1911.05.09
3,093 rows · 24,069 words · 220 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 84.
Τῆς 9ης Μαΐου 1911.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 40′ π. μ. παρόντων 184 Βουλευτῶν ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ὁ λαὸς τῶν Καλαβρύτων ἐκφράζει χαρὰν διὰ τὴν μέλλουσαν κατάργησιν τῶν δήμων· 2) Ὁ Γ. Οἰκονομόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ συστάσεως αʹ γυμνασιακῆς τάξεως ἐν Πύλῳ· 3) Οἱ κάτοικοι Ἁγ. Εὐθυμίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαγορευθῇ ἡ ὑλοτομία τῆς δασικῆς θέσεως Κορομηλιᾶς· 4) Ὁ κάτοικος Ἀστακοῦ Ἀ. Βαρόπουλος παραπονεῖται ὅτι ἄγνωστοι κατέστρεψαν τὰς ἀμπέλους του καὶ μέρος μιᾶς καπνοφυτείας του· καὶ 5) Ὁ κ. Τσερώνης σταφιδέμπορος ἐξαιτεῖται αὐστηρὸν ἔλεγχον τῆς «Ἑνικίας». Κύριοι Βουλευταί, τηλεγραφικῶς ἀνηγγέλθη χθὲς τρομερὸν δυστύχημα, τὸ ὁποῖον ἔπληξε δύο μέλη τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως. Ἀεροπλάνον κατὰ τὰς ἀσκήσεις τῆς ἀεροδρομίας καταπεσὸν ἐφόνευσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας καὶ ἐτραυμάτισε σοβαρώτατα τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ Γαλλικὸν ἔθνος τετιμημένον ἔν τε τῇ ἐπιστήμῃ καὶ τοῖς στρατιωτικοῖς ἀγῶσι πρὸς πάντα ἑνάμιλλον ἀγωνιζόμενον θριαμβεύει ἀπὸ πολλοῦ χρόνου καὶ ἡγεῖται ἐν τῇ ἐπιστημονικῇ ἐρεύνη τῆς ἀεροπλοΐας καὶ τῇ κατακτήσει τοῦ ἀέρος. Ἀλλ’ οἱ θρίαμβοι οὗτοι ἀπῄτησαν θυσίας φοβερὰς καὶ θύματα πολυάριθμα εἰσήνεγκε τὸ Γαλλικὸν ἔθνος εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν νίκην. Τὰ δὲ θύματα ταῦτά εἰσιν οὐχὶ μόνον ἐπιστήμονες ἀεροπόροι, ἀλλὰ καὶ πρὸ παντὸς κατὰ πλειονοψηφίαν ἀξιωματικοὶ εὐγενέστατοι τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ, οἵτινες ὁρμῶντες εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν κατάκτησιν ἔχουσι τὴν συνείδησιν ἀκμαίαν ὅτι συνεισφέρουσιν ἑαυτοὺς θύματα ὑπὲρ τῆς ἐνισχύσεως τῆς Γαλλικῆς ἀμύνης καὶ τῆς Γαλλικῆς τιμῆς. Τὸ σήμερον ἀγγελθὲν δυστύχημα εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν θυμάτων τῶν ἐπιστημονικῶν προστίθησι δύο κορυφὰς τῆς Πολιτείας. Ἂν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλίας δὲν εἶναι μάρτυρες τῆς ἐπιστημονικῆς των ἐρεύνης, εἰσὶν ὅμως θύματα καὶ μάρτυρες ἅμα τοῦ πολιτικοῦ καθήκοντος, ὅπερ ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἡγήτορας τῶν καλῶς συντεταγμένων Κρατῶν, ὅπως ἐνισχύωσι καὶ κραταιῶσι τοὺς ἐπιστημονικοὺς ἀγῶνας καὶ στηρίζωσι τὰς ἐθνικὰς νίκας κατὰ πᾶν σημεῖον τοῦ ἐπιστητοῦ. Ἐνώπιον τοιούτου τρομεροῦ δυστυχήματος πλήξαντος ἔθνος φίλον, ἔθνος τὸ ὁποῖον παρέσχεν ὑπηρεσίας ἀλήστους εἰς τὴν ἡμετέραν πατρίδα, ἔθνος πρὸς ὃ συνδεόμεθα διὰ δεσμῶν εὐγνωμοσύνης ἀρρήκτων, ἐνώπιον τοιούτου δυστυχήματος, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὁποῖον ἐνέχει ταύτην τὴν σπουδαιοτάτην σημασίαν, ὅτι ἔπληξε τοὺς ἡγήτορας τοῦ Γαλλικοῦ Κράτους ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῶν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Βουλὴ θλίβεται μεγάλως καὶ ὅτι ἐξουσιοδοτεῖ τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, ὅπως διερμηνεύσῃ ἁρμοδίως τὴν βαθυτάτην λύπην της.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὑπὸ τὸ κράτος συναισθημάτων θλίψεως βαθυτάτης καὶ ἐγκαρδίου, συναισθημάτων ὁποῖα τοσοῦτον εὐγλώττως διηρμήνευσε καὶ μετὰ τόσου πόνου ψυχῆς ἀπεδέξατο καὶ ἐξεδήλωσεν ἡ Βουλή, ἡ Κυβέρνησις, ἅμα τῇ γνώσει τοῦ δυστυχήματος, τοῦ ὁποίου ἐγένετο θῦμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Γαλλίας καὶ ὑπέστη ἐπικίνδυνον τραυματισμὸν ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθῆκον ἐθεώρησεν, ὅπως τοῦτο μὲν διερμηνεύσῃ παρὰ τῷ ἐνταῦθα Γάλλῳ πρεσβευτῇ τὴν βαθυτάτην λύπην της, τοῦτο δὲ παρακαλέσῃ τὸν ἐν Παρισίοις ἡμέτερον πρεσβευτήν, ἵνα διερμηνεύσῃ τὰ ἐγκάρδια συλλυπητήρια αὐτῆς καὶ θερμὰς εὐχὰς ὑπὲρ ἀναρρώσεως τοῦ τραυματισθέντος Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εὐχάριστον ἐπιτελῶν καθῆκον ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔλαβον ταύτην τὴν στιγμὴν τηλεγράφημα τοῦ ἐν Παρισίοις πρεσβευτοῦ, δι’ οὗ καθίσταται γνωστὸν ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐβελτιώθη ἐπαισθητῶς. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει δεχθῆ τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐπί τινα λεπτὰ διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν τὰ φρονήματα τῆς Βουλῆς διερμηνεύει ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα εἰς ἔνδειξιν θλίψεως διὰ τὰ ἀγγέλματα τὰ γενόμενα εἰς αὐτὴν διακόψῃ τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 10′ λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ἀναφορὰ πολιτῶν Ἀθηναίων παρακαλούντων, ὅπως ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῶν ἐφημερίδων τῶν δημοσιευουσῶν ἀνιέρους μεταφράσεις τῶν ἱερῶν Γραφῶν. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἔχει ὁ κ. Πετμεζᾶς.
§9ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀναφορὰ αὕτη ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ μακροῦ ἤδη χρόνου. Τότε εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ μετ’ ἄλλων συναδέλφων τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, μόλις δὲ σήμερον ἔρχεται ἡ σειρά της, ὅπως συζητηθῇ, καὶ δὴ εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἔλαβεν ἀφορμὴν ἐκ τῆς καθημερινῆς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγραφῆς τῆς ἀναφορᾶς νὰ διατάξῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀναφορᾶς εἶναι τὸ ἑξῆς: Συμπολῖταί μου Ἀθηναῖοι εἶχον καταφύγει εἰς τὸν σεβασμιώτατον Μητροπολίτην παραπονούμενοι δι’ ἀνιέρους μεταφράσεις τῶν ἁγίων Γραφῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο συστηματικῶς εἰς τὰς ἐφημερίδας εἰς ἐποχήν, συνεχομένην ἀμέσως μετὰ τῶν γλωσσικῶν συζητήσεων, τῶν γενομένων ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ σεβασμιώτατος Μητροπολίτης τοὺς παρέπεμψεν, ὡς ἦτο φυσικόν, εἰς τὸν εἰσαγγελέα· εἶχον δὲ λάβει, ὡς τότε ἔμαθον, διότι ἔκτοτε δὲν ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, καθ’ ὅσον δὲν ἦλθον πρὸς ἐμὲ ἔκτοτε οἱ ἀναφερόμενοι συμπολῖταί μου, εἶχον, λέγω, λάβει τότε παρὰ τοῦ κ. εἰσαγγελέως ἀπάντησιν οὐχὶ ἱκανοποιητικὴν ὅσον ἀφορᾷ τὴν προθυμίαν πρὸς καταδίωξιν μιᾶς παρανομίας. Διότι παρανομία αὐτόχρημα εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τὸ νὰ χρησιμοποιῆται τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα πρὸς διέγερσιν παθῶν μεταξὺ πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἄλλως οὐδένα λόγον θὰ εἶχον νὰ μὴ συμβιῶσιν ἐν ἁρμονίᾳ, τὸ νὰ χρησιμοποιῆται ἡ εὐλάβεια, τὴν ὁποίαν πάντες αἰσθανόμεθα πρὸς τὴν θρησκείαν, ὅπως ἐξυπηρετηθῶσι ταπεινὰ πάθη ὀλίγων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ζῶσι σπείροντες ζιζάνια. Αἱ δημοσιευθεῖσαι μεταφράσεις εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐκείνας ἦσαν αὐτόχρημα πλαστογεγραμμέναι, ἀνύπαρκτοι, οὐδέποτε γενόμεναι ὑπὸ τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα ἀπεδίδοντο, σκοπὸν δ’ εἶχον νὰ ἐπισύρωσι κατ’ ἐκείνων, πρὸς οὓς ἀπεδίδοντο, ἀδικαιολόγητον μῖσος. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἂν εἶναι ἀξιοκατάκριτοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εὐστοχοῦσιν εἰς τὴν γλωσσικὴν διατύπωσιν τῶν νοημάτων των, ὄχι μόνον εἶναι μᾶλλον ἀξιοκατάκριτοι, ἀλλὰ καὶ ἀξιόποινοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, θέλοντες νὰ διεγείρωσι κατ’ αὐτῶν μῖσος, κατασκευάζουσι τὰ τοιαῦτα ψευδῆ δημοσιεύματα.
§10ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐπὶ τίνι λόγῳ ἀξιόποινοι;
§11Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ ἐξυβρίσει ἐκείνων, οὓς ἐννοοῦσιν ὡς μεταφραστάς.
§12ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ διακόψας με, εἶναι δεινὸς εἰς τὰ ποινικά, ἐνῷ ἐγὼ δὲν εἶμαι, καὶ ἠδύνατο, ἂν ὀλίγον ἐκοπίαζε, ν’ ἀνεύρῃ κατὰ πόσας ἀπόψεις αἱ πράξεις αὗται θὰ ἦσαν ἀξιόποινοι. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἀσχολοῦμαι εἰς αὐτό. Εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ ὅτι διὰ τῶν δημοσιευμάτων τούτων προσβάλλεται ἡ καθεστῶσα θρησκεία καὶ ὅτι ἀπ’ αὐτῆς τοὐλάχιστον τῆς ἀπόψεως δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. εἰσαγγελεύς, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν ἔλαβε μέριμναν μέχρι τοῦδε, θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιστήσῃ, εἰς τοῦτο τοὐλάχιστον, τὴν προσοχὴν τοῦ κ. εἰσαγγελέως.
§13Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ δημοσιεύματα καὶ νὰ σταλῶσιν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν.
§14ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὰ δημοσιεύματα δύνανται νὰ συγκεντρωθῶσιν, ἂν ὁ κ. εἰσαγγελεὺς διατάξῃ ἀνακρίσεις, διότι τὰ δημοσιεύματα εἶναι προσιτὰ καὶ εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα, ἐνεργοῦντα ἐξ ἐπαγγέλματος, ἂν θελήσῃ ν’ ἀναδιφήσῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§15Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀδίκημα διωκόμενον ἐξ ἐπαγγέλματος.
§16ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ προσβολὴ κατὰ τῆς ὑφεστώσης θρησκείας εἶναι ἀδίκημα διωκόμενον ἐξ ἐπαγγέλματος· διότι ἐπὶ παραδείγματι τὸ «Πιστεύω» καὶ τὸ «Πάτερ ἡμῶν» μεταφράζονται διὰ τῶν ἐν λόγῳ δημοσιευμάτων κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος οὐδόλως βεβαίως συντελεῖ εἰς τὸ κῦρος τῆς θρησκείας.
§17Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Μεταφράζονται ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἐξευτελίσωσι τοὺς μαλλιαρούς.
§18ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀλλ’ ἐξευτελίζουσι συγχρόνως τὰς ἁγίας Γραφάς.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κοντογούρης. Ἀπών. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος. Ἀπών. Ὁ κ. Μαβίλης. Ἀπών. Ὁ κ. Κουτούπης.
§20Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κατὰ τὴν λυπηρὰν συζήτησιν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος πάντες εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐμείναμεν σύμφωνοι ὅτι οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ διὰ τὸ ἀνέπαφον τῆς γλώσσης, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγράφησαν τὰ ἱερὰ κείμενα. Πάντες σεβόμεθα τὴν θρησκείαν ἡμῶν, καὶ τὴν σεβόμεθα ἀκριβῶς ὅπως τὴν παρελάβομεν παρὰ τῶν πατέρων ἡμῶν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φαντάζονται μεταφράσεις, τὰς ὁποίας οὐδέποτε εἶδον, ὅπως οὐδέποτε εἶδε καὶ ὁ ἐκ Πατρῶν συνάδελφος, τοῦ ὁποίου ἠκούσθη διακοπή τις, τὴν μετάφρασιν ὀνόματος, ὅπερ εἶναι εἰς πάντας ἡμᾶς σεβαστὸν καὶ τοῦ ὁποίου τὴν μνήμην γεραίρομεν καὶ τιμῶμεν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φαντάζονται μεταφράσεις, εἶναι καὶ οἱ κατασκευασταὶ τῶν μεταφράσεων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων, ὅπως εἶπεν ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος, ἐπιδιώκουσι σκοπόν τινα. Ἂν ὁ σκοπὸς αὐτῶν εἶναι νὰ ἐξευτελίσωσι τοὺς μαλλιαροὺς ἢ νὰ προσβάλωσι τὴν θρησκείαν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν, εἶναι ὅτι, καὶ ἂν ἀκόμη ἔχωσι σκοπὸν νὰ προσβάλωσι τοὺς μαλλιαρούς, δὲν παύουσιν ἀπὸ τοῦ νὰ φέρωσι ζημίας καὶ νὰ προκαλῶσι συζητήσεις θρησκευτικάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι καλὰ ἀποτελέσματα.
§21ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προσθέσατε ὅτι, καὶ ἂν εἶχον σκοπὸν νὰ προσβάλωσι τοὺς μαλλιαρούς, προσβάλλουσι συγχρόνως καὶ τὴν θρησκείαν.
§22Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ στηλιτεύωνται οἱ τοιοῦτοι, οἵτινες διὰ καταχωρίσεων περικοπῶν προκαλοῦσιν τὴν βδελυγμίαν.....
§23Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂν ὑπάρχωσι πράγματι τοιαῦται μεταφράσεις, νὰ προσαχθῶσι τὰ κείμενα, διὰ νὰ λάβωμεν μέτρα κατὰ τῶν βεβήλων τῶν ἱερῶν κειμένων. Ἂν ὑμεῖς διατείνησθε, κύριε συνάδελφε, τοῦτο, ἂν ἔχητε συνείδησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγετε ἐνταῦθα, ἂν εἶσθε ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζετε πράγματα ἀκριβῆ, καὶ ἂν ἔχητε ἐνδιαφέρον νὰ φέρητε τὰ κείμενα... (Θόρυβος).
§24Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος εἶπε φράσιν, ἡ ὁποία δὲν ἀνήκει εἰς ἐμέ, ἀλλ’ εἰς αὐτόν. (Θόρυβος).
§25Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διαψεύσατε ὑμεῖς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε, καὶ ἐγὼ εἶμαι πρόθυμος νὰ τὰ ἀποσύρω....
§26Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀποτείνησθε πρὸς ἐμέ, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγητε, ἂν ἔχω τιμὴν καὶ ἂν ἔχω συναίσθησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγω.
§27Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἔχητε κείμενα τοιαῦτα, νὰ τὰ προσκομίσητε.
§28Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι ἡ φράσις σας δὲν ἦτο πρέπουσα.
§29Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂν ἔχητε κείμενα νὰ τὰ προσαγάγητε, καὶ ἐγὼ θὰ σπεύσω νὰ τὸ ἀναγνωρίσω.
§30Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. «Αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πτηνὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις» φράσιν ἡ ὁποία ἀποδίδει τὴν ἱερότητα τοῦ Εὐαγγελίου τὴν μετέφρασαν: «οἱ ἀλεποῦδες ἔχουν τρύπες...».
§31Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂν ὑπάρχωσι κείμενα, νὰ τὰ προσκομίσητε καὶ θὰ σᾶς ζητήσω συγγνώμην. Ἐγὼ δὲν ἔθηκα τὴν ὑπόληψίν σας ἐν ἀμφιβόλῳ· μόνον εἶπον ὅτι ὀφείλετε, ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦτα κείμενα, νὰ τὰ προσαγάγητε.
§32Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Πάλλη.
§33Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὀρθὸν νὰ γράφωνται τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προβαίνουσιν εἰς τὰς κακοηθείας αὐτάς, διότι αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχω, νὰ ἀποκαλέσω κακοηθείας πάσας τὰς τοιαύτας μεταφράσεις. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχέωνται τὰ ζητήματα αὐτὰ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ν’ ἀποδίδωνται τοιαῦται προθέσεις εἰς ἐκείνους, οἵτινες σέβονται τὰ ἱερὰ καὶ εἶναι ἀφωσιωμένα τέκνα τῆς ἱερᾶς ἡμῶν Ἐκκλησίας.
§34Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Πάλλης δὲν εἶναι Βουλευτής.
§35Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂν ἔχητε κείμενα, θὰ σᾶς προσκαλέσω νὰ τὰ προσκομίσητε, ἵνα γνωσθῶσι τὰ ὀνόματα, διότι δημοσιεύονται μεταφράσεις ἄνευ ὀνομάτων, μόνον καὶ μόνον ὅπως προσαφθῇ μομφὴ εἰς πάντας ἐκείνους, οἵτινες ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἔτυχε νὰ μὴ συμφωνῶσι μὲ τὸν κ. Μιστριώτην.
§36Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πρέπει νὰ νοηθῇ ὑπὸ πάντων ἡμῶν ὅτι αἱ συζητήσεις πρέπει νὰ διεξάγωνται ἐν ψυχραιμίᾳ, διότι τότε καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι τὸ γλωσσικὸν ζήτημα καθὼς καὶ τὸ ζήτημα τῆς μεταφράσεως τῶν ἁγίων Γραφῶν κατέστη ζήτημα δημοσίας τάξεως διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν παγιωμένας πεποιθήσεις καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ περὶ τοῦ α ἢ β γλωσσικοῦ ἰδιώματος. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σεβώμεθα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκληροδότησαν οἱ αἰῶνες.
§37Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ οὐδεὶς ἠμφεσβήτησε· πάντες εἴμεθα σύμφωνοι.
§38Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ὑπάρχει, φρονῶ, δευτέρα γνώμη ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ὅτι, ἂν ὑπάρχωσι μεταπεφρασμέναι αἱ ἅγιαι Γραφαί...
§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν νομίζετε ὅτι δὲν ἔχει λόγον τινὰ ἡ συζήτησις; Ἄλλως τε ἡ γενίκευσις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν δὲν ἐπιτρέπεται.
§40Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἤμην ἐγγεγραμμένος ἐξ ἀρχῆς.
§41Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μὲ συγχωρεῖτε· ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἐξακολουθεῖ τὸ πρῶτον, ὅτι δὲν ἔχει λόγον ἡ συζήτησις, διότι, ἂν ὑπάρχῃ ἀδίκημά τι, βεβαίως ὁ εἰσαγγελεὺς θὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ.
§42Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πρό τινος ἐθεσπίσαμεν συνταγματικὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας εἴπομεν ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ μετάφρασις τῶν ἁγίων Γραφῶν, ἐκτὸς τῆς ἀναγραφομένης περιπτώσεως. Ἀλλὰ τὴν ἑπομένην ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡμεῖς τοιαύτην διάταξιν ἐθεσπίζομεν, κατὰ χιλιάδας ἦλθον εἰς τὸ Τελωνεῖον μεταφράσεις τῶν ἁγίων Γραφῶν. Ὅτε λοιπὸν εὑρισκόμεθα πρὸ τοιαύτης καταστάσεως, καὶ ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ τὰ τοιαῦτα κάμνοντες ἢ ἀπὸ ἰδιοτέλειαν πράττουσι ταῦτα ἢ ἀπὸ ἀνισορροπίαν, ἵνα διαφημισθῇ δῆθεν τὸ ὄνομά των, ἓν εἶναι τὸ βέβαιον, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἀποτελεῖ κοινὸν σκάνδαλον καὶ διεγείρει τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ ὅτι καθῆκον τοῦ εἰσαγγελέως ἐπιβεβλημένον εἶναι νὰ παρεμβῇ. Θὰ ἦτο δ’ εὐχῆς ἔργον, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης παραγγείλῃ τὸν εἰσαγγελέα, ἵνα μάθῃ τί ἀπέγιναν αἱ μεταφράσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κατὰ χιλιάδας ἦλθον εἰς τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς, ποῦ εὑρίσκονται, πόθεν ἀπέρρεον καὶ τίς ὁ παραλήπτης, ἵνα ἡσυχάσῃ ἡ κοινὴ συνείδησις. Θὰ ἦτο δ’ ἐπίσης εὐχῆς ἔργον καὶ θὰ ἦτο παράκλησις πρὸς τὸν τύπον νὰ μὴ ἀναγράφῃ τοιαῦτα πράγματα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὴν κοινὴν συγκίνησιν καὶ τὸ κοινὸν σκάνδαλον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Μεσσήνης «περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως δήμου καὶ ἑταιρείας πρὸς ἠλεκτροφώτισιν αὐτῆς» ὁ κ. Πετρομανιάτης ἔχει τὸν λόγον.
§44Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι Μεσσήνης ἀπευθύνονται δι’ ἀναφορᾶς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τηλεγραφημάτων εἰς ἐμὲ καὶ τοὺς λοιποὺς ἐκ Μεσσηνίας συναδέλφους, καὶ ζητοῦσιν, ὅπως ἐγκριθῇ ἡ σύμβασις μεταξὺ τοῦ δήμου Παμίσου καί τινος ἑταιρείας πρὸς ἠλεκτροφώτισιν τῆς πόλεως. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν σύμβασιν καί, ἂν εὕρῃ τοὺς ἐν αὐτῇ ὅρους συμφέροντας, νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐγκρίνῃ ταύτην, διότι ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην φωτός.
§45Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν σύστασιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§46Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν προλαλησάντων.
§47Φ. ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῆς πόλεως Μεσσήνης δὲν ἀπασχολεῖ διὰ πρώτην φορὰν τοὺς Μεσσηνίους εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ ἄλλοτε ἀπησχόλησεν αὐτοὺς καὶ μάλιστα πρὸ ἑξαετίας, ὅτε αὐτὴ αὕτη ἡ ἑταιρεία τῶν ἀδελφῶν Τουφεξῆ, ἥτις καὶ σήμερον συμβάλλεται μετὰ τοῦ δήμου Παμίσου, συνεβλήθη μετὰ τοῦ τότε δημάρχου, ἀποθανόντος ἤδη, Γεωργίου Καρατζᾶ. Καὶ κατὰ τὴν σύμβασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ μὲν φράγκον ἐκυμαίνετο μεταξὺ 1.30 καὶ 1.35, ἡ δὲ παροχὴ τοῦ ῥεύματος τοῦ ἠλεκτρικοῦ ἦτο, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, μονοπωλιακή, εἰς χεῖρας τῆς μόνης τότε ἐν Ἑλλάδι ἑταιρείας Thomson-Houston & Co, αἱ δὲ νεώτεραι τελειοποιήσεις δὲν εἶχον εἰσέτι ἀναφανῆ, ἡ ἑταιρεία αὕτη ἀνελάμβανεν, ὅπως παράσχῃ ἠλεκτρικὸν φῶς εἰς τὴν πόλιν τῆς Μεσσήνης δι’ 120 λαμπτήρων ἐντάσεως 16 κηρίων καὶ 4 ἡλίων ἀντὶ 12,000 ἐτησίως, ἐνῷ σήμερον εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν τὸ μὲν φράγκον εὑρίσκεται ἐν ἰσοτιμίᾳ, αἱ δ’ ἑταιρεῖαι αἱ ἠλεκτρικαὶ ἐπολλαπλασιάσθησαν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἑπομένως ὁ ἀνταγωνισμὸς εἶναι μέγας, ἡ δὲ τελευταία ἀνακάλυψις τῶν λυχνιῶν Tantal, Wollfram κλπ., αἵτινες ἐπιφέρουσιν οἰκονομίαν ῥεύματος 75% ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς ἐν χρήσει τότε λυχνίας Edisson, ἐπέφερε γενικὴν ἀναστάτωσιν, αὐτὴ αὕτη ἡ ἑταιρεία, μετὰ τοῦ αὐτοῦ δήμου συμβαλλομένη παρέχει φωτισμὸν δι’ 100 μόνον λαμπτήρων ἴσης ἐντάσεως καὶ 4 ἡλίων ἀντὶ 12,600 δραχμῶν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ 100 φανοί, οἵτινες καὶ λόγῳ φωτιστικῆς ἀνάγκης καὶ διότι ἐν ταῖς συμβάσεσιν ἀναγράφεται δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπέχωσιν ἀλλήλων πλέον τῶν 50 μέτρων ἕκαστος, δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς νὰ φωτίσωσι τὴν πόλιν, ἐλήφθη φροντὶς εἰς ἀμφοτέρας τὰς συμβάσεις, ὅπως γίνῃ ἔκπτωσίς τις διὰ τοὺς μέλλοντας νὰ προστεθῶσιν εἰς τὸ μέλλον φανούς. Καὶ διὰ μὲν τῆς συμβάσεως τοῦ Καρατζᾶ τῆς προηγουμένης ἡ ἔκπτωσις εἶναι 50%, ἐνῷ διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης εἶναι 10% μόνον. Ἑπομένως, διὰ νὰ φωτισθῇ ἡ πόλις τῆς Μεσσήνης διὰ 300 φανῶν, οἵτινες εἶναι ἀρκετοὶ ὅπως φωτίσωσιν αὐτήν, καὶ 4 ἡλίων, ἀπαιτοῦνται διὰ μὲν τῆς συμβάσεως Καρατζᾶ 21,000 δραχ. ἐτησίως, ἐνῷ διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης 32,600 δραχ., ἤτοι 11,600 δραχμαὶ ἐπὶ πλέον, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφορὰν τοῦ φράγκου καὶ τὰς ἄλλας εὐνοϊκὰς σήμερον συνθήκας ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων, εἰς τὸ ὁποῖον εἰσήχθη πρὸς ἐπεξεργασίαν ἡ σύμβασις, ὑπέδειξε τροποποιήσεις τινὰς οὐσιώδεις, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου καὶ ὁ ἐργολάβος διὰ γραπτῆς καὶ ῥητῆς δηλώσεώς του δηλοῖ ὅτι τὰς οὐσιωδεστέρας ἐξ αὐτῶν δὲν ἀποδέχεται, ἀλλά, καὶ ἂν ἀποδεχθῇ καὶ πάσας, πάντως θὰ ὑπάρχῃ οὐσιώδης διαφορὰ μεταξὺ τῆς συμβάσεως ταύτης καὶ τῆς ἄλλης, ἔτι δὲ περισσοτέρα διαφορὰ πρὸς νεωτέρας ἄλλας συμβάσεις, ὡς ἡ τῆς Κορίνθου, ἥτις παρουσιάζει πολλὰ πλεονεκτήματα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ λόγος οὗτος, ὅστις μᾶς διαθέτει κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως ταύτης· ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος οὐσιώδης, καὶ οὗτος εἶναι ἡ ἀνεπάρκεια τοῦ δήμου Παμίσου. Αἱ ἐτήσιαι πρόσοδοι τοῦ δήμου Παμίσου δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνέλθωσι καὶ κατὰ τὰς εὐνοϊκωτέρας περιστάσεις εἰς πλείονας τῶν 85.000 δραχ., ἤτοι 67–70,000 δραχ. ἐκ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, 10–12,000 δραχ. ἐξ ἀμέσων φόρων, καὶ 1.500–2.000 δραχ. ἐξ ἐνοικίων ἐργαστηρίων τινῶν τοῦ δήμου. Ἐκ τούτων ὑποβάλλεται ὁ δῆμος εἰς τὴν πληρωμὴν κατ’ ἔτος 30,000 σχεδὸν δραχ. διὰ δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, 12,000 δραχ. διὰ τοκοχρεολύσιον δανείου μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, 10,000 δραχ. εἰσφορὰν δι’ ἀστυνομίαν καὶ δόσιν ἐτησίαν ἐκ κεφαλοποιηθέντων παλαιῶν χρεῶν, 5,000 δρ. περίπου δι’ εἰσφορὰν δημοσυντηρήτου γυμνασίου καὶ 20,000 δραχ. διὰ τὴν συντήρησιν ἔργων τινῶν, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐπιτελέσει, καὶ τὴν ἐν γένει διοίκησιν αὐτοῦ. Ὥστε δὲν ἀπομένουσιν ἢ 3.800 δραχ. ἐτησίως. Ἀλλὰ καὶ 10 καὶ 12.000 δραχ. ἐὰν ἀπομένωσιν αὐτῷ, εἶναι δυνατὸν ὁ δῆμος Παμίσου διὰ τῶν προσόδων αὐτῶν ν’ ἀναλάβῃ τὸ βάρος δαπάνης 33,000 δραχ. ἢ καὶ 20.000 δρ. ἀκόμη; Ἐκτὸς ἂν περιορισθῶμεν εἰς τοὺς 100 καὶ μόνον ἀρχικοὺς φανούς, τοὺς ἀναγραφομένους ἐν τῇ συμβάσει, ὁπότε θὰ εἶναι παρῳδία φωτισμοῦ, διότι δὲν θὰ φωτίζηται δι’ αὐτῶν ἢ μόνον τὸ ⅓ τῆς πόλεως ταύτης, ἐνῷ τὰ ἄλλα ⅔ αὐτῆς θὰ εἶναι καταδεδικασμένα εἰς πεντηκονταετὲς σκότος, ὅσα εἶναι τὰ ἔτη τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἡ πόλις τῆς Μεσσηνίας μόνον τὴν ἀνάγκην τοῦ φωτισμοῦ ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ καὶ οὐδὲν ἄλλο; Αἰσχύνομαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ περιγράψω ὑμῖν τὴν ἀθλιότητα τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ πάτριός μου πόλις, πόλις ἥτις ὤφειλε νὰ εἶναι σήμερον ἐπίγειός τις παράδεισος, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἐπαρκῶν προσόδων τοῦ δήμου καὶ ὡς ἐκ τῆς πλουσίας αὐτῆς παραγωγῆς, ἀλλὰ καὶ ὡς ἐκ τῶν φυσικῶν αὐτῆς καλλονῶν, τῶν ὁποίων οὐδόλως δυστυχῶς ἐπωφελήθησαν οἱ κατὰ καιροὺς ἄρχοντες ἡμῶν. Ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὑμῖν ὅτι οὐδὲν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ πᾶν ὅ,τι ἔχομεν εὑρίσκεται ἐν οἰκτροτάτῃ καταστάσει. Καὶ ἐνῷ ἀμβλυωποῦσι πρὸς πάντα ταῦτα, περὶ ἑνὸς καὶ μόνου ἐνδιαφέρονται καὶ φροντίζουσι, περὶ τῆς ὁπωσδήποτε ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, ἐνδιαφερόμενοι ἴσως νὰ ῥίψωσιν ὀλίγον φῶς εἰς τοὺς τυφλώττοντας ἡμῶν ὀφθαλμούς, ἐνῷ πᾶν ἄλλο ἔχουσι συμφέρον ἢ νὰ φωτίσωσιν αὐτούς. Ἀλλὰ καὶ ἡ νέα διαρρύθμισις τοῦ δήμου νομίζω ὅτι ἐπιβάλλει τὴν ἀναβολὴν τῆς λύσεως τοιούτων προβλημάτων μέχρι τῆς λειτουργίας τοὐλάχιστον αὐτῶν, ὁπότε θέλει καταδειχθῆ κατὰ πόσον θὰ εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως ἀναλάβωσι τοιαῦτα ἐγχειρήματα. Ἀλλὰ καὶ ἄλλον τινὰ λόγον οὐσιώδη ἔχετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅπως ἀπορρίψητε τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἔχετε πρὸ ὑμῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ ἁμαρτωλὸν παρελθόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὸ προσεχὲς μέλλον τὸ ἁγνὸν καὶ εὔελπι. Ἄφετε τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ τόσης σπουδαιότητος διὰ τὸν τόπον ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τόσον λεπτὸν ἐν ταὐτῷ, ἄφετε, λέγω, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λύσῃ τὸ προσεχὲς μέλλον· πάντοτε θὰ τὸ λύσῃ κάλλιον τοῦ ἁμαρτωλοῦ παρελθόντος.
