1911.05.25
3,611 rows · 27,624 words · 313 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 97.
Τῆς 25ης Μαΐου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ν. Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 40′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 184 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφορὰς: 1) Ὁ Ἐργατικὸς σύνδεσμος Λαυρείου ἢ «Ἀλληλοβοήθεια» ζητεῖ τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως ἐργατικοῦ νόμου τοῦ βουλευτοῦ κ. Σ. Θεοδωροπούλου. 2) Οἱ κάτοικοι Ἀμωράνης τῆς Ναυπακτίας αἰτοῦνται ἀνέγερσιν διδακτηρίου. 3) Οἱ κάτοικοι Πλύστρας, Παπαδιανίκων καὶ Κοντεβιανίκων τοῦ δήμου Ἀσωποῦ ζητοῦσιν ἐπέκτασιν τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας Ἐληᾶς–Μολάων μέχρι τῶν εἰρημένων χωρίων. 4) Οἱ πλανόδιοι αἰγογαλακτοπῶλαι Ἀθηνῶν, ζητοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ κωδωνοφορία τῶν αἰγῶν των. 5) Οἱ κάτοικοι Βόλου αἰτοῦνται ἐπίχωσιν ἑλῶν ἐν τῇ παραλίᾳ καὶ ἐκτόπισιν τῶν ὀγκολίθων. 6) Ἡ Ἀθηναῒς Πολυζωΐδου ζητεῖ μηνιαῖον βοήθημα· 7) Ὁ ἐν Πάτραις Ἀχαϊκὸς Σύλλογος τὰ «Πάτρια» ζητεῖ νὰ τῷ χορηγηθῇ βοήθημα· 8) Ὁ Παν. Δ. Ρογκάκος ἀγωνισθεὶς καὶ παθὼν ἐν Μακεδονίᾳ ζητεῖ μηνιαῖον βοήθημα· 9) Ὁ Σύλλογος τῶν σιγαροποιῶν Πύργου, ζητεῖ φορολογίαν τῶν μηχανοποιήτων σιγαρέττων· 10) Ἡ οἰκογένεια Δημακοπούλου ζητεῖ, ὅπως τῇ ἐξασφαλισθῶσι χρήματα κατατεθειμένα εἰς τὴν Ἀσφαλιστικὴν Ἑταιρείαν «Ἄγκυρα»· 11) Ὁ Χ. Καζάκος διαμαρτύρεται, διότι τῷ ἐπεβλήθη πρόστιμον 200 δραχ., ἐπειδὴ εὑρέθη ἔχων πυρίτιδα καὶ σκάγια ἐν τῇ οἰκίᾳ του, ἅτινα εἶχεν ἀγοράσει πρὸ τοῦ σχετικοῦ νόμου. 12) Ὁ Ἰωάν. Θ. Σκάντζικας, ἀπολυθεὶς ἐργοδηγὸς τῶν Δημοσίων ἔργων, ζητεῖ ἐπαναφοράν· 13) Οἱ κάτοικοι Ἀλειμματάδων τῆς Κερκύρας αἰτοῦνται ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀγρονομίας» τῶν κ. Βουλευτῶν Κερκύρας· 14) Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἐπιστήμονες φαρμακοποιοὶ ζητοῦσι λύσιν τοῦ φαρμακευτικοῦ ζητήματος· 15) Οἱ καπνέμποροι Πατρῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὰ μηχανοποίητα σιγαρέττα· 16) Ὁ Νικόλαος Παπαδόπουλος διαμαρτύρεται, διότι ὁ πατήρ του, προφυλακισθεὶς ἀδίκως, ἀπέθανεν ἐν τῇ φυλακῇ. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Π. Κασίμη ὑποβάλλονται τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας ἐκλογῆς νέων δημοτικῶν ἀρχῶν», τυπωθησόμεναι πρὸς διανομήν. Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. Δ. Γκλαβᾶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ Ν. Δελακοβία Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὑποβάλλεται πρότασις ψηφίσματος σχετικὴ μὲ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τυπωθησομένη πρὸς διανομήν. (Ὅρα Παράρτημα Β. Ἀναθ. Βουλῆς Τεῦχος Αʹ). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι Βʹ. συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προσθέτου συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ Τραπεζιτῶν, οἵτινες ὑπέγραψαν τὴν ἀπὸ 3)16 Ἰουλίου σύμβασιν περὶ προκαταβολῆς 40,000,000 δραχ. χρ. καὶ δανείου 150,000,000». Ὁ κ. Ἀποστολίδης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§2ΠΕΡ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀνέρχομαι τὸ βῆμα, ἵνα συνεχίσω τὴν μεσονυκτίοις πόθ’ ὥραις κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν διακοπεῖσαν ἀγόρευσίν μου. Ἔχω δι’ ἐλπίδος καὶ πιστεύω, διότι γνωρίζω καὶ ἐκτιμῶ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ τὴν εἰλικρίνειαν, μεθ’ ἧς ἐργάζεται ἡ Κυβέρνησις αὕτη ὑπὲρ τῆς χώρας, ὅτι, τὰ ὅσα εἶπον καὶ ὅσα θέλω εἴπει, θὰ τὰ ἐκλάβῃ, ἂν ὄχι ὡς ὑπηρεσίαν, τοὐλάχιστον ὡς ἀρχὴν ὑπηρεσίας ὑπὲρ βελτιώσεως τῶν συμφερόντων τῆς χώρας καὶ ἰδίως τῆς χώρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐν τῇ Κοινοβουλίῳ. Εἶπον τότε καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι, κατὰ τοὺς κρατοῦντας οἰκονομολογικοὺς ἤδη κανόνας, τὰ δάνεια τὰ συνομολογούμενα ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων διττὴν ἔχουσιν ἀποστολήν· ἔχουσι τὴν γενικὴν ἀποστολὴν τὴν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ καὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, καὶ τὴν μερικὴν ἢ τοπικὴν αὐτῶν σημασίαν. Κατὰ τὸ παρελθὸν, τὸ Κράτος ἡμῶν πολλὰ τοιαῦτα δάνεια συνωμολόγησεν, ἔχοντα τὸν τύπον τοῦ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος. Δὲν θέλω, οὔτε δύναμαι, οὔτε ἔχω ἤδη τὰς σημειώσεις ἐκείνας, αἵτινες θὰ μοὶ ἐπέτρεπον νὰ ἀναφέρω κατὰ σειρὰν τὰ δάνεια ταῦτα, τὰ ὁποῖα, καίτοι ἔφερον γενικὸν χαρακτῆρα, ὅμως διετέθησαν ὑπὲρ μερικῶν καὶ τοπικῶν ἀναγκῶν, διότι αἱ τότε Κυβερνήσεις ἐνόμιζον, ὅτι, χαριζόμεναι εἰς τοὺς ἑκάστοτε φίλους των, ἠδύναντο οὕτω νὰ συγκρατῶσι τὰς πλειοψηφίας, αἱ ὁποῖαι τὰς ὑπεστήριζον· ὑπῆρξαν ὅμως καὶ δάνεια, τὰ ὁποῖα καίτοι ἔχοντα γενικὸν χαρακτῆρα, ἐδαπανήθησαν ὑπὲρ ὡρισμένων ἀναγκῶν. Μεταξὺ τῶν δανείων τούτων, τὴν πρώτην θέσιν νομίζω ὅτι κατέχει τὸ δάνειον ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς τοῦ λεγομένου σιδηροδρόμου τῶν Συνόρων. Δι’ αὐτὴν κατ’ ἀρχὰς ἐδαπανήθη μέγα ποσόν· ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ἔργον ἔμεινεν ἀτελὲς καὶ ἐπὶ τέλους ἐδόθη εἰς δημοπρασίαν μὲ τὴν συμφωνίαν, ἵνα ἡ προέκτασις φθάσῃ μέχρι Λαρίσης, ἀπὸ Λαρίσης δὲ καὶ πέραν, ἐπειδὴ ἡ προσθήκη τῆς γραμμῆς ἀπήτει τὴν συγκατάθεσιν ἄλλης δυνάμεως, ἐχούσης καὶ ἐκείνης, ὡς ἡμεῖς τοὐλάχιστον ὑποθέτομεν, ὅμοια συμφέροντα πρὸς ἡμᾶς ἢ ἐξακολούθησις τῆς ἐργασίας ἔδει νὰ μείνῃ ἐκκρεμής· καὶ ὅμως ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ὑπεστηρίχθη ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ καὶ τὸ ἕτερον τμῆμα, ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Παπούλια, μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι οὕτω πράττοντες ἠθέλομεν ἐκβιάσει τὴν χώραν ἐκείνην νὰ συμπληρώσῃ τὸ σιδηροδρομικὸν δίκτυον, ὥστε ἡμεῖς νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν μετὰ τῆς Εὐρώπης ποθουμένην συγκοινωνίαν. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς πόσα εἶναι τὰ ὑπολογισθέντα ποσὰ καὶ πόσα ἐδαπανήθησαν, εἰκάζω ὅμως, καὶ εἴθε νὰ ἀπατῶμαι, ὅτι ἴσως καὶ μέρος τοῦ δανείου, τοῦ ὁποίου καλούμεθα ἤδη νὰ κυρώσωμεν τὴν σύμβασιν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, προώρισται ἐπίσης πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν αὐτοῦ τοῦ σιδηροδρόμου τὸν ὁποῖον κατεσκευάσαμεν.
§3ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι βεβαίως.
§4Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Τόσῳ τὸ καλύτερον· θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὁπωσδήποτε ἐδαπανήθησαν χρήματα καὶ ἂν δὲν ἐλήφθησαν διὰ δανείου, εἶναι ἀδιάφορον, εἶναι πάντως χρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἐκ τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ διατεθῶσιν εἰς ἄλλα ἔργα χρησιμώτερα. Λέγω δὲ χρησιμώτερα, διότι ἂν οἱ τότε κυβερνῆται, τοὺς ὁποίους βεβαίως διέκρινε φρόνησις καὶ ἐγκράτεια καὶ γνῶσις τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων πολὺ ἀνωτέρα τῆς ὅσης δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι κατέχομεν ἡμεῖς, ἂν ἐγνώριζον τὴν σύγχρονον ἱστορίαν, θὰ ἐγίγνωσκον ὅτι, καίτοι ὁ σιδηρόδρομος, ὁ ἑνωθεὶς μὲ τοὺς Σερβικοὺς εἶχε τελειώσει πρὸ ἑπταετίας καὶ ὑπελείπετο μόνον ὁ σύνδεσμος μετ’ αὐτῶν, ἐν τούτοις, ἐπὶ ἑπταετίαν, ἔμεινεν ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα καίτοι μιᾶς ὥρας ἀπόστασις ἦτο ἡ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους εἰς τὸ ἄλλο τῆς ἑνώσεως. Ἂν ἐγνώριζον τοῦτο καὶ ἐστάθμιζον τὰ γεγονότα δὲν θὰ προέβαινον εἰς τὴν δαπάνην εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν, ἥτις συνεπήγετο τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πόρων ἐκ τοῦ Κράτους, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς καὶ ἡ χώρα, ἡ οὐδόλως ὠφεληθεῖσα, ἐργάζεται σήμερον νὰ πληρώσῃ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον σκοπὸν εἶχε τὴν κατασκευὴν ἔργου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐχαρακτήρισαν ὡς γενικῆς ὠφελείας καὶ τὸ ὁποῖον ἔργον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι, ὄχι μόνον γενικῆς ὠφελείας μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο πρόξενον, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν τὰς τοπικὰς ἀνάγκας ἐξυπηρέτησε, διότι ἡ γραμμὴ εἰς πολλὰ μέρη κατεσκευάσθη κάκιστα, καὶ πιστεύω, ὅτι τὸ Κράτος ἐντὸς ὀλίγου θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀλλάξῃ τὰς γραμμὰς δίδον ἄλλην διεύθυνσιν, διότι πολλὰ μέρη, καίτοι κατέβαλον τὴν ἀναλογίαν των πρὸς κατασκευήν, καίτοι πληρώνουσι τὴν ἀνάλογον φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, ἐντούτοις ὄχι μόνον δὲν ὠφελήθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐβλάβησαν ἐκ τῆς τοιαύτης συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω. Τοπικὰ δάνεια δὲν ἠξεύρω πόσα ἔγειναν. Γινώσκω μόνον ὅτι πολλάκις ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς συνάψεως τοπικοῦ δανείου πρὸς κατασκευὴν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐκεῖ ἐρρίφθη μία ἰδέα ἡ ὁποία κατέστη πιστευτὴ καὶ ἡ ὁποία ἔλαβε καὶ ἀρχὴν ἐκτελέσεως, διότι ἐξεδόθη εἰς μειοδοσίαν ἡ κατασκευὴ τῶν ἔργων, ἀλλ’ εἶτα ἀνεστάλη αὕτη καὶ ἠναγκάσθη τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ 100,000 δρ. εἰς τὸν ἀναλαβόντα ἐν τῇ μειοδοσίᾳ τὴν ἐκτέλεσιν.
§5ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἐγένετο αὐτό;
§6Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἐπὶ Δηλιγιάννη. Τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα, ἀτυχῶς ἢ εὐτυχῶς, ἀπ’ ἀρχῆς ἐθεωρήθησαν ὡς ἔχοντα τοπικὸν σκοπὸν καὶ διὰ τοῦτο αἱ Κυβερνήσεις ἐπέβαλον φορολογίαν, ἀποκλειστικῶς ἐν Θεσσαλίᾳ, ὑπὲρ αὐτῶν. Βεβαίως τὸ Κράτος ἐγνώριζε καὶ γνωρίζει ὅτι ἐκ τῶν ἔργων τῶν συντελεσθησομένων, θὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸ μεγάλην μερίδα· ἀλλ’ ἄλλως ἐσκέφθη καὶ δὲν συμμετέσχεν οὐδεμιᾶς δαπάνης διὰ τὴν προμελέτην τοῦ ἔργου. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ἔργον ἐξελήφθη ὡς ἐντελῶς τοπικὸν καὶ ὡς ἐντελῶς τοπικὸν θὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Ἀφήνω πρὸς τὸ παρὸν τὸ ζήτημα, ἂν τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους θὰ ἐξυπηρετηθῶσιν ἐκ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὁ μεγαλουργὸς ἐκεῖνος κυβερνήτης, τὸν ὁποῖον ὁ πολυσέβαστος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς τοσοῦτον τιμᾷ, ἐκεῖνος εἶναι ὁ πρῶτον σκεφθεὶς περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ. Πρὸς τοῦτο, ἡ τότε κληθεῖσα Γαλλικὴ ἀποστολὴ ἐκ μηχανικῶν, κατέγινεν εἰς τὰς σχετικὰς μελέτας. Δύο ἐξέχοντες μηχανικοὶ προΐσταντο τῆς ἀποστολῆς, οἱ κ.κ. Κελλενὲκ καὶ Γκοτλάν.— Ὅτι ἦσαν ἐξέχοντες ἀπεδείχθη κατόπιν, διότι καὶ οἱ δύο κατέλαβον ἐπιφανεῖς θέσεις εἰς ἄλλα διεθνῆ ἔργα, καὶ ὁ μὲν Κελλενὲκ ἐγένετο διευθυντὴς τῆς διώρυγος τοῦ Σουέζ, ὁ δὲ Γκοτλάν, κατέλαβε σπουδαίαν θέσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς πατρίδος του. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἔκαμεν ἐπιπόλαιον, οὕτως εἰπεῖν, μελέτην τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἔδει νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐν Θεσσαλίᾳ· τὴν μελέτην ὅμως ἐκείνην τὴν ἐξελάβομεν ὡς πραγματικὴν καὶ δὲν ἀνεμένομεν ἢ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων.
§7Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νομίζω ὅτι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς ποιεῖται, εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, διότι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ διατεθῇ τὸ δάνειον, τότε θὰ εἶναι ἡ ὥρα νὰ γίνωσιν αἱ νῦν ἐκφερόμεναι παρατηρήσεις.
§8Γ. ΠΩΠ. Ὄχι δά.
§9Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Νῦν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως, δηλαδὴ μεταβολῆς τοιαύτης, ἡ ὁποία δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ συνομολογηθεῖσα σύμβασις δὲν παρεῖχε. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς διαθέσεως τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον δάνειον δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν, ἐὰν μὴ εἰδικῶς ψηφισθῶσιν οἱ νόμοι καθ’ οὓς θὰ διατεθῇ τὸ προϊὸν τοῦ δανείου, τότε θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ δαπανηθῶσι τὰ κεφάλαια αὐτοῦ. Ταύτην τὴν στιγμὴν, ἐντελῶς ἄλλο εἶναι τὸ θέμα. Ἔχομεν μίαν σύμβασιν συντετελεσμένην, ἡ ὁποία περιέχει ὅρους διὰ τὴν Κυβέρνησιν, τοὺς ὁποίους αὕτη κρίνει ἀσυμφόρους. Τούτους τοὺς ὅρους πρὸς συνομολόγησιν δανείου ἡ Κυβέρνησις διὰ πρώτην φορὰν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου θέλει, ἐνῷ εἶναι συντετελεσμένη ἡ σύμβασις, θέλει καὶ θὰ ἐπιτύχῃ νὰ τοὺς μεταβάλῃ. Πρόκειται καθαρῶς περὶ ὅρων συμβάσεως, δὲν πρόκειται καθόλου περὶ δαπάνης τοῦ προϊόντος τοῦ δανείου καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη συζήτησις παρέλκει.
§10Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ τὸν σκοπὸν τῆς δαπάνης τοῦ δανείου ἐκείνου. Θέλομεν λοιπὸν ἡμεῖς νὰ μάθωμεν ἂν ὁ σκοπὸς θὰ ἐκτελεσθῇ, ἂν ἀληθῶς θὰ γίνωσι τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα περιμένομεν, ἀφοῦ περιλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Αὐταὶ εἶναι αἱ λεπτομέρειαι, τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ μάθωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ δι’ ἡμῶν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι μερικοί, ἀπὸ προχθὲς παρετήρησα, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι προεφυλάσσοντο μήπως ὁ σιδηρόδρομος τοὺς κόψῃ διευθυνόμενος πρὸς τὰ μέρη αὐτῶν (γέλωτες).
§11Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Καὶ ἡ παλαιὰ σύμβασις καὶ ἡ νέα σύμβασις περιλαμβάνει τὸν ὅρον ὅτι μέρος τοῦ δανείου θὰ διατεθῇ ὑπὲρ δημοσίων ἔργων· αὐτὸ τὸ ποσὸν δὲν δύναται νὰ διατεθῇ παρὰ διὰ νόμου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν νὰ μεταβληθῇ τίποτε ἐκ τῆς παλαιᾶς συμβάσεως· ἑπομένως τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐθίχθησαν δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς.
§12Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§13ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι περιττὴ ἡ διαλογικὴ συζήτησις. Νομίζω ὅτι εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἠδύνατο νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ ῥήτορος, ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμος ἡ συζήτησις κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσωμεν τὴν διαλογικὴν συζήτησιν, θὰ καταναλώσωμεν πολὺν χρόνον. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ φθάσωμεν μέχρι πρωίας, νὰ ψηφισθῇ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ἡ σύμβασις.
§14Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἐπεξηγῶν καὶ ἐξιστορῶν τὰ πράγματα, ὅπως ἔχουσιν, θὰ διηυκόλυνον τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου. Ἂν νομίζητε ὅτι ἡ ἀφήγησις παραβλάπτει, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διακόπτω.
§15ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν παραβλάπτει, ἀλλ’ εἶναι ἄσκοπος. Ὅταν ψηφισθῇ τὸ δάνειον, καὶ πρόκειται νὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα, θὰ ψηφισθῶσι νόμοι δι’ ἑκάστην δαπάνην καὶ τότε θὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ ποῖα ἐκ τῶν ἔργων πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν.
§16Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχουν οἱ ἔχοντες ἀντιρρήσεις ἂν πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δάνειον ἢ ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
§18Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι καὶ ἄλλοτε συνήφθησαν δάνεια καὶ ἠκούσθησαν τοιοῦτοι λόγοι ἀπὸ στόματος Ὑπουργῶν, ὅτι τὰ δάνεια ἐκεῖνα θὰ διατεθῶσι πρὸς ὡρισμένους σκοπούς. Ἀλλὰ τὰ δάνεια ἐκεῖνα διετέθησαν διὰ πάντα ἄλλον σκοπὸν παρὰ δι’ ἐκεῖνον ὃν ἐπηγγέλοντο οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι. Ἡμεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωμεν τὸ δάνειον τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν ποῦ καὶ πῶς ἀκριβῶς θὰ διατεθῶσι τὰ χρήματα, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς δηλώσῃ κατηγορηματικῶς, ἂν τὰ χρήματα τὰ ἐκ τοῦ δανείου τούτου, ὄντως θὰ διατεθῶσι διὰ τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγράφεται, ἤτοι πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων ἀντιπλημμυρικῶν καὶ ἐκτὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ εἰς λιμενικὰ ἔργα.
§19Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἡ σύμβασις περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται ἔχει ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε· προνοεῖ περὶ δαπάνης 40 ἑκατομμυρίων ὑπὲρ ἐκτελέσεως παραγωγικῶν ἔργων, προσετέθησαν δὲ μόνον τὰ ἀντιπλημμυρικὰ ἔργα τὰ ἐκτὸς τῆς Θεσσαλίας καὶ τὰ τοῦ λιμένος Πειραιῶς. Ἀλλὰ τὸ δάνειον ἔχει συναφθῆ καὶ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὸ δεχθῶμεν. Δὲν πρόκειται περὶ συνάψεως νέου δανείου· πρόκειται περὶ ἑνὸς πρωτοφανοῦς γεγονότος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἱστορίᾳ τοῦ τόπου, συνημμένον δάνειον λέγει ὅτι δὲν θέλει νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ ὅλον διὰ μιᾶς ἀπὸ τοῦδε. Περὶ τούτου μόνον πρόκειται. Ὅλα αὐτά, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ὁμιλήσητε, ὑπάρχουσιν ἐν τῇ συμβάσει τῇ ἀρχικῇ καὶ τίποτε δὲν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ.
§20Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑπάρχουν δύο σημεῖα σπουδαιότατα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ζήτημα τῶν σιδηροδρόμων, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θέλω νὰ εἰδικεύσω, ὡς ἄλλως τε φίλος τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἔπραξε, καὶ δεύτερον ζήτημα, σπουδαιότατον, τὸ ζήτημα τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀμελέτητον. Ἀλλ’ ἤδη εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα. Δὲν ἐλησμόνησε βέβαια ἡ Βουλὴ ὅτι κατὰ τὴν ἀρχὴν τῶν συνεδριάσεων ἡμῶν ἐγὼ πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον ἔθιξα τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Τριπόλεως πρὸς τὴν Λακωνίαν, τονίσας καὶ θέσας αὐτὸ ὡς ἑξῆς ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως «ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, σιδηροδρομικὸν ζήτημα ἢ δὲν ὑπάρχει; Καὶ ἂν μὲν ὑπάρχει εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται; Ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχει νὰ μᾶς τὸ δηλώσητε ῥητῶς, διότι ἡμεῖς δὲν θὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν τετριμμένην ὁδόν, νὰ δολιευώμεθα καὶ ἐμπαίζωμεν τὸν λακωνικὸν λαόν, τὸν ὁποῖον εἰδικώτερον ἀντιπροσωπεύομεν ἐνταῦθα». Τὸ ἐτόνισα δὲ τοῦτο διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι, ὁ μόνος τόπος ὁ ὁποῖος εἶναι ἐγκαταλελειμμένος ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἰς τὴν τύχην του, εἶναι ὁ τόπος ἐκεῖνος, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ αὐτοὶ οἱ συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦσιν ὑπὲρ τοῦ ἰδικοῦ των, ἀσφαλῶς, ἐὰν μετέβαινον εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, θὰ ἀνεγνώριζον ὅτι αὐτὸς ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ εἰς πᾶσαν δαπάνην σιδηροδρομικὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας, διότι ὁ τόπος ἐκεῖνος δὲν ἔχει εἰμὴ μίαν καὶ μόνην ὁδόν, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἑτέρας ἐπαρχίας Γυθείου, καὶ ἔχει δίκαιον νὰ παραπονῆται διὰ τὴν δεινὴν ἐγκατάλειψιν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαντῶν τότε, εἶπεν ὅτι τὸ σιδηροδρομικὸν ζήτημα βεβαίως ὑπάρχει τόσον διὰ τὴν Λακωνίαν ὅσον καὶ διὰ τὰ λοιπὰ μέρη τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην σιδηροδρόμου, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις χρημάτων μᾶς ἀναγκάζει νὰ σιωπῶμεν· ὑπεσχέθη δὲ καὶ πάλιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προκληθείς, ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ ἀνάγκαι ὅλων τῶν μερῶν ἐκείνων, μόλις τὸ Κράτος εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ διαθέσῃ τὰ ἀπαιτούμενα ὑλικὰ μέσα. Ἤδη, ὅτε εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ συνάψεως δανείου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὀφείλει ὄχι μόνον νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἔδωκε τότε, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τόπον ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένον. Ἐπέστη ἡ στιγμὴ ἤδη, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος τούτου, ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην ἡ Κυβέρνησις, ποιουμένη δήλωσιν κατηγορηματικὴν περὶ τούτου, ὅτι ἐν τοῖς κατασκευασθησομένοις ἔργοις θὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁ σιδηρόδρομος οὗτος, ἡ προέκτασις δηλονότι τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Λακωνίας, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ παλαιὸν καθεστώς. Θέλομεν καὶ ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς πρὸς τοὺς συμπολίτας μας καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμοῦμεν νὰ γνωρίζωμεν τί θὰ εἴπωμεν αὔριον εἰς αὐτούς.
§21Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει ἐλπὶς ὅτι θὰ ἔχῃ ἀρχίσει ἕως τότε τὸ ἔργον.
§22Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τί λόγος! Σᾶς διαβεβαιῶ, κ. συνάδελφε, ὅτι δὲν θὰ ἀρχίσῃ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον διαμαρτύρομαι, διότι ἀσφαλῶς καὶ τὸ δάνειον τοῦτο θὰ διατεθῇ δι’ ἄλλους σκοποὺς παρὰ δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον.
§23Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη ἔχει ψηφισθῆ διὰ νόμου, καὶ διὰ νὰ γίνῃ διάθεσις τοῦ δανείου ἐναντίον τοῦ νόμου, πρέπει νὰ γίνῃ δι’ ἄλλου νόμου. Ἄν δὲν γίνῃ διὰ τὸ ἔργον τοῦτο, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἄλλων ἔργων, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις δὲν ἔχει ψηφισθῆ ἀκόμη. Κατὰ τοῦτο εἶναι προνομιοῦχον τὸ ζήτημά μας, ὅτι ἤδη ἔχει ἀποφασισθῆ ἡ ἐκτέλεσις αὐτοῦ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτελέσεως τῆς γραμμῆς, πρὸ πάντων ταύτης, ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο.
§24Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε, ἐπαναλαμβάνω, ὅ,τι ἐτόνισα πρὸ μιᾶς στιγμῆς, ὅτι πολλάκις ἐδόθησαν αἱ ἐπαγγελίαι αὐταὶ καὶ δὲν ἐξετελέσθησαν. Καὶ αὕτη λοιπὸν δυστυχῶς δὲν θὰ ἐκτελεσθῇ, κ. συνάδελφε· ἐξ ἄλλου ἄλλως τε ἔχομεν καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν, τὸ ὁποῖον ἀμέσως μᾶς ἐνδιαφέρει. Ὑπάρχει ἕλος ἐν Λακεδαίμονι καὶ ἐν τῷ δήμῳ Ἕλους, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διατεθῇ καὶ ἐλάχιστον ἔστω, ποσὸν πρὸς ἀποξήρανσιν, νὰ ἔχῃ δὲ πεποίθησιν ἡ Κυβέρνησις ὅτι πολλαπλάσια θὰ ἐσοδεύσῃ ἐξ αὐτοῦ. Εἶχον τὴν γνώμην καὶ τὴν ἔχω ἀτυχῶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὄχι μόνον τὰ 40 ἑκατομμύρια ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ δάνειον εἶναι προωρισμένον νὰ δαπανηθῇ δι’ ἄλλους σκοποὺς ἢ δι’ ἐκείνους οἵτινες φαίνονται ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ. Πολὺ δικαίως δὲ ἀνῆλθον ἵνα διαμαρτυρηθῶ ἐπὶ τούτῳ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ὁ λαὸς ἔστερξε νὰ ἀναλάβῃ βάρη, ἀλλὰ δι’ ἕνα καὶ μόνον καὶ ὡρισμένον λόγον, ἀναλαμβάνει δέ, καὶ μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν μάλιστα, ὁσαδήποτε καὶ ἄλλα ἀκόμη βάρη, ἀρκεῖ νὰ διατεθῶσι ταῦτα πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν του ἰδεωδῶν. Ὁ λαὸς λοιπὸν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν του ὁλόκληρον τὸ εἰρημένον ποσὸν νὰ διατεθῇ ὑπὲρ ἐκείνων τῶν ἰδεωδῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ οὕτως ἔδοξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ διατεθῶσι δηλονότι ὁλόκληρα ἑκατομμύρια διὰ τὸν λιμένα Πειραιῶς καὶ διὰ τὸ τελωνεῖον καὶ δι’ ἔργα ἀντιπλημμυρικά, ἀφιεμένης κατὰ μέρος τῆς ἰδέας τῆς πατρίδος, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της μελέτας καὶ ὄχι φούμαρα.
§25Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν λέγομεν ὡρισμένον ποσόν, λέγομεν ὅτι παραλλήλως πρὸς τὰ ἄλλα ἔργα, τὰ σιδηροδρομικὰ καὶ ἀντιπλημμυρικά, νὰ ἐκτελεσθῶσι καὶ ἔργα ἐκτὸς τῆς Θεσσαλίας, ὡς τὰ ἔργα τοῦ Πειραιῶς. Πρὸς τοῦτον τὸν σκοπὸν ὁρίζομεν τὸ ποσὸν τῶν 40 ἑκατομμυρίων αὐξανόμενον ἐν ἀνάγκῃ, διὰ νὰ περιλάβωμεν καὶ ταῦτα τὰ ἔργα. Αὐτὴν τὴν ἄδειαν ζητοῦμεν.
§26Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀκριβῶς δὲν νομίζω ὅτι θὰ διατεθῶσι πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν, ἀλλὰ θὰ σπαταληθῶσιν οἰκτρῶς.
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄν νομίζητε χρήσιμον νὰ πεισθοῦν περὶ τούτου ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς δώσουν τὰ χρήματά των, δὲν τὸ ἐπιτυγχάνετε.
§28Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἄν εἶναι δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίζῃ τὰ κατ’ αὐτὴν ὡς βούλεται, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ σκεπτώμεθα ὅπως ἡμεῖς κρίνομεν ὀρθότερον καὶ ὅπως ἀντιλαμβανόμεθα.
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως δύνασθε, ἂν δὲν ἐμπιστεύεσθε τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, νὰ ζητήσητε νὰ τὴν ἀνατρέψητε.
§30Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως, ἂν ἦτο δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ, καὶ ἂν ἤμην βέβαιος ὅτι θὰ ἤρχετο καλλιτέρα, ταύτης, ἀσφαλῶς θὰ τὸ ἔπραττον ταύτην τὴν στιγμήν, ἂν ἐξηρτᾶτο ἀπὸ ἐμέ.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὰ σεῖς εἶσθε ἀντιπολιτευόμενος.
§32Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως, δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως, ἔντιμε κύριε συνάδελφε, εἰς ἀπάντησιν νὰ τονίσω τοῦτο, ὅτι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὸ ν’ ἀνατείλῃ καὶ πάλιν ὡς Ἑωσφόρος ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, λέγω, νὰ εἴπω ὅτι ἤμην καὶ ἐγώ, καὶ ἀγορεύων καὶ δημοσιογραφῶν.
§33Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν τὸ παραδέχομαι, διότι σεῖς εἶσθε πάντοτε παλαιοκομματικός, ὄργανον τῶν παλαιῶν κομμάτων (θόρυβος).
§34Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τοῦτο καὶ θὰ σὲ φιμώσω (θόρυβος) ...
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§36Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀκούω τοιαῦτα διαρκῶς ἐνταῦθα.
§37Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶσαι ἀντιπρόσωπος τῆς φαυλοκρατίας καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἀκόμη, καὶ σήμερον, ἀκριβῶς ἕνεκα σοῦ, δὲν κατωρθώθη νὰ γίνῃ ἓν καιρῷ καὶ ἐν Μάνῃ τὸ συλλαλητήριον ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως. Οὐδεὶς δὲ ποτὲ δὲν ἐπερίμενεν καὶ ὁ τόπος ἐκεῖ κατεπλάγη, ὅτε κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἐχρίσθητε σεῖς βενιζελικός, ἀνορθωτὴς καὶ νέος ἀνήρ!!!
§38Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶμαι γνωστὸς καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, καὶ εἰς τὴν Βουλήν.
§39Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τί λόγος! Ὀφείλετε νὰ ἀκούσητε ὅμως, κ. συνάδελφε, ὅτι ἡμεῖς, καὶ μόνοι ἡμεῖς, εἴμεθα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι, τὸ κατὰ δύναμιν, συνετελέσαμεν εἰς τὸ νὰ πέσῃ τὸ φαῦλον καθεστώς, ἐὰν δὲ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον ἤδη, εἰς τοῦτο δὲν πταίομεν ἡμεῖς. Πταίει αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐκανόνισε τόσον οἰκτρῶς τὰ πράγματά της!
§40Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὶν εἰσέλθητε εἰς τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα δὲν ἀνήκετε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸ φαῦλον καθεστώς, καὶ διωρίζεσθε ἀπὸ κόμματα;
§41Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ναί. Ἀλλὰ σεῖς εἶσθε οἱ θύται καὶ ἡμεῖς τὰ θύματα. Ἀλλά, εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος ποῖοι συνετέλεσαν ἐν τῷ τόπῳ μας, κ. συνάδελφε; Δὲν ἀποκρίνεσθε; Διατὶ σιωπᾶτε; Ἡμεῖς ἢ σεῖς; Ἀπαντήσατε (θόρυβος).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα.
§43Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλὰ δὲν παρεξενεύομαι διὰ τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, διότι ἀπό τινος ἤρχισε νὰ προστατεύῃ τὸ παλαιὸν καθεστὼς κατὰ τρόπον ὕποπτον (θόρυβος).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας.
§45Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι, κ. Πρόεδρε, τοιαύτη ἡ Κυβέρνησις, ἥτις προχθὲς ἀκόμη διώρισεν Ὑφυπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνθρωπον προερχόμενον ἐκ τῶν μαγειρείων τοῦ κ. Ῥάλλη; (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακαλεῖσθε, κ. Βουλευτά, εἰς τὴν τάξιν. Δὲν ὁμιλεῖτε ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος· ἐξετράπητε εἰς προσωπικὰς ὕβρεις.
