Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Συνεδρίαση 77

1911.04.30

3.078 στίχοι · 21.447 λέξεις · 1 πίνακας · 175 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1911.04.30
Προεδρεία
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Περίοδος
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Σύνοδος
—
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α2 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77.

τῆς 30ῆς Ἀπριλίου 1911.

(Σάββατον)

Προεδρία κ. Νικολάου Ἀ. Στράτου.

(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 9 καὶ 45′ π. μ.

ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 183 Βουλευτῶν).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Ὁ Κυνηγετικὸς Σύλλογος Βόλου ἐκφράζει διαφόρους γνώμας ἐπὶ τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου περὶ θήρας· 2) Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Λαμίας παρακαλεῖ, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ μετάθεσις τοῦ δραστηρίου νομάρχου Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Ἀ. Τσιμπουράκη. Θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἵνα τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ἂν θὰ εἶναι ἕτοιμα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Νέγρης.

§2Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, ὑπάρχει, ὅστις δὲν εἶναι φειδωλὸς τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, πρόκειται νὰ σπαταλήσωμεν δημόσιον χρῆμα ἢ τοὐναντίον νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς μὴ σπατάλης αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Οὐδείς, Κύριοι, ἀκολουθήσας τὰ πράγματα τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔσχεν ἥ τε ἐπιτροπὴ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν περὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ ἐλαττώματα τῶν διαφόρων μέχρι τοῦδε νομοθετημάτων ὑπῆρξαν τοιαῦτα, ὥστε μεγάλη ζημία προῆλθε καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ κοινοῦ. Θέλω δ’ ἀρκεσθῆ ν’ ἀναφέρω δύο παραδείγματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ καίρια. Παραλείπω, ἐννοεῖτε, τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον, καὶ τὰ ὁποῖα σωρηδὸν ἐπανῆλθον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως διορθωθῶσιν ἕνεκα τοῦ ἀνεφαρμόστου αὐτῶν, καὶ ἀνατρέχω εἰς παλαιοτέρους χρόνους. Θὰ ἐνθυμῆσθε ὅτι πρὸ 15 ἐτῶν, ὡς ἔγγιστα, ὁ ἀείμνηστος τότε Πρωθυπουργὸς Δηλιγιάννης ὁ φροντίζων ὑπὲρ τῶν χρημάτων τοῦ ἔθνους ὑπὲρ πάντα ἄλλον, φειδωλὸς ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ἐνόμισε, κακῶς ἀντιλαμβανόμενος τῶν πραγμάτων, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας εἰς αὐτὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, καὶ οὐδεμία ἠκούσθη φωνὴ ἐναντία, διότι ἐπρόκειτο δῆθεν περὶ οἰκονομίας, ἐπρόκειτο περὶ τῆς φειδοῦς τῶν δημοσίων χρημάτων, τίνα δὲ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων; Ἡ κατάστασις ἡ οἰκτρά, εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, κατάστασις, ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἔγινεν, ἠδύνατο νὰ γίνῃ παραίτιος ζημιῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων διὰ τὸ ἔθνος. Ἀλλά, Κύριοι, ἔχω καὶ παράδειγμα χθεσινόν, πρόσφατον, καὶ θὰ ὁμιλήσω ἤδη περὶ ἐκείνων τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προσέρχονται ἐξ αὐτῶν τῶν σπλάγχνων τῆς Βουλῆς. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, Κύριοι, κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ μελετήσασα τὸ ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς ἔφερε νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς, Κύριοι, ἡμεῖς τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, κατὰ τὴν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν ἐνασμενίζονται μεταχειριζόμενοι συνάδελφοί τινες τὰς ἡμέρας ταύτας, ἡμεῖς τὰ φιλόστοργα τέκνα τοῦ λαοῦ δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀντιστῶμεν εἰς τὰ αἰτήματα, ἔστω καὶ ἄτοπα, τῶν ἐντολέων μας, καὶ οὕτως εἴδομεν τοὺς ποιμένας ἐπεμβαίνοντας εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ὅπως προφυλάξωσι τὰ συμφέροντα αὑτῶν, καὶ εἴδομεν τοὺς κτηματίας ἐξ ἄλλου ὑπερασπιζομένους τὰ ἴδια· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην νὰ εὐχαριστήσωμεν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ κατωρθώσαμεν νὰ παρουσιάσωμεν ἐκεῖνο τὸ ἐξάμβλωμα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου σήμερον διαμαρτύρεται ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐξάμβλωμα ἐκ τοῦ ὁποίου ζημίαι ἀναμφισβήτητοι παρουσιάζονται.

§3Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ποῖος ἦτο εἰσηγητής;

§4Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐπιτροπῆς ὁ κ. συνάδελφος, ἀλλὰ περὶ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία τὰ ἔκαμε θάλασσα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω, εἶναι ὅτι, ἂν θ’ ἀποτραπῶσι τὰ ἄτοπα διὰ τῶν νέων διατάξεων, ἡ Βουλὴ θὰ μεταρρυθμίζῃ πάλιν τὰ νομοσχέδια.

§5Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος: Κύριοι, θ’ ἀποτραπῶσι ταῦτα; Κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μελετημένον παρ’ εἰδικοῦ σώματος καλῶς μελετημένου, νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁποίου ἡ κοινὴ γνώμη θὰ ἔχῃ ἀποφανθῆ, τότε καὶ ἡμεῖς, οἵτινες εἰς οὐδένα ἔχομεν νὰ δώσωμεν λόγον, ἡμεῖς αὐτοὶ θὰ φοβώμεθα τὸν ψόγον· τοῦτο εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς συγκρατήσῃ ἀπὸ τὰς ἀκολασίας, εἰς τὰς ὁποίας πολλάκις προβαίνομεν. Δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ διατρέξῃ κίνδυνον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ τρέξωσι κίνδυνον αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἀκολασίαι, καὶ τοῦτο βεβαίως, Κύριοι, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον. Βεβαίως, Κύριοι, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἰσήρχοντο οἱ ἄριστοι, καὶ πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως εἰσέλθωσιν οἱ ἄριστοι, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἀνήσυχος διὰ τοῦτο, διότι ἀρκεῖ νὰ εἰσέλθωσιν ἔντιμα πρόσωπα καὶ εὐσυνείδητα, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι τὰ ἀποτελέσματα θέλουσιν εἶσθαι ἄριστα. Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναφέρω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τὸ ζήτημα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἠκούσθησαν ἐνταῦθα κατηγορίαι ἐναντίον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ἐγὼ διατείνομαι ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ὑπηρεσία ἐντὸς τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία λειτουργεῖ ὡς ἔδει, εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πᾶς λογαριασμός, ὁ ὁποῖος ὑποβάλλεται εἰς αὐτό, ἐξελέγχεται ταχέως, πᾶσα ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἀνατίθεται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐκτελεῖται εὐσυνειδήτως καὶ καλῶς. Βεβαίως καθυστεροῦνται ἀπολογισμοί. Ἀλλὰ πταίει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Οὐχί. Ὅπως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐξελέγχῃ τοὺς ἀπολογισμούς, πρέπει νὰ λάβῃ αὐτούς. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπολογισμοὺς δὲν λαμβάνει, ἄρα ἀπολογισμοὺς δὲν ἐξελέγχει. Καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω ὅτι πάντα τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι τὰ ἄριστα, ἀλλὰ διατείνομαι ὅτι πάντα εἶναι ἔντιμα, εὐσυνείδητα, καὶ οὕτως ἐκτελεῖται ἡ ὑπηρεσία ἀμέμπτως.

§6Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ τις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθησαν πρόσωπα ἀκατάλληλα. Ἐξέλιπον ἤδη ἴσως, ἀλλὰ τοῦτο, ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου εἰσήχθησαν πάντες οἱ πολιτικοὶ ἀπόμαχοι τῶν κομμάτων, συνετέλεσεν, ὅπως ἐπὶ πολλὰ ἔτη νὰ μὴ εἶναι τὸ συνέδριον εἰς τὴν περιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ τὸ στήσῃ ὁ νόμος. Δὲν πρόκειται περὶ σημερινῆς καταστάσεως.

§7Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλά, ἂν κατωρθώθη ἤδη κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ εὐάρεστον τοῦτο ἀποτέλεσμα, ἐλπίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀμφιβάλλει ὅτι ἤδη, ὅτε τὸ ἔθνος ἐνόησε τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, οὐδεὶς θέλει τολμήσει νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρελθόν.

§8Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχουσι δώσει πληθὺν συντάξεων ἀδικαιολογήτως. Ἔχουσι δώσει σύνταξιν εἰς ἀξιωματικὸν παθόντα δῆθεν ἐν πολέμῳ, ἐνῷ ἔπαθεν ἐκ διασκεδάσεως ἐπανερχόμενος ἐκ Χαλανδρίου.

§9Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Χαίρω ὅτι ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι, ἂν εἶναι περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ μόνον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀνθίστατο εἰς πάσας τὰς πιέσεις χάριν συντάξεων...

§10Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλ. ἔδιδον τὴν σύνταξιν καὶ ὕστερον εἰσήρχοντο εἰς τὸ καφενεῖον καὶ ἔλεγον «ἐπιέσθημεν· τί κατάστασις εἶναι αὐτή!».

§11Φ. ΝΕΓΡΗΣ. ... Ἐὰν ἐπὶ χιλίων συντάξεων εὑρέθη ὅτι μία εἶναι ἐσφαλμένη, νομίζω ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαινέσωμεν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι δὲν θέλω νὰ εἴπω καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ ἐπὶ τέλους καὶ εἰς ἓν σφάλμα. Ἀλλ’ ἐνῷ πάντα ταῦτα λέγω, Κύριοι, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου πρέπει νὰ ζητήσωμεν πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας κατ’ ἀνώτατον ὅριον εἰς 15. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμὸν τῶν ἐκτάκτων μελῶν. Νομίζω ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ἐπιζήμιος. Κύριοι Βουλευταί, τὰ ἔκτακτα μέλη θὰ εἶναι ποῖοι; Θὰ εἶναι ὑπάλληλοι τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐννοοῦμεν ἀκριβῶς τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ εἶναι ἀνεξάρτητον τῆς διοικήσεως. Εὐθὺς ὅμως ὡς εἰσαγάγωμεν τὰ ἔκτακτα μέλη εἰσάγομεν τὴν διοίκησιν ἐντὸς αὐτοῦ. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τῶν μελῶν τούτων οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ ἢ εἰς τὸ νὰ δώσῃ ἀμοιβὰς τινας εἰς τοὺς μᾶλλον διακεκριμένους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἐλαττώσῃ τὸ γόητρον τοῦ Συμβουλίου. Εἴθε νὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὰς πρεπούσας ἀμοιβὰς εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους· εἴθε νὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὸν μισθὸν τὸν δίκαιον εἰς τὸν χωροφύλακα, εἰς τὸν τελωνοφύλακα, τὸν μισθὸν τὸν δίκαιον εἰς τοὺς δικαστάς. Ἀλλὰ δυστυχῶς, Κύριοι, εἴμεθα ἠναγκασμένοι χάριν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ εἴμεθα φειδωλοί. Διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει νὰ ὁρίσωμεν ὅτι τὰ μέλη δὲν δύνανται νὰ ὑπερβαίνωσι τὰ 15, ἐλπίζω δ’ ὅτι θὰ ἀρχίσωμεν μὲ πολὺ ὀλιγώτερα, μὲ τὰ ἐννέα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὥρισεν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ ἐὰν βεβαίως, Κύριοι, περιορισθῶμεν εἰς τὰ 15 ταῦτα μέλη, δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ δαπάναι νὰ ὑπερβῶσι τὰς 150,000 δρ. κατ’ ἀνώτατον ὅριον, καὶ μία δαπάνη 150,000 δρ., ὅπως ἀποφύγωμεν πάντα τὰ ἐλαττώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται.

§12Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Παρηκολούθησα, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐντίμων συναδέλφων, καὶ σᾶς ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὅτι δὲν εὗρον λόγους ἱκανούς, ἵνα πεισθῶ περὶ τῆς ἀναγκαιότητος καὶ χρησιμότητος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ δυνατοῦ εὐρύθμου λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος διὰ μιᾶς καὶ μόνης Βουλῆς. Ὅσῳ ἑπομένως ἀποκρούω τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τόσῳ συνηγορῶ περὶ συστάσεως καὶ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐν τῇ Ἱστορίᾳ τῆς ἀρχαιότητος οὐδὲν ἴχνος εὑρίσκομεν θεσμοῦ ἀναλόγου πρὸς ὅ,τι καλοῦμεν ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀναμφιβόλως οἱ ἡγεμόνες, οἵτινες ἐπεδίωξαν τὴν εὐδαιμονίαν τῶν λαῶν, ἔπρεπε νὰ περιεστοιχοῦντο ἑκάστοτε ἀπὸ ἄνδρας διακρινομένους διὰ τῆς διανοίας καὶ τῶν φώτων των, καὶ τῶν ὁποίων εἰς τὰς δυσκόλους περιστάσεις καὶ τὰς μεγάλας ὑποθέσεις τοῦ Κράτους ἐζήτουν τὴν συμβουλήν· ἀλλ’ οὐδὲν κανονικὸν ἢ τακτικὸν εἰς τὸ τοιοῦτον μέτρον ὑπῆρχεν, οὐδὲν ὅπερ ἔπρεπε νὰ ὁμοιάζῃ πρὸς συμβούλιον κεκανονισμένον, πρὸς σωματεῖον μόνιμον, πρὸς δικαιοδοσίαν ὡρισμένην καὶ γνωστὴν ἐκ τῶν προτέρων. Ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Σπάρτῃ ἐλειτούργει ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας. Ἐν Ἀθήναις ἡ Γερουσία διεσκέπτετο ἐπὶ πασῶν τῶν ὑποθέσεων πρὶν ἢ αὗται εἰσαχθῶσιν ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ λαοῦ· ἐξέδιδε ψηφίσματα, ἅπερ εἶχον προσωρινῶς ἰσχύν. Ἡ Συνέλευσις αὕτη ὠνομάζετο Γερουσία τῶν κυάμων, διότι τὰ μέλη της ἐκληροῦντο μέσῳ κυάμων μελανῶν καὶ λευκῶν, ἡ δὲ ὑπηρεσία των ἦτο ἐνιαύσιος. Ἐν Σπάρτῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Γερόντων, πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ θεσμοῦ τῶν Ἐφόρων, εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν τῶν νόμων, πάντα δὲ τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους συνεζητοῦντο ἐν αὐτῷ πρὶν εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ λαοῦ. Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ Γερουσίαν συγχρόνως ἔχουσι σήμερον μόνον ἡ Γαλλία, Ἰταλία καὶ Ἰσπανία, ἡ δὲ Σερβία μόνον Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἡ δὲ Νορβηγία καὶ Σαξωνία ὡς καὶ ἡ Ἀγγλία ἔχουσιν ἀπεναντίας Συμβούλιον Στέμματος. Ἐν Γαλλίᾳ συνεστάθη τὸ πρῶτον ἐπὶ Φιλίππου τοῦ Ὡραίου τὸ 1302. Ἐπὶ Ναπολέοντος συνεδρίαζεν ἐντὸς τῶν Ἀνακτόρων, παρὰ τὸ γραφεῖον τοῦ Αὐτοκράτορος· εἰς αὐτὸ ὑπεβάλλοντο πᾶσαι αἱ ἀκανθώδεις ὑποθέσεις καὶ ἀνεθεωροῦντο πᾶσαι αἱ ὁπωσοῦν σπουδαῖαι πράξεις τῶν Ὑπουργῶν. Ἐν τῇ ἐνδόξῳ ταύτῃ ἐποχῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατέλαβε θέσιν σπουδαιοτάτην, τεθειμένον πράγματι ὑπεράνω τῶν Ὑπουργῶν, ὧν ἦτο ὁ δικαστὴς μᾶλλον ἢ ὁ σύμβουλος, ἐπιπεφορτισμένον τὴν προπαρασκευὴν τῶν νόμων, τῶν ὁποίων μόνον αὐτὸ εἶχε τὴν ὑψηλὴν ἀποστολὴν ν’ ἀναπτύσσῃ τοὺς λόγους ἐνώπιον τοῦ ἀφώνου νομοθετικοῦ Σώματος, ἦτο κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Καρμενίνου «ἡ ψυχὴ τῆς διοικήσεως, ἡ πηγὴ αὐτὴ τῶν νόμων καὶ ἡ λαμπὰς τῆς Αὐτοκρατορίας». Παρ’ αὐτῷ ἐπὶ τῇ φωνῇ τοῦ Ναπολέοντος πᾶσαι αἱ ἐξοχότητες τῆς ἐπαναστάσεως, πολιτικαὶ καὶ στρατιωτικαί, συνηντῶντο· εἰ δὲ καὶ ἐστερεῖτο ἰδίας ἐξουσίας, μετεῖχεν ἐν τούτοις εἰς μέγιστον βαθμὸν πασῶν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἀπετέλει τὸ πρώτιστον σῶμα τοῦ Κράτους. Πρὸς κατανόησιν τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τοῦ ἔθνους πρέπει ν’ ἀνέλθωμεν μέχρι τῆς τελευταίας Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ὅπως εὕρωμεν τὰ αἴτια τῶν γεγονότων, ἅπερ βλέπομεν σήμερον. Τότε μόνον πολλὰ πράγματα ἀνεξήγητα ἄλλως θέλουσι μᾶς φανῆ λογικὰ καὶ φυσικά. Οἱ ἄνδρες οἱ ἐπιδράσαντες ἰδίως ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ Συντάγματος, καὶ οἱ ὁποῖοι διῴκησαν εὐθὺς ἀμέσως τὸ ἔθνος, ἔδωκαν ὤθησιν ἐλευθερίας, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα ἐξηκολούθησαν νὰ εἶναι αἰσθητὰ ἐπὶ πολὺν χρόνον. Θαυμασταὶ εἰλικρινεῖς τῶν ἀγγλικῶν θεσμῶν καὶ τοῦ Self Gouvernement δὲν ἀπεμακρύνθησαν τῶν ἀρχῶν, καὶ ὅτε ἀπερροφῶντο ἐκ τοῦ ἀναπτυχθέντος ἀνταγωνισμοῦ τῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ ἐπικρατήσεώς των. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον αἱ τάξεις αὐτῶν ἠραιώθησαν· ἐλάχιστοι ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὰς ἐλευθερίους ἀρχάς· ὁ μέγιστος ἀριθμὸς ἀπέκλινε πρὸς τὴν συγκέντρωσιν, τὴν ὑπερβολὴν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους. Οἱ θεσμοὶ δὲν ἦσαν ἰθαγενεῖς. Ἀντεγράφησαν ἐκ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Ἀγγλικοῦ συστήματος, οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλ’ ἐξ ἑτέρου ἀντιγράφου τοῦ ἰσχύσαντος ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου ἐν Γαλλίᾳ. Τὸ ἀληθὲς πρόβλημα πρὸς λύσιν διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἦτο νὰ εὑρεθῇ τὸ μέσον τῆς προσαρμογῆς τῶν ξένων τούτων θεσμῶν εἰς τὰ ἤθη, τὰς συνηθείας καὶ τὸν φυσικὸν ὀργανισμὸν τοῦ τόπου. Ἀντὶ τούτου ἀπομακρυνόμενοι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον τοῦ σκοποῦ τούτου, καὶ ἀπὸ μιμήσεως εἰς μίμησιν, ἔφθασαν νὰ προσεπιθέσωσι τὸ αὐταρχικὸν Γερμανικὸν σύστημα εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν Ἀγγλικόν, καὶ ὑπερθεματίζοντες ἐπέβαλον εἰς τὸ ἔθνος συγκέντρωσιν ἐξ ἀντιγραφῆς τῆς Γαλλικῆς συγκεντρώσεως. Ἐκ τῆς τερατώδους ταύτης συναρμογῆς οὐδὲν καλὸν ἠδύνατο νὰ προέλθῃ. Εἶναι ἤδη παραδεδεγμένον ἐν τῇ πολιτικῇ ἐπιστήμῃ ὅτι ἡ χειροτέρα Κυβέρνησις, ἣν δύναται νὰ ἔχῃ ἔθνος τι, εἶναι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Δικτατορία ἐν κατοχῇ τῶν δυνάμεων, ἃς δίδει ἡ συγκέντρωσις, καὶ τὴν πεῖραν ταύτην αἰσθάνεται ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν τὸ ἔθνος. Κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἡ δρᾶσις τοῦ Θεοτόκη ὑπῆρξε πάντοτε νὰ ἐκτείνῃ τὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους ἐν τῇ διοικητικῇ καὶ οἰκονομικῇ ζωῇ τοῦ ἔθνους. Ὁ Δηλιγιάννης, εἷς τῶν δημιουργῶν τοῦ Συντάγματος, ἐθεωρεῖτο ὡς ἀποκλίνων πρὸς τὰς ἐλευθερίους ἀγγλικὰς ἀρχάς, πράγματι ὅμως οὐδέποτε ἀπεμακρύνθη τοῦ σοσιαλισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐξαίρεσιν μοναδικὴν ἐπετέλεσεν ὁ Ῥάλλης. Ἐκ τῆς συγχύσεως ταύτης τῶν ἰδεῶν καὶ ἐν τῇ κατατμήσει τῶν κομμάτων τὰ ὑλικὰ συμφέροντα καὶ τὰ ἐγωιστικὰ αἰσθήματα ὑπερίσχυσαν, ὡς ἦτο ἑπόμενον. Οἱ ὑποψήφιοι εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς δὲν παρίσταντο ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων ἐν ὀνόματι ἀρχῶν τινων, συνιστῶντο πρὸ πάντων ὡς ἱκανοὶ αἰτηταί, καὶ τὸ κακὸν τοῦτο ἔβαινεν αὐξάνον καταπληκτικῶς. Οἱ ἐκλογεῖς δὲν ἀπέβλεπον εἰς κοινὰς ἰδέας, ἀλλ’ εἰς τὰ συμφέροντά των ἕκαστος· διὸ καθ’ ἑκάστην συνεδυάζοντο ὑποψήφιοι εἰς διάφορα κόμματα ἀνήκοντες, καὶ οἱ ἐκλογεῖς ἐψήφιζον κατὰ τὸ πλεῖστον τοὺς τοιούτους συνδυασμούς, ἀποδεικνύοντες οὕτως οὐχὶ ἠθικὴν ἔννοιαν, ἀλλὰ πρακτικὴν τοιαύτην· ἀφοῦ οἱ ἐκλεκτοί των θὰ ἦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποθέσεών των, καὶ οἱ δικηγόροι των κατ’ οὐσίαν ἦτο ὅλως δευτερεῦον νὰ ἐνασχοληθῶσι πρὸ τῶν πολιτικῶν γνωμῶν, ἃς ἠδύναντο νὰ ἔχωσι. Τὰ δὲ προγράμματα τοῦ πλείστου τῶν ὑποψηφίων Βουλευτῶν εἶχον κατασταθῆ τόσον ἐλαστικά, ὥστε ἠδύνατό τις νὰ εὕρῃ ἐν αὐτοῖς ὅ,τι ἤθελεν. Ἡ ἕνωσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος μετὰ τῆς συγκεντρώσεως ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μεταμορφώνῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ἐπὶ ποινῇ μὴ ἐκ νέου ἐκλογῆς των, εἰς ἀπαιτητὰς τῶν συμφερόντων τῶν ἐκλογέων, τῶν συμφερόντων τούτων καταληγόντων πάντων εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν. Οἱ δὲ Ὑπουργοὶ ὑπεχρεοῦντο νὰ ὑποχωρῶσιν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δαπάναις τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τῆς Δικαιοσύνης πρὸ τῶν ἐνώπιόν των ἀπαιτητῶν Βουλευτῶν. Τὸ κακὸν τοῦτο ἀπατῶνται οἱ πρεσβεύοντες ὅτι δύναται νὰ ὑπερασπίσῃ ἡ ἀποκέντρωσις, ὡς ἤδη λειτουργεῖ· εἰς οὐδὲν ἄλλο θέλει χρησιμεύσει αὕτη ἢ εἰς τὸ νὰ μετατοπίσῃ τὸ κακὸν ἀπὸ τοῦ κέντρου εἰς τὴν περιφέρειαν· ἴσως μάλιστα ἐπιδεινώσῃ τοῦτο. Τὸ ἐνδιαφέρον δὲν εἶναι νὰ ἐξασκῇ τὸ Κράτος τὴν ἐξουσίαν του μέσῳ τοῦ Νομάρχου μᾶλλον ἢ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ τῶν εἰδικῶν συμβουλίων μᾶλλον ἢ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἡ ἐξουσία αὕτη ἐξασκεῖται. Ὅταν τὸ Κράτος ἀπορροφᾷ ὅλην τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ ἔθνους, τὰ αὐτὰ φαινόμενα τῆς διαφθορᾶς καὶ ἀλλοιώσεως τῆς πολιτικῆς ζωῆς ἀναφαίνονται. Ἡ παρακμὴ αὕτη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἥτις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἶχε παραταθῆ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐξεγείρῃ τὸ ἔθνος εἰς ἐπανάστασιν, ἐξακολουθεῖ καὶ ἤδη νὰ προσβάλλῃ τοὺς ἀληθεῖς πατριώτας, προτείνοντας διάφορα μέσα ἀναστολῆς τοῦ κακοῦ, καὶ μὴ εἰς τὸ μέλλον ἐξακολουθήσεώς του. Ἡ Βουλὴ ἐκ ζηλοτυπίας τῶν δικαιωμάτων της ἀνέλαβεν ἀπειρίαν φροντίδων μὴ ἀφορωσῶν αὐτήν. Ἀπόλυτος καὶ ἄνευ ἀντιρρόπου ἡ πλειονοψηφία ἀχαλίνωτος, μὴ περιορίσασα τὴν νομοθετικὴν δύναμίν της εἰς μόνους τοὺς ἐνδιαφέροντας τοῦ Κράτους νόμους, οὐδὲ δημιουργήσασα πέριξ αὑτῆς ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, συγκεντροῦσαν ἐν ἑαυτῇ ἰδίαν ζωὴν ἀνάλογον πρὸς τὴν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Συνέλευσις κυρίαρχος μὴ βλέπουσα ὅρια τῆς δυνάμεώς της διαπράττει οὐχὶ σπανίως ἀνοησίας· ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὅτι αὐτὴ εἶναι ὁ νόμος, δὲν εὐχαριστεῖται πλέον νὰ τὸν κάμνῃ, ἀλλὰ θέλει καὶ νὰ τὸν παραβιάζῃ. Ἂν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα προσβάλλεται σήμερον διὰ τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἐκλογέων, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὰς καταχρήσεις αὐτοῦ. Τὸ καλλίτερον μέσον τοῦ περιορισμοῦ τῶν καταχρήσεων εἶναι ἡ ῥιζικὴ ἀναμόρφωσις τῆς πολιτειακῆς ἐξουσίας, ὀργανισμὸς τελειότερος τῆς κυριαρχίας τοῦ ἀριθμοῦ ἐγγυώμενος περισσότερον τῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Ἡ ἀναμόρφωσις αὕτη οὐδὲν ἔχει τὸ δυνάμενον νὰ φοβίζῃ τὰ ἐχέφρονα πνεύματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ συνήθεια δὲν ἐκλαμβάνει τὰς ἀρχαίας μωρίας ὡς σεβαστοὺς θεσμούς. Προκειμένου σήμερον διὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως νὰ ζητήσωμεν τὸν κατάλληλον συνταγματικὸν μηχανισμὸν πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν πολιτικῶν μας πραγμάτων, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς ἐνέδρας, ἃς στήνουσιν εἰς πάντα ἄνθρωπον αἱ μακραὶ συνήθειαι τοῦ ἰδίου του πνεύματος καὶ αἱ ἐπιρροαὶ τοῦ ἐθνικοῦ του περιβάλλοντος. Καὶ ναὶ μὲν οἱ συνταγματικοὶ μηχανισμοὶ δὲν ἔχουσιν ἀξίαν καὶ ἀποτελεσματικότητα ἰδίαν, ἀνεξαρτήτως τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν δυνάμεων, αἵτινες τοὺς ὑποστηρίζουσι καὶ θέτουσιν εἰς κίνησιν, ἀλλ’ ἐντεῦθεν δὲν ἕπεται καὶ ὅτι τὸ ἐξαιρετικὸν τῶν μηχανισμῶν δὲν καθιστᾷ τὴν ἐνέργειαν τῶν δυνάμεων τούτων πλέον δραστικήν, πλέον διαρκῆ καὶ πλέον κανονικήν. Οἱ λαοί, οἵτινες κατέθραυσαν τὸ παρελθόν των, ἐρρίφθησαν ἀναγκαίως πρὸς τὸν ὀρθολογισμόν, καὶ ἐζήτησαν παρ’ αὐτοῦ τὸ κῦρος, ὅπερ δὲν ἠδύναντο νὰ ζητήσωσιν εἰς τὸ γόητρον τῆς Ἱστορίας των. Εὐτυχῶς ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχομεν παρελθόν, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι αἱ ἰδέαι τῶν προγόνων μας ἐπεκράτησαν σύμπαντος τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, καὶ ἀνευρίσκονται ἁπανταχοῦ. Τὸ πρώτιστον προσὸν παντὸς θεσμοῦ δέον νὰ εἶναι ἡ ἀποκατάστασις ἁρμονίας μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν, ἡ πρόληψις βιαίων συγκρούσεων, ἡ μὴ διαιώνισις αὐτῶν καὶ ἡ ἐξεύρεσις μέσων λύσεως αὐτῶν εἰρηνικῆς καὶ ταχείας. Παρ’ ἡμῖν, ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἓν μόνον μέσον ὑπάρχει πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἁρμονίας μεταξὺ αὐτῶν, τὸ μέσον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, μέσον οὐχὶ συνήθως ἀνώδυνον. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ πολιτικὴ ψῆφος, ἤτοι τὸ τῆς ἐμπιστοσύνης ζήτημα, δι’ ἧς καλύπτονται τὰ τῶν Κυβερνήσεων ἐγκλήματα, ἡ ἐπιδιωκομένη ἀνόρθωσις μάτην ζητεῖται. Ἀνάγκη τὸ κακὸν νὰ κοπῇ εἰς τὴν ῥίζαν του· ἡ διὰ τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων, τῶν εὐθραύστων, καὶ εἰς τὴν ἐλαχίστην πνοὴν δυναμένων ν’ ἀνατραπῶσι, μόνη συμπτωματικὴ θεραπεία ἥκιστα συντελεῖ εἰς τοῦτο. Μόνη ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ ὁ περιορισμὸς αὐτῆς εἰς τὰ καθαρῶς νομοθετικά της ἔργα, καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, ἐγγυᾶται τὴν σωτηρίαν. Τὰ μέχρι σήμερον ἠθικὰ πρόσωπα τὰ ἐξασκήσαντα μέρος τῆς δημοσίας ἐξουσίας κατέπεσον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ τόπου· ὁμοιάζουσι πρὸς κλάδους ζῶντας διὰ μέσου τοῦ φλοιοῦ. Οὐδὲν τὸ κέρδος τῆς φειδοῦς τοῦ ἡμιτεθνεῶτος τούτου δένδρου, οὗ αἱ συσταλεῖσαι ἀρτηρίαι μάτην ἀναζητοῦσι διέξοδον πρὸς νέαν ἰκμάδα. Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Αὐγούστου τὰς κατέρριψε διὰ τοῦ ἁπλοῦ τιναγμοῦ των. Ἀνάγκη ἐπὶ τῆς διασαλευθείσης καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις της ταύτης γῆς, τῆς βοτανισθείσης καὶ εὐθραύστου κατασταθείσης, φυτεύσεως νέας φυτείας καὶ νέας σπορᾶς. Δὲν πρέπει νὰ μᾶς παρασύρωσι τὰ ἐν ἄλλοις ἔθνεσι συμβαίνοντα. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἰδίως αἱ πολιτικαὶ ἐξουσίαι δὲν εἶναι δημιουργήματα συνταγματικῆς ἐξουσίας· ἡ ὕπαρξίς του εἶναι προγενεστέρα πάσης οἱασδήποτε συνταγματικῆς πράξεως. Ὁ ἀγγλικὸς θεσμὸς εἶναι οὐσιωδῶς συνθήκη μεταξὺ μικροῦ ἀριθμοῦ ἀρχαίων σωματείων, προσώπων ἠθικῶν, προαιωνίων θεματοφυλάκων, μέρους τῆς δημοσίας ἐξουσίας. Ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ ἔθνους ἡμῶν μόνη συνισταμένη εἶναι τὸ ἄτομον. Τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου ἀποτελοῦσι τὸ πρώτιστον καὶ κεφαλαιῶδες ἔργον, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν νομοθέτην. Τὸ ἔθνος ἀποτελεῖ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν. Πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι αἱ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἀπορρέουσαι εἶναι δημιουργήματά της, στηρίζουσι τὰ δικαιώματά των ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ, ὅστις εἶναι ἔργον της. Πᾶσα ἐξουσία ὕποπτος, μὴ ἀντιπροσωπεύουσα αὐτήν, ἢ κακῶς παριστῶσα αὐτήν, δὲν ἔχει λόγον ἐπαρκῆ ὑπάρξεως καὶ δέον ν’ ἀνατραπῇ ἢ νὰ τροποποιηθῇ. Καὶ ἐξεταστέον, ἀπέναντι τῆς συστάσεως Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅπερ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ προτείνει, καὶ Γερουσίας, ἤτοι συστάσεως δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ὅπερ λαμβάνω ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ποῖον πρέπει αὕτη νὰ προτιμήσῃ; Ποῖον προσαρμόζει καλλίτερον πρὸς τὰς ἐνεστώσας ἀνάγκας τῆς Πολιτείας μας; Τὸ ὀθνεῖον καὶ ξένον πρὸς τὰ ἤθη μας Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας, τὸ κληροδότημα τοῦτο τῶν προγόνων μας; Ἐντὸς τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος πρέπει ν’ ἀντιπροσωπεύωνται πάντα τὰ μεγάλα κοινωνικὰ συμφέροντα, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δίδεται ἡ προσήκουσα ὤθησις εἰς πάσας τὰς ἠθικὰς δυνάμεις τῆς κοινωνίας πρὸς τὴν κοινὴν εὐημερίαν. Τοῦτο εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιτύχωμεν διὰ μιᾶς Βουλῆς. Οὔτε εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Γερουσία προϋποθέτει ὕπαρξιν ἀριστοκρατίας· μόνον ὕπαρξιν ἀριστοκρατίας πνεύματος, φώτων καὶ πείρας πολιτειακῆς προϋποθέτει, στοιχείων ὧν εὐτυχῶς δὲν στερεῖται ἡ νεωτέρα Ἑλλάς. Ἡ Γερουσία ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ 1843· ἂν αὕτη κατηργήθη διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, τοῦτο ἐγένετο οὐχὶ διότι ἡ Γερουσία δὲν ἐχρησίμευεν εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐθνικῶν ἐλευθεριῶν καὶ ὡς χαλινὸς εἰς τὰς ἐπιδρομὰς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἂν ἡ τότε Γερουσία δὲν διέσωσε καὶ τὸ πολίτευμα αὐτό, ὡς καὶ τὴν Βασιλείαν τοῦ Ὄθωνος, ὡς Σῶμα συντηρητικόν, τοῦτο δὲν ἦτο λάθος της· ἡ Γερουσία ἔπραξε τὸ καθῆκόν της, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος ἐκάθητο τότε Βατιλεύς, ὅστις ἐκώφευε καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἐννοήσῃ τὴν κίνησιν καὶ τὴν ζωὴν τὴν ἀναφαινομένην ἐντὸς τοῦ ἔθνους. Οὔτε τῆς κοινῆς γνώμης ἡ ἀνάπτυξις οὔτε τῆς Γερουσίας ἡ διαγωγὴ ἠδύνατο νὰ τὸν κάμωσι νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἡ φωνὴ τοῦ ἔθνους ἀπῄτει ἄλλο παρ’ ὅ,τι αὐτὸς ἔπραττε καὶ ἐφρόνει. Ἂν ἡ Γερουσία δὲν ἐπετέλεσε τὴν ἀποστολήν της περιστέλλουσα τὰς ἀποπλανήσεις τῆς Βουλῆς, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὸ ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν ὑπῆρξεν ἢ εἰς βραχείας τινὰς ἐποχάς, ἐχρησίμευσεν ὅμως ἡ Γερουσία ὡς χαλινὸς εἰς τὰς ἐπιθέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Αἱ ἐλευθερίαι, αἱ ὁποῖαι εἰς τὸν κλύδωνα ἐκεῖνον τὸν συγκεντρωτικόν, τὸν ἀπορροφητικόν, ἐκινδύνευσαν νὰ κατακλυσθῶσιν, εὗρον καταφύγιον εἰς τὴν Γερουσίαν ἐκείνην· καὶ ἡ φωνὴ τῶν Γερουσιαστῶν ἐκείνων, ἡ φωνὴ τοῦ βράχου καὶ Κιγκιννάτου τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τοῦ Ψύλλα, τοῦ Βούλγαρη, Κανάρη, Τρικούπη, Ῥήγα, Χρηστίδου, Μαυρομμάτη, αἱ φωναὶ ἐκεῖναι ἦσαν φωναὶ τοῦ ἔθνους, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν χρησιμότητα τῶν ὑπὸ τῶν μεγάλων ἐκείνων πολιτῶν προκαλουμένων ἑκάστοτε συζητήσεων, εἴτε ἐπὶ τῆς σκανδαλώδους ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογάς, εἴτε ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος πρὸς τὰς Προστάτιδας Δυνάμεις, εἴτε ἐπὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν, εἴτε ἐπὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ Βαυαρικοῦ δανείου, δὲν συνέτεινον μεγάλως εἰς τὸ νὰ δώσωσι κίνησιν καὶ ζωὴν εἰς τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα, ἢ ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Γερουσίας δὲν ἐξῆλθον αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔδιδον τροφὴν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, τὴν ὑπερασπίζουσαν τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, τὴν ἀντιπροσωπευομένην ἀπὸ τοὺς ἐξοχωτέρους ἄνδρας, οὓς ἀνέδειξεν ἡ τότε ἐπανάστασις, τοὺς ἀοιδίμους Ἐπαμ. Δεληγεώργην, Ἰάλεμον καὶ τόσους ἄλλους μεγαθύμους πατριώτας; Ἀλλ’ ἡ Γερουσία ἐκείνη ἔπεσεν οὐχὶ ὡς θεσμὸς μὴ ἐπιτελέσας τὴν ἀποστολήν του, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς κακῆς συγκροτήσεώς της, τοῦ ἰσοβίου τῶν μελῶν της καὶ τοῦ ἀπεριορίστως ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διορισμοῦ αὐτῶν, διότι ἦσαν ὑπάλληλοι τῆς ἐξουσίας, καὶ δὲν ἐχρησίμευεν εἰς τὸν μετριασμὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ Βουλῆς κατὰ τὰς ἀναφαινομένας ἑκάστοτε παρεκτροπὰς των. Γερουσία ὅμως αἱρετὴ ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων ἐγγυωμένων τὴν πεφωτισμένην διάνοιαν, τὴν ἐκ τῆς ἡλικίας πεῖραν, τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ φρονήματος, καὶ τὴν κατὰ οὐχὶ μακρὰ διαστήματα ἀλλαγὴν τῶν μελῶν της.

§13ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἤδη δὲν συζητεῖται τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας.

§14ΑΘΑΝ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος, ἐγένετο συζήτησις μακρά, ποῖον τῶν δύο συστημάτων πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ, τῆς Γερουσίας ἢ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Αἱ γνῶμαι ἐδιχάσθησαν, δέκα πρὸς τὴν μίαν γνώμην, δέκα πρὸς τὴν ἄλλην· ἐν ἰσοψηφίᾳ δὲ ἐνίκησεν ἡ γνώμη τῆς Ἀθηνᾶς, τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἂν ἡ ψῆφος αὐτοῦ δὲν ὑπῆρχε, βεβαίως σήμερον θὰ συνεζητεῖτο κατὰ προτίμησιν ζήτημα Γερουσίας καὶ οὐχὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει ἡμᾶς τοὺς ἔχοντας τὴν γνώμην τῆς συστάσεως Γερουσίας καὶ οὐχὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας νὰ προκαλέσωμεν διὰ συζητήσεως τὴν ἐπὶ τούτῳ γνώμην καὶ ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.

§15ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν ἴσχυσεν ἡ γνώμη τῆς Ἀθηνᾶς, ἀλλ’ ὁ ὁρισμὸς τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπὶ ἰσοψηφίας ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις· ὥστε εἶμαι ἀνεύθυνος ἐγώ.

§16ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τοιαύτη Γερουσία, Κύριοι, θὰ χρησιμεύσῃ ὡς χαλινὸς κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὡς προμαχὼν κατὰ τῆς ἀποπλανήσεως τῆς Βουλῆς, ἔτι δὲ διὰ τῆς ὡρίμου σκέψεως, τῶν δευτέρων μελετῶν καὶ ἀποφάσεων θὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους νομοθεσίαν ἀρτίαν συνάδουσαν πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ὑπὲρ τοῦ τοιούτου θεσμοῦ συνηγορῶ ἐγὼ, τοῦτον συνιστῶ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, καὶ ἐκ τῶν προτέρων δηλῶ ὅτι θ’ ἀπαιτήσω καὶ ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν. Ὡς προτείνεται, Κύριοι, ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι μόνον Σῶμα.

§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, κύριε Πρόεδρε· παρῆλθε τὸ ἡμίωρον, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ τελειώσωμεν· ἄλλως ἂς ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ἐπιτρέπει εἰς τὸν ῥήτορα νὰ συνεχίσῃ.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ βουλευτὴς κ. Στασινόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαγραφῆς, ἐκκαθαρίσεως, ἀνανεώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ τοὺς δήμους ὀφειλομένων ἀπὸ συνεισπραττομένους τοῖς δημοσίοις δημοτικοὺς φόροις κλπ.» Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαναστασίου.

§19Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μετὰ τὴν γενομένην μακρὰν ἀνάπτυξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ περιορισθῶ εἰς τὰ οὐσιωδέστατα καὶ τὰ ἐπίμαχα ζητήματα. Ἡ νομοπαρασκευαστικὴ λειτουργία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε παρ’ ἡμῖν μὲν ἄλλοτε τὴν μοναδικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, ἀλλαχοῦ δὲ κατὰ τὴν σύστασιν τοῦ θεσμοῦ τούτου τὸν κύριον προορισμόν του, τίθεται διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς εἰς δευτέραν μοῖραν, διότι κατ’ αὐτὸ προαιρετικῶς μόνον θὰ παραπέμπωνται τὰ νομοσχέδια εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Εἰς τοῦτο προέβη ἡ ἐπιτροπή, ἀκολουθοῦσα, φαίνεται, τὴν ἐξέλιξιν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ, ὁπόθεν παρελήφθη ὁ θεσμὸς οὗτος, καὶ ἀλλαχοῦ κατέληξαν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, ν’ ἀφαιρέσωσι δηλ. τὴν ὑποχρεωτικὴν νομοπαρασκευαστικὴν λειτουργίαν ἀπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ λόγῳ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ κυρίως διότι, ὡς ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ἐνεργειῶν τῆς Πολιτείας, ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς προόδου, ἀναφορικῶς εἰς τὰ ἀντικείμενα, ἐφ’ ὧν ἐπεξέτεινε τὴν λειτουργίαν αὐτῆς ἡ Πολιτεία, δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἦτο ὠργανωμένον, νὰ περιλάβῃ πάσας ἐκείνας τὰς εἰδικότητας, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη εἶναι χρησιμωτάτη, εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς τελειοτέραν κατάρτισιν τῶν νομοσχεδίων. Διὰ τοῦτο καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἄλλοι ἀνεπτύχθησαν θεσμοί, συμπληροῦντες ἀφ’ ἑνὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀντικαθιστῶντες τὴν νομοπαρασκευαστικὴν λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· ἀνεπτύχθη ἡ ὀργάνωσις ἡ ἐπαγγελματικὴ τῶν τάξεων, ἡ ὀργάνωσις τῶν διαφόρων ἐπιμελητηρίων, τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, ἡ ὁποία καὶ παρ’ ἡμῖν ἤρχισε νὰ γίνηται, καὶ ἥτις πρώτιστον σκοπὸν ἔχει τὴν κατάλληλον ἀντιπροσώπευσιν τῶν συμφερόντων τῶν σχετικῶν τάξεων, τὴν μελέτην τῶν προτεινομένων νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων καὶ τὴν διαφώτισιν ἀναφορικῶς εἰς αὐτὰς τῶν Βουλῶν, τῶν Κυβερνήσεων καὶ τοῦ λαοῦ ἐν γένει. Ἄλλη μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία γίνεται, καὶ ἡ ὁποία συμπληροῖ τὴν ῥηθεῖσαν μείωσιν τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὑπῆρξεν ἡ εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα σύστασις ἰδιαιτέρων πολυμελῶν συμβουλίων, ἀπαρτιζομένων ὑπὸ εἰδικῶν, δυναμένων νὰ ἔχωσιν αὐθεντικὴν γνώμην ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε προτεινομένων νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων. Ἀλλά, ἂν ἡ ῥηθεῖσα ἐξέλιξις τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διὰ τοὺς λόγους τούτους ἦτο ἀλλαχοῦ σκόπιμος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι εἶναι ὀρθὴ παρ’ ἡμῖν σήμερον ἡ σύστασις Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἄνευ τῆς ὑποχρεωτικῆς νομοπαρασκευαστικῆς λειτουργίας. Εἰς τοῦτο δ’ ὄχι μόνον δὲν συντρέχουσι παρ’ ἡμῖν οἱ ὅροι, οὓς ἀνέφερα, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀλλαχοῦ ὡδήγησαν εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν λειτουργιῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα κυρίως τῆς ἐλλείψεως παρ’ ἡμῖν δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ συζητήσωμεν σήