1911.05.05
2,804 rows · 21,500 words · 250 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 81.
Τῆς 5ης Μαΐου 1911.
(Πέμπτη)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας, προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Θ. Πέρρου, περὶ ὥραν 10 καὶ 30′ πρὸ μεσημβρίας, παρόντων 187 Βουλευτῶν, ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ ἐκ Σύρου κατασκευασταὶ ὑφασμάτων καὶ νηματουργοὶ ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ βʹ ἐδαφίου τῆς 159 κλάσσεως τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου. 2) Ὁ Γ. Πίσας παραπονεῖται ὅτι μένει ἄνευ συντάξεως· 3) Οἱ καρραγωγεῖς Ἄργους παρακαλοῦσιν, ὅπως, ἀφοῦ πληρώσωσιν ἐπιτήδευμα καρραγωγέως, ἀπαλλαγῶσι δηλώσεως ζῴων· 4) Οἱ κατάδικοι Κυπαρισσίας παραπονοῦνται ὅτι δὲν τροφοδοτοῦνται ἐπαρκῶς· καὶ 5) Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων Ἀγροῦ, Ἀθηνιῶν καὶ Ῥαφαλάδων ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν τῆς ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Ζαβιτσάνου ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου· Οἱ βουλευταὶ κύριοι Κ. Βερβενιώτης καὶ Πύρρος Καραπάνος ζητοῦσιν ἄδειαν ἀποδημίας εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ὁ μὲν πρῶτος 15ήμερον, ὁ δὲ δεύτερος τρίμηνον. Δέχεται ἡ Βουλή;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν. Πρῶτον ἀντικείμενον τῶν ἀναφορῶν: Συζήτησις «ἐπὶ ἀναφορᾶς πολιτῶν Ἀθηναίων παρακαλούντων ὅπως ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῶν ἐφημερίδων τῶν δημοσιευουσῶν ἀνιέρους μεταφράσεις τῶν Ἱερῶν Γραφῶν». Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Πετμεζᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Κοντογούρης. Ἀπών. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος. Ἀπών. Ὁ κ. Κουτούπης.
§4Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός. Ἐκτὸς τούτου ἀπουσιάζει καὶ ἡ ἀναφορὰ ἐκ τοῦ φακέλου καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ τὴν εὕρω, καίτοι ἐζήτησα ταύτην ἀπὸ τὸ Γραφεῖον.
§5Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διαγράφονται οἱ ἀπόντες.
§6ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· τίθενται εἰς τὸ ἀριστερόν.
§7Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Διαγράφονται, κύριε Πρόεδρε.
§8Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, τί ἔγινεν ἐπὶ τῆς πρώτης ἀναφορᾶς;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διεγράφη.
§10Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀναφορά, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ λάβω τὸν λόγον, δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ σχετικῷ φακέλῳ, καίτοι τὴν ἐζήτησα ἀπὸ τὸ ἁρμόδιον Γραφεῖον καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβω τὸν λόγον αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ν’ ἀναβληθῇ.
§11Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω προτιμότερον καὶ διὰ τὴν Βουλὴν ἀκόμη νὰ διαγραφῇ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ Ὑπουργός, εἶναι εὔλογος ἡ ἀξίωσις ν’ ἀναβληθῇ.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βέβαια! Διότι, ὅταν εἶναι παρὼν ὁ Ὑπουργός, θὰ ἐνεργηθῇ παραχρῆμα!
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχητε κανὲν δεδομένον.
§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄπαγε!
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον· ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Νέας Σμόλιας ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Σταμούλης.
§17Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὸ πρῶτον τί ἔγινε, κύριε Πρόεδρε;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη.
§19Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Γράψατε καὶ ἐμέ, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά της.
§20Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἁγίου Γεωργίου τῶν Βερναρδεΐκων τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δογάνης, ὅστις εἶναι ἀπών. Κατόπιν τὸν λόγον ἔχει ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς.
§22Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ Βουλὴ ἡ παροῦσα, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἔχει σκοπὸν νὰ συντρίψῃ τὰ εἴδωλα, τὰ ὁποῖα ἵσταντο πρὸ τοῦ βωμοῦ τῆς συναλλαγῆς κατὰ τοὺς παρελθόντας χρόνους. Ἔξωθεν τῶν Πατρῶν ὑπάρχει τὸ χωρίον Ἅγιος Γεώργιος· ἐκεῖ ὑπάρχουσι τετρακόσια στρέμματα γῆς ἀσκεποῦς, ἡ ὁποία κατ’ ἔτος ἐκτίθεται εἰς δημοπρασίαν καὶ διάφοροι πολῖται κατὰ καιροὺς μεταβαίνουσι καὶ πλειοδοτοῦσι. Πρὸ πέντε ἐτῶν εἶχε κατακυρωθῆ ἐπ’ ὀνόματι ἑνὸς Βασιλείου, προτοῦ ὅμως ἐκπνεύσῃ ἡ προθεσμία αὐτή, ἡ ὁποία θὰ ἐξέπνεε μετὰ παρέλευσιν ἑπτὰ μηνῶν ἀπὸ σήμερον, πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁ τότε ἁρμόδιος Ὑπουργός, χωρὶς νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν τὸ κτῆμα, δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς τὸ δίδει εἰς αὐτὸν διὰ μίαν δεκαετίαν ἀκόμη. Σημειωτέον ὅτι τὸ κτῆμα αὐτὸ ἐτησίως ἔδιδε πρόσοδον 2.000 δραχμῶν. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι φρονῶ ὅτι ἐκεῖ ὑπάγεται ἡ ὑπόθεσις αὕτη, νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς προκειμένης ἀναφορᾶς καί, ἀφοῦ ἀκυρώσῃ τὴν παρανόμως γενομένην δημοπρασίαν, νὰ κηρύξῃ νέαν, διότι, ἐὰν ἐκτεθῇ εἰς πλειστηριασμὸν ἐκ νέου τὸ κτῆμα κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν ἐν λόγῳ κατοίκων, τὸ κτῆμα αὐτὸ θὰ δίδῃ πρόσοδον εἰς τὸ Δημόσιον 5.000 δραχμῶν ἐτησίως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς παρανομίας ταύτης καὶ νὰ ἀκυρώσῃ, ἐπαναλαμβάνω, τὴν δημοπρασίαν, ἥτις ἐγένετο τότε, καὶ νὰ διατάξῃ ὅ,τι ὁ νόμος ἐπιβάλλει.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Ῥοῦφος Κανακάρης εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Ἰ. Βέρροιος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος.
§24Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Ἁγίου Γεωργίου ἀποβλέπει εἰς γαίας, διὰ τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον ἔχει δαπανήσει ἓν μέγα ποσόν, διότι ὅσοι ἦσαν Βουλευταὶ καὶ εἰς ἄλλας Βουλὰς θὰ ἐνθυμῶνται ὅτι, ὅτε τὸ Δημόσιον ἀπεφάσισε νὰ ἱδρύσῃ γεωργικὸν σταθμὸν εἰς διάφορα μέρη τοῦ Κράτους, ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐξελέγη ὡς τόπος γεωργικοῦ σταθμοῦ ἡ περιφέρεια τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἐν τῇ ἀναφορᾷ τῶν κατοίκων. Τὸ Δημόσιον ἢ μᾶλλον ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου ἐξέλεξεν ὡς κατάλληλον τόπον τῆς περιφερείας Πατρῶν διὰ γεωργικὸν σταθμὸν τὸ μέρος τῶν γαιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ. Βεβαίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος, διότι ὁ τόπος, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη ὡς γεωργικὸς σταθμός, ἦτο ἐντελῶς ἀκατάλληλος, καίτοι τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, πλέον τῶν 220.000 δραχμῶν, διὰ νὰ ἱδρύσῃ σταθμὸν γεωργικόν.
§25Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ζητηθῶσι παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἢ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας πληροφορίαι περὶ τῶν προσόδων καὶ ἐξόδων τῶν γεωργικῶν σταθμῶν, θὰ ἴδητε ὅτι τὰ ἔξοδα πρὸς διατήρησιν τῶν γεωργικῶν σταθμῶν ὑπερβαίνουσι κατὰ πολὺ τὰς προσόδους χωρὶς νὰ ἔχωσι κανὲν εὐχάριστον ἀποτέλεσμα. Εἰς τὴν Μαντίνειαν ὁ σύνδεσμος τῶν Τεγεατῶν διατηρεῖ ἓν ἀγροκήπιον, ἔχει δὲ φέρει πολλὰ ἀποτελέσματα, ἐνῷ ὁ γεωργικὸς σταθμὸς ὁ ἐκεῖ ἔχει μίαν ἅμαξαν καὶ ἀποστέλλει ἄνθη εἰς διαφόρους.
§26Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ Δημόσιον ἐδαπάνησε πλέον τῶν 220.000 δραχμῶν, διὰ νὰ ἱδρύσῃ γεωργικὸν σταθμόν, τὸν ὁποῖον μάλιστα, ἀφοῦ ἐθεώρησεν ἀκατάλληλον καὶ ἄχρηστον διὰ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον προωρίζετο, τὸν κατέλυσε καὶ ἐξέλεξεν ἄλλο μέρος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Σχετικῶς δὲ μὲ ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς εἶπε πρὸ ὀλίγου, καὶ ἐγὼ προσθέτω ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ Πολιτεία διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν γεωργικῶν σταθμῶν, ἀπέτυχε, διότι δὲν ἐξεπληρώθη μέχρι σήμερον οὗτος. Ἂς εὐχηθῶμεν εἰς τὸ μέλλον ὁ σκοπὸς αὐτὸς νὰ εὐδοκιμήσῃ. Τὸ Δημόσιον λοιπὸν ἔχει δαπανήσει διὰ τὰς γαίας αὐτὰς πρὸ ὀλίγων ἐτῶν πλέον τῶν 220.000 δραχμῶν καὶ ἠναγκάσθη νὰ δαπανήσῃ ἄλλο χρηματικὸν ποσόν, διὰ νὰ ἱδρύσῃ γεωργικὸν σταθμὸν εἰς ἄλλας περιφερείας τῶν Πατρῶν, διότι ὁ τόπος, διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι καὶ τὰ παράπονα τῶν κατοίκων, εἶναι ἀκατάλληλος, δὲν δύναται δὲ νὰ φυτευθῇ τίποτε, διότι ἀμέσως ξηραίνεται. Τὸ Δημόσιον ἐνῳκίαζε τὰς γαίας καὶ ἀπελάμβανε 2.000 δραχ. ἐτησίως, ἀλλ’ οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν οὐδεμίαν καλλιέργειαν ἔκαμον, διότι ἤθελον νὰ βόσκωσιν ἐπ’ αὐτῶν τὰ ποίμνιά των. Οἱ κάτοικοι ἐκεῖνοι δὲν ἔχουσι γαίας, ἡ ὅλη δὲ περιφέρεια δὲν εἶναι κατάλληλος δι’ ἄλλο τι παρὰ διὰ φυτείας. Σήμερον οἱ κάτοικοι αὐτοὶ δι’ αἰτήσεώς των ζητοῦσιν, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον δώσῃ εἰς τοὺς κατοίκους τὰς γαίας, διὰ νὰ τὰς καλλιεργῶσιν, ἵνα καὶ αὐτοὶ ὠφελῶνται καὶ τὸ Δημόσιον εἰσπράττῃ διπλάσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει σήμερον. Οἱ κάτοικοι λοιπὸν ἐκεῖνοι ζητοῦσι νὰ ἀκυρωθῇ ἡ γενομένη διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἄνευ δημοπρασίας παραχώρησις ἐπὶ μίαν δεκαετίαν εἰς ἓν ἄτομον. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ εἶναι ἐντελῶς παράνομος, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν δικαίωμα εἶχε δι’ ἁπλῆς διαταγῆς νὰ χορηγήσῃ ἐπὶ μίαν δεκαετίαν τὴν ἐνοικίασιν εἰς μίαν μεγάλην ἔκτασιν τοῦ Δημοσίου γαιῶν. Νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων καὶ θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ. Πρέπει δὲ νὰ καταλυθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν, διότι ἡ πρᾶξις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ δώσῃ εἰς ἓν ἄτομον ἐπὶ μίαν δεκαετίαν τὴν ὠφέλειαν ὁλόκληρον, ἡ ὁποία εἶναι πλοῦτος τοῦ Δημοσίου, ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι παράνομος.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλαμῆς ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Π. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§28Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προφανὴς ἡ παρανομία, κ. Πρόεδρε. Πρὸ ἑπτὰ μηνῶν πρὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης ἐνοικιάσεως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς νέαν ἐνοικίασιν τῶν γαιῶν καὶ διὰ πόσον νομίζετε, κύριοι Βουλευταί, χρονικὸν διάστημα; Δι’ ὁλόκληρον δεκαετίαν ὅλως ἀκύρως καὶ παρανόμως χωρὶς νὰ ἐνεργηθῶσι πρὸς τοῦτο οἱ τύποι οἱ ὁριζόμενοι ὑπὸ τοῦ νόμου, χωρὶς τουτέστι νὰ προκληθῇ δημοπρασία. Ὡς ἐλπίζω, ἀντελήφθη τοῦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι παρών. Εὑρισκόμεθα πρὸ προφανοῦς ὄχι μόνον ἀκύρου, ἀλλὰ καὶ ἐγκληματικῆς πράξεως. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θ’ ἀρκεσθῇ μόνον εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς δημοπρασίας τῆς ὅλως ἀκύρου καὶ παρανόμου ταύτης πράξεως, ἀλλὰ θὰ λάβῃ καὶ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς τιμωρίαν τῶν πρωταιτίων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Βέρροιος περὶ τοῦ σταθμοῦ τοῦ γεωργικοῦ, παρ’ ὅλην τὴν ἐπιμονὴν καὶ φροντίδα τοῦ διευθύνοντος τὸν σταθμὸν δὲν δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὰ ἀποτελέσματα ἕνεκα τῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ἔχει καὶ τὰς ὁποίας παρέστησαν πρὸς ὑμᾶς οἱ συνάδελφοι κύριοι Βέρροιος καὶ Βλάχος. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται· πρόκειται περὶ τῆς παρανόμου ταύτης πράξεως, καὶ ἀναμένω ν’ ἀκούσω τὴν φωνὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλως θὰ ζητήσω ὅπως κατατεθῇ ὁ σχετικὸς φάκελος εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ὅλη ἡ Βουλὴ λάβῃ γνῶσιν τῆς προφανοῦς παρανομίας, ἥτις συμβαίνει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.
§29Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐὰν ἐγένετο παρανομία, θὰ ἐξετάσω.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Μαραθιᾶ τῆς Εὐρυτανίας ὁ κ. Γρίβας· ὁ κ. Σπετσιέρης· ὁ κ. Θ. Θεοδωρόπουλος. Ἀπόντες διαγράφονται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἱερέων τῶν χωρίων Χαλκίδος, ὁ κ. Γεωργιάδης. Ἀπών. Ὁ κ. Κοσόνας. Ἀπών. Ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§31Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Οἱ ἱερεῖς τῶν χωρίων Χαλκίδος δι’ ἀναφορᾶς των ζητοῦσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν γενικώτερον εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ὄχι ὅπως τὸ τελευταῖον κανονιστικὸν Διάταγμα κανονίζει εἰς πόλεις ἐχούσας πληθυσμὸν ἄνω τῶν 3.000 κατοίκων. Ἡ αἴτησίς των εἶναι δικαία, διότι οἱ ἱερεῖς τῶν χωρίων ἐκείνων ὑποφέρουσι, διότι δὲν ἀμείβονται ὑπὸ τῶν συγχωρίων των, ἐνῷ οἱ τῶν πόλεων ἱερεῖς ἀπολαμβάνουσι πολὺ πλείονα ἔσοδα ἐκείνων, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησίν των καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον γενικώτερον.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Τρικάλων τῆς Κορινθίας περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων. Ὁ κ. Νοταρᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Χριστόπουλος.
§33Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶν θερμῶς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 7 ἀναφορὰν τῶν συμπολιτῶν μου κατοίκων Τρικάλων τῆς Κορινθίας παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὅπως παραπέμψῃ ταύτην ταχέως πρὸς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν, ἵνα βεβαιωθῇ ἡ γενομένη ζημία, μεθ’ ὃ εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλουσιν ἀπαλλαγῆ οἱ συμπολῖταί μου τῆς πληρωμῆς φόρου ἀμπέλων, καθόσον εἶναι πλήρης ἡ ἐπελθοῦσα ἐκ τῆς θεομηνίας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος καταστροφή.
§34Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀναφορὰ εἶναι ἐκπρόθεσμος, διότι δὲν ἐστάλη ἐγκαίρως, ἀλλὰ θὰ ληφθῇ ἐπιεικῶς ὑπ’ ὄψιν.
§35Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ.
§36Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Ὡς καταγόμενος ἐκ τῶν δήμων ἐκείνων δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι οἱ ἐν Τρικάλοις τῆς Κορινθίας ὑπέστησαν τελείαν καταστροφήν, καὶ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀναφορά.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστόπουλος.
§38Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ ταχέως τὸν ἁρμόδιον μηχανικὸν Κορινθίας, ὅπως μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ καταρτίσῃ τὴν σχετικὴν μελέτην πρὸς ἐπισκευὴν τῆς γεφύρας ἐν τῷ δήμῳ Τρικάλων, μεθ’ ὃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς ἐπισκευὴν ταύτης δαπάνην, διότι πρόκειται περὶ γεφύρας, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα ὁλοκλήρου δήμου καὶ τὰ μεγαλύτερα χωρία ἔχουσι στερηθῆ πάσης συγκοινωνίας ἰδίως ἐν καιρῷ χειμῶνος.
§39Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν γέφυραν αὐτήν;
§40Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὸ παρελθόν.
§41Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Ἐγὼ προσθέτω τοῦτο μόνον, ὅτι ἡ γέφυρα αὐτή, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν 5,000 ἕως 6,000 δρ., κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐπισκευασθῇ, καὶ οὕτω θὰ χάσῃ τὸ Δημόσιον καὶ τὰ γενόμενα ἔξοδα. Εἶναι συμφέρον τοῦ Δημοσίου νὰ ἐπισκευασθῇ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ πολιτικοῦ συλλόγου Ξυλοκάστρου «Ἀνόρθωσις». Ἀπών. Ὁ κ. Χριστόπουλος.
§43Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἡ ὁποία ἐπιλαμβάνεται διαφόρων κοινωνικῶν ζητημάτων. Ἰδίως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας, εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ λάβῃ μέτρα περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης ἐν Κορινθίᾳ, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ γεωργοκτηματίαι τῶν ὀνύχων τῆς τοκογλυφίας. Ἐπίσης περὶ ἱδρύσεως ἐν Ξυλοκάστρῳ γεωργικοῦ σταθμοῦ, καθόσον συντρέχουσιν ἐκεῖ πάντες οἱ ὅροι διὰ τὴν τελείαν λειτουργίαν τοῦ σταθμοῦ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐγκρίνῃ σχετικὴν δαπάνην πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ Ῥίζης–Ξυλοκάστρου–Δούκα, διὰ τῆς ὁποίας ἐξυπηρετοῦνται τὰ πλεῖστα χωρία τοῦ δήμου ἐκείνου.
§44Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ ἱδρυθῶσι γεωργικοὶ σταθμοί, τὸ καταλληλότερον μέρος εἶναι τὸ Ξυλόκαστρον, καὶ τὸ ἔδαφος εἶναι καλλίτερον, καὶ τὸ μέρος ἄφθονα ὕδατα ἔχει, καὶ οἱ κάτοικοι σχεδὸν πάντες εἶναι γεωργοί.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ ὁ κ. Λαζαρῆς.
§46Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ μεταξὺ τῶν μουσοφιλήτων ὀρέων τοῦ Ἑλικῶνος καὶ τοῦ Παρνασσοῦ ἱερὰ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ βαίνει πρὸς τὴν καταστροφήν· ὁ Ἡγούμενος δ’ ὅθεν τῆς Μονῆς ταύτης Εὐγένιος Οἰκονόμου, κηδόμενος τῶν ἱερῶν τούτων κειμηλίων, ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του, ἣν καὶ ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμὴν ὁλοψύχως ὑποβοηθῶ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως —τῆς ἀνορθωτικῆς ἄλλως τε— καὶ οὕτω μὴ καταστραφῇ αὕτη, ἥτις καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀρχαιολογικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν τεχνικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐκκλησιαστικήν, γεωγραφικήν, ἀλλὰ καὶ ἱστορικὴν μεγίστην ἔχει ἀξίαν. Κτισθεῖσα λοιπὸν αὕτη ἐπὶ Ῥωμανοῦ αὐτοκράτορος τοῦ Βυζαντίου ἐν ἔτει 963 ἀπὸ Χριστοῦ καὶ ἀποπερατωθεῖσα ἐν ἔτει 974 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει ἱεροῦ ναοῦ τῆς Ἁγίας Σοφίας, ἀποτελεῖ σήμερον τὸ προσκύνημα ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος, ἥτις μεταβαίνει ἐκεῖ χάριν τῶν ἀνωτέρω, ὡς ὑπέδειξα ὑμῖν, ἀξίων εὐλαβείας μελετῶν. Ἀφήνοντες ἑπομένως τὴν ἱστορικὴν ἀξίαν τοῦ ἱεροῦ τούτου ἔργου, τοῦ ἂν δηλονότι αὕτη ἐκτίσθη ὑπὸ Ῥωμανοῦ τοῦ Βʹ, υἱοῦ τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου, ἢ ὑπὸ Ῥωμανοῦ τοῦ Αʹ, πάππου τοῦ Ῥωμανοῦ τοῦ Βʹ καὶ γαμβροῦ κατὰ συνέπειαν τοῦ Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου, καὶ ἀμέσως εἰσερχόμενος εἰς τὸν κίνδυνον, ὅστις ἐπαπειλεῖ τὸν ναὸν τοῦτον, ἀνάγκη νὰ ἐξεύρωμεν τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ σωθῇ ὁ ἱερὸς οὗτος ναός.
§47Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζετε πόσα ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτοῦ; Εἶναι τῳόντι τὸ καλλίτερον κειμήλιον, ἡ ἀρχαιοτέρα Μονὴ τῆς Ἑλλάδος.
§48Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Μὴ ἀνησυχεῖτε, κύριε συνάδελφε, καὶ ἀμέσως μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἐξετάσω καὶ θ’ ἀπαντήσω ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς σας ταύτης. Ἡ Μονὴ αὕτη ἐκτίσθη πρὸ μιᾶς χιλιετηρίδος καὶ οὐδαμοῦ ὑπάρχει ὡραιοτέρα Μονὴ καὶ ὑπὸ ἔποψιν, ὡς εἶπον, ἀρχαιολογικήν, ἱστορικὴν καὶ ἐκκλησιαστικήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν γεωγραφικήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΒΛΩΑʹ τοῦ 1901 ἔτους τῆς 23ης Φεβρουαρίου συνεστάθη εἰδικὸν Ταμεῖον, ὅπως διὰ τῶν χρημάτων τούτου ἐπιληφθῇ ἡ Πολιτεία ἔργων τεινόντων εἰς τὴν διάσωσιν τοῦ ἱεροῦ τούτου ναοῦ καὶ ἰδίᾳ τοῦ μέρους τῆς στέγης —πλὴν τῶν ἄλλων, ἐπαναλαμβάνω, ἔργων—, καθόσον ἔκτοτε ἡ στέγη αὕτη εὑρίσκετο ἐν τῷ καταρρέειν. Κατόπιν τοῦ νόμου τούτου καὶ κατὰ τὸ 1905 ἐψηφίσθη ὁ νόμος ͵ΓΡΒʹ καὶ κατὰ τὸ 1906 ὁ νόμος ͵ΓΡΚΕʹ, δι’ ὧν νόμων ἐσκοπεῖτο ἡ ταχυτέρα ἀποπεράτωσις τῶν ἐκτελεστέων ἔργων τοῦ ὑπὸ διάσωσιν ἱεροῦ ναοῦ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Ἔκτοτε, Κύριοι, οὐδεμία μέριμνα ἐλήφθη, καὶ ἡ στέγη, καθὼς ἀνέφερεν ὁ Ἡγούμενος, ἄρχεται καταρρέουσα, τῶν ὀμβρίων ὑδάτων δι’ αὐτῆς διερχομένων ἐντὸς τοῦ ναοῦ. Διὰ νὰ ἴδητε, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, κατὰ πόσον ἀξίας ἀρχαιολογικῆς καὶ ἱστορικῆς, ἀλλὰ καὶ ἐκκλησιαστικῆς, εἶναι ὄντως μεγάλη ἡ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἐπετράπη τότε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ κατασκευάσῃ διὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων ὁδὸν ἀπὸ Λεβαδείας μέχρι τοῦ Διστόμου, διερχομένην διὰ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν κατεσκευάσθη, Κύριοι, τοιαύτη ὁδός, ὡς ὥριζεν ὁ νόμος, διότι τὰ ἔργα τοὐλάχιστον βοῶσιν ὅτι κατ’ εὐθεῖαν ἡ ὁδὸς αὕτη, ἤτοι ἀπὸ Λεβαδείας μέχρι Διστόμου, ἐγένετο, μὴ διερχομένης, ἐννοεῖται, ταύτης διὰ τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Τὸ δυνάμει τῶν ἀνωτέρω μνησθέντων νόμων, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως—καὶ ὑμῶν ἰδίᾳ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν, ὅπως ἐξετάσητε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην—ἔργον προϋπελογίσθη εἰς 360.000 δραχμῶν, κατακυρωθέν, μετὰ δημόσιον μειοδοτικὸν πλειστηριασμὸν ἐν ἔτει 1907 κατὰ μῆνα Μάϊον, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ κυρίου Δημητρίου Μασουρίδου, προσφερθέντος νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ἀνωτέρω ἔργον ἐπ’ ἔλαττον 28%, ἤτοι ἀντὶ 223,000 δραχμῶν. Καὶ εἶναι ἀληθέστατον ὅτι ὁ κ. Δημήτριος Μασουρίδης, ὡς ἐργολάβος τούτου, εἰργάσθη μὲ ὅλας του τὰς δυνάμεις ταχύτατα καὶ ἐντιμότατα, ὡς πληροφοροῦμαι, ἄλλως τε ἐπεβάλλετο καὶ εἰς τὸν ἔντιμον τοῦτον ἐργολάβον τοιουτοτρόπως νὰ ἐργασθῇ, ἔφερε δὲ τὸ ἔργον μέχρι τοῦ χωρίου Διστόμου, μεῖον 2,400 μέτρων, ἤτοι ἔξωθεν τοῦ Διστόμου παρὰ τὰς ἀμπέλους τούτου. Κατὰ Μάρτιον ὅμως τοῦ ἔτους 1908 ἐνεκρίθη πρῶτος συμπληρωματικὸς προϋπολογισμός, ὅπως διὰ χρημάτων τοῦ εἰδικοῦ τούτου ταμείου τοῦ 1901 κατασκευασθῇ ἓν τμῆμα ἐντὸς τῆς πόλεως Λεβαδείας ἐκ μέτρων 506 ἐντελῶς ἄχρηστον πρὸς τὸ ὅλον ἔργον τῆς ὁδοῦ τῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Λουκᾶ, ἀντὶ τοῦ ποσοῦ τῶν 80,000 δραχμῶν ἄνευ ἐκπτώσεώς τινος, ὡς συνήθως γίγνεται, κατακυρωθὲν καὶ τοῦτο εἰς τὸν ἴδιον κ. Δημήτριον Μασουρίδην. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἐπὶ τίνος νόμου ἐστηρίχθησαν οἱ τότε διοικοῦντες καὶ ἔπραξαν οὕτως. Ἀλλὰ πλὴν ταύτης τῆς ὁδοῦ, τῆς κειμένης ἐντὸς τῆς πόλεως Λεβαδείας, κατὰ μῆνα Ἰούλιον τοῦ ἔτους 1910 ἐνεκρίθη καὶ δεύτερος συμπληρωματικὸς προϋπολογισμὸς ἐκ δραχ. 62,000 διὰ τὴν ἐν τῇ ὁδῷ Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ αὔξησιν τῶν τεχνικῶν ἔργων καὶ ἤδη ἡ ὅλη δαπάνη ἀνῆλθεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 370,000 δραχ., χωρὶς, ἐννοεῖται, νὰ ἔχῃ ἀχθῆ εἰς πέρας, καθόσον ὑπολείπονται καὶ 2,400 μέτρα, ὅπως φθάσῃ μέχρι Διστόμου ἡ ὁδὸς αὕτη, μὴ διερχομένη ποσῶς διὰ τῆς Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ. Ἐν τούτοις, καίτοι ἐγένοντο τόσῳ μεγάλαι δαπάναι, οὐδὲν σοβαρὸν καὶ ἄξιον λόγου ἀποτέλεσμα ἔφερεν ἡ ἀνωτέρω ὁδός, ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων δὲν προέβλεψε νὰ ἐγγράψῃ πίστωσιν ἐκ 10,000 δραχμῶν διὰ τὴν στρῶσιν τῶν σκύρων δι’ ὁδοστρωτῆρος. Στρωθέντα ὅθεν τὰ σκῦρα ἄνευ ὁδοστρωτῆρος παρουσιάζουσι θέαμα ἀξιοθρήνητον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ διέλθῃ τὴν ὁδὸν ταύτην, ὅπως μεταβῇ καὶ ἐπισκεφθῇ τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοῦ Λέοντος τῆς Χαιρωνείας ὅπως μεταβῇ τις εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ εἶναι φύσει ἀδύνατον ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν.
