1911.05.07
2.839 στίχοι · 21.662 λέξεις · 127 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 83.
Τῆς 7ης Μαΐου 1911.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 καὶ 25′ μ. μ. παρόντων 188 Βουλευτῶν ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ θ’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) ὁ ἐκ Βερβίτσης Θ. Καποῦτσος ἐπικαλεῖται τὴν δικαιοσύνην κατὰ τοῦ καταλαβόντος τοὺς ἀγρούς του Ἰ. Στασινοπούλου· 2) οἱ κατοικοῦντες περὶ τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμὸν Λαρίσης καὶ Πελοποννήσου διαμαρτύρονται ὅτι ἀπεκλείσθησαν διὰ τοίχων καὶ χανδάκων· 3) ὁ Ἠλ. Πατριαρχέας ἐκκαθαρισθεὶς τελωνοσταθμάρχης ζητεῖ ἐπαναφοράν· 4) ὁ βιβλιοχαρτοπώλης Λ. Καπόγιαννης καταγγέλλει τὸν πρωτοδίκην Κ. Πουρναρᾶν ὡς ἐξυβρίσαντα αὐτόν· 5) οἱ κάτοικοι Πέλεκα ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κ. Ζαβιτσάνου. 6) οἱ κάτοικοι Ἀφιῶνας ζητοῦσι ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου τῶν Βουλευτῶν Κερκύρας· 7) ὁ Θ. Κυριακουλόπουλος κατάδικος Κυπαρισσίας παραπονεῖται, διότι ὁ Εἰσαγγελεὺς δὲν διένειμε καλῶς τὰ ὑπὸ τῆς Α. Μ. τῆς Βασιλίσσης κατὰ τὸ Πάσχα χορηγηθέντα 60 λεπτὰ δι’ ἕκαστον. 8) ἡ χήρα Χ. Σουλιώτη τελωνοφύλακος ζητεῖ σύνταξιν. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλουσι προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης πρὸς κατασκευὴν κιγκλιδώματος εἰς τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐπιτροπὴ συμπολιτῶν μου ἐκ Πατρῶν ἐμπόρων καὶ ἐπιτηδευματιῶν, μὲ ἐκάλεσαν εἰς τὸ τηλέφωνον καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀποβλέπον τὴν παράτασιν τῆς προθεσμίας διὰ τὰ ἐπιτηδεύματα, διότι αἱ καταδιωκτικαὶ Ἀρχαὶ κατὰ χιλιάδας σύρουσι τοὺς πολίτας εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακάς. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁσάκις λέγουσι νὰ τοῖς δοθῇ ἀνθρωπίνη τις παράτασις προθεσμίας, τοῖς δίδεται ἡ ἀπάντησις: «νὰ ὑπάγητε εἰς τὴν ἀνόρθωσιν νὰ εἴπητε τὰ παράπονά σας», κατ’ αὐτὸν δὲ τὸν τρόπον ὑπονομεύεται τὸ ἔργον τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἶναι ἀναγεγραμμένον ὡς πρῶτον νομοσχέδιον τὸ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δεύτερον δὲ τὸ περὶ συστάσεως Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ παρατάσεως προθεσμίας.
§3Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐδῶ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον ζητεῖται νὰ προταχθῇ;
§5Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 7.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναλαμβάνω ἐγὼ νὰ διαβιβάσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν παράκλησίν σας. Δευτέρα συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον πρῶτον: (Ἀναγινώσκεται ὑπὸ τοῦ γραμματέως ὁλόκληρον τὸ πρῶτον ἄρθρον). Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γόντικας.
§7Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐψήφισα κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, κύριοι Βουλευταί, διότι κατ’ ἀρχὴν θεωρῶ τοῦτο σκόπιμον, καθόσον διαρρυθμίζονται ἐπὶ τὸ καλλίτερον αἱ περὶ προφυλακίσεως διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, εἴς τινα μὲν μέρη ἐπὶ τὸ ἐλαφρότερον, εἴς τινα δ’ ἐπὶ τὸ βαρύτερον, διότι ἀναγνωρίζεται ἡ προφυλάκισις ἐπί τινων πλημμελημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀρθὸν ἦτο ν’ ἀναγνωρισθῇ ὡς δικαίωμα τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ. Ἐπίσης καὶ τὸ ἄρθρον 228 κατὰ σκοπιμώτερον τρόπον διαρρυθμίζεται. Μίαν ὅμως παράλειψιν ἀνευρίσκω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ταύτην ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι ὥριμον πλέον καὶ ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ ὅριον τῆς προφυλακίσεως. Τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἔχουσι γίνει μὲ τὴν μακρὰν διάρκειαν τῆς προφυλακίσεως, εἶναι αἰσθητὰ ὄχι μόνον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον. Παριστάμεθα πρὸ θεαμάτων ἀνθρώπων ὑποδίκων, οἱ ὁποῖοι κάθηνται διὰ πλημμέλημα ἓν ἔτος, δύο ἔτη ὑπὸ προφυλάκισιν. Προχθὲς ἀκόμη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνεγνώσθη καὶ ἐλέχθη ὅτι ἄνθρωπός τις διατελεῖ ὑπὸ προφυλάκισιν ἐπὶ δύο ἔτη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§8Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ 17 μῆνας.
§9Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δεκαεπτά μῆνας. Γεγονότα δὲ νεώτερα ἀκόμη συνετάραξαν καὶ ἡμᾶς καὶ πάντας τοὺς Ἕλληνας, ἀφορμὴν δ’ ἔχουσι τὴν ἔλλειψιν προσδιορισμοῦ χρονικοῦ ὁρίου τῆς προφυλακίσεως. Διὰ τοῦτο σκόπιμον θὰ ἐθεώρουν, ὅπως προκειμένου περὶ πλημμελημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται προφυλάκισις, νὰ ὁρισθῇ χρονικὸν διάστημα ἑνὸς μηνός, πέραν τοῦ ὁποίου αὐτοδικαίως ν’ ἀπολύηται ὁ κατηγορούμενος. Τοῦτο θὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ μὴ ἀναβάλλωνται αἱ δίκαι, ἀλλά, καὶ ἂν ἀναβληθῇ δίκη τις, ὁ κατηγορούμενος νὰ μὴ διατελῇ ἐν προφυλακίσει, ἀφοῦ αὐτὸς δὲν εἶναι ὑπαίτιος τῆς ἀναβολῆς, ἀφοῦ εἶναι πρόθυμος ἐν πάσῃ ὥρᾳ νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του. Προφυλάκισις εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ Πολιτεία χάριν τῆς ἀσφαλείας, διὰ νὰ ἔχῃ τὸν κατηγορούμενον ὑπὸ τὰς χεῖράς της. Τοῦτο ὅμως ἔχει ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα τὴν πρότασιν ὅπως ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δικάζηται ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι προτοῦ ἐπέλθῃ ἡ τελευταία καταδικαστικὴ ἀπόφασις οὐδεὶς εἶναι ἔνοχος· μόνον ὑπόδικος εἶναι. Ἐὰν θέσωμεν ὅριον προφυλακίσεως ἑνὸς μηνὸς διὰ τὰ πλημμελήματα, νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ συντελέσῃ πολὺ εἰς τὸ νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν νὰ ἐπισπεύδῃ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐν προφυλακίσει κατηγορουμένων. Δὲν βλέπω δὲ νὰ πάθῃ τίποτε ἡ δικαιοσύνη ἐκ τούτου. Ἐπὶ δὲ τῶν κακουργημάτων βεβαίως φυσικὸν εἶναι νὰ τεθῇ ἀνώτερον ὅριον προφυλακίσεως. Ὡς χρονικὴ διάρκεια ἐπὶ κακουργημάτων νομίζω ὅτι δύναται νὰ τεθῇ ἡ διάρκεια τῶν 6 μηνῶν. Ἐὰν ἐντὸς ἓξ μηνῶν δὲν κατορθώσῃ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἔχουσα τὸν κατηγορούμενον ἐγκαθειργμένον ἐντὸς τῶν φυλακῶν, νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἐνοχήν του, νὰ συλλέξῃ τὰ ἀναγκαῖα στοιχεῖα διὰ τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων, δηλ. τῶν μαρτύρων, νὰ εἶναι ἠναγκασμένη νὰ προσαγάγῃ τὸν κατηγορούμενον ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὥστε νὰ λεχθῇ ἡ τελευταία λέξις, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀποδώσῃ τὴν δικαιοσύνην, ἀπολύουσα τὸν κατηγορούμενον, ἐφ’ ὅσον δ’ ἐξ ἄλλου δὲν κατορθοῦται εἰς τὸ Δικαστήριον νὰ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα ὑποτίθεται ὅτι ἐγείρονται ἀμφιβολίαι καὶ ἀμφιβολιῶν οὐσῶν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μένῃ ὁ ἄνθρωπος ἐντὸς τῶν φυλακῶν ἀδίκως καὶ παραλόγως. Ἐὰν ἡ διάρκεια αὕτη τεθῇ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὥστε ν’ ἀπολύηται ὁ κατηγορούμενος μετὰ τὴν πάροδο τῆς διαρκείας, νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι ὠφέλιμον καὶ δικαιότατον πρᾶγμα. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐὰν ἦτο διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τοιαύτην προσθήκην χρονικοῦ ὁρίου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ διάρκεια τῆς προφυλακίσεως. Ἐπὶ δὲ τοῦ ἄρθρου 208 εἰδικῶς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς· Πρῶτον ἀναγράφεται περίπτωσις προφυλακίσεως κατὰ τὸ ἐδάφιον πρῶτον «κατ’ ἀέργων καὶ μὴ ἐχόντων ἱκανὰ ἀκίνητα κτήματα ἐν Ἑλλάδι ἢ ἱκανὴν πρόσοδον πρὸς συντήρησίν των». Δὲν θεωρῶ σύμφωνον, τοὐλάχιστον κατὰ τὰ σήμερον κρατοῦντα, τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἡ φράσις «κατ’ ἀέργων» δὲν εἶναι ἀρκετή, διότι ὁ ἔχων βιομηχανικὸν ἐπάγγελμα δὲν εἶναι ἄεργος, ἀλλὰ τὸν προσδιορισμὸν δὲν πρέπει ν’ ἀφήνωμεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, διότι τότε δὲν γνωρίζω μέχρι τίνος ὁρίου δύναται νὰ φθάσῃ τὸ «ἱκανήν». Ἐὰν ἔχῃ τις 1 ἢ 5 ἢ 10 στρέμματα, θὰ εἶναι ἱκανὴ ἡ πρόσοδος; Τίς θὰ προσδιορίσῃ τὸ «ἱκανήν»; Τὸ Δικαστήριον; Ἀφήνεται ἓν κενόν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ἐθεωρεῖτο ἴσως ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τις καὶ 500 στρέμματα, ἵνα θεωρῆται ἱκανὴ ἡ πρόσοδος. Δυσκολεύομαι ὅμως νὰ ζητήσω τὴν ἀπάλειψιν, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τάξιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι διαμένουσιν εἰς τὰς πόλεις, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἀπὸ ἄλλα μέρη, ἔχοντες ἐπάγγελμα τὸ λωποδυτεῖν καὶ τὸ περιφέρεσθαι ἀέργως. Τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς βεβαίως ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ δύναται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ νὰ προφυλακίζῃ. Τὸ νὰ δεχθῶμεν ὅμως τὸ «ἔχοντα ἱκανὰ ἀκίνητα κτήματα καὶ πρόσοδον» μοὶ φαίνεται ἐντελῶς ἄσκοπον, διότι ὁ ἔχων καὶ μικρὰν περιουσίαν δὲν εἶναι ἄεργος. Δύναται νὰ εἶναι πτωχός, ὄχι ὅμως ἄεργος, διότι τότε θὰ ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπιτρέπεται προφυλάκισις κατὰ παντὸς πένητος καὶ πτωχοῦ. Ἔχομεν τὴν διάκρισιν τῶν μὴ ἐχόντων πρόσοδον ἱκανήν. Ἐπίσης ἔχομεν τὸ δεύτερον: «κατ’ ἀλλοδαπῶν». Καὶ ἡ λέξις αὕτη γενικῶς καὶ ἀορίστως τιθεμένη δὲν νομίζω ὅτι ὀρθῶς τίθεται, διότι ἠγέρθη ἄλλοτε ζήτημα καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζει ὡς ἀλλοδαποὺς καὶ ἀνθρώπους πολιτογραφημένους ἐν Ἑλλάδι καὶ διαμένοντας ἐν αὐτῇ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ λέξις «ἀλλοδαποὶ» περιλαμβάνει πάντα ξένον ἀπὸ τὰ Ἰωάννινα ἢ ἀπὸ ἀλλοῦ ἐδῶ πλησίον. Καὶ αὐτοὶ θεωροῦνται ἀλλοδαποί. Ἐρωτῶ ὅμως· εἷς ὁ ὁποῖος ἦλθε καὶ ἐνεγράφη εἰς τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον μὲ πρόθεσιν ἐγκαταστάσεως καὶ ἐξακολουθεῖ διαμένων ἐνταῦθα, διότι ἔχει τὴν καταγωγήν του ἄλλοθεν, εἶναι ἀλλοδαπός; Ἀφοῦ ἠγέρθη τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμον νὰ κανονισθῇ. Ἐπίσης ἐπὶ μιᾶς ἄλλης περιπτώσεως ἔχω νὰ κάμω παρατήρησιν: «κατ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐτιμωρήθησαν ἤδη ἐπὶ τῇ αὐτῇ πράξει διὰ ποινῆς ἀνωτέρας τῆς φυλακίσεως ἑνὸς μηνός». Ἡ διάταξις αὕτη ὑφίσταται καὶ σήμερον, καιρὸς ὅμως εἶναι νὰ τροποποιηθῇ, διότι ὡς ἔχει εἶναι ἐλλιπής. Ὑποθέσατε ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος πρὸ 20 ἢ 30 ἐτῶν ἐδικάσθη ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει ἢ ἐξυβρίσει ἕνα μῆνα, εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγομεν τὴν παραγραφὴν τόσον συντόμως, μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ χρονικὸν ὅριον τοὐλάχιστον 2–3 ἐτῶν, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ ἐτιμωρήθη τις. Τότε νὰ προφυλακίζηται. Διακρίνω τὴν λέξιν «δύναται», ἀλλὰ τὸ «δύναται» σηκώνει πολὺ νερὸ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἦτο περιοριστικώτερον. Διὰ τοῦτο θὰ προέτεινον «κατ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἐτιμωρήθησαν ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἐτῶν»· ὅ,τι ἐκ τῶν δύο ἐγκρίνει ἡ Βουλή. «Ἑνὸς μηνὸς» εἶναι πολὺ ὀλίγον. Εἶναι ὁ νῦν ἰσχύων νόμος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει ν’ αὐξηθῇ. Φέρω παράδειγμα κατηγορουμένους, οἱ ὁποῖοι ἐδικάσθησαν ἐπὶ ἀδίκῳ ἐπιθέσει, διότι δὲν ἔχομεν καθωρισμένα τὰ ἀδικήματα. Εἰς πᾶν πλημμέλημα ἀρκεῖ νὰ δικασθῇ τις ποτὲ δι’ ἰδίαν πρᾶξιν καὶ ὅταν κατηγορηθῇ πάντοτε θὰ προφυλακίζηται· τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Βεβαίως δὲν ζητῶ τὴν ἀτιμωρησίαν, διότι ὁ ἄνθρωπος ὁ καθ’ ὑποτροπὴν ὑποπίπτων εἰς τὸ αὐτὸ ἀδίκημα δὲν πρόκειται οὔτε ν’ ἀπαλλαγῇ οὔτε νὰ τιμωρηθῇ, ἀλλὰ θὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην καὶ ἀναλόγως τῶν ἑκάστοτε περιπτώσεων κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς ποινῆς ἡ ὑποτροπὴ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὡς ἐπιβαρυντικὴ αἰτία καὶ ἔχει βαρύτερον χαρακτῆρα ἡ πρᾶξις καὶ ἑπομένως καὶ βαρύτερον τιμωρεῖται· οὐχ ἧττον δὲν νομίζω ὅτι καὶ ἡ μηνιαία φυλάκισις πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς αἰτία προφυλακίσεως, καὶ διὰ τοῦτο θὰ προέτεινον, ὅπως ὡς τοιαύτη αἰτία χρησιμεύει φυλάκισις τριῶν ἢ καὶ πέντε μηνῶν, διότι οὕτω πως προϋποτίθεται ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ὑπέπεσεν εἰς βαρὺ παράπτωμα. Ἂν οὗτος ἐντὸς τριῶν ἢ πέντε ἐτῶν ἐπαναλάβῃ ὁμοίας φύσεως παράπτωμα μὲ τοιοῦτον βαρὺν χαρακτῆρα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δίκαιον εἶναι νὰ ὑπόκειται εἰς τὴν πρόσθετον ποινὴν τῆς προφυλακίσεως, διότι ποινὴ εἶναι καὶ ἡ προφυλάκισις. Ἐπίσης δὲν εὑρίσκω σκόπιμον τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται προφυλάκισις κατὰ συνεργῶν καὶ συναιτίων ζωοκτονίας. Προκειμένου βεβαίως περὶ ζωοκλοπῆς πρέπει νὰ ἰσχύῃ ἡ προφυλάκισις, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ζωοκτονίας πρέπει αὕτη νὰ λείψῃ, διότι πρόκειται συνήθως περὶ μικρῶν ζώων φονευομένων ἐντὸς τοῦ ἀγροῦ καὶ ἐγείρονται εἶτα φιλονεικίαι ἂν ἦσαν ἐντὸς τοῦ ἀγροῦ ἢ δὲν ἦσαν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐφόνευσε μίαν αἶγα ἐντὸς τοῦ ἀγροῦ, ἂν παρουσιασθῶσι δύο μάρτυρες καὶ εἴπωσιν ὅτι τὴν ἐφόνευσεν ἐκτός, θὰ προφυλακισθῇ καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λείψῃ ἡ διάταξις αὐτή. Ἐπίσης νομίζω ὅτι δὲν ἔχει καλῶς διατυπωθῇ τὸ τί γίνεται ἐπὶ τῶν αὐτουργῶν τῆς ζωοκλοπῆς.
§10Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ λέγει ὁ Ποινικὸς Νόμος.
§11Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ καθορισθῇ καλλίτερον.
§12Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅρος τεχνικός.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ὅρος εἶναι περὶ αὐτουργῶν καὶ συναιτίων.
§14Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Φρονῶ ὅτι λείπει ἡ λέξις αὐτουργὸς καὶ θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ τεθῇ, διὰ νὰ μὴ νοηθῇ εἰς τὸ μέλλον ὅτι οἱ συναίτιοι καὶ οἱ συνεργοὶ προφυλακίζονται, ἐνῷ οἱ αὐτουργοὶ δὲν προφυλακίζονται. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι τὰ ἄλλα κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἔχουσι καλῶς, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν νὰ φέρω καὶ ἄλλας παρατηρήσεις ἢ νὰ ὑποβάλω ἐγγράφους τροπολογίας.
§15ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι τελείως σύμφωνος πρὸς τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα. Μίαν παρατήρησιν ἔχω ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 237, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ κακουργημάτων τιμωρουμένων μὲ εἱρκτὴν καὶ ἐπὶ πλημμελημάτων τὸ συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ὑποχρεοῦται τῇ αἰτήσει τοῦ συλληφθέντος ἢ καὶ ἑκουσίως προσερχομένου ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ κατηγορουμένου, καὶ ἀκοῦσαν τὴν γνώμην τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐν οἱᾳδήποτε καταστάσει τῆς προδικασίας καὶ μέχρι τῆς ὁριστικῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως, νὰ διατάξῃ τὴν δι’ ἀξιοχρέου ἐγγυήσεως προσωρινὴν ἀπόλυσιν». Τοῦτο εἶναι ἐφαρμόσιμον, ἐφ’ ὅσον ἡ ὑπόθεσις δὲν εἰσήχθη ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου, διότι διὰ τῆς ἐκδόσεως τοῦ βουλεύματος τὸ συμβούλιον ἀπεκδύεται παντὸς δικαιώματος· εἰσάγεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἀκροατήριον, ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκδικάσῃ τὴν ὑπόθεσιν δι’ ἔλλειψιν μαρτύρων ἢ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀναβάλῃ διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον ἔστω καὶ διὰ κρείσσονας ἀποδείξεις τὴν ὑπόθεσιν. Προσφεύγετε εἰς τὸ Συμβούλιον διὰ τὴν ἀπόλυσιν καὶ σᾶς λέγουσιν ὅτι ἀπεξεδύθη παντὸς δικαιώματος, ἀφοῦ εἰσήχθη εἰς τὸ ἀκροατήριον ἡ ὑπόθεσις. Μεταβαίνετε εἰς τὸ Δικαστήριον· σᾶς λέγουσιν ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διατάξῃ τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀποφυλάκισιν, καὶ τοιουτοτρόπως εὑρίσκεσθε εἰς σύγκρουσιν ἐξουσιῶν, δικαιωμάτων μεταξὺ συμβουλίου καὶ Δικαστηρίου, καὶ δὲν ἔχομεν ποῦ νὰ στραφῶμεν. Καὶ συνήθως μὲν διατάσσουσιν οἱ δικασταὶ τὴν ἀποφυλάκισιν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουσι τοῦτο, ὅτι εἰσαγομένης τῆς δίκης εἰς τὸ ἀκροατήριον τὸ Δικαστήριον εἶναι ἀναρμόδιον καὶ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ τὸ συμβούλιον περὶ τῆς δι’ ἐγγυήσεως ἀπολύσεως, τὸ δὲ συμβούλιον σᾶς λέγει: ἐξεδόθη τὸ βούλευμα καὶ ἀπεξεδύθην τοῦ δικαιώματος.
§16Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σαφηνίζομεν.
§17ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συναινέσῃ καὶ εἰς τὴν διαγραφὴν τῆς βʹ παραγράφου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 237, διότι δι’ αὐτῆς ματαιοῦται ὁ σκοπὸς ὁλοκλήρου τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ παράγραφος αὕτη ἔχει οὕτω: «Τὸ συμβούλιον ὅμως ὀφείλει ν’ ἀρνηθῇ ταύτην, ἐὰν ὑπάρχῃ βάσιμος ὑπόνοια ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἀπολυόμενος θέλει δυσχεράνει τὴν ἀνάκρισιν πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας ἢ ἐξαλείψει ὁπωσδήποτε τὰ ἴχνη τῆς κολασίμου πράξεως. Ἡ ὑπόνοια αὕτη πρέπει ν’ ἀναφέρηται ῥητῶς ἐν τῷ βουλεύματι τῷ ἀπορρίπτοντι τὴν περὶ ἀπολύσεως αἴτησιν. Κατὰ τῶν τοιούτων βουλευμάτων τοῦ συμβουλίου ἐπιτρέπεται ἀνακοπὴ μόνον εἰς τὸν κατηγορούμενον». Ἐν τοιαύταις ὑπονοίαις πάντοτε θὰ εὑρίσκηται τὸ συμβούλιον καὶ ὁ ἀνακριτής, ἀφοῦ διέταξε τὴν προφυλάκισιν τοῦ κατηγορουμένου, ὅτι θὰ ματαιώσῃ τὴν ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας. Ἤδη κατὰ τὴν ἰσχύουσαν Ποινικὴν Δικονομίαν ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 208, δι’ οὗ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀνακριτὴν νὰ διατάξῃ τὴν προφυλάκισιν, ἂν ὑπάρχῃ κίνδυνος ἐντεύξεως μετ’ ἄλλων συναιτίων, καὶ καταντᾷ, ὥστε δι’ ὅσους θέλει νὰ προφυλακίσῃ νὰ ἐφαρμόζῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ νὰ λέγῃ: «ἐπειδὴ ὑπάρχει κίνδυνος ἐντεύξεως κλπ., ἐντελλόμεθα τὴν προφυλάκισιν». Ἀφοῦ τόσαι καταχρήσεις ἐγένοντο εἰς αὐτὴν τὴν διάταξιν, δὲν νομίζετε ὅτι θὰ γίνωσι τοιαῦται καταχρήσεις καὶ εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, ὥστε ν’ ἀναιρεθῇ ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης.
§19Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς καὶ ὅτι ἐγὼ παρετήρησα τοῦτο, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὰς εἰς παρεξηγήσεις ὁ ὅρος τῶν συναιτίων ἢ συνεργῶν ὁ ἀναγραφόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 208, καὶ ταῦτα, διότι τὸ κεφάλαιον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου τὸ ὁμιλοῦν περὶ συναιτίων καὶ συνεργῶν, καθ’ ἣν ἀντίληψιν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιγράφεται «περὶ αὐτουργῶν καὶ συναιτίων», εἰς τοὺς συναιτίους δὲ ὑπάγονται καὶ οἱ συνεργοί. Κατ’ ἀκολουθίαν, ὡς διατυποῦται τὸ ἄρθρον, ἐνῷ παρέλκει ὁ ὅρος συνεργοί, δὲν ἀναγράφεται ῥητῶς περὶ αὐτουργῶν, καὶ τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ἀφορμὰς εἰς στρεψοδίκους μὲν ἀλλὰ κατ’ ἐπιφάνειαν βασίμους ἐνστάσεις τῶν συνηγόρων, εἰς ἣν περίπτωσιν ἤθελεν ἐκδοθῇ ἔνταλμα κατ’ αὐτουργῶν, ὁσάκις δὲν συμμετέχουσι πλείονες εἰς τὸ ἀδίκημα. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι ὀρθότερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τοὺς παραδεδεγμένους ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὅρους ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἀνεγράφομεν «κατὰ τῶν αὐτουργῶν ἢ συναιτίων». Ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ προφυλάκισις ὡς μὴ συντρεχόντων τῶν περιορισμῶν φόβου ἐντεύξεως μετ’ ἄλλων ἐπὶ βλάβῃ τῆς ἀνακαλύψεως τῆς ἀληθείας κατὰ τῶν λωποδυτῶν καὶ πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν. Ὁ ὅρος λωποδύτης δὲν εἶναι γνωστὸς εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον. Ἴσως εἶναι εὐκταῖον νὰ ληφθῇ πρόνοια νομοθετικὴ περὶ εἰδικωτέρας τιμωρίας τῶν λωποδυτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς μεγάλας πόλεις κατ’ ἐξοχὴν ἀπειλοῦσι τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀπέβησαν μάστιξ. Ἐνόμισα ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα τὸν ἐλλείποντα ὅρον ν’ ἀναπληρώσωμεν ὧδε: «ἢ κατὰ ἀγυρτῶν γενομένων αὐτουργῶν ἢ συναιτίων κλοπῆς (ἄρθρ. 373) καὶ μὴ συντρεχόντων τῶν ἀνωτέρω περιορισμῶν», ὅτε δηλ. διατάσσεται προφυλάκισις. Ὁ ὅρος ἀγύρτης εἶναι γνωστὸς εἰς τὸν Ποιν. Νόμον.
§20ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ποία ἡ διαφορὰ κλέπτου καὶ λωποδύτου;
§21ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κλέπτης εἶναι.....
§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ ἐπιχειρεῖτε νὰ δώσητε ὁρισμόν, διότι θὰ ἔχῃ καὶ ἀντιρρήσεις.
§23Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κατ’ ἐπάγγελμα κλέπτης εἶναι καὶ λωποδύτης.
§24Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὄχι.
§25Γ. ΠΩΠ. Τὸ ἀντίθετον εἶναι.
