1911.05.23
2,266 rows · 17,017 words · 202 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 95.
Τῆς 23 Μαΐου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ν. Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρα 6 μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 204 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς 20 Μαΐου. (Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν). Εἰς τὴν σελίδα δεκάτην πέμπτην τῶν Πρακτικῶν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 109 ὑπάρχει ἡ διατύπωσις λελανθασμένη, διότι ἔχει ἐγγραφῆ τὸ ἑξῆς: «Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 109 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς ἀπαλείφεται, τίθενται δὲ ἀντ’ αὐτοῦ τὰ ἑξῆς: «Τὸ προστιθέμενον εἰς τὸ ἄρθρον 109 τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς βʹ ἐδάφιον ἀπαλείφεται». Κατ’ ἀκολουθίαν καὶ τὸ περαιτέρω διορθοῦται. Ἀντὶ «Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 109 τοῦ Συντάγματος ὡς ἐτροποποιήθη ἔχον οὕτω» νὰ τεθῇ «Γίνεται δεκτὴ ἡ προσθήκη βʹ ἐδαφίου ἔχοντος οὕτω: «Πᾶσα ψηφιζομένη ἀναθεώρησις μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἐκδίδεται καὶ δημοσιεύεται διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τίθεται δὲ εἰς ἐνέργειαν δι’ εἰδικοῦ ταύτης ψηφίσματος». Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Οἱ κάτοικοι Σπάρτης ζητοῦσιν ἀνασύστασιν τῆς τηλεγραφικῆς ὑποδιευθύνσεως· 2) Οἱ ἰδιοκτῆται Ἀμαλιάδος, Γαστούνης κλπ. αἰτοῦνται διαρρύθμισιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος τῶν ἀτμομύλων· 3) Ὁ Χαρ. Ζγολώμπης ζητεῖ τὴν καταβολὴν τοῦ ἐκ δραχ. 9.467 ὑπὸ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου τοῦ ναοῦ «Ἅγιος Βλάσιος» ἐν Ξυλοκάστρῳ ὀφειλομένου αὐτῷ ποσοῦ· 4) Οἱ κάτοικοι Λευκάδος ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν σχετικῶς μὲ τὴν τάφρον τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος ζητοῦντες καὶ διαρρύθμισιν τῆς κοίτης τοῦ χειμάρρου «Βάρδα»· 5) Οἱ νευτοποιοί Ἀθηνῶν παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν, ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τοῦ φόρου οἰνοπνεύματος τῆς πρώτης τάξεως· 6) Ὁ Ἡρακλῆς Μακρόπουλος συνταξιοῦχος ὑπενωμοτάρχης τῆς Χωροφυλακῆς ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς του· 7) Ὁ Ἰωάνν. Σπίνουλας ξενοδόχος ἐκ Κερκύρας παραπονεῖται διὰ τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκποίησιν κτήματός του. 8) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Νεζεροῦ ζητοῦσι πίστωσιν πρὸς κατασκευὴν χάνδακος διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Ἀσκουρίδος· 9) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Νεζεροῦ ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων τοῦ 1910. 10) Οἱ ἀμπελοκτήμονες Χαλκίδος, Αἰγινίου, Κεγωνίας τῆς Καλαμπάκας διαμαρτύρονται διὰ τὴν ὑπὸ τοῦ ταμίου ἔκδοσιν ἐνταλμάτων τοῦ φόρου 1910· 11) Οἱ πρόσφυγες Εὐξεινοπόλεως ζητοῦσι τὴν ὑποβολὴν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁριστικῆς ἐγκαταστάσεως αὐτῶν· 12) Ὁ ἐκ Ῥεθύμνης τῆς Κρήτης Ν. Μοσχάκης ζητεῖ βοήθημα· 13) Ὁ σύνδεσμος τῶν ἐν Βόλῳ οἰνοπαντοπωλῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀμβύκων· 14) Ὁ δήμαρχος Δωριέων διαβιβάζει αἴτησιν τῶν κατοίκων Γραβιᾶς, ὅπως ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῶν διαχειριζομένων τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τόπου των· 15) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Φελλίας τῆς Λακεδαίμονος παραπονοῦνται κατὰ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας· 16) Οἱ κάτοικοι Ἁλμυροῦ παρακαλοῦσιν, ὅπως συμπεριληφθῇ ἡ ἐπαρχία των εἰς τὴν μελέτην ὑδραυλικῶν ἔργων· 17) Οἱ κάτοικοι Αἰδηψοῦ ἐπικαλοῦνται τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς μεταξὺ τοῦ δήμου καὶ τῆς κοινότητος διαφορᾶς περὶ κατοχῆς τῶν λουτρῶν· 18) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Λευκιμμαίων παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως λυθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα· 19) Οἱ καπνεργάται Σύρου παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἐγκρίνῃ νόμον περὶ φορολογίας σιγαροποιητικῶν μηχανῶν· 20) Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Σάλτινης, Κολοκυθοῦς, Ἁρμυρίων, ἐν πανδήμῳ συλλαλητηρίῳ κρίνουσιν ἐπιλήψιμον καὶ δυσχερὲς τὸ θεσπισθὲν νὰ ἐκδικάζωνται ἐφεξῆς αἱ πταισματικαὶ ὑποθέσεις ἐν Γαρδικίῳ. Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ν. Ξηροῦ ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΝϚʹ (3556) τῆς 11 Φεβρουαρίου 1910 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ»· Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κυρίου Σπ. Θεοδωροπούλου ὑποβάλλεται «ψήφισμα ἐπὶ τοῦ Συντάγματος»· Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Σομμαρίπα ὑποβάλλεται 1) Τροπολογία εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΝϚʹ τῆς 11 Φεβρουαρίου 1910 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ» καὶ 2) Τροπολογία εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τῆς ξηρᾶς»· Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Δ. Χηνιάδου ὑποβάλλεται σχέδιον νόμου «περὶ χορηγίας ἐτησίου βοηθήματος τῇ σηροτροφικῇ Ἑταιρείᾳ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου» ὑπογεγραμμένη καὶ ὑπ’ ἄλλων Βουλευτῶν. (Ἅπαντα θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ). Ὁ κ. Κ. Καραπᾶνος βουλευτὴς Ἄρτης ζητεῖ ἄδειαν τρίμηνον, ὅπως ἀπέλθῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἄνευ ἀποδοχῶν. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλή;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι «ἀνάγνωσις τοῦ Συντάγματος συνηρμολογημένου καὶ ψήφισις αὐτοῦ ἐν τῷ συνόλῳ». Ὁ κ. Ῥακτιβὰν εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς ἔχει τὸν λόγον.
§6Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐπιτελοῦσα τὴν ὑστάτην αὐτῆς ὑποχρέωσιν ἐνήργησε καὶ τὴν συναρμολόγησιν τῶν ψηφισθεισῶν νέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος μετὰ τῶν προϋπαρχουσῶν καὶ διατηρηθεισῶν. Ἐννοεῖται ὅτι ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτῇ διετήρησεν ἀπαράλλακτον τὸ κείμενον, ὅπερ ἐψήφισεν ἡ Βουλή, ἔκαμε δὲ μόνον μεταβολάς τινας ἐντελῶς ἐπουσιώδεις καὶ ἄνευ οὐσιαστικῆς ἐννοίας. Ἐν πρώτοις ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη ὡς δευτέρα παράγραφος τοῦ ἄρθρου 1, περὶ ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔχει τὴν θέσιν του ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ, ἀλλ’ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἀποτελέσῃ τὸ θέμα αὐτοτελοῦς διατάξεως, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην κατέταξε τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 107 ἄρθρον, μεταθέσασα τὰ ἑπόμενα καθ’ ἕνα ἀριθμόν. Ἐπίσης ἔκαμεν ἀσημάντους τινὰς διορθώσεις λεκτικὰς ἐκεῖ ὅπου ὑπὸ τῆς γραμματικῆς ἐπεβάλλοντο, π.χ. ἀντὶ «παρὰ τοῦ νόμου» ἐτέθη «ὑπὸ τοῦ νόμου», ἀντὶ «οὐδὲ» ἐτέθη «μηδέ», ἀντὶ «ἐπιλογὴ μεταξὺ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἢ τῶν ὡς ἄνω ἔργων» ἐν ἄρθρῳ 71 ἐτέθη ὀρθότερον «καὶ τῶν ὡς ἄνω ἔργων». Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 85 ἐπὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας τῶν ἐκτάκτων διαγράφεται τὸ μόριον οὐχὶ (ἐν τῇ φράσει «οὐχὶ μείζων τῶν δέκα») ὡς περιττεῦον, διότι προϋπάρχει ἀνωτέρω ἡ ἄρνησις (ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ ᾖ). Εἰς ἓν ἄρθρον ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ μία λέξις. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τὸ 88, τὸ ὁποῖον προβλέπει μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ περὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἀφορῶσα τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἀνεφέρετο εἰς τοὺς ἰσοβίους δικαστὰς καὶ εἰσαγγελεῖς μόνον, κατὰ τὴν γενομένην ὅμως ἐν τῇ Βουλῇ διατύπωσιν φαίνονται περιλαμβανόμενοι ἐν τῷ ὁρίῳ τῆς ἡλικίας καὶ πάντες οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Προσετέθη δὲ ἡ εἰδικὴ διάταξις, καθ’ ἣν μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως νέου εἰδικοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας πάντες οἱ ἀνωτέρω δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀποχωροῦσι κατὰ τὸ ἑξηκοστὸν πέμπτον ἔτος συμπεπληρωμένον. Ἀλλ’ εὐθὺς ἀμέσως παρετηρήθη ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ συμπεριληφθῶσιν οἱ συμβολαιογράφοι, οἵτινες δὲν εἶναι ἔμμισθοι ὑπάλληλοι καὶ εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀντιπαροχήν τινα, ὅταν τοὺς ἀπαλλάξῃ ἕνεκεν ὁρίου ἡλικίας. Ἕνεκα τούτου εἰς τὴν διάταξιν ταύτην περὶ ὁρίου ἡλικίας προσετέθη ὅτι ὑπάγονται εἰς τὸ ὅριον οἱ ἀνωτέρω ἔμμισθοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, παρελείφθη ὅμως ἡ προσθήκη αὕτη εἰς τὸ μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον λέγει «ἀποχωροῦσι δὲ ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου κανονιζομένου ὁρίου ἡλικίας, ὅπερ δὲν δύναται νὰ εἶναι διὰ μὲν τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀνώτερον τοῦ 75ου μηδὲ κατώτερον τοῦ 65ου, διὰ πάντας δὲ τοὺς λοιποὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἀνώτερον τοῦ 70οῦ μηδὲ κατώτερον τοῦ 60οῦ», ἐνῷ προφανῶς καὶ ἐνταῦθα ἔπρεπε νὰ τεθῇ «λοιποὺς ἐμμίσθους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους» Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη μεταβολή, ἥτις προτείνεται εἰς τὸ ψηφισθὲν Σύνταγμα.
§7Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ὁποία δὲν ἐτέθη εἰς τὸ κείμενον μέχρις οὗ ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§8Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχω ἀντίρρησιν.
§9Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπίσης συνέταξε καὶ σχέδιον ψηφίσματος, ἀφορῶν εἰς τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπίσης ἀφορμὴν λαβοῦσα ἔκ τινος παρατηρήσεως τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κουλουμβάκη ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ κείμενον τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη ὅτι ἡ ἔννοια ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐδαφίου συνδυαζομένου πρὸς τὸ πρῶτον ἐδάφιον εἶναι ὅτι θὰ ἀπαιτῆται πάντως καὶ ἡ ἔγκρισις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος, ἡ δὲ ἔγκρισις τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐτέθη μόνον διὰ νὰ εἶναι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ λοιπὸν κείμενον τοῦ ἄρθρου, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος... ὑπάρχει ἀναποσπάστως ἡνωμένη δογματικῶς μετὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης καὶ πάσης ἄλλης ὁμοδόξου τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας». Ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ θέματος δογματικοῦ ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ συνεννόησις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίας. Αὐτὰ καὶ μόνα εἶχον νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν.
§10Α. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 88 ὑποθέτω ὅτι ἐκ παραδρομῆς παρελείφθη νὰ περιληφθῇ διάταξις περιλαμβάνουσα τὸν κλάδον τῶν ὑπογραμματέων τῶν πολυμελῶν Δικαστηρίων. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἐξαιρεθῶσιν.
§11Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀναγνωρίζω τὸ ὀρθὸν τῆς προτάσεώς σας, ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη δὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἡ συναρμολόγησις τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ οὐχὶ ἡ προσθήκη ἄλλων διατάξεων. Ἐν τῇ συναρμολογήσει περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἔννοια τῆς διορθώσεως ἀντινομιῶν. Διὰ τοῦτο ὁ κ. εἰσηγητὴς προτείνει τὴν λέξιν ἔμμισθοι ὑπάλληλοι, διότι νομίζει ὅτι ὑπάρχει ἀντινομία μεταξὺ τοῦ πρώτου καὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου.
§13Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὄρα Παράρτημα).
§14Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὄρα Παράρτημα.)
§15Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ὑποβάλω ταπεινῶς τὴν γνώμην μου καὶ ἵνα ἐνισχύσω τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς αὐτῆς ἦτο ὅτι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπερέβησαν τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας των, τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἦτο ὅτι δὲν ἀντεπεκρίθησαν εἰς τὰς προσδοκίας τοῦ λαοῦ λόγῳ τοῦ κρατοῦντος περιβάλλοντος καὶ τῆς κρατούσης πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου. Δὲν ἕπεται ὅτι ὁ δικαστὴς ἢ νομάρχης μόνον πρέπει νὰ περιλαμβάνηται εἰς τοὺς δικαστικοὺς ἢ διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἦτο ὅτι περιελάμβανε πάντα κλάδον, πάντα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει τὴν ἡλικίαν αὐτήν, διότι πάντες ὑπέκυψαν εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς συναλλαγῆς. Πρὸς δὲ θὰ ἐνίσχυον τὴν γνώμην ἐκείνην τοῦ κ. Οἰκονόμου, διότι ἐλάβομεν διάφορα ὑπομνήματα ἐκ μέρους πολλῶν πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ θέματος. Ὁ κλάδος τῶν ὑπογραμματέων ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀποτελεῖται ἐξ ὑπαλλήλων ἐντιμοτάτων καὶ ἐργαζομένων ἀνενδότως διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ μὲ γλισχροτάτην ἀμοιβήν. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ληφθῇ ἀπόφασις διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους θὰ ἦτο ἄδικον νὰ μὴ ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προκαλεῖτε συζήτησιν στηριζομένην εἰς προσθήκην διατάξεων, διότι θ’ ἀναγκασθῶ νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον.
§17Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εὑρίσκω εὐλογωτάτην καὶ ἀνταποκρινομένην πρὸς τὴν ἔννοιαν, ὑφ’ ἣν ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον.
§18Σ. ΛΑΣΚΑΡΗΣ. Ἀφοῦ κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 88, ἵνα ἀποχωρήσωσιν οἱ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενοι ὑπάλληλοι, ἐὰν ἔχωσι συμπεπληρωμένον τὸ 65 ἔτος, πρέπει νὰ εἶναι ἔμμισθοι, καὶ εἶναι εὐνόητος ὁ λόγος, διότι οἱ ἄμισθοι μένουσιν εἰς τοὺς δρόμους, οὐδεὶς λόγος νὰ μὴ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον. Καὶ αὐτὸ ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς.
§19Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς ἦτο ὅτι ἐνόει τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους ὅτι ἀποχωροῦσι κατὰ τὸ 65 ἔτος. Ὥστε νομίζω ὅτι δύναται νὰ προστεθῇ ἡ λέξις ἔμμισθοι καὶ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ κ. εἰσηγητής.
§20Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§21Γ. ΠΩΠ. (Ὅρα Παράρτημα).
§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ κατ’ οὐσίαν δὲν συζητῶ· ἂν τὸ δεχθῆτε κατ’ οὐσίαν, μεταρρυθμίσατε τὸ ἄρθρον, ἀλλὰ τότε καλὸν θὰ ἦτο νὰ περιλάβωμεν καὶ τοὺς ὑπογραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ ἔμμισθοι.
§23Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀκριβῶς, ὅπως εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς οὐσίας. Ἂν δέχηται ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν μεταβάλλεται ἡ οὐσία, εἶναι ἐλευθέρα νὰ τὸ δεχθῇ. Ἀλλὰ βλέπετε ὅτι διὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως ἐμμίσθων προκαλεῖται συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§24Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν παρελείφθη κατὰ λάθος, δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπανορθώσωμεν;
§25Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ διαίρεσις εἰς ἐμμίσθους καὶ ἀμίσθους ὑπαλλήλους ἐγένετο ἀκριβῶς ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας μόνον οἱ ἔμμισθοι ὑπάλληλοι. Εἶναι δὲ ὁ δικαιολογητικὸς λόγος ἁπλούστατος, διότι οἱ ἔμμισθοι ὑπάλληλοι μισθοδοτούμενοι ὑποβάλλονται εἰς κρατήσεις συντάξεως, ὥστε, ὅταν ἐπέλθῃ τὸ ὅριον τὸ τακτὸν τῆς ἡλικίας, ἀποχωροῦσι λαμβάνοντες τὴν σύνταξίν των. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀμίσθους τί δίδομεν εἰς τρόπον ὥστε νὰ τοῖς ὁρίσωμεν ὅριον ἡλικίας, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ παύσωσι, καὶ ἂν ἔχωσι τὴν δύναμιν νὰ ἐργασθῶσιν; Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐτέθη ἡ διάκρισις τῶν ἐμμίσθων καὶ ἀμίσθων ὑπαλλήλων εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον, ἐσφαλμένως δὲ δὲν ἐτέθη καὶ εἰς τὴν προτελευταίαν, δὲν ἐπανελήφθη δίς, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου εἶναι τοῦτο, καὶ ἂν σήμερον τεθῇ τὸ ἐρώτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂν τοιοῦτον ἢ τοιοῦτο ἦτο τὸ πνεῦμα αὐτῆς, θὰ ἴδητε ποία θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Ἂς ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν τὸ πνεῦμα αὐτῆς δὲν ἦτο νὰ ἐξαιρεθῶσι τοῦ ὁρίου οἱ ἄμισθοι ὑπάλληλοι, διὰ νὰ ἴδητε ποία θὰ εἶναι ἡ ψῆφος αὐτῆς (χειροκροτήματα).
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ μετάθεσις τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1 εἰς ἄρθρον ἴδιον 107 εἶναι σκόπιμος. Ἐπίσης νομίζω ὅτι ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2, ὅπως ἐξετέθη αὕτη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δηλαδὴ παρεμβάλλοντες τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν δὲν διενοήθημεν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐξουσίαν τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὴν αὐτοκέφαλον Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ παρενεβάλομεν αὐτὴν ὑπὸ ταύτην τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ συγκατάθεσις καὶ τῶν δύο, χωρὶς ν’ ἀρκῇ ἡ τῆς ἑτέρας συγκατάθεσις.
§27Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «καί».
§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Αἱ ἄλλαι λεκτικαὶ τροποποιήσεις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι σκόπιμοι. Ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 88 νομίζω ἐπίσης ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς πρέπει ἡ τελευταία φράσις τοῦ αʹ ἐδαφίου νὰ διατυπωθῇ· «καθ’ ὃν τρόπον νόμος ὁρίζει», ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπογραμματεῖς πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἐψηφίσθη, παουσιάζει ἓν κενόν· ἐνῷ πάντες οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ οἱ μικρότεροι, ὠχυρώθησαν διὰ μονιμότητος συνταγματικῆς, οἱ ὑπογραμματεῖς δὲν ἀπολαύουσι μονιμότητος. Δὲν εἶναι ὅμως εὔκολον νὰ διορθωθῇ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ πρᾶγμα, ὄχι διότι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ τροποποιήσωμεν τὰς ἤδη ληφθείσας ἀποφάσεις, διότι καὶ πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου, ὅτι, ἂν διατάξεις ψηφισθεῖσαι προηγουμένως ἕνεκα τῶν κατόπιν ψηφισθέντων κρίνωνται μεταβλητέαι, δικαίωμα τῆς Βουλῆς ταύτης ἦτο καὶ εἶναι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤθελε τεθῆ διὰ ψηφίσματος εἰς ἐνέργειαν τὸ Σύνταγμα, νὰ τροποποιήσῃ προηγουμένην διάταξιν ἤδη ψηφισθεῖσαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ τροποποίησις εἶναι δύσκολος, διότι, ἂν θὰ ἠθέλομεν νὰ περιλάβωμεν καὶ τοὺς ὑπογραμματεῖς μεταξὺ τῶν διὰ μονιμότητος περιβαλλομένων κατὰ τὸ ἄρθρον 88 ὑπαλλήλων, θὰ ἐπεβαρύνομεν μεγάλως τὸ συμβούλιον τὸ ἀπαρτιζόμενον ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται κατὰ τὸ ἄρθρον 90 ἡ τοποθέτησις, μετάθεσις καὶ προαγωγὴ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς νομοθετικὴν περὶ αὐτῶν πρόνοιαν, τὸ δὲ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὸ ὅλον Σύνταγμα, εἶναι ὅτι δυσκόλως εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐθίγετο ὁ νόμος οὗτος. Ὅ,τι ἀφορᾷ τοὺς ἀμίσθους ὑπαλλήλους νομίζω ὅτι, ὅπως ἐψηφίσθησαν τὰ πράγματα, οὕτω καὶ διετυπώθησαν ἐν τῷ ἄρθρῳ. Ἡ ἐξαίρεσις ἐζητήθη τότε μόνον διὰ τὴν μεταβατικὴν διάταξιν τὴν προσωρινήν, καθ’ ἣν μέχρι τῆς ψηφίσεως νέου εἰδικοῦ νόμου οἱ συμπληρώσαντες τὸ 65 ἔτος ἤθελον ἀποχωρήσει. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσα εἶπον δικαιούμεθα νὰ τροποποιήσωμεν τοῦτο, καὶ ἂν ἀναγνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι σκόπιμον εἶναι οἱ ἄμισθοι ὑπάλληλοι νὰ μὴ περιορισθῶσιν εἰς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τοῦ γʹ ἐδαφίου, δύναται καὶ αὕτη ἡ τροποποίησις νὰ γίνῃ, ἀφιεμένου νὰ κανονίσῃ τὰ κατ’ αὐτὴν ὁ νόμος συμφώνως πρὸς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 88.
