1911.05.18
5,043 rows · 38,055 words · 431 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 92
τῆς 18 Μαΐου 1911
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 5 καὶ 30′ μ. μ. παρόντων 186 Βουλευτῶν ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ἀναφορὰν τοῦ Θηβαϊκοῦ συνδέσμου περὶ ὑπαγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Θηβῶν δικαστικῶς εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν· 2) Ἀναφορὰν ἀποστράτων ὁπλιτῶν ἐκ Λαμίας περὶ καταργήσεως τῶν διδάκτρων τῶν τέκνων των· 3) Αἴτησιν τοῦ καταδίκου Ἀ. Ἀβραμοπούλου, ὅπως ἀπονεμηθῇ αὐτῷ χάρις· 4) Ἀναφορὰν τῶν καπνεργατῶν Πύργου ὑπὲρ τοῦ ὑπομνήματος τοῦ Ἐργατικοῦ κέντρου Ἀθηνῶν· 5) Ὑπόμνημα τῶν σωματείων καὶ τῶν συνδέσμων τῆς Θεσσαλίας σχετικῶς μὲ τὴν ἑταιρείαν τῶν σιδηροδρόμων Θεσσαλίας· 6) Ὁ Λεωνίδας Μπαζιστόπουλος ἀπολέσας τὴν περιουσίαν του ἐν Λαρίσῃ κατὰ τὸ 1897 ζητεῖ βοήθημα· 7) Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Μεσσήνης ἐξαιτεῖται μεταρρύθμισιν τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως μὲ τὴν Προνομιοῦχον· 8) Οἱ καλλιεργηταὶ τοῦ χωρίου Τσιόμπας διαμαρτύρονται κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν μὴ ἐπιτρεπόντων αὐτοῖς νὰ καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγρούς των· 9) Οἱ ἐκ Κερκύρας Ἰσραηλῖται διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ ἐκεῖ λιμενάρχου ἀπαγορεύσαντος αὐτοῖς νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ πλοῖα πρὸς προϋπάντησιν τῶν συγγενῶν των· 10) Οἱ κλητῆρες τῶν Ὑπουργείων ζητοῦσιν ἀπονομὴν συντάξεως· 11) Πρόσφυγες ἐκ Ῥωμουνίας ζητοῦσι προστασίαν· 12) Κάτοικοι Ἀθηνῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως συστηθῇ τῷ κ. δημάρχῳ νὰ μὴ ἐκμισθώνῃ τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα εἰς τοὺς κηπουρούς· 13) Οἱ κάτοικοι Ἀνδραβίδας παρακαλοῦσιν, ὅπως συστηθῇ τῇ ἑταιρείᾳ τῶν σιδηροδρόμων ἡ μεταβολὴ τῆς στάσεως Ἀνδραβίδας εἰς σταθμόν· 14) Οἱ λαχανοπῶλαι Ἀθηνῶν ἐξαιτοῦνται τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας· Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Σουλτάνη ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναδοχῆς ὑποχρεώσεων ἐκ μέρους τῆς γυναικός», τυπωθησωμένη πρὸς διανομήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικά. Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν; Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι: Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1911 πιστώσεως ἐκ δραχμῶν ὀκτὼ χιλιάδων, ἀριθ. 8,000». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον: Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 101.
§4Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατόπιν τῆς ψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 98 ὑπέβαλον σχέδιον ψηφίσματος περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Νομίζω ὅτι φυσικὰ ἔρχεται ἡ σειρὰ τοῦ ψηφίσματος τούτου, διότι ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Νομίζω ὅτι ἔρχεται ἡ σειρά του τώρα πρὶν εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 101.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ὑποβάλει τὸ σχέδιον τοῦ ψηφίσματος;
§6Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μάλιστα· ἐδημοσιεύθη δὲ καὶ διενεμήθη πρὸ δύο ἡμερῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα πολὺ καλά.
§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Χθὲς δὲν εἰργάσθημεν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἂς ἐργασθῶμεν λοιπὸν τοὐλάχιστον σήμερον. Εἶναι καὶ ἄλλα σχετικὰ ὑποβεβλημένα πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἂς μείνωσιν εἰς τὸ τέλος πάντα τὰ περιέχοντα μεταβατικὰς διατάξεις καὶ ἂς συζητηθῶσι μετὰ τὸ τέλος τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Σήμερον ὅμως θὰ ἦτο καλὸν νὰ προβῶμεν εἰς συνταγματικὴν ἐργασίαν.
§9Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο φυσικωτέρα ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως τώρα.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σᾶς ὑπόσχομαι, ἂν ψηφίσωμεν 3–4 ἄρθρα ταχέως, νὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτό. Ἀλλ’ ἂς ἀρχίσωμεν ἐργασίαν τέλος πάντων.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης λοιπὸν μένει σύμφωνος νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς λοιπὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι κατόπιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχεν ἡ Βουλή, κατήρτισα τρεῖς ἐπιτροπάς. Μίαν πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως τῶν δήμων», ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀπετελέσθη ἐκ τῶν κυρίων Ἰωάννου Καλαντζοπούλου, Ἰ. Τσιγκόλη, Γ. Ἰατρίδου, Παναγ. Ἀραβαντινοῦ, Ἰ. Τερζάκη, Ἀλ. Παπαναστασίου, Χ. Βοζίκη, Σ. Σίμου, Μ. Νεγροπόντη, Φ. Νέγρη, Ἀ. Μιχαλακοπούλου, Κ. Γόντικα, Σπ. Ἀγαπητοῦ, Λ. Ῥούφου Κανακάρη, Μ. Σφακιανάκη, Ἀν. Λούντζη, Κ. Ζαβιτσάνου, Σ. Λάσκαρι, Ν. Χαριτάτου, Ν. Πετροπουλάκη, Ἰ. Ἀθηνογένους, Ἰ. Χρυσοβελόνη, Γ. Τσαξίρη, Π. Γρυπάρη, Π. Κασίμη, Ἀ. Πετρομανιάτου, Ἀλ. Διομήδους, Ν. Γαρδικιώτου, Ἰ. Τσιριμώκου, Κ. Δεμερτζῆ, Π. Ἀγγελίδου, Δ. Βινιεράτου, Ἰ. Παπαλουκᾶ, Θεμ. Παπαϊωάννου καὶ Ἀλ. Τάκη.
§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλαδὴ συνταγματικὴ ὑπ’ ἀριθ. δύο.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐπιτροπὴν ἐθεώρησα καλὸν νὰ καταρτίσω πολυμελῆ, διότι λόγῳ τῆς ἰδιαζούσης σοβαρότητος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐκπροσωπηθῶσι πάντες οἱ νομοί. Ἕκαστος ἔχει εἰδικὰ τοπικὰ ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὴν διοίκησιν, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ὀρθὸν νὰ ἐκπροσωπηθῶσιν αἱ παρατηρήσεις πάντων τῶν νομῶν.
§14Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀναλάβητε ὑμεῖς τὴν προεδρίαν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου θὰ τεθῇ αὕτη. Ἐπίσης κατήρτισα ἐπιτροπὴν κατόπιν τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς....
§16Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐκ τοῦ νομοῦ Λακωνίας ἐξελέξατέ τινα εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐκ πάντων τῶν νομῶν. Οὐδεὶς νομὸς ἔμεινεν ἄνευ ἀντιπροσωπείας. Ἐπίσης κατήρτισα ἐπιτροπὴν ἔχουσαν τὴν ἐντολὴν νὰ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν βιβλίων τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς καὶ τὸν καθορισμὸν τῶν ἀχρήστων διὰ τὴν Βουλὴν βιβλίων καὶ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διάθεσιν τούτων. Τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἀποτελοῦσιν οἱ ἑξῆς κύριοι βουλευταὶ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ἐφόρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, Μ. Γαλανός, Ἰω. Πατσουράκος, Περ. Ἀποστολίδης, Ν. Δελακοβίας, Θ. Πετμεζᾶς, Γ. Παρασκευόπουλος, Γ. Πὼπ, Περ. Καραπᾶνος καὶ Ἀντ. Ῥοντήρης. Καὶ ἑτέραν τέλος ἐπιτροπὴν ἔχουσαν ἐντολήν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν μελέτην τῆς ἐσωτερικῆς διασκευῆς τοῦ Βουλευτηρίου καὶ τῶν ἀναγκαίων εἰς τοῦτο διαρρυθμίσεων ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ τῶν κυρίων Μ. Νεγροπόντη, Ἰω. Ἀθανασάκη, Π. Βουρλούμη, Λ. Κογεβίνα, Ὄθ. Τετενέ, Ἀγ. Σλῆμαν, Ἀλ. Διομήδους καὶ Ἰω. Κουντουριώτου. Ἄρθρον 101 τοῦ Συντάγματος τοῦ προσχεδίου.
§18ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον).
§19ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 101 πρέπει ν’ ἀφαιρεθῶσιν αἱ ἐφέσεις, ἵνα μείνῃ τὸ ζήτημα κανονιστέον ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς συνήθους. Νομίζω ἐπίσης ὅτι εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον λέγει «Αἱ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ὑπάγονται», πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν φράσιν «ἐξακολουθοῦσιν ὑπαγόμεναι», πρὸς ἔνδειξιν ὅτι τὸ ὑφιστάμενον καθεστὼς ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον μέχρις ὅτου ἀρχίσῃ ἡ λειτουργία τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. «Μετὰ τὴν φράσιν εἰς τὰ διοικητικὰ Δικαστήρια» προστίθεται: «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν νόμων ἰσχύουσιν οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας».
§20Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε τὸ «ὑπάγονται» εἶναι περιττὸν νὰ τεθῇ.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅπως εἶναι μένει. Ἡ δευτέρα οὐσιαστικὴ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν προτείνω, εἶναι ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἐφέσεων, ἵνα μένῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐλευθέρα νὰ ἀποφασίσῃ τοῦτο. Νομίζω ἐπίσης ἀναγκαῖον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ τελευταίου ἐδαφίου ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος θέλει ἐξακολουθήσει νὰ παραμένῃ ὡς Δικαστήριον τοῦ διακανονισμοῦ τῆς δικαιοδοσίας ἐν περιπτώσει συγκρούσεως μεταξὺ τῶν δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν μέχρις ὅτου εἰδικὸς νόμος διαρρυθμίσῃ τὰ τοῦ μικτοῦ Δικαστηρίου, διότι τὸ Δικαστήριον τοῦτο δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἀμέσως, ἐλλείποντος τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Οὕτω τὸ ἄρθρον θὰ ἔχῃ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ἐξακολουθοῦσιν ὑπαγόμεναι εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, πλὴν τῶν ὑπὸ εἰδικῶν νόμων εἰς διοικητικὰ Δικαστήρια ἀνατιθεμένων...».
§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. «Ἀνατιθεμένων» ἢ «ἀνατεθειμένων»;
§23Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. «Ἀνατιθεμένων», ὄχι «ἀνατεθειμένων». Μάλιστα ἡ ἔννοια εἶναι αὐτή· κυρίως αἱ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις νὰ μὴ ὑπάγωνται εἰς διοικητικὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ τηροῦμεν τὸ ὑπάρχον καθεστώς, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τὸ μεταβάλωμεν. Ἕως ὅτου μεταβληθῇ μένει ὡς εἶναι. Ἡ παράγραφος αὐτὴ συμπληροῦται ὡς ἑξῆς: «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν νόμων ἰσχύουσιν οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας».
§24Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἡ δικονομία ἡ ὑπάρχουσα θὰ ὑφίσταται.
§25Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τί γίνεται ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικονομίαν, διότι ἔχομεν τὰς διατάξεις 92 καὶ 93 τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως εἰσάγεται ἡ δικαστικὴ διαδικασία καὶ ἡ κατ’ ἀντιμολίαν δίκη.
§26Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀκριβῶς πρέπει νὰ μείνωσιν ἐκεῖ.
§27Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ νόμος, διότι, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια, ὅπως κατὰ τὸ μεταβατικὸν στάδιον ἰσχύσωσι τὰ ὑφιστάμενα, θὰ εἶναι δύσκολος ἡ....
§28Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν προτείνετε, ἀμφιβάλλω ἂν ἡ διάταξις αὕτη σαφῶς καταδηλοῖ ὅτι ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη ἡ τέως διαδικασία καὶ ἂν δὲν θὰ παρίσταται ἀνάγκη ἄμεσος τώρα ψηφίσεως διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας ἡ λύσις πρόκειται νὰ γίνῃ.
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ συμπληρώσω, καὶ ἔπειτα λαμβάνετε τὸν λόγον. Ἡ τελευταία περίοδος τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἀφαιρεθῇ ἡ φράσις «ἐφέσεις», θὰ διατυποῦται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων μεταξὺ δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν δικάζεται ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, μέχρις οὗ ἰδιαίτερος νόμος συστήσῃ πρὸς ἐκδίκασιν ταύτης μικτὸν Δικαστήριον, ἀποτελούμενον ἐξ ἴσου ἀριθμοῦ ἀρεοπαγιτῶν καὶ τακτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου ἀναπληρωτοῦ αὐτοῦ». Τοῦτο, διὰ νὰ μὴ μείνωμεν ἐν τῷ μεταξὺ μὲ τὸ κενὸν αὐτό, καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν Δικαστήριον πρὸς ἐκδίκασιν τῶν συγκρούσεων μεταξὺ τῶν διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν Ἀρχῶν.
§30Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε σύμφωνοι;
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§32Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ τὴν ἔννοιαν ὅτι διατηρεῖται ἡ δικονομία ἡ μέχρι τοῦδε.
§33ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί· ἀλλὰ τότε αὐτὸ τὸ κείμενον προέβλεπε περὶ τῶν συγκρούσεων μεταξὺ διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν Ἀρχῶν, διότι ἀφήνετε ὁλόκληρον φράσιν.
§34Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄς προστεθῇ καὶ αὐτὴ ἡ φράσις: «Ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων μεταξὺ δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν, ὡς καὶ μεταξὺ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν δικάζεται κλπ.».
§35Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μέχρις ὅτου συστηθῇ....
§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· μέχρις ὅτου συστηθῇ.
§37Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διότι εἶναι ἀντιφατικόν.
§38ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀντιφατικόν, διότι δύναται νὰ συστηθῇ καὶ νὰ ὑπάρξῃ μέχρις ὅτου συστηθῇ τὸ μικτόν. Ὥστε εἴμεθα ἐν τάξει.
§39Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θέλω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς: Ὅτι ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν προτείνετε νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ αʹ ἐδαφίου, «καθ’ ἣν διατηροῦνται αἱ ὑφιστάμεναι», εἶναι τοιαύτη, ὥστε τρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀναβάλωμεν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 92 καὶ 93, διότι λέγετε, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον προσεχῶς ὁρισθῶσι νόμοι δικαιοδοσίας, ὅτι θὰ τηρῶνται αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 92 καὶ 93. Αὐτὸ δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ἐπικίνδυνον δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν δικαιοδοσίαν τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων, διότι ἐν τῷ μεταξὺ θὰ μένῃ ἡ ὑφισταμένη διαδικασία μὲ τὴν ἀτέλειαν, τὴν ὁποίαν γνωρίζετε, τὴν ἀτέλειαν δ’ αὐτὴν ἀκριβῶς ζητεῖ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄρθρον 92 καὶ 93»;
§40Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ φόβοι ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς συνταγματικῆς τῆς ἰδικῆς μας εἶναι δεδικαιολογημένοι, διότι συνταγματικαὶ ὑποσχέσεις ὅμοιαι ἐδόθησαν καὶ τῷ 1864, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν ἐξεπληρώθησαν. Νομίζω ὅμως ὅτι δὲν πρέπει νὰ φοβῆται κανεὶς ὅτι τὸ αὐτὸ θὰ γίνῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Τοῦτο εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὸ μέλλον. Ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν εἶναι παρατηρητέα δύο τινά. Πρῶτον δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἐνδοιασμούς, ἂν πρέπει αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 νὰ τηρηθῶσιν εἰς πάσας τὰς διοικητικὰς δικαιοδοσίας καὶ εἰς πάντα τὰ διοικητικὰ Δικαστήρια, διότι ἡ ἔκτασις θὰ εἶναι τόσον μεγάλη, ἡ πολυτέλεια τῆς διαδικασίας τόσον εὐρεῖα, καὶ ἡ δικηγορία ἡ εἰσαχθησομένη εἰς τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν ἀπέραντος. Ἀλλὰ τέλος πάντων ἀπέναντι τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας ὑπόσχεται ἡ τήρησις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93, δύναταί τις νὰ τὸ δεχθῇ. Εἶναι ὅμως ἀπαραίτητος ἡ φράσις «πλὴν τῶν ὑπὸ εἰδικῶν νόμων εἰς διοικητικὰ Δικαστήρια ἀνατιθεμένων, παρ’ οἷς τηροῦνται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93», διότι, ἐὰν ἰσχύσῃ ὡς ἔχει, ἀπὸ τοῦδε, θὰ φθάσωμεν εἰς ἀπροχώρητον. Οὔτε δύο μῆνες, οὔτε τρεῖς, οὔτε ἕξ μῆνες, οὔτε ἓν ἔτος θὰ εἶναι ἀρκετόν, ἵνα παρασκευασθῇ νομοθεσία καθιστῶσα δυνατὸν νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων τούτων πανταχοῦ. Ἀρκεῖ ν’ ἀναμνησθῇ τις ὅτι τὰ ἄρθρα 92 καὶ 93 εἰσάγουσι τὴν δημοσιότητα τῆς διαδικασίας καὶ τὸ ᾐτιολογημένον τῶν ἀποφάσεων, ἵνα πεισθῇ ὅτι, ἵνα τηρηθῶσιν αὐτά, ἀπαιτεῖται συστηματικὴ νομοθεσία καὶ χρόνος πολύς. Ἐὰν στρέψητε εἰς πάντα τὰ ὑφιστάμενα διοικητικὰ Δικαστήρια, εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον κλπ., θὰ ἴδητε ὅτι ἀνατρέπεται ὁλόκληρος ἡ διοικητικὴ δικονομία». Τοῦτο δ’ ἔχει ἀνάγκην ἐργασίας, καὶ πάλιν ἐργασίας καὶ πάλιν ἐργασίας.
§41Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ minimum τῶν ἐγγυήσεων, τὸ ὁποῖον δύναται ὑπὸ τὴν κρατοῦσαν δικονομίαν νὰ εἰσαχθῇ.
§42Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ. Ῥίψατε, παρακαλῶ, ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς νομοθεσίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἵνα ἴδητε ποίαν ἀνατροπὴν θὰ φέρητε. Αἱ συνταγματικαὶ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἐκάμομεν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας ὅτι θίγουσι τὸ ὑφιστάμενον νομοθετικὸν καθεστὼς εἰς πλεῖστα σημεῖα. Εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως μελέτης συστηματικῆς, ἵνα καταστήσωμεν ἐν πολλοῖς δυνατὴν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὑφισταμένων νόμων.
§43Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μίαν διόρθωσιν λεκτικὴν θὰ ζητήσω. Ἐδῶ λέγει τὸ βʹ ἐδάφιον: «αἱ αἰτήσεις ἀναιρέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων»· νὰ τεθῇ ὡρισμένως «κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων».
§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§45ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως θὰ εὑρίσκετο τρόπος νὰ διασκεδασθῶσιν αἱ ἀνησυχίαι αὐταὶ περὶ διαιωνίσεως μεταρρυθμίσεως, ἐὰν ἐτίθετο προθεσμία τις.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Βουλευτοῦ κ. Τριγώνη ἔχουσα οὕτως: «Αἱ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, παρ’ ὧν δικάζονται ὡς κατεπείγουσαι καὶ κατὰ τοὺς τύπους τῆς ἐν ἰσχύϊ ἤδη διοικητικῆς διαδικασίας. Παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ θέλει σχηματισθῆ ἴδιον τμῆμα τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ».
§47Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ἀποσύρεται καὶ ἡ τροπολογία τοῦ προσχεδίου τῶν ἓξ κυρίων Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Εἰσάγονται πρὸς ἐπιψήφισιν λοιπὸν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι. Πρῶτον ἐπὶ τοῦ αʹ ἐδαφίου. Μετὰ τὰς λέξεις «διοικητικοῦ ὑποθέσεις» τροποποιεῖται ἡ λέξις «ὑπάγονται» διὰ τῶν λέξεων «ἐξακολουθοῦσιν ὑπαγόμεναι». Ἐπίσης ἡ φράσις «τῶν ὑπὸ εἰδικῶν νόμων εἰς διοικητικὰ Δικαστήρια ἀνατιθεμένων» διαγράφεται καὶ τίθεται ἡ ἑξῆς: «ἐκείνων, δι’ ἃς οἱ εἰδικοὶ νόμοι συνιστῶσιν εἰδικὰ Δικαστήρια». Ἐπίσης προστίθεται εἰς τὸ τέλος τοῦ αʹ ἐδαφίου τὸ ἑξῆς: «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν νόμων ἰσχύουσιν ὑφιστάμενοι οἱ περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ αʹ ἐδάφιον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον. Ἐπὶ τούτου διαγράφονται ἐν ἀρχῇ αἱ λέξεις «ἐφέσεις καί».
§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ τὴν ἔννοιαν ὅτι διὰ νόμου δύναται ν’ ἀνατεθῇ.
§50Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα· καὶ νὰ τεθῇ αὐτὸ εἰς τὰ Πρακτικά.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς λέξεις «κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν» προστίθεται ἡ λέξις «διοικητικῶν». Ἐπίσης μετὰ τὴν λέξιν «Δικαστηρίων» διαγράφεται ἡ λέξις «τούτων». Κατόπιν ἔχομεν: «Ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων μεταξὺ δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν, ὡς καὶ μεταξὺ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν δικάζεται»· ἐδῶ προστίθεται «ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, μέχρις οὗ ἰδιαίτερος νόμος συστήσῃ πρὸς ἐκδίκασιν ταύτης μικτὸν Δικαστήριον», διαγράφονται δὲ αἱ λέξεις: «ὑπὸ μικτοῦ Δικαστηρίου». Τὸ λοιπὸν ἀπὸ τὸ «ἀποτελούμενον ἐξ ἴσου» κλπ. μένει ὡς ἔχει. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ βʹ ἐδάφιον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 101 ἐν τῷ συνόλῳ τροποποιηθὲν ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 101.— «Αἱ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ἐξακολουθοῦσιν ὑπαγόμεναι εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, παρ’ ὧν δικάζονται ὡς κατεπείγουσαι, πλὴν ἐκείνων, δι’ ἃς εἰδικοὶ νόμοι συνιστῶσι διοικητικὰ Δικαστήρια, παρ’ οἷς τηροῦνται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν νόμων ἰσχύουσιν οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας. Αἱ αἰτήσεις ἀναιρέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων ὑπάγονται ἀπὸ τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ. Ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων μεταξὺ δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν, ὡς καὶ μεταξὺ Συμβουλίου Ἐπικρατείας καὶ διοικητικῶν Ἀρχῶν, δικάζεται ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, μέχρις οὗ ἰδιαίτερος νόμος συστήσῃ πρὸς ἐκδίκασιν ταύτης μικτὸν Δικαστήριον, ἀποτελούμενον ἐξ ἴσου ἀριθμοῦ ἀρεοπαγιτῶν καὶ τακτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἢ τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου ἀναπληρωτοῦ αὐτοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 101, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 102 (ἀναγινώσκεται).
§52ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ ἦτο ὀρθὸν μετὰ τὴν λέξιν «οἱ νομάρχαι» εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον νὰ προστεθῇ «καὶ ὁ παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος».
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§54ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τώρα γεννᾶται ζήτημα περὶ τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου παρὰ τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ. Μοὶ φαίνεται περὶ τούτου ὅτι ἐπωφελῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι πρέπει νὰ παραλαμβάνηται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ὑπόκειται εἰς τὰ προσόντα, διότι συνήθως διωρίσθησαν πολλάκις λόγῳ ἀξιώματος πολιτικοῦ ἄνδρες ἐντελῶς ἀκατάλληλοι ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὰ συμφέροντα τὰ σπουδαῖα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰ ἔργα τοῦ Βασιλικοῦ Ἐπιτρόπου. Ἴσως θὰ εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου αὐτὸς νὰ εἶναι καὶ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἕτερον θέμα, ἐφ’ οὗ ἔχω ἐγὼ ἀμφιβολίας, καὶ διὰ τοῦτο εἰσάγω τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, καίτοι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἤμην διατεθειμένος νὰ παρασιωπήσω αὐτό, τὸ θέμα τῆς θέσεως τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Ἡ θέσις αὕτη εἶναι σχεδὸν θέσις Ὑπουργοῦ· νομίζω δ’ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἀνωτέρα Ἀρχὴ ἔχουσα ἔργα πολυπλοκώτερα καὶ δυσχερέστερα τῆς Ἀρχῆς ταύτης. Κατήντησεν ὁλόκληρος ἐπιστήμη σήμερον ἡ διοίκησις τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑποθέσεων καὶ ἡ περὶ αὐτῶν ἐγχώριος καὶ διεθνὴς νομοθεσία, κίνδυνος δὲ μέγας παρίσταται, ὡς συνέβη πλέον ἢ ἅπαξ καὶ εἰς διαφόρους καιρούς, νὰ παραλαμβάνωμεν ἔξω τῶν εἰδικῶν τὸν διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Πολλάκις τοιαύτη ἔξω παράληψις τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων συνετέλεσεν εἰς μεγίστας ζημίας καὶ διοικητικάς, ἀλλὰ καὶ ἄλλας, αἵτινες εἶχον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν οἰκονομικῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο δι’ ἐμὲ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ περιελαμβάνετο ἡ ἐξαίρεσις τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τί δύναται νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς ὁ κλάδος ὁ ταχυδρομικός, ὅστις εἶναι μὲν κλάδος ἄλλως ἐν ἀκμῇ, ἀλλὰ βεβαίως δὲν νομίζω ὅτι περιλαμβάνει σήμερον καὶ τοὺς καταλληλοτάτους καὶ δυναμένους ν’ ἀναλάβωσι τὴν τοιαύτην γενικὴν διεύθυνσιν τῆς ὑπηρεσίας. Ταῦτα θὰ ῥυθμίσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίσῃ ὅτι καλῶς ἔχει ἡ παρασιώπησις, ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ ἀντιτείνω εἰς ταύτην.
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ἀρχῇ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις· «μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας», διότι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἰσάγεται τὸ δικαίωμα τῆς προσφυγῆς εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ μὲν τὸν Ὑπουργὸν πάντοτε, διὰ δὲ τὸν ὑπάλληλον ἐν περιπτώσει ἀπολύσεως ἢ ὑποβιβασμοῦ, ταῦτα δὲ δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἢ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ ὑπάρχουσα μονιμότης μένει ὡς νομοθετικὴ μονιμότης. Ἡ συνταγματικὴ μονιμότης θ’ ἀρχίσῃ ἰσχύουσα ἀφ’ ἧς ἀρχίσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ Βασιλικὸν Ἐπίτροπον νομίζω ἀληθῶς ὅτι εἶναι ἡ θέσις αὐτοῦ μία ἐκ τῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς δυνάμεναι νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἀπὸ τὸν νόμον τῆς μονιμότητος. Ἐπίσης διὰ τὸν διευθυντὴν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων. Ἐννοεῖται ὅτι ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας νὰ προέρχηται ὁ διευθυντής, ὁ νόμος θὰ δύναται νὰ ὁρίσῃ ὅτι θὰ ἰσχύῃ δι’ αὐτὸν ἡ μονιμότης. Νομίζω προσέτι ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ τελευταῖον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον μνημονεύεται ἐν τῷ ἄρθρῳ, τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ θεωρῶμεν τὴν θέσιν ταύτην ὡς θέσιν πολιτικήν. Βεβαίως ἐν τῷ παρελθόντι, ὅτε ἐχρησίμευεν ὁ ὑπάλληλος οὗτος εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν ἑκάστοτε Προϋπολογισμῶν, ἦτο ἀνάγκη νὰ εἶναι πρόσωπον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα βοηθῇ αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιμήκυνσιν ἢ ἐπιβράχυνσιν τῶν σκελῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτε δὲν θὰ ἐξακολουθήσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα, βεβαίως πρέπει νὰ εἶναι μόνον εἷς ὑπάλληλος, μὲ τὸν ὁποῖον νὰ κατορθώνωσιν αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ συνεργάζωνται. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως θὰ ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ τελευταῖον τοῦτο πρόσωπον καὶ ὡς ἐνδεικτικὸν τῶν διαθέσεων τῆς Βουλῆς διὰ τὴν θέσιν ταύτην (χειροκροτήματα). Θὰ παρεκάλουν ἐν τέλει τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, τὸ ὁποῖον περιέχει διάταξιν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, διότι δὲν εἶναι ὁ τόπος αὐτῆς ἐδῶ. Καὶ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν πρέπει νὰ παραγεμίζηται διὰ διατάξεων ξένων πρὸς αὐτό. Θὰ εἶχον ἴσως ν’ ἀντείπω καὶ ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς διατάξεως ταύτης, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας· ζητῶ ἁπλῶς τὴν διαγραφὴν τῆς ὡς περιεχούσης ὕλην ξένην πρὸς τὴν ὕλην τὴν συνταγματικήν.
§56Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ἐὰν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἐπηκολούθει νόμος ὁρίζων, καθὼς ἐπέτασσε τὸ Σύνταγμα, τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων, τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος θὰ εἶχον ἀλλοίαν ὄψιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐπιταγὴ αὕτη τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἔμεινε νεκρὰ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, διὰ τὸν λόγον δὲ τοῦτον οὔτε κλάδος ὑπαλληλικὸς ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ, βραδέως δὲ καὶ κατ’ ὀλίγον οἱ ἄνδρες οἱ καλούμενοι διὰ ν’ ἀντιπροσωπεύσωσι τὸ ἔθνος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μετεβλήθησαν οὐχὶ εἰς ἄρχοντας καὶ δυνάστας, ὡς συχνάκις ὠνόμασεν αὐτοὺς ὁ λαός, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐγένοντο ὑπηρέται καὶ δοῦλοι τῶν ἀτομικῶν ἀναγκῶν καὶ ἀτομικῶν ἀξιώσεων ἑκάστου πολίτου. Ὁ Χαρίλαος Τρικούπης πρῶτος ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους μονιμοποιηθῶσι καὶ εἰσήγαγε τοὺς γνωστοὺς νόμους κατὰ τὸ 1884· ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ νόμοι ἐκεῖνοι ἔζησαν ἐπ’ ἐλάχιστον καὶ βεβαίως ἡ κατάργησις τῶν νόμων αὐτῶν ἠδύνατο κατ’ ἐμὲ νὰ ὑπάρξῃ ἀφορμὴ νὰ μετανοῶμεν, διότι κατηργήσαμεν τὴν Γερουσίαν διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Διότι οἱ νόμοι ἐκεῖνοι κατηργήθησαν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἐμονιμοποιήθησαν ὑπάλληλοι φίλοι ὡρισμένου καθεστῶτος καὶ τὸ γεγονὸς αὐτό, τὸ ὁποῖον βεβαίως οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν καὶ οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν διὰ τὴν ὅλην ὕπαρξιν τοῦ Κράτους, ἐθεωρήθη ἀρκετόν, ἵνα πέσωσιν οἱ νόμοι οὗτοι ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τῆς ἑπομένης Βουλῆς καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διεῖπεν ἡμᾶς μέχρις ἐσχάτων. Ἡ κατάστασις, ἐφ’ ὅσον προυχώρει ὁ χρόνος, κατήντησεν ἀνυπόφορος καὶ αὐτὰ δὲ ἀκόμη τὰ παλαιὰ κόμματα ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην, ὅπως βραδέως καὶ κατ’ ὀλίγον εἰσάγωσι νόμους ἀποκεντρωτικούς, νόμους μονιμοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ἕνα τοιοῦτον νόμον ἔφερεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ Θεόδωρος Δηλιγιάννης διὰ τοῦ νόμου τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως· τὸν νόμον τοῦτον ἐπηκολούθησαν καὶ ἕτεροι νόμοι, ὡς οἱ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως οἱ γενόμενοι ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Ῥάλλη, οἱ τῆς δεκαπενταετοῦς μονιμοποιήσεως ἐπίσης τῆς Κυβερνήσεως Ῥάλλη, ὁ νόμος τῆς χωροφυλακῆς, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἔδωκε ἀνεξαρτησίαν τινὰ εἰς τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας, καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ δευτέρα γνώμη, ὅτι ἡ μονιμοποίησις τῶν ὑπαλλήλων πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐκ τῆς μονιμοποιήσεως ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε πρέπει νὰ ἀναμείνωμεν ταχύτατα τὰ ἄριστα τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα πᾶς τις προβλέπει ἀπὸ τοῦδε διὰ τὸ μέλλον· δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς μιᾶς στιγμῆς εἰς τὴν ἑτέραν νὰ πλασθῇ κλάδος ὑπαλληλικός, ἀφοῦ οὐδέποτε ὑπῆρξε τοιοῦτος ἐν Ἑλλάδι, διὰ τῶν νόμων αὐτῶν ἐντὸς τόσον ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος. Καὶ ἀκριβῶς συμβαίνει τὸ περίεργον ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περισσότερον καὶ δικαίως φωνάζουσι κατὰ τῆς παλαιᾶς ἐκείνης καταστάσεως λόγῳ τοῦ ἀψικόρου τοῦ χαρακτῆρος ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, δὲν διστάζουσι σήμερον νὰ προβλέπωσι κινδύνους, διότι αἱ ἐπιτροπαί, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξήρτηται ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων, θὰ ἔχωσι νὰ ἐξυπηρετῶσι προσωπικά των ζητήματα, θὰ ἔχωσι τοὺς προστατευομένους των καὶ ὅτι δῆθεν δὲν θὰ ὑπάρχῃ ὁ ὑπεύθυνος. Καὶ γίνεται διαρκῶς λόγος περὶ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε εἶδον ἐν τοῖς πράγμασιν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ μετ’ ἀποτελεσμάτων. Διότι ἐξηκολούθει πάντοτε ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζομεν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐρχόμενοι ἐνταῦθα ἔπρεπεν ἐφ’ ὅσον ἤθελον νὰ εἶναι ἀντιπρόσωποι νὰ γίνωνται δοῦλοι τῶν συμφερόντων ἑκάστου. Καὶ ὁσάκις ἐζητοῦντο εὐθῦναι παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐδίδετο ἡ ἀπάντησις ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὕτως ἐφρόνει ὅτι ὤφειλε νὰ πράξῃ, καὶ πάντοτε ἔπαυε πᾶσα παραιτέρω συζήτησις, διότι οὕτως ἤθελεν ἡ ὄπισθεν τῶν Κυβερνήσεων ἐρχομένη πλειονοψηφία. Βεβαίως ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ οὐδὲν δύναται νὰ εἶναι τέλειον, ἀλλὰ προκειμένου μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων, τοῦ συγκεντρωτικοῦ καὶ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι προτιμότερον εἶναι τὸ δεύτερον, καθ’ ὃ θὰ ἔχωμεν τοὺς ὑπαλλήλους εἰσερχομένους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ ἀποκτῶσι στάδιον ἐν αὐτῇ, καὶ δεύτερον θὰ ἔχωμεν τοὺς πολιτευομένους ἐντελῶς ἀνεξαρτήτους ἀπέναντι τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Νομίζω ὅτι ἡ ἐξαίρεσις, τὴν ὁποίαν ἐζήτησάν τινες τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐνταῦθα διὰ τὴν θέσιν τοῦ γενικοῦ διευθυντοῦ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ γενικὸς διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ἐν τῷ ἄρθρῳ περὶ μονιμοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων.
§57ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐθίχθη τὸ ζήτημα;
§58Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Βεβαίως.
§59Γ. ΠΩΠ. Καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἐξαιρεθῇ ὁ γενικὸς διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων.
§60Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Νομίζω ἐπίσης ὅτι τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον θέλει προέλθει ἐκ τῆς θεσπίσεως τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, θὰ εἶναι ἰδίως ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν πλέον τοὺς λεγεῶνας τῶν ἀλκίμων νέων, οἱ ὁποῖοι μένοντες ἄνευ ἐργασίας ἐπιζητοῦσι διὰ τῶν ἑκάστοτε φίλων αὐτῶν νὰ ἐπιτυγχάνωσι θέσεις δημοσίας, μένοντες ἐν τῷ μεταξὺ ἄεργοι καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν. Θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων περιληφθῶσι πάντες οἱ ὑπάλληλοι, διότι, ἐπαναλέγω, τὸ μεγαλείτερον καλόν, τὸ ὁποῖον θέλει προέλθει, εἶναι ὅτι θὰ λείψῃ τὸ κακὸν τῆς θεσιθηρίας. Διὰ τοῦτο δέον νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῇ ἐννοίᾳ ταύτῃ τῆς μονιμοποιήσεως καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς.
§61ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ ἐμονιμοποιοῦντο καὶ οἱ Βουλευταί. (ἱλαρότης).
§62Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσω μὲ πολλοὺς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, λυποῦμαι δέ, διότι λέγω τοῦτο ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς νέους ἄνδρας τοὺς ἐλθόντας ἐνταῦθα, διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὰς ἰδέας ταύτας, παραμερισθέντων τῶν τέως πολιτευομένων ὡς ἐχόντων ἀντιθέτους ἰδέας ἐκείνων, ἃς ὑποστηρίζω. Ἐπαναλαμβάνω δ’ ὅτι τὸ τέλειον οὐδεὶς δύναται νὰ εὕρῃ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ ἐν τῷ συστήματι τούτῳ βεβαίως θὰ ὑπάρξωσιν ἀτέλειαι. Ὁ συμπολίτης μου κ. Γκλαβᾶς, ὁ ὁποῖος συγκαταλέγεται καὶ αὐτὸς μεταξὺ τῶν νέων ἀνδρῶν, πρὸ ἡμερῶν ἐπὶ τῷ ἀγγέλματι ὅτι ἐγένετο κάποια ὑπερβασία ἀστυνομικοῦ ὀργάνου δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ λυθῶσιν αἱ χεῖρες τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δηλ. νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα, καθ’ ὃ αἱ σημειώσεις τῶν Βουλευτῶν ἀνεστάτουν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐν καθημεριναῖς μεταθέσεσι. Λησμονοῦμεν ἐπὶ στιγμὴν πάντα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἐπεσώρευσεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἓν σύστημα καὶ φοβούμεθα νὰ καθιερώσωμεν ἓν καθεστώς, τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ τὴν σημαντικωτέραν ὤθησιν εἰς τὴν πρόοδον τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἐκ φόβων ἐστερημένων πάσης σοβαρότητος. Ἀφοῦ δέ, ὡς ἀπέδειξα ὑμῖν, τὰ παλαιὰ κόμματα τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην βραδέως κατ’ ὀλίγον νὰ μονιμοποιήσωσι τοὺς ὑπαλλήλους, ἐπιτρέπεται νὰ διστάζητε ὑμεῖς τὰ τέκνα τῆς ἐπαναστάσεως, ἥτις εἰς ἓν ἐκ τῶν πρώτων κηρυγμάτων αὑτῆς προέβαλε λίαν ἀξιεπαίνως καὶ δικαίως τὴν πλήρη ἀποκέντρωσιν;
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καμπάνης.
§64Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§65ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 88 προυνόησε τὸ Σύνταγμα περὶ ἐξασφαλίσεως τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προστατεύονται οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, ἐν τούτοις διὰ νόμου ψηφισθέντος κατὰ Μάρτιον τοῦ 1910 ἐδημιουργήθη καὶ ἄλλη τάξις ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνατεθειμένα καθήκοντα χρησιμώτατα εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ὅταν τις ἐξ αὐτῶν ἀπουσιάσῃ ἄνευ ἀδείας παραβαίνων τὰ καθήκοντά του, ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων καὶ τιμωρεῖται κατὰ τὰς διατάξεις 293 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Ἐν τούτοις οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσι καθαρῶς ὡς δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ οὗτοι εἶναι οἱ ἰατροδικασταί. Μέχρι τοῦδε ἡ ὑπηρεσία ἡ ἰατροδικαστικὴ ἀνετίθετο εἰς διαφόρους ἰατροὺς ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οὐχὶ εἰς διακεκριμένους ἰατρούς. Τὸ Κράτος ἐδαπάνα καὶ δαπανᾷ οὐκ ὀλίγα· ὡς ἐκ τούτου ἡ Πολιτεία ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ δημιουργήσῃ ἐμμίσθους ἰατροδικαστάς, τοὺς ὁποίους περιέβαλε μὲ προσόντα. Ὑπάρχει ἡ διάταξις ἐν τῷ αὐτῷ νόμῳ ἐν ἄρθρῳ 7, κατὰ τὴν ὁποίαν «εἰς τὰς λοιπὰς ἕδρας Εἰσαγγελιῶν, ἐν αἷς κατὰ τριετῆ στατιστικὴν ἡ ἐτησία δαπάνη ἀμοιβῆς ἰατροδικαστῶν, γενομένη παραγγελίᾳ τοῦ Εἰσαγγελέως ἢ ἀνακριτοῦ, ὑπερβαίνει τὴν δαπάνην, ἣν θὰ συνεπέφερεν ὁ διορισμὸς τακτικῶν ἰατροδικαστῶν, δύναται νὰ διορισθῇ τοιοῦτος κατόπιν ἠτιολογημένης ἐκθέσεως τῆς ἁρμοδίας δικαστικῆς Ἀρχῆς, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τοῦ παρόντος νόμου».
§66Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὶ δὲν εἶναι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι, εἶναι διοικητικοὶ καὶ ἑπομένως προστατεύονται ἀλλαχοῦ.
§67Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ καθορισθῇ. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀνάγονται εἰς τὴν δικαστικὴν ἢ εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν;
§68Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι διοικητικοί.
§69Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐν τούτοις προνοεῖ ὁ νόμος ὅτι τιμωροῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων.
§70Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σημαίνει τίποτε.
§71Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Νὰ σαφηνισθῇ εἰς ποίαν κατηγορίαν ὑπάγονται.
§72Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναται νὰ γραφῇ αὐτὸ εἰς τὸ ἄρθρον;
§73Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ὄχι. Νὰ σημειωθῇ ὅμως ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τοῖς Βουλῆς.
§74Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, ὡς οἱ ἐπιστάται τῶν φυλακῶν καὶ τῶν σωφρονιστηρίων.
§75Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Σχετικῶς μὲ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πετρέας νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς «οἱ ὑπάλληλοι ἐν γένει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας», διότι κατὰ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν εἶναι ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ὑποδιαιρεῖται εἰς τὴν δικαστικὴν καὶ εἰς τὴν διοικητικήν. Ὑπάρχουσι πολλοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι κεῖνται εἰς τὰ μεθόρια καὶ εἶναι δύσκολον νὰ χαρακτηρισθῶσι ὡς διοικητικοὶ ἢ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Σκοπὸς εἶναι εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους νὰ παρασχεθῇ μονιμότης. Λοιπὸν νὰ τεθῇ «οἱ ὑπάλληλοι ἐν γένει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας».
§76Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι σπεύδομεν πολὺ εἰς τὴν μονιμοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων, πρὸ παντὸς τῶν ἀνωτέρων, διὰ τοῦ Συντάγματος. Βεβαίως θεωρητικῶς οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων εἶναι ἀπαραίτητος, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν θέσιν σήμερον, ἐρχόμενοι νὰ θέσωμεν κανόνα, ἵνα ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἥτις εἶναι ἐνώπιόν μας; Τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ὑπαλλήλων πρὸ παντὸς τῶν ἀνωτέρων θὰ ᾐσθάνθησαν πολλοὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ πολὺ θὰ ἐδυσφόρησαν ἐκ τῶν νῦν Ὑπουργῶν, διότι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ν’ ἀπαλλαχθῶσι πολλῶν ἐκ τῶν συμβούλων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἔθεσεν ὑποχρεωτικῶς συμβούλους αὐτῶν. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὴν ἀνεπάρκειαν πρὸ πάντων τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων καὶ ὡμολόγησε τοῦτο διὰ νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν. Ἡ μετάκλησις ξένων ὀργανωτῶν βεβαίως αὐτὸ προϋποθέτει, τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων. Ἡ σύστασις σχολῆς πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἐπίσης, διότι ἐκρίθη βεβαίως ὀρθὸν ὅτι διὰ τοῦ νῦν καθεστῶτος δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ δημιουργία ἐπαρκῶν ὑπαλλήλων. Τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ὑπαλλήλων ἀλλ’ ἀκόμη καὶ τὴν μὴ καλὴν πίστιν αὐτῶν, δύναμαι νὰ εἴπω, δύναται νὰ κρίνῃ τις ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι σήμερον. Οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ παρὰ τῶν εἰσηγητῶν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν δὲν ἤκουον τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις ὑπαλλήλων καὶ παρετηρήσαμεν τὸ γεγονὸς ὅτι καθ’ ἑκάστην ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων ηὐξάνετο καὶ ηὐξήθη εἰς ἐπικίνδυνον βαθμόν, ὥστε τὸ Κράτος νὰ ἐπιβαρύνηται μὲ μεγάλας δαπάνας καὶ νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Θ’ ἀντελήφθητε πάντες ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος δὲν ἐργάζεται οὔτε τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας καθ’ ἑκάστην καὶ ἐνῷ ἐπὶ τοσοῦτον ἐργάζεται ὁ ὑπάλληλος πάντοτε καθίσταται πιστευτὸς ἀπὸ τοὺς διαφόρους Ὑπουργοὺς εἰσηγούμενος τὴν ἔλλειψιν ὑπαλλήλων. Διὰ τῆς μονιμότητος τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς ἄτοπον· οἱ εἰσερχόμενοι ὑπάλληλοι θὰ συνηθίζωσι μὲ τὰς ἕξεις τῶν προϊσταμένων αὐτῶν καὶ ἑπομένως δὲν θὰ λαμβάνωσι τὰ διδάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λαμβάνωσιν, ὅπως διαπλάσσωνται καταλλήλως πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν. Ὁ σημερινὸς ὑπάλληλος, τὸ δημιούργημα τῶν παρελθόντων ἐτῶν, εἶναι τύραννος· δὲν αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ὑπηρέτης τοῦ πολίτου, ἀλλὰ νομίζει ὅτι εἶναι ἐπὶ τὸν πολίτην, ὅτι δίδει διαταγάς, ὅτι ἐπιβάλλει τὴν θέλησίν του καὶ ὄχι ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τοῦ πολίτου· οἱ εἰσερχόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπάλληλοι ἔχοντες τοιούτους προϊσταμένους ἀποκτῶσι τὰς συνηθείας αὐτῶν καὶ ἀποκαθίστανται καὶ οὗτοι ὅμοιοι τούτων. Ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελον μονιμοποιηθῆ πάντες οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, οὐδεὶς θὰ εἶχε λόγον ἐκ τῶν νέων, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν εἰς Εὐρώπην ὅπως καταρτισθῶσι, ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ στάδιον τοῦτο. Γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀδιαφορία τῆς Πολιτείας ὅπως εἰσάγῃ νέους μεμορφωμένους, ἔχοντας οὐ μόνον θεωρητικὴν μόρφωσιν ἀλλὰ καὶ πεῖραν ἀποκτηθεῖσαν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἦτο ἀφορμὴ ὅπως οἱ σπουδάζοντες εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν σπουδάζωσι μόνον νομικὴν καὶ ἰατρικήν. Ἡ θέσις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου θεωρεῖται περιφρονημένη. Ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τοὺς διπλωματικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ λοιποὶ δὲν θεωροῦνται ὅτι ἔχουσιν ἀξιοπρεπῆ θέσιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἡ προηγουμένη τὸ ἠσθάνθησαν τοῦτο, ὅτι ὁσάκις ἠθέλησαν νὰ εὕρωσι καλοὺς ὑπαλλήλους καὶ παρεκάλεσαν ἱκανοὺς τοιούτους καὶ μεμορφωμένους, εὗρον μίαν δυσκολίαν παρὰ τούτοις, ὅπως ἀποδεχθῶσι, διότι ἡ θέσις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἔχει καταπέσει. Ἡ θέσις τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου δὲν θ’ ἀνορθωθῇ ἐφ’ ὅσον παραμένουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι σήμερον. Βεβαίως δὲν ὁμιλῶ περὶ πάντων, ἀλλ’ ἀρκεῖ ὅτι οἱ περισσότεροι εἴτε καὶ τινες τούτων εἶναι τοῦ ποιοῦ, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν. Ἡ ὕπαρξις ἀνωτάτου Συμβουλίου ὅπως καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διὰ μίαν τουλάχιστον γενεάν, οὐδεμία ἐγγύησις θὰ εἶναι ὅτι τὸ ποιὸν τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων θέλει καλλιτερεύσει. Καὶ τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ καταρτισθῇ ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι τῆς αὐτῆς προελεύσεως.