§47Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ν’ ἀνακαλέσητε εἰς τὴν τάξιν, κ. Πρόεδρε, ἐκείνους οἵτινες ἔδωκαν ἀφορμήν, πρῶτον δηλαδὴ τὸν Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, καὶ τὸν ἑαυτόν σας ὕστερον. Ἀλλ’ ἐρχόμενος ἤδη εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, μετὰ τὴν παρέκβασιν αὐτήν, τὴν ἀναγκαιοτάτην καὶ λίαν εὐχάριστον δι’ ἐμέ, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρατηρήσω ὅτι, προκειμένης τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ λιμένος Πειραιῶς, ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει μίαν διαμάχην, ἡ ὁποία γίνεται μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν ἐχόντων συμφέρον, ὅπως διέλθῃ ἡ γραμμὴ τοῦ τροχιοδρόμου διὰ τοῦ τελωνείου πρὸς τὸ περίπτερον τοῦ Βασιλέως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀρνεῖται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν διέλευσιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς διὰ τοῦ τελωνείου ὅπως φθάσῃ μέχρι τοῦ περιπτέρου. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του καὶ τοῦτο, ὅτι τὸ βασιλικὸν περίπτερον πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα διαγράφουσιν οἱ κείμενοι νόμοι, νὰ διαρρυθμίσῃ συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους τὴν ἐπέκτασιν τοῦ βασιλικοῦ περιπτέρου μέχρι τῆς θαλάσσης. Πρωτίστως ὅμως ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἐκεῖνοι κατὰ τὸ ῥῆμα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου, οἱ ὁποῖοι πιστεύομεν ὅτι ὄντως ἐγένετο σοβαρὰ τοιαύτη μελέτη, ὅταν δὲν ἔχει ῥυθμισθῇ τὸ ζήτημα τῆς παραλίας τοῦ Πειραιῶς, γνωστοῦ ὄντος ὅτι τὴν μὲν δεξιᾷ τῷ εἰσιόντι πλευρὰν ἔχει, παρὰ τοὺς κειμένους νόμους καταλάβει ὁ Βασιλεύς, τὴν δὲ ἀριστερᾷ ὁ Βασιλειάδης δυνάμει ἀνόμου καὶ οἰκτροτάτης συμβάσεως, καταστήσαντες οὕτω τὸν πρῶτον λιμένα τοῦ Κράτους κατὰ μὲν τὸν δεξιὸν ὀφθαλμὸν τυφλὸν κατὰ δὲ τὸν ἀριστερὸν ἀλλοίθωρον. Πῶς θὰ διαρρυθμισθῇ λοιπὸν ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς, ἐὰν δὲν ῥυθμισθῶσιν αὐτά, τὰ ὁποῖα ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐτόνισα; Ἀλλ’ εἶπον προηγουμένως ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ διαθέσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἑκατομμύρια, διὰ ν’ ἀνακουφίσῃ τὸν λαὸν κατορθοῦσα ὥστε νὰ πληρώνῃ οὗτος 50 λεπτὰ τὸν ἄρτον ὅπως ἐπλήρωνεν ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος, ἔπρεπε νὰ διαθέσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἑκατομμύρια διὰ νὰ μὴ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ εἰσπράκτωρ Λευκάδος νὰ κόψῃ 1.500 ἐντάλματα ἀπὸ 5 δραχμῶν ἕως 200, καὶ νὰ μὴ ἔρχωνται σήμερον ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα ἐκ μέρους ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν ὅπως μὴ ζητεῖτε ἀμέσως τοὺς φόρους ἀπὸ τὸν πενόμενον λαόν. Δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸ θάρρος ἵνα εἴπω ὅτι οὕτως ἔπρεπε νὰ διαρρυθμίσῃ τὸ δάνειον ἡ Κυβέρνησις. Ἐν τέλει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ἀντιπροσωπεύοντα τὴν ὅλην Κυβέρνησιν, νὰ μᾶς δηλώσῃ ἂν μεταξὺ τῶν προτιμηθησομένων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν θὰ εἶναι καὶ ἡ τῆς Τριπόλεως–Λακωνίας;
§48Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὀφείλει νὰ εἶναι.
§49Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν ὀφείλῃ, δὲν θὰ ἐδυσκολεύετο βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὸ εἴπῃ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν τὸ λέγει, τοῦτο σημαίνει ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυστυχῶς, καὶ ἂς μὴ διαβουκολῶμεν, κ. συνάδελφε, τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον Λακωνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος συνέδεσε, καὶ πολὺ δικαίως, τὴν ὕπαρξίν του πρὸς τὴν σιδηροδρομικὴν ἐκείνην γραμμήν. Καὶ μεθ’ ὅλα ὅμως ταῦτα καλῶς θὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ σοβαρώτερον ἐπ’ αὐτοῦ, διότι εἶναι μὲν ὁ Λακωνικὸς λαὸς νομοταγής, ἀλλ’ ἂς προσέξῃ ὅμως καλῶς καὶ εἰς τὸ ὅτι καὶ ἡ ὑπομονὴ ἔχει τὰ ὅριά της.
§50Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θεωρῶ καθῆκον μου, κύριοι Βουλευταί, πρὸ παντὸς νὰ ζητήσω συγγνώμην ἀπὸ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν διαμειφθεῖσαν μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ προλαλήσαντος στιχομυθίαν καὶ θεωρῶ καθῆκόν μου, λέγω, νὰ ζητήσω συγγνώμην, διότι ἡ βραχεῖα ἐν τῇ Βουλῇ παρουσία μου ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀπέδειξεν ὅτι δὲν εἶμαι ἄνθρωπος οὔτε τοῦ θορύβου, οὔτε τῶν φωνασκιῶν, οὔτε τῆς δημοκοπίας, οὔτε τῆς ῥεκλάμας. Ἐὰν λοιπὸν ἤδη ἀπησχόλησα τὴν Βουλήν, ἐλπίζω ὅτι τοῦτο θέλει διὰ πρώτην φορὰν μοὶ τὸ συγχωρήσῃ, δὲν θὰ ἐλάμβανον δὲ ἐπὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως παντάπασι τὸν λόγον—διότι ἔχω πλήρη συναίσθησιν τῶν καθηκόντων μου ὡς ἀνήκοντος εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ φρονῶ, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δὲν πρέπει νὰ παρεμβάλλωμεν δυσχερείας, εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως κωλυσιεργοῦντες—ἐὰν δὲν διέκρινον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ γίνεται χρῆσις δημοκοπίας, σχετικῶς μάλιστα περὶ ζήτημα ἀφορῶν τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα.
§51Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶσθε ὑπόχρεως ὑμεῖς πρῶτος ν’ ἀπαντήσητε, κύριε Κουτούπη.
§52Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἴδωμεν, ἂν παραστῇ ἀνάγκη.
§53Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω ἀπάντησιν καὶ ἱκανοποίησιν εἰς πάντα, ὅστις νομίσῃ ὅτι τὸν ἔθιξα.
§54Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐμὲ δὲν ἐθίξατε.
§55Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἅμα θίξετε ἐμὲ θὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν.
§56Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρὸς ὑμᾶς ἀπαξιῶ ν’ ἀπαντῶ καὶ νὰ διαλέγωμαι. Εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως ὡρισμένον ποσὸν τοῦ ὅλου δανείου, τοῦ συναφθησομένου εἴτε σήμερον εἴτε καὶ βραδύτερον, διατίθεται πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν, κατασκευὴν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν κλπ. τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ καθορισθὲν ὑπὸ τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως ὑπὲρ παραγωγικῶν ἔργων ἀνέρχεται εἰς 40 ἑκατομμύρια, ἤδη δὲ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅπως δύναται ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἑπομένως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ κατηγορήσουν οἱ προαγορεύσαντες, ὅτι δηλαδὴ ἐκ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὡς δάνειον δὲν θὰ χρησιμοποιηθῇ οὐδὲν ὑπὲρ παραγωγικῶν ἔργων, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ἀποδεικνύει καὶ τὸν φόβον αὐτῶν μάταιον, διότι ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ὑπερακοντίσῃ τὸ ἀρχικῶς ὁρισθὲν ποσὸν τῶν 40 ἑκατομμυρίων. Τὸ ζήτημα, ἐὰν ἐκ τῶν δαπανηθησομένων τούτων χρημάτων, τῶν 40 ἑκατομμυρίων ἢ τῶν περισσοτέρων, θὰ δαπανηθῶσι καὶ ὑπὲρ τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Γύθειον διὰ Σπάρτης, τὸ ζήτημα τοῦτο, λέγω, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει οὐδεμίαν θέσιν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ συζητηθῇ, διότι τοῦτο εἶναι ἀποφασισμένον καὶ ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς τὸ μᾶλλον ἀπαραίτητον νὰ γίνῃ ἐκ τῶν πρώτων.
§57Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τῶν γενομένων δηλώσεων προστίθενται νέα ἔργα πρὸς ἐκτέλεσιν, ὁ λόγος δὲ διὰ τὸν ὁποῖον ἠθέλησα νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν εἶναι ὅτι ἡ προσθήκη τῶν νέων ἔργων δὲν δύναται νὰ εἶναι εἰς βάρος τῆς ἀναληφθείσης ὑποχρεώσεως, δὲν ἕπεται δέ, διότι ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ καὶ νέα ἔργα, ὅτι θὰ παραλίπῃ ἐκεῖνα περὶ ὧν πρότερον εἶχεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν.
§58Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως δὲν θὰ παραλειφθῶσι τὰ παλαιά, τὰ ἐγκριθέντα. Δὲν πιστεύω ποτὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν ὄχι μόνον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ οὐδεμία ἄλλη, νὰ παρίδῃ τὰς ἀμεσωτέρας ἀνάγκας χάριν ἐμμέσων καὶ δευτερευούσης ἀξίας. Ὁπωσδήποτε εἰς ἡμᾶς παραμένει πλῆρες τὸ δικαίωμα καὶ τῆς διαμαρτυρίας, καὶ τῆς ἐνεργείας, καὶ τῆς ἐξελέγξεως ἀκόμη, ὅταν ἴδωμεν ὅτι τὰ δίκαια ἡμῶν, τὰ δίκαια ἐκεῖνα τὰ ἀπαράγραπτα τῆς συγκοινωνίας, καταπατηθῶσιν ὑφ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως.
§59ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον τείνει εἰς τροποποίησιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου, ὅπερ συνωμολογήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τῇ ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς. Ὅπως συζητήσῃ ἡ Βουλὴ ἐν πλήρει γνώσει τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ κείμενα· ἔχουσα δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰ κείμενα θέλει ἴδει ὅτι κατεβλήθη αὐστηροτάτη πρόνοια ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, ὅπως τὰ ποσὰ τοῦ δανείου καθορισθῶσι κατ’ ἀνάγκας καὶ τεθῇ διάφραγμα ἀνυπέρβλητον μεταξὺ ἑνὸς ἑκάστου τῶν κεφαλαίων τῶν προβλεπόντων σύνολον ἰδίων ἀναγκῶν. Τρία θέματα εἶναι τεθειμένα ἐνώπιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρέπει νὰ ἀνομολογήσῃ τις, ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν τεθειμένα καὶ πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἰανουαρίου ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, διότι καὶ ἐν τῷ πρώτῳ σχεδίῳ, τῷ κατὰ πολλὰ διαφέροντι τοῦ δευτέρου, τοιαύτη τις διάκρισις, ὄχι τόσον ἀκριβῶς, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ὑπάρχει. Ἡ διάκρισις δὲ αὕτη δὲν ὑπηγορεύετο μόνον ἐκ τῆς ἀνάγκης, ὅπως μὴ ἴδωμεν ἐπαναλαμβανόμενα ἐνταῦθα τὰ ἄλλοτε ὑπὸ πιέσεις περιστάσεων ἀφορήτων γενόμενα, δηλαδὴ τῆς χρησιμοποιήσεως δανείου δι’ ἄλλον σκοπὸν ἐκδοθέντος ἐν μέρει εἰς ἄλλας ἀνάγκας ἀνακουφιστικὰς ἀληθῶς· ἀλλὰ καὶ ἀκριβῶς διότι οἱ δυνάμενοι νὰ ἐμφανισθῶσιν ὡς δανεισταὶ πρώτην παρατήρησιν ἤθελον φέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα,—τοῦτο ἐγνωρίζομεν, ἐβλέπομεν, ἠσθανόμεθα,—ὅτι δὲν θέλουσι νὰ δανείσωσι διὰ πολεμικὰς παρασκευάς, δι’ ἀγορὰς ἐφοδίων καὶ ὅπλων. Τὸ πρᾶγμα ἦτο σαφές, ἦτο καθαρὸν καὶ εὐνόητον καὶ πλέον ἢ ἅπαξ ἀνωμολογήθη. Τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο δύσκολον, διότι εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην χρημάτων διὰ τὰ ἐλλείμματα, κολοσσιαῖα ἐλλείμματα· εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην ὅπως δυνηθῇ, πληρώνουσα τὰ ἐλλείμματα, νὰ μὴ διακόψῃ τὰ ἔργα, ἅτινα εἶχεν ἤδη ἀνεγνωρισμένα ὡς ἀπαραίτητα καὶ εἰς ἃ εἶχον ἤδη δαπανηθῆ ἑκατομμύρια, καὶ δυνηθῇ νὰ παραδώσῃ εἰς τοὺς μετ’ αὐτὴν μέλλοντας νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰ πράγματα τὸ Ταμεῖον εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε νὰ κατορθωθῇ ἐργασία ἐξόχως ἐθνικὴ νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας· εἶχε δὲ ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ καὶ περὶ ἐκτελέσεως ἔργων παραγωγικῶν. Καὶ ἀληθῶς ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ θελήσωσι νὰ ἀπαντήσωσι πρὸς ἡμᾶς—διότι τὸ πρότερον οὐδεμία φωνή, οὐδεμία ἀκρόασις, εὑρέθη δὲ καὶ ἀνὴρ λίαν ὑψηλὰ οἰκονομικῶς τεθειμένος εἰς τὴν Γαλλίαν, ὅστις ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον ὑπερβολῆς, ὥστε νὰ εἴπῃ ἐμμέσως πρὸς ἡμᾶς ὅτι οὐδὲ ἕν ἑκατομμύριον δραχμῶν ἠδυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν.
§60Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἄλλο τι πρόσωπον σᾶς διεμήνυσεν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἑνοποίησιν ὅλων τῶν δανείων.
§61ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο τὸ πρόσωπον ἐγὼ ἀγνοῶ· γνωρίζω μόνον ὅτι οὐδέποτε διῆλθεν ἡ Ἑλλὰς στιγμὰς πλέον στενοχώρους.
§62Γ. ΠΩΠ. Νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγώ· εἶναι ὁ Καγιώ, κύριε πρώην Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως.
§63ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συμπίπτει ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Καγιώ, περὶ οὗ λέγετε, εἶπεν ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον,—τὸ περὶ τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν,—καὶ τοῦτο ἔχω πιστοποιημένον ἐγγράφως ἐξ ὁμιλίας.
§64Γ. ΠΩΠ. Θὰ σᾶς κομίσω ἔγγραφα ἀναγράφοντα τὸ ἀντίθετον.
§65ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅ,τι ἐλέγετο τότε περὶ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἦτο εὔκολον νὰ δανεισθῇ, εἶναι μῦθος· μείζων στενοχωρία οὐδέποτε ἐνεφανίσθη. Καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐνόητον· μὴ θελήσητε ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ λεπτολογήσωμεν· δυνάμεθα νὰ λεπτολογήσωμεν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λεπτολογήσωμεν. Οἱ περὶ τὰ δάνεια κινούμενοι εἶναι εὔκολον εἰς τὸ νὰ διαδίδωσι παντοίας φήμας, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει λόγον νὰ γνωρίζῃ ὅτι τοιαῦτα συνέβαινον, καίτοι δὲν ἦτο τότε Ὑπουργός. Λοιπὸν ἦτο ἀπαραίτητον νὰ φθάσωμεν νὰ πείσωμεν τοὺς μέλλοντας δανειστάς, οἵτινες ἦτο εὐνόητον ὅτι ἐδίσταζον καὶ διὰ τὴν οἰκονομικὴν στενοχωρίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν, τὴν ἐκ τῆς ἐξεγέρσεως παρηγμένην, καὶ τὴν πλήρη δυσπιστίαν πρὸς τοιαύτας λύσεις, ὁποῖαι ἐνταῦθα ὑπεδεικνύοντο, καὶ αἵτινες περιεγράφοντο μὲν καὶ ἐπεξηγοῦντο εἰς αὐτούς, ἀλλ’ ἀπήντων αὐτοὺς πάντας ἐν ἅπασι τοῖς μεγάλοις κέντροις τελείως ὄχι δυσπίστους, ἀλλ’ ἀπίστους. Δὲν ἐφαντάζοντο ὅτι ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὁδόν, εἰς ἣν εἰσῆλθεν ἤδη τελειωτικῶς· δὲν ἐφαντάζοντο ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ οἱ Ἕλληνες ἐπεζήτουν τάξιν καὶ εὐνομίαν καὶ δρᾶσιν κοινὴν ἐν τῷ μέλλοντι· ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅτι οἱ Ἕλληνες ἐζήτουν ἀνατροπὰς θρόνων καὶ ἐργασίας καὶ διανομὴν λαφύρων· καὶ δὲν ἤθελον νὰ πιστεύσωσιν οὐδ’ εἰς τοὺς Κυβερνήτας, ὅσας καὶ ἂν ἔδιδον εἰς αὐτοὺς οὗτος ἀποδείξεις περὶ τοῦ πράγματος. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, καὶ ἔπρεπε νὰ πεισθῶσιν οὗτοι ὅτι εὑρίσκονται ἀπέναντι Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐργαζομένη καὶ πράττουσα καὶ ὁμιλοῦσα, ὅπως ὡμίλει, ἦτο βεβαία περὶ τοῦ ὅτι οἱ διάδοχοι αὐτῆς ἤθελον εὑρίσκεσθαι εἰς κρείττονα ἔτι αὐτῆς θέσιν, ὅπως τὰ πράγματα οἰκονομήσωσι κατὰ τὸ συμφέρον καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν δανειστῶν. Ὅτε δ’ ἀνέτειλεν ἐπὶ τέλους ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἐδέχθησαν νὰ τείνωσιν εὐήκοον οὖς εἰς ἡμᾶς καὶ τότε δὲν ἐτόλμησαν νὰ φθάσωσιν εἰς τὸ ὅλον, ἀλλὰ συνῄνεσαν, μετὰ παντοίας ἀντιρρήσεις καὶ μετὰ κόπους καὶ μόχθους, εἰς τὴν προκαταβολήν, — ταύτην, περὶ ἧς γινώσκετε, ταύτην, ἧς ἐποιησάμεθα ἤδη χρῆσιν·—καὶ ἐζήτησαν προθεσμίαν πρὸς ἀναδοχὴν ὁριστικὴν τοῦ δανείου, ὅπερ συνωμολογήθη, συνωμολογήθη δὲ 150,000,000 ὑπὸ αἵρεσιν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1911, διὰ 90,000,000 δὲ ὑπὸ αἵρεσιν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1912, ἐννενήκοντα ἑκατομμύρια, ἅτινα ἐκ μεγίστης προνοίας εἶχον περιληφθῆ ἐκεῖ ἐν τῷ νόμῳ καὶ τῇ συμβάσει, καὶ ἅτινα εἶναι εὐτυχὴς σήμερον ἡ Ἑλλάς, ὅτι οὐδὲ κἂν ἐσκέφθη ὅτι πρέπει νὰ ἀποβλέψῃ εἰς αὐτά. Διότι εὐτυχῶς ἡ ἐπελθοῦσα πραγματικὴ ἄρσις τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἡ ἐπελθοῦσα πραγματικὴ οἰκονομικὴ ἀκμή, ἥτις ἐμφανίζεται μὲν εἰς τὴν ἀρχήν, ἀλλὰ καὶ θέλει βεβαίως προαχθῆ, ἀπήλλαξεν ἡμᾶς ὁριστικῶς ἀπὸ τῆς ἀνάγκης νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῶν 90,000,000 ἐκείνων, καὶ ἂν ὑπὸ ὅρους κατὰ τὸ ἥμισυ ἐλαφροτέρους εἰς ἡμᾶς προσενεχθῶσιν. Δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη διὰ τὴν Ἑλλάδα τῶν 90 ἑκατομμυρίων ἐκείνων. Πρόκειται δὲ μόνον περὶ τῶν 150 ἑκατομμυρίων, ὧν μέρος ἀποτελοῦσι τὰ 40,000,000 τῆς προκαταβολῆς. Ἡ δὲ προκαταβολὴ συνωμολογήθη ὑπὸ τοὺς ὅρους, οἵτινες εἶναι ἐνταῦθα ἀναγεγραμμένοι μετὰ τῆς προνοίας ὅτι, ὅταν συνομολογηθῇ τὸ δάνειον τῶν 150 ἑκατομμυρίων, τῆς αἱρέσεως εὐοδουμένης, τότε θέλει συγχωνευθῆ ἡ προκαταβολὴ εἰς τὰ 150,000,000.
§66Γ. ΠΩΠ. Θὰ ἐχάνοντο τὰ 3½%;
§67ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως ἦλθον τὰ πράγματα βεβαιότατα.
§68Γ. ΠΩΠ. Ὅπως ἦλθον τὰ πράγματα!
§69ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδ’ ἐπαγγέλλομαι εἰς ὑμᾶς ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο ἦτο τὸ ἄκρον ἄωτον τῶν δανείων τῶν εὐρωπαϊκῶν. Τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι μὲν ἀπορίας ἄξιον πῶς κατωρθώθη νὰ συνομολογηθῇ τοιοῦτο, ὁποῖον ἐγένετο, ἀλλ’ εἶναι ὑπὸ βαρεῖς ὅρους· εἶναι δὲ ὑπὸ βαρυτέρους ὅρους λόγῳ τῆς προκαταβολῆς, διότι ταῦτα τὰ 3½%, ἅτινα ἀνεφέρετε, αὐτὰ βεβαίως παρελθόντος τοῦ Δεκεμβρίου 1910 ἀπῆλθον. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τοῦτο, οὐχὶ βεβαίως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις.
§70Γ. ΠΩΠ. Ἀναλαμβάνετε εὐθύνας τὰς ὁποίας δὲν ἔχετε, δὲν ἠξεύρω δὲ διατί.
§71ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί γνωρίζετε ὑμεῖς· ἀλλὰ γνωρίζω καλῶς τί ἔπραξα, πῶς τὸ ἔπραξα, καὶ ἐκ τίνος ἐντολῆς τὸ ἔπραξα. Ἐκινδυνεύσαμεν μηδὲ τὴν προκαταβολήν, συνομολογηθεῖσαν, νὰ ἔχωμεν καὶ ὑπάρχει ὅρος ἐνταῦθα, ἐν τῇ Συμβάσει, καθ’ ὃν ἡ παραμικρὰ ταραχὴ ἂν συνέβαινέ που, ἤθελον ἀρνηθῆ τὴν προκαταβολήν, εἶναι δὲ τοῦτο τὸ μόνον σημεῖον, εἰς ὃ κατωρθώθη νὰ ἔχωμεν καὶ ἡμεῖς ἕνα ὅρον ἀπαλλαγῆς καὶ ἐκεῖ εἴπομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἂν ὑπερβῇ τὴν 30 Δεκεμβρίου ἡ τοιαύτη ἀνησυχία, ἀπηλλαττόμεθα τῆς ὑποχρεώσεως τῆς ἐξ αὐτῆς· ἀλλὰ καὶ δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἀπέβαινεν εἰς εὐτύχημα τὸ νὰ ἀπηλλαττόμεθα τῆς ὑποχρεώσεως. Ὅτε λοιπὸν τὰ πράγματα οὕτως ἐτέθησαν εἰς συζήτησιν μακρὰν καὶ λεπτομερῆ, τότε ἡμεῖς εἴχομεν εὐτυχῶς ἐμφανισθῆ ἐνώπιον τῶν ἀγορῶν τῆς Εὐρώπης,—τῆς Γαλλικῆς καὶ τῆς Ἀγγλικῆς ἀγορᾶς — ἔχοντες πλήρεις ὑπολογισμούς. Ἐγνωρίζομεν τί ἐζητοῦμεν, καὶ διετυποῦμεν, τὸ ζητούμενον πρὸς τοὺς ξένους κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ κατηγορήσωσι ποτὲ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος ὅτι εἶπε πρὸς αὐτοὺς ἀνακριβῆ· καὶ ἀπόδειξις σήμερον εἶναι ὅτι τὰ ἐλλείμματα, ἅτινα παρεστήσαμεν πρὸς τοὺς ξένους ἀνερχόμενα εἰς τριάκοντα στρογγύλως ἑκατομμύρια, εὐτυχῶς ἀπεδείχθησαν ὅτι εἶχον παρασταθῆ ὑπέρτερα τοῦ πραγματικοῦ,—διότι τοιαῦτα τότε ἐνεφανίζοντο, ἀλλὰ τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος ἦλθον οὕτω, ὥστε νὰ ἐπαρκέσωσιν οἱ ἄλλοι πόροι εἰς περιορισμὸν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐλλειμμάτων. Μόνον ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἴχομεν τότε ἔλλειμμα 23, πρὸς τὰ 24 ἑκατομμύρια. Τὰ ἄλλα ἐλλείμματα ἦσαν μικρότερα, διότι τὰ παρελθόντα ἔτη—δὲν ἔχω ἐνταῦθα τὰς σημειώσεις μου—ἦσαν τὰ πλείονα πλεονασματικά, καὶ εἰς τὸ τέλος μόνον εἴχομεν ἔλλειμμα, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν πλεονασμάτων, 5,000,000 περίπου δραχμῶν. Ἀλλ’ εἴχομεν ἔλλειμμα 23.500.000 στρογγύλως τότε ἐκ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦτο δὲ τὸ ἔλλειμμα προσλαμβάνον καὶ τὸ ἄλλο τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸ μικρότερον, προσήγγιζεν εἰς τὰ 30 ἑκατομμύρια, καὶ ἵνα μὴ τυχὸν θεωρηθῇ ὅτι εἴπομέν τι ἀνακριβές, συνεπληρώσαμεν στρογγύλως τὰ 30,000,000. Εἴπομεν λοιπὸν πρὸς τοὺς ξένους: ἔχομεν ἀνάγκην 30,000,000 διὰ τὸ ἔλλειμμα· εἴπομεν πρὸς τοὺς ξένους: ἔχομεν ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις. Καὶ οἱ ξένοι ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν ἀνειλημμένων τούτων ὑποχρεώσεων καὶ ἄλλων ὁμοίων ἐδυσπίστουν περισσότερον πρὸς ἡμᾶς, διότι οὐδὲ λεπτὸν ἤθελον νὰ δανείσωσι—καὶ πρῶτος ἐκεῖνος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν— ὅπως δαπανήσωμεν εἰς ὁπλισμόν, καὶ ἔπρεπε νὰ πείσωμεν αὐτοὺς ὅτι αἱ ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις δὲν ἀνάγονται εἰς ὁπλισμόν, ὃν θέλομεν ἀποκτήσει πρὸς σκοποὺς πολεμικούς· κατωρθώθη δὲ νὰ πεισθῶσιν ἐπὶ τέλους περὶ τούτου. Ἀλλ’ εἴχομεν καὶ ἄλλο ποσὸν ἐνταῦθα ὡρισμένον, καὶ ἀνταπεκρινόμεθα κατὰ τοῦτο πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν τῶν δανειστῶν, δι’ ἣν καὶ ἐδείκνυον ὅτι πρὸς τοιούτους σκοποὺς δανείζουσι πρὸς ἡμᾶς εὐκόλως, ὅτι ἐλέγομεν πρὸς αὐτοὺς ὅτι 40,000,000 θέλομεν δαπανήσει ἐκ τοῦ δανείου εἰς ἔργα παραγωγικά. Καὶ λέγοντες 40,000,000, δὲν ἐλέγομεν καὶ τοῦτο τυχαίως. Ἐμελετήθησαν πάντα ἐκεῖνα τὰ ἔργα, καὶ πάντες ἐκεῖνοι οἱ προϋπολογισμοί, οἵτινες ὑπῆρχον ἤδη περὶ τῶν ἔργων τούτων, ἔργων καρποφόρων, ἔργων ἐπωφελῶν, ἔργων δημοσίας ὠφελείας θετικῆς, ἔργων δημοσίας ἀνάγκης βεβαίως. Καὶ μελετήσαντες ταῦτα εἴπομεν πρὸς τοὺς ξένους: 40.000.000 ἔχομεν ἀνάγκην διὰ ταῦτα τὰ ἔργα· ταῦτα τὰ 40.000,000 θέλουσι διαχωρισθῆ ἀπὸ τῶν ἑτέρων δύο πλευρῶν, τῆς ἐλλειμματικῆς καὶ τῆς τῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ καταστήσωμεν ταῦτα ἄθικτα διὰ πάντα ἄλλον σκοπὸν ἢ δι’ ἐκεῖνον εἰς ὃν εἶναι προωρισμένα. Καὶ ἐν τῇ συμβάσει βλέπετε πάντα ταῦτα καθοριζόμενα. Οὐδὲν ἄλλο ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἢ μόνον νὰ στηριχθῇ εἰς τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνην· καὶ πρέπει αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐμπνέωσιν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐνταῦθα καὶ πρόσθετος ἐγγύησις τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι δεσμευμένη ἀπέναντι τῶν δανειστῶν. Καὶ ἂν τυχὸν ὑπῆρχε θέλησις νὰ δαπανήσῃ ἀλλαχοῦ ἢ ἐκ πιέσεων ἐγεννᾶτο ἀνάγκη ἐξολισθήσεως εἰς ἀλλοίαν χρησιμοποίησιν τοῦ δανείου, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραχθῇ, διότι εἶναι ἀπηγορευμένον ὑπὸ τῆς συμβάσεως. Καὶ ἰδοὺ πῶς ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 1 ὁρίζει τὰ πράγματα: «Τὸ προϊόν τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου διατεθήσεται πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων καὶ ἰδίᾳ σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν μέχρι τοῦ ἔτους 1909, συμπεριλαμβανομένου, Προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους, προσέτι δὲ τῶν 4,300,000 δρ. τῶν ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων πιστώσεων τῶν ἀναγραφομένων τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910» — εἶναι τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια, ἅτινα προεκάλεσαν μεγάλην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις εἶχεν αὐτὰ ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ἔτους 1909— «ὡς καὶ ἑτέρων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους ὁρισθησομένων διὰ Β. Διατάγματος.» Ταῦτα ὁ νόμος λέγει. Ἔρχεται ἔπειτα ἡ σύμβασις, ἥτις ἐν ἄρθρῳ 6 καθορίζει τὰ πράγματα ἀκριβέστερον. «Τὸ προϊόν τοῦ δανείου 4% 1910 τῶν 150 ἑκατομμυρίων προορίζεται 1ον εἰς ἐξόφλησιν τῆς συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 1 συνομολογηθείσης προκαταβολῆς». Ἐὰν λάβωμεν 150.000.000 θὰ ὑπολογισθῇ εἰς αὐτὰ ἡ προκαταβολή· τὰ προκαταβληθέντα θὰ ὑπολογισθῶσιν εἰς τὸ δάνειον εἰς τρίτον μέρος. 2ον «Διὰ ποσὸν 40.000.000 πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων καὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ διὰ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεων ἐνδεχομένως ὀφειλομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ προερχομένων ἐκ σιδηροδρομικῶν ἔργων». Τοῦτο ἔχει ἀνάγκην ἐξηγήσεώς τινος. 40.000.000 πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ διὰ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεων ὀφειλομένων τυχὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ προερχομένων ἐκ σιδηροδρομικῶν ἔργων. Ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς– Ἀθηνῶν–Συνόρων, διαφωνία ἑκατομμυρίων τινῶν, ἅτινα ἡ μὲν ἑταιρεία ἰσχυρίζεται ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐμμόνως καὶ μεμελετημένως ἀρνεῖται νὰ πληρώσῃ· τὸ δάνειον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ συνομολογηθῇ ἂν δὲν συνηνοῦμεν εἰς ταύτην, τὴν ὅλως ἀθώαν παρεμβολήν, ἁπλῆς ὑποθετικῆς φράσεως. Διότι τοῦτο ἐτέθη ὡς ὅρος ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον εἰς χεῖρας τὴν δύναμιν νὰ ἀποκλείσωσι τὸ δάνειον ἀπὸ τὸ Χρηματιστήριον τῶν Παρισίων — ἂν δὲ ἀπεκλείετο τὸ δάνειον, κατ’ ἐπιταγὴν αὐτῶν, ἀπὸ τοῦ Χρηματιστηρίου τῶν Παρισίων, δάνειον δὲν θὰ ἐγίνετο — ὅρος ἀπαραίτητος, ὅπως τὸ δάνειον καταρτισθῇ καὶ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Ὁ ἔχων τὰς κλεῖδας τοῦ Χρηματιστηρίου ἔλεγε δὲν θὰ ἐπιτρέψω, ἐὰν δὲν θέσῃ καὶ ταύτην τὴν φράσιν, ἐὰν δὲν ὑποσχεθῇ ὅτι ἡ ὑπόθεσις νομίμως καὶ κατὰ τὰ κρατοῦντα θέλει λυθῆ εἰς τρόπον ὥστε, ἐὰν κριθῇ ὅτι ἔχει λαμβάνειν ἡ ἑταιρεία ἐκείνη παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, νὰ ληφθῇ τὸ χρῆμα ἐκ τοῦ δανείου τούτου.
§72Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Πόσα ἑκατομμύρια;
§73Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ὡρισμένως γνωστόν. Πολλὰ ἴσως δὲν εἶναι· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔστω καὶ ἓν λεπτὸν ἀδίκως. Καὶ ἄλλοτε συνέβη παρόμοιον, καὶ ἦλθε διαιτητὴς Γερμανὸς καὶ εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ὀφείλει εἰς τοὺς ἀναδόχους, τοῦ ἐν κατασκευῇ σιδηροδρόμου, οἵτινες ἐζήτουν ἑκατομμύρια καὶ ἐπτώχευσαν ἔπειτα. Καὶ οὐδὲ λεπτὸν ἐπλήρωσεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, διότι ἐδικαιώθη ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ταῦτα περὶ τῆς εἰδικῆς ταύτης μνείας διὰ τὸ ποσὸν τῶν 40.000.000. Λοιπὸν τὰ 40.000.000 ὑπελογίσθησαν οὕτω, ὑπελογίσθησαν δύο σιδηρόδρομοι, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἐρχόμενοι πρῶτοι καὶ ἀπαραίτητοι. Ὁ σιδηρόδρομος Τριπόλεως–Σπάρτης καὶ ὁ σιδηρόδρομος Ἀγρινίου–Ἄρτης.
§74Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἀναγράφονται εἰς τὸν νόμον;
§75Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατόν, διότι πρόκεινται ἔργα ἅτινα τελικῶς θέλουσιν ὁρισθῆ ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες θὰ κατέχωσι τὰ ἑδώλια τὰ κυβερνητικὰ κατὰ τὴν ὥραν ὅπου ἔχουσα τὸ χρῆμα θὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ εἴπῃ· ἔχω τὸ χρῆμα, ἔλθετε νῦν νὰ προσδιορίσωμεν τὰ ἔργα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο ὅπερ δύναμαι νὰ εἴπω εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς ταῦτα οὕτως ὁρίσαντες εἴχομεν ὑπ’ ὄψει προϋπολογισμούς, ἀλλαχοῦ μὲν ἀκριβεστέρους, ἀλλαχοῦ δὲ ἀοριστοτέρους, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ πρῶτον καὶ διὰ τὸ δεύτερον ἔργον εἴχομεν προϋπολογισμόν, αὐθαιρέτως δ’ εἰς οὐδὲν προέβημεν. Ἡ Κυβέρνησις, ἡ τότε, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλο τι· καὶ τὴν γραμμὴν ἥτις ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐκτελεσθῇ ἐπιπροσθέτως εἰς τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς–Συνόρων, ἥτις θέλει παραχωρηθῆ ἐκ τῆς συναινέσεως τῆς Τουρκίας ἐμμενούσης εἰς ὅσα ἐδήλωσεν, ὅπως ἡ γραμμὴ μὴ λήξῃ ἐκεῖ ὅπου διατεινόμεθα ἡμεῖς, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου αὐτὴ θέλει καὶ δέχεται, εἰς τὸ σημεῖον τῆς Μελούνας, τὸ δὲ δι’ αὐτὴν ποσὸν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ τὸ πολὺ εἰς 2.000.000, διότι ἡ ἀπόστασις εἶναι μικρά, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον ὅμως ὑπελογίσαμεν εἰς 3.000.000. Ὥστε τὰ τρία ἔργα τὰ σιδηροδρομικὰ ἦταν ἐντὸς τῆς προβλέψεως. Εἶναι δὲ ἐντὸς τῆς προβλέψεως καὶ ἄλλο ποσόν, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας, δι’ ὃ ἐστηρίχθημεν ἐπὶ προμελέτης πρώτης τάξεως, γενομένης ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν μηχανικῶν, οὓς παρεχώρησεν ἡμῖν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις, προμελέτης, ἥτις ἦτο τότε περατωμένη, ἀπομένει δὲ σήμερον—καὶ πιστεύω ὅτι ἐργάζεται εἰς τοῦτο ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, μετακληθέντος ἤδη ἀνωτέρου μηχανικοῦ Ἰταλοῦ—νὰ μελετηθῶσι τελικῶς τὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐξ οὗ καὶ εἰς τὸ ἔργον, καὶ παρέχεται ἐγγύησις ἐνάρξεως καὶ ἀποπερατώσεως ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ταῦτα εἴχομεν ἡμεῖς ὑπ’ ὄψει. Σήμερον δὲ τί ἔρχεται καὶ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, —ἵνα ἐξαντλήσω τὸ δεύτερον τοῦτο ἐδάφιον—; Ἆρά γε ἔρχεται καὶ ζητεῖ νὰ περιορίσῃ τὸ ποσὸν τῶν 40.000,000, ὅπερ εἶναι ὡρισμένον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν παραγωγικῶν ἔργων; Μήπως ἔρχεται καὶ ζητεῖ ἐν τῇ αἰτήσει αὑτῆς, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὴν ἄδεια νὰ προβῇ εἰς τροποποίησιν τῆς συμβάσεως ταύτης; Ἔρχεται καὶ λέγει, δότε μου τὴν ἄδειαν ἐπὶ τῶν χρημάτων τούτων, ἅτινα πρόκειται νῦν ἀπὸ 150.000.000 νὰ περιορισθῶσιν εἰς 110.000.000, νὰ δαπανήσω οὐχὶ μόνον 40.000.000 ἀλλὰ καὶ πλέον τῶν 40.000.000.
§76Γ. ΠΩΠ. Πρέπει νὰ πάρῃ 110.000.000.
§77Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ποσὸν ὅπου θὰ λάβῃ, γνωρίζει καλλίτερον ἡ Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις θέλει σήμερον νὰ ἀποφύγῃ τὴν ζημίαν τὴν ἐκ πληρωμῆς τόκων, μὴ οὖσα ἑτοίμη, ἵνα προβῇ εἰς τὰ ἔργα, νὰ ἀποφύγῃ τὴν ζημίαν τὴν ἐκ τοῦ δανεισμοῦ τῶν 40.000.000. Εἶναι λογαριασμὸς ἀγαθοῦ οἰκογενειάρχου.
§78Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἐξεταστέον.
§79Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλει νὰ κατορθώσῃ νὰ πείσῃ τοὺς δανειστὰς αὑτῆς νὰ μὴ καταβάλωσιν ἀμέσως σήμερον τὰ 40.000.000 ἐπὶ πλέον, διότι, μὴ ἔχουσα τρόπον ἄμεσον νὰ δαπανήσῃ αὐτά, θέλει ἐκτεθῆ εἰς τὴν πληρωμὴν τόκων ὅλως ἀσκόπως. Ἐὰν τὸ οὕτω πραττόμενον εἶναι πρᾶξις ὄντως ἀγαθοῦ οἰκογενειάρχου, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· «δὲν ψηφίζομεν τὴν σύμβασιν», καὶ νὰ ἀσχολώμεθα εἰς ζήτημα, ὅπερ τίθεται, τὸ τῶν δημοσίων ἔργων, εἰς ἃ ἐπαρκεῖ τὸ ὁλικὸν δάνειον, διότι τὸ θέμα τοῦτο προβλέπεται καὶ ἀσφαλίζεται ἴσως, ἐπαρκέστερον διὰ τῶν προτάσεων τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὅτι ἐπληροῦτο ὑπὸ τῆς ἀρχικῆς περὶ τοῦ δανείου συμβάσεως.
§80Γ. ΠΩΠ. Πόθεν ἐξάγετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ 110.000.000, καὶ ὅταν δώσωσιν εἰς αὐτὴν 150.000.000 δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὰ λάβῃ;
§81Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς νὰ φθάσῃ εἰς τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα. Δὲν ζητεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ κυρωθῇ σύμβασις τετελεσμένη· ζητεῖται νὰ δοθῇ εἰς αὐτὴν ἡ ἄδεια νὰ συνάψῃ σύμβασιν τροποποιοῦσαν τὴν ὑπάρχουσαν, καὶ δίδονται εἰς τὴν Βουλὴν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ὅσα ἐπιτρέπουσιν εἰς αὐτὴν ἐν πλήρει φωτὶ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν· «παρέχομεν» ἢ «δὲν σοι παρέχομεν τὴν ἄδειαν». Δὲν εὑρέθημεν ἡμεῖς ὑπὸ ἀλλοίους ὅρους, ὅτε ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἡ κολοσσιαία ἔνδειξις ἐμπιστοσύνης νὰ διαπραγματευθῶμεν δάνειον, οἷον, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, εἰς οὐδεμίαν ποτὲ Κυβέρνησιν ἐδόθη ἡ ἄδεια νὰ διαπραγματευθῇ; Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ τότε ἔβλεπε ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ σπεύσῃ πρὸς ἔργα, ὅπως ταχέως λυθῶσιν αἱ δυσχέρειαι, καὶ εἶπε πρὸς Κυβέρνησιν μὴ ἔχουσαν ἄλλον σύνδεσμον πρὸς αὐτὴν πολιτικόν, παρὰ μόνην τὴν ἐμπιστοσύνην ἣν κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἐνέπνεεν, εἶπε πρὸς αὐτὴν «συνομολόγησον ὑφ’ οὓς προτείνεις σὺ ὅρους τὴν σύμβασιν»· καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος εἰς ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας ἀσυζητητί, καὶ κατὰ τὰς τρεῖς ἀναγνώσεις ἄνευ συζητήσεως.
§82Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα· ἀλλὰ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε. Ἐγὼ ζητῶ μίαν διασάφησιν, διὰ νὰ καταστῶ σοφώτερος, διότι ἴσως πλανῶμαι· πόθεν ἐξάγετε ὅτι οἱ δανεισταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δώσωσι μόνον 110.000.000 καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ἣν περίπτωσιν τῆς δώσουν 150.000.000, νὰ τὰ δεχθῇ;
§83Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ζητοῦμεν αὐτὴν τὴν ἄδειαν, νὰ μᾶς ἐξουσιοδοτήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ κάμωμεν, ἐὰν δεχθῶσιν οἱ δανεισταί.
§84Γ. ΠΩΠ. Τὸ λέγετε προφορικῶς, δὲν τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ψηφίσωμεν.
§85Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ κινηθῇ ἐντὸς τῶν 150.000.000, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποφύγῃ τὸ βάρος τῆς πληρωμῆς τόκων ἐπὶ ποσοῦ δέκα, εἴκοσι, τριάκοντα ἑκατομμυρίων, ἐπὶ τοῦ ποσοῦ ὅπερ δὲν δύναται νὰ διατεθῇ ὑπ’ αὐτῆς ἀμέσως.
§86Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζει ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνων τὰ ὁποῖα βλέπει.
§87Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι, ἂν ἐπιτύχῃ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, θὰ εἶναι πραγματικὸν κατόρθωμα. Διότι οἱ δανεισταί, ἰδόντες νῦν τὴν οἰκονομικὴν ἀκμήν, ζητοῦσι νὰ δώσωσιν ὅλον τὸ ποσόν, νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἄμεσον πληρωμὴν τῶν τόκων. Τοῦτο γνωρίζομεν. Λοιπὸν ἐὰν φέρωμεν ἀντιρρήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις θέλει νὰ οἰκονομήσῃ τόκους, καὶ ἐρωτῶμεν τί θὰ γίνῃ διὰ τὸν ἕνα ἢ διὰ τὸν ἄλλον σιδηρόδρομον ἢ διατί ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις δὲν λέγει τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, δὲν πράττομεν τὸ ὀρθόν.
§88Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοῦτο τὸ θέμα εἶναι τὸ συζητητέον. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσετε, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου καὶ μόνον, πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ ἐγχειρίδιον εἰς τὸν λαιμὸν τὴν στιγμὴν αὐτήν. Περὶ τούτου πρόκειται καὶ τὸ γνωρίζετε καλῶς.
§89Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ ἐγχειρίδιον εἰς τὸν λαιμὸν διὰ τοῦτο. Πιθανὸν νὰ ἔχῃ ἐγχειρίδιον εἰς τὸν λαιμόν, ἀλλὰ τὸ ἐγχειρίδιον εἶναι ἐκεῖνο, ὅπερ ὑπέδειξα εἰς ὑμᾶς, καὶ ὄχι ἐκεῖνο, ὅπερ ὑφ’ ὑμῶν παρεστάθη, δηλαδὴ ὅτι οἱ δανεισταὶ θέλουσιν, ἔχοντες τὸ δικαίωμα ἐξ αἱρέσεως, νὰ ἐξαναγκάσωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς λῆψιν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, ἐν καιρῷ,—πιστεύων ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ἄλλων, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει νῦν ἐνδιαφέρον, — νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὰς παρατηρήσεις ὑμῶν. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον ἐφ’ οὗ ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν ἐπεκαλέσθη τὴν προσοχήν μου. «3ον) Τὸ ὑπόλοιπον χρησιμοποιηθήσεται πρὸς συμπληρωματικὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀναληφθεισῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποχρεώσεων, ὡς καὶ εἰς τὰς ἀναγκαίας δαπάνας πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου συμφώνως τῇ παρούσῃ Συμβάσει». Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου ἔχει τις νὰ εἴπῃ τοῦτο, ὅτι εἶναί πως ἀόριστος ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὅτι θὰ εἶναι καλὸν νὰ ἐπαναληφθῇ ἀπαραλλάκτως ὅπως ἔχει ἡ φράσις τοῦ νόμου περὶ δανείου, διότι ἡ ἀοριστία εἶναι δυνατὸν νὰ φέρῃ βλάβην, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει βεβαίως γεννᾷ ἀνησυχίαν τινά. Λοιπόν, τὸ ὑπόλοιπον χρησιμοποιηθήσεται πρὸς τὴν συμπληρωματικὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἀνειλημμένων ἤδη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποχρεώσεων, ὡς καὶ διὰ τὰς ἀναγκαίας δαπάνας πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ δανείου, συμφώνως τῇ Συμβάσει. Τὸ τελευταῖον εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. Τὸ νομοσχέδιον ὅπερ ἔχετε καὶ ὑμεῖς ἐνταῦθα λέγει: «Διὰ ποσὸν δυνάμενον νὰ ὑπερβῇ τὰ 40,000.000 δρχ. χρυσῶν εἰς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, ἐκτέλεσιν ἔργων ἀντιπλημμυρικῶν, ἔργων ἀποξηράνσεως ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ τοῦ κράτους, ὡς καὶ ἔργων λιμενικῶν καὶ εἰς καταβολὴν τυχὸν ὀφειλομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀποζημιώσεων προερχομένων ἐκ σιδηροδρομικῶν ἔργων». Ταῦτα ἔχουσιν ὡς καὶ ἐν τῇ συμβάσει. Πρέπει ὅμως ἀντὶ τῆς ἑπομένης φράσεως, τὴν ὁποίαν βλέπω ἐνταῦθα, εἰς κάλυψιν «ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως» νὰ λεχθῇ «ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων». Τοῦτο ἀρκεῖ, καὶ τοῦτο ἐλέχθη· δὲν εἶχον κἄν τοῦτο ἴδει ἐκεῖ. Ἐπίσης λέγει: «Εἰς κάλυψιν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ συμπληρωματικὴν κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ». Ἐδῶ ἡ Κυβέρνησις ἀντιστρέφει τοὺς ὅρους. Ἀντὶ νὰ ζητῇ πρῶτον διὰ κάλυψιν καὶ ἔπειτα διὰ τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις, νομίζω, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ζητεῖ πρῶτον τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις νὰ ἐξοφλήσῃ δι’ αὐτοῦ καὶ ἔπειτα τὰ ἐλλείμματα. Τοῦτο, ἂν δὲν ἐγένετο τυχαίως, λόγον βεβαίως ἔχει ὅτι ὑπάρχει παρὰ τῇ Κυβερνήσει περισσοτέρα πεποίθησις ἢ ὅσην εἴχομεν ἡμεῖς εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ποσοῦ τῶν ἐλλειμμάτων, καὶ αἰσθάνεται περισσοτέραν ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ χρῆμα εἰς δαπάνας πρὸς ἐξόφλησιν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων.
§90Γ. ΠΩΠ. Καὶ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς διαθέσεως 50,000,000. Ὅτι μᾶς εἶχον δεδεμένας τὰς χεῖρας καὶ δὲν μᾶς ἔδιδον, δὲν εἶναι ἀκριβές.
§91Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαιότατα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἀπέναντι τούτων τῶν 50,000,000 ἡ Κυβέρνησις, ἡ τότε, εἶχεν ὑπ’ ὄψει 63,000,000 ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων. Μόνον αἱ ναυτικαὶ ὑποχρεώσεις ἦσαν 27,000,000, ὑπῆρχον δὲ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αἱ ἄλλαι, αἱ ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, αἵτινες προστιθέμεναι εἰς αὐτὰ ἀνεβίβαζον τὸ ὅλον ποσὸν εἰς 63,000,000. Ὑπῆρχεν ὅμως καὶ ἡ παρηγορία ὅτι, τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὂν πλουσιώτερον, ἠδύνατο νὰ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς ἀπὸ μέρους τινὸς ἱκανοῦ τῆς δαπάνης ταύτης. Τὸ ταμεῖον τοῦ Στόλου δὲν ἐπήρκει· καὶ ἀπόδειξις ὅτι ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν 17,000,000 ἐκ τῆς προκαταβολῆς, ὅπως βλέπετε ἔν τε τῇ Συμβάσει καὶ ἐν τῷ μετ’ αὐτὴν δυνάμει τοῦ νόμου ἐκδοθέντι Βασιλικῷ Διατάγματι τῆς 23 Ἰουλίου 1910, ἦτο ὡρισμένον δι’ ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις πρὸς ἐκκαθάρισιν, καὶ ὁλόκληρον τοῦτο τὸ ποσὸν ἐδόθη διὰ τὸ τίμημα τοῦ Ἀβέρωφ, οὗτινος τὰ ἕτερα 7,000,000 εἶχον ληφθῆ ἐκ τοῦ ταμείου τοῦ Στόλου ἀπὸ τοῦ κληροδοτήματος τοῦ γενναίου ἐκείνου δωρητοῦ, οὗτινος τὸ ὄνομα φέρει τὸ θωρηκτόν. Λοιπὸν σήμερον βεβαίως, ἂν ἔχῃ ὀλιγώτερα ἐλλείμματα καὶ ἂν ἔχῃ ἐξωφλημένον μέγα μέρος τῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων ἡ Κυβέρνησις, εἶναι πλουσιωτέρα εἰς χρῆμα πρὸς διάθεσιν.
§92Γ. ΠΩΠ. Ὄχι καὶ εἰς ἐλευθέραν διάθεσιν.
§93ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου.
§94Γ. ΠΩΠ. Δημοσίων ἔργων καὶ τὰ λοιπά.
§95ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§96Γ. ΠΩΠ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§97ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ ὠφελίμων δημοσίων ἔργων, ἀγαθῇ τύχῃ! Θὰ παρακαλέσω τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ ἀποσπάσωσιν, εἰ δυνατόν, καὶ ἄλλο ποσὸν ἵνα προσθέσωσι καὶ αὐτό.
§98Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§99ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἔχετε ἤδη δεδομένον ἐξ ὅσων ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὰ 40.000.000 θὰ εἰσπηδήσωσιν εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, τὸ διὰ τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις καὶ τὰ ἐλλείμματα, καὶ θὰ ἀφαιρέσωσι μέρος αὐτοῦ· ὥστε κατ’ ἀνάγκην ἐκ ταύτης τῆς ἐπαγγελίας τῆς Κυβερνήσεως θέλετε ἴδει ποσὸν ἑκατομμυρίων ἀφαιρούμενον ἀπὸ τῶν ἐλλειμμάτων καὶ εἰσερχόμενον εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν ἔργων τῶν προσοδοφόρων. Εἰς ταῦτα —εἰς τὰ ἀκριβῆ— πάντοτε συμφωνεῖ τις. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα βεβαίως θὰ λυθῇ κατὰ τὸ μέτρον τῆς κρίσεως, ἣν ἕκαστος ἔχει περὶ τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ὀφείλει νὰ παρέχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁσάκις τοιαῦτα ζητήματα ἐμφανίζονται. Ὅτε ἐνώπιόν μου ἔχω Κυβέρνησιν, ἧς ἡ χρηστότης οὐδεμίαν μοὶ ἐμπνέει δυσπιστίαν· ὅτε ἔχω ἐνώπιόν μου Κυβέρνησιν, ἥτις βλέπω ὅτι ἀσχολεῖται δραστηρίως εἴς τε περισυλλογὴν τῶν ἐρειπίων καὶ εἰς δρᾶσιν, ὁποίαν ἐπιτρέπει ἡ δύναμις τῆς χώρας, δὲν ἐξετάζω τίποτε ἄλλο. — Ἄλλοι ἐξετάζουσι, διότι εἶναι δυσπιστότεροι. Ὁ Θωμᾶς ὑπῆρξε δύσπιστος κατὰ τρόπον, ὅστις ἠνάγκασεν αὐτὸν ἔπειτα νὰ μεταμεληθῇ. — Ἐγὼ δὲν εἶμαι δύσπιστος. Εἰς πᾶσαν Κυβέρνησιν καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔλεγον αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ θὰ εἴπω ταύτην τὴν στιγμήν· ἀλλὰ σήμερον λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει οὕτως ἐμφανιζομένης τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὰ ἤδη γενόμενα μέχρι ταύτης τῆς ὥρας, νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν προσήκουσαν, ὅπως συνομολογήσῃ τὸ δάνειον. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα).
§100Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων δὲν ἔχω πολλὰ νὰ εἴπω· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶδον διὰ τοῦ ποσοῦ τῶν 140,000,000 νὰ λαμβάνῃ τὰ μέτρα της ἡ Κυβέρνησις διὰ διάφορα λιμενικὰ ἔργα, μεταξὺ τῶν ὁποίων θεωρῶ καὶ τὸν λιμένα Πειραιῶς, διότι φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ συνδέσῃ καὶ διὰ τοῦ ὑδραυλικοῦ ζητήματος τῶν Ἀθηνῶν τὸν λιμένα, διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως αὐξήσῃ τὸ δάνειον κατὰ 50,000,000 ἀκόμη διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν ἐν καιρῷ νὰ ζητήσωμεν τὴν ὕδρευσιν τῆς πόλεως, διότι εἶναι πολὺ σφικτὰ συνδεδεμένον τὸ ἓν ζήτημα μὲ τὸ ἄλλο, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρόοδον τῶν Ἀθηνῶν.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§102ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύο λέξεις. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας διευκρίνησε σαφέστατα ποῖον εἶναι τὸ ἔδαφος τῆς συζητήσεως, τὸ σημερινόν. Ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν τὴν σύναψιν τοῦ δανείου, ὑπάρχει καὶ σύμβασις διὰ τῆς ὁποίας συνήφθη τὸ δάνειον. Εἰς τὴν σύμβασιν ταύτην ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ παρεισαγάγωμεν τροποποιήσεις τινάς, ταύτας καὶ μόνον τὰς δύο, πρῶτον, νὰ μὴ λάβωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσόν, ἐὰν κατορθώσωμεν — ὅπως ἐλπίζομεν ὅτι θὰ κατορθώσωμεν, — ἀμέσως, καὶ δεύτερον, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ Ἑλληνικὸν κράτος νὰ διαθέσῃ δι’ ἔργα παραγωγικὰ καὶ πέρα τοῦ ποσοῦ τῶν 40,000,000, τὰ ὁποῖα ὡρίζοντο ἐν τῇ συμβάσει, τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ τροποποίησις. Ταῦτα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ζητοῦνται παρ’ ὑμῶν σήμερον, καὶ δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ καταναλώσῃ τὸν χρόνον της πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, ἀλλὰ θὰ σπεύσῃ νὰ ψηφίσῃ τὴν ζητουμένην τροποποίησιν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως ἄνευ μακρολογίας, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶχε κανένα λόγον. Συζήτησις, Κύριοι, περὶ τοῦ τίνα θὰ εἶναι εἰδικώτερον τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται παραγωγικὰ καὶ διὰ τὰ ὁποῖα θὰ καταναλωθῇ τὸ ποσὸν τῶν 40,000,000 καὶ πλέον, δὲν θὰ ἦτο τὴν στιγμὴν ταύτην οὐ μόνον σκόπιμος, ἀλλ’ οὔτε κανονική, διότι δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς αὐτὴν τὴν στιγμήν. Βεβαίως, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν ἀσφαλίζει, καὶ ὀρθῶς ἀσφαλίζει, καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ Κανονισμός, δύναταί τις, παρεκτρεπόμενος ἀπὸ τὴν συζήτησιν καὶ τὸ θέμα τὸ ὑπὸ συζήτησιν, νὰ ἔρχηται εἰς τὸ νὰ ὁμιλήσῃ περὶ ὅλων τῶν πραγμάτων καὶ ἄλλων τινων ἀκόμη! Ἀλλὰ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει πόση εἶναι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ διεξέλθῃ ἡ παροῦσα Βουλή, ὅταν ἔχητε προσθέτως ὑπ’ ὄψει τὴν πληροφορίαν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπείγεται νὰ ἔχῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, τὴν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, θὰ δεχθῆτε ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον οὐ μόνον εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, περὶ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία εἰς ἐμέ, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς μὴ φίλους τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ θελήσωσι νὰ παρεμβάλωσι κανὲν πρόσκομμα εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τοῦ προτεινομένου ἐνώπιον αὐτῶν νομοσχεδίου. Τὰ πράγματα εἶναι ἁπλούστατα, κύριοι Βουλευταί. Ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής,—καὶ δύναμαι ἴσως νὰ συμπληρώσω κατά τι τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐκείνου. —Καθ’ ὃν χρόνον συνήπτετο τὸ δάνειον, καθ’ ὃν χρόνον διεξήγοντο αἱ διαπραγματεύσεις, ἡ Κυβέρνησις προσεπάθει νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν σύναψιν ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τῶν 150,000.000 καὶ οἱ δανεισταὶ δυσχερῶς εἶχον πρὸς τοῦτο καὶ δυσθύμως καὶ προσεπάθουν νὰ τὸ ἐλαττώσωσι. Κατώρθωσεν ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις τότε νὰ ἐπιτύχῃ τὴν σύναψιν αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ὑπὸ ὅρους, οἱ ὁποῖοι λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας συνήφθη, ἦσαν βεβαίως κάλλιστοι. Σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν μεταβολῆς τινος τῶν πραγμάτων. Οἱ δανεισταὶ ζητοῦσι νὰ μᾶς δώσωσιν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ δανείου, ἡ δὲ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ μὴ λάβῃ τοῦτο ἀμέσως ὁλόκληρον, καὶ διότι, ἂν τὸ λάβῃ ἀμέσως, θὰ πληρώνῃ τόκους δι’ ἓν μέγα ποσόν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ διαθέσῃ ἀμέσως, καὶ διότι διὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου τούτου ἔχει ἀνάγκην νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1912, ὁ ὁποῖος θὰ παραστήσῃ πιστότερον καὶ πληρέστερον τὴν εἰκόνα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο λοιπὸν ζητοῦμεν σήμερον· νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε, αὐτὸ τὸ δάνειον νὰ μὴ τὸ λάβωμεν ὁλόκληρον σήμερον, νὰ λάβωμεν ὀλιγώτερον ἀπὸ αὐτό. Εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ συζήτησις σοβαρῶς περὶ τοῦ πράγματος αὐτοῦ; Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. Κάμνω δὲ ἔκκλησιν, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν — καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως — ὅπως μὴ θελήσωσι νὰ παρεκτείνωσι συζήτησιν, ἡ ὁποία οὐδένα ἔχει λόγον νὰ παρεκτείνηται σήμερον, καὶ ψηφίσωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς ἀπασχολήσωσι τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω ἐὰν θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ σύστασίς μου, θὰ παρακαλέσω τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, εἰδικώτερον, ὅπως ἡ συνεδρίασις τῆς ἑσπέρας ταύτης παραταθῇ ὅπως τελειώσωμεν τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ περατώσωμεν ἀπόψε. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§103Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀγνοῶ, κύριοι Βουλευταί, ἂν ἡ Κυβέρνησις μετεπέμψατο τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν ἢ ἂν οὗτος αὐτόκλητος προσῆλθε συνήγορος τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ ἀποτέλεσμα καλεῖται ἀποκατάστασις τῶν σχέσεων καὶ διὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο ἔσχε τὴν ἀμοιβὴν αὐτοῦ ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς δι’ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ συζήτησις, κατὰ τὴν γνώμην μου, προσήκει σοβαρὰ καὶ εὐρεῖα, οὐχὶ μόνον περὶ τοῦ ἂν πρέπῃ νὰ ψηφίσωμεν ἢ νὰ μὴ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ διότι κυριώτατα ἦλθεν ἐπὶ τέλους ὁ καιρὸς νὰ γνωρίσωμεν ἐπὶ τῶν πραγμάτων καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν λόγων, καὶ μόνον ἐπὶ τῶν λόγων, ποία τέλος πάντων εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου τούτου, ὅστις ἐξηγέρθη εἰς μίαν ἐπανάστασιν, ἵνα, ὑπὲρ πᾶν ἄλλο, ἐπιτύχῃ τὴν διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν του. Διὰ τῆς συμβάσεως, Κύριοι, τῆς 3 Ἰουλίου 1910 παρείχετο εἰς τοὺς κεφαλαιούχους, μεθ’ ὧν θὰ συνωμολόγει τὸ δάνειον τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, δικαίωμα αἱρέσεως μέχρι τέλους τοῦ ἔτους 1911. Δηλαδή, κ. Βουλευταί, μέχρι τέλους τοῦ 1911 οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐκεῖνοι εἶχον τὸ δικαίωμα κατὰ πᾶσαν περίστασιν, μέχρι τέλους, λέγω, τοῦ 1911, νὰ μᾶς προσφέρωσιν ὁλόκληρον τὸ δάνειον τῶν 150,000,000 ἢ μέρος αὐτοῦ καὶ θὰ ἤμεθα ὑπόχρεοι νὰ τὸ λάβωμεν. Ταῦτα ἔλεγε τὸ ἄρθρον 13 τῆς συμβάσεως τῆς 3 Ἰουλίου 1910. Ὑπάρχει καὶ τὸ ἄρθρον 14 τῆς αὐτῆς συμβάσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον: «Ἐὰν δὲ μετὰ τὴν ἔκπνευσιν τῆς προθεσμίας τῆς αἱρέσεως ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνῃ πρόσφορον νὰ διαπραγματευθῇ τὸ ὅλον ἢ μέρος τῶν μὴ δηλωθέντων τίτλων, θὰ ἀποταθῇ κατὰ πρῶτον εἰς τοὺς ἀφ’ ἑτέρου συμβαλλομένους παραχωροῦσα εἰς τούτους μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1912 (ν. ε.) δικαίωμα προτιμήσεως ἐπὶ ἴσοις ὅροις». Ἀφοῦ λοιπὸν ὑπάρχει δικαίωμα αἱρέσεως μέχρι τέλους 1911, δικαίωμα δὲ προτιμήσεως ἐπὶ ἴσοις ὅροις μέχρι τέλους τοῦ 1912, διατὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον νὰ παρατείνῃ εἰς τὸ ἄπειρον τοῦ χρόνου τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως;
§104Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Δὲν τὸ παρατείνει εἰς τὸ ἄπειρον καὶ «ἐπὶ ἴσοις ὅροις», διότι ἤδη θὰ ἔχῃ γνώμην καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ τὸ ὅλον ἢ μέρος τοῦ δανείου ἢ νὰ μὴ δεχθῇ τοῦτο, ἐνῷ κατὰ τὴν πρώτην σύμβασιν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ τὸ ὅλον προσφερόμενον, ἄνευ ἀντιρρήσεως, μέχρι τέλους Δ)βρίου 1911, δικαίωμα δὲ προτιμήσεως μέχρι τέλους 1912.
§105Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς τὸ εἶπον καὶ ὅταν ἐκαθήμην εἰς τὴν θέσιν μου. Σᾶς διαψεύδει καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐν τούτοις ἐπιμένετε ἀκόμη. Ὅταν διαφωνῆτε ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν ἔχετε λόγον νὰ εἶσθε φίλος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ παρακαλῶ, κύριοι Συνάδελφοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε τὴν φορὰν ταύτην, νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως μὴ μὲ διακόπτητε. Πρὸς τίνα λόγον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως παρατείνεται εἰς τὸ ἄπειρον τοῦ χρόνου, δηλαδὴ ἐφ’ ὅσον χρόνον δὲν θὰ ἔχωμεν λάβῃ τὸ ὅλον τοῦ δανείου τῶν 150,000,000; Τοῦτο λέγει τὸ νομοσχέδιον. Ὅτι δηλαδή, κατὰ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν θὰ συνομολογήσῃ ἡ Κυβέρνησις, τὸ Ἑλληνικὸν κράτος, ἐφόσον δὲν θὰ ἔχῃ λάβῃ τὸ ὅλον δάνειον τῶν 150,000,000, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις μὲ ἄλλους κεφαλαιούχους, ὅπως ὑπὸ ὅρους εὐνοϊκωτέρους συνομολογήσῃ δάνειον, δηλαδή, μέχρι τοῦ ἀπροσδιορίστου ἐκείνου χρονικοῦ σημείου, οἱ κεφαλαιοῦχοι, μετὰ τῶν ὁποίων συνεβλήθημεν καὶ πρόκειται νὰ συμβληθῶμεν, θὰ μᾶς ἔχωσιν ὑπὸ τὸ κράτος των, ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν των, ὑπὸ τὰς θελήσεις των. Τί ἆρά γε νὰ συμβαίνῃ, ἐπαναλαμβάνω νὰ ἐρωτῶ; Ἐλέχθη ἤδη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἶπον πρὸς αὐτὴν οἱ κεφαλαιοῦχοι: «ἕτοιμα τὰ 150,000,000, ἔχεις ὑποχρέωσιν ἐκ τῆς συμβάσεως νὰ τὰ λάβῃς». Συμβαίνει τοῦτο τάχα, διότι εἶναι ἀκμαία ἡ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους; Διὰ τοῦτο; Διότι εἶναι ἀκμαία ἡ πίστις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διὰ τοῦτο προσεφέροντο τὰ 150,000,000; Ἢ διότι εἶναι ἠσφαλισμένον ὅσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσφαλισθῇ δάνειον; Ὅταν, κύριοι Βουλευταί, ἐπρόκειτο νὰ ἀναχωρήσω εἰς τὸν νομὸν τῆς Λακωνίας πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8ης Αὐγούστου καὶ εἶχον πληροφορηθῆ τὰς γινομένας συζητήσεις καὶ διαπραγματεύσεις διὰ τὴν προκαταβολὴν τῶν 40 ἑκατ. ἐρωτώμενος ὑπὸ τῶν ἐκλογέων μου, ἐὰν θὰ συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, ἔλεγον πρὸς αὐτούς: ἀλλοίμονον ἐὰν συνομολογηθῇ τὸ δάνειον, ἀλλοίμονον ἐὰν δὲν συνομολογηθῇ, διότι ἀληθῶς ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀκαταγώνιστος νὰ λάβωμεν χρήματα ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ἐπρόκειτο νὰ τὰ λάβωμεν καὶ καθ’ ὃν τρόπον σήμερον τὰ λαμβάνομεν πρέπει νὰ ἀντιληφθῶμεν, ὅτι ἐπιβάλλονται εἰς ἡμᾶς σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ καὶ βαρύτατα καθήκοντα διὰ τὸ ὅλον τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους τούτου, ἐὰν θέλῃ νὰ ὑπάρξῃ, ἂν θέλῃ νὰ σωθῇ. Παρέχονται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τὰ 110,000,000 ὁλόκληρα ἐκ τῶν ὁποίων θὰ πληρωθῶσι 40,000,000 περίπου διὰ τὴν προκαταβολήν.
§106Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀκριβῶς 40,000,000.
§107Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. 39,400,000.
§108Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. 40,000,000 ἀκριβῶς.
§109Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, διότι ἐλήφθη ἤδη ἡ προμήθεια κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ Ἰουλίου, δρ. 600,000.
§110Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀκριβῶς 40,000,000.
§111Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. 110,000,000 ὀνοματικά, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ καταβληθῶσι 40,000,000 διὰ τὴν προκαταβολὴν καὶ διὰ τὴν κάλυψιν πρώην ἐλλειμμάτων καὶ μελλόντων ἐλλειμμάτων. Καὶ δὲν θὰ ἀπομείνῃ τίποτε, παρὰ μόνον ἓν μέγα βάρος διὰ τὸν ἐτήσιον τοῦ Κράτους προϋπολογισμόν, ἓν μέγα ἐμπόδιον, ἓν ἀνυπέρβλητον ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ Κράτος τὴν ἀποστολήν του. Καὶ τότε πῶς θὰ δύναται νὰ παρέχῃ τὰς ὑποσχέσεις της ἡ Ἀνόρθωσις; Ἰδοὺ διατί εἶπον προηγουμένως, διακόπτων τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικοβοιωτίας πολιτευτήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρίσταται μὲ τὸ ἐγχειρίδιον εἰς τὸν λαιμόν. Ἀλλά, παρισταμένη μὲ τὸ ἐγχειρίδιον εἰς τὸν λαιμόν, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ παρίσταται μετὰ στοιχειώδους εἰλικρινείας, νὰ παρίσταται μετὰ στοιχειωδεστάτης εἰλικρινείας, μετὰ τῆς εἰλικρινείας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ ἐγχειρίδιον εἰς τὸν λαιμόν, διότι εἶναι ἀκατανόητον πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος ἀμετανόητος, ἐξακολουθῶν καὶ ὑπὸ τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ ὑπὸ τὸν κίνδυνον τοῦτον νὰ ἐμπαίζῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ ἐμπαίζῃ καὶ νὰ ἀπατᾷ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διότι, κύριοι Βουλευταί, δὲν ὑπάρχουσιν ἑκατομμύρια ὄχι τεσσαράκοντα, ἀλλ’ οὔτε τριάκοντα, οὔτε εἴκοσι πέντε, κατὰ τὴν γνώμην μου, οὔτε εἴκοσι διὰ νὰ διατεθῶσι πρὸς δημόσια ἔργα, περὶ ὧν τόσος ἐγένετο λόγος. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ἰδίᾳ τῶν Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἀσχολοῦνται εἰς τοιαῦτα ζητήματα, οὔτε λόγον ἔχουσιν, οὔτε ὑποχρέωσιν, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔχουσι, νὰ ἀσχολῶνται εἰς τοιαῦτα ζητήματα. Καὶ ἀκούοντες οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι 110,000,000, νομίζουσιν, ὅτι ἐκ τῶν 110,000,000 θὰ ἀφαιρεθῶσι 40,000,000 ἢ 45,000,000 ἢ 50,000,000 πρὸς δημόσια ἔργα, ἐνῷ πρέπει νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, λέγω, ὅτι δὲν θὰ ληφθῶσιν 110,000,000. Τὸ δάνειον θὰ συνομολογηθῇ εἰς τὰ ὀγδοήκοντα τέσσαρα, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅτι, ὅταν λέγωμεν, ὅτι 100 ἑκατ. δανειζόμεθα, λαμβάνομεν πραγματικῶς 84 ἑκατομμύρια. Ἀφαιρέσατε ἐκ τούτων καὶ 2½% διὰ τὴν προμήθειαν μένουσι μόνον 81,500,000. Ἀφαιρέσατε ἔξοδα τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν, τῆς χαρτοσημάνσεως, διάφορα ἄλλα ἔξοδα, καὶ θὰ μείνωσι 81,000,000 τὸ πολύ.