§29Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§30ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς λίαν ἐπισφαλῆ ὁδόν, καὶ τοσοῦτον ἐπισφαλεστέραν, καθόσον δὲν γνωρίζομεν ποῖον εἶναι τὸ τέρμα τῆς Βουλῆς ταύτης, οὐδὲ ποίαν στιγμὴν θέλει παύσει ἡ ἐμφάνισις ἡμῶν ὡς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς κατὰ διάκρισιν πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν νομοθετοῦσαν· ἂν δὲ τοιοῦτό τι δεχθῶμεν ταύτην τὴν ὥραν, δὲν ἐγγυῶμαι ὅτι δὲν θὰ ἔρχωνται ἑκάστοτε προτάσεις περὶ ἀναθεωρήσεως ἀνατεθεωρημένων ἤδη ἄρθρων. Κάλλιστα ταύτην τὴν στιγμὴν δύναμαι νὰ φέρω προτάσεις τοιαύτας καὶ νὰ ζητήσω, ἵνα θέματα λυθέντα κατὰ τῆς γνώμης μου λυθῶσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης μου· τότε ποῦ θέλομεν σταθῆ; Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐπικίνδυνον, καὶ τόσον ἐπικίνδυνον, ὥστε προτιμότερον εἶναι μηδὲν νὰ πραχθῇ διὰ τοὺς μὴ ἐμμίσθους ὑπαλλήλους, περὶ ὧν ἐγὼ ἐφρόνουν ὅτι δὲν περιελαμβάνοντο ἐνταῦθα, παρὰ ν’ ἀρχίσωμεν συζητήσεις περὶ παραδεκτοῦ ἢ μὴ παραδεκτοῦ. Καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ θελήσῃ ἔργον, ὅπερ μετὰ τοσαύτης σοβαρότητος ἐνταῦθα διεξηγάγομεν, νὰ λάβῃ τέλος μὴ κανονικόν, ἐνθυμούμενοι καὶ ὅτι τὰ παραδείγματα τὰ τοιαῦτα τῶν μεγάλων καὶ ἰσχυρῶν ἔρχονται ἔπειτα καὶ εἰς τοὺς κατωτέρους. (Χειροκροτήματα).
§31ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι ὅτι εὑρίσκομαι ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴν καὶ πρόεδρον τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς. Τὸ δικαίωμα ἡμῶν ὅπως μεταβάλωμεν ἀποφάσεις ἤδη ληφθείσας, ἀναφερομένας δὲ εἰς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἔργον, μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ἡ ἀναθεωρητικὴ ἡμῶν ἐργασία, εἶναι δικαίωμα ἀναμφισβήτητον. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς σκοπιμότητος τῆς πολιτικῆς καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς σκοπιμότητος τῆς πρακτικῆς, ἂν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν ἐξ ὑπαρχῆς τὴν ὑποβολὴν ἑκατοντάδων προτάσεων καὶ ἀρχίσωμεν συζητοῦντες τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα ἡμῶν ὅπως, ὅταν ἀναγνωρίσωμέν τι κακῶς ἔχον, μεταβάλωμεν τοῦτο, μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἡμετέρου ψηφίσματος ταῦτα τεθῶσιν εἰς ἐφαρμογήν, καὶ ἐξέλθῃ ἀπὸ τῶν χειρῶν ἡμῶν ἡ ἐξουσία ἡ ἀναθεωρητική, τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Τὸ πρακτικὸν μέρος εἶναι ὅτι προυτάθησαν τροπολογίαι μόνον ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 88· ἐγὼ οὐδεμίαν τῶν τροπολογιῶν τούτων ὑποστηρίζω, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν πολεμῶ. Περισσότερον κινεῖ τὸ ἐνδιαφέρον μου ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν παρακολουθήσωμεν τὴν γνώμην αὐτήν, θὰ ἐπιβαρύνωμεν ὑπεράγαν τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον. Οἱ ὑπάλληλοι, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο μνείαν, ἀπολαύουσι βεβαίως μονιμότητος καὶ θ’ ἀπολαύωσι τοιαύτης· ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀπολαύωσι μονιμότητος συνταγματικῆς.
§32ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω ν’ ἀπαντήσω τὰ ἑπόμενα πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Αὐτὸς ὁ Κανονισμὸς ἔδειξεν ἡμῖν ποῖα δικαιώματα ἔχομεν καὶ ποῖα θὰ ἔχωμεν κατὰ τὸ ἄρθρον 42 καὶ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ παράγραφον, ἧς δυνάμει ἤλθομεν καὶ ἐπιτάσσομεν τὰ πράγματα. Διότι προκειμένου μὲν περὶ ἀναθεωρητικῆς ἐργασίας ὡρίσθη μόνον ὅτι ἡ συναρμολόγησις γίνεται ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ πάντως τὰ προηγούμενα ἐδάφια τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς δεικνύουσι τίνα ὅρια ἐτέθησαν καὶ διὰ τὴν συναρμολόγησιν τῆς ἐργασίας τῆς ἀναθεωρητικῆς. Τοῦτο δεικνύει τί ἐφρονοῦμεν καθ’ ὃν χρόνον ἐκανονίζομεν τὰς ἐργασίας ἡμῶν· διότι ἄλλως θὰ ἐλέγομεν ὅτι παραπέμπονται αἱ ἀποφάσεις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπ’ ἄπειρον, ἵνα ἐξετάζῃ τὰς ὑποθέσεις, αἵτινες κατ’ ἀναθεώρησιν τῆς ἀναθεωρήσεως θὰ εἰσάγωνται ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ δεύτερον λόγον, οὗ ἕνεκα δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀναθεώρησις ἡ νέα, περὶ ἧς ἡ ὑποβληθεῖσα ἐνταῦθα πρότασις. Τί ἠθέλετε εἴπει περὶ τοῦ νομοθέτου, ὅστις ἐψήφισεν ἤδη πάντα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔφθασεν εἰς τὸ τέλος, ὅταν ἔρχηται καὶ λέγῃ «θέλω νὰ συζητήσω καὶ νὰ ψηφίσω ἐκ νέου τὸ πρῶτον»; Τοῦτο μέχρι τοῦδε ἦτο ἄγνωστον. Καὶ πῶς θέλετε, ὅτε προκειμένου περὶ νόμου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπάνοδος εἰς τὰ ἤδη κεκριμένα, πῶς θέλετε προκειμένου περὶ Συντάγματος νὰ πράξωμεν τοῦτο; Τοῦτο δὲν ἐννοῶ· καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀναφερόμενος εἰς τὴν γενναιότητα τῶν αἰσθημάτων, ἥτις τὸν χαρακτηρίζει, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν προταθεῖσαν γνώμην.
§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀνταποκριθῶ εἰς τὴν ἔκκλησιν, ἡ ὁποία γίνεται ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Βουλευτοῦ, πρὸς τὴν γενναιότητα τῶν αἰσθημάτων μου. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ὅλη ἐργασία ἐνησκήθη ὑπὸ τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὡμίλησεν, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τοιαύτην ἰδέαν καὶ δὲν ἠθέλομεν δεχθῆ νὰ ψηφισθῶσι πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος πρὶν ψηφισθῶσιν αἱ μεταβατικαὶ διατάξεις. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ ὅλον Σύνταγμα, χωρὶς νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν μεταβατικῶν διατάξεων, τῶν ὁποίων πολλαὶ θὰ ἐπιφέρωσιν ἀναβολὴν τῆς ἐφαρμογῆς πολλῶν ἄλλων διατάξεων; Ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος εἶμαι συμφωνότατος. Θὰ μὲ εὕρῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας παρὰ τὸ πλευρόν του, ὅπως ἀποκρούσω πᾶσαν ἐπιβουλὴν πρὸς τὸ ἔργον ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ἐκεῖ ὅπου ἔφθασε μετὰ τόσην ἐργασίαν, ὅπως ἀποκρούσω πᾶσαν πρότασιν μεταβάλλουσαν τὰ κεκριμένα· ἀλλ’ ἡ ὅλη συζήτησις περιωρίσθη εἰς ἓν ἄρθρον, τὸ 88, καὶ ἀφορᾷ εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουσι σπουδαίως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν τῆς σκοπιμότητος δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητῶμεν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομιμότητος λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ὑποχωρήσω, διότι πᾶσαι αἱ μεταβατικαὶ διατάξεις, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, δύνανται νὰ προσβληθῶσι διὰ τῆς ἐνστάσεως τοῦ ἀπαραδέκτου.
§34Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ περὶ μεταβατικῶν διατάξεων ὡρίσθησαν καὶ εἶναι ἐν τάξει. Αἱ μεταβατικαὶ διατάξεις καὶ ταύτην τὴν ὥραν ψηφιζόμεναι δύνανται νὰ τεθῶσιν ὡς οὐρὰ τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν θίγουσί τι ἐκ τοῦ Συντάγματος.
§35Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ μόνη ὀρθή, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἐνασκεῖ τὴν ἀναθεωρητικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύσῃ τὰ παρ’ αὐτῆς ψηφισθέντα ἄρθρα καὶ δίδῃ εἰς ταῦτα τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησε κατάλληλον, ὁ σκοπὸς δὲ τῆς συναρμολογήσεως τοῦ Συντάγματος αὐτὸς οὗτος εἶναι, ὅπως μὴ γεννηθῶσι ζητήματα ἐν τῷ μέλλοντι. Ὅσον ἀφορᾷ εἰδικῶς τὸ ζήτημα τοῦ ἄρθρου 88, ἐδ. βʹ, νομίζω ὅτι οὔτε κἂν ἐγεννήθη ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ ἀμίσθων ὑπαλλήλων. Βεβαίως δὲν δέχομαι τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δηλαδὴ ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιλαμβάνωνται οἱ ἄμισθοι ὑπάλληλοι, διότι δὲν ὑπόκεινται εἰς σύνταξιν, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι τὰ καθήκοντα τῶν ὑπαλλήλων εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ συντρέχωσιν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι συντρέχουσι διὰ τοὺς ἐμμίσθους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους.
§37ΔΙΟΝ. ΚΛΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεικνύῃ τόσην ὑπερευαισθησίαν διὰ τὴν συζήτησιν αὐτήν, διότι δὲν εἶναι ὀλιγώτερον σοβαρὰ ἀπὸ τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ἐκάμνομεν, ὅτε ἐψηφίζομεν τὰ σχετικὰ ἄρθρα. Παρετήρησα ἓν σπουδαῖον, ἀσχέτως πρὸς τὸ ἂν καλῶς ἢ κακῶς γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις, φρονῶ δ’ ὅτι, ἐὰν ἡρμηνεύομεν ὀρθῶς τὸν Κανονισμόν, δὲν θὰ ἐγίνετο ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅτε διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτῆς ἔθιξε τοιαῦτα ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλεται ἡ συζήτησις, βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀποφύγωμεν. Φρονῶ ὅμως ὅτι ὅπως παρεστάθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ ὅλον ζήτημα δὲν εἶναι σύμφωνον μὲ τὸν Κανονισμόν, διότι ἡ προσθήκη, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον 42 τοῦ Κανονισμοῦ, εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὰς διατάξεις περὶ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, καὶ λέγει ὅτι τὸ συναρμολογηθὲν σχέδιον νόμου ἢ προτάσεως νόμου μετὰ τὴν τρίτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τυπούμενον ἀναγινώσκεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐπὶ τοῦ συνόλου ψηφοφορίας. Ὅτε λοιπὸν ὁ Κανονισμὸς ὁμιλεῖ περὶ τούτων τῶν ἔργων τῆς τακτικῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ αὕτη, ὅτε ἐψήφιζε τοιαύτας διατάξεις, βεβαίως δὲν θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς ἢ ὁμάδες Βουλευτῶν ἤθελον κάμει ὁλόκληρον Σύνταγμα μὲ θεμελιώδεις ἢ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ἤθελον παρουσιάσει τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι συναρμολόγησις θὰ ἐγίνετο καὶ ἐπὶ διατάξεων ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Παραδείγματος χάριν εἰς τὸ ἄρθρον 87 τοῦ Συντάγματος ὁ κ. Πὼπ εἶχε προτείνει νὰ λάβωμεν ἓν μέρος ἐκ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἓν μέρος ἐκ τοῦ σχεδίου τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν καὶ ἓν μέρος ἀπὸ δὲν ἠξεύρω ποῦ, διὰ νὰ κάμωμεν τὸ ἄρθρον 87. Ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς ἄρθρου ἤθελον προταθῆ διάφοροι τροπολογίαι, αὐτῶν τῶν τροπολογιῶν ἤθελε κάμει τὴν συναρμολόγησιν ἡ ἐπιτροπή, ὄχι ὅμως τὴν συναρμολόγησιν ὁλοκλήρου τοῦ Συντάγματος, ὥστε σήμερον νὰ μᾶς φέρῃ τὴν παράγραφον ἑνὸς ἄρθρου ὡς ἴδιον ἄρθρον αὐτοτελές. Συνεζητήσαμεν καὶ ἐψηφίσαμεν τὸ ἄρθρον 107· ἐπεκυρώθησαν δὲ κατὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν τὰ Πρακτικά, τὰ ὁποῖα λέγουσιν ὅτι τὸ ἄρθρον 107 ἐψηφίσθη ὡς ἑξῆς. Πῶς θὰ ἔλθωμεν σήμερον τὸ ἄρθρον 107 νὰ τὸ κάμωμεν ἄρθρον 108; Ἑπομένως, ἐὰν ἡ συζήτησις αὕτη συμφωνῇ πρὸς τὸν Κανονισμόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἠμπορεῖτε ν’ ἀποκλείσητέ τινα νὰ φέρῃ παρατηρήσεις. Δι’ αὐτὸ ἐφρόνουν ὅτι οὔτε σήμερον ἔπρεπε νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἔπρεπε τὴν Τετάρτην, διὰ ν’ ἀναγνωσθῇ, διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλή, καὶ νὰ παραβάλωμεν τὰ κείμενα, μήπως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἔκαμε λάθος, καὶ αὔριον γεννήσωμεν ζητήματα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2 νομίζω ὅτι ὁ «καὶ» προσθετικῶς δὲν δύναται νὰ προστεθῇ, διότι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος, ὥστε ὁ «καὶ» ν’ ἀποδίδηται εἰς τὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίαν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον γίνεται συζήτησις ἐπὶ τούτου καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ μεταβολή, ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν «τὸ κείμενον τῶν ἱερῶν γραφῶν τηρεῖται ἀναλλοίωτον· ἡ εἰς ἄλλο γλωσσικὸν ἰδίωμα μετάφρασις ἀπαγορεύεται ἀπολύτως»· τίποτε ἄλλο. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 88 οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι ὁ ἔμμισθος δικαστικὸς ὑπάλληλος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον διὰ τὴν προσωρινὴν ἀναστολὴν ἐκεῖ τῶν δικαστῶν, νὰ μὴ συμπεριληφθῶσι δηλαδὴ εἰς τὴν λεγομένην ἐκκαθάρισιν τὴν προσωρινὴν μόνον οἱ ἔμμισθοι καὶ ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἴπομεν, οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ προσθέσω. Ἀλλὰ τὸ 107 ἐπιθυμῶ νὰ μὴ φύγῃ ἀπὸ τὴν θέσιν τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ δι’ ἱστορικοὺς λόγους.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρακάκης.
§39Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Πάντων τῶν κλάδων οἱ ὑπάλληλοι συμπεριελήφθησαν εἰς τὴν μονιμότητα. Παραδόξως παρελείφθη εἷς κλάδος, ὁ ὁποῖος προσφέρει ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος νυχθημερὸν ἐργάζεται, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ καὶ εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένα σπουδαιότατα καθήκοντα, καὶ ὁ κλάδος οὗτος εἶναι ὁ τῶν ὑπογραμματέων τῶν Δικαστηρίων. Ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, ἐξηγεῖται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος μέγα μέρος τοῦ κλάδου τούτου περιέλαβεν εἰς τὴν μονιμότητα, περιέλαβε τοὺς γραμματεῖς τῶν Εἰσαγγελιῶν. Τί εἶναι οὗτοι ἢ ὑπογραμματεῖς; Λοιπὸν πρέπει νὰ περιλάβωμεν καὶ τοὺς ἄλλους, διότι εὑρίσκω ὅτι εἰς ἄλλους ὑπογραμματεῖς εἶναι ἀνατεθειμένα καθήκοντα πολὺ σπουδαιότερα παρὰ εἰς τοὺς γραμματεῖς τῶν Εἰσαγγελιῶν. Πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αὐτοί, καὶ ἂς ἐπιβαρυνθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Οἱ γλίσχρως ἀμειβόμενοι καὶ ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν ὁποίων ἄλλοι ὠφελήθησαν, νὰ συμπεριληφθῶσι· τὸ ἐπιθυμεῖ ὅλος ὁ κόσμος.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§41ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις καὶ εἰς ἐμὲ θὰ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 88. Ἀλλὰ πρὸ τούτου εἶναι ἀνάγκη ἐπιβλητικὴ νὰ παρατηρηθῇ ὑφ’ ἡμῶν ὅτι ἡ στιχομυθία μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ προέδρου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς προήγαγε ζήτημα μέγα ἐξαιρετικῶς ἀπὸ δύο ἀπόψεων, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς σκοπιμότητος καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομιμότητος. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν σκοπιμότητα εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν νομιμότητα οἱ δύο κύριοι Πρόεδροι συμφωνοῦσι μὲν πρὸς ἀλλήλους ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, διαφωνοῦσιν ὅμως ἀμφότεροι ἀποτόμως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος, πρὸς τὴν βάσιν τοῦ πολιτεύματος. Ὁ ἀξιότιμος κ. πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς νομίζει ὅτι ὑπάρχει ἀπαράδεκτον ἁπλῶς διότι ἔφθασεν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις εἴς τι στάδιον τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζει—ἀπό τινος βέβαια σκοπιμότητος— ὅτι παύει ἡ ἀναθεωρητικὴ ἡμῶν ἐξουσία τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν διά τινος ψηφίσματος ἠθέλομεν εἴπει ὅτι ἔπαυσεν αὕτη, καὶ ὅτι τουτέστι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συνέβαινε τὸ ἐξόχως περίεργον, ὅπως ἐξακολουθήσωμεν τὸν βίον ἡμῶν, διὰ νὰ συντελέσωμεν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀπεκλήθη ἀνόρθωσις, ἀλλὰ μὴ ἔχοντες πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἀναθεωρητικὸν ἔργον. Λέγω τὸ ἐξόχως τοῦτο περίεργον θὰ συνέβαινε, διότι, ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς, πῶς εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ ὑποτεθῇ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ὅτι θὰ ὑπάρχωμεν κληθέντες ὡς Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις, ὅτι θὰ ὑπάρχωμεν ὡς διπλῆ Βουλή, ὅτι θὰ ὑπάρχωμεν ὡς Σῶμα παντελῶς διάφορον καὶ κατὰ τὴν γένεσιν αὐτοῦ καὶ κατὰ τὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ, διάφορον παντὸς ἄλλου Σώματος, τὸ ὁποῖον καλεῖται Σῶμα νομοθετικόν, καὶ ἐν τούτοις δὲν θὰ ἔχωμεν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν; Εἶχον ὑποχρέωσιν, νομίζω, νὰ ὑποβάλω τὰς ἀπορίας καὶ τὰ ἐρωτήματα ταῦτα, διότι, ἂν ἔχωσι τὴν δύναμιν νὰ συντελέσωσι τὴν ἀνόρθωσιν ὡς αὐτοὶ βούλονται, ἂς ἐξακολουθήσωσι τὸ ἔργον αὐτῶν· ἂν δὲ δὲν ἔχωσι τὴν δύναμιν αὐτήν, ἂν φοβῶνται ὅτι θ’ ἀπολέσωσιν ἐντὸς ὀλίγου τὴν δύναμιν ταύτην, δὲν σώζονται διὰ τῶν σοφισμάτων, ἀποκωλύοντες τὴν διάλυσιν δι’ ἑνὸς σοφίσματος προβαλλομένου ἐνώπιον ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνεγνώρισαν, παρὰ τὸ πολίτευμα, τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ μίαν Ἀναθεωρητικὴν Συνέλευσιν, δὲν θ’ ἀποκωλύσωσι τὴν δύναμιν τῆς Συνελεύσεως κατὰ τὸν Ὀκτώβριον, ἂν ὑπ’ ἄλλων ἰδεῶν ἐμπνέηται καὶ ἀλλαχοῦ στρέψῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς, καὶ ἐπὶ ἀναθεωρητικὰ ἔργα νὰ ἐπανέλθῃ. Διότι, ἂν μία Συνέλευσις ἀνεγνώριζεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἐξουσίαν της, εἰς ποῖον, ὑπάρχουσα καὶ αὕτη, θὰ τὴν μετεβίβαζεν; Ἔλαβεν ἐντολὴν μίαν· ἐκείνην ἔχει, ἐκείνην τὴν ἐντολὴν θὰ ἔχῃ ἐφ’ ὅσον θὰ διαρκῇ ὁ βίος αὐτῆς. Ἄν εἶναι Ἀναθεωρητικὴ Συνέλευσις, οὐδὲν ψήφισμα κατ’ εἰσήγησιν οἱουδήποτε εἶναι ἱκανὸν νὰ μειώσῃ τὴν ἐξουσίαν μιᾶς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἐντολὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἑπομένως ἔχει τὴν ἐξουσίαν ν’ ἀναθεωρῇ τὸ πολίτευμα ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐξακολουθῇ ὁ βίος αὐτῆς. Μὲ σοφίσματα δὲν κανονίζονται μεγάλα πολιτικὰ ζητήματα τοῦ τόπου· τὰ σοφίσματα ἡ πρώτη ἐναντία πνοὴ θὰ τὰ διαλύσῃ καὶ θὰ τὰ ἀποδείξῃ πομφόλυγας, ἀνάξια προσοχῆς, ἀνάξια λόγου.
§42Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Συμφώνως καὶ πρὸς τὰς ἀναπτύξεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι συνταγματικῶς, νομικῶς ἀπαράδεκτον ὅπως μεταρρυθμισθῶσι τὰ ἤδη κεκριμένα βεβαίως δὲν ὑφίσταται. Ἐπίσης καὶ ἀπὸ ἀπόψεως Κανονισμοῦ κώλυμα ἀνυπέρβλητον δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει. Ὁ Κανονισμός, προϊὸν ὢν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὑφίσταται ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται ἀντίθετος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς. Σοβαρωτάτη εἶναι ἡ ἐκτίμησις τῶν ἀντιρρήσεων ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σκοπιμότητος. Καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι μόνον ἐν ὑπερτάτῃ ἀνάγκῃ, ἐν ἀνυπερβλήτῳ ἀνάγκῃ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πείσῃ ἑαυτὴν ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε μεταρρύθμισιν τῶν ἤδη κεκριμένων. Μόνον κατὰ τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἤθελε κρίνει ὑφισταμένην τοιαύτην ἀνάγκην, θὰ μοὶ ἐπέτρεπε νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τῶν ὑπογραμματέων. Διότι αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγνωρίσω ὅτι εἰς τὰ ἐψηφισμένα δυσαρμονία τις ὑφίσταται μεταξὺ τῶν ὑπογραμματέων τῶν Δικαστηρίων ἀσκούντων σπουδαιοτάτην ὑπηρεσίαν, καὶ τῶν ὑπογραμματέων, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων συνήνωσαν τὴν ζωὴν καὶ τὴν τύχην αὐτῶν μετὰ τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἐξ ἄλλου ἐν πολλοῖς τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν προκοπὴν αὐτῆς μετὰ τούτων συνέδεσε. Καὶ ἡ δυσαρμονία ἐντείνεται ἐν σχέσει πρὸς τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους πάντας ἀνεξαρτήτως θέσεως καὶ βαθμοῦ ἐξησφαλίσαμεν τὴν μονιμότητα. Ἡ διὰ μιᾶς μόνης φράσεως διόρθωσις τοῦ πράγματος παρουσιάσθη, ὁμολογῶ, ἐκ πρώτης ὄψεως ὡς ἐμφανίζουσα δυσχερείας ἀπαιτούσας γενικωτέρας τῶν ἐψηφισμένων ἄρθρων μεταρρυθμίσεις καὶ διασκευάς. Νομίζω ὅτι ἡ ἐξοικονόμησις τοῦ πράγματος ἐπαρκὴς δύναται νὰ ἐπέλθῃ οὕτω. Δύο λέξεις δύνανται νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον 88 μετὰ τὴν λέξιν «γραμματεῖς»· νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ λέξεις «καὶ ὑπογραμματεῖς». Τὸ ἄρθρον τοῦτο ὁμιλεῖ περὶ παύσεως. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀνάγκη ν’ ἀναφέρωμεν καὶ τοὺς γραφεῖς, τῶν ὁποίων ἡ ἐργασία εἶναι ἐντελῶς ἐπουσιώδης. Εἶναι ἐντελῶς βοηθητικὸν προσωπικὸν τυπικὴν ἔχον ἐργασίαν. Τὸ ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ παύσεως τῶν μονίμων ὑπαλλήλων τῶν Δικαστηρίων, καὶ λέγει ὅτι, διὰ νὰ παυθῶσι, πρέπει νὰ παυθῶσι δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς, τηρουμένων τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ Δικαστηρίου δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ εἶναι ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου· δύναται ἄριστα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπογραμματεῖς νὰ εἶναι ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου τῶν Ἐφετῶν ἢ τῶν Πρωτοδικῶν, ὥστε ὑπερβάλλουσα ἐπιβάρυνσις καὶ συνεπῶς διατάραξίς τις τῆς λειτουργίας τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου δὲν δύναται νὰ γίνῃ.
§43Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποβάλλετε πρότασιν;
§44Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σκέψεις μόνον ὑποβάλλω. Βεβαίως δὲ καὶ πρότασιν τοιαύτην ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν εὕρει συντρέχοντας τοὺς λόγους τῆς ἐξαιρετικῆς σκοπιμότητος, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ ἤδη κεκριμένα.
§45ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν πρότασιν περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ ψηφίσωμεν ταύτην καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθωμεν ἐπ’ αὐτῆς.
§46Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάγκη τοιαύτης διαδικασίας πρὸς μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι καὶ αὕτη διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ δυναμένη κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀνατραπῇ δι’ ἐναντίας ἀποφάσεως. Κατανοῶ τοὺς λόγους καὶ τὰς ἀντιρρήσεις ὑμῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ὑποβάλλω τὴν πρότασιν τότε μόνον, ὅταν ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ὅτι συντρέχει λόγος ἐξαιρετικῆς σκοπιμότητος καὶ ἀνάγκη ἀναπόφευκτος. Διότι, ἂν τοῦτο συντρέχῃ, βεβαίως οὔτε ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ οὔτε συνταγματικὸν κώλυμα ὑφίσταται. Αἱ παρατηρήσεις ὑμῶν εἶναι πλείστης προσοχῆς ἄξιαι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν σκοπιμότητος· διότι ἀλλοίμονον, ἂν τὸ Σῶμα τοῦτο δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ἄνευ ἀνυπερβλήτων ἀναγκῶν νὰ λέγῃ: μεταβάλλω αὐθαιρέτως τὸν Κανονισμὸν καὶ εἰσέρχομαι καὶ τροποποιῶ τὰ ἐψηφισμένα. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ συγχέωμεν τοῦτο μὲ τὴν ἐξουσίαν ἡμῶν τὴν συνταγματικήν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Βουλὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία γνωρίζει ἂν ὑφίσταται ἡ ἐξαιρετικὴ αὕτη ἀνάγκη, ἡ ὑπερτάτη αὕτη καὶ ἀνυπέρβλητος ἀνάγκη· καί, ἐὰν τοῦτο κρίνῃ, βεβαιότατα δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως πλέον τὸ γεγονὸς ὅτι δύναται νὰ τὸ κάμῃ καὶ ὀφείλει νὰ τὸ κάμῃ. Λοιπὸν αἱ λέξεις ἐκεῖναι θὰ ἦτο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἐκδοχὴν ἐνδεδειγμένον νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ ἄρθρον 88. Εἰς τὸ ἄρθρον 90, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τοποθετήσεως, μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς, ἐπειδὴ δι’ αὐτοὺς δὲν ἔχει σπουδαίαν θέσιν τὸ ζήτημα τῆς μεταθέσεως ἢ τῆς τοποθετήσεως ἢ προαγωγῆς, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν «ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων». Δηλαδὴ ἡ τοποθέτησις, μετάθεσις καὶ προαγωγὴ ἀφίεται εἰς τὸν νόμον, ὄχι ὅμως καὶ ἡ παῦσις, διότι ἡ παῦσις προβλέπεται εἰς τὸ ἄρθρον 88 καὶ ἀσφαλίζεται ἐκεῖ, ἐπέρχεται δὲ κατόπιν δικαστικῆς ἀποφάσεως.
§47Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μέχρι τοῦδε ἡ μετάθεσις τῶν γραμματέων πολυμελῶν Δικαστηρίων γίνεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου. Μὲ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν προτείνετε, ἀπομένει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ κάμῃ ταύτην.
§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὁμιλῶ μόνον περὶ τῶν ὑπογραμματέων. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε θεωρήσει τοῦτο σκόπιμον, θὰ δεχθῇ τὴν διατύπωσιν ταύτην, ἵνα ἄρῃ μίαν ἀνωμαλίαν καὶ ἀδικίαν εἰς βάρος τῶν ὑπογραμματέων ὑφισταμένην.
§49Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§50Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος ὑποθέτω ὅτι γλωσσικῶς θὰ ἦτο ὁμαλώτερον καὶ ἀκριβέστερον θ’ ἀπεδίδετο ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν τόσον προσφυῶς ὑπέβαλεν ὁ κ. Καφετζόπουλος, ἐὰν ἐλέγομεν ὡς ἑξῆς· «ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει....»
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐτέθη.
§52Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 80, κύριε Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργούς, κεφαλαιωδῶς διαγράφεται ἡ διαδικασία, ἐν τέλει δὲ προστίθεται ὅτι ἡ διαδικασία αὕτη λεπτομερέστερον κανονισθήσεται «κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα», ὡς ἐδέχθημεν καὶ εἰς ἄλλα ἀνάλογα θέματα. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραλειφθῇ τὸ ἄρθρον «τῷ» ἢ προτιμότερον νὰ γραφῇ «διὰ νόμου».
§53Γ. ΠΩΠ. (Ὅρα Παράρτημα).
§54Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω, κύριοι Βουλευταί, πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει, ἂν μή τι ἄλλο, ἀπαράδεκτον ἐκ τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ Κανονισμοῦ διὰ τὴν προσθήκην παραλειφθεισῶν τινων περιπτώσεων εἰς τὸ περὶ οὗ πρόκειται ψηφισθὲν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἀκριβῶς ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 42 τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης οὐδεμία πρότασις δύναται νὰ γένηται, ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν διορθώσεις κλπ.», δεικνύει ὅτι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις πρὸ τῆς συναρμολογήσεως αὐτῶν εἶναι σχέδια βεβαίως τυχόντα τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς καὶ ἐγκριθέντα ὑπ’ αὐτῆς, ἀλλ’ αἱ ἐπὶ τὴν οὐσίαν ἀποφάσεις δὲν καθιστῶσιν ἀπαράδεκτον τὴν ἀναπλήρωσιν παραλείψεων καὶ παραδρομῶν, περὶ τῆς σκοπιμότητος τῶν ὁποίων ἤθελε πεισθῆ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Νομίζω ἀκριβῶς ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου 42 προκύπτει τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ὅπως συμπληρώσῃ τὰς τυχὸν ἐλλείψεις ἐν τῷ Συντάγματι. Τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω καὶ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ ἔχει ἡ διπλῆ Βουλὴ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ τεθῇ τὸ Σύνταγμα ἐν ἰσχύϊ· οὐχὶ μέχρι τῆς οὐσιαστικῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ μέχρι τῆς τυπικῆς ἐμφανίσεως τοῦ νέου ἀνατεθεωρημένου Συντάγματος, ὡς ἑνὸς συνόλου ψηφισθέντος ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Βουλή. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δυνάμεθα ν’ ἀναπληρώσωμεν ἐλλείψεις. Ἀφ’ ἧς ὅμως ὑπάρξῃ τὸ Σύνταγμα μετὰ τὴν συναρμολόγησιν τῶν διατάξεων, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Πρακτικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πιστοποιηθῇ ὅτι συνηρμολογήθη, ἀφ’ ἧς ὑπάρξῃ τὸ σύνολον, νομίζω ὅτι ἀπ’ ἐκείνης πλέον τῆς στιγμῆς παύει πλέον ἡ δικαιοδοσία ἡμῶν νὰ ἐπιφέρωμεν τροποποιήσεις. Ταῦτα ἀρκοῦσι, διὰ ν’ ἀποκρούσωσι τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρῶν ἐξενεχθείσας, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ τροποποιήσωμεν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν Πρακτικῶν περὶ τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου διατάξεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤδη ἐκρίναμεν. Μετὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομίζω ὅτι ἔληξεν ἡ ἐντολή μας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν.
§55Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παύομεν νὰ εἴμεθα Ἀναθεωρητικὴ Βουλή;
§56Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Παύομεν ν’ ἀσκῶμεν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου μεταβατικὴν διάταξιν καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ Σύνταγμα τὸ δημοσιευθὲν θὰ ἰσχύσῃ μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι εἰς τὸ διάστημα τοῦ ἑνὸς ἢ τῶν δύο μηνῶν λόγῳ τῆς τυπικῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος κωλύεται ἡ ἀναθεώρησις, καὶ ἡμεῖς ἐξηντλήσαμεν τὴν ἐντολὴν ἅμα τυπικῶς παρουσιασθῇ καὶ ἰσχύσῃ τὸ Σύνταγμα. Ἡ παρατήρησις αὕτη εἶναι οὐσιαστική, καὶ βλέπετε ὅτι ἐκ τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ἐποιήσατε, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐγεννήθησαν ἀντιρρήσεις, ἃς δὲν γεννᾷ ἡ διατύπωσις, ἣν ἐγὼ δίδω εἰς τὸ πρᾶγμα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προτεινομένην τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 88 εὑρίσκω ταύτην διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς σκοπιμωτάτην. Μὲ προέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰπὼν ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 90 περιπτώσεως ἀπὸ τῆς περιπτώσεως τῆς προκειμένης, ὥστε κώλυμα διὰ νὰ καταστῶσι καὶ οἱ ὑπογραμματεῖς μόνιμοι διὰ τοῦ ἄρθρου 88 δὲν ὑπάρχει.
§57Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἀνωμολογήθη ὑπὸ πάντων, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνισχυθῇ ὁ κλάδος τῶν ὑπογραμματέων τῶν πολυμελῶν Δικαστηρίων, οἱ ὁποῖοι, δὲν θὰ εἴπῃ τις ὑπερβολήν, ἐὰν εἴπῃ ὅτι εἶναι οἱ ἄτλαντες τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, ἀφοῦ αὐτοὶ φέρουσιν ὅλον τὸ βάρος τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐνῷ ἀμείβονται, ὡς γνωστόν, γλισχρότατα, οὐδεμία πρόνοια ἔχει ληφθῆ περὶ αὐτῶν, πλὴν τῆς ἐσχάτως γενομένης ἀποπείρας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πολὺ φιλοτίμως διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἄδηλον ἂν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀχθῇ εἰς πέρας ἡ αὔξησις αὕτη. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς ἀντιστάθμισμά τι διὰ τοὺς κόπους τοὺς μεγάλους, τοὺς ὁποίους καταβάλλουσιν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ δισταγμὸν ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ δεχθῇ τὴν τροποποίησιν αὐτὴν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§58Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καθαρῶς ἀκαδημαϊκὴ συζήτησις διεξήχθη μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἂν εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις μεταβολῆς ἐψηφισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Λέγω δ’ ὅτι ἀκαδημαϊκὴ μοὶ ἐφάνη ἡ συζήτησις, διότι, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἂν εἶναι δεκτὴ ἢ ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις αὕτη, ἀνήχθημεν εἰς θέματα, περὶ τῶν ὁποίων σύμφωνοι πάντες εἴμεθα ἢ τοὐλάχιστον εἰκάζεται ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, εἰς θέματα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξαν οἱ ἀγορεύσαντες μέχρι τοῦδε. Λέγω δ’ ὅτι ἡ συζήτησις ἀποβαίνει καθαρῶς ἀκαδημαϊκὴ καὶ εἰς οὐδὲν ἄγει ἀποτέλεσμα, διότι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ συζήτησις, συνομολογοῦσιν ἐξ ἄλλου ὅτι εἶναι δεκτὴ ἡ συζήτησις. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, οὐχὶ λόγῳ, ἔργῳ ὅμως ὁμολογεῖ, καθὼς καὶ ὁ σεβαστὸς πρόεδρος αὐτῆς, ἔργῳ ὁμολογεῖ ὅτι δεκτὴ εἶναι ἡ συζήτησις, ἐφ’ ὅσον εἰς τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος παρενέβαλε φράσιν, ἥτις δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἐν αὐτῷ.
§59ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεμία φράσις παρενεβλήθη.
§60Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· θὰ σᾶς τὴν ὑποδείξω ἀμέσως. Τὸ σχέδιον τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου 88, ὅπως διεμορφώθη κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν αὐτό, ἀναντιρρήτως δὲν περιεῖχε τὴν λέξιν ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ «ἔμμισθοι».
§61ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὴν περιέχει καὶ τώρα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον περιεῖχε τὴν φράσιν «ἔμμισθοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι», διότι, ὅτε τὸ πρακτικὸν ἀνεγνώσθη, παρετηρήθη τὸ λάθος καὶ ἐτέθη εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ πρακτικοῦ. Τώρα ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ποιεῖται τὴν προσθήκην «ἀμίσθους» εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον, καὶ εἰς τὸ βʹ «διὰ πάντας τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους».
§63ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ τὸ ἀναγράψῃ μόνη, ἀλλὰ τὸ ὑπέβαλεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§64Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι καὶ εἰς τοῦτο μόνον καὶ εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην, ὅτι τὸ ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐξήρτησεν ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς τὴν παραδοχὴν τῆς προσθήκης ταύτης. Ὑπάρχει λοιπὸν ἔργῳ ὁμολογία ὅτι εἶναι δεκτὴ ἡ συζήτησις, ἀφοῦ δύναται ἡ Βουλὴ σήμερον, συζητοῦσα περὶ τοῦ συνόλου, νὰ δεχθῇ τὴν παρεμβολὴν ταύτην, ἥτις μεταβάλλει ἐν τῇ οὐσίᾳ καὶ τῇ ὑποστάσει αὐτῆς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 88.
§65ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῇ κρίσει αὑτῆς ὅτι τὸ πρᾶγμα οὕτως ἐνοεῖτο καὶ ὅτι ἐκ παραδρομῆς ἐξέπεσεν ἡ λέξις. Ἐπειδὴ ὅμως προέκειτο περὶ προσθήκης λέξεως ἀλλοιούσης τὸ νόημα, δὲν ἐτόλμησε νὰ τὴν περιλάβῃ αὐτὴ καὶ ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν.
§66Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ὅμως λέγουσα ἡ ἐπιτροπή, ὅτι εὑρέθη ἀπέναντι διατάξεως κακῶς ἐχούσης καὶ ὅτι ἐξέπεσε μία λέξις, ἥτις ὑπῆρχεν ἐν τῇ ἐννοίᾳ—σημειώσατε καλῶς—καὶ οὐχὶ ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλή, οὐδὲν ἄλλο λέγει ἢ ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ, νὰ συζητήσῃ, ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς παρεμβολῆς τῆς προσθήκης ταύτης. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἔργῳ δέχεται ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι δεκτή, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι καταλήγει εἰς ἀκαδημαϊκὴν ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἀπὸ μιᾶς ἤδη ὥρας διεξάγεται ἐν τῇ Βουλῇ.