§48Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς μελέτης τόσον τῆς περὶ ἧς πρόκειται συμβάσεως, ὅσον καὶ τῆς συμβάσεως τῶν ἔργων τῆς πόλεως Καλαμῶν, καθόσον ἡ ἐπιβράδυνσις τῆς μελέτης τῶν συμβάσεων τούτων, καὶ ἰδίᾳ τῆς ἀφορώσης τὰ ἔργα τῆς πόλεως Καλαμῶν, δίδουσι λαβὴν εἰς δημοκοπίας καὶ ῥαδιουργίας εἰς βάρος τῶν βουλευτῶν Μεσσηνίας. Παρίστανται οὗτοι ὡς ἀντιδρῶντες κατὰ τῶν ἔργων τούτων, ἐνῷ τοὐναντίον πάντες ἔχουσι κηρυχθῆ ὑπὲρ αὐτῶν, παρακαλέσαντες μάλιστα ἐπανειλημμένως περὶ τούτων τὸν ἁρμόδιον κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καθόσον ἡ πόλις τῶν Καλαμῶν ἔχει μεγίστην ἀνάγκην τῶν ἔργων τούτων.
§49Ε. ΜΠΑΡΔΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν σύμβασιν, νὰ ἐγκρίνῃ ὅμως ταύτην, ἐφ’ ὅσον οἱ ὅροι εἶναι συμφέροντες.
§50ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι δὲν ὑπῆρξαν πάντες σύμφωνοι εἰς τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἐγκριθῇ ἡ σύμβασις. Οἱ πλεῖστοι ὑπέδειξαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν σύμβασιν· τινὲς εἶπον ναί, ἀλλ’ ἐὰν οἱ ὅροι εἶναι συμφέροντες, ὁ δὲ ἔντιμος προλαλήσας κ. Βακαλόπουλος κατηγορηματικῶς κατέκρινε τὴν σύμβασιν. Πρὸ τοιούτων συγκρουομένων συστάσεων εὑρέθην ἀπ’ ἀρχῆς ἅμα μελετήσας τὴν σύμβασιν. Θὰ ἐνόουν τὰς ἀνησυχίας τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ τὸν ἔλεγχον αὐτῶν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τὴν ἔγκρισιν ἢ μὴ τῆς συμβάσεως, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ἐξεδήλου γνώμην ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς συμβάσεως. Ἡ σύμβασις περιέχει ἀληθῶς διαφόρους ἐλλείψεις, αἵτινες πείθουσιν ὅτι, ἂν ἐγκριθῇ ὡς ἔχει, ἡ πόλις αὕτη δὲν θὰ φωτισθῇ ἐπαρκῶς, ἐλλείψεις αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ δήμου ἐκείνου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσι δὲ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἵτινες ἔκαμον τὰς διαφόρους συστάσεις, νὰ δηλώσωσιν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον μοὶ ἔχει ἐμπνεύσει ἡ περιπλοκὴ διαφόρων λιμενικῶν ἔργων ἐκτελουμένων ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας, μὲ καθιστᾷ διστακτικὸν πρὸς ἐγκρίσεις καὶ ἄλλων τοπικῶν ἔργων. Ὑποθέτω δ’ ὅτι οὐδεὶς θὰ εὕρῃ ὅτι ὁ δισταγμός μου ἔχει ἄλλον λόγον, δηλῶ δ’ ἀπροκαλύπτως ὅτι οὐδεὶς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας ἦλθε νὰ μοὶ κάμῃ σύστασιν, ὅπως ἡ ἀπόφασίς μου ὡς πρὸς τὴν σύμβασιν εἶναι διάφορος τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ ὁ Ὑπουργὸς καθ’ οὓς ὅρους ἤθελε κρίνει αὐτὸς ἀναγκαίους. Ἀλλ’ ἐπίσης δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἔσχον τὸ θάρρος νὰ ἐπικυρώσω τοιαύτην σύμβασιν, περὶ τῆς ὁποίας καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἔτι τῶν ὑποστηρικτῶν της ὑπάρχουσιν ἀλληλοσυγκρουόμεναι γνῶμαι.
§51Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιταχυνθῇ ἡ ἐνέργεια, διότι πραγματικῶς συμβαίνει τὸ ἄτοπον, ὥστε νὰ παρεξηγώμεθα ἡμεῖς.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Φαλατάδου τῆς Τήνου «περὶ μετατροπῆς τῆς δι’ ἀμβύκων ἀποστάξεως φορολογίας» ὁ κ. Ἀλαβᾶνος.
§53Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς Τήνου ὑποβλέπει εἰς τὴν μετατροπὴν τῆς φορολογίας τῆς ἀποστάξεως. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ζωτικώτατον καὶ χρήζει μεγίστης μελέτης καὶ προσοχῆς καὶ συντόνου μερίμνης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἀναγράφεται δὲ κατὰ τὴν ἑσπερινὴν συνεδρίασιν τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τοῦ οἰνοπνεύματος, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ὅπως συζητηθῇ κατόπιν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συμφωνοῦσι καὶ οἱ ἕτεροι ἐγγεγραμμένοι;
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν Ἀ. Κυριακοπούλου, Ν. Βαγιανῆ καὶ Θ. Τσάκωνα «περὶ ἀναστολῆς τοῦ ἐντάλματος τοῦ ταμίου Ἠλείας» ὁ κ. Ἀκρίδας ἔχει τὸν λόγον.
§57Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς ταχεῖαν ἐνέργειαν.
§58Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ ὅτι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἀναφορὰ δ’ αὐτὴ ἀφορᾷ ἀκριβῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν γνωρίζῃ τὸ Προεδρεῖον ὅτι θὰ ἔλθῃ, θὰ ἐπιφυλαχθῶ νὰ ὁμιλήσω κατόπιν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ.
§60Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διαβιβάσῃ τὰς συστάσεις μου. Ὁ ἀστυνόμος Ἠλείας κατέσχε κιβώτιά τινα, τὰ ὁποῖα περιεῖχον λαθρεμπόριον πετρελαίου, ἐπὶ ἁπλῇ δὲ ὑπονοίᾳ κατήγγειλε διαφόρους πολίτας. Ὁ ὑποτελώνης Κυλλήνης ἔστειλε τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἰς τὸν ταμίαν Ἠλείας, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκεν ἐντάλματα συλλήψεως διὰ 3000 δρ. ἐπὶ ἁπλῇ ὑπονοίᾳ ἐναντίον αὐτῶν τῶν τριῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὑποβάλλουσι τὴν ἀναφοράν. Ἡ ὑπόθεσις παρεπέμφθη εἰς τὸν εἰσαγγελέα, ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις καὶ τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀπεφάνθη ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ καμμία κατηγορία κατ’ αὐτῶν καὶ συνεπῶς καὶ τὸ ἔνταλμα τὸ ἐκδοθὲν ὑπὸ τοῦ ταμίου δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ. Οἱ ἄνθρωποι καταδιώκονται καὶ δὲν δύνανται νὰ καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγρούς των, διὰ τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῶσι νὰ πληρώσωσι τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους περιμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εἰσπράξῃ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ ν’ ἀνασταλῇ ἢ νὰ διακοπῇ ἡ ἐνέργεια τῆς καταδιώξεως δυνάμει τοῦ ἐντάλματος αὐτοῦ.
§61Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔχει καθιερωθῆ ἡ ἀνήκουστος τακτικὴ ἐκ μέρους τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ἀνεξαιρέτως νὰ μὴ ἀναμένωσι ποτὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διὰ νὰ ἐκφέρωσι τὴν γνώμην των, προκειμένου περὶ τοιαύτης φύσεως ζητημάτων. Ἐκδίδουσι δηλαδὴ ἔνταλμα καὶ εἴτε ἔχει εἴτε δὲν ἔχει ὁ ἄνθρωπος ῥίπτεται εἰς τὰς φυλακάς. Παρετηρήθη δὲ πολλάκις τὸ ἑξῆς φαινόμενον· ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπηλλάγησαν ἀπὸ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην καὶ τὰ νομικὰ συμβούλια ἐπεκύρωσαν τὴν ἀπόφασίν της, νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ καταδιώκωνται ἀπὸ τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ὑπάρχει λοιπὸν σύγκρουσις μεταξὺ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν δικαστικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐν τῷ προκειμένῳ νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ πρὸς τὸν ταμίαν Ἠλείας νὰ παύσῃ τὴν καταδίωξιν κατὰ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον εἰς τὴν σχετικὴν αἴτησιν ὑπάρχει καὶ ἀπόσπασμα τοῦ βουλεύματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαλλάσσονται αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Ἐπεθύμουν ἡ φωνή μου νὰ μὴ μείνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ νὰ ἐνσαρκωθῇ εἰς τὴν πραγματικότητα.
§62Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς χήρας Ζαφειρούλας Γκάβα, ζητούσης ἐπίδομα, ὁ κ. Μιχαλακόπουλος.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς ταύτης πρόκειται νὰ κάμω σύστασιν ἐπὶ σκοπῷ διορθώσεως ἀδικήματος. Ἡ ἀναφερομένη εἶναι μήτηρ ὑπολοχαγοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ δεκαπενταετίαν περίπου ὑπηρέτει εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀφήνων φυσικὰ μέρος τοῦ μισθοῦ του διὰ τὴν σύνταξιν. Ὁ ὑπολοχαγὸς οὗτος ἔπαθεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκ νόσου ὀξείας, ἐκ τῆς ὁποίας καὶ ἀπεβίωσεν, ἀφῆκε δὲ μητέρα χήραν, στερουμένην πάσης προστασίας καὶ πάσης περιουσίας. Αἱ συντάξεις δίδονται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους συνεπείᾳ κρατημάτων ἐκ τῶν μισθοδοσιῶν αὐτῶν· τὸ Κράτος λοιπὸν εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ἐνεργεῖ καθαρῶς πρᾶξιν ἀσφαλείας, κρατεῖ ὡρισμένον ποσὸν καὶ δίδει μετὰ ὡρισμένα ἔτη ὡρισμένην σύνταξιν, ἡ ὁποία οὑτωσὶν ἀπονέμεται ὑπό τινα τύπον ἀσφαλείας. Καθ’ ὅμοιον δὲ τρόπον θεωρητικῶς καὶ λογικῶς καὶ δικαίως ἡ σύνταξις δύναται νὰ δοθῇ ὄχι μόνον ὑπὲρ τῶν κατιόντων, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς μητρὸς τῶν ὑπαλλήλων ἔστω καὶ ποσόν τι μικρὸν ἐκ τῆς συντάξεως. Νομίζω ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει ν’ ἀρνηθῇ εἰς τὴν μητέρα τοῦ ὑπολοχαγοῦ, τοῦ παθόντος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μικράν τινα ἀποζημίωσιν, ἡ δὲ ἀποζημίωσις αὕτη δὲν δύναται νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον εἰμὴ διὰ νομοθετήματος, καὶ πρὸς τοῦτο ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἀπονείμῃ ἀνάλογον πρὸς τὰ κρατηθέντα ποσὰ ἐκ τῶν μισθῶν τοῦ υἱοῦ σύνταξιν εἰς τὴν χήραν μητέρα πρὸς συντήρησιν αὐτῆς. Εἶναι ἔργον φιλανθρωπίας, ἀλλὰ καὶ δικαιοσύνης.
§65Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ληφθῇ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν ἡ αἴτησις τῆς χήρας Γκάβα, κάμνω δὲ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ἀποβιώσας ἀξιωματικὸς ἐξετέλεσε φιλοτίμως τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα. Διὰ πάντας αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησίς της.
§66Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, διὰ νὰ δοθῇ μικρά τις σύνταξις εἰς τὴν γυναῖκα αὐτήν, ἀφοῦ ὁ ἐν λόγῳ ἀξιωματικὸς ἀπεβίωσεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας.
§67Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἀναφέρομαι εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις, νὰ ἀπονεμηθῇ ἓν γενναῖον βοήθημα. Θὰ ἦτο δ’ εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ἐπεστρέφοντο ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατέθεσεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὁ ὑπολοχαγός, διότι θὰ εἶναι ἀδίκημα ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ καθυστερῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀποθανὼν λόγῳ συντάξεως παρεῖχε πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Τρέφω τὴν ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος πάντοτε ὑπῆρξε πατὴρ καὶ προστάτης τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐν προκειμένῳ θὰ δείξῃ τὴν στοργήν του πρὸς τὴν γυναῖκα αὐτήν, ἡ ὁποία μόνον ἔρεισμα εἶχε τὸν υἱὸν αὐτόν.
§68Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἡ Πολιτεία νὰ ἔρχηται ἀρωγὸς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς, ἡ περίπτωσις αὕτη εἶναι ἡ προκειμένη. Ὁ ἀποθανὼν ἀξιωματικὸς εἶναι γνωστὸν ποίας ὑπηρεσίας προσέφερεν εἰς τὴν πατρίδα του, καθὼς καὶ εἰς τὸ στράτευμα, θὰ γνωρίζῃ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ πένθος, τὸ ὁποῖον κατέλαβε πάντας τοὺς συναδέλφους του ἐπὶ τῷ θανάτῳ του. Εἶναι δ’ ἐπίσης γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ θανάτου του ἐτέλει γυμνάσια, ἐν τοῖς γυμνασίοις δ’ ἔπαθε καὶ κατὰ τὴν ἐπάνοδόν του ἀμέσως ἀπεβίωσε. Συντρέχουσι πολλοὶ λόγοι νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς ἡ Πολιτεία καὶ ἀπονείμῃ εἰς τὴν μητέρα του μικράν τινα σύνταξιν, διότι εἶναι μήτηρ, ἡ ὁποία ἐστερήθη ὀκτὼ τέκνων καὶ ἔμεινεν εἰς τοὺς πέντε δρόμους. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι εὐλογωτάτη ἡ αἴτησις τῆς χήρας Γκάβα καὶ θὰ ληφθῇ σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Τραγανοῦ καὶ Ἀνδραβίδας «περὶ ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ Τραγανοῦ» ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§70Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μεταξὺ Ἀνδραβίδας καὶ Τραγανοῦ ὑπάρχει ἁμαξιτὸς ὁδός, διὰ τὴν ὁποίαν ἔχουσι δαπανηθῆ πολλαὶ χιλ. δραχμῶν κατὰ καιρούς, μάλιστα δ’ εἶχεν ἐκτεθῆ εἰς δημοπρασίαν τὸ ἔργον αὐτὸ ἀντὶ 40.000 δρ. Δυστυχῶς αἱ 40.000 δρ. κατηναλώθησαν καὶ δὲν προσετέθη οὔτε εἷς λίθος ἐπὶ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς. Τὸ μεταξὺ Τραγανοῦ καὶ Ἀνδραβίδας τμῆμα τῆς ὁδοῦ χρησιμεύει πρὸς συγκοινωνίαν ὁλοκλήρου τῆς Ἠλείας καὶ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων. Θὰ ἦτο δ’ εὐχῆς ἔργον, ἂν ἡ εὐεργετικὴ δρᾶσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀντελήφθη τελευταῖον τὴν κατάστασιν αὐτὴν ἐξ ἀμέσου ἀντιλήψεως, διότι, ὅτε μετέβη εἰς τὰ σεισμοπαθῆ μέρη, εἶδεν ὅτι κατηναλώθησαν αἱ 40.000 δρ., χωρὶς νὰ γίνῃ τίποτε. Σημειώσατε δ’ ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη εἶναι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε οἱ ἄνθρωποι κυλίονται εἰς τὸν βόρβορον, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ φωνή μου δὲν θὰ μείνῃ ἐν τῷ μέσῳ τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς.
§71Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης.
§72Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων τὴν παράκλησίν μου ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Τραγανοῦ καὶ Ἀνδραβίδας.
§73Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ συστάσεις τῶν κυρίων συναδέλφων, προκειμένου περὶ ζητήματος ὑψίστης σημασίας.
§74Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω τὴν αὐτὴν σύστασιν μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων, διότι ἡ ὁδὸς αὕτη ἀποτελεῖ τὴν κλεῖδα τῆς συγκοινωνίας τῶν μερῶν ἐκείνων.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Βαρυμπόπης Ε. Σταριώτου, ζητοῦντος τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ εἰρηνοδίκου Μακρακώμης, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τσιριμῶκος.
§76Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§77Δ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ ΚΑΙ Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ.
Καὶ ἡμεῖς παραιτούμεθα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων Οἰτύλου περὶ ἐμμέσων δημοτικῶν φόρων τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πετρέας.
§79Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διότι ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐσφαλμένως δ’ ἀνεγράφη ὡς ὑπαγομένη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν ἀναβολήν.
§80Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Καλαμῶν «Ὁ Ἑρμῆς» περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τῆς συμβάσεως τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πετρομανιάτης.
§82Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας εὐηρεστήθη νὰ κάμῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἡ ἀναφορὰ αὕτη πραγματεύεται, νομίζω ὅτι δὲν λύουσι τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δικαίως συγκινεῖ τὸν ἐμπορικὸν σύλλογον Καλαμῶν. Δὲν τὸ λύουσι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θέλει λάβει μέτρα, ὅπως ἐξασφαλίσῃ ἐφεξῆς τὴν πορείαν καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἑταιρείας συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν, ἵνα μὴ περιπίπτῃ εἰς ὀλισθήματα ἡ ἑταιρεία αὕτη· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι ἀνάγκη, ὅπως συναινέσῃ ἡ ἑταιρεία εἰς τὴν θεραπείαν ἑνὸς ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ ἐμπόριον Καλαμῶν. Κατὰ τὸ 11ον ἄρθρον τῆς συμβάσεως τῆς Προνομιούχου προκειμένου περὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῆς ἐσοδείας διωρίζοντο ἐμπειροτέχναι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἀμφισβητήσεως τῆς ποιότητος ἀπεφαίνοντο ὁριστικῶς. Περὶ αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ σύμβασις δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀναθεωρηθῇ, ἡ ἑταιρεία ἐν τῇ συμβάσει τῆς ἐκριζώσεως ἐζήτησεν, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ σχετικὸν ἄρθρον, συμφώνως δὲ πρὸς τὴν γενομένην ταύτην τροποποίησιν ἡ ποιότης ἤδη ἐξελέγχεται ὑπὸ δύο ἐμπειροτεχνῶν καὶ ἐν διαφωνίᾳ τούτων διορίζεται τρίτος ὑπὸ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν. Ἀλλὰ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν ἕκαστος τῶν ἐνδιαφερομένων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐφεσιβάλῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐνόσῳ πρόκειται περὶ σταφίδος ἡ ὁποία πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς παρακρατήσεως, τὸ πρᾶγμα οὐδεμίαν παρουσιάζει δυσχέρειαν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ σταφιδοκάρπου μέλλοντος νὰ ἐξαχθῇ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν τὸ πρᾶγμα ἔχει μεγίστην σημασίαν, διότι οἱ ἔμποροι ἀναλαμβάνουσιν ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῶν ἀγοραστῶν, καὶ ἐνῷ εἶναι ἕτοιμον τὸ ἐμπόρευμα ἐν τῇ παραλίᾳ, ἵνα ἐξαχθῇ, ἡ ἑταιρεία, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι εὑρίσκεται ἐν καλῇ πίστει, δὲν ἔχει νὰ πράξῃ τίποτε ἄλλο ἢ νὰ κάμῃ ἔφεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτε θὰ παρακωλυθῇ ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἐμπορεύματος. Ἐννοεῖτε ποίαν ζημίαν δύναται τὸ τοιοῦτον νὰ ἐπιφέρῃ εἰς τὸ ἐμπόριον, διότι ὄχι μόνον ἡ ἀποστολὴ παρακωλύεται, ἀλλὰ καὶ τὸ Μεσσηνιακὸν ἐμπόριον δύναται νὰ καταπέσῃ καὶ ζημιωθῇ μεγάλως, ἤδη μάλιστα, ὅτε πάντες οἱ ἔμποροι ἔφεραν καὶ μηχανὰς καὶ καθαρίζουσι τὸ προϊὸν καὶ διαγωνίζονται μὲ τὴν ἄλλην σταφίδα τοῦ Κράτους. Ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ὅτι τὰς ὀλιγωτέρας ἀφορμὰς παραπόνων ἔδωκε τελευταίως ἡ σταφὶς τῆς Μεσσηνίας· μάλιστα μελετήσας τὴν ἔκθεσιν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τοῦ ἐν Ἀμβούργῳ ἡμετέρου προξένου παρετήρησα ὅτι οὐδεμίαν ἀφορμὴν ἔδωκεν ἡ σταφὶς ἡ Μεσσηνιακὴ παραπόνων. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ἐπανέλθῃ τὸ πρότερον καθεστώς, ἵνα ἐκλίπωσιν αἱ ἐκ τῆς μεταβολῆς τούτου προελθοῦσαι δυσχέρειαι. Ἐκτὸς τούτου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως, τὴν ὁποίαν δικαιοῦται νὰ κάμῃ ἡ ἑταιρεία, διότι ἤδη ὁρίζεται ὅτι ἡ ἑταιρεία δικαιοῦται νὰ κάμνῃ ἔκπτωσιν, χωρὶς νὰ ὁρίζηται ποίαν ἔκπτωσιν δύναται νὰ κάμνῃ, τοῦθ’ ὅπερ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, εἶναι δ’ ἄλλως καὶ αὐθαίρετον, ἐνῷ, ἂν ἀφεθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ πόσον σάκχαρον περιέχει ὁ σταφιδόκαρπος καὶ κατὰ πόσον εἶναι καλός, αὐτὸ τὴν ἑταιρείαν μὲν δὲν δύναται νὰ ζημιώσῃ, τὸ δὲ ἐμπόριον θὰ εὐκολύνῃ κατὰ πολύ.
§83Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Προκειμένου, κ. Πρόεδρε, περὶ συλλόγου τῆς περιωπῆς τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Καλαμῶν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν σπουδαίως τὴν αἴτησιν ταύτην.
§84Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, συντάσσομαι πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν κυρίων προαγορευσάντων καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις ἡ καταργηθεῖσα διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1910 ὅσον ἀφορᾷ τὰ πρόσωπα τὰ διοριζόμενα διὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ σταφιδοκάρπου.
§85Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Τὰ αἰτήματα τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Καλαμῶν εἶναι ἄξια λόγου, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης καὶ ἐπιτύχῃ, εἰ δυνατόν, τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας ζητεῖ ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Καλαμῶν.
§86Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἡ ποιότης καὶ ἡ ἀξία τῆς Μεσσηνιακῆς σταφίδος ἐβελτιώθη κατὰ πολύ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος γίνεται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Χάρις εἰς ταῦτα ὠφελήθη τόσον πολὺ ἡ σταφὶς τῶν Καλαμῶν καὶ ὑψώθη ἡ ἐκτίμησις, ἡ ὁποία ὑπῆρχε περὶ αὐτῆς. Ἡ πρόνοια, ἡ ὁποία ἐλήφθη, εἶναι ὀρθή. Ἄν ἐκ τῆς προνοίας ταύτης ἐπέρχωνται βραδύτητές τινες, βεβαίως θὰ προσπαθήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐπιφέρῃ θεραπείαν ἐπὶ τούτου. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ ὅλη παραγωγὴ πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὅτι μόνον διὰ τῆς βελτιώσεως τῆς ποιότητος δύναται ἡ σταφὶς νὰ ἔχῃ καλλιτέραν τιμὴν καὶ μεγαλειτέραν κατανάλωσιν. Αὐτὴ ἡ διάταξις ἔφερε τὴν σταφίδα Καλαμῶν εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἐπὶ πολλὰ ἔτη.
§87Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, κ. Ὑπουργέ, ὅπως ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οἱουδήποτε μὴ ἀναστέλλῃ τὴν ἐξαγωγήν.
§88Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ καθῆκον νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ὅρων ἐκείνων τῆς συμβάσεως, οἱ ὁποῖοι ὠφέλησαν τὴν παραγωγήν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν Ἀ. Καθαροῦ καὶ Βογιατζόγλου φαρμακοποιῶν τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σφακιανάκης. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§90Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται ἡ ἀναφορά. Ὁ κ. Παρασκευόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ δημάρχου Διδύμων τῆς Ἑρμιονίδος. Διαγράφεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λεβαδείας τῆς Ἀραχώβης, οἱ κύριοι Λαζαρῆς, Ἀνδρεαδάκης, Κουτσοπέταλος, Νεγροπόντης. Οὐδεὶς ζητεῖ τὸν λόγον. Διαγράφεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πύργου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γόντικας.
§92ΚΩΝΣΤ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ ἀναφορᾶς, περὶ τῆς ὁποίας ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα. Πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς, δι’ ἧς οἱ ἀναφερόμενοι κάτοικοι Πύργου ζητοῦσι τὴν ἀπονομὴν χάριτος πρὸς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἀποδεδειγμένως ἀθῷος ἐκτίνει βαρεῖαν ποινὴν ἰσοβίων δεσμῶν. Ἡ ἀθῳότης τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ εἶναι δικαστικῶς βεβαιωμένη, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως παραμερίσῃ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἔχει, πρὸς στιγμὴν καὶ ἀναθεωρήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, διότι εἶναι μέγα ἀδίκημα νὰ τυραννῆται εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωπος ἀποδεδειγμένως ἀθῷος. Νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ συγκινήσῃ καὶ θὰ συγκινήσῃ βεβαίως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν δὲ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ τὴν δικογραφίαν, θὰ ἴδῃ κατὰ πόσον εἶναι δικαστικῶς βεβαιωμένον ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἀθῷος.
§93Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι δεδικαιολογημένη, φαίνεται, ἡ βραδύτης περὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι δὲν εἶχε λάβει γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Τώρα εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ διατάξῃ νὰ τῷ παραδοθῇ ἡ δικογραφία, θὰ μελετήσῃ ταύτην καὶ θὰ βεβαιωθῇ ὅτι ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν περὶ ἀπονομῆς χάριτος πρὸς τὸν δυστυχῆ αὐτόν.
§94Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὄχι τὴν δικογραφίαν ἀναγνώσῃ, ἀλλὰ καὶ μόνην τὴν ἀναφοράν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν, θέλει πεισθῆ περὶ τοῦ βασίμου τῆς αἰτήσεως ταύτης. Δὲν πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς ἁπλῆς. Εἶναι ὑπογεγραμμένοι 110 κάτοικοι τῆς πόλεως Πύργου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δίδει τόνον εἰς τὴν ὑπόθεσιν, βεβαιοῦσι δὲ μάλιστα διὰ τῶν ὑπογραφῶν των, αἵτινες εἶναι ἐπικεκυρωμέναι, ὅτι ἐτελέσθη δικαστικὴ πλάνη, καὶ ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι τὸ γεγονὸς ἀσήμαντον, ὅτε τὸ βεβαιοῦσι τοιαύτης περιωπῆς ἄνθρωποι ἔμποροι καὶ βιομήχανοι.
§95Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀνθρώπινον τὸ πλανᾶσθαι, καὶ ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἐν πλάνῃ βεβαίως εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ βραδύτης. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶναι βεβαιωμένον πλέον ὅτι ἡ δικαιοσύνη ἐπλανήθη καὶ ἡ τοιαύτη πλάνη εἶναι δικαστικῶς βεβαιωμένη ἐπιβάλλεται πλέον, ὅπως ληφθῇ πρόνοια χάριν αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐπαξίως προΐσταται τῆς δικαιοσύνης, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του δὲν θὰ ἀφήσῃ τοιοῦτον ἄτοπον ὑφιστάμενον.
§96Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ὑποστηρίζεται ὑπὸ πάντων τῶν Βουλευτῶν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν καὶ θέλει πεισθῇ ἐξ αὐτῆς ὅτι ὄντως ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς κατεδικάσθη ἀδίκως.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Ἑξαμίλλια περὶ παρατάσεως πληρωμῆς φόρων ὁ κ. Χριστόπουλος.
§98Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κύριος Ὑπουργός, παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καστρὶ τῆς Ἀγυιᾶς ὁ κ. Βλάχος. Ἀπών. Ὁ κ. Γαρδικιώτης.
§100Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καστρί, ἤτοι τῶν προσφύγων τῶν ἐσχάτως ἐγκατασταθέντων ἐκεῖ, παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον. Οἱ πρόσφυγες οἱ ἐγκατασταθέντες ἐκεῖ, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἐδαπάνησεν ὁλόκληρα ἑκατομμύρια, παραπονοῦνται ὅτι κατὰ τὴν διανομὴν τῶν γαιῶν ἐγένοντο ἀδικίαι, καὶ ὄχι μόνον ἀδικίαι, ἀλλὰ καὶ παρανομίαι ἐπὶ βλάβῃ καὶ αὐτῶν τῶν ἰδίων καὶ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τῆς συστάσεώς μου ν’ ἀποστείλητε ταχέως τὴν ἐν λόγῳ αἴτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Σχετικῶς μὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τῆς διανομῆς τῶν γαιῶν πρὸς τοὺς πρόσφυγας πρὸ ἡμερῶν τρεῖς συνάδελφοι ἀπὸ τοῦ βήματος κατήγγειλαν παρανόμους πράξεις καὶ ἐνεργείας δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ὑπὸ τὴν ἐπισημότητα τῆς ἀρχῆς των ψευδῶς ἐβεβαίωσαν, ὥστε διενεμήθησαν γαῖαι εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν πρόσφυγες οὐδὲ εἶχον δικαίωμα συμμετοχῆς ἐν τῇ διανομῇ. Κατήγγειλαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία, ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπηται ἡ ἔκφρασις, ἀποτελεῖ καθαρῶς ἱεροσυλίαν, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἠναγκάσθη ἐκ τοῦ ὑστερήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ δώσῃ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων αὐτῶν. Κατήγγειλαν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι εὑρέθησαν ἰσχυρὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατώρθωσαν διὰ τῶν φίλων των νὰ λάβωσι καὶ αὐτοὶ μερίδιον ἀπὸ τὰ ψιχία, τὰ ὁποῖα διενέμοντο εἰς τοὺς πρόσφυγας. Καὶ μέχρι σήμερον ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐσιώπησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ ἐπίστευον ὅτι ἀπὸ τῆς ἑπομένης ἡμέρας ἤθελε σπεύσει νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τοὺς ἐν λόγῳ ὑπαλλήλους καὶ ὅτι ἤθελε ζητήσει καὶ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῶν ὀργίων αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἀκολασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν διανομὴν τῶν γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ νὰ συστήσω τὴν ταχεῖαν ἐξακρίβωσιν τῶν καταγγελλομένων.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου. Ἀπών. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων «Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Πύργου» ὁ κ. Δογάνης. Ἀπών. Ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§102Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν μερικῶν ἐγγράφων ἀφορώντων τὸ ζήτημα. Δυστυχῶς ὅμως μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν κατετέθησαν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον ν’ ἀναβάλῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ὅπως γίνῃ καὶ ἰδιαιτέρα συζήτησις, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῆται ἡ Βουλή, κατατεθῶσι δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα καὶ συζητηθῇ γενικώτερον τὸ ζήτημα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Δ. Π. Καλαμπάκα περὶ συντάξεως ὁ κ. Καρᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Γαρδικιώτης.
§104Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω καὶ θὰ κάμω σύστασιν περὶ μιᾶς ἀδικίας, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς ἐντιμότατον ὑπάλληλον τοῦ Κράτους. Ὁ ὑποβαλὼν τὴν αἴτησιν Οἰκονόμου, πρώην γραμματεὺς ταμείου, διετάχθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐν καιρῷ χειμῶνος καὶ ὑπὸ ψῦχος 20 βαθμῶν ὑπὸ τὸ μηδὲν νὰ ἐνεργήσῃ ἐν Τρικκάλοις ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ἐσπευσμένως ὑπὸ τὸ ψῦχος αὐτό. Μετέβη ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος καὶ ἐνήργησε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ κρυολογήσῃ καὶ τὸ κρυολόγημά του νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐπάρατον νόσον, δὲν τῷ ἐδόθη δὲ συμφώνως τῷ νόμῳ ὁ καιρὸς ἕνεκα τῆς παθήσεώς του νὰ ζητήσῃ, ὅπως οἱ κείμενοι νόμοι ὁρίζουσιν, ἐντὸς τριμήνου προθεσμίας νὰ λάβῃ τὴν σύνταξίν του, ἀφοῦ ἔπαθεν ἐν ὑπηρεσίᾳ. Τοῦτο ζητεῖ ἤδη διὰ τῆς αἰτήσεώς του. Τὸ εὑρίσκω πολὺ δίκαιον καὶ εὔλογον καὶ ἔργον φιλανθρωπίας καὶ ποιοῦμαι τὴν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐν λόγῳ αἴτησιν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ξανθανίκων καὶ Φαγριανίκων τοῦ δήμου Λεύκτρου ὁ κ. Πετροπουλάκης.
§106Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρέας.
§108Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Θὰ ἐζήτουν καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ἀλλὰ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἀναφορὰ καὶ νὰ ἀναγραφῇ ὡς ὑπαγομένη εἰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας τὴν δικαιοδοσίαν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Γαυρείου καὶ Ἄρνης τῆς Ἄνδρου ὁ κ. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον.
