1911.05.27
5.581 στίχοι · 42.630 λέξεις · 393 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 99.
τῆς 27 Μαΐου 1911
(Παρασκευὴ)
Προεδρία κ. Νικολάου Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 5 καὶ 5′ μ. μ. παρόντων 186 Βουλευτῶν). (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ κάτοικοι Πατρῶν διαμαρτύρονται, διότι ὁ Κ. Τζίνης ἵδρυσε θορυβωδέστατον ἐργοστάσιον ἐν τῇ κεντρικωτάτῃ πλατείᾳ τῆς Ὄλγας· 2) Ὁ σύλλογος τῶν καπνεργατῶν Κερκύρας ἐξαιτεῖται ἐπιψήφισιν ἐργατικῆς νομοθεσίας· 3) Οἱ τυπογράφοι, βιβλιοδέται, βιβλιοπῶλαι καὶ συγγραφεῖς Ἀθηνῶν κλπ., ζητοῦσι μείωσιν τοῦ φόρου τοῦ χάρτου· 4) Ὁ ἐκ Σάμης Νικόλαος Ἀμούργης καταγγέλλει τὸν ἀστυνόμον Βουτυρᾶν, ἀνθυπομοίραρχον, ὡς φατριάζοντα· 5) Ἐργάται τοῦ λιμένος Πειραιῶς διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ «Συνδέσμου τῶν ἐργατῶν τοῦ λιμένος Πειραιῶς», ὡς στερήσαντος αὐτοὺς ἐργασίας· 6) Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Λάπατα, Φλάμπουρο κλπ. τῶν Καλαβρύτων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαγορευθῇ γνωστῷ δικηγόρῳ τῶν Πατρῶν ἡ ὑλοτομία τοῦ Μεγάλου Μοντιᾶ· 7) Οἱ ἐν Ἀθήναις τυπογράφοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἡ κυριακὴ ἀργία· 8) Οἱ μοναχοὶ τῆς ἐν Χαιρωνείᾳ ἱερᾶς Μονῆς «Ἱερουσαλήμ» αἰτοῦνται, κατάργησιν τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου· 9) Οἱ κάτοικοι Ἀγνάντων, ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τῶν ἐτῶν 1901, 1902, 1903 καὶ 1904, διότι αἱ ἄμπελοί των ἐξερριζώθησαν πρὸ τῶν ἐτῶν τούτων· 10) Ὁ πολιτικὸς σύλλογος Πατρῶν τὸ «Κέντρον», ἐκφράζει συγχαρητήρια διὰ τὰς μέχρι τοῦδε ἐνεργείας Κυβερνήσεως· 11) Οἱ κάτοικοι Καλεσμένου, τοῦ δήμου Καρπενησίου, ζητοῦσι νὰ τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ ἀπόσταξις τῶν μούρων· 12) Ἡ ἀδελφότης τῶν τυπογράφων Ἀθηνῶν ζητεῖ λῆψιν μέτρων, διότι αἱ λινοτυπικαὶ μηχαναὶ στεροῦσιν αὐτοὺς ἐργασίας· 13) Οἱ πληρεξούσιοι τῆς κοινότητος Γεντίνης, αἰτοῦνται τὴν διανομὴν τοῦ λιβαδίου Γεντινοβοῦνι, τῆς ὁμόρου κοινότητος· 14) Διάφοροι πολῖται ἐξαιτοῦνται ἐπιψήφισιν νόμου κατὰ τῶν βλασφημούντων· 15) Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σκιαδαρέσης συνιστᾷ, δι’ ἀναφορᾶς ὅπως τεθῇ αὖθις εἰς χρῆσιν ἡ σιδηρᾶ πλωτὴ γέφυρα τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Λευκάδος–Βονίτσης· Ὁ δήμαρχος Ἀθηναίων καλεῖ δι’ ἐγγράφου αὐτοῦ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ὅπως παρευρεθῶσιν εἰς τὴν τέλεσιν ἐπιμνημοσύνου δεήσεως, ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τοῦ θανάτου τοῦ Ἕλληνος αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου κατὰ τὴν ἄμυναν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὴν ἐρχομένην Κυριακήν, ἐν τῷ ἱερῷ ναῷ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Κασίμης ἔχει τὸν λόγον.
§2Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἔλαβον τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου, τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας σκοπεῖται ἡ ἄμεσος κατάργησις τῆς δημοτικῆς διοικήσεως ἐπὶ τῶν δήμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θ’ ἀποτελέσωσι κοινότητας. Κατὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, ἡ ἐξουσία τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν παρατείνεται, μέχρις ἐγκαταστάσεως τῶν νέων ἀρχῶν, ἐπὶ τῶν δήμων ἐκείνων ἐν οἷς ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν δήμων ἐκείνων τῶν ὁποίων ἡ πρωτεύουσα ἔχει ἀριθμὸν κατοίκων πλέον τῶν 10.000. Ἐπὶ πάντων τῶν λοιπῶν δήμων παύει ἡ ἐξουσία τῆς δημοτικῆς διοικήσεως τὴν 1 Ὀκτωβρίου καὶ διατηρεῖται ἡ ἐξουσία μόνον εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον μέχρι τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν ψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, θὰ ὑποκαταστήσῃ τὴν δημοτικὴν διοίκησιν διὰ τῆς διοικήσεως, τὴν ὁποίαν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἔχει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑποβάλλων τὸ σχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ εἶπεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναμένει μετ’ ἀγωνίας τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου· ἐγὼ δύναμαι νὰ προσθέσω ὅτι οὐχὶ ἁπλῶς μετ’ ἀγωνίας, ἀλλὰ καὶ μετὰ συγκινήσεως ἀναμένει τοῦτο ὁ λαὸς καὶ μετὰ παλμῶν προσέτι, τοὺς ὁποίους προκαλεῖ εἰς ψυχὴν δούλων ἡ προσεγγίζουσα ἡμέρα τῆς ἐλευθερίας. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἡ μεταβολὴ τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ δὲν εἶναι ἁπλῶς μεταβολὴ δημοτικῆς διοικήσεως, δὲν εἶναι ἁπλῶς μεταβολὴ πολιτειακὴ ἢ κοινωνική, ἀλλ’ εἶναι μεταβολὴ θίγουσα αὐτὰς τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶναι ψεῦδος, Κύριοι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι ὁ λαὸς ἀπήλαυσεν ἐλευθερίας, μετὰ τὴν γιγαντομαχίαν τοῦ 1821. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπετίναξε τὸν ξένον κατακτητήν, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπεδίωξε τοὺς Δερβεναγάδες· ἀλλ’ εἶναι ἐκτὸς συζητήσεως ὅτι ἐδημιούργησε τὸν χειρίστης μορφῆς καὶ εἰδεχθεστάτης εἰκόνος κομματάρχην, τοῦ ὁποίου, μετὰ ἑβδομηκονταετῆ ἐλεύθερον βίον, μόλις ἤδη ἀπεφάσισε νὰ ἀπαλλαγῇ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Ὁ δημοτικὸς θεσμός, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐδημιούργησε τὸν κομματάρχην, δυνάστην ἀπαίσιον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, τὸν πιέζοντα καὶ ὑποδουλοῦντα τοὺς κάτω, ἀντλοῦντα δὲ ἐκεῖθεν δύναμιν ἵνα καταπιέσῃ κυρίως τοὺς ἄνω· καὶ ἀπέβη ἀληθῶς δυνάστης ἐπὶ μακρὸν χρόνον, διαχειριζόμενος τὰς ἐξουσίας ἐν τῇ Πολιτείᾳ, κατὰ τρόπον ἐντελῶς παράδοξον, κατὰ τρόπον ἀμφισβητήσαντα πράγματι, τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Ὑπῆρξε δυνάστης τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου ἐκανόνιζε τὴν θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, τοῦ ὁποίου ἐρρύθμιζε καὶ τὴν ψῆφον καὶ τὴν συνείδησιν· εἶχεν ἀπολέσει ὁ Βουλευτὴς τὴν ἐλευθερίαν, εἶχε προπωλήσει, τρόπον τινά, τὴν ἐλευθέραν αὐτοῦ συνείδησιν εἰς τὸν κομματάρχην, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἴδια, τὰ ἀτομικὰ καὶ τὰ πολιτικά, συμφέροντα ἐκείνου. Καὶ ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει πεποίθησις ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ θὰ ἐξαφανισθῇ τὸ ἄγος αὐτὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, καὶ θὰ ἐξαφανισθῇ μία ἑστία τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, τοιαύτην ἐξακοντίζουσα πανταχοῦ δυσωδίαν, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ ἀναμείνωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία δυστυχῶς βλέπω ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἐγγύς, ἀλλὰ κατά τινα τρόπον νὰ ἐπιταχύνωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεδίωξε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐπιταχύνωμεν τὴν μεταβολὴν τῆς δημοτικῆς διοικήσεως, μὲ τὴν συνείδησιν ὅτι ἐπιταχύνοντες τοῦτο, ἐπιταχύνομεν τὴν οἰκονομικήν, τὴν κοινωνικὴν καὶ τὴν πολιτειακὴν πρόοδον καὶ μεταβολὴν τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἑρμηνεύων, ὁποίαν ἐπίδρασιν ἔσχεν ὁ δημοτικὸς θεσμὸς ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς μορφῆς.
§3Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων, δύνασθε νὰ τὰ εἴπητε αὐτά.
§4Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἀκριβῶς, ἡ μεταβολὴ τὴν ὁποίαν προτείνω, τοῦτο σκοπεῖ, νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τροπολογίαν, δι’ ἧς ζητοῦμεν τὴν ἄμεσον κατάργησιν τῶν δήμων. Ὄχι τότε, ἀλλὰ τώρα. Πῶς ἄλλως τε θὰ ὑποστηριχθῇ ἡ τροπολογία παρὰ οὕτως; Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις, Κύριοι, περὶ τῆς οἰκονομικῆς μορφῆς, καὶ τῶν οἰκονομικῶν ζημιῶν τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ὁ δημοτικὸς θεσμός; Ἀγνοεῖ τάχα ἡ Βουλὴ ὅτι ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ, χρησιμοποιοῦνται διὰ νὰ σιτίζωνται οἱ δημοτικοὶ ἄεργοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται εἰς τὸ Κράτος περίπου εἰς 10,000 παντοιοτρόπως βλάπτοντες τὴν κοινωνίαν, παντοιοτρόπως βλάπτοντες καὶ ζημιοῦντες τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τοῦ τόπου; Ἀλλὰ δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἀσχοληθῇ τις περισσότερον ἐπὶ τούτῳ, Κύριοι, διὰ νὰ ἐξεικονίσῃ κατάστασιν, τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι πάντες ὑμεῖς γιγνώσκετε ἄριστα. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων, Κύριοι, ὁρμώμενος ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ τὴν ἄμεσον κατάλυσιν τοῦ δημοτικοῦ καθεστῶτος. Γινώσκω ὅτι τοιαῦτα μέτρα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέρχωνται ἐκ τῆς πρωτοβουλίας Βουλευτῶν· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω, καὶ ὀφείλομεν πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι τὸ μέτρον δὲν προέρχεται ἐκ τῆς πρωτοβουλίας ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς πρωτοβουλίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τὸ δημοτικὸν νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ, ἐκεῖθεν δὲ ἠντλήσαμεν ἡμεῖς καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὰς λεπτομερείας τῶν τροπολογιῶν, διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνον ἐπιδιώκομεν τὴν συντομωτέραν ἐπιψήφισίν τινων ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι Βουλευταί, ἀμέσως νὰ σώσωμεν περὶ τὰ 2,000,000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως θὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὸν Καιάδαν τῆς δημοτικῆς ἀβύσσου, ἐὰν ἐπὶ ἓν ἔτος ἀκόμη, ὡς εἶναι πολὺ πιθανόν, διατηρηθῇ τὸ ὑπάρχον σύστημα. Ὑπολογίζω τοὺς δήμους, τῶν ὁποίων ἡ δημοτικὴ διοίκησις θὰ καταργηθῇ εἰς 425· ἐὰν ὑπολογίσητε ὅτι διὰ τὴν διοίκησιν ἑκάστου δήμου, διὰ τὸν σιτισμὸν τοὐτέστι τῶν δημοτικῶν ἀέργων, δαπανῶμεν κατὰ μέσον ὅρον καὶ καθ’ ἕκαστον δῆμον 5.000 δραχμῶν, θὰ ἔχητε ἓν ποσὸν 2,000,000 δραχ. τὸ ὁποῖον προσεχῶς μέλλει νὰ δαπανηθῇ πρὸς οὐδένα ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ παρατείνῃ καθεστώς, περὶ τῆς ἐλεεινότητος τοῦ ὁποίου δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διάφορος γνώμη. Ἀλλ’ ὑποβάλλων, Κύριοι, τὴν τροπολογίαν περὶ ἀμέσου ἀντικαταστάσεως τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποδείξω καὶ τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀμέσως θὰ καταργηθῇ ἡ διοίκησις ἐκείνη, ἐν τοῖς ἑπομένοις δὲ ἐδαφίοις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου λαμβάνεται πρόνοια οὐχὶ ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἀλλὰ πρόνοια, τῆς ὁποίας τὰς βάσεις ἀνεῦρον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἐκεῖθεν μετέφερον καὶ συνηρμολόγησα τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Κατὰ τὰς τροπολογίας ἐκείνας, ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τοῦ δήμου οἵα ὑπάρχει ἐν τῷ ἐγκεκριμένῳ προϋπολογισμῷ τοῦ 1911, θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ διὰ τὸ 1912, τροπολογίας οὐχὶ ξένας πρὸς τὸν νόμον, διότι, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν δι’ οἱονδήποτε λόγον δὲν κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ ὁ δημοτικὸς προϋπολογισμός, ὁ ὑφιστάμενος ἐξακολουθεῖ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀκόμη. Ἐκεῖνο ἄρα, τὸ ὁποῖον κατὰ μέρος γίνεται ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, ἤδη ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τῆς τροπολογίας ὡς γενικὸν μέτρον, ἀπαλλάσσον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δήμου ἐκ τῆς γραφικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτήσῃ ἐξάπαντος δαπάνας, καὶ ὁ σκοπὸς ἡμῶν ἦτο ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν δημοτικὴν διοίκησιν διὰ τὸ 1912 τοιούτων δαπανῶν. Ἄλλαι διατάξεις, ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μεταφερόμεναι καὶ συναρμολογούμεναι, ἐξασφαλίζουσι, διὰ τῶν δημοσίων εἰσπρακτόρων, τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν ἐσόδων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὐ μόνον νὰ εἶναι πλήρης, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξασφαλίζηται εἰλικρινής, ἔντιμος, ὁποία ἀμφιβάλλω ἐὰν ὑπῆρξέ ποτε εἰς τὸ παρελθόν. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, τὰς δημοτικὰς ὑπηρεσίας θέλει ἐκτελέσει ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, οὐχὶ ὁ ὑπάρχων παρ’ αὐτὸ τὸ ὑφιστάμενον συμβούλιον, ὅπερ ἐκ τοῦ νόμου κέκληται νὰ ἐκλέξῃ κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ μηνὸς Σεπτεμβρίου. Λαμβάνεται πρόνοια τοιαύτη, ὥστε ὁ δῆμος νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένος τῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως καὶ τῶν δημοτικῶν αὑτοῦ πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογῆται δαπάνη πλέον τῶν πεντακοσίων δραχμῶν κατ’ ἔτος δι’ ἕκαστον δῆμον, καὶ αὕτη, ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε κριθῆ ἀναγκαία ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τῆς διοικήσεως. Ἐλπίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅταν διανεμηθῶσιν αἱ τροπολογίαι, καὶ ἔχητε ταύτας ὑπ’ ὄψει, θέλετε πεισθῆ ἀναγινώσκοντες ταύτας, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ὑπηρεσία, ἡ ὁποία νὰ μὴ δύνηται νὰ διεκπεραιωθῇ διὰ τῶν ὑποδεικνυομένων μέτρων ταχέως, ἐντίμως, ἀσφαλῶς καὶ πληρέστερον παρ’ ὅσον ἠδύνατο νὰ διεκπεραιωθῇ διὰ τοῦ ὑπάρχοντος δημοτικοῦ καθεστῶτος. Ἐὰν δέ, ἐν τῇ διατυπώσει, ἠστοχήσαμεν καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπεδέχετο κατά τινα τρόπον τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τῶν ὑποβαλλομένων τροπολογιῶν, θὰ παρεκάλουν καὶ θὰ ἐθεώρουν εὔλογον νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐπεξεργαζομένη τὰς τροπολογίας, μέχρι τῆς Τρίτης, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα αὑτῆς ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι αἱ τροπολογίαι πληροῦσιν ἁπάσας τὰς ἀπαιτήσεις, καὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν καὶ τῶν δημοτικῶν διοικήσεων, καὶ ἐν γένει τῶν διοικήσεων, ἀφοῦ πολλαὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν εἶναι ἀνατεθειμέναι εἰς τὸν δήμαρχον, τότε ἡ Βουλὴ σαφέστερον θὰ κρίνῃ τὴν σκοπιμότητα τῶν ὑποβαλλομένων τροπολογιῶν καὶ θ’ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν. Ἔσπευσα, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω τὰς τροπολογίας ταύτας, κατεχόμενος ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ ἴδω μίαν ὥραν πρότερον καταλυομένην τὴν δημοτικὴν τυραννίαν, νομίζω δ’ ὅτι εἰς τοῦτο διερμηνεύω τὸν πόθον ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι πρόκειται περὶ ἄλλου τινὸς νομοσχεδίου καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μετενεχθέντος ἐν τροπολογίᾳ ὑποβληθείσῃ παρ’ αὐτοῦ, ἐάν, λέγω, εἴτε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, εἴτε αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, τύχωσι τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Βουλῆς, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐχαιρέτιζε τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς μετὰ τοῦ αὐτοῦ ἐνθουσιασμοῦ μετὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἐλευθερία ἐχαιρέτισε τὸ Ναυαρῖνον. Τὸ κόμμα δὲ τῶν φιλελευθέρων θὰ ἐδικαιοῦτο, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ὄχι μόνον νὰ ὀνομάζηται κόμμα φιλελευθέρων, ἀλλὰ κόμμα ἐλευθεριῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαϊοήλιδος κ. Π. Πολυχρονιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναβολῆς ἐνεργείας ἐκλογῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν». Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Ὁ κ. Θ. Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§6Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κύριοι Βουλευταί, ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος βουλευτὴς κ. Γόντικας, ἐπέστησε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀνάγκης, ὅπως κατὰ τὸ μεταβατικὸν στάδιον, τὸ ὁποῖον θὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τοῦ νῦν δημοτικοῦ καθεστῶτος καὶ τοῦ νέου καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργήσῃ ὁ ψιφισθησόμενος δημοτικὸς νόμος, ληφθῶσιν αἱ προσήκουσαι μέριμναι ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, ἵνα ἡ δημοτικὴ διοίκησις διεξαχθῇ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῶν ἐγγυήσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνόμισεν, ὅτι ἐφεξῆς πρέπει νὰ τηρῶνται, προκειμένου περὶ σπουδαίων συμβάσεων, τὰς ὁποίας συνάπτουσιν οἱ δῆμοι. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς προσδιώρισε σημεῖά τινά, ἀναγόμενα εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῶν ἀφορώντων τὰς εἰσπράξεις καὶ τὰς πληρωμὰς τῶν δήμων. Ἐγώ, συμπληρῶν τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ συστήματος ὅλου διατάξεων, τὰς ὁποίας καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετὰ ταῦτα θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, συστήματος διατάξεων διὰ τῶν ὁποίων λαμβάνεται πρόνοια, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δάνεια καὶ τὰς ἄλλας συμβάσεις μακρᾶς διαρκείας, τὰς ὁποίας δύναται ὁ δήμαρχος σήμερον νὰ συνομολογήσῃ ἄνευ τῶν περιορισμῶν ἐκείνων, διὰ τοὺς ὁποίους ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκαυχήθη, καὶ τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν εὑρίσκω αὐστηρούς. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀφήσωμεν τοὺς δήμους, διοικουμένους ἐπὶ ἓν ἔτος, ἄνευ τῶν ἐγγυήσεων, καὶ τοὺς δημάρχους κληροδοτοῦντας εἰς τοὺς διαδόχους των νέα βάρη, τὰ ὁποῖα δὲν συνωμολογήθησαν ὑπὸ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν δημοτικῶν ὑπηρεσιῶν; Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἔχει σημασίαν διὰ τοὺς μεγάλους δήμους καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ σπεύσῃ, κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, νὰ ὑποβάλῃ τὴν προσήκουσαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας τὸ σύστημα αὐτὸ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας θέλει εἰσαγάγει εἰς τὸ μέλλον, ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦδε κατὰ τὸ μεταβατικὸν τοῦτο στάδιον, δεδομένου ὅτι οὐδεμία δυσχέρεια ὑπάρχει πρὸς τοῦτο ἐκ τοῦ σημερινοῦ καθεστῶτος. Πρόκειται περὶ νέων ἀπαγορευτικῶν διατάξεων ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προσαρμοσθῶσι καὶ πρὸς τὸ ὑπάρχον σύστημα διαχειρίσεως.
§7ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Φαίνεται, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου κ. Κασίμη δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὁ λόγος τῆς σπουδῆς πρὸς ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι, ἐὰν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. συνάδελφος δὲν θὰ ἠξίου, ὅπως σὺν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ, ψηφισθῇ καὶ μέρος διατάξεων τοῦ ὑποβεβλημένου νομοσχεδίου περὶ μεταβολῆς τοῦ νόμου περὶ διοικήσεως καὶ συστάσεως τῶν δήμων, διὰ τῶν ὁποίων διατάξεων ἐξασφαλίζεται αὐστηρότερον ἡ διαχείρισις ἐν γένει τῶν δημοτικῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος δὲν περιωρίσθη κἂν εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν διατάξεων ἀναγομένων εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοτικῶν πραγμάτων, ὑπαρχουσῶν δὲ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐζήτησε πρὸς τούτῳ καὶ τὴν ἀπὸ τοῦδε, δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ συζητουμένου, κατάλυσιν τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημάρχου. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἀπὸ τῆς σήμερον τὸ ζήτημα τῆς καταλύσεως τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημάρχου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κατ’ ἀνάγκην, θὰ διεξαγάγωμεν τὴν ὅλην συζήτησιν ἐπὶ τόσον χρόνον, ὅσον θὰ ἀπαιτήσῃ τὸ ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι πάσῃ δυνάμει καὶ πάσῃ θυσίᾳ, ἐὰν ἔχωμεν καὶ τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, θὰ προσπαθήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅπως ψηφισθῇ πρὶν ἢ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον.
§9ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἀδύνατον, ὡς λέγει ὁ κ. συνάδελφος, ἐγὼ δὲν τὸ θεωρῶ ἀδύνατον· ἐὰν ἤθελε θεωρηθῇ ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῶν σπουδαιοτέρων διατάξεων, ὡς εἶναι ἡ διάταξις περὶ καταλύσεως τοῦ ἀξιώματος τοῦ δημάρχου καὶ ἄλλαι παρόμοιαι; Οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, ὁ κ. Γόντικας ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτής, ὁ καὶ πρῶτος ζητήσας τὴν ὑποβολὴν τροπολογίας, ἀναγομένης εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῶν εἰσπρακτόρων τῶν δήμων, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κ. Θ. Πετμεζᾶς, περιωρίσθησαν νὰ ζητήσωσιν, ὁ μὲν πρῶτος εἰδικώτερον, τὰ τῆς ἀναθέσεως τῶν εἰσπράξεων ἐν γένει εἰς τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας, ὁ δὲ πρὸ μικροῦ κατελθὼν ἔντιμος συνάδελφος κ. Θ. Πετμεζᾶς, ὅπως καὶ εὐρύτερον ἀκόμη περιληφθῶσι καὶ αἱ διατάξεις αἱ διὰ τὴν συνομολόγησιν συμβάσεών τινων καὶ δανείων. Πρὸς τὸν κ. Θ. Πετμεζᾶν ἤθελον παρατηρήσει ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀπόφασιν νὰ ψηφίσῃ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑποβεβλημένον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, τὸ μεταβάλλον τὰ τῆς διοικήσεως τῶν δημοτικῶν πραγμάτων, ἐννοεῖται ὅτι οὐδεμία δυσκολία ὑπάρχει· τοὐναντίον μάλιστα καὶ ἡμεῖς σκεπτόμεθα διὰ μιᾶς εἰδικῆς διατάξεως νὰ θέσωμεν εἰς ἐνέργειαν τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ νομοσχεδίου, περὶ συνομολογήσεως δανείων καὶ συμβάσεων, ἅμα τῇ ψηφίσει αὐτοῦ ὡς πρὸς ἐκείνους τοὺς δήμους, οἵτινες δὲν θὰ ὑποστῶσι μεταβολὴν ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε καὶ κατὰ τὸ ὑπόλοιπον χρονικὸν διάστημα, ἕως οὗ συντελεσθῇ ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία διὰ τὴν σύστασιν τῶν νέων δήμων, νὰ ἰσχύσωσιν αἱ τοιαῦται διατάξεις τοῦ νέου νόμου. Ἑπομένως δὲν βλέπω ποῖον θὰ ἦτο τὸ κέρδος, ἐὰν ἀπὸ σήμερον εἰσαγάγωμεν τὰς διατάξεις ταύτας, διότι καὶ ἐγώ, εἰς τὴν σκοπιμότητα ἀποβλέπων, θέλω ὅσον τάχιστα νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἡμεῖς δὲ φρονοῦμεν ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ, θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, πλὴν ἐὰν δὲν ἤθελε περατώσει τὸ ἔργον αὐτῆς ἡ ἐπεξεργαζομένη τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπή. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὡς πρὸς μὲν τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Κασίμη, θὰ προσέθετον πλέον τῶν ὅσων εἶπε ὅτι τὸ δημοτικὸν καθεστὼς συνδέεται πρὸς τὸν ὅλον διοικητικὸν ὀργανισμὸν τῆς Πολιτείας· ἀλλ’ αὐτὸ τὸ καθεστὼς τὸ δημοτικόν, αὐταὶ αἱ ὑφιστάμεναι τοπικαὶ ἀρχαὶ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀναλαμβάνουσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου πολλὰς ἐργασίας προπαρασκευαστικὰς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν νέων δήμων. Ἐκτὸς δὲ τοῦ χρόνου τὸν ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ, ἡ κεχωρισμένως ἀπὸ τοῦδε ψήφισις τῶν διατάξεων ἃς ζητεῖ ὁ κ. Βουλευτής, χρόνου, οὐχὶ κατὰ πολὺ μεγαλειτέρου ἐκείνου τὸν ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ τοῦ ὅλου νομοσχεδίου ἡ ψήφισις, ἴσως δὲν θὰ ἦτο καὶ ἐντελῶς σκόπιμον, πρὶν ἢ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐν τῷ συνόλῳ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάλυσιν τοῦ δημαρχιακοῦ ἀξιώματος, ὡς συνιστᾷ ὁ κ. Κασίμης. Ὡς πρὸς δὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Πετμεζᾶ, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ψηφίσῃ ἀπὸ τοῦδε, ἂν θέλῃ, χωρὶς νὰ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν τὰς διατάξεις ἃς ζητεῖ, διότι ἄλλως θὰ ἀνεβάλλετο ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Γόντικα, καὶ ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, πρὶν ἢ ὑποβάλλῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν, ἐσκέφθη ὅτι φρόνιμον εἶναι, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ ὑπὸ τοῦ συμφέροντος τῶν δήμων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς στοιχειωδεστέρας προνοίας, νὰ μὴ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ διαχείρισις τῶν δημοτικῶν πραγμάτων εἰς ἀρχὰς αἵτινες καταλύονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ λόγος ὅμως, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐτέθη εἰδικὴ τοιαύτη ἀπὸ τοῦδε διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, εἶναι ὁ ἑξῆς. Εἶπον μάλιστα κατ’ ἰδίαν προχθὲς πρὸς τὸν κ. Γόντικαν, ὅτι ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μεταρρυθμίζονται τὰ ἀναγόμενα εἰς τοὺς ἐπαρχιακοὺς ταμίας καὶ δημοσίους εἰσπράκτορας ἐν γένει, κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα καὶ ἐξασφαλίζοντα καὶ τὴν παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου ἐπιζητουμένην ἀνάθεσιν εἰς αὐτοὺς, καὶ τὰ τῆς χρηματικῆς διαχειρίσεως τῶν δήμων. Ἐθεωρήθη δὲ ὅτι προσῆκον ἦτο, ἐπειδὴ ἐθεωρήθη ἡ ὑφισταμένη ὑπηρεσία ἀνεπαρκὴς ὅπως ἀναλάβῃ καὶ τὸ πρόσθετον βάρος τῆς διεξαγωγῆς τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῶν δήμων, θὰ καταστῇ δὲ ἐπαρκὴς διὰ τοῦ νέου νομοθετήματος, ἐθεωρήθη ὅτι προσῆκον ἦτο, ὅπως ἡ ἀπόφασις, περὶ καταργήσεως τῶν εἰσπρακτόρων τῶν δημοτικῶν καὶ ἡ ἀνάθεσις τῆς εἰσπράξεως ἐν γένει τῶν δημοτικῶν ἐσόδων εἰς τοὺς δημοσίους εἰσπράκτορας, γίνῃ μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἢ μᾶλλον μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Παρὰ πᾶσαν ἐν τούτοις τὴν τοιαύτην σκέψιν, ἐθεωρήθη ὀρθὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐὰν μέχρι τῆς τρίτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἴδωμεν ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ χρόνου, τοῦ μέχρι τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ μεταβληθῇ εἰς νόμον τὸ νομοσχέδιον τοῦ συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐθεωρήθη, λέγω, ὅτι δέον νὰ εἰσαχθῇ διάταξις ἐν τῷ σχεδίῳ τούτῳ τοῦ νόμου, κανονίζουσα ὁπωσδήποτε τὰ πράγματα κατὰ τὸ ἴδιον πνεῦμα. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, πρὸ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως καὶ ὄχι κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, θὰ δηλωθῇ παρ’ ἡμῶν ἡ περὶ τούτου ὁριστικὴ ἀπόφασις. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομίζω, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα, δεδομένου ὅτι ἰδίως ἐπείγει ἡ πρόνοια—ἡ περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν περιουσιῶν τῶν δημοτικῶν καὶ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐσόδων—καὶ ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν μέτρα χωρὶς νὰ προκαλέσωμεν γενικὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ προκαλέσωσι τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Κασίμη—νομίζω ὅτι κατόπιν αὐτῶν, ὀρθὸν εἶναι νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, πλήν, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄλλαι παρατηρήσεις ἐπὶ ἄλλων διατάξεων. Διότι, ὡς εἶπον, αἱ προθεσμίαι βαδίζουσι πρὸς τὴν λῆξιν αὐτῶν, εἶμαι δὲ ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλω τὸ Β. Διάταγμα τῶν ἐκλογῶν, καὶ εἶναι ζήτημα ἂν θὰ προλάβῃ, ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος.
§10Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Καλὸν εἶναι ἀπὸ τοῦδε νὰ λάβητε πρόνοιαν, ὥστε δι’ ἐγκυκλίου νὰ συστήσητε εἰς τοὺς νομάρχας νὰ ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις τῶν δημοτικῶν ἐσόδων.
§11Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεγνώρισε κατ’ ἀρχὴν τὸ σκόπιμον τῶν συστάσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα πρὸ ὀλίγου. Ἀνεγνώρισεν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις ἐκεῖναι καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ μεταβατικὸν στάδιον, τὸ μεταξὺ τῶν ὑπαρχουσῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ τῶν νέων, τὰς ὁποίας θὰ ἐγκαθιδρύσῃ τὸ νέον σύστημα. Θέλων ὅμως νὰ ἀποκρούσῃ τὴν σκοπιμότητα τῆς προτάσεώς μου, ἔλαβεν ὡς δεδομένον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν λαμβάνω ὡς δεδομένον· ἔλαβεν ὡς δεδομένον ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ παροῦσα Βουλή, κατὰ τὸ μέχρι Ἰουλίου χρονικὸν διάστημα τῶν ἐργασιῶν της, θὰ δυνηθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸν νέον δημοτικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἶχε τὴν ἀξιέπαινον πρωτοβουλίαν νά εἰσηγηθῇ ὁ ἔντιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ λαμβάνω ὡς μὴ ἀναμφισβητήτως δεδομένον τοῦτο καὶ ἐκ τῆς ἀμφιβολίας ταύτης ὁρμῶμαι. Ἡ ἀμφιβολία ἄλλως τε αὕτη δὲν εἶναι τόσον ἀβάσιμος, διότι νομοσχέδιον τόσον ῥιζικόν, δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ τόσον μεγάλην συζήτησιν, μέλλον νὰ ὑποστῇ ἐπεξεργασίαν ἐν ἐπιτροπῇ, ἡ ὁποία δὲν τὸ ἐμελέτησε ἀκόμη, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κατορθωθῇ νὰ ψηφισθῇ. Λαμβάνω λοιπὸν ὡς δεδομένον ὅτι τὸ περὶ δήμων νομοσχέδιον δὲν θὰ ψηφισθῇ καὶ ἐρωτῶ: Κατὰ τί θὰ βλάψῃ ἡ προσωρινὴ ἀπὸ τοῦδε εἰσαγωγὴ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μελέτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§12ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι θὰ βλάψῃ. Ἐγὼ ἔφερον τὴν ἑξῆς ἀντίρρησιν, ὅτι: ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ κ. Κασίμη θὰ προκαλέσῃ συζήτησιν ἐπὶ τῶν βάσεων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ περὶ δήμων νομοσχεδίου, ἡ ὑμετέρα πρότασις θὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν μέρος κυριώτατον τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο δὲ λέγω ὅτι μέρος τοιοῦτον, ἀποτελούμενον ἐκ τόσων ἄρθρων, θὰ προκαλέσῃ ἐκτεταμένην συζήτησιν. Θὰ ἔλεγον ὅτι συναινῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀπὸ τοῦδε ψήφισιν τῶν ἐν λόγῳ διατάξεων, ἐὰν ἡ Βουλὴ στέργῃ· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, διότι οὐδεὶς τῶν κυρίων συναδέλφων εἶναι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσῃ ὅτι στέργει, ἡ Βουλή, καὶ εἷς δὲ μόνον ἐὰν εἴπῃ ὅτι δὲν στέργει τὴν ἀσυζητητὶ ψήφισιν, δὲν γνωρίζω τί θὰ γίνῃ ἐὰν γενικεύσῃ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτο βεβαία, καὶ ὑμεῖς εἶσθε βέβαιος ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο τοῦ νομοσχεδίου φερόμενον εἰς συζήτησιν θὰ ψηφισθῇ χωρὶς νὰ καταναλώσῃ πολὺν χρόνον ὥστε νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡμεῖς οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχομεν νὰ ἴδωμεν ψηφιζομένας καὶ τὰς διατάξεις αὐτάς.
§13Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρόκειται περὶ μέτρου προληπτικοῦ, θὰ δεχθῇ ἀπὸ τοῦδε μετὰ μικροτέρας συζητήσεως τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠθελήσατε νὰ εἰσηγηθῆτε, διότι τὸ σύστημα αὐτὸ παρουσιάζει ἀπέναντι τοῦ σημερινοῦ μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις διὰ τὴν μέλλουσαν διαχείρισιν τῶν δημάρχων. Διὰ νὰ διευκολύνω δέ, κατὰ τοῦτο, τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ὑποβάλω σχετικὴν τροπολογίαν.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἐζήτησε τὸν λόγον.
§15ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μίαν λέξιν ἤθελον νὰ προσθέσω ὅτι ἴσως διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῶν ζητημάτων τούτων θὰ ἦτο καλὸν νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ἀφοῦ ψηφισθῇ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀναβληθῇ ἐπί τινας ἡμέρας ἡ τρίτη ἀνάγνωσις, ὥστε νὰ προετοιμασθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ὡριμάσῃ περισσότερον καὶ τότε νὰ κληθῶμεν εἰς τρίτην συζήτησιν.
§16ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εὐχαριστῶ τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτὴν διὰ τὴν παρατήρησίν του. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον ὅτι ὄχι κατὰ τὴν συζήτησιν εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς τρίτης ἀναγνώσεως, ἢ θὰ δηλώσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τυχὸν ὑποβληθῇ τὸ περὶ δημοσίων εἰσπρακτόρων νομοσχέδιον τοῦ συναδέλφου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν περιοριζομένην εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Γόντικας. Ὡς δὲ ἐδήλωσα πρὸ ὀλίγου, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ ἀπὸ τοῦδε τὸ σχετικὸν μέρος τοῦ περὶ Δήμων νομοσχεδίου, ἐγὼ βεβαίως οὐ μόνον ἀντίρρησιν δὲν θὰ ἔχω, ἀλλὰ θὰ ὀφείλω καὶ εὐγνωμοσύνην εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι μέρος σημαντικώτατον τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τοῦδε. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι, ἀφοῦ ὑποβληθῶσιν αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Πετμεζᾶ, θὰ δοθῇ χρόνος καὶ αὔριον καὶ τὴν Δευτέραν νὰ μελετηθῶσιν αὗται. Ἐγὼ δέχομαι ὅπως αἱ τροπολογίαι ἐκεῖναι τεθῶσιν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν συνεδρίασιν τῆς Τρίτης πρὸς συζήτησιν, καὶ μόνον ἐὰν ἤθελεν ἀπειληθῇ παράτασις τῆς συζητήσεως, ἐπειδὴ εἶναι ἐπεῖγον τὸ μέτρον τῆς ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὡς καὶ πάλιν θ’ ἀναγνωρίσῃ ὁ σεβαστὸς κ. Βουλευτής, τότε μόνον θὰ δηλώσω ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν ἀπὸ τοῦδε ψήφισιν τῶν περὶ ὧν ἡ συζήτησις διατάξεων. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΒΡΞΘʹ τοῦ 1893 περὶ καταδιώξεως ἀρουραίων καὶ ἀκρίδων».
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν κατόπιν τῶν παρατηρήσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ κ. Γόντικα καὶ ἄλλων συναδέλφων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἐξουσιοδοτεῖ τὸν Πρόεδρον νὰ καταρτίσῃ ἐπιτροπὴν παραχρῆμα;
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φουρίδης.
§22Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί. Πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ὑπογεγραμμένον ὑπὸ 25 καὶ πλέον Βουλευτῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητεῖτο ὅπως χαρισθῇ εἰς τοὺς καταδικασθέντας μέχρι τοῦδε, τὸ ¼ τῆς ποινῆς των, εἰς δὲ τοὺς καταδικασθέντας εἰς ἰσόβια δεσμά, ἐὰν ἔχωσιν ἐκτίσει πλέον τῶν 20 ἐτῶν, νὰ ἐξέρχωνται ὑπό τινας προϋποθέσεις. Ἐπειδὴ δὲ ἴσως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θεωρηθῇ ἀντισυνταγματικόν, καὶ νομίζω ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τῶν ψηφισμάτων παύει ἡ ἀναθεωρητικὴ ἡμῶν ἐξουσία, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ προταχθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ τοῦτο, πρὶν ἢ λήξῃ ἡ ἀναθεωρητικὴ δύναμις ἡμῶν. Νομίζω δ’ ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι ἔργον δικαιοσύνης, θὰ ἀποφύγωμεν δὲ καὶ τὴν ὑποβολὴν ψηφίσματος σχετικοῦ, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἄλλως, θὰ ὑποβάλωμεν οἱ ὑπογράψαντες Βουλευταί, καὶ ψήφισμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ καταναλωθῇ ὁ αὐτὸς χρόνος.
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεμίαν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι δυνατὸν νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ δεχθῇ.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλως τε ἡ πρότασις δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ δέκα Βουλευτῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ τεθῇ οὐδὲ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§25Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Οὔτε κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς δευτέρας ἀναγνώσεως καὶ ψηφίσεως τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων;
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠκούσατε τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρέπει νὰ τελειώσωμεν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρχίζομεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ὑποβεβλημένων σχεδίων καὶ ψηφισμάτων. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ πρώτου σχεδίου ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν. Ὁ λόγος θέλει δοθῇ κατ’ ἄρθρον, καθ’ ὅσον αἱ διατάξεις τοῦ ψηφίσματος περιέχουσιν ὕλην ἡ ὁποία δὲν σχετίζεται.
§29ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῷ συνόλῳ δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι διατάξεις ἀσύνδετοι, αἱ ὁποῖαι δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἴδια ψηφίσματα ἑκάστη. Ἐὰν δώσωμεν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ παρετείνετο ἡ συζήτησις.
§31Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἐλάμβανον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, θὰ κατεδείκνυον καὶ τροπολογίας ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ παραταθῇ ἡ συζήτησις· μᾶλλον θὰ περιορισθῇ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φοβοῦμαι τοῦτο, μήπως ἡ συζήτησις δὲν ῥυθμισθῇ κανονικῶς, διότι ὑπάρχουσι δεδηλωμένοι Βουλευταί, ὅπως ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου, ἄλλοι ἐπὶ τοῦ τρίτου καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς συγχωνευθοῦν αἱ τροπολογίαι σας καὶ ἐφ’ ἑκάστης θὰ διεξαχθῇ καλλίτερον ἡ συζήτησις.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἔχει ζητήσει τὸν λόγον ὁ κ. Μιχαλακόπουλος.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἐπὶ τοῦ πρώτου, ἐπὶ τοῦ τρίτου.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§37Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, νὰ διεξαγάγωμεν συζήτησιν, καὶ νὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασιν, μίαν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Λαμβάνων τὴν τιμήν, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ποίαν ἔχω γνώμην ἐπὶ τῆς πρώτης διατάξεως τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ψηφίσματος, αἰσθάνομαι πρὸ τούτου τὴν ἀνάγκην, νὰ ἀνατρέξω ἐπ’ ὀλίγον καὶ διὰ βραχέων εἰς τὸ προηγούμενον διάστημα τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ἐλπίζω, ὅτι δὲν θὰ ἀρνηθῇ τις, ὅτι, ἐργαζόμενος μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς συνελεύσεως, συνετέλεσα ὅπως τεθῇ ἡ περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος προσθήκη εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· ἐν τῷ αὐτῷ μέτρῳ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων, συνετέλεσα νὰ τεθῇ ἡ προσθήκη εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἥτις ἀπετέλεσε τὸ ἄρθρον 107, περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς μεταφράσεως τῶν Ἁγίων Γραφῶν, καὶ ἐπ’ ἐσχάτων, ἐγενόμην ὁ κύριος παραίτιος νὰ γένηται ἡ συμπλήρωσις ἐκείνη, ἥτις ἦρε πολλὰς παρεξηγήσεις καὶ ὑπονοίας παρ’ ἡμῖν. Συνειργάσθην ἐπίσης μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως, προκειμένου νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος, ὡσαύτως δὲ προκειμένου νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον 14. Ἔσχον τὴν τιμήν, μετὰ διπλῆν ἀπόρριψιν ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, παρὰ τὴν διατυπουμένην πρότασιν τῶν ἕξ βουλευτῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν κυβέρνησιν, νὰ γένηται δεκτὴ ὁλοκλήρως ἡ πρότασις ἐμοῦ, ἡ ἀφορῶσα τὴν νέαν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου περὶ ἐκπαιδεύσεως, καθ’ ὃ δὲν ἀποκλείονται τὰ τέκνα τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, ὁπωσδήποτε, τῆς μέσης καὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως. Ἔσχον τὴν τιμήν, νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Συνέλευσις τὴν πρότασίν μου, καὶ ἐδέχθην τότε συγχαρητήρια μετὰ πολλῶν χειροκροτημάτων, διότι ἀπερρίφθη ὁ θεσμὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, καθὼς καὶ ὁ τοῦ τῶν ὑφυπουργῶν. Οὐδεμία λέξις ὑπερβολικῆς ἀντιπολιτεύσεως ἠκούσθη ἐξ ἐμοῦ, ἐνῷ τοὐναντίον ἔπραξαν ἄλλοι ἀντιπολιτευόμενοι, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον 53ον, τὸ ἀφορῶν τὰς ἀποδημίας τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως. Κατὰ τὸ μέτρον ἐπίσης τῶν δυνάμεών μου συνετέλεσα νὰ διορθωθῇ τὸ ἄρθρον 56, τὸ ἀφορῶν τὴν ἀπαρτίαν. Ὅσον καὶ πᾶς ἄλλος εἰργάσθην, ὅπως γείνῃ δεκτόν, ὡς εἶχε διατυπωθῇ ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, τὸ ἄρθρον 57, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὸ μέλλον θὰ ψηφίζωνται καλλίτερον τὰ νομοσχέδια. Συνειργάσθην μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 70, συνετέλεσα ἐπίσης κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 71, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ μὲ χειροκροτήσῃ ἐπανειλημμένως ἡ Συνέλευσις, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸ 73 ἄρθρον, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸ μέλλον. Εἶχε ἐπίσης τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὴν καλωσύνην ἡ Συνέλευσις, μετὰ τῆς ὁποίας συνειργάσθην καὶ συνεψήφισα, μὴ καταδεχόμενος νὰ δημοκοπήσω, νὰ μὲ χειροκροτήσῃ, ὅτε συνεζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ 75 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἀποζημίωσιν τῶν βουλευτῶν. Μὲ ἐπεδοκίμασεν ἡ Συνέλευσις ὅτε διετύπωσα τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Συνειργάσθην μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς προκειμένου νὰ συζητήσωμεν τὰ ζητήματα περὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἐγένετο δεκτὴ ἡ ἔμμεσος πρότασίς μου, — ἣν ἐδέχθη νὰ ὑποβάλῃ κατὰ παράκλησίν μου ὁ κ. Πατσουρᾶκος — ἡ ἀφορῶσα τὴν σπουδαιοτέραν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ Συντάγματος. Συνεκράτησα πᾶσαν ἀντιπολιτευτικὴν ὁρμὴν καὶ ἐτάχθην πρὸς τὸ μέρος τοῦ συντηρητικοῦ στοιχείου τοῦ τόπου, ὅτε ἠλέγχετο ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰ τροχιοδρομικά, συνεψήφισα μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τὸ δικαστικὸν περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτάς, ἀπεκάλεσα νομοθετικὸν ἀριστούργημα τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ἀφορῶν μεταρρυθμίσεις ἄρθρων τῆς πολιτικῆς δικονομίας, τῶν ἄρθρων 201, 807 καὶ 808, ἐσχάτως δὲ ἀκόμη ἐτάχθην πρὸς τὸ μέρος ἐκείνων, οἵτινες καλῶς ἀντιλαμβάνονται τῶν παρ’ ἡμῖν γεννηθέντων ζητημάτων, καὶ μὲ ἐπεδοκίμασεν ἡ Συνέλευσις, κατὰ τὴν ἐπιείκειαν καὶ τὴν καλωσύνην τὴν ὁποίαν εἶχεν, ὅταν συνεζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν. Ἠδυνάμην ἀξιόλογα νὰ γεννήσω πράγματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα τῆς προνομιούχου ἑταιρείας, καθὼς καὶ εἰς ἄλλας περιστάσεις, ἀλλὰ πάντοτε ἀπέφυγον τοῦτο. Ἐπὶ πλέον δὲ δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι πάντοτε συνεζήτησα διὰ βραχέων, οὐδέποτε ἐξήντλησα τὴν ὑπομονὴν τῆς Βουλῆς καὶ οὐδέποτε ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀπαγγείλω λόγους κενοὺς καὶ μόνον κενούς, λόγους ἔχοντας σκοπὸν εἴτε νὰ πειράξωσιν εἴτε νὰ διερεθίσωσι τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε νὰ συγκρατήσωσιν ἁπλῶς ἀντιπολίτευσιν. Μετὰ τῆς εὐλαβείας τῆς ὁλοψύχου τὴν ὁποίαν ὤφειλον πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ἀνηρχόμην πάντοτε τὸ βῆμα παρεσκευασμένος καὶ ἐκ μελέτης καὶ ἐκ παρατηρήσεως, κατὰ τὸ μέτρον πάντοτε τῶν δυνάμεών μου, καὶ εἰσηρχόμην εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων, ἔχων πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὰ βοηθήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ συνετέλουν εἰς τὴν διαφώτισιν ἡμῶν. Εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω ταῦτα πάντα πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, διότι εἶναι ἀνάγκη τέλος πάντων εἰς ἐμέ, νὰ ἀποδείξω διὰ τῶν πραγμάτων, ὅτι ἤσκησα ἀληθῆ ἀντιπολίτευσιν, ἀντιπολίτευσιν οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὑπερβολικήν, οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἀσυνείδητον. Οὐδέποτε ἐξεμεταλλεύθην περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησαν πιστοὶ ὀπαδοὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ φίλοι αὐτῆς, ἵνα δημιουργήσω δυσχερείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ θὰ ἦτο περίεργον, θὰ ἦτο παράδοξον, θὰ ἦτο πρωτοφανές, ἄν, ταχθεὶς εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπολιτευομένου, εὑρισκόμην κατὰ πᾶσαν περίστασιν, κατὰ πᾶσαν συζήτησιν σύμφωνος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ θὰ ἦτο οὐχὶ ὑπερβολικὸν ἀλλὰ ἀξιοκατάκριτον, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ φιλελευθέρου πνεύματος, ἂν ἐπαρουσίαζε τις τὴν ἀξίωσιν ὅτι πρέπει νὰ ζυγίζω καὶ τὴν τελευταίαν μου λέξιν, μήπως ἐξεγείρω καὶ διερεθίσω τὴν νευρικότητα τῶν σήμερον κυβερνώντων. Τοιουτοτρόπως, ὡς ἀποδεικνύουν πλέον τὰ πράγματα, ἀντιπολιτευθέντες μέχρι σήμερον, ὑπὸ τῶν αὐτῶν προθέσεων ἐμπνεόμενοι, ὑπὸ τῆς αὐτῆς συναισθήσεως τοῦ μεγάλου ἡμῶν καθήκοντος κινούμενοι, παριστάμεθα ἐνώπιον ὑμῶν καὶ σήμερον συζητηταὶ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ψηφίσματος. Ἡ γνώμη ἡμῶν θὰ εἶναι γνώμη ἐκείνων, οἵτινες οὐδέποτε συνεβιβάσθησαν πρὸς τὸ κρατῆσαν μέχρι πρὸ μικροῦ πολιτικὸν σύστημα, οἵτινες οὐδέποτε καὶ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἐπωφελήθησαν ἢ ἐζήτησαν νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τοῦ συστήματος ἐκείνου, οἵτινες μέχρι σήμερον ὑπείκομεν εἰς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεως ἡμῶν καὶ μόνης, ἀποκαλοῦμεν δὲ ψεῦδος ἄτιμον καὶ συκοφαντίαν αἰσχρὰν πᾶσαν καὶ ὑπόνοιαν ἀκόμη, ὅτι οἱαδήποτε ὑπάρχει συνεργασία μεθ’ ἡμῶν οἱουδήποτε, ὅστις συνδέεται πρὸς τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο. Ἡ διάταξις περὶ ἧς πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, εἶναι αὕτη: «Ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς διὰ Β. Διατάγματος κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς θέλουσιν ἐνεργηθῆ αἱ ἐκλογαὶ πρὸς συγκρότησιν νέας Βουλῆς, ἥτις θέλει συγκληθῆ ἐντὸς 45 ἡμερῶν ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν».
§38ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ πρὸς ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, δὲν τὸ καθορίζομεν εἰς τὸ ψήφισμα κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ ὑπεδήλου ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεύει νὰ ἐμμείνῃ ἐν αὐτῷ. Ἠμπορεῖ καὶ νὰ περιορισθῇ τοῦτο.
§39ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν φρονεῖτε ὀρθότερον νὰ εἴπητε ἀπὸ τώρα ὅ,τι ἂν ἔχητε νὰ εἴπητε;
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περιορίζω τὸν χρόνον τῶν ἓξ μηνῶν εἰς τέσσαρας.