§67Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἤθελον προσθέσει καὶ τοῦτο, διότι ἡμεῖς δὲν ἀνεγνώσαμεν ἀκόμη τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τώρα περιφέρεται πρὸς ὑπογραφήν. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς προστίθεται καὶ τοῦτο ἀκόμη ὑπὲρ τῆς γνώμης σας, ὅτι ἡ μετάφρασις τῶν Ἁγίων Γραφῶν, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἄρθρον 2 γίνεται ἐγκρίσει τοῦ Πατριαρχείου, κατὰ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ ἄρθρον, θὰ γίνηται προηγουμένῃ ἐγκρίσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§68Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει λοιπόν, Κύριοι, ἔχομεν παρεμβολὰς νέων νοημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλήν. Βεβαίως τὸ ἄρθρον 2ον, ὡς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, περιεῖχε μίαν ἀβλεψίαν ἴσως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητος, ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸ ὀγκῶδες ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν εἰς διάστημα σχεδὸν ἐλάχιστον. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ δεύτερον παράδειγμα, ὅπως ὀρθότατα παρετήρησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, παρεμβολῆς νέου νοήματος ἐν τῷ ἄρθρῳ 2ῳ. Καὶ ἂν λοιπὸν ἐν τῇ οὐσίᾳ τῶν πραγμάτων εἴμεθα πάντες σύμφωνοι ἢ εἰκάζεται ὅτι εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον θὰ σταματήσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου τοῦ χρονικοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ σχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα γίνῃ δεκτὸν ὡς σύνολον τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἔργον τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς βεβαίως δὲν ἔληξεν ἅμα τῇ ψηφίσει τῶν κατὰ μέρος διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἐντολὴν λαβοῦσα παρὰ τοῦ λαοῦ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐξαντλεῖ βεβαίως τὴν ἐντολὴν αὐτῆς πρὸς ἀναθεώρησιν παρὰ κατὰ τὴν ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελε καταρτίσει τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐγκύρους, πλήρεις, ἀρτίας, δυναμένας νὰ τύχωσιν ἐφαρμογῆς. Μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὀρθῶς, ὀρθότατα προσδιώρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀναγομένην εἰς τὸ σημεῖον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ αὕτη ἤθελεν ἀποδεχθῆ ψήφισμα περὶ θέσεως εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ πλῆρες καὶ ἄρτιον τὸ ἀναθεωρητικὸν δικαίωμα αὑτῆς, ἐκτελεῖ πλήρη καὶ ἀρτίαν τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ, διότι ἐνόσῳ αὐτὴ αὕτη ἡ Βουλὴ δὲν ἐκήρυξεν εἰσέτι περατωμένον τὸ ἔργον της, εἴτε ἄλλος τις συνταγματικὸς παράγων δὲν ἔθεσε τέρμα εἰς τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ δὲν κατηνάλωσε τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τοῦ λαοῦ. Καὶ ταῦτα λέγων δὲν συμμερίζομαι βεβαίως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσαν ἄλλοι τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι μέχρι τῆς τελευταίας ὥρας τῆς ὑπάρξεώς της ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δύναται ν’ ἀναθεωρῇ τὸ Σύνταγμα, διότι θὰ ἔλεγον τότε ὅτι ἀκύρως προβαίνει εἰς ἔργον ἀνατροπῆς τοῦ Συντάγματος τοῦ ἐψηφισμένου καὶ τεθειμένου εἰς ἐφαρμογήν, διότι θὰ ἦτο κατάλυσις αὐτοῦ τοῦ νέου Συντάγματος καὶ τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν αὐτοῦ νενομοθετημένης δικονομίας ἡ τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ μόνον ἐν ἐπαναστάσει θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ ἀναθεωρήσεως τῶν νέων συνταγματικῶν διατάξεων· διότι, διὰ ν’ ἀναθεωρήσῃ ἡ ἐνεστῶσα Βουλή, ἡ Ἀναθεωρητική, ἐψηφισμένας διατάξεις ἤδη διὰ ψηφίσματος ἰδιαιτέρου, διὰ νὰ πράξῃ, λέγω, τοῦτο, θὰ κατέλυεν ἔργῳ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ ὑπ’ αὐτῆς ψηφισθέντος, θὰ κατέλυε τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία προυποθέτει ὅρους τινάς, ἡ πλήρωσις τῶν ὁποίων εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ἵνα προβῇ περαιτέρω μία Βουλὴ εἰς ἔργον ἀναθεωρήσεως νέας τοῦ Συντάγματος. Καὶ διὰ τοῦτο ἔλεγον ὅτι ὀρθότατα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσδιώρισε τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον παύει πλέον τὸ ἔργον τῆς ἐνεστώσης Βουλῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ παραδεκτοῦ τῆς συζητήσεως περὶ τῶν ἐπενεκτέων μεταβολῶν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐρχόμενος ἤδη εἰς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος, ἀναγνωρίζω ὅτι καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 γενομένη παρατήρησις, ἥτις θέλει ἄρει τὸ λάθος καὶ τὸ ἁμάρτημα εἰς τὸ ὁποῖον ἐκ σπουδῆς περιέπεσεν ἡ Βουλὴ, ἔχει τὸν λόγον της, καὶ ἡ παρεμβολὴ ἐκείνη καὶ ἡ μεταρρύθμισις ἦτο ἀναγκαῖον ὅπως γένηται ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἑτέρα προσθήκη ἡ περιλαμβάνουσα τοὺς ὑπογραμματεῖς ἐν τῇ μονιμότητι τῶν ὑπαλλήλων εὑρίσκω ὅτι ὀρθοτάτη εἶναι, διότι, ὅτε τὸ Σύνταγμα κατῆλθε μέχρι τοῦ σημείου ἵνα προνοήσῃ περὶ τῶν συμβολαιογράφων καὶ τῶν ὑποθηκοφυλάκων καὶ ν’ ἀναγνωρίσῃ αὐτοὺς ὡς μονίμους ὑπαλλήλους, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον δὲν ἤθελε πράξει τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τοὺς ὑπογραμματεῖς τῶν Δικαστηρίων, οἱ ὁποῖοι σπουδαιότατα ἔργα ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς δικαστικῆς λειτουργίας διεξάγουσιν. Ἀλλ’ ἐπίσης δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἐξῄρει τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τοὺς ἀμίσθους ὑπαλλήλους. Καὶ ἐπανερχόμενος εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον πρίν, προσθέτω ὅτι βεβαίως δὲν κεῖται ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου ἡ λέξις ἔμμισθοι. Καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον καὶ ἡ ὅλη διατύπωσις τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 88 δίδει τὸ πόρισμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, διότι, ἐὰν πραγματικῶς ὑπῆρχεν ἀρχικῶς εἴτε ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου ἡ λέξις ἔμμισθοι, εἴτε ἐν τῷ νῦν τοιούτῳ, καὶ ἐξέπεσεν ἡ λέξις, ὅπως παρετήρησεν ὁ σεβαστὸς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ διατύπωσις προφανῶς θὰ ἦτο ἀλλοία τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου, καὶ δὲν θὰ ἦτο τοιαύτη, ὁποία παρουτιάζεται ἐν τῷ σχεδίῳ τούτῳ· διότι, ἐὰν περιελάμβανεν ἡ Βουλὴ ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτῆς μόνον τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους, ἐξῄρει δὲ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τοὺς ἀμίσθους, ἡ διατύπωσις δὲν θὰ εἶχεν οὕτω. Δὲν θὰ ἔλεγε τουτέστιν ἡ τελευταία παράγραφος: «Μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως νέου εἰδικοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας πάντες οἱ ἀνωτέρω ἔμμισθοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἀποχωροῦσι κατὰ τὸ 65 ἔτος συμπεπληρωμένον», διότι πάντες οἱ ἀνωτέρω δὲν εἶναι ἔμμισθοι. Μεταξὺ τῶν μνημονευομένων ἀνωτέρω ὑπαλλήλων εἶναί τινες ἔμμισθοι, εἶναι καὶ ἄλλοι ἄμισθοι, καὶ ἡ διατύπωσις θὰ εἶχε προφανῶς ἄλλως· ἡ τελευταία παράγραφος θὰ ἔλεγεν: «ἐκ τῶν ἀνωτέρω ὑπαλλήλων οἱ ἔμμισθοι ἀποχωροῦσι κατὰ τὸ 65 ἔτος». Καὶ ἐκ τούτου λοιπὸν προκύπτει ὅτι δὲν εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν ἡ Βουλὴ τοιαύτην τινὰ ἔννοιαν, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προστίθεται ἤδη, οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἄλλο παρὰ παρεμβολή, νέα μεταβολὴ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία κρίνεται ὑφ’ ὅλης, νομίζω, τῆς Βουλῆς, ὡς ἀναγκαία καὶ ἐνδεδειγμένη ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων. Καταλήγων λοιπόν, Κύριοι, φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ τοῦτο μὲν ἀπαράδεκτον πρὸς τὴν συζήτησιν καὶ πρὸς τοιαύτην τινὰ μεταβολὴν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴν γνώμην μου, νομίζω δὲ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἐξ ἄλλου δὲ ὑπὸ τῶν πλείστων κυρίων συναδέλφων κρίνονται καὶ ὡς ἀναγκαῖαι καὶ ἐνδεδειγμέναι ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος αἱ μεταβολαὶ αἱ προτεινόμεναι τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐπιβάλλεται, ὅπως ἀποδεχθῇ ταύτας ἡ Βουλή, θὰ τεθῇ δὲ πολὺ συντόμως τέρμα εἰς τὰς περαιτέρω συζητήσεις πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων διὰ τῆς ἐκδόσεως ψηφίσματος καὶ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§70Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἁπλῶς, Κύριοι, θέλω νὰ ὑπομνήσω ὑμῖν ὅτι προτοῦ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως, καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίζοντο αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὸ ἀναθεωρητικὸν ἡμῶν ἔργον, ὅτι δηλ. ἀκριβῶς συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα ἂν ἔπρεπε ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς ψήφισιν εἰς μίαν μόνην ἀνάγνωσιν, ἔλαβον τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνησύχουν μήπως ἀνεπαρκὴς εἶναι ἡ εἰς μίαν μόνην ἀνάγνωσιν ψήφισις τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀνησυχῶσι, διότι, ἐὰν προϊόντος τοῦ ἔργου ἡμῶν ἐκ τῆς ψηφίσεως μεταγενεστέρων διατάξεων, ἠθέλομεν ἀχθῆ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὑπάρχει ἀντινομία τις, κενόν τι, ἢ ὅτι ἐν γένει διετυπώθη διάταξίς τις, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῶν ὕστερον ψηφισθεισῶν διατάξεων δὲν ἔρχεται ἐν ἁρμονίᾳ πλήρει, ὅτι δικαίωμα ἡμῶν εἶναι, πρὶν ἢ αἱ διατάξεις αὗται λάβωσι νόμιμον ἰσχὺν διὰ τῆς δημοσιεύσεώς των, νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ νὰ μεταβάλωμεν καὶ τὰ ἤδη ψηφισθέντα. Ὑπομιμνήσκω τοῦτο, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων ἄλλη τις ὑπόθεσις μὲ ἔφερεν εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς γνώμης ταύτης· ἵνα μὴ ὑποτεθῇ ὅτι συνεπείᾳ τῆς μελέτης τῶν μεταβατικῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας θὰ ψηφίσωμεν, ἐνέμεινα εἰς τὴν γνώμην μου· ἀλλὰ νὰ εἶναι βεβαία ἡ Βουλὴ ὅτι, ἐὰν δὲν ἔκαμον περὶ αὐτοῦ ἐπιφύλαξίν τινα, τοῦτο εἶναι, διότι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐφρόντισα σαφῶς νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τώρα, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους διαβλέπουσί τινες, τοῦ νὰ ἐξακολουθήσωσιν αὐταὶ αἱ τροποποιήσεις τῶν ἤδη ψηφισθέντων, ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως οἱ κίνδυνοι αὐτοὶ δὲν ὑφίστανται, Κύριοι. Ἐὰν καλῶς ἐνόουν τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς περὶ πασῶν τῶν μεταβολῶν, αἱ ὁποῖαι προτείνονται σήμερον νὰ ψηφισθῶσιν, ἐμείναμεν πάντες σύμφωνοι καὶ περὶ τῆς μεταβολῆς ὑπὸ τύπον ἑρμηνευτικῆς ἀποφάσεως τοῦ ἄρθρου 2, ὅπως ὁρισθῇ ὅτι καὶ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, διὰ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἰς ἄλλον γλωσσικὸν τύπον ἀπόδοσις, ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἴμεθα πάντες σύμφωνοι.
§73Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γεννᾶται ζήτημα.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς δοθείσας δὲν θὰ γεννᾶται. Ἐπειδὴ δ’ ἕπεται μετὰ τὴν προσθήκην τοῦ ἄρθρου 2 δὲν θὰ γεννηθῇ ζήτημα. Καὶ περὶ τῆς τροποποιήσεως εἰς τὸ ἄρθρον 88, ὅπως τὸ «καθ’ ὃν ὁ νόμος ὁρίσει τρόπον» μεταβληθῇ εἰς τὸ «καθ’ ὃν ὁ νόμος ὁρίζει τρόπον», ἐμείναμεν σύμφωνοι. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς προνοίας τῆς ὀφειλομένης διὰ τὴν μονιμότητα τῶν ὑπογραμματέων νομίζω ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, διότι καθ’ ἣν στιγμήν, δι’ ἄρθρων μεταγενεστέρων, ἐξησφαλίσαμεν τὴν μονιμότητα πάντων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, καὶ αὐτῶν τῶν τῆς κατωτάτης βαθμίδος τῆς ἱεραρχίας, θὰ ἦτο παράδοξον νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν σήμερον ἐπὶ τῇ βάσει, ἐπαναλαμβάνω, ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐξήγησα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἐντεῦθεν, καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἀφοῦ πάντας τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους κατεστήσαμεν μονίμους, καὶ τοὺς τῆς κατωτάτης βαθμίδος τῆς ἱεραρχίας, εὔλογον εἶναι, ἐπιβεβλημένον εἶναι νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως καὶ τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὑπογραμματεῖς, ἐξασφαλίσωμεν ἐπίσης διὰ συνταγματικῆς μονιμότητος.
§75Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ πνεῦμα αὐτὸ εἶναι.
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς συμβολαιογράφους, φαίνεται —δὲν βεβαιῶ τοῦτο, ἀλλὰ φαίνεται—ἐπικρατοῦσα γνώμη ὅτι ἡ ἀποχώρησις κατὰ τὰ ὅρια τὰ συνταγματικῶς ὁριζόμενα ἀφορᾷ μόνον τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους, περὶ τούτων δὲ δύναται ὁ νόμος νὰ ὁρίσῃ ἄλλο ὅριον, διότι τὸ ἄρθρον ἔχει: «ἀποχωροῦσι δὲ ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου κανονιζομένου ὁρίου ἡλικίας, ὅπερ δὲν δύναται νὰ εἶναι διὰ μὲν τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀνώτερον τοῦ 75 ἔτους μηδὲ κατώτερον τοῦ 65, διὰ πάντας δὲ τοὺς λοιποὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους ἀνώτερον τοῦ ἑβδομηκοστοῦ μηδὲ κατώτερον τοῦ ἑξηκοστοῦ». Ἑπομένως δύναται νόμος διὰ τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους, ὡς καὶ τοὺς συμβολαιογράφους, νὰ ὁρίσῃ ἄλλο ὅριον ἡλικίας. Ὅταν λοιπὸν ταῦτα οὕτως ἔχωσιν, ὅταν περὶ τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων μένωμεν σύμφωνοι, ἐξηγήθητε διατί ἐμμένομεν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς ὅτι δικαίωμα ἡμῶν εἶναι νὰ τροποποιήσωμεν τὰ ἤδη κείμενα, ἐὰν ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει τὴν ἀνάγκην τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐξεδηλώθη καὶ ἀνησυχία τις ὅτι: ἕως πότε θὰ ἐξακολουθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς τροποποιήσεως; Πρακτικῶς περατοῦται ἀπόψε, Κύριοι, καὶ περατοῦται ἰδίως μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τῶν μεταβατικῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας θὰ ψηφίσωμεν. Θεωρητικῶς τὸ δικαίωμα ἡμῶν ὑφίσταται ἀμείωτον μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ δημοσιευθῇ τὸ Σύνταγμα τοῦτο. Ὁρίζει δὲ διάταξις ἐν ἄρθρῳ 110 ὅτι ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως γίνεται ἡ ἔκδοσις καὶ ἡ δημοσίευσις τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ μόνον ἀμφιβολία ἂν μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς παραμένει τὸ δικαίωμα ἡμῶν τοῦτο, ἢ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ Συντάγματος. Ὀρθοτέρα, νομίζω εἶναι ἡ γνώμη ὅτι μέχρις ὅτου ἐκδοθῇ καὶ δημοσιευθῇ, παραμένει τὸ δικαίωμα ἡμῶν, ὁπότε λαμβάνει τελειωτικὸν κῦρος ἡ τροποποίησις αὕτη, καὶ ὄχι ἀπὸ τῆς ἰσχύος αὐτῆς, ἡ ὁποία ἰσχὺς δύναται νὰ εἶναι καὶ εἰς χρόνον πολὺ μεγαλείτερον ὅπως εἶναι καὶ διὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ νόμου. Ὥστε ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ νομίσωμεν ὅτι θὰ μείνωσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον ἐν ἀμφιβολίᾳ αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Συντάγματος. Τὰς ἐξηγήσεις ταύτας, ἐννοεῖται, δίδω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται ἀληθῶς διὰ τὸ ἔργον ἡμῶν. Πρὸς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως ὡμίλησαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἠπείλησαν ἡμᾶς μὲ τὴν ἀμφισβήτησιν πασῶν τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας ἐψηφίσαμεν, πρὸς αὐτοὺς οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ἀπαντήσω.
§77Γ. ΠΩΠ. (Ὅρα Παράρτημα).
§78Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ προσωπικοῦ τὸν λόγον.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ποίου προσωπικοῦ ζητήματος;
§80Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα.
§81Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος τὸν λόγον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλάχος ἔχει τὸν λόγον.
§83Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος τὸν λόγον.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσωπικὸν λέγεται τὸ ζήτημα, ὅταν γίνωνται ἀντεγκλήσεις καὶ ὄχι ὅταν γίνηται ἀνταλλαγὴ ἰδεῶν.
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ φρασεολογίας.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλάχος ἔχει τὸν λόγον.
§87Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παραιτοῦμαι.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρασεβδᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§89Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Πρόκειται νὰ διορθώσωμεν μίαν παράλειψιν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τοὺς δικαστικοὺς γραμματεῖς. Πάντες εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλην παράλειψιν σπουδαιοτέραν· ἔχομεν τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας, εἰς οὓς ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων.
§90Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπέ τις Βουλευτής, τὸν ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή, ἀλλά, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ἐγὼ δὲν θὰ ἐθεώρουν εἰς ἐμαυτὸν ἀναγκαῖον καὶ προσῆκον νὰ τὸν ὀνομάσω, εἶπέ τις, ὅτι ἐλάλησα ὁρμώμενος ἀπὸ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Ναί, ἀναμφισβητήτως ναί, ἀπὸ πνεύματος ἐλάλησα ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τοῦτο ἀναλύεται εἰς τὰ ἑξῆς. Εἰς δικαίωμα, δικαίωμα ἐκ τοῦ πολιτεύματος, ὡς εἶναι κατάδηλον, νὰ ὁμιλῶ ὁρμώμενος ἀπὸ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, δικαίωμα ἀπὸ ἠθικῆς, διότι ἐμὲ δὲν ὕψωσεν ἡ ἄγκυρα οὔτε ἦτο ἱκανὴ ἡ ἄγκυρα τῆς σημερινῆς καλουμένης ἀνορθώσεως νὰ ὑψώσῃ ἕνα ἀληθινὸν στρατιώτην τῆς ἀνορθώσεως, οὐχὶ ἕνα δῆθεν στρατιώτην τῆς ἀνορθώσεως, ἀλλὰ στρατιώτην ἐπικαλούμενον καθ’ ἑκάστην ἡμέραν κατὰ πάσας αὐτοῦ τὰς πράξεις τὸ ἐπαναστατικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς τὸ νὰ κανονίζῃ διὰ τῶν ἰδίων αὐτοῦ δυνάμεων τὴν ἰδίαν αὐτοῦ σωτηρίαν.
§91Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς περιοδείας σας ἐλέγετε ὅτι εἶσθε φιλελεύθερος.