§26Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κλέπτης εἶναι ὁ ἐκ τοῦ σκανδάλου τῆς ἀλλοτρίας περιουσίας προαγόμενος εἰς κλοπὴν χωρὶς νὰ ἔχῃ εἰδικὴν ῥοπὴν εἰς τοῦτο, ἐνῷ λωποδύτης λέγεται ὁ ἀλήτης, ὁ ἄεργος ὁ πολλὰ ἀπειλῶν τῇ δημοσίᾳ τάξει καὶ ἀπὸ τῆς κλοπῆς καὶ τοῦ ἐγκλήματος ἐπαγγελματικῶς συντηρούμενος. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι παρέλκει ἡ διάταξις αὐτή, οἵα ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀναγραφῇ, διὰ τὸν λόγον ἴσως ὅτι ὁ λωποδύτης θὰ πρέπῃ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι καὶ ἄλλοτε ὑπέστη ποινήν, ὅτε λόγῳ ὑποτροπῆς θὰ προφυλακισθῇ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἑπόμενον, διότι διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὰς μεγάλας πόλεις εἶναι γνωστότατον ὅτι ὑπάρχει τάξις χασισοποτῶν, ἀέργων, ἐπικινδύνων εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, οἱ ὁποῖοι, καὶ ἂν δὲν κατεδικάσθησαν ὡς λωποδύται, δὲν παύουσιν ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι τοιοῦτοι ἐν προπαιδεύσει τρόπον τινὰ ἢ μὴ ἀνακαλυπτόμενοι, ἀλλὰ πάντοτε ἀπειλοῦντες τὴν δημοσίαν τάξιν. Διὰ τὸ ἐδάφιον 4 τοῦ ἄρθρου 208, ὅπερ ἀναγράφει ὅτι «κατ’ ἀνθρώπων, οἵτινες ἐτιμωρήθησαν ἤδη ἐπὶ τῇ αὐτῇ πράξει διὰ ποινῆς ἀνωτέρας τῆς φυλακίσεως ἑνὸς μηνός», καθ’ ὃ δηλαδὴ ἐπιτρέπεται ἡ προφυλάκισις, διότι εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις, ἐν ὑποτροπῇ, νομίζω ὅτι ἡ ὑποτροπὴ δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς αἰτιολογία προφυλακίσεως, ἂν παρῆλθεν ὁ πρὸς παραγραφὴν χρόνος, τὸν ὁποῖον καθορίζει τὸ ἄρθρον 119 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ὁ Ποινικὸς Νόμος θεωρεῖ ὄντως τὴν ὑποτροπὴν ὡς ἐπιβαρυντικὴν αἰτίαν, ἀλλ’ ἐπάγεται ἐν ἑπομένῳ ἄρθρῳ ὅτι δὲν θεωρεῖται ἐπιβαρυντικὴ αἰτία ἡ ὑποτροπή, ἂν παρῆλθεν ὁ πρὸς παραγραφὴν χρόνος ἀπὸ τῆς ἐκτίσεως τῆς ποινῆς μέχρι τῆς διαπράξεως τοῦ νεωτέρου ἀδικήματος. Συνεπὴς πρὸς τὰ παραδεδεγμένα ταῦτα ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐνόμισα ὅτι ὀρθὸν ἤθελεν εἶσθαι ἂν περιληφθῇ τροπολογία τις, ἡ ἑξῆς «ἐκτὸς ἂν παρέλθῃ ὁ διὰ τὴν τιμωρηθεῖσαν πρᾶξιν προσδιωρισμένος χρόνος τῆς παραγραφῆς κατὰ τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου 119 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». Ἄλλην σπουδαιοτέραν τροπολογίαν ἔχω ταύτην νὰ ὑποβάλω, κύριοι Βουλευταί, καὶ εἰδικώτερον ἐπὶ ταύτης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των. Τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ θεραπεύσῃ μόνον τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο ἐκ τῆς ἀτελείας τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ὑπερβασίας τῶν δικαστῶν. Περὶ τούτου εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν εἰδικώτερον θέλω διαλάβει. Τό γε νῦν ἔχον ἀρκοῦμαι νὰ ὑποβάλω τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ὑπαγορευθεῖσαν ἔχουσαν ὧδε (ἀναγινώσκει)· «ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι φυλακισθέντα νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸ συμβούλιον αἴτησιν περὶ καταργήσεως τοῦ ἐκδοθέντος ἐντάλματος φυλακίσεως δι’ ἐσφαλμένην ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων ἢ ἐσφαλμένον χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως. Τὸ συμβούλιον ἀποφαίνεται κατὰ τὸ ἄρθρον 250 διὰ βουλεύματος εἰδικῶς αἰτιολογοῦντος τοὺς ἐν τῇ αἰτήσει ἰσχυρισμούς». Ἡ διάταξις αὕτη νεωτερίζει, καὶ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην εἰδικώτερον ν’ ἀναπτύξω ταῦτα, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, δι’ ἣν παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὲ ἐγγράψῃ. Νῦν κεφαλαιωδῶς παρατηρῶ ὅτι νεωτερίζει, διότι ἐπιτρέπει προσφυγὴν εἰς συντηρητικὰ μέτρα, οἷον ἡ προφυλάκισις, καὶ δι’ ἐσφαλμένην ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων. Θὰ παρείχοντο πλείονες ἐγγυήσεις, ἂν ἐπετρέπομεν ἀνακοπὴν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν, ἀλλ’ ἂν κατ’ ἀρχὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀποδέχηται τὰ μέτρα, θὰ ἠδυνάμεθα ἐν τῇ γʹ συζητήσει νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῆς μᾶλλον προσηκούσης διαρρυθμίσεως αὐτοῦ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 237 ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· νὰ προστεθῇ ἐν συνεχείᾳ ἡ φράσις «ἀλλ’ ἐπιτρέπεται ἐπὶ πλημμελημάτων καὶ ἡ ἄνευ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις, ἂν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ συμβουλίου ὁ αἰτούμενος τὴν ἀποφυλάκισιν παρέχῃ ἐκ τοῦ προσώπου αὐτοῦ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 238 βεβαίωσιν». Δὲν ἠξεύρω ἂν ηὐτύχησα εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς τροπολογίας, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σκοπῶ, εἶναι τοῦτο· ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς ὑποπίπτει τις εἰς ἔγκλημα, ἐνῷ ἐκ τοῦ προσώπου καὶ τῆς τάξεως τῆς κοινωνικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, οὐδένα φόβον φυγῆς ἢ ἐντεύξεως παρέχει, ὅτε οὐδένα λόγον σκοπιμότητος ἢ δικαίου ἔχει τὸ μέτρον τῆς προφυλακίσεως. Ὡς πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. συναδέλφου περὶ ζωοκτονίας παρατηρῶ ὅτι ὁ νόμος περὶ ζωοκτονίας καὶ ζωοκλοπῆς εἶναι ἐν παρεξηγήσει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, διότι ὁ νόμος δὲν ἐννοεῖ τὴν ἐπὶ φθορᾷ ξένης ἰδιοκτησίας ζωοκτονίαν, ἀλλ’ ἐννοεῖ τὴν κλοπὴν μικροῦ ζώου ἢ μεγάλου γενομένην διὰ φόνου αὐτοῦ.
§27ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὂχι...
§28ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Παρακαλῶ. Καὶ διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, ἐπιβάλλει τὴν παρεπομένην τῇ ζωοκλοπῇ ποινὴν τῆς στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, ἡ ὁποία οὐδένα λόγον θὰ εἶχεν, ἐὰν ἡ ζωοκτονία ἀφεώρα εἰς τὴν φθορὰν ξένης ἰδιοκτησίας. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι πᾶσα ἡ ἐντεῦθεν παρεξήγησις θὰ ἐξέλειπεν, ἐὰν ἐδηλοῦτο ὅτι διὰ τοῦ ὅρου ζωοκτονία ἐννοοῦμεν τὴν διὰ ζωοκτονίας κλοπήν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπεραιώθη. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον.) Πρώτη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης δραχμῶν 140.000 διὰ τὴν ἀνέγερσιν τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς.
§30Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§31ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἐὰν ὑπάρχῃ ἀντίρησις ν’ ἀναβληθῇ καὶ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων.
§32Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχω ἀντίρησιν, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ μόνον μερικὰς ἐξηγήσεις ἤθελον νὰ ζητήσω.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται τὸ περὶ Βιβλιοθήκης καὶ προχωροῦμεν εἰς τὴν συζήτησιν «περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος». Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§34ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξε σήμερον εἰς ἀπόφασιν, ἧς τὸ περιεχόμενον καὶ αἱ αἰτιολογίαι περιλαμβάνονται ἐν τῷ περιφερομένῳ πρὸς ὑπογραφὴν ἐγγράφῳ. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς θέλετε μετ’ ὀλίγον ἴδει, ὑποβάλλεται ἡ γνώμη ὅτι πρέπει ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἰσοβιότης τῶν ἀνωτέρων δικαστῶν, ὅπως μετὰ τὴν ἀναστολὴν ταύτην ἐπέλθῃ ἡ εὐκολία εἰς τὴν ὀργανικὴν μετ’ αὐστηρότητος καὶ δικαιοσύνης ἐκκαθάρισιν τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων (χειροκροτήματα). Μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι ἐν τῇ μειονοψηφίᾳ (εὖγε εὖγε).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν δύο ἄρθρων τοῦ Συντάγματος συνηνωμένων μετὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς τῆς ἀναβαλούσης χθὲς τὴν συζήτησιν θ’ ἀρχίσῃ σήμερον τὸ δωδεκάωρον. Θ’ ἀναγνωσθῇ πρῶτον ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς.
§36ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
§37Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν ὑμετέραν εὐγένειαν, κ. Πρόεδρε, νὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ ἂν δύναται νὰ ἔλθῃ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας γνῶσιν δὲν ἔχει ἡ Βουλή, διότι δὲν διενεμήθη ἀκόμη· διότι ἄλλα ἀπεφασίσαμεν χθὲς καὶ ὑπὸ ἄλλον τρόπον εἰσάγεται ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος σήμερον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν διὰ σήμερον προσκαλέσασα τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ συντάγματος ἐπιτροπὴν ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της καὶ μετὰ ταῦτα προχωρήσῃ.
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἂν δὲν ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, πάλιν νὰ προχωρήσῃ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ἡ Βουλὴ ἐκήρυξε τὸ ζήτημα ἐπεῖγον καὶ εἴμεθα ἐν τάξει προχωροῦντες εἰς τὴν συζήτησιν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λάσκαρις. Ἀναβάλλοντος τοῦ κ. Λάσκαρι, ἵνα προηγηθῇ ἕτερος συνάδελφος ἐκ τῶν ἀντιλεγόντων, εἶναι ἐγγεγραμμένοι κατὰ σειρὰν κατόπιν ὁ κ. Συγγούρης, ὁ κ. Σταμούλης, ὁ κ. Ἰατρόπουλος, ὁ κ. Κασίμης... Ἅπαντες ἀπόντες. Κατόπιν ἔρχεται ὁ κ. Δεμερτζῆς.
§41Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα σήμερον εἰς συνεδρίασιν μετὰ ὥριμον διάσκεψιν διαρκέσασαν ὑπὲρ τὰς τρεῖς ὥρας, κατέληξεν εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσθησαν ἐνώπιον ὑμῶν. Κατέληξεν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ἐν σχέσει μόνον πρὸς τὰ μέλη τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, τοῦ Ἀρείου Πάγου, διετύπωσε δὲ καὶ ψήφισμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἅμα τῇ ἐπικυρώσει τῶν Πρακτικῶν θεωροῦνται ἀπηλλαγμένα τῶν καθηκόντων των ἅπαντα τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀντεισαγγελεὺς, συγχρόνως δ’ ἀνατίθεται εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἵνα ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τῶν Πρακτικῶν, ἐὰν γίνῃ δεκτὸν τὸ ψήφισμα, προβῇ εἰς ἀνασύστασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου διορίζον ἐξ αὐτῶν τῶν ἀπαλλαγέντων μελῶν καὶ τῶν ἐφετῶν τοῦ Κράτους. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ διατυπωθέντος ψηφίσματος καὶ ὑπὲρ τῆς διατυπωθείσης ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀπέκρουσα τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος ἐν σχέσει πρὸς τοὺς δικαστὰς τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων, διότι νομίζω ὅτι, ὡς διατυποῦται τὸ ἄρθρον 88, τὸ Δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου συντασσόμενον εἰς ἀνώτατον πειθαρχικὸν συμβούλιον δὲν ἔχει τὴν δύναμιν ἵνα κρίνῃ ἐλευθέρως, ἵνα κρίνῃ περὶ ἀνεπαρκείας τῶν δικαστῶν, διότι τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον κρίνεται ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ τῶν καθηκόντων του ἕνεκα ἀνεπαρκείας οἱονδήποτε δικαστὴν κατωτέρου Δικαστηρίου. Δὲν νομίζω ὅτι αἱ μομφαί, αἱ ὁποῖαι ἀκούονται κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ πλήξωσι τὸ σύνολον τῆς παρ’ ἡμῖν δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀποτελεῖ τιμὴν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἡ δὲ πλειονότης ἀποτελεῖ καύχημα διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον. Νομίζω δ’ ὅτι, διὰ νὰ εἶμαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ, πρέπει νὰ κάμω ἀκριβῶς τὴν διαστολήν, τὴν ὁποίαν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς κ. Δραγούμης. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἅπαντες σχεδὸν οἱ δικασταὶ τοῦ κατωτέρου Δικαστηρίου, τοῦ Πρωτοδικείου, εἶναι δικασταί, οἱ ὁποῖοι τιμῶσι τὴν Ἑλλάδα. Συνέζησα, Κύριοι, καὶ συνανεστράφην ἐπὶ μακρὰ ἔτη τοὺς δικαστὰς τούτους καὶ ἐπείσθην ὅτι ἀκριβῶς ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου προῆλθεν ἡ πρώτη αὐγὴ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς συντελεσθείσης κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος. Καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἄλλοι κλάδοι τῆς διοικήσεως εὑρίσκοντο τελείως ἐκφυλισμένοι, τὰ κατώτερα Δικαστήρια παρ’ ἡμῖν, τὰ Πρωτοδικεῖα, ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνα ἠδυνήθησαν ν’ ἀντίσχωσι κατὰ πάσης ἐπεμβάσεως καὶ κατὰ πάσης οἱασδήποτε προσφυγῆς, κατὰ τῆς ἀκολάστου ἐκείνης καταστάσεως, εἰς ἣν τότε εὑρισκόμεθα. Δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἐστεροῦντο καὶ αὐτῶν τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων, διότι εἶναι γνωστὸν ἀντὶ πόσου ποσοῦ ἀμείβει αὐτοὺς ἡ Πολιτεία διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν καθηκόντων τούτων, δικασταὶ τοιοῦτοι, λέγω, στερούμενοι καὶ αὐτῶν τῶν πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαίων, πολλάκις ὑποκείμενοι ἐντελῶς εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἦσαν οἱ πρῶτοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ δεκαπενταετίας ἴσως ἐν Ἑλλάδι εἶχον τὸ σθένος ν’ ἀντίσχωσι κατὰ πάσης αὐθαιρέτου ἐπεμβάσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλά, Κύριοι, ἐνῷ ἐκφέρω τὴν γνώμην ταύτην διὰ τοὺς δικαστὰς τῶν κατωτέρων Δικαστηρίων, ὀφείλω νὰ μὴ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην διὰ τὴν πλειονοψηφίαν τῶν δικαστῶν τῶν ἀνωτέρων παρ’ ἡμῖν Δικαστηρίων.
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Εὖγε, εὖγε).
§43Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Καὶ ἐκ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν οὗτοι ἐστρατολογήθησαν, καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσῆλθον εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐκ μιᾶς ἀληθῶς καὶ δυστυχῶς ἀληθείας βασιλευούσης τότε εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ὅτι ὁ ἐπὶ μᾶλλον ἀνεξάρτητος γινόμενος δικαστικὸς λειτουργὸς ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἐξεφαυλίζετο, τὰ Δικαστήρια τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ πλειονοψηφίαν δὲν ἀποτελοῦνται ἐκ προσώπων ἐμπνεόντων τὴν κοινὴν ἐμπιστοσύνην. Ἀνέμενε δέ τις ὅτι ἐκ τῶν Ἐφετείων, εἰς τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ἡ πλειονότης δὲν ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ περιποιήσῃ τιμὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Δικαιοσύνην, ἀνέμενέ τις, λέγω, ὅτι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν καλοὶ εἰς τὰ Ἐφετεῖα, θὰ προήγοντο καὶ θὰ ἐλάμβανον τὰς θέσεις τοῦ ἀνωτάτου δικαστοῦ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἐν τούτῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι πάντοτε ἐκ τῶν Ἐφετείων ἐλήφθησαν ἐκεῖνοι, διὰ νὰ σχηματίσωσι τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς ἦσαν οἱ ἄξιοι καὶ κατάλληλοι, ἵνα σχηματίσωσι τοῦτο.
§44Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§45Γ. ΠΩΠ. Λαμπρά.
§46Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Γενικῶς ἐδημιουργήθη ἡ ἰδέα καὶ δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι, ὅταν γενικῶς δημιουργῆται ἰδέα τις, ἡ ἰδέα αὕτη ἔχει ὑπὲρ αὑτῆς κατὰ προσέγγισιν τὸ ἀλάθητον· γενικῶς, λέγω, ἐδημιουργήθη ἡ ἰδέα ὅτι τὰ Δικαστήρια τῶν Ἐφετῶν καὶ τὸ Δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν εὑρίσκονται ἐν τῇ περιωπῇ ἐκείνῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὤφειλον νὰ εὑρίσκωνται. Ἑπομένως εἰς τὴν ἀνωτάτην ταύτην Συνέλευσιν τοῦ ἔθνους, τὴν ἀνωτέραν πασῶν τῶν τριῶν ἐξουσιῶν ἐν τῷ Κράτει, ἔλαχεν ὁ κλῆρος, ὅπως συζητουμένης τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ἀποφανθῇ ἂν ἡ θέσις τῶν δικαστικῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἄνευ ἀναστολῆς τῆς ὑπαρχούσης ἤδη ἰσοβιότητος εἰς τοὺς δικαστὰς παραχωρήσῃ καὶ νέαν τοιαύτην εἰς τοὺς εἰσερχομένους. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἔλαβε τὴν πρώτην αὑτῆς ἀπόφασιν, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἡ πρῶτον ληφθεῖσα οὐδὲ κατὰ προσέγγισιν ἐπλησίαζε πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ὑποστηρίζω βεβαίως ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῶσιν ὅρια, πέρα τῶν ὁποίων νὰ μὴ δύνανται οἱ δημόσιοι λειτουργοὶ νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς τοιοῦτοι· ἀλλὰ πλὴν τοῦ ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος δέον νὰ τεθῶσιν ἀπολύτως τοιαῦτα ὅρια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι εὐμετάβολα, λόγῳ τῶν παρουσιαζομένων ἑκάστοτε ἀναγκῶν, καὶ μὴ δυνάμενα νὰ εἶναι τοιαῦτα εἰς ὁλόκληρον ἢ ὡς προϋποθέτει ἡ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, πλήν, λέγω, τοῦ λόγου τούτου, φρονῶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἤρθη ἐκ τοῦ λόγου τούτου, ἀλλ’ ἤρθη ἐκ λόγων πολιτικῆς σκοπιμότητος. Ἡ ἐπιτροπὴ μάλιστα, θελήσασα ν’ ἀντιμετωπίσῃ καὶ ἀπ’ εὐθείας τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν ὅρια, διὰ νὰ γίνῃ ἐπὶ τέλους λανθάνουσα τρόπον τινὰ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Ἀλλὰ τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὀφείλω πάσῃ δυνάμει ν’ ἀποκρούσω, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἀποδεδειγμένον ὅτι ἅπαντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ ἐξέλθωσι διὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἐξέλθωσι, καὶ ὅτι ἅπαντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωσιν, εἶναι ἄξιοι νὰ κατέχωσι τὰς θέσεις τῶν δικαστῶν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου.
§47Γ. ΠΩΠ. Πολὺ ὀρθά.
§48Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ εὑρεθεῖσα σήμερον πρὸς τὴν πιθανότητα ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τὸ τεθὲν ἐντὸς τοῦ σχεδίου αὑτῆς οὐδὲ ἀντικειμενικῶς παρέχει τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ καὶ διότι χθὲς ἀπεκρούσθη ἐνταῦθα ὅτι δὲν θὰ τεθῇ τὸ ὅριον τοῦτο τῆς ἡλικίας, ἐμμένουσα ὅμως ἀφ’ ἑτέρου καὶ εἰς τὴν γνώμην αὑτῆς ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς διὰ τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον, ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξε διὰ μεγάλης μειονοψηφίας εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς γνώμης ὅτι πρέπει, ἀφ’ ἧς στιγμῆς δημοσιευθῇ τὸ ψήφισμα, νὰ θεωρηθῶσι παρῃτημένοι, ἀπηλλαγμένοι πάντες οἱ δικασταὶ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, ἡ δὲ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ ἀνωτάτη ἐξουσία δίδει τὴν ἐντολήν, νὰ προβῇ ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος εἰς τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Βεβαίως τὸ ζήτημα, Κύριοι, ἂν πρέπει πρὸς στιγμὴν ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν πολιτικόν, καὶ πάντες ἡμεῖς, ὅσοι ἀνήκομεν εἰς τὸ κόμμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην διευθύνει τὰς τύχας τῆς πατρίδος, θ’ ἀποξενωθῶμεν τῆς ἰδίας ἡμῶν προσωπικῆς πεποιθήσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπευθύνως διευθύνουσα δὲν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν πρότασιν ταύτην. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἡμᾶς τοὺς φίλους τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην διοικεῖ τὴν χώραν, δὲν ἀποκλείεται τὸ δικαίωμα, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ συνταγματοποιήσωμεν τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, προκειμένου ὄχι πλέον περὶ πολιτικοῦ ζητήματος, ἀλλὰ περὶ συνταγματικοῦ τοιούτου, εἰς ἡμᾶς ἀπομένει πλέον τὸ δικαίωμα, ὅπως καταψηφίσωμεν τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγματοποιούσης τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Διότι, Κύριοι, ἐὰν μεθ’ ὅσα εἴτε ἀναληθῶς ἐλέχθησαν κατὰ τῶν δικαστῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, εἴτε μεθ’ ὅσα ἕκαστος ἡμῶν ἀληθῶς πιστεύει, ἐὰν οὐδεμία ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος Ἄρειος Πάγος πρόκειται ν’ ἀπαρτίσῃ καὶ τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἐὰν οὐδεμία, λέγω, τοιαύτη πρόνοια ληφθῇ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συνταγματοποιήσωμεν τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἐὰν τοῦτο θ’ ἀποτελῆται ἐκ μελῶν, τὰ ὁποῖα πρὸ καιροῦ κατεδικάσθησαν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει; Δὲν πρόκειται, Κύριοι, ἄλλως περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Πρόκειται κυρίως περὶ ἀνασυντάξεως καὶ ἀναδημιουργίας αὐτοῦ. Πάντες ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴτε νομίζομεν πλανωμένην τὴν κοινὴν γνώμην, εἴτε νομίζομεν ὅτι ἡ ἰδία ἡμῶν κρίσις εἶναι πεπλανημένη καὶ ὅτι καλῶς φρονοῦμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα φρονοῦμεν περὶ τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, πάντες, λέγω, ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν τὸ ψήφισμα τοῦτο, ὀφείλομεν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, διότι δὲν πρόκειται ὁ δὲ σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος τούτου εἶναι, ὅπως ἐκκαθαρισθῶσι δικασταὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου· σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος τούτου εἶναι νὰ προσδοθῇ τὸ κῦρος, νὰ προσδοθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην αὐτοῦ, σκοπὸς τοῦ ψηφίσματος τούτου εἶναι, ὅπως καταστήσωμεν ἀληθῆ δικαιοσύνην ἐν Ἑλλάδι. Διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ πεποίθησις ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, ἐφ’ ὅσον ἡ πεποίθησις αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ θεωρηθῇ παρέλκον ἐντελῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀναδημιουργίας τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔχομεν πάντες καθῆκον, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην ἀναδημιουργίαν, ὄχι ἀπὸ πνεύματος ἐκκαθαριστικοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ πνεύματος ἀποδόσεως δικαιοσύνης εἰς τὴν δικαιοσύνην. Διὰ τοῦ Συντάγματος, Κύριοι, εἰσάγεται ἐντελῶς νέα ἀρχὴ διὰ τὰ συνταγματικὰ χρονικὰ τῆς Ἑλλάδος. Μέχρι τοῦδε ἀνεγνωρίζετο ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν, οὐδέποτε ὅμως μέχρι τοῦδε καὶ συνταγματικῶς εἶχεν ἀναγνωρισθῆ ὅτι ἡ Δικαιοσύνη αὐτοδιοικεῖται δυνάμει συνταγματικοῦ προνομίου. Καὶ καθιερώθη μὲν ἀληθῶς σωτήριος νόμος τοῦ παρελθόντος ἔτους, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Δικαιοσύνη ἀπηλλάγη τελείως πάσης ξένης ἐπιδράσεως κατὰ θεωρίαν. Ἀλλὰ ποῖος ἐγγυᾶται, Κύριοι, ἐξ ἡμῶν ὅτι, ἂν παράσχωμεν συνταγματικὸν κῦρος εἰς Συμβούλιόν τι, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἴμεθα πάντες ἀκλονήτως πεπεισμένοι ὅτι εἶναι εἰς τὴν περιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελεν εἶσθαι, ποῖος ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ὅτι τὸ συμβούλιον τοῦτο δὲν ἤθελε προβῆ εἰς καταχρήσεις, δὲν ἤθελε προκαλέσει ἐναντίον αὐτοῦ τὴν ἐξέγερσιν τῆς κοινῆς γνώμης; Ἀλλά, ἐὰν τὸ τοιοῦτον συμβούλιον ἵσταται ἐκεῖ δυνάμει συνταγματικῆς διατάξεως, ποῖος θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ δυνηθῇ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τούτου τὴν δύναμιν αὐτήν; Καὶ δὲν θὰ χρειασθῇ νὰ γίνῃ πρὸς τοῦτο ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν θὰ χρειασθῇ σχεδὸν νὰ γίνῃ Ἐπανάστασις, διότι πᾶσα ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος περιέχει καὶ σπέρμα Ἐπαναστάσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καθαιρεθῇ τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀπὸ τῆς τοιαύτης αὐτοῦ ἐξουσίας; Καὶ ἂν σήμερον, Κύριοι, καθ’ ὃν χρόνον τὸ συμβούλιον τοῦτο δὲν ἔχει λάβει εἰσέτι κῦρος συνταγματικῆς διατάξεως, συμβαίνουσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα πάντες σχεδὸν ἐξ ἡμῶν γνωρίζομεν ὅτι συμβαίνουσι, ποῖος ἐγγυᾶται ὅτι, ἂν μείνωσιν ἄνευ ἐρεύνης τῶν πραγμάτων πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον εὑρίσκονται ἐν τῷ συμβουλίῳ, θρασυνόμενοι ἐκ τῆς τοιαύτης ἀρχῆς, ἥτις συνταγματικῶς δίδεται εἰς αὐτούς, δὲν θέλουσι μεταβάλει τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον καὶ δὲν θέλουσι προσδώσει εἰς αὐτὸ εἰκόνα παρελθόντων Ὑπουργικῶν Συμβουλίων; Καὶ πάλιν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐξάρω τουλάχιστον δι’ ἐμαυτὸν ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ κατ’ ἐξοχὴν τούτου πολιτικοῦ ζητήματος, τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, θέλω ὑπερψηφίσει αὐτῆς.
§49Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τῆς Κυβερνήσεως;
§50Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δηλῶ ὅτι θέλω καταψηφίσει τὸ ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται εἰς τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἡ αὐτοδιοίκησις ἡ ὁλοσχερὴς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησιν —καὶ δὲν νομίζω ὅτι ὑπερβαίνω ἴσως τὰ ὅρια τὰ ἐπιτρεπόμενα—ὅτι παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, καὶ ἀκριβῶς συζητουμένης τῆς δικαστικῆς ἡμῶν καταστάσεως, προσδοκῶμεν ὅτι θέλει διαγνώσει τὴν ἀλήθειαν ταύτην. Ἀνάγκη, ὅπως ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ληφθῇ φροντὶς καὶ ὅπως ἀποκατασταθῇ τὸ δικαστικὸν σῶμα εἰς ἣν περιωπὴν τῷ ἁρμόζει, ὅτι θέλει συνταγματοποιήσει μὲν τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ θέλει συνταγματοποιήσει αὐτό, ἀφοῦ ληφθῶσι προηγουμένως πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ φροντίδες, αἱ ὁποῖαι θὰ καταστήσωσι τὸ συμβούλιον τοῦτο ἀληθῶς ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον προτείνει τὸ ψήφισμα, νομίζω ὅτι ἦτο ὁ πλέον παντὸς ἄλλου τρόπου ἐνδεδειγμένος. Δὲν ἀντελήφθην τὸ ζήτημα, ὡς εἶπον, ὡς ζήτημα ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἀντελήφθην τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα ἀναστηλώσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν μὲ διαφεύγει ὅτι πλεῖστοι τῶν δικαστῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἱκανοὶ ὅπως κατέχωσι τὸ ἀξίωμα τοῦτο, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἱκανῶν δικαστῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν ἤθελε θεωρηθῇ ἀπηλλαγμένος τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν αὑτοῦ ταύτην διὰ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ, ἂν τοὐναντίον ἠθέλομεν ἀποδεχθῆ ἑτέραν λύσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπαλλάσσει τῶν καθηκόντων ὡρισμένους δικαστάς, θὰ εἰσηρχόμεθα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰς τὸ ἔδαφος τῆς πραγματικῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἀπὸ οὐδεμιᾶς ἀπόψεως συμφέρει, ὅπως τὸ ζήτημα τεθῇ ὡς ζήτημα ἐκκαθαρίσεως· συμφέρει μόνον ὅπως τεθῇ ὡς ζήτημα ἀναστηλώσεως καὶ ἀναδημιουργίας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἄν γίνῃ δεκτὸς ὁ τρόπος ὁ προταθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου θὰ ἔχωμεν Δικαστήριον ἄρτιον, θὰ ἔχωμεν δὲ Δικαστήριον ἄρτιον, διότι πάντες ἔχομεν ἀκράδαντον πεποίθησιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν ἡγέτην αὐτῆς, ὅτι ἐντὸς ὀλιγίστου χρόνου θ’ ἀποδώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς ἀναδημιουργίας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀληθῆ δικαιοσύνην.
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Προτίθεμαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὴν γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀντιτίθεμαι ἀπολύτως πρὸς πᾶσαν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος ὑπὸ οἱανδήποτε μορφήν. Πρὶν ἢ ἐκθέσω τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζω τὴν γνώμην ταύτην, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς παρέργως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ δύο προκαταβολικῶν παρατηρήσεων. Τῆς πρώτης παρατηρήσεως, ὅτι τὴν προκαλουμένην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συζήτησιν, τὴν ἐξέγερσιν ἴσως τῆς δημοσίας γνώμης, ἂν καλῶς ἐξετίμησε τὰ κατ’ αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, θεωρῶ φυσικήν. Οὐδαμῶς μὲ ἐκπλήττει, διότι ἀνέμενον ταύτην. Τοὐναντίον δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι παράδοξον θὰ μοὶ ἐφαίνετο τὸ πρᾶγμα, ἂν δὲν ἐγεννᾶτο αὕτη. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτην ἔχω γνώμην, θεωρῶν εὐεξήγητον τὴν παρατηρουμένην ἐξέγερσιν, θεωρῶ ἐξ ἄλλου ταύτην ἀπολύτως ἄδικον. Θεωρῶ ἐπὶ πᾶσιν ὀλεθρίαν. Ἂν δέ ποτε κατέληγε νὰ περιβληθῇ τὸ κῦρος τῆς ψήφου τοῦ συνεδρίου τούτου ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν ἡ περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν πρότασις, ἤθελε δημιουργήσει ὀλέθριον προηγούμενον, θὰ ἠπείλει κλονισμὸν τῆς ὑπολήψεως καὶ τῆς ὑποστάσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος τοιοῦτον, τὸν ὁποῖον θὰ ἠσθάνετο οὐχὶ νῦν καὶ ἐφεξῆς ἀλλ’ ἐπὶ χρόνον μακρὸν ἡ Πολιτεία ἡμῶν. Πῶς συμβιβάζεται τώρα ἡ παρατήρησις αὕτη, νὰ θεωρῶ τὴν πρότασιν φυσικὴν σχεδὸν καὶ ἐπαρκῶς ἠτιολογημένην ἀφ’ ἑνός, καὶ ἐξ ἄλλου ἀδικαιολόγητον καὶ ἀπολύτως ἄδικον, θὰ ἐξηγήσω ἐφεξῆς. Ἀλλὰ πρέπει πλὴν τούτου νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ὑμετέραν προσοχὴν καὶ ἐπὶ τῆς δευτέρας προκαταβολικῆς παρατηρήσεως. Εἶναι δὲ αὕτη. Ἴσως δὲν εἶναι ὅλως περιττὸν νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν οὐδεὶς ἐμοῦ ὑπάρχει αὐστηρότερος, οὐδ’ ὑπῆρξεν ἴσως ἄλλος αὐστηρότερος κριτὴς τῶν ἐπὶ μέρους παραπτωμάτων μεμονωμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἰδιωτεύων ἢ δημοσιεύων ὑπῆρξα ὑπεράγαν ἴσως αὐστηρός, πάντοτε ἀπροκάλυπτος ἐκφραζόμενος καὶ πάντοτε ὑπευθύνως ἐνεργῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀοριστολογῶν. Δὲν ἀγνοοῦσι πλεῖστοι τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, μεθ’ ὧν διὰ δεσμῶν συναδελφικῶν συνεδεόμην πρὸ τῆς παρούσης ἰδιότητός μου, ὅτι δικηγορῶν ἢ δικογραφῶν ἐπισήμως πάντοτε ἀπὸ ἐπισήμου δικανικοῦ ἢ ἄλλου βήματος ἐκόλασα καὶ κατέκρινα ὑπευθύνως, τονίζω διὰ δευτέραν φορὰν τοῦτο, ὑπευθύνως καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἀσυλίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βήματος ὡρισμένα παραπτώματα, ὡρισμένων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ὅτε Κυβερνήσεις ὡρισμέναι μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ ζητήσωσιν ἢ ν’ ἀκούσωσι διδομένην τὴν γνώμην μου, ἐν σχέσει πρὸς ζητήματα τοιαῦτα πάντοτε ὑπευθύνως καὶ ἀπροκαλύπτως ἔδωκα ταύτην. Καὶ δύναμαι νὰ καυχηθῶ ὅτι εἰς ταύτην ὀφείλεται καὶ εἰς τὰς ἐμὰς ἐμφανεῖς ἐνεργείας ἡ ἀπομάκρυνσίς τινων ἀναξίων στοιχείων ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔπρεπε ν’ ἀπομακρυνθῶσι. Καὶ ἐνεστώτως δὲ ὑπεύθυνον Ἀρχὴν διαχειρίζων ὑπῆρξα ἀπὸ χαρακτῆρος καὶ πεποιθήσεως ἴσως ὑπεράγαν αὐστηρός. Ἐλησμόνησα τοὺς κοινωνικοὺς δεσμούς, οἱ ὁποῖοι εἰς περιωρισμένας κοινωνίας, οἷα ἡ παρ’ ἡμῖν, εὐχερῶς δημιουργοῦνται, καὶ ἐξήγγειλα τοῦτο ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ὁρκίσεώς μου δι’ ἐγκυκλίου πρὸς τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς τοῦ Κράτους. Ἔκτοτε εἰδοποίησα τούτους ὅτι δὲν ἀγνοῶ τίνες ὅροι καὶ τίνες δεσμοὶ δημιουργοῦνται εἰς κοινωνίας στενὰς καὶ περιωρισμένας, οἷα εἶναι ἡ ἡμετέρα, πόσον εὐχερῶς συγχέονται τὰ δημόσια καθήκοντα μὲ τὰ ἀπὸ ἰδιαιτέρων σχέσεων πηγάζοντα, καὶ ἔκτοτε ἐξήγγειλα πρὸς τούτους ὅτι ὑποχρέωσιν ἔχω νὰ παρίδω πάντα ταῦτα, ἀφορῶν εἰς τὸν μέγαν σκοπὸν καὶ θαλπόμενος ὑπὸ τῆς φιλοδοξίας νὰ συντελέσω εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν περιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ποθεῖ ταύτην τὸ ἔθνος. Τοῦτο ἦτο λόγος, ἦτο ἐγκύκλιος. Ἀλλ’ ἐπηκολούθησαν τὰ πράγματα. Ὡς δὲ θέλουσιν ἰδεῖ πάντες ἐν καιρῷ, ἀλλὰ καὶ σπεύδω νὰ ἐξαγγείλω ἀπὸ τοῦδε ὅσας πειθαρχικὰς καταδιώξεις ἐνήργησα. Ὅσαι πειθαρχικαὶ ποιναὶ ἐπεβλήθησαν κατὰ τὸ ἑπτάμηνον τοῦτο διάστημα ἴσως οὐδ’ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν ἐν τῷ παρελθόντι ἐνηργήθησαν. Δὲν περιωρίσθην εἰς συμβολαιογράφους καὶ κλητῆρας καὶ εἰρηνοδίκας. Ἐξετάθην εἰς πρωτοδίκας, εἰς εἰσαγγελεῖς καὶ προέδρους Πρωτοδικῶν, εἰς ἐφέτας καὶ εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν. Μεμακρυσμέναι τινὲς ἐνδείξεις παρέχουσαι τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἦτο δυνατὸν παράβασις καθήκοντος νὰ ἐτελέσθη καὶ ἐν τῷ ἀνωτάτῳ Δικαστηρίῳ, ὑπόνοιαι δειχθεῖσαι εὐτυχῶς ἀβάσιμοι, μοὶ ὑπηγόρευσαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μετέλθω ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνεφάνιζον τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς ὑπερτάτης Ἀρχῆς ἐφορευούσης, καὶ ἐνεῖχον τὴν προαναγγελίαν ὅτι διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν ὑπάρχουσιν ἀρεοπαγῖται καὶ εἰρηνοδίκαι, ἀλλ’ ὑπάλληλοι δικαστικαὶ Ἀρχαί. Ἴσως δὲν θὰ ἦσαν ὅλως περιττὰ ταῦτα, Κύριοι, εἰς νομιμοποίησιν ἐμοῦ ἐν τῇ διατυπώσει τῆς γνώμης ὅτι, καίτοι ἀπὸ τοιαύτης ἄγομαι ἀφετηρίας, ἀπὸ τοιούτων ὁδηγοῦμαι ἀρχῶν, ὑπὸ τοιαύτης ἐμπνεόμενος αὐστηρότητος ἤμην καὶ εἶμαι ἀπολύτως κατὰ πάσης ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος. Δὲν εἶναι γνώμη μου ἐνεστῶσα οὐδὲ χθὲς ἢ ἐσχάτως διατυπωθεῖσα. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ βουλευτικὸν ἐκεῖνο ψήφισμα ἀπεφάσισε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναθεωρητέων διατάξεων καὶ ἡ σχετιζομένη μὲ τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, ἴσως εἶμαι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἐρωτηθεὶς ὑπὸ τῶν δημοσιογράφων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔσπευσα νὰ δηλώσω τὴν γνώμην μου. Ἔκτοτε ἐξήγγειλα ταύτην, καὶ ὑπεστήριξα αὐτὴν πανταχοῦ καὶ ἐν πάσῃ εὐκαιρίᾳ, πολὺ πρὶν ἢ συγκληθῶσιν αἱ ἀναθεωρητικαὶ Βουλαί. Ἀνέλαβον τὴν Ἀρχὴν τὴν διαπιστευθεῖσάν μοι. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας διὰ τῆς πρώτης ἐγκυκλίου μου πρὸς τὰς δικαστικὰς τοῦ Κράτους Ἀρχὰς ἔσπευσα καὶ ἐδήλωσα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ δηλωθῇ, σαφέστατα πάντοτε, ἐν ἐγκυκλίῳ τοιούτου περιεχομένου. Δὲν εἶναί τι νέον δι’ ἐμὲ τὸ ζήτημα, οὐδ’ ἐσχηματίσθη ἡ ἐπ’ αὐτοῦ γνώμη μου ἐκ τοῦ προχείρου. Εἶναι ἀπότοκος μακρᾶς μελέτης τοῦ πράγματος, ὡρίμου σκέψεως, βαθείας γνώσεως τῶν παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων γενομένων, ἐπιγνώσεως πλήρους τῶν ὑπερτάτων κινδύνων— συγχωρήσατέ μοι τὴν διατύπωσιν· μὴ θεωρήσητε αὐτὴν ὑπερβολικήν—, τῶν ὑπερτάτων κινδύνων, οἱ ὁποῖοι ἐπικρέμανται οὐχὶ νῦν μόνον ἀλλὰ καὶ ἐφεξῆς καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπὶ δεκαετηρίδας πολλὰς ἐπὶ τῆς δικαστικῆς τοῦ Κράτους ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς Πολιτείας αὐτῆς, ἄν ποτε ἤθελε τελεσφορήσει τοιαύτη τις γνώμη καὶ τοιαύτη τις ἀρχή, οἵα ἡ προτεινομένη. Τώρα θὰ μοὶ εἴπητε ἴσως μετὰ τὰς προκαταβολικὰς ταύτας παρατηρήσεις· διατί θεωρῶ τόσον φυσικὸν καὶ τόσον ἀνεξήγητον, οὐδεμίαν εἰς ἐμέ, τοιαύτην ἰδέαν ἔχοντα περὶ τῆς δικαστικῆς τοῦ Κράτους ἐξουσίας, οὐδεμίαν παράγον ἔκπληξιν, ἀλλὰ καὶ προσδοκώμενον ἔτι, τὸ φαινόμενον τῆς πολλαχόθεν ἐπιζητουμένης ἀναστολῆς εἴτε ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης εἴτε ὑπὸ ἐνίων συλλόγων ἁρμοδιωτάτων βεβαίως εἰς κρίσιν ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων; Καὶ πῶς εὑρίσκω φυσικὴν τὴν ἐκδήλωσιν αὐτὴν καὶ πῶς εὑρίσκω ταύτην ἐπαρκῶς ἠτιολογημένην, ἐνῷ συγχρόνως θεωρῶ αὐτὴν ἄδικον καὶ ἀπολύτως ἀδικαιολόγητον; Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑποβάλω τὰς σκέψεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τοιαύτας ὑπαγορεύουσιν εἰς ἐμὲ πεποιθήσεις καὶ τοιούτους ἐνδεικνύουσι συμβιβασμοὺς τῶν κατὰ τὰ φαινόμενα ἀσυμβιβάστων. Βεβαίως ὁ πόθος πάντων ἡμῶν ὅπως οὐδεμίαν ἔλλειψιν καὶ οὐδὲν παράπτωμα βλέπωμεν εἰς ἐξουσίαν τόσῳ λεπτὴν καὶ τόσῳ ὑψηλήν, οἵα εἶναι ἡ δικαστική, ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν, ὅπως ἴδωμεν ταύτην εἰς τὴν πάντως ἀνεπίληπτον περιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν καλεῖται ἐκ τῆς φύσεως τῶν ἔργων της, παρέχει τὸ πρῶτον ἔναυσμα καὶ τὴν πρώτην ἀφετηρίαν εἰς τὰ διηνεκῆ κατ’ αὐτῆς παράπονα. Ἀλλὰ βεβαίως τοῦτο δὲν εἶναι τὸ κύριον οὐδὲ τὸ οὐσιῶδες. Ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κατ’ ἐξοχὴν καὶ κυρίως καὶ πρωτίστως ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν προσοχὴν καὶ ἀντίληψιν, εἶναι ἡ ἐντελῶς ἰδιάζουσα καὶ ἐξαιρετικὴ φύσις τῆς λειτουργίας τῆς δικαστικῆς, αἱ ὅλως ἐξαιρετικαὶ σχέσεις, τὰς ὁποίας δημιουργεῖ ἡ ἐνάσκησις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, οἱ ἰδιαζόντως ψυχολογικοὶ ὅροι, οἱ ὁποῖοι συνδέουσι κατὰ νόμον ἐγκείμενον εἰς τὴν ἀνθρωπίνην ἀδυναμίαν καὶ ἀναπότρεπτον, συνδέουσιν ἢ διαιροῦσι τοὺς δικαστὰς πρὸς τὴν κοινωνίαν. Ἡ πεῖρα καὶ ἡ μελέτη ἐδίδαξαν ὅτι εἶναι σχεδὸν φυσιολογικὴ καὶ ἀναπότρεπτος, ἀπορρέουσα ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῆς δικαστικῆς λειτουργίας, ἡ καθημερινὴ δημιουργία ἐχθρῶν καὶ πολεμίων, ἡ διάπλασις ἀνθρώπων μισούντων τοὺς δικαστάς, καὶ σπεύδω νὰ εἴπω ὄχι ἐκ κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἐκ καλῆς, ἐξ ἀγαθῆς κατὰ κανόνα προαιρέσεως. Ἡ ἐνάσκησις τῆς δικαστικῆς λειτουργίας, καλουμένης ἑκάστοτε νὰ τέμνῃ ἰδιωτικὰς διαφορὰς, ν’ ἀσχολῆται περὶ τὸ ἐμὸν καὶ τὸ σόν, ἐνέχει ἐν τῇ φύσει αὐτῆς τὸ σπέρμα, τὸ ὁποῖον σχεδὸν πάντοτε ἐξελίσσεται μεθ’ ἑκάστην ἀπόφασιν καὶ ἱδρύει ἀνὰ ἕνα ἐχθρόν, ἐκεῖνον, καθ’ οὗ ὁ δικαστὴς ἀπεφάνθη. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ τις ἐπακριβῶς τὴν ψυχολογίαν τοῦ διαδίκου, τοὺς ψυχολογικοὺς ὅρους τῆς γενέσεως καὶ τῆς προόδου τοῦ δικανικοῦ ἀγῶνος, ἵνα πεισθῇ τελείως ὅτι ὀλίγαι εἶναι, σπάνιαι εἶναι αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας μεθοδεύεταί τις δίκην, διατελῶν ἐν κακῇ πίστει περὶ τοῦ ἀδίκου του, περὶ τοῦ ἀστηρίκτου τῶν ἀξιώσεών του. Εἴτε ἀνθρωπίνη ἀντίληψις καὶ ἀδυναμία περὶ τὴν κρίσιν τῶν ἰδίων πράξεων καὶ ἀξιώσεων φυσικωτάτη, εἴτε τῆς νομοθεσίας ἡ ἀτέλεια, εἴτε ἡ ποικιλία τῶν πραγμάτων καὶ ἡ ἀστάθεια τῆς ἑρμηνείας αὐτῶν καὶ τῶν νόμων, παράγουσι συνηθέστατα πεποιθήσεις ἀγαθὰς περὶ δικαίου πολλάκις ἀνυπάρκτου. Εἶναι δ’ ἄξιον παρατηρήσεως ὅτι αἱ σκέψεις καὶ αἱ πεποιθήσεις αὗται δὲν παραμένουσιν εἰς ἐκείνους μόνον, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἦτο φυσικώτερον νὰ παραμένωσιν, εἰς τοὺς διαδίκους, ἀλλ’ ἐκτείνονται οὐχὶ σπανίως μετὰ τῆς αὐτῆς, ἐνίοτε δὲ καὶ μετὰ μείζονος δυνάμεως πρὸς τοὺς ἐντεταλμένους τὴν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων διαχείρισιν τῶν ἐπιδίκων ὑποθέσεων. Ὁ δικηγόρος, ἁπλοῦς διερμηνεὺς ἐν ἀρχῇ τῆς δίκης ἀλλοτρίων ἀξιώσεων, ἀποβάλλει, προϊούσης τῆς δίκης, τὴν ἀπάθειαν καὶ τὴν ἑτερότητα αὐτοῦ. Ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων δὲ ὑποθέσεων συμβαίνει αἱ πεποιθήσεις τοῦ διαδίκου νὰ καθίστανται καὶ ἴδιαι αὐτοῦ πεποιθήσεις. Νὰ φανατίζηται ὑπὲρ αὐτῶν, νὰ παθαίνῃ οὐχὶ σπανίως εἶδός τι ὑποβολῆς. Δύναμαι νὰ εἴπω, ζωγραφίζων τὰς κεντρικὰς γραμμὰς τῆς ἀπόψεως ταύτης, ὅτι ὁ δικηγόρος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῶν σημαντικωτέρων ὑποθέσεων δὲν ἤθελεν ἐν τέλει πάθει ὑποβολήν, δὲν ἤθελε φανατισθῆ καὶ δὲν ἤθελε κοινωνήσει τῶν φρονημάτων, τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν πεποιθήσεων τοῦ διαδίκου ἐντολέως του, θ’ ἀνῆκεν ἢ εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀναισθήτων ἢ εἰς τὴν τάξιν τῶν προνομιούχων ἐκείνων φύσεων, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσιν ἑαυτὰς εἰς ἀπόστασιν ὡρισμένην, παραμένουσιν ἀντικειμενικαί, τηροῦσιν ἀνεπηρέαστον τὴν ἰδίαν αὐτῶν νομικὴν ἢ πραγματικὴν αὐτοτέλειαν.
§52Γ. ΠΩΠ. Ὥστε ὑμεῖς ὁμολογεῖτε ὅτι εἶσθε προνομιοῦχος φύσις.
§53Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑμεῖς λέγετε τοῦτο. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι περὶ ἐμοῦ οὔτε θὰ εἴπω. Ἡσυχεῖτε καὶ θὰ ἴδητε, ἐλπίζω, καὶ μὴ σᾶς φανῇ τοῦτο περίεργον, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι ἐν τέλει. Εἰκονίζω, Κύριοι, τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ὡς τὰ αἰσθάνομαι. Πιθανὸν νὰ πλανῶμαι· ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ πεισθῆτε ὅτι ἐκφράζω εἰλικρινῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι. Θέλω νὰ ὑποστηρίξω, Κύριοι, καὶ ὑποστηρίξω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου, μὲ ὅλην τὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε τὸ παρελθόν, καὶ τὴν εὐθύνην τῆς θέσεώς μου, θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι συνηθέστατα ὄχι μόνοι οἱ διάδικοι μετερχόμενοι καὶ μεθοδευόμενοι ὡρισμένας δίκας ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ καὶ οἱ δικηγόροι, ὑποστηρίζοντες ταύτας, προϊόντος τοῦ χρόνου, προϊόντος τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος, ἀπὸ ἀγαθῆς πίστεως ὑπερασπίζοντες τὰ δίκαια τῶν διαδίκων, οὐχὶ σπανίως φανατίζονται, πνευματίζονται, δύναμαι νὰ εἴπω, πάσχουσιν εἶδος ὑποβολῆς καὶ πολλάκις πείθονται ὅτι ὑποστηρίζουσι τὰ ἀληθῆ, ἐνῷ οὐχὶ σπανίως συμβαίνει νὰ μὴ εὑρίσκωνται ἐν τῇ ἀληθείᾳ τῶν πραγμάτων. (Χειροκροτήματα). Αὕτη ὑπῆρξε πάντοτε καὶ αὕτη εἶναι ὑπὸ ψυχολογικὴν ἔποψιν ἡ κλινικὴ εἰκών, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν διατύπωσιν, τοῦ διαδίκου καὶ τοῦ δικηγόρου. Αὕτη εἶναι ἡ ψυχολογία των, ἡ ὁποία ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς τὸ κῦρος τῆς μακρᾶς πείρας καὶ τῆς ἀκριβοῦς παρατηρήσεως. Διὰ τούτων δὲν θέλω νὰ εἴπω, καὶ σπεύδω ν’ ἀποφύγω πᾶσαν παρεξήγησιν, ὅτι αἱ αἰτιάσεις καὶ τὰ παράπονα κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων εἶναι πάντοτε ἄδικα καὶ ὅτι ἔχουσι τοῦτον μόνον τὸν λόγον. Θὰ ἦτο τοιαύτη τις κρίσις καὶ ἀνακριβὴς καὶ παράλογος. Δι’ ὅσων ἀνέπτυξα θέλω νὰ εἴπω τοῦτο μόνον· ὅτι τὰ παράπονα πάντα δὲν ἔχουσι βασιμότητα, καὶ ὅτι μέγα μέρος τούτων, τὸ μέγιστον, ἔχει τὸν λόγον αὐτοῦ εἰς τὰς παρατηρήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπῆρξε πολιτειολόγος, καὶ συγγραφεὺς ἐκ τῶν δοκίμων, ὁ Story, ὁ ὁποῖος σχολιάζων τὸ Σύνταγμα τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἔκαμεν ἀνάλογον παρατήρησιν, καὶ ἡ παρατήρησις ἐκείνη ἐστηρίχθη βεβαίως εἰς ταύτην τὴν ψυχολογικὴν διάγνωσιν, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται καθ’ ἑκάστην ἐν τῷ καθ’ ἡμέραν βίῳ. Καὶ εἶπεν ὅτι τὸ μῖσος τῆς κοινωνίας καὶ τῶν πολιτῶν ἐναντίον τῶν δικαστῶν ὀφείλεται μᾶλλον εἰς τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἀποτρέπουσι, μᾶλλον διὰ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἀρνοῦνται νὰ πράξωσι, παρὰ εἰς τὰ ἀδικήματα, εἰς τὰ ὁποῖα οὗτοι ὑποπίπτουσιν.
§54Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ἔννοια αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθή. Οἱ δικασταὶ δὲν μισοῦνται.
§55Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἔχητε τὴν φιλοδοξίαν νὰ τὸ ἀνασκευάσητε, δύνασθε νὰ τὸ πράξητε· ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ὑποβάλλω τὴν παράκλησιν νὰ μὴ μὲ διακόπτητε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ παρατήρησις, δὲν εἶναι μόνον οἱ λόγοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι παρέχουσιν εἰς ἐμὲ ἐπαρκῆ καὶ πλήρη τὴν ἐξήγησιν τοῦ φαινομένου, τῆς πολλαχόθεν ἐπιζητουμένης ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος. Ἔχω καὶ τρίτην τινὰ παρατήρησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχήν σας. Ἡ ἐπιδίωξις τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ὅ,τι ἤδη ἐπὶ ταύτης παρατηρεῖται, ὅ,τι ἤδη ἐμφανίζεται, ὅσαι ἤδη γνῶμαι ὑποβάλλονται, ὅση ἤδη συγκίνησις παρατηρεῖται, ὅσα αἰσθήματα ἤδη ἐκπέμπονται, εἶναι ἁπλῆ ἀντιγραφὴ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πάντοτε καὶ πανταχοῦ κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως παρουσιάσθησαν. Εἶναι ἴσως περίεργον τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι ὁ ἀγὼν πρὸς ἐκκαθάρισιν, ἰδιαίτατα δὲ πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ὑπῆρξεν ὁ κλῆρος πάσης σχεδὸν ἐπαναστάσεως. Εὐτυχεῖς ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι οἱ ἄρχοντες, ἐκεῖνοι οἱ κυβερνῆται, οἱ ὁποῖοι ἐχειραγώγησαν τὴν ἀντίληψιν ταύτην προσηκόντως καὶ ἀνέστειλαν τὴν τελεσιουργίαν αὐτῆς. Δυστυχεῖς ὑπῆρξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καμφθέντες παρέδωκαν τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος αὐτῶν εἰς περιπετείας ἀτελευτήτους καὶ εἰς ὀλισθήματα, τὰ ὁποῖα χρόνοι μακροὶ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θεραπεύσωσιν, ὡς ἀμέσως θ’ ἀποδείξω. Μεθ’ ὅσα εἶπον, Κύριοι, κατέστη, νομίζω, ἐμφανὲς ὅτι τὸ φαινόμενον τῆς πολλαχόθεν ἐπιζητουμένης ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος εἶναι τελείως ἠτιολογημένον καὶ εὐεξήγητον. Οὐδὲν ἀπολύτως ἔχει τὸ ἐκπληκτικόν. Τοὐναντίον μάλιστα ἐκπληκτικὸν καὶ παράδοξον θὰ ἦτο δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἂν δὲν παρουσιάζετο τὸ φαινόμενον τοῦτο. Ἀλλ’ ὅπως εἶπον ἤδη ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἐνῷ ἡ ζητουμένη ἀναστολὴ εἶναι εὐεξήγητος καὶ ἠτιολογημένη, εἶναι ἐξ ἄλλου ἀπολύτως ἀδικαιολόγητος, ἀπολύτως ἄδικος, ἰδιαίτατα δὲ παρ’ ἡμῖν ξένη ἐντελῶς καὶ ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος μας. Καὶ ἀμέσως θὰ ἐρωτήσῃ τις· διὰ τίνα λόγον; Σπεύδω, Κύριοι, νὰ σύρω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ καταλήξω. Καὶ ν’ ἀποκρυσταλλώσω ταῦτα εἰς ταύτας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας πάντας παρακαλῶ νὰ ἔχωσιν ἐν μνήμῃ, ἐν νῷ καὶ ἐν συνειδήσει. Μελετῶν τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς δικαιοσύνης ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως μέχρι σήμερον εὑρίσκω ἀνὰ πᾶν βῆμα ἀδιαπτώτους καὶ συνεχεῖς τὰς ἀφορμάς, νὰ αἰσθάνωμαι ὑπερηφάνειαν δι’ αὐτήν. Διότι οὐδαμοῦ, οὐδαμοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ὑπὸ ὅρους ὁμοίους, ὑπὸ συνθήκας ὁμοίας πολιτικάς, κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικάς, ὁ δικαστικὸς κλάδος ὑπῆρξεν ἀνώτερος τοῦ ἡμετέρου. Πολλαχοῦ ὅμως ὑπὸ συνθήκας τοιαύτας, πολὺ καλλιτέρας, ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει πολὺ τοῦ ἡμετέρου κατώτερος. Αὗται εἶναι αἱ γενικαὶ παρατηρήσεις μου. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἐπίσημος θέσις, τὴν ὁποίαν κατέχω, μοὶ ἐπιτρέψῃ πλείονας ἐξηγήσεις, θὰ προβῶ καὶ εἰς τοιαύτας. Θὰ παραλίπω δὲ ἐκείνας μόνας, εἰς τὰς ὁποίας τίθησι φραγμὸν τὸ ἐπίσημον βῆμα καὶ ἡ ἐμὴ θέσις. Λαμβάνω ἐν πρώτοις ἀφορμὴν ἐκ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἔκαμεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτής. Ἐμνήσθη τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος ἡμῶν, τῆς μέχρι τοῦ 1864, πρὸ τῆς θεμελιώσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος, καὶ τῆς δικαιοσύνης τῆς μετέπειτα. Καὶ εἶπεν ὅτι τὰ Δικαστήρια ἡμῶν τὰ νεώτερα εἶναι σοφώτερα, ἀλλ’ ἀμφιβάλλει ἂν εἶναι καὶ κατὰ τὸν χαρακτῆρα, ἴσως δὲν εἶπε τὴν λέξιν, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα ἴσης δυνάμεως καὶ ἴσης ἀντοχῆς. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔσπευσε νὰ διακόψῃ τὸν σεβαστὸν πολιτευτήν, διὰ νὰ εἴπῃ αὐτῷ ὅτι ἀποδέχεται τὴν γνώμην του. Ἀποδέχομαι ταύτην, Κύριοι, τοὐλάχιστον διὰ τὰ μέχρι τοῦδε πέρυσι συμβαίνοντα, καὶ θὰ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα ἀκριβῶς διὰ ν’ ἀποδείξω ὅτι καὶ διὰ τούτου ἀκόμη, τὸ ὁποῖον εἰς κατάκρισιν τῆς νῦν δικαιοσύνης φέρεται, τοὐναντίον κυροῦται ἐκεῖνο τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον προλαβόντως ὑπέβαλον εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Καὶ τῳόντι, Κύριοι, ἡ διαφορὰ αὕτη μεταξὺ τῆς πρὸ τοῦ 1864 καὶ τῆς μετὰ ταῦτα δικαιοσύνης δύναται νὰ δώσῃ ἐπιχείρημα εἰς κατάκρισιν τῆς ἡμετέρας, τῆς συγχρόνου δικαιοσύνης, μόνον διὰ τὸν ἀβαθῆ μελετητήν, οὐχὶ διὰ τὸν σοφὸν καὶ πεπνυμένον συνάδελφον, τὸν σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτήν. Μᾶλλον δι’ ἄλλον τινὰ ἀνιστόρητον καὶ ἀφιλοσόφητον, ἀγνοοῦντα τοὺς τότε καὶ νῦν πολιτικοὺς ὅρους, τοὺς ὅρους τοῦ βίου τοῦ δικαστικοῦ, οἱ ὁποῖοι τότε ἐλειτούργουν, καὶ τοὺς νῦν, θὰ ἐχρησίμευεν ἡ διαφορὰ ἐκείνη πρὸς κατάκρισιν τῆς συγχρόνου δικαιοσύνης. Δικαστικὴ ἰσοθιότης δὲν ὑπῆρχε βεβαίως τότε. Ὅμως ὑπῆρχέ τι ἴσως πολὺ κρεῖττον ταύτης. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ τὴν παρέμβασιν τοῦ Βασιλέως ἐκείνου, τὴν ἄμεσον, τὴν ἐνεργόν, τὴν δραστικὴν κατὰ πᾶσαν ὥραν καὶ πᾶσαν στιγμήν, ἐκ πάσης ἀφορμῆς καὶ πάσης περιστάσεως, ἰδιαίτατα εἰς περιφρούρησιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Οὔτε διορισμός, οὔτε παῦσις, οὔτε προαγωγή, οὔτε μετάθεσις ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄνευ ἐκθέσεως, ἄνευ αὐτοπροσώπου τοῦ Βασιλέως ἐρεύνης. Καὶ οὐδεμία ὑπερβασία τότε ἐτελέσθη, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀνετράπη διὰ τῆς προσωπικῆς αὐτοῦ παρεμβάσεως, τὴν ὁποίαν συνηθέστατα ἐπηκολούθει καὶ ἐπίπληξις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ.
§56Γ. ΠΩΠ. Δι’ αὐτὸ τοῦ ἔκαμαν ἔξωσιν.
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διακόπτομαι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, πρὸς τὸν ὁποῖον συμπίπτει εἰς πολλὰ νὰ ἔχω ταυτιζομένας τὰς γνώμας, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖ ποῦ θὰ καταλήξω. Τὴν παρέμβασιν ταύτην ἐπέτρεπε τὸ πολίτευμα τὸ τότε. Ἡ ἐπακολουθήσασα πολιτικὴ μεταβολὴ ἀπέδωκεν εἰς ἡμᾶς τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην τὴν προσωπικὴν ὅτι οὐδένα ἔχει λόγον τὸ ἔθνος νὰ μετανοῇ διὰ τοῦτο. Ἀλλὰ τί ἐπηκολούθησεν; Ἐθεμελιώθη ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος εἰς τὸν χάρτην τοῦ Συντάγματος ἀλλὰ κατὰ τὸν μετέπειτα βίον κατηργήθη ὁλοκλήρως. Φρονεῖτε ὅτι ὑπῆρχε θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος καὶ πράγματι μετὰ τὸ 1864 καὶ ἐλειτούργησεν ἐν Ἑλλάδι; Πλανᾶσθε. Ἦτο γεγραμμένος οὗτος εἰς τὸ χαρτί, ἀλλὰ θεσμὸς ἰσοβιότητος ζῶν δὲν ὑπῆρχεν. Εἶναι ἴσως μοναδικὴ εἰς τὸν πολιτικὸν βίον τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν ἡ πολιτικὴ ἀμβλύτης ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ εἰσηγάγομεν τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς, κατελίπομεν τὴν λειτουργίαν αὐτῶν ὑπὸ σύστημα ἄλλο, τὸ καταλυθὲν προϋποτιθέμενον πολίτευμα. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ δώσωμεν ζωὴν εἰς τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς διὰ τῶν προσηκόντων νομοθετικῶν μέτρων, νὰ καταστήσωμεν δυνατὴν τὴν ἄσκησιν καὶ τὴν λειτουργίαν αὐτῶν καὶ πάντες οἱ ζωοποιοὶ ἐκεῖνοι χυμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπέρρεον ἀπὸ τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, παρέμειναν νεκροὶ καὶ ἄκαρποι, ἰδιαίτατα δὲ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῆς ἰσοβιότητος. Ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος δὲν ἐλειτούργησεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐθεσπίσθη, μέχρις ἐσχάτων. Ἐδολοφονήθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία τὸν εἰσήγαγεν. Ἐδολοφονήθη κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος σχεδὸν ἐξηφάνισεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς πραγματικότητος. Εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ εἴπω ὅτι, καίτοι ἀνεγράφη εἰς τὸ Σύνταγμα ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως, τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς ἀφέθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὴν ἀχαλίνωτον; Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω τίνα σημασίαν ἔχουσι τὰ δικαιώματα ταῦτα εἰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ πόσον ὀλεθρίως ἐπιδρῶσιν εἰς τὸν δικαστήν, μέχρις ἀναιρέσεως, πολλάκις μέχρι καταλύσεως τῆς ἰσοβιότητος καὶ τῆς ἐκ ταύτης ἐγγυήσεως; Ὅταν ὑπὸ πολίτευμα ἀκράτου κοινοβουλευτισμοῦ καταλείπητε ἐλεύθερον τὸν διορισμόν, τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν προαγωγὴν τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, νομίζετε ὅτι ἔχετε ἰσοβιότητα; Νομίζετε ὅτι δικαιοῦσθε νὰ ὁμιλῆτε περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν καὶ τῶν ἐκ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐγγυήσεων, περὶ προστασίας τῆς δικαστικῆς συνειδήσεως; Ἦτο λοιπὸν ἑπόμενον, ἦτο φυσικὸν ὑπὸ τοιαύτην δυσαρμονίαν τοῦ πολιτεύματος πρὸς τοὺς νόμους αὐτὴ ἡ Πολιτεία νὰ καταστήσῃ καὶ τοὺς δικαστὰς ὄργανα ἐξαρτώμενα ἀπολύτως ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὰ ἐκ τούτου ἀκολουθήματα ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι εἶναι αὐτονόητα. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία πιεζομένη ὑπὸ τῶν κομμάτων, αὐτὴ ἠγωνίζετο καὶ αὐτὴ ἐπρωτοστάτει, ὅπως χρησιμοποιήσῃ τοὺς δικαστὰς ὡς μέσα, ὡς ὄργανα κομματικῆς ἐνισχύσεως. Ὁ εἰρηνοδικειακὸς κλάδος παρεδόθη εἰς τοὺς ἑκασταχοῦ δικολάβους. Ἕν τηλεγράφημα αὐτῶν ἤρκει, διὰ νὰ μετατεθῶσι, δύο ἴσως θὰ ἤρκουν νὰ διαταχθῇ τάχιστα ἀπὸ ὄργανα ἄλλα ἐξαρτώμενα καὶ ταῦτα ἐκ τοῦ κόμματος, ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα νὰ ἐπιβληθῶσι μία ἢ δύο πειθαρχικαὶ ποιναί, ὅτε εἰσήχθησαν οἱ λεγόμενοι νόμοι περὶ προσόντων, καὶ ν’ ἀπολυθῶσιν. Καὶ τοὺς εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους ὁμοίως μετεχειρίζετο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ὡς ὄργανα πιέσεως καὶ διαφθορᾶς καὶ αὐτῶν ἀκόμη τῶν δικαστῶν. Καὶ ὅτε μετὰ δεκαετηρίδας ἀπὸ τοῦ 1864 ὑπῆρξε νομοθέτης, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς εἰσαγγελεῖς ὁπωσδήποτε κατὰ τῶν βιαιοπραγιῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, χαρακτηριστικὴ κατεβλήθη προσπάθεια καὶ ἅμιλλα τῶν κομμάτων πρὸς κατάλυσιν καὶ τῶν ἁπλῶν τούτων ἐγγυήσεων. Καὶ τὸ ὄργανον τῆς συναλλαγῆς μετεβλήθη. Μετέπεσεν ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τὴν νομοθετικήν, καὶ ἡ αἴθουσα αὕτη ἐξεπλήρου καθήκοντα τοὐλάχιστον κατὰ τὴν χρονικὴν περίοδον τοῦ 1890–1895 κομματικοῦ Ὑπουργοῦ. Διότι, διὰ νὰ λυτρωθῶσιν αἱ χεῖρες τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως, διότι τοῦτο ἐγένετο ἐξ ὑπαμοιβῆς τρίς, διὰ νὰ καταλυθῶσι τὰ δεσμὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἀπόλυσιν τῶν εἰσαγγελέων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἐκβίασιν αὐτῶν εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν κομματικῶν παθῶν, κατηργεῖτο ὁ νόμος, ἐπαύοντο οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ ἐπετρέπετο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ διορίσῃ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἤθελεν. Ἤρχετο ἡ νέα Κυβέρνησις, ἔβλεπεν ὅτι εἰς τὸν κλάδον ἐξησφαλίσθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου τὰ ὄργανα τοῦ ἀντιθέτου κόμματος. Κατήργει τὸν νόμον, πάντοτε, ἐννοεῖται, ὑπὸ πρόφασιν μεταρρυθμίσεώς τινων διατάξεων αὐτοῦ καὶ διώριζε τοὺς ἰδίους πάντως φίλους, ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ νέα Κυβέρνησις νὰ καταργήσῃ πάλιν τὸν νόμον, διὰ νὰ διορίσῃ τοὺς ἑαυτῆς πολιτικοὺς τροφίμους.
§58Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑποθέτετε ὅτι αὐτὸ τοῦτο σκοπεῖ τὸ ψήφισμα τὸ ὑποβληθέν;
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ταυτίζεται μόνον κατὰ τὴν μορφὴν τὴν ἐξωτερικήν. Δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ ὁμοίας προθέσεως. Θὰ ἦτο ἀδίκημα καὶ εἰς ἐμαυτὸν νὰ εἴπω τὸ τοιοῦτον. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, διεβίωσε καὶ ὁ δικαστικὸς κλάδος. Αἱ μεταθέσεις καὶ αἱ προαγωγαί, σπανίως γενόμεναι κατ’ ἀξίαν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐξ ὑπηρεσιακῆς πρωτοβουλίας καὶ πάντοτε διὰ κομματικῆς παρεμβάσεως, ὑπενόμευον διηνεκῶς τὴν δικαστικὴν ἀξιοπρέπειαν, ἐνίοτε δὲ καὶ τὴν δικαστικὴν συνείδησιν. Ὁ δικαστὴς ἐδιδάσκετο παρ’ αὐτῆς τῆς Πολιτείας ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶχε προσόντα, ἄχρηστα θὰ ἦσαν εἰς αὐτόν, ἂν μὴ προσηρτᾶτο κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰς κομματικόν τι στήριγμα. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, Κύριοι, τὴν μελέτην τῶν λεπτομερειῶν τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμω, χωρὶς νὰ καταναλώσω χρόνον πολὺν καὶ ἴσως ἐν περιττῷ, ἐκ τῆς μελέτης τῶν ὅρων τούτων, λέγω, συνάγει τις τοῦτο τὸ ἀβίαστον συμπέρασμα, ὅτι εἶναι θαῦμα βεβαίως πῶς ὁ δικαστικὸς κλάδος κατὰ τοιοῦτον τρόπον πιεζόμενος ἀπὸ τὸν αὐθαίρετον καὶ τὸν ἀχαλίνωτον κοινοβουλευτισμὸν κατώρθωσε νὰ διασώσῃ τὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ, πῶς κατώρθωσεν ἐν μέσῳ τῆς καταλύσεως τῶν πάντων νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ τοσοῦτον ὑγιής. Οὐδαμοῦ ἐγένετο τοῦτο, Κύριοι· οὐδαμοῦ ὁ δικαστικὸς κλάδος εὑρέθη ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας. Ἀρκεῖ νὰ ῥίψῃ τις βλέμμα ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν χαρτῶν, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι ὅπου ἐθεμελιώθη, καὶ πανταχοῦ ἐθεμελιώθη—ὁμιλῶ δὲ περὶ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν—τὸ ἰσόβιον συμπάρεδρον εἶχε καὶ τὸ ἀμετάθετον, συμπαρέδρους εἶχε καὶ ὀργανικοὺς νόμους, ἀσφαλίζοντας τὴν εἰσαγωγήν, ἀσφαλίζοντας τὴν προαγωγήν, ἀσφαλίζοντας τὴν ἀξιοπρεπῆ συντήρησιν. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ἀκόμη, τῆς ὁποίας θαυμάζομεν τὴν δικαιοσύνην, μόνον ἀφ’ ἧς διὰ τοιούτων ἐγγυήσεων περιεβλήθη, κατέστη προϊόντος τοῦ χρόνου ἄξιος τοῦ ὀνόματος τούτου. Ἐπέπρωτο μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ εἰσαχθῇ καὶ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι τὸ μορμολύκειον ἐκεῖνο τῆς ἰσοβιότητος, ν’ ἀφεθῇ μεμονωμένον καὶ ἀφρούρητον καὶ νὰ ὑπονομεύηται πανταχόθεν καὶ νὰ δολοφονῆται ἐκ τῶν πλευρῶν ὁ δικαστικὸς κλάδος. Καὶ αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι θαῦμα, Κύριοι, εἶναι θαῦμα, πῶς ἠδυνήθη ὑπὸ τοιαύτας πιέσεις καὶ τοιούτους κατακλυσμοὺς νὰ διασωθῇ ὁ δικαστικὸς κλάδος μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ λέγωμεν σήμερον ὅτι τὰ ἀνάξια αὐτοῦ στοιχεῖα εἶναι ἐλάχιστα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀνάξια ἐκεῖνα δὲν φέρουσι τὰ στίγματα ἐκεῖνα τὰ βδελυρά, τὰ ὁποῖα παρετηρήθησαν καὶ παρατηροῦνται ἀλλαχοῦ εἰς Κράτη πολὺ μᾶλλον προηγμένα ἡμῶν εἰς πολιτισμόν, εἰς Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ πολιτειακοὶ ὅροι, αἱ κοινωνικαὶ καὶ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι ἐν σχέσει πρὸς τοὺς δικαστικοὺς λειτουργοὺς εἶναι ἀπείρως κρείττονες ἡμῶν. Ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχουσι δικασταὶ χρηματιζόμενοι, ἐνῷ τοῦτο δὲν δύναται νὰ λεχθῇ δι’ ἄλλα Κράτη. Ἄν τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἡ ἐμὴ θέσις ἐπέτρεπεν ἐξειδικεύσεις, ἤθελον φέρει ἁπτὰς ἐπισήμους ἀποδείξεις τῶν ἀλλαχοῦ συνήθως συμβαινόντων, ἓν καὶ μόνον τῶν ὁποίων ἂν ἐγίνετο ἐν Ἑλλάδι, ἤθελε προκαλέσει ἀληθῆ ἐπανάστασιν. Ὡμίλησα, Κύριοι, περὶ τῶν ἐξαιρετικῶν ἐγγυήσεων καὶ τῶν ἐξαιρετικῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῇ ἀλλαχοῦ ὁ δικαστικὸς κλάδος· καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψει μου πῶς ἔχουσιν, ἰδίᾳ πῶς μέχρι πέρυσιν εἶχον τὰ παρ’ ἡμῖν, ἐξεδήλωσα τὸν θαυμασμόν μου πρὸς τὴν δικαστικὴν ἡμῶν τάξιν. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ προσθέσω ὅτι ὁ τρόπος, οἱ ὅροι καὶ αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ κριθῇ ἡ δικαστικὴ λειτουργία, δὲν συμπίπτουσι πρὸς τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ καθοδηγήσωσιν ἡμᾶς ἐν τῇ κρίσει ἄλλων οἱωνδήποτε δημοσίων ὑπαλλήλων. Οὐδαμοῦ δὲ συνέβη τοῦτο. Οὐδαμοῦ τοιαῦται ἐδόθησαν ἐγγυήσεις εἰς ἄλλους δημοσίους ὑπαλλήλους, ὅσαι ὑπὲρ τῶν δικαστῶν· οὐδαμοῦ ἐδόθησαν τόσοι μισθοὶ εἰς ἄλλους ὑπαλλήλους οἱουσδήποτε, ὅσοι ὑπὲρ τῶν δικαστῶν. Τοῦτο δὲν ἔχει λόγον ἄλλον ἢ τὴν διαφορὰν τῆς λειτουργίας. Ἔχει λόγον τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἠρεμίας τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ψυχῆς ἐν ἀσχολίᾳ τοσούτῳ λεπτῇ, ἐν ἀσχολίᾳ πλήρει τοιούτων κινδύνων. Ἔχει λόγον τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ εἶδος τῆς λειτουργίας, ἡ φύσις τῶν ἀσχολημάτων τοῦ δικαστοῦ πολλαπλασιάζει καθ’ ἑκάστην τοὺς πειρασμοὺς καὶ θέτει αὐτὸν ἑκάστοτε εἰς κινδύνους, τοὺς ὁποίους οὐδεὶς ἄλλος δημόσιος ὑπάλληλος ἐν τοιούτῳ βαθμῷ δοκιμάζει. Ἡ ἀντοχὴ δὲ καὶ ἡ δύναμις τοῦ χαρακτῆρος καὶ συνεπῶς ἡ ἀρετὴ δὲν κρίνεται ἀπολύτως· ἀλλὰ κρίνεται καὶ δοκιμάζεται ἐκ τοῦ μεγέθους τῶν πειρασμῶν. Ἡ δύναμις τῆς ἀντιστάσεως καὶ ἡ δύναμις τῆς θελήσεως κρίνεται ἐκ τῆς δυνάμεως τῆς ἐπιθέσεως, κρίνεται ἐκ τοῦ εἴδους τῆς ἐπιθέσεως. Δικασταὶ περὶ τοιούτων πολυτίμων ἀγαθῶν δικάζοντες, δικασταὶ ἀποφαινόμενοι καὶ κρίνοντες τὸ ἐμὸν καὶ τὸ σόν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ πολίτου, ἄνθρωποι ὄντες θὰ ὑπέπιπτον εἰς ἀνθρώπινα ἁμαρτήματα, ἐὰν ἡ Πολιτεία δὲν ἐλάμβανε πρόνοιαν ν’ ἀσφαλίσῃ τούτους ποικιλοτρόπως. Διότι δὲν πρέπει νὰ πλανώμεθα, Κύριοι. Δυνάμεθα ὅσον θέλομεν νὰ αἰσθηματολογῶμεν, δυνάμεθα ὅσον θέλομεν νὰ μετερχώμεθα τὸν ἰδεολόγον. Ἀλλ’ ἔχομεν, νομίζω, καί τινα ὑποχρέωσιν νὰ σκεπτώμεθα ὡς ἄνθρωποι, νὰ κοινωνιολογῶμεν, ἔχοντες ὄχι μόνον πνεῦμα, ἀλλὰ καὶ σῶμα. Καὶ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι, ὅταν τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοσυντηρήσεως ἔλθῃ ἀντιμέτωπον πρὸς τὸ καθῆκον, ὁ κανὼν εἶναι ὅτι τὸ καθῆκον θὰ ὑποχωρήσῃ. Ὑπάρχουσι βεβαίως φύσεις προνομιοῦχοι, ὑπάρχουσι φύσεις ἐξαιρετικαί, ὑπάρχουσι μάρτυρες τοῦ καθήκοντος, πρὸς τοὺς ὁποίους στρέφεται ὁ θαυμασμὸς ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐξαιρέσεις. Ὁ κανὼν εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Καὶ τὸν κανόνα ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Πολιτεία, τοῦτον ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν αἱ νομοθεσίαι καὶ ἐθεμελίωσαν πάντας ἐκείνους τοὺς φραγμούς, ἵνα προασπίσωσι τὸν δικαστήν. Οὐδαμοῦ ἐγκατελείφθη ὁ δικαστικὸς κλάδος, ὡς ἐγκατελείφθη ὁ ἡμέτερος μετὰ τὸ 1864. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ γλίσχρον τῆς μισθοδοσίας. Ἀλλὰ καὶ οἱ δεινότεροι πειρασμοὶ τῶν ἀδίκων μεταθέσεων, τῶν εὐνοουμένων προαγωγῶν καὶ τῶν μέσων, δι’ ὧν ἐγίνετο ἡ κομματικὴ ἐπίθεσις πρὸς ἐκπόρθησιν τῶν δικαστῶν· ἡ ἀχαλίνωτος ἐπίθεσις, ἡ ὁποία πλειστάκις ἔθετε τὸν δικαστὴν ἢ τὸν δικαστικὸν ἐν γένει ὑπάλληλον εἰς τὸ δίλημμα ἢ ν’ ἀποθάνῃ ἢ νὰ ὑποκύψῃ. Καὶ εἶναι θαῦμα πῶς εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν—λέγω δὲ τοῦτο μὲ ἀληθῆ ὑπερηφάνειαν—εἶναι θαῦμα ἐγκείμενον εἰς τὴν φύσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ χαρακτῆρος, εἰς τὴν ἁπλότητα τῆς διαίτης καὶ τὴν λεπτότητα τοῦ βίου, πῶς δὲν εὗρεν ἔδαφος εὐδοκιμήσεως τὸ μίασμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιπολάζει ἀλλαχοῦ εἰς Κράτη μεῖζον ἡμῶν προηγμένα εἰς πολιτισμόν, εἰς πολιτικὴν ἀγωγήν, εἰς οἰκονομικοὺς ὅρους, μίασμα ἀποτελοῦν τὸ δεινότατον ἀνοσιούργημα δι’ ἕνα δικαστήν. Δὲν ἀρνοῦμαι βεβαίως, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ δικαστικῷ ἡμῶν κλάδῳ καί τινα στοιχεῖα ἀνίκανα ἢ ἀσθενῆ τὸν χαρακτῆρα, καὶ θὰ ἦτο παράδοξον ἂν δὲν ὑπῆρχον, τινὰ μὲν πλέον, τινὰ δὲ ἔλαττον. Ἀλλ’ ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν εἶναι ἆρά γε ἡ δικαία, εἶναι ἆρά γε ἡ σκόπιμος ὁδὸς ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑποδεικνύεται πρὸς ἀπομάκρυνσιν αὐτῶν; Ὁ δικαστικὸς κλάδος ἡμῶν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι πέρυσιν ἐγεννήθη. Εἶναι τιμὴ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις εἰσηγήθη τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ οὗτος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864.
§60ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ἐπανάστασις, ἡ ἐπανάστασις.
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πλήρης ἀποκέντρωσις, ἡ ὁποία ἱδρύθη διὰ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀπέδωκε τοὺς δικαστὰς εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἀποτεινόμενος δὲ πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ ἀπόδειξίν τινα περὶ τῆς αἰσθητῆς, τῆς οὐσιώδους, τῆς ῥιζικῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία ἔκτοτε παρατηρεῖται εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ τὰ καθόλου δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα. Διότι εἶναι ἔναυλοι εἰσέτι εἰς τὰς ἀκοάς μου αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας πλεῖστοι τῶν κ. Βουλευτῶν ἐπανερχόμενοι καὶ ἐσχάτως ἔτι ἀπὸ τὰς ἰδιαιτέρας αὐτῶν ἐπαρχίας ἔδωκαν εἰς ἐμέ, περὶ τῆς μεταβολῆς, ἡ ὁποία θεμελιώδης καὶ ῥιζικὴ παρατηρεῖται ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης. Πῶς τὸ αὐτὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τοὺς δεινοτάτους τῶν ὅρων εἰσήχθη εἰς τὸν κλάδον καὶ ἀνετράφη εἰς αὐτόν, πῶς αὐτὸ τοῦτο μετεβλήθη μόλις ἔπαυσεν ἡ ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας ἐπιβουλή; Πῶς ἀνεθάρρησαν καὶ οἱ κατώτεροι τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, αὐτοὶ οἱ παραπεταμένοι εἰρηνοδίκαι, οἱ ὑπείκοντες τέως πολλάκις ὑπὸ τῆς βίας τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀνάγκης εἰς τὰ νεύματα τῶν δικολάβων; Πῶς ἀνεβαπτίσθη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ὑπὸ τὴν σημερινὴν διοίκησιν τοῦ κλάδου, καὶ ποία πεποίθησις πρὸς αὐτὴν ἐνεπνεύσθη εἰς τοὺς πολίτας; Ἔντιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς μοὶ ἔλεγεν· Εἶναί τι καταπληκτικὸν δι’ ἐμὲ τὸ παρατηρούμενον· ἄλλοτε μετέβαινον εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου ἐπαρχίαν, πλεῖστοι τῶν φίλων μου προσήρχοντο ἀξιοῦντες τὴν ἐμὴν παρέμβασιν ὑπὲρ τῶν ὑποθέσεών των παρὰ τοῖς δικασταῖς· εἶναι, λέγει, ἄξιον περιεργείας ὅτι ἤδη οὐδεὶς προσῆλθεν. Τοῦτο ἔχει λόγον ὑποκειμενικὸν καὶ ἀντικειμενικόν, ἀμφοτέρους στενῶς πρὸς ἀλλήλους συνδεομένους. Ἔχει λόγον τὴν πεποίθησιν, ἡ ὁποία ἐνεπνεύσθη εἰς τὸν λαόν, καὶ ἡ πεποίθησις εἶναι ἀπότοκος τῆς νέας καταστάσεως τῆς ὀφειλομένης εἰς τὸν νόμον, τῆς ὀφειλομένης εἰς τὴν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης. Θὰ ἦτο δὲ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δικαιοσύνης καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν σκοπιμότητος ἡ ἐσχάτη δυσαρμονία καὶ ἡ μεγίστη ἀδικία νὰ θελήσωμεν ἤδη, εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ἀνεγεννήθη ὁ δικαστικὸς κλάδος καὶ ἀναγεννᾶται ὁλονὲν καὶ ἀναβαπτίζεται καὶ αὐτοκαθαίρεται καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν μεμονωμένων ἀτελειῶν του, εἰς στιγμὴν τοιαύτην ῥιζικῆς μεταβολῆς, νὰ λάβωμεν μέτρα ἀναστολῆς στοιχείων τινῶν, ἅτινα ἴσως ἐν τῷ παρελθόντι δὲν ἐδείχθησαν ἐν πᾶσιν ἄξια τῆς ἀποστολῆς των. Καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ λάβωμεν μέτρα οὐχὶ κανονικά, οὐχὶ φυσιολογικά· μέτρα κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν ὁποίων τόσα στοιχεῖα ἀπεμακρύνθησαν ἤδη τοῦ κλάδου ὡς ἀκατάλληλα· μέτρα τὰ ὁποῖα καὶ ἤδη ἐφαρμόζονται, καὶ κρίνεται αὐστηρότατα μὲν ἡ μετὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον διαγωγὴ τῶν δικαστῶν, ἐπιεικέστερον δὲ ἡ πρὸ αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν μέτρα βίαια. Νὰ μετέλθωμεν μέθοδον, ἡ ὁποία, καὶ ἂν ἀκόμη τὰ μεμονωμένα ἐκεῖνα στοιχεῖα τοῦ δικαστικοῦ κλάδου δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἄλλως, πάλιν δὲν θὰ ἦτο ἡ ἐνδεδειγμένη, δὲν θὰ ἦτο ἡ σκόπιμος, θὰ ἦτο πλήρης κινδύνων διὰ τὰς ἀδικίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγίνοντο εἰς πολλούς, πλήρης κινδύνων διὰ τὴν ὅλην δικαιοσύνην εἰς τὴν ὑπόστασιν αὐτῆς, θὰ ἦτο ὀλεθρία δι’ αὐτὴν τὴν Πολιτείαν. Ἴδετε, Κύριοι, τὴν ἱστορίαν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἴδετε πρωτίστως τὴν ἱστορίαν τῶν ἐν Γαλλίᾳ γενομένων. Σταθμίσατε τὰ γεγονότα, τὰ γενόμενα ὑπὸ ἀναλόγους ἐντελῶς περιστάσεις· παρακολουθήσατε τὰς κρίσεις τὰς γενομένας καὶ τὴν κρίσιν τὴν δικαστικὴν τὴν ὑπάρχουσαν, καὶ θὰ αἰσθανθῆτε φρικίασιν, ὡς ἐγὼ αἰσθάνομαι ἤδη, ἐκ πάσης ἀποπείρας πρὸς ἀναστολὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος προσωρινῆς ἢ οἱασδήποτε φύσεως. Ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον αἰῶνα συγκλονίζεται τὸ Γαλλικὸν ἔθνος διὰ τὰ δικαστικὰ αὑτοῦ πράγματα, διὰ τὰ Δικαστήρια καὶ τὴν δικαιοσύνην αὑτοῦ, ἐκ τοιούτων ἀποπειρῶν καὶ ἐκ τοιούτων μέτρων· μόνον διότι ἅπαξ ἐγένετο σφάλμα ἐν τούτῳ. Αἰῶνας ὁλοκλήρους ἐλειτούργει ἐκεῖ ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, ἔπρεπε δὲ νὰ ἔλθῃ ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1790, διὰ νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς ἰσοβιότητος καὶ ν’ ἀρχίσῃ ἔκτοτε κλονισμὸς ἀλλεπαλλήλων ἀναστολῶν τοῦ θεσμοῦ τούτου μέχρι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1814, δι’ οὗ ὁριστικώτερον ἀνεγνωρίσθη. Ἀλλ’ ἐν τοῖς ζητήμασι τούτοις ἡ ἀρχὴ εἶναι ὁ ὄλεθρος, ἡ ἀρχὴ συντελεῖ τὸ κακὸν προηγούμενον, καί, τῆς ἀρχῆς δοθείσης, σταθμὸς οὐδέποτε οὐδαμοῦ εἶναι εὔκολον νὰ εὑρεθῇ. Ἐπηκολούθησε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1830, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεγράφη ἡ αὐτὴ συνταγματικὴ διάταξις· καὶ ὕστερον τὰ πολιτικὰ γεγονότα τοῦ ἔτους 1848, εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ ὁποίου καὶ πάλιν ἀνεγράφη ἡ διάταξις. Ἀλλ’ ἀνεγράφη τότε, ἀφοῦ ἐδοκίμασεν ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος καὶ ὁ δικαστικὸς κλάδος τὴν ἀκολασίαν τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπέλυσε δικαστάς, ὑπείκουσα τῇ ἀληθείᾳ εἰς ῥεῦμα κοινῆς γνώμης. Διότι εἶναι κλῆρος τῶν ἐπαναστάσεων ὅ,τι καὶ τότε καὶ ἤδη παρατηρεῖται, ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς πολιτικούς, κοινωνικοὺς καὶ ψυχολογικοὺς ὅρους. Ὅμως ἐπῆλθεν, ὡς ἦν ἑπόμενον, διότι καὶ τοῦτο σταθερῶς γίνεται, τῆς κοινῆς γνώμης ἡ μεταβολὴ καὶ ἀντίδρασις ταχεῖα. Ἦτο δὲ τοσοῦτον ἰσχυρά, ὡς ἐκ τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα εἴτε ἐκ προθέσεως εἴτε ἐκ σφαλμάτων ἐτελέσθησαν, ὥστε συνέβη τοῦτο τὸ παράδοξον. Μετὰ ἓν ἔτος, κατὰ τὸ 1849, διὰ Διατάγματος τῆς 9 Αὐγούστου, ἡ αὐτὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ἐπαναφέρῃ τοὺς ἀπολυθέντας.
§62Γ. ΠΩΠ. Ὄχι πάντας.
§63Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπῆλθον τὰ πολιτικὰ γεγονότα τοῦ ἔτους 1870. Τὸ ζήτημα τῶν δικαστῶν καὶ αὖθις ἐπὶ τοῦ τάπητος. Νέα τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἀναστάτωσις. Νέα ἐπίθεσις, νέα κοινὴ γνώμη, νέος κλονισμός. Νέα ἀκολασία κυβερνητική· ἀπύλυσις 15 δικαστῶν. Ἀλλά, παράδοξον τοῦτο, καὶ πάλιν ἀντίδρασις ταχεῖα τῆς δημοσίας γνώμης κατὰ τοῦ ληφθέντος μέτρου· ἀκύρωσις τοῦ Διατάγματος καὶ ἐπάνοδος τῶν δικαστῶν εἰς τὰς τάξεις των. Ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἐσταμάτησαν, οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσωσιν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο. Τὸ δικαστικὸν σῶμα συνεταράσσετο· ἀπέβαλλε τὴν σταθερότητα αὑτοῦ, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις τῆς ἀνεξαρτησίας του. Ἐσείσθη ἡ πρώτη βάσις τῆς ἰσοβιότητος, ἥτις ἀπολύτως ἀσάλευτος καὶ διηνεκῶς νοουμένη καὶ πιστευομένη ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκαταστήσῃ εἰς τὸν κλάδον τὴν γαλήνην καὶ νὰ θεμελιώσῃ τὴν ἀφετηρίαν τῆς ἀνυψώσεως αὐτοῦ τῆς βαθμιαίας καὶ τοῦ μεγαλείου του. Καὶ ἔκτοτε, ἰδίᾳ δὲ ἀπὸ τοῦ 1880 καὶ ἐφεξῆς καὶ μέχρι τῶν ἡμερῶν μας, κλονίζεται καὶ σείεται τὸ ἔδαφος τῆς ἰσοβιότητος καθ’ ἑκάστην. Καθ’ ἑκάστην ἀπειλεῖται, καθ’ ἑκάστην σχεδὸν ἐπαναφέρεται τὸ ζήτημα τῆς προσωρινῆς αὐτῆς ἀναστολῆς. Κατὰ τὸ ἔτος 1882, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὁπότε εἶχον ὑποβληθῆ προτάσεις εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν πολλαὶ περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ὁ Βαλδὲκ Ῥουσὼ εἰσηγούμενος τὰ ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων συμπεράσματα τῆς ἐπιτροπῆς ἐπετέθη λάβρος ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τοῦ δικαστικοῦ σώματος, καὶ ἐζήτησεν ἀπροκαλύπτως τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, ἕνεκα λόγων πολιτικῆς φύσεως. Τῇ 2 Φεβρουαρίου 1882 ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τῇ 10 Ἰουνίου ὑπὸ τὰς κραυγὰς καὶ τὰς ἀξιώσεις πάλιν τῆς δημοσίας γνώμης ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἀλλ’ ἦλθε καὶ αὖθις ὁ μετάμελος, ὁ αἰώνιος ἐν τούτῳ νόμος. Καὶ ἡ αὐτὴ Βουλὴ μετὰ ταῦτα ἀπέρριψεν ὅμοιον νομοσχέδιον. Νέα ὅμως ἐπίθεσις κατὰ τὸ ἔτος 1883 ἀπέληξεν εἰς τὸν νόμον τῆς 18 Αὐγούστου τοῦ 1883 σκοποῦντα τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος ὑπὸ τὴν πρόφασιν τῆς μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων. Καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς καταργήσεως Δικαστηρίων τινῶν ἀπελύθησαν ἀθρόοι οἱ ἀπαρέσκοντες δικαστικοὶ ὑπάλληλοι. Ποῖα ὑπῆρξαν, Κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα; Πῶς ἐγένετο καὶ ἐφηρμόσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, παρὰ πάσας τὰς προφυλάξεις τὰς ληφθείσας, παρὰ πάσας τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐζητήθησαν πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ἐφαρμογῆς; Εἰς τίνα θέσιν εὑρίσκεται ἤδη ὁ δικαστικὸς κλάδος καὶ πῶς κρίνονται τὰ περὶ τούτου ἐν Γαλλίᾳ; Ὁ Ἰούλιος Σιμὼν δεινῶς κατέκρινε τὸν νόμον τοῦτον. Καὶ ἔλεγεν ὅτι πρόσχημα εἶναι αἱ ἀγαθαὶ ἀρχαί, τὰς ὁποίας προβάλλει. Πράγματι δι’ αὐτοῦ σκοπεῖται νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν ἴδια πάθη, ἴδια συμφέροντα, ν’ ἀπομακρυνθῶσι δ’ ἀπὸ τὰς δικαστικὰς τάξεις οἱ δικασταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπήρεσκον καὶ ἀπαρέσκουσιν εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς ἐκκαθαρίσεως, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδείχθησαν ἕτοιμοι νὰ τοὺς ὑπηρετήσωσιν. Ὁ νόμος ἐψηφίσθη, ὁ νόμος ἐφηρμόσθη, ἡ προγραφὴ ἐγένετο. Καὶ διὰ νὰ ἐννοήσητε τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐγένετο καὶ ὑπὸ τοὺς ὁποίους, ἐννοεῖται, πάντοτε γίνονται τοιαῦται προγραφαὶ ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἀρκοῦμαι νὰ μνησθῶ τοῦ καταπληκτικοῦ γεγονότος ὅτι ὑπῆρξε Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει εἶπεν ὅτι ἐπέτυχε καὶ ἀπεμάκρυνε δικαστήν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν τόλμην νὰ φέρῃ ψῆφον μειονοψηφίας εἰς ὑπόθεσιν ἀφορῶσαν τὸν Βουλευτὴν τοῦτον. Τὰ γεγονότα ἐπηκολούθησαν ῥαγδαῖα, Κύριοι. Δὲν παρῆλθε δεκαετία καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1890 καὶ αὖθις νέον ὑπεβλήθη νομοσχέδιον περὶ νέας ἐκκαθαρίσεως! Καὶ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ὁ Βουλευτὴς Κλεμαντὰλ εἰς τὴν εἰσηγητικὴν αὑτοῦ ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τὸ ἔτος 1903 ἐπανέρχεται εἰς τὸ ζήτημα καὶ λέγει ὅτι μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1883 τὸ ζήτημα τίθεται καὶ ἤδη ὑπὸ τὴν αὐτὴν μορφήν, ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἔκτασιν, ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀνάγκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἔκειτο κατὰ τὸ ἔτος 1883. Καὶ ἂν ἐπέπρωτο νὰ προμαντεύσῃ τις, ἤθελον προσθέσει ὅτι καὶ ἐφεξῆς ἄλυτον θὰ ὀρθοῦται τὸ ζήτημα πάντοτε, ἐνόσῳ τοιοῦτοι κρατοῦσιν ὅροι καὶ ἐνόσῳ ἐλλείπει ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὸ ἀπολύτως ἄσειστον τοιούτων συνταγματικῶν διατάξεων, ἐπὶ τὸ ἀπολύτως ἀκλόνητον τοιούτων θεσμῶν, ἐφ’ ὅσον τοιαύτη πεποίθησις δὲν ἐμπνεύσῃ τὰ στήθη καὶ τὴν καρδίαν καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Ἀφήσατε ἤδη τὴν Γαλλίαν καὶ ἔλθετε εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ἔλθετε εἰς τὴν ἐπανάστασιν ταύτης, καὶ σπουδάσατε τὰ κατ’ αὐτήν. Ἴδετε τὰς τοιούτου εἴδους ἀξιώσεις τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἰδίᾳ ὡρισμένων τάξεων· θὰ ἴδητε τοὺς αἰῶνας ἀντιγράφοντας ἀλλήλους, τὰς περιστάσεις ἀντιγραφούσας ἀλλήλας, τὰ πνεύματα, τὰ αἰσθήματα, τὰς ὁρμὰς καὶ τὰ μέτρα ἀντιγράφοντα ἄλληλα. Ἐνταῦθα, ἐν Ἰταλίᾳ, ὑπῆρξε μερικὴ ἐφαρμογὴ τῆς δικαστικῆς ἐκκαθαρίσεως. Περιωρίσθη εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας, εἰς τὰς μεσημβρινάς, νομίζω, καὶ ἐκεῖ ἐφηρμόσθη, διὰ νὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἐκεῖ ἡ δριμεῖα κατάκρισις τοῦ μέτρου τούτου ὑπὸ τῶν συγγραφέων καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας ἐκείνης. Εἷς τῶν μᾶλλον φιλελευθέρων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἰταλίας, ὁ Μιγκέτι, Πρωθυπουργὸς ἄλλοτε καὶ δοκιμώτατος συγγραφεύς, ἐξετάζων τὰ περὶ τούτου παρατηρεῖ τὰ ἑξῆς: «Ἡ Ἰταλικὴ ἐπανάστασις εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ἐπεδείξατο σεβασμὸν πρὸς τὰ Δικαστήρια, ὡς εἶχον ταῦτα ὑπὸ τὰς παρελθούσας Κυβερνήσεις. Εἰς ἄλλας ὅμως, καὶ κυρίως εἰς τὰς μεσημβρινὰς ἐπαρχίας, παρεσύρθη ὑπὸ τῆς μανίας ἐκείνης τῆς ἐπονομαζομένης ἐκκαθαριστικῆς, τῆς ὁποίας οὐδὲν δύναται νὰ γίνῃ ὀλεθριώτερον εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης». Ἀλλὰ τοῦτο τὸ παράδειγμα δὲν ἠκολούθησαν ἄλλα Κράτη. Εἶναι ἄξιον περιεργείας, Κύριοι, ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρξαν ἐπαναστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνώρισαν ὡς δόγμα τὴν κατάργησιν τῆς ἰσοβιότητος πρὸς ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ὡς λόγου χάριν αἱ Γαλλικαί, ἡ Ἀγγλικὴ ἐπανάστασις ἦτο τοὐναντίον ἡ θεμελιώσασα τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν. Ὑπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ἔκτοτε, τὸ σύστημα τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ πρὸς τὰ Δικαστήρια, τῆς διαρκοῦς αὐτῶν ἐνισχύσεως, ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς βαθμιαίας ἐξελίξεως καὶ ἀναπτύξεως, ἄνευ βιαίων κλονισμῶν καὶ συνταράξεων ἀνωφελῶν, ἐπέτυχεν, ὄχι ἀμέσως, ἀλλὰ προϊόντος τοῦ χρόνου, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ ἤδη τὸν θαυμασμὸν τοῦ κόσμου. Διότι ἡ Ἀγγλία σκέπτεται καὶ ἐσκέπτετο πάντοτε πρῶτον περὶ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου καὶ ἔπειτα περὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου.
§64Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς νὰ κάμωμεν.
§65Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ κάμητε ὅμως καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς λέγομεν, ἐὰν θέλητε. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη, ἡ ὁποία ἔχει τὸ κῦρος τῆς ἱστορίας, τῆς πείρας καὶ τῆς παρατηρήσεως. Ἐὰν ἡ γνώμη ὑμῶν εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, αὐτὴν ν’ ἀκολουθήσητε καὶ ὑμεῖς καὶ ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους θὰ πείσητε. Πάντες ἐπιδιώκομεν τὸν αὐτὸν σκοπόν, ἀλλὰ μὲ ἄλλας μεθόδους. Ἐγὼ ἀναπτύσσω τὰς ἐμὰς γνώμας. (Εὖγε). Νομίζω ὅτι δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω, κύριοι Βουλευταί. Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς· νὰ εἴπω δὲ ταῦτα οὐχὶ ἁπλῶς πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐμῆς ψήφου, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν γενικωτέρων πολιτικῶν καθηκόντων, τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἀπορρέουσιν ἐκ τῆς ἐμῆς ἰδιότητος, ἐκ τῆς ἰδιότητος ἐμοῦ, παρ’ ᾧ ὑπάρχει διαπεπιστευμένη ἡ διοίκησις τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας. Ἀφοῦ εἶπον ἤδη καὶ ἀνέπτυξα πόσον θεωρῶ φυσικὴν τὴν παρατηρουμένην κατάστασιν καὶ τὴν παρατηρουμένην ἐξέγερσιν, θέλετε πεισθῆ ὅτι διορατικότης πολλὴ παρ’ ἐμοὶ δὲν ἦτο ἀναγκαία, διὰ νὰ γνωρίσω ποῦ στρέφονται τῶν πολλῶν αἱ ἐπιθυμίαι, καὶ ποίαν ὁδὸν ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσω, ποίαν τροπὴν καὶ τίνα κατεύθυνσιν ἔπρεπε νὰ δώσω εἰς τὰς σκέψεις μου καὶ τὰς γνώμας μου, διὰ νὰ ἐπιτύχω ἀδαπάνως ἐπιδοκιμασίας καὶ ἐπευφημίας εὐχερεῖς, θὰ ἦτο εὐτυχὴς βεβαίως ἡ θέσις μου, ἂν συνέπιπτον ἐν τούτῳ αἱ πεποιθήσεις μου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο στοιχειώδους πολιτικοῦ καθήκοντος παράλειψις, ἀφοῦ ἀντίθετον ἔχω πεποίθησιν, νὰ μὴ διαφωτίσω τὴν δημοσίαν γνώμην καὶ νὰ μὴ ἀντιταχθῶ κατ’ αὐτῆς πλανωμένης. Δὲν ἐθεώρησά ποτε, οὔτε νομίζω ὅτι ὁ προσανατολισμὸς πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην τὴν ἀβασάνιστον εἶναι καθῆκον τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἀεὶ μέν, μάλιστα δὲ εἰς τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς διαχειρίζονται ὑπεύθυνον Ἀρχήν. Ἐνόμιζον καὶ νομίζω ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ἀπροκαλύπτως τὴν γνώμην μου, ὅτι εἶχον τὸ καθῆκον μὲ πᾶσαν τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου ν’ ἀγωνισθῶ, ἵνα διαφωτίσω τὴν πλανωμένην κατ’ ἐμὲ δημοσίαν γνώμην, ὅπου καὶ ἂν ὑφίσταται· πλανωμένην δ’ ἐν ζητήματι κατ’ ἐξοχὴν πολιτικῷ, ἐν ζητήματι ἐξαιρετικῆς σημασίας καὶ σπουδαιότητος, ἐν ζητήματι, μετὰ τοῦ ὁποίου συνδέεται ἡ ὑπόστασις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἄρα αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας. Δὲν γνωρίζω ποία θὰ εἶναι ἡ γνώμη καὶ ἡ ψῆφος ὑμῶν, τίνες αἱ ἀντιλήψεις καὶ αἱ ἀποφάσεις, αἵτινες θὰ ἐπικρατήσωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλά, οἱαιδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ἐλπίζω ὅτι θὰ θελήσῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀγωνισθῶ παντὶ σθένει, ὅπως ἐπικρατήσωσιν αἱ σκέψεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον πεποίθησις ἀκλόνητος, πεποίθησις ἀδιάσειστος ὑπάρχει παρ’ ἐμοὶ ὅτι μέτρον τοιοῦτον ὁποθενδήποτε λαμβανόμενον καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν εἶναι κεκλημένον νὰ δώσῃ τὸ σύνθημα εἰς τὸν ἐνταφιασμὸν τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρίδω οὔτε προχείρως ν’ ἀντεπεξέλθω ἐπὶ ζητήματος οὕτω θεμελιώδους, ζητήματος μὴ ἀφορῶντος κἂν διατάξεις τοῦ τε θεμελιωμένου πολιτεύματος, ἀλλὰ ζητήματος καθαρῶς διοικητικοῦ, ζητήματος τῆς διοικήσεως τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας. Τοῦτο θὰ λάβῃ, ἐλπίζω, ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἡ Βουλή. Εἰς πάντα οὕτω φρονοῦντα, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν εἰς ἐμέ, παρ’ ᾧ ὑπάρχει διαπεπιστευμένη ὑπεύθυνος Ἀρχή, ἐπεβάλλετο κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ διατυπώσω τὴν γνώμην μου, κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ συνδέσω ταύτην πρὸς τὴν δοθησομένην λύσιν. Διότι δὲν εἶναι δευτερεῦον τὸ προτεινόμενον. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι ἰλιγγιῶ ἐνώπιον τῆς ἀποπείρας τοῦ νὰ ἔλθῃ τὸ ὕπατον τοῦτο Συνέδριον καὶ νὰ εἴπῃ: ἀπὸ τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ Πρακτικοῦ τῆς παρούσης συνεδριάσεως παύω πάντας τοὺς ἀρεοπαγίτας. Πρέπει ἕκαστος ἐξ ἡμῶν — οὕτως ἐγὼ τοὐλάχιστον φρονῶ — νὰ σταθμίσῃ μεγάλως καὶ μετὰ ἐξαιρετικῆς περισκέψεως καὶ τοὺς λόγους καὶ τὴν ψῆφον αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου αἱ ψῆφοι καὶ αἱ γνῶμαι θὰ παραμείνωσιν εἰς τοὺς ἐπιγιγνομένους μνημεῖα αἰώνια τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἕκαστος ἐννοεῖ καὶ ἀντιλαμβάνεται τῆς ἀσκήσεως τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων, μνημεῖον τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἐπὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων. Καὶ ἐν τῇ σειρᾷ ταύτῃ τῶν σκέψεών μου ἀναμιμνήσκομαι ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν ἡμετέρων προγόνων τοὺς ἀξιοθαυμάστους λόγους τοῦ Νικίου πρὸς τὴν ἐκκλησίαν τῶν Ἀθηναίων κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐκστρατείας εἰς Σικελίαν. Τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ βαυκαλιζόμενα καὶ ἀναρριπιζόμενα ὑπὸ τῶν πολυωνύμων πατριωτῶν ὡδήγουν αὐτοὺς εἰς τὴν ἐκστρατείαν. Ὁ Νικίας ἠγωνίζετο ν’ ἀποτρέψῃ αὐτούς. Ἀνέπτυξεν εἰς τὴν ἐκκλησίαν μετὰ ζηλευτῆς τόλμης τὰς γνώμας του καὶ κατέστρεψε τὴν ἀγόρευσιν αὐτοῦ μὲ ταῦτα τὰ πολιτικώτατα ῥήματα: «Ταῦτα τῇ τε συμπάσῃ πόλει βεβαιότατα ἡγοῦμαι καὶ ἡμῖν σωτήρια. Εἰ δέ τινι ἄλλως δοκεῖ, παρίημι αὐτῷ τὴν ἀρχήν». (Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§66Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα). Μετὰ τὴν διακοπήν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Λάσκαρις ἔχει τὸν λόγον.
§68Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐγένετο λόγος περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει καὶ τῶν δικαστῶν ἰδίᾳ, ἡ γνώμη, ἣν τότε εἶχον, ἦτο ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἀναστελλομένης τῆς ἰσοβιότητος μὲ ὅλον τὸν σάλον καὶ τὴν διατάραξιν, ἥτις θὰ ἐπηκολούθει ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς Δικαιοσύνης, διαρκούσης τῆς ἀναστολῆς ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν καὶ τῆς κοινωνίας, διότι ἐφρόνουν ὅτι καὶ τοῦτο ἠδύνατο νὰ παροραθῇ προκειμένου νὰ ἐκκαθαρισθῇ ταχέως ἡ Δικαιοσύνη, ἀποπεμπομένων τοῦ τεμένους τῆς Θέμιδος ἐκείνων, οἵτινες ἀνεδείχθησαν ἀνάξιοι αὐτῆς λειτουργοὶ συντελέσαντες εἰς τὴν μείωσιν τοῦ γοήτρου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐπ’ αὐτὴν πεποιθήσεως τῆς κοινωνίας, ὥστε σήμερον ἐν γένει ἐπιζητεῖται, καὶ μετ’ ἐπιμονῆς μάλιστα, ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἀναστελλομένης τῆς ἰσοβιότητος. Βεβαίως ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν δικαστῶν οὐκ ὀλίγοι ἄξιοι τῆς Θέμιδος λειτουργοί, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες συνετέλεσαν νὰ κλονισθῇ ἡ ἐπὶ τὴν δικαιοσύνην ἐμπιστοσύνη τῆς κοινωνίας, ὑπάρχουσι δὲ οὐ μόνον οἱ ἀνίκανοι, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀνάξιοι, οἱ φυγόπονοι οἱ θεωροῦντες πάρεργον τὴν ὑψηλὴν αὐτῶν ἀποστολήν, ἔνιοι δὲ καὶ οὐχὶ εὐθέος χαρακτῆρος. Ταῦτα πάντα μὲ εἶχον ἀγάγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἀναστελλομένης τῆς ἰσοβιότητος, πλὴν μετὰ τὰς γενομένας ἐκκαθαρίσεις τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, τῶν εἰσαγγελέων, τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν ἰδίᾳ, μετέβαλον τὴν ἣν εἶχον ἐν ἀρχῇ γνώμην οὐχὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἀλλὰ τὸν τρόπον, δι’ οὗ αὕτη ἐπιζητεῖται, τουτέστι τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, καθόσον αἱ γενόμεναι ἐκκαθαρίσεις δὲν συνετέλεσαν βεβαίως, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τοὐλάχιστον, εἰς τὸν σχηματισμὸν πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἰσοβίων δικαστῶν θέλει ἐπιτευχθῆ εὐστόχως καὶ ἄνευ ἀδικιῶν, ἀθρόως καὶ διὰ μιᾶς γινομένων καὶ δὴ ἐν βρασμῷ ψυχικῆς ὁρμῆς ὡς ἐγένοντο αἱ μέχρι τοῦδε ἐκκαθαρίσεις, αἵτινες, ἐὰν ἀπέβαλον τῆς ὑπηρεσίας ἀνικάνους καὶ ἀναξίους ὑπαλλήλους, ἀπέβαλον καί τινας μὴ τοιούτους, διετήρησαν δ’ ἐξ ἄλλου ἑτέρους, οἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ διατηρηθῶσιν. Ὅτε δὲ βλέπω νομομαθεῖς, οἷος ὁ νῦν ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ρακτιβάν, γνωμοδοτοῦντας ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ὑπαλλήλων τῶν δημοσίων ἔργων ὅτι ὡς πρὸς τοὺς διατηρηθέντας δὲν ἀπαντῶσιν ἐν ταῖς σχετικαῖς ἀποφάσεσιν οἱ λόγοι τῆς διατηρήσεως αὐτῶν κατὰ προτίμησιν ἔναντι τῶν μὴ διατηρηθέντων, ἐνῷ τοιοῦτον τὸ κατὰ νόμον ἔρεισμα τῆς ἀπολύσεως τῶν λοιπῶν, ἥτις συνεπῶς δὲν ἐγένετο νομίμως, ὅτε βλέπω 190 ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους ὑποβαλόντας πρότασιν νόμου περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, οἵτινες σχετικῶς καὶ εὐάριθμοι ἦσαν καὶ ἐν τῇ πρωτευούσῃ ὑπὸ τὰ ὄμματα πάντων ὑπηρέτουν καὶ ὧν ἡ ἐκκαθάρισις προυκάλεσεν ἐξέγερσιν διατυπωθεῖσαν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῆς περὶ ἀναθεωρήσεως προτάσεως νόμου τῶν 190 Βουλευτῶν, ὅτε βλέπω τὸν πρώην Ὑπουργὸν κ. Μαυρομμάτην, τὸν λαβόντα μέρος εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, ὁμιλοῦντα πρὸς τοὺς μετόχους τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, οὗτινος τυγχάνει πρόεδρος, καὶ ἐκφραζόμενον οὑτωσίν: «ἡ ἐκκαθάρισις, ἥτις ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ 1909 ἀπηνῶς ἤρχισεν ἐφαρμοζομένη, ἐξηκολούθησε καὶ κατόπιν καὶ μέχρις ἐσχάτων κατὰ σκληρότερον ἔτι τρόπον τὸν δρόμον της. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τυγχάνων τότε παντὶ σθένει ἀντέστην καὶ ἀποτελεσματικῶς ἀπέκρουσα τὰς πέρα τοῦ δικαίου καὶ τοῦ προσήκοντος ὑπερβολὰς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐν τῷ ὑπὸ τὴν διοίκησίν μου Ὑπουργείῳ. Ἐφαρμόσας δὲ ὡς οἷόν τε ἐπιεικῶς καὶ δικαίως τὴν ἐκκαθάρισιν δὲν ἠδυνάμην ἀτυχῶς ν’ ἀναχαιτίσω καὶ τὰς ἐπικρατούσας ἀντιθέτους γνώμας καὶ τάσεις ἐν τοῖς ἄλλοις Ὑπουργείοις. Θύματα δὲ τῆς τοιούτου εἴδους ἐκκαθαρίσεως δὲν ὑπῆρξαν μόνον οἱ ἐκκαθαρισθέντες, ἀλλ’ ἀτυχῶς καὶ τὸ Πανεπιστήμιον, αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἡμῶν»......
§69Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Μαυρομμάτης αὐτά;
§70ΣΠ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Μάλιστα.
§71ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὰ ἐγνώριζον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ ἀναγινώσκετε ἐδῶ, δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐνεφανίσθη στιγμή, καθ’ ἣν ὁ σήμερον εἰπὼν ταῦτα νὰ δηλώσῃ ὅτι παραιτεῖται διότι δὲν θέλει νὰ ὑπογράψῃ. Καὶ ἀρκεῖ μόνον τοῦτο, ὅπερ θέλω προσθέσει· ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἐγένετο ἐν πληρεστάτῃ ὁμοφωνίᾳ ἁπάντων τῶν Ὑπουργῶν (χειροκροτήματα).
§72ΣΠ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπερασπίζω τὸν κ. Μαυρομμάτην, κύριε συνάδελφε. Ἐγὼ λέγω τί γράφει.
§73Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ κατόπιν τὰς αἰσχρὰς καὶ ἀτίμους ἀποφάσεις, διὰ τὰς ὁποίας χειροκροτεῖτε.
§74Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἰς ἐμὲ τὸ λέγεις;
§75Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἰς σὲ καὶ εἰς πάντας.
§76Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶσαι αἰσχρὸς καὶ ἄτιμος (θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις· ἀπειλὴ συγκρούσεως).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βάρθης ἀνακαλεῖται εἰς τὴν τάξιν καὶ ἀναγράφεται εἰς τὰ Πρακτικὰ ἡ ἀνάκλησις. Οὐδὲν ἄλλο δύναμαι νὰ πράξω.
§78ΣΠ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Ὅταν λοιπὸν πάντα ταῦτα ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψει του, δὲν δύναται βεβαίως νὰ πεισθῇ ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις μεταξὺ τοσούτων δικαστῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, ἀθρόως καὶ διὰ μιᾶς γινομένη, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ εὐστόχως καὶ δικαίως, οὔτε εἶναι δυνατὸν ἐξ ἄλλου νὰ ἔχωσιν ἄμεσον γνῶσιν τῆς ἱκανότητος καὶ χρηστότητος πάντων τῶν δικαστῶν τοῦ Κράτους οἱ ἐκκαθαρισταί, συνάμα δὲ γεννᾶται καὶ τὸ ἐρώτημα ποῖοι ἔσονται οὗτοι. Σημειωτέον δ’ ὅτι δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ ὑπαλλήλων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μὴ ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος, οἵτινες ἕως χθὲς ἠδύναντο ν’ ἀπολυθῶσιν ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν ἀποτελούντων τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, τὴν τρίτην ἐν τῷ Κράτει ἐξουσίαν, οἵτινες ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κατεστάθησαν ἰσόβιοι λόγῳ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς ἐξουσίας ταύτης ἀπὸ πάσης ἄλλης. Ἵνα δ’ ἀπολεσθῇ ἡ ἰσοβιότης, ἀνάγκη πᾶσα, ὅπως ἐπισταμένως καὶ μετὰ περισκέψεως ἐξετασθῇ ἡ ἀξία καὶ ἐν γένει ἡ δρᾶσις ἑκάστου δικαστοῦ κατ’ ἰδίαν, διότι δὲν εἶναι βεβαίως ὀρθὴ ἡ σκέψις ὅτι, προκειμένου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἐὰν αὕτη συμπαρασύρῃ καί τινας ἱκανούς, ὀλίγον τὸ κακόν, προκειμένου ν’ ἀποπεμφθῶσιν οἱ ἀνίκανοι καὶ οἱ ἀνάξιοι, καθόσον θὰ εἶναι μέγα ἄδικον νὰ στερηθῇ τῆς ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐξασφαλιζομένης αὐτῷ ἰσοβιότητος, ἔστω καὶ εἷς ἐὰν εἶναι ἱκανὸς καὶ ἀφωσιωμένος εἰς τὸ καθῆκον, ἐξ ἄλλου δὲ νὰ διατηρηθῶσιν ἕτεροι, οἵτινές εἰσιν ἀποπεμπτέοι, ὡς συνέβη μὲ τὰς προηγηθείσας ἐκκαθαρίσεις. Ἡ δὲ ἐξέλεγξις τῆς ἀξίας καὶ δράσεως ἑκάστου δικαστοῦ ἀπαιτεῖ καὶ χρόνον καὶ ἐπιτόπιον ἔλεγχον, ἵνα ἡ κρίσις ᾖ ἀσφαλὴς καὶ στηρίζηται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, ἅτινα μόνον ἐν τῷ τόπῳ τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου δικαστοῦ δύνανται νὰ ἐξελεγχθῶσιν ὑπ’ αὐτῶν τούτων τῶν ἐκκαθαριστῶν. Ἀλλὰ κἂν ταῦτα ἠδύναντο νὰ γίνωσι, κἂν ἠδύνατο ἐπὶ ἔτος ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἰσοβιότης, διότι τοσοῦτον τοὐλάχιστον χρονικὸν διάστημα ἀπαιτεῖται πρὸς ἀκριβῆ ἔρευναν τῶν πραγμάτων, κἂν ἠδύνατο, λέγω, ἐπὶ ἔτος ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἰσοβιότης, καθ’ ὃ ἄλλως τε διάστημα θὰ διεταράσσετο ἡ λειτουργία τῆς Δικαιοσύνης καὶ θὰ διεσαλεύετο τὸ κῦρος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐξ ἄλλου δὲ καὶ ἡ ψυχικὴ κατάστασις τῶν δικαστῶν, διαρκούσης τῆς ἀναστολῆς, οὐκ ὀλίγον θὰ ἐπέδρα οὐχὶ βεβαίως ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, κἂν ταῦτα πάντα, λέγω, ἠδύναντο νὰ παραβλεφθῶσιν, ἐρωτῶ· ποῖοι ἔσονται οἱ ἐκκαθαρισταί; Ὁ Ἄρειος Πάγος ἢ τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον; Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος, ἐκ τῶν μελῶν τοῦ ὁποίου συγκροτεῖται τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, δεῖται ἐν μέρει ἐκκαθαρίσεως, εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνῶσιν τῆς ἱκανότητος, χρηστότητος καὶ τῆς πρὸς τὸ καθῆκον ἀφοσιώσεως πάντων τῶν δικαστῶν τοῦ Κράτους, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἐν κοινωνίᾳ μάλιστα μικρᾷ ὡς ἡ ἡμετέρα κατὰ μείζονα λόγον ἢ ἀλλαχοῦ οὐκ ὀλίγην ἐπιρροὴν ἀσκοῦσιν αἱ συμπάθειαι, αἱ ἀντιπάθειαι, αἱ σχέσεις, αἱ συγγένειαι, τὸ παρὰ Γάλλοις λεγόμενον favoritisme, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἡ κακῶς ἐννοουμένη φιλανθρωπία. Ἐξ ἄλλου δὲ αἱ ἤδη γενόμεναι ἐκκαθαρίσεις τῶν εἰσαγγελέων, τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν δὲν πιστεύω ὅτι ὑπῆρξαν ἐποικοδομητικαί. Καὶ πράγματι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν δύο κυρίως τῶν ἐκκαθαρισθέντων, οἱ κύριοι Τσέλλος καὶ Λυκουρέζος, ἐδημοσίευσαν ἐπανειλημμένως καὶ ἐν λεπτομερείαις τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα γενόμενα ἐν τοῖς παρασκηνίοις ὡς πρὸς τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῶν, ὥστε ἀπορίας ἄξιον εἶναι πῶς, ἂν τὰ τοιαῦτα δὲν ἦσαν ἀληθῆ, δὲν κατεδιώχθησαν ἐπὶ ἐξυβρίσει ἢ συκοφαντίᾳ τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ὧν ἐστρέφοντο τὰ δημοσιευθέντα. Καὶ δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ μέλη ταῦτα τοῦ ἀνωτάτου ἔκριναν τὰ κατ’ αὐτῶν δημοσιευθέντα ἄξια περιφρονήσεως, καθόσον, ὅτε τέως Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, ἤτοι ἀνώτεροι τῆς Θέμιδος λειτουργοί, δημοσιεύουσιν ὅσα ἐδημοσίευσαν οἱ ἄνω μνημονευθέντες, ἢ τὰ δημοσιεύματα ταῦτα ἦσαν ἀληθῆ, καὶ τότε δὲν γνωρίζω ποῖον πλέον τὸ κῦρος τοῦ συμβουλίου τούτου, ἢ δὲν ἦσαν ἀληθῆ, ὅτε ἔδει πάντως νὰ καταδιωχθῶσιν οἱ ταῦτα δημοσιεύσαντες, οὐχὶ δὲ νὰ περιφρονηθῶσι τὰ δημοσιευθέντα, διότι εἰς τοιαύτας περιπτώσεις περιφρόνησις δὲν χωρεῖ, ὡς δὲ καὶ ἄλλοτε ἐρρήθη ἐνταῦθα, ἡ σύζυγος τοῦ Καίσαρος δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι τιμία, ἀλλὰ καὶ νὰ φαίνηται τοιαύτη. Ἡ δ’ ἐπακολουθήσασα σιγὴ ἀπέναντι τῶν ἐν σειραῖς ἄρθρων δημοσιευθέντων ἐν ταῖς ἐφημερίσι κατ’ ἐνίων τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν πιστεύω ὅτι συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ κύρους καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ συμβουλίου τούτου. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν, ταύτην κατ’ οὐσίαν δὲν ἐνήργησε τὸ ἀνώτατον, οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ μὴ δυνάμενον νὰ ἔχῃ ἄμεσον γνῶσιν τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἐν γένει δράσεως πάντων τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν, διὸ καὶ ὁ νόμος ὥρισε νὰ συνέλθωσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν τῇ πρωτευούσῃ οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν καὶ γνωμοδοτήσωσιν ὡς πρὸς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν παρὰ Πρωτοδίκαις εἰσαγγελέων. Πλὴν ἀπολυθέντων ἐν τούτοις πάντων τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν συνῆλθον ἐν Ἀθήναις οἱ μόλις διορισθέντες εἰσαγγελεῖς ἐφέται, ἀλλ’ οὗτοι ἠδύναντο μὲν νὰ γνωρίζωσι μέχρι τινὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς τῶν Πρωτοδικῶν τῆς περιφερείας των ἐκ τῶν εἰς τὰ συμβούλια τῶν Ἐφετῶν ὑποβαλλομένων ποινικῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ γνωρίζωσιν οὔτε τὴν φιλοπονίαν αὐτῶν οὔτε ἂν ἐξήσκουν δεόντως τὴν ἐποπτείαν τῶν ὑφισταμένων των καὶ τὴν ἐν γένει λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ περιφερείᾳ των, οὔτε ἂν ἐπεμελοῦντο τὴν ταχεῖαν ἐκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεων, οὔτε ἂν ἦσαν ὁρατοὶ εἰς τὰ γραφεῖά των ἢ κατέλειπον τὴν διεύθυνσιν αὐτῶν εἰς τοὺς γραφεῖς των, χειροτονοῦντες αὐτοὺς ἀντεισαγγελεῖς, διότι μόλις διορισθέντες οἱ εἰσαγγελεῖς ἐφέται δὲν ἔσχον κἂν καιρόν, καὶ ἂν τυχὸν ἤθελον, νὰ ἐξελέγξωσιν αὐστηρῶς καὶ δεόντως τὰ γραφεῖα καὶ τὴν ἐν γένει δρᾶσιν τῶν ὑφισταμένων εἰσαγγελέων, καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ τῶν εἰς οὐδένα αὐστηρὸν καὶ πραγματικὸν ἔλεγχον στηριχθεισῶν γνωμοδοτήσεων τῶν ἐφετῶν εἰσαγγελέων ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν, τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου περιορισθέντος νὰ καλέσῃ τούτους ἐνώπιόν του, ἵνα ἴδῃ, φαίνεται, τὴν μορφὴν αὐτῶν, διότι δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἡ τοιαύτη ἐμφάνισίς των ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κριτήριον τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς ἀξίας αὐτῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα δέ, ὡς εἰκός, δὲν ὑπῆρξεν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶναι. Ἐὰν δ’ ἐξετάσωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν εἰρηνοδικῶν, τὰ πράγματα παρίστανται χείρω. Κατ’ ἀρχὰς εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ κατάργησις 90, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, Εἰρηνοδικείων.
§79Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. 122.
§80Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. 122 καὶ ἡ ἐκκαθάρισις ἰσαρίθμων εἰρηνοδικῶν. Τὸ ἀνώτατον δὲν εἶχε βεβαίως οὔτε ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνῶσιν τῆς ποιότητος πάντων τῶν εἰρηνοδικῶν τοῦ Κράτους, ὧν τοὺς πλείστους οὐδὲ κατ’ ὄνομα ἐγνώριζε, διὸ ἐξήτασε τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν, συμφώνως δὲ πρὸς ταύτας προέβη εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, ἥτις οὐσιωδῶς ἐγένετο ὑπὸ τῶν προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν, κατόπιν ὅμως ἐξεγέρσεως ἐπελθούσης εἰς διαφόρους ἐπαρχίας διὰ τὴν κατάργησιν τῶν Εἰρηνοδικείων των ἀπεφασίσθη ἡ κατάργησις ὀλιγωτέρων, λογικὸν δὲ ἦτο, ὅπως, ἀφοῦ εἶχεν ἤδη ἐκκαθαρισθῆ τὸ σῶμα τῶν Εἰρηνοδικῶν, διορισθῶσι νέοι εἰρηνοδίκαι εἰς τὰ διατηρηθέντα Εἰρηνοδικεῖα, πλήν, ἀφοῦ μὲ ὅλην τὴν ἐκκαθάρισιν ἀπεφασίσθη νὰ διατηρηθῶσιν εἰρηνοδίκαι τινές, ἐγένετο ἀναθεώρησις τῆς ἐκκαθαρίσεως, πρὸς τοῦτο δ’ ἐζητήθη ἡ γνώμη τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν, οἵτινες εὐκολώτερον τῶν προέδρων θὰ ἐγνωμοδότουν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως, οὕτω δὲ κατόπιν τῶν γνωμοδοτήσεων τῶν εἰσαγγελέων διετηρήθησαν ἢ μᾶλλον διωρίσθησαν εἰρηνοδίκαι, περὶ ὧν οἱ πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν, ἁρμοδιώτεροι ἄλλως τε νὰ κρίνωσιν αὐτούς, εἶχον γνωμοδοτήσει ἀντιθέτως. Τοιούτου εἴδους ὅμως ἐκκαθαρίσεις οὔτε σοβαραὶ εἶναι οὔτε ἐποικοδομητικαί, οὐδὲν δὲ παρέχουσιν ἐχέγγυον ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἰσοβίων δικαστῶν ἀθρόως γινομένη ἔσται ἐπιτυχὴς καὶ δικαία. Ἐξ ἄλλου δέ, ὅταν ἡ τοιαύτη ἐκκαθάρισις διὰ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους δὲν δύναται ν’ ἀνατεθῇ οὔτε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, δὲν διαβλέπω ἄλλην ἀρχὴν δυναμένην νὰ τὴν ἐνεργήσῃ. Ἐρρήθη, ὅπως τὴν ἐκκαθάρισιν ταύτην ἐνεργήσῃ ἡ Κυβέρνησις. Ὄντως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις παρέχει πάντα τὰ ἐχέγγυα ἐπιτυχοῦς καὶ δικαίας ἐκκαθαρίσεως. Ἀλλὰ δύναται ἆρά γε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνῶσιν τῆς ἱκανότητος, τῆς χρηστότητος καὶ τῆς ἐν γένει δράσεως πάντων τῶν δικαστῶν τοῦ Κράτους ἢ δέον τὰ μέλη αὐτῆς νὰ περιέλθωσι τὰς διαφόρους ἐπαρχίας πρὸς ἐπιτόπιον ἔλεγχον τῆς ἀξίας ἑκάστου δικαστοῦ; Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι βεβαίως ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ σώματος δύναται νὰ διεξαχθῇ ἄνευ διαταράξεως τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης καὶ μειώσεως τοῦ κύρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐξευρισκομένων πέντε εἰσαγγελέων Ἐφετῶν ἱκανῶν καὶ αὐστηροῦ χαρακτῆρος, οἵτινες ἀναντιρρήτως δύνανται νὰ ἐξευρεθῶσι μεταξὺ πάντων τῶν δικαστῶν καὶ τῶν δικηγόρων τοῦ Κράτους. Βεβαίως δικηγόροι ἱκανοὶ οὐδέποτε θ’ ἀνταλλάξωσι τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα πρὸς τὸ ἀξίωμα, καίτοι ὑψηλόν, τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν ἕνεκα τοῦ σχετικῶς μικροῦ τῆς μισθοδοσίας, πλὴν τοῦτο κυρίως συμβαίνει ὡς πρὸς τοὺς δικηγόρους τῆς πρωτευούσης, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δικηγόροι ἐπίσης ἱκανοί, οἵτινες δὲν θὰ ὑποστῶσι μεγάλην σχετικῶς ζημίαν καταλείποντες τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα καὶ ἀναλαμβάνοντες, ἔστω καὶ μὲ θυσίαν τινά, τὴν θέσιν εἰσαγγελέως Ἐφετῶν χάριν τῆς ἀνορθώσεως τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν δὲ μεταξὺ πάντων τῶν δικαστῶν καὶ τῶν δικηγόρων δὲν δύνανται, εἴτε δι’ ἕνα εἴτε δι’ ἄλλον λόγον, νὰ ἐξευρεθῶσι πέντε εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν ἄξιοι τοῦ ὑψηλοῦ τούτου ὑπουργήματος, τότε περιττὸν νὰ γίνηται λόγος περὶ βελτιώσεως καὶ ἀνορθώσεως τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων, φρονῶ ὅμως ὅτι δύνανται καὶ πλείονες νὰ ἐξευρεθῶσι παρακαλούμενοι πρὸς τοῦτο, νὰ εἶναι δ’ ἐξ ἐκείνων, οἵτινες νὰ μὴ περιορίζωσι τὴν δρᾶσίν των μόνον ἐν τοῖς γραφείοις των, ἀλλὰ νὰ ἐποπτεύωσι πάντας τοὺς ὑφισταμένους, νὰ ἐφορεύωσι τοὺς δικαστὰς καὶ τὴν ἐν γένει λειτουργίαν τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ περιφερείᾳ των, νὰ θέτωσιν εἰς κίνησιν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἥτις τέλεον παρ’ ἡμῖν ἀργεῖ ἕνεκα τῶν καθημερινῶν προστριβῶν ἀνωτέρων πρὸς κατωτέρους καὶ τῆς κακῶς ἐννοουμένης ἐπιεικείας, ὡσανεὶ αἱ Εἰσαγγελίαι καὶ τὰ Δικαστήρια ἦσαν φιλανθρωπικὰ καταστήματα. Διὰ τοιούτων εἰσαγγελέων Ἐφετῶν ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἐκ τῶν ἀνικάνων καὶ ἀναξίων θέλει γίνει βαθμηδόν, ἀλλὰ ταχέως, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι οἱ τοιοῦτοι δὲν ἀποτελοῦσι καὶ τὴν πλειονότητα τοῦ δικαστικοῦ σώματος, δύο δὲ πειθαρχικαὶ ποιναὶ ἐπιφέρουσι τὴν ἀπώλειαν τῆς ἰσοβιότητος καὶ τὴν παῦσιν τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ. Ἐξ ἄλλου δὲ ἡ αὐστηρὰ ἐποπτεία τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, ἐὰν οὗτοι ὦσιν ἀντάξιοι τῆς ἀποστολῆς των, ὡς προεῖπον, θέλει ὁδηγήσει ἐπὶ τὴν εὐθεῖαν καὶ τοὺς μὴ ἀνεπιδέκτους βελτιώσεως. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι καὶ ἡ Εἰσαγγελία τοῦ Ἀρείου Πάγου πρωτίστως μάλιστα οὕτω δέον νὰ κατασταθῇ δρῶσα καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, εἰς ἥν, ὡς μὴ ὤφελε, σχεδὸν οὐδέποτε προβαίνει. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐνησκεῖτο δεόντως, ὡς ὁ νόμος ὁρίζει, δὲν θὰ ἠκούοντο σήμερον τοσαῦτα εὔλογα κατὰ τὸ πλεῖστον παράπονα κατὰ τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ὥστε νὰ ἐπιζητῆται ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος. Θέλει προσέτι συντελέσει οὐκ ὀλίγον εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος καὶ ἡ ἀποχώρησις τῶν δικαστῶν λόγῳ ἀνεπαρκείας ὑφ’ οὓς ὅρους προτείνει ταύτην ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἔτι δὲ καὶ ὁ ὑποβιβασμὸς τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, ἔστω καὶ αὐξανομένου κατά τι τοῦ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινομένου, πάντως ὅμως μειουμένου τοῦ ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1871 ὁριζομένου, τοῦθ’ ὅπερ δέον νὰ γένηται χώραν διὰ τροποποιήσεως τοῦ νόμου καὶ οὐχὶ δι’ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι, διότι τοιαῦται λεπτομέρειαι δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰ Συντάγματα, ἅτινα θέτουσιν ἀρχάς, τῶν λεπτομερειῶν κανονιζομένων ὑπὸ τοῦ νόμου. Συνάμα δὲ φρονῶ ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐπενεχθῶσι καί τινες τροποποιήσεις τοῦ νόμου περὶ διορισμοῦ, προαγωγῆς καὶ μεταθέσεως τῶν δικαστῶν, περὶ ὧν ἄλλοτε ἐπραγματεύθην ἐν τῇ ἐκδιδομένῃ ἐνταῦθα ἐφημερίδι «Δικαιοσύνη» καὶ περὶ ὧν οὐ τῆς παρούσης ὥρας. Δὲν πρέπει δ’ ἐξ ἄλλου νὰ λησμονήσωμεν ὅτι μέχρις ἐσχάτων, ἐὰν αἱ δικασταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ παυθῶσιν, ἠδύναντο ὅμως νὰ ἐκσφενδονίζωνται ἀπὸ τὸ ἓν σημεῖον τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὸ ἕτερον, ὁσάκις δὲν ὑπέκυπτον εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἑκάστοτε ἰσχυρῶν, καὶ ἡρωισμοὺς μὲν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀπαιτῶμεν παρὰ πάντων, ὅταν μάλιστα εἶναι οἰκογενειάρχαι, ἐν τούτοις ὅμως ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι μὲ ὅλον τὸ ξεχαρβάλωμα τῆς ἡμετέρας Πολιτείας καὶ τῶν διαφόρων κλάδων αὐτῆς ὁ δικαστικὸς κλάδος ἐν συνόλῳ δὲν ἔπεσε καὶ τόσον χαμηλά, ὡς τινες φαντάζονται. Νῦν δέ, ὅτε ὑπάρχει νόμος ἐξασφαλίζων τοὺς δικαστὰς ἀπὸ τὰς διαφόρους ἐπηρείας καὶ πιέσεις, ὀφείλομεν νὰ κρίνωμεν αὐτοὺς οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ἁμαρτωλοῦ παρελθόντος, ὅπερ ἐνόει ὑποχείριον αὐτῷ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὅστις μετὰ τοσαῦτα ἔτη μόλις ἐσχάτως συνεπλήρωσε τὴν συνταγματικὴν διάταξιν τῆς ἰσοβιότητος, ἀνατιθεὶς τὰς προαγωγὰς καὶ τὰς μεταθέσεις εἰς αὐτὴν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ τοιαύτη δὲ κρίσις δὲν δύναται νὰ ᾖ ἀσφαλὴς ἄνευ αὐστηρᾶς ἐποπτείας τῆς δράσεως τῶν δικαστῶν νῦν, ὅτε ἐξασφαλίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἡ ἐποπτεία δ’ αὕτη δέον ν’ ἀνατεθῇ εἰς ἄνδρας ἱκανούς, χρηστοὺς καὶ αὐστηροῦ χαρακτῆρος, ὁποῖοι πρέπει νὰ ὦσιν οἱ διορισθησόμενοι εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν πρότασιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα παυθῶσι δηλ. διὰ μιᾶς πάντα τὰ μέλη τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ οἱ παρ’ αὐτῷ εἰσαγγελεῖς καὶ ἀντεισαγγελεῖς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διορίσῃ κατόπιν τοὺς καταλλήλους εἴτε ἐκ τῶν ἀπαλλαγησομένων εἴτε ἐκ τῶν ἐφετῶν. Θὰ προετίμων ἐν πάσῃ περιπτώσει τὴν ἐν γένει ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, προτεινομένης εἰδικῶς, διὰ μόνον τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον τοῦ Κράτους. Ἡ τοιαύτη, ὡς προτείνεται, αὐτόχρημα καθαίρεσις πάντων τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ ἐξευτελίζει καὶ τὴν ἀνωτάτην Δικαιοσύνην καὶ τὰ μέλη ἐκεῖνα τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὰ ὁποῖα ἐπαξίως κατέχουσι τὰς θέσεις αὑτῶν, κακῶς δὲ θέλει ἀπηχήσει καὶ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, ὅπερ βλέπον διὰ μιᾶς καθαίρεσιν πάντων τῶν ἐπὶ τοσαῦτα ἄλλως τε ἔτη ὑπηρετησάντων ἀνωτάτων δικαστῶν θ’ ἀπολέσῃ πᾶσαν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν ἡμετέραν Δικαιοσύνην. Δὲν λέγω ὅτι καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἔχει ἀνάγκην ἐκκαθαρίσεως, ἀλλ’ αὕτη δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑποβιβαζομένου τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας διὰ τὴν ἀποχώρησιν τῶν ἰσοβίων δικαστῶν. Καὶ ταῦτα μὲν ἐν ταῖς λεπτομερείαις· πλὴν καὶ ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία στενῶς συνδέεται μὲ τὴν τιμήν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν πολιτῶν, ἀποτελεῖ δὲ καὶ ἐγγύησιν τοῦ πολιτεύματος, διὸ καὶ ἀνέκαθεν ἀπεκλήθη fundamentum rei publicae, θεμέλιον τῆς Πολιτείας. Ὁ ἡμέτερος σοφὸς νομοδιδάσκαλος Οἰκονομίδης τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν θεωρεῖ τὴν πρώτην τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους, καὶ εὐλόγως, διότι ἄνευ αὐτῆς οἱ νόμοι μένουσι γράμμα νεκρόν, αὐτὴ δίδωσι σάρκα καὶ ὀστᾶ εἰς τὸν νόμον, αὐτὴ ἐξασφαλίζει τὴν ἔννομον τάξιν, αὐτὴ προστατεύει τὰ δίκαια τοῦ πολίτου, ὅταν καταπατῶνται εἴτε ὑπὸ ἰδιώτου εἴτε καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, αὐτὴ προστατεύει αὐτὸ τὸ πολίτευμα καὶ ἀπέναντι τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· διότι, ἂν ψηφισθῇ νόμος ἀντισυνταγματικός, ναὶ μὲν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ὡς πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης, δὲν δύναται νὰ τὸν ἀκυρώσῃ, καθὰ δικαιοῦται εἰς τὰς Ἡνωμένας Πολιτείας τῆς Ἀμερικῆς τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον, πλὴν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔχουσα ἀπέναντι αὑτῆς δύο νόμους ἀντιφάσκοντας κατὰ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ἐπικρατέστερον, ἐπικρατέστερος δὲ πάντων εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος τῆς Πολιτείας. Διὸ καὶ ὁ πολὺς Desjardins ἀποκαλεῖ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὸ παλλάδιον τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τὴν ἀσφαλεστέραν τῶν δικαζομένων ἐγγύησιν. Πλὴν δικαστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν δὲν εἶναι ἀνεξάρτητος πάσης ἄλλης, θεμέλιον δὲ τῆς τοιαύτης ἀνεξαρτησίας εἶναι ἡ ἰσοβιότης, ἄνευ τῆς ὁποίας ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καθίσταται ἕρμαιον τῆς ἐκτελεστικῆς. Ὁ Royer Collard, ἀγορεύων ἐν τῇ τότε Γαλλικῇ Βουλῇ ἔλεγεν ὅτι ἡ ἰσοβιότης εἶναι ἀρχὴ ἀπόλυτος, καταρρέει δὲ ἡ ἀρχὴ αὕτη ἅμα τῇ ἐλαχίστῃ μειώσει αὐτῆς. Ἡ Γαλλικὴ Δημοκρατία δὲν ἀνέγραψε τὴν ἰσοβιότητα ἐν τοῖς συνταγματικοῖς αὑτῆς νόμοις. Ἡ Γαλλία, ὡς γνωστόν, δὲν ἔχει σήμερον Σύνταγμα Charte, ἀλλὰ συνταγματικοὺς ὅρους (lois Gonstitutionnelles), ἡ δὲ ἰσοβιότης ἐθεσπίσθη δι’ ἰδιαιτέρου νόμου. Κατὰ τὸ 1883 ἡ Κυβέρνησις τῆς Δημοκρατίας ἀπεφάσισε ν’ ἀπομακρύνῃ τοὺς δυσμενῶς πρὸς τὴν Δημοκρατίαν διακειμένους δικαστάς, ὑπέβαλε δὲ εἰς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα πρότασιν περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, καθὰ ἐξέθηκε προηγουμένως καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ ἀγορεύσει αὑτοῦ. Σπουδαία ἠγέρθη συζήτησις ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἀπεφασίσθη ἡ ἀναστολὴ μὴ προκειμένης συνταγματικῆς διατάξεως, κατεκρίθη ὅμως σφοδρῶς ἡ τοιαύτη ἀπόφασις ὑπὸ διασήμων νομομαθῶν, προεξαρχόντων τῶν Desjardins καὶ Garronet, οἵτινες ἔκριναν λίαν ἐπικίνδυνον τὸ μέτρον, διότι συνταγματικὴ ἢ μὴ ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσοβιότητος ἔδει νὰ μένῃ ἄθικτος. «Constitutionnel ou non le principe de l'inamovibilité devrait demeurer intangible», καθόσον τῆς ἀρχῆς ταύτης θιγομένης καταπίπτει αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας. Ἐκ τούτων ἕπεται ὅτι ἡ διάταξις τῆς ἰσοβιότητος εἶναι διάταξις θεμελιώδης, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μείνῃ ἄθικτος, καθόσον ἄνευ αὐτῆς πραγματικὴ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, οὕτω δὲ κλονίζονται αὐτὰ τὰ θεμέλια τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν τριῶν ἐξουσιῶν αὐτοτελῶν καὶ ἀνεξαρτήτων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους φρονῶ ὅτι ἐπιτυχέστερον, δικαιότερον καὶ συνταγματικώτατα ἐπιτυγχάνεται ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ σώματος δι’ οὗ τρόπου ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἄνευ οὐδεμιᾶς διαταράξεως τῆς λειτουργίας τῆς δικαιοσύνης καὶ ἄνευ μειώσεως τοῦ κύρους τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν καὶ τὸ θεμέλιον πάσης εὐνομουμένης καὶ φιλελευθέρου Πολιτείας.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰατρόπουλος.
§82Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐάν, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἄλλοι λόγοι δὲν ἐπέβαλλον τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, μόνον ἡ ἀνακάθαρσις τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος θὰ ἤρκει, ἵνα μία ἐπανάστασις προηγηθῇ, ὅπως ἐπιτευχθῇ. Εὐτυχῶς τὰ τελευταῖα γεγονότα κατέστησαν εὐχερὲς τὸ ἔργον, καὶ πλὴν τῶν ἄλλων ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως καὶ θὰ προκύψωσιν, ἠκούσθη ἡ σθεναρὰ φωνὴ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν ἐρευνητικότητι ἀνατρέξας εἰς τὸ παρελθὸν καὶ φθάσας μέχρι τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων κατέδειξε τὰ πλημμελῆ, ὑπέδειξε τὸν τρόπον τῆς θεραπείας, ἀλλὰ πάντως ἠρεύνησε τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ πιστεύω, ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως. Αἱ ἐπακολουθήσασαι ἀγορεύσεις, ἡ κοινὴ συνείδησις, τὰ προηγηθέντα τοῦ σάλου, ὁ ὁποῖος μᾶς ὡδήγησε μέχρι τῆς ἐπαναστάσεως, εἶναι εὐγλωττότερα πάσης θεωρητικῆς ἐρεύνης. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, ἐναντία γνώμη ὅτι ἡ ἰσοβιότης ὑπηρετοῦσα τὴν ἀνεξαρτησίαν τὴν δικαστικήν, τοῦ τρίτου τούτου παράγοντος τοῦ πολιτειακοῦ, ὑπῆρξε μέτρον σκοπιμότητος, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ θίξῃ τὴν ἰσοβιότητα κατὰ βάσιν. Ἐφοβήθησαν ὅτι ἐκ τῆς γενομένης συζητήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ κλονισθῇ ἡ ἰσοβιότης καὶ τὸ κῦρος τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ οὐδεὶς ὑπάρχει, ἐν Ἑλλάδι τοὐλάχιστον, πιστεύω, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ πόρρωθεν νὰ σκεφθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σοβαρὰ σκέψις περὶ ὑπαγωγῆς τῆς τρίτης ταύτης ἐξουσίας, τῆς δικαστικῆς, ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐνῷ ὅμως πάντες τοιαύτην γνώμην ἔχομεν, κατὰ βάσιν οὐδεὶς ὑπάρχει, φρονῶ, ὅστις δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι τὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας δὲν ἔχουσι καλῶς, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ὑποδείξῃ ἢ νὰ ἀποδεχθῇ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ δικαστικὴ ἐξουσία θ’ ἀνήρχετο εἰς τὴν περιωπήν, εἰς ἣν ἐφαντάσθη αὐτὴν τὸ πολίτευμα καὶ ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἐγένετο ἀντιπαραβολὴ μεταξὺ τοῦ ποιοῦ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τῆς συγχρόνου πρὸς τὸ ποιὸν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐκπεσοῦσαν δυναστείαν, εὑρέθη δέ, ὡς ὡμολογήθη πανταχόθεν, ὅτι ἐκείνη ὑπῆρξε κατὰ ποιὸν ἀνωτέρα. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παρουσιάζεται αὕτη ἡ διαφορά, εἶναι εὐνόητος· ἐκεῖ ἡ ἀντίδρασις, τὴν ὁποίαν γεννῶσι τὰ συγκρουόμενα συμφέροντα, τὰ πάθη, εἶναι περιωρισμένη· εἷς μόνος, ὁ μονάρχης, ἦτο δυνατόν, ἐφ’ ὅσον προσβάλλονται τὰ δίκαια αὐτοῦ ἢ ἐφ’ ὅσον διέτρεχεν αὐτὸς κίνδυνον, ν’ ἀντιδράσῃ κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἢ νὰ ἐπιχειρήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἑαυτοῦ θέλησιν, ἀφ’ ἧς ὅμως στιγμῆς καθιερώθησαν αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἀρχαί, ἀφ’ ἧς στιγμῆς διεδέχθη τὸ ἀπολυταρχικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον κατὰ τύπους ἦτο συνταγματικόν, τὸ κοινοβουλευτικόν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὰ πάθη εἶναι πολὺ εὐλόγως ἐξῃμμένα καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐν τῷ μέσῳ τῶν συγκρουομένων παθῶν καὶ τῶν συμφερόντων δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποστῇ τὴν μείωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη. Τὸ φαινόμενον τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως ἀποδοτέον οὔτε εἰς τὰ πρόσωπα οὔτε εἰς τοὺς νόμους οὔτε εἰς τὸν θεσμόν, ἀλλ’ εἶναι ἀποδοτέον εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία ἦτο συνέπεια τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ τοῦ ἀχαλινώτου, ὡς ἐλειτούργησεν ἐν τῷ παρελθόντι. Ἐν τούτοις ὀφείλει τις νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι, καὶ ὑπὸ τὸ Κράτος; τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ, τοῦ ἐπιθετικοῦ, τοῦ προβάλλοντος ἀξιώσεις πολλάκις οὐχὶ μόνον ἀδικαιολογήτους, ἀλλ’ ἐγκληματικάς, πρέπει νὰ διακρίνωμεν τρεῖς τάξεις δικαστῶν. Ὑπῆρξαν οἱ μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκάμφθησαν, ἀλλὰ συνετρίβησαν· ὑπῆρξαν οἱ ἥρωες, οἱ ὁποῖοι ἐρρωμένως ἀντεπεξῆλθον καὶ κατώρθωσαν νὰ ἐπιπλεύσωσι καὶ νὰ ζήσωσιν· ὑπῆρξαν οἱ ἀσθενεῖς χαρακτῆρες, οἱ ὁποῖοι ὑπέκυψαν καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Οἱ πρῶτοι εἶναι ἄξιοι τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης· οἱ δεύτεροι εἶναι ἄξιοι πολλῆς τιμῆς καὶ ὑπολήψεως· ἡ τρίτη τάξις, ἡ καὶ ἐλάσσων, εὐτυχῶς οὔτε τοῦ ἑνὸς οὔτε τοῦ ἄλλου εἶναι ἀξία, ἀλλ’ ἀξία τῆς αὐστηρᾶς μερίμνης τῆς Πολιτείας. Εἶναι πολλοὶ ἐκεῖνοι, περὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ληφθῇ μέτρον; Εἶναι ἴσως ἐλάχιστοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι αἱ ἀγορεύσεις τῶν ῥητόρων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπίθεσις τῆς δημοσιογραφίας, ἡ πολλάκις δεδικαιολογημένη, καθ’ ὡρισμένων δικαστικῶν προσώπων ἐδημιούργησε κατάστασιν, ἡ ὁποία βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ὑπέθαλψεν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ της ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν περιωπήν της. Ἡ τελευταία ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ ὄντως μέτρα πρὸς καθαρισμὸν πάντων τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, δὲν ἀνταπεκρίθη πλήρως πρὸς τὸν προορισμόν της οὐδ’ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν παντοιοτρόπως δεδηλωμένην. Ἐγένετο ἐκκαθάρισις τῶν λοιπῶν ὑπηρεσιῶν δικαία ἢ αὐστηρά. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις ἐγένετο δικαία· ἔχω ἐπίσης τὴν γνώμην ὅτι ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει, ἡ ὁποία ἐτελέσθη ὑπὸ τὸ κράτος ἐπαναστάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πάθη, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω, καὶ τὰ συμφέροντα εἶναι ἐξῃμμένα, ἐν τῇ ἐκκαθαρίσει ταύτῃ ὑπῆρξαν ἔν τισι σημείοις ἀδικίαι, ἀποτέλεσμα δυστυχῶς πασῶν τῶν ἐπαναστάσεων. Ἂν ὅμως ὑπῆρξε σημεῖόν τι, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχει ὑπερωριμάσει ἡ δημοσία γνώμη καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δέον νὰ ληφθῇ πρόνοια ἤδη, τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Καὶ ὑπάρχει τις τόσον ἰσχυρός, ὑπάρχει τις ὁ πιστεύων ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀντιτασσόμενος πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην τὴν παντοιοτρόπως ἐκπεφρασμένην, ἀντιτασσόμενος πρὸς τοὺς ἐντολεῖς τῆς δημοσίας γνώμης, καὶ ἂν ὀρθῶς ἀπολύτως σκέπτηται καὶ ἂν τὰ ὀρθὰ ἀπολύτως συμβουλεύῃ, ὅστις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταστείλῃ τὴν ἐξέγερσιν, νὰ πείσῃ ὁριστικῶς καὶ νὰ ἐμπεδώσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης πεποίθησιν; Πολὺ ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχῃ τις, κύριοι Βουλευταί, ἀλλά, καὶ ἂν ὑπάρχῃ τις, ὅστις θὰ ἐπεχείρει διὰ παρομοίου τρόπου ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐκπεφρασμένην δημοσίαν γνώμην, φρονεῖτε ὅτι τὸ ἐπιτευχθησόμενον ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο διαρκές; Πολὺ ἀμφιβάλλω. Ἐὰν εἰς τὴν πρώτην παρουσιασθησομένην εὐκαιρίαν παρουσιασθῇ ἀναμφισβητήτως, εἴτε εὐλόγως εἴτε μή, ἀφορμή, ὅπως ἀναμνησθῇ ἡ κοινὴ γνώμη τοῦ παρελθόντος, τῶν γενομένων καὶ τῶν μὴ γενομένων, θὰ σκεφθῇ ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν ἀνταπεκρίθημεν εἰς τὴν ἐντολήν της. Ἀλλ’ ἴσως τότε δὲν θὰ εἶναι εὔκολος ἡ λῆψις τοῦ μέτρου, ἥτις τώρα εἶναι εὔκολος καὶ πρέπει νὰ ἐπέλθῃ. Ἐλέχθη, Κύριοι, καὶ ἐλέχθη μετὰ τῆς πεποιθήσεως, ἡ ὁποία διακρίνει εἰς τὰς σκέψεις του τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, καὶ μὲ τὴν παρατηρητικότητα, ἡ ὁποία ἐπίσης τὸν διακρίνει, ἐλέχθη ὅτι ὑπάρχει τρόπος ἐκκαθαρίσεως, τρόπος φυσιολογικός. Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ὁ φυσιολογικὸς τρόπος ἐνδεικνύει δύο μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπός: τὸν θάνατον, τὸ ἤδη ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένον ὅριον τῆς ἡλικίας, τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἐδοκιμάσθη ἐν τῷ παρελθόντι τόσον ἀδοκίμως λειτουργήσασα, τόσον ἀνεπιτυχῶς καὶ ἐδείχθη τόσον ἀτελεσφόρητος, ὥστε περὶ τοῦ μέτρου τούτου, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ παροῦσα κατάστασις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ τις ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσκηθῇ κατὰ τρόπον κρείσσονα ἐκείνου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠσκήθη. Ἐν τῷ παρελθόντι διετέλουν, Κύριοι, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν πιέσεων καὶ ὡμολόγησα ὅτι ὑπῆρξαν καὶ μάρτυρες, ὑπῆρξαν καὶ ἥρωες, καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ τις, ὅτι, ἄν που ἐνέδωκαν ὑπὸ τὸ κράτος ὑπερτάτων ἀναγκῶν, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ἄξιοι ἀγχόνης, δὲν ἐφηρμόσθη ὅμως ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν κανονικὴν ὁδὸν τοὺς παρεκτρεπομένους. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία ἔλαβεν ἤδη μέτρον προστατευτικὸν καὶ κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον, ὥστε ν’ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τῆς ἐπιδράσεως τῆς πολιτικῆς συναλλαγῆς, ἀπὸ τῆς ἐπιδράσεως τοῦ ἀχαλινώτου κομματισμοῦ τὴν δικαιοσύνην. Καὶ τὸ μέτρον ἐλήφθη ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐπαναστάσεως, ἐλήφθη διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἐρωτῶ· ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου συνετελέσθη τι κακὸν μαρτυροῦν ὅτι καὶ ἡ ἐγγύησις αὕτη ἀπέδειξεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ δικαστικῷ σώματι ὀλίγοι, ἐπαναλαμβάνω, ἀνεπίδεκτοι βελτιώσεως; Λέγω ναί, Κύριοι, καὶ λέγω ναὶ χωρὶς νὰ θελήσω, ὡς ἔπραξε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ν’ ἀναφέρω πρόσωπα, θὰ προσθέσω μόνον εἰς ὅσα εἶπον ἓν μόνον γεγονὸς καὶ τοῦτο γενόμενον μεθ’ ὅσα εἶχον προηγηθῆ καὶ μετὰ τὸν νόμον τὸν παντοιοτρόπως ἐξασφαλίζοντα τὸν δικαστὴν ἀπὸ τῆς ἐπιδράσεως τῶν πολιτικῶν κομμάτων τὸν ἔχοντα τὴν διάθεσιν ν’ ἀπονείμῃ τὴν δικαιοσύνην ἀνεπηρεάστως. Ὑπῆρξε δικαστὴς ὑποπεσὼν εἰς βαρέα παραπτώματα· ἤχθη πρὸ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου συνεπείᾳ ἐρωτήματος τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἂν πρέπει νὰ μείνῃ ἢ ν’ ἀποπεμφθῇ τοῦ δικαστικοῦ σώματος καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ πλειονοψηφίαν ἀσθενῆ ἀπήντησε, μεθ’ ὅλην τὴν σοβαρότητα, ἐπαναλαμβάνω, τῶν παραπτωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐδικαιολόγουν τὸ μέτρον τῆς ἀποπομπῆς ἀπὸ τοῦ δικαστικοῦ σώματος, ἀπήντησε δι’ ἀσθενοῦς πλειονοψηφίας νὰ μείνῃ. Παρήλθον ἔκτοτε ἔτη τρία ἢ τέσσαρα· ἐμεσολάβησεν ὁ νόμος, ὅστις κατέστησε κατὰ τὴν ἀντίληψιν πάντων ἀπολύτως ἀνεξάρτητον, ἀπολύτως ἀνεπηρέαστον τὸν δικαστὴν ἀπὸ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιδράσεων, διότι οὐδείς, κατὰ τεκμήριον τοὐλάχιστον, δύναται νὰ μεταθέσῃ αὐτὸν οὔτε νὰ προαγάγῃ, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ βλάψῃ. Ὁ δικαστής, περὶ οὗ ὡμίλησα, προκειμένου νὰ προαχθῇ, ἐκρίθη στάσιμος. Ἐτέθη ὑπὸ δοκιμασίαν, μετατεθεὶς εἰς Ἀθήνας,—καὶ ὑποθέτω ὅτι ὑπὸ δοκιμασίαν τεθεὶς μετετέθη, διότι οὐδεὶς συνέτρεχε λόγος, ὅπως τοποθετηθῇ εἰς Ἀθήνας—ἵνα γνωσθῇ ἂν ὑπάρχει λόγος δικαιολογῶν τὴν μεταβολὴν τῆς περὶ αὐτοῦ γνώμης. Εὑρέθη ἐγγὺς ἐκείνων, οἵτινες ἔμελλον νὰ κρίνωσιν ἴσως μετ’ ὀλίγον περὶ αὐτοῦ. Ἀκούσατε, φρίξατε, ἂν θέλητε, κρίνατε πάντοτε ὅπως νομίσητε σκοπιμώτερον. Ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ ὁ δικαστὴς οὗτος καὶ πρὶν ἢ τοποθετηθῇ ἐν Ἀθήναις εἶχε διαπράξει—ἁπλούστατα—πλαστογραφίαν (ἱλαρότης). Τί ἔκαμε; Μικρὰ πράγματα! Νεαρὸς δικηγόρος, εἰς ἔρημον, ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας ὑφιστάμενος τὸν γνωστὸν κάματον διὰ πάντας, ἰδιαίτατα δὲ διὰ τοὺς νέους κατὰ τὰ πρῶτα αὐτῶν βήματα, ἐτόλμησε νὰ ὑποβάλῃ εὐλόγους παρατηρήσεις ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, τοῦ ὁποίου προήδρευεν ὁ κύριος δικαστής. Ἡ ἀπάντησις, ὡς οὐχὶ σπανίως συμβαίνει, ὑπῆρξε τραγική· ἠπείλησε τὸν δικηγόρον, τὸν δημόσιον ὑπάλληλον, ὡς εὐηρεστήθη ἐσχάτως νὰ τὸν χαρακτηρίσῃ ἡ νομοθεσία, διότι μέχρις ἐσχάτων κάπου κάπου ἐχαρακτηρίζετο καὶ οὗτος, ἐνῷ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καθ’ ὅλην τὴν νομοθεσίαν παρίστατο ὡς δικαστικὸς ὑπηρέτης, παραλλήλως πρὸς τὸν δικαστικὸν κλητῆρα. Ἐτόλμησε, λέγω, νὰ ὑποβάλῃ εὐλόγους παρατηρήσεις καὶ τῷ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις ὑπὸ τοῦ κ. προεδρεύοντος ὅτι θὰ διατάξῃ τὴν ἀποβολὴν αὐτῶν, συνηγόρων τοῦ κατηγορουμένου, ἐκ τῆς αἰθούσης. Ὁ δικηγόρος, ἀναλογιζόμενος, οὐχὶ ἀβασίμως, τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διέτρεχεν, ἐκτιθέμενος ἀπέναντι τοῦ πανισχύρου δικαστοῦ, ἐσκέφθη ὅτι ἔπρεπε νὰ σιωπήσῃ. Τῷ ὑπεδείχθη ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον καὶ ὅτι ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ χωρήσῃ μέχρι τῶν ἄκρων. Καὶ τὸ πρῶτον μέτρον, διότι δὲν ἀπέκλεισα, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ τὸ ἔσχατον, ἦτο ἡ καταφυγὴ εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ τὸ ἔσχατον ἡ χειροδικία. Διότι, σημειώσατε, ὁ δικαστής, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ, ἐδοκίμασε κατ’ ἐπανάληψιν τὴν χειροδικίαν, καὶ τὴν ἐδοκίμασεν ἀτιμωρητί, ὡς ἔπρεπε.
§83Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ποῖος εἶναι ὁ δικαστὴς αὐτός, κύριε συνάδελφε;
§84Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγει ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος νὰ μὴ εἴπωμεν τὸ ὄνομά του. Προσέφυγε λοιπὸν ὁ τάλας εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην, ὑπέβαλε μήνυσιν. Καὶ οἱ νομικοὶ καὶ οἱ μὴ νομικοὶ γνωρίζουσιν, ἴσως καὶ οἱ τελευταῖοι, ὅτι ὁ εἰσαγγελεύς, εἰς τὸν ὁποῖον κατέφυγεν ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος συνέπεσεν ἀτυχῶς νὰ εἶναι δικηγόρος—ἀτυχὴς ἡ σύμπτωσις—ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπορρίψῃ τὴν μήνυσίν του διὰ προβουλεύματος, ἂν τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θεμελιοῦται τὸ ἀδίκημα, δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον. Ὁ ἐκκαθαρισμένος ὅμως ἤδη εἰσαγγελεὺς τί ἀπήντησε, νομίζετε; —Ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰ πραγματικὰ γεγονότα ἀποτελοῦντα οὐχὶ παράβασιν καθήκοντος μόνον ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξυβρίσεως τὸ ἀδίκημα. — Ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξεν ἐπὶ τῆς μηνύσεως ταύτης πρωτοφανής: Ἀπορρίπτει ταύτην ὡς νόμῳ ἀβάσιμον. Εἶχον τὸ ἀτύχημα.....
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, ὀλίγα λεπτὰ ἔχετε ἀκόμη.
§86Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἡμίωρον, διότι ἡ συζήτησις δὲν διεξάγεται ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ψηφίσματος.
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις διεξάγεται ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ ἑπομένως ἰσχύει τὸ ἡμίωρον· ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δώσῃ παράτασιν τοῦ ἡμιώρου.
§88Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ διεξάγεται ἐπὶ τῶν τριῶν ἄρθρων συγχρόνως.
§89Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προσπαθήσω νὰ περατώσω τὴν ἀγόρευσίν μου ἐντὸς τῆς ὡρισμένης ὥρας. Εἶχον, ἔλεγον, τὸ ἀτύχημα, νὰ δοκιμάσω βαθυτάτην ὀδύνην, λόγῳ τοῦ ἀξιώματός μου, καθόσον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι πρόεδρος τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Κυπαρισσίας, ὅτε συνέβησαν ταῦτα, καὶ ὑπέδειξα, διότι τὸ ὁμολογῶ, δὲν θὰ τὸ ἀποκρύψω, ὅτι ἐγὼ ὑπέδειξα εἰς τὸν ὑβρισθέντα δικηγόρον τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν, ὑπέδειξα ὅτι πρέπει νὰ καταγγείλῃ καὶ αὐτὸν τὸν κύριον εἰσαγγελέα τὸν οὕτως ἀποφανθέντα, νὰ γνωστοποιήσῃ τὸ γεγονὸς πρὸς τὸν κ. εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐδίστασεν. Ἐδῶ προσέξατε ἰδίως, διότι ἐδῶ εὑρίσκω τὸ σημεῖον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἄρχεται παρεκτροπὴ ἀκατονόμαστος. Μετά τινας ἡμέρας ἐδικάζετο ὑπόθεσίς τις ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου· ὁ δικηγόρος ὑπεστήριζε πτωχόν τινα κατηγορούμενον ἐπὶ αἰκίαις· τὸ Δικαστήριον, καθ’ ἃ τοῦτο ὁμολογεῖ, κατὰ τὰ ⅔ ἦτο ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἀθῷος· προσεχώρησεν ὁ εἷς τῶν δικαστῶν εἰς τὴν γνώμην τοῦ προεδρεύοντος καὶ ἐξεδόθη ἀπόφασις ἐνοχῆς ἐπὶ τραύματι. Προκειμένου περὶ τῆς ἐπιβλητέας ποινῆς—ἀκούσατε καὶ φρίξατε—ὁ εἷς τῶν δικαστῶν ὁ ἀθωωτικὸς καὶ κατὰ τὴν κοινοτέραν ἀντίληψιν βεβαίως ἐτάχθη ὑπὲρ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς ποινῆς, ἀλλὰ καὶ ὁ καταδικαστικὸς ἐτάχθη ὑπὲρ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς ποινῆς, καὶ ὅμως ἡ ἀπόφασις ἀντὶ 3 ἡμερῶν φυλακίσεως ἐπέβαλε 15. Καὶ ἀπεδείχθη τοῦτο· τὸ ἐβεβαίωσαν καὶ οἱ δύο συμπράξαντες δικασταί. Ἰδοὺ πῶς τὸ γνωρίζω.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι περίεργον· τοῦτο συμβαίνει πολλάκις.
§91Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ ἐξηγηθῶ· συμβαίνει ἀληθῶς πολλάκις, ἀλλὰ συμβαίνει ἀνεπιγνώστως, συμβαίνει ἀνευθύνως, συμβαίνει ἄνευ προθέσεως κακοβούλου, ἄνευ δολίας προαιρέσεως· ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος ἤκουσε πάντα ταῦτα, μὲ ἐκπλήσσει, ὅτε μ’ ἐρωτᾷ ἢ μᾶλλον ὅτε παρατηρεῖ ὅτι συνέβη καὶ ἄλλοτε αὐτό, διότι βλέπει ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δολίως συνέβη.
§92ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐνῷ ἦτο ἑτοίμη ἀπόφασις ἐπιβάλλουσα κατὰ τοῦ κατηγορουμένου πενθήμερον φυλάκισιν, διότι ἐδοκίμασεν οὗτος ν’ ἀπολογηθῇ, ἀπηγγέλθη ἀπόφασις καταδικάζουσα αὐτὸν εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν.
§93Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπέκειντο δικαστικαὶ προαγωγαὶ καὶ ἐγὼ εἶχον τὸ σθένος νὰ καταγγείλω εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον τὸ γεγονὸς τῆς πλαστογραφίας ἐνυπογράφως δι’ ἐπιστολῆς μου καὶ παρηκολούθησα τὴν γενομένην ἐνέργειαν, ἵνα γνωρίζω ἂν συνετέλεσεν ἡ ἐπιστολή μου, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε λάβει τὴν πρόνοιαν, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του, νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον ὅτι πρὶν προβῇ εἰς προαγωγὴν δικαστῶν, ἦτο ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ ἐξέτασις περὶ τοῦ ποιοῦ αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν συνετέλεσεν εἰς τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον κατήγγειλα, γνωρίζω ὅμως ὅτι ἐπηκολούθησεν ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, διὰ τῆς ὁποίας ἀνετέθη εἰς τρεῖς ἀρεοπαγίτας ἡ ἐξέτασις τοῦ ποιοῦ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο εἰς σειρὰν προαγωγῆς. Ὁ εἷς τῶν ἀρεοπαγιτῶν ἐκείνων περιελθὼν τὴν περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν διωρίσθη, διῆλθεν ἐκ τοῦ Πρωτοδικείου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετῶ, καὶ ἐξήτασε σειρὰν ἐντιμοτάτων μαρτύρων, δικηγόρους καὶ ἄλλους πολίτας, ἐξήτασεν ἢ ἔλαβεν ἐγγράφους δηλώσεις τῶν συμπραξάντων, ὡς προείρηται, δικαστῶν, διότι δὲν πρέπει νὰ παραλείψω ὅτι δύο ἐκ τῶν δικαστῶν ἐρωτώμενοι ἠναγκάσθησαν ν’ ἀνακοινώσωσιν ὅσα ἐγνώριζον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως εἰς ἄλλους συναδέλφους των καὶ πληθὺν δικηγόρων· αὐτοὶ οἱ δικασταὶ ἐρωτώμενοι ἀπήντησαν ὅτι ἐτελέσθη ἡ πλαστογραφία ὡς κατηγγέλθη, ἀναμφιβόλως δὲ καὶ πιστῶς ἐξετέθησαν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κ. ἀρεοπαγίτου ταῦτα. Τώρα ἀκούσατε· ἔρχεται πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς αὐτοῦ τοῦ δικαστοῦ. Παραλείπω νὰ σᾶς εἴπω τί ἐξέθηκεν ὁ ἐπιθεωρητής, τί ὤφειλε νὰ ἐκθέσῃ καὶ τί ἀκόμη ἐκθέτει, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀναφέρω. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι προήχθη ὁ πρωτοδίκης.
§94Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Προήχθη κατ’ ἐκλογήν;
§95Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· κατὰ σειράν.
§96Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἐξηγήσω μερικὰ πράγματα. Ἴσως δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὸν νόμον. Μοὶ εἴπετε ὅτι δὲν προήχθη κατ’ ἐκλογήν, προήχθη κατ’ ἀρχαιότητα. Νομίζω ὅτι θὰ εἶσθε διατεθειμένος νὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι, ἀφοῦ δὲν προήχθη κατ’ ἐκλογήν, προήχθη κατὰ νομικὴν ἀνάγκην, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως τὸ ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον παρὰ νὰ τὸν προαγάγῃ ἐφ’ ὅσον εὑρίσκετο εἰς τὰς δικαστικὰς τάξεις. Καὶ μὴ λησμονεῖτε, ἂν καὶ δὲν γνωρίζω τὸ πρόσωπον, περὶ οὗ ὁμιλεῖτε, οὐδὲ τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρετε καὶ περὶ τῆς ὁποίας οὐδένα ἔχω λόγον νὰ μὴ πιστεύω, ἀφοῦ τὴν ἀναφέρετε ὑμεῖς, μὴ λησμονεῖτε, λέγω, ὅτι εἰς τὰς σχετικὰς ἐπιθεωρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται ὑπὸ τὰς ὄψεις μου, ἐὰν τὴν τοιαύτην ὑπόθεσιν συναντήσω, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διστάσῃ νὰ στραφῇ καὶ ἐναντίον αὐτοῦ καὶ ἐναντίον τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Ἀλλὰ δι’ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον ὑμεῖς παραπονεῖσθε ἐναντίον τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι δὲν τὸν προήγαγε κατ’ ἐκλογήν, ἀλλὰ κατὰ νομικήν, ἐπαναλαμβάνω, ἀνάγκην.
§97Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ τὸν ἀφήσῃ στάσιμον;
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε ὑμεῖς ἂν εἶχεν ἄλλον νὰ προαγάγῃ, ὅτε ὁ νόμος λέγει ὅτι ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ ὀφείλει νὰ λάβῃ τὰ ⅔ κατ’ ἀρχαιότητα; Λέγω τοῦτο, διότι εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω ἐν τῇ ἰδιότητι τῆς ἀρχῆς μου ὅτι ἐπεκράτει ἡ πεποίθησις ὅτι δὲν ἐκέκτηντο πάντα τὰ στοιχεῖα οἱ προαχθέντες, καὶ ὑπεδείχθη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ γίνῃ, εἰ δυνατόν, μεταβολὴ τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπῆρχεν ἀνάγκη συμπληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων, ἄνευ τῆς συμπληρώσεως τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι τὰ Δικαστήρια, ὑπέκυψεν εἰς τοῦτο, ληφθέντος ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκ λόγων ὑπηρεσιακῶν, δὲν ἐκωλύετο κατόπιν τὸ παράπαν, ἔστω καὶ ἂν προήχθη, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ κάμῃ, διότι, ἐὰν αἱ ἐκθέσεις τῆς ἐπιθεωρήσεως, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω ἤδη ὑπὸ τὰ ὄμματά μου, ἀποδείξωσι τοιοῦτόν τι, ἔστε βέβαιος ὅτι θέλω ἐφαρμόσει τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§99ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Χωρὶς νὰ προδικάζω τὴν γνώμην μου, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποκατασταθῶσι μερικὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Οὐδεὶς προήχθη κατὰ νομικὴν ἀνάγκην, διότι οἱ πρὸς προαγωγὴν κατὰ νόμον ἔχοντες τὸ δικαίωμα δικασταὶ διῃροῦντο ἀληθῶς εἰς δύο κατηγορίας, εἰς τὴν τῶν καθ’ ἱκανότητα προακτέων καὶ εἰς τὴν τῶν κατ’ ἀρχαιότητα. Ἀλλ’ ἐκ τῆς σειρᾶς τῶν κατ’ ἀρχαιότητα προακτέων δὲν προήγοντο ἀπὸ τοῦ πρώτου εἰς τὸν δεύτερον, εἰς τὸν τρίτον ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κατ’ ἀρχαιότητα προακτέων ἐξελέγη ὁ κατ’ ἐκλογήν.
§100Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς σᾶς εἶπε τὸ ἐναντίον; Παρακαλῶ· διατί σᾶς διαφεύγει ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας διασαφήσεως πλείονες νομίζω ὅτι εἶναι περιτταί; Διατί παραβλέπετε ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχε προηγμένον πρόσωπον, ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι εἰς πολὺ χείρονα θέσιν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος προήχθη, καὶ ἐναντίον τοῦ ὁποίου παραπονεῖται ὁ κ. συνάδελφος;
§101ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι νεώτερος ἐκείνων.
§102Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ οὔτε αὐτὸ γνωρίζω.
§103Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐνῷ εἶναι ὁ τελευταῖος τοῦ πίνακος τοῦ κατ’ ἀρχαιότητα, ὅστις προάγεται. Ἐὰν δὲν ἦτο ὁ τελευταῖος, τότε ἴσως θὰ εἴχετε δίκαιον.
§104Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ νομικὴ ἀνάγκη, ὑποθέτω, θὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ τῆς νομικῆς ὑποχρεώσεως. Νομικὴ δὲ ὑποχρέωσις, ὑποθέτω, ἦτο νὰ ἐρευνηθῇ τὸ ποιὸν τῶν προσώπων πρὸ πάσης ἀνάγκης.
§105Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐξηγήθην καλῶς. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅ,τι ἐδικαιούμην νὰ γνωρίζω, οὔτε ἐδικαιούμην νὰ ἐκφράσω κατ’ οὐσίαν γνώμην ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα εἰσέτι μελετῶ. Ἀλλ’ ἐὰν θελήσῃ τις νὰ συζητήσῃ, δύναμαι νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς αὐτὸν ὅτι, ἂν μὴ μεμονωμένη, πάντως ἐξαιρετικὴ εἶναι ἡ γνώμη ἡ δυσμενὴς περὶ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖτε.
§106Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ τὰς ἀνακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον.
§107Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κρίσις σας εἶναι ἀπολύτως εἰλικρινής.
§108Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ δυνηθῇ ἐντὸς τῆς αὔριον νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὰς ἐκθέσεις, ἔχων πάντα τὰ στοιχεῖα, καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι πᾶσαι αἱ πληροφορίαι μου εἶναι βάσιμοι.
§109Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἐκθέσεις δὲν εἶναι ἀνακοινώσιμοι, ἐφ’ ὅσον ἐπ’ αὐτῶν δὲν προῆλθεν ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ.
§110Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα.
§111Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶχον ὑποχρέωσιν ν’ ἀποκαταστήσω τὰ πράγματα.
§112Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζομεν τὸ ὄνομα, οὐδὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν. Εἴπατέ μας τὸ ὄνομα, ἵνα ὁμιλήσωμεν καὶ ἡμεῖς.
§113Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Μετὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἐὰν ἀληθεύῃ, ὁ κριθεὶς οὕτως εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του; Οἱ κρίνοντες εὑρίσκονται εἰς τὴν ἰδικήν των; Καὶ ἐρωτῶ ἐπὶ πλέον: Ἡ φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτοπίσῃ καὶ ἐκεῖνον καὶ τούτους; Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀμφιβάλλω. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ λειτουργῇ ἡ φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις, εἶναι ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία. Ἔχετε τὴν προσδοκίαν ὅτι θ’ ἀσκηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι τοιαύτη; Διότι, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀγομένη ἀπὸ τὰ ἁγνότερα αἰσθήματα, ἀποβλέπουσα εἰς τοὺς ὡραιοτέρους σκοπούς, θὰ εἶναι διαρκής. Ὑποθέσατε ὅτι τὴν διαδέχεται Κυβέρνησις ἄλλη, ἡ ὁποία εἶναι πιθανὸν νὰ θελήσῃ νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ παρελθόντος. Τὰ ἐφόδια, τὸ ὑλικὸν θὰ εἶναι ἕτοιμον νὰ ὑπηρετήσῃ τὰς προθέσεις καὶ τὸν σκοπόν της, ἀφοῦ ἐν βραχυτάτῳ χρόνῳ ἡ ἐκκαθάρισις ἡ φυσιολογικὴ θὰ εἶναι ἀδύνατος. Θ’ ἀποθάνωσι; Πολὺ φοβοῦμαι ὄχι· θὰ ζῶσι, διότι ἐν τῇ τάξει ἐκείνῃ, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀνεπίδεκτον βελτιώσεως, θὰ εὕρητε καὶ ἀνθρώπους ἀρκετὰ νέους, τοὺς ὁποίους δὲν ἀπειλεῖ ἐγγὺς ὁ θάνατος. Τίνα σκοπὸν ἔχει, Κύριοι, ἡ ἐκκαθάρισις; Ἔχει ἐχθρικόν; Πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι ἡ ἰσοβιότης εἶναι ἀπαραίτητος καὶ πρέπει νὰ μείνῃ. Ἔχει σκοπὸν ἱκανοποίησιν παθῶν; Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὅσα εἶπον δὲν μ’ ἐνδιαφέρουσι προσωπικῶς, ἀλλὰ πιστεύω ὅτι πάντες ὅσοι ὡμίλησαν καὶ θὰ ὁμιλήσωσι δι’ ὡρισμένας παραβάσεις δὲν ἐλαύνονται ἀπὸ σκοποὺς ἰδιοτελεῖς, δὲν ἐλαύνονται ἀπὸ σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει των νὰ πραγματοποιήσωσιν· ἐλαύνονται ὑπ’ ἀγαθῶν διαθέσεων ὑπὲρ τῆς Πολιτείας. Ἔχουσι σκοπὸν λοιπὸν τὴν ἱκανοποίησιν παθῶν; Ὄχι, Κύριοι· ἔχουσι σκοπὸν τὴν ἀνάπλασιν τῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία μετὰ τὴν κρατήσασαν κοινὴν γνώμην, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν ῥητόρων ἐν τῇ Βουλῇ, μετὰ τὴν δημοσιογραφίαν, ἡ ὁποία καὶ ἐν τῷ παρελθόντι καὶ νῦν ἐξακολουθεῖ γράφουσα περὶ αὐτῆς, ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναλάβῃ, ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀναπλασθῇ. Θ’ ἀναπλαθῇ τάχα, ἂν τὰ πράγματα μείνωσιν ὡς ἔχουσιν; Εἶμαι βέβαιος ὄχι. Διότι εἰς μὲν τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ θ’ ἀπομείνῃ τὸ παράπονον ὅτι, δοθείσης εὐκαιρίας, τὸ νομοθετικὸν Σῶμα δὲν ἐστράφη καὶ ἐκεῖ ὅπου τὸ ὡδήγει ἡ κοινὴ συνείδησις, αἱ δὲ παρεκτροπαί, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λείψωσιν, εἴτε ἐκ προθέσεως εἴτε καὶ τυχαίως, θὰ καταλογισθῶσιν εἰς βάρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο ν’ ἀποτρέψωσι τὸ κακὸν καὶ δὲν τὸ ἀπέτρεψαν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν μὲ ὑλικὸν τῶν μελῶν τοῦ δικαστικοῦ σώματος ἐν μέρει ἐκκαθαριστέων καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ συναντηθῶσιν αἱ γνῶμαι πάντων, εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ εἶναι ἀκεραία, ἀκλόνητος ἡ πεποίθησις τῆς κοινωνίας ἐπ’ αὐτό; Ἐξεκαθαρίσθησαν αἱ λοιπαὶ ὑπαλληλικαὶ τάξεις· ἀλλ’ ἐξεκαθαρίσθη τὸ σῶμα, πρὸ τοῦ ὁποίου αἱ τάξεις αὗται προσερχόμεναι ἤλπιζον βασίμως ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς συναδελφότητος, εὐρυτάτην λαβὸν ἔκτασιν, τοὺς ἔθαλπεν ἐπαρκῶς; Ἀλλ’ ἐὰν συμβῇ, ὥστε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ληφθῶσι, νὰ μὴ περιστείλωσι τοῦτο, θ’ ἀνορθωθῇ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν ἡ δικαιοσύνη, περὶ τῆς ὁποίας τοιαύτη κρατεῖ γνώμη; Φοβοῦμαι ὄχι. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, ἵνα ἱκανοποιηθῇ ἡ δημοσία συνείδησις, ἐπὶ τῆς ὁποίας κυρίως καὶ πρωτίστως ἐρείδεται τὸ φιλελεύθερον κόμμα καὶ αἱ ἀρχαὶ τῆς ἀνορθώσεως, εἶναι ἀνάγκη, λέγω, νὰ λάβῃ, μέτρα, καὶ μέτρα ταχέα, καὶ μέτρα ῥιζικά. Πόσα εἶναι; Ἐλάχιστα, ὡς πάντες ὡμολογήσατε. Περὶ αὐτῶν τῶν ἐλαχίστων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει διπλῆ γνώμη, θὰ ληφθῇ τὸ μέτρον. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, πρὸς τὴν ὁποίαν μετ’ ἐλπίδων βασίμων καὶ εὐλόγων ἠτένισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι οἱ ἐλλοχῶντες ἐχθροὶ θὰ ἐκμεταλλευθῶσι πᾶν γεγονός, τὸ ὁποῖον ἤθελε προκύψει ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ θὰ καταλογίσωσι τοῦτο εἰς ἔλλειψιν προνοίας, μολονότι ἐδόθη ἡ εὐκαιρία εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως τερματισθῇ ἡ κατάστασις, κατὰ τῆς ὁποίας εἶναι ἐξεγηγερμένη ἡ δημοσία γνώμη, ἡ ὁποία πολὺ εὐπροσδέκτως θ’ ἀκούσῃ τὰς ἀντιθέτους σκέψεις, καὶ πολὺ εὐλόγως θὰ δεχθῇ τοὺς ἀντιθέτους ἰσχυρισμοὺς καὶ δὲν ἔλαβε τὸ στοιχειῶδες τοῦτο. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων νὰ προσέξῃ.
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἱδρύσεως δευτέρου τοιούτου ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ 40 ἡμερῶν καὶ παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία δυστυχῶς δὲν εἰργάσθη· μόνον δύο συνεδριάσεις ἐγένοντο. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαχθῇ ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ψηφισθῇ ἐγκαίρως, ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν εἰς τὸ προσεχὲς ἀκαδημαϊκὸν ἔτος νὰ συμπληρωθῇ. Ἐὰν δὲν σπεύσῃ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα εἶναι δυνατὸν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ παρόντος μηνὸς ἢ τὸ βραδύτερον κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἰουνίου νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ τῆς συζητήσεως αὐτοῦ, θὰ εἶναι ἀδύνατον, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ ἐγκαίρως, νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἀκαδημαϊκοῦ ἔτους. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθωσι, καὶ διὰ νὰ διευκολύνω τὰ ἔργα αὐτῆς, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συμφωνήσῃ, ἵνα συνεδριάζῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἐγκύρως καὶ μὲ τὸ ⅓ τῶν μελῶν της. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ὡς πρὸς τοῦτο.
§115Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μάλιστα.
§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ, ὅπως διὰ πάσας τὰς ἐπιτροπὰς καθιερωθῇ νὰ συνεδριάζωσι μὲ τὸ ἓν τρίτον τῶν μελῶν των.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ ἡ πρότασις. Ὑποβάλλεται πρότασις «ὅπως αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῆς ἐπεξεργασίας τῶν νομοσχεδίων θεωρῶνται ἐν ἀπαρτίᾳ μὲ τὴν παρουσίαν τοῦ ἑνὸς τρίτου τῶν μελῶν αὐτῶν».
§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐξαιρουμένης τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, πᾶσαι αἱ ἄλλαι.
§120Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ;
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἐκ τοῦ Συντάγματος· ἄλλως τε δὲν προέκυψε τοικύτη ἀνάγκη. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου).
§122Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ περιπτέρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ἂς προταχθῇ νὰ ψηφισθῇ, διότι ἐξ αὐτοψίας ἀντελήφθημεν τὴν κατάστασιν μεταβάντες εἰς τὰ ὑπόγεια καὶ ἰδόντες πολύτιμα βιβλία εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, θὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν κατόπιν.
§124Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν δικαιοσύνην τοῦ Κράτους αἰσθάνομαι διπλῆν τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς μου, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους καὶ ὡς προσώπου, ἀνήκοντος εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον, ὅπως ὑψώσω τὴν συζήτησιν εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ βέλη τὰ διασταυρούμενα καὶ διασπαθιζόμενα ἐν τῷ ὁρίζοντι τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων δὲν δύνανται νὰ τὴν προσπελάσωσιν, ἐκεῖ, ὅπου ἡ Θεὰ Δικαιοσύνη ἔθηκε τὸ ἐνδιαίτημά της. Θὰ ἐξετάσω δὲ κατὰ πρῶτον, Κύριοι, ὁποῖον ἔχει προορισμὸν ἡ δικαιοσύνη καὶ κατόπιν θὰ ἐξετάσω τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῆς, τοὺς διαφόρους ἐπηρεασμοὺς αὐτῆς ἐν τῇ πραγματικότητι, καὶ ἐν γένει θὰ δικτυπώσω ποίαν ἔχω γνώμην περὶ αὐτῶν. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ἄλλως νὰ ἐννοηθῇ ἢ ὅτι ἡ δικαιοσύνη παντὸς φιλελευθέρου Κράτους εἶναι ἡ πυξὶς τῆς ὅλης διοικήσεως, εἶναι ὁ γνώμων τῆς εὐρύθμου πορείας πασῶν τῶν λοιπῶν ἐξουσιῶν. Ὅστις τόπος, Κύριοι, δὲν ἔχει δικαιοσύνην, οὐδὲν ἔχει· ὅστις τόπος ἔχει πεποίθησιν ὅτι εὐρύθμως βαίνει ἡ δικαιοσύνη του, ὁ τόπος ἐκεῖνος ἔχει λαόν, ὅστις αἰσθάνεται ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἰσοπολιτείᾳ, εὑρίσκεται ἐν ἐλευθερίᾳ, αἰσθάνεται τὸν ἀληθῆ προορισμόν του ὡς λαὸς συνταγματικός. Ὡμίλησαν οἱ διάφοροι ῥήτορες, Κύριοι, καὶ ἀνέτρεξαν καὶ ἠσχολήθησαν νὰ εἴπωσι τί συμβαίνει ἀλλαχοῦ, νὰ εἴπωσι συνεπῶς ὁποῖα εἶναι τὰ σφάλματα τῆς δικαιοσύνης ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, καὶ νὰ εἴπωσιν ὁποία δικαιοσύνη ἐπεκράτησεν ἀπὸ τοῦ 1862 καὶ ἐντεῦθεν. Πάντα ταῦτα, Κύριοι, καλὸν εἶναι ὅτι ἐλέχθησαν, ἀλλά, καὶ ἂν δὲν ἐλέγοντο, ἦσαν γνωστὰ εἰς ἡμᾶς, ἦσαν γνωστὰ εἰς τὸν λαὸν καὶ ἀπετέλουν ἐν τῇ συνειδήσει του δημοψήφισμα μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ λαὸς ἐξηγέρθη, καὶ μεταξὺ πάντων τῶν ἄλλων, περὶ τὰ ὁποῖα ἐστράφη ἡ κοινὴ συνείδησις, ὑπῆρξε καὶ ἡ περὶ δικαιοσύνης μέριμνα ἓν σημεῖον τῆς λαϊκῆς ἐκδηλώσεως, καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὅσην αἰσθάνεται ὁ νομικὸς κόσμος, ὅταν εὑρίσκεται ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τοῦ δικαίου, εὐχαρίστησιν, ὅτι ἀποκτᾷ διδασκόμενος κάτι τι περισσότερον τοῦ ἄλλου κόσμου, τόσην λύπην αἰσθάνεται ἐν τῇ καρδίᾳ του, ὅταν ἐν τῇ καθόλου ἀπονομῇ τοῦ δικαίου εὑρίσκῃ κακὴν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς δικαιοσύνης. Καὶ δὲν ἐννοῶ δικαιοσύνην μόνον τὴν δικαστικήν· ὅταν λέγω δικαιοσύνην, ἐννοῶ πᾶσαν δικαιοσύνην, ἡ ὁποία ὑπέρκειται τῶν ἐξουσιῶν, διότι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν δικαστικὴν δικαιοσύνην, ἀλλ’ ὑπάγονται ἑκάστη εἰς ἄλλην ἰδιάζουσαν, ὡς γνωρίζομεν, δικαιοσύνην. Ἐπῆλθε, Κύριοι, τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, καὶ ἐπέβαλεν ὁποῖα καθήκοντα ὀφείλομεν νὰ ἐκπληρώσωμεν, ἐλθόντες ἐδῶ· μᾶς ἐπέβαλε, Κύριοι, νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀνορθώσεως τῶν πραγμάτων, τὸ δὲ πρόγραμμα ἡμῶν συνετάχθη ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ, καὶ ἐξεδηλώθη ὡς ἐξεδηλώθη, ἀλλ’ ἀπόκειται εἰς ἡμᾶς νὰ καθορίσωμεν ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἐπωφελοῦς δράσεώς μας καὶ ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιφέρωσι τὴν πραγματικὴν ἀνόρθωσιν· ἓν δὲ τῶν σημείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προυκάλεσαν τὴν ἐξέγερσιν, εἶναι τὸ σημεῖον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Οἱ πάντες κατελήφθημεν ὑπὸ φόβου, καὶ λέγομεν πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος καὶ ἠρξάμεθα ἀναλογιζόμενοι τί θὰ γίνῃ κατόπιν. Κύριοι, ἓν μόνον πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀναθεωροῦντες διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ εὑρισκόμεθα εἰς θέσιν συντακτικήν, τουτέστιν ἀνασυντάσσομεν τὸ μέρος αὐτὸ τῆς Πολιτείας. Καὶ ἂν μᾶς εἴπῃ ὁ λαός· «ἀφοῦ ἀνασυντάσσετε τὸ μέρος αὐτό, διατί δειλιᾶτε καὶ δὲν προβαίνετε;» ἀναντιρρήτως θὰ σιωπήσωμεν συναισθανόμενοι ὅτι τῳόντι δειλιῶμεν. Δὲν θὰ εἴπω, καὶ ἐγώ, Κύριοι, οὕτως ἐξετάζων τὰ τῆς δικαιοσύνης οὐδεμίαν λέξιν ἀναγομένην εἰς τὰ σφάλματα τὰ δικαστικά, διότι, ἐὰν θελήσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν νὰ εἴπῃ ὅσα γνωρίζει, ἰδοὺ ποῖον κακὸν θὰ συμβῇ· θὰ συλλεχθῶσι πάντα καὶ θὰ σχηματίσωσι μίαν μελανὴν σελίδα διὰ τὸ μέλλον τοῦ τόπου, οὕτω δὲ πράττοντες θὰ βλάψωμεν τὴν δικαιοσύνην, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ εἰς ἡμᾶς ν’ ἀποδοθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπεδόθη εἰς ἄλλους. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ συντελέσωμεν νὰ περισυλλέξωμεν πάντα τὰ σφάλματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι μελανὴν σελίδα, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τί ὀφείλομεν νὰ πράξωμεν καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ δικαιοσύνη· ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ ταύτην δύναταί τις νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην του, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ συζητῇ, ὡς ἐπιβάλλεται αὐτῷ νὰ συζητῇ, καὶ νὰ μὴ λέγῃ ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἰσοβιότης καὶ ὅτι δέον νὰ μένῃ ὡς ἔχει, διότι θὰ παρέλθῃ εὔλογος ἡ στιγμὴ αὕτη καὶ θὰ ἔλθωσιν ἄλλοι καὶ τότε θὰ ἴδωμεν εἰς ποίαν οἰκτρὰν θέσιν θὰ εὑρεθῶμεν ἀφήνοντες τὰ τῆς Δικαιοσύνης ὡς ἔχουσι νῦν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὁποία εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ εὔκολον νὰ εὕρωμεν καὶ ἤδη μέσον, καὶ δὲν θέλω νὰ καθορίσω ἐγὼ τὸ πρόσφορον μέτρον, ἵνα θεραπεύσωμεν τὸ κακὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν τῇ δικαστικῇ ἐξουσίᾳ. Δὲν θέλω νὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δέον ν’ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ τῇ εἴπωμεν ὅτι «ἤκουσες πάσας τὰς γνώμας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ θάρρος ν’ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, καὶ μὴ δειλιᾷς νὰ προβῇς εἰς τὴν ῥιζικὴν ἀνόρθωσιν τῶν τῆς δικαιοσύνης». Δὲν φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἐμοὶ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὁποίους νόμους πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ, ἀλλ’ ἓν καὶ μόνον θὰ τονίσω τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συζητῶμεν, ἂν πρέπει ἔτι ν’ ἀμείψωμεν καὶ ἐπὶ πόσον ἔτι τοὺς δικαστάς· δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν ὁποῖος θὰ εἶναι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, καὶ ὁπόσα θὰ εἶναι τὰ Δικαστήρια, διότι σήμερον ὅλος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος σκέπτεται νὰ βελτιώσῃ τὴν δικαιοσύνην του, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται δίκαι, καὶ εἰς τοῦτο πρέπει πρώτιστα νὰ στραφῇ ἡ μέριμνα ἡμῶν καὶ δευτερευόντως νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν καὶ τῆς ἀμοιβῆς των. Προέβη, Κύριοι, μέχρι τοῦ σημείου τῆς ἐξεγέρσεως ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία· ἵδρυσεν ἀνώτερα συμβούλια ἐπὶ πάντων τῶν κλάδων τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἠθέλησε δι’ αὐτῶν ν’ ἀσκήσῃ ἐποπτείαν τινὰ ἐπὶ τῶν κατωτέρων, ἀλλ’ ἀπέτυχε τοῦ λυσιτελοῦς σκοποῦ της. Ἤκουσα, Κύριοι εἰς διαφόρους τάξεις τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας λεγόμενον ὅτι τὰ συμβούλια αὐτά, ὡς εἶναι δημιουργημένα, δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐποπτείαν τινὰ ἐπὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ δύνανται καὶ νὰ μεταβληθῶσι καὶ τῳόντι μετεβλήθησαν εἰς ὀλιγαρχικοὺς τυραννίσκους. Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ ὑποδείξω ἐγώ· τοῦτο ὑποδεικνύεται ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅτι πρέπει νὰ πεισθῶμεν ὅτι πᾶς τις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι δικαστής, ὡς ἐννοεῖ αὐτὸν ὁ προορισμός του, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀπὸ φύσεως πεπλασμένος, ὥστε νὰ δύναται ν’ ἀνευρίσκῃ καὶ νὰ θέλῃ νὰ ἀπονέμῃ δίκαιον καὶ οὐχὶ νὰ δημιουργῇ δίκαιον ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς λειτουργίας του. Ἀδύνατον, Κύριοι, οἱ ἀγράμματοι ἐγκυκλοπαιδικῶς, οἱ ἀστοιχείωτοι ἐκεῖνοι δικαστικῶς, οἱ μὴ σπουδάσαντες τὴν φιλοσοφίαν τοῦ δικαίου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐννοοῦσι τὸ ὕψιστον τῶν καθηκόντων τοῦ δικαστοῦ, νὰ θέλωσι νὰ γίνωσι δικασταὶ διὰ τῆς μεθόδου ἐκείνης, δι’ ἧς τεχνητῶς ἠνοίγετο ἡ ὁδὸς πρὸς τοῦτο, περιυβρίζοντες ἀληθῶς τὴν Πολιτείαν. Ἐρωτᾶται δὲ νῦν· «τίς θὰ κρίνῃ τὰς καταλλήλους, οὓς ὀφείλομεν νὰ τάξωμεν εἰς τὸ σῶμα τὸ δικαστικόν;» «Ἔχομεν ἕτερον ἵδρυμα ἀνώτερον τοῦ Ἀρείου Πάγου;» «Ἔχομεν ἀνώτερον τῶν συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἐσχηματίσαμεν;» «Ὑπάρχει ἄλλη ὁδός;!». Κύριοι, τὴν ὁδὸν ταύτην διετύπωσα πολλάκις καὶ πρὸς ἀνωτέρους δικαστικοὺς καὶ ἐνώπιον τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου καὶ εἶπον μετὰ παρρησίας ὅτι: «Ὁ ἱκανὸς πρέπει νὰ ἐπιβάλλῃ μόνος τὴν ἀναγνώρισίν του» καὶ ὑπὸ ἔποψιν χαρακτῆρος καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἱκανότητος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκλεχθῇ, Κύριοι, ὅστις ἐπιθυμεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν κλάδον τὸν δικαστικόν, ὅστις ἔχει τὴν ψυχὴν ἀγαθὴν καὶ τὴν καρδίαν ἤρεμον διὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, ἐκεῖνος ἔρχεται καὶ ἐπιβάλλει τὴν ἱκανότητά του καὶ λέγει ὅτι «θὰ μὲ ἀναγνωρίσητε, διότι φέρω πάντα τὰ προσόντα τοῦ τοιούτου ἀξιώματος καὶ τὸ ἰδιάζον τοῦ καλοῦ χαρακτῆρος· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τρέξωμεν, διὰ νὰ εὕρωμεν τὸν καλόν· ὁ καλὸς εἶναι ἐνδεδειγμένος ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῷ δικαστικῷ κόσμῳ. Προέβημεν, Κύριοι, ὥστε ν’ ἀποκτήσωμεν καὶ Δικαστήριον διοικητικόν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι παρὰ μικρὰ γερουσία. Τοῦτο εἶναι ἀπόκτημα διὰ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δημοσίου δικαίου. Ἐκεῖ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, ἀλλ’ ἀπεδέχθην τὴν γνώμην τῶν πολλῶν, διότι ἀπὸ πεποιθήσεως φρονῶ ὅτι ἔδει νὰ θεσπισθῇ τοῦτο. Ἀλλά, Κύριοι, ἐρωτῶ· τίνας θὰ διορίσωμεν τακτικὰ μέλη τοῦ ἀνωτάτου αὐτοῦ διοικητικοῦ Δικαστηρίου; Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς ἄλλα μέρη σχηματίζεται πίναξ ἐκ πάντων τῶν ἐπιφανῶν νομικῶν, ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν διὰ τῆς ἱκανότητός των, ἔδειξαν τὴν ὑπεροχὴν τοῦ πνεύματός των διὰ τῆς πανηγυρικῆς ἐξωτερικεύσεως τῶν ἐπιστημονικῶν των ἰδεῶν, ἐξεδήλωσαν τὸ ἄψογον τοῦ χαρακτῆρός των, τὸ τάλαντον τοῦ πνεύματός των, ἔδειξαν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀληθεῖς σύμβουλοι εἰς τὰ ὕψιστα σημεῖα τῆς πολιτεικῆς λειτουργίας, ὁσάκις κληθῶσι πρὸς τοῦτο, καὶ ἰδοὺ εἷς τρόπος πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν καλῶν. Τὰ συμβούλια, Κύριοι, τὰ ὑφιστάμενα νῦν ἀπέτυχον ἐν πολλοῖς, καὶ ἀπέτυχον εἰς τὸ σημεῖον τῆς καθόλου μηχανικῆς κινήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀπέτυχον καὶ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπηρεσιῶν, προκειμένου δὲ περὶ τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου νὰ μὴ θελήσητε ν’ ἀκούσητε ἀπὸ ἐμέ, ὁ ὁποῖος ἀνήκω εἰς τὸν δικαστικὸν κόσμον, ὁποία ἡ περὶ τῆς δράσεως αὐτοῦ ἀντίληψίς μου καὶ ὁποία ἡ γνώμη μου, διότι δὲν θέλω νὰ δώσω ἀφορμήν, ἔστω καὶ πόρρωθεν, νὰ πιστευθῇ ὅτι δύναμαι νὰ εἴπω τι πέρα τῆς ὑπαγορεύσεως τῆς συνειδήσεώς μου, δὲν θέλω νὰ προσθέσω εἰς τὸ οἰκοδόμημα τῶν παραπτωμάτων τῶν δικαστῶν ἐν γένει πάντων τῶν βαθμῶν, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἀπηρίθμησαν, καὶ ἕτερα ἀκόμη γεγονότα, διότι δὲν θέλω νὰ γίνῃ μεγαλείτερον τὸ οἰκοδόμημα τῶν σφαλμάτων τῶν δικαστικῶν. Καὶ εἶπόν τινες, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἀναστείλωμεν τὴν ἰσοβιότητα ἐπί τινα χρόνον, θὰ κατασπαραχθῶμεν. Ἀπαντῶ πρὸς ἐκείνους ὅτι πλανῶνται καὶ ὅτι οὐδὲν θὰ συμβῇ, ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τρωτόν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα τὸν δικαστικὸν καὶ τὴν δικαστικὴν μόρφωσιν, θ’ ἀποχωρήσωσι μόνοι των, διότι, ἐὰν δὲν ἀποχωρήσωσι, θὰ ἐκτεθῶσιν ἐν τῷ κριτηρίῳ ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον θὰ σχηματισθῇ, τὸ ὁποῖον θὰ στηθῇ, ἂν ἡ γνώμη ἐμοῦ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Λέγουσί τινες: Ἔχετε ἀφορμὰς κατὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου; Ὄχι, ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω, πρὸς αὐτούς. Ἐὰν μοὶ προσέθετον: «Δὲν ὠφείλετε νὰ ἔχητε, ἀφοῦ ἐκ τῆς δράσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἔχομεν νομολογίαν λαμπράν, ἡ ὁποία ἐτακτοποιήθη ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦ νῦν, ἐτακτοποιήθη καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας δύναται νὰ συμπληρώσῃ τὴν νομοθεσίαν εἷς Ὑπουργός, ταύτην δ’ ὀφείλομεν ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον; Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἔχομεν τοιαύτην νομολογίαν; Βεβαίως ὄχι· καὶ ὑπερθεματίζοντες μᾶς λέγουσιν ἕτεροι ὅτι καθ’ ἑκάστην μεταβάλλεται ἡ νομολογία καὶ ὅτι δὲν δύναταί τις ν’ ἀναγνώσῃ ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ νὰ πορισθῇ ἐκεῖθεν ἔστω καὶ τὰ ἐλάχιστα διδάγματα πιστῆς καὶ ἀληθοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Ταῦτα δὲ ἔχων ὑπ’ ὄψει ἀπαντῶ ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν του. Ἀλλ’ ἐρωτῶμεν ἡμᾶς αὐτούς· τί εἶναι τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον; Εἶναι τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπονείμῃ τὴν δικαιοσύνην, ἢ θὰ ἴδῃ ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐφηρμόσθησαν οἱ νόμοι; Βεβαίως δὲν εἶναι Δικαστήριον οὐσίας, ἀλλ’ ἀκυρωτικόν. Καὶ εἶπον ἄλλοι ὅτι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ Ἄρειος Πάγος, τὸ δίκαιον θὰ ἐχάνετο. Τοῦτο κατ’ ἐμὲ δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ· καὶ ἐρωτῶ· ἂν δὲν ὑπάρχῃ, Κύριοι, Ἀκαδημία, ἕπεται ὅτι θὰ χαθῇ ἡ Φιλολογία; Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ Νομικὴ ἀκαδημία, θὰ χαθῇ τὸ κατ’ οὐσίαν δίκαιον; Πρόκειται λοιπόν, Κύριοι, περὶ ἑνὸς ἐκτάκτου Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Πολιτεία καὶ νὰ τὸ ἔχῃ, ἀλλὰ δύναται καὶ νὰ μὴ τὸ ἔχῃ. Θὰ ἐπεθύμουν, Κύριοι, πάντες ὅσοι σήμερον ἠγόρευσαν νὰ μὴ ἀνέφερον κανὲν ἐκ τῶν δικαστικῶν σφαλμάτων, διότι εἶναι τόσα πολλά, ὥστε ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν θὰ ἦτο πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ πρὸς ἔπαινον αὐτῶν τῶν δικαστῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ἓν σφάλμα δικαστικόν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι τὸ ἐλάχιστον ἀπέναντι τῶν ἄλλων. Ὑπῆρξε, Κύριοι, ἐφέτης, ὁ ὁποῖος ὡς εἰσηγητὴς ἔλεγεν ἐν τῇ ἀποφάσει ὅτι «εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ψηφοφορούντων βεβαιοῦται διὰ πρακτικοῦ μονογραφημένου καὶ ἠριθμημένου καὶ κεκυρωμένου ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται νὰ βεβαιωθῇ καὶ ἄλλοθεν ὅτι ἐψήφισαν περισσότεροι ἢ ὀλιγώτεροι ἐκλογεῖς· ἐπειδὴ δὲ βεβαιοῦται ἐκ 30 μαρτύρων ὅτι ἐψήφισαν καὶ ἄλλοι 5, καὶ ἐπειδὴ οἱ 5 αὐτοὶ ἐπηρεάζουσι τὸ ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή·»· καὶ ἠκυρώθη. Ὅτε δὲ μὲ ἠρώτησέ τις ἐν τῷ Ἐφετείῳ εἰπών μοι «σοὶ ἀρέσκει ἡ ἀπόφασις;», γνωρίζετε τί τῷ ἀπήντησα; Τῷ ἀπήντησα ὅτι, «ἐὰν μὲ ἐνδιέφερε προσωπικῶς ἡ ἐκλογή, θὰ ἤγειρον ἀγωγὴν κακοδικίου κατὰ τῶν ἐφετῶν ἐκείνων». Οὐδεὶς ἐτόλμησε νὰ πράξῃ τι διὰ τὴν τοιαύτην δήλωσίν μου, καὶ τινὲς μὲν τῶν δικαστῶν ἐκείνων προήχθησαν, ἄλλοι δὲ σήμερον ἐπιδιώκουσι προαγωγὴν καὶ εὑρίσκονται, ὡς καὶ ἐγώ, ἐν Ἀθήναις. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι μηδαμινὸν ἀπέναντι ἄλλων σφαλμάτων. Εἶμαι ἑπομένως, Κύριοι, τῆς γνώμης ὅτι θὰ ἠθετοῦμεν τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν παρὰ τοῦ λαοῦ, ἂν δὲν εὑρίσκομεν μέσον εἴτε δι’ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος εἴτε δι’ ἄλλου παρομοίου, εἰς τρόπον ὥστε νὰ λάβωμεν μέτρα νὰ βελτιώσωμεν τὰ τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα μὴ ἀποχωροῦντες ἐντεῦθεν κατηγορηθῶμεν παρὰ τοῦ λαοῦ ὅτι ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε κυρίως νὰ στραφῇ ἡ προσοχὴ τῶν ἀντιπροσώπων του, δὲν ἐστράφη. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ζητήματος ὑψίστης ὄντως σοβαρότητος. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐξεφράσθη ἡ Βουλὴ ὑπὲρ ψηφίσεως εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνεγέρσεως περιπτέρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς, θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ ἀναμείνωσι νὰ ψηφισθῇ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης 140,000 δρ. διὰ τὴν ἀνέγερσιν περιπτέρου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 30′).