§110Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διότι πρόκειται περὶ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὴν κωμόπολιν Μπατσίου τοῦ δήμου Ἄρνης τῆς Ἄνδρου. Ἐκεῖ ὑπῆρχε σχολεῖον τῶν θηλέων, τὸ ὁποῖον κατηργήθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος νόμου, καθ’ ὃν πρέπει ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν νὰ εἶναι τόσος ἢ τόσος, ἄλλως καταργεῖται τὸ σχολεῖον. Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ νομοθέτης ὅτι τὸ μέρος ἐκεῖνο ἀπέχει ἀπὸ τῶν ἄλλων μερῶν περὶ τὰς δύο ὥρας καὶ ὅτι ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον κοράσιον 4 ἢ 5 ἐτῶν νὰ μεταβῇ ἐν καιρῷ χειμῶνος τόσῳ μακρὰν εἰς τὸ σχολεῖον, οὕτω δὲ κατεδικάσθη αὐτὸ τὸ μέρος νὰ μείνῃ ἐντελῶς χωρὶς σχολεῖον, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐμπιστευθῇ τις τὸ τέκνον του νὰ μεταβαίνῃ εἰς τόσην ἀπόστασιν μόνον του. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ μέριμναν καὶ διορθώσῃ τὸ κακῶς κείμενον. Εἰς τὸν τόπον αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων ἔρχονται πᾶσαι αἱ Ἀρχαί, ἐκεῖ εἶναι τὸ κέντρον τοῦ δήμου, εἶναι ἡ ἀστυνομία, ὁ δήμαρχος καὶ δὲν ὑπάρχει σχολεῖον. Τὰ ἄρρενα μεταβαίνουσιν εἰς τὰ μεμακρυσμένα μέρη ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ τὰ κοράσια πῶς νὰ μεταβῶσι; Τὸ θεωρῶ δικαιότατον πρᾶγμα. Τέλος διατί νὰ καταδικασθῶσι τὰ τέκνα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων νὰ μείνωσιν ἀγράμματα; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὕρῃ τρόπον νὰ διορθώσῃ τὸ πρᾶγμα· δὲν ἔχει παρὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν αἴτησίν των. Ἡ δευτέρα αἴτησις ἀφορᾷ εἰς τὰ τοῦ οἰνοπνεύματος, διότι πρόκειται περὶ τῶν ἀμβύκων. Ἐπειδὴ προηγουμένως ἦλθεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοιαύτη αἴτησις καὶ παρεπέμφθη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόσταξιν ἐκ σταφυλῶν, διὰ νὰ συζητηθῇ μετὰ μεσημβρίαν, καὶ ἐγὼ συμφωνῶ νὰ παραπεμφθῇ. Ἀλλ’ ἐδῶ ἔχω ἓν ζήτημα ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς. Τὸ πρῶτον ζήτημα λοιπὸν περὶ τῆς καταργήσεως τῶν ἀμβύκων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπόσταξιν ἐκ σταφυλῶν, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ περὶ οἰνοποιίας ζήτημα, ἡμεῖς ὅμως ἔχομεν ἓν ἄλλο ζήτημα ὅλως διόλου τυπικόν· πρόκειται περὶ ἀποστάξεως ἐκ μούρων. Αὐτὴ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ περὶ οἰνοπνευμάτων. Πρόκειται ὅτι ἕκαστος ἰδιοκτήτης γαιοκτήμων κάμνει τὸ μουρόρρακον ὄχι πρὸς ἐμπορίαν ἢ πρὸς πόσιν, ἀλλ’ ὡς φάρμακον, καὶ ὁ νόμος προέβλεψε καὶ εἶπεν ὅτι ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς ν’ ἀποστάζωσιν ἀπὸ μοῦρα καὶ ἀπὸ κούμαρα ἅπαξ τοῦ ἔτους καὶ διὰ 15 ἡμέρας. Ὁ νόμος δὲ ὥριζε καὶ ἀφίετο εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ κάμωσιν αὐτὴν τὴν ἀπόσταξιν εἰς τὸν οἶκόν των. Ὅτε ὅμως ἐτροποποιήθη ὁ νόμος περὶ οἰνοπνεύματος, περιέλαβε καὶ αὐτό, καὶ ἐρωτῶ: εἶναι δίκαιον νὰ καθυστερῆται τὸ προϊόν τῶν δένδρων τινος, ἅτινα ἔχει πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν; Ἐγὼ δὲν τὸ βλέπω δίκαιον. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀδίκημα αὐτό, αὐτοὶ δὲ δὲν ἔχουσιν ἄμβυκας, ἔχουσιν ἓν καζανάκι εἴκοσιν ὀκάδων, διὰ τοῦ ὁποίου κάμνουσιν αὐτὴν τὴν ἀπόσταξιν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑπαχθῇ καὶ εἰς τὰ ἀρωματώδη. Αὐτὸ δὲ ἤρχιζε 15 ἡμέρας τὸν Ἰούνιον, ὅτε σταφυλαὶ δὲν ὑπάρχουσι, καὶ νὰ ἐξάγωσι τὸ μουρόρρακον καὶ ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ καταχρασθῶσι τὴν ἐκ σταφυλῶν ἀπόσταξιν, καὶ ἐὰν πρόκειται ἐπὶ τέλους ν’ ἀνατραπῶσιν αἱ βάσεις τῶν οἰκονομικῶν, δέχονται νὰ πληρώσωσι πέντε–δέκα δραχμὰς ἕκαστος, οἱ ἄνθρωποι, διὰ νὰ μὴ στερῶνται ἐκείνου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον χρησιμεύει ὡς φάρμακον, ἢ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν διάταξιν τῶν ἀρωματωδῶν. Τελευτῶν ἐλπίζω τόσον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅσον καὶ ὁ τῆς Παιδείας ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικαιοτάτην ἀπαίτησιν τῶν κατοίκων διὰ τὸ σχολεῖον θὰ ἐνεργήσωσι τὰ δέοντα.
§111Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Σκουρτοῦς τοῦ δήμου Ἀστακοῦ ὁ κ. Σπετσέρης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπουσιάζει. Διαγράφεται. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Περαχώρας περὶ τῶν πηγῶν Λουτρακίου ὁ κ. Χριστόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§113Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ, διότι λείπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Σύμφωνοι καὶ οἱ ἕτεροι ἐγγεγραμμένοι. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν συγγενῶν τῶν ἐπιτυχόντων ὑπαξιωματικῶν διὰ τὴν σχολὴν κατὰ τὸ ἔτος 1910–1911 ὁ κ. Βελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§115ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός.
§116Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις διὰ τὸ θέμα αὐτό, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός. Θὰ γίνῃ σύστασις μακρά.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§118Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις. Δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ πλήρης.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὴν 5 μετὰ μεσημβρίαν. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς 7 Μαΐου. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν; (Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται). Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος τῶν ποτοποιῶν.
§121Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι πρὸς συζήτησιν τοῦ τοιούτου εἴδους ὑπομνήματος πρέπει νὰ παρίσταται καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ ἀμέσως.
§123Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἔχω ὑπόμνημα τοῦ συλλόγου τῶν ποτοποιῶν Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος προτείνει ἓν εἶδος φορολογίας καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀκούσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πλέον τῶν δεκαπέντε Βουλευτῶν ἐγγεγραμμένοι καὶ ἑπομένως ἐν τῷ μεταξὺ θὰ φθάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Πρῶτος εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Γρηγορίου.
§125Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐγγράψητε καὶ ἐμέ.
§126Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἐμέ κ. Πρόεδρε.
§127ΑΝ. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ὡσαύτως καὶ ἐμέ.
§128Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν κατανάλωσιν τοῦ οἰνοπνεύματος διέπει νόμος τις ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1904, ὅστις συνεπληρώθη καὶ ἐν πολλοῖς ἐτροποποιήθη ὑφ’ ἑτέρου τοιούτου ψηφισθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καὶ φερομένου ὑπὸ τὰ στοιχεῖα ͵ΓΦΚΕʹ. Τοῦ νόμου τούτου τὴν μεταρρύθμισιν ᾐτήσαντο διάφοροι οἰνοπνευματοποιοὶ καὶ οἰνοπνευματοπῶλαι ὑποβαλόντες εἰς τὴν Βουλὴν διαφόρους ἀναφορὰς καὶ ὑπομνήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀσχοληθεῖσα ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὡς ἀπεφάνθη.
§129Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πῶς ἀπεφάνθη;
§130Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὑπέβαλε σχετικὴν ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ὁποίαν δύνασθε νὰ ἴδητε. Τὸν νόμον τοῦτον, Κύριοι, ἔρχομαι καὶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ καταγγείλω ὡς ἄδικον, ἄνισον καὶ κατὰ πάντα προσωπικόν, διότι δι’ αὐτοῦ καὶ δι’ ἄλλων κερδοσκοπικῶν συνεταιρισμῶν γνωστῶν ἑταιρειῶν σὺν τῇ ἐπικουρίᾳ τῆς «Ἑνιαίας», ἥτις εἶναι πάντοτε καὶ πανταχοῦ ἀναμεμιγμένη, κατωρθώθη οὐδὲν ἧττον ἢ ἡ ἐγκαθίδρυσις ἐν Ἑλλάδι μονοπωλίου οἰνοπνεύματος. Ἡ ἐγκαθίδρυσις αὕτη ἐγένετο ὑπὸ ὡρισμένης τάξεως πλουσίων κερδοσκόπων ἐπὶ βλάβῃ καὶ καταστροφῇ ἀνυπολογίστῳ ἑτέρας τάξεως πολιτῶν. Ἡ τάξις δ’ αὕτη εἶναι κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἄλλως τε εἰθισμένα ἡ πολυπληθεστέρα καὶ ἡ πενεστέρα, εἶναι ἡ τάξις τῶν μικρῶν ποτοποιῶν, τῶν μικρῶν ποτοπωλῶν, τῶν γεωργῶν, τῶν ἀμπελουργῶν καὶ τῶν ἀμπελοκτημόνων. Πᾶς τις θὰ νομίσῃ ὅτι κατὰ τοῦ νόμου τούτου θορυβοῦσιν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀδικουμένην ταύτην τάξιν, καὶ ὅμως δὲν συμβαίνει τοιοῦτόν τι, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν τάξιν ταύτην, καίτοι πιέζονται, καίτοι πάσχουσι δεινῶς, σιγῶσι, διότι ἔχουσι συνηθίσει νὰ σέβωνται τοὺς νόμους τῆς πατρίδος των καὶ νὰ ὑποτάσσωνται εἰς αὐτούς. Οἱ ἀποτελοῦντες ὅμως τὴν ἄλλην τάξιν τὴν προνομιοῦχον, οἱ πλούσιοι δηλονότι, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὀρέγονται τὴν ἁρπαγὴν τῶν ἐναπομεινάντων ψιχίων καὶ τολμῶσι νὰ ὁμιλῶσι περὶ ἀπαγορευτικῶν διατάξεων τῶν ἀμβύκων καὶ χύνουσι δάκρυα φώκης κοπτόμενοι δῆθεν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, καθ’ ἣν στιγμὴν εἶναι παγκοίνως γνωστὸν ὅτι λαθρεμπόριον οἰνοπνεύματος ἐν εὐρυτάτῃ κλίμακι διενεργεῖται ὑπ’ αὐτῶν τούτων. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ συμφωνῶ μὲ τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος, ἵνα ἐλαττωθῇ καὶ τὸ λαθρεμπόριον. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, εἰμὴ ἐπὶ δύο μόνον σημείων τοῦ προκειμένου νόμου. Τὸ ἓν σημεῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν παραγωγὴν τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος. Διὰ διατάξεώς τινος τοῦ νόμου τούτου ἐπιβάλλεται βαρυτάτη φορολογία ἐπὶ τῶν διυλιστηρίων, ἐπὶ τῶν ὀργάνων δηλαδή, διὰ τῶν ὁποίων παράγεται τὸ ἄνυδρον οἰνόπνευμα. Τὴν φορολογίαν ταύτην θεωρῶ ἄδικον, διότι δὲν κανονίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόδων τοῦ ἐπαγγελματίου, ἀλλὰ φορολογεῖ αὐτὰ ταῦτα τὰ ὄργανα καὶ τὰ ἐργαλεῖα τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος. Διατί τάχα διαιρεῖτε τοὺς ἰατρούς, τοὺς δικηγόρους εἰς τάξεις, ὥστε νὰ πληρώνωσι φόρον ἀναλόγως τῆς ἐπαγγελματικῆς αὐτῶν προσόδου, καὶ δὲν φορολογεῖτε τὰ ἐργαλεῖα αὐτῶν, ἀδιάφορον ἂν ἐγὼ ἐπισκέπτομαι ὡς ἰατρὸς δύο ἀσθενεῖς τὸν μῆνα καὶ ἕτερος συνάδελφός μου 200 ἢ 500; Ἀλλά, ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφασίσθη νὰ τεθῇ ὁ νόμος οὗτος, ἔπρεπε νὰ μὴ εἶναι καὶ ἄνισος μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐργοστασιαρχῶν. Τέσσαρας χιλιάδας ὀκτακοσίας δραχμὰς πληρώνει ὅστις ἔχει διυλιστήριον, διὰ τοῦ ὁποίου παράγει οἰνόπνευμα ὀλιγώτερον τῶν 400 ὀκάδ. ἐν εἰκοσιτετραώρῳ, δηλαδὴ 4,800 δραχμὰς πληρώνει ὅστις παράγει οἰνόπνευμα 399 ὀκ. ἐν εἰκοσιτετραώρῳ, ἀλλὰ καὶ τέσσαρας χιλιάδας ὀκτακοσίας δρ. πληρώνει καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελε παραγάγει ἔστω καὶ μίαν ὀκᾶν. Ἡ ῥήτρα αὕτη τοῦ νόμου, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀκριβῶς ἐκείνη, ἡ ὁποία καθιστᾷ τὸν νόμον ὅλως προσωπικὸν καὶ συντελεῖ σπουδαίως εἰς τὴν ἐγκαθίδρυσιν τοῦ μονοπωλίου, καὶ ἐπὶ ταύτης παρακαλῶ καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν τε καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἅμα ὡς ἐτέθη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου πάντα τὰ μικρὰ ἐργοστάσια καὶ δὴ πάντα τὰ ἐργοστάσια τῶν ἐπαρχιῶν διέκοψαν τὰς ἐργασίας αὐτῶν, διότι οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἠδύναντο νὰ διαγωνισθῶσι πρὸς τοὺς μεγάλους ἐργοστασιάρχας τοὺς ἔχοντας ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἢ ἐν τῷ ἐπινείῳ αὐτῆς ἐργοστάσια αὐτῶν καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχοντες εὐρύτατον κύκλον ἐργασίας καὶ μεγάλην κατανάλωσιν πάνυ εὐχαρίστως ἐπλήρωνον τὰς τέσσαρας χιλιάδας ὀκτακοσίας δραχμάς.
§131Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μονοπώλιον ὄχι πρὸς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ πρὸς ὄφελος ὁμάδος.
§132Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Πρὸς ὄφελος ὁμάδος, μάλιστα. Καὶ συμβαίνει, κύριοι Βουλευταί, σήμερον οἱ δυστυχεῖς ἐργοστασιάρχαι, οἱ ὁποῖοι ἐδαπάνησαν χιλιάδας δραχμῶν πρὸς ἀνέγερσιν ἐργοστασίων, πρὸς ἀγορὰν διυλιστικῶν μηχανημάτων, νὰ βλέπωσι τὰ κεφάλαια αὐτῶν νεκρά, φονευθέντα ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία εἶχε καθῆκον νὰ τὰ προστατεύσῃ. Τὸ αὐτὸ ἔπαθον καὶ οἱ κάτοχοι μικρῶν ἐργοστασίων παραγωγῆς ἐνύδρου οἰνοπνεύματος. Διατί τάχα ἡ Πολιτεία ἔλαβε μέτρον ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν πλούσιον Γ. Ζωγράφον, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ψηφίσῃ τὸ μονοπώλιον τῆς σακχάρεως, ἐνῷ διὰ τοὺς πτωχοὺς αὐτοὺς οὐδὲν θέλει ν’ ἀκούσῃ; Οἱ δυστυχεῖς λοιπὸν ἐκεῖνοι μὴ γνωρίζοντες ἄλλο ἐπάγγελμα πρὸς πόρον ζωῆς ἀναγκάζονται σήμερον νὰ προσέρχωνται ἱκέται πρὸ τῶν μεγάλων αὐτῶν ἐργοστασιαρχῶν τῶν Ἀθηνῶν καὶ νὰ ἐξαιτῶνται αὐτὴν τὴν πώλησιν πρὸς αὐτοὺς οἰνοπνεύματος καὶ νὰ ἔχωσι πρὸς αὐτοὺς εὐγνωμόνως, ἐὰν εὐδοκήσωσι νὰ μὴ τοὺς λῃστεύσωσιν, ὡς δύνανται νὰ πράξωσι, μὴ ὑπάρχοντος ἀνταγωνισμοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ. Τὸ ἄλλο σημεῖον, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θ’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς πρώτης κατηγορίας, δηλαδὴ τοὺς παραγωγοὺς τοῦ ἐνύδρου οἰνοπνεύματος, τοῦ ἄλλως καλουμένου σούμας. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς τὸν πλοῦτον τὸν ἐθνικόν, ὁ ὁποῖος ἀπορρίπτεται, διότι πάντες ὑμεῖς γνωρίζετε τοῦτο, οὐδὲ θ’ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς τὰς διαφόρους ἀπαγορευτικὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Θ’ ἀναφέρω μόνον πρὸς ὑμᾶς μίαν ἢ δύο διατάξεις, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ πεισθῆτε ὅτι τοῦ νόμου τούτου νομοθέται καὶ εἰσηγηταὶ καὶ συντάκται ἦσαν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ὁμάδα, περὶ ἧς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἤδη πρὸς ὑμᾶς. Διότι, καὶ ἐὰν ἤθελε κατορθώσει ὁ παραγωγὸς νὰ πληρώσῃ τὴν βαρυτάτην φορολογίαν, καὶ ἐὰν ἤθελεν ἐκτελέσει τὰς ἐργασίας αὑτοῦ ἐντὸς δύο μηνῶν, ὅπως ὁρίζει ὁ νόμος, καὶ ἐὰν ἤθελε κατορθώσει ἐπὶ τέλους νὰ παραγάγῃ ποσόν τι ἐνύδρου οἰνοπνεύματος, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πωλήσῃ αὐτὸ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας καὶ πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα, εἰς τὰ τῆς δευτέρας κατηγορίας, δηλαδὴ εἰς τὴν τάξιν τῶν μεγάλων οἰνοπνευματοποιῶν. Ὅταν ἔλθῃ ἐν Ἀθήναις ὁ παραγωγός, διὰ νὰ πωλήσῃ τὸ προϊόν του, τῷ λέγουσιν ὅτι δὲν εἶναι καλὸν ἢ τῷ δίδουσι τιμὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ τὸ χύσῃ. Θὰ ἦτο, κύριοι Βουλευταί, προτιμότερον νὰ ψηφίσωμεν νόμον, ὅστις νὰ ὁρίζῃ ὅτι ἀπαγορεύεται καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἡ παραγωγὴ ἐνύδρου οἰνοπνεύματος, διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ ἐσῴζετο τὸ γόητρον καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ νόμου. Εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἠκούσθη, κύριοι Βουλευταί, ὁ παραγωγὸς νὰ μὴ δύναται νὰ πωλήσῃ τὸ προϊόν αὐτοῦ, ὅπως θέλει καὶ εἰς οἱονδήποτε θέλει; Ἐπιφυλάσσομαι πάλιν νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅταν ἔλθῃ σχετικὸν νομοσχέδιον ἐνώπιον ἡμῶν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ ἐνώπιον ἡμῶν τοιοῦτον νομοσχέδιον, διότι τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ ἀπορρέουσα Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεχθῶσι τοιοῦτον ἀνελεύθερον νόμον. (Χειροκροτήματα).
§133Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ὁ προλαλήσας ἀγαπητὸς φίλος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἔθιξε ζήτημα, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ ἀπόψεως τεχνικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιμείνω πολὺ εἰς τοῦτο. Θὰ στραφῶ ἰδίως εἰς τὸ βιοτικόν, εἰς τὸ ὑγιεινὸν μέρος τοῦ ζητήματος τούτου. Πρὶν ἢ ἄρξωμαι, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα θεωρῶ ἄκρως σοβαρόν, ζήτημα ἄκρως ζωτικὸν καὶ ἄξιον μεγάλης προσοχῆς καὶ μελέτης. Ἐάν, Κύριοι, τὸ σταφιδικὸν ζήτημα ἀπησχόλησεν, ἀπασχολεῖ καὶ θ’ ἀπασχολήσῃ πολὺ δικαίως τὴν Βουλήν, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς ζήτημα λίαν ἐνδιαφέρον, καὶ τὸ ζήτημα τοῦ οἰνοπνεύματος, ὅπερ δικαιοῦταί τις νὰ ὀνομάσῃ τέκνον τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, δέον νὰ τύχῃ τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς καὶ τῆς συντόνου ἐρεύνης, ἐνεργείας καὶ τελικῆς ἀποφάσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῶν φιλελευθέρων. Χαίρω πολύ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθε σήμερον ὑπὸ συζήτησιν, χαίρω δὲ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, λαβόντος τοῦ ζητήματος τὸν τύπον τῆς γενικεύσεως κατ’ αἴτησιν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ κατ’ ἀπόφασιν τῆς εἰδικῆς ἐπιτροπῆς, δικαιοῦμαι λαμβάνων ἀφορμὴν ἐξ ἀναφορᾶς τῶν συμπολιτῶν μου κατοίκων τῆς κωμοπόλεως Φαλατάδου τοῦ δήμου Σωσθενίου ὑποβληθείσης ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δι’ ἧς ἐξαιτοῦνται οἱ συμπολῖταί μου οὗτοι τὴν μετατροπὴν τοῦ νόμου τοῦ ἀπαγορεύοντος τὴν δι’ ἀμβύκων ἀπόσταξιν, δικαιοῦμαι, λέγω, νὰ ὑψώσω τὴν φωνὴν τῆς διαμαρτυρίας ἐξ ὀνόματος τοῦ λαοῦ τῶν Κυκλάδων καὶ ἐξ ὀνόματος τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας Τήνου. Τοῦτο πράττων, Κύριοι, δὲν τὸ πράττω ἐξ ἀντιπροσωπευτικοῦ μόνον καθήκοντος, ἀλλ’ ἐκ πεποιθήσεως ὅτι ὑψῶ φωνὴν δικαίου, φωνήν, ἣν αἰσθάνομαι ὡς ἐκ τοῦ προσγινομένου ἀδικήματος εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, πόσον ἀπεχθὴς εἶναι ὁ νόμος ὁ ἀπαγορευτικὸς τῆς δι’ ἀμβύκων ἀποστάξεως· εἶναι τόσον ἀπεχθής, ὥστε ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ συζητῆται ἂν ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι συνταγματικὸς ἢ ὄχι. Εἶναι δ’ ἀληθὲς ὅτι οἱ πολλοί, οἱ πλεῖστοι τῶν καταγινομένων μὲ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, παρεδέχθησαν ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός, ὡς νόμος δημευτικός. Καὶ ἂν μὲν δὲν εἶναι τοῦτο ἀπολύτως ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος δηλονότι εἶναι ἀντισυνταγματικός, εἶναι ὅμως ἀληθέστατον, καὶ δὲν νομίζω ὅτι εἶμαι ἐν τῷ ἀδίκῳ, ἂν πιστεύω ὅτι οὗτος εἶναι νόμος σατραπικὸς καὶ ἀνάξιος νὰ ἐξακολουθῇ ἐφαρμοζόμενος κατὰ πολιτῶν ἐλευθέρων καὶ εἰς Κράτος συνταγματικόν, Κράτος, τὸ ὁποῖον διέπεται ὑπὸ πολιτεύματος ἀντιπροσωπευτικοῦ. Τί κάμνει σήμερον ὁ νόμος αὐτός, κύριοι Βουλευταί; Λέγει εἰς τὸν γεωργόν: «σὲ ὑποχρεῶ νὰ καλλιεργῇς ἐν πλήρει ψύχει τὴν ἄμπελόν σου, ν’ ἀνατρέφῃς ἐν πλήρει καύσωνι τὴν ἄμπελόν σου ταύτην καὶ σὲ ὑποχρεῶ νὰ πληρώνῃς τὸν τόκον τῶν χρημάτων, δι’ ὧν ἐξηγόρασες τὴν ἄμπελον ταύτην, ἀλλ’ ἐν τέλει σοὶ ἀπαγορεύω νὰ δρέψῃς τοὺς καρποὺς τοῦ ἱδρῶτός σου καὶ ἐπὶ πλέον σὲ ὑποχρεῶ ὡς δοῦλον νὰ σηκώσῃς ἐπὶ τῆς ῥάχεώς σου τὸ προϊόν σου καὶ νὰ τὸ ῥίψῃς ὡς ἄχρηστον ἐκεῖ μακράν». Νόμος λοιπὸν τοιοῦτος εἶναι δίκαιον νὰ ὑφίσταται, κύριοι Βουλευταί; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι σατραπικὸς οὗτος; Εὑρίσκετε ὀρθόν, εὑρίσκετε λογικὸν νὰ παρεμποδίζωμεν τὸν πολίτην τὸν φορολογούμενον μέχρι μυελοῦ ὀστέων νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν περιουσίαν αὑτοῦ; Ἐὰν βαδίσωμεν οὕτω καὶ δὲν ψηφίσωμεν διατάξεις ἀπαγορευτικάς, μὴ ἀμφιβάλλετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι μακρὰν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν θὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ εἴπῃ εἰς τὸν γεωργόν· «δὲν σοὶ ἐπιτρέπω νὰ ἀλέσῃς τὴν κριθήν σου, ἀλλὰ σοὶ ἐπιβάλλω νὰ ὑπάγῃς εἰς τὸν ἀτμόμυλον, τὸν ὁποῖον μᾶς ἐπέβαλον τὰ συνδικάτα, διὰ ν’ ἀγοράσῃς ἐκεῖ τὸν ἄρτον τῶν τέκνων σου». Ἀλλ’ ἴσως ἐγερθῇ φωνὴ ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπιβάλλουσι τοῦτο. Συμφωνῶ μὲ τὴν φωνὴν ταύτην. Βεβαίως ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου θὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἴσως δέ, ὡς λέγεται, καὶ τὰ οἰκονομικὰ ὡρισμένων ἀτόμων, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἀρκετόν, διὰ νὰ μὲ πείσῃ ὅτι πρέπει νὰ δημεύσωμεν καὶ τὴν περιουσίαν τῶν ἄλλων. Ἀλλοίμονον, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν Πολιτείαν ἐκείνην, ἡ ὁποία στηρίζει οἰκοδομήματα οἰκονομικὰ ἐπὶ νόμων δημευτικῶν. Οἱ νόμοι οἱ δημευτικοί, Κύριοι, ἐγκλείουσιν εἰς τὰ σπλάγχνα αὑτῶν τὴν λαϊκὴν ἀπογοήτευσιν, καὶ ἡ λαϊκὴ ἀπογοήτευσις ἄγει ἀσφαλῶς εἰς τὴν λαϊκὴν ὀργήν, ἡ ὁποία ἐν δεδομένῃ στιγμῇ θὰ κατακρημνίσῃ μετὰ πατάγου τὰ οἰκονομικὰ ταῦτα οἰκοδομήματα. Τοῦτο τουλάχιστον μᾶς διδάσκει ἡ Ἱστορία. Βεβαίως ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει καὶ ὡς θεμέλιον λίθον τοῦ ὅλου οἰκοδομήματος τὸν προκείμενον νόμον. Οὕτω τουλάχιστον θὰ ἐφρόνει ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου. Ἐπιτρέψατέ μοι ὅμως νὰ φρονῶ ὅτι πολὺ ἄστοχοι ὑπῆρξαν αἱ σκέψεις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ καὶ περιπετειώδεις οἱ στοχασμοὶ αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω τί ἐβεβαιώθη μέχρι σήμερον ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος· τοῦτο, ἂν καὶ ἐζήτησα πρό τινος παρὰ τῶν ἁρμοδίων, δὲν ἠδυνήθην νὰ μάθω. Ἔχω ὅμως τὴν σκέψιν ὅτι ἀπὸ τῆς ὑποθέσεως τῆς εἰσπράξεως μέχρι τῆς βεβαιώσεως τῆς εἰσπράξεως ταύτης ἡ ἀπόστασις θὰ εἶναι πολὺ μακρά, καὶ τοῦτο ἰδίως διότι ὁ ἄστοχος οὗτος νόμος σὺν τοῖς ἄλλοις ἐδημιούργησε καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος λαθρεμπόρους τοῦ εἴδους τούτου. Πάντες δὲ γνωρίζομεν εἰς πόσην μεγάλην κλίμακα διενεργεῖται σήμερον τὸ λαθρεμπόριον τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἀλλ’ ἡμεῖς δεχόμεθα ἐπὶ τέλους καὶ οἰκονομικὴν συζήτησιν, δεχόμεθα φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀμβύκων, ἐὰν πρόκειται διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς νὰ προβιβασθῶσι καὶ προαχθῶσι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεχόμεθα, εἶναι ἡ δήμευσις· δὲν ἀνεχόμεθα ἡ Πολιτεία, ὡς σκληρὰ μητρυιά, νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς γεωργοὺς νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὸ προϊόν των καὶ ἰδίᾳ δὲν ἀνεχόμεθα τὴν δήμευσιν τῆς παραγωγῆς πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν τοῦ γεωργοῦ. Μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ὑψοῦμεν τὴν φωνὴν ταύτην ἐξ ἐμπορικῶν ὑπολογισμῶν. Πᾶν ἄλλο παρὰ τοῦτο συμβαίνει. Τί ζητοῦμεν ἡμεῖς τοὐλάχιστον οἱ ἐκ Κυκλάδων; Ψιχίον ἔναντι τῶν ὅσα παρέχομεν καὶ καταβάλλομεν εἰς τὸν δημόσιον πλοῦτον. Ζητοῦμεν νὰ ἐπιτραπῇ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἡμᾶς καθ’ ὡρισμένας ἡμέρας τοῦ ἔτους ἡ ἀπόσταξις σούμας δι’ ἀμβύκων μικρᾶς χωρητικότητος πρὸς ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τῶν παραγωγῶν καὶ δι’ οἰκιακὴν αὐτῶν χρῆσιν. Τί ἄλλο ζητοῦμεν, κ. Ὑπουργέ; Ζητοῦμεν νὰ μᾶς ἐπιτραπῇ ἡ παραγωγὴ ὡρισμένης ποσότητος οἰνοπνεύματος τοιαύτης καὶ τοσαύτης, ὅση μᾶς χρειάζεται, διὰ νὰ τονώσωμεν καὶ ἐνισχύσωμεν τοὺς οἴνους ἡμῶν καὶ ἰδίως τοὺς πεφημισμένους οἴνους τῆς Θήρας καὶ τῆς Πάρου, οἱ ὁποῖοι τόσον ἐπιτυχῶς ἀνταγωνίζονται εἰς τὰς ξένας ἀγοράς. Δὲν ὑψοῦμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν φωνὴν οὔτε θορυβοῦμεν διὰ λόγους ἐμπορικούς. Καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν, εἶναι δίκαιον καὶ οὐδόλως θὰ κλονίσῃ τὸ οἰκονομικὸν οἰκοδόμημα. Διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λόγων μου, θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι Βουλευταί, νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ νομοῦ Κυκλάδων. Ὁ νομὸς Κυκλάδων παράγει 5.500.000 ὀκάδας οἴνου. Τούτου δοθέντος, γνωρίζομεν τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος, διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον καὶ βεβαιωμένον ὅτι στέμφυλα, τὰ ὁποῖα παράγουσι ποσότητα 1000 ὀκάδων οἴνου, παράγουσι μίαν βαρέλαν σούμας. Ἔχομεν λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς 5,500,000 ὀκάδας οἴνου, θὰ ἔχωμεν ἀφ’ ἑτέρου κατὰ τὴν ἀπόσταξιν 5,500 βαρέλας σούμας. Ἐὰν λάβωμεν ὡς μέσον ὅρον τῆς ἀξίας τῆς βαρέλας 12 δρ., ἔχομεν, περὶ διπλῆς ἀποστάξεως προκειμένου, 66,000 δρ. Ἐὰν ἀφαιρέσωμεν ὅμως τὴν καύσιμον ὕλην, τὰ ἔξοδα τῆς ἡμεραργίας, ἀντιστοιχοῦντα πρὸς 4 δρ. δι’ ἑκάστην βαρέλαν, ἔχομεν 44,000 δρ. Ἡ παραγωγὴ ὅλου τοῦ νομοῦ Κυκλάδων εἶναι 44 χιλ. δρ. διὰ διπλῆν ἀπόσταξιν, 70 δὲ ἕως 75 δι’ ἁπλῆν ἀπόσταξιν, διότι τὰ στέμφυλα τὰ παράγοντα χιλίας ὀκάδας οἴνου παράγουσιν ἐπὶ διπλῆς μὲν ἀποστάξεως 45 ὀκάδας σούμας, ἐπὶ ἁπλῆς δὲ 70 ὀκάδας. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, πόσον ἐλαχίστη εἶναι ἡ παραγωγὴ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων καὶ πόσης μικρᾶς σημασίας ἀπὸ ἀπόψεως ἐμπορικῆς εἶναι τὰ αἰτήματα τῶν Κυκλαδιτῶν. Ἀλλὰ πρὸς τί τότε ὁ τόσος θόρυβος καὶ ἡ ἐπανάστασις αὕτη; Διότι εὑρισκόμεθα πραγματικῶς πρὸ μιᾶς οἰκιακῆς ἐπαναστάσεως τοῦ γεωργοῦ. Ὅσοι δὲν γνωρίζουσι τὸν βίον τοῦ χωρικοῦ θὰ μὲ θεωρήσωσιν ὑπερβολικόν, ὅσοι γνωρίζουσιν ὅμως τὴν ζωὴν τοῦ χωρικοῦ θὰ συμφωνήσωσι μετ’ ἐμοῦ. Ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι τὸν βίον τοῦ χωρικοῦ, θὰ παρακαλέσω νὰ παρακολουθήσωσι τὸν χωρικὸν ὑποχρεούμενον νὰ ἐγερθῇ τῆς κλίνης αὑτοῦ ἐν μηνὶ Δεκεμβρίῳ τὴν πέμπτην πρωινὴν ὥραν καὶ νὰ τρέξῃ ἐκεῖ μακρὰν πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ γάλακτος τῆς αἰγὸς καὶ τῆς ἀγελάδος αὐτοῦ, ὑποχρεούμενον νὰ διέλθῃ ἐν μέσῳ χιόνων καὶ παγετῶν τρέμων καὶ ῥιγῶν. Ἀφαιρέσατε, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τοῦ θυλακίου τοῦ χωρικοῦ τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ φιαλίδιον ἐκεῖνο τῆς σούμας, καὶ εἴπατέ μοι, ἂν δὲν εἶναι τὸ φιαλίδιον ἐκεῖνο εἰς τὸν χωρικὸν τοῦτον, τὸν ὁποῖον θὰ θερμάνῃ καὶ εἰς τὸν ὁποῖον θὰ διεγείρῃ τὴν κυκλοφορίαν τεχνητῶς, διὰ νὰ θερμάνῃ τὰ ἐψυγμένα αὐτοῦ ἄκρα, ἂν δὲν εἶναι διὰ τὸν γεωργὸν τοῦτον ἡ ζωή, λέγω δὲ ἡ ζωή, διότι ἄλλοτε, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συζητήσω μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ζήτημα, ἐθεωρήθην ὑπερβολικὸς ὑπ’ αὐτοῦ, ὅτε εἶπον ὅτι εἶναι τοῦτο ἡ τροφὴ διὰ τὸν χωρικόν. Ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὄχι μόνον ἡ τροφή, ἀλλὰ καὶ ἡ ζωὴ εἶναι. Παρακολουθήσατε ἐξ ἄλλου, κύριοι Βουλευταί, τὸν χωρικὸν ὑποχρεούμενον νὰ ἐκσκάπτῃ τὴν γῆν ἐν πλήρει καύσωνι ἐπὶ δεκαπεντάωρον καὶ ἐπανερχόμενον εἰς τὴν ἀγροτικήν του καλύβην μὲ τὰ μέλη τρέμοντα ἐκ τῆς ὑπερκοπώσεως καὶ ἀφαιρέσατε ἐκ τοῦ θυλακίου του τὸ φιαλίδιον τῆς σούμας ἐκεῖνο καὶ εἴπατέ μοι ἂν τὰ τρέμοντα ἐκ τῆς κοπώσεως μέλη αὐτοῦ θὰ εὕρωσι τὴν ἀνάπαυσιν, ἂν θὰ δυνηθῇ οὗτος νὰ λάβῃ τροφήν, ἂν θ’ ἀνεύρῃ γαλήνιον τὸν ὕπνον.