§92Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ εἶπον καὶ τὸ λέγω, οὐδέποτε ὅμως εἶπον ὅτι εἶμαι Βενιζελικός.
§93Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ἐν τῷ νομῷ ἡμῶν ἦσαν τρεῖς συνδυασμοὶ φιλελεύθεροι, Βενιζελικὸς ὁ εἷς, ὁ δεύτερος φιλελεύθερος ἀνεξάρτητος καὶ ὁ τρίτος φιλελεύθερος λαϊκός.
§94Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδέποτε εἶπον ὅτι εἶμαι Βενιζελικός. Τοῦτο εἶναι τὸ πρᾶγμα· ὡμίλησα μάλιστα, ὡς ἀληθὴς φιλελεύθερος, κατὰ τοῦ Βενιζελισμοῦ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ἐκλογικὰ Λακωνίας δὲν ἐνδιαφέρουσι τὴν Βουλήν.
§96Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ πνεῦμα τοῦτο ἀναλύεται ἀκόμη καὶ εἰς τὸ καθῆκον νὰ εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, καθῆκον πρὸς τὰς ἰδέας μου καὶ τὰς πεποιθήσεις μου, καθῆκον ἑπομένως πρὸς τὴν πατρίδα.
§97Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Οὐδὲν Κοινοβούλιον εἶναι χωρὶς Ἀντιπολίτευσιν.
§98Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ νῦν καὶ ἐπὶ τῶν τεθέντων ἐνώπιον ἡμῶν ζητημάτων. Συμβαίνει, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἔχωσι παραθέσει φαγητὸν ἐνώπιον μικροῦ τινος παιδίου, κατά τινα δὲ στιγμὴν τὸ μικρὸν ἐκεῖνο παιδίον λέγει: «ἐχόρτασα», ἀλλά, ὅταν ἀποσύρωσι τὸ φαγητόν, ζητεῖ νὰ φάγῃ καὶ ἐπὶ πλέον καὶ λέγουσιν αὐτῷ. «ἆ! εἶπες ὅτι ἐχόρτασες· δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ φάγῃς». Τοιουτοτρόπως θέλουσι νὰ μεταχειρισθῶσι μίαν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Ὅταν θὰ εἴπῃ ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, «ἐχόρτασα», ἀλλ’ ἀκολούθως εὕρῃ ὅτι δὲν ἐχόρτασεν, «ἄ! εἶπες ὅτι ἐχόρτασες· δὲν ἐπιτρέπεται πλέον». Δὲν ὑπῆρξε τὸ ἔργον ἁπλοῦν. Πῶς ἔφθασαν μέχρι τοσούτου, νὰ παίζωσι μετὰ μιᾶς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὡς παίζουσι μεθ’ ἑνὸς μικροῦ παιδίου, καὶ νὰ νομίζωσιν ὅτι ὡς τὰ παιδία ἔχουσιν ἀνάγκην τροφῶν καὶ ἔπειτα κηδεμόνων, ἵνα λέγωσιν εἰς αὐτὰ πότε ἔφθασεν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ τρώγωσι, τοιουτοτρόπως νὰ λέγωσι καὶ πρὸς μίαν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν· ἦλθεν ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπαυσας νὰ ἔχῃς τὴν ὑπόστασιν, τὴν ὁποίαν ἔχεις ἐκ τοῦ πολιτεύματος, ἐκ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔπαυσας νὰ εἶσαι Ἐθνικὴ Συνέλευσις, εἶσαι δὲ ὅ,τι ἂν ἡμεῖς θελήσωμεν»;
§99Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅ,τι ἡ ἰδία Συνέλευσις θελήσῃ.
§100Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ τούτου βέβαια θὰ ἔπρεπε νὰ ὦμεν παντελῶς σύμφωνοι. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιστήσω καὶ αὖθις τὴν προσοχήν σας, εἶναι τοῦτο: ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα «δὲν ὑπάρχει πλέον κίνδυνος ἐκ τῆς παρουσίας τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, Μεγαλειότατε, οὔτε ἐκ τῆς διαφωνίας ὑμῶν πρὸς Αὐτήν, διότι ἤδη ἔπαυσεν ἔχουσα ἐξουσίαν ἀναθεωρητικήν· δὲν πρόκειται παρὰ μόνον περὶ Βουλῆς μὲ διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν». Περὶ τούτου πρόκειται καὶ περὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, κύριε συνάδελφε. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα καὶ μόνον τοῦτο. Ἐὰν δὲ συνέβη καὶ ἄλλοτε τοιαύτη γνώμη νὰ ἐκφρασθῇ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔργου ἡμῶν, περὶ τοῦ ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ διαρκέσωσιν ἐπ’ ἄπειρον αἱ ἐργασίαι ἡμῶν, τίς θέλει διστάσει νὰ δεχθῇ ὅτι ἔκτοτε ὑπῆρχον οἱ ὑπολογισμοὶ καὶ ἔκτοτε ἐλέγοντο ταῦτα, ἀλλὰ νῦν ἀποκλείονται οἱ σκοποί;
§101Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ποῖοι σκοποί;
§102Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ κρατήσῃ μίαν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἐπ’ ἄπειρον χρονικὸν διάστημα. Νὰ συμπληρώσῃ, λέγουσι, τὸ ἔργον της. Καὶ ὀφείλει νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον της, ἀλλ’ ἐμπιστευομένη εἰς τὰς ἰδίας της δυνάμεις τὰς πραγματικάς. Οὐχὶ ὅμως νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον της καταδολιευομένη τὸ πολίτευμα καὶ μεταχειριζομένη σοφίσματα ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Οὐχὶ ὅμως εἰσάγουσα θεωρίας, αἵτινες εἶναι ἄγνωστον εἰς ποίους θέλουσιν ἀγάγει ἡμᾶς κινδύνους, διότι εἶναι ἐκτροπώτατον ἡ εἰσαγωγὴ τακτικῆς διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ὑπευθύνου ἄρχοντος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ κανονίζῃ τὸ ἔργον της μία Ἐθνικὴ Συνέλευσις, νὰ ἑρμηνεύωνται διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, νὰ καθορίζηται αὐθαιρέτως ὅλος ὁ πολιτικὸς βίος ἑνὸς ἔθνους ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου ἄρχοντος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἶναι ἐντελῶς περίεργον, εἶναι ἐντελῶς ἔκτροπον, εἶναι, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, καταδηλοτάτη παράβασις τοῦ πολιτεύματος, νὰ τολμᾷ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀναμφιβόλως ἀνευλαβῆ πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ὁ ἐντολοδόχος αὐτῆς, ὁ ὑπεύθυνος ἐνώπιον αὐτῆς, νὰ εἰσάγῃ τοιαύτας γνώμας, τοιαύτας θεωρίας, τοιαύτας ὑποσχέσεις ἢ καὶ ἀπειλάς, ἀνατρεπούσας αὐτόχρημα τὸ πολίτευμα. Βεβαίως νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον καλεῖται «Ἀνόρθωσις», ἀλλὰ νὰ συμπληρωθῇ διὰ τῆς ἀβιάστου ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται πρὸς αὐτὸ ἡ Βουλή.
§103Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ζητοῦμεν διαρκῶς μὲ προθυμίαν νὰ ἐμφανισθῶμεν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§104Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἰδιαιτέρως δι’ ὑμᾶς δὲν τὸ πιστεύω.
§105Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τοὐναντίον δι’ ὑμᾶς δὲν τὸ πιστεύω.
§106Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν θ’ ἀντιμετωπίσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ θὰ εἴπητε «ἐγὼ εἶμαι τὸ τέκνον σου», θὰ σᾶς εἴπῃ· «ὄχι· ἔπαυσας νὰ εἶσαι». Διότι δὲν εἶναί ποτε δυνατόν, δὲν εἶναί ποτε ἐπιτετραμμένον, ὅταν τις ζῇ ἐν μέσῳ ἐλευθέρου λαοῦ, νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ νὰ λέγῃ· «ἐγὼ δὲν εἶμαι τίποτε, ἐγὼ δὲν εἶμαι παρὰ ἁπλῶς ἓν ὄργανον θυμιαμάτων καὶ χειροκροτημάτων, ἐγὼ δὲν ἔχω γνώμην, δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ἔχω γνώμην ἐγὼ ἔχω ἕν καὶ μόνον καθῆκον, νὰ λατρεύω ἐκεῖνον, τὸν μέγαν Μεσσίαν, ἐκεῖνον τὸν Σωτῆρα, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ σώσῃ τὸ ἔθνος!» (Θόρυβος).
§107Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὑβρίζετε ὅλην τὴν Βουλήν.
§108Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ταῦτα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγωνται ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· δύναται νὰ τὰ δικαιολογῇ ἡ ἀνάγκη τινῶν περιστάσεων, ἀλλ’ οὐδέποτε τὰ δικαιολογεῖ ἡ ἀξιοπρέπεια τῶν Βουλευτῶν, τὴν ὁποίαν ἀξιοπρέπειαν ἐπιτρέψατε νὰ τὴν θέτω ἐγὼ ὑψηλότερον καὶ ὅσον ἂν θέτῃ αὐτὴν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐπεξηγήσητε τὴν φράσιν σας, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγητε πρὸς τοὺς συναδέλφους σας ὅτι ἐκτιμᾶτε τὴν ἀξιοπρέπειαν αὐτῶν πέραν αὐτῶν τῶν ἰδίων.
§110Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Εἶσθε ἀλλοῦ ἀπησχολημένος.
§111Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑμεῖς ἐκάματε διακρίσεις δι’ ἡμᾶς προχθές.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι σᾶς διέγραψα δὶς ποινήν. Δὲν πιστεύω νὰ θέλητε τρίτην.
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον: «ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι Βουλευταί, νὰ θέσω τὴν ὑμετέραν ἀξιοπρέπειαν, τὴν ἀξιοπρέπειαν ἑνὸς ἑκάστου ὑμῶν, ὑψηλότερον παρὰ ἐκεῖ, ὅπου, ἀναμφιβόλως πάντοτε ὑψηλά, τὴν θέτει ἕκαστος ἐξ ὑμῶν». Τοῦτο καταδηλοῖ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ Σῶμα, ἐκείνην τὴν ὁποίαν δὲν αἰσθάνονται οἱ μεταχειριζόμενοι τὸ Σῶμα ὡς μεταχειρίζονται τὰ μικρὰ παιδία. Ὡμιλήσαμεν λοιπὸν ἡμεῖς ἀπὸ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, καὶ δὲν εὑρίσκουσι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσωσι πρὸς ἡμᾶς· παρακαλῶ νὰ πιστεύσωσιν ὅτι καὶ ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι, ὁσάκις ὁμιλοῦσιν, ὁμιλοῦσιν ἀπὸ πνεύματος συμπολιτεύσεως, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐθεωρήσαμεν ἡμεῖς ἄξιον καὶ ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσωμεν τὸ πνεῦμα τοῦτο, ὅπερ ἐξηγοῦσιν οἱ λόγοι καὶ αἱ πράξεις αὐτῶν.
§114Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν δύναμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἢ νὰ εὐχαριστήσω ἀπὸ μέσης καρδίας τὸν ἔντιμον ἐκ Λακωνίας πολιτευτήν, διότι παρέσχεν εἰς ἐμὲ τὴν εὐκαιρίαν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν σύμπασαν, ἵνα ἐκδηλώσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπό τινος χρόνου ἠσθάνετο καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ ἐξωτερικεύσῃ. Πάντες κατήλθομεν ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ λαοῦ καὶ ὡς ἔρεισμα εἴχομεν τὴν καρδίαν τούτου. Πάντες κατήλθομεν πρὸ τοῦ λαοῦ συμβολίζοντες τὸ ἀρνητικὸν ἅρμα τῶν κομμάτων. Πάντες κατήλθομεν ὑπὸ τὴν σημαίαν τοῦ λαοῦ, διότι ἐφρονοῦμεν καὶ ἐπιστεύομεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ταμῇ μία νέα πολιτικὴ πορεία, διότι οἱ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης πολιτικοὶ ὑπερέβησαν τὸ ὅριον πάσης κοινοβουλευτικῆς ἀκολασίας καὶ ἐκτροπῆς. Ἀλλά, ὅτε ἐστάλημεν ἐνταῦθα, εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός: σᾶς ἀποστέλλω εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ χρησιμεύσητε συζητηταὶ καλῆς πίστεως πρὸ παντός. Εἶμαι τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν διακηρύττω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐν τῇ ἐξασκήσει τῶν ἱερωτέρων αὑτῆς καθηκόντων ὑπῆρξε πάντως καλὴ συζητήτρια. Ἀλλ’ εἶμαι ἐπίσης τῆς ἰδέας ὅτι πολλοὶ τῶν ἐντίμων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως τῶν παλαιοτέρων χρόνων ἐνόμισαν ὅτι τοῖς ἦτο ἐπιτετραμμένον ν’ ἀντιπολιτεύεται πᾶσαν σκέψιν καὶ ἀπόφασιν εἰς ζητήματα κοινοβουλευτικά, τὰ ὁποῖα εἰσήρχοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἀπόπειραν σκέψεως ἔτι. Μᾶς ἀπέστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνταῦθα, ἵνα παρακολουθήσωμεν πᾶν βῆμα ἀγρύπνως ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐφρόνει ὅτι θὰ ἐξυπηρέτει τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι παρηκολούθησα ἀγρύπνως ὑπὲρ πάντα ἄλλον, τόσον ὅσον ὀλίγοι τῶν Ἑλλήνων Βουλευτῶν, τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς αὐτῆς.
§115Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐξ οὐδεμιᾶς συνεδριάσεως ἐλείψατε.
§116Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ ἐξασκήσω τὰ ἐπαγγελματικά μου καθήκοντα· ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς κοινοβουλευτικὸν ἄνδρα, ἐφ’ ὅσον ἐξεδηλώθη εἰς αὐτὸν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ, νὰ τρέπηται εἰς ἄλλα καθήκοντα παρακωλύοντα τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς. Πολλάκις ἐξεδήλωσα τὴν γνώμην μου, ὑπεστήριξα τὰς ἰδέας μου μετὰ θάρρους καὶ ἐνίοτε καὶ μεθ’ ὁρμῆς παρὰ τὸ κρατοῦν συνταγματικὸν πνεῦμα καὶ τὰς σκέψεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διηύθυνον τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Ὑπεστήριξα τὰς ἰδέας μου τόσον μετὰ θάρρους, ὥστε ὑπῆρξε μερὶς πολιτευομένων καὶ μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία μὲ ἐξέλαβεν ὅτι εἶχον ταχθῆ εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἠναγκάσθην τότε νὰ κάμω ἀνακοινωθέν. Εἶμαι εἷς τῶν ἀκραιφνεστέρων φιλελευθέρων, ἀκολουθῶν τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν φιλελευθέρων, ἀλλὰ μὲ ἐλευθερίαν γνώμης πάντοτε, διότι πιστεύω ὅτι διὰ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἄνδρας ἡ μεγαλειτέρα ἀρετὴ καὶ τιμὴ εἶναι ἡ ἐλευθερία τῆς γνώμης, ἀλλ’ οὐδέποτε τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀποκλείῃ ἀπὸ συστήματος πᾶσαν σκέψιν καὶ γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα). Εὔχομαι νὰ ἐμφανισθῶμεν πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ....
§117Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σπεύσατε νὰ ἐμφανισθῆτε, μήπως σπεύσῃ ἐκεῖνος μὲ τίποτε σκούπας.
§118ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄ! Ἄ!
§119Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω βεβαίως εἰς τὸ τελευταῖον τὸ λεχθὲν ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας. Θὰ εἴπω μόνον τὸ ἑξῆς: Εὔχομαι, ἵνα καὶ πάλιν συναντηθῶμεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Δὲν θὰ εἶχον βεβαίως ἐγὼ τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου, ἂν ἔλεγον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκτιμῶν τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν σήμερον προσφέρω εἰς τὴν χώραν ταύτην, πάντως θὰ μ’ ἐπαναφέρῃ ἐνταῦθα (χειροκροτήματα).
§120Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Βεβαίως.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μὴ ἀποπειραθῆτε νὰ ζητήσητε ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι ἀπὸ τῆς συναρμολογήσεως τοῦ Συντάγματος δὲν ἔχομεν σχεδὸν Κανονισμόν. Ἀφήσατε λοιπόν, παρακαλῶ, νὰ περατωθῇ ἡ συζήτησις, τῆς ὁποίας τὸ τέλος ἐπίκειται, διότι ἐὰν θέσητε ἄλλο ζήτημα, θὰ μείνωμεν ἕως τὸ πρωί.