§41ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρῶτον ζήτημα, ὅπερ προβάλλει ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι τοῦτο: πότε θὰ ἐπέλθῃ ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς; Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα, πιθανώτατα δὲ εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον. Νομίζω, ὅτι οὐδένα ἐξ ὑμῶν λανθάνει, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρὸ μηνῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὥριζεν εἰς ἑξάμηνον, κατὰ πᾶσαν τοὐλάχιστον πιθανότητα, ὁλόκληρον τὸν βίον τῆς παρούσης Βουλῆς, τὸ δὲ ἑξάμηνον λήγει τὴν 8 τοῦ ἐπερχομένου μηνὸς Ἰουλίου. Τὸ διάστημα τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν θὰ ἀρχίσῃ λοιπὸν ἀπὸ τῆς ὀγδόης Ἰουλίου; Εἴπομεν τότε, εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις ἐν τῷ τότε Συντάγματι, ἐν τῷ Συντάγματι τοῦτ’ ἔστι τοῦ 1864, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁρίζεται ἡ χρονικὴ διάρκεια τῆς παρούσης Βουλῆς, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὔτε τότε, οὔτε ἀκολούθως ὑπεστήριξε τὸ ἐναντίον ἐκείνου, ὅπερ ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν. Ἀλλ’ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπολαμβάνει ὡς ὁριζόμενον τὸ χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ διαρκέσουν αἱ ἐργασίαι ἡμῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ποῖον θὰ εἶναι τὸ διάστημα τοῦτο; Διάστημα ἑξάμηνον κατὰ μέγιστον ὅρον, ὡς, κατ’ αὐτὸν ἴσως, ὁρίζει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἢ διάστημα ἐνιαύσιον, ὡς ὁρίζει, διὰ μίαν σύνοδον τῆς Βουλῆς, τὸ νέον Σύνταγμα; Ἢ εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη ἡμῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει διάταξις ὁρίζουσα τὴν χρονικὴν διάταξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς; Θὰ ἐτόλμων νὰ ὑποστηρίξω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱαδήποτε γνώμη ἐκ τῶν τριῶν τούτων καὶ ἂν ἦτο ὀρθή, διότι καὶ αἱ τρεῖς εἶναι πιθανὸν νὰ ὑποστηριχθῶσι, δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ταχθῶ πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἐπέβαλλον ὅπως δήποτε καὶ καθ’ ὅσον δήποτε ἂν ὥριζον διάστημα, τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, πέρα τῶν συνταγματικῶν προθεσμιῶν. Ἔν τινι ἐφημερίδι, πρὸ μικροῦ, ἀνεγίνωσκον γνώμην δῆθεν τοῦ ἡμετέρου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου. Δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι ἡ γνώμη αὐτοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἐμὲ νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ σήμερον καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, ὅστις εἶναι τόσον προσεκτικὸς μελετητὴς κατὰ θεωρίαν, τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων καὶ ζητημάτων, δὲν εἶναι, λέγω, δυνατὸν εἰς ἐμὲ νὰ πιστεύσω, ὅτι διέπραξε τοσοῦτο μέγα σφάλμα. Λέγει, κατὰ διάταξιν τοῦ νέου Συντάγματος, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 69, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν ἐντὸς 45 ἡμερῶν, ἐὰν ἔχῃ ἤδη ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμός. Ἀλλὰ τοῦτο γίνεται πότε; Γίνεται, ὅταν φυσικῶς λήξῃ ἡ τετραετὴς περίοδος μιᾶς ἁπλῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ γίνεται τί; Δὲν καλεῖται ἡ Βουλὴ ὅπως ἐργασθῇ, ἀλλ’ αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν ἤδη, ἀλλὰ τὸ φρόνημα τῆς χώρας ἐξεδηλώθη ἤδη, καὶ θὰ ἦτο παράδοξον, ἐὰν θὰ ἔμενεν ἐπὶ τὴν ἀρχὴν Κυβέρνησις, κατὰ τῆς ὁποίας ἐξεδηλώθη ἤδη τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν καλεῖται ἡ Βουλὴ ἐντὸς 45 ἡμερῶν. Ἀλλὰ βεβαίως, Κυβέρνησις φιλοτίμως καὶ ἀξιοπρεπῶς ἔχουσα πρὸς τοὺς θεσμοὺς τοὺς Κοινοβουλευτικούς, δὲν θὰ ἔμενεν ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν διατάξεως δὲν πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ ἐπί τινα χρόνον ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἤδη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ αὐτὴ αὕτη ἡ κρίσις τοῦ λαοῦ. Πρόκειται νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτίμησις τοῦ Λαοῦ περὶ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ περὶ ποίου τινὸς ἔργου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καλούμενος μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν εἰς ἐκλογάς; Πρόκειται ἐπὶ πλέον ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην καὶ τὴν θέλησιν αὐτοῦ κατηρτίσθη ἓν ὁλόκληρον Πολίτευμα. Καὶ ἔσται τοῦτο λίαν σημαντικὸν ἐπὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ὡς πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, ἐπὶ τῶν ἀμφισβητηθέντων θεμάτων. Πρόκειται νὰ κριθῇ, ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην καὶ τὴν θέλησιν αὐτοῦ, κατηρτίσθη νομοθεσία πρωτοφανὴς καὶ διὰ τὸ πλῆθος τῶν νομοθετημάτων καὶ διὰ τὴν σπουδαιότητα αὐτῶν. Μετὰ τοιαῦτα ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ περαιώσῃ ἡ Κυβέρνησις, νομίζει αὕτη πλέον ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν φιλοτιμίαν αὐτῆς, εἰς τὸν στοιχειώδη σεβασμὸν πρὸς τοὺς θεσμοὺς τοὺς ἀντιπροσωπευτικούς, τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον πάντες ὀφείλομεν, νὰ ἀναβάλῃ καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς; Καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους κυβερνῶσα, ἐνῷ τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ εἶναι ἄλυτα; Καὶ θὰ εὕρῃ ἐν ἑαυτῇ τὸ θάρρος, θὰ εὕρῃ ἐν ἑαυτῇ τὴν αὐτοπεποίθησιν, θὰ εὕρῃ ἐν ἑαυτῇ τὴν ὑπερβολικὴν πάντως πρὸς ἑαυτὴν ἐμπιστοσύνην, ὥστε νὰ παρίδῃ καθολοκληρίαν ὅλας τὰς διαμαρτυρίας ὅτι ἀποφεύγει νὰ θέση ἑαυτὴν πρὸ τοῦ μεγάλου λαϊκοῦ κριτηρίου, καὶ θὰ ἀπασχολῆται ἀναφανδὸν εἰς τὸ νὰ φιλοτεχνήσῃ τὴν κατάρτισιν τῶν συνδυασμῶν τοῦ κόμματος αὐτῆς, τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ὑποψηφίων αὐτῆς, τὴν ἐνέργειαν ὅλων ἐκείνων τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιτυγχάνουσιν αἱ Κυβερνήσεις πλεονεκτήματα κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου; Ἀλλά, πλὴν τούτου, ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι σπουδαιότερον. Εἶχον καὶ ἄλλοτε τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω πρὸς τὴν Βουλὴν γνώμας συγγραφέως ὑπάτου κύρους, κατὰ τὰς ὁποίας εἷς ἐλεύθερος λαὸς διατηρεῖται ἐλεύθερος, καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἐλεύθερος, μόνον ἐὰν μετὰ πάσης εὐλαβείας τηρῇ καὶ τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ, αὐτὴν καθ’ ἑαυτήν, καὶ δι’ αὐτῆς. Εἶναι, ἐπαναλέγω, παράδοξον, Κύριοι, εἶναι πρωτοφανές, εἶναι ὑπεράγαν τολμηρὸν τὸ τελούμενον διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ψηφίσματος. Κατελύσαμεν ἓν πολίτευμα καὶ ἀνηγείραμεν ἄλλο, καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἀναστέλλομεν τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ ἐν τῇ βάσει του, ἀναστέλλομεν τὴν σπουδαιοτάτην αὐτοῦ διάταξιν, ἀναστέλλομεν τὴν ἐνέργειαν τοῦ συστήματος τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ.
§42Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἁρμοδίως.
§43Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί ἐννοοῦμεν λέγοντες, Κύριοι, πολίτευμα κοινοβουλευτικόν; Τίς ἐξ ὑμῶν, τίς ἐκ τῶν ἁπλοϊκωτέρων πολιτῶν δὲν ἀντιλαμβάνεται, ὅτι, λέγοντες πολίτευμα κοινοβουλευτικόν, ἐννοοῦμεν τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο, καθ’ ὃ ἡ μεγίστη πολιτικὴ δύναμις ὑπάρχει εἰς τὴν λαϊκὴν ἀντιπροσωπείαν; Ποίου εἴδους πολίτευμα εἶναι ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἀπουσιάζῃ ἐπὶ μῆνας, ἀορίστου ἀριθμοῦ κατὰ τὸ ὁποῖον θ’ ἀπουσιάζῃ ἐπὶ μῆνα ἕνα, ἐπὶ ἑβδομάδα μίαν, ἐπὶ ἡμέραν μίαν ἡ μεγίστη πολιτικὴ δύναμις; Ἀλλ’ ἀναστέλλομεν τοῦτο ἁρμοδίως; Ἁρμοδίως, Κύριοι, ἀποτελοῦντες Βουλὴν ἀναθεωρητικήν; Ἀποτελοῦντες Βουλὴν ἀναθεωρητικήν, προερχομένην ἐκ πολιτεύματος ἀντιπροσωπευτικοῦ, δικαιούμεθα νὰ ἀναστείλωμεν τὴν λειτουργίαν, δηλαδὴ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐνέργειαν, τοῦ συστήματος τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ; Γεννηθέντες καὶ ὑπάρχοντες καὶ κινούμενοι καὶ δρῶντες, κατὰ ῥητὸν γραπτὸν Σύνταγμα καθιεροῦν τὸ σύστημα τὸ ἀντιπροσωπευτικόν, δικαιούμεθα νὰ καταλύσωμεν καὶ ἐπὶ μίαν μόνον ἡμέραν τὸ σύστημα τὸ ἀντιπροσωπευτικόν; Εἴμεθα, ναὶ ἢ ὄχι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ; Ἐὰν εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, κατὰ ποῖον δικαίωμα ἀναστέλλομεν καὶ καταργοῦμεν τὸ δικαίωμα τοῦ κυρίου, ἔστω καὶ ἐπὶ μίαν ἡμέραν; Κατὰ ποῖον δικαίωμα τιθέμεθα ὑπεράνω τοῦ ὃν ἀντιπροσωπεύομεν; Καὶ ἀπὸ θεωρίας, ὡς εὐχερῶς τις ἀντιλαμβάνεται, τὰ ζητήματα εἶναι μεγάλα καὶ σπουδαιότατα, ὄχι μόνον τοῦτ’ ἔστι διὰ τὰς συνεπείας ἐν τοῖς πράγμασι, διὰ τὰς συνεπείας δηλαδὴ τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ θεωρίας, λέγω, τῆς ὁποίας τὴν σπουδαιότητα θὰ κρίνωμεν καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν συμβάντων εἰς ἄλλους λαούς, καὶ ἐκ τῆς φιλοσοφίας τῆς ἱστορίας, καὶ εἰδικώτερον ἐκ τῆς ψυχολογίας τῶν λαῶν. Δὲν ἵσταται σταθερῶς ἐπὶ τῶν ποδῶν αὑτοῦ ἓν ἐλεύθερον πολίτευμα, ὅταν αἱ συνελεύσεις αἱ ἀναθεωρητικαὶ καὶ αἱ Βουλαὶ καταρτίζουν τοιαῦτα ψηφίσματα, τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου. Ὁτὲ μὲν καταλύομεν τὰς ἐπαναληπτικὰς ἐκλογάς, ὁτὲ δὲ ἀναστέλλομεν τὰς ἐκλογάς, ἄλλοτε δὲ λαμβάνομεν ἄλλα μέτρα, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς μίαν ὁδὸν ἕξεων, εἰς μίαν ψυχικὴν συγκρότησιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀποβλέπωμεν μετά τινος ἀφελείας εἰς τοὺς μεγάλους κανόνας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ Πολίτευμα ἡμῶν. Οὐδεμία ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἐγγύησις, τῆς ὑπάρξεως τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς σταθερότητος τῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἢ ὁ ἄκρος σεβασμὸς πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ὁ ἄκρος σεβασμὸς καὶ ὅταν δὲν ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ἡμῶν τὰς συνεπείας, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ ποῖαι ἀκριβῶς θὰ ἐπέλθωσι συνέπειαι, οὐδεὶς δύναται νὰ προϋπολογίσῃ τί θέλει συμβῆ ἐκ τῆς ἀναστολῆς καὶ τῆς καταλύσεως μιᾶς διατάξεως ἐκ τῶν θεμελιωδῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος, διότι οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ πλεύσῃ εἰς τὴν διάνοιαν τῶν κυβερνητῶν, οὐδεὶς νὰ βυθομετρήσῃ τοὺς σκοποὺς αὐτῶν, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ προἴδῃ ποῖαι θὰ ἐπέλθωσιν αὔριον περιστάσεις, ποίαν ἐκεῖνοι θὰ ἔχωσιν ἀντίληψιν τῶν περιστάσεων, οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ ποίας θὰ ἔχωμεν περιπετείας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ ἄλλοι θὰ θεωρῶμεν πιθανῶς ἐπουσιώδεις, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, ἐν τῇ ἰδίᾳ των εὐθύνῃ θὰ νομίζωσι σπουδαιοτάτας, καὶ ἕνεκα τούτου θὰ θεωρήσωσιν ἴσως ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτοὺς νὰ παρατείνωσι τὴν ἀναβολὴν εἰς τὸ ἄπειρον, διότι οὐδεὶς ἐγγυᾶται ὅτι ὁ ὁρισμὸς τῶν τεσσάρων μηνῶν θὰ μείνῃ ὡς ἔχει, καὶ δὲν θὰ ζητηθῇ παρ’ ἡμῶν ἀλληλοψήφισμα, δι’ οὗ θὰ ὁρισθῇ μακροτέρα προθεσμία. Διὰ τοῦτο πρέπει ἅπαξ διὰ παντὸς ν’ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τοιούτων ψηφισμάτων. Ψήφισμα τοιοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδεχθῇ μόνον μία συνέλευσις συντακτική, μόνον μία συνέλευσις ἐκπροσωποῦσα ὁλόκληρον τὴν κυριαρχίαν τὴν ἐθνικήν, μόνον μία συνέλευσις ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τὴν βάσιν τοῦ παρ’ ἡμῖν πολιτεύματος, καὶ νὰ δώσῃ ὁλοκληρωτικῶς ἄλλην ὑπόστασιν καὶ κατεύθυνσιν εἰς τὸν πολιτικὸν ἡμῶν βίον, μόνον τοιαύτη Συνέλευσις θὰ ἠδύνατο ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν καὶ λειτουργίαν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ παρ’ ἡμῖν συστήματος. Ἀλλὰ τοιαύτην συνέλευσιν οὔτε ἠθέλησαν οὔτε θέλουσιν οἱ σήμερον κυβερνῶντες· ἀλλὰ τοιαύτην συνέλευσιν δὲν δυνάμεθα νὰ συγκροτήσωμεν. Καὶ δὲν δυνάμεθα οὐχὶ βεβαίως ἐκ τυπικῆς τινος διατάξεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων, διότι δὲν θὰ εἶναι ἔντιμον, διότι δὲν θὰ εἶναι εἰλικρινές, διότι δὲν θὰ εἶναι εὐσυνείδητον τώρα, ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὸ πέρας τῶν συνταγματικῶν ἔργων ἡμῶν, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀποτελοῦμεν συντακτικὴν συνέλευσιν, ἀφοῦ ἤδη ἀπηγόρευσαν εἰς ἡμᾶς διὰ τῶν ἐνστάσεων περὶ ἀπαραδέκτου νὰ εἴπωμεν γενικώτερον καὶ ῥιζικώτερον τὰς γνώμας ἡμῶν περὶ τῆς παρ’ ἡμῖν Πολιτείας.
§44Γ. ΠΩΠ. Ἂς τὸ εἴπωσι καὶ τὰς ἀναθεωροῦμεν ἐκ νέου. Δὲν τὸ λέγουσιν ὅμως δυστυχῶς.
§45ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω, Κύριοι, νὰ εἴπω ἄλλα πρὸς ὑμᾶς. Ἡ ἀκράδαντος πεποίθησίς μου, ἡ γνώμη μου ἡ ἀδιάσειστος εἶναι ὅτι, δεχόμενοι τοιαύτην διάταξιν, οὐδὲν ἄλλο πράττετε ἢ νὰ τεθῆτε, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐκτὸς τοῦ πολιτεύματος, ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ψήφισμα τοιοῦτο, γινόμενον δεκτὸν ὑπὸ τῆς συνελεύσεως, δημοσιευόμενον εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως, ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου αὐτοῦ Κυβερνήσεως, θέτει ἐκτὸς τοῦ Πολιτεύματος καὶ τὴν συνέλευσιν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Βασιλέα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος ἔχει τὸν λόγον.
§47Σ. ΣΙΜΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§48Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Σύνταγμα δὲν ὥριζεν οὔτε τὰ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς διπλῆς Βουλῆς οὔτε τὰ κατὰ τὴν διαίρεσιν αὐτῆς εἰς συνόδους. Ἔχει τοῦτο τὸ καινόν, ἀπὸ σκοποῦ ἴσως, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ καινοῦ τούτου, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἐπὶ πόσον θὰ ἔπρεπε νὰ διαρκέσῃ ἡ διπλῆ αὕτη Βουλή, ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ διαιρεθῇ εἰς συνόδους ἢ ὄχι, καὶ ἐὰν θὰ ἔπρεπε νὰ προσομοιασθῇ κατὰ περίοδον πρὸς κοινὴν Βουλήν. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ψήφισμα λύει τὸ ζήτημα, καί, κατ’ ἐμέ, δὲν τὸ λύει κακῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ διπλῆ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαιρεθῇ εἰς συνόδους, οὔτε ἡ διάρκεια αὐτῆς εἶναι ὡρισμένη ἐκ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι δύναται νὰ διαρκέσῃ, ἐφ’ ὅσον ἡ διπλῆ αὕτη Βουλὴ νομίζει ὅτι πρέπει νὰ διαρκέσῃ. Τὸ ψήφισμα ὁμιλεῖ περὶ λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, ὅταν δὲ κανονίζει ἐν τῷ τετάρτῳ ἄρθρῳ, τὰ περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτῶν, ὁρίζει ὅτι ἡ ἀποζημίωσις τὴν ὁποίαν ἐκανόνισεν ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸ μέχρι τέλους 1911 διάστημα, ἀφήνει δὲ ἀόριστον τὸ τί θὰ γίνῃ, κατὰ τὸ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ 1911, διάστημα. Ἔχομεν λοιπὸν Βουλὴν δυναμένην νὰ διαρκέσῃ ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσι τοῦτο. Μετὰ τοῦτο θὰ ἔχωμεν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς οὐχὶ λῆξιν τῆς συνόδου, λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς διπλῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν θὰ εἴπῃ δὲν θὰ κληθῇ πλέον εἰς σύνοδον, θὰ εἴπῃ διάλυσις τῆς διπλῆς Βουλῆς. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ ἐννοήσω ἀπὸ τίνος σκοποῦ ὁρμωμένη, ἡ συντάξασα τὸ ψήφισμα Κυβέρνησις, δὲν μεταχειρίζεται τὴν λέξιν «διάλυσις τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς», ἀφοῦ ἄλλως τε καὶ προηγήθη καὶ ἡ διάλυσις τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μεταχειρίζεται τὴν λέξιν «λῆξις τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς». Θέλει ἴσως νὰ μὴ φανῇ ὅτι τὸ ψήφισμα ἀντιτίθεται ἀμέσως πρὸς τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 37 καὶ 69 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰ ὁποῖα, συγχρόνως καὶ ἐν αὐτῷ τῷ Διατάγματι τῆς διαλύσεως, πρέπει νὰ ὁρίζηται ὁ χρόνος τῆς ἐκλογῆς καὶ ὁ χρόνος τῆς συγκλήσεως τῆς νέας Βουλῆς; Ἂν τοιοῦτος ἦτο ὁ σκοπός, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο σπουδαῖος διὰ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις. Εὑρίσκω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὴν ἵνα ἐντὸς ἓξ ἢ τεσσάρων μηνῶν, ὡς ὥρισε πρὸ ὀλίγου ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν ἢ τῆς διαλύσεως τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογάς, καὶ ζητεῖ νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωμένη δι’ αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν νὰ ὁρίσῃ τὰς ἐκλογάς, νομίζω ὅτι, ἀσχέτως τῶν ἄλλων λόγων, δὲν ἐπιζητεῖ καί τι σκόπιμον. Καὶ δικαιοῦμαι νὰ τὸ νομίζω τοῦτο, οὐ μόνον ἐξ ὧν ἐγὼ κρίνω καὶ θ’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδένα λόγον περὶ σκοπιμότητος ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν, δὲν νομίζω δ’ ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος. Ἐφ’ ὅσον εἶναι δεδομένον ὅτι δύναται νὰ διαρκέσῃ ἡ διπλῆ Βουλή, ἐφ’ ὅσον χρόνον αὕτη κρίνῃ ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἀπαιτοῦσι τὴν διάρκειαν αὐτῆς, τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἐξυπηρέτησιν παντὸς ἐθνικοῦ σκοποῦ, διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι ἄλλον τινά, πέραν τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν, ἔχει νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ συνεπῶς θὰ εἶναι περιττὸν νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν προθεσμία ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν, προθεσμία, ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ, ἀφοῦ καὶ περὶ σκοπιμότητος οὐδὲν ἀνεκοίνωσεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις; Ἀντελήφθην ἐκ τῆς συζητήσεως ὅτι ἐγένετο σύγχυσίς τις, μεταξὺ παρουσίας Βουλῆς καὶ ὑπάρξεως Βουλῆς, διότι ἀντετάχθη τὸ ἐπιχείρημα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας συνάδελφον ὅτι: δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν θὰ μείνῃ τὸ Κράτος ἐπὶ ἑξάμηνον ἄνευ Βουλῆς, ἀφοῦ ὑποχρεωτικῶς μόνον κατ’ Ὀκτώβριον συνέρχεται ἡ Βουλή, καὶ μόνον ἐπὶ τρίμηνον εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ διάρκεια τῆς Συνόδου. Συγχύζουσιν οἱ ταῦτα λέγοντες τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως Βουλῆς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ παρουσίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ περὶ ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς, γενᾶται τὸ ζήτημα: αἱ πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῆς Βουλῆς σχετικαὶ διατάξεις καὶ τοῦ ἄρθρου 37 καὶ τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ Συντάγματος εἶναι διατάξεις δυνάμεναι ν’ ἀνασταλῶσι κατὰ τὴν ἰσχὺν αὐτῶν διά τινος ψηφίσματος ἢ εἶναι διατάξεις θεμελιώδεις, ἀπέναντι τῶν ὁποίων πᾶσαι αἱ ἰδέαι περὶ σκοπιμότητος ἢ πᾶν ἄλλο σύμφωνον πρέπει νὰ ὑποκύψῃ; Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα τοῦτο τελείως καὶ δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσθέσω ἄλλα ἐπιχειρήματα. Θεωρῶ μόνον ἀναγκαῖον νὰ τονίσω τινὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων διὰ νὰ καταδειχθῇ ἐκ τίνων λόγων ἡμεῖς ἀποκρούομεν τοῦτο, κυρίως, τὸ σημεῖον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1, τὴν παροχὴν προθεσμίας ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν. Ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εἶναι ἡ ὕπαρξις, ὄχι ἡ διαρκὴς παρουσία Βουλῆς τὴν ὕπαρξιν Βουλῆς ἐθεώρησε θεμελιώδη τὸ Σύνταγμα, τόσον δ’ ἐφοβήθη μὴ γίνῃ κατάχρησις ἢ καταδολίευσις τῶν σχετικῶν διατάξεων, ὥστε ῥητῶς, ἐν τῷ ἄρθρῳ 69, ἡ νέα Βουλὴ ἀνέγραψεν ὅτι ἅμα τῇ λήξει τῆς Βουλευτικῆς περιόδου ἀμέσως διατάσσεται ἡ ἐνέργεια ἐκλογῶν. Τόσον δὲ τὸ παρελθὸν ἐσεβάσθη τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Συντάγματος, καίτοι μὴ ἔχουσαν ὡρισμένως καὶ σαφῶς, ὥστε οὐδέποτε ὑπῆρξε Β. Διάταγμα διαλύσεως τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ περιλαμβάνῃ ἐν ἑαυτῷ συγχρόνως καὶ τὴν ἐνέργειαν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, καὶ χωρὶς νὰ προσδιορίζῃ τὴν ἡμέραν τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, διότι ἐθεωρήθη ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ θεμελιῶδες, νὰ ὑπάρχῃ Βουλή, τὸ ζήτημα δὲ τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς ἐξηρτήθη ἀπὸ ἄλλας περιστάσεις. Ὅταν σήμερον ζητῶμεν νὰ ἐπιτραπῇ, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ Βουλή, ὄχι νὰ μὴ εἶναι παροῦσα, ἐπαναλαμβάνω, χωρὶς ἐγὼ νὰ ὑποστηρίζω ὅτι ἐπιζητεῖται νὰ ἐγκαθιδρυθῇ ἐν τῷ Κράτει δικτατορικὴ Κυβέρνησις, δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς φιλυπόπτους, ἵνα εὐλόγως ὑποστηρίζωσιν ὅτι, ζητοῦσα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ζητεῖ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ δικτατορίαν. Δικτατορίαν; λέγει ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ δικτατορίαν; Ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων; Καὶ ἀνεμνήσθη τοῦ παρελθόντος καὶ ἀνεφέρθη καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ἐγράφη τι παρ’ ἄλλου συναδέλφου περὶ δικτατωρίας καὶ ἐλησμόνησεν ὅτι ἐκεῖνος σήμερον γράφει εἰς τὴν ἐφημερίδα του περὶ δικτατορίας, καὶ ἤρχισεν ἡ συζήτησις περὶ δικτατορίας. Θὰ ἀπήντων ἐγώ: Θέλετε δικτατορίαν; Ὑποστηρίξατέ την.
§49Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἐπειδὴ ἀνεμίχθη καὶ τὸ ὄνομα τὸ ἰδικόν μου καὶ ἐγένετο παρεξήγησις, διότι μοὶ ἀπεδόθη ἡ μομφὴ ὅτι ἔγραψα περὶ δικτατορίας, ὀφείλω νὰ δηλώσω τὸ ἑξῆς. Τὴν 10ην Αὐγούστου, ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου ἐλθοῦσα εἰς τὸ γραφεῖόν μου μὲ ἠρώτησε νὰ εἴπω τί φρονῶ περὶ ἀναθέσεως δικτατορίας εἰς τὸν κ. Βενιζέλον. Ἀπεκρίθην ὅτι ἤθελον ταχθῆ ἀντιμέτωπος καὶ πρῶτος ἐχθρὸς τοιαύτης πράξεως.
§50Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι, ἐὰν ζητῆτε δικτατορίαν, πρόκειται περὶ μιᾶς πολιτικῆς ἰδέας. Εἶναι μία ἰδέα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ συζητηθῇ, καὶ κατὰ τῆς ἰδέας αὐτῆς θὰ ἀντιταχθῶμεν καὶ δι’ ἄλλων μέσων, ἡμεῖς οἱ φρονοῦντες ὅτι δὲν πρέπει νὰ κατισχύσῃ τοιαύτη ἰδέα.
§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑποθετικῶς μὴ συζητεῖτε πράγματα τοιαῦτα.
§52Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν συζητῶ τοῦτο· ἄλλο θέλω νὰ ὑποστηρίξω. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν φρονῶ ἐγὼ ὅτι ζητεῖται ἡ δικτατορία, ὅτι ἐγκαθιδρύεται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ δικτατορία, φρονῶ ἀδιστάκτως ἐξ ἄλλου ὅτι παρέχονται ὀρεκτικὰ εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν δικτατορίαν, ὅτι παρέχονται ἐπιχειρήματα διὰ τὸ μέλλον εἰς τοὺς θελήσοντας νὰ ὑποστηρίξωσι τοιαύτας τινας ἰδέας καὶ ἤθελον ν’ ἀποσύρω ἀπὸ τοῦ μέσου τοιαῦτα ὀρεκτικὰ ἐπιχειρήματα, διότι, ἂν δὲν ἀποτελῇ ἐγκαθίδρυσιν δικτατορίας ἡ παροχὴ αὐτῆς τῆς προθεσμίας, ἡ ἀναστολὴ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, θὰ μένῃ ὅμως τὸ ἐπιχείρημα εἰς τοὺς ποθοῦντας αὐτήν, ὅτι καὶ ἄλλοτε διῳκήθημεν ἄνευ ὑπάρξεως Βουλῆς καὶ ὀρθῶς δυνάμεθα νὰ διοικηθῶμεν καὶ ἤδη ἄνευ ὑπάρξεως Βουλῆς, καὶ ἂν τοῦτο λέγεται δικτατορία, ἂς λέγεται δικτατορία, ἡμεῖς τὸ θέλομεν. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ διαπαιδαγωγήσωμεν πρὸς τὴν δικτατορίαν τὰ πολιτικὰ φρονήματα τοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο δὲν θέλομεν τὴν διάταξιν ταύτην, τὴν δικαιολογοῦσαν τὴν μὴ ὕπαρξιν τῆς Βουλῆς. Ὅσον ἀφορᾷ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ Πολίτευμα ἄνευ τῆς ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἀκόμη ἄνευ τῆς παρουσίας αὐτῆς. Τὸ λεχθὲν ὅτι τὴν Βουλὴν ἔχομεν παροῦσαν ἐπὶ τρεῖς μόνον μῆνας κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, εἶναι εὐλογοφανές, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔλογον οὔτε δικαιολογεῖ τὴν ἀντίθετον γνώμην. Τρεῖς μῆνες εἶναι ὁ ἐλάχιστος ὅρος. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι αἱ συνεδριάσεις διαρκοῦσι τοὐλάχιστον ἐπὶ ἓξ μῆνας, ὡς δὲ διερρυθμίσθη τὸ Σύνταγμα, ἡ Σύνοδος διαρκεῖ δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος. Ἡ Σύνοδος διαρκεῖ ὁλόκληρον τὸ ἔτος διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν νομοθετικῶν μόνον καθηκόντων· ἀλλ’ οὗτος εἶναι ὁ σοβαρώτερος σκοπός, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς; Ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς σκοπεῖ νὰ θέσῃ καὶ περιορισμοὺς εἰς τὰς κυβερνητικὰς αὐθαιρεσίας, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ κρατοῦντες, οἱ ἔχοντες τὴν ἐξουσίαν, πάντοτε τείνουσιν εἰς τὰς ὑπερβολάς, πάντοτε τείνουσιν εἰς τὴν οἰκειοποίησιν τῆς ἐξουσίας, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συγκρατήσῃ τοὺς κυβερνῶντας ἀπὸ τῶν τοιούτων ὀλισθημάτων εἶναι ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς. Ναί· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέτει περιορισμὸν εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν Ὑπουργῶν καὶ προφυλάσσει αὐτοὺς ἀπὸ τῶν ὀλισθημάτων, τὰ ὁποῖα ἢ αὐτοὶ ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ διαπράξωσιν ἢ οἱ φίλοι αὐτῶν ὠθοῦσιν αὐτοὺς εἰς ταῦτα, εἶναι ἡ παρουσία τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία προφυλάσσει, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τοιούτων ὀλισθημάτων πάντα ἔχοντα τοιαύτας ἰδέας. Τὴν παρουσίαν ἐν τούτοις τῆς Βουλῆς τὸ ψήφισμα δὲν τὴν θεωρεῖ ἀναγκαίαν· ἀλλ’ οὕτως ἔχοντος τοῦ ψηφίσματος, παρέχεται εἰς ἡμᾶς ἡ δικαιολογία νὰ ὑποστηρίξωμεν ἐκτὸς τοῦ ἀπαραδέκτου ἐν τῷ ζητήματι τῆς προθεσμίας τῶν ἕξ μηνῶν, νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι, οἱ φοβούμενοι ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς νέον πολιτικὸν βίον, οὐχὶ σύμφωνον πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὑπὸ τοῦ ὁποίου διῳκούμεθα μέχρι σήμερον, οὐχὶ σύμφωνον πρὸς τὸν κοινοβουλευτισμόν, ὁ ὁποῖος διεῖπε τὰ κατ’ ἡμᾶς μέχρι τοῦδε καὶ ὑποστηρίζοντες ὅτι εἰς τοιαύτην ὁδὸν εἰσάγει ἡμᾶς τὸ ψήφισμα, δὲν εὑρίσκονται ἐν τῷ ἀδίκῳ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι ἐπιζητεῖτε ὑμεῖς ν’ ἀναλάβητε τὴν δικτατορίαν· ἐγὼ πρὸ παντὸς δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξω τοῦτο, — τὸ λέγω πρὸς χάριν ὑμῶν καὶ πρὸς τιμὴν ὑμῶν —, διότι συνέπεσε νὰ γνωρίσω ἄλλοτε τὰς ἐπὶ τούτῳ ἰδέας σας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπίσης δικαιοῦμαι νὰ εἴπω: μὴ προβαίνετε παρέχοντες τοιαῦτα ὀρεκτικὰ εἰς τοὺς τυχὸν θέλοντας νὰ ἱδρύσωσι τὴν δικτατορίαν διότι ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος δὲν εἶσθε ὑπὲρ τῆς δικτατορίας, δίδετε ἐπιχειρήματα εἰς τοὺς θέλοντας νὰ καθιδρύσωσι τὴν δικτατορίαν καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ γίνητε αἴτιος κακοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν σκοπεῖτε (χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μερλόπουλος.
§54Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἴσως οἱ φρονοῦντες ὅτι ὀλιγώτερον συγκινεῖται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκ ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, τοῦ συνταγματικοῦ, παρὰ ἐκ ζητημάτων οὐσιαστικῶν. Καὶ ὅταν καλῶς εὑρίσκουσιν οἱ οὕτω σκεπτόμενοι ὅτι ἔχουσιν ἐν τῇ οὐσίᾳ αὐτῶν τὰ πράγματα, μετ’ ὀλιγωτέρου ἐνδιαφέροντος παρακολουθοῦν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος. Τοιαύτη, λέγω, ἀντίληψις ὑπάρχει ἴσως παρά τισιν· ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι ἡ τοιαύτη ἀντίληψις δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, οἵτινες ἕλκουσι τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν ἐκ τοῦ Συντάγματος, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἀποστολὴ ἀπορρέει ἐκ τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Ἡ τοιαύτη ἀντίληψις δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ διανοίᾳ καὶ ψυχῇ αὐτῶν, καὶ ὅλως διαφόρως ἀντιλαμβάνονται τὰ πράγματα καὶ φρονοῦσιν, ὡς πέποιθα, ὅτι ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος καὶ ἡ ἀκριβὴς καὶ ἀπαρέγκλιτος τήρησις τῶν ῥητῶν διατάξεων αὐτοῦ καὶ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ εἶναι ἡ βάσις καὶ ἡ κρηπὶς τῆς εὐδαιμονίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πιστεύω δ’ ὅτι ἐκ τῆς τοιαύτης ἀρχῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐμπνεομένη καὶ ἐμφορουμένη ἐκ πραγματικῆς ἀγάπης πρὸς τὸν λαὸν καὶ στοργῆς πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, θὰ ἀποδώσῃ τὴν πρέπουσαν σημασίαν εἰς τὰ συνταγματικὰ ζητήματα. Ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ, Κύριοι, νομίζω ὅτι ὕψιστον εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται σήμερον ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, διότι περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ πολιτεύματος πρόκειται, τοῦ πολιτεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, τὸ ὁποῖον διέπει ἡμᾶς· καὶ ἡ ὕπαρξις τοῦ πολιτεύματος ἀναιρεῖται, ἐὰν ψήφισμα τοιοῦτον, ὡς τὸ εἰσαγόμενον εἰς τὴν Βουλήν, γίνῃ δεκτὸν παρ’ αὐτῆς. Θὰ ἠδυνάμην, Κύριοι, εὐθὺς ἀμέσως καὶ ἀπὸ προκαταβολῆς, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως, πάσης περαιτέρω συζητήσεως, ἂν ὄχι ἐπὶ ὅλων τῶν διατάξεων τοῦ σχεδίου τοῦ ψηφίσματος, ἀλλ’ ὡρισμένως καὶ ἀναντιρρήτως ἐπὶ τῆς πρώτης διατάξεως αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου αὐτοῦ, διότι Βουλὴ ἥτις δὲν οἰκειοποιεῖται ἔργα συντακτικῆς Συνελεύσεως, διότι Κυβέρνησις ἥτις δὲν προῆλθεν ἀπὸ τοιαύτης τινὸς Συνελεύσεως, δὲν δύναται οὐδὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ ἀλλ’ οὐδὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ προτείνῃ πρότασιν ἀναιροῦσαν θεμελιώδη διάταξιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἐν τῇ συζητήσει ἡμῶν θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον προσκρούει τὸ προτεινόμενον μέτρον εἰς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ πολιτεύματος ἢ τοὐναντίον δὲν προσκρούει μὲν καὶ συναρμολογεῖται πρὸς αὐτό, ἀλλ’ ἀντίκειται εἰς ἄλλην ἀρχὴν θεμελιώδη, εἰς τὴν σκοπιμότητα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Δὲν εἴμεθα διπλῆ Βουλὴ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος κληθεῖσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ἀναντιρρήτως λέγει καὶ ἡ πλειονοψηφία, καὶ διὰ νὰ ἀσκῶμεν τοιαύτην περιωρισμένην συνταγματικὴν ἐξουσίαν ἀντλοῦμεν βεβαίως τὴν ὕπαρξιν ἡμῶν, οὐχὶ ἐκ τῶν γεγονότων, διότι Βουλὴ ἥτις ἐκ πραγματικῶν γεγονότων ἀντλεῖ τὴν δύναμιν αὐτῆς δὲν εἶναι Βουλὴ νόμιμος, δὲν εἶναι Βουλὴ ἥτις δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι τὸ ἔργον αὐτῆς θέλει παραμείνει διαρκὲς καὶ σεβαστὸν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ κληθῶσι νὰ τὸ ἐφαρμόσωσι, ἀλλ’ εἶναι Βουλὴ ἐπαναστατική, ἐπιβάλλουσα τὴν θέλησιν αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡμεῖς καυχόμεθα ὅτι εἴμεθα Βουλὴ συνελθοῦσα νομίμως ἐδῶ, ὅτι, κατά τινα διάταξιν τοῦ Πολιτεύματος, παρευρισκόμεθα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ νομοθετοῦμεν μεταρρυθμίζοντες τὸ Σύνταγμα· καὶ ἂν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, θέλω ἐρωτήσει ὑμᾶς, Κύριοι, πόθεν, ἐκ ποίας διατάξεως τοῦ πολιτεύματος ἠντλήσαμεν τὴν ἐξουσίαν τὴν ὁποίαν ἔχομεν πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος; Δὲν ἠντλήσαμεν τὴν ἐξουσίαν ταύτην ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον διέπει μέχρι τοῦ νῦν τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκ τῆς διατάξεως ἐκείνης ἥτις λέγει ὅτι, ὅταν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος θὰ εἶναι ἀναγκαία, θέλει κληθῇ Βουλὴ εἰδικὴ πρὸς τοῦτον καὶ μόνον τὸν σκοπόν; Καὶ ἂν ἐκ τοιαύτης τινὸς συνταγματικῆς διατάξεως ἠντλήσαμεν τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν καὶ ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ νομοθετήσωμεν, ἤθελον ἐρωτήσει κατὰ δεύτερον λόγον ὑμᾶς, πόθεν ἀντλεῖτε κύριοι τὸ δικαίωμα, ὅταν ἔληξεν ἡ εἰδικὴ ἀποστολὴ τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Βουλὴ αὕτη κατὰ τὸ Σύνταγμα γεννηθεῖσα καὶ νομοθετοῦσα μέχρι τοῦδε, πόθεν ἀντλεῖτε τὸ δικαίωμα ἵνα παρατείνητε τὸν βίον ἡμῶν, ἵνα λέγητε ὅτι, καίτοι συνετελέσατε τὸ ἔργον τὸ ἀναθεωρητικὸν τοῦ Συντάγματος, θέλετε παραμένει ἐν ἐνεργείᾳ; Ἀλλὰ τί λέγω; ὄχι ἐν ἐνεργείᾳ, ἀλλ’ ἐν νεκροφανείᾳ, δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ὑφίσταται ἡ Βουλή, διότι νεκροφάνειαν καθιεροῖ τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, νεκροφανῆ Βουλὴν τῆς ὁποίας καίτοι ἔχει λήξει τὸ ἔργον, θὰ ὑπάρχῃ ἐν τούτοις, θὰ εἶναι καὶ τεθνεῶσα ἀλλὰ καὶ ζῶσα συνάμα, κάτι τι δηλ. ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μόνον ὡς ἀκατανόητα δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν· πῶς λέγω, ἂν ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἠρύσθημεν τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν, «οὕτω θέλομεν, οὕτω διατάσσομεν, καὶ παρατείνομεν τὸν βίον τῆς Βουλῆς ταύτης, διότι ἀρέσκει εἰς ἡμᾶς νὰ παρατείνωμεν τὸν βίον ἡμῶν;» Καὶ ἂν ἡ ἐπανάστασις ἔχῃ, ὡς ἕνα ἐκ τῶν σκοπῶν τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει τὴν κατάλυσιν τῆς συναλλαγῆς, ἡ ὁποία ἀνέτρεπε τοὺς ὅρους τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, καὶ ἐπέτυχεν ἐν μέρει τὸν σκοπὸν τοῦτον διὰ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων ληφθεισῶν ἀσφαλειῶν ἵνα ἐπὶ τὸ μέλλον χρηστῶς τελῆται ἡ διοίκησις, δὲν θέλει ἀποτελέσει κατηγορίαν κατὰ τῆς τοιαύτης Βουλῆς τῆς τοιαῦτα σωστικὰ μέτρα νομοθετησάσης, ἡ ἱκανοποίησις τῆς συναλλαγῆς χάριν ἰδίων τελῶν πρὸς διαχείρισιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον περιβάλλει ἡμᾶς μέχρι σήμερον; Κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν τὰ καθεστῶτα, ὅτι νομοθετοῦντες καὶ ἀποφασίζοντες, ὡς προτείνει ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφασίσωμεν, ἀνατρέπομεν ὄχι θεμελιώδη, ἀλλὰ τὴν θεμελιωδεστέραν διάταξιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, διότι αὐτὴ ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα τὴν ὕπαρξιν Βουλῆς καὶ ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δίδουσα τὴν ὅλην κατεύθυνσιν ἐν γένει εἰς τὴν ἐθνικὴν ζωὴν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν καὶ τὸ κρηπίδωμα τὸ βαθύτερον τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ζώσης ὑπὸ τοιοῦτον πολίτευμα. Ἄρατε τὴν Βουλὴν ἐκ τοῦ μέσου, ἄρατε τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ ὅπως ἀντιπροσωπεύηται ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἐν τῇ ἀναδείξει τῶν κυβερνώντων, καὶ αἴρετε αὐτὴν τὴν οὐσίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος· εἶναι δὲ ἄρσις τοῦ δικαιώματος τοῦ λαοῦ ὅπως ἀντιπροσωπεύηται ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς νομοθετικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας, ὅπως ἐκδηλώνῃ ἐν τῇ ἐνασκήσει ταύτῃ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ἡ ἀναστολὴ τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἡ παράτασις τοῦ βίου τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ μετὰ τὴν κήρυξιν τῆς λήξεως τοῦ ἔργου αὐτῆς. Ἠκούσαμεν ἀπόψε, Κύριοι, ἀρχομένης τῆς συζητήσεως, δήλωσιν τινὰ τοῦ κ. προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μεταβάλλουσαν ἐν μέρει τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος. Λαλοῦντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ ἐγένετο ἡ δήλωσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ συγκαταβῇ κάτω τοῦ ὅρου τοῦ ἑξαμήνου τὸ ὁποῖον τάσσει τὸ πρῶτον ἄρθρον, καὶ εἶναι τάχα διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ καὶ πεντάμηνον ἢ καὶ τετράμηνον παράτασιν. Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ ἐλπίζῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ταῦτα λέγων καθησύχασε τοὺς φόβους, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ τοὺς δισταγμούς, τοὺς ὁποίους ἐγέννησεν ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου πρώτου τοῦ ψηφίσματος, διότι οἱ φόβοι οὗτοι καὶ αἱ ἀνησυχίαι δὲν γεννῶνται ἐκ τῆς μικρᾶς ἢ μεγάλης παρατάσεως τῆς νεκροφανείας εἰς τὴν ὁποίαν θὰ διατελῇ ἡ Βουλὴ αὕτη, διότι ταῦτα δὲν εἶναι ζητήματα παρατάσεως ἢ ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τούτου, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἀρχῆς, καὶ ὅταν ἡ ἀρχὴ παραβιάζηται, εἴτε ἐπὶ ἓξ μῆνας παρατείνετε τὴν ζωὴν τῆς Βουλῆς εἴτε ἐπὶ ἓξ ἡμέρας τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ αὐτό.
§55Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἐπὶ ἓξ δευτερόλεπτα ἀκόμη.
§56Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι οὐσιαστικῶς θὰ ἐζημιοῦντο τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα εὐθὺς καὶ ἀμέσως ἐκ τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, περιοριζούσης εἰς ἐλάχιστον χρόνον τὴν παράτασιν τῆς ὑπάρξεως τῆς ληξάσης ἤδη Βουλῆς, διότι ἐνδεχόμενον εἶναι, ἢ μᾶλλον βέβαιον εἶναι ὅτι, παρατεινομένης τῆς μὴ ὑπαρχούσης πλέον συνταγματικῆς Βουλῆς ταύτης, οὐδεμία ζημία ἤθελεν ἐπέλθει εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλ’ αἱ ζημίαι δὲν κρίνονται διὰ τῶν παρόντων πραγμάτων ἐν μιᾷ ἑκάστῃ εἰδικῇ περιστάσει, ἀλλὰ κρίνονται γενικώτερον, καὶ κρίνονται ἐκ τῆς ἀπόψεως καὶ προβλέψεως περιστάσεων παρομοίων, κατὰ τὰς ὁποίας ἄλλοι κυθαίρετοι Κυβερνῆται, ἔχοντες ὑπὲρ αὑτῶν τὴν κοινὴν πεπλανημένην γνώμην, ἤθελον ἀποτολμήσει τοιαῦτα τινά· καὶ ὅταν τὸ ζήτημα ἀποφασισθῇ κατ’ ἀρχήν, ὅτι δύναται καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ παραταθῇ μὴ νομίμως ὁ βίος τῆς Βουλῆς, τότε δύναται νὰ παραταθῇ αὐτὸς ἐπ’ ἄπειρον, διότι δυνατὸν εἶναι νὰ τύχουν ἄλλοι κυβερνῆται, οἵτινες καταδικάζοντες εἰς σιγὴν τὸ βῆμα τοῦτο ἀπὸ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ κυριαρχοῦντες καὶ δεσπόζοντες τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ μετατρέψωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸ πολίτευμα ἡμῶν, τὸ φιλελεύθερον, εἰς πολίτευμα ἀνελεύθερον καὶ δουλικόν. Δὲν λέγω, ὡς τινὲς φρονοῦσιν ἴσως καὶ ὡς ἐγράφη καὶ ἔν τισιν ἐφημερίσιν, ὅτι δικτατορικαὶ σκέψεις ὑπαγορεύουν τὰ τοιαῦτα μέτρα· δὲν τὸ λέγω διότι δὲν τὸ φρονῶ. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον ὅτι τοιαύτην ἀκολουθοῦντες πορείαν καὶ οὕτως ἀποφασίζοντες διευκολύνομεν εἰς τὸ μέλλον, ἂν τυχὸν ἤθελον ἀναφανῆ πολιτικοὶ μὲ τοιαύτας διαθέσεις, διευκολύνομεν τὴν ἐπικράτησιν τοιούτων πολιτικῶν. (Διάλογοι, ψιθυρισμοί). Ἀκούω παρά τισι τῶν συναδέλφων ἀντιρρήσεις περὶ τούτου καὶ ὑποκώφους διαμαρτυρίας ὅτι τάχα δὲν πρόκειται περὶ σκοπῶν δικτατορικῶν. Ἀλλ’ εἶμαι πρῶτος ἐγώ, ὁ ὁποῖος συνομολογῶ τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ δὲν ἀποδίδω εἰς αὐτὸν σκέψεις ἀνομολογήτους, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ συνειθίζομεν, χαριζόμενοι εἰς τὴν ἐνεστῶσαν ἢ οἱανδήποτε ἄλλην Κυβέρνησιν, τὰς κυβερνήσεις ν’ ἀποβλέπωσι μετ’ ἐλπίδων εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις τῶν Βουλῶν, διότι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τοιαῦται ἀποφάσεις εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγάγωσιν ἡμᾶς εἰς ὀλέθρια, εἰς ὀλεθριώτατα ἀποτελέσματα, εἰς ἀποτελέσματα ἀνατρέποντα τὴν ὕπαρξιν τοῦ φιλελευθέρου πολιτεύματος ἡμῶν. Καὶ ἐλέχθη ὑπό τινος ὅτι ἀκριβῶς αὐτοὶ οἱ θρῦλοι περὶ δικτατορικῶν σκοπῶν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ παρασκευάσωσι δικτατορίαν εἰς τὸ μέλλον, καὶ ἐγράφη μάλιστα ἐν δημοσιογραφικῷ ὀργάνῳ ὅτι τοιαῦτα λέγοντες καὶ τοιαῦτα δημοσιεύοντες παρασκευάζομεν εὐκολώτερον τὴν ἄνοδον τῶν δικτατόρων εἰς τὴν ἐξουσίαν.
§57Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εὑρίσκετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις τῆς λέξεως δικτατορία καὶ ὅτι εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου δὲν ἔπρεπε ν’ ἀντηχῇ τόσον συχνὰ ἡ λέξις αὕτη; Διότι ὄπισθεν κρύπτεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος θὰ προστατεύσῃ τὸ πολίτευμα.
§58Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ ὁμιλῶ.
§59Θ. ΚΟΝΤΟΜΙΧΑΛΟΣ. Ρωμηοσύνη καὶ δικτατορία; Εἶναι δυνατὰ αὐτὰ τὰ πράγματα;
§60Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ παρακολουθῆτε, κύριε συνάδελφε, ὅσα λέγω. Περὶ τούτου ἀκριβῶς ὁμιλῶ καὶ ἐλέγχω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι διὰ τοιούτων μέτρων παρασκευάζομεν τὴν δικτατορίαν, ὅτι τάχα ἐξοικειοῦμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὸν λαὸν νὰ νομίζῃ ὅτι οὐδὲν εἶναι ἡ δικτατορία, διότι ἀνώδυνον ὅλως καὶ συνταγματικὸν εἶναι τὸ προτεινόμενον μέτρον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀσχέτως, Κύριοι, πρὸς τοὺς σκοπούς, οἱ ὁποῖοι ἐνδέχεται νὰ ἐμπνέωσι τὴν Κυβέρνησιν — καὶ ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν ὁρμᾶται ἀπὸ τοιούτων σκοπῶν — δὲν δύναμαι παρὰ νὰ νομίσω ὅτι κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος ἀποτελεῖ ἡ ψήφισις τοιούτων διατάξεων, διατάξεων, αἵτινες παρατείνουσι τὸν βίον Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔχει πλέον νόμιμον ὕπαρξιν, ἥτις δὲν ἀντλεῖ τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι πλέον Βουλὴ Συνταγματική, ἀλλ’ εἶναι Βουλὴ ἐπαναστατική. Διὰ μιᾶς ἐπαναστάσεως προεκλήθη ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς ταύτης. Ἡ Βουλὴ δὲ ἀναθεωρήσασα τὸ Σύνταγμα εἶναι παράδοξον φαινόμενον ὅτι περατώνει τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς διὰ μιᾶς παραβάσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον μετερρύθμισεν, εἶναι παραδοξότερον ἀκόμη ὅτι, ἀντὶ νὰ κλείσῃ τὴν ἐπανάστασιν διὰ τοῦ ἔργου αὐτῆς τοῦ ἀναθεωρητικοῦ, διὰ τῆς ἀποφάσεως ἡ ὁποία προτείνεται εἰς αὐτὴν νὰ λάβῃ, ἀνοίγει μίαν νέαν ἐπανάστασιν δυναμένην νὰ ἔχῃ ὀλεθριώτατα ἀποτελέσματα (ἀντιρρήσεις).
§61Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὡραῖα.
§62Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Συντηρητικωτέρα Βουλὴ ἀπὸ αὐτὴν δὲν ὑπῆρξε ποτέ.
§63Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, ὅτι ταῦτα ἐπιψηφίζουσα ἡ Βουλὴ ἀποδεικνύεται ὡς ἐπαναστατικωτάτη Βουλὴ καὶ ὑπερακοντίζει μάλιστα καὶ ἐκείνους ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων ὅσοι παρεκάθηντο ἐνταῦθα κατὰ τὴν προτέραν Βουλήν, διότι ἐὰν ὑπῆρχε μία ὁμὰς τῶν συνεδριασάντων ἐνταῦθα κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν τῆς 8 Αὐγούστου, ἥτις ἄλλην εἶχε γνώμην περὶ τοῦ προορισμοῦ καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ συνεδρίου ἐκείνου καὶ ἀπέδιδεν εἰς ἐκεῖνο συντακτικὸν χαρακτῆρα, ἡ ὁμὰς ὅμως ἐκείνη τῶν βουλευτῶν ἔθετε πάντως ὅρια, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς, ἔθετεν ὅρια εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἤσκει καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς, τὰ ὅρια δ’ ἐκεῖνα ἦσαν ἡ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία κατ’ οὐδὲν ἐπετρέπετο νὰ θιχθῇ, ἦσαν τὰ προνόμια τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Δυναστείας τοῦ Γεωργίου, ἦσαν οἱ θεσμοὶ περὶ διαδοχῆς, ἦσαν τὰ ἀφορῶντα τὴν θρησκείαν καὶ τὸ δημόσιον δίκαιον τῶν Ἑλλήνων. Ἄθικτα λοιπὸν καὶ ἀπαρασάλευτα ἐσκόπει νὰ διατηρήσῃ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἡμῶν, καὶ ἀκέραια καὶ ἀπαραμείωτα ἤθελε νὰ διατηρήσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, τὰ δικαιώματα τοῦ Λαοῦ πρὸς τὸ ἀντιπροσωπεύεσθαι. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ὑμεῖς, ἐὰν ἠθέλετε ψηφίσει τοιαύτην διάταξιν, ὑπερακοντίζετε καὶ τοὺς σκοποὺς τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ἥτις ἐχαρακτήριζεν ἑαυτὴν συντακτικήν, τοὺς ὑπερακοντίζετε, διότι αὐτὰ τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας ἡμῶν ἀνατρέπετε. Καὶ ἐλέχθη, Κύριοι: «Νὰ πῶς, καταλύεται ἡ Βουλή, πῶς δὲν ἔχομεν ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, διότι ἐπὶ ἕξ μῆνας μόνον ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ ἀργήσῃ ἡ Βουλή, ἐνῷ ἔχομεν ἤδη νενομοθετημένον ὅτι δύναται, ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, νὰ μὴν ἐργασθῇ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν, καὶ ἄρα ἐπὶ ἐννέα μῆνας ὅλους νὰ μείνῃ ἐν ἀδρανείᾳ ἡ Βουλή;» Ἐξηγήθη πλέον ἢ ἐπαρκῶς, Κύριοι, ὥστε καὶ περιττὸν εἶναι νὰ ἐπαναλάβω τὰ περὶ τούτου, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ἡ διαφορὰ ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ ὑπάρξεως Βουλῆς καὶ ἐνεργείας Βουλῆς. Τὸ πολίτευμα ἡμῶν δὲν ἐνόησε τὴν Βουλὴν διαρκῶς παροῦσαν διὰ νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἔχομεν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ἐνόησε τὴν Βουλὴν πάντοτε ὑπάρχουσαν, δυνάμει ὑπάρχουσαν, καὶ δυναμένην συνεπῶς νὰ κληθῇ ἵνα ἀσκήσῃ τὰ ἔργα αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθησαν ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, καὶ τῷ τοῦ 1864 καὶ ἐν τῷ νέῳ, αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουσι τὴν ἄμεσον μετὰ διάλυσιν ἢ μετὰ λῆξιν τῆς περιόδου σύγκλησιν τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων πρὸς ἐκλογὴν νέας Βουλῆς, καὶ ἐτέθησαν ὅρια ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ Κυβερνητικὴ ἐξουσία ὀφείλει νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ἐκλογήν, καὶ μόνον ὁ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖος χρόνος διὰ τὴν παρασκευὴν μιᾶς νέας ἐκλογῆς ἐξῃρέθη, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, ἀπὸ τὴν περίπτωσιν τῆς διηνεκοῦς παρουσίας τῆς Βουλῆς. Καὶ εἶναι οὕτως ἀκατανόητος ἡ ἔλλειψις Βουλῆς ὑπὸ παρόμοιον πολίτευμα καὶ εἰς σοβαρὰς ἐθνικὰς περιστάσεις εἶναι τοιαύτη ἡ σημασία τῆς Βουλῆς, ὥστε καὶ αἱ διαλυθεῖσαι ἀκόμη Βουλαὶ συνέρχονται ἵνα ἀποφανθῶσι περὶ ἐθνικῶν ὑποθέσεων εἰς σπουδαίας τινας περιστάσεις.