§134Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Συμφωνεῖ ὁ Βουλευτὴς μὲ τὸν ἰατρόν;
§135Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Μάλιστα· θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Εὐχαριστῶ μάλιστα τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, διότι οὗτος διὰ τῆς ἐρωτήσεώς του, θίγων τὸ ζήτημα τοῦ ἀλκοολισμοῦ, μοὶ δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ διαλύσω ἐπιστημονικὴν πλάνην, ἥτις φαίνεται ὅτι εἰσεχώρησε πανταχοῦ. Ἀλλὰ μήπως εἶναι μόνον αὐτό, κύριοι Βουλευταί; Πόσοι ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν ἀναγνωρίζουσιν ὡς ἰατροὶ ὅτι πολλάκις κωλικοὶ τῶν ἐντέρων εἰς τὸ φάρμακον, ἃς τὸ ὀνομάσω φάρμακον αὐτό, ὑπεχώρησαν; Πόσοι ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ἰατροί, δὲν εὑρέθητε εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ προλάβητε μεγάλας μολύνσεις εἰς ἀπομεμακρυσμένα χωρία πλύνοντες τραύματα διὰ τοῦ οἰνοπνεύματος τούτου; Πόσοι ἐξ ὑμῶν ἰατροὶ δὲν εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπολυμάνητε τὰ χειρουργικά σας ἐργαλεῖα καὶ τὰς χεῖρας διὰ τοῦ οἰνοπνεύματος τούτου; Πόσοι ἐξ ὑμῶν, ὅσοι μάλιστα εἶσθε ἀπὸ μέρη προσβεβλημένα ὑπὸ τῆς ἑλονοσίας, δὲν ἀντελήφθητε ὅτι ἡ κινίνη ἡνωμένη μετὰ τοῦ οἰνοπνεύματος δίδει λαμπρότερα ἀποτελέσματα παρ’ ὅ,τι δίδει ἡ κινίνη μεμονωμένως; Καὶ πόσα ἄλλα προτερήματα δὲν δικαιοῦται ν’ ἀναγνωρίσῃ τις εἰς τὸ ποτὸν τοῦτο; Ἀφήνω πλέον κατὰ μέρος τὸ ὅτι τοῦτο ἐχρησίμευσε καὶ χρησιμεύει ἀπὸ κοινωνικῆς ἀπόψεως ὡς τὸ μέσον τῆς ἐκδηλώσεως τῶν αἰσθημάτων τῆς φιλοξενίας τοῦ χωρικοῦ, ὡς μέσον ἐκδηλώσεως καὶ συγκρατήσεως αὐτῶν τούτων τῶν κοινωνικῶν του σχέσεων. Εἶναι σκληρόν, λοιπόν, Κύριοι, νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτου νόμου ἀνωφελοῦς, διότι μὴ πιστεύσητε ποτὲ ὅτι ὁ χωρικὸς θὰ στερηθῇ τοῦ ἄρτου τῶν τέκνων του, διὰ νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὰ συνδικάτα ἐξαγοράζων οὗτος τὸ οἰνόπνευμα. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς μοὶ ἀπέτεινε τὴν ἐρώτησιν, ἂν συμφωνεῖ ὁ Βουλευτὴς μὲ τὸν ἰατρόν. Ἀπαντῶ ὅτι εὑρίσκομαι ἐν πλήρει ἁρμονίᾳ. Ἀκόμη ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ἀκριβῶς ἓν τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου ἦτο καὶ τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτός, διὰ νὰ προληφθῇ ὁ ἀλκοολισμὸς ἐν Ἑλλάδι. Ἐάν, Κύριοι, καὶ δὲν διστάζω νὰ δηλώσω τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐὰν δὲν ἦσαν ἀλκοολικοὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον εἰς τὸν εἰσηγητὴν τὴν εἰσήγησιν ταύτην (χειροκροτήματα), ἀναμφιβόλως ὅμως αὐτὸς οὗτος ὁ νόμος εἶναι ἀλκοολικός. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ἐκ τῆς ἐπιστήμης ὅτι τρία πράγματα, τρεῖς φορεῖς ἐκ τῶν μᾶλλον παρὰ τῷ λαῷ ἐν χρήσει εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φονεύουσι τὸν ἀνθρώπινον ὀργανισμόν, καὶ αὐτοὶ εἶναι ὁ καπνός, ὁ καφὲς καὶ τὸ οἰνόπνευμα. Βεβαίως δὲν θὰ θελήσω νὰ μεταβάλω τὴν Βουλὴν εἰς ἰατρικὸν φροντιστήριον, ὡς μετεβλήθη αὕτη εἰς νομικὸν τοιοῦτον....
§136Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἰς νομικὸν πρέπει νὰ εἶναι μεταβεβλημένη.
§137Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ὄχι ὅμως φροντιστήριον, κύριε συνάδελφε. Δὲν θὰ μεταβάλω, λέγω, διὰ νὰ συζητήσω, ἐπὶ θεμάτων ἰατρικῶν. Οὐχ ἧττον ὅμως διὰ τὸ ζήτημα τοῦ οἰνοπνεύματος θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε ἐπί τινας στιγμάς. Εἶναι βεβαιωμένον, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ οἰνόπνευμα φονεύει τὸν ἀνθρώπινον ὀργανισμόν, ἀλλὰ ποῖον οἰνόπνευμα; Ὄχι τὸ οἰνόπνευμα τῆς σταφίδος βεβαίως, ἀλλὰ τὸ παραγόμενον ἐκ μήλων, γεωμήλων, χαρουπίων, κριθῆς, ἀραβοσίτου, τὸ οἰνόπνευμα δηλαδή, τὸ ὁποῖον παραλαμβάνεται ἀπὸ τὸ ἄμυλον, ἤτοι τὸ ἀμυλικὸν οἰνόπνευμα. Δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ τρίποδος τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἐπισήμως ὡς ἰατρός. Τὴν γνώμην δὲ ταύτην ὑποστηρίζει ὁ Γάλλος καθηγητὴς Lancerau, ὁ ὁποῖος τόσον ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τοῦτο· εἶναι ἡ γνώμη τῶν ἰατρικῶν συνεδρίων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ μελετήσω ἑκατοντάδας παρατηρήσεων καὶ ἐμελέτησα τὸ ζήτημα κατὰ τὸ συνέδριον τοῦ 1903, τὸ ὁποῖον συνεφώνησε καὶ παρεδέχθη ὅτι τὸ οἰνόπνευμα τῆς σταφίδος δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φέρῃ ἀλκοολισμὸν οὔτε διὰ μεμετρημένης χρήσεως ὀργανικὰς ἀλλοιώσεις ἐπὶ τοῦ ἥπατος κλπ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀφήνω πρὸς στιγμὴν πάσας τὰς βιοτικὰς καὶ οἰκιακὰς ἀνάγκας τοῦ χωρικοῦ, ἀφήνω πάντα ὅσα προηγουμένως ἐλέχθησαν καὶ φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ σταθῇ ἰδίως ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, τοῦ καθαρῶς ὑγιεινοῦ. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς ὅτι, ἐὰν δὲν ἀπελευθερωθῶσιν οἱ ἄμβυκες ἀπὸ τῆς βαρυτάτης φορολογίας, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τοὺς νέους χωρικοὺς παρασυρομένους ὑπὸ τοῦ ἀλκοολισμοῦ, διότι ὁ γεωργός, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἄνευ οἰνοπνεύματος, θ’ ἀναγκασθῇ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἀμυλικὸν οἰνόπνευμα, τὸ νενοθευμένον τὸ ἐκ τῆς λαθρεμπορίας, διότι ὁ νόμος ἔχει τὸ ἐλάττωμα, ὡς τὸ προεῖπον, ὅτι ἐδημιούργησε σωρείαν λαθρεμπόρων· εἰς τὰς Κυκλάδας δέ, Κύριοι, ἐν εὐρυτάτῃ κλίμακι τελεῖται τὸ λαθρεμπόριον τοῦτο. Εἶπον ὅτι δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ τρίποδος, ἀλλ’ ὁμιλῶ κατόπιν μελετῶν καὶ γνωμῶν σοβαρῶν ἐπιστημόνων καὶ συγγραφέων. Εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἐπὶ ἑκατοντάδων παρατηρήσεων δὲν κατώρθωσα ν’ ἀνεύρω σημεῖα ἀλκοολισμοῦ οὔτε σημεῖα ὀργανικῶν παθήσεων παρὰ εἰς ὡρισμένα ἄτομα, καὶ εἰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ μετρηθῶσιν εἰς τοὺς δακτύλους τῆς μιᾶς χειρός. Δέν ὑπάρχει, Κύριοι, ἀλκοολισμὸς ἐν Ἑλλάδι. Τὸ φωνάζω, διὰ νὰ ἀκουσθῇ καὶ ἐννοηθῇ καλῶς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐξαχθῶσιν ἐκ τῆς πλάνης, εἰς ἣν παρεσύρθησαν οἱ πολλοί.
§138Κ. ΜΑΝΟΣ. Καὶ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ;
§139Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Εἶναι κίνδυνος νὰ εἰσαχθῇ, κύριε συνάδελφε, τότε μόνον, ὅταν δὲν καταργηθῇ ὁ νόμος αὐτός, ὁπότε θ’ ἀναγκάσωμεν τὸν λαὸν νὰ καταφύγῃ, ὡς εἶπον, εἰς τὸ ἀμυλικὸν οἰνόπνευμα καὶ τὸ νενοθευμένον οἰνόπνευμα. Δὲν παρετήρησα, λέγω, Κύριοι, παρὰ ὡρισμένας περιπτώσεις ἀλκοολισμοῦ καὶ ταύτας ἐπὶ ἀτόμων βιούντων βίον καθεστηκότα καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν ἐργαζομένων, διότι ὑπάρχει ἐπιστημονικὸν ἀξίωμα ὅτι ὅπου μυϊκὴ κίνησις ἀσκεῖται δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις οἰνοπνεύματος. Κατόπιν μεγάλου περιπάτου ἐπὶ παραδείγματι ἢ ἐργασίας σωματικῆς δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις οἰνοπνεύματος ἄνευ τινὸς βλάβης, διότι ὁ ὀργανισμός, ἐπειδὴ ἐγένετο μεγάλη ἀπώλεια καυσίμου ὕλης, τὸ καταστρέφει ἐντὸς αὐτοῦ. Παρετήρησα, σᾶς εἶπον, περιστατικὰ ὡρισμένα ἐπὶ ἀνθρώπων ἰδίως, οἱ ὁποῖοι ἔζων ἐν τῇ πόλει καὶ οἱ ὁποῖοι ἔκαμνον μεγάλην κατάχρησιν τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ δὲν ἐξήσκουν ἐργασίαν τινά. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ σταθῇ ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ. Εἶναι ἐπιστημονικοὶ ὑπολογισμοί, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι, καὶ ἂν δὲν ἐξακριβωθῶσιν ἐντελῶς, πάντως ὅμως θὰ βεβαιωθῶσιν ἐν μέρει. Πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν οἱ λόγοι οὗτοι, ἂν δὲν θέλητε νὰ ἴδωμεν τοὺς ἀλκίμους γεωργούς, οἱ ὁποῖο θὰ ἔλθωσι νὰ συμπληρώσωσι τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, παρασυρομένους ὑπὸ τοῦ ῥεύματος τοῦ ἀλκοολισμοῦ, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν αὔξουσαν τὴν ἐγκληματικότητα, τὸν ἐκφυλισμὸν καὶ τὴν φυματίωσιν, διὰ τὴν ὁποίαν τόσος λόγος γίνεται καὶ σκεπτόμεθα νὰ λάβωμεν σύντονα μέτρα, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ ἴδωμεν τὴν φυματίωσιν κατακτῶσαν ἔδαφος, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οὐδὲν ἔδαφος εἶναι καταλληλότερον πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς φυματιώσεως ἀπὸ τὸν ἀλκοολισμόν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον πάντες μετὰ τόσης πεποιθήσεως προσβλέπομεν καὶ ὅστις χθὲς καὶ σήμερον ἀκόμη ἔσχε τόσα δείγματα τῆς λαϊκῆς στοργῆς καὶ ἀφοσιώσεως, νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τοὺς λόγους μου καὶ παρακαλέσῃ καὶ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὰ 3 ἑκ., τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, νὰ φροντίσῃ δι’ ἄλλης ὁδοῦ νὰ τὰ ἐξοικονομήσῃ, διότι δὲν εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ στηρίζωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐπὶ ἑκατομβῶν θυμάτων.
§140Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οἱ ποτοποιοὶ ὑπέβαλον ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου κατήγγειλαν τὸν τελευταίως ψηφισθέντα νόμον τοῦ 1910 ὑπὸ στοιχ. ͵ΓΦΚΕʹ, ὡς ἐλαττωματικὸν καὶ αὐτόχρημα καθιεροῦντα μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τῶν ποτῶν. Λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ βιομηχανικὴν ὁλόκληρον τάξιν, σχέσιν ἄμεσον ἔχουσαν καὶ πρὸς τὰς προσόδους τοῦ Δημοσίου, ἡ Βουλὴ παρέπεμψε τοῦτο πρὸς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν, ἥτις κατὰ τὸ δυνατὸν ἐμελέτησε ἐμπεριστατωμένως τὸ ζήτημα. Γνωστὸν τυγχάνει εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι ἡ βιομηχανία τοῦ οἰνοπνεύματος εἶναι ἐκ τῶν ζωτικωτέρων βιομηχανιῶν τῆς ἡμετέρας χώρας, ὅτι ἡ βιομηχανία αὕτη εἶναι ἀξία πάσης ὑποστηρίξεως, διότι ἔχει τὴν πηγήν της ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, διότι ἔχει τὴν πρώτην ὕλην, τὴν ὁποίαν κατεργάζεται καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δίδει διαφόρους μορφάς. Καὶ ὅτε, κύριοι Βουλευταί, βιομηχανίαι, αἵτινες δὲν ἔχουσι τὴν πρώτην ὕλην ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ, τυγχάνουσι τοσαύτης προστασίας δικαίως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, βεβαιότατα ἀξία πολλῷ μείζονος προστασίας εἶναι ἡ γηγενὴς βιομηχανία τοῦ οἰνοπνεύματος. Καταγγέλλεται, Κύριοι, διὰ τοῦ ὑπομνήματος τῶν ποτοποιῶν ὁ νόμος τοῦ 1910 ΓΦΚΕʹ ὡς καθιερῶν μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐν συντομίᾳ ἡ κρίσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τούτου εἶναι ὅτι τὰ παράπονα τῶν ἀναφερομένων ποτοποιῶν εἶναι ἀληθῆ καὶ βάσιμα, καὶ λέγω ἀληθῆ καὶ βάσιμα, κύριοι Βουλευταί, διότι, ὡς γνωστόν, διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΦΚΕʹ καθιεροῦται προφανῶς μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος ὑπὲρ ὡρισμένης τάξεως βιομηχανικῆς, μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἐπεζήτησαν νὰ ἐπιτύχωσι παρὰ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ὅμως τότε δὲν κατώρθωσαν νὰ ἐπιτύχωσι καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1910 ἐμμέσως ἐπέτυχον, καὶ τὸ ἐπέτυχον μάλιστα ἄνευ οὐδενὸς πρὸς τὸ Κράτος ἀνταλλάγματος. Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ σταφιδικὴ κρίσις, ἡ βιομηχανία τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τῶν ἐκ τούτου ποτῶν ἀνεπτύχθη κολοσσιαίως διὰ τῆς εἰς αὐτὴν εἰσαγωγῆς πρὸς κατεργασίαν τοῦ παρακρατήματος, ἡ δὲ κατανάλωσις τῶν Ἑλληνικῶν ποτῶν καὶ κονιὰκ ἐξηντλήθη ἔν τε τῇ Τουρκίᾳ καὶ τῇ Αἰγύπτῳ, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀμερικῇ ἀκόμη. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὡρισμένη βιομηχανικὴ τάξις ἐζήτησε κατὰ τὸ τότε συγκροτηθὲν σταφιδικὸν συνέδριον, ὅπως προστατεύσῃ τὴν σταφίδα καὶ ὡς ἀντάλλαγμα τῇ δοθῇ τὸ μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος, ἵνα κατεργαζομένη τὴν σταφίδα καὶ μεταβάλλουσα αὐτὴν εἰς οἰνόπνευμα καὶ ἐκμεταλλευομένη τοιουτοτρόπως τὸ προϊὸν ἐπιφέρῃ τὴν λύσιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι τότε διετέλουν ἐν πλήρει ἀπογνώσει, δὲν ἐπείσθησαν εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς καὶ εἰς τὰς ἐπαγγελίας τῶν Κυρίων ἐκείνων, ἀλλ’ ἀπέκρουσαν τὰς προτάσεις αὐτῶν καὶ ἀπέκρουσε ταύτας καὶ τὸ Κράτος. Ἐκεῖνο λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἀμέσως δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιτύχωσιν οἱ Κύριοι οὗτοι, τὸ ἐπέτυχον ἤδη ἐμμέσως καὶ λίαν τεχνηέντως διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1910. Καὶ πῶς; Κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν δύο κατηγορίας οἰνοπνευματοποιῶν, τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς πρώτης κατηγορίας, ἤτοι τοὺς κατόχους τῶν ἀμβύκων, καὶ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς δευτέρας κατηγορίας, ἤτοι τοὺς κατόχους τῶν διυλιστηρίων, ἐν τοῖς ὁποίοις διυλίζεται τὸ ἀκάθαρτον οἰνόπνευμα καὶ μεταβάλλεται εἰς κεκαθαρμένον ἄνυδρον οἰνόπνευμα. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς πρώτης κατηγορίας ὁ νόμος, οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον, ἀπαγγέλλει ποινὴν θανάτου κατ’ αὐτῶν, διότι ἐπέβαλεν εἰς αὐτοὺς τοιαύτην φορολογίαν, τοσαύτας δὲ διατυπώσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξωσιν ὡς βιομήχανοι. Καὶ ἡ μὲν φορολογία τῶν κατόχων ἀμβύκων ηὐξήθη εἰς δρ. 500 διὰ τοὺς ἄμβυκας χωρητικότητος μέχρις 150 ὀκάδων καὶ διὰ τοὺς ἐργαζομένους ἐπὶ δύο μόνον μῆνας ἐτησίως, διὰ δὲ τοὺς ἄμβυκας χωρητικότητος μείζονος ἡ φορολογία αὐξάνεται ἀναλόγως. Ἐκτὸς ὅμως τούτων ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς κατόχους ἀμβύκων, ὡς ἀνωτέρω εἴπομεν, τοιαῦται καὶ τοσαῦται διατυπώσεις, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ τηρηθῶσιν ὑπὸ τῶν μικρῶν αὐτῶν βιομηχάνων, καὶ εἰς ἃς μόνοι οἱ κάτοχοι μεγάλων βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων δύνανται ν’ ἀντεπεξέλθωσι καὶ νὰ τηρήσωσι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Τούτου ἕνεκεν ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου 12,000 ἄμβυκες λειτουργοῦντες καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἐκλείσθησαν καὶ ἐτέθησαν ἐν ἀχρηστίᾳ, ἐκ τούτων ὅμως παρήγετο ἐτησίως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, κατὰ τοὺς δυνατοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους μᾶς δίδει ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, 1.500.000 ὀκάδων κατ’ ἔτος ἀκαθάρτου οἰνοπνεύματος. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ὁ νόμος τοῦ 1910 ͵ΓΦΚΕʹ καταδικάζει εἰς θάνατον καὶ αὐτοὺς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς δευτέρας κατηγορίας, ὅσοι δὲν μετέχουσι τῶν δύο γνωστῶν ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸ λεγόμενον τράστ, τῆς ἑταιρείας δηλαδὴ τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, ἡ ὁποία εἶναι ἡ θυγάτηρ τῆς «Ἑνιαίας», ὡς γνωστόν, καὶ τῆς ἑταιρείας τῆς οἰνοπνευματοποιητικῆς, ἡ ὁποία οἰνοπνευματοποιητικὴ ἔχει συμβληθῆ μετὰ τῆς ἄλλης ἑταιρείας, ἔχουσι καθορίσει τελείως τὰς ἐργασίας των, ἔχουσι κάμει πλήρη καταμερισμὸν ἐν τῇ καταναλώσει καὶ ἐν τῇ ἐργασίᾳ καὶ συμβαδίζουσιν ἐκ παραλλήλου καὶ κερδαίνουσιν ἀμφότεραι ἐξ ἴσου. Πᾶς λοιπὸν μὴ μέτοχος τῶν δύο ἑταιρειῶν καταδικάζεται εἰς θάνατον, καὶ ἐπῆλθεν ὁ θάνατος τῶν ἄλλων καταστημάτων τῶν βιομηχανικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν συμμετέσχον τοῦ τράστ, διότι, ὡς γνωστόν, κατὰ τὸν νόμον ͵ΓΠʹ περὶ ἑνιαίας διαχειρίσεως τῆς σταφίδος ἡ Προνομιοῦχος ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ παράσχῃ εἰς τὰ ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ ἐργοστάσια τῆς οἰνοπνευματοποιίας ἐκ τοῦ παρακρατήματος 15,000,000 ἑνετικῶν λιτρῶν σταφίδος, ἵνα μεταβληθῇ εἰς οἰνόπνευμα. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ποσὸν τοῦτο τῆς σταφίδος, τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ Ἑνιαία διὰ τὴν βιομηχανίαν ταύτην καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀρχικὴ τιμὴ ἔχει ὁρισθῆ εἰς 32 δραχμάς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ χιλιόλιτρον, δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας τῶν βιομηχάνων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν μετέχουσι τοῦ τράστ, διότι ἁπλούστατα οἱ μετέχοντες τοῦ τράστ διαγωνίζονται κατὰ τὴν δημοπρασίαν τὸ παρακράτημα καὶ ἀναβιβάζουσι τὴν τιμὴν αὐτοῦ εἰς 35, 40, 60, 80, 120 δραχμάς, εἰς ὅσας θέλουσι κατὰ χιλιάδα, χωρὶς νὰ δύνανται οἱ ἄλλοι ν’ ἀνταγωνισθῶσι, διότι, εἰς ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀναβιβάσωσι τὴν τιμήν, δὲν ζημιοῦνται ποσῶς, διότι οἱ μετέχοντες τοῦ τράστ εἶναι καὶ μέτοχοι τῆς Ἑνιαίας, ἑπομένως αὐτοὶ εἶναι καὶ οἱ πωληταὶ καὶ οἱ ἀγορασταί, καὶ συνεπῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δίδουσι διὰ τῆς μιᾶς χειρός, τὸ λαμβάνουσι διὰ τῆς ἄλλης. Λαμβάνουσι λοιπὸν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς σταφίδος τῆς παρακρατήσεως αὐτοὶ καὶ μόνον, καὶ αὐτοὶ τὸ κατεργάζονται. Τοῦτο εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα μᾶς φέρει; Μᾶς φέρει εἰς τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, ὅτι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ δευτέρας κατηγορίας οὐδεμίαν ὕλην ἔχουσιν ἵνα κατεργασθῶσι, διότι ἡ πρώτη πηγή, ἐκ τῆς ὁποίας ἐλάμβανον τὸ ἀκάθαρτον οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον διύλιζον μεταβάλλοντες εἰς καθαρόν, ἔκλεισε δι’ αὐτούς, ἡ δὲ δευτέρα, δηλαδὴ ἡ σταφὶς τῆς παρακρατήσεως, τὴν ὁποίαν ἠδύναντο οὗτοι νὰ μεταχειρισθῶσιν ὡς πρώτην ὕλην πρὸς κατεργασίαν, ἀπεκλείσθη καὶ αὕτη δι’ αὐτοὺς καὶ συνεκεντρώθη εἰς τοὺς ἐκμεταλλευτὰς τοῦ τράστ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐξαφανισθέντων τῶν ἄλλων οἰνοπνευματοποιῶν τῆς βʹ κατηγορίας, τῶν δὲ ποτοποιῶν μὴ δυναμένων νὰ παράγωσιν οἰνόπνευμα, δὲν ὑπολείπεται εἰς αὐτοὺς ἄλλο μέσον ὅπως παρασκευάσωσι τὰ ποτά των παρὰ ν’ ἀγοράσωσι καθαρὸν οἰνόπνευμα καὶ τὸ μεταβάλλωσιν εἰς ποτά. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ καταφύγωσιν εἰς τὸν μόνον κάτοχον, τὸν ἔχοντα τὸ μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος, δηλαδὴ εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ τράστ, καὶ θ’ ἀγοράσωσι παρ’ αὐτῶν οἰνόπνευμα καταβάλλοντες τὴν τιμὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἤθελον ὁρίσει οἱ μονοπωλιακοὶ κάτοχοι τοῦ οἰνοπνεύματος, καὶ τοῦτο γίνεται σήμερον. Παριστάμεθα δὲ πρὸ τοῦ ἑξῆς φαινομένου, ὅτι, ἐνῷ ἡ ἑταιρεία τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων καὶ ἡ ἄλλη ἡ οἰνοπνευματοποιητικὴ ἐξάγουσαι οἰνόπνευμα εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν πωλοῦσι τοῦτο πρὸς 50 ἢ 60 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, εἰς τὸ Ἐσωτερικὸν τὸ πωλοῦσι πρὸς δραχμὰς 1,10. Πῶς συμβαίνει νὰ συμφέρῃ εἰς τὰς ἑταιρείας αὐτάς, ὥστε εἰς μὲν τὸ Ἐξωτερικὸν νὰ πωλῶσι πρὸς 60 λεπτά, εἰς δὲ τὸ Ἐσωτερικὸν πρὸς 1,10; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω· τοῦτο μὲ ἄγει, ὥστε μετὰ βεβαιότητος νὰ φρονῶ ὅτι, ἐπειδὴ κατέχουσι τὰ σκῆπτρα τοῦ μονοπωλίου ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ, ὁρίζουσι τὴν τιμὴν μονοπωλιακῶς, ἐπειδὴ δ’ εὑρίσκουσιν ἀνταγωνισμὸν παρὰ τῶν ξένων ἐργοστασίων ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, κανονίζουσιν ἐν ἀνταγωνισμῷ τὰς τιμὰς καὶ πωλοῦσιν εἰς ἠλαττωμένας τιμὰς ἐκεῖ, ἐνῷ ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ μὴ ἔχοντες κανένα ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς αὐτοὺς πωλοῦσιν εἰς τὴν τιμήν, ἣν ἄνω ἀνέφερα. Οὕτως ἔχουσι, Κύριοι, ἐν περιλήψει τὰ πράγματα. Καὶ γεννᾶται εὐλόγως τὸ ἐρώτημα πλέον· τούτων οὕτως ἐχόντων, τί πρέπει νὰ κάμῃ τὸ Κράτος; Πρέπει ν’ ἀνεχθῇ τὸ μονοπώλιον τοῦτο; Θὰ ἦτο τολμηρὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐκθέσῃ τὰς γνώμας της καὶ ἀποκρυσταλλώσῃ ταύτας ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ προτείνῃ τὴν μεταρρύθμισιν καθ’ ὡρισμένον τρόπον τοῦ νόμου. Τοῦτο εἶναι ζήτημα καθαρῶς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀκούων τὰ τρωτὰ τοῦ νόμου καὶ τὰ ὑποβαλλόμενα παράπονα νὰ σταθμίσῃ ἐπακριβῶς ταῦτα καὶ προβῇ εἰς τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου τούτου, ἐφαρμόζων τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐνδεικτικῶς νὰ εἴπωμεν, εἶναι τοῦτο, ὅτι εἶναι βεβαιωμένον ὅτι διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς λειτουργίας τῶν ἀμβύκων ἀπόλλυνται πρῶται ὗλαι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀνέρχεται εἰς 500,000 δραχμῶν καὶ αἱ ὁποῖαι σήμερον ἀπορρίπτονται ὡς ἐντελῶς ἄχρηστοι, καὶ τοιαῦται εἶναι τὰ στέμφυλα, αἱ σταφυλαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι προσβληθῆ ὑπὸ διαφόρων νόσων, περονοσπόρου κλπ. καὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλοι πρὸς οἰνοποιίαν, τὸ ὄξος καὶ ἄλλαι ὗλαι, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἀπορρίπτονται ὡς ἐντελῶς ἄχρηστοι καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως θὰ ἠδύναντο ν’ ἀποφέρωσι διὰ τῶν ἀμβύκων ποσὸν ἀκαθάρτου οἰνοπνεύματος ἐξ ἑνός καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου ὀκάδων. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν εἰδῶν τούτων ὑπὸ τῶν ἀμβύκων, ὑπὸ τῶν ἀμβύκων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι προωρισμένοι νὰ δώσωσιν εἰς τὴν βιομηχανίαν ποσὸν οἰνοπνεύματος, οὐχὶ τῶν μικρῶν ἀμβύκων τῆς οἰκιακῆς χρήσεως, οἱ ὁποῖοι σκοπὸν ἔχουσι νὰ παράγωσιν οἰνόπνευμα προωρισμένον διὰ τὴν οἰκιακὴν χρῆσιν. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς νομίζῃ ὅτι καὶ ταύτην τὴν λειτουργίαν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ, ἁρμόδιος εἶναι νὰ τὸ πράξῃ. Ἡμεῖς ἐξετάζομεν τὸ ζήτημα ἀπὸ πλουτολογικῆς ἀπόψεως· ἄλλως τε δὲν ἔχομεν καὶ παράπονα διατετυπωμένα ἐκ μέρους τῶν κατόχων τῶν ἀμβύκων τούτων.
