάλως ὅμως τὸ σχέδιον, περὶ ἀνεγέρσεως κτιρίου, πολὺ καλλίτερον δύναται νὰ συνταχθῇ κατόπιν διαγωνισμοῦ, παρὰ ὅταν ἀνατεθῇ εἰς ἕνα ἀρχιτέκτονα, τὸν ὁποῖον θὰ ἐκλέξωσι τὰ πρόσωπα. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ὁ διαγωνισμός.
§23Δ. ΡΟΥΣΟΣ. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον, ὅτι τὸ δικαστικὸν μέγαρον Ναυπλίου ἐγένετο καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς τέχνης. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ δικαστικὸν μέγαρον ἐγένετο πλησίον τῆς θαλάσσης ἐκεῖ ὅπου ἦτο ἡ μεγάλη ὑπόνομος ἡ ἀποκλείουσα τὴν ἔξοδον. Κατὰ τὴν ἐκσκαφὴν ὅμως εὑρέθη ἔδαφος ἀσθενὲς καὶ ἐχρειάσθη κατὰ τοὺς μηχανικοὺς νὰ γίνῃ μπετὸν (betton armé) καὶ ἐγένετο, καὶ οὕτω τὸ μέγαρον Ναυπλίου ἐγένετο τελειότατον καὶ καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας τῆς τέχνης.
§24Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ περὶ τοῦ διαγωνισμοῦ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2ον, τὸ 3ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 4ον).
§26ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καίτοι δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι διὰ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν δικαστικῶν μεγάρων θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία, ἐν τούτοις τὸ σχέδιον στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὅτι δὲν θὰ ἐπέλθῃ δαπάνη. Ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς γνωρίζετε, ὑπάρχει συνήθεια νὰ ἀρχίζωσι τὰ δημόσια ἔργα διὰ μικρῶν ὑπολογισμῶν καὶ κατόπιν νὰ ὑψῶνται εἰς μεγάλας δαπάνας, θὰ ἐπεθύμουν νὰ τεθῇ εἷς περιορισμὸς ὡς ἑξῆς· τὸ τοκοχρεολύσιον νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τῶν μισθωμάτων ἢ κατὰ τὸ ¼, διότι ἀντιθέτως...
§27Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται.
§28ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. ... Εἶναι εὔλογος ἡ ἀντίρρησις τῶν ἐντίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐπέλθῃ μεγάλη δαπάνη· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι προτιμότερον νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἄλλα ἔργα ἀνθρωπινώτερα, ὡς ἡ ἐκτέλεσις τῶν φυλακῶν. Ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις δαπανῶν, τότε νὰ γίνουν τὰ δικαστικὰ καταστήματα. Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ αὔξησις, τότε ἡ ἀντίρρησις εἶναι ἰσχυρά. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ τεθῇ ὁ περιορισμὸς ὃν ἀνέφερα.
§29Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον, ἐπειδὴ θὰ ἀνοίξῃ μίαν πληγὴν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, καὶ συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς περιοριστικῆς τροπολογίας τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4ον τὸ 5ον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν). Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικοῦ μεγάρου ἐν Ἀργοστολίῳ».
§31Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν).
§33Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐξήγησιν. Ὑποθέσατε ὅτι δαπανῶνται 120.000 δρ. καὶ τὸ ἔργον μένει ἡμιτελές· τί θὰ γίνῃ;
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Δημόσιον ὀφείλει 120,000 δρ. Αὐτὰς θὰ δώσῃ. Ὅ,τι περιπλέον ἀπαιτηθῇ θὰ τὰ καταβάλωσι τὰ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα Ἀργοστολίου, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλει τὸ Δημόσιον τὰς 120,000. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 195 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§35Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Καὶ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐμμένω εἰς τὴν ἀπάλειψιν τῶν δύο τελευταίων ἐδαφίων τοῦ ἄρθρου, διότι, ἂν ψηφισθῶσι ταῦτα, θὰ ἔχωμεν δύο ἀντιφατικὰς διατάξεις, τὴν τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ τὴν τοῦ 541. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι τὸ ἄρθρον 541 πραγματεύεται περὶ τῆς πρὸς ἀπολογίαν ἐπὶ τῆς ἀγωγῆς προθεσμίας, καὶ ὅτι τὸ 195 ἀφορᾷ ἄλλην προθεσμίαν, ἀφορῶσαν κυρίως τὴν μετ’ ἀπόφασιν διαδικασίαν. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 541 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ ἐναγόμενος ἢ ὁμόδικός τις κατοικῇ ἐκτὸς τοῦ Βασιλείου, ἡ εἰρημένη προθεσμία συνίσταται 1) εἰς τρεῖς μῆνας, ἐὰν οὗτοι κατοικῶσιν ἐν τῇ Εὐρώπῃ ἢ ἐν τῇ Τουρκίᾳ ἢ ἐν Αἰγύπτῳ καὶ 2) εἰς ἓξ μῆνας, ἐὰν κατοικῶσιν εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου ἢ εἰς ἄλλας Ἐπικρατείας»· αἱ δὲ διατάξεις αὐτοῦ αὗταί εἰσι γενικαὶ καὶ οὐχὶ εἰδικαί. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν τοῦτο ἔχει προθεσμίαν διὰ τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκομένους. Ἤδη προστιθέμεθα ἄλλην προθεσμίαν διὰ τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμένοντας, δύο καὶ τρεῖς μῆνας, ἐνῷ ἐξ ἑτέρου ἔχομεν τὴν τοῦ ἄρθρου 541, διατηρουμένην ἐν ἰσχύϊ.
§36Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ θίξω τὰς εἰδικὰς διατάξεις.
§37Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τότε πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον 550.
§38Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν χρειάζεται. Ἀκριβῶς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγει τὰ λέγει, ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι εἰς τὰς εἰδικὰς ἐκείνας περιστάσεις, ὅπου εἰδικαὶ διατάξεις ἀναγράφουσιν ὡρισμένα ὅρια παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν. Τὰ πράγματα κρίνονται καλῶς. Ὑποδεικνύει μάλιστα ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ὅτι καὶ ταῦτα θὰ ἠδύναντο νὰ μεταρρυθμισθῶσι δι’ εἰδικῆς τινος ἀντιλήψεως καὶ συντομεύσεως τῶν προθεσμιῶν· ἀλλ’ ἐν τῷ παρόντι δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν τὴν ὑπάρχουσαν ἤδη βάσιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιφέρῃ γενικὴν διατάραξιν. Ἠθέλησα ἄλλως τε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ συμπληρώσῃ τὸ κενὸν ἐκεῖνο, ὅπου δηλαδὴ δὲν ὑπάρχουσι διατάξεις· περὶ τούτων προβλέπει τὸ νομοσχέδιον.
§39Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐμμείνω εἰς τὴν γνώμην μου. Τὸ ἄρθρον 540 λέγει (ἀναγινώσκει): «...ἡ δὲ προθεσμία αὕτη ἐπὶ μεγαλειτέρων ἀποφάσεων παρεκτείνεται καὶ λογίζεται κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 195 καὶ 196 διατεταγμένα.
§40Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 540 δὲν ἀναφέρεται μόνον εἰς τὰς προθεσμίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ὅρους τῆς παρεκτάσεως. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ ἄρθρον 541 ἔχει εἰδικὴν προθεσμίαν, ἡ προθεσμία αὕτη τηρεῖται.
§41Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εἰς ποίας περιστάσεις θὰ τηρηθῇ;
§42Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν προθεσμίαν πρὸς ἀπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 540.
§43Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Παραπέμπει τὸ ἄρθρον 540 εἰς τὰ ἄρθρα 195 καὶ 196, ἅτινα πρὶν δὲν περιεῖχον διατάξεις περὶ τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διατριβόντων, ἤδη ὅμως ψηφιζομένων τῶν διατάξεων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου θὰ ἔχωμεν ἰσχυούσας δύο διαφόρους διατάξεις περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, τὰς τοῦ ἄρθρου 195, εἰς ἃς παραπέμπει τὸ 540, καὶ τὰς τοῦ ἄρθρου 541.
§44Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παραπέμπει εἰς τοὺς ὅρους. Μείνατε ἥσυχος· οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος. Ἐπρόσεξα τοῦτο καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἔδωκα τὰς ἐξηγήσεις.
§45Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν γνώμην μου ταύτην εἰς τὴν Βουλήν· θὰ ἐπικρατήσῃ ἀναμφιβόλως ἡ γνώμη σας; Θὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει· ἡ ἀντινομία, ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη, θὰ φέρῃ τὴν σφραγῖδα ὑμῶν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μπουρνιᾶ. (Ἀπορρίπτεται. Ἀπορρίπτονται ἐπίσης αἱ τροπολογίαι τῶν κυρίων Μ. Δαζέα καὶ Γ. Μουσούρη). Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Χ. Δικαίου.
§47Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν παρέλαβον.
§48Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§50Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὸ ἐδάφιον 23 πεντάκις, νὰ προστεθῇ ἐδάφιον 23 ἑξάκις ἔχον οὕτως· «ἡ παραίτησις δὲν ἐπάγεται νόμιμα ἀποτελέσματα διὰ τὸν κατηγορούμενον τὸν μὴ ἀποδεχόμενον ταύτην». Τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δαζέα.
§51Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὥστε τὸ ἐδάφιον 23 ἑξάκις θὰ γίνῃ 23 ἑπτάκις.
§52Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§53Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὑπὲρ τῶν καθ’ ἕκαστα αὐτοῦ. Μίαν μόνον παρατήρησιν ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως συμπληρώσῃ, εἰ δυνατόν, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Γνωρίζετε ἐκ πείρας ὅτι ὅλαι αἱ ἐξυβρίσεις καὶ ὅλα τὰ τραύματα, τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται κατ’ ἔγκλησιν, οἱ εἰσαγγελεῖς τὰ μετατρέπουσιν εἰς ἀδίκους ἐπιθέσεις. Δὲν ὑπάρχει κατηγορητήριον εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα τῶν ἐπαρχιῶν ἐπὶ τραύματι, τὰ τραύματα δὲ τιμωροῦνται κατ’ ἔγκλησιν, αἱ δὲ ἄδικαι ἐπιθέσεις τιμωροῦνται ἐξ ἐπαγγέλματος. Τώρα κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐγκαλοῦντα, δηλαδὴ εἰς τὸν παθόντα τὸ ἀδίκημα τοῦ τραύματος, ἐὰν θέλῃ, νὰ συγχωρῇ τὸν ἀδικήσαντα, τὸν τιμωρούμενον, ὡς εἶπον, κατ’ ἔγκλησιν. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχητε εἰσαγγελέα στρεψόδικον—δὲν ἀμοιρεῖ δὲ τοιούτων ὁ εἰσαγγελικὸς κλάδος—ἢ δικαστὴν αὐστηρόν, θέλοντας νὰ μεταβάλωσι τὰ τοιούτου εἴδους ἀδικήματα εἰς ἀδίκους ἐπιθέσεις, ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦτο δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἰς τὰ κατ’ ἔγκλησιν τιμωρούμενα ἀδικήματα πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ ἄδικοι ἐπιθέσεις, καθὼς καὶ αἱ φθοραί; Ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο πληρέστερον, ἐὰν εἰς τὰ ἀδικήματα τὰ κατ’ ἔγκλησιν τιμωρούμενα προσετίθεντο καὶ αἱ ἄδικοι ἐπιθέσεις καὶ αἱ φθοραί.
§54Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας εἶναι σπουδαιοτάτη, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐφαρμογῆς, διότι ὁμολογουμένως παρεκβάσεις πολλαὶ τοιούτου εἴδους, ἃς ἐσημείωσεν ὁ κ. Βουλευτής, παρετηρήθησαν ἐν τῷ παρελθόντι. Ἀλλ’ αἱ παρεκβάσεις αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαλυθῶσι νομοθετικῶς διὰ τοιαύτης προσθήκης· εἶναι παρεκβάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι κολασμοῦ. Ἀλλὰ συλλογισθῆτε, ἐὰν φύγωμεν ἀπὸ τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τοῦ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακληθῶσι τὰ κατ’ ἔγκλησιν τιμωρούμενα ἀδικήματα καὶ νὰ καταπέσωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ συγχωνεύωνται πρὸς ταῦτα τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχει δικαίωμα αὐτὴ ἡ Πολιτεία νὰ καταδιώκῃ. Νομίζω ὅτι τοῦτο πολὺ ἀπέχει ἀπὸ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ἀνατροπὴ θεμελιώδους ἀρχῆς. Εἶναι δυνατὸν νὰ λέγωμεν ἀφ’ ἑνὸς ὅτι ἡ Πολιτεία αὐτὴ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως τοῦ ἰδιώτου ἔχει συμφέρον καὶ δικαίωμα νὰ καταδιώκῃ ὡρισμένα ἀδικήματα, καὶ ἐξ ἄλλου νὰ λέγωμεν ὅτι, ἐπειδὴ προέλαβεν εἷς πολίτης νὰ καταγγείλῃ τὰ ἀδικήματα ταῦτα, εἶναι δυνατὸν καὶ ὁ πολίτης νὰ τὰ συγγιγνώσκῃ; Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἀνατροπὴ τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς.
§55Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅταν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ὅτι ἀνατρέπεται τὸ σύστημα τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Τουναντίον ἐγὼ νομίζω ὅτι θέλει συμπληρωθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἐὰν ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς αὐτὴν τὴν στιγμὴν πληροφορίας ἀπὸ ὅλα τὰ Πλημμελειοδικεῖα τοῦ Κράτους, δὲν θὰ εὕρῃ κατηγορητήριον ἢ ἀπόφασιν ἐπὶ τραυματισμῷ. Πάντες οἱ τραυματισμοὶ μεταβάλλονται εἰς ἀδίκους ἐπιθέσεις, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ ὑπόκεινται τὰ τραύματα εἰς παραγραφήν. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς οἱ Εἰσαγγελεῖς, ἵνα μὴ ὑποπίπτωσι τὰ τραύματα εἰς παραγραφήν, χαρακτηρίζουσι τοὺς τραυματισμοὺς ὡς ἀδίκους ἐπιθέσεις. Τὸ ἔγκλημα τοῦ τραυματισμοῦ εἶναι βαρύτερον τῆς ἀδίκου ἐπιθέσεως. Τί εἶναι ἡ ἄδικος ἐπίθεσις; Εἶναι ἡ ἀπόπειρα πρὸς τραυματισμόν. Ἐν τούτοις ὁ νόμος ἡμῶν ὁ ποινικός, ὁ ἕλκων τὴν καταγωγὴν αὐτοῦ ἐκ τοῦ Βαυαρικοῦ καὶ τοῦ Γαλλικοῦ, τὴν μὲν ἄδικον ἐπίθεσιν χαρακτηρίζει ὡς ἀδίκημα τιμωρούμενον ἐξ ἐπαγγέλματος, τοὺς δὲ τραυματισμοὺς ὡς ἀδίκημα τιμωρούμενον κατ’ ἔγκλησιν. Νομίζω ὅτι δὲν μεταβάλλεται ὁ ποινικὸς νόμος, ἐὰν προστεθῶσιν αἱ ἄδικοι ἐπιθέσεις.
§56Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνατροπὴ τῆς θεμελιώδους ἀρχῆς.
§57Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ὅλα τὰ τραύματα χαρακτηρίζονται ὡς ἄδικοι ἐπιθέσεις. Εἶναι τροποποίησις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποδεχθῆτε, κύριε Ὑπουργέ.
§58Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιμένετε.
§59Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. «Ἡ παραίτησις δύναται νὰ γίνῃ κατὰ πᾶσαν στάσιν τῆς δίκης». Παραίτησις ἀπὸ τῆς ἐγκλήσεως, καὶ θὰ εἶναι ἐξεταστέον ἂν τὸ κατηγορηθὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐξ ἐπαγγέλματος ἢ ἐκ τῶν κατ’ ἔγκλησιν ἀδικημάτων. Θὰ ληφθῇ ὡς βάσις, ἡ μήνυσις ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ παραστάσεως γενομένης πρὸ τῆς ἐκδόσεως βουλεύματος, ἢ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ χαρακτηρισμὸς ὁ διδόμενος ὑπὸ τῶν εἰσαγγελέων ὁπωσδήποτε; Δεύτερον, ἐὰν πρόκειται περὶ παραιτήσεως γενομένης μετὰ τὴν ἔκδοσιν βουλεύματος, θὰ ληφθῇ ὡς βάσις τὸ βούλευμα; Αὐτὸ εἶναι τὸ πιθανώτερον. Εἶναι ἀναγκαῖον ὅμως νὰ καθορισθῇ κατὰ τίνα τρόπον, πότε, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἐκδοθῆ βούλευμα, θὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὁ χαρακτηρισμὸς ἢ ὁ διδόμενος ὑπὸ τῆς μηνύσεως ἢ ὁ διδόμενος ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως.
§60Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἑκάστοτε καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ θὰ κρίνῃ μετὰ τὴν γενομένην παραίτησιν, ἂν πρόκειται περὶ ἀδικήματος καταδιωκομένου κατ’ ἔγκλησιν ἢ ἐξ ἐπαγγέλματος. Ἐὰν νομίσῃ ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ παραίτησις, διότι τὸ ἀδίκημα δὲν εἶναι ἐκ τῶν καταδιωκομένων κατ’ ἔγκλησιν, θὰ γίνῃ ἡ ποινικὴ δίκη καὶ τὸ δικαστήριον θὰ ἔλθῃ νὰ ἀποφασίσῃ.
§61Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐνόσῳ δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις ἐπιβάλλουσα ποινήν, δὲν ἔχομεν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν, καὶ πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ τοῦτο, ὅτι παραίτησις δύναται νὰ γίνῃ καὶ μετὰ τὴν περὶ ἐνοχῆς ἀπόφασιν.
§62Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως καταδικαστικὴ ἀπόφασις εἶναι ἡ ἐπιβαλοῦσα τὴν ποινήν.
§63Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ διευκρινισθῇ. Ἐπίσης παρακαλῶ ἀντὶ τοῦ τίτλου τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ νομοσχέδιον, «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς Ποιν. Δικονομίας», νὰ τεθῇ ὡρισμένως «τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 23 κτλ.», διότι ἐψηφίσαμεν καὶ ἄλλον νόμον μὲ τὸν αὐτὸν τίτλον καὶ ἐνδέχεται νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις.
§64Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· πολὺ ὀρθῶς. Νὰ διατυπωθῇ οὕτως ὁ τίτλος.
§65ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Συμμερίζομαι πληρέστατα τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Μπακοπούλου. Συμμερίζομαι πληρέστατα αὐτήν, διότι αἱ ἀντιρρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀφορῶσιν ἕτερον θέμα παρὰ τὸ θέμα τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ εἰσάγει τροποποίησιν τοῦ Ποιν. Νόμου ὅσον ἀφορᾷ τὰ κατ’ ἔγκλησιν διωκόμενα ἀδικήματα, σήμερον δὲ δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Πέρρος).
§66ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι ὀλίγας λέξεις, κύριοι συνάδελφοι, ἵνα κατὰ τὴν γνώμην μου προσανατολισθῶμεν εἰς τὸ ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Πρὸ παντὸς θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας, διότι ὑπετέθη ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου προοδευτικοῦ. Θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ὀπισθοδρομικοῦ. Δὲν τάσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου λέγων ταῦτα, ἀλλὰ θὰ ἐκθέσω δι’ ὀλίγων λέξεων ὅλην τὴν θεωρίαν τῆς διώξεως τῶν ἀδικημάτων. Δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν τοὺς ἐγκληματίας ἐδίωκον καὶ ἐτιμώρουν οἱ παθόντες· ἀκολούθως ἡ Πολιτεία ἀνέλαβε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τοὺς παθόντας τὴν δίωξιν ἢ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ· μετὰ ταῦτα ἐμερίσθησαν τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία καὶ οἱ παθόντες, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέλος νὰ διώκῃ τὰ ἀδικήματα ἡ Πολιτεία καὶ μόνη ἡ Πολιτεία. Ἀλλ’ ἀνεγνωρίσθη, ὅτι ὡρισμένα ἀδικήματα πρέπει νὰ διώκωνται κατ’ ἔγκλησιν τῶν παθόντων, ἀλλὰ νὰ τιμωρῶνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἐπιτρέπομεν τὴν παραίτησιν τῆς ἐγκλήσεως ἢ παρεκτείνομεν τὸ δικαίωμα τῶν παθόντων νὰ διώκωσιν ἢ μὴ διώκωσι τὰ ἀδικήματα, βαίνομεν πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ οὐχὶ πρὸς τὰ ἐμπρός, διότι πρὸς τὰ ἐμπρὸς βαίνειν εἶναι νὰ τιμωρῇ ἡ Πολιτεία καὶ μόνη ἡ Πολιτεία. Ἄρα ἐφθάσαμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ σημεῖον νὰ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι ποῖα ἀδικήματα πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν παθόντων; Ὑποθέτω ὄχι. Ἀφοῦ εἰς τοῦτο δὲν ἐφθάσαμεν, δύναταί τις νὰ ἀποδέχηται ὡς ἐπιτετραμμένον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ τάξωμεν καὶ ἄλλα ἀδικήματα ὡς καταδιωκόμενα κατ’ ἔγκλησιν; Ἐλέχθη τι; Ἡ ἄδικος ἐπίθεσις ἢ νὰ καταργηθῇ ἐντελῶς, ἢ νὰ καταταχθῇ εἰς τὰ κατ’ ἔγκλησιν διωκόμενα ἀδικήματα. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σκοπιμότητα. Ἐὰν καταργηθῇ ἡ ἄδικος ἐπίθεσις, θὰ ἔχητε καταγγελίας διὰ τραύματα, δι’ ἐξυβρίσεις, διὰ βίας καὶ ἀπειλὰς κτλ. Ὥστε οὐδὲν θεραπεύεται καὶ οὐδὲν ἀποτρέπεται. Ἐὰν θέλητε τὴν γνώμην μου, ἡ ἄδικος ἐπίθεσις πρέπει νὰ παραμείνῃ ὡς ἐξ ἐπαγγέλματος διωκομένη· ἡ ἑορτὴ αὕτη τῶν Ἁγίων Πάντων πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὸν τόπον μας, ἔνθα οὔτε ἡ δημοσία τάξις ἔχει παγιωθῆ ἐντελῶς, οὔτε ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ ἔφθασεν εἰς τὴν τελειότητα τοῦ ἀκριβοῦς χαρακτηρισμοῦ τῶν ἀδικημάτων. Ἔχω ἀντίρρησίν τινα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σκοπιμότητα τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν ἀναπτύσσω ταύτην, διότι τὴν σκοπιμότητα τοῦ νομοσχεδίου εὑρίσκω εἰς τοῦτο: Θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς θὰ ἴδωμεν ἂν τὸν ἀριθμὸν τῶν κατ’ ἔγκλησιν διωκομένων ἀδικημάτων πρέπει νὰ περιορίσωμεν ἢ νὰ αὐξήσωμεν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἕν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξαν αἱ Πολιτεῖαι μετὰ αἰῶνας πολλούς, μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία νὰ καθορίσωμεν καὶ κανονίσωμεν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι εἰς ὅσους ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ζητήματα ταῦτα παρέχεται ἐν τῷ μεταξὺ μέχρι τῆς καταρτίσεως τοῦ νέου Ποινικοῦ Κώδικος περίστασις ἐντεταμένης μελέτης. (Χειροκροτήματα).