§112Γ. ΠΩΠ. 79,000,000 μόνον. Αὐτὸ λέγει ἡ ἀριθμητική.
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τόσον τὸ χειρότερον. Ἐκ τούτων, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν, θὰ πληρώσωμεν 40,000,000 διὰ τὴν ληφθεῖσαν προκαταβολήν. Οἱ ὑπολογισμοὶ οἱ ἰδικοί μου εἶναι οἱ ἑξῆς: Ἔχομεν 220,000 ὁμολογίας, θὰ δώσωμεν ἐκ τούτων 98,160 διὰ τὴν προκαταβολήν, ἀπομένουσιν ἑπομένως 121,840 ὁμολογίαι, πρὸς φρ. 407.50 ἑκάστη, ἑπομένως ἀντὶ τῶν 110,000,000 ὀνοματικῶν ἔχομεν νὰ λάβωμεν πραγματικῶς 49,649,800, ἐκ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τὰ ἔξοδα τῆς χαρτοσημάνσεως, τὰ ἔξοδα τῶν ὁμολογιῶν καὶ διάφορα ἄλλα ἔξοδα, ὥστε δὲν ἀπομένει νὰ λάβῃ τὸ Κράτος ἐκ τῶν 110,000,000 οὔτε 49,000,000 κατὰ μέγιστον ὅρον.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ 40,000,000 τί ἐγένοντο;
§115Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὰ 110 ἑκατ. ἀφαιροῦνται καὶ τὰ τῆς προκαταβολῆς 40 ἑκατ., ἀλλὰ τὰ 110,000,000 θὰ συνομολογηθῶσιν εἰς τὰ 81,000,000, διότι εἶναι, λέγω, ὀνοματικὰ τὰ 110,000,000.
§116Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προκαταβολὴ δὲν εἶναι ὀνομαστική;
§117Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι εἶναι πραγματική. Καὶ γνωρίζετε πόσον κοστίζει ἡ προκαταβολὴ ἐκείνη; Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ἰδικούς μου 2,300,000 περίπου, καὶ θὰ πληρώσωμεν, μετὰ τῆς δοθείσης προμηθείας, ἀκριβῶς 40,000,000. Ἐκ τῶν 110,000,000 λοιπὸν, ὀνοματικῶν, θὰ πληρωθῶσι τὰ 40,000,000 τῆς προκαταβολῆς ὥστε ἀπομένει νὰ λάβωμεν εἰς χρήματα μετρητὰ 49,000,000 περίπου κατὰ μέγιστον ὅρον. Ἐκ τούτων τῶν ἑκατομμυρίων μᾶς ὑπόσχεται οὐχὶ εἰλικρινῶς, καίτοι ἔχει τὸ ἐγχειρίδιον εἰς τὸν λαιμόν, ἡ Κυβέρνησις, νὰ κατασκευάσῃ ἔργα ἀντιπλημμυρικά, ἔργα σιδηροδρομικά, ἔργα ὑδραυλικὰ καὶ ἔργα λιμενικὰ πλέον τῶν 40,000,000!
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ καλὴ πίστις ἐπιβάλλει νὰ μὴ μεταβάλλητε τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν εἶπεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 110,000,000 θὰ κάμῃ ὅλα τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ γίνουν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 150,000,000. Ἐκ τοῦ ὅλου ποσοῦ θὰ διατεθοῦν ὑπὲρ τὰ 40,000,000 διὰ τά ἔργα ταῦτα.
§119Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ καλὴ πίστις ἐπιβάλλει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, μόνην τὴν ἀλήθειαν, πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ τῶν πραγμάτων τῶν ἀληθῶν, ὄχι δὲ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καθὼς ὅταν ὁμιλῶμεν προεκλογικῶς ἀπὸ ἐξωστῶν. Διότι, ἂν ὑπάρχῃ καλὴ πίστις, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι παρῃτήθημεν διὰ παντὸς τῶν ὑπολοίπων 40,000,000. Καὶ διατὶ τοῦτο; Διότι μᾶς παρέχεται ἡ σύμβασις αὐτὴ διὰ τὰ 110,000,000 ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν τὰ ὑπόλοιπα 40.000.000. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνταπόδοσις πρὸς τοὺς δανειστάς.
§120Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἔχουν συμφέρον ἐκ τούτου οἱ κεφαλαιοῦχοι;
§121Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχουν συμφέρον, διότι θὰ μᾶς κρατοῦν μὲ τοὺς ὅρους τῆς συζητουμένης συμβάσεως.
§122Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις.
§123Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ περιμείνητε, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν 49,000,000 τὸ πολὺ δὲν θὰ λάβῃ παρὰ μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων. Οὐδὲ λεπτὸν ἄλλο θὰ δυνηθῇ καὶ ἂν θελήσῃ νὰ λάβῃ. Οὔτε εἶναι εἰς θέσιν νὰ λάβῃ ἄλλα, οὔτε σκοπεύει νὰ λάβῃ ἄλλα, οὔτε σκοπεύει νὰ κατασκευάσῃ ἔργα μιᾶς δραχμῆς, εἴτε σιδηροδρομικά, εἴτε λιμενικά.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς τὸ γνωρίζετε αὐτό;
§125Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ λέγουν τὰ πράγματα.
§126Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι 49,000,000, ἀλλὰ μόνον 47½. Αὐτὰ λέγει ἡ ἀριθμητική.
§127Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. 220,000 εἶναι αἱ ὁμολογίαι, δὲν εἶναι ἄλλαι.
§128Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Λησμονεῖτε τὸ ὑπόλοιπον τῶν 40 ἑκατομμυρίων;
§129Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ὑπόλοιπον τῶν 40 ἑκατομμυρίων σᾶς ἐπαναλαμβάνω δὲν θὰ συνομολογηθῇ ποτὲ καὶ ὅταν θὰ ἴδητε τὴν σύμβασιν τότε θὰ πεισθῆτε.
§130Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ εἶνε εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως.
§131Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν πραγμάτων. Ἐπὶ τῷ ὅρῳ τούτῳ συνομολογεῖται, ἐπαναλαμβάνω, ἡ σύμβασις αὕτη. Διότι προσῆλθον οἱ δανεισταὶ καὶ εἶπον εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «Ἰδοὺ τὰ 150 ἑκατομμύρια, λάβε τα». Συνεσχέθη ὑπὸ τρόμου ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶπε: «Πῶς νὰ τὰ λάβω, ποῦ νὰ στρέψω νὰ σωθῶ;» Τότε παρεκάλεσε τοὺς κεφαλαιούχους νὰ στέρξωσιν, ὅπως δώσουν μόνον 110 ἑκατομμύρια ὑπὸ τὴν ἀνταμοιβὴν πρὸς αὐτοὺς νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως εἰς τὸ ἄπειρον τοῦ χρόνου.
§132Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). (Γελᾷ).
§133Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Γελᾶτε, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ γελάσητε, ὅταν σᾶς ἐκάλεσαν νὰ διευθύνητε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παντελῶς ἀπαράσκευον.
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀνευλάβεια αὕτη καθ’ ἑκάστην ἐκδηλοῦται ἐκ μέρους ὑμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸς τρόπος συζητήσεως αὐτός.
§135Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀνευλάβεια ὑμῶν πρὸς τὴν Βουλήν, τὴν ἐντολίδα ὑμῶν Βουλήν, ἡ ἀνευλάβεια ἡ καθημερινή, ἡ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν τῶν ὑπουργῶν, γελώντων καὶ μειδιώντων καὶ καγχαζόντων, ὅταν ὁμιλῶσιν οἱ ἐντολεῖς ὑμῶν, οἱ Βουλευταί, δὲν εἶναι ἀνευλάβεια; Μάθετε σεῖς νὰ σέβεσθε, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα περισσότερον ὑμῶν διατεθειμένοι νὰ σᾶς σεβώμεθα.
§136Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πολὺ σωστά.
§137ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Χαμηλοφώνως). Δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει καὶ κανεὶς νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως.
§138Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς δι’ ὑμᾶς νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δι’ ἡμᾶς ὅμως ὑπάρχουσι πλεῖστοι, δυνάμενοι νὰ διευθύνωσι τὰς ἐργασίας τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τούτου ἀγωνιζόμεθα διὰ νὰ παύσουν διευθύνοντες οἱ διευθύνοντες τὰς ἐργασίας τῆς Συμπολιτεύσεως, οἱ διευθύνοντες κατὰ τρόπον, ὅστις συμπληροῖ καταστροφὴν διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Διαμαρτυρίαι). Ἐδῶ τὰ πράγματα εἶναι ὁλοφάνερα, Κύριοι, εἶναι ὁλοφάνερα τὰ πράγματα. Διατί ζητεῖται ἡ αἵρεσις, τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως ἐπ’ ἄπειρον, ἀφοῦ ὑπάρχει δικαίωμα αἱρέσεως μέχρι τέλους τοῦ 1911, δικαίωμα προτιμήσεως μέχρι τέλους τοῦ 1912;
§139Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Διὰ νὰ ἔχωμεν περιθώριον, τὸ ὁποῖον μᾶς χρειάζεται.
§140Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἔχετε ἐκ τῆς γενομένης συμβάσεως. Μέχρι τέλους τοῦ 1912 δὲν δυνάμεθα νὰ συνομολογήσωμεν δάνειον, οὔτε μιᾶς δραχμῆς, παρὰ μόνον μετὰ τῶν κεφαλαιούχων τούτων ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἀφοῦ εἴμεθα καταδήλως ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῶν μέχρι τέλους τοῦ 1912 διατί ἀπὸ τοῦδε παρέχομεν εἰς αὐτοὺς δικαίωμα αἱρέσεως καὶ θέτομεν, ὅτι θὰ συνομολογηθῇ δάνειον μόνον 110 ἑκατομμυρίων; Διότι τόσον ἔχομεν σκοπὸν ἀσφαλῶς νὰ συνομολογήσωμεν. Τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ τὸ τονίζω, τὸ ἐξαγγέλλω πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ λέγω πρὸς αὐτόν: ὅτι ἀπατᾶται, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι θὰ γίνουν 40 ἢ 30 ἢ 25 ἢ 20 ἑκατομμυρίων ἔργα διάφορα.
§141Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀναμφισβητήτως.
§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ λάβωσιν, ἔλεγον προηγουμένως, τόσα μόνον, ὅσα ἀρκοῦν νὰ καλύψουν τὰ τεράστια ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἀναμένει τὸ τέλος τῆς χρήσεως τοῦ 1911.
§143ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ προκαλέσω τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς ἀδείας, τὴν ὁποίαν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, δὲν ζητεῖται ἡ ἀνατροπὴ τῆς τάξεως τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ δανείου, ἡ δὲ τάξις τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ δανείου κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν συνομολογηθεῖσαν, ἀναγράφεται ἐν τῷ διατάγματι τούτῳ, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν ζητεῖ νὰ μεταρρυθμίσῃ ἡ Κυβέρνησις, διατάγματι δημοσιευθέντι ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ χρονολογίαν 23 Ἰουλίου 1910. Ὥστε κατ’ ἀνάγκην ταῦτα ἔρχονται εἰς τρίτην τάξιν.
§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῦ λέγονται ταῦτα;
§145ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ Διάταγμα τὸ ἐκδοθὲν κατὰ νομοθετικὴν ἐπιταγὴν κατὰ Ἰούλιον τοῦ 1910 καὶ τὸ ὁποῖον ἀντικατοπτρίζει τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει αὐτά, ἀλλ’ ὄχι μετὰ τῆς ἀκριβολογίας ταύτης.
§146Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ βεβαιώσητε, ἂν θὰ ἐπιμένητε εἰς τοὺς ἰσχυρισμούς σας, ἀφοῦ ἀναγνώσητε τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅταν θὰ γένηται νόμος.
§147ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν τὸ νομοσχέδιον ἐζήτει τὴν ἀνατροπήν, ἄλλο ζήτημα, ἀλλά, ὡς εἶναι σήμερον, δὲν ζητεῖ ἀνατροπήν, φυλάττει τὴν αὐτὴν τάξιν.
§148Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ζητεῖ ἀνατροπήν, κύριε συνάδελφε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ λέγωνται ταῦτα;
§149Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Ὡραία ἀπάντησις.
§150Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡραιοτάτη ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία βασίζεται ἐπὶ τῶν κειμένων. Διότι ὁ νόμος ΓΧΜΒʹ, ὅστις εἶχεν ἐπιτρέψει τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου, ἔλεγεν εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον: «Τὸ προϊόν τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου διατεθήσεται πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων καὶ ἰδίᾳ σιδηροδρομικῶν γραμμῶν». Καὶ ἰδίᾳ σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ἔλεγεν ὁ νόμος. Ἀκούσατε τώρα τὴν εὐλάβειαν τῆς συμβάσεως πρὸς τὸν νόμον.
§151ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄρθρον 6, ἐδάφιον 4.
§152Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐδάφιον 2ον (ἀναγινώσκει). «Διὰ ποσὸν 40 ἑκατομμυρίων πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμου καὶ ὑδραυλικῶν ἔργων ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ διὰ τὴν καταβολὴν ἀποζημιώσεων ἐνδεχομένως ὀφειλομένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ προερχομένων ἐκ σιδηροδρομικῶν ἔργων». Ὄχι ἰδίᾳ διὰ σιδηροδρόμους πλέον, ἀλλὰ δι’ ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν Θεσσαλίᾳ. Ποῦ τὰ εἴδετε τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς τὸν νόμον; Ὥστε βλέπετε ὅτι ἄλλα λέγει ὁ νόμος ὁ ἐπιτρέπων τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου καὶ ἄλλα ἡ σύμβασις ἡ ἐκδεδομένη δυνάμει τοῦ νόμου, ἄλλα θὰ λέγῃ ἡ ἄλλη σύμβασις, ἡ ἐρχομένη μετὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Βεβαιότατα ἄλλα θὰ λέγῃ. Αὐτὴ εἶναι ἡ εὐλάβεια πρὸς τὰ κείμενα.
§153ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ ἴδωμεν ἂν θὰ λέγῃ.
§154Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὰ ὁ νόμος δὲν λέγει οὐδαμῶς ὑδραυλικὰ ἔργα, ῥητῶς δὲ «ἰδίᾳ σιδηροδρομικά».
§155ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἀρχίζει τὸ ἐδάφιον ἀπὸ σιδηροδρόμους, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι ἐδῶ εἰς αὐτὸ θὰ προσέξῃ.
§156Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι μόνον τοῦτο; Προηγουμένως εἴπατε ὅτι ἐν τῇ κρίσει τῆς Κυβερνήσεως ὑμῶν ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα ὅτι προὐτάθη ἡ ἀνάγκη δύο σιδηροδρόμων καὶ ἐν τῇ συμβάσει σας λέγετε «σιδηροδρόμου».
§157Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Λάθος ἔχει· τὸ Γαλλικὸν κείμενον εἶναι σαφές· εἶναι λάθος τυπογραφικόν.
§158Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Γαλλικόν!
§159Γ. ΠΩΠ (γελῶν). Νὰ φέρωμεν ὀργανωτὰς διὰ τὰ νομοσχέδια νὰ τὰ μεταφράζουν.
§160Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖα ἔργα λοιπὸν θὰ κατασκευασθῶσι μὲ 47 ἑκατομμύρια, ὅταν ἔχητε ὡμολογημένον ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡμολογημένον ἔλλειμμα 5 ἑκατομμυρίων, ὅταν ἔχητε πληθὺν νόμων καὶ συνταγματικῶν διατάξεων ἀπαιτουσῶν δαπάνας ἄλλων ἑκατομμυρίων, ὅταν ἔχητε ὡμολογημένον ἤδη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε εἰσηγεῖτο τὸν Προϋπολογισμόν, ὅτι δὲν ἐγγυᾶται ὅτι τόσον μόνον θὰ εἶναι τὸ ἔλλειμμα, μόνον 5 ἑκατομμυρίων, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ παρελθόντα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γίνονται καὶ σήμερον εἰς μεγαλειτέραν κλίμακα καὶ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι οὐδέποτε ἔλειψαν αἱ ἀναπληρωματικαὶ καὶ ἔκτακτοι πιστώσεις ἑκατομμυρίων πολλῶν; Ποῦ θὰ εὑρεθῶσι τὰ ἑκατομμύρια δι’ ἔργα, διὰ τὰ ὁποῖα διεξάγεται ἡ πάλη καὶ ὁ ἀγὼν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Ἐδῶ περιήγαγε τὰ πράγματα τῆς χώρας ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως. Ἐντὸς ὀλίγου, ἂν μείνῃ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς, ὡς τὸ διεξάγει, ἀναμφιβόλως θὰ εὑρεθῇ ἐν παντελεῖ ἀδυναμίᾳ ἡ χώρα νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολήν της. Ἀλλ’ ὑπάρχει πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ὑπάρχει καὶ πολιτικὴ συμμαχοῦσα αὐτῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ εἰρήνη καὶ μόνη ἡ εἰρήνη εἰς τὸ διηνεκὲς ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη διὰ νὰ ὑπάρξῃ ὡς στρατόπεδον τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, ἢ ἄλλως εἶναι ἀφιλότιμον, ἂν ἐξακολουθῇ τὴν ὕπαρξίν του. Διότι τὰ πράγματα ἀποδεικνύουσιν ὅτι εὑρισκόμεθα κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας πρὸ θεαμάτων, ἵνα ἀπατῶμεν καὶ ἐμπαίζωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἵνα λεληθότως φθάσωμεν ἐντὸς ὀλίγου πρὸ τῆς στυγνότητος τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς. «Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προχωρήσητε μήτε ἓν βῆμα εἰς τὴν ἐθνικήν σας ἀποστολήν». Καὶ τότε θὰ πληρωθῇ ἡ ἐπιθυμία τῆς πολιτικῆς ἐκείνων, οἵτινες ἔξωθεν διευθύνουσι σήμερον τὰ πολιτικὰ πράγματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους!
§161Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ συναδέλφου μου τῆς Ἀντιπολιτεύσεως περὶ τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἤδη ὡμίλησα, μεθαύριον θὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἐλπίζω νὰ πείσω πάντα καὶ αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ οὐχὶ μόνον τὰς δαπάνας τοῦ δανείου τῶν 110,000,000, ἀλλὰ καὶ τὰς δαπάνας τοῦ δανείου τῶν 150.000,000 εὐθὺς ὡς παραδεχθῶμεν ὅτι οἱ οἱ νέοι φόροι θέλουσιν ἀποφέρει ὅσα προϋπολογίζονται. Τὴν εἰσαγωγὴν αὐτὴν ἤμην ἠναγκασμένος νὰ κάμω, ὅπως δικαιολογήσω ὅσα θέλω εἴπει. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀνέκαθεν διεμαρτυρόμην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἐφάνησαν μητρυιαὶ πρὸς τοὺς κατοίκους τῆς ἐλευθέρας χώρας, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ ἤμην ἐναντίος εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπόσχεται εἰς τὴν χώραν εὐεργετήματα ὄχι μικρά. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐπαρχία ὡς ἡ Λακεδαιμονία ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ ἔχῃ σιδηρόδρομον, ὄχι μόνον τὰ προϊόντα τῆς ἐπαρχίας ταύτης εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐπιβάλλωσι τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αἱ ἱστορικαὶ παραδόσεις αὐτῆς, ὅπως ἡ βιομηχανία, τῶν ξένων ἀναπτυχθῇ πρὸς ὄφελος ὄχι μόνον τῆς ἄνω ἐπαρχίας ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους. Μάλιστα θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ὅσον θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ περιλάβῃ εἰς τὰς σκέψεις της διὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Λεβαδείας–Δελφῶν, ἔστω καὶ διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἠλεκτρικῶν τροχιοδρόμων, χρησιμοποιουμένης ὑδραυλικῆς δυνάμεως τῆς Ἑρκύνης ἢ ἄλλης πρὸς παραγωγὴν τοῦ ἠλεκτρισμοῦ. Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνον ταῦτα τὰ εὐεργετήματα τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸν τόπον; Ὑπόσχεται εἰς τὸν λαὸν τῆς Θεσσαλίας νὰ τὸν προφυλάξῃ ἀπὸ τὰς πλημμύρας, ἀπὸ τοὺς πυρετούς, εἶναι τοῦτο μικρόν; Καὶ εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ μὴ παράσχω πᾶσαν συνδρομὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπιτύχῃ ταῦτα; Ἐπικροτῶ καὶ εἰς τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπηνίχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐλπίζει ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ κηρύξωμεν ἐλεύθερον λιμένα τὸν λιμένα τοῦ Πειραιῶς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου θὰ εὐεργετηθῇ ὄχι μόνον ὁ Πειραιεὺς ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ χώρα. Ἐπειδὴ δὲ ἀκόμη εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπάναγκες, ἐὰν τοιοῦτό τι σκοπεῖ ἡ Κυβέρνησις, νὰ ψηφίσωμεν διάταξιν συνταγματικήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ λέγηται ὅτι, ἐὰν ποτὲ ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς κηρυχθῇ ἐλεύθερος μὴ δύναται πλέον τοῦτο νὰ ἀνακληθῇ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι θὰ θελήσωσι τὰ κεφάλαια νὰ ἔλθωσι καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐν Πειραιεῖ, ἐὰν ὁ κόσμος ὁ ἐμπορικὸς δὲν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὴν μονιμότητα τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν ᾧ θὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν τὴν πρέπουσαν, ἐὰν διάταξις Συνταγματικὴ ὁρίσῃ τοῦτο. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτό τι ψήφισμα. Ταῦτα λέγων, Κύριοι, περὶ τῶν ὠφελημάτων τοῦ νομοσχεδίου δὲν δύναμαι ἢ νὰ συνταχθῶ μὲ τὰς ἀντιρρήσεις τὰς τυπικάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ζητεῖται, ὅπως εἶναι ἐκπεφρασμένον, ὅπως αὐξήσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἐπιζητεῖται, ὅπως αὐξήσωμεν τὰ δικαιώματα τῶν δανειστῶν. Ἡ αἵρεσις εἶναι δικαίωμα τοῦ δανειστοῦ, ὅταν αὐξήσωμεν τὸ ὅριον τῆς αἱρέσεως, αὐξάνομεν τὰ δικαιώματα αὐτοῦ. Ἀγνοῶ ὁποίας συμφωνίας ἤδη ἔχει ἡ Κυβέρνησις μετὰ τῶν δανειστῶν, καὶ ἂν ὑπάρχουσι πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, καὶ τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μᾶς κάμωσι νὰ ἀλλάξωμεν γνώμην, ἀλλ’ ὅπως παρουσιάζεται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον παρεχωρήθη διὰ τῆς συμβάσεως, εἶναι δικαίωμα τὸ ὁποῖον παραχωρεῖται ὄχι εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἰς τοὺς δανειστάς. Μὴ θέλων νὰ μακρηγορήσω περισσότερον καὶ θέλων νὰ παραδεχθῶ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πρέπει νὰ συντομεύσωμεν τὰς ἀγορεύσεις μας χάριν τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§162Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§163ΑΝ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Οὐδεμία ἀμφιβολία, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὸν τρόπον, τὸν μᾶλλον κατάλληλον, πρὸς τὴν ἀσφαλῆ ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν θέλει διαχειρισθῆ καὶ χρησιμοποιήσει τὸ δάνειον· ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς διαφόρους ἀνάγκας τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ τὰς περιστάσεις, αἵτινες θέλουσιν ἐπιτρέπει ἢ μὴ τὴν πλήρωσιν αὐτῶν· πᾶσα ἀντίθετος περὶ τούτου γνώμη παρ’ οὐδενὸς ἐπιτρέπεται. Καίτοι ἐφρόνουν ἐν τούτοις ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἡ ἀδιαφορία μεθ’ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεδέχθησαν τὴν γενομένην παράκλησιν περὶ τῆς ἀνάγκης ὅπως προβῶσιν εἰς δηλώσεις περὶ σαφεστέρου καθορισμοῦ τῶν ἐκτελεστέων ἔργων, διότι ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη ἀποτελεῖ ἴσως ἔλλειψιν πάσης ὡρισμένης σκέψεως καὶ πάσης ἀποφάσεως, οὐχ ἧττον ἐγώ, ἵνα μὴ ἀπασχολήσω διὰ μακρῶν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, περιορίζομαι νὰ ἐκφράσω ἁπλῶς τὴν εὐχὴν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως, μεταξὺ τῶν ἔργων ἅτινα μέλλουσιν νὰ ἐκτελεσθῶσι, πρωτίστην θέσιν καταλάβῃ ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Ἄρτης. Τὴν ἐξαιρετικὴν σημασίαν τοῦ ἔργου τούτου, ἀπὸ ἀπόψεως ἐθνικῆς καὶ στρατιωτικῆς, οὐδεὶς πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ ὑπὸ ἀντίληψιν σπουδαίαν, ἰδιαιτέρως δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός. Γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἓν τῶν μέτρων, ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν πάσης τελείας καὶ συστηματικῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν μέσων πρὸς τὴν ταχυτέραν κινητοποίησιν τῶν δυνάμεων τῆς χώρας, καὶ ἡ ἐξασφάλισις αὕτη ἐπιτυγχάνεται μόνον καὶ μόνον διὰ πλήρους σιδηροδρομικοῦ δικτύου μέχρι καὶ τῶν ἀπωτάτων ὁρίων τοῦ Κράτους. Ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηδρόμου Ἄρτης εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἔργον στρατιωτικόν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν ὑμῶν...
§164Σ. ΣΙΜΟΣ. Παρ’ ὑμῶν ἢ παρ’ ἐμοῦ θὰ πεισθῇ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀξίας τοῦ σιδηροδρόμου Ἄρτης; Αὐτὰ εἶναι δημοκοπία ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεγόμενα!
§165ΑΝΤ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δημοκόπος εἶσαι σύ, δὲν εἰξεύρεις τί λέγεις, εἶσαι ἀγνώμων. Ἐγὼ ἁπλῶς ἐκφράζω εὐχήν, δὲν ἔλαβον τὸν λόγον νὰ ἐπικρίνω τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἐλέγξω οἱανδήποτε πρᾶξιν αὐτῆς. Ἡ κατασκευὴ λοιπόν, κ. Πρωθυπουργέ, τοῦ σιδηροδρόμου Ἄρτης ἀποτελεῖ ἔργον ὑψίστης στρατιωτικῆς σημασίας καὶ ὡς τοιοῦτο δέον νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Ἄλλως προώρισται νὰ ἐξυπηρετήσῃ οὐ μόνον τὰ γενικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀλλὰ καὶ τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντα τοῦ νομοῦ Ἄρτης, τοῦ ὁποίου ὁ λαός, ὁ τόσον ἀτυχὴς καὶ ἀναξιοπαθῶν ὡς ἐκ τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ ὃν ὑπέστη διὰ τῆς γνωστῆς ἐκείνης καὶ ἀστόργου ὁροθετικῆς γραμμῆς, δέον νὰ τυγχάνῃ τῆς ἰδιαιτέρας προστασίας πάσης Κυβερνήσεως καὶ ὁ ὁποῖος εὐεργετούμενος θέλει ἀνεγείρει βεβαίως μνημεῖον εὐγνωμοσύνης ὑπὲρ ἐκείνου, ὅστις τοιαύτην ὑπὲρ αὐτοῦ πρωτοβουλίαν ἤθελε λάβει.
§166Γ. ΠΩΠ. Ἔλαβον τὴν τιμήν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐκθέσω τὴν ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου γνώμην μου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν. Φρονῶ ὅμως ὅτι ἐπιβάλλεται ἀνάπτυξις λεπτομερειῶν τινων, καθ’ ὅσον αἰφνιδίως βεβαίως προκληθείσης τῆς συζητήσεως κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῶσι καὶ λεπτομέρειαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ μακρὸν καὶ φρονῶ ὅτι τοῦτο ἐπιβάλλεται οὐχὶ ἐκ λόγων πατριωτισμοῦ καὶ κινδύνου παρελεύσεως μιᾶς ὥρας, τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπικαλούμενος τὴν ἀσυζητητὶ ψήφισιν τοῦ νομοθετήματος τούτου, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸς κατανόησιν αὐτοῦ χωρισμὸς τοῦ θέματος. Ὡμίλησα, κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, καὶ ἐπίστευσα ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠθέλησα νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς τὴν Βουλήν, ἦτο γενικὴ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος. Πρέπει νὰ περιορισθῶ σήμερον εἰς ἀνάπτυξιν λεπτομερῆ τοῦ ζητουμένου δανείου καὶ νὰ ἐξετάσω ἕτερον θέμα, οὐσιῶδες, ἀλλὰ θέμα κεχωρισμένον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τοῦ ὅλου τούτου μέρους, τὸ τῆς διαθέσεως τῶν δανείων αὐτῶν. Ἡ διάθεσις τῶν δανείων αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν εἰ μὴ νὰ συνδυασθῇ καὶ πρὸς τὴν ὅλην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο περιοριζόμενος εἰς τὸ ζήτημα κυρίως τῶν λεπτομερειῶν, δὲν θὰ μακρηγορήσω, καὶ πρὶν ἢ μάλιστα ἀρχίσω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου, περὶ τοῦ δανείου τούτου, θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀκούσητε καὶ δὲν ἠκούσατε, τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὴν ὁποίαν ἀγνοῶ διατί δὲν ἀνῆλθε νὰ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ ἣν ἀγνοῶ ἐπίσης διατί μετέβαλεν, εἰσηγούμενος μετὰ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἴσως ἔπραξε τοῦτο ἵνα εὐχαριστήσῃ καὶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον καὶ τέως Πρωθυπουργόν, ἴσως καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ τέως Πρωθυπουργὸς χαιρεκάκως, ἂς μὴ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις, ἠθέλησε νὰ ἐνθαρρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς μείζονα κατωφέρειαν ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἐκεῖνος, ἀλλ’ εὑρέθη πρὸ πιεστικῆς ἀνάγκης καὶ λησμονεῖ τοῦτο, ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν ἐν κατανύξει καὶ εὐλαβείᾳ πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἔλεγεν ὅτι: (Ἀναγινώσκει). «Εἶναι ἀληθῶς εὐτύχημα ὅτι τὸ ὅλον τοῦ σχεδίου τούτου δὲν ἐξετελέσθη καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ψηφίσασα τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910 ἐμετρίασεν αὐτὸ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ περιορισθεῖσα εἰς τὴν ἐπιτυχῆ σύναψιν δανείου ἀρκοῦντος νὰ καλύψῃ τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἐλλειμάτων ἀρκοῦντος πλέον τούτου εἰς τὴν ἀποπληρωμὴν τοῦ ἀγορασθέντος θωρηκτοῦ καταδρομικοῦ. Ἐὰν ἐφηρμόζετο πλῆρες τὸ σχέδιον ἐκεῖνο, εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ εἰσηρχόμεθα ταχέως εἰς νέαν οἰκονομικὴν κρίσιν, διότι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ καλύψωσι τὰ νέα βάρη, θὰ ἠναγκαζόμεθα δὲ νὰ θυσιάσωμεν ὁλόκληρον τὸ πρόγραμμα τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν παρασκευῆς». Αὐτὰ ἀνεκοίνου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι δὲ θλιβερὸν ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν παρῆλθον ἐνώπιον ὑμῶν, οἵτινες ὑποστηρίζετε τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τόσης ἀδιαφορίας καὶ ἀπροσεξίας, ὥστε νὰ μὴ ἐνθυμῆσθε αὐτούς, ἐνῷ τοὐναντίον ἡμεῖς μετ’ εὐλαβείας, ὀφειλομένης πρὸς τὸν εἰσηγούμενον κ. Ὑπουργόν, παρηκολουθήσαμεν καὶ ἀνεμνήσθημεν τῶν λόγων ἐκείνων. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔλεγεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τοῦ δανείου, ἔρχεται σήμερον, ἀνατρέπουσα τοὺς ὅρους ἐκείνους, ἀποκηρύττουσα δὲ τὴν στρατιωτικὴν αὐτῆς πολιτικήν, καὶ ζητεῖ ὅπως συνομολογήσῃ τὸ δάνειον. Καὶ προβάλλει δύο αἰτιολογικὰς ἐκθέσεις. Μίαν προφορικὴν καὶ μίαν ἔγγραφον, καὶ ὑποβάλλει καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σχέσιν οὔτε μὲ τὴν προφορικήν, οὔτε μὲ τὴν ἔγγραφον αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἀνέπτυξα τοῦτο ἀγορεύων προχθὲς ἐνώπιον ὑμῶν, ἀλλὰ θὰ εἴπω καί τινα ἀκόμη, διότι φαίνεται ἀτυχῶς ὅτι ὑφίσταται παρεξήγησις· δὲν θέλω νὰ εἴπω ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐτάρασσεν ἴσως, χαρακτηριζομένου τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον συνομολογήθη ἡ νέα σύμβασις, ἡ κρυπτομένη ὄπισθεν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξαγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Μᾶς εἶπον, καθ’ ὃν τρόπον μᾶς ἔλεγον καὶ ὅταν εἰσηγοῦντο τὴν σύμβασιν, τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου, ὅτι: «Εἴμεθα πλέον ὑποχρεωμένοι· τί θέλετε νὰ κάμωμεν;» Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξωθῶν τὴν Κυβέρνησιν εἴτε εἰς τὴν ἀκρισίαν ταύτην, εἴτε εἰς τὴν ἄγνοιαν τῶν πραγμάτων, ἵνα ταυτοχρόνως τὴν ὠθήσῃ ἐπὶ πλέον ἀκόμη εἰς τὴν κατωφέρειαν, εἰς ἣν βαίνει, λέγων αὐτῇ καὶ πρὸς ἡμᾶς: «Βεβαίως εἶσαι ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃς τὰ χρήματα ταῦτα.» Ἀλλὰ λέγομεν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι συμπολιτευόμεθα τῇ ἐννοίᾳ τῶν δηλώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάνειον, πρὸς ὑμᾶς, οἵτινες συμπολιτεύεσθε τὴν ἄρνησιν τῆς στρατιωτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ συνδέει τὴν ἄρνησιν ταύτην μὲ τὴν ὕπαρξιν τοῦ δανείου, καὶ λέγομεν ἡμεῖς: «Δὲν ἔχετε καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῆτε τὸ περαιτέρω δάνειον· οὐδεμία σᾶς ἔχει δεσμεύσει αἵρεσις· εἶσθε ἀπηλλαγμένοι τῶν εὐθυνῶν, καὶ ἐὰν δὲν ἐπράξατε μέχρι τοῦδε ἐκ κακῆς προθέσεως, ἐπράξατε ὅμως ἐκ πλάνης. Καὶ ὅταν ἔρχεταί τις πιστεύων ὅτι πλάνην θέλει νὰ διευκρινίσῃ, δὲν γνωρίζω ποῖα θὰ ἦταν τὰ ὅρια τοῦ πατριωτισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· θὰ ἦσαν ὅρια χρονικά, ἀλλ’ ὅρια χρονικὰ ἐντάσεως καὶ ἐπεκτάσεως τῆς συζητήσεως, μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐφθάνομεν εἰς ἐκεῖνο τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ εἰσήγησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Μόνον δὲ ἐὰν ξένη χεὶρ συνέρραψε τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένη τοιαύτη παρῳδία· ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, καὶ πάλιν λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἔστω καὶ ἐξ ὑποβολῆς, ὡς ῥήτραν καὶ θεμέλια πολιτικοῦ προγράμματος ἀνεκοίνου πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐὰν θέλητε νὰ ἀποδείξητε ὅτι δὲν ἔχητε οὐδὲν ἐν τῷ νῷ, οὐδὲν σχέδιον κατευθύνσεως, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ πράξητε τοῦτο. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ προσπαθήσωμεν τοὐλάχιστον, νὰ σᾶς συντηρήσωμεν εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἐμφανίζεσθε ἐπιθυμοῦντες νὰ πράξητε ἀγαθὸν ὑπὲρ τῆς χώρας; Ἐνεφανίσθητε δὲ τοῦτο ἐπιζητοῦντες διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς τὸ μέρος τοῦτο τῆς περὶ δανείου εἰσηγήσεως. Καὶ ἔρχεσθε πιεζόμενος, ἀγνοῶ ὑπὸ τίνος ἀνάγκης, ἀγνοῶ ὑπὸ τίνος σχεδίου ἐκτρόπου—διότι εἶναι σχέδιον, διὰ τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς δηλώσεις ὑμῶν ἀναγκάζεσθε νὰ θυσιάσητε ὁλόκληρον τὸ πρόγραμμα τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν παρασκευῆς—καὶ μᾶς ζητεῖτε ἵνα δώσωμεν προνόμιον εἰς χρηματιστάς, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχουν, προσπαθεῖτε δὲ νὰ συγκαλύψητε διὰ τῆς ἀναφλέξεως πυροτεχνημάτων τὴν σκοτεινοτέραν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ἐὰν εἶναι ἀληθῆ αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑμῶν. Δὲν εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν ὑπ’ αὐτὴν τὴν μέθοδον τῆς συζητήσεως. Θέλομεν δάνεια, καὶ προβάλλομεν τὴν ἀνόρθωσιν· θέλομεν στρατιωτικὴν παρασκευήν, καὶ ἐρωτῶμεν: πῶς θὰ τὴν ἔχητε καὶ μᾶς λέγουσιν· ἡ ἀνόρθωσις! Ἐπιβάλλομεν φόρον· καὶ ἐρωτῶμεν: διατί ἐπιβάλλετε τὸν φόρον τοῦτον; καὶ μᾶς ἀπαντῶσιν: ὁ ἀνορθωτικὸς ἀγών. Ἀλλὰ τὸ ἀσύλληπτον αὐτὸ τέρας, τὸ ὁποῖον ἔρχεται παμφάγον καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα, δὲν εἶναι ἐπιχείρημα ἀμύνης καὶ ἀντιδράσεως ἐναντίον τῆς φωνῆς τῆς λογικῆς καὶ τῆς φωνῆς τῶν ἀριθμῶν· ἰδοὺ δὲ τί λέγουσι τὰ γραπτὰ κείμενα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖ ὅπως παρασχεθῇ εἰς τοὺς δανειστὰς τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχον, διότι θὰ ἦτο ἀληθῶς τραγικόν, θὰ ἦτο ἄξιον νὰ προκαλέσῃ ζημίαν μεγίστην εἰς τὸ πολιτικὸν κῦρος τοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ πρώτιστα, καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὕστερον, ἐὰν ἠλήθευεν ὅτι ὄντως ἦτο ὑποχρεωμένη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ συνομολογήσῃ δάνειον ὑπὸ τοιούτας συνθήκας. Μᾶς εἶπον ὅτι πιέζονται· ἡμεῖς λέγομεν ὅτι δὲν ἔχουσι καμμίαν ὑποχρέωσιν ὅπως δεχθῶσι τὸ δάνειον τοῦτο πιεζόμενοι· καὶ προσπαθοῦσι νὰ συγκαλύψωσι τὸ τερατῶδες ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται, νὰ καταπνίξῃ τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν πολιτικήν, νὰ τὸ συγκαλύψωσι μὲ τὴν παροχὴν ἰδεῶν καὶ φημῶν καὶ γνωμῶν περὶ παροχῆς ἔργων ποικίλων, τὰ ὁποῖα θὰ δώσωμεν ὡς συγκοινωνίαν, ἐξυγίανσιν καὶ ἐξωραϊσμὸν τοῦ κράτους ἀπὸ τὰ τέλματα, τοὺς λιμένας καὶ τοὺς σιδηροδρόμους, ὥστε νὰ ἀνατείλωσι νέαι ἡμέραι χρυσοῦ αἰῶνος διὰ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ὑπάρχει δὲ νόμος ἀναγκάζων τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποδεχθῇ τὸ δάνειον τοῦτο· καὶ δὲν ὑπάρχει νόμος, διότι ἐμφαίνεται ῥητῶς ἐκ τῆς συμβάσεως. Ἐμφαίνεται ῥητῶς ἐκ τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ τότε Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Προκαταβολὴ καὶ δάνειον ὑπῆρξαν ἀλληλένδετα. Κατὰ ποῖον σύστημα χωρίζετε τὴν προκαταβολὴν ἀπὸ τὸ ὅλον δάνειον; Ἡ λέξις «προκαταβολὴ» δὲν ἐνέχει ἐν ἑαυτῇ τὴν ἔννοιαν τῆς συναφείας τοῦ δανείου τούτου πρὸς τὴν προκαταβολὴν ταύτην; Ἡ σύμβασις καθ’ ὃν τρόπον τὴν εἰσηγήθητε καὶ ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἀσυζητητί, διότι ὅλα ἀσυζητητὶ ἐψηφίζοντο τότε...