§64Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πλὴν τῆς Διπλῆς ὅμως, φαίνεται, διότι περὶ τῆς Διπλῆς εἶναι ζήτημα ἂν δύναται νὰ τὴν καλέσῃ ἐν ἐκτάκτῳ περιστάσει.
§65Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἡ Διπλῆ δὲν ἔχει ἄλλην ἀποστολὴν εἰμὴ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καθορίζει εἰς αὑτὴν τὸ Σύνταγμα, τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος εἰς τὰς διατάξεις τὰς μὴ θεμελιώδεις, μεθ’ ὃ ἀπέρχεται εἰς τὰ ἴδια καὶ καλεῖται τακτικὴ Βουλή.
§66Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Ἐψηφίσαμεν νόμους ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου καὶ ἐντεῦθεν· ἐὰν εἴμεθα κεκλημένοι μόνον διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, διατί νὰ ψηφίσωμεν τόσους νόμους, ἐὰν δὲν ἠδυνάμεθα;
§67Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποῖος ἐψήφισε τοὺς νόμους, κύριε συνάδελφε· δὲν γνωρίζω ἂν τοὺς ἐψήφισεν ἐκεῖνος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποτείνεσθε ἢ ἂν τοὺς ἐψηφίσατε ὑμεῖς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τοῖς πράγμασι τοῖς δημιουργουμένοις ἐκ τοῦ ψηφίσματος προέχει, ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς σκέψεως ἡμῶν, εἶναι εὐθὺς ἀμέσως ἡ ἀμφιβολία καὶ ὁ δισταγμὸς ποῖον εἶναι ἆρά γε τὸ ὅριον τὸ χρονικὸν εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἴδωμεν τέλος πάντων γεννωμένην, μίαν Βουλὴν καὶ λειτουργοῦσαν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν.
§68Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἕως ὅτου νὰ σβύσῃ ὁ δρόμος τῆς παλαιᾶς ὁδοῦ. (Χειροκροτήματα ἐξ ἐνίων ἑδρῶν).
§69Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐμβαθύνω εἰς τὴν ἀπωτέραν ἔννοιαν τοῦ ψηφίσματος, καὶ Δηλίου δεῖται κολυμβητοῦ, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, τὸ ἄρθρον 1 ἰδίως αὐτοῦ, ἵνα δυνηθῇ τις νὰ ἀνεύρῃ τὸ ὅριον τὸ χρονικόν, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ταῦτα ἀποφασίζοντες· διότι θὰ γεννηθῇ εὐθὺς ἀμέσως ὁ εὔλογος δισταγμὸς ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν: ἆρά γε ἀπὸ τῆς 8 Ἰουλίου, ὅτε κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν λήγει τὸ ἔργον τῆς παρούσης Βουλῆς, θὰ προσμετρηθῇ τὸ ἑξάμηνον ἢ τὸ τετράμηνον, κατὰ τὴν νέαν ἔκδοσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαί; Διότι ὅλα εἶναι δυνατά. Τούτου ἅπαξ γενομένου δεκτοῦ, μὴ τυχόν, ἐφαρμοζομένης τῆς νέας συνταγματικῆς διατάξεως, ἥτις ἐλάχιστον μόνον ὅριον διαρκείας προσδιώρισε διὰ τὰς συνόδους τὰς Βουλευτικάς, ἐνῷ ἡ μεγίστη διάρκεια δύναται νὰ φθάσῃ καὶ εἰς ἓν ἔτος, μὴ τυχόν, λέγω, ὑπολογιζομένης τῆς διαρκείας τῆς Συνόδου ἐπὶ ἓν ἔτος, ἡ λῆξις τῆς Συνόδου ἐπιβάλλεται ἀναγκαίως μόνον κατὰ τὴν 8 Ἰανουαρίου 1912, καὶ ἔκτοτε πρέπει νὰ προσμετρηθῇ τὸ ἑξάμηνον ἢ τετράμηνον διάστημα διὰ νὰ ἴδωμεν εἰς ποῖον ὅριον χρονικὸν φθάνομεν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ ψηφίσματος ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προκηρύξῃ ἐκλογάς; Τὰ περὶ τούτου, Κύριοι, μοὶ φαίνονται ὅλως ἀσαφῆ, ὅλως ἀπροσδιόριστα καὶ ἀβέβαια, καὶ ὅταν ψηφίσματα συνταγματικὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ μὴ ἀποφαίνηται ἐπὶ ἀδήλοις καὶ ἐπὶ ἀβεβαίοις ἔχει καθῆκον νὰ ζητῇ τὴν ἔννοιαν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων καλεῖται νὰ ἀποφανθῇ. Ἐὰν ἡ ἀπωτέρω ἔννοια τοῦ ψηφίσματος καὶ τὸ νόημα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα δύναται νὰ κληθῇ εἰς δευτέραν Σύνοδον, ἵνα ψηφίσῃ νόμους καὶ μάλιστα νόμους ὀργανικούς, ἀπορρέοντας ἐκ τῶν μεταρρυθμισθεισῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο ἐμφανῶς καὶ γενναίως πρὸ τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν γνώμην αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐὰν δὲ σύμφωνον ἔχῃ τὴν γνώμην αὐτῆς, νὰ καλέσῃ αὐτήν, ἐὰν σκόπιμον θεωρῇ τὸ πρᾶγμα, εἰς δευτέραν Σύνοδον ἐν καιρῷ ἵνα νομοθετήσῃ, διότι, μολονότι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τοιαύτην τινὰ ἐκδοχήν, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω ὅτι Βουλὴ καλουμένη εἰς νέαν Σύνοδον ἵνα ἀσκήσῃ νομοθετικὰ ἔργα ἢ νὰ ψηφίσῃ νόμους ὀργανικούς, ἀπορρέοντας ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν εἰσαχθεισῶν μεταρρυθμίσεων εἰς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, δύναται νὰ εὕρῃ τοὺς ἀπολογητὰς αὐτῆς καὶ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ καὶ μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ· ἀλλὰ Βουλή, ἥτις, τοῦτο μέν, δὲν θὰ ἔχῃ νόμιμον ὕπαρξιν ἀπὸ τῆς περατώσεως τοῦ ἔργου αὐτῆς τοῦ ἀναθεωρητικοῦ, τοῦτο δὲ θὰ διατελῇ ἐν προφανεῖ, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου νεκροφανείᾳ, οὐδένα δύναται νὰ ἔχῃ λόγον ὑπάρξεως καὶ οὐδένα δύναται νὰ εὕρῃ συνήγορον εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Κύριοι, τελευτῶν τὸν λόγον, διότι καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ τὴν Βουλὴν δὲν θέλω νὰ κουράσω, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν γεννᾷ ἐν τῇ ψυχῇ μου τὸ μέτρον τὸ εἰσαγόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἀπορίαν τὴν ἐκ τοῦ ἀδήλου σκοποῦ, τὴν ὁποίαν ἐγκλείει τὸ μέτρον τοῦτο, ἀπορίαν καὶ λύπην συνάμα διὰ τὴν ἀνατροπὴν τῶν πολιτικῶν βάσεων ἐκείνων ἐπὶ τὰς ὁποίας ζῶμεν καὶ κινούμεθα ὡς λαός, ὡς κοινωνία πολιτική, ὡς ἔθνος ζῶν ὑπὸ φιλελεύθερον πολίτευμα. Ἀλλὰ μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις, ὅταν πρό τινων μηνῶν ἡ πρώτη Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐψήφιζε χειροκροτοῦσα ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεώς του καὶ μόνον μίαν ἐπιφύλαξιν ἔκαμνεν ἐν τῇ ψήφῳ τῆς ἀπεριορίστου ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν παρεῖχε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πῶς, λέγω, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις τότε δὲν ἐδίστασε νὰ διαλύσῃ τὴν πρώτην Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, τὴν μήπω ἀρξαμένην τοῦ ἔργου τοῦ ἀναθεωρητικοῦ, δὲν διστάζει ἤδη τὴν δευτέραν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, τὴν περατώσασαν εἰς ἑξάμηνον χρονικὸν διάστημα τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον αὐτῆς, νὰ διατηρήσῃ ἐν τῇ ζωῇ καὶ νὰ παρατείνῃ τὸν βίον αὐτῆς, ἴσως μέχρις Αὐγούστου τοῦ 1912, ἐπὶ ἔτος ὁλόκληρον, καὶ πέραν τοῦ ἔτους, ἵνα ἐκπληρώσῃ δὲν γνωρίζω ποίους ἀνομολογήτους καὶ ἀβεβαίους σκοπούς. (Χειροκροτήματα).
§70Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ μεγίστη πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἐδέχετο καὶ δέχεται ὅτι καὶ νόμιμον καὶ σκόπιμον εἶναι νὰ παραταθῇ ὁ βίος τῆς συνελεύσεως καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος πρὸς ἐπιτέλεσιν συνήθων βουλευτικῶν ἐργασιῶν. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι συμφωνότεροι πρὸς ἑαυτοὺς εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδέχοντο καὶ δέχονται, ὅτι ἡ συνέλευσις ἡμῶν, ὡς συγκληθεῖσα παρὰ τὰς περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος διατάξεις, ἀντιπροσωπεύει τὴν κυρίαρχον θέλησιν τοῦ λαοῦ, μὴ δεσμευομένη ὑπ’ οὐδενὸς κανόνος, ὑπ’ οὐδενὸς θεσμοῦ, ὅτι δηλονότι ἔχει συντακτικὸν χαρακτῆρα. Τὸ ὅτι δὲ μέχρι σήμερον ἀπέκρουσεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμόν, δὲν συνεπάγεται ὅτι καὶ ἀπέβαλε τὰ δικαιώματα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἀπορρέουν ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν ἀπέστειλεν. Ὁ περιορισμὸς τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως εἰς τὰς μεταρρυθμίσεις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἦτο ἐνάσκησις τῆς κυριαρχικῆς θελήσεως τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δέχονται, ὅτι ἔχει ἀποκλειστικῶς ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα ἡ Συνέλευσις, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ εὕρουν τρόπον νὰ συμβιβάσωσι τὴν θεωρίαν των ταύτην μὲ τὴν γνώμην, ὅπως συνεχισθῇ ὁ βίος τῆς Συνελεύσεως πρὸς ἐπιτέλεσιν συνήθων βουλευτικῶν ἐργασιῶν. Οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι προσφεύγωσι, ὅπως καὶ ἄλλοτε προσέφυγον, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν ἑρμηνείαν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ, εἰς τὰς ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν εἰς τὸν λαόν, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει προβῆ εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν νομοθετικῶν ἐργασιῶν, ὅτι θέλει αὕτη ἐνδεχομένως συνεχίσει τὸν βίον αὐτῆς καὶ εἰς δευτέραν καὶ εἰς τρίτην σύνοδον. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἦτο ἀπαραίτητον μετὰ τὸ πέρας τῆς ἀναθεωρητικῆς ἡμῶν ἐργασίας, δι’ ἀποφάσεως ἡμῶν νὰ καθορίσωμεν σαφῶς τὰ τοῦ περαιτέρω βίου τῆς Συνελεύσεως κατὰ τρόπον, οὔτε ἀντιβαίνοντα πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, οὔτε προεξοφλοῦντα τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων. Ὁ σαφέστερος δὲ καὶ ἁπλούστερος τρόπος θὰ ἦτο, ἐὰν ἐκδηλοῦμεν, ὅτι ἀπὸ τῆς ἰσχύος τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Συντάγματος, τὸ συνέδριον ἡμῶν ἤθελε μεταβληθῆ εἰς συνήθη Βουλὴν ὑποκειμένην εἰς ὅλας τὰς διατάξεις εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται αἱ συνήθεις Βουλαί. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ τοιούτου σαφοῦς καὶ ἁπλοῦ τρόπου, ἡ Κυβέρνησις προέβαλε τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει τὰς ἑξῆς σπουδαίας ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐτόνισαν. Πρῶτον διὰ τοῦ ψηφίσματος δὲν κανονίζεται τι περὶ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, περὶ τῆς λήξεως δηλαδὴ τῆς περιόδου αὐτῆς. Ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Σῖμος ὑπεστήριξεν, ὅτι ἀναγκαίως λήγει ἡ περίοδος τῆς Συνελεύσεως τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἀλλ’ ἐλησμόνησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν γνώμην του, νὰ μᾶς εἴπῃ δηλ. κατὰ ποίαν λογικήν, εἰς ποίας διατάξεις στηριζόμενος ἐδέχθη, ὅτι τὴν 31 Δεκεμβρίου θέλει περατωθῆ ἀναγκαίως ἡ περίοδος τῆς Συνελεύσεως. Ἀλλά, πλὴν τῆς σοβαρᾶς ταύτης ἀνωμαλίας, παρουσιάζεται ἄλλη σπουδαιοτάτη ἀνωμαλία, ἡ ἑξῆς· ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν, τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται εἰς τὸ Σύνταγμα πρὸς ἐνέργειαν ἐκλογῶν, παρατείνεται κατὰ τὸ σχέδιον εἰς τέσσαρας μῆνας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοῦ μὴ καθορισμοῦ τῆς λήξεως τῆς περιόδου τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ καθορισμοῦ μακροῦ χρονικοῦ ὁρίου πρὸς ἐνέργειαν ἐκλογῶν, εἶναι πιθανόν, διὰ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, ν’ ἀποφύγῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν συνεργασίαν τῆς Βουλῆς ἐπὶ χρονικὸν διάστημα ἴσως καὶ μακρότερον τοῦ ἔτους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὴ μόνον ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία παρουσιάζεται, εἶναι καὶ ἄλλη, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Βοζίκης ἐτόνισεν, ὅτι ἄνευ δικαιολογίας τινὸς θέλομεν στερηθῆ ὄχι τῆς παρουσίας, ἀλλὰ τῆς ὑπάρξεως τῆς Βουλῆς, εἰς διάστημα τεσσάρων μηνῶν. Βεβαίως εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀντιτάξῃ, ὅτι δὲν θὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς δυνάμεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ ἀντίρρησις αὕτη ἤθελεν εἶσθαι ἥκιστα κοινοβουλευτική. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῇ ἡ Κυβέρνησις πράγματα, τὰ ὁποῖα, ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἤθελεν ἡ ἰδία ἀρνηθῆ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐλέχθη ἄλλοτε, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολίτευμα δυσπιστίας. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἀντίθετον γνώμην, ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι πολίτευμα ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἐμπιστοσύνης δυναμένης νὰ ἐκφρασθῇ πάντοτε, εἰς πᾶσαν στιγμήν. Διὰ τοῦτο εἶναι προτέρημα ἑνὸς πολιτεύματος, ὅταν τὸ χρονικὸν διάστημα μεταξὺ διαλύσεως καὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁσάκις παρίσταται ἀνάγκη, ὅπως συνεργασθῇ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῆς Βουλῆς, δὲν παρακωλύεται ἡ συνεργασία αὕτη ἐπὶ μακρόν, λόγῳ ἐνεργείας ἐκλογῶν. Εἶναι παράδοξον, ὅτι, καίτοι εἶναι ὁμαλὴ ἡ λύσις τῆς μεταπτώσεως ἡμῶν, ἀπὸ σώματος συντακτικοῦ εἰς σῶμα καθαρῶς νομοθετικόν, καίτοι ἡ λύσις εἶναι τόσον ἁπλῆ, ἐν τούτοις ὑπεβλήθη τοιοῦτον ψήφισμα, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν φέρει δικαιολογίαν, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου, δὲν ἤκουσα νὰ προσβληθῇ ἐπιχείρημα. Ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προσβληθῇ ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἀπαλλαγῇ ἐπί τινας μῆνας ἀπὸ τῆς καταβολῆς ἀποζημιώσεως, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἰς διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον, τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἐπακολουθήσῃ ἀμέσως ἐνέργεια ἐκλογῶν. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον ἐπιχείρημα ἐὰν προεβάλλετο, θὰ ἦτο ἀνάξιον συζητήσεως. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἐὰν πρόκειται συγχρόνως νὰ συζητηθῇ καὶ ἡ δευτέρα παράγραφος, ἔχω νὰ ὑποβάλω καὶ ἐπ’ αὐτῆς παρατηρήσεις τινάς.
§71Γ. ΠΩΠ. Μὴ ἀναμιγνύετε τὸ ζήτημα.
§72Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πολὺ καλά.
§73Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ διακόψωμεν.
§74Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ διακόψωμεν.
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐχαρίστως νὰ διακόψωμεν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον συνεπείᾳ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς συνέστησεν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΒΡΞΘʹ τοῦ 1893 περὶ καταδιώξεως ἀρουραίων καὶ ἀκρίδων, ἐκ τῶν κ. κ. Π. Καρασεβδᾶ, Ἀθ. Σωτηριάδου, Π. Λαγοπάτη, Ο. Τετενέ, Χ. Πετρέα, Π. Ἀποστολίδου, Κ. Γόντικα, Στ. Σομμαρίπα καὶ Εὐθ. Μαντοπούλου. Ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Γ. Σπηλιοπούλου ὑποβάλλεται 1) τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου Νόμου περὶ συμβατικοῦ τόκου κλπ. 2) Τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου Νόμου περὶ ζωοκλοπῆς κλπ. Ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Χ. Δικαίου ὑποβάλλονται 1) Τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ σχεδίου Νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 195 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. 2) Τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μετατροπῆς μικρῶν ποινῶν κρατήσεως κλπ. εἰς χρηματικάς. Ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Ν. Α. Πετσάλη ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποστολῆς ὑποτρόφων διὰ τὴν σπουδὴν τῆς δασολογίας. Ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Γ. Σπηλιοπούλου ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου Νόμου περὶ προσωρινῶν μέτρων ἐν ταῖς περὶ διακατοχῆς διαφοραῖς. Ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ι. Τσιριμώκου ὑποβάλλονται 1) Τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ σχεδίου Νόμου περὶ ζωοκλοπίας καὶ ζωοκτονίας. 2) Τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ σχεδίου Νόμου περὶ συμβατικοῦ τόκου, τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας. Ἅπαντα θὰ τυπωθῶσι πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς Τεῦχος Αʹ).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν δεκάτην μετὰ μεσημβρίαν. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ ½ μετὰ μεσημβρίαν). Μετὰ τὴν διακοπήν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§79Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, καὶ κηρυσσόμενος κατὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος, ὀφείλω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ δηλώσω ὅτι τὴν στάσιν μου αὐτὴν καὶ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θέλω δώσει, οὐδαμῶς ἐπηρεάζει, οὐδαμῶς ἐμπνέει δυσπιστία τις πρὸς τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ὑπετέθη ὅτι ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις εἰσηγουμένη τὸ ψήφισμα. Ἐλέχθη καὶ ἐγράφη ὅτι, διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ψηφίσματος ἐπιδιώκεται ἡ ἐγκαθίδρυσις δικτατορίας. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ ὑπετίμων τὴν ἀντίληψίν μου, ἐὰν ἐφανταζόμην πρὸς στιγμὴν ὅτι εἶναι δυνατόν, ὑπὸ τοιοῦτον τύπον, νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ ἐγκαθίδρυσις δικτατορίας. Νομίζω, ὅτι πλέον, ὅτι ὄχι μόνον ἐκ τοῦ πολιτικοῦ παρελθόντος, τοῦ διευθύνοντος τὴν πλειονοψηφίαν, δικαιολογεῖται τις μὴ προσέχων εἰς τὰς τοιαύτας διαδόσεις, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου λόγου, ὅτι, οὐσιαστικῶς, ὁ διευθύνων πλειονοψηφίαν, οἵαν διευθύνει ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δύναται διευθύνων τὰς πλέον ἢ τριακοσίας ψήφους ἐν τῷ Συνεδρίῳ τούτῳ νὰ ἀσκήσῃ ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ δικτάτωρ διευθύνων 300,000 λογχῶν. Ὥστε ἡ σκέψις περὶ ἱδρύσεως δικτατορίας, ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἀφίνει ἀσυγκίνητον. Μία ἄλλη σκέψις θὰ ἠδύνατο ἴσως νὰ γεννηθῇ, μὴ τυχὸν κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦνται ὅπως παραμείνῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τετράμηνον ἄνευ ὑπάρξεως Βουλῆς, καὶ σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ὅπως κατὰ τὸ στάδιον ἐκεῖνο ἀσκοῦσα αὕτη τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διαθέτουσα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ, ἐπηρεάσῃ τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογῶν ἀποβλέπουσα εἰς τὰς μελλούσας ἐκλογάς. Ἀλλὰ καὶ τὴν σκέψιν ταύτην νομίζω, ὅτι δικαιολογοῦμαι θεωρῶν κατωτέραν συζητήσεως, διότι Κυβέρνησις ἀπολαύουσα, ὡς εἶναι ἐμφανὲς εἰς πάντα, τοιαύτης ἐμπιστοσύνης ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας ὄχι μόνον τῶν ἀντιπροσώπων ἐν τῷ Συνεδρίῳ τούτῳ, ἀλλὰ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, βεβαίως, δὲν εἶναι λογικόν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἀπὸ τοῦδε, ἐνῷ ἀπολαύει τοιαύτης ἐμπιστοσύνης καὶ ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεδείχθη κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη ὅτι εἶναι ἔμμονος εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ παρελθόντος, ἡ Κυβέρνησις φοβεῖται τὰς ἐκλογὰς καὶ σκέπτεται νὰ παρασκευάσῃ εὐκαιρίαν ὥστε νὰ νοθεύσῃ τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Ἂν λοιπόν, ἐνῷ οὐδένα λόγον ἔχω ὅπως ἐκ δυσπιστίας ἀχθῶ εἰς καταψήφισιν τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ψηφίσματος, ἔχω ὅμως ἄλλους λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ πράξω τοῦτο. Τὸ εἰσηγούμενον μέτρον θεωρῶ ἀντικείμενον ἄντικρυς εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν φύσιν τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, ἀντικείμενον εἰς τὸ πνεῦμα τὸ κοινοβουλευτικὸν τὸ ὁποῖον διεῖπε τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου προσδοκῶ καὶ πέποιθα ὅτι ὀφείλομεν νὰ προσδοκῶμεν, ὅταν γνησίως ἐφαρμόζηται, τὴν προαγωγὴν τῶν ἡμετέρων συμφερόντων. Ὁ κοινοβουλευτικὸς χαρακτὴρ τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, οὐ μόνον ἀπαιτεῖ κατὰ τὴν φύσιν καὶ τὴν οὐσίαν αὐτοῦ, ὅπως τὰ κοινὰ διευθύνωνται ὑπ’ ἀνδρῶν ἀπολαυόντων τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ προσέτι ὅπως ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ ὑπάρχει πάντοτε ὡς παράγων παράλληλος παρὰ τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ, καὶ ἐπὶ τοσοῦτον μόνον χρόνον νὰ ὑπάρχῃ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἄνευ τῆς ὑπάρξεως τοῦ κοινοβουλίου, ὅσος καὶ μόνος εἶναι ἀναποτρέπτως ἀναγκαῖος διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν διὰ τὸν μηχανισμὸν τῆς ἐκλογῆς. Τὰ ὅρια ταῦτα τὰ εἶχε χαράξει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὰ ἐχάραξε δὲ καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηρίξῃ τις, ὅτι δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ χρονικὰ ταῦτα ὅρια, χωρὶς νὰ εὑρεθῇ πρὸ τοῦ φαινομένου τῆς ὑπάρξεως ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐναντίον τοῦ πνεύματος τοῦ Συντάγματος ἄνευ τῆς ὑπάρξεως τοῦ κοινοβουλίου. Κατὰ τοῦτο εὑρίσκω ὅτι ἡ εἰσαγομένη διάταξις ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὡς τοῦτο διετυπώθη εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοῦ 1864 καὶ τοῦ 1911. Εἶναι οὐσιώδης, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ὕπαρξις τοῦ κοινοβουλίου διὰ νὰ ὑπάρχῃ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις ἀπορρέουσα ἀλλὰ καὶ λογοδοτοῦσα πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων, ἑτοίμην ἵνα ἐν πάσῃ ἀναγκαίᾳ στιγμῇ ζητήσῃ λόγον ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων Κυβερνητῶν, οἵτινες, μόνον ἐπὶ τῇ προόψει ὅτι θὰ δώσωσι λόγον πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους, δύνανται νὰ ἀντιτάξωσι τὴν θέλησιν αὐτῶν τὴν στοχαστικὴν ἀπέναντι τοῦ Στέμματος. Εἶναι ἀπαραίτητος τοῦ κοινοβουλίου ἡ ὕπαρξις διὰ νὰ μὴ διαχειρίζωνται τὰ κοινὰ ἄνευ τῆς γνώμης τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ. Παρατηρῶ δέ, ἐν τούτῳ τοῦ λόγου γενόμενος, ὅτι τὸ ψήφισμα ὡς προτείνεται, τοῦτον τὸν ἀναγκαῖον περιορισμόν, τοῦτο τὸ ἀναγκαῖον στοιχεῖον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος οὐδαμῶς τὸ ἐξασφαλίζει. Εἶναι δυνατόν, ψηφιζομένου τοῦ ψηφίσματος τούτου, νὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις ἄνευ ὑπάρξεως κοινοβουλίου καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσι ψηφισθῆ κἂν οἱ ἐτήσιοι νόμοι, καὶ οὖσα ἠναγκασμένη νὰ διοικῇ τὴν χώραν ἄνευ τῶν νόμων τῶν ἐτησίων, ἄνευ τῆς γνώμης τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῇ βάσει νομοθετικῶν διαταγμάτων. Εἶναι δυνατόν, ψηφιζομένου τοῦ διατάγματος τούτου, ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις νὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκτάκτων διαρκῶς πιστώσεων. Τὸ ψήφισμα οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνει περὶ τούτου, καὶ ἀκριβῶς, ἐν τούτῳ καταφαίνεται ὁ ἀντικοινοβουλευτικὸς χαρακτὴρ τῆς εἰσαγομένης προτάσεως. Τώρα εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου ἀνήκοντος εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν Κυβερνητικὴν λέγοντος, ὅτι τὸ ψήφισμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰμή, μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν ἐτησίων νόμων, κατὰ τὴν προσεχῆ φθινοπωρινὴν Βουλήν. Περὶ τούτου ὅμως οὐδεμία ἐγγύησις λαμβάνεται ἐν τῷ ψηφίσματι. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις εἰμὴ νὰ προκαλέσῃ κατὰ τὸ φθινόπωρον τὴν ψήφισιν τῶν ἐτησίων νόμων· ἄγομαι δὲ εἰς τοῦτο ἐκ τῆς ἑξῆς σκέψεως: ἐπειδὴ δὲν εἴχομεν οὐδὲν δεδομένον, οὐδεμίαν ἐπίσημον δήλωσιν, ἥτις καὶ αὐτὴ δὲν θὰ ἤρκει, ἐπειδὴ δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸ ψήφισμα, ἔχομεν ὅμως ἓν ἄλλο δεδομένον οὐσιαστικὸν καὶ εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑποχρέωσιν τιμῆς νὰ ψηφίσῃ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ δὲν ἐψηφίσθησαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι πρόγραμμα αὐτῆς. Ἐκ τούτων ἀναφέρω τὸν νόμον περὶ κοινοτήτων, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀπαιτήσῃ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς ταύτης κατὰ τὸ φθινόπωρον, ὥστε θὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις νὰ ψηφισθῶσι καὶ οἱ ἐτήσιοι νόμοι. Λέγων τοῦτο δὲν ἐννοῶ νὰ παρίδω, ἢ μᾶλλον κάμνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ἵνα τονίσω τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν τοῦ ψηφίσματος τὸ ὁποῖον δὲν λαμβάνει οὐδεμίαν πρόνοιαν περὶ τῆς ψηφίσεως τῶν ἐτησίων νόμων, ἀφήνω, ὅτι καὶ περὶ τούτου ἐὰν ἐλάμβανε πρόνοιαν ἐγὼ πάντοτε θὰ τὸ ἐχαρακτήριζον ὡς ἀντικοινοβουλευτικόν, ὡς ἐναντίον τῶν κοινοβουλευτικῶν διατάξεων, ὡς αὗται διετυπώθησαν εἰς τὰ δύο Συντάγματα καὶ τοῦ 1864 καὶ τοῦ 1911. Ἀλλ’ ἂν τὸ ψήφισμα εἶναι ἀντικοινοβουλευτικόν, μήπως δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ἐκ λόγων πρακτικῆς σκοπιμότητος; Ὡς λόγον πρακτικῆς σκοπιμότητος θὰ ἠδυνάμην νὰ συζητήσω ἐκεῖνον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκ λόγων ὑπερτάτης ἐξωτερικῆς ἀνάγκης παρίσταται ἐνδεδειγμένον, ὅπως ὅλη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι συγκεντρωμένη εἰς ἑαυτὴν καὶ μὴ περισπᾶται ἐκ τῆς παρουσίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους· ἀλλ’ ἡ περίσπασις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐκ τῆς παρουσίας τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους ἐπέρχεται, ὅταν ὑπάρχῃ κοινοβούλιον ἢ ὅταν συνεδριάζῃ τὸ κοινοβούλιον; Νομίζω, ὅτι ἡ περίστασις ὑπάρχει μόνον ὅταν συνεδριάζῃ τὸ κοινοβούλιον. Λέγων δὲ τοῦτο, νομίζω, ὅτι καθίσταμαι ἀμέσως ἀντιληπτὸς, ὑποστηρίζων, ὅτι εἶναι δυνατόν, ἡ ἐξωτερικὴ ἀνάγκη, νὰ ἐξυπηρετηθῇ διὰ μόνης τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τοῦ κοινοβουλίου χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραταθῇ ἡ περίοδος ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν, μετὰ τὴν λύσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ κοινοβουλίου, δὲν θὰ ὑπάρχῃ κοινοβούλιον, ἀλλὰ θὰ μέλλωσι νὰ διενεργηθῶσιν ἐκλογαί. Ἐὰν ὅμως τὸ ψήφισμα, ὡς προτείνεται, εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸν οὐδὲ πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ πρακτικήν τινα ἀνάγκην, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, μήπως ἐκ τοῦ ἀντιθέτου εἶναι ἀσύμφορος ἡ ἐπιψήφισις αὐτοῦ; Κατ’ ἐμέ, νομίζω, ὅτι καὶ ἀσύμφορος εἶναι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ψηφίσματος. Εἶναι ἀσύμφορος οὐχὶ μόνον δι’ ὃν λόγον ὑπέδειξεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος κ. Βοζίκης, ὅτι δημιουργεῖται ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον εἶνε δυνατόν ποτε νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς προλείανσιν τῆς ἐγκαθιδρύσεως ἀπολυταρχικοῦ Κυβερνητικοῦ συστήματος, ἀλλ’ εἶναι ἀσύμφορος καὶ ἐπικίνδυνος καὶ ἀπὸ δύο ἄλλων ἀπόψεων. Τὴν πρώτην θὰ ἠδύνατό τις ἀποβλέπων εἰς τὴν σύγχρονον περίστασιν νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς παράβολον, ἀλλὰ πράγματι δὲν ἀποκλείεται ὁ κίνδυνος νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ μεσόχρονον αὐτὸ διάστημα, οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὁ μοναρχικὸς παράγων ὑπείκων εἰς πολιτικὰς ραδιουργίας καὶ ἀποδιώκων ἀκριβῶς τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ὁποίας δὲν φοβοῦμαι, ὅτι σκέπτεται ἀπολυταρχικῶς νὰ διευθύνῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δι’ οὓς λόγους ἀνέφερον. Φοβοῦμαι μήπως εἶναι δυνατὸν ὁ μοναρχικὸς παράγων νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ μεσόχρονον τοῦτο διάστημα πρὸς ἀποπομπὴν τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃν τρόπον εἰς τὸ παρελθὸν ἄλλαι Κυβερνήσεις, ἀπολαύουσαι τῆς πλειονοψηφίας, ἀπεπέμφθησαν τῆς ἀρχῆς διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἄλλο καθεστώς, ἄλλη Κυβέρνησις Αὐλική.
§80Γ. ΠΩΠ. Ὥστε ἔχομεν μίαν ἐνθάρρυνσιν ἐκ καλῆς πίστεως καὶ μίαν ἀποθάρρυνσιν ἐκ κακῆς πίστεως.
§81Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔδωκα ἤδη τὴν ἐξήγησιν, κύριε συνάδελφε, ὅτι τό γε νῦν ἔχον θὰ ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ σκέψις αὕτη παράβολος. Ἀλλ’ ὅταν εἶμαι μέλος τοῦ κοινοβουλίου, ἔχω πρωτίστην ὑποχρέωσιν ζηλοτύπως νὰ προστατεύω τὰ δικαιώματα τοῦ κοινοβουλίου, νὰ δυσπιστῶ δὲ ἐκεῖ ὁπόθεν δύναται νὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος. Δὲν ἔχει δὲ σημασίαν τὸ πρᾶγμα ἂν σήμερον δὲν παρίσταται τοιοῦτος κίνδυνος. Ὅταν προβαίνωμεν εἰς πολιτικὰ μέτρα ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι δυνατὰ νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐν μέλλοντι· καὶ ἂν πρόκειται νὰ ἐπαιαληφθῶσιν ἐν μέλλοντι, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ μονάρχης, ὁ ὁποῖος νὰ σκεφθῇ καὶ τοῦτο νὰ πράξῃ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη σκέψις.
§82ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Θὰ τὰ κάμῃ ἄνευ δυνάμεως, μὲ τὰ χαρτιὰ μοναχά, διότι ἔχει ἓν ψήφισμα τοιοῦτον.
§83Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ἐδίδετε προσοχὴν εἰς ὅσα εἶπον δὲν θὰ ἐλέγετε ὅσα εἴπετε.
§84Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. συνάδελφος δὲν δίδει σημασίαν εἰς τὰ ψηφίσματα, διότι ἔχει κάμει πολλὰ τῶν συντεχνιῶν (γέλωτες).
§85Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι ὅμως καὶ ἄλλη σκέψις πολιτικῆς σκοπιμότητος, ἡ ὁποία καθιστᾶ εἰς τοὺς ὀφθαλμούς μου ἀσύμφορον τὴν ψήφισιν τοιούτου ψηφίσματος. Ἐὰν σκεφθῇ τις, ὅτι διὰ λόγους ἐξωτερικῶν κινδύνων, δὲν εἶναι πρέπον νὰ περισπᾶται ἡ προσοχὴ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἡ προσοχὴ τῆς κοινωνίας, ἐκ τῆς ἐνεργείας ἐκλογῶν, καὶ εἶναι ἀνάγκη κατὰ τὸ μεσόχρονον τοῦτο διάστημα νὰ μὴ ὑπάρχῃ κοινοβούλιον, ἀλλ’ ὁ τόπος ὅστις θὰ παρασκευάζηται δι’ ἐκλογὰς θὰ ἔχῃ ἐκλογικὸν σάλον, ἀντὶ νὰ μειώσωμεν τοὺς κινδύνους ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ σάλου εἰς τὸ ἐλάχιστον—ὅριον αὐτὴ δὲ ἦτο, κύριοι Βουλευταί, ἡ σκέψις, ἡ ὁποία μᾶς ὑπηγόρευσε τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 37 καὶ τὴν σαφεστέραν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ νέου Συντάγματος,—ἀντὶ νὰ βραχύνωμεν τὴν κατάστασιν, ταύτην, τὴν ἐπιμηκύνομεν, καὶ ἀντὶ νὰ δημιουργήσωμεν μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία νὰ διευκολύνῃ ἀκριβῶς τὴν συγκέντρωσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς ἑαυτὴν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀντιξόων περιστάσεων, τοὐναντίον δημιουργοῦμεν ἐντὸς τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας παρατεταμένον ἐκλογικὸν σάλον, ὁ ὁποῖος πᾶν ἄλλο παρὰ θὰ συμβάλῃ εἰς τὴν καλλιτέραν εὐόδωσιν τοῦ πολιτικοῦ βίου. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἂν ὑπάρξῃ περίστασις δικαιολογοῦσα τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐκ προκαταβολῆς εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις, δὲν θὰ ἐθεωρεῖτε μετ’ ἐμοῦ ὅτι εἶναι μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, τὸ ν’ ἀναλάβῃ ὑπ’ εὐθύνην της ἡ Κυβέρνησις, τὴν παρανομίαν ἔστω, τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐκλογῶν ὑπὲρ τὰ συνταγματικὰ ὅρια, ἀναλαμβάνουσα νὰ λογοδοτήσῃ εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν, παρὰ νὰ ἔρχηται ἐκ προκαταβολῆς νὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν νὰ ἐπιχειρήσῃ τι, τὸ ὁποῖον ἀντιστρατεύεται καὶ πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος; Ἐγὼ ἔχω τοιαύτην ἰδέαν ὅτι κοινοβουλευτικώτερον εἶναι ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνελάμβανεν, ὅταν ἔλθῃ ἀνάγκη, τὴν εὐθύνην τῆς παρανομίας ἀκολουθοῦσα τὴν ῥῆσιν Salus rei publicae suprema lex esto καὶ νὰ λογοδοτήσῃ κατόπιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐξακολουθῶν ταύτην τὴν ἀρχὴν καὶ τοῦτο θεωρῶν κοινοβουλευτικώτερον, νομίζω ὅτι εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ψηφίσω ἐναντίον τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§86ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ γενομένη μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς μακρὰ καὶ οὐσιαστικὴ συζήτησις, ἀπέδειξε πόσον ὀρθὴ εἶναι ἡ ἐν ἀρχῇ ὑποβληθεῖσα γνώμη, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος ἔδει νὰ γένηται ἐξ ὑπαρχῆς ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, ἐπὶ τοῦ συνόλου· διότι μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς ταλαιπωρούμενοι, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, συνεζητήσαμεν αὐτὸ κατὰ τοῦτο, ὅτι συνηρμολογήσαμεν τὰ ἐν αὐτῷ μετ’ ἄλλων διατάξεων ὅπως φθάσωμεν ν’ ἀντλήσωμεν τὸ νόημα τὸ οὐσιαστικὸν τοῦ ψηφίσματος τούτου, ὅπερ μετὰ πολλῆς προσοχῆς ἐφρόντισεν ἡ Κυβερνητικὴ Σφὶγξ νὰ κρύψῃ (ἱλαρότης).
§87Γ. ΠΩΠ. Δι’ αὐτὸ ἔχει κέντρον φιλελευθέρων (ἱλαρότης).
§88ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι περίεργον ὅτι πάντες οἱ ἐπὶ τοῦ θέματος ὁμιλήσαντες κατὰ τοῦ ψηφίσματος, καὶ ἐξαντλήσαντες ὁμολογουμένως τὰ ἐπιχειρήματα, πολλὰ δὲ καὶ τὰ ὀρθὰ εἰπόντες, πάντες οὗτοι δὲν ἔφθασαν νὰ καταλήξωσιν εἰς τὴν αὐτὴν περὶ τῆς προθέσεως ἐν τῷ ζητήματι κρίσιν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ προθέσεως ὑπαρχούσης, ἀλλὰ τῆς γεννωμένης ἐν τῇ φαντασίᾳ τῶν ὑποπτευόντων τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα ὑπονοίας περὶ θελήσεως δικτατορίας· ταῦτα νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάξια τῆς Βουλῆς ταύτης. Ἀλλὰ παρετήρησα ὅτι ἄλλοι μὲν τῶν ἀγορευόντων μετὰ συστοιχίας ἐπιχειρημάτων ἰσχυρῶν εὑρίσκουσιν ὅτι εἶναι ἀόριστος ὁ χρόνος ὁ ἐν τῷ ψηφίσματι προβλεπόμενος, περὶ τῆς διαρκείας τῆς Βουλῆς, ἄλλοι δέ, κατὰ σειρὰν ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, ἀνεκάλυψαν, ἐν τούτοις δὲ καὶ εἷς τῶν ἀγορευσάντων ὑπὲρ τοῦ ψηφίσματος, ὅτι ἐνδείκνυται ἀσφαλῶς ὅτι ὑπάρχει ἐλευθερία νὰ διαρκέσῃ ἡ Βουλὴ αὕτη καὶ εἰς τέσσαρας συνόδους. Τοῦτο τὸ τελευταῖον μοὶ ἐφάνη ὅτι, ἂν ἐνετείνομεν εἰς αὐτὸ τὴν προσοχὴν καὶ προεκαλεῖτο ἡ γνώμη, ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο δυνατὸν ἀμέσως νὰ διασαφήσωμεν. Ὑποθέτω δὲ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ εὐδοκήσῃ, ἐὰν ἀποταθῇ εἰς αὐτὸν ἡ ἐρώτησις, νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν· διότι ἂν ἡ ἀπάντησις δοθῇ, κατὰ πολὺ θὰ διευκολυνθῇ τὸ περαιτέρω ἔργον καὶ τοῦ ἀγορεύοντος καὶ τῆς Βουλῆς. Ἤθελον λοιπὸν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως,— ὅστις βεβαίως ἔχει ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ τί θέλει,—«ἐντὸς τῶν ὁρίων, ἅτινα διαγράφουσι τὰ ἄρθρα τοῦ ψηφίσματος τούτου, ὑπάρχει ἡ ἰδέα νὰ διαρκέσῃ ἡ Βουλὴ αὕτη ἐπὶ ἐπὶ τέσσαρας συνόδους»;
§89Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐχὶ πρακτικῶς καὶ κατὰ τοὺς σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως, ἀμφιβάλλω δὲ καὶ θεωρητικῶς.
§90ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο πρέπει νὰ λεχθῇ θετικῶς καὶ τὴν ἀπάντησιν ταύτην ἐκλαμβάνω θετικήν· τὸ ἄλλο τὸ περὶ θεωρίας, ὀλίγον μὲ ἐνδιαφέρει, διότι παρετήρησα ὅτι ἐνίοτε συνηντήθημεν ἐνταῦθα ἀντιθέτως περὶ τῆς θεωρίας καὶ πρακτικῶς εὑρέθημεν σύμφωνοι· ὡς π. χ. ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀπαραδέκτου ἐν τῷ θέματι τῆς ἰσοβιότητος, λόγῳ, ὅτι ἡ διάταξις, περὶ ἰσοβιότητος, ἦτο θεμελιώδης, πρακτικῶς κατελήξαμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Ἀλλ’ ἴσως ἐκεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετεχειρίσθη τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦ «θεμελιώδους» ἵνα φθάσῃ ἀνετώτερον εἰς τὸ τέρμα, πρὸς ὃ ἡμεῖς ἐβαίνομεν κατ’ εὐθεῖαν.
§91Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ νὰ σᾶς διευκολύνω δηλῶ ὅτι θὰ ἐδεχόμην νὰ γραφῇ εἰς τὴν διάταξιν ταύτην διατύπωσις καθ’ ἣν αἱ ἐκλογαὶ τῆς προσεχοῦς Βουλῆς θὰ διεξαχθῶσιν οὐχὶ βραδύτερον τοῦ Μαΐου.
§92ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κρατῶ τὸν Μάϊον, διότι εἶναι μὴν λίαν εὐάρεστος (ἱλαρότης), ἀλλὰ καὶ μετὰ τῆς ἐπιφυλάξεως νὰ διατυπώσω καὶ ἐγὼ παραπλησίαν τινὰ ἰδέαν ἐν τροπολογίᾳ τοῦ ψηφίσματος τούτου.
§93ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἤθελον νὰ ὑπομνήσω ὅτι ἡ συνέλευσις τοῦ 1864 ἦτο Συντακτική, ἡ δὲ διάταξις ἐνεργείας ἐκλογῶν, προερχομένη ἐκ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ὀρθῶς καθωρίζετο.
§94Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ διάταξις ἀνήκει εἰς τὰς ἀναθεωρητέας λόγῳ ὅτι δὲν εἶναι θεμελιώδεις καὶ ἀνεθεωρήθη.
§95Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ἐλέχθη ἤδη, ὡς νομίζω, ὑφ’ ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλων, ὅτι ἐκείνη ἦτο πρᾶξις Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἄσχετον δὲ τὸ πρᾶγμα πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς αὐτό. Λοιπὸν τούτων οὕτως ἐχόντων ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ γράμμα τοῦ σχεδίου τοῦ ψηφίσματος, ἵνα δυνηθῶ νὰ προσδιορίσω τὸν χρόνον, ὅστις εἴμεθα ἤδη βέβαιοι καὶ ἥσυχοι, ὅτι δὲν εἶναι τετραετής, ὅτι δὲν εἶναι χρόνος τεσσάρων Συνόδων. Δὲν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὐδ’ ἠρώτησα περὶ τούτου, ἂν τρεῖς ἢ δύο αἱ σύνοδοι· τὸ ἐνδιαφέρον εἰς ἐμὲ εἶναι ὅτι δὲν πρόκειται χρόνος συνήθους περιόδου βουλευτικῆς. Τὰ δὲ στοιχεῖα τὰ περὶ τούτου, περιλαμβάνουσιν ἡ κορυφὴ καὶ οἱ πόδες τοῦ ψηφίσματος· ὅλος ὁ μυελὸς περιωρίσθη εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ εἰς τοὺς πόδας (ἱλαρότης). Λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τὰς σκέψεις μου. «Ἄρθρον 1. Ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς διὰ Β. Διατάγματος κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, θέλουσιν ἐνεργηθῆ αἱ ἐκλογαὶ πρὸς συγκρότησιν νέας Βουλῆς, ἥτις θέλει συγκληθῆ ἐντὸς 45 ἡμερῶν ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν». Ἔχομεν ἐνταῦθα δηλούμενον, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος μέλλει γενέσθαι ἡ κήρυξις τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τοῦ Β. Διατάγματος. Ἐν ἄρθρῳ τετάρτῳ ἔχομεν «εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς διπλῆς Βουλῆς καταβληθήσονται, λόγῳ ἀποζημιώσεως, διὰ τὴν ἀπὸ τῆς 8ης, Ἰουλίου 1911 καὶ ἐφεξῆς διάρκειαν αὐτῆς, δραχμαὶ 200 μὲν κλπ. Ἡ ἀποζημίωσις αὕτη περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὸ μέχρι τέλους 1911 χρονικὸν διάστημα». Ὁρισμὸς ἐνταῦθα τῆς προνοίας περὶ ἀποζημιώσεως, πρέπει νὰ εἶναι πρόνοια ἐτησίας Συνόδου. Ὁρισμὸς ἐκεῖ τῆς περιόδου τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τοῦ πρώτου ἄρθρου, περιόδου, ἥτις μένει μὲν κατὰ ταῦτα, τὰ ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ἀόριστος, ὡς ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ φίλου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ἀλλ’ ἥτις ἐν τούτοις γίνεται ὡρισμένη ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τετάρτου· ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς φράσεως ταύτης τῆς περιέργου τοῦ ἄρθρου 1 περὶ τῆς «διὰ Β. Διατάγματος κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς.» Διότι ἡ διάταξις αὕτη δὲν θὰ διετυποῦτο οὕτω ἂν προέκειτο περὶ ἁπλῆς Συνόδου, ἀλλὰ θὰ ἔλεγε, κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ Συντάγματος, «ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου.» Ἀλλ’ ἐνταῦθα γίνεται λόγος περὶ «λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς.» Εἶναι κατ’ ἐμὲ καθαρόν, ὅτι ἐκ τῶν δύο τούτων ἄρθρων χαρακτηρίζεται ἡ παροῦσα Βουλή, λαμβάνουσα ὅριον διαρκείας ὁλικῶς κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν τῶν συνήθων Συνόδων· ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ ἀποτελεῖ ἰδιόρρυθμόν τινα περίοδον βουλευτικὴν ἐπιβληθεῖσαν ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἅτινα κατέστησαν τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν νομοθετοῦσαν, καὶ δὴ τὰ ἀπαραίτητα. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις κατηγορεῖται ἔξω τῆς Βουλῆς, καὶ ὃν οὐδεὶς δέχεται ἐνταῦθα ἄξιον τοιαύτης κατηγορίας, συνεφώνησε περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ φέρῃ ἐνταῦθα εἰς τὸ δυνατὸν πέρας τὰ κυριώτερα τῶν θεμάτων, καὶ ἰδίως ἐκεῖνα, ἅτινα συνδέονται μετὰ τῶν ὁρισμῶν τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἐψηφίσαμεν, καὶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, ὅπως τὸ Σύνταγμα τοῦτο τελεσφορήσῃ, νὰ καταβληθῇ φροντίς, ὅπως περιορισθῶμεν ἐν τῷ χρονικῷ τούτῳ ὁρίῳ, τῷ λήγοντι τὴν 31ην Δεκεμβρίου, νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον, ὅστις καθ’ ἣν ἀπέκτησε περὶ τοῦ πράγματος γνώμην, ὡς ὑποθέτω, θέλει ἐξαρκέσει, ὅπως δυνηθῇ τὰ κυριώτατα τοῦ ἔργου νὰ φέρῃ εἰς πέρας. Τούτου οὕτως ἔχοντος, ἂν καλῶς ἡρμήνευσα τὸ αἴνιγμα τῆς Σφιγγός, δὲν ἔχω βεβαίως τὴν ἀξίωσιν διὰ τοῦτο νὰ κρημνισθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ Σφὶγξ τὸ πάλαι, (ἱλαρότης) διότι ἀκριβῶς ἑρμηνεύσας τὴν Σφίγγα, εἰς τὴν Σφίγγα ἀπέδωκα ἐκεῖνο ὅπερ ἐγὼ ἐπεθύμουν, καὶ ἐρωτῶ: διὰ τίνα λόγον τούτου τοῦ πράγματος ὄντος οὕτως ἁπλοῦ καὶ οὕτως ἁγνοῦ ἀπέναντι Βουλῆς, ἥτις συνευδοκεῖ ἀπὸ μακροῦ χρόνου, Βουλῆς ἀναγνωρισάσης ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν συνεκλήθη ἡ Ἀναθεωρητικὴ αὕτη Συνέλευσις, καὶ αἱ ἀνάγκαι, αἵτινες παρήγαγον τὴν σύγκλησιν αὐτῆς καὶ ἐξακολουθοῦσιν ὑφιστάμεναι λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ ἔργου, ὅπερ διεξήγαγεν, διατί, ἀφοῦ ταῦτα ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνευδοκούσης ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς,—συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως— ἄν πρέπει τις νὰ φέρῃ ἴδιον λόγον περὶ τῶν σήμερον κατὰ τριάδας ἢ μονάδας δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ ἐνταῦθα εὑρισκομένων.
§96Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἡ τριὰς ἢ ἡ μονὰς ἐπετέλεσε μέγα ἔργον.
§97ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θαυμάζω τὸ ἔργον, καὶ δὲν ἔχω λόγον νὰ εἴπω ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶναί ποτε ἄχρηστος. Εἴτε μονὰς εἶναι ἡ Ἀντιπολίτευσις, εἴτε τριάς, εἴτε πεντηκοντάς, ὅταν πολιτεύηται ὡς ἀντιπολίτευσις καλῶς καὶ σωφρόνως καὶ μετὰ δικαιοσύνης, εἶναι χρησιμωτάτη. (Χειροκροτήματα). Ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὰ Κυβερνητικὰ ἐκεῖνα ἱδρύματα, ἅτινα δὲν εὑρίσκουσιν ἀπέναντι αὐτῶν ἀντιρρήσεις, διότι τὰ Κυβερνητικὰ ἐκεῖνα ἱδρύματα σαθροῦνται ταχύτερον, πεποιθότα ἐπὶ τὴν ἰδίαν αὑτῶν σοφίαν καὶ μὴ βλέποντα μήτε δεξιά, μήτε ἀριστερά· διὰ τοῦτο αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ Κυβερνητικὰ ἱδρύματα ζητοῦσιν νὰ ἔχωσιν ἀντιπολίτευσιν· καὶ φοβοῦμαι μήπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ηὐτοσχεδίασε τὴν ὑμετέραν Ἀντιπολίτευσιν, ὅπως ἔχῃ ταύτην. (Χειροκροτήματα).
§98Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὑπάρχει ἡ συμβατικὴ ἀντιπολίτευσις καὶ ἡ πραγματική. Συμβατικὴ ἀντιπολίτευσις εἶσθε ὑμεῖς· ἡ πραγματικὴ ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι αὐτοσχεδιασμένη, ἐδῶ δὲ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀντιπολίτευσις.