§67Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 23 (τρὶς) λέγει· «εἶναι δὲ ἀπαράδεκτος ἡ παραίτησις, ἐὰν ὁ παραιτούμενος δὲν πληρώσῃ συγχρόνως καὶ τὰ δικαστικὰ ἔξοδα». Ἑπομένως ἀπαιτεῖται ἄμεσος καταβολὴ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων. Συνήθως τὴν ἐπιβολὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων ἀσκοῦσι μόνα τὰ δικαστήρια· ἐπειδὴ ὅμως ἐπιτρέπεται παραίτησις κατὰ πᾶσαν τῆς δίκης στάσιν καὶ πρὶν ἔλθῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἡ ἐκκαθάρισις τῶν δικαστικῶν ἐξόδων.
§68Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔξοδα ἐκκαθαρίζονται ὑπὸ τοῦ γραμματέως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατιμήσεως.
§69Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν ἐν τέλει «καθοριζομένων ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως».
§70Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις βεβαίως καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη, διότι πᾶσαι αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι ἀπεδέχθησαν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως ἀπὸ τῆς ἐγκλήσεως εἶναι ἀναπόσπαστον ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐγκλήσεως, ἐν αὐτῷ δὲ τῷ δικαιώματι τῆς ἐγκλήσεως ἔγκειται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως ἀπ’ αὐτῆς. Ἠδύνατο ὅμως νὰ γίνῃ ἔρευνά τις καὶ μελέτη σχετικῶς πρὸς τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν, μεταξὺ τῆς Γερμανικῆς καὶ τῆς Ἰταλικῆς, διότι ἡ παραίτησις ἀπὸ τῆς ἐγκλήσεως, κατὰ τὴν Ἰταλικὴν νομοθεσίαν, ἐπιτρέπεται περὶ παντὸς ἐγκλήματος τιμωρουμένου κατ’ ἔγκλησιν, ἐνῷ ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία περιορίζει τὸν κύκλον τῶν ἀδικημάτων τούτων.
§71Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.
§72Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγεται ἐν τῇ ἐκθέσει διὰ τίνα λόγον περιορίζεται εἰς τὸ ἓν σύστημα.
§73Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξελέγη τὸ σύστημα αὐτό, διότι νομίζω προσφορώτερον πρὸς τὴν φύσιν τῶν ἀδικημάτων τῶν τιμωρουμένων κατ’ ἔγκλησιν νὰ ἐπιτρέπηται ἡ παραίτησις ἀπὸ τῆς ἐγκλήσεως, ὅταν θέλῃ ὁ καταγγείλας.
§74Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν θέτετε δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀποδεκτὴ ἐν τῇ τοιαύτῃ γενναιότητι, τὴν ὁποίαν θέλετε, διότι ὑπάρχει καὶ ἑτέρα γνώμη...
§75Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὑπάρχει γνώμη ἀντίθετος, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ καταντήσῃ ἐπιστημονικῶς στήριγμα σπουδαῖον καὶ ἀκλόνητον ἡ ἀντίθετος γνώμη ἡ ἀμφισβητοῦσα ταύτην τὴν ἐκδοχήν. Ὅταν ἡ Πολιτεία λέγῃ· δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὴν δίωξιν τούτου τοῦ ἀδικήματος, ἀλλ’ ἐνδιαφέρομαι νὰ προστατεύσω τὸ ἄτομον, ἐὰν θέλῃ, δὲν εἶναι φυσικόν—ὅταν τὸ ἄτομον παύσῃ θέλον διὰ τὸν Α ἢ τὸν Β λόγον, διότι νομίζει ὅτι δύναται πλειότερον νὰ ἐκτεθῇ, ὅτι τὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ προστατεύσῃ, κινδυνεύουσι περισσότερον ἐκ τῆς περαιτέρω διώξεως τοῦ ἀδικήματος—νὰ εἴπῃ ἡ Πολιτεία, παύω καὶ ἐγὼ ἐνδιαφερομένη;
§76Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Πολιτεία ἐπέτρεψε τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως καὶ ἐθεώρησεν ἀδικήματά τινα τιμωρητέα μόνον ἐπὶ ἐγκλήσει τοῦ παθόντος, ὄχι δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μόνον, ὅτι ἐπέρχεται ἴσως βλάβη μεγαλειτέρα εἰς τὸν παθόντα ἕνεκα τῆς τιμωρίας τοῦ ἀδικήματος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λόγον, ὅτι διά τινα τῶν ἀδικημάτων ἡ Πολιτεία δὲν ἔχει ἄμεσον συμφέρον τῆς καταστολῆς καὶ τῆς καταδιώξεως τῶν ἀδικημάτων τούτων. Τοιοῦτον ἀδίκημα εἶναι π. χ. ἡ ἐξύβρισις. Διὰ τὸ ἀδίκημα τῆς ἐξυβρίσεως, ἐφ’ ὅσον ὁ παθών, ὁ ὑβρισθείς, δὲν ἐνδιαφέρεται, διατί ἡ Πολιτεία νὰ καταδικάσῃ αὐτόν; Ἑπομένως ἐκ τῆς διακρίσεως ταύτης, μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπιχειρημάτων ἐπὶ τοιούτων ἀδικημάτων, τῶν κατ’ ἔγκλησιν διακρινομένων, ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία ἐπιτρέπει τὴν παραίτησιν ἀπὸ τῆς ἐγκλήσεως.
§77Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ....
§78Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ ἀφήνετε νὰ τελειώσω· ἴσως θὰ συμφωνήσω μεθ’ ὑμῶν.
§79Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρὸν ἐπὶ ματαίῳ.
§80Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκω ὅτι μόνον εἰς ἐμὲ συμβαίνει αὐτὸ ἐκ μέρους ὑμῶν, κύριε Ὑπουργέ, καὶ δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ἐν τῷ Ἰταλικῷ νόμῳ ἐκράτησεν ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν καὶ θέλει νὰ δεχθῶμεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἂν μὲ ἄφηνε νὰ τελειώσω, νὰ ἀναπτύξω τὰς δύο διακρίσεις, ἤθελον καταλήξει ἴσως εἰς τὸ αὐτὸ πόρισμα, διότι φρονῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ἀνακλήσεως ἔγκειται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐρημοδικίας θὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἠθέλησεν εἰς τὰ ἀδικήματα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος καταδιωκόμενα κατ’ ἔγκλησιν νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα.
§81Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως καταστῇ τὸ νομοσχέδιον σκοπιμώτερον.
§82Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ ὅτι εἶναι ὅλως διόλου ἐπικίνδυνον νὰ εὐρύνωμεν ἐκ τοῦ προχείρου τὸν κύκλον τῶν κατ’ ἔγκλησιν διακρινομένων ἐγκλημάτων, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀντικείμενον ἰδικιτέρας μελέτης καὶ δεῖται πολλῆς τῆς προσοχῆς. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄλλος. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου πρὸς ἄλλον σκοπὸν ξένον πρὸς τοῦτο.
§83Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ εἴπω. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρατηρήσεως τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ κ. Βοζίκη, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς μίαν δήλωσιν, ἡ ὁποία μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ σύστημα τοῦ νόμου. Ἐδήλωσε δηλαδὴ ὅτι καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἐννοεῖ τὴν ἀπόφασιν τὴν ἐκδιδομένην....
§84Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας.
§85Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νὰ μὴ τεθῇ ἡ δήλωσίς σας αὐτὴ ὡς ἑρμηνεία, διότι, ὅταν ἐγὼ ὁ μηνυτὴς ἐπιτύχω καταδικαστικὴν ἀπόφασιν ἀναγνωρίζουσαν τὸ ὅτι ὁ ὑπ’ ἐμοῦ μηνυθεὶς εἶναι πράγματι ἔνοχος...
§86Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοεῖ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργός.
§87Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τότε δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν τὸ ὅτι παραιτοῦμαι τῆς ποινῆς. Μεγίστη σημασία εἶναι ἡ ἄλλη, ἡ παιδαγωγικὴ σημασία, τὸ σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτυγχάνεται συμφιλίωσις τῶν δύο προσώπων. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπέρχεται τοιουτοτρόπως, οὐδ’ ἔχει μεγάλην σημασίαν ἡ ἀπαλλαγὴ τῆς ποινῆς, διότι, ὅταν ἐγὼ ἐπιτύχω τὸν ἠθικὸν σκοπὸν τῆς καταδίκης καὶ τὸν ἀπαλλάξω τῆς ποινῆς γενναιοφρόνως φερόμενος, γράψω δὲ κατόπιν εἰς τὴν ἐφημερίδα ὅλα ταῦτα, τότε εἶναι τὸ ἴδιον.
§88Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις σᾶς δηλῶ ὅτι αἱ παρατηρήσεις σας δὲν θὰ εὕρωσι πρακτικὴν περίπτωσιν πρὸς ἐφαρμογήν. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει τι τὸ ἀντικείμενον πρὸς τὸ ὅλον σύστημα, οὐδὲ πρὸς τὴν ὑφισταμένην ἀντίληψιν περὶ τῶν ἀλλαχοῦ κρατούντων. Σᾶς ὑπενθυμίζω ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς μοιχείας ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάκλησις καὶ μετὰ τὴν καταδίκην. Αἱ παρατηρήσεις σας δυνατὸν νὰ εἶναι ὀρθαί, καὶ δὲν προτίθεμαι νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ὀρθότητα αὐτῶν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας.
§89Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πρέπει ὁπωσδήποτε ἡ δήλωσίς σας αὕτη νὰ ἀνακληθῇ, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὡς ἑρμηνεία.
§90Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθη πλέον· ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἀνακλήσεως τὴν ἀνακαλῶ!
§91ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὸ σκόπιμον καὶ τὸ νομικῶς συνεπὲς τοῦ νομοσχεδίου ἅπαντες δεχόμεθα, διότι βεβαίως ἐκρίθη ὀρθὸν ὅτι, ἀφοῦ ἀναγνωρίζεται εἰς τὸν ἰδιώτην τὸ δικαίωμα νὰ καταγγέλλῃ λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ συμφέρον αὐτοῦ προέχει ἐπὶ τῶν κατ’ ἔγκλησιν τιμωρουμένων ἀδικημάτων ἀπὸ τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας, σκόπιμον εἶναι νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως τῆς ἐγκλήσεως κατὰ τοῦ προσβαλόντος αὐτόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι τοῦτο. Ἐπειδὴ ἡ ἐπιστήμη σήμερον καὶ ἡ νεωτέρα ποινικὴ νομοθεσία, ἐπεκτείνουσιν εἰς ἀρκετὰ εὐρεῖαν μοῖραν τὰ ἀδικήματα, τὰ κατ’ ἔγκλησιν διωκόμενα, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου εὐρύνοντος τὸν κύκλον τῶν κατ’ ἔγκλησιν διωκομένων ἀδικημάτων, διότι νομίζω ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου γεννᾶται μεγαλυτέρα ἀνισότης, καὶ διανοίγεται μεγαλύτερον χάσμα μεταξὺ ὡρισμένων ἀδικημάτων τιμωρουμένων ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου κατ’ ἔγκλησιν, καὶ ἑτέρων ἀδικημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων, ἐνῷ συντρέχουσιν αἱ αὐταὶ νομικαὶ περιστάσεις ἵνα τύχωσι τῆς αὐτῆς εὐνοίας ὑπὸ τοῦ νομοθέτου, δὲν τυγχάνουσι. Θὰ παρακαλέσω λοιπόν, ἐὰν ὑμεῖς δὲν εὐκαιρῆτε, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἀναθέσητε εἰς τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ συντάξῃ τὸ σχέδιον τοῦ ποινικοῦ νόμου, νὰ παρασκευάσῃ εἰδικὴν ἐργασίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ νὰ τὴν ὑποβάλητε ταχέως εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ γεννήσωμεν ἀνισότητας κατὰ τὴν ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης.
§92Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν εἰς τὸ ἄρθρον 23 τρίς. Ἐκεῖ λέγει ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάκλησις τῆς ἐγκλήσεως καὶ ἐπ’ ἀκροατηρίῳ καὶ μετὰ τὴν καταδίκην, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐπιτρέψωμεν παρ’ ἡμῖν τὴν παραίτησιν κατὰ τὴν δίκην, θὰ δώσωμεν λαβὴν εἰς ἐκβάσεις καὶ εἰς συναλλαγὰς μεταξὺ μηνυτοῦ καὶ κατηγορουμένου.
§93Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει αὐτό.
§94Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ μηνυτὴς πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἔχει στάδιον παραιτήσεως μέχρι τῆς ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζητήσεως, ὅταν δὲ ἀρχίσῃ ἡ δίκη, παύει πλέον τὸ δικαίωμά του τοῦτο.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαζέας ἔχει τὸν λόγον.
§96Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφήνετε, κύριε Δαζέα, νὰ τελειώνωμεν;
§97Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Δὲν σκοπῶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ. Θὰ περιορισθῶ νὰ παρουσιάσω εἰς ὑμᾶς μίαν εἰκόνα ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ δημιουργῶνται συχνότατα εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ εἰς τοῦτο μόνον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσητε προσοχήν. Εἶναι συνήθεις αἱ δίκαι τοῦ βιασμοῦ καὶ τῆς ἀπαγωγῆς, αἱ ὁποῖαι ἀπασχολοῦσι τὰ δικαστήρια καὶ διὰ τὰς ὁποίας αἱ ἄλλαι νομοθεσίαι δὲν ἐπιτρέπουσι τὸ δικαίωμα τῆς παραιτήσεως εἰμὴ μόνον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς δίκης.
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ τώρα, συγκαλυπτόμενον διὰ τῆς ψευδορκίας.
§99Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Φαντασθῆτε τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ παραγάγῃ εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ ἑξῆς: Εἰσάγεται ὁ κατηγορούμενος εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, καλοῦνται τριάκοντα μάρτυρες ἵνα ἀποδείξωσι τὴν πρᾶξιν τῆς ἀπαγωγῆς ἢ καὶ τοῦ ἐκβιασμοῦ, καλοῦνται πραγματογνώμονες, ἵνα βεβαιώσωσι τὸν τελεσθέντα βιασμόν, γίνεται ἀνάστατος ἡ κοινωνία διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν μετὰ τὴν διάσκεψιν τῶν ἐνόρκων ἔρχεται ὁ παθὼν καὶ λέγει: μὴ ἀπασχολεῖσθε, Κύριοι, καὶ παίρνει τὸν κατηγορούμενον ἐμπρὸς καὶ φεύγει. Ποίαν ἐντύπωσιν θὰ ἐμποιῇ ἡ σκηνὴ αὕτη; Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην μου, διότι εἶναι ἄλλως τε πρωτότυπον αὐτό, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ κάμωμεν ἡμεῖς, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔγκλησιν τοῦ βιασμοῦ καὶ τῆς ἀπαγωγῆς. Δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ παραίτησις.
§100Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ εἴμεθα σύμφωνοι μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ἡ καταδίκη δὲν ἐπέρχεται μετὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ἅμα τῇ κηρύξει τοῦ κατηγορουμένου ὡς ἐνόχου. Οὕτω καὶ ἐπιστημονικῶς εἶναι ὀρθότερον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τῶν πρακτικῶν συνεπειῶν, διότι, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ἡ καταδίκη ἐπέρχεται διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς, ἅμα ὡς ἤθελε κηρυχθῇ ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος, ἀγνοῶ ποίου καὶ πόσου εἴδους ἐκβιάσεις ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωνται, ποίου εἴδους κακοηθέσταται καὶ σκανδαλώδεις ἐν πάσῃ περιπτώσει συναλλαγαί.
§101Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ νὰ προφθάσουν; Θὰ μεσολαβήσουν ὀλίγα δευτερόλεπτα.
§102Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συμβαίνει πολλάκις νὰ μεσολαβήσῃ ὥρα ἱκανή. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τοιαῦται συναλλαγαὶ νὰ ἔχωσι γίνει πρὶν ἐπὶ τῷ ὅρῳ, ἂν θὰ κηρυχθῇ ἢ μὴ ἔνοχος. Λοιπόν, ἀφοῦ καὶ ἐπιστημονικῶς εἶναι ὀρθότερον νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ καταδίκη ἐπέρχεται μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ κατηγορουμένου ὡς ἐνόχου, δὲν γνωρίζω διατί νὰ μὴ συμφωνήσωμεν ἐπὶ τούτου.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Ἰ. Ἀκρίδα, Μ. Δαζέα καὶ Ν. Χαριτάτου· τὰς δέχεται ἡ Βουλή;
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1 ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§105Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ, κύριοι Βουλευταί, ἔχω νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ὡς ἐδάφιον δεύτερον. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀσήμαντον ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικήν του ἐμφάνισιν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ ἔλλειψιν, ἡ ὁποία εἰς τὴν πρακτικὴν παρεμβάλλει μεγίστην δυσχέρειαν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἀνακριτοῦ ἐπὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν ἀπολαυόντων ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας. Ὡς γνωστόν, τὸ ἄρθρον 41 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ὁρίζει ὅτι ὁ ἀνακριτὴς εἶναι ὁ πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν, τούτου δὲ κωλυομένου καλεῖται ἡ ὁλομέλεια τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, ἵνα διορίσῃ ἕτερον. Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως αὐτῆς συμβαίνει πάντοτε ὁ πρόεδρος τῶν Ἐφετῶν νὰ κωλύηται καὶ οὐδέποτε νὰ λαμβάνῃ μέρος, παρίσταται δὲ ἀνάγκη νὰ συνέρχηται ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἐφετείου, ἵνα διορίζῃ ἀνακριτήν, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ παραπέμπῃ τὰ ἀδικήματα τὰ ἀπολαύοντα ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας. Πλειστάκις ὅμως συμβαίνει νὰ παρέρχηται πολὺς καιρὸς μέχρις ὅτου συνέλθῃ ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἐφετείου καὶ διορίσῃ ἀνακριτήν. Τοῦτο παρεμβάλλει μεγίστην δυσχέρειαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε ὅσοι δικηγορεῖτε. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἑξῆς τροποποίησιν, ὥστε ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν κωλύεται ὁ πρόεδρος, τὰ καθήκοντα τοῦ ἀνακριτοῦ νὰ ἀναλαμβάνῃ ὁ νόμιμος ἀναπληρωτὴς αὐτοῦ. Διετύπωσα δὲ τὴν τροπολογίαν μου ταύτην ὡς ἑξῆς: «τοῦ ἄρθρου 88 τῆς Ποιν. Δικονομίας ἡ περικοπὴ «πάντων τῶν εἰς τὴν συζήτησιν παρευρεθέντων καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν συμπραξάντων δικαστῶν» ἀντικαθίσταται διὰ τῆς ἑξῆς: «τοὺς παρεδρεύσαντας εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ συμπράξαντος δικαστοῦ»· προστίθεται προσέτι ὡς ἄρθρον 4ον ἡ ἑξῆς τροπολογία: Εἰς τὸ ἄρθρον 43 τῆς Ποιν. Δικονομίας ἡ περικοπὴ «ὁ παρὰ τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν ἐπιτετραμμένος ἐφέτης» ἀντικαθίσταται διὰ τῆς ἑξῆς: «ὁ νόμιμος αὐτοῦ ἀναπληρωτής». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3ον ὡς καὶ τὸ ὡς 4ον προστεθέν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν).
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΨΚΔʹ (3724) περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας».