§122Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶχον τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ θὰ παρουσίαζε σήμερον πρὸ τῆς Βουλῆς συνηρμολογημένον πρὸς τελειωτικὴν ἐπιψήφισιν τὸν ἐψηφισμένον Συνταγματικὸν Χάρτην. Ἐνόμιζον ὅτι ἠδύνατο λεκτικός τις τρόπος νὰ διορθωθῇ, καὶ μόνον λεκτικὸς τρόπος, ὄχι ὅτι εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας σχετικῶς πρὸς οἱονδήποτε ἐκ τῶν ἄρθρων, νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις. Δὲν ἐλησμονήσατε, Κύριοι, προχθὲς μετὰ τὸ μεσονύκτιον τί ἐγένετο, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως μιᾶς προτάσεως σχετικῶς πρὸς τὴν γνώμην μου. Ἤδη, ἐπειδὴ ἔχω τὸ δικαίωμα, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπανέρχομαι ἐπὶ ταύτης, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προσέξητε πολύ, διότι καὶ προχθὲς ἐτόνισα ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, ἀλλὰ περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον καὶ ἀπησχόλησε καὶ ἀπασχολεῖ καὶ πολὺ ταχέως θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀπασχολήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Οὐδεὶς ὑμῶν ἀγνοεῖ, κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἤθελον μερικοὶ εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῶσι, διότι δὲν πιστεύω ν’ ἀμφισβητῆται ὅτι καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν τὸ ἐξεμεταλλεύθησαν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ ἐπὶ μιᾶς διατυπώσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει νὰ μεταβάλῃ τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου 107, ἀλλ’ ἡ ὁποία μεγάλως θὰ ὠφελήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν, ἀπασχολεῖ, καὶ ἴσως πολὺ ταχέως, σπουδαιότατα θ’ ἀπασχολήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πάλιν. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἐλησμόνησε, Κύριοι, ὅτι καὶ ἄλλοτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχυσε τὸ αἷμά του ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Σταδίου διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Οὐδεὶς ἐλησμόνησεν ὅτι ἐγένοντο συνεδριάσεις ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωνται, ἀκριβῶς διὰ νὰ διαφθαρῇ ἡ γλῶσσα ἡ ἐπίσημος. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡμεῖς διὰ τοῦ περὶ γλώσσης ἄρθρου τοῦ νῦν 107 ἐθεσπίσαμεν ποία ἡ ἐπίσημος γλῶσσα, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ μεταχειρίζηται τὸ Κράτος, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν εὐσυνειδήτως θ’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀξιώσωμεν παρὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ τηρῶσι τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀπαρεγκλίτως. Λέγει λοιπόν, ἔντιμοι κύριοι συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 107 τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν συντάσσονται τὸ πολίτευμα καὶ τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας τὰ κείμενα· πᾶσα πρὸς παραφθορὰν ταύτης ἐπέμβασις ἀπαγορεύεται». Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ προτείνω ταύτην τὴν στιγμήν: «ἀπολυομένων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων». Ἐναντίον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐπιχειροῦσιν ἢ ἐπεμβαίνουσιν εἴτε ἐκ πλάνης εἴτε ὄργανα ἄλλων γινόμενοι, πρὸς διαφθορὰν τῆς γλώσσης, νομίζω ὅτι δέον νὰ ὁρισθῇ καὶ ἡ ποινή. Διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφίσαμεν τὸ περὶ γλώσσης ἄρθρον, εὑρέθη ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος περιύβρισεν αὐτὸ τοῦτο τὸ Κοινοβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐψήφισε τὴν συνταγματικὴν ἐκείνην διάταξιν, καὶ δὲν τὸν ἀγνοεῖτε βεβαίως οὔτε εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν κατονομάσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, διότι φοβοῦμαι μήπως χαρακτηρισθῶ ὑπὸ τῆς φίλα φρονούσης αὐτῷ Κυβερνήσεως ὡς ἔχων καὶ πρὸς ἐκεῖνον προσωπικά. Βεβαίως δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι, οὔτε θέλω νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοὺς ὀνομάσω, διότι οἱ ἐν συνειδήσει ἐρωτῶντες ἑαυτοὺς δὲν πιστεύω νὰ ἀμφισβητήσωσιν ὅτι ὑπάρχουσι τοιοῦτοι ὑπάλληλοι ἐργαζόμενοι νυκτὸς καὶ ἡμέρας διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον. Τοῦτο οὐδεὶς πιστεύω νὰ εὑρεθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ οὔτε ἐκτὸς αὐτῆς, ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὑπάρχουσι δηλαδὴ ὑπάλληλοι μισθοδοτούμενοι ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα καὶ τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν γλῶσσάν του θεωρεῖ ὡς τὸν μόνον συνδετικὸν κρίκον πρὸς τὴν ἔνδοξον ἐκείνην ἐποχήν, πρὸς τὴν ὁποίαν θεωρεῖ τὴν ἱστορίαν του ἀναποσπάστως συνδεδεμένην, ὅτι ὑπάρχουσι δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἴτε πλανώμενοι εἴτε ὄργανα ξένων γινόμενοι, ὡς ἀτυχῶς ἐγὼ αὐτὸς ἄριστα γνωρίζω, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, ὅπως διαφθείρωσι δηλονότι τὴν γλῶσσαν ἐκείνην. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ ἐπὶ τῶν δύο τούτων λέξεων, τὰς ὁποίας παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἵνα ψηφίσῃ τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ὠφελήσῃ ὄχι μόνον τὸ Κράτος, ἀλλ’ αὐτὸν τοῦτον τὸν ἐθνισμόν, ὁ ὁποῖος καθ’ ἑκάστην θὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀμύνηται ὑπὲρ τῆς γλώσσης, καὶ καθ’ ἑκάστην θὰ εὑρίσκωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκμεταλλεύωνται τὸ ζήτημα τοῦτο, βεβαίως ὄχι πρὸς ὠφέλειαν, ἀλλὰ πρὸς ζημίαν οὐσιαστικὴν τοῦ Κράτους. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέπηται ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπεχείρει τὴν παραφθορὰν τῆς γλώσσης, νὰ εἶναι ὑπάλληλος. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλήν, καὶ προχθὲς εἶχον σκοπὸν νὰ πράξω τοῦτο, ἀλλὰ τὰ τότε συμβάντα ἔλαβον ἄλλην τροπὴν, καὶ παρὰ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἶχον, δὲν ἠδυνήθην ἀνελθὼν ἐνταῦθα νὰ ὁμιλήσω, ἕνεκα παρεμπεσόντος ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη προσωπικόν, καὶ ἀντὶ νὰ κατηγορηθῶσιν ἀτυχῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ κατέστησαν προσωπικόν, κατηγορήθη ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος οὔτε κἂν τὰ πρόσωπα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν, ἐγνώριζε, θὰ παρεκάλουν, λέγω, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προσθήκη αὕτη. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν δὲν θεωρεῖ ὅτι ἔχει καθῆκον ν’ ἀπαντήσῃ, νομίζω καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸν ν’ ἀναγνωρίσῃ, καθὼς ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ὡσαύτως ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι, ἂν τὸ πολίτευμα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς εἰσόδου ἡμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ μέχρι τῆς σήμερον καὶ αὔριον ἴσως, ἂν τὸ πολίτευμα, λέγω, ἔλαβε μορφὴν κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἂν ἔλαβε τὴν μορφὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἥρμοζεν ἐν τούτῳ, τοῦτο ἐγένετο, διότι ὑπῆρξαν δύο ἢ τρεῖς ἐκλεγέντες ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ παρακολουθήσωσι τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐκ Κρήτης ἔφερεν, ὅπως τὸν σώσῃ ἀπὸ τὸ βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον οὐδεὶς θ’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἤγετο ἀπὸ ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς ἀπόψεως, νὰ τὸν παρακολουθήσωσι, νὰ τὸν ἐπαινέσωσι διὰ τὰ ἐπαινετά, νὰ τὸν ψέξωσι διὰ τὰ ψεκτά. Δὲν νομίζω ὅτι θ’ ἀμφισβητήσῃ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι τὸν παρηκολουθήσαμεν, ὅτι τὸν ἐπηνέσαμεν ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ τὸν ἐπαινέσωμεν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐψέξαμεν, ἴσως δρυμύτερον τοῦ δέοντος, ὅτε ἔπρεπε νὰ ψεχθῇ. Ἀντὶ λοιπὸν τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος ν’ ἀκούσωμεν δύο λέξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβάλλετο πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναγνωρίσῃ ὑπηρεσίας πρὸς τοὺς δύο ἢ τρεῖς ἐκείνους ἀνθρώπους, τὴν Ἀντιπολίτευσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔδωκεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι κοινοβουλευτικῶς ἐπολιτεύθη, ἠκούσαμεν λόγους καταφρονήσεως. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰς ὑπηρεσίας ταύτας καὶ νὰ εἴπῃ καὶ δύο λέξεις πρὸς τὴν μικρὰν Ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία, καὶ πολὺ δικαίως, ἔδωκεν αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἰργάσθη καὶ ἐψήφισεν». Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, ἔντιμοι κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι καθῆκον ἔχετε προτοῦ τελειωτικῶς ψηφίσητε τὸν Καταστατικὸν Χάρτην νὰ προσθέσητε τὰς δύο ταύτας λέξεις μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ προσφέρητε τὰς μεγελετέρας ὑπηρεσίας εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸν ἐθνισμόν σας.
§123Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν δύναμαι Κύριοι, νὰ μὴ συγχαρῶ τὴν Κυβέρνησιν τῶν φιλελευθέρων καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὸ ὄντως τεράστιον ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσεν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Ταῦτα λέγονται ὑπὸ ἀντιπολιτευομένου Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος πάντοτε εἶχε τὸ θάρρος τῆς γνώμης του. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ὁ κ. Κουλουμβάκης χαρακτηρίσας ἡμᾶς ὡς μὴ ἔχοντας γνώμην. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι ὀφείλω νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Πατσουράκου. Πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ παράγραφος αὕτη, διότι κινδυνεύει ἡ γλῶσσα ἡμῶν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§125Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Προτοῦ περατωθῇ ἡ συζήτησις εἶχον ζητήσει τόν λόγον.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοῦ διέφυγεν ὅτι ἐζητήσατε τὸν λόγον, καὶ σᾶς ζητῶ συγγνώμην. Κύριοι Βουλευταί, πρῶτον εἰσάγω τὴν πρότασιν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐπιτραπῇ νὰ γίνωσι λεκτικαί τινες διορθώσεις. Θὰ παρακαλέσω ἀθρόως νὰ γίνῃ ἡ ψήφισις τούτων, διότι πρόκειται περὶ λεκτικῶν διορθώσεων. Οὕτως εἰς τὸ ἄρθρον 2, εἰς τὸν τρίτον στίχον τοῦ βʹ ἐδαφίου, προστίθεται μετὰ τὴν λέξιν «ἐγκρίσεως» ἡ λέξις «καί». Εἰς τὸ ἄρθρον 34, εἰς τὸν γʹ στίχον, ἡ λέξις «παρὰ» μεταβάλλεται εἰς «ὑπό». Εἰς τὸ ἄρθρον 56, εἰς τὸν γʹ στίχον, ἡ λέξις «οὐδὲ» μεταβάλλεται εἰς «μηδέ». Εἰς τὸ ἄρθρον 71, εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον, στίχον 8, ἡ λέξις «ἢ» μεταβάλλεται εἰς «καί». Εἰς τὸ ἄρθρον 80, στίχον 7 καὶ 8, ἡ φράσις «ἐν τῷ νόμῳ» μεταβάλλεται εἰς «διὰ νόμου». Εἰς τὸ ἄρθρον 85, στίχον 4, διαγράφεται ἡ λέξις «οὐχὶ» κειμένη μετὰ τὴν λέξιν «ἐκτάκτων». Εἰς τὸ ἄρθρον 101, στίχ. 2, ἀντὶ τοῦ «παρ’ ὧν» γράφεται «ὑφ’ ὧν». Τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2, ἀποσπώμενον, τοποθετεῖται ὡς ἴδιον ἄρθρον ὑπ’ ἀριθ. 107. Τὸ πρώην ἄρθρον 107 ἀριθμεῖται ὡς 108, τὸ 108 ὡς 109, τὸ 109 ὡς 110 καὶ τὸ 110 ὡς 111. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς λεκτικὰς ταύτας διορθώσεις παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατόπιν ἔχομεν τὴν ἑτέραν πρότασιν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 88 «διὰ πάντας τοὺς λοιποὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους» τῆς λέξεως ἐμμίσθους. Ἐπίσης δὲ καὶ εἰς τὴν πρότασιν τῶν ἓξ κυρίων Βουλευτῶν, τὴν ὁποίαν ἀπεδέξατο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης....
§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ ἄρθρον 88 μετὰ τὰς λέξεις «γραμματεῖς» τίθεται «καὶ ὑπογραμματεῖς» εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον, εἰς δὲ τὸ 90 μετὰ τὴν λέξιν «μονιμότητος» «ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων». Νὰ μὴ θεωρηθῇ καταργηθεὶς ὁ νόμος.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων μόνον»;
§129Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι τὴν λέξιν «μόνον».
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων».
§131Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. «Ἐκτὸς τῶν δικαστικῶν ὑπογραμματέων».
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§133Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον 88, ἐδάφιον αʹ, περὶ τὸ τέλος, τὸ «καθ’ ὃν ὁ νόμος θέλει ὁρίσει τρόπον» μεταβάλλεται εἰς «καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει». Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 80, εἰς τὸ τέλος ἀκριβῶς, ἡ φράσις «κατὰ τὰ ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα» μεταβάλλεται «κατὰ τὰ εἰδικώτερον διὰ νόμου ὁριζόμενα», διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἀναφερόμεθα εἰς τὸν ὑπάρχοντα νόμον. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 2, ἐδάφιον βʹ, νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν λέξιν «ἐγκρίσεως» ἡ λέξις «καί». «Ἄνευ τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως» «καὶ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ ἐκκλησίας», ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ καὶ εἶναι συνδετικός. (Γίνονται δεκταὶ αἱ προταθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τροποποιήσεις τοῦ λεκτικοῦ τῶν ἀνωτέρω ἄρθρων δ’ εἰδικῆς ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης αὐτῶν δι’ ἀναστάσεως ψηφοφορίας).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 88, μετὰ τὴν λέξιν «γραμματεῖς», τίθεται «καὶ ὑπογραμματεῖς». Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον, στιχ. 4, τὸ «οὐδὲ» γίνεται «μηδέ». Εἰς τὸν 5 στίχ. μετὰ τὸ «λοιποὺς» τίθεται τὸ «ἐμμίσθους». Εἰς τὸν 6 στίχ. τὸ «οὐδὲ» γίνεται «μηδέ». Εἰς τὸ 90 στίχ. 2 μετὰ τὸ «μονιμότητος» προστίθεται τὸ «ἐκτὸς τῶν ὑπογραμματέων». Εἰς τὸ ἄρθρον 107 ὁ κ. Πατσουράκος προτείνει μίαν προσθήκην, τὴν ἑξῆς: «συνεπαγομένη τὴν ἀπόλυσιν τῶν παραβαινόντων τὴν διάταξιν ταύτην δημοσίων ὑπαλλήλων».
§135Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ πρότασις γενομένη καὶ χθὲς ἀπερρίφθη. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα τὰς σχετικὰς μὲ τὴν γλῶσσαν, εἶναι φανερὸν ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ των ὀφείλουσι νὰ μεταχειρίζωνται τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τὴν ἀναφερομένην ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Πολιτείας. Εἶναι δὲ φανερὸν ὅτι μεταξὺ τῶν ὀργανικῶν νόμων θὰ εἶναι καὶ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ εἰδικεύῃ τὰ καθήκοντα τῶν ὑπαλλήλων ἐν σχέσει πρὸς τὴν διάταξιν αὐτήν.
§136Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πρέπει ν’ ἀναγραφῇ ὅτι θ’ ἀπολύηται.
§137Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ ἡ τιμωρία ἐν ὑποτροπῇ. Ὑποθέσατε ἕνα δημόσιον ὑπάλληλον ὅτι ἐναντίον τῆς διατάξεως αὐτῆς μεταχειρίζεται τὴν μαλλιαρὴν γλῶσσαν. Θὰ τιμωρηθῇ. Τὸ ἔκαμεν ἐκ νέου; Θὰ ἀπολυθῇ βεβαίως. (Ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτει δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πατσουράκου περὶ τῆς προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 107).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτὸς τούτου ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ εἶχε προτείνει ν’ ἀναγραφῇ ὡς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς γενομένης εἰς τὸ ἄρθρον 2 προσθήκης βʹ ἐδαφίου, ἡ ἑξῆς: «Ψηφίσασα ἡ Βουλὴ τὴν προσθήκην ταύτην περὶ τοῦ κειμένου τῶν Ἁγίων Γραφῶν ἐθεώρει ὡς ἐκ τῶν ὁρισμῶν τοῦ ὅλου ἄρθρου αὐτονόητον ὅτι ἐξυπακούεται ἡ προηγουμένη ἔγκρισις καὶ τῆς αὐτοκεφάλου Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τῆς δηλώσεως ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἤδη, Κύριοι, ἐπιλαμβανόμεθα τοῦ πραγματικοῦ ἀντικειμένου τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἐγένετο ἡ συναρμολόγησις τῶν ἀναθεωρηθέντων ἄρθρων πρὸς τὰ μὴ τεθέντα ὑπὸ ἀναθεώρησιν, θ’ ἀναγνωσθῇ δὲ τὸ Σύνταγμα συνηρμολογημένον καὶ θέλει γίνει δεκτὴ ἡ συναρμολόγησις. Ἀναγινώσκεται λοιπὸν τὸ Σύνταγμα ἐξ ἀρχῆς.
§139ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει πάντα τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τῶν κ. Βουλευτῶν ὀρθίων ἱσταμένων. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου κατέχει ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Στράτος). (Μετὰ τὴν περάτωσιν τῆς ἀναγνώσεως).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζήτω τὸ Ἔθνος. (Ζωηρότατα χειροκροτήματα καὶ ζητωκραυγαὶ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν συναρμολόγησιν τοῦ Συντάγματος, ὡς αὕτη ἐγένετο, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ζήτω τὸ Σύνταγμα, νέα χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10½ μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἀναγινώσκεται τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καταρτισθὲν ψήφισμα τὸ κανονίζον τὴν ἰσχὺν τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος.
§144ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει):
ΨΗΦΙΣΜΑ
Ἡ Βʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Ἀσκοῦσα τὴν ἀναθεωρητικὴν αὑτῆς ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ψηφίζει· Αἱ κατὰ τὴν γενομένην ὑπ’ αὐτῆς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος μεταρρυθμισθεῖσαι καὶ προστεθεῖσαι εἰς αὐτὸ διατάξεις τῆς παραγράφου δευτέρας τοῦ ἄρθρου 1, μετατιθεμένης εἰς ἄρθρον αὐτοτελὲς ὑπ’ ἀριθμὸν 107, τῆς παραγράφου δευτέρας τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τῶν ἄρθρων 5, 6, 9, 11, 12, 14, 16, 17, 25, 34, 36–38, 53, 54, 56, 57, 59, 60. 61. 66–69. 70–73, 75, 76, 80, 82–86, 88. 89, 90, 91, 93, 97, 98, 101–106, 107, μετατασσομένου ὑπ’ ἀριθμὸν 108, καὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 109, μετατασσομένου ὑπ’ ἀριθμὸν 110, ὡς ἤδη ἐψηφίσθησαν, τίθενται εἰς ἐνέργειαν ἅμα τῇ ἐκδόσει τοῦ προκειμένου ψηφίσματος δι’ ἐπικυρώσεως τῶν Πρακτικῶν τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ὡς κατωτέρω ἕπονται, μετὰ καὶ τῆς ἤδη κατὰ τὸ ψήφισμα τῆς 21 Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους, προϊσχυσάσης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3, ἔχουσαι οὕτως· (Ἐνταῦθα κεῖνται κατὰ σειρὰν τὰ ἄρθρα 2 § 2, 3, 5 κλπ. ὡς ἄνω). Τὸ προκείμενον ψήφισμα δημοσιευθήσεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κατὰ τὰ ἄνω ἐκδόσεως αὐτοῦ, αἱ δὲ ἐν αὐτῷ κατ’ ἄρθρα ἀναγεγραμμέναι συνταγματικαὶ διατάξεις, συναρμολογηθεῖσαι μετὰ τῶν ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Συντάγματος παραμεινάντων ἀμεταβλήτων ἄρθρων, ἐν οἷς καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθμοὺς 81,109, καὶ 111 μεταταχθέντα (πρώην 82, 103 καὶ 110), συνδημοσιευθήσονται ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἓν ὅλον σῶμα, ὑπὸ τὴν ἀρχικῶς τεθειμένην ἐπικεφαλίδα τοῦ Συντάγματος.
§145Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προτείνω, ὅπως διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «τίθενται εἰς ἐνέργειαν ἅμα τῇ ἐκδόσει τοῦ προκειμένου ψηφίσματος δι’ ἐπικυρώσεως τῶν Πρακτικῶν τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, ὡς κατωτέρω ἕπονται», μετὰ δὲ τὰς λέξεις «ἔχουσαι οὕτω» νὰ προστεθῶσιν αἱ ἑξῆς: «τίθενται εἰς ἐνέργειαν ἅμα τῇ δημοσιεύσει αὐτῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Ἐπίσης εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις: «Τῆς κατὰ τὰ ἄνω ἐκδόσεως αὐτοῦ» καὶ ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῆς λέξεως «σήμερον». Ἐπίσης χάριν καλλιτέρας διατυπώσεως εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον αἱ λέξεις «ἀναθεωρητικὴν αὑτῆς ἐξουσίαν» νὰ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «ἐξουσίαν αὐτῆς». Τοῦτο εἶναι τυπικόν.
§146Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει κατὰ τούτου, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καὶ ἀνάγκας, αἵτινες εἰς ἡμᾶς δὲν εἶναι γνωσταί, καὶ οἵτινες εἶναι εὔλογον νὰ εὕρωσι προστασίαν. Προσωπικῶς ἐγὼ ἠθέλησα, καὶ ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ, καὶ ἐν ἄλλῃ προγενεστέρᾳ, νὰ διατηρήσω γνώμην ἣν ἔχω, καθ’ ἣν ἡ ἰσχὺς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς τῶν ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς δεδομένης εἰς αὐτὴν ἐξουσίας ἐξέρχεται ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι δηλαδὴ εὐθὺς ὡς τὸ ψήφισμα ψηφισθῇ καὶ τὰ Πρακτικὰ ἀναγνωσθῶσιν ἐνταῦθα ἄρχεται ἡ δύναμις τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ὄχι δὲ κατὰ τὴν ὑπαγόρευσιν τῆς διατάξεως τοῦ κειμένου ἄρθρου 109 τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, καθ’ ἣν μόνον μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως, ἥτις ἦτο ἀναγκαία, διότι προέκειτο περὶ συμβολαίου, ἐνῷ καὶ ἡ γνώμη αὐτοῦ ἀπῃτεῖτο σύμφωνος, ἰσχύει τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἴσχυσε μὲν ἀληθῶς ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἡ δημοσίευσις ἐγένετο κατ’ ἐπιταγὴν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπ’ εὐθείας, ἄνευ παρεμβάσεως ἄλλων. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει τινὰ σημασίαν πρακτικήν, ἀλλὰ τὸ κατ’ ἐμὲ ἠθέλησα πάντοτε νὰ διατηρήσω τὴν δευτέραν ταύτην ὑπαγόρευσιν, ὡς συμφωνοτέραν πρὸς τὴν γνώμην, ἣν ἔχω περὶ τοῦ Συντάγματος. Ἤδη ὅμως ἡ διάταξις περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἡ διαρρυθμισθεῖσα κατὰ τὴν τροποποίησιν τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως περιέχει τὴν μεταβολήν, ἣν καὶ ταύτην τὴν ἑσπέραν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Βεβαίως τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει σήμερον καμμίαν πρακτικὴν διαφοράν, ἀλλὰ καλὸν ἤθελεν εἶναι ἂν διετηρεῖτο ἡ εὐχή, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην.
§147Γ. ΠΩΠ. Ἡ πρακτικὴ διαφορά, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται εἰς τὴν μετατροπήν, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ ψήφισμα τοῦτο, εἶναι αὕτη, ὅτι μέχρι τῆς 6ης ἑσπερινῆς ὥρας ἄλλαι γνῶμαι ἐπεκράτουν παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ ψηφίσματος, καὶ ἀπὸ τῆς 9ης ὥρας, ὀλίγον δηλαδὴ πρὸ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἄλλαι γνῶμαι ἐπεκράτησαν περὶ τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ψηφίσματος.
§148Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω εἰς ταῦτα, κύριοι Βουλευταί. Οἱ παρεξηγοῦντες τὰς δηλώσεις τὰς γενομένας πρὸ μιᾶς ὥρας καὶ τὰς δηλώσεις τὰς γενομένας τώρα, εἶναι ἐλεύθεροι νὰ τὰς παρεξηγῶσιν.
