1911.05.06
3,885 rows · 29,812 words · 301 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82.
Τῆς 6ης Μαΐου 1911.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας, ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ., παρόντων 186 Βουλευτῶν ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς 79ης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§2Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, προχθὲς ἀγορεύων ἐντεῦθεν ὑπὲρ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας εἰς τὸ Ἐφετεῖον Πατρῶν εἶπον ὅτι οἱ συμπολῖταί μου Κεφαλλῆνες ποθοῦσι τοῦτο πρὸ πολλοῦ διὰ λόγους ὑλικοὺς καὶ ἠθικούς. Χθὲς εἷς ἐκ τῶν Κεφαλλήνων συναδέλφων μου μοὶ εἶπεν ὅτι ἡ φράσις αὕτη ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς παρανόησίν τινα, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Μεταξὺ Κεφαλληνίας καὶ Κερκύρας ὑπάρχει συγκοινωνία ἀτελεστάτη, ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος τελουμένη, κατὰ δὲ τὸν χειμῶνα ἕνεκα κακοκαιριῶν ἡ συγκοινωνία βραδύνει περισσότερον. Τότε ἀναγκάζονται οἱ Κεφαλλῆνες νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Πάτρας καὶ ἐκεῖθεν ἐπιβαίνοντες ἄλλου ἀτμοπλοίου νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Κέρκυραν διὰ δικαστικὰς ὑποθέσεις, ὑφιστάμενοι καὶ κόπους καὶ δαπάνας καὶ ἐκτιθέμενοι εἰς κινδύνους. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὑλικοί, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα. Εἶναι γνωστὸν εἰς πολλούς, Κύριοι, ὅτι ἐν Πάτραις πρὸ χρόνου μακροῦ ὑπάρχουσιν ἐγκατεστημένοι πολλοὶ Κεφαλλῆνες, πολλαὶ χιλιάδες, καὶ χιλιάδες ἐκλογέων μάλιστα, ἀνθρώπων ἐργατικῶν, βιομηχάνων, ἐπιστημόνων. Ὑπάρχει ἐκεῖ μεγάλη παροικία Κεφαλλήνων· αὐτὴ δὲ ἡ παροικία τῶν Κεφαλλήνων εὐνόητον ὅτι συνδέεται δι’ ἠθικῶν δεσμῶν μετὰ τῆς νήσου ἡμῶν· τοὺς ἠθικοὺς τούτους δεσμοὺς ὑπονοῶν προχθὲς ὡμίλησα περὶ ἠθικῶν λόγων. Ἐνόμισα πρέπον νὰ κάμω τὴν διασάφησιν ταύτην, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ νομίσῃ τις ὅτι εἶναι δυνατὸν Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλῶν, Βουλευτὴς ὁ ὁποῖος καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὴν λογικὴν ἀντιπροσωπεύει ὄχι μόνον τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐπαρχίαν, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ὅτι θὰ ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ ἐκφέρῃ μομφὴν κατ’ ἄλλου ἀδελφοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος. (Εὖγε).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται. Ἤδη ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς 81ης συνεδριάσεως τῆς 5 Μαΐου. (Ἀναγινώσκονται ταῦτα καὶ ἐπικυροῦνται ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Δ. Τσοχώνης ζητεῖ δίμηνον ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τὸ Ἐξωτερικόν. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ δοθῇ;
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ προσέτι: 1) Ἀναφορὰν τοῦ ἐν Λαμίᾳ καταδίκου Χ. Ἀρβανίτου περὶ μετατοπίσεως αὐτοῦ, ὡς πάσχοντος ἐξ ἑλωδῶν πυρετῶν· καὶ 2) Ἀναφορὰν τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Κορίνθου περὶ ἐπιψηφίσεως ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου περὶ ἐκτίσεως ποινῶν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§7Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πολλοῦ ἔχει ὑποβληθῆ νομοσχέδιον περὶ προφυλακίσεως, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγγεγραμμένον ὑπ’ ἀριθ. 11 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ συναινέσῃ, ὅπως προταχθῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τὸ περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Νὰ ψηφισθῇ σήμερον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ αὔριον εἰς δευτέραν, καί, ἂν ὑποβληθῶσι τροπολογίαι δεόμεναι μελέτης καὶ ἐρεύνης, ἀναβάλλομεν τὴν τρίτην συζήτησιν διὰ τὴν ἄλλην ἑβδομάδα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρόταξιν;
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§10Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κύριοι Παπαϊωάννου, Χριστίδης καὶ Πετρόπουλος ὑπέβαλον πρὸ ἡμερῶν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας», ἀνέπτυξαν δὲ τότε τοὺς ἰσχυροὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι παρεκίνησαν αὐτοὺς εἰς ὑποβολὴν τῆς προτάσεως· θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἡ πρότασις καὶ συγχρόνως νὰ τεθῇ εἰς θέσιν δίδουσαν ἐλπίδα ὅτι θὰ ψηφισθῇ προσεχῶς, διότι ὑφίστανται ζημίας αἱ τάξεις αὐταὶ αἱ ἐπαγγελματικαὶ τῶν γαλακτοπωλῶν.
§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως θέσεως Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ». Ἡ προτεινομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου σύστασις θέσεως Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου δύναται νὰ διορισθῇ καὶ ὁ Ἀντιστράτηγος Διάδοχος τοῦ Θρόνου (χειροκροτήματα), σκοπὸν ἔχει νὰ παράσχῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν βοηθὸν διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων, τῶν κανονισμῶν καὶ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιακῶν διαταγῶν. Κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐξάρω ὅτι ἡ εἰς τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητὴν τοῦ στρατοῦ διδομένη ἐξουσία εἶναι ἐντελῶς ἀλλοτρία πρὸς πᾶν προσωπικὸν ζήτημα ἐν τῷ στρατῷ. Ἡ Γενικὴ Ἐπιθεώρησις, διοργανουμένη ὡς διοργανοῦται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, δὲν θὰ παρέχῃ τοῦ λοιποῦ ἀφορμὴν προστριβῆς μεταξὺ τοῦ Διαδόχου, τοῦ μέλλοντος Βασιλέως, καὶ τοῦ στρατοῦ, ὁποία ὑπῆρξεν ἐκείνη, τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἐν τῷ παρελθόντι ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ. Συναφῶς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ͵ΓΤΟΔʹ περὶ διοικήσεως τοῦ στρατοῦ». Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι, ὅπως καθορισθῶσιν ἀκριβέστερον τὰ τῶν μερικῶν ἐπιθεωρήσεων τῶν ἐνεργουμένων ὑπὸ τῶν μεράρχων, ταξιάρχων, εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν, διοικητικῶν σωμάτων καὶ διευθυντῶν καταστημάτων καὶ ὑπηρεσιῶν, προσέτι δὲ νὰ καθορισθῇ ἀκριβέστερον τίνες οἱ εἰδικοὶ ἐπιθεωρηταί. Ἀλλά, ἂν τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, εἰδικῶς διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ΓΤΟΔʹ ἰσχυρίζομαι ὅτι τὴν ἀντικατάστασιν ταύτην καθιστᾷ ἀναγκαίαν ἀφ’ ἑνὸς ὁ λόγος ὅτι τινὲς ἐξ αὐτῶν προβλέπονται ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποβάλω, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ λόγος ὅπως καθορισθῇ ὅτι αἱ πρὸς προβιβασμὸν προτάσεις δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα εἰδικῆς πρὸς τοῦτο ἐπιθεωρήσεως, ἀλλ’ ἀποτέλεσμα τῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, διότι τοῦτο εἶναι τὸ μόνον τὸ δικαιότερον, ἀλλ’ ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὰς ἐπιθεωρήσεις τὸν εἰδικὸν σκοπόν, τὸν ἀμέσως πρὸς τοὺς προβιβασμοὺς σχετιζόμενον, τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν καὶ εἰς τὴν δρᾶσιν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦ ὁποίου αἱ ἐπιθεωρήσεις ἢ ἡ παρουσία εἰς τοιαύτας ὑπὸ ἑτέρων ἐκτελουμένας οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὰς γνωματεύσεις περὶ προβιβασμῶν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλὴν συναφὲς πρὸς τὸ πρῶτον νομοσχέδιον σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΨΙϚʹ περὶ συστάσεως ἀνωτάτου μικτοῦ ἐπιτελείου, ὅπως μέλη τοῦ ἀνωτάτου μικτοῦ ἐπιτελείου ἀποτελῶσι τοῦ λοιποῦ καὶ οἱ δύο ἀρχηγοὶ τῶν δύο στρατιωτικῶν ἀποστολῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης καὶ ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ. Ἕτερον σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης νόμων». Διὰ τούτου μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου Ἀμύνης καθίστανται καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς τῆς ξηρᾶς καὶ ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τοῦ στρατοῦ. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖα ΓΠϚʹ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ». Ῥιζικωτέρα μεταρρύθμισις τῶν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ δύναται νὰ ἐπέλθῃ μόνον μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν μελετῶν ἐκ μέρους τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἀποκτήσωμεν τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν τούτων ἀποβαίνει ἀναγκαῖον νὰ τροποποιηθῶσι διατάξεις τινὲς τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ μεταβληθῶσιν αἱ θεμελιώδεις αὐτοῦ βάσεις, διὰ τὴν σκοπιμωτέραν λειτουργίαν τοῦ σχετικοῦ νόμου. Οὕτω διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 9 καθίσταται ἐφικτὴ ἡ κλῆσις εἰδικῶν ἐφεδρειῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐθνοφρουρᾶς μιᾶς ἢ περισσοτέρων περιοχῶν, ὡρισμένης τάξεως ἢ ὡρισμένων ἡλικιῶν τῶν ἐφεδρειῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἐνῷ σήμερον τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀμφισβητεῖται. Τροποποιεῖται τὸ ἄρθρον 10 τοῦ ὀργανισμοῦ, δι’ οὗ ὡρίζετο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς εἰρήνης ἀρχιστράτηγος τοῦ ἐν πολέμῳ στρατοῦ. Ἡ διάταξις αὕτη κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως ἦτο διάταξις ἀντισυνταγματική, διότι ἀρχηγὸς τῶν δυνάμεων τῶν στρατιωτικῶν κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι ὁ Βασιλεύς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἑπομένως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς εἰρήνης νὰ ὁρισθῇ ὑποχρεωτικῶς ἀρχιστράτηγος ἄλλος παρὰ τὸν Βασιλέα, πρέπει δὲ νὰ μένῃ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας εἰς τὴν ἑκάστοτε Κυβέρνησιν, εἰς ἐκείνην ἡ ὁποία ἤθελεν εὑρεθῇ κατὰ τὴν τρομερὰν ἐκείνην στιγμὴν τοῦ ἐθνικοῦ μαγειρείου, καθ’ ἣν θὰ εὑρίσκετο ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἕνα πόλεμον, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν δύναται αὐτοπροσώπως ὁ Βασιλεὺς ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, νὰ ὁρίζῃ τότε τὸν ἐνδεικνυόμενον ὑπὸ τῶν περιστάσεων, ὅπως ἀναλάβῃ τὴν γενικὴν ταύτην ἀρχηγίαν. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ αὐτοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, Κύριοι, προτείνεται νὰ προστεθῇ ἡ ἑπομένη διάταξις: «Πᾶσαι ἀνεξαιρέτως αἱ πρὸς τὰς ὑφισταμένας Ἀρχὰς διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπογράφονται παρ’ αὐτοῦ μόνον ἐν σχεδίῳ προσυπογραφομένῳ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου καὶ τηρουμένῳ ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου, ἀποστέλλονται δ’ ἐν ἀντιγράφῳ πρὸς τὰς Ἀρχὰς ταύτας πρὸς ἐκτέλεσιν ὑπὸ τοῦ Γραφείου τῆς διεκπεραιώσεως καὶ ὑπ’ εὐθύνην τοῦ διευθυντοῦ αὐτοῦ. Ἀναλόγως ἐκδίδονται καὶ αἱ ὑπὸ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας προκαλούμεναι διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου», ἵνα ἀπαλλαγῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§12Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς πάντα τὰ Ὑπουργεῖα πρέπει νὰ γίνῃ αὐτό.
§13ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἵνα ἀπαλλαγῇ τουλάχιστον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τὸν φόρτον αὐτῆς τῆς ἐργασίας, τὸν ὁποῖον καθ’ ἑκάστην βλέπετε, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπασχολεῖ μόνον χρόνον, ἀλλ’ ἐκνευρίζει τὸν Ὑπουργὸν καθ’ ὃν χρόνον ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ τὸν νοῦν του ἀλλαχοῦ ἢ εἰς τὴν συζήτησιν, νὰ προσυπογράφῃ κατὰ ἑκατοντάδας τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἐπίσης προτείνεται ἡ τροποποίησις τοῦ Βʹ πίνακος τῆς συνθέσεως τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ὅπως εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας περιληφθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον εἰς τὸ λεγόμενον τέως Ἐπιτελεῖον τοῦ ἐν πολέμῳ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Ἐπίσης προτείνω προσθήκην ἄρθρου μετὰ τὸ ἄρθρον 25, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ἀριθμὸν 25 δίς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κατόπιν ἀναγκαίου πρὸς τοῦτο ἑκάστοτε ἐκδιδομένου Β. Διατάγματος, τοῦ ὁποίου ἡ δημοσίευσις θὰ γίνεται περιληπτικῶς μόνον ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀναφέρηται ὅτι ἐπετράπη ἡ τροποποίησις τῆς συνθέσεως τῶν σωμάτων. Λοιπὸν «ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν κατόπιν Διατάγματος νὰ μεταβάλῃ προσωρινῶς τῇ προτάσει τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας διά τινα μόνον σώματα τὴν ὁριζομένην σύνθεσιν ἐν ἀνάγκῃ καὶ δι’ ὑπερβάσεως τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ». Τὸ ἄρθρον εἶναι μακρὸν καὶ ὁρίζει τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δύναται νὰ γίνῃ ἡ αὔξησις αὕτη. Ἐπίσης προτείνεται ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 37 τοῦ αὐτοῦ νόμου. Διὰ τῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι παρεισάγονται εἰς τὸ μακρότατον τοῦτο ἄρθρον, πρῶτον μὲν συντίθεται ἄλλως τοῦ λοιποῦ τὸ λεγόμενον Συμβούλιον τῶν μεραρχῶν, μετονομαζόμενον τοῦ λοιποῦ «Ἀνώτερον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον», ὅπως τοῦ λοιποῦ ἀποτελῆται τοῦτο ὑπό τε τῶν μεραρχῶν, ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς στρατιωτικῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ὡς προέδρου. Εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀνατίθεται ἡ ἐξουσία σχεδὸν πᾶσα ἡ ἀνήκουσα σήμερον εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν μεραρχῶν, ἐξουσία, Κύριοι, μὴ οὖσα ἐν ἁρμονίᾳ πλήρει πρὸς τὴν ταχύτητα τῆς ἐνεργείας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διακρίνῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως, ἐξουσία εἰσάγουσα τὴν ἀποκέντρωσιν εἰς ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία κατ’ ἐξοχὴν ἔχει ἀνάγκην συγκεντρώσεως. Ἐν τούτοις, διότι ἀναμένομεν τὰ ἀποτελέσματα τῶν μελετῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ὅπως μεριμνήσωμεν περὶ ῥιζικωτέρας διαρρυθμίσεως τῶν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατοῦ, δὲν ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ μεταβάλω τοῦτον — τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει ἐπίσης μεταβολὴν ῥιζικὴν τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος —, διὰ τοῦτο διατηρεῖται μὲν τὸ Συμβούλιον τῶν μεραρχῶν συντιθέμενον ἄλλως καὶ ὀνομαζόμενον «Ἀνώτερον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον», ἀλλὰ συγχρόνως εἰς τινας τῶν τοποθετήσεων ἀπαλλάσσεται ὁ Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς ἀνάγκης τῆς προτάσεως τοῦ Συμβουλίου τούτου, προκειμένου περὶ θέσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι χαρακτῆρα ὅλως διόλου ἐμπιστευτικόν. Συγχρόνως λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως παρὰ τῷ Ἀνωτέρῳ τούτῳ Στρατιωτικῷ Συμβουλίῳ ἱδρυθῇ καὶ Ἔκτακτον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον. Τὸ Συμβούλιον τῶν μεράρχων συνέρχεται ἅπαξ μόνον τοῦ ἔτους, ὡς γνωρίζετε, κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, μόλις δ’ ἐλειτούργησεν ὁ νόμος οὗτος προσεκόψαμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ συγκαλέσωμεν αὐτὸ καὶ ἐντὸς τοῦ ἔτους, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ ἡ ὑπηρεσία δι’ ἔλλειψιν προτάσεων ἐκ μέρους τοῦ Συμβουλίου τῶν μεράρχων, καὶ ἐκαλέσαμεν τοῦτο ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὸν Δεκέμβριον, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν μεράρχων συνῆλθε τὴν 15 Δεκεμβρίου καὶ τὰς ἐργασίας του συνελήρωσε, νομίζω, μετὰ δύο μῆνας, καθ’ οὓς ἦσαν ἐστερημέναι αἱ δύο ἄλλαι Μεραρχίαι τῆς παρουσίας τῶν διοικητῶν αὐτῶν. Ὁρίζεται ἑπομένως ὅτι κατὰ τὰ μεσόχρονα διαστήματα τῆς ἀπουσίας τοῦ Ἀνωτέρου Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου, τοῦ συνερχομένου ἅπαξ τοῦ ἔτους, κατὰ Ἰούνιον, ὁσάκις παραστῇ ἀνάγκη προτάσεως αὐτοῦ, συγκαλεῖται τὸ λεγόμενον Ἔκτακτον Στρατιωτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται πλέον ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Γαλλικῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς, τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸν διοικητὴν τῆς ἐν Ἀθήναις Μεραρχίας, οὕτως ὥστε αὐτὸ ἀποτελεῖται ὑπὸ διαρκῶς εὑρισκομένων ἐν Ἀθήναις καὶ δυναμένων νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ἐργασίαν των ταύτην, χωρὶς ν’ ἀπασχολῶνται ἀπὸ τὰ ἄλλα των ἔργα. Ὁρίζεται ἀκόμη ὅτι ἐν περιπτώσει διασαλεύσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ δύναται διὰ Β. Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἄνευ προτάσεως τῶν Συμβουλίων νὰ διαταχθῇ μετάθεσις ἢ ἀπόσπασις διοικητῶν σωμάτων ἢ διευθυντῶν στρατιωτικῶν καταστημάτων ἢ ὑπηρεσιῶν καὶ εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν αὐτὴν περίπτωσιν καταργεῖται ἡ ἀποκέντρωσις ἡ ἀγομένη διὰ τοῦ Συμβουλίου τῶν μεράρχων. Λαμβάνεται προσέτι πρόνοια, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὸν νόμον τὸν ἤδη ἐν ἰσχύϊ, περὶ τοῦ τί γίνεται ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου, ὁρίζεται δ’ ὅτι ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου δὲν ὑπάρχει πλέον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον τῶν μεράρχων οὔτε Ἀνώτερον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον καὶ ὅτι αἱ τοποθετήσεις, αἱ μεταθέσεις καὶ ἀποσπάσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἢ ἀνθυπασπιστῶν γίνονται διὰ Β. Δ. προτάσει τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ διὰ διαταγῆς τοῦ μέλλοντος νὰ προαχθῇ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦ τότε διορισθησομένου ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι τότε, εἶναι προφανές, θὰ ἦτο ἥκιστα σοβαρὸν διὰ νὰ συγκαλῆται τὸ Συμβούλιον τῶν μεράρχων, ἵνα κανονίζῃ τὰς ἀνάγκας ἀναλόγως τοῦ ἐπικειμένου πολέμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Συμβουλίου τῶν μεράρχων εἰς τὰ ζητήματα τῶν προβιβασμῶν, ἡ ἐξουσία αὕτη μένει κατὰ τὰ λοιπὰ ὅπως ἔχει, περιοριζομένη μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι διὰ τὸν προβιβασμὸν ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ συνταγματάρχου εἰς τὸν τοῦ στρατηγοῦ δὲν ἀπαιτεῖται πρότασις τοῦ Συμβουλίου τῶν μεράρχων οὔτε δικαιοδοτεῖ ἐπὶ πλέον τὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου Συμβούλιον τῶν μεράρχων. Ὁ προβιβασμὸς τῶν συνταγματαρχῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ στρατηγοῦ γίνεται ἐπὶ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου οὐδένα ἔχοντος περιορισμὸν εἰς τὴν εὐθύνην αὐτοῦ, διὰ τοῦτο μόνον τὴν ἐν τῇ συνεδριάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ θέλει γίνει ἡ ἀπόφασις περὶ τῶν προτάσεων τούτων, παρουσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Γαλλικῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ στρατοῦ μὲ συμβουλευτικὴν ἁπλῶς ψῆφον, ὅπως δηλαδὴ γνωμοδοτῶσι περὶ τοῦ τί εἶναι τὸ πρακτέον· ἀλλ’ ἡ εὐθύνη διὰ τοὺς ἀνωτάτους ἡγέτας τοῦ στρατοῦ τοῦ προβιβασμοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀξιοῖ ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀνήκῃ εἰς οὐδένα ἄλλον ἢ τὴν Κυβέρνησιν, φωτιζομένην, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τὴν ἀνωτάτην στρατιωτικὴν διοίκησιν, ἀλλὰ διατηροῦσαν πλήρη τὴν εὐθύνην, ὅπως ὁρίσῃ τοὺς καταλληλοτέρους διὰ τὴν κατάληψιν τῶν ἀνωτάτων τούτων θέσεων. Συγχρόνως παρεμβάλλεται διάταξις καθιεροῦσα μᾶλλον νομοθετικῶς τὸ τέως γιγνόμενον κατὰ παράβασιν, ὅπως ἐγὼ νομίζω, τοῦ νόμου, δηλαδὴ ὁρίζεται ὅτι αἱ χηρεύουσαι ὀργανικαὶ θέσεις ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν μόνον τῶν ὅπλων τῶν ἄλλων σωμάτων, ὄχι αἱ γενικαὶ θέσεις, ἀλλὰ μὴ δυνάμεναι νὰ πληρωθῶσι διὰ τοῦ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν τοῦ ἀμέσως ὑποδεεστέρου βαθμοῦ λόγῳ τῆς μὴ συμπληρώσεως εἰσέτι τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὸν προβιβασμὸν τοῦτον, δύνανται νὰ συμπληρῶνται ἐν τῷ κατωτέρῳ βαθμῷ. Ὅταν δὲ γίνῃ ἡ σχετικὴ συζήτησις, θέλω ἐξηγήσει τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλεται τοῦτο ὅπως νομοθετηθῇ.
§14Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγίνετο τοῦτο.
§15ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγίνετο ἐναντίον τοῦ νόμου. Καθιεροῦται, ὅπως γίνῃ νομίμως. Ἐγὼ ἠρνήθην νὰ κάμω τοιοῦτον προβιβασμόν, διότι ἐπείσθην μετὰ μελέτην τῶν κειμένων ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιτρέπεται κατὰ νόμον. Σκοπιμότης ὅμως ἀπόλυτος ἐπιβάλλει τὸ πρᾶγμα καὶ εἶναι ἀνάγκη, ὅπως τοῦ λοιποῦ ὁρίζηται διὰ νόμου τοῦτο. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὅτι ἡ ἡλικία τῶν εἰσαγομένων εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων καὶ Ὑπαξιωματικῶν δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀνωτέρα τῶν 20 ἐτῶν, ὅπως ὁρίζει καὶ ὁ ἰσχύων νόμος, ἀλλ’ ἀφαιρεῖται ἡ διάταξις, καθ’ ἣν οὗτοι πρέπει νὰ ἔχωσι συμπεπληρωμένον τὸ 17ον ἔτος τῆς ἡλικίας, καὶ τοῦτο διότι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀποφοίτων τοῦ Γυμνασίου, οἱ ὁποῖοι προσέρχονται εἰς ἐξετάσεις, διὰ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολήν, ἔχουσι τὸ δέκατον ἕκτον μόνον συμπεπληρωμένον καί τινας μῆνας συνήθως, οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ὅπως ὑποχρεῶνται νὰ μένωσιν ἓν ἔτος ἐκτὸς τῶν μαθημάτων, διὰ νὰ συμπληρώσωσι τὸ δέκατον ἕβδομον καὶ μεταβῶσιν ἀκολούθως εἰς τὴν στρατιωτικὴν Σχολήν. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τῆς 7 Ἀπριλίου 1910 περὶ προσθήκης ἐδαφίων εἰς τὸ ἄρθρον 32 τοῦ νόμου ΓΦΝϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Κατὰ τοῦτο (ἄρθρον μόνον) «Ἡ διετὴς πραγματικὴ ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατῷ τῶν ὑπαξιωματικῶν ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα διὰ τὰς Σχολὰς ἐξετάσεων, νὰ διανυθῇ ἐν λόχῳ, ἴλῃ ἢ πυροβολαρχίᾳ», καὶ ὄχι ἐκτὸς τῶν σωμάτων, Λαμβάνω τὴν τιμὴν ἐπίσης νὰ εἰσαγάγω σχέδιον νόμου περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ καταχωρίσεων ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου προστίθεται ἴδιον ἄρθρον ὁρίζον ὅτι: «Βασιλικὰ Διατάγματα, δι’ ὧν κυροῦνται συμβάσεις ἀφορῶσαι εἰς προμηθείας ὑλικοῦ τοῦ στρατοῦ ἢ εἰς ἐκτέλεσιν ὀχυρωματικῶν ἔργων, γνωστοποιούμενα εἰς τοὺς ἀναλαβόντας τὴν προμήθειαν ἢ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, ἐκτελοῦνται καὶ ἄνευ τῆς δημοσιεύσεως διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ δημοσίευσις αὐτῶν θεωρῆται ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους». Ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀναφέρω, Κύριοι, ὅτι ἐλθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εὑρέθην ἐνώπιον τοῦ φαινομένου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ὑπηρεσία ἡμῶν ἀνελάμβανεν ἀμισθὶ τὰ καθήκοντα πληροφοριοδότου πάντων τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον νὰ μανθάνωσι τὰ καθ’ ἡμᾶς· ἡ προθυμία μάλιστα πρὸς παροχὴν αὐτῶν τῶν πληροφοριῶν ἐξετείνετο καὶ μέχρι τοῦ σημείου νὰ συνδημοσιεύωνται πάντα τὰ σχετικὰ τῶν σχεδίων τῶν προμηθειῶν τῶν ὑλικῶν ἐπιστρατεύσεως ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλληνικήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Γαλλικὴν γλῶσσαν, ἵνα τὰ πράγματα εἶναι ἕτοιμα πρὸς χρησιμοποίησιν! Ἠναγκάσθην νὰ σταματήσω τὸ πρᾶγμα καὶ ἐκτὸς τοῦ νόμου προσωρινῶς ἕως ὅτου φέρω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἐξομολογοῦμαι τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν ζητῶν ἀμνηστίαν ἐκ μέρους αὐτῆς καὶ διὰ τοῦτο· διότι καθ’ ἣν στιγμήν, σημειώσατε, πρὸ ἡμερῶν συζητουμένου τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος περὶ τῶν ἀφορώντων τὸν Τύπον κατηγοροῦμεν τὸν ἰδιωτικὸν τύπον ὅτι προβαίνει εἰς τὴν δημοσίευσιν εἰδήσεων βλαπτουσῶν τὰ δημόσια πράγματα, εἶναι ἄτοπον ἡ ἐπίσημος ὑπηρεσία ἐμφανιζομένη ἀναγκαίως διὰ τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος νὰ παρέχῃ πᾶσαν πληροφορίαν, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ εἶναι γνωστὴ εἰς τοὺς ἐνδεχομένους ἐχθροὺς ἡμῶν. Ἐπίσης εἰσάγω σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΒʹ περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας», περιλαμβάνον ἐν τούτῳ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον ἤδη θ’ ἀποσύρω, διὰ τοῦ ὁποίου διορθοῦται ἓν γραφικὸν λάθος, τὸ ὁποῖον εἶχε παρεισφρήσει ἐν τῷ νόμῳ ὅσον ἀφορᾷ τὸ στέλεχος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Μηχανικοῦ. Ἐπίσης δὲ ῥυθμίζονται καὶ τὰ τοῦ στελέχους τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, περὶ τῶν ὁποίων χθὲς ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ ὑπό τινων συναδέλφων. Λαμβάνω ὡσαύτως τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας». Τὰ τῆς περαιτέρω ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης καθιστῶσιν ἀναγκαίαν τὴν ἐπικειμένην ἔναρξιν τοῦ κτηματικοῦ βιβλίου καὶ ἀναγκαίαν τὴν συμπλήρωσιν τοῦ τοπογραφικοῦ Χάρτου τῆς χώρας. Πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας εἰς τὴν ὁποίαν χαίρω εὑρισκόμενος εἰς τὴν θέσιν νὰ βεβαιώσω ὅτι εὑρίσκεται ἐντελῶς εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς τιμῶσα τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην, διότι οὐδεμιᾶς τῶν ὑπηρεσιῶν ὑστερεῖ τῶν λειτουργουσῶν καὶ εἰς τὰ μᾶλλον πεπολιτισμένα Κράτη.
§16Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ ἡμερῶν ἐκάμετε λόγον διὰ διατάξεις τινὰς τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς εἰσφορᾶς ὡς ἀντισυνταγματικάς, ἰδίως τὰς ἀφορώσας τὴν ἐπίταξιν τῶν κτηνῶν.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ φροντίσω περὶ αὐτοῦ, διότι μέχρι σήμερον δὲν εἶχον καιρόν.
§18Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ἤθελον νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς σκοπιμότητος ἑνὸς τῶν νομοσχεδίων καὶ νὰ συστήσω, ὅπως τοῦτο ἐγγραφῇ αὔριον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει πρῶτον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσι κανονικῶς εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς)
§20Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅποιος βιάζεται σκοντάπτει.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις «περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον 88 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀρεοπαγῖται, ἐφέται καὶ πρωτοδίκαι εἰσὶν ἰσόβιοι καὶ δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως, εἴτε κατ’ ἀκολουθίαν ποινικῆς καταδίκης εἴτε ἕνεκα πειθαρχικῶν παραπτωμάτων, νόσου ἢ ἀνεπαρκείας, βεβαιουμένων καθ’ ὃν ὁ νόμος θέλει ὁρίσει τρόπον, τηρουμένων τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93. Ἀποχωροῦσι δὲ ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας οἱ μὲν πρωτοδίκαι κατὰ τὸ πεντηκοστὸν πέμπτον ἔτος, οἱ δὲ ἐφέται καὶ πρόεδροι Πρωτοδικῶν κατὰ τὸ ἑξηκοστὸν δεύτερον, οἱ ἀρεοπαγῖται καὶ οἱ πρόεδροι Ἐφετῶν κατὰ τὸ ἑξηκοστὸν ἕβδομον, ὁ πρόεδρος δὲ καὶ ὁ ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τὸ ἑξηκοστὸν ἔνατον ἔτος τῆς ἡλικίας συμπεπληρωμένον. Οἱ εἰσαγγελεῖς καὶ εἰρηνοδίκαι εἰσὶ μόνιμοι, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι. Οἱ εἰσαγγελεῖς ἀποχωροῦσιν ὑποχρεωτικῶς ἅμα τῇ συμπληρώσει τῆς διὰ τοὺς ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ ἰσοβάθμους αὐτῶν ὁριζομένης ἡλικίας».
§22Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§23Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω ὅτι πολὺ πρακτικὸν θὰ ἦτο, ἂν τὰ ἄρθρα 88, 89 καὶ 90, τὰ ὁποῖα συνδέονται στενῶς, συζητηθῶσι συγχρόνως πάντα, ὡς τοῦτο ἐγένετο καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§24Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὶν ἀρχίσῃ συζήτησις θὰ παρακαλέσω νὰ προστεθῇ εἰς τὴν φράσιν, ὅτι ἀποχωροῦσιν ὑποχρεωτικῶς τῆς ὑπηρεσίας οἱ εἰσαγγελεῖς, οἱ εἰρηνοδίκαι καὶ οἱ «Πταισματοδίκαι».
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία λέξις θέλετε ν’ ἀπαλειφθῇ;
§26Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον, εἰς τὸν δεύτερον στίχον νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἔτος».
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ συζητηθῶσιν ἑνιαίως τὰ τρία ἄρθρα 88, 89 καὶ 90;
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἕνωσιν τῶν τριῶν ἄρθρων, ὅπως ταῦτα συζητηθῶσιν ὁμοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα θὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ἄρθρα 89 καὶ 90 (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 89.—«Τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων ὁρίζονται διὰ νόμου». Ἄρθρον 90.—«Τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, τῶν ἀπολαυόντων ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος, ἡ τοποθέτησις, μετάθεσις καὶ προαγωγή, ὡς καὶ ἡ παῦσις τῶν μονίμων κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας περιπτώσεις, γίνονται μόνον δυνάμει ἀποφάσεως ὑποχρεωτικῆς διὰ τὸν Ὑπουργὸν Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, συγκειμένου ἐξ ἀρεοπαγιτῶν».
§30Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ἀφικομένου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπαυσε ν’ ἀσκῇ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§32Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Προκειμένου νὰ θεσπίσωμεν σήμερον τὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης. Ἂν τὰ πάντα ἐν Ἑλλάδι ὑπέστησαν τὴν ἐπίδρασιν μιᾶς πολιτειακῆς ἐκτροχιάσεως ἢ μιᾶς ἠθικῆς καταπτώσεως, τὸν κίνδυνον τοῦτον ἀτυχῶς δὲν κατώρθωσε νὰ διαφύγῃ καὶ ἡ δικαιοσύνη. Ὡς καὶ πᾶς ἄλλος κλάδος τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, οὕτω καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν πάσχει. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν καὶ ἀναστηλώσωμεν καὶ τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν κρηπῖδα, ἐφ’ ἧς ἑδράζεται τὸ πολιτικὸν οἰκοδόμημα ἑνὸς Κράτους.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὸ κοινωνικόν.
§34Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τὰ αἴτια τῆς παθήσεως τῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης ἔγκεινται εἴς τε τὴν διέπουσαν ἡμᾶς νομοθεσίαν καὶ εἰς τὰ πρόσωπα τὰ διαχειριζόμενα τὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν διέπουσαν ἡμᾶς νομοθεσίαν ἤρξατο νὰ λαμβάνηται σωστική τις μέριμνα, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τὸ αὐτὸ ὅσον ἀφορᾷ καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν διαχειριζομένων τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης προσώπων. Καὶ τότε ἐρωτᾶται· εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει μία τελεία νομοθεσία, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ἱκανὰ καὶ κατάλληλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν νομοθεσίαν ταύτην; Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία θέλουσα τὴν δικαιοσύνην νὰ καταστήσῃ ἀνεξάρτητον ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἀνέγραψεν ἐν τῷ Καταστατικῷ ἡμῶν Χάρτῃ τὴν διάταξιν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ συγχρόνως ἐζήτησε καὶ ἐγγυήσεις τινὰς καὶ μόνον ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις ταύτας καὶ τὰς ἐγγυήσεις ἐκήρυξε τοὺς δικαστὰς ἀξίους τῆς τιμῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἕνα σκοπὸν ἔχουσα, ὡς προεῖπον, τὸ μὲν νὰ καταστήσῃ ἀνεξάρτητον τὴν δικαιοσύνην, τὸ δὲ ν’ ἀνταμείψῃ τὴν ἱκανότητα καὶ ἀκεραιότητα τοῦ χαρακτῆρος. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην οὐδὲν τούτων ἐπέτυχεν, ἔθηκεν ὅμως τὴν ἰσοβιότητα, φραγμὸν εἰς πᾶσαν ἐξυγίασιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Μεταξὺ δὲ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ὥρισε, κύριοι Βουλευταί, ἡ Πολιτεία διὰ τὴν εἴσοδον εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον, ἐδημιούργησε καὶ τοὺς διαγωνισμοὺς καὶ ἄλλας τινὰς ἐγγυήσεις, δηλαδὴ τὰς προτάσεις καὶ γνωμοδοτήσεις τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου μας, προκειμένου περὶ προαγωγῆς τῶν δικαστῶν καὶ περὶ διορισμοῦ τῶν εἰσαγγελέων. Καὶ οἱ μὲν διαγωνισμοὶ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθησαν ὅτι ἦσαν μία ἁπλῆ φενάκη, εἷς ἁπλοῦς ἐμπαιγμός, ἢ μᾶλλον εἷς εὔσχημος τρόπος συναλλαγῆς, διότι, ἐὰν συνέβαινε νὰ μὴ εἰσακούωνται ἐνίοτε αἱ συστάσεις τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, ἡ συναλλαγὴ τότε διενηργεῖτο μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, ἵνα εἰσάγωνται οἱ συγγενεῖς καὶ οἱ εὐνοούμενοι αὐτῶν καὶ νὰ παρορᾶται ἡ ἱκανότης καὶ ἡ χρηστότης. Καί, ἐνῷ οἱ διαγωνισμοὶ τοσοῦτον ἀπέτυχον, αἱ δι’ ἄλλων διατάξεων ὁρισθεῖσαι ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ Πολιτεία διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν δικαστῶν καὶ διὰ τὸν διορισμὸν τῶν εἰσαγγελέων, ἐτέθησαν ἐντελῶς ἐν ἀχρηστίᾳ, διότι αἱ γνωμοδοτήσεις καὶ αἱ προτάσεις τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου εἶχον καταντήσει τυπικαί, δὲν ὑπῆρξε δέ τις, ὅστις σοβαρῶς νὰ ἐζήτησε τοιαύτην γνωμοδότησιν καὶ πρότασιν καὶ νὰ μὴ τὴν ἔλαβε. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον λοιπὸν ἐδημιουργήθη τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐντολὴν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ διαχειρίζηται τὰ τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι μετὰ τὰς θεσπισθείσας ἐγγυήσεις εἰσῆλθον καὶ ἱκανοὶ καὶ ἄξιοι δικασταί, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τιμῶσι τὴν Ἑλληνικὴν δικαιοσύνην, δὲν δύναταί τις ὅμως ν’ ἀρνηθῇ ὅτι εἰσῆλθον εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ ἀνίκανοι, σκαιοὶ καὶ ἀδέξιοι περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, βλέπομεν νὰ μὴ παύωσιν ἐν Ἑλλάδι αἱ παρανομίαι καὶ τὰ σκάνδαλα ἐν τῇ δικαιοσύνῃ. Ἡ ἱστορία τῶν Δικαστηρίων καὶ τὰ ἀρχεῖα αὐτῶν ἔχουσι νὰ παρουσιάσωσι πολλὰ ὑπὸ τύπον σκανδάλων, τὰ ὁποῖα ἐμόρφωσαν τὴν κοινὴν πεποίθησιν ὅτι δέον νὰ ληφθῇ ταχίστη μέριμνα περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Καὶ προκειμένου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ὑπὸ τῶν πολλῶν εἴρηται μόνος τρόπος ἐνδείκνυται, ὁ διὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπασχολεῖ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν καὶ πρέπει ν’ ἀπασχολῇ αὐτήν. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος δὲν κατώρθωσε νὰ καταλήξῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς ὁριστικὸν πόρισμα, ὥστε νὰ ἔχωμεν σήμερον ὡς ὁδηγὸν καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς· ἁπλῶς μόνον περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ ὑποδείξῃ ὅτι ἀλλαχοῦ μία τοιαύτη διάταξις προκειμένου περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος θὰ εἶχε θέσιν τιθεμένη ὡς μεταβατικὴ διάταξις. Ἄς ἐλπίσωμεν λοιπὸν ὅτι θὰ ἔχωμεν προσεχῶς καὶ τὴν γνώμην τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ φρονῶν ἀπὸ πεποιθήσεως ὅτι ὁ μόνος κατάλληλος τρόπος τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς δικαιοσύνης θέλει εἶσθαι ὁ διὰ τῆς προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος καὶ ἑπόμενος ταῖς ἐν τῇ ἐκθέσει ὑποδείξεσι τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἤδη ἡ κατάλληλος στιγμὴ τῆς συζητήσεως τοῦ ζητήματος τῆς ἀναστολῆς, ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω πρότασιν εἰς τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ συντάγματος περὶ προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, καί, ὅταν θέλῃ ἔλθει εἰς συζήτησιν ἡ πρότασίς μου, τότε θέλει καταδειχθῆ κατὰ πόσον ἐπιβάλλεται νὰ ἐπέλθῃ ὡς τάχιστα ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος, καὶ κατὰ πόσον διὰ ταύτης ἐπερχομένης εἶναι δυνατὸν νὰ κλονισθῇ τὸ κῦρος τῆς δικαιοσύνης ἢ μή. Σήμερον θέλω περιορισθῆ μόνον ἵνα ἐξετάσω σημεῖά τινα τῶν νέων μεταρρυθμίσεων, τὰς ὁποίας εἰσάγει διὰ τῆς προτάσεώς της ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ 88ῳ ἄρθρῳ. Αἱ μεταρρυθμίσεις, τὰς ὁποίας εἰσάγει ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ 88 ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, ὅπως διατυποῦται ἐν τῷ προσχεδίῳ αὐτῆς, δὲν δύνανται μὲν νὰ εἶναι καὶ ὁ ἀσφαλὴς ὁδηγὸς καὶ γνώμων εἰς ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ μας κλάδου, δύνανται ὅμως ν’ ἀποτελέσωσιν ἐγγύησιν προνοίας περὶ τηρήσεως εἰς τὸ μέλλον τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἀμέμπτου καὶ ἰδίᾳ ἡ διάταξις περὶ ἀπολύσεως τῶν δικαστῶν λόγῳ ἀνεπαρκείας. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη διὰ νὰ ἐπιτύχῃ, Κύριοι, ἔχει μίαν προϋπόθεσιν, ἔχει τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ τάξις τῶν ἀνωτέρων μας λειτουργῶν τῆς δικαιοσύνης εἶναι εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν περιωπήν, ὥστε δύναται ἐπιτυχῶς καὶ ἀσφαλῶς νὰ κρίνῃ τοὺς κατωτέρους. Ὥστε, ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν νὰ ἐξυγιάσωμεν καὶ τὴν τάξιν ταύτην, βεβαίως εἰς οὐδὲν θὰ συντελέσῃ καὶ ἡ διάταξις αὕτη τῆς ἀπολύσεως τῶν δικαστῶν λόγῳ ἀνεπαρκείας, καὶ δὲν θὰ συντελέσῃ ὡς δὲν συνετέλεσαν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τόσαι ἄλλαι νομοθετηθεῖσαι πρὸς προάσπισιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἀπὸ τῶν ἀνικάνων καὶ ἀναξίων. Ἀλλὰ κατ’ ἀρχήν, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον εὑρίσκω λυσιτελῆ τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ Συντάγματι, ὅπως εὑρίσκω ἐπίσης συντελεστικὸν τὸν καθορισμὸν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας καὶ τὸν ὑποβιβασμὸν αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἔχει νομοθετηθῆ σήμερον παρ’ ἡμῖν, καὶ εὑρίσκω, λέγω, συντελεστικὸν τὸν ὑποβιβασμὸν τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, διότι δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀσφαλῶς ὅτι μετὰ πεποιθήσεως δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς ἑβδομηκοντούτην τὸ ἐπίπονον ἔργον τοῦ δικαστοῦ, τὸ ὁποῖον χρήζει ὄχι μόνον ἀκμαίων διανοητικῶν, ἀλλὰ καὶ σωματικῶν δυνάμεων. Ἴσως μοὶ εἴπῃ τις ὅτι διὰ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας εἶναι δυνατὸν νὰ στερηθῇ σήμερον ἡ δικαιοσύνη 2 ἢ 3 ἢ καὶ 4 ἱκανῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν, ἀλλὰ χάριν ὀλίγων ἐξαιρέσεων, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν τὴν μεγάλην ὠφέλειαν, ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ εἰς τὴν καθόλου δικαιοσύνην ἐκ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ ὁρίου ἡλικίας· διὰ τοῦτο τάσσομαι καὶ ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης, ὅπως διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§35Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τί λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§36Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Προκειμένου νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην εἰς τὴν περιωπήν της ἡ δαπάνη εἶναι ἀσήμαντος καὶ δὲν δύναται παντάπασι νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ προβληθεῖσα ἀντίρρησις. Διότι, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν δικαιοσύνην εἰς τὴν περιωπήν της, ἔστε βέβαιοι ὅτι θὰ ἐνισχυθῶσι περισσότερον αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας...
§37Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς πρὸς αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶναι σύμφωνος.
§38Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἡ δαπάνη εἶναι μικρὰ καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διστάσῃ τις προκειμένου ν’ ἀνορθώσῃ καὶ περιαγάγῃ εἰς τὸ πρέπον ὕψος της τὴν δικαιοσύνην πρὸ μιᾶς ἀσημάντου αὐξήσεως δαπάνης κατὰ 100–200.000 δρ. τὸ ἔτος. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι ὁ κυριώτερος παράγων διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ ὄχι μόνον παράγων ἠθικός, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικός, ὡς ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, καὶ διὰ τοῦτο θέλω παρατρέξει τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς συζητήσεως, ὅτι ἴσως διὰ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ν’ αὐξήσουν αἱ δαπάναι τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν νέαν μεταρρύθμισιν εἰσάγει ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, μεταρρύθμισιν, ἡ ὁποία ἰσχύει καὶ σήμερον, ἀλλὰ δυνάμει νόμου. Ζητεῖ, ἵνα διὰ τοῦ Συντάγματος καθιερωθῇ ἡ μονιμότης ὡς πρὸς ἑτέραν δικαστικὴν τάξιν, ὡς πρὸς τοὺς εἰσαγγελεῖς, τοὺς εἰρηνοδίκας καὶ πταισματοδίκας. Ζητεῖ νὰ καθιερώσωμεν συνταγματικῶς τὴν μονιμότητα ὡς πρὸς τὴν δικαστικὴν ταύτην τάξιν. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο, ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἶναι πρόωρον ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπῆλθε καὶ εἰς τὰς τάξεις ταύτας ἡ πραγματικὴ ἐκκαθάρισις. Ἐγὼ λέγω ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ γένηται σκέψις πρὸ παντὸς περὶ ἐκκαθαρίσεως ταύτης τῆς δικαστικῆς τάξεως, διότι πρόκειται περὶ ἐκείνης τῆς δικαστικῆς τάξεως, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσῆλθον ἄνθρωποι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως, ἀλλ’ εἰσῆλθον μόνον φέροντες ὡς μόνα ἐφόδια τὰς συστάσεις τῶν φίλων τοῦ κόμματος, τὰς συστάσεις τῶν δημάρχων, τὰς συστάσεις τῶν κατὰ τόπους κομματαρχῶν. Οὔτε σκόπιμον οὔτε συνετὸν ἤθελεν εἶσθαι χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὴν τάξιν ταύτην νὰ περιβάλωμεν διὰ μονιμότητος πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι δημιουργήματα τῆς φατρίας καὶ συναλλαγῆς τοῦ αἰσχίστου εἴδους τοῦ παρελθόντος.
§39Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δικαστικῆς δηλ. συναλλαγῆς.
§40Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Μᾶλλον διοικητικῆς, διότι διὰ τῆς διοικήσεως διωρίζοντο. Διότι, ὡς καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἔλεγον, προκειμένου περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν εἰσαγγελέων ἀπῃτεῖτο μόνον γνωμάτευσις τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Ὁ δὲ διορισμὸς ἀφίετο εἰς τὴν πλήρη ἐλευθερίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, χωρὶς ἡ γνωμάτευσις νὰ εἶχε ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· πόσοι δικηγόροι δὲν ἔχουσιν εἰς τὸ θυλάκιόν των τοιαύτας γνωματεύσεις καὶ πόσοι δὲν ἐζήτησαν τοιαύτας γνωματεύσεις καὶ δὲν τὰς ἔλαβον; Ἐθεωρεῖτο ὡς εἷς τύπος καὶ ἐθεωρεῖτο οὕτως ὡς καὶ ἡ ἄλλη ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ἡ Πολιτεία παρὰ τῶν Ἐφετείων νὰ γνωματεύωσι περὶ τοῦ διορισμοῦ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων εἰς δικαστάς. Καὶ εἴδετε Ἐφετεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Α πάρεδρος δὲν ἐδείχθη ἱκανός; Καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἔχει πρὸ παντὸς ἀνάγκην ἐκκαθαρίσεως ἡ τάξις τῶν εἰσαγγελέων, εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν πρὸ τῆς πραγματικῆς ἐκκαθαρίσεως νὰ μονιμοποιήσωμεν συνταγματικῶς θέτοντες πρόσκομμα εἰς πᾶσαν ἐξυγίασιν τοῦ σώματος τούτου. Καὶ εἶμαι μέν, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου εἶπον, ὑπὲρ τῆς θεσπίσεως τῆς μονιμότητος συνταγματικῶς τῶν εἰσαγγελέων, εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν, ἀλλὰ πρέπει ἡ μονιμότης αὕτη ὑπὸ ὅρον νὰ διατυπωθῇ. Νὰ μὴ ἄρξηται ἡ συνταγματική της καθιέρωσις ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ μετὰ χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ πραγματικὴ καὶ δικαία ἐκκαθάρισις ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Ταύτας τὰς γνώμας εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, προκειμένου περὶ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 88, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τάσσομαι ὡς ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μὲ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μονιμότητα τῶν εἰσαγγελέων, τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ τῶν πταισματοδικῶν, ἥτις δέον νὰ μὴ ἄρξηται ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ παρέλευσιν τασσομένης προθεσμίας. Ἀλλὰ θεσπίζοντες, κύριοι Βουλευταί, τὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας εἰς ἓν πρέπει νὰ προσέξωμεν. Πρέπει νὰ προσέξωμεν τίνι τρόπῳ θὰ ἐξυγιάσωμεν τὸν δικαστικὸν κλάδον ἐκκαθαρίζοντες αὐτὸν ἀπὸ τὰ ἄχρηστα καὶ ἐπιβλαβῆ στοιχεῖα, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφισβήτησις τοῦ κύρους τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν δὲ δὲν πράξωμεν τοῦτο, δὲν θέλομεν εἶσθαι συνεπεῖς οὔτε εἰς τὰς ἐπαγγελίας μας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν οὔτε καὶ εἰς τὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Διότι, ἂν ζητεῖ σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς στρατὸν ἀξιόμαχον, ἵνα ἴδῃ πραγματοποιούμενα τὰ ἐθνικά του ἰδεώδη, ζητεῖ ἐπίσης νὰ ἴδῃ δικαιοσύνην ἀξίαν τῆς ἀποστολῆς της, δικαιοσύνην, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δύναται ἀσφαλῶς νὰ ἐμπιστεύηται περιουσίαν, τιμὴν καὶ ζωήν, καὶ δὲν θέλει νὰ ἴδῃ δικαιοσύνην ἀδικοῦσαν, δικαιοσύνην τυραννοῦσαν, δικαιοσύνην φονεύουσαν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κυρίων Κλάδη, Μανωλίτση, Γαϊτάνου καὶ Ἀβάζου ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ΧΝΒʹ τῆς 3 Αὐγούστου 1861». Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὄρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς).
§42ΙΩ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ὁ καδῆς τῶν μικρῶν πόλεων καὶ ἡ κατάφωρος κακὴ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τῶν λοιπῶν Δικαστηρίων τῶν ἄλλων πόλεων ἠνάγκασε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐξεγερθῇ καὶ ζητήσῃ, ὅπως καταπαύσῃ πλέον ἡ κατάστασις αὕτη. Δυστυχῶς οἱ διευθύνοντες τότε τὰ κοινὰ καὶ οἱ ἡγούμενοι τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἐκείνου ἀγῶνος μὴ ἔχοντες διάθεσιν ἢ μᾶλλον τὸ σθένος νὰ κτυπήσωσιν εἰς τὴν κεφαλὴν τὴν ἔχιδναν τὴν κατασπαράσσουσαν τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἴσως θὰ περιελαμβάνοντο ἐν αὐτῇ καὶ προσφιλεῖς δι’ αὐτοὺς ὑπάρξεις, ἡμίμετρα ὑπέδειξαν, καὶ ἀπέδωκαν τὴν ὅλην κατάστασιν εἰς τὴν κακὴν νομοθεσίαν τοῦ Κράτους, ἐλπίζοντες ὅτι οὕτω θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαβουκολήσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ σώσωσι καὶ τὰ ἑαυτῶν σαρκία. Ἄπελπις ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κατανοήσας τὴν πλάνην, εἰς ἣν ἐξαπατηθεὶς περιέπεσεν, ἔστρεψε πέριξ τὸ βλέμμα, ἵνα εὕρῃ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὅστις θὰ εἶχε τὸ σθένος καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν πόθον αὐτοῦ. Καὶ ἕνα εἶχε πόθον καὶ ἓν εἶχεν ἰδανικόν, ν’ ἀποκαθάρῃ τὴν διοίκησιν ἀπὸ τοὺς φαύλους, τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τοὺς δικαζομένους κατὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπον, καὶ ν’ ἀναπλασθῇ τὸ Κράτος τοῦτο, τὸ πρότυπον ὑπόδειγμα καὶ ἄξιον τῶν προγόνων αὐτοῦ, οἵτινες μετέδωκαν τὸν πολιτισμὸν εἰς τὸν κόσμον, οἵτινες ἀπηθανάτισαν τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα διὰ τῶν σοφῶν αὐτῶν καὶ τὴν νεωτέραν διὰ τοῦ θάρρους καὶ τῆς ἀνδρείας αὐτῶν. Καὶ εἷς ἐφάνη ὁ μόνος, ὃν παρεκάλεσεν ἵνα προσέλθῃ καὶ ἀναλάβῃ τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος. Μακρὰν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς πολιτικῆς σαπρίας βιῶν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ὀπαδός, ἐνέπνευσε διὰ τῆς ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ αὑτοῦ πατρίδι δράσεώς του ἀκλόνητον τὴν πεποίθησιν ὅτι μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν εὐφυΐας καὶ τοῦ ἀκαταβλήτου σθένους θέλει λάβει τὸν πέλεκυν εἰς τὰς χεῖρας καὶ πελεκήσει πάντας τοὺς ἀποδεδειγμένους φαύλους καὶ ἀνικάνους, ἵνα ἀναθέσῃ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαφόρων τοῦ Κράτους ὑπηρεσιῶν εἰς τοὺς ἱκανοὺς καὶ ἐντίμους. Ἡ πεποίθησίς του ἐπερρώννυτο ἔτι μᾶλλον, διότι ὁ ἀνὴρ δὲν εἶχε συζήσει ἐνταῦθα, ἵνα μετ’ αὐτῶν ἔχῃ προστριβή. Τοῦτο καὶ μόνον ἦτο καὶ εἶναι καὶ θὰ εἶναι τὸ ἰδανικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις καὶ κατέδειξεν ἐμπράκτως τοῦτο τὴν 28ην Νοεμβρίου 1910, ὅτε προσερχόμενος πρὸ τῶν καλπῶν ἐψηφοφόρει δίδων τὴν λευκήν του ψῆφον ἐκεῖ καὶ μόνον, ὅπου ἔβλεπε τὸν Βενιζέλον, καὶ οὕτως ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Βενιζέλου ἐξέλεξε τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτῆς λέγουσα αὐτοῖς: «Ὑπάγετε καὶ ἔχετε μίαν μόνην γνώμην, ἐκείνην ἣν ἔχει καὶ θὰ ἔχῃ ἐκεῖνος», διότι εἰς αὐτὸν καὶ μόνον ἔχω ἐμπιστοσύνην ὅτι θὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα».
§43Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ σημαίνει παγίωσιν τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος;
§44ΙΩ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Μάλιστα.
§45Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τότε τί θέλετε καὶ ἔρχεσθε ὑμεῖς ἐνταῦθα;
§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι παρὰ τὸ πολίτευμα, παρὰ τὸν Κανονισμόν, παρὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν.
§47ΙΩ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Καὶ ἐνεθουσία ὁ λαὸς μανθάνων τὰς καταδιώξεις τῶν καταχραστῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀνέμενεν ἔκτοτε τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ τῶν λοιπῶν κλάδων. Παρῆλθον ἡμέραι καὶ μῆνες, καὶ οἱ ἀποσχόντες δῆθεν τῆς πολιτικῆς ὡς κριθέντες ἀσθενεῖς νὰ βάλλωσιν ἐκεῖ, ὅπου ἡ ἀληθὴς θεραπεία τοῦ κακοῦ ἀπῄτει, ἤρξαντο ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ διαβάλλωσι πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὃν ἐθεώρει ὡς τὸ ἰδανικόν του. Βεβαίως δὲν εἶχον παρασύρει αὐτόν, ἀλλ’ ἐπέφερον σύγχυσιν εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐπειγομένου νὰ ἴδῃ αὐστηρὰν ἐκκαθάρισιν τῶν κλάδων τῶν διαφόρων τοῦ Κράτους ὑπηρεσιῶν. Ἀλλ’ ἡ τιμωρία τῶν παρανομησάντων δύο μεγάλων τοῦ Κράτους λειτουργῶν ἐνέβαλε νέον θάρρος καὶ ἑδραίωσε τὴν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ ἐκεῖνον. Ἤδη μετὰ πεντάμηνον κοινοβουλευτικὴν ἐργασίαν καὶ ἐπὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, αἵτινες, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, καὶ ὅπως ἔκειντο καλῶς ἔκειντο, ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἐξ ὅλου τοῦ συνταγματικοῦ Χάρτου ἀποτελεῖ τὸ ἰδανικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τὴν ἀνίκανον δικαιοσύνην, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν μᾶς ἐπιτρέπει, καὶ ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ. Καὶ ἑπομένως ὁ κύριος καὶ μόνος σχεδὸν σκοπὸς τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἦτο καὶ εἶναι ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ἵνα λυθῶσιν αἱ ἁλύσεις αἱ δεσμεύουσαι τὰς χεῖρας τοῦ σθεναροῦ ἐκείνου ἀνδρός, παρ’ οὗ καὶ μόνου ἐλπίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἀναστήλωσιν τῆς πρὸς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του πεποιθήσεως. Πῶς νὰ ἔχῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του, ὅταν βλέπῃ καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζῃ ὅτι ὁ Α δικαστὴς μισῶν τὸν δικηγόρον Β κατεδίκασε τὸν Γʹ; Ὅτι ὁ Α δικαστὴς φοβούμενος τὸν Β ἠδίκησε τὸν Δ; Ὅταν βλέπῃ ἐπὶ ἔτη συρόμενον εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ κερδίζοντα ἐπὶ τέλους τὴν ὑπόθεσίν του μετὰ δαπάνην κολοσσιαίαν καὶ ἐν τέλει ἀνατρεπομένην ὅλην νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀδίκῳ; Ὅταν βλέπῃ ἐπὶ τῆς ὁμοίας φύσεως ὑποθέσεως ὁ συνιδιοκτήτης αὐτοῦ νὰ κερδίζῃ, αὐτὸς δὲ ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων καὶ τῶν αὐτῶν γεγονότων στηριζόμενος νὰ καταδικάζηται; Ἡμέρας ὁλοκλήρους θ’ ἀπησχόλουν ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἤθελον ἀναφέρει παραδείγματα ἀποφάσεων ἀντιφασκουσῶν τελείως πρὸς ἀλλήλας τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν Δικαστηρίου τοῦ τεταγμένου νὰ κανονίζῃ τὴν ὁμοιόμορφον ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ἐντὸς ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ ἐν διαστήματι δύο ἢ τριῶν τὸ πολὺ μηνῶν κατὰ δύο διαφόρους λύσεις ἐπὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ νομικοῦ ζητήματος ἀπεφήνατο. Ἐντεῦθεν ἀναλογισθῆτε ποίαν ὁ μοχθῶν δικηγόρος δύναται νὰ δώσῃ συμβουλὴν πρὸς τὸν πελάτην του καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν ὁ κατώτερος δικαστὴς νὰ γνωρίζῃ τίνα ἑρμηνείαν πρέπει νὰ ἐφαρμόσῃ. Καὶ πῶς θέλετε νὰ ἔχῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος του, ὅταν προεδρεύοντες δικασταὶ δημοσιεύωσιν ἀποφάσεις, χωρὶς ποσῶς νὰ εἰσηγῶνται τὰς ὑποθέσεις πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν σύνθεσιν δικαστάς; Ὅταν εἰσηγηταὶ δικασταὶ ἀποκρύπτωσιν ἀπὸ τοὺς συναδέλφους αὐτῶν γεγονότα ἢ ἔγγραφα, δικόγραφα ἢ καταθέσεις μαρτύρων; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις· δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ γίνῃ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος καὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν δικαστικῶν κλάδων; Βεβαίως, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον τοῦτο, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι σχεδὸν ὅλη μία οἰκογένεια, καὶ οἱ ἐκκαθαρισταὶ ἑπομένως καὶ οἱ ἐκκαθαριστέοι εἶναι συγγενεῖς, δύσκολον δ’ ἐπὶ τὴν κρίσιν αὐτῶν νὰ μὴ ἐπιδράσῃ ἡ φιλία ἢ τὸ μῖσος. Ἀλλά, εἰ καὶ ὁμολογῶ τὸ ἐπικίνδυνον, ὀφείλω προσέτι νὰ ἐκφράσω καὶ τὴν διάθεσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἀποβλέπων πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῶν φιλελευθέρων, τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πέποιθεν ὅτι ἡ κρίσις αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀνεπηρέαστος, καὶ οὐδεὶς κίνδυνος, ἀλλ’ ὠφέλεια ἐκ ταύτης θὰ προκύψῃ. Ἄλλως, κύριοι συνάδελφοι, δὲν νομίζετε ὅτι μᾶλλον ἐπικίνδυνον εἶναι νὰ μένωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι; Δὲν νομίζετε ὅτι περισσοτέρους κινδύνους διὰ τὴν Πολιτείαν ἐγκλείει ἡ ἔλλειψις τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν δικαιοσύνην; Δὲν νομίζετε ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναγκάζομεν τὸν λαὸν ν’ αὐτοδικῇ ἀντὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς τὰ Δικαστήρια; Καὶ ταῦτα λέγων ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ θέσῃ γενικὸν κανόνα περὶ πάντων τῶν δικαστῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ κατὰ τὴν παροιμίαν «κοντὰ στὰ ξερὰ καίονται καὶ τὰ χλωρὰ» εἷς κακὸς δικαστὴς διασύρει εἰς τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν ὁλόκληρον τὸ Δικαστήριον. Καὶ ὅμως θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ὅτι ὁ ἐσχάτως ψηφισθεὶς νόμος περὶ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου χειραφετήσας τὴν δικαιοσύνην ἐπέφερεν ἢ θὰ ἐπιφέρῃ τοὺς προσδοκωμένους καρπούς. Βεβαίως δὲν κατεδείχθη ἄχρηστος ὁ νόμος οὗτος, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπέφερε τ’ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζον ἢ ἐξέφραζον ὅτι νομίζουσιν οἱ ψηφίσαντες αὐτόν. Γνωστὴ εἶναι πᾶσιν ἡ ἐκκαθάρισις τῶν εἰρηνοδικῶν, διότι δὲν θὰ εἶμαι ὑπερβολικὸς λέγων ὅτι διετηρήθησαν εἰρηνοδίκαι χείρονες ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν τῶν χειροτέρων ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων. Γνωστὴ ἐπίσης εἶναι καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν καὶ ἡ τῶν εἰσαγγελέων τῶν Πρωτοδικῶν. Καὶ δὲν ἐλησμονήθησαν ἀκόμη αἱ γενόμεναι προαγωγαί. Τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα βεβαίως δὲν ἦσαν ἀπροσδόκητα διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐξηγέρθη οὗτος. Ὁ δικαστής, τὸν ὁποῖον τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα διὰ τοῦ προνομίου τῆς ἰσοβιότητος εἶχε περιορίσει ἀπὸ τὰς ἐπιδράσεις τῆς ἰσχυούσης πολιτικῆς, δὲν κατώρθωσε, καίπερ τοσαύτην προνομιοῦχον θέσιν κατέχων, νὰ διατηρήσῃ αὐτὴν εἰς ἣν περιωπὴν ἡ Πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία ἐφαντάσθη αὐτόν. Ἡ ἰσχύουσα πολιτικὴ ἓν μόνον εἶχε κατ’ αὐτοῦ δικαίωμα, νὰ μεταθέσῃ αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Δικαστηρίου εἰς ἕτερον, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο ἐπέφερε κατ’ αὐτοῦ εἰμὴ μικρόν τινα κόπον περὶ τὸ συσκευάζειν τὰ ἔπιπλά του. Καὶ ἐν τούτοις, ἵν’ ἀποφύγῃ τὴν συσκευὴν τῶν ἐπίπλων του, κατερρύπαινε τὴν συνείδησίν του καὶ ὑπέκυπτε πρὸ τῶν ἀθεμίτων ἀπαιτήσεων τῶν ἰσχυόντων κομματαρχίσκων. Νομίζετε λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι ὅτι οἱ τοιοῦτοι δικασταί, πλεῖστοι τῶν ὁποίων θὰ ζῶσι βέβαια, θὰ εἶναι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἴσως θ’ ἀποτελῶσι καὶ μέλος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, νομίζετε, λέγω, ὅτι ἡ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς χειραφεσία θὰ κατέστησε καλοὺς καὶ χρηστοὺς χαρακτῆρας; Ἐπιτρέψατέ μοι οὐ μόνον ν’ ἀμφιβάλλω, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχω πεποίθησιν ὅτι χείρους κατέστησε καὶ νὰ ἔχω ἐπίσης τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ πάντες ὑμεῖς τὰ αὐτὰ θὰ φρονῆτε. Πῶς θέλετε ὁ φοβούμενος μίαν μετάθεσιν δικαστὴς καὶ πρὸς ἀποσόβησιν αὐτῆς πωλῶν καὶ τὴν συνείδησιν καὶ τὴν τιμήν του, διότι πάντα πωλεῖ, ὅταν δι’ ἀντίτιμον τῆς παραμονῆς του ἔν τινι τόπῳ ὑπακούῃ εἰς τὰ κελεύσματα τῶν ἰσχυόντων, ἀφαιρῇ τὸ δίκαιον ἀπὸ τὸν Α καὶ τὸ δίδῃ εἰς τὸν Β; Πῶς θέλετε, λέγω, ὁ τοιοῦτος δικαστὴς ὑπὸ τὸ νέον καθεστὼς νὰ μὴ δελεάζηται δι’ ἄλλων μέσων, ἀφοῦ ἔχει πλέον πεπωρωμένον τὸν χαρακτῆρα ἢ νὰ μὴ ὑπακούῃ εἰς τὰς ἐπινεύσεις τῶν μελῶν τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου ἐνδιαφερομένων ὑπέρ τινος διαδίκου; Πᾶν ὅ,τι ὁ κομματαρχίσκος κατώρθου ἤδη θὰ διαπράττῃ τὸ ἀνώτατον δικαστικὸν συμβούλιον, ἐὰν μὴ τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον τοῦ Κράτους φθάσῃ εἰς τὴν περιωπήν του. Καὶ εἶμαι πεπεισμένος, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, ὅτι πάντες θὰ ὁμολογῆτε ὅτι τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον τοῦ Κράτους, ὡς μὴ ὤφελε, δὲν δίδει καλὸν παράδειγμα εὐθυκρισίας καὶ ἀμεροληψίας εἰς τὰ κατώτερα τοῦ Κράτους Δικαστήρια. Ἵνα μὴ δ’ ἐπαναλάβω τὰς περὶ ἐκκαθαρίσεως εἰσαγγελέων καὶ εἰρηνοδικῶν ἐλαχίστας περιπτώσεις, σᾶς ἀναφέρω, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι πάντες ἔχετε πεῖραν τῶν ἐν αὐτῇ τεκταινομένων, ὅτι πάντες ἀνεγνώσατε τὰ ἐν ταῖς ἐφημερίσι δημοσιευθέντα ἐσχάτως σκάνδαλα καὶ διότι δὲν θέλω νὰ σᾶς καταπονήσω ἐπὶ πλέον. Ἀνήρεσαν ἀποφάσεις τῶν συνέδρων, διότι δὲν ἀντεγράφετο ὅτι ὁ μάρτυς ὡρκίσθη νὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν, μόνην τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅλην τὴν ἀλήθειαν, ἀλλ’ ἀντεγράφετο ὅτι ὁ μάρτυς ὡρκίσθη νὰ εἴπῃ μόνην τὴν ἀλήθειαν, ἐνῷ ταυτοχρόνως ἀπερρίπτετο ἀναίρεσις στηριζομένη εἰς σοβαρωτέρας παραβάσεις τοῦ νόμου. Ἀπεφαίνετο εἰς μίαν ὑπόθεσιν ὑπὲρ τῆς ἐν συνόλῳ ἀποζημιώσεως τοῦ παθόντος πταίσματι ἄλλου καὶ ταυτοχρόνως σχεδὸν ὑπὲρ τῆς ἐναντίας ἐκδοχῆς. Καὶ πλεῖσθ’ ὅσα δύναταί τις ν’ ἀναφέρῃ ἔκτροπα ἀπάδοντα πρὸς τὸν σκοπόν, δι’ ὃν τὸ Δικαστήριον τοῦτο συνέστη ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Πῶς θέλετε λοιπὸν ὁ ἄρτι ἐφαρμοσθεὶς νόμος τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου νὰ φέρῃ καρπούς, ὅτε ἡ διαχείρισις καὶ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ ἀνετέθη εἰς τοιαύτας χεῖρας; Πῶς θέλετε νὰ ἐμπεδωθῇ ὁ νόμος οὗτος τὴν πεποίθησιν εἰς τοὺς κατωτέρους δικαστὰς ὅτι ἐκπληροῦντες τὸ ἑαυτῶν καθῆκον θ’ ἀνταμειφθῶσι; Διὰ τοῦτο θεωρῶν ὅτι, ἐπειδὴ ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐνεπιστεύθη εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν τὴν διοίκησιν τῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως πάντας τοὺς δικαστὰς τοῦ Κράτους, δύσκολος, ἂν μὴ ἀδύνατος, ἡ δικαία ἐκκαθάρισις, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, ὅπως διὰ ψηφίσματος λαμβάνοντος ἰσχὺν ἀπὸ σήμερον ἀνασταλῇ ἡ ἰσοβιότης τῶν μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§48Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι κανονικὴ ἡ συζήτησις. Δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ἐνταῦθα, ἀλλὰ εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἀναστολὴ τῆς ἀγορεύσεως!
§49ΙΩ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀναστέλλω καὶ ἐγὼ τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁμιλίαν μου. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν δικαστῶν τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς προτεινόμενον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· «οἱ μὲν πρωτοδίκαι κατὰ τὸ 50 τῆς ἡλικίας, οἱ πρόεδροι Πρωτοδικῶν κατὰ τὸ 55, οἱ ἐφέται κατὰ τὸ 62, οἱ ἀρεοπαγῖται καὶ οἱ πρόεδροι τῶν Ἐφετῶν κατὰ τὸ 67 καὶ οἱ πρόεδρος καὶ ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου κατὰ τὸ 69 ἔτος συμπεπληρωμένον». Ἵνα προέλθω εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὡρμήθην ἐκ τῶν ἑξῆς λόγων. Ὡς κατεδείχθη μέχρι τοῦδε, κατὰ μέσον ὅρον οἱ εἰς προεδρικὰς ἐξετάσεις προσερχόμενοι ἄγουσι τὸ 26–27 ἔτος τῆς ἡλικίας των· πρωτοδίκης ἑπομένως, ὅστις μέχρι τοῦ 50 ἔτους τῆς ἡλικίας του, ἤτοι ἐπὶ 23–24 ἔτη διατελῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν κατώρθωσε νὰ κριθῇ ἱκανὸς πρὸς προαγωγήν, βεβαίως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν οὔτε πρέπει νὰ ἐλπίζῃ τις ὅτι θὰ γίνῃ τοιοῦτος μετὰ 4–5 ἔτη ἀκόμη, ὡς προτείνει ἡ ἐπιτροπή. Διότι θεωρῶ ὅτι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας δὲν ἐτάχθη λόγῳ τῆς ἐκ τῆς ἡλικίας του ἀνικανότητος, καθόσον ὁ πεντηκοντούτης καὶ ὁ ἄγων τὸ 55 ἔτος τῆς ἡλικίας του εἶναι ἀκόμη ἱκανὸς πρὸς ἐργασίαν, ἀλλ’ ἐτάχθη ὡς ὅριον ἱκανότητος περὶ τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τὸν ἕνα ἢ ἄλλον λόγον, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἐπὶ 23–24 ἔτη ὢν ἐν τῇ αὐτῇ ὑπηρεσίᾳ καταδειχθεὶς ὡς ἀνίκανος δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν οὔτε ὑπάρχει ἐλπὶς ἐντὸς 4–5 ἐτῶν νὰ μεταβάλῃ ἕξεις, τοὐναντίον θέλει καταστῆ ἀδιάφορος διὰ τὴν δικαιοσύνην καὶ θὰ καταστῇ ἀφόρητος, εἴτε διότι βλέπει τὸ τέλος του ἐγγύς, εἴτε διότι θεωρεῖ ἑαυτὸν παραγκωνισθέντα ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καὶ ἐκδικούμενος τοὺς πολίτας, τοὺς τὴν τοιαύτην Πολιτείαν ἀποτελοῦντας, κύριος οἶδε τί θέλει διαπράξει. Δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ ἀοριστολογιῶν, ἀλλ’ ἐπὶ συγκεκριμένων περιστάσεων, αἵτινες ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἔχουσι γίνει ἀντιληπταὶ εἰς πάντα πολίτην πλησιάσαντα τὰ Δικαστήρια. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ πρωτοδικῶν, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅριον τῶν προέδρων τῶν Πρωτοδικῶν φρονῶ ὅτι δέον νὰ ὑποβιβασθῇ, ὡς εἶπον, εἰς τὸ 56 ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν, ὡς γνωστόν, ἔχει εἰς χεῖρας μεγάλην δικαστικὴν καὶ διοικητικὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα δ’ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν μόνον τῶν αἰτήσεων περὶ προτιμήσεως, περὶ συντηρητικῆς κατασχέσεως, περὶ ἀναστολῆς, περὶ ἐξώσεως, βεβαίως ἀπὸ πρωίας μέχρι ἑσπέρας δέον ἐνδελεχῶς καὶ ἀκαμάτως νὰ ἐργάζηται, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν καὶ πόσας ὥρας τῆς ἡμέρας ὀφείλει νὰ διαθέτῃ πρὸς ἐπίλυσιν ἄλλων διαφορῶν μεταξὺ πολιτῶν. Εἶναι ἑπομένως ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ἀκμαιοτάτας τὰς σωματικὰς καὶ πνευματικὰς αὐτοῦ δυνάμεις, διότι καὶ πρωτοδίκου καὶ ἐφέτου ἐργασίαν περισσοτέραν ἔχει, ἐὰν βεβαίως θέλῃ νὰ ἐργάζηται εὐσυνειδήτως καὶ ὡς ὁ νόμος ἀπαιτεῖ· ἐξ ἄλλου, ὡς παρατηρεῖ τις παρακολουθῶν τὰς ἑκάστοτε εἰς τὴν θέσιν ἐφέτου προαγωγάς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ πρόεδροι προκρίνονται εἰς τοιαύτας προαγωγάς, δὲν θὰ εἶναι ἑπομένως ἄξιος νὰ παραμείνῃ εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον δικαστής, ὅστις διατελῶν ἐπὶ 7–10 ἔτη πρόεδρος Πρωτοδικῶν δὲν ἐκρίθη ἱκανὸς νὰ προαχθῇ εἰς ἐφέτην, καὶ ὁ τοιοῦτος δικαστὴς ἔχων εὐρυτάτην εἰς χεῖράς του ἐξουσίαν, δι’ οἱονδήποτε λόγον καὶ ἂν ἐκρίθη ἀνίκανος πρὸς προαγωγήν, πρέπει νὰ μὴ παραμένῃ εἰς τὰς τάξεις τῶν δικαστῶν. Τελευτῶν ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐξετάσει σοβαρῶς τοὺς λόγους, ἐξ ὧν ὁρμηθεὶς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὐτῇ τὰς ἀνωτέρω σκέψεις μου καὶ θέλει ἀποδεχθῇ αὐτάς.
§50Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Συζητοῦνται, κύριοι Βουλευταί, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἡνωμένως τὰ τρία ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 88, τὸ ἄρθρον 89 καὶ τὸ ἄρθρον 90. Λέγω καὶ ὑπομιμνήσκω τοῦτο, διότι παρετήρησα ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ἀρξαμένη, ἀπόπειρα ἐγένετο νὰ λάβῃ διαστάσεις ἀντικειμένας καὶ εἰς τὸν Κανονισμὸν καὶ εἰς τὴν σκοπιμότητα. Τὸ ζήτημα τῆς προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, τὸ ὁποῖον πολλαχόθεν ἐρρίφθη εἰς τὸ μέσον, προεκάλεσεν, ὡς προκύπτει ἐκ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως, καὶ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τὴν προσοχήν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται τοῦτο σήμερον πρὸς συζήτησιν. Διότι κατὰ τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει σημειούμενα καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἀνακοίνωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, τὰ περὶ τούτου παρεπέμφθησαν εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν μεταβατικῶν τούτων διατάξεων θὰ προσαγάγῃ τὴν εἰσηγητικὴν αὐτῆς ἔκθεσιν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ θὰ ἐκφέρῃ τὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου γνώμην της. Ἀλλὰ πλὴν τούτου καὶ πρότασις πρὸς ἀναγραφὴν τοιαύτης μεταβατικῆς διατάξεως περὶ προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ὡς ἤκουσα σήμερον, ἐγένετο καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τρικκάλων. Ἑπομένως καὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι προσῆκον νὰ ἐκταθῶμεν σήμερον εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἑνότητος καὶ τῆς πληρότητος τῆς συζητήσεως. Ἀφοῦ πάντες πρόκειται νὰ ἐπιληφθῶμεν κανονικῶς τῆς συζητήσεως ταύτης, προσῆκον εἶναι, νομίζω, πᾶσα ἡ σχετικὴ συζήτησις καὶ πᾶσαι αἱ περὶ ταύτης γνῶμαι νὰ μὴ διασπασθῶσι, ν’ ἀναπτυχθῶσιν ἐν καιρῷ ἡνωμένως πρὸς πλήρη διαφώτισιν τοῦ ζητήματος καὶ ἐξοικονόμησιν ἐν ταὐτῷ χρόνου.
§51ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐννοεῖτε διὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀναστολῆς, διότι ὑπάρχουσι Βουλευταὶ ἴσως, οἵτινες εἶναι ἀπολύτως ἐναντίον τῆς ἰσοβιότητος.
§52Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠκούσθη τοιοῦτόν τι.
§53ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἤκουσα τὸ τοιοῦτον, καὶ ἐννοεῖτε ὅτι οἱ Βουλευταὶ οὗτοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωσι.
§54Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε θὰ παρίδω τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ σημειώσω ὅτι τοῦτο δὲν θ’ ἀπετέλει εὐπρόσωπον διέξοδον, ὅπως διευκολύνῃ τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προσωρινῆς ἀναστολῆς. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν — ἐγὼ οὐδένα γνωρίζω τοιοῦτον —, ὁ ὁποῖος εἶναι κατὰ τῆς ἰσοβιότητος κατ’ ἀρχὴν καὶ ζητεῖ τὴν κατάργησιν ταύτης, βεβαίως ἡ συζήτησις εἶναι ὥριμος δι’ αὐτήν. Ἀλλὰ διὰ νὰ νομιμοποιηθῇ, οὕτως εἰπεῖν, οὗτος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ Κανονισμοῦ, ὑπὸ ἔποψιν τοῦ ὀρθοῦ καὶ τῆς εὐπρεπείας, νομίζω ὅτι ἐνδεδειγμένον εἶναι ἐκ προκαταβολῆς νὰ δηλώσῃ ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς ἰσοβιότητος. Νομίζω ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον διαρρυθμιζομένης τῆς συζητήσεως θὰ δυνηθῶμεν καὶ κανονικῶς νὰ διεξαγάγωμεν ταύτην καὶ προσηκόντως καὶ χρησίμως. Ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις ταύτας περιορίζομαι ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς παρατηρήσεις τινὰς σχέσιν ἐχούσας μόνον πρὸς τὰ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Αἱ παρατηρήσεις μου εἶναι τρεῖς κυρίως. Ἐν πρώτοις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 90, τῆς τελευταίας αὐτοῦ προτάσεως, διὰ τῆς ὁποίας προβλέπονται τὰ τῆς συνθέσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ἴσως ἐκ πεπλανημένης διατυπώσεως δὲν ἀπεδόθη ἡ ἔννοια ἐκείνη καὶ ἡ ἔκτασις, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἐμὴν ἐσκόπει ν’ ἀποδώσῃ ἡ ἐπιτροπή. Σκοπὸς αὐτῆς ἦτο βεβαίως ν’ ἀποκλείσῃ ἀπὸ τὴν διὰ νόμου γενομένην καὶ γενησομένην σύνθεσιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου πρόσωπα μὴ δικαστικά, δὲν ἤγετο ὅμως πιθανώτατα ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς προθέσεως ν’ ἀποκλείσῃ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸν ἀντιπρόεδρον ἀκόμη τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§55ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ἀρεοπαγῖται περιλαμβάνονται· ὄχι ὁ εἰσαγγελεύς.
§56Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὀρθὸν ν’ ἀποκλεισθῇ καὶ μάλιστα διὰ τοῦ Συντάγματος. Θὰ προέτεινον ἀντὶ «συγκείμενον ἐξ ἀρεοπαγιτῶν» νὰ εἴπωμεν τουλάχιστον συνταγματικῶς «συγκείμενον ἐκ μελῶν τοῦ Ἀρείου Πάγου». Τοιουτοτρόπως θὰ καθίσταται δυνατὸν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ περιλαμβάνῃ, ὅταν νομίζῃ περιληπτέον, καὶ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τὸν πρόεδρον καὶ τὸν ἀντιπρόεδρον αὐτοῦ, ἢ καὶ ν’ ἀφαιρῇ τούτους, ὅταν θεωρῇ τοῦτο σκόπιμον. Νομίζω ὅτι ὁ καθορισμὸς οὗτος ἀποδίδει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν προσήκουσαν ἐλευθερίαν εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, χωρὶς ἐξ ἄλλου ἡ τοιαύτη ἐλευθερία νὰ καθιστᾷ εἰς ταύτην δυνατὴν καὶ τὴν πρόσληψιν προσώπων μὴ χρησίμων εἰς τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Ἡ δευτέρα παρατήρησις, ἣν ἔχω νὰ ὑποβάλω, ἀνάγεται εἰς τὴν διάκρισιν, ἡ ὁποία εἰσάγεται ἐν ἄρθρῳ 88 μεταξὺ ἀρεοπαγιτῶν, ἐφετῶν καὶ πρωτοδικῶν ἀφ’ ἑνός, οἱ ὁποῖοι ἀναγορεύονται ὡς ἰσόβιοι, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν εἰσαγγελέων καὶ εἰρηνοδικῶν, κατὰ τὴν γενομένην δὲ σήμερον προσθήκην καὶ τῶν εἰδικῶν πταισματοδικῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζονται ὡς μόνιμοι. Κατ’ ἀρχὴν ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι βεβαίως στασιάζεται ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ὡς εἶναι γνωστόν, τὸ ζήτημα ἂν οἱ εἰσαγγελεῖς πρέπει ν’ ἀναγορεύωνται, ὡς καὶ οἱ δικασταί, ἰσόβιοι, ἢ ἂν τοὐναντίον πρέπει μᾶλλον νὰ ἐπικρατήσῃ παρ’ αὐτοῖς ὁ χαρακτὴρ τῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως τῆς δικαιοσύνης. Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν εἰς ἀποδοχὴν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς οὐδ’ ὑποβάλλω τοιαύτην, στέργω δὲ τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει ἡ ἐπιτροπή, ἀναγορεύουσα τούτους ἁπλῶς μονίμους. Ἀλλ’ ἡ ἐξασφάλισις τῆς διατάξεως ταύτης, ἡ διαστολὴ τῆς μονιμότητος καὶ ἰσοβιότητος δὲν δύναται, νομίζω, νὰ εἶναι ἄλλη παρὰ αὕτη· ὁ ἰσόβιος δικαστὴς δὲν δύναται νὰ παυθῇ, καὶ ἂν ἀκόμη καταργηθῇ ἡ ὑπηρεσία, διὰ τὴν ὁποίαν εἶχε κληθῆ, ἐνῷ ὁ μόνιμος ὑφίσταται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ ὑπηρεσία, καταργουμένης δὲ τῆς ὑπηρεσίας δύναται ν’ ἀπολυθῇ. Ἤθελον λοιπὸν συνταγματικὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἰδέας ταύτης καὶ συνταγματικὸν περιορισμὸν τῆς διακρίσεως ἐν τούτῳ καὶ μόνον. Καὶ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ταύτην οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν ὡς πρὸς τὴν προτεινομένην διάκρισιν. Ἡ συνταγματικὴ ὅμως ἐξασφάλισις δὲν φαίνεται ὑφισταμένη ἢ μᾶλλον φαίνεται μὴ ὑφισταμένη ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν συνδυάσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 88 πρὸς τὸ ἄρθρον 90. Διότι, ἐνῷ ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 88 φαίνεται ἡ ἐπιτροπὴ ἀφορμωμένη ἀπὸ τῆς ὀρθῆς ἐκδοχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι, ἂν καταργηθῇ ἡ ὑπηρεσία, δύναται ν’ ἀπολυθῇ ὁ μόνιμος ὑπάλληλος, ἐν τῷ ἄρθρῳ 90 ἀφίεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ καθιερώσῃ τὰς περιπτώσεις τῆς παύσεως τούτων ἄνευ οὐδεμιᾶς περαιτέρω ἐγγυήσεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καταντᾷ ἀκατανόητον, τίνα λόγον καὶ τίνα ἔννοιαν καὶ σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ἐν τῷ ἄρθρῳ 88 ἀναγνώρισις τῆς μονιμότητος. Θὰ εἶχον ἑπομένως τὴν γνώμην, ὅπως ἐκ τοῦ ἄρθρου 90 ἡ φράσις: «ἢ καὶ ἡ παῦσις τῶν μονίμων κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας περιπτώσεις» ἀφαιρεθῇ, ταυτισθῶσι δ’ αἱ περιπτώσεις τῆς παύσεως, πλὴν τῆς προερχομένης ἐκ τῆς καταργήσεως τῆς θέσεως, τῶν ἰσοβίων καὶ τῶν μονίμων, γιγνομένης τῆς διατυπώσεως τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 88 ὧδέ πως: «Οἱ ἀρεοπαγῖται, ἐφέται καὶ πρωτοδίκαι εἶναι ἰσόβιοι, οἱ δὲ εἰσαγγελεῖς, εἰρηνοδίκαι καὶ εἰδικοὶ πταισματοδίκαι μόνιμοι, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι. Οἱ ἰσοβιότητος ἢ μονιμότητος ἀπολαύοντες δικαστικοὶ ὑπάλληλοι δὲν δύνανται νὰ παυθῶσιν ἄνευ δικαστικῆς ἀποφάσεως κλπ.», ὡς ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ. Τοιουτοτρόπως μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς τῶν δικαστῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῶν εἰσαγγελέων καὶ εἰρηνοδικῶν καὶ εἰδικῶν πταισματοδικῶν καθιεροῦται ἡ διάκρισις τῆς μονιμότητος καὶ τῆς ἰσοβιότητος ἐν τῷ Συντάγματι. Ἐὰν αἱ ὑπηρεσίαι ἤθελον καταργηθῆ ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, οἱ ἰσόβιοι δὲν δύνανται ν’ ἀπολυθῶσιν, ἀλλὰ τὸ Κράτος ὀφείλει ἢ νὰ τοποθετήσῃ ἀλλαχοῦ τούτους ἢ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ καταβάλλῃ τὰς ἀποδοχὰς αὐτῶν. Ἐνῷ οἱ ἁπλῆς μονιμότητος ἀπολαύοντες δύνανται ν’ ἀπολυθῶσι. Πᾶσαι ὅμως αἱ ἐγγυήσεις ἐπὶ τῶν λοιπῶν περιπτώσεων τῆς παύσεως ταυτίζονται ἐπί τε τῶν μονίμων καὶ ἐπὶ τῶν ἰσοβίων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ τελευταία παρατήρησίς μου εἶναι καὶ ἡ σπουδαιοτέρα. Αὕτη δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 88, τοῦ ὁποίου θὰ λάβω καὶ τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὁλοσχερῆ ἀπάλειψιν. Φρονῶ κατ’ ἀρχήν, Κύριοι, ὅτι ἡ μέριμνα, ἡ ὁποία ἐλήφθη ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀξία πάσης ἐπιδοκιμασίας, διότι, ὡς ἔχουσι τὰ περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐν τῷ νόμῳ τοῦ 1871, δὲν κεῖνται καλῶς. Καὶ ἐγὼ δ’ αὐτὸς ἐγκαίρως ἐσκέφθην, ὅπως μεριμνήσω περὶ νομοθετικῆς προνοίας ἐν τῷ σπουδαίῳ τούτῳ θεσμῷ τῆς ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν καὶ τῶν μονίμων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἕνεκα ὁρίου ἡλικίας καὶ ἕνεκα τῶν λοιπῶν λόγων, τοὺς ὁποίους τελείως ἐπιδοκιμάζω ὡς ἀναγράφονται ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ συνταγματικὴ περὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας πρόνοια, ὡς ἔχουσι μάλιστα τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὴ οὐδὲ εἶναι προσήκουσα. Ὄχι μόνον διότι καθ’ ἑαυτὴν ἡ πρόνοια αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι ἐνέχει τι τὸ ἄηθες προκειμένου περὶ διατάξεων ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν ἀνηκουσῶν εἰς νόμους ὀργανικούς, ἀλλὰ καὶ διότι, ὡς ἔχει ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ δικαστικὴ ἡμῶν κατάστασις, ἂν ψηφίσωμεν, ὡς προτείνεται, τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 88, ἠθέλομεν ἐπιφέρει ἐκτὸς ἄλλων παραλυσίαν εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη ἤθελε προσαρμοσθῆ πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον τοῦ 1871 περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν, ἡ ἀναπλήρωσις θὰ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος. Ἀποχωροῦσι περὶ τοὺς 16 δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ θ’ ἀποχωρήσωσι βεβαίως τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῆς ἰσχύος τῆς συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως. Ἡ ἀναπλήρωσις, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθεστώτων νόμων εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος· ὡς ἔχουσι δὲ τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων εὑρισκόμεθα καὶ ἤδη εἰς ὑπερτάτας δυσχερείας πρὸς διεξαγωγὴν τῆς ὑφεστώσης ὑπηρεσίας καὶ εἰς πλεῖστα δὲ Δικαστήρια ὑπάρχει ἀνεπάρκεια προσωπικοῦ.
§57ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίσωμεν κατὰ Δικαστήρια τῶν ἀριθμὸν τῶν ἀποχωρούντων;
§58Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρεῖς ἐκ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου, εἷς πρόεδρος Ἐφετῶν, δύο ἐφέται, εἷς πρόεδρος Πρωτοδικῶν καὶ ἐννέα, νομίζω, ἐκ τῶν πρωτοδικῶν. Ἑπομένως ὄχι μόνον ἐκ τῆς φύσεως τῶν διατάξεων τούτων, διατάξεων, ἐπαναλαμβάνω, ὀργανικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς λήψεως συγχρόνως νομοθετικῶν μέτρων πολλῶν καὶ ἰδίᾳ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐξακριβώσεως τῆς ἡλικίας καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν κενῶν καθίσταται οὐχὶ προφανὴς καὶ οὐχὶ ἐπιτυχὴς ἡ ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι περίληψις τοιαύτης διατάξεως. Ἀλλὰ τοῦτο ἴσως δὲν εἶναι τὸ σπουδαιότερον. Τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι καὶ καθ’ ἑαυτὰς ἐξεταζόμεναι αἱ διατάξεις αὗται καὶ καθ’ ἑαυτὰς κρινόμεναι εἶναι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, ἀπολύτως ἀνεπιτυχεῖς, εἰσάγουσι δὲ σύστημα πρωτοφανές, τὸ ὁποῖον, ἐάν ποτε ἐλάμβανε τὸ κῦρος ψήφου συνταγματικῆς, θὰ καθίστα ἀδύνατον καὶ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν προσήκουσαν λειτουργίαν, τὴν ζωὴν καὶ τὴν προαγωγὴν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἐφ’ ὅσον θ’ ἀφῄρει πολλάκις ἐξ αὐτοῦ ἑκάστοτε τὰ κράτιστα τῶν στοιχείων του καὶ τοὺς δοκιμωτάτους τῶν παραγόντων του, χωρὶς νὰ δύναται οὐδ’ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προστατεύσῃ τούτους. Εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, πρωτοφανής, τοιαῦτα ἔχουσα μειονεκτήματα ἡ διατύπωσις τῆς διατάξεως ταύτης. Διατάξεις φύσεως τοιαύτης ἔδει νὰ ἔχωσι διπλοῦν χαρακτῆρα, τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἑνιαίου καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ δυνητικοῦ. Ὅριον ἡλικίας ἔδει νὰ ταχθῇ, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μᾶλλον προσῆκον, ἑνιαῖον διὰ τοὺς πρωτοδίκας, τὸ αὐτὸ διὰ τοὺς ἐφέτας, τὸ αὐτό, κατὰ τὴν ὀρθοτέραν ἀντίληψιν—, καὶ θὰ ἔλθω ἀμέσως εἰς ἄλλην τινὰ γνώμην — διὰ τοὺς ἀρεοπαγίτας. Ὁ δεύτερος χαρακτὴρ εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς δυνητικῆς ἀποχωρήσεως καὶ οὐχὶ τῆς ὑποχρεωτικῆς. Ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, καὶ ἂν αἱ ἔρευναί μου ὑπῆρξαν πλήρεις, ἓν καὶ μόνον Σύνταγμα ἔσχε τοιαύτην πρόνοιαν ν’ ἀναγράφῃ διάταξιν περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Τὸ Σύνταγμα τοῦτο εἶναι τὸ Δανικόν. Ἀλλὰ καὶ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἐν τῇ σχετικῇ διατάξει ἐτήρησε τοὺς δύο ἐκείνους θεμελιώδεις χαρακτῆρας, ὑπὸ τοὺς ὁποίους καὶ μόνους εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ προσηκόντως καὶ ὠφελίμως τοιαύτη διάταξις, καὶ ὑπὸ τοὺς ὁποίους καὶ μόνους εἶναι δυνατὸν νὰ προστατευθῇ ὁ δικαστικὸς κλάδος καὶ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ὑψηλὴν αὑτοῦ ἀποστολήν. Ἔταξε λοιπὸν τὸ Δανικὸν Σύνταγμα ὅριον ἡλικίας ἑνιαῖον, τὸ 65ον ἔτος, διὰ πάντας τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἔταξε δὲ τοῦτο δυνητικόν.
§59ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνητικὸν ἀπὸ μέρους τίνος;
§60Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐξηγήσω ἑκάτερον τῶν χαρακτηρισμῶν.
§61ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνητικὸν ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας;
§62Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Δύναται, λέγει, νὰ τεθῇ εἰς ἀποχώρησιν, διατηρῶν τὰς ἀποδοχάς του. Εἶναι δὲ σοφαὶ αἱ διατάξεις αὗται ἀμφότεραι, κύριοι Βουλευταί. Διότι δὲν δύναται προσηκόντως νὰ κατανοηθῇ, προκειμένου περὶ ὁρίου ἡλικίας, διότι περὶ τούτου πρόκειται, πῶς δύναταί τις ἔχων ἡλικίαν 65 ἐτῶν, φέρ’ εἰπεῖν, νὰ εἶναι καλὸς ἐφέτης καὶ νὰ εἶναι κακὸς πρωτοδίκης· καὶ δὲν δύναται νὰ κατανοηθῇ, πῶς δύναται νὰ εἶναι ἑβδομηκοντούτης καλὸς ἀρεοπαγίτης, ἀλλὰ κακὸς ἐφέτης καὶ χειρότερος πρωτοδίκης. Εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς παρατηρῶ ὅτι διὰ τοὺς κατωτέρους τάσσεται ὅριον μικρότερον, διότι ἤδη ὁ δικαστής, ὁ ἐπὶ μακρὸν ἐν αὐτοῖς ἄνευ προαγωγῆς παραμένων, ἐλέγχεται κατὰ τεκμήριον μὴ εὐδοκιμήσας. Ἀλλ’ ἔχω νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τοῦτο δύο τινά. Πρῶτον μὲν ὅτι ἡ προαγωγὴ ἐξαρτᾶται ἐκ πολλῶν περιστάσεων καὶ ἰδίᾳ ἐκ τῆς κενώσεως ἀνωτέρων θέσεων, ὥστε δὲν εἶναι ἡ μὴ προαγωγὴ ἀσφαλὲς τεκμήριον μὴ εὐδοκιμήσεως· ἔπειτα δὲ δὲν πρόκειται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ ἐκτοπίζωνται οἱ μὴ εὐδοκιμοῦντες, ἀλλ’ οἱ ὑπερήλικες. Διὰ τοὺς μὴ εὐδοκιμοῦντας, εἴτε γέροντας εἴτε μή, ἔχετε τὴν περὶ ἀνεπαρκείας διάταξιν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ ἤδη: τίνα λόγον ἔχει ὁ τετραπλοῦς καθορισμὸς τῆς ἡλικίας, τὸν ὁποῖον εἰσηγεῖσθε; Ἀλλὰ καὶ τὸ ἕτερον στοιχεῖον ἔχει σπουδαιοτάτην ἀποστολὴν καὶ σπουδαίαν δικαιολογικὴν βάσιν, τὸ στοιχεῖον τουτέστι τοῦ δυνητικοῦ. Διότι τάσσεται μὲν ὡρισμένον ὅριον ἡλικίας, τὸ ὅριον 65 αἴφνης ἐτῶν, τὸ ὁποῖον ἔταξε τὸ Δανικὸν Σύνταγμα καὶ τὸ ὁποῖον περίπου τάσσουσι καὶ ἄλλοι νόμοι, ἀλλ’ ὁ νομοθέτης καὶ ἡ Πολιτεία λαμβάνουσι πάντοτε ὑπ’ ὄψιν, καὶ δὲν δύνανται νὰ μὴ τὸ λάβωσι χωρὶς νὰ ἀποστῶσι τῶν νόμων τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως καὶ τῶν νόμων τῶν φυσιολογικῶν, ὅτι, ἂν συμβαίνῃ νὰ ἀτονήσωσιν αἱ σωματικαὶ καὶ πνευματικαὶ δυνάμεις ὑπὸ γήρατος κατὰ τὴν ἡλικίαν ταύτην, συνηθέστατα ὅμως καὶ πέρα τῆς ἡλικίας αὐτῆς καὶ πέρα τοῦ 70οῦ καὶ τοῦ 75ου καὶ τοῦ 80οῦ εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῶσιν ἀμφότερα ἀκμαῖα. Τί θὰ γίνῃ λοιπὸν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην; Πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ στερηθῇ ἡ δημοσία ὑπηρεσία τῶν χρησιμωτάτων στοιχείων, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ φύσις ἐδώρησε καὶ πέρα τοῦ ὁρίου ἐκείνου τοῦ προϋπολογισθέντος καὶ σωματικὴν καὶ πνευματικὴν ἀκμήν, καὶ τὰ ὁποῖα κατ’ ἐξοχὴν ἐν τῇ ἡλικίᾳ ταύτῃ οὕτω φρουρουμένῃ πρόκειται τὴν ἰδίαν αὑτῶν χρησιμότητα νὰ παράσχωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν; Ἡ λύσις ἀνευρέθη ἐν τῷ δυνητικῷ τῆς περὶ ὁρίου ἡλικίας διατάξεως. Ἡ σκέψις δηλαδὴ ὑπῆρξεν αὕτη. Ὡρίσθη ἀναλόγως τῶν ἑκασταχοῦ συνθηκῶν καὶ νομοθετικῶν ἀντιλήψεων ἓν ὅριον ἡλικίας, καθ’ ὃ ὑποτίθεται ὅτι εἶναι ἐνδεχομένη παρακμὴ τῶν ἀναγκαίων διὰ τοιαύτην ὑπηρεσίαν σωματικῶν καὶ πνευματικῶν δυνάμεων. Καὶ ἀπὸ τοῦ ὁρίου τούτου ἡ Πολιτεία ἀνέλαβε τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τοῦ δικαστοῦ. Ἅμα τῇ συμπληρώσει τοῦ ὡρισμένου ὁρίου ἀφαιρεῖται ὁ δικαστὴς τὸ προσὸν τῆς ἰσοβιότητος, ἀφίεται δὲ ἡ Πολιτεία ἐλευθέρα νὰ κρίνῃ ἂν τὸ τεκμήριον, εἰς ὃ ἐστηρίχθη ἡ νομοθεσία, ὑπάρχει ἀληθῶς, ἢ μήπως συντρέχει περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄρτιος τὸν νοῦν καὶ τὸ σῶμα εἶναι ὁ δικαστής. Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει ἡ Πολιτεία διὰ τῶν νομίμων αὐτῆς ἐξουσιῶν ἀπομακρύνει τὸν δικαστὴν ἄνευ περαιτέρω αἰτιολογίας ἁπλῶς καὶ μόνον διότι συνεπλήρωσε τὸ τεταγμένον τῆς ἡλικίας ὅριον. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἢ ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς θέλουσι συνδέσει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν ἰδίαν αὑτῶν εὐθύνην μὲ τὴν ἀποχώρησιν ἢ τὴν ἀπαλλαγὴν αὐτοῦ ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τῇ δευτέρᾳ ὅμως περιπτώσει, ἥτις οὐ μόνον δυνατή, ἀλλὰ καὶ συνηθεστάτη εἶναι, ἡ Πολιτεία διατηρεῖ τοῦτον ἀσφαλίζουσα ἓν κράτιστον, ὑγιὲς καὶ χρήσιμον εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν στοιχεῖον. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, Κύριοι, ἔνθα οἱ ὀργανικοὶ νόμοι ἔταξαν ὅριον ἡλικίας πρὸς ὑποχρεωτικὴν ἀποχώρησιν προεῖδον καὶ ἐκανόνισαν τὰ περὶ τούτου κατὰ σύστημα τηροῦν τοὺς χαρακτηρισμοὺς ἐκείνους, τὰς ἀντιλήψεις καὶ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἤδη εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν Γαλλίᾳ αἴφνης τάσσεται ὅριον ὑποχρεωτικῆς ἀποχωρήσεως, ἀλλὰ τάσσεται συγχρόνως καὶ ὅριον κατώτατον δυνητικόν, τὸ ὅριον δὲ τὸ ἀνώτατον, τὸ ὅριον τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀποχωρήσεως εἶναι τὸ 75ον ἔτος, ἐνῷ τὸ ὅριον τῆς δυνητικῆς εἶναι τὸ 60όν. Μετὰ τὸ 60ὸν ἔτος ὁ δικαστὴς παύει πλέον προστατευόμενος ὑπὸ τῆς ἰσοβιότητος, ἡ Πολιτεία δύναται νὰ ἀπομακρύνῃ τοῦτον, ἀλλὰ δὲν ὑποχρεοῦται. Εἶναι ἐλευθέρα νὰ κρίνῃ καὶ παρακολουθήσῃ τὴν δρᾶσιν τοῦ δικαστοῦ μέχρι τοῦ 75ου ἔτους. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, συνηθέσταται εἶναι αἱ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ μέχρι τοῦ χρονικοῦ ἐκείνου ὁρίου εὐδοκίμως ὑπηρετεῖ. Καὶ τότε πλέον, ὅταν εἰς ἐκεῖνο τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας φθάσῃ, ἡ ἀποχώρησις εἶναι ὑποχρεωτική· διότι κατὰ τὴν φυσιολογικὴν ἀντίληψιν ἢ κατὰ τὴν πεῖραν τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων τὸ τεκμήριον πλέον τῆς ἐκ τῆς ἡλικίας ἀνικανότητος θεσπίζεται ὡς ἀπροσμάχητον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἄλλου στοιχείου ἀπεμακρύνθη τοῦ ἑνιαίου ἐν τῷ καθορισμῷ τῆς ἡλικίας. Ὅμως ἀπεμακρύνθη κατὰ τρόπον ἔχοντα λογικήν τινα βάσιν, τρόπον μὴ ἀποδοκιμαζόμενον πλήρως ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ἀπεμακρύνθη κατὰ τρόπον κυροῦντα ὡρισμένας ἀντιλήψεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Δὲν καθώρισε τέσσαρα σημεῖα, ὡς ἔπραξεν ἡ ἡμετέρα ἐπιτροπή, τέσσαρα ὅρια ἡλικίας, ἄλλο ὅριον διὰ τοὺς πρωτοδίκας, ἄλλο διὰ τοὺς ἐφέτας καὶ τοὺς προέδρους τῶν πρωτοδικῶν, ἄλλο διὰ τοὺς ἀρεοπαγίτας, ἄλλο διὰ τοὺς προέδρους καὶ ἀντιπροέδρους τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀντιλήψεως τῆς θεμελιώδους περὶ τῆς διαφορᾶς, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ εἴδους τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία προσήκει εἰς τοὺς δικαστάς τῆς οὐσίας καὶ τοῦ εἴδους τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία προσήκει εἰς τοὺς δικαστὰς τοῦ Ἀκυρωτικοῦ, καθιέρωσε δύο ὅρια ἡλικίας πρὸς ὑποχρεωτικὴν ἀποχώρησιν, τὸ 70ὸν διὰ πάντας τοὺς λοιποὺς πρωτοδίκας, προέδρους, ἐφέτας, καὶ τὸ 75ον διὰ τοὺς δικαστὰς τοῦ Ἀκυρωτικοῦ. Τὸ σύστημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πρωτοφανές. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον εἶναι ἐπικίνδυνον. Ἐφαρμοζόμενον δὲ κατὰ τρόπον ὑποχρεωτικόν, ὡς φέρεται, θ’ ἀποστερήσῃ πάντοτε καὶ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἐσαεί, ἐφ’ ὅσον ἰσχύει τὸ θεμελιούμενον ἤδη Σύνταγμα, τὸν δικαστικὸν κλάδον ἀπὸ τὰ κράτιστα καὶ τὰ περιφανέστερα τῶν στοιχείων αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω τάχα ὅτι ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου δὲν ἐδέχθησαν δι’ ὡρισμένας θέσεις ἀνωτάτας, ὡς εἶναι αἱ θέσεις τῶν εἰσαγγελέων ἐν γένει καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅριον ἡλικίας, ὅτι ἡ Πολιτεία ἐκράτει τὸν Dupin μέχρι τοῦ 84ου ἔτους τῆς ἡλικίας εἰς τὴν ἕδραν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐκόσμει καὶ ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐφώτιζε τὰς τάξεις τοῦ δικαστικοῦ τάγματος καὶ ἐχειραγώγει τὴν Γαλλικὴν δικαιοσύνην; Καὶ δὲν εἶναι ἄπορον πῶς ἐν Ἑλλάδι εἰσάγονται τοιαῦτα πρωτοφανῆ περὶ ὁρίου ἡλικίας θεσπίσματα, ἐνταῦθα ἔνθα τὰ ἀντίθετα δείγματα εἶναι ἄφθονα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰσοκράτους, ὁ ὁποῖος εἰς ἡλικίαν 82 ἐτῶν συνέταξεν ἴσως τὸν ἐξοχώτερον δικανικὸν λόγον του, τὸν «περὶ ἀντιδόσεως», μέχρι τῶν ἡμερῶν ἡμῶν; Δὲν ἔχομεν ἄφθονα καὶ περιφανῆ τὰ δείγματα ἀλκῆς σωματικῆς καὶ διανοητικῆς εἰς ἡλικίαν κατὰ δεκάδα μίαν καὶ κατὰ δεκάδας δύο ὑπερβαίνουσαν τὰ ἔτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σημειοῦνται εἰς τὸ σχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς; Εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρω παραδείγματα ἐκ τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου τοῦ χθὲς καὶ πρώην καὶ νῦν, τοῦ δικαστικοῦ κόσμου τοῦ χθὲς καὶ πρώην καὶ νῦν, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου; Καὶ δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἀρκετὸν νὰ εἴπω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 88, ὡς προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δολοφονεῖται ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως καὶ ὑπὸ ὑπογραφῆς εὑρισκομένης ὑπ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἔκθεσιν; (Χειροκροτήματα). Δὲν ὑπάρχει ἆρά γε τρανοτάτη ἀπόδειξις τῶν λόγων μου ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει, καὶ ἡ αἴθουσα αὕτη δὲν ἐμφανίζει περιφανὲς καὶ ζηλωτὸν παράδειγμα σωματικῆς καὶ διανοητικῆς ἀλκῆς ὑπερφρονούσης τοῦ χρόνου καὶ ἀδιαφόρου πρὸς τὸν φόρτον τῶν ἐτῶν; Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω, Κύριοι, μὲ τὴν καταληκτικὴν δήλωσιν ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ὅπως ἡ συζήτησις περιορισθῇ ἤδη εἰς αὐτὰ καὶ μόνα τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν καὶ ἐγὼ ὡμίλησα καὶ τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὰ συζητούμενα ἄρθρα. Συζήτησις γενικὴ ἰδιαίτατα περὶ τῆς διατάξεως τῆς προσωρινῆς ἀναστολῆς ἢ μὴ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, δὲν εἶναι προσῆκον νὰ γίνῃ σήμερον, οὐ μόνον διότι δὲν εἶναι κανονική, ἀλλὰ κυρίως διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖ πλήρης καὶ ἀρτία καὶ ν’ ἀγάγῃ εἰς ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο οὐδὲν ἐπὶ τούτου λέγω, ἐπιφυλάσσομαι δὲ καὶ ἐγώ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, ἀφοῦ ἤδη κατέστη βέβαιον ὅτι θὰ ἔλθῃ αὕτη συνεπείᾳ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τρικκάλων καὶ συνεπείᾳ τῆς ὑποσχέσεως, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἐπιφυλάσσομαι τότε νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην μου, ὄχι ἀποκρούων ἀοριστολογίας δι’ ἀοριστολογιῶν, οὐχὶ ἀποκρούων μομφὰς διὰ μομφῶν, ἀλλ’ ἀποδεικνύων, ὡς εἶμαι πεπεισμένος, διὰ τῶν παραδειγμάτων, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐν Ἑλλάδι εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἐμπνέει εἰς ἡμᾶς καὶ πρέπει νὰ ἐμπνέῃ τὸ αἴσθημα τῆς ὑπερηφανείας». (Ζωηραὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§63ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅπως πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναφερόμενος εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν ὑποβεβλημένην, οὐδὲν ἄλλο ὑπεσχέθη ἢ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἄλλης αὐτῆς ἐργασίας, τῆς θετικῆς, νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ θέματος περὶ ἀναστολῆς ἢ μὴ ἀλλ’ εἰς οὐδεμίαν μέχρι ταύτης τῆς ὥρας ἦλθε περὶ τοῦ θέματος τοιαύτην ἐξήγησιν, ὥστε νὰ εἶναι γνωστὸν ὅτι θὰ ἀποφανθῇ ἢ δὲν θ’ ἀποφανθῇ.
§64Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πάντως κατέστη γνωστὸν τοῦτο, διότι ὑπεβλήθη πρότασις.
§65ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ οὐδὲν εἶναι οὕτως ἡτοιμασμένον, ὥστε νὰ εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ ἔλθῃ πρότασις θετική.
§66Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατέστη ἤδη βέβαιον διὰ τῆς προτάσεως, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§67ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πάντως θὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμά τι· μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι ἡ πρότασις τοῦτον τὸν σκοπὸν εἶχε, ν’ ἀναγκάσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ν’ ἀποφανθῇ. Ἴσως ἐγένετο ἐκ προνοίας. Ἀλλὰ περὶ τῆς ἰσοβιότητος, ὅπως ἤδη ἀνεγνωρίσθη, πάντως γίνεται ταύτην τὴν ὥραν λόγος, διότι, καὶ εἷς μόνον ἂν εἶναι ἐναντίος τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος, δύναται νὰ προτείνῃ τὴν γνώμην αὑτοῦ καὶ νὰ ζητήσῃ συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ λέξις ἰσοβιότης ἀνέλαβε τὴν φροντίδα ὁ κ. Ὑπουργὸς ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἀληθῶς εἶναι λέξις ἀνακριβής, διότι πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε, καὶ ἐσημείωσα τοὺς λόγους αὐτοῦ, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ θεωρεῖται ὅτι ἡ ἰσοβιότης παύει ἀπὸ τοῦ 60οῦ ἔτους τῆς ἡλικίας. Ἀλλ’ ὁ βίος τοῦ ἰσοβίου δὲν παύει κατὰ τὸ 60ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας. Ἡ λέξις εἶναι κατασκευῆς ἀνθρωπίνης λίαν ἀτελοῦς, διότι, ἂν ἀληθῶς ἦτο ἰσόβιος ὁ δικαστής, ἔπρεπε νὰ μένῃ δικαστὴς καὶ μέχρι τοῦ 90οῦ καὶ τοῦ 100οῦ ἔτους, καὶ ἂν ἦτο παράλυτος καὶ ἀνίκανος καὶ ἐντελῶς ἐστερημένος πάσης ἱκανότητος. Ἀλλ’ ἡ λέξις ἰσοβιότης ἔννοιαν ἔχει ὅτι ὁ δικαστὴς διορίζεται οὕτως ὥστε νὰ παραμένῃ δικάζων ἐνόσῳ ἔχει τὴν δύναμιν τὴν σωματικὴν καὶ τὴν φρενικὴν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ δικαστικὰ καθήκοντα. Ἂν ἡ λέξις ἰσοβιότης διετηρήθη ἐν τῇ προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς, διετηρήθη, διότι τὸ πλῆθος, οἱ πολλοὶ τὴν ἐξάλειψιν αὐτῆς θὰ ἠδύναντο νὰ ἐκλάβωσιν ὡς διαγραφὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἰσοβιότητος. Καὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις· ἐγὼ αὐτὸς προυτίμων ἄλλην ἔκφρασιν· ἀλλ’ εἰς τὴν τοιαύτην παρατήρησιν συναδέλφου ἠναγκάσθην νὰ ὑποχωρήσω ἀναγνωρίζων ὅτι βεβαίως ἡ ἠθικὴ αὕτη ἐντύπωσις εἶναι καλὸν νὰ μὴ παροραθῇ. Λοιπὸν θὰ ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν πότε πρέπει νὰ λήξῃ ὁ βίος τοῦ δικαστοῦ, ὄχι ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ βίος τοῦ δικαστοῦ πρέπει νὰ λήξῃ, ὅταν τὰ πράγματα ἀποδείξωσιν ὅτι δὲν εἶναι ἐπὶ πλέον δυνατὸν οὗτος νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα τὰ δικαστικὰ καθ’ ὃν τέλειον τρόπον προσδοκᾷ ἀπ’ αὐτοῦ καὶ ἡ κοινωνία καὶ ἡ Πολιτεία. Ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως ἀποδεικνύει ἡ πρόνοια ἡ ἐναντίον τῆς φράσεως περὶ ἰσοβιότητος δειχθεῖσα ὑπὸ τῆς νομοθεσίας — καὶ καθ’ ὑπέρβασιν μάλιστα — περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν πρὶν ἢ μεταστῶσιν. Ἡ πρόνοια δ’ αὕτη, τὸ ζήτημα τῆς κρίσεως τῆς ἱκανότητος τοῦ δικαστοῦ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ καθήκοντα αὑτοῦ ἀνέθηκεν εἰς ἐξέτασιν ἰατρικὴν καὶ ἐξέτασιν δικαστικήν. Δὲν γνωρίζω — ἵνα παραμερίσωμεν τὴν ἐξέτασιν τὴν ἰατρικὴν —, δὲν γνωρίζω ἂν πάντα τὰ ἐχέγγυα ἀκριβοῦς ἀποδόσεως δικαιοσύνης ἐν τῇ ἐξετάσει τῇ δικαστικῇ περὶ ἀποχωρήσεως παρέχουσιν οἱ ἐξετάζοντες τὰ τῆς ἀποχωρήσεως· ἂν τὸν Ἄλφα καὶ τὸν Βῆτα εἰσαγομένους κατὰ τὴν αὐτὴν ὥραν ἐνώπιον τοῦ αὐτοῦ Δικαστηρίου ἔχομεν τὴν ἀσφάλειαν ἐπὶ ἴσοις νὰ ἴδωμεν ἢ ἀμφοτέρους διατηρουμένους ἢ ἀμφοτέρους ἀποπεμπομένους καὶ ἀναγκαζομένους ν’ ἀπέλθωσι τῆς ὑπηρεσίας, ἢ μήπως εἶναι δυνατὸν οἱ κρίνοντες νὰ εἴπωσι τὰ περὶ τοῦ Ἄλφα ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος ν’ ἀποχωρήσῃ, περὶ τοῦ Βῆτα ὅτι εἶναι ἄξιος ν’ ἀποχωρήσῃ, νὰ εἴπωσι δὲ τοῦτο, ἐνῷ εἶναι λίαν πιθανὸν ἄλλοι γινώσκοντες τὰ πράγματα ἐπίσης καλῶς, καὶ ἡ κοινωνία αὐτή, νὰ εἴπωσιν ὅτι κακῶς διετηρήθη ὁ Ἄλφα καὶ κακῶς ἀπεπέμφθη ὁ Βῆτα. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἐπισφαλὲς καὶ τοσοῦτο ἐπισφαλέστερον, καθόσον τὰ ἡμέτερα πράγματα καὶ δι’ ἄλλον λόγον, λόγῳ τοῦ στενωτέρου κύκλου, ἐν ᾧ παρ’ ἡμῖν τὰ πάντα τελοῦνται, δὲν διεξάγονται ἐπίσης ἀπροσωπολήπτως, ὅπως εἰς ἄλλους εὐρυτέρους κύκλους συμβαίνει, ἀλλὰ μὴ ἀποκλειομένων καὶ ἐκεῖ τῶν ὀλισθημάτων. Ἀντὶ ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τοὺς κριτὰς τούτους, τοὺς ἀνθρώπους τούτους τοὺς ἐν στενῷ κύκλῳ ζῶντας καὶ ὑπὸ πολλῶν πολὺ εὐνοήτων στενοχωριῶν βιαζομένους τὴν συνείδησιν αὐτῶν νὰ καταστήσωσιν ἐλαστικωτέραν, ἔρχεται τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα — καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προσέξητε — καὶ λέγει: «Θέλω ἰσόβιον τὸν δικαστὴν τοῦ πολυμελοῦς Δικαστηρίου, θέλω ὅμως αὐτὸν ἰσόβιον ἐνόσῳ εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα αὐτοῦ· ἐξετάζον δὲ τὰ πράγματα, ἐξετάζον τὴν χώραν, ἐξετάζον τοὺς ἀνθρώπους, ἐξετάζον τὸ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου ὁμοιόμορφον τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἀνθρώπων ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου τοῦ μεσημβρινοῦ, λέγω ὅτι μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶμαι μακρὰν τῆς ἀληθείας, ἂν ἐγὼ θέσω τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας μεταξὺ τοῦ 60οῦ καὶ 70οῦ». — Τὸ 60ὸν μοὶ παρεχώρησεν ἤδη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἐπεκαλέσθην τὴν διάταξιν τοῦ θεσμοθετήματος τοῦ Γαλλικοῦ, καὶ τὸ 75 ἔθηκα ὡς ἀνώτατον ὅριον λαβὼν τοῦτο ἐκεῖθεν. Ἀλλὰ πολλὴν ἐντύπωσιν μοὶ προυξένησεν ἡ βεβαίωσις ὅτι ἐν Δανίᾳ ἐθεωρήθη προσῆκον τὸ 65ον διὰ πάντας τοὺς δικαστάς, μετ’ ἀδείας ἐπιλογῆς· ἡ Δανία δὲ εἶναι βορειότατος τόπος, ὅπου τὸ γῆρας ἔρχεται πολὺ βραδύτερον ἢ ἐνταῦθα.
§68Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔρχηται τὸ γῆρας τῆς εὐσυνειδησίας τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἀφέθη εἰς ἐκείνους, ὥστε ἂν εἶναί τις, εἰς τὸν ὁποῖον ἔφθασε τὸ γῆρας ἐνωρίς...
§69ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι, ὅσην καὶ ἂν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν εὐσυνειδησίαν, μοὶ ἀρέσκει ἐν Ἑλλάδι ὅ,τι ἔχει τι μηχανικὸν τοῦτο ν’ ἀνιδρύσω. Δὲν γνωρίζω ἀπροσωποληπτότερον ὄργανον ἐνεργείας παρὰ τὴν μηχανήν, ἂν δ’ εὕρωμεν μηχανήν, ἥτις νὰ λειτουργῇ ἀνθ’ ἡμῶν, ταύτην θὰ προτιμήσω.
§70ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ἡ μηχανὴ αὕτη δὲν θὰ εἶναι ἀκριβής· θὰ εἶναί τι, τὸ ὁποῖον ἄγει εἰς ἀποτελμάτωσιν, καὶ νομίζω ὅτι ὑμεῖς δὲν ἔπρεπε τοιαύτην καταδίκην τοῦ πολιτεύματος ν’ ἀπαγγείλετε.
§71ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, διότι εὑρέθημεν σύμφωνοι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ.
§72ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τοῦτο ὄχι μάλιστα, ὅτε εἶδον συζητούμενον ὅριον ἡλικίας, ἀπεχώρησα.
§73ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν συνεψηφίσατε μεθ’ ἡμῶν.
§74ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ὅριον ἡλικίας;
§75ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα, κατ’ ἀρχήν.
§76ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι, διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι ὑπογεγραμμένος.
§77ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω τὴν σημείωσιν ἐδῶ, ὅτι, ὅτε ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, ἦτο παμψηφίᾳ, ὅτι ἔπειτα ἀπεχωρήσατε.
§78ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι λάθος.
§79ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως. Μόνον εἰς τὰς ἄλλας ψηφοφορίας δὲν φαίνεσθε παρών. — Εἰς ἐμὲ λοιπὸν ἀρέσκει ἡ μηχανή, καὶ ἡ μηχανή, ἥτις δὲν ἔχει ἐλαττώματα, ἅτινα κατηγόρησεν αὐτῆς ὁ συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, διότι εἶναι ἀκριβῶς συνταγματική, κοινοβουλευτικὴ μηχανή, καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ ἐποιούμεθα τῆς μηχανῆς ταύτης χρῆσιν καθ’ ὃν τρόπον ποιοῦνται ἐν Ἀγγλίᾳ, πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ ἤρχοντο ἐνταῦθα καὶ ἡ Βουλὴ θ’ ἀπεφάσιζε περὶ τῶν ἀξίων ν’ ἀποχωρήσωσιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ ἐν Ἑλλάδι πράγματα εἶναι διάφορα τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπολήγει ἡ κρίσις τῆς τύχης τῶν οἱωνδήποτε ὑπαλλήλων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι τίθεται τεκμήριον· καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ τηρηθῶσι τὰ ὅρια τὰ εὔλογα τοῦ τεκμηρίου τούτου, τὸ ἀνώτατον καὶ τὸ κατώτατον, ἂν ταῦτα τηρηθῶσι, θεωρῶ ὅτι πολὺ ἀσφαλέστερον θέλουσι διεξαχθῆ τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐν τῷ κανονισμῷ τοῦ θέματος τούτου, ἂν ἀντὶ τῆς κρίσεως τῶν ἑκάστοτε κατὰ μέρος ἀνθρώπων κρίνωμεν ἀπὸ τοῦδε ἡμεῖς περὶ τῆς ἡλικίας, καθ’ ἣν θὰ πρέπῃ νὰ ἔλθῃ ἡ ἀποχώρησις, καταλιμπανομένης ἐλευθερίας καὶ εὐκολίας εἰς τοὺς μεθ’ ἡμᾶς, ὅταν ἔλθῃ νέα ἀναθεώρησις, ἂν ἐπταίσαμεν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν κατ’ αὐτήν· ἡ δὲ ἀναθεώρησις τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ ἔχῃ προσκόμματα, οἷα μέχρι τοῦδε. Οὕτω τότε θὰ ἔλθωσιν οἱ ἀποκτήσαντες πεῖραν ἐκ τῆς τοιαύτης ῥυθμίσεως τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, ὅπως συζητήσωσι καὶ ἀποφασίσωσιν ἢ τὴν ἐπάνοδον τοῦ πρώην καθεστῶτος ἢ ἄλλο τι, ὅπερ θὰ κριθῇ τότε ὀρθότερον τοῦ νῦν γινομένου. Ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι κατὰ τοὺς παλαιοὺς χρόνους ὑπῆρχε μεταξὺ ποιητῶν συζήτησις περὶ τοῦ χρόνου, καθ’ ὃν λήγει ὁ βίος τοῦ ἀνθρώπου, παραδόξως δὲ οἱ ποιηταὶ ἔβλεπον ὅτι τὸ 60ὸν εἶναι τὸ τέρμα τοῦ βίου, καὶ εἴθε ἔλεγον, νὰ ἐπέλθῃ τότε καὶ ὁ θάνατος. Διαφωνοῦντας εὗρον ἄλλους ποιητὰς καὶ τούτους, τὸν Σόλωνα, ὅστις ἔφθασε νὰ εἶναι ὑπερογδοηκοντούτης, καὶ τὸν Σιμωνίδην, ὅστις καὶ αὐτὸς ἦτο ὑπερογδοηκοντούτης καὶ ἐκαυχᾶτο διὰ τὴν μνήμην αὑτοῦ.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Κάτων ἐνυμφεύθη κατὰ τὸ ὀγδοηκοστόν.
§81ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο θὰ ἦτο λόγος ἐπὶ πλέον ὑπὲρ τῶν ἀποχωρήσεων (ἱλαρότης). Θέλω νὰ εἴπω διὰ τούτου, ἐπανερχόμενος εἰς τὰ σπουδαῖα, ὅτι, ὅτε κρίνεται θέμα τοιοῦτον, ὁποῖον τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς, αἱ ἐξαιρέσεις δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Πάντες οἱ νόμοι οἱ παρεμβάλλοντες τοιοῦτον φραγμὸν εἴτε προσόντων εἴτε μονιμότητος καὶ ἰσοβιότητος ἔχουσιν ἀσθενῆ πλευράν, καθὼς καὶ πάντες οἱ ἄλλοι νόμοι ἔχουσιν ἀσθενῆ πλευράν. Διὰ τοῦτο θὰ ἐξετάσωμεν ποῖον εἶναι τὸ ἐπικρατοῦν· περισσότερον εἶναι τὸ ἀσθενὲς ἢ μήπως εἶναι τὸ ὑγιές; Τὸ σπουδαιότερον δ’ εἶναι τὸ ὑγιές, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ διατηρήσωμεν, νὰ διατηρήσωμεν πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς ἀκμαίους τοὺς συλλόγους ἐκείνους, ἀφ’ ὧν ἀναμένεται ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης. Θὰ εἶναι λυπηρὸν νὰ ἀπέλθωσιν ἐκ τῶν συλλόγων τούτων ἐκεῖνοι, οἵτινες παρὰ τὰ 70 αὑτῶν ἔτη ἔχουσιν ἀκμήν, ἀλλ’ οὗτοι ἀποτελοῦσιν ἐξαίρεσιν, καὶ πρέπει ἀπέναντι τοῦ πλήθους, ὡς ἐν παντί, ν’ ἀποχωρήσωσιν. Ἡ πλειονοψηφία λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν.
§82ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὲ πληροφορήσητε ἂν οἱ κατέχοντες σήμερον τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι ἄνθρωποι κοινοὶ ἢ καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξαιρετικοί.
§83ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ ἐθέσατε ἐρώτησιν, εἰς ἣν ἡ ἀπάντησις δὲν μοὶ φαίνεται νὰ εἶναι δύσκολος. Ἀλλὰ μοὶ ἐθέσατε τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν προϋποθέσαντες καὶ τοὺς κατέχοντας τὰς θέσεις.
§84ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου θεωρῶ ὡς τὸν σοφώτατον τῶν νομομαθῶν.
§85ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἦλθον νὰ ὁμιλήσω, οὐδὲ πρόκειται περὶ προσωπικῶν ζητημάτων, εἰδικώτερον.
§86ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδὲν πιστεύω νὰ σᾶς στενοχωρῇ, ἵνα ὁμολογήσητε ὅ,τι εἶπον διὰ τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§87ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς οὐδένα ἦλθον νὰ δώσω διπλώματα γνώσεων καὶ σοφίας τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον εἰς ἐμὲ δὲν ἀναγνωρίζω τὴν ἱκανότητα ν’ ἀποφαίνωμαι περὶ τῶν ἄλλων κατὰ τρόπον δογματικόν. Λοιπὸν οἱ ὀλίγοι οἱ ἐξαιρετικοὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ὑποχωρήσωσι, πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσι καὶ ἐκεῖ ὅπου ἡ Πολιτεία ἀναγκάζεται νὰ θέσῃ θεσμοὺς περιοριστικούς, νὰ θέσῃ φραγμούς, δὲν πρέπει νὰ διστάσῃ, νὰ παραβλέψῃ πᾶν ἐκ ταύτης τῆς πλευρᾶς κακόν, διότι κατ’ ἀνάγκην θὰ θυσιασθῇ τὸ ὀλίγον τῶν ἐξεχόντων, ἵνα σωθῇ τὸ πολὺ καὶ τὸ σπουδαῖον καὶ τὸ κυρίως ἐνδιαφέρον κατὰ τὰ ἄλλα. Ἔχομεν λοιπὸν ἐνταῦθα τεθειμένον ὅριον, δι’ ὃ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, ὅτι εἶναι ὅριον παραπλήσιον πρὸς τὰ ὑπὸ πάντων τῶν ἄλλων νομοθετημάτων τεθέντα διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους· ἂν δὲ διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας δὲν ἔφθασεν εἰς τοσοῦτον ὕψος, ὥστε ἐν Ἑλλάδι νὰ εἴπωμεν ὅτι δύναται νὰ παραμείνῃ ὑπάλληλος εἰς ἡλικίαν 75 ἐτῶν, ἄν, λέγω, τοῦτο δὲν ἐγένετο διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ ὁρισθῇ τοῦτο διὰ τοὺς δικαστάς; Ἐπὶ τῶν καθηγητῶν αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι, ὅπου ὑπῆρξαν ἐξαιρετικὰ φαινόμενα, εἴπατέ μοι, παρακαλῶ, ἀποβλέποντες εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ὄχι τῶν τελευταίων χρόνων, ἀλλ’ ὅλης τῆς γενεᾶς ταύτης καὶ τῆς τεσσαρακονταετίας, εἴπατέ μοι πόσοι καθηγηταὶ γηράσαντες ἐν τῇ πνευματικῇ ἐργασίᾳ, ὅπου τὸ γῆρας ὀλιγώτερον παρεμποδίζει τὴν τοιαύτην ἐργασίαν, πόσοι καθηγηταὶ δὲν ἔφθασαν νὰ προκαλέσωσι παρ’ ὅλην τὴν ἀξίαν αὐτῶν καὶ παρ’ ὅλον τὸν σεβαστὸν αὐτῶν χαρακτῆρα, νὰ προκαλέσωσι τοῦ κόσμου τὰς διαμαρτυρίας, διότι δὲν ἐφαίνοντο πλέον ἔχοντες τὴν δύναμιν νὰ παρακολουθήσωσι τὰ τῆς ἐπιστήμης ὅπως οἱ νεώτεροι, προσκτώμενοι οὕτω τὴν δύναμιν νὰ διδάξωσι καθ’ ὃν τρόπον ἀναμένει ἡ νεότης ὅτι θὰ διδαχθῇ παρ’ αὐτῶν; Καὶ προέκειτο περὶ καθηγητῶν, δι’ οὓς ἁπανταχοῦ καὶ πάντοτε ἐγένετο ἐξαίρεσις καὶ δι’ οὓς πάντοτε πρέπει νὰ τίθηται παρ’ ἐπάνω τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Ἀλλὰ τῶν δικαστῶν ἡ κατάστασις δὲν εἶναι ὅσον φαίνεται κατάστασις παθητικῆς ἐργασίας· ἔχουσι δρᾶσιν καὶ οἱ δικασταί, καί, ὅσον προβαίνετε ἀπὸ τῶν ἐπάνω πρὸς τὰ κάτω, τοσοῦτον εὑρίσκετε τὴν δρᾶσιν μείζονα. Ὁ πρωτοδίκης πρέπει νὰ εἶναι νέος, δραστήριος, ἀκμαῖος ἀνήρ· ἀλλοίμονον, ἂν γηράσῃ. Εἰς τὴν Γαλλίαν—ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει τοῦτο—ὁ ἀνακριτὴς λαμβάνεται μεταξὺ τῶν παλαιῶν δικαστῶν, ἀλλ’ εἴπατέ μοι ἔχετε δικαστὴν ἄξιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τοὺς κόπους καὶ νὰ καταβάλλῃ τὴν δραστηριότητα, ἣν πρέπει νὰ καταβάλλῃ, τὴν ποικίλην, ὁ ἀνακριτής, ἂν ζητήσητε αὐτὸν εἰς ἡλικίαν ἑξήκοντα ἐτῶν; — Ὁμιλῶ περὶ ἑξήκοντα, διότι οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν τὸ 55 νὰ ἴδω ἀναβιβαζόμενον εἰς 60 —. Βεβαίως δὲν τὸν ἔχετε. Δὲν τὸν ἔχετε καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι, ὅστις πρωτοδίκης εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοῦ 25 ἔτους καὶ ἔφθασε τὸ 55 νὰ συμπληρώσῃ μὴ προαχθείς, κατέστη μοιραίως στάσιμος.
§88Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρετήρησα τοῦτο καὶ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ αὐτὸ ἀντιπίπτει εἰς τὸν σκοπὸν τῆς διατάξεως· εἶναι δικαστικὸν τεκμήριον ἀνεπαρκείας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ λειτουργήσῃ ἡ ἄλλη διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀποχωρήσῃ ὡς ἀνίκανος, δὲν ὁμιλοῦμεν δὲ περὶ ἀνικανότητος, ἀλλ’ ὁμιλοῦμεν καὶ προβλέπομεν περὶ ἡλικίας, περὶ γήρατος.
§89ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ ἀνικανότητος, ὡμίλησα περὶ ἀποδυσπετήσεως· διότι, ὅταν φθάσῃ τις ν’ ἀναμένῃ προαγωγὴν εἰς τὴν ἡλικίαν τῶν 55 καὶ 60 ἐτῶν καὶ βλέπῃ αἴφνης ὅτι δὲν ὑπάρχει κενὴ θέσις, εἰς ἣν νὰ προαχθῇ, ἀποδυσπετεῖ.
§90Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀποδυσπέτησις εἶναι ψυχικὴ νόσος καὶ αὐτή.
§91ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐνταῦθα ἐπανέρχομαι εἰς τοῦτο τὸ λεχθέν, ὅτι εἰς τὴν μηχανήν, ἥτις θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, προτιμῶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν κριτῶν, εἰς ἣν ὑμεῖς παραπέμπετε τὴν ὑπόθεσιν.
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἴπετε ὅτι δύνανται νὰ ὑπάρξωσι καὶ ἐξαιρέσεις, ἀλλὰ οἱ δικασταί μας εἶναι ὀλίγοι, τὰς ἀνωτάτας δὲ θέσεις καταλαμβάνουσιν αἱ ἐξαιρετικαὶ ἱκανότητες, δηλαδὴ τὰς θέσεις τοῦ Ἀρείου Πάγου τὰς ἀνωτάτας, αἱ ἐξαιρετικαὶ καὶ ὑπὸ ἔποψιν μορφώσεως καὶ διανοητικῆς ἀναπτύξεως.
§93ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ στάδιον τὸ δικαστικὸν εἶναι περιορισμένον· ὅτι τὸ στάδιον τοῦ δικαστοῦ τελευτᾷ εἰς τὸ Ἐφετεῖον· ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος εἶναι ὁ μέγας κλῆρος, ὅστις πίπτει ὑπὲρ τούτου ἢ ἐκείνου, εἴτε τυφλῆς οὔσης τῆς τύχης εἴτε βλεπούσης· ὅτι δὲ κρίνοντες περὶ τῶν δικαστῶν πρέπει νὰ περιορισθῆτε ἐντὸς τούτου τοῦ κύκλου, Ἐφετείου καὶ Πρωτοδικείου· ὅτι ἐντὸς τούτου τοῦ κύκλου βεβαίως ὑπάρχει στενοχωρία· ὅτε δὲ ἐν τοιαύτῃ στενοχωρίᾳ ὑπάρχουσιν οἱ ἔχοντες ἀξίαν, ἂν δὲν προαχθῶσι, τοῦτο φέρει εἰς ἀπογοήτευσιν. Εἶναι δυστύχημα τοῦτο, ἀλλ’ ὁ ἀπογοητευμένος πρέπει ν’ ἀποχωρήσῃ· διότι τὸ ζητούμενον εἶναι ἀκμαῖος νοῦς δικαστοῦ, ἀκμαία δύναμις δικαστοῦ, ἀκμαία ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ περὶ ἀποδόσεως τῆς δικαιοσύνης, ἀντίληψις ταχεῖα καὶ ἀσφαλής, κρίσις ἀσφαλής, ἐξ ὧν καὶ μόνον ἀναμένεται ἡ ἀπόδοσις τοῦ δικαίου, ὅταν συνακολουθῇ καὶ ἡ χρηστότης, διότι δυστυχῶς ἐνίοτε ἡ χρηστότης δὲν συμπαρακολουθεῖ τὰ προσόντα ταῦτα.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὡμιλήσατε περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς Δικαστηρίου, ἀλλὰ νὰ ὁμιλήσητε καὶ περὶ τοῦ διευθύνοντος τὴν δικαιοσύνην.
§95ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Ἄρειος Πάγος λόγῳ τῶν ἐντολῶν, αἵτινες ἀνετέθησαν εἰς αὐτὸν τελευταῖον, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῶν ἐντολῶν, ἃς ἀναθέτει εἰς αὐτὸν ἡ ἐπιτροπή, πρέπει νὰ σύγκειται ὑπὸ ἀληθῶς ἐπιλέκτων καὶ ἀληθῶς ἀκμαίων ἀνδρῶν· καὶ πρέπει ἴσως νὰ βοηθήσωμεν τὴν μηχανὴν ἐκείνην, ἥτις θὰ βοηθήσῃ ἡμᾶς, ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς τὰ τῆς ἐπιλογῆς διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον κανονίζωνται οὕτως, ὥστε ἐξαιρετικαὶ ὅλως νὰ ἐμφανίζωνται αἱ ἀποτυχίαι αἱ ἀναγκάσασαι τελευταῖον, κατὰ τὴν ὥραν τῆς ἐξεγέρσεως, περὶ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου τοσαῦτα νὰ λεχθῶσι, καὶ ἀναγκάσασαι νὰ ἐμφανισθῇ τὸ θέαμα δικαστῶν ἀπερχομένων, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ παραμείνωσιν ἐνώπιον τῆς κοινῆς κατακραυγῆς. Τοιαῦτα περὶ οὐδενὸς Δικαστηρίου ἔπρεπε νὰ ἐφέροντο· ἀλλ’ οὐδέποτε ἐλειτούργησεν ὁ ὀργανισμὸς τῶν Δικαστηρίων ἢ σπανιώτατα, καὶ διετηρήθησαν, ἐν γνώσει τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς παρασυρομένης ὑπὸ τῆς ἐπιεικείας ἐκείνης, ἥτις τὰ πάντα ἐνταῦθα λυμαίνεται, διετηρήθησαν πολλάκις καὶ εἰς πάντας τοὺς βαθμοὺς δικασταὶ ἄξιοι ἄλλων αἰθουσῶν. (Χειροκροτήματα). Ὁμιλῶ ἐγώ, ὅστις ἀνῆκον εἰς τὴν δικαιοσύνην ἐπὶ μακρὰ ἔτη, καὶ ὅστις μετὰ πόνου ἐνθυμοῦμαι τοὺς χρόνους καὶ ὅπου ὑπηρέτησα, ὅστις δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω ὅσα κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους ἔβλεπον προσκρούοντα εἰς τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἔβλεπον δυστυχῶς αὐτὰ οὐχὶ τιμωρούμενα, ἀλλὰ βραβευόμενα. (Χειροκροτήματα). Ζητοῦμεν δικαιοσύνην διὰ τὴν Ἑλλάδα ἁγνὴν ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως· ζητοῦμεν δικαιοσύνην ἐργατικήν, ἀφωσιωμένην εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, ἀναγνωριζομένου ὅτι ἀπὸ αὐτὴν κρέμαται καὶ ἡ ζωὴ καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ οἰκογένεια.
§96Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν διαφωνοῦμεν.
§97ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τοῦτο ζητοῦντες φθάνομεν ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσωμεν ἓν μόνον μέρος τοῦ ζητήματος, καὶ τοῦτο ἐξετάζοντες δεικνύομεν τὴν ἀμηχανίαν ἡμῶν προχείρως λέγοντες ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῶσι κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα νὰ ἐγερθῶσι συμπάθειαι καὶ ἀντιπάθειαι. Ὁρίσατε τὸν βίον τοῦ ἰσοβίου δικαστοῦ, καί, ἂν δὲν ἀρέσκῃ τὸ 55, ἀναβιβάσατε αὐτό· κανονίσατε τὴν κλίμακα κάλλιον· ἀλλ’ ἀποφασίσατε τὰ τοῦ βίου τοῦ δικαστοῦ, μὴ παραπέμποντες περὶ τούτου εἰς τὸν νόμον καὶ ἀρκούμενοι εἰς τὴν ἐλπίδα ταύτην, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος θέλει παραχωρήσει εἰς τὸ μέλλον εὐκολωτέραν τὴν ἀναθεώρησιν.
§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχετε παράδειγμα χρήσεως τοιαύτης εὐκολίας ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον;
§99ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ νομοθετοῦμεν σήμερον καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει διάταξιν, περὶ ἧς δυνάμεθα μετ’ ἀσφαλείας νὰ κρίνωμεν· καὶ λέγω ὅτι, ἂν ψηφίσωμεν τοῦτο σήμερον, ἂν τυχὸν ἀποδειχθῇ κατά τι ἐσφαλμένον, μετὰ πενταετίαν δ’ εὐκόλως δύναται νὰ ἔλθῃ ν’ ἀναθεωρήσῃ αὐτὸ ἡ Βουλή, διατί νὰ μὴ δοκιμάσωμεν τοῦτο καὶ καταστήσωμεν στερεωτέραν τὴν περὶ ἀποχωρήσεως διάταξιν, ἐπιφυλαττόμενοι, ἂν τὰ πράγματα πείσωσιν ὅτι ἡ ῥύθμισις ἔχει τι τὸ σφαλερόν, νὰ ἐπανορθώσωμεν τὸ σφάλμα μετὰ πέντε ἔτη; Διότι ἡ πεῖρα ἡ μέχρι τοῦδε τῆς ἄλλης μεθόδου ἀπέδειξε ὅτι δὲν ηὐδοκίμησαν τὰ τῆς δικαιοσύνης ὅσον ἔδει νὰ εὐδοκιμήσωσι. Δὲν δύναμαι δ’ ἐγὼ προσωπικῶς ἀναμιμνησκόμενος τὸ μέχρις Ὄθωνος παρελθὸν καὶ τοὺς δικαστὰς τοὺς μὴ ἰσοβίους τοὺς τότε, καὶ τοὺς ἡμιμαθεῖς καὶ τοὺς ἐντελῶς ἴσως ἀμαθεῖς, δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἔν τισι δὲν συναντᾷ τις ἔτι καὶ σήμερον ὁμοίου εἴδους δικαστὰς ἐπὶ γόνατος μετὰ κώδικός τινος ἐργαζομένους ὅπως ἐκδώσωσιν ἀπόφασιν. Ἴσως δὲ τότε λόγῳ τῆς ἰδιαζούσης προσοχῆς, ἥτις κατεβάλλετο ὑπὲρ καταστολῆς τῶν δικαστικῶν ὀλισθημάτων, ἴσως τὰ ὀλισθήματα τότε δὲν ἦσαν ὅσα σήμερον.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ βεβαιοῖ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ θὰ σᾶς δώσῃ ἐξήγησιν.
§101ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν ἐπεστήσατε τὴν προσοχὴν εἰς τὴν διαφοράν· σήμερον εὑρίσκεται πολὺ ὑψηλότερον τὸ δικαστικὸν ἔδαφος ὑπὸ ἔποψιν μορφώσεως· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐντελῶς βέβαιον ὅτι, παρ’ ὅλην τὴν ἀσπίδα τῆς ἰσοβιότητος, ἡ διαφορὰ ὑπὸ ἔποψιν χαρακτῆρος εἶναι τόσον μεγάλη (χειροκροτήματα). Ἐκεῖ ὑπάρχει, ὑπάρχει καὶ ἐν τούτῳ, διαφορὰ εἰς τοὺς νεωτέρους· διότι οἱ νεώτεροι καὶ ἐν τούτῳ ἦλθον ἐδῶ γεννήσαντες ἐλπίδας καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἔχωμεν γενναιοτέραν τὴν συμβολὴν τῶν νέων, ἵνα ἀποδείξωσιν ὅτι, ὡς ἐν τῇ πολιτικῇ, οὕτω καὶ ἐν τῷ δικαστικῷ σταδίῳ, οὕτω καὶ ἐν τοῖς ἄλλοις κλάδοις οἱ νέοι ἐπαγγέλλονται ἀληθῆ ἐκ τῆς ἐμφανίσεως αὐτῶν βελτίωσιν τῶν καθ’ ἡμᾶς. Τοῦτο εἰς ἐμὲ εὑρισκόμενον εἰς τὸ τέρμα τοῦ βίου τοῦ ἐνεργοῦ εἶναι λίαν παρήγορον· καὶ ὀφείλω, ἔχω καθῆκον, νὰ ἐκδηλώσω ἐνταῦθα ταύτην τὴν ὥραν ὡς ἐντύπωσιν ἐν ἐμοὶ παραχθεῖσαν καὶ ἐκ τῆς πρώτης καὶ ἐκ τῆς δευτέρας ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπεν ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο θὰ ἦτο παραδεκτόν, ἐὰν καθιέρου τὸ ἑνιαῖον καὶ τὸ δυνητικόν. Περὶ τοῦ δυνητικοῦ ὡμίλησα. Περὶ τοῦ ἑνιαίου εἶπόν τινα ἐν παρόδῳ. Δὲν βλέπω διατί εἶναι τοσοῦτον ἀρεστόν. Ὅτε δὲν εἶναι ἑνιαῖον τὸ ἔργον τῶν δικαστῶν τῶν τριῶν βαθμῶν—τῶν δύο βαθμῶν καὶ τοῦ ἀνωτάτου—, διατί τάχα νὰ καθιερώσωμεν ἑνιαῖον τρόπον ἐξόδου; Θὰ λάβωμεν τὰ πράγματα· θὰ ἐξετάσωμεν αὐτά· θὰ ἴδωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς· θὰ ἴδωμεν πόσον ταχύτερον γηράσκει ἐν μεσημβρινῇ χώρᾳ καὶ ὡριμάζεται καὶ πεπαίνεται ἡ ὀπώρα ἥ τε ἄλλη καὶ ἡ ἀνθρωπίνη, καὶ κατὰ ταῦτα θέλομεν ἀποφασίσει (ἱλαρότης). Βεβαίως. Λάβετε οἱανδήποτε καὶ εἴπατέ μοι ἂν ἡ ὀπώρα αὕτη διαφέρει τῆς ἄλλης· διαφέρει μόνον κατὰ τὴν προίκισιν, ἣν ὁ Θεὸς ἔδωκεν εἰς αὐτήν· ἄλλη ὀπώρα εἶναι μὴ ἔχουσα ἄλλο εἰμὴ χυμούς, καὶ ἄλλη ὀπώρα διακρίνεται κατὰ λόγον τοῦ λογικοῦ, ὅπερ ἔχει ἢ δὲν ἔχει. Αὐταὶ αἱ τάξεις—δὲν ἠξεύρω ἂν διαγράφονται περισσότεραι εἰς τὰ ἐπιστημονικὰ συγγράμματα — ἀρκοῦσιν, ὅπως διακρίνωμεν καὶ μορφώσωμεν τὴν ἀναγκαίαν πεῖραν. Καὶ διὰ τούτους τοὺς λόγους ἐπιμένω συνηγορῶν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς (παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ παρεμπίπτοντος, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§103Γ. ΠΩΠ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ἀπευθυνθῶ ὑμῖν καὶ ζητήσω τὴν μεσολάβησίν σας καὶ τὴν γνώμην ὑμῶν, ἵνα μὴ ἀποδεχθῶμεν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης πρότασιν, ὅπως χωρισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐρεύνης τῆς ποιότητος τῶν δικαστῶν καὶ συνεπῶς τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος αὐτῶν ἀπὸ τὸ θέμα, ὅπερ συνεζητήθη πρὸ μικροῦ. Ἐλπίζω δ’ ὅτι θὰ εὕρω ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν σύμφωνον, ἐὰν παραδεχθῶ ὅτι, ὡς ἦσαν, ἦσαν ὄντως εἰλικρινῆ καὶ πλήρη ἐνθουσιασμοῦ τὰ χειροκροτήματα, τὰ ὁποῖα συνώδευον πᾶσαν φράσιν τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον διαδέχομαι εἰς τὸ βῆμα, ὁσάκις ἡ φράσις αὐτὴ ἀνεφέρετο ἀκριβῶς εἰς τὴν ποιότητα τοῦ δικαστικοῦ Σώματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐχαρακτήρισε τοιαύτην συζήτησιν ἀντικειμένην εἰς τὸν Κανονισμὸν κατὰ τύπους. Καὶ εἶναι εὐχάριστον ὅτι οὕτω θέσας τὸ ζήτημα μοὶ παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν τοῦ Προέδρου, ὅπως μετάσχω ἐμμέσως τῆς συζητήσεως ταύτης, ἥτις γίνεται ἐπὶ τοῦ θέματος. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι τοῦτο δὲν θὰ μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον. Δὲν πρόκειται κἂν νὰ φθάσω εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφθασε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Δραγούμης, νὰ πλέξω δηλονότι τὸ ἐγκώμιον τοῦ γήρατος ἢ νὰ κατηγορήσω τούτου. Ἀλλ’ ὅτε ἐρχόμεθα καὶ συζητοῦμεν περὶ γήρατος καὶ ὅτε ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος εὑρίσκει ὅτι τὸ 69 ἔτος εἶναι ὅριον καὶ δὲν εἶναι τοιοῦτο τὸ 70 ἢ τὸ 68, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ἀπὸ φυσιολογικῆς ἀπόψεως κρίνων, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης οὕτω καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἠθέλησαν καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ ἐπιδείξωσι τὸ θάρρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἁρμόζει, ὅταν πρόκειται νὰ ἐκκαθαρίσωμεν κλάδους τῆς Πολιτείας καὶ ἰδιαίτατα τὸν δικαστικὸν κλάδον.
§104Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐμὲ δὲν ἀπέλιπε τὸ θάρρος. Δὲν εἶπον ἐγὼ νὰ μὴ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος· εἶπον νὰ συζητηθῇ, διὰ ν’ ἀποδειχθῶσι μερικαὶ ἀλήθειαι καὶ ἀναστραφῶσι μερικαὶ πλάναι· εἶπον μόνον πότε θὰ συζητηθῇ, διὰ νὰ συζητηθῇ ἐν πάσῃ αὐτοῦ τῇ πληρότητι. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔδειξε τὸ θάρρος, κρίνατε αὐτήν, ἀλλὰ μὴ ἐγκαλεῖτε τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς πᾶσαν στιγμὴν ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσῃ.
§105Γ. ΠΩΠ. Εἶναι εὐχάριστος ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἣν λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν, καὶ παρακαλῶ καὶ τὴν Βουλὴν νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πλήρης ὄντως θάρρους ἐπέδειξεν, ἔξω ὅμως τῆς Βουλῆς ταύτης, διὰ συνεντεύξεως δοθείσης εἰς ἐφημερίδας, ὅτι εἶναι κατὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος. Πρὸς τί λοιπὸν καὶ διὰ τίνα λόγον δὲν ἔρχεται νὰ εἴπῃ τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλὰ προτείνων νὰ ἑνωθῶσι τὰ ἄρθρα 88, 89 καὶ 90 ἐπικαλεῖται τὴν ψῆφον ἡμῶν καὶ ζητεῖ νὰ δημιουργήσωμεν σῶμα ἀποκεντρώσεως, σῶμα ὑπέρτερον παντὸς ἄλλου, αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίζῃ τὴν θέσιν τῶν δικαστῶν κατὰ τὸ μέλλον, αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίζῃ τὴν θέσιν τῶν δικαστῶν τῶν ὑπαρχόντων, χωρὶς νὰ συζητήσωμεν ποῖοι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον; Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελε νὰ γνωρίζῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ διαιρέσῃ τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα καὶ ν’ ἀφήσῃ τὸ ἄρθρον 90 ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ἵνα μεσολαβήσῃ ἡ μελέτη περὶ τῆς ποιότητος τῶν δικαστῶν. Δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῆς ποιότητος τοῦ δικαστικοῦ Σώματος, ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὸν Ἄρειον Πάγον· γνωρίζω μόνον, καὶ τὸ γνωρίζει ὁλόκληρος ἡ Βουλή, διότι τὸ γνωρίζει ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος ἀφ’ ἧς ἐφηρμόσθη, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς πρωτοδίκας καὶ τοὺς ἐφέτας, ὑπῆρξεν ἔν τινι μέτρῳ ἀβλαβής· ἀλλ’ ὁ θεσμὸς τῆς ἰσοβιότητος, ὅτε ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἐν τῷ ἀνωτάτῳ Δικαστηρίῳ, δὲν ὑπῆρξεν οὔτε ἀβλαβὴς οὔτε ἀκίνδυνος διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Δὲν εἶναι δ’ ἐπιτετραμμένον εἰς Πολιτείας, αἱ ὁποῖαι θέλουσι νὰ τηρήσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὸ κῦρος, νὰ παρέχωσι τὸ δικαίωμα τῆς δημιουργίας Σωμάτων ἀνεξαρτήτων ἐντελῶς, ἀθίκτων, ἀνευθύνων, εἰς οὐδένα ἔλεγχον ὑπαγομένων, ὡς δὲν ὑπήγοντο μέχρι τοῦδε. Καὶ θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ διαστείλωμεν τοὐλάχιστον τὰ δύο ταῦτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ μὴ φέρωμεν εὐθὺς ἀμέσως εἰς συζήτησιν τοὐλάχιστον τὸ ζήτημα τῆς ποιότητος τῶν δικαστῶν; Διὰ τοὺς ὑπάρχοντας τοὐλάχιστον δικαστὰς τοῦ κατωτάτου βαθμοῦ ἔχομεν καὶ γνωρίζομεν πάντες σημεῖά τινα παρεμβάσεως τῆς Πολιτείας. Γνωρίζομεν δὲ ὅτι ἅπαξ ἀπεφασίσθη καὶ ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ πειθαρχικῶν ποινῶν. Γνωρίζομεν ὅτι ἅπαξ ἐξετελέσθη ὁ νόμος περὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστῶν, καὶ ἀπεφασίσθη τοῦτο ὁπωσδήποτε ἀφεθείσης τῆς ἰσοβιότητος εἰς τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν καὶ ἐπιβολὴν αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, τὸν ἔχοντα τόσον χρηστὴν γνώμην περὶ τῆς Δικαιοσύνης ὡς τοιαύτης, μὴ ἐπιδεχομένης κἂν τὴν παραμικροτέραν ἐκκαθάρισιν ἐν τῷ ἀνωτάτῳ δικαστικῷ Σώματι, τὸν ἐρωτῶ· ἐφηρμόσθη ποτὲ πειθαρχικὴ ποινὴ κατὰ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου;
§106Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐσχάτως. Τρὶς ἔχει ἐφαρμοσθῆ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου. Τὸ ἠκούσατε.
§107Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἔρχεται ἐν συνειδήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ἐφηρμόσθη ἐπετέλεσε πλήρη τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ ἀνωτάτου ἐκείνου Δικαστηρίου; Ἀλλὰ τοῦτο θὰ συζητήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας τὸ πρᾶγμα. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 90, ἐκείνου, τὸ ὁποῖον σήμερον σχηματίζει τὴν ἀποκέντρωσιν ἐν τῷ δικαστικῷ Σώματι, ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς ποιότητος τῶν ἄλλων δικαστῶν, χωρὶς νὰ θέσωμεν προηγουμένως ὑπὸ κρίσιν τοὺς ἐκκαθαριστὰς πρὶν ἢ προβῶσιν οὗτοι εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν.
§108Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§109Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι δ’ ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ ἔχωμεν κἂν ἀντίληψιν περὶ τῶν μεθόδων, τὰς ὁποίας εἰσήγαγεν αὐτὸ τοῦτο τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔρχεται σήμερον νὰ περιβληθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, ὅτε ἔχομεν πρόσφατα τὰ δεδομένα πράξεων, αἵτινες ἐξήγειραν τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἐξήγειραν καὶ τὴν νομικὴν συνείδησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε ἀκόμη γνωρίζομεν ὅτι, ὁσάκις ἐδόθη ἀποκεντρωτικὴ ἐξουσία εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἡ ἀποκεντρωτικὴ αὕτη ἐξουσία ἠσκεῖτο προκειμένου περὶ διορισμοῦ παρέδρων κατὰ τοιοῦτον τρόπον—διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φυσιολογικὴν παρομοίωσιν τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ—, ὥστε νὰ ὑπετίθετο ὅτι ὡρισμένον μποστάνιον, ὡρισμένος τόπος παρῆγε τοὺς ὑδροπέπονας τούτους τοὺς δικαστικούς; (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα ζωηρά). Καὶ ἀλλαχοῦ ἐγένοντο ἐκκαθαρίσεις, ἀλλ’ οἱ ἔχοντες τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν δὲν ἔλεγον μόνον τὰ κάλλιστα, ἀλλ’ ἔπραττον καὶ τὰ ἄριστα. Αὐτὸ δ’ ἔπρεπε νὰ πράξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἔπρεπε νὰ εὐγνωμονῇ ἡμᾶς ἰδίως, οἵτινες ἀντιτιθέμενοι εἰς πλεῖστα πρὸς τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν πρὸς αὐτήν: «λάβε τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖράς σου, τόλμησον, βαῖνε μετὰ θάρρους, πρόβηθι εἰς ἐγχειρήσεις, πρᾶξον πᾶν ὅ,τι δύνασαι, ὅπως ἀποκαθάρῃς τὸ δικαστικὸν σῶμα ἀπὸ τὰς πληγὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀπέμειναν καὶ μετὰ μίαν ὁλόκληρον ἐπανάστασιν, μὴ δυνηθεῖσαν νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πράξῃ, διότι ἀντεμετώπισεν ἀκριβῶς τὰ συμφέροντα τὰ περὶ τὸν Ἄρειον Πάγον μαινόμενα». Ἡμεῖς ἐπεθυμοῦμεν, ὅπως εἰλικρινῶς καὶ ἄνευ θυμοῦ μεγαλαυχῶν διὰ τὸ θάρρος αὑτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνήρχετο τὸ βῆμα τοῦτο, διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκήρυττε διὰ τῶν δημοσιογράφων. Νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐννοεῖ αὐτὸς τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του νὰ προβῇ εἰς ἐκκαθαρίσεις· ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὅτι «προκειμένου περὶ τοῦ θεσμοῦ τοῦ διορισμοῦ τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας ἠθέλησα νὰ διατηρήσω εἰς ἐμαυτὴν τὸ δικαίωμα, διότι θέλω νὰ ἔχω τὴν εὐθύνην...»
§110Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἡ γνώμη μου ἔχει κατασταθῆ κατὰ τοσοῦτον γνωστή, ὥστε δὲν θὰ ἤμην ἄξιος ἐμαυτοῦ, ὥστε καὶ ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ τὴν ἀρνηθῶ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς φυσιολογικῆς καὶ τῆς γενομένης δυνάμει τοῦ νόμου· εἶμαι καὶ θὰ εἶμαι κατὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀδίκημα πρὸς τὸν δικαστικὸν κλάδον καὶ μέγαν κίνδυνον διὰ τὴν ὅλην Πολιτείαν. Τοῦτο θὰ τὸ ἀποδείξω, ὅταν συζητήσωμεν.
§111Γ. ΠΩΠ. Τίνες θὰ κάμωσι τὴν φυσιολογικὴν ἐκκαθάρισιν;
§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν. Ἠθελήσατε συμπεράσματα γνώμης. Ἡ γνώμη μου εἶναι αὐτή.
§113Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ τότε ἀπαλλάξατε τῆς συζητήσεως τὸ ἄρθρον 90, ἵνα ἔλθωμεν εἰς τὴν διάμεσον συζήτησιν. Διότι, ὡς σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, ἡ Κυβέρνησις πλήρης θάρρους προκειμένου περὶ διορισμοῦ τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας τί εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν; «Ἐπιθυμῶ λόγῳ τῆς ἐξαιρετικῆς σημασίας ν’ ἀναλάβω ἐγὼ ὑπὸ τὴν πολιτικήν μου εὐθύνην τὸν διορισμὸν τῶν προσώπων τούτων». Καὶ ἔρχεσθε σήμερον, διότι πρόκειται περὶ παύσεως, καὶ δὲν τολμᾶτε ν’ ἀναλάβητε ὑπὸ τὴν πολιτικήν σας εὐθύνην τὴν παῦσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνάξιοι μιαίνουσι τὴν δικαιοσύνην τῆς χώρας μιαίνοντες ὁλόκληρον τὸ πολιτειακὸν ἔδαφος; Ἢ μήπως νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐγένοντο, ἵνα ἀναλαμβάνωσι μετὰ τόσης φιλοτιμίας τὴν εὐθύνην τῶν διορισμῶν καὶ νὰ μὴ τολμῶσι ν’ ἀναλάβωσι τὴν εὐθύνην τῶν παύσεων; Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐρωτωμένη προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 88 καὶ 89, μετὰ ταῦτα δ’ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος καὶ μετὰ ταῦτα ἀπολήξωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 90 τοῦ Συντάγματος. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λάσκαρις ἔχει τὸν λόγον.
§115Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀπόφασις δὲν ἐλήφθη περὶ τῆς πράξεως.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, κατὰ τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας διατυπώνει ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ὅτι εἰσάγει διάταξιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 88 περὶ ἀποχωρήσεως τῶν ἰσοβίων δικαστῶν δι’ ἀνεπάρκειαν, εἰσάγει δ’ ἐπίσης διάταξιν περὶ ὁρίου ἡλικίας, συντέμνουσα τὸ μέχρι σήμερον διὰ τοῦ νόμου ὑπάρχον ὅριον τῆς ἡλικίας. Αἱ διατάξεις αὗται ἀναμφισβητήτως θίγουσι καὶ τὸ ὑφιστάμενον δικαστικὸν καθεστώς, ἐφ’ ὅσον τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας περιστέλλεται. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν αἱ διατάξεις αὗται ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ προσωπικοῦ, οὐδεμία δὲ διάταξις ὑπάρχει ἐξαιροῦσα τοῦτο, ἡ ἐξέτασις τῆς ἐν γένει καταστάσεως τοῦ δικαστικοῦ σώματος δὲν δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ, χωρὶς ἐκ τῆς ἐξετάσεως ταύτης νὰ παράγηται οἱονδήποτε πρόκριμα ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος.
§117Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ μεταβατικῇ διατάξει. Ἐν τούτοις ἐφ’ ὅσον ὑπό τινων ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐξεφράσθη ἡ γνώμη ὅτι μόνον ἐὰν ἐγνώριζον κατὰ πόσον θὰ γίνῃ προσωρινὴ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος θὰ ἠδύναντο νὰ δώσωσιν ἐν συνειδήσει τὴν ψῆφον αὐτῶν, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ δηλώσῃ ὅτι, ἐὰν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς κρίνῃ ὅτι πρέπει ν’ ἀνασταλῇ προσωρινῶς ἡ ἰσοβιότης οὐδεμίαν ἔχει ἀντίρρησιν.
§118Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι θὰ γίνῃ κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου θαλασσοποίησις. Σᾶς παρακαλῶ. Νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, τὸ ἐννοῶ ἐγώ, ἀλλά, ἂν ἀναμιχθῇ ἡ συζήτησις περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος μὲ τὰ ζητήματα περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ τὰ λοιπά, θὰ ἐπέλθῃ μία θαλασσοποίησις εἰς τὴν συζήτησιν, ἀσφαλῶς δὲ καὶ ἀναποφεύκτως ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἥτις κατὰ τὴν γνώμην μου θέλει τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος, θὰ πέσῃ εἰς παγίδα, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πέσῃ εἰς παγίδα· θὰ πέσῃ καὶ τώρα. Μὴ ἀκούετε, χειροκροτεῖτε μόνον.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται τὸ ζήτημα τῆς ἐξετάσεως τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ συνόλῳ, τὸ ἂν θὰ γίνῃ ἡ διαρρύθμισις τῶν πραγμάτων δι’ ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος.
§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἤθελον μίαν ὑπόδειξιν νὰ κάμω, ὅπως οἱ φρονοῦντες ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος ὑποδείξωσι καὶ τὴν λύσιν ἐπὶ μιᾶς δυσχερείας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ βλέπω. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι πρόκειται αὐτοτελῶς νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ προσωρινῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ἡ συζήτησις αὕτη πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐπὶ τίνος βάσεως, ἐπὶ τίνος προτάσεως θὰ ληφθῇ;
§121Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τίνος προτάσεως;
§122Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γενικῆς ἀντιλήψεως, ἥτις ὑπάρχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι, διὰ νὰ προκύψῃ εἰλικρινὴς γνώμη περὶ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας συζητοῦμεν, πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ τὸ περὶ ἰσοβιότητος ζήτημα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τοιαύτη συζήτησις αὐτοτελῶς γινομένη πρέπει νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, διότι ἄλλως τε οὐδέποτε θὰ δοθῇ λύσις. Καὶ ἐρωτῶ· ἡ ἀπόφασις ἐπὶ τῇ βάσει τίνος προτάσεως θὰ στηριχθῇ; Τὸ λέγω τοῦτο δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν γνώμην νὰ δικαιολογήσωσι κανονικῶς τὸ ζήτημα.
§123Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή;
§124ΝΙΚ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι οὐδεμίαν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ οἱ ἔχοντες τοιαύτην γνώμην, διὰ νὰ δικαιολογήσωσι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῇ βάσει τίνος προτάσεως κανονικῶς ὑποβαλλομένης θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεφάνθη.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάταξις συνταγματικὴ δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ πρὸς συζήτησιν πρὶν ἢ ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, ὅθεν δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ ἀκολουθήσωμεν τῷ περιεχομένῳ καὶ τῇ τάξει τοῦ προσχεδίου, χωρήσωμεν δ’ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§126Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι θὰ προκύψῃ κέρδος χρόνου εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ περὶ ἀναστολῆς ἢ μὴ τῆς ἰσοβιότητος, καθόσον οἱ περισσότεροι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι διατεθειμένοι νὰ κρίνωσι περὶ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. Εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ συζητήσῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος συζήτησις καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα, νὰ παρακληθῇ δὲ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τοιουτοτρόπως ὄχι μόνον δὲν θὰ ἐπέλθῃ ἀποτελμάτωσις, ὡς εἶπεν εἷς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ἀλλὰ καὶ κέρδος χρόνου.
§127Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύο εἶναι αἱ ἀπόψεις τοῦ ζητήματος, ἡ κανονικὴ καὶ ἡ σκόπιμος. Κανονικῶς δὲν ὑπάρχει ἐπιτροπή, ἐπιτροπὴ οἱαδήποτε, ἥτις νὰ ἔχῃ πλείονα καὶ μείζονα δικαιώματα τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχει Κανονισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θέλει ἡ Βουλή. Ἑπομένως οὐδὲν κωλύει δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς νὰ τεθῇ ζήτημα ὑπὸ τὴν γνώμην καὶ ψῆφον αὐτῆς περὶ ἀναστολῆς τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος. Ποία τις θὰ εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς; Θὰ δειχθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως. Διότι ἡ ἀπόφασις οὐδὲν ἄλλο θὰ εἶναι καὶ οὐδὲν ἄλλο εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι παρὰ τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως. Ποῖον εἶναι τὸ σκόπιμον; Τὸ σκόπιμον εἶναι ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι ἀναλόγως τῆς ἀποφάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν θέλομεν καταλήξει, ἀνάλογοι θὰ εἶναι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤρχισεν ἡ συζήτησις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων 88, 89 καὶ 90, ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος περὶ τῆς ἀναστολῆς ἢ μὴ τῆς δικαστικῆς ἰσοβιότητος· μετὰ τὴν συζήτησιν θὰ διατυπώσωμεν τὴν πρότασιν ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως, θ’ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ ταύτης καὶ ἔπειτα θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν διατάξεων τῶν συνταγματικῶν, διότι ἡ διάταξις περὶ ἀναστολῆς ἢ μὴ τῆς ἰσοβιότητος δὲν θὰ εἶναι διάταξις τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ διάταξις ἡ μεταβατικὴ δὲν εἶναι διάταξις συνταγματική.
§128Γ. ΠΩΠ. Ὅπως διετύπωσε τὴν πρότασιν ὁ κ. Κουτούπης, νομίζω ὅτι δύναται νὰ γίνῃ αὕτη ἀποδεκτὴ καὶ δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς νομοθετικὰς ἡμῶν ἐργασίας, αὔριον δὲ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν συζήτησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων.
§129Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ σκοπός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπομεν, εἶναι τὸ κέρδος τοῦ χρόνου καὶ ὁ καθορισμὸς τοῦ ζητήματος ἅπαξ διὰ παντός. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποφάσει τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Παρακαλεῖται ἡ ἐπιτροπή, ἵνα ἐντὸς τῆς αὔριον ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της περὶ μεταβατικῆς διατάξεως. Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10 ὥραν μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἐξακολούθησις τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 201, 807 καὶ 808 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Ὁ κ. Πελοπίδας Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§132Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ μετ’ εὐχαριστήσεώς μου ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν πάσας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διορισθεῖσα ὑπὸ τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἰδίως πάσας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς κ. Εὐκλείδης, ὁ ὁποῖος ἔχει συγγράψει περὶ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας καὶ εἶναι ὁ κορυφαῖος τῶν παρ’ ἡμῖν δικονομολόγων, καὶ συνεπῶς κρίνω περιττὴν πᾶσαν ἄλλην συζήτησιν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§134Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἠκούσατε προχθές, κύριοι συνάδελφοι, ποίας καὶ πόσης σοβαρότητος εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κριθῇ κατὰ θεωρίαν, εἶναι τὸ ἀριστούργημα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἀληθῶς μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπὸ τῶν τύπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καθιστῶσι τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου ἐργασίαν καθαρῶς τεχνικήν, ἀλλὰ διατηρεῖ τοὺς τύπους μέχρις ἑνὸς σημείου, ὥστε ἡ δικαιοσύνη νὰ μὴ εἶναι ἔργον τῆς ἀπολύτου αὐθαιρεσίας ἑνὸς ἑκάστου τῶν δικαστῶν. Διότι ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ὑπάρχει, ὅστις ν’ ἀγνοῇ ὅτι τὴν ἀνθρωπότητα ἐμάστισαν ἐπὶ χρόνους πολλοὺς καὶ ἐκ περιτροπῆς ὁτὲ μὲν οἱ τύποι, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἐστραγγαλίζοντο τὰ πράγματα, ὁτὲ δ’ αἱ αὐθαιρεσίαι ἐκείνων, οἵτινες εἶχον ἀναλάβει τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου ἀπολύτως κατὰ τὴν οἰκείαν αὐτῶν κρίσιν. Ὅπως πάντοτε, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ καὶ ἐν προκειμένῳ ὅτι εἰς τὸ μέσον ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια. Καὶ μέχρι τοσούτου οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα κατὰ τὴν γνώμην μου. Ἀλλὰ προσῆκον θὰ ἦτο, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπερ, ἐπαναλαμβάνω, κατ’ ἀρχήν, κατὰ θεωρίαν, εἶναι ἀριστούργημα, νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν, ὅπως ἀποφασίσωμεν, διότι τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν ἐν τοῖς Δικαστηρίοις ἀμφιβάλλω ἂν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐφαρμόσῃ τοιοῦτον νόμον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπειδὴ ὑποθέτω, ὅτι ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῶν πραγμάτων θὰ λάβωμεν ἓν ἢ ἄλλο μέτρον πρὸς βελτίωσιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δικαστηρίων, εἴτε εὐθὺς ἀμέσως μέτρον γενναῖον εἴτε μέτρον τοιοῦτον, ὥστε βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ ἐπέλθῃ ἡ βελτίωσις τοῦ δικαστικοῦ προσωπικοῦ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθιστάμενον νόμος, θὰ κατασταθῇ ἡ Λυδία λίθος τῆς δικαστικῆς ἱκανότητος καὶ ἀρετῆς. Ἐὰν ὑπάρξῃ ἐπιθεώρησις, ἐπίβλεψις, πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἀγωγὴ κακοδικίου ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθιστάμενον νόμος, κατ’ ἐξοχὴν θὰ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποδεικνύῃ ἑκάστοτε καὶ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀρετὴν τῶν δικαστῶν. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου θὰ σᾶς πείσῃ περὶ τούτων. Πρέπει νὰ εἶναί τις παντελῶς ἀνίδεος οὐχὶ τοῦ προσηκόντως ἀπονέμειν τὸ δίκαιον καὶ δικάζειν, ἀλλὰ τοῦ ἁπλῶς σκέπτεσθαι, διὰ νὰ μὴ ἀντιλαμβάνηται ὅτι ἡ διάταξις ὑπ’ ἀριθμὸν 3 τοῦ πρώτου ἄρθρου, «εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν, ἂν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἡ παράβασις προυξένησεν εἰς τὸν προτείναντα αὐτὴν διάδικον βλάβην, μὴ δυναμένην ν’ ἐπανορθωθῇ ἄλλως ἢ κηρυσσομένης τῆς ἀκυρότητος», εἶναι διάταξις, ἥτις ἀπαιτεῖ δικαστὴν ἔχοντα ὅλην τὴν ἱκανότητα, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐφαρμόζῃ τὴν διάταξιν ταύτην προσηκόντως. Εἶναι καὶ ἄλλαι διατάξεις, ἐπίσης σπουδαιόταται ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, διὰ τοῦτο ἐν τῷ μέλλοντι καὶ τώρα, ἐὰν τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν κριθῇ ὡς προτιμότερον νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν, θὰ ψηφίσω κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι θὰ τὸ ἐθεώρουν δι’ ἐμαυτόν, ὡς ἐπιστήμονα, ἔγκλημα νὰ καταψηφίσω τοιοῦτο νομοσχέδιον, καίτοι, λέγω, θὰ ἐνόμιζον, καί, ἂν εἶχον τὴν δύναμιν, θὰ ἐπέμενον, ὅπως ψηφισθῇ μετὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν πρὸς βελτίωσιν τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Ταῦτα καὶ μόνα εἶχον κατ’ ἀρχὴν νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιφυλασσόμενος εἰς μερικὰς καὶ ἐπουσιώδεις παρατηρήσεις ἐπὶ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§137Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑποβάλλω μίαν τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 1. Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 ἐδάφιον ἐν τέλει νὰ προστεθῇ «ἢ ἂν ἡ διάταξις εἶναι ἀπαγορευτική». Τοῦτο, διότι εἶναι ἐφαρμογὴ τῆς γενικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία καθιεροῦται ὑπὸ ῥητῶν διατάξεων τοῦ ἡμετέρου ἀστικοῦ νόμου, ὅτι αἱ ἀπαγορευτικαὶ διατάξεις δεσμεύουσι πάντας τοὺς ἐν Ἑλλάδι.
§138Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὀρθόν· τὸ δέχομαι.
§139Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, κρίνω ἀρτιώτατον καθ’ ὅλα, μίαν διάταξιν ὅμως αὐτοῦ θεωρῶ παρακεκινδυνευμένην καὶ θὰ ἐπιστήσω ἐπ’ αὐτῆς τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὴν διάταξιν τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 1· «εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν, ἂν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἡ παράβασις προυξένησεν εἰς τὸν προτείναντα αὐτὴν διάδικον βλάβην, μὴ δυναμένην νὰ ἐπανορθωθῇ ἄλλως ἢ κηρυσσομένης τῆς ἀκυρότητος». Ἐν ᾧ ἀφ’ ἑνὸς προστατεύει ἡ διάταξις αὕτη τὰ συμφέροντα τοῦ προτείναντος τὴν ἀκυρότητα, ἡ ὁποία ἀφήνεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, ἐξ ἑτέρου θέτει εἰς κίνδυνον σοβαρὸν τὰ συμφέροντα τοῦ καθ’ οὗ ἡ πρότασις. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν ἔχομεν δικαστὴν ἐμβριθῆ, ἀκέραιον, δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ὀρθῶς θὰ κρίνῃ, ἀλλά, ἀφοῦ ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι καὶ ἀτελεῖς μεταξὺ τῶν δικαστῶν, δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς ὅπλον τοιοῦτον, οἷον δίδει ἡ διάταξις αὕτη, διότι, ὅταν μείνῃ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ καὶ φαντασθῶμεν δικαστὴν ἀπρόσεκτον ἢ ἐπιλανθανόμενον τῶν ὑψηλῶν αὑτοῦ καθηκόντων, ὁ ὁποῖος διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς του, ἀκυροῖ μίαν πρᾶξιν...
§140ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρὶν ψηφισθῇ ἡ τοιαύτη διάταξις δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἀκυρώσῃ;
§141Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἠδύνατο νὰ τὴν ἀκυρώσῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶχε τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἔχει σήμερον· διότι τότε, ἐὰν ἠκύρου ὁ δικαστὴς μίαν πρᾶξιν καὶ μ’ ἐζημίου, θὰ εἶχον τὴν ἀγωγὴν τοῦ κακοδικίου.
§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πάντοτε ἔχετε τὴν ἀγωγὴν τοῦ κακοδικίου.
§143Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ὅταν ἀφήνηται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, ἡ κρίσις εἶναι ἀνεξέλεγκτος καὶ ὅπως ὁ ποινικὸς δικαστὴς ἔχει τὴν κρίσιν ἀνεξέλεγκτον διὰ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ, οὕτως ἐν προκειμένῳ καὶ ὁ πολιτικὸς δικαστής, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῇ δόλος.
§144Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐν ἀρχῇ λέγει ὅτι ἡ παράβασις διατάξεως ἐπάγεται ἀκυρότητα ἀπαγγελλομένην κατὰ κανόνα ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ. Τί ἐννοεῖ τὸ κατὰ κανόνα;
§145Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐννοεῖ ὅτι κατὰ κανόνα ἀπαγγέλλεται ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ, κατ’ ἐξαίρεσιν δ’ ἀπαγγέλλεται αὐτοδικαίως.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ζητεῖ τὸν λόγον. Τὸ ἄρθρον 1 τροπολογεῖται ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἄρθρον 201 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας μεταρρυθμίζεται ὡς ἑξῆς: Ἡ παράβασις διατάξεως ῥυθμιζούσης τὴν διαδικασίαν, καὶ ἰδίᾳ τὸν τύπον, δικαστικῆς τινος πράξεως ἐπάγεται ἀκυρότητα ἀπαγγελλομένην κατὰ κανόνα ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ: 1) Ἄν τὴν τήρησιν τῆς διατάξεως διαγράφῃ ῥητῶς ὁ νόμος ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος, ἢ ἂν τὴν τήρησιν αὐτῆς ὁ δικαστὴς ὀφείλῃ νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος· ἢ ἂν ἡ διάταξις εἶναι ἀπαγορευτική· 2) Ἄν διὰ τὴν παράβασιν ταύτην χωρῇ ἀναίρεσις ἢ ἐπανάληψις τῆς διαδικασίας· 3) Εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν, ἂν κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἡ παράβασις προυξένησεν εἰς τὸν προτείναντα αὐτὴν διάδικον βλάβην, μὴ δυναμένην νὰ ἐπανορθωθῇ ἄλλως ἢ κηρυσσομένης τῆς ἀκυρότητος». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2ον.
§147ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 2. — Τὰ ἄρθρα 807 καὶ 808 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας τροποποιοῦνται ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 807. Αἱ ὑπὸ τῶν πρωτοδικῶν ἢ ἐφετῶν ἐκδοθεῖσαι ἀποφάσεις δύνανται ν’ ἀναιρεθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου μόνον διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: 1) Ἐὰν τὸ Δικαστήριον δὲν συνετέθη προσηκόντως ἢ ἐὰν πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἀποφάσεως μετέσχε δικαστής, καθ’ οὗ ἠγέρθη ἀγωγὴ κακοδικίου κατὰ τὸ ἄρθρον 63· 2) Ἐὰν τὸ Δικαστήριον ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν περὶ ἐξαιρέσεως δικαστοῦ, καίτοι οὗτος κατὰ τὰ δεκτὰ ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως γενόμενα πραγματικὰ περιστατικὰ ἦτο ἐξαιρετέος κατὰ τὸν νόμον· 3) Ἐὰν τὸ Δικαστήριον ὑπερέβη τὰ καθήκοντα αὐτοῦ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 808· 4) Ἐὰν τὸ Δικαστήριον ἐπὶ προσωπικῆς μὲν ἁρμοδιότητος ἐσφαλμένως ἐκήρυξεν ἑαυτὸ ἀναρμόδιον, ἐπὶ δὲ λόγῳ ὕλης ἁρμοδιότητος ἐσφαλμένως ἐκήρυξεν ἑαυτὸ ἁρμόδιον ἢ ἀναρμόδιον· 5) Ἐὰν κατὰ παράβασιν δικονομικῶν ὁρισμῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν περὶ ἐπιδόσεων, ἐδικάσθη ἐρήμην ὁ διάδικος· 6) Ἐὰν παρανόμως ἀπεκλείσθη ἡ δημοσιότης τῆς διαδικασίας· 7) Ἐὰν τὸ Δικαστήριον παρὰ τὸν νόμον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πράγματα μὴ προταθέντα ἢ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πράγματα προταθέντα καὶ ἔχοντα κατὰ τὸν νόμον οὐσιώδη ἐπιρροὴν εἰς τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης· 8) Ἐὰν τὸ Δικαστήριον παρὰ τὸν νόμον ἐδέχθη πράγματα ὡς ἀληθῆ ἄνευ ἀποδείξεως, ἢ δὲν διέταξε περὶ αὐτῶν ἀπόδειξιν· 9) Ἐὰν τὸ Δικαστήριον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἀποδεικτικὰ μέσα μὴ ἐπιτρεπόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου, ἢ παρὰ τὸν νόμον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἀποδείξεις μὴ προσαχθείσας· προσέτι ἂν τὸ Δικαστήριον παρὰ τὸν νόμον δὲν ἐπέβαλεν ἐπαχθέντα ἢ ἀντεπαχθέντα ὅρκον, ἢ παρὰ τὸν νόμον δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν προσαχθείσας ἀποδείξεις· πλὴν ἂν ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει αἱ ἀποδείξεις αὗται δὲν εἶχον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου οὐσιώδη ἐπίδρασιν εἰς τὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς· 10) Ἐὰν τὸ Δικαστήριον παρέβη τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ νόμου ἐν σχέσει πρὸς τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως καὶ πρὸς τὴν δύναμιν τῶν ἀποδεικτικῶν μέσων· 11) Ἐὰν τὸ Δικαστήριον παρὰ τὸν νόμον ἐκήρυξεν ἢ δὲν ἐκήρυξεν ἀκυρότητά τινα, ἔκπτωσιν ἀπὸ δικαιώματος ἢ ἀπαράδεκτον, ἐφ’ ὅσον διὰ τὴν παράβασιν ταύτην δὲν χωρεῖ ἐπανάληψις τῆς διαδικασίας· 12) Ἐὰν παρὰ τὸν νόμον ἀνεκλήθη ἀπόφασις ὁριστική· 13) Ἐὰν τὸ Δικαστήριον κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ἐδέχθη ὅτι ὑπάρχει ἢ ὅτι δὲν ὑπάρχει δεδικασμένον, ἢ ἂν τὸ Δικαστήριον ἐδέχθη ὅτι ὑπάρχει δεδικασμένον ἐπὶ τῇ βάσει ἀποφάσεως ἀναιρεθείσης κατόπιν· 14) Ἐὰν ὑπάρχωσι πλείονες ἀντιφάσκουσαι πρὸς ἀλλήλας ἐν τῇ αὐτῇ διαφορᾷ καὶ περὶ τῶν αὐτῶν διαδίκων παρὰ διαφόρων Δικαστηρίων ἐκδοθεῖσαι τελεσίδικοι ἀποφάσεις, ὅτε ἀναιροῦνται αἱ πρὸς τὴν πρώτην ἀντιφάσκουσαι· 15) Ἐὰν ἡ ἀπόφασις εἶναι ἐλλιπὴς κατὰ τὸ διατακτικὸν μέρος· 16) Ἐὰν ἡ σύνταξις τῆς ἀποφάσεως εἶναι τοσοῦτον ἐλλιπής, ὥστε δὲν προκύπτει ἐκ ταύτης σαφῶς ἡ διαφορὰ ἢ οἱ διάδικοι, περὶ ὧν ἐδίκασεν· 17) Ἐὰν ἐσφαλμένως ἐφηρμόσθη ἢ ψευδῶς ἡρμηνεύθη οὐσιαστικός τις νόμος. Πᾶσα ἄλλη παρέκκλισις ἀπὸ τοῦ διαγεγραμμένου τύπου τῆς διαδικασίας δύναται νὰ προταθῇ πρωτοδίκως ἢ ἀνεκκλήτως μόνον ἐν τῷ ἀκροατηρίῳ τῶν Πρωτοδικῶν ἢ τῶν Ἐφετῶν. Ἄρθρον 808. Ὑπέρβασις καθηκόντων τότε μόνον ὑπάρχει ὅταν Δικαστήριόν τι: 1) Παρενείρῃ ἑαυτὸ εἰς ἐντελῶς ξένα καὶ ἰδίως εἰς διοικητικὰ καὶ νομοθετικὰ καθήκοντα· 2) Ἐὰν κατὰ τὴν ἀπόφασιν περί τινος προκαταρκτικοῦ ζητήματος πολιτικὸν ἢ ποινικὸν Δικαστήριον πράττῃ ἐναντίον τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 10–12 ὡρισμένων.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§149Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθμ. 4 ἐδαφίου ὑπάρχει ἡ ἔκφρασις εἰς τὸ τέλος «καθ’ οὗ ἠγέρθη ἀγωγὴ κακοδικίου κατὰ τὸ ἄρθρον 63» βεβαίως τῆς Δικονομίας· ἐπειδὴ ὅμως εἶναι πιθανώτατον ὅτι θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα διάταξις περὶ τῆς ἀγωγῆς κακοδικίου, νομίζω ὅτι ἡ ἔκφρασις δὲν θὰ ἔχανε τίποτε, ἐὰν ἔλειπε τὸ «κατὰ τὸ ἄρθρον 63» καὶ ἐτίθετο «ὑπό τινος τῶν διαδίκων».
§150Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀφαιροῦμεν τὸ «κατὰ τὸ ἄρθρον 63». Τὸ «ὑπό τινος τῶν διαδίκων» περιττεύει.
§151ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου ὑπ’ ἀριθμ. 11 ὑπάρχει ἡ ἔκφρασις «ἐφ’ ὅσον διὰ τὴν παράβασιν ταύτην δὲν χωρεῖ ἐπανάληψις τῆς διαδικασίας». Ἀλλά, ὁσάκις χωρεῖ τὸ ἔνδικον μέρος τῆς ἐπαναλήψεως τῆς διαδικασίας, πάντοτε δὲν χωρεῖ ἀναίρεσις.
§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ φιλονεικεῖται τὸ ζήτημα, δι’ αὐτὸ ἠθελήσαμεν νὰ τὸ λύσωμεν.
§153ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν φιλονεικεῖται.
§154Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ὑπομνήσω ὅτι φιλονεικεῖται, καὶ ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι συμπορεύονται καὶ τὰ δύο. Δι’ αὐτὸ τὸ ἐθέσαμεν.
§155ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἠδύνατο νὰ τεθῇ «ἐὰν διὰ τὴν παράβασιν ταύτην δὲν χωρῇ ἐπανάληψις τῆς διαδικασίας», οὕτω δὲ θὰ ἐτίθετο τὸ ζήτημα καλλίτερον, νομίζω. Ἐν τῷ ἐδαφίῳ 14 λέγεται: «14) Ἐὰν ὑπάρχωσι πλείονες ἀντιφάσκουσαι πρὸς ἀλλήλας ἐν τῇ αὐτῇ διαφορᾷ καὶ περὶ τῶν αὐτῶν διαδίκων παρὰ διαφόρων Δικαστηρίων ἐκδοθεῖσαι τελεσίδικοι ἀποφάσεις, ὅτε ἀναιροῦνται αἱ πρὸς τὴν πρώτην ἀντιφάσκουσαι». Ἡ ἔκφρασις, ἰδίᾳ μάλιστα ἕνεκα τῆς τελευταίας λέξεως «ἀντιφάσκουσα», θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἔχει τὴν ἔννοιαν ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι πλείονες τῶν δύο ἀποφάσεις, ἀφοῦ εἶναι πολλαὶ αἱ ἀντιφάσκουσαι, ἐνῷ δὲν θὰ ἐχώρει ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ἐὰν εἶχεν οὕτως ἡ διάταξις: «Ἐὰν ὑπάρχωσι δύο ἢ πλείονες πρὸς ἀλλήλας ἀντιφάσκουσαι ἐν τῇ αὐτῇ διάφοραι ἀποφάσεις...».
§156ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίαν ἐκ τῶν ἀποφάσεων πρέπει ν’ ἀναιρέσωμεν;
§157Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν μεταγενεστέραν πάντως.
§158ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἦτο κατ’ ἀμφοτέρων τῶν ἀποφάσεων;
§159Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αἱ τελευταῖαι. Αἱ προηγούμεναι θὰ μείνωσι τελεσίδικοι.
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικά.
§161Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου 808 περίπτωσις πρώτη: «...παρενείρῃ ἑαυτὸ εἰς ἐντελῶς ξένα καὶ ἰδίως εἰς διοικητικὰ καὶ νομοθετικὰ καθήκοντα». Ἡ φράσις «καὶ νομοθετικὰ» εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν περιττεύουσα.
§162Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι τοῦ Ὑπάρχοντος κειμένου.
§163Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἠξεύρω, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν εἶχεν ὀρθῶς, διότι εἶναι γενικὴ ἀρχὴ ὅτι ὁ δικαστὴς κρίνει κατὰ τοὺς νόμους καὶ ὄχι περὶ τῶν νόμων. Θὰ ἠδύνατο μάλιστα ν’ ἀγάγῃ εἰς ἄτοπα, διότι πλειστάκις θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὁ δικαστὴς ἐνομοθέτησεν, ὅταν ἑρμηνεύῃ. Διὰ νὰ ἔχῃ τέλος πάντων ὀρθότερον ἡ διάταξις, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «...παρενείρῃ ἑαυτὸ εἰς παντελῶς ξένα καὶ ἰδίως εἰς καθήκοντα ἀρχῆς μὴ δικαστικῆς», πρῶτον μὲν διότι ἡ νομοθετικὴ δὲν εἶναι ἀρχή, εἶναι ἐξουσία, καὶ δεύτερον διότι εἰς νομοθετικὰ καθήκοντα κατὰ τὰς νεωτέρας ἀντιλήψεις ἴσως πλειστάκις παρενείρει ἑαυτὸν ὁ δικαστὴς ἑρμηνεύων τοὺς νόμους. Ἐὰν ἤθελέ τις νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ὡς εἶχε κατὰ λέξιν καὶ αὐστηρῶς, θὰ ἠδύνατο εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ λέγῃ πρὸς τὸν δικαστήν: «ἐνομοθέτησας, καθ’ ὅσον δὲν ἡρμήνευες ὀρθῶς τοὺς νόμους». Ἡ ἔκφρασις λοιπὸν θὰ εἶχεν ὀρθότερον καὶ σαφέστερον, ἐὰν εἶχεν οὕτω: «...παρενείρῃ ἑαυτὸ εἰς ἐντελῶς ξένα καὶ ἰδίως εἰς καθήκοντα ἀρχῆς μὴ δικαστικῆς».
§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις εἴμεθα πάντες σύμφωνοι.
§165Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§166Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ἐδάφιον 9 ἤθελον νὰ μάθω ἂν θὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, μετὰ τῆς φράσεως «πλὴν ἂν ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει αἱ ἀποδείξεις αὗται δὲν εἶχον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου οὐσιώδη ἐπίδρασιν εἰς τὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς».
§167Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δώσω ἐξηγήσεις ἀμέσως.
§168Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤθελον ν’ ἀφαιρεθῇ ἐντελῶς. Δὲν εἶναι προσῆκον νὰ μεταβληθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς Δικαστήριον οὐσίας. Ἐγὼ εἰς αὐτὸ ἐπιμένω.
§169Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καθίσταται τρίτος βαθμὸς διαδίκου.
§170Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατ’ ἀνάγκην ἡ δικηγορία εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον μεταβάλλεται πᾶσα. Εἶπον ἤδη ἄλλοτε ὅτι εἶναι τόσον θεμελιῶδες τὸ πρᾶγμα, ὥστε παρέστη ἀνάγκη, ἵνα, πρὶν ῥιζωθῇ εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Γάλλου νομοθέτου ὅτι τὸ Ἀκυρωτικὸν εἶναι μόνον Ἀκυρωτικόν, ῥητῶς τὰ Συντάγματα, καὶ ἀνέφεραν τέσσαρα Γαλλικὰ συντάγματα διὰ ῥητῆς διατάξεως νὰ διακηρύξωσιν ὅτι τὸ Ἀκυρωτικὸν ἀποφαίνεται μόνον περὶ τοῦ νομικοῦ μέρους καὶ ἀπαγορεύεται εἰς αὐτὸ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς οὐσίας.
§171Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ λέγουσι πάντα.
§172Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ λέγουσι πάντες οἱ νόμοι περὶ Ἀκυρωτικῶν καὶ οὐδὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἀντίθετον εἰμὴ μόνον ἕν, ἐπὶ τοῦ Γερμανικοῦ Ἀκυρωτικοῦ. Τὸ Ἀκυρωτικὸν εἶναι μόνον Ἀκυρωτικὸν καὶ κατὰ τὸ πρότυπον τοῦ Γαλλικοῦ Ἀκυρωτικοῦ ἐσχηματίσθησαν τὰ ἄλλα Ἀκυρωτικὰ ὡς καὶ τὸ ἰδικόν μας. Ἡ ἀντίθετος ἀρχή, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὸ συζητούμενον ἐδάφιον 9, ἀποτελεῖ καινοτομίαν, ἡ ὁποία πρώτην φορὰν εἰσάγεται. Ἐγὼ τουλάχιστον δὲν γνωρίζω ἄλλην τοιαύτην καινοτομίαν.
§173Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ ἐπαναλάβητε, ποῦ εὑρίσκετε ὅτι δὲν εἶναι Ἀκυρωτικόν.
§174Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν μεταβάλλεται εἰς Δικαστήριον οὐσίας, κρῖνον ἂν τὰ ἔγγραφον, ἐφ’ οὗ στηρίζεται ὁ λόγος ἀναιρέσεως, εἶναι οὐσιῶδες διὰ τὴν δίκην ἢ ὄχι.
§175Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει δίκαιον τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτής, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ νομοθέτης, ὅτε διώρθωσεν αὐτὴν τὴν δυσαρμονίαν.
§176Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκόλασε τὴν μεγαλειτέραν δυσαρμονίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ νομοσχέδιον ὡς κατηρτίσθη ὑπὸ ὑπηρεσιακῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ ν’ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ἡ διάταξις. Ὑμεῖς μοὶ εἴπετε ὅτι διετυπώθη κατὰ τρόπον ἀρνητικόν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ εἶμαι κατὰ τῆς ἀναγραφῆς τῆς τοιαύτης διατάξεως, διότι φοβοῦμαι ὅτι καταπίπτει καὶ τὸ κῦρος τοῦ Ἀκυρωτικοῦ. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἐδάφιον 5 εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν μίαν ἐξήγησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν: Διατί διετυπώθη τὸ ἐδάφιον 5, τὸ ὁποῖον προφανῶς ἐλήφθη ἐκ τῆς δʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 477 τῆς Αὐστριακῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἄλλως ἢ ἐν τῇ Αὐστριακῇ Δικονομίᾳ;
§177Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σπεύδω νὰ σᾶς καταστήσω γνωστὸν, ὅτι ἀκριβῶς ἐλήφθη ἐκεῖθεν, καὶ ἐκείνην τὴν ἔννοιαν σκοπεῖ ν’ ἀποδώσῃ, διὰ νὰ ἄρω δὲ πᾶσαν ἀμφιβολίαν, μετὰ τὴν λέξιν «ἐδικάσθη» θὰ προσθέσω τὴν λέξιν «ἀκύρως».
§178Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον ἂν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀκολουθήσωμεν ἔτι ἀκριβέστερον τὸ Αὐστριακὸν κείμενον: «ἐὰν κατὰ παράβασιν οἰκονομικῶν ὁρισμῶν καὶ ἰδίᾳ τῶν περὶ ἐπιδόσεων κατέστη ἀδύνατον εἰς τὸν διάδικον νὰ παραστῇ ἐπὶ Δικαστηρίου».
§179Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδικάσθη ἀκύρως.
§180Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διότι οὕτω περιορίζομεν τὰς ἀκυρότητας τὰς ἐκ τῆς ἐπιδόσεως.
§181Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως διεξάγεται ἡ συζήτησις πῶς θὰ ληφθῶσιν αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὰ Πρακτικά;
§182Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχωσιν ἄλλαι σκέψεις, τὰς ὁποίας ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχω τὸν καιρὸν νὰ κάμω καὶ μόνος μου. Τοῦτο ἤθελον μόνον νὰ ἴδω ἂν διαφέρει κατὰ τὴν ἔννοιαν, διότι, ἐὰν δὲν διαφέρῃ, νομίζω ὅτι ἀνοίγομεν στάδιον εἰς τὴν στρεψοδικίαν μὲ τὴν διατύπωσιν τὴν τροποποιουμένην τοῦ Ἑλληνικοῦ κειμένου, ἥτις εἶναι διάφορος ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ Αὐστριακοῦ κειμένου, διότι λέγει περίπου «ἐὰν παρεβιάσθησαν αἱ περὶ ἐπιδόσεως διατάξεις καὶ ἐδικάσθη ἐρήμην ὁ ἀναιρεσείων». Τοιουτοτρόπως εἰσάγομεν τυπικὴν ἀκυρότητα καὶ κατορθοῦμεν, ὥστε νὰ δικάζησαι ἐρήμην καὶ νὰ ἔρχησαι παραπονούμενος ὅτι κακῶς ἐγένετο ἡ ἐπίδοσις, παραλειφθέντος ἐπουσιώδους τινὸς τύπου, ἐνῷ καταφαίνεται ὅτι ἦσο ἐν καιρῷ νὰ δικασθῇς κατ’ ἀντιμωλίαν. Τώρα ὡς πρὸς τὴν πρώτην παρατήρησιν ἐγὼ θὰ ἐπιμείνω ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις. Ἠξεύρετε τὴν κατάχρησιν πῶς συνήθως γίνεται. Εἰς τὰς ἀντιρρήσεις κατὰ τῶν ὁρκοδοσιῶν ἐπικαλούμεθα ἓν ἢ δύο ἐπουσιώδη ἔγγραφα, καὶ τοῦτο τὸ κάμνομεν, ἵνα δημιουργήσωμεν λόγον ἀναιρέσεως καὶ σώσωμεν πολλάκις τὴν οὐσίαν τῆς διαφορᾶς. Ἂς μὴ μᾶς κοπῇ τὸ στάδιον τοῦ νὰ συζητῆται ἐκ νέου ἡ οὐσία τῆς διαφορᾶς. Δυστυχῶς πολλάκις ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν Δικαστηρίων καὶ τῆς μεροληψίας αὐτῶν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην —καὶ τὸ ὁμολογῶ ἐγὼ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ τὸ ὁμολογήσῃ—, ἵνα ἀνοίξωμεν αὐτὴν τὴν θύραν. Τὸ πρᾶγμα καὶ ἡ μεθόδευσις αὕτη δὲν εἶναι ἐν παντὶ σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον, ἀλλ’ εἶναι πολλάκις ὑπηρετικὴ τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, διὰ νὰ ἀρθῇ τὸ ἐντεῦθεν ἄτοπον, δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καταστήσωμεν τὸν Ἄρειον Πάγον Δικαστήριον οὐσίας, διότι οὕτως εἰς περισσότερα ἄτοπα δυνατὸν νὰ περιπέσωμεν.
§183Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον 807 ὡς ἔχει διατυπωθῇ (ἀναγινώσκει) περιλαμβάνει καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν Πρωτοδικείων. Εἰς τὸ ἐδάφ. 8ον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ «πλὴν ἐπὶ προσωρινῶν διατάξεων», καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατί. Ἔχω ἀπόφασιν νεωτάτην τοῦ Πρωτοδικείου Μεσολογγίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ εἰρηνοδίκης δὲν ἐπέβαλεν ὅρκον περὶ προσωρινῶν μέτρων, τὸ δὲ Πρωτοδικεῖον Μεσολογγίου μετερρύθμισε τὴν ἀπόφασιν καὶ ἐπιβάλλει τὸν ὅρκον, μετὰ δὲ τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου τὸ αὐτὸ Πρωτοδικεῖον ἀνεκάλεσε τὴν ἀπόφασιν.
§184Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηγήθητε ἐπαρκῶς· θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§185ΙΩ. ΑΚΡΙΔΑΣ. Νομίζω ὅτι καὶ εἰς τὸ 9ον ἐδάφιον ἠδύνατο νὰ γίνῃ τοιαύτη μεταρρύθμισις· ἐκεῖ σᾶς λέγει «προσέτι ἐὰν τὸ Δικαστήριον δὲν ἐπέβαλεν ἐπαχθέντα ἢ ἀντεπαχθέντα ὅρκον...
§186Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2ῳ τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 807 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας, ἀπαριθμοῦνται οἱ λόγοι τῆς ἀναιρέσεως μετὰ πολλῆς ἀκριβείας καὶ λεπτολογίας. Ἐν τούτοις εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ἀκόμη προσθῆκαί τινες καὶ διορθώσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἔλαβον ἀφορμήν, ὡς εἶπον καὶ χθές, ἐκ τῶν παρατηρήσεων τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν. Αἱ προσθῆκαι αὗται εἶναι αἱ ἑξῆς.
§187Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἰδεῖ αὐτάς.
§188Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἔχουσι τυπωθῇ καὶ διενεμήθησαν ἐν τῇ Βουλῇ. Λοιπὸν κατὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 807 λόγος ἀναιρέσεως εἶναι, ἐὰν τὸ Δικαστήριον δὲν συνετέθη προσηκόντως ἢ ἐὰν πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἀποφάσεως μετέσχε δικαστής, καθ’ οὗ ἠγέρθη ἀγωγὴ κακοδικίου, κατὰ τὸ ἄρθρον 63. Ἄλλη περίπτωσις ἐντελῶς ἀνάλογος εἶναι ἐκείνη, καθ’ ἣν ἐζητήθη ἡ ἐξαίρεσις τοῦ δικαστοῦ καὶ ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν δεκτὴ καὶ διετάχθη ν’ ἀπόσχῃ κατὰ τὸ ἄρθρον 44 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Εἶναι περίπτωσις σπανιωτάτη.
§189Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε θὰ τύχῃ.
§190Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι πρὸς φόβητρον, ὡς καὶ ἡ ἄλλη.
§191Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς τὸ διατυποῦτε;
§192Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ διατύπωσις εἶναι ἡ ἑξῆς: «ἢ ἐὰν πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἀποφάσεως μετέσχε δικαστής, οὗ ἐγένετο δεκτὴ κατὰ τύπους ἡ ἐξαίρεσις, διαταχθέντος ν’ ἀπέχῃ, ἢ καθ’ οὗ ἠγέρθη ἀγωγὴ κακοδικίου». Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 4ου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι «ἐὰν τὸ Δικαστήριον ἐπὶ προσωπικῆς μὲν ἁρμοδιότητος κλπ» ὁ συνάδελφος κ. Ἀραβαντινὸς παρετήρησεν ὅτι δὲν ὑπάρχει ῥητὴ μνεία ἂν τὸ Δικαστήριον ἐδίκασε κατὰ παράβασιν τῶν δύο βαθμῶν. Τὸ 7ον ἐδάφιον εἶναι τὸ ἀφορῶν τὴν ἀναίρεσιν δι’ ἀναιτιολόγητα. Ἐνταῦθα ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ συλλόγου παρατηρεῖ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ περίπτωσις, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Δικαστήριον παρὰ τὸ ῥητὸν περιεχόμενον τῶν προτάσεων λέγει ὅτι ὑπάρχει ἢ ὄχι εἷς ἰσχυρισμός, ὅπως καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται νὰ ἐπεμβῇ ὁ Ἄρειος Πάγος. Ἐὰν τοῦτο γίνῃ δεκτόν, τότε πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ ἡ ἑξῆς φράσις (ἀναγινώσκει): «ὡς καὶ ἐὰν παρὰ τὸ ῥητὸν περιεχόμενον τῶν προτάσεων ἀπεφήνατο ὅτι ταῦτα προετάθησαν ἢ δὲν προετάθησαν».
§193Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ὑπὸ μὲν τὴν ἔποψιν τοῦ πράγματος εἶναι περίπτωσις ἀδύνατος, δύναται δὲ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ εἰσέρχηται ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς οὐσιαστικὰς ἐρεύνας.
§194Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἴχομεν τὴν παράβασιν τῶν περὶ ἀποδείξεως διατάξεων.
§195Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἔχομεν τοιοῦτον λόγον. Ἀκριβῶς τὴν παρατήρησιν ταύτην ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ συλλόγου καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ ἀφορῶντος τὰς ἀποδείξεις. Τὸ νομοσχέδιον λέγει: «Ἐὰν τὸ Δικαστήριον παρὰ τὸν νόμον ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πράγματα μὴ προταθέντα ἢ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πράγματα προταθέντα καὶ ἔχοντα κατὰ νόμον οὐσιώδη ἐπιρροὴν εἰς τὴν ἔκβασιν τῆς δίκης», προτείνεται δὲ νὰ προστεθῇ: «ἢ ἀπεφήνατο ἐναντίον τοῦ ῥητοῦ περιεχομένου τῶν προτάσεων».
§196Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ περιλάβω τοιαύτην διάταξιν, διότι θὰ δώσῃ ἔκτασιν μεγάλην. Καταντᾷ οὐσιαστικὴ ἐκτίμησις τοῦ περιεχομένου τῶν ἐγγράφων.
§197Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πολὺ καλά. Ἐκ τοῦ λόγου ὅμως τούτου ἀκριβῶς ὁρμώμενος πάλιν θὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν νὰ διαγραφῇ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 9ου, τό: «πλὴν ἂν ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει αἱ ἀποδείξεις αὗται δὲν εἶχον κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ἀρείου Πάγου οὐσιώδη ἐπίδρασιν εἰς τὴν λύσιν τῆς διαφορᾶς», διότι οὕτως ἀκριβῶς εἰσέρχεται πλησίστιος ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς τὴν οὐσίαν. Διὰ ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν ἐνδεχομένην ταύτην ἀντίρρησιν, ἥτις δὲν διατυποῦται μὲν ὡς στοιχεῖον τοῦ λόγου τῆς ἀναιρέσεως, ἀλλ’ ὡς ἔνστασις, πάλιν πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἐνστάσεως ταύτης πρέπει νὰ ἐκτυλίξωμεν ὅλον τὸ πραγματικὸν τῆς ὑποθέσεως.
§198ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχομεν τὸν κανόνα ὅτι ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐγγράφων, ὥστε ἐνταῦθα δὲν καθιεροῦται παρὰ μία ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος αὐτοῦ.
§199Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὴν ἐξαίρεσιν ἀποκρούω. Τελευταία παρατήρησις εἶναι ἐπὶ τοῦ 17ου ἐδαφίου: «ἐὰν ἐσφαλμένως ἐφηρμόσθη ἢ ψευδῶς ἡρμηνεύθη οὐσιαστικός τις νόμος». Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει νὰ προστεθῇ: «ἢ διάταξις τοῦ Συντάγματος».
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ εἶναι αὐτονόητον.
§201Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ προσῆκον νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφορικῶς πρὸς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἐδαφίου 9ου, ἡ ὁποία ἐσχολιάσθη ἱκανῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τρεῖς δὲ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἀντετάχθησαν κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Εἶναι σπουδαία ἀληθῶς ἡ καινοτομία ἡ εἰσαγομένη διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, καινοτομία, ἡ ὁποία καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, ἐπίσης συνεζητήθη. Παρετηρήθη δυσαρμονία τις εἰσαγομένη διὰ τῆς διατάξεως εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς Δικαστηρίου Ἀκυρωτικοῦ, ὑπεδείχθη δ’ ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ ὁ κίνδυνος τῆς ἐκτάσεως, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὰ ἔργα τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Ὡς πόρισμα τῆς συζητήσεως αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ ἀρνητικὴ διατύπωσις, ἣν βλέπετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐσκόπει δὲ νὰ προλάβῃ αὕτη καὶ κολάσῃ ταύτην κυρίως τὴν περίστασιν, καὶ ταύτην τὴν κατάχρησιν, ἡ ὁποία φαίνεται κατὰ τὴν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου διαδικασίαν. Συμπίπτει πολλάκις κυρίως κατὰ τὰ πρὸς ἀπόδειξιν ὑποβαλλόμενα ἔγγραφα τὸ Δικαστήριον τῆς οὐσίας νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὡρισμένην λ. χ. ἐπιστολήν, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς δίκης, ἀπολύτως ἄσχετος καὶ ξένη πρὸς τὸ ἀποδεικτέον ἀντικείμενον. Ἐπὶ τῆς παραλείψεως ταύτης θεμελιοῦται λόγος ἀναιρέσεως ταύτην ἔχων τὴν κατασκευὴν καὶ τὴν διατύπωσιν· ἐπειδὴ τὸ Δικαστήριον δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ ἔγγραφον αὐτό, ἡ ἀπόφασις εἶναι ἀναιρετέα, ἀνεξαρτήτως τῆς οὐσιαστικῆς αὐτοῦ σημασίας καὶ τῆς σχέσεώς του πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀποδείξεως καὶ τῆς δίκης ἐν γένει. Συνήθως δ’ ἐν τῇ πρακτικῇ παρετηρήθη ὅτι καταλλήλως γίνεται ἐπίκλησις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τῆς οὐσίας ἐγγράφων ἀσχέτων, εἰς τρόπον ὥστε νὰ παραπλανηθῇ τὸ Δικαστήριον τῆς οὐσίας καὶ νὰ παραλίπῃ νὰ λάβῃ τὰ ἄσχετα ὑπ’ ὄψιν του, μίαν ἐπιστολὴν λ. χ. ἐντελῶς ἄσχετον, οἰκογενειακῆς φύσεως, προκειμένου περὶ ἑνὸς δανείου, ἢ ὡρισμένα ἔγγραφα δημόσια, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ἄσχετα πρὸς τὸ ἀντικείμενον τῆς διαφορᾶς, ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος εὑρίσκεται εἰς τὴν δικονομικὴν ἀνάγκην ν’ ἀναιρέσῃ. Συνέβη δὲ νὰ καταληφθῇ ὁ Ἄρειος Πάγος ὑπὸ ἀγανακτήσεως πολλάκις, διότι οἱ διάδικοι ἀμυνόμενοι κατὰ τῆς τοιαύτης μεθοδεύσεως τῶν ἀναιρέσεων ἀγωνίζονται ν’ ἀναπτύσσωσι τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅπως ἐξαναγκάσωσι τοῦτον ἠθικῶς ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς εἰδωλολατρείας τῶν τύπων καὶ ἀποφύγῃ τὴν ἀναίρεσιν. Καταντᾷ λοιπὸν καὶ ἤδη εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ γίνεται οὐσιαστικὴ συζήτησις ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ν’ ἀγωνίζηται καὶ οὗτος νὰ ἐξεύρῃ διέξοδον ἐκ τοῦ κλοιοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ δικονομικὴ ἀνάγκη ἐμβάλλει τὴν ὑπόθεσιν. Αὐτὸ δὲ συμβαίνει συνήθως ἐπὶ τῶν ἐγγράφων, διότι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνῃ ἐπὶ μαρτύρων ἢ ἄλλου εἴδους ἀποδείξεων. Κατόπιν τῆς συζητήσεως αὐτῆς καὶ πρὸς πρόληψιν τοιαύτης τακτικῆς ἐνομίσαμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία ἔγινε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ περιορίσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς αὐτὸν τὸν τύπον μόνον, οὕτως ὥστε κατὰ πᾶσαν περίστασιν ὁ Ἄρειος Πάγος ἀναιρῶν δὲν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν· ἀνάγκην θὰ ἔχῃ νὰ αἰτιολογῇ μόνον ἐὰν πρόκειται ν’ ἀπορρίψῃ αἴτησιν ἀναιρέσεως. Δηλαδὴ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὡρισμένον ἀποδεικτικὸν στοιχεῖον, τότε θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐλήφθη μὲν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ὅμως τοῦτο οὐδεμίαν σχέσιν καὶ σημασίαν ἔχει πρὸς τὴν δίκην, καὶ συνεπῶς δὲν ἀναιρῶ. Δι’ ὅσων εἶπον ἐξήγησα πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, ἐκ τῶν ὁποίων ἀφωρμήθην νὰ ὑποβάλω τὴν διάταξιν ταύτην. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι οἱ ἐνδοιασμοί, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον ἀρχικῶς καὶ παρ’ ἐμοί, ὑπάρχουσιν ἀκόμη, καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶμαι ἀπηλλαγμένος αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ παρατηρῶ ὅτι καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπεκράτησεν ἡ ἀντίθετος ἐκδοχή, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ περικοπῇ ἡ τελευταία περίοδος. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἐπὶ τοῦ εʹ ἐδαφίου, καθ’ ὅ, ἐὰν κατὰ παράβασιν δικονομικῶν ὁρισμῶν ἐδικάσθη ἐρήμην ὁ διάδικος, ἀναμφιβόλως ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς αὐστριακῆς δικονομίας. Ἐὰν δὲν κατέστη δυνατὸν ὁ διάδικος νὰ παραστῇ, ἐν τούτοις πρὸς μείζονα ἀποσαφήνισιν σκόπιμον εἶναι, ὅπως μετὰ τὴν λέξιν «ἐδικάσθη» προστεθῇ ἡ λέξις «ἀκύρως». Τελευταῖον ἔχω νὰ κάμω ἀπάντησίν τινα εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας τὴν ἀναγομένην εἰς τὴν ηʹ παράγραφον. Παρετήρησεν εὐλόγως ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι συμβαίνει πολλάκις εἰς δίκας περὶ προσωρινῶν μέτρων νὰ μὴ διατάσσωνται ἀποδείξεις. Καθιστῶ γνωστὸν ὅτι αἱ τοιαῦται περιπτώσεις δὲν περιλαμβάνονται ἐνταῦθα. Διότι ἐν προκειμένῳ ἀνάγονται μόνον αἱ περιστάσεις, καθ’ ἃς ὑποχρεοῦται ὁ δικαστὴς νὰ διατάξῃ ἀποδείξεις, ἀλλ’ εἰς αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτής, δὲν ὑπάρχει ὑποχρέωσις πρὸς διάταξιν ἀποδείξεων.
§202Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν τὸ παράδειγμα.
§203Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ στηρίζησθε ἐπὶ σφαλμάτων δικαστικῶν, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι κατὰ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν δὲν ὑποχρεοῦται νὰ διατάξῃ ὁ δικαστὴς ἀποδείξεις ἐπὶ τοιούτων δικῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε. Ὅσον δὲ τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον νομικῶς καὶ παγίως ὑπὸ τῆς νομολογίας κεκυρωμένον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβωμεν διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον τυχὸν ἀποδείξει ἡμᾶς ἀνιδέους τῶν τοιούτων ζητημάτων. Ἡ διάταξις λοιπὸν προβλέπει τὴν περίστασιν ἐκείνην μόνον, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποχρεοῦται ὁ δικαστὴς νὰ διατάξῃ ἀποδείξεις καὶ δὲν δικτάσσει. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν μετὰ τὰς γενομένας τροποποιήσεις).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς ἀπό.....
§205Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι νομοσχέδιον σπουδαιότατον, νὰ διακόψωμεν.
§206Γ. ΠΩΠ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§208Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ὡρμᾶτο ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος ὅτι ὑποβάλλει τὴν σύμβασιν αὐτήν, ἵνα ἀντικαταστήσῃ ἄλλην σύμβασιν ἐν ἰσχύϊ, ἐάν, λέγω, δὲν ἐδικαιολογεῖτο οὕτως ἡ ὑποβολὴ συμβάσεως, ὡς ἡ παροῦσα, θ’ ἀπετέλει ἀληθὲς σκάνδαλον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὗρεν ἓν κακόν, ἀντὶ τοῦ ὁποίου προτείνει ἓν ἄλλο κακὸν μικρότερον. Ἀλλὰ θὰ παρατηρήσῃ πᾶς τις ἐξ ὑμῶν, διατί ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Π.Α.Π., ἔχουσα εἰς χεῖράς της ἐγκεκριμένην σύμβασιν πρὸς σύναψιν δανείου 20.000.000, δὲν χρησιμοποιεῖ τὴν σύμβασιν ταύτην, ἀλλ’ ἔρχεται νὰ ζητήσῃ νέαν σύμβασιν διὰ σύναψιν δανείου 12.500.000. Ἤκουσα προχθές τινα τῶν κυρίων Βουλευτῶν νὰ λέγῃ ὅτι κάποιον λάκκον ἔχει ἡ φάβα. Καὶ βεβαίως ἔχει λάκκον, διότι ὑπάρχει κάτι ἐν τῇ συμβάσει αὐτῇ, τὸ ὁποῖον ἀπορῶ πῶς δὲν κατεῖδεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν ἱκανότητα εἰς τοιαῦτα ζητήματα. Καὶ εἰσέρχομαι εἰς τὸ θέμα, θὰ προσπαθήσω δὲ λεπτομερῶς νὰ ἐξετάσω τὰ ζητήματα καὶ νομίζω ὅτι θὰ τὰ ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν, χωρὶς νὰ χρειάζηται πρὸς τοῦτο οὔτε μεγάλη λογιστικὴ ἱκανότης οὔτε ἄλλη τις πεῖρα πρὸς ταῦτα. Βεβαίως εἶναι ἄξιον ἀπορίας πῶς ἐτολμήθη ἡ ψήφισις συμβάσεως πρὸς σύναψιν δανείου 20.000.000 καὶ δὴ ὑπὸ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἦτο ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως, ἀφοῦ νομίζω ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας κατεδίκασεν ἡ ἐπανάστασις, θὰ ἐτόλμα ποτὲ νὰ ὑποβάλῃ σύμβασιν, ὡς τὴν τῶν 20.000.000. Τὰ γεγονότα παρουσιάζονται ἐνώπιον ὑμῶν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων...». Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἑταιρεία μέχρι σήμερον ὀφείλει 7.400.000, θὰ λάβῃ δ’ ἀκόμη δύο ἑκατομμύρια καὶ πλέον, ἤτοι θὰ ὀφείλῃ εἰς τὸ μέλλον 12.500.000, ἤτοι 2.437.500 ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὤφειλε μέχρι τοῦδε. Τώρα διὰ τίνα λόγον ἡ αὔξησις αὕτη τοῦ χρέους; Εἶναι ἆρά γε λόγος αὐτὸς τοῦ δανείου, ἵνα ἐπιτύχῃ τὸ ποσὸν τῶν 2.219.000, τὸ ὁποῖον τῇ χρειάζεται διὰ τὰς ἀνάγκας της; Εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἑταιρεία, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ δάνειον 2.219.000, ὑφίσταται ζημίαν ἀπὸ 2.437.500 πέρα τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον λαμβάνει; Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι ἀνόητος. Ἀλλ’ ἀνόητος βεβαίως ἡ πρᾶξις καθόλου δὲν εἶναι, ἀλλ’ εἶναι κάτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον πᾶς τις ἐννοεῖ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἀντιταχθῇ ἴσως ὅτι δὲν εἶναι ὁ μόνος σκοπὸς τοῦ δανείου ἡ λῆψις 2.219.000 δραχ. δι’ ἀνάγκας τῆς ἑταιρείας πρὸς βελτίωσιν τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ, δι’ ἵδρυσιν σταθμῶν κλπ., ἀλλ’ ὅτι ἐπιδιώκεται καὶ ἡ ἀπόσβεσις ἄλλων δανείων. Ἤδη πρόκειται νὰ ἴδωμεν τί θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἀποσβέσεως τῶν δανείων αὐτῶν. Τὸ δάνειον εἰς τὸν οἶκον Ῥαφαὴλ θ’ ἀντικατασταθῇ δι’ ἑτέρου δανείου, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώνῃ τόκον 4%. Τοῦτο φαίνεται εἰς τὴν σύμβασιν. Ἀλλά, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφορὰν τοῦ ὀνομαστικοῦ ἀπὸ τοῦ πραγματικοῦ καὶ ἀφαιρέσωμεν τὴν προμήθειαν τῶν Τραπεζῶν, ὁ τόκος, ὁ ὁποῖος θὰ πληρώνηται εἰς τὸν οἶκον Ῥαφαήλ, θὰ εἶναι 5%. Καὶ ἀναλυτικώτερον: ἡ ἑταιρεία ὀφείλει σήμερον εἰς τὸν οἶκον Ῥαφαὴλ 6,000,000 καὶ δίδει τόκον 270,000. Διὰ νὰ πληρώσῃ αὐτὰ τὰ 6.000.000, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ πληρώσῃ, συνάπτει δάνειον πρὸς 4%, εἰς τιμὴν τῶν 80½ καθαρῶν, καὶ ἑπομένως δανείζεται 7.453.400, θὰ ὀφείλῃ δὲ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 7.453.400 εἰς τὸ μέλλον πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 6.000.000, ἤτοι 1.453.000 ἐπὶ πλέον, θὰ πληρώνῃ δὲ τόκον 28.136 ἐπὶ πλέον ἐτησίως· ἑπομένως ἐκ τῆς χρηματιστικῆς αὐτῆς πράξεως ἡ ἑταιρεία θὰ πληρώνῃ τόκον 28,000 ἐπὶ πλέον καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ δανείου, δηλαδὴ ἐπὶ 65–75 ἔτη, ἀφοῦ τοῦτο ἐξοφλεῖται διὰ χρεολυσίου ¾%, καὶ συγχρόνως θὰ πληρώσῃ ἐκτὸς τῶν 28,136 ἐπὶ πλέον καὶ 1.453.000 διὰ κεφάλαιον.
§209Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Τί χρησιμεύει τότε ἡ σύμβασις;
§210Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε;
§211Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ. Διὰ νὰ γίνωσι κύριοι μετά τινα ἔτη τῆς γραμμῆς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δίδουσι τὸ δάνειον.
§212Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τώρα θὰ εἴπητε: διατί; διὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου αὐτοῦ εἶναι ἆρά γε χρεοκοπημένη ἡ ἑταιρεία, ὥστε νὰ τῇ ἐπιτρέπηται νὰ κάμῃ τοιοῦτον δάνειον; Διὰ τὴν σύναψιν λοιπὸν τοιούτου δανείου ἆρά γε θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ὑποστῇ δαπάνην 1,400,000 καὶ συγχρόνως 28,136 κατ’ ἔτος ἐπὶ πλέον ὡς τόκον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνεν ἕως τώρα; Καὶ πρέπει, διότι ἡ ἑταιρεία εἶναι χρεοκοπημένη, νὰ τὴν ἀφήσωμεν νὰ βγάλῃ τὰ μάτια της; Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινός, Κύριοι. Πρόκειται περὶ χρηματιστικοῦ τεχνάσματος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κάμωσι τὴν μετατροπὴν τῶν δανείων, θὰ ἐπιβάλωσιν εἰς βάρος τῶν μετόχων ποσὸν 1,450,400 δρχ. καὶ τὴν κατ’ ἔτος ἐπιβάρυνσιν αὐτήν. Καὶ τοῦτο μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐξωτερικὸν δάνειον, διότι ὑποτίθεται ὅτι ὁ οἶκος Ῥαφαὴλ καὶ Υἱοῦ δὲν μετέχει εἰς τὴν σύναψιν τοῦ νέου δανείου πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ παλαιοῦ. Ὅταν ὅμως ἔλθω εἰς τὸ δεύτερον δάνειον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξοφλήσῃ, θὰ καταστήσω φανερὸν τὸ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον γίνεται. Τὸ δεύτερον ποσόν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξοφληθῇ διὰ τοῦ συναπτομένου δανείου, εἶναι τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς ἐκ δρ. 1,243,000. Τοῦτο δὲν εἶναι μέγα ποσόν, πάντως ὅμως δὲν εἶναι μικρόν. Τοῦτο ἀποφέρει τόκον 62,150 καὶ πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τούτου γίνεται δάνειον ἀπὸ τὴν ἰδίαν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς μὲ 80½% εἰς τρόπον ὥστε τὸ ὀφειλόμενον δάνειον θ’ αὐξηθῇ κατὰ 20%, χωρὶς ἐκ τῆς τοιαύτης μετατροπῆς νὰ πρόκειται νὰ ἐπιτύχῃ καλλιτέρους ὅρους ἡ ἑταιρεία ἀπεναντίας μετατρέπει τὸ ἀνυπόθηκον δάνειον εἰς ἐνυπόθηκον.
§213Γ. ΠΩΠ. Καὶ συγχρόνως λαμβάνει καὶ προμήθειαν, κύριε συνάδελφε, κατὰ τὴν λογιστικήν, τὴν ὁποίαν κάμνει.
§214Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὴν εἶπον. Περὶ τῆς προμηθείας θὰ ὁμιλήσω κατωτέρω, διότι ἐδῶ μὲν συνάπτεται δάνειον ἀπὸ μίαν Τράπεζαν, διὰ νὰ ἐξοφληθῇ ἄλλο πρὸς τὴν ἰδίαν Τράπεζαν, καὶ δίδεται προμήθεια πρὸς ἐκείνην, ἀφοῦ μόνον θὰ γίνῃ ἀλλαγὴ ἐγγραφῶν εἰς τὰ βιβλία, γίνεται δάνειον ὡσανεὶ ἐπρόκειτο μεσῖται ἄλλοι πλέον, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουσι τὰ δάνεια, νὰ ἐξεύρωσι τὸ ποσόν, ὅπως ἐξοφληθῇ κακὸν δάνειον διὰ νέου δανείου ἔχοντος καλλιτέρους ὅρους. Ἡ ἑταιρεία διὰ τοῦ χρηματιστικοῦ αὐτοῦ τεχνάσματος ἀντί, ὡς σήμερον, νὰ ὀφείλῃ 1,243,000 καὶ τόκον 62,150, θὰ ὀφείλῃ ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει τῆς συμβάσεως 1,544,000 καὶ τόκον ἐτησίως 61,700.
§215Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν αὐτὸν δανειστήν!
§216Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ Τράπεζα τῆς Ἀνατολῆς διὰ τῆς μετατροπῆς αὐτῆς θὰ λάβῃ 300,000, τὸ δάνειόν της δὲ θὰ γίνῃ χρεολυτικὸν ἀπὸ μὴ χρεολυτικόν. Θὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ τῆς ἐγγραφῆς ὑποθήκης.
§217ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅταν ὀφείλητε εἴς τινα Τράπεζαν ἓν ὡρισμένον ποσόν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξοφληθῇ, θὰ λάβῃ κεφάλαιον ἐπὶ πλέον; Νὰ ἐξηγηθῇ. Διότι ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐξέπληξε τὸ πρᾶγμα.
§218Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ Τράπεζα τῆς Ἀνατολῆς θὰ λάβῃ βεβαίως αὐτὸ τὸ ποσόν. Ἀλλά, ἐὰν χωρίσωμεν ἐντελῶς τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπὸ τὰ ἄλλα δάνεια, τί θὰ προκύψῃ; Συνυπτομένου δανείου πρὸς 20% ἐπὶ πλέον μὲ μικρὸν μὲν τόκον, ἀλλὰ τόκον παρὰ τῆς αὐτῆς Τραπέζης, τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἀμέσως ἅμα τῇ ἐπιψηφίσει τῆς συμβάσεως καὶ τῇ πραγματοποιήσει αὐτῆς ἡ ἑταιρεία, ἡ ὁποία θὰ ὀφείλῃ, ὡς εἶπον ἐξ ἀρχῆς, 2,340,000 ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὀφείλει, θὰ ὀφείλῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως ἐξοφλήσῃ αὐτὸ τὸ δάνειον, 301,000 ἐπὶ πλέον. Ἀκριβῶς διαφορὰ 19½%. Πιστεύω νὰ τὸ ἐννοήσητε.
§219Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Ἐὰν ἦτο δανειστὴς ἄλλη Τράπεζα, δὲν θὰ ἔδιδε τὰ 301,000;
§220ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι περίεργος ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως αὐτῆς.
§221Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν εἶναι τὸ ἑξῆς· θὰ ἐξηγηθῶ κατωτέρω καὶ θ’ ἀποδείξω. Εἶπον ὅτι διὰ μὲν τοῦ δανείου τοῦ Ῥαφαήλ, ἐπειδὴ εἶναι ληξιπρόθεσμον, ἔχει καλῶς, δὲν εὑρίσκεται εἰς ἀνάγκην ἡ ἑταιρεία, ἀλλὰ διὰ τὴν ἐξόφλησιν 1,250,000, τὰς ὁποίας ὀφείλει εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς, συνάπτει δάνειον ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς ἢ τουλάχιστον καὶ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς, θὰ συνάψῃ δὲ 1,550,000 δάνειον ὀνομαστικόν, διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ δάνειον 1,250,000, ἀλλὰ τὸ ὀνομαστικόν, διότι ὀνομαστικὸν εἶναι τὸ πληρωτέον. Διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸ πραγματικὸν 1,250,000, θὰ συνάψῃ ὀνομαστικὸν ἀνάλογον μὲ τὴν τιμὴν 80½%.
§222ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶσθε ἐντριβέστατος εἰς τὰ οἰκονομικά. Δι’ αὐτὸ ἀπαιτῶ τὴν ἐξήγησιν μᾶλλον διὰ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους παρὰ δι’ ἐμὲ αὐτὸν καὶ δι’ ὑμᾶς. Εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ δανείζηται περισσότερα, διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ χρέος ὑφιστάμενον, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξηγήσωμεν τί στοιχίζει τὸ σημερινὸν πραγματικὸν καὶ τί θὰ στοιχίζῃ τὸ ὀνομαστικόν. Διότι, ὅταν χρεωστῆτε 50,000 καὶ δανείζησθε 80,000, διὰ νὰ ἐξοφλήσητε τὰς 50.000, καὶ μένητε πάλιν ὀφειλέτης 80,000, θὰ εἴπῃ τις ὅτι: μπᾶ! ἐδῶ κλέπτονται 30,000.
§223Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Θὰ ἐξοφλήσῃ διὰ τοῦ συναφθησομένου δανείου δυνάμει τῆς συμβάσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς 1,243,000, τὰς ὁποίας σήμερον ὀφείλει ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν μετοχῶν της. Τί θὰ δανεισθῇ ἀπὸ αὐτὴν τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς, διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτά;
§224Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς εἰς πόσον ποσὸν θὰ μετάσχῃ ἡ Τράπεζα τῆς Ἀνατολῆς οὔτε γνωρίζομεν οὔτε μᾶς ἐνδιαφέρει νὰ μάθωμεν· τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι, διὰ ν’ ἀπομονώσωμεν τὸ δάνειον αὐτό, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν βεβαίως ἠθέλησε καὶ αὐτὸ νὰ ὑπολογίσῃ, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσω. Ἀλλ’ ἀκριβῶς πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν 1,240,000 θ’ ἀπαιτηθῇ ὀνομαστικόν, συναπτόμενον εἰς τὴν τιμὴν τῶν 80½ 1,543,000, ἑπομένως αὔξησις τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον θὰ ὀφείλῃ ἡ ἑταιρεία εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς κατὰ 301,000. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ λέγει: αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, ἢ τὸ ζήτημα τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώνῃ; Δὲν εὗρον πρὸς τίνα τόκον ἔχουσι συναφθῆ τὰ κείμενα χρέη, ἔχω ὅμως ὑπ’ ὄψει τὸν ἰσολογισμὸν τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου. Βλέπω ὅτι τόκοι ἰδιαιτέρου δανείου 6,000,000 ἐπιβαρύνονται μὲ 134,000, καὶ τόκοι ἰδιαιτέρου δανείου 2,600,000 ἐπιβαρύνονται μὲ 125,000. Σημαίνει καὶ τοῦτο ὅτι ὁ μέσος ὅρος τῶν τόκων τῶν δανείων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐξοφληθῶσιν, εἶναι 5%, καὶ ἑπομένως μὲ 5% συνάπτεται καὶ τὸ δάνειον, διότι τὸ δάνειον συνάπτεται μὲν πρὸς 4%, ὑπαρχούσης ὅμως διαφορᾶς μεταξὺ ὀνομαστικοῦ καὶ πραγματικοῦ κατὰ 20% ὁ τόκος εἶναι 500,000.
§225ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λυποῦμαι ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω μερικὰ πράγματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρξα πολὺ καταληπτός, ἰδίως δὲ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ ὡρισμένως, τὸ ὁποῖον τὸ ἐτόνισα καὶ προχθές. Σήμερον διὰ τὰ χρέη αὐτά, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ ἐξοφλήσῃ ἡ ἑταιρεία, πληρώνει 407,063 δραχ. δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ ὀφειλόμενα, κατέθηκε δὲ τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους δὲν ἔλαβον κἂν ἐγώ. Τοὺς ἀφῆκεν. Ἀπέναντι αὐτῶν δανειζόμεθα 12,500,000 μὲ 4% ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, θὰ πληρώνῃ 500,000, τουτέστι θὰ πληρώνῃ πλέον 92,937, καὶ μόνον τώρα αὐτὸ τὸ 92,937 ὑπολογίζεται ἀπέναντι τῶν 2,238,000, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται πρὸς 4 καὶ 10%. Αὐτὸς εἶναι ὁ λογαριασμὸς ὁ πραγματικός.
§226Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μάλιστα· καὶ ἑπομένως αὐτὸς εἶναι ὁ ἀκριβής. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἐγράφη χθές, εἰς τὴν «Ἑστίαν», ἀλλ’ οὐδεμία ὑπάρχει πληροφορία, δυνάμει τῆς ὁποίας νὰ γνωρίζωμεν διὰ τίνος τόκου ἐπιβαρύνονται τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προσθεσθῶσι· καὶ ἐγὼ λέγω οὐδεμίαν ἔχων πληροφορίαν οὔτε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τοιαύτη δὲν ἐγράφη, πορίζομαι τὰ συμπεράσματα ἀπὸ τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ τελευταίου ἔτους, ἐκ τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχουσιν εἰς τὴν μερίδα χρέους τόκοι ἰδιαιτέρου δανείου 6,000,000 δραχ. 154,000 καὶ ἄλλοι τόκοι ἰδιαιτέρου δανείου 2,672,000, δραχμαὶ 136,000· ἀναλογοῦσι πρὸς 5%. Εὑρίσκομεν λοιπὸν συμπέρασμα ὅτι τὰ δάνεια ἔχουσι συναφθῆ πρὸς 5% καὶ ἑπομένως ὁ ἴδιος τόκος θὰ πληρώνηται ἢ μᾶλλον θὰ πληρώνηται ἐλάχιστος τόκος, ὡς ὑπελόγισα, ἐπὶ 4.000.000 δραχμῶν, ὀλιγώτερος, ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ ἐπιβάρυνσις τοῦ κεφαλαίου τοῦ ὀφειλομένου κατὰ 301,000. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη ἤθελον παραδεχθῆ, κύριε Ὑπουργέ, διὰ νὰ σᾶς ἀπαλλάξω τοῦ κόπου νὰ ἐρευνήσητε, ὅτι πράγματι θὰ ἐπέλθῃ μικρὰ μείωσις τοῦ κεφαλαίου, τοῦτο οὐδόλως θὰ ἐδικαιολόγει τὸ δάνειον, ὅπως ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω κατωτέρω.
§227Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Εἶναι 6%, κύριε συνάδελφε, τὸ δάνειον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§228Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς, εἶναι 5¾· τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον εἶναι πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, εἶναι 6%. Ἐπίσης δὲ καὶ τὸ χρέος διὰ τὰ κυμαινόμενα χρέη εἶναι 6%.
§229Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παραδέχομαι. Μετριάζεται μόνον ἡ ζημία τοῦ πληρωνομένου τόκου. Τοῦτο ὅμως δὲν θὰ δικαιολογήσῃ καθ’ ὅλου τὴν αὔξησιν τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου. Τὸ δάνειον αὐτὸ εἶναι προσωρινόν, ἐνῷ τώρα μετατρέπεται εἰς ἐνυπόθηκον, ἄλλος δὲ εἶναι ὁ τόκος χωρὶς οὐδεμίαν νὰ χρειάζηται αὔξησιν τῶν 340,000 δραχμῶν, θὰ ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ γίνῃ δι’ ἁπλῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου.
§230Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δάνειον τῶν 340,000 δραχμῶν ἦτο ἐνυπόθηκον.
§231Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ γνωρίζω. Τὸ δάνειον τῶν 340,000 τὸ ἀφήνω κατὰ μέρος. Γελᾶτε διὰ τὴν ἀνακάλυψιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τοῦ δανείου τῆς Τραπέζης τῆς Ἀνατολῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο ἐνυπόθηκον· τὸ δάνειον εἶναι διὰ τὴν γραμμὴν Πατρῶν–Πύργου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀσφαλές. Εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Τράπεζαι σήμερον δανείζουσι μὲ μακροχρόνιον τόκον πρὸς 4 καὶ 5%, βεβαίως τὸ δάνειον αὐτὸ εἶναι τοκογλυφικόν, εἶναι Ἑβραϊκὸν δάνειον.
§232Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Καὶ ὑμεῖς ἂν ὑπάγητε, αἱ Τράπεζαι σᾶς δίδουσι.
§233Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αἱ μετοχαί, κ. συνάδελφε, ἀντιπροσωπεύουσι μόνον ἀέρα, διότι ἦτο δυνατὸν καὶ ἡ πιστωτικὴ Τράπεζα νὰ ἔχῃ δανεισθῆ ἐπὶ τῇ ἐγγυήσει τῶν μετοχῶν της. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐλάμβανεν ὑπὸ ἐγγύησιν τὰς μετοχὰς τῆς πιστωτικῆς Τραπέζης, θὰ ἔβλεπεν ἑαυτόν, ὅτε θὰ τὰς ἐπώλει πρὸς τρεῖς δραχμὰς κατὰ μετοχήν, κατεστραμμένον.
§234Γ. ΠΩΠ. Οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν θέλουσι νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι προκειμένου περὶ τῶν τριῶν αὐτῶν χρεῶν οὐδεμίαν εὐθύνην ἔχει τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ γίνῃ ἐνυπόθηκον δάνειον ἐπὶ περιουσίας, ἡ ὁποία ἀνήκει κατ’ οὐσίαν εἰς αὐτὸ τὸ Δημόσιον. Πρόκειται περὶ χρεῶν προσωπικῶν τῆς ἑταιρείας, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις, καὶ ἔρχεται τὸ Δημόσιον καὶ λέγει: τὰ χρέη τὰ προσωπικὰ τῆς ἑταιρείας τὰ ἀναλαμβάνω ἐγὼ προσωπικῶς, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δίδω καὶ 300.000 ἐπὶ πλέον.
§235ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι δάνειον προσωπικὸν τῶν συμβούλων;
§236Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως, διότι πρόκειται περὶ μετοχῶν τῆς ἑταιρείας. Ἐὰν παρατηρήσητε τὰ χρέη της, θὰ ἐβλέπετε ὅτι κατόπιν τῆς διοικήσεως τῆς καλῶς διεξαχθείσης ἐμειώθησαν κατὰ 500.000 δραχμῶν. Ἐὰν δὲ ἠθέλετε ἐρωτήσει διατί ἐγένοντο τὰ δάνεια, ἠθέλετε πληροφορηθῆ ὅτι ἐγένοντο διὰ σπατάλην καὶ εἶναι προσωπικὰ δάνεια τῆς ἑταιρείας.
§237ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι προσωπικά.
§238Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζετε λοιπὸν ὅτι δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε τὴν ἑταιρείαν, διότι θέλει δύο ἑκατομμύρια, διότι θέλει νὰ συνάψῃ μίαν σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ πληρώνῃ οἱονδήποτε ποσόν, διότι ἔχει ἀνάγκην τροχαίου ὑλικοῦ, καὶ νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ τὴν ὑποστηρίξητε; Ἐγὼ ἔκαμα τὴν διαφοράν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ δάνειον τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὸν οἶκον Ῥαφαήλ, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀπαιτητὸν πρὸς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς, σκανδαλώδη. Ἡ δικαία πρᾶξις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ γίνῃ, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ θὰ δοθῇ ἐνυπόθηκον δάνειον, νὰ μετριασθῇ ὁ τόκος. Τὸ δάνειον πρὸς τὸν οἶκον Ῥαφαὴλ εἶναι ἀπαιτητὸν τὸ ἑπόμενον ἔτος, καὶ παραδέχομαι ὅτι: καλόγερος κρεμάμενος ἔγραφε κι’ ἀπόγραφε. Ἡ ἑταιρεία παρουσιάζει τὸν κίνδυνον ὅτι μετὰ ἓν ἔτος ἔχει νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον τοῦ Ῥαφαήλ, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δ’ αὐτῇ καλὸν θεωρεῖ νὰ μετατρέψῃ καὶ ἄλλα δάνεια, διὰ νὰ πληρώνῃ ὀλιγώτερον τόκον, παρουσιάζεται δὲ καὶ ἡ ἑταιρεία τοῦ σιδηροδρόμου ὡς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποβλέπει εἰς ποῖον ποσὸν ὀφείλει, ἀλλὰ μὲ ποῖον ποσὸν θὰ ἐπιβαρύνηται ὁ Προϋπολογισμός. Ἐνδιαφέρεται δὲ τὸ Κράτος μόνον μὲ ποῖον ποσὸν θὰ ἐπιβαρύνηται κατ’ ἔτος μὲ τόκον καὶ χρεολύσιον, τὰ ὁποῖα ἔχει νὰ πληρώσῃ, ἐνῷ ἡ ἑταιρεία δὲν δύναται νὰ σκέπτηται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, εἰς ἑταιρείαν δέ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει περιουσίαν ἰδικήν της, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπωφεληθῇ μιᾶς εὐκαιρίας, ὅπως μετατρέψῃ μὴ ἀπαιτητὸν δάνειον καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ μεγαλύτερον κατὰ 400.000 δραχμῶν. Μοὶ ἔκαμε δ’ ἐντύπωσιν καὶ ἡ σπουδή, μετὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ψήφισις τοῦ δανείου, χωρὶς οὐδεὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος.
§239ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει σπουδή;
§240Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι προτιμᾶται ἡ ψήφισις τοῦ δανείου αὐτοῦ τόσων καὶ τόσων ἄλλων νομοσχεδίων.
§241Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποίων; Εἴπατέ μοι ποῖα εἶναι τὰ ἐπείγοντα ἐκ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχονται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει ἡ Κυβέρνησις. Πρέπει εἰλικρινέστερον νὰ ἐκφρασθῆτε ποῦ βλέπετε τὴν ἰδιάζουσαν σπουδήν. Σήμερον δὲν εἴχομεν συζήτησιν συνταγματικῶν διατάξεων.
§242Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παραιτοῦμαι τῆς παρατηρήσεως ταύτης.
§243Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγητε ὅτι βλέπετε ἰδιάζουσαν σπουδήν.
§244Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀφήνω τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἂς θεωρηθῶσι τὰ λεχθέντα ὡς μὴ λεχθέντα, μολονότι θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω ὅτι κάποια σπουδὴ γίνεται, ἀφοῦ τέλος πάντων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προτάσσεται τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ προχωρῶ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπαντῶν εἰς τὸν βουλευτὴν Ἀρκαδίας κ. Μπακόπουλον εἶπεν ὅτι ἑταιρεία τις, διὰ νὰ ἐξοφλήσῃ ἓν δάνειον, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ συνάψῃ δάνειον καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρίσκῃ δάνειον εἰς τὸ ἄρτιον.....
§245Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Καὶ εἰς χαρτονόμισμα.
§246Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὐδεμίαν σημασίαν ἔχει. Χαρτονόμισμα καὶ χρυσὸς εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἡ λίρα δὲν ἔχει ὡς εἶχεν ἄλλοτε· ἔχει 25 καὶ 25/00 καὶ τὸ φράγκον μίαν δραχμήν· πολλάκις μάλιστα τὸ συνάλλαγμα εἶναι εὐθηνότερον τῆς χαρτίνης δραχμῆς. Ἀλλὰ ποῖος κάμνει δάνειον; Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ἐὰν ἡ ἑταιρεία ζητῇ τὸ δάνειον αὐτό, διὰ νὰ κατασκευάσῃ τὴν γραμμὴν Τριπόλεως–Σπάρτης– Γυθείου μὲ οἱουσδήποτε βαρεῖς ὅρους, οὐδεὶς ἤθελεν ἀντιταχθῆ, ἠδύνατο δὲ νὰ εὑρεθῇ καὶ δάνειον ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους, θὰ ἔλεγε δέ τις ὅτι προκειμένου περὶ τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Σπάρτης–Γυθείου, καὶ ἐὰν εἶναι βαρεῖς οἱ ὅροι, ἡ ἑταιρεία εἶναι δεδικαιολογημένη. Εἰς τὴν περίπτωσιν ὅμως ταύτην δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ νέα ἐπιχείρησις, ἀλλὰ μετατροπὴ δανείου, ἡ διαφορὰ δὲ εἶναι μεγάλη, διότι εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ γίνῃ ἐπιχείρησις, εἶναι πιθανὸν νὰ συναφθῇ μὲ 6%, ὡς συνάπτονται τὰ ἑλληνικὰ δάνεια, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν θὰ ἐπετρέπετο νὰ κατηγορήσῃ τις τὴν ἑταιρείαν, ἀλλὰ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἤθελεν ὑποδείξει εἰς αὐτὴν τὰ δέοντα διὰ τὴν σύναψιν τοῦ δανείου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μετατροπῆς δανείου, τὸ ὁποῖον, ἐὰν συναφθῇ, θὰ συναφθῇ ὑπὸ τοὺς μᾶλλον τοκογλυφικοὺς ὅρους. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε προχθὲς ὅτι, ἀφοῦ ὑπῆρξε τὸ δάνειον τῶν 20.000.000, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον κακόν, ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν σύναψιν τοῦ δανείου τῶν 12.500.000, διὰ νὰ μετριάσῃ τὰ κακά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρεῖδεν ὅτι εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου τῶν 20.000.000 δὲν ὑπάρχει ὅρος περὶ προμηθείας, διότι συνάπτεται εἰς 82%, καὶ δὲν ὑπάρχει ὅρος τῆς προμηθείας, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τὸ νέον δάνειον, τοῦ ὁποίου ἡ προμήθεια εἶναι 187.000 δραχμῶν, ποσὸν ὅπερ δὲν εἶναι ἀσήμαντον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε προσέτι ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὅρος τῆς προμηθείας, θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιτύχωσι τὴν προμήθειαν αἱ Τράπεζαι, αἵτινες ἤθελον συνάψει τὸ δάνειον. Νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἀναγράφονται οἱ ὅροι εἰς τὴν σύμβασιν, ὅτι δηλαδὴ τὸ δάνειον συνάπτεται πρὸς 82%, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ σύναψις τοῦ δανείου μετὰ προμηθείας. Παράδοξον σᾶς φαίνεται, ὅταν δίδηται προμήθεια. Θὰ ἦτο ἀρκετὰ ἱκανοποιητικὸν νὰ συναφθῇ τὸ δάνειον εἰς τὰ 82%.
§247Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς αὐτὸ εἶναι τὸ αὐτὸ σκάνδαλον, ἀφοῦ εἶναι τὰ αὐτὰ πρόσωπα.
§248Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τοῦ δανείου τῶν 20.000.000 ἡ ἑταιρεία δὲν θὰ ἔχῃ ὑπόλοιπον εἰς χεῖράς της 2.300.000, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ ποσὸν πολὺ περισσότερον, διότι θὰ γίνῃ ἐξόφλησις καὶ ἄλλου δανείου, ὀφειλομένου εἰς τὸν οἶκον Ῥαφαὴλ καὶ υἱοῦ, ἀλλὰ πάντοτε θὰ περισσεύῃ μεγαλείτερον ποσόν.
§249Θ. ΚΟΥΤΣΟΜΗΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐπραγματοποίει τὸ δάνειον τῶν 20.000.000, θὰ ἐλάμβανε περισσότερα καὶ τοῦ Ῥαφαήλ.
§250Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχετε κάμει ὑπολογισμόν;
§251Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ καλλίτερον, τὸ ὁποῖον ἦτο νὰ γίνῃ, εἶναι νὰ τελειώσωσι τὰς ἡμέρας τῶν εἰς τὸν Παλαιὸν στρατῶνα, εἷς δὲ ἔλεγχος εὐσυνειδήτως γενόμενος εἰς τὰς Τραπέζας θὰ ὁδηγήσῃ πάντας εἰς τὸν Παλαιὸν στρατῶνα.
§252Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, σήμερον ἡ ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη μετὰ ἓν ἔτος νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὸν οἶκον Ῥαφαὴλ καὶ Υἱοῦ, καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον βεβαίως εἶναι δεδικαιολογημένη νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον ὑπὸ οἱουσδήποτε βαρεῖς ὅρους, ἀφοῦ τοῦτο εἶναι ἀπαιτητόν. Ἀλλ’ εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ ἑταιρεία ν’ ἀφήσῃ τὸ δάνειον νὰ γίνῃ ἀπαιτητόν, χωρὶς νὰ λάβῃ πρόνοιαν ἐγκαίρως, ὅπως ἔχῃ τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν καὶ ἐξοφλήσῃ τοῦτο; Ἢ ἆρά γε δὲν ἦτο εἰς θέσιν ἡ ἑταιρεία νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα, ἵνα μὴ εἶναι εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ μὴ συνάψῃ δάνειον ὑπὸ οἱουσδήποτε ὅρους; Ἀφοῦ εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ἡ ἑταιρεία ὅτι τῷ 1914 ἓν πάγιον δάνειον ἦτο ἀπαιτητόν, ἔπρεπε νὰ φροντίσῃ ἐγκαίρως ἀπὸ σειρᾶς ἐτῶν, ὅπως ἀποταμιεύσῃ ποσόν τι, ἵνα τὸ ἐξοφλήσῃ, διότι οὐδέποτε ἐπιτρέπεται εἰς μίαν ἑταιρείαν διαχειριζομένην ξένα χρήματα νὰ προσέρχηται πρὸς τὴν Βουλὴν ζητοῦσα ὅπως συνάψῃ ἕτερον δάνειον, ἵνα ἐξοφλήσῃ τὸ πρῶτον. Διότι, ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἠρνεῖτο νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν σύναψιν τοιούτου δανείου, ἢ μᾶλλον ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ ἑταιρεία ἐξηκολούθει τὴν ἰδίαν διαχείρισιν, τότε δὲν εἶχεν ἄλλο τι νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις παρὰ νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἄλλην μίαν φορὰν καὶ νὰ εἴπῃ: Ἡ ἑταιρεία εὑρίσκεται εἰς ἀνικανότητα νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, θὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως· ἡ ἑταιρεία θὰ περιέλθῃ εἰς χεῖρας ξένας, τοῦτο δὲ θὰ εἶναι ἐθνικὴ ζημία καὶ πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ ἔλθῃ πάλιν ἀρωγός, ὅπως προσῆλθε καὶ πάλιν διὰ τῆς πληρωμῆς 3,000,000 δραχμῶν. Ἡ ἑταιρεία ἔδωκε μερίσματα κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 807,000 δραχμῶν, καὶ βλέπω ὅτι οἱ κύριοι σύμβουλοι αὐτῆς ἔλαβον καὶ αὐτοὶ ἀρκετὴν μερίδα ἀνερχομένην εἰς 14.250 δραχμάς, καὶ ἐνῷ ἡ ἑταιρεία ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔδωκε μερίσματα, δὲν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ ἑνὸς ποσοῦ ἀπαιτητοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἀποταμιεύσει οὐδὲ μέρος τοὐλάχιστον, ὅπως εἶναι δυνατὴ ἡ σύναψις δανείου μικροτέρου καὶ ὑπὸ καλλιτέρους φυσικὰ ὅρους.
§253Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πόσοι εἶναι οἱ σύμβουλοι;
§254Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἑπτά.
§255Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Τὰ δάνεια ἐγένοντο εἰς χρυσόν;
§256Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τί ἐνδιαφέρει τοῦτο;
§257Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Διότι ἦτο τὸ νόμισμα ὑψωμένον τότε.
§258Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀφοῦ θέλετε νὰ μάθητε, θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Δὲν γνωρίζετε ὅτι χαντακώνετε τὴν ἑταιρείαν μὲ τὴν ἐρώτησίν σας αὐτήν; διότι, ὅτε ἡ ἑταιρεία συνῆψε τὸ δάνειον αὐτὸ πρὸ ὀκταετίας, τὸ φράγκον εἶχε 1.70–1.80· ἀφοῦ κατήρχετο ἡ τιμὴ τοῦ φράγκου, αἱ δὲ εἰσπράξεις τῆς ἑταιρείας ἔμενον εἰς τὸ αὐτὸ σημεῖον, ἡ ἑταιρεία ἐγίνετο ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀκμαιοτέρα καὶ ἑπομένως ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ σχηματίσῃ ἓν κεφάλαιον. Αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης συμβάσεως εἶναι αἱ ἑξῆς: Εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ Κράτος ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν σύμβασιν αὐτήν, εἴτε διότι θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται καὶ πάντα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἀγοράζουσιν ἀπὸ τὰς ἑταιρείας τοὺς σιδηροδρόμους, εἴτε διότι ἡ ἑταιρεία εἰς ἀμηχανίαν εὑρισκομένη πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών της θὰ καταφύγῃ πάλιν εἰς τὸ Κράτος, ὅπως δανεισθῇ, τὸ ὁποῖον οὕτω πως θὰ εἶναι δυνατόν, ἐὰν ἡ ἑταιρεία δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της. Τὸ Κράτος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶχε νὰ πληρώσῃ ἐπὶ πλέον 3.347.000 δραχ., ὅσον εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον ἔγινε. Καὶ ἡ ἐπιδείνωσις αὕτη τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῆς ἑταιρείας ἐννοεῖται ὅτι καθιστᾷ αὐτὴν οἰκονομικῶς ἀνεπαρκῆ, ὅπως ἐπιχειρήσῃ συμπλήρωσιν κατὰ γράμμα, διότι οἱ δανεισταὶ δὲν θὰ εἶναι διατεθειμένοι νὰ δανείσωσιν εἰς αὐτὴν περισσότερα χρήματα, ὅταν βλέπωσι μίαν ἑταιρείαν εἰς τὰς παραμονὰς ἑνὸς παγίου δανείου καταστάντος ἀπαιτητοῦ νὰ καταφεύγῃ εἰς ἄλλο δάνειον, ἵνα ἐξοφλήσῃ τοῦτο, καὶ ὅταν καὶ τοῦτο γίνῃ ἀπαιτητόν, δι’ ἄλλου ἐπίσης δανείου νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐξοφλήσῃ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν μοὶ κάμνει μεγάλην ἐντύπωσιν ἡ σύναψις τοῦ δανείου μὲ 82% καὶ μὲ προμήθειαν ½%, διότι οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δανείζωνται ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους, οὔτε τὸ Κράτος δύναται νὰ δανείζηται ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους, ἂν καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ μία διαφορὰ μεταξὺ μιᾶς ἑταιρείας συναπτούσης δάνειον χρεολυτικὸν καὶ παρεχούσης ἐγγύησιν πραγματικῆς περιουσίας, ἡ ὁποία νὰ καθιστᾷ τὸ δάνειον ἐντελῶς ἠσφαλισμένον. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται περὶ νέας ἐπιχειρήσεως, ὅτε θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ σύναψις δανείου ὑπὸ βαρεῖς ὅρους, ἀλλ’ εἶναι μία μετατροπή. Καὶ ἂν ἀκόμη, ἐπαναλαμβάνω, ἐπρόκειτο ἡ σύναψις δανείου πρὸς ἐξόφλησιν δανείου τοῦ οἴκου Ῥαφαὴλ καὶ Υἱοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαιτητόν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον καλῶς ἢ κακῶς ἡ ἑταιρεία δὲν ἐφρόντισε νὰ ἔχῃ ἕως σήμερον τὸ ἀπαιτούμενον κεφάλαιον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ δάνειον πρὸς ἐξόφλησιν πρὸς τὸν οἶκον Ῥαφαὴλ καὶ Υἱοῦ, καὶ ἐπίσης δάνειον καὶ διὰ τὰς νέας ἀνάγκας, δηλ. 6.000.000 καὶ 2.200.000 δρ. ποσόν, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ λάβῃ, ἤτοι ἐν ὅλῳ 8.200.000 δραχ., θὰ εἶχέ τις νὰ εἴπῃ πολὺ ὀλιγώτερα ἐναντίον τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία, διότι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ τὸ δάνειον τῶν 6.000.000 καὶ διότι προβάλλει τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ τροχαῖον ὑλικὸν καὶ οἱ σταθμοί της, καὶ ἑπομένως παρουσιάζει τὴν ἀνάγκην ἀποκτήσεως ποσοῦ τινος, ὅπως βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν, ἐπωφελεῖται τῆς εὐκαιρίας νὰ μετατρέψῃ καὶ ἄλλα δάνεια διὰ δανείου, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὰ 80 καὶ ½%, εἰς τρόπον ὥστε νὰ πληρώσῃ 301.000 ἐπὶ πλέον τῶν ἀναλογούντων διὰ τὸ δάνειον αὐτὸ καὶ ἀνάλογον ποσὸν διὰ τὰ ἄλλα κείμενα χρέη. Ἡ σύμβασις τοῦ δανείου τῶν 20.000.000, ἐὰν ἐνθυμῶμαι καλῶς, διαλαμβάνει ὑποχρέωσιν τῆς ἑταιρείας, ὅπως ἱδρύσῃ σταθμοὺς καὶ ἐπιφέρῃ καὶ ἄλλας ἐργασίας κατόπιν ἐγκρίσεως τοῦ ἁρμοδίου Τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Νομίζω ὅτι ἡ σύμβασις ἡ προκειμένη δὲν περιέχει τὸν λόγον τοῦτον, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχῃ ἰδικιτέραν τινὰ τῆς ἑταιρείας ὑπόσχεσιν.
§259ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, χωρὶς οὐδεὶς ν’ ἀξιώσῃ τοῦτο, χωρὶς οὐδὲ πρὸς τὴν ἑταιρείαν νὰ γίνῃ ἡ ἀνακοίνωσις, ἐπειδὴ θεωρεῖ ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑπ’ ὄψει του ν’ ἀσφαλίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς λαμβανομένας ὡς πρὸς ἑαυτό, νομίζει ὅτι δὲν ὀφείλει ν’ ἀποβλέψῃ εἰς πρόσωπα, ἀλλ’ ὀφείλει ν’ ἀποβλέψῃ εἰς ἐξασφάλισιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἀναλαμβανομένων ὡς πρὸς τὸ Κράτος, καὶ λέγει ὅτι θὰ προσθέσῃ λέξιν, ἡ ὁποία δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν προηγουμένην σύμβασιν. Ἐν πρώτοις σᾶς δηλῶ ὅτι ἡ παροῦσα σύμβασις δὲν περιέχει τοὺς ὅρους τοὺς διαλαμβανομένους εἰς τὴν σύμβασιν τῶν 20.000.000, καὶ τοῦτο ἔπρεπε νὰ σᾶς κάμῃ ἐντύπωσιν.
§260Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποίαν λέξιν θὰ προσθέσητε;
§261ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὅτι δὲν δύναται νὰ διατεθῇ ἄνευ ἐγκρίσεως.
§262Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω.
§263Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἡ ἑταιρεία αὐτὴ αὐτὸ τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ εἰς χεῖράς της, δὲν τὸ διαθέτει, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισίν σας, καὶ μετά τινα καιρὸν φέρει ἄλλην σύμβασιν καὶ ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ὅπως ἀπηλλάγη καὶ ἄλλων μέχρι σήμερον.
§264ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θέλετε ἐγὼ νὰ ἐξασφαλίσω τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπὸ τὰς Βουλὰς τοῦ μέλλοντος;
§265Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Προχθὲς προκειμένου περὶ δικαιωμάτων ἀπέναντι τῆς ἑταιρείας εἴπετε ὅτι μόνον δικαίωμα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν ἑταιρείαν. Εἰς περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρεία κατὰ τοιοῦτον τρόπον θελήσῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ δάνειον, τί θὰ κάμῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν;
§266ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκαμνον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ἐβλέπετε ὅτι ἄλλως θὰ εἶχον τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν καὶ ὑμεῖς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπικρίνουσι τὴν σύμβασιν, νὰ ἐπιβάλωμεν διά τινων μέσων εἰς τὴν ἑταιρείαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα. Καὶ ἔρχεσθε ὑμεῖς καὶ ὁμιλεῖτε περὶ τιμῆς ἐκδόσεως, χωρὶς νὰ ἴδητε τὴν σύμβασιν τὴν ἐψηφισμένην. Ἡ νῦν σύμβασις ὁμιλεῖ περὶ τιμῆς διαθέσεως, οὐχὶ περὶ τιμῆς ἐκδόσεως. Καὶ γνωρίζετε ὅτι αὐτὸ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἠδύνατο νὰ λάβῃ καὶ πρὸς 60% ἡ ἑταιρεία, σήμερον θὰ πληρωθῇ πρὸς 80½%, καὶ δι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ σπεύσητε νὰ ἐπικυρώσητε τὴν σύμβασιν.
§267Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπειδὴ τονίζετε ὑπερβολικῶς αὐτὸ τὸ ζήτημα, μοὶ γεννᾶται ὑπόνοιά τις πῶς αὐτὴ ἡ ἑταιρεία, τὴν ὁποίαν βεβαίως ὑμεῖς δὲν ἐκαλέσατε πρὸς τοῦτο, πῶς παραιτεῖται μιᾶς συμβάσεως. Ἡ ἑταιρεία δὲν ἠδυνήθη νὰ συνάψῃ τὸ δάνειον τὸ πρῶτον, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε ἦλθε νὰ ζητήσῃ τὴν νέαν σύμβασιν, ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν ἑταιρείαν νὰ περιορίσῃ τὸ δάνειον μόνον εἰς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχρειάζετο, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της. Πέρα τούτου θὰ ζημιώσῃ τοὺς μετόχους. Ὅσον δὲ διαφέρει τὸ ποσὸν τοῦ πρώτου δανείου ἀπὸ τὸ δεύτερον, εἰς τόσον ἀνέρχεται καὶ ἡ ζημία.
§268Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ τελευταία διάταξις τῆς συμβάσεως εἶναι αὕτη, ἐὰν ὁ σιδηρόδρομος περιέλθῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἔλλειψιν ὑπερθεματιστοῦ, καὶ πάλιν αὕτη δύναται νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον εἴτε ἐφάπαξ εἴτε χρεολυτικῶς κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ δανειστικοῦ συμβολαίου. Καθὼς βλέπετε, δανείζεται ἡ ἑταιρεία, ἀλλ’ εἶναι πιθανὸν ὅτι δανείζεται τὸ Κράτος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει βέβαιον εἶναι ὅτι τὸ δάνειον ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους, τὴν ὑποθήκην παρέχει τὸ Κράτος, καὶ κατὰ πᾶσαν πιθανότητα τὸ Κράτος θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ μίαν ἡμέραν, ὥστε τὸ ζήτημα εἶναι σημαντικώτατον. Ὅτε τὸ πρῶτον ἀπεβιβάσθη εἰς τὸ ἔδαφος τῶν Ἀθηνῶν ἐρχόμενος ν’ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἀνορθώσεως ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τοῦ Μεγάλου Ξενοδοχείου, ἦτο ὅτι ἤθελε φροντίσει, ὥστε ταχέως νὰ φέρῃ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε βλέπομεν μόνον συμβάσεις μετὰ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Καὶ θὰ ἦτο τὸ νομοσχέδιον ἓν τῶν σπουδαιοτάτων ἔργων ἀληθοῦς καὶ πραγματικῆς ἀνορθώσεως, διότι ὁ ζῶν ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀγνοῇ ὅτι δουλεύομεν ὑπὸ τὸ κράτος μιᾶς ὀλιγαρχίας τραπεζιτικῆς, ἡ ὁποία κυριολεκτικῶς κρατεῖ ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ τὸν τόπον. Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ὑπὲρ πάντα ἄλλον πιστεύω, διότι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὸν παρακολουθῶ ἀπὸ 16 ὅλων ἐτῶν, ὑπὲρ πάντα ἄλλον πιστεύω ὅτι εἰς οὐδεμίαν ἴσως καὶ γνωριμίαν διατελεῖ μετὰ τῶν κυρίων ἐκείνων, θὰ παρακαλέσω, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀμφιβάλλω, τὸ τονίζω, ἂν ἔχει καὶ γνωριμίαν μετὰ τῶν Κυρίων ἐκείνων, καὶ ὅστις πάντοτε εὐλογώτατα ὀρθώνει ἀπέναντι οἱουδήποτε τὴν ἐργασίαν του καὶ τὴν πενίαν του μεθ’ ὑπερηφανείας ἀξιεπαίνου, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ προσκομίσῃ κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν κατάλογον τῶν διοικητικῶν συμβουλίων τῆς Τραπέζης Ἀνατολῆς, τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, διὰ νὰ πεισθῆτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν πρόκειται παρὰ περὶ τῶν αὐτῶν προσώπων ἀληθῶς. Καὶ ὅτε ἤθελέ τις πεισθῇ ἐξ ἐγγράφων πλέον ὅτι πρόκειται περὶ τῶν αὐτῶν προσώπων καὶ ἤθελεν ἀποβλέψει εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τῆς συμβάσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἤθελεν ἀναγνώσει: «Ἐπειδὴ ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου ἐπείσθη ἐκ τῶν διαπραγματεύσεων, ἃς διεξήγαγεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ ὅρους συνομολογήσεως τοῦ δανείου τούτου τῶν 20,000,000 ἐπαρκῶς συμφέροντας, ὥστε νὰ καλύπτηται, ὡς ἠλπίζετο, ἡ ἐκ τῆς ἐξοφλήσεως ἢ τῆς μετατροπῆς τοῦ δανείου τῶν 286,000 λιρῶν προφανὴς ζημία, ἐμελετήθη ἕτερος συνδυασμὸς δανείου ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου 12,000,000 μόνον, διὰ τὴν πραγμάτωσιν τοῦ ὁποίου καὶ συνεβλήθη ἤδη ἡ ἑταιρεία αὕτη μετὰ τῶν ἐνταῦθα Τραπεζῶν Ἐθνικῆς, Ἀθηνῶν καὶ Ἀνατολῆς ὑπὸ τὴν αἵρεσιν, ὡς εἰκός, τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, διὰ τῆς ὁποίας χορηγεῖται τῇ ἑταιρείᾳ ἡ ἀναγκαία κυβερνητικὴ ἄδεια συνομολογήσεως καὶ ἐγγραφῆς τῶν ὑποθηκῶν». Καὶ ἤθελεν ἀναγνώσει ἐν τῇ συμβάσει: «Ὁ ἐπὶ τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου τοῦ ὡς ἄνω συνομολογηθησομένου δανείου ἑξαμηνιαῖος τόκος δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀνώτερος τῶν 2%, τὸ ἐτήσιον χρεολύσιον οὐχὶ κατώτερον τῶν ⅜%, ἡ τιμὴ διαθέσεων τῶν ὁμολογιῶν οὐχὶ κατωτέρα τῶν 82% τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἡ δὲ καταβλητέα εἰς Τραπέζας ἢ τραπεζίτας προμήθεια οὐχὶ ἀνωτέρα τῶν 1½% τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου». Καὶ ἀφοῦ ἤθελεν ἀναγνώσει ταῦτα, ἤθελε φαντασθῆ πρῶτον τὴν ἑξῆς εἰκόνα: ὅτι τὰ αὐτὰ πρόσωπα θὰ παρίστανται ἐνώπιον τῆς δῆθεν συνελεύσεως τῶν μετόχων, διότι καὶ αὗται εἶναι εἰκονικαί, καὶ θὰ λέγωσι, «κατωρθώσαμεν νὰ δώσωμεν δάνειον μόνον πρὸς 82% τοῦ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, τὰ αὐτὰ δὲ πρόσωπα θὰ παρίστανται ἐνώπιον ἄλλων δῆθεν μετόχων ἄλλης δῆθεν συνελεύσεως καὶ θὰ λέγωσι· «προσεπαθήσαμεν ὅσον ἦτο ἡμῖν δυνατόν, ἀλλὰ δὲν κατωρθώσαμεν νὰ συνάψωμεν τὸ δάνειον παρὰ πρὸς 82%. Πρὸς πόσον, κ. Ὑπουργέ, θὰ τὸ συνομολογήσωσιν, ἀφοῦ οἱ αὐτοὶ ἄνθρωποι πρὸς τοὺς αὐτοὺς συμβάλλονται; Αὐτοὶ πρὸς ἑαυτοὺς συμβάλλονται καὶ ἀγνοοῦσι πρὸς πόσον θὰ συναφθῇ τὸ δάνειον; Διατί, κ. Ὑπουργέ, δὲν παραγγέλλετε τὸν εἰσαγγελέα ν’ ἀπαγγείλῃ κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν ἐπὶ ἀπάτῃ, ἀφοῦ ἀπατῶσιν ὑμᾶς οὕτως; Αὐτοὶ θὰ συνομολογήσωσι τὸ δάνειον, αὐτοὶ ἔχουσι τὰ χρήματα, αὐτοὶ θὰ τὰ λάβωσιν, αὐτοὶ θὰ τὰ δίδωσιν, οἱ ἴδιοι πάντοτε ἄνθρωποι. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη τέλος πάντων νὰ τεθῶσι μερικὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Ἔχει ἀφήσει τὸ Κράτος τοὺς Κυρίους αὐτοὺς παντελῶς ἐλευθέρους νὰ διαχειρίζωνται ἑκατομμύρια ἐπὶ ἑκατομμυρίων, νὰ διαχειρίζωνται, κ. Πρόεδρε, τὸν πλοῦτον ὅλης τῆς χώρας παντελῶς ἀνεξέλεγκτοι, παντελῶς ἀσύδοτοι, παντελῶς ἀνεύθυνοι. Ζητοῦμεν ἔκθεσιν τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ὅστις κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν Δικαστηρίων εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ παρακολουθῇ τὴν δρᾶσιν τῶν Τραπεζῶν καὶ ἐν γένει τῶν ἐμπορικῶν ἱδρυμάτων, ζητοῦμεν ἐκθέσεις τῶν Βασιλικῶν ἐπιτροπῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσιν· ἀλλά, καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἐκθέσεις τινές, εἰς οὐδένα ζῶντα ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἄγνωστον ὅτι αὗταί εἰσιν ὑπογεγραμμέναι ἀντί τινων ἑκατονταδράχμων· διότι τίς ἀγνοεῖ ἐξ ὑμῶν ὅτι τὰς ἐκθέσεις πάσας καὶ τῶν ἐλεγκτῶν καὶ τῶν Βασιλικῶν ἐπιτρόπων καὶ τῶν Διοικητικῶν Συμβουλίων τὰς παρασκευάζουσιν ἐκ τῶν προτέρων, τὰς ἐκτυπώνουσι καὶ μετὰ ταῦτα καλοῦσι τὰς συνελεύσεις; Εἶναι κατασκευάσματα πάντοτε τῶν αὐτῶν προσώπων. Μία δεκαπεντὰς ἀνθρώπων ἀποτελεῖ τὰ συμβούλια πασῶν τῶν παρ’ ἡμῖν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ποία νομίζετε ὅτι εἶναι ἡ ἱστορία, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν σημερινὴν σύμβασιν; Ἐλέχθη ὅτι τὸ Κράτος εἶχε δανείσει πρὸς τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην 3,000,000 δραχμῶν· μετὰ ταῦτα ἡ ἑταιρεία εὗρεν ὅτι δάνειον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογήσει ὑπὸ ἐλαφροτάτους ὅρους, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ. Πῶς ἀνέλαβε νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ; Διὰ τοῦ νόμου ΓΡΚΗʹ τοῦ 1906 ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδώσῃ 30,000 μετοχῶν. Τί ἔκαμε τὰς μετοχὰς ἐκείνας; Τὰς ἔκλεισεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Τραπέζης Ἀνατολῆς· προηγουμένως ἔπαιζεν εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ ἐκράτει πάντοτε εἰς τὸ ταμεῖόν της 15,817 μετοχάς, καὶ ἔχουσα τὰς μετοχὰς ἐκείνας εἰς τὸ ταμεῖόν της ἔπαιζεν εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Ἀφοῦ ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδώσῃ καὶ τὰς 15,000, ἀπήρτισε συνδικάτον, καὶ δίδει τὴν ἄδειαν εἰς τὸ συνδικάτον ν’ ἀγοράσῃ μετοχάς, αἱ ὁποῖαι ἐκυμαίνοντο ἀπὸ 90 δραχμῶν μέχρις 110, καὶ ἠγόρασεν εἰς τὸ Χρηματιστήριον μετοχὰς πρὸς 83 δραχμάς. Ἀκολούθως ἀνῆλθεν ἡ τιμὴ αὐτῶν εἰς 88, ἀκολούθως κατῆλθεν εἰς 85, ἀκολούθως εἰς 80 καὶ ἐπὶ τέλους ἔφθασε μέχρι τῶν 72 δραχμῶν.
§269Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πόσον εἶναι τώρα;
§270Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τώρα ἀνῆλθον διότι πωλεῖ τώρα τὰς μετοχάς. Ἀπὸ 110 εἶχον κατέλθει εἰς 72, ὅτε ἠγόραζε. Τώρα, ὅτε πωλεῖ, ἀφοῦ ἔδωκε καὶ τὰ μεγάλα μερίσματα, ἀνέρχεται, βλέπετε, ἡ τιμή· τοῦτο εἶναι φυσικόν. Καὶ τοιουτοτρόπως παίζουσα εἰς τὸ Χρηματιστήριον ἡ ἑταιρεία πληρώνει τὰ 3,000,000 πρὸς τὸ Δημόσιον Αὗται εἶναι αἱ μετοχαί, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι δῆθεν ἐνεχυριασμέναι εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀνατολῆς. Ἠγέρθησαν δίκαι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἀπὸ μέρους τῆς ἑταιρείας. Δύο ὑποθέσεις γνωρίζω ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, τὰς ὁποίας ἔχει τὸ Δικηγορικὸν Γραφεῖον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, μίαν ἑνὸς Νικολαΐδου καὶ μίαν ἑνὸς Χριστοφῆ. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα λέγονται, τονίζονται, ἀκούονται διαμαρτυρίαι, γράφονται ἄρθρα, τὸ οἰκονομολογικὸν περιοδικὸν «Μέτοχος» ἔχει γράψει ἀπειράριθμα πράγματα ἐπὶ τῇ βάσει ἀριθμῶν ἐξηκριβωμένων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Πρακτικῶν τῆς ἑταιρείας, ἀλλ’ οὐδεὶς φροντίζει, οὐδεὶς τολμᾷ νὰ θίξῃ τοὺς παντοδυνάμους ἐκείνους. Πρὶν λοιπὸν κυρώσωμεν ἑκάστοτε τὰς τοιαύτας συμβάσεις, τὴν μίαν κατόπιν τῆς ἄλλης, δὲν ἦλθε τέλος πάντων ὁ καιρὸς νὰ γίνῃ καὶ εἷς ἔλεγχος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν φοβεῖται μήπως ἡ ἑταιρεία συνομολογήσῃ τὸ δάνειον τῶν 20,000,000. Νὰ μὴ τὸ ἐπιτρέψητε, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν· ἔχετε ὅλον τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ μὴ τὸ ἐπιτρέψητε, διότι ἔχετε ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ τοὺς ἐπιβλέψητε καὶ νὰ ἴδητε πῶς διαχειρίζονται τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εἰς χεῖράς των, καὶ νὰ τοὺς συλλάβητε ἐπ’ αὐτοφώρῳ λωποδυτοῦντας. Πρὸ ἡμερῶν, Κύριοι, διεξήγετο μία δίκη εἰς τὴν Λαμίαν— λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Τσιριμῶκος, ὁ ὁποῖος ἦτο συνήγορος — καὶ ὡμολόγησεν ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου, ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καὶ εἶπον κατὰ πρόσωπον πρὸς αὐτὸν ὅτι ἀντὶ διακοσίων δραχμῶν ὑπέγραφεν ὡς ἐλεγκτὴς τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας οὐδ’ ἀνεγίνωσκε. Πρὸ ἡμερῶν διὰ σειρᾶς ἄρθρων πολίτης διακεκριμένος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ὁ κ. Ὀριγώνης, ἀπεδείκνυεν ἐπὶ τῇ βάσει ἀριθμῶν ὅτι ἡ Λαϊκὴ Τράπεζα ἔχει τὸ κατάστημά της ἐνυπόθηκον ἀντὶ 100,000. Φαντασθῆτε Τράπεζαν, ἡ ὁποία χειρίζεται ἑκατομμύρια τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, νὰ ἔχῃ τὸ κατάστημά της ἐνυπόθηκον ἀντὶ 100,000 δραχμῶν.
§271Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἡ Λαϊκὴ Τράπεζα θεωρεῖται μία τῶν καλλιτέρων Τραπεζῶν, προΐσταται δὲ ταύτης εἷς ἐκ τῶν μεγίστων παρ’ ἡμῖν τραπεζιτικῶν ἀνδρῶν, ὁ κ. Λοβέρδος.
§272Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι καὶ αὐτὸς ἀπὸ τοὺς πεφημισμένους μεγάλους ἄνδρας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ ἀπεδείκνυεν ἀκόμη ὁ πολίτης ἐκεῖνος ὅτι ἡ ὅλη περιουσία τῆς Τραπέζης εἶναι χίλιαι δραχμαί. (Αἴσθησις).
§273Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Συνήθως οἱ τοιοῦτοι εἶναι χειρότεροι κατεργαραῖοι ἀπ’ αὐτούς.
§274Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὸ πιστεύετε ὑμεῖς, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶμεν τόσον τὰς γνώσεις καὶ τὴν δύναμιν τὴν διανοητικήν, ὅτι τὸ κεφάλαιον τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης εἶναι 1000 δραχμαί;
§275Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐνῷ ἐνυπογράφως ὁ πολίτης ἐκεῖνος ἔθετεν εἰς τρόμον πληθὺν ἀπειράριθμον πτωχῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταθέσει ἐκεῖ τὰς οἰκονομίας των, ἐν τούτοις οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ προβῇ εἰς καταδίωξιν αὐτοῦ, οὐδεὶς ἐσκέφθη, οὐδεὶς ἐφαντάσθη ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν καταδιώξῃ. Τί νομίζετε ὅτι ἐγένετο; Μία δήλωσις τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Τραπέζης ξηρά, ξηροτάτη, ὅτι ἦτο ἀνεψιὸς ὁ κατηγορούμενος ἐν Λαμίᾳ τοῦ διατριβογράφου. Ῥάβδος ἐν γωνίᾳ, ἄρα βρέχει. Αὐτός, ἀναλύων πάντας τοὺς ἰσολογισμοὺς τῆς Τραπέζης, ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει, εἶναι οἱ ἀριθμοὶ τοῦ Ἡμερολογίου τῆς Τραπέζης. Καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ τὸν καταδιώξῃ. Ἄλλη ἐφημερὶς ἐδημοσίευε τὰ Πρακτικὰ τῆς δίκης, καὶ ἐκ τῶν Πρακτικῶν ἐφαίνετο ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Δημοσίου, ἀνώτεροι οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἐδωροδοκοῦντο ἀντὶ 200 δραχμῶν. Λυποῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Τσιριμῶκος νὰ τὰ ἐπιβεβαιώσῃ. Καὶ ὅμως οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ πράγματα ταῦτα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι καὶ τῆς συμβάσεως ταύτης τὴν ἐπικύρωσιν. Καὶ ἔρχονται ἐνταῦθα καὶ λέγουσιν αὐτὰ τὰ πράγματα: «Ἡ τελικὴ διάθεσις τῶν ὁμολογιῶν οὐχὶ κατωτέρα τῶν 82%». Ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο νὰ δώσωμεν τὰ χρήματα ἡμεῖς οὐχὶ ἀνώτερον τῶν 82! Δὲν δεχόμεθα κάτωθι τῶν 82! Θὰ σᾶς δώσωμεν τὰ χρήματα! ἀφοῦ θὰ τὰ δώσωσιν οἱ ἴδιοι πρὸς τοὺς ἰδίους! Καὶ γίνεται λόγος περὶ προμηθείας. Ποῖοι θὰ λάβωσι καὶ ποῖοι θὰ δώσωσι τὴν προμήθειαν; Οἱ αὐτοὶ πρὸς τοὺς αὐτούς. Διὰ τοῦτο ἡ σύμβασις· ἵνα λάβωσι τὴν προμήθειαν. Ἀλλ’ εἶναι, λέγει, τὸ δάνειον ἀπαιτητὸν καὶ ἑπομένως ἐξοφλητέον, καὶ θὰ πέσῃ ἡ ἑταιρεία! Ὑπάρχει φόβος νὰ πέσῃ ἡ ἑταιρεία; Οὐδείς. Ἐὰν συμφέρῃ αὐτοὺς, θὰ πέσῃ αὔριον ἐὰν δὲν τοὺς συμφέρῃ, δὲν θὰ πέσῃ, διότι εἶστε βέβαιος, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἔχουσι χρήματα, διότι κρατοῦσιν αὐτοὶ ὅλον τὸν πλοῦτον τῆς χώρας. Θὰ πέσῃ ἡ ἑταιρεία τότε καὶ μόνον, ὅταν αὐτοὶ τὸ θελήσωσι, καὶ οὐχὶ ὅταν θελήσητε ὑμεῖς καὶ ἡ Βουλή. Τὰ πάντα εἶναι ἱκανοὶ νὰ πράξωσι. Μὴ ἐπιμένετε νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις αὕτη. Μὴ φοβεῖσθε διὰ τὰ 20.000.000. Αὐτοὶ ἔχουσι νὰ συνομολογήσωσι δάνειον καὶ 20.000.000 καὶ 30.000,000 ἀκόμη, ὅταν θέλωσιν, ἀλλά, ὅταν δὲν θέλωσι, δὲν θὰ συνομολογήσωσιν οὔτε 1000 δραχμῶν δάνειον. Πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσωσι παίγνια εἰς τὸ Χρηματιστήριον καὶ αὔριον θὰ σᾶς ζητήσωσιν ἄλλην ἄδειαν διὰ τὴν ἔκδοσιν ἄλλων ὁμολογιῶν καὶ θ’ ἀρχίσωσι νέα παίγνια εἰς τὸ Χρηματιστήριον. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται καὶ μόνον. Ἡ γνώμη μου, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι νὰ μὴ δώσωμεν τὴν ἄδειαν τῆς συνομολογήσεως τοῦ τοιούτου δανείου, διότι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη, οὐδὲ πρόκειται περὶ χρέους τινὸς ἀπαιτητοῦ, ἐὰν θέλητε νὰ δεχθῶμεν τὰ πράγματα ἀπὸ τῆς πραγματικῆς αὐτῶν ἀπόψεως. Ἐὰν θέλητε νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς καὶ καθεξῆς πόσους τόκους θὰ πληρώνωμεν ἐδῶ καὶ πόσους τόκους ἐκεῖ, αὐτὰ εἶναι ἀστεῖα πράγματα, εἶναι εἰκονικά. Ἐδῶ εἶναι μία οἰκονομικὴ ὀλιγαρχία, ἡ ὁποία συνέχει τὸν τόπον, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετραλιᾶς.
§277ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον. Εἴμεθα καταπεπονημένοι.
§278ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦτο καταπεπονημένη, δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπῆρχεν ἡ διάθεσις πρὸς συζήτησιν, ἡ ὁποία πράγματι ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ, ὅτε ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις. Ὅτε βλέπω τοιαύτην διάθεσιν, ὥστε νὰ γίνεται συζήτησις περὶ συμβάσεως οὐδὲν τὸ νέον εἰσαγούσης, βελτιούσης δὲ σύμβασιν συνωμολογημένην, ἤ οἱ μειούσης τὴν ἔκτασιν τῆς συνωμολογημένης συμβάσεως, τοῦτο δεικνύει ὅτι οὐ μόνον ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι καταπεπονημένη, ἀλλ’ ὅτι καὶ διάθεσιν ἔχει πρὸς συζήτησιν, καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι περιμένω νὰ διαφωτισθῶ περὶ τῶν ἐλαττωμάτων τῶν ὑφισταμένων ἀτυχῶς ἐν τῇ ἐψηφισμένῃ ἤδη συμβάσει, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα μονομερῶς νὰ μεταβάλωμεν. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἔχω πλήρη τὴν διάθεσιν ν’ ἀκούσω τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς.
§279Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι γεγονός, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατόπιν τῆς ὑφισταμένης πλέον συμβάσεως περιττεύει πᾶσα συζήτησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς προηγουμένως λίαν ὀρθῶς παρετήρησεν, ἔθεσε τὸν ὅρον αὐτὸν τῆς ἐγκρίσεως. Νομίζομεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ὁ μόνος κατάλληλος, ὅπως θέσῃ τὰ ζητήματα εἰς τὴν θέσιν των, δεδομένου ὅτι, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ μεταβάλωμεν τὰ ἐψηφισμένα τῆς πρώτης συμβάσεως. Ἐνδιαφερόμεθα ἀτομικῶς περὶ τοῦ σταθμοῦ τῶν Πατρῶν καὶ δὲν τὸ κρύπτομεν· ἐνδιαφερόμεθα ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ὑπάρχοντος σταθμοῦ τῶν Πατρῶν, τοῦ σκωληκοβρώτου τούτου ἱδρύματος, καὶ δὲν τὸ κρύπτομεν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ σταθμοῦ τῶν Πατρῶν, καθὼς καὶ περὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ τροχαίου αὐτοῦ ὑλικοῦ, καθότι, ἐπαναλαμβάνω, πλεῖστοι ὅσοι ξένοι θέλουσι νὰ δημιουργήσωσι βιομηχανίαν ξένην, πλεῖστοι ὅσοι ξένοι παραπονοῦνται διὰ τὴν ἀθλιότητα τῶν βαγονίων, ἰδίως μεταξὺ Πατρῶν–Ὀλυμπίας καὶ μεταξὺ Πατρῶν– Ἀθηνῶν.
§280Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι παραπονοῦνται οἱ ξένοι μόνον;
§281Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ ξένος, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ ἐξοδεύσῃ τὰ χρήματά του, ἔχει τὴν ἀπαίτησιν νὰ εὕρῃ ἀξιοπρεπεῖς σιδηροδρόμους. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα ταχέως περὶ τοῦ σταθμοῦ τῆς πόλεως Πατρῶν, τὸ ὁποῖον καὶ τονίζω.
§282Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὸν σταθμὸν τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Πετραλιᾶς· ἐνδιαφέρομαι νὰ κάμῃ τὸ δάνειον ἡ ἑταιρεία, διὰ νὰ διορθώσῃ καὶ τὸν σταθμὸν τῆς πόλεως Πατρῶν καὶ τὸ τροχαῖον αὐτῆς ὑλικὸν ν’ ἀλλάξῃ, ἐνδιαφέρομαι ὅμως πρωτίστως νὰ εἴπω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν δανείων, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ οἱ ἄλλοι, εἶναι παιγνίδιον, τὸ ὁποῖον παίζεται πολὺ καὶ εἰς βάρος τοῦ ἔθνους καὶ εἰς βάρος τῶν πτωχῶν, διότι, ὅτε πρότερον συνωμολόγησε δάνειον 20.000.000, ηὔξησαν αἱ μετοχαὶ καὶ ἔσπευσαν οἱ ἄνθρωποι καὶ ἠγόρασαν ἀπ’ αὐτούς, διότι ἐνόμιζον ὅτι θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῆς ἑταιρείας τοῦ σιδηροδρόμου, κατόπιν ὅμως, ὡς βλέπομεν, τὸ δάνειον δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἑπομένως μετ’ ὀλίγον κατῆλθον αἱ μετοχαί, καὶ ἑπομένως ὁ λαός, ὁ ὁποῖος κατεῖχε τὰς μετοχάς, ἐζημιώθη, περιῆλθον δ’ αὗται μὲ ὀλιγωτέραν τιμὴν εἰς τοὺς προκατόχους. Δὲν γνωρίζομεν εἰς ποίους περιῆλθον καὶ πῶς, ἀλλὰ τὸ σημαντικὸν εἶναι ὅτι αὐτὸ τὸ παιγνίδιον παίζεται πάντοτε εἰς βάρος τῶν ἁπλοϊκωτέρων, ἑπομένως πρέπει νὰ θέσωμεν τέρμα ἐπὶ τῶν διαφόρων ἐπιχειρήσεων αὐτῶν διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐλέγξῃ δι’ αὐστηρᾶς ἐποπτείας ὄχι κατ’ ἰσολογισμόν, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν, τὴν κατάστασιν αὐτῶν, διότι πολλάκις οἱ ἰσολογισμοὶ γίνονται ἀριθμητικοί, οὐχὶ δὲ καὶ οὐσιαστικοί, ἑπομένως εἶναι ἑστία παραβλάπτουσα πᾶσαν ἐπιχείρησιν πραγματικήν. Δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἐκκαθαρίσῃ τις μόνον τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους καὶ τὸν στρατόν. Αὐτὸ τὸ εἶδος τῶν ἑταιρειῶν λοιπὸν πρέπει νὰ σπεύσωμεν ν’ ἀποκαθάρωμεν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ὁδὸν τὴν πρέπουσαν. Διότι, κύριε Πρόεδρε, οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργάτου.
§283ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην κεφαλαίου.
§284Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διὰ ψευδῶν παραστάσεων λαμβάνει τὸ κεφάλαιον, αὐτὴ καταστρέφει τὴν Πολιτείαν καὶ τὸ κεφάλαιον καὶ πᾶσαν πραγματικὴν ἐργασίαν. Ἐὰν λοιπὸν δὲν σπεύσωμεν, θὰ νομίζωμεν ὅτι εἴμεθα καλά, διότι ἔχομεν στρατὸν καὶ στόλον καὶ ὅτι θὰ εἴμεθα οὕτως ἰσχυροί, διὰ νὰ μὴ δύναται νὰ μᾶς πειράξῃ κανείς, ἀλλὰ θὰ πάθωμεν ἀπὸ οἰκονομικὴν ἀσφυξίαν, διότι Πολιτεία, τῆς ὁποίας τὰ νεῦρα δὲν εἶναι ἰσχυρά, δὲν ἔχει ἄλλον προορισμὸν ἢ ν’ ἀποθάνῃ ἐξ ἀσφυξίας, διότι εἰς ἑκάστην ἐργασίαν καὶ εἰς ἑκάστην ἐπιχείρησιν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ πραγματικὴ καὶ εἰλικρινὴς ὕπαρξις αὐτῆς καὶ οὐχὶ ψευδής, καὶ τότε τὰ κεφάλαια προσέρχονται. Ἔχω δὲ πεποίθησιν ὅτι, ἀφοῦ ἐκάμομεν Ὑπουργεῖον Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας, θὰ ἐξετάσῃ πάντας τοὺς κλάδους τοὺς ἀνήκοντας εἰς αὐτὸ καὶ θὰ δώσῃ μίαν κατεύθυνσιν. Ὡς πρὸς τὸ δάνειον νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἔχει προγενεστέραν προέλευσιν, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ τὸ ψηφίσωμεν, εὐχόμενοι ὅπως πραγματοποιήσῃ ἡ ἑταιρεία τοῦτο καὶ προβῇ εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, ὡς πρὸς τὸ τροχαῖον ὑλικὸν κλπ., ὅπως οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ποθοῦσι καὶ ὅπως ὅλος ὁ κόσμος ποθεῖ προκειμένου περὶ συγκοινωνίας, διότι συμβαίνουσι πολλὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ εἴπω. Τελευτῶν λέγω ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ τὰ διατυπώσω καλλίτερον· ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν κατεπόνησα τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, ἀλλ’ εἶπον ὅπως γνωρίζω τὰ πράγματα. Πέποιθα δ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει καταλλήλως.
§285Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐλησμόνησα εἰς ὅσα εἶπον νὰ προσθέσω τοῦτο, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ πῶς ἐργάζονται οἱ Κύριοι οὗτοι. Δικηγόρος τῆς Τραπέζης τῆς Ἀνατολῆς εἶναι ὁ υἱὸς τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Μόλις ἐπέστρεψεν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην, πρὶν ἀκόμη ἀρχίσῃ νὰ δικηγορήσῃ, τὸν ἐπῆραν ἀμέσως, διότι εἶναι υἱὸς τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ τὸν ἔκαμαν νομικὸν σύμβουλον τῆς Τραπέζης.
§286Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπὶ τὸ βῆμα μὲ ἤγαγε παρατήρησις τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνε πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Λακωνίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ τοῦ διαφύγῃ ἐκ τοῦ ἕρκους τῶν ὀδόντων του μία φράσις, ἡ φράσις τῆς σπουδῆς. Ἡ φράσις αὕτη ἐξηρέθισε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις προέβη εἰς παρατήρησιν, διατί ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας μεταχειρίζεται τὴν φράσιν σπουδή. Πόθεν αὐτὴ ἡ σπουδή; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑπομνήσω εἰς αὐτὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα. Ὅτε ἐγὼ εἶχον τὴν τόλμην νὰ ζητήσω ἀκριβῶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς παρατηρήσεις καὶ κατ’ ἐμοῦ, βεβαιῶν ὅτι πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα τὸ Σύνταγμα θὰ ἦτο περατωμένον. Ἀλλὰ τὰ πράγματα διέψευσαν τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εὔχομαι δὲ χάριν τῶν συμφερόντων τῶν γενικῶν νὰ μὴ ὑποστῇ τοιαύτην διάψευσιν ὑπολογισμῶν καὶ προβλέψεων καὶ εἰς ἄλλην ἐνέργειαν, σχέσιν ἔχουσαν μὲ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι σπουδή, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν θέλητε μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις — εἶναι λέξις συνήθης— ἐξ ὑφαρπαγῆς νὰ ψηφίσητε τοιαύτην σύμβασιν; —Δὲν εἶναι σπουδή, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μεταμεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις ν’ ἀναγκάζητε ἡμᾶς ν’ ἀγορεύωμεν ἐπὶ τοιαύτης συμβάσεως καὶ ν’ ἀποτεινώμεθα πρὸς Βουλὴν κενήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν παρίστανται πλείονες τῶν 40 Βουλευτῶν; Καταδέχεσθε ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖτε τὰ παλαιὰ κόμματα ὅτι ἐπλαστογράφουν τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ κατήρτιζον εἰκονικὰς ἀπαρτίας, καταδέχεσθε νὰ ζητῆτε τὴν ψήφισιν συμβάσεως μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις καὶ ἄνευ ἀπαρτίας; Σιωπᾶτε· διὸ προχωρῶ εἰς τὴν συζήτησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ἀπὼν καὶ εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν.
§287ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πειράζει.
§288Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς εἶναι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Αὐτὸς θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου παρ’ αὐτοῦ θὰ ζητήσω πληροφορίας.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπανέλθῃ.
§290Γ. ΠΩΠ. Προχωρήσατε, κύριε συνάδελφε. Οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι παροῦσα ἡ ἁρμοδία Βουλή, τὸ ὀλιγώτερον εἶναι νὰ μὴ εἶναι παρὼν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Προχωρήσατε.
§291ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τότε ν’ ἀρχίσω ἀπὸ δικολαβικὰς ἐνστάσεις, διότι παρατηρῶ ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἀντιπροέδρου τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρείας, ἐνῷ ἡ σύμβασις τῶν 20.000,000 εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ προέδρου.
§292ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἀφήνετε νὰ συζητήσητε κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν;
§293ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· πρόκειται περὶ συμβάσεως, ἡ ὁποία προκαλεῖ σκάνδαλον, καὶ νομίζω ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἠθικὸν συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἔστω δι’ αὔριον. Διατί αὐτὴ ἡ σπουδή; Κατὰ τὸ καταστατικόν, καὶ ἐπικαλοῦμαι πρὸς τοῦτο τὰ φῶτα τῶν νομομαθῶν, κατὰ τὸ καταστατικὸν τῶν ἑταιρειῶν πρὸς σύναψιν δανείου ἀπαιτεῖται πρᾶξις τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου. Ποῦ εἶναι ἡ πρᾶξις αὐτὴ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου; Οὐδεμίαν ἔχομεν ἀπόδειξιν, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ ἐκτίθενται οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι ἀναγκαία ἡ σύμβασις αὕτη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει βεβαιοῖ ὅτι ὁ τύπος τοῦ δανείου τούτου καὶ οἱ ὅροι αὐτοῦ εἶναι ὅμοιοι πρὸς τὰ ὁριζόμενα διὰ τοῦ νόμου τοῦ κυροῦντος τὴν σύμβασιν τῶν 20.000.000 καὶ ὅτι οἱ ὅροι αὐτοὶ εἶναι οἱ μᾶλλον συμφέροντες. Ἐπεθύμουν νὰ ἔδιδε τὴν πληροφορίαν ὁ κ. Ὑπουργός, ποία ἦτο ἡ πίστις τοῦ Κράτους τότε καὶ ποία εἶναι ἡ σημερινή. Οἱ ὅροι τῆς πίστεως τοῦ Κράτους μετεβλήθησαν ἄρδην ἐπὶ τὸ βέλτιον, καὶ ἀπόδειξις τούτου, κύριε Ὑπουργέ, εἶναι ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ εὑρίσκεται ἐν τῷ τόπῳ, ἐνῷ οὐδέποτε μέχρι σήμερον εὑρίσκοντο δάνεια ἐν τῷ τόπῳ καὶ πάντοτε προσφεύγομεν εἰς τὰς ξένας χρηματιστικὰς ἀγοράς· συνεπῶς δὲν ἔχετε δίκαιον νὰ ἐπικαλῆσθε ὅτι οἱ ὅροι αὐτοὶ εἶναι οἱ συμφέροντες. Εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ δανείου προβλέπονται καὶ ὁρίζονται τὰ ἔργα καὶ οἱ σκοποί, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὁποίων, πρὸς θεραπείαν τῶν ὁποίων πρόκειται τὸ ὑπόλοιπον τοῦ δανείου νὰ χρησιμοποιηθῇ. Μεταξὺ αὐτῶν ἔχομεν διαφόρους δαπάνας. Ἡ ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ κατασκευάσῃ διαφόρους σταθμοὺς — ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ὁμολογουμένως ἀναγκαία — ὑποχρεοῦται ν’ ἀνανεώσῃ τὸ τροχαῖον ὑλικὸν καὶ ἡ δαπάνη αὕτη πραγματικῶς εἶναι ἀναγκαία. Προκειμένου ὅμως περὶ ἀνανεώσεως ἀτμαμαξῶν νομίζω ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη δὲν εἶναι ἀναγκαία, εἶναι μᾶλλον δαπάνη πολυτελείας. Περὶ τῶν ὑπολοίπων δαπανῶν δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, διότι ἀρκετὰ ἐπὶ τούτων εἶπον κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συγκινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, ἔστω διὰ τὴν αὔριον, πάντως ὅμως ἀφοῦ προσκγάγητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔγγραφα πρὸς διαφώτισιν αὐτῆς: Κατάλογον ἢ κατάστασιν ἐμφαίνουσαν ὅτι ἡ ἑταιρεία ἐξεπλήρωσε πάσας ἐπακριβῶς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε δυνάμει τοῦ δανείου τῶν 3.000.000, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον εἶχε δανείσει πρὸς αὐτήν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδεμίαν ἢ ὀλίγας ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων ἐκείνων ἐξετέλεσεν ἡ ἑταιρεία· ἑταιρεία δέ, ἡ ὁποία ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς συμβάσεως κακῆς πίστεως, μὴ ἐκπληρώσασα τὰς ὑποχρεώσεις της, τὰς ὁποίας δυνάμει ῥητῆς συμβάσεως ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου ἀνέλαβε, δὲν εἶναι ἑταιρεία. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄνδρα τοῦ ὁποίου ἡ τιμὴ εἶναι πασίγνωστος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ψήφισιν τοιαύτης συμβάσεως, πρὶν ἢ προσκαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιοῦτον κατάλογον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀρκεῖται εἰς τοῦτο καὶ μόνον ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἔγκρισίν του, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι ἔχομεν τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη παρεβίασε ῥητὰς ὑποχρεώσεις.
§294ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἠξεύρετε ποία ἀντίληψις κρατεῖ μεταξὺ τῶν συναδέλφων; Ὅτι, ὅτε ἡ ἑταιρεία ἀνέλαβε νὰ ἐπιστρέψῃ τὰ 3.000.000 εἰς τὸ Δημόσιον, ὅτι τὰ ἐπέστρεψεν ἀμέσως. Ἀλλὰ δὲν συνέβη αὐτό· τὰ ἐπέστρεψε κατὰ δόσεις.
§295ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἔστω καὶ τοῦτο, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἑταιρείας κακῆς πίστεως, ἡ ὁποία δὲν ἐκτελεῖ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει, καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει νὰ ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν αὐτήν, χωρὶς νὰ προσαχθῇ εἰς αὐτὴν ὁ κατάλογος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ βεβαιοῦται ὅτι πραγματικῶς ἡ ἑταιρεία αὕτη ἐξεπλήρωσε τὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνας.
§296Γ. ΠΩΠ. Κύριοι συνάδελφοι, εἴμεθα τόσον ὀλίγοι, ὥστε νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἵνα μὴ συνεχίσω ἐπὶ μακρὸν τὴν ἀγόρευσιν, διότι βλέπω καὶ εἰς τοὺς τριάκοντα ἢ τεσσαράκοντα τὴν κόπωσιν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς. Ἐν τούτοις εἶναι ἐπαρκὴς ἡ παρουσία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα τῷ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν, ἀφοῦ ἐπιμένει ἀπόψε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ἐπί τινων θεμάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι ζήτημα σοβαρᾶς προσοχῆς καὶ μελέτης αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὁποίων βεβαίως δὲν ἔτυχε νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς συμβάσεως ταύτης οὐδὲ εἶχε σαφῆ κἂν ἰδέαν ταύτης. Διότι, ὅτε διέκοπτε καὶ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ χρέους αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτῆς ταύτης τῆς ἑταιρείας καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἠσφαλισμένον δι’ ἐνεχύρου καὶ τὸ ὁποῖον γίνεται ἐνυπόθηκον εἰς βάρος τοῦ Κράτους, ὅτε μᾶς ἔλεγεν ὅτι ἠδύνατο ἡ ἑταιρεία μετ’ ἀγωγὴν νὰ προβῇ εἰς προσημείωσιν καὶ ὑποθήκην, δὲν ἔλεγε πράγματα σοβαρά. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐγνώριζε συνεπῶς τὰ πράγματα καὶ ἑπομένως ἦτο ἀπηλλαγμένος καὶ τῆς εὐθύνης τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐγένετο, καὶ τῶν διακοπῶν, εἰς τὰς ὁποίας προέβαινεν. Ἀλλὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχω καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ἐπὶ σημαντικοῦ τινος θέματος, ἐκ τοῦ ὁποίου θ’ ἀντιληφθῇ ὅτι πρόκειται περὶ συνεχείας μεθόδων, τὰς ὁποίας ἦλθε καὶ ὤφειλε νὰ ἔλθῃ ἡ ἀνόρθωσις νὰ καταλύσῃ. Ὑπάρχουσι δύο δάνεια τοῦ σιδηροδρόμου, τὸ ἓν τῶν δανείων τούτων εἶναι τὸ ἐκ 266.000 λιρῶν. Τὸ δάνειον αὐτὸ ἔχει τόκον 6% καὶ χρεολύσιον 1%. Ὑπολογίσατε καὶ εὕρετε πόσον ἐπεβάρυνε τὴν ἑταιρείαν ἐτησίως ἡ πληρωμὴ αὐτοῦ. Τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη τρία ἔτη ἀργότερον, συνωμολογήθη κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ χαρακτηρίσω, διότι συνωμολογεῖτο μὲ τὰς μεθόδους ἐκείνας, τὰς ὁποίας καὶ ἄλλοτε ἀνέφερα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Τὸ δεύτερον δάνειον, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἐξόφλησις, ἐγένετο κατὰ τρόπον καθαρῶς λαθροχειρικόν. Ἂν ἀνατρέξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὰ Πρακτικά, θ’ ἀνεύρῃ ὅτι δὲν ἐπρόκειτο κἂν περὶ συζητήσεως δανείου. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ἀναλάβει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγγυηθῇ δάνειον 1.700.000 καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἔκτακτον ἀνάγκην, ἐγένετο ἡ σύμβασις αὐτή, ὄχι ὡς σύμβασις συνομολογήσεως δανείου, ἀλλ’ ὡς ἐγγραφὴ ὑποθήκης, τὸ δὲ δάνειον ἐκεῖνο συνωμολογεῖτο ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐνεγράφη ἡ πρώτη σύμβασις τοῦ πρώτου δανείου, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι παρέσχε μείωσιν τοῦ τόκου εἰς 5%. Δὲν ἀναφέρεται δ’ ἐν αὐτῇ πόσον χρεολύσιον θὰ διετίθετο. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον ἐκαλύπτοντο τὰ πράγματα ταῦτα. Σήμερον ὅμως, ὁπότε ἔχομεν αἴτησιν νέου δανείου, ἔρχεται καὶ ζητεῖ ἡ ἑταιρεία νὰ ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον τοῦτο καὶ κρατήσῃ τὸ ἄλλο, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν ἑταιρείαν ταύτην, διατί δὲν κατέστη καὶ τὸ δεύτερον χρεολυτικόν, ἐφ’ ὅσον λέγει ῥητῶς ὁ νόμος «ὅτι τὸ δάνειον τοῦτο», ἡ ἐγγραφὴ τῶν 266.000 λιρῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται, ὅπως ἐγγραφῇ ὑποθήκη ἐπὶ τοῦ σιδηροδρόμου (ἀναγινώσκει:) «τὸ δάνειον τοῦτο δίδεται κλπ.». Δὲν γνωρίζω ἂν καὶ τοῦτο θὰ ἐμποιήσῃ ἐντύπωσίν τινα εἰς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιμένῃ, ὅπως ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ σύμβασις, πρὶν ἢ μελετήσῃ πάλιν αὐτὴν συμφώνως πρὸς τὴν ἠθικὴν αὐτοῦ ἀρετήν, πρὸς τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς πολιτικὸς ἀνὴρ εὐλαβούμενος τὸ κοινὸν συμφέρον, δημοσιογραφήσας, καθ’ ὃν τρόπον ἐδημοσιογράφησε κατὰ τὸ παρελθόν, ἐλέγξας πάντοτε καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Πρώτην ἤδη φορὰν ἐρχόμενος ἵνα ὑπευθύνως εἰσηγηθῇ πράξεις, τὰς ὁποίας δημοσίᾳ ἄλλοτε κατηγόρει καὶ τὰς ὁποίας βεβαίως δὲν θ’ ἀνελάμβανε νὰ εἰσηγηθῇ καθ’ ἣν περίπτωσιν ὡς Ὑπουργὸς συνήθιζε νὰ βλέπῃ ἀντικειμενικῶς τὰ πράγματα, ὡς τὰ βλέπουσιν οἱ ἐλέγχοντες, βαθύτερον πρέπει νὰ μελετήσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἡ ἑταιρεία, ἐπιβαρύνουσα τὸ Κράτος καθ’ ὃν τρόπον ἐπιβαρύνει καὶ τὰ εἰσοδήματα αὐτῆς, διὰ νέου δανείου, κατώρθωσε νὰ ἐκφύγῃ καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Δυνάμει τῶν συμβάσεων τῶν ὑπαρχουσῶν ἠδύνατο τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ, ἐὰν ἤθελε καὶ ἂν εἶχε τὴν δύναμιν νὰ τὴν ἀναλάβῃ, καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν εἶχε, διότι τὸ γεῖτον ἡμῶν Κράτος ἡ Ἰταλία τὸ ἔπραξε καὶ κατώρθωσε νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰ εὐεργετήματα ἐκ τῆς συγκοινωνίας. Ἄν, λέγω, τοιαύτην εἶχε πρόβλεψιν ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ παρετήρει ὅτι, ἐὰν σήμερον τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ ἐξαγοράσῃ, θὰ ἐπλήρωνε τόσα, ὅσα θὰ ἔδιδεν ἡ ἀναλογία τῶν καθαρῶν κερδῶν τῆς ἑταιρείας ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον καὶ προσθέτως θ’ ἀνελάμβανε πάντα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἀνέλαβεν ἤδη ἡ ἑταιρεία. Ἀλλὰ συγχρόνως θὰ ἐμάνθανεν ὅτι διὰ τοῦ χρεολυσίου, ὡς νῦν ὑπολογίζεται, μόνον πρὸ ὀκταετίας ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς συμβάσεως θὰ ἐξωφλεῖτο τὸ χρέος. Καὶ τότε τί γίνεται τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τῆς συμβάσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον πέντε ἔτη πρὸ τῆς λήξεως τῆς συμβάσεως δύναται τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ ἐπὶ ἰδίᾳ διαχειρίσει τὰ πράγματα τῆς ἑταιρείας: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλησμόνησε προσέτι δικαιώματά τινα, τὰ ὁποῖα τῷ παρέχουσιν αἱ διάφοροι τῶν νόμων διατάξεις. Ἐλησμόνησεν ὅτι ἔχει δικαίωμα εὐθὺς ἀπὸ τῆς αὔριον νὰ καλέσῃ τὴν ἑταιρείαν καὶ νὰ τῇ εἴπῃ ὅτι δὲν τῇ ἐπιτρέπεται νὰ παράσχῃ μέρισμα εἰς τοὺς μετόχους αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐκπληροῖ τὰς λοιπὰς ὑποχρεώσεις της, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσι ῥηταὶ διατάξεις τῇ συμβάσεως ταύτης. Διότι, ἐὰν τοῦτο ἐγίνετο, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη, ὅπως καὶ αὐτὰ ταῦτα τὰ χρέη τὰ δι’ ἐνεχύρου ἐξοφληθῶσι διὰ τοῦ νέου δανείου πρὸς τὰς Τραπέζας, αἵτινες ἔρχονται νὰ συνομολογήσωσι τὸ δάνειον τοῦτο νὰ ἐξοφληθῶσι δηλονότι δι’ ἁπλῆς μεταγραφῆς λογιστικῆς, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ θὰ λάβωσιν 187.000 προμήθειαν! Θὰ ἔλεγεν εἰς τὰς Τραπέζας ταύτας ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ εὐλαβῶνται περισσότερον τὸ Κράτος, νὰ εὐλαβῶνται περισσότερον τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἰδίως ἐκπορεύονται ἀπὸ τὰ σπλάγχνα καὶ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§297ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἄρθρον 407.
§298Γ. ΠΩΠ. Δὲν θέλω νὰ θίξω τὴν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἰσήλθομεν εἰρηνικῇ βοῇ· νομίζω ὅτι ἐκεῖνοι ἰδιαίτατα, οἵτινες ἐσώθησαν ἀπὸ τὴν ὀργὴν καὶ κατάραν τοῦ λαοῦ, ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν, ἐὰν δὲν εὐλαβῶνται τὴν φήμην καὶ τὴν γνώμην περὶ αὑτῶν, νὰ εὐλαβῶνται ἐκείνους, οἵτινες ἦλθον ἐδῶ ἐκπροσωποῦντες τὴν λαϊκὴν θέλησιν, ἀλλὰ καὶ τὴν λαϊκὴν ὀργήν. Ἀπαιτεῖται κρίσις καὶ ἀντικειμενικὴ τῶν πραγμάτων ἔρευνα, καὶ θὰ ἐπεθύμουν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν τοιαύτην εὐλάβειαν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες μετὰ τῶν ἄλλων ὀλιγαρχοῦντες προυκάλεσαν τὴν ἐξέγερσιν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀφωρμήθη καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Θὰ εἶχον καὶ ἄλλα πολλὰ νὰ προσθέσω, ἀλλὰ δὲν εἶναι διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ τὴν συζήτησιν ἐν πληθούσῃ Βουλῇ, οὐδὲ τὴν ψήφισιν ἴσως τοῦ νομοσχεδίου ἐν πληθούσῃ Βουλῇ. Θλίβομαι δ’ ἐξ ὅλης ψυχῆς, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις νὰ εἴπω, ἀπευθυνόμενος πρὸς διπλῆς φύσεως συνάδελφον, συνάδελφον ἐν τῷ τύπῳ, συνάδελφον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, κοινὸν συναγωνιστὴν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου τούτου καὶ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἀγωνιστὴν κατὰ τῶν μεθόδων τοῦ παρελθόντος. Ἀναμφισβητήτως δὲ μία τῶν μεθόδων ἐκείνων εἶναι καὶ ἡ ψήφισις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ψήφισις γενομένη ὑπὸ κενῶν καθισμάτων. Μὴ λησμονεῖτε δὲ ὅτι χθὲς ἐφέρατε ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἠθελήσατε νὰ περιφρουρήσητε, ὅπως οἱονδήποτε νομοθέτημα ὑφίσταται τὸν ἔλεγχον πραγματικὸν καὶ ψηφίζηται ἐν πραγματικῇ συνεδριάσει ὑπὸ Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρισκομένης. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ἐλησμονήσατε. Ψηφίσατέ το λοιπόν.
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§300ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Αὔριον, κύριε Πρόεδρε. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). (Ἐπίσης ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 30′ μ. μ.).