§107Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§108ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω λάβει ἤδη τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι πιστεύω καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι, ἀπὸ πλείστων ἐτῶν, ἐπεδίωκεν ἕνα ἐκ τῶν μεγάλων σκοπῶν τοῦ Κράτους τούτου, ὅπως τέλος πάντων ἀντιληφθῇ ὅτι ἓν τῶν κυριωτάτων αὐτοῦ καθηκόντων εἶναι νὰ χαράξῃ μίαν γεωργικὴν πολιτικήν. Ἑπομένως, εἷς καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἠσθάνθην ὁλόψυχον χαράν, ὅτε ἐψηφίζετο νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύετο τὸ Ὑπουργεῖον τῆς «Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας». Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ πρὸ μικροῦ τοῦ βήματος καταβάς, ὡμολόγει καὶ ἀνεγνώριζεν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς «Γεωργίας, τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας» εἰς ὅσα καὶ ἂν ἔπραξε δὲν εἶχε πρόγραμμα. Τὸ ἀμφισβητῶ. Δὲν τὸ παραδέχομαι οὐδὲ μίαν στιγμήν. Διότι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς «Γεωργίας, τοῦ Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας» Ὑπουργὸς εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ γίνῃ Ὑπουργός! Καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τοιαύτην πρόθεσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ μακρῶν ἄλλοτε καὶ ἐντονωτάτων καὶ προκλητικωτάτων περιέγραψε καὶ ἐξῆρε τὴν δρᾶσιν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν δρᾶσιν ἀνεγνώρισεν ἐπανειλημμένως ὁ λαὸς τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ἐξέλεξεν αὐτὸν πρῶτον Βουλευτὴν τὴν 8 Αὐγούστου, δεύτερον δὲ τὴν 28 Νοεμβρίου. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν τιμὴν ἐκείνην ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν πρόθεσιν νὰ γένηται Ὑπουργός. Εἶναι καιρὸς ἴσως ἀκόμη· διότι βεβαιότατα λαμβάνω ἀφορμὴν καὶ αἰτίαν καὶ ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἵνα ἀναγνωρίσω, ἀλλὰ καὶ ὑποστηρίξω ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο τὰς προσδοκίας ἡμῶν, ἀντὶ νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὅσον καὶ πᾶν ἄλλο Ὑπουργεῖον, ἂν μὴ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο Ὑπουργεῖον, τὰ συμφέροντα τῆς χώρας ἡμῶν, κατέστη ἀπὸ ἐννέα ἤδη μηνῶν πολιτειακὸν αὐτόχρημα σκάνδαλον. Πρὶν εἰσέτι διορισθῇ Ὑπουργὸς κατὰ τὸ πολίτευμα συνειργάζετο μετὰ τμηματαρχῶν· ἔδιδε διαταγάς, ἤνοιγε πιστώσεις, πιστώσεις ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου, πιστώσεις ἐκ τοῦ ἰδίου ταμείου· παρέπεμπεν εἰς τὰς Τραπέζας διὰ δαπάνας· διελάλει τὰ ἔργα αὑτοῦ· ἔδιδε συνεντεύξεις εἰς τὰς ἐφημερίδας· ἐγράφετο εἴς τινα ἐκλογικὴν περιφέρειαν ὅτι ἔχει ὑποψηφιότητα καὶ ἐκεῖ ὁ γαμβρὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, τῆς Βιομηχανίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου, καὶ τοιουτοτρόπως κατηντήσαμεν νὰ καταλήξωμεν εἰς κατάστασιν βεβαιότατα κωμικήν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπε καὶ ἄλλο τι, ὅτι παραξενεύεται καὶ θαυμάζει καὶ ἀπορεῖ, πῶς δὲν σταματᾷ εἰς τὰς ἐνεργείας αὑτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός, πῶς δὲν ἀπομακρύνει τοὺς φίλους αὑτοῦ, οἵτινες ὁδηγοῦσιν αὐτὸν εἰς παρανομίας· διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἔχει τὴν γνώμην περὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι ὑπολαμβάνει ὡς κρατοῦντας ἐν Ἑλλάδι νόμους, ὡς κρατοῦσαν ἐν Ἑλλάδι γνώμην τινὰ περὶ ἐπιβαλλομένου τοῖς πᾶσι σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους. Δὲν θέλω νὰ εἴπω περὶ τῆς συχνότητος, τῆς ἐπιμελείας καὶ τῆς προσοχῆς μετὰ τῶν ὁποίων παρακολουθεῖ ἐν πάσῃ σοβαρότητι τὰς συζητήσεις ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὅταν αὗται ἀφορῶσι τὸ Ὑπουργεῖον αὑτοῦ· δὲν θέλω νὰ εἴπω περὶ ἑνὸς σκανδάλου, τὸ ὁποῖον βλέπει κατὰ πᾶσαν ἡμέραν ἡ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν, ἡμεδαπὴ καὶ ἀλλοδαπή, περὶ ἑνὸς πιστολοφοροῦντος φουστανελλοφόρου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἡμέραν τινά.....
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, παρατηρῶ ὅτι εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ἡ συζήτησις εἶναι τὸ νομοσχέδιον, ὄχι οἱ ἀκόλουθοι τοῦ Ὑπουργοῦ.
§110Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἱδρύθη, ἵνα ἀναπτύξῃ τὰ κακῶς ἔχοντα οἰκονομικὰ τοῦ τόπου, τὰ κοινωνικὰ καὶ τὰ δημόσια, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐγκαθίσταται ἐν εὐρυτάτῳ μεγάρῳ τῆς ὁδοῦ Σταδίου! Διατί ἐν ὁδῷ Σταδίου καὶ ὄχι εἰς μίαν ἄλλην οἰκίαν, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ πληρώνωμεν τὸ ἥμισυ τοῦ μισθώματος; Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν ἀρκοῦσι τὰ τιμῶντα τὸν τόπον ἐπιπλοποιεῖα, τὰ ἐγχώρια, ἀλλ’ ὑπῆρχε ἀνάγκη νὰ κομισθῶσι τοιαῦτα ἔξωθεν; Ἄν τις ἀμφιβάλλῃ, δύναται νὰ μεταβῇ καὶ νὰ ἴδῃ τεχνίτας τιμῶντας, λέγω, τὴν Ἑλληνικὴν τέχνην, καὶ ὅμως ἐπρομηθεύθημεν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς ταῦτα. Ἢ μὴ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐπίπλωσις προσαρμοζομένη πρὸς τὴν ἐπίπλωσιν τῆς ἰδιωτικῆς οἰκίας τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς «Γεωργίας, τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας»! Τὸ Κράτος ἡμῶν σήμερον δὲν ἀπαιτεῖ τοιοῦτο μέγαρον εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου.
§111Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Τὸ ἐπεσκέφθητε;
§112Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα· τὸ ἐπεσκέφθην καὶ παρεκάλεσα νὰ ἀποσταλῇ πετρέλαιον εἰς δῆμόν τινα τοῦ νομοῦ μου.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ, ὅτι τὰ λεγόμενα εἶναι ἀντικείμενον ἐλέγχου καὶ ἐπερωτήσεως, οὐχὶ δὲ συζητήσεως ἐπὶ νομοσχεδίου. Παρακαλῶ, κ. Βουλευτά, νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ νομοσχεδίου.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μόνον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ ὁμιλῆτε.
§115Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ συζητῶ ὡς αὐτὸς βούλεται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποτείνησθε.
§117Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην δυσκολίαν, κ. συνάδελφε, εἰς τὸ μέλλον νὰ γράφητε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ ἀπαγγέλλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς κάμω τὴν χάριν νὰ ἀπαγγέλλω τούτους· ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν πράττετε τοῦτο ἐγὼ θὰ ὁμιλῶ ὡς ἐγὼ γινώσκω καὶ βούλομαι.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ὁμιλῆτε ὡς κελεύει ὁ Κανονισμὸς καὶ οὐχὶ ἐλέγχοντες τὸν κ. Ὑπουργόν. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§119Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω ἀνάγκην, κύριοι συνάδελφοι, εἰσερχόμενος ἀληθῶς εἰς τὸ κύριον θέμα νὰ παράσχω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, διατί ἐθεώρησα ἀναγκαῖον τὸν πρόλογον, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε. Διότι ἔδει νὰ ἱδρύσω τὰ ἐπιχειρήματά μου ἐπὶ βάσεως στερεᾶς, διότι θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι συνέχεια τακτικῆς οὐχὶ ὅπως ὑπηρετηθῇ τὸ συμφέρον τῆς Γεωργίας τῆς χώρας, οὐχὶ ὅπως ὑπηρετηθῇ τὸ συμφέρον τοῦ Ἐμπορίου τῆς χώρας, οὐχὶ ὅπως ὑπηρετηθῇ τὸ συμφέρον τῆς βιομηχανίας τῆς χώρας, ἀλλ’ ὅπως ὑπηρετηθῇ ἡ ὄψιμος φιλοδοξία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς «Γεωργίας, τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας», καὶ ὅτι ἑπομένως καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἶναι ἓν στοιχεῖον τῆς τακτικῆς ταύτης, νομοσχέδιον πολυτελέστατον, νομοσχέδιον ἀπαιτοῦν δαπάνας δυσαναλόγους πρὸς τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου, νομοσχέδιον καθορίζον πολυτελεῖς ὑπηρεσίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ὅπερ μόλις ἤρξατο τῆς δράσεως αὐτοῦ. Καὶ εἶπον πρὸς ὑμᾶς πρὸ ἡμερῶν, ὅτι ἡ λογικὴ καὶ ἡ στοιχειώδης ἐχεφροσύνη ἀπαιτεῖ νὰ ἀναπτύσσωνται βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον οἱ σκοποὶ τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, νὰ παρουσιάζωνται βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον τὰ στάδια τῆς δράσεως τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, καὶ κατὰ τοσοῦτον βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ ἀναπτύσσωνται καὶ αἱ ὑπηρεσίαι αὐτοῦ εἰς πρόσωπα καὶ εἰς νόμους. Θὰ ἦτο παράλογον ἐκ τῶν προτέρων νὰ καθορίσωμεν πάσας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, καὶ ἐκ τῶν προτέρων νὰ πληρώσωμεν δι’ ὑπαλλήλων ὅλον τὸ μέγαρον, τὸ εὐρύτατον ἐκεῖνο μέγαρον τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὑπουργεῖον τῆς «Γεωργίας, τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας», Ὑπουργεῖον κατ’ ἐξοχὴν εἰδικοτήτων, κατ’ ἐξοχήν, ἐπαναλαμβάνω, Ὑπουργεῖον εἰδικοτήτων, διακεκριμένων εἰδικοτήτων καὶ πρὸς ἀλλήλας ἀκόμη, ποίαν ἀνάγκην ἔχει γενικοῦ γραμματέως; Ἵνα ὁ γενικὸς γραμματεὺς εἰδικῶς ῥυθμίσῃ κατὰ γενικὸν πνεῦμα τὰς διαφόρους εἰδικὰς καὶ πρὸς ἀλλήλας ἀκόμη διακεκριμένας ὑπηρεσίας; Βεβαίως ὄχι. Ναί· ἀπαιτεῖται ἓν πνεῦμα γενικὸν διὰ τὸ σύνολον τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τοῦτο πρέπει, ἐπιβάλλεται νὰ τὸ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι, ἐὰν ἱδρύοντες τὸ πρῶτον τοιοῦτον Ὑπουργεῖον, τὸ πρῶτον θεμελιοῦντες τὴν πολιτικὴν ἡμῶν τὴν Γεωργικήν, τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας δὲν ἔχωμεν ἕνα Ὑπουργόν, τὸ πρῶτον, λέγω, ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς δράσεως τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ὅστις νὰ δώσῃ τὸ πνεῦμα αὐτὸ τῆς γενικότητος καὶ τοῦ ῥυθμοῦ εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἀγνοῶ ἂν ἦτο σκόπιμον, εἰς τοιαύτας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀνάγκην νὰ οἰκονομήσωμεν καὶ ἓν λεπτόν, ἐὰν ἦτο σκόπιμον νὰ ἱδρύσωμεν τὸ τόσον δαπανηρὸν αὐτὸ Ὑπουργεῖον. Ἀπαιτεῖται βεβαίως κηδεμών, ἀπαιτεῖται κηδεμὼν τῶν τμηματαρχῶν, κηδεμὼν τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀπρεπὲς ἔτι ν’ ἀπαιτῆται κηδεμὼν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὑπό τινος τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, τῶν συνυπογεγραμμένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ — βεβαίως δὲν εἶναι σπουδαία ἡ ἀπορία, πάντως ὅμως εἶναι ἀπορία διατί νὰ ἔχωσι συνυπογράψει τρεῖς Ὑπουργοὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον—ὑπό τινος, λέγω, τῶν συνυπογεγραμμένων ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἐδηλώθη ἤδη, ὅτι ὁ γενικὸς γραμματεὺς θὰ διευθύνῃ καὶ ἓν τμῆμα. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔχει ἀνάγκην κηδεμονίας, κηδεμὼν πρέπει νὰ εἶναι ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος, σπεύδων νὰ φθάσω εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην, διὰ τὴν ὁποίαν ἠκούσθησαν αἱ διαμαρτυρίαι, νὰ ὁμολογήσω καὶ αὖθις, ὅτι εὐλόγως θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι διὰ τὸ τμῆμα τῶν δασῶν ἀπαιτεῖται εἰδικός, καὶ ἀπαιτεῖται ἐκεῖνος, ὅστις, κατὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ὁ εἰδικώτερος. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ἔδει ὁ εἰδικώτερος, ὁ εἰδικώτατος νὰ κληθῇ παρὰ τὸν νόμον; Καὶ ἀκόμη εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ συνειδήσει οἱουδήποτε τῶν κυρίων Βουλευτῶν, εἶναι δυνατὸν οἱοσδήποτε ὅστις ἤθελεν ἀναγνώσει τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ διαμαρτυρηθῇ διότι διατυποῦται ὡς διατυποῦται ἡ διάταξις; Ἀφοῦ καὶ ἄλλους, Κύριοι, πρόκειται νὰ διορίσωσιν ὑπαλλήλους ἄνευ προσόντων, διατί δὲν διατυποῦται καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἄνευ προσόντων θὰ διορισθῇ καὶ ὁ τμηματάρχης τῶν δασῶν, καὶ ἀκολούθως νὰ διορίσωσιν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ ἤθελον; Ὄχι, ὄχι. Ἐξηρτήθη ἓν τῶν μεγάλων τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως ἑνὸς προσώπου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ «Ἐμπορίου, τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Βιομηχανίας» θέλει τὸν Σπηλιόπουλον· ἀδιαφορεῖ τί λέγουσιν οἱ νόμοι· ἀδιαφορεῖ πῶς θὰ διατυπωθῶσιν οἱ νόμοι, θέλει νὰ φαίνηται δι’ ὅλων τῶν διατυπώσεων, δι’ ὅλων τῶν δηλώσεων, δι’ ὅλων τῶν ὑποσχέσεων, ὅτι ὁ Σπηλιόπουλος θὰ διορισθῇ. Διετυπώθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ διάταξις, ὥστε μόνον ἡ φωτογραφία νὰ λείπῃ τοῦ κ. Σπηλιοπούλου, διότι ἄλλος ἐπιθεωρητὴς δευτέρας τάξεως δὲν ὑπάρχει.
§120Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ πρῶτος νόμος τὸ ἔχει.
§121Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κάκιστα τὸ ἔχει. Τότε ὅμως δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἡ ἀνόρθωσις. Ἠδύνατο, λέγω, λοιπόν, καὶ ἔπρεπε καὶ ἐπεβάλλετο, ἀφοῦ τόσαι ἄλλαι διατάξεις σήμερον ἐπιτρέπουσι νὰ διορισθῶσιν ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι ὑπάλληλοι χωρὶς προσόντα, κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ διατυπωθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη, διὰ νὰ μὴ φαίνηται τέλος πάντων καὶ εἰς τὸν νόμον, ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο ἀπέβλεψεν εἰς ἓν πρόσωπον, εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Σπηλιοπούλου, πρὸς ὃν καὶ μόνον ἐμπιστεύεται ὁ κ. Ὑπουργός.
§122Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἔχει ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐμπιστοσύνην.
§123Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἰδού, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην. Ἐγὼ δὲ ἀποτελῶ κάτι τι περισσότερον ὑμῶν, διότι ἐγὼ ἤμην Βουλευτὴς καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ἐνῷ ὑμεῖς δὲν ἦσθε.
§124Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τίνα ἀξίαν ἔχει τοῦτο.
§125Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ διετέλεσα καὶ κατὰ τὴν πρώτην Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν Βουλευτής, ἐνῷ ὑμεῖς δὲν ἦσθε Βουλευτὴς τότε.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά· ἡσυχάσατε· προχωρήσατε εἰς τὸ θέμα. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, νὰ μὴ διακόπτητε.
§127Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἐπιβληθῶ, κ. Πρόεδρε, εἰς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας; Ἐγὼ ἔχω ἀνάγκην νὰ εἶμαι ἁβρὸς πρὸς τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ διακόπτωσι, καὶ ὑμᾶς, κ. Βουλευτά, νὰ μὴ εἶσθε διατεθειμένος νὰ διακόπτησθε.
§129Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν ἀφήνεις μερικὰ καὶ διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν;
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξαντλήσῃ ὁλόκληρον τὸ θέμα.
§131Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὸν ἰδιαίτερον γραμματέα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐδῶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἀρχίζει ἡ κατάπληξις. Προκειμένου περὶ τῆς διατάξεως ταύτης τὸ λέγω, ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ πιστεύσω καὶ ἐγώ, ὅτι ἐτέθη οὐχὶ ἐκ προθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διότι ἀληθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδείχθη μέχρι τοῦδε τόσον ἀνώτερος εἰς τὸ νὰ συλλογίζηται οἱανδήποτε δαπάνην, ὥστε τὸ θεωρῶ καὶ ὡς ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμαυτὸν νὰ δεχθῶ, ὅτι οὐχὶ ἐκ προθέσεως αὐτοῦ ἐτέθη ἡ διάταξις. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω καὶ ἐπὶ μίαν στιγμήν, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν δρᾶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὴν γενναιοφροσύνην του, ὅτι ἠθέλησε νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους διὰ τὸν ἰδιαίτερον αὐτοῦ γραμματέα. Ἀλλά, ἐνῷ πιστεύω ταῦτα, θὰ παρακαλέσω αὐτόν, νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡμεῖς οἵτινες τόσον ἀναγνωρίζομεν ποίαν εἶχε τὸ πρᾶγμα σημασίαν, ὅτε ὁ λαὸς τῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας τὸν ἐξέλεξε πρῶτον Βουλευτήν της, καὶ πόσον προσῆκεν εἰς αὐτὸν νὰ πράξῃ τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἀληθεῖς αὐτοῦ φίλοι, λέγοντες πρὸς αὐτόν: ἂς παύσῃ τοὐλάχιστον ἐκεῖνος νὰ προσάγῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι συζήτησιν περὶ τῶν προθέσεων αὐτοῦ.
§132ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§133ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 5ης μετὰ μεσημβρίαν. Μετὰ τὴν διακοπήν. (ὥρᾳ 5 καὶ 45′ μ. μ.)
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως, τῆς 4 Ἰουνίου). Τὰ Πρακτικὰ τῆς 6 Ἰουνίου ἤτοι τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, θὰ διανεμηθῶσι ταύτην τὴν στιγμὴν καὶ θὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Συνέχεια τῆς διακοπείσης συζητήσεως «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Γεωργίας κλπ.». Ὁ κ. Ἀναστασιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§136Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐνόμισα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶχον εἰδικὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμαι μεταξὺ τῶν πρωτεργατῶν ἐκείνων, οἵτινες μετ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἐπιμονῆς ἐργασθέντες ὠργάνωσαν τὸ πρῶτον βιομηχανικόν, ἐμπορικὸν καὶ γεωργικὸν συνέδριον, τοῦ ὁποίου σκοπὸς καὶ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ ἵδρυσις τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Γεωργίας. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ὑπουργείου τούτου εἶχε καταστῆ πρὸ πολλοῦ ἐπιτακτική, διὰ τοῦτο δὲ καὶ οἱ ἐνταῦθα εὐδοκίμως δρῶντες σύλλογοι, ὁ ἐμπορικός, ὁ βιομηχανικὸς καὶ ὁ γεωπονικός, τῇ συμπράξει καὶ τῶν ἐμπορικῶν συλλόγων Πατρῶν ἐπεδίωξαν τὴν σύστασιν αὐτοῦ. Τὸ δὲ συγκληθὲν συνέδριον κυρίως σκοπὸν εἶχεν, ὅπως ἐπιδιώξῃ τὴν ταχεῖαν ἵδρυσιν Ὑπουργείου τῆς παραγωγῆς. Καὶ συνῆλθον ἀντιπρόσωποι τῆς παραγωγῆς πανταχόθεν ἔκ τε τοῦ Ἐσωτερικοῦ καὶ τῆς ἀλλοδαπῆς, μετὰ πολλὰς δὲ συζητήσεις καὶ ἀνταλλαγὴν γνωμῶν ὑπέβαλον εὐχάς, τῶν ὁποίων τὴν σκοπιμότητα καὶ τὸ ἐπεῖγον τῆς πραγματοποιήσεως κατεῖδεν ἡ Πολιτεία, διότι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἐγένοντο νόμοι τοῦ Κράτους ἔκτοτε, ἄλλαι δὲ καὶ σήμερον τίθενται ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ ἡμετέρου συνεδρίου. Ἡ διήκουσα, ἡ πρυτανεύουσα σκέψις εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τότε τῆς παραγωγῆς ἦτο αὕτη, πῶς νὰ ἱδρυθῇ εἰδικὸν Ὑπουργεῖον ἀποβλέπον εἰς τὰς πλουτολογικὰς καὶ παραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας οὐχὶ ὡς πρὸς φορολογητέας ὕλας, ἀλλ’ ὡς πρὸς παραγωγικὰς δυνάμεις, καὶ πῶς αἱ δυνάμεις αὗται νὰ ἐνισχυθῶσιν ὅσον ἔνεστι περισσότερον. Διὰ τοῦτο μετ’ ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἰδιαιτέρας ἀνακουφίσεως ἐχαιρετίσθη ἡ ἵδρυσις τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἡ ἡμέρα δὲ τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἐθεωρήθη ὄντως ἀπαρχὴ νέου οἰκονομικοῦ βίου διὰ τὴν χώραν. Ἀλλ’ ἡ σπουδή, μεθ’ ἧς ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη, παρουσίασε τόσα κενά, πρὸ τῶν ὁποίων προσκόπτει ἡ εὔρυθμος λειτουργία τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἐπὶ βλάβῃ τῆς παραγωγῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀγορεύσας τὴν πρωίαν μὲ ἀπαλλάττει τοῦ κόπου νὰ ἐπαναλάβω τὰς ἀτελείας καὶ τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ νόμος ἐκεῖνος, μόνον δὲ ἐφ’ ἑνὸς σημείου, τὸ ὁποῖον ἐκ παραδρομῆς ἴσως παρέλιπε ν’ ἀναφέρῃ ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ εἴπω δύο λέξεις, εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ τμήματος τοῦ ἐμπορίου. Τὸ τμῆμα τοῦ ἐμπορίου, τμῆμα κατ’ ἐξοχὴν πρακτικόν, εἶναι ἰδιαζούσης φύσεως, δεῖται δὲ πρὸ παντὸς διευθύνσεως κατόχου εὐρείας ἐπαγγελματικῆς πείρας, τὰ δὲ προσόντα, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται ἐν τῷ νόμῳ τῷ ἰσχύοντι μέχρι τοῦδε, σπουδαῖα μὲν καθ’ ἑαυτά, δὲν ἄγουσιν ὅμως ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν σκοπόν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπομεν, διότι κυρίως στρέφονται περὶ τὸν νομικὸν τοῦ τμηματάρχου καταρτισμόν. Διὰ τοῦτο κρίνω σκοπιμωτέραν τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν προτείνει τὸ νομοσχέδιον, διότι διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ δημοσιεύῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀναλαμβάνει αὕτη εὐθύνην καὶ ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἀπέναντι τοῦ σπουδαίου τούτου κλάδου τῆς παραγωγῆς, ὅπως ἐκλέξῃ τὸν κράτιστον. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον κυρίως ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, εἶναι νὰ τονίσω ὅτι ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ ὀργῶσα πρὸς τὴν πρόοδον δυσχεραίνει καὶ δυσφορεῖ, διότι ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν τῶν παρατηρηθεισῶν ἐν τῷ νόμῳ δὲν καθίστανται εἰσέτι καταφανέστερα τὰ σημεῖα τῆς εὐεργετικῆς ἐπιδράσεως τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐπὶ τῆς παραγωγῆς, καὶ ζητεῖ ὅπως ὡς οἷόν τε τάχιον ἀρθῶσιν αὗται, ἵνα, ὀργανουμένων τῶν ἐσωτερικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου δυνηθῇ τοῦτο νὰ λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως καὶ ἀποτελεσματικῶς ὑπὲρ τῆς παραγωγῆς.
§137Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐδαπανῶμεν αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια εἰς ἀποξήρανσιν ἑλῶν καὶ τελμάτων, θὰ εἴχομεν ὄντως νέαν Ἑλλάδα.
§138Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀποβλέπων εἰς τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο λειτουργήσῃ ἀπροσκόπτως ἀφ’ ἑνός, καὶ ἵνα καταστήσωμεν πραγματικωτέραν ἀφ’ ἑτέρου τὴν εὐθύνην τοῦ ἀναλαμβάνοντος τὴν διεύθυνσιν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου Ὑπουργείου, ἀφοῦ θὰ παρασχεθῶσιν ἅπαντα τὰ μέσα ὅσα ἐθεωρήθησαν προσήκοντα καὶ συντελοῦντα εἰς τὴν εὐόδωσιν τῶν σκοπῶν αὐτοῦ. Καὶ πρέπει νὰ παρασχεθῶσι τὰ μέσα ταῦτα, διότι ἡ παραγωγὴ ἔχει πολλὰ νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἀρτίως ὀργανουμένου. Πρὸς τῇ βελτιώσει τῆς γεωργίας καὶ τῶν συναφῶν αὐτῇ κλάδων ἔχει νὰ ζητήσῃ τὴν ὀργάνωσιν ἐμπορικῶν Πρακτορείων ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ πρὸς διάδοσιν τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων· ἡ δαπάνη ἡ γινομένη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ εἶναι δαπάνη παραγωγική, οἱ δὲ ἐργάται τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς οἱ ὀνειροπολήσαντες τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου καὶ ἐργασθέντες ὑπὲρ αὐτῆς; δὲν ἐφαντάσθησαν αὐτὸ ἀτελὲς ἀτροφικὸν ἄθροισμα τμημάτων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ὡς τὸ ἐφαντάσθη ἡ παλαιοτέρα παρ’ ἡμῖν πολιτικὴ ἀντίληψις, ἀλλ’ ὡς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ θέλει καταστῆ ἡ κινητήριος δύναμις ἡ ὠθοῦσα πρὸς τὰ πρόσω τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, καὶ ἡ δίδουσα τὸν τόνον εἰς τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας. Τοιαύτην ἀντίληψιν ἔχομεν περὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ὑπουργείου τούτου, εἰς τοῦτο κυρίως σκοποῦντες, πῶς νὰ δυνηθῇ νὰ ἐνισχύσῃ μὲν τὴν παραγωγὴν ἐσωτερικῶς, τὴν ἵδρυσιν, ἐπισήμων ἐμπορικῶν ἐπιμελητηρίων λειτουργούντων ἐν τῷ Κράτει, μετὰ συμβουλευτικῆς καὶ διοικητικῆς ἅμα δικαιοδοσίας ὡς ἀπαραιτήτων συναφῶν ὀργανισμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογίου, ὅπως τοῦτο ἀναθεωρηθῇ οὐ μόνον ἀπὸ φορολογικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ παραγωγικῆς, τὴν ὑπαγωγὴν τοῦ τμήματος τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο καὶ τόσα ἄλλα ἀπαραίτητα. Ἐλέχθησαν καὶ ἐπανελήφθησαν ἐντεῦθεν τὴν πρωίαν πολλά, περὶ πολυτελοῦς δῆθεν ὑπηρεσίας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ· ἀλλ’ ἡμεῖς ἀντιθέτως, ὑποστηρίζομεν ὅτι πᾶσα δαπάνη, ἐξαιρετικῶς δὲ ἐν τῷ διεθνεῖ ἐμπορικῷ ἀνταγωνισμῷ ἔνθα δεινὸς διεξάγεται ὁ περὶ ἐπικρατήσεως ἀγών, ἱκανὴ νὰ παράσχῃ τὰ μέσα ὅπως ὁ ἀγὼν οὗτος διεξαχθῇ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς παραγωγῆς αἰσίως καὶ τελεσφόρως δὲν εἶναι πολυτέλεια, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται.
§139Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§140Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἱδρυθῇ σήμερον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἵνα ἀσχοληθῶμεν ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἱδρύεται, οὐδὲ πρόκειται νὰ καταργηθῇ, ὅπως περὶ τούτου καταγίνωμεν. Ἱδρύθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ἀνεπτύχθησαν τότε αἱ ἀνάγκαι αὐτοῦ, ὑπεστηρίχθη ὡς ὑπεστηρίχθη, καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ ὑπαρχούσης καταστάσεως, πρὸ ὑπάρχοντος νόμου. Πρόκειται περὶ τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας ἡ ὑπηρεσία ἀνεγνώρισεν ὡς ἀναγκαίας, ὁ εἰσηγητὴς τῶν τροποποιήσεων τούτων εἰσηγεῖται ταύτας ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα αὗται ψηφισθῶσιν, ὅπως λειτουργήσῃ ἡ μηχανὴ τοῦ Ὑπουργείου, διότι δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὡς ἔχουσιν ἤδη τὰ πράγματα. Πόλεμος ἀνεπτύχθη κατὰ τῶν τροποποιήσεων τούτων καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου στραφεὶς ἐπὶ τρία τινὰ σημεῖα αὐτοῦ, περὶ τὴν χρησιμότητα τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, περὶ τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ γραμματέως καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν διαρρυθμίζεται τὸ ἄρθρον 13 περὶ διορισμοῦ τοῦ τμηματάρχου τῶν δασῶν. Ὡς ἐδήλωσαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, δὲν πρόκειται περὶ προσώπων, καίτοι τὰ πρόσωπα ἀνέφερον ὅτι εἶναι γνωστά, τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα θὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις ταύτας, καὶ ἐνῷ ἠρνοῦντο ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι δὲν θὰ ὡμίλουν περὶ προσώπων, ἀφ’ ἑτέρου εἶπον ὅτι γνωρίζουσι διὰ τίνα πρόσωπα γίνονται αἱ τροποποιήσεις αὗται, καὶ διὰ τίνα πρόσωπα ἀσχολεῖται τὸ νομοσχέδιον. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω βεβαίως ἂν πρόκειται περὶ προσώπων ἢ ὄχι· ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι, διὰ νὰ λειτουργήσῃ ὁ μηχανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἦτο ἀνάγκη νὰ κανονισθῶσιν ὡς κανονίζονται αἱ ὑπηρεσίαι ὥστε νὰ λειτουργήσωσιν αὗται, νὰ διορισθῶσι δηλαδὴ τὰ χρήσιμα πρόσωπα τὰ ἔχοντα τὰ πρὸς τὰς θέσεις ταύτας ἀπαιτούμενα προσόντα. Καὶ διὰ μὲν τὴν θέσιν τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, θὰ συμφωνήσω ἴσως μὲ τοὺς προλαλήσαντας ὅτι ἠδύνατο νὰ εἶναι καὶ περιττή, διότι, ὅταν καὶ ἕτερα Ὑπουργεῖα ἀκόμη δὲν ἔχωσι τὴν θέσιν τοῦ ἰδιαιτέρου γραμματέως, ὡς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἠδύνατό τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος περιττὴ θὰ ἦτο ἡ ἵδρυσις τοιαύτης θέσεως καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας, καὶ μὲ μισθὸν μάλιστα γραμματέως πρώτης τάξεως.
§141Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔχῃ εἷς Ὑπουργὸς ἰδιαίτερον γραμματέα νὰ τῷ γράψῃ μίαν ἐπιστολήν;
§142Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δύο Ὑπουργεῖα ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχουσιν ἰδιαίτερον γραμματέα. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς θέσεως τοῦ γενικοῦ γραμματέως, ἔχω ὅλως ἀντίθετον γνώμην. Ἔχω δὲ ἀντίθετον γνώμην καὶ πρὸς τὴν δήλωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι δηλαδὴ εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα θὰ ἀνατεθῇ καὶ ἴδιον τμῆμα, ἔχω λέγω, τὴν γνώμην ὅτι οἱ γενικοὶ γραμματεῖς ἐν τοῖς διαφόροις Ὑπουργείοις εἶναι ἀπολύτως χρήσιμοι· καὶ εἶναι ἀπολύτως χρήσιμοι διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν οἱ προλαλήσαντες, ὅπως δίδωσι τὴν γενικὴν κατεύθυνσιν, τὴν γενικὴν ὀργάνωσιν, ὅπως εἶναι ὁ συνεκτικός, οὕτως εἰπεῖν, δεσμὸς τῶν διαφόρων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπηρεσιῶν, ἀσχέτως πρὸς τὸ κῦρος καὶ τὴν ἐπιβολὴν καὶ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ διευθύνων Ὑπουργὸς ἑκάστου Ὑπουργείου. Εἰς Ὑπουργεῖον δὲ κατ’ ἐξοχὴν εἰδικόν, εἰς Ὑπουργεῖον ἐν τῷ ὁποίῳ τμηματάρχαι εἶναι ἄνδρες εἰδικοί, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ διορισμὸς γενικοῦ γραμματέως, ἔχοντος γενικωτέρας γνώσεις, καὶ γενικωτέραν κατεύθυνσιν δίδοντος εἰς τὴν ἐν γένει ὑπηρεσίαν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ὁ γενικὸς γραμματεὺς δὲν διηύθυνεν ἴδιον τμῆμα. Πρόκειται τέλος, περὶ τοῦ ἄρθρου 5 καὶ ἰδίως περὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 13, τοῦ προϋπάρχοντος νόμου. Ἠσχολήθησαν ἐπὶ πολὺ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, μέχρι σημείου τοιούτου, ὥστε εἶπον ὅτι, ἐὰν ἔλειπεν ἡ παράγραφος αὕτη, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλουν, θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ παύσωσι τὸν λόγον καὶ νὰ μὴ ἀσχοληθῶσιν ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν καὶ ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγον βεβαίως δὲν ὡμίλουν προσωπικῶς, βεβαίως δὲν ἐνδιεφέροντο περὶ προσώπων, ἀφοῦ, ἐὰν τοῦτο ἠλήθευε, θὰ ἔπαυε πᾶς λόγος, πᾶσα παρατήρησις, ὡς λέγουν. Ἀσχολούμενος ἐπὶ τῆς παραγράφου ταύτης δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἀνησυχῇ, ἢ νὰ νομίζῃ ὅτι, ὡς τροποποιεῖται αὕτη, εἶναι περιοριστικωτέρα ἢ γενικωτέρα τοῦ προϋπάρχοντος νόμου, ἢ ὅτι ἔχει τι τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν ὁ προηγούμενος νόμος. Ὁ προηγούμενος νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπὸ τὴν γνῶσιν πάντων ἡμῶν, εἶχεν ὅτι διορίζεται τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν δασῶν ἓν εἰδικὸν πρόσωπον, μένον ἐν Ἀθήναις, εἶχε δὲ ὁ νόμος οὗτος καὶ τὴν φωτογραφίαν τοῦ προσώπου αὐτοῦ, διότι ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τόσην ὑπηρεσίαν, ἐκεῖνο καὶ ἐκεῖνο τὸ προσόν, εἰς τρόπον ὥστε οὐδεὶς ἄλλος ἠδύνατο νὰ διορισθῇ πλὴν τοῦ προσώπου αὐτοῦ. Ἠπόρησα μάλιστα, πῶς ἐγένοντο κατηγορίαι ὑπὸ ἀξιοτίμων προλαλησάντων, οἱ ὁποῖοι ἄλλας ἰδέας καὶ ἄλλας γνώμας ἔχουσι περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ, καὶ περὶ τῆς ἁρμοδιότητος διαφόρων Ὑπουργῶν, καθ’ ἃς γνώμας ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία εἰς μόνον τὸν Ὑπουργὸν ἔπρεπε νὰ περιορίζηται, διότι τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων πρέπει νὰ ἀφίηται εἰς τὸν Ὑπουργόν, τὸν μόνον ὑπεύθυνον καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, ἠπόρησα λέγω, πῶς, ὅτε τοιαύτας γνώμας ἔχουσιν, ἔρχονται ἤδη ἐναντία φρονοῦντες καὶ ὑποστηρίζοντες, ὥστε νὰ μείνῃ ἡ διάταξις ὡς εἶχε, καὶ νὰ μείνῃ ὁ μόνος ὑπεύθυνος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης Ὑπουργὸς ὑποχρεωμένος ν’ ἀρκεσθῇ εἰς ἕνα καὶ μόνον ὑπάλληλον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεψεν ἤδη ἰσχύων νόμος. Ἀλλ’ ὡμίλησαν καὶ περὶ προσώπων τινῶν, καὶ ἀνεφέρθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ τὸ πρόσωπον τοῦτο ὡς μέλλον νὰ διορισθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῇ τις ἤδη περὶ τοῦ προσώπου τούτου, διότι περὶ τούτου θὰ μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ἀσχοληθῶ εὐθὺς ὡς διωρίζετο τοῦτο καὶ εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἔλεγχος κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν οὗτος διορίσας τοῦτον. Καὶ ἐφ’ ὅσον ὡρισμέναι κατηγορίαι δὲν ἀνεπτύχθησαν κατὰ τοῦ προσώπου τούτου, καὶ ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον δὲν φαίνεται ὅτι ὑπονοεῖται εἰς τὸ μέλλον νὰ διορισθῇ ἐκ τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνεπτύχθησαν, λέγω, ὡρισμέναι κατηγορίαι κατ’ αὐτοῦ, βεβαίως δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος, οὐδὲ ἄλλως εἶναι προσῆκον νὰ ὑπεραπολογηθῶ τοῦ προσώπου τούτου, ἢ νὰ ὑποστηρίξω τὸ πρόσωπον τοῦτο. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον διαβλέπω ἐκ τῆς τροπολογίας ταύτης, εἶναι ὅτι εὐρύνεται τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι καὶ εἰς τὸν προϋπάρχοντα νόμον ὑπῆρχε διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπετρέπετο νὰ διορισθῇ τμηματάρχης πρώτης τάξεως τοῦ τμήματος τῶν δασῶν ὁ ὑπηρετήσας τοιοῦτος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ὁ ὑπηρετήσας ὡς ἐπιθεωρητὴς τῆς πρώτης τάξεως τῶν δασῶν.
§143Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον.
§144Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα.
§145Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν εἶχε συμπληρώσει διετίαν.
§146Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἰσχύων νόμος.
§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ψηφισθείς, ὄχι ὁ ἰσχύων. Ἔχομεν τώρα διαφορὰν κατὰ τὴν ἀνόρθωσιν. Ἄλλο ψηφισθεὶς καὶ ἄλλο ἰσχύων.
§148Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Χαριτολογεῖ ὁ κ. συνάδελφος.
§149Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν χαριτολογῶ, ἀκριβολογῶ.
§150Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Φρονεῖτε ὅτι ἀκριβολογεῖτε.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§152Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα λοιπὸν νόμον, κύριοι Βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐπετρέπετο νὰ διορισθῇ τμηματάρχης δασῶν ὁ ὑπηρετήσας ὡς τοιοῦτος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ διετίαν ὡς ἐπιθεωρητὴς πρώτης τάξεως τῶν δασῶν. Ἤδη ἔρχεται ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητῶν νὰ εὐρυνθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ὑπεστηρίχθη ἐντεῦθεν ὅτι ἀποκλείεται ὑπάλληλος πρώτης τάξεως ἔντιμος καὶ ἱκανός, ἀποκλείεται ὁ ἐπιθεωρητὴς πρώτης τάξεως, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ ὄνομα ἀνεφέρθη. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω: πόθεν καὶ πῶς συνάγεται ὅτι ἀποκλείεται ὁ ὑπάλληλος οὗτος, καὶ τίς ἐμποδίζει τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίσῃ τὸν ὑπάλληλον, περὶ τοῦ ὁποίου ὑμεῖς ὡμιλήσατε ὅτι ἔχει τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχει; Ἐὰν ἔχῃ τὴν ἐντιμότητα καὶ τὴν χρηστότητα, τὴν ὁποίαν πιστεύω ὅτι ἔχει, ἀλλὰ καὶ τὴν διοικητικὴν ἱκανότητα τὴν ἐπιβαλλομένην εἰς ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος καλεῖται ἵνα διευθύνῃ ὁλόκληρον τμῆμα, τίς ἐμποδίζει τὸν Ὑπουργὸν νὰ διορίσῃ τοῦτον; Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ εἶναί τις ὁ δυνάμενος νὰ ἔχῃ ἐνταῦθα ἀντίθετον γνώμην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ὑπεράνω τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ νὰ κανονίσῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐκλέξῃ ὁ Ὑπουργός. Κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ὁ τμηματάρχης πρώτης τάξεως πρέπει νὰ ἔχῃ ὡρισμένα προσόντα. Τὰ προσόντα ταῦτα παραμένουσιν ἀναλλοίωτα διὰ τοῦτον, προστίθεται δὲ καὶ ἡ τροπολογία ὅτι ἐκτὸς τοῦ Τμηματάρχου πρώτης τάξεως δύναται νὰ διορισθῇ καὶ ὁ Τμηματάρχης δευτέρας τάξεως τοῦ τμήματος τῶν δασῶν ὁ διατελέσας ὑπὲρ τὸ ἔτος ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν δευτέρας τάξεως. Γίνεται ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ εὐρύνηται τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ προκειμένου νὰ ἐκλέξῃ περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡρισμένην εἰδικότητα, ὡρισμένα προσόντα καὶ ὡρισμένην ἱκανότητα; Ἀφήσατε νὰ ἐκλέξῃ ὁ Ὑπουργός, ὅταν τῷ δοθῇ τὸ δικαίωμα, νὰ ἐκλέξῃ δυνάμει τοῦ νόμου. Ἐὰν νομίζητε ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκλέξῃ, δὲν εἶναι ἱκανά, δὲν εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο ἐκ τῶν περιστάσεων, λόγῳ τῶν γνώσεων καὶ λόγῳ τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἔχουν, λόγῳ τοῦ χαρακτῆρος τέλος, τότε ἐπιβάλλεται εἰς κοινοβουλευτικοὺς βεβαίως ἄνδρας νὰ κατηγορήσουν τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ὅτι παρέλιπε τὰ καθήκοντά του, ὅτι δὲν διώρισεν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διορίσῃ, ὅτι παρέλιπε νὰ διορίσῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς γνώμας αὐτῶν θὰ ἦτο ἱκανώτερος, καὶ τότε ὁ μέλλων—διότι δὲν γνωρίζομεν ποῖος θὰ εἶναι ὁ μέλλων Ὑπουργὸς νὰ διορίσῃ δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ψηφισθησομένου νόμου—θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ ἀπάντησιν ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξεν. Ἤδη νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη τοῦ νομοσχεδίου, διότι διὰ ταύτης εὐρύνεται τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ διορίσῃ Τμηματάρχην πρώτης τάξεως εἰς τὸ τμῆμα τῶν δασῶν ἢ Τμηματάρχην δευτέρας τάξεως ἔχοντα ὡρισμένα προσόντα, ὡρισμένας γνώσεις καὶ ὡρισμένην εἰδικότητα.
§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω θερμὰς εὐχαριστίας πρὸς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς Πατρῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ συμφωνήσωσι μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλας τὰς εὐχαριστίας τὰς ὁποίας τῇ ὀφείλω, ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ μεταβολή, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἐτερματίσθησαν αἱ ἐργασίαι αἱ ἀναθεωρητικαὶ τοῦ Σώματος τούτου, καὶ ὅτι εἰσήλθομεν εἰς τὸ καθαρῶς νομοθετικὸν ἡμῶν ἔργον, δὲν ἀνεγνωρίσθη ὑφ’ ὅλων. Ὅτε διεξήγετο τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, ἦτο φυσικὸν ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταί, ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν των πεποιθήσεων, νὰ ἐκθέτωσιν ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου τὰς ἰδίας γνώμας, νὰ ὁμιλῶσιν εὐρύτερον, νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν ὅσον χρόνον ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν ἀπασχολήσωσιν, διὰ νὰ ἐκθέσωσιν τὰς γενικὰς αὐτῶν πολιτικὰς ἀρχάς, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν εἰσήλθομεν εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον, νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ προβάλλωσιν ὡς συνήγοροι αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ὁσάκις ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι ἀνεπαρκῶς τὰ ὑποστηρίζει, νομίζω ὅτι οἱ φίλοι αὐτῆς ἠδύναντο νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν ἄμυναν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἔργου αὐτῆς, καὶ νὰ μὴ προσέρχωνται αὐτόκλητοι συνήγοροι κατ’ αὐτὸν μάλιστα τὸν τρόπον. Διότι πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι, ἂν κάμητε ὑπολογισμὸν τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος μᾶς ὑπολείπεται ὄχι μόνον μέχρι τῆς 8 Ἰουλίου, ἀλλὰ μέχρι τῆς 25 Δεκεμβρίου, ὁ χρόνος οὗτος εἶναι βραχὺς ἀπέναντι τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθημεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ περατώσωμεν κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα. Ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν εὔλογον ἀξίωσιν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ συζητῇ τὰ νομοσχέδια εὐρύτερον, διὰ νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας φέρει, ἔχομεν ἐξ ἄλλου καὶ τὴν προθυμίαν τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως ὄχι νὰ ἐλέγχωσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι δικαίωμά των, καὶ νὰ καταψηφίσωσιν αὐτά, ἐὰν θέλουν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν χαρακτηρίζει αὐτὰ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἀλλὰ νὰ καταναλίσκωσι τὸν χρόνον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ συνηγορῶσιν ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων. Ἀλλὰ νομίζω τότε ὅτι οὕτως εἰς οὐδὲν θὰ φθάσωμεν ἀποτέλεσμα. Εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ὅλα αὐτά, διότι νομίζω ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο ἡ ὑποχρέωσις πρὸς τοῦτο, ἡ ὁποία βαρύνει ἐμὲ ὡς διευθύνοντα τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος.
§154Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, βεβαίως ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε, δὲν εἶναι πρέπον νὰ θέσῃ τις ἐν ἀμφιβόλῳ τοὺς σκοποὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, ὡς ὑπετέθη, ὅτι τίθενται. Ἀναγνωρίζω λοιπὸν τοὺς σκοποὺς τοὺς ἀγαθοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, εἰσηγησαμένου τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ ἔρχομαι νὰ κρίνω μόνον τὴν σκοπιμότητα τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καθ’ αὑτό. Πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σκοπεύει νὰ συμπληρώσῃ ἀτελείας τινὰς ὑπαρχούσας εἰς τὸν νόμον, τὸν ἤδη διέποντα τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, δύναται νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἀπὸ τῶν ἑξῆς δύο βάσεων. Ἄν διὰ τῶν εἰσαγομένων μέτρων ἐξασφαλίζεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ καταλληλοτέρου προσωπικοῦ, διὰ τὴν κατάληψιν τῶν θέσεων, ἵνα λειτουργῇ πρεπόντως τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, καὶ δεύτερον ἂν τοῦτο ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς ὅσον ἔνεστιν ὀλιγωτέρας δαπάνης, διότι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ λησμονῶμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι δι’ ὅσον τὸ δυνατὸν μικροτέρας δαπάνης πρέπει νὰ ἐπιδιώκωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλείτερον κέρδος. Ἀπὸ τῶν δύο τούτων βάσεων εὑρίσκω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον ἔχει σημεῖα τρωτά. Δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μὲ πείσουν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς δημιουργίας ἰδιαιτέρας θέσεως γενικοῦ γραμματέως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας. Τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ γραμματέως, ἐξαιρέσει τῶν Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πληθωρικὴν ἐργασίαν, ὅπως τὰ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, παρ’ οἷς δικαιολογεῖται ὡς βοηθοῦσα καὶ ἀπαλλάττουσα τὸν Ὑπουργὸν πολλῶν φροντίδων, τρεχούσης ὑπηρεσίας, εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα, ὅπως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, τῆς Δικαιοσύνης, τὴν θεωρῶ πολυτέλειαν μὴ δικαιολογουμένην ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς χώρας. Βεβαίως ἀπαιτεῖται οἱ διάφοροι τμηματάρχαι νὰ τελῶσιν ὑπὸ ἑνιαίαν διοίκησιν, ἀλλ’ ἡ ἑνιαία διοίκησις καὶ διεύθυνσις ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργόν, καὶ οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἑνιαία αὕτη διοίκησις καὶ διεύθυνσις εἰς γενικὸν γραμματέα, ὁ ὁποῖος στερεῖται τῶν εἰδικῶν ἀκριβῶς ἐκείνων γνώσεων, τὰς ὁποίας ἀπαιτοῦμεν διὰ τοὺς τμηματάρχας. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι εἶναι χρήσιμον τοῦτο, διότι οἱ εἰδικοὶ τμηματάρχαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας στεροῦνται διοικητικῆς ἐμπειρίας. Ἀλλὰ δὲν φαντάζομαι ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἀληθεύῃ, δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν τμηματάρχαι, οἱ ὁποῖοι νὰ στερῶνται τῆς τέχνης τῆς διοικήσεως. Διότι δύνανται νὰ εἶναι ὅσον θέλουν εἰδικοὶ ἄνδρες, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ τοῖς ἐμπιστευθῇ τις διεύθυνσιν τμημάτων, ἐφ’ ὅσον δὲν κατέχουν τὴν τέχνην τοῦ διοικεῖν. Οἱ τμηματάρχαι οἱ εἰδικοὶ ὑποτίθεται ὅτι εἶναι, ὡς πρέπει νὰ εἶναι, ἔμπειροι τῆς διοικητικῆς τέχνης, ἄλλως δὲν εἶναι πρέπον νὰ διορισθῶσι τμηματάρχαι. Ἑπομένως δὲν βλέπω τὸν λόγον, ἐφ’ ὅσον θὰ διορισθοῦν τμηματάρχαι ἔμπειροι τῆς διοικητικῆς τέχνης, διατί νὰ δημιουργήσωμεν καὶ γενικὸν γραμματέα. Ἄν δὲ δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς δημιουργίας τῆς θέσεως γενικοῦ γραμματέως, ἐκ τοῦ ἀντιθέτου, εὑρίσκω ὅτι διὰ τοῦ συνδυασμοῦ ὁ ὁποῖος προτείνεται, ἡ δημιουργία τῆς θέσεως ταύτης θὰ γίνῃ ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων τμημάτων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι πολιτικόν, ἀλλ’ εἰδικὸν Ὑπουργεῖον καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοῦ πρέπει νὰ ἔχωσι τὰς εἰδικὰς δι’ ἕκαστον κλάδον γνώσεις, ὅπως καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐν τῷ μέλλοντι πρέπει νὰ εἶναι εἰδικός. Ἀπαραιτήτως ὅμως οἱ τμηματάρχαι πρέπει νὰ ἔχωσιν εἰδικὰς γνώσεις. Ἀλλ’ εἶπεν ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἓν ἐκ τῶν τμημάτων τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ συμπληρωθῶσι διὰ τμηματαρχῶν, οἵτινες πρέπει νὰ εἶναι εἰδικοί, θὰ δύναται νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα χάριν οἰκονομίας. Ἀλλὰ ποῖον θὰ εἶναι τὸ τμῆμα τοῦτο; Τῆς στατιστικῆς; Φαντάζεσθε γενικὸν γραμματέα, λαμβανόμενον οὐχὶ ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῶν κεκτημένων εἰδικὰς στατιστικὰς γνώσεις, καὶ ὑποστηρίζετε σοβαρῶς, ὅτι εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα θὰ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις τοῦ τμήματος τῆς στατιστικῆς; Βεβαίως ὄχι. Μένει λοιπὸν τὸ τμῆμα τοῦ ἐμπορίου ἢ τῆς γεωργίας. Ὁ γενικὸς γραμματεὺς θὰ καταλάβῃ ἔστω τὴν θέσιν τοῦ τμήματος τοῦ ἐμπορίου. Φαντάζεσθε ὅτι θὰ εἶναι εἰς θέσιν ὁ γενικὸς γραμματεύς, ὁ μὴ ἔχων προσόντα ἵνα εἰσηγηθῇ εἰς τὸν Ὑπουργὸν μέτρα, τείνοντα εἰς μεταβολὴν τῆς νομοθεσίας τῆς προστατευούσης καὶ σκοπούσης τὴν προαγωγὴν τοῦ ἐμπορίου; Θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀδύνατον.
§155ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔχετε ὑπ’ ὄψει, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, εἴτε οὗτος εἴτε ἄλλος, θὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν γενικοῦ γραμματέως, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀναθέσῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ τμήματος ἐκείνου; Ἀλλὰ διατί δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἄλλην ἐκδοχήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καθιστᾷ θέσιν γενικοῦ γραμματέως, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις ἑνὸς τμήματος; Ἐὰν ὑποτεθῇ, ὡς εἶναι πρέπον, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ὁ εἷς τμηματάρχης, ὁ πρὸς διεύθυνσιν τοῦ τμήματος ἐκείνου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα ἡ διεύθυνσις τοῦ τμήματος ἐκείνου; Ἀλλὰ καὶ ἄλλως ἂν ὑποθέσητε ὅτι δὲν εὑρίσκεται ὁ εἰδικὸς γενικὸς γραμματεύς, τότε δὲν θὰ ἔχητε γενικὸν γραμματέα;
§156Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχητε γενικὸν γραμματέα εἰδικὸν διὰ τὸ τμῆμα τοῦ ἐμπορίου ἢ τῆς γεωργίας, μὴ δημιουργεῖτε τοιοῦτον, διότι θὰ καταστρέψητε καὶ τὸ εἰδικὸν τμῆμα. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄλλο. Ἀπηλείψατε τὰ προσόντα διὰ τὸν εἰδικὸν τμηματάρχην τοῦ τμήματος τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, καὶ λέγετε ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐκλέξῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐκ τῶν ἐχόντων δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς.
§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀφήνετε τὰς ἐπικρίσεις, ὅταν θὰ συμπληρωθῶσιν αἱ θέσεις αὗται;
§158Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπικρίσεων, πρόκειται περὶ τῶν προσόντων, πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι εὑρίσκω ὅτι διὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς δὲν ἐπιτυγχάνεται τὸ ὀρθότερον. Δὲν εἶναι προσόντα ἐπαρκῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα περιέχονται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Οἱ ἔχοντες δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ἐὰν μάλιστα συνέπεσε νὰ ἐξέλθουν τοῦ Πανεπιστημίου κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, εἶναι ζήτημα, ἂν θὰ ἀναγνωρισθοῦν ἀπὸ τοὺς νομικούς μας ὡς ἱκανοὶ νομικοί, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἂν θὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς ἔχοντες γνώσεις οἰκονομικὰς ἢ στατιστικάς, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται νὰ ἔχουν οἱ τμηματάρχαι τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας. Θὰ ἦτο πολὺ λογικώτερον, καὶ τοῦτο θέλω νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀπαιτήσῃ δίπλωμα οἰκονομικῶν σπουδῶν ξένου Πανεπιστημίου· ἐκτὸς τοῦ διπλώματος τοῦ Ἑλλ. Πανεπιστημίου νὰ ἀπαιτήσῃ καὶ πιστοποιητικὸν εἰδικῶν σπουδῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω τι ἄλλο, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν οἰκονομικὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν δημιουργίαν τῆς θέσεως τοῦ τμηματάρχου τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου δὲν τὴν εὑρίσκω δικαιολογουμένην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν ὅτι ὑπάρχουσι τμηματάρχαι εἰδικῶν λογιστηρίων εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὀλιγωτέραν ἐργασίαν ἀπὸ τὴν προβλεπομένην ὅτι θὰ ἔχῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡμεῖς ἀντιστρέφομεν τὸ ἐπιχείρημα καὶ λέγομεν ὅτι καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ Ὑπουργεῖα πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ θέσις τῶν τμηματαρχῶν αὐτῶν. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἀπονέμωμεν τίτλους, εἰς τοὺς ὁποίους συμπαρομαρτοῦν καὶ παχεῖς μισθοὶ δι’ ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς κατώτεραι. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀκόμη μία ἄλλη γενικωτέρα σκέψις, ἡ ὁποία μὲ ἤγαγεν εἰς τὸ βῆμα. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρατηρῶ ἐμμονὴν εἰς τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα τῆς στατιστικῆς ὑπηρεσίας· ὑπαλληλία ἰδιαιτέρα καὶ ἰδιαίτερον τμῆμα στατιστικῆς κατὰ Ὑπουργεῖον. Τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι ὀλέθριον· οὐδεμίαν ἔχομεν ἀπολύτως στατιστικὴν ὑπηρεσίαν, εἶναι ἀστεία ἡ λεγομένη στατιστικὴ ὑπηρεσία, ὡς διεξάγεται παρ’ ἡμῖν. Μὲ τὴν σπάνιν μάλιστα τῶν καταλλήλων προσώπων ἐνδείκνυται τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχουσι Κράτη, τὰ ὁποῖα διαθέτουν στατιστικὰς δυνάμεις πολὺ περισσοτέρας ἀπὸ ἡμᾶς, ὅπως ἡ Γαλλία, ἡ Γερμανία, ἡ Ἰταλία, ὅπως καὶ τὰ Βαλκανικὰ Κράτη. Εἶχε πρό τινων μηνῶν συσταθῆ ἐπιτροπὴ πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας, εἰς τὴν ὁποίαν μετεῖχε καὶ ὁ ἐκ Κερκύρας συνάδελφος καὶ φίλος κ. Ζαβιτσᾶνος, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ὑπέδειξε, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, τὸ ἄτοπον τῆς διατηρήσεως τῶν ἀποκεντρωμένων στατιστικῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι, χωρὶς νὰ εἶναι τοιαῦται, χρησιμεύουν μόνον διὰ μισθολόγια, συνέστησε δὲ τὴν συγκέντρωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Παπαναστασίου ἔχει διατυπώσει. Διὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς συγκεντρωμένης ταύτης ὑπηρεσίας θὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἄλλων Ὑπουργείων ἀπὸ ἔξοδα περιττά, τὰ ὁποῖα καταβάλλονται διὰ παροχὰς ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε παρέχονται, θὰ διευκολύνωμεν δὲ τὴν μετάκλησιν ἀλλοδαποῦ στατιστικοῦ, εἰς ὃν ν’ ἀνατεθῇ ἡ πρώτη ὀργάνωσις τοῦ συσταθησομένου αὐτοτελοῦς Κεντρικοῦ Γραφείου. Ἐὰν τοῦτο δὲν γίνῃ, μόνον εἰρωνικῶς θὰ ἐπιτρέπηται νὰ λέγωμεν ὅτι λειτουργεῖ στατιστικὴ ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ μὲ τὸ κρατοῦν ἤδη σύστημα δὲν ἔχομεν οὐδὲ ἁπλουστάτους στατιστικοὺς πίνακας ἀξίους πίστεως καὶ δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ καὶ ἀπορῶ πῶς προχωρεῖ ἀκόμη ἡ διοίκησις παρ’ ἡμῖν. Τὴν παρατήρησιν ταύτην ὑπεβάλομεν καὶ ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτός, κατὰ τὸ ἴδιον ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, ἐδημιούργησε τμῆμα στατιστικῆς καὶ διηυκόλυνε τὴν εἰς αὐτὸ εἴσοδον ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος δυνατὸν νὰ εἶναι ἄριστος νέος, ἀλλὰ θὰ γελᾷ ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπὸ τὸν μύστακά του, ὅταν θὰ τὸν παρουσιάζῃ ὡς κεκτημένον στατιστικὰς γνώσεις.
§159ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ὑπάλληλος;
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γίνεται ἐκφώνησις ὀνομάτων.
§161Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει, δὲν εἶναι τὰ ὀνόματα, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι διωρίσθησαν ὑπάλληλος τμηματάρχης καὶ ὑπάλληλος γραμματεύς, ἀλλὰ δὲν ἐδημιουργήθη στατιστικὴ ὑπηρεσία, ὡς ἀντιλαμβάνονται αὐτὴν οἱ γνωρίζοντες ἀπὸ τοιαῦτα πράγματα. Ἐπιμένω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι, ὅτε συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΨΚΔʹ περὶ συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔλαβε τὴν πρόνοιαν ταύτην, συνέστησεν ἐπιτροπήν, ἔγινε μελέτη, ἔχει καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἠδύνατο νά εἰσαγάγῃ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον.
§162ΕΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας). Θὰ εἰσαχθῇ.
§163Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ δημιουργεῖτε ἐν τῷ μεταξὺ μίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία οὐδένα ἔχει λόγον. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, ὑποβάλλων αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ διατυπώσω τροπολογίας εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§164Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω, Κύριοι. Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος χρυσᾶς ἀνέμενεν ἐλπίδας μὲ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, πολλὰ δὲ ἤλπιζεν ἐκ τοῦ ὅτι τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ ἀνέλαβεν ὁ σεβαστὸς πρόεδρος ἐμπορικωτάτης κοινότητος ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ δι’ αὐτὸ ἀνέμενεν ὅπως ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τούτου μὴ συνταχθῇ ὅπως καὶ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν τμημάτων αὐτοῦ καὶ ἰδίᾳ τοῦ τμήματος τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Στατιστικῆς ἀναλάβωσι πρόσωπα εἰδικά. Λέγοντες δὲ πρόσωπα εἰδικὰ δὲν ἐννοοῦμεν βεβαίως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέγνωσαν τὰς δημηγορίας τοῦ Θουκυδίδου, δὲν ἐννοοῦμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὰς Νεαρὰς τοῦ Ἰουστινιανοῦ ἢ τὴν Ἑξάβιβλον τοῦ Ἁρμενοπούλου. Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος ἐννοεῖ εἰδικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξεπαιδεύθησαν ἐν εἰδικαῖς ἐμπορικαῖς σχολαῖς. Τοιούτους λοιπὸν ἀνέμενεν ὁ ἐμπορικὸς κόσμος ὑπαλλήλους, προτεινομένους διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ὅσα λέγω εἶναι ἀπήχησις τῶν γνωμῶν καὶ τῶν κρίσεων τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἐμπορικοῦ κόσμου, οἱ ὁποῖοι ἀναμένουσιν ὅπως ἄλλως κανονισθῶσι τὰ προσόντα τῶν μελλόντων νὰ διορισθῶσιν ἐν τοῖς τμήμασι τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Στατιστικῆς καὶ οὐχὶ ὅπως προτείνεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ ὁρίζηται δηλαδὴ ἐν αὐτῷ προσὸν τὸ δίπλωμα τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, τὸ ὁποῖον οἱ πλείονες ἐξ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε, ὅπως καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἀνομολογοῦμεν, ποίαν συγκεκριμένως ἀξίαν ἔχει τοῦτο. Κύριοι, ποία εἶναι ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ διπλώματος τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ τμήματος τῆς Στατιστικῆς, ἢ δὲν γνωρίζω τίνος ἄλλου τμήματος τοῦ Ἐμπορίου; Διότι περὶ αὐτοῦ εἰδικῶς ὁμιλῶ. Κατὰ τί χρησιμεύει τὸ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ ἡμετέρου ἢ ἄλλου ὁμοταγοῦς Πανεπιστημίου; Δὲν νομίζετε ὅτι ὁ τελειόφοιτος μιᾶς Σχολῆς Ἐμπορικῆς, εἴτε τῆς Μασσαλίας ἢ τῆς ἄλλης μεγάλης ἐμπορικῆς ἐν Παρισίοις Σχολῆς, δὲν θὰ ἦτο καταλληλότερος διὰ νὰ καταλάβῃ μίαν θέσιν τμηματάρχου τοῦ Ἐμπορίου ἢ τῆς Στατιστικῆς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ; Καὶ κατὰ τί θὰ χρησιμεύσωσι τὰ φῶτα ἑνὸς τελειοφοίτου τοῦ Γυμνασίου ἐν τῷ τμήματι τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Στατιστικῆς; Νομίζω ἑπομένως ὅτι σκόπιμον θέλει εἶναι, ἂν ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου διαγράψητε ὅλας ἐκείνας τὰς λεπτομερείας, τελειοφοίτου τοῦ Γυμνασίου, Νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἀφήσητε ὅπως τὰς θέσεις τοὐλάχιστον αὐτὰς, τὰς καταλάβωσιν ἄνθρωποι εἰδικοί, Καὶ ἂν σήμερον δὲν ὑπάρχουσι, θὰ ὑπάρχωσιν ὅμως ἐν τῷ μέλλοντι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ καταλάβωσιν ἐπαξίως ἀλλὰ καὶ ἐπωφελῶς ταύτας. Τὰς ὀλίγας ταύτας σκέψεις εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκ πόνου καὶ μόνου λέγω ταῦτα, διότι καὶ ἐγὼ υἱὸς ἐμπόρου τυγχάνω.
§165Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, περὶ τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου θεωρῶ περιττὸν νὰ εἴπω τι μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον κατηγορήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, ὅτι δὲν ἐγένετο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὅτι ἐγένετο πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἰδιωτῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἐὰν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπηρεσιακόν, εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο, διότι τοῦτο ἀποβλέπει εἰς ἕνα μόνον λόγον, νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας τὴν εὐχαρίστησιν νὰ λέγῃ ὅσα εἶπε περὶ μὴ νομίμου καταρτισμοῦ τοῦ συμβουλίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προέβη εἰς διαφόρους μεταθέσεις.
§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μετὰ δέκα μῆνας τὸ ἐσκέφθης;
§167Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κάλλιον ἀργὰ παρὰ ποτέ!
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προκαλεῖτε διακοπάς, κύριοι συνάδελφοι.
§169Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὥστε τότε ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ἀναβάλωμεν γιὰ τοῦ χρόνου.
§170ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρὸς τὸν κ. Πολυχρονιάδην). Πάλιν συνήγοροι τῆς Κυβερνήσεως! Ἤλπιζον ὅτι θὰ ἦσθε φίλος. Ἀλλ’ ἀτυχῶς βλέπω καὶ σᾶς νὰ παρεμβάλλητε δυσχέρειαν εἰς τὴν ἐργασίαν.
§171Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε Πρόεδρε, διότι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος.
§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ προσωπικὰ δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν ἀνώτερα ἀπὸ τὰ γενικά, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλήν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω αὐτό. Δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν ἀνώτερα.
§173Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Καὶ ἠρώτα: διατί νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος τοῦ 1892 ὁ ἀναφέρων τὰ προσόντα τοῦ τμηματάρχου τῶν δασῶν, ἀφοῦ ὑπάρχει τμηματάρχης, ὁ ὁποῖος εἶναι πρώτης τάξεως; Ἀλλ’ ὁ κ. Ἐμμανουὴλ εἶναι μὲν ἐπιθεωρητὴς πρώτης τάξεως, ἀλλὰ δὲν ἔχει ἀκόμη τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ἀπαιτουμένην ὑπὸ τοῦ νόμου, διότι δὲν ἔχει παρὰ μόνον ὀλίγους μῆνας ὑπηρεσίαν εἰς τὴν θέσιν τοῦ τμηματάρχου πρώτης τάξεως.
§174Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μῆνας;
§175Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μόνον μῆνας ἔχει, Κύριε, ὡς πρώτης τάξεως. Συνεπῶς δὲν ἀποκλείεται καὶ αὐτός. Ἀλλὰ δὲν ἐζήτησε μόνον νὰ εἴπῃ αὐτό· ἐζήτησε προσέτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας νὰ προσθέσῃ καὶ βουλεύματα κατὰ τοῦ διευθύνοντος τὸ τμῆμα σήμερον κ. Σπηλιοπούλου. Ἐζήτησα ἀπὸ προχθὲς τὰ βουλεύματα ταῦτα, ἅτινα κατετέθησαν ἤδη καὶ διὰ τὰ ὁποῖα κατετέθη καὶ ἀπάντησις εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀλλὰ δὲν ἀνέφερέ τις τί περὶ αὐτῶν, σήμερον, καὶ ἀναγκάζομαι νὰ τὰ ἀναφέρω ἐγώ. Ἰδοὺ τί ἀπαντᾷ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Μανωλίδης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας (ἀναγινώσκει). Ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἰδοὺ τί ἀπαντᾷ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν (ἀναγινώσκει).
§176Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Θὰ ἦτο Ἀγγλικὸν Κράτος ἡ Ἑλλάς, ἐὰν ἦσαν ὅλοι ὡς ὁ κ. Σπηλιόπουλος.
§177Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὅτε λοιπὸν τοιαύτην ἐπιστημονικὴν ἀξίαν ἔχει ὁ κ. Σπηλιόπουλος καὶ τοιαῦτα προσόντα, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν κατηγορήσῃ, ἐφ’ ὅσον δὲν φέρει ὡρισμένα γεγονότα, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος εἰσήγαγε τοιοῦτο νομοσχέδιον καὶ ἠθέλησε νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἔστειλεν ἀκριβῶς ἡ Πολιτεία διὰ νὰ σπουδάσῃ καὶ καταρτισθῇ καὶ προσφέρῃ τὰ φῶτά του, εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων καὶ ὄχι μομφῆς, ὡς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας. Καταλήγων, Κύριοι, θέλω νὰ ὑποστηρίξω καὶ μίαν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον. Ἐν τῇ παραγράφῳ τετάρτῃ τοῦ ἄρθρου 5, προτείνω ὅπως μετὰ τὴν φράσιν «διορίζεται τμηματάρχης αʹ τάξεως τοῦ τμήματος τῶν δασῶν» προστεθῇ ἡ φράσις «ἢ προάγεται», καθόσον δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπαρχόντων δι’ ὅσων ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§178Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§179Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§180Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μετ’ ἀπορίας μου παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι ἐγένετο ἐκστρατεία ἐξ ὅλης τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὑπὲρ προσώπων ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγὼ οὐδεμίαν ἠθέλησα νὰ ἐκφέρω γνώμην. Μάλιστα μεταξὺ τῶν ἐκστρατευσάντων ὑπῆρξε καὶ ἀγαπητός μοι πρώην συμπολίτης μου, ἀλλ’ ἤδη ἄποικος καὶ ἐκεῖθεν λαβὼν τὴν ἄδειαν ἵνα παρακάθηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ὁ ὁποῖος ἐγνωμάτευσε γνώμην παράδοξον· ἐδήλωσε δηλονότι ὅτι οἱ ἐπιθεωρηταὶ αʹ καὶ βʹ τάξεως τῶν δασῶν εἶναι ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐπιπέδου καὶ οἱοσδήποτε ἐξ αὐτῶν καὶ ἂν προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τμηματάρχου, δὲν ζημιοῖ. Τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς καὶ ὅτε ἐζήτησα καὶ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ δεχθῇ τὴν διάκρισιν τῶν βαθμῶν, οὗτος εὐχαρίστως ἀπεδέχθη τὴν παρατήρησίν μου καὶ ὁ κ. Πρόεδρος συνεφώνησεν, ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ ἐμοῦ. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἄλλος ἰδιαίτερος συμπολίτης μου, ἐκεῖθεν καὶ αὐτὸς ἔχων τὴν καταγωγήν, ὑπερθεματίζων, ἤρξατο νὰ ἀναπτύσσῃ ἐγκώμια ἐντεῦθεν καὶ οἱονεὶ νὰ μὲ προκαλῇ νὰ εἴπω ἐὰν ἔχω ἐναντίαν γνώμην ἐκείνης τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὑπεστήριξεν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐξαναγκασθεὶς, νὰ ἀναφέρω γεγονότα τινά, τὰ ὁποῖα ἐὰν νομίσῃ ὅτι εἶναι χρήσιμα δι’ αὐτὸν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου ἂς τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ θὰ ἀναφέρω γεγονότα καὶ μόνον. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι προσὸν δημοσίου ὑπαλλήλου, τὸν ὁποῖον βαρύνει ἀπόφασις τοῦ προϊσταμένου του Ὑπουργοῦ μὲ παῦσιν τρίμηνον δι’ ἀναξιοπρεπῆ συμπεριφοράν, πρὸς προαγωγήν. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι προσὸν δημοσίου ὑπαλλήλου, λυποῦμαι δὲ διότι ἀπουσιάζει αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δραγούμης, τοῦ ὁποίου τὴν μαρτυρίαν θὰ ἐπεκαλούμην, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εὑρίσκετο σύμφωνος μαζύ μου, ὅτι, ἂν ἐσώθη ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἐσώθη τῇ προσωπικῇ καὶ ἐπιμόνῳ παρακλήσει συμπολίτου του, Ὑπουργοῦ τότε τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, δὲν γνωρίζω, λέγω, ἂν προσὸν τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι, ὅταν ὑπηρετοῦντος αὐτοῦ ὡς δασάρχου ἐν περιφερείᾳ δασικῇ παραπέμπωνται οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἐπὶ παρανόμῳ ὑλοτομίᾳ. Δὲν γνωρίζω ἂν προσὸν τοῦ ὑπαλλήλου εἶναι, οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἅμα ἐγνώσθη πρὸς αὐτοὺς ἡ καταγγελία ὑπὸ τοῦ δασονόμου νὰ τραυματίσωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον αὐτόν, ὥστε ἡ ἀσθένειά του νὰ ὑπερβῇ τὸ τρίμηνον καὶ νὰ ἐπισύρωσι ποινὴν καὶ διὰ τὴν πρώτην πρᾶξιν κατ’ αὐτῶν καὶ διὰ τὴν ἄλλην. Δὲν γνωρίζω ἂν προσὸν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου εἶναι ὁ δασοκόμος, ὁ τολμήσας νὰ συντάξῃ πρωτόκολλον παρανόμου ὑλοτομίας κατὰ τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης, νὰ ῥίπτηται εἰς τοὺς δρόμους, καὶ ἐπὶ τούτῳ συσχετίζω τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Γεωργίας νὰ μνησθῇ ὅτι ὅμοιος δασοκόμος ἐκτελέσας τὸ καθῆκόν του ἐν Κηφισίᾳ πρὸ ὀλίγου, δὲν ἠδυνήθη νὰ σταθῇ οὐδαμοῦ τοῦ Βασιλείου. Δὲν γνωρίζω ἂν προσὸν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου εἶναι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ, νὰ συνιστᾷ εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ ὁ Ὑπουργὸς νὰ νομίζῃ ὅτι δῆθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι διῃρημένος εἰς δύο κατηγορίας καὶ ἡ μὲν νὰ πληρώνῃ φόρους, ἡ δὲ ὄχι· καὶ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ ζήτημα τῶν ἀγριελαιῶν. Τῇ εἰσηγήσει τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέδωκε διαταγὴν καὶ λέγει: οἱ κάτοικοι Κηφισίας καὶ Ἀμαρουσίου καὶ εἷς πολίτης, ὀνομαστὶ ὁ κ. Καμπᾶς, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωσι τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος περὶ δασῶν ὁρίζει ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνουν ὅλοι οἱ πολῖται. Τὴν στιγμὴν δὲ αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ τὴν ἄλλην χεῖρα διατάσσει τὴν καταδίωξιν δυστυχοῦς πλοιάρχου, ὁ ὁποῖος 200 καὶ μόνον ἐλαιόδενδρα εἶχε μεταφέρει εἰς τὸ Λαύριον, καὶ ὄχι μόνον κατεσχέθησαν ταῦτα καὶ εἰσήχθη εἰς δίκην, ἀλλὰ παρήγγειλεν ὁ κ. Ὑπουργός, τῇ συμβουλῇ αὐτῶν τοὺς ὁποίους θέλει νὰ περιθάλψῃ περισσότερον, παρήγγειλε τὸ Τελωνεῖον ἵνα χαρακτηρίσῃ αὐτὸν καὶ ὡς λαθρέμπορον. Διὰ τῆς μιᾶς χειρὸς ὑπογράφει διαταγάς, ὅτι οἱ κάτοικοι Ἀμαρουσίου καὶ Κηφισίας δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ νόμου, διὰ τῆς ἄλλης χειρὸς καταδιώκει τὸν πτωχὸν ἐκεῖνον πλοίαρχον. Ἐὰν μὲ τοιαῦτα προσόντα θέλητε ὁ κ. Σπηλιόπουλος νὰ ὑπερπηδήσῃ τὰ δικαιώματα ἄλλων ὑπαλλήλων, εἶσθε ἐλεύθερος νὰ πράξητε τοῦτο καὶ ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὴν γνώμην σας. Ἐγὼ μετὰ ταῦτα δὲν ἔχω νὰ πράξω ἄλλο τι, εἰμὴ νὰ ὑποβάλω τροπολογίας εἰς τὸ ἄρθρον, διότι ἀποκλείονται οἱ μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ περιορίζονται εἰς τόσον στενὸν κύκλον, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δασῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε συμβουλεύσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ κλεισθῇ ἡ δασονομικὴ σχολὴ Βυτίνης, διότι ἤθελε πάντα ταῦτα νὰ γίνωσιν εἰς Ἀθήνας, νὰ συγκεντρωθῶσιν ἐδῶ, διὰ νὰ κάθηνται καὶ αὐτοί, διότι δὲν ἤθελον νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς ἐπαρχίας. Εἰς τὰς τροπολογίας μου ὡρμήθην ἐκ γενικωτέρου συμφέροντος καὶ χάριν τῆς ἱστορίας, ἵνα μὴ βλέπωσι καὶ οἱ μεταγενέστεροι ὅτι ἐνομοθετοῦμεν δι’ ὡρισμένα πρόσωπα. Καταθέτω αὐτὰς εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἂν εὐαρεστῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἂς τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 1–4 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 5ον).
§182Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀγορεύων ὑπέπεσα εἰς ἓν λάθος, ἴσως ζαλισθεὶς ἐκ τῶν διακοπῶν. Ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔκαμον διὰ τὸν τμηματάρχην δασῶν εἶχε τὴν ἑξῆς ἔννοιαν: «Διορίζεται τμηματάρχης κλπ...». Ἤθελον νὰ εἴπω ὅτι διὰ τὴν θέσιν τοῦ τμηματάρχου πρώτης τάξεως ζητοῦμεν ὑπηρεσίαν ἐπιθεωρητοῦ δασῶν, οὐχὶ ἐπιθεωρητοῦ δασῶν πρώτης τάξεως, ἀλλὰ ἐπιθεωρητοῦ δασῶν οἱασδήποτε τάξεως, ἔστω καὶ δευτέρας.
§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ διετῆ ὑπηρεσίαν.
§184Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ναί, ἀλλὰ γίνεται μία ὑπερπήδησις. Χωρὶς νὰ γίνῃ τμηματάρχης δευτέρας τάξεως γίνεται πρώτης.
§185Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔλλειψιν τὴν ἀναπληροῖ ἡ διετία.
§186Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σπουδαῖον, ἀλλὰ τουλάχιστον διὰ τὴν ἱεραρχίαν, ζητήσατε νὰ εἶναι ἐπιθεωρητὴς πρώτης τάξεως ἔστω καὶ μίαν ἡμέραν, διότι δὲν εἶναι τακτικὸν τὸ πρᾶγμα καὶ φοβοῦμαι μὴ χρησιμεύσῃ ὡς κακὸν παράδειγμα. Διὰ νὰ γίνῃ τμηματάρχης ὁ κ. Σπηλιόπουλος δὲν ἀπαιτεῖται νὰ συμπληρώσῃ ὑπηρεσίαν ἐπιθεωρητοῦ δευτέρας τάξεως διετῆ· κάμετε αὐτὸν ἐπιθεωρητὴν πρώτης τάξεως καὶ γίνεται ἔπειτα καὶ τμηματάρχης. Μὴ κάμνετε τὴν ὑπερπήδησιν.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 5ον καὶ 6ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 7ον).
§188Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ διατυπωθῇ οὕτως: «ὁμοιόβαθμοι τεχνικοὶ ὑπάλληλοι...».
§189ΕΜΜ. ΜΠΕΝΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὑποβάλετε τροπολογίαν.
§190Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ προτείνω νὰ τροποποιηθῇ οὕτως: «ὁμοιόβαθμοι τεχνικοὶ ὑπάλληλοι...».
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 7–13 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ συζήτησιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης καὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ ποινικοῦ νόμου». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 331 καὶ 332 τοῦ ποινικοῦ νόμου». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῶν μέτρων ἐν ταῖς περὶ διακατοχῆς διαφοραῖς». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἄρθρον 1ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 2ον).
§192Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ὅτι ἡ συζήτησις ἐν τῷ Εἰρηνοδικείῳ θὰ γίνηται ἄνευ προτάσεων.
§193Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§194Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὸ ὅτι ἡ τριήμερος προθεσμία εἶναι ἀνεπαρκής· θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπεκτείνηται κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ εἰρηνοδίκου οὐχὶ πέρα τῶν 10 ἡμερῶν.
§195Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι διερρύθμισα τὰς ἐρήμην δίκας κατ’ ἄλλον τρόπον...
§196Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συστήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ἐγκυκλίου τὴν προσοχὴν εἰς τοὺς δικαστάς, διότι κατὰ τὴν νέαν συνταγματικὴν διάταξιν ἀπαιτεῖται διὰ τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις εἰδικὴ αἰτιολογία, καθόσον ἡ μακρὰ χρῆσις εἶναι ἑπόμενον νὰ ἔχῃ καταστήσῃ ἀμβλεῖαν τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν, ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς συνταγματικῆς διατάξεως.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 2ον, 3ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 4ον).
§198Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐπὶ τοῦ 4ου ἄρθρου μίαν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ νὰ συμπεριλαμβάνηται καὶ ἡ ἡμέρα τῆς συζητήσεως.
§199Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς συμπεριλαμβάνεται.
§200Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δεύτερον αὐτὴ ἡ προσωρινὴ διάταξις, περὶ τῆς ὁποίας λέγετε, ποίαν κύρωσιν ἔχει; Πρέπει νὰ εἶναι ἐκτελεστὴ ἄνευ ἐπιταγῆς, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λεχθῇ ῥητῶς· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κύρωσις τῆς διατάξεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§201Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι σκόπιμος ἡ ἐλευθερία ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸν εἰρηνοδίκην «νὰ τάξῃ κατὰ τὰς περιστάσεις προθεσμίαν πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς κυρίας περὶ διακατοχῆς ἀγωγῆς, ὑποχρεῶν πρὸς τοῦτο τὸν κατὰ τὴν κρίσιν του πιθανώτερον ὀφείλοντα νὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἐνάγοντος. Τοιαύτη ἐλευθερία παρεχομένη εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς καταχρήσεις. Προτιμότερον θὰ ἦτο, διὰ ῥητῆς διατάξεως, νὰ ὑποχρεώνηται πάντοτε ὁ νικῶν διάδικος ὅπως ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας κινήσῃ αὐτὸς τὴν κυρίαν περὶ διακατοχῆς ἀγωγήν.
§202Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀφοῦ θὰ εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ του, διατί νὰ τὸν ὑποχρεώσωμεν νὰ ἐγείρῃ ἀγωγήν;
§203Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πῶς θὰ εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ του; Θὰ εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ τὸ ὁποῖον θὰ τῷ ἀναγνωρίσῃ ὁ εἰρηνοδικῶν. Ἐπειδὴ δὲ φυσικὴ εἶναι ἡ πρὸς τοὺς εἰρηνοδίκας δυσπιστία, προκειμένου περὶ συνοπτικωτάτης διαδικασίας, διὰ τοῦτο συνιστῶ τὴν λῆψιν τοῦ ἀνωτέρω μέτρου, ὅπερ σημειωτέον ἔλαβε καὶ ὁ νομοθέτης τῆς Κρητικῆς πολιτικῆς δικονομίας, καθ’ ἣν ὁ νικῶν διάδικος προστατεύεται μὲν ἐν τῇ καταστάσει τῶν πραγμάτων οἵα ὑπάρχει, ἀλλ’ ὑποχρεοῦται, ἐπειδὴ λαμβάνει μίαν δικαστικὴν πλέον περιφρούρησιν τὸ ὑποτιθέμενον δίκαιόν του, ὑποχρεοῦται νὰ προσφύγῃ ὁ ἴδιος εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ νὰ κινήσῃ τὴν τακτικὴν ἀγωγὴν περὶ διακατοχῆς.
§204Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θεωρῶ ἀσυμβίβαστον καὶ ἀσύμφωνον πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἥττης καὶ τῆς νίκης ἐν τῷ δικαστικῷ ἀγῶνι.
§205Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἐνταῦθα δίκη, ἀλλὰ μᾶλλον μία διοικητικὴ ἀστυνομικὴ ἐνέργεια. Καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι τὸ μέτρον τῆς Κρητικῆς πολιτικῆς δικονομίας δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὸ ποιὸν τῶν ἡμετέρων εἰρηνοδικῶν δὲν ἐμπνέει περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην.
§206Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα δύναται νὰ λάβῃ ὁ εἰρηνοδίκης ἀναγράφονται εἰδικῶς ἐν τοῖς ἐδαφίοις τοῦ ἄρθρου 5, ἀλλὰ γενικώτερον ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου ὁρίζεται ὅτι δύναται νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέτρον ἤθελε κρίνει πρόσφορον πρὸς ρύθμισιν τῆς νομῆς. Νομίζω ὅτι ἡ ἐξουσία ἡ παρεχομένη εἰς τὸν εἰρηνοδίκην διὰ τοῦ ἐδαφίου αʹ εἶναι ὑπερβολική· τὰ μέσα τὰ ὁποῖα εἰδικώτερον ἀναγράφονται ἐν τοῖς ἑπομένοις ἐδαφίοις τοῦ ἄρθρου εἶναι ἐπαρκῆ, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ μεγαλειτέρα ἐξουσία εἰς τὸν εἰρηνοδίκην.
§207Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν ἀπρόβλεπτοι περιστάσεις, τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ προΐδῃ ὁ νόμος.
§208Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐκεῖναι τὰς ὁποίας ἡ συνήθεια καὶ ἡ πεῖρα τῶν πραγμάτων θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς νὰ ἴδωμεν καὶ νὰ τὰ ὁρίσωμεν ἐν τῷ νόμῳ. Ἀλλὰ νὰ δώσωμεν τοιαύτην ἐξουσίαν εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, τὸ πρᾶγμα εἶναι ὑπερβολικόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἔχει). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§209Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι περιττή, νομίζω, ἡ δευτέρα φράσις· ἀφοῦ δὲν ἐμφανίζεται ὁ καθ’ οὗ ἡ αἴτησις θὰ καταδικασθῇ.
§210Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν δὲν εὑρίσκω διὰ ποῖον λόγον θὰ προστατεύσωμεν τὸν μὴ ἐμφανιζόμενον αἰτοῦντα.
§211Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ τύχῃ αὐτῷ κάτι τι. Ἐφ’ ὅσον διαπλάττομεν τὴν ἐρήμην δίκην ὑπὸ μορφὴν ἀστυνομικῆς φύσεως, καλὸν εἶναι νὰ προστατευθῇ καὶ ἐκεῖνος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6, τὸ 7, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Γίνεται ἐπίσης δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 181 καὶ 512 τῆς πολ. δικονομίας).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ζωοκλοπίας καὶ ζωοκτονίας». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἐξαρχόπουλος.
§213Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§214Γ. ΒΛΑΧΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§215Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§216ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποχρέωσιν ἔχω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅτι ἐν ἐκ τῶν μεγίστων καθηκόντων, μία τῶν μεγίστων ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας εἶναι νὰ πολεμήσῃ τὴν ζωοκλοπήν· ἀλλ’ ἐπίσης ὑπολαμβάνω ὡς καθῆκόν μου νὰ εἴπω καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι ἴσως, καὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προκειμένου, σπεύδομεν, διότι ἀνατρέπονται, Κύριοι, δι’ αὐτοῦ, ἀρχαὶ τοῦ παρ’ ἡμῖν δικαίου θεμελιώδεις, ἀρχαὶ θεμελιώδεις τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀρχαὶ θεμελιώδεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Ὑπάρχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ἀποτελέσματα ἀντίθετα τῶν ἐπιδιωκομένων. Παραδείγματος χάριν τιμωροῦνται αὐτουργοὶ καὶ συνεργοὶ μὲ τὴν αὐτὴν ποινήν. Ὁ πόθος δὲ ὁ ζωηρὸς νὰ πολεμήσωμεν μίαν ἀληθῶς ἐκ τῶν μεγίστων παρ’ ἡμῖν κοινωνικῶν πληγῶν εἶναι δυνατὸν νὰ προεκάλεσε τὴν σπουδὴν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς παρασύρῃ ὥστε νὰ μὴ ζητήσωμεν νὰ ἴδωμεν ποίους χαρακτηρίζει συνεργοὺς ὁ ποινικὸς νόμος. Τοὺς συνεργούς, Κύριοι, καθορίζουσι τὰ ἄρθρα 71, 72 καὶ 74 τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα καθορίζουσι τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὑπάρχει συνεργός, διότι θὰ ἦτο ἄτοπον ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ δικαστοῦ ὁ χαρακτηρισμὸς τῶν ἀξιοποίνων πράξεων καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἀνακήρυξις ἐνόχων. Τοῦτο δὲ τὸ ἄτοπον κωλύει καὶ ἡ συνταγματικὴ διάταξις καὶ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ νόμου, καθ’ ἃς δὲν ἐπιβάλλεται ποινὴ ἄνευ νόμου καὶ δὲν ὑπάρχει ἀξιόποινος πρᾶξις, ἧς δὲν περιέχει ῥητῶς ὁ νόμος τὰ συστατικὰ στοιχεῖα. Ἀλλὰ κατὰ παράβασιν τῶν ἀρχῶν τούτων, χάριν τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος ὁ ποινικὸς νόμος λέγει «καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν συνήργησε». Διότι ἀναγινώσκω ἐν αὐτῷ (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 72 «ἢ ὁποιονδήποτε ἄλλο εἶδος ὑποστηρίξεως», Ἀκούετε; Ἀλλ’ ὁποιονδήποτε ἄλλο εἶδος ὑποστηρίξεως. Τὸ ἐπαναλαμβάνω διὰ τρίτην φοράν, καὶ τὸ ὁποῖον εἶδος τῆς ὑποστηρίξεως ἀφήνεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ν’ ἀποφανθῇ ἂν παρεσχέθη μέσον ὁποιονδήποτε! Νομίζετε, ὅτι τοιαῦται διατάξεις ἐπιτρέπουσι καὶ τὴν ἐπιβολὴν ὁλοκλήρου τῆς ποινῆς, τῆς ἐπιβαλλομένης εἰς τὸν αὐτουργὸν τῆς πράξεως; Τοῦτο θὰ ἦτο ἀνήκουστον. Καὶ προκειμένου περὶ δολίας προαιρέσεως, ὡς ἐὰν μὴ γεννῶνται συχνάκις χίλιαι δύο ἀμφιβολίαι, τὸ νομοσχέδιον καθορίζει ἐκ τῶν προτέρων τὰ πράγματα, δηλαδὴ περιέχει διάταξιν ἀντικειμένην εἰς τὴν κοινοτέραν λογικὴν καὶ τὴν στοιχειωδεστέραν πεῖραν. Ἐπίσης κατὰ τὸ ἄρθρον 74 (ἀναγινώσκει): «ὡς συνεργοὶ τιμωροῦνται, ἀλλὰ μὲ φυλάκισιν μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰ δύο ἔτη»· κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ τιμωρῶνται μὲ ὁλόκληρον τὴν ποινήν, δηλαδὴ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς ἐλαφροτέρας περιπτώσεις τῆς συνεργείας, μὲ τὴν ποινήν, λέγω, τοῦ αὐτουργοῦ. Ὑπάρχουσι διατάξεις ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ κατὰ τὰς ὁποίας δὲν τιμωροῦνται ὡρισμένα πρόσωπα, στενώτατοι συγγενεῖς, καὶ ἂν εἶναι συνεργοί. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 76, ἡ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι οὐδεμία διάταξις δύναται— καὶ δὲν πρέπει—νὰ καταλύσῃ τοὺς δεσμοὺς τοῦ αἵματος, δεσμοὺς φυσικούς, δεσμοὺς κατ’ ἀκολουθίαν ἱεροὺς καὶ ἠθικωτάτους, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διάταξις ἀντίθετος θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν ἢ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου τοῦ πολιτικοῦ ἢ τὴν παράβασιν τοῦ νόμου τοῦ κοινωνικοῦ, ἐν πάσῃ περιπτώσει χαλάρωσιν τῶν κανόνων καθ’ οὕς πρέπει νὰ διάγῃ μία κοινωνία πολιτική, μία κοινωνία ἀνθρώπων. Ἀρχαὶ τεθειμέναι εἰς τὸ γενικὸν μέρος τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀρχαὶ θεμελιώδεις, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ Ποινικοῦ Νόμου διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνατρέπονται. Καὶ ἐξ ὅσων ἀνέγνων καὶ ἐξ ὅσων ἐλέχθησαν δὲν πιστεύω νὰ σᾶς μένῃ ἀμφιβολία, ὅτι ἴσως μετὰ σπουδῆς προβαίνομεν, προκειμένου περὶ τῶν ποινῶν, αἵτινες ἐπιβάλλονται αὐστηρότεραι παρὰ τὴν γενικὴν τάσιν ὅλων τῶν νεωτέρων ποινικῶν κωδίκων, κατὰ τοὺς ὁποίους αἱ ποιναὶ ἐλαττοῦνται.
§217Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἰδικόν μου ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον πλήσσει ἰδιαιτέρως τὴν ἡμετέραν χώραν.
§218ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί, τὸ εἶπον αὐτό, ἀλλ’ ἴσως εἶναι δυνατὸν νὰ διαρρυθμισθῶσιν αἱ διατάξεις αὗται οὕτως, ὥστε καὶ ὁ σκοπὸς νὰ ἐπιτυγχάνηται, ἀλλὰ νὰ μὴ ἀνατρέπωνται ἀρχαὶ θεμελιώδεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὰς ὁποίας ὥρισεν ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα τῶν αἰώνων.
§219Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό. Ἡ θεωρία ἡ ἐπιστημονικὴ δὲν διδάσκει τοῦτο.
§220Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε συνάδελφε, εἰς τὴν ἰατρικὴν λέγεται τοῦτο· «γνώμη θεωρητική, παρατήρησις κλινική»· ὅ,τι ἂν νομίσῃ ἡ θεωρία ὡς ὀρθὸν δὲν τίθεται εἰς πρᾶξιν ὑπὸ τῶν ἰατρῶν, ἀλλὰ μόνον ὅ,τι ἂν κρίνωσιν ἐν τῇ κλινικῇ αὐτὸ τίθεται εἰς πρᾶξιν. Καὶ ἡ ἐπιστήμη ἡ νομικὴ ἔχει ὡς παραδεδεγμένα μόνον τὰ εἰς τοὺς κώδικας περιλαμβανόμενα· θεωρίαι ὑπεστηρίχθησαν περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων. Ἄλλη ἀρχὴ τοῦ παρ’ ἡμῖν δικαίου, θεμελιώδης, τοῦ ἀστικοῦ, εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑποβάλλονται εἰς προσωπικὴν κράτησιν διὰ χρέη οἱ ἀνήλικοι, καὶ εἶναι τοῦτο δεδικαιολογημένον διὰ τοῦ ὅτι οἱ ἀνήλικοι δὲν διαχειρίζονται τὴν ἑαυτῶν περιουσίαν, καὶ ἑπομένως ἴσως εἶναι εἰς αὐτοὺς δυσχερές, δυσχερέστερον ἢ εἰς τοὺς ἄλλους, νὰ καταβάλλωσι τὰς δικαστικὰς δαπάνας.
§221Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μὴ προβαίνωσιν εἰς ζωοκλοπάς.
§222Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἵτινες κάμνουσι τοιαύτας κλοπάς, κύριε Ὑπουργέ, συνήθως δὲν ἔχουσι.
§223Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐργάζονται καὶ κερδαίνουσιν.
§224Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἵτινες κερδαίνουσιν ἐκ τῶν ζωοκλοπῶν, εἶναι οἱ ἀρχισυμμορῖται, οἱ ἀποδεχόμενοι τὰ κλοπιμαῖα, οἱ κλεπταποδόχοι· οἱ ζωοκλέπται εἶναι πάντοτε πενέστατοι, ἐστερημένοι συνήθως καὶ τῆς δραχμῆς. Οἱ ἀρχιζωοκλέπται βεβαίως κερδαίνουσι.
§225Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τότε δικαιολογεῖται ἡ αὐστηροτέρα τιμωρία τῶν συνεργῶν.
§226Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι πάντοτε οἱ ἀρχιζωοκλέπται καὶ συνεργοί· ἔπειτα δὲ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, καὶ διὰ τοῦτο ἀνέγνων τὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅτι αἱ περιπτώσεις τῆς συνεργείας εἶναι πλεῖσται ὅσαι, αἱ περιπτώσεις τῆς συνεργείας ἀπόκεινται πολλάκις εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ κρίσιν λεπτοτάτην.
§227Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συστασιῶται.
§228Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι συστασιῶται τίνες; Οἱ ἀποδεχόμενοι τὰ κλοπιμαῖα; Αἱ περιπτώσεις τῆς συνεργείας εἶναι ἀπειράριθμοι, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι ὁ Ποινικὸς Νόμος δὲν κατώρθωσεν οὔτε κεφαλαιωδῶς νὰ τὰς καθορίσῃ. Ὅταν ἔχετε ἀποδεδειγμένον ὅτι πλειστάκις τὰ Δικαστήρια ἐπιβάλλουσι ποινάς, μολονότι δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι διεπράχθη ἡ πρᾶξις, καὶ εὑρίσκουσι τὴν ἑξῆς δικαιολογίαν: «ἔκλεψε πολλάκις, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ κλέψῃ καὶ πάλιν, ἔχομεν ὡς δεδομένον καὶ βέβαιον ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ἐξυπηρετοῦμεν τὴν κοινωνίαν, εἶναι δὲ βέβαιον ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὴν κοινωνίαν ἐπιβάλλοντες ποινὴν εἰς ἕνα ἀναμφιβόλως ἐπικίνδυνον ἐξ ἐπαγγέλματος ζωοκλέπτην».
§229Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Πταίει τότε ὁ δικαστής, ὅστις ἔχει ἀμφιβολίαν καὶ καταδικάζει.
§230Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πράττει ἄριστα ὁ δικαστής. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐλέγοντο ἄλλοτε περὶ τῶν δικαστῶν, ὅτι εἶναι σχολαστικοί τινες, ὅτι ἀποβλέπουσι μὲ πᾶσαν προσήλωσιν εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων καὶ κρίνουσι κατὰ τοὺς νόμους καὶ οὐχὶ περὶ τῶν νόμων, ταῦτα εἶναι σχολαστικὰ καὶ δὲν ἔχουσι σήμερον τὸν τόπον των. Ὁ δικαστὴς ἔχει ἐνώπιόν του ἕνα ζωοκλέπτην, ὁ ὁποῖος σήμερον ἔκλεψε καὶ αὔριον θὰ κλέψῃ. Εἶναι βέβαιος περὶ τούτου· εἶναι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἔκλεψεν ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον κατηγορεῖται, κατὰ πᾶσαν δὲ βεβαιότητα ἔκλεψε καὶ θὰ κλέψῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἐπιβάλλει τότε ὁ δικαστὴς μίαν ποινήν, ἀλλὰ μίαν ποινὴν ἀνάλογον. Ἀλλ’ ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ μίαν ποινὴν μεγάλην, θὰ διστάσῃ, καὶ θ’ ἀποφύγῃ νὰ ἐπιβάλῃ ταύτην.
§231Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Προτιμότερον τοῦτο παρὰ νὰ τῷ ἐπιβάλῃ δεκαπέντε ἡμερῶν φυλάκισιν.
§232Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἴσως σπεύδομεν, καὶ οὕτω σκεπτόμενος θὰ προτείνω μίαν μεταρρύθμισιν τῆς διατάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐπιμένω καὶ διὰ τοῦτο δὲν τὴν ὑποβάλλω ὡς τροπολογίαν, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ ὑποδείξω ὅτι μεγαλειτέρα προσοχὴ καὶ μᾶλλον ἐντεταμένη μελέτη τοῦ νομοσχεδίου θὰ μᾶς ἦγεν ἴσως εἰς τὴν κατάλληλον αὐτοῦ διαρρύθμισιν. Προτείνω νὰ ἐπιβάλωνται αἱ ποιναί, τὰς ὁποίας ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μόνον ὅταν τὸ Δικαστήριον, κηρῦσσον ἔνοχον τὸν κατηγορούμενον, λέγῃ ὅτι εἶναι ἔνοχος «μετ’ ἐπιβαρυντικῶν περιπτώσεων», ὅπερ θὰ λέγῃ τὸ Δικαστήριον μόνον πειθόμενον ἀκραδάντως ὅτι εἶναι ἔνοχος, ἂν δὲ δὲν λέγῃ τοῦτο, τὸ «μετ’ ἐπιβαρυντικῶν περιπτώσεων», τότε νὰ μὴ ἐπιβάλλωνται αἱ βαρεῖαι αὗται ποιναί, ἀλλ’ αἱ ὁριζόμεναι νῦν ἐν τῷ νόμῳ.
§233Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι λίαν ἐλαφραὶ αἱ ποιναί, δὲν ἐξυπηρετεῖτε δὲ τὰ συμφέροντα τῶν κτηνοτροφικῶν ἐπαρχιῶν, ζητοῦντες μείωσιν αὐτῶν.
§234Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ζητῶ μείωσιν. Ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου μίαν ἄλλην διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ κλέψας βοῦν, ἵππον, κάμηλον, βούβαλον, ἡμίονον, ὄνον, πρόβατον, αἶγα ἢ χοῖρον, πρὶν ἔτι ἐξετασθῇ ὁπωσδήποτε παρὰ τῆς Ἀρχῆς ἢ παρὰ τοῦ Δικαστηρίου, ἐνήργησεν ἄνευ βλάβης τρίτου τινὸς τὴν ἀπόδοσιν ἢ τὴν πλήρη ἀποκατάστασιν τοῦ ἀφαιρεθέντος πράγματος, ἢ τὴν ἐντελῆ ἱκανοποίησιν τοῦ ζημιωθέντος, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν δεκαπέντε μέχρι τεσσαράκοντα ἡμερῶν». Καὶ ἐρωτῶ: ἔχει σκοπιμότητα ἡ διάταξις αὕτη; Φαίνεται ὅτι ἔχει, πιθανὸν ὅμως καὶ νὰ μὴ ἔχῃ, διότι σκέπτομαι: εἶναι ἀπολύτως πεπεισμένοι οἱ μόλις ἀναγνόντες τὸ νομοσχέδιον, οἱ μὴ ἀναγνόντες παντάπασιν αὐτὸ καὶ μόλις τὴν στιγμὴν ταύτην λαμβάνοντες γνῶσιν τοιαύτης διατάξεως, εἶναι, λέγω, ἀπολύτως πεπεισμένοι ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα μετὰ σπουδῆς δεχόμενοι τοιαύτην διάταξιν; Εἶναι ἀπολύτως πεπεισμένοι συνδυάζοντες τὴν διάταξιν ταύτην πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου ἄρθρου ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὸ κοινωνικὸν συμφέρον, πρὸς τὴν διάταξιν τὴν ἔχουσαν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ζωοκλόπος θεωρεῖται καὶ ὁ ἐν γνώσει λαμβάνων παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου λύτρα πρὸς ἐξαγορὰν ζώου τινὸς κλαπέντος ὡς καὶ ὁ ἀποπειραθεὶς νὰ λάβῃ τοιαῦτα....».
§235Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁλόκληρος βιομηχανία.
§236Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι τὴν ἀγνοῶ; (ἀναγινώσκει) «.... ὑπόκεινται δὲ ἀμφότεροι εἰς ὅλας τὰς προβλεπομένας διὰ τοὺς αὐτουργοὺς ποινάς, φυλαττομένων τῶν περὶ συνεργῶν καὶ ἀποπείρας ὁρισμῶν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου»; Νομίζετε, ὅτι, ἂν καὶ κατὰ τύχην εἶναι δυνατόν τις νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀνακάλυψιν ταύτην, ἀλλ’ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν τελείαν ἀνακάλυψιν ἴσως θὰ ἀπαιτηθῶσι δαπάναι καὶ φθάσῃ εἰς τὴν αἴτησιν τοιούτων δαπανῶν, ὅτι εἶναι δύσκολον μὲ τὴν διάταξιν ταύτην νὰ ὁδηγηθῇ ὁ ἄνθρωπος εἰς τὰς φυλακάς;
§237Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§238Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπιτρέπω πάντοτε.
§239Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Ὅτε συνέβησαν ἐγκληματικαὶ πράξεις ζωοκλοπῆς, ἔχει παρατηρηθῆ, σχεδὸν πάντοτε ἄνευ ἐξαιρέσεως, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τοὺς ἀπολέσαντας μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ φέρωσι κάποιας πληροφορίας ἢ νὰ δείξωσιν εἰς αὐτοὺς τὸν τόπον ὅπου εὑρίσκεται τὸ ἀπολεσθέν, καὶ οὗτοι εἶναι πάντοτε, ἄνευ ἐξαιρέσεως, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμμετοχὴν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς ζωοκλοπῆς.
§240Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§241Ι. ΦΑΡΜΑΚΗΣ. Τοῦτο δὲ συμβαίνει εἰς τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἡ ἀνακριτικὴ Ἀρχὴ βαδίζει ἐπὶ τὰ ἴχνη τῶν δραστῶν τοῦ ἀδικήματος· οὗτοι φοβούμενοι πᾶσαν ἀπώλειαν κέρδους ἐκ τῆς ἀνακαλύψεως ἔρχονται εἰς συνεννοήσεις μὲ τὸν ἀπολέσαντα, ὁ δὲ ἀπολέσας λόγῳ τῆς ψυχολογικῆς στιγμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται συνήθως, πάντοτε δίδει ἐν ποσὸν χρηματικὸν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συμβαίνει νὰ ἐξαγοράζηται ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ κλαπέντος, γίνονται δὲ καὶ συμβάσεις ὡρισμέναι, ὥστε νὰ μὴ ὑποστῇ ὁ ἔνοχος τὰς συνεπείας τῆς πράξεώς του.
§242Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως. Αὐτὰ εἶναι πράγματα πασίγνωστα, πρέπει δὲ νὰ μὴ ζῇ τις ἐν Ἑλλάδι διὰ νὰ τὰ ἀγνοῇ· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν δικαιολογεῖ τὴν διάταξιν ταύτην ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις, διότι οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος, τρόπον τινά, ἀναλαμβάνοντες τὰς διαπραγματεύσεις ταύτας, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, εἶναι ἢ ἠθικοὶ αὐτουργοὶ ἢ συστασιῶται ἢ συνεργοί, καὶ ἑπομένως εἶναι τιμωρητέοι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἀλλ’ εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ συμβῇ, ἐνῷ δι’ αὐτοῦ δὲν ἐπιτυγχάνομεν τίποτε πλέον τοῦ ὑπάρχοντος, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ὑπάρξωσι καὶ ἀθῷοι ἄνθρωποι, οἵτινες θὰ ὁδηγηθῶσι κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὰς φυλακάς, διότι, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, διὰ τοὺς μὴ ἀθῴους ὑπάρχουσι πλείονες τῆς μιᾶς διατάξεις ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρξε Βουλευτὴς κατ’ ἀρχὴν ταχθεὶς ἐναντίον νομοσχεδίου ἀφορῶντος τὴν ἐπιτυχεστέραν καταπολέμησιν τῆς ζωοκλοπῆς, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, τοῦτο μόνον ὑποστηρίζων, φοβοῦμαι, μὴ μετά τινος σπουδῆς καὶ ἐν τούτῳ προβαίνομεν, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ διαρρυθμίσωμεν τὸ νομοσχέδιον κατὰ τρόπον ἄλλον, ἀρτιώτερον καὶ λυσιτελέστερον διὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ μία προσεκτικωτέρα μελέτη τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐξίσωσιν τῶν συνεργῶν παντὸς εἴδους πρὸς τοὺς αὐτουργούς, οὔτε ἐπίσης νὰ δεχθῇ τὰς διατάξεις τὰς ἄλλας, τὰς ὁποίας ἀνέγνων, καὶ νομίζω ὅτι—ζήτημα, ὑποθέτω, 24 ὡρῶν ἢ 48 θὰ ἦτο—ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ μιᾶς ἐπιτροπῆς.
§243Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔκαμον, πρὶν τὸ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§244Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἐκάμετε;
§245Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ὑπεβάλετε εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν;
§246Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐκ Βουλευτῶν.
§247Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἐλάβετε τοὺς ὀπαδοὺς τῆς αὐστηροτέρας γνώμης.
§248Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑποθέτω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ ἦσαν Βουλευταὶ ὡς ὁ φίλος μου καὶ φίλος σας κ. Κασίμης, ὁ κ. Δικαῖος, ὁ κ. Τσιριμῶκος, διότι αἴφνης ἐγὼ ἐμαυτὸν θὰ ἐθεώρουν οὐχὶ ἐντελῶς ἁρμόδιον· ἰδοὺ δὲ διατί δὲν θεωρῶ ἐμαυτὸν ἁρμόδιον, διότι ἐγὼ κατάγομαι ἐκ τόπου ὅπου οὐχὶ μόνον ἡ ζωοκλοπὴ ἀλλὰ πᾶσα κλοπὴ εἶναι ἀκατανόητος, οὐχὶ μόνον δὲν πράττεται, ἀλλὰ καὶ δὲν νοεῖται ἐν Μάνῃ ἡ ζωοκλοπή. Ἐδικηγόρησα ἔτη τινὰ εἰς Καλάμας, ἀλλ’ ἡ πελατεία μου ἦτο ἐκ Μάνης.
§249Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ μὴ ἐπιμένετε, ἀφοῦ δὲν εἶσθε ἁρμόδιος.
§250Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐπιμένω, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλὰ ποιοῦμαι συστάσεις τινάς, διότι εὑρίσκω, ὅτι διατάξεις τινὲς ἀντίκεινται εἰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ παρ’ ἡμῖν δικαίου, ὅτι ἔχει διατάξεις τινὰς ἀντιφατικάς. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐνεποίησεν εἰς ὑμᾶς ἐντύπωσιν ἡ διαρρύθμισις, τὴν ὁποίαν προέτεινα προχείρως τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1, καθ’ ἣν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν ζωοκλοπῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι, καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ τὰς αὐστηροτέρας ποινὰς τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι πρέπει δι’ 24 ὥρας ἢ 48, ὅπερ θὰ ἦτο τὸ καλύτερον, νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς μίαν ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ συναδέλφων δικηγορούντων εἰς ἐπαρχίας καὶ μάλιστα εἰς ὡρισμένας τινὰς ἐπαρχίας, ὥστε νὰ διαρρυθμισθῇ τελειότερον καὶ πληρέστερον τὸ νομοσχέδιον.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος.
§252Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἓν λόγιον, Κύριοι, Λατινικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι σοφόν, ἀποδεικνύεται δὲ σοφώτατον εἰς τὴν περίπτωσιν, δι’ ἣν καλεῖται νὰ προνοήσῃ ἡ Βουλή, διὰ τὴν περίπτωσιν μιᾶς κοινωνικῆς ἀνάγκης ἐκ τῶν μάλιστα καταφανῶν. Τὸ λόγιον ἐκεῖνο λέγει, ὅτι εἰς τὰ μεγάλα δεινά, δεινὰ καὶ φάρμακα χρειάζονται, extrema remedia, εἶναι δ’ ἐκ τῶν δεινοτάτων τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον λυμαίνεται ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἂν δὲ κατὰ καλὴν τύχην εἰς τὴν πατρίδα τοῦ φίλου μου κ. Κουλουμβάκη καὶ εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, πλήν τινων μερῶν, δὲν διαπράττεται τὸ ἀδίκημα τοῦτο τῆς ζωοκλοπῆς, δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ αὐστηρότατα μέτρα πρὸς ἐκρίζωσιν τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχει ῥιζοβολήσει εἰς τὰς συνηθείας καὶ τὰς ἕξεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν εὑρίσκω ὑπερβολικὰς τὰς ποινάς, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον· ἴσως μάλιστα θὰ εὕρισκον καὶ κάτω τοῦ μέτρου τῆς ἐπιβαλλομένης αὐστηρότητος τὰς ποινὰς ταύτας. Ἀπαντῶν δ’ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας θὰ εἴπω πρὸς αὐτόν, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 εἰσάγει τὴν διαστολὴν ἐκείνην εἰς τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ποθεῖ νὰ ἴδῃ νομοθετουμένην, προκειμένου νὰ κρίνῃ ὁ δικαστὴς μεταξὺ αὐτουργῶν καὶ συνεργῶν, διότι τὸ ἄρθρον 3 λέγει—ἂν τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου, καὶ κάμνω τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην, διότι ἀναμένω νὰ ἀκούσω τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία γνωρίζω ποία θὰ εἶναι, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἀκούσῃ καὶ ἡ Βουλή—, ἡ αʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 3 λέγει· «εἰς τὰς αὐτὰς μὲ τοὺς αὐτουργοὺς ποινὰς ὑπόκεινται καὶ οἱ συνεργοί». Ἐν ἀρχῇ τοῦ νομοσχεδίου δὲ λέγεται ὅτι οἱ κλέπται τιμωροῦνται, ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ κλοπῆς μικρῶν ζώων, μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον μηνός, ἐὰν δὲ περὶ κλοπῆς μεγάλων, μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον ἓξ μηνῶν. Ἐννοεῖ ἆρά γε ὁ νόμος ὅτι ἡ ποινὴ τῆς φυλακίσεως ἑνὸς ἔτους, ἡ ὁποία θέλει ἐπιβληθῆ εἰς τὸν κλέπτην μεγάλου ζώου, θέλει ἐπιβληθῆ καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, ἢ ἐννοεῖ ποινήν, τὴν διακρινομένην μεταξὺ τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα θέτει τὸ νομοσχέδιον; Ἀλλ’ ὁ δικαστής, καλούμενος εἰς εἰδικήν τινα περίπτωσιν νὰ κρίνῃ, ἔχει κατηγορουμένους καὶ αὐτουργὸν καὶ συνεργὸν κλοπῆς καὶ δύναται εἰς μὲν τὸν αὐτουργὸν τῆς κλοπῆς νὰ ἐπιβάλῃ τὴν βαρυτέραν ποινήν, τὴν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, εἰς δὲ τὸν συνεργὸν νὰ ἐπιβάλῃ ποινήν τινα, μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰ κατώτερα ὅρια, τὰ ὁποῖα τάσσει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§253ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχει περίπτωσις συνεργείας καὶ ἄνευ ἰδιοτελείας.
§254Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἀληθὲς εἶναι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ὅτι πρόκειται περὶ ἐξαιρετικοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον λυμαίνεται τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ αὐστηρότης, τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι δεδικαιολογημένη, δὲν εὑρίσκω δὲ ὅτι εἶναι αὐστηραὶ αἱ ποιναὶ καὶ ὅτι χρήζουν μειώσεως τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον. Ἀναντίρρητον βεβαίως εἶναι, ὅτι ἀπὸ γενικῆς κρίσεως ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βοζίκης, ὅτι ἡ αὐστηρότης τῶν ποινῶν πολλάκις συντελεῖ εἰς τὴν ἀποτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουν· εἶναι ἀληθής, διότι ὁ δικαστὴς ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ κρίσει περὶ τῶν πραγμάτων καὶ πολλάκις ἐκ πνεύματος φιλανθρωπίας καὶ φιλευσπλαγχνίας πρὸς τὸν κατηγορούμενον, ἀποστέργει νὰ ἐπιβάλῃ τὴν βαρυτέραν ποινήν. Ἀπόδειξις τὸ παράδειγμα τῆς ψευδορκίας, καθ’ ἧς δὲν ἐφηρμόσθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἕνεκα τῆς αὐστηρότητος αὐτῶν. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀμφιβάλλει ὁ δικαστὴς περὶ τῆς ἐνοχῆς, τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται εἰς ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς ἀθωότητος τοῦ κατηγορουμένου ἢ ἔχει ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἀθῷος, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλου ἔχει τεκμήριά τινα, πείθοντα περὶ τῆς ἐνοχῆς, καὶ εἶπεν ὅτι, ὅταν ὁ δικαστὴς εὑρεθῇ εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίπτωσιν τὴν ὑπαγορεύουσαν νὰ ἐπιβάλῃ μικράν τινα ποινήν, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὡς ἐκ τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα τάσσει ὁ νόμος. Ἀλλὰ θὰ ἠρώτων τὸν κ. Βουλευτήν, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων τῶν τιμωρούντων σήμερον τὴν ζωοκλοπήν, δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον, προκειμένου περὶ κλοπῆς μεγάλου ζώου, ὁ δικαστὴς εὑρισκόμενος εἰς τοιαύτην τινὰ ψυχολογικὴν κατάστασιν, ἣν προβλέπει ὁ κ. Βουλευτής, ἐπέβαλε ποινήν ποτε ἑνὸς μηνός; Δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχῃ παράδειγμα ἀποφάσεως δικαστικῆς ἐπιβαλούσης ποινὴν ἑνὸς μηνὸς φυλακίσεως διὰ κλοπὴν μεγάλου ζώου.
§255Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπέβαλον δύο μῆνας.
§256Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ διάφορον τὸ πρᾶγμα, τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς τοῦ ἑνὸς μηνός. Ἄλλως καὶ ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν μοὶ δίδετε, δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀνέμενον. Ἀνέμενον νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι εἰς τοιαύτην ψυχολογικὴν κατάστασιν εὑρεθὲν τὸ Δικαστήριον, ἐπέβαλε ποινὴν φυλακίσεως ἑνὸς μηνὸς ἢ 15 ἡμερῶν εἰς τὸν κατηγορούμενον, θεωρηθέντα ἔνοχον κλοπῆς μεγάλου ζώου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ πάντες ἐξ ὑμῶν, ὅσοι δικηγορεῖτε, δὲν ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν οὐδεμίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν ἐπιβάλλουσαν τόσον μικρὰν ποινὴν διὰ κλοπὴν μεγάλου ζώου.
§257ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τριῶν μηνῶν.
§258Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πολὺ διάφορος ἡ περίπτωσις τριμήνου φυλακίσεως ἀπὸ τὴν περίπτωσιν μηνιαίας φυλακίσεως· καὶ ἀκριβῶς διότι ἔχομεν διάταξιν, ἐπιτρέπουσαν τὴν ἐπιβολὴν διμήνου φυλακίσεως, εἴδομεν τὸ ἀδίκημα τῆς ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας ἐπεκτεινόμενον καὶ λυμαινόμενον ὁλόκληρον τὴν χώραν ἡμῶν τὴν ὕπαιθρον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι αὐστηραὶ αἱ ποιναί, δὲν νομίζω δὲ ἐξ ἄλλου ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ ἀναγκαῖον ὅριον, καὶ μάλιστα εἰς ἀρκετὰ εὐρεῖαν ἔκτασιν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὁ δικαστής, ὁ καλούμενος εἰς εἰδικήν τινα περίπτωσιν νὰ κρίνῃ περὶ ζωοκτονίας καὶ ζωοκλοπῆς. Θὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν ὁ δικαστὴς νὰ ἐπιμετρήσῃ τὴν ποινὴν ἀναλόγως τῆς συμμετοχῆς ἑνὸς ἑκάστου τῶν κατηγορουμένων, εἴτε αὐτουργῶν εἴτε συνεργῶν, ἀναλόγως τῆς συμμετοχῆς αὐτῶν εἰς τὸ ἀδίκημα.
§259Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελίδης.
§261Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥακτιβάν.
§263ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§264Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου σχετίζεται καὶ τὸ ἄρθρον 4, τὸ ὁποῖον εἰσάγει διάταξιν νέαν, οὐχὶ ἄμοιρον ἴσως πρακτικῆς σκοπιμότητος, ἀλλὰ πάντως ἀνώμαλον, διότι τιμωρεῖ τὸν κάτοχον κλοπιμαίου, τὸ ὁποῖον εὑρέθη εἰς χεῖράς του, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς οὗτος δὲν ἤθελεν ἀποδείξει τὴν καλήν του πίστιν. Τοιαύτη διάταξις πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς ἄλλο μέρος τῆς νομοθεσίας.
§265Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τεκμήριον.
§266Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι τεκμήριον, ἀλλ’ ἀντίκειται εἰς τὸν κανόνα κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν τεκμαίρεται ἡ ἐνοχὴ οὔτε ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀθῳότητά του ὁ κατηγορούμενος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπάρχει κίνδυνος, ὅταν τις καταδιώκηται μετὰ πολὺν χρόνον ἀπὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως, νὰ μὴ δύναται νὰ ἀποδείξῃ τὸν ἄνθρωπον παρὰ τοῦ ὁποίου ἠγόρασε τὸ ζῷον. Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη διατηρηθῇ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ταχθῇ ἓν μικρότερον ὅριον, τουτέστιν ἐὰν δὲν ἔχωσι παρέλθει δύο ἔτη ἀπὸ τῆς διαπράξεως τῆς κλοπῆς, καὶ μόνον ἐν αὐτῇ τῇ περιπτώσει, νὰ ἀποδείξῃ τὴν καλήν του πίστιν καὶ μόνον τότε ἄλλως νὰ τιμωρῆται.
§267Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Δυνάμει τοῦ σημερινοῦ νόμου δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἀποδείξῃ τὴν καλήν του πίστιν;
§268Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι.
§269Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Βεβαίως.
§270Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἰδοὺ τί γίνεται ἕως τώρα. Εὑρίσκει τὸ κλοπιμαῖον εἰς χεῖρας τοῦ Α. Τεκμήριον εἶναι ὅτι αὐτὸς εἶναι συνένοχος ἐν τῇ κλοπῇ· ἐὰν ἀποδείξῃ τὴν καλήν του πίστιν, δηλαδὴ τί; ὅτι τὸ ἠγόρασεν ἀπὸ τὸν δεῖνα καὶ ἀπέδειξεν ὅτι τὸ ἠγόρασεν ἀπὸ τὸν δεῖνα, ἐτελείωσεν· εἶναι ἀθῷος. Ἐὰν βεβαιωθῇ ὅτι ἠγόρασε μὲν τὸ ζῷον, τὸ ἀξίας τριακοσίων δραχμῶν, ἀλλὰ τὸ ἠγόρασεν ἀντὶ πεντήκοντα δραχμῶν, εἶναι ἐν κακῇ πίστει· ἠγόρασεν ἐν γνώσει κλοπιμαῖον καὶ τὸν καταδικάζουσι. Ταῦτα, τὰ ὁποῖα γίνονται ἕως τώρα, τὰ ὁποῖα εἶναι λογικά, τὰ καθιεροῖ ὡς τεκμήριον τὸ νέον νομοσχέδιον, καί, νομίζω, καλῶς.
§271Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ναί, ἀλλὰ μίαν ἐγγύησιν συντόμου χρονικοῦ διαστήματος. Ἐπίσης ἔχω νὰ ζητήσω καὶ μίαν διασάφησιν ἀκόμη — διότι πρέπει νὰ εἶναι σαφὴς ὁ νόμος προκειμένου περὶ νομικῆς διατάξεως — νὰ ὁρισθῇ ὅτι τὸ κλοπιμαῖον εἶναι ἐκ τῶν τοῦ ἄρθρου 1 καὶ οὐχὶ οἱονδήποτε, δηλαδὴ ἐκ τῶν μεγάλων.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§273ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναβάλλεται, ἀναβάλλεται. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουσούρης.
§275Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀφήνετε;
§276Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ψηφισθῇ τοῦτο ὅπως ἔχει, ὁ συνεργὸς ἑνὸς φόνου, νὰ τιμωρῆται αὐστηρότερον ἀπὸ τὸν συνεργὸν κλοπῆς μιᾶς αἰγὸς ἢ ἑνὸς βουβάλου (θόρυβος). Ἡσυχάσατε, κύριοι Βουλευταί, καὶ θὰ ἀποδειχθῇ. Συνεργὸς δὲν εἶναι μόνον ὁ παραβάτης τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 72, ἀλλ’ εἶναι ἔνοχος καὶ ὁ παραβάτης τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 74, ἐδαφ. τρίτου.
§277Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὰ λέγει αὐτά; Διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἠξεύρωμεν τὸ ἄρθρον ἀπὸ μνήμης.
§278Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Βεβαίως. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει. Τὸ ἄρθρον 74 ὁρίζει ὅτι: «ὡς συνεργοὶ τιμωροῦνται, ἀλλὰ μὲ φυλάκισιν μόνον μὴ ὑπερβαίνουσαν τὰ δύο ἔτη»· πρὸς τοῖς ἄλλοις καί: «ὅσοι μὴ ἀνήκοντες εἰς τὴν τάξιν τῶν εἰς τὸ ἄρθρον 72, ἀριθ. 6, ἀναφερομένων δὲν προσπαθοῦσι νὰ ἐμποδίσωσιν ἀξιοποίνους πράξεις ἄλλων, κατὰ τοὺς ἐκεῖ διαλαμβανομένους ὁρισμούς».
§279Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν φορὰν ἐφηρμόσθη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου. Αὐτὸ τὸ ἐσκέφθην.
§280Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, σᾶς ἀπαντῶ ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος λαμβάνω μέρος εἰς ποινικὰς δίκας καὶ ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἔλαβον μέρος εἰς τὰ Ἐφετεῖα οὔτε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, φυσικά, ἐγὼ δὶς ὑπερασπίσας κατηγορουμένους εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἐπέτυχον νὰ θεωρηθῶσιν ἔνοχοι παραβάσεως τῆς διατάξεως ταύτης καὶ νὰ τιμωρηθῶσι διὰ ποινῆς δύο ἐτῶν φυλακίσεως. Σᾶς ἀπαντῶ λοιπὸν ὅτι ἔτυχε καὶ τυγχάνει — καὶ τυγχάνει καθ’ ἡμέραν — πλήρους ἐφαρμογῆς ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν διάταξιν λοιπὸν ταύτην τοῦ νόμου ἐν ᾗ περιπτώσει γνωρίζει τις, ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ πρᾶξίς τις καὶ δὲν κατώρθωσε καὶ δὲν προσεπάθησε νὰ ματαιώσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως ταύτης, τιμωρεῖται διὰ ποινῆς φυλακίσεως τριῶν ἡμερῶν μέχρι δύο ἐτῶν. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαγόμενον ἅπαντες οἱ συνεργοὶ κλοπῆς βουβάλων, προβάτων — ἀγνοῶ τί ἄλλο λέγει — καὶ χοίρων, τιμωροῦνται διὰ ποινῆς φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἕξ μηνῶν. Ἑπομένως, ἐν ᾗ περιπτώσει γνωρίζει τις ὅτι ὁ Λ. πειρᾶται ἵνα φονεύσῃ τὸν κ. Βοζίκην ἢ ἕνα Βουλευτὴν καὶ δὲν φροντίσῃ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος νὰ ματαιώσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ κακουργήματος τούτου τιμωρεῖται διὰ ποινῆς φυλακίσεως τὸ πολὺ δύο ἐτῶν. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι δύο ἢ πλείονες μετέβαινον διὰ νὰ κλέψωσιν ἓν ζῷον καὶ δὲν φροντίσῃ νὰ ματαιώσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως ταύτης, τιμωρεῖται διὰ ποινῆς φυλακίσεως τὸ πολὺ πέντε ἐτῶν, ἢ διὰ ποινῆς φυλακίσεως τοὐλάχιστον ἕξ μηνῶν. Οὐδένα θέλω νὰ κατηγορήσω, διότι θὰ συμβαίνῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο, θὰ συμβαίνῃ ὁ μέγας αὐτὸς σολοικισμὸς εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ἀλλὰ τὸ λέγω μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπιστήσω καὶ ἐγὼ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κουλουμβάκη, διότι παρετήρησα ὅτι δὲν ἐδόθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ δέουσα προσοχὴ εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην. Παρετήρησα μάλιστα ὅτι δὲν κατενοήθη ὀρθῶς, ὅτι δὲν διεγνώσθη ἡ ἰδέα ἀκριβῶς τοῦ κ. Κουλουμβάκη ὑπό τινος τῶν Βουλευτῶν, τοῦ κ. Μερλοπούλου. Ἀλλὰ διὰ τῆς αὐτῆς ποινῆς τοῦ ἄρθρου 74, διὰ τῆς ποινῆς φυλακίσεως δύο ἐτῶν, τιμωροῦνται καί: «ὅσοι ἄνευ προηγουμένης συνεννοήσεως καὶ χωρὶς ἰδιοτελῆ σκοπὸν» συνήργησαν εἰς πρᾶξίν τινα. Τὸ αὐτὸ λοιπόν. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν: καὶ αὐτὸ ἆρά γε εἰς τὸ στάδιον τὸ δικηγορικόν του δὲν ἔτυχεν ἐφαρμογῆς; Ὁ ἄνευ ἰδιοτελείας συνεργὸς εἰς φόνον τινὰ τιμωρεῖται διὰ ποινῆς φυλακίσεως τὸ πολὺ δύο ἐτῶν· ὁ ἄνευ ἰδιοτελείας συνεργὸς εἰς τὴν κλοπὴν ζῴου τιμωρεῖται διὰ ποινῆς φυλακίσεως πέντε ἐτῶν. Ὥστε τοῦτο τὸ ὁποῖον παρετήρησα ἐγὼ — διὰ νὰ μὴ περιαυτολογήσω, διὰ νὰ μὴ εἴπω πολλά — εἶναι μία μόνον περίπτωσις· ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει μία περίπτωσις· ὑπάρχουσι πολλαὶ εἰς τὴν ποινικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν καὶ ἡ διαφορὰ αὐτὴ θὰ ὑπάρχῃ, καὶ ὁ σολοικισμὸς αὐτὸς ὁ μέγας θὰ διαφαίνηται εἰς πολλὰ σημεῖα τῆς ποινικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Ἕνεκα τούτου ἐθεώρησα καθῆκον νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως παραμείνῃ μὲν ἡ διάταξις περὶ αὐστηρᾶς τιμωρίας τῶν συνεργῶν, ἀλλὰ νὰ τεθῇ μία ποινὴ εἰς τοὺς συνεργοὺς ἐξ ἰδιοτελείας, εἰς τοὺς συνεργοὺς τοῦ ἄρθρου 71, 72, ἡ ποινὴ αὐτή, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τοὺς αὐτουργούς, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος ὁ ποινικὸς δι’ ὅλα τὰ ἀδικήματα· ἀλλὰ διὰ τοὺς συνεργοὺς τοῦ ἄρθρου 74, διὰ τοὺς συνεργοὺς αὐτοὺς εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει τόσον ἐλαφροτέραν ποινὴν ὁ ποινικὸς νόμος διὰ πάντα τὰ ἀδικήματα, εἰς τὴν ποινὴν αὐτὴν εἶναι πολὺ φυσικόν, πολὺ ὀρθὸν νὰ ἐπιβληθῇ ἀναλόγως ἐλαφροτέρα ποινὴ ἀπὸ ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς συνεργοὺς τοὺς ἐξ ἰδιοτελείας συμπράττοντας εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς κλοπῆς ζώων ἢ ζωοκτονίας. Τοῦτο λοιπὸν ἐθεώρησα ὀρθὸν νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν καὶ νὰ παρακαλέσω αὐτόν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν παρατήρησιν ταύτην καὶ εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν φροντίσῃ νὰ διατυπώσῃ καταλλήλως τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ φέρῃ τὰς δεούσας τροπολογίας, τὰς ὁποίας εἶπον.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§282Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον· (διαμαρτυρίαι καὶ φωναί: ὤ! ὤ!). Καταλαμβάνω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι καταπεπονημένη.
§283ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πειράζει· θὰ μείνῃ ὅσον θέλετε ἡ Βουλή.
§284Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θέλω νὰ δηλώσω τοῦτο, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὰς λεπτομερείας νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Γενικῶς ὅμως καὶ ἐγὼ θὰ συνηγόρουν ὅπως μελετηθῇ τὸ πρᾶγμα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἂν θὰ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς ἐκτάσεως τῆς αὐστηρότητος τῶν ποινῶν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλοι ποθοῦμεν, τὴν καταστολὴν τῆς ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας, ἡ ὁποία λυμαίνεται τὴν ὕπαιθρον χώραν. Ἐν τούτῳ δὲ τῷ εἱρμῷ τῶν σκέψεων νομίζω ὅτι πάντοτε θὰ ματαιοπονῶμεν, ὅταν νομίζωμεν ὅτι θὰ κολάσωμεν τὰ ἀδικήματα ἐπιτείνοντες ἢ προάγοντες τὸ μέτρον τῆς ποινῆς, καὶ δὲν λαμβάνομεν πρόνοιαν ἵνα ἡ ἔκτασις ἢ ἡ ποινή, καταστῇ πραγματικὴ ποινὴ καὶ ἐγχαράξῃ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀδικοῦντος τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι δὲν θὰ διαγάγῃ ἐν ἀργίᾳ καὶ ἐν ἀπολαύσεσιν, ὡς διάγει σήμερον τὸν βίον αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος τόσα νομοσχέδια εἰσάγει ἀνορθωτικά, εἰσαγάγῃ τάχιστα, εἰ δυνατόν, νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως ἐργασίας κολαστικῆς ἐν ταῖς φυλακαῖς.
§285Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει. Εἶναι ὅλον τὸ σύστημα.
§286Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι, ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἐφέρομεν αὐτό.
§287Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ αὐτό.
§288Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Λέγω τοῦτο, διὰ νὰ τονίσω διὰ ποῖον λόγον εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει, τοὐλάχιστον, διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν ποινῶν, νὰ σκεφθῶμεν μὴ τυχὸν καὶ ματαιώσωμεν ἐκεῖνο τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἔντιμος ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος, ὁ ὁμιλήσας καὶ διὰ τῆς δικαστικῆς αὑτοῦ πείρας, πείρας ἀντληθείσης ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐκείναις, τῶν ὁποίων οἱ Βουλευταὶ σήμερον παρίστανται θερμότατοι συνήγοροι τῆς ἐπιτάσεως τῆς ποινῆς, τοῦ μέτρου, λέγω, τῆς ἐπιεικεστέρας διαμορφώσεως τῆς ποινῆς, ἵνα αὕτη τυγχάνῃ ἐφαρμογῆς καὶ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα κατὰ τὴν ἀντίστροφον ὁδὸν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τὰ περιπλέον ἐπιφυλάσσομαι καὶ ἐγὼ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§289Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Τὰς ἀρχὰς περὶ φιλανθρωπίας ἐπεκαλοῦντο καὶ ὅτε ἐψηφίζετο ὁ αὐστηρὸς ἐκεῖνος νόμος περὶ ληστείας κατὰ τὸ 1873. Ἀλλ’ ἐφαρμοσθεὶς ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔφερε τὰ λαμπρὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔφερεν.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). (Γίνονται ἐπίσης δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–7). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§291Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βλέπω εἰς τὸ ἄρθρον 8 ὅτι ζωοκλέπται δὲν δύνανται νὰ ἐκλέγωνται Βουλευταί. Εἰς τὰς ποινὰς συγκαταλέγεται καὶ τὸ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι σπάνιον αὐτό, ζωοκλέπτης νὰ ἐξελέγη Βουλευτής. Εὐτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβλεψε νὰ ἐξαιρέσῃ τοὺς ἱερεῖς, διότι ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα ἔχει πολλὴν σχέσιν μὲ τοὺς ζωοκλέπτας. Ἡ διάρκεια τῆς ποινῆς εἶναι τριετής, εἶναι δὲ βραχεῖα.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 9, 10 καὶ 11, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ Πρακτικὰ τῆς 6 Ἰουνίου 1911). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§293ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 15′ μ. μ).