§149ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγώ, εἶναι νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῆς μετατροπῆς τοῦ ψηφίσματος, διότι πιθανὸν νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι τοιαύτη μετατροπὴ μεταβάλλει τὸ ψήφισμα κατ’ οὐσίαν καὶ ἴσως γεννᾶται ζήτημα οὐσιαστικόν, ζήτημα συνταγματικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐδικαιοῦτό τις νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην. Θὰ ἦτο ἀνάγκη λοιπὸν νὰ λάβωμεν πλήρη γνῶσιν καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ σταθμήσωμεν, ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ μετὰ πάσης προσοχῆς, τῆς προσηκούσης προσοχῆς ἐπὶ τοιούτων θεμάτων, ποία ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἔννοια ἡ διδομένη διὰ τῆς μετατροπῆς ταύτης.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· ἀκούσατε τὴν φράσιν, ἡ ὁποία ἔχει τεθῇ.
§151ΕΥ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τὴν ἀκούσω, ἀλλὰ δὲν εἶναι βέβαιον ἂν δύναμαι νὰ τὴν κρίνω προσηκόντως δι’ ἁπλῆς ἀκροάσεως.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δεύτερον ζήτημα. Τὸ πρῶτον εἶναι ν’ ἀκούσητε πῶς ἔχει ἡ φράσις. Διαγράφονται δύο γραμμαί, καθ’ ἃς «τίθενται εἰς ἐνέργειαν ἅμα τῇ ἐκδόσει τοῦ προκειμένου ψηφίσματος δι’ ἐπικυρώσεως τῶν Πρακτικῶν καὶ τῆς ψηφίσεως αὐτῶν, ὡς κατωτέρω ἕπεται». Καὶ τίθεται ἀντ’ αὐτῶν τὸ ἑξῆς: «Τίθενται εἰς ἐνέργειαν ἅμα τῇ δημοσιεύσει αὐτῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». Κατόπιν εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ἐκεῖ, ὅπου λέγει ὅτι «τὸ παρὸν ψήφισμα δημοσιευθήσεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κατὰ τὸν νόμον ἐκδόσεως αὐτοῦ» ἀντὶ τούτου τίθεται ἀπὸ σήμερον».
§153Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι θὰ καταστήσῃ περιττὴν τὴν ἐπιμονὴν εἰς τὴν γνώμην καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται διὰ τῆς τροποποιήσεως τῆς προτεινομένης ὑφ’ ἡμῶν, σκοπὸν ἔχει ἀκριβῶς νὰ εὑρισκώμεθα ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς ὅσα ὑπεστήριξα πρὸ μιᾶς ὥρας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐχώριζε καὶ τότε πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ἦτο τὸ ἑξῆς: ἐγὼ ὑπεστήριζον τὴν γνώμην ὅτι τὰ ψηφισθέντα ὑφ’ ἡμῶν θὰ ἀρχίσωσιν ἰσχύοντα ἀφ’ ὅτου διὰ ψηφίσματος ἡμῶν θὰ δώσωμεν εἰς αὐτὰ τὴν ζωήν. Τοῦτο λοιπὸν γίνεται ἀντὶ νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ ἐπικύρωσις τῶν Πρακτικῶν αὔριον ἀποτελεῖ καὶ ἔκδοσιν τῶν ἀναθεωρηθεισῶν διατάξεων καὶ ἑπομένως ἔναρξιν τῆς ἰσχύος αὐτῶν, ὁρίζεται ὅτι ἡ ἰσχὺς αὐτῶν θ’ ἀρχίσῃ ἀφ’ ἧς δημοσιευθῶσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις. Τοῦτο εἶναι καὶ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν μέχρι τοῦδε ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν καὶ ἄλλο ψήφισμα τῆς Βουλῆς.
§154Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 3.
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Αὐτὸ δὲν ἐδημοσιεύθη. Καὶ ἐκεῖ ὅμως ἐμείναμεν ἐν ἁρμονίᾳ, διότι διὰ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς εἴπομεν ὅτι αὐτὸ τὸ ψήφισμα ἀρχίζει ἀπὸ σήμερον καὶ ὄχι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως. Δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ εἴπῃ ὅτι αἱ ἀναθεωρηθεῖσαι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι διηυκρινίσθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην διὰ τῆς σχετικῆς συνομολογήσεως, ὅτι ἰσχύουσιν ἀπὸ αὔριον. Τοιοῦτον δικαίωμα ἔχομεν· ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὁρίζοντες ὅτι ἡ ἰσχὺς αὐτῶν θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως οὐ μόνον πράττομέν τι σύμφωνον πρὸς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἰσχύουσι καὶ οἱ κείμενοι νόμοι, ἀλλὰ παρέχομεν καὶ χρόνον τινὰ πρὸς ἔναρξιν τῆς ἰσχύος αὐτῶν κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν κυβερνώντων. Δὲν πρόκειται δὲ ἡ προθεσμία αὕτη νὰ εἶναι πολὺ μακρά, διότι ὁρίζεται νῦν ὅτι ἐντὸς δέκα ἡμερῶν δέον νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ψηφίσματα. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει λόγος ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τῶν διατάξεων τούτων.
§156Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον δικαίωμα, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἂν τὰ τῆς πορείας ἐνταῦθα πρέπει νὰ μείνωσι σύμφωνα πρὸς τὴν πορείαν τὴν ὑποδειχθεῖσαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 ἢ πρέπει νὰ γίνωσι κατ’ ἄλλον τρόπον. Περιορισμὸς δὲν ὑπάρχει. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει οὕτως: οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν ψέξῃ.
§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύναμαι νὰ δώσω ἀκόμη μίαν ἐξήγησιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀναγκαία πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεων. Ἡ Βουλὴ αὕτη θὰ δώσῃ τὴν ἰσχὺν εἰς τὰς διατάξεις, διότι κατὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐξουσία ἀσκεῖται ἀπὸ τὴν διπλῆν Βουλὴν ἄνευ ἀναμίξεως τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος. Δὲν δύναται ἑπομένως ἐν προκειμένῳ νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία τις ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ ἰσχύσωσι καὶ νῦν, διότι ἐξερχόμεθα ἀπὸ τὸν κύκλον τὸν χαραχθέντα ἀρχικῶς. Ἀλλὰ μετὰ τὸ γενόμενον Διάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεψε τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς εἰς πάσας τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις, δὲν ὑπάρχει καὶ κατὰ τοῦτο ἀμφιβολία ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ τὴν θέσωμεν εἰς ἐφαρμογήν, ὅταν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς ἐφαρμογὴν ἡ Κυβέρνησις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ, ἵνα ἀρχίσωσιν ἰσχύουσαι αἱ διατάξεις αὗται ἅμα τῇ δημοσιεύσει, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐντὸς 10 ἡμερῶν.
§158ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι οὐδένα δισταγμὸν ἔχω καὶ δὲν εὑρίσκω ὅτι ὑπάρχει ἐμπόδιόν τι ὅπως ψηφισθῇ τὸ ψήφισμα.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ζητεῖ τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἀναγινώσκω τὸ ψήφισμα ὡς ἐτροποποιήθη: «Ἡ βʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἀσκοῦσα τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ μεταρρύθμισιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος Ψηφίζει Αἱ κατὰ τὴν γενομένην ὑπ’ αὐτῆς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος μεταρρυθμισθεῖσαι καὶ προστεθεῖσαι εἰς αὐτὸ διατάξεις τῆς παραγράφου δευτέρας τοῦ ἄρθρου 1, μετατιθεμένης εἰς ἄρθρον αὐτοτελὲς ὑπ’ ἀριθμὸν 107, τῆς παραγράφου δευτέρας τοῦ ἄρθρου 2 καὶ τῶν ἄρθρων 5, 6, 9, 11, 12, 14, 16, 17, 25, 34, 36 ἕως 38, 53, 54, 56, 57, 59, 60, 61, 66 ἕως 69, 70 ἕως 73, 75, 76, 80, 82 ἕως 86, 88, 89, 90, 91, 93, 97, 98, 101 ἕως 106, 107, μετατασσομένου ὑπ’ ἀριθμὸν 108, καὶ τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 109, μετατασσομένου ὑπ’ ἀριθμὸν 110, ὡς ἤδη ἐψηφίσθησαν, μετὰ καὶ τῆς ἤδη, κατὰ τὸ ψήφισμα τῆς 21 Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους, προϊσχυσάσης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3, ἔχουσαι οὕτως (Ἄρθρον 2 § βʹ, ἄρθρον 3, 5 κλπ.), τίθενται εἰς ἐνέργειαν ἅμα τῇ δημοσιεύσει αὐτῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ προκείμενον ψήφισμα δημοσιευθήσεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐντὸς δέκα ἡμερῶν ἀπὸ σήμερον, αἱ δὲ ἐν αὐτῷ κατ’ ἄρθρα ἀναγεγραμμέναι συνταγματικαὶ διατάξεις, συναρμολογηθεῖσαι μετὰ τῶν ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Συντάγματος παραμεινάντων ἀμεταβλήτων ἄρθρων, ἐν οἷς καὶ τὰ ὑπ’ ἀριθμοὺς 81, 109 καὶ 111 μεταταχθέντα (πρῴην 82,103 καὶ 110), συνδημοσιευθήσονται ἐν τῷ αὐτῷ φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἓν ὅλον σῶμα, ὑπὸ τὴν ἀρχικῶς τεθειμένην ἐπικεφαλίδα τοῦ Συντάγματος». Ἐγένετο ἀνατύπωσις πάντων τῶν ἄρθρων τῶν ἀναθεωρηθέντων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι παράρτημα τοῦ ψηφίσματος, θὰ τεθῶσι δ’ ἐντὸς αὐτοῦ, μετὰ τὰς λέξεις «ἔχουσαι οὕτω». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ψήφισμα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τὰ ψηφίσματα τὰ ἄλλα δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὰ ἄλλα.
§161Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν μᾶς διενεμήθησαν.
§162ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά· ἂς τὰ ἀφήσωμεν τὴν Τετάρτην.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ τρίτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Βʹ συζήτητις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ Ἀναστασιανοῦ νόμου καὶ τῶν σχετικῶν αὐτῷ διατάξεων τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ὑπὸ τῶν γυναικῶν ἀναδοχῆς ἀλλοτρίων ὑποχρεώσεων».
§165ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν λόγον.
§166ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀντίρρησις, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§167Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντιρρήσεις· ὀλίγας ἀπορίας ἔχω.
§168Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά· ν’ ἀναβληθῇ.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προσθέτου συμβάσεως μετὰ τῶν Τραπεζῶν καὶ τραπεζιτῶν, οἵτινες ὑπέγραψαν τὴν ἀπὸ 3)16 Ἰουλίου 1910 σύμβασιν περὶ προκαταβολῆς 40 ἑκατομμυρίων δραχ. χρυσῶν καὶ δανείου 150 ἑκατομμυρίων».
§170Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἴπομεν νὰ γίνῃ τὴν Τετάρτην.
§171Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Παρακαλῶ, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τώρα.
§172Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἴμεθα προητοιμασμένοι· ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ μὲ ἐγγράψητε.
§173Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ σύναψις δανείων καὶ ἡ αὔξησις τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ὑπῆρξε πάντοτε καταστρεπτικὴ διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, διότι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὰ συναπτόμενα δάνεια χρησιμοποιοῦνται δι’ ἔργα μὴ παραγωγικά. Διὰ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἴσως κατὰ πρώτην φορὰν τοιαῦτα ἔργα, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον θέλουσι καλύψει τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἀλλὰ συγχρόνως θέλουσιν αὐξήσει καὶ τὴν παραγωγὴν διαφόρων κλάδων τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν ὁρίζεται ἐπακριβῶς ποῖον θὰ εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλει διατεθῆ διὰ τὰ ὁριζόμενα ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἔργα, οὐχ ἧττον διὰ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως ἀφέθη νὰ ἐννοηθῇ ὅτι διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ διατεθῇ ποσὸν ἀνώτερον τῶν 40.000.000. Εἶναι ἀληθῶς λυπηρὸν ὅτι ζητεῖται ἄδεια ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέσῃ ἐκ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἤδη συνάπτεται, ἀρκετὸν ποσὸν πρὸς κάλυψιν τῶν διαφόρων ἐλλειμμάτων τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀλλὰ τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐπραγματοποιήθησαν, εἶναι δυστυχῶς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους καὶ οὐδὲν μέσον ὑπάρχει, ὅπως ταῦτα καλυφθῶσι διαφοροτρόπως καὶ μένει τὸ μόνον μέσον νὰ γίνῃ τοῦτο διὰ δανείου. Οἱ Προϋπολογισμοὶ τοῦ μέλλοντος ἔχουσι ν’ ἀντιμετωπίσωσιν ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους τοιαύτας, ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν τὰ ἔσοδα τῶν ἑπομένων ἐτῶν θέλουσιν ἀρκέσει εἰς τὰς παραλλήλου, κατὰ τὰ ἔτη ταῦτα παρουσιαζομένας ἀνάγκας τῆς Πολιτείας. Ἑπομένως τὸ μέρος τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον θέλει καταβληθῆ δι’ ὑποχρεώσεις μέχρι τοῦδε τοῦ Κράτους, εἶναι ἐντελῶς ἀπαραίτητον καὶ κατ’ οὐδένα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο παρὰ διὰ δανείου. Εἶναι δὲ εὐτύχημα ὅτι ὑπάρχει ἡ σύμβασις, τῆς ὁποίας ἡ τροποποίησις ζητεῖται σήμερον, ὥστε τὸ ποσὸν τοῦτο νὰ δύναται νὰ ἐξευρεθῇ καὶ νὰ ἐπέλθῃ διακανονισμὸς εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ διὰ τῶν, ὡς εἶπον, δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἔργα ποσοῦ ἀνωτέρου τῶν 40,000,000, ἐπεθύμουν νὰ εἶχον τὴν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ πόσον νομίζει ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα ἤθελον ἐκτελεσθῆ καὶ πρὸ πάντων κατὰ πόσον ἤθελον ἐκτελεσθῆ τὸ κυριώτερον ἔργον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου συνήφθη τὸ δάνειον, ὁ σιδηρόδρομος Τριπόλεως–Σπάρτης–Γυθείου. Ὁμιλῶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν οὐχὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ Λακωνίας, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι νομίζω ὅτι πάντες πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ αὐτὸ ἐνδιαφέρον πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς ὅσον ἔχουσι καὶ οἱ ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων καταγόμενοι. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ δάνειον συνήφθη, ὅπως ἐκτελεσθῇ ὄχι μόνον ἡ γραμμὴ αὕτη, ἀλλὰ καὶ ἕτεραι σιδηροδρομικαὶ γραμμαί, ἀλλὰ καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς τότε καὶ κατόπιν ἦτο ὅτι πρὸ παντὸς ἄλλου ἔργου πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην καὶ ἀπὸ Σπάρτης μέχρι Γυθείου, ἀφοῦ διὰ τὸ ἔργον τοῦτο θὰ ἀπαιτηθῇ ποσὸν μικρὸν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὁλικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλει διατεθῆ διὰ παραγωγικὰ ἔργα. Δὲν θ’ ἀμφισβητήσω ὅτι καὶ ἡ ἑτέρα γραμμὴ ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Ἄρταν εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος, ὅπως καὶ ἄλλαι τινὲς σιδηροδρομικαὶ γραμμαί· δὲν θ’ ἀμφισβητήσω ὅτι ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος, ἀφοῦ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν καὶ αὐτὸς ὁ νομὸς τῆς Λακωνίας, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεται διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν γραμμήν, ἐνδιαφέρεται ἐπίσης διὰ τὴν ἀποξήρανσιν ἑλῶν, διότι καὶ ἐκεῖ ὑπάρχουσιν ἕλη πρὸς ἀποξήρανσιν, ὡς τὸ μέγα ἕλος Τρινάσου καὶ πολλὰ ἄλλα· ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Τριπόλεως εἰς Σπάρτην καὶ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Γύθειον εἶναι μᾶλλον ἐπιτακτική. Εἷς ὁλόκληρος νομὸς εἶναι ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένος εἰς τὴν τύχην του, τὰ προϊόντα δὲ τοῦ νομοῦ τούτου, τὰ ὁποῖα εἶναι ἄφθονα καὶ θὰ ἐγίνοντο ἀφθονώτερα, δὲν ἔχουσιν ὅμως μέσον ἐξαγωγῆς, καὶ ὁ τόπος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ εὐημερῇ καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀδικηθῆ ὑπὸ τῆς φύσεως, τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λακεδαίμονος, ἔχει κατοίκους, οἵτινες ἀναγκάζονται νὰ ἐγκαταλείπωσι τὴν χώραν αὐτὴν καὶ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν. Γνωρίζετε δὲ πάντες ὅτι μεγίστη μετανάστευσις ἔχει γίνει ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος, καὶ δυστυχῶς τὸ παράδειγμα τῆς μεταναστεύσεως ἔδωκεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἐπαρχία αὕτη. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τὴν δήλωσιν ὅτι διὰ τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖται, πρὸ παντὸς θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ γραμμὴ αὕτη ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην καὶ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Γύθειον, ἢ τοὐλάχιστον θὰ γίνῃ ἀρχὴ τῆς ἐκτελέσεως τῆς γραμμῆς ταύτης μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο θὰ τελειώσῃ ταχέως. Ἐπαναλαμβάνω νὰ ζητήσω τὴν δήλωσιν αὐτὴν τῆς Κυβερνήσεως, καθόσον αὐτὴ ὑπῆρχεν ἡ δικαιολογία τῆς πρώτης ἐγκρίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸς σύναψιν δανείου ἐξ 150,000,000· ἡ δικαιολογία τοῦ δανείου ἦτο ἡ ἐκτέλεσις τῶν σιδηροδρομικῶν ἔργων καὶ ἐκ τῶν σιδηροδρομικῶν ἔργων τὴν προτίμησιν εἶχεν ἀκριβῶς ὁ σιδηρόδρομος ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην καὶ ἀπὸ Σπάρτης εἰς Γύθειον. (Διαμαρτυρίαι τινὲς καὶ ἀντεγκλήσεις ζωηραὶ καὶ θορυβώδεις).
§174ΑΝ. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ Ἀγρινίου εἰς Ἄρταν καὶ τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλεται ἐξ ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἡ Κυβέρνησις θὰ κρίνῃ ποῖα εἶναι τὰ κατασκευαστέα ἔργα.
§175Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀναπτύξητε αὐτὰς τὰς ἰδέας σας κατόπιν, κύριε συνάδελφε· ἀλλ’ ἐπειδὴ κατάγεσθε ἀπὸ νομόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐξετελέσθησαν ἔργα εἰς ὄφελος ὄχι ὅλης τῆς Ἑλλάδος, μὲ ἀναγκάζετε νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ἀκριβῶς εἰς τὸν νομόν, ἀπὸ τὸν ὁποῖον κατάγεσθε, ἐξετελέσθησαν ἔργα μὴ ἔχοντα κανένα σκοπὸν καὶ μὴ καλύπτοντα διὰ τῶν ἐσόδων οὔτε κατ’ ἐλάχιστον τὰ ἔξοδα, διὰ τῶν ὁποίων ἐξετελέσθησαν· ἐξετελέσθησαν περιττὰ ἔργα σιδηροδρομικά· ἐξετελέσθησαν ἄλλαι ὁδοί, τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη, καθ’ ὃν χρόνον ὁλόκληρος ὁ νομὸς Λακωνίας ἔχει μίαν μόνην ὁδόν, ἔχουσαν δὲ ὀλίγον τὸ μῆκος. Ὄχι· νὰ μὴ ἀφήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ τὰ ἔργα, διότι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις μέχρι τοῦδε, κύριε συνάδελφε, δὲν διένειμαν τὰ ἀγαθὰ κατὰ δίκαιον τρόπον, καὶ ἂν ὑπάρχῃ νομός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐγκαταλειφθῆ, εἶναι ὁ νομὸς τῆς Λακωνίας, εἰς τὸν ὁποῖον οὐδὲν ἔργον ἐξετελέσθη· ὑπάρχει μόνον μία ὁδὸς ἀπὸ Σπάρτης μέχρι Γυθείου, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ εἶναι ἐγκαταλελειμμένη εἰς τὴν τύχην της καὶ οὐδεμία ἄλλη ὁδὸς εἶναι εἰς ἀθλιωτέραν κατάστασιν ἀφ’ ὅ,τι ἡ ὁδὸς αὕτη. Ἐκ πάντων δὲ τῶν ἔργων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν ἑκατομμύρια, ὁ νομὸς τῆς Λακωνίας μετέχει μόνον εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Τριπόλεως–Σπάρτης· αἱ δύο ἐπαρχίαι τῆς Μάνης ἔχουσιν ἐγκαταλειφθῆ τελείως εἰς τὴν τύχην των. Λυποῦμαι, διότι εἰς ἓν νομοσχέδιον τοιοῦτον, γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω ἰδιαιτέρως περὶ συμφερόντων τοῦ νομοῦ μου ἀπαντήσας εἰς τὴν διακοπὴν ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα κατὰ τὴν κρίσιν της. Ἡμεῖς οἱ καταγόμενοι ἐκ τοῦ νομοῦ Λακωνίας ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὴν δήλωσιν αὐτήν, διότι πολλάκις ἐγένοντο δηλώσεις περὶ ἐκτελέσεως ἔργων καὶ οὐδέποτε αἱ δηλώσεις τῶν Κυβερνήσεων ἐξετελέσθησαν· Οὐδένα λόγον ἔχω ν’ ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σταθμίσῃ τὰς διαφόρους ἀνάγκας τοῦ ἔθνους καὶ θὰ δώσῃ τὴν προσήκουσαν προσοχήν, δικαιούμεθα ὅμως ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν τὴν δήλωσιν αὐτήν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, σκοπὸς τῆς συνάψεως τοῦ δανείου ἦτο ἡ ἐκτέλεσις σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, ὅπως ἐδῶ λέγει καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν.
§176Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Μὲ μίαν διαφοράν, ὁ σιδηρόδρομος Σπάρτης–Ἀθηνῶν νὰ γίνῃ διὰ Μεγαλοπόλεως, καθόσον ἡ διέλευσις τῆς γραμμῆς ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου ἀπαιτεῖ ὀλιγωτέρας δαπάνας.
§177Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ σιδηρόδρομος Σπάρτης–Ἀθηνῶν διὰ Μεγαλοπόλεως ἐξυπηρετεῖ συμφέροντα τοπικά, ἀφορᾷ συμφέροντα τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας καὶ ὁ διὰ Τριπόλεως συμφέροντα τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας. Ἡμᾶς δὲν ἐνδιαφέρει σπουδαίως τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ συνάπτεται δάνειον πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων, καὶ ἔργων παραγωγικῶν, τὸ κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικὸν ἔργον, ἔργον δικαιοσύνης, εἶναι ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ Τριπόλεως μέχρι Σπάρτης. (Νέαι διαμαρτυρίαι καὶ ἀντεγκλήσεις).
§178Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μεταξὺ Πατρῶν–Αἰγίου δὲν ὑπάρχει οὐδὲ κἂν ἁμαξιτὸς ὁδός.
§179Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἀναγκαία καὶ ἀπὸ Καλαβρύτων μέχρι Τριπόλεως;
§180Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. (Πρὸς τὸν κ. Κουτούπην). Πάντοτε προνόμια θέλετε!
§181Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι. Τὰ θέλετε σεῖς τὰ προνόμια διὰ τὸ Μεσολόγγιον!
§182Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Τὸ Μεσολόγγιον εἶναι ἄξιον διὰ τὰ ἔργα.
§183Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. (Ζωηρότατα). Διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν εἶναι ἔργον τιμῆς ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ὁ κ. Βουλευτής. (Θόρυβος καὶ διακοπαί. Σφοδραὶ κωδωνοκρουσίαι τοῦ Προέδρου.)
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μὴ διακόπτετε.
§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἠκούσθη μία λέξις «τιμῆς». Παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ διὰ ποῖον ἐλέχθη.
§186Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκ μέρους μου, κύριε Πρόεδρε; Δὲν εἶπον τίποτε.
§187ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Ἀπὸ ἄλλον. Δι’ οἱονδήποτε καὶ ἂν ἐλέχθη, πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Βουλευτά, νὰ ἐξηγήσητε τί ἐννοεῖτε.
§189Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι θεωρῶ ἐπιβεβλημένον διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ, νὰ θεωρήσῃ ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἓν ἔργον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπολύτως ἀπαραίτητον καὶ ἐπιβεβλημένον, εἶναι ὁ σιδηρόδρομος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖ ὁ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος κ. Κουτούπης.
§190ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἔκφρασις δὲν προκαλεῖ καμμίαν παρατήρησιν. Πολὺ καλά. Εἶναι ἀρκετὸν αὐτό. (Ψίθυροι καὶ θόρυβος).
§191Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Νὰ διακόψητε, κύριε Πρόεδρε, τὴν συνεδρίασιν.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις. Αὐτὰ γίνονται, ὅταν διακόπτητε.
§193Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἔθεσα ζήτημα, τὸ ὁποῖον προυκάλεσε τοιοῦτον θόρυβον· λυποῦμαι ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου προυκάλεσε θόρυβον καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι οὗτος εἶναι ἀδικαιολόγητος, ἄκαιρος, καθόσον εἰσέτι οὐδεμίαν ἔχομεν ἀφορμὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀμφιβάλλωμεν ὅτι δὲν θὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἀπαραιτήτων, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ ἔργα, καὶ ἔργα παραγωγικά, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ κυριώτερος σκοπὸς τοῦ δανείου καὶ ἡ συμπλήρωσις ἄλλων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως ν’ ἀντιμετωπίσῃ, διότι αὗται ἐπραγματοποιήθησαν. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω ὅτι οὐδένα λόγον ἔχομεν ν’ ἀμφιβάλλωμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις σταθμίζουσα τὰ γεγονότα θὰ προτιμήσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, ὄχι διὰ νὰ φανῇ χαριστικὴ εἰς ἰδιαίτερον μέρος τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τὸ συμφέρον τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Ἀφοῦ τὸ δάνειον ἐζητήθη, ὅπως ἐκτελεσθῶσι παραγωγικὰ ἔργα, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο θέλει ἐκτελεσθῆ. Σχετικῶς πρὸς τὸν ἐν γένει σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ συναπτόμενον δάνειον, θὰ ἐτόλμων νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐκ τοῦ ὑπολοίπου ποσοῦ κάμῃ χρῆσιν εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων. Πρὸ ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ ἄδειαν, ὅπως προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, εἰς τὴν ἀνέγερσιν διαφόρων δικαστικῶν κτιρίων διὰ δικαστικὰ καταστήματα, διὰ τὰ ὁποῖα σήμερον τὸ Κράτος πληρώνει ὑπερβολικὰ ἐνοίκια. Ἐὰν γίνῃ ὑπολογισμός τις ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνοικίων, τὰ ὁποῖα πληρώνει κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη οὐχὶ διὰ δικαστικὰ μόνον καταστήματα, ἀλλὰ διὰ πάντα τὰ καταστήματα καὶ εὑρεθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις προβαίνουσα εἰς τὴν οἰκοδομὴν καταστημάτων πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον θὰ πληρώνῃ διὰ τόκον καὶ χρεολύσιον μικρότερον ποσὸν ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγγράφει εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἡ Κυβέρνησις νὰ διστάζῃ νὰ προβῇ εἰς σύναψιν μεγαλειτέρου δανείου, ἀφοῦ διὰ τοῦ συναπτομένου δανείου θὰ πληρώνει τόκον μικρότερον τῶν 5%, ἐνῷ διὰ τοῦ δανείου, ὅπως προτείνει ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ πληρώνῃ τόκον πολὺ μεγαλείτερον. Εἶναι ἀνάγκη εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ γίνῃ ἀρχή, ὅπως διὰ τῶν διαφόρων δανείων γίνωνται ἔργα παραγωγικά, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἡ σύναψις τῶν δανείων πρέπει νὰ πληροῖ χαρᾶς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὰ συναπτόμενα δάνεια ἐπιβάλλουσι βαρεῖς ὅρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι αἱ δαπάναι αὐξάνουσιν, ἀλλὰ παραλλήλως πρὸς αὐτὰς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει νῦν ἀνταλλάγματα, μέχρι σήμερον δὲ ἡ Ἑλλὰς ἢ μέρη τινὰ αὐτῆς ὑφίστανται ὅλην τὴν φορολογίαν, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀνταλλάγματα ἀπὸ τὴν Πολιτείαν. Ἡ αὔξησις τοῦ ποσοῦ τούτου διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ δανείου οὐδόλως θὰ φανῇ βαρεῖα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅταν λάβῃ ἀνταλλάγματα καὶ ὅταν ἐννοήσῃ ὅτι ὑπάρχει φιλόστοργος Πολιτεία μεριμνῶσα διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, διότι προβλέπει περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Σπάρτης–Γυθείου καὶ περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ τὸ ἕλος Τρινάσου.
§194Γ. ΠΩΠ. (Ὅρα Παράρτημα).
§195Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶχον πιστεύσει ὅτι μετὰ τὸ εὐφρόσυνον γεγονὸς τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπὸ τὴν εὐχάριστον ἐντύπωσιν δὲν ἠθέλομεν σπεύσει εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν, ἀλλ’ ὅτι ἠθέλομεν ἐπανέλθει μεθαύριον, ἵνα συνεχίσωμεν τοὺς ἀγῶνας τῆς ἀνορθώσεως τοὺς πραγματικούς, διότι πρακτικὸν εἶναι τὸ εἰσαγόμενον νομοθέτημα πρὸς ἐπιψήφισιν καὶ κατ’ εὐτυχῆ συγκυρίαν ἐνεφανίσθη, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐτελείωσεν ὁ ἀγὼν ἡμῶν ὁ ἀνορθωτικὸς ὁ καθ’ αὑτὸ καὶ εἰσήλθομεν εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν πρακτικόν. Διὰ τοῦτο ἐγένετο καὶ ἡ σύναψις δανείου μὲ σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγήσατο ἡμῖν, δηλαδὴ σκοπὸν ἀποκλειστικὸν πρὸς κατασκευὴν παρ’ ἡμῖν δημοσίων ἔργων, οἷα τὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, καθὼς εἶναι καὶ διὰ τὰ ἀναφερθέντα διὰ τὸν λιμένα Πειραιῶς, τὰ ὁποῖα εἶναι ἔργα ἀποκλειστικῆς εἰρήνης. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν νῦν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἔργων τοιούτων εἰρήνης, διότι ἡ περίοδος ἡ ἐκνευριστική, ἡ ὁποία πάντας μᾶς συγκρατεῖ ἀπὸ διετίας, παρῆλθε καὶ ἤδη θὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν ἔργων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατορθωθῇ ἡ εὐημερία καὶ ἡ προκοπὴ τῆς χώρας ἡμῶν. Εἶπον λοιπὸν καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶχον πιστεύσει ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνέλθω ἀπόψε ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα καὶ ἐγὼ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ δι’ αὐτὸ εἶμαι ἐντελῶς ἀπαράσκευος καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν.
§196Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ λέγετε εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§197Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ ἀφοῦ ἐπιμένετε, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξακολουθήσω, ἐφ’ ὅσον δύναμαι. Παρακαλῶ ὅμως τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πιστεύσωσιν ὅτι τὰ λεγόμενά μου ἀποτελοῦσιν ὑπόδειξιν περὶ τῶν ζητημάτων τῶν συνδεομένων μὲ τὸ ζήτημα τοῦ δανείου καὶ ὄχι ὅτι ταῦτα προέρχονται ἀπὸ ἄλλας πιθανὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν ἤθελε τυχὸν πιστεύσει, ὅτι δηλ. ἔρχομαι ν’ ἀντιπολιτευθῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅσον ἀφορᾷ τὴν μὴ σύναψιν τοῦ δανείου, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία γνωρίζει τὰ καθέκαστα, αὐτὴ ἔχει ὅλην τὴν εὐθύνην καὶ αὐτὴ θὰ σκεφθῇ. Ἡμεῖς συνεργαζόμενοι μετ’ αὐτῆς ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποδεικνύωμεν ἂν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσηγήσατο ὁ κ. Ὑπουργός, πρόκειται νὰ ἐξοικονομηθῶσι διὰ τῶν χρημάτων τῶν ὑπαρχόντων ἢ πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἄλλη λύσις συμφέρουσα. Τοῦτο ἀκριβῶς σκοπῶν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἀλλὰ πρὶν εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας καὶ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν τὰ ἔργα ταῦτα νὰ ἐκτελεσθῶσιν, εἴτε διὰ τοῦ δανείου τούτου εἴτε δι’ ἄλλου οἰκονομικοῦ συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ προτείνω καὶ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δύναται ν’ ἀποδεχθῇ ἢ ὄχι, προσέχω εἰς τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Τὸ δάνειον θέλει συνομολογηθῆ κλπ.....». Τὸ ἐδάφιον τοῦτο μοὶ φέρει εἰς τὴν μνήμην ἓν ἀνέκδοτον διηγούμενον καὶ τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ. Τὸ ἀνέκδοτον τοῦτο εἶναι τὸ ἀκόλουθον: Ῥῶσος ναύαρχος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐκείνην ἐποχήν, ὅτε ὑπεχρεοῦντο οἱ στόλοι τῶν Δυνάμεων, ὁσάκις εἰσέπλεον εἰς τοὺς λιμένας, ν’ ἀνταλλάσσωσι τοὺς συνήθεις χαιρετισμούς, προσορμισθεὶς εἰς πολλοὺς λιμένας κατηνάλωσεν ὅλην τὴν πυρίτιδα αὐτοῦ καὶ ὅτε ἔφθασεν εἰς τὰ Δαρδανέλλια, πλέων πρὸς τὸν Εὔξεινον Πόντον, δὲν εἶχε πλέον πυρίτιδα καὶ δὲν ἀπέδωκε τοὺς κεκανονισμένους χαιρετισμούς. Ὁ ἐκεῖ Τοῦρκος ναύαρχος τῷ ἔκαμε παρατηρήσεις διὰ τὴν παράλειψίν του ταύτην, ἐκεῖνος δὲ τῷ ἀπήντησεν ὅτι εὐχαρίστως θὰ ἐχαιρέτιζεν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔπραξε δι’ ἑκατὸν λόγους, 1ον) διότι δὲν εἶχε πυρίτιδα. «Ἀφοῦ δὲν εἶχες πυρίτιδα, περιττοὶ οἱ ἄλλοι λόγοι», ἀπήντησεν ὁ Τοῦρκος διοικητής. Ἐὰν λοιπὸν ἔχηται ἀληθείας ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ κατὰ μέγα μέρος ἢ κατ’ ἐλάχιστον θὰ καταναλωθῇ εἰς κάλυψιν ὑποχρεώσεων τῆς Κυβερνήσεως καὶ συμπληρωματικὴν κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι περιττὸν νὰ φέρωμεν τὸν λόγον ποῦ πρέπει νὰ διατεθῶσι καλλίτερον τὰ χρήματα. Ἐὰν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς δώσῃ τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι θὰ διατεθῶσιν εἰς ὡρισμένα ἔργα, τότε δυνάμεθα νὰ ἐκφέρωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σιωπᾷ· ἐπιφυλάσσεται ἴσως βραδύτερον νὰ τὸ δηλώσῃ. Ἐξακολουθῶν λοιπὸν λέγω ὅτι τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα συνάπτουσι τὰ ἔθνη, ἀνάγονται εἰς δύο κατηγορίας, τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουσι τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ἐσόδων αὐτῶν ὑπὲρ γενικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους καὶ τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα σκοπὸν ἔχουσι τὴν χρησιμοποίησιν ὑπὲρ τοπικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Εἰς τὰ δάνεια τὰ ὑπὲρ γενικῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους εἶναι ὑποχρεωμένοι πάντες οἱ πολῖται, πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι νὰ συντρέχωσι. Ποῖα εἶναι τὰ γενικὰ συμφέροντα, χάριν τῶν ὁποίων συνομολογεῖται τὸ δάνειον τοῦτο, δὲν ὑποδεικνύεται, διότι, ἂν ὑπεδεικνύετο, θ’ ἀνεφέρετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ δανείου ὅτι θέλει διατεθῆ ὑπὲρ τοῦ στόλου, ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ ἔργων δημοσίας ἀνάγκης, ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον σιωπᾷ δὲν ἠξεύρω ἂν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀφετηρίαν ταύτην ὡς ἀποκλειστικῶς ἀκριβῆ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα· νὰ ἐξετάσωμεν ἂν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἰσηγήσατο ὁ κ. Ὑπουργός, δύνανται νὰ ἐξυπηρετηθῶσι διὰ τῶν χρημάτων τούτων, χωρὶς νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ γενικὸς Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, καὶ πῶς εἰς τὸ μέλλον τὰ τοπικὰ συμφέροντα θὰ ἐξυπηρετηθῶσι δι’ ἄλλων μέσων καὶ ὄχι διὰ γενικῶν δανείων. Ἐν Ἰταλίᾳ, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει πολὺ κάλλιον ἐμοῦ, τελευταῖον τὰ δάνεια ταῦτα τὰ τοπικὰ ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τοῦ γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ὁ Louzzatti, ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ βελτιώσας τὰ οἰκονομικὰ τῆς χώρας αὐτῆς, προκειμένου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος νὰ συνομολογηθῇ δάνειον πρὸς ὕδρευσιν μιᾶς μεγάλης ἐπαρχίας τῆς Ἀπουλίας, κατοικουμένης ὑπὸ δύο ἑκατομμυρίων κατοίκων, ἡ ὁποία πάσχει ἐκ μεγίστης ἀνυδρίας, καὶ μάλιστα οἱ συνάδελφοι ἐκ Πατρῶν γνωρίζουσιν ὅτι, ὁσάκις ἐπῆλθε τοιαύτη ἀνυδρία, πολλῶν ἑκατομμυρίων ὀκάδες ὕδατος παρελήφθησαν ἐκ Πατρῶν, εἰς τοσοῦτον δὲ βαθμὸν ἡ ἀνυδρία ἐπιτείνεται, ὥστε αὕτη τὴν δυστυχίαν τῶν κατοίκων ἐπιφέρει ὁμοῦ μὲ μεγάλας ἄλλας καταστροφάς. Ἡ Κυβέρνησις ὅθεν ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ ἐκεῖ τοπικῶς μελέτην καὶ ἐσκέφθη, ὅπως πρὸς θεραπείαν τοῦ μεγάλου τούτου κακοῦ ὁλόκληρον τὸν ποταμὸν Φορένι διοχετεύσῃ ἀνὰ τὴν ἐπαρχίαν αὐτήν. Ἡ δαπάνη ὑπελογίσθη εἰς 300,000,000 φράγκων, ἀλλ’ οἱ λοιποὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δὲν ἠδύναντο ν’ ἀνεχθῶσιν, ὅπως αὕτη ἐπιβαρύνῃ τὸ γενικὸν ταμεῖον τοῦ Κράτους, καὶ τότε ὁ Louzzatti προέβη εἰς τὸν ἀκόλουθον συνδυασμόν. Κατήρτισεν ἕνα πίνακα πασῶν τῶν χωρῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ὠφελοῦντο ἐκ τοῦ ἔργου τούτου. Εἰς τὸν πίνακα αὐτὸν ἀνεγράφησαν πᾶσαι αἱ κῶμαι, οἱ δῆμοι, αἱ πόλεις, τὰ κτήματα, ἐγένετο μία ἀναλογία, ἡ ὁποία ἔδιδεν ἓν ποσὸν ἐτησίως ἀποσβέσεως τοῦ τοιούτου δανείου χρεολυτικῶς, ἀφοῦ δ’ ἔφθασε καὶ ἐκανόνισε τὰς προσόδους τῶν χωρῶν ἐκείνων ἀκριβῶς μὲ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θ’ ἀνελάμβανον πρὸς πληρωμὴν τοῦ δανείου τούτου, τοῖς εἶπεν ὅτι τὸ Κράτος θὰ συμπληρώσῃ τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ὅλου δανείου ποσόν· διότι τὰ ἔργα ταῦτα, τὰ δημόσια, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦνται εἰς διαμέρισμά τι τοῦ Κράτους, ὠφελοῦσιν ὄχι μόνον τὸ μέρος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκτελοῦνται, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅλον Κράτος, τὸ ὁποῖον πάντοτε θὰ ἀπολαμβάνῃ ἐξ αὐτῶν. Νομίζω ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο πολὺ καλῶς θὰ πράξωμεν ν’ ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς, ἵνα καὶ τὰ ἔργα τὰ δυνάμενα νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἐκτελεσθῶσι πολὺ ταχύτερον, καὶ διὰ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι, κατανοηθῇ ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων ὅτι τὸ Κράτος δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει χρήματα πολλά, καὶ νὰ παύσωμεν νὰ παρέχωμεν εἰς αὐτοὺς ὑποσχέσεις ἀνεκτελέστους.
§198Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀδύνατον νὰ περατωθῇ σήμερον ἡ συζήτησις. Πρόκειται νὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἄλλοι. Οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐκουράσθησαν καὶ ἀπεχώρησαν· πρὸ κενῶν ἑδωλίων δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν. Φέρω ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Στράτος).
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐπικυρωθῶσι τοὐλάχιστον τὰ Πρακτικά.
§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος· αὔριον·
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 τῆς νυκτός).