§49ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσα χιλιόμετρα εἶναι;
§50Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. 23 χιλιόμετρα εἶναι ἡ ὁδός.
§51Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δι’ 23 χιλιόμετρα ἐδαπανήθησαν 370.000 δραχμῶν;
§52Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§53Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δάνειον τῶν 300.000 διατί ἐγένετο;
§54Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Τὰ ἔξοδα κατεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς ἑταιρείας δυνάμει δανείου συναφθέντος μεταξὺ ταύτης καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους, καὶ ἐγένετο βεβαίως τὰ ἔξοδα ταῦτα πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μεταβάσεως τῶν ἀνθρώπων εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, χάριν τῆς ἀρχαιολογικῆς καὶ ἱστορικῆς τούτου ἀξίας, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, ὅπως ἐν δέοντι χρόνῳ ἑνωθῇ οὗτος μετὰ τῆς ὁδοῦ τῆς Ἀραχώβης, ἥτις ἔχει κατασκευασθῆ μέχρι τινὸς ἐντεῦθεν τῆς κωμοπόλεως. Αἱ 370,000 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὁδὸν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ ἀπὸ Λεβαδείας μέχρι Διστόμου ἐπ’ ἔλαττον 2.400 μέτρων. Ἐδαπανήθησαν δὲ πλέον τῶν 80.000 δραχμῶν ὅλως ἀσκόπως ἐντὸς τῆς Λεβαδείας καθὼς καὶ αἱ 62.000 δραχμῶν ἀκόμη χάριν τῶν τεχνικῶν ἔργων τῆς ὁδοῦ Λεβαδείας–Διστόμου, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τότε νὰ κατασκευασθῇ, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὁδὸς ἐντὸς τῆς πόλεως Λεβαδείας. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἀπορεῖ καὶ ὁ νομομηχανικὸς κ. Πυρπυρῆς, ὁ ὁποῖος εἰς ἀπάντησιν ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου, ὅπερ ἀπέστειλε πρὸς αὐτόν, δὲν λέγει ποῦ ἐστηρίχθησαν, ἤτοι εἰς ποῖον νόμον ἐστηρίχθησαν καὶ ἔκαμον τὴν δαπάνην ταύτην τὴν πρόσθετον τῶν 80.000 δραχμῶν εἰς βάρος τοῦ ναοῦ; Ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι καὶ τῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους. Ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς καταστάσεως προέκυψαν πολλὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν δύναται ν’ ἀπαριθμήσῃ τις· οὐχ ἧττον, καίτοι ἐδαπανήθησαν αἱ τόσαι χιλιάδες δραχμῶν, δὲν συνετελέσθη κανὲν ἄξιον λόγου εὐφήμου ἔργον, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ τὸ Γραφεῖον τῶν Δημοσίων ἔργων ὤφειλε νὰ ἐγκρίνῃ καὶ μίαν πίστωσιν ἐκ 10,000 δραχμῶν διὰ τὴν κυλίνδρωσιν τῶν σκύρων. Κατόπιν ὅλων τούτων θὰ παρακαλέσω πολὺ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως λάβῃ μέριμναν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Μονὴ αὕτη θεωρεῖται ὡς τοιαύτη καὶ ἑπομένως εἰς πάντα τὸν μεταβαίνοντα ἐκεῖ νομίζω ὅτι εἶναι ἱερὸν προσκύνημα.
§55Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους στοργὴ προκειμένου περὶ μνημείου τοιαύτην ἔχοντος ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, σημαντικωτάτης δὲ ὑπὸ ἔποψιν Βυζαντιακῆς τέχνης. Θὰ ἦτο δὲ ἀξιοκατάκριτος ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἐνόμιζεν ὅτι διὰ μνημεῖον, διὰ τὸ ὁποῖον εἰδικοὶ ἄνδρες ἀπεφάνθησαν πρὸ εἰκοσαετίας ὅτι ἀπαιτεῖται ταχεῖα ἡ ἀναστήλωσις καὶ συντήρησις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα τάχιστα διὰ τὰς ἐργασίας ταύτας. Ἡ Πολιτεία ἐφάνη ὅτι ἀπὸ τοῦ 1895 ἔλαβε μέριμναν περὶ συντηρήσεως τοῦ ναοῦ τούτου. Συνέστη τότε ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν ἀρχιτέκτονα Τρούμ, ἀπὸ τὸν μουσειογνώστην Νόμπι καὶ ἀπὸ τοὺς ἀρχαιολόγους Καββαδίαν, Δαῖρπφελδ καὶ Ὀλλώ, ἡ ὁποία κατήρτισε μελέτην, δι’ ἧς προσδιωρίζοντο δύο σημεῖα, πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον τῆς συντηρήσεως τοῦ ναοῦ καὶ δεύτερον τῆς συγκοινωνίας τούτου μετὰ τῶν μερῶν, διὰ τῶν ὁποίων θὰ καθίστατο δυνατὴ ἡ μετάβασις τῶν προσκυνητῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὁποῖος κατηρτίσθη διὰ τὴν ἐν συνόλῳ δαπάνην τοῦ ἔργου τούτου....
§56Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰδικῶς διὰ τὴν Μονὴν ταύτην, ἢ συγχρόνως καὶ διὰ τὴν Μονὴν τοῦ Δαφνίου;
§57Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὄχι εἰδικῶς διὰ τὴν μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. .... Ὁ Προϋπολογισμὸς σχετικῶς μὲ τὰ ἔργα ταῦτα κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν θ’ ἀνήρχετο εἰς 285.000 δρ., ἤτοι εἰς 128.000 διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ ναοῦ, εἰς 65.000 διὰ τὴν ἀνακαίνισιν τῶν ψηφιδωτῶν καὶ 90.000 διὰ τὴν κατασκευὴν ἁπλῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ ἀπὸ τῶν Ἄσπρων Σπιτιῶν μέχρι τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ δαπάνη αὕτη ἦτο μεγάλη, ἡ μετὰ ταῦτα Κυβέρνησις τοῦ 1901 ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλε νὰ συσταθῇ ταμεῖον εἰδικόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας ταύτας. Ἐπρόκειτο ἤδη νὰ ἐξευρεθῶσι πόροι διὰ τὸ ταμεῖον τοῦτο καὶ ἐξευρέθησαν ὡς ἑξῆς: Νὰ συντρέχῃ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία μὲ ὅσον ποσὸν θέλει, ἡ Μονὴ Δομποῦς μὲ 30.000 δρ. καὶ ἡ Μονὴ Ὁσίου Λουκᾶ μὲ 25.000 δρ. Διὰ τῆς συνδρομῆς ταύτης ἠδύνατο νὰ συλλεγῇ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἤρκει διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων τούτων. Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐγένοντο προϋπολογισμοὶ καὶ ἤρξαντο αἱ ἐργασίαι, ἤρξατο ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἄσπρων Σπιτιῶν πρὸς τὸ Δίστομον. Αὐτὴ ἦτο ἡ βάσις, διότι ὑπῆρχε διττὴ ἡ ἐκ μέρους τῶν Δημ. ἔργων πρὸς τοῦτο γνώμη, ἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ὁδὸς ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸ Δίστομον πρὸς τὸν Ὅσιον Λουκᾶν καὶ ἀπὸ τούτου πρὸς τὴν Λεβάδειαν ἢ ἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐκ δύο τμημάτων, ἀπὸ Διστόμου εἰς Λεβάδειαν καὶ ἀπὸ Λεβαδείας εἰς Ὅσιον Λουκᾶν. Ἀλλ’ ἡ βάσις ἦτο νὰ γίνῃ ἀπὸ τῶν Ἄσπρων Σπιτιῶν μέχρι Διστόμου. Ἐπειδὴ δὲν κατεβάλλοντο αἱ συνδρομαὶ τακτικῶς ἐκ μέρους τῶν δύο Μονῶν καὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἀπεφασίσθη, ὅπως συναφθῇ δάνειον, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δανείου τούτου γένηται ἡ κατασκευὴ τῶν ἔργων τούτων. Τὸ δάνειον τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ συναφθῇ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀνήρχετο δὲ εἰς 400.000 δρ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Τράπεζα ἐθεώρει ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέτρεχον τὸ δάνειον τοῦτο, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἦσαν ἀκριβεῖς εἰς τὰς ὑποχρεώσεις των, ἐζήτησε τὴν ἐγγύησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐδόθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1906. Μετὰ τὸ δάνειον τοῦτο ἤρχισαν αἱ ἐργασίαι καὶ προϋπελογίσθη, ὅπως ἀντὶ τῆς ἁπλῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ γένηται ἁμαξιτὸς ὁδός, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ εὖρος 6 μέτρων. Ἐννοεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι αἱ σκέψεις τῆς Πολιτείας πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἦσαν ὄχι μόνον διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν μετάβασιν τῶν προσκυνητῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν μεταφορὰν τῶν ἐργαλείων καὶ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ πορισθῶσι, διὰ νὰ γίνῃ ἀναστήλωσις. Ἐπειδὴ δὲ ταῦτα ἦσαν βαρέα σιδηρικά, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ὁδὸς εὐρεῖα, ἀλλά, ἀντὶ νὰ γένηται ἡ ὁδὸς αὕτη, προετιμήθη νὰ γένηται ὁδὸς εὔρους τοιούτου, ὥστε ν’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην καταπληκτικήν, διότι τί ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐργασίας διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης; Ὅτι, ἐνῷ τὸ ποσὸν τῶν 400,000 ἐθεωρήθη ὑπερεπαρκές, διότι τὸ ὅλον τῆς δαπάνης τῆς ἀρχικῆς ἦτο 285.000, ἐξ ὧν 90.000 διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ καὶ 128,000 διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ ναοῦ, μέχρι τοῦδε ἔχουσι δαπανηθῆ 469.000 δρ. διὰ τὴν κατασκευὴν μόνον τῆς ὁδοῦ. Τὸ πρᾶγμα, Κύριοι, δὲν θὰ εἶχε ποιάν τινα ἀξίαν, ἐὰν ἐπρόκειτο ἡ ὁδὸς αὕτη νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν Ὅσιον Λουκᾶν καὶ τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἔγινεν ἡ ὁδός, ἀλλ’ ἐγένετο δυστυχῶς ὁδὸς ἀπὸ τῆς παραλίας εἰς τὴν Λεβάδειαν, ἡ ὁποία οὐδόλως ἐξυπηρετεῖ τὸν Ὅσιον Λουκᾶν. Κατηναλώθη δὲ διὰ τὸ τμῆμα τὸ ἀπὸ τῆς παραλίας μέχρι τοῦ Διστόμου ποσὸν 285,233 δρ., ἤτοι διὰ τὸ τρίτον τὸ ὅλον. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὸ τμῆμα τοῦτο τί ἐξυπηρέτησε; Δὲν ἐξυπηρέτησε τὴν μεταφορὰν τῶν ἐργαλείων, δὲν ἐξυπηρέτησε τὴν συγκοινωνίαν τῶν πολιτῶν, διότι τὸ ἄλλο τμῆμα τὸ ἀπὸ τῆς παραλίας μέχρι τοῦ χωρίου δὲν ἐγένετο. Ἐγένετο μόνον τὸ ἀπὸ παραλίας εἰς Λεβάδειαν, τὸ ὁποῖον ἐξυπηρέτησε μόνον τὴν Λεβάδειαν. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον εἶναι, κύριοι Βουλευταί; Νομίζετε ὅτι ἐπερατώθη τοὐλάχιστον ἡ ὁδὸς ἡ μέχρι Λεβαδείας; Οὐχί· τί δ’ ἐγένετο; Ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ἀπὸ παραλίας μέχρι Λεβαδείας, ὥστε τέλος πάντων νὰ περατωθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη, ἡ ὁποία ἤρξατο, ἡ ὁδὸς συνεπληροῦτο κατὰ τμήματα, καὶ ἐθεωρήθη ὅτι τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ προταχθῇ, τὸ τμῆμα τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ ἄκρου τῆς πόλεως τῆς Λεβαδείας μέχρις ἐντὸς τῆς πόλεως τῆς Λεβαδείας, τουτέστι τμῆμα 500 μέτρων, διὰ τὸ ὁποῖον κατηναλώθησαν 80,000 δρ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον ὅλον μέχρι σήμερον παράδειγμα δαπάνης δι’ ὁδὸν ἁμαξιτὸν 500 μέτρων 80,000 δρ. Διατί δὲ ἡ δαπάνη αὕτη; Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ὁδὸς αὕτη, διότι ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγείρωσι κρηπιδώματα.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ ποίας Κυβερνήσεως ἐγένοντο τὰ κατορθώματα ταῦτα;
§59Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη. Ἠναγκάσθησαν νὰ ἐγείρωσι κρηπιδώματα 100 μέτρων, διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ ὁδός, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ὁδὸς αὐτή. Ἐνῷ δὲ ἡ τότε Βουλὴ ἐψήφισε δάνειον εἰδικῶς διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ ναοῦ ἐκείνου τοῦ ἔχοντος μεγίστην ἀρχαιολογικὴν ἀξίαν, ὁ ναὸς ἐν τούτοις ἀφέθη μέχρι σήμερον νὰ κατερειπωθῇ, οὐδενὸς μέτρου ληφθέντος ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ἀναγκαῖα ὄχι ἀπὸ κοινοὺς μηχανικούς, ἀλλ’ ἀπὸ μηχανικοὺς διεθνοῦς ἀξίας, ὡς ὁ Δαῖρπφελδ καὶ ἄλλοι. Καὶ ἐνῷ δὲν ἐγένετο τίποτε διὰ τὸν ναὸν τοῦτον τί νομίζετε ὅτι ἐγένετο; Ἐγένετο τὸ ἑξῆς: 469.000 δραχμῶν κατηναλώθησαν, διὰ νὰ κατασκευασθῇ ὁδὸς ὄχι πρὸς τὸν Ὅσιον Λουκᾶν, ἀλλ’ ὁδὸς ἀπὸ τῆς παραλίας πρὸς τὴν Λεβάδειαν. Ἐκτὸς τούτου ἀκόμη συνέβαινε καί τι πλέον, ἀποτελοῦν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἀπόδειξιν ἀναλγησίας πλήρους πρὸς τὸν δημόσιον πλοῦτον, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ὅτι τὰ δημόσια ἔργα ἀναλαμβάνονται ὑπὸ τῶν ἐργολάβων καὶ ὁ ἐργολάβος ἔρχεται μειοδότης τῆς ἀρχικῶς προϋπολογισθείσης ἀξίας, ἡ δὲ μείωσις αὕτη ἐξακολουθεῖ δι’ ὅλον τὸ ἔργον μέχρι τῆς περατώσεως αὐτοῦ. Ἐὰν δηλονότι ἔχητε προσέλθει ἐπὶ ἔργου 128.000 μειοδότης κατὰ 28%, θὰ κρατηθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τὸ 28% μέχρις ὅτου περατωθῇ τὸ ἔργον. Ἐγὼ λοιπὸν διὰ τὸ ποσὸν τὸ ἀρχικὸν τῶν 220.000 ἐγένετο ἡ ἔκπτωσις αὕτη, διὰ τὸ ἐπὶ πλέον ποσὸν τῶν 65.000, τὰς ὁποίας ἀνέλαβεν ὁ αὐτὸς ἐργολάβος, οὐδεμία ἔκπτωσις ἐγένετο, καὶ ἔχασε τὸ Δημόσιον 33.000, τὰς ὁποίας ἐχάρισε τὸ Δημόσιον εἰς τὸν ἐργολάβον. Καὶ διατί ἐγένετο τοῦτο; Ἐγένετο τοῦτο, διότι, ἐνῷ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων ἀπεφάνθη ὅτι τὸ ἔργον δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὸν αὐτὸν ἐργολάβον, διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπεδείχθη ὅτι ὑπῆρχον κακοτεχνίαι εἰς τὴν κατασκευήν, ὅμως προετιμήθη ὁ ἐργολάβος οὗτος, καὶ οὐδεμία ἔκπτωσις ἐγένετο τῆς προϋπολογισθείσης ἀξίας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
§60Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Πταίει ὁ ἐργολάβος;
§61Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν πταίει ὁ ἐργολάβος. Ὁ ἐργολάβος θ’ ἀνελάμβανε τὸ ἔργον, ὅπως θὰ ἔδιδε τοῦτο εἰς αὐτὸν ἡ Πολιτεία. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Πολιτεία τὸ ἔδιδεν εἰς αὐτὸν ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους βεβαίως θὰ ἦτο ἀνόητος νὰ μὴ τὸ δεχθῇ. Ἠναγκάσθην, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπω ταῦτα, διότι ἠρωτήθην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τί πράττει ἡ Κυβέρνησις σήμερον. Τί θέλετε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὑπ’ ὄψει της ὅτι ὑπάρχει δάνειον 400.000 δρ., διὰ τὸ ὁποῖον ἐδόθη ἐγγύησις ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ τὸ ὁποῖον δὲν κατεβλήθη ἀκόμη καὶ τὸ ὁποῖον θ’ ἀναγκασθῇ νὰ καταβάλῃ ἡ Πολιτεία. Καὶ κατηναλώθη τὸ δάνειον τοῦτο χωρὶς οὐδεὶς τῶν σκοπῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπέβλεπε τοῦτο, νὰ ἐκπληρωθῇ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: δυνάμεθα σήμερον, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ Δημόσιον κατηνάλωσε 469.000 δρ., διὰ τὰς ὁποίας συνεστάθη εἰδικώτερον ταμεῖον, ὅπως καταβάλλῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον δὲν κατέβαλε, προτοῦ κατορθώσωμεν, ὅπως ἐξαναγκάσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠγγυήθησαν τὴν ἀνεπίληπτον καταβολὴν τοῦ δανείου τούτου καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἡ Μονὴ τῆς Δομποῦς καὶ ἡ τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, νὰ καταβάλλωσι 35.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, τὰς ὁποίας ὤφειλον νὰ καταβάλλωσι καὶ τὰς ὁποίας δὲν ἐζητήθησαν νὰ καταβάλλωσι καὶ τὰς ὁποίας πληρώνει τὸ Δημόσιον χρεολυτικῶς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν;
§62Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξεπληρώθη ὁ σκοπός, δὲν ἔχουσιν ἄδικον.
§63ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐγγύησις δὲν ἐξακολουθήσῃ διὰ τὸ νέον ἔργον, καὶ νὰ πληρώσωμεν τὰ παλαιά. Τοῦτο ζητοῦμεν νὰ γίνῃ καὶ δι’ αὐτὸ εὑρισκόμεθα εἰς ἀλληλογραφίαν μετὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ὅταν δὲ αὕτη περατωθῇ, καὶ θὰ περατωθῇ ταχέως, βεβαίως ἡ Πολιτεία θὰ φροντίσῃ διὰ τὸν ναόν, διότι θὰ εἶναι ἀστοργία ν’ ἀφήσωμεν νὰ καταστραφῇ ὁ ναὸς οὗτος.
§64Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ σᾶς παρακαλέσω διὰ τελευταίαν φοράν, διότι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβληθῇ, εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον ἡ ἐπισκευὴ τῆς στέγης τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἡ ὁποία ἤρξατο καταρρέουσα, ὡς δ’ εἷς συγγραφεὺς καλούμενος Βρεττός, διελθὼν ἐκεῖθεν, ἀναφέρει, τινὲς τῶν μοναχῶν θέλοντες νὰ περιποιηθῶσι τοὺς προσκυνητὰς καὶ τοὺς ἐπισκέπτας δίδουσιν εἰς αὐτοὺς λίθους ἐκ τοῦ ψηφιδωτοῦ ἢ μωσαϊκοῦ λεγομένου, ἐπέρχονται δὲ καὶ τὰ ὄμβρια ὕδατα, τὰ ὁποῖα διέρχονται διὰ τῆς στέγης ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ, καὶ καταστρέφεται ἡ ἐκκλησία αὕτη. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὴν στέγην. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν συντέλεσιν τῆς ὁδοῦ, σᾶς λέγω ὅτι, μόνον μὲ 10.000 δρ. ἂν ἐγίνετο μία κυλίγδρωσις τῆς ὁδοῦ, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ καταστραφῇ αὕτη, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν τόσαι χιλιάδες δραχμῶν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ἀκόμη περισσότερα καὶ περὶ τῶν δύο χιλιάδων καὶ τετρακοσίων μέτρων, διότι δι’ αὐτὰ ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑφ’ ὑμῶν μέριμνα, διότι δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσητε εἰς τὴν τύχην του ἔργον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον δὲν ὑπολείπονται παρὰ τόσον ἐλάχιστα χιλιόμετρα...
§65ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς ποῖον σημεῖον εἶναι τὸ κενόν;
§66Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ἔξωθεν τοῦ Διστόμου. Εἶναι δ’ ἐπίπεδον τὸ μέρος καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκβραχισμοῦ, ὥστε δύο χιλιόμετρα καὶ τετρακόσια μέτρα εἶναι εὔκολον νὰ γίνωσιν.
§67Γ. ΣΥΓΓΟΥΡΗΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ τὸ μέρος εἶναι ἐπίπεδον, εἶναι ζήτημα δαπάνης 10.000 δραχμῶν.
§68Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ὁδὸν ἀπὸ Διστόμου μέχρι Μονῆς Ὁσίου Λουκᾶ, αὐτὴ εἶναι ὁδὸς μιᾶς καὶ ἡμισείας ὥρας καὶ δι’ αὐτήν, ὅπως εἶπε καὶ ὁ νομομηχανικὸς κ. Πυρπυρῆς, θὰ ἀπαιτηθῶσιν 100.000 δραχμῶν.
§69ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἑκατὸν χιλ. δραχ. διὰ τὴν ὁδὸν αὐτήν, 120.000 διὰ τὴν στερέωσιν τῆς στέγης, 30.000 διὰ τὴν κυλίνδρωσιν, ἀποτελοῦσι μίαν δαπάνην 250.000 δρ., τὴν ὁποίαν δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα εἰς διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι μᾶς δίδουσι τὸ ἐνδόσιμον ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς συντρέξωσιν.
§70Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Διὰ τὴν κυλίνδρωσιν, κύριε Ὑπουργέ, καὶ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς στέγης ὡς καὶ διὰ τὰ 2.400 μέτρα ἡ δαπάνη εἶναι μικρά.
§71ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Σᾶς κατηγγέλθη ὅτι οἱ μοναχοὶ δίδουσι τὰ ψηφιδωτά. Αὐτὸ νὰ καταγγείλητε εἰς ἐμὲ καὶ θὰ ἐνεργήσω ὅ,τι δεῖ.
§72Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὑπάρχει ἓν μέσον εὐκολώτατον νὰ ἐξευρεθῇ μέγα μέρος τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἀναγκαιοῖ πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους ἡ ἐπιστροφὴ τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἐδαπάνησαν παρανόμως (χειροκροτήματα). Ὅταν παρακολουθήσῃ τις ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, θαυμάζει διὰ τὴν αὐθάδειαν τῶν τότε διευθυνόντων τὰ πράγματα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν παραχώρησιν τοῦ ἔργου εἰς τὸν ἐργολάβον ἄνευ δημοπρασίας καὶ ἄνευ ἐκπτώσεως, λέγει εἰς τὸ ἔγγραφόν του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ κατάστασις τῶν Βυζαντινῶν ναῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ πρὸς συγκοινωνίαν ἔργα μετὰ πάσης σπουδῆς»... Τὸ τοιοῦτον δὲ ἔλεγε τὸ Ὑπουργεῖον, καίτοι ἐγνώριζεν ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη ἦτο ὅλως περιττὴ διὰ τὴν συγκοινωνίαν, διότι ὑπῆρχεν ἤδη ἄλλη τοιαύτη, καὶ ὅτι, ὅπως περατωθῶσι τὰ ἔργα αὐτά, ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐπίσης ἡ ὁδὸς Διστόμου– Ὁσίου Λουκᾶ, ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὁποίας εἶχε προκηρυχθῇ· ἐν γένει δὲ βλέπει τις ἀνευλάβειαν πρὸς ἅπαντας τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐψήφιζεν ἡ Βουλή, ὡς ἐκ τούτου δὲ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ αὐστηροτέρα ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὡμίλησαν ἤδη παρὰ πολλοί, ὥστε δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπεκταθῶ καὶ νὰ καταπονήσω τὴν Βουλήν, ἂν καὶ ἠδύνατό τις πολλὰ εἰσέτι νὰ προσθέσῃ ἀρυόμενος ταῦτα ἐκ τῶν τριῶν μεγίστων φακέλων τῆς ὅλης ὑποθέσεως Νομίζω ὅμως ὅτι θὰ ἦτο ὀρθόν, ἂν ἐσχηματίζετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μία ἐπιτροπή, ἵνα μελετήσῃ τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἂν δὲ αὕτη ἐμελετᾶτο ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εὑρίσκοντο πολλὰ χρήσιμα στοιχεῖα, ὥστε νὰ καθίστατο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους ἡ ἐπιστροφὴ τῶν παρανόμως δαπανηθέντων χρημάτων.
§73Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχουσιν 20 Βουλευταί, ἵνα ὑπογράψωσι πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον.
§74Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ποίους ὑπευθύνους ἐννοεῖτε;
§75Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Τοὺς Ὑπουργούς.
§76Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶσθε πρόθυμος νὰ ὑπογράψητε πρότασιν περὶ παραπομπῆς αὐτῶν εἰς εἰδικὸν Δικαστήριον.
§77Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Νομίζω ὅτι μᾶλλον πρόσφορος θὰ ἦτο πολιτικὴ ἀγωγὴ ἐναντίον αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποπεράτωσιν πάντων τῶν ἔργων ἐγὼ θεωρῶ ὅτι τὰ ἔργα αὐτὰ εἶναι σπουδαιότατα καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν, ἤτοι τὴν τῆς βιομηχανίας τῶν ξένων. Ὑπολογίζω δ’ ὅτι ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ὁδοῦ ταύτης ὡς καὶ τῶν ἔργων τῆς ἀναστηλώσεως τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ὡς ἐπίσης ἡ ἀποπεράτωσις μιᾶς ἄλλης ὁδοῦ λίαν χρησίμου, τῆς ὁδοῦ Διστόμου–Ἀραχώβης, ἥτις ἑνοῦται μετὰ τῆς ὁδοῦ Δελφῶν– Ἀραχώβης —διότι εἶναι ἐντροπὴ ὁ θέλων νὰ ἐπισκεφθῇ τοὺς Δελφοὺς σήμερον νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβαίνῃ δι’ Ἰτέας μὴ δυνάμενος νὰ μεταβῇ καὶ διὰ Λεβαδείας, ἔνθα ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ἀρχαιότητες—, ὑπολογίζω, λέγω, ὅτι ἡ ἀποπεράτωσις ἁπάντων τῶν ἀνωτέρω ἔργων θέλει στοιχίσει περὶ τὰς 500.000 δραχ. Ἄν προσεθέτομεν λοιπὸν εἰς τὸ ὑπάρχον δάνειον 400.000 νέον δάνειον ἐκ 500.000, θὰ εἴχομεν ὁλόκληρον δάνειον 900.000, ὅπερ μὲ τόκον 5% καὶ χρεολύσιον 1% θ’ ἀπῄτει ὑπηρεσίαν 54.000 ἐτησίως, ἀφοῦ δ’ ἔχομεν ἤδη ἠγγυημένας 35.000 πληρωνομένας ὑπὸ δύο Μονῶν, αἵτινες θὰ ἠδύναντο ν’ αὐξηθῶσιν εἰς 40.000, θὰ ἐπεβαρύνετο τὸ Δημόσιον μὲ 14.000 δρ. ἐτησίως· θὰ ἠδύνατο δ’ οὕτω νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ὁδοῦ Ὁσίου Λουκᾶ–Διστόμου, ἡ ἀναστήλωσις τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ καὶ ἡ ἀποπεράτωσις τῆς ὁδοῦ Διστόμου–Ἀραχώβης. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι τάχιστα ἡ συγκέντρωσις τῶν ξένων θ’ ἀποφέρῃ πολὺ μεγαλειτέραν ὠφέλειαν ἀπὸ τὰς 14.000 δρ., τὰς ὁποίας ἠθέλομεν δαπανήσει.
§78Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε μεταβῆ ποτε εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ;
§79Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Ὂχι.
§80Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Μονὴ διατηρεῖ βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον γράφουσιν οἱ ἐπισκέπται. Ὁ Ἀντεισαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν κ. Κυριακόπουλος μεταβὰς ἐκεῖ ἔχει γράψει, καὶ θὰ ἐβλέπετε αὐτό, ἂν τὸ ἀνεγινώσκετε, τὴν ἀστοργίαν τῆς Πολιτείας. Πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ναῶν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη.
§82Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς ἀνηγγέλθη ὅτι ὑπάρχει πρότασις γενικεύσεως.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν γενίκευσις ἐπὶ ἀναφορῶν δὲν ἐπιτρέπεται.
§84Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις εἶναι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκηρύχθη ἡ συζήτησις περατωμένη.
§86Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§88ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, κύριε Πρόεδρε, ἀπεδείχθη ὅτι διεπράχθησαν παρανομίαι καὶ αἴσχη· ἀπεδείχθη ὅτι Ὑπουργοὶ παρεβίασαν πάντας τοὺς νόμους καὶ τὴν ἠθικήν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐκλεγῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ἥτις νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγραφῇ ἡ πρότασις εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐκηρύχθη περατωμένη ἡ συζήτησις.
§90Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Πρὶν ἢ κηρυχθῇ περατωμένη ὑπεβάλομεν πρότασιν.
§91ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν, εἶναι ἀπόρροια τῆς συζητήσεως· τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐκηρύξατε τὴν συζήτησιν περατωμένην, ἡμεῖς ὑπεγράφομεν τὴν πρότασιν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη μετὰ τὴν κήρυξιν τῆς περατώσεως τῆς συζητήσεως.
§93Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν δέχεται τὴν πρότασιν.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπεβλήθη διαρκούσης τῆς συζητήσεως πρότασις περὶ ἐκλογῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ παρακαλέσω ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις ν’ ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην ἡμέραν, διότι ἐπ’ αὐτοῦ θὰ εἶναι τότε εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀνακοινώσῃ τὰς σκέψεις αὐτῆς περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἤθελε κρίνει ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ λάβῃ ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ζητήματος, διότι ἤδη δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις. Πρέπει νὰ μελετηθῇ εἰδικώτερον τὸ ζήτημα, ἂν αἱ ἀνακαλυπτόμεναι παρανομίαι δὲν πρόκειται νὰ κινήσωσιν οὐδεμίαν ἐκ τῶν διαδικασιῶν, τὰς ὁποίας ἐπιτρέπει ὁ νόμος· ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἐσχηματισμένην γνώμην. Παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τέσσαρας ἢ πέντε ἡμέρας.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Σύρου «περὶ κυριακῆς ἀργίας» ὁ κ. Σκάσης.
§96Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅπως μετὰ προσοχῆς πολλῆς ἐξετάσῃ τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐργατικῶν τάξεων καὶ δὴ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑρμουπόλεως, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσιν, ὅπως τὸ 20ὸν ἄρθρον τοῦ νόμου, τῆς 5 Δεκεμβρίου 1909 περὶ κυριακῆς ἀργίας τροποποιηθῇ καὶ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἡ Ἑρμούπολις καὶ ἡ Σῦρος, ἵνα ἀπολαύσωσι τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νόμου διακανονιζομένου τοῦ πράγματος, ὅπως ὁ νόμος περιλαμβάνει καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς διατάξεις καὶ ὄχι διὰ πράξεων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων, καθόσον ἡ εὐκολία, μεθ’ ἧς τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἐπιλαμβάνονται τοῦ θέματος τούτου καὶ ἀναιροῦσι πολλάκις ἀποφάσεις ληφθείσας πρὸ ὀλίγου, καταλήγει εἰς τὸ νὰ καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας καὶ ἐπίσης ἀδύνατον τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ἐφαρμογῆς παρὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Εἶναι γνωστὸν ἐκ πολλῶν διαμαρτυριῶν, αἵτινες πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσθησαν, ὅτι ὁ νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας ἔχει ἀνάγκην μεταρρυθμίσεως, διότι πολλῶν τάξεων ἐπαγγελματικῶν τὰ συμφέροντα σπουδαίως θίγονται δι’ αὐτοῦ, διότι τάξεών τινων ἐπαγγελματικῶν ὁ περιορισμὸς τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας καθίσταται πρόξενος ζημίας οὐχὶ μόνον ὑλικῆς εἰς αὐτάς, ἀλλὰ καὶ βλάβης τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν. Ἐννοῶ τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσι τὰ κρεοπωλεῖα, ἰδίᾳ δ’ ἐν ὥρᾳ θέρους, ἐννοῶ τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὰ φαρμακεῖα καὶ αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἐγένοντο ἀφορμὴ ἀνεπανορθώτων ζημιῶν, τουτέστι θανάτων ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐγκαίρου εὑρέσεως τοῦ ἀπαιτουμένου φαρμάκου ἢ τοῦ ἀπαιτουμένου ἰατροῦ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως μὴ διστάσῃ νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου τροποποιοῦν τὸν ἤδη ἰσχύοντα περὶ κυριακῆς ἀργίας νόμον, καθότι αἱ πολλαπλαῖ αἰτήσεις καὶ διαμαρτυρίαι πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου τούτου ἀποδεικνύουσιν ὅτι πράγματι ἔχει ἐλλείψεις σπουδαίας, δὲν εἶναι δ’ ἐπιτετραμμένον οὔτε ὀρθόν, ἵνα ὡς ἐκ τῆς δυσχερείας ἐκ τῶν προταθησομένων ἴσως ἀπαιτήσεων περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου τούτου παραλείψωμεν νὰ μεταρρυθμίσωμεν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ παρουσίασε τοιαύτας ἀτελείας.
§97ΤΡ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Κατόπιν τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου παρέλκει ἴσως ἡ περαιτέρω συζήτησις. Οὐχ ἧττον ὅμως ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας σχεδὸν δὲν ἐφηρμόσθη παρὰ μόνον εἴς τινας πόλεις, καὶ μία τῶν πόλεων τούτων, αἱ ὁποῖαι καθυστέρησαν τοῦ εὐεργετήματος τούτου, εἶναι καὶ ἡ Σῦρος. Τοῦτο δέ, διότι ἐξηρτήθη ὁ νόμος ἀπὸ τὰ δημοτικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἐκδίδουσιν ἀλληλοσυγκρουομένας ἀποφάσεις ἀναλόγως τῶν καιρικῶν μεταβολῶν. Οἱ πολῖται τῆς Σύρου ὑπέβαλον ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὡς ἐκ τῶν ἀντιφατικῶν ἀποφάσεων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων ἐπῆλθε πλήρης σύγχυσις καὶ ἀσυμφωνία, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐπέρχεται ἀδυναμία τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας πρὸς τελείαν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ν’ ἀφαιρῆται τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὰ δημοτικὰ συμβούλια, ὥστε νὰ εἶναι γενικὴ ἡ κυριακὴ ἀργία καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος.
§98Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ αἴτησις τῶν κατοίκων Ἑρμουπόλεως καὶ τῆς Σύρου περὶ γενικεύσεως τῆς κυριακῆς ἀργίας συμφωνεῖ μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὡς νόμου γενικοῦ, ὡς νόμου δημοσίας τάξεως. Ἀφοῦ πρόκειται περὶ ἐξαναγκασμοῦ, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἕνεκα ἀνωτέρων συμφερόντων ἐπιμένει καὶ λέγει: «Ἀξιῶ τὴν Κυριακὴν νὰ μὴ ἐργάζηται ὁ κόσμος», ἐννοεῖται ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ γενικευθῇ. Δυστυχῶς κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου παρεισέφρησε κεφαλαιῶδες λάθος εἰς αὐτόν· δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον· ἴσως πρὸς συμβιβασμὸν ἀντικρουομένων συμφερόντων ἢ ἴσως ἀπὸ ἀντιδράσεων τῶν πολεμίων τῆς ἀρχῆς ὑπέπεσεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς αὐτὸ τὸ λάθος, καὶ ἔκαμε νόμον ἀνάπηρον.
§99Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἰς διαφόρους πόλεις αἱ ἡμέραι τῆς Κυριακῆς δὲν εἶναι ἡμέραι ἀργίας.
§100ΑΡΙΣΤΟΜ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἔπρεπε νὰ γίνωσι· δὲν ἦτο λόγος τοῦτο ν’ ἀφεθῇ εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια ἡ ῥύθμισις τῆς κυριακῆς ἀργίας. Ἀλλά, ἀφοῦ ἀφέθη εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῶσιν ἢ μὴ τὴν κυριακὴν ἀργίαν, τί συνέβη; Ἀνεπτύχθησαν συμφέροντα μεταξὺ τῶν πόλεων καὶ ἀντιζηλίαι μεταξὺ αὐτῶν· ἐὰν ἡ δεῖνα πόλις δὲν καθιερώσῃ τὴν κυριακὴν ἀργίαν, δὲν τὴν καθιεροῦμεν καὶ ἡμεῖς, λέγει ὁ εἷς. Καὶ ὁ ἄλλος προσθέτει ὅτι, καὶ ἀφοῦ ἅπαξ τὴν καθιερώσαμεν, ἐρχόμεθα εἶτα καὶ τὴν ἀνακαλοῦμεν. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου τούτου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι παρερμηνεία τοῦ νόμου τὸ ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ δημοτικὰ συμβούλια καὶ ν’ ἀνακαλῶσι τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν. Ὁ νόμος δὲν τοῖς ἔδωκε τὸ δικαίωμα παρὰ νὰ προσχωρήσωσιν εἰς τὴν ἀρχήν του ἢ νὰ μὴ προσχωρήσωσι. Τὸ νὰ ἔρχωνται ὅμως τὰ δημοτικὰ συμβούλια τὴν ἑπομένην ἡμέραν ν’ ἀναιρῶσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν τὴν προηγουμένην, τοῦτο βεβαίως δὲν ἦτο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ νομοθέτου, τοῦτο συντείνει εἰς τὴν κατάρριψιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, ἀφοῦ τὴν μίαν μὲν ἡμέραν θὰ ἰσχύῃ καὶ τὴν ἄλλην δὲν θὰ ἰσχύῃ, ἀναλόγως τῆς ἰδιοτροπίας τῶν δημοτ. συμβουλίων. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀντιπροσωπεύουσαν τὸ πνεῦμα τῆς ἀνορθώσεως καὶ μεταβολῆς τῶν πραγμάτων, ἐν τῆς ὁποίας ἄρθρον εἶναι καὶ ἡ καθιέρωσις τοῦ θεσμοῦ τῆς κυριακῆς ἀργίας, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ τακτοποιήσεως τῶν ἀφορώντων τὸν θεσμὸν τοῦτον διὰ γενικοῦ νομοθετήματος, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ληφθῇ πᾶσα πρόνοια, ἥτις ἤθελε θεωρηθῆ ὀρθή, συμβιβαζομένων τῶν διαφόρων συμφερόντων, ἵνα μὴ ἐπέρχωνται αἱ ἀνωμαλίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι συμπαρομαρτοῦσιν εἰς τοιοῦτον θεσμόν, οὐδέποτε ὅμως νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἄτοπον νὰ κάμῃ τοπικὰς κυριακὰς ἀργίας· αὐταὶ αἱ τοπικαὶ ἀργίαι εἶναί τι ἀκατάληπτον, εἶναί τι ἐναντίον τῆς ἐννοίας τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. «Δὲν δύναται νὰ εὐχαριστήσῃ κανεὶς ὅλον τὸν κόσμον καὶ τὸν Βασιλέα», ὅπως λέγουσι· καὶ τὰ δύο εἶναι ἀδύνατον. Πρέπει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα. Ὁ θεσμὸς τῆς κυριακῆς ἀργίας εἶναι θεσμὸς ὠφέλιμος, ἀναγκαῖος ὑπό τε κοινωνικὴν καὶ θρησκευτικὴν ἔποψιν. Ἢ ἀνάγεται εἰς ἀναφαίρετον δικαίωμα τοῦ πολίτου, εἶναι στοιχεῖον τοῦ ἀνθρωπισμοῦ αὐτοῦ, ἢ δὲν ἀνάγεται. Ἐὰν τὸ πρῶτον, θὰ τὸν ἐπιβάλωμεν, καὶ πρέπον νὰ τὸν ἐπιβάλωμεν, ἄλλως ἂς τὸν καταργήσωμεν.
§101Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι κατὰ τόπους εἶναι διάφοροι.
§102Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἡ ἰδέα μου εἶναι ὅτι εἶναι ἀδύνατος καὶ ὁ ἐν μέρει συμβιβασμὸς τῶν ἀναγκῶν τούτων πρὸς τὸν θεσμόν, τὸ δὲ ναυάγιον, τὸ ὁποῖον ἀπειλεῖ ἕνα ἱερὸν ὄντως θεσμὸν διὰ τῶν καθ’ ἡμέραν τοπικῶν καταλύσεών του, μὲ ἄγει εἰς τὴν σκέψιν ὅτι ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν μίαν πρόνοιαν, ἵνα σώσωμεν ἕνα θεσμὸν τοσοῦτον ἀναγκαῖον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐξηγέρθη ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος πρὸ ἐτῶν καὶ ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσεν ἓν ἄρθρον τοῦ προγράμματος, οὕτως εἰπεῖν, τῆς πολιτικῆς μεταβολῆς, ἣν ἀντιπροσωπεύομεν.
§103ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ πλῆθος καὶ ἡ ἔκτασις τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα θίγει ὁ νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας, ἦτο φυσικὸν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσι πάντα, καὶ ἐκ τούτου αἱ διάφοροι ἀντιρρήσεις καὶ ἀντιδράσεις τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων ἀναλόγως τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἀναγκῶν μιᾶς ἑκάστης. Πράγματι ἀναζητῶν τις εἰς τὸν νόμον αὐτὸν τὴν ἀρχικὴν βάσιν, τὴν θεμελιώδη βάσιν, δυσκόλως τὴν ἀνευρίσκει. Διότι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἀργίας διὰ λόγους θρησκευτικούς, εὐλόγως ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ Κυριακὴ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ διὰ πάντας τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἑπομένως ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐργασίας ἔδει νὰ καθορισθῇ γενικῶς διὰ μιᾶς διατάξεως τοῦ νόμου. Καὶ ἡ ἀρχικὴ ἀφετηρία αὐτὴ ἦτο· ἀλλ’ ἐν τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου παρετηρήθη ὅτι ὁ καθορισμὸς τοιαύτης ἀργίας ὄχι κἂν θίγει, ἀλλὰ συγκλονεῖ οἰκονομικὰ συμφέροντα πολλῶν πόλεων. Ἐκ τούτου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία προέβη εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀφήσῃ εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια ν’ ἀποφασίσωσιν ἂν θέλουσιν ἢ ἂν δὲν θέλουσι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κυριακὴν ἀργίαν, διότι πολλαὶ πόλεις τὴν μεγαλειτέραν οἰκονομικὴν ζωὴν ἀντλοῦσιν ἀκριβῶς κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἑορτῶν καὶ ἰδίως κατὰ τὰς Κυριακάς. Παρετηρήθη δ’ ἐξέγερσις πλείστων πόλεων, αἱ ὁποῖαι συμβαίνει νὰ εἶναι καὶ κέντρον τῶν περιχώρων, εἶναι δ’ εὐνόητον ὅτι ὑπάρχει σύνδεσμος συμφερόντων πολλαπλῶν καὶ μεγάλων. Ὁ χωρικός, ὁ Ἕλλην, ἔχει ὑποχρέωσιν διὰ πλείστους ὅσους λόγους καὶ διὰ νὰ πωλῇ τὰ προϊόντα του καὶ διὰ ν’ ἀγοράζῃ ἄλλα μὴ εὑρισκόμενα ἐν τῷ χωρίῳ του, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλας διαφόρους συναλλαγάς, τὰς ὁποίας ἔχει, νὰ κατέρχηται εἰς τὴν πόλιν ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, καὶ ὡς τοιαύτη εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Ὁπωσδήποτε παρετηρήθη ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσι πάντα τὰ συμφέροντα, οὐδὲ κἂν μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πόλεως ἢ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ δήμου πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, διότι ἐν μιᾷ καὶ τῇ αὐτῇ πόλει ὑπάρχουσιν ἀντιμαχόμενα συμφέροντα· ὑπάρχουσι τάξεις θεωροῦσαι ἐπιβλαβεστάτην τὴν κυριακὴν ἀργίαν, ὑπάρχουσι δ’ ἀφ’ ἑτέρου τάξεις μὴ θεωροῦσαι ταύτην ὡς τοιαύτην. Τὸ ζήτημα ὁμολογουμένως μᾶς ἀπησχόλησε, καὶ ἐλπίζω ὅτι προσεχῶς θέλω λάβει τὴν τιμήν, ὅπως εἰσηγηθῶ τοιοῦτόν τι νομοσχέδιον, συμβιβάζον, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, τὰ διεστῶτα. Βεβαίως τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐλπίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι προσεχῶς θὰ λάβῃ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, βάσιν ἔχει τὸν συμβιβασμὸν καὶ τοῦ λόγου τοῦ θρησκευτικοῦ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ἐννοεῖται, νὰ συμβιβάσῃ τοῦτον, ἀλλὰ καὶ τὸν τῆς ἀνάγκης, τὸν ὁποῖον ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ ἐργασία ἐπιβάλλει διὰ μίαν ἡμέραν ἀναπαύσεως. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ἀπολύτως ὅτι ἡ κυριακὴ ἀργία δέον νὰ θεσπισθῇ διὰ πάσας ἀνεξαιρέτως τὰς ἐργασίας, πληρεστέρα δ’ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἐψηφίζετο ὁ νόμος οὗτος περὶ κυριακῆς ἀργίας, αὐτὸ τοῦτο τὸ Δημόσιον πρῶτον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ ἐξαίρεσιν δι’ ἑαυτό. Ἐρχομένη ἡ Πολιτεία καὶ θέλουσα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν κυριακὴν ἀργίαν διὰ λόγους θρησκευτικούς, βλέπουσα δ’ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴν εἰς ἑαυτήν, διότι κατεῖδεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνάγκαι, τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς, ὑπεχρεώθη νὰ καθορίσῃ μίαν ἐξαίρεσιν, καὶ ἐκ τῆς ἐξαιρέσεως, ἡ ὁποία καθωρίσθη ὑπὲρ τῆς Πολιτείας, φυσικὰ καθωρίσθησαν καὶ ἄλλαι ἐξαιρέσεις. Πάντως ὅμως δέον καὶ διὰ τοῦ νόμου ἀκόμη νὰ καταδηλωθῇ ὅτι οὐ μόνον δέον νὰ ἐπιβληθῇ ὑποχρεωτικῶς εἰς πάσας τὰς ἐργαζομένας τάξεις, τουτέστιν εἰς τοὺς ἐργοδότας, μιᾶς ἡμέρας ἀνάπαυσις, ἀλλὰ κατὰ τὸ ἐνὸν νὰ συνδυασθῇ καὶ ὁ ἀρχικὸς λόγος, δι’ ὃν ἐπεβλήθη ἡ κυριακὴ ἀργία, ὁ λόγος τῆς εὐλαβείας τῆς θρησκευτικῆς. Ἐλπίζω ὅτι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ, κατορθοῦται ὁ συνδυασμὸς αὐτός· ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ συμπληρώσῃ τὸν νόμον τοῦτον. Ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας ταύτης, δι’ ἣν κατέχω τὸ βῆμα, ἵνα ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον διακανονίζον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη πολλάκις εἰς προηγουμένας Βουλάς, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε λυθῆ, τὸ ζήτημα τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς. Ἀπησχόλησε καὶ εἰδικὰς ἐπιτροπὰς τὸ θέμα τοῦτο, διότι συμβαίνει, ὥστε οὔτε ἡ Βιβλιοθήκη νὰ ἔχῃ ἐπαρκῆ χῶρον, ὅπως λειτουργῇ κατὰ τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει, ἀλλ’ οὔτε νὰ δύναται νὰ περιφρουρῇ καὶ νὰ διατηρῇ τὸ ποσὸν τῶν βιβλίων, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι σεσωρευμένα ἐν τοῖς ὑπογείοις τῆς Βουλῆς κατὰ χιλιάδας τόμους.
§104Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀξίας ἑλατομμυρίων.
§105ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐνῷ δὲ ἡ Βιβλιοθήκη δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν προορισμὸν αὐτῆς παρέχουσα ὁπωσδήποτε τὰ μέσα τῆς μελέτης καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἐξ ἄλλου στερεῖ τὸ Βουλευτήριον καὶ χώρου μεγάλου, ἄνευ τοῦ ὁποίου βλέπετε πόσον εἶναι αἰσθητὴ ἡ δυσκοινωνία τοῦ ὅλου Σώματος τῆς Βουλῆς. Δὲν ὑπάρχουσι δωμάτια οὔτε δι’ ἐργασίαν οὔτε δι’ ἀνάπαυσιν τῶν Βουλευτῶν, καὶ παρέστημεν πρό τινος πρὸ τοῦ θεάματος νὰ ὑπάρχωσι κόμματα, διὰ τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἓν ἰδιαίτερον δωμάτιον, ὅπως διασκέπτωνται. Εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὀφείλεται ἡ πρωτοβουλία τῆς ἀποφάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν προῆλθε μετὰ τοῦ θάρρους, τὸ ὁποῖον τὸν διακρίνει, ὅπως ληφθῇ μέτρον εἰδικόν. Ἤχθημεν δὲ εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν πίστωσιν πρὸς ἵδρυσιν εἰδικοῦ κτιρίου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ὡς παραρτήματος αὐτοῦ τούτου τοῦ περιβόλου τῆς Βουλῆς. Ἄλλοτε ἐρρίφθη ἡ ἰδέα ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιορισθῇ ἡ Βιβλιοθήκη τῆς Βουλῆς μόνον εἰς τὰ πολιτικὰ βιβλία. Ἀλλ’ ὅτε ἐγεννήθη ἡ ἀνάγκη νὰ καθορισθῇ ποῖα εἶναι τὰ πολιτικὰ βιβλία τὰ χρήσιμα εἰς τὰς μελέτας τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ ποῖα τὰ μὴ πολιτικά, πάντα ἐσταμάτησαν. Τὸ σύνολον τῆς δαπάνης ἀνέρχεται εἰς 140,000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον θὰ κατανεμηθῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ τρέχοντος ἔτους διὰ δηλώσεως καὶ τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπιόντος ἔτους. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§106ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς κυριακῆς ἀργίας, ἐὰν πρόκειται νὰ μελετηθῇ καὶ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ γίνωσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος δεκτὰ ψηφίσματα δημοτικῶν συμβουλίων περὶ καταργήσεως τῆς κυριακῆς ἀργίας.
§107ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ φέρετε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἀκολουθῶ. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀνέβαλον νὰ ἐκδώσω ἀπόφασιν ἐπὶ τοιούτων ψηφισμάτων, ἂν καὶ ἐθεώρουν ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποφανθῶ ἐντὸς μικρᾶς προθεσμίας περὶ αὐτῶν, εἶναι ὁ λόγος ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ τὸ γενικὸν νομοσχέδιον.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θεοδωρόπουλος.
§109ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι γνωστὸν ὅτι συμφώνως μὲ τὰς ἁπανταχοῦ κρατούσας δημοσιονομικὰς ἀρχὰς οἱ μισθωτοί, οἱ μὴ ἔχοντες ἴδια κεφάλαια ἀλλ’ ἀποζῶντες ἀπὸ τὴν μίσθωσιν τῆς ἐργασίας των δὲν φορολογοῦνται, διὰ φόρου ἐπιτηδεύματος μάλιστα. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἠκολούθησε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ μέχρι τοῦ 1908. Ἀλλὰ κατὰ τὸ 1908, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐπεβλήθη φόρος ἐπιτηδεύματος καὶ εἰς τοὺς μισθωτούς, δηλ. εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς διδασκάλους τῶν σχολείων, ὄχι τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ τοὺς ἰδιώτας, εἰς τοὺς τροχιοδρομικοὺς ὑπαλλήλους καὶ εἰς ἄλλας τάξεις ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων ἰδιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι μὲν ἴδιον κεφάλαιον, συντηροῦνται δὲ ἀπὸ τὸ ἡμερομίσθιον ἢ τὸν μηνιαῖον μισθόν, τὸν ὁποῖον λαμβάνουσιν ἀπὸ τοὺς ἐργοδότας. Κατόπιν ὅμως, ἕνεκα παραπόνων δικαίων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο, ὅτι οἱ τροχιοδρομικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ εἰσπράκτορες καὶ οἱ χειρισταὶ τῶν μηχανημάτων τῶν ἠλεκτρικῶν, οἱ ὁδηγοὶ δηλ., εἶναι ἐργάται ἡμερομίσθιοι καὶ ὄχι ὑπάλληλοι, διότι πληρώνονται μόνον καθ’ ἃς ἡμέρας ἐργάζονται, ἀπηλλάγησαν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος. Ἀλλὰ κατὰ παράδοξον λογικὴν ἔμειναν φορολογούμενοι διὰ φόρου ἐπιτηδεύματος οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν τράμ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ὁδηγοὶ λαμβάνουσι 3 ἕως 4 δρ. τὴν ἡμέραν ὡς ἡμερομίσθιον καὶ ὄχι μισθὸν ὡρισμένον κατὰ μῆνα, οἱ δ’ ἐπιθεωρηταὶ λαμβάνουσι 5 δρ. τὴν ἡμέραν ἐπίσης. Δὲν βλέπω κατὰ ποῖον λόγον καὶ κατὰ ποίαν λογικήν, ἐνῷ ἀπηλλάγησαν οἱ λαμβάνοντες 4 δραχμὰς ἡμερομίσθιον ἐργάται νὰ ὑποχρεῶνται εἰς καταβολὴν φόρου ἐπιτηδεύματος οἱ λαμβάνοντες 5 δραχμάς. Τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ ἀδίκου τούτου σκοπεῖ ἡ ἀναφορὰ τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων, οἱ ὁποῖοι ὑπογράφουσι πάντες ἐν σώματι. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀπαλλάξῃ καὶ τούτους τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ὁποίου πάντως δὲν δικαιολογεῖται.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§111Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μεθ’ ὅσα ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν σκοπεῖ νὰ φορολογήσῃ καὶ τοὺς ἐργάτας αὐτούς, διότι εἶναι ἄντικρυς πρὸς τὴν δικαιοσύνην ἡ φορολογία αὕτη.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σκάσης ἔχει τὸν λόγον.
§113Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ εὑρίσκω ὡς δικαιοτάτην τὴν παράκλησιν τῶν ἐπιθεωρητῶν τῆς ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
§114Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ καὶ βεβαίως θὰ ἐξομοιωθῶσιν οἱ ἐπιθεωρηταὶ πρὸς τοὺς ἄλλους ἡμερομισθίους ἐργάτας.
§115ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοσοῦτο μᾶλλον πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ τῶν πολιτῶν αὐτῶν, καθόσον ἡ Πολιτεία οὐδεμίαν παρέχει εἰς αὐτοὺς προστασίαν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ καταστάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἐν ᾗ ἀναφέρονται ὡς παυθέντες 15 τροχιοδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἀπὸ τῆς ἀπεργίας παρὰ τὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ἡ ἑταιρεία τῶν τροχιοδρόμων.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ποιμένων ὑπενοικιαστῶν τῆς χορτονομῆς τοῦ λιβαδίου τῆς μονῆς Δαφνίου ὁ κ. Ἀρ. Σακελλαρίου ἔχει τὸν λόγον.
§117ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Εἶναι γνωστός, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὁ οἰκονομικὸς ὄλεθρος ὁ προελθὼν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐκ θεομηνιῶν ἰδίως εἰς τὴν τάξιν τῶν ποιμένων. Ἐκ τῆς καταστροφῆς αὐτῆς κατὰ τὸ πλεῖστον ἔπαθον καὶ οἱ ποιμένες Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγονται καὶ οἱ ποιμένες τοῦ Δαφνίου, οἱ ἐνοικιασταὶ δηλονότι τῆς βοσκῆς τῆς διαλελυμένης μονῆς Δαφνίου. Εἷς ἐξ αὐτῶν δυστυχῶς παρεφρόνησε, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι ἀληθές. Ἡ καταστροφὴ τοιαύτη ὑπῆρξε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὥστε πάντες οἱ ἰδιοκτῆται λιβαδίων καὶ ἰδιῶται καὶ κοινότητες καὶ δῆμοι προέβησαν εἰς σχετικὰς μειώσεις τοῦ μισθώματος. Γνωρίζω ὅτι ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους εἶναι τολμηρὸν νὰ ζητῇ τις μείωσιν δημοσίων νομημάτων, ἀλλά, ἐὰν βεβαιωθῇ ἡ ὑπηρεσία ὅτι πράγματι ἐπῆλθε καταστροφή, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δικαιοτάτη πρᾶξις, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον προέλθῃ εἰς μείωσίν τινα πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς μὲ τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἡ μείωσις αὕτη περιλάβῃ καὶ τοὺς ὑπενοικιαστάς.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων τοῦ δήμου Πηνείων τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§119Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τελευταῖον τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 16, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀνέφερεν ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἡ στοιχειώδης θὰ παρέχηται δωρεάν. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, κατὰ τὸ 1895 ὁ νόμος περὶ φόρου ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων ἐπεξετάθη καὶ εἰς δήμους μὴ εὐπόρους, ἐπειδὴ ἡ Πολιτεία εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσῃ τὰ ἔσοδα αὐτῶν χάριν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως· ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ἤδη ἀναλαμβάνει δωρεὰν τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν οἱ δῆμοι ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ συστήσω ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὁ νόμος περὶ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων εἶναι ἀπηρχαιωμένος, περιέχει δὲ διατάξεις, αἵτινες ὑποβάλλουσι τὸ ἐμπόρευμα εἰς δύο καὶ τρεῖς φορολογίας. Μάλιστα ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 εἶναι τόσον διαβολική, ὥστε πολλάκις καταντᾷ τυραννὶς εἰς τοὺς δυστυχεῖς πολίτας. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν ταύτην. Σᾶς ἀναφέρω τὸ ἑξῆς περίεργον· διὰ νὰ θέλῃ τις ἀπὸ ἕνα δῆμον νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν ἄλλον, εἷς κρεοπώλης π. χ., ζῷα, βοῦς ἢ ἐρίφια ἢ ἄλλα τινά, πληρώνει μίαν δραχμὴν εἰς τὸ Δημόσιον, 20 λεπτὰ εἰς τὸν δῆμον καὶ μίαν ἀκόμη δραχμήν, διότι τὸ εἰσήγαγε πρὸς κατανάλωσιν. Φρονῶ ὅτι ἀναιροῦμεν τὴν μεγάλην ἀρχὴν τοῦ δικαίου, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισαν οἱ αἰῶνες non bis in idem, δηλαδὴ μὴ δὶς ἐπὶ τὸ αὐτό, διότι μ’ ὅλα ταῦτα ἡ Πολιτεία καὶ δὶς καὶ τρὶς φορολογεῖ.
§120Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πρώτην φορὰν οἱ ἔμποροι τῆς Ἠλείας προσφεύγουσι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῆς ὅλως δικαίας αἰτήσεώς των ζητοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχων ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος θέλει φροντίσει ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἔμποροι οὗτοι τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων, συμφώνως πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα καὶ τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ νέου Συντάγματος.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἱερέων Αἰτωλικοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουρκουμέλης.
§122ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀνεπτύχθη.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσόγελος. Ὁ κ. Τριγώνης. Διαγράφεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ δημάρχου Ἀμαλιαπόλεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀποστολίδης.
§124Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, ζητήματα, τὰ ὁποῖα πιθανῶς θεωρούμενα ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὡς μικρὰ ἢ ἐλαχίστης σημασίας, εἴτε δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν εἴτε καὶ περιφρονοῦνται. Μεταξὺ τῶν ζητημάτων αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῶν κατοίκων Ἀμαλιαπόλεως, οἵτινες ἐπανειλημμένως ὑπέβαλον ἀναφορὰς εἰς τὴν Βουλὴν ζητοῦντες ἵνα ἡ πόλις των, ἡ πολίχνη των, ἡ κωμόπολίς των, ὅπως θέλετε νὰ τὴν ὀνομάσωμεν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν διοίκησιν τὴν πολιτικὴν καὶ ἐκκλησιαστικὴν τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος, ἀποσπασθῇ καὶ προσκολληθῇ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ νομοῦ Λαρίσης.
§125ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχει ὑποβληθῆ ἰδία πρότασις καὶ ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς Φθιώτιδος.
§126Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἔφερα, διότι, καίτοι πολλάκις οἱ κάτοικοι ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Βουλήν, τὸ πρᾶγμα μένει ἀκόμη ἐκκρεμές. Ἤδη μανθάνω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ὅτι ὑπάρχει πρότασις νόμου. Θεωροῦμαι εὐτυχής, διότι θὰ συνηγορήσω, ὥστε ὁ νόμος οὗτος νὰ ψηφισθῇ τὸ ταχύτερον. Οἱ κάτοικοι τῆς Μιζέλης, κώμης ἀνθούσης ἄλλοτε τοῦ Πηλίου, παλαίμαχοι τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας μὴ στέρξαντες νὰ ἐπανέλθωσιν ὑπὸ τὴν δουλείαν ἐζήτησαν τόπον ἐγκαταστάσεως. Ἡ τότε Κυβέρνησις τοῖς παρεχώρησε λωρίδα γῆς εἰσχωρούσης εἰς τὸν Παγκασιτικόν, μικρᾶς χερσονήσου, ἰδίως διὰ νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς μέρος τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ τοὺς στερῇ τοὐλάχιστον τῆς ὄψεως τῆς πρότερον πατρίδος των. Εἰς τὴν πόλιν ταύτην ἐργασθέντες ὡς ναυτίλοι ηὐδοκίμησαν καὶ ὑπάρχουσιν ἀπόγονοι τῆς κωμοπόλεως ταύτης τῆς ἡρωικῆς καὶ εἰς τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν καὶ εἰς τὰς τάξεις τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλ’ ἡ ἱστιοφόρος ναυτιλία κατέπεσε, καὶ οἱ κάτοικοι αὐτῆς παύσαντες πλέον νὰ ἐξασκῶσι τὸ βιοποριστικὸν αὐτῶν ἐπάγγελμα κατέστησαν πένητες καὶ ἔχουσι καὶ τὴν δυσκολίαν τῆς μεταβάσεως πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν διοικητικῶν καὶ δικαστικῶν συμφερόντων των εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ Λαμίαν, ἥτις ἀπέχει εἰκοσάωρον, καὶ ἡ συγκοινωνία εἶναι δύσκολος καὶ πολυδάπανος. Διὰ τοῦτο εὐχῆς ἔργον εἶναι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐξετάσῃ μετ’ ἐπιμελείας τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἵνα λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ, ὅπως πραγματοποιηθῶσι τὰ αἰτήματά των καὶ μὴ ἐπανέρχωνται ἐνταῦθα ἐνοχλοῦντες τὴν Βουλήν. Ἐκτὸς τούτου οἱ κάτοικοι τῆς Ἀμαλιαπόλεως, ἐπειδὴ ἐξηναγκάσθησαν νὰ μεταβληθῶσιν ἀπὸ ναυτίλους εἰς γεωργούς, ἐζήτησαν, ὅπως μέρος τῶν κτημάτων τῶν ἐθνικῶν καὶ μοναστηριακῶν, τῶν κειμένων εἰς τὴν ἀντικρὺ παραλίαν τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ, δοθῇ αὐτοῖς εἰς καλλιέργειαν. Τὸ ζήτημα τοῦτο θεωρῶ σοβαρὸν καὶ πιστεύω ὅτι, ὅταν θὰ γίνῃ μελέτη πρὸς διανομὴν τῶν περισσευουσῶν γαιῶν, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἀπὸ τοῦδε δὲ θὰ παρεκάλουν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ ἰδιαιτέρας ἀπόψεως. Ἡ παραλία ἐκεῖ σχηματίζει ἓν ἕλος καὶ τέναγος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη ἐπανειλημμένως νὰ γίνῃ ἀποξήρανσις. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ διὰ θαυμασίας τινὸς ἐπινοήσεως μετεβλήθησαν εἰς ὀρυζῶνας αἱ τοιαῦται ὑδροφόροι ἐκτάσεις. Νομίζω ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν, ἂν τοιαύτη τις μελέτη γίνῃ, τὰ ἕλη ταῦτα δύνανται νὰ μεταβληθῶσιν, ἂν ὄχι πάντα, τοὐλάχιστον τὰ περισσότερα, εἰς ὀρυζῶνας καὶ ἀποδώσωσι μεγάλα ὠφελήματα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Χαλκίδος «περὶ μεταθέσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμάρχου» ὁ κ. Χρυσοστάλης.
§128Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Πολῖται διακεκριμένοι τῆς πόλεως Χαλκίδος, ἔμποροι καὶ βιομήχανοι, ὑπέβαλον πρὸ καιροῦ ἀναφορὰν πρὸς τὴν διεύθυνσιν τοῦ σιδηροδρόμου, αἰτοῦντες τὴν μετάθεσιν ἐκεῖθεν τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμάρχου, ὃν κατηγοροῦσιν ὡς ἀγροῖκον καὶ ἀναρμόστου συμπεριφορᾶς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεταβιβάσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην πρὸς τὴν ἑταιρείαν, καὶ νὰ ἐπιμείνῃ νὰ ἐκτοπισθῇ ἐκεῖθεν ὁ σταθμάρχης αὐτός, διότι δὲν ἁρμόζει τοιοῦτος εἰς καλὸν λαόν, οἷος ὁ τῆς Χαλκίδος.
§129Γ. ΜΠΕΝΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς ὅσα εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος καὶ συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Χαλκίδος, οἵτινες εἶναι ἔμποροι ἀξιοπρεπεῖς.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ Ν. Λάσκαρι περὶ ἀναστολῆς τοῦ περὶ ἰσοβιότητος δικαστῶν νόμου ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Πολυζωγόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Παπαποστόλου. Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Μεσσήνης «περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως τοῦ δήμου καὶ ἑταιρείας τινὸς πρὸς ἠλεκτροφώτισιν». Ἀναβάλλεται. (Διαγράφονται αἱ ἀναφοραὶ τῶν κατοίκων Πελλήνης ὑπ’ ἀρ. 20, τοῦ Ε. Δεσύλλα φαρμακοποιοῦ ὑπ’ ἀριθ. 21, τοῦ συλλόγου Ξυλοκάστρου «Ἀνόρθωσις» ὑπ’ ἀριθ. 22 καὶ τοῦ ἐκ Μαραθιᾶς Ε. Σεμπέκου ὑπ’ ἀρ. 23, ἀπόντων πάντων τῶν ἐγγεγραμμένων ὅπως ὁμιλήσωσιν ὑποστηρίζοντες αὐτάς).
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς φαρμακοποιῶν καὶ ἰατρῶν, ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν ὡς ἀνθυπίατροι καὶ ἀνθυποφαρμακοποιοὶ ἔφεδροι, ὁ κ. Κουρτάκης.
§132Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Οἱ φαρμακοποιοὶ καὶ ἰατροὶ οἱ ἔχοντες ἄδειαν δι’ ἀναφορᾶς των ᾐτήσαντο, ὥστε ἐν τῷ περὶ ἐφεδρείας νόμῳ ἐν ἐπιστρατεύσει νὰ καλῶνται καὶ αὐτοὶ ὡς ἀξιωματικοί. Ὁ ἰσχύων νόμος περὶ ἐφεδρείας ἔχει πολλὰς ἀτελείας, ἕνεκα δὲ τούτου παρατηρεῖται τὸ θέαμα ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν ἐχόντων ἀδείας νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς στρατιῶται ἢ ὑπαξιωματικοὶ εἰς τὰ διάφορα ὅπλα. Παρακαλῶ χάριν τῆς ὑπηρεσίας νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις αὕτη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μεταρρυθμιζομένου τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας ὑπαχθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν κλάσσιν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν.
§133Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα καὶ προσθέτω ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν κλάδον τῶν ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν, διότι τὰ στελέχη τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου μόλις ἐπαρκοῦσι διὰ 50 χιλ. ἀνδρῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα συντόμως πραγματωθῇ ἡ προσφορὰ αὕτη τῶν ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν, καθόσον νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ πατριωτικωτάτης καὶ ἐθελουσίας προσφορᾶς.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κοφινοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὁ κ. Νέγρης.
§135Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ ἔποψιν σπουδαίαν τὴν ἀναφορὰν ταύτην, καθόσον ἀδικοῦνται πράγματι οἱ πολῖται οὗτοι. Πρόκειται περὶ παραγωγῶν, περὶ βιομηχανίας ἐγχωρίου μεταχειριζομένης προϊόντα τοῦ τόπου, ὥστε καὶ τὸ προϊὸν νὰ καταναλίσκηται καὶ ἐργασία νὰ δίδηται εἰς ἐργάτας. Συμβαίνει δὲ τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἐνῷ πληρώνουσιν ἐπιτήδευμα, εἰσέρχονται καὶ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ τὰ προϊόντα τῆς βιομηχανίας αὐτῶν, χωρὶς νὰ πληρώνῃ δασμόν, δηλαδὴ ἔρχεται ἡ Πολιτεία νὰ εὐνοήσῃ τὸν βιομήχανον τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰς βάρος τοῦ ἐντοπίου βιομηχάνου. Ὑπάρχει τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι, εὐθὺς ὡς ἀντιληφθῇ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θέλει τὸ διορθώσει, καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ καὶ τὴν συνδρομὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι πρόκειται περὶ ἀδικίας, ἡ ὁποία εἶναι πλέον ὀφθαλμοφανής.
§136Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι χάριν τῆς προστασίας τῆς τάξεως τῶν κοφινοποιῶν πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ δασμὸς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων κοφίνων.
§137Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης καὶ ἐργαζομένης ἐπὶ τοῦ δασμολογίου ἐπιτροπῆς μελέτη θὰ ὑποβληθῇ ταχέως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα.
§138Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 27 τῆς Ἑλληνικῆς παροικίας Ἀλεξανδρείας διαγράφεται, ἀπόντων τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσωσι. Διαγράφεται ἐπίσης διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἡ ὑπ’ ἀριθ. 28 τοῦ Γ. Οἰκονομοπούλου περὶ τῆς «Ἑνιαίας».
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς χήρας Ἀ. Οἰκονομοπούλου, ἐγγονῆς τοῦ Κ. Κανάρη, ὁ κ. Μιχαλέας.
§141Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις θέλει λάβει ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν αἴτησιν τῆς χήρας Οἰκονομοπούλου, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἐγγονὴ τοῦ μεγάλου Κανάρη. Δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω, διότι πάντα τὰ μέλη τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἐνδιαφέρωνται ὑπὲρ τῆς ἐγγονῆς τοῦ Κανάρη περισσότερον ἐμοῦ.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 30 ἀναφορὰ τῶν ἐφοπλιστῶν Σύρου διαγράφεται, ἀπουσιαζόντων τῶν ἐγγεγραμμένων ἵνα ὁμιλήσωσιν. Ὁ κ. Ἀλαβᾶνος.
§143Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ συλλόγου «Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι» ὁ κ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§145ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶναι γνωστὸς εἰς ὑμᾶς ὁ ἐνταῦθα ἱδρυμένος κοινωνικοθρησκευτικὸς σύλλογος «Οἱ Τρεῖς Ἱεράρχαι»· εἶναι οὗτος πολυμελέστατος, διατηρεῖ ταμεῖον περιθάλψεων τῶν μελῶν του, ἔχει ὀργανώσει κήρυγμα θρησκευτικὸν κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ ἄλλας ἑορτάς, καὶ ἐπέρχεται ἀρωγὸς εἰς πτωχὰς κόρας πρὸς ἀποκατάστασίν των. Ὁ σύλλογος οὗτος δι’ ἀναφορᾶς του πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξαιτεῖται, ὅπως ληφθῶσιν αὐστηρὰ μέτρα διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου κατὰ τῶν βλασφημούντων. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ αἴτημα τοῦτο οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ καὶ ἐνεργήσωσι τὰ δέοντα, ἵνα παταχθῇ τὸ κακόν. Ὁ αὐτὸς σύλλογος ζητεῖ ἐπίσης, ὅπως ψηφισθῇ νόμος περὶ ἀστυνομίας τῶν ἐφήβων, περὶ παιδονόμων δηλαδή. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς μερικὰς τῶν ἐπαρχιῶν ἡ παιδονομία ἔχει ἀνατεθῆ εἰς τὰ κατώτερα ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα ὅμως πάντες γνωρίζομεν ὅτι εἶναι πάντη ἀκατάλληλα διὰ τοιαύτην ἐργασίαν. Ἐπίσης ζητεῖ ν’ ἀνατεθῶσι τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα τῶν σχολείων εἰς εἰδικοὺς καθηγητὰς τῶν ἱερῶν. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων κυρίων Ὑπουργῶν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγορίου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ὑπομνήματος τῶν ἐν Καρδίτσῃ ἰατρῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἄνευ ὑπογραφῶν.
§147Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἀνεκοινώθη, κύριε Πρόεδρε. Ἀφοῦ ἅπαξ ἀνεκοινώθη, δὲν δύνασθε νὰ τὴν ἀποσύρητε. Ἐάν, Κύριοι, εἶχον συμφέρον, ἔστω καὶ πόρρωθεν, ἐκ τῆς εὐτυχοῦς ἐκβάσεως τῶν αἰτημάτων τῶν ἐκ Καρδίτσης συναδέλφων μου ἰατρῶν, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ὅπως ἀπασχολήσω ὑμᾶς· ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν πόσον ὀλίγον ἔχω ἐνδιαφέρον διὰ τὰ ὠφελήματα ἐκ τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός μου καὶ διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω τὴν γνώμην μου νὰ θεωρήσητε ἐστερημένην πάσης μεροληψίας καὶ ἰδιοτελείας. Ἀπὸ τοῦ 1833, ἀπὸ τῆς συστάσεως δηλαδὴ τοῦ Βασιλείου ἡμῶν, διὰ πάντας καὶ διὰ πάντα τὰ ἐπαγγέλματα ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας προστατευτικὰ μέτρα πλὴν τῶν ἰατρῶν, οἱ ὁποῖοι εἴτε ἐξ ἀξιοπρεπείας εἴτε ἐκ κακῶς ἐννοουμένης φιλοτιμίας εἴτε καὶ ἐκ τῆς ὑπαρχούσης μεγίστης μεταξὺ αὐτῶν ἀντιζηλίας καὶ μικρᾶς μοχθηρίας δὲν ἠθέλησαν νὰ συνενωθῶσι καὶ συνεννοηθῶσιν, ὅπως ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν τὰς δικαίας αὐτῶν ἀξιώσεις. Καὶ ὅμως αὐτοὶ εἶναι οἱ πάντων δυστυχέστεροι, διότι καὶ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐπαγγελματίου ἐργάζονται, οὐδὲ τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων ἐξαιρουμένων, καὶ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν ἀνθρωπότητα προσφέρουσι καὶ μεγίστας εὐθύνας ὑπέχουσι καὶ ὀλιγώτερον παντὸς ἄλλου κερδίζουσι. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι καὶ ὀρθόν, ὅπως τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον διέπει τὰ κατ’ αὐτούς, μεταρρυθμισθῇ συμφώνως πρὸς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας τοῦ σημερινοῦ βίου. Πλὴν τούτου οἱ ἐκ Καρδίτσης συνάδελφοι ἰατροὶ παραπονοῦνται καὶ κατὰ τῆς ἐξασκήσεως ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν αὐτῶν συναδέλφων τοῦ ἐπαγγέλματός των. Οὐδέποτε δικαιότερα παράπονα ἠκούσθησαν, κύριοι Βουλευταί, διότι οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ κατώρθωσαν ν’ ἀποδιώξωσι τοὺς πολιτικοὺς τοιούτους ἀπὸ πάσης δημοσίας καὶ δημοτικῆς θέσεως· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπανερχόμενοι ἐκ τῆς Ἑσπερίας, ὅπου διὰ δαπάνης τοῦ Δημοσίου σπουδάζουσι, μετὰ μεγάλης δραστηριότητος ἐπιδίδονται εἰς τὴν ἀπόκτησιν πελατείας.
§148Ι. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Ἰδίαις των δαπάναις· ὄχι τοῦ Δημοσίου.
§149Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἡ ἰδική των δαπάνη εἶναι μόνον 140 δραχμῶν, προερχομένη καὶ αὕτη ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ὑπὸ τύπον μισθοῦ, ἐνῷ ἐκεῖ ἐλάμβανον 450 φράγκα μηνιαίως. Ἀφήσατε νὰ τελειώσω καὶ ἔρχεσθε κατόπιν εἰς τὸ βῆμα καὶ λέγετε ὅ,τι θέλετε. Ἄλλως τε ὑμεῖς εἶσθε καὶ συνήγορος ἐξ ἐπαγγέλματος τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδήλωσεν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν δὲν ἐθεωρήθη ἀναξιοπρεπής. Περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντιλογία, ἀλλὰ παρέλειψε νὰ εἴπῃ κατὰ πόσον τοῦτο εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὸ στράτευμα, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν ταπεινὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν δὲν εἶναι ἀναξιοπρεπές, εἶναι ὅμως λίαν ἐπιζήμιον διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, διότι χρηματίσας ἐπίκουρος ἀνθυπίατρος καὶ ὑπηρετήσας εἰς τὰ διάφορα στρατιωτικὰ νοσοκομεῖα ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω ὅτι οἱ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πελατείαν, μετ’ ἀστραπιαίας ταχύτητος ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκον αὐτῶν καὶ δὴ τὴν ἐπίσκεψιν τῶν ἀσθενῶν, ὅπως προλάβωσι καὶ ἴδωσι καὶ τοὺς ἰδιώτας ἀσθενεῖς.
§150Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πληρώνουσι φόρον ἐπιτηδεύματος;
§151Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Οὔτε αὐτό.
§152Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν.
§153Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἐπειδὴ δὲ εἷς ἰατρὸς ὑγειονόμος ἐν Πειραιεῖ εὑρέθη κλέπτης, τῇ ἀνοχῇ καὶ ἐνοχῇ τῆς Πολιτείας, ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐθεωρήθησαν πάντες οἱ πολιτικοὶ ἰατροὶ ὡς κακῆς πίστεως καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ στρατιωτικὴ αὕτη Κυβέρνησις μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας ἀπέκρυπτε καταγγελίας κατὰ στρατιωτικῶν καὶ τρομερὰς καταχρήσεις αὐτῶν.
§154Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Διατί;
§155Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Διὰ νὰ μὴ πέσῃ δῆθεν τὸ γόητρον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ Σώματος.
§156Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Διότι δὲν ἦτο εἰς θέσιν ν’ ἀνακαλύψῃ καὶ διότι δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐπιβλέψῃ.
§157Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τὸ γεγονὸς εἶναι αὐτό, ὅπερ εἶπον ἐγώ. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροί, οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν ὡς ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσηνίας, ὅταν ἐπανέρχωνται ἐξ Εὐρώπης, ὅπου ἐσπούδασαν εἴτε ἰδίαις δαπάναις εἴτε τοῦ Δημοσίου, δὲν ἀσχολοῦνται ἐνταῦθα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἰατρικήν, ἀλλὰ εἰς κλάδους, οἱ ὁποῖοι πόρρω ἀπέχουσι καὶ οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὴν στρατιωτικὴν ἰατρικήν, καὶ βλέπετε στρατιωτικοὺς ἰατροὺς λαρυγγολόγους, ὠτολόγους καὶ μαιευτῆρας ἀκόμη. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα περὶ τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν τῶν ἐξασκούντων τὴν ἰατρικήν.
§158Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ ἐγὼ νὰ συνενώσω μετὰ τοῦ προλαλήσαντος τὰς παρακλήσεις μου ἰδίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου ἐν Καρδίτσῃ ἰατρῶν, διότι εἶναι ἀληθὲς τὸ διὰ τοῦ ὑπομνήματος ὑποστηριζόμενον ὅτι τὰ Δικαστήρια προκειμένου νὰ κανονίσωσι τὴν ἀμοιβὴν τῶν ἰατρῶν λαμβάνουσι πάντοτε ὑπ’ ὄψιν τὸ Διάταγμα τοῦ 1833, τὸ ὁποῖον δίδει ὡς ἀμοιβὴν διὰ μίαν ἐπίσκεψιν εἰς τὸν ἰατρὸν 50 λεπτά. Ἐπανειλημμέναι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ὅτι οἱ ἰατροὶ οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ διαμαρτυρηθῶσιν· ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν διεμαρτυρήθησαν μέχρι τοῦδε, δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ σπεύσῃ ν’ ἀνακαλέσῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο καὶ ἀφήσῃ ἐπὶ τέλους ἐλεύθερον τὸ στάδιον τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἰατρῶν, ὡς καὶ εἰς πάντα τὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα. Ἐπίσης εὑρίσκω ὡς ἀξίαν πολλῆς σημασίας καὶ τὴν ἑτέραν πρότασιν τῶν συμπολιτῶν μου ἰατρῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν εἰδικῶς εἰς τὰ καθήκοντα, εἰς τὰ ὁποῖα τοὺς προώρισεν ἡ Πολιτεία, τὰ ὁποῖα δὲν συνίστανται μόνον εἰς μίαν ἁπλῆν ἐπίσκεψιν τῶν νοσοκομείων. Ἀλλά, ὅταν οὗτοι ἀσχολοῦνται εἰς ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις, ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχολῶνται καὶ εἰς τὰ ἔργα τὰ στρατιωτικά; Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις τῶν συμπολιτῶν μου ἰατρῶν ἔχει μεγάλην σημασίαν, ἥτις πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐξετάσῃ, ὅπως ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, ἂν τῳόντι πάντες οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ διατηροῦσι καὶ εἰδικὰς κλινικάς, ἂν ἀσχολοῦνται μόνον εἰς τὰ στρατιωτικὰ ἔργα, καὶ ἂν ἐπαρκοῦσι διὰ τὰ ἔργα ταῦτα ἐφ’ ὅσον ἀσχολοῦνται καὶ εἰς ἄλλα ἔργα.
§159Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§160Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολύ. Τὸ θέμα δὲν ἀφορᾷ μόνον τοὺς ἰατροὺς Καρδίτσης, ἀλλ’ ἐν γένει πάντας τοὺς ἐπαγγελματίας ἰατροὺς. Εἶναι ζήτημα νόμου καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου χάριν τῆς ἀκριβείας ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὁ ἰατρικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν καθὼς καὶ ὁ Πανελλήνιος Ἰατρικὸς Σύνδεσμος πολλάκις ἠσχολήθησαν καὶ ἐμερίμνησαν ἐπ’ αὐτοῦ. Μάλιστα τοιαύτην τινὰ πρότασιν νόμου εἶχε τὴν τιμὴν ἐπιτροπή, συνισταμένη ἐκ Βουλευτῶν τῆς παρούσης Βουλῆς, νὰ ἐγχειρίσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως ἠκούσαμεν τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ θεωρήσῃ καθῆκον αὐτῆς ἵνα, ὅταν αἱ ἐργασίαι τοῦ Σώματος τῇ ἐπιτρέψωσιν, ὑποβάλῃ τὸ σχέδιον τοῦτο τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον θέλει περιβάλει διὰ τῆς ὑποστηρίξεως αὐτῆς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, κύριοι Βουλευταί, φρονῶ ὅτι αἱ συζητήσεις, αἱ ἀφορῶσαι τὰ καθέκαστα τοῦ ὑπομνήματος τῶν ἰατρῶν τῆς Καρδίτσης, δέον νὰ τεθῶσι κατὰ μέρος, ὅπως ἐπανέλθωσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 5ην μ. μ. (Μετὰ τὴν διακοπήν.)
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς 4ης Μαΐου 1911, κατὰ τὴν διάρκειν δὲ τῆς συνεδριάσεως θὰ προσκομισθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς 3ης Μαΐου, ἅτινα θ’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Εἰς τὰ Πρακτικὰ αὐτὰ ὑπάρχει καὶ ὁ νόμος περὶ διαθηκῶν. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς 4ης Μαΐου 1911). Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§163Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δώσω σημείωσιν εἰς τὸν πρακτικογράφον, ὅπως διορθωθῶσι τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ, διότι εἰς τὰ Πρακτικὰ ἀναφέρεται, ὅτι ἐγὼ εἶπον ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει τὰ τρία ἑκατομμύρια εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ πληρώνει τόκον, ἐνῷ ἐγὼ εἶπον ὅτι τὰ ἔλαβεν ἐκ τῆς Τραπέζης καὶ πληρώνει τόκον.
§164Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ δώσω σημείωσιν.
§165Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὡσαύτως.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐγκρίνονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§167Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω δήλωσιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀναγράφεται πίστωσις δραχ. 19,600 ὑπὸ νέον ἄρθρον 12 τοῦ Κεφ. 17 τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστώσεως ταύτης συνετάχθη καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας δύο δωδεκατημορίων τῶν μηνῶν Μαΐου καὶ Ἰουνίου.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ συζητήσωμεν πρῶτον τὰς δύο πρώτας ἐπερωτήσεις, καί, ἀφοῦ ἐξαντληθῶσιν αὗται, νὰ προβῶμεν περαιτέρω.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Πετμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν ἀπήντησεν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 2 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. ἐπερωτήσεώς του.
§171Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ οὐχὶ περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετμεζᾶς εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δὲν τὸν ἐπληροφόρησε διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων ἐνοικίων εἰς οἰκήματα διὰ σχολεῖα.
§173Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπερωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἀλλὰ νὰ βοηθήσω αὐτὸν πρὸς διακανονισμὸν ἑνὸς ζητήματος. Δυνάμει ψηφισθέντος νόμου τὰ ἐνοίκια διὰ τὰ διάφορα οἰκήματα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ σχολεῖα, δὲν πρέπει νὰ πληρώνωνται μετὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν γίνῃ ἀνανέωσις τῆς μισθώσεως. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως τῶν οἰκημάτων δὲν ἐφρόντισε περὶ ἀνανεώσεως καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ἀγνοοῦντες τὰς συνεπείας τῆς μισθώσεως ἠμέλησαν, ἐκ τούτου δὲ προέκυψεν, ὥστε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ εὑρίσκηται εἰς ἀδυναμίαν νὰ πληρώσῃ τοὺς δικαιούχους αὐτούς, αὐτοὶ δὲ νὰ μὴ δύνανται νὰ λάβωσιν ὅ,τι δικαιοῦνται· ἐξ ἄλλου τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀρνεῖται τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων. Βεβαίως τὸ Κράτος στηριζόμενον εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νόμου δὲν θὰ θελήσῃ ν’ ἀρνηθῇ ποτε τὴν πληρωμὴν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν οἰκημάτων διὰ χρόνον, τὸν ὁποῖον ἐχρησιμοποίησε τὸ Δημόσιον. Ἐπειδὴ ἐξ ἄλλου τὸ Ὑπουργεῖον εὑρίσκεται εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν οἰκημάτων, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ψήφισις νόμου, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐνοικίων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως, καθόσον ὑπάρχουσι πολλοὶ δικαιούμενοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καταφύγει εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ὑφίστανται ἄνευ λόγου δαπάνην, φαίνεται δ’ ἐκ τούτου ὅτι τὸ Κράτος ἀδικεῖ ἐν γνώσει ἰδιώτας. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἦτο διατεθειμένος ν’ ἀναλάβῃ ὑπ’ εὐθύνην του τὴν θεώρησιν τῶν ἐνταλμάτων, νομίζω ὅτι οὐδεὶς Βουλευτὴς θὰ ἠδύνατο νὰ μεμφθῇ ποτε τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὸν κανονισμὸν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀνάγκη νόμου. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ προσθέτω ὅτι τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τεσσαράκοντα δραχμῶν μηνιαίως εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν δημοτικῶν σχολείων. Ἐλπίζω ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ κανονισθῇ ταχέως.
§174Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μετ’ ὀλίγον θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ τὸ κενὸν τοῦτο.
§175Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι δύο κενά.
§176Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀδικοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται. Τὸ Δημόσιον συμβάλλεται μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας δι’ ἓν χρονικὸν διάστημα, μέχρις ὅτου δέ, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ συμβολαίου τὰ σχολεῖα μεταφερθῶσιν εἰς ἄλλο οἴκημα ὁ πρῶτος ἰδιοκτήτης ὀφείλει νὰ πληρωθῇ. Διὰ τὸ δεύτερον ζήτημα θὰ ληφθῇ μέριμνα. Ἄνευ νόμου δὲν τολμῶ νὰ ἀναλάβω εὐθύνην, διότι τὸ Συνέδριον δὲν θεωρεῖ τὰ ἐντάλματα. Δι’ ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κατέστησα γνωστὸν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὅτι, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον ἐχρησιμοποίησε τὰ οἰκήματα ὡς σχολεῖα, εἶναι δίκαιον οἱ ἰδιοκτῆται νὰ πληρωθῶσι διὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα. Ἐλπίζω ὅτι τὸ ζήτημα θὰ κανονισθῇ.
§177Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ μὴ βραδύνῃ ἡ ψήφισις.
§178Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι.
§179Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ μὴ βραδύνῃ ἡ ὑποβολή.
§180ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι περιήγαγον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψῃ τὰς σχέσεις αὐτοῦ μετὰ τῆς Ῥωμουνίας. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πάντα ἐκεῖνα τὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα προηγήθησαν τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων. Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ τότε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόφευκτον καὶ λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ διακόψῃ τὰς σχέσεις· ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὅμως ἔκρινε καθῆκον αὐτῆς εὐθὺς ὡς προέβη εἰς τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ γεγονὸς εἰς τὴν Βουλήν. Φρονῶ ὅθεν ὅτι καὶ ὁ νῦν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἐπανελήφθησαν ἐπισήμως αἱ σχέσεις Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας, ἔχει καθῆκον ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ γεγονὸς τοῦτο. Ἀνακοινῶν δὲ τὸ γεγονὸς εἰς τὴν Βουλὴν φρονῶ ὅτι ὀφείλει ἐν ταὐτῷ ν’ ἀνακοινώσῃ καὶ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἐγένετο ἡ ἐπανάληψις τῶν σχέσεων.
§181Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§183Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τὴν παράλειψιν ταύτην ἔχω ὡς ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεώς μου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρέλειψε τὸ διπλοῦν τοῦτο καθῆκον πρὸς τὴν Βουλήν, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐν ταὐτῷ ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἐπαναλήψεως καὶ τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς ἐγένετο ἡ ἐπανάληψις.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§185ΙΩ. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐλέγχομαι, Κύριοι, ὑπὸ τοῦ ἐπερωτήσαντος ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτοῦ ὡς μὴ ἀνακοινώσας πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ γεγονὸς τῆς ἐπαναλήψεως τῶν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας σχέσεων ἡμῶν, ὡς παραλιπὼν τουτέστιν ἐνδεδειγμένον καὶ ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ καθῆκον, δεδομένου ὅτι τὴν διακοπὴν τὴν συντελεσθεῖσαν κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1906 εἶχεν ἀνακοινώσει ἡ τότε Κυβέρνησις πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπιτραπήτω μοι, κύριοι Βουλευταί, νὰ φρονῶ, καὶ τοῦτο ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τῆς πρὸς τὴν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιτραπήτω μοι, λέγω, νὰ φρονῶ ὅτι ἐν ζητήμασι τοιούτοις, ἐν ζητήμασι τουτέστι φύσεως διπλωματικῆς καὶ ἁβρότητος διεθνοῦς, ἡ ὑπεύθυνος Ἀρχὴ εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία πρὸς κρίσιν, καὶ εἰς αὐτὴν ἀποκλειστικῶς ἀπόκειται ὁ καθορισμὸς τοῦ χρόνου ὡς εὐθέτου πρὸς τὴν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν. Ἐν τῇ γνώμῃ ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ὀρθὸν καὶ προσῆκον θὰ ἦτο ἡ πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνακοίνωσις τῆς ἐπαναλήψεως τῶν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας σχέσεων τῆς Ἑλλάδος νὰ γένηται εἴτε ὀλίγον πρὸ τῆς ἐπιδόσεως τῶν διαπιστευτηρίων τῶν οἰκείων πρεσβευτῶν ἢ μᾶλλον ἅμα τῇ ἐπιδόσει αὐτῶν, ὅτε, πρὸς τῇ κατ’ ἀρχὴν ἀποφάσει πρὸς ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων, ἤθελε καὶ πράγματι συντελεσθῆ ἡ ἀποκατάστασις αὐτῶν διὰ τῆς ἀναλήψεως ὑπὸ τῶν δύο πρεσβευτῶν τῶν ἐν ἑκατέρᾳ τῶν χωρῶν ἀντιπροσωπευτικῶν αὐτῶν καθηκόντων. Καὶ τὴν γνώμην ταύτην, ὡς εἶπον, κύριοι Βουλευταί, διετύπωσα ἀσχέτως καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς πρὸς τὴν τοιαύτην ἀνακοίνωσιν ὑποχρεώσεως τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν λείπουσιν οἱ ἀμφισβητοῦντες τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς ἀπόδειξιν φέρω τὸ γεγονός, γεγονὸς ἐν αὐτῷ τούτῳ τῷ ὑπὸ συζήτησιν θέματι, τὸ γεγονός, λέγω, ὅτι, τῶν κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1892 διακοπεισῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, τὴν ἐν ἔτει 1896 κατὰ μῆνα Ἰούνιον συντελεσθεῖσαν ἐπανάληψιν αὐτῶν οὐδ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ τότε ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν οὐδὲ λόγος τις περὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων τούτων καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον ἐγένετο. Καὶ ταῦτα μέν, κύριοι Βουλευταί, ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἔλεγχον τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράλειψιν τοῦ καθήκοντος, ὅπερ εἶχον, ὅπως ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων. Ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀφορᾷ καὶ εἰς θέμα ἄλλο, θίγει ζήτημα ἄλλο, τὸ ζήτημα τουτέστι τῶν ὅρων, ἐφ’ οἷς ἡ ἐπανάληψις τῶν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας σχέσεων ἡμῶν συντελέσθη. Καθ’ ἃ ἔσχον τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, ν’ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν πρό τινων μηνῶν ἐπὶ ἐρωτήματι τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, ἐρωτήματι διατυπωθέντι ἐξ ἀφορμῆς τηλεγραφικῆς ἀνακοινώσεως περὶ διαπραγματεύσεων διεξαγομένων μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν πρὸς ἐπανάληψιν τῶν μεταξὺ αὐτῶν διακεκομμένων σχέσεων, ὡς ἔσχον, λέγω, τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω πρὸς τὴν Βουλὴν τότε, καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας σχέσεων ἡμῶν, ἀπὸ τῆς ἐπιούσης ἀκόμη τῆς ἀποχωρήσεως τῶν οἰκείων πρεσβευτῶν ἐξ Ἀθηνῶν καὶ ἐκ Βουκουρεστίου, ἀλλὰ καὶ καὶ μετὰ τὴν διακοπήν, πλέον ἢ ἅπαξ πρὸς ἀμφότερα τὰ Κράτη φιλικῶς διακείμεναι Δυνάμεις καὶ συμπαθῶς πρὸς αὐτὰ ἔχουσαι παρενέβαλλον ἑαυτὰς πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν σχέσεων. Τοιαύτη παρεμβολὴ τῶν φιλικῶν αὐτῶν ὑπηρεσιῶν φίλων Δυνάμεων ἐγένετο, ὡς ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ τότε, καὶ ἡ παρέμβασις αὕτη, κατανοηθέντος ἑκατέρωθεν τοῦ πρὸς ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων ἀμοιβαίου συμφέροντος καὶ ἐκδηλωθείσης ἐντεῦθεν ταυτοχρόνως τῆς πρὸς ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων τῶν δύο Κρατῶν ἐπιθυμίας, ἡ παρέμβασις, λέγω, αὕτη, μετὰ διαμοιβὴν σκέψεων καὶ γνωμῶν, ἤγαγεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἤχθημεν, τῆς συνεννοήσεως καὶ τῆς ἐπ’ αὐτῇ ἀποφάσεως πρὸς ἐπανάληψιν τῶν μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν σχέσεων, ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ταυτοχρόνως ἐπηκολούθησεν αἴτησις συναινέσεως ἀμφοτέρων τῶν Κρατῶν πρὸς ἀναγνώρισιν τῶν διορισθέντων πρεσβευτῶν, ταυτοχρόνως ἡ παροχὴ τῆς ἀναγνωρίσεως ταύτης, ὡς ταυτοχρόνως ἐγένετο καὶ ὁ διορισμὸς αὐτῶν καὶ ἡ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως δημοσίευσις αὐτῶν. Ἐν τῇ διαμοιβῇ, κύριοι Βουλευταί, τῶν σκέψεων καὶ γνωμῶν, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου εἶπον, διαμοιβῇ ἀσχέτῳ πρὸς πᾶσαν τυχὸν προηγουμένως ἐξενεχθεῖσαν ἐπὶ τοῦ θέματος γνώμην, ἐν τῇ διαμοιβῇ τῶν γνωμῶν τούτων ἀνευρέθησαν σημεῖα συνεννοήσεως μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν. Οὕτω σχολεῖα κεκλεισμένα ἠνοίγησαν, αἱ Ἑλληνικαὶ ἐφημερίδες ἐλευθέρως εἰσάγονται καὶ κυκλοφοροῦσιν ἐν Ῥωμουνίᾳ, τὰ μέτρα ἀπελάσεως τὰ ὑπὸ τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως εἰλημμένα καθ’ Ἑλλήνων ὑπηκόων· ὡς ἐπισήμως ἀνήγγειλεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ῥωμουνίας πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον τὴν προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐν Ῥωμουνίᾳ πρεσβευτὴν τῆς Ῥωσίας ἤρθησαν. Ὅσον ἀφορᾷ ἐν τέλει, Κύριοι, τὸ πρωτόκολλον, ἀπεκτήσαμεν πεποίθησιν πλήρη, πεποίθησιν στηριζομένην ἐπὶ δεδομένων βασιμωτάτων, ἐπὶ δεδομένων ἀνεπιδέκτων πάσης ἀμφισβητήσεως, ἅτε προερχομένων καὶ ἐξ ἐπισήμων πηγῶν, ἀπεκτήσαμεν, λέγω, πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις ἀμείωτον καὶ ἀκεραίαν ἐξακολουθεῖ νὰ τηρῇ τὴν περὶ αὐτοῦ θεωρίαν καὶ ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ ἀπολύτως περιπτώσει ἤθελεν ἀχθῆ ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις εἰς κύρωσιν τρόπον τινά, εἰς ἀναγνώρισιν τοῦ πρωτοκόλλου.
§186Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τίνος πρωτοκόλλου; τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων;
§187ΙΩ. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Πρωτόκολλον, κύριε Βουλευτά, εἶναι τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνομολογηθῆ ταυτοχρόνως μετὰ τῆς συμβάσεως, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεγνωρίζοντο αἱ ἐκκλησίαι αἱ ἐν Ῥωμουνίᾳ Ἑλληνικαὶ ὡς ἠθικὰ πρόσωπα. Ἐπὶ τῇ κτήσει τῆς πεποιθήσεως ταύτης εὐχαρίστως ἠκούσαμεν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν φίλων Δυνάμεων, τῶν παρεμβασῶν πρὸς συνεννόησιν μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν καὶ πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν μεταξὺ αὐτῶν σχέσεων, εὐχαρίστως, λέγω, ἠκούσαμεν ὅτι ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὡρισμένως πρὸς αὐτὰς ὅτι οὐδέποτε καὶ μεθ’ ὅλην τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν προέβη εἰς τὴν δήλωσιν αὐτήν, οὐδέποτε, λέγω, ἐπαύσατο ἀναγνωρίζουσα τὰς ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐκκλησίας, τὰ ἐν Ῥωμουνίᾳ ἱδρύματα ὡς ἠθικὰ πρόσωπα, ὡς θεωρούμενα τουτέστιν ὡς personnes juridiques. Ἀλλὰ πρὸς τῇ δηλώσει ταύτῃ, πρὸς τῇ διαβεβαιώσει ταύτῃ τῇ γενομένῃ ὑπὸ τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς παρεμβάντας κ. πρεσβευτὰς ἐλάμβανον οὗτοι καὶ περαιτέρω τινὰ διαβεβαίωσιν, τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι, ἐν ἀνάγκῃ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε προβληθῆ οἱαδήποτε ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ πράγματος, ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ κυρώσῃ τὴν ἀναγνώρισιν ταύτην δι’ ἐσωτερικῆς τινος διοικητικῆς πράξεως. Οὕτως ἔχουσι, κύριοι Βουλευταί, τὰ κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας. Ἐν τῷ ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἐνδιαφέροντι, ἐν τῇ μερίμνῃ αὑτῆς ὑπὲρ αὐτῶν ἡ Κυβέρνησις καθῆκόν της ἐθεώρησεν, ὅπως ἐπὶ τῇ παρεμβάσει τῇ εὐμενεῖ τῶν φίλων Δυνάμεων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεων τῶν δύο Κρατῶν μὴ ὑστερήσῃ, ἐκδηλοῦσα τὴν πρὸς αὐτὴν ἐπιθυμίαν της, ἀκραδάντως δὲ φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις προβᾶσα εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπιθυμίας αὐτῆς καὶ ἀποκαταστήσασα τὰς μετὰ τῆς Ῥωμουνίας σχέσεις της ἐπετέλεσε καθῆκον ὑπέρτατον καὶ ἐπροστάτευσε τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἰδίᾳ τῶν ἐν Ῥωμουνίᾳ Ἑλληνικῶν συμφερόντων, διότι, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἐν Ῥωμουνίᾳ ὑπάρχουσι περὶ τὰς 20 χιλιάδας περίπου ὑπηκόων. (Ἀναγινώσκει) «Ἐν Ῥωμουνίᾳ ζῶσιν ἐργαζόμενοι 20 περίπου χιλιάδες Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἐκτὸς δὲ τῶν ἐν τῷ Δουνάβει καὶ Προύθῳ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ῥυμουλκῶν καὶ ποταμοπλοίων (280–400) καὶ τῶν ἐν τῷ στομίῳ τοῦ Σουλινᾶ κατὰ τὴν ἔξοδον ἐκ τοῦ Δουνάβεως σημειουμένων ὑπὸ τῆς στατιστικῆς τῆς εὐρωπαϊκῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Δουνάβεως ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν πλοίων μικροῦ πλοῦ ἀνερχομένων εἰς 207 τῷ 1908 καὶ 225 τῷ 1909, καὶ 52 ἑλληνικῶν πλοίων ἀποπλευσάντων ὑπὸ φορτίον ἐκ τοῦ λιμένος Κωνστάντζης...». Ἐνόμισεν οὕτως ἡ Κυβέρνησις δεδομένων τῶν πρὸς ὑμᾶς ἐκτεθέντων, ἐνόμισε, λέγω, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν καὶ διὰ γενικωτέρους, ὡς εἶπον, λόγους καὶ διὰ λόγους συμφερόντων ἑλληνικῶν ἐν Ῥωμουνίᾳ τὸ καθῆκον ν’ ἀποκαταστήσῃ τὰς μετὰ τῆς Ῥωμουνίας σχέσεις αὑτῆς. Ἀποκαθισταμένων, κύριοι Βουλευταί, οὕτω καὶ τῶν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ῥωμουνίας σχέσεων, ἡ Ἑλλὰς διατελοῦσα ἐν φιλικαῖς σχέσεσι πρός τε τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν καὶ τὰ Κράτη τοῦ Αἵμου, ἔχουσα δὲ ὑπὲρ αὑτῆς εὐμενεῖς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις ἀπροσκόπτως καὶ ἀνενδότως θὰ ἐκτελέσῃ τὸ πρὸς ἀνόρθωσιν καὶ διαρρύθμισιν τῶν ἐσωτερικῶν τῆς χώρας πραγμάτων ἔργον αὑτῆς, ἀναδεικνύουσα οὕτως ἑαυτὴν παράγοντα εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ ταυτοχρόνως καὶ Κράτος μηδέποτε μηδένα προκαλοῦν, ἀλλὰ πλήρη ἔχον τὴν ἐκ τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῶν ἐξ αὐτῆς ὑποχρεώσεων αὑτοῦ συναίσθησιν. (Χειροκροτήματα).
§188ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, κ. Βουλευταί, εἶναι ἀρκετὰ οὐσιώδεις. Συνεπῶς ἔχει ὁμολογηθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι τὸ πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε τότε ὡς ἡ κυρία αἰτία, ἡ φαινομενικῶς κυρία αἰτία τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, τὸ πρωτόκολλον τοῦτο τίθεται ἐμπόδιον καὶ ἀποκλείεται, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπαναλαμβανομένων τῶν διεθνῶν σχέσεων Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας, ἀπομένει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ῥωμουνικὴν Κυβέρνησιν, ὁποτεδήποτε ἤθελε δόξει αὐτῇ, νὰ καταγγέλλῃ αὐτήν, ν’ ἀρνῆται τὴν ἀναγνώρισιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισε, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὅτι οὐδέποτε ἐπίστευεν ἔχουσα. Δύναται ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ παύσῃ ἀναγνωρίζουσα τὰ ἐν Ῥωμουνίᾳ σχολεῖα, τὰς ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐκκλησίας ὡς ἠθικὰ πρόσωπα. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι, ἐφ’ οἷς ἐπαναλαμβάνονται αἱ ῥωμουνικαὶ σχέσεις; Δὲν θέλω νὰ ἐκταθῶ περισσότερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι τὸ ζήτημα ὁμολογῶ ὅτι εἶναι λεπτῆς διπλωματικῆς φύσεως καὶ ὄχι μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀλλὰ κυρίως διότι φαίνεται ὅτι, ἐνόσῳ τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμές, εἶναι ἄγνωστον ἂν θὰ καταλήξωμεν εἰς ὁριστικὰ ἀποτελέσματα.
§189ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δι’ αὐτὸ δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ λόγος ἐνταῦθα.
§190ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Γνωρίζομεν ποῖα σημεῖα θὰ θίξωμεν. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ποῖα σημεῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θιγόμενα δύνανται νὰ παραβλάψωσι γενικὰ συμφέροντα. Ἔχομεν ὅμως καὶ τὴν οὐσιώδη ὑποχρέωσιν νὰ ὑποδείξωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ὤφειλε νὰ ἐξαντλήσῃ πᾶσαν αὐτῆς τὴν ὀξυδέρκειαν, πᾶσαν τὴν διορατικότητα ἐπὶ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων, διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἐμπορικῶν συμφερόντων ἐν Ῥωμουνίᾳ, ἀλλὰ περὶ ὑψίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα κίνδυνος εἶναι μήπως ἀπεμποληθῶσι.
§191Σ. ΣΙΜΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, χαίρω ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ γίνεται λόγος περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων καὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων τοῦ Κράτους· καὶ χαίρω, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα ἀπεκλείοντο τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς καὶ ἡ τακτικὴ αὕτη ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη οὐχὶ λυσιτελὴς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Θὰ ὑστέρει ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ἡ ἔχουσα πολλαπλᾶ τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, ἐὰν δὲν ἐχειρίζετο ταῦτα κατὰ τὸ προσῆκον. Τὸ ζήτημα εἶναι μόνον ὅπως τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα μὴ χρησιμεύωσιν εἰς τὰς Βουλὰς ὡς μέσον ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῶν Κυβερνήσεων. Ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ τῶν Κρατῶν, καὶ τῶν μικρῶν ἀκόμη, πρέπει νὰ κρατῇ πλήρης ἀλληλουχία ἐν τῇ ἐξελίξει αὐτῆς.
§192ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Οὐδεὶς ἠθέλησε ν’ ἀντιπολιτευθῇ τὴν Κυβέρνησιν.
§193Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο, ἵνα κακίσω τὸν κ. συνάδελφον, ἀλλὰ διότι ἔχομεν ἐκ τοῦ παρελθόντος πικρὰν πεῖραν ὅτι ἐξωτερικὰ ζητήματα πολλάκις ἐχρησίμευσαν ἀντικείμενον κομματικῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ τῶν Ἀντιπολιτεύσεων ἐπὶ ζημίᾳ μεγίστῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, Κύριοι, καλῶς καὶ ὀρθῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις δεχθεῖσα τὴν ἐπανάληψιν τῶν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας σχέσεων· καὶ λέγει τοῦτο ἄνθρωπος, ὅστις ὑπῆρξε τὸ πρῶτον θῦμα τῆς ῥωμουνικῆς παραφορᾶς κατὰ τὸ ἔτος 1905.
§194Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐθὺς ὡς εἷς Βουλευτὴς ἐκφέρει γνώμην ἐπικροτικὴν ἐκτίθεται εἰς τὸν κίνδυνον νὰ ἐγερθῇ ἕτερος νὰ ἐκφέρῃ γνώμην ἀντίθετον.
§195Σ. ΣΙΜΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἔχω πλήρη ἐπίγνωσιν τῶν εὐθυνῶν μου ὡς Βουλευτοῦ, καὶ δὲν φέρω βεβαίως τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας φέρει ἡ Κυβέρνησις, ἔχω ὅμως τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον, ἐὰν δὲν πρόκειται σήμερον νὰ συζητηθῇ κατ’ οὐσίαν, εἶναι ὅμως ἀντικείμενον συζητήσεως τῆς κοινῆς γνώμης. Ἀλλ’ ὁ ὁμιλῶν εἶναι ἀνεύθυνος, ὑποθέτω, παντὸς χαρακτηρισμοῦ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπον λοιπόν, Κύριοι, ὅτι καλῶς ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ἐπαναλαβοῦσα τὰς σχέσεις μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, διότι οἱ Ἕλληνες οἱ ἔχοντες μέγα μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ἐν διασπορᾷ πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καλῶς τοὺς περιοίκους καὶ πάσας τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶσιν οἱ ἐν διασπορᾷ ἀδελφοὶ ἡμῶν. Εἴμεθα ἴσως οἱ μόνοι ἐκ τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ λαῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς ἀγαθῆς ἡμῶν καρδίας καὶ τῆς πλημμελοῦς παιδεύσεως δὲν γνωρίζομεν καλῶς τοὺς περιοίκους λαούς. Καί, ὅταν γνωρίζωμεν καλῶς ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα εἰς σχέσεις τοιαύτας ἢ τοιαύτας, θὰ δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ γεγονότων φύσεως τοιαύτης μετὰ μείζονος ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπανέλαβε, καλῶς πράξασα, ὡς εἶπον, τὰς διπλωματικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, φιλικὰς ὅμως σχέσεις, καθ’ ἣν ἔννοιαν τοῦτο πάντες ἀντιλαμβανόμεθα, οὐδέποτε θ’ ἀποκτήσωμεν μετ’ αὐτῆς οἱ Ἕλληνες. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῶν Κρατῶν εἶναι ἀπότοκος τῶν αἰσθημάτων τῶν λαῶν. Μετὰ τῆς Ῥωμουνίας εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ καλλιεργήσωμεν συμφέροντα πολιτικά, ἀλλὰ συμφέροντα ἐθνικὰ ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ δὲν εἶναι δυνατὸν δυστυχῶς νὰ καλλιεργήσωμεν. Ἡ Ῥωμουνία, Κύριοι, καθ’ ὃν χρόνον ἀπετελεῖτο ὑπὸ τῶν δύο ἡγεμονιῶν, ἦτο χώρα γνώριμος πρὸς τὸν Ἑλληνισμόν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἰς ἐκείνας τὰς δύο πρώην ἡγεμονίας καὶ τὴν σημερινὴν Ῥωμουνίαν κεῖται ἀπέραντον ἓν ἐκ τῶν πολλῶν νεκροταφείων τοῦ Ἑλληνισμοῦ· ὅτι τὸ ἄνθος τοῦ Ἑλληνικοῦ αἵματος καὶ πνεύματος ἐπότισε καὶ ἐφώτισε τὰς χώρας ἐκείνας, καὶ ὅτι πρὸ 60 ἐτῶν ἀκριβῶς δυσκόλως ἠδύνατό τις νὰ διακρίνῃ μεταξὺ τοῦ Ῥωμούνου καὶ τοῦ Ἕλληνος. Ἀλλ’ ἡ εὐγένεια τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος, ἡ ὁποία ὑπέστη διωγμοὺς παντοῦ ὅπου ἔδρασε, καὶ ἐν Ῥωμουνίᾳ εἶδεν ἀντὶ τοῦ ἄνθους τῆς εὐγνωμοσύνης νὰ ἀναβλαστήσῃ ἐκ τοῦ αἵματος αὐτῆς ὁ ὄφις τῆς ἀγνωμοσύνης. Ἀπὸ 60 ἐτῶν, Κύριοι, ἐτέθησαν αἱ βάσεις τῆς Ῥωμουνικῆς ἀναγεννήσεως, ἀκριβῶς ἐν πνεύματι μισελληνικῷ. Ἡ ἐκπαίδευσις ἡ Ῥωμουνικὴ ἀπὸ τοῦ οἴκου καὶ τοῦ σχολείου εἶναι τοιαύτη, ὥστε ὁ μισελληνισμὸς νὰ εἶναι ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ ὁ κυριεύων πλανήτης τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τῶν Ῥωμούνων. Ποῖοι δὲ λόγοι συνετέλεσαν, ὥστε νὰ μετατραπῶσι τὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ ἐκείνου πρὸς τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ τὴν Ἑλλάδα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν πολιτικὴν τῶν χωρῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι οἰκοῦσι περὶ τὴν Ῥωμουνίαν. Κύριοι, ὅτε τοιαῦτα εἶναι τὰ αἰσθήματα τοῦ Ῥωμουνικοῦ λαοῦ, ὅτε ἀπὸ τοῦ οἴκου καὶ τοῦ σχολείου ὁ Ἕλλην εἶναι ὁ ἐχθρὸς αὐτὸς τῶν Ῥωμούνων, δὲν εἶναι ἀνεξήγητα τὰ ὅσα ἐπηκολούθησαν ἀπὸ τοῦ 1867 μέχρι σήμερον ἀπὸ μέρους τῶν Ῥωμούνων, καὶ πρέπει τις νὰ θεωρήσῃ ἥρωας ἐκείνους ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ῥωμουνίας, οἱ ὁποῖοι κατορθοῦσι νὰ αἴρωνται ὑπεράνω τῶν λαϊκῶν προλήψεων. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου θεωρῶ πράγματι ἡρωικὴν τὴν ἀπόφασιν τῆς παρούσης Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις κατώρθωσε νὰ τεθῇ ὑπεράνω τῶν προλήψεων τῆς δημοκοπίας καὶ προβῇ εἰς ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδεμία ἄλλη Κυβέρνησις θὰ εἶχε τὴν τόλμην νὰ δεχθῇ τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων. Ὁ ἐν Ῥωμουνίᾳ διωγμὸς τῶν Ἑλλήνων δὲν χρονολογεῖται ἀπὸ τῆς χθὲς καὶ προχθές. Δυστυχῶς ἡ Ῥωμουνικὴ ἀνακαίνισις, γενομένη διὰ κεφαλαίων Ἑλληνικῶν, εὗρεν ἐξ ἀντιθέτου καχεκτικὸν καὶ ἀσθενικὸν τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον καὶ ὁ ἐπιταθεὶς διωγμὸς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐδημιούργησεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον πολλὰς λυπηρὰς σελίδας, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἐκλείσθησαν μὲ πλήρη ἱκανοποίησιν τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων. Διεκόψαμεν, Κύριοι, τὰς σχέσεις, καὶ κατὰ τὸ 1892, καὶ ἐπανελάβομεν ταύτας κατὰ τὸ 1896 ἄνευ πλειοτέρων ἐγγυήσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔλαβε σήμερον ἡ Κυβέρνησις. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: πρὸς τί ἐπανελήφθησαν κατὰ τὸ 1896 αἱ ἅπαξ διακοπεῖσαι σχέσεις; Προφανῶς ἐκ τοῦ λόγου ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο τίποτε περισσότερον νὰ ἐπιτύχῃ ἀπὸ τὴν Ῥωμουνίαν. Ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ὡς Κράτος ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ σεβασμὸν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Κράτους ἐκείνου, ἴσως αἱ καταδρομαὶ κατὰ τῶν Ἑλλήνων θὰ ἦσαν ὀλιγώτεραι. Ὅταν κατὰ τὸ 1896 ἐγένετο τὸ Κρητικὸν κίνημα καὶ ὁ Βάσος ἀπεβιβάζετο εἰς τὴν Κρήτην, εἰς τὴν Ῥωμουνίαν Ἕλληνες, τῶν ὁποίων ἡ συνείδησις πρὸ πολλοῦ εἶχεν ἀποθάνει, παρουσιάζοντο ὡς Ἕλληνες. Κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἡ ἁμαξοστοιχία ἡ Ῥωμουνική, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπεβιβάσθησαν οἱ ἔφεδροι Ἕλληνες, ἐκοσμήθη δι’ Ἑλληνικῶν σημαιῶν, κατὰ δὲ τὴν ἐπάνοδον τῶν ἐφέδρων εἰς τὴν Ῥωμουνίαν ἀπηγορεύθη καὶ ἡ ἀποβίβασις αὐτῶν! Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ μοῖρα τῶν Κρατῶν τῶν ἀτυχούντων. Ἀλλά, ὡς ἐλέχθη καὶ ἄλλοτε ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, καὶ ἂν ἰσχυρότεροι ἠθέλομεν εἶσθαι, βεβαίως ἡ προστασία τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν χώραν ἐκείνην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καθ’ ὃν τρόπον θὰ ηὔχετό τις. Ἐν τῇ χώρᾳ τῇ Ῥωμουνικῇ διεξήχθη καὶ διεξάγεται ἀκόμη πάλη κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στοιχείου, καὶ εἶναι θαυμαστὸν ὅτι ἐπὶ ἔτη τοσαῦτα ὑπὸ τοιαύτας δοκιμασίας τελοῦντες οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι οἱ Ἑλληνικοὶ κρατοῦσιν εἰς τὰ πάτρια. Καὶ ἐρωτᾷ τις: Τί ἤθελε προσδοκᾶ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς περαιτέρω διακοπῆς τῶν σχέσεων; Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἔχω, προκειμένου περὶ τῶν ἐν Ῥωμουνίᾳ Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἀλλοίαν γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε, καὶ ὤφειλε νὰ εἴπῃ ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐλαττοῦνται τὰ συμφέροντα τὰ Ἑλληνικὰ ἐν Ῥωμουνίᾳ, ἐπὶ τοσοῦτον ἀπομακρύνεται καὶ ὁ κίνδυνος τῆς ἐκ νέου διακοπῆς τῶν σχέσεων μετὰ τοῦ Κράτους ἐκείνου. Ὀλιγώτεραι θὰ εἶναι αἱ ζημίαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ἀραιοῦνται τὰ ἐν Ῥωμουνίᾳ Ἑλληνικὰ κεφάλαια.
§196Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Διατί;
§197Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν ὑπάρχει, κύριε συνάδελφε, ἐθνικὴ ζωή, καθ’ ὃν τρόπον φαντάζεσθε ὑμεῖς ταύτην ἐντεῦθεν. Αἱ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας σχέσεις πρέπει νὰ μείνωσι σχέσεις τυπικαὶ μεταξὺ δύο ξένων Κρατῶν. Ἐὰν οἱονδήποτε συμφέρον Ἑλληνικὸν νομίσῃ ἄξιον προστασίας ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Ῥωμουνίας καὶ ἤθελεν ἐκ τούτου εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστῇ οἱανδήποτε προστριβήν, ἂς εἶναι βεβαία ὅτι ἤθελε πλανηθῆ καὶ ἤθελεν ἀδικήσει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὰ μόνα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἀπέμειναν, εἶναι τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικοινωνίας τῶν Ῥωμουνικῶν λιμένων μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τὰ συμφέροντα δηλαδή, τὰ ὁποῖα ἔχομεν μεθ’ ὅλων τῶν Κρατῶν, μετὰ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα εἰς τυπικῶς ἀγαθὰς σχέσεις. Καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της.
§198Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἐπιτροπή.
§199Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἶναι ἡ Εὐρωπαϊκὴ Ἐπιτροπή, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ Ῥωμοῦνοι ἐπὶ τῶν Ῥωμουνικῶν λιμένων. Καὶ εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταβάλῃ ἅπασαν τὴν προσοχὴν αὐτῆς, ὅπως ἀρθῇ πᾶν τοῦ λοιποῦ πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ δυσχεράνῃ τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τῆς σημαίας ἡμῶν. Ἀλλὰ πέρα τοῦ σημείου τούτου ἐγὼ οὐδὲν ἄλλο συμφέρον Ἑλληνικὸν ἐν Ῥωμουνίᾳ ἀναγνωρίζω. Ἐὰν ἀπομένωσιν Ἕλληνες ἐν Ῥωμουνίᾳ, ὅπως ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπομένουσι, διότι δὲν δύνανται ν’ ἀναχωρήσωσιν. Ἀπομένουσιν ὡς τραυματίαι, μετὰ ἐπανειλημμένας φονικὰς μάχας.
§200Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Οἱ Ῥωμοῦνοι ἔχουσι συμφέροντα ἐδῶ;
§201Σ. ΣΙΜΟΣ. Οὐδὲν δυστυχῶς. Πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ γνώμῃ μου ταύτῃ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκπροσωπῶ τὴν γνώμην ἐκείνων, μεθ’ ὧν συνέζησα ἐπὶ 16αετίαν ὁλόκληρον ἐκεῖ.
§202Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τότε διατί, κύριε συνάδελφε, ζητοῦσι νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς σχέσεις;
§203Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἐὰν τοῦτο, Κύριοι, ἀπὸ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἐννοηθῇ καλῶς, ὅτι δηλονότι δὲν πρέπει νὰ εἶναι εὔθικτος εἰς τὴν φιλοτιμίαν αὐτῆς ὡς πρὸς ζητήματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ῥωμουνίας, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν τραγικὴν ἐκείνην κωμῳδίαν τὴν δὶς ἐπαναληφθεῖσαν, διότι, ὡς δὲν ὠφέλησεν ἡ ἀπὸ τοῦ 1892–1896 διακοπὴ τῶν σχέσεων, κατ’ οὐδὲν ἤθελεν ὠφελήσει καὶ ἡ περαιτέρω ἐξακολούθησις τῆς τοιαύτης διακοπῆς. Οἱ ἐν Ῥωμουνίᾳ Ἕλληνες, ὡς εἶπον, οἱ τραυματίαι αὐτοί, γνωρίζουσι νὰ προστατεύωσι τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν ταῦτα νὰ προστατευθῶσι. Διὰ τοῦτο εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἔπραξε καὶ ἐπανέλαβε τὰς σχέσεις, ἤθελε δὲ πράξει ἔτι καλλίτερον, ἐὰν ἤθελε λάβει πάσας ἐκείνας τὰς δυνατὰς ἐγγυήσεις, ὅπως μὴ προκύψωσι καὶ πάλιν ζητήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ προέλθῃ εἰς τὸ μέλλον νέα διακοπὴ σχέσεων, διότι οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν ἱκανοποίησιν τοιαύτην, ὥστε νὰ μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπανέλθωμεν νικηταὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀφωρμήθημεν. Εἶμαι βέβαιος ἐν τούτοις, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἀνέλθῃ εἰς τὴν περιωπήν, τὴν ὁποίαν ποθεῖ σύμπας ὁ Ἑλληνισμός, γνωρίζω καλῶς ὅτι ὁ σεβασμὸς τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων θὰ ἐπέλθῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ ἄνευ οὐδενὸς μέτρου ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν ἄλλως πως. Ὁ ἐν διασπορᾷ Ἑλληνισμὸς εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσῃ ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ καταστῇ παράγων σεβαστὸς εἰς τοὺς περιοίκους καὶ ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν μεγάλων, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσωσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξέρχωνται πέρα τῆς ἀκτῖνος ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τοὺς προστατεύσωσιν οὔτε ἑλληνικὰ τηλεβόλα οὔτε ἑλληνικοὶ στόλοι. Ἡ αἱμορραγία ἡ ἐθνική, ἡ ἀπὸ ἐτῶν συντελουμένη, εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ. Ἐγὼ δὲν βλέπω τὴν ὠφέλειαν τοῦ Κράτους τούτου μὲ τὸν ἐκπατρισμὸν τῶν Ἑλλήνων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπέρχονται εἰς χώρας ἀπομεμακρυσμένας, καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἐντεῦθεν προστασία καθίσταται, ἂν μὴ ἀδύνατος, πάντως ὅμως δυσχερής. Πρέπει νὰ παύσωμεν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ νὰ καθιστῶμεν τὴν Ἑλλάδα Νοσοκομεῖον τῶν ἐκεῖθεν ἐρχομένων Ἑλλήνων, καὶ νὰ συγκεντρώσωμεν ὅπου καὶ ὅσον δυνάμεθα τὰς δυνάμεις ἡμῶν. Εἰς τὸν διεθνῆ Μινώταυρον ὁ Ἑλληνισμὸς προσέφερεν ἄφθονον τὸ αἷμα· ἂν τῷ ἀπομένῃ ὀλίγον ἀκόμη, ἂς τὸ φυλάξῃ ἡ Ἑλλάς, διὰ νὰ ζήσῃ καὶ αὐτή, διότι ἔχει καὶ αὐτὴ δικαιώματα εἰς τὴν ζωὴν τῶν Κρατῶν. (Χειροκροτήματα).
§204Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ψέξῃ τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος κ. Σῖμον διὰ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξεδήλωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ βεβαίως ὁ κ. Σῖμος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἔζησεν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, ὅ,τι εἶπε τὸ εἶπεν ἐκ πόνου, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν κατηγορήσῃ, διότι εἶπε πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, καὶ ἅτινα, ἐὰν δὲν προήρχοντο ἐκ τοῦ στόματος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπέστη τόσα ἐκεῖ, θὰ ἠδύναντο νὰ δυσχεράνωσι τὴν θέσιν ἡμῶν. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι λεγόμενα ὑπ’ ἄλλου τινὸς ἠδύναντο νὰ παρεξηγηθῶσι. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι προκειμένου περὶ ἐκκρεμῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων καὶ εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις τῆς πατρίδος ἡμῶν ἔχομεν πάντες ὑπέρτατον καθῆκον καὶ ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ τὰ θίγωμεν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐφ’ ὅσον βλέπομεν ὅτι εἶναι ταῦτα ἐκκρεμῆ. Ὑπῆρχε διακοπὴ σχέσεων μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἑνὸς ἄλλου Κράτους, ἐμεσολάβησε μία ἄλλη δύναμις καὶ ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβῃ τὰς σχέσεις αὑτῆς μετὰ τοῦ Κράτους ἐκείνου. Καιρὸς ἐλέγχου δὲν ἦλθε, φρονῶ. Δι’ αὐτὸ καλῶς ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε, νομίζω δ’ ὅτι ἠδύνατο νὰ μὴ δειχθῇ τόσον ἁβρὸς πρὸς τὴν Βουλήν, χρώμενος τῷ δικαιώματι τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἠδύνατο νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως προκειμένου περὶ λεπτῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλέργης ἔχει τὸν λόγον.
§206Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν τοῦ ἐξ Ἄρτης Βουλευτοῦ εἶπεν ὅτι δὲν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ γεγονὸς τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων, διότι δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἦτο καιρὸς κατάλληλος, ἀφοῦ μάλιστα δὲν εἶχε διαπιστωθῆ ἀκόμη ἡ ἐπανάληψις αὕτη ἐπισήμως. Θὰ ἤμην ἐντελῶς σύμφωνος, ἐὰν δὲν ἐγνώριζον ὅτι δι’ ἐγκυκλίου αὑτοῦ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὰς ἐν Εὐρώπῃ πρεσβευτικὰς Ἀρχὰς τὴν ἐπανάληψιν τῶν διπλωματικῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας. Ἑπομένως, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισε καλὸν ν’ ἀνακοινώσῃ τὸ γεγονὸς εἰς τὰς ὑφισταμένας Ἀρχάς, κατὰ μείζονα λόγον εἶχε καθῆκον τὸ γεγονὸς τοῦτο ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ γενικόν, τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔπρεπε διὰ παντὸς τρόπου χάριν γενικωτέρων συμφερόντων νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων. Ἀλλ’ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἔπρεπεν ἆρά γε νὰ μὴ ὑποστηρίξωμεν καὶ μερικὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν; Ἐν τούτῳ διαφωνῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, τότε τὸ πρῶτον ἐγένοντο διαβήματα ἐπὶ τῷ σκοπῷ αὐτῷ, καὶ ὑποθέτω ὅτι αἱ τότε μεσολαβήσασαι Δυνάμεις ἐποιήσαντο τὰ αὐτὰ καὶ παρὰ τῇ νῦν Κυβερνήσει διαβήματα. Αἱ Δυνάμεις αὗται εἶχον βεβαίως εἰλικρινεῖς προθέσεις. Ἐπεθύμουν νὰ φανῶσιν εὐχάριστοι καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Ῥωμουνίαν. Δὲν ἀμφισβητῶ ποσῶς τὸ γεγονὸς τοῦτο· εἰς ἡμᾶς ἀπέκειτο, εἰς τὴν Ἑλλάδα δηλ. ἀφ’ ἑνὸς καὶ εἰς τὴν Ῥωμουνίαν ἀφ’ ἑτέρου, νὰ προτείνωμεν τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς σχέσεις. Αἱ μεσάζουσαι Δυνάμεις θὰ ἐλάμβανον τότε ὑπ’ ὄψιν τὸ τί ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἡμεῖς καὶ τὸ τί ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἡ Ῥωμουνία, καὶ ἀναλόγως ἐπεμβαίνωσιν ἀποφασίζουσαι. Ἑπομένως τὸ ὅτι ὑπῆρχον Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι εἰλικρινῶς ἐπεδίωκον τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων, δὲν ἀρκεῖ ὡς ἐπιχείρημα, διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπανελάβομεν τὰς σχέσεις ὅπως καὶ πρὸ δεκαετίας. Διότι μετ’ ὀλίγον πιθανὸν πάλιν νὰ καταλήξωμεν εἰς ὃ κατέληξεν ἀποτέλεσμα ἡ πρὸ δεκκετίας ἐπανάληψις τῶν σχέσεων, νὰ ἔχωμεν δηλαδὴ νέαν καὶ πάλιν διακοπὴν τῶν σχέσεων, ὁ δὲ κλονισμὸς τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Ῥωμουνίας ὁ ἐπερχόμενος ἐκ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων εἶναι πολὺ μεγαλείτερος ἀπὸ τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ πορισθῇ ἐκ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν διακεκομμένων σχέσεων. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τίνα εἶναι τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Ῥωμουνίας. Ὡς γνωρίζετε καλῶς, ἡ πρώτη ἀφετηρία τῆς ψυχράνσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας ὑπῆρξε τὸ ζήτημα τῶν Ῥωμουνομακεδόνων. Ἡμέραν τινὰ παρουσιάσθη ὁ πρέσβυς τῆς Ῥωμουνίας εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ῥάλλην καὶ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ζητεῖ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ὅπως ἐπεμβῇ παρὰ τῷ Οἰκουμενικῷ Πατριάρχῃ, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἀνυπάρκτων Ῥωμουνικῶν κοινοτήτων ἐν Μακεδονίᾳ. Πολὺ ὀρθῶς ἀπήντησεν αὐτῷ ὁ κ. Ῥάλλης ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἀποβλέπει τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δύναται ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἀπαίτησιν τῆς Ῥωμουνίας. Ὁ πρέσβυς τότε τῆς Ῥωμουνίας ἠπείλησεν ὅτι, ἂν δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αἴτησις τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν δὲν ἐπεμβῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις παρὰ τῷ Πατριάρχῃ, ἀφεύκτως θὰ εἴχομεν τὰ ἀντίποινα, ἀφεύκτως θὰ καταδιωχθῶσιν οἱ Ἕλληνες ἐν Ῥωμουνίᾳ καὶ πραγματικῶς τὸ τοιοῦτον ἐγένετο. Πρῶτον εἴχομεν τὸ ἑξῆς ἐπεισόδιον ἐν Γιουργιέβῳ. Ἐν τῇ πλατείᾳ ἐνώπιον τῶν ἀστυνόμων μεγάλη διαδήλωσις ἔσχισε καὶ ἔκαυσε τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν, ὕβρισε τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, εἰσῆλθον οἱ διαδηλωταὶ ἐντὸς Ἑλληνικοῦ καφενείου, ἔθραυσαν ὅ,τι εὗρον ἐντὸς αὐτοῦ, ἡ δὲ Πρεσβεία ἐν Βουκουρεστίῳ διεμαρτυρήθη, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἡ Ῥωμουνικὴ οὐδεμίαν ἱκανοποίησιν ἔδωκεν, ἀπήντησε μάλιστα αὐθαδῶς ὅτι «ὅταν παύσωσιν αἱ καταδιώξεις τῶν ὑπηκόων μας ἐν Μακεδονίᾳ, τότε καὶ ἡμεῖς θὰ παύσωμεν τὰς κατὰ τῶν Ἑλλήνων». Ἡ πρώτη λοιπὸν ἀφορμὴ εἶναι ἡ καθύβρισις τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας, ἥτις ἔμεινεν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἱκανοποιήσεως. Δεύτερον ἡ ἀπέλασις τῶν ἐν Ῥωμουνίᾳ Ἑλλήνων ὑπηκόων. Θῦμα εἶναι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Βουλευτὴς καθὼς καὶ ὁ κ. Μοσχόπουλος καὶ ἄλλοι πολλοί. Τότε ἠναγκάσθη ἡ Β. Κυβέρνησις ν’ ἀνακαλέσῃ τὸν Πρέσβυν, καὶ ἡ Ῥωμουνία ἀνεκάλεσε τὸν ἰδικόν της. Μετὰ τὴν ἀνάκλησιν τῶν πρέσβεων ἡ Κυβέρνησις ἡ Ῥωμουνικὴ κατήγγειλε τὴν ἐμπορικήν μας σύμβασιν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, ἀλλ’ ἐν τῇ καταγγελίᾳ ταύτῃ ποιεῖται μνείαν καὶ τοῦ συνημμένου αὐτῇ πρωτοκόλλου. Σημειωτέον ὅτι τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν. Τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ εἶναι ἀναγνώρισις τῶν ἐν Ῥωμουνίᾳ κοινοτήτων καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν ὡς νομικῶν προσώπων.
§207ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ διηνεκές.
§208Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Φυσικά. Ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ δι’ ἐγγράφου τότε ἀπήντησεν εἰς τὴν Ῥωμουνικὴν ὅτι ὡς πρὸς μὲν τὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς καταγγελίας αὐτῆς, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ὅμως τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ συνημμένου εἰς τὴν σύμβασιν ἡ καταγγελία ἦτο ἀπαράδεκτος, διότι τὸ πρωτόκολλον ἦτο μία διεθνὴς συμφωνία ἄνευ προθεσμίας, ἀφοῦ ἀνεγνώριζεν ὁριστικῶς μίαν κατάστασιν πραγμάτων, καὶ ἑπομένως ἡ συμφωνία αὕτη ἦτο ἐκ τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου τοῦ 1871, ἡ ὁποία λέγει ῥητῶς ὅτι αἱ συμβάσεις ἄνευ ὡρισμένης προθεσμίας δὲν δύνανται νὰ καταγγελθῶσιν εἰμὴ μόνον τῇ συγκαταθέσει ἀμφοτέρων τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Ἑπομένως μονομερῶς ἡ Ῥωμουνία οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ καταγγείλῃ σύμβασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίζοντο ὡς νομικὰ πρόσωπα αἱ Ἑλληνικαὶ ἐκκλησίαι καὶ τὰ σχολεῖα. Ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ὅτι δὲν παρεδέχετο τὴν θεωρίαν αὐτήν, ὅτι νομίζει ὅτι, ἐπειδὴ τὸ πρωτόκολλον εἶναι παράρτημα τῆς συμβάσεως, δύναται νὰ καταγγελθῇ μετὰ τῆς συμβάσεως. Σὺν τοῖς ἄλλοις δὲ συσχετίζει τὸ ζήτημα τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν κοινοτήτων πρὸς τὰ ἐν Μακεδονίᾳ τελούμενα. Τὸ ζήτημα ἔμενεν ἐκεῖ. Ἡμεῖς σήμερον ἐπαναλαμβάνοντες τὰς σχέσεις μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, χωρὶς νὰ θίξωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, χωρὶς νὰ λύσωμεν αὐτό, ἀποδεχόμεθα σιωπηρῶς τὴν θεωρίαν τῆς Ῥωμουνίας, συσχετίζομεν δηλαδὴ τὴν θέσιν, τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐν Ῥωμουνίᾳ μὲ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωσι τὰ Ῥωμουνικὰ σχολεῖα, αἱ Ῥωμουνικαὶ κοινότητες, αἱ ἀνύπαρκτοι ἄλλως κοινότητες, καὶ τὸν δῆθεν διωγμόν, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποστῶσιν ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, φρονῶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὤφειλε, κατὰ τὴν ταπεινήν μου τοὐλάχιστον γνώμην, εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα αὐτά, νὰ ἐπιλύσῃ τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα καὶ νὰ ἐπιμείνῃ τοὐλάχιστον εἰς τὴν διὰ διαιτησίας λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ πρωτοκόλλου, καί, ἐὰν ἐπέμενεν ἡ Ῥωμουνία νὰ μὴ ἀποδεχθῇ καὶ τὴν διαιτησίαν ἀκόμη, τότε φρονῶ ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχε βία, καὶ οὐδεμίαν ἔχομεν ὠφέλειαν ἐκ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αἱ διαθέσεις πρὸς ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων δὲν εἶναι διαθέσεις τῆς Ῥωμουνίας, εἶναι διαθέσεις τῆς παρούσης Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐδέχθησαν τὸν διορισμὸν τοῦ νέου πρεσβευτοῦ μας. Μία ἐφημερίς, ἡ «Adeverul», ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ χλευάζουσα ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ σήμερον φωνὴν ἐν Ῥωμουνίᾳ, διότι διωρίσθη πρέσβυς αὐτῆς εἷς τενόρος, καὶ λέγει τοῦτο, ἐπειδὴ κατὰ σύμπτωσιν ὁ πρέσβυς ἡμῶν ἔχει τὸ ἴδιον ὄνομα μὲ τὸν διάσημον Ἰταλὸν ὀξύφωνον Καροῦζο, ἡ ἐφημερὶς δ’ αὕτη ἔχει τὴν μεγαλειτέραν διάδοσιν ἐν Ῥωμουνίᾳ, δὲν ἔπρεπε δὲ ἡμεῖς ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰς διαθέσεις τῆς παρούσης Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τετενές.
§210ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ πρωτοκόλλου δὲν θὰ γίνῃ ζήτημα, διότι τὰ Ῥωμουνικὰ Δικαστήρια ἀνεγνώρισαν τὴν κοινότητα τοῦ Γαλαζίου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων ἡ Ῥωμουνία δὲν ἔχει συμφέροντα ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν συμφέροντα ἐν Ῥωμουνίᾳ. Ἄρα ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰς σχέσεις.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης.
§212ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο, ὅπερ εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Κεφαλληνίας συνάδελφος, δὲν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἀμφότερα τὰ Κράτη κανονίζοντα τὰ τοῦ θέματος ἐν ταὐτῷ ἐξέφρασαν τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων καὶ πάσας τὰς μετέπειτα πράξεις ἐνεργήσαντα ἀντιστοίχως ἐν ῥυθμῷ ἔφθασαν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα μετὰ τηρήσεως πάσης διατυπώσεως καὶ ἐθιμοτυπίας. Ἐκεῖνο ὅμως, δι’ ὃ ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι μόνον ὅπως ζητήσω δύο πληροφορίας, καίτοι ὁ ἐπικήδειος, ὃν ἀπήγγειλε, τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος ἐν Ῥωμουνίᾳ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης, ἴσως καὶ τὰς πληροφορίας, ἃς θέλει τυχὸν δώσει ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν εἶναι εὐάρεστοι, δὲν θέλει καταστήσει τόσον σπουδαίας, ὥστε νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενος ὁ πόνος, ὃν εἰς τὰς ψυχὰς ἡμῶν ἐγέννησεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν αἱ μεσολαβήσασαι Δυνάμεις, αἱ ἐπιτυχοῦσαι τῇ προθύμῳ συναινέσει καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὡς καὶ τῆς Ῥωμουνίας, νὰ συνδέσωσιν εἰς φιλίαν πάλιν τὰ δύο Κράτη, ἂν ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὑτῶν τῇ μεσιτικῇ προσέθηκάν τι, ὅπερ δίδει εἰς ἡμᾶς τὴν ἐλπίδα ὅτι εἰς τὴν Δύναμιν, ἥτις ἠρνήθη τὴν πρότασιν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ὑπαχθῇ τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐν Χάγῃ διαιτησίαν, λέγουσα ὅτι κρατεῖ εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα καὶ τὴν προκίρεσιν ν’ ἀναγνωρίσῃ ἐκεῖνα, ἅτινα τὸ πρωτόκολλον περιεῖχε, καὶ ἔδειξεν ἤδη ὅτι δὲν θέλει ν’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι εἰς ταύτην τὴν Δύναμιν δὲν ἀφέθη ἀπολύτως ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὑποσχέσεως ταύτης· ἢ μήπως αἱ Δυνάμεις ἐδήλωσαν ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει τοιαύτῃ ἀπροθυμίᾳ τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως ἤθελε τυχὸν γνωσθῆ, αἱ Δυνάμεις ἤθελον παρεμβῆ, ὅπως ἀσφαλίσωσιν ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπετεύχθη τῇ μεσιτείᾳ αὑτῶν· διότι βεβαίως, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι αἱ Δυνάμεις μεσιτεύσασαι ἐπέτυχον, ἐνεῖχον ἐν τούτοις καὶ τὴν ἔννοιαν ὅτι καὶ κατά τινα τρόπον ἐγένοντο ἐγγυήτριαι τοῦ πράγματος, ἴσως τοῦτο θὰ ἦτο καὶ τοῦ πρωτοκόλλου κρεῖττον. Δευτέραν πληροφορίαν ἠθέλησα νὰ ζητήσω τὴν ἑπομένην. Ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων κατέλυσε τὴν σύμβασιν τὴν ναυτιλιακὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωμουνίας. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων ἐγένετό τις διαπραγμάτευσις περὶ ἐπαναφορᾶς ταύτης τῆς καταργηθείσης συμβάσεως; Καὶ ἂν ἐγένετο, ὁποία ὑπῆρξε; Ὑπῆρχε καὶ προηγουμένη τις ὑπόθεσις συμβάσεως —ἥτις εἶναι παράρτημα τῆς ἑτέρας συμβάσεως τῆς ἐκκρεμοῦς—, ἀπὸ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας πρώην Βουλευτοῦ ἐκκρεμής. Ἐγεννήθη ζήτημα, ἐκκρεμὲς μεῖναν καὶ ἐκκρεμὲς ἐξακολουθοῦν καὶ μέχρι ταύτης τῆς ὥρας, ἐὰν δὲν εἶναι ἐσφαλμέναι αἱ πληροφορίαι μου, ζήτημα συμβάσεως ταχυδρομικῆς. Παρετηρήθη ὅμως ὅτι τοιαῦτα ὠφελήματα, ὁποῖα αὕτη ἐφαίνετο ὅτι παρεῖχε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρασχεθῶσιν εἰς τὴν ῥωμουνικὴν ἀτμοπλοΐαν, καθόσον τοιαῦτα πλεονεκτήματα ναυτιλιακὰ καὶ ἐμπορικὰ δὲν παρέχονται κατὰ τὸν κείμενον νόμον, εἰμὴ μόνον ἐὰν ὑπάρχῃ ἐμπορικὴ καὶ ναυτιλιακὴ σύμβασις. Ὅτε δὲ τὸ πρᾶγμα τοῦτο ἐγνώσθη ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγένετο μεγάλη συζήτησις, ἐξ ἧς ἀπεδείχθη ἀληθῶς ὅτι μὴ ὑφισταμένης συμβάσεως ἐδόθη ἐξομοίωσις τῶν ῥωμουνικῶν πλοίων πρὸς τὰ ἑλληνικά, ἐνῷ κατὰ τὸν καὶ ἐν αὐτῇ τῇ ταχυδρομικῇ συμβάσει μνημονευόμενον νόμον ὡς ἐφαρμοζόμενον, τὸν περὶ ἀγκυροβολίας καὶ λιμενικῶν τελῶν, μόνα τὰ πλοῖα τῶν Κρατῶν, ἅτινα ὑπὸ σύμβασιν τοιαύτην εὑρίσκονται, ἔχουσι δικαίωμα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐξομοιούμενα μετὰ τῶν ἑλληνικῶν. Ἔκτοτε τὸ ζήτημα ἔμεινεν ἐκκρεμές. Ἐν τῇ Βουλῇ τότε ἐζητήθησαν πληροφορίαι, ἀλλ’ ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἡμέτερος νῦν συνάδελφος, ὁ κ. Καλέργης, εὑρέθη εἰς ἀδυναμίαν, καθὼς εὑρέθην καὶ ἐγὼ τότε, νὰ δώσωμεν πληροφορίας, διότι δὲν εἴχομεν κατορθώσει νὰ εὕρωμεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ στοιχεῖα. Ἀλλά, διαρκούσης τῆς διαμονῆς ἡμῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐκ τυχαίας ἀφορμῆς κινηθέντες εὕρομεν ὅ,τι ἦτο ἀρκετὸν εἰς ἡμᾶς ἵνα ἐννοήσωμεν ὁποία ἀπροσεξία καὶ ἔλλειψις ἀξιοπρεπείας παρ’ ἡμῖν ὑπῆρξε, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ τοιαύτη παραχώρησις εἰς τὴν Ῥωμουνικὴν Κυβέρνησιν. Παραχώρησις πολύτιμος, ἀπαλλάττουσα τὰ ῥωμουνικὰ ἀτμόπλοια ἀπὸ τελῶν βαρέων, ὑποβάλλουσα δ’ αὐτὰ εἰς πληρωμὴν μόνου τοῦ συμβατικοῦ τέλους, τοῦ εἰς μόνα τὰ πλοῖα τὰ διὰ ναυτιλιακῆς συμβάσεως κατ’ ἀμοιβαιότητα πρὸς τὰ ἑλληνικὰ ἀφομοιούμενα, οὕτω δὲ καθιστῶσα δυνατὴν τὴν ἐπανάληψιν τῶν εἰς τὰ ὕδατα τῆς Μεσογείου πλὴν τῶν ῥωμουνικῶν ἀτμοπλοίων, διότι ἡ ῥωμουνικὴ ἀτμοπλοΐα, μὴ ἔχουσα ὅ,τι ἐζήτει, ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς δαπάνας, δι’ ἃς καὶ ἠναγκάσθη μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων νὰ διακόψῃ καὶ τοὺς μέχρι Πειραιῶς καὶ Ἀλεξανδρείας πλοῦς. Ἐγένετο τοῦτο ἀπὸ ἁπλῆς προαιρέσεως τῶν τότε κυβερνητῶν νὰ ἴδωσι προβιβαζομένας τὰς σχέσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, ὥστε δίδοντες ἡμεῖς τὸ παράδειγμα νὰ ἐπιτύχωμεν κατ’ ἀνταπόδοσιν φιλίας τὴν ἐπανάληψιν. Ἤθελον λοιπὸν νὰ μάθω μὴ τυχόν, μὴ συνομολογηθείσης συμβάσεως ναυτιλιακῆς, ἡ Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως οὕτως, ὥστε ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις ὅτι δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοιαύτης συμβάσεως, ὥστε ν’ ἀξιώσῃ νὰ λαμβάνῃ τὰ ὠφελήματα, ὧν ἀπολαύουσι τὰ ξένα πλοῖα τὰ ἐξομοιούμενα μετὰ τῶν ἑλληνικῶν· διότι τὴν ὑπόθεσιν εἴχομεν ἀφήσει ἡμεῖς ἐκκρεμῆ, ἔχοντες ἠθικὴν τρόπον τινὰ ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ ἀναιρέσωμεν ἐντελῶς ἐκεῖνο, ὅπερ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις διεβεβαίωσε καὶ ἀνωμολόγησεν, ἀποβλέποντες δὲ καὶ εἰς τοὺς κινδύνους τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐν Ῥωμουνίᾳ· διὸ καὶ δὲν ἠθελήσαμεν, πράττοντες κατὰ καθῆκον, ν’ ἀναιρέσωμεν τὰ γενόμενα, τηροῦντες μόνον ἐπὶ λογαριασμῷ, ὡς ῥητῶς ἐδηλώσαμεν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους, τὰ μὴ καταβαλλόμενα ὑπὸ τῆς ῥωμουνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας, ἥτις κατέβαλλε μόνον ὅσα καὶ τὰ ἐξομοιούμενα πρὸς τὰ ἡμέτερα ξένα πλοῖα. Σήμερον ὅμως, ὅτε τὰ πράγματα ἔφθασαν νὰ κανονισθῶσι κατὰ τρόπον εὐθύν, διότι αἱ σχέσεις ἐπανελήφθησαν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν κωλύεται νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς ποίαν θέσιν ἐν τῇ εὐθείᾳ ταύτῃ διαπραγματεύσει ἔλαβε τὸ ζήτημα τοῦτο. Ταύτην τὴν πληροφορίαν ζητῶν δὲν ἔχω καὶ τὴν ἀξίωσιν ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ λάβω ἀπάντησιν. Κατὰ τὰ λοιπά, καὶ διότι ὑπέδειξεν ὁπωσδήποτε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ διότι, καὶ ἂν τοῦτο δὲν ὑπεδείκνυεν, ἐγὼ αὐτὸς νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα νὰ πραγματευθῶμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν εὐρύτητι, θέλω ἀπόσχει ἀπὸ πάσης συζητήσεως.
§213Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐξέθηκα κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο ἡ ἐπανάληψις τῶν σχέσεων. Ἐπὶ τῇ εὐμενεῖ μεσολαβήσει τῶν Δυνάμεων ἐλάβομεν τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις δὲν θὰ παύσῃ ἀναγνωρίζουσα, ὡς καὶ κατὰ τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων, τὰς ἑλληνικὰς ἐκκλησίας ὡς πρόσωπα νομικά. Ἐγγύησιν περὶ τούτου βεβαίως δὲν ἔδωκαν πρὸς ἡμᾶς αἱ παρεμβᾶσαι Δυνάμεις, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς τῶν πρὸς αὐτὰς δοθεισῶν διαβεβαιώσεων ὑπὸ τῆς Ῥωμουνίας εἶναι ἀναντίρρητον, καὶ συνεπῶς ἀποτελεῖ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν διὰ τὴν Ῥωμουνικὴν Κυβέρνησιν νὰ τηρήσῃ τὰς δοθείσας πρὸς τὰς Δυνάμεις διαβεβαιώσεις. Τοσούτῳ μᾶλλον πιστεύω τοῦτο, ὅσῳ διαρκούσης τῆς διακοπῆς ἡ διαχείρισις τῶν συμφερόντων τῶν ἑλληνικῶν ἱδρυμάτων ἐγένετο ὑπ’ ἀνεπισήμων Ἑλλήνων ἀντιπροσώπων ἐν τῇ Πρεσβείᾳ τῆς προστατευούσης τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα Δυνάμεως. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον σημεῖον πιστεύομεν ἐκ δεδομένων ὅτι ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις θέλει σπεύσει πρὸς συνομολόγησιν τῆς ἐμπορικῆς συμβάσεως ἅτε ἔχουσα πρὸς τοῦτο συμφέρον. Διὰ τὸ τρίτον ζήτημα θ’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡς ἁρμοδιώτερος.
§214Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι οὐδεμία ἐξεδηλώθη ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διάθεσις πρὸς περιορισμὸν τῆς ἀρξαμένης συζητήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ποθῇ νὰ μὴ ἐγίνετο παντάπασι κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ συζήτησις αὕτη. Ἀλλ’ ἐλθόντος τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ γενικευθείσης τῆς συζητήσεως ἡ Κυβέρνησις οὐδένα ἔχει λόγον, ὅπως ἐπιδιώξῃ τὸν περιορισμὸν αὐτῆς, καὶ ἑπομένως ἕκαστος τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῶν θελόντων νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἐπὶ ζητήματος ἄλλως τε τόσον λεπτοῦ καθ’ ἑαυτό, δύναται ἐλευθέρως νὰ ὁμιλήσῃ.
§215ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν εὐκολίαν, ἣν παρέχει πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλά, καίτοι πολὺ ἐπεθύμουν νὰ λάβω εἰς αὐτὴν τὸν λόγον, συναισθανόμενος ἐγὼ αὐτὸς ὅτι ὁ καιρὸς δὲν εἶναι κατάλληλος θέλω ἀπόσχει τῆς συζητήσεως.
§216Γ. ΠΩΠ. (Ὅρα Παράρτημα).
§217Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ προσπαθήσω καὶ ἐγώ, Κύριοι, νὰ εἴπω ὅσα πρέπει νὰ εἴπω. Ὅτε κατὰ τὸ παρελθὸν προεκαλεῖτο ἐνταῦθα συζήτησις περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων, αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἔλεγον πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους: «μή, πρὸς Θεοῦ! πρόκειται περὶ ζητημάτων λεπτεπιλέπτων, ἀπειλούντων κινδύνους καὶ καταστροφάς!». Καὶ ἡ συζήτησις περιωρίζετο μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν πρώην Ὑπουργῶν, διότι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν οὐδὲν ἄλλο ἔπραττον ἢ ἀληθῶς νὰ ἀμύνωνται κατὰ τῆς σταθερῶς κεχαραγμένης καὶ ἀκολουθουμένης ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους. Δυσκολευόμεναι φυσικὰ καὶ εὐλογώτατα νὰ παραστήσωσιν ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας πάντας τοὺς ἀγῶνας, τοὺς ὁποίους διεξῆγον, ἀμυνόμεναι, λέγω, αἱ ἑκάστοτε ὑπεύθυνοι Κυβερνήσεις, κατὰ τῆς σταθερῶς κεχαραγμένης πολιτικῆς, φοβούμεναι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἀκριτομυθίας, περιώριζον τὴν συζήτησιν ἐντὸς στενωτάτων ὁρίων. Σήμερον, κύριοι συνάδελφοι, προέβημεν περαιτέρω. Ἔρχεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ θεωρεῖ ὡς ἀμφισβητήσιμον τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀνακοίνωσιν ἐπαναλήψεως σχέσεων μετ’ ἄλλου Κράτους! Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφύγῃ τῆς προσοχῆς ἡμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὅ,τι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἐπιφυλάσσει εἰς ἑαυτὴν ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ πότε θὰ ἦτο εὔθετος χρόνος, ἵνα ἀνακοινώσῃ τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων, καίτοι ὑπάρχει καὶ γνώμη ἀμφισβητοῦσα τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς ν’ ἀπαιτήσῃ τοιαύτην ἀνακοίνωσιν». Καὶ ἐὰν δὲν ἀνεμένετο τοιαύτη πρὸς τὸ παρὸν γνώμη, θὰ ἦτο περίεργον ἂν καὶ τοῦτο δὲν ἐπηκολούθει μέχρι τέλους κατόπιν ὅλης τῆς ἄλλης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τῶν λεγομένων Φιλελευθέρων, ἥτις τόσον πολὺ κατὰ πᾶσαν περίστασιν ἔδειξεν ὅτι σέβεται τὰ δικαιώματα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, τὰ δικαιώματα τουτέστι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ προβαίνει εἰς τοιαύτας ὑποδείξεις ἡ Κυβέρνησις, ἥτις λέγει ὅτι ἡγεῖται κόμματος φιλελευθέρου, ἐνῷ βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ εἷς μεταξὺ ἡμῶν νὰ ὑπάρχῃ, ὅστις ν’ ἀμφισβητῇ ὅτι ἡ ἐπανάληψις σχέσεων οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ μία συνομολόγησις εἰρήνης μεταξὺ Κρατῶν ἐν οἱονεὶ ἐμπολέμῳ πρότερον εὑρισκομένων καταστάσει. Προχωρῶ, κύριοι συνάδελφοι, εἰς τὰς παρατηρήσεις μου. Δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη ν’ ἀναμείνωμεν τὰς σημερινὰς ἀνακοινώσεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἔχωμεν πλήρη γνῶσιν ὅτι δὲν ὑπῆρξε μεσολάβησις Δυνάμεώς τινος, ἀλλὰ μεσολάβησις Δυνάμεων. Καὶ ὁ ἐπ’ ἐλάχιστον παρακολουθῶν τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους ἡμῶν, ἀπό τινος χρόνου, δὲν ἔχει ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι Δυνάμεις καὶ οὐχὶ Δύναμις ἐμεσολάβησαν. Ἐμεσολάβησαν δὲ ἆρά γε ἢ ἐπέβαλον; Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ἐμὲ οὐδ’ ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν κατέλιπον ὅτι ἐπέβαλον. Ὑπῆρξε μόλις πρὸ ἐλαχίστου χρόνου ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες εἴχομεν ἐξεγερθῆ διὰ τὴν ἄψογον στάσιν, διὰ μίαν κατάστασιν, ἥτις ἐπεβάλλετο ὡς κατάστασις προσωρινή. Ἤδη δὲν ἀφήνεται εὐκαιρία, δὲν παραβλέπεται ἀφορμή, ὅπως δηλωθῶσιν οἱ εἰρηνικοὶ σκοποί, ἡ εἰρηνικὴ πολιτικὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἡ προσπάθεια, ὅπως καταστῇ κατ’ ἐξοχὴν παράγων εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὅτι τέλος πάντων ἂς παρηγορηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι θὰ φροντίσωμεν, ὅπως ἀποκτήσωμεν καὶ τὸ συναίσθημα τῆς ἀσφαλείας, μέχρις ὅτου φθάσωμεν πρὸς τὸ τέρμα ἐκεῖνο, πρὸς τὸ ὁποῖον βαίνομεν, δὲν ἀφήνομεν, ἐπαναλαμβάνω, ἀφορμήν, ὅπως καταδείξωμεν ὅτι σκοπὸς ἡμῶν εἶναι ἡ διαρκὴς εἰρήνη· διότι ἔχομεν μεγάλα συμφέροντα, διότι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐκ τῶν συμφερόντων μας νὰ διατελῶμεν εἰς ἀγαθὰς σχέσεις πρὸς πάντα τὰ ἐν τῇ Ἀνατολῇ Κράτη. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ, κύριοι Βουλευταί, αἱ διαφοραὶ μετὰ τοῦ Ῥωμουνικοῦ Κράτους καὶ αἱ αἰτίαι τῶν διαφορῶν ὑπῆρξαν κυρίως ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος; Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς ποῦ κυρίως ὑπῆρχον καὶ ὑπάρχουσι καί, καθὼς φαίνεται, θὰ ὑπάρχωσιν αἱ διαφοραὶ καὶ αἱ αἰτίαι τῶν διαφορῶν. Καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ: ἀφοῦ τόσον ἀσυζητητὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος δέχεται τὰς ἀποτόμους δηλώσεις τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὐδὲ συζήτησιν θὰ δεχθῇ εἰς τὸ μέλλον περὶ τοῦ πρωτοκόλλου τούτου, τούτου, λέγω, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν καὶ λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν συγχρόνως ὅτι τῶν τοιούτων δηλώσεων τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς τοιαύτης ἀποδοχῆς τῶν δηλώσεων τούτων ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως θὰ λάβωσι πλήρη γνῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες συγκεντροῦσιν ἀπαύστως καὶ σπείρουσιν αἰτίας ὑπὲρ τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων ἐν τῇ περιμαχήτῳ χώρᾳ, θάρρος θὰ ἐμπνευσθῶσιν ἢ ἀπογοήτευσιν; Ἀλλὰ καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐρωτήσῃ ἀκόμη: τούτου δεδομένου, ὅτι αἱ αἰτίαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παύσωσι καὶ δεδομένων καὶ πρὸ ἡμερῶν ἀκόμη ἄλλων ἄλλου εἴδους ἐνταῦθα διαχύσεων, εἰρηνεύει τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν, συνάπτει δεσμοὺς εἰρήνης καὶ φιλίας πρὸς τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, ἢ ἀπὸ τοῦδε ἴσως ἀρχίζει πράγματι νὰ εὑρίσκηται εἰς ὀξυτάτην διαφορὰν καὶ νὰ καθιστᾷ τὴν θέσιν του τοιαύτην, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ διαλλαχθῇ πρὸς τὰ Βαλκανικὰ Κράτη εἰς τὸ μέλλον; Ὅταν δὲν ἐξαφανίζωνται αἱ αἰτίαι πρὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, αὐξάνωσι δὲ αἱ καχυποψίαι πρὸς τὴν Δύναμιν ἐκείνην, ἥτις κατέχει τὰς χώρας, ὅπου ὑπάρχουσι τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διαλλάσσεται τὸ Κράτος ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἢ δημιουργεῖ σχέσεις εἰς τὸ διηνεκὲς ἀδιάλλακτον; Ἦτο ἑπομένως —καὶ ἔχομεν πικρὰ διδάγματα ἐκ τῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος—, ἦτο ἀληθῶς ἐπιβεβλημένον νὰ προσανατολισθῶμεν καὶ ἡμεῖς πρὸς τὸ ἓν μέρος τῶν μεγάλων μερίδων, αἵτινες διευθύνουσι τὰς τύχας τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι πολὺ ἐσπεύσαμεν οὐχὶ νὰ προσανατολισθῶμεν, ἀλλὰ νὰ ὑποκύψωμεν ἀσυζητητί.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Δ. Κλάδης καὶ Β. Μιχαλέας παραιτοῦνται. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§219Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ βῆμα μὲ φέρει, ὅπως εἴπω ὀλίγας λέξεις, κύριοι Βουλευταί, ὁ λόγος τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς ὑπέμνησεν ἀκριβῶς εἰς τὴν Βουλὴν ποία ὑπῆρξεν ἡ αἰτία τῆς δευτέρας διακοπῆς τῶν σχέσεων ἡμῶν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας. Καὶ ἡ αἰτία τῆς διακοπῆς ὑπῆρξεν οὐχὶ ἡ προβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ πρώτου ἐπερωτήσαντος, οὐχὶ δηλαδὴ τὸ πρωτόκολλον, ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις ἠξίωσε παρ’ ἡμῶν τότε, ὅπως ἐπεμβῶμεν εἰς τὰ γινόμενα ἐν ξένῃ Ἐπικρατείᾳ, διὰ νὰ ἐπιδράσωμεν ἡμεῖς ἐντεῦθεν ἐπ’ αὐτῶν. Καὶ τὴν θεωρίαν ταύτην τοῦ δυνατοῦ τοῦ πράγματος, τῆς ὑποχρεώσεως καὶ τοῦ δικαιώματος ἡμῶν πρὸς τοιαύτην ἀνάμιξιν εἰς τὰ γινόμενα ἐν ξένῳ Κράτει, τὴν θεωρίαν ταύτην ἀπέκρουσεν ἡ τότε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Καὶ τοῦτο ἀληθῶς ὑπῆρξεν ἡ αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας διεκόπησαν αἱ σχέσεις, μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν ὁποίων κατηγγέλθη ἡ σύμβασις καὶ τὸ συναφὲς πρὸς αὐτὴν πρωτόκολλον.
§220Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ἡ πρώτη ἀφορμὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀπαίτησις. Τὴν διακοπὴν τῶν σχέσεων ἐπέφερον τὰ μετέπειτα γεγονότα, ἤτοι ἡ καθύβρισις τῆς σημαίας καὶ ἡ ἀπέλασις τῶν Ἑλλήνων.
§221Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφορμὴ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων ὑπῆρξεν ἡ ἀξίωσις τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἐπέμβασιν ἡμῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ Μακεδονίᾳ. Ἕνεκα τούτου ἐπῆλθε διακοπὴ τῶν σχέσεων καὶ ταύτην ἐπηκολούθησαν τὰ θλιβερὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην τὴν στιγμήν. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀκριβῶς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς ἐγνώριζε ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς διακοπῆς τῶν σχέσεων, ἀνέμενον ὅτι δὲν θὰ ἐλάμβανε τὸν λόγον, διὰ νὰ μεμφθῇ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ὅτι κατὰ τὰς συνεννοήσεις, κατὰ τὰς συνδιαλέξεις, αἱ ὁποῖαι προηγήθησαν τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν σχέσεων, ὅτι, λέγω, κατὰ τὰς συνδιαλέξεις ταύτας δὲν ἔφερε τὸν λόγον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν πολλῶν τούτων ἀξιώσεων καὶ δὲν ἠξίωσε νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα· τοὐναντίον περιέμενον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ, ὑπευθύνως πρὸ ἡμῶν διαχειρισθέντος τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα, ὅτι ἐν τούτῳ, ἐν τῇ πλήρει σιωπῇ, ἡ ὁποία ἐτηρήθη ὡς πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα κατὰ τὸ στάδιον τῶν συνεννοήσεων πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεων, θ’ ἀνεύρισκε τὴν κυρίαν αἰτίαν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ῥυθμισθέντων τῶν ἄλλων ζητημάτων καθ’ ὃν ἐρρυθμίσθησαν ταῦτα τρόπον, ὡς ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τῶν ζητημάτων δηλαδὴ τῶν προκληθέντων ἐκ τῆς ῥήξεως, ἡ ὁποία αἰτίαν εἶχε τὴν ἀξίωσιν τῆς Ῥωμουνικῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀναμίξεως ἡμῶν εἰς τὰ ἀφορῶντα εἰς ξένην Ἐπικράτειαν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐδίστασε νὰ προέλθῃ εἰς ἀποκατάστασιν τῶν σχέσεων. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς ἀνέφερε πάντα τὰ θλιβερὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν τὴν ῥῆξιν τῶν σχέσεων. Ἀλλ’ ἦτο φυσικόν, Κύριοι, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο περὶ ἐπαναλήψεως τῶν σχέσεων ἡμῶν πάντα ταῦτα τὰ λυπηρὰ ἐπεισόδια ἔπρεπε νὰ ῥιφθῶσιν εἰς λήθην, ἀφοῦ εἰς λήθην ἐρρίφθησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ πρὸ τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦτο εὑρέθη εἰς τὴν θέσιν νὰ σκεφθῇ περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν σχέσεών μας. Ὅπως δ’ ἐκτιμηθῇ ἐπαρκῶς, κύριοι Βουλευταί, ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, πρέπει νὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἦσαν διακεκομμέναι αἱ διπλωματικαὶ σχέσεις μετὰ τοῦ Ῥωμουνικοῦ Κράτους καὶ Κυβέρνησις Ἑλληνικὴ συνῆψε σύμβασιν μετὰ Ῥωμουνικῆς ἑταιρείας, διὰ τῆς ὁποίας παρεχώρησεν εἰς αὐτὴν τὰ εὐεργετήματα, τῶν ὁποίων ἀπολαύουσι τὰ Ἑλληνικὰ πλοῖα καὶ τὰ πρὸς Ἑλληνικὰ δυνάμει συνθηκῶν ἐξομοιούμενα, σύμβασιν δι’ ἧς πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν ἐγένετο παροχὴ εἰς τὰ Ῥωμουνικὰ συμφέροντα, καὶ Κυβέρνησις λοιπὸν εὑρέθη ὅπως συνάψῃ τοιαύτην σύμβασιν καὶ Βουλὴ ὅπως κυρώσῃ καὶ διάδοχος Κυβέρνησις ὅπως ἐκτελέσῃ...
§222Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως διαμαρτυρηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ.
§223Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καλῶς ἐπράξατε νὰ ἐκτελέσητε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέγετε ὅτι εἶναι ἀκριβῆ, ἀλλ’ εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰ ἐκτελέσητε, καὶ καλῶς ἐπράξατε νὰ τὰ ἐκτελέσητε, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἤδη ἐξ ὀνόματος τοῦ Κράτους εἶχον ἀναληφθῆ τοιαῦται ὑποχρεώσεις...
§224Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐναντίον τοῦ νόμου.
§225Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ὁποίων δὲν εἶναι εὔκολον νὰ δώσω, καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρέθητε ἐνώπιον μιᾶς ὑπογραφῆς τοῦ Κράτους καὶ μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς διὰ νόμου κυρωσάσης τὴν σύμβασιν ταύτην, ἐπράξατε καλῶς νὰ ὑποκύψητε καὶ νὰ δεχθῆτε νὰ ἐκτελέσητε τὴν σύμβασιν παρηγορήσαντες ἑαυτοὺς διὰ διαταγῆς, τὴν ὁποίαν ἐδώσατε, ὅτι ταῦτα γράφονται εἰς λογαριασμόν, καὶ γράφονται ἀληθῶς ἔκτοτε καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ γράφωνται. Ἀλλ’ ἦτο φανερόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἀφοῦ καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην νὰ ἐκτελέσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην καὶ ἡ νῦν Κυβέρνησις λήξαντος τοῦ πρώτου ἔτους, διότι τριετὴς εἶναι ἡ σύμβασις...
§226Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυστυχῶς.
§227Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. ... εἶναι φανερόν, λέγω, ὅτι ἡμεῖς διαπραγματευόμενοι τὴν ἐπανάληψιν τῶν σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας δὲν εἴχομεν εἰς χεῖράς μας ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἄλλα ἀντίστοιχα ἀνταλλάγματα ὅ,τι εἴχομεν νὰ δώσωμεν τὸ προκατεβάλομεν εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν αἱ σχέσεις ἡμῶν ἦσαν ἐχθρικαί. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλὴ κατόπιν τῆς γενομένης συζητήσεως θ’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐν τούτῳ ὑπῆρξε συνεπὴς πρὸς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, τὸ ὁποῖον διετύπωσε καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτε τὸ πρῶτον ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν καὶ πρὸ τούτου διὰ τοῦ στόματος τοῦ Προέδρου αὐτῆς πρὸς τὸν λαόν. Οὐδένα ἔχομεν λόγον, Κύριοι, ὅπως διατελῶμεν εἰς ἐχθρικὰς σχέσεις πρὸς τοὺς περιοίκους, λαούς, καὶ ἐδήλωσα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἐμφανίσεώς μου ἐν μέσῳ ὑμῶν ὅτι θεωρῶ ἐπιβεβλημένην διὰ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν πολιτικὴν τείνουσαν εἰς τὴν ἄρσιν τῶν παρεξηγήσεων καὶ τῶν προστριβῶν πρὸς τοὺς περιοίκους λαούς, πρὸς τὰ Κράτη τοῦ Αἵμου. Διότι νομίζω ὅτι ἡ διακοπὴ τῶν σχέσεων πρὸς ἓν ἢ πλειότερα ἐκ τῶν Κρατῶν τούτων ἀποτελεῖ μείωσιν τῆς διεθνοῦς θέσεως τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲ ἡ ἀποκατάστασις τῶν σχέσεων σήμερον μετὰ τῆς Ῥωμουνίας παρέχει εἰς ἡμᾶς ἐλευθερίαν προσανατολισμοῦ πολιτικοῦ μείζονα, διότι δὲν πρέπει οἱ πρὸς οὓς δύνανται τυχὸν νὰ γίνωσιν αἱ συνεννοήσεις ἡμῶν νὰ θεωρῶσιν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἶναι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἠλαττωμένον, διότι πρὸς ἓν ἐκ τῶν Βαλκανικῶν λαῶν—καὶ μεταξὺ τούτων περιλαμβάνεται καὶ ἡ Ῥωμουνία—ἡ πολιτικὴ ἡμῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδεμία συνεννόησις νὰ εἶναι δυνατὴ καὶ μόνον ἐχθρικὴ νὰ εἶναι ἡ πολιτικὴ ἡμῶν πρὸς ἐκεῖνο τὸ Κράτος. Ταῦτα ἦσαν, κύριοι Βουλευταί, ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἐγερθέντος ζητήματος. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἄλλοι κύριοι Βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεκοίνωσαν, καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα ἀνεκοινώθησαν, θὰ ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτο ἄξιον οὔτε τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὁμιλήσῃ, ἀλλ’ οὔτε τῆς Βουλῆς νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐρχόμενον νὰ ἀνασκευάσω τὰ λεχθέντα. (Χειροκροτήματα).
§228ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ Βουλευταί, Κύριοι, οἵτινες ἦλθον ἐνταῦθα ἐκ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔδωκε πρὸς αὐτοὺς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀσκοῦσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν καθ’ ὃν τρόπον αὐτοὶ νομίζουσι καλλίτερον καὶ βεβαίως οὐδέποτε θὰ ζητήσωσιν, οὐδέποτε βεβαίως θὰ θεωρήσωσιν ἄξιον νὰ ζητήσωσι τὴν ἐπιδοκιμασίαν τινός. Τὴν ἐπιδοκιμασίαν θὰ ζητήσωσιν ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὑπῆρξα ἐκ τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ἔλαβον τὸν λόγον ἀπόψε καὶ ἔχω ἐν τῇ συνειδήσει μου ὅτι οὐδὲν εἶπον πέρα τοῦ προσήκοντος, πέρα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον καταδηλοῦσι τὰ πράγματα τὰ ἁπτά. Καθ’ ἑκάστην ἡμέραν καταδηλοῦται προσανατολισμὸς πολιτικῆς καὶ ἐσωτερικῆς ἀκόμη, τὴν ὁποίαν μόλις ἀνέχεται ἡ ἀπόγνωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκ τῆς δράσεως τοῦ πολιτικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἐκράτησε μέχρι τῆς τελευταίας ἐπαναστάσεως, προσανατολισμὸς δ’ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, κατὰ τοῦ ὁποίου διαμαρτύρεται ὁ διατελῶν ἐν ἀγανακτήσει καὶ ὀργῇ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλὰ πλανῶνται καὶ πλανῶνται πλάνην οἰκτρὰν οἱ νομίζοντες ὅτι ἦλθον ἐνταῦθα νὰ χαράξωσι τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ ἔθνους, οἱ μέχρι τοῦδε διαβιώσαντες ἐν μικρᾷ τινι καὶ περιωρισμένῃ χώρᾳ, ἐν μικρᾷ τινι καὶ περιωρισμένῃ πόλει, ὅπου φυσικὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ διάνοιά των εἰς τοὺς ὁρίζοντας τοὺς εὐρεῖς, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀτενίζει ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή. (Διαμαρτυρίαι).
§229ΕΥ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν δὲν ἐσκόπουν ν’ ἀσκήσω ἔλεγχον ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως· ἁπλῶς ἐπεθύμουν, ὅπως προκληθῇ ἡ Κυβέρνησις ἢ μᾶλλον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν. Ἐσκόπουν νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα ἀνεκοίνωσεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἀποκρούει οἱανδήποτε συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος δὲν ἀποκρούει οἱονδήποτε ἔλεγχον. Καὶ παρὰ τὴν δήλωσιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δηλῶ ὅτι δὲν ἐννοῶ ν’ ἀσκήσω ἔλεγχον ἐπὶ τοῦ τετελεσμένου τούτου γεγονότος, τῆς ἐπαναλήψεως τῶν Ἑλληνορρωμουνικῶν σχέσεων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν περιωρίσθη ἐντὸς τοῦ θέματος τούτου, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς γενικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὡς ἄρθρον τοῦ προγράμματός της πρὸς τὰ λοιπὰ Κράτη, καὶ εἶπεν ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως συνίσταται εἰς τὰς φιλικὰς καὶ οὐχὶ ἐχθρικὰς σχέσεις ἀπέναντι τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἢ μᾶλλον, ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι πολιτικὴ ἐμπορικῶν συμφερόντων, δὲν εἶναι πολιτικὴ ἀποικιακὴ οὔτε αἰσθηματική, ἀλλ’ εἶναι πολιτικὴ ἐθνικὴ διαγεγραμμένη ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς κληρονομίας, ἣν ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν ἀλώβητον. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγωμεν ἐντεῦθεν ὅτι ἡ ἐπιθυμία μας εἶναι ν’ ἀποκτήσωμεν φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῶν ἄλλων Κρατῶν. Ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν μήπως, συνάπτοντες φιλικὰς σχέσεις μετά τινων Κρατῶν, θυσιάσωμεν ἐθνικὰ συμφέροντα ὑψηλότερα. Ἡ τάσις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς σύσφιγξιν φιλικῶν δεσμῶν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας τίνα ἀποτελέσματα δύναται νὰ ἔχῃ ἀπὸ ἐθνικῆς ἀπόψεως; Δὲν εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις διατελεῖ, ἂν μὴ ἐν συμμαχίᾳ, πάντως ὅμως εἰς ἐγκάρδιον συνεννόησιν μετὰ τῆς Τουρκίας; Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἕτερον, ὅτι ἡ ἀπόκτησις φιλικωτέρων σχέσεων μετὰ τῆς Ῥωμουνίας δύναται νὰ ἔχῃ τὸν ἀντίκτυπον εἰς τὰς ἐνεργείας ἄλλων Κρατῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν θέλω νὰ κάμω λόγον; Θεωρῶ λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσφαλε νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς γενικῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
§230Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Παναιγειρατικοῦ Συλλόγου «Πρόοδος», ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος ἑταιρεία «Ἑνιαία».
§232ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ σύμφωνος, ὅπως μεταβληθῇ ἡ σειρὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον μεθ’ ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν, μετὰ τὴν κατανάλωσιν τόσον μακροῦ χρόνου, νὰ μετατεθῇ τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἰς τὸ τέλος καὶ νὰ προηγηθῶσι, πάντα τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρευνηθῶσιν. Ἄν ἡ Βουλὴ δὲν κατεπονήθη ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ νομίζῃ ὅτι ἔχομεν καὶ ἄλλον χρόνον νὰ χάσωμεν, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν· ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία ν’ ἀποφασίσῃ.
§233Γ. ΠΩΠ. Πρέπει νὰ παύσωσιν αἱ περαιτέρω ἀγορεύσεις. Μετὰ τὰς γενομένας κατὰ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίασιν δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλώσεις σαφεῖς, δηλώσεις ἀναμφισβητήτως εἰλικρινεῖς, αἱ ὁποῖαι καὶ τοὺς ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν συναδέλφους θέτουσιν οὐχὶ ἀντιμετώπους ἐν τῇ συζητήσει πρὸς τοὺς συμπολίτας αὑτῶν καὶ ἐκλογεῖς, ἀλλὰ τοὐναντίον παρέχουσιν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωσι «τοῦτο ἠδυνήθημεν νὰ πράξωμεν διὰ τὴν σύμβασιν· οὐδὲν ἄλλο παρέχει ἡ Κυβέρνησις, ἣν ὑποστηρίζομεν»....
§234ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ τὴν γνώμην σας.
§235Γ. ΠΩΠ. .. ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται νὰ διαφωνήσωσι πρὸς τὰς δηλώσεις τὰς σαφεῖς καὶ κατηγορηματικὰς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι κρίνουσιν ἀνεπαρκεῖς τὰς δηλώσεις ταύτας, τότε βεβαίως ὑπάρχει πᾶς λόγος, ὅπως ἡ Βουλὴ ζητήσῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Ἀλλὰ δὲν σκοπεῖτε τοῦτο καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὑπάρχουσι ζητήματα πρὸς συζήτησιν, ἀπὸ τῶν ὁποίων δύναταί τις νὰ προσδοκᾷ ἀποτελέσματα πολλῷ σπουδαιότερα ἢ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, ἥτις οὔτε ἔλεγχός τις κυβερνητικῆς πράξεως εἶναι οὐδ’ ἔχει πρακτικήν τινα σημασίαν.
§236ΑΝΑΣΤ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δύο μόνον λέξεις. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, ἤθελον ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν θὰ ἐσπαταλᾶτο χρόνος πολύτιμος, ἐὰν ἠκούετο κατόπιν τόσων Βουλευτῶν ἀντιπροσώπων τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν καὶ ἡ φωνὴ Βουλευτῶν ἀντιπροσωπευόντων οἰνοφόρους ἐπαρχίας εἰς τὸ ζήτημα τὸ σχετιζόμενον μὲ τὴν «Ἑνιαίαν». Καὶ ὑποθέτω ὅτι, ἂν δὲν θέλῃ ὁ κ. Πρόεδρος νὰ μοὶ δώσῃ τὸν λόγον σήμερον, τοὐλάχιστον εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν θὰ ἦτο καλὸν νὰ δοθῇ ἡ σειρὰ καὶ εἰς ἡμᾶς, διότι, ἐὰν ἀκουσθῶμεν, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ προβῇ εἰς συμπληρωματικὰς δηλώσεις καὶ δώσῃ πληροφορίας ἐπὶ σημείων, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὰς σχέσεις τῶν οἰνοφόρων μερῶν καὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς.
§237ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον προτείνει μίαν μέσην πρότασιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀσχοληθῇ ἀκόμη ἐπὶ δύο ὥρας κατανεμομένας εἰς ἕξ ἀγορεύσεις ἐπὶ 20 λεπτὰ ἑκάστην.
§238Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἄς ἀναβληθῇ μετὰ ὀκτὼ ἡμέρας.
§239ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν δύο συνεδριάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου διὰ τὰ ἄλλα ζητήματα· διότι ἄλλως θὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἀποκλείομεν τὴν ὁδὸν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον διὰ τῆς παρατεινομένης συζητήσεως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§240ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§241ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν Δευτέραν λοιπὸν τὴν προσεχῆ καὶ τὴν Πέμπτην ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν ἄλλων θεμάτων, τὴν Δευτέραν δὲ τὴν μεταπροσεχῆ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἀλλὰ μόνον διὰ μίαν ἡμέραν.
§242Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀνήκω εἰς ἐπαρχίαν σταφιδοφόρον, τῆς ὁποίας οὐδεὶς Βουλευτὴς ἠκούσθη. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν τὴν ἐμπρέπουσαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀρχίζει πραγματικῶς νὰ συζητῆται· διότι εἶπεν ὅτι θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις μέτρα πρὸς ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως. Ἡμεῖς θὰ τῇ ὑποδείξωμεν τὰ κενά, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ σύμβασις, καὶ ἀπὸ τοῦδε ἀρχίζει ἡ πραγματικὴ συζήτησις.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, συμφώνως πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰσάγω τὴν ἑξῆς πρότασιν· ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Παναιγειρατικοῦ Συλλόγου «Πρόοδος» περὶ τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας «Ἑνικῆς» θὰ διεξαχθῇ τὴν μεταπροσεχῆ Δευτέραν 16 Μαΐου, ἐπιτρεπομένης διαρκείας ἀγορεύσεως δι’ ἕκαστον τῶν κυρίων Βουλευτῶν 20 λεπτῶν τῆς ὥρας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§244Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὸν λόγον, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὑπέβαλον ἐπερώτησιν χθὲς περὶ ζητήματος ἀναγομένου εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ῥώμης, ἡ ὁποία παρακαλῶ ὅπως προταχθῇ, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἐπεῖγον.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερώτησις τοιαύτη δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς.
§246Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Θὰ τὴν ὑπογράψωμεν τώρα καὶ θὰ τὴν ὑποβάλωμεν.
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ἀναπτύξῃ πρότασιν νόμου διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων.
§248Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς πάντας τοὺς ἐξ ὑμῶν ἀνήκοντας εἰς τὴν δικηγορικὴν καὶ ἐμπορικὴν τάξιν, καὶ ἐν γένει εἰς τοὺς πλείστους ὑμῶν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἵνα μὴ εἴπω εἰς πάντας, εἶναι γνωστὸν πόσην δυσκολίαν εὕρετε ὁσάκις ἠθελήσατε νὰ ἐκτελέσητε ἀπόφασιν ἀπαγγέλλουσαν προσωπικὴν κράτησιν, εἴτε ὡς μέτρον συντηρητικὸν εἴτε ὡς μέτρον ἀναγκαστικόν, ἰδίᾳ ὅταν πρόκειται ἡ ἐκτέλεσις νὰ γένηται ἐκτὸς τῆς ἕδρας, ἔνθα ἑδρεύει Εἰσαγγελεύς. Ἐγὼ κατὰ τὸ διάστημα τῆς δικηγορίας μου πλειστάκις εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ βλέπω ἀδύνατον τὴν ἐκτέλεσιν ἀποφάσεως διὰ τὴν ὁποίαν ὁ πελάτης μου εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς πολλὰς δικαστικὰς δαπάνας, ἕως οὗ λάβῃ αὐτήν, ποὺ μέν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ ὁ κλητὴρ εἴτε λόγῳ συγγενείας ἢ φιλίας πρὸς τὸν ὀφειλέτην εἴτε καὶ ἐκ φόβου, διότι ὁ ὀφειλέτης ἦτο ἰσχυρότερος, ποὺ δέ, διότι καὶ ὁ ἴδιος ὁ δανειστὴς δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τὸν ἄνθρωπον τῆς ἐμπιστοσύνης του, εἰς ὃν ν’ ἀναθέσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ὡς ἐκ τῆς κοινωνικῆς θέσεως τοῦ ὀφειλέτου του, καὶ ὡς ἐκ τούτου κατεῖχεν ἀπόφασιν ὅλως ἄχρηστον, διότι, καίτοι ὁ ὀφειλέτης εἶχε περιουσίαν, δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν ἀπαίτησίν του, καὶ εἶχε καταστήσει νεκρὸν οὐ μόνον τὸ κεφάλαιον, ὃ εἶχε λαμβάνειν, ἀλλὰ καὶ τὰς δικαστικὰς δαπάνας, ἃς ὑπέστη. Ἡ ἀδυναμία αὕτη παρατηρεῖται καὶ ἐπὶ κατασχέσεως ἀκινήτων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ προσωπικῆς κρατήσεως. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ὀδυνηρὰ διὰ τὸ ἐμπόριον ἐν γένει, καὶ διὰ τοῦτο τὸ κατὰ τὸ 1907 ἐνταῦθα συνελθὸν πρῶτον Συνέδριον τοῦ Ἐμπορίου, Γεωργίας καὶ Βιομηχανίας, ἀποτελούμενον κατὰ τὸ πλεῖστον ἐξ ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων, μετὰ μακρὰν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζήτησιν, ἐξέφρασε τὴν εὐχήν, ἵνα ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀποφάσεων κατασταθῇ ὡς οἷόν τε εὐχερής, διότι τὸ ἐμπόριον, ὡς ἐκ τῶν δυσκολιῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων, πάσχει δεινῶς. Τὸ ἐμπόριον, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καίτοι πλέον ἢ ἀρκετὰ συνεισφέρει εἰς τὸ Κράτος, οὐδεμιᾶς προστασίας ἀπολαύει, καὶ νομίζω ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος ἐπιβάλλεται νὰ μὴ φανῇ ὡς μητρυιὰ πρὸς αὐτό, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὸ καὶ νὰ τῷ χορηγήσῃ τὰ μέσα, ἵνα, ὁσάκις θέλει ὁ δανειστὴς νὰ ἐκβιάσῃ τὸν ὀφειλέτην του, λάβῃ τὰ ὅσα δικαιοῦται λαμβάνειν, τῷ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἣν κέκτηται ἀπόφασιν. Τὰ ἀναμφισβήτητα ταῦτα γεγονότα, τὰ ὁποῖα μοὶ προυξένησαν ἀπερίγραπτον ἀγανάκτησιν, μὲ ἠνάγκασαν νὰ μελετήσω καὶ ἐξεύρω μέσον, ἵνα προστατευθῇ τὸ ἐμπόριον· διὸ καὶ ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἄρθρον 870 τῆς Πολ. Δικονομίας, ἐπὶ τῷ τέλει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ δανειστὴς νὰ παραδίδῃ τὴν ἀπαγγέλλουσαν προσωπικὴν κράτησιν ἀπόφασιν εἰς τὸν Ταμίαν ἢ Ὑποταμίαν τῆς περιφερείας, ἐν ᾗ κατοικεῖ ὁ ὀφειλέτης, καὶ ὁ Ταμίας ἢ Ὑποταμίας ὁ παραλαβὼν τὴν ἀπόφασιν νὰ εἶναι ὑπόχρεος νὰ ἐκτελῇ ταύτην δι’ ὧν ὀργάνων ἐνεργεῖ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων τοῦ Δημοσίου. Ἀλλά, καίτοι τοῦτο προτείνω, δὲν ἀποκλείω τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας, καὶ οὕτως ὁ δανειστὴς ἔχει ἐκλεκτικὸν δικαίωμα μεταξὺ Ταμίου καὶ δικαστικοῦ κλητῆρος. Ἐν τῇ προτάσει ἀναγράφω πάσας τὰς κατὰ τὴν κρίσιν μου ἀπαιτουμένας λεπτομερείας σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων. Αἱ λεπτομέρειαι, ἃς παραλείπω ν’ ἀναγνώσω, διότι θὰ ἴδητε αὐτὰς ἐν τῇ προτάσει, δὲν ἔχουσι μεγάλην ἀξίαν καὶ δυνάμεθα κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ τροποποιήσωμεν ταύτας. Ἀξίαν ἔχει ἡ βάσις τῆς προτάσεως νόμου, ἤτοι νὰ ἐκτελῆται ἡ ἀπόφασις ἡ ἀπαγγέλλουσα προσωπικὴν κράτησιν δι’ ὧν ὀργάνων εἰσπράττονται τὰ δημόσια ἔσοδα, καὶ τὴν ἐπίβλεψιν νὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον διὰ τοῦ ἀντιπροσώπου του Ταμίου ἢ Ὑποταμίου. Τοιαύτην πρότασιν νόμου ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ ταύτην καὶ υἱοθετήσῃ αὐτήν, ἵνα ψηφισθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον, καὶ δύναμαι μετὰ θάρρους νὰ βεβαιώσω αὐτὸν ὅτι θὰ ἐπισύρῃ τὴν εὐγνωμοσύνην τῶν ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων, ὧν τὴν στενοχωρίαν καὶ ὁ ἴδιος θὰ γνωρίζῃ, καθόσον δικηγορήσας εἰς εὐρὺν κύκλον εἶμαι βέβαιος ὅτι πολλάκις θὰ εὑρέθη πρὸ τῶν ἄνω δυσχερειῶν.
§249ΝΙΚ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλετε ταύτην καὶ θὰ τὴν μελετήσω.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ Συνεδρίασις ὥρᾳ 8 μ. μ.)