§77Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ διανύσωμεν μίαν περίοδον δοκιμαστικήν;
§78Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ μεγάλη εὐχέρεια εἰς μίαν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχομεν πάντες ἐμπιστοσύνην, νὰ ἔχῃ ἐλευθέρας τὰς χεῖρας νὰ εἰσαγάγῃ νέους καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἐὰν πεισθῇ ὅτι οὗτοι εἶναι κατάλληλοι, τότε νὰ σκεφθῇ περὶ μονιμότητος αὐτῶν;
§79Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικίνδυνον.
§80Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπικίνδυνον εἶναι βεβαίως, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν θέλω νὰ ὑπάρχῃ μονιμότης τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων. Εἶναι ἐπικίνδυνον ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκεῖς· εἶναι ὅμως βέβαιον ὅτι οἱ ὑπάρχοντες οὐ μόνον εἶναι ἀνεπαρκεῖς, ἀλλ’ εἶναι καὶ κακῆς πίστεως. Ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσέλθωσι, δύναταί τις εὐλόγως νὰ ἐλπίζῃ ὅτι τινὲς θέλουσιν ἀποδειχθῆ καλοί· ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐλάχιστοι. Ἀλλ’ ὑποστηρίζουσι πάντες ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἐλευθέρας τὰς χεῖρας εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἂν ὄχι τοῦ παρόντος, ἀλλὰ τοῦ μέλλοντος νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολύωσι τοὺς ὑπαλλήλους.
§81Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν αὐτὸ ἐν γνώσει ὅτι θὰ διέλθωμεν κατ’ ἀνάγκην μίαν περίοδον δοκιμασίας μέχρις ὅτου ἐκ βάθρων καταρτισθῇ τὸ προσωπικόν. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποφύγωμεν.
§82Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ λόγος, κύριοι Βουλευταί, τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς καταργήσεως τῶν νόμων περὶ μονιμότητος ὑπὸ τοῦ παρελθόντος δὲν προήρχετο ἐκ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον, ὅπως ἀπολύωσιν ὑπαλλήλους, ἀλλ’ ἐκ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὅπως διορίζωσιν ὑπαλλήλους. Ὅταν τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων, δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος ὅπως φοβώμεθα ὅτι Κυβέρνησίς τις τοῦ μέλλοντος θέλει ἀπειλήσει τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν ἐνδιεφέροντο οἱ ἑκάστοτε εἰς τὰ πράγματα ἐρχόμενοι ὅπως ἀπολύσωσιν ὑπαλλήλους, ἐνδιεφέροντο ὅπως εἰσαγάγωσι, καὶ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν καθιερωθῇ ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων διὰ διαγωνισμοῦ, δὲν θὰ ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος ὅπως ἀπειληθῇ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων.
§83Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ εἰσαγωγὴ ἦτο πλημμελὴς καὶ ὑστερόβουλος, ἡ ἀπομάκρυνσις καθίστατο ἀναγκαία.
§84Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ παραδεχθῆτε, Κύριοι, ὅτι παντοῦ ὅπως ἐφηρμόσθη ὁ διαγωνισμὸς πρὸς εἰσαγωγὴν ὑπαλλήλων, ἔστω καὶ ὅπως γνωρίζομεν πάντες τόσον κακῶς, οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ τροποποιήσῃ τοὺς νόμους περὶ εἰσαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων διὰ διαγωνισμοῦ. Ἐπαύοντο ὑπὸ μιᾶς πολιτικῆς τὰ δημιουργήματα μιᾶς ἄλλης πολιτικῆς, ἀλλὰ οὐδεμία τῶν Κυβερνήσεων ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας κατηγοροῦμεν, ὑπέβαλε νόμον ὅπως καταργήσῃ ὑπαλλήλους μονίμους, ἀλλ’ εἰσαχθέντας διὰ διαγωνισμοῦ—ἐπαναλαμβάνω, μὲ πάσας τὰς παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι παρετηροῦντο κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων. Περὶ τούτου λοιπὸν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως οἱ ὑπάλληλοι εἰσάγωνται διὰ διαγωνισμοῦ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει κανεὶς φόβος ν’ ἀπειληθῇ ἡ μονιμότης αὐτῶν. Κατ’ οὐδένα ὅμως λόγον πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ σκεφθῇ ἡ Συνέλευσις ὅτι πρέπει νὰ μονιμοποιήσῃ πάντας τοὺς ὑπαλλήλους, ὅτι πρέπει νὰ μονιμοποιήσῃ πάντα τὰ δημιουργήματα τοῦ παρελθόντος.
§85Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τῶν ἀνωτέρων.
§86Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς περὶ τῶν ἀνωτέρων ὁμιλῶ.
§87Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ εἴπωμεν ὅτι ὅσοι διορισθῶσιν ἀπὸ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν νὰ εἶναι μόνιμοι!
§88Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν πιστεύομεν ὅτι ἤρχισε μία νέα περίοδος, οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι θὰ γίνωσι μόνιμοι, ὅπως ὁ νόμος ἤθελεν ὁρίζει, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς διαστήματος, μιᾶς πενταετίας ἢ μιᾶς δεκαετίας. Διότι βεβαίως παρετηρήθη μεγάλη βελτίωσις εἰς τὴν διοίκησιν, ἡ βελτίωσις ὅμως αὕτη παρετηρήθη λόγῳ τῆς μὴ ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων καὶ οὐχὶ εἰς τὴν καλλιτέρευσιν αὐτῶν. Καταχρήσεις γίνονται σήμερον παρὰ πολλαὶ καὶ πολλὰ ὄργανα τοῦ παρελθόντος ἔχουσι τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ ἀποκεντρωτικοὶ νόμοι ἔδωκαν μεγάλα δικαιώματα, ἔχουσι κάμει μεγάλην κατάχρησιν τῶν δικαιωμάτων των, καὶ ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι σήμερον, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι τὰ συμβούλια τῶν ἀνωτέρων ὑπηρεσιῶν, καίτοι διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίδρασιν τῶν Ὑπουργῶν, εἶναι ὄργανα τοῦ παρελθόντος.
§89Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν Μέραρχος τοῦ στρατοῦ ἦλθεν ἐνταῦθα, διὰ νὰ σώσῃ ὑπὸ κατηγορίαν ἀνώτερον ὑπάλληλον!
§90Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι γνωστὸν καὶ εἶναι κοινὴ συνείδησις ὅτι πολλὰ ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐμονιμοποίησαν οἱ νόμοι τῆς ἐπαναστάσεως, κάμνουσι κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς αὐτά, καὶ ὅτι εἶναι ὄργανα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐδημιούργησαν, καὶ παρ’ ἐκείνων λαμβάνουσι τὰς διαταγὰς εἰς τὰς ἀποφάσεις των.
§91Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶναι μεγάλη ἀλήθεια.
§92Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον νὰ ἔχω τὴν ἰδίαν γνώμην τῶν Ὑπουργῶν, ἂν δὲν ἀντεμετώπισαν εἰς τοὺς ὑποχρεωτικοὺς συμβούλους καὶ στενοκεφαλιὰν καὶ κακοήθειαν καὶ ἂν πολλοὶ Ὑπουργοὶ δὲν θὰ ἤθελον οὐχὶ ὅπως ὑποχρεώσωσι φίλους, ἀλλὰ χάριν τῆς ὑπηρεσίας ν’ ἀπαλλαχθῶσι συμβούλων, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος ἐπέβαλε. Μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι πολὺ μικρὰ καὶ δὲν ὑπάρχει εὐχέρεια τῆς μεταθέσεως τῶν ὑπαλλήλων· ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι μονιμοποιούμενοι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε κἂν νὰ μετατεθῶσι, καὶ ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ὑποχρεωμένος μὴ δυνάμενος νὰ μεταθέσῃ αὐτοὺς καὶ μὴ θέλων νὰ ἔχῃ τὰς κακάς των εἰσηγήσεις νὰ τοὺς θέσῃ κατὰ μέρος, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλοὶ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων ἔχουσι τεθῇ κατὰ μέρος. Βεβαίως, ἐὰν ὑπῆρχε καμμία διάταξις ἀνάλογος πρὸς τὴν τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεραπευθῇ τὸ κακόν, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ διαθεσιμότης καὶ ἡ ἀργία.
§93Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὴν ἀργίαν τὴν ἔχουσι φύσει! (γέλωτες).
§94Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ διορθοῦται τὸ κακόν. Ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἢ ἔχῃ πεποίθησιν ὅτι ὑπάλληλος εἶναι ἀνίκανος νὰ χρησιμεύσῃ ὡς σύμβουλός του, δύναται νὰ τὸν μεταθέσῃ εἰς διαθεσιμότητα· θὰ πληρώσῃ μὲν τὸ Κράτος ποσόν τι, ἀλλὰ θὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὸ ποσὸν καὶ τοιουτοτρόπως οὐδεμία θὰ γίνῃ κατάχρησις, διότι οὐδεμία Κυβέρνησις θὰ κάμῃ κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, νὰ θέσῃ ὑπαλλήλους εἰς διαθεσιμότητα εἰς μέγαν βαθμόν, ὅπως ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον καὶ κατορθώσῃ νὰ εἰσαγάγῃ ἄλλους.
§95Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὅταν δὲν ὑπηρετῇ εἷς ὑπάλληλος τὸν Ὑπουργόν, θὰ τὸν θέσῃ εἰς τὴν διαθεσιμότητα.
§96Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παραπέμπωνται οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, δὲν θὰ εἶναι ἱκανὸν πρὸς τοῦτο. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔχομεν σήμερον μίαν Κυβέρνησιν ἀνορθωτικὴν δειλιῶσαν, καὶ ἴσως οὐχὶ ἀδικιολογήτως, νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸν Ἄρειον Πάγον, νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τοῦ ὁποίου τὴν κατάστασιν λυποῦμαι διότι δὲν μοὶ ἐδόθη ἀκόμη εὐκαιρία νὰ παραστήσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, τὴν στιγμήν, λέγω, καθ’ ἣν μία Κυβέρνησις προερχομένη ἀπὸ τὴν ὁμόθυμον γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ θέσῃ τὴν χεῖρά της ἐκεῖ ὅπου ὅλη ἡ κοινὴ γνώμη ὑπαγορεύει, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ περιμένωμεν ὅτι θὰ πράξῃ τοῦτο τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτελεσθῇ ἄλλως παρὰ ἀπὸ τοὺς ἰδίους ὑπαλλήλους, ἀπὸ τὴν ἰδίαν πηγήν, ἐκ τῆς ὁποίας προέρχονται πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν κρίσιν αὐτοῦ. Λαμβάνεται πρόνοια ὅπως ἐξαιρεθῶσι τῆς μονιμότητος οἱ πρέσβεις, οἱ γενικοὶ πρόξενοι καὶ οἱ νομάρχαι. Ἐγὼ δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ νομάρχαι. Ὅταν λαμβάνηται πρόνοια περὶ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἐξαιρετικὴ πρόνοια ὑπὲρ πάντων τῶν ἄλλων τμηματαρχῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, πρόνοια ἡ ὁποία δὲν ἤθελε ληφθῆ διὰ τοὺς νομάρχας· τοὐλάχιστον πολλοὶ τῶν νομαρχῶν εἶναι δημιουργήματα τῆς τελευταίας καταστάσεως καὶ ἐλπίζομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ κατορθώσῃ νὰ καταρτίσῃ τὸ προσωπικὸν τῶν νομαρχῶν ἀπὸ προσωπικὸν πείρας καὶ μορφώσεως πολὺ μεγαλειτέρας ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Ὅπως ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι οἱ νομάρχαι δὲν πρέπει νὰ εἶναι μόνιμοι, μήπως τυχὸν ἀνίκανοι τοιοῦτοι ἤθελον γίνει πρόξενοι μεγάλης ζημίας, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπει νὰ δειλιάσῃ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ συνταγματικὴν μονιμότητα εἰς πάντας τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους. Πολλοὶ τούτων δὲν ἐκτελοῦσι δευτερεύουσαν ὑπηρεσίαν· δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ νομάρχης ἔχει ἀνεξάρτητον ὑπηρεσίαν καὶ μεγάλην, διότι πολλοὶ τῶν τμηματαρχῶν ἔχουσι πολὺ μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν. Οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ ποιὸν τῶν Ὑπουργῶν μας, καὶ ἂς εὐχηθῶμεν ὅτι θὰ εἶναι κράτιστοι καὶ εἰδικώτατοι εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα διευθύνουσι, δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιμένωμεν τοῦτο, καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνάγομεν εἶναι τοῦτο, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσιν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, πάντες οἱ πολιτευόμενοι κατηγοροῦσι τὰς ὑπηρεσίας, ἀλλά, ὅταν γίνωνται οἱ ἴδιοι Ὑπουργοί, εὑρίσκουσιν ὅτι πολλοὶ σύμβουλοι, οἱ ὁποῖοι πλησιάζουσιν αὐτούς, εἶναι κράτιστοι καὶ δὲν βλέπουσι κατὰ τίνα τρόπον ν’ ἀμείψωσι τὴν ἱκανότητα αὐτῶν. Οἱ Ὑπουργοί, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἱκανοί, γίνονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὄργανα τῶν διευθυντῶν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, καί, ὅταν δὲν διορθώσωμεν τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν διαφόρων αὐτῶν ὑπηρεσιῶν οὐδέποτε θὰ ἔχωμεν διοίκησιν, καὶ βεβαίως δὲν θὰ δύναται κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι μὲ τὸ ποιὸν τῶν ὑπαλλήλων τῆς σήμερον θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν διοίκησιν, ἣν δικαιούμεθα νὰ ἔχωμεν. Ποῖοι εἶναι, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, οἱ τελῶναι, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς ὑμᾶς; Τί ἐγένετο πρὸς βελτίωσιν τῆς τελωνιακῆς ὑπηρεσίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτῶνται τὰ 40% τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους εἰσπράττει τὸ Κράτος; Τὰ δημιουργήματα τοῦ παρελθόντος ἐσεβάσθη ἡ τελευταία ἐκκαθάρισις, διότι ἐλάχιστοι ἐκ τῶν ὑπαλλήλων ἀπεμακρύνθησαν τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται σήμερον οἱ ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν; Αὐτοὶ εἶναι ἢ τῆς συμπτώσεως ἢ τῆς εὐνοίας, χωρὶς οὐδεμίαν εἰδικότητα νὰ ἔχωσι. Λάβετε τοὺς τμηματάρχας τοῦ σπουδαιοτάτου τῶν Ὑπουργείων, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Πῶς ἕκαστος τούτων εὑρίσκεται τμηματάρχης οὐδεὶς δύναται νὰ γνωρίζῃ. Ποῖα τὰ προσόντα, ποία ἡ μόρφωσις τούτων; Οὐδεμία. Εἶναι δυνατὸν νὰ συγκρίνῃ τις τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους οἱουδήποτε μικροῦ Κράτους Εὐρωπαϊκοῦ; Ὄχι βεβαίως. Διότι δὲν εἶναι κάτοχοι τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἔχουσι γνῶσιν ὅτι ὑπάρχει οἰκονομικὴ ἐπιστήμη.
§97Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πλὴν τοῦ κ. Ἀναστασιάδου.
§98Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ὁ κ. Ἀναστασιάδης εἶναι μὲν μεμορφωμένος νέος, δὲν ἔχει ὅμως εἰδικὴν μόρφωσιν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ἀναστασιάδης ἔχει νομικὴν μόρφωσιν. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ εἰδικὴν μόρφωσιν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἡ μονιμοποίησις τῶν ὑπαλλήλων θ’ ἀποτρέψῃ πολλοὺς τῶν νέων, οἵτινες καὶ νῦν σπουδάζουσιν ἐν Εὐρώπῃ καὶ σκέπτονται, ὑποθέτω, νὰ σπουδάσωσι πολιτικὰς ἐπιστήμας, ὅτι ἡ μονιμοποίησις τῶν ὑπαλλήλων θ’ ἀποκλείσῃ τοὺς τοιούτους νέους, καὶ οἱ Ἕλληνες εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ σπουδάζωσι τὴν Νομικὴν καὶ τὴν Ἰατρικήν. Εὑρισκόμενος εἰς Βερολῖνον ἠσθάνθην μεγάλην λύπην, ὅτε εἰς δύο φροντιστήρια τῶν ἀρίστων Γερμανῶν οἰκονομολόγων δὲν εἶδον νὰ ἔχῃ ἐγγραφῇ Ἕλλην ἄλλος ἐκτὸς τοῦ κ. Παπαναστασίου, βουλευτοῦ νῦν Ἀρκαδίας, καὶ δύο ἄλλων Ἑλλήνων. Παρετήρησα ὅτι εἰς τὰ φροντιστήρια αὐτὰ τῶν δύο Γερμανῶν οἰκονομολόγων ὑπῆρχον ἀπὸ πέντε ἕως δέκα Ῥωμοῦνοι καὶ Βούλγαροι, ἀκριβῶς δ’ ἐκεῖνος εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προήχθησαν τὰ Κράτη ταῦτα, διότι ἐμόρφωσαν τοὺς ὑπαλλήλους των. Μὴ ἔχοντα εἰς Πανεπιστήμιον τοιαύτην ἕδραν μεταβαίνουσιν εἰς Εὐρώπην, ἀφοῦ δὲ καταρτισθῶσιν ἐκεῖ, ἐπανερχόμενοι εἰς τὴν πατρίδα των λαμβάνουσιν ἀνωτέρας ὑπηρεσίας. Καὶ γνωρίζω δύο Ῥωμούνους, οἵτινες μετὰ τὴν ἐπιστροφήν των ἀπὸ τὰ φροντιστήρια τῆς Εὐρώπης ἔλαβον ἀνωτέρας θέσεις. Ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα οὐδένα τοιοῦτον ὑπάλληλον ἔχομεν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ σήμερον θέλῃ νὰ μονιμοποιήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅτι δὲν θ’ ἀποκτήσῃ οὔτε ἕνα ὑπάλληλον τοιοῦτον, οὔτε θὰ ὑποθέσητε, πιστεύω, ὅτι ὑπάρχουσι νέοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Εὐρώπην νὰ ὑποστῶσι δαπάνας, ἵνα ἐπανερχόμενοι λάβωσι μέρος εἰς διαγωνισμὸν πρὸς κατάληψιν θέσεως γραφέως δευτέρας τάξεως πρὸς δραχμὰς ἐνενήκοντα ἢ πρὸς κατάληψιν θέσεως γραφέως πρώτης τάξεως πρὸς δραχμὰς ἑκατὸν εἴκοσι μηνιαίως. Αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖται διὰ τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅτι τάξις ὑπαλλήλων πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς μονιμότητος καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῇ ἡ Πολιτεία, ὅπως βραδύτερον μονιμοποιήσῃ τούτους, ἀρκεσθῇ δὲ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἵτινες ἀποτελοῦσι μέγαν ἀριθμὸν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ τμηματάρχου.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δογάνης ἔχει τὸν λόγον.
§100Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§101Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ πολιτική, Κύριοι, ἀκολασία τοῦ παρελθόντος μᾶς ἤγαγεν εἰς τὸ σύστημα τὸ ἀποκεντρωτικόν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι μέχρι τοῦδε ἢ μᾶλλον μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐκράτει ὁ ἀχαλίνωτος κοινοβουλευτισμὸς ἐν τῇ κινήσει πάντων τῶν κλάδων, πολλὰ θύματα ἐσημειώθησαν πρὸ τοῦ πολιτικοῦ Μινωταύρου, ὁ ὁποῖος πολιτικῶς μὲν καλεῖται συναλλαγή, ἠθικῶς δὲ διαφθορά. Ἀλλ’ ὡσαύτως ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν πολλαπλῶς τὴν συναλλαγὴν ἐν ὅλῃ τῇ ἐκτάσει, δὲν ὑπῆρξαν ἀπολύτως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διένειμαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὰς μᾶλλον ἐπικερδεῖς θέσεις τῶν διαφόρων κλάδων, κατ’ ἀρχὴν ὑπῆρξαν οἱ περιστοιχίζοντες τὴν ἀνεύθυνον ἀρχήν, τὸν ἀνεύθυνον παράγοντα. Δὲν ἀγνοοῦμεν πάντες ὅτι μεταξὺ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ μεταξὺ τῶν αὐλικῶν θεραπόντων ἐκρατεῖτο βιβλίον, βιβλίον πιστώσεων, βιβλίον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐνεφαίνοντο προφανῶς αἱ σημειώσεις, αἱ ὁποῖαι παρείχοντο ἀπὸ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι περιέβαλλον τὸν ἀνεύθυνον παράγοντα ἐν ἀγνοίᾳ πάντοτε τῆς ὑπερτάτης αὐτῆς πολιτειακῆς κορυφῆς, ἐν τῷ ὁποίῳ βιβλίῳ ἀποδεικνύεται τρανῶς καὶ σαφέστατα ὅτι τὰς περισσοτέρας καὶ μᾶλλον ἐπικερδεῖς θέσεις τὰς ἐλάμβανον οἱ αὐλικοὶ θεράποντες.
§102Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Γνωρίζω συνάδελφον ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα ἔχει γραφῆ εἰς τὸν κατάλογον, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε.
§103Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κατὰ δεύτερον λόγον μετ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι περιέβαλλον τὸν ἀνεύθυνον παράγοντα, κατὰ δευτέραν, τονίζω, γραμμὴν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐλάμβανον τὴν μεγαλειτέραν παροχὴν ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἦσαν οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὸν ἀνεύθυνον παράγοντα, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Κατὰ τρίτον ἔρχονται οἱ τμηματάρχαι, κατὰ τέταρτον δ’ ἔρχεται ἡ λεγομένη κοινωνικὴ ὀλιγαρχία, ἥτις περιέσφιγγε διὰ τοῦ κλοιοῦ αὐτῆς εἴτε τῶν πλουτοκρατικῶν εἴτε τῶν ἄλλων σχέσεων τοὺς ἄνω τρεῖς παράγοντας τῆς συναλλαγῆς. Καὶ ὅτε οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶχον διαιρεθῆ, Κύριοι, εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς τοὺς λεγομένους πατριώτας, εἰς τοὺς λεγομένους ἐπιτηδείους καὶ εἰς τοὺς λεγομένους ἰσχυρούς, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὁσάκις ἀντελαμβάνετο ὅτι Βουλευτὴς ἠδύνατο πολυειδῶς διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἀκολασίαν νὰ τὴν ἐλέγξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τότε παρεῖχεν ἀφειδῶς πάντα τὰ θέλγητρα τῆς συναλλαγῆς.
§104Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔστω καὶ ἂν ἦτο ἀντιπολιτευόμενος.
§105Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔστω καὶ ἂν ἦτο ἀντιπολιτευόμενος, ὡς ὀρθῶς συνεπλήρωσεν ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής. Κατὰ δεύτερον, Κύριοι, λόγον, τὴν δευτέραν μερίδα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐλάμβανον ἐκεῖνοι οἱ μᾶλλον ἐπιτήδειοι, οἱ ὁποῖοι ἢ ἐκολάκευον τὰς ἀδυναμίας τῶν διαφόρων Ὑπουργῶν ἢ ἐκολάκευον καὶ ἐπλειοδότουν τὰ χαρίσματα τῶν διαφόρων Κυρίων αὐτῶν. Κατὰ τρίτον λόγον ἦσαν τὰ αἰώνια θύματα, οἱ ἀντιπρόσωποι οἱ ἁγνοὶ καὶ μεγάλοι ἐκεῖνοι πατριῶται τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁσάκις ἀπετείνοντο πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δι’ οἱανδήποτε παροχὴν καὶ ὁσάκις παρενέβαινον διὰ πᾶσαν ἔννομον τοιαύτην, ἀμέσως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, οἱ διάφοροι Ὑπουργοὶ ἔλεγον μὰ ἡ πατρίς, ὡσὰν τὴν πατρίδα ἔπρεπε ν’ ἀντιπροσωπεύωσι μόνον 5 ἢ 10 ἢ 15 μεγάλοι πατριῶται ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Τοιαύτην ἔκτασιν καὶ τοιαύτην κακοήθη μορφήν, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶχε λάβει τὸ πολιτικὸν ἐκεῖνο τέρας, πρὸ τοῦ ὁποίου καὶ ἠθικαὶ ὑπαλληλικαὶ ὑποστάσεις ἐθυσιάσθησαν πρὸ τοῦ Μινωταύρου ἐκείνου, ὅστις πολιτικῶς λέγεται συναλλαγὴ καὶ ἠθικῶς διαφθορά. Ἀλλά, ὅταν ἐκ τῆς πολιτικῆς ἀκολασίας τοῦ παρελθόντος ἠθελήσαμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κινδυνεύομεν νὰ προκαλέσωμεν ὀλίσθημα, ἐκ τοῦ ὁποίου δυνατὸν νὰ μὴ ἐξέλθωμεν ὑγιεῖς, ἀλλὰ τετραυματισμένοι. Πάντες καὶ ἐγὼ αὐτὸς εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, διότι εἶμαι τῆς πεποιθήσεως τῆς ἀδιστάκτου ὅτι διὰ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος χειραφετεῖται ἡ σκέψις τοῦ ὑπαλλήλου καὶ ἵσταται ἐξ ἀποστάσεως ἀπὸ πάντα ἐπηρεασμὸν καὶ δύναται ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ αὐτοῦ συνειδήσει καὶ ἐλευθέρᾳ σκέψει νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι ἡ τιμὴ καὶ τὸ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος καθῆκον ὑπαγορεύει. Ἀλλ’ ὅταν σκεπτώμεθα περὶ δημιουργίας ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, ὅταν σκεπτώμεθα νὰ δημιουργήσωμεν Κράτος, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐν Κράτει, οὕτως ὥστε ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος νὰ ἵσταται ἐξ ἀποστάσεως ἀπὸ πάσης ἐπιδράσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ βουλευτικῆς ἐπεμβάσεως πάντες πρέπει νὰ προσέξωμεν, ἵνα μὴ διὰ τῆς θεσπίσεως ἢ μᾶλλον τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ἀποκεντρωτικῶν τούτων συστημάτων τραπῶμεν εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον, ἐκ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τετραυματισμένοι. Ἀλλ’ ἀπὸ ποίους θ’ ἀποτελεσθῶσι τὰ περίφημα αὐτὰ συμβούλια, τὸ εἴδομεν ἐν προκειμένῃ περιπτώσει. Πάντες, Κύριοι, εἶναι γνωστὸν ὅτι γνωριζόμεθα. Διὰ νὰ δημιουργηθῇ εἷς οἱοσδήποτε θεσμὸς καὶ μάλιστα τοσοῦτον μέγας καὶ τοσοῦτον σπουδαῖος ἐν τῇ κινήσει αὐτοῦ πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν κατ’ ἀρχὴν τὰ δεδομένα, διότι ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν καὶ μόνον θὰ μορφώσωμεν ὑγιεῖς καὶ παγιωμένας πεποιθήσεις κατὰ πόσον πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δημιουργίαν ἑτέρου θεσμοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ κίνησις σχεδὸν πάσης τῆς Πολιτείας. Ῥίψατε ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς κινήσεως τῶν συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἤδη κρατοῦσι καὶ λειτουργοῦσι, καὶ θὰ ἴδητε, μετὰ λύπης μου λέγω τοῦτο, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὸν πολιτικὸν ὀργανισμόν, δὲν ἠδυνήθησαν ἔστω καὶ παρακάμπτοντες τὰς ἀνθρωπίνους ἀδυναμίας νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν χώραν ταύτην. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι σήμερον τὰς διαφόρους θέσεις.
§106Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀτυχῶς ματαιοπονοῦμεν, Κύριε συνάδελφε.
§107Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι εἰς αὐτοὺς πατριωτισμόν, δὲν ἀρνοῦμαι εἰς αὐτοὺς πεῖραν μακρὰν καὶ πεφωτισμένην, δὲν ἀρνοῦμαι εἰς αὐτοὺς τὴν μελέτην καὶ τὴν γνῶσιν τῆς ἐπιστήμης, ἀρνοῦμαι ὅμως εἰς αὐτοὺς ἕν καὶ μόνον ἕν, ὅτι δὲν δύνανται ἢ νὰ ὑποχωρήσωσι πρὸ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐδημιούργησαν. Δύνανται νὰ εἶναι πεφωτισμένοι, νὰ ἔχωσι πεῖραν μακράν, δύνανται νὰ εἶναι κατὰ πάντα τὰ ἄλλα ἄρτιοι, ἀλλὰ μὴ θελήσητε ν’ ἀφαιρέσητε ἀπ’ αὐτῶν τὸ συναίσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης. Ἐφ’ ὅσον εἶναι δεδομένον ὅτι αὐτοὶ ἐδημιουργήθησαν ὑπὸ τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου πῶς θέλετε σήμερον νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν νέαν αὐτὴν ἀναγέννησιν τῆς χώρας; Δὲν νομίζετε ὅτι καὶ αὐτοὶ πάντως παρουσιάζουσι τὸ συναίσθημα τῆς εὐγνωμοσύνης, τὸ ὁποῖον εἶναι συμφυές, ἂν τοὺς ἐκλάβητε ὡς καλοὺς καὶ τιμίους πολίτας, ἐκτὸς ἂν τοὺς ἐκλάβητε ἀπὸ τὴν ἄλλην ὄψιν; Ἴσως εἴπῃ τις ὅτι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος εἶναι ὑπέρτερον παντὸς ἄλλου συμφέροντος, ἔστω καὶ τοῦ ἀτομικοῦ, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι πάντες ἐκληρονομήσαμεν τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ μὴ εἴμεθα ἐπιλήσμονες, ἀγνώμονες, ἀμνήμονες τῶν ὑποχρεώσεών μας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἀπέναντι τῶν δημιουργῶν μας. Ἡ τελευταία ἐπανάστασις δὲν ἐστράφη, Κύριοι, κατὰ τῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἐστράφη κατὰ τοῦ ἀνευθύνου παράγοντος τῆς χώρας, ἡ τελευταία ἐπανάστασις δὲν ἐστράφη δυστυχῶς κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν ταύτην. Ἡ τελευταία ἐπανάστασις ἐστράφη καθ’ οἱονεὶ τεκμήριον, κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀναλάβει τὴν πιστὴν καὶ ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὡς δεδομένον ὅτι πάντες οἱ περισσότερον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ διατελέσαντες εἶναι καὶ οἱ περισσότερον συντελεσταὶ τῆς κακοδαιμονίας καὶ τῆς ἀνομίας ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ. Καὶ εἰς ποίους θ’ ἀναθέσωμεν τὸ περίφημον εἰδικὸν συμβούλιον, ὥστε νὰ ἐπιλαμβάνηται τῆς ἐκδικάσεως, τῆς τοποθετήσεως, τῆς μεταθέσεως, τῆς προαγωγῆς καὶ ἐν γένει πάσης ἄλλης κινήσεως τοῦ ὑπηρεσιακοῦ κλάδου; Εἶμαι ὁ δημοκρατικώτερος τῶν Ἑλλήνων, ἐν τῇ μορφῇ πάντοτε τοῦ δημοκρατικοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ, προκειμένου περὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ διαχειρίσεως αὐτῆς, ἔχω ἐντελῶς διάφορον σκέψιν, διότι, ἐὰν ἀναθέσωμεν τὴν ἐποπτείαν καὶ τὴν κίνησιν παντὸς κλάδου εἰς τὸ ἀνώτερον αὐτὸ εἰδικὸν συμβούλιον, καταφεύγομεν εἰς τὴν ὀλιγαρχίαν, καταφεύγομεν εἰς τὴν πολυτυραννίαν, καταφεύγομεν εἰς τὸ ἀνεύθυνον. Πῶς δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐλέγξω τὸν σύμβουλον τοῦ Στέμματος; Πῶς δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐλέγξω τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ θὰ λέγῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν ἐτόνισαν, καὶ πολὺ δικαίως, τὰ εὔγλωττα καὶ ἔντιμα χείλη τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν; «Τί δύναμαι νὰ πράξω; Ἔχω τὰς πέδας ἀνὰ χεῖρας διὰ τὰ συμβάντα ἔκτροπα καὶ διὰ τοὺς ἐγκληματίας χωροφύλακας». Καὶ ὅτε αὐτὰ ἀκούετε ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ Ὑπουργοῦ, τῆς ὑπευθύνου ἐξουσίας, τῶν συμβούλων τοῦ στέμματος, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀποτελέσωσι μνημεῖον πείρας, ἐκ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ἐμπνέηται ἡ Βουλή, πρέπει νὰ λαμβάνῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ δημιουργία μιᾶς τάξεως ἑτέρας ἢ ἐκείνης, ἣν ἐδημιούργησε τὸ πολίτευμα, θὰ δημιουργήσῃ ἀνευθύνους παράγοντας. Ἀπεσβολώθη ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προχθὲς καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ τι, διότι ὁ νόμος τῷ λέγει ἄλτ, τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα τῷ λέγει κάτω τὰς χεῖρας. Καὶ ἐξηγέρθη ἡ ἔντιμος καὶ τὴν ὁποίαν τιμῶ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην σεβαστὴ ἑταιρεία τῶν κοινωνιολόγων, ἡ ἀπαρτιζομένη ἀπὸ πολλοὺς συναδέλφους· ἀλλὰ πρέπει καὶ οὗτοι νὰ ὁμολογήσωσιν ὅτι πρὸ πάσης δημιουργίας τοιούτων ἀποκεντρωτικῶν συστημάτων πρέπει νὰ ἠθικοποιήσωμεν τὸν κλάδον, πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν τελειοτέραν ὑπαλληλικὴν ἱεραρχίαν, διότι τότε καὶ μόνον τότε θὰ δυνηθῇ τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα νὰ ἐξαρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς μεγάλης αὐτοῦ ἀποστολῆς. Πάντες γνωρίζομεν, καὶ τοῦτο δὲν εὐθύνει ποσῶς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι τελευταίως μερικοὶ τῶν συμβούλων παρεξετράπησαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ κινήσωσι τὴν ἀγανάκτησιν ὅλης τῆς Βουλῆς ἐν γένει διὰ τὰ συμβάντα ἐκεῖ. Κατηγγέλθη πρό τινος ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἐγένετο ἡ σκέψις διὰ νὰ τοποθετήσωσιν ὑπαλλήλους, ἀμέσως τὸ ἀποκεντρωτικὸν ἐκεῖνο σύστημα τὸ μὴ ἐκπροσωποῦν τὴν ἰδέαν τῆς ἠθικῆς ἐν τῇ κινήσει τῶν σκέψεων αὐτοῦ ἐξήγαγε τὰς σχετικὰς σημειώσεις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν καὶ μόνον ἐκίνησε τὰς σκέψεις αὐτοῦ καὶ ἔδωκε τὴν ψῆφόν του. Γνωρίζω, Κύριοι, ἐκ τῶν προτέρων ὅτι μέλος ἀνωτάτου Συμβουλίου ἐμνήστευσεν ἀνεψιὰν αὐτοῦ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τάξῃ αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον εἰς ἕνα κλάδον, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ὑπήγετο, καὶ διοικητικῶς τὸν κατέστησεν ὑπάλληλον, καὶ κατόπιν ἐγένετο ὁ μνηστὴρ ἐκεῖνος γαμβρὸς τοῦ μέλους τοῦ ἀνωτάτου Συμβουλίου! Ἂν ἐξέπεσε τὸ Κοινοβούλιον, ἂν παρετηρήθη πολιτικὴ ἀκολασία κατὰ τὸ παρελθόν, ἂν ἐκαπηλεύοντο τὰ τιμιώτερα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν τὰ πάντα διεφθάρησαν ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ καὶ τὸ πολίτευμα καὶ ἐν γένει ἡ Πολιτεία, τοῦτο συνέβη, διότι οἱ πολιτικῶς κυβερνήσαντες τὴν χώραν ταύτην ἕνα μόνον Θεὸν ἐπρέσβευον καὶ ἐτίμων, τὴν συναλλαγήν, καὶ δι’ αὐτὴν ἐγένετο ἡ ἐπανάστασις καὶ δι’ αὐτὴν ἐκλήθη ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων. Πρὸ παντὸς ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ τὴν ἰδέαν τῆς ἀνορθώσεως καὶ ἡ ὁποία εἶναι συνέχεια τῆς λαϊκῆς ἐπαναστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει ἀμέριστον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὰς σκέψεις τῆς ἀποκεντρώσεως καὶ πρὶν ἢ περιβάλῃ διὰ τῆς μονιμοποιήσεως τῶν διαφόρων συμβουλίων νὰ σκεφθῇ προγενεστέρως, ἵνα διὰ σχετικοῦ ψηφίσματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως σταματήσῃ ἐπί τινα χρόνον πᾶσα κίνησις καὶ προβῇ εἰς γενικωτέραν ἐκκαθάρισιν χάριν τοῦ ἠθικοῦ τῆς Κυβερνήσεως καὶ χάριν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Πρὸς δὲ θὰ παρακαλέσω ὡς ἐν παρόδῳ πάντας ἐν γένει τοὺς Ὑπουργούς, ἵνα, ἐὰν θέλωσι νὰ ἴδωσι τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα βαίνοντα ἐπὶ τὰ πρόσω καὶ θέλωσι νὰ ἴδωσι τὴν ἀναγέννησιν ἐν ἔργοις καὶ οὐχὶ ἐν λόγοις, ἐὰν θέλωσι νὰ ἴδωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτῶν, ἵνα μὴ ἐξυπνήσωσι πρωίαν τινὰ καὶ εὑρεθῶσιν ἔρημοι καὶ μόνοι, πρὸ παντὸς νὰ ἐκτοπίσωσι πάντα τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα εἶχε τοποθετήσει ὁ παλαιὸς πολιτικὸς κόσμος καὶ τὰ ὁποῖα εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ εὐκαιρίαν ὑπονομεύουσι τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως.
§108Γ. ΠΩΠ. Ἔχετε σημειώσεις διὰ νέα πρόσωπα;
§109Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν θ’ ἀπαντήσω πρὸς τὸν κ. ἐκ Ψαρῶν Βουλευτήν, διότι τὰ εὐφυολογήματα δυνατὸν νὰ ἔχωσι θέσιν εἰς ἄλλας σφαίρας, ἀλλὰ προκειμένου νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς τύχης τοῦ Ἔθνους καὶ νὰ διανοίξωμεν μίαν νέαν πολιτικὴν κατάστασιν εἰς τὸν τόπον φρονῶ ὅτι πᾶσα εὐφυολογία καὶ πᾶν εὐφυολόγημα πρέπει νὰ λείψῃ. Πρὸ ἡμερῶν, Κύριοι, κατηγγέλθη πρὸς ἐμὲ ὅτι εἰρηνοδίκης ἐξύβρισε κατὰ τρόπον ἀνευλαβέστατον τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκφραζόμενος κατ’ αὐτοῦ ἐν μέσῃ ἀγορᾷ. Καὶ ἐπεδόθη ἡ σχετικὴ μήνυσις εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πρωτοδικῶν κατὰ τοῦ ὑβριστοῦ. Ἀλλ’ ὁ λαὸς ἀναμένει νὰ ἴδῃ τὴν δικαιοσύνην, διότι τότε καὶ μόνον τότε θὰ ἴδῃ ὅτι ἐν ἔργοις καὶ ὄχι ἐν λόγοις ἔχει τὴν Ἀνόρθωσιν.
§110Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου, τῆς ἀφορώσης τὴν εὐθύνην τῆς Πολιτείας ὅπως ἀποζημιώνῃ τοὺς ζημιωθέντας ἐκ τῶν ὀργάνων αὐτῆς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχω νὰ φέρω δύο παραδείγματα, τὰ ὁποῖα θὰ τὰ εἴπω γρήγορα, ἵνα καὶ γρηγορώτερον τελειώσω. Πρό τινων ἐτῶν, μίαν πρωίαν, εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Ζάκυνθον ἐξηφανίσθη ὁ ὑποθηκοφύλαξ, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι καθ’ ὅλην τὴν νῆσον ἦτο τότε εἷς. Ἀνεκαλύφθη δ’ ὅτι πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ὁ χριστιανὸς αὐτὸς εἶχε καταχρασθῆ τὰς καταθέσεις, τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀγνοῶ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα πληρώνει ὁ κόσμος, ὅπως διενεργηθῶσιν ἐγγραφαὶ σχετικαὶ πρὸς τὴν περιουσίαν του εἰς τὰ σχετικὰ βιβλία· καὶ εἶχε καταχρασθῆ αὐτὰ καὶ ἐξηφανίσθη χωρὶς νὰ ἐνεργήσῃ ἐγγραφάς. Ἐννοεῖται ὅτι τὴν ἑπομένην ἡμέραν εἶχεν ἐντελῶς μεταβληθῆ ὁ περιουσιακὸς χάρτης τῆς Ζακύνθου· ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς τὸν πάτον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἀνῆλθον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, καὶ ἄνθρωποι εὑρισκόμενοι εἰς ἀνθηροτάτην κατάστασιν, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασίν των εἰς καλὸν σημεῖον, διότι ἐνόμιζον ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ λάβωσιν ὅσα ὤφειλον εἰς αὐτοὺς οἱ ὀφειλέται, εὑρέθησαν κατεστραμμένοι. Εἷς ἐκ τῶν ζημιωθέντων τότε ἦτο καὶ ἡ οἰκογένειά μου, ἀποτελουμένη ἐκ τῆς μητρός μου, χήρας, καὶ ἐμοῦ. Ἐγὼ τότε, ἐπειδὴ ἤρχιζον νὰ ἀνδροῦμαι καὶ ν’ ἀναμιγνύωμαι εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς οἰκογενείας μου, εἶπον ἡμέραν τινὰ εἰς τὸν δικηγόρον τῆς μητρός μου: Πῶς, ἀφοῦ μᾶς ἠδίκησαν τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, δὲν μᾶς ἀποζημιώνει ἡ Πολιτεία; Καὶ αὐτὸς μοὶ ἀπήντησεν· «Ἐὰν ἡ Ἑλλάς, παιδί μου, ἦτο ὑποχρεωμένη ν’ ἀποζημιώνῃ ὅσας ζημίας κάμνουσιν οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς, ἔπρεπε νὰ προεξοφλήσῃ, οἱονεὶ διὰ συναλλαγματικῆς, καὶ τὴν μεγάλην ἰδέαν». Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἔκτοτε τὸ χαρακτηριστικὸν αὐτό. Πρό τινων πάλιν ἡμερῶν συνωμίλουν μετά τινος ἐμποροπλοιάρχου Ἕλληνος, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τῆς ἰδιότητός μου μὲ γνωρίζει. Τὸν ἤκουσα νὰ παραπονῆται διὰ μίαν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος· μοὶ εἶπεν ὅτι, προκειμένου νὰ διέλθῃ ἀπὸ ἓν στενὸν τῆς Ἰταλίας, ἔλαβε κατὰ τὰ ἐκεῖ εἰωθότα καὶ νόμιμα ἕνα πλοηγὸν ἐκ τῶν ἀναγεγραμμένων εἰς τὸν ἐπίσημον κατάλογον τῶν διοριζομένων ὑπὸ τῆς Πολιτείας, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑποχρεοῦται νὰ προσλάβῃ ὁ ἑκάστοτε ἔχων ἀνάγκην ὅπως διέλθῃ τοῦ στενοῦ. Ἔλαβε λοιπὸν τὸν νόμιμον πλοηγὸν καὶ διῆλθεν· ἀλλ’ ὁ ἀδέξιος αὐτὸς πλοηγὸς τὸν ἔρριψεν ἐπὶ τῆς μιᾶς πλευρᾶς τοῦ στενοῦ καὶ κατέστρεψε τὸ πλοῖόν του. Ἐγὼ τώρα, γέρων ἤδη καὶ ὄχι παιδί, τὸν ἠρώτησα· ἀφοῦ προσέλαβες τὸν πλοηγὸν τὸν ἐνδεδειγμένον ὑπ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας, πρὸς τὸν ὁποῖον ὤφειλες νὰ πληρώσῃς καὶ δικαιώματα, πῶς ἡ Ἰταλία δὲν σὲ ἀποζημιώνει διὰ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν σοὶ ἐπέφερεν ἡ ἀδεξιότης τοῦ πλοηγοῦ αὐτῆς; Ὁ ἐμποροπλοίαρχος ἐκεῖνος μοὶ εἶπεν· «ἠξεύρετε τί μοὶ ἀπήντησεν εἷς καλὸς δικηγόρος τοῦ Παλέρμου; Ὅτι, ἂν ἡ Ἰταλία ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ πληρώνῃ ὅσα πλοῖα καταστρέφουσιν οἱ πιλότοι της, ἔπρεπε ὄχι θωρηκτόν, ἀλλ’ οὔτε βάρκαν νὰ εἶχε τὸ ναυτικὸν τῆς Ἰταλίας»!
§111Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Γνωρίζουσιν οἱ ἀσφαλιζόμενοι ναυτικοὶ ὅτι ἔχουσι νὰ ὑποστῶσι καὶ ζημίας, συνεπείᾳ σφαλμάτων τῶν πλοηγῶν, καὶ ἀσφαλίζονται κατὰ τούτων. Εἶναι ὅμως δυνατὸν ν’ ἀσφαλισθῇ τις κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων; Ἀσφάλεια τοιαύτη δὲν ὑπάρχει. Πᾶσαι αἱ νομοθεσίαι ἀπήλλαξαν ἀπὸ τὴν εὐθύνην τὸν πλοηγόν, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς οἱ ναυτιλλόμενοι ἀσφαλίζονται διὰ τὰ σφάλματα τῶν πλοηγῶν, ἐνῷ κατὰ τῶν ἁμαρτημάτων τῶν Ἑλλήνων ὑπαλλήλων δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια.
§112Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁμολογῶ ὅτι τὰ βιβλία μου καὶ τὰ κιτάπια μου δὲν φθάνουσιν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ ὑποστῶσι μίαν ὁλόκληρον συζήτησιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν ἐπὶ τοῦ βήματος, εἶναι ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ διάταξις ἔχει ἀνάγκην μεγάλης προσοχῆς, διότι θὰ ἔχῃ καὶ δύναμιν ἐπικίνδυνον. Δι’ αὐτὸ καὶ ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία θὰ τῇ δίδῃ τὴν ἐπικίνδυνον αὐτὴν δύναμιν, πρέπει μετὰ προσοχῆς καὶ ἀκριβείας νὰ γίνῃ.
§113Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου ἔχω καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ὅτε εἶδον διατετυπωμένον τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς τριακονταμελοῦς ἐπιτροπῆς, τὰ μάλα ἐχάρην, διότι ἔχω πικρὰν πεῖραν τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων, ἐπὶ ἀγωγῶν τῶν πολιτῶν κατὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν ζημιῶν, ὧν ἐγένοντο ὑπαίτια τὰ ὄργανα αὐτοῦ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς καθηκόντων. Τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας ἐκλέγονται ὑπ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας, καὶ ἑπομένως αὕτη δέον νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς ἐκλογῆς. Πλειστάκις εἴδομεν τὰ ὄργανα τοῦ Δημοσίου νὰ παρανομῶσι πρὸς βλάβην τοῦ πολίτου. Ὁ πολίτης ἤλπισεν ὅτι, ἐὰν καταφύγῃ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, θὰ τύχῃ ἐπανορθώσεως τῆς προσγενομένης αὐτῷ ζημίας, καὶ ὅμως τὰ Δικαστήρια καὶ δὴ τὸ ἀνώτατον στρεβλῶς ἑρμηνεύοντα τὸν νόμον πάντοτε εἶπον αὐτῷ· «οὐδὲν δικαιοῦσαι νὰ λάβῃς ἐφ’ ὅσον τὸ Δημόσιον δὲν κατέστη πλουσιώτερον». Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν, πρὸς διόρθωσιν τοῦ καταφώρως ἀδίκου τούτου, ὅπως ἡ διάταξις αὕτη, ὡς διετυπώθη ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὑπάρχουσιν ἐψηφισμένοι νόμοι, οἵτινες ἀφορῶσι ταχυδρομικοὺς ὑπαλλήλους, τελωνιακοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἄλλους, οἵτινες ὁρίζουσιν ὅτι διὰ πᾶσαν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑποστῆ ὁ πολίτης ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ὑπαλλήλου, δὲν εὐθύνονται οὗτοι. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἐπάναγκες, ὅπως προστεθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι, ἥτις οὕτω θέλει ἄρει τὸ ἤδη εἰς τοὺς πολίτας προσγινόμενον ἄδικον.