§99Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἀντελήφθην καλῶς τί εἴπετε περὶ ἐμοῦ· ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ ἐμνημονεύσατε, λέγω τοῦτο, ὅτι ἐγὼ πολιτεύομαι ἐνταῦθα κατὰ τρόπον λίαν ἰδιόρρυθμον, πολιτεύομαι προσπαθῶν νὰ λέγω πᾶν ὅτι φρονῶ, καὶ νὰ περιορίζω τὰς ἑκατέρωθεν ὁρμάς, ὅταν βλέπω ταύτας ὑπερπηδώσας τὰ ἐσκαμμένα. Πολιτεύομαι δὲ οὕτως ἰδιορρύθμως, διότι μοὶ ἐδόθη ὑπὸ τῶν πραγμάτων ἡ εὐκολία νὰ πολιτευθῶ οὕτω, καὶ εἶμαι διὰ τοῦτο εὐτυχής. Καὶ νῦν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἰδέαν μου. Λοιπόν, τοιαύτης οὔσης τῆς καταστάσεως, τοιούτου ὄντος τοῦ περιβάλλοντος, τοιούτων οὐσῶν τῶν προθέσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διατί νὰ μὴ εἴπωμεν τὰ πράγματα καθαρά; Ὅπως ἔχει ἡ διάταξις εἶναι,—ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως—ἀξιοκατάκριτος· διότι, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει πρόθεσις ὑποκλοπῆς χρόνου, ἐν τούτοις περιλαμβάνεται ἐνταῦθα διάταξις περὶ ἑξαμήνου— περιορισθεῖσα νῦν εἰς τετράμηνον—ἥτις δὲν εἶχεν ἀπολύτως κανένα λόγον· εἶχε μόνον τὸ ἀτύχημα ὅτι ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ παρερμηνευθῶσιν αἱ προθέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ παροῦσα Βουλὴ ἀποτελεῖ ἰδιαιτέραν περίοδον μονοετῆ, καὶ πρόκειται νὰ λήξῃ τὴν 31 Δεκεμβρίου, ὅπως εἶμαι βέβαιος ὅτι ἔχει κατὰ νοῦν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τίς ἡ ἀνάγκη προνοίας περὶ Διατάγματος κηρύξεως τῆς λήξεως; Μήπως αἱ περίοδοι ἔχουσι ἀνάγκην Διατάγματος ὅπως λήξωσιν; Αἱ περίοδοι εἶναι ὡρισμέναι· καὶ διὰ τοῦτο ἡ τελευταία τετραετὴς Βουλὴ ἐξήντλησεν ἐν σιωπῇ καὶ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ἐμοῦ μὴ θελήσαντος νὰ προκαλέσω Διάταγμα λήξεως τῆς περιόδου ἐκείνης, ἀφοῦ καὶ ἄνευ Διατάγματος τὰ πράγματα ἤρχοντο μετὰ 5 ἢ ἓξ ἡμέρας φέροντα τὴν λῆξιν ἀφ’ ἑαυτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν λήγῃ τὴν 31 Δεκεμβρίου, καθ’ ἣν ἐγὼ ἔδωκα ἑρμηνείαν, ἡ περίοδος, διατὶ δὲν ἔθηκεν ἐκείνην ἀκριβῶς τὴν χρονολογίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε τὰ συμπεράσματα ἄνευ οὐδεμιᾶς εἰδικῆς προνοίας ἤθελον συγκομισθῆ; Διότι ἂν ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὴν 31 Δεκεμβρίου λήγει τὸ ἔργον τῆς παρούσης Βουλῆς, θὰ εἴχομεν τὸ ἄρθρον 69 τοῦ Συντάγματος ἀφ’ ἑαυτοῦ λαλοῦν καὶ λέγον: ληγούσης τῆς περιόδου τὴν 31 Δεκεμβρίου, ἐντὸς 45 ἡμῶν θέλουσι διεξαχθῆ αἱ Βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ καὶ θέλει συγκληθῆ ἡ Βουλὴ· κατὰ τίνα διάκρισιν; Ἂν μὲν ἐψηφίσθη ἤδη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους 1912, τότε κατ’ Ὀκτώβριον τοῦ 1912 τὸ βραδύτερον· ἂν δὲ δὲν ἐψηφίσθη ὁ Προϋπολογισμός, τότε κατὰ ῥητὴν Συνταγματικήν, καὶ οὐχὶ ἁπλῆν κοινοβουλευτικὴν ἀξίωσιν ἀμέσως. Οὕτω ὁ ἐκ τῶν περιστροφῶν, ἃς περιέχουσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς ἔχει, κίνδυνος ἀπόλλυται. Ὑπολείπεται δὲ μόνον ὁ κίνδυνος,—ἂν εἶναι κίνδυνος,—νὰ μὴ ὑπάρξῃ Βουλὴ ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου, δηλαδὴ ἐπὶ ἕνα μῆνα, κίνδυνος ἀπορρέων ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐ μόνον οὐδὲν ἔχει τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν, ἀλλ’ οὐδέ, πολὺ ὀλιγώτερον, τίποτε τὸ ἀντισυνταγματικόν. Μένει δὲ τότε, ἂν εἰς τὰ πράγματα τυχὸν ἔλθωσι νὰ ἐνθρονισθῶσιν ἄλλοι παρ’ ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσιν ἐνδεδειγμένον τὸ δικαίωμα νὰ παραμείνωσιν εἰς αὐτά, ἢ ἐὰν οἱ σημερινοὶ κάτοχοι θελήσωσι νὰ μείνωσιν, καίτοι τυχὸν καταδικασθέντες ὑπὸ τῆς Βουλῆς, μένει τότε δικαίωμα κατακρίσεως ἐπὶ ἀντικοινοβουλευτικῇ πολιτείᾳ, καὶ ἐπὶ θέματος τοιούτου ἐξεγέρσεως τοῦ δημοσίου φρονήματος. Ἀλλὰ κερδίζομεν τὸ ἄλλο· ἀσφαλιζόμεθα ὅτι, ἂν τυχὸν τὰ Συνταγματικὰ δὲν εὑρεθῶσι τελείως ἐψηφισμένα μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου, κατὰ τὸ 1912 ἔρχεται ἡ νέα Βουλὴ ἀμέσως καὶ ἐκτελεῖ τὸ ἔργον τοῦτο καὶ πάντων ἐνταῦθα συνηγμένων. Ἔχει ὅμως καὶ τὴν ἔλλειψιν ταύτην τὴν ἄλλην ἡ διάταξις αὕτη· ὅτι, ἐν ᾧ τούτου ἀποστερεῖ ἡμᾶς κατὰ τὴν περίπτωσιν τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς, ἀποστερεῖ ἡμᾶς, ἢ κάλλιον ἀποστερεῖ τὴν Ἑλλάδα τοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχει νὰ προσβλέψῃ καὶ εἰς τὰ τῆς περιπτώσεως διαλύσεως τῆς Βουλῆς· διότι, ἐὰν οὕτω ψηφίσωμεν ἀποκλείεται καὶ ἡ ἀνάγκη τῆς διαλύσεως.
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί;
§101ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ σχεδίῳ οὕτως ὡρισμένῳ, κηρύττει τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς κατὰ Σεπτέμβριον, καὶ ἔχει ἔπειτα ἕξ μῆνας διὰ τὰ περαιτέρω. Τοῦτο βεβαίως ἀντιβαίνει πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκείνου, ὅστις συνέταξεν τὸ ψήφισμα· ἀλλὰ τοῦτο συνάγεται ἐκ τῆς τοιαύτης συντάξεως τοῦ ψηφίσματος, ἥτις πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι εἶναι ἀτυχής. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐγὼ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νὰ διατυπώσω τροπολογίαν, ἥτις θὰ εἶμαι πολὺ εὐτυχής, ἐὰν ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς γνώμας τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες μοὶ φαίνεται ὅτι κατὰ μέγα μέρος ἐξεδηλώθησαν σύμφωνοι. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1 προτείνω νὰ ἀντικατασταθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἅμα τῇ ἐντὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους λήξει τῶν ἔργων τῆς ὑφεστώσης Βουλῆς, διαταχθήσεται ἡ ἐνέργεια γενικῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἡ δὲ νέα τακτικὴ Βουλὴ συγκληθήσεται κατὰ τὰ ἐν ἄρθρῳ 69 τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενα. Ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς ὑφεστώσης Βουλῆς ἐφαρμόζονται τὰ ἐν ἄρθρῳ 37 τοῦ συντάγματος διακελευόμενα». Καὶ ἡ δευτέρα περίπτωσις εἶναι ἀξία προσοχῆς καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτήν, διότι ἔχομεν ἤδη τὸ δεδομένον ὅτι, καὶ αἱ ἀναθεωρητικαὶ Βουλαὶ ὑφίστανται τὸ κακὸν τῆς διαλύσεως. Λοιπὸν ἀφοῦ ἅπαξ διελύθη ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλή, τίς ἐγγυᾶται εἰς ἡμᾶς ὅτι δὲν θὰ δώσωμεν ἀφορμάς, ἢ δὲν θὰ κριθῇ ὅτι δίδομεν ἀφορμὰς ὅπως καὶ ἡμεῖς διαλυθῶμεν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει ἡ νέα Βουλὴ νὰ ἔλθῃ ταχύτερον ἢ ὅ,τι θὰ ἤρχετο, ἂν ἔληγεν ἡ περίοδος τακτικῶς.
§102Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν διατυπωθῇ ὡς ἰσχυρίζεσθε εἰς τὸ ψήφισμα, τότε θὰ εἶναι ἐντελῶς περιττὸν τοῦτο, διότι παραπέμπει εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος.
§103Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον ἤδη ὅτι, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ ψήφισμα, τὰ πράγματα θὰ ἦσαν καλύτερα, καὶ χαίρω ὅτι ἀφ’ ὑμῶν ἔρχεται ἡ παρατήρησις, κύριε συνάδελφε, οὗτινος ἔλαβον ἀφορμὴν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ διακρίνω τά τε ἄλλα προσόντα καὶ ἰδίως τὴν μεγάλην κριτικὴν ἱκανότητα. Αὕτη εἶναι ἡ τροποποίησις, ἣν ὑποβάλλω ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ. Καὶ παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν τῆς τετάρτης ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσαμεν τὸ Σύνταγμα, — ὅπερ, ἂν δὲν ὑπῆρχον αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι, θὰ ἦτο βεβαίως ἤδη ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ, διότι μόνον, ἵνα ὁρισθῶσι ταῦτα τὰ μεταβατικὰ ἐδόθη ἡ δεκαήμερος προθεσμία, — ὅτε, λέγω, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν πέμπτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ μετὰ τοσαύτης διὰ τὸ μέλλον προνοίας ἐπεστήσαμεν τὴν προσοχὴν καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 69 καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, φόβος ὑπάρχει μὴ εὑρεθῶμεν ἐκτεθειμένοι εἰς τὴν μεγίστην κατάκρισιν, ὅτι εἰς διάστημα πέντε ἡμερῶν τοσοῦτον ἐλησμονήσαμεν, ἀντὶ νὰ περιφρουρήσωμεν, τὸ ἴδιον ἡμῶν ἔργον, τὸ μετὰ τόσης ἐπιμελείας καὶ ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν καθ’ ἕνα ἕκαστον καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὸ τῆς ὅλης Βουλῆς διεξαχθέν, τοσοῦτον ἐλησμονήσαμεν αὐτό, ὥστε προστρέχομεν εἰς διατάξεις εἰδικάς, διατάξεις αὐθαιρέτους, ἐνῷ ἔχομεν ἤδη κειμένας ἐν τῷ Συντάγματι δύο διατάξεις ἐπαρκεῖς. Κρατήσατε τὰς διατάξεις ταύτας, ἃς ὀφείλομεν νὰ προσκυνήσωμεν, κρατήσατε τὰς διατάξεις ταύτας, ἃς μεθαύριον θέλομεν ἴδει ἐκτετυπωμένας εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως καὶ διαδεδομένας εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔξω τῆς Ἑλλάδος, καὶ μὴ ζητεῖτε νὰ ψηφίσητε νέας, διὰ ψηφισμάτων νὰ ἐπιφέρητε μεταβολάς, αἵτινες εἶναι ἐν ταὐτῷ ἀμυχαὶ ἀκουσίως ἐπιφερόμεναι κατὰ τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος, ἀλλὰ μέχρι τῆς ὥρας ταύτης μὴ τεθέντος εἰς ἐφαρμογὴν Συντάγματος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς· διότι εἰς τὸ περαιτέρω κακὸν μικρὰ ἀμυχὴ ἀρκεῖ· ὅταν ὁ λέων, ὅσον δήποτε τιθασὸς καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ἐπιτύχῃ ἀμυχὴν τινὰ τοῦ κυρίου αὐτοῦ καὶ λείξῃ τὸ αἷμα, ἀδύνατον ἔπειτα νὰ κρατηθῇ, θὰ κατασπαράξῃ.
§104Γ. ΠΩΠ. Ὥστε εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὰς σκέψεις μας.
§105Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὰς σκέψεις αὐτὰς εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλ’ εἰς τὰ συμπεράσματα δὲν εἴμεθα σύμφωνοι. Διότι ἐγὼ αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω καθῆκον τὸν καθένα νὰ κρίνω κατὰ τὰς προθέσεις αὐτοῦ, νὰ κρίνω κατὰ τὸ παρελθὸν αὐτοῦ, νὰ κρίνω κατὰ τὴν πεποίθησιν, ἣν αἱ πράξεις αὐτοῦ παρέχουσιν ὅτι θὰ βαδίσῃ τὴν αὐτὴν εὐθεῖαν ὁδόν· καὶ κρίνων οὕτω νὰ προσπαθήσω νὰ συμβουλεύσω καὶ ἐπιτύχω παρ’ αὐτοῦ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ νόμιμον· ἂν δὲ τυχὸν δὲν πεισθῇ, νὰ μὴ πράξω τίποτε ἄλλο, ἢ μόνον νὰ καταψηφίσω λυπούμενος ὅτι μέγα σφάλμα διέπραξεν ἐκεῖνος, ὁ τοιοῦτος, διότι δὲν ἤκουσε τὰς ὀρθὰς γνώμας.
§106Γ. ΠΩΠ. Τότε ἂν πολιτεύηταί τις ἐπὶ τῇ βάσει καλῆς πίστεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προθέσεων, τότε τί τὸ θέλομεν τὸ Σύνταγμα.
§107Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶσθε δεξιώτατος χειριστὴς τῶν τοιούτων ἐπιχειρημάτων, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα προσήκουσι ταύτην τὴν ὥραν. Ἔχομεν θετικὰ γεγονότα ἐνταῦθα, ἔχομεν ὡρισμένα σώματα καὶ ὡρισμένα πνεύματα, καὶ πρὸς τὰ θετικὰ γεγονότα καὶ πρὸς τὰ γνωστὰ σώματα καὶ πνεύματα ὀφείλομεν νὰ προσαρμόσωμεν καὶ τὰς πράξεις καὶ τὰς κρίσεις ἡμῶν. Τὰ ἄλλα εἶναι ὄνειρα. Πολλῶν εἰδῶν ἀνθρώπους καὶ πολλῶν εἰδῶν πολιτευομένους καὶ πολλῶν εἰδῶν προθέσεις συνηντήσαμεν καὶ συναντῶμεν καὶ θὰ συναντήσωμεν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι αἱ προθέσεις ὅλων συσσωρευμέναι, θέλουσιν ἐπιρριφθῆ ἐπὶ τὸ σύνολον.
§108Γ. ΠΩΠ. Ἄλλως τε σεῖς εἴπετε ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν Πολίτευμα εἶναι καχύποπτον αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, καὶ ὅτι πρέπει νὰ προκαλῇ ὑπονοίας.
§109ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλ’ αἱ ὑπόνοιαι εἶναι πολλῶν εἰδῶν· καὶ ὑπόνοια πρῶτον, ὀλισθημάτων ἀκουσίων. Δὲν δυνάμεθα δι’ ὀλισθήματα ἀκούσια νὰ καταδικάσωμεν τοὺς ὀλισθήσαντας, διότι, ἂν τὸ συνταγματικὸν Πολίτευμα εἶναι πολίτευμα δυσπιστίας, ὅπως φρονῶ ὅτι ὀρθῶς εἶπον, — καίτοι τὴν ἑσπέραν ταύτην κατεκρίθην διὰ τοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, — ἂν τὸ συνταγματικὸν Πολίτευμα εἶναι πολίτευμα δυσπιστίας, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι καὶ ἐξόχως πολίτευμα πίστεως· δυσπιστοῦσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ προσέχωσιν εἰς τὴν κίνησιν τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς ἣν ἀντιφρονοῦσιν· ἐμπιστεύονται οἱ ἄλλοι, διότι οἱ περὶ αὐτὴν τεταγμένοι δὲν εὑρίσκουσι λόγους ὅπως διατεθῶσι πρὸς αὐτὴν δυσπίστως. Ἀλλ’ ἡ δυσπιστία ἐκείνων ἢ φέρει ἀποτελέσματα ὅτι διασαλεύεται καὶ τῶν ἄλλων ἡ πίστις, ἢ φέρει τὸ ἄλλο ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα ὅτι, ἂν δὲν εἶναι κατὰ τὴν δύναμιν ἐπαρκής, ἐνισχύει τῶν ἄλλων τὴν πίστιν πρὸς τοὺς κυβερνήτας. — πολὺ σπουδαῖον ἀποτέλεσμα, ἂν θέλῃ χώρα τις ἐλευθέρα νὰ ἔχῃ ἰσχυροὺς κυβερνήτας, ἐλευθέρους καὶ δικαίους. Λέγω λοιπὸν τοῦτο· ἔχοντες τὸ 69ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀρτίως συσταθέν, καὶ τὸ 37ον τὸ παλαιόθεν μὲν ὑπάρχον ἀλλὰ καὶ τοῦτο βελτιωθέν, μὴ φροντίσωμεν ἀλλαχοῦ νὰ εὕρωμεν προθεσμίας ἐπὶ λήξεως περιόδων καὶ πρὸς διάταξιν ἐκλογῶν. Ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς ταῦτα, πρὸ πάντων δὲ ὑμεῖς ἀρκεσθῆτε εἰς τὸ ἄρθρον 69ον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ πρὶν ἢ διατυπώσῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὰ κατ’ αὐτό, πρὶν ἢ ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὰ ἐν αὐτῷ ὑμεῖς αὐτοί, ἐν τῇ ὑμετέρᾳ προτάσει, εὑρόντες ἓν κενὸν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, κενὸν ὅπερ δὲν εἶχε δώσει ποτὲ ἀφορμὴν εἰς κατάχρησιν, ἐνομίσατε ὅτι, καίτοι τοῦτο οὕτως ἀζημίως εἶχε, καίτοι οὐδέποτε παρεξηγήθη ἡ ἔννοια τοῦ κενοῦ τούτου, ἔπρεπε νὰ συμπληρώσητε ἐν τούτῳ τὸ Σύνταγμα τὸ ἔχον ἀτελῶς, καὶ διετυπώσατε ὑμεῖς πρῶτοι εἰς τὴν πρότασιν τῶν ἓξ Βουλευτῶν τὴν διάταξιν ταύτην, ἣν υἱοθετήσαμεν καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἔπειτα ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ χειροκροτοῦσα ἀπεδέχθη. Τοῦτο ἀρκεῖ· μὴ ζητεῖτε ἑξαμηνίας, μὴ ζητεῖτε τετραμηνίας. Ἂν ἐξετάσητε καλῶς τὰ πράγματα, θέλετε ἴδει ὅτι ἔχοντες τοῦτο τὸ ὀχύρωμα τὸ συνταγματικὸν καὶ ταύτην τὴν εὐκολίαν τὴν συνταγματικήν, θὰ ἔχητε εἰς τὴν διάθεσιν ὑμῶν 45 ἡμέρας, αἵτινες εἶναι πλέον ἢ ἐπαρκεῖς ὅπως πληρωθῶσιν αἱ ἀνάγκαι, αἵτινες τυχὸν θὰ παρουσιασθῶσι κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην. Διότι ἐλέχθη μὲν περὶ ἐξωτερικῶν γεγονότων καὶ ἐρρήθησαν πολλὰ καὶ ἄλλως ὀρθά· ἀλλὰ τὰ ἐξωτερικὰ γεγονότα, ἅτινα δύνανται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐμφανισθῶσιν, ἂν ἔλθωσιν, ἀκριβῶς θέλουσι Βουλήν. Διότι καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἐκείνην, δι’ ἣν δυνατὸν ἦτο νὰ κατακριθῶμεν, καὶ κατεκρίθημεν ὅτι, ἐδώκαμεν ὑπέρμετρον ἐμπιστοσύνην πρὸς ἀναστολὴν ἐλευθεριῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκείνην τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡμεῖς καὶ αὐτὴν ἐψηφίσαμεν· εὐθὺς δ’ ὡς τοιαύτη περίπτωσις ἐξωτερικῶν γεγονότων ἐμφανισθῇ, ἀντὶ νὰ ἀπομακρύνωμεν τὴν Βουλὴν εἴχομεν τὸν νοῦν ἡμῶν εἰς κλῆσιν αὐτῆς καὶ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύναται πέραν τῶν πέντε ἡμερῶν νὰ ἀναβληθῇ. Καὶ τότε παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, εἰς τί θέλει χρησιμεύσει τὸ τετράμηνον ἢ τὸ ἑξάμηνον; Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ κατόπιν πάλιν ὑποβάλλω ἀπὸ τοῦδε καὶ δύο τροπολογίας, τὴν μίαν ἐπὶ τοῦ δευτέρου καὶ τὴν ἄλλην ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου, ἐπιφυλαττόμενος ἐν τῇ προσηκούσῃ ὥρᾳ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτῶν.
§110ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀνάγκη, πρὸ παντός, κύριοι Βουλευταί, νὰ διευκρινισθῇ πόθεν προκαλοῦνται, αἱ διατυπωθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Τινὲς ἐκ τῶν προαγορευσάντων, κυρίως τὴν πηγὴν τῶν ἀντιρρήσεων αὐτῶν ἤντλησαν ἐκ τῆς ἀμφισβητήσεως τοῦ νομοθετικοῦ χαρακτῆρος τῆς Βουλῆς, ἀρνούμενοι εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἐξουσίαν νομοθετικὴν καὶ θεωροῦντες ταύτην κληθεῖσαν εἰδικῶς, ἂν ὄχι ἀποκλειστικῶς, διὰ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Διὰ τοῦτο δὲν δέχονται τὴν διατύπωσιν ταύτην, ἡ ὁποία ἐν ἀπόπτῳ ἀφίνει διαφαινομένην τὴν παράτασιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἡμῶν ἔργου, καὶ μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, καὶ μέχρι τῆς 8 Ἰανουαρίου τοῦ 1912 πιθανῶς. Ἀλλ’ ἡ ἀντίρρησις αὕτη, κύριοι Βουλευταί, τόσην ἀσθενῆ ἀπήχησιν εὑρίσκει, ἂν καλῶς δύναμαι νὰ ἑρμηνεύσω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὥστε θὰ μὲ δικαιολογήσητε, ἐὰν παρέλθω ταύτην σημειῶν ἁπλῶς τοῦτο μόνον, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἡμῶν ἐξουσία δὲν ἠμφεσβητήθη οὐδὲ ἐπὶ στιγμήν, καὶ ταύτης τῆς Διπλῆς Βουλῆς καὶ τῆς προηγουμένης, καὶ ὅτι ἑπομένως ἀπώλειαν χρόνου θὰ ἀπετέλει ἡ προσπάθεια, πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο ἔχει καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀφοῦ μάλιστα ταύτην ἐξήσκησεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, ψηφίσαν τόσα νομοθετήματα. Ἀλλὰ τούτου τιθεμένου, κύριοι Βουλευταί, ποῦ εὑρίσκεται ἡ συνταγματικὴ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία προεβλήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐπεσείσθη καθ’ ἡμῶν; Ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου, ζητεῖ νὰ δύναται τὰς πρώτας ἐκλογάς, τὰς μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, νὰ ἐνεργήσῃ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προθεσμιῶν τοῦ ἄρθρου 37, τῶν ἰσχυουσῶν διὰ πάντοτε μέχρις ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ κατ’ ἐξαίρεσιν, νὰ δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ταύτας ἐντὸς προθεσμίας τεσσάρων μηνῶν. Σημειωτέον ὅτι τὸ ἄρθρον ὁρίζει ὅτι ἡ προθεσμία αὕτη ζητεῖται οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὁπότε ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐπρόκειτο περὶ μεταβατικῆς τροποποιήσεως, καὶ τὸ ὁποῖον δικαίωμα θὰ διεκδικήσω καὶ θ’ ἀποδείξω ὑπάρχον μετ’ ὀλίγον, ἀλλ’ ὁμιλεῖ περὶ ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διεξαχθοῦν ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ ἄν, ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ὥριζεν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ δύνανται νὰ ὁρισθῶσιν ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν, ποῦ εὑρίσκεται τὸ ἀντισυνταγματικόν; Ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴμεθα συντακτικὴ ἐξουσία διὰ νὰ ὁρίσωμεν τοιοῦτόν τι· καὶ ὅμως τὸ ἄρθρον, τὸ κανονίζον τὰ τοῦ χρόνου τῆς ἐκλογῆς μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, περιλαμβάνεται, κατ’ εὐτυχῆ συγκυρίαν, μεταξὺ τῶν ἀναθεωρητέων ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς, οὐδεὶς δὲ ἠμφεσβήτησε τὸ δικαίωμα ἡμῶν νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτοῦ, οὐδεὶς προέβαλε τὴν παράδοξον, οἵα θὰ ἦτο, ἀξίωσιν, ὅτι τὸ ἄρθρον περιέχει θεμελιώδη διάταξιν καὶ διὰ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ θίξωμεν αὐτό. Ἐὰν ἡ διάταξις ἦτο θεμελιώδης, οὔτε κατὰ τὴν μίαν διάθεσιν οὔτε κατὰ τὴν ἄλλην θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θιγῇ. Καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβάλωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 37 διὰ νὰ ὁρίσωμεν ὅτι, μετὰ τὴν διάλυσιν, αἱ ἐκλογαὶ γίνονται ἐντὸς 45 ἡμερῶν, ἀντὶ τῶν δύο μηνῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τέως ἐν τῷ πολιτεύματι. Ἐὰν τοῦτο οὕτως ἔχῃ, ἐὰν ἡ διάταξις δὲν εἶναι θεμελιώδης, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἐθίξαμεν, πῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἐνώπιον τοῦ σώματος τούτου, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ μεταρρυθμίσωμεν ἄλλως τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ μεταβατικῆς διατάξεως, ἀφορώσης τὰς πρώτας ἐκλογάς, τὰς μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ σώματος τούτου, διότι ἔπρεπε πρὸς τοῦτο νὰ εἴχομεν ἐξουσίαν συντακτικήν; Ἐὰν ἐδικαιούμεθα, καὶ οὐδεὶς ἠμφεσβήτησεν ὅτι ἐδικαιούμεθα, νὰ θέσωμεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 37 ὡς χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ γίνωνται αἱ ἐκλογαί, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, τὸν χρόνον τῶν τεσσάρων μηνῶν, τίς ἀμφισβητεῖ ὅτι δικαιούμεθα νὰ θεσπίσωμεν τοῦτο, οὐχὶ ὡς κανονικόν, ἀλλ’ ὡς μέλλον νὰ μεταρρυθμίσῃ αὐτὴν τὴν μετάβασιν ἀπὸ τῆς ἐξαιρετικῆς ταύτης καταστάσεως τῆς Διπλῆς Βουλῆς πρὸς τὴν κανονικὴν κατάστασιν τῶν μελλουσῶν ἁπλῶν Βουλῶν; Οὔτε θὰ ἀπεφάσιζέ τις νὰ ὑποστηρίξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι, ναὶ μὲν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 37 δὲν ἦτο θεμελιώδης καὶ ἀνεθεωρήθη, ἀλλ’ ἅπαξ ἀναθεωρηθεῖσα, δὲν δύναται νὰ θιχθῇ, διότι ὄχι μόνον ἡ Βουλὴ αὕτη διὰ μεγάλης πλειονοψηφίας, κατὰ τὴν Δευτέραν τῆς ἑβδομάδος ταύτης, ἔλυσε τὸ ζήτημα, δεχθεῖσα ὅτι μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δημοσιευθῇ τὸ Σύνταγμα καὶ θὰ ἰσχύσῃ, δικαιούμεθα νὰ μεταβάλωμεν τὰ ἀποφασισθέντα, ἀλλὰ καὶ διότι, εἰδικώτερον, καὶ ὡσεὶ τοῦτο ἀπεφασίζομεν, ἐδέχθημεν ὅτι: ὅ,τι ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὰς μεταβατικὰς διατάξεις—καὶ ὑπαινίττομαι τὸν ἀξιότιμον ἐξ’ Ἀττικῆς Βουλευτήν—εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ συνταγματικοῦ ὅλου γίνεται ὑπὸ τὸ εὐεργέτημα τῆς ψηφίσεως, κατ’ ἀνάγκην κυρωθησομένης, ὑπὸ τῆς μεταβατικῆς διατάξεως. Τούτου οὕτως ἔχοντος εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ ἀναθεωρητικὴ ἡμῶν ἐξουσία παραμένει ἀκεραία ἀκόμη μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νέου Συντάγματος, καὶ μέχρι τῆς ἰσχύος αὐτοῦ καὶ ὅτι ἑπομένως, καθ’ ὃν τρόπον ἐδικαιούμεθα νὰ τροποποιήσωμεν ἀρχικῶς καὶ διὰ τὸ διηνεκὲς μέχρι νέας ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ Συντάγματος, μετὰ τῆς αὐτῆς ἐξουσίας δικαιούμεθα σήμερον, διὰ μεταβατικῆς διατάξεως, νὰ θεσπίσωμεν ἄλλως τὰ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὰς πρώτας, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ γίνουν, ἐπαναλαμβάνω, μετὰ τὴν λῆξιν τῆς παρούσης Διπλῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶναι παράδοξον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὔτε περὶ τούτου κἂν πρόκειται, καὶ θέλω πείσει ὑμᾶς ὅτι διὰ τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν προτείνω, ὅπως ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ὡς διάταξιν τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ψηφίσματος, ὄχι μόνον δὲν ζητοῦμεν εὔρυνσιν τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία νομίμως προσήκει εἰς ἡμᾶς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ψηφισθέντος Συντάγματος, ἀλλ’ ὅτι ζητοῦμεν ἀντιθέτως, περιορισμὸν ἴσως αὐτῆς, ὅπως θέλω ἀποδείξει μετ’ ὀλίγον, πάντως δὲ ζητοῦμεν διευκρίνισιν καὶ ἀληθῆ καθορισμὸν αὐτῆς, ἵνα μὴ βραδύτερον ἔχωμεν συζητήσεις καὶ ἀμφισβητήσεις περὶ τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐνασχολήσεις καὶ ἀνησυχίας τῆς κοινῆς γνώμης. Ποία εἶναι ἡ χρονικὴ διάρκεια, ἡ συνταγματική, κατὰ τὸ τέως ἰσχῦον σύστημα τῆς Διπλῆς Βουλῆς, τὴν προβλέπει τὸ ἄρθρον 107 τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος; Εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην, τὴν τόσον σπουδαίαν, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, δὲν παρέχει οὐδεμίαν ἀπάντησιν. Διότι δὲ ἀκριβῶς σιγᾷ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, καὶ διότι τὸ σῶμα τοῦτο ὀνομάζεται Βουλὴ ἁπλῶς, ἀποτελουμένη ἀπὸ διπλοῦν ἀριθμὸν Βουλευτῶν, ἠδύνατο καὶ δύναται βασίμως νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη κατ’ οὐδὲν διαφέρει ἀπὸ τὴν συνήθη Βουλὴν εἰμὴ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν μόνον αὐτῆς, διότι ἔχει διπλοῦν ἀριθμὸν Βουλευτῶν, ὡς πρὸς τὴν ἐξουσίαν δέ, διότι ἔχει εὐρυτέραν ἐξουσίαν, δικαιουμένη οὐ μόνον νὰ νομοθετῇ ἀλλὰ καὶ νὰ ἀναθεωρῇ τὸ πολίτευμα, ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν δὲ κανονικῶς ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ τοῦτο εἰς πᾶσαν περίστασιν, καθ’ ἣν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος θὰ ἐκαλεῖτο ἡ Διπλῆ Βουλὴ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ἔτι μᾶλλον βασίμως καὶ συμφώνως πρὸς τὰ πράγματα τοιαύτη ἔννοια τῆς ἐκτάσεως τῆς χρονικῆς, τῆς διαρκείας τῆς ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκλήθη αὕτη, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ἀκριβῶς τῶν ἀνωμάλων, αἵτινες, διότι ἦσαν ἀνώμαλοι, διὰ τοῦτο ἐγένοντο αἰτία νὰ προσδοθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, ὡς ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ τῆς καταγωγῆς της μείζων ἐξουσία ἐκείνης, ἡ ὁποία θὰ προσῆκεν εἰς πᾶσαν ἄλλην Βουλήν, ἡ ὁποία ὁμαλῶς καὶ ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, ἤθελε συγκληθῆ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος· διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅτε ἐκλήθη ὁ λαὸς εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 28 Νοεμβρίου, ἐνώπιον αὐτοῦ ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς ἀντιπροσώπων οὐχὶ ἁπλῶς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, θὰ προσθέσω μάλιστα ὅτι οὔτε κυρίως κἂν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ σχεδόν, παρέργως κατὰ τοῦτο, ὅτι τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διετυπώθη πρῶτον καὶ κυρίως τὸ νομοθετικόν, καὶ ἔπειτα τὸ ἀναθεωρητικόν.
§111ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§112ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι, ἐφ’ ὅσον συνταγματικῶς ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει μακρότερον τὸν βίον, θὰ θεωρῆται ὅτι, ἐὰν ἔχῃ μακρότερον τὸν βίον, ἡ διάλυσις δύναται νὰ ἐπέλθῃ κατὰ τὸν μῆνα Μάρτιον ἢ Ἀπρίλιον, διὰ νὰ γίνωσιν αἱ ἐκλογαὶ τὸν μῆνα Μάϊον. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ πρᾶγμα δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομιμότητος, ἡ ὁποία προφανῶς εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος, καὶ πρέπει νὰ ἐξηγήσω διατί ἐλήφθη ἡ πρόνοια αὕτη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ζητεῖται ἡ ψήφισις τῆς σχετικῆς διατάξεως, διατί ἠθελήσαμεν ὥστε, ἀπὸ τῆς πραγματικῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τοῦ σώματος τούτου, νὰ δύναται νὰ παρεμβληθῇ χρονικὸν διάστημα μακρότερον τοῦ συνήθους, πρὸς ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν τῆς ἁπλῆς Βουλῆς. Ὁ λόγος, Κύριοι, εἶναι ὅτι πάντοτε, ὁσάκις ἀπὸ μιᾶς περιόδου πολιτικῆς γίνεται μετάβασις πρὸς ἄλλην, εἶναι δύσκολον αἱ κανονικαὶ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ψηφίζονται διὰ τὸν καθ’ ἡμέραν βίον τοῦ Κράτους, νὰ εἶναι ἀκριβῶς ἐφαρμόσιμοι καὶ διὰ τὴν μεταβατικὴν αὐτὴν περίοδον δι’ ἣν πρόκειται νὰ ψηφισθῶσιν· ἐὰν τὰ πράγματα διεξαχθῶσι κατὰ τὰς εὐχὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν μή τι ἐπέλθῃ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ δυνάμενον, ἀπροόπτως καὶ προώρως, νὰ τερματίσῃ τὸν βίον τῆς παρούσης Βουλῆς, ἡ Βουλὴ αὕτη θέλει συγκληθῆ. Ὅταν δέ, ἀπὸ τῆς Θεσσαλικῆς πρωτευούσης ἐξηγγέλλετο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ πρόγραμμα διὰ τὸ ὁποῖον ἐζητεῖτο ἡ ψῆφος αὐτοῦ, καὶ διετυποῦτο τὸ πρόγραμμα τοῦτο ἐν ἐκτάσει πολλῇ, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι, ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀποστέλλων τοὺς ἀντιπροσώπους του εἰς τὸ Συνέδριον τοῦτο, ἐφαντάζετο ἢ ἐσκέπτετο ἢ παρεῖχεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ ἔλθωσιν ἁπλῶς διὰ νὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὴν θέσπισιν, ἂν ὄχι ὅλου τοῦ προγράμματος τοῦ Κυβερνητικοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως ὁλόκληρος τετραετία θὰ ἦτο ἀναγκαία, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς μεγάλου τοὐλάχιστον μέρους αὐτοῦ; Ἰσχυρίζομαι διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιθέσεως πρὸς τὰς θετὰς διατάξεις τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος, ἐν πλήρει δὲ ἁρμονίᾳ πρὸς τὰ πράγματα, ὅτι ἡ ἐξουσία τῆς παρούσης Βουλῆς ἠδύνατο νὰ ἐπεκταθῇ, θεωρητικῶς, ἐφ’ ὁλόκληρον τὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν διαρκοῦσιν αἱ συνήθεις ἁπλαῖ Βουλαί. Ὡμίλησα, Κύριοι, περὶ τῆς πολιτικῆς ἀπόψεως τοῦ πράγματος, ὡμίλησα περὶ τῆς συνταγματικῆς ἀπόψεως τοῦ πράγματος, ἀποκρούων τὰς κατηγορίας ὅτι ἔρχομαι διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς νὰ ζητήσω τὴν ἐγκαθίδρυσιν δικτατορίας. Ἀλλ’ ἐὰν εἶπον ταῦτα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομιμότητος καὶ τῆς ἀπόψεως τῆς συνταγματικῆς, ἄλλη εἶνε ἡ ἄποψις τῆς σκοπιμότητος· καὶ ἡ ἄποψις τῆς σκοπιμότητος εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπαγορεύει, ὅπως τὸ Συνέδριον τοῦτο μὴ παρεκταθῇ, κατὰ χρόνον, πέραν τοῦ ἔτους, πέραν δηλαδὴ τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα τὸ ἀναθεωρηθέν, δίδει καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἁπλῆν Βουλήν. Ἐὰν δὲ δεχθῶμεν, ἐπὶ τῇ βάσει τούτου, ὅτι ὁ βίος τῆς παρούσης Βουλῆς πιθανῶς θὰ εἶναι ἐνιαύσιος.—τὸ πιθανῶς λέγω, οὐχὶ ἀφήνων νὰ σημαίνηται χρονικὴ παρέκτασις τοῦ χρόνου, ἀλλὰ νὰ προσημαίνεται περιορισμὸς ἐνδεχόμενος, ὁ ὁποῖος δύναται εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς ἀσκήσεως τῆς Βασιλικῆς προνομίας—ἐάν, λέγω, δεχθῶμεν ἐνιαύσιον μόνον τὸν βίον, ὡς μέλλοντα πιθανῶς νὰ διαρκέσῃ ὁλόκληρον τὸν ἐνιαυτόν, τῆς παρούσης Βουλῆς, κανονικῶς δὲ ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἔχομεν τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν 8 Ἰουλίου, ἐὰν θὰ κατωρθώναμεν νὰ μείνῃ ἕως τότε—καὶ δὲν ἀπελπιζόμεθα περὶ τούτου—συνερχομένην καὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριος, εἰς φθινοπωρινὴν συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν της, ὅπως ψηφίσῃ ἱκανὸν μέρος τοῦ προγράμματος τοῦ Κυβερνητικοῦ, καὶ πρὸ παντὸς βεβαίως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπιόντος ἔτους, ἐὰν δὲ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τῶν πραγμάτων οὕτως ὑποτιθεμένου ὅτι μέλλουσι νὰ ἐξενεχθῶσι, δὲν εἴχομεν τὴν μέριμναν τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν, ὅπως ληφθῇ διὰ τοῦ προτεινομένου ψηφίσματος, τί θὰ συνέβαινεν; Ἡ Βουλὴ θὰ ἐθεωρεῖτο λήξασα διὰ Διατάγματος διαλύσεως, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἐκδοθῇ,—ἀφοῦ, ὅπως εἶπον, συνταγματικῶς κατισχύει ἡ γνώμη τοῦ ὅτι ἡ περίοδος τῆς Διπλῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ εἶναι πολὺ μακροτέρα—θὰ ἦτο ἀναγκαῖον, λέγω, νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις αὐτῆς ἢ ἡ διάλυσις αὐτῆς τὴν 8 Ἰανουαρίου 1912, ἓν δηλ. ἔτος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως· θὰ ἔχωμεν τότε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 37 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ 54, ἐκλογὰς διεξαγομένας τὴν 22 Ἰανουαρίου, τὴν δὲ Βουλὴν συγκαλουμένην πότε; Τὴν 1 Ὀκτωβρίου 1912. Θὰ εἴχομεν λοιπὸν ἐνώπιον ἡμῶν χρονικὸν διάστημα μέχρι τοῦ Ὀκτωρίου τοῦ ἐπιόντος ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον Βουλὴ δὲν θὰ ὑπῆρχε παροῦσα. Ἐὰν ταῦτα οὕτως ἔχωσιν, ἔχω δικαίωμα νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι διὰ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία προτείνεται νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ ἰσχυρισθῶ λέγω ὅτι, ὁ χρόνος καθ’ ὃν θὰ ἔχωμεν τὴν νέαν Βουλὴν, εἶναι βραχύτερος, ἀσφαλῶς, καὶ βραχύτερος κατὰ δύο καὶ ἥμισυ μῆνας τοὐλάχιστον, ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ προέκυπτεν, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο ἡ πρόνοια αὐτή, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Συντάγματος τοῦ ἤδη ψηφισθέντος, ἄνευ μεταβατικῆς διατάξεως, θὰ ἴσχυε τοῦτο; Ἀλλὰ θὰ μοῦ λεχθῇ ἴσως τοῦτο· ἔχομεν μὲν ἀσφαλιζομένην, διὰ τῆς διατάξεως τῆς προτεινομένης, τὴν ταχυτέραν Σύνοδον τῆς κληθησομένης Βουλῆς κατὰ δύο καὶ ἥμισυ μῆνας, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν βραδύτερον κατὰ 75 ἡμέρας — κατὰ δύο καὶ ἥμισυ μῆνας.
§113ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἀκριβές. Δὲν εἶναι συντομωτέρα ἡ προθεσμία τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς.
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί;
§115ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 37 εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ σύγκλησις τῆς νέας Βουλῆς ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς διαλύσεως.
§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Παπαναστασίου, ἐὰν ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς, τῆς Διπλῆς, ἤθελε κριθῆ ὅτι εἶναι ἐνιαύσιος, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς θὰ συνέπιπτε πρὸς τὴν λῆξιν τοῦ βίου αὐτῆς τοῦ κανονικοῦ, καὶ θὰ ἦτο εὔλογον νὰ ἰσχύσῃ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 54 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν τοῦτο δὲν δέχεσθε, καὶ δέχεσθε τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα, ὡς συνταγματικῶς δυναμένην νὰ ὑποστηριχθῇ βασίμως, ὅτι ὁ βίος τῆς Βουλῆς εἶναι μακροτέρου χρόνου, ἐὰν οὐδεμία ἐλαμβάνετο πρόνοια διὰ τῆς μεταβατικῆς αὐτῆς διατάξεως, θὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπέκειτο, καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πρώτης Βουλῆς, ἡ ὁποία λήγει τὴν 8 Ἰανουαρίου 1912, νὰ μὴ δημοσιεύσῃ Διάταγμα διαλύσεως ἀλλὰ νὰ δημοσιεύσῃ τοῦτο τὸν Ἀπρίλιον καὶ νὰ καλέσῃ τοὺς ἐκλογεῖς εἰς τὸ τέλος Μαΐου. Ὥστε ἐντὸς τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ περιορισθῆτε αὐστηρῶς.
§117Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν ἔχητε γνώμην τοιαύτην, ὅτι καὶ πέραν τοῦ ἔτους δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διαρκέσῃ...
§118ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὡμίλησα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου. Εἶπον μόνον ὅτι, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος, ἐπιβάλλεται νὰ μὴ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ αὕτη εἰς δευτέραν Σύνοδον.
§119Γ. ΠΩΠ. Σεῖς, θὰ ἔχητε δικαίωμα νὰ τὴν καλέσητε, ναὶ ἢ ὄχι;
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως ἐγώ. Ὂχι σεῖς. (Γέλωτες). Παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῇ καθόλου — διότι παρετήρησα μειδίαμά τι — ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη ἀφορᾷ περιορισμὸν τῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς ἐν τῷ πνεύματι τοῦ λέγοντος. Βεβαιῶ τοῦτο διότι, πρὸς ἄλλην Βουλὴν, ὡμίλησα κατ’ ἄλλον τρόπον, καὶ δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ ὁμιλήσω, διότι δὲν νομίζω ὅτι προσβάλλω τὴν Βουλὴν ὑπομιμνήσκων τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι μᾶς διέπουσιν. Ἀλλὰ βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ μοῦ ἀρνηθῆτε ἐν τούτῳ ὅτι ἄλλο εἶναι ἐν τῷ πνεύματί μου. Εἶναι δυνατὸν αἱ περιστάσεις νὰ μεταβληθῶσιν, ὥστε αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσηγηθῇ ἄλλην λύσιν. Εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ ἄλλοι σκοποὶ νὰ ἐπικρατήσωσιν, ὥστε νὰ ἀσκήσῃ τὸ προνόμιον τοῦτο τῆς διαλύσεως. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἐὰν τὸ πρᾶγμα προβῇ κατὰ τὰς εὐχὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ αὕτη θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἐκτελέσῃ ὄγκον νομοθετικῆς ἐργασίας, συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα τὸ ἐψηφισμένον, ὀργανωτικῆς τῶν ὑπηρεσιῶν, πρώτιστα δὲ πάντων τὸ νομοσχέδιον περὶ νέας δημοτικῆς ὀργανώσεως. Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐπιβεβλημένη πρόνοια ἦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ὅπως ζητήσῃ ἀπὸ τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον οὐσιαστικῶς θὰ ἔληγον αἱ ἐργασίαι τοῦ παρόντος Σώματος, νὰ ἔχῃ ἐνώπιον αὐτῆς διάστημα χρονικὸν μακρότερον—καὶ τὸ ὁποῖον βλέπετε πόσον στενῶς περιορίζομεν εἰς τετράμηνον μόνον—ὅπως κατορθωθῇ οὐ μόνον νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος ὁ δημοτικός, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐκδοθῶσιν ὅλα τὰ διατάγματα, τὰ ἐκτελεστικὰ τούτου, καὶ νὰ διεξαχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου συστήματος, ὥστε αἱ νέαι ἐκλογαὶ αἱ βουλευτικαί, νὰ διεξαχθῶσι μὲ τὸ σύστημα τοῦτο τὸ νέον, καὶ ὄχι μὲ τὸ τέως ἰσχῦον, τὸ καταδεδικασμένον, τὸ ὑπόδικον εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατόν, ἐὰν διεξαγάγῃ αὐτὸ τὰς ἐκλογὰς—νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως νοθεύσῃ αὐτάς, ὅπως τὰς καταστήσῃ δυσχερεῖς, ὅπως γεννήσῃ ἀνωμαλίας καὶ κινδύνους εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν ἀκόμη θὰ ἔλεγον; (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα). Καὶ νομίζετε, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προσέρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν μικρὰν ταύτην ἀναβολήν, τῶν δύο καὶ ἥμισυ μηνῶν, ἀπὸ τοῦ χρόνου τοῦ συνήθους, τοῦ ἀναγραφομένου σήμερον εἰς τὸ Σύνταγμα, ὁ ὁποῖος χρόνος περιωρίζετο τότε εἰς βραχύτερον χρονικὸν διάστημα, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τί ἐγένετο εἰς τὸ παρελθὸν ὅτε ἡ Κυβέρνησις πολλάκις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἔδιδεν τεσσαρακονθήμερον διακοπὴν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μεθ’ ὃ διέλυεν αὐτὴν καὶ μετὰ ταῦτα, μετὰ παρέλευσιν τριῶν καὶ ἡμίσεων μηνῶν, εἴχομεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νομίζετε διὰ τούτων, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ζητοῦμεν μεγάλα πράγματα παρ’ ὑμῶν, ὅταν ταῦτα ζητοῦμεν ὡς μεταβατικὸν στάδιον ἐντελῶς, πρὸς μετάβασιν εἰς τὸν νέον πολιτικὸν βίον, διότι ἔχομεν τοσαῦτα ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐπιτελέσωμεν, διότι ἔχομεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ὁλοκλήρου νομοθεσίας, ἡ ὁποία θὰ ψηφισθῇ καὶ πρὸ παντὸς νὰ καθαρίσωμεν τὸ δημοτικὸν ἔδαφος;
§121Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ προηγηθῶσιν αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαί;
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐὰν ὁ βίος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διαρκέσῃ ἐφ’ ὁλόκληρον ἔτος, ὅπως εὔχεται ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ πρέπει νὰ προηγηθῶσι τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὅταν ἡ βραχυτάτη αὐτὴ παρέκτασις τοῦ χρόνου, διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν πρώτων ἐκλογῶν ζητεῖται παρὰ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατόν, δι’ οὐδένα καλῆς πίστεως συζητητήν, νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ταῦτα ζητεῖ διότι πτοεῖται νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογάς, ὅτι ταῦτα ζητεῖ διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν ἐν τῷ μεταξὺ χρόνον, ὅπως εἶπεν ὁ ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, ὅπως παρασκευάσῃ προσωπικὸν κόμμα καὶ ἔλθῃ μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας μετὰ τὰς ἐκλογάς. Δύναμαι νὰ διακηρύξω μετ’ ὑπερηφανείας, ὅτι ἡ πεποίθησις ἡμῶν, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος καὶ ἡ πεποίθησις ὑμῶν τῶν ἀντιπολιτευμένων, ὅτι, ἐὰν ἐκαλεῖτο ὁ λαὸς αὔριον ἢ μετὰ δέκα ἡμέρας νὰ ἀποφανθῇ, νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῶν γενομένων, περὶ τῶν μελλόντων καὶ περὶ τῶν δεόντων νὰ γίνωσιν, θὰ ἀπεφαίνετο ὑπὲρ τῆς παρούσης καταστάσεως. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἔχει ἕκαστος τὸ δικαίωμα νὰ ἀρνῆται τὴν φωνὴν τῶν πραγμάτων.
§123Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δὲν δοκιμάζετε νὰ ἐνεργήσητε ἐκλογάς;
§124Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Οἱ λαοί, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσιν Κυβέρνησιν, ἔρχονται εἰς τὰ προπύλαια.
§125Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ καλὴ πίστις, κύριοι Βουλευταί, ὑποχρεωτικῶς πρέπει νὰ ἀσκῆται ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ δι’ οὐδένα καλῆς πίστεως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι σήμερον τὸ Κυβερνητικὸν καθεστὼς ἀπολαύει τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ οὐδέποτε θὰ ὑπῆρχε διὰ μίαν Κυβέρνησιν κατάλληλος περίστασις νὰ κάμῃ ὅτι κατηγορούμεθα ἐνταῦθα ὅτι ἐπιζητοῦμεν.
§126Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ σᾶς τὸ λέγομεν καθ’ ἑκάστην.
§127Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν μᾶς τὸ λέγητε καθ’ ἑκάστην, ἐὰν ἀναγνωρίζητε ὅτι εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν τὸ δημόσιον φρόνημα, πῶς θέλετε νὰ συγκινήσητε τὴν κοινὴν γνώμην τὴν ἀσυγκίνητον, πῶς θέλετε νὰ συγκινήσητε αὐτὴν προβάλλοντες πρὸ αὐτῆς τὸ μορμολύκειον τῆς Δικτατορίας, διότι πρόκειται αἱ ἐκλογαὶ νὰ γίνωσιν τὴν 1 Μαΐου 1912;
§128Γ. ΠΩΠ. Διότι δὲν κάμνετε ἐκλογὰς καὶ θὰ σᾶς τὸ ἐξηγήσω.