§167ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι ὅλα:
§168Γ. ΠΩΠ. Ἂν ὄχι ὅλα, τὰ κυριώτατα καὶ ἰδίως τὰ κυριώτατα· καὶ γνωρίζετε καὶ σεῖς, ὅπως γνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ πάντες, διατὶ ἦτο καίριον τὸ ζήτημα τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου, ἂν οὐδὲ κἂν λόγος ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ ἔξω περιβάλλοντος, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἤσκητε βίαν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ πολλοῦ ἔξωθεν φερομένου κινδύνου, ὅστις ἠνάγκαζε τὰ πράγματα νὰ γίνωσι καίρια. Πόθεν λοιπὸν ἤντλησε τὸ ἐπιχείρημα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ἵνα τοιαύτην εἰσηγηθῇ γνώμην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τῇ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὅστις τὴν πιέζει, ἵνα δεχθῇ τὴν αἵρεσιν ὡς ἀπόλυτον δικαίωμα τῶν δανειστῶν; Καὶ εἴπομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιοῦτο δικαίωμα, ὅτι ἀπὸ τῆς 15 Ὀκτωβρίου τοῦ 1910 ἔληξε τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως ὑπὲρ τῶν δανειστῶν, ἔληξε δέ, διότι ἡ στοιχειώδης ἠθική, ἀπῄτει νὰ λήξῃ τοῦτο. Ἡ στοιχειώδης ἠθικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ τοκογλυφῶσι κατὰ τρόπον ἐπαίσχυντον διὰ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ διατηρήσωσι τοὐλάχιστον τὰ ὅρια στοιχειώδους ἀξιοπρεπείας ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰσφέρουσι χρήματα πρὸς ἀναστήλωσιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῶν. Προχθὲς εἰσηγεῖτο ἡ Κυβέρνησις νόμον περὶ αἰσχροκερδοῦς συμβάσεως· δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον καὶ ἀπέναντι τῶν δανειστῶν· ἂν πρόκειται τοῦτο νὰ γίνῃ, τότε βεβαίως θὰ ψηφίσω τὴν σύμβασιν, διότι θὰ ἀκυρωθῇ ἡ σύμβασις ὡς πρᾶξις ἀνήθικος, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ τόκου 10% ἀλλὰ περὶ προμηθείας 12% διδομένης σήμερον ἐπὶ τῶν 40 ἐκείνων πενιχρῶν ἑκατομμυρίων. Καὶ πιστεύετε ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ ἡ σύμβασις, ὁσονδήποτε ἂν ἦτο συγγεγραμμένη περιπλόκως, νὰ ἐπιτρέψῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἔστω τῆς ἠθικῆς παντὸς πολίτου, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ νὰ συνομολογήσῃ δάνειον τοιοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν αἰσχύνην καὶ καταισχύνην ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὸ παρέχουσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν καταφρόνησιν εἰς Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀνέχεται νὰ δανείζηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον; Γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, διότι ὡμιλήσαμεν καὶ κατ’ ἰδίαν, ὅτι ἐπολέμησα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὴν ἰδέαν τοῦ δανείου ὡς σύνολον, διότι διεφαίνετο ὁλόκληρος ἡ ἀτασθαλία περὶ τὴν σύνταξιν τῆς συμβάσεως. Ἐπωφελεῖται δ’ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀτασθαλίας ταύτης καὶ ἔρχεται νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ τὸ δάνειον τοῦτο. Δεχομένη τὴν μετατροπὴν τῶν 40,000,000 ἀκούσατε τί θὰ πληρώσῃ, ἀκούσατε τί ἐπλήρωσε καὶ ἂν εἶναι κράτος ἄξιον νὰ λέγηται κράτος ἢ ἄσωτος υἱὸς δανειζόμενος, καθ’ ὃν τρόπον ἐδανείζοντο ἀπὸ τοὺς τοκογλύφους ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι κἂν τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας αὐτῶν.
§169ΙΩ. ΔΟΓΑΝΗΣ. Αὐτὰ ἐγίνοντο ἕως τώρα.
§170Γ. ΠΩΠ. Τὸ ὅτι ἐγίνετο ἕως τώρα ἐγὼ τὸ ἐπολέμησα πάντοτε, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγίνετο ἕως τώρα εἶναι ἔγκλημα νὰ λέγητε ὅτι ἦλθε μετὰ μίαν ἐπανάστασιν νὰ θεσπίσῃ καὶ συνεχίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Οἱ ἐξῳκειωμένοι πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο ἕως τώρα, δύνανται νὰ λέγωσι ταῦτα· ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι ἐμάχοντο κατ’ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο ἕως τώρα, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ ἐπιτρέψωσι νὰ ἐπανέλθωμεν ἐκεῖ ὅπου, διὰ τοιαύτης συγκαταβάσεως, ὁδηγεῖται ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι ὡραῖον πρᾶγμα τὸ θαυμάζειν, δὲν ὑπάρχει δὲ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον νὰ ἐντείνῃ περισσότερον τὴν ὑγιείαν καὶ νὰ ἐνδυναμώνῃ τοὺς πνεύμονας ἀπὸ τὸ ἵστασθαι μὲ ἀνοικτὸν στόμα εἰς χάσκοντα θαυμασμὸν ἀπέναντι οἱουδήποτε θεάματος ἀνορθώσεως καὶ εἰς κίνησιν τῶν χειρῶν εἰς χειροκροτήματα. Ἀλλ’ ὀφείλομεν καὶ νὰ συζητῶμεν, Κύριοι συνάδελφοι, καὶ θλίβομαι, ὅταν σεῖς, ὅστις εἶσθε πρακτικοῦ πνεύματος ἄνθρωπος, θέλετε νὰ προβάλητε τοῦτο εἰς ὑποστήριξιν μέτρου ὁμοίου, μέτρου ἀναιροῦντος αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ ἀπόψεως στρατιωτικῶν παρασκευῶν, ὡς ὑποχρέωσιν ἡμῶν νὰ τὸ δεχθῶμεν ἀσυζητητί, διότι τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν.
§171ΙΩ. ΔΟΓΑΝΗΣ. Περιμένομεν ἀπὸ σᾶς νὰ ἀκούσωμεν πῶς εἰμποροῦμεν ἄλλως νὰ τὸ κάμωμεν.
§172ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἀκούσητε ποτέ.
§173Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἔχομεν, Κύριοι συνάδελφοι, προκαταβολὴν ἐκ 40,000,000 καὶ ἀντ’ αὐτῶν ἔλαβε 30,000,000 διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤρχισεν ἡ συγκάλυψις, ὅπως μὴ φανῇ ποῖον εἶναι τὸ ἀκριβὲς ποσὸν τῆς προμηθείας, ὅταν δὲ ἐδίδετο προκαταβολὴ ἦτο φυσικὸν νὰ μὴ δοθῇ ἐπὶ κέρδει μείζονι εἰς τοὺς δανειστάς, ἀφοῦ ἐπρόκειτο μετὰ τινας μῆνας, τὴν 15 Ὀκτωβρίου, τὸ δάνειον τοῦτο νὰ συγχωνευθῇ πρὸς τὸ δάνειον τῶν 150,000,000 4% τοῦ 1910. Καὶ τί ἐπλήρωσε τὸ κράτος μέχρι τοῦδε δι’ αὐτό; Ἐπλήρωσεν εἰς προμήθειαν 600,000 δρ. ἐπλήρωσεν εἰς δαπάνας τῶν διαπραγματεύσεων τῶν ὁμολογιῶν 3½% = 1, 400,000 δρ. καὶ ἐπλήρωσεν εἰς χαρτόσημον, εἰς confection, δαπάνας ἐκδόσεως 815,000, ἐπλήρωσε 2,815,000 δρ. περίπου, τόσα δὲ ἀναγράφει καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ Προϋπολογισμὸς εἰς δαπάνην διὰ τὸ δάνειον τοῦτο, προμηθείας δαπάνην ὄχι κἄν ὑπηρεσίας. Καὶ σήμερον τί θὰ συμβῇ; Ἐπληρώσαμεν, διότι δὲν πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν, τοὺς ὁποίους προσπαθῶ νὰ καταστήσω οὐχὶ κατὰ τὴν μέθοδον τῆς συζητήσεως τοῦ τότε καὶ τοῦ παρελθόντος, ὅπου ἀνεπτύσσοντο ὅμοια συστήματα προϋπολογισμῶν καὶ δανείων καταπλήσσοντα καὶ ἀπομακραίνοντα πολλάκις διὰ τοῦ πλήθους τῶν ἀριθμῶν, ὥστε νὰ βλέπωμεν ἐδῶ νυσταλέους βουλευτὰς νὰ βλέπωσι νὰ παρέρχωνται πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν των τὰ ἑκατομμύρια ὡς ἐν μυθιστορήματι καὶ μόλις ἀνανήφοντας μετά τινας μῆνας διὰ νὰ βλέπωσι τὰ ἐκ τῶν παρερχομένων χρήσεων ἐλλείμματα, ὅσα μετὰ θαυμαστῆς φιλοπονίας συνεκέντρωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἀποδείξῃ τί; Ἵνα ἀποδείξῃ ὅτι τὰ 40,000,000, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, μέχρι λεπτοῦ καὶ ὀβολοῦ διετέθησαν διὰ τὰ ἐλλείμματα καὶ τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους καὶ ὅτι ἔμεινεν ἀκόμη ἔξω ἐκκρεμὲς ποσὸν ἐκ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐκ τοῦ Γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ Ταμείου.
§174Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Περίπου.
§175Γ. ΠΩΠ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο· εἶναι τοῦ προϋπολογισμοῦ σας ὃν φαίνεται ὅτι δὲν θὰ ἐνθυμεῖσθε οὔτε εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον. Καὶ εὑρισκόμεθα μετὰ 40 ἑκατομμυρίων ἐν χωνεύσει. Ἤδη ἂς ἴδωμεν τί θὰ δώσωμεν καὶ πάλιν εἰς τοὺς δανειστὰς καθ’ ἣν περίπτωσιν πραγματοποιήσωμεν τὸ δάνειον τῶν 110 ἑκατομμυρίων ὡς εἰσηγήθη προφορικῶς, ὡς κἄν δὲν λέγει τὸ νομοσχέδιον, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ θεωρήσῃ εἶπεν, ὅτι θὰ εἶναι μεγάλη δόξα διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ δι’ ἑαυτὸν ὅτι θὰ κατορθωθῇ νὰ πείσωμεν νὰ μᾶς δώσωσιν τὰ χρήματα ταῦτα. Ἀλλ’ ἀκούσατε τί θὰ πληρώσωμεν ἐν ᾗ περιπτώσει κατορθώσωμεν νὰ λάβωμεν, τῇ αὐτῇ δόξῃ, τὰ 110 ταῦτα ἑκατομμύρια. Ἡ Κυβέρνησις συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τῆς ἐκδόσεως 84%, θὰ λάβῃ 92,400,000 Δραχμῶν, θὰ πληρώσῃ προμήθειαν 2½ τοῖς ἑκατόν, δηλαδὴ θὰ πληρώσῃ 2,750,000 δραχμάς, θὰ πληρώσῃ χαρτόσημα, θὰ πληρώσῃ ἔξοδα ἐκδόσεως καὶ λοιπὰς δαπάνας, συμφώνως πρὸς τὸν ὑπολογισμὸν τῶν δαπανῶν, τῶν γενομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τὰ 40,000,000, θὰ πληρώσῃ 2,500,000 δραχμάς, θὰ πληρώσῃ τουτέστι 5,000,000 δραχμὰς καὶ συνεπῶς θὰ λάβῃ ἐκ τῶν 110,000,000 τὰ ὁποῖα θὰ συνομολογήσῃ ὀνοματικά, θὰ λάβῃ 87,400,000 δραχμῶν. Ἐξ αὐτῶν, κύριοι συνάδελφοι τῶν 87,400,000 δραχμῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὅμως θὰ καταβάλωμεν τόκον ἐπὶ κεφαλαίου 110,000,000 δραχμῶν θὰ πληρωθῶσι τὰ 40,000,000. Τί θὰ ἀπομείνωσιν ὑπὲρ τοῦ Κράτους; Θὰ ἀπομείνωσι 47,400,000 δραχμῶν. Εἰς τί θὰ ἀνέλθωσιν ἑπομένως αἱ δαπάναι ἐπὶ τοῦ ὅλου δανείου; Θὰ ἀνέλθωσιν εἰς πληρωθέντα μέχρι τοῦδε 2,000,815 δραχμάς, εἰς πληρωθησόμενα 5,000,000, ἑπομένως ἐν ὅλῳ ἐπὶ τῶν 110,000,000 θὰ πληρώσωμεν 7,000,815 δραχμὰς ὡς προμήθειαν, δηλαδὴ θὰ πληρώσωμεν προμήθειαν 7% ἀκριβῶς. Θὰ πληρώσωμεν δὲ τὴν προμήθειαν ταύτην κατὰ μέσον ὅρον διὰ τὰ 110,000,000 καὶ θ’ ἀνέλθῃ οὕτω καὶ ὁ τόκος τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσωμεν ἐπὶ πραγματικοῦ κεφαλαίου εἰς 5% καὶ 6%. Τὸ κράτος τοῦτο δανείζεται τὰ πενιχρὰ ποσὰ ταῦτα, κατὰ σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ καταπλήξῃ οὐχὶ τοὺς ἀναμιγνυομένους καὶ γνωρίζοντας πῶς γίνονται τὰ δάνεια μὲ τὰ διάφορα Κράτη, ἀλλὰ τοὺς γνωρίζοντας πῶς γίνονται τὰ δάνεια μὲ ἐλαχίστης πίστεως ἄτομα. Ἀλλὰ τί θὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς διὰ τὰ 40,000,000 αὐτά; Ἐκτὸς τῶν 2,000,815 δραχμῶν θὰ πληρώσωμεν τὸ ἥμισυ τοῦ νέου δανείου μεῖον 10%, διότι πρόκειται περὶ 110,000,000 καὶ θὰ λάβωμεν 50,000,000 ἵνα δώσωμεν τὰ 40 δηλαδὴ θὰ πληρώσωμεν 2,000,025 δραχμὰς ἐπὶ πλέον. Θὰ πληρώσωμεν διὰ 40,000,000 διὰ τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν 50,000,000 4,840,000 δραχμὰς ἑπομένως θὰ λάβωμεν τὰ 40,000,000 κατὰ τοὺς ἀκριβεστάτους ὑπολογισμοὺς πρὸς 12% προμήθειαν. Καὶ ἐρωτῶ, ὅταν ἔχωμεν Κυβέρνησιν κρίνουσαν ἀξίαν διώξεως ποινικῆς τὴν φυσιογνωμίαν τοῦ ἰδιώτου ἐκείνου, ὅστις θὰ ἤρχετο νὰ ζητήσῃ τόκον ἢ προμήθειαν—διότι προμήθεια εἶναι ὁ τόκος, ὅταν συνομολογῶνται τοιαῦτα δάνεια—12%, διακηρύσσουσαν δὲ ὅτι, ἐκεῖνος, ὅστις δανείζεται ὑπὸ τοιοῦτο ποσὸν ἐὰν δὲν εἶναι σπάταλος, ἐὰν δὲν εἶναι ἄσωτος, πάντως ὅμως ὑπάγεται εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀπαγορευτέων καὶ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ πολιτεία νὰ προστατεύσῃ τὸν ἄνθρωπον τοῦτον, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται, εὐλόγως, νὰ διαχειρίζηται τὴν ἰδίαν αὑτοῦ περιουσίαν τί δέον νὰ εἴπωμεν ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει; Αὐτὰ ἀτυχῶς λέγουσιν οἱ ἀριθμοὶ καὶ αὐτὰ ζητεῖ ν’ ἀποκρύψῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ἀγὼν τῆς ἀνορθώσεως εἶναι ἀγὼν οἰκονομικὸς καὶ ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο κατὰ μέγα μέρος διὰ λόγους οἰκονομικῆς ἐν τῷ κράτει εὐρωστίας. Σεῖς γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς εἶχε καὶ ῥήτραν ὅπως ἐλαφρυνθῇ ὁ λαὸς ἐκ τῶν φόρων. Ἔρχεται ὅμως μία ἐπαναστατικὴ κυβέρνησις καὶ ἐπιβάλλει φόρους 8,000,000 περίπου δραχμῶν. Καὶ ἔρχεται μία Κυβέρνησις μετὰ τὴν ἐπανάστασιν καὶ λέγει εἰς τὴν ἐπαναστατικὴν Κυβέρνησιν· «Σὺ ἔλαβες χρήματα πρὸς 5%, ἐγὼ πλειοδοτῶ καὶ τὰ λαμβάνω μὲ προμήθειαν 12%». Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀνορθώσεως γεννᾶται ἡ σκέψις, ποία θὰ εἶναι ἡ ὥρα τῆς παλινορθώσεως καὶ πότε ἡ ὥρα αὕτη ὑπὸ τοιαύτας πιέσεις πραγμάτων θὰ σημάνῃ. Συνεπῶς ὀφείλει τις νὰ καθαρίσῃ τὴν θέσιν ταύτην τῶν πραγμάτων καὶ πείσῃ Κυβέρνησιν καὶ Βουλὴν ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει νόμος, νόμος γραπτός, νόμος ἠθικός, εἰς συνομολόγησιν τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου, ὅταν τοιαῦτα προβάλλωνται τὰ ἐπιχειρήματα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὁρμῶσι μὲ γαμψοὺς ὄνυχας νὰ διαρπάσωσιν ἀπὸ τὸ ἀτυχὲς αὐτὸ Κράτος νέας χρηματικὰς ὠφελείας. Οὐδεὶς ὑπάρχει νόμος γραπτός, νόμος ἠθικὸς παρέχων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο, πιστεύουσαν ὅτι εἶναι δι’ ἑαυτὴν θρίαμβος, ὅτι κατορθώνει νὰ πείσῃ τοὺς τοκογλύφους, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι τὸ δάνειον μὲ ἀξίαν ἐκδόσεως πρὸς 79%, διότι τόσον ἀκριβῶς εἶναι τὸ ποσόν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τῇ ἐπιβάλωσι καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῶν 30 πραγματικῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ὅταν ἑπομένως ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν Κυβέρνησιν δυναμένην ἄλλως νὰ διαχειρισθῇ τὸ θέμα τοῦτο καὶ κερδίζουσαν χρήματα ὑπὲρ τοῦ Κράτους νὰ κερδίσῃ καὶ ὑπὲρ τῆς πίστεως καὶ τῆς ὑπολήψεως αὑτοῦ ὡς συμβαλλομένου προσώπου, ἐκπλήσσομαι πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ πεισθῇ περὶ τούτου. Ἀπορῶ δὲ πῶς καὶ ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καὶ τόσην δὰ εὐθύνην, διότι ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ τὰ 40,000,000, θέλει μιμούμενος τὸν μῦθον τῆς ἀλώπεκος νὰ κόψῃ σύρριζα τὴν οὐρὰν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι δὲ ἀληθῶς περίεργος ἡ ἀντίληψις καὶ αὐτῆς τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους, προκειμένου περὶ τῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι λέγονται ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ πλείονα καὶ ὅτι εἶναι κέρδος ὅτι κατώρθωσε ν’ ἀποσπάσῃ ὅπως δαπανήσῃ πλείονα ὑπὲρ τοῦ λιμένος Πειραιῶς καὶ ὑπὲρ τῆς ἀποξηράνσεως τελμάτων, εἰς ἄλλα μέρη πλὴν τῶν θεσσαλικῶν. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Δραγούμην ν’ ἀναγνώσῃ τί λέγει ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἡ ὁποία συνωμολογήθη μετὰ τῶν δανειστῶν· ἐγὼ οὐδέποτε ἐπίστευον ὅτι ἦτο δυνατὸν, νὰ ἴδωμεν Κυβέρνησιν ἀνορθώσεως ἐρχομένην νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ξένους ὅτι «ἐγὼ εἶμαι παράφρων· δέσατέ μου τὰς χεῖρας καὶ ἀφήσατέ με νὰ δαπανῶ μόνον ὅσα μοὶ ἐπιτρέψητε». Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω ὅτι πρὸς κράτος εὑρισκόμενον ἐνώπιον ἐπαναστάσεως προκληθείσης ἀπὸ προσβολὴν τῆς ἐθνικῆς φιλοτιμίας ἠδύνατο ἄνευ προθέσεως εἰς αὐτόβουλον ὑπὸ τοῦ κράτους διάθεσιν πεντήκοντα ἑκατομμυρίων, νὰ εἴπῃ ἡ Εὐρώπη, ἢ τόσον δύσθυμος ἵνα παράσχῃ δάνειον, ὅσα λέγει ἡ τρίτη ἐκείνη παράγραφος. Διότι ἀφῆκεν ἡ σύμβασις 5,000,000, ἵνα τὰ διαθέσῃ εἰς ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ τὸ μέλλον καὶ ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις. Δὲν ἠρκέσθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἰς τὴν τιμὴν ταύτης τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν τῷ παρεῖχε τότε ἡ Εὐρώπη δίδουσα εἰς αὐτὸν τὸ δάνειον μὲ τοιαύτην ἄνεσιν καὶ τοιαύτην ἐλευθερίαν διαθέσεως καὶ ἔρχεται νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ παραστήσῃ ὅτι εἶναι δεσμευμένη εἰς τὴν μέχρι λεπτοῦ ἀκριβῆ διάθεσιν τῶν δανειζομένων χρημάτων καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλεται μόνον καὶ μόνον ὅπως ἀναγνωρισθῇ ὑπὲρ τῶν δανειστῶν δικαίωμα μὴ ὑφιστάμενον; Καὶ μένω ἐνταῦθα, διότι ἡ ὥρα παρῆλθεν καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς κουράσω ἐπὶ πλέον, ἀφοῦ θὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπομένει τὸ θέμα τῆς διαθέσεως τῶν χρημάτων τούτων καὶ τοῦτο θὰ προσπαθήσω ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ τοῦτο θὰ προσπαθήσω νὰ καταστρώσω κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι καθῆκον ἑνὸς ἑκάστου ἐξ ἡμῶν νὰ μὴ λέγωμεν αἰωνίως τὴν λέξιν ἀνόρθωσις καὶ ἀνορθωτικὸς ἀγών, ἀλλ’ ὀφείλομεν πρῶτον νὰ προσηλώμεθα εἰς τὰ πράγματα. Οὐδὲν δὲ πρᾶγμα συντηρητικώτερον, οὐδὲν ἀληθέστερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀριθμῶν, καὶ διὰ τῶν ἀριθμῶν τούτων θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς ἀποδείξω καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἐκθέσω.
§176Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ, Κύριοι, ν’ ἀπορήσω πῶς ἐνῷ τόσον σφοδρῶς καταγγέλλεται ἡ ἀρχικὴ τοῦ Δανείου σύμβασις διὰ τοὺς ἀσυμφόρους ὅρους, τοὺς ὁποίους περιλαμβάνει, ἀσυμφόρους ἕνεκα τῶν συνθηκῶν ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκετο ἡ Ἑλλὰς τότε ὅτε συνήφθη τὸ δάνειον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ν’ ἀπορήσω, πῶς συγχρόνως κατακρίνεται ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐπεζήτησε νὰ βελτιώσῃ τοὺς ὅρους τούτους! Ἐλέχθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἐλευθέρα νὰ μὴ δεχθῇ καθόλου τὸ δάνειον τῶν 150 ἑκατομμυρίων νὰ θεωρήσῃ δὲ τὴν αἵρεσιν ὡς ἐκπνεύσασαν. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἀπεδείχθη καθόλου. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς καὶ πρώην Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξήγησεν ὑπὸ τίνας ὅρους ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὁ ἐπιτρέπων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον τῶν 150 ἑκατομμυρίων καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ὥραν καθ’ ἣν ἠθέλησε νὰ συνομολογήσῃ τοῦτο. Ὁ νόμος τοῦ Μαρτίου τοῦ 1910 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνάψῃ δάνειον ἐπὶ τόκῳ πραγματικῷ 5% κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἢ τόκῳ ὀνοματικῷ 4% ἐπὶ τιμῇ ἐκδόσεως 84% τοῦ ὀνοματικοῦ κεφαλαίου καὶ ἐπὶ προμηθείᾳ καὶ ἄλλαις δαπάναις τὰς ὁποίας ἔμελλε νὰ καθορίσῃ Β. Διάταγμα. Ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔδωκεν ἡ Βουλὴ πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἔκτοτε προεβλέπετο ἡ δυσχέρεια τῆς συνάψεως τοιούτου δανείου, καὶ διὰ τοῦτο, ὁ νόμος ὥριζεν ὅτι, ἐὰν μὴ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδοθῇ τὸ ὅλον τοῦ δανείου, ἠδύνατο νὰ συναφθῇ τουλάχιστον προκαταβολή τις ἐπὶ λογαριασμῷ αὐτοῦ. Σημειώσατε, ὅτι, ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ τοιαύτης προκαταβολῆς, δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ, ὅτι αἱ τελικαὶ δαπάναι κατ’ ἀνάγκην ὑπερδιπλασιάζονται διότι ἐντὸς βραχυτάτου διαστήματος γίνονται δύο ἐκδόσεις τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει λόγου χάριν, κατεβάλομεν διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Δανείου τῆς προκαταβολῆς τῶν 40 ἑκατομμυρίων φρ. τὴν ὁρισθεῖσαν ταῖς τραπέζαις προμήθειαν, κατεβάλομεν τὸ ἐπὶ τῶν ὁμολογιῶν χαρτόσημον — ἀνερχόμενον εἰς 2% ἐν Γαλλίᾳ — κατεβάλομεν τὰς ἐπιλοίπους δαπάνας τῆς ἐκδόσεως. Ἀλλ’ ὅταν θὰ συνάψωμεν τὸ ὅλον δάνειον θὰ καταβάλωμεν πάλιν διὰ τὸ ἀντίστοιχον τῆς προκαταβολῆς ποσόν, ἤτοι διὰ 50 ἑκατομμύρια περίπου ὀνοματικοῦ κεφαλαίου, δι’ οὗ θὰ ἐξοφλήσωμεν τὴν προκαταβολήν, νέαν προμήθειαν, νέον τέλος χαρτόσημον καὶ νέας δαπάνας ἐκδόσεως. Πᾶσαι μάλιστα αἱ νέαι αὗται δαπάναι εἶνε ἀνώτεραι τῶν πρώτων, ἀφοῦ τὸ ὀνοματικὸν κεφάλαιον ἑκάστης ὁμολογίας τοῦ δανείου εἶναι ἀνώτερον τοῦ τῆς προκαταβολῆς. Ἀλλὰ καὶ ἄλλαι ζημίαι προστίθενται, ὡς φέρ’ εἰπεῖν, ἡ καταβολὴ διπλοῦ τόκου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ, μέχρις οὗ ἐξοφληθῇ τὸ προσυναφθὲν δάνειον τῆς προκαταβολῆς. Ταῦτα ἦσαν γνωστὰ ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος τοῦ 1910· ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Κράτους ἦσαν τόσον μεγάλαι, εἴχομεν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις ἐξωτερικάς, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, εἴχομεν τόσας ἐν τῷ ἐσωτερικῷ ὑποχρεώσεις ὥστε, ἐὰν μὴ ἐκαλύπτομεν δι’ οἱουδήποτε τρόπου τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, ἦτο φόβος μὴ κατελήγομεν εἰς νέαν χρεοκοπίαν, εἰς συγκλονισμὸν βιαιότατον τοῦ Κράτους, ἐκ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς γινώσκει πῶς θὰ ἐξηρχόμεθα. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὁ βίος τοῦ Κράτους θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁμαλῶς, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῶμεν ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας οὐδέποτε οὐδὲν Κράτος, δύναται ν’ ἀρνηθῇ νὰ ἐκπληρώσῃ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, καὶ ὑπὸ τοιαύτας δεινὰς περιστάσεις ἡ πρὸ ἡμῶν Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν ἐντολὴν νὰ διαπραγματευθῇ τὴν σύναψιν δανείου.
§177ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑφ’ οἵους δήποτε ὅρους. Παρακαλῶ μὲ συγχωρεῖτε· τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε λέγει (ἀναγινώσκει) «Τὸ ποσὸν τῆς προκαταβολῆς κλπ.». Ἔλαβε ποτὲ Κυβέρνησις τοιαύτην ἐλευθερίαν νὰ συνάψῃ δάνειον ὑφ’ οἱουσδήποτε ὅρους;
§178Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Οὐδέποτε τῷ ὄντι.
§179ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις.
§180Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ταῦτα ἔλεγεν ὁ νόμος. Ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν, ἤρξατο τὰς διαπραγματεύσεις. Συνήντησεν ἀμέσως ἐν ἀρχῇ ἀπόλυτον ἄρνησιν, δὲν ἦτο ἡ Εὐρώπη διατεθειμένη νὰ δανείσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἦτο διατεθειμένη διὰ πολλοὺς λόγους καὶ διότι ἡ πίστις ἡμῶν εἶχε καταπέσει ἕνεκα τῶν διεθνῶν δυσκολιῶν, εἰς τὰς ὁποίας εἴχομεν ἐμπλακῆ καὶ διότι ἡ ἐν Ἑλλάδι ἐπελθοῦσα μεταβολή, ἔκαμε τοὺς ξένους νὰ ἀμφιβάλλωσι περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ Κράτους νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς νέας ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας διὰ τοῦ νέου Δανείου ἤθελε ν’ ἀναλάβῃ. Ἦσαν κλεισταὶ αἱ ἀγοραὶ τῆς Εὐρώπης διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1910 μέχρι τῆς ὥρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρξαντο αἱ τοῦ Δανείου διαπραγματεύσεις εἶχε ἐπέλθει ἡ ὕφεσις ἐνταῦθα, ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ πολὺ καλλιτέρας συνθήκας, ἡ ὁποία θέλει καὶ δύναται νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς ἐπελθούσης βελτιώσεως, ἀναγνωρίζει ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἡ διαπραγματευθεῖσα τὴν σύναψιν τῆς προκαταβολῆς, ἐπέτυχεν ὅρους, δι’ οὓς εἶναι ἀξία συγχαρητηρίων. Σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι καθ’ ἥν ὥραν ἡμεῖς διεπραγματευόμεθα τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῆς προκαταβολῆς, ἄλλο Κράτος, ἰσχυρότερον ἡμῶν, ἐπεζήτει νὰ συνάψῃ ὁμοίαν, καὶ ὅτε ἀπέστελλεν ἐκ Παρισίων εἰς Βερολῖνον καὶ πάλιν ἐκ Βερολίνου εἰς Παρισίους τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἴδῃ τοὺς Τραπεζιτικοὺς κύκλους συνήντησε δυσκολίας, τὰς ὁποίας πολὺ ἀσυμφορώτερον ἡμῶν ὑπερενίκησε. Καὶ ὅμως τοῦ Κράτους ἐκείνου ἡ δημοσία πίστις ἦτο ἢ ἐφαίνετο ὅτι ἦτο ἀνωτέρα τῆς ἡμετέρας πίστεως· διότι τὸ ἐπὶ τόκῳ 4% δάνειον αὐτοῦ διετιμᾶτο ἐν Εὐρώπῃ περὶ τὰ 92% ἐνῷ τὸ ἡμέτερον 4%, μολονότι ἦτο ἠγγυημένον ὑπὸ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, εὑρίσκετο εἰς τὰ 86%. Παρὰ ταῦτα ἐπετύχομεν ἡμεῖς εὐνοϊκωτέρους ὅρους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν προκαταβολὴν καὶ διὰ τὸ δάνειον καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ ἀπονείμωμεν δίκαιον ἔπαινον ὄχι μόνον πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν ἀναλαβόντα τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων. Βεβαίως νῦν οἱ ὅροι ἐκεῖνοι, οἱ τόσον συμφέροντες πέρυσι, εἶναι ἀσύμφοροι πλέον δι’ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν πρὸ ἡμῶν βελτιωμένην τὴν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατάστασιν. Ἀλλ’ ὅμως πέρυσιν, ὅτε ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει νὰ ἐκδοθῇ ὅλον τὸ δάνειον τῶν 150 ἑκατομμυρίων καὶ εὕρισκεν ἀπόλυτον ἄρνησιν, συνῄνει δὲ εἰς τὴν ἐπὶ λογαριασμῷ τοῦ δανείου ἔκδοσιν τῆς προκαταβολῆς τῶν 40 ἑκατομμυρίων, ἐδέησε νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν ὁμάδα τῶν Τραπεζῶν καὶ Τραπεζιτῶν δικαίωμα αἱρέσεως ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους. Ἡ ὁμὰς ἔμελλε νὰ κρίνῃ πότε θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκδώσῃ τὸ ὅλον δάνειον, ἀφῆκε δὲ κατ’ ἀνάγκην ἑαυτὴν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν διάθεσιν τῶν Τραπεζιτῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν τότε νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ ἑπομένως τὸ δάνειον θὰ ἐξεδίδετο μόνον ὁπόταν οἱ Τραπεζῖται, οἱ ὁποῖοι ἀνελάμβανον τοιαύτην εὐθύνην, θὰ ἔκρινον ὅτι αἱ Εὐρωπαϊκαὶ ἀγοραὶ θὰ ἦσαν πρόσφοροι πρὸς ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἔδωκε δὲ τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τοὺς δανειστάς, εὐγνωμονοῦσα διότι τὸ ἀνελάμβανον. Ἐπειδὴ δὲ ἐκρίνετο τότε ὅτι ἐντὸς τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους—ἐντὸς τοῦ χρόνου δηλαδὴ τῆς αἱρέσεως—δὲν ἦτο πιθανὸν νὰ ἐκδοθῇ τὸ ὅλον τοῦ ἐξ 150 ἑκατομμυρίων κεφαλαίου τοῦ δανείου, παρεσχέθη προσθέτως καὶ ἄλλο δικαίωμα τοῖς Τραπεζίταις, παρεσχέθη τὸ δικαίωμα τῆς παρατάσεως ἐπὶ ἕν ἀκόμη ἔτος ἀπὸ τοῦ 1911 μέχρι τοῦ 1912.
§181ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκεῖνο ἦτο χειρότερον ἀκόμη.
§182Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. ... δικαίωμα προτιμήσεως εἰς τὴν αὐτὴν ὁμάδα διὰ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐξεδίδετο μέχρι τοῦ τέλους τοῦ 1911, δικαίωμα προτιμήσεως ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἀλλὰ δικαίωμα προτιμήσεως ἐπὶ ἴσοις ὅροις εἶναι δικαίωμα αἱρέσεως, διότι οὐδεὶς τὴν ὥραν καθ’ ἥν θὰ ἐγνώριζεν ὅτι ἰσχυροτάτη ὁμάς, αὐτὴ ἡ ὁμάς, ἡ ὁποία ἐκδίδει τὰ δάνεια ὅλων τῶν Κρατῶν, ἔχει δικαίωμα προτιμήσεως ἐπὶ ἴσοις ὅροις οὐδεὶς λέγω, θὰ ἤρχετο νὰ προσφέρῃ τὸ παραμικρόν, διότι θὰ ἦτο ἐκ τῶν προτέρων βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανε τὴν ἔκδοσιν τοῦ δανείου. Ἐδώσαμεν λοιπὸν μέχρι τοῦ 1912 εἰς τὴν ὁμάδα τῶν Τραπεζιτῶν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ἂν θέλει ἢ δὲν θέλει νὰ ἐκδώσῃ τὸ δάνειον καὶ νὰ ὁρίσῃ καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐκδόσεως. Οὕτως ἔχει ἡ σύμβασις. Τὸ δάνειον συνήφθη πρὸς 84% μὲ προμήθειαν, τὴν ὁποίαν τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα ὥριζεν, ὅπως εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, εἰς 2½%, καὶ οὕτως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εὗρε τὰ πράγματα, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅλως συντετελεσμένα, διότι ἡ σύναψις τῆς προκαταβολῆς ἦτο συντέλεσις τοῦ ὅλου δανείου. Ἀλλ’ ὅπως εἶπον εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμόν, ἐγὼ ἀπ’ ἀρχῆς ἐδυσφόρουν διὰ τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον ἔμελλε τόσῳ ταχέως νὰ ἀναλάβῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς δύο ἀλλεπαλλήλους προϋπολογισμούς, δηλαδὴ τὴν ὑπηρεσίαν 40,000,000 κατὰ τὸ 1910 καὶ τὴν τοῦ μέχρις 150,000,000 δρ. ὑπολοίπου κατὰ τὸ 1911, πρὶν ἢ ἀκόμη ἡ Ἑλλὰς ἀναλάβῃ οἰκονομικῶς καὶ κανονίσῃ τὰ ἔσοδά της οὕτως, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἀντιστῇ εἰς τοιοῦτο βάρος. Προσεπάθησα ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ἴδω ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ περισταλῇ τὸ κεφάλαιον τοῦ δανείου. Ἐγίγνωσκον κάλλιστα ὅτι ἡ βελτίωσις ἡ ἀρξαμένη ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1910, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐπιταθῇ, πρὸ πάντων ἀφ’ οὗ χρόνου ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν ἡ νῦν Κυβέρνησις, ὅτε τὰ χρήματα θὰ ὑπῆρχον ἀφθονώτερα εἰς τὰ Ταμεῖα τοῦ Κράτους. Βεβαίως ἐπῆλθεν αὐτὴ ἡ βελτίωσις, ὀφείλομεν δὲ νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι συνετέλεσεν εἰς αὐτὴν καὶ ἡ προκαταβολὴ τοῦ δανείου, διότι, ἄνευ αὐτῆς τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν θὰ ἐξηκολούθουν εὑρισκόμενα εἰς κρισιμώτατον σημεῖον, δὲν θὰ εἴχομεν δὲ τὴν παρατηρηθεῖσαν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τὴν βελτίωσιν συνετέλεσε καὶ ἡ ἄνοδος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ πράγματα, ἡ ἐμπιστοσύνη, τὴν ὁποίαν ὅλη ἡ Εὐρώπη ἀμέσως ἔδειξε πρὸς αὐτήν, συνετέλεσε καὶ ἡ εἰλικρίνεια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, συνετέλεσε καὶ ἡ δήλωσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε διὰ μιᾶς νὰ βαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμὸν διὰ τόσων βαρῶν. Εὑρέθην δὲ πρὸ τῆς ἑξῆς δυσχερείας: Ὅσον ἐγὼ θὰ ἔλεγον, χωρὶς νὰ ἔχω κανὲν δικαίωμα, ὅτι ἤθελον νὰ περιστείλω τὸ δάνειον, τόσῳ περισσότερον ἡ πίστις τοῦ Κράτους θὰ ηὐξάνετο, διότι προσὸν ἑνὸς Κράτους εἶναι νὰ μὴ θέλῃ ν’ αὐξήσῃ τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ βάρη, ἦτο δὲ πρωτοφανὲς εἰς Εὐρωπαϊκὸν Κράτος, ἐξ ἐκείνων, ὧν τὰ δάνεια ἐκδίδει συνήθως ἡ ὁμὰς τῶν Τραπεζιτῶν ἡ συμβληθεῖσα πρὸς ἡμᾶς, νὰ ἀρνῆται χρήματα, ὅταν ταῦτα προσφέρωνται. Ὅσον ἐγὼ θὰ ἠρκούμην ἢ θὰ ἤθελον νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου τόσον ἡ ὁμὰς τῶν κεφαλαιούχων θὰ ἤθελε νὰ ἐκδόσῃ τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ. Διέτρεχον τὸν κίνδυνον ν’ ἀκούσω τοὺς ἀναδόχους τοῦ δανείου λέγοντας ὅτι πρὸ τῆς ηὐξημένης τοῦ Κράτους πίστεως αὐτοὶ θὰ προέβαινον εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ ὅλου δανείου, διότι εὕρισκον τὴν στιγμὴν πρόσφορον καὶ δὲν ἐνόουν ν’ ἀπολέσωσι τὸ δικαίωμα ὅπερ εἶχε δοθῇ αὐτοῖς διὰ τῆς ὑπογραφῆς τῆς τοῦ δανείου συμβάσεως. Ἀλλ’ ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ὁποία ἐπρυτάνευσεν εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν τρόπον καθ’ ὃν παρεσκεύασε καὶ ὑπέβαλε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἡ εἰλικρίνεια ἐκείνη ἐνίκησε καὶ κατωρθώθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσῃ τις πρό τινων μηνῶν καὶ ὅπερ ἄλλως ἦτο πρωτοφανὲς εἰς τὰ οἰκονομικὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος, νὰ μεταβάλωμεν δηλαδὴ ἐπ’ ὠφελείᾳ ἡμῶν σύμβασιν συντετελεσμένην, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχομεν δικαίωμα νὰ μεταβάλωμεν. Τὴν μετεβάλομεν δ’ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ἑτέρου τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Δύο ἦσαν οἱ ὅροι, ὧν τὴν μεταβολὴν ἐπεδίωκον. Ὁ πρῶτος ὅρος ἦτο νὰ μὴ ὑπόκειται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως τῶν Τραπεζιτῶν, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ γνώμην, περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐκδόσεως καὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐκδοθησομένου κεφαλαίου, διότι, κατὰ τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 13 τῆς πέρυσιν ὑπογραφείσης συμβάσεως, οἱ ἀνάδοχοι τοῦ δανείου ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ νῦν ἀκόμη, ἀφοῦ δὲν ἐξέδωκαν τὸ ὅλον τοῦ δανείου ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου 1910 νὰ κάμωσι χρῆσιν τῆς αἱρέσεως.
§183Γ. ΠΩΠ. Τώρα τί τοὺς ἐμποδίζει;
§184Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Εἶχον λοιπὸν ὡς πρώτιστον καθῆκον νὰ πείσω τὴν ὁμάδα τῶν τραπεζιτῶν νὰ δεχθῇ ἵνα μεταβληθῇ ἡ δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 13 καὶ ἐνῷ πρὶν ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχεν οὐδὲν δικαίωμα νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου, ν’ ἀναλάβῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο.
§185Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τώρα μᾶς τὸ λέγετε αὐτό, Κύριε Ὑπουργέ, ἕως τώρα δὲν τὸ ἐγνωρίζομεν.
§186Γ. ΠΩΠ. Καὶ τὸ ἐπιστεύσατε σεῖς αὐτό; Ποῦ τὸ βλέπετε γραμμένον;
§187Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει τοῦτο σαφῶς, ἀλλ’ ὅμως, κατ’ ἀνάγκην, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται νὰ ἐπικυρωθῇ σύμβασις ὑπογραφεῖσα, ἀλλὰ μόνον νὰ δοθῇ ἄδεια πρὸς ὑπογραφὴν συμβάσεως, κατ’ ἀνάγκην λέγω, ἡ ἔκφρασις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι εὐρυτέρα. Ἐὰν εἶχον ὑπογεγραμμένην σύμβασιν, θὰ ὑπέβαλλον αὐτὴν ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ ἐβλέπετε ὅλας τὰς λεπτομερείας. Ταύτην τὴν στιγμὴν ὑποβάλλω νομοσχέδιον ἔχον πλατυτέρους ὅρους, ἵνα δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ κινηθῇ ἐντὸς τῶν ὅρων τούτων πρὸς διαπραγμάτευσιν τῆς συμβάσεως. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ῥητῶς, ὅτι ἐὰν μὴ ἐκδοθῇ τὸ δάνειον ἐντὸς τοῦ 1911, ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε, ἀναλαμβάνει δηλαδὴ νὰ ὁρίσῃ αὕτη τὸν χρόνον τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὑπολοίπου.
§188Γ. ΠΩΠ. Ἔχετε κάμει τὴν σύμβασιν;
§189Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τὸ λέγει τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὴν τὴν ἐντολὴν μᾶς δίδει.
§190Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν μᾶς ἐζητούσατε τὴν ἄδειαν, ἡμεῖς θὰ σᾶς ἐλέγαμεν νὰ συνομολογήσητε δάνειον ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον πρὸς 3%, νὰ λάβητε προμήθειαν διὰ τοὺς προμηθευτάς, ἀλλὰ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὑποχρεοῦν τοὺς δανειστὰς νὰ τὰ προσφέρουν.
§191Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Δὲν ὑποχρεοῦν κανένα δανειστήν, ἀλλὰ δίδουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὸ μόνον τὸ δικαίωμα καὶ ὄχι πέρα τούτου. Θὰ ἀποδειχθῇ δὲ ἐντὸς ὀλίγου, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἦτο ἱκανὴ νὰ πείσῃ τοὺς δανειστὰς νὰ δεχθῶσι αὐτὰ καὶ ὄχι ἄλλα. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναλαμβάνει τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε λάβει τὴν πρώτην φοράν, νὰ ὁρίσῃ δηλαδὴ αὐτὴ τὸ ποσὸν τοῦ δανείου.
§192ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ τὸ λέγει αὐτό;
§193Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Λέγει τὸ νομοσχέδιον: «Ἂν μὴ γίνει χρῆσις τῆς αἱρέσεως διὰ τὸ ὅλον τοῦ δανείου κλπ. παρατείνεται μέχρι τοῦ χρόνου καθ’ ὃν τὸ Κράτος ἤθελε λάβει ἀνάγκην αὐτοῦ.» Τὸ κράτος καὶ ὄχι οἱ τραπεζῖται.
§194Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ αἵρεσις ὅμως μένει.
§195Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἀλλὰ πάντως περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§196Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἀνάγνωσιν, ἐννοεῖ αὐτό, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως ἐξακολουθεῖ μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ λάβῃ τὸ Κράτος τὸ ὅλον τοῦ δανείου.
§197Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Φυσικά, ἀλλὰ τὸ Κράτος θὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὑπολοίπου, δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε μέχρι τοῦδε. Ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ τραπεζῖται ἔλεγον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἐκδώσωμεν νῦν ὅσα ἑκατομμύρια ἡμεῖς θέλομεν, ὅσα δυνάμεθα νὰ τοποθετήσωμεν καὶ μετὰ πέντε μῆνας, ὅσα ἄλλα δυνάμεθα νὰ τοποθετήσωμεν, ἡ Κυβέρνησις, πρίν, δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀντείπῃ καὶ μετὰ ἓν ἔτος καὶ μέχρι τοῦ 1912 θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ ἀνάδοχοι νὰ μᾶς εἴπουν νὰ δώσωμεν αὐτοῖς τὴν ἐπ’ ἴσοις ὅροις προτίμησιν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε ὑφισταμένην σύμβασιν ἠδύναντο οἱ ἀνάδοχοι νὰ ἐκδώσωσι τὸ ὅλον τοῦ δανείου. Ἡ Κυβέρνησις, μὴ ἔχουσα δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ τὰ διὰ τῆς συμβάσεως συνομολογηθέντα, προσεπάθησε νὰ πείσῃ τὴν ὁμάδα τῶν ἀναδόχων, ὅπως περιορισθῇ τὸ κεφάλαιον τοῦ ἐκδοθησομένου δανείου. Ἔχει πάντα λόγον νὰ πιστεύῃ ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις θὰ καταλήξωσιν αἰσίως. Πρὸς τοῦτο δ’ ὑπεβλήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, εὐρύτερον βεβαίως οἱασδήποτε συμβάσεως ἐν τῇ ἐκφράσει, ἵνα ἡ Κυβέρνησις δυνηθῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτοῦ νὰ συνομολογήσῃ νέαν καλλιτέραν σύμβασιν, ἣν θὰ ἴδητε. Εἶναι ἀληθῶς πρωτοφανὲς εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἱστορίαν τῶν κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς νὰ συνάψῃ Κράτος δάνειον, δίδον τῇ ὁμάδι τῶν ἀναδόχων τραπεζιτῶν πᾶσαν εὐκολίαν καὶ πᾶν δικαίωμα πρὸς τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, καὶ εἶτα μετὰ μόλις ἑνὸς ἔτους παρέλευσιν τὸ αὐτὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὸ σθένος νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς αὐτοὺς τραπεζίτας ὅτι δὲν θέλει ν’ ἀναλάβῃ ἀμέσως τὸ ὅλον τοῦ δανείου βάρος, ἵνα μὴ διακινδυνεύσῃ τὸ ἰσοζύγιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι πρώτιστον καθῆκον παντὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, συναισθανομένου τὰς εἰς αὐτὸν ἀνατεθειμένας εὐθύνας, εἶναι νὰ φροντίσῃ ὡς ἀγαθὸς οἰκοδεσπότης περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας. (Χειροκροτήματα). Ὑπέβαλον τὸ παρὸν νομοσχέδιον ὅσον ἠδυνάμην ταχέως, ἀλλὰ γινώσκετε πόσον ταχέως μεταβάλλονται αἱ διαθέσεις τῶν χρηματιστικῶν ἀγορῶν. Πρὸ ὀλίγου αἱ τῆς Εὐρώπης ἀγοραὶ ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς ἔκδοσιν δανείων, ὅτε δὲ ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον, εἶχον μόνον τὴν πρόθεσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαπραγματευθῇ ἐπὶ τῶν διαγραφομένων νέων βάσεων, διὰ τοῦτο περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅρους εὐρυτέρους ἐκείνων οὓς θὰ εἶχε σύμβασις κατὰ πάντα ἑτοίμη. Δύναμαι νῦν νὰ δηλώσω σαφῶς ὅτι τὸ ποσὸν τῶν δανείων θὰ ὁρισθῇ νῦν εἰς 110.000.000 φράγκων, ἀπομένει δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου, ὅταν θὰ τῇ εἶναι τοῦτο χρήσιμον. Οὕτω θὰ ἔχωμεν ἡμεῖς τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως ἀντιθέτως πρὸς τὴν ὑφισταμένην μέχρι τοῦδε σύμβασιν καθ’ ἣν τὸ δικαίωμα τοῦτο παρείχετο εἰς τοὺς ἀναδόχους τοῦ δανείου. Ἀλλ’ ἦτο καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ μεταβάλω ἐν τῇ ὑφισταμένῃ συμβάσει, ἤθελον νὰ μεταβάλω τὸ δικαίωμα τῆς προτιμήσεως ἐπὶ ἴσοις ὅροις διὰ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου, τὸ μέχρι τέλους 1912 δυνάμενον νὰ ἐκδοθῇ. Ἐπεδίωξα ν’ ἀπαλείψω τὸ «ἐπ’ ἴσοις ὅροις» καὶ ἀναγγέλλω ὑμῖν—, εἶναι πολὺ πρόσφατος ἡ εἴδησις, εἶναι χθεσινή—, ὅτι τὸ «ἐπ’ ἴσοις ὅροις» ἀπηλείφθη. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὅμως ἐλπίζω νὰ ἐπιτευχθῇ καί τι ἄλλο, τὸ ἑξῆς: Εἶπον ὅτι οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ἦσαν μᾶλλον βαρεῖς, ἦτο δὲ δυνατὸν καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων—, διότι τὰ ἐλλείμματα, περὶ τῶν ὁποίων τόσος ἐγένετο λόγος, δὲν θὰ παρουσιασθῶσι, θὰ τὸ ἴδητε—. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἀκόμη περισσότερον ἡ οἰκονομικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος καὶ θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀπαλλαγῶμεν τοῦ ὅρου ἐκδόσεως 84%, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐκδώσωμεν τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου ἐπὶ καλλιτέροις ὅροις. Ἐλπίζω ὅτι καὶ τοῦτο θὰ ἐπιτύχω, καὶ θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἅμα ὡς ἴδῃ βελτιουμένην τὴν οἰκονομικὴν τῆς χώρας θέσιν τόσον, ὥστε νὰ ἐμπνεύσωμεν περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην εἰς τὰ κεφάλαια, θὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλῃ ὅλους τοὺς ὅρους τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὑπολοίπου τοῦ δανείου, ἐκδίδουσα νέον δάνειον ἀντ’ αὐτοῦ·
§198Γ. ΠΩΠ. Τὰ 40 ὀνοματικά;
§199Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ταῦτα ἐπέτυχεν ἡ Κυβέρνησις, χάρις εἰς τὴν εἰλικρίνειαν μεθ’ ἧς διεξήγαγον τὰς διαπραγματεύσεις, χάρις εἰς τὴν ἀπόφασίν της νὰ προβῇ καὶ εἰς δήλωσιν ἀκόμη ὅτι ἦτο ἀσύμφορον νὰ ἐκδοθῇ νῦν τὸ ὅλον τοῦ δανείου. Οὕτω κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι συμβάσεως ὑπογεγραμμένης ἤδη καὶ συντετελεσμένης, εἰς ὄφελος τοῦ Κράτους, εἰς ὄφελος τοῦ δημοσίου. (Χειροκροτήματα). Τὴν ἄδειαν πρὸς σύναψιν τοιαύτης συμβάσεως ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀμφιβάλλω δέ, ἂν μεθ’ ὅσα ἐξέθεσα, ἡ μικρὰ ἀντιπολίτευσις φρονῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξία ἐπικρίσεως. Φρονῶ ὅτι οὐδέποτε ἐπροστατεύθησαν τελεσφορώτερον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, οὐδέποτε ἐλήφθη μείζων πρόνοια περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ μέλλοντος τῆς χώρας. Ἡ Κυβέρνησις κατώρθωσε νὰ ἀπαλλάξῃ, πρὸς τὸ παρόν, τὸν Προϋπολογισμὸν ἀπὸ τοῦ βάρους τῶν τόκων τοῦ τελευταίου τμήματος τοῦ δανείου, ἀνερχομένου εἰς 40.000.000 φράγκων· τὸ κέρδος εἶναι τόσον καταφανές, ὥστε εἶμαι πεπεισμένος ὅτι σύμπασα ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ ἡμᾶς ἀξίους συγχαρητηρίων.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Περικλῆς Καραπάνος. Παραιτεῖται Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον. Καθήσατε παρακαλῶ.
§201Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἶναι δύο ῥήτορες ἀκόμη. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπιστρέψωμεν.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης μόνον εἶναι.
§203Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Καὶ ὁ κ. Πὼπ.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ τριτολογήσῃ ὁ κ. Πὼπ.
§205Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Δευτερολογία εἶναι.
§206Γ. ΠΩΠ. Ἐφαρμόζετε σεῖς, παλαιὸς πολιτευτὴς ἐνταῦθα, ἀναμιχθεὶς ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, σύστημα, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐφηρμόσθη.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφαρμόζω τὸν Κανονισμόν.
§208Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἐννοῶ τὴν φυσικὴν καὶ εὔλογον ἀπέχθειάν σας πρὸς τὸ παρελθόν, ἀλλὰ τέλος πάντων ἐπιτρέψατε μερικὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο νὰ τὰ χρησιμοποιήσωμεν. Κατὰ τὸ παρελθὸν τοὐλάχιστον ἐπετρέπετο ἡ εὐρεῖα συζήτησις ἐπὶ τῶν θεμάτων.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀφήσατε τὸν συνάδελφόν σας νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά σας, ὁμιλοῦμεν περὶ κανονισμοῦ.
§210Γ. ΠΩΠ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Διατί νὰ τὰ κάμνετε αὐτά, ἀφοῦ τὰ ἠξεύρετε;
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ὁμιλήσατε. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§212Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
§214Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σὲ παρακαλοῦμεν, κύριε Μιχαλέα, ἀφήσατε.
§215Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου θὰ ὁμιλήσω. Νὰ ὑπάγωμεν καὶ νὰ ἐπιστρέψωμεν.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ἔχοντος τὸν λόγον κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§217Γ. ΠΩΠ. Μὴ σᾶς ἀνησυχήσῃ, κύριοι συνάδελφοι, ὁ ὄγκος τῶν προσκομιζομένων ἐγγράφων, διότι ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διετύπωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§218Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἐν τούτοις οἱ ἀριθμοί σας δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς.
§219Γ. ΠΩΠ. Ἀναγνωρίζω ὅλην τὴν οἰκονομολογικὴν σοφίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου κυρίου Ἰωάννου Βερροίου καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ ἐντείνῃ τὴν προσοχήν του, νὰ ἐπιμεληθῇ καὶ ἂν σφάλλω νὰ μὲ διορθώσῃ, ἀλλὰ νὰ μὴ διακόψῃ (ἱλαρότης).
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία διακοπὴ θὰ γίνῃ, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρόκλησις.
§221Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠθέλησε νὰ ἐπιρρίψῃ τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως εἰς τὸν ἐγκαλοῦντα καὶ εἶπεν ὅτι ἐγκαλέσαντες αὐτὸν ὡς εἰσηγούμενον ἀνακριβῆ, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῶμεν τὸ δάνειον, ὀφείλομεν συγχρόνως καὶ ν’ ἀποδείξωμεν ὅτι δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην τὸ Κράτος. Μέχρι τοῦδε εἴθιστο, ὁσάκις ἀνακαλύπτεται ὅτι δὲν ἦτο νόμιμον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνεται, ν’ ἀποκρούεται ὁ ἰσχυρισμός, ν’ ἀποδεικνύεται τὸ νόμιμον καὶ προσκομίζηται τὸ μέσον τῆς ἀποδείξεως. Τὸ νέον ὅμως καθεστὼς τῆς ἀνορθώσεως, μετέβαλε καὶ τὴν τακτικὴν φαίνεται, καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγα τινα, καίτοι σαφῶς ἀπεδείχθησαν τὰ πράγματα. Ἐπικαλοῦμαι πρῶτον αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐγὼ πρὸ μικροῦ ἁπλῶς εἶπον ὅτι καὶ αὐτὸ μόνον τὸ ἠθικὸν μέρος ὁμοίας συμβάσεως, δι’ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δανείζουσι χρήματα καὶ διὰ τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ συμβληθῇ μὲ 12%, θὰ ἤρκει νὰ καταδείξῃ ποῖα τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν ἐκτείνεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐφρόνει ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ τὰ χρήματα, τὰ οὕτω προερχόμενα, ἔρχεται καὶ λέγει: «Κύριοι, ἐθριάμβευσα, διότι κατώρθωσα νὰ μὴ δεχθῶ τὰ χρήματα ὅλα». Πότε δὲ τὰ λέγει αὐτά; Τὰ λέγει, ἐνῷ συγχρόνως ὁμολογεῖ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὅτι δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ τὰ χρήματα ἐκεῖνα, διότι ἐὰν ἐφρόνει ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν δὲν θὰ διετύπου ὅσους διετύπωσε θαυμασμοὺς καὶ εὐχάς, ἐπειδὴ ἀπέτυχε τὸ δάνειον κατὰ τὸ ὑπόλοιπον αὐτοῦ πέρα τῆς προκαταβολῆς. Ἐπικαλοῦμαι δὲ ἰδιαζόντως καὶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐγκύψαντος ἐπὶ τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα, καὶ τὸν παρακαλῶ, ἐὰν εἶναι δυνατόν νὰ μὲ ὑποβοηθήσῃ νὰ ἐννοήσω ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις καὶ τὰ νοήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἔλεγεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι θαυματουργεῖ, διότι ὑπέβαλεν ἑαυτὸν εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ συνομογήσῃ δάνειον καὶ προσεκόμισε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου λέγει, ὅτι θαυμάζει πῶς κατώρθωσε νὰ μὴ τῷ ἐπιβληθῇ ἡ ἀνάληψις ὁλοκλήρου τοῦ ὑπολοίπου, ἐν τούτοις ζητεῖ καὶ βραβεῖον διὰ τοὺς ἐπωφελεῖς ὅρους, δι’ ὧν συνομολογεῖ τὸ δάνειον. Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσι κυκεῶνα πρωτοφανῆ, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω ποῦ ν’ ἀποδοθῇ. Ἐγὼ θέλω νὰ τὸν ἀποδώσω εἰς τὴν κόπωσιν καὶ εἰς τὸ προκεχωρηκὸς τῆς ὥρας, ἅτινα ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνῷ διεκήρυσσεν ὅτι δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ τὸ δάνειον πέρα τῆς προκαταβολῆς, διότι, ἐὰν δὲν εἶχε τὴν πεποίθησιν ταύτην, δὲν θὰ ἔλεγεν ἐπανειλημμένως ὅτι δὲν θὰ συνομολογήσωμεν παρὰ μέρος τοῦ δανείου, ποῖος τῷ ἐπέβαλε τώρα τὴν ὑποχρέωσιν, μετὰ πάροδον τριμήνου καὶ τετραμήνου ἀπὸ τῆς εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ ἐκήρυττεν ὅτι δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ δεχθῇ τὸ ὑπόλοιπον δάνειον; Ὅταν ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λέγει ὅτι εἶναι θρίαμβος τῆς πολιτικῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ ἐν μέρει ἐν τῇ Δύσει, ὅτι κατώρθωσε νὰ μὴ δεχθῇ 30.000.000 ἐκ τοῦ ὅλου δανείου, τὸ ὁποῖον ὡμολόγει ὁ ἴδιος ὅτι καὶ ἂν δὲν θὰ ἦτο τοκογλυφικόν, δὲν θὰ ἠδύνατο ὅμως νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, πῶς ἔρχεται, ἐξ ἀντιθέτου, θριαμβευτὴς ἐν Ἀνατολῇ καὶ Δύσει, νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀνάγκην μὲν πρὸς συνομολόγησιν τοῦ δανείου μὲ τὸν ταυτόχρονον θρίαμβον ὅτι κερδίζει, διότι ἀφήνει περιθώριον 40.000.000 δραχμῶν; Καὶ γνωρίζομεν διατί συνομολογοῦνται τὰ δάνεια ταῦτα καὶ διατί ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδένα κόπον ᾐσθάνθη βεβαιῶν ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἄλλα ἐβεβαίου, διότι τότε ἀποκρούων καὶ λέγων δὲν θέλομεν δάνεια προεκάλει ἐπίθεσιν τῶν πλειοδοτούντων δανειστῶν, ὡς χαρίεσσα καὶ ἐρωτοτρόπος κυρία, ἡ ὁποία ὅσον ἀπομακρύνεται τόσον προκαλεῖ τὴν ἐπίθεσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦσι νὰ τῇ δώσωσι χρήματα (γέλωτες). Καὶ διὰ τῆς διαφημίσεως τῆς μεθόδου ταύτης, τῆς ἀποφυγῆς καὶ τῆς ἐρωτοτροπίας, λησμονεῖ ὅτι παρεγράφετο τὸ δικαίωμα τῆς αἱρέσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὄψις τῶν πραγμάτων καὶ ἡ ἄρσις τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἄλλων ἀποδείξεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ἀκόμη, ὅτι ἐσκέπτετο, ὅτι θὰ εἶναι ἐπαρκὴς ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτός, βραδέως ὅμως, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Διότι ἡ ἀνόρθωσις ἀνέρχεται βραδέως τὰς κλίμακας, ὡς γηραιὰ ἀσθματικὴ οἰκοδέσποινα, ἡ ὁποία, ἕως ὅτου φθάσῃ ἕως τὴν κορυφὴν τῆς κλίμακος, εἶναι κίνδυνος ἢ νὰ κατρακυλίσῃ ἢ νὰ πάθῃ ἀπὸ ἀσφυξίαν. Ἀλλὰ τί λέγει ἀπέναντι τῶν ἀνακοινώσεων αὐτῶν ὁ Προϋπολογισμός. Ὁ Προϋπολογισμὸς λέγει τὰ ἑξῆς: «Ταῦτα εἶναι τὰ μόνα τακτικὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα τὸ ἔτος 1911 εἶχεν, ἵνα ἀντικρύσῃ ἔξοδα ἀνερχόμενα εἰς 135.094.000 δρ. Ὅσον δὲ καὶ ἂν ἐλπίσῃ τις ὅτι ἡ βελτίωσις τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς χώρας θὰ φέρῃ προσαυξήσεις εἴς τινα ἔσοδα, πάλιν εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ πληρωθῇ τὸ τοιουτοτρόπως ἀνοιγὲν χάσμα». Καὶ λαμβάνων ἀφορμὴν ἐξ αὐτοῦ ἔρχεται ἐν αὐτῷ τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον τῶν σπειρομένων γαιῶν ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσοδήματος διὰ νὰ καλύψῃ τοὺς κινδύνους καὶ συγχρόνως νὰ δώσῃ ψευδὲς περίσσευμα. Καὶ ἤδη θὰ ἐπιχειρήσω φέρων τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως ν’ ἀποδείξω καὶ διὰ τοῦ γράμματος τῆς συμβάσεως ὅτι οὐδεμίαν εἶχεν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ δεχθῇ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου. Θὰ ἦτο ὀρθὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ ἴδια ἔργα νὰ μελετᾷ καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν νὰ μελετᾷ ἀκόμη καὶ τὰς συμβάσεις νὰ προσέχῃ, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται δάνεια μεγάλα, δάνεια βαρέα, διὰ τὰ ὁποῖα καυχᾶται ὅτι κατορθώνει μόλις τὸ ἓν τέταρτον αὐτῶν ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκ τοῦ ταμείου τῆς χώρας ὡς ἐπικίνδυνα καὶ διὰ τὴν ἐνεστῶσαν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ διὰ τὸ μέλλον αὐτῆς. Ἡ σύμβασις συνωμολογήθη μὲ τὴν ῥητὴν δήλωσιν ὅτι τὴν 15 Ὀκτωβρίου 1910 ὤφειλον οἱ δανεισταὶ νὰ μεταβάλωσι τὸ δάνειον αὐτὸ εἰς μέρος τοῦ δανείου τῶν 150.000.000; Οἱ δανεισταὶ τῆς προκαταβολῆς, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ οἱ δανεισταὶ οἱ σήμερον εὐεργετοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ἔρχονται καὶ λέγουσιν ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν μοὶ δώσῃς τὸ δικαίωμα νὰ διατηρήσω τὴν αἵρεσιν καὶ τοῦ ὑπολοίπου μέρους τοῦ δανείου μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου 1911, τότε θὰ χάσωμεν 3½%, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, διότι δὲν θὰ τὰ ἐλαμβάνομεν, ἐὰν δὲν ἐπραγματοποιεῖτο ἡ αἵρεσις, τὴν ὁποίαν παρέχετε ἀπέναντι τῆς προκαταβολῆς. Δηλαδὴ 1.700.000 δραχ. θ’ ἀπεδίδετο εἰς τὸ Κράτος, καθ’ ἣν περίπτωσιν οἱ δανεισταὶ ἐλάμβανον ἀπὸ τὸ Κράτος τὴν ἄδειαν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ παράσχωσι τὸ δάνειον, ὅπερ παρέχουσι μὲ ἔκδοσιν 79%, ἐξαιρετικῶς δηλονότι τοκογλυφικὸν καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὄντως εὐεργετικὴ ἦτο ἡ πρόνοια τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ νὰ δεχθῇ μόνον τὴν προκαταβολήν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ἀπωλείας τοῦ δικαιώματος τῆς αἱρέσεως. Τί ἐγένετο τώρα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ὅτι εἶχον δικαίωμα ὁπωσδήποτε ἐπὶ τῆς αἱρέσεως οἱ δανεισταὶ καὶ συνεπῶς ἡμεῖς πρέπει νὰ εἴμεθα ἐνθουσιασμένοι, διότι κατορθώνομεν νὰ λάβωμεν τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου, τοῦ τοκογλυφικοῦ αὐτοῦ δανείου, καὶ συγχρόνως νὰ πληρώσωμεν 1.700.000 δραχ. εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐλάμβανον τὰ χρήματα αὐτά, ἐὰν μᾶς τὰ ἔδιδον, ὡς εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν τὴν 15 Ὀκτωβρίου 1910. Ὅτι δ’ εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο σαφέστατα καταδείκνυται ἐξ ἄλλου ῥητοῦ ἄρθρου τῆς συμβάσεως, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου τῶν 150.000.000 συνυπολογιζομένης καὶ τῆς προκαταβολῆς, εἶναι πεντηκονταετής, λήγει δὲ μετὰ πεντήκοντα ἔτη, τὴν 1ην Ὀκτωβρίου 1961. Καὶ καθίσταται ἐμφανὲς πλέον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι νὰ μετρῶσι λογιστικῶς τὰ ἔτη, δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὰ στοιχεῖα τῆς λογιστικῆς, ὅτι πρόκειται περὶ πεντηκονταετοῦς ἐκδόσεως ἀπὸ τῆς πληρωμῆς τῆς προκαταβολῆς. Ἐάν, Κύριοι, εἶσθε σύμφωνοι ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ πληρώσῃ 1.700.000, ὡς δὲ θὰ ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου βουλευτὴς κ. Κουλούμπαρδος νὰ πληρώσῃ τζερεμέ, τότε εἶναι ἄξιος θαυμασμοῦ καὶ ἐπαίνου ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ παρακαλῶ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κατέρχωμαι τοῦ βήματος νὰ χειροκροτήσητε τὸν ἀξιοθαύμαστον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι·) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10 καὶ ½ μ. μεσημβρίαν. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς 23 καὶ 24 Μαΐου 1911. Εἶτα ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν.)
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου ὁ κ. Γόντικας.
§225Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ συνόλου, πράττω τοῦτο ἀπὸ σκοποῦ, ἵνα λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, καθὼς καὶ ἡ Βουλή, ὅπως κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἂν κρίνῃ ἀναγκαῖον, προσκομίσῃ τροποποιημένον τὸ νομοσχέδιον, ὅπως νομίζῃ καὶ ἂν νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τοῦτο. Βεβαίως ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐνεργείας τῆς ψηφοφορίας τῶν νέων δημοτικῶν Ἀρχῶν εἶναι καταφανὴς ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων καὶ ἐκ τῆς ὑποβολῆς τοῦ σχεδίου νόμου περὶ νέας δημοτικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, νομίζω ὅμως ὅτι, ἀφοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ παράτασις τοῦ σημερινοῦ δημοτικοῦ καθεστῶτος, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια κατὰ τὸ μεταξὺ τοῦτο διάστημα περὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς περιουσίας τῶν δήμων καὶ θὰ ἦτο ἀναγκαῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην πάντοτε, ὅπως σὺν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ὑποβληθῇ καὶ ἕτερον νομοσχέδιον, προνοοῦν περὶ ἐξαιρετικῆς οὕτως εἰπεῖν προνοίας περὶ διαχειρίσεως τῆς δημοτικῆς περιουσίας κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι, διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νέου νομοσχεδίου αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ θεωροῦνται τουλάχιστον κατὰ τεκμήριον ὡς ἑτοιμοθάνατοι, εἶναι δὲ ἐπίσης γνωστὸν ὅτι οἱ ἑτοιμοθάνατοι ἔχουσιν ἀνάγκην θεραπείας ἴσως καὶ περισσοτέρων ἐξόδων πρὸς συντήρησιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέ, ἵνα μὴ δαπανηθῶσιν ἐπὶ πλέον ἔξοδα, θὰ ἦτο ἀναγκαῖον κατὰ τὴν γνώμην μου πάντοτε νὰ ἀφαιρεθῇ εὐθὺς ἀμέσως ἡ διαχείρισις διὰ νόμου, ὥστε οἱ ἐπαρχιακοὶ ταμίαι νὰ ἀναλάβουν τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων, καταργουμένου ἐπίσης διὰ νόμου τοῦ θεσμοῦ τῶν δημοτικῶν εἰσπρακτόρων. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, διότι οἱ προαισθανόμενοι ὅτι ὅσον οὔπω θέλουσιν ἀποθάνει, βεβαίως δὲν θὰ εἶναι τοσοῦτον προσεκτικοί, ὅσον ὤφειλον νὰ εἶναι, ἢ θὰ εἶναι περισσότερον προσεκτικοί!! ἀφ’ ὅ,τι ἦσαν μέχρι τοῦδε. Εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν νομίζομεν ὅτι τὸ ὑπάρχον σύστημα εἶναι ἐπιβλαβές, θὰ καταστῇ ἐπιβλαβέστερον διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, διὰ τῆς παρατάσεως τουτέστι τῆς ζωῆς αὐτοῦ ἐπὶ ἓν ἔτος, ὅτε θὰ εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ διοικοῦντες τοὺς δήμους νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὴν δημοτικὴν διαχείρησιν, κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο καὶ τοὺς νόμους ἐκείνους καὶ τὰ ἔθιμα, συμφώνως πρὸς τὰ ὁποῖα ἀνεμιγνύοντο μέχρι σήμερον. Εὐχῆς ἔργον λοιπὸν θὰ εἶναι, ὅπως διὰ νομοθετικοῦ μέτρου ἀπαλλάξωμεν τοῦ βάρους τούτου τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ἀνάγκη, ὅπως ὑποβληθῇ τροπολογία τις, διὰ τῆς ὁποίας ἀμέσως νὰ θεωρῶνται πεπαυμένοι ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἅπαντες οἱ δημοτικοὶ εἰσπράκτορες, οἱ δὲ ταμίαι τοῦ Κράτους ὑποχρεωτικῶς ν’ ἀναλάβωσι τὴν εἴπραξιν τῶν δημοτικῶν χρημάτων, κρατοῦντες ἰδιαίτερον ταμεῖον ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ κατὰ τὰ κανονισθησόμενα κατὰ τὸν νέον νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ψηφισθῇ ἐπὶ τῇ ἀφορμῇ ταύτῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ δημοτικὸν σύστημα νὰ μεταβληθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τῆς βεβαιώσεως καὶ περὶ ὅλων τῶν ἄλλων. Θὰ συνίστων, καίτοι ἴσως εἶναι περιττὴ ἡ σύστασίς μου αὕτη, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐθὺς ἀμέσως διοικητικῶς καὶ οὐχὶ νομοθετικῶς λάβῃ πρόνοιαν, ὥστε δι’ ἐπιθεωρητῶν οὐχὶ βεβαίως τῶν νομαρχῶν, καὶ τῶν ὑπαρχόντων νομαρχῶν, τονίζω τὴν λέξιν, νὰ διατάξῃ ἐπιθεώρησιν δι’ εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν, ἂν τὸ Κράτος ἔχῃ τοιούτους ἐπιθεωρητάς, ὥστε εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἄρξηται ἡ ἐξέλεγξις τῶν δημοτικῶν ταμείων καὶ τῆς ἐν γένει διαχειρίσεως τῶν δημοτικῶν περιουσιῶν, τουλάχιστον κατὰ τὸ τετραετὲς τοῦτο διάστημα τὸ λῆγον ὅσον οὔπω, ἂν δὲ διετάσσετο ἡ ἐπιβεβλημένη ἐξέλεγξις τῶν δημοτικῶν ταμείων καὶ τῆς ἐν γένει δημοτικῆς διαχειρίσεως πολλὰ θὰ παρουσιάζοντο κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, καὶ θὰ παρουσιαζόμεθα πρὸ καταπληκτικῶν, ἀλλ’ οὐχὶ ἀπροσδοκήτων γεγονότων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, χωρὶς νὰ καταγίνω εἰς λεπτομερείας, ἔχω τὴν γνώμην καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως, ἂν κρίνῃ καλόν, κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑποβάλῃ καὶ σχετικὴν πρότασιν συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ, νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ νὰ ἐκθέσω λεπτομερέστερον τὴν γνώμην μου.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΒΡΞΘʹ νόμου «περὶ καταδιώξεως ἀρουραίων καὶ ἀκρίδων».
§227Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὰ μέσα, ὅπως ἐξαναγκάσῃ τοὺς δυστροποῦντας νὰ συμβάλωσιν εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ἀκρίδος διὰ τῆς ἐπιβολῆς εἰς αὐτοὺς ποινῆς. Ἐν τούτοις πρέπει νὰ γνωσθῇ ὅτι ἡ μὴ καταδίωξις τῆς ἀκρίδος ὀφείλεται μὲν ἐν μέρει εἰς ὑπαιτιότητα τῶν διαφόρων πολιτῶν, ἀλλὰ ὀφείλεται κυρίως καὶ εἰς ὑπαιτιότητα τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία δὲν ἔσπευσεν ἀντὶ μικρᾶς δαπάνης, ὅπως βοηθήσῃ ἐκείνους ἐκ τῶν κατοίκων οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν τοιαύτην βοήθειαν. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῶ πρὸ ἀρκετῶν ἡμερῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀνακοινώσω εἰς αὐτὸν αἴτησιν συμπολιτῶν μου περὶ ἐλλείψεως πετρελαίου καὶ περὶ ἀνικανότητος τοῦ δήμου, ὅπως προμηθεύσῃ τὸ πετρέλαιον τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς ἀκρίδος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ ἀμέσως, ὅπως γίνῃ ἐγκύκλιος καὶ κληθῶσιν οἱ δήμαρχοι νὰ ζητήσωσι τοιαύτην πίστωσιν καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς θὰ ἐκανονίζετο ἀσχέτως πρὸς τὰ ἄλλας δοσοληψίας· δὲν εἰξεύρω ἂν ἐγένετο τοῦτο ἢ δὲν ἐγένετο καὶ εἰς ἐκείνους τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πρόθυμοι νὰ συμβάλωσι διὰ προσωπικῆς ἐργασίας εἰς τὴν καταστροφὴν τῆς ἀκρίδος. Πρὸ ἀρκετῶν ἡμερῶν ἔλαβον ἐπιστολὴν, ἧς ἀναγκάζομαι νὰ γνωστοποιήσω τὸ περιεχόμενον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προβῇ εἰς διαφώτισιν τοῦ λαοῦ ἀπὸ δεισιδαιμονίας τινός, ἥτις συμβάλλει εἰς τὴν ἀποχὴν τοῦ κόσμου ἀπὸ τῆς καταστροφῆς τῆς ἀκρίδος. Μοὶ γράφουσιν ἔκ τινος μέρους (ἀναγινώσκει): «Πρὸ ἀρκετῶν ἡμερῶν, μοναχοὶ προσφέρονται νὰ ἐξαφανίσωσι τὴν ἀκρίδα διὰ τῆς κάρας Ἁγίου τινὸς... ... κ. τ. λ.». Λέγω ταῦτα, ὅπως συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα προβῇ συγχρόνως καὶ εἰς διαφωτιστικὰ τοιαῦτα μέτρα παρὰ τῷ λαῷ.
§228ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ μᾶς βοηθήσητε καὶ ὑμεῖς εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας νὰ τοὺς μεταπείσητε ὅτι αὐταὶ αἱ προλήψεις εἶναι πεπλανημέναι. Ἡμεῖς τοὺς ἐστείλαμεν ἐγκυκλίους ὁδηγίας, τόρα δύνανται καὶ οἱ βουλευταὶ νὰ συντελέσωσι δι’ αὐτό.
§229Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μία ἐγκύκλιος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου προκαλουμένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχῃ ἡ ἐπιστολὴ ἑνὸς ἰδιώτου, ὁ ὁποῖος, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, κύριε Πρόεδρε, νομίζεται ἐχθρὸς τῆς θρησκείας, ἐπειδὴ εἰς ἄλλην τινὰ περίπτωσιν ἐξέφερε γνώμην τινὰ περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐκφράζεσθαι, ὥστε ἐγὼ θὰ ἤμην ὁ πλέον ἀκατάλληλος νὰ συττήσω τοιοῦτόν τι. Θὰ ἐπεθύμουν ἐπίσης ὅπως ἐκτελέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λίαν ἀξιεπαίνως ἀνέλαβε, νὰ δοθῇ ἔγκρισις εἰς τοὺς διαφόρους δημάρχους, διότι γνωρίζω ὅτι εἰς πολλὰ μέρη τοῦ νομοῦ μας ἡ ἀκρὶς θὰ εἶχε καταστραφῆ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ Πολιτεία εἶχε δώσει ποσότητά τινα πετρελαίου, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ὅπου ἐζητήθη ἐστάλη ἀνεπαρκής, ὥστε δὲν λείπει προθυμία, ἡ ὁποία εἶναι ἀφθονωτάτη, ἀλλὰ λείπουσι τὰ μέσα, γνωρίζομεν δὲ ὅλοι ὅτι μόνον ἡ προθυμία δὲν ἀρκεῖ.
§230Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἂν ἐπιβάλλεται νὰ ἀναγνωρίζωμεν τὰς ἐλλείψεις καὶ παραλείψεις τῆς Πολιτείας, δίκαιον ὅμως εἶναι καὶ συμφέρον ν’ ἀποδώσωμεν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν τὰ τῆς κοινωνίας. Προκειμένου δὲ περὶ καταδιώξεως τῆς ἀκρίδος πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι καὶ ἄλλοτε, ὁπωσδήποτε, ἡ Πολιτεία δὲν ἦτο ἡ παραίτιος τῶν καταστροφῶν τῶν ἐκ τῆς ἀκρίδος, οὐδόλως κατὰ τὸ ἐνὸν ἀρνουμένη τὴν συνδρομὴν εἰς τοὺς δήμους καὶ ἐν γένει εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τὰς συνιστωμένας πρὸς καταδίωξιν τῆς ἀκρίδος. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος ἰδίως τοῦτο ἡ καταβληθεῖσα ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐνέργεια ὑπῆρξεν ἀληθῶς ἐξαιρετική. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος θ’ ἀναγνωρίζῃ βεβαίως ὅτι ὄχι μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἀνέφερε, δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς διέταξε τοὺς νομάρχας ὅπως ἐγκρίνωσι πάσας τὰς πιστώσεις τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, τὰς ψηφιζομένας πρὸς καταδίωξιν τῆς ἀκρίδος, — διότι ἄλλοτε συνέβαινε δι’ ἀνεπάρκειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ἀρνῶνται τινὲς τῶν νομαρχῶν νὰ ἐγκρίνωσιν, ἢ νὰ μὴ δύνανται οἱ δῆμοι νὰ πληρώνωσιν, — ὄχι μόνον ἔπραξεν οὕτω, ἀλλ’ ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν ἐνέργειαν αὐτήν, ἡ ὁποία σημαίνει ἐπιβάρυνσιν τοῦ δημοσίου, διότι αἱ δαπάναι εἰς ἃς θὰ προβῶσι δῆμοι ἀνεπαρκεῖς, οἱ ὁποῖοι καθυστεροῦσιν εἰς τὸ δημόσιον μεγάλα ποσὰ ἐκ τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, θὰ πέσωσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ὑπάρχει καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἀναγεγραμμένη εἰδικὴ πίστωσις διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ἀρουραίων καὶ τῶν ἀκρίδων ἐξ 100.000 δραχ. Δὲν ἔχω πρόχειρον σημείωμα τὴν στιγμὴν ταύτην περὶ τῆς δαπάνης τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας ὁποίας διαταγὰς νομίζετε ὅτι ἔχει δώσει; Πάντες οἱ δῆμοι οἱ μὴ ἔχοντες ἐπάρκειαν οἰκονομικήν, ὥστε νὰ ψηφίζωσι πιστώσεις διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ἀκρίδος, ἔχουσι δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι ἀνεπαρκεῖς, νὰ λαμβάνωσι δωρεὰν τὸ πετρέλαιον. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν διατάττοντος τοὺς νομάρχας νὰ ἐγκρίνωσι πᾶσαν πίστωσιν, χωρὶς νὰ ἐξετάζωσιν ἂν οἱ δῆμοι εἶναι ἐπαρκεῖς, καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας λέγοντος, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι δῆμοι ἄποροι, νὰ γίνηται ἡ πληρωμὴ τῆς δαπάνης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 100.000 δρ., τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διαρκῶς παρέχει τὸ ζητούμενον πετρέλαιον. Μοὶ συνέβαινε κατὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπληρῶ ἀπόντα τὸν συνάδελφόν μου Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, νὰ παραστῶ μάρτυς πραγμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πρὸς ἔπαινον τῶν προσώπων, ἅτινα παραπονοῦνται, νὰ παραστῶ μάρτυς τοῦ ἑξῆς φαινομένου· ν’ ἀποθηκεύηται τὸ πετρέλαιον εἰς τοὺς τόπους τῆς παραλαβῆς καὶ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ ν’ ἀρνῆται νὰ τὸ παραλάβῃ, ἰσχυριζομένη ὅτι δὲν ἔχει τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς! Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως εἶναι δίκαιον ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ὑπαιτιότητα καὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες δὲν κινοῦνται. Ὡς πρὸς τὴν προκατάληψιν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ποῖον ἄλλο μέτρον νὰ λάβωμεν, ἀπὸ τοῦ νὰ κάμωμεν ἐκστρατείαν, ὄχι διότι δὲν ἐπαρκοῦσιν οἱ κατὰ τόπους κάτοικοι νὰ καταδιώξωσι τὴν ἀκρίδα, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς κινῶμεν διὰ τοῦ στρατοῦ εἰς καταδίωξιν τῆς ἀκρίδος; Ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ παρατηρήσωμεν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς πολίτας ὅτι ὀφείλουσι πρὸ παντὸς νὰ κινῶσι τὰς ἰδίας αὐτῶν χεῖρας. Πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ ἡ γλῶσσα αὕτη εἶναι ἡ καλυτέρα.
§231Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄριστος, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ἕνεκα τῆς αὐστηρότητος μερικῶν ὅρων οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται ἐνταῦθα....
§232ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑποβάλλετε τροπολογίας νὰ συντελέσητε καὶ ὑμεῖς εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ νομοσχεδίου;
§233Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἀντὶ νὰ τρέχωσιν οἱ χωρικοὶ πρὸς καταδίωξιν τῆς ἀκρίδος θὰ τρέχωσιν οἱ χωροφύλακες πρὸς καταδίωξιν αὐτῶν.
§234ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τώρα τρέχει ἡ ἀκρὶς πρὸς καταδίωξιν τῶν χωρικῶν.
§235Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Διότι εἰς τὸ ἄρθρον 2 λέγετε ὅτι ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις καὶ εἰς τὰς ποινὰς «οἱ ὁπωσδήποτε μὴ ἐκπληρώσαντες τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ....
§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οἱ λέγοντες ὅτι θὰ ἐκπληρώσωσι, μὴ πράττοντες ὅμως τὸ καθ’ ἑαυτούς.
§237Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἄν εἶναι ἀσθενεῖς, ἄν ἀπουσιάζωσιν;
§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὰ ἀδύνατα δὲν ὑποχρεοῦνται.
§239Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ «ὁπωσδήποτε» δύναται νὰ παρεξηγηθῇ.
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προτείνατε τροπολογίαν.
§241Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. «Ἕνεκα ἀποχρῶντος λόγου».
§242ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά· δεκτόν.
§243Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ πλέον εἰς τὸ ἄρθρον 3 ἔχετε διάταξιν ἥτις περιττεύει. Ἀφοῦ ἔχετε τὸ τελευταῖον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι δύναται τὸ δημόσιον ἰδίαις δαπάναις νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀκρίδα καὶ ἐπιβάλῃ τὴν δαπάνην εἰς βάρος τοῦ πολίτου καὶ τὴν εἴσπραξιν εἰς τὸν δημόσιον εἰσπράκτορα, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις;
§244Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν βλάπτει νὰ ὑπάρχωσι καὶ αἱ δύο διατάξεις.
§245Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Περαιτέρω νομίζω ὅτι ἡ μύνησις δὲν πρέπει νὰ γίνεται ὑπὸ παντὸς πολίτου, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου, τοῦ δημάρχου ἢ τοῦ ἀγροφύλακος.
§246ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ὑπόθεσις δημοσίας τάξεως.
§247Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Καὶ ὁ παλαιὸς νόμος αὐτὴν τὴν διάταξιν εἶχεν.
§248Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὀλίγας λέξεις μόνον θὰ εἴπω τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ εἴπω. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἐγένετο πρὸς καταδίωξιν τῆς ἀκρίδος· ἔχω ὅμως ἐπιστολὰς εἰς χεῖράς μου, εἰς τὰς ὁποίας δίδω μεγάλην προσοχήν, κατὰ τὰς ὁποίας καθ’ ὅν τρόπον γίνεται ἡ καταδίωξις τῆς ἀκρίδος εἶναι δῶρον ἄδωρον. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου Λακωνίαν ἐνέσκηψεν ἀκρὶς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν φροντίδα ν’ ἀποστείλῃ πετρέλαιον. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν παρέχεται τὸ πετρέλαιον, μέχρι τῶν ἐσχατιῶν τοῦ νομοῦ μεσολαβεῖ διάστημα 20 καὶ 25 ὡρῶν καὶ ὑπάρχουσι χωρία ἡ εἰς τὰ ὁποῖα μεταφορὰ εἶναι τοιαύτη ὥστε ἡ δι’ αὐτὴν δαπάνη θὰ ἤρκει νὰ ἀγοράσωσιν ἐπιτοπίως διπλάσιον ποσόν. Ἄς λάβῃ τὴν φροντίδα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ ποῦ προσεγγίζουσιν ἀτμόπλοια, ὥστε νὰ διανέμηται τὸ πετρέλαιον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι αἱ δαπάναι ὑπέρογκοι. Ἡ ζημία ἐκ τῆς ἀκρίδος εἶναι μεγίστη, καθ’ ἃς δ’ ἔχω πληροφορίας ἡ ζημία ἀνέρχεται εἰς ἑκατομμύρια, τὸ δὲ Κράτος θὰ ζημιωθῇ περὶ τὰς 80 χιλιάδας δραχμῶν. Ὀφείλω προσέτι νὰ πληροφορήσω τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὑπάρχουσι πολλὰ κιβώτια πετρελαίου, τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν εἰς διάφορα σημεῖα καὶ παραμένουσιν ἐκεῖ, ἴσως διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, διότι οἱ δῆμοι δὲν ἔχουσι χρήματα νὰ πληρώσωσιν. Ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξ ἰδίας πείρας ὅτι ἀντὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς τὸ πετρέλαιον, θὰ ἦτο προτιμότερον διὰ τὸ Κράτος, νὰ ὑποχρεώνῃ ἑκάστην οἰκογένειαν νὰ διατρέφῃ 3 ἢ 4 γαλιά. Ἀντὶ ν’ ἀποστέλλεται πετρέλαιον πρὸς τὸ θεαθῆναι καὶ μέρος νὰ κλέπτηται, μέρος νὰ σπαταλᾶται καὶ νὰ μὴ φθάνῃ ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ φθάσῃ, συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέσον πρακτικῶς ἐφαρμόσιμον καὶ ἀποτελεσματικόν, ὅπως ἐπιβάλῃ εἰς ἑκάστην οἰκογένειαν ὅπου ἐνσκήπτει ἀκρὶς νὰ διατρέφῃ τρία ἢ τέσσαρα γαλιὰ καὶ νὰ εἶναι βεβαία ὅτι θὰ ἐξυπηρετήσῃ πολὺ καλλίτερον τὸν σκοπὸν ἄνευ δαπάνης τοῦ δημοσίου.
§249Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅσον καὶ ἂν ἐπείγει ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγὼ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐξετάσω αὐτὸ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Δὲν θὰ ὁμιλήσω οὔτε περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα διατίθενται πρὸς καταπολέμησιν τῶν ἀρουραίων καὶ τῆς ἀκρίδος· δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ λεπτομερειῶν τινῶν τοῦ νομοσχεδίου, λεπτομερειῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται εἰς ἅπαντα τὰ νομοσχέδια, τὰ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας προερχόμενα, κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους. Φρονοῦσι τὰ ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα γίνονται νόμοι τοῦ Κράτους, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωσι τὸν σκοπόν των ὅταν ἀπαγγέλλωσι ποινὰς ἀδιακρίτως κατὰ διαφόρων, χωρὶς νὰ προσέχωσι κατὰ τίνων ἀπαγγέλλονται αἱ ποιναί, πῶς ἐκτελοῦνται καὶ τί ὑποφέρει ὁ κόσμος. Παρετηρήθη ἐπ’ ἐσχάτων τάσις τις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὅπως καταπαύσῃ, ὅσον εἶναι δυνατόν, διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα εἰσηγήσατο, τὰς δίκας ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Τὰ νομοσχέδια ὅμως τὰ ὑποβαλλόμενα, πρὸ πάντων τὰ φορολογικά, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φρονῶ ὅτι συντελοῦσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἀδίκων ὑποθέσεων. Ὑπάρχει νόμος τοῦ Κράτους περὶ ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐπεσώρευσαν πλείστας ὅσας ποινὰς ἀδικαιολογήτως κατὰ διαφόρων κατόχων πυρίτιδος καὶ σκαγίων, νόμος ἐντελῶς ἄδικος, νόμος ὁ ὁποῖος καθόλου δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν πρακτικὴν συνήθειαν κατὰ τὴν ὁποίαν ζῇ ὁ κόσμος. Ὅταν ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ ἐψηφίσθη ἐπιτροχάδην, ἴσως διότι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἐπέρχονται, ἐπῆλθον ἀμέσως κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶναι σκληρά, σκληρότατα κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὑπάρχουσι περιφέρειαι δικαστικαὶ ὁλόκληροι, εἰς τὰ δικαστήρια τῶν ὁποίων εἰσήχθησαν ἄνθρωποι ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ γνωρίζωσι τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου τοῦ ἀδίκου, νόμου τὸν ὁποῖον ἠγνόουν καὶ οἱ δικηγόροι. Ἐδικάσθησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προσῆλθον εἰς τὸν ταμίαν, εἰς τὸν ἔφορον, ἐδήλωσαν ὅτι εἶναι κάτοχοι πυρίτιδος καὶ σκαγίων καὶ κατεδικάσθησαν, διότι ἦσαν κάτοχοι σακκιδίων σκαγίων περιτετυλιγμένων μὲ ταινίας, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν σπασμέναι καὶ κατεδικάσθησαν εἰς μηνιαίαν φυλάκισιν εἰς 200 δραχμῶν πρόστιμον καὶ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν καὶ σήμερον φυγοδικοῦσιν. Τοιοῦτο εἶναι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται σήμερον, ἀτελές, ἀτελέστατον.
§250ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι φέρετε τροπολογίαν ἐπὶ τῶν διατάξεων τούτων. Ἐὰν εἴχομεν τὰς τροπολογίας σας θὰ ἦτο εὔκολον νὰ τὰς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ἢ τοὐλάχιστον νὰ τὰς μελετήσωμεν. Ὑποβάλατε ἐγγράφους τὰς τροπολογίας σας διὰ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ μὴ χαθῇ ὁ χρόνος. Κάμνω ἔκκλησιν εἰς ὑμᾶς, διότι ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ ὅτι εἶσθε ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς τάξεις τῶν φιλελευθέρων καὶ ἑπομένως ἐπιθυμεῖτε νὰ συντελεσθῇ ἡ ἐπιδιωκομένη ἐργασία. Ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος μᾶς μένει ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἔχομεν, εἶναι πολὺ ὀλίγος. Δὲν ἐννοῶ νὰ μὴ φέρητε παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς ὑποβαλλομένης νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ φέρητε ἐγγράφους τὰς τροπολογίας σας, ἵνα δυνηθῶμεν μελετῶντες αὐτὰς νὰ βελτιώσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
§251Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς, κύριε Πρόεδρε, ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς ἀνήκων εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων ἐνδιαφέρομαι νὰ εἶναι καλὰ τὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’ ἀφήνω τὰς ἄλλας παρατηρήσεις καὶ περιορίζομαι εἰς μίαν μόνην, τὴν ὁποίαν θεωρῶ σπουδαιοτάτην κλπ. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νομοσχεδίου λέγει ὅτι τὸν κατάλογον τοῦ φόρου τούτου τὸν συντάσσει μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν νομάρχην κλπ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἰδίως ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην...
§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προτείνατε τροπολογίαν, κύριε Γόντικα.
§253Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τροπολογίας.
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως, διότι δὲν σᾶς ἀρέσει τὸ σύστημα καὶ θέλετε καλλίτερον.
§255Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἠγέρθη πόλεμος, προκειμένου νὰ ψηφίσωμεν συνταγματικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ὁ ἀστυνόμος θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ 10 δραχμῶν πρόστιμον, ἀφήνομεν εἰς ἀρχὰς καὶ ὑπαλλήλους νὰ ἐπιβάλλωσι πρόστιμον χιλιάδων δραχμῶν. Τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν, διὰ νὰ παύσωσι ταῦτα ἅπαξ διὰ παντός, διότι εἰς τὸ νέον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ἐπιβάλλομεν τὴν κατ’ ἀντιμωλίαν συζήτησιν διὰ νὰ λείψωσιν αἱ ποιναὶ αἱ ὑπὸ Ἐπιτροπῶν ὑπὸ τὸ φῶς τῆς λυχνίας καὶ ἐντὸς τῶν δωματίων ἐπιβαλλόμεναι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐπεθύμουν νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἵνα τὸ ἀκούσωσιν οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ μὴ λαμβάνωμεν τοῦ λοιποῦ ἀφορμὴν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ κατηγορῶμεν, ὅσα κατηγοροῦμεν. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 3.).
§256Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι τὸ πρόστιμον θέλει εἶσθαι ἀρκετὰ μέγα καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν καλῶς νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ἀδίκως. Τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι «οἱ κύριοι νομεῖς, ἐνοικιασταὶ ἢ ἐπιστάται» νομίζω ὅτι ἀντὶ τούτου πρέπει νὰ εἴπωμεν «οἱ κύριοι, νομεῖς, ἂν καλλιεργῶσιν οἱ ἴδιοι τὸ κτῆμα, ἢ οἱ ἐνοικιασταὶ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει.....
§257Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 4).
§258Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 θὰ εἴπω τὰ αὐτὰ ἀντὶ τῶν «ἰδιοκτητῶν» νὰ τεθῇ τῶν «ἁρμοδίων». (Ψηφίζονται τὸ 4, 5 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου.).
§259Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἢ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν συνταγματικῶν ψηφισμάτων ἐπεθύμουν νὰ παράσχω πληροφορίαν τινὰ εἰς τὴν Βουλήν, ἐν σχέσει πρὸς τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, τὰ τελευταίως ὑποβληθέντα. Μεταξὺ αὐτῶν εἶναι τὸ νομοσχέδιον, «περὶ συμβατικοῦ τόκου, τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας». Ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εὐθὺς ὡς ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, κατέστη δὲ γνωστὸν τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ καὶ ἰδίως ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς αὐτό, οἱ τοκισταὶ ἐδείχθησαν ἀμειλικτώτεροι καὶ προέβησαν εἰς καταδιώξεις διὰ νὰ ἐπιτύχωσι τὴν εἴσπραξιν. Ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἄλλοθεν ἀκόμη, ἐλάβομεν ἀναφοράς, διὰ τῶν ὁποίων ἱκετεύουσι τὴν Βουλὴν καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ θέσις αὐτῶν κατέστη δεινοτέρα ἤδη παρ’ ὅσον ἦτο πρίν, καὶ ἴσως ἴσως φθάσῃ μετὰ τὸν θάνατον ὁ ἰατρός, ὡς πρὸς τὴν ἀναδρομικὴν διάταξιν. Ἐπίσης ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῆς πληρώσεως τῶν θέσεων τῶν εἰρηνοδικῶν διὰ πρωτοδικῶν, ἔχει καὶ τοῦτο ἐπείγοντα χαρακτῆρα, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ κενωθῶσι λίαν προσεχῶς θέσεις τινές, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἴδωμεν ἐφαρμοζόμενον ἀμέσως τὸ νέον καθεστώς. Ἐπίσης σχεδὸν πάντα τὰ νέα δικαστικὰ νομοσχέδια φαίνονται ἔχοντα ἐπείγοντα χαρακτῆρα, ἐπειδὴ δὲ εἰς τὸν γενικὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν βάσιν δὲν φαίνονται ὑπάρχουσαι ἀντιρρήσεις, θὰ προέτεινον, ἂν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ ψηφίσωμεν τὰ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν σήμερον, προτάσσοντες αὐτὰ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν θὰ καταναλώσωσι πᾶσαν τὴν ἑσπέραν, νὰ ἀναβάλωμεν δὲ τὴν γʹ. συζήτησιν διὰ τὴν ἄλλην ἑβδομάδα· ἐν τῷ μεταξὺ δὲ νὰ ὑποβάλωσι τὰς τροπολογίας των οἱ κ. Βουλευταὶ νὰ τὰς μελετήσω. Κατὰ πᾶσαν δὲ πιθανότητα θέλω εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ συζητήσω καὶ ἰδιαιτέρως μετὰ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ὑποβάλει τροπολογίας, ὥστε νὰ διευκολύνωμεν τὴν γʹ. συζήτησιν διὰ τῆς προσθήκης τῶν τροπολογιῶν αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἀπὸ κοινοῦ γίνει ἀποδεκταί, καὶ τοιουτοτρόπως κατὰ τὴν προσεχῆ ἑβδομάδα νὰ γίνῃ λεπτομερὴς συζήτησις καὶ τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν τροπολογιῶν. Αὐτὰ εἶχον νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ, ἂν συμφωνῇ, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν.
§260ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα· μάλιστα. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν τὰ κάτωθι νομοσχέδια· «Περὶ μετατροπῆς μικρῶν ποινῶν κρατήσεως ἢ φυλακίσεως εἰς χρηματικάς»· «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 196 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας»· «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀγνώστου διαμονῆς διαδίκους»· «Περὶ ἀνεγέρσεως δικαστικῶν καταστημάτων»· «Περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». «Περὶ ζωοκλοπίας καὶ ζωοκτονίας»· «Περὶ προσωρινῶν μέτρων ἐν ταῖς περὶ διακατοχῆς διαφοραῖς»· «Περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 331 καὶ 332 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου»· «Περὶ προσθήκης καὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου»· «Περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας»· «Περὶ συμβατικοῦ τόκου τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας».)
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ὑποβεβλημένων σχεδίων ψηφισμάτων.
§262Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἐν τῇ ἀπουσίᾳ σας ἀπεφασίσθη νὰ διορισθῇ ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου ἐπιτροπὴ κοινοβουλευτική, ἡ ὁποία ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τῶν ἀμβύκων.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, αὔριον κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Ἐλέγχου θὰ ἀνακοινώσω τὰ ὀνόματα τῆς ἐπιτροπῆς. Πρῶτον ὑπὸ συζήτησιν εἰσάγεται τὸ σχέδιον ψηφίσματος τοῦ κ. Κουτούπη.
§264Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ Συντάγματος περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἢ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἦτο ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως ὅλων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν καὶ βεβαίως δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι, ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο διὰ μείζονα λόγον ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν μελῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἂν καὶ δὲν συμμερίζομαι τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ δικαιολογήσω τοὺς δισταγμούς της, καθόσον ἐπρόκειτο περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα διῆλθον ὁλόκληρον τὴν ὑπηρεσιακὴν κλίμακα μέχρις ὅτου φθάσωσιν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ἀρεοπαγίτου. Ἐκτὸς τούτου ἄν τινες ἐκ τῶν ἀποτελούντων τὸν Ἄρειον Πάγον δὲν εἶναι ἄξιοι τῆς θέσεως ταύτης διὰ διαφόρους λόγους, πάντοτε ὅμως δὲν στεροῦνται προσόντων τινῶν, ἀφοῦ ἔφθασαν μέχρι τοῦ ἀνωτάτου αὐτοῦ βαθμοῦ τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ τὸ αὐτό, καθόσον πάντες οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον διωρίσθησαν οὐχὶ κατόπιν ὑποδείξεως ὡρισμένων προσόντων οὐχὶ κατόπιν ὡρισμένης ὑπηρεσίας, ἀλλὰ μόνον διότι εἶχον τὴν εὐμένειαν διαφόρων ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας. Κατὰ τίνα τρόπον ἔχει συσταθῆ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, γνωρίζετε πάντες, ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἀπετελεῖτο ἐξ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, διότι, ὡς γνωρίζετε, πρέπει πρὸ παντὸς οἱ ἐλεγκταὶ νὰ ἔχωσιν οἰκονομικὰς γνώσεις, ἡ ἐκκαθάρισις, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, ἦτο δίκαιον νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τούτους. Ἀφοῦ ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι οἱ οἰκονομικοί, οἵτινες ἔφθασαν εἰς τὰ ἀνώτερα ἀξιώματα ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν διαφόρων συμβουλίων καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νομίζω ὅτι εἶναι περισσότερον ἐπιβεβλημένον, ὅπως ὑποβληθῶσι καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἡ μόνη διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι ὅτι οἱ μὲν οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ περισσότεροι τοὐλάχιστον, διῆλθον ὁλόκληρον τὴν ὑπηρεσιακὴν κλίμακα, οἱ δὲ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διωρίσθησαν ἀπ’ εὐθείας, ἄνευ προσόντων. Πῶς συγκροτεῖται σήμερον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον γνωρίζετε πάντες. Πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ προσόντα χρήσιμα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων ἐχρειάσθησαν ὅπως εὑρεθῶσι καὶ διορισθῶσιν οἱ διάφοροι πάρεδροι καὶ ἐλεγκταὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Εἷς τούτων, ὡς θὰ γνωρίζετε πάντες, ἄριστος ὢν διευθυντὴς τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης, ὅπως μὴ ὑπόκειται εἰς τὰς διαφόρους παύσεις, πρὶν ἢ γίνωσιν οἱ ὑπάλληλοι ἰσόβιοι, παρεκάλεσε τὸν ἰσχυρόν του προστάτην, ὅπως, διότι αὐτὴ ἡ θέσις ἦτο μόνιμος, διορίσῃ αὐτὸν ἐλεγκτὴν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ οὕτω καὶ ἡ Ἐθνικὴ Βιβλιοθήκη ἔχασεν ἕνα κάλλιστον διευθυντήν, διότι ἦτο ἄριστος ὡς τοιοῦτος, ἀλλὰ καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπέκτησεν ἕνα ἀκατάλληλον ἐλεγκτήν, διότι οὐδέποτε οὐδ’ εἰς τὸ ὄνειρόν του εἶδε καὶ ἐξήτασεν οἰκονομικὰ ζητήματα.
§265ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ὁ καλλίτερος πάντων αὐτός, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε, κατὰ τὴν γενικὴν ἀναγνώρισιν.
§266Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἕτερος ἀπὸ διευθυντὴς ἐφημερίδος εὑρέθη καὶ οὗτος ἐλεγκτὴς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἄλλος ἀπὸ ἰδιαίτερος γραμματεὺς καὶ προστάτης ἰσχυροῦ ἀρχηγοῦ κόμματος εὑρέθη ἐπίσης ἐλεγκτὴς ἢ πάρεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἄλλος ἀπὸ γραμματεὺς τῆς Ἀστυνομίας, συστήματος καταργηθέντος ἀπὸ καιροῦ, εὑρέθη καὶ αὐτὸς ἐλεγκτὴς τοῦ Συνεδρίου. Ἄλλος ἀπὸ ἀποτυχὼν ἀντεισαγγελεὺς εὑρέθη καὶ αὐτὸς ἐλεγκτὴς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἄλλος ἀπὸ Πρωτοδίκης, ἄλλος ἀπὸ γενικὸς γραμματεύς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πάντες πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐγγὺς καὶ ἐξυπηρέτησαν τὰ κοινὰ συμφέροντα διαφόρων πολιτικῶν ἀρχηγῶν.
§267Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Καὶ τίς δὲν ἐξυπηρέτησε μέχρι σήμερον συμφέροντα;
§268Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως δύναταί τις νὰ ἐξαιρέσῃ, ἀλλ’ ὄχι περισσοτέρους τῶν 2–3, οἵτινες ἐπαξίως κατέχουσι τὴν θέσιν τοῦ ἐλεγκτοῦ, καὶ πράγματι ἔχουσι προσφέρει ὑπηρεσίας, ὡς γνῶσται τῆς ὅλης μας οἰκονομικῆς νομοθεσίας. Ἀλλ’ οἱ λοιποί, καὶ εἶναι ὄχι ὀλίγοι τὸν ἀριθμόν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διορίζονται. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, διότι ἐξετέλεσεν ἕνα παλαιὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἴσχυεν ἀπὸ τοῦ Ὄθωνος, καθ’ ὃν τὰς θέσεις τῶν ἐλεγκτῶν καὶ τῶν παρέδρων ἔπρεπε νὰ λαμβάνωσι λογισταὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου,—καὶ λέγω τοῦτο πρὸς τιμὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως—τὴν μόνην θέσιν, τὴν ὁποίαν συνεπλήρωσε, τὴν συνεπλήρωσεν ἐξ ἑνὸς λογιστοῦ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Μίαν ἄλλην φορὰν ἐγένετο ἀπόπειρα ὑφ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ κ. Στρέϊτ, ὅπως διορισθῇ εἷς ἐκ τῶν λογιστῶν, καὶ ὁλόκληρον τὸ Σῶμα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου διεμαρτυρήθη καὶ κατώρθωσε νὰ ματαιώσῃ τὸν διορισμὸν τοῦτον, διότι οἱ κύριοι οὗτοι, οἱ ἔχοντες τοιαύτην προέλευσιν, βεβαίως δὲν θέλουσι νὰ συγκαταλέξωσιν εἰς τὸ Σῶμα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσι πράγματι ὑπηρεσίαν, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀληθῶς οἱ ἐκτελοῦντες ὁλόκληρον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ ἡ ἐκκαθάρισις, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ ψηφίσματος προτείνω, εἶναι ἔτι μᾶλλον ἀναγκαία, ὅπως δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν εὐκαιρία νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν τοῦ Πρυτανείου τούτου, τὸ ὁποῖον καλεῖται Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἄν μοὶ ἐπιτρέπηται μία σύγκρισις πρὸς ἓν ἄλλο Κράτος πολὺ μεγαλείτερον τῆς Ἑλλάδος, τὴν Ἰταλίαν, θὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον συνίσταται ἐκεῖ ἐξ ἑνὸς προέδρου, δύο ἀντιπροέδρων καὶ δώδεκα ἐλεγκτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους προστίθενται καὶ εἴκοσι λογισταί, ὅπως ἀποτελεσθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν τριάκοντα πέντε. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχομεν δέκα–τέσσαρας—πρόεδρον, ἐλεγκτὰς καὶ παρέδρους— καὶ τεσσαράκοντα λογιστάς, ὅπως ἀποτελεσθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν πεντήκοντα–τεσσάρων.
§269Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι τὸ ὅλον σύστημα διάφορον.
§270Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ὅλον σύστημα δὲν εἶναι καθόλου διάφορον, κύριε συνάδελφε, διότι ἐπιβεβλημένη εἶναι εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἡ θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων. Ὁλόκληρος ὁ ἀριθμὸς τῶν δέκα–τεσσάρων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ Συμβούλιον, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ συνταγματικῶς ἰσόβιοι, ἐκτελοῦσιν ἐλαχίστην ὑπηρεσίαν, ἀναθεωροῦσιν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσιν οἱ λογισταί. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν πίνακα, ὁ ὁποῖος ἐμφαίνει τὰς ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐκδοθείσας ἀποφάσεις κατὰ τὸ 1910, καὶ εἶναι πράγματι λυπηρὸν νὰ ἴδῃ κανεὶς ποίαν ἐργασίαν ἐκτελοῦσιν οἱ διάφοροι αὐτοί, οἱ συνταγματικῶς ἰσόβιοι ὑπάλληλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὁλόκληρος ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καταντᾷ ἐν πολλοῖς περιττή, καθόσον αὕτη ἐκτελεῖται ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἡ ἐργασία ἀποστέλλεται τελεία, ἂν δὲ γίνεται ἐργασία τις, αὕτη γίνεται ὑπὸ τῶν λογιστῶν καὶ οἱ διάφοροι πάρεδροι δὲν ἔχουσι νὰ κάμωσι τίποτε ἄλλο λαμβάνοντες ταύτην παρὰ νὰ ἐκδώσωσι τὴν ἀπόφασίν των ἐπὶ ἐντύπου, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ὡρισμένον, πανομοιότυπον. Οὐδεὶς καταλογισμὸς ἐγένετο. Ἂν δὲ εἰς τὴν λεγομένην διαδήλωσιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπάρχουσι καταλογισμοί, οἱ καταλογισμοὶ αὐτοὶ εἶναι κατὰ τελωνιακῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεμορφώθησαν μὲ ὡρισμένας διατάξεις τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ οὐδεμιᾶς ἀνακαλύψεως λάθους ἕνεκα τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Οἱ διάφοροι ἐλεγκταὶ τοῦ Συνεδρίου διακρίνονται διὰ τὸν ἔλεγχον ἰσολογισμῶν διαφόρων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ Τραπεζῶν, διὰ τὸν ὁποῖον ἀμείβονται ἐπαρκῶς, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία αὕτη, μοὶ φαίνεται, δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς, ὅπως σεβασθῶμεν τὴν συνταγματικὴν ἰσοβιότητά των.
§271Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πόσαι ἀποφάσεις ὑπάρχουσιν;
§272Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις μέχρι τριάκοντα–τεσσάρων, δηλαδὴ εἷς ἐξήλεγξε πέντε ταμεῖα, δεκατρία ὑποταμεῖα, ἓν ὑποτελωνεῖον καὶ ἐννέα ὑποδεεστέρας τελωνιακὰς ἀρχάς.
§273Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σύνολον ἀποφάσεων;
§274Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αἱ διάφοροι ἀποφάσεις εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐργασιῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου φιγουράρουν κατὰ πολὺ μεγαλείτερον ἀριθμόν, διότι τὸν μέγιστον ῥόλον παίζει ἡ θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία μονογραφή, καθόσον τὰ πλεῖστα τῶν ἐνταλμάτων, ὡς γνωρίζετε, εἶναι τυπικά· ἀλλὰ καὶ ἂν γίνηται ἐργασία τις, ἡ ἐργασία αὕτη γίνεται ὑπὸ τῶν πολυπληθῶν, ἐπαναλαμβάνω, λογιστῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνετρίου· ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ θεώρησις τῶν ἐνταλμάτων, ἡ ὁποία ἄλλοτε ἐγίνετο ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ αὐτὴ γίνεται κατὰ τρόπον πλημμελέστατον ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι καὶ εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι ἔλαβον πολλάκις ἀφορμὴν νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν στενοκεφαλιάν, ἡ ὁποία βασιλεύει εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ἐπέρχεται μεγίστη βραδύτης εἰς τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων. Ἐνῷ ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ πολυτελὲς προσωπικὸν ὀφείλει ἐντὸς τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἀποστέλλονται τὰ χρηματικὰ ἐντάλματα νὰ θεωρήσῃ καὶ ἐπιστρέψῃ ταῦτα, παρέρχονται πολλάκις πολλαὶ ἡμέραι, παρέρχεται σχεδὸν χρόνος μιᾶς ἑβδομάδος, καὶ τὰ ἐντάλματα ταῦτα μένουσιν ἀθεώρητα, πρὸς μεγίστην ζημίαν τῶν ἀπαιτητῶν καὶ πρὸς μεγίστην ζημίαν καὶ τοῦ Δημοσίου, διότι, ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, οἱ διάφοροι συναλλασσόμενοι μὲ τὸ Δημόσιον, γνωρίζουσιν ὅλας τὰς δυσκολίας, ὡς πρὸς τὴν λῆψιν τῶν χρημάτων των καὶ ἐννοεῖται ὅτι εἰς τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν προσφέρουσι, προσθέτουσι καὶ τὰ ἐκ τῆς τοιαύτης δυσκολίας κακά.
§275Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Πτύουσιν αἷμα διὰ νὰ τὰ λάβωσιν!
§276Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, μετεχειρίσθη πάντοτε πολὺ κακῶς καὶ τὴν μετεχειρίσθη πρὸς ἐλεεινὴν συναλλαγήν. Ὑπῆρξε πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ὁ ὁποῖος, διότι ὁ υἱός του δὲν ἐστάλη εἰς Γαλλίαν ὅπως σπουδάσῃ ἐκεῖ, ἀποτυχὼν ἐδῶ ὡς δόκιμος καὶ καταταχθῇ ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ἐκίνησε τὸν πόλεμον κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ ἔπαυσε νὰ θεωρῇ οἱονδήποτε ἔνταλμα εὑρίσκων διαφόρους δικαιολογίας. Ἡ Κυβέρνησις τότε εὑρίσκετο εἰς ἀμηχανίαν κατὰ τοῦ ἰσοβίου ἐκείνου οἰκονομικοῦ λειτουργοῦ, ὁ ὁποῖος κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐξετέλει τὰ καθήκοντά του· καὶ πλεῖστοι ἐκ τούτων, ὁσάκις τὰ αἰτήματά των δὲν γίνονται δεκτὰ εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, εὑρίσκουσι διαφόρους τρόπους ὅπως ἀρνῶνται τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, ἵνα ἐπιβάλλωσι τὰς θελήσεις των. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐξεμεταλλεύθησαν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ μέχρι τοῦδε ἰσόβιοι οἰκονομικοὶ αὐτοὶ ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὀλίγης καὶ εὐκόλου ὑπηρεσίας δὲν διακρίνονται. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι σήμερον ἡ ταμιακὴ διαχείρισις εὑρίσκεται εἰς τὰ 1900. Ὁλόκληρος ὑπηρεσία ἐκτελεῖται, ἐπαναλαμβάνω, ὑπὸ τοῦ γενικοῦ λογιστηρίου, τὸ ὁποῖον καταρτίζει τοὺς πίνακας, ἡ διπλῆ δὲ αὕτη ἐνέργεια εἶναι ματαία καὶ χρησιμεύει μόνον πρὸς δικαιολογίαν ὑπαλλήλων, οἵτινες κατὰ τὰ διάφορα χρονικὰ διαστήματα ηὔξανον, ἵνα ἱκανοποιῶνται αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ κόμματος. Καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ ὑπηρεσία, διὰ τὴν ὁποίαν ἴσως δικαιολογεῖται ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ ἀπονομὴ τῶν συντάξεων καὶ ἐκείνη γίνεται μετὰ βραδύτητος μεγίστης καὶ μετὰ καταχρήσεων οὐχὶ ὀλίγων. Ἐλεγκτικὰ Συνέδρια ὑπάρχουσι παντοῦ καὶ ἐκτελοῦσι παρόμοια καθήκοντα πρὸς τὰ τοῦ παρ’ ἡμῖν Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου· εἶναι ἀληθὲς ὅμως ὅτι ὁλόκληρος αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία τῆς θεωρήσεως τῶν ἐνταλμάτων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ διέρχηται διὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι, ὁλόκληρος ἡ ὑπηρεσία ἡ ὁποία γίνεται, πρέπει καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ γίνεται πάντοτε, θὰ χρειασθῇ πολὺ ὀλιγώτερον προσωπικὸν ἐὰν ὑποχρεωθῶσιν οἱ κύριοι νὰ ἐργάζωνται ὀλίγας καθ’ ἑκάστην ὥρας. Καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, ἐπαναλαμβάνω, χαίρουσι τὸ προνόμιον τῆς ἰσοβιότητος οἱ ἐλεγκταί, ἀλλὰ ἐκεῖ ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία δὲν νομίζω ὅτι θὰ ταράξῃ καὶ πάλιν τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐὰν εἴπω ὅτι ὑπόκεινται εἰς ἐκκαθάρισιν καὶ εἰς ἐκκαθάρισιν γινομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ ὑπὸ τῶν προέδρων καὶ ἀντιπροέδρων τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον χαίρει τὴν ἰσοβιότητα, ἀλλὰ ἡ Βουλὴ ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ δύναται ν’ ἀποστέλλῃ αὐτοὺς εἰς τὸν οἶκόν των, ὅταν ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντά των καθ’ ὃν τρόπον ἀντιλαμβάνονται ταῦτα οἱ παρ’ ἡμῖν ἰσόβιοι οὗτοι οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς δισταγμὸς πρέπει νὰ ὑπάρξῃ, ὅπως γίνῃ ἐκκαθάρισις τοῦ σώματος τούτου καὶ λόγῳ τῆς μεγάλης οἰκονομίας, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τοσούτου περιττοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἐὰν σήμερον δὲν ἐπωφεληθῇ τῆς εὐκαιρίας ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ προσωπικὸν αὐτὸ χαίρει τὴν μονιμότητα καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον, λέγω, τῆς πληθώρας, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ πρὸ πάντων λόγῳ τῆς ἰσότητος, διότι ἀφοῦ ἐγένετο ἐκκαθάρισις πάντων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἀκόμη καὶ αὐτοῦ τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ διατάξεως, ἥτις ὀλίγους περιέλαβεν ἀλλὰ πάντοτε ἀρκετούς, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λέγω, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πρέπει νὰ ὑποστῇ καὶ τοῦτο τὴν ἐκκαθάρισιν, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ διὰ παρομοίας διατάξεως ὡς διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἡ ἡλικία τῶν 75 ἐτῶν δὲν περιλαμβάνει κανένα τῶν ἀποτελούντων τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι οἱ διάφοροι προστάται οἱ διορίσαντες αὐτοὺς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐφρόντισαν νὰ ἐκλέξωσι πολὺ νέους, ἵνα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀπολαύσωσι τῶν ἀγαθῶν τῆς λαμπρᾶς αὐτῆς θέσεως, ἥτις καὶ μόνιμος εἶναι καὶ ἀμετάθετος καὶ δίδει ἀρκετὸν μισθὸν ἄνευ ἐργασίας. Θὰ εἶναι λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ἔργον δικαιοσύνης ὅπως, ἀφοῦ ὅλοι οἱ κλάδοι ὑπέστησαν μίαν ἐκκαθάρισιν μικρὰν ἢ μεγάλην, μὴ ἐξαιρεθῇ πρὸ παντὸς τὸ σῶμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην ἐκκαθαρίσεως καὶ λόγῳ τῆς πληθώρας καὶ λόγῳ τοῦ ποιοῦ, ἀλλὰ πρὸ πάντων λόγῳ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν συνεστήθη. Εἶναι τὸ σῶμα τοῦτο τὸ χειρότερον δημιούργημα τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον ἤλθομεν ἐδῶ νὰ καταδικάσωμεν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§277Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Γνωρίζει ἤδη ἡ Βουλή, ὅτι διαφωνῶ ἐντελῶς μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπον τὴν γνώμην μου περὶ αὐτοῦ, ὅτι ὁ μόνος κλάδος, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς ἐλειτούργησε μέχρι τοῦδε, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ἀμερολήπτως, εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἐλέχθη, ὅτι ἐργασίαν δὲν ἔχει καὶ μολονότι εἶναι γνωστὸν τὴν σήμερον ὅτι ἡ μόνη λογιστικὴ ἐξέλεγξις τοῦ Κράτους εἶναι ἡ ἐξέλεγξις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον θεωρεῖ τὰ ἐντάλματα, ἀλλὰ πολλάκις, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμολόγησεν, ἐπιστρέφει ταῦτα, ὡς μὴ νομίμως ἐκδοθέντα, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη γίνεται μετὰ μεγάλης προσοχῆς· ὄχι μόνον, ἐπαναλαμβάνω, θεωρεῖ τὰ ἐντάλματα, ἀλλ’ ἐξελέγχει ὅλας τὰς ταμιακὰς ὑπηρεσίας καὶ ὅλα τὰ τελωνεῖα. Τὸ γενικὸν λογιστήριον εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ταύτην δὲν ἐπεμβαίνει τὸ παραμικρόν. Τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἐνήμερον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ταμεῖα. Νομίζω, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦσι περὶ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ ὁμιλῶσιν ἐν γνώσει, διότι ὅταν διαψεύδωσι, χωρὶς νὰ εἶναι ἐν γνώσει, νομίζω, ὅτι δὲν πράττουσι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀρθόν. Εἶπον, ὅτι ἐξελέγχει ἅπαντα τὰ ταμεῖα καὶ εἶναι ἐνήμερον, ἐξελέγχει δὲ καὶ ἅπαντα τὰ τελωνεῖα καὶ θὰ ἦτο ἐνήμερον καὶ ἐνταῦθα ἂν εἶχεν ἐγκαίρως ἅπαντα τὰ στοιχεῖα, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐνήμερον ὡς πρὸς τὸ τελωνεῖον Πειραιῶς, διότι, ἀφοῦ ἔφυγεν ὁ τέως τελώνης, ἀκόμη δὲν ἐστάλησαν ἅπαντα τὰ στοιχεῖα. Πᾶσα ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἀνατίθεται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ τοῦτο δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκτελεῖται μὲ τὴν ἐμπρέπουσαν προσοχὴν καὶ ταχύτητα, διότι προκειμένου περὶ λογαριασμῶν, διὰ νὰ γίνωσιν οὗτοι ταχέως πρέπει νὰ βαίνωσι βραδέως. Καὶ ὅταν, Κύριοι, βλέπωμεν τὴν ἐργασίαν τελουμένην κανονικῶς δὲν δικαιούμεθα νὰ μεμφθῶμεν τῶν προσώπων.
§278Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Εἶναι λυπηρόν, διότι καὶ διὰ τὰ δημόσια ἔργα τὸ ἴδιον ἐλέγετε.
§279Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅ,τι λέγω, τὸ λέγω ἐν γνώσει.
§280Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Περὶ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη εἰς ὅλον τὸ Κράτος.
§281Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἐμή· τὸ μόνον σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἐτόλμησε νὰ μὴ φεισθῇ οὐδ’ αὐτῆς τῆς Βουλῆς ὅταν ἡ Βουλὴ παρεξετρέπετο εἶναι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ τοῦτο τιμᾷ αὐτό. (Χειροκροτήματα). Εἴχομεν Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑπογράφωσιν ἐντάλματα καὶ παρὰ τὸν νόμον, διότι δῆθεν εὕρισκον, ὅτι ἦτο συμφέρον εἰς τὴν πατρίδα καὶ εὗρον τὴν ἀντίστασιν ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τὴν εὕρωσιν, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· εἴδομεν δὲ Ὑπουργὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ὑβρίζῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσε τὸ καθῆκον του.
§282Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§283Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι. Ἐὰν ἔχητε ἐναντίαν γνώμην ψηφίσατε, ὅ,τι θέλετε. Ἀλλὰ ἐὰν ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, ἔχω καὶ ἑτέραν πεποίθησιν, ὅτι ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, εἶναι ῥιζικῶς ἀντισυνταγματική, διότι ὄχι μόνον προϋπῆρχεν εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἀνεθεωρήσαμεν, ἡ διάταξις, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου εἶναι ἰσόβια, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἔχομεν ψηφίσει, ὅτι τὰ μέλη τοῦ Συνεδρίου εἶναι ἰσόβια, καί, ἐνῷ ταῦτα ἐψηφίσαμεν, βλέπομεν πρότασιν προτεινομένην καὶ ἀναιροῦσαν, ὅ,τι ἦτο ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, ἀλλὰ καὶ ὅ,τι ἐψηφίσαμεν ἡμεῖς. Καὶ ὅταν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν ἐνταῦθα ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἀπαραδέκτου, ἤδη δὲ προκειμένου περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος θέλομεν σήμερον ν’ ἀποφασίσωμεν ἄλλως! Νομίζω ὅτι μετὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἂς ἔχωσιν οἵαν δήποτε γνώμην οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψηφίσωμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. συναδέλφου. (Χειροκροτήματα).
§284Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Θ. Κουτούπης, ἂν καὶ συνήθως ὁμιλεῖ πολὺ καλά, ἐν τούτοις, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην παρεξετράπη ὀλίγον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προέλευσιν τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, εἶπεν, ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν προέρχονται ἀπὸ ἀντεισαγγελεῖς. Δὲν βλέπω τὸ κακόν, ἐὰν ἦσαν αὐτοὶ ἀντεισαγγελεῖς, ἀφοῦ ἔχομεν Ἀεροπαγίτας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν πρότερον ὑπηρέται σχολείου καὶ δὴ τοῦ Βαρβακείου.
§285Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§286Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὸ ὑποστηρίζω τοῦτο, ὅτι ἦτο ἐπιστάτης σχολείου. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς εὗρε τὸν διορισμόν του, ὁ ὁποῖος ἐγένετο κατὰ τὸ 1877. Διὰ τοῦτο θέλω νὰ εἴπω ὅτι τοιοῦτοι δικασταὶ τιμῶσι τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ ὄχι ὅτι εἶναι κακὸν συστατικόν. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐπετέλεσε καὶ ἐπιτελεῖ τὸ καθῆκόν του, διότι, ὡς λίαν ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας πολιτευτής, τὸ Συνέδριον ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς φαυλοκρατίας, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν τὰ πάντα καὶ αὐτὰ τὰ ἅγια εἶχον παραδοθῆ τοῖς κυσίν, εἶπεν ὅτι δὲν ὑπογράφει ἐντάλματα. (χειροκροτήματα).
§287Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Εἴτε γνωρίζομεν, κύριοι Βουλευταί, εἴτε ἀγνοοῦμεν τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου παρατηρῶ, ὅτι ἀποφαινόμεθα ὅτι γνωρίζομεν ἐντελῶς τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ καὶ ὅτι ἑπομένως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι καθ’ ἡμᾶς ἓν Πρυτανεῖον, ἐν τῷ ὁποίῳ σιτίζονται οἱ ἄνθρωποι τοῦ παρελθόντος, καὶ ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν προσφέρει εἰς τὸ Κράτος καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ καταλύσωμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ νὰ ἀποδιώξωμεν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγε τὸ παρελθόν, ὅπως εἰσαγάγωμεν ἄλλα πρόσωπα, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποία εἶναι ἡ ὅλη λειτουργία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ κ. Φ. Νέγρης, μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν παρέστησεν εἰς ἡμᾶς τὴν μεγάλην ἀληθῶς ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσφέρει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Δὲν εἶμαι ἐγὼ βεβαίως εἰς θέσιν ἵνα γνωρίζω τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ποία εἶναι ἡ λειτουργία ὅλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πιστεύω ὅμως εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγονται ἀπὸ ὑμᾶς καὶ τὰ ὁποῖα κυροῦνται τρόπον τινα ἀπὸ τὸ πλεῖστον μέρος τῆς Βουλῆς. Ἐάν, Κύριοι, πραγματικῶς ὑπάρχουσιν ἀνωμαλίαι εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐὰν πράγματι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ φωτισθῇ περὶ τῆς πραγματικῆς λειτουργίας αὐτοῦ, τοῦτο καὶ μόνον ἔχω νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ὁρισθῇ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ ἔπειτα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην, ἵνα καὶ ἡμεῖς μετ’ εἰλικρινείας ἀποφανθῶμεν. (Χειροκροτήματα).
§288ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, προκειμένου περὶ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν αὐτὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Εἶναι ἐναντία τῆς ἰδέας τῆς ἐκκαθαρίσεως, διότι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀπολαύουσι τῆς ἰσοβιότητος ἧς ἀπολαύουσι καὶ οἱ δικασταί. Πέραν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον ἐθέσπισε καὶ διὰ τοὺς δικαστὰς τῶν τακτικῶν δικαστηρίων καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν. Ἐὰν ὑπάρχῃ πρότασις, ὅπως ἡ προσωρινὴ διάταξις, ἡ μεταβατική, ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει διὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβληθῶσι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐκεῖνοι τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των.
§289Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει περισσότερα καθήκοντα, καθ’ ὅσον ἔκ τινων τῶν μελῶν αὐτοῦ θὰ ἀποτελῆται τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελῆται συγχρόνως ἀπὸ Ἀρεοπαγίτας, ἀπὸ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀπὸ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὰ μέλη λοιπὸν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τάσσονται κατ’ ἀξίαν παραλλήλως πρὸς τοὺς Ἀρεοπαγίτας καὶ πρὸς τοὺς Συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας. Νομίζω δὲ ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἔντιμον, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἀξιοπρεπὲς δι’ ἐκεῖνα τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσωσι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον νὰ συνεδριάσωσι μετὰ μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, οἷα ταῦτα εἶναι σήμερον. Ὅριον ἡλικίας ἑξήκοντα πέντε ἐτῶν εἶχε πρακτικὸν σκοπὸν διὰ τοὺς Ἀρεοπαγίτας καὶ δὲν ἐννοεῖ κανεὶς ὅτι, ἂν ὁρισθῇ τὸ 65ον ἔτος, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὥρισαν αὐτό, ἀπέβλεπον εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, διότι περὶ προσώπων ἐπρόκειτο, ἄλλως ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἦτο περιττή.
§290Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀπαράδεκτον συζητεῖτε ἢ τὴν οὐσίαν τῆς προτάσεως;
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἄλλος ἀπὸ τὸν κ. Κουτούπην δὲν ἔχει ζητήσει τὸν λόγον, ἀφήσατε λοιπὸν νὰ τελειώσῃ ὁ κ. Κουτούπης.
§292ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ζητῇ τὶς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ τελειώνῃ.
§293Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου αὐτοῦ διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι ἐντελῶς περιττή, καθ’ ὅσον οὐδὲν τῶν μελῶν καταλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας τῶν 65 ἐτῶν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην αὐτήν, βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν ἐξαναγκάσῃ· ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἂς καταβιβασθῇ τὸ ὅριον μέχρις ἑνὸς σημείου, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ νέα στοιχεῖα, ἀφ’ οὗ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ χρησιμοποιήσῃ ἓν μέσον, ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ περιττὰ πρόσωπα, διότι δὲν θὰ ἀρνηθῇ κανεὶς ὅτι τὰ 13 ἐκεῖνα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἶναι κατὰ τὸ ἥμισυ ἢ τὰ δύο τρίτα ἐντελῶς περιττά. Ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος σεβασμὸς πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ κατέχουν μίαν θέσιν ἕως σήμερον, τότε δὲν βλέπω ποίαν ἀνόρθωσιν θὰ φέρωμεν, ὅταν ἐν γνώσει ἀποδεχόμεθα μίαν κατάστασιν τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησε τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν ἐδῶ νὰ καταδικάσωμεν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε τὴν ἐκκαθάρισιν, κατ’ ἀρχὴν μὴ θέλουσα νὰ λάβῃ τοιοῦτο δικαίωμα εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, ὤφειλε, νομίζω, νὰ ζητήσῃ τὸ δικαίωμα ὅπως ἐλαττώσῃ τὸν ἀριθμὸν εἰς τὸν προσήκοντα, ἐκτὸς ἂν νομίζῃ ὅτι ὅλα τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, εἶναι χρήσιμα καὶ ἀπαραίτητα. Νομίζω ὅμως ὅτι τοιαύτην γνώμην δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν δὲ εἶχε τὴν δύναμιν νὰ διορίσῃ ἐκ νέου τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν ἀμφιβάλλω ποσῶς ὅτι οὔτε διὰ τοῦ ἰδίου προσωπικοῦ θὰ κατήρτιζεν αὐτό, οὔτε τόσον πολυμελές, ὅσον εἶναι σήμερον.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητοῦντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις περατοῦται. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἀπορρίπτεται τὸ ψήφισμα τοῦ κ. Κουτούπη.
§295ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ψηφίσματος;
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ πρῶτον καὶ κατόπιν θὰ ἴδωμεν. Ἀναγινώσκεται τὸ ψήφισμα τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.)
§297Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ ψήφισμα διενεμήθη ταύτην τὴν ἑσπέραν, τὸ δὲ περιεχόμενον αὐτοῦ εἶναι τοσοῦτο σπουδαῖον, ὥστε φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐπιμείνῃ ὅπως ψηφισθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι θίγονται σπουδαιότατα θέματα καὶ ἐπὶ πολλῶν θεμάτων θὰ γένηται μακρὰ συζήτησις καὶ πρέπει νὰ γένηται μακρὰ συζήτησις. Λοιπὸν θὰ ἦτο νομίζω καὶ εὐπρεπὲς ἡ Κυβέρνησις νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν, ὁπότε ἐν πάσῃ ἡσυχίᾳ θὰ συζητηθῇ τὸ σπουδαιότατον περιεχόμενον τοῦ ψηφίσματος τούτου.
§298Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἤθελον παρακαλέσει νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης, ἀλλὰ νὰ μὴ περατωθῇ, οὔτε νὰ ψηφισθῇ κανὲν ἄρθρον, διότι ὁμολογουμένως πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτων ζητημάτων καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι πρόκειται νὰ ὑφαρπάσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ὁπωσδήποτε τὸ ψήφισμα εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς καὶ ὑποθέτω ὅτι τινὲς εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὁμιλήσουν ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς διατεθειμένους νὰ ὁμιλήσουν νὰ ἀρχίσουν καὶ τὴν Παρασκευὴν νὰ συνεχίσωμεν.
§299Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπάρχουν δύο ψηφίσματα.
§300Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ υἱοθετήσω, θὰ τὰς περιλάβω. Ἐὰν δὲν εἶναι κἀνεὶς διατεθειμένος νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει κατὰ τὴν συζήτησιν, θὰ προτείνω ἵνα ἡ συζήτησις γίνῃ κατ’ ἄρθρον καὶ κατόπιν ἡ ψήφισις νὰ γίνῃ καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Τὰ ἄρθρα τοῦ ψηφίσματος περιέχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀσύνδετοι πρὸς ἀλλήλας, λοιπὸν ὀρθότερον εἶναι, διὰ τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως, νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον, διότι εἶναι ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προκαλέσουν πολλὴν συζήτησιν καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναμίξωμεν τὰ πάντα.
§302Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰμπορεῖ, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, νὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζήτημα ἀρχῆς εἶναι, ἂν ἔχει δικαίωμα ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκδώσῃ ψήφισμα, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε ἔχει ἐκδώσει ἕξ.
§304Γ. ΠΩΠ. Τοιαύτης φύσεως ψήφισμα.
§305Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἀναστέλλον τὸ πολίτευμα.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ.
§307Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας ἐτέθη ζήτημα ἀναβολῆς, νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τὸ ἐδέχθη, διότι πάντες οἱ κύριοι Βουλευταὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι δὲν ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ ὁμιλήσωσιν.
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς ἐγγεγραμμένους νὰ λέγωσιν, ἐὰν εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὁμιλήσωσιν. Μιχαλακόπουλος.
§309Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βάρθης.
§311Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, δὲν εἶμαι ἕτοιμος.
§312Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 1 τῆς νυκτός).