§114ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Εὑρισκόμεθα, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται ν’ ἀναδιοργανώσωμεν ἀνορθοῦντες τὰ τοῦ Κράτους εἰς πάντα τὰ σημεῖα τῆς λειτουργίας του, καὶ ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους. Ἀνοίγοντες δὲ τὴν ὁδὸν πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ θεσπίσωμεν τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι, ὥστε νὰ μὴ ἀπαντήσωμεν κανὲν κώλυμα ἐν τῷ ἔργῳ τῆς ἀναδιοργανώσεως. Ὡς ἔχει δὲ ἡ διάταξις ἐν τῷ προσχεδίῳ, τουτέστιν ὅτι καθίστανται μόνιμοι οἱ ὑπάλληλοι ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των, εἶναι ἄγαν περιοριστικὴ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καί, ἂν αὕτη ψηφισθῇ, κλείεται ἡ θύρα τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ἡμεῖς προέβημεν εἰς τὴν ψήφισιν διατάξεων περὶ πάντων τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, ἰδίᾳ δὲ τῆς δικαστικῆς, καὶ ἐψηφίσαμεν τοιαύτας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὁμολογουμένως δὲν μᾶς ἔκλεισαν τὴν θύραν ἀπολύτως εἰς τὴν μέλλουσαν ἐνέργειάν μας πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐκ τούτου ἀναμένομεν ἐκεῖνα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὄντως θὰ εἶναι ἐπωφελῆ εἰς τὸ μέλλον. Ὅτε, Κύριοι, ἐπρόκειτο περὶ τῶν δικαστικῶν ὀργάνων, ἐλήφθη πάντως κάτι τι ὡς βάσις, ἐλήφθη ἡ δικαστικὴ ἐπιστημονικὴ μόρφωσις αὐτῶν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ ἡ ψῆφος τοῦ συνεδρίου, προκειμένου περὶ διατάξεως συνταγματικῆς, δι’ ἧς νὰ ἔχωμεν τὴν θύραν ἀνοικτήν, ὥστε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ συμπληρώσῃ τὸ τυχὸν ἐλλεῖπον. Ἤδη προκειμένου περὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων οὐδεμία βάσις ὑπάρχει· καὶ ἴσως τινὲς μὴ θέλοντες νὰ ἐγκύψωσιν εἰς τὸ ζήτημα θὰ εἴπωσιν ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν διαφόρων κλάδων τῆς διοικήσεως εἶναι ὠργανωμένη καλῶς καὶ δὲν εὑρίσκεται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἐνῷ δὲν εἶναι οὕτως. Ἡ δικαστικὴ ἐπιστημονικὴ καὶ πρακτικὴ ὑπηρεσία, Κύριοι, ἔχει βάσιν, ἐνῷ ἡ διοικητικὴ εἶναι ἐστερημένη αὐτῆς τῆς βάσεως. Βεβαίως, Κύριοι, καὶ τὸ διοικητικὸν δίκαιον διδάσκεται καὶ τὸ ἀφορῶν τὰ οἰκονομολογικὰ καὶ ἔχει βάσιν ἐπιστημονικὴν καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον. Ἔρχεται κατόπιν τούτων ὁ τρόπος τῆς ἐνεργείας κατὰ τὴν ἐφαρμογήν, ὅστις ἀποτελεῖ τὸ πρακτικὸν μέρος. Αὐτὰ τὰ δύο τὰ ἔχει ὡρισμένως ἀλληλένδετα· ἤδη ἐπιβάλλεται ν’ ἀνατρέξωμεν, ὅπως ἀνεύρωμεν ἂν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως ὑπὸ τὴν καθ’ ὅλου ἔννοιαν ἔχουσι τὰ προσόντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ προορισμός των. Ἐὰν ταῦτα τὰ δύο ἔχωσι, τότε καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι καθίστανται ἰσόβιοι ἢ μόνιμοι ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των· ἄλλως ὄχι. Εἰς πάντα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, Κύριοι, μετεχειρίσθησαν πολλὰς μεθόδους καὶ ἀλλοῦ μὲν ἐπέτυχον, ἀλλοῦ δ’ ἀπέτυχον· καὶ ἐπέτυχον ὅπου ὑπῆρξε σχολὴ ἐπιστημῶν, διότι προσῆλθον μὲ τὰ διπλώματά των ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠθέλησαν νὰ εἶναι οἰκονομικοὶ ἢ διοικητικὴ ὑπάλληλοι, καὶ ἕκαστος εἶχε τὸ ἔρεισμα τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ πιστοποιημένον, τὸ ἐφόδιον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ ἐπιδοθῇ, ἡ δὲ Πολιτεία εἶχε καθιερώσει τρόπον ἐφαρμογῆς, μέθοδον ἐνεργείας τοιαύτην, ὥστε νὰ εἶναι κανονισμένη καὶ κατανοητὴ ἡ ὑπηρεσία, καὶ ἕκαστος ν’ ἀτενίζῃ πρὸς αὐτὴν ἀναλόγως τῆς διανοητικῆς του δυνάμεως καὶ τῆς μορφώσεώς του. Ἐὰν δέ τις ἔλεγεν ὅτι ταῦτα θὰ ὑπῆρχον καὶ παρ’ ἡμῖν, τότε μία ἄλλη φωνὴ θὰ ἠκούετο νὰ λέγῃ· «πρέπει νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν· πρέπει νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλον τὸ παρελθόν, νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ παρὸν καὶ τότε νὰ σκεφθῶμεν ἐπωφελῶς περὶ τοῦ μέλλοντος. Καὶ ἐρωτῶ: Ὠφέλησεν ὁ νόμος περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ 1884;
§115Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τὰς θέσεις των, ὠφέλησεν.
§116ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἀναντιρρήτως. Δὲν ὠφέλησεν ὅμως ὁ νόμος ἐκεῖνος γενικῶς, διότι δὲν ὑπελόγισε ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα μετὰ τὴν ἐφαρμογήν του. Μετὰ τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ τοῦ νόμου, Κύριοι, ὅσοι εὑρέθησαν εἰς τὰς θέσεις ἦσαν ἠσφαλισμένοι. Ποία ὅμως ἡ ποιότης, ποῖος ὁ ἔλεγχος, εἰς τὸν ὁποῖον οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ὤφειλον νὰ ὑποβληθῶσι; Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου οὐδὲν ἐθεσμοθετήθη, κατηργήθη ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ ἐπῆλθεν ὁ νόμος ὁ γνωστὸς διὰ τὴν πρωτοτυπίαν του καὶ τὸ ἀφιλοσόφητον αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶπεν: ὅσοι ἔχουσι 15 ἐτῶν ὑπηρεσίαν εἶναι μόνιμοι· καὶ ἐρωτᾶται· ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; Ὄντως ἦτο ξηρὸν καὶ ἄχαρι. Ὅσοι εὑρέθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐκεῖνοι ἐκηρύχθησαν μόνιμοι· καὶ ἀληθῶς ἀνεπιτυχὴς ἦτο καὶ ὁ νόμος οὗτος, διότι καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους δὲν ἐκανονίσθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστῶσι μίαν τινὰ δοκιμασίαν, καὶ τοιαύτην δοκιμασίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ἕκαστος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀναγνώρισίν του καὶ νὰ εἴπῃ: «ἐμὲ δὲν δύνασθε ν’ ἀποπέμψητε τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἐγὼ φέρω πάντα τὰ ἐφόδια, τὰ ὁποῖα ἡ ὑπηρεσία ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἐμέ. Ἔχω τὴν μόρφωσιν, τὴν πεῖραν, τὴν εἰδικότητα, τὸν χαρακτῆρα, ὃν ἀπαιτεῖ ἡ δημοσία λειτουργία μου». Οὔτε αὐτὸ ἐγένετο. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι ἐρχόμεθα καὶ νῦν καὶ αὐτὸ νὰ παρίδωμεν καὶ νὰ μὴ τὸ θεωρήσωμεν ἐπιβαλλόμενον καὶ νὰ εἴπωμεν: «Ναὶ ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη, ὅπως διὰ τοῦ Συντάγματος κλείσωμεν τὴν θύραν ταύτην ἄνευ ἐρεύνης τινός». Ἀλλά, ὅταν κλείσωμεν, Κύριοι, τὴν θύραν ταύτην, δὲν θὰ δυνηθῶμεν ἢ νὰ ἔχωμεν ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα τὰ ὑπηρεσιακά, τὰ ὁποῖα εἴχομεν καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Πλανώμεθα λέγοντες ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβάλλωμεν ἕξεις τινὰς τῶν ὑπηρεσιακῶν ὀργάνων διὰ τῆς ἐποπτείας τῆς αὐστηρᾶς. Ὅσοι ἠσχολήθησαν, Κύριοι, εἰς τὰς ὑπηρεσίας των, ὅσοι ἠθέλησαν νὰ ἐγκύψωσι καὶ ἀνεύρωσι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα κρατοῦσι τοὺς ὑπαλλήλους εἰς ὃ σημεῖον εὑρίσκονται σήμερον ὑπὸ ἔποψιν χαρακτῆρος, καὶ εἰς τὸ νὰ καθυστερήσωσι νὰ εἶναι καλοί, ἐκεῖνοι θὰ εἴπωσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεσμοθετηθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος, ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των, ἵνα εἶναι οὗτοι ἰσόβιοι. Εὐθὺς ὡς ἠσθάνθη, Κύριοι, ἡ Πολιτεία ὅτι δὲν πρέπει τίποτε ν’ ἀφήσῃ εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἦτο κατὰ τὸ παρελθόν, θὰ κριθῇ ὡς λιποψυχοῦσα, ἂν μὴ προβῇ εἰς ῥιζικὴν ἀναδιοργάνωσιν. Ἤδη οἱ ὑπάλληλοι καθιέρωσαν ἕνα τρόπον συμπεριφορᾶς ὅλως ἰδιόρρυθμον, ὅλως φαινομενικῆς προθυμίας καὶ ἤρχισαν νὰ λέγωσιν ἓν μάλιστα, ἓν εὐχαρίστως, ἀλλ’ ἀπὸ σκοποῦ ἢ ὀλιγωρίας οὐδὲν πράττουσι. Τί ἐπιβάλλεται σήμερον, Κύριοι, ὅταν πρόκειται νὰ θεσπίσωμεν περὶ τοῦ εἰδικῶς διοικητικοῦ τμήματος τῆς ὅλης τοῦ Κράτους διοικήσεως, τοῦ καθαρῶς διοικητικοῦ; Πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πῶς εἶναι δυνατὸν πρώτιστα νὰ μορφώσωμεν τὸν ὑπάλληλον, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν κατὰ δεύτερον λόγον νὰ τὸν ἀσφαλίσωμεν, σημεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ὠθήσωσιν αὐτὸν εἰς τὸ νὰ στραφῇ πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦτο προθύμως καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι «ἐγὼ αἰσθάνομαι ἐν ἐμαυτῷ ὅτι θέλω καταστῆ κατάλληλον ὄργανον τῆς διοικήσεως, ἀφοῦ καὶ οὕτως ἀσφαλίζομαι». Πρέπει ν’ ἀφήσωμεν, Κύριοι, μίαν θύραν ἀνοικτὴν διὰ τοῦ Συντάγματος, ὥστε διὰ τῆς νομοθεσίας νὰ δυνηθῶμεν νὰ κανονίσωμεν ὅσα θὰ κρίνωμεν ἀναγκαῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἑκάστου κλάδου τῆς διοικήσεως. Θὰ ἱδρύσωμεν σχολὴν ἐπιστημῶν; Θὰ συστήσωμεν ἐπιτροπήν, διὰ τῆς ὁποίας πάντες οἱ ὑπάλληλοι νὰ διέλθωσι καὶ ἐκεῖ νὰ δοκιμασθῶσι; Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξῃ τὸ Συνέδριον, οὐδὲν θὰ πράξῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ὑπηρεσίας ὠργανωμένας. Τίς θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ἔχομεν μίαν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἔχει καὶ τὴν βάσιν τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ τὴν μέθοδον τὴν πρακτικήν; Πάντες γνωρίζομεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ὑπηρεσία τοιαύτη· καὶ ἐρωτῶ· ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἡ ὑπηρεσία ὠργανωμένη ἐπιστημονικῶς καὶ μεθοδικῶς ἐνεργουμένη, πῶς θὰ καταστῇ ὁ ὑπάλληλος ἄξιος διὰ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν; Καὶ ἠκούσθη πρὸ μικροῦ ὅτι ἦλθον ἐξ Εὐρώπης διάφοροι καὶ εἶναι ἱκανοὶ ἢ θὰ καταστῶσιν ἱκανοί. Τί δηλαδή; Ἐννοεῖ τοῦτο ὅτι αὐτοὶ θὰ καθιερώσωσι τὸν ὀργανισμὸν τῆς ὑπηρεσίας ἢ ἡ ὑπηρεσία θὰ ὀργανωθῇ καὶ θὰ προσέλθωσιν αὐτοὶ ὡς κατάλληλα ὄργανα, ἵνα ἀναλάβωσι τὴν ὑπηρεσίαν; Ἡ Πολιτεία, Κύριοι, δὲν ἠσχολήθη περὶ τούτου. Ὥστε θὰ παρακαλέσωμεν αὐτοὺς νὰ ὀργανώσωσιν αὐτοὶ τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα ἴδωμεν τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὠφέλιμα εἰς τὸ Κράτος. Εἶναι λοιπὸν οἱ ἴδιοι ὀργανωταί; Ἀπαιτεῖται, Κύριοι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, μεγάλη ἐργασία ἐκ μέρους τῶν ἰθυνόντων τὰ κοινά, ἀπαιτεῖται νομοθετικὴ πρόνοια καὶ κατόπιν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, ἵνα καταστήσωμεν μονίμους τοὺς ὑπαλλήλους. Λέγουσί τινες ὅτι οἱ ὑπάλληλοι πρέπει ν’ ἀμειφθῶσι· καὶ ἐρωτῶ· μὴ ἡ Πολιτεία ἔχει μόνον τὴν μισθοδοσίαν διὰ τὸν ὑπάλληλον, ἵνα τὸν ἱκανοποιήσῃ; Ὄχι, Κύριοι· ἡ σημερινὴ πρόοδος, ὁ σημερινὸς νοῦς ὁ ἐξετάζων ἐπιστημονικῶς ἑκάστην τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἀνευρίσκων τί εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ ἄτομόν τι κατάλληλον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ τῷ ὑποκαύσῃ δὲ τὸν ζῆλον, ὥστε νὰ διακριθῇ, δύναται καὶ ἄλλην πρόνοιαν νὰ λάβῃ. Τῷ δίδει μίαν μισθοδοσίαν, ἀλλὰ δύναται νὰ τῷ παρέχῃ καὶ ἄλλας παροχάς, αἱ ὁποῖαι ἰσοδυναμοῦσι μὲ διπλῆν μισθοδοσίαν. Ὁ ὑπάλληλος ἀναλαμβάνει ἓν ἀξίωμα, διὰ νὰ ζήσῃ ἐν περιωπῇ τινι, ἔχει νὰ διαθρέψῃ οἰκογένειαν, ἔχει νὰ μορφώσῃ καὶ τέκνα... Κρίνατε ὑμεῖς ἂν τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν θὰ ὑπαγάγητε εἰς πάσας τὰς ὑποχρεώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκειται τὸ ἁπλοῦν ἄτομον, ὁ ἁπλοῦς πολίτης ἐν τῇ ἐξελίξει τοῦ ζῆν, καὶ κρίνατε ὑμεῖς ἂν τῷ εἴπητε ὅτι ὑπάλληλος ὢν ἔχεις τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα ὑπὲρ σοῦ προσόν, τὴν δεῖνα παροχὴν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν τέκνων σου εἰς τὸν καθόλου ὑπαλληλικὸν βίον σου. Μήπως εἶναι αὐτὸ μόνον; Ἓν καὶ μόνον εἶπον, Κύριοι, καὶ ἐξ αὐτοῦ δύνασθε νὰ συμπεράνητε πόσα ἄλλα δύναται νὰ ἔχῃ. Ὁ ὑπάλληλος ταξιδεύων δὲν πληρώνει, πληρώνει τὸ Δημόσιον, καὶ ὁ ὑπάλληλος δύναται οὐχὶ δι’ ὑπηρεσίαν νὰ ταξιδεύῃ, ἀλλὰ δύναται νὰ ταξιδεύῃ, καὶ λόγῳ ἀναγκῶν οἰκογενειακῶν, δωρεάν. Καὶ ἐρωτῶ· δὲν εἶναι αὐτὸ ἓν ἀντισήκωμα ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὅτε ἔλαβεν τὴν ἄδειαν ἵνα ἀπέλθῃ εἰς ἓν μέρος λόγῳ τῶν ἀναγκῶν εἴτε τῶν οἰκογενειακῶν εἴτε τῶν ὑπηρεσιακῶν; Δὲν εἶναι καὶ αὐτὸ μία προνομιακὴ παροχὴ πρὸς τὸν ὑπάλληλον; Ἔχει, Κύριοι, τὸ Κράτος τὰ μέσα νὰ ἀμείψῃ τοὺς ὑπαλλήλους του, καὶ νὰ τοὺς ἀμείψῃ διπλασίως παρ’ ὅ,τι τοὺς ἀμείβει νῦν. Ἐὰν δὲ διαρρυθμίσῃ τὰς ὑπηρεσίας του, ὁπότε θ’ ἀπαιτήσῃ τὸν ἥμισυν ἀριθμὸν χειρῶν, τότε θὰ δύναται διὰ τοῦ αὐτοῦ ποσοῦ ν’ ἀμείψῃ διπλασίως τοὺς ὑπαλλήλους του. Τὸ Συνέδριον τοῦτο, Κύριοι, εὐτυχῶς σύγκειται κατὰ τὸ πλεῖστον ἐκ προσώπων μεμορφωμένων καὶ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καὶ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιληφθῇ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ σκεφθῇ. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἀριθμὸς γραφείων, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν 20 ὑπαλλήλους, καὶ τὰ ὁποῖα, ἐὰν εἶχον 4 μόνον ὑπαλλήλους, θὰ ἠδύναντο νὰ διεξάγωσι τὴν ὑπηρεσίαν. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ τῷ εἴπω, διότι ἔτυχε νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ δικαστικός, ὅτι ὁ τύπος τῶν ἀποφάσεων τῶν ποινικῶν καὶ τῶν πολιτικῶν, ἐὰν ἀναγνωσθῇ εἰς ἓν ξένον μέρος ἐνώπιον μιᾶς ὁμάδος μεμορφωμένων νομικῶν, θὰ προκληθῇ ἡ περιέργεια αὐτῶν, ἵνα μὴ εἴπω τι πλέον, διότι ἀπὸ τὸ «συγκείμενον» μέχρι τοῦ «σκεφθὲν κατὰ τὸν νόμον» ὑπάρχουσι τόσα περιττὰ καὶ τόσα «ἐνδιαλαμβανόμενα», ὥστε τὸ ἓν φύλλον τοῦ χάρτου καταναλίσκεται εἰς τὰς διατυπώσεις ταύτας τὰς περιττάς.
§117Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἴδετε ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον καὶ δι’ οὗ καταργῶ πολλά;
§118Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον τὸ ἐναντίον. Ἐὰν δέ, Κύριοι, λάβητε ὑπ’ ὄψιν μίαν ἀπόφασιν ποινικὴν καὶ ἀνατρέξητε εἰς πάσας τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῇ ἀποφάσει κατακεχωρισμέναι ὁλόκληροι διατάξεις τῶν ἄρθρων ἄνευ σκοπιμότητός τινος. Καὶ ἐρωτῶ· κατὰ τί, παρακαλῶ, θὰ βλαβῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ κατηγορουμένου ἢ τοῦ κατηγόρου ἢ καὶ αὐτῆς τῆς Πολιτείας, ἐὰν τὰ ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται, δὲν εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου γεγραμμένα, ἀλλ’ εἶναι οἱ ἀριθμοὶ αὐτῶν; Θὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις ὅτι τὸ ὁρίζει ὁ νόμος. Τὸν νόμον λοιπὸν ἐκεῖνον νὰ μεταρρυθμίσωμεν. Ἐάν, Κύριοι, λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας καὶ μίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, θὰ εὕρητε ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι, τὸ «δι’ ὀλίγων ἐκφράζεσθαι τὰ πολλά», μετεσχηματίσθη σήμερον εἰς τὸ «διὰ τῶν πολλῶν ἐκφράζεσθαι τὸ προσῆκον», καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ βλέπετε μίαν ἔκθεσιν οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, ἡ ὁποία ἔχει τέσσαρας σελίδας, καὶ ὁ προϊστάμενος θέλει μίαν ὥραν ἵνα τὴν διέλθῃ, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ γραφῇ εἰς μίαν κατὰ πλήρη ἔννοιαν καὶ ἀληθῆ σκοπόν. Εἶπον τὰ ὀλίγα ταῦτα, ἵνα δώσω ἀφορμὴν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι, πρὶν ἢ σκεφθῶμεν πῶς μεθοδικῶς, ἐπὶ βάσεως ἐπιστημονικῆς, διαρρυθμίσωμεν τὰς ὑπηρεσίας καὶ πῶς θὰ κανονίσωμεν, ὥστε οἱ μέχρι τοῦδε ὑπάλληλοι, οἱ ἐστερημένοι παντὸς διπλώματος, τὸ ὁποῖον δίδεται διὰ τὰς ὑπηρεσίας αὐτάς, κριθῶσιν ὡς ἄξιοι τῆς θέσεως, ἣν κατέχουσι—καὶ ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἐδῶ σχολήν, καὶ ἂν ἠδύναντο νὰ τὸ ἔχωσιν ἐξ ἄλλης σχολῆς—νὰ ὑποστῶσι μίαν δοκιμασίαν καὶ τοιαύτην, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ προκύψῃ ἀναντιρρήτως ὅτι δύνανται οὗτοι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἀναγνώρισίν των ἀνεξαρτήτως τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς ἐργατικότητος αὐτῶν. Αὐτό, Κύριοι, ἐναπόκειται εἰς τὴν προϊσταμένην Ἀρχήν, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν πρὸ τούτου γένηται ἡ ψήφισις τοῦ «καθίστανται μόνιμοι ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ των», θὰ εἶναι βλάβη διὰ τὸ Κράτος. Ἐρωτᾶται δέ· κατὰ τί θὰ βλάψῃ, ἐὰν θεσπισθῇ; Καθίστανται μόνιμοι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἣν εἰδικὸς νόμος θὰ καθορίσῃ; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἀφ’ ἑαυτῆς ἀποφατική. Τούτου δοθέντος, διατί, Κύριοι, διστάζει ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀφοῦ τῇ ἔδωκε τόσα ἄλλα δικαιώματα μεγάλα, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ζήτημα τὸ ὑπαλληλικόν; Νὰ συγχωνεύσῃ ὑπηρεσίας καὶ διακανονίσῃ ἄλλας τοιαύτας.
§119Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν κωλύει τὸ ἄρθρον.
§120ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Λέγει «ἀφ’ ἧς διορίζονται».
§121Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λέγει ὅτι εἶναι μόνιμοι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι καὶ θέσεις. Ὅταν ἡ Πολιτεία καταργήσῃ τὰς θέσεις, τότε παύονται καὶ αὐτοί.
§122ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐπεθύμουν, κύριε Πρόεδρε, καὶ οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι νὰ ὑποστῶσι μίαν δοκιμασίαν. Ἐὰν τοῦτο ἠθέλετε δεχθῆ, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλην παρατήρησιν, διότι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν ὅτι σήμερον πάντα τὰ συμβούλια καὶ πᾶσαι αἱ ἐπιτροπαὶ ἀνέτρεξαν εἰς τοὺς ἐκκαθαρισθέντας καὶ εἰς τοὺς προϋπάρξαντας ὑπαλλήλους καὶ τοὺς ἐπανέφερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅσους δὲ δὲν ἤθελον νὰ εἰσαγάγωσιν αὖθις εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, κατὰ τύπους τοὺς ὑπέβαλον εἰς ἀναλόγους τινὰς ἐρωτήσεις, ὅπως ὑποτεθῇ ὅτι ὑπέστησαν δοκιμασίαν, καὶ τοὺς ἀπέρριψαν. Ἐγὼ αὐτὸς παρέστην εἰς μίαν ἐξέτασιν δικαστικῶν, Κύριοι, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τὸν μὲν ἕνα ἠρώτησεν· «ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιδοθῇ ἓν δικόγραφον εἰς ἕνα, ὅστις δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ οἴκῳ του, λαμβάνῃ δὲ ὁ κλητὴρ πληροφορίας ὅτι εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, τί γίνεται;». Καὶ οὗτος ἀπήντησε καταλλήλως. Καὶ τὸν ἄλλον τὸν ἠρώτησαν: «Τίς ἔχει τὸ δικαίωμα μέμψεως κατὰ τῆς διαθήκης;». Καὶ οὗτος ἀπήντησεν ὁπωσδήποτε, ἀλλ’ οὐχὶ σαφῶς. Καὶ ὁ μὲν πρῶτος ἐπέτυχεν, ὁ δὲ δεύτερος καθυστέρησε κατὰ 2/12, καὶ δὲν ἐγένετο δικαστὴς εἰς τὸ παρεδρικὸν διαγώνισμα. Ἔχομεν ἐπίσης τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία ἐπανέφερεν ἐκκαθαρισθέντα ὑπάλληλον, ἀπέρριψε δὲ διδάκτορας τῆς νομικῆς, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸν κλάδον αὐτόν· καὶ ἐρωτῶ· ἔναντι τοιαύτης καταστάσεως δὲν ἐπιβάλλεται, ὥστε ἡ συνταγματικὴ μονιμότης τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων νὰ ἐπέλθῃ μετὰ χρόνον τινά, ἵνα κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν στοιχείων ἐκείνων, ἅπερ μειοῦσι τὸ γόητρον τῶν λοιπῶν καὶ θεωροῦνται ἐπιβλαβῆ στοιχεῖα εἰς τὸν ὅλον ὀργανισμὸν τὸν ὑπαλληλικόν; Φρονῶ ὅτι ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς συμφωνεῖ πρὸς τὴν ἐμήν, καὶ ἐδῶ περαίνω τὸν λόγον μου.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10 μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§125Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον διαφωνοῦμεν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι, ἂν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἂν εἶναι πρόσφορον νὰ ψηφίσωμεν τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν μονιμότητα ἢ οὔ, καὶ τοῦτο μόνον τὸ ζήτημα θὰ ἐξετάσω. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀληθῶς ἡ σημερινὴ περίστασις εἶναι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην πρόσφορος, ὅπως ψηφίσωμεν τὴν μονιμότητα. Ἐλέχθη ὅτι, ὅτε ἐψηφίσθη ἡ μονιμότης ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἀμέσως μετ’ ὀλίγον ἐπῆλθεν ἡ ἀντίδρασις καὶ κατηργήθη· διατί; Διότι κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχε κατορθώσει νὰ ἔχῃ πρόσωπα ἀφωσιωμένα εἰς αὐτήν. Ἔχομεν τοιοῦτόν τι σήμερον; Ὄχι. Γνωρίζομεν μάλιστα ὅτι σήμερον ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις, ὅτι αὕτη ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, εἰς τὸν ὁποῖον πάντες εἴχομεν παράσχει πλήρη ἐμπιστοσύνην. Γνωρίζομεν ὅτι μετὰ ταῦτα τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην διεδέχθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ, καὶ πάντες ἀνομολογοῦμεν ὡς ἀναμφισβήτητον ὅτι εἰς τὴν διοίκησιν ὑπάρχει βελτίωσις οὐχὶ μικρά. Ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ζητήσωσιν, ὅπως μήτε σήμερον κηρύξωμεν μονίμους τοὺς ὑπαλλήλους, εἶναι οἱ περὶ τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτοὶ ἐκεῖνοι οὐδὲν λέγουσι, τοὐναντίον προτείνουσι τὸ ἀντίθετον. Ἡμεῖς δὲ οἱ ἔξωθεν τῶν πραγμάτων εὑρισκόμενοι θέλομεν ν’ ἀποδείξωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τοῖς πράγμασιν, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην μετὰ τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ὑπαλλήλων ἐργάζονται, ὅτι δὲν εἶναι οὗτοι κατάλληλοι. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ὅταν οὕτω θέσωμεν τὰ πράγματα, ζήτημα δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ὅτι καλλιτέρα περίστασις ὅπως ψηφισθῇ ἡ μονιμότης, ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ· διότι τὰ πρόσωπα τὰ σημερινὰ δὲν ἐξελέγησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς σημερινῆς, διότι τὰ πρόσωπα τὰ σημερινὰ ἐξεκαθαρίσθησαν ἀπὸ Κυβέρνησιν μὴ κεχρωματισμένην. Ἐξ ἄλλου ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, βεβαίως δὲν θέλω ἔχει ἀντίρρησιν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑποσχεθῇ νὰ φέρῃ προσεχῶς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀσφαλίζῃ τοὺς πολίτας κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν τῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι, ὅτε συνεζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 5, πάντες τότε ἐξανέστημεν διὰ τὰς ἀδικίας ταύτας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ὑπάρξωσιν, ὅσον καλοὶ καὶ ἂν εἶναι οἱ ὑπάλληλοι, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπαίτησιν ὅτι θὰ εὑρεθῶσί ποτε ἐκεῖνοι οἱ ὑπάλληλοι, τοὺς ὁποίους ἐφαντάσθησαν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε θὰ πιέσωσι τοὺς πολίτας· πρέπει νὰ προΐδωμεν καὶ τὸ ἐναντίον. Πρέπει νὰ προστατεύσωμεν τοὺς πολίτας ἐναντίον τῶν ἐνδεχομένων ὑπερβασιῶν τῶν ὑπαλλήλων ἰδίως, ἀφοῦ κηρύσσομεν αὐτοὺς μονίμους. Ἐλπίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐὰν ἐπιμένῃ νὰ παραλειφθῇ τὸ ἐν λόγῳ ἐδάφιον εἰς τὸ Σύνταγμα, θὰ σπεύσῃ τοὐλάχιστον νὰ φέρῃ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§126Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν φρονούντων ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος θὰ φέρῃ εἰς ἀγαθὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν ὅλην διοίκησιν καὶ κατ’ ἀκολουθίαν θ’ ἀσκήσῃ ἐπίδρασιν ὠφέλιμον εἰς τὸ Κράτος ὁλόκληρον. Ἀναγνωρίζω ὅμως ὅτι μέγα μέρος τῆς κοινῆς συνειδήσεως ἔχει ἀντιπαθῶς πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην περὶ μονιμότητος τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, νομίζω δ’ ὅτι ἡ συνείδησις αὕτη τοῦ Ἕλληνος κατὰ τῆς μονιμότητος, βαθέως ἐρριζωμένη, ἔχει τὰ αἴτια αὑτῆς εἰς παλαιοτάτας ἀφορμάς, αἱ ὁποῖαι βεβαίως οὔτε ἀδικαιολόγητοι εἶναι, οὔτε εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ παροραθῶσιν ἐντελῶς· ἐνῷ βλέπομεν ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν ἔχουσι τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ μακροῦ ἤδη καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ κατ’ αὐτῆς παραπονούμενος, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐστερεῖτο ταύτης, ὁσάκις δὲ ἐγένετο ἀπόπειρα ὑπὸ διαφόρων Κυβερνήσεων νὰ εἰσαγάγωσι τὸν θεσμὸν τῆς μονιμότητος, ἀνεζητήθησαν εἶτα καὶ εὑρέθησαν παντοῖαι εὐκαιρίαι καὶ ἀφορμαί, ὅπως ἀνατραπῶσιν αἱ ἀρχαὶ αὐταὶ καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν προτέραν ἀσύστατον κατάστασιν. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὰ ἄλλα Κράτη εἶχον τὴν μονιμότητα καὶ ἡμεῖς δὲν τὴν εἴχομεν, εἶναι ὅτι τὰ ἄλλα Κράτη εἶχον ἀκριβῆ τὴν συναίσθησιν τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀναγκῶν του, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν εἴχομεν καθόλου τὴν συναίσθησιν ταύτην. Τὰ ἄλλα Κράτη ἐξειλίχθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν εἰς Κράτη κατὰ τοὺς παρελθόντας αἰῶνας ὑπὸ τὴν πυγμὴν μοναρχῶν, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς τὸν λαὸν καὶ ἄκοντα ἔτι τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν συνείδησιν πρὸ παντὸς τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον κατώρθωσαν βαθμηδὸν διὰ τῶν πραγμάτων αὐτῶν νὰ καταστήσωσιν ἁπτῶς εὐεργετικὸν εἰς τὸν λαόν. Ἀλλὰ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, ὅτε οἱ ἄλλοι λαοὶ τῆς ἑσπερίας Εὐρώπης ἠνδροῦντο, συγκροτούμενοι πέριξ ἰσχυρῶν πυρήνων, ἡμεῖς ἀπεμανθάνομεν τὴν ἰδέαν τοῦ Κράτους καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἶχε σβεσθῆ καὶ ἀπὸ τὴν ψυχὴν ἡμῶν καὶ αὐτὴ ἡ συνείδησις τῆς Πολιτείας, ἂν δέ τι ὑπεμίμνησκε τὴν ἔννοιαν τῆς Πολιτείας, τοῦτο ἦτο ἄκρως ἀντιπαθές, ἦτό τι ἐχθρικῶς διακείμενον πρὸς ἡμᾶς, διότι ὑπεμίμνησκε τὴν τουρκικὴν δεσποτείαν, ἡ ὁποία ἠσκεῖτο τυραννικῶς, δυναστεύουσα τὸν λαόν, μεταβληθέντα εἰς δοῦλον, ἔχοντα μόνον βαρείας ὑποχρεώσεις, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐζητοῦμεν πάντοτε καὶ ἀδιακόπως νὰ ἐκφύγωμεν. Ἀνεπτυσσόμεθα δὲ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους οὐχὶ ὡς Κράτος, ἀνεπτυσσόμεθα ὡς εἷς ἐλεύθερος κοινωνικὸς ὀργανισμός, ζῶν ἐντὸς ἐχθρικοῦ περιβάλλοντος, ὁ ὁποῖος δὲν ἐγνώριζε τί θὰ εἴπῃ Κράτος, καί, ὅτε κατωρθώσαμεν μετὰ πολλοὺς ἀγῶνας καὶ μακρὰς ὀδύνας ν’ ἀποκτήσωμεν ἀνεξαρτησίαν καὶ νὰ δημιουργήσωμεν ἐλεύθερον βασίλειον, εὑρέθημεν ἀμέσως μετὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ νέου βασιλείου ψυχολογικῶς ἐντελῶς ἀνέτοιμοι νὰ ὑποστῶμεν τὸν ὄγκον τοῦ Κράτους, νὰ ὑποστῶμεν τὴν πίεσιν δυνάμεως, οἵαν παριστᾷ τὸ Κράτος. Διότι ἀπετινάξαμεν τὴν τουρκικὴν δεσποτείαν καὶ ἐδημιουργήσαμεν Κράτος ἐλεύθερον, χωρὶς ν’ ἀντιληφθῶμεν διόλου συγχρόνως ὅτι ἐγίναμεν καὶ πολῖται καὶ ὅτι ὁ πολίτης ἔχει δεσμοὺς πρὸς τὸ Κράτος καὶ ὑποχρεώσεις πρὸς αὐτό. Ἡ ἔννοια ὅμως τοῦ πολίτου εἶναί τι ἀναπόσπαστον τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους καὶ ἄνευ ταύτης τὸ Κράτος εἶναι κάτι τι ἐντελῶς ἀνύπαρκτον, κάτι τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ νοηθῇ. Ἀφοῦ ἠλευθερώθημεν ἀπὸ τοῦ τουρκικοῦ ζυγοῦ καὶ ἐδημιουργήθημεν εἰς Κράτος, ἕνεκα τῶν αἰτίων τῶν προηγουμένων, εὑρέθη αἴφνης ὅτι βαθύτατα εἰς τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν ἦτο ἐρριζωμένον ὅτι τὸ γενικὸν συμφέρον ἀντιστρατεύεται ἐντελῶς εἰς τὸ μερικὸν συμφέρον, τοῦ μερικοῦ δ’ αὐτοῦ συμφέροντος τῶν ἀτόμων εἴχομεν πολὺ μεγαλειτέραν ἀντίληψιν, πολὺ ἁπτοτέραν αἴσθησιν. Καὶ τὸ μερικὸν αὐτὸ συμφέρον προσεπαθήσαμεν πάντοτε νὰ ἐπιβάλωμεν ἐναντίον παντός, καὶ πρὸ παντὸς ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ συμφέροντος τοῦ γενικοῦ, τοῦ συμφέροντος δηλ. τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ βαθμηδὸν τὸ Κράτος ἤρχισε καὶ αὐτὸ νὰ λαμβάνῃ συνείδησιν ἑαυτοῦ, συνείδησιν τῶν δικαιωμάτων του ἀλλὰ καὶ τῶν ὑποχρεώσεών του πρὸς ἑαυτό, ἤρχισε δὲ νὰ φαίνηται βαρὺ πρὸς ἡμᾶς, διότι ἡμεῖς εἴχομεν συνείδησιν ἴσως τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκ τοῦ Κράτους πηγάζουσι διὰ τοὺς πολίτας, δὲν εἴχομεν ὅμως διόλου συνείδησιν τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἡμεῖς οἱ πολῖται πρὸς τὸ Κράτος, ἑπομένως δὲν ἤμεθα διόλου διατεθειμένοι ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κράτος ἐναντίον ἡμῶν. Ἀλλὰ τὸ ἀνδρούμενον αὐτὸ Κράτος διὰ τίνος μέσου κυρίως δρᾷ; Ποῖα εἶναι τὰ ἔμψυχα ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων καθίσταται ἁπτὴ παντοῦ ἡ δρᾶσις τοῦ Κράτους; Τὰ ἔμψυχα ὄργανα αὐτὰ εἶναι οἱ διάφοροι ὑπάλληλοι, τὰ ὄργανα τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, παντοῦ δὲ γῆς, ὅπου ὑπάρχει Κράτος, τὸ Κράτος ἐφρόντισε κυρίως καὶ πρὸ πάντων νὰ δημιουργήσῃ σκελετὸν διὰ τὸν ὀργανισμόν του, σκελετὸν ἰσχυρόν, ἀνένδοτον εἰς πιέσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ πλεῖστον ἦσαν πιέσεις ὁρμώμεναι ἐξ ἐγωιστικῶν διαθέσεων, πιέσεις, αἱ ὁποῖαι εἰς πᾶν ἄλλο ἀπέβλεπον παρὰ εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον, ἀπέβλεπον δὲ πάντοτε εἰς τὴν ἰδιοτέλειαν καὶ τὴν θεραπείαν τῶν ὑλικῶν συμφερόντων τῶν ἀτόμων, ὁσάκις τὰ ἄτομα ἐνόμιζον ὅτι τὰ συμφέροντά των ταῦτα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Ἐδημιούργησαν ἕνεκα τῶν αἰτίων τούτων παντοῦ ὑπαλληλικὸν ὀργανισμόν, σκελετὸν δηλαδή, ἰσχυρόν, προικίσαντες τοῦτον συγχρόνως μὲ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις σαφῶς καθωρισμένας ἐκ τῶν προτέρων, δικαιώματα δυνάμενα πάντοτε νὰ ἐπιβληθῶσι, καὶ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν σαφῶς ἐρρυθμισμέναι, ὥστε νὰ δύναται τὸ Κράτος διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς πολίτας τὰς ὑποχρεώσεις των καὶ ἐντεῦθεν νὰ δύναται τελειότερον καὶ ἀσφαλέστερον νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ ὅλου, τὸ ὁποῖον κατέληγεν εἰς ὠφέλειαν καὶ τοῦ μέρους. Τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αὐταὶ εἶναι αἱ διατυπούμεναι εἰς τοὺς διαφόρους νόμους περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅτι δυσκόλως δύναταί τις καὶ ἀπὸ θεωρίας καὶ ψυχολογικῶς ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἄνω παρατηρήσεων καὶ ὅτι δι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ συμφέρον καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν αὐτῶν ἀπαραίτητον εἶναι νὰ ὑπάρξῃ μονιμότης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα ἀπαντῶσι πολλοὶ καὶ φέρουσιν ἀντιρρήσεις διττάς· ἡ μὲν μία ἀντίρρησις εἶναι γενική, συνταγματικῆς φύσεως, ἡ δὲ ἄλλη εἰδική, Ἑλληνική, ἀπὸ ἀπόψεως δηλαδὴ καθαρῶς Ἑλληνικοῦ δικαίου. Ἡ γενικὴ συνταγματικὴ παρατήρησις λέγει ὅτι διάταξις περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος δὲν χωρεῖ εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καθορίζει γενικῶς μόνον τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ πολίτου, ῥυθμίζει τὰς ἁρμοδιότητας τῶν διαφόρων πολιτειακῶν ὀργάνων, κανονίζει δηλ. τὴν δικαιοδοσίαν τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν. Πρὸς τούτοις δὲ εἰς τὰ διάφορα συντάγματα τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης, τοὐλάχιστον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς χρησιμεύουσιν ὡς πρότυπον, πλὴν τοῦ Νορβηγικοῦ, δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη διάταξις τοιαύτη περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος. Εἰς ταῦτα θ’ ἀπαντήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον διετυπώθησαν εἰς συνταγματικὰς διατάξεις εἰς τὰ Συντάγματα τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης αἱ διάφοροι ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν αὐτοῖς, τὰ συντάγματα ἐκεῖνα εὗρον προϋπάρχοντας τοὺς νόμους περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τοὐλάχιστον εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν, καὶ βαθέως ἐρριζωμένους εἰς τὴν συνείδησιν τῶν λαῶν, ἑπομένως δὲν παρίστατο ἀνάγκη νὰ ζητηθῇ καμμία ἐγγύησις περὶ δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων, τὰ ὁποῖα ἴσχυον ἤδη καὶ ἐναντίον τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπ’ οὐδενὸς ἠγείρετο ἀμφισβήτησις. Εἰς τὰ συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν νὰ καθιερώσωσι καὶ νὰ βεβαιώσωσι δι’ ἐγγυήσεων συνταγματικῶν ἀρχὰς λαϊκῶν ἐλευθεριῶν ἀμφισβητουμένας καὶ τὰς ὁποίας ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐζήτουν νὰ μονιμοποιήσωσι καὶ βεβαιώσωσι κατὰ πάσης παραβάσεως, δὲν ἐσκέφθησάν ποτε νὰ περιλάβωσι καὶ διατάξεις περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, διότι αἱ διατάξεις αὗται ἦσαν βέβαιαι ἤδη, ὅσον βέβαιαι ἦσαν καὶ διατάξεις πολλαὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ π.χ. δικαίου, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐκ τοῦ λόγου τούτου δὲν εἶχον καμμίαν θέσιν εἰς τὰ συντάγματα, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι θὰ ἐτίθεντο ὑπὸ τὴν σκέπην των, ἐὰν ἠμφεσβητοῦντο καὶ ἡ σημασία των ἐθεωρεῖτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ἔπρεπε ν’ ἀσφαλισθῇ κατὰ παντός. Τὴν παρατήρησιν ἑπομένως αὐτήν, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς ῥιζικήν τινα καὶ θεμελιώδη ἀρχήν, δὲν ἔχει καὶ τόπον ἐν τῷ συντάγματι, τὴν θεωρῶ οὐχὶ βάσιμον, νομίζω δὲ ὅτι εἰς ἡμᾶς, παρ’ οἷς ἀμφισβητεῖται ἀκριβῶς ὑπό τινων τὸ ὀρθὸν τῆς ἀρχῆς ταύτης, ἐνῷ ἐξ ἑτέρου θεωρεῖται ὡς ἀναμφισβητήτου ὠφελείας, ἀπαιτεῖται νὰ βεβαιωθῇ διὰ συνταγματικῆς ἐγγύης ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς ὁ ὑπαλληλικός. Ἀφ’ ἑτέρου μοὶ παρατηρεῖται ὅτι οἱ Ἕλληνες ὑπάλληλοι δὲν εἶναι ἐν συνόλῳ ἄξιοι τοιαύτης ἐγγυήσεως, καὶ ὅτι σκόπιμον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἁπλῶς διὰ νόμου ἐπήρχετο ἡ ἐγγύησις αὕτη χωρὶς νὰ μονιμοποιήσωμεν διάταξιν, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἴσως βραδύτερον θέλουσιν ἐγερθῇ ἀντιρρήσεις σπουδαῖαι. Εἰς ταῦτα θ’ ἀπαντήσω ὅτι βεβαίως δὲν εἶμαι ἀπολύτως διατεθειμένος ν’ ἀναλάβω ἄνευ εὐεργετήματος ἀπογραφῆς τὴν ὑποστήριξιν πάντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, εἶμαι δὲ πρόθυμος ν’ ἀναγνωρίσω ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν πόρρω ἀπέχουσι τοῦ νὰ ἵστανται εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεώς των, ὅτι δὲ συγχρόνως πολλοὶ ἐξ αὐτῶν θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν δὲν ἀνῆκον εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ἐὰν εὑρίσκετο τρόπος, ὥστε τὸ Κράτος ν’ ἀπηλλάσσετο τοῦ βάρους αὐτοῦ.
§127Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ἐκκαθάρισις.
§128ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἐκκαθαρίσεως. Ἀλλ’ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἴδωμεν τὸ μᾶλλον ὠφέλιμον καὶ νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, καί, ἂν ἐντεῦθεν γεννηθῇ καὶ ζημία τις, ἀρκεῖ ἡ ὠφέλεια νὰ εἶναι μεγαλειτέρα. Νομίζω δ’ ὅτι μόνον ἐὰν ἀρχίσωσι διδόμεναι ἐγγυήσεις εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ τις ὅτι θ’ ἀποκτήσῃ ὑπαλλήλους πράγματι εὑρισκομένους εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς των καὶ πράγματι ἐνασκοῦντας ἐν ἐπιγνώσει καὶ συνειδήσει τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ διοικητικοῦ ὀργανισμοῦ. Πολιτειακὴν καὶ ὑπαλληλικὴν ἀνατροφὴν εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον ν’ ἀποκτήσωσιν οἱ ὑπάλληλοι ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει βεβαιότης ὅτι ἡ νομικὴ αὐτῶν κατάστασις εἶναι βεβαιωμένη συνταγματικῶς, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι βέβαιοι ὅτι ἐνασκοῦντες τὰ ἔργα αὐτῶν, καὶ μόνον τὰ ἔργα αὐτῶν, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν νόμων δὲν θὰ εὑρεθῶσιν ἀντιμέτωποι ἀξιώσεων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ εἶναι ἐπιζήμιοι εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νὰ ἐπιτελῶσιν. Ἐὰν ἐξακολουθῶσιν ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς τοῦ ἀξιώματός των—καὶ τοιοῦτοι ὑπάλληλοι θὰ εὑρίσκωνται βεβαίως πάντοτε—, τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει πρὸς σωφρονισμὸν καὶ πρὸς ἀποβολὴν αὐτῶν τῶν περιττῶν στοιχείων, θὰ εἶναι ἡ ἔλλογος καὶ ἡ αὐστηρὰ ἄσκησις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Ἂν σήμερον μᾶς λέγουσι «καὶ σήμερον ἀκόμη ἔρχονται παραδείγματα καταχρήσεων ὑπαλλήλων, παραδείγματα μὴ ἀκριβοῦς τηρήσεως τῶν καθηκόντων των», εἰς ταῦτα θὰ ἀπαντήσω ὅτι τὸ λάθος δὲν ἔγκειται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, τὸ λάθος δὲν ἔγκειται εἰς τὴν μονιμοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ τὸ λάθος ἔγκειται εἰς τὴν μὴ κατάλληλον, εἰς τὴν μὴ αὐστηρὰν καὶ δικαίαν ἄσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Τὸ ὅπλον αὐτό, τὸ ὁποῖον χειρίζεται ἡ ἐξουσία τοῦ κέντρου καὶ τὸ ὁποῖον καλῶς λειτουργοῦν δύναται νὰ δώσῃ βεβαίως ἄριστα ἀποτελέσματα, αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον κατάλληλον μέσον ὅπως κατορθώσητε καὶ τοὺς ὑπάρχοντας ὑπαλλήλους νὰ διατηρήσητε ἐν τῇ ὀρθοφροσύνῃ καὶ τῇ νομιμοφροσύνῃ, συγχρόνως δ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι διατεθειμένοι εἴτε ὡς ἐκ τῆς ἀνωμαλίας τοῦ παρελθόντος εἴτε ἐκ κακῶν ἕξεων ἢ διαθέσεων νὰ ὑπερβαίνωσι τὰς ἐξουσίας αὑτῶν ποιούμενοι κατάχρησιν εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως τῆς ὑπηρεσιακῆς των θέσεως, πρέπει νὰ συγκρατήσητε ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ καθήκοντος εἴτε νὰ τοὺς ἀποβάλητε τῆς ὑπηρεσίας ὡς ἄχρηστον ἢ ἐπικίνδυνον ὑλικόν. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων νομίζω ὅτι εἶναι ὠφελιμωτάτη ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ὑπάρχει, τὰ ὠφελήματα δέ, τὰ ὁποῖα ἐντεῦθεν θὰ πορισθῇ τὸ Κράτος ἐν συνόλῳ, θὰ εἶναι πολὺ μεγαλείτερα τῶν μικροζημιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τῆς μὴ καλῆς ἐκπληρώσεως εἰσέτι τῶν καθηκόντων πολλῶν ὑπαλλήλων.
§129ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύο εἶναι κυρίως αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 102, ὡς αὕτη διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, ἡ μία θεωρητικὴ καὶ ἡ ἄλλη πρακτική. Ὡς δ’ ἀνεπτύχθησαν αἱ ἀντιρρήσεις αὗται, ἐστράφησαν οὐ μόνον κατὰ τῆς συνταγματικῆς κυρώσεως τῶν νόμων περὶ ἀποκεντρώσεως τῶν ὑπαλληλικῶν μεταβολῶν, ἀλλὰ γενικῶς καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς ἀποκεντρώσεως τῶν τοιούτων μεταβολῶν. Ἡ πρώτη ἀντίρρησις, ἡ θεωρητική, συνίστατο εἰς τὸ ὅτι ἡ τοιαύτη ἀποκέντρωσις ἀντίκειται εἰς θεμελιώδεις συνταγματικὰς διατάξεις, ἀντίκειται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ἀντίκειται εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐλέγχῃ τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποίαν ἰδέαν ἔχουσιν οἱ τοιαῦτα ἀντιτάσσοντες περὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἡ ἀρχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, καθ’ ὅσον ἀκόμη ἀναγνωρίζεται, συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἑκάστη ἐξουσία εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς ἰδιαίτερα ὄργανα, κατ’ ἀκολουθίαν οὐδόλως ἀντίκειται εἰς αὐτὴν τὸ νὰ διορίζωνται καὶ μετατίθηνται οἱ ὑπάλληλοι τῶν διαφόρων διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν οὐχὶ ἀποφάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀποφάσει ὡρισμένων ὀργάνων συνισταμένων διὰ νόμου. Ἔχουσι δὲ πολὺ μικρὰν ἰδέαν τῆς δικαιοδοσίας καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι θέλει καταργηθῆ ἡ αὐτενέργεια καὶ θέλει περιορισθῆ ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἀποκεντρωθῆ αἱ μεταβολαὶ αἱ ὑπαλληλικαί, διότι ἡ κυρία δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν συνίσταται εἰς τὸν διορισμὸν ἢ εἰς τὴν μετάθεσιν ἢ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν, τῶν λειτουργιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀνατεθειμέναι εἰς τὴν σχετικὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ καὶ προκειμένου ἀκόμη περὶ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος τῶν ὑπαλληλικῶν μεταβολῶν ψυχὴ καὶ νοῦς αὐτοῦ εἶναι ὁ Ὑπουργός, διότι αὐτὸς θέτει εἰς ἐνέργειαν τὴν μηχανήν, διὰ τῆς ὁποίας γίνεται ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἑπομένως εἰς τὴν περίπτωσιν πλήρους ἀποκεντρώσεως τῶν ὑπαλληλικῶν μεταβολῶν δὲν αἴρεται τελείως ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους εἰς τὰ διαχειριζόμενα τὰς προσωπικὰς μεταβολὰς ὄργανα. Ἐκ τῶν δεσμευόντων τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ ἀναφορικῶς εἰς τὰς ὑπαλληλικὰς μεταβολὰς εἶναι....
§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οὐδεὶς ὑπάρχει.
§131ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὡς παράδειγμα φέρω τοὺς νόμους περὶ ἀποκεντρώσεως τῶν προσωπικῶν μεταβολῶν εἰς τὴν κατωτέραν καὶ μέσην ἐκπαίδευσιν.
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§133Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Βεβαίως δεσμεύουσι τὰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ οἱ νόμοι, οὓς ἀνέφερα· ἐν τούτοις ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἀρκετὰ εὐρεῖα, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν πρὸς τοὺς νόμους σεβασμόν. Ἐκτὸς τῶν ῥηθέντων ἐκπαιδευτικῶν νόμων ἔχομεν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καθιερώσει τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν Δημοσίων ἔργων, οὐδέποτε δὲ ὑπεστηρίχθη σπουδαίως ὅτι οἱ σχετικοὶ νόμοι, δι’ ὧν ἐμονιμοποιήθησαν οἱ ὑπάλληλοι τῶν κλάδων τούτων, εἶναι ἀντισυνταγματικοὶ ἢ ὅτι καταλύουσι τὴν ὑπουργικὴν δικαιοδοσίαν ἢ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς. Κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἀντίρρησις αὕτη περὶ ἀντισυνταγματικότητος εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμος καὶ δὲν ἀξίζει νὰ γίνῃ περὶ αὐτῆς πολὺς λόγος. Ἡ ἄλλη ἀντίρρησις συνίσταται εἰς τὸ ὅτι διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως δὲν ἐξασφαλίζεται καλλίτερον ὑπαλληλικὸν ὑλικὸν παρὰ διὰ τῆς ἀμέσου ἐκλογῆς, διὰ τῆς ἀμέσου ἐξαρτήσεως τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τὸν ὑπεύθυνον Ὑπουργόν, ὁπότε καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ εἶναι εὐστοχωτέρα καὶ ἀποτελεσματικωτέρα. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι βεβαίως τὸ οὐσιαστικώτερον, διότι ἐπὶ τῶν νομοθετικῶν πραγμάτων εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι μεγαλειτέραν βαρύτητα αἱ θεωρίαι περὶ τύπων ἀπὸ τὴν σκοπιμότητα. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἔχει ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀπὸ τῆς ἀνεξαρτησίας μέχρι σήμερον, ἥτις διαψεύδει τοῦτο, διότι μέχρις ἐσχάτων εἰς τοὺς ὑπαλληλικοὺς κλάδους εἴχομεν πλῆρες συγκεντρωτικὸν σύστημα ἐξαρτήσεως τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ γνωρίζομεν πάντες ποῖα ὀλέθρια ἀποτελέσματα εἶχε τὸ σύστημα τοῦτο. Ἀντὶ νὰ μακρηγορήσω θὰ περιορισθῶ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863 ὁ ἀείμνηστος Δεληγεώργης, ὁ ὁποῖος εἶχε προτείνει καὶ εἶχεν ὑποστηρίξει τὴν διὰ τοῦ Συντάγματος καθιέρωσιν τῆς μονιμότητος τῶν δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὅπερ δὲν ἐγένετο τότε δεκτόν. Πλὴν ἄλλων εὐστόχων εἶπε καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Καθόσον γνωρίζετε, Κύριοι, καὶ οἱ Βουλευταὶ καὶ οἱ κυβερνῆται, ὡς ἄνθρωποι, ἔχουσι τὰς ἀδυναμίας των, τὰς συμπαθείας των, τὰ ἐλαττώματά των. Ἐρωτῶ λοιπόν· ὁποῖον τὸ καθῆκον τοῦ ἔθνους, ὅταν εἰς τὴν συντακτικὴν Συνέλευσιν συνέρχηται; Ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει τὰς ἀδυναμίας τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν ἀντιπροσώπων καὶ νὰ εὕρῃ τὰ μέσα, δι’ ὧν ἐμποδίζει τὴν κατάχρησιν τῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους εἰς τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν καταλείπει. Ἂν δὲν κάμητε τοῦτο, Κύριοι, δὲν θὰ ἔχητε Κυβερνήσεις ἠθικάς, καὶ σημειώσατε ὅτι οὕτως οὐδέποτε θὰ ἐλευθερωθῇ ἀπὸ τὴν φθισικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ πατρίς μας· διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἡ ὑπαλληλία, ἣν ἀναβιβάζουσι καὶ καταβιβάζουσιν οἱ διὰ τῶν τοιούτων ἀγοραπωλησιῶν τῶν συνειδήσεων ἐκλεγόμενοι Βουλευταί, οὐδέποτε θὰ ἔχῃ ἀνεξαρτησίαν, οὔτε χαρακτῆρα, οὔτε ἔφεσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· καὶ ἐνόσῳ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς της κρέμαται ἡ μάχαιρα τοῦ Δαμοκλέους θέλει φατριάζει, δὲν θέλει διοικεῖ». Οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ ἀειμνήστου Δεληγεώργη εἶναι αὐτόχρημα προφητικοὶ διὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν ἀπὸ σειρᾶς ἐτῶν. Ἐδημιουργήθησαν κακοὶ χαρακτῆρες, ὁ φατριασμὸς τῆς διοικήσεως ἐδημιούργησε κατάστασιν, ἥτις προυκάλεσε τὴν ἐπανάστασιν τῆς 15 Αὐγούστου 1909, ἡ ὁποία μίαν ἀπὸ τὰς κυριωτέρας ἀπαιτήσεις εἶχε καὶ τὴν ἀποκέντρωσιν τῶν ὑπαλληλικῶν μεταβολῶν. Ἑπομένως, ἐὰν θέσωμεν εἰς τὴν πλάστιγγα ἀφ’ ἑνὸς τὰ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συμβῶσιν ἐν περιπτώσει πλήρους ἀποκεντρώσεως τῶν ὑπαλληλικῶν μεταβολῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἐλαττώματα τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, τῆς πλήρους δηλ. ἐξαρτήσεως τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι θὰ βαρύνῃ ἡ πλάστιγξ πρὸς τὸ μέρος τοῦ συγκεντρωτικοῦ συστήματος, τοῦ ὁποίου τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα δὲν δύνανται σοβαρῶς ν’ ἀμφισβητηθῶσιν. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ῥηθέντα ἐπιχειρήματα, οὕτω γενικῶς κατὰ τῆς ἀποκεντρώσεως στρεφόμενα, εἶναι ἐντελῶς ἀβάσιμα, δὲν στεροῦνται ποιᾶς τινος ὑποστάσεως, ὅταν στρέφωνται κατὰ τῆς συνταγματικῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων. Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν διὰ τῆς τοιαύτης συνταγματικῆς ἐξασφαλίσεως ἑδραιοῦμεν περισσότερον τὴν ἀποκέντρωσιν ἢ τὴν ὑπονομεύομεν. Διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀποκέντρωσις, εἶναι ἀπαραίτητον πρὸ παντὸς ν’ ἀπαρτισθῇ τὸ ἀνώτερον προσωπικὸν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν ἀπὸ πρόσωπα ἐξαιρετικῆς ἱκανότητος καὶ χρηστότητος, εἶναι ζήτημα δὲ ἂν ἡ συνταγματικὴ περιφρούρησις τῆς μονιμότητος ἰδίως τοῦ ἀνωτέρου προσωπικοῦ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὡς ἔχει τοῦτο σήμερον, θέλει συντελέσει εἰς τὴν διαπαιδαγώγησιν αὐτοῦ, εἰς τὴν ἠθικωτέραν χρῆσιν τῆς ἀνατεθειμένης εἰς αὐτὸ ἐξουσίας διὰ τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων. Μοὶ ἐγεννήθη ὁ δισταγμὸς μήπως διὰ τῆς τοιαύτης ἐξασφαλίσεως τῆς θέσεως τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, ἀντὶ νὰ γεννηθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ ἐκ τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων ἀφοβία, γεννηθῇ ἡ ἐκ τῆς ἀσυδοσίας ἀφοβία, ἡ ὁποία προκαλεῖ σεβασμὸν οὐχὶ πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ πρὸς τὸ ἀτομικόν, τὸ συγγενικόν, τὸ φιλικὸν συμφέρον. Ἕνεκα τούτου νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δώσωμεν μίαν διέξοδον εἰς τὴν ἀποκέντρωσιν εἰς τρόπον, ὥστε ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον συμβῆ ἐξαιρετικαὶ καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, εἰς οὓς εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ διαχείρισις τῆς ἀποκεντρωτικῆς ἐξουσίας, νὰ δύνανται αὗται νὰ κολασθῶσιν, ἵνα οὕτω καὶ οἱ ὑπάλληλοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν δυνατὴν τιμωρίαν, νὰ ὦσιν εὐλαβέστεροι εἰς τοὺς νόμους καὶ εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον, καὶ ἵνα ἐξ ἄλλου ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ εἶναι μεγαλειτέρα πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ πρὸς τὸ Κράτος. Αὗται αἱ σκέψεις μὲ ἔπεισαν, ὥστε προκειμένου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ταχθῶ ὑπὲρ τῆς προσκαίρου ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, διότι ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἀπολυθῇ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν κατέχουσιν ἐπαξίως τὴν θέσιν αὐτῶν, τοῦτο ἤθελεν ἀποτελέσει παράδειγμα λυσιτελὲς διὰ τὸ μέλλον, ὅπως μὴ οἱ ἀνώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι παραβαίνωσι τοὺς νόμους. Τοιαύτην τινὰ ἐξαιρετικὴν διέξοδον δὲν βλέπω λαμβανομένην διὰ τοῦ ἄρθρου 102, ὡς ἔχει διατυπωθῆ τοῦτο ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἡ διαχείρισις τῶν προσωπικῶν μεταβολῶν ἀνατίθεται εἰς εἰδικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα συνιστῶνται ἀπὸ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ τιμωρηθῶσιν εὐκόλως καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι νὰ συσσωρεύσωσιν ἁμαρτήματα ἐπὶ ἁμαρτημάτων, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπονομεύσωσι τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποδίδω καὶ ἐγὼ μεγίστην σημασίαν. Ὡς τοιαύτην διέξοδον προτείνω τὴν καθιέρωσιν παρ’ ἡμῖν τοῦ θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἰσχύει ἐν Ἀγγλίᾳ ἀναφορικῶς εἰς τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἔχει καθιερωθῆ ἡ ἰσοβιότης, ἀλλά, ὡς γνωστόν, δι’ ἀποφάσεως τῶν Βουλῶν, ἥτις ἀπόφασις δὲν λαμβάνεται εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ καθ’ ὡρισμένην διαδικασίαν, κατόπιν ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων ἀποβάλλεται οἱοσδήποτε δικαστικὸς ὑπάλληλος, ἀποδεικνυόμενος ἀνάξιος τῆς ὑψηλῆς θέσεώς του.
§134Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπέφερεν αὐτὴν τὴν ταραχὴν ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, πρέπει νὰ εἴπω ὅτι ἐν Γαλλίᾳ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπόκεινται εἰς τὴν κρίσιν ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ τοὺς προέδρους καὶ ἀντιπροέδρους τῶν δύο Βουλῶν, τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Γερουσίας. Ὥστε δὲν εἶναι ἐντελῶς πρωτότυπος ἡ πρότασις, διότι οἱ ἀνώτεροι ἰσόβιοι ὑπάλληλοι ἐξ ἴσου ὑπόκεινται καὶ ἐν Ἰταλίᾳ εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ τὸν πρόεδρον καὶ τὸν ἀντιπρόεδρον τῶν Βουλῶν.
§135Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, καίτοι ἔχει καθιερωθῆ ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ ἰσοβιότης, δύνανται οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι κατόπιν ἀποφάσεως τῶν Βουλῶν, λαμβανομένης κατόπιν ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, ν’ ἀποπέμπωνται ἐφ’ ὅσον ἀποδεικνύονται ὡς ἀναξίως κατέχοντες τὰς θέσεις αὑτῶν. Τοιοῦτόν τι θὰ ἐπεθύμουν νὰ καθιερωθῇ παρ’ ἡμῖν διὰ τοὺς ἀνωτέρους διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Οἱ φόβοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν, ὅτι πιθανὸν νὰ γίνῃ κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, δὲν μοὶ φαίνονται βάσιμοι, διότι εἶναι πολὺ δύσκολον οἱαδήποτε Κυβέρνησις νὰ ἐπιδιώξῃ ν’ ἀπολύσῃ ὑπαλλήλους, ἀπαρέσκοντας εἰς αὐτήν, διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἐκ τούτου μεγάλη θὰ προκληθῇ ἀντίδρασις, ἐκτὸς τοῦ ὅτι οὐδέποτε ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ νὰ καταδικάσῃ ἀνωτέρους ὑπαλλήλους ἄνευ σοβαροῦ λόγου.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας.
§137Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐξ ἄλλου ἡ ἐξέλιξις τῶν τελευταίων γεγονότων μᾶς πείθει ὅτι ἡ ἀξίωσις τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀναξίων ἐκ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων δὲν προέρχεται ἀπὸ τὰ πολιτικὰ κόμματα, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ στηρίζεται εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων.
§138Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἀπολύονται Ὑπουργοὶ καὶ θ’ ἀπολυθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι;
§139Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καὶ σπανιώτατα ἂν ἀσκηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι μέγιστον.
§140Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Περιμένετε δρᾶσιν;
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἀντιλαμβάνεσθε. Ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι τὰ μέγιστα διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται διὰ τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ ἡ τοιαύτη ἀνεξαρτησία νὰ καταλήξῃ εἰς πλήρη ἀσυδοσίαν, ἥτις θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὰς ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν καταχρήσεις καὶ ἐν τέλει τὴν κατάργησιν τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων.
§142Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως προσθέτου συμβάσεως τροποποιούσης τὴν σύμβασιν τὴν συναφθεῖσαν καὶ ὑπογραφεῖσαν πέρυσι «περὶ προκαταβολῆς ἐκδόσεως δανείου 150.000.000 δρ.». Γνωρίζετε κάλλιστα πῶς ἐξεδόθη πέρυσι τὸ δάνειον, πῶς ἐγένετο ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἡ προκαταβολὴ καὶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ δανείου δι’ εὐθετωτέρους χρόνους, ἐδόθη δὲ δικαίωμα αἱρέσεως μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1911 ἐπὶ τοῦ ὅλου ἢ τοῦ μέρους τοῦ δανείου. Διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου προτείνεται, ὅπως, ἐὰν δὲν ἐκδοθῇ τὸ ὅλον τοῦ δανείου μέχρι τῆς 31 Δεκεμβρίου 1911, παραταθῇ ἡ χρῆσις τῆς αἱρέσεως μέχρι τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θὰ ζητήσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ ὑπολοίπου. Ἐπίσης κατὰ ἓν ἕτερον σημεῖον μεταβάλλεται. Ζητεῖται ἡ μεταβολὴ τῆς ὑπογραφείσης συμβάσεως. Ἐν τῇ ὑπογραφείσῃ συμβάσει λέγεται ὅτι ἐκ τῶν κεφαλαίων τοῦ δανείου ποσὸν μέχρι 40,000,000 θὰ ἐδαπανᾶτο διὰ παραγωγικὰ ἔργα καθοριζόμενα ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, εἰς σιδηροδρομικὰ ἔργα, εἰς ἔργα ὑδραυλικὰ ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ εἰς ἀποζημιώσεις προερχομένας ἐκ σιδηροδρομικῶν ἔργων. Ἡ Κυβέρνησις, φρονεῖ ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορίσῃ τὴν φροντίδα αὑτῆς εἰς ἀποξηράνσεις ἑλῶν μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι γαῖαι κατακλυζόμεναι ὑπὸ ὑδάτων, πλούσιαι γαῖαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς κατοίκους ἵνα οὕτως αὐξηθῇ καὶ ἀλλαχοῦ, ὄχι μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἡ παραγωγικὴ δύναμις τῆς Ἑλλάδος. Πλὴν τούτου ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ἀπὸ πολλοῦ χρόνου μεγάλη πηγὴ πλούτου ἀπέβη ἐγγὺς ἡμῶν κειμένη, ὁ λιμὴν Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ φέρῃ ἀληθῶς μεγάλην εὐρωστίαν εἰς τὴν ἐν γένει τῆς χώρας οἰκονομίαν, ἐὰν διαρρυθμισθῇ οὗτος, ὅπως διερρυθμίσθησαν ἄλλοι λιμένες τῆς Εὐρώπης, καὶ γίνῃ ὁ μόνος μέγας λιμὴν τῆς ἐγγὺς ἡμῶν Ἀνατολῆς, δυνάμενος νὰ συγκεντρώσῃ τὸ διαμετακομιστικὸν ἐμπόριον ὅλης τῆς ἐγγὺς ἡμῶν Ἀνατολῆς, δυνάμενος πλὴν τούτου νὰ ἔχῃ καὶ ἐλευθέραν ζώνην, ἡ ὁποία ἐλευθέρα ζώνη θὰ δώσῃ ζωὴν ἀμέτρητον εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος καὶ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς πηγὴ ἐντεῦθεν ἐμπορίου πρὸς τὴν ἐγγὺς ἡμῶν Ἀνατολήν, πρὸς τὰ μέρη, τὰ ὁποῖα πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε, τὰ ἀντικρὺ ἡμῶν κείμενα. Ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς, ἐὰν διαρρυθμισθῇ οὕτω, θέλει ἀποβῆ μεγάλη πηγὴ καὶ μεγάλη εὐρωστία διὰ τὴν ἐν γένει οἰκονομίαν τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι δυνατὸν μέρος τοῦ δανείου τούτου νὰ χρησιμοποιηθῇ καὶ πρὸς διαρρύθμισιν τοῦ λιμένος Πειραιῶς. Ὑπάρχει, καθὼς γνωρίζετε, σύμβασις μετὰ τῆς ἑταιρείας τῶν Γενικῶν ἀποθηκῶν, ἡ ὁποία ἐκράτησε τὰς μελέτας αὑτῆς καὶ εἶναι ἑτοίμη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ὀφείλει καὶ αὐτὴ νὰ δαπανήσῃ, ἵνα διαρρυθμισθῶσιν ὄχι μόνον τὰ τελωνειακὰ καταστήματα πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἐμπορίου, ἀλλὰ νὰ συνεννοηθῇ καὶ μετὰ τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ὁ λιμὴν τοῦ Πειραιῶς διαρρυθμισθῇ καταλλήλως, ὅπως τὸ ἐμπόριον τῆς Ἑλλάδος τὸ συγκεντρούμενον ἐν τόσῳ μεγάλῳ ποσῷ ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς δυνηθῇ ν’ ἀναπτυχθῇ πολὺ ταχύτερον ἢ ὅσον κατὰ τὸ παρελθόν. Πρὸς ταῦτα βεβαίως τὰ 40,000,000, τὰ ὁποῖα προβλέπονται ἐν τῇ συμβάσει, δὲν θὰ ἤρκουν, καὶ δι’ αὐτὸ προτείνεται ἡ μεταβολή, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ διατεθησόμενον διὰ παραγωγικὰ ἔργα δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ 40,000,000. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο σημεῖα, τῶν ὁποίων προτείνεται ἡ μεταβολὴ ἐν τῇ συμβάσει.
§143ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἑκατομμύρια λαμβανόμενα ἐκ τῶν 150;
§144Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Βεβαίως. Προβλέπεται τοῦτο, ὅτι δύναται νὰ μὴ ἐκδοθῇ τὸ ὅλον τοῦ δανείου. Τοῦτο δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν ὄχι μόνον πρὸς τὴν κατάστασιν τῶν ἀγορῶν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σκέπτεται ὅτι τὸ ὅλον τοῦ δανείου θὰ ἦτο ἴσως βαρὺ διὰ τὸν Προϋπολογισμόν, ἂν ἐκδοθῇ ἀμέσως, ὅτι μέγα μέρος τοῦ κεφαλαίου τοῦ δανείου δὲν θὰ διετίθετο ἀμέσως πρὸς τὰ παραγωγικὰ αὐτὰ ἔργα καὶ πρὸς ἄλλας δαπάνας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανηθῶσι τόσα ἑκατομμύρια διὰ μιᾶς, ὅτε θὰ ἐβαρυνόμεθα μὲ τὸν τόκον τοῦ δανείου, ἐνῷ ὁ τόκος τοῦ διαθεσίμου κεφαλαίου ἐλάχιστα θ’ ἀπέφερεν ὑπὲρ ἡμῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἐπείγει, καὶ παρακαλῶ, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ προταχθῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ προβῶμεν εἰς διαπραγματεύσεις.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§146Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πάντοτε σχεδὸν εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων τῶν διοικητικῶν εἶναι ἀπαραίτητος. Διεφώνησάν τινες τῶν προαγορευσάντων ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων, ἂν δηλ. πρέπει νὰ περιλάβῃ πάντας τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ποίους καὶ πόσους νὰ ἐξαιρέσῃ, καὶ ἐπὶ πλέον ἑτέρα διαφωνία ὑπάρχει περὶ τοῦ ἂν πρέπει νὰ μονιμοποιηθῶσιν αὐτοὶ οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι ἢ πρέπει νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις τούτων καὶ ἔπειτα νὰ ἐπέλθῃ μονιμότης. Ἐλέχθη ἰδίᾳ ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐκ Λακωνίας ὅτι καλὸν θὰ ἦτο οἱ ἀνώτεροι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι νὰ ἐξῃροῦντο τῆς μονιμότητος, ἵνα δύναται ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς νὰ ἐκλέξῃ τοὺς καταλληλοτέρους, τοὺς μᾶλλον μεμορφωμένους, καὶ τοποθετῇ εἰς τὴν θέσιν τὴν διοικητικὴν τὴν ἀνωτέραν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν, ἀλλά, ἂν πρὸς στιγμὴν δεχθῶμεν τοῦτο, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι θὰ ὑποπέσωμεν εἰς ἄλλο ἄτοπον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι πολὺ μέγα καὶ ἴσως ἀνατρέψῃ ἄρδην ὅλον τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον σκοποῦμεν νὰ ἐπιτελέσωμεν.
§147Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Φαίνεται ὅτι δὲν ἀντελήφθητε. Εἶπον νὰ μὴ ἔχωσι συνταγματικὴν ἰσοβιότητα· δὲν ὡμίλησα περὶ ἰσοβιότητος προσκαίρου. Ἡ ἰσοβιότης αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων ὑπάρχει διὰ νόμου, ἀλλ’ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν μέχρι χρονικοῦ τινος διαστήματος ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νομίσει κατάλληλον νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον τῆς μονιμότητος, νὰ δύναται νὰ τὸν μεταβάλῃ. Ἐὰν δὲ ἡ μονιμότης τούτων τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ τὸ μεταβάλῃ.
§148Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ διὰ νόμου μονιμότης δὲν εἶναι μονιμότης, διότι τὸν νόμον δύναται ἡ ἑπομένη Κυβέρνησις, ἄλλη πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, νὰ τὸν μεταβάλῃ καὶ συνεπῶς ν’ ἀρθῇ τελείως ἡ μονιμότης, ἐνῷ ἡ συνταγματικὴ μονιμότης ἔχει ἄλλας ἐγγυήσεις, καὶ ἄλλας ἐξασφαλίσεις. Θὰ φθάσωμεν δὲ εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα: Ἐὰν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸν Ὑπουργόν, ἵνα διορίζῃ τοὺς ἀνωτάτους ὑπαλλήλους, ἐπειδὴ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ θ’ ἀποτελῶσι τὰς ἐπιτροπὰς καὶ τὰ συμβούλια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ κρίνωσι περὶ τῆς ἀπολύσεως, μεταθέσεως, προβιβασμοῦ ἢ διορισμοῦ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων, τὰ συμβούλια ἐκεῖνα θὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, θὰ εἶναι ὑπὸ τὸν διαρκῆ πέλεκυν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπίσης θὰ ὑπόκειται εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ συνεπῶς αἱ ἀποφάσεις τῶν συμβουλίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελῶνται ἀπὸ ὑπαλλήλους ὑποχειρίους εἰς τὴν Βουλήν, δὲν θὰ ἐκδίδωνται συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς τὰς θελήσεις τοῦ κόμματος. Συνεπῶς θέλει ἀρθῆ τελείως ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν σήμερον. Ἕνεκεν αὐτοῦ τοῦ λόγου εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσι, καὶ πρὸ παντὸς οἱ ἀνώτεροι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ εἶναι μόνιμοι, διότι ἐκτὸς τοῦ λόγου τούτου καὶ διὰ τῆς μακρᾶς πείρας, διότι καὶ ἡ πεῖρα κατ’ ἐμὲ εἶναι σπουδαῖον μέσον μορφώσεως, διότι θ’ ἀποτελεσθῶσιν ἀνώτεροι ὑπάλληλοι πρώτης τάξεως. Ἕτερον ἐπιχείρημα κατὰ τῆς μονιμότητος εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οἱ νῦν, διότι ἔχουσι τὴν προέλευσίν των κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν παλαιὰν πολιτικὴν καὶ ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ προβῶμεν εἰς μίαν προγραφήν.
§149Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Προγραφὴ δὲν ἐγένετο. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§150Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ἐγένετο προγραφή...
§151Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ εἶναι πολὺ ὀρθή.
§152Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Καὶ προγραφαὶ πραγματικῶς ἐγένοντο, πιθανὸν νὰ ἐξεδιώχθησαν καὶ ἀκατάλληλοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν ἦσαν καὶ καλοὶ ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὸν κίνδυνον ἴσως ν’ ἀνατραπῶσι πᾶσαι αἱ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι σήμερον, διότι θὰ σκεφθῶσι πλέον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πιθανὸν ἔστω καὶ παρὰ προσδοκίαν νὰ ἔλθωσιν εἰς τὰ πράγματα, ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ ἀνορθωτικοὶ ἠθελήσαμεν νὰ θέσωμεν τοὺς ἰδικούς μας καὶ νὰ τοὺς καταστήσωμεν τροφίμους τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ πολὺ δικαίως, πιθανὸν δὲ ὁ λόγος οὗτος καὶ μόνος νὰ ἐπιφέρῃ τελείαν ἀνατροπὴν τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τῆς ἀνορθώσεως. Ἕνεκα λοιπὸν τοῦ λόγου τούτου εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι οὔτε αὐτὴ ἡ γνώμη πρέπει νὰ ὑπερισχύσῃ, φρονῶ δὲ ὅτι ὄχι μόνον δὲν πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ὁ κύκλος τῆς ἐξαιρέσεως τῶν μονιμοποιουμένων ὑπαλλήλων καὶ νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ τμηματάρχαι, ἀλλὰ πρέπει καὶ αὐτοὶ οἱ νομάρχαι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τῆς νέας δημοτικῆς διαιρέσεως θὰ ἔχωσι περισσότερα δικαιώματα καὶ εὐρυτέραν ἐξουσίαν, θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ αὐτοὶ νὰ ἐμονιμοποιοῦντο καὶ νὰ μὴ θεωρῶνται ὡς πρόσωπα τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ νομάρχης εἶναι ὁ ἀνώτατος διοικητικὸς ὑπάλληλος τοῦ νομοῦ. Καὶ ἂν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς εἶναι ἐντελῶς ἀμερόληπτος, ὡς πρέπει νὰ εἶναι, θὰ εὐημερῇ ὅλη ἡ διοίκησις τοῦ νομοῦ, ἐνῷ, ἐὰν εἶναι εἷς φαῦλος, τὸν ὁποῖον θὰ διορίσῃ ἡ Κυβέρνησις, τότε θὰ χωλαίνῃ ὅλη ἡ ὑπηρεσία. Ἕνεκεν αὐτοῦ τοῦ λόγου νομίζω ὅτι ὄχι μόνον οὐδεὶς πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ νομάρχαι εἰς τὴν μονιμότητα.
§153Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω δύο ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον συζητεῖται τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἡ πρώτη ἀφορᾷ εἰς τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, ἡ δὲ δευτέρα εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Δημοσίου διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων. Καθ’ ἣν τρόπον καθορίζεται ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς βεβαίως; δὲν νομίζω ὅτι δύναται σοβαρῶς νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ τάσις, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὴν ἐποχὴν ταύτην πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν, ὅτι ἡ τάσις αὕτη εἶναι πολύπλοκος καὶ ὅτι δὲν πρέπει οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι νὰ διοικῶνται ἐν μέτρῳ τινὶ ἀποκεντρώσεως. Τὰ ἀποτελέσματα τῆς γενομένης ὅλης κινήσεως μέχρι τοῦδε τοῦτο μόνον ἀσφαλὲς κέρδος παρέσχον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἡ διοίκησις εἰς τὸ μέλλον γίνηται κατὰ χρηστότερον τρόπον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἐν τῷ Συντάγματι νὰ περιλάβωμεν διατάξεις τοσοῦτον ὑπερβολικάς, ὥστε νὰ χρειασθῇ δευτέρα ἐπανάστασις, ἵνα καταργηθῶσιν αὗται. Κατὰ τὸ σχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καθίστανται μόνιμοι καὶ δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ ὡρισμένης διαδικασίας, ἡ ὁποία καθορίζεται ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Ἑπομένως μέχρις ἑτέρας ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος πᾶς ὑπάλληλος εἶναι μόνιμος, καὶ διὰ πάντα ὑπάλληλον δὲν θὰ δυνηθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ λάβῃ οἱονδήποτε μέσον πρὸς περιστολὴν τῆς αὐθαιρεσίας. Νομίζω ὅτι ἡ τοιαύτη διατύπωσις τοῦ ἄρθρου εἶναι ὑπερβολικὴ καὶ ὅτι θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ὄχι νὰ μὴ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις καθορίζουσα τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ θὰ ἦτο προτιμότερον ἐὰν ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ εὐχερεστέρα τρόπον τινὰ ἀναθεώρησις τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, διότι ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, εὑρισκόμενοι ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῆς τελεσθείσης κινήσεως, ἐνδεχόμενον νὰ πλανώμεθα, νομίζοντες ὅτι ἡ διοίκησις τῆς Ἑλλάδος εὗρε τὴν σωτηρίαν αὐτῆς διὰ τῆς καθιερωθείσης ἀποκεντρώσεως. Καὶ δὲν κρύπτω τὸν φόβον μου ὅτι σώματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσιν ἀνωτάτην ἐποπτείαν ἐφ’ ὅλης τῆς διοικήσεως, σώματα, τὰ ὁποῖα συνταγματικῶς θὰ εἶναι ἀνεύθυνα καὶ ἀνεξέλεγκτα, ὅτι τὰ σώματα ταῦτα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶσιν ἴσως καὶ ἐκτὸς παντὸς νόμου. Δυστυχῶς ἐν Ἑλλάδι δὲν ἀπέδειξεν μέχρι τοῦδε ἡ πεῖρα ὅτι εἶναι δυνατὸν εὐχερῶς καὶ κατὰ πᾶσαν τὴν γραμμὴν ν’ αὐτοδιοικηθῶμεν. Βεβαίως ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν παρετηρήθη ἡ τάσις πάντων πρὸς τὴν ἀποκέντρωσιν. Ἀπόδειξις δὲ εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις ἡ συντελεσθεῖσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, τὴν ὁποίαν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς συνετελέσθη, οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ θίξῃ μέχρι τῆς στιγμῆς καὶ οὐδεὶς διανοεῖται νὰ θίξῃ. Ἐὰν ὅμως διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερώσωμεν τοιαύτην εὐρεῖαν ἀποκέντρωσιν συνταγματικήν, ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ὑπερβασιῶν, τὰς ὁποίας δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ περιστείλῃ παρὰ ἑτέρα ἀναθεώρητις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως, ὡς προτείνεται ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, νομίζω ὅτι χρήζει ἐπαναστάσεως, διὰ νὰ γίνῃ νέα τοιαύτη. Κατὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ πραγματευόμενον περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, πρέπει αὕτη νὰ γίνῃ δὶς ἐν τῇ αὐτῇ Συνόδῳ καὶ ἡ δευτέρα Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως, πᾶσαι δὲ αἱ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ληφθῶσι, πρέπει νὰ ληφθῶσι διὰ τῶν ⅔ τῶν ψήφων τῆς ὅλης Βουλῆς. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι ἐν μελλούσῃ περιστάσει θὰ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τοιούτου τρόπου ἀναθεώρησις εὐχερῶς; Καὶ θὰ ἦτο εὔκολον, ἵνα μόνον δι’ ἐπαναστάσεως δυνάμεθα, τὰ αὐστηρὰ πορίσματα τῆς τοιαύτης συνταγματικῆς ἀποκεντρώσεως νὰ καταστρέψωμεν, ἐφ’ ὅσον ἤθελον καταδειχθῆ τοιαῦται ὑπερβασίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέβαλλον τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος; Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἐλαμβάνομεν πρόνοιαν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος ὅλως ἰδιάζουσαν. Ἐὰν διὰ τῶν ⅔ π. χ. τῆς Βουλῆς ἀπεφασίζετο ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, θὰ ἦτο εὐχερὲς νὰ γίνῃ τοῦτο, χωρὶς ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν κοινὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον μετ’ ὀλίγον πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν περὶ τῆς ἐν γένει ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος. Ταύτας τὰς σκέψεις ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, νομίζων ὅτι δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα πιστεύοντες ὅτι τὰ πορίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἡ συντελεσθεῖσα ἀναγέννησις, ὅτι τὰ πορίσματα ταῦτα ἐκ τῶν προτέρων εἶναι ἀσφαλῆ καὶ ὅτι τὰ πορίσματα ταῦτα δὲν ἤθελον ἡμέραν τινὰ διαψευσθῆ. Ἀπεύχομαι τὴν διάψευσιν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, φοβούμενος τοῦτο, προτείνω, ὅπως μὴ καθιερώσωμεν τὸν τρόπον τῆς ἐπαναστάσεως διὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος ἑκάστοτε. Ἐκεῖνο ὅμως, κατὰ τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, εἶναι ἡ περίληψις διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι καθιερούσης ἀπεριόριστον τὴν εὐθύνην τοῦ Δημοσίου. Αἱ πράξεις τῶν ἡμετέρων Δικαστηρίων ἴσως μέχρι τοῦδε ἔδωκαν λαβήν, ὥστε πάντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τῆς καθιερωθείσης τακτικῆς, ἡ ὁποία ἐδέχθη σχεδὸν τὸ ἀνεύθυνον τοῦ Δημοσίου. Τὰ Δικαστήρια τὰ Ἑλληνικά, ὁρμώμενα ἐξ ὑπερβολικοῦ πνεύματος προστασίας τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, ὀρρωδοῦντα δὲ πρὸ τῆς κηρύξεως ὑπευθύνου τοῦ Δημοσίου, πρὸς παρανόμους πράξεις τῶν ὑπαλλήλων, καθιέρωσαν ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς οὔτε πρὸς τὴν νομικὴν ἀλλ’ οὔτε πρὸς τὴν λογικὴν συμπολιτεύονται, καθιέρωσαν ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι σχεδὸν ἀπέκλεισαν πᾶσαν εὐθύνην τοῦ Δημοσίου. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, νομικὴ καὶ ἠθικὴ ὑπερβασία τῶν Δικαστηρίων δὲν δικαιολογεῖ ἡμᾶς, ὅπως περιλάβωμεν ἐν τῷ Συντάγματι ἄρθρον, τὸ ὁποῖον νὰ καθιεροῖ ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἀπολύτως τὴν εὐθύνην τοῦ Δημοσίου. Ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ εἴπω ὅτι τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον εὐθύνεται τὸ Δημόσιον κατὰ τῶν παρανόμων πράξεων καὶ παραλείψεων τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀκόμη ἀπασχολεῖ τὴν ἐπιστήμην εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη καὶ σχεδὸν οὐδὲν Κράτος κατέληξεν εἰς ὁριστικὰ συμπεράσματα. Εἶναι πλάνη τὸ λεχθὲν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἢ Γερμανίᾳ κρατεῖ ἀπεριόριστος ἡ εὐθύνη τοῦ Δημοσίου διὰ τὰς παρανόμους πράξεις καὶ παραλείψεις τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθέστερον, ἐὰν εἴπῃ τις ὅτι ἡ ἀρχὴ ἡ καθιερωμένη καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Γερμανίαν εἶναι ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἀνεύθυνον διὰ τὰς παραλείψεις τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ. Βεβαίως εἰς τὰ Κράτη ταῦτα ὑπάρχουσιν ἐξαιρετικαὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εὐθύνεται τὸ Δημόσιον διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδαμοῦ ἀνεγνωρίσθη τοιαύτη διάταξις, καθιεροῦσα ἀπεριόριστον καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς περιστολῆς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν παρανόμων πράξεων καὶ παραλείψεων τῶν ὑπαλλήλων.
§154ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνεγνωρισμένη ἀρχή;
§155Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι. Τὴν μὴ ἀναγραφὴν δὲ τῆς τοιαύτης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι ἐπιβάλλουσι καὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τοιαύτην σημασίαν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγράψωμεν τὴν διάταξιν ταύτην. Θὰ ἦτο, Κύριοι, τελεία καταστροφὴ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου, ἐὰν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν, διὰ πᾶσαν παράλειψιν καὶ πρᾶξιν τῶν ὑπαλλήλων καθιεροῦμεν ἀπεριόριστον τὴν εὐθύνην τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος παρίσταται ἐν τῷ βίῳ αὐτοῦ ὑπὸ δύο μορφάς. Παρίσταται ὡς πρόσωπον τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, παρίσταται καὶ ὡς πρόσωπον τοῦ δημοσίου δικαίου. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ἐνεργεῖ ὡς πρόσωπον τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἐντελῶς ἀνεγνωρίσθη ὅτι εὐθύνεται εἰς πᾶν ἕτερον πρόσωπον. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον παρίσταται ὡς πρόσωπον τοῦ δημοσίου δικαίου δὲν ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, καὶ ὑπάρχουσι σπουδαῖοι καὶ ἐσώτεροι λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἀνεγνωρίσθη ἀπεριόριστος ἡ εὐθύνη τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται πρῶτον περὶ τῶν παραλείψεων τοῦ Δημοσίου, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναφέρω παραδείγματά τινα, διὰ τῶν ὁποίων ἀμέσως θέλετε πεισθῇ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἡ εὐθύνη τοῦ Δημοσίου. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ παραλείψεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι καὶ αὗται ἐν εὐρυτέρᾳ ἐννοίᾳ παράνομοι πράξεις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Δημοσίου, εἶναι ἐξαιρετικαὶ αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι τὸ Κράτος εὐθύνεται διὰ τὰς παραλείψεις τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, καὶ τότε μόνον, ὅταν ἐκ τῶν κρατούντων νόμων δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι, ὁ ἰδιώτης ἔχει δικαίωμα καὶ ὄχι ἁπλῆν εὐχέρειαν, ἀπορρέουσαν ἐκ τοῦ γενικωτέρου προορισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐὰν εἶναι ἀνεγνωρισμένον ἐκ τῶν καθεστώτων νόμων, ὅπως τὸ Κράτος ἐπιχειρήσῃ πρᾶξίν τινα ὑπὲρ αὐτοῦ. Ὑποθέσατε ὅτι παραδίδετε λωποδύτην εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν καὶ λέγετε εἰς τὸν ἀστυνόμον νὰ μεταφέρῃ τὸν καταδοθέντα εἰς τὸ κρατητήριον. Οὗτος δὲν πράττει τοῦτο, ὁ δὲ λωποδύτης εἰσέρχεται εἰς τὴν οἰκίαν σας καὶ κλέπτει ἀντικείμενα πολύτιμα. Ἐνταῦθα, ἐὰν καθιερώσητε γενικὴν εὐθύνην τοῦ Κράτους, ὀφείλετε νὰ δεχθῆτε ὅτι συντρέχουσι πάντες οἱ ὅροι, ὅπως τὸ Κράτος ἀποζημιώσῃ τὸν πολίτην, ἐνῷ σχεδὸν πάντες οἱ ἐπιστήμονες λέγουσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθιερωθῇ ἐν τῷ παραδείγματι τούτῳ ἡ εὐθύνη τοῦ Δημοσίου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ σύλληψις τῶν ταραχοποιῶν δὲν εἶναι δικαίωμα ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀτόμων, ἀλλ’ ἀπορρέει ἐκ τοῦ γενικοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος, ὅπως παρέχῃ τὴν γενικὴν εὐταξίαν. Ἡ τοιαύτη δ’ εὐταξία οὐδέποτε ἀποτελεῖ δικαίωμα ἑνὸς ἑκάστου τῶν πολιτῶν εἰς τρόπον ὥστε ἐξ αὐτῆς ν’ ἀπορρεύσῃ ἡ γενικὴ εὐθύνη τοῦ Κράτους. Ἐπίσης δὲ καὶ διὰ τὰς παρανόμους πράξεις, ὄχι μόνον διὰ τὰς παραλείψεις, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσι πλεῖστα παραδείγματα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ εὐθύνη τοῦ Κράτους. Ἀφοῦ λοιπόν, καὶ μία μόνη ἂν ὑπάρχῃ ἐξαίρεσις, δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ὅτι δὲν πρέπει νὰ εὐθύνηται τὸ Κράτος, πῶς εἶναι δυνατὸν διὰ τοιαύτης γενικῆς διατάξεως, ἀποκλειούσης καὶ τὸν καθορισμὸν τῶν λεπτομερειῶν καὶ τὴν ἐξουσίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅπως ὡρισμένας περιπτώσεις ἐξαιρέσῃ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ θεσπίσωμεν τὴν τοιαύτην ἀπεριόριστον εὐθύνην τοῦ Δημοσίου; Δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἂν καθιερώσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἀμέσως καταργοῦμεν πάντας τοὺς ἄλλους νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀποκλείουσιν ἐν εἰδικαῖς περιπτώσεσι τὴν εὐθύνην; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγράφους, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν μεθαύριον τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ καὶ αὐτοὺς τοὺς σιδηροδρόμους, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι αἱ παράνομοι πράξεις τῶν ὑπαλλήλων τούτων, οἱ ὁποῖοι, κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῶν συγγραφέων, εἶναι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, διότι εὑρίσκονται ἐν διηνεκεῖ ἐξαρτήσει ἐκ τοῦ Κράτους, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι διὰ τὰς παρανόμους πράξεις τῶν ὑπαλλήλων τούτων θὰ εὐθύνηται ἀπολύτως τὸ Δημόσιον;
§156Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡραία μέθοδος αὐτή.
§157Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω ὅτι: εἶναι ἀδύνατον διὰ γενικῆς διατάξεως νὰ καθιερώσωμεν τὴν εὐθύνην τοῦ Δημοσίου δι’ αὐτὰς τὰς πράξεις ἐν τῷ Συντάγματι. Ὑποστηρίζω καὶ τὸ ἕτερον, ὅτι οὔτε διὰ νόμου εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ καθιερωθῇ ἡ εὐθύνη τοῦ Δημοσίου. Ὁ νόμος θὰ διακρίνῃ κατ’ ἀνάγκην μόνον τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας ἐνδεικνύεται ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Δημοσίου διὰ τὰς παρανόμους πράξεις τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν θέσωμεν τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι, ἐὰν εἴπωμεν ὅτι τὸ Κράτος εὐθύνεται ἀπεριορίστως διὰ πᾶσαν πρᾶξιν τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ, ὄχι μόνον δὲν θὰ δυνάμεθα διὰ νόμου νὰ διακρίνωμεν τὰς περιστάσεις, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἀποκλεισθῇ ἐντελῶς ἡ δημιουργία τοιούτου νόμου. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ θεωρήσωμεν ὡς ἀνατραπέντας καὶ τοὺς μέχρι τοῦδε νόμους, οἱ ὁποῖοι περιορίζουσι, καὶ δικαίως, τὴν εὐθύνην τοῦ Δημοσίου.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§159Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ ὡς ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἐξ ὅσων ἀπησχόλησαν τὴν παροῦσαν Βουλήν. Εἰσάγεται διὰ τῆς προτάσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καινοτομία, ἐκ τῆς ὁποίας ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν συστηματικὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὴν αὐστηρὰν ἄσκησιν τῆς ἐπ’ αὐτῶν πειθαρχικῆς ἐξουσίας εἶμαι πεπεισμένος ὅτι θέλει ἐξαρτηθῆ μέγα μέρος τῆς εὐοδώσεως τῶν κοινῶν ἐν τῷ μέλλοντι. Βεβαίως δὲν θὰ ἐνδιατρίψω εἰς ἀπόκρουσιν τῆς ἀντιρρήσεως ὅτι τάχα ἡ συνταγματικὴ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων παραβιάζει τὴν ἀρχὴν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης ἢ τὸ δόγμα τῆς διακρίσεως τριῶν ἐξουσιῶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Ἡ τοιαύτη ἀντίρρησις καὶ θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς ἐξεταζομένη εἶναι ἥκιστα σοβαρά. Συνταγματικῆς μονιμότητος ἀπέλαυον καὶ ὑπὸ τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης· εἰς οὐδενὸς ὅμως, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, τὴν κεφαλὴν ἐγεννήθη ἕως τώρα ἡ σκέψις ὅτι ἕνεκα τούτου δὲν ὑπέχον εὐθύνην οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἄλλο μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλο διοίκησις καὶ ἐποπτεία διοικήσεως. Ἡ διοίκησις καὶ ἡ ἐποπτεία τῆς διοικήσεως ἀνήκει κατὰ τελικὸν λόγον εἰς τοὺς Ὑπουργούς, οἵτινες κατευθύνουσιν αὐτάς, ἀλλὰ καὶ ὑπέχουσι δι’ αὐτὰς εὐθύνην. Διὰ τῆς μονιμότητος δὲ τῶν ὑπαλλήλων, μακρὰν τοῦ ν’ ἀφαιρῆται ἡ εὐθύνη ἀπὸ τῶν Ὑπουργῶν, πλάσσεται ἡ πρώτη βάσις διὰ τὴν οὐσιαστικὴν εὐθύνην τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄρα θεμελιοῦται καὶ τονοῦται ἡ διοίκησις. Τρία κυρίως ἀγαθὰ ἀπεκδεχόμεθα ἐκ τῆς συνταγματικῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων· πρῶτον τὴν τόνωσιν τῆς διοικήσεως ἢ μᾶλλον τὴν θεμελίωσιν τῆς διοικήσεως, ἥτις χωρὶς ὑπερβολὴν εἶναι ἔννοια ἀνύπαρκτος ἐν τῷ δημοσίῳ βίῳ τῆς Ἑλλάδος. Διοίκησις εἶναι ὁ σκελετός, εἶναι τὰ ὀστᾶ τοῦ Κράτους. Ἂν δὲν ἔχῃ διοίκησιν ἓν Κράτος, εἶναι ἀδύνατον νὰ τελειώσῃ τοὺς σκοπούς του, οἱ ὁποῖοι σκοποὶ εἶναι ὄχι μόνον ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἀντελήφθη ἕως τώρα ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, ἀλλὰ διαρκῶς πολλαπλασιάζονται. Δεύτερον θὰ χρησιμεύσῃ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων, ἡ ἐξαίρεσις δηλ. τῆς παύσεως καὶ τῆς μεταθέσεως αὐτῶν ἐκ τῆς ἐπιρροῆς τοῦ Κοινοβουλίου, εἰς τὴν ἐξυγίασιν αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου, εἰς τὴν ἐξυγίασιν τῶν κομμάτων, θὰ λείψῃ μία μεγάλη βάσις συναλλαγῆς μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐξυπηρετηθῇ δὲ ἡ ὀργάνωσις κομμάτων ἀρχῶν. Τρίτον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχωμεν τὴν ἐξυγίασιν τοῦ κοινωνικοῦ βίου, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς κυλινδουμένης ὑπαλληλίας μέγα μέρος τῆς κοινωνίας, καὶ δὴ μέγα μέρος ἔχον ζωὴν καὶ ἀκμήν, μαγνητίζεται ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφήνει τὰ ἄλλα του ἔργα καὶ γίνεται θεσιοθήρας, ἐκ περιτροπῆς θεσιοθήρας καὶ παυσανίας, πρὸς ζημίαν τοῦ κοινωνικοῦ μας ὀργανισμοῦ, τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας καὶ τῆς κοινωνικῆς ἠθικῆς. Θὰ ἐπέλθῃ λοιπὸν διὰ τῆς μονιμότητος κοινωνικὴ ἐξυγίασις. Ὡς βλέπετε, τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα περιμένομεν, εἶναι μεγάλα, ἀλλ’ εἶναι καὶ δεδικαιολογημέναι αἱ ἐλπίδες, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμεθα, λέγοντες ὅτι θὰ ἐπέλθωσι τὰ ἀγαθὰ ταῦτα. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ ἐκ Λακωνίας συναδέλφου κ. Κουτούπη ὅτι μέγα μέρος τῶν κακῶν τῆς διοικήσεως καὶ τῆς ὑπαλληλίας ὠφείλετο ὄχι εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἐπαύοντο οἱ ὑπάλληλοι κομματικῶς, ἀλλ’ εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐλάβομεν πρόνοιαν περὶ τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἔχομεν μίαν ὑπαλληλίαν κατὰ 99% ἐντελῶς ἀκατάλληλον διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι τῇ εἶναι ἐμπεπιστευμέναι, ὅτι ἑπομένως ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν μεμορφωμένην ὑπαλληλίαν δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ μονιμότητος αὐτῆς, ἀλλὰ περὶ μορφώσεώς της. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τίς σύνδεσμος ὑπάρχει μεταξὺ τῶν προσόντων διορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς μονιμότητος αὐτῶν. Κατὰ τί ἐπηρεάζεται τὸ ζήτημα τῶν διορισμῶν καὶ τῶν προαγωγῶν τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς περιστέλλει τὴν εὐχέρειαν τῶν παύσεων καὶ μεταθέσεων τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ δὲν περιστέλλει καὶ τὴν εὐχέρειαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Πολιτεία, ὅπως ὁρίζῃ αὐστηροτέρους ἢ ἐπιεικεστέρους ὅρους διὰ τὸν διορισμὸν ἢ τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπαλλήλων, ἀναλόγως τῆς μορφώσεώς των; Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον τελείως ἀναιρεῖ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ ἐκ Λακωνίας συναδέλφου, εἶναι ἡ παρατήρησις τῶν ἡμετέρων πραγμάτων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1833 μέχρι τοῦ ἔτους 1843. Ὅτε ἐγένετο τὸ Κράτος τοῦτο Βασίλειον καὶ ἦλθον οἱ Βαυαροὶ διὰ νὰ τὸ ὀργανώσωσιν, εὑρέθησαν πρὸ κοινωνίας, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο ἀπολύτως νὰ δώσῃ ὑπαλλήλους· περὶ προσόντων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῶσιν οἱ Βαυαροί, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐνομοθέτησαν προσόντα δημοσίων ὑπαλλήλων. Διώρισαν ὅσους διώρισαν ἄνευ ῥητῶν προσόντων, ἀλλ’ ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων των καθωδήγησαν αὐτοὺς κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πράγματι μετὰ νοσταλγίας ν’ ἀποβλέπῃ τις εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ τὴν ὑπὸ τῶν Βαυαρῶν ἐν τῇ πράξει μορφωθεῖσαν ὑπαλληλίαν. Ἔκτοτε ἐξέλιπεν ἡ βασιλικὴ ἐξουσία ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς μοναρχικῆς ἀρχῆς, ὁ δὲ πολιτικὸς βίος διεξάγεται ἤδη κοινοβουλευτικῶς. Εἰς τὴν θέσιν τοῦ μονάρχου, τοῦ δανείζοντος ἐκ τῆς μονιμότητος αὑτοῦ μονιμότητα καὶ εἰς τὴν ὑπαλληλίαν καὶ μορφοῦντος αὐτήν, κατεστάθησαν κυβερνῆται ἀπορρέοντες ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν διατηρήσωμεν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἕως τώρα, εἶναι ἀδύνατον οἱ κοινοβουλευτικοὶ κυβερνῆται ν’ ἀποβλέψωσιν εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς κατὰ τὰς νεωτέρας ἀντιλήψεις διοικήσεως, θ’ ἀποβλέπωσι δὲ οἱ τοιοῦτοι κυβερνῆται μόνον εἰς τὰ κομματικὰ συμφέροντα, θὰ συναλλάσσωνται περὶ τῶν ὑπαλληλικῶν θέσεων καὶ δι’ ἐπεμβάσεων παρανόμων θὰ διαφθείρωσι τὴν διοίκησιν. Θέλομεν λοιπὸν πράγματι νὰ μορφώσωμεν ὑπαλλήλους; Ὀφείλομεν, ἐκτὸς ἄλλων, ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν βάσιν τῆς περὶ τῶν θέσεων αὐτῶν κομματικῆς συναλλαγῆς καὶ νὰ καταστήσωμεν τούτους μονίμους. Ἀντιστρέφω ἑπομένως τὸ ἐπιχείρημα τοῦ πρότερον ὁμιλήσαντος ἐκ Λακωνίας συναδέλφου καὶ νομίζω ὅτι εἶμαι μᾶλλον ἐγὼ ἐν τῇ ἀληθείᾳ ἢ αὐτός. Ὑπὸ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἀναντίρρητον εἶναι ὅτι δύναται διὰ νόμου καὶ ὀφείλει νὰ εἰσαχθῇ καὶ ὁ θεσμὸς τῆς διαθεσιμότητος καὶ ὁ τῆς προσκαίρου παύσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἵνα δύνανται αἱ Κυβερνήσεις ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις ν’ ἀπομακρύνωσιν ὡρισμένους ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀφήσωμεν τὴν τύχην τῶν ὑπαλλήλων ἐξαρτωμένην ἐκ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν, δηλ. ἐκ τοῦ ἑκάστοτε ἐν τῇ Κυβερνήσει κόμματος· πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ὅτι ἔχουσι δικαίωμα ἐπὶ τῆς θέσεώς των, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτοὺς εἰμὴ κατόπιν ὡρισμένης διαδικασίας κατ’ ἀντιμολίαν· τὸ δικαίωμα τοῦτο τῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τῆς θέσεώς των εἶναι ἡ πρώτη βάσις, διὰ νὰ δημιουργήσωμεν ὑπαλλήλους καὶ νὰ δημιουργήσωμεν διοίκησιν. Δὲν ὑποστηρίζω ὅτι, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη γένηται δεκτή, εὐθὺς ἀμέσως θ’ ἀλλάξῃ ὄψιν ἡ ὑπαλληλία. Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν θὰ πλανᾶται ὅτι, μόλις δημοσιευθῇ τὸ Σύνταγμα, ἀμέσως θὰ μεταβληθῇ ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος. Βεβαίως ὄχι. Θέτομεν ὅμως τὰς βάσεις, ὥστε ἐν διαστήματι δεκαετίας, εἰκοσαετίας, νὰ ἐπέλθωσι τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπέλθωσί ποτε, ἐὰν διετηροῦμεν τὸ παλαιὸν καθεστώς. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς καλουμένης ἀποκεντρώσεως καὶ συνταγματικῆς προστασίας τῶν ὑπαλλήλων. Θὰ εἶχον ὅμως νὰ προσθέσω τι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ παρεκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν της ἐν σχέσει μὲ τὴν 4 παράγραφον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον καὶ τὰ ἄλλα νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου εὐθύνονται εἰς ἀνόρθωσιν τῶν ζημιῶν, ὧν ἐγένοντο ὑπαίτια ὄργανα τῆς διοικήσεως αὐτῶν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς καθηκόντων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐζήτησε νὰ ἐκτοπισθῇ ἡ παράγραφος αὕτη ἐκ τοῦ Συντάγματος, διότι οὐσιαστικῶς ἀνάγεται εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον.
§160Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως χθὲς ἀκόμη ἐκάμομεν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ κάμωμεν νέον Ἀστικὸν Δίκαιον.
§161Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲ εἶναι οὕτως ἁπλοῦν...
§162ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν θέλω νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ξηρῶς· ἐκεῖ μόνον θὰ εὕρῃ τὴν θέσιν του ἐν συναφείᾳ πρὸς πάντα τὰ ἄλλα.
§163Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ συνάφεια εἶναι δεδομένη καὶ ἐν τῷ Συνταγματικῷ Χάρτῃ, διότι πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ πολίτης μίαν ἐγγύησιν διὰ τὰ δικαιώματά του. Τοιαύτην ἐγγύησιν ἠρνήθη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἀφοῦ ἐψήφισε νόμον, καθ’ ὃν ἡ παράβασις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐκείνου ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους μόνον νοητὴ δὲν εὐθύνει τὸ Δημόσιον. Ἔχομεν ἔπειτα τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία εἶπεν ὅτι, ἂν ὄργανόν τι δημόσιον δολίως παρέβη τὰ καθήκοντά του καὶ ἐζημίωσε τὸν ἰδιώτην, τὸ Κράτος δὲν εὐθύνεται εἰμὴ ἐὰν ὠφελήθη περιουσιακῶς, καὶ ἐπειδὴ τὸ Κράτος οὐδέποτε ὠφελεῖται ἐκ τῶν δολίων πράξεων τῶν ὀργάνων του, διὰ τοῦτο τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν εἶναι ἀζημίως ἔκθετα εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ὑπαλλήλων. Ὅτε πάλιν ἐσκέφθησαν νὰ στηρίξωσιν ἀγωγὰς ἐπὶ ἀποζημιώσει οὐχὶ εἰς τὸν δόλον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀμέλειαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ πάλιν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία μὲ μίαν μεσαιωνικὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ἐφεῦρεν ὅτι ἡ ἀμέλεια τῶν ὑπαλλήλων εἶναι καὶ αὐτὴ δόλος, δι’ ὃν δὲν εὐθύνεται τὸ Κράτος μὴ ὠφελούμενον. Οὕτως ἐδημιουργήθη μία κατάστασις ἐντελῶς ἀφόρητος, ἡ ὁποία καθιστᾷ εἰκονικὴν καὶ ἀστείαν τὴν ἀναγραφὴν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου ἐν τῷ Συντάγματι. Γνωρίζω ὅτι καὶ τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ἐλευθερίαι τοῦ πολίτου εἰς ἄλλα Κράτη δὲν ἔχουσι θέσιν πλέον εἰς τὰ Συντάγματα, ἐν τούτοις ἡμεῖς εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰ θέσωμεν καὶ νὰ τὰ διατηρήσωμεν ἐν τῷ Συνταγματικῷ Χάρτῃ· συνεπὴς λοιπὸν εἶναι ἡ προτεινομένη διάταξις, ἡ ὁποία παρέχει τὴν οὐσιαστικὴν ἐγγύησιν ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν θὰ εἶναι σεβαστὰ ἀπὸ τὴν διοίκησιν. Καθ’ ὃν τρόπον ἐδημιουργήσαμεν καὶ ἐσυνταγματοποιήσαμεν τὸ recours en annulation, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον πρέπει νὰ συνταγματοποιήσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἡ ὁποία κατὰ τὴν διατύπωσίν της ἠκολούθησε τὸν Γερμανικὸν Κώδικα.
§164ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν κάμνετε καμμίαν διάκρισιν, ἡ ὁποία γίνεται ἐκεῖ μεταξὺ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως τῶν ἐχόντων ἀντιπροσωπευτικὸν χαρακτῆρα καὶ τῶν ἁπλῶν ὑπαλλήλων.
§165Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πάντα τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, καὶ τὰ ἀντιπροσωπεύοντα καὶ τὰ μὴ ἀντιπροσωπεύοντα, εἶναι ὄργανα, καὶ αἱ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των πράξεις εὐθύνουσι τὸ Κράτος καὶ τὰ νομικὰ πρόσωπα. Τοῦτο διδάσκεται ἐν Γερμανίᾳ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς νομολογίας.
§166Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ διόλου δὲν ἰσχύει τὸ ἴδιον.
§167Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ τὸ ἴδιον ἰσχύει καὶ εἰς πάντα τὰ εὐνομούμενα Κράτη ὑπάρχουσιν αὐταὶ αἱ ἀρχαί, ὅτι τὸ Κράτος εὐθύνεται.
§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἰσχύει καθόλου τὸ ἴδιον.
§169Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἐκεῖ ἔχει ἀναγνωρισθῆ ἡ εὐθύνη τοῦ Δημοσίου.
§170ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ μόνον δι’ ὡρισμένας πράξεις. Δι’ ὡρισμένας πράξεις εὐθύνονται οἱ ὑπάλληλοι.
§171Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἀπαγορεύεται ἐκ τῆς διατυπώσεως τῆς προτεινομένης διατάξεως νὰ κανονισθῇ τὸ μέτρον καὶ τὸ εἶδος τῆς εὐθύνης ἀναλόγως τῶν περιπτώσεων διαφόρως, πρέπει ὅμως ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν εὐθύνην ὡς ἀρχήν, διότι ἄλλως δὲν κάμνομεν τίποτε. Θὰ ἔλθῃ Βουλή, ἡ ὁποία θὰ εἴπῃ: Ναὶ μὲν ἐγὼ ἔχω ταύτην τὴν γνώμην, ἀλλά, ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι ἔχωσιν ἀντίθετον καὶ παραβῶσι τὸν ψηφιζόμενον νόμον, δὲν εὐθύνεται τὸ Κράτος. Ὑπάρχουσιν ἤδη, κύριοι Βουλευταί, νόμοι Ἑλληνικοί, οἱ ὁποῖοι λέγουσι τοιοῦτό τι. Θεωρεῖτε λοιπὸν ὅτι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος οἱ τοιοῦτοι νόμοι; Θεωρεῖτε σύμφωνον πρὸς τὴν νεωτέραν ἀντίληψιν τοῦ Δικαίου τὸ νὰ ἔχωμεν τοιαύτην ἀναχρονιστικὴν νομολογίαν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ Δημοσίου;
§172Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προσθέσητε ὅτι, ἐνῷ ψηφίζονται νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκλείουσι πᾶσαν εὐθύνην ἀπὸ τοῦ Δημοσίου, ψηφίζονται καὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκλείουσι καὶ πᾶσαν κατάσχεσιν τῆς μισθοδοσίας τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν μένει ὁ παθὼν ἰδιώτης παρὰ μὲ μίαν μόνον ἰδανικὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἔχει τὸ δίκαιον αὐτός.
§173Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι εἰκονικὴ ἡ ἀναγραφὴ τοῦ κεφαλαίου περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, ἐὰν δὲν ληφθῇ πρόνοια νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ ζητουμένη ἐγγύησις. Εἰς ἄλλα Κράτη βεβαίως περιττεύει ἡ διάταξις αὕτη· ἀλλ’ ὑπὸ τὸ κρατοῦν παρ’ ἡμῖν καθεστὼς βεβαίως εἶναι αὕτη ἀπαραίτητος. Θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τοὺς ἄλλους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δικηγόροι, νὰ βεβαιώσωσιν ἂν αἰσθάνονται αὐτὴν τὴν ἀνάγκην.
§174Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος ἐζήτησα τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ, διότι δὲν ἔχει ἀναγνωρισθῆ νομοθετικῶς ἡ ἀρχὴ τοῦ ἄρθρου, ὅτι τουτέστι τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ εὐθύνηται διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων, καὶ θὰ εἶναι τῳόντι ἀνεφάρμοστον τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος, ἐὰν δὲν καθιερωθῇ τοιαύτη ἑρμηνεία.
§175Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀκριβῶς ὑπενθυμίζει ὁ κ. συνάδελφος ἓν παράδειγμα σημαντικὸν τῆς σπουδαιότητος, ἣν ἐνέχει ἡ καθιέρωσις τῆς εὐθύνης τοῦ Κράτους.
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§177Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι διὰ παραδειγμάτων ἀπέδειξα τὴν ἀνάγκην ταύτην.
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν κανένα ἐχθρόν. Δὲν ἔχομεν τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ λάβωμεν μέτρα καὶ νὰ προστατευθῶμεν διὰ τοῦ Συντάγματος σήμερον.
§179Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατὰ τῆς νομοθετικῆς καὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ζητῶ τὴν συνταγματικὴν προστασίαν. Διότι σήμερον εἶναι ἐχθρός μας καὶ ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία.
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι μελετημένη ἐπαρκῶς.
§181Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐμελέτησε τὸ ζήτημα ἐπὶ τρεῖς μῆνας, καὶ δύνασθε νὰ ἐπαναπαύησθε εἰς τὰ πορίσματά της.
§182ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ ζητήσω νὰ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλὴν περὶ δύο σημεῖα. Τὸ ἓν τῶν σημείων τούτων ἐγέννησεν ἡ μέχρι τοῦδε συζήσις, τὸ ἕτερον ἐγέννησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος. Τὸ πρῶτον σημεῖον εἶναι τὸ σημεῖον τῆς συνταγματικῆς μονιμοποιήσεως τῶν ὑπαλλήλων. Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ συμφωνήσω μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπεδέξαντο κατ’ ἀρχὴν τὴν ἀναγραφὴν τῆς συνταγματικῆς μονιμότητος, διότι ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι συντρέχουσιν ὑπὲρ καὶ κατά, κλίνω νὰ δεχθῶ ὡς ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως σκοπιμωτέραν ἐν τῷ παρόντι τὴν συνταγματικὴν μονιμοποίησιν καὶ αὐτῶν ἔτι τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν. Ἀναγνωρίζω δηλ. ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ σημερινοὶ δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶχεν ἡ Ἑλλάς. Καὶ δὲν εἶναι τοιοῦτοι, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ εἶναι καλλίτεροι καὶ διότι ἀκόμη καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκλεγῶσι, διὰ ν’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς ὑπάρχοντας, δὲν θὰ εἶναι ἴσως πολὺ ἀνώτεροι τῶν παλαιῶν, οὓς θὰ ἐκαλοῦντο ν’ ἀντικαταστήσωσι. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ εἶναι βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς καὶ προέρχεται ἐκ γενικωτέρων λόγων, τῶν λόγων τῆς μὴ τελείας ἐπιστημονικῆς παρασκευῆς τῶν ἀποτελούντων τὴν σύγχρονον γενεάν. Τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐτόνισεν πρότερον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας καὶ τὸ ὁποῖον πράγματι θὰ ηὐχόμην καὶ ἐγώ, τὴν εὐκολίαν δηλαδὴ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅπως εἰσαγάγῃ νέα στοιχεῖα, τὸ γεγονὸς αὐτὸ θὰ ηὐχόμην νὰ ἐπραγματοποιεῖτο. Ἀπέναντι ὅμως τῆς εὐχῆς αὐτῆς ὑπάρχει ὁ φόβος, μήπως ἡ εὐχὴ αὐτὴ χρησιμοποιηθῇ πρὸς εἰσαγωγὴν νέων προσώπων, ἀλλ’ ὄχι καὶ νέων δυνάμεων. Λοιπὸν ἀναμένω τὴν βελτίωσιν μᾶλλον ἐκ τῆς μορφώσεως τοῦ ὑπάρχοντος προσωπικοῦ, καὶ θὰ ἐπεθύμουν, τουλάχιστον κατὰ τοῦτο, νὰ ἐτύγχανον ἀποδοχῆς αἱ σκέψεις μου καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ φροντίσῃ, ὥστε καὶ τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν νὰ μορφώσῃ, διότι εἶναι δύσκολον τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν ν’ ἀνανεωθῇ, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν νὰ μορφωθῇ. Ὄτι εἶναι δυνατὸν τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν νὰ μορφωθῇ, ἐδέχθη ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ τοῦ στρατιωτικοῦ κλάδου, καὶ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν σκοπὸν εἶχεν ἡ μετάκλησις τῶν ὀργανωτῶν. Δὲν εἶναι βεβαίως δυνατὸν νὰ φέρωμεν ὀργανωτὰς διὰ πάντας τοὺς κλάδους· ἀλλὰ τοιαύτη μετάκλησις δὲν εἶναι δυνατὴ δι’ ὡρισμένας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσωσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν εἰδικὰς γνώσεις καὶ πεῖραν, ὧν δὲν εἶναι κάτοχοι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰς θέσεις αὐτὰς σήμερον;
§183ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ξενολατρεία.
§184Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ διακόψας με, μοὶ ἀπέδωκε ξενολατρείαν. Δὲν ἔχω ξενολατρείαν, ἀλλ’ ἐγὼ ἀναγνωρίζω τὴν ἀνωτέραν πνευματικὴν μόρφωσιν ἄλλων λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἔσχον τὴν εὐτυχίαν, ὡς ἐκ τοῦ μακροτέρου χρόνου, τὸν ὁποῖον ἔζησαν εἰς εὐνομούμενα καὶ πεπολιτισμένα Κράτη, νὰ μορφωθῶσι περισσότερον ἡμῶν. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνεπιφύλακτον ἐκτίμησιν πρὸς πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἐπισκέπτονται τὰς Εὐρώπας, κατὰ τὴν ἐπικρατήσασαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰρωνικὴν ἔκφρασιν. Θὰ ἐπεθύμουν πάντες οἱ Ἕλληνες νὰ ἐπισκέπτωνται χάριν σπουδῶν τὰ εὐρωπαϊκὰ ἐπιστημονικὰ κέντρα, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι πάντες ὅσοι τὰς ἐπισκέπτονται δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ὡς ὀργανωταί.
§185Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἠξεύρω ἕνα, ὁ ὁποῖος μεταβαίνει κατ’ ἔτος ἐπὶ 6 μῆνας καὶ δὲν κάμνει τίποτε.
§186Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁμολογῶ ὅτι εἶναι μεγάλης σημασίας ἡ ἀντίρρησις ὅτι τὰ ἀποκεντρωτικὰ συμβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναθέτομεν τὴν διοίκησιν τῆς ὑπαλληλίας μας, δὲν θὰ εἶναι πάντοτε, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἐπαρκῆ διὰ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσιν, ὅτι δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ παραβῶσι τὸ καθῆκόν των, νὰ παρεκτραπῶσι. Καὶ θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ ἐγίνετο δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Παπαναστασίου—ἡ ὁποία ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή, ὡς ἀντελήφθην ἐκ τῆς ὑποδοχῆς, τῆς ὁποίας ἔτυχεν.— Ἐγὼ τοὐλάχιστον τὴν συμμερίζομαι. Ἐξ ἄλλου, προκειμένων δύο κακῶν, δηλαδὴ τῆς διατηρήσεως τοῦ ὑπάρχοντος καθεστῶτος καὶ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ ὑπάρχοντος καθεστῶτος, προτείνω τὸ μὴ χεῖρον, δηλονότι τὴν διατήρησιν. Θὰ ἐψήφιζον λοιπὸν τὸ ἄρθρον ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης αὐτοῦ ἐφαρμογῆς θὰ δώσῃ καλὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐλπίζω ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἔτι μᾶλλον θὰ καταδειχθῶσιν. Ἐλπίζω δὲ σὺν τῷ χρόνῳ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ φροντίσῃ νὰ μορφώσῃ καὶ τὸ ὑπάρχον προσωπικόν, καὶ μεταδώσῃ εἰς αὐτὸ τὰ ἀναγκαῖα ἐφόδια πρὸς ἐπιτέλεσιν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα τοῦτο σήμερον καλεῖται νὰ ἐπιτελέσῃ. Τὸ δεύτερον σημεῖον τῆς ὁμιλίας μου εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προυκάλεσεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Δεμερτζῆ.
§187Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὴ ἐπιμένετε, κύριε Βουλευτά, εἰς ἐκεῖνο. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ περισσότερον.
§188ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπιμείνω, διότι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνω, ἔστω καὶ ἀπὸ θεωρητικῆς πλέον ἀπόψεως. Νομίζω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος παρεξήγησε τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θέλει ν’ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ Δημόσιον εὐθύνεται ἄνευ τινὸς διαστολῆς διὰ τὰς πράξεις τῶν ὀργάνων του, τὰς γενομένας ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων τῆς ὑπηρεσίας των, ἀλλὰ θέλει ν’ ἀναγορεύσῃ τὴν ἀρχὴν ὅτι κατ’ ἀρχὴν εὐθύνεται....
§189ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε νὰ εἴπωμεν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Θεωρεῖτε ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν τὸ Δημόσιον εὐθύνεται, ὡς διατυποῦται εἰς τὸ ἄρθρον; Τότε εἶναι ἄσκοπος ἡ συζήτησις, διότι παραπέμπομεν εἰς τὸν νόμον. Ὅτι κατ’ ἀρχὴν εὐθύνεται τὸ Δημόσιον, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ ἀναγκαία διάκρισις· τὸ Δημόσιον ὡς Δημόσιον εὐθύνεται, ὡς ἐνασκοῦν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὡς Fiscus; Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν οὔτε δύνανται νὰ τεθῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§190Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πῶς ἔχετε θέσει ὑμεῖς ταῦτα εἰς τὸ Κρητικὸν Σύνταγμα;
§191ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ εἴχομεν λάβει ἐκ τοῦ Συντάγματος τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμυλίας. Ἀλλ’ εἴδομεν ὅτι δὲν ἦσαν ὀρθὰ καὶ τὰ ἀπεφύγομεν.
§192ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν λέγω ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέβλεπεν εἰς τοῦτο: νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ Δημόσιον εὐθύνεται χωρὶς ν’ ἀποκλείωνται ἐξαιρέσεις. Ὑποδεικνύει δηλ. ἡ διατύπωσις τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι ὁ νομοθέτης δέον νὰ ὁρμᾶται ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι κατὰ κανόνα τὸ Δημόσιον δέον νὰ βαρύνῃ εὐθύνη διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ....
§193ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴμεθα σύμφωνοι καθ’ ὁλοκληρίαν περὶ τῆς ἀρχῆς.
§194Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εὑρισκόμεθα ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως εἰς τὸ ἑξῆς σφάλμα. Δεχόμεθα τοὺς ὑπαλλήλους τῆς διοικήσεως κατὰ τεκμήριον ἀξίους. Ἀφοῦ λοιπὸν δεχόμεθα αὐτοὺς ἀξίους, φυσικὸν εἶναι ὅτι καὶ αἱ πράξεις αὐτῶν κατὰ τεκμήριον εἶναι νόμιμοι. Ἀλλ’ ἐξ ἑτέρου ὅμως δὲν ἀναγνωρίζομεν τὴν ἀρχὴν τῆς εὐθύνης τοῦ Δημοσίου.
§195Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί δὲν τὴν ἀναγνωρίζομεν; Διὰ τοῦ Συντάγματος δὲν θέλομεν νὰ τὴν ἀναγνωρίσωμεν. Εἰσαγάγετε πρότασιν νόμου καὶ τότε θὰ ἴδητε πόσον ἀτελὴς εἶναι ἡ διατύπωσις.
§196ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ διάταξις αὕτη εἶχε συζητηθῆ οὐχὶ τελευταῖον, εἶχε συζητηθῆ ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἐν συναφείᾳ πρὸς πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τρόπος, ὥστε οὔτε νὰ βλαβῇ τὸ Δημόσιον σήμερον καὶ ν’ ἀντιμετωπίζῃ τὰς καθ’ ἕκαστον περιστάσεις ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον εἰς τὸ μέλλον. Καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι κατ’ ἀπόλυτον καὶ ἀνεξαίρετον ἀρχὴν δὲν ἀναγνωρίζεται ἐν ταῖς νομοθεσίαις ἡ εὐθύνη τοῦ Δημοσίου, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ λόγους σκοπιμότητος.
§197ΑΡΙΣΤ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οἱ πολεμήσαντες τὴν μονιμοποίησιν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ἐνῷ φαίνονται πλειοδοτοῦντες εἰς τὸ ν’ ἀσφαλίσωσιν εἰς τὸ Κράτος τοὺς ἀρίστους ὑπαλλήλους, ἴσως λεληθότως κινδυνεύουσι νὰ μᾶς στερήσωσι καὶ τῶν καλῶν ἢ μετρίων ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἡ φιλοδοξία τῆς ἐπιτροπῆς ἐγγυᾶται νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ· διότι λέγουσιν: ἀναβάλλετε· δὲν εἶναι καιρὸς διὰ τὴν μονιμότητα· τὸ μέτρον σας εἶναι ῥιζικόν, εἶναι ἀπότομον. Ἐγὼ δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὸ ἀναγνωρίσω ὡς ῥιζικὸν καὶ ὡς ἀπότομον, ἂν θέλητε, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι τοιούτου μέτρου ἔχομεν ἀνάγκην. Ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφασίσαμεν ν’ ἀνακόψωμεν τὸν κακὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον βαίνομεν, ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐπιδιώξωμεν μεταβολὴν πραγμάτων, χρειάζονται μέτρα ῥιζικά. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν αὐτὴν τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ὑπαλλήλων μὴ διστάσωμεν νὰ εἴπωμεν ῥητῶς καὶ ἀνεπιφυλάκτως ὅτι ἀπὸ σήμερον οἱ ὑπάλληλοι οὐδὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσιν, ἐφ’ ὅσον ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των. Οἱ ἀντιφρονοῦντες θέλουσι περιστροφάς. Καὶ πρῶτον μᾶς λέγουσι «θέλομεν ἐκκαθάρισιν», αὐτὸ τὸ ὁποῖον κατέστη πλέον ἐπῳδός. Καὶ ἐρωτῶ· ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἐκκαθάρισις τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤδη θὰ κάμωσι τὴν ἐκκαθάρισιν; Ποῖοι προσέτι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ νέοι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀντικαταστήσωσι τοὺς ἐκκαθαρισθησομένους; Ποῖον εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀποδείξῃ τὸν κακὸν ὑπάλληλον; Εἶναι, βλέπετε, ἐδῶ πολλὰ ἐρωτήματα χρήζοντα ἀπαντήσεως. Διὰ τοῦτο συντάσσομαι μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία λέγει ὅτι τὸ μόνον ἀσφαλὲς μέτρον εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν κειμένων νόμων. Ἐγὼ θέλω δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν ὑπαλλήλων, ὅταν πρόκειται ἡ Πολιτεία νὰ τὸν συλλάβῃ παρανομοῦντα, τότε νὰ τὸν τιμωρήσῃ, νὰ τὸν θέσῃ ἐκποδών. Αὐτὸ σᾶς λέγει ἡ Κυβέρνησις, καὶ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθότερον, εἶναι τὸ πρακτικώτερον, ἐνῷ τοὐναντίον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζετε ὑμεῖς, δὲν ἔχετε δεδομένον, δὲν ἔχει ἔρεισμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηριχθῇ, εἶναι λόγος ἁπλοῦς, εἶναι εὐχὴ μόνον: «Θέλομεν νὰ ἐκβάλωμεν τοὺς κακοήθεις, θέλομεν νὰ ἔχωμεν τοὺς ἀρίστους», ἐνῷ οὔτε τοὺς μὲν ἔχετε νὰ ἐπιδείξητε οὔτε τοὺς δέ.
§198Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος, ἐὰν κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ μόνον αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἔχει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§199Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Λέγουσι: «Δὲν εὑρίσκονται οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εὑρίσκωνται. Καὶ τίς τὸ ἀρνεῖται, Κύριοι; Ἀλλ’ ἐρωτῶ: καὶ τίς τοὺς ἠθέλησε καλλιτέρους; Τίς τοὺς ἐμόρφωσε; Τίς ἐφρόντισε περὶ αὐτῶν; Οὐδεὶς· τοὐναντίον πάντα ἐγένοντο πρὸς διαφθορὰν αὐτῶν. Καὶ θὰ μείνῃ ἀνεξάλειπτον ἀπὸ τὴν μνήμην μου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠκούσθη ἄλλοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Προκειμένου περὶ μιᾶς μεταθέσεως ἀνακριτοῦ ἐγένετο ἐπερώτησις, καὶ τὸ πρᾶγμα ἦτο ὄντως σκανδαλῶδες, καθόσον προσήγετο γνωμοδότησις τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἐναντία τῆς μεταθέσεως ταύτης, καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἶπε· «καὶ ἠθέλετε ἐγὼ ν’ ἀκούσω ἕνα ὑπάλληλον, τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, καὶ νὰ μὴ ἀκούσω τὸν Βουλευτήν, τὸν ἀντιπρόσωπον ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ὅστις ὑπεστήριζε τὴν μετάθεσιν;». Καὶ τώρα ὕστερον ἀπὸ τοιαῦτα τί ὑπαλλήλους θέλετε; Ζητεῖτε ἀξιοπρέπειαν καὶ σεβασμὸν τῶν πολιτῶν πρὸς τοὺς διαφόρους μικροτέρους ὑπαλλήλους, ὅτε τοιαῦτα ἀποφαίνονται αἱ προϊστάμεναι Ἀρχαὶ περὶ τίνος; Περὶ ἑνὸς εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν!
§200Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατηγορεῖτε δι’ αὐτά, ἐπανεφέρατε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν χθὲς ἀκόμη.
§201Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καὶ ἤκουσα ἕνα ἄλλον φόβον, τὸν ὁποῖον θέλουσι νὰ σᾶς ἐμβάλωσι. Φοβηθῆτε, λέγουσι, τοὺς ὑπαλλήλους, διότι θὰ γίνωσι τύραννοι. Καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ὁ ὑπάλληλος δυνατὸν νὰ γίνῃ ὁ τύραννος τοῦ λαοῦ, καθόσον ἤθελεν ἀποδειχθῆ κακοήθης ἢ ἀνίκανος καὶ ἀμελής, ἀλλὰ τότε ἀκριβῶς πρέπει νὰ παύῃ τοῦ νὰ εἶναι. Πρὸς τί ἡ ἐξέλεγξις; Πρὸς τί ἡ ἐπίβλεψις; Πρὸς τί τὰ συμβούλια, παρὰ διὰ τοὺς ἀνικάνους καὶ κακοήθεις, ἵνα τοὺς θέτωσιν ἐκποδών; Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλο τι εἶδος τυραννίας, τὸ ὁποῖον πάντες ἀποκρύπτομεν, τὸ συγχέομεν μὲ τὸ εἰρημένον ἤδη, καὶ τοῦτο διότι δὲν θέλομεν τὴν τυραννίαν τοῦ νόμου, τὴν τυραννίαν τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος. Καὶ νομίζομεν ὅτι ὁ ὑπάλληλος μᾶς τυραννεῖ, ὅταν εὑρίσκωμεν αὐτὸν ἐνώπιόν μας ἐκπληροῦντα τὸ καθῆκόν του, ὑπηρέτην τοῦ νόμου. Αὐτό, λέγομεν, εἶναι ἀνυπόφορον, καὶ μὴ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ὅ,τι θέλομεν; Μήπως πρόκειται περὶ τούτου; Ὄχι βεβαίως γενικῶς, ἀλλ’ ὀλίγον τι ἴσως πρόκειται καὶ περὶ τούτου. Καὶ τέλος πάντων, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως. Ἄς ἀφήσωμεν τὰς θεωρίας καὶ ἂς ἴδωμεν τὰ συμβάντα παρ’ ἡμῖν ὑπὸ ἑκάτερον τῶν συστημάτων, δηλ. πρὸ καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀποκεντρώσεως. Ἐφηρμόσθη τὸ ἓν σύστημα, ἐφηρμόσθη καὶ τὸ ἄλλο. Τὸ πρῶτον σύστημα, τὸ τῆς ἀπολύτου ἐξαρτήσεως τοῦ ὑπαλλήλου, ἐφηρμόσαμεν ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους, καὶ εἴδομεν τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐὰν ἦτο τοῦτο ὄχι καλόν, ἀλλ’ ὑποφερτόν, βεβαίως δὲν θὰ ἐγίνετο ὅ,τι ἔγινε. Διὰ νὰ παραλύσωσιν ὑπ’ αὐτὸ τὰ πάντα, θὰ εἴπῃ ὅτι ἦτο καταδικαστέον. Τὸ ἄλλο σύστημα ὅμως τὸ ἀποκεντρωτικὸν ἀκόμη δὲν ἐδοκιμάσαμεν καὶ ἰδοὺ ὅτι τὸ ἐφοβήθημεν· διατί νὰ σπεύδωμεν τόσον; Ἂς ἴδωμεν καὶ αὐτό, καί, ἐὰν δὲν εὐδοκιμήσῃ, κατόπιν βλέπομεν. Ἀλλὰ σᾶς καλοῦσι νὰ λύσητε τὰς πέδας καὶ τοὺς δεσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δεδεμένας τὰς χεῖρας τῶν Ὑπουργῶν, ὡσανεί, ὅτε αἱ χεῖρες ἦσαν λελυμέναι, εἶδεν ὁ τόπος τὸ καλόν, ἐνῷ τοὐναντίον, σήμερον, ὅτε εἶναι αἱ χεῖρες δεδεμέναι, βεβαίως ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς καλλίτερον σημεῖον. Τουλάχιστον αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· πανταχόθεν σήμερον σύσσωμος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς αὐτὸ λέγει, ὅτι τὸ σύστημα τὸ νέον τῶν μὴ ἐλευθέρων χειρῶν εἶναι προτιμητέον, ἀσφαλίζει τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς δύναται παρὰ νὰ συγχαρῇ τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, ἡ ὁποία τὸ ἐφήρμοσε, καὶ σήμερον ἀκόμη λέγει: Προτιμῶ νὰ μείνω μὲ δεδεμένας τὰς χεῖρας. Δὲν θέλω νὰ τὰς λύσω. Δὲν θέλω νὰ διορίσω ἰδικούς μου φίλους, καὶ κατόπιν νὰ κάμω τὴν μονιμότητα· δὲν θέλω νὰ ὑποπέσω εἰς τὴν μομφήν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσον καὶ ἄλλοι, διὰ τοὺς ὁποίους εἶπον ὅτι, ἀφοῦ προηγουμένως ἐθέσατε τοὺς ἰδικούς σας, τώρα φέρετε τὴν μονιμότητα. Δι’ αὐτὸ κηρύσσομαι ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, ἥτις ἅπαξ διὰ παντὸς θ’ ἀσφαλίσῃ τὸ ἀνεξάρτητον τοῦ ὑπαλλήλου.
§202Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§203Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο μόνον γεννᾷ ἡ ἀπορία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Βεβαίως ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναφέρεταί τι, ἡ κατάστασις τῆς διαθεσιμότητος δύναται νὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ συγχρόνως βεβαίως θὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς ἄνευ παρεμβάσεως τοῦ συμβουλίου νὰ μεταθέτῃ ἕνα ὑπάλληλον εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος. Καὶ ἐρωτῶ· μήπως τοῦτο θὰ εἶναι γενικόν;
§204Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ τοὺς τμηματάρχας μόνον.
§205Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναται νὰ γίνεται γενικώτερον. Ἐξ ἄλλου ἔχομεν καὶ τοῦτο, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἴσως ἀνεκτὸν ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης ὁ διορισμὸς διπλοῦ σχεδὸν προσωπικοῦ, τοῦ ὁποίου θὰ γίνηται χρῆσις ἑκάστοτε ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ.
§206Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ μὴ πληρῶνται αἱ θέσεις.
§207Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῇ λέξει μετατίθενται περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς μεταθέσεως εἰς διαθεσιμότητα.
§208Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν μετάθεσιν εἰς ἄλλην κατάστασιν.
§209Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα, κύριοι συνάδελφοι, φρονῶ ὅτι τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ παρατηρήσω, εἶναι ὅτι λίαν ὄψιμοι ἦσαν αἱ διαμαρτυρίαι καὶ ἡ ἱερὰ ἀγανάκτησις ἐκείνων ἐκ τῶν ῥητόρων, οἵτινες τὴν τελευταίαν αὐτὴν στιγμὴν ἐνεθυμήθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ στρέψωσι τὰ ὅπλα καὶ τὰ βέλη αὐτῶν κατὰ τῆς συνταγματικῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῶσιν ὅτι, πρὶν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 102, εἴχομεν ἤδη προψηφίσει τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θ’ ἀσκῇ τὴν ἀνωτάτην πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων. Ψηφίζοντες ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ τὴν διάταξιν αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θ’ ἀσκῇ τὴν ἀνωτάτην ἐπίβλεψιν καὶ ἐποπτείαν ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, βεβαίως ὑπενοοῦμεν ὅτι, ὅτε θὰ ἠρχόμεθα εἰς τὰ καθέκαστα, οὕτω θὰ ἐρρυθμίζομεν τὰ πράγματα, ὥστε ἡ ἀπόφασις τῶν συμβουλίων τῶν κατωτέρων κατ’ ἔφεσιν νὰ ἐκδικάζηται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ μειώσεως τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, οὔτε πρόκειται κἂν περὶ παραβιάσεως τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ὅπως ἐνόμισάν τινες ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἐὰν εἶχον θέσιν τινὰ αἱ διαμαρτυρίαι ἐκεῖναι, θὰ εἶχον πάντως θέσιν οὐχὶ εἰς τὸ συζητούμενον ἤδη ἄρθρον, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος. Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτόν, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ τελευταία παράγαφος τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ συζητηθῇ πλέον ὡς εἶναι διατετυπωμένη μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν καὶ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι μεταρρυθμιζομένη κατά τινα τρόπον ἠδύνατο καὶ αὕτη νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ ἐξάγηται τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ Δημόσιον ἀπεριορίστως θὰ εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ἠδύνατο ὅθεν νὰ ὁρισθῇ ὅτι τὸ Δημόσιον καὶ τὰ ἄλλα νομικὰ πρόσωπα τοῦ δημοσίου δικαίου εὐθύνονται μόνον «κατὰ κανόνα» εἰς ἐπανόρθωσιν τῶν ζημιῶν, τῶν ὁποίων ἐγένοντο ὑπαίτια ὄργανα ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς καθηκόντων. Φρονῶ ὅτι διὰ τῆς διατυπώσεως ταύτης ἠδύνατο καὶ ἡ διάταξις αὕτη νὰ συμπεριληφθῇ. Εἶναι καιρὸς πλέον καὶ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν νὰ τεθῇ ἡ γενικὴ ἀρχὴ ὅτι καὶ τὸ Κράτος πρέπει νὰ εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὰς παραβάσεις τῶν ὑπαλλήλων αὑτοῦ. Ἐφ’ ὅσον μέχρι σήμερον ἔχομεν παγίως νενομολογημένην τὴν ἀντίθετον ἀρχήν, βεβαίως ἡ καθιέρωσις τῆς ὀρθῆς καὶ δικαίας ἀρχῆς ταύτης ὑπὸ τοὺς ἀναγκαίους περιορισμοὺς καὶ τὰς ἐξαιρέσεις τὰς ἐν εἰδικῇ τινι περιπτώσει ἐνδεικνυομένας φρονῶ ὅτι οὐδεμίαν παρέχει δυσκολίαν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἣν προτείνω, καὶ ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ Δημόσιον καὶ τὰ ἄλλα νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου εὐθύνονται κατὰ κανόνα εἰς ἀνόρθωσιν τῶν ζημιῶν, ὧν ἐγένοντο ὑπαίτια τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως αὐτῶν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς καθηκόντων, πλὴν τῶν ἐν τῷ νόμῳ εἰδικῶς ἀπαντωμένων ἐξαιρέσεων».
§210ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀντελήφθην τί εἴπετε, κ. Βουλευτά.
§211Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ τελευταία παράγραφος δύναται νὰ διατυπωθῇ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Δημόσιον κλπ... εὐθύνονται κατὰ κανόνα εἰς ἀνόρθωσιν τῶν ζημιῶν..., πλὴν τῶν ἐν τῷ νόμῳ εἰδικῶς ἀπαντωμένων ἐξαιρέσεων».
§212Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πᾶσα διατύπωσις εἶναι παρακεκινδυνευμένη.
§213Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: νὰ καθιερωθῇ ὡς ἀρχὴ δικαίου ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον εἰς τὸ μέλλον πρέπει νὰ εὐθύνηται διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων. Πρόκειται περὶ καθιερώσεως τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν παγίαν νομολογίαν τῶν Δικαστηρίων, ἥτις ἀπεμακρύνθη τῆς ἀρχῆς ταύτης, εἰς τὸν νόμον δὲ βεβαίως ἀπόκειται νὰ καθορίσῃ τὰς λεπτομερείας, τοὺς περιορισμοὺς καὶ τὰς ἐξαιρέσεις τῆς ἀρχῆς ταύτης. Ἐὰν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἠμπορεῖ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, τὴν ὑποβάλλω.
§214Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ τὴν ὑποβάλετε, παρακαλῶ.
§215Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§216Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Περὶ τῆς ἀνάγκης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σοβαρὰ ἀντίρρησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βεβαίως δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, εἶναι τὸ ζήτημα ἂν πρέπει τὰ συμβούλια, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθεται ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς μεταθέσεως καὶ παύσεως καὶ προβιβασμοῦ τῶν ὑπαλλήλων, πρέπει νὰ εἶναι ἀπόφασις ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργὸν ἢ γνωμοδοτικὴ πρότασις. Φρονῶ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὁρισθῇ ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν συμβουλίων αὐτῶν εἶναι προτάσεις γνωμοδοτικαί. Ἀλλὰ τὸ παρελθὸν μᾶς ἔχει διδάξει ὅτι τοιαῦται γνωμοδοτήσεις εὐκόλως λαμβανόμεναι κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῶν Ὑπουργῶν συντελοῦσι μόνον πρὸς συγκάλυψιν τῆς εὐθύνης τούτων προβαλλόντων αὐτὰς πρὸς δικαιολόγησιν τῶν μὴ νομίμων καὶ μὴ θεμιτῶν πράξεών των, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ, ὅτι δηλ. ἡ πρότασις αὕτη τῶν συμβουλίων εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ φέρῃ εὐθύνην διὰ τὰς ἐκ παρανόμων πράξεων τῶν ὑπαλλήλων προερχομένας ζημίας, ἀλλὰ φρονεῖ ὅτι ἡ τοιαύτη ὑποχρέωσις δὲν πρέπει νὰ καθορισθῇ ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ διὰ νόμου, ὡς προσήκουσα εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ καθιερώσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην διὰ τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, δὲν θὰ τὸ κατορθώσωμεν, διότι ἀμφιβάλλω, ἂν ἐντὸς συντόμου χρόνου θὰ δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸν ἀστικὸν κώδικα. Κατὰ τὸν χρόνον δὲ τοῦτον δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν αὐτὴν κατάστασιν ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου, ὁποία μέχρι τοῦδε ὑφίσταται. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι πάντες γνωρίζετε ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν ἀπέναντι τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας κατέστη τι ἰδανικόν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία καὶ ἐν τῷ παρελθόντι Συντάγματι ὑπῆρχε καὶ ἐν τῷ ἤδη ψηφιζομένῳ διαλαμβάνεται, καθ’ ἣν οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, κατέστη σκιώδης, καί, ἂν δὲν καθιερώσωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος τὴν εὐθύνην τοῦ Δημοσίου διὰ τὰς ζημίας τῶν πολιτῶν ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας ἀπέναντι τούτων θὰ μένῃ καὶ πάλιν ἰδανικόν. Ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἕρμαιον τοῦ τελευταίου ὑπενωματάρχου, τοῦ τελευταίου χωροφύλακος, τοῦ τελευταίου ὀργάνου τῆς ἐξουσίας, οἱ ὁποῖοι περιερχόμενοι ἀνὰ τὰ χωρία πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας, πρὸς καταδίωξιν ἰδίως τῶν φυγοδίκων, ἐκτρέπονται εἰς διαρπαγὴν καὶ εἰς καταστροφὴν τῶν ἰδιοκτησιῶν τῶν πολιτῶν, διότι εἴτε ἕνεκα ἀνεπαρκείας εἴτε ἕνεκα ἄλλων λόγων δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τὸν προορισμόν των, νὰ συλλάβωσι τοὺς φυγοδίκους. Περιερχόμενοι ἐπιπίπτουσιν ὡς οἱ χειρότεροι τῶν ἐπιδρομέων εἰς τὰς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν καὶ πολλάκις καταστρέφουσιν ὁλόκληρα χωρία, οἱ δὲ ζημιούμενοι δὲν ἔχουσι παρὰ τίνος ν’ ἀποζημιωθῶσι. Τὰ Δικαστήρια παραπέμπουσιν αὐτοὺς ν’ ἀναγάγωσι τοὺς διαπράξαντας τὰς ζημίας κατὰ τὴν ἐσφαλμένην ἀρχήν, ὡς ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εὐθύνεται, εἰμὴ ἐφ’ ὅσον ὠφελήθη ἐξ αὐτῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην ὡς ἔχει καὶ δὲν καθορίσωμεν διὰ τοῦ νέου Συντάγματος ῥητῶς τὴν εὐθύνην τοῦ Δημοσίου, οὐδόλως ὑπὲρ τῶν ἐκ παρανομιῶν τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας ζημιουμένων πολιτῶν προνοοῦμεν, διότι, ἂν ἡ εὐθύνη τῆς ἀποζημιώσεως περιορισθῇ εἰς τὰ προξενοῦντα τὴν ζημίαν ὄργανα, οὐδείς ποτε θὰ δυνηθῇ ν’ ἀποζημιωθῇ παρὰ τούτων μὴ ἐχόντων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὸ ἐναντίον, ἀλλὰ νὰ δεχθῇ νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ διάταξις περὶ εὐθύνης τοῦ Δημοσίου, ἂν ὄχι διὰ τὰς ἐκ παραλείψεως, τοὐλάχιστον διὰ τὰς ἐκ θετικῶν πράξεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν προερχομένας ζημίας. Οὕτω νομίζω ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκ τῆς ἀοριστίας φοβεῖται. Ἀρκούντως ὁρίζεται πλέον, καὶ δὲν ἀμφισβητεῖται πότε καὶ πῶς εὐθύνεται τὸ Δημόσιον διὰ τὰς ζημίας ταύτας, ὅταν ὁρισθῇ ὅτι μόνον διὰ τὰς ζημίας τὰς προερχομένας ἐκ παρανόμων πράξεων τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας εὐθύνεται τὸ Δημόσιον καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς ἐκ παραλείψεων αὐτῶν.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου τοῦ εἰσοδήματος ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθ. Βουλῆς, Τεῦχος Αʹ).
§218ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί, τοὺς ὡραίους λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπε πρὸς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1863 ὁ Δεληγεώργης καὶ τοὺς ὁποίους ἐπανέλαβε πρὸς ἡμᾶς ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Παπαναστασίου. Μολονότι ἔκτοτε παρηγγέλθη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅπως λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα πρὸς ἐξασφάλισιν καὶ μονιμοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων, πολὺ βραδέως ἐμερίμνησε περὶ τούτων. Εὑρίσκω ἤδη συνεπῆ τὴν πρόνοιαν ταύτην τῆς Πολιτείας καὶ ἐπαινετήν, μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, ἕως ὅτου δυνηθῇ ὁ λαός, ὅπως ἐκλέγῃ ἀπ’ εὐθείας τοὺς ὑπαλλήλους του· εὑρίσκω δικαιοτάτην καὶ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς εὐθύνης τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ πλέον εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Παπαναστασίου καὶ τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅπως τὴν ἀναγνώσῃ. Φρονῶ ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι δικαιοτάτη καὶ δὲν θὰ ἔχῃ τις νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπή, πολὺ δικαίως καὶ εὐλόγως, γνωρίζουσα τὴν πραγματικὴν κατάστασιν καὶ τὴν πραγματικὴν ἀνάγκην τοῦ τόπου, διατυποῖ ἐν τῇ ἐκθέσει της, κρίνω πρόσφορον νὰ ὁρισθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως καὶ τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τοῦ Δημοσίου ἐκ τῶν παρανόμων πράξεων καὶ παραλείψεων τῶν ὑπαλλήλων. Γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ κρατοῦσα νομολογία παρ’ ἡμῖν τοῦ Ἀρείου Πάγου; Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ σᾶς πληροφορήσῃ. Θὰ μεταβαίνωσιν οἱ πολῖται εἰς τὰ Δικαστήρια, θὰ βασανίζωνται ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα τοὐλάχιστον, καὶ θὰ φθάνωσιν εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ὅτε θ’ ἀπορρίπτηται ἡ ἀγωγή των «ὡς δῆθεν μὴ καταστάντος πλουσιωτέρου τοῦ Δημοσίου». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἔχει δικάσει πλείστας τοιαύτας ὑποθέσεις, γνωρίζει τὴν κατάστασιν.
§219Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶμαι σύμφωνος. Κακῶς ἔχει ἡ κατάστασις.
§220ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σύμφωνος εἶσθε, ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φοβεῖται ἴσως μὴ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν 166,000,000, διατεθῇ εἰς τοιαύτας ἀγωγὰς περὶ ἀποζημιώσεων, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν θέλει νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν. Ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι οἱ Ἕλληνες ἴσως εἶναι καλοὶ ὡς οἰκοκυραῖοι, ἀλλ’ ὡς πολῖται, ὡς ἀπέδειξαν τὰ πράγματα, δὲν εἶναι εἰς τὴν περιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ εἶναι, διότι, ἐὰν ἦσαν καλοὶ ὡς πολῖται, δὲν θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤδη ἐφθάσαμεν.
§221Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀκροασθῶσιν ἐπ’ ὀλίγον τὰς σκέψεις, ὧν ἕνεκα φρονῶ ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης, περὶ ἧς προνοεῖ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 102, δὲν εἶναι οὔτε περιττὴ οὔτε ἐπιβλαβής, ἀλλὰ τὰ μάλιστα χρήσιμος. Ἀφοῦ εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ εὐθύνηται διὰ τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων του, καὶ αὐτὸ εἶναι ἀναντίρρητον, διότι οὐδεμία ἄλλη ἐνεργοτέρα προστασία δύναται νὰ παρασχεθῇ εἰς τὸν ἰδιώτην ἀπέναντι τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἐνεργοῦσι περιβαλλόμενοι διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ Δημοσίου, ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι ζήτημα πλέον σκοπιμότητος. Καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα καὶ ἄλλα περιέχουσι πλείστας διατάξεις, αἵτινες φέρουσι δικονομικὸν ἢ οὐσιαστικὸν χαρακτῆρα, καὶ περιέλαβον ταύτας, διότι αἱ εἰδικαὶ περιστάσεις ἑνὸς ἑκάστου ἔθνους ἐπέβαλον τὴν ἀναγραφὴν αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν παρατηρεῖται ἡ ἀντίθετος τάσις, ἀντὶ νὰ περιστέλλῃ τὰς καταχρήσεις τῶν ὑπαλλήλων, ἀγωνίζεται μόνον πῶς νὰ σώσῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὰς ἐξ αὐτῶν εὐθύνας. Πέρυσιν ἐψηφίσθη ἑρμηνευτικὸς δῆθεν νόμος, διὰ νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς εὐθύνης τὸ Δημόσιον ἐκ παρανομιῶν γενομένων εἰς τὰ οἰκόπεδα Φαλήρου. Προνοοῦμεν περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ λαμβάνομεν πλείστας ἐγγυήσεις περὶ τοῦ διορισμοῦ καὶ τῆς παύσεως αὐτῶν, καὶ ἔπειτα προστίθεται ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εὐθύνεται διὰ τὰς γενομένας παραβάσεις τῶν διατάξεων αὐτῶν. Προνοοῦμεν ἐπίσης διὰ τῶν ψηφισθέντων νόμων καὶ λαμβάνομεν διαφόρους ἐγγυήσεις διὰ τὴν παραχώρησιν τῶν μεταλλείων πρὸς τοὺς ἔχοντας μείζονα δικαιώματα ἐπὶ τούτῳ καὶ κατόπιν ἐν τῷ τελευταίῳ περὶ μεταλλείων νόμῳ ὁρίζεται ὅτι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου δὲν πηγάζει ἀγωγὴ κατὰ τοῦ Δημοσίου. Ὅτε ἔχομεν λοιπὸν τοιαῦτα νομοθετικὰ προηγούμενα, φρονῶ ὅτι θὰ εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ ἐπανέλθωμεν οἴκοθεν εἰς τὴν παλαιὰν ἑρμηνείαν, ἡ ὁποία ἐδέχετο τὴν ἀπόλυτον εὐθύνην τοῦ Δημοσίου, ἐπιβάλλεται δὲ σήμερον ν’ ἀναγράψωμεν τὴν προσήκουσαν διάταξιν ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου. Τὸ κέρδος δὲ τοιαύτης διατάξεως εἶναι πρόδηλον· θὰ ἀναγράψωμεν σήμερον τοῦτο ὡς κανόνα ἐπιδεχόμενον καὶ ἐξαιρέσεις· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν θεσπίζονται ἰδιαίτεραι ἐξαιρέσεις θὰ ἰσχύσῃ ὁ κανών. Αὐτὸ θὰ εἶναι οὐσιῶδες πλεονέκτημα, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δεσμεύομεν τὸν νομοθέτην τοῦ μέλλοντος, ὅστις μόνον ἐξαιρέσεις θὰ δύναται νὰ εἰσαγάγῃ, ἐνῷ, ἐὰν ἀναμείνωμεν γενικὸν νόμον ἢ τὸν ἀστικὸν κώδικα, ὁ νόμος αὐτὸς δὲν θὰ ψηφισθῇ διόλου ἢ θὰ ψηφισθῇ μετὰ τοιούτων τροποποιήσεων, αἵτινες θὰ καθιστῶσι προβληματικὴν τὴν πραγμάτωσιν τῆς εὐθύνης. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δεχθῶμεν καὶ τὸ τελευταῖον αὐτὸ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 102 ἀναγράφον ὡς κανόνα τὴν εὐθύνην τῶν ὑπαλλήλων καὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νόμον νὰ ὁρίσῃ τὰς σχετικὰς ἐξαιρέσεις. Παρατηρῶ δ’ ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ὁρίζει τὴν ὑπαιτιότητα· ἐπίτηδες δὲ ἀφέθη τὸ σημεῖον τοῦτο ἀόριστον, ὥστε νὰ δίδηται κάποια ἐλαστικότης εἰς τὸν νόμον.
§222ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν ἐπιτρέπει ἐλαστικότητα.
§223Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδική μου ἀντίληψις· ἀλλά, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ, ἂς δοθῇ δι’ εὐκρινεστέρας διατυπώσεως. Οὕτω νομίζω ὅτι προστατεύομεν ἐντελῶς καὶ τὸν πολίτην ἀπέναντι τῶν αὐθαιρεσιῶν τῶν ὑπαλλήλων.
§224Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ μόνον εἶναι τὸ τοῦ πρώτου Κρητικοῦ Συντάγματος.
§225Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὄχι· τὸ Δημόσιον πρέπει νὰ εὐθύνηται κατὰ κανόνα, ἐπιφυλαττομένων τῶν εἰδικῶν ἐξαιρέσεων. Καὶ ὁ κανὼν νὰ τεθῇ ἀπὸ σήμερον, ν’ ἀφεθῇ δὲ εἰς τὴν νομοθεσίαν τὸ δικαίωμα μόνον τῶν ἐξαιρέσεων.
§226Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, ὡς ἀναφέρει τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, θὰ εἴπω δύο λέξεις: Ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ ἰσοβιότης τῶν ὑπαλλήλων, τὸ ἀμετάθετον, ἢ διάφορα περιστατικά· ἄλλοι μὲν ἔλεγον τοῦτο, ἄλλοι ἐκεῖνο· τέλος πάντων ἐφθάσαμεν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον· ἐδώκαμεν μίαν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων ἀρχίζουσαν ἀπὸ δεκαπενταετίαν· δηλαδὴ νὰ ἔχῃ ὁ προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας ἕνα τρόπον, ὥστε νὰ τῷ εἴπῃ: «Κύριε, φύγε ἀπ’ ἐδῶ, δὲν κάμνεις γιὰ τὴν δουλειά μου». Αὐτὴ ἡ σειρὰ ἐξηκολούθησεν· ἄλλοι μὲν ἐτροποποίησαν τὸν νόμον, ἄλλοι ἐπανέφερον αὐτόν. Τώρα τί παρατηροῦμεν; Ὅτι πρέπει νὰ κλείσωμεν τὴν θύραν τῆς συναλλαγῆς. Οἱ ὑπάλληλοι ὅμως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τέλος πάντων ἐπαύθησαν ἀπὸ τὸ Δημόσιον, ἔρχομαι νὰ τοὺς ἐξετάσω νὰ ἴδω: εἶναι εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι; Δυστυχῶς βλέπω ὄχι, βλέπω δ’ ὅτι ἐκ διαμέτρου ἀντίκεινται πρὸς ἐκεῖνον τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος ἔπαυσεν αὐτούς. Καὶ τί βλέπω; Ὅτι ἀπὸ τοῦ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος εἶναι συγγενέστερος πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργόν, ἀπ’ ἐκεῖ ὑπάρχει τὸ μικρόβιον τῆς διαστροφῆς τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἐξετάσεως τῆς ἀτομικῆς τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα συμφέροντα δὲν ἠξεύρω πῶς κανονίζει καθείς, τὰ κανονίζει ὅμως κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ὑπέρπλουτος, οἱ Ὑπουργοὶ δέ, οἱ ὁποῖοι τέλος πάντων πάντοτε δὲν εἶναι ἕτοιμοι, εὑρίσκονται πρὸ ἀνθρώπων, εἰς τοὺς ὁποίους λέγουσι: —Κύριοι, ἦλθον ὡς Ὑπουργός· τώρα, σᾶς παρακαλῶ, τὴν προσοχήν σας—· μάλιστα, κύριε Ὑπουργέ, ἔννοια σας, καὶ θὰ σοῦ τὴν φέρωμεν ἡμεῖς, ὅταν εἶναι ὥρα! (ἱλαρότης). Λοιπὸν ἐκδίδει μίαν διαταγὴν ὁ Ὑπουργός· τὴν ἐκδίδει μὲ τὸν ἠπιώτερον τρόπον· τὴν ἐκτελεῖ μὲ τὸν χειρότερον τρόπον. Καὶ ἠξεύρετε μὲ τί χειρότερον; Νομίζει ὅτι δὲν εὑρίσκεται εἰς Κράτος, ἀλλ’ ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν Τουρκίαν — δὲν ἠξεύρω ποῖος ἔφυγε καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ δὲν ἠξεύρω μήπως εἰς τὴν Τουρκίαν εἶναι καλλίτερα!
§227ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ὅμορον Κράτος.
§228Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἔχομεν ἐδῶ ὅμορα πολὺ καλλίτερα. Ὅταν ἔχωμεν ἡμεῖς, δὲν μᾶς χρειάζεται νὰ λάβωμεν ἄλλα. Ἀλλ’ ἀναφέρω ταῦτα ἰδίως διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει περισσοτέραν συνάφειαν καὶ περισσοτέραν σχέσιν μὲ τὰ πράγματα καὶ μὲ τὴν Πολιτείαν ἐδῶ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν φέρονται καθόλου καλά· μὲ ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ νὰ ἔχῃ καλὰ πρόσωπα ἀπέναντί του, δυστυχῶς δὲν τὰ ἔχει, καὶ εἰς βάρος τῆς ἀνορθώσεως μαγειρεύονται πολλά, διότι οἱ ὑπάλληλοι δὲν ἐκτελοῦσι τὸν προορισμόν των· δὲν φέρονται καλά, κύριε Ὑπουργέ! Σᾶς τὸ λέγω μὲ τόνον, καὶ ἔχω καὶ διπλότυπα (ἐπιδεικνύει δέσμην διπλοτύπων), καὶ ἄλλην ὥραν, ὅταν θὰ ἔλθῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, θὰ τὰ εἴπωμεν. Σᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου ὅτι πρέπει, κύριε Ὑπουργέ, νὰ δώσητε μίαν παράτασιν, διότι προχθὲς παρετηρήθησαν σκανδαλώδη τινὰ πράγματα.
§229Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Γίνεται παράτασις τῆς συζητήσεως!
§230Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἡ παράτασις τῆς συζητήσεως ἔχει σχέσιν, καὶ δι’ αὐτὸ θέτω εἰς τὸ θυλάκιόν μου αὐτά, διὰ νὰ τὰ εἴπωμεν ἄλλην ὥραν.
§231Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον.
§232Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Μὴ φείδεσθε τόσον πολὺ τοῦ χρόνου, κύριε Ὑπουργέ, καὶ θὰ σᾶς συντομεύσω εἰς ἄλλα. Ἠξεύρω ὅμως ὅτι, ἐνῷ ἐδίδομεν παράτασιν ἡμεῖς ἐδῶ, ἡ ὑπηρεσία δὲν ἤξευρε ποῖα ἦσαν αὐτὰ τὰ ὀφειλόμενα, διότι δὲν ἦσαν οἱ κατάλογοι, καὶ μετέβησαν οἱ ἔμποροι νὰ πληρώσωσι καὶ δὲν εὑρέθησαν οἱ κατάλογοι ἐκεῖ, ἀλλὰ κατελογίσθη εἰς αὐτοὺς τὸ 20%, καὶ ἐδυσανασχέτουν προχθὲς οἱ ἄνθρωποι. Αὐτὴ εἶναι μία παρέκβασις, τὴν ὁποίαν καλὸν εἶναι νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἤδη ἂς ἐξακολουθήσωμεν ἀπὸ τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐμείναμεν. Λοιπὸν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀρθῶσι καὶ εἰς τὸ ὕψος, εἰς τὸ ὁποῖον χρειάζεται, διότι σήμερον ὁ λαὸς δὲν φροντίζει τόσον περὶ τῆς μονιμότητός των, ὅσον περὶ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον συμπεριφέρονται. Δὲν ἐπιζητεῖ λοιπὸν ὁ λαὸς πῶς θὰ τοὺς ἴδῃ νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένοι, ἀλλὰ πῶς νὰ τοὺς ἴδῃ νὰ τοῦ κάμνουν τὴν δουλειάν του. Αὐτὸ ἀπαιτεῖ ὁ λαὸς, καὶ ἑπομένως σκεφθῆτε ὑμεῖς οἱ νομοθετοῦντες κατὰ τρόπον δικηγορικόν, διότι ἡμεῖς δὲν τὰ ἠξεύρομεν αὐτά! (Χειροκροτήματα). Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὅτι πρέπει νὰ εὐθύνηται τὸ Δημόσιον διὰ τὰς πράξεις των. Πάρετε τώρα τὰς πράξεις καὶ ἴδετε ἂν ἠμπορεῖ νὰ εὐθύνηται· ἀντὶ τοῦ δανείου τῶν 40,000,000 κάμνετε 110,000,000, καὶ θὰ ἴδωμεν ἂν θὰ ἐπαρκέσωσι, διὰ νὰ διορθώσωσι τὰ σφάλματα.
§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, κύριοι Βουλευταί, ἐπιμένω ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ περιληφθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὄχι κυρίως διότι περιέχει καθαρῶς ὕλην νόμου, ὅσον διότι ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι ἀρτία· ἠναγκάσθησαν δὲ καὶ οἱ ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς διατάξεως νὰ ὁμολογήσωσιν ὅτι ἐν τῇ γενικότητί της δὲν θ’ ἀνταπεκρίνετο πράγματι πρὸς τὰς ἀνάγκας. Φοβοῦνται ὅμως οἱ ἐπιμένοντες μήπως, ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ ἡ διάταξις, βραδύνῃ νὰ εἰσαχθῇ ὁ σχετικὸς νόμος· ἐγὼ δὲ ἰσχυρίζομαι ὅτι, καὶ ἂν δὲν ἤθελεν εἰσαχθῆ σχετικὸς νόμος καὶ ἐπρόκειτο τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ῥυθμισθῶσιν ὁριστικῶς διὰ τοῦ παρασκευαζομένου Ἀστικοῦ Κώδικος, ἡ ζημία θὰ ἦτο μικρά, ἐὰν ἐβράδυνεν ἐπὶ δύο, τρία ἢ καὶ τέσσαρα ἔτη ἀκόμη ἡ νομοθετικὴ ὁριστικὴ λύσις τοῦ ζητήματος ἀπέναντι τῆς ζημίας, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἰσχύος διατάξεως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ὀρθῶς. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι ν’ ἀποκρούσω ἰσχυρῶς τὴν διάταξιν ταύτην, ἡ ὁποία μάλιστα, ὀφείλω νὰ τὸ ἐξάρω, δὲν ἀφορᾷ ζήτημα συνταγματικόν, ἀφορᾷ ζήτημα κοινῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ ἰδιαίτατα ἐνδιαφέρον τὸ Δημόσιον, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑπομένως ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως δὲν δύναται παρὰ νὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν σημασίαν παρ’ ὅσον ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς συνταγματικῆς διατάξεως. Ἀλλά, ὅπως καθησυχάσω τοὺς ἀνησυχοῦντας ἐπὶ τούτῳ, διακηρύττω ὅτι εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος μετ’ αὐτῶν, ὅτι ἡ εὐθύνη τοῦ Δημοσίου διὰ τὰς παρανόμους πράξεις τῶν ὑπαλλήλων, πρέπει νὰ ῥυθμισθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς εἶναι ἐρρυθμισμένη εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Οὐδαμῶς ὑποστηρίζω τὴν καθιερωθεῖσαν παρ’ ἡμῖν, ὡς μανθάνω, νομολογίαν, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε δὲν δύναμαι νὰ κατακρίνω, διότι δὲν γνωρίζω μήπως εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν καθεστῶτα νόμον, ἀλλ’ ἐὰν εἶναι τοιαύτη ὅπως ἐξετέθη ἐνταῦθα, νομίζω ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν φύσιν τοῦ πράγματος καὶ ὀφείλω νὰ δώσω τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅπως ἄλλως τε καὶ ἄνευ ταύτης δὲν δύνασθε νὰ ἀμφιβάλλητε, φρονεῖ ὅτι τὰ κατὰ τὸ ζήτημα τοῦτο πρέπει νὰ ῥυθμισθῶσι καθ’ ὃν τρόπον εἶναι ἐρρυθμισμένα εἰς τὰ μᾶλλον πεπολιτισμένα καὶ τὰ μᾶλλον φιλελεύθερα Κράτη. Ἀλλὰ θὰ ὁμολογήσωσιν οἱ ἐπιμένοντες διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς διατάξεως ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκῶς μεμελετημένη, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ πράγματα, διότι οὔτε τὰς ἀναγκαίας διακρίσεις κάμνει ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου, εἴτε ὡς προσώπου νομικοῦ τοῦ δημοσίου δικαίου εἴτε καὶ ὡς κυριάρχου ἀσκοῦντος τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μονιμοποίησιν τῶν ὑπαλλήλων, Κύριοι, ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα κ. Μαμάην, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ὁ λαὸς θέλει οἱ ὑπάλληλοι νὰ φέρωνται καλῶς καὶ νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των, ὅτι ὅλη ἡ προσπάθεια, ἡ ὁποία καταβάλλεται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, δὲν ἀφορᾷ τὸ συμφέρον τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἀφορᾷ τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ. Ἐὰν πρόκειται νὰ καταστήσωμεν μονιμότητα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, κάμνομεν τοῦτο οὐχὶ χάριν αὐτῶν προσωπικῶς, ἀλλὰ διότι θέλομεν νὰ λειτουργήσῃ εὐρύθμως ἡ διοικητικὴ ὑπηρεσία. Ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι δὲν εἶναι μόνιμοι, ἐὰν δὲν γνωρίζωσιν ὅτι δὲν φοβοῦνται ἄνωθεν αὐτῶν τὴν ἐπέμβασιν τῶν κομμάτων ἢ ἄλλων ἐν γένει συμφερόντων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θέσωσιν ἐν κινδύνῳ αὐτὸν τὸν ἄρτον τῆς οἰκογενείας των, δὲν θὰ εἶναι εἰς τὸ ὕψος των. Νομίζω δ’ ἀκόμη, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ παροῦσα περίστασις εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν δύναται ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων ν’ ἀσφαλισθῇ ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις, τὰς ὁποίας ὁρίζει τὸ Σύνταγμα, δηλαδὴ ἰσχυούσης τῆς μονιμότητος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· ἡ παροῦσα περίστασις, Κύριοι, εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία ἐπιτρέπει ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων ἄνευ παρεξηγήσεως διὰ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἡ ὁποία ἐπιμένει εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ κατὰ τρόπον ἐγγυώμενον ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ σαρωθῇ πλέον ἡ μονιμότης αὕτη. Τὴν μονιμότητα πρόκειται νὰ καθιερώσῃ νέον πολιτικὸν κόμμα καὶ Βουλή, τῆς ὁποίας ἡ μεγάλη πλειονοψηφία ὑποστηρίζει τὸ κόμμα τοῦτο καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἰδικούς του ὑπαλλήλους, διότι οἱ λεγεῶνες τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν ἔχουσι διορισθῆ ἀπὸ τὰ κόμματα τοῦ παρελθόντος· ὅτε δὲ προσερχόμεθα ἐνώπιον ὑμῶν ζητοῦντες καὶ ἡμεῖς, μετὰ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀσφαλισθῇ ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ εὔλογός τις ἀμφιβολία ἐν τῇ διανοίᾳ τῶν κυρίων Βουλευτῶν ὅτι πράττομεν τοῦτο κατόπιν ὡρίμου μελέτης καὶ ὡρίμου σκέψεως καὶ βαθείας πεποιθήσεως, ὅτι ἄνευ τῆς μονιμότητος ταύτης εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν τὴν διοίκησιν τὴν προσήκουσαν, διοίκησιν ἀφατρίαστον· ἄνευ, λέγω, βαθείας πεποιθήσεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιαύτην γνώμην καὶ τὴν εἰσαγωγὴν τοιαύτης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν. Ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων ὄχι μόνον θ’ ἀσφαλίσῃ τὴν ἀφατρίαστον διοίκησιν, ἡ ὁποία ἅπτεται τοσοῦτον καθ’ ἡμέραν τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν περισσότερον παρ’ ὅσον ἡ λειτουργία τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὄχι μόνον, λέγω, τοῦτο θὰ ἐπιτύχωμεν, ἀλλὰ θὰ συντελέσωμεν, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐξυγίανσις τοῦ ἐδάφους τῶν πολιτικῶν ἀγώνων ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἡ ἐξύψωσις αὐτοῦ ἀπομακρυνομένου τοῦ ἐπιμάχου καὶ ἐριστοῦ σημείου εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας ἀπὸ τὸν στόμαχον, ὁ ὁποῖος πολλάκις δυστυχῶς ἐν μεγάλῳ μέτρῳ ἐπηρέασεν ἐν τῷ παρελθόντι τὴν ψῆφον πολλῶν ἐκλογέων. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους εἶναι οὐσιώδης ἡ διάταξις αὕτη, καὶ ἐπιβεβλημένον εἶναι νὰ θεσπίσωμεν αὐτήν. Εἴπομεν ὅτι τοῦ νέου πολιτικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος μία κυριωτάτη μέριμνα πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἡ ἀνάπτυξις τῆς παραγωγῆς ὑπὲρ τῆς χώρας. Ἰσχυρίζομαι ὅτι διὰ τῆς θεσπίσεως τῆς διατάξεως ταύτης, θὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ διὰ παντὸς ἄλλου μέτρου, ἀλλ’ ἰδίᾳ διὰ τῶν μέτρων, ἅτινα θὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας, διότι, ὅταν παρὰ τὸν λεγεῶνα τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἐν ἐνεργείᾳ, παύσωσι νὰ ὑφίστανται πλείονες λεγεῶνες ἐν διαθεσιμότητι καὶ ἐν ἐφεδρείᾳ, ὅταν γνωρίζωσιν ὅτι αἱ θέσεις κατέχονται ὑπὸ τῶν νῦν ὑπαλλήλων, καὶ μόνον διὰ θανάτου ἢ παραιτήσεως, ὅπερ σπανίως συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, δύναται νὰ κενωθῇ μία θέσις, ἡ ὁποία θὰ καταλαμβάνηται, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος, τότε καὶ μόνον μεγάλη πληθὺς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προσεπάθουν νὰ ζήσωσιν ἐκ τῆς ἀνόδου εἰς τὰ πράγματα τοῦ τοιούτου ἢ τοιούτου κόμματος, τότε καὶ μόνον εἷς μέγας ἀριθμὸς χιλιάδων πολλῶν ἀνθρώπων θέλει ἀφοσιωθῆ ἐξ ἀνάγκης εἰς τὴν ἀνεύρεσιν ἄλλου βιοποριστικοῦ ἔργου, καὶ ἐντεῦθεν εἶναι βέβαιον ὅτι τὰ ἀποτελέσματα διὰ τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν θὰ εἶναι ὄχι μικρά. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρέπει ἀληθῶς ἐξ ἀφορμῆς παρατηρήσεώς τινος τῶν προαγορευσάντων νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ διατύπωσις τοῦ δευτέρου ἐδαφίου, ὅπως ὁρισθῇ ὅτι ἡ μετάθεσις γίνεται οὐχὶ δι’ ἀποφάσεως τοῦ ὠργανωμένου αὐτοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως ἢ ὑπὸ ἄλλου ἀναλόγως πρὸς ὅσα εἶπον κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅτι δύναται διὰ νόμου ἐκεῖ νὰ κανονισθῇ ἡ μετάθεσις τῶν ὑπαλλήλων....
§234Γ. ΠΩΠ. Μόνον ἡ μετάθεσις;
§235Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε περὶ προαγωγῆς γίνεται ἐνταῦθα λόγος οὔτε περὶ εἰσαγωγῆς.
§236Γ. ΠΩΠ. Περὶ προαγωγῆς;
§237Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε περὶ προαγωγῆς γίνεται λόγος ἐνταῦθα.
§238Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατόπιν συμφώνου γνωμοδοτήσεως;
§239Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ διατύπωσις θὰ ἔχῃ οὕτως (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπάλληλοι ἀπὸ τοῦ ὁριστικοῦ αὐτῶν διορισμοῦ εἰσι μόνιμοι ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι· πλὴν δὲ τῶν περιπτώσεων τῆς παύσεως δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως οὔτε ἀπολύονται ἢ ὑποβιβάζονται οὔτε μετατίθενται ἄνευ εἰδικῆς ἀποφάσεως τοῦ κατὰ νόμον ὠργανωμένου συμβουλίου κλπ.». Ἐνταῦθα θὰ ἐπρότεινον, ὅπως μεταξὺ τῆς φράσεως «ὠργανωμένου συμβουλίου» παρεμβληθῇ ἡ ἑξῆς φράσις «ἄνευ εἰδικῆς ἀποφάσεως τοῦ κατὰ νόμον ὠργανωμένου συμβουλίου καὶ ἐκ μονίμων ὑπαλλήλων κατὰ τὰ δύο τρίτα τοὐλάχιστον ἀποτελουμένου συμβουλίου», διότι, ὅπως εἶχεν ἡ διατύπωσις, ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον, μία πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θέλουσα νὰ ἐπιβουλεύηται τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, νὰ ὁρίσῃ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπολαύει τῆς μονιμότητος, καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀποτροπὴν τῆς μονιμότητος. Ὥστε πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τὸ συμβούλιον ἀποτελῆται ἀπὸ τὰ δύο τρίτα ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπολαύωσι τῆς μονιμότητος.
§240Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μήπως ἡ παρατήρησίς σας δίδει τὴν ἔννοιαν κατὰ τῆς γνωμοδοτικῆς ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου, ὅτι ἐπιτρέπεται προσφυγή;
§241Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περὶ μεταθέσεως ὄχι. Διατηρεῖται ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργοῦ ἀκέραιον τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ ἢ ὄχι τὴν μετάθεσιν κατὰ τὴν ἰδίαν του κρίσιν μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ κάμνῃ τὴν μετάθεσιν, ἐὰν δὲν ἔχῃ σύμφωνον τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου. Μόνον λοιπόν, προκειμένου περὶ μεταθέσεως, ἐπιφυλάσσεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ κάμνῃ τὴν μετάθεσιν κατὰ τὴν ἰδίαν του κρίσιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει διὰ τὴν ἄσκησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόλυσιν ἢ τὸν ὑποβιβασμὸν τῶν ὑπαλλήλων ἐπιφυλάσσεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ὠργανωμένον τοῦτο Συμβούλιον τὸ δικαίωμα, τοῦ ὁποίου συμβουλίου ἡ ἀπόφασις εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν. Ἀναγινώσκω τὸ ἐδάφιον τοῦτο καὶ πάλιν, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι οὐδεμία ἀμφιβολία μένει. Μετὰ τὸ δεύτερον ἐδάφιον ἀπαλείφονται δύο σειραὶ (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐν ἀπολύσει ἢ ὑποβιβασμῷ, εἰς δὲ τὸν Ὑπουργὸν κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν», διότι, ἀφοῦ ἀφαιρέσωμεν τὰ ἀφορῶντα τὴν μετάθεσιν, εὑρίσκονται ὑπὸ ὁμοίας περιστάσεις καὶ ὁ Ὑπουργὸς καὶ οἱ ὑπάλληλοι.
§242Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει μία περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ συμβούλιον ἤθελεν ἀποφανθῆ ὅτι δὲν εἶναι ἀπολυτέος.
§243Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, καθ’ ὅσον ἐπιτρέπεται προσφυγὴ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§244Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οἱ ὑπάλληλοι εἶναι μόνιμοι ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι. Διὰ τῆς καταργήσεως ὅμως τῶν ὑπηρεσιῶν παύει ἡ μονιμότης;
§245Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως.
§246Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅταν καταργῶνται θέσεις τινές, θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα τίνες ὑπάλληλοι θ’ ἀπολυθῶσι. Ζητῶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ διὰ τὸ μέλλον.
§247Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, κατ’ ἐμέ, δὲν μένει οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται περὶ ἀπολύσεως τῶν περιττῶν θέσεων, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλει ν’ ἀποφαίνηται τὸ Συμβούλιον. Πρόκειται ὅμως περὶ γνώμης ἑρμηνευτικῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κῦρος ἑρμηνείας ἐπισήμου.
§248Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ ἤθελον ἵνα ἡ γνώμη αὐτή, ἐὰν τὴν δέχεται ἡ Βουλή, γραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, διότι θὰ δίδηται μία εὐκαιρία ἐκκαθαρίσεως, καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νόμον τὸ ζήτημα τοῦτο.
§249Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ εἶχον, ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ αὐτὴν τὴν γνώμην, νὰ γραφῇ αὕτη εἰς τὰ Πρακτικά. Ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον ἐδάφιον. Εἴπομεν ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ ἀντ’ αὐτοῦ νὰ προστεθῇ (ἀναγινώσκει): «οἱ ἰδιαίτεροι γραμματεῖς τῶν Ὑπουργῶν, ὁ βασιλικὸς ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ καὶ ὁ διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων». Θ’ ἀναγνωρίσητε, πιστεύω, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ οἱ ἰδιαίτεροι γραμματεῖς τῶν Ὑπουργῶν.
§250Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι θέσις νομοθετημένη.
§251Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι νομοθετημένη. Νομίζω ὅτι μετὰ τὰς τροποποιήσεις ταύτας δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον.
§252Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς.
§253Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖοι ὑπάλληλοι;
§255Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς.
§256Γ. ΠΩΠ. Ἐδόθη ἐξήγησις, ὅτι περιλαμβάνονται καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς.
§257ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχει νομοθεσία διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς. Παρατηρήσεις τινὰς ἔχω νὰ ὑποβάλω, ὅπως προκαλέσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ θέματος ἀξίου μερίμνης. Οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκηρύχθησαν ἅπαντες μόνιμοι καὶ τὰ τῆς μονιμότητος αὐτῶν ἐνομοθετήθησαν κατὰ τὸ 1905· ἀφοῦ δ’ ὡρίσθη ἡ μονιμότης, ἐπῆλθε νόμος, μερικῶς τροποποιήσας καὶ μονομερῶς, τὸ παραχωρηθὲν ἤδη δικαίωμα τοῦ νὰ θεωρῶνται μόνιμοι. Παρῆλθε τὸ 1905 καὶ ἦλθεν ἡ ἀνωμαλία τοῦ 1909· ἡ δ’ ἀνωμαλία αὕτη προυκάλεσεν ἐπ’ ἀγαθῷ γενικὴν ἐξέτασιν τῶν ὑπαλληλικῶν πραγμάτων, ἥτις ἔφερε καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν. Ἡ ἐκκαθάρισις, ἂν κατεκρίθη ἐνταῦθα, κατεκρίθη μᾶλλον ἰδίως ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας Θ. Κουτούπη ἐπὶ μὴ εὐρυτέρᾳ ἐπεκτάσει.
§258Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐπὶ χλιαρωτάτῃ.
§259ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι χλιαρωτάτῃ. Πρέπει νὰ διέλθῃ τις τοῦ σταδίου, δι’ οὗ διῆλθον αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ τῆς ἐπαναστατικῆς ἐξεγέρσεως μέχρι τῆς ἀνορθωτικῆς τροχιᾶς, ἵνα ἀντιληφθῇ ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑπαλλήλων ὑπῆρξε χρησιμώτατον διὰ τὸν σκοπὸν ὃν ἐπεδίωξαν οἱ ζητήσαντες τὴν ἐκκαθάρισιν· ὅτι ὡς ἔργον ἀνθρώπινον ἔχει βεβαίως ἐλλείψεις, ἔχει ὅμως τὰς ἐλλείψεις εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον, — ὁμιλοῦμεν δ’ ἐνταῦθα περὶ τῶν ἐκκαθαρίσεων, αἵτινες, ὅτε ἐγένοντο, οὐδὲ κἂν θόρυβον ἐγέννησαν. — Κατάκρισις καὶ τότε ἐγένετο ὅτι δὲν ἐπεξετάθη ἡ ἐκκαθάρισις ἐπαρκῶς, διότι ὑπῆρχον γνῶμαι προκαταβολικῶς μεμορφωμέναι καὶ ὑπῆρχον καὶ προκαταλήψεις, κατάκρισις, λέγω, ἐγένετο ὁσάκις αἱ κρίσεις τῶν διεξαγόντων τὴν ἐκκαθάρισιν, — εἴτε οὗτοι ἦσαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἴτε ἦσαν, διὰ τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους, οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἀνώτεροι ἐν συμβουλίῳ — αἱ κρίσεις δὲν εὑρέθησαν πρὸς ἐκείνας τὰς γνώμας σύμφωνοι διὰ λόγους, οὓς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξηγήσωμεν ἰδίᾳ καὶ κατὰ πρόσωπον ἐπαρκῶς, ἐὰν θελήσωμεν νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα, διὰ λόγους οὓς μόνον ὁ κρίνων περὶ ἀνθρώπου ὑπηρετήσαντος ἐπὶ μακρὰ ἔτη εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ ζυγίζων τὰ πράγματα, μόνον ἐκεῖνος μετ’ ἐνδοιασμοῦ καὶ προσοχῆς ἐργαζόμενος δύναται νὰ ζυγίσῃ οὕτως, ὥστε ν’ ἀποφανθῇ, ὡς εἰς κριτὴν ἁρμόζει, ὑπὲρ καὶ οὐχὶ κατὰ τοῦ κρινομένου ὑπαλλήλου. Οὐδὲν δυσαρεστότερον τῶν ἐκκαθαρίσεων τῶν ἀνωμάλων. Ἀλλά, ὅτε ἔρχεται ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων, εἶναι ὑπόχρεος ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀναλαμβάνει τὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τοιούτους ὅρους, νὰ ἐκτελέσῃ αὐστηρῶς ἐκεῖνο, ὅπερ τῇ ἐπεβλήθη ὑπὸ τῆς θελήσεως τοῦ ἔθνους, τῆς ὁπωσδήποτε ἐκφρασθείσης καὶ ἐπικρατησάσης; Ἐγὼ προσωπικῶς εἰμὶ κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῶν ἀνωμάλων, τῶν ἀθρόων ἐκκαθαρίσεων, ἔσχον δ’ ἄλλοτε τὴν ἀφορμὴν νὰ γράψω τὴν γνώμην μου τὴν τοιαύτην δημοσίως· ἀλλὰ καὶ εἰς ἐμὲ ἔλαχεν ὁ κλῆρος ὁ σκληρὸς νὰ καταλεχθῶ μεταξὺ τῶν ἐκκαθαριστῶν. Οὐδὲν ἐπικινδυνωδέστερον. Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐν τῇ τοιαύτῃ ἐκκαθαρίσει εἶναι βέβαιος ὅτι ἁπανταχοῦ ἐπιτυχῶς ἔπραξεν ὅ,τι μόνος ὁ Θεὸς γνωρίζει, ἂν ἐπράχθη ὀρθῶς ἢ δὲν ἐπράχθη ὀρθῶς. Ἀλλ’ ἡ ἐκκαθάρισις ἡ γενομένη ὑφ’ ἁπάντων ἐκείνων, οἵτινες ἐπελήφθησαν αὐτῆς, εἰς οἱονδήποτε κλάδον καὶ ἂν ἀνῆκον, γενικῶς εἰπεῖν ἐγένετο μετὰ πνεύματος δικαιοσύνης καὶ μετ’ ἀγαθῆς προαιρέσεως· τὰ δ’ ἀστοχήματα εἶναι ὀλισθήματα ἀνθρώπινα, ἅτινα εἰς οὐδένα δυνάμεθα νὰ καταλογίσωμεν.
§260Γ. ΠΩΠ. Δυνάμεθα νὰ ἐπανορθώσωμεν, ἐὰν ἐγένοντο ἀδικίαι.
§261ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἔργον, ὅπερ ταύτην τὴν στιγμὴν ὑπ’ οὐδενὸς δύναται νὰ διεξαχθῇ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐδῶ, ὅ,τι δ’ αὕτη κρίνει ἐν συνειδήσει ὀρθὸν δύναται νὰ πράξῃ· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε οὐδεμία Βουλὴ θὰ δυνηθῇ νὰ καταλύσῃ, εἶναι ἡ συνείδησις ἐκείνων, οἵτινες ἀνεμίχθησαν εἰς τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐξ ἐπιταγῆς ὅτι ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον αὐτῶν. (Χειροκροτήματα).
§262Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἂν καὶ ἡ ἐκκαθάρισις ἐκείνη χειροκροτεῖται, ἀλλοίμονόν μας!
§263ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ διῆλθέ τις διὰ τοῦ πόνου, ὃν ᾐσθάνθησαν οἱ λαβόντες τοιαύτην ἐντολήν· πρέπει νὰ ἔφθασεν, ὥστε νὰ κλείσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ πιέσῃ τὴν καρδίαν αὐτοῦ, ἵνα δυνηθῇ νὰ παραγάγῃ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ζητηθέντα, τὰ προσδοκηθέντα ὑπ’ αὐτοῦ— διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἀνάξιος τοιαύτης εὐθύνης—, ὅπως αἰσθανθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ ταύτην τὴν ὥραν ἐνταῦθα αἰσθάνομαι. Ἀλλὰ ταῦτα παρέργως ἐλέχθησαν. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐπανειλημμένως ἡ Πολιτεία τρὶς ἢ τετράκις ὑπέσχετο τὴν μονιμότητα· καὶ πρέπει σήμερον νὰ πραχθῇ ἐνταῦθα τὸ προσῆκον, ὥστε ἡ Πολιτεία μετὰ τὴν γενομένην ἐκκαθάρισιν, ἥτις βεβαίως τὸ ἔδαφος τὸ ὑπαλληλικὸν κατέστησε πολλῷ καθαριώτερον ἢ ὅ,τι τέως ὑπῆρχε, νὰ μὴ ἔλθῃ καὶ διασείσῃ πάλιν τὸ καθεστὼς τῆς μονιμότητος. Καὶ μοὶ ἐφάνη ὅτι, ὡς ἦτο διατετυπωμένη ἡ πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν, ὡς δὲ καὶ ἡ πρότασις αὕτη σήμερον τροποποιουμένη θὰ διατυπωθῇ, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ εἶναι πεπεισμένοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, νὰ μὴ εἶναι ἠσφαλισμένη ἡ κοινωνία περὶ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, μέχρις οὗ ἐπέλθῃ ἡ ἔναρξις τῶν ἔργων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Διότι, ὅπως τίθεται τὸ ζήτημα, καὶ μετὰ τὴν τροποποίησιν τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐν τῷ συνόλῳ ὀρθῶς ἔχουσαν, τῆς δευτέρας παραγράφου, μένουσιν ἠρτημένοι οὗτοι ἐν ἀβεβαιότητι ἂν εἶναι μόνιμοι ἢ οὔ, καίτοι ὑπάρχουσι νόμοι κείμενοι περὶ μονιμότητος.
§264Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐδήλωσα καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω ἐπισημότατα.
§265ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί· οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη ὑμῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ· πρέπει καὶ νὰ γραφῇ ἐνταῦθά τι, ὅπερ νὰ πείθῃ ὅτι τὸ κείμενον μένει κείμενον, ὅτι δὲ ἡ συνταγματικὴ μονιμότης ἡ ἐπερχομένη διὰ τοῦ ὁρισμοῦ τῆς δευτέρας παραγράφου, εἶναι...
§266Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ γραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς.
§267ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν εἰς τὴν πρώτην παράγραφον ἐτίθετο «τὰ προσόντα καὶ ἡ μονιμότης τῶν διοικητικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων ὁρίζονται διὰ νόμου», τὰ πράγματα θὰ εἶχον καλῶς.
§268Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐδῶ ὁρίζομεν τὴν μονιμότητα διὰ τοῦ Συντάγματος.
§269ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν μονιμότητα ὑπὸ ἄλλους ὅρους.
§270Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ διορθώσωμεν τὸ πρᾶγμα ὡς ἑξῆς: νὰ γίνῃ δήλωσις ἐκ μέρους μου, τὴν ὁποίαν νὰ δεχθῇ ἡ Βουλή, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἀπολαύοντες ἐκ τῶν ἤδη κειμένων νόμων μονιμότητος ἐξακολουθοῦσιν ἀπολαύοντες ταύτης τῆς ἐκ τῶν νόμων μονιμότητος, μέχρις οὗ ἀρχομένης τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἀπολαύσωσι καὶ τῆς ἐκ τοῦ ἄρθρου 102 παρεχομένης αὐτοῖς συνταγματικῆς μονιμότητος.
§271ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§272ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τούτου οὕτως ἔχοντος, ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον· αἱ τροποποιήσεις, αἵτινες ἐγένοντο εἰς αὐτήν, μοὶ φαίνονται ὅτι ἐγένοντο ἐπ’ ἀγαθῷ· διότι ἀληθῶς διὰ τὴν μετάθεσιν τὸ προταθὲν εἶναί τι ὑπερβολικόν, καὶ ὀρθῶς ἐγένετο ἡ τροποποίησις, ὅπως διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τούτου γενομένου εἶναι ἀνάγκη νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο περιόδους ἀνεξαρτήτους ἡ παράγραφος αὕτη. Ἐμείναμεν εἰς τὴν λέξιν «ὠργανωμένου συμβουλίου»· νὰ εἴπωμεν ἔπειτα «κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης», διότι ἄλλως τὸ «καθ’ ἧς» θ’ ἀνάγηται καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν καὶ εἰς τὴν γνωμοδότησιν.
§273ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά.
§274ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου, ἣν ἐννοῶ καλῶς ὅτι εἶναι δύσκολον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποδεχθῇ ὅπως ἔχει, ἴσως θὰ ἦτο δυνατὸν διὰ προσθήκης παρενθέτου τινὸς φράσεως νὰ κριθῇ ὅτι δύναται νὰ μείνῃ ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ διὰ τοὺς λόγους, οὓς μετ’ ὀλίγον θέλω εἴπει. Ἄν, κύριε Πρόεδρε, ἠδύνατο ν’ ἀρκέσῃ εἰς ὑμᾶς ἡ παρένθετος αὕτη φράσις, ἣν θέλω προτείνει, θὰ ἦτο ὠφέλιμον νὰ μείνῃ ἡ διάταξις αὕτη ὡς ὁδηγὸς εἰς τὸ μέλλον, μὴ ἔχουσα ἄλλον χαρακτῆρα πλέον ἢ ὅτι θὰ καθοδηγήσῃ συνταγματικῶς καὶ τὸ νομοθετικὸν καὶ τὸ δικαστικόν (ἀναγινώσκει) «τὸ δημόσιον καὶ τὰ ἄλλα νομικὰ πρόσωπα δημοσίου δικαίου εὐθύνονται κατὰ τὰς ἐν τοῖς νόμοις διακρίσεις εἰς ἀνόρθωσιν».
§275ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν προσθέτει τίποτε.
§276ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τίποτε· ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐδὲν ζημιοῖ.
§277ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναί τι ἄχρηστον.
§278ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θέλω ἐπιμείνει. Ἐγὼ αὐτός, ἐν τῇ συζητήσει τοῦ θέματος τούτου, πολὺ ἐδίστασα καὶ τελευταῖος ἴσως προσεχώρησα εἰς τὴν διάταξιν, ἥτις κατ’ ἀρχὴν ἔχει ὀρθῶς. Ἀλλ’ ἐν χώρᾳ, ἐν ᾗ ἀστικὸν δίκαιον προσαρμοζόμενον εἰς τὸ δημόσιον δίκαιον δὲν ὑπάρχει, ἀλλὰ τὰ πάντα κρίνονται πρὸς τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον, τὸ αἰῶνας ἀπέχον ἀπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων καὶ τῶν σημερινῶν ἀναγκῶν, εἶναι βεβαίως ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ἀρχή τις, ἥτις νὰ καθοδηγῇ καὶ τὸν νομοθέτην καὶ τὸν δικαστὴν εἰς τὰ περαιτέρω. Ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη οὕτω τροποποιουμένη οὐδένα κίνδυνον φέρῃ θὰ ἐνόμιζον ὀρθὸν νὰ περιληφθῇ· ἀλλὰ δὲν θέλω ἐπιμείνει, ἐὰν τοῦτο ὁπωσδήποτε στενοχωρῇ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· διότι βεβαίως πρόκειται περὶ εὐθυνῶν ἀπέναντι τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ἃς ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ αἰσθανθῇ, καὶ αὐτὸν πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ στεγάσῃ.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἕτερος Βουλευτὴς ἐγγεγραμμένος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Ὑπάρχουσι μόνον τρεῖς ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐγγεγραμμένοι ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Πατσουράκου.
§280Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου; Ὁρίσατε.
§282Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι μία ἡ ὥρα· θὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἄλλοι ῥήτορες, θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ ἐκ δευτέρου, καὶ θὰ ἦτο καλὸν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, κ. Πατσουράκε.
§284Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς τροπολογίας μου. Θὰ γίνῃ συζήτησις καὶ ἐπὶ τῆς οὐσίας, καὶ θὰ ὁμιλήσωσι καὶ ἄλλοι, καὶ θὰ δευτερολογήσω ἴσως. Ἀλλὰ τέλος πάντων, ἀφοῦ ἐπιμένετε, ὁμιλῶ. Καὶ ἐν πρώτοις ὅσον ἀφορᾷ τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀμφισβητήσω τὴν γνώμην ἐκείνην τῶν κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐτόνισαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι μόνιμοι οἱ ὑπάλληλοι προτοῦ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ συμφωνήσω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτόνισαν ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωσιν. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, ὑποθέτω, ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἐὰν θέλῃ νὰ ἐξετάσῃ τὴν συνείδησίν του, θὰ πείσῃ τὸν ἑαυτόν του ὅτι δὲν γνωρίζει εἰς ἕκαστον κλάδον πρόσωπα ἀνάξια τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχουσι, τόσον εἰς τὸν τελωνειακὸν κλάδον, ὅσον καὶ εἰς τὸν ταμειακόν, ὅσον καὶ εἰς τὸν διδασκαλικόν, ὅσον καὶ εἰς τὸν κλάδον αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἦτο ἔγκλημα κατ’ αὐτῆς ταύτης τῆς συνειδήσεώς μας, ἐὰν κατ’ αὐτὴν τὴν ἑσπέραν ἐξ ὑφαρπαγῆς ψηφίσωμεν συνταγματικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία θ’ ἀποτελέσῃ τὴν ψυχὴν τῆς Πολιτείας.
§285ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ εἶσθε σύντομος, κ. Πατσουράκε.
§286Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν αὐτό. Δὲν θὰ παραλείψω δὲ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα πρὸ ὀλίγου, ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν διὰ τὴν γενομένην ἐκκαθάρισιν ὑπὸ τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, δὲν θὰ παραλείψω νὰ ἐρωτήσω. Ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἢ δὲν εἶναι στίγμα διὰ τὸ Κράτος; Θὰ ἐρωτήσω τὸν προλαλήσαντα: Ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι ἢ δὲν εἶναι στίγμα διὰ τὸν στρατὸν ἀκόμη;
§287ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο.
§288Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι ἡ γνώμη σας, διότι ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ υἱοῦ σας ν’ ἀρχίσητε τὴν ἐκκαθάρισιν, ὁ ὁποῖος στιγματίζει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει ν’ ἀφήσητε τὰς προσωπικὰς ἀντεγκλήσεις.
§290Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἔχω προσωπικὰ οὔτε γνωρίζω τὸν κ. Δραγούμην. Τὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν γνωρίζω μόνον, τὸν ἐνεργήσαντα τὴν ἐκκαθάρισιν. (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι).
§291ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὅμως ἔχω καθῆκον, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ δηλώσω ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ κ. Δραγούμη εἶναι εἷς τῶν ἀρίστων ὑπαλλήλων, ὄχι μόνον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης ὑπηρεσίας.
§292Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ θ’ ἀποδείξω ὅτι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων ὑπαλλήλων, εἶναι δολοφόνος.
§293ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά!
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν. (Κρούει τὸν κώδωνα). Διὰ τὰς ὕβρεις, τὰς ὁποίας ἀπηυθύνατε κατ’ ἀνωτέρου ὑπαλλήλου, σᾶς ἀνεκάλεσα εἰς τὴν τάξιν· δι’ ὅσα εἴπετε ἐν σχέσει πρὸς τὸν Στέφανον Δραγούμην δὲν σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν, διότι οὗτος εἶναι ἀνώτερος ἐν τῇ Βουλῇ πάσης ἱκανοποιήσεως ἢ ἀνακλήσεως εἰς τὴν τάξιν. (Ῥαγδαῖα χειροκροτήματα).
§295Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, χωρὶς νὰ θέλω, θὰ παρεμβῶ εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἕτερον, τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἐθίξατε; Προκειμένου περὶ Βουλευτοῦ ὁμιλοῦντος περὶ ἀνδρὸς ἀσκήσαντος ὑπεύθυνον Ἀρχήν, ἔχοντος δικαιώματα καὶ ὑποχρέωσιν γνωμοδοτήσεως διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ὡς προϊστάμενος μιᾶς Κυβερνήσεως, εἶναι δικαίωμα παντὸς Βουλευτοῦ νὰ ἐλέγξῃ τοῦτον, δὲν νομίζω δ’ ὅτι ἐντὸς τῶν καθηκόντων ὑμῶν, ἐκ παραφορᾶς καὶ ζήλου εὐλόγου ἴσως πρὸς τὸν ἔντιμον κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, εἴπετε ὅτι εἶναι ἀνώτερος τοῦ ἀγορεύοντος ἢ οἱουδήποτε ἄλλου. Οὐδεὶς εἶναι ἀνώτερος ἄλλου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Πάντες εἴμεθα ἴσοι, καὶ ὁ ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος κύριος συνάδελφος ἀποτεινόμενος πρὸς οἱονδήποτε εἶναι ἴσος πρὸς αὐτόν.
§296Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· ἔχουσι πλήρη ἐλευθερίαν νὰ ἐλέγξωσιν ὅσοι ἔχουσι σκοπὸν νὰ ἐλέγξωσι. Λόγον ἐνταῦθα, ὁ μὴ κυβερνῶν μόνον δὲν ἔχει νὰ δώσῃ· λόγον ἔδωκεν, ὥστε περὶ ἐκείνου τοῦ λόγου δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐνταῦθα οἱαδήποτε σκέψις. Ἀλλ’ εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀκούσω ἐνταῦθα, καὶ πρέπει, ὅ,τι ἐπιθυμεῖ νὰ εἴπῃ ὁ κ. Βουλευτής, ἵνα μάθῃ ὁ κόσμος, ὁποῖα εἶναι τὰ ἔργα τῶν προϋπαρξάντων Ὑπουργῶν.
§297Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀπορήσω, κύριοι συνάδελφοι, πῶς ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ὡμίλησε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐνῷ πρόκειται περὶ ἐκκαθαρίσεως, τὴν ὁποίαν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἀπεδέχθη ὅτι ἦτο ἐναντία καὶ πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν θέλησίν του. Διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ ἀντικαταστήσῃ τις ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τὰς κορυφὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι τιμὴ δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος. Οὐδεὶς θ’ ἀμφισβητήσῃ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ ἐν τῷ στρατῷ ἀκόμη δὲν ἐγένοντο ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ γένωνται, ἀλλ’ εἶναι ὡσαύτως ἀναμφισβήτητον, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας, ὅτι ἐγένοντο ἀδικήματα καταφανῆ καὶ γνωστὰ εἰς ἕκαστον ἐξ ἡμῶν, ἐνῷ τοὐναντίον εἶναι γνωστὸν ὅτι ἔμεινεν ἐν αὐτῷ σωρεία ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ εἶχον ἀποβληθῆ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας δὲν νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ κάμω ἔναρξιν τῶν καταγγελιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι βαρύνουσιν αὐτὸν πρωτίστως. Ἔχετε ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ὑπ’ ὄψιν σας καὶ ἐπερώτησίν μου, ἡ ὁποία ὅμως δυστυχῶς πάντοτε εὑρίσκεται εἰς τὸν πυθμένα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§298ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δι’ αὐτὸ δὲν εἶμαι παραίτιος ἐγώ.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε μὲ αὐτά; Αἱ ἐπερωτήσεις ἀναγράφονται κατὰ σειράν, καί, ἐὰν δὲν ἦλθεν εἰς συζήτησιν ἡ ἐπερώτησίς σας, δι’ αὐτὸ νὰ ζητήσητε λόγον ἀπὸ τοὺς 50 ἐγγεγραμμένους νὰ συζητῶσιν ἀδιακόπως περὶ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους 50 νὰ συζητῶσι περὶ ποτοποιΐας καὶ ἀμβύκων.
§300Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αὐτὸ νὰ εἴπητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι εἰς ἐμέ, διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι ν’ ἀπαγορεύσω τὴν συζήτησιν.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ αἰτιᾶσθε τὸ Προεδρεῖον, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπερπηδᾷ τὰς ἐπερωτήσεις.
§302Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλὰ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅτι ἡ συζήτησις περὶ Ἑνιαίας καὶ ἀμβύκων δὲν εἶναι ἐπερώτησις, διότι νομίζω ὅτι συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἐπερώτησις σημαίνει μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ποῖος λοιπὸν παρελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐμέμφθη τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον;
§303ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιφυλάσσεσθε ν’ ἀναπτύξητε ταῦτα αὔριον, διὰ νὰ μὴ ἐξαντλήσητε τὸ ἡμίωρον ἐξερχόμενοι τοῦ θέματός σας;
§304Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὸν χρόνον αὐτόν.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδένα χρόνον θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου, διότι ὁ χρόνος εἶναι συναπτός.
§306Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι καθόλου συναπτός, διότι μὲ διέκοψαν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπετρέπετο, λέγω δὲ τοῦτο, διότι δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐγερθῇ, ἵνα ὑπερασπίσῃ τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος...(Κωδωνοκρουσίαι πνίγουσι τὴν φωνὴν τοῦ ῥήτορος). Δὲν θὰ τὰ καταγγείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι μὲ διακόπτει ὁ κ. Πρόεδρος διὰ τοῦ κώδωνος, ἀλλὰ θὰ τὰ καταγγείλω αὔριον ἀπὸ τῶν στηλῶν τοῦ τύπου, ἵνα ἴδητε καὶ ἵνα μάθῃ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τίνος ποιοῦ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὑπάλληλοι.
§307Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Αὐτὴ εἶναι συκοφαντία, διότι δὲν δύνανται ν’ ἀμυνθῶσιν οὔτε διὰ τοῦ τύπου. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος τιμᾷ καὶ τὸ ἀξίωμά του καὶ τὸ ἔθνος.
§308Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ποιούμενος κατάχρησιν τοῦ δικαιώματός του ἐδολοφόνησε δύο πολίτας Ἕλληνας, καὶ ὁ ὁποῖος....
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων τὸν κώδωνα). Θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἂν τὰς καταγγελίας ταύτας ἐκάμνετε ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων Ἀρχῶν.
§310Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶχον τὸ θάρρος νὰ ζητήσω νὰ κατατεθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν προσήχθησαν. Καὶ ἤδη, Κύριοι, ἐπὶ τῆς τροπολογίας. Ἤδη, ὁπότε παρῆλθεν ἡ ὀξύτης καὶ ἐκόπασεν ὁπωσδήποτε ὁ σάλος ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλήν, ὅπως προσέξῃ εἰς ὅ,τι θ’ ἀποκαλυφθῇ, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ πεισθῆτε ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὐχὶ δικαίως ὑπέστη πάσας τὰς λοιδορίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη χάριν τῆς ἐθνικῆς γλώσσης του, καὶ ὅτι καὶ αὐτὴ αὕτη ἡ προκατάληψίς του καθ’ ὡρισμένων προσώπων ἔχει τὰς βάσεις σταθερωτέρας παρ’ ὅ,τι ἀρχῆθεν ἐνομίσθη, ἔχει τὰς ῥίζας πολὺ βαθυτέρας, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ χαρακτηρίσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον ἐργολαβικῶς τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαίων καὶ συμφερόντων του ἐν τῷ ζητήματι τῆς γλώσσης, ἐν ᾗ πραγματικῶς εἶναι ἐχθροί, ὡς θ’ ἀποδείξω εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι εἶναι αὐτόχρημα προδόται τῶν ἰδανικῶν τῆς φυλῆς των. Εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, κύριοι Βουλευταί, ν’ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ προσχήματα, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον ν’ ἀποσπάσωμεν τὸ προσωπεῖον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κόπτονται δῆθεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὑπὸ δορὰν προβάτου λύκοι ἅρπαγες τῶν συμφερόντων τοῦ ἔσω καὶ τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Βεβαίως οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, ἐλησμόνησεν ὅτι ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου πρό τινος, συζητουμένου τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ἐγένετο λόγος περὶ ξένου δακτύλου καὶ πανσλαυιστικῶν ῥουβλίων. Ἀλλ’ ἤδη τὰ γεγονότα ἔρχονται ἀλλεπάλληλα καὶ ῥαγδαῖα, ἵνα ἀποδείξωσιν ἀναμφισβητήτως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δῆθεν ἀνοήτως καὶ ἀδικαιολογήτως διαδίδονται. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τονισθῶσι μερικὰ πράγματα, καὶ συναισθάνομαι ἐγὼ τὴν ὑποχρέωσιν, Κύριοι, καίτοι ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτάχθην νὰ ὁμιλήσω, δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα, συναισθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ψέξω τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὄχι διὰ τῆς ἀδιαφορίας της, ὄχι διὰ τῆς ἀνοχῆς της, ἀλλὰ διὰ τῆς καταφώρου ἐνοχῆς της ἀπεθράσυνεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς πρώτης ἐμφανίσεώς των ἔπρεπε νὰ εἶχον συντριβῆ, καὶ θὰ εἶχον ἀναμφισβητήτως συντριβῆ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐὰν αὕτη δὲν ἀνελάμβανε τὴν ὑποστήριξίν των. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς καταγγείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῆς ὑποστηρίξεως ταύτης κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς διένεμον μεταπεφρασμένα Εὐαγγέλια εἰς τὸν λαὸν τοῦ Πειραιῶς, βεβηλοῦντες ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ ἅγιον τῆς ἡμέρας τοῦ Θεοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν τελευταίαν λέξιν ἀποθνήσκων ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ εἶπεν εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλληνικὴν «τετέλεσται», καὶ ἀφ’ ἑτέρου περιφρονοῦντες καὶ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίζομεν συνταγματικὰς διατάξεις, περιφρονοῦντες ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐπράξαμεν ὅ,τι ἐπράξαμεν, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐξετελοῦμεν τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, ἵνα λύσωμεν καὶ τὸ ζήτημα τὸ γλωσσικόν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσοῦτον καὶ τοσάκις ἠπείλησε νὰ διαταράξῃ, ὡς ἐνίοτε καὶ διετάραξε, τὴν ἔννομον τάξιν. Εἶναι ἀπόλυτος, κύριοι Βουλευταί, ἀνάγκη νὰ λεχθῶσι μερικὰ πράγματα, καὶ πρέπει ν’ ἄρξηταί τις ἐκεῖθεν, ὁπόθεν πρέπει ν’ ἄρξηται. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, πρέπει ν’ ἀγνοῇ ὅτι ὑπάρχει ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἐργάζεται κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, βάσιν ἔχουσα ἀκριβῶς τὸ ἀρχέτυπον τοῦ Εὐαγγελίου, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζει ὡς κατ’ εὐθεῖαν ἀπογόνους τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων. Γνωρίζετε βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1683 πρῶτος ὁ Βασιλεὺς τῆς Πολωνίας Ἰωάννης Σοβιέσκι συνεφώνησε πρὸς τὸν Βασιλέα τῆς Γερμανίας Λεοπόλδον, ὅπως συντρίβοντες τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος ἀνιδρύσωσι τὰς Πολιτείας τῆς Σπάρτης καὶ τῶν Ἀθηνῶν. Τὸ ἑπόμενον ἀκριβῶς ἔτος ὁ Βασιλεὺς τῆς Γερμανίας ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰς ἰδέας τοῦ ἥρωος ἐκείνου Βασιλέως ὑπέδειξε τὸν δρόμον εἰς τοὺς Ῥώσους, ὁ ὁποῖος ἦγεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὴν κληρονόμον αὐτῆς Ἑλλάδα. Ἔκτοτε ἄρχεται ὁ πόλεμος, κύριοι συνάδελφοι. Πρέπει ὡσαύτως νὰ γνωρίζητε ὅτι ἐν ἔτει 1847 ἐμφανίζεται ὁ πρῶτος πανσλαυϊστής, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ πείσῃ καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Κράτους τίνι τρόπῳ θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποδουλώσῃ τὸν Ἑλληνισμόν. Ὑπέδειξε τουτέστι δι’ ὑπομνήματος ὁ Πορφύριος Οὐσπένσκι ὅτι ἠδύνατο νὰ συντριβῇ ὁ Ἑλληνισμός, ἐὰν συνετρίβετο ἡ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία. Ἀλλ’ ἀπέτυχε τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο. Ἦλθε τὸ 1857 καὶ ὑπεβλήθη ἕτερον ὑπόμνημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἕτερος συνάδελφος τοῦ Πορφυρίου, ὁ Κύριλλος, ὑπεδείκνυεν ὅτι μόνον μέσον νὰ συντριβῇ ὁ Ἑλληνισμὸς ἦτο ἡ κατάληψις τῶν θρόνων τῶν Πατριαρχείων· καὶ δὲν ἀγνοεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀτυχῶς τὸ ἓν κατελήφθη, κινδυνεύουσι δὲ καὶ τὰ ἄλλα τρία. Ἔρχεται τὸ 1862 καὶ γεννᾶται τὸ σχίσμα. Γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, τί ἔγραφεν ὁ κορυφαῖος τῶν Ῥώσων θεολόγων Μουράβιεφ πρὸς τὸν Πατριάρχην τότε Κωνσταντῖνον τὸν ΣΤʹ; «Τί εἶσθε σεῖς, οἱ ὁποῖοι ζητεῖτε νὰ κρατῆτε ὑπὸ τὴν πτέρυγάν σας 150,000,000 Ῥώσων καὶ 15,000,000 Σλαύων; Μόνον διότι ἔχετε τὸ ἀρχέτυπον τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τὴν γλῶσσάν σας; Καὶ ποίαν γλῶσσαν; Αὐτήν, ἡ ὁποία οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχει πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖτε σήμερον!». Αὐτὰ ἔγραφε πρὸς τὸν Πατριάρχην μας ὁ κορυφαῖος τῶν Ῥώσων θεολόγων, ὅτι δηλαδὴ ἡμεῖς κρατοῦμεν δούλους 200,000,000 περίπου ὀρθοδόξων, μόνον καὶ μόνον διότι ἔχομεν τὸ ἀρχέτυπον τοῦ Εὐαγγελίου εἰς τὴν γλῶσσάν μας. Αὐτὰ ἔγραφεν ὁ Μουράβιεφ, καὶ ἤδη μετὰ τόσας καὶ τόσας ἄλλας γνωστὰς καὶ ἀγνώστους καὶ καταχθονίους ἐνεργείας τί ἐσκέφθησαν νὰ κάμωσιν αὐτοὶ οἱ Κύριοι, καὶ ποῖα μέσα μετεχειρίσθησαν; Περιφρονοῦντες τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1911 ἐψηφίσαμεν, διὰ νὰ περιφρουρήσωμεν τὰ ἱερὰ αὐτὰ κείμενα, διένειμαν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς αὐτὰ τὰ Εὐαγγέλια, τὰ ὁποῖα εἶναι μεταπεφρασμένα, καὶ τὰ ὁποῖα περιέχουσιν εἰκόνας, διὰ τὰς ὁποίας αἰσχύνεται κανείς. Δὲν εἶναι μετάφρασις εἰς τὴν μαλλιαρήν, ἀλλ’ εἶναι εἰς ἀτημέλητον καθαρεύουσαν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἐπικινδυνωδέστερον, διότι δὲν ἐνδιαφέρονται περὶ μεταφράσεως καθαρᾶς ἢ μαλλιαρῆς, ἀλλ’ ἐνδιαφέρονται μόνον νὰ μᾶς ἀπομακρύνωσιν ἀπὸ τὸ ἀρχέτυπον τοῦ Εὐαγγελίου. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἕν ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην νὰ ἐργάζηται ὡς ἐργάζεται καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς πρωτευούσης, πρωτοστατούσης τῆς Αὐλῆς. Ὑπάρχουσιν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα Ῥώσων, οἱ Ῥασκόλνικοι λεγόμενοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀκούουσιν εἰς τὴν Ῥωσικὴν τὸ Εὐαγγέλιον, ἀλλ’ εἰς τὸ ἀρχέτυπον, τὴν ἀρχαίαν δηλονότι Ἑλληνικήν. Εἷς λόγος λοιπὸν ν’ ἀμυνώμεθα ὑπὲρ τοῦ ἀρχετύπου τοῦ Εὐαγγελίου καὶ νὰ πατάξωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Μεγάλης Πέμπτης διένεμον τοιαῦτα Εὐαγγέλια καθὼς καὶ τὰ ἔκφυλα παρ’ ἡμῖν ὄργανά των. Τί ἐνηργήσατε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, κύριοι ἀνορθωταί; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐνώπιον ὑμῶν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλή, ἀκριβῶς διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι χρησιμεύουσιν ὡς μίσθαρνα ὄργανα τοῦ καταχθονίου αὐτοῦ καὶ προδοτικοῦ ἔργου. Ἀλλά, κύριοι συνάδελφοι, μόνον τὸ ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι μισθοδοτούμενοι καὶ ὑποστηριζόμενοι ὑπόπτως, μόνον τὸ ὅτι ὑπῆρξεν ὁ Falmerayer, ὁ ὁποῖος ἠμφεσβήτησε τὴν ἐκ τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καταγωγήν μας, μόνον τὸ ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι Σλαῦοι, οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν γνωμῶν καὶ τῶν ἀρχῶν τοῦ Μουράβιεφ καὶ Ἰγνάτιεφ, αὐτὸς ὁ κίνδυνος μόνος δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ συνετίσῃ τοὺς παρ’ ἡμῖν ἐκφύλους; Ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀγνοεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν συνταγματικῆς διατάξεως διὰ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης ὑπάλληλος τοῦ Πανεπιστημίου ὕβρισε χυδαιότατα τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον; Τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τοῦ ἀχρείου τούτου; Γνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τοσοῦτον ἀνύψωσε, καίτοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ὄχι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὐδεὶς νὰ τὸν σώσῃ ἀπὸ τοῦ ταπεινοῦ ἐπιπέδου, εἰς ὃ κυλίεται, γνωρίζει ὅτι ἐδημοσίευσεν ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας ἐθεώρει ἀναξίους προσοχῆς, διότι αὐτὸς ὁ ἔκφυλος οὕτως ἐφρόνει; Ἀγνοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου γράφει ἐνταῦθα εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἑστίαν».... (Ἀναγινώσκει περικοπὴν σχετικήν); Βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του καὶ περιμένω τὰς δηλώσεις του, ἵνα λάβῃ τὴν δέουσαν ἀπάντησιν καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω, εἶναι καὶ τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος. Κύριοι συνάδελφοι, ἂν εἶμαι εἰλικρινὴς εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ κρίνητε. Δὲν πιστεύω εἰς οὐδενὸς τὴν διάνοιαν νὰ εἰσῆλθεν ὅτι ἐγὼ ἔπραξα τοῦτο ἢ ἐκεῖνο ἔξω τοῦ κοινοῦ καλοῦ ἢ πέρα τοῦ γενικοῦ καὶ τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος. Πᾶν ὅ,τι ἔπραξα τὸ ἔπραξα ἐν πλήρει συνειδήσει ὅτι ὑπηρετῶ τὴν πατρίδα μου, ἡ Βουλὴ δέ, ἂν θέλῃ, ἄς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της σοβαρῶς ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κινδύνου μικροῦ, ἀλλὰ περὶ κινδύνου σοβαρωτάτου, ὁ ὁποῖος ἐλλοχεύων περὶ ἡμᾶς ἀπειλεῖ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἐθνικήν μας ὑπόστασιν.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πατσουράκου ὑπεβλήθη μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἑπομένως δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν προεξεργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅθεν συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν ἐπιθυμεῖ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Πατσουράκου νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν ἢ ν’ ἀπορριφθῇ παραχρῆμα. Δηλῶ συγχρόνως ὅτι ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης ὑπάρχει δεδικασμένον τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκείου ἄρθρου ὑπεβλήθησαν δύο ἕτεραι τροπολογίαι, αἵτινες ἀπερρίφθησαν. Ἀναγινώσκω τὰς τροπολογίας ταύτας. Πρώτη εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἔχουσα οὕτω: «Πᾶσα κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους ἐπέμβασις τείνουσα νὰ δημιουργήσῃ σκάνδαλον ἀπαγορεύεται. Δημόσιος δὲ ἢ δημοτικὸς ὑπάλληλος ἢ ὑπάλληλος φιλανθρωπικοῦ ἢ ἄλλων ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους διατελούντων ἱδρυμάτων, φωρώμενος ἔνοχος τοιαύτης ἐπεμβάσεως, ἀπολύεται καὶ τιμωρεῖται». Ἡ πρότασις αὕτη, ἀπερρίφθη. Ἐπίσης ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ῥούσου ἔχουσα οὕτως: «Οἱ ἀσεβοῦντες περὶ τὴν ἐθνικὴν γλῶσσαν δὲν δύνανται νὰ γίνωνται δεκτοὶ ὑπάλληλοι δημόσιοι ἢ καὶ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων ἐποπτευομένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Οἱ ὄντες δὲ ὑπάλληλοι ἀπολύονται». Ἀπερρίφθη καὶ αὕτη. Προσέτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἔχουσα οὕτως: «Οἱ θορυβοῦντες κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δεκτοὶ ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι». Ἀπερρίφθη καὶ αὕτη καὶ μάλιστα ὁ κ. Κουλουμβάκης ὑπέβαλε πρότασιν καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 δὶς καὶ διετύπωσεν ταύτην οὕτω: «Δημόσιος ἢ δημοτικὸς ὑπάλληλος ἐνεργῶν κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους κατὰ τρόπον δημιουργοῦντα κοινὸν σκάνδαλον ἀπολύεται τῆς δημοσίας ἢ δημοτικῆς ὑπηρεσίας». Ἀπερρίφθη καὶ αὕτη. Ὁ κ. Πατσουράκος διατυποῖ ἐν τῇ προτάσει του τὰ ἑξῆς: «Λόγον παύσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἀποτελεῖ καὶ πᾶσα αὐτῶν ἀπόπειρα ἐγγράφως ἢ προφορικῶς ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ὑπηρεσίας γενομένη, πρὸς παραφθορὰν τῆς διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος ἀνεγνωρισμένης ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους». Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ὁμοία πρὸς τὰς τρεῖς διατάξεις τὰς ἀπορριφθείσας. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται, ἵνα ἡ πρότασις τοῦ κ. Πατσουράκου παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος πρὸς ἐπεξεργασίαν ἢ κρίνει ταύτην παραχρῆμα ἀπορριπτέαν.
§312Γ. ΠΩΠ. Κατὰ ποῖον τρόπον καὶ κατὰ ποῖον Κανονισμὸν θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἂν κρίνῃ ὅτι πρόκειται περὶ δεδικασμένου καὶ ν’ ἀποφανθῇ τῷ λόγῳ τούτῳ ὑπὲρ ἀμέσου ἀπορρίψεως τῆς προτάσεως;
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν κρίνει τὴν πρότασιν παραπεμπτέαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος ἢ κρίνει ταύτην ἀπορριπτέαν. Ἵνα φωτίσω δὲ τὴν Βουλήν, ἀνέγνωσα πρὸς αὐτὴν τὰς ἀπορριφθείσας προτάσεις. Ἀνέπτυξα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι μέχρι τοῦδε ἔχουσιν ἀπορριφθῆ τρεῖς προτάσεις ἐπὶ ὁμοίων θεμάτων, τοῦτο δὲ πρὸς σχηματισμὸν τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς. Οἱ κρίνοντες λοιπὸν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πατσουράκου ὡς ἀμέσως ἀπορριπτέαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ταύτην ἀμέσως ἀπορριπτέαν.
§314Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως.
§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας σας, ἡ ὁποία λέγει: «Λόγον παύσεως τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους ἀποτελεῖ καὶ πᾶσα αὐτῶν ἀπόπειρα ἐγγράφως ἢ προφορικῶς, ἐν τῇ ἀσκήσει τῆς ὑπηρεσίας των γενομένη, πρὸς παραφθορὰν τῆς διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος ἀνεγνωρισμένης ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους». Ἐὰν θέλητε νὰ διατυπώσητε νέαν πρότασιν, σᾶς ἀναμένω ἐπὶ τρία λεπτά.
§316Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς συζητήσεως. Ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη ἢ μᾶλλον ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§317Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐδῶ θίγονται τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια, διότι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις εἶναι μαλλιαρή.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακαλεῖται καὶ πάλιν ὁ βουλευτὴς κ. Πατσουράκος εἰς τὴν τάξιν.
§319Γ. ΠΩΠ. Δὲν νομίζω ὅτι πρὸς τοὺς ὀλίγους τοὺς ἀντιπροσωπεύοντας μειονότητα ἐλαχίστην ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, εἶναι τρόπος ἁρμόζων ὁ τρόπος αὐτός, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ μειονοψηφία καταδυναστεύεται.
§320ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ θέλοντες νὰ ἐπαναφέρωσι καὶ πάλιν τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἐξηγήθη ὅτι εἶναι ἄχρηστον δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῶσιν, οἱ θέλοντες καὶ πάλιν νὰ τὸ ἐπαναφέρωσιν, οἱ μὴ αἰσθανόμενοι τὴν δυσφορίαν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ὄχι πλέον ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἡ κοινὴ γνώμη, δύνανται νὰ τὸ φέρωσιν ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπέρτατον καθῆκον νὰ συντελέσῃ, ὅπως κατορθωθῇ νὰ λάβῃ πέρας τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι μέγα καὶ τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ μεγαλείτερον μὲ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Καθ’ ὅλην τὴν ἑβδομάδα δὲν ἐπροχωρήσαμεν εἰς τὸ συνταγματικὸν ἔργον. Ἐπεδιώξαμεν ἀπόψε νὰ προχωρήσωμεν κατά τι, καὶ ἔρχεται, ἐν μέσῳ αὐτῆς τῆς ἐργασίας, πάλιν ν’ ἀνακινηθῇ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατηνάλωσε τόσον χρόνον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τόσας συνεδριάσεις, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ζητηθῇ ἀναβολὴ τῆς ψηφίσεως τοῦ συζητουμένου ἄρθρου. Ἀλλ’ εὑρίσκετε, Κύριοι, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν μὴ διατεθειμένας νὰ παρακολουθήσωσι τοὺς ὀλίγους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ ἐμποδίσωσι τὸ ἔργον τῶν πολλῶν. Δύνανται νὰ φέρωσι τὸ ζήτημα δι’ ἐπερωτήσεως. Ἡ Κυβέρνησις θὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν· ἀλλὰ βεβαίως τοιοῦτον χρόνον, προωρισμένον διὰ τὴν συνταγματικὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν αὐτῆς, δὲν θ’ ἀφήσωμεν νὰ καταναλωθῇ διὰ ζητημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἄλλως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑτοίμη νὰ δώσῃ πάντοτε τὸν λόγον.
§321Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφαντάσθη ὅτι ἡ τροπολογία ὑπεβλήθη πρὸς ἐπίκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρενέβαλε καὶ πάλιν τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν ὁριστικὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Κράτους τούτου ἀπὸ τὸ χάος, τὸ ὁποῖον διανύεται. Ὁμολογῶ ὅτι καὶ ὁ ὑπολογισμὸς διὰ τὴν ἰδικήν μου ἀγόρευσιν ἀπόψε ἦτο ἤδη καθωρισμένος εἰς ἡμίσειαν καὶ μόνην ὥραν. Καὶ βεβαίως ἀνελάμβανον καὶ ἀπέναντι τῆς παρούσης καὶ τῆς μελλούσης ζωῆς ὁλόκληρον τὴν ἐπὶ ἡμίσειαν ὥραν καθυστέρησιν τοῦ ἀνορθωτικοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἅρματος. Ἀλλὰ δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ τοιούτου τινὸς θέματος, οὐδὲ εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιπολιτευόμεθα τὴν Κυβέρνησιν τὴν φαντασθεῖσαν ὅτι θέλομεν νὰ γεννήσωμεν πάλιν γλωσσικὸν ζήτημα..... (διαμαρτυρίαι).
§322ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Στερεῖται, κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἀντικειμένου.
§323Γ. ΠΩΠ. Ἡμεῖς ἠθέλομεν ἁπλῶς νὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δι’ ὀλίγων ν’ ἀναπτύξωμεν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγώ, εὐθὺς ὡς τὴν εἶδον, ἐνεγράφην, ὅπως εἴπω ὀλίγα τινά. Τί ὁρίζει αὕτη; Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἑνὸς ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν θέσιν καὶ τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων. Ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ σκεφθῇ τις ὅτι καθ’ ἣν περίπτωσιν, τῇ εἰσηγήσει αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ, κατὰ τρόπον τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὑποθέτω ὅτι καθωρίσαμεν ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ Συντάγματι, περὶ τῆς γλώσσης τοῦ Κράτους τούτου, δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ παραβαίνωσι τὴν διάταξιν ταύτην, ἢ θὰ προσπαθῶσι νὰ διαφθείρωσι τὴν γλῶσσαν ταύτην, θὰ εἶχον λόγον τινά, ἵνα τεθῶσιν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον καὶ δι’ ἄλλους ἔτι λόγους θὰ ἠδύνατο ν’ ἀπολύσῃ αὐτούς. Ἀλλ’ ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, προκειμένου περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ὡς καὶ ὁ φίλος μου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ἀκολουθοῦσιν ἀκριβῶς τὰς δύο ἀντιθέτους ὁδούς. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι πρὸς οὐδέτερον τούτων συμφωνῶ. Ὁ φίλος μου ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας εἶναι φανατισμένος ὑπὲρ τῆς ἀρχαίας γλώσσης ζήσας εἰς κόσμον ἀρχαῖον λόγῳ τῆς ἐπιστήμης αὑτοῦ· ὁ κύριος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι φανατισμένος ὑπὲρ τῆς γλώσσης τῆς λαλουμένης, οὐχὶ ὑπὲρ τῆς γλώσσης τῆς ὁμιλουμένης, ἐκείνης δηλαδὴ τῆς γλώσσης ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς ὁμιλουμένης καὶ τῆς μαλλιαρῆς.
§324ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ συζήτησις στερεῖται ἀντικειμένου. Ἐγὼ προκληθεὶς ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμίλησα ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἦτο προσωπικόν, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν ὅπως καταναλωθῇ διὰ τοιαύτης συζητήσεως ἡ ὥρα ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐκερδίσαμεν διὰ τῆς ἀπορρίψεως τῆς προτάσεως.
§325Γ. ΠΩΠ. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐπικρίνω ἐγὼ τουλάχιστον πρᾶξίν τινα τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐνέργειαν, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας.
§326ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 102. Ἡ τροπολογία τῶν ἓξ κυρίων Βουλευτῶν ἀποσύρεται. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Κουτούπη ἔχουσα οὕτως: «Οἱ ἐκ τῶν ἀνωτέρων διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἔχοντες βαθμὸν τμηματάρχου ἢ καὶ ἀνώτερον τούτου καθίστανται ἰσόβιοι μετὰ παρέλευσιν ἑξαετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Συντάγματος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Π. Ἠλιοπούλου ἔχουσα οὕτως: «Ἐπιτρέπεται ὅμως δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, λαμβανομένης δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας, ἡ παῦσις οἱουδήποτε διοικητικοῦ ὑπαλλήλου ἀπολαμβάνοντος ἢ μὴ τῆς ἰσοβιότητος, ἕνεκα κακῆς συμπεριφορᾶς ἢ ἀνικανότητος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι αἱ ἑξῆς: Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 2ου τίθεται ἐν ἀρχῇ ἡ φράσις: «Μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Ἡ φράσις «οὔτε μετατίθενται» διαγράφεται, τίθεται δὲ πρὸ τῆς φράσεως «οὔτε ἀπολύονται κλπ.» ἡ φράσις οὔτε μετατίθενται ἄνευ συμφώνου γνωμοδοτήσεως». Ἡ φράσις «κατὰ νόμον ὠργανωμένου συμβουλίου» τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «κατὰ νόμον ὠργανωμένου καὶ ἐκ μονίμων ὑπαλλήλων κατὰ τὰ δύο τρίτα τοὐλάχιστον ἀποτελουμένου συμβουλίου». Ἡ φράσις «καθ’ ἧς ἐπιτρέπεται» τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐπιτρέπεται». Ἡ φράσις «εἰς μὲν τὸν ὑπάλληλον ἐν ἀπολύσει ἢ ὑποβιβασμῷ, εἰς δὲ τὸν Ὑπουργὸν κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν» διαγράφεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροπολογίας ταύτας ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου βʹ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 3ου πρὸ τῆς φράσεως «οἱ νομάρχαι» τίθεται «οἱ ἰδιαίτεροι γραμματεῖς τῶν Ὑπουργῶν». Ἡ φράσις «καὶ ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου» διαγράφεται καὶ ἀντὶ ταύτης τίθεται «ὁ βασιλικὸς ἐπίτροπος παρὰ τῇ Ἱερᾷ Συνόδῳ καὶ γενικὸς διευθυντὴς τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ γʹ ἐδάφιον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ ἐδάφιον 4 διαγράφεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τοῦ ἐδαφίου 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 102, ὡς ἐν τῷ συνόλῳ διερρυθμίσθη (ἀναγινώσκει): «Τὰ προσόντα τῶν διοικητικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων ὁρίζονται διὰ νόμου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 102, ὡς διερρυθμίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§327Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ μέχρι τοῦδε ἰσχύουσα διάταξις τοῦ ἄρθρου 102 ἀφορᾷ ἕτερον ἀντικείμενον, διὰ τοῦτο θὰ θέσω τὴν διαγραφὴν αὐτοῦ ὑπὸ ψηφοφορίαν. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως διαγραφῇ τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον ἄρθρον 102 τοῦ Συντάγματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ζητηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 102 ἀναβάλλεται διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Ἄρθρον 103. — «Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἄσκησιν ἀγωγῆς κακοδικίας. Ἀγωγαὶ κακοδικίας κατ’ ἀρεοπαγιτῶν, ἰσοβίων μελῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ συνεδρίου καὶ τακτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας δικάζονται ὑπὸ πενταμελοῦς εἰδικοῦ Δικαστηρίου, συγκροτουμένου καθ’ ὃν ὁ νόμος ὁρίσει τρόπον διὰ κληρώσεως ἐκ τῶν τριῶν τούτων σωμάτων καὶ τῶν ἐκ δικηγόρων μελῶν τοῦ ἀνωτάτου πειθαρχικοῦ συμβουλίου καὶ ἐκ τριῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, λαμβανομένου ἑνὸς μέλους ἐξ ἑκάστου σώματος. Εἰς τὸ αὐτὸ Δικαστήριον δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι διὰ νόμου καὶ αἱ ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ πρωτοδικῶν, ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελέων».
§329Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μόνον ἐπὶ τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, διότι κατὰ τὰ λοιπὰ νομίζω ὅτι καλῶς ἔχει. Ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία καθιεροῖ, ὡς πρὸς τὴν ἀγωγὴν κακοδικίας, τρία διαδικαστικὰ στάδια. Ἡ διαδικασία ἄρχεται διὰ τῆς αἰτήσεως τῆς θεραπείας, προβαίνει εἰς τὴν αἴτησιν, διὰ τῆς ὁποίας προκαλεῖται ἡ ἔκδοσις ἀδείας πρὸς ἔγερσιν ἀγωγῆς, καὶ μετὰ τοῦτο ἐγείρεται ἡ ἀγωγή. Βεβαίως ἡ αἴτησις θεραπείας δὲν φαίνεται ἔχουσα σπουδαῖον νομοθετικὸν λόγον, ἀπετέλεσε δὲ καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἀγωγὰς ἁπλοῦν τύπον. Ἀλλ’ ἴσως ἡ αἴτησις ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἔγερσις τῆς ἀγωγῆς κακοδικίας δὲν εἶναι πάντη ἄσκοπος. Κακῶς βεβαίως διατυποῦνται τὰ περὶ ταύτης ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ, διότι καθιεροῦται διαδικασία τις ἥκιστα ἀσφαλίζουσα τὸν αἰτούμενον τὴν πρὸς ἔγερσιν τῆς ἀγωγῆς ἄδειαν. Δύναται ὅμως ἡ διαδικασία αὕτη νὰ μεταρρυθμισθῇ καί, συνδυαζομένη μὲ τὸ νέον Δικαστήριον, ὅπερ ἱδρύομεν, ν’ ἀποβῇ οὐ μόνον χρήσιμος, ἀλλὰ καὶ ἀπαραίτητος προσφυγή, καὶ τὸν δικαστὴν ἀσφαλίζουσα ἀπὸ ἀσκόπων ἐνοχλήσεων καὶ τὸν μετερχόμενον τὴν περὶ κακοδικίας δίκην οὐδαμῶς παραβλάπτουσα. Πρέπει, νομίζω, νὰ εἰσαχθῇ προπαρασκευαστική τις διαδικασία πρὸς ἐπίτρεψιν τῆς ἀγωγῆς κακοδικίας, διαδικασία γινομένη ἐνώπιον αὐτοῦ τούτου τοῦ Δικαστηρίου τοῦ ἱδρυομένου διὰ τοῦ Συντάγματος, προπαρασκευαστικὴ ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασία τοιαύτη, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐρευνᾶται τὸ νόμῳ βάσιμον τῆς προσφυγῆς τῆς αἰτήσεως τοῦ διαδίκου, ἴσως δὲ καὶ ἡ κατ’ οὐσίαν βεβαίωσις τοῦ πραγματικοῦ, ὥστε μετὰ τὴν ἔρευναν ἄνευ ἀντιδικίας πρὸς τὸν δικαστὴν νὰ ἐκδίδηται ἀπόφασις ὑπὸ τούτου τοῦ Δικαστηρίου ἐπιτρέπουσα ἢ μὴ τὴν ἔγερσιν ἀγωγῆς. Αὕτη ἡ διαδικασία θὰ εἶναι, νομίζω, σκόπιμος. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν ὅτι ὁ θεσμὸς ἀπέτυχε δι’ ἄλλους λόγους, καὶ ὄχι διότι καθιεροῖ τὴν ἁπλῆν διαδικασίαν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Αὐτὰ τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ἡ Πολιτικὴ Δικονομία πρὸς ἐκδίκασιν καὶ τῆς ἀγωγῆς καὶ τῆς αἰτήσεως, ἐθεωρήθησαν ὅτι δὲν παρέχουσι τὴν προσήκουσαν ἐγγύησιν· ὅμως ταύτην φρονῶ ὅτι παρέχει τὸ ἱδρυόμενον νέον Δικαστήριον. Ἔχω ἑπομένως τὴν γνώμην ὅτι τοιαύτη τις προπαρασκευαστικὴ διαδικασία θεσπιζομένη ἐνώπιον τοῦ νέου Δικαστηρίου, θὰ εἶναι σκόπιμος, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τοὺς διαδίκους οὐδὲν ἀπολύτως παρεμβάλλεται πρόσκομμα πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἀξιώσεών των, παρέχονται δὲ πρὸς τοῦτο πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις. Διότι, ἀφοῦ τὸ εἰδικὸν τοῦτο Δικαστήριον θὰ κρίνῃ κατ’ οὐσίαν τὴν ἀγωγὴν κακοδικίας, βεβαίως κατὰ μείζονα λόγον θὰ παρέχῃ ἐγγύησιν ὅτι, συντρεχόντων τῶν νομίμων ὅρων καὶ μὴ ἀσκουμένου μάλιστα τοῦ ἐνακτέου δικαστοῦ, θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔγερσιν τῆς τοιαύτης ἀγωγῆς. Ἐξ ἄλλου ὅμως παρέχεται εὔλογος ἀσφάλεια εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τῶν προπετῶν ἀγωγῶν. Ἐν ἀντιθέτῳ ἐκδοχῇ, ἀφιεμένης ἐλευθέρας τῆς ἀμέσου ἐνασκήσεως τῆς ἀγωγῆς, ἕκαστος δικαστικὸς ὑπάλληλος, ἕκαστος ἀρεοπαγίτης, τὴν ἑπομένην τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως θὰ λαμβάνῃ μίαν ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου καὶ θ’ ἀναγκάζηται νὰ διορίζῃ δικηγόρον νὰ συντάσσῃ προτάσεις καὶ ν’ ἀμύνηται. Μὴ ἀμφιβάλλετε δὲ ὅτι θὰ εὑρίσκωνται πολλάκις διάδικοι εἴτε ἐκ πλάνης, συνηθεστάτης εἰς τὴν περὶ τῶν ἰδίων δικαίων κρίσιν καὶ ἐκτίμησιν, εἴτε καὶ ἐκ κακοβουλίας ἐνίοτε, νὰ ἐγείρωσιν ἀγωγὴν χωρὶς κανένα βάσιμον λόγον. Ἐδῶ δὲ κεῖται ὁ κίνδυνος τοῦ δικαστοῦ· νὰ σύρηται ἄνευ λόγου εἰς τὰ Δικαστήρια ὡς διάδικος. Εἶναι δὲ τοῦτο καὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης κίνδυνος, διότι ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν ἀδύνατος θὰ καταστῇ ἡ ψυχικὴ ἠρεμία τοῦ δικαστοῦ. Διὰ τῆς προπαρασκευαστικῆς ὅμως διαδικασίας θὰ προστατεύωνται πάντοτε οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀπὸ τοιούτων ἐντελῶς ἀβασίμων καὶ ἀσκόπων κρισολογιῶν, καὶ θὰ γίνωνται τότε μόνον διάδικοι, ὅταν αὐτὸ τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἱδρύομεν ὑπὸ τοσαύτας ἐγγυήσεις, εἴπῃ ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ προσήκοντες ὅροι καὶ πρέπει νὰ ἐγερθῇ ἀγωγὴ καὶ δικασθῇ ὁ ὑπάλληλος. Ἐνῷ λοιπὸν παρέχονται διὰ τῆς τοιαύτης διαδικασίας τοσαῦται ἐγγυήσεις ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου, ἐξ ἄλλου οὐδεμιᾶς τοιαύτης στερεῖται ὁ διάδικος. Οὔτε κἄν ὡς παρελκύουσα τὴν δίκην δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ τοιαύτη ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασία. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἱδρύομεν ἕν πρωτότυπον Δικαστήριον καὶ πρωτοτυπωτέραν διαδικασίαν· καταργοῦμεν τοὺς δύο βαθμοὺς τῆς δικαιοδοσίας καὶ τὸ ἀκυρωτικόν. Διότι ὑπὸ πάσας τὰς ἐπόψεις ταύτας εἰς πρῶτον καὶ τελευταῖον βαθμὸν θὰ κρίνῃ τὸ συνιστώμενον εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι εἶναι πολυτέλεια ἡ καθιέρωσις τῆς προπαρασκευαστικῆς διαδικασίας, ἡ ὁποία εἶναι εὐλογώτερον μέτρον.
§330Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Διὰ τὸ πρῶτον ἴσως ἔχετε δίκαιον.
§331Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νόμῳ ἀβάσιμον εἶναι εὐλογώτατον, διότι ὑποθέσατε ὅτι οἱοσδήποτε ἐγείρει ἀγωγὴν περὶ κακοδικίας καὶ ἔρχεται τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι εἶναι νόμῳ ἀβάσιμος ἡ ἀγωγή, καὶ ἀληθεῖς ἂν ὑποτεθῶσι πάντες οἱ πραγματικοὶ ἰσχυρισμοὶ τοῦ διαδίκου. Διατί εἰς τὰς περιπτώσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι, σημειώσατε, αἱ πλεῖσται, νὰ σύρηται ὁ δικαστὴς γινόμενος διάδικος;
§332ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νόμῳ ἀβάσιμον οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἀδείας. Τοῦτο, ὅπερ εἴπετε, ὅτι πάντως πρέπει, δύναται νὰ εἰσαχθῇ, καὶ εἶναι ἐλεύθερος ὁ νομοθέτης νὰ τὸ εἰσαγάγῃ· θέλω δὲ εἴπει πρὸς ὑμᾶς καὶ τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς εἴχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ διαδικασία θὰ περιλάβῃ καὶ παράβολον.
§333Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀρθότατα.
§334ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως. Ἐπειδὴ λοιπὸν δύναται νὰ θεωρηθῇ εὐλόγως ὅτι ἡ προπαρασκευαστικὴ διαδικασία δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀποκλεισθῇ συνταγματικῶς, ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου «ἄνευ ἀδείας ἐπιτρέπει τὴν ἔγερσιν ἀγωγῆς» πρέπει νὰ λεχθῇ τὸ πρᾶγμα οὕτως, ὥστε νὰ μὴ τρέχωμεν τὸν κίνδυνον, νὰ χάσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν μὴ ἐπεμβαίνουσαν εἰς τὴν ἰδίαν προπαρασκευαστικὴν διαδικασίαν, περὶ τῆς χρησιμότητος τῆς ὁποίας...
§335Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θέλητε, δηλῶ ἐπισήμως ὅτι τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὴν προπαρασκευαστικὴν διαδικασίαν.
§336ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ῥητὴ δήλωσις, παρακαλῶ.
§337Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὴν τὴν προπαρασκευαστικὴν διαδικασίαν δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ποτέ, οὔτε ὡς ἦτο ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ σχέδιον, οὔτε ὡς θέλετε νὰ τὴν ἀναγράψητε ἐδῶ. Εἶναι ἄσκοπος πολυτέλεια, ἡ ὁποία θέτει μόνον ἐμπόδια εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ σχετικοῦ θεσμοῦ καὶ οὐδὲν πλέον.
§338Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν ὑπάλληλον ἀπὸ τοῦ ν’ ἀμύνηται καὶ διορίζῃ δικηγόρους, προκειμένου περὶ μιᾶς προσφυγῆς, ἡ ὁποία εἶναι νόμῳ ἀβάσιμος.
§339ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ νόμῳ ἀβάσιμον, ἐὰν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀγάγῃ εἰς τὴν ἀπόρριψιν τῆς αἰτήσεως, τοῦτο θ’ ἀγάγῃ καὶ εἰς τὴν ἀπόρριψιν τῆς ἀγωγῆς. Δίκην θὰ κάμητε διὰ τὴν αἴτησιν πρεὶ χορηγήσεως ἀδείας, δίκην θὰ κάμητε καὶ διὰ τὴν πρώτην δίκην τῆς ἀγωγῆς, καὶ τὸ Δικαστήριον, ἐὰν ἔχῃ λόγον νὰ μὴ σᾶς χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν πρὸς ἔγερσιν ἀγωγῆς, θὰ ἔχῃ τοὺς αὐτοὺς λόγους νὰ σᾶς ἀπορρίψῃ τὴν ἀγωγὴν ὡς ἀβάσιμον.
§340Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὸν ἐναγόμενον;
§341Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρασταθῇ. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ ὁ ἐναγόμενος, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παρεμβάλλωμεν προσκόμματα εἰς τὸν μηνυτὴν διὰ τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ δικαίου του; Καὶ ἐρωτῶ εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ διαδικασία αὕτη; Διὰ νὰ παρατείνῃ τὰς δίκας. Ἐὰν πρόκειται νὰ περιορίσωμεν τὰς προπετείας, δυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν τὸ σύστημα τοῦ παραβόλου. Ἀλλὰ τὸ νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὴν διαδικασίαν, χωρὶς νὰ πρόκειται ἐντεῦθεν νὰ προκύψῃ οὐσιαστική τις ὠφέλεια, δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ μείνῃ ὡς ἔχει τὸ ἐδάφιον, ἐπὶ τῇ βάσει ταύτης τῆς παρατηρήσεως, ὅτι δύναται ὁ νόμος νὰ ἐπιβάλῃ παράβολον, καὶ μόνον τοῦτο, διότι ἄλλο σύστημα θὰ παρενέβαλλεν ἐμπόδια εἰς τὴν διαδικασίαν. Ἐὰν δ’ ἐφαρμόσητε εἰς τὴν προπαρασκευαστικὴν αὐτὴν διαδικασίαν, καὶ θὰ τὸ ἐφαρμόσητε θέλοντες καὶ μή, τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, διότι βεβαίως καὶ αἱ ἀποφάσεις καὶ τὰ λοιπὰ ἔγγραφα θὰ γράφωνται ἐπὶ χαρτοσήμου, ἠξεύρετε τίνας δαπάνας θ’ ἀπαιτῇ αὐτὴ ἡ προπαρασκευαστικὴ ἐργασία διὰ τὴν ἔγερσιν μιᾶς ἀγωγῆς; Ἐπὶ τίνων χαρτοσήμων θὰ ἐκδίδωνται αἱ ἀποφάσεις; Ποία θὰ εἶναι ἡ προκαταβολή; Θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ δαπανήσῃ ὁ ἐνάγων 100 δρ., διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν, ἡ ὁποία δὲν θὰ χρησιμεύῃ εἰς τίποτε, διότι, ἂν ὑπάρχῃ λόγος νὰ μὴ δοθῇ ἡ ἄδεια, ὁ αὐτὸς λόγος θὰ ὑπάρχῃ διὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς ἀγωγῆς. Διὰ τοῦτο μόνον περὶ παραβόλου νὰ κάμητε ἐπιφύλαξιν, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ χορηγήσεως ἀδείας.
§342Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ δώσητε· ὅτι ἀντιθέτως πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἐξήγησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἂς μείνῃ λοιπὸν τὸ ζήτημα νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ νόμου. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ὑπάρχῃ τὸ προπαρασκευαστικὸν στάδιον, διότι οἱ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι εἶναι διαρκῶς ἐκτεθειμένοι εἰς ἐπικρίσεις διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀποφάσεών των. Τοῦτο γνωρίζομεν πάντες. Ἐὰν διευκολύνωμεν σήμερον, καὶ διευκολύνεται βεβαίως μεγάλως ἡ ἀγωγὴ κακοδικίας, πράττομεν τοῦτο διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς ἐκδικάσεως τῶν τοιούτων ἀγωγῶν εἰς Δικαστήριαν, τὸ ὁποῖον παρέχει πάσας τὰς ἐγγυήσεις ὅτι δὲν θὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ σώματος. Τρέχομεν ὅμως τὸν κίνδυνον νὰ φέρωμεν ἑκάστοτε τοὺς ὑπαλλήλους τούτους ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον βεβαίως εἶναι ὀχληρόν, καὶ μάλιστα, ἐὰν εἶναι μακράν, νὰ διορίζωσι δικηγόρους, νὰ πληρώνωσιν ἔξαδα, νὰ κάμνωσι προτάσεις, ν’ ἀνησυχῶσι περὶ τῆς τύχης των ἐπὶ μακρὸν χρόνον καὶ λοιπά. Ἐὰν λάβωμεν λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἐνθυμηθῶμεν δὲ τὰς ἄνευ λόγου καὶ προφανῶς προπετεῖς ἀγωγὰς περὶ κακοδικίας, δὲν πρέπει διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ ἐμποδίσωμεν, ὥστε νὰ καθορίσῃ ὁ νόμος ὁ εἰδικὸς τὴν προπαρασκευαστικὴν διαδικασίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ ἐγείρῃ τις τὴν ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἄνευ προσκλήσεως τοῦ ἐναγομένου, ἐν δημοσίᾳ ὅμως συνεδριάσει, τὸ δὲ Δικαστήριον, ἐὰν δὲν κρίνῃ ἐκ πρώτης ὄψεως τὴν ἀγωγὴν ὡς προπετῆ προφανῶς, θὰ διατάσσῃ τὴν περαιτέρω διαδικασίαν. Τώρα, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἓν εἶναι ἄξιον λόγου, τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ῥύθμισιν τῆς διαδικασίας, καὶ εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀγωγὴ ἤθελεν ἀποῤῥιφθῆ ἐξ ἀρχῆς, ὡς νόμῳ ἀβάσιμος ἢ προπετὴς προφανῶς, χωρὶς νὰ διαταχθῇ ἡ κοινοποίησις αὐτῆς, θὰ πληρώνῃ βεβαίως κάτι περισσότερον, ἐὰν δὲ ἤθελε διαταχθῆ ἡ κοινοποίησις αὐτῆς, δὲν θὰ πληρώνῃ περισσότερον. Ὁπωσδήποτε τὰ κατὰ τοῦτο ἐπιφυλασσόμεθα νὰ συζητήσωμεν, ὅταν εἰσαχθῇ ὁ εἰδικὸς νόμος, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ διατύπωσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§343Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἔννοια ἡμῶν τῶν ψηφισάντων τὴν διάταξιν αὐτὴν ἦτο νὰ καταργήσωμεν τὴν ἄδειαν, ἡ ὁποία ἀπετέλει μέρος τῆς προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας. Ἡ ἄδεια αὐτὴ ἐθεωρήθη ὅτι ἀπετέλει πρόσκομμα κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ἐὰν σήμερον φρονῶμεν ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία προπαρασκευαστικὴ ἐργασία, τότε πρέπει νὰ τὴν ἀπαλείψωμεν ἀπολύτως.
§344Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ἐὰν κατόπιν ὁ νόμος καθορίσῃ ἄλλον τρόπον;
§345Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας ὅτι τὸ Δικαστήριον αὐτὸ δικάζει ὡς ἀκυρωτικόν. Δὲν ἐμπιστευόμεθα λοιπὸν εἰς αὐτὸ τὸ Δικαστήριον νὰ κρίνῃ περὶ μιᾶς προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας;
§346Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν θέλω ὑποβάλει, θέλει πείσει ὅτι ἡ ἀφαίρεσις τῆς παραγράφου ταύτης ἀκριβῶς θ’ ἀγάγῃ εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥακτιβὰν ἐφοβήθη. Διότι εὐθὺς ὡς ἀφαιρεθῇ τὸ πρῶτον μένει ἔπειτα περαιτέρω ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ τὴν διαδικασίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ περιλαμβάνῃ τὰ ἄρθρα.
§347Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νομίζω ὅτι δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι πάντα, ἐὰν τεθῇ: «οὐδεμία προηγουμένη διοικητικὴ ἄδεια ἀπαιτεῖται».
§348ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα, ὡραῖα.
§349ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως πρέπει ν’ ἀναμείνωμεν τὴν ἄδειαν τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων.
§350Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὸ νῦν καθεστὼς ἡ προπαρασκευαστικὴ διαδικασία ἐγίνετο ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἐδικάζετο. Τὸ ἴδιον γίνεται καὶ τώρα. Ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος θὰ ὁρίσῃ τὸ ἱδρυόμενον διὰ τοῦ Συντάγματος Δικαστήριον, αὐτὸς θὰ περιλάβῃ καὶ τὴν διαδικασίαν ἐνώπιον αὐτοῦ τούτου τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου (διάλογοι).
§351Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ συνεννοηθῶμεν ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἐὰν ὁμιλῆτε πάντες συγχρόνως; Ὁ κ. Γόντικας πρῶτον ἤρχισε νὰ ὁμιλήσῃ ἄνευ ἀδείας. Ἀρχίσατε τώρα νὰ νομιμοποιηθῆτε!
§353Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐλέχθη ὅτι οὐδεμία θ’ ἀπαιτῆται διοικητικὴ ἄδεια· ἀλλ’ ἐλέχθη ὅτι δικαστικὴ ἄδεια τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων εἶναι ἀπαραίτητος. Ἡ ἔννοια ὅμως εἶναι ὅτι ἡ μέλλουσα τυχὸν διὰ νόμου νὰ ὁρισθῇ δικαστικὴ ἄδεια εἶναι αὐτοῦ τούτου τοῦ Δικαστηρίου.
§354Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαιότατα.
§355Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ νὰ τεθῇ ὡς δήλωσις τῆς Βουλῆς. (Διάλογοι).
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν τὸ διατυπώνετε ἐν τῷ μεταξύ;
§357Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διετυπώθη.
§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀκούσωμεν τὴν διατύπωσιν, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ διαφωνοῦμεν καθόλου.
§359Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δικτυποῦται οὕτω: «Νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 103 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς: «εἰς τὸ Δικαστήριον τοῦτο ὑπάγεται καὶ πᾶσα προπαρασκευαστικὴ διαδικασία· οὐδεμία δ’ ἄλλη ἄδεια ἀπαιτεῖται». Τίποτε ἄλλο. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον μένει.
§360Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις.
§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ εἶναι ἀστεῖον νὰ ὁμιλήσωμεν, ὅταν δὲν ἔχωμεν ἀντίρρησιν!
§362ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφοῦ προσθέτετε αὐτό, εἰς τὸ τέλος νὰ συγκολληθῇ, καὶ νὰ εἴπητε: «οὐδεμία δ’ ἄδεια διοικητικὴ ἀπαιτεῖται».
§363Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι πάντως ὁ νόμος θὰ κανονίσῃ αὐτό.
§364Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Ἐὰν ἱδρυθῇ εἰδικὸν Δικαστήριον, θὰ ὑπάγωνται εἰς αὐτό. Ἐκεῖ θὰ περιλάβητε διάταξιν ὅτι: ἐκεῖ ὑπάγεται ἡ προπαρασκευαστικὴ διαδικασία, οὐδεμία δ’ ἄλλη ἄδεια ἀπαιτεῖται.
§365Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Εἰς τὸ τέλος τοῦ δευτέρου ἐδαφίου θὰ προστεθῇ: «εἰς τὸ Δικαστήριον τοῦτο ὑπάγεται καὶ πᾶσα προπαρασκευαστικὴ διαδικασία»· οὐδεμία δ’ ἄλλη ἄδεια ἀπαιτεῖται».
§366Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ὅτι ἡ ἔννοια εἶναι ὅτι δὲν προδικάζεται τὸ προπαρασκευαστικόν.
§367Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφήνετε, κύριε Ἰγγλέση;
§369Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δύο λέξεις θὰ εἴπω. Νὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ αὐτὸ Δικαστήριον δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι διὰ νόμου καὶ αἱ ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ πρωτοδικῶν, ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελέων». Ἐὰν μείνῃ οὕτω, νομίζω ὅτι αὐτὸ εἶναι δυνητικὸν ὅλως διόλου.
§370Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος θὰ τὰ παραπέμψῃ εἰς αὐτό.
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Θέτω ὑπὸ ψήφισιν.
§372Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις.
§374Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπανειλημμένως.
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε ἐζητήσατε; Ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις διὰ φωνῆς στεντορείας.
§376Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κάμνομεν ἀγόρευσιν. Ὑποβάλλομεν ἀντιρρήσεις.
§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§378Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δέον νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀγωγαὶ κακοδικίας νὰ ἐγείρωνται κατὰ τῶν κατωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν, κατὰ τῶν πρωτοδικῶν, κατὰ τῶν εἰσαγγελέων. Ὅπως εἶναι διατετυπωμένον ἐν τῷ σχεδίῳ σήμερον, λαμβάνεται πρόνοια κατὰ τῆς νομικῆς ἀτελείας κατὰ τῶν ἀρεοπαγιτῶν, ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τακτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, καὶ πρέπει ὁ νόμος αὐτὸς νὰ λειτουργήσῃ—καὶ ἐὰν λειτουργήσῃ—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἐλπίζω, διότι τὰ αὐτὰ πρόσωπα δὲν ὑπόκεινται εἰς παραβάσεις, οὔτε δίδουσιν ἀφορμὴν πρὸς ἀγωγὴν κακοδικίας μόνον ἀφορμὴν πρὸς ἔγερσιν ἀγωγῆς δίδουσι τὰ κατώτερα Δικαστήρια· τοὐναντίον αὐτὰ φρονῶ ὅτι πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὸ Δικαστήριον αὐτό, καὶ παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ οὕτως: «Εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 103 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι» διὰ τῆς λέξεως «ὑπάγονται». Νὰ γίνῃ ἕν ἄρθρον. Διότι, ἐὰν λειτουργήσῃ τὸ συμβούλιον αὐτό, θὰ λειτουργήσῃ διὰ τὴν ἀγωγὴν κακοδικίας κατὰ τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων.
§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔχει περατωθῆ ἀπὸ πρίν. Λοιπὸν τίθενται τὰ ζητήματα εἰς ψηφοφορίαν. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι: 1) τῶν βουλευτῶν Λαρίσης κυρίων Δ. Οἰκονόμου καὶ Π. Ἀγγελίδου, ἔχουσαι οὕτω: «Πάντες οἱ νόμοι καὶ τὰ Διατάγματα καθ’ ὅσον ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ παρὸν Σύνταγμα καταργοῦνται, παύουσι δὲ ἔχοντα συνταγματικὴν ἰσχὺν εἰδικὰ ψηφίσματα τῶν προηγουμένων Ἐθνοσυνελεύσεων». Ἡ τροπολογία δὲν πρέπει νὰ σᾶς ἐκπλήξῃ, διότι αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος.
§380Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ διὰ τὰ ψηφίσματα;
§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Ἐδῶ εἶναι ἡ προσθήκη.
§382Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον μετετέθη εἰς τὸ 108.
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἡ τροπολογία ὁρίζεται διὰ τὸ 103. Λοιπὸν πρέπει νὰ τὴν θέσω ἐγὼ εἰς ψηφοφορίαν, ἵνα ἐκκαθαρίσωμεν οὕτω τὰ πράγματα. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν. Ἀπερρίφθη ἀπὸ τώρα. Κατόπιν ἔχομεν τὴν πρότασιν τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 103, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, γίνεται μία τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 103 ἐντελῶς διαγράφεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα τροπολογία, καθ’ ἣν εἰς τὸ τέλος τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου προστίθεται ἡ φράσις: «Εἰς τὸ Δικαστήριον τοῦτο ὑπάγεται καὶ πᾶσα προπαρασκευαστικὴ διαδικασία· οὐδεμία δ’ ἄδεια ἀπαιτεῖται». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. 2) Τροπολογία προφορικὴ τῶν κυρίων Ἀ. Καφετζοπούλου καὶ Ν. Ἰγγλέση, καθ’ ἥν: «εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 103 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ λέξεις «δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι» διὰ τῆς λέξεως «ὑπάγονται». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον ὁλόκληρον, Κύριοι, ὡς ἐτροπολογήθη. Τὸ ἄρθρον 103 τοῦ Συντάγματος ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὄλοι οἱ νόμοι καὶ τὰ Διατάγματα, καθ’ ὅσον ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ παρὸν Σύνταγμα, καταργοῦνται». Νὰ διαγραφῇ.
§384Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς μένῃ ἐκεῖ καὶ εἰς τὸ τέλος τὸ ἀφαιροῦμεν.
§385Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν δύναται νὰ διαγραφῇ· θὰ μετατεθῇ.
§386Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μεταθέσατέ το κ. Πρόεδρε, νὰ συζητηθῇ μὲ τὸ 108.
§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Μετατίθεται εἰς τὸ 108. Ὥστε τὸ ἄρθρον 103 ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἅρθρον 103,— «Ἁγωγαὶ κακοδικίας κατ’ ἀρεοπαγιτῶν, ἰσοβίων μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τακτικῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας δικάζονται ὑπὸ πενταμελοῦς εἰδικοῦ Δικαστηρίου, συγκροτουμένου, καθ’ ὃν ὁ νόμος ὁρίσει τρόπον διὰ κληρώσεως ἐκ τῶν τριῶν τούτων σωμάτων, τῶν ἐκ δικηγόρων μελῶν τοῦ ἀνωτάτου Πειθαρχικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, λαμβανομένου ἑνὸς μέλους ἐξ ἑκάστου σώματος. Εἰς τὸ Δικαστήριον τοῦτο ὑπάγεται καὶ πᾶσα προπαρασκευαστικὴ διαδικασία· οὐδεμία δ’ ἄλλη ἄδεια ἀπαιτεῖται. Εἰς τὸ αὐτὸ Δικαστήριον δύνανται νὰ ὑπαχθῶσι διὰ νόμου καὶ αἱ ἀγωγαὶ κακοδικίας κατὰ πρωτοδικῶν, ἐφετῶν καὶ εἰσαγγελέων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§388Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 104 τὸν λόγον.
§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 103 ψηφίζομεν τώρα.
§390Γ. ΠΩΠ. Ἐνόμιζον ὅτι ἐψηφίσθη.
§391ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὂχι. Κακῶς ἐνομίσατε. Ὁ κ. Πατσουράκος ἐζήτησεν ὀνομαστικὴν κλῆσιν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐλπίζω ὅτι τὴν ἀποσύρει.
§392Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὂχι.
§393ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις θὰ γίνῃ τὴν Παρασκευήν. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 104 τοῦ Συντάγματος τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἔχοντος ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 104 (ἀναγινώσκεται).
§394ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Νομίζω Κύριοι, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ διαγραφῇ ἐντελῶς. Δὲν νομίζω ὅτι ῥυθμίζει ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἀναγκαῖον νὰ διαλάβῃ τὸ Σύνταγμα, τόσῳ δὲ μᾶλλον, ὅσῳ, ὅπως εἶναι διατετυπωμένον, θὰ ἀφῄρει ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν πᾶν μέσον ἠθικῆς ἐπιβολῆς ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τούτων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, διότι καὶ ἡ παρατήρησις ἀκόμη, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ εἰς ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῶν Δικαστηρίων εἴτε εἰς ὁλόκληρον τὸ Δικαστήριον, εἶναι πειθαρχικὴ ποινή, εἶναι ἓν εἶδος ἐπιτιμήσεως. Νομίζω μᾶλλον ὅτι σκοπιμώτερον θὰ ἦτο ν’ ἀφεθῶσιν αὐτὰ νὰ ῥυθμισθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ εἰσαγάγῃ παρ’ ἡμῖν τὴν διάκρισιν τῶν ποινῶν, τὴν κρατοῦσαν εἰς τὰς Γερμανικὰς νομοθεσίας, ἔνθα διακρίνονται αἱ ποιναὶ εἰς τὰς κυρίως πειθαρχικάς, ὅπως εἶναι ἡ ἀπόλυσις καὶ ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ μισθοῦ, καὶ εἰς τὰς ἄλλας ποινάς, ὅπως εἶναι ἡ ἐπιτίμησις, ἡ ἐπίπληξις καὶ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει ν’ ἀνήκωσιν εἰς τὸ διοικοῦντα τὸν σχετικὸν κλάδον τῆς ὑπηρεσίας, αἱ ἄλλαι αἱ κυρίως πειθαρχικαὶ ποιναὶ νὰ ὑπάγωνται εἰς ἓν τοιοῦτον συμβούλιον. Ὥστε διὰ τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν, τὰς ὁποίας κάμνω, θέλετε πεισθῆ ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι ῥυθμίζει μονομερῶς τὰ πράγματα.
§395Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι καθ’ ὅλου εὔλογος ἡ παρατήρησις αὕτη. Βεβαίως, ἐὰν τυχὸν δὲν διαγραφῇ τὸ ἄρθρον, θὰ εἶναι σκόπιμον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὰ δύο ἄλλα Σώματα. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὰ δύο Σώματα, τὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, νομίζω ὅτι ἡ γνῶσις τῶν καθ’ ἡμᾶς θέλει πείσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν. Ὁ Ἄρειος Πάγος ὑπόκειται κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων ὑπὸ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ χρόνου ὁ Ἄρειος Πάγος ἀπετελέσθη ἐξ ἰσοβίων δικαστῶν ὑπῆρξεν ἀδύνατον ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀσκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ταύτην ἐξουσίαν. Τὸ πρῶτον ἐγένετο ἀπόπειρα ὑπὸ Ὑπουργείου ἔξω πασῶν τῶν κομματικῶν ἀποχρώσεων ληφθέντος, ἐγένετο ἀπόπειρα ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἑπτανήσου τότε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης Φορέστη, ἀνδρὸς διακρινομένου διὰ τὰς ἀρετάς. Συνέβησαν τότε παρεκτροπαί τινες, αἵτινες προυκάλεσαν τὴν φροντίδα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης θελήσαντος νὰ ἐπιβάλῃ πειθαρχικὸν περιορισμόν· ἀλλ’ ἐξηγέρθη ἡ συνείδησις ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας ἐρωτησάσης πῶς Ὑπουργὸς ἐτόλμα νὰ θίξῃ ἀνωτάτους ἰσοβίους δικαστάς. Ταῦτα περὶ ἀρεοπαγιτῶν. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Κατὰ τὸν νόμον τὸν κείμενον τὸν τοῦ ἔτους 1882 ὑπεβάλλετο τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰς τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος ΧΡΕʹ τοῦ 1892 κατηργήθη ὑπὸ τοῦ ͵ΒΚΗʹ νόμου τοῦ 1895, ἀφῃρέθησαν τὰ ἄρθρα τὰ ἀναγόμενα εἰς τοὺς παρέδρους καὶ ἐλεγκτὰς καὶ ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἡ τέως ἐπὶ πάντας τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους εὐρυνομένη περιωρίσθη μόνον εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους καὶ εἰς τὸ κατώτερον προσωπικὸν τοῦ Συνεδρίου τὸ μὴ ἰσόβιον, ἔμειναν δὲ οἱ ἐλεγκταὶ καὶ πάρεδροι ἐκτὸς πάσης πειθαρχίας. Ἕνεκα τούτου ἐγένοντο μακραὶ συζητήσεις, καὶ ἀνεγνώρισεν ὁ μακαρίτης Δηλιγιάννης ὅτι εἶχεν ἀφεθῆ ἄνευ πειθαρχίας τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἔρχεται νῦν ἡ ὥρα νὰ σκεφθῶμεν ἂν οἱ ἀρεοπαγῖται, οἱ ἐλεγκταὶ καὶ οἱ πάρεδροι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πρέπει νὰ μένωσιν ἔξω πάσης πειθαρχίας. Ὄχι βεβαίως. Θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ἄνευ συγκλονήσεως καὶ τῆς πεποιθήσεως τῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἰδέας τῆς ἰσοβιότητος νὰ θίξῃ τοὺς ἀρεοπαγίτας; Ἐγὼ ἀμφιβάλλω. Θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θίξῃ ἐλεγκτὰς καὶ παρέδρους ἄνευ ἐξεγέρσεως καὶ ἀντιθέσεως τῆς κοινῆς γνώμης; Ἐγὼ καὶ περὶ τούτου ἀμφιβάλλω, καίτοι ἐνταῦθα ἴσως ἡ κοινωνία εἶναι ἀνεκτικωτέρα, ὅσον δὲν εἶναι ἐπὶ τῶν δικαστῶν. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναθεωρήσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ.
§396Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἐδεχόμην νὰ προστεθῇ ὁ συμπλεκτικὸς σύνδεσμος «καί».
§397Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§398Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ προστεθῇ ὁ σύνδεσμος «καί».
§399Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λοιπὸν τὸ ἄρθρον θὰ ἔχῃ οὕτως: «Ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀσκεῖται καὶ ὑπὸ συμβουλίου κλπ.»
§400ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κάβουρας ἔχει τὸν λόγον.
§401Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Μετὰ τὴν προσθήκην αὐτὴν δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε.
§402Γ. ΠΩΠ. Ἀκριβῶς ἤθελον νὰ συστήσω τὴν τελευταίαν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, διότι φρονῶ ὅτι ὄχι μόνον περιστέλλει τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν κατωφέρειαν, εἰς ἣν ἐφθάσαμεν ἐπὶ προσχήματι ἀποκεντρώσεων, δημιουργοῦμεν νέας πλέον ὑπηρεσίας, ἀνευθύνους Ἀρχὰς καὶ σχηματίζομεν ὀλιγαρχίαν ἀνεύθυνον, ἀλλ’ ἀποστεροῦμεν ὄχι μόνον δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ Κοινοβούλιον τὴν ἀναζήτησιν εὐθυνῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Μετὰ τὴν γενομένην προσθήκην τοῦ συνδετικοῦ «καί», ὁ ὁποῖος εἶναι διαζευκτικὸς καὶ οὐδέποτε συμπλεκτικός, θὰ ἐφαρμοσθῇ.
§403Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι συμπλεκτικός.
§404Γ. ΠΩΠ. Εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ καταπέσῃ ἡ δευτέρα παράγραφος ἡ ἀφορῶσα τὸ συμβούλιον, καὶ τοῦτο ἔχει τὸ μόνον ἐνθαρρυντικόν, ὅτι τὰ συμβούλια αὐτά, ἅτινα δὲν δύνανται νὰ ἐπιτελέσωσι τὸν σκοπόν των, δὲν θ’ ἀποτελῶσιν ὑποχρέωσιν εἰς καταρτισμὸν αὐτῶν. Αὐτὴ δὲ ἡ ἐπιφύλαξις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία καθιέρωσεν ὅτι ἐξαιροῦνται τοῦ συμβουλίου τούτου τὰ μέλη τοῦ ἄλλου συμβουλίου, ἅτινα τίθενται ὑπὸ κρίσιν ὅπως τιμωρηθῶσι πειθαρχικῶς, εἶναι δεῖγμα τῆς δυσπιστίας, ἣν παρέχει ἡ ἵδρυσίς του. Ἡ ἐπιφύλαξις αὐτὴ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριζε τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος, εἰσὶ πεπεισμένοι ὅτι δὲν θὰ κρατῇ πνεῦμα δικαιοσύνης, ἀλλὰ θ’ ἀναπτύσσηται ἐν αὐτῷ ἡ συναλλαγὴ καὶ ὁ νεποτισμός. Ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις αὐτὴ οὐδεμίαν σημασίαν θὰ ἔχῃ. Ἀπὸ τῆς ἐννοίας ταύτης εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ θὰ ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, ὅταν προστεθῇ καὶ ὁ σύνδεσμος «καί», ν’ ἀπαλειφθῇ ἔπειτα ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον αὐτό.
§405Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἔχομεν ἱδρύσει μέχρι τοῦδε σώματα ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων τόσα, ὥστε νὰ φθάνωμεν εἰς τὸ σημεῖον, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσας, ν’ ἀφαιρέσωμεν τελείως ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν πᾶσαν διαχείρισιν καὶ συνεπῶς καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπως ζητῶμεν εὐθύνας παρὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 104, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως διετυπώθη; (Ἀναγινώσκει:) «Ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία κ.λ.π.».
§406Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον «καὶ» ἀπηλείφθη.
§407Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. «Ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης». Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει ἀντίθετον γνώμην ὅτι, ὅταν τὸ συμβούλιον συνέρχηται, θὰ συμβαίνῃ τὸ ἑξῆς: Βεβαίως τὸ esprit de corps ἢ μᾶλλον ὁ φόβος ἢ ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διατρέχουσι τὰ μέλη τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ συμβουλίου, θὰ τοὺς ἀναγκάσῃ νὰ ἔλθωσιν εἰς ἰδιαιτέρας συμφωνίας καὶ θὰ καταλήξωσιν, ἵνα εἰς τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο συνέρχωνται ἔχοντες εἰλημμένην ἀπόφασιν περὶ τοῦ Α ἢ Β κατηγορουμένου, καὶ ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς θὰ νομίζῃ ὅτι προεδρεύει, οἱ σύμβουλοι χλευαστικῶς θὰ καμμύωσι τοὺς ὀφθαλμούς, ὅταν θὰ κάμνῃ τὴν εἰσήγησιν, διότι θὰ ἔχωσιν, ὡς εἴπομεν, τὴν ἀπόφασιν ἐκ τῶν προτέρων εἰλημμένην. Φαντάζεσθε λοιπὸν τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει πρότασις τῶν κυρίων Οἰκονόμου καὶ Ἀγγελίδου. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τῶν κυρίων Οἰκονόμου καὶ Ἀγγελίδου, ἔχουσα οὕτω: «Τὸ ἄρθρον 104 ν’ ἀπαλειφθῇ ὡς ἐκλιπόντος τοῦ λόγου, δι’ ὃν ἐτοποθετήθη». Διαγράφεται οὕτω, συναινούσης τῆς Βουλῆς, τὸ ἄρθρον 104 τοῦ ἄχρι τοῦδε ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος.
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ἔχουσα οὕτως: «Ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν ἔχει τὴν ἀνωτάτην πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν τοῦ κλάδου του, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν νόμων. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν εἰς πρῶτον βαθμὸν ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἰς δεύτερον δὲ βαθμὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον». (Ἀναγινώσκεται καὶ ἀπορρίπτεται).
§410ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 104, ὡς ἐτροποποιήθη.
§411Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἀπηλείφθη τὸ ἄρθρον αὐτό;
§412ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπηλείφθη τὸ παλαιόν, ἐγένετο δὲ δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως καὶ ἐτροποποιήθη τὸ 104 τοῦ προσχεδίου ἔχον ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 104.—«Ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀσκεῖται καὶ ὑπὸ συμβουλίου συγκειμένου ἐκ δύο μελῶν ἐξ ἑκάστου τῶν σωμάτων τούτων καὶ δύο καθηγητῶν τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου, ὁριζομένων πάντων διὰ κλήρου, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἐξαιροῦνται ἑκάστοτε τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ σῶμα ἐκεῖνο, ἐπὶ ἐνεργείας τοῦ ὁποίου, εἴτε ὁλοκλήρου εἴτε μελῶν αὐτοῦ, καλεῖται ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον. Ἄρθρον 105 (ἀναγινώσκεται).
§413Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν θὰ μᾶς φέρῃ συζήτησιν πολλήν, διότι ὅπως ἔχει δύναται νὰ ψηφισθῇ, ἀφαιρουμένου μόνον τοῦ «ἀμέσου».
§414Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ ἀνάγκη ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ λέξις «ἀμέσου» ἔχει τὸν ἑξῆς λόγον, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ μέλη τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου νὰ ἐκλέγωνται καὶ ἐκτὸς τῶν ἐκλεγέντων.
§415Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ φράσις αὐτὴ διετηρήθη ἐν προβλέψει τούτου, ὅτι, ὅτε λέγομεν ἐνταῦθα περὶ ἀρχῶν, ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, αἵτινες πρέπει πάντως νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς ψήφου τοῦ λαοῦ. Αἱ ἀρχαὶ αὗται ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ νέου, ὅστις προανηγγέλθη, θὰ ἔχωσι δικαίωμα ἔπειτα ἐσωτερικῆς ἐκλογῆς. Ἐκείνη ἡ ἐκλογὴ θὰ εἶναι ἐλευθέρα. Τὸ ἄμεσον ἀποβλέπει μόνον εἰδικὴν γενικὴν ψηφοφορίαν. Ἐγὼ μάλιστα ἐπέμεινα νὰ μείνῃ ἡ λέξις «ἀρχῶν».
§416Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀνησυχία αὕτη πρέπει νὰ ἀρθῇ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον ἀπροκαταλήπτως, ὅπως ἔχει. Μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς λέξεως «ἀμέσου» εἶναι φανερὸν ὅτι, ἐὰν ὁ ἐκλεχθησόμενος λαμβάνηται ἔξωθεν, θὰ λαμβάνηται διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας. Τότε μόνον δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅταν δύναται νὰ ληφθῇ καὶ ἔξωθεν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὀρθότερον θὰ εἶναι νὰ λείψῃ τὸ «ἀμέσου» καὶ γίνῃ δεκτὴ ἡ δήλωσις ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ὁ ἐκλεχθησόμενος νὰ μὴ προέρχηται ἐκ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας.
§417Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὸ αὐτὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκεται): «Ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν θέλει γίνεσθαι δι’ ἀμέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας». Βεβαίως ὑποθέτω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν των ὅτι θὰ ἔλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ καταργηθῇ ἡ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον βεβαίως ἀπήλειψε καὶ τὴν λέξιν «μυστική». Εἶχον τὴν γνώμην ὅμως, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὰ ἤθη τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της, ἂν εἶναι δυνατὸν μεταξὺ δεκάδος ἀνθρώπων νὰ καταργηθῇ ἡ μυστικὴ ψηφοφορία, χωρὶς νὰ γεννήσῃ πάθη τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσιν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις. Οὔτε νὰ φαντασθῶμεν κἂν δὲν ἐπιτρέπεται ὅτι θὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα φανερὰν ψηφοφορίαν.
§418Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν λέγει αὐτό.
§419Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἡ ἀπάλειψις τῆς λέξεως «μυστικὴ ψηφοφορία» οὐδὲν ἄλλο σημαίνει εἰμὴ ὅτι θὰ ἔλθῃ στιγμή, καὶ λίαν ταχέως, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ Αὐγούστου ἔλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἀρχήν, νὰ καταργηθῇ. Μόνον μυστικὴ ψηφοφορία εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἐν Ἑλλάδι. Ἡ φανερὰ ψηφοφορία θὰ γεννήσῃ τοιαῦτα πάθη καὶ θὰ φέρῃ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ μετανοήσωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι τὴν ψῆφον αὑτῶν ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§420Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὴ λησμονεῖτε ὅτι μὲ τὸ νέον νομοθετικὸν καθεστώς, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὰς κοινότητας καὶ τοὺς δήμους, καθιεροῦμεν κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἤδη ἐν Ἑλλάδι, δηλαδὴ ἡ ψηφοφορία τῶν κοινοτικῶν ἀρχῶν, ἥτις εἶναι φανερά. Ἵνα δὲ ὁ θεσμὸς τῶν κοινοτήτων λειτουργήσῃ, ἐγὼ τοὐλάχιστον σᾶς παρέχω τὴν διαβεβαίωσιν ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι οὐδένα κίνδυνον τρέχει ἐκ τῆς φανερᾶς ψηφοφορίας, διότι τὰ πλεῖστα χωρία τῆς Ἑλλάδος ἔχουσιν ὀργανωθῇ εἰς κοινότητας.
§421Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, ὑποστηρίζω τὸ ἐναντίον· σᾶς ἀναφέρω τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀγροφυλάκων, πῶς γίνεται τουτέστι καὶ ἂν ἐπέφερε τὰ ποθούμενα ἀποτελέσματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἄριστα γνωρίζει ἐξ ἰδίας πείρας. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὰς κοινότητας ἐπέτυχον ἀκριβῶς ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἶχον τὴν τύχην νὰ καταρτισθῶσιν ἐκ πέντε ἐντίμων ἀνθρώπων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν πάντοτε, στηρίζω δὲ τοῦτο εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος μία ἢ δύο κοινότητες εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι λόγου, καὶ μάλιστα μία μόνον δύναται νὰ τονισθῇ, ἡ τῆς Βαμβακοῦς.
§422Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συζητοῦμεν τώρα τὸ νομοσχέδιον ἢ τὴν συνταγματικὴν διάταξιν;
§423Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἔχετε τὴν γνώμην, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι διὰ συνταγματικῆς διατάξεως δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς ἀποτελέσματα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ μετανοήσωμεν; Δὲν δύναται, κύριοι Βουλευταί, νὰ νοηθῇ ἐν Ἑλλάδι φανερὰ ψηφοφορία. Ἡ μυστικὴ ψηφοφορία εἶναι ἡ μόνη δυναμένη νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι. Τότε μόνον δύναται ν’ ἀλλάξῃ ἡ μυστικὴ ψηφοφορία, ὅταν πρόκειται περὶ αὐτοβουλίας, ὅταν δηλονότι εἰς ἓν χωρίον εὑρεθῶσι πέντε ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες τὴν κοινὴν ἐμπιστοσύνην θὰ ἱδρύσωσι μίαν κοινότητα. Μόνον δηλαδὴ ἐπὶ τῇ βεβαίᾳ βάσει τῶν ἀγαθῶν διαθέσεων τῶν δυναμένων εἶναι ἐλπὶς νὰ προοδεύσῃ ἡ κοινότης ἐκείνη. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ψηφίσωσι τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν, θὰ μετανοήσωσιν, ἀλλ’ ἀτυχῶς πολὺ βραδέως, ὅτι δὲν δύναται νὰ νοηθῇ ἐν Ἑλλάδι φανερὰ ψηφοφορία.
§424Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ θέμα αὐτὸ καὶ θ’ ἀναπτυχθῶσιν αἱ γνῶμαί σας. Ἔχω καθῆκον ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαγάγῃ ἡ Κυβέρνησις, ἀφήνει ἐλευθερίαν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐκλογεῖς περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς. Ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ ἐκείνη τῆς συζητήσεως, θ’ ἀποδείξωμεν ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι ὀρθοτέρα τῆς ἰδικῆς σας. Ἡμεῖς θέλομεν σήμερον νὰ ἀρθῇ τὸ ἐμπόδιον ἐκεῖνο, ὥστε νὰ εἶναι ἐλευθέρα αὔριον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ν’ ἀποφασίσῃ οὕτως ἢ ἄλλως.
§425ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ τοῦ ὅτι ἡ ψηφοφορία πρέπει νὰ εἶναι ἐν Ἑλλάδι μυστικὴ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἀλλὰ ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ καταργήσῃ τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν. Ἡ διάταξις αὕτη διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ νομοσχέδιον περιέλαβε διάταξιν ἐπιτρέπουσαν καὶ τὴν φανερὰν ψηφοφορίαν ἔν τισι χωρίοις κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς κοινότητος. Τὴν διάταξιν ταύτην ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπή, ἵνα διευκολύνῃ τὴν Κυβέρνησιν.
§426Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. συναδέλφου, ὅτι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁμολογίαν αὐτοῦ, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μᾶς καταστήσῃ ἀκόμη περισσότερον προσεκτικοὺς ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τῆς διατάξεως ταύτης. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι ἠθέλησε ν’ ἀπαλείψῃ τὸν περιορισμὸν τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας, ἵνα διευκολύνῃ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἤδη ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ δήμων. Συνήθως εἴθισται οὐχὶ τὰ Συντάγματα νὰ προσαρμόζωνται εἰς τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας, ἀλλ’ αἱ νομοθετικαὶ ἐργασίαι νὰ συμβιβάζωνται πρὸς τὰ Συντάγματα. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας ἠθέλησεν ἁπλῶς νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀνάγκην ὅπως παραμείνῃ ὡς ὑποχρέωσις ἡ μυστικὴ ψηφοφορία. Ἔλεγε δὲ διακόπτων τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ὄντως νομίζει τις ὅτι ἤλθομεν πρὸ μικροῦ ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, ὅτι ἐχάσαμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ γύρω ἡμῶν κόσμου. Ἔχομεν τὴν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐθεσπίσαμεν τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν, προκειμένου περὶ προσωπικῶν ζητημάτων. Δὲν ἔχομεν πεποίθησιν περὶ ἡμῶν αὐτῶν ὅτι θὰ μείνωμεν ἀνεπηρέαστοι προκειμένου περὶ προσώπων, καὶ ἔρχεσθε ν’ ἀφαιρέσητε τὸ σύστημα τοῦτο ἀπὸ τὰς δημαιρεσίας;
§427ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ ἡμεῖς θὰ διατηρήσωμεν τὴν μυστικήν.
§428Γ. ΠΩΠ. Δὲν λέγω διὰ τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνορθωτική, θὰ ἔλθῃ ὅμως ἡ μέλλουσα Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις ἡ φαυλοκρατική, ἡ ὁποία θὰ καταργήσῃ ἐντελῶς τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν, καὶ θὰ ἴδητε τοὺς ἰσχυροτέρους ἐν τῷ τόπῳ ν’ ἀναδειχθῶσι νέοι τοπάρχαι καὶ ἐνῷ θέλωμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν φαυλοκρατίαν, ὡς τὴν ὀνομάζετε, τῶν παλαιῶν δημάρχων, θὰ καθορίσωμεν νέαν φαυλοκρατίαν δημάρχων ἐκλεγομένων διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας. Διὰ τοῦτο λέγομεν ὅτι ὁ περιορισμός, ὅπως ἡ ἐκλογὴ γίνηται διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, οὐδὲν κακὸν δύναται νὰ προκαλέσῃ, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐπιζητοῦντες νὰ γίνηται καὶ διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας δημιουργοῦμεν ἴσως δεινά, τὰ ὁποῖα ἠθελήσαμεν ν’ ἀποφύγωμεν.
§429ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
§430Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ δίδω μεγίστην σημασίαν καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ἐγὼ πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας.
§431ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 105 τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐκλογὴ τῶν δημοτικῶν Ἀρχῶν θέλει γίνεσθαι διὰ καθολικῆς μυστικῆς ψηφοφορίας». Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐχούσης οὕτως: «Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 105 τοῦ Συντάγματος τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἀπαλείφονται αἱ λέξεις «θέλει γίνεσθαι δι’ ἀμέσου καὶ» καὶ ἀντ’ αὐτῶν τίθενται αἱ λέξεις «γίνεται διά». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην, τὸ ἄρθρον 105 τοῦ Συντάγματος, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ὑπάρχει ὅμως πρότασις τοῦ κ. Πὼπ καὶ θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὀνομαστικὴ ψηφοφορία. Αὔριον ὥρᾳ 10ῃ θὰ γίνῃ συνεδρίασις διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 καὶ 10′ τῆς νυκτός).