§141Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ γενικὸν παράπονον. Ἡ ἀπαγόρευσις τῶν ἀμβύκων τῆς οἰκιακῆς χρήσεως,
§142Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐκτὸς τούτων, Κύριοι, καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ͵ΓΦΚΕʹ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς βʹ κατηγορίας δὲν ἀπαγορεύεται ἡ ποτοποιία, εἰς τοὺς ποτοποιοὺς δ’ ἀντιθέτως ἀπαγορεύεται τὸ νὰ εἶναι καὶ οἰνοπνευματοποιοὶ δευτέρας κατηγορίας. Τοῦτο ἀναγκαίως θέλει ἐπιφέρει ἡμέραν τινὰ τὴν παῦσιν πάσης ποτοποιίας, διότι εὐθὺς ὡς ἡ ἑταιρεία ἡ οἰνοποιητική, ἡ ἑταιρεία οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, τὸ τρὰστ μὲ μίαν λέξιν, ἀποφασίσῃ νὰ κατασκευάζῃ καὶ ποτά, εὐνόητον εἶναι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς αὐτὰς οἱ ἄλλοι ποτοποιοί, διότι αὐταὶ αἱ ἑταιρεῖαι θὰ ἔχωσι τὴν πρώτην ὕλην, τὸ οἰνόπνευμα, ἐὰν θέλωσι δέ, θὰ δίδωσι τὸ οἰνόπνευμά των εἰς τοὺς ποτοποιούς· ὥστε οἱ ποτοποιοὶ δὲν θὰ δύνανται ν’ ἀνταγωνισθῶσι τοὺς οἰνοπνευματοποιούς, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι καὶ ποτοποιοί, θὰ ἔχωσι δὲ καὶ τὴν πρώτην ὕλην εἰς χεῖράς των. Τοιουτοτρόπως δημιουργοῦμεν προνομιακὴν τάξιν. Ἐκ τοιούτων λόγων ἀγομένη ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι καθῆκον εἶχε νὰ ὑποβάλῃ εὐλαβῶς τὴν κρίσιν της εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ζητήσῃ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου ἐπὶ τῷ τέλει, ὅπως ἐπιτραπῇ μὲν ἡ λειτουργία τῶν ἀμβύκων, διότι τοιουτοτρόπως θὰ δώσωμεν τροφὴν εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς τῆς βʹ κατηγορίας, συγχρόνως δὲ καταβάλῃ πᾶσαν ἐπιβολὴν καὶ προσοχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργὸς νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑνιαία, ὅπως παρέχῃ κατ’ ἔτος ὡρισμένον ποσὸν ἐκ τοῦ παρακρατήματος εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς ἐπὶ ὡρισμένῳ τιμήματι, διότι, ἂν ἀφεθῇ ἐλεύθερος ὁ ἀνταγωνισμός, δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ νὰ λάβωσιν οὔτε μίαν ὀκᾶν ἐκ τῆς παρακρατήσεως.
§143Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Νὰ τοῖς παρέχητε μὲ τὴν αὐτὴν τιμὴν τὸ παρακράτημα, μὲ τὴν ὁποίαν λαμβάνει αὐτὸ ἡ Ἑνιαία.
§144Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ἂν δὲν ληφθῇ τοιαύτη πρόνοια, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν αὐτοτελῆ ἐργοστάσια οἰνοπνευματοποιίας ἐν Ἑλλάδι, ἢ τὰ ἀποτελοῦντα τὸ τράστ. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως φόρου ἐπιτηδεύματος ἀπὸ δραχ. 1,50 τὴν ὀκᾶν εἰς ὀλιγώτερον, ἐπὶ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐκφέρῃ ἀσφαλῆ κρίσιν, διότι καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ζήτημα καθαρῶς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Κατὰ πιθανότητα ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὁ φόρος δὲν ἀπέδωκε τὰ προϋπολογισθέντα ἀκριβῶς, διότι, ἐνῷ προϋπελογίσθη ἐξ αὐτοῦ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν, δὲν ἀπέδωκε παρὰ 1.114.000 δραχμῶν.
§145Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐλειτούργει τὸ λαθρεμπόριον.
§146Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τοῦτο ἴσως ὀφείλεται καὶ εἰς τὸ ὅτι ὑπῆρχεν ἀπόθεμα κατὰ τὸ 1910, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφορολογήθη, διότι ὁ νόμος ἐπέτρεψε τὴν ἀτέλειαν εἰς τὸν κάτοχον οἰνοπνεύματος κατωτέρου τοῦ ποσοῦ τῶν δέκα ὀκάδων. Τοιοῦτον δὲ ποσὸν ὑπῆρχε παρὰ πολλοῖς, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφορολογήθη. Δὲν ἀποκλείεται ὅμως καὶ ἡ ἰδέα ὅτι ἡ βαρεῖα φορολογία συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐξάπλωσιν τοῦ λαθρεμπορίου, διότι βεβαίως τὸ ἐκ τοῦ λαθρεμπορίου κέρδος εἶναι μέγα, εἶναι κέρδος 1.50 ἕως 2 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν καὶ πᾶς τις ῥιψοκινδυνεύει πρὸς ἀπόλαυσιν τούτου.
§147Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ κάμνει χωρὶς νὰ ῥιψοκινδυνεύῃ τὸ παράπαν.
§148Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πιθανώτατα ἡμεῖς προτείνομεν εἰς μίαν δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν νὰ ὁρισθῇ ὁ φόρος.
§149Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ φορολογῆται ἡ παραγωγικὴ δύναμις τοῦ ἐργοστασίου· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τοῦ 1904 φορολογοῦνται τὰ ἐργοστάσια κατὰ τὴν δύναμιν τὴν παραγωγικὴν τοῦ 24ώρου. Εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν ἦσαν οἱ μετρηταί, ἀλλὰ κατηργήθησαν. Σήμερον ἔχετε ἐργοστάσιον παράγον 400 ὀκάδας τὸ ἡμερονύκτιον.
§150Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως ὁ δεύτερος φόρος, ὃν ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἶναι ὁ πάγιος. Αὐτός, τὸν ὁποῖον λέγετε, εἶναι ὁ φόρος ὁ πάγιος, οὐχὶ ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως.
§151Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τί ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐπ’ αὐτοῦ;
§152Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάνθη ὡς πρὸς αὐτόν, διότι δὲν ὑπεβλήθη παράπονον. Κατ’ ἐμὴν τουλάχιστον κρίσιν, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει ἀποφανθῆ, βεβαίως εἶναι ἐνδεδειγμένη καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου τούτου. Διότι, ὅταν, Κύριοι, δὲν δώσωμεν εἰς τὰ διυλιστήρια, εἰς τὴν οἰνοπνευματοποιίαν τῆς δευτέρας κατηγορίας, τὴν τροφὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρεῖχον τοὐλάχιστον μέχρι σήμερον εἰς αὐτὰ οἱ ἄμβυκες, δὲν δώσωμεν δ’ ἐξ ἄλλου καὶ παρακράτημα τῆς σταφίδος, ἵνα κατεργασθῶσι ταῦτα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῶσι τὰ ἐργοστάσια αὐτὰ καὶ νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὴν βαρεῖαν φορολογίαν τῶν 4.000 δρ. ἐτησίως, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει εἰς αὐτὰ ὁ νόμος; Ἔχομεν μίαν φορολογίαν βαρυτάτην ἐπιβαλλομένην εἰς αὐτά, δὲν ἔχομεν δ’ ἀφ’ ἑτέρου τὴν τροφὴν τὴν κινητήριον τῶν ἐργοστασίων ἐκείνων. Ἑπομένως τὰ ἐργοστάσια ταῦτα, καὶ ἐὰν ἐργασθῶσιν ὀλίγον, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν μεγάλην φορολογίαν. Ἢ λοιπὸν πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ τροφὴ καὶ ἡ ζωὴ εἰς αὐτὰ διὰ τῆς ἐλευθέρας λειτουργίας τῶν ἀμβύκων καὶ διὰ τῆς παροχῆς τοῦ παρακρατήματος τῆς σταφίδος πρὸς κατεργασίαν, ὁπότε ἔχοντα τὰ ἐργοστάσια πλήρη ἐλευθερίαν ἐνεργείας θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὴν φορολογίαν τῶν 4.000 δρ., ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται παγίως πρὸς αὐτά, καὶ τότε, καὶ ἐὰν δὲν ἐλαττωθῇ ὁ φόρος, δὲν θὰ δώσῃ καμμίαν ζημίαν εἰς τὰ ἐργοστάσια ταῦτα, ἤ, καὶ ἂν ἐλαττώσητε εἰς 2.000 δραχ. τὸν φόρον καὶ δὲν δώσητε εἰς αὐτὰ τὴν τροφήν, τὴν ὁποίαν προεῖπον, δὲν θὰ δυνηθῶσι ν’ ἀντιμετωπίσωσιν οὔτε τῶν 2,000 δραχμῶν τὴν φορολογίαν.
§153Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Νὰ φορολογηθῇ ἡ ποσότης τῆς παραγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ ὄχι τὰ διυλιστήρια, δι’ ὧν ἐργάζονται, διότι ἐγὼ θέλω νὰ παραγάγω 100 ὀκάδας καὶ ὄχι 400, διότι δὲν δύναμαι νὰ τὰς παραγάγω.
§154Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ φόρου τούτου, ὅπως ἐγὼ τὴν ἀντιλαμβάνομαι τοὐλάχιστον, εἶναι ἄλλη· ἐπιβάλλεται ἡ ἀνωτέρω φορολογία εἰς τοὺς παράγοντας μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 400 ὀκάδων ἡμερησίως, ὅταν δ’ ἡ παραγωγὴ τοῦ ἐργοστασίου ὑπερβαίνῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐπιβάλλεται πρόσθετος φορολογία 15 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καθ’ ὑπέρβασιν παραγομένου οἰνοπνεύματος. Ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν γνώμην ὅτι καὶ τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον οἱ ποτοποιοὶ διατυποῦσιν ὡς πρὸς τὴν διάκρισιν τῶν κονιὰκ τὴν γενομένην σήμερον διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΦΚΕʹ, εἶναι δίκαιον καὶ εὔλογον. Κατὰ τὸν νόμον ἐδημιουργήθη διάκρισις τῶν Ἑλληνικῶν κονιάκ, εἰς κονιὰκ παραγόμενα ἐξ ἀποστάγματος οἴνου καὶ εἰς κονιὰκ παραγόμενα ἐξ οἰνοπνεύματος. Ἡ τοιαύτη διάκρισις κατὰ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς, Κύριοι, βεβαιοῖ καὶ ὑποστηρίζει ἓν ψεῦδος, διότι κονιὰκ ἐξ ἀποστάγματος οἴνου σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἐλάχιστα παράγεται. Ἀλλὰ καὶ τὸ παραγόμενον αὐτὸ ἐλάχιστον ποσὸν κονιὰκ ἐξ ἀποστάγματος οἴνου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξελεγχθῇ δυστυχῶς, ἀλλ’ ἡ βεβαίωσις τῆς Πολιτείας περὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ κονιὰκ ἐξ ἀποστάγματος οἴνου ἢ ἐξ οἰνοπνεύματος παρέχεται συμπερασματικῶς, διότι ἀναλόγως τοῦ συστήματος τοῦ ἐργοστασίου παρέχεται καὶ ἡ βεβαίωσις ὅτι τὸ κονιὰκ παρήχθη ἐξ ἀποστάγματος οἴνου ἢ ἐξ οἰνοπνεύματος. Οὐδεμία χημικὴ ἀνάλυσις εἶναι δυνατή, οὐδεμία ἐπίβλεψις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ κατὰ τὴν κατεργασίαν καὶ μόνον συμπερασματικῶς, διότι ὁ Α ἢ ὁ Β ἐργοστασιάρχης εἶναι κάτοχος τοιούτου μηχανήματος δυναμένου νὰ παράγῃ κονιὰκ ἐξ ἀποστάγματος οἴνου· καὶ ν’ ἀποστάζῃ δηλαδὴ οἶνον καὶ ἐκ τούτου νὰ παράγῃ κονιάκ. Ἐκ τοιούτου σχεδὸν συμπεράσματος παρέχεται ἡ ἄδεια, ὅπως ὁ ἐργοστασιάρχης ἐκεῖνος ἐπικολλᾷ ἐπὶ τῶν φιαλῶν του τὸ σῆμα ὅτι τὸ κονιὰκ παράγεται ἐξ ἀποστάγματος οἴνου. Ἡ τοιαύτη διάκρισις ζημιοῖ σπουδαίως κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν τὸ Ἑλληνικὸν ἐμπόριον, διότι δημιουργεῖ προνομιούχους τάξεις βιομηχάνων ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ὑπολοίπου προϊόντος, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι κονιὰκ ἐξ ἀμυλικοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ κονιὰκ ἐξ ἁγνοῦ οἰνοπνεύματος, ἐκ σταφιδικοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, τῇ κοιτίδι τῶν κονιάκ, ἡ διάκρισις αὕτη εἶναι ἀνύπαρκτος. Δὲν ὑπάρχει διάκρισις κονιάκ· ὑπάρχει μόνον κονιάκ, τοῦ ὁποίου ποικίλλει ἡ τιμὴ ἀπὸ 8 δραχ. μέχρι 150 δραχ. καθ’ ὡρισμένην ποσότητα, ἡ δὲ διάκρισις τοῦ κονιὰκ ἀφίεται εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἑκάστου καταναλωτοῦ, ὅστις ἀναλόγως τῆς ποιότητος καὶ τῆς ἐκτιμήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ εἰς τὰ διάφορα κονιάκ, θὰ προσφέρῃ καὶ τὴν τιμήν. Καὶ ἀφοῦ ἐν τῇ πατρίδι ἐκείνῃ τοῦ κονιὰκ δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάκρισις, ὅπου, ἐν παρόδῳ εἰρήσθω, ὑπάρχουσι καὶ κονιάκ, τὰ ὁποῖα παράγονται ἐξ ἀμυλικοῦ οἰνοπνεύματος καὶ εἰς μεγίστην μάλιστα ποσότητα, θὰ ἦτο ἐντελῶς παράλογον νὰ δημιουργήσωμεν ἡμεῖς τοιαύτην διάκρισιν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι, ὅπου, ὡς γνωστόν, δὲν ὑπάρχει κονιὰκ παραγόμενον ἐξ ἀμυλικοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ πάντα τὰ κονιὰκ παρασκευάζονται ἐκ σταφιδικοῦ οἰνοπνεύματος. Ταῦτα, Κύριοι, ἐθεωρήσαμεν καλὸν νὰ θέσωμεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι δὲ πεπεισμένος ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει λάβει ταῦτα ὑπ’ ὄψιν του καὶ θέλει τροποποιήσει τὸν νόμον εἰς τρόπον ὥστε οὗτος νὰ ἐξυπηρετῇ καὶ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ πρὸ παντὸς καὶ τὰ συμφέροντα τῆς βιομηχανίας ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία πάσης ὑποστηρίξεως, θέλει δὲ πατάξει τὰς προνομιούχους ἐκείνας τάξεις, αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον συνήθισαν νὰ λυμαίνωνται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς βάρος τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, εἰς βάρος τῶν πολλῶν, οἵτινες κατήντησε νὰ εἶναι φόρου ὑποτελεῖς εἰς ὀλίγους ἐκμεταλλευτὰς καὶ προνομιούχους.
§155Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Ἀντιπροσωπεύω, κύριοι Βουλευταί, νομὸν κατ’ ἐξοχὴν οἰνοφόρον, ἀντιπροσωπεύω τὴν πολυστάφυλον Εὔβοιαν, θὰ ἦτο δὲ παράλειψις καθήκοντος στοιχειώδους καὶ ἐπιβεβλημένου, ἂν ἀπεῖχον νὰ μετάσχω τῆς προκειμένης συζητήσεως, συζητήσεως ἥτις θίγει θέμα ἄκρως σοβαρόν, διότι τὸ διὰ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ποτοποιῶν θιγόμενον θέμα δὲν ἀφορᾷ τὸ συμφέρον μόνον τῆς ἀρκετὰ ἄλλως τε πολυπληθοῦς καὶ ἀκμαίας ταύτης βιομηχανίας, ἀλλ’ ἀφορᾷ πολλὰ καὶ ποικίλα συμφέροντα πολλῶν καὶ πολυπληθῶν τάξεων γεωργικῶν καὶ ἐργατικῶν. Θὰ παρέλειπον λοιπὸν στοιχειῶδες καὶ ἐπιβεβλημένον καθῆκον, ἂν ἀπεῖχον τοῦ νὰ διερμηνεύσω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν κραυγὴν τῆς ὀδύνης καὶ τοῦ πόνου, τὸν ὁποῖον βαθύτατα αἰσθάνεται ὁλόκληρος ἡ Εὔβοια καὶ ἡ λοιπὴ οἰνοφόρος χώρα, καὶ ᾐσθάνετο μὲν ταῦτα πρὸ 10 ἐτῶν καὶ πλέον, ἀλλὰ βαθύτερον καὶ καιριώτερον ἐτρώθη, ὅτε πρὸ ἑνὸς ἔτους εἰσήχθη ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος, ὁ νόμος ἐκεῖνος τοῦ 1910, ὅστις ἀπετέλει καὶ ἀποτελεῖ ἀληθῆ ἐπανάστασιν πρὸς τὸ κείμενον Σύνταγμα.
§156Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐν ἐπαναστάσει ἄλλως τε ἐγένετο.
§157Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Ὄχι μόνον ἡ Εὔβοια, ἀλλὰ καὶ αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι.
§158Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Τὸ ⅓ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι βάσιμον τὸ παράπονον τῶν οἰνοφόρων ἐπαρχιῶν, καὶ αὗται εἶναι, ὡς προεῖπον, τὸ ἓν τρίτον τῆς ὅλης Ἑλλάδος, ὅτι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις δὲν προσηνέχθησαν μόνον ὡς ἄστοργοι μητέρες, αἵτινες οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ δώσωσι προσοχὴν πρὸς ἓν τέκνον αὑτῶν ὑπὸ δεινῆς κατατρυχόμενον ἀσθενείας καὶ δεινῶς πάσχον, ἀλλ’ ἐφέρθησαν ὡς κακαὶ μητρυιαί, αἵτινες ἠθέλησαν νὰ προσθέσωσι δεινὰ εἰς τὰ δεινά του. Διότι εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀληθὲς ὅτι ἀφ’ ἧς ἰδίᾳ ἐποχῆς ἀνέκυψεν εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα τῆς σταφιδικῆς κρίσεως αἱ ἑκάστοτε Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ὑπὸ τὴν ἐξέγερσιν καὶ τὰς κραυγὰς τῆς ἀπογνώσεως τῆς σταφιδοπαραγωγῆς κατελήφθησαν ὑπὸ συγκινήσεως, ἥτις εὔλογος ἄλλως τε ἔν τινι μέτρῳ ὡς ἐκ τῆς σοβαρότητος τοῦ προβλήματος ἔφθασε μέχρι σκοτοδίνης, δύναμαι νὰ εἴπω, τοσαύτης, ὥστε νὰ λησμονήσωσι πᾶν ἄλλο ζήτημα, πρὸς τὸ ὁποῖον εἶχε σχέσιν καὶ ἀντίκτυπον τὸ ζήτημα τὸ σταφιδικόν, καὶ ἔσπευσαν νὰ δώσωσι λύσεις κατ’ ἐπανάληψιν διαδεχομένας ἀλλήλας, λύσεις τοιαύτας, αἵτινες, ἐνῷ κατ’ ὀλίγον συνετέλουν εἰς τὴν ἀποτροπὴν καὶ τὴν θεραπείαν τοῦ ζητήματος τοῦ σταφιδικοῦ, ἤνοιγον ὅμως ὀρθάνοικτα τὴν θύραν ἑτέρας κρίσεως ἐπίσης δεινῆς, καὶ ἐνέβαλον εἰς τὴν συμφορὰν καὶ τὴν ἀπόγνωσιν πολυπληθεῖς γεωργικοὺς πληθυσμούς, τοὺς ὁποίους παρεσκεύαζον ἀπὸ μικροὺς ἰδιοκτήτας εἰς ἀκτήμονας καὶ ἀνεστίους. Οὐδεὶς ἀρνεῖται τὴν σοβαρότητα τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, οὐδεὶς ἀρνεῖται τὴν ἀξίαν τοῦ σταφιδικοῦ προϊόντος καὶ τὴν εὐεργετικὴν ἐπίδρασιν τούτου ἐπὶ τοῦ πλούτου τῆς χώρας καὶ τοῦ Δημοσίου, καὶ οὐδεὶς θὰ ἦτο ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ᾐσθάνετο λύπην, διότι τὸ Κράτος ἐφρόντισε νὰ δώσῃ λύσιν τείνουσαν εἰς τὸ νὰ λυτρώσῃ μέγαν γεωργικὸν πληθυσμὸν δεινῶν, τὰ ὁποῖα αἰφνιδίως τὸν κατέλαβον, ἀλλ’ ἠδύνατο τὸ Κράτος, ἠδύναντο αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις καὶ ὤφειλον, ἐν τῷ ἐνδιαφέροντι ὑπὲρ τῆς σταφίδος, νὰ μὴ παρίδωσι καὶ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχον πρὸς τοὺς λοιποὺς πληθυσμούς, νὰ μὴ δημιουργήσωσι προνόμια τοιαῦτα, ὑπὲρ τοῦ προϊόντος τούτου, διὰ τῶν ὁποίων ἀπέκοπτον καὶ τοὺς δύο πόδας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἵσταται ἡ οἰνοπαραγωγή, ἐδήμευε τὴν περιουσίαν τοῦ οἰνοπαραγωγοῦ καὶ τὸν κατεδίκαζεν εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ τὴν πενίαν. Τί ἄλλο εἶναι, Κύριοι, ἢ προνόμιον, ὅτε τὸ Κράτος τὸ ἐπίσημον διὰ συμβάσεως πρὸς ἰδιώτας παραχωρεῖ ἀφθονοῦσαν πρώτην ὕλην εἰς τελείως ἐξηυτελισμένην τιμήν, καὶ εἰς τιμήν, ἥτις ἀπέκλειε πάντα ἀνταγωνισμὸν παντὸς ἄλλου προϊόντος, τί ἠδύνατο, λέγω, νὰ συμβῇ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης εἰς τὴν οἰνοπαραγωγήν; Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤνθει καὶ ἤκμαζε τὸ γεωργικὸν τοῦτο εἶδος καὶ ἐπ’ αὐτοῦ στηριζομένη μεγάλη καὶ πλουσία βιομηχανία, ἡ βιομηχανία τῆς παραγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τῶν ποτῶν, ἦτο ἐξηπλωμένη ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, ἀριθμοῦσα 40 ἢ 50 ἐργοστάσια παραγωγῆς οἰνοπνεύματος δευτέρας κατηγορίας.
§159Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μήπως συνέπεσε τὸ κακὸν τῶν οἰνοφόρων ἐπαρχιῶν μὲ τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ Γαλλικοῦ ἀμπελῶνος;
§160Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ τοῦτο. Ἐγὼ συμπονῶ μεθ’ ὑμῶν, κύριε συνάδελφε, διὰ τὴν σταφίδα, ἀλλὰ δὲν συμπονεῖτε καὶ ὑμεῖς μεθ’ ἡμῶν διὰ τὰ δεινὰ τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Ἡ παγκόσμιος ὑπερπαραγωγὴ τῶν οἴνων βεβαίως θὰ ἔφερε μείωσιν εἰς τὴν τιμὴν τῶν ἑλληνικῶν οἴνων. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἑλληνικὴ παραγωγὴ εἶχε τὴν ἐπικουρίαν τῆς βιομηχανίας, τὴν ὁποίαν εἶχε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἡ πτῶσις τῶν τιμῶν δὲν θὰ ἦτο τοσαύτη, ὥστε νὰ φθάσῃ εἰς τὴν τιμὴν ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν, ὥστε νὰ φθάσῃ εἰς τελείαν ἀζητησίαν. Ἐγένετο ἡ παρακράτησις, ἐδημιουργήθη μέγα ποσὸν πρώτης ὕλης δι’ οἰνόπνευμα καὶ οἴνους καὶ ἐδόθη εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἤρξατο νὰ ἀνοίγῃ καὶ νὰ προάγηται ἀχαλίνωτος ἡ ὄρεξις τῆς κερδοσκοπίας καὶ πάντες οἱ ἐπιχειρηματίαι ἐτέθησαν εἰς κίνησιν, διὰ νὰ εὕρωσι τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ μονοπωλιακὴ ἐκμετάλλευσις τοῦ εἴδους αὐτοῦ θὰ ἦτο δυνατή, συμπράττοντος καὶ συνεπικροτοῦντος δυστυχῶς τοῦ Κράτους. Ὑπέστη πλῆγμα ἡ οἰνοπαραγωγὴ ἐκ τοῦ παρακρατήματος, ἀλλὰ δὲν ἠγανάκτησεν οὔτε παρεπονέθη ζωηρῶς, διότι ἀνεγνώρισεν ὅτι ἔδει νὰ προστατευθῶσιν οἱ πάσχοντες σταφιδικοὶ πληθυσμοί. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα τοῦτο δὲν ἦτο καίριον, διότι εἶχεν ἀφεθῇ μία τις διέξοδος, καὶ εὕρισκεν ἀνακούφισίν τινα, καὶ ἠδύνατο ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς στοιχειωδεστέρας ἀνάγκας αὐτῆς, ὥστε νὰ μὴ καταστραφῇ ἐντελῶς. Δὲν εἶχεν ἀποκλεισθῆ ἐντελῶς τῆς βιομηχανίας τοῦ οἰνοπνεύματος· ἂν ἀφῃρέθη μέγα μέρος αὐτῆς, ἔμειναν ὅμως οἱ ἄμβυκες καὶ ἡ ποτοποιΐα, ἡ ὁποία μεγάλην ἐκδούλευσιν παρεῖχεν εἰς τὴν παραγωγήν, καὶ τὰ πράγματα ἐβάδιζον οὕτω μέχρι τοῦ 1910, ὅτε ἀναφαίνεται ὁ τελευταῖος νόμος ὁ ἤδη ἰσχύων. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐπαναστάσεως, ὑπὸ τὴν ἔκρυθμον ἐκείνην κατάστασιν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἰσήχθη καὶ ἐψηφίσθη νόμος, ὅστις ἀπετέλει ἀληθῆ τοῦ Συντάγματος ἀναίρεσιν, ἀναίρεσιν τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ὅστις ἔθετε τὰς βάσεις τῆς μετ’ ὀλίγον τελείας ἐξαντλήσεως τῶν οἰνοπαραγωγικῶν πληθυσμῶν καὶ τῆς δημιουργίας ἀγροτικοῦ ζητήματος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀκριβῶς ἡ Πολιτεία ἐκαλεῖτο ν’ ἀσχοληθῇ πολὺ εὐλόγως καὶ δικαίως εἰς τὴν λύσιν ἄλλου ὑφισταμένου ἀγροτικοῦ ζητήματος. Δὲν γνωρίζω τίνος πνεύματος ἐπιφοίτησις ἐνέβαλεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου ἐκείνου τὴν ὀλεθρίαν σκέψιν καὶ προήγαγεν αὐτὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ παραδώσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος εἰς τοὺς ὀλίγους ἐν συνεταιρισμῷ κερδοσκόπους, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ καταστρεφόμενα συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν, νὰ εἰσαγάγῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου προϊόντα κατ’ ἔτος παραγόμενα δι’ ἱδρῶτος καὶ αἵματος ἐστεροῦντο τέλεον τῆς χρησιμότητος αὐτῶν καὶ ἐδημεύοντο, διότι δήμευσις δὲν εἶναι μόνον ἡ αὐτούσιος ἀφαίρεσις τοῦ πράγματος, ἀλλὰ καὶ ἐκείνη ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία καθιστᾷ ἄχρηστον καὶ ἄνευ ἀξίας στοιχεῖον τῆς περιουσίας, εἴτε δι’ ἀπαγορεύσεων εἴτε διὰ περιορισμῶν καὶ ὑπερμέτρου φορολογίας δημιουργεῖται.
§161Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα αὐτὸ εἶναι τὸ χειρότερον εἶδος τῆς δημεύσεως, διότι δὲν περιέρχεται τὸ δημευόμενον εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἐξανεμίζεται.
§162Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Καὶ νομίζετε ὅτι πρόκειται περὶ ἀντικειμένου περιουσίας ἐλαχίστου ἢ μηδαμινῆς ἀξίας; Δὲν θὰ ἐκταθῶ, Κύριοι, ἐφ’ ὅλου τοῦ Κράτους, διότι δὲν εἶμαι κάτοχος τῶν ἀριθμῶν, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὸν δῆμον Χαλκιδέων, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι θὰ συγκινήσωσιν, ὡς ἐλπίζω, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε νὰ σκεφθῇ νὰ δώσῃ λύσιν ὁριστικὴν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους τοὺς συντριβομένους ἐκ τοῦ ἰσχύοντος δημευτικοῦ νόμου. Εἶναι γνωστὸν ὅτι παράγεται ἐν τῷ δήμῳ Χαλκιδέων περὶ τὰ 5 ἑκατομμύρια ὀκάδων γλεύκους ἐτησίως κατὰ μέσον ὅρον. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου ἀποτελεῖται ἐκ δύο μερῶν, κατὰ τὰ ⅔ ἐκ γλεύκους καὶ ἐκ τῶν στεμφύλων κατὰ τὸ ⅓. Τοῦτο τὸ ⅓ οὐδεμίαν ἄλλην χρησιμότητα καὶ ἀξίαν ἔχει παρὰ τὴν ἐκ τῆς παραγωγῆς ἐξ αὐτοῦ οἰνοπνεύματος. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ στοιχείου τούτου περιουσίας, τῶν στεμφύλων, τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου ὑφίσταται τόσας καιρικὰς ἐπηρείας, ὥστε σπανίως κατορθοῖ νὰ ἐξέλθῃ μέχρι τέλους ἄτρωτον, καὶ πολλάκις μέγα μέρος αὐτοῦ καθίσταται ἀνίκανον καὶ ἀνεπιτήδιον πρὸς οἰνοποίησιν, καὶ δὲν ἔχει διέξοδον παρὰ τὴν οἰνοπνευματοποίησιν, ὁπότε ὅμως μέλλει νὰ παραγάγῃ πρώτης τάξεως καὶ τὸ ἧττον ἐπιβλαβὲς οἰνόπνευμα, διότι εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἡ φυσικωτέρα πρώτη ὕλη πρὸς παραγωγὴν τοῦ ἀρίστου οἰνοπνεύματος εἶναι τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον μέρος τοῦ προϊόντος τῆς ἀμπέλου δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς οἰνοποίησιν, αἱ μικραὶ σταφυλαί (τὰ κουδούνια), τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπίσης κατάλληλα δι’ οἰνόπνευμα. Πάντα ταῦτα ἀποτελοῦντα τὸ τρίτον καὶ πολλάκις ὡς ἐκ τῶν συνήθων ἄλλως ἐπ’ ἐσχάτων ἐπιβλαβῶν καιρικῶν ἐπιδράσεων τὸ ἥμισυ καὶ πλέον τοῦ ὅλου ἐτησίου προϊόντος τοῦ οἰνοπαραγωγοῦ τὸ Κράτος διὰ νόμου ἐπέβαλεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην κατ’ ἔτος, ὅταν συγκομίζῃ τὰ προϊόντα του νὰ τὰ ἀπορρίπτῃ, καὶ νὰ αἰσθάνηται τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέχει ἐχθρὸς εὑρισκόμενος ἀπέναντί τινος, νὰ νομίζῃ δηλ. ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἐχθρός, ἀφοῦ τὸν καταδικάζει νὰ μὴ διαθέτῃ ὅπως δύναται καὶ νὰ μὴ χρησιμοποιῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον ἐμόχθησε νὰ παραγάγῃ καὶ ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ πορισθῇ τὰ μέσα πρὸς διατροφὴν αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Καὶ ὅταν διὰ τὸν δῆμον μόνον Χαλκιδέων πρόκειται περὶ ποσοῦ πολὺ ἀνωτέρου τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, δύνασθε νὰ συμπεράνητε ποία εἶναι ἡ ποσότης καὶ συνεπῶς καὶ ἡ ἀξία καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ἠθέλησαν νὰ τὴν ὑποτιμήσωσί τινες εἰς 500 χιλιάδας, ἀλλὰ εἶναι πολὺ μείζων, εἶναι τετραπλασία. Ἀλλά, καὶ ἂν τὴν δεχθῶμεν τοσαύτην, μὲ ποῖον δικαίωμα ἔρχεται ἡ Πολιτεία καὶ λέγει εἰς τὸν παραγωγόν: ἀπόρριψον τὴν ἰδιοκτησίαν σου· δὲν σοὶ ἐπιτρέπω ν’ ἀπολαύῃς τῶν καρπῶν τῶν ἀγώνων σου καὶ τῶν κόπων σου; Καὶ ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ διδαχθῶ καὶ νὰ μάθω μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, τὸ ἐπιχείρημα τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νόμου ἐκείνου εἶναι ὅτι τὸ Κράτος λέγει καὶ πράττει τοῦτο, διότι ἔχει ἀνάγκην εἰσοδημάτων. Ἀλλοίμονον ἂν καὶ σήμερον ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν ὅτι τὸ Κράτος δικαιοῦται, διὰ νὰ εἰσπράξῃ ἔσοδα, νὰ φθάνῃ μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἀφαιρῇ καὶ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς καὶ αὐτὸ τὸ δέρμα τοῦ πολίτου καὶ νὰ δημεύῃ τὴν περιουσίαν του! Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι οἱ φορολογικοὶ νόμοι ναὶ μὲν τίθενται διὰ ν’ ἀποφέρωσιν ἔσοδα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ ἀναγνωρίζουσι τὴν στοιχειώδη ἀρχὴν ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἔγκειται εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, εἰς τὴν εὐδοκίμησιν αὐτοῦ, διότι ἡ ἰδιωτικὴ δύναμις ἡ οἰκονομικὴ εἶναι ἡ δύναμις, ἀπὸ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος ἀντλεῖ τὴν ἰδικήν του δύναμιν, ἀλλά, ὅταν ἔρχηται διὰ νόμου τοιούτου νὰ συντρίψῃ καὶ καταστρέψῃ αὐτήν, δύναται νὰ εὕρῃ εὔλογον δικαιολογίαν τοῦ μέτρου του τούτου; δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι προάγει τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας; Ὑφίστατο ἀτυχῶς καὶ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1910 σύστημα δημευτικόν, ὅπερ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν καθιέρωσιν ἐν ἀπωτέρῳ χρόνῳ τοῦ μονοπωλίου τοῦ οἰνοπνεύματος, ἀλλὰ τὸ σχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατώπτριζεν ὁ νόμος τοῦ 1904, δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης, διότι ὤφειλε τὸ Κράτος, ἐὰν ἤθελε νὰ καταρτίσῃ μονοπώλιον δημόσιον, ὤφειλε νὰ ἐξεύρῃ τρόπον ν’ ἀποζημιώσῃ τὰς ἰδιωτικὰς περιουσίας καὶ ὄχι διὰ βαρυτάτης φορολογίας καὶ μέτρων καταθλιπτικῶν νὰ ἐξαναγκάσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας καὶ ἐπιχειρηματίας νὰ ἐκλείψωσιν, ἵνα τότε τὸ Κράτος εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν νὰ πραγματοποιήσῃ εὐκόλως καὶ ἀνωδύνως τὸ μονοπώλιον. Καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς ἀναχωρῆσαν τῷ 1904 ἐπέβαλε δικαίωμα τῆς καταναλώσεως ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων βʹ κατηγορίας οὐχὶ ἀναλόγως πρὸς τὸ παραγόμενον ὑπὸ τοῦ ἐργοστασίου ποσόν, ἀλλ’ ἐπέβαλε τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ὄγκου τοῦ μηχανήματος· ὁ ἔχων μηχάνημα δυνάμενον νὰ παράγῃ ἐντὸς 24 ὡρῶν μέχρι 400 ὀκάδων ἀνύδρου οἰνοπνεύματος νὰ πληρώνῃ 4,800 δραχμὰς καὶ δρ. 15 δι’ ἑκάστην ἐπὶ πλέον τῶν 400 ὀκάδων ἐτησίως, εἴτε ἤθελεν ἐργασθῆ ἐπὶ μίαν ἡμέραν εἴτε καὶ ἐφ’ ὅλον τὸ ἔτος! Ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτου νόμου, ὑπὸ τὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας ἐγνώριζεν ὁ νομοθέτης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι δηλ. τὸ παρακράτημα τῆς σταφίδος τὸ παρεχόμενον εἰς ἐξευτελιστικὴν τιμὴν ἦτο εἰς χεῖρας ἑταιρείας τινός, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ τὸ διαθέσῃ ὡς ἤθελεν, ὑπὸ τὸ κράτος ἐκείνου τοῦ νόμου πλέον τῶν τριάκοντα ἐργοστασίων παραγωγῶν οἰνοπνεύματος ἔπαυσαν ἐργαζόμενα, πλέον τῶν τριάκοντα ἐπιχειρηματιῶν συνετρίβησαν, καὶ πλείονες χεῖρες ἐρρίφθησαν εἰς τοὺς δρόμους, διὰ νὰ περιορισθῇ ἡ ἐργασία εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς σχέσεις μετὰ τῶν κατόχων τῆς πρώτης ὕλης τῆς σταφίδος καὶ ἠδύναντο μόνοι αὐτοὶ νὰ ἐργασθῶσιν. Ἀλλὰ ἔμενον τουλάχιστον εἰς τὴν οἰνοπαραγωγὴν οἱ ἄμβυκες, καὶ δὲν εἶναι τόσῳ μικρὸν τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων, διότι ὄπισθεν αὐτῶν εἶναι ἡ ποτοποιία· ὁ ἰδιοκτήτης κατεσκεύαζε δι’ ὅλου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον τῷ ὑπελείπετο μετὰ τὴν οἰνοποίησιν, σούμαν, ταύτην δὲ παρέδιδεν εἰς τὸν ποτοποιόν, τοιουτοτρόπως δὲ μέγα μέρος τοῦ οἰνοπνεύματος, τὸ ἓν τρίτον τῆς ὅλης καταναλώσεως, ἐξήρχετο διὰ τῶν ἀμβύκων καὶ τῶν ἐργαλείων τῶν ποτοποιῶν καὶ προήρχετο ἐκ τοῦ προϊόντος τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον εἰς χεῖράς των τὴν πρώτην ὕλην τῆς σταφίδος καὶ εἶχον ποσὸν ὑπερπλεονάζον, ἐσκέφθησαν ὅτι ἔπρεπε νὰ κοπῇ αὐτὴ ἡ χεὶρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς, διὰ νὰ ἔχωσιν αὐτοὶ τὸ μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος, καὶ ἦλθεν ὁ νόμος ὁ περυσινός, ὁ ὁποῖος ἀνταπεκρίθη εἰς τὴν ἐπιθυμίαν αὐτῶν, ἐθεράπευσε τὰς ὀρέξεις ἀχαλινώτου κερδοσκοπίας καὶ δυστυχῶς κατέφερε τὸ δεινότερον τῶν πληγμάτων κατὰ τῆς οἰνοπαραγωγῆς καὶ κατὰ τῆς βιομηχανίας, ὡς θέλω ἀποδείξει, καὶ μετὰ τὸν νόμον τὸν περυσινὸν δὲν ἀπέμεινεν εἰς τὴν οἰνοπαραγωγὴν τίποτε. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι ἡ σταφὶς οἰνοποιεῖται, ὅτι ἡ σταφὶς πλέον ἢ ἅπαξ καὶ παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ νόμου μετεσκευάσθη εἰς οἶνον, εἰς ῥητινίτην ἀκόμη, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης χείλη ἐπίσημα δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀρνηθῶσιν ὅτι ὁ σταφιδίτης ἀναμεμιγμένος μὲ Σαμιακὸν οἶνον εἰσήρχετο εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸς κατανάλωσιν εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ οἰνοπαραγωγὴ ἔπασχε δεινῶς καὶ ἐνῷ κτυπᾶται ἡ οἰνοπαραγωγὴ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ τελευταῖον σημεῖον τῆς διεξόδου της καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν τοῦ οἴνου οὐδαμοῦ ἔχει νὰ καταφύγῃ. Εἶναι πλάνη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι, ἂν φανῇ τις πείσμων κατὰ τοῦ νομοθέτου αὐτοῦ καὶ τοῦ τερατουργήματος, τὸ ὁποῖον ὠνόμασε νόμον, καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ πληρώσω τὰς 500 δραχμάς, θὰ προκαταβάλω καὶ τὸν φόρον καταναλώσεως ἐπὶ τῆς πρώτης ὕλης, ἣν κατέχω, καὶ θὰ ἐργασθῶ τὸν ἄμβυκά μου· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ. Ποῦ θὰ πωλήσῃ τὸ προϊὸν τῆς ἐργασίας του; Ὁ νομοθέτης ἐφάνη προνοητικός, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντά του, καὶ εἶπεν ἀπαγορεύω, ὅτι δὲν δικαιοῦται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κάμνει σούμαν, νὰ κάμνῃ καὶ ποτὰ οὐδὲ νὰ πωλήσῃ τὴν σούμαν εἰς ποτοποιόν. Διατί; Διὰ νὰ μὴ δύναται ὁ οἰνοπνευματοποιὸς πρώτης κατηγορίας νὰ πωλήσῃ τὴν σούμαν εἰς τὸν ποτοποιόν. Ποῦ λοιπὸν θὰ καταναλώσῃ τὸ προϊόν του; Ποῦ θὰ τὸ δώσῃ, ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς ποτά, καὶ δὲν δύναται νὰ τὸ δώσῃ εἰς ποτοποιόν; Ποῦ λοιπὸν θὰ τὸ δώσῃ; Θὰ προσφύγῃ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶναι κάτοχος τῆς πρώτης ὕλης, τῆς σταφίδος. Ἀλλ’ οὔτε εἰς ἀκρόασιν θὰ γίνῃ δεκτός, διότι αὐτὸς ἔχει συμφέρον νὰ παύσῃ ἐν Ἑλλάδι ν’ ἀκούηται καὶ αὐτὴ ἡ λέξις σούμα. Καὶ ἄν, Κύριοι, κακῇ τύχῃ ἐν λίαν προσεχεῖ μέλλοντι παρουσιασθῇ ἀζητησία τῶν οἴνων, ἐνταθῇ ἡ ὑφισταμένη κρίσις τῶν οἴνων, καὶ πανταχόθεν ἅπασαι αἱ διέξοδοι εἶναι κεκλεισμέναι, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· τί θ’ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς ὀλοφυρμοὺς καὶ τοὺς θρήνους τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἵτινες θὰ τῷ εἴπωσιν: ἰδοὺ τὸ προϊόν μας· τί θὰ τὸ κάμωμεν; Θὰ τοῖς εἴπητε ὅτι ὁ νόμος τοῦ οἰνοπνεύματος — νόμος ὑφ’ ὃν προώρισται νὰ ὀργιάσῃ τὸ λαθρεμπόριον—εἶναι τοσοῦτον σεβαστός, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται νὰ θιγῇ, ὥστε καθιστᾷ ἀπαράδεκτα τὰ τόσον δίκαια καὶ εὔλογα παράπονά σας καὶ νὰ χύσητε καὶ αὐτὸν τὸν οἶνόν σας, διὰ νὰ μὴ πάθῃ τι ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη ἡ μεγάλη τοῦ οἰνοπνεύματος; Ἀλλ’ αὕτη εἶναι ἡ μία ἄποψις τῶν ἀτασθαλιῶν καὶ ἀθλιοτήτων τοῦ νόμου τούτου, ἡ ἄποψις ἡ ἀφορῶσα τὸν οἰνοπαραγωγόν. Ὁ νόμος ὅμως οὗτος δὲν ἔχει μόνον τοῦτο τὸ ὀλέθριον ἀποτέλεσμα· ὁ νόμος οὗτος πλήττει καιρίως καὶ ἄλλην τάξιν ἀρκετὰ μεγάλην, τὴν ποτοποιίαν. Διότι περιέχει τοσούτους καὶ τοιούτους περιορισμούς, ὥστε πρέπει νὰ εἶναι μάρτυς κανείς, διὰ ν’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ ποτοποιοῦ. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι τοσοῦτον βαρὺς καὶ ἀπαίσιος διὰ τὴν ποτοποιίαν, ὥστε πολὺ ταχέως θὰ ὑποκύψῃ καὶ αὕτη, διὰ νὰ περιέλθῃ ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῆς εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὀλίγων μεγάλων ἐργοστασιαρχῶν, οἵτινες ἔχουσι τὴν μονοπωλιακὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ οἰνοπνεύματος. Διότι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν νομοθέτην, ὅτε ἐνομοθέτει, νὰ ἀγνοῇ τὰς τοπικὰς συνθήκας, ν’ ἀγνοῇ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐργάζεται ἐν Ἑλλάδι ἡ ποτοποιία, καὶ βεβαίως οὐδαμῶς ἠγνόει αὐτούς. Καὶ ὅμως ἦλθεν ὁ νομοθέτης ἐκεῖνος καὶ ἐκτὸς τῶν μεγάλων περιορισμῶν, ἐκτὸς τῶν ποικίλων δικτυπώσεων, τὰς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ ἐκτελέσωσιν οἱ ποτοποιοὶ καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ἀπαιτουμένων εἰδικῶν γνώσεων ἦλθε καὶ ἐπέβαλε φόρον 1½ δρ. κατ’ ὀκᾶν, καὶ ἐπέβαλε τὴν προκαταβολὴν τοῦ φόρου τούτου κατὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ οἰνοπνεύματος. Δεδομένου δ’ ὅτι ἡ ποτοποιία διεξάγεται ἐπὶ πιστώσει ὑποχρεοῦται ὁ ποτοποιός, ἐκτὸς τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος του, τὸ ὁποῖον στέλλει πρὸς τὸν ἀγοραστὴν ἐπὶ πιστώσει καὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ εἰσπράξῃ τὴν ἀξίαν μετὰ 4 ἢ 6 μῆνας ἢ καὶ ὁλόκληρον ἔτος, ὑποχρεοῦται ἐκτὸς τῶν τόσων ἄλλων βαρυτάτων φόρων νὰ καταθέσῃ καὶ 1½ δρ. κατ’ ὀκᾶν τοῦ παρ’ αὐτοῦ ἀγοραζομένου οἰνοπνεύματος, ποσὸν μεῖζον τῆς ἀξίας του, καὶ νὰ ἀναμείνῃ ὁ ἀτυχὴς ἐκεῖνος, ἐὰν θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσπράξῃ τὴν ἀξίαν τοῦ προϊόντος του, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλε, καὶ τὸν βαρύτατον φόρον καταναλώσεως, ὃν προκατέβαλεν.
§163Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φόρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως εἶναι πρόσθετος ἢ ἀντικατέστησεν ἄλλον;
§164Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Πρόσθετος. Θὰ ἔλθω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ.
§165Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Ἔχει ἄδικον κατὰ τοῦτο· ὅτι ἡ 1½ δραχ. κατ’ ὀκᾶν εἶναι ἐπὶ τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος, ἐνῷ ὁ ποτοποιὸς δὲν μεταχειρίζεται ἄνυδρον οἰνόπνευμα.
§166Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Ἔρχομαι ἀμέσως· καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὴν πληροφορίαν, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ μείνητε ηὐχαριστημένος ἐκ τῆς ἀπαντήσεως. Ὁ φόρος καταναλώσεως ἀτυχῶς κατὰ τὴν πρόνοιαν τοῦ νομοθέτου δὲν καταβάλλεται ἀπὸ τὸν καταναλωτὴν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Δημόσιον· καταναλωτὴς δὲν εἶναι ὁ παράγων τὸ οἰνόπνευμα, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ παραλαμβάνει, διὰ νὰ τὸ μεταβάλῃ εἰς νέον εἶδος, εἰς ποτόν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου δὲν καταβάλλει τὸν φόρον ὁ καταναλωτής, ὁ ποτοποιός, ἀλλ’ ὁ ἐργοστασιάρχης, ὅστις εἶναι τὸ χαϊδεμένο παιδὶ τοῦ νόμου. Ὁ δὲ ἐργοστασιάρχης τί νομίζετε ὅτι εἶπε πρὸς τὸν ποτοποιόν; Μέχρι τοῦ νόμου ἐκείνου ἐζήτει ἀπὸ τὸν ποτοποιὸν μίαν δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν, διὰ νὰ τῷ πωλήσῃ οἰνόπνευμα, ἀπολαμβάνων ἐκ τῆς τιμῆς ταύτης μέγα κέρδος, ἐνῷ δὲ οἱ ὅροι τῆς τιμῆς τῆς σταφίδος καὶ τῶν ἐξόδων πρὸς παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος οὐδαμῶς μετεβλήθησαν μέχρι τοῦδε, ἠξεύρετε τί ἔπραξε τὸ τρὰστ τοῦ οἰνοπνεύματος μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου; Ἀνεβίβασε τὴν τιμὴν τοῦ οἰνοπνεύματος εἰς 2.60 κατ’ ὀκᾶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ φόρου καταναλώσεως!
§167Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. 1.50 δραχ.
§168Γ. ΚΟΣΟΝΑΣ. Δὲν εἶναι 1.50, εἶναι 1.32. 2.60 ἠξίωσε, δηλ. προσέθηκε φόρον ὑπὲρ τοῦ ταμείου του, φόρον ὑπὲρ ἰδιωτῶν. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἐν Ἑλλάδι τὰ ἐργοστάσια παράγουσιν ἄνυδρον οἰνόπνευμα 94⁰–95⁰, τοῦτο δὲ ἀναγόμενον εἰς τὸν νόμον, ἐπιβάλλοντα 1½ δραχ. ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς ἀνύδρου οἰνοπνεύματος 100 βαθμῶν, καταβιβάζει τὸν φόρον εἰς 1.32 ἢ 1.35 κατ’ ὀκᾶν, ἀφοῦ ἑκάστη σταθμικὴ ὀκᾶ οἰνοπνεύματος περιέχει 94–95 ἀνύδρου, τὴν διαφορὰν δὲ ταύτην δὲν κερδίζει ὁ ποτοποιός, ἀλλ’ ὁ ἐργοστασιάρχης. Πωλεῖ οἰνόπνευμα 2.60 κατ’ ὀκᾶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ φόρου, καὶ σᾶς λέγει ὅτι προσέθηκε τὴν αὔξησιν ταύτην εἰς τὴν τιμήν, διότι μετὰ τὸν νόμον αὐτὸν ζημιοῦται, διότι μειοῦται ἡ κατανάλωσις. Ἐὰν ἔχητε ἀμφιβολίαν περὶ τῆς πληροφορίας ταύτης, ζητήσατε νὰ πληροφορηθῆτε παρὰ τῶν οἰκονομικῶν Ἀρχῶν. Ἐπεβλήθη δηλ. πρόσθετος φόρος εἰς βάρος τῆς ποτοποιίας καὶ δι’ αὐτῆς εἰς βάρος ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐξ εἴκοσιν ἕως εἰκοσιοκτὼ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν· καὶ διὰ τοῦτο δύνανται τὰ ἐργοστάσια τῆς δευτέρας κατηγορίας, κατασκευάζοντα ποτά, τὰ ὁποῖα τοῖς στοιχίζουσι πολὺ ὀλιγώτερον ἀφ’ ὅ,τι στοιχίζουσιν εἰς τὸν ποτοποιόν, νὰ διαγωνίζωνται τὴν ποτοποιίαν καὶ νὰ πωλῶσι κατὰ εἴκοσι καὶ τριάκοντα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶ, τὰ ποτὰ εὐθηνότερον. Ταῦτα δὲ εἶναι συνέπεια τοῦ ἰδιωτικοῦ μονοπωλίου, τοῦ πρωτοτύπου τούτου μονοπωλίου, ὅπερ καθιέρωσεν ὁ ὀλέθριος νόμος τοῦ 1910 ὑπὲρ ὀλιγίστων ἰδιωτῶν, ἄνευ οὐδενὸς ἀνταλλάγματος, ἄνευ σπουδαίας ὠφελείας τοῦ Δημοσίου. Τοιαῦτα λοιπὸν καὶ ἄλλα πολλά, καὶ τὰ ὁποῖα ἴσως μὲ διαφεύγουσι τὴν στιγμὴν ταύτην, τὰ ἄτοπα τοῦ νόμου τούτου, ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δὲν θίγουσι μόνον τὴν οἰνοπαραγωγήν, τῆς ὁποίας τὴν κρίσιν ἐπιτείνουσι μέχρι τοῦ ἀφορήτου, ὥστε ν’ ἀπειλῆται ὑπὸ τελείας ἐξοντώσεως, ὥστε ν’ ἀναμείνωμεν ὡς ἀναπόφευκτον καὶ ἀσφαλὲς ἐπακολούθημα ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν τὰ κτήματα πωλούμενα ἤδη εἰς τὸ τρίτον καὶ τέταρτον τῆς ἀξίας των νὰ περιέλθωσιν εἰς χεῖρας τῶν ὀλίγων, ἀλλὰ πλήττουσι καιρίως καὶ ἀπειλοῦσι καὶ τὴν ποτοποιίαν, ἀλλὰ πλὴν τούτων καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἀντισυνταγματικὸν καὶ τὸ ἄδικον, ὅτι ἐπεβλήθη εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ φορολογία εἰκοσιοκτὼ λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ πλέον τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένου. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο διὰ τῆς φορολογίας ταύτης νὰ ἐνισχυθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον, βεβαίως τὰ παράπονα θὰ ἦσαν ἀσθενέστερα, ἀλλά, ὅτε βλέπομεν ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα περιέρχονται εἰς εὔρωστα βαλλάντια ἰδιωτικά, τοιαῦται θυσίαι βεβαίως ὑπερβαίνουσι πᾶν ὅριον καὶ πᾶσαν ἀνοχήν, διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἓν λίαν προσεχεῖ μέλλοντι κατάστασις, πρὸς τὴν ὁποίαν πᾶς πονῶν τὸν τόπον βεβαίως πρέπει ν’ ἀποβλέπῃ μετὰ δέους καὶ νὰ φρίττῃ, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμπεράνω τίνας συνεπείας ἐπικινδύνους δύναται νὰ ἔχῃ, τίνας κινδύνους ἐγκυμονοῦσι διὰ τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα τοιοῦτοι κεφαλαιοκρατικοὶ συνεταιρισμοί, ἀφαιροῦντες τὸ κέρδος ὁλοκλήρων γεωργικῶν πληθυσμῶν, τὸν ἐπιούσιον ἄρτον τοῦ χωρικοῦ, διὰ νὰ τὸ ῥίψωσιν εἰς πλούσια βαλλάντια, ὅταν διὰ τοιούτων προνομίων καὶ ἐξαιρετικῆς προστασίας περιβάλλονται ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε· τί θέλετε νὰ κάμῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Δὲν εἶναι ἀδύνατος ἡ θεραπεία οὔτε νομίζω, κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβέρνησιν νὰ ἐπιχειρηματισθῇ ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι 3.000.000 ἐτησίως προσδοκᾷ τὸ Κράτος· καὶ πῶς θὰ τὰ θέσωμεν ἐν ἀμφιβολίᾳ; Ὅτε ἔχει πρὸ αὐτῆς νόμον ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀναιροῦντα πᾶσαν ἀρχὴν δικαίου, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβέρνησιν καὶ δὴ τὴν ἀνορθωτικήν, ἐπὶ τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς στηρίζει τὴν πεποίθησίν του καὶ τὰς ἐλπίδας περὶ διορθώσεως τῶν κακῶς τεθειμένων καὶ τῆς πληρώσεως τῶν πόθων του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἔχει, πρὸς τὰς καταπιεζομένας λαϊκὰς τάξεις, νὰ θέσῃ χεῖρα μεταβολῆς ἐπὶ τοῦ νόμου τούτου. Ποία θὰ εἶναι ἡ μεταβολή; Ἴσως δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἁρμόδιος νὰ ὑποδείξω, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν ἀνορθωτικὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ πρὸς τριάκοντα καὶ πλέον ἐπιχειρηματίας, ἔχοντας ἐργοστάσια δευτέρας κατηγορίας, καὶ τοιαῦτα εἶναι τρία μόνον εἰς τὴν Χαλκίδα: ἐπιτρέπω εἰς ὑμᾶς νὰ ἐργασθῆτε, ἐπαναφέρω εἰς ὑμᾶς τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος σᾶς ἐστέρησε, δίδων τὸν ἄρτον τῶν τέκνων σας, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος τοῦ 1904 σᾶς ἀφῄρεσε. Τριάκοντα πέντε ἐργοστάσια, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι κεκλεισμένα καὶ δὲν λειτουργοῦσιν ἐν τῷ Κράτει καὶ τριάκοντα πέντε οἰκογένειαι ἐπιχειρηματιῶν καὶ πολλαπλάσιαι τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ ἐρρίφθησαν εἰς τοὺς δρόμους, καὶ δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἐργασίαν, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἰσότης καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐν τῷ Κράτει τούτῳ, ἐὰν ὁ νόμος οὗτος τροποποιηθῇ, ὥστε τὸ δικαίωμα καταναλώσεως νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς ὀκᾶς τοῦ παραγομένου οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο σύμφωνον πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἰσηγήθητε εἰς τὴν Βουλήν, τῆς δεκάτης, ἡ ὁποία ἔχει ὡς βάσιν τὴν φορολογίαν τοῦ παραγομένου ποσοῦ. Μεταβαλλομένου, κ. Ὑπουργέ, τοῦ συστήματος τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως ἀπὸ τῆς βάσεως τῆς χωρητικότητος τοῦ ὀργάνου εἰς τὸ παραγόμενον ποσὸν οἰνοπνεύματος, ἅπαντες οἱ ἐπιχειρηματίαι δύνανται νὰ ἐργασθῶσι, διότι δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ἔχωσι κεφάλαια, διὰ νὰ ἐργασθῶσιν ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ἀλλὰ δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ἐφ’ ὁσονδήποτε χρόνον αἱ οἰκονομικαί των δυνάμεις καὶ αἱ συνθῆκαι αἱ τοπικαὶ τοῖς ἐπιτρέπουσι, δὲν ὑπάρχει δὲ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος λέγουσιν ὅτι ὑφίσταται, διότι, ἀφοῦ σήμερον ἔχετε τοὺς μετρητὰς τοποθετημένους ἐπὶ τῶν ἐργαζομένων ἐργοστασίων διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ προσθέτου φόρου καταναλώσεως κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1910, πῶς δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἀμφιβάλλετε ὅτι διὰ τῶν αὐτῶν μετρητῶν εἶναι δυνατὸν καὶ εὔκολον νὰ ἐξασφαλίσητε καὶ τὸ κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1904 δικαίωμα καταναλώσεως, ὥστε νὰ παρίσταται ἀνάγκη διατηρήσεως τῆς βάσεως, τῆς κατὰ τὴν χωρητικότητα, κατὰ τὸν ὄγκον τοῦ ὀργάνου, ἀσχέτως τῆς ἐργασίας, φορολογίας; Διατί φοβεῖσθε κατάχρησιν προκειμένου περὶ τῶν μετρητῶν διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως καὶ δὲν φοβεῖσθε τοιαύτην προκειμένου περὶ τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως τῆς 1½ δρ. κατ’ ὀκᾶν, ὅστις εἶναι ἀσυγκρίτως μείζων τοῦ δικαιώματος καταναλώσεως; Λυομένων τῶν ζητημάτων τούτων κατὰ τὸν δίκαιον τοῦτον τρόπον, τὰ πάντα ἐπανέρχονται εἰς τὴν θέσιν των, οἱ οἰνοπαραγωγοὶ βοηθοῦνται, χωρὶς νὰ βλάπτηται ἡ σταφίς, διότι ἐκεῖ, ὅπου πλείονες ἐργάζονται, ἐκεῖ ἡ ἀνάγκη πρώτης ὕλης καὶ ἡ παραγωγὴ εἶναι μεγαλειτέρα καὶ συνεπῶς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου προάγονται. Ὅταν περισσότεραι χεῖρες ἐργάζωνται, εἶναι φυσικῶς ἑπόμενον νὰ ἀποδίδωσι περισσότερα, ἐνῷ ἤδη ἐλάχιστα εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ κατὰ τὸν νόμον 1904 δικιώματος καταναλώσεως. Λυομένου τοῦ ζητήματος τούτου ἔρχεται τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ πλῆθος ὅλον, μέγα μέρος παραγωγικῶν χειρῶν, αἱ ὁποῖαι τέλος πάντων λέγουσιν ὅτι ἔχουσιν ἀνάγκην καὶ διατελοῦσιν εἰς ἀμηχανίαν καὶ εἰς ἀπόγνωσιν ὡς ἐκ τῆς ἀπαγορεύσεως αὐτῶν καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν λυθῇ, βεβαίως θὰ εἶναι ὁ μεγαλείτερος συντελεστής, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ζωὴ εἰς τὴν οἰνοπαραγωγήν, ἡ ὁποία παλαίει ἤδη πρὸς τὸν θάνατον. Πῶς θὰ λυθῇ ὅμως τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων; Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ὁ ἄμβυξ δὲν εἶναι ὁ τόσον δολοπλόκος καὶ τόσον ἐπικίνδυνος ἐχθρός, ὁ ὁποῖος θὰ καταδολιευθῇ καὶ θὰ καταστρέψῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους· νομίζω ὅτι αἱ τίμιαι καὶ αἱ ἄδολοι χεῖρες τῶν χωρικῶν δὲν εἶναι τόσον ἱκαναί, ὅταν μάλιστα ὁρμῶνται ἐκ τοῦ φόβου μήπως ἐπαναληφθῇ τὸ κακὸν τῆς ἀπαγορεύσεως, τοῦ ὁποίου ἤδη ὑφίστανται τὰς ὀλεθρίας συνεπείας, ὥστε νὰ ἀποτρέψωσιν εὔλογα καὶ ἀνάλογα ἔσοδα τοῦ Δημοσίου, ἐὰν ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ κτήματά των, διότι δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτούς, εἶναι τὰ ἀπὸ αἰώνων συμπληρώματα τῆς ἀμπέλου· ἀπὸ τοῦ Νῶε ἴσως ἡ ἄμπελος συνωδεύετο ἀπὸ τὸν ἄμβυκα. Ἀλλά, ἐὰν θέλητε καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ καταβάλητε μείζονα προσοχήν, δύνασθε ν’ ἀσπασθῆτε οἱονδήποτε σύστημα, εἴτε τὸ συγκεντρωτικόν, εἴτε οἱονδήποτε ἄλλο, εἴτε ἐπὶ τέλους τὸ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ φόρου, εἴτε ἐπιτρέποντες τουλάχιστον τὴν ἁπλῆν ἀπόσταξιν εἰς τὸν οἰνοπαραγωγὸν ν’ ἀπαγορεύσητε τὴν διπλῆν ἢ τὴν παραγωγὴν ποτοῦ, ἐπιτρέποντες εἰς τὸν κτηματίαν νὰ δύναται τὸ προϊόν τῆς πρώτης ἀποστάξεως νὰ τὸ παραχωρήσῃ εἰς τὸν ποτοποιόν, αὐτὸς δὲ διὰ δευτέρας ἀποστάξεως νὰ παραγάγῃ ποτὰ ἐκ τῆς προσφορωτέρας ταύτης πρώτης ὕλης· οὕτω δὲ καὶ τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει νὰ χάσῃ τίποτε, διότι κατὰ τὴν δευτέραν ἀπόσταξιν τῆς σούμας θὰ εἰσπράξητε τὸν φόρον τῆς καταναλώσεως· δὲν εἶναι δὲ τὰ ποτοποιεῖα εἰς τὰ ἀπόκεντρα μέρη, ἀλλ’ εἰς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις, ὅπου πλῆθος Ἀρχῶν εἶναι παρὰ τὰ πλευρά των καὶ δὲν ὑπάρχει σοβαρὸς κίνδυνος καταχρήσεως. Ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, εἶχον νὰ ἐκθέσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ τοσοῦτον ἀπασχολοῦντος τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς καὶ τὴν βιομηχανίαν, ὥστε νὰ κρατῶσιν αὐτοὺς εἰς ἀληθῆ ἀγωνίαν καὶ ν’ ἀναμένωσιν ἀπὸ τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν τὴν βελτίωσιν καταστάσεως, ἡ ὁποία δὲν τιμᾷ Κράτος πεπολιτισμένον, ὅταν μεταξὺ τῶν νόμων αὐτοῦ ὑπάρχωσι τοιαῦτα κατασκευάσματα, προσωπικά, ἀντισυνταγματικά, δημευτικά, ἄδικα, ἐναντίον τῆς παραγωγῆς καὶ ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, πρὸς τὸ συμφέρον δὲ μόνον ὡρισμένων πλουτοκρατῶν. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα πανταχόθεν).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης.
§170Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγὼ ἀργότερα, κύριε Πρόεδρε.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ σειρά σας.
§172Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἀργότερα, διὰ νὰ τὰ εἴπωμεν καλλίτερον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος ἀπουσιάζει.
§174Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Τὸ ἀπασχολοῦν τὴν Βουλήν, Κύριοι, ζήτημα, εἶναι ὄντως σοβαρὸν καὶ κατ’ ἐξοχὴν φλέγον. Καὶ κατ’ ἐμὴν κρίσιν εἶναι ὑπὸ τρεῖς ἐπόψεις ἐξεταστέον· ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς προστασίας μεγάλης βιομηχανίας ἐν τῷ Κράτει, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς προστασίας τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς περιφρουρήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Κατὰ τὴν ταπεινήν μου δὲ γνώμη πάντα ταῦτα δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι. Δὲν θὰ προέλθω εἰς θεωρίας, διότι ἀρκετὰ ἀνεπτύχθησαν καὶ θ’ ἀναπτυχθῶσιν ἴσως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος τῶν ποτοποιῶν καὶ τὸ ὑπόμνημα τοῦτο τῶν ποτοποιῶν ἐν τῷ Κράτει, ὡς καὶ τὸ τῶν ποτοποιῶν ἐξαγωγέων, ἀλλ’ ἔχω ἐκτὸς τούτων καὶ ἄλλας πληροφορίας συλλέξει βασίμους, βασιμωτάτας, ἀπὸ ἀνθρώπους εἰλικρινεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλουσι καὶ τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὸ Κράτος νὰ ἐκπληρώσωσιν ἐπακριβῶς, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔργον των νὰ μὴ ὀπισθοδρομήσῃ. Ἄν, Κύριοι, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ὑπελείφθησαν αἱ προβλέψεις καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὰ ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ἔσοδα, δὲν ὀφείλεται τοῦτο μόνον εἰς τὸ ὅτι ὑπῆρχεν ἀρκετὴ ποσότης οἰνοπνεύματος κεκρυμμένη ὑπὸ τῶν ποτοποιῶν, ἀλλ’ ὁ σπουδαιότερος λόγος εἶναι ὅτι ὁ πολὺς κόσμος, πρὸ πάντων ὁ ἀγροτικός, ἔπαυσε πλέον νὰ πίνῃ ποτὸν ἐντελῶς.
§175Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πανταχοῦ ἔγινεν αὐτό.
§176Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Τὸ γνωρίζω, Κύριοι, ἀπὸ ποτοποιοὺς τῶν ἐπαρχιῶν, εἰλικρινεῖς ἀνθρώπους. Τὸ τσίπουρο, τὸ κούμαρον, καὶ τὸ μοῦρον ἐχρησίμευον πρότερον, ἐπιτραπήτω μοι ἡ φράσις, ὡς προαγωγὸς τῶν ἄλλων ποτῶν καὶ ἡδυπότων. Σήμερον μεταβαίνετε εἰς τὸν μικροπαντοπώλην τῶν χωρίων καὶ δὲν βλέπετε διόλου ποτόν. Ὅτε εἶχεν αὐτὸς τὸ ἐγχώριον τσίπουρο, ἐφιλοτιμεῖτο νὰ φέρῃ καὶ ἀπὸ τὰ ἄλλα τὰ εὐγενῆ ποτὰ τὰ ἐξ οἰνοπνεύματος ἀνύδρου κατασκευαζόμενα. Μετέβημεν κατὰ τὴν ἐκλογικὴν περιοδείαν εἰς ἓν χωρίον, ἐξ ἑκατὸν οἰκογενειῶν· ἦσαν ἑξήκοντα περίπου ἄνθρωποι εἰς ἓν μαγαζάκι καὶ ἤθελον νὰ μᾶς στρατάρωσι καὶ ἐσταύρωσαν τὰς χεῖρας· εἴπομεν ἡμεῖς καὶ ἔφεραν λουκούμια, ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ τὰ λάβωσιν. Εἴμεθα μὲ τὸν κ. Ποῦλον, ὅστις εἶναι παρὼν καὶ θὰ τὸ βεβαιώσῃ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, Κύριοι, εἰς θεωρίας πολλάς. Θὰ περιορισθῶ εἰς πραγματικὰ γεγονότα, εἰς θετικὰ πράγματα. Δὲν ὁμιλῶ δὲ διὰ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι εἶναι πάντες σύμφωνοι, ἀλλὰ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ προσέξῃ. Ἐνδιαφερόμεθα ἡμεῖς περισσότερον ἀπ’ αὐτὸν διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, διότι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς φορολογούμενοι, καί, ἂν δυσπιστῇ, ἂς ἐξετάσῃ τὰ βιβλία του. Θέλομεν ἑπομένως νὰ διευκολύνωμεν, κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὴν δικαίαν φορολογίαν, εἰς τὴν περιφρούρησιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν περιφρούρησιν τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων· διότι εἶναι ἓν ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφεραν τὸ μαχαῖρι εἰς τὸν λαιμὸν οἱ ἐντολεῖς μας καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ προσφέρωμεν τὸν ὀβολόν μας, ἀλλὰ πάντα ταῦτα νὰ τὰ φέρωμεν, ὥστε νὰ μὴ κλονισθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ νὰ λυθῇ καὶ τὸ ζήτημα αὐτό.
§177Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ λυθῇ καὶ πρέπει νὰ λυθῇ.
§178Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἔχω μάλιστα τὴν ταπεινὴν γνώμην ὅτι ὁ φόρος αὐτός, οὕτω πως ὡς ἡμεῖς τὸν φανταζόμεθα ἐπιβαλλόμενος, θὰ ἠδύνατο κατὰ μέγα μέρος ν’ ἀναπληρώσῃ καὶ τὸν φόρον τῶν σπειρομένων, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἀπεχθέστερος πάντων. Οἱ ἐντολεῖς ἡμῶν μᾶς εἶπον: Προσφερόμεθα νὰ πληρώσωμεν καὶ ἡμεῖς φόρον διὰ τὸ τσίπουρον. Καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ἔχομεν μελετήσει ἐπὶ πολὺ τὸ ζήτημα καὶ ὁπόταν θέλητε θὰ σᾶς δώσωμεν ἡμεῖς τὰς θετικωτέρας τῶν πληροφοριῶν πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους.
§179Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ποῖον φόρον;
§180Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Περὶ τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος ὁμιλῶ· νὰ διαρρυθμισθῇ ἄλλως.
§181Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Προτείνετε κανένα ἄλλον;
§182Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Τώρα θὰ εἴπω πῶς φαντάζομαι ὅτι δύναται νὰ λειτουργήσῃ ὁ νόμος καὶ διὰ τὸ προϊὸν τῶν μικρῶν ἀμβύκων.
§183Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ἀμβύκων, κύριε συνάδελφε;
§184Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Μάλιστα.
§185Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ νέα φορολογία, θὰ σᾶς προσέξῃ ἡ Κυβέρνησις!
§186Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Θὰ εἶναι κατ’ ἀνάγκην φορολογία. Ὄχι ἄλλη φορολογία, ἀλλά, ὅταν λειτουργήσωσιν οἱ μικροὶ ἄμβυκες, θὰ φορολογηθῶσι καὶ αὐτοί. Ἔστω. Ἀφοῦ αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῶν ἐντολέων ἡμῶν, ἂς γίνῃ καὶ τοῦτο.
§187Ι. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ. Κουφοῦ καμπάνα κιἂν βροντᾷς!
§188Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ὄχι δά! Ὁ κ. συνάδελφος ὁ προαγορεύσας ἐπραγματεύθη τὸ ζήτημα τῆς προστασίας τῶν ἀμβύκων τῆς δευτέρας κατηγορίας καὶ τὸ τῶν ποτοποιῶν. Ἐγὼ θ’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς λειτουργίας τῶν μικρῶν ἀμβύκων. Ἀλλὰ πρὶν ἔλθω εἰς τοῦτο θὰ σᾶς κάμω τὸν ἑξῆς ὑπολογισμόν. Σήμερον τὸ ἄνυδρον οἰνόπνευμα φορολογεῖται ὀνομαστικῶς μὲν μὲ 1.50 δραχ. κατ’ ὀκᾶν, πράγματι ὅμως φορολογεῖται ἢ 1.32, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἢ 1.36 ἕως 1.38, κατ’ ἰδικάς μου πληροφορίας, ἡ δὲ πραγματική του ἀξία εἶναι δρ. 1.10 ἕως 1.20. Συμβαίνει ὅμως συνήθως τὸ ἄνυδρον οἰνόπνευμα νὰ μὴ ἔχῃ 100 βαθμούς, αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὀνομαστικῶς φορολογεῖται μὲ 1.50 δρ. — καὶ αὐτὸ σημειώσατέ το, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ θὰ τὸ ἐξακριβώσητε —, αὐτὴν δὲ τὴν διαφορὰν ἀπὸ 1.32, κατὰ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ἢ 1.36–1.38, κατὰ τὸν ἰδικόν μου ὑπολογισμόν, τὴν ὠφελοῦνται οἱ ἔχοντες τὸ τρὰστ οἰνοπνευματοποιοί. Ἐκτὸς δὲ τούτου ηὔξησαν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ οἰνοπνεύματος, διότι τὸ ἔχουσι μονοπώλιον. Τὸ οἰνόπνευμα σήμερον ἀγοράζεται πρὸς 2.60 τὴν ὀκᾶν· πράγματι ἡ ἀξία του εἶναι 1.10, τὸ πολὺ 1.20. Μὲ μίαν ὀκᾶν ἄνυδρον οἰνόπνευμα κατασκευάζουσι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ποτοποιῶν δύο ὀκάδας καὶ 100 δράμια ποτοῦ καλοῦ· ἐὰν ὑπολογίσωμεν ὅτι ὁ φόρος κατέρχεται εἰς τὴν μίαν δραχμὴν κατὰ τὰς ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ὑποβάλει καὶ τὰς ὁποίας εὑρίσκω πολὺ δικαίας, θὰ ἔχωμεν τότε καλὸν ποτὸν ἐκ μιᾶς ὀκᾶς οἰνοπνεύματος δύο ὀκάδας καὶ 100 δράμια ποτοῦ, μὲ ἀξίαν μετὰ τοῦ φόρου δύο δραχμῶν, 2.10–2.20 τὸ πολύ, τουτέστιν ἡ ἀξία τοῦ ποτοῦ θὰ εἶναι μία δραχμή. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ δύναται τὸ ποτὸν αὐτὸ ν’ ἀνταγωνίζεται ἐν τῷ Κράτει καὶ νὰ γίνηται μεγάλη κατανάλωσις, θὰ γίνηται δ’ ἐν εὐρυτέρᾳ κλίμακι, ἐνῷ σήμερον, ὡς εἶπον εἰς ὑμᾶς, εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς πρὸ πάντων ἔπαυσεν ἐντελῶς ἡ κατανάλωσις. Τοῦτο δύνασθε νὰ τὸ πληροφορηθῆτε καὶ τὸ ἐξακριβώσητε ἀσφαλῶς. Ἐκ τῶν αἰτημάτων λοιπὸν τῶν ποτοποιῶν καὶ τῶν ἐξαγωγέων εὑρίσκω ὡς ὀρθὴν καὶ εὔλογον καὶ ὡς ὠφέλιμον καὶ διὰ τὸ Δημόσιον τὴν μείωσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος εἰς μίαν δραχμήν. Τὴν κατάργησιν τῆς διακρίσεως τοῦ κονιὰκ τοῦ ἐκ σταφίδος παραγομένου καὶ τοῦ ἐκ σταφυλῆς, διότι ἡ διάκρισις αὕτη εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ὡς αὐτοὶ τοὐλάχιστον λέγουσιν, ἐπιφέρει μεγάλην δυσκολίαν εἰς τὴν κατανάλωσιν. Εὑρίσκω προσέτι ἐκ τῶν αἰτημάτων τῶν ποτοποιῶν τῶν ἐξαγωγέων ὡς ὀρθὴν τὴν λῆψιν μειζόνων ἐγγυήσεων διὰ τὰ ἐξαγόμενα καὶ ἐξ ἀνυπερβλήτων αἰτίων καὶ κωλυμάτων ἐπιστρεφόμενα, ὡς ἐπιστρέφονται νῦν ἐκ τῶν μερῶν τῆς Τουρκίας μὲ τὴν ἐπικράτησιν τοῦ ἐμπορικοῦ ἀποκλεισμοῦ. Ἀλλ’ εὑρίσκω ἔτι δικαιοτέραν τὴν ἀξίωσιν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν λειτουργίαν τῶν μικρῶν ἀμβύκων πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπε πρὸς ὑμᾶς, πόσον εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὸν γεωργὸν αὐτὸ τὸ ποτὸν τέλος πάντων. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω πάλιν ὅτι κατὰ τὴν περιοδείαν μου εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἠσθάνοντο μεγάλην ἔλλειψιν οἱ συνεπαρχιῶταί μου, διότι δὲν εἶχον νὰ προσφέρωσιν εἰς ἡμᾶς ἓν τσίπουρον· ἐνόμιζον ὅτι αὐτὸ εἶναι μία στέρησις μεγάλη τέλος πάντων, μία ἀφιλοξενία μεγάλη ἐκ μέρους αὐτῶν.
§189Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν ἐνόμιζον, ἀλλὰ καὶ εἶναι.
§190Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὁποίαν ἐντολὴν ἔλαβον ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς των οἱ ἄλλοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον τὴν λέγω ἀπροκαλύπτως. Καὶ κατὰ τὴν περιοδείαν μου καὶ κατόπιν εἶπον καὶ προέτρεψαν ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀμβύκων, μόνον τῶν μικρῶν, διὰ τὴν ἰδίαν των χρῆσιν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἂν καὶ δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος, ἀλλ’ ἐκ τῶν πληροφοριῶν καὶ ἐκ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς καὶ τοῦτο. Θὰ ἤθελον νὰ φορολογηθῇ καὶ τὸ ἐκ σούμας παραγόμενον ποτὸν μέχρι τεσσαράκοντα λεπτῶν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν μίαν ἰσοτιμίαν μὲ τὸ ποτὸν τὸ παραγόμενον ἐξ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος τῶν μεγάλων ἐργοστασίων τῆς δευτέρας κατηγορίας· ἀλλ’ οἱ τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν κάτοχοι ἀμβύκων δέχονται φορολογίαν ἐπιτηδεύματος καὶ ἐπὶ πλέον δέχονται οἱ παραγωγοὶ νὰ πληρώνωσιν εἰκοσιπέντε λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Γνωρίζετε ποῦ φθάνει ὁ φόρος αὐτός; Εἰς μέγα ποσόν.
§191Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Δι’ ἕκαστον καζάνι δεκαπέντε δραχ. ἐπιτήδευμα.
§192Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἔστω. Παρέλειψα, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθές. Εἶναι ἐξηκριβωμένον ὅτι τὸ τρὰστ τῶν ἐργοστασιαρχῶν ἔχει μυστικήν τινα σύμβασιν μετὰ τῆς «Ἑνιαίας». Οἱ ἐργοστασιάρχαι οἱ παράγοντες τὸ ἄνυδρον οἰνόπνευμα, ἐὰν μεταβῆτε νὰ πλειοδοτήσητε εἰς τὴν δημοπρασίαν τοῦ πρὸς οἰνοπνευματοποιίαν παρακρατήματος τῆς σταφίδος, σᾶς δέχονται δι’ ὅσον ποσὸν καὶ ἂν προσφέρητε, ἀλλ’ ἡ μυστικὴ συμφωνία μεταξὺ τῆς Ἑνιαίας καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν εἶναι ὅτι θὰ πλειοδοτήσῃ πάντοτε τὸ τρὰστ αὐτὸ καὶ ἡ πραγματικὴ ἀξία τῆς προσφορᾶς θὰ εἶναι δραχμαὶ ἑξήκοντα κατὰ χιλιόλιτρον. Ἐγένετο αὐτὸ καὶ διηγωνίσθησαν ποτοποιοὶ Καλαμῶν μὲ τοὺς ἐργοστασιάρχας αὐτούς· ἔφθασαν ὀγδοήκοντα δραχμὰς οἱ ἐργοστασιάρχαι Καλαμῶν, καὶ ὀγδοήκοντα μίαν ἡ ἑταιρεία τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, καὶ οὕτως ἔλαβε τὸ πλεόνασμα, ἀλλὰ τὸ ἐπλήρωσε πρὸς ἑξήκοντα δραχμὰς κατὰ τὴν μυστικὴν σύμβασιν.
§193Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἡ ἑταιρεία τὸ πωλεῖ πρὸς ἑκατὸν τριάκοντα δραχμάς.
§194Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ πρὸς φωτισμὸν πωλεῖ τριάκοντα δύο δραχμάς, τὸ δ’ ἄλλο πρὸς ἑβδομήκοντα δραχμάς.
§195Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελεν εὐαρεστηθῆ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν σαφεστέρας πληροφορίας. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω, εἶναι τοῦτο. Ὅπως, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ φορολογηθῇ ὁ καπνός, διεκήρυττον οἱ ἐπινοήσαντες τὸν φόρον ὅτι ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ σκοπὸν ἔχει νὰ προφυλάξῃ τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν ἀπὸ τὰ νοσήματα, οὕτω καὶ τώρα λέγεται ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος δὲν εἶναι τόσον φορολογικός, ὅσον εἶναι ὑγιεινός. Ἀλλὰ τί παρατηροῦμεν; Θὰ σᾶς εἴπω διὰ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ, διότι εἶμαι ἀπὸ ἐπαρχίαν καπνοπαραγωγικήν, ὅτι ἡ ὑγεία τῶν ἀνθρώπων ἤρχισε νὰ ὑπονομεύηται διὰ τῆς νηστείας, διότι οἱ καπνίζοντες προτιμῶσι νὰ καπνίζωσι παρὰ νὰ τρώγωσι, δηλαδὴ περιορίζουσι τὴν τροφήν των, διὰ ν’ ἀγοράζωσι καπνόν.
§196Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ ὑγειονοσίαν!
§197Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ τὸν ἀλκοολισμὸν ἀντικατέστησεν ἡ πεῖνα.
§198Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη αἰτιολογία τῆς τοιαύτης φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος, ὅτι δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβλέπῃ διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν ἀμβύκων. Ἐν τούτοις λέγεται τουλάχιστον ὅτι πρόκειται καὶ τὸν φόρον τῶν σπειρομένων γαιῶν νὰ τὸν βεβαιώνωσιν οἱ ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἂν διὰ τοῦτον τὸν φόρον τῶν ἀμβύκων, διὰ τὸν ὁποῖον εὐκόλως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ τὸν βεβαιώνωσι, λέγουσιν ὅτι δὲν ἔχομεν, τότε πῶς θὰ γίνεται ἡ βεβαίωσις τοῦ ἄλλου φόρου τῶν σπειρομένων; Δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένον τὸν λόγον αὐτόν, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὑποστηρίζω ὅτι θ’ αὐξηθῶσι διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου «περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος», κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον εἶπον, σημαντικῶς τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, θὰ λείψωσι δὲ καὶ αἱ εὔλογοι αἰτιάσεις κατὰ τῶν κυβερνώντων ὅτι δημεύουσι τὸν ἰδιωτικὸν πλοῦτον. Τὸ γνωρίζομεν δὲ πάντες καὶ πρέπει νὰ τὸ βεβαιώσωμεν ὅτι πολὺ συνετέλεσεν ὁ φόρος αὐτός, δηλαδὴ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς λειτουργίας τῶν μικρῶν ἀμβύκων, εἰς τὸ νὰ ἐξεγερθῇ ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογὰς κατὰ τοῦ προηγουμένου καθεστῶτος.
§199ΠΕΛ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὁ νόμος τοῦ 1910 ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὴν ἐπανάστασιν εἶναι γνωστὸν καὶ βέβαιον ὅτι εἶναι νόμος ἀντισυνταγματικός, ὅστις ἐδήμευσε τὴν περιουσίαν ὡρισμένων πολιτῶν ἐπ’ ὠφελείᾳ ὡρισμένης τάξεως ἀνθρώπων. Ὁ νόμος αὐτὸς ἐπέφερε καίριον βεβαίως τραῦμα εἰς τὸ προϊόν τῆς ἀμπέλου, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰργάζοντο εἰς ἅπαν τὸ Κράτος δώδεκα χιλιάδες ἄμβυκες χωρητικότητος ἐλάσσονος τῶν 150 ὀκάδων καὶ εἰργάζοντο μὲ τὰ προϊόντα τῆς ἀμπέλου. Ἦλθε λοιπὸν ὁ νόμος, ὅστις ἀπηγόρευσε τὴν ἀπόσταξιν καὶ τὴν πρώτην διὰ μεγάλης φορολογίας καὶ τὴν δευτέραν ἐντελῶς διὰ τῶν μικρῶν ἀμβύκων, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον κατεστράφη ἐντελῶς τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου καὶ ἐζημιώθη ὡρισμένη τάξις ἀνθρώπων, δηλαδὴ οἱ ἀμπελουργοὶ οἱ κάτοχοι μικρῶν ἀμβύκων ἐκ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν.
§200Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ὑπετιμήθη καὶ ἡ ἀξία τῶν κτημάτων.
§201ΠΕΛ. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ἀφοῦ κατεστράφησαν τὰ κτήματα, βεβαίως κατὰ μείζονα λόγον ἠλαττώθη καὶ ἡ ἀξία αὐτῶν. Κατὰ τὴν στατιστικὴν εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς ἅπαν τὸ Κράτος ὑπάρχουσιν ἓν ἑκατομμύριον διακόσιαι χιλιάδες στρέμματα ἀμπέλων· ἐκ τοῦ προϊόντος τούτου τῆς ἀμπέλου, καὶ ἰδίᾳ ἐκ τῶν στεμφύλων, παρήγετο 1 καὶ ½ ἑκατομμύριον ὀκάδων οἰνοπνεύματος. Αὐτὸ κατεστράφη ἐντελῶς, τὸ ἐκμεταλλεύεται δὲ μόνον ἡ Προνομιοῦχος καὶ ἡ Ἑταιρεία τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ ὑπέστησαν μεγάλας καταστροφάς. Ἐκείνη ἡ ἐπαρχία, ἡ ὁποία ὑπέστη τὴν μεγαλειτέραν καταστροφήν, εἶναι ἡ ἐπαρχία Τυρνάβου. Ὁ Τύρναβος ἔχει καὶ τὴν εἰδικὴν βιομηχανίαν τοῦ οὔζου, τὸ ὁποῖον ἐπώλει πρὸς δύο δραχμὰς τὴν ὀκᾶν. Οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου κατώρθωσαν νὰ διαφημίσωσι τὸ προϊόν τοῦτο ἀνὰ τὴν Αἴγυπτον, Σμύρνην, Θεσσαλονίκην καὶ Ἰταλίαν, ὁ νόμος αὐτὸς ὅμως ἦλθε καὶ κατέστρεψεν ἐντελῶς τὸν Τύρναβον. Ὁ Τύρναβος ἔχει δέκα ἑπτὰ χιλιάδας στρέμματα ἀμπέλων, αἵτινες παράγουσι στέμφυλα, χρησιμεύουσι δὲ μόνον διὰ τὴν παραγωγὴν σούμας. Ἀφοῦ λοιπόν, Κύριοι, διὰ τοῦ νόμου μᾶς ἀπαγορεύεται ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα ἀπόσταξις, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι τὸ προϊόν μας αὐτὸ τῶν στεμφύλων τὸ προερχόμενον ἐκ τῶν 17,000 στρεμμάτων νὰ τὸ ῥίψωμεν. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι τρία στρέμματα ἀμπέλου παράγουσιν ἐν Τυρνάβῳ 2,000 ὀκάδας στεμφύλων, 2,000 ὀκάδες δὲ στεμφύλων παράγουσιν 120 ὀκάδας σούμας καὶ 75 ὀκάδας οὔζου ἢ ῥακίου. Τὸ οὖζον ἐξηκολούθει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὴν αὐτὴν ἀξίαν, ἐνῷ τὸ ῥακὶ ἐξέπεσε καὶ ἤδη πωλεῖται πρὸς 80 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ζημιοῦται λοιπὸν ἕκαστος ἀμπελοκτήμων κατὰ στρέμμα 18 δραχμάς, ὑπολογίζεται δ’ ὅτι εἰς πάντα τὰ μέρη, ὅπου ὑπάρχουσιν ἄμπελοι, τὸ ἔσοδον τὸ ἐκ τῶν στεμφύλων δύναται νὰ ἀντισταθμίσῃ τὰς δαπάνας τῆς καλλιεργείας τῆς ἀμπέλου. Εἰς τὸν Τύρναβον ἕκαστος ἰδιοκτήτης ζημιοῦται 18 δραχμὰς κατὰ στρέμμα· εἰς τὴν ζημίαν αὐτὴν τὴν μεγάλην τὴν προερχομένην πρῶτον ἐκ τῶν στεμφύλων καὶ δεύτερον ἐκ τῶν εἰδικῶν σταφυλῶν, τὰς ὁποίας παράγει ὁ Τύρναβος, πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ ζημία τῶν φθειρομένων οἴνων, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι οἱ οἶνοι τοῦ Τυρνάβου εἶναι ἀδύνατοι καὶ μόλις ἔφθανον οἱ μῆνες Ἰούνιος καὶ Ἰούλιος τοὺς ἔβραζον, ἐλάμβανον τὴν σούμαν καὶ τοὺς ἐπώλουν πρὸς δύο δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Αὐτὸ τὸ προϊόν κατεστράφη ἐντελῶς. Αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας ὑφίστανται πάντες οἱ ἀμπελοκτήμονες, ἰδιαίτατα δὲ ὁ δῆμος Τυρνάβου, εἶναι ἀρκετὰ μεγάλαι. Νομίζω ὅτι, καὶ διὰ τὸν Τύρναβον μόνον ἐὰν ἐπρόκειτο, εἶχεν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν νόμον αὐτόν, διότι, ὅσον μικροὶ καὶ ἂν εἶναι οἱ πληθυσμοί, πάντοτε εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ Κράτους, δὲν δύναται δὲ τὸ Κράτος νὰ παρίδῃ τὴν καταστροφὴν πληθυσμοῦ, ἔστω καὶ μικροῦ, ἐπ’ ὠφελείᾳ ἑτέρου τοιούτου, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ὁ Τύρναβος ὑφίσταται κατ’ ἔτος ζημίαν τοὐλάχιστον 400,000 δραχμῶν, διότι ἔπαυσεν ἐντελῶς ἡ βιομηχανία τοῦ οὔζου, ὁ πωλητὴς δέ, ὁ ὁποῖος πωλεῖ ἐν Ἀθήναις οὖζον Τυρνάβου, δὲν πωλεῖ οὖζον Τυρνάβου, ἀλλ’ οὖζον προερχόμενον ἀπὸ ἄλλα μέρη, ἑπομένως καὶ ἡ βιομηχανία τοῦ οὔζου κατεστράφη ἐντελῶς, καὶ χάριν λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ Τυρνάβου, νομίζω ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπανορθώσῃ τὰς μεγάλας αὐτὰς ζημίας, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ νόμος περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος, καὶ ταχέως νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν νόμον τοῦτον.
§202Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἤκουσα μὲ πολλήν μου εὐχαρίστησιν πάντα τὰ ἀναπτυχθέντα σήμερον κατὰ τοῦ νόμου περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος, καὶ τοῦτο, διότι ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ πρῶτον ἐλέχθη περὶ τῆς φορολογίας αὐτῆς, μετὰ τὴν λαϊκὴν ἐπανάστασιν, ὡς καὶ περὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ἠσθάνθην θλῖψιν μεγάλην.
§203Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Διὰ τὴν ἐπανάστασιν.
§204Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Διὰ τὴν ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὸν φόρον εἰς τὰς κατωτέρας τάξεις, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ φορολογήσῃ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐντελῶς ἀφορολόγητοι, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὴν ἀπὸ τὰς πρώτας ἡμέρας νὰ ἐπιβάλῃ τοιούτους νέους φόρους. Διότι δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας. Ἡ φορολογία ἐπεβλήθη πρὸς τὸν σκοπὸν μόνον καὶ μόνον νὰ φορολογήσῃ τὸν μικρὸν λαὸν καὶ νὰ λάβῃ τὸ δημόσιον χρῆμα.
§205ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Χάριν τῆς ἀνισότητος.
§206Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τοῦτο βεβαίως δὲν ἐγένετο χάριν τῆς ἰσότητος· τὸ εἶπον ἔκτοτε, ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι δὲν ἐγνώριζον καὶ τὰ ἐλατήρια τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀπεκαλύφθησαν, διότι ὁ νόμος αὐτὸς περὶ οἰνοπνεύματος δὲν εἶχε, φαίνεται, μόνον σκοπὸν τὴν ἀνακούφισιν τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν ἄλλων σκοπῶν, καὶ δὲν ἦτο μόνον φόρος καταναλώσεως, ἀλλ’ ἐπενέβαινε καὶ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν· ἤρχετο νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀγρότην, ὁ ὁποῖος τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου του μετέβαλλεν εἰς ποτόν τι, τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν, ὅπως ἔκαμε χρῆσιν καὶ τοῦ οἴνου του, πρὸς θέρμανσιν. Τοῦτο, ἐν μετρίᾳ χρήσει, ἀποτελεῖ διὰ τὸν πτωχὸν ἀγρότην τὸν μὴ ἔχοντα τὰ μέσα νὰ θερμανθῇ μὲ τροφὰς οὐσιαστικωτέρας ἀληθὲς καταφύγιον, καθόσον προχείρως ὑποστηρίζει τὸν ὀργανισμόν του. Τοῦτο ἦλθεν ὁ νόμος ἐκεῖνος νὰ ἐμποδίσῃ εἰς τὸν γεωργόν, ὁ ὁποῖος τὸ κατεσκεύαζεν ὁ ἴδιος καὶ τὸ εἶχεν εἰς τὸν οἶκόν του, καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ πολεμηθῇ δῆθεν ὁ ἀλκοολισμός, ἵνα σωθῇ ὁ λαὸς ἀπὸ αὐτόν. Ποῦ, Κύριοι, εἶναι ὁ ἀλκοολισμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἡμεῖς οἱ πρεσβύτεροι γνωρίζομεν ὅτι ὅλος ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ὁ γεωργικὸς πάντοτε μετεχειρίζετο τὸ ποτὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον παρῆγεν ἀπὸ τὰ στέμφυλα, καὶ οὐδέποτε ἔπαθεν ἀπὸ ἀλκοολισμόν. Διὰ τοῦτο ὅτε, Κύριοι, ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον ἡ ἰδέα αὐτὴ τοῦ ἀλκοολισμοῦ, μοὶ ἐγεννήθη ὑποψία τις, διότι ἐρρίφθη ὡς ἐκ συστάσεως, διότι εἶδον ἐκστρατείαν δημοσιογραφικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετερρυθμίζετο ὁ νόμος πρὸς καταπολέμησιν τοῦ ἀλκοολισμοῦ, καὶ ἐνεθυμήθην ἄλλην τινὰ ἐκστρατείαν δημοσιογραφικήν, ἡ ὁποία ἔγινε περὶ διαδόσεως τῆς σταφίδος ἓν ἔτος πρὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἀκριβῶς καὶ τότε, Κύριοι, πᾶσαι αἱ ἐφημερίδες ὡς ἐκ συνθήματος ἐφώναζον «ἐσώθη ὁ σταφιδικὸς κόσμος καὶ ἔφθασεν ὁ χρυσοῦς αἰών, διότι ἡ Ἑνικία προέβη εἰς διαφήμισιν τῆς σταφίδος». Φρονεῖτε ὅτι τὰ πράγματα ταῦτα ἦσαν τυχαῖα; Οὐχί· οὔτε ἐκεῖνα οὔτε τὰ περὶ ἀλκοολισμοῦ, ἀλλ’ ἦσαν ἁπλῶς σύνθημα, τὸ ὁποῖον ἐδόθη, διὰ νὰ παραπείσῃ τὸν ἀτυχῆ λαὸν τὸν πάντοτε ἀπατώμενον νὰ δεχθῇ τὸ χρυσωμένον αὐτὸ καταπότιον, καὶ τὸ καταπίῃ. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀκούομεν ἐνταῦθα τὰ περὶ ἀλκοολισμοῦ, διατί νὰ εἴμεθα ἀπὸ τοὺς εὐπίστους καὶ ἡμεῖς; Ἂς ἀπαντήσῃ ἡ ἀνθρωπίνη φύσις. Ὑπενθυμίζομεν πάντες τὰ πρόβατα τοῦ πανούργου· ἀρκεῖ νὰ πέσῃ ἓν εἰς τὴν θάλασσαν καὶ τὰ λοιπὰ ἀκολουθοῦσι· μὴ σᾶς πειράζει δὲ ἡ ἐξομοίωσις, καθόσον οὕτω συνήθως μορφοῦται ἡ κοινὴ γνώμη· ἀρκεῖ νὰ εἴπῃ τις ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ἀλκοολισμοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ σωτηρίας τῆς σταφίδος, καὶ πάντες οἱ ἄλλοι εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὸ πιστεύσωμεν. Ἰδού, Κύριοι, ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν σκέψιν τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Πρόκειται νὰ πάθῃ ἡ γεωργικὴ τάξις καὶ μαζὶ μὲ αὐτὴν ἡ τάξις τῶν ποτοποιῶν, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ εἶναι καταδεδικασμένη ν’ ἀποθάνῃ, διότι δὲν πωλεῖ δηλητήριον, ἀλλὰ πωλεῖ ἐμπόρευμα πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν νὰ ζήσῃ ὁμὰς ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι παρίστανται ὡς προστάται τῆς δημοσίου ὑγείας, ὡς φροντίζοντες περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τοὺς γλυκεῖς αὐτοὺς λόγους ὑποκρύπτουσι τὸ ἴδιον συμφέρον. Καὶ δύναται μὲν ἕκαστος νὰ μεριμνᾷ περὶ τοῦ συμφέροντός του, ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου νὰ μὴ περιβάλληται τὸν τύπον τῆς ἐξαπατήσεως τῶν ἄλλων. Τοιαῦτα εἶναι τὰ γενόμενα καὶ διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι μὲ ὅλην μου τὴν δύναμιν, διότι πρόκειται περὶ φορολογίας ὑποβληθείσης ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνήθισαν νὰ ἐκμεταλλεύωνται αὐτόν. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει τρόπος συμβιβασμοῦ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου μετὰ τῶν συμφερόντων τῆς παραγωγῆς καὶ τῶν ποτοποιῶν. Δὲν πρέπει ν’ ἀδικηθῇ καὶ ἡ τάξις αὐτὴ τῶν βιομηχάνων, καθὼς δὲν πρέπει καὶ ὁ πτωχὸς λαὸς νὰ παρεμποδισθῇ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν προϊόντων τῆς ἀμπέλου, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ δίκαιον παράπονον, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ ἐκ τῶν ἀμπελοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ ὄχι κατὰ τῆς παρακρατήσεως, διότι ὁ νόμος περὶ παρακρατήσεως ἀπηγόρευσε τὴν χρῆσιν τῶν ἀμυλωδῶν οὐσιῶν εἰς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος καὶ ἤνοιξε τὸ στάδιον εἰς τὰ προϊόντα τῆς ἀμπέλου ὡς ἀποστάξιμα ὕλης, ἀπέκλεισε δηλ. τὸν ἐπιφοβώτερον ἐχθρὸν τῆς σταφυλῆς, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ τῇ κάμῃ ἀνταγωνισμόν, τὸν ἀραβόσιτον ὡς καὶ πάντα ἐκεῖνα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα παράγεται εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν τὸ οἰνόπνευμα, αὐτὰ πάντα τὰ ἀπέκλεισε διὰ πρώτην φορὰν ὁ νόμος τῆς παρακρατήσεως ἐν ἔτει 1855 καὶ ἔκτοτε δὲν ἐγένετο χρῆσις αὐτῶν. Ὅτε δέ, Κύριοι, ἔρχεται νόμος μεθοδευθεὶς εἰς τὰ παρασκήνια καὶ παρεμποδίζει τὴν ἀπόσταξιν τῶν στεμφύλων καὶ ἄλλων προϊόντων τῆς ἀμπέλου, τότε βεβαίως οἱ κύριοι συνάδελφοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ παραπονῶνται, καὶ ἑνώνω καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν τὴν διαμαρτυρίαν μου.
§207Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε γενομένης συζητήσεως, ὡς καὶ ἐκ τῶν κατ’ ἰδίαν παραπόνων ἢ ἀναφορῶν ἢ διαμαρτυριῶν τῶν ἐνδιαφερομένων οἰνοπαραγωγικῶν τάξεων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐπείσθη περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς λήψεως μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀνακουφισθῶσιν οἱ πολῖται, ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ μικροὶ ἄμβυκες ἀπὸ τῆς φορολογίας αὐτῆς. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εὐηρεστεῖτο, νὰ προέβαινεν ἀπὸ τοῦδε εἰς σχετικὰς δηλώσεις καὶ πρὸς ἀνακούφισιν τῶν ἐνδιαφερομένων οἰνοπαραγωγικῶν τάξεων καὶ πρὸς τερματισμὸν τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία, νομίζω, εὐρεῖα διεξήχθη ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ εἶναι περιττόν, νομίζω, ν’ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ πλέον ἡ Βουλή. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ ἐξαιρετικῶς, ἐπειδὴ κατάγομαι ἐξ Ἄρτης, νὰ φέρω εἰς γνῶσιν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Βουλῆς ὅτι ἐν Ἄρτῃ αἱ ἄμπελοι κεῖνται ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ, τὰ δὲ στέμφυλα εἰσάγονται, ἀφοῦ βαρύτατα φορολογηθῶσιν, εἶναι δ’ ἐντελῶς ἄδικον νὰ ὑποβάλλωνται εἰς φορολογίαν τὰ στέμφυλα ἢ ν’ ἀπαγορεύηται ἡ κατασκευὴ σούμας ἐκ στεμφύλων, τὰ ὁποῖα ἐφορολογήθησαν ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολίτης.
§209Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς τῶν ποτοποιῶν, κύριοι Βουλευταί, οἱ προηγουμένως παρελάσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἠγόρευσαν διὰ μακρῶν, ὑποστηρίξαντες τὰ συμφέροντα τῆς παραγωγῆς τῆς πρώτης ὕλης, ἰδίως ὑποστηρίξαντες τὰ συμφέροντα τῶν ἀμπελουργῶν. Δὲν θὰ παρακολουθήσω τοὺς προαγορεύσαντας εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ ξηρῶς εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τουτέστιν εἰς τὴν ἀναφορὰν τῶν ποτοποιῶν, καὶ θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ καθαρῶς βιομηχανικῆς ἀπόψεως, δὲν νομίζω δ’ ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τούτου τοῦ ὁρίζοντος τοῦ θέματος χάνει τοῦτο τὸ μέρος τῆς σημασίας αὐτοῦ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ὑποστηρίξεως τῶν συμφερόντων ὡρισμένων ἀτόμων ἢ κἂν ὡρισμένων τάξεων, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὑποστηρίξεως τῆς ὅλης κοινωνικῆς οἰκονομίας, διότι ἡ βιομηχανία τῆς ποτοποιίας εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἀνεπτυγμένων βιομηχανιῶν ἐν Ἑλλάδι, ἥτις ὄντως χρήζει μεγάλης ὑποστηρίξεως. Δύο καίρια τραύματα κατέφερεν ὁμολογουμένως, κύριοι Βουλευταί, ὁ τελευταῖος νόμος τοῦ 1910 κατὰ τῆς βιομηχανίας τῆς ποτοποιίας, διότι διὰ μὲν τοῦ βαρέος φόρου, ὃν ἐπέβαλεν ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, περιώρισε τὴν ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ κατανάλωσιν τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, διὰ δὲ τῶν περιορισμῶν, μὲ τοὺς ὁποίους περιέβαλε τὴν ἐξαγωγὴν τῶν ποτῶν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, περιώρισε τὴν κατανάλωσιν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, καὶ ἐντεῦθεν ἠλάττωσε σημαντικῶς μίαν σπουδαιοτάτην πηγὴν πλούτου. Ὁ νόμος αὐτός, ὅπως γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τέκνον τῆς Κυβερνήσεως τῆς 15 Αὐγούστου 1909. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔχουσα ἀνάγκην πόρων, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τὰς πολλαπλᾶς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησε τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἤγαγεν αὐτὴν εἰς τὴν Ἀρχήν, ἀπέβλεψε μεταξὺ ἄλλων καὶ εἰς τὸ οἰνόπνευμα καὶ ἐσκέφθη ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸ φορολογήσῃ βαρέως ἄνευ κινδύνου τῆς δημοτικότητός της διὰ δύο λόγους: Πρῶτον διότι ἡ φορολογία τοῦ οἰνοπνεύματος ὡς ἔμμεσος δὲν εἶναι ἀμέσως αἰσθητὴ εἰς τὰς φορολογουμένας τάξεις, καὶ δεύτερον διότι τὸ οἰνόπνευμα ὡς ἐκ τῆς ὑποτιθεμένης ἐπιβλαβοῦς ἰδιότητος αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ εἶναι ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον διατελεῖ πάντοτε ὑπὸ δυσμένειαν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν γενικὸν κανόνα τὸν πανταχοῦ τοῦ κόσμου κρατοῦντα, ὅτι ὅπου βαρεῖα πίπτει ἡ φορολογία ἐφ’ ἑνὸς ἀντικειμένου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἐκεῖ συμπάρεδρον ἔχει αὕτη καὶ τὸ λαθρεμπόριον. Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί, πρὸ ὀλίγου ἀγορεύσαντος συναδέλφου, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀνεκοίνωσεν ὅτι κατεσχέθη φορτίον ὁλόκληρον λαθρεμπορικοῦ οἰνοπνεύματος· ἠκούσατε τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυκλάδων καταγγείλαντος ὅτι τὸ λαθρεμπόριον μαίνεται εἰς τὰς Κυκλάδας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν Κυκλάδων. Τὸ λαθρεμπόριον μαίνεται πανταχοῦ. Καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθωσι τὰ πράγματα νὰ μᾶς δείξωσιν ὅτι τὸ λαθρεμπόριον ἀναπτύσσεται ὅπου βαρεῖα πίπτει φορολογία· τοῦτο εἶναι αὐτονόητον ἀλλὰ καὶ τὰ πράγματα ἐπελθόντα ἐκύρωσαν περιτράνως τὴν ἀλήθειαν ταύτην· ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς πολλὰ μέρη πωλεῖται κονιὰκ πρὸς 1,20 κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλά, διὰ νὰ πωλῆται πρὸς 1,20, εἶναι προφανὲς ὅτι εἶναι προϊὸν οἰνοπνεύματος προερχόμενον ἐκ λαθρεμπορίας, διότι τὸ σταφιδικὸν οἰνόπνευμα, οὗτινος γίνεται χρῆσις ἐν Ἑλλάδι, στοιχίζει, ὡς ἠκούσατε, πρὸς 1,10 κατ’ ὀκᾶν· ἑπομένως μετὰ τοῦ φόρου, ἀνερχομένου εἰς δραχμὰς 1,50]οο, ἑκάστη ὀκᾶ οἰνοπνεύματος στοιχίζει 2,60]οο, ἐκ μιᾶς ὀκᾶς δὲ οἰνοπνεύματος παράγονται δύο ὀκάδες κονιάκ. Ἄρα ἡ πρώτη ὕλη τοῦ κονιὰκ στοιχίζει 1,30 κατ’ ὀκᾶν. Ἄν προσθέσητε ἀκόμη καὶ 40 λεπτὰ διὰ σάκχαρον καὶ ἄλλα ὑλικὰ δι’ ἔξοδα κατεργασίας καὶ γενικὰ βιομηχανικὰ ἔξοδα, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ κονιὰκ στοιχίζει εἰς τὸν κατασκευαστὴν 1,70 κατ’ ὀκᾶν. Ὅθεν, διὰ νὰ πωλῆται 1,20, προφανῶς πρόκειται περὶ κονιὰκ προερχομένου ἐξ οἰνοπνεύματος λαθρεμπορικοῦ, ἤτοι ἐξ οἰνοπνεύματος ἀμυλικοῦ, τὸ ὁποῖον πωλεῖται πρὸς 50 λεπτά, λαθρεμπορικῶς δ’ εἰσαγόμενον οὐδένα πληρώνει φόρον.
§210Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πωλεῖται ὄντως 1,20 κατ’ ὀκᾶν κονιάκ;
§211Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Εἰς τὰ χωρία, ὅπου εἶναι δυνατὴ ἡ ἄσκησις λαθρεμπορίου, πωλῆται. Εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὸν Πειραιᾶ δὲν ἠξεύρω ἂν πωλεῖται.
§212Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ Πειραιεὺς εἶναι ἡ ἑστία τοῦ λαθρεμπορίου.
§213Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας πλεῖσται. Τώρα βεβαίως δὲν περιμένετε, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς ὑποδείξω ἐγὼ ποῖαι εἶναι αἱ διάφοροι καταστρεπτικαὶ συνέπειαι τῆς ἀναπτύξεως τοῦ ἐμπορίου τούτου· συνέπειαι καταστρεπτικαὶ διὰ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον στερεῖται τοῦ ἐκ τοῦ φόρου ἐσόδου, συνέπειαι καταστρεπτικαὶ διὰ τὴν ποτοποιίαν, συνέπειαι καταστρεπτικαὶ διὰ τὴν σταφιδοπαραγωγήν, διότι τὸ οἰνόπνευμα, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ εἰσαγόμενον ἔξωθεν περιορίζει τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος, συνέπειαι τέλος καταστρεπτικαί, ὅπως προηγουμένως εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κυκλάδων ἰατρός, διὰ τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν, διότι τὸ οἰνόπνευμα ἐκεῖνο εἶναι ἀμυλικόν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ταῦτα πάντα εἶναι ἀρκετὰ νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ ἐπὶ πλέον ἡ βαρεῖα αὕτη φορολογία τοῦ οἰνοπνεύματος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1911 ὑπεσχέθη εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τοῦτο οὕτω θὰ γίνῃ, ἀλλὰ μέχρις ὅτου ληφθῶσι τὰ μέτρα αὐτά, καὶ μέχρις ὅτου τὰ μέτρα ταῦτα ἐπιφέρουσι τὰ εὐνοϊκὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον προσδοκᾷ ἐξ αὐτῶν, θὰ παρέλθῃ ἀρκετὸς χρόνος, κατὰ τὸν ὁποῖον καὶ τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ μεγάλα ποσὰ καὶ ἡ ποτοποιία θὰ καταστραφῇ, χωρὶς νὰ ἔχῃ πλέον ἐλπίδα ν’ ἀναβιώσῃ. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν ὁ φόρος αὐτὸς εἰς τὴν ποτοποιίαν διὰ τῆς μειώσεως τῆς ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου μόνον· ἐγὼ θεωρῶ σπουδαιοτέραν τὴν ζημίαν, ἡ ὁποία ἐπέρχεται ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν κατανάλωσιν. Εἶναι γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι μέγιστον μέρος τῶν παραγομένων ποτῶν καταναλίσκεται ἀπὸ δύο καὶ πλέον δεκαετηρίδων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἐκ τῶν μεγίστων ἀγορῶν καταναλώσεως κονιὰκ Ἑλληνικοῦ εἶναι ἡ γείτων Ἐπικράτεια, ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς καὶ εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ εἰς τὴν Νότιον Ἀφρικὴν καὶ τὴν Αὐστραλίαν καὶ πανταχοῦ ὅπου ὑπάρχουσιν Ἕλληνες καταναλίσκονται Ἑλληνικὰ ποτά, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι εἰς πάντας γνωστὸν ὅτι εἰς ὅλην τὴν ὑδρόγειον σφαῖραν ὑπάρχουσιν Ἕλληνες ἐγκατεσπαρμένοι. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἀπήλλαξε τὰ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐξαγόμενα ποτὰ τοῦ φόρου καταναλώσεως, τῆς 1.50 δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν· ἀλλὰ θελήσας ἐκεῖνος νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου κατὰ πάσης καταδολιεύσεως περιέβαλε τὸ ἀγαθὸν τοῦτο τῆς ἀπαλλαγῆς διὰ τοιούτων διατυπώσεων, διὰ τοιούτων περιορισμῶν, ὥστε τὸ κατέστησε δῶρον ἄδωρον. Ἐν πρώτοις ὥρισεν ὅτι ἀπαλλάσσει τὰ ποτὰ τὰ ἐξαγόμενα εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν τοῦ φόρου τῆς καταναλώσεως. Κυρίως εἰπεῖν τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ὁ φόρος καταβάλλεται, ἀλλ’ ὁ νόμος ὑπόσχεται τὴν ἐπιστροφὴν εἰς τὸν καταβαλόντα, ὅταν βεβαιωθῇ ἡ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐξαγωγὴ τοῦ ποτοῦ. Ὑπάρχει δὲ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἀρχικῆς ἀπαλλαγῆς καὶ τῆς ὑποσχέσεως πρὸς ἐπιστροφήν. Ἡ ὑπόσχεσις πρὸς ἐπιστροφὴν ἰσοδυναμεῖ πρὸς δέσμευσιν τοῦ κεφαλαίου, κεφαλαίου τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 20.000, εἰς 30.000, εἰς 100.000, ἔστιν ὅτε καὶ 200.000 δραχμῶν, ἐπὶ ἔτος καὶ πλέον, διότι μένει κατατεθειμένον εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον νεκρὸν διὰ τὸν ἔμπορον. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ κονιάκ, διὰ νὰ κατασκευασθῇ, ἀπαιτεῖ χρόνον τινά, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀπαιτεῖ πολὺ περισσότερον χρόνον, διὰ νὰ σιτευθῇ, διὰ νὰ γίνῃ καταναλώσιμον. Λοιπὸν ὁ κατασκευαστὴς ὀφείλων νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον θὰ κρατήσῃ τὸ κονιὰκ εἰς τὰς ἀποθήκας του ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους καὶ κατόπιν θὰ τὸ ἐξαγάγῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν.
§214ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ θὰ λάβῃ τὰ χρήματά του.
§215Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ μὴ νομίσητε ὅτι εἶναι εὔκολα αὐτὰ τὰ πράγματα. Διὰ νὰ τὸ ἐξαγάγῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν, ἀπαιτεῖται προηγουμένως νὰ ὑποβάλῃ διασάφησιν εἰς τὴν τελωνιακὴν Ἀρχήν, ἡ τελωνιακὴ Ἀρχὴ πρέπει νὰ εἰδοποιήσῃ περὶ τῆς καταθέσεως τῆς διασαφήσεως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ διατάξῃ τὸ χημικὸν ἐργαστήριον νὰ ἐξελέγξῃ τὴν ἀκρίβειαν τῆς ὑποβαλλομένης διασαφήσεως. Ὕστερον πάντων τούτων, τὰ ὁποῖα λέγονται εἰς δύο λέξεις, ἀλλά, ὡς εἶναι γνωστόν, εἰς τὸ γραφειοκρατικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἐν Ἑλλάδι, ἀπαιτεῖται πολὺς χρόνος διὰ νὰ ἐκτελεσθῶσι, κατορθώνεται νὰ ἐξαχθῇ τὸ ποτόν. Ἴσως θὰ νομίσητε ὅτι δὲν ἔχει πλέον ἢ νὰ προστρέξῃ εἰς τὸ ταμεῖον καὶ νὰ λάβῃ τὸν φόρον. Ἀπατᾶσθε· τὸ χημικὸν ἐργαστήριον πρέπει νὰ συντάξῃ πρωτόκολλον, τὸ πρωτόκολλον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατόπιν νὰ ἐκδοθῇ τὸ ἔνταλμα.
§216Γ. ΠΩΠ. Διὰ νὰ λάβῃ τὰ χρήματά του, ἐὰν ἔχῃ τὸ ταμεῖον.
§217Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Καὶ δι’ αὐτὰς τὰς δικτυπώσεις ἀπαιτεῖται χρόνος πολύς. Ἀρκεῖ ἓν παράδειγμα· φίλος μου ποτοποιὸς ἐν Πειραιεῖ ἐφόρτωσε τὸν Ἰανουάριον κονιὰκ διὰ τὴν ἀλλοδαπήν· δὲν γνωρίζω τί ἔγινε μέχρι σήμερον, ἀλλὰ γνωρίζω ὅτι μέχρι τοῦ Πάσχα δὲν εἶχε κατορθώσει νὰ λάβῃ τὸ ἔνταλμα. Καὶ μετὰ τὴν λῆψιν τοῦ ἐντάλματος δὲν τελειώνει τὸ πᾶν, καὶ τονίζω τοῦτο μετὰ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. συναδέλφου, ὅτι σήμερον ἴσως δὲν ἀπαιτεῖται χρόνος πολύς, ἵνα λάβῃ τὰ χρήματά του ἀπὸ τὸ ταμεῖον, ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλαὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας μεταξὺ ἐντάλματος καὶ πληρωμῆς τοῦ χρήματος μεσολαβεῖ πολὺς χρόνος. Καὶ ὅταν ἔχῃ τὴν δύναμιν ὁ κάτοχος νὰ κρατήσῃ εἰς χεῖράς του τὸ ἔνταλμα, ἔχει καλῶς, ἀλλά, ὅταν καταφεύγῃ εἰς τὸν προεξοφλητήν, τί θὰ γίνῃ αὐτὸς ὁ ἔμπορος; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε· πῶς θὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντά του τὸ Δημόσιον; Νομίζω ὅτι ἡ νομοθεσία μας παρέχει τὸ μέσον, παραδεχθεῖσα τὸν θεσμὸν τῆς διαμετακομίσεως. Ὅπως τὰ ἐμπορεύματα τίθενται ὑπὸ διαμετακόμισιν καὶ δὲν καταβάλλεται ὁ φόρος εἰμὴ ἂν εἰσαχθῶσιν εἰς ἐσωτερικὴν κατανάλωσιν, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύνανται νὰ τεθῶσι καὶ τὰ ποτὰ εἰς διαμετακόμισιν, τοῦτο δὲ δὲν τὸ ἀγνοεῖ καὶ ὁ νόμος τοῦ 1910, διότι ὁ νόμος αὐτὸς διέταξεν ὅτι τὰ οἰνοπνεύματα καὶ τὰ ποτὰ τὰ παρηγμένα πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ δὲν ὑπάγονται εἰς καταβολὴν φόρου παρὰ ἐὰν ἐντὸς δύο ἐτῶν δὲν ἐξαχθῶσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Αὐτὸ λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ νόμος περὶ τῶν ποτῶν τῶν παρηγμένων πρὸ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, διατί νὰ μὴ τὸ ἐφαρμόσῃ καὶ διὰ τὰ ποτὰ τὰ παρηγμένα μετὰ τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ; Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ Ἕλλην βιομήχανος τίθεται εἰς ἥσσονα μοῖραν ἀπὸ τὸν εἰσάγοντα ἔξωθεν ποτά. Διότι ὁ εἰσάγων ἐκ Γαλλίας κονιὰκ δύναται νὰ τὸ θέσῃ ὑπὸ διαμετακόμισιν καὶ μόνον ἂν τὸ καταναλώσῃ ἐν Ἑλλάδι νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία δεσμεύει τὴν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ἐξαγωγὴν τῶν ποτῶν. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι διατάξεις πολλαί. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερῆ ἀνάλυσιν τῶν διατάξεων τούτων, διότι ἀντικείμενον τῆς παρούσης συζητήσεως δὲν εἶναι νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον ἔχει ὀρθῶς ὁ νόμος αὐτὸς ἢ ὄχι· πρόκειται νὰ δώσω νύξιν τινὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτῆς ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς βιομηχανίας λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Ὑπάρχουσι πολλαὶ διατάξεις δεσμευτικαὶ ἐν τῷ νόμῳ· ἡ διάταξις π. χ., καθ’ ἣν ἅμα ἅπαξ ἐξαχθῇ εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τὸ ποσὸν καὶ ἐπιστραφῇ ὁ φόρος, δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ πλέον εἰς τὴν ἡμεδαπήν, διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ εἰσάγων νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον τῆς 1.50 δραχμῆς, ὑποχρεοῦται λόγῳ προστίμου νὰ καταβάλῃ καὶ τὸ διπλάσιον τοῦ ποσοῦ τούτου. Καὶ οὐδεμία γίνεται διάκρισις ἂν ἐκ δολίας προαιρέσεως ἐγένετο ἡ ἐπαναγωγὴ ἢ ἁπλῶς ἐκ τυχαίου περιστατικοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἀνάγκη αὐτῆς. Καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν περίεργον περίστασιν, νὰ τιμωρῆται πολλάκις διὰ προστίμου ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἕνεκα ὅλως τυχαίου περιστατικοῦ ἠναγκάσθη νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ποτὸν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ὑποθέσατε ὅτι λαμβάνων παραγγελίαν ἀπὸ ἔμπορον ἐν Ἀμερικῇ ἀποστέλλει πρὸς αὐτὸν 1000 ὀκάδας κονιάκ. Τὸ ἐμπόριον γίνεται ἐπὶ πιστώσει. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ μανθάνει ὅτι ὁ ἔμπορος ἐκεῖνος τῆς Ἀμερικῆς ἔπαυσε τὰς πληρωμάς του. Δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρείαν νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ κονιὰκ ἐνταῦθα, διότι θὰ πληρώσῃ τριπλάσιον φόρον καὶ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ διαθέσῃ αὐτὸ εἰς τὸν χρεοκόπον. Ἄλλη περίπτωσις ἐπίκαιρος· ἀποστέλλει κονιὰκ εἰς Σμύρνην· ἐν τῷ μεταξὺ κηρύσσεται ἐμπορικὸς ἀποκλεισμός, ὁ πλοίαρχος τὸ ἐπιστρέφει, ὁ ἔμπορος δὲν δύναται νὰ τὸ παραλάβῃ, προτιμότερον εἶναι νὰ τὸ χύσῃ εἰς τὴν θάλασσαν, διότι ἡ ζημία ἐξ αὐτοῦ θὰ εἶναι ὀλιγωτέρα. Ἄλλη διάταξις, τῆς ὁποίας τὴν αἰτιολογίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠδυνήθην νὰ συλλάβω, μολονότι κατέγινα πρὸς τοῦτο πολύ, εἶναι ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει)· «Τὸ εἰς ἕκαστον ποτοποιὸν ἐπιστρεφόμενον ἐντὸς τῆς αὐτῆς φορολογικῆς περιόδου κλπ.». Ἡ φορολογικὴ περίοδος ἀρχίζει ἀπὸ 1 Αὐγούστου καὶ λήγει τῇ 31 Ἰουλίου τοῦ ἑπομένου ἔτους. Ἐὰν ἑπομένως κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἠγόρασεν ὁ ποτοποιὸς 1000 ὀκάδας οἰνοπνεύματος, δὲν δύναται νὰ ἐξαγάγῃ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν πλέον τῶν 2000 ὀκάδων κονιάκ. Ἐὰν ἐξαγάγῃ πλέον, δὲν θὰ τῷ ἐπιστραφῇ ὁ φόρος, καίτοι τὸν ἐπλήρωσεν. Ἠξεύρετε τί δύναται νὰ συμβῇ; Τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ὁ ποτοποιὸς δὲν δύναται νὰ ἐξαγάγῃ τὰ προϊόντα του καὶ ἰδίως τὸ κονιὰκ εὐθὺς ὡς κατασκευασθῶσι, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον προηγουμένως, τὸ κονιὰκ πρέπει νὰ μείνῃ ἵνα σιτευθῇ, καὶ πολλάκις παρέρχεται ἔτος ὁλόκληρον πρὶν δοθῇ εἰς τὴν κατανάλωσιν. Ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι ἐγὼ ὁ ποτοποιὸς εὑρίσκων τὴν παρακαταθήκην μου ἠλαττωμένην κατὰ Ἰούνιον παρασκευάζω κονιάκ, ἵνα τὸ ἐξαγάγω. Βεβαίως τὸ κονιὰκ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἐντὸς τῆς τρεχούσης περιόδου, ἤτοι ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ τὸ ἐξαγάγω κατὰ τὴν ἑπομένην φορολογικὴν περίοδον. Κατὰ τὴν νέαν ὅμως ταύτην φορολογικὴν περίοδον ἔχων πλήρεις τὰς ἀποθήκας μου δὲν ἀγοράζω οἰνόπνευμα πρὸς παρασκευὴν κονιάκ, περιοριζόμενος νὰ καταναλώσω τὰ ἐκ τῆς παρελθούσης περιόδου ἀποταμιεύματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐξάγω εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι ὑπόχρεον νὰ μοὶ ἐπιστρέψῃ τὸν προπληρωθέντα φόρον, διότι, καθὰ εἶπον, κατὰ τὴν σύγχρονον φορολογικὴν περίοδον δὲν ἠγόρασα οἰνόπνευμα, καὶ συνεπῶς δὲν κατέβαλον φόρον. Ὅπως ἐξ ἀρχῆς εἶπον, μολονότι κατέγινα πολύ, ἵνα ἐξεύρω τὴν δικαιολογίαν τῆς διατάξεως ταύτης, δὲν κατώρθωσα τοῦτο. Ἀναμένω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν νομίσῃ πρόσφορον, νὰ δικαιολογήσῃ ταύτην, μολονότι δὲν εἶναι ὁ ἔνοχος αὐτῆς, ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι ὁ ἁρμοδιώτερος. Τελευτῶν θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ κάποιος ἄλλος ἐκ τῶν προλαλησάντων συναδέλφων ἔθιξε, τὸ ζήτημα τῆς ταινίας ἐπὶ τῶν φιαλῶν τοῦ κονιάκ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον. Κατὰ τὸν νόμον οἱ κατασκευασταὶ τοῦ κονιὰκ ὀφείλουσιν ἐπὶ τῶν φιαλῶν νὰ ἐπιθέτωσι ταινίας, ἐν ταῖς ὁποίαις νὰ δηλῶται ὅτι τὸ κονιὰκ αὐτὸ προέρχεται ἐξ ἀποστάγματος οἴνου ἢ προέρχεται ἐξ οἰνοπνεύματος. Ὁ λόγος τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι νὰ φανῇ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ὑπεράγαν εἰλικρινὲς ἀπέναντι τῶν ξένων καὶ νὰ βεβαιώσῃ ἐν τῇ ἐπισημότητί του ὡς Κράτος ὅτι τὸ περιεχόμενον τῆς φιάλης εἶναι τοιοῦτον ἢ τοιοῦτον. Τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν μόνον τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσῃ. Εἰς τὴν βιομηχανίαν τοῦ κονιὰκ προηγεῖται πολὺ πρὸ τῆς Ἑλλάδος ἡ Γαλλία, ἡ ὁποία κατέχει καὶ τὰ σκῆπτρα μέχρι σήμερον, εἰς τὴν Γαλλίαν δὲ παράγεται μέχρι σήμερον κονιὰκ ἐξ ἀποστάγματος οἴνου, ἀλλὰ παράγεται, καὶ ἴσως κατὰ 90%, καὶ κονιὰκ ἐξ οἰνοπνεύματος κοινοῦ, ἐξ οἰνοπνεύματος ἀμυλικοῦ, ἀκαθάρτου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιβλαβέστατον εἰς τὴν ὑγείαν, καὶ ὅμως οὐδεμία διάκρισις ὑπάρχει. Οὐδέποτε ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀπηγόρευσεν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κατασκευάζει κονιὰκ ἐξ ἀμυλικοῦ οἰνοπνεύματος, νὰ θέσῃ οἱανδήποτε ἐπιγραφὴν θέλει ἐπὶ τῶν φιαλῶν τοῦ κονιάκ. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν εἰς τὴν Ἀνατολὴν εἰσαγόμενα κονιὰκ Γαλλικά, τὰ ὁποῖα φέρουσι τὸν τίτλον ὅτι εἶναι κονιὰκ ἐξ ἀπεσταγμένου οἴνου, ἀλλ’ εἶναι κονιὰκ ἐξ οἰνοπνεύματος τοῦ χειροτέρου εἴδους, καὶ ἐνῷ τὸ ἰδικόν μας εἶναι πολὺ ἀνώτερον καὶ ἐνῷ τὸ ἰδικόν μας κατὰ τὰ 95% παράγεται μὲν ἐξ οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ ἐξ οἰνοπνεύματος κεκαθαρμένου, ἐξ οἰνοπνεύματος προερχομένου ἐκ τῆς ἀμπέλου, τὸ ὁποῖον ὅμως, ἵνα καὶ πάλιν ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυκλάδων Βουλευτοῦ, δὲν εἶναι καθόλου ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑγείαν, ἀλλά, καὶ ἂν εἶναι ἐπιβλαβές, εἶναι βεβαίως ὀλιγώτερον ἐπιβλαβὲς παρ’ ὅ,τι εἶναι τὸ ἐξ ἀμυλικοῦ οἰνοπνεύματος, ἐνῷ λοιπὸν ἡμεῖς ἔχομεν κονιὰκ ποιότητος πολὺ ἀνωτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Γαλλικὸν κονιάκ, ἐν τούτοις τὸ ἰδικόν μας ἐμπόριον τίθεται ὑπὸ ἥσσονα μοῖραν, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀπῄτησε νὰ βεβαιώσωμεν ἂν εἶναι ἐξ οἰνοπνεύματος τὸ κονιὰκ ἢ εἶναι ἐξ ἀποστάγματος οἴνου.
§218Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Τί βλάπτει ἡ βεβαίωσις;
§219Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ. Εὐτυχῶς οἱ περισσότεροι ἔχουσι γνῶσιν καὶ δὲν κρίνουσι περὶ τῆς ποιότητος ἀπὸ τὰς ῥεκλάμας. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ πεισθῇ τις ἐκ τῆς ταινίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐπικεκολλημένη ἐπὶ τῆς φιάλης, βεβαίως τότε θὰ προτιμήσῃ τὰ Γαλλικὰ κονιάκ, διότι τὸ Γαλλικὸν κονιὰκ πιστοποιεῖται ἐκ τῆς ἐπιγραφῆς ὅτι εἶναι κονιὰκ ἐξ ἀποστάγματος οἴνου, ἐνῷ τὸ Ἑλληνικὸν βεβαιοῦται ὅτι εἶναι προϊὸν οἰνοπνεύματος καὶ οὐχὶ ἀποστάγματος οἴνου. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι, σχετικῶς πρὸς τὸν νόμον αὐτόν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις μελετῶσα ἐπισταμένως τὸ ζήτημα τοῦτο, ζήτημα τὸ ὁποῖον, ὅπως καὶ προηγουμένως εἶπον, θεωρῶ ζωτικώτατον, ἀφορῶν οὐ μόνον ὡρισμένην τάξιν ἀνθρώπων, ὡρισμένους ἐπαγγελματίας, ἀλλὰ ζήτημα ἀφορῶν τὴν ὅλην κοινωνικὴν οἰκονομίαν, θέλει διορθώσει, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει της ὅτι ἡ Ἀνόρθωσις δὲν γίνεται διὰ τῆς καταστροφῆς μιᾶς ὁλοκλήρου βιομηχανίας, ἡ ὁποία τόσον πλοῦτον εἰσεκόμισεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν καὶ πρόκειται ἤδη νὰ εἰσκομίσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.)