§129Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε. (θόρυβος). Δὲν σᾶς εὐχαριστεῖ νὰ λάβω τὸν λόγον;
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν κατηγορίαν σας ἐπὶ δικτατορίᾳ, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἀκούει μειδιῶν, καὶ ὀφείλω νὰ ἀναγνωρίσω, καὶ τοῦτο τὸ λέγω πρὸς τιμήν των ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀντιπολιτευομένων ἀπέκρουσαν τὴν ἰδέαν ὅτι δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ δικτατορίας. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἀπέκρουσε τὴν ὑπόνοιαν ταύτην μὲ τὴν συνήθη εὐλάβειαν, εἶπεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον, διότι συνηθίζομεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐξόδου ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν Δικτατορίαν. Ὅταν δὲ ἡ Δικτατορία θὰ ἐπήρχετο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἦτο ἀπρόσεκτος. Ἀλλὰ δύναμαι ἀναστρέφων τὸ ἐπιχείρημα νὰ εἴπω, ὅτι λέγοντες εἰς τὸν Λαόν, ἐν ὁμαλότητι πραγμάτων, ὅτι εὑρίσκεται ἐνώπιον Δικτατορίας, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ καταστήσωμεν αὐτὸν δύσπιστον πρὸς τὴν κατηγορίαν αὐτήν, ὅταν θὰ ἐπέρχηται ἡ κατηγορία αὐτὴ κατὰ τοῦ ἀληθῶς ἐπιβουλευομένου τὰς ἐλευθερίας του. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ δικαιοῦμαι ἀκόμη νὰ ἰσχυρισθῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ κατηγορία αὐτή, ἡ μήνυσις αὐτὴ τῆς Δικτατορίας, ἡ ὁποία γίνεται ἐναντίον ἡμῶν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, προέρχεται ἐκ τῆς πλάνης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, μεταχειριζόμενοι τὸν ὅρον τοῦτον, περὶ τῆς διανοητικῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀντιλήψεως. Σήμερον μετὰ τὴν ἐπανάστασιν, νομίζουν ὅτι δύναται νὰ πτοηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ μορμολύκεια, ἀπὸ διαβολὰς καὶ ἀπὸ ἀσυστόλους κατηγορίας μὴ ἐννοοῦντες τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολήν, καὶ μὴ ἐννοοῦντες πρὸ παντός, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀνόρθωσις ἐπέβαλε μεταβολὴν πολιτικῶν μεθόδων εἰς τὴν δεξιὰν πτέρυγα, ἐπέβαλε μεταβολὴν πολιτικῶν μεθόδων καὶ εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα, καὶ εἰς τὴν μεγάλην καὶ εἰς τὴν μικράν, καὶ εἰς τὴν ἰσχυρὰν καὶ εἰς τὴν ἀδύνατον. (Χειροκροτήματα). Τὸ ἐφ’ ἡμῖν, πεποιθότες ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μένει ἐντελῶς ἀσυγκίνητος πρὸς τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι ἐξακοντίζονται ἐντεῦθεν, πεποιθότες ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιβάλλει τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως διὰ πλήρους ἐμπιστοσύνης, πεποιθότες, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περιβάλλει τὸ σῶμα τοῦτο διὰ πλήρους ἐμπιστοσύνης, θὰ χωρήσωμεν ἀπτόητοι, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν συναίσθησιν ταύτην, εἰς τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἐχάραξεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἐξέγερσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὴν σημαίαν τὴν ὁποίαν ἡρπάσαμεν καὶ ὄπισθεν τῆς ὁποίας ἠκολούθησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς εἰκοστῆς ὀγδόης Νοεμβρίου, τὴν σημαίαν αὐτὴν δὲν θὰ τὴν καταθέσωμεν πρὶν ἢ ἴδωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν στεφόμενον ὑπὸ πλήρους ἐπιτυχίας. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὄπισθεν ἡμῶν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δὲν θὰ καταθέσωμεν τὴν σημαίαν, ἐκτὸς ἐὰν ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει ὅτι εἶναι ἀμφίβολος ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Λαοῦ πρὸς ἡμᾶς. (Χειροκροτήματα). Δὲν πλανῶμαι, Κύριοι, φρονῶν, ὅτι τὸ ἔργον ἐπετελέσθη. Οὔτε κἂν νομίζω ὅτι ἐπροχωρήσαμεν ἱκανῶς εἰς αὐτό. Ἰσχυρίζομαι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔργου. Καὶ σήμερον, ὅτε συμπληροῦται διὰ τῶν μεταβατικῶν διατάξεων ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος, καὶ εἰσερχόμεθα εἰς τὸν νέον πολιτικὸν βίον, στεγαζόμενοι ὑπὸ νέον πολιτικὸν οἰκοδόμημα, σήμερον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, διὰ νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὴν εἰκόνα τῆς Ἀνατολῆς, ὅτι ἀρχίζει νὰ φαίνηται ὁ ἥλιος τῆς ἀναγεννήσεως, ἀλλὰ βεβαίως ἐν πλήρει αἰσιοδοξίᾳ τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ἡ ἔμμονος ἀπόφασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὅπως ἀναγεννηθῇ, ἐν πλήρει λέγω αἰσιοδοξίᾳ, χωροῦμεν ἐμπρός, πεποιθότες, ὅτι ὑπὸ τὸ νέον καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη διὰ τοῦ νέου πολιτεύματος, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἀναγεννηθῇ καὶ τὸ Κράτος τοῦτο θὰ ἀναπλασθῇ εἰς Ἑλλάδα φιλειρηνικήν, διὰ νὰ ἐπαναλάβω τὴν λέξιν πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν, ὅτι εἶναι ἀτιμωτικὸν ἐὰν ἀγαπῶμεν τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης, θὰ ἀναπλασθῇ εἰς Κράτος εἰρήνης καὶ προόδου, εἰς Κράτος ἔχον τὴν ἀξίωσιν νὰ καταλάβῃ ἔντιμον θέσιν μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ εὑρίσκεται εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τῶν ἐκπολιτιστῶν τῆς Ἀνατολῆς. (Χειροκροτήματα). Εἰς τοιοῦτον Κράτος ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀναγάγωμεν τὴν Ἑλλάδα, ἥτις καὶ θὰ ἀναχθῇ, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀναχθῇ, εἰς Κράτος μηδένα ἐπιβουλευόμενον, μηδὲν ἀλλότριον ἐπιζητοῦν, εἰς Κράτος δυνάμενον νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ ἴδιον, τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντά του, διότι εἶναι ἀρκεταὶ αἱ ταπεινώσεις, τὰς ὁποίας ὑπέστη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τὸ καταλυθὲν καθεστώς. (Νέα παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§131Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ διακόψωμεν πέντε λεπτά.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ὁ κ. Ζαβιτσάνος ἔχει τὸν λόγον.
§133Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἄχαρι καὶ ἀνιαρὸν νὰ εἴπω ἔστω καὶ δύο λέξεις, διότι, ἐὰν προσπαθήσω νὰ προσθέσω τι, θὰ ὑποτιμήσω τὴν ἀρίστην ἐντύπωσιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἠκροάσατο τοιαύτης ἀγορεύσεως.
§134Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον προηγουμένως, ὅπως ὑποβάλω τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑποβάλει πρὸ ἐμοῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Ἀττικῆς κ. Δραγούμης, καὶ εἶχον ἀκριβῶς, προετοιμάσει καὶ τροπολογίαν ὁμοίαν μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἑτοιμάσει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
§135Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἂς διακόψωμεν 5 λεπτά, διότι ἔφυγαν ὅλοι.
§136Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Θὰ μᾶς ἀναγκάσητε νὰ ὑποβάλωμεν ἔνστασιν ἀπαρτίας· οὐδεὶς εἶναι ἐδῶ.
§137Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διακόψατε 5 λεπτά, κύριε Πρόεδρε.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Γίνεται διακοπὴ 5 λεπτῶν). Μετὰ τὴν διακοπήν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§140Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὀφείλομεν νὰ ἐκφράσωμεν λύπην, κύριοι Βουλευταί, διότι τόσον βραδέως ἀνῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τὸ βῆμα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ὅπως ἦτο διατυπωμένον τὸ ἄρθρον 1ον, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἰς ἣν θέσιν εὑρέθησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶχον εὑρεθῆ καὶ ἐγὼ καὶ εἶχον ἑτοιμάσει τροπολογίαν ὁμοίαν μὲ ἐκείνην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, δηλαδὴ τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐδηλοῦτο ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς πέραν τῆς 31 Δεκεμβρίου 1911, ὅτι δὲ μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῶν ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 69 τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε τοὺς λόγους, δι’ οὓς θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία τῶν ἐκλογῶν. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ δεχθῶ ὅτι οἱ λόγοι οὗτοι ἔχουσι μεγίστην σπουδαιότητα. Ἐνῷ λοιπὸν καὶ ἐγὼ εἶχον σκοπὸν νὰ καταψηφίσω τὸ ἄρθρον 1ον, ὡς ἦτο διατετυπωμένον, μετὰ τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου.
§141Γ. ΠΩΠ. Τί ἐνοήσατε ἀπὸ τοὺς λόγους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ;
§142Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταστήσῃ δυνατὴν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων ἁπάντων ἐκείνων τῶν νόμων, μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν ὁποίων θὰ παρουσιασθῶμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡμῶν. Θὰ ψηφισθῶσι βεβαίως νόμοι ἐκλογικοὶ καὶ ἄλλοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι σχέσιν μὲ τὰς ἐκλογὰς καὶ οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν διαστήματι τόσον μικρῷ, ὅσον εἶναι ἡ προθεσμία τῶν 45 ἡμερῶν. Μίαν ἀπορίαν μόνον ἐκφράζω, ὅτι ἡ προθεσμία ἡ ὁποία μᾶς μένει μέχρι τῶν διακοπῶν, καὶ ἡ προθεσμία τῶν τριῶν μηνῶν, ἡ ὁποία μᾶς μένει εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, εἶναι μικρὰ καὶ ὑποπτεύομαι πολὺ ὅτι πλεῖστα ὅσα νομοσχέδια δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν· εὔχομαι διὰ τοῦτο νὰ ψηφίσωμεν τοὐλάχιστον τὰ ἀπαραίτητα, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα ἀληθῶς, ὅπως εἰς τὸ μέλλον καὶ αἱ ἐκλογαὶ γίνωνται γνησιώτερον καὶ ἡ διοίκησις παρουσιασθῇ ὑπὸ ἄλλους ὅρους, ὑφ’ οὓς παρουσιάζετο μέχρι σήμερον.
§143Γ. ΠΩΠ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§144ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). (Ὅρα Παράρτημα).
§145Γ. ΠΩΠ. (Ὅρα Παράρτημα).
§146Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα.)
§147Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τὸ θέμα, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλήν, εἶναι ὁμολογουμένως καὶ ὀλίγον περίεργον, ἀλλὰ καὶ ἄκρως σοβαρόν. Καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ καταπατήσῃ ἐψηφισμένην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀναστείλῃ διὰ τοῦ ψηφίσματος ἐψηφισμένην διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Χάριν ποίου λόγου; Χάριν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου δημοτικοῦ συστήματος; χάριν δηλαδὴ ἑνὸς νομοσχεδίου ὑποβληθέντος ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ μὴ ἐψηφισμένου! Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος, ἔκρινε καλὸν ν’ ἀναπτύξῃ θεωρίας τινὰς καὶ ἰσχυρίσθη ὅτι ἡ ἔννοια τῶν ἐκλογῶν τῆς 28 Νοεμβρίου δὲν ἀφεώρα μόνον τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ κυρίως ἀφεώρα τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ πρόγραμμα τὸ κυβερνητικὸν αὐτοῦ. Εἰς ἐμέ, ἂς ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὰς θεωρίας ταύτας. Δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐξέφρασε τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐνταῦθα οὐ μόνον διὰ τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον, ἔστω καὶ διὰ τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ ἀφεώρα μόνον καὶ μόνον τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, διότι ἐὰν θελήσωμεν νὰ θίξωμεν τὸ σημεῖον τοῦτο, θὰ δυνηθῶ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὁ λαὸς ἀπέδωκε μὲν τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ εἰς τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφήρμοσεν αὐτό. Ποῦ εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν ἐν Θεσσαλίᾳ τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη; Ἐπανειλημμένως ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι θὰ ὑποβάλῃ τοῦτο, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ὑπέβαλεν αὐτό! Αὐτὸ λέγεται ἐκτέλεσις προγράμματος κυβερνητικοῦ; Ὑπεσχέθη εἰς τὸν λαὸν ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν, ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ τὸν φόρον περὶ σπειρομένων γαιῶν;....
§148Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Θὰ τὸν ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον αὐτόν.
§149Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐὰν ἐπιβάλητε τὸν φόρον αὐτόν, καὶ ἐὰν ὁ λαὸς ἀποδώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ πάλιν εἰς ὑμᾶς, μόνον τότε θὰ ἔχητε δικαίωμα νὰ εἴπητε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῶν ἐκλογῶν. Ἐγένετο λόγος καὶ περὶ δικτατορίας. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέδωκε σημασίαν εἰς τὴν λέξιν δικτατορία. Ἡ λέξις αὕτη ὑφ’ οἱωνδήποτε καὶ ἂν γράφηται, ὑφ’ οἱωνδήποτε καὶ ἂν λέγηται, ἐὰν λέγηται μὲ τὴν ἔννοιαν τὴν πραγματικὴν τῆς δικτατορίας, εἶναι ὕβρις καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποδίδεται, καὶ πρὸς τὸν λαόν, καὶ νομίζω ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δὲν ἔπρεπε κἂν ν’ ἀναφέρωνται ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ.
§150Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Ὅταν λέγωνται καὶ γράφωνται;
§151Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀφορῶσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ γράφουσι, καὶ εἶναι ἄξιοι μομφῆς καὶ περιφρονήσεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν θρασύτητα νὰ γράφωσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἕλλην, ἐν Ἑλλάδι, ὁ ὁποῖος θὰ διανοηθῇ κἂν νὰ καταστῇ δικτάτωρ ἐνταῦθα.
§152Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ὤφειλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸ ἀνασκευάσῃ.
§153Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Βεβαίως οὐδεμίαν ὤφειλεν νὰ δώσῃ σημασίαν ὁ κ. Πρόεδρος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργός, μετὰ τὰς θεωρίας αὐτάς, εἰσῆλθε καὶ εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος, καὶ ἐξήτασε τοῦτο καὶ ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως. Ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως ὑπεστήριξεν ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν διαφέρει ποσῶς τῆς ἁπλῆς Βουλῆς, ἢ μᾶλλον διαφέρει τῆς ἁπλῆς Βουλῆς μόνον κατὰ τὴν σύστασιν, διότι συγκροτεῖται ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, καὶ κατὰ τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας, τὴν ὁποίαν ἡ διπλῆ αὕτη Βουλὴ ἀσκεῖ, ὅτι δηλαδὴ ἔχει μείζονα ἐξουσίαν. Τὴν θεωρίαν ταύτην βεβαίως οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ἀλλ’ ἐκ τῆς θεωρίας ταύτης δὲν ἀπορρέει τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ διπλῆ αὕτη ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχουσα τὴν ἐξουσίαν μείζονα, τουτέστιν ἔχουσα τὸ δικαίωμα οὐ μόνον νὰ ψηφίζῃ νόμους ἀλλὰ καὶ ν’ ἀναθεωρῇ διατάξεις τοῦ Συντάγματος· δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, λέγω, τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δύναται νὰ ζήσῃ καὶ τετραετίαν ὁλόκληρον, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεστήριξεν. Βεβαίως ἡ σύστασις τῆς Βουλῆς αὐτῆς εἶναι διάφορος· βεβαίως ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει μείζονα δικαιοδοσίαν· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι μετὰ τὴν περάτωσιν τοῦ Συντάγματος, μετὰ τὴν ἐπὶ ὡρισμένην τέλος διάρκειαν ψήφισιν τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ὀργανικῶν νόμων, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρατείνῃ τὴν βίαν αὐτῆς ἐπὶ τετραετίαν ὁλόκληρον. Αὕτη εἶναι θεωρία πρωτοφανής, ἄντικρυς ἀντικειμένη εἰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐξηνέχθη ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως αὕτη. Ἀλλοίμονον, ἂν ἡ ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἡ ὁποία καλεῖται πρὸς εἰδικὸν προορισμόν, πρὸς εἰδικὴν ἐντολήν, ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρατείνῃ τὸν βίον της ἐπὶ ὁλόκληρον τετραετίαν. Ἀπὸ πολιτικῆς δ’ ἀπόψεως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, φαίνεται οἱονεὶ καὶ αὐτὸς ἀμφιβάλλων περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς θεωρίας τῆς ἐπιστημονικῆς. Ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀναστολὴ συνταγματικῆς διατάξεως ἐπὶ ἑξάμηνον, χάριν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δημοτικοῦ συστήματος. Καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον πρόκειται καὶ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ, ἀναστέλλεται ἄλλη διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν, τὴν ὁποίαν ἐχειροκρότησεν ὁ λαός, ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ κράτος ἀνέλαβε τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ ἀναστέλλεται αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, δὲν λαμβάνουσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ Κύριοι Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἀναστολὴ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Συντάγματος συγκρούεται ἀποτόμως πρὸς τὸ νέον κοινοτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις. Διότι, ἐὰν ἕκαστον χωρίον ἀποτελῇ κοινότητα, πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ κοινότης αὕτη, μὴ ἔχουσα οἱανδήποτε περιουσίαν, νὰ συντηρήσῃ δημοδιδάσκαλον ἢ δημοδιδασκάλισσαν, ὅταν πρόκειται νὰ κατηργηθῶσιν οἱ δῆμοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον καταβάλλουσι τὴν δαπάνην αὐτήν;
§154Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Ἔχομεν ψήφισμα δι’ αὐτό, Κύριε.
§155Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἑκάστη κοινότης ὡς προϋπόθεσιν ἔχει τὴν ὕπαρξιν καὶ σχολείου.
§156Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶναι προϋπόθεσις τῆς συστάσεως τῆς κοινότητος ἡ ὕπαρξις σχολείου.
§157Π. ΜΑΥΡΙΚΗΣ. Βεβαίως εἶναι.
§158Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὄχι. Ἐγὼ δὲν τὸ εἶδον αὐτό. Ὥστε ὅπου δὲν ὑπάρχει σχολεῖον, ἐκεῖ δὲν θὰ συνιστᾶται κοινότης; Παντοῦ ὑπάρχουσι σχολεῖα. Καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι, δὲν πρέπει νὰ συστηθῇ κοινότης; Ὥστε θὰ ἔχωμεν χωρία εἰς τὰ ὁποῖα θὰ λειτουργῇ ὁ νόμος, καὶ ἄλλα ὅπου δὲν θὰ λειτουργῇ, καὶ τοῦτο διότι θὰ λείπῃ τὸ σχολεῖον; Αὐτὴ εἶναι θεωρία πρωτότυπος! Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ ψήφισμα αὐτό, ὡς ἔχει, ἐὰν ἀντίκειται εἰς συνταγματικὴν διάταξιν ἢ ὄχι; Δι’ αὐτοῦ τοῦ ψηφίσματος τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει. «Ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ τακτικῶς ἅπαξ τοῦ ἔτους τὴν Βουλήν, ἐκτάκτως δέ, ὁσάκις τὸ κρίνει εὔλογον· κηρύττει αὐτοπροσώπως ἢ δι’ ἀντιπροσώπου τὴν ἔναρξιν καὶ λῆξιν ἑκάστης βουλευτικῆς συνόδου καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν· ἀλλὰ τὸ περὶ διαλύσεως διάταγμα, προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, πρέπει νὰ διαλαμβάνῃ συγχρόνως καὶ τὴν σύγκλησιν τῶν μὲν ἐκλογέων ἐντὸς τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν τῆς δὲ Βουλῆς ἐντὸς τριῶν μηνῶν». Ἐρωτῶ, πρῶτον ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν πρὸ ἡμερῶν ἐψήφισεν ἡ Βουλή, εἶναι θεμελιώδης ἢ ὄχι; Δεύτερον ἐρωτῶ, ἐὰν δὲν εἶναι θεμελιώδης, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἀναθεωρητικὴ αὐτὴ Βουλή, ἅπαξ ἐπιψηφίσασα πλέον τὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος, διὰ ψηφίσματος νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐπιτέλεσιν ἐψηφισμένων συνταγματικῶν διατάξεων; Ἢ ἐπερατώθη πλέον τὸ ἔργον αὐτὸ τῆς Βουλῆς ἅπαξ ψηφισάσης τὸ σύνταγμα; Νομίζω, ὅτι ἡ θιγομένη διάταξις εἶναι θεμελιώδης· καὶ τοῦτο, διότι, ἐὰν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ἓξ μῆνας νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν αἵρεσιν, νὰ ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς ἢ ὄχι, βεβαίως περιορίζομεν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, βεβαίως περιστέλλομεν τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θίγονται θεμελιώδεις διατάξεις. Ἀλλὰ προχωρῶ ἀκόμη περισσότερον. Ἂς ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν θίγονται θεμελιώδεις διατάξεις, ὅτι δὲν περιορίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῆς διαλύσεως, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ θεμελιώδους διατάξεως, ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἔχει πλέον τὸ δικαίωμα ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐψήφισε τὸ 37 ἄρθρον τοῦ συντάγματος, νὰ παλινδρομήσῃ καὶ νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ; Βεβαίως, ὄχι· διότι παρὰ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν διετύπωσε δὲν γνωρίζω τίς τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ἢ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἐξουσία τῆς Βουλῆς ταύτης περατοῦται ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ συντάγματος εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, μένει ἀκλόνητος ἡ θεωρία, ὅτι ἅπαξ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐψήφισε διάταξιν τινὰ τοῦ συντάγματος καὶ ἐπεκύρωσε τὰ πρακτικά, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης παύει πλέον ἡ ἐξουσία τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀνακαλέσῃ ἢ νὰ ἀναστείλῃ διατάξεις ἐψηφισμένας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτο συντακτική, τότε μάλιστα. Ἀλλά, προκειμένου περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, μᾶλλον ὀρθοτέρα εἶναι ἡ θεωρία, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀναστείλῃ διάταξιν συνταγματικήν, τὴν ὁποίαν αὕτη ἐψήφισεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, ἐπιμένει, ὅτι λόγοι πολιτικοὶ ἐπιβάλλουσι τὴν ἔγκρισιν τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου, διὰ τοῦ ὁποίου προφανῶς ἔχομεν ἀναστολὴν τοῦ συντάγματος, καὶ ὡς λόγον ἔφερεν, ὅτι ὁ χρόνος αὐτὸς ἀναγκαιοῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ κατορθώσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφίσῃ τὸ δημοτικὸν σύστημα, καὶ τότε νὰ καλέσῃ τὸν λαὸν εἰς ἐκλογάς, ὥστε νὰ ἀποφανθῇ οὗτος ἐν ἐπιγνώσει τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος. Μάλιστα δὲ θέλων νὰ καταστήσῃ τὸ ἐπιχείρημα αὐτοῦ εὐπροσωπότερον, περιῆλθε εἰς σύγχυσίν τινα ἢ μᾶλλον εἰς ἀνακριβείας, διότι ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἓξ μηνῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ δοθῶσιν, οὕτως εἰπεῖν, ὡς δικαίωμα, ὡς αἵρεσις, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τοῦ χρόνου ὁ ὁποῖος ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ συντάγματος. Διότι τὸ ἄρθρον 37 τοῦ συντάγματος λέγει ὅτι ἐντὸς τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν καλοῦνται οἱ ἐκλογεῖς, ἐντὸς δὲ τριῶν μηνῶν καλεῖται ἡ Βουλή. Ἄρα ἔχομεν 4½ μῆνας. Συνεπῶς τὸ διάστημα τοῦτο εἶναι ἔλασσον τῶν ἓξ μηνῶν κατὰ 1½ μῆνα. Τί τὸ σπουδαῖον, λέγει, τί τὸ σοβαρόν; Ἀλλά, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ προθεσμίας ἐχούσης τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, καὶ δυναμένης νὰ ἔχῃ τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Τὸ ψήφισμα ἀφορᾷ προθεσμίαν, ἡ ὁποία χορηγεῖται εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ συγκαλέσῃ τὸν λαὸν εἰς τὰς ἐκλογάς, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 37 τοῦ συντάγματος ἀφορᾷ προθεσμίαν, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ συγκαλέσῃ ὄχι τὸν λαὸν δι’ ἐκλογὰς, ἀλλὰ τὴν Βουλήν. Πρόκειται δηλαδὴ περὶ Βουλῆς ἐκλελεγμένης, ἐνῷ τὸ ψήφισμα ἀφορᾷ ἀναστολὴν τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος, διότι καταδικάζει τὸ Κράτος ἐπὶ ἓξ μῆνας ἄνευ Βουλῆς. Καὶ ἀπορῶ, πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα φαίνεται γνώστης πολλῶν πραγμάτων, πῶς περιέπεσεν εἰς τοιαύτην ἀνακρίβειαν καὶ ἐτόλμησεν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ διατυπώσῃ τοιαύτην ἀνακρίβειαν ὡς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς γνώμης του. Δι’ αὐτό, κύριοι Βουλευταί, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοιούτου ψηφίσματος, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θίγονται θεμελιώδεις διατάξεις, ὅτι πάντως πρόκειται ν’ ἀνασταλῇ ἡ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος. Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα αὐτὴ καὶ νὰ ψηφίσῃ συνταγματικὴν διάταξιν καὶ κατόπιν νὰ ἔρχηται ἐντεῦθεν καὶ παλινδρομοῦσα νὰ ἀνακαλῇ αὐτὸ καὶ νὰ ἀναστέλλῃ τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ. Ἐὰν γίνῃ τοῦτο θὰ διασείσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν συμφέρον ἔχομεν ὅπως ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ αὕτη εἶχε προορισμὸν νὰ ψηφίσῃ.
§159Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Παρήλθε, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ λέξις «κινδυνεύουσιν οἱ θεσμοί, κινδυνεύει τὸ σύνταγμα», συνετάρασσε τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Ἐπίσης δὲ δὲν θὰ κρατήσῃ ἐπὶ πολὺ ὑπὸ τὸ νεφέλωμα ἡ ἡ λέξις «ἀνόρθωσις,» ἐὰν δὲν συνοδεύηται αὕτη μὲ ἔργα. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι οἱ φόβοι τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, ὅτι κινδυνεύουσιν οἱ θεσμοί, ἐφ’ ὅσον ἡ οὐσία δὲν βλάπτεται, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν. Ἄλλως τε ποῖοι θεσμοὶ κινδυνεύουσι; Ποῖος συντάσσει τοὺς θεσμοὺς αὐτούς; Τὸ σύνταγμα τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐν ἰσχύϊ καὶ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς κατηρτίσαμεν. Δὲν δυνάμεθα λοιπόν, ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, νὰ ἐντείνωμεν τὴν ἰσχὺν μιᾶς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν καὶ ἐδημιουργήσαμεν; Μοὶ φαίνεται, ὅτι εὐλόγως δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ τοῦτο. Συνεπῶς, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς πράττομεν τοῦτο καὶ ἀποφασίζομεν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν, δὲν κινδυνεύουσιν οἱ θεσμοὶ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δημιουργοῦμεν. Ἐλέχθη ὅτι παρόμοιον παράδειγμα ἀναστολῆς τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλο Κράτος· ἀλλ’ εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο ἡ ἀναστολὴ αὕτη ἐγένετο ὑπὸ τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος καὶ μόνον, παρὰ τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς. Ἤδη ὅμως ἡ ἀναστολὴ αὕτη δίδεται ὑπὸ τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τῆς ἐχούσης περιωρισμένην συντακτικὴν ἐξουσίαν, καὶ προσκυροῦται ὑπὸ τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος. Συνεπῶς ἡ ἀναστολὴ αὕτη δὲν εἶναι παράβασις τοῦ πολιτεύματος. Ἕνεκα αὐτῶν τῶν λόγων, Κύριοι, καίτοι δὲν ἀποτελῶ μέλος καὶ τῆς συμπολιτεύσεως, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ψηφίσματος, διότι νομίζω, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ἐγκλείεται ἐν αὐτῷ. Ἐὰν δὲ ζητῆται ἡ παράτασις αὐτὴ τῶν τεσσάρων μηνῶν, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ κάλλιον τὸ πρόγραμμα τὸ ψηφισθησόμενον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τοῦτο δὲν εἶναι μεμπτέα ἡ Κυβέρνησις. Πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ νὰ φανῶσι καί τινες καρποὶ εὐεργετικοί, ἐὰν πράγματι θὰ εἶναι καρποφόρον καὶ εὐεργετικὸν τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, ἵνα ἐν συνειδήσει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἀποφανθῇ πρὸ τῶν καλπῶν, ἐὰν πρέπει νὰ κυβερνᾶται ὑπὸ τῆς ἀνορθώσεως ἢ νὰ ἀκολουθήσῃ πάλιν τὸ παρελθόν.
§160Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐτέθησαν, Κύριοι, ζητήματα νέα, ἐπὶ τῇ βάσει διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, διότι κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν ἔχουσι θέσιν ἐν τῇ συζητήσει, τὴν ὁποίαν διεξάγομεν. Καὶ ἐν τούτοις, προκειμένου ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, προκειμένου νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι αἱ ἐπικαλεσθεῖσαι συνταγματικαὶ διατάξεις δὲν ἔχουσι θέσιν κατὰ τὴν συζήτησιν, εὑρισκόμεθα πρὸ κενῶν ἑδωλίων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, καὶ εἶναι ἀδύνατον, καθὼς ἀπαιτεῖ ἡ σοβαρότης τῆς συζητήσεως, νὰ ἀκουσθῶσιν αἱ γνῶμαι ἡμῶν. Ἐν τούτοις καὶ τὴν φορὰν ταύτην, ὑπείκοντες εἰς τὴν ὑλικὴν δύναμιν καὶ μόνον εἰς τὴν ὑλικὴν δύναμιν, θὰ εἴπωμεν ἡμεῖς ὅσα πρέπει νὰ εἴπωμεν. Θὰ ἐπαναλάβω τὴν φράσιν, «τοὐλάχιστον ὡς μίαν διαμαρτυρίαν». Ἐγένετο προσπάθεια νὰ ἐξευρεθῶσι πρότυπα ἐν τῷ Συντάγματι, τῷ πρώην ἢ τῷ νῦν, ὅπως προσαρμοσθῇ τὸ ψήφισμα. Ἀτυχῶς, οἷον δήποτε καὶ ἂν ὑποστῇ τὸ ψήφισμα ἑρμηνευτικὸν στραγγαλισμόν, οἷον δήποτε καὶ ἂν ὑποστῶσι τὰ πρότυπα τοιοῦτον στραγγαλισμόν, ἀδύνατος εἶναι ἡ προσαρμογή. Ἐπεζητήθη πρῶτον νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ μιᾶς Ἀναθεωρητικῆς Συνελεύσεως, οἵα εἶναι ἡ Συνέλευσις ἡμῶν, καὶ μιᾶς συνήθους Βουλῆς! Καὶ ἐλέχθη, ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρξεν ὁ ἀμφισβητήσας, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ νομοθετήσῃ ἡ Διπλῆ Βουλή, ἡ Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις. Ἠπόρησα τὴν στιγμὴν ἐκείνην καὶ κατεπλάγην, πῶς δὲν διεμαρτυρήθη ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας πολιτευτὴς καὶ σεβαστὸς συνάδελφος κ. Σ. Δραγούμης. Ἠπόρησα, λέγω, καὶ κατεπλάγην, διότι ἔχω ἐνώπιόν μου τὸ κείμενον τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, τοῦ ἀπαγγελθέντος κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς διαλυθείσης Διπλῆς Βουλῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ νομοθετήσῃ ἡ Διπλῆ Βουλή, ἡ Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις.
§161ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§162Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λέγοντες ταῦτα, λησμονεῖτε τὸ ἑξῆς, ὅπερ δὲν εἶναι ἀπίθανον νὰ σᾶς φανῇ ἐπουσιῶδες, λησμονεῖτε, ὅτι πρόκειται περὶ Βασιλικοῦ λόγου. Λησμονεῖτε, ὅτι τὸ κείμενον αὐτὸ πρὶν ἢ τὸ ἀπαγγείλῃ ὁ Βασιλεὺς τὸ ἐνέκρινε. Λησμονεῖτε, ὅτι τὴν γνώμην ταύτην εἶχεν ὁ Βασιλεύς, ὅστις εὑρίσκεται σήμερον ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀνορθώσεως δῆθεν, τὴν ὁποίαν διευθύνει ἐν τοῖς πράγμασιν ἡ Κυβέρνησις. Λησμονεῖτε τὴν τοσάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀκουσθεῖσαν καύχησιν, ὅτι εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις ἐν πλήρει συμφωνίᾳ, ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ μετὰ τοῦ Στέμματος. Καὶ ἐρωτώμεθα πάντες, πῶς συμβαίνει ἐπὶ τοσοῦτο κεφαλαιώδους ζητήματος, ἐπὶ τοσοῦτο θεμελιώδους ζητήματος πολιτειακοῦ, ἄλλην νὰ ἔχῃ γνώμην ὁ Βασιλεὺς κατὰ Σεπτέμβριον, καὶ ἄλλην νὰ ἔχῃ γνώμην κατὰ Ἰανουάριον;
§163Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὑπευθύνου.
§164Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι γνώμη τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑπευθύνου, γνώμη ἀφορῶσα θεμελιώδη διάταξιν τοῦ πολιτεύματος, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει Βασιλεὺς συνταγματικὸς καὶ εὔορκος, ἐλευθέρως σκεπτόμενος, ἐλευθέρως ἀποφασίζων, ὅστις νὰ ὑπείκῃ εἰς τὰς συνταγματικὰς γνώμας μιᾶς Κυβερνήσεως κατὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας ἀναθεωρεῖται τὸ πολίτευμα.
§165Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικός, ἐὰν τὸ ἀντίθετον ἔκαμνεν;
§166Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πλανᾶσθε, κ. Συνάδελφε. Πλανᾶσθε, διότι, ὅταν ὑπάρχῃ διχογνωμία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Στέμματος ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, δὲν εἶναι ὁ Βασιλεύς, ὅστις ἐπιβάλλει τὴν γνώμην του, ἀλλὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐγκαταλείπει τὰ ἑδώλια αὐτῆς. Πῶς λοιπὸν ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι οὐδέποτε ἠμφεσβητήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Διπλῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ τίς ἐφαντάζετο, ὅτι θὰ ἐπηκολούθουν ὅσα ἐπηκολούθησαν, ὑπὸ τὰς ἰαχὰς τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς ταύτης, ἥτις δὲν ἐσταμάτα καὶ καθορῶσα τὴν ἔλλειψιν Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν εὐπρεπῆ καὶ σκόπιμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος; Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ προχωρήσω καὶ νὰ ἐρωτήσω, ποῖος γνωρίζει Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὁπωσδήποτε Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, καλουμένην κατὰ τὰς διατάξεις ἑνὸς Συντάγματος, οὐχὶ Συντακτικὴν Συνέλευσιν, Ἀναθεωρητικήν, λέγω, Βουλήν, ἥτις διεξεδίκησε δι’ ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετήσῃ; Ποῦ εὑρίσκουσιν ἔρεισμα ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν; Τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 λέγει ἢ δὲν λέγει ῥητῶς, ὅτι καλεῖται «ἐπὶ τούτῳ Διπλῆ Βουλή», «ἐπὶ τούτῳ», ὅπως ἀναθεωρήσῃ δηλαδὴ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο καὶ μόνον, «εἰδικῶς ἐπὶ τούτῳ». Ἀπὸ τῶν συνταγματικῶν τούτων παραβάσεων ἀναχωροῦντες, δὲν ἐδυσκολεύθησαν νὰ ἐπικληθῶσι καὶ ἄλλην διάταξιν τοῦ Πολιτεύματος, κατὰ τρόπον περιεργότατον, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένος. Καὶ εἶπον πρὸς ἡμᾶς, πῶς δὲν διεμαρτυρήθητε, ὅτε ἀνεθεωροῦμεν τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος; Ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων ὑμῶν, ἅπαξ, δίς, τρίς, δεκάκις, εἰκοσάκις διεμαρτυρήθην ὅτι ἀσκοῦμεν δικαιώματα συντακτικῆς συνελεύσεως, παρὰ τὰς δηλώσεις ὑμῶν, ὅτι εἴμεθα ἀναθεωρητικὴ Βουλή; Ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, μετεβάλομέν τι οὐσιαστικῶς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ 37ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος; Ἐμειώσαμεν δικαίωμά τι τοῦ Βασιλέως, ἀναθεωροῦντες τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος; Ἐμειώσαμεν δικαίωμά τι τοῦ λαοῦ, ἀναθεωροῦντες τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Συντάγματος; Τί ἐπράξαμεν; Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἔλεγεν, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς καλοῦνται ἐντὸς δύο μηνῶν, ἡ Βουλὴ καλεῖται ἐντὸς τριῶν μηνῶν. Τί λέγομεν διὰ τῆς νέας διατάξεως; Οἱ ἐκλογεῖς καλοῦνται ἐντὸς 45 ἡμερῶν, ἡ Βουλὴ καλεῖται ἐντὸς 45 ἡμερῶν. Δηλ. διερρυθμίσαμεν ἄλλως τὰ τῶν προθεσμιῶν, τῆς αὐτῆς ἐν ὅλῳ διαρκείας, ἀλλ’ οὐδὲν δικαίωμα ἀφῃρέθη ἀπὸ τοῦ Βασιλέως, οὐδὲν δικαίωμα ἀφῃρέθη ἀπὸ τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐξομοιοῦντες τὴν Ἀναθεωρητικὴν Συνέλευσιν πρὸς μίαν ἁπλῆν Βουλήν, καὶ προσπαθοῦντες κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ συμβιβάσωμεν τὰ πράγματα πρὸς τὸ ἄρθρον 37, καὶ δίδοντες ἀορίστους τινὰς καὶ ἀντιφατικὰς ὑποσχέσεις ὅτι θὰ ἐπανέλθωμεν τὸ φθινόπωρον, ἐλησμονήσαμεν ἄλλην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀγνοῶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, παντελῶς ἀγνοῶ, πῶς ἐπὶ τούτου θὰ συμβιβάσωμεν τὰ πράγματα. Ἐὰν καλῶς καὶ ἐγὼ ἀντιλαμβάνωμαι τῶν προθέσεων ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀδύνατον ἡ ὑπομονή σας, ἐὰν παραμένητε ἐνταῦθα, νὰ μὴ ἐξαντληθῇ μέχρι τῆς 15, 20, 25, 30 Ἰουνίου τὸ πολύ. Ὄταν μάλιστα ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐλέχθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλώσωμεν ὁλόκληρον τὸν Ἰούνιον, ἤκουσα πολλὰς φωνὰς διαμαρτυρίας. Καὶ τί θὰ πράξωμεν τότε; Θὰ διακόψωμεν. Καὶ θὰ ἐπανέλθωμεν πότε; Τὴν 1ην Ὀκτωβρίου. Θὰ διακόψωμεν ἐπὶ τρεῖς μῆνας· πῶς; Σιωπηρῶς, ἤκουσα λεγόμενον, δηλ. θὰ φθάσωμεν εἰς ἓν στάδιον τῶν ἐργασιῶν μας, ἀκολούθως θὰ ἀποχωρήσωμεν ἡμεῖς, θὰ ἔρχεται καὶ ὁ κ. Πρόεδρος καὶ θὰ ἀναγινώσκῃ ὁ ἴδιος τὸν κατάλογον, διότι ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ἔχῃ καὶ γραμματέα, δὲν θὰ εὑρίσκηται ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ, θὰ ἀπέρχηται, θὰ καλῇ πάλιν τοὺς βουλευτάς, οἱ βουλευταὶ δὲν θὰ ἔρχωνται καὶ τοῦτο θὰ ἐπαναλαμβάνεται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐπὶ τρεῖς μῆνας! Τοιαύτη κωμῳδία, Κύριοι, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις νὰ τὴν παίξῃ. Ὄταν θὰ φθάσωμεν εἰς ἓν στάδιον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἐπιβάλλεται, κατὰ τὸ Πολίτευμα, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀναπαυθῶμεν, νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν διὰ ῥητῆς ἀποφάσεως ἡμῶν, καὶ νὰ τὰς διακόψωμεν ἐπὶ χρόνον ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ὁριζόμενον ἐν τῷ ἄρθρῳ 38. Ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον 38 τοῦ Συντάγματος: (Ἀναγινώσκει) «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ἅπαξ μόνον νὰ ἀναστείλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου» κλπ. Πέραν τοῦ ἑνὸς μηνὸς μᾶς εἶναι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπηγορευμένη ἡ διακοπὴ τῶν ἐργασιῶν μας. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, τὸ νομίζετε ὡς δυνατόν, νὰ διακόψωμεν ἐπὶ τρεῖς ὁλοκλήρους μῆνας σιωπηρῶς τὰς ἐργασίας ἡμῶν;
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ ὄχι; Ἀρκεῖ νὰ συναινέσωμεν.
§168ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ νὰ συναινέσωμεν δὲν δυνάμεθα κατὰ τὸ Σύνταγμα. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διακόψωμεν 5, 10, 15 ἡμέρας. Τοιαύτην διακοπὴν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν, τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ νὰ διακόψωμεν ἐπὶ τρίμηνον, οὔτε ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα, οὔτε ὁ Βασιλεύς. Δὲν εἶνε δυνατὸν λοιπόν, παρὰ μόνον παίζοντες πολιτειακὴν κωμῳδίαν, νὰ διακόψωμεν ἐπὶ τρίμηνον, δηλ. νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν ἐπὶ τρίμηνον, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν τὸν Ὀκτώβριον. Ἰδού, λοιπόν, ἀδιέξοδον ἐξ αὐτῶν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, οὔτε ἐλάλησα περὶ δικτατορίας, οὔτε τὴν λέξιν εἶπον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου. Καὶ ἔπραξα καλῶς, κάλλιστα, διότι ἐφρόντισα νὰ μάθω καὶ τὰ πράγματα, ὅσον μοὶ ἦτο δυνατόν, καὶ τὰ πρόσωπα. Τὴν λέξιν δικτατορία, τὸ ἐπ’ ἐμοί, τὴν ἀκούω γελῶν σήμερον, καὶ δὲν θὰ ἐπεθύμουν μάλιστα νὰ ἀκούσω ὡς ἐπιχείρημα τοῦ ὅτι δὲν θὰ καθιδρυθῇ παρ’ ἡμῖν δικτατορία, τὸ ὅτι προσεφέρθη ἄλλοτε καὶ δὲν ἀνελήφθη. Ἀληθῶς προσεφέρθη, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου ἔπρεπε νὰ ἀναληφθῇ· ἀλλ’ οἱ μὴ ἔχοντες τὴν δύναμιν τότε νὰ τὴν ἀναλάβουν, ὅτε προσεφέρετο εἰς αὐτούς, οἱ μὴ ἔχοντες τότε τὴν ἐσωτερικὴν δύναμιν, τὸ ἐσωτερικὸν θάρρος, βεβαίως δὲν θὰ τὴν ἀναλάβουν σήμερον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει λέγω πρὸς αὐτούς: δοκιμάσατε, δοκιμάσατε καὶ θὰ ἴδητε πῶς θὰ καταρρεύσῃ τὸ χάρτινον οἰκοδόμημα, ὅπερ μόνον ἠδυνήθητε ν’ ἀνεγείρητε, ἐνῷ τόσης ἐτύχετε ὁμοθύμου συνδρομῆς ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§169Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὴν ἔδωκεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§170Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν ἔδωκεν, ἀλλὰ δὲν εἶχον οὔτε τὴν δύναμιν οὔτε τὸ θάρρος τὸ ἐσωτερικὸν, νὰ τὴν ἀναλάβωσιν. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῇ τὸ πρόγραμμα· τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀμφίβολον εἶναι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ μετὰ τετραετίαν! Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσιν οἱ σπουδαιότεροι νόμοι· ποῖοι νόμοι; Τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταβολῆς τοῦ δημοτικοῦ ζητήματος, ἡ σπουδαιοτέρα ἀληθῶς καὶ ὠφελιμωτέρα μεταρρύθμισις παρ’ ἡμῖν, τὴν ὁποίαν ὑπὲρ πᾶσαν ὠνειροπόλησε καὶ ὀνειροπολεῖ καὶ θέλει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀλλὰ μεταρρύθμισιν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐπιτελέσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, δὲν θὰ ἐπιτελέσητε σεῖς, διότι ἀσφαλῶς καὶ ἀναμφιβόλως δὲν θὰ προσαχθῇ παντάπασι τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον ἡμῶν.
§171ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προσήχθη ἤδη.
§172Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ ψηφισθῶσιν ἄλλα νομοσχέδια σπουδαῖα, τὰ ἐκπαιδευτικὰ τὰ ὑποβληθέντα πρὸ διμήνου ἢ τριμήνου· τὰ εἴδετε; Προχθὲς ἀνεγίνωσκον μίαν ἐφημερίδα τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου πανηγυρίζουσαν διὰ τὰ νομοσχέδια, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναμορφοῦσι καὶ ἀνορθοῦσι τὴν ἐκπαίδευσιν ἅπασαν, νομοσχέδια περὶ στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, περὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως· εἴδετε τοιαῦτα νομοσχέδια; Σᾶς ἐρωτῶ ἂν τὰ εἴδετε σεῖς· ἂν τὰ ἔχῃ ἐντὸς ἑρμαρίου τινὸς ὁ Ὑπουργὸς ἄλλο ζήτημα. Ἐρωτῶ ἂν τὰ εἶδεν ἡ Βουλή, πρὸ τῆς ὁποίας ἀπηγγέλθη εἷς μακροσκελέστατος λόγος.
§173Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Εἴδομεν τὰ δικαστικά.
§174Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ εἴδετε τὰ δικαστικά, ἀλλ’ οὔτε ἐκεῖνα θὰ ψηφίσητε ὅλα· ἐψηφίσατε μόνον τὰ ἐξ ἀντιγραφῆς προερχόμενα. Κύριοι, κατὰ τὴν γνώμην μου, δεχόμενοι τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ ψηφίσματος, καταλύετε ἐπί τινα χρόνον τὸ δικαίωμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἔχῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του ἐν τῇ Κυβερνήσει τῆς χώρας. Καταλύετε τὸν βωμὸν τῆς ἐλευθερίας, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ,—ἀποδίδοντες εἰς τὸν ἀρχηγόν σας καὶ ἰδιότητα ἀθανάτου ἀκόμη, διότι πιστεύετε ἀκραδάντως ὅτι θὰ ὑπάρχῃ οὐχὶ μόνον ἐν τῇ ζωῇ, ἀλλὰ καὶ Πρωθυπουργὸς μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου,—ἀντ’ αὐτοῦ ἀνεγείρετε τὸν βωμὸν τοῦ Βενιζέλου. Ἐγὼ πιστεύω ἀκραδάντως ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσωμεν εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ τοιαύτης διατάξεως, διατάξεως καταλυούσης τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα· ταῦτα πιστεύων, τοῦτο τὸ δικαίωμα ἀρνούμενος εἰς ὑμᾶς δὲν θὰ μετάσχω εἰς τὴν ψηφοφορίαν, διότι ἀρνοῦμαι εἰς ἐμαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσω εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατὰ διατάξεως, ἥτις καταλύει τὸ πολίτευμα. Τοιαύτην κατάλυσιν ἐπεκαλέσθη καὶ τοιαύτην κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ὑποστηρίζει οὐχὶ διὰ τῆς δυνάμεως καὶ τοῦ θάρρους ἑνὸς ἱστορικοῦ ἀνδρός, ὅστις ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς ἱστορίας νὰ γένηται καὶ δικτάτωρ, ἀλλ’ ὑποστηρίζετε τὸ θάρρος πολιτικῶν κομματαρχῶν, οἵτινες μεταχειριζόμενοι τὴν δύναμιν μιᾶς ἐθνικῆς Συνελεύσεως, τὸν ἐνθουσιασμὸν αὐτῆς, τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν τυφλὴν ἐμπιστοσύνην βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον χύνουσι τὸ δηλητήριον.
§175ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δὰ τυφλήν.
§176Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν ὁλόψυχον ἐμπιστοσύνην· χύνουσι τὸ δηλητήριον κατὰ τοῦ πολιτεύματος, κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου ἀγνοῶ πρὸς ποίους σκοποὺς ἀποβλέποντες.
§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά;
§178Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι διάφορα ἀπὸ αὐτά, τὰ ὁποῖα πιστεύετε σεῖς.
§179Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι κανὼν ἀπαράβατος καὶ κοινῶς παραδεδεγμένος, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πᾶς λαὸς ὅσον περισσότερον μελετᾷ τὴν ἱστορίαν του καὶ ὅσον καλλίτερον γνωρίζει τὴν ἱστορίαν τοῦ πολιτεύματος, ἐπὶ τοσοῦτον ὀρθότερον καὶ ἀσφαλέστερον κρίνει καὶ ἀποφασίζει καὶ περὶ τῶν παρόντων αὐτοῦ πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς μελλούσης αὐτοῦ τύχης. Ἂν ῥίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν πολιτευμάτων ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τούτου ἐν τῷ πολιτικῷ ὁρίζοντι τῶν νεωτέρων χρόνων, ἑπτὰ καταστατικοὶ χάρται ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τούτου· ὁ πρῶτος ἐν ἔτει 1822· ὁ δεύτερος ἐν ἔτει 1823· ὁ τρίτος ἐν ἔτει 1827· ὁ τέταρτος ἐν ἔτει 1832· ὁ πέμπτος ἐν ἔτει 1844· ὁ ἕκτος ἐν ἔτει 1864, καὶ ὁ τελευταῖος ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1911. Οἱ τρεῖς πρῶτοι καταστατικοὶ χάρται τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, κύριοι Βουλευταί, ἐψηφίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἀπέτυχον μόνον καὶ μόνον ἕνεκα τῶν περιστάσεων τῶν ἀντιξόων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ ἔθνος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Οἱ δύο κατόπιν ψηφισθέντες, ἀπέτυχον ὡσαύτως, διότι προσέκρουσαν εἰς τὴν μοναρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναμφισβητήτως ἄντικρυς ἀντίθετος καὶ πρὸς τὸ κλῖμα καὶ πρὸς τὰς παραδόσεις καὶ πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ὁ μὲν εἷς, λέγω, διότι προσέκρουσε κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὴν μοναρχίαν, ὁ δὲ δεύτερος διότι ὑπεγράφη μὲν διὰ τῆς δεξιᾶς χειρὸς ὑπὸ τοῦ μακαρίτου ἐκείνου Βασιλέως, ἀλλὰ διὰ νὰ σχισθῇ διὰ τῆς ἀριστερᾶς. Ὁ ἕκτος ἐψηφίσθη ἐν ἔτει 1864· ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ἀτυχῶς ἀπέτυχε, διότι προσέκρουσεν εἰς τρία τινά, πρῶτον μέν, διότι ἐψηφίσθη ἐν ταχύτητι τοιαύτῃ οἵα δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν ψήφισιν καταστατικῶν χαρτῶν δι’ ἓν Κράτος. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο, διότι δὲν πιστεύω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀγνοῇ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι πλὴν τῶν ἄλλων, ἀπὸ τοῦ 71ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος μέχρι τοῦ 110, ἐψηφίσθησαν ταῦτα ἐν δέκα ἡμέραις κατόπιν τοῦ ὑβριστικωτάτου ἐκείνου πρὸς τὴν Συνέλευσιν διαγγέλματος τῆς Βασιλευούσης Δυναστείας. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν τοιοῦτος συνταγματικὸς χάρτης ἢ νὰ ἀποτύχῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ κατὰ δύο ἄλλων σκοπέλων σπουδαιοτάτων ἐπίσης προσέκρουσε καὶ δι’ αὐτὸ ἀπέτυχεν· ὁ πρῶτος εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ ἐπίδρασις, ἡ ὁποία, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ Κράτους ἔσχε τοὺς ἀντιπροσώπους της, ἀντιπροσώπους τοιούτους μάλιστα, τοὺς ὁποίους καὶ αὐτοὶ οἱ συντάξαντες τὸ πολίτευμα δὲν θὰ ὠνειρεύοντο κἄν. Ὁ τρίτος λόγος ἦτο ἡ συγκέντρωσις τῶν ἐξουσιῶν πασῶν εἰς ἓν πρόσωπον, τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος διέφθειρε τὸ πολίτευμα ὀχυρούμενος ὄπισθεν τοῦ ἀνευθύνου καὶ ὁ ἀνεύθυνος ὡσαύτως ὄπισθεν τοῦ ὑπευθύνου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, Κύριοι, ὁ καταστατικὸς ἐκεῖνος χάρτης κατέληξεν εἰς τὸ νὰ καταρρακωθῇ καὶ νὰ ἀναγκάσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐπαναστατήσῃ ἵνα τὸν ἀναθεωρήσῃ. Δὲν πιστεύω νὰ ἀμφισβητῇ οὐδείς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπανεστάτησε διότι δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲν εἰς τὴν θέσιν του, διότι πάντες ἐκεῖνοι οἱ νόμοι οἱ στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐκείνου εἶχον μεταβληθῆ εἰς ῥάκη. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ὁ ἕβδομος συνταγματικὸς χάρτης, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν ἤδη, καὶ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ κυρώσωμεν. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς τονίσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι καὶ αὐτὸς εἶναι προωρισμένος νὰ ἀποτύχῃ διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἁπλούστατον τοῦτον ὅτι, οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ ἀντιστροφὴ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἐπὶ τῇ βάσει προσωπικῶν καὶ αὐλικῶν ὑπολογισμῶν.
§180Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὡραῖα! Προσωπικῶν ὑπολογισμῶν ἀκριβῶς.
§181ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν ταῦτα κατὰ μέρος καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ οὐτιαστικώτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ ἡμᾶς αὐτούς. Ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα ὄπισθεν αὐτῆς τὴν παμψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐψήφιζεν ὅπως αὐτὴ βεβαίως ἤθελε καὶ ὅ,τι αὐτὴ ὑπέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι ὑπῆρξεν, εἰμὴ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποσταλέντες μὲ ὡρισμένην ἐντολήν, τὴν ἐτήρησαν κατὰ γράμμα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ἀλλὰ καὶ οἱ ὁποῖοι ὁσάκις ἠθέλησαν νὰ ψέξωσιν, ἄλλοτε μὲν ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἐχθροὶ ἐλλοχῶντες, ἄλλοτε δὲ ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἐκ προσωπικῶν παθῶν ὁρμώμενοι ἵνα φέρωσι προσκόμματα εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Ἀνορθώσεως, καὶ ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου τὸν ἔντιμον βουλευτὴν ἐξ Ἄρτης, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγοντα ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπό τινος ἐξετροχιάσθη. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο ἐνταῦθα ὁ κ. συνάδελφος ἵνα τὸν προκαλέσω νὰ μοὶ ἀποδείξῃ ποῦ, πῶς, καὶ πότε; Ἐκτροχιασμὸς εἶναι ἡ στάσις τοῦ βουλευτοῦ ἐκείνου, τοῦ ἀντιπολιτευομένου, ὁ ὁποῖος, ὁσάκις ἐνόμισε ὅτι αὕτη ἡ διάταξις ἢ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς διατάξεως ἦτο σύμφωνον πρὸς τὴν ἀποστολήν του, πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ἐψήφισε, καθ’ ὃν χρόνον οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐκοιμῶντο τὸν νήδυμον ἐνταῦθα ἢ ἐν Πειραιεῖ; Καὶ δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις διὰ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν πέραν τῆς 3ης μετὰ τὸ μεσονύκτιον ἵνα δώσωσι εἰς αὐτὴν ἐνίοτε καὶ ψῆφον ἐμπιστοσύνης; Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐκτροχιασμός; Προκαλῶ τὴν Βουλήν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοὶ εἴπῃ, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τις ἐξ ἡμῶν ὑπεστήριξε τὰ ἀντίθετα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐνίοτε μετὰ ζωηρότητος μείζονος τοῦ δέοντος, τίς ἐξ ἡμῶν δὲν ὡρμᾶτο πάντοτε ἀπὸ εἰλικρινείας, ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς χώρας ἔστω καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι πολλάκις εἴτε ἐκ τούτου εἴτε ἐξ ἐκείνου τοῦ λόγου, ὑπεστήριζε ζωηρότερον τὰς ἰδέας του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Αὐτὸς ὀνομάζεται ἐκτροχιασμός; Καὶ σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ἠπόρησα πῶς ὁ λέγων ταῦτα δὲν ἐχειροκροτήθη—ἀλλ’ ἐλησμόνησα, νομίζω ὅτι ἐχειροκροτήθη ὅταν εἶπε τὴν λέξιν ὅτι ἐξετροχιάσθη ἡ ἀντιπολίτευσις!!! Ὡμίλησεν ἐπίσης ὁ ἔντιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος καὶ περὶ δικτατορίας καὶ εἶπεν ὅτι ἡ δικτατορία εἶναι λέξις ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει οὔτε κἄν νὰ συζητῆται, τὴν μεταχειρίζονται δὲ ὡς μέσον διὰ νὰ παραπλανήσωσι τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ ἴσως τοῦτο ἐθεώρησεν ὡς ἐκτροχιασμόν. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναγνώσω τὴν «Πατρίδα» τῆς 18ης Φεβρουαρίου 1911, διὰ νὰ ἴδητε τί ἐγράφη παρ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου περὶ δικτατορίας. (Ψίθυροι). Ἡσυχάσατε, Κύριοι· «verba volant scripta tamen manent.» (ἀναγινώσκει). «Μονάρχην δὲν ἔχομεν ἱκανὸν κ.τ.λ...... Καὶ τὸ τέλος ἀκριβῶς τοῦ ἄρθρου ἐκείνου· «Φυσικὸν ἄρα εἶναι νὰ παραδεχθῶμεν ἐξ ἀνάγκης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς φέρεται ῥαγδαίως πρὸς τὴν δικτατορίαν». Ὑβρίζει δὲ τὴν Βουλήν, καθόσον τὸ ἄρθρον θεωρεῖ τὴν Βουλὴν ἀναξίαν, θεωρεῖ τὸν ἑλληνικὸν λαὸν ἀνάξιον νὰ ἀντιπροσωπεύηται ὑπὸ Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ θίξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθίχθη ἴσως ἐγκαίρως περὶ τοῦ ἐντίμου κ. προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸν συνάδελφον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ ψέξῃ ἡμᾶς ὡς μεταχειριζομένους γενικῶς τὴν λέξιν ταύτην. Ἀλλ’ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ἄρθρον 1 τοῦ ψηφίσματος τὸ ὁποῖον λέγει· «Ἀντὶ ἕξ μηνῶν ἢ τεσσάρων, ὡς ἐτροποποίησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπὸ τῆς διὰ Β. Διατάγματος κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς», ἀλλὰ διατὶ τεσσάρων καὶ οὐχὶ ἕξ, διατὶ ἕξ καὶ οὐχὶ δώδεκα, ἀφοῦ ἄλλως τε αἱ ἐκλογαὶ θὰ συμπέσωσι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἴσως τὸ κράτος θὰ εὑρίσκεται εἰς τοιαύτας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἴσως θὰ ἀπαγορεύωνται αἱ ἐκλογαί; Δὲν γνωρίζω τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑποβιβάζει τοὺς ἕξ μῆνας εἰς τέσσαρας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, κ. συνάδελφοι, περὶ αὐτοῦ. Πρέπει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εὐθὺς μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς συνελεύσεως νὰ ἐρωτηθῇ ἂν ἐγκρίνει τὰ ἔργα αὐτῆς. Θὰ ἐπροτίμων, ὅπως πρὸ ὀλίγου ἐτόνισεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, θὰ ἐπροτίμων λέγω, νὰ ἴδω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἀναλαμβάνοντα τὸ βάρος τῆς εὐθύνης καὶ λέγοντα, αὐτὸ εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύουσι τὴν ἀνύψωσιν ταύτην —αὐτὸ θὰ γένηται—. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου εἴδομεν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀνελθόντα καὶ θέσαντα μέσον ὅρον μεταξὺ τριῶν μηνῶν καὶ ἕξ. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, περὶ τούτου, ἀλλὰ περὶ τοῦ ἑξῆς. Ἐπιβάλλεται ἀπόλυτος σεβασμὸς πρὸς τὸ πολίτευμα ἢ σχετικός; Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι εἶναι παρὰ τὸ καθεστὼς παρὰ τὸ πολίτευμα, αὐτὸ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ἀμέσως. Ἐὰν πρόκειται νὰ παραβιάσωμεν τὸ πολίτευμα ἔστω καὶ κατ’ ὀλίγον, οὐδὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὔριον θὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ τὸ παραβιάσωμεν καὶ καθόλου. Σήμερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἀφοῦ ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ τετραετίαν, τί τὸ σπουδαῖον, ἐὰν διατηρηθῇ ἀκόμη ἐπὶ τέσσαρας μῆνας; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, καὶ αὖθις λέγω· δύναται νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη, ἀφοῦ τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐκπροσωπούσης τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ ἀλλὰ νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, οὐχὶ κατὰ τοὺς τέσσαρας τούτους μῆνας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας μόνον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Ἐνταῦθα ἔγκειται ἡ παραβίασις τοῦ πολιτεύματος οὐδ’ ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν ἄνευ Βουλῆς. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν παραβίασιν τοῦ συνταγματικοῦ Χάρτου τῆς χώρας, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἐψηφίσθη τελειωτικῶς ἀκόμη, δὲν ἐτέθη ἐπ’ αὐτοῦ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως. Ἄν, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ, ἀρχίσῃ τὸ ξέσχισμα, ποῦ θὰ καταλήξῃ τὸ πολίτευμα αὐτό; Τίς θὰ ἐμποδίσῃ καὶ ἄλλην Κυβέρνησιν νὰ παραβιάσῃ ἄλλην τινὰ συνταγματικὴν διάταξιν; Ἀλλ’ ἐγὼ εἶμαι ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶμαι θεματοφύλαξ τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ, ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι πᾶσα προσβολὴ κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀφορᾷ πλέον παντὸς ἄλλου τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, οἵτινες στοιχειῶδες ἔχουσι καθῆκον νὰ ὑποστηρίζωσι τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Εἶπον προηγουμένως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς παρουσίας τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ὑπάρχει, πῶς θέλετε νὰ ὀνομάσωμεν τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας παρὰ δικτατορικάς, ἐφ’ ὅσον παρὰ τὸν συνταγματικὸν Χάρτην κυβερνᾷ μία Κυβέρνησις, πῶς θέλετε νὰ τὴν ὀνομάσωμεν; Παρακαλῶ νὰ προσέξητε καὶ εἰς τοῦτο κ. συνάδελφοι· δὲν θὰ εἶναι μόνον ἀπολυταρχική, δικτατορικὴ κυβέρνησις, ἀλλ’ εἰς τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει, θὰ ἐνέχωνται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν πρέπει νὰ ἐνέχωνται, διότι κατ’ ἐμὴν γνώμην δὲν θὰ ἐνέχηται μόνον ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀνεύθυνος μοναρχικὸς παράγων. Δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα, κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη ἕτερος τῶν κυρίων συναδέλφων, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος τῆς δικαστικῆς δὲν εἶναι θεμελιώδης διάταξις! Ἀλλ’ ἡ ἀναστολὴ τοῦ πολιτεύματος τί εἶναι; Ἐπειδὴ δὲν ἔχω σκοπόν, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς κουράσω, καὶ ἐπειδὴ ἔχει προχωρήσει ἀρκετὰ ἡ ὥρα, καὶ ἐπειδὴ πιθανὸν νὰ κατηγορηθῶ ὡς συντελῶν εἰς τὴν σπατάλην πολυτίμου χρόνου, οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ προσθέσω, εἰμὴ μόνον τοῦτο, νὰ ἐπαναλάβω δηλονότι τὸ ὅτι, τὸ παρὸν Σύνταγμα ψηφισθέν, ὡς ἐψηφίσθη, καὶ τοῦ ψηφίσματος τούτου τεθέντος πρὸ ἡμῶν, ὡς ἐτέθη, ὁ συνταγματικὸς Χάρτης τοῦ 1911 οὐδὲν ἄλλο εἶναι, εἰμὴ διαστροφὴ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἐπὶ τῇ βάσει προσωπικῶν συμπαθειῶν, ὡς ἀτυχῶς γνωρίζομεν πάντες, καὶ αὐλικῶν ὑπολογισμῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης, κατὰ τὴν γνώμην μου πάντοτε, ψηφιζομένου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος εἰσερχόμεθα ἀναφανδὸν εἰς τὸ δικτατορικὸν πολίτευμα, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι Βουλευταί, νὰ κατέλθω ἀπὸ τοῦ βήματος εὐχόμενος, ὅπως ἡ παραβίασις αὕτη ἀποβῇ ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ τῶν παραβατῶν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ δηλῶν ὅτι πρὸ τοιαύτης καταφανοῦς παραβιάσεως τοῦ πολιτεύματος ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ μετάσχω τῆς ψηφοφορίας.
§182Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ θέμα, κύριοι Βουλευταί, ἐξηντλήθη καὶ διὰ τοῦτο δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Ἐὰν δὲ ἔρχομαι ἤδη ἐπὶ τὸ βῆμα σκοπὸν ἔχω οὐχὶ νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰ ἐπιχειρήματα εἰς τὰ ὁποῖα πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων κατέφυγον, ἀλλὰ διὰ νὰ διευκρινίσω ἀμφιβολίαν, ἥτις γεννᾶται ἐν ἐμοί. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιμείνῃ καὶ νὰ καθορίσῃ τὰς ἀοριστίας, ἵνα ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἐντὸς ἕξ μηνῶν ἀπὸ τῆς διὰ Β. Διατάγματος κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, θέλουσιν ἐνεργηθῆ αἱ ἐκλογαὶ πρὸς συγκρότησιν νέας Βουλῆς». Διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει καὶ νὰ δυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν τὸν χρόνον τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ἀσφαλῶς, πότε λήγει ἡ περίοδος τῆς ὑπαρχούσης Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ τέλος περιόδου ἢ συνόδου Βουλῆς. Τὸ πρῶτον ἀπέχει τοῦ ἄλλου καὶ δύναται ν’ ἀπέχῃ ἐπὶ πολύ, ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους. Ἄχρι τοῦδε ἔχομεν δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως οὐχὶ τὰς αὐτάς, ἀλλὰ διαφόρους· καὶ ἐνθυμοῦμαι κατὰ πρῶτον, μέν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθώριζε τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς 8 Ἰουλίου· καὶ ἐνθυμοῦμαι νύκτα τινά, ὅπως καὶ ἤδη, ἀπευθυνόμενος πρὸς τοὺς φίλους του Βουλευτὰς καὶ παρακαλῶν αὐτοὺς νὰ μὴ συζητῶσιν, ὑπελόγιζε τὰς συνεδριάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπελείποντο ἵνα περατωθῇ τὸ ἀναθεωρητικὸν καὶ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Καὶ ὑπελόγιζεν εἰς ἡμέρας, εἰς ὥρας, καὶ δὲν γνωρίζω ἀκόμη, ἂν καὶ εἰς δευτερόλεπτα, καὶ εὕρισκεν ὅτι ὁ χρόνος ἐκεῖνος δὲν εἶναι ἐπαρκὴς εἰς τὸ νὰ τελεσθῇ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑπ’ ὄψει. Καὶ παρεκάλει τοὺς Βουλευτάς, τοὺς φίλους του, νὰ μὴ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν καὶ χάνεται πολύτιμος χρόνος, ὁ ὁποῖος τῷ ἐχρησίμευεν ἵνα περατώσῃ τὸ ἔργον του, ἀλλὰ κατόπιν τούτου πολλὰ ἐρρήθησαν, πολλὰ ἐγράφησαν περὶ τῆς διαρκείας τῆς Βουλῆς, καὶ ἀκούομεν ἤδη ὅτι ἡ Βουλή, ἡ Διπλῆ, θὰ διαρκέσῃ ἐπὶ ἔτος. Ὑπῆρξε πόθος εὐσεβὴς παρὰ πολλῶν τῶν κυρίων συναδέλφων ἵνα ἡ Βουλὴ ἔλθῃ καὶ εἰς ἄλλην σύνοδον, καὶ ἐνῷ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνόμιζον, διαγνοὺς καὶ ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελε καθορίσει ῥητῶς τὸν χρόνον τῆς διαρκείας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐγκατέλειπε τοῦτο, ἐγκατέλειψε πάντα ταῦτα, καὶ δι’ ἀοριστιῶν ἀπήντα εἰς τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἐνόμισε κατελθὼν τοῦ βήματος ὅτι κατῆλθε σοφώτερος ἀπ’ ὅ,τι ἀνῆλθεν. Καὶ ἐπιμένω καὶ ἐρωτῶ: Ποία εἶναι ἡ διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς; Εἶναι τὸ ἑξάμηνον; Εἶναι τὸ ἔτος; Εἶναι ἡ τετραετία, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἰσχυρίσθη ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ζήσῃ καὶ ἡ παροῦσα Βουλή; Καὶ εἰ μὲν εἶναι τὸ ἑξάμηνον, μετ’ ὀλίγον λήγουσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, εἰ δὲ εἶναι τὸ ἔτος, αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς κατὰ διάταξιν, ῥητήν, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν ἤδη, λήγουσι τὴν 27 Νοεμβρίου· καὶ ἐνῷ λήγει ἡ ζωὴ τῆς Βουλῆς, θνήσκει δηλονότι φυσικῶς τὴν 27 Νοεμβρίου, — εἶναι τὸ ἀπώτατον σημεῖον τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς — ἀλλὰ δύναται νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸ τούτου, καὶ πρὸ τοῦ πέρατος τοῦ βίου τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ὅμως, ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ πέραν τούτου βίον καὶ πέραν τοῦ ἔτους βίον, πῶς θὰ καθορίσωμεν τὰ χρονικὰ διαστήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶναι ἀναγκαῖα, δηλαδὴ τοῦ τέρματος τοῦ βίου τῆς Βουλῆς, ἵνα ἴδωμεν ὁποίας προθεσμίας ζητεῖ διὰ τοῦ ψηφίσματος τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν; Διότι δυνατόν, Κύριοι, νὰ νομίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἐργάζηται, καὶ διὰ τοῦτο νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος τοῦ κηρύσσοντος τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ποῦ καὶ ἀπέναντι τίνος θέλομεν εὑρεθῆ; Δὲν θὰ εὑρισκώμεθα ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τοῦ χρόνου τοῦ βίου τῆς Βουλῆς; Θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ῥητῶς νὰ καθώριζεν ὅτι ὁ βίος τῆς Βουλῆς τῆς παρούσης θέλει εἶσθαι μέχρι τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἤθελε καθορίσει.
§183Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Εἶναι δικαίωμά του νὰ ὁρίσῃ; Δὲν εἶναι δικαίωμά του. Τί θέλει, τί σκέπτεται, τοῦτο εἶναι δικαίωμά του, ἀλλὰ πότε θὰ λήξῃ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δικαίωμά του.
§184Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν μὲ ἐφωτίσατε, κύριε συνάδελφε. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ γίνω σοφώτερος, καὶ ἴσως εὐθύνομαι ἐγώ, διότι δὲν ἠδυνήθην νὰ σᾶς ἀντιληφθῶ. Λοιπόν, ἐφ’ ὅσον δὲν καθορίζεται ὁ βίος τῆς Βουλῆς, δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ποτὲ μέχρι ποίου σημείου, τοῦ τελευταίου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ τὸ διάταγμα περὶ λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διότι δύνανται, Κύριοι, νὰ παύσωσι πραγματικῶς αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ Διάταγμα τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ ἀπέχῃ πολὺ τοῦ σημείου τούτου· δύνανται νὰ παύσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, καὶ μετὰ πέντε μῆνας νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κηρύσσεται ἡ λῆξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ὁ βίος τῆς παρούσης Βουλῆς εἶναι ἐνιαύσιος. Δὲν εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ αὐτό, οὐδὲ συμπίπτει ὁ χρόνος μεταξὺ τῆς λήξεως τῆς Βουλῆς διὰ Διατάγματος, καὶ τῆς πραγματικῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἤκουσα ὅτι ἐπίκεινται καὶ διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, καὶ ἤκουσα ὅτι αἱ διακοπαὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θὰ διαρκέσωσιν ἐπὶ μῆνας. Καὶ ἐρωτῶ, πόθεν ἀρύεται ἡ Βουλὴ ἢ τὸ Στέμμα, ἐκ ποίας συνταγματικῆς διατάξεως, ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς πλέον τοῦ μηνός; Μίαν εὑρίσκω διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ἡ ὁποία εἶναι ἀντιγραφὴ μὲ τροποποίησίν τινα, ἐπὶ λέξει, τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἀναστείλῃ, νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ 40 ἡμέρας. Τὸ Σύνταγμα τὸ ψηφισθὲν ἤδη περιώρισε τὰ δικαιώματα τὰ βασιλικὰ εἰς ἕνα μῆνα.
§185Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται νὰ ἐκδοθῇ Διάταγμα νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Εἴθε νὰ καθίσητε ἐδῶ διὰ νὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ὅταν θὰ μᾶς φύγετε, τί νὰ σᾶς κάμωμεν; Διάταγμα διακοπῆς δὲν θὰ ἐκδοθῇ. Ἀλλ’ ὅταν, εἴτε διότι θὰ ὑπάρχῃ καύσων εἴτε διότι θὰ εἶναι κεκοπιακότες οἱ κ. Βουλευταί, καὶ δὲν θὰ προσέρχωνται εἰς τὴν Βουλήν, τί θέλετε νὰ κάμωμεν ἡμεῖς;
§186Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύει τὸ ἔκτροπον, εἰς τὸ ὁποῖον βαίνομεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δηλοῖ ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς· ἀλλὰ καλεῖ ἡμᾶς ἵνα ὠφεληθῶμεν καὶ προσερχόμενοι εἰς τὴν Βουλὴν δυνηθῶμεν νὰ ῥίψωμεν τὴν Κυβέρνησιν· εἶναι εἰρωνεία, ἡ τοιαύτη δήλωσις καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὴν ἑτοιμότητα νὰ προκαλῇ χειροκροτήματα καὶ τῶν φίλων του καὶ τῶν ἀκροατηρίων, ἐγκαταλείπων τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητεῖ, καὶ νὰ ἐκφύγῃ αὐτοθαυμάζων ἑαυτόν, ἵνα προκαλέσῃ χειροκροτήματα, δικαίωμά του εἶναι· δὲν ἔχει ὅμως δικαίωμα νὰ εἰρωνεύηται μίαν δράκα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι λέγονται καὶ εἶναι ἀντιπολιτευόμενοι. Ποίαν ἔχουσι τὴν δύναμιν οἱ τρεῖς ἢ οἱ πέντε, ἵνα ἔλθωσιν ἐδῶ καὶ σᾶς εἴπωσιν· ὁρίστε, κύριε Πρόεδρε, νὰ συνεδριάσητε; Σεῖς ἔχετε τὴν δύναμιν. Ὄπισθεν ὑμῶν ἑκατοντάδες ὑπάρχουσιν. Σεῖς ἐπιβάλλετε τὴν θέλησίν σας, καὶ σεῖς θὰ ἐκδιώξητε καὶ θὰ ἀπομακρύνητε αὐτούς. Μὴ ὅμως ἐπαίρεσθε διὰ τὰ χειροκροτήματα, τὰ ὁποῖα προκαλεῖτε. Ὑπῆρξαν Βουλαί, καὶ εἶδον ἰδίοις ὀφθαλμοῖς, χειροκροτούσας παταγωδέστερον ἀπὸ ὅ,τι χειροκροτοῦσιν οἱ σήμερον, ἀλλ’ αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι ἐτράπησαν μετ’ ὀλίγον κατ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐχειροκρότουν. Δὲν ἀμφιβάλλω, μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ὅτι οἱ πλεῖστοι αὐτῆς, ὅταν ἴδωσιν ὅτι οἱ ἄνεμοι δὲν εἶναι πλέον οὔριοι, οὐ μόνον θὰ παύσωσι νὰ χειροκροτῶσιν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι θὰ γίνωσιν οἱ διαπρύσιοι κήρυκες κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑμῶν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Μὴ ἐπαίρεσθε λοιπὸν διὰ τὰ χειροκροτήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου. Παρέρχονται αὐτά, καὶ ὄπισθεν τῶν χειροκροτημάτων εἶναι οἱ γιουχαϊσμοί, τοὺς δὲ πολιτικοὺς ἄνδρας ἀκολουθοῦν καὶ τὰ δύο αὐτά.
§187ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἠξεύρω.
§188Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν τὸ ἠξεύρετε, μάθετέ το. Ὅσον δὲ ἐνθουσιωδέστεροι φαίνονται πρὸς ὑμᾶς, τόσον μεγαλειτέρους φόβους νὰ ἔχητε. Ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ὑπερηφάνως ἵστανται πάντοτε, οὔτε χειροκροτοῦσιν, ἀλλ’ οὔτε ὑβρίζουσιν. Καὶ ὡμίλησαν καὶ ἀνεθεμάτισαν εἰς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἅπαν τὸ παρελθόν. Δὲν γνωρίζω τίνες εἶναι αὐτοὶ οἱ Κάτωνες, οἱ ὁποῖοι μετὰ τοσαύτης εὐλαβείας δι’ ὅλον τὸ παρελθὸν ὁμιλοῦν· δὲν γνωρίζω ποῦ ἀνετράφησαν, ποῦ ἔζησαν, τίνα καὶ παρὰ τίνων ἐλάμβανον καὶ λαμβάνουν προστασίαν. Θὰ συνίστων εἰς αὐτοὺς νὰ παύσωσι πλέον αὐτὸ τὸ ἀηδὲς φαινόμενον. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ, τίς ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρουσιάσῃ τὸ ψήφισμα αὐτό; Ποία ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία παρέστη μετά τινας ἡμέρας, ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθησαν αἱ σχετικαὶ διατάξεις, νὰ μεταβάλῃ γνώμην ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ ζητήσῃ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οὐδείς ποτε ἐφαντάσθη, νὰ ζητήσῃ καὶ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ἂν θὰ εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Διότι, εἶπον, τὰ πάντα εἶναι ἀνθρώπινα καὶ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν γνωρίζομεν ἂν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ θὰ κάμῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸν ὁποῖον ἴσως καὶ ἐγὼ ἔχω ἐμπιστοσύνην ἢ ἄλλος τις. Ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, τὰ πράγματα μεταβληθῶσι καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἔλθῃ ἄλλη Κυβέρνησις μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ δώσωμεν αὐτῇ τὸ τετράμηνον ἢ τὸ ἑξάμηνον, τί ἤθελε συμβῆ; Καὶ ἂν ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ποιήσηται χρῆσιν κακὴν αὐτοῦ, τί ἤθελε συμβῆ; Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, διότι καὶ σᾶς βλέπω κουρασμένους καὶ τὸ θέμα ἐξηντλήθη, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην καὶ μέ τὴν ἐμὴν ἀκόμη παράκλησιν, νὰ ἀποτρέψῃ τὸ κακὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπαπειλεῖται καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν διαγραφὴν τοῦ πρώτου ἄρθρου. Τὰ κατόπιν εἶναι συζητήσιμα, ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ ψηφίσματος δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ. Ὑπῆρξα, ἀφ’ ἧς πολιτεύομαι, εὐλαβὴς πρὸς τοὺς θεσμοὺς τῆς πατρίδος μου, ἐδιδάχθην δὲ νὰ εἶμαι εὐλαβής, διότι ἀνῆκον πάντοτε εἰς κόμμα καὶ εἰς ἀρχηγόν, ὁ ὁποῖος ηὐλαβήθη μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τοῦ βίου του τοὺς θεσμούς.
§189Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θεσμὸς εἶναι καὶ αὐτός, τὸν ὁποῖον κάμνομεν.
§190Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παραβιάζετε τὰς σχετικὰς διατάξεις, παραβιάζετε θεμελιώδη κατ’ ἐμέ, διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον χθὲς ἐψηφίσαμεν. Καὶ ἂν νομίζετε ὅτι καὶ αὐτὸ εἶναι θεσμός, ἔχετε τὸ θάρρος νὰ τὸν κάμητε γενικόν, νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ τότε ἴσως θὰ εἶμαι μαζί σας· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον θέλετε τοῦτο διὰ τὴν παροῦσαν Βουλήν, τὸ θέλετε προσωπικῶς δι’ ὑμᾶς αὐτούς, διότι νομίζετε ὅτι σεῖς θὰ εἶσθε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ λάβητε τὰ δικαιώματα τοῦ ἄρθρου πρώτου, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἶμαι κατ’ αὐτοῦ.
§191Ν. ΒΑΡΘΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§192Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον, κηρύσσεται περατωμένη ἡ ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου συζήτησις.
§194Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικοβοιωτίας, τί θὰ γίνωσιν;
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ τροπολογίαι θὰ ψηφισθῶσι τώρα. Ἡ συζήτησις ἐκηρύχθη περατωμένη· τὰ περαιτέρω εἶναι ἔργον ἰδικόν μου.
§196Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει πρότασις δι’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν;
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς εἶπέ τι περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§198Γ. ΠΩΠ. Ἡμεῖς δὲν θὰ μετάσχωμεν τῆς ψηφοφορίας.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἐζήτησεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη ἔχει ὡς ἑξῆς· Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου πρώτου νὰ ἀντικατασταθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἅμα τῇ ἐντὸς τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους λήξει τῶν ἔργων τῆς ὑφεστώσης Βουλῆς, διαταχθήσεται ἡ ἐνέργεια γενικῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἡ δὲ νέα τακτικὴ Βουλὴ συγκληθήσεται κατὰ τὰ ἐν ἄρθρῳ 69 τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενα. Ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς ὑφεστώσης Βουλῆς ἐφαρμόζονται τὰ ἐν ἄρθρῳ 37 τοῦ Συντάγματος διακελευόμενα». Ἡ τροπολογία αὕτη τίθεται εἰς ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τὸ ἑξάμηνον θὰ γίνῃ τετράμηνον, κ. Πρωθυπουργέ;
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δι’ ἧς μεταβάλλονται οἱ ἕξ μῆνες εἰς τέσσαρας μῆνας. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ πρῶτον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται): Μέχρι τῆς ψηφίσεως νόμου οἰκονομικοῦ εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν δαπανῶν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, συμφώνως πρὸς τὸ ἀναθεωρηθὲν ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος, ἰσχύουσιν οἱ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγενεστέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ὑφιστάμενοι ἐπὶ τούτου νόμοι. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου οὐδεὶς ἔχει ζητήσει τὸν λόγον.
§202Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγώ.
§203Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα, πρέπει ἐντὸς δέκα ἡμερῶν νὰ δημοσιευθῇ τοῦτο καὶ νὰ ἰσχύσῃ. Δι’ αὐτὸ ἀπόψε πρέπει νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ γίνῃ ἐκλογὴ πρεσβεύσεως πρὸς τὸν Βασιλέα διὰ νὰ ἀνακοινωθῶσι τὰ ἔργα ἡμῶν καὶ διὰ νὰ κυρωθῇ καὶ νὰ δημοσιευθῇ τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἰσχύσῃ τοῦτο μετὰ δέκα ἡμέρας.
§204Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἐκ τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι συζήτησιν.
§205Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καθιστῶ γνωστόν, ὅτι ἀπόψε πρέπει νὰ τελειώσωμεν, ἔστω καὶ ἂν μείνωμεν μέχρι τῆς πέμπτης ἢ ἕκτης ἢ καὶ ὀγδόης τῆς πρωΐας.
§206Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§207Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐδηλώθη καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ συστάσεως τῶν δήμων, ὅτι κατ’ ἀνάγκην ἀναπόφευκτον, ἀπαραίτητον συμπλήρωμα τοῦ νόμου ἐκείνου, θὰ εἶναι νόμος ῥυθμίζων τελειωτικῶς τὰς σχέσεις τὰς οἰκονομικὰς τῶν δήμων πρὸς τὸ δημόσιον, τὰς σχέσεις, αἵτινες ἐγεννήθησαν, ἐπὶ τοῦ πρώην καθεστῶτος καὶ τοῦ νῦν κρατοῦντος ἐκ τῶν προκαταβολῶν κυρίως τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, ἡ σύστασις πολλῶν δήμων, δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ νῦν κρατοῦντος συστήματος, ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις αὐτῶν, διὰ τὰς δαπάνας τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Εἶναι λοιπὸν ἀπολύτως ἀδύνατον, ὄχι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν νῦν, ἀλλ’ εἰς οἵαν δήποτε Κυβέρνησιν, ἐφόσον πρόκειται νὰ διατηρηθῇ, καὶ πιστεύω ὅτι θὰ διατηρηθῇ, δημοτικὸν καθεστὼς οἷον τὸ εἰσαγόμενον διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον τὸ καθεστὼς τὸ οἰκονομικὸν ὡς πρὸς τὰς εἰσφορὰς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Ἐγεννήθη ἡ ἀπορία εἰς τὸν κ. Συνάδελφον, διατὶ δὲν τάσσεται ὡρισμένη προθεσμία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου οἰκονομικοῦ νόμου, δι’ οὗ θὰ ῥυθμισθῶσι τελειωτικῶς οὐχὶ τὰ τῶν σχέσεων, αἵτινες ἔχουσι πηγὴν ἐκ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ἐν γένει τὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως. Καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐγεννήθη τοῦτο τὸ ζήτημα, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ταχθῇ ὡρισμένη προθεσμία ἐν τῇ μεταβατικῇ διατάξει τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα προβῇ εἰς δηλώσεις κατηγορηματικὰς ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικήν της, οὔτε ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρίσῃ τὴν προθεσμίαν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ τοιούτου μέτρου,—τὴν ὁποίαν ἄλλως ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων θὰ συντομεύσῃ—δὲν ἦτο δυνατόν, λέγω, νὰ ὁρίσῃ προθεσμίαν, διότι δὲν εἴμεθα κύριοι ἡμεῖς τῶν πραγμάτων, οὔτε τῶν περιστάσεων. Τὶς δύναται νὰ γνωρίζῃ τί θὰ συμβῇ κατὰ τὸ 1912.
§208Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε θέσατε 1913.
§209Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁρίζεται προθεσμία τις οἱαδήποτε, ὅτι ἐπισυμβαίνουσιν ὅμως γεγονότα, ἅτινα οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ἀρχῆς ἢ τοῦ μέσου τοῦ 1912 οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης,—διότι δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ὅτι θὰ ὑπάρχῃ κἂν Βουλὴ—ὅτι ἐπισυμβαίνουν γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπουν τὴν ψήφισιν τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον λέγομεν· δὲν θὰ εἶναι μεγάλη ἡ εὐθύνη ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ὅταν θὰ μείνῃ ἐκτεθειμένον τὸ Κράτος εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἀναλάβῃ ὅλον τὸν ὄγκον ἐκεῖνον τῶν ἐκπαιδευτικῶν δαπανῶν, καταργουμένου τοῦ ὑφισταμένου καθεστῶτος, χωρὶς νὰ δύναται νὰ πράξῃ ἄλλο τι; Δύναται λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς δηλώσεώς της, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ Δημοτικοῦ νόμου ἀποτελεῖ κυριώτατον σημεῖον τοῦ Κυβερνητικοῦ προγράμματος, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νόμου αὐτοῦ, συνεπάγεται κατ’ ἀναπόφευκτον ἀνάγκην τὴν ψήφισιν ἄλλου εἰδικοῦ διὰ τὰς δαπάνας τῆς Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως οἰκονομικοῦ νόμου. Περὶ προθεσμιῶν βεβαίως δὲν γίνεται σοβαρὸς λόγος, οὔτε ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις τοιούτων προθεσμιῶν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ εἶναι βεβαία περὶ τῶν συνθηκῶν αἵτινες θὰ τύχωσι τὴν ἡμέραν τῆς λήξεως τῶν προθεσμιῶν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα κύριοι τῶν πραγμάτων ὅτι κατὰ τὸ 1912 δὲν θὰ ἐπέλθουν, δὲν ἐξεύρω ποῖαι ἀντίξοοι περιστάσεις, αἵτινες νὰ μὴ ἐπιτρέψωσι τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ συναφὲς πρὸς τὸ νέον καθεστὼς οἰκονομικὸν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἐὰν τὰ πράγματα βαδίσωσι κατ’ εὐχήν, ἡ Βουλὴ πάντως θὰ κληθῇ νὰ συζητήσῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ μεταρρυθμίζον τὰ οἰκονομικὰ πράγματα τῶν δήμων, διότι οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ἑαυτῆς ἐκτίθεται εἰς τὴν μομφὴν ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτον σύστημα, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους θὰ μείνωσιν ἐπίσης ἐκτεθειμένα εἰς τὸν κίνδυνον μεγάλων βαρῶν, ἀλλ’ οὔτε ἡ τύχη τοῦ νέου τούτου νόμου ἐπιτρέπει τοιαύτην ἀμεριμνησίαν. Πάντα ταῦτα νομίζω ὅτι ἀποτελοῦσιν ἀσφαλεστάτην ἐγγύησιν περιττὴ δὲ ἡ περαιτέρω συζήτησις διότι δὲν ὁρίζεται προθεσμία!
§210Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2ον ἀπορριφθείσης καὶ ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Δραγούμη ἐχούσης ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ ἄρθρον 2ον νὰ διαγραφῶσιν οἱ μετὰ τὸ ἓν τρίτῳ στίχῳ ῥῆμα «ἰσχύουσιν» δύο ἑπόμενοι στίχοι καὶ ἀντικατασταθῶσιν ὧδε· «Οἱ συμφώνως πρὸς τοὺς περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὁρισμοὺς τοῦ προτέρου κειμένου τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχοντες νόμοι».
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (Ἀναγινώσκεται).
§213Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αἱ εἰλικρινεῖς ὅσῳ καὶ εὔγλωττοι δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως συνετέλεσαν νὰ κατασιγάσωσι τοὺς ἐγερθέντας εὐλόγους δισταγμοὺς περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ ψηφίσματος καὶ ἔπεισαν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ αὐτό. Δὲν φρονῶ ὅμως ὅτι τὸ αὐτὸ δύναται νὰ συμβῇ καὶ ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 3ον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ἤδη πρὸς συζήτησιν, διότι τοῦτο κατ’ ἐμέ, καὶ ἀπαράδεκτον εἶναι καὶ οὐσιαστικῶς δὲν πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ. Ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπή, ἀποφασίσασα μερικὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, διὰ προτάσεως ψηφίσματος αὐτῆς ἐζήτησεν ἵνα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπέστερξε τὴν ἐντολὴν ταύτην, καὶ λίαν ὀρθῶς κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι ἐγὼ διεφώνησα εἰς τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς δικαστικῆς ἐκκαθαρίσεως· διεφώνησα δέ, οὐχὶ διὰ τὸν λόγον τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ὡς ἀντιτιθεμένης πρὸς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ διότι, κατ’ ἐμέ, οὐχὶ κατὰ τὸν προσήκοντα τύπον ἐδίδετο ἡ ἐντολὴ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ διότι δὲν ἦτο τὸ καταλληλότερον σῶμα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἐλέγξῃ τὴν ἱκανότητα τῶν δικαστῶν, ὄχι βεβαίως ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἐλλείψεως ἰδίων γνώσεων. Ἡ ἄρνησις αὕτη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔπεισε τὴν Ἐπιτροπὴν ν’ ἀποσύρῃ τὴν περὶ ψηφίσματος πρότασιν αὐτῆς. Σημειωτέον ὅτι ἡ Συνταγματικὴ Ἐπιτροπὴ ἀπετάθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι ἐπρότεινε τὴν ὁλοσχερῆ κατάργησιν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ φυσικώτατα δὲν εἶχε πλέον τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ νόμου ἦτο ἁρμόδιος κριτής, προκειμένου περὶ δικαστικῆς διοικήσεως. Σήμερον ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ κάτι περισσότερον ἐκείνου, ὅπερ ἀπέκρουεν, ὅτε προετείνετο ὑπὸ τῆς Συνταγματικῆς Ἐπιτροπῆς, διότι σήμερον ζητεῖται ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ λειτουργία τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ συνταγματοποιήσει. Ζητεῖται ἐπίσης νὰ τροποποιηθῇ ὁ Νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ ὅλα αὐτὰ δι’ ἑνὸς ψηφίσματος. Τὸ παρὸν Συνέδριον ἐνέμεινε πάντοτε εἰς τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων περιώρισε τὴν δικαιοδοσίαν του. Λίαν ὀρθῶς δὲ μέχρι τοῦδε, ὁσάκις προέκειτο περὶ νομοθετικοῦ ἀντικειμένου, ἡ Βουλὴ αὕτη ἐτήρησεν ὅλας τὰς διατυπώσεις τοῦ Νόμου, ἐψήφισε τοὺς Νόμους εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ὡς καὶ οἱαδήποτε ἄλλη Βουλή. Προκειμένου περὶ Βουλῆς, ἐχούσης οὕτω περιωρισμένον κύκλον ἐνεργείας, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ τακτικὴ τῶν ψηφισμάτων, ἡ τηρηθεῖσα εἰς ἄλλας Ἐθνικὰς Συνελεύσεις, αἵτινες εἶχον ὡς τοιαῦται ἐξουσίαν ἀπόλυτον δυνάμεναι νὰ καταργήσωσιν ἢ τροποποιήσωσιν οἱονδήποτε νόμον διὰ ψηφίσματος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία περιεφρούρησε τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον· ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάταξις εἶναι δεκτικὴ καὶ μιᾶς μεταβατικῆς διατάξεως, ἀναστελλούσης τὴν ἰσχὺν αὐτῆς. Ἀλλὰ ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἀναστολῆς; Μένει τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἄνευ τῆς συνταγματικῆς ἐξασφαλίσεως, ἀλλὰ τοῦτο ὑφίσταται δυνάμει τοῦ Νόμου, τὸν Νόμον δὲ τοῦτον δὲν δυνάμεθα οὔτε εἶναι ὀρθὸν νὰ καταργήσωμεν μερικῶς διὰ ψηφίσματος, ἀλλὰ μόνον δι’ ἄλλου Νόμου δι’ οὗ θέλομεν ἀντικαταστήσει τὸν ὑπάρχοντα. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι τὸ ψήφισμα κατὰ τὸ μέρος τοῦτο εἶναι ἀπαράδεκτον καὶ φέρω πρότασιν ἀπαραδέκτου τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ ψηφίσματος. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠθέλομεν προχωρήσει ἐπὶ τῆς οὐσίας, βεβαίως πάσης ὑπολήψεως καὶ ἐκτιμήσεως εἶναι ἄξια τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐτάχθησαν ἐπὶ τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι ἔχουσι τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις ἵνα κρίνωσιν ἀνώτερα δικαστικὰ πρόσωπα. Βεβαίως μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος κατέχει πάντα τὰ στοιχεῖα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει περιοριζόμεθα πάλιν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀκριβῶς δὲ οἱ νόμοι οἱ ἀποκεντρωτικοὶ ἠθέλησαν νὰ ἀφαιρέσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πλανᾶται ὁ Ὑπουργός. Οἱ Νόμοι αὐτοὶ ἐπεζήτησαν πλείστας ἐγγυήσεις ἐν συμβουλίοις ἅτινα παρέχουσι τὸ ἑξῆς πλεονέκτημα, ὅτι ἔχομεν ὁμάδα ἀνθρώπων, ἐχόντων κατὰ τεκμήριον ἴσην πεῖραν καὶ γνώσεις, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ γνώμη τῶν πλειόνων, κατὰ τεκμήριον, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν συμβούλιον ἀναρμοδίως συγκεκροτημένον, ἐὰν ἔχωμεν π.χ. συμβούλιον ἰατρῶν διὰ ν’ ἀποφανθῇ περὶ δικαστικῶν ὑποθέσεων, βεβαίως δὲν θὰ παρέχῃ καμμίαν ἐγγύησιν, ὅπως τὸ δικαστικὸν συμβούλιον δὲν θὰ δύναται νὰ γνωμοδοτῇ περὶ ἰατρικῶν θεμάτων. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἔχει ἀληθῶς τὰ φῶτα, ἅτινα πρέπει νὰ ἔχῃ διοικητικὸν τῆς δικαιοσύνης σῶμα, γνωρίζον τοὺς δικαστὰς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ἀπ’ ἐναντίας δὲ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον συγκροτεῖται ἐκ δικαστῶν ἀνωτάτων, οἵτινες ἐν τῷ βίῳ αὐτῶν τῷ δικαστικῷ, ἐγνώρισαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὰ ἔργα τῶν κατωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἑπομένως κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι ὀρθὸν οὔτε οὐσιαστικῶς σκόπιμον, ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Εἶναι πρόσωπά τινα, τῶν ὁποίων τὴν ἐκλογὴν ὁ Νόμος καὶ τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκαν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, διότι δὲν ἔχομεν ἄλλο συμβούλιον. Πρόκειται περὶ τοῦ Προέδρου, Εἰσαγγελέως καὶ Ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τὸ δικαίωμα τῆς ὀνομασίας αὐτῶν ἀνετέθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ τοῦτο κατ’ ἐμὲ ἀρκεῖ. Καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ἐπίσης δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ καταργηθῇ ὁ Νόμος διὰ ψηφίσματος. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς λειτουργοὺς νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ τηρήσωμεν τὸν θεσμόν, τὸν ὁποῖον ἐσυνταγματοποιήσαμεν προχθὲς καὶ δὲν εἶναι διόλου ὀρθὸν καὶ προσῆκον σήμερον, ἡμεῖς πρῶτοι νὰ δίδωμεν δείγματα δυσπιστίας καὶ μὴ σεβασμοῦ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἐκτεθέντων ἄλλων λόγων καὶ ἂν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἔχῃ τὰς ἀρίστας προθέσεις, ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἐπίσης πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν. Ἓν σημεῖον μόνον ἐπιδέχεται μεταβολήν, καὶ τὸ σημεῖον αὐτὸ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω ἐν τῇ εἰσηγήσει μου· εἶναι δὲ τοῦτο τὸ τοῦ τρόπου τῆς προαγωγῆς τῶν Ἐφετῶν εἰς Ἀρεοπαγίτας. Ὁ Νόμος καθιεροῖ ἓν σύστημα διττόν, ὀνομασίας κατ’ ἐκλογὴν καὶ ἀρχαιότητα. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου τρόπου, εἰς τὸν ὁποῖον δίδει ὁ Νόμος καί τινα ὑπεροχήν, πρέπει, διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν ἑπόμενον, οἱ Ἀρεοπαγῖται νὰ στιγματίσωσι τὸν κατ’ ἀρχαιότητα προηγούμενον, ὡς ἀνεπαρκῆ, τὸ ὁποῖον εἶνε δυσχερές, πολὺ μᾶλλον δυσχερὲς μεταξὺ Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν, οἵτινες ἴσως καὶ συνυπηρέτησαν τέως καὶ ἐπὶ τέλους εἶναι ζήτημα φιλανθρωπίας ἢ συμπαθείας, ὀφειλομένης εἰς τὴν μακρὰν ὑπηρεσίαν τῶν Ἐφετῶν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ σύστημα τῆς κατ’ ἀρχαιότητα ἐκλογῆς, δὲν εἶναι τὸ προσφορώτερον, ἐνῷ ἐὰν δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς καθ’ ἱκανότητα, δύναται κάλλιστα ὁ Ἄρειος Πάγος, χωρὶς νὰ στιγματίσῃ τοὺς ἀρχαιοτέρους, νὰ ἐκλέξῃ τοὺς νεωτέρους. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν προσόντων, ἔχομεν περίπου 20 Ἐφέτας δυναμένους νὰ προαχθῶσιν εἰς Ἀρεοπαγίτας. Μεταξὺ αὐτῶν βεβαίως θὰ εὑρεθῶσιν οἱ τέσσαρες ἱκανώτεροι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ὀνομασθῶσιν Ἀρεοπαγῖται. Ὥστε κατὰ τοῦτο δὲν νομίζω ὅτι χρῄζει τροποποιήσεως ὁ Νόμος περὶ προσόντων. Κατ’ ἐμέ, ἀλλαχοῦ ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ καὶ ἑτέρα τροποποίησις, ἐκ τῶν πραγμάτων ἐνδεικνυομένη, διότι φρονῶ ὅτι θὰ εὕρῃ δυσχέρειαν τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον πρὸς ἐκλογὴν τῶν καταλληλοτέρων Προέδρων τῶν Ἐφετῶν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας ὁ ἀπαιτούμενος ὡς προσόν, ἤτοι νὰ ὁρισθῇ ὑπηρεσία τετραετὴς Ἀρεοπαγίτου καὶ ἑξαετὴς Ἐφέτου, ἀντὶ τῆς δεκαετοῦς, ἣν ἀπαιτεῖ ὁ ἰσχύων Νόμος, διὰ νὰ εἶναι ἐφικτὸν ὅπως ἐκλεγῶσι καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν μὲν τόσην ἀρχαιότητα, ἀλλὰ παρέχουσι μείζονα ἱκανότητα. Ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ τροποποίησις αὕτη τοῦ Νόμου, ἀλλὰ διὰ Νόμου, ὃν καὶ ἤδη δυνάμεθα κάλλιστα νὰ ψηφίσωμεν, ἴσως δὲ δυνάμεθα νὰ φέρωμεν αὐτὸν καὶ ὡς τροπολογίαν τοῦ ἤδη εἰσαγομένου εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου τοῦ Ὑπουργοῦ. Φρονῶ ἑπομένως ὅτι, εἰς τὰ πρῶτα βήματα καὶ ἄνευ ἀνάγκης, πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τοιούτου εἴδους ἀνωμαλίας καὶ παρεξηγήσεις.
§214Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτον τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ ψηφίσματος, διότι δὲν δυνάμεθα διὰ τῆς μεταβατικῆς αὐτῆς διατάξεως νὰ καταλύσωμεν ἢ ν’ ἀναστείλωμεν τὰς διατάξεις ἑνὸς Νόμου;
§215Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Φρονῶ ὅτι ἐφ’ ὅσον εἶναι ἀντικείμενον Νόμου, μόνον διὰ Νόμου δύναται νὰ τροποποιηθῇ ὁ ὑφιστάμενος ἤδη Νόμος.
§216Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ μιᾶς παγίας διατάξεως τοῦ Συντάγματος δυνάμεθα νὰ καταλύσωμεν ἢ ἀναστείλωμεν διάταξιν Νόμου. Ἐφ’ ὅσον δὲ τοῦτο δυνάμεθα, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί δὲν δυνάμεθα, καὶ διὰ μιᾶς μεταβατικῆς διατάξεως, νὰ καταλύσωμεν ἢ ἀναστείλωμεν, μεταβατικῶς, Νόμον ἰσχύοντα;
§217Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠδυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν ὅλους τοὺς Νόμους διὰ ψηφισμάτων ὑπὸ τὸν τίτλον μεταβατικῶν διατάξεων, ἀντὶ νὰ ψηφίζωμεν αὐτοὺς εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις.
§218Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν διὰ παγίας διατάξεως δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν θὰ δυνάμεθα καὶ διὰ μεταβατικῆς διατάξεως, ἐκτὸς ἐὰν δέχησθε ὅτι τοὺς ὑφισταμένους Νόμους οὐδὲ διὰ παγίας συνταγματικῆς διατάξεως δυνάμεθα νὰ ἀναιρέσωμεν.
§219Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Φρονεῖτε ὅτι ὅλα τ’ ἀντικείμενα τῶν Νόμων δύνανται νὰ θεωρηθῶσι καὶ ἀντικείμενα Συντάγματος;
§220Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄλλο εἶναι ἐὰν πρέπει αἱ λεπτομέρειαι τῶν Νόμων νὰ κανονίζωνται διὰ συνταγματικῶν διατάξεων, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔθηκα, καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι καθιστᾷ τὴν ὑμετέραν γνώμην ἀσυνεπῆ· τὴν γνώμην τὴν ἀφορῶσαν τὰς μεταβατικὰς διατάξεις τὴν καθιστᾷ ἀσυνεπῆ πρὸς τὴν κατ’ ἀρχὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν δέχεσθε, τὴν ἀφορῶσαν εἰς τὰς παγίας διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§221Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅπως ἔχει ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τὸ μόνον ἀποτέλεσμα τῆς προτεινομένης μεταβατικῆς διατάξεως θὰ εἶναι νὰ ἀρθῇ ἡ συνταγματικὴ περιφρούρησις καὶ νὰ μείνῃ ὁ νόμος. Θέλετε τώρα νὰ καταργήσητε καὶ τὸν περὶ προσόντων νόμον, διὰ συνταγματικῆς διατάξεως· εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα, ἀλλὰ θὰ τὸν καταργήσητε ὁλοσχερῶς καὶ θὰ ὑπαγάγητε τὸ θέμα εἰς τὸ Σύνταγμα.
§222Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τὸ ἑξῆς ζήτημα σᾶς παρακαλῶ νὰ λύσητε: δύναται ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἀφοῦ ἅπαξ ἐψήφισε συνταγματικὴν διάταξιν καὶ ἀφοῦ τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης ἐπεκυρώθησαν, δύναται, διὰ ψηφίσματος νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἐψηφισμένης διατάξεως;
§223Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Περὶ αὐτοῦ, κύριε συνάδελφε, ὑπάρχει ἤδη ἐκπεφρασμένη γνώμη τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν σέβομαι. Ἴσως ἀτομικῶς ἐγὼ ἔχω ἄλλην γνώμην, ἣν ὑπεστήριξα ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ· ἀλλ’ ἔχομεν ἀλλοίαν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἥτις ἐκανόνισε τὴν ἰσχὺν τοῦ ἄρθρου 3 διὰ ψηφίσματος καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ σέβομαι.
§224Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μόνον ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί. Ὑπάρχει νόμος περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἤδη δὲ καὶ σχετικαὶ συνταγματικαὶ διατάξεις, δι’ ὧν κανονίζονται οἱ ὅροι τῆς ὑπαγωγῆς τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν εἰς τὸν κλάδον τὸν δικαστικόν, τοὺς ὅρους τῆς προαγωγῆς καὶ τοὺς ὅρους τῆς παύσεως αὐτῶν. Οἱ νόμοι οὗτοι, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, κεῖνται σχεδὸν ἐν πᾶσι καλῶς· ἐκ περισσοῦ δὲ προστίθημι ὅτι ὀφείλονται ἐν πολλοῖς καὶ εἰς τὴν πρωτοβουλίαν ἡμῶν. Ἐν τούτοις συνταγματικὴ διάταξις προσωρινῆς ἰσχύος καὶ εἰδικῆς μορφῆς, κατ’ αὐτὰς ψηφισθεῖσα ὑπὸ τοῦ Σώματος τούτου, ἐπέφερε ἐξαιρετικὴν καὶ προσωρινὴν μεταβολὴν εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου ἡμῶν Δικαστηρίου, μεταβολὴν βιαίαν καὶ μεταβολὴν κειμένην ἐκτὸς τῶν ὅρων καὶ ἐκτὸς τῶν προϋποθέσεων, τὰς ὁποίας χαράττουσιν οἱ νόμοι περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ αἱ πάγιαι συνταγματικαὶ διατάξεις. Ἡ κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα πληρωθῶσι σκοπίμως αἱ συναπταὶ τοιαύτης ἐξαιρετικῆς διατάξεως κενωθεῖσαι θέσεις, ἀπῄτουν, ὅπως ὁμοία διάταξις προσωρινῆς ἰσχύος καὶ ἐξαιρετικῆς φύσεως τεθῇ πρὸς πλήρωσιν αὐτῶν. Καὶ ἐντεῦθεν ἡ διάταξις, ἡ ὁποία φέρεται ἐν τῷ ψηφίσματι. Ἄλλην δήλωσιν νομίζω ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ κάμω. Δύο κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ ψηφίσματος, ἀντετάχθησαν ἀντιρρήσεις. Ἡ πρώτη κατὰ τῆς ὁποίας ἀνασκευή τις παρέλκει μετὰ τὰς εὐστοχωτάτας παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Λαρίσης· διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ παρατηρηθῇ, ὅτι τὰ λεγόμενα ψηφίσματα, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς ἐπικεφαλίδος αὐτῶν εἶναι αὐτόχρημα συνταγματικαὶ διατάξεις, εἴτε προσωρινῆς εἴτε μεταβατικῆς ἰσχύος αἵτινες, ὡς τοιαῦται ὑπὸ τοῦ σώματος τούτου ψηφιζόμεναι, μόνον διὰ λόγους τεχνικοὺς δὲν εὑρίσκονται ἐν τῷ σώματι τοῦ Συντάγματος εἰς ὃ κυρίως καὶ κατ’ οὐσίαν ἀνήκουσι. Ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ ἀπαραδέκτου δὲν νομίζω ὅτι δύναται σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἡ δευτέρα ἀντίρρησις ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῆς προτεινομένης διατάξεως, ἀλλὰ καὶ αὕτη ἡ ἀντίρρησις δὲν εἶναι ὀρθὸν οὐδὲ πρέπον νὰ ἀνασκευασθῇ ἀπὸ μέρους ἡμῶν. Εἶναι ἄποψις δυσπιστίας πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὴν ὁποίαν λίαν σαφῶς διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, δυσπιστίας λόγον ἐχούσης εἴτε τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν γνώσεων αὐτοῦ περὶ τῶν προσώπων, εἴτε τὸ δυνατὸν παρεξηγήσεων εἰς προσήκουσαν ἐνάσκησιν ἐξουσίας τοσοῦτον εὐρείας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθω εἰς ἐρεύνας καὶ συζητήσεις. Οἱ ἔχοντες τοιαύτην γνώμην περὶ τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως θέλουσι καταψηφίσει τὴν πρότασιν ταύτην.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος.
§226ΑΝΔ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω, ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὅλα τὰ ψηφίσματα τῆς Ἀναθερωτικῆς Βουλῆς περιλαμβάνουσι συνταγματικὰς διατάξεις.
§227Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσα περιλαμβάνουσι.
§228ΑΝΔ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον πλεῖστα ὅσα περιλαμβάνουσι καθαρῶς νομοθετικὰς διατάξεις, ἀκριβῶς δὲ νομίζω, ὅτι νομοθετικὴ διάταξις εἶναι καὶ ἐκείνη, ἡ ὁποία περιελήφθη, ὡς παραφυάς, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ἄρθρου τοῦ ὁμιλοῦντος περὶ τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν, μέχρις ὅτου ψηφισθῇ νόμος ὁρίζων ὁποῖον θὰ εἶναι τὸ ὅριον ἡλικίας ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, πάντες οἱ ἔχοντες τὸ 65ον ἔτος θέλουσιν ἀποχωρήσει ὑποχρεωτικῶς. Ἐκείνη ἡ διάταξις εἶναι νομοθετικὴ διάταξις προσωρινή, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐκείνη ἐψηφίσθη παραδεκτῶς, δύναται νὰ ψηφισθῇ καὶ αὕτη, ἀφοῦ μάλιστα πρέπει νὰ δεχθῶμεν ὅτι αὕτη εἶναι συναφὴς πρὸς ἐκείνην καὶ παρακολούθημα αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν, μίαν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω. Θὰ ἐπεθύμουν ὅπως ψηφισθῇ ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν θὰ παραλείψῃ ἐκείνους τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους τὰ προσόντα, διότι θὰ ἦτο ἄδικον καὶ σκληρὸν ἀπέναντι αὐτῶν νὰ προτιμηθῶσιν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν πολὺ ὀλιγώτερον χρόνον ἀπέναντι ἐκείνων. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω καὶ νομίζω ὅτι αὕτη πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ πρόσωπα τὰ κατάλληλα δι’ ὡρισμένας θέσεις, διότι τὰ ὑπάρχοντα δὲν ἔχουσι τὰ προσόντα. Ὅταν ὅμως ὑπάρχωσι πρόσωπα ἔχοντα τὰ κατὰ τοὺς ὑφεστῶτας νόμους ἀπαιτούμενα προσόντα, ταῦτα πρέπει νὰ προτιμηθῶσι τῶν μὴ ἐχόντων ταῦτα.
§229Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Ῥακτιβὰν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀνώμαλον τῆς παραγράφου ταύτης τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ψηφίσματος· οὐσιαστικῶς δὲν ἔχω εἰμὴ νὰ σημειώσω τὴν παλινῳδίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκκαθαρίσεως καὶ ὅμως διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, εἰσηγεῖται ἀκριβῶς τὴν ἐκκαθάρισιν.
§230Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν πλήρωσιν κενῶν θέσεων· ὄχι ἐκκαθάρισιν.
§231Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δι’ ἐκκαθαρίσεως.
§232Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί δι’ ἐκκαθαρίσεως;
§233ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται τῇ ἀληθείᾳ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἂν ἐπιστήσωμεν περισσοτέραν τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ θέματος θέλομεν πεισθῆ ὅτι ἐν οὐ δέοντι, ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἔξω δικαιώματος ἐπιλαμβανόμεθα τοῦ θέματος τούτου, ὅπερ περιλαμβάνει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ψηφίσματος. Διότι τί ἐγένετο ἐν τῷ Συντάγματι διὰ τῆς προσθήκης τῆς τελευταίας διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 88; Ἐγένετο τοῦτο, ὅτι μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως νέου εἰδικοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας, πάντες οἱ ἀνώτεροι ἔμμισθοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀποχωροῦσι κατὰ τὸ 65 ἔτος συμπεπληρωμένον. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ μεταβατικὴ διάταξις· ὑπῆρχε κώλυμα τότε, τοῦτο τὸ μεταβατικὸν ψηφίσαντες, νὰ εἴπωμεν καὶ περὶ τῆς πληρώσεως τῶν θέσεων; Οὐδεμίαν μεταβατικὴν διάταξιν ἐθήκαμεν ἐκεῖ, ἥτις ἐστάθη ἐκεῖ ὅπου ἐστάθη. Οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη ἐκεῖ περὶ τῆς ἀναπληρώσεως τῶν κενῶν, τῶν γενομένων ἕνεκα τῆς μεταβατικῆς διατάξεως. Ποία ἦτο ἡ ἔννοια τῆς Βουλῆς τότε, μὴ προβάσης περαιτέρω; Ἡ ἔννοια ἦτο ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ προβῇ περαιτέρω. Ἐγίνωσκε τότε ἡ Βουλή, ἐξ ὅσων ἐν τῇ διατάξει ἐκείνῃ τοῦ ἄρθρου 8 ὥρισεν, ὅτι θὰ παραχθῶσι κενά, ἀλλ’ ἔκρινεν ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς αὐτὴν νὰ προνοήσῃ τῶν περαιτέρω, ἀφοῦ ὑπάρχουσι νόμοι, οἵτινες ὁρίζουσι πῶς τὰ κενὰ ἐκεῖνα πληροῦνται. Ἡ διάταξις ἡ σημερινὴ περιέχει μετάγνωσιν αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐδέχθησαν τὴν πρότασιν τῆς τελευταίας διατάξεως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπ’ αὐτῆς τροπολογίας, διότι ἂν ἡ Κυβέρνησις τότε ἐθεώρει...
§234Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπόμνησιν ἁπλῆν κάμνω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατεψήφισε τὴν διάταξιν αὐτήν.
§235ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις κατεψήφισε καὶ ἐγὼ κατεψήφισα· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις καταψηφίσασα ἐδήλωσε προηγουμένως, ὅτι παρέχει πᾶσαν ἐλευθερίαν εἰς πάντας νὰ ψηφίσωσιν ἐκεῖνο ὅπερ αὐτὴ κατεψήφιζε καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὡς Κυβέρνησις, τὴν πρόνοιαν νὰ προβῇ καὶ περαιτέρω καὶ νὰ σκεφθῇ τὰ κενὰ πῶς ἤθελον πληρωθῆ. Τὴν σκέψιν ἔσχε βεβαίως, ἔσχε καὶ ἐσιώπησε, διότι ἐσκέφθη ὅτι καὶ ἂν ἡ πρότασις ἣν αὐτὴ ἔμελλε νὰ καταψηφίσῃ, ἐγίνετο δεκτή, ὁ κείμενος νόμος ἐπήρκει ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα. Τὸ σήμερον γινόμενον εἶναι ἄκρως ἀνώμαλον, καὶ μὴ ἁρμόζον ἀκριβῶς εἰς Κυβέρνησιν φιλελευθέραν, εἰς Κυβέρνησιν συμπράξασαν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἥτις ἐγνώριζεν ὅτι οὐδεμίαν ἔλλειψιν τοιαύτην ἔχουσιν οἱ νόμοι, ὥστε τοιοῦτο ψήφισμα νὰ ἔλθῃ νὰ παρεμβληθῇ, ὅπως ἐκλεχθῶσι δι’ αὐτοῦ οἱ μέλλοντες νὰ πληρώσωσι τὰς θέσεις. Τὸ ψήφισμα—καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ—εἶναι πολὺ πλέον περιωρισμένον ἢ ὅτι οἱ νόμοι περὶ προσόντων, διότι ὁ νόμος περὶ προσόντων τοῦ 1878 ἐν ἄρθρῳ 17 καὶ 18 ἐντὸς τῶν πηγῶν, ἀφ’ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τῆς διατάξεως ταύτης θέλει νὰ παραλάβῃ τοὺς διοριστέους δικαστὰς ἔχει καὶ ἄλλας δύο πηγάς.
§236Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπετε κύριε συνάδελφε, νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι κατηργήθησαν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖσθε;
§237ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πιθανόν,—διότι τὰ ἀπό τινος χρόνου γενόμενα δὲν παρηκολούθησα—νὰ κατηργήθησαν καὶ νὰ ἔχετε κατά τι περιωρισμένον τὸ ἔδαφος· ἔπρεπεν ὅμως νὰ νομοθετήσητε, ἵνα ἔχητε αὐτὸ εὐρύτερον. Διότι, Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει τὸ ποιὸν τὸ δικαστικόν, τὴν δύναμιν τῶν δικαστῶν, τῶν μελῶν ἐκείνων τοῦ δικαστηρίου, ἅτινα θέλετε νὰ προαγάγητε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι κατορθώθη μικρὸν κατὰ μικρὸν πᾶσαι αἱ δυνάμεις, αἱ ἀληθεῖς διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον καὶ τὸ Ἐφετεῖον δυνάμεις, νὰ ἀπομακρύνωνται παραδιδόμεναι εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ νὰ ἀπογυμνοῦται ὁ δικαστικὸς κλάδος. Καὶ διὰ τὸν ἀπογεγυμνωμένον δικαστικὸν κλάδον θέλετε διὰ μιᾶς διατάξεως ἀναγιγνωσκομένης εἰς μίαν ἀνάγνωσιν καὶ τῇ ἀληθείᾳ ἔξω τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Σώματος τούτου νὰ εἰσαγάγητε δικαστάς, οἵτινες ἐπειδὴ καθὰ εἶπον, θὰ εἶναι μετρίως ἐπαρκεῖς, δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ κόπου νὰ ληφθῇ ἐνταῦθα ἐξαιρετικὴ μέριμνα. Ἐγώ, Κύριε Πρόεδρε, συμπεραίνων παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τόσον ἐπεῖγον ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα διὰ προτάσεως νόμου, εἰς τρεῖς συζητήσεις ὑποβαλλομένης, νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ τρόπου τῆς πληρώσεως τῶν κενῶν καὶ νὰ ἀποσύρῃ τὴν διάταξιν ταύτην μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θέλει πράξει ἔργον σωφροσύνης.
§238ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μίαν ἐξήγησιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παράσχῃ. Κατὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἡ συμπλήρωσις τῶν κενῶν θέσεων, παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ, γενήσεται ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος ψηφίσματος διὰ Β. Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κατ’ ἐκλογὴν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους. Παρακαλῶ, τί ἐννοεῖτε μὲ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον; Δηλαδὴ τὰ μέλη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ συμπληρώσωσι τὰς κενὰς θέσεις ποῖος θὰ τὰ ἐκλέγῃ;
§239Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§240Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι αὐτὸ τὸ δικαίωμα, τῆς συμπληρώσεως θέσεων ἀνωτάτων ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι, θίγει τὰ ὅρια τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας;
§241Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§242Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως, ν’ ἀνατεθῇ τοῦτο εἰς τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον;
§243Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν· ἐμὲ μὴ μ’ ἐρωτᾶτε.
§244Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὀφείλετε νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως, διότι, διὰ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἄρθρου τοῦ ψηφίσματος, θὰ ἀναστείλητε τὰς οὐσιωδεστέρας διατάξεις, τὰς ὁποίας ἐψηφίσατε καὶ δι’ ἃς ἐχειροκροτήθητε.
§245Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὄρα παράρτημα)
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη.
§247ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παραιτοῦμαι· διαγράψατέ την ἐντελῶς ὡς νὰ μὴ τὴν ὑπέβαλον.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§249Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Θ. Πετμεζᾶ, ἀλλὰ δὲν ἐπιμένει.
§251Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ εἰς τὴν ὑπογραφήν μου ἐμμένω.
§252Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μία ὑπογραφὴ ἀρκεῖ· δὲν χρειάζονται πολλαί.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε εἰς τὰς 4½ τῆς πρωίας νὰ κάμωμεν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, μετὰ δωδεκάωρον συνεδρίαν; Σᾶς καθιστῶ γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία.
§254Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἂς προχωρήσωμεν περαιτέρω καὶ ἂς μείνῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐκκρεμές.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται).
§256ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, εἰς τὸ τέλος τῆς αʹ παραγράφου νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «ὁλόκληρον τὸ μέχρι τῆς 8 Ἰανουαρίου 1912 χρονικὸν διάστημα».
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§258ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς ὡς ἄρθρον 5. «Ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τῶν μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῶν νέων συνταγματικῶν διατάξεων ὑποβεβλημένων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων, διέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, ὡς εἶχε τοῦτο πρὶν ἢ τροποποιηθῇ, ὡς καὶ τοῦ σχετικοῦ αὐτῷ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τοῦ ἐδαφίου τούτου ὡς ἄρθρου 5, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἄλλο ψήφισμα, τὸ τοῦ κ. Ι. Τσιριμώκου.
§260ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι τὸ ἀφορῶν τοὺς ἀξιωματικούς. Παρακαλῶ ἐκ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ πρῶτον ἐδάφιον καὶ τὸ τελευταῖον, δηλαδὴ τὸ πρῶτον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὰ ἑξῆς: «Διὰ τοὺς ἐκλεγέντας Βουλευτὰς εἰς μίαν τῶν δύο τελευταίων Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν, ἢ καὶ τοὺς ἐκθέσαντας βουλευτικὴν ὑποψηφιότητα, διὰ τὰς ὡς ἄνω εἴρηται Βουλάς, ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν ἰσχύει ὁ νόμος ͵ΓΡΙʹ (3110) τῆς 28 Μαΐου 1906, μετὰ τὴν γενομένην μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος». Ἐπίσης δὲ καὶ τὸ τελευταῖον «Ὁ νόμος ͵ϠΞΒʹ τῆς 15 Μαΐου 1882 περὶ τῶν εἰς τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐκτιθεμένων ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ δὲν ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος ψηφίσματος καὶ διὰ τοὺς ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ ἐκθέσαντας Βουλευτικὴν ὑποψηφιότητα, ἀνακηρυχθέντας ἢ μὴ ὡς ὑποψηφίους Βουλευτάς, καθὼς καὶ διὰ τοὺς ἐκλεγέντας τοιούτους, οἵτινες δύνανται ἐφεξῆς νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν οἱᾳδήποτε ἐπαρχίᾳ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας». Τὸ ψήφισμα τοῦτο οὐδὲν ἄλλο ὁρίζει εἰμὴ ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1906, ὁ ὁποῖος δὲν ἐφηρμόσθη διὰ τοὺς μέχρι τοῦδε ἐκλεγέντας Βουλευτάς. Ὁ νόμος λοιπὸν οὗτος δὲν ἰσχύει τοῦ λοιποῦ. Εἶναι ἑπομένως δίκαιον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπηγορεύθη ἐντελῶς εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ πολιτεύωνται, νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐκλεγέντας ἀξιωματικούς, ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ στράτευμα, χωρὶς νὰ φανῇ ὅτι εἶναι παρηγκωνισμένοι.
§261Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐν τῷ μεταξὺ ἀποκτηθέντα δικαιώματα ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἐσεβάσθησαν τὸν νόμον, πρέπει νῦν νὰ παραβλαβῶσιν ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠσέβησαν πρὸς τὸν νόμον;
§262Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ νόμος ἐφηρμόσθη διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἐκτεθέντας εἰς τὰς δύο Βουλευτικὰς ἐκλογάς. Λοιπὸν πρέπει νὰ σημειωθῇ ὅτι καὶ ἡ συνταγματικότης ἀκόμη τοῦ νόμου τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ, σοβαρῶς τίθεται ἐν ἀμφιβόλῳ.
§263ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀντισυνταγματικός.
§264Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σοβαρῶς ὑποστηρίζεται ἡ ἀντισυνταγματικότης αὐτοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Σύνταγμα ἐπέτρεπε εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ πολιτεύωνται. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἀφοῦ τοὺς ἀποκλείομεν ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ νὰ πολιτεύωνται, νὰ εἴπωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν Βουλευταὶ εἰς τὰς δύο Βουλευτικὰς ταύτας ἐκλογάς: σᾶς περιμένει ὁ στρατὸς μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας· δύνασθε ἐκεῖ νὰ κάμνητε τὸ καθῆκόν σας. Ὑπεστηρίχθη ὅτι εὑρίσκομαι ἐν ἀντιφάσει τινί, συνιστῶν ταῦτα σήμερον, ἀφοῦ ἐγὼ προσεπάθησα καὶ κατώρθωσα νὰ πείσω πολλοὺς νὰ μὴ κατέλθωσιν εἰς τὰς ἐκλογάς. Δὲν νομίζω ὅτι εὑρίσκομαι εἰς ἀντίφασίν τινα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν λήγει τὸ στάδιον αὐτὸ διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, ὀρθὸν εἶναι νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτούς: ἐπιστρέψατε εἰς τοὺς στρατῶνας σας, καὶ δύνασθε νὰ φανῆτε ἐκεῖ χρήσιμοι, καὶ θὰ προαχθῆτε ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σειρᾶς, τὴν ὁποίαν ἔχετε.
§265Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ἐπειδὴ συνέπεσε νὰ εἶμαι ὁ ὑποβαλὼν τὸ ψήφισμα τοῦτο ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν, ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι ὑποβαλὼν τὸ ψήφισμα ἀπέβλεψα εἰς τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος, δὲν ἀπέβλεψα τὸ παράπαν εἰς τὸ συμφέρον τινὸς τῶν συναδέλφων, ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ εἶναι ἀξιωματικὸς καὶ νὰ ἐπολιτεύθη παρὰ τὸν νόμον τὸν ἀντισυνταγματικόν, ἢ παρὰ τὴν ἐγκύκλιον τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀπέβλεψα εἰς τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος· διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁριστικῶς τίθεται τέρμα εἰς τὴν ἀνάμιξιν τοῦ στρατοῦ ἐν τῇ πολιτικῇ, ἔπρεπε νὰ δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τοὺς πολιτευομένους ἀξιωματικοὺς ν’ ἀπέλθωσι τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, καὶ ὄχι νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τοὺς στρατῶνας των καὶ πάλιν. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἀπερχόμενοι εἰς τοὺς στρατῶνας οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐσυνείθισαν νὰ πολιτεύωνται, οἱ ὁποῖοι ἐσυνείθισαν ν’ ἀγαπῶσι τὴν πολιτικήν, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ παραμείνωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μόνον ἵνα συμπληρώσωσι σύνταξιν ἀνωτέρου βαθμοῦ ἐπί τινα καὶ μόνα ἔτη, δὲν θὰ εἶναι χρήσιμοι εἰς τὸ στράτευμα, δὲν θὰ συντελέσωσι πρὸς ἑδραίωσιν τῆς πειθαρχίας. Καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκρίναμεν ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἰσχύουσα τοῦ Συντάγματος, ἡ παρέχουσα πλήρη ἐλευθερίαν νὰ πολιτεύωνται οἱ ἀξιωματικοί, ἀπέβη ὀλεθρία διὰ τὸ στράτευμα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνομίσαμεν ὅτι οὗτοι πρέπει νὰ χωρισθῶσι τῆς πολιτικῆς, ἦτο προσῆκον, οἱ ὀλίγοι ἐκεῖνοι στρατιωτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχον ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐπολιτεύθησαν καὶ συνετέλεσαν ὥστε νὰ μὴ τηρηθῇ πειθαρχία ἐν τῷ στρατεύματι, συνετέλεσαν ὥστε τὸ στράτευμα νὰ μὴ ἀπολαύσῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς ἀξίας ἄλλως τε αὐτῶν, οἱ στρατιωτικοὶ οὗτοι ἄνδρες εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀπέλθωσιν ἐκ τοῦ στρατεύματος τὸ ταχύτερον λαμβάνοντες τὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν μετὰ ἓν ἢ δύο ἢ τρία ἔτη, παραμένοντες ἀκόμη εἰς τὸ στράτευμα, θὰ λάβωσιν. Ἐψηφίσθη νόμος κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπαναστάσεως, κατὰ τὸν ὁποῖον πάντες οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐκρίνοντο ὅτι δὲν ἔπρεπεν νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸ στράτευμα, ἀπερχόμενοι τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ἐλάμβανον σύνταξιν ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν εἶχε βεβαίως τὴν πρόθεσιν νὰ εὐεργετήσῃ τοὺς ἀπερχομένους τοῦ στρατεύματος· εἶχε τὴν πρόθεσιν νὰ παράσχῃ τὴν εὐκολίαν ν’ ἀπέλθωσι τοῦ στρατεύματος ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐνόμιζεν ὅτι εἶναι ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸν στρατόν. Ἔχω ἐλευθέραν τὴν γνώμην νὰ φρονῶ ὅτι καὶ οἱ πολιτευόμενοι ἀξιωματικοὶ εἶναι ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸ στράτευμα. Ὑπάρχουσι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουσιν ὅτι καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπεδέξατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, ὃ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου καὶ κατὰ τὴν γνώμην ἁπάντων ἀντισυνταγματικός, ὅτι καὶ τοῦτο ἀκόμη εἶναι χάρις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Τί ζητεῖτε νὰ κάμωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, ἂν μείνωσιν εἰς τὸ στράτευμα, ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἀφοῦ πρόκειται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ τοὺς ῥίψητε εἰς τὸ στράτευμα ἀπογοητευμένους καὶ περιμένοντας μόνον πότε θὰ συμπληρώσωσι τὸν χρόνον ἵνα ἀπέλθωσι τῶν τάξεων τοῦ στρατεύματος; Τί τοὺς θέλετε νὰ τοὺς ἀποστείλητε εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατεύματος; Τοὺς θέλετε ἐκεῖ ἵνα ἐνσπείρωσι τὴν ἀπογοήτευσιν, ἵνα διδάξωσι τὴν ἀπειθαρχίαν; Ἐὰν θὰ τοὺς ἀποστείλητε εἰς τὸ στράτευμα, πρέπει νὰ τοὺς ἀποστείλητε μὲ τὰ δικαιώματα πλήρη τῆς προαγωγῆς αὐτῶν. Ἐὰν ὅμως ὑπῆρχον οἱ φρονοῦντες ὅτι εἰς τὸν στρατὸν ἐπανερχόμενοι οἱ τοιοῦτοι ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι χρήσιμοι, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παράσχωσι τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀπέλθωσι ἐκεῖθεν. Ἐγὼ εἶχον καὶ ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ πολιτευόμενοι ἀξιωματικοί, λαμβάνοντες τὴν σύνταξίν των καὶ ἀποχωροῦντες τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, εὐεργετοῦσι τὸ στράτευμα καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τὸ ψήφισμα.
§266Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§267Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Τὸ ὑπὸ ἐξέτασιν ψήφισμα παρέχει τρία σημεῖα, οὐσιωδῶς διαφέροντα ἀπ’ ἀλλήλων· καὶ τὸ μὲν πρῶτον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1882 —τοῦ ἀπαγορεύοντος τὴν τοποθέτησιν τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὰς περιφερείας, ἐν αἷς ἐξέθηκαν ὑποψηφιότητα— τὸ δὲ δεύτερον ἀναφέρεται εἰς τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου, τοῦ 1906, δι’ οὗ κατεστρέφετο ἡ περαιτέρω προαγωγὴ τῶν ἀξιωματικῶν, ὅσοι ἐξετέθησαν ὡς ὑποψήφιοι. Καὶ τὸ μὲν πρῶτον παριστᾷ ἔργον δικαιοσύνης, ἀφοῦ οὐδεὶς πλέον λόγος ὑπάρχει τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ μέτρου τούτου τῆς προνοίας, ὡς πρὸς δὲ τὸ δεύτερον ἠδύνατο πάντως νὰ δοθῇ καὶ ἡ χάρις αὕτη καὶ ἀμνηστία εἰς ἐκείνους, οἵτινες παρὰ τὸν νόμον καὶ παρὰ τὰς παραινέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέθηκαν ὑποψηφιότητα. Πάντες ἡμεῖς, ὅσοι ἐξεθέσαμεν ὑποψηφιότητα, ἐγνωρίζομεν τοῦτο, ὅτι ἐκτιθέμεθα ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου καὶ δὲν ὑπηκούσαμεν εἰς τὴν παραίνεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς τὰς ἐγκυκλίους αὐτοῦ. Καὶ ἐγὼ ἔπραξα τοῦτο, ἀψηφῶν τὴν τιμωρίαν τοῦ νόμου, διότι ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ ὑπακούσω εἰς τὴν φωνὴν ὑψηλοτέρου καθήκοντος, καλοῦντός με ὅπως ἐξέλθω τῆς κρύπτης μου, ἐν ᾗ μοι εἶχε καταστήσει ἀδύνατον τὴν διαμονὴν ἡ δηλητηριώδης πνοὴ ἐκείνων, οἵτινες ἐμάραναν πᾶσαν πρόοδον καὶ ἐργασίαν, ἐνόμισα ἑπομένως ὅτι, ἐγκαταλείπω τὸ στρατιωτικὸν ἔργον ἐκπληρῶν σκοπὸν ἀνώτερον. Διότι δὲ οὕτως ἔπραξα, δὲν καταδέχομαι νὰ ζητήσω τὴν παραχώρησιν τῆς χάριτος ταύτης καὶ ἀμνηστίας. (Χειροκροτήματα). Ἐνῷ δὲ δηλῶ ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ὀφείλω ἐξ ἄλλου νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν ἄλλων συναδέλφων, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν, νομίζω δὲ ὅτι θὰ εἶναι ἔργον σκληρότητος, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀρνηθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ αἰτούμενον. Ὅστις ἀπεφάσισε νὰ ἐγκαταλίπῃ διὰ παντὸς τὰ θέλγητρα τῆς πολιτικῆς — καὶ γνωρίζομεν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι τόσον εὔκολον—καὶ ν’ ἀποδοθῇ ἐξ ὁλοκλήρου εἰς τὸν στρατόν, νομίζω ὅτι δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν ἔνδειξιν τῆς εὐμενείας ταύτης παρὰ τῆς Βουλῆς. Καὶ ταῦτα μὲν οὕτως· ἀλλὰ τί νὰ εἴπῃ τις περὶ τοῦ τρίτου μέρους τοῦ ψηφίσματος, κατὰ τὸ ὁποῖον παρέχεται καὶ ἀμοιβὴ εἰς ἡμᾶς, τοὺς παρὰ τὸν νόμον καὶ τὰς παραινέσεις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκτεθέντας; Κ’ ἄν μὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ τι ἐπιεικὲς ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα καταντᾷ αὐτόχρημα τερατῶδες διὰ τοὺς ἄλλους οἵτινες δὲν ἔχουσι συμπληρώσει τὸν πρὸς σύνταξιν ἀπαιτούμενον χρόνον. Οὔτε ὡς δωρεά, πολλῷ δὲ μᾶλλον οὐδ’ ὡς ἀμοιβή, δικαιολογεῖται ἡ τοιαύτη παραχώρησις. Κατὰ ταῦτα ἄρα, ὡς πρὸς μὲν τὸ πρῶτον, δηλ. τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τοῦ 1882, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι σύμφωνος ἵνα μὴ φέρῃ κώλυμα, ἐπίσης δὲ νομίζω ὀρθόν ὅπως δοθῇ ἀμνηστία, εἰς τοὺς ἐπιθυμοῦντας νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν στρατόν· ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὸ τρίτον, ὀφείλει ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ.
§268Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θεωρήσατέ το ὡς τρόπον ἐκκαθαρίσεως.
§269Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο προσβλητικὸν δι’ αὐτούς.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ κ. κ. Ζαβιτσᾶνος καὶ Κουρτάκης, ἐπειδὴ δὲ ἡ συζήτησις, ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου προηγεῖται πάσης ἄλλης συζητήσεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§271Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ τὸ πράξω κατόπιν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς τελευταῖον ἔργον τῶν πράξεων αὐτῆς τῶν ἀναθεωρητικῶν, τῶν ἐγκαινιαστικῶν νέου πολιτεύματος καὶ νέων ἠθῶν, νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον καθαρῶς προσωπικόν. Ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι καθαρῶς ἀντικείμενον φύσεως νομοθετικῆς. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἡ Βουλὴ πρὸ καιροῦ τινος καὶ εἰς ὥρας μεσονυκτίους εὑρέθη πρὸ ἀποφάσεως ἐξενεχθείσης, κατὰ τὰ εἰθισμένα, ὑπὸ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀποφάσεως ἐξηγγέλθη ὅτι διὰ νόμου ἤθελε ληφθῆ μέριμνα· οὕτω ἠδύνατο νὰ συζητηθῇ τί προσήκει νὰ γίνῃ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ τὸ ψήφισμα τοῦτο. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις οἱ ἔχοντες πλειονοψηφίαν καὶ οἱ φέροντες αὐτὰς ὡς γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, βεβαίως ἔχουσι ἠθικὴν ὑποχρέωσιν νὰ σέβωνται καὶ νὰ ὑποστηρίζωσιν. Κατ’ ἐκείνην τὴν νύκτα, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι θέλει διὰ νομοθετικῆς προνοίας μεριμνήσει περὶ τοῦ πράγματος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι αὐτὸ τὸ ἀπαράδεκτον πρέπει νὰ τὸ ἐνστερνισθῶμεν, ἀφοῦ καὶ τὸ πρᾶγμα δὲν ἐπείγει καὶ δὲν ἀξίζει νὰ ψηφισθῇ εἰς μίαν μόνον ἀνάγνωσιν, τόσῳ σπουδαῖον μέτρον. Ὅταν ἔλθῃ ὁ νόμος θὰ τὸν συζητήσωμεν καὶ θὰ ἴδωμεν ἂν εἶναι πρέπον νὰ ψηφισθῇ, διότι πῶς θὰ ψηφίσωμεν διάταξιν καθαρῶς νομοθετικῆς φύσεως διὰ μιᾶς καὶ μόνης ἀναγνώσεως; Τὸ περιεχόμενόν της μάλιστα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε χάριν τούτου ἡ παραβίασις τοῦ κανονισμοῦ δὲν θὰ εἶναι ποσῶς συντελεστικὴ δι’ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸ ἔργον ἡμῶν.
§272Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Εἶπον τότε ὅτι πρέπει ν’ ἀποσυρθῇ, διότι πρὸς στιγμὴν ἐπρόκειτο καὶ νὰ ψηφισθῇ χωρὶς προσοχήν, καὶ ἐγὼ εἶπον ὅτι θὰ εἰσαγάγωμεν περὶ τούτου ψήφισμα· δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ εἶπον νόμον.
§273Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόνοιαν νομοθετικὴν εἴπετε.
§274Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν τὸ ἐνθυμοῦμαι. Σημειωτέον δὲ ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἔχουσι νομοθετικὸν περιεχόμενον.
§275Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἔχουσι νομοθετικὸν περιεχόμενον, διότι καὶ τὸ Σύνταγμα εἶναι εἷς νόμος τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ περιφρουρήσωμεν...
§276Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅλαι. Ἀλλ’ ἰδίως αἱ ἄλλαι.
§277Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. ... ἀλλ’ ἐκάμομεν ἕνα Κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ εἴπομεν ὅτι, κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἐκάμομεν, θὰ ψηφίζωμεν τὰς διατάξεις τὰς συνεχομένας μὲ τὸ Σύνταγμα εἰς μίαν καὶ μόνον ἀνάγνωσιν, παραπέμψαντες ταύτας προηγουμένως εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν, ὅπου θὰ εἴχομεν ἔλεγχον· ἐδῶ δὲ δὲν εἴχομεν κανένα ἔλεγχον. Αὐτὸ δὲ, μολονότι ἦτο ἐκκρεμὲς οὐδέποτε παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. (Διάλογοι).
§278Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας μετεχειρίσθη ἀδίκως διὰ πρώτην φορὰν τόσην αὐστηρότητα ὕφους. Πρὸ μικροῦ ἐψηφίσαμεν ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία, κατὰ τὸ ἥμισυ, εἶναι νομοθετικοῦ περιεχομένου. Καθ’ ἣν στιγμὴν λοιπὸν ἔχομεν τὰ προηγούμενα αὐτά, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται περὶ διατάξεως νομοθετικοῦ περιεχομένου, καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἡ διάταξις αὕτη στενῶς συνδέεται πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ λοιποῦ ἀπέχωσι, δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην τῆς αὐστηρᾶς γλώσσης.
§279Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι πρὸ πολλοῦ ἡ κοινὴ γνώμη ἀπεδοκίμασε τὴν πρότασιν αὐτήν.
§280Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν παραδέχομαι καθόλου ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἀπεδοκίμασε τὴν γνώμην τοῦ Ψηφίσματος. Κύριε Βουλευτά, ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορρίψητε τὴν πρότασιν. Ἐὰν φρονῆτε ὅτι ἡ Κοινὴ γνώμη εἶναι ἐναντία τῶν διατάξεων τῆς προτάσεως, δύνασθε νὰ καταψηφίσητε αὐτήν, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμον, ἀφοῦ ἐξημερώθημεν σήμερον, νὰ ὁμιλῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νὰ μὴ θελήσωμεν ἓν τοιοῦτο πρᾶγμα νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν, ἀλλὰ νὰ τὸ παραπέμψωμεν εἰς νέας συζητήσεις εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον.
§281Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐπεῖγον;
§282ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα. Εἶναί τι ἀσαφές; Νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§283Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι σαφές.
§284ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Νὰ τὸ συζητήσητε. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ μεταχειρισθῆτε τόσον αὐστηρὰν γλῶσσαν, διότι ἠθελήσαμεν νὰ συζητήσωμεν καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀπόψε. Εἶναι γενικοῦ ἐνδιαφέροντος ζήτημα αὐτό. Ὁ ὑφιστάμενος νόμος χαρακτηρίζεται ὑπὸ τῶν πλείστων ὡς ἀντισυνταγματικός. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός.
§285Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀκόμη οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται δὲν τὸ θέλουσιν.
§286ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ἀμφιβάλλω ἄν τις ἐξ ὅλων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐνδιαφέρωνται, δὲν τὸ θέλει· ἀλλ’ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν εἴδομεν εἰς τὸν στρατὸν πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν ἄριστοι ἀξιωματικοί. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἔχω.
§287Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ δύο λέξεις.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντογούρης εἶναι εἰς τὸ βῆμα. Θὰ διακόψωμεν τὸν ὁμιλοῦντα; Προτιμᾶται.
§289Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.
§290Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Εἶχον ζητήσει πρὶν ἐγὼ τὸν λόγον.
§291Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἤθελον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν συμπολίτην μου κ. Μιχαλακόπουλον ὅτι πρὸ μικροῦ, ὅτε εἶχεν ἐγερθῆ ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου συζήτησις, αὐτὸς ὑπεστήριξεν ὅτι εἰς τὰ ψηφίσματα, αἱ μεταβατικαὶ διατάξεις εἰσὶ κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ κυρίως νομοθετικῆς φύσεως ἀντικείμενα. Ἐπαναλαμβάνω, ἑπομένως ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην ὅτι, ἀφ’ οὗ τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν εἶναι ἀντικείμενον ψηφίσματος, διότι θὰ ἐπέχῃ θέσιν μεταβατικῆς διατάξεως, ἔπρεπεν ἡ συζήτησις νὰ ἀναβληθῇ. Νομίζω δ’ ὅτι ἠδύνατο ὁ κ. συνάδελφος νὰ ἀναβάλῃ τὴν σπουδὴν καὶ τὴν προθυμίαν, μετὰ τῆς ὁποίας ἔσπευσε νὰ ἐκφράσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰς σκέψεις του, μετὰ ἱερᾶς ἀληθῶς ἀγανακτήσεως, ἡ ὁποία ἴσως δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα ἵνα συμφωνήσω πλήρως πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν εἰς τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Φθιώτιδος ὑποβληθὲν ψήφισμα, σὺν τῇ παρατηρήσει ὅτι θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ ἔπρεπε κατὰ τι νὰ τροποποιηθῇ. Καὶ ἔπρεπε, Κύριοι συνάδελφοι, νὰ τροποποιηθῇ, διότι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦτο καταφώρως ἀντισυνταγματικὸς καὶ ἐὰν ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι στρατιωτικοὶ συνάδελφοι ἐξεθέταμεν ὑποψηφιότητα, καὶ ἐὰν κατήλθομεν εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας, δὲν ἐξετελέσαμεν βεβαιωθῆτε ἔγκλημα, ἵνα ζητήσωμεν σήμερον ἀμνηστίαν! Ἐξετελέσαμεν ἁπλῶς καὶ κατὰ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἱερὰν πρὸς τὸν τόπον ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον πρὸς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἔχομεν, καὶ πρὸς τὰς πεποιθήσεις τὰς ὁποίας τρέφομεν. Ἦτο δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀπολύτως ἀντισυνταγματικὸς οὐχὶ μόνον διότι τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τὸ πολιτεύεσθαι, ἀλλ’ ἰδίως ἕνεκα τοῦ ἄρθρου 72, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ταῦτα λέγει: «Βουλευταὶ διοριζόμενοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔμμισθον πολιτικὴν ἢ στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἢ προβιβαζόμενοι κατ’ ἐκλογὴν καὶ δεχόμενοι, παύουσιν ἀμέσως τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων» ἀναγνωρίζει δηλαδὴ καὶ ἀποδέχεται τὸ Σύνταγμα τοῦ 64 ὅτι ἡ ἰδιότης τοῦ Βουλευτοῦ δὲν εἶναι κώλυμα εἰς τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγήν, ἀλλ’ ὅτι συνεπάγει τὴν ὑποχρέωσιν, τοῦ νὰ ἐπανέλθῃ ὁ ἀξιωματικὸς εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν εὐθὺς ὡς γίνῃ ὁ προβιβασμός του. Ἡ ἰδιότης τοῦ Βουλευτοῦ, τὸ γεγονὸς ὅτι ἀξιωματικός τις εἶναι Βουλευτής, δὲν μειοῖ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 64 τὴν θέσιν καὶ τὴν ἐπάρκειαν τοῦ ἀξιωματικοῦ διὰ τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγήν, ἐὰν δὲ οἱ ἄλλοι ὅροι τῆς ἱκανότητος συντρέχωσι, τὸ μόνον γεγονὸς ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς εἶναι βουλευτὴς οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει διὰ τὴν κατ’ ἐκλογὴν προαγωγήν του. Ἀφοῦ λοιπόν, ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγή, ὄχι μόνον ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ ὅλου Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ γράμματος αὐτοῦ ἐπιτρέπεται καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς δυναμένη νὰ γίνῃ, πῶς θὰ ἦτο λογικὸν νὰ ψηφισθῇ νόμος, καθ’ ὃν νὰ ἀπαγορεύεται ἡ κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγή; Θὰ συνέβαινε τοῦτο τὸ πρωτοφανὲς διὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν στοιχειώδη καὶ διὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν στρατιωτικήν, ὅτι ἀξιωματικός τις βουλευτὴς θὰ εἶχε τὰ προσόντα ὅπως προχθῇ κατ’ ἐκλογήν, καθ’ ὃν χρόνον θὰ ἐστερεῖτο τῶν προσόντων ὅπως προαχθῇ κατ’ ἀρχαιότητα! Τοῦτο δὲ τὸ ἐκπληκτικὸν κατώρθωσεν ὁ νόμος τοῦ 1906, ὁ διὰ τοῦτο καταφώρως ἀντισυνταγματικός. Ἐκ τῆς παρατηρήσεως λοιπὸν ταύτης νομίζω ὅτι πασιφανῶς προκύπτει ὅτι ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ὁ ψηφισθεὶς ἐκεῖνος νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπετρέπετο καθ’ ὅλον τὸ ἐν τῷ μέλλοντι στάδιον, ἡ προαγωγὴ οὐχὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ συνεχῆ ἔτη θ’ ἀπουσίαζεν ἐκ τοῦ στρατεύματος, οὐχὶ κἂν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπί τινας ἡμέρας θ’ ἀπουσίαζεν, ἀλλὰ καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος θέλων νὰ πολιτευθῇ, ὑποβάλλει τὴν συνταγματικὴν ἄδειαν, ἀλλ’ ὅστις μεταγνούς, ἐπιστρέφει τὴν ἰδίαν ἡμέραν καὶ ἐμφανίζεται πρὸ τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν, δηλῶν ὅτι δὲν θέλει νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς ληφθείσης ἐκείνης ἀδείας, ἀλλ’ ὅτι ἐπανέρχεται ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ· καὶ ἡ ὀλιγόωρος αὕτη ἀπουσία ἐκ τοῦ στρατεύματος, τὸ γεγονὸς μόνον ὅτι ὑπέβαλε συνταγματικὴν ἄδειαν, ἤρκει νὰ καταστρέψῃ διὰ παντὸς τὸ μέλλον τοῦ αἰτήσαντος τὴν ἄδειαν ἀξιωματικοῦ, συμφώνως πρὸς τὸν περίφημον αὐτὸν ψηφισθέντα νόμον! Δὲν εἶναι ἄγνωστα, Κύριοι, τὰ ἐλατήρια, τὰ ὁποῖα ὤθησαν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸν νόμον αὐτόν, εἰς τοιαύτας ἀποφάσεις. Ἕνεκα τούτου θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη, θέτουσα τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, θὰ ἀνεγνώριζεν ὅτι ὄντως ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦτο ἀντισυνταγματικός, ἀντισυνταγματικὸς ἰδίως διὰ τὴν σύγκρουσιν αὐτοῦ τὴν κατάφωρον πρὸς τὸ 72 ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ προβιβαζόμενος κατ’ ἐκλογὴν στρατιωτικὸς στερεῖται τῶν βουλευτικῶν καθηκόντων του καὶ ὁ ὁποῖος νόμος καθιστᾷ ἀπολύτως ἀδύνατον οἱανδήποτε ἐφαρμογὴν τοῦ 72 ἄρθρου τοῦ συντάγματος. Ἴσως, Κύριοι, θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ δικαιολογήσῃ τις τὴν εὐγενῆ ἀληθῶς καὶ ἁγνὴν σκέψιν, ἥτις ὑπεκίνησε τὸν ἀξιότιμον ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴν εἰς τὸ νὰ προτείνῃ τὸ προτεινόμενον ψήφισμα. Ἐσκέφθη ἀναμφιβόλως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὅτι οἱ πολιτευόμενοι ἀξιωματικοί, ἀναμιχθέντες εἰς τὴν πολιτικὴν ἕκαστος κατὰ διάφορα ἔτη, περιεπλάκησαν εἰς ἀσχολίας καὶ ἀνταγωνισμούς, ἐν μέσῳ κρισίμων περιστάσεων καὶ συνθηκῶν, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἀνθρωπίνως δὲν θὰ ἦτο εὔκολον νὰ ἀποσπασθῶσιν· ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, ὅπως καὶ πᾶς πολιτευόμενος, συνεδέθησαν ἀρρήκτως πρὸς τοπικὰ ζητήματα, σοβαρώτατα δι’ αὐτούς· ὅτι ἀποκτήσαντες τὴν θέσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ των ἀπέκτησαν, δὲν εἶναι ἀπολύτως εὔκολον νὰ περιφρουρήσωσιν αὐτήν, ὅτι πλὴν τῶν ὑλικῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας, ἀναμφιβόλως ὑπέστησαν, ὡς καὶ πᾶς ἄλλος, ὅστις κατέρχεται εἰς ἀγῶνας προσωπικούς, ὅτι καὶ ἠθική τις ὑποχρέωσις δεσμεύει τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοὺς πρὸς τοὺς συμπολίτας των· ὅτι ἐν γένει, διὰ τῆς ἀναμίξεώς των ἐν τῇ πολιτικῇ ἐδημιουργήθη κατάστασις δι’ αὐτοὺς ἀπὸ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι τολμηρὸν νὰ δεχθῇ τις ὅτι δυσκόλως θὰ ἀποσπασθῶσι καὶ ὅτι πάντα ταῦτα ἐξετελέσθησαν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι, ἐκτελοῦντες οἱ ἀξιωματικοὶ πάντα ταῦτα καὶ ἐνεργοῦντες συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύσαντος συντάγματος, θὰ εἶχον καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν σύνταξιν τοῦ βαθμοῦ των. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δὲν εἶναι ἀνεξήγητον πῶς ἐσκέφθη καὶ διατί ἠθέλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος νὰ προτείνῃ τὸ ψήφισμα τοῦτο. Ἐν τούτοις, νομίζω, ὅτι, προκειμένου εἰς τὸ μέλλον οἱ ἀξιωματικοί, οἰκείᾳ βουλήσει, νὰ δύνανται ν’ ἀπομακρύνωνται τοῦ στρατοῦ ἵνα πολιτευθῶσιν νομίζω, λέγω, ὅτι δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἀπολύτως δικαιολογίαν, ὅπως ζητήσωσιν ἀπὸ τῆς πολιτείας τοιαύτην παροχήν. Θὰ ἦτο δ’ ἐντελῶς ἄδικον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, δὲν ἀποδύονται εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα, ἐὰν ἡ Βουλή, παραλληλίζουσα ἐν τῷ ζητήματι τῆς συντάξεως, ἀρίστους ἀξιωματικοὺς πρὸς τιμωρηθέντας ἄλλους, ἐνόμιζεν ὅτι ὁμοίως ἔπρεπε νὰ παραγνωρίσῃ δῆθεν καὶ ἐκείνους διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ στρατιωτικοῦ σταδίου των. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀπὸ μέρους μου ἀπολύτως ἀπαράδεκτον. Συμπεραίνων λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ψηφίσματος ἐκείνου, διότι ὡς εἶπον κατ’ ἀρχήν, συμφωνῶ τελείως, νὰ παραμείνῃ ὡς ἔχει, ἡ δὲ τελευταία, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ μεταρρυθμισθῇ ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «ὁ νόμος ͵ΧΙΡʹ τῆς 28 Μαΐου 1906 καταργεῖται, ὡς ἀντιβαίνων εἰς τὸ 72 ἄρθρον τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος συντάγματος».
§292Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὁλόκληρος ἡ αἰτιολογία.
§293Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ τεθῇ τοῦτο.
§294Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Δὲν προστίθεται τίποτε.
§295Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μόνον ἀλλαγὴ λεκτικὴ γίνεται, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ σημαίνουσα.
§296Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐκ τῆς ἐπισταμένης μελέτης τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ψηφίσματος, πειθόμεθα ὅτι αὕτη ἔχει καθαρῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα, καὶ δὲν πιστεύω νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ φιλοτίμων συναδέλφων. Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι αὐτοὶ πρῶτοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποκρούσωσι τὰς διατάξεις αὐτὰς περὶ συντάξεως, τὰς ὁποίας τὸ ψήφισμα ἀναγράφει.
§297Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου διὰ νὰ μὴ ματαιοπονῶμεν.
§298Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Συγχαίρω τὸν κ. συνάδελφον. Οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι συνάδελφος τοιαύτης περιωπῆς δὲν ἤθελε πράξει παρ’ ὅτι ἔπραξεν ἤδη.
§299Λ. ΦΛΑΜΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§300ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φλαμῆ ὡς δυναμένην νὰ διευθετήσῃ καλῶς τὰ πράγματα.
§301Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω, κύριοι συνάδελφοι, πρὸ πάντων νὰ δώσω δύο ἐπιβεβλημένας ἀπαντήσεις εἰς μίαν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς μίαν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὗρεν, ὅτι, διὰ πρώτην φοράν, μετεχειρίσθην αὐστηρότητα ὕφους. Τὸ πρᾶγμα εἶναι πιθανὸν ἀλλὰ καὶ εὐεξήγητον. Ἡ αὐστηρότης ὕφους, μακρὰν τοῦ νὰ στρέφηται πρὸς πρόσωπα ὡρισμένα, ἐνεπνέετο ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς αὐστηρότητος, δι’ ἧς ἐγένετο δεκτὸν τὸ ψήφισμα τοῦτο παρ’ ὅλων τῶν φίλα φρονούντων τῇ Κυβερνήσει καὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Διότι εὐθὺς ὡς ὑπεβλήθη ἄλλοτε τὸ ψήφισμα, ἐξηγέρθη ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ἐφημερίς, τὰ μάλιστα φίλα φρονοῦσα τῇ Κυβερνήσει, ἥτις προσφέρει τῷ ὄντι ὅλην τὴν θερμὴν αὑτῆς ὑποστήριξιν πρὸς τὸν ἀνορθωτικὸν τῆς Κυβερνήσεως ἀγῶνα, ἡ ὁποία ἐπὶ πλέον δὲν παύει ἀποτίουσα καὶ φόρον προσωπικοῦ θαυμασμοῦ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐμέμφθη δριμύτατα τῶν εἰσαγαγόντων τὸ ψήφισμα τοῦτο.
§302Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ ἀπέσυρον.
§303Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μετάνοια, καὶ ὅταν ἔρχεται βραδέως, εἶναι ἀρετή.
§304Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐσυνήθισα νὰ μετανοῶ. Τὸ ἀπέσυρον, διότι δὲν ἤθελον νὰ ματαιοπονῶμεν, οὔτε νὰ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλήν, μὴ θέλουσαν νὰ ἀκούσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§305Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς ψέγει τὸν κ. συνάδελφον, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ματαιοπονῇ καὶ νὰ ἀπασχολῇ τὴν Βουλήν· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ θυμοῦται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅταν λέγῃ ἁπλούστατα, ὅτι ἀπέσυρε τὸ ψήφισμα καὶ οὕτω δεικνύει ὅτι μετενόησεν. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ πρόθεσις τοῦ κ. συναδέλφου δὲν ὑπῆρξεν ἁγνὴ καὶ εὐγενής· ὑπῆρξεν πράγματι τοιαύτη, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι, ὡς διετυπώθη, συνεπάγεται ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν πᾶν ἄλλο παρὰ ἁγνὰ καὶ εὐγενῆ. Ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἤθελε παρεξηγήσει τοὺς λόγους μου, οὐδαμῶς θὰ ὡμίλουν περὶ μετανοίας.
§306Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Γνωρίζετε πόσον σᾶς ἐκτιμῶ καὶ μετὰ πόσης προσοχῆς σᾶς ἀκροῶμαι.
§307Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὑμεῖς γνωρίζετε ποίαν ἀνταπόδοσιν φέρω πρὸς τὴν τοιαύτην ἐκτίμησιν καὶ μεθ’ ὁπόσης προσοχῆς σᾶς ἀκροῶμαι πάντοτε. Ἡ αὐστηρότης, Κύριοι, αὕτη ἐμπνέεται ἐντεῦθεν, πάντως δὲ ἡ αὐστηρότης αὐτὴ ὑπῆρξε ὀλιγώτερον αὐστηροτέρα ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡμεῖς πάντως ἠκούσαμεν ἐπανειλημμένως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, λ.χ. ὅτε ἐπρόκειτο νὰ δικάσωμεν μίαν ἐκλογήν. Ἡ αὐστηρότης αὐτὴ παρῆλθεν ἀπαρατήρητος, ἐνῷ ἡ ἐμὴ αὐστηρότης δὲν παρῆλθεν ἀπαρατήρητος, ὅπως δήποτε ὅμως τοῦτο οὐδέποτε θὰ μ’ ἐμποδίσῃ νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἴπω. Ἡ ἀπάντησις, ἡ ὀφειλομένη εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφον, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνεξήγητος ἡ ἐμὴ καταπολέμησις τοῦ ψηφίσματος, εἶναι πρόχειρος. Ἐὰν τὸ ψήφισμα τοῦτο δὲν λάβῃ τὴν ἐπιδοκιμασίαν τῆς Βουλῆς, ὁ συνάδελφος μου θὰ εἶναι συναγωνιστὴς ἐν τῇ πολιτικῇ. Ἐγνώρισα αὐτὸν ἐν τῇ πολιτικῇ, καὶ ἐγνώρισα τὰ εὐγενῆ ἰδεώδη του· φοβοῦμαι ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος εἶπεν, μὴ τὸ σπέρμα τῆς πολιτικῆς, τὸ ὁποῖον φέρει πολιτευόμενος καὶ ἐκ πατρικῆς κληρονομίας καὶ ἐξ ἰδίας πολιτικῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπιβλαβὲς διὰ τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατεύματος, καὶ διὰ τοῦτο τὸν θέλω περισσότερον ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ ὀλιγώτερον ἐν τῷ στρατῷ.
§308Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εὐχαριστῶ.
§309Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι γενικώτατοι οἱ λόγοι, δι’ οὓς πολεμῶ τὸ προσωπικὸν τοῦτο ψήφισμα. Ἂς ἐξετάσω πρῶτον, ἐὰν ὁ νόμος τοῦ 1906 εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ἢ ὄχι. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑπέμνησεν εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς τὸν νόμον δι’ ἐγκυκλίου του, χωρὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀντισυνταγματικός, ὡς ὤφειλε νὰ εἴπῃ ἂν εἶχε τοιαύτην γνώμην, ἐπὶ πλέον δὲ παρεκάλεσε καὶ προφορικῶς, ἐκτὸς τῆς ἐγκυκλίου, τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον νὰ ἐκθέσωσιν ὑποψηφιότητα, νὰ ὑπακούσωσι καὶ νὰ πειθαρχήσωσι πρὸς τὸν νόμον, καὶ δικαίως ἔπραξε τοῦτο. Μία τῶν πράξεων, αἵτινες ἐτίμησαν τὸν ἀείμνηστον Χαρίλαον Τρικούπην, ὑπῆρξε καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς πολιτικῆς, καὶ τὴν πρᾶξιν ταύτην ἦτο δίκαιον νὰ τὴν υἱοθετήσῃ, οὕτως εἰπεῖν, ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργός. Καὶ ὅπως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ὁ ἀείμνηστος Χαρίλαος Τρικούπης ἔσφαλεν, ὁμοίως δὲν δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιλαμβανόμενος τῆς διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιοῦτο σφάλμα καὶ νὰ ὑπομνήσῃ νόμον ἀντισυνταγματικόν, καὶ νὰ ζητήσῃ ὑπακοὴν πρὸς αὐτόν. Ὁ νόμος δὲν εἶναι ποσῶς ἀντισυνταγματικός, ὁ νόμος δὲν λέγει ὅτι ἀποκλείει τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς, ἀλλὰ ῥυθμίζει, κατὰ τὸ ἀναμφισβήτητον δικαίωμα τῆς Πολιτείας, τὰ τῆς προαγωγῆς καὶ λέγει ὅτι, διὰ νὰ προαχθῇ ὁ ἀξιωματικός, πρέπει νὰ εἶναι ἀδιαλείπτως ἐν τῷ στρατῷ.
§310Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐὰν λάβητε τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἠθέλετε πληροφορηθῆ ὅτι σκοπὸς τοῦ νόμου ἐκείνου ἀποκλειστικῶς ἦτο ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου.
§311Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι. Μετὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, υἱοθετήσαντα τὸν νόμον καὶ ἐκδόσαντα τὴν ἐγκύκλιον ἐκείνην, μετὰ τὸν Χαρίλαον Τρικούπην εἰσαγαγόντα πρῶτον τὴν τοιαύτην ἀρχήν, φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός, διότι ἀποκλείει τὴν προαγωγὴν μόνον διὰ τοὺς μὴ στρατευομένους, ἀλλὰ πολιτευομένους ἀξιωματικούς· καὶ ὁ Τρικούπης ἐψήφισε τοιοῦτον νόμον ἀλλ’ ἀτυχῶς τὸν κατήργησεν ὁ μακαρίτης Δηλιγιάννης.
§312Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡς ἀντισυνταγματικόν.
§313ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἦτο ὁ ἴδιος.
§314Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξητάσθη ἐὰν ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ἢ ὄχι. Ὁ μακαρίτης Δηλιγιάννης ὑπεστήριζε τὸ ἀντισυνταγματικὸν καὶ μετὰ μακρὰν συζήτησιν ὁ νόμος ἐψηφίσθη. Ἀλλὰ διὰ τὸν νόμον τοῦ 1906 δὲν ἔχομεν τοιοῦτό τι. Μόνον, Κύριοι, πρέπει νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν, ὅτι, ὅτε ὁ κ. Γ. Θεοτόκης ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τῷ 1906, εἶχε πέσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Δ. Ῥάλλη. Ὁ κ. Γ. Θεοτόκης ἠθέλησε νὰ ψηφίσῃ τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλ’ ὁ κ. Δ. Ῥάλλης ἀντετάχθη. Ἐπηκολούθησε διάλυσις τῆς Βουλῆς, καὶ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξέλεξε τὸν κ. Γ. Θεοτόκην μὲ τὸ πρόγραμμα τοῦτο, καὶ τοῦτο ἐγένετο θέλησις τοῦ λαοῦ καὶ ὄχι τοῦ κ. Θεοτόκη.
§315Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι θέλησις ἐναντίον τοῦ Συντάγματος.
§316Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ὑπῆρξε πρόγραμμα ἐκλογικὸν ὡρισμένης Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, τότε μόνον, μὲ ταύτην τὴν σημαίαν ἠδυνήθη νὰ ἐξέλθῃ νικηφόρος ἐκ τῶν ἐκλογῶν, τὰ δὲ ἀπαρτίζοντα αὐτὴν πρόσωπα καὶ μετ’ αὐτῆς συμπράττοντα ἀπήλαυον πολιτικῆς μόνον ἐμπιστοσύνης παρὰ τῷ λαῷ, ὅθεν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ νικήσῃ ἄλλως ἡ Κυβέρνησις ἢ ἔχουσα ὡς σημαίαν ἐκλογικοῦ προγράμματος τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Καὶ ἦλθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ διεδήλωσεν ὅτι ἤθελε πράγματι οἱ ἀξιωματικοὶ ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἢ τῆς πολιτικῆς ἢ τοῦ στρατοῦ. Ἐνέκρινε τὸν νόμον τοῦτον ὁ λαὸς καὶ τότε ὁ νόμος προσέλαβε χαρακτῆρα ἐπὶ πλέον λαϊκώτερον, ἰσχὺν ἠθικήν, μείζονα, ἢ οἱ νόμοι καὶ αἱ διατάξεις, ἃς ἡμεῖς ψηφίζομεν, προσέλαβεν αὐτὸ τοῦτο χαρακτῆρα δημοψηφίσματος. Ἐπῆλθε κατόπιν ἡ λεγομένη ἐπανάστασις. Ποῖον εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ κύρια αἰτήματα αὐτῆς; Οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ πολιτευόμενοι ν’ ἀπομακρυνθῶσι τελείως ἀπὸ τὸν στρατόν. Ἔχομεν λοιπὸν σειρὰν δεδομένων πράξεων, διαδηλουσῶν τὸ γενικὸν φρόνημα, καὶ θέλοντες νὰ φανῶμεν εὐάρεστοι εἰς δύο ἢ τρία ἢ πλείονα πρόσωπα, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ παρεξηγηθῶμεν.
§317Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπανεστάτησαν μαζὴ μὲ ἡμᾶς καὶ ἔκαμον τὴν ἐπανάστασιν.
§318Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τί θέλετε; Θέλετε ν’ ἀπονείμωμεν ἀπὸ ἓν μετάλλιον καὶ μίαν ἀμοιβὴν εἰς ὅλους τοὺς ἐπαναστάτας;
§319Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὄχι, ἀλλὰ ν’ ἀποκαταστήσωμεν συνταγματικῶς ὡρισμένα πρόσωπα.
§320Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ μέχρι τοῦδε ἐγνώριζον, Κύριοι, ὅτι ὁ ἐπαναστάτης ἐπιδιώκει εἴτε δικαίως εἴτε κατὰ λάθος, εὐγενές τι ἰδανικόν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐνόμιζον ὅτι ἐπιδιώκει τι τὸ ἰδιωφελές, οὐδ’ ὅτι ἀποβλέπει οὐδὲ πόρρωθεν εἰς ἴδια τέλη. Γνωρίζω πολὺ καλὰ τὰς γνώμας ὑμῶν καὶ ὑμεῖς τὰς ἰδικάς μου, καὶ καλὸν ἤθελεν εἶσθαι, δι’ ὑμᾶς πρὸ πάντων, νὰ μὴ μὲ διακόπτητε κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Ἀλλά, Κύριοι, πλὴν τῶν διατάξεων ἀμνηστείας τοῦ ψηφίσματος τούτου, ὑπάρχει καὶ διάταξίς τις ἐν αὐτῷ, ἡ ὁποία διανέμει ἔτι περισσότερα πράγματα. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, πλὴν τῶν ἄλλων καὶ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ στρατοῦ ὑπόκειται εἰς τὴν θυσίαν νὰ δίδῃ τὴν ἀντίστοιχον μετοχὴν εἰς τοὺς ἀποβιώσαντας, παρὰ τὸν νόμον καὶ παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ.
§321ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὴ ἀπεσύρθη.
§322Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μένει καὶ ἄλλη πρότασις.
§323ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε, ἀπεσύρθη.
§324Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μένει ἡ τοῦ κ. Γκλαβᾶ. Ἠξεύρετε δὲ τί εἶναι αὐτὸ τὸ Μετοχικὸν ταμεῖον τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ταμεῖον, τοῦ ὁποίου ἡ περιουσία χρησιμοποιουμένη διὰ διαφόρους σκοπούς, ἀπαρτίζεται ἀπὸ τοὺς ἑξῆς πόρους· ἀπὸ καταθέσεις τῶν νυμφευομένων, ἀπὸ κρατήσεις δύο λεπτῶν καθ’ ἡμέραν ἐκ τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαξιωματικῶν, καὶ ἀπὸ ἄλλας τοιαύτας γλίσχρας εἰσφοράς. Καὶ τοιαῦτα γλίσχρα πράγματα ἐρχόμεθα διὰ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης, νὰ διανείμωμεν εἰς τοὺς ἀποβιώσαντας ἀξιωματικοὺς καὶ διὰ τοῦ ψηφίσματος αὐτοῦ οἱ μὴ ἔχοντες δικαίωμα ἐπὶ τῶν χρημάτων τοῦ μετοχικοῦ ταμείου, ἔρχονται καὶ ζητοῦν σύνταξιν καὶ ζητοῦν νὰ ἐπιβάλωσι χεῖρα ἐπὶ τῶν χρηματικῶν των εἰσφορῶν...
§325ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ ἀπεσύρθη, κύριε Μιχαλακόπουλε.
§326Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις αὕτη, ἡ δευτέρα, ἀπεσύρθη εὐτυχῶς νῦν, ἀλλὰ μένει τροπολογία τις, ὁμοία, ὁμοιοτάτη, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ζητηθῇ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ψηφισθῇ. Ἐκεῖνοι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τὸν νόμον, τὸν παρέβησαν ἐν γνώσει ὅτι ἔχουσι νὰ ὑποστῶσι συνεπείας. Ἐκεῖνοι λοιπὸν ὀφείλουσι νὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας αὐτάς. Ἐὰν ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν στρατόν, ἐρωτῶ, κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ παραβλάψωσιν τὴν ἀρχαιότητα τῶν ἐν τῷ μεταξὺ ἀποκτησάντων δικαιώματα;
§327ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδενὸς δικαίωμα βλάπτεται.
§328Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ φωνάζωμεν καὶ νὰ κοπτώμεθα ὑπὲρ τοῦ δικαίου εἰς ὡρισμένας μόνον περιπτώσεις, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτητε. Ἐὰν πράγματι θελήσωμεν νὰ κάμωμεν ἔργον δικαιοσύνης, τοῦτο δύναται τὸ πολὺ νὰ συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἐφ’ ἑξῆς δὲν θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος ͵ΓΡΙʹ, διότι τοῦτο δὲν θὰ παραβλάψῃ δικαίωμα οὐδενός, δὲν θὰ φέρῃ ἄνισον τὴν κρίσιν τῆς Πολιτείας πρὸς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἠθέτησαν πρὸς τὸν νόμον καὶ πρὸς ἑτέρους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐσεβάσθησαν. Εἶναι δίκαιον νὰ εἴπωμεν ὅτι τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀπέκτησαν ὅσοι ἐσεβάσθησαν τὸν νόμον, πρέπει νὰ καταπατηθῶσιν ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν τὸν ἐσεβάσθησαν; Τοιοῦτό τι νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, Κύριοι, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε, ὅπως λέγουν μερικοί: τί ζητοῦν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι; ζητοῦν ἓν ἐλάχιστον πρᾶγμα. Δὲν ἐπιτρέπονται οὐδὲ νὰ λέγωνται τὰ τοιαῦτα, διότι ποτὲ ἡ παραβίασις νόμων δὲν πρέπει νὰ θεωρῆται τι ἐλάχιστον, νομίζω δὲ ὅτι τὴν τοιαύτην ἐκδοχὴν ἀποδοκιμάζουν πρῶτον αὐτοὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι.
§329Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἡμῶν· ἡμεῖς θὰ μείνωμεν ἐκτὸς στρατοῦ. Πρόκειται περὶ τῶν συναδέλφων ἡμῶν, τῶν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι ἄδικον, διότι ἐξετέθησαν, νὰ χάσουν τὰ δικαιώματά των.
§330Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὅστις παραβιάζει τὸν νόμον, πρέπει νὰ φέρῃ τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ καθ’ ἣν πολλὰ παράνομα ἐγίνοντο καὶ πολλοὶ παρὰ τοὺς νόμους ἰδιοποιοῦντο τὰ δημόσια συμφέροντα, ὑπὸ τὸν τύπον τῶν προστατῶν, ἐπὶ τῆς λεγομένης ἐπαναστάσεως. Ἀγορεύων ἄλλοτε κατέδειξα ὑμῖν ὅτι ἐψήφιζον νόμους, τοὺς ὁποίους ἔκρυπτον ἐπὶ σειρὰν ἡμερῶν καὶ τοὺς ἐδημοσίευον βραδύτερον, διὰ νὰ εἰσέλθουν τινὲς προστατευόμενοί των εἰς τὴν σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν. Ἐγένετο προσφάτως νόμος τοιοῦτος, ἀλλ’ ἐφηρμόσθη αὐστηρότατα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τρόπον, ὥστε οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον προφθάσει νὰ ὑποβάλουν τὰ ἔγγραφά των, καίτοι εἶχον μεταβῆ ἔξω τῆς Ἑλλάδος, δὲν ἐκρίθησαν ἄξιοι νὰ γίνωσιν ἀνθυπασπισταί. Γνωρίζετε δὲ ὅλοι ὅτι ἡ κεφαλὴ τῆς διοικήσεως ἐπηρεάζει πάντοτε τὰς ἐπιτροπάς, αἵτινες τάσσονται διὰ τὰς κρίσεις αὐτάς.
§331ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι οὐδένα θὰ ἐπηρεάσω.
§332Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐφαρμογὴ ἡ πιστὴ τῶν νόμων ἐπηρεάζει ἠθικῶς, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη, ὁ ἑκάστοτε διοικῶν ἕνα κλάδον ὡρισμένης ὑπηρεσίας, νὰ δίδῃ ὡρισμένας ἐντολὰς διὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν. Ἡ πιστὴ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου τῆς διοικήσεως δύναται νὰ κάμῃ πάντας τοὺς ὑπ’ αὐτὸν νὰ πιστεύσουν ὅτι ἐφαρμόζονται καὶ λειτουργοῦσιν οἱ νόμοι ἀμερολήπτως καὶ αὐστηρῶς. Δὲν ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι, σήμερον, ὅτε περατοῦμεν τὸ ἔργον ἡμῶν, τὸ συνταγματικόν, ὅτε νομίζομεν πάντες καὶ κηρύττομεν ὅτι ἐτάμομεν νέον δρόμον κατευθύνσεως τῶν πολιτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, πρὸς τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν ἀμεροληψίαν, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι πρέπει πρῶτοι ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τὸ κάκιστον παράδειγμα παραβιάσεως κειμένων νόμων, διότι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, βεβαίως πολὺ ὀλίγην πεποίθησιν θὰ ἐμπνεύσωμεν, ὅτι καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν, τὰ ἐψηφίσαμεν διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσι. Νόμους καὶ Συντάγματα εἴχομεν καὶ πρίν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλειπεν ἀπὸ τὸν λαόν, ἦτο ἡ πίστις ἐπὶ τὴν τελείαν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, τὴν ὀφειλομένην διὰ πάντα τὰ πρόσωπα καὶ διὰ πάσας τὰς περιπτώσεις. Καὶ τὴν πίστιν αὐτὴν θὰ ἀφαιρέσωμεν τελείως, ἂν ψηφίσωμεν διατάξεις τοιαύτας, οἵα ἡ ὑπὸ συζήτησιν.
§333ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται, διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς προτάσεως ταύτης, διὰ τῆς ὁποίας θὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐκλέξουν, δὲν πρόκειται νὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ φύγουν. Εἶναι ἐλεύθεροι νὰ μείνουν μέχρι τέλους τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ μετὰ τὸ πέρας, νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλὰ θὰ εἶναι τότε εἰς βάρος των αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τὰς ὁποίας ἐτροποποιήσαμεν τώρα. Προτείνω εἰς αὐτούς, ἐὰν θέλουν ὄχι μόνον νὰ ἀπαλλαγοῦν τῶν συνεπειῶν τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ νὰ παραμείνουν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ δηλώσουν τοῦτο ἐντὸς 15 ἡμερῶν. Ἐξηγῶ δηλαδὴ ὅτι δὲν εὑρίσκεται τοῦτο ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν προηγουμένως ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ὡρίσθη ὅτι τὸ ἀσυμβίβαστον θὰ ἰσχύῃ καὶ διὰ τοὺς ἤδη Βουλευτάς.
§334Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν πάντες οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ὠφεληθῆ ἐκ τοῦ ψηφίσματος τούτου ἦσαν παρόντες, αὐτοὶ οὗτοι ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ψηφίσματος τούτου, διότι θὰ εἶχον νὰ σταθμίσουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν μικρὰν ἐκείνην ὠφέλειαν, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς αὐτούς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν μεγάλην ζημίαν, ἥτις προσγίγνεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, καὶ πρὸ πάντων τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν διὰ τῆς ἐκπτώσεως τῆς ὑπολήψεως τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δι’ ἐγκυκλίου παρώτρυνε καὶ προέτρεπε τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ σεβασθῶσι τὸν νόμον. Ἀλλὰ τοῦτο, περὶ τοῦ ὁποίου προνοεῖ τὸ ψήφισμα, ἀπόκειται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ τὸ ῥυθμίσῃ. Τὸ καταπότιον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ διοχετευθῇ διὰ τοῦ φάρυγγος τῆς Βουλῆς εὑρέθη ὀγκῶδες καὶ περιεστάλη ὁ ὄγκος αὐτοῦ, διὰ νὰ διέλθῃ εὐκολώτερον. Καὶ διὰ τοῦτο διεγράφη μία διάταξις, καὶ ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι, οὕτω τροποποιῶν τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος, κατέστησεν εὐκολωτέραν τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον, ἄν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2 ἀπεδέχετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, συνίστα δὲ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποδεχθῇ αὐτήν, ἀπήλειφε δὲ τὴν πρώτην παράγραφον, ἥτις καθιεροῖ τὸ μέγιστον τῶν ἀδικημάτων καὶ ἥτις περιάπτει ἀνυποληψίαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε γίνει δεκτή, διότι διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς βʹ παραγράφου, δὲν βλέπω ἄλλην τινὰ ζημίαν μέλλουσαν νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, εἰμὴ τὴν ὑλικήν, ἥτις θὰ προέκυπτεν ἐκ τῆς ἀπονομῆς συντάξεων μεγαλυτέρων βαθμῶν παρ’ ἐκείνας τὰς ὁποίας ἄλλως θὰ ἐλάμβανον· ἀλλὰ διὰ τῆς ἄλλης παραγράφου βλέπω μεγαλυτέραν ζημίαν, τὴν ὁποίαν παρασκευάζομεν εἰς ἐκείνους, οἵτινες, σεβασθέντες τὸν νόμον καὶ πειθαρχοῦντες εἰς τὸ καθῆκον, καίτοι καὶ δικαιώματα καὶ δυνάμεις ἰδίας εἶχον ἵνα πολιτευθῶσιν, ἀπέσχον τῆς πολιτικῆς, ἐνῷ τοὐναντίον βραβεύομεν τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες ἀσεβήσαντες πρὸς τὸν νόμον καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κατῆλθον εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα.....
§335Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Αὐτοὺς τοὺς νόμους τοὺς ἐκάμετε σεῖς, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σᾶς ὁμοιάζουσιν.
§336Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ προκαλῆτε ζήτημα προσωπικόν. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐν γένει, ὁ δὲ νόμος καθὼς καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν ἔκαμαν εἶναι ὑπέρτεροι παντὸς ἀξιωματικοῦ.
§337Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Θὰ εἶσθε εὐτυχὴς ἂν εἴχετε τὴν εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ αἰσθάνομαι πρὸς τοὺς νόμους.
§338Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς νόμους τὴν εἶχον πάντοτε καὶ εὔχομαι νὰ τὴν ἔχητε καὶ ὑμεῖς. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ ὑμῶν, ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται ἐκ τῆς αʹ παραγράφου, καὶ λέγω ὅτι εἶναι μεγαλύτερον τὸ ἀδίκημα ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς αʹ παραγράφου παρὰ ἐκ τῆς βʹ. Ἡ ζημία δὲ ἥτις προσγίνεται εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς γεννᾷ τὴν ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ κράτος τῶν νόμων, τὴν ἔλλειψιν πεποιθήσεως τῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὴν αἰγίδα καὶ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, ἥτις ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης ἐπεκτείνεται εἰς ὅλον τὸ στράτευμα καὶ ὄχι εἰς μερίδα μόνον ἀξιωματικῶν. Καὶ εἶναι εὐνόητον ὅτι γεννᾶται ὁ δισταγμός, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις ἐμπιστοσύνην εἰς στρατόν, εἰς ἀξιωματικούς, οἵτινες στεροῦνται πλέον τῆς ἐμπιστοσύνης ἐπὶ τὴν δικαίαν προστασίαν τῶν νόμων; Τοιαύτας ἐπιζημίους συνεπείας προβλέπω, Κύριοι, ἐκ τῆς ἀποδοχῆς ἰδίως τῆς αʹ παραγράφου. Ἐπεκαλέσθησαν τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νόμου, ἵνα ἐνισχύσωσι τὴν ἔννοιαν τοῦ ψηφίσματος· ἀλλ’ ἐγένετο ἡ παρατήρησις εἰς τοὺς ταῦτα ἐπικαλουμένους, ὅτι θὰ ἤρκει ἡ ἐπικουρία, ἡ ἐκ τῆς ἀντισυνταγματικότητος προερχομένη, καὶ τὸ ὅπλον θὰ ἦτο ἰσχυρόν, ὥστε οὐδεμιᾶς κυρώσεως θὰ εἶχον ἀνάγκην διὰ τοιούτου ψηφίσματος τὰ διὰ τοῦ νόμου παραβιαζόμενα δικαιώματα. Ἡ Βουλή, Κύριοι, αὐτὴ οὖσα προϊόν τῆς ἐπαναστάσεως δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ τὴν καταγωγὴν αὐτῆς καὶ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἐκ τῆς καθολικῆς θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσῃ ὅτι μία ἐκ τῶν πρώτων αἰτιάσεων τῶν πρωτεργατῶν τῆς ἐπαναστάσεως, διὰ τὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων πραγμάτων, ἦτο καὶ αὕτη, ἡ ἀνάμιξις τοὐτέστι τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ὁποίων ἐπίσης ὑψηλὸς καὶ ἱερὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἀποστολή, εἰς ἔργα ἀλλότρια πρὸς τὰ ἑαυτῶν ἔργα, ὅτι μία τῶν ἐπιθυμιῶν καὶ τῶν πόθων τῆς ἐπαναστάσεως ἦτο ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Διότι ἄλλως ἡ Βουλὴ ἀποδεχομένη τὸ ψήφισμα θὰ δείξῃ ὅτι δὲν εἶναι γνησία θυγάτηρ τῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ νόθος, λησμονήσασα καὶ τὴν ἐπανάστασιν καὶ τὰς ἐπαγγελίας αὐτῆς.
§339ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου προτείνω νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς: «Διὰ τοὺς ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ Βουλευτὰς ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει μόνον ἂν παραιτηθῶσιν οὗτοι τοῦ Βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος ψηφίσματος». Ἐκπλήττομαι, κύριοι Βουλευταί, διότι τὸ ψήφισμα περιορισθὲν εἰς ταύτην τὴν διάταξιν προκαλεῖ τοσαύτην ἀντίδρασιν ἐκ μέρους πολλῶν τῶν κ. Βουλευτῶν. Ἰδίως ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὁ μόλις κατελθὼν τοῦ βήματος, ἠθέλησε νὰ ἐπωφεληθῇ τοῦ θέματος διὰ νὰ πλήξῃ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ πλήξῃ τὴν Κυβέρνησιν ὡς δῆθεν καταπροδίδουσαν τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γίνωσιν ἐκλογαί, ἐξέδωκα αὐστηροτάτην ἐγκύκλιον, ἵνα παρεμποδίσω αὐτοὺς νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα· ἀλλὰ εἰς ὅσους ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν μοὶ ἐδήλωσαν, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ κατέλθωσιν ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος, παρεκάλεσα νὰ μὴ κατέλθωσι, διότι δὲν θέλω συνεργάτας εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ εἰς τὸν στρατόν. Ὅλοι δὲ οἱ παριστάμενοι ἐνταῦθα στρατιωτικοὶ Βουλευταὶ δύνανται νὰ βεβαιώσωσι τοῦτο. Ἀλλὰ ταῦτα ἔπραττον τότε, διότι εἶχον καθῆκον νὰ τὰ πράξω. Σήμερον ὅμως, ὅτε ὁριστικῶς ἀπομακρύνονται τοῦ Βουλευτηρίου τούτου οἱ στρατιωτικοί, ἀνεξαρτήτως ὅλως διόλου τοῦ ὅτι ὁ νόμος ἦτο ἀντισυνταγματικός, κατὰ τὴν γνώμην πλείστων τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων συναδέλφων, πῶς ἐγὼ θὰ εὕρισκον ὅτι ἦτο ὀρθὸν πολιτικῶς νὰ ψηφισθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διὰ τῆς ὁποίας ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὁ θεωρούμενος ὑπὸ τόσων ἐκ τῶν συναδέλφων μας ὡς ἀντισυνταγματικός, ὁ ὁποῖος δὲν ἴσχυσε δι’ οὐδένα ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν πολιτευθέντων ἀπὸ τοῦ 1864, θὰ κατήντα νὰ ἰσχύσῃ μόνον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπολιτεύθησαν κατὰ τὰς δύο Ἀναθεωρητικὰς Βουλὰς κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἐκ τῶν ὁποίων πολλοὶ ἔτι εἰσῆλθον ἐνταῦθα εἴτε ἀποτυχόντες εἴτε ἀποσύραντες τὴν ὑποψηφιότητα; Πῶς λοιπόν, λέγω, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχετε σωρείαν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἔτη μακρὰ ἐπολιτεύθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσι σήμερον εἰς τὸν στρατὸν καὶ εἶναι χρήσιμα μέλη αὐτοῦ, πῶς θὰ ἀφήσωμεν μόνον ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς δύο ταύτας περιόδους τῆς ἀνωμάλου ἐποχῆς ἔτυχε νὰ πληχθῶσιν ἀπὸ νόμου ἀμφιβόλου συνταγματικότητος;
§340Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰπέτε ἀναμφιβόλως ἀντισυνταγματικόν. Ἐγένετο πρὸς καταδολίευσιν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος· δὲν εὑρίσκομεν ἄλλον τρόπον καὶ εἴπομεν ἂς καταδολιευθῶμεν τὸ Σύνταγμα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§341ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν ὅτι δὲν ἠξεύρω ποίας συνεπείας δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτη γνώμη ἐκφερομένη μὲ τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον ἔχω ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ δι’ αὐτὸ ἐκφράζομαι μετά τινος ἐνδοιασμοῦ. Πῶς λοιπὸν θέλετε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος εἰδικῶς δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὴν ἀνώμαλον αὐτὴν κατάστασιν κατῆλθον εἰς τὰς ἐκλογάς; Ἐξαίρω δέ, Κύριοι, καὶ πάλιν τὸ γεγονός, ὅτι ὄχι μόνον προσεπάθησα νὰ ἐμποδίσω, κατὰ τὴν τελευταίαν τοὐλάχιστον βουλευτικὴν ἐκλογήν, τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ κατέλθωσιν εἰς τὰς ἐκλογάς, ἀλλὰ ῥητῶς ἐδήλωσα εἰς αὐτούς, καὶ ἔχω μάρτυρα τὸν κ. Κοντογούρην, πρὸς ὃν εἶπον ἐρωτήσαντά με, ἂν αἱ συνέπειαι τοῦ νόμου θὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἀλλὰ ἐὰν εἶχον καθῆκον τότε νὰ πράξω τοῦτο, ὅπως τοὺς παρεμποδίσω νὰ μὴ κατέλθωσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον σήμερον νὰ θεωρήσω ὡς ἔργον ὄχι ἐπιεικείας, ἀλλὰ δικαιοσύνης τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλὰ κυρίως ἐργάζομαι ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ στρατεύματος, διότι θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχὴς ἄν, ἀξιωματικοὶ ἐκ τῶν εὑρισκομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπανήρχοντο εἰς τὸν στρατόν. Δυστυχῶς ἔχω τὸν φόβον, μὴ δὲν ἐπανέλθωσι, κυριώτατα μάλιστα ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπω καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἦλθον νὰ μοὶ τὸ δηλώσωσι καὶ νὰ μοὶ εἴπωσι μάλιστα ὅτι εἶναι καὶ ἐναντίον· ἀλλ’ ἐγὼ θεωρῶ τοῦτο ἔργον δικαιοσύνης καὶ ἂν αὐτοὶ προτιμῶσι τὴν Πολιτικὴν εἶναι ἐλεύθεροι νὰ μείνωσιν, ἐγὼ ὅμως ἤλπιζον ὅτι δὲν θὰ τοὺς χάσωμεν ἀπὸ τὸν στρατόν.
§342Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Νὰ καταστῇ δῆλον εἰς τοὺς κυρίους τούτους ὅτι, ἂν ψηφίζεται τοιοῦτον ψήφισμα, ψηφίζεται ἀποκλειστικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν.
§343Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος τῆς τροπολογίας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Φλαμῆ. Ὑπάρχει ἓν ψήφισμα κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐνεργοῦνται ἐκλογαί· ἤδη ἀναγκάζομεν μερικοὺς συναδέλφους νὰ φύγωσι καὶ ἐκλογαὶ πάλιν δὲν θὰ γίνωσι. Τοῦτο τὸ ἐχαρακτήρισα καὶ τότε, ὅταν ὑπεβλήθη πρότασις περὶ μὴ ἐνεργείας ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν, ὡς ἀνώμαλον, καὶ τὸ χαρακτηρίζω καὶ ἤδη ὡς ἀνώμαλον, λυπούμενος νὰ στερηθῶ συναδέλφων φιλτάτων.
§344ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μου τὴν ἀντιπαρατήρησιν, ὅτι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν κ. Συναδέλφων οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν στρατόν, πρέπει νὰ μὴ καθήσωσι πέντε καὶ ἓξ μῆνας βουλευόμενοι, ἀλλὰ νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸν στρατόν. Οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ μείνωσιν, ἂς μείνωσιν.
§345Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, Κύριοι, ὅτι ἤμην ἀπολύτως διατεθειμένος — καίτοι βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν ἐνδιαφέρεται περὶ τοῦ τί θὰ κάμω ἐγὼ — ἤμην διατεθειμένος νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ στράτευμα, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν ἀπεμακρύνθην....
§346ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ἐπανέλθετε, κύριε Κοντογούρη....
§347Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ναί, τοῦτο κ’ ἐγὼ ἤθελον· ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν σχεδὸν ἀποπέμπομαι τῆς Βουλῆς καὶ τίθεται πρὸ ἐμοῦ τὸ δίλημμα, ἢ νὰ ἀπέλθω τῆς Βουλῆς ἢ νὰ ἐγκαταλείψω τὸ στράτευμα, τὸ δίλημμα δὲν δύναται παρὰ νὰ καταλήξῃ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ παρὰ τοῦ ὁποίου ἔλαβον ὡρισμένην ἐντολήν, διότι ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ἐκπληρώσω ταύτην. Οὐδ’ εἶναι ὀρθὸν καὶ ἐπιτετραμμένον νὰ γίνεται λόγος περὶ δεκαπενθημέρου προθεσμίας, ἡ ὁποία δίδεται ἡμῖν ὡς ἀναψυκτικὸν κατὰ τὴν πρωϊνὴν ταύτην ὥραν. Ἤλπιζα ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀνεγνώριζεν ὅτι, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, δὲν ἥρμοζε, δι’ ὀλιγίστους στρατιωτικοὺς βουλευτάς, νὰ δημιουργηθῇ τοσοῦτος θόρυβος, ἀφοῦ πάντως μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ταύτης οἱ ἀξιωματικοὶ βουλευταὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐκλέξωσι μεταξὺ τοῦ στρατιωτικοῦ καὶ τοῦ πολιτικοῦ σταδίου. Ἀλλ’ ἀφοῦ παρὰ πᾶν δίκαιον ἡ Βουλὴ φαίνεται διατεθειμένη ν’ ἀποκλείσῃ ἡμᾶς εὐθὺς ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης, δηλῶ ὅτι ἐξαναγκάζομαι νὰ προσκλίνω ὑπὲρ τῆς ἐκ τοῦ στρατεύματος ἀπομακρύνσεως.
§348Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂν ἐνωρίτερον ἐλάμβανον τὸν λόγον, ὑποθέτω ὅτι θὰ ἠκουόμην εὐμενέστερον εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προτείνω. Ἡ διαμαρτυρία τῶν βουλευτῶν κατὰ τοῦ ψηφίσματος εἶναι διὰ τρεῖς λόγους: πρῶτον διότι ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸν στρατὸν χωρὶς νὰ χάσωσι τὴν ἀρχαιότητα, δυνάμενοι νὰ προβιβάζωνται, ἐνῷ κατὰ τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον δὲν δύνανται. Δεύτερον διότι δίδεται σύνταξις καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι συμπληρώσει τὰ ἔτη τῆς συντάξεως, καὶ τρίτον διότι δίδεται αὐτοῖς καὶ ἀνώτερος βαθμός. Τοῦτο ἦτο τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς προεκάλεσεν ὁλόκληρον αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Νομίζω ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι δικαιότερον ἢ ἂν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξελέγησαν βουλευταί, ἐδίδετο σύνταξις ἀναλόγως τῶν ἐτῶν τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀνώτερος βαθμός. Οἱ ἔχοντες εἰκοσαετῆ ὑπηρεσίαν ἔχουσι δικαίωμα ἀναμφισβήτητον νὰ λάβωσι τὰ 20/25 τῆς συντάξεως, χωρὶς νὰ δοθῇ ἀνώτερος βαθμὸς καὶ μέρισμα τοῦ μετοχικοῦ ταμείου, διότι εἶναι τοῦτο χαριστικὴ πρᾶξις.
§349Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐγὼ ἔφυγα ἀπὸ τὸν στρατὸν χωρὶς νὰ ἔχω συμπεπληρωμένα τὰ ἔτη τῆς συντάξεως. Ἔχω ὑπηρεσίαν 16 ἐτῶν.
§350Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ λάβητε σύνταξιν ἀνάλογον πρὸς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας σας. Ὅσον ἀφορᾷ ἐμὲ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει καθόλου ἡ ἀπόφασις ἡ ὁποία θὰ ληφθῇ. Ἐγὼ θὰ φύγω, συνεπλήρωσα δὲ καὶ τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς μου.
§351Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἤλπιζον ὅτι θὰ ἦτο ἀδύνατον, ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Φθιώτιδος νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως. Μοὶ φαίνεται τοσοῦτον ξενότροπος, τοσοῦτον παράδοξος, ὥστε εὑρίσκω αὐτὴν πάρα πολὺ ὑποτιμῶσαν τὴν νοημοσύνην τῆς Βουλῆς, καὶ λίαν τολμηρὰν ὥστε νὰ καταστῇ ἀντικείμενον συζητήσεως. Καὶ διηρωτώμην, ὑπὸ τίνα δικαιολογίαν, θὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις ἐκείνη πρὸς συζήτησιν; Ποία εἶναι ἡ πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἡ Ἐθνικὴ συνέλευσις τῶν Ἑλλήνων νὰ παράσχῃ ἀμνηστίαν εἰς τοὺς παραβάτας τοῦ νόμου;
§352ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατὶ τοὺς ἀποκαλεῖτε παραβάτας τοῦ νόμου;
§353Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει νόμος, πᾶς οἱοσδήποτε, ἐνεργῶν ἐναντίον τοῦ νόμου, εἶναι παραβάτης. Ἐὰν δέ τις νομίζῃ ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον δύναται ἐξ ἄλλης οὐσιωδεστέρας διατάξεως, νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ δικαιώματά του, ἡ ὁδὸς ἡ νόμιμος εἶναι ἡ ὁδὸς τῶν δικαστηρίων ἡ ὁποία εἶναι ἡ ὁδὸς ἡ μὴ παρέχουσα εἰς οὐδένα τὸ δικαίωμα νὰ μεμφθῇ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος διὰ τὴν ὑστάτην αὐτὴν πρᾶξιν. Καὶ λέγω πῶς θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ ἡ Συνέλευσις πρᾶξιν τοιαύτην καθ’ ἣν ἡμέραν ἠρνήθη δικαιοσύνην πρὸς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἀδίκως ἀπεστρατεύθησαν. Ἐὰν τὸ σύστημα, τὸ καταλυθὲν ἔχῃ μίαν ὄασιν νὰ ἐπιδείξῃ, ἐὰν ἔχῃ ἓν μνημεῖον φιλοπατρίας καὶ τιμῆς, τὸ μνημεῖον ἐκεῖνο εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1906. Δὲν εἶναι ὁ χρόνος πρόσφορος ὅπως συζητήσωμεν περὶ τοῦ νόμου ἐκείνου· ἴσως δὲ δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ παρασκευὴ ἀρκοῦσα ἵνα συζητηθῇ ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως τὸ ζήτημα· ἐνθυμοῦμαι οὐχ ἧττον ὅτι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, συνεζητήθη διὰ μακρῶν τοῦτο, καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις ἀπέκλινε πιστεύουσα ὅτι ὁ νόμος ἦτο συνταγματικός. Καὶ αὐτὰ ἀκόμη τὰ δικαστήρια ἑρμηνεύσαντα τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν νόμον, εἶπον ὅτι εἶναι συνταγματικὸς ὁ νόμος. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει τί θέλετε; Τὸν θέλετε ἀντισυνταγματικόν; Ἔστω· παρὰ τὸν νόμον ὅμως ἐκεῖνον τὸν ἀντισυνταγματικὸν ὑπῆρξεν εἷς νόμος ὑπέρτερος παντὸς νόμου, ὑπῆρξε τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ἡ ὁποία ἠθέλησεν οἱ ἀξιωματικοὶ ἢ νὰ πολιτεύωνται ἢ νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν στρατόν.
§354Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ τώρα ἡ ἐθνικὴ συνείδησις θὰ τὸν μεταβάλῃ.
§355Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δὲν εἶναι ὥρα τώρα κατὰ τὴν ἕκτην πρωϊνήν, νὰ συζητῶμεν τοιοῦτον νόμον. Ἐπειδὴ ἡ συνέλευσις ἱκανοποιοῦσα τὸ αἴσθημα καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ ἔπρεπε νὰ θέσῃ ὁριστικὸν τέρμα, τὸ ἔθηκε διὰ τακτικῆς καὶ ὁριστικῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι. Οὕτω σκεπτόμενος, τοιαύτην γνώμην ἔχων περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ψηφίσματος, ἐφρόνουν ὅτι ἐπὶ τῆς ἀνορθώσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς ἐκθέσωσιν εἰς ψήφισιν νόμου τοιούτου.
§356ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι πρῶτον ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς μομφῆς, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη κατὰ τοῦ ψηφίσματος, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη, κατὰ τῆς μομφῆς τῆς ἀφορώσης τὸν χαρακτῆρα τοῦ ψηφίσματος ὡς προσωπικοῦ. Τὸ ψήφισμα δὲν εἶνε προσωπικόν, οὔτε ὡς προσωπικὸν διατυποῦται. Τὸ ψήφισμα, ὡς διεκήρυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποκαθιστᾷ τὴν δικαιοσύνην, αἶρον τὰς συνεπείας ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀντισυνταγματικός. Ἀποκαθιστᾷ λοιπὸν τὸ κῦρος τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀνεθεωρήσαμεν. Δεδομένου ὅτι, διὰ τοῦ ψηφίσματος, ὅπως διατυποῦται, πρόκειται νὰ ἀρθῶσιν αἱ ἀντισυνταγματικαὶ συνέπειαι τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ νόμου, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ τοσοῦτος ἀγὼν κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης, καὶ ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ λεχθῶσι κατ’ αὐτῆς ὅσα ἐλέχθησαν. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον· διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ παραδοχὴ ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς προσθήκης ἐκείνης, ἡ ὁποία τάσσει προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας οἱ ἐκθέσαντες κάλπην διὰ τὰς δύο ἀναθεωρητικὰς Βουλὰς πρέπει νὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, εἴτε νὰ τραπῶσιν εἰς τὴν πρὸς τοὺς στρατῶνας ἄγουσαν, εἴτε νὰ μείνωσιν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τούτῳ, εἶναι προθεσμία, ἡ ὁποία ματαιοῖ τὸν σκοπὸν τῆς προτάσεως. Διότι ἅμα θέσητε αὐτοὺς τοὺς κυρίους ἐν τῷ διλήμματι, εἴτε νὰ δεχθῶσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζετε σεῖς ὅτι εἶναι δι’ αὐτοὺς ἀπόδοσις δικαιοσύνης, εἴτε νὰ παραβῶσι τὸ ἱερὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἀπέναντι τῶν ἐντολέων των οἱ ὁποῖοι τοὺς ἔστειλον ἐνταῦθα, ἔχουσι καθῆκον, ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔχουσι νὰ μείνωσι μέχρι πέρατος αὐτῆς.
§357Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τοῦ Συντάγματος ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι ἡ παραίτησις εἶναι δικαίωμα.
§358Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀνεγνωρίσαμεν διὰ τοῦ Συντάγματος ὅτι ἡ παραίτησις εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλ’ οὐδέποτε διὰ τοῦ Συντάγματος δυνάμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δικαίωμα οὐδενός, νὰ θεσπίσῃ δηλαδή, ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ Βουλευτοῦ νὰ παραβῇ δι’ ἀτομικοὺς λόγους τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐξ ἐντολῆς τοῦ λαοῦ. Εἶναι δικαίωμα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομιμότητος, δὲν εἶναι δικαίωμα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀνωτάτου ἠθικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει εἰς ὅλους ἡμᾶς, τοὺς τετιμημένους διὰ τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, νὰ ἐκπληρώσωμεν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ἐὰν λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, θέλετε νὰ ἀπονείμητε δικαιοσύνην ἀναγνωρίζοντες τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀπεστέρησε τοὺς Βουλευτὰς τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ὑπὸ τὸ Κράτος τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, μὴ τοὺς θέτετε εἰς τοιοῦτον δίλημμα, εἰς τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ τοὺς περιαγάγητε.
§359Λ. ΦΛΑΜΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Πρώτη εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Φλαμῆ, ἔχουσα οὕτω: «Οἱ ἐκθέσαντες βουλευτικὴν ὑποψηφιότητα ἐν μιᾷ τῶν δύο τελευταίων ἐκλογῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὶ — βαθμοῦ κατωτέρου τοῦ συνταγματάρχου — τίθενται αὐτεπαγγέλτως εἰς ἀποστρατείαν, ἐὰν ἔχωσι συμπεπληρωμένον τὸν πρὸς σύνταξιν κεκανονισμένον χρόνον, λαμβάνοντες τὸν βαθμὸν καὶ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀμέσου ἀνωτέρου βαθμοῦ. «Δι’ ἐκείνους δὲ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸν πρὸς σύνταξιν συμπεπληρωμένον χρόνον καὶ ἐξέθηκαν ὑποψηφιότητα δὲν ἰσχύει ὁ νόμος ͵ΓΡΙʹ τῆς 28 Μαΐου 1906, ὑποχρεοῦνται ὅμως οἱ ἐκ τούτων ἐκλεγέντες Βουλευταὶ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ στράτευμα ἐντὸς μηνὸς παραιτούμενοι τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. «Οἱ μὴ ἐπανερχόμενοι εἰς τὸ στράτευμα ἐντὸς μηνὸς ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ͵ΓΡΙʹ τῆς 28 Μαΐου 1906 νόμου».
§361Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη καὶ τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. Κουτούπη. Παρακαλῶ ὅπως ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§362Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν πρακτικῶς, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει φόβος ὅτι θὰ γίνῃ τοιοῦτόν τι, καὶ παρακαλῶ, ἐὰν θέλητε νὰ ἀφήσητε νὰ προχωρήσωμεν.
§363Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Τὴν ἀποσύρω, κ. Πρόεδρε.
§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Κουτούπη ἔχουσα οὕτω: «Οἱ ἐκλεγέντες Βουλευταὶ εἰς μίαν τῶν τελευταίων Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν ἢ οἱ ἐκθέσαντες Βουλευτικὴν ὑποψηφιότητα διὰ τὰς ὡς ἄνω εἴρηται Βουλὰς ἀξιωματικοί, ἀποστρατευόμενοι ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος λαμβάνουσι τὴν εἰς τὸν βαθμόν των ἀντιστοιχοῦσαν σύνταξιν ἀναλόγως τῶν ἐτῶν τὰ ὁποῖα κέκτηνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐπίσης ἀνάλογον πρὸς τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας των σύνταξιν ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Ταμείου τῶν ἀποστράτων καὶ Β. Ναυτικοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἤδη τροπολογία τοῦ κ. Δ. Γαλαβᾶ. (Ἀποσύρεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Κλάδη.
§365Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὴν ἀποσύρω. (Ἀποσύρονται ἔπειτα αἱ παράγραφοι 2 καὶ 3 τοῦ σχεδίου ψηφίσματος τοῦ κ. Ἰω. Τσιριμώκου βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, καὶ γίνονται δεκταὶ δι’ ἀναστάσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς αἱ παράγραφοι 1 καὶ 4 τοῦ σχεδίου ψηφίσματος ἔχουσαι ὡς ἑξῆς: «§ 1. Διὰ τοὺς ἐκλεγέντας Βουλευτὰς εἰς μίαν τῶν δύο τελευταίων Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν ἢ καὶ τοὺς ἐκθέσαντας Βουλευτικὴν ὑποψηφιότητα διὰ τὰς ἄνω ὡς εἴρηται Βουλὰς Ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ δὲν ἰσχύει ὁ νόμος ͵ΓΡΙʹ (3110) τῆς 28 Μαΐου 1906 μετὰ τὴν γενομένην μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος.» «§ 4. Ὁ νόμος ᾼΞΒʹ τῆς 15 Μαΐου 1882 περὶ τῶν εἰς τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐκτιθεμένων Ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ δὲν ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος ψηφίσματος καὶ διὰ τοὺς ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ ἐκθέσαντας Βουλευτικὴν ὑποψηφιότητα, ἀνακηρυχθέντας ἢ μὴ ὡς ὑποψηφίους Βουλευτάς, καθὼς καὶ διὰ τοὺς ἐκλεγέντας ἢ μὴ τοιούτους, οἵτινες δύνανται ἐφεξῆς νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν οἱᾳδήποτε ἐπαρχίᾳ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας.» (Γίνεται εἶτα δεκτὸν ὅπως αὗται ἀποτελέσωσιν ὁμοῦ ἄρθρον 6ον τοῦ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντος σχεδίου ψηφίσματος). Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὁλόκληρον τὸ ψήφισμα ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βʹ. Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἀσκοῦσα τὴν πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ μεταρρύθμισιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐξουσίαν αὐτῆς. Ψηφίζει Ἄρθρον 1.—Ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν ἀπὸ τῆς διὰ Β. Διατάγματος κηρύξεως τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς παρούσης Βουλῆς θέλουσιν ἐνεργηθῆ αἱ ἐκλογαὶ πρὸς συγκρότησιν νέας Βουλῆς, ἥτις θέλει συγκληθῆ ἐντὸς 45 ἡμερῶν ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν. Ἡ ἐξέλεγξις καὶ ἐκδίκασις τοῦ κύρους τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν τῆς προσεχοῦς Βουλευτικῆς περιόδου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει μέχρις αὐτῆς ἐκδοθῆ ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος ὀργανικὸς τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου νόμος, θέλει γίνει ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου δικάζοντος ἐν ὁλομελείᾳ καὶ κατὰ τὰ διὰ Β. Διατάγματος εἰδικώτερον ὁρισθησόμενα. Ἄρθρον 2.—Μέχρι τῆς ψηφίσεως νόμου οἰκονομικοῦ εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν δαπανῶν τῆς στοιχειώδους Ἐκπαιδεύσεως συμφώνως πρὸς τὸ ἀναθεωρηθὲν ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος ἰσχύουσιν οἱ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγενεστέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ὑφιστάμενοι ἐπὶ τούτου νόμοι. Ἄρθρον 3 — Ἡ συμπλήρωσις τῶν παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ κενῶν θέσεων γενήσεται ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος ψηφίσματος διὰ Β. διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατ’ ἐκλογὴν ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 4.—Εἰς τοὺς Βουλευτὰς τῆς Διπλῆς Βουλῆς καταβληθήσονται λόγῳ ἀποζημιώσεως διὰ τὴν ἀπὸ τῆς 8ης Ἰουλίου 1911 καὶ ἐφεξῆς διάρκειαν αὐτῆς δραχμαὶ 200 μὲν εἰς τοὺς ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ κατοικοῦντας, δραχμαὶ δὲ χίλιαι εἰς τοὺς λοιπούς. Ἡ ἀποζημίωσις αὕτη περιλαμβάνει ὁλόκληρον τὸ μέχρι τῆς 8 Ἰανουαρίου 1912 χρονικὸν διάστημα. Ἄρθρον 5.—Ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τῶν μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τῶν νέων συνταγματικῶν διατάξεων ὑποβεβλημένων εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίων διέπεται ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος, ὡς εἶχε τοῦτο πρὶν ἢ τροποποιηθῇ, ὡς καὶ τοῦ σχετικοῦ αὐτῷ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 6.—Διὰ τοὺς ἐκλεγέντας βουλευτὰς εἰς μίαν τῶν δύο τελευταίων Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν ἢ καὶ τοὺς ἐκθέσαντας βουλευτικὴν ὑποψηφιότητα διὰ τὰς ὡς ἄνω εἴρηται Βουλὰς ἀξιωματικοὺς ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν ἰσχύει ὁ νόμος ͵ΓΡΙʹ (3110) τῆς 28 Μαΐου 1906 μετὰ τὴν γενομένην μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Διὰ τοὺς ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ Βουλευτὰς ἡ διάταξις αὕτη ἰσχύει μόνον ἂν παραιτηθῶσιν οὗτοι τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος ψηφίσματος. Ὁ νόμος ϠΞΒʹ τῆς 15 Μαΐου 1882 περὶ τῶν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐκτιθεμένων ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν στρατοῦ δὲν ἰσχύει ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος ψηφίσματος καὶ διὰ τοὺς ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ ἐκθέσαντας βουλευτικὴν ὑποψηφιότητα, ἀνακηρυχθέντας ἢ μὴ ὡς ὑποψηφίους βουλευτάς, καθὼς καὶ διὰ τοὺς ἐκλεγέντας ἢ μὴ τοιούτους, οἵτινες δύνανται ἐφεξῆς νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν οἱᾳδήποτε ἐπαρχίᾳ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος ψηφίσματος ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως».
§366ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, μοὶ γίνεται ἡ ἐρώτησις ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Σπετσῶν τί θὰ γίνῃ δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νόμου ͵ΓΡΙʹ, διότι εἶναι συνταγματάρχης. Εἶναι φανερὸν ὅτι δὲν ἐπηρεάζεται οὗτος ὑπὸ τῶν διατάξεων ἐκείνων, καὶ ἑπομένως δύναται νὰ μείνῃ μέχρι τέλους τῶν ἐργασιῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ ἐπανέλθῃ ἔπειτα εἰς τὸν στρατόν. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ προσθήκη τις, ἀλλὰ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι εἶναι προφανές, ὅτι διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον τοῦτον, δὲν ἰσχύει ἡ διάταξις αὕτη.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις.
§368Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ψήφισμα τοῦτο ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς θὰ τεθῇ ἑρμηνευτικὴ δήλωσις εἰς τὸ 1 ἄρθρον, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὸ βʹ ἐδάφιον τῆς 1 § τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ ψηφίσματος οὐδαμῶς ἰσχύει ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν οἵτινες δὲν περιλαμβάνονται ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου ΓΡΙʹ (3110) τῆς 28 Μαΐου 1906». Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν θέλει τὸ ψήφισμα τοῦτο νὰ τεθῇ ὡς πρόσθετον ἄρθρον εἰς τὸ ἀρχικὸν ψήφισμα, ὡς ἄρθρον 6.
§370ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον...
§372Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ἡ ψηφοφορία τοῦ ἄρθρου 3 δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδηλώσατε ὅτι παρῃτήθητε. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει σχέδιον ψηφίσματος τοῦ κ. Σπ. Θεοδωροπούλου.
§374Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀποσύρω.
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐπίσης σχέδιον ψηφίσματος τοῦ κ. Γκλαβᾶ.
§376Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀποσύρεται.
§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κ. Γκλαβᾶ ὑπάρχουσι δύο ψηφίσματα τὸ ἓν περὶ ἀθρόας ἀπονομῆς χάριτος εἰς τοὺς συμπληροῦντας τὰ ¾ τῆς ποινῆς των.
§378Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβάλλω τὸ ἀπαράδεκτον, διότι ἀντίκειται εἰς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
§380Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου.
§381Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ χάρις ἀπονέμεται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ὄχι ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ Σύνταγμα. Ὥστε ἀφήσατε, παρακαλῶ, νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§382ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἕτερον ψήφισμα ἀφορᾷ τὴν παροχὴν ἀμνηστείας εἰς τοὺς λιποτάκτας τοῦ 1910. Καὶ ἐνταῦθα προβάλλω τὸ ἀπαράδεκτον ἐν τῷ δικαιώματί μου ὡς Προέδρου καὶ ἀποσύρεται καὶ τοῦτο. Κατόπιν ὑπάρχει σχέδιον ψηφίσματος τοῦ βουλευτοῦ κ. Κανελλοπούλου ἔχον οὕτω: «Ἡ Διπλῆ Βουλὴ λαβοῦσα ἀφορμὴν ἐξ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κρεσταίνων τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας ὅπως προβῇ διὰ ψηφίσματος εἰς αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἀποφαίνεται ὅτι οὐδὲν ὑπάρχει Συνταγματικὸν κώλυμα κατὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τσιφλικίων ὁπουδήποτε τῆς Ἑλλάδος καὶ ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦτα, συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους καὶ τὰς διατάξεις τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου».
§383Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας πάντες τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον προτάσει τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων ἐπηκολούθησε τὸ 17 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ψηφίσματος ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει κώλυμα Συνταγματικὸν κατὰ τῆς καταναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ τὰ λοιπά. Τὸ ψήφισμα τοῦτο παραδόξως ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παρερμηνείαν τοῦ Συντάγματος, οἱ δὲ κάτοικοι διαφόρων μερῶν ἔνθα ὑπάρχουσι τσιφλίκια, ἐνόμισαν ὅτι τὰ περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀφορῶσι μόνον τὴν Θεσσαλίαν....
§384Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκειται νὰ ἄρωμεν τὰς διαφόρους παρερμηνείας, αἵτινες γίνονται δὲν τελειώνομεν ποτέ.
§385Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Νὰ τὸ ἀποσύρητε, κύριε συνάδελφε, Νὰ κάμετε τὴν δήλωσιν ὅτι τὸ ἀποσύρετε.
§386Δ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἀποσύρω, διότι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πρόκειται περὶ παρερμηνείας μοὶ ἀρκεῖ.
§387ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἰμπορῶ νὰ κάμω δηλώσεις εἰδικάς, διὰ τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω ἂν εἶνε ὅμοιαι αἱ περιστάσεις. Μὴ μὲ ὑποχρεώνετε νὰ ἀναλάβω τοιαύτας ὑποχρεώσεις.
§388ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεσύρθη τὸ ψήφισμα. Θείᾳ χάριτι λοιπὸν ἐτελειώσαμεν τὸ συνταγματικὸν ἔργον.
§389ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τερματισθέντος τοῦ ἔργου ἡμῶν διὰ τῆς ψηφίσεως καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ ὅλων τῶν μεταβατικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλεσαν τὸ τελευταῖον ψήφισμα, ἐπιβάλλεται ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ διὰ κληρώσεως εἰς τὴν ἐκλογὴν μεγάλης Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποῖα ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὴν συντέλεσιν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἡμῶν ἔργου.
§390ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὴν Βουλὴν εἰς πᾶσαν τελετὴν ἐκπροσωπεῖ τὸ Προεδρεῖον· οὐχ ἧττον ὅμως δύναται εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις νὰ κανονίσῃ τοῦτο τὴν ἐκπροσώπησιν αὐτῆς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον θέλει. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι θέλει γίνει δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἵνα ἡ Βουλὴ ἀντιπροσωπευθῇ ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, προστιθεμένων εἰς τοῦτο τοῦ ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης καὶ συμπληρωματικοῦ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν κληρουμένων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συναινέσει ἵνα προστεθῶσιν ἀκόμη ἕνδεκα Βουλευταὶ καὶ οὕτω τὸ σύνολον μετὰ τοῦ Προεδρείου ἀποτελεσθῇ ἐξ εἴκοσι καὶ ἑνὸς Βουλευτῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις αὕτη καὶ ἄρχεται ἡ κλήρωσις. Ἐξήχθησαν ἐκ τῆς κληρωτίδος τὰ κάτωθι ὀνόματα:) 1) Γ. Τσαξίρης, 2) Λαυρ. Μαβίλης, 3) Κ. Μέρμηγκας, 4) Στ. Γρανίτσας 5) Μ. Νεγροπόντης, 6, Ἅγ. Σλήμαν, 7) Ι. Πατσουρᾶκος, 8) Ι. Φαρμάκης, 9) Γ. Παρασκευόπουλος 10) Α. Μιχαλακόπουλος, 11) Κ. Γιαννακόπουλος, 12) Δ. Λαζαρῆς, 13) Π. Καραπάνος, 14) Ι. Τσιριμῶκος 15) Ι. Μπρισιμιτζάκης.
§392ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τούτων οἱ τέσσαρες τελευταῖοι ὁρίζονται ὡς ἀναπληρωματικοί. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς παρούσης συνεδριάσεως.)
§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς ἡ προσεχὴς συνεδρίασις ὁρίζεται διὰ τὴν 5ην μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 6 καὶ 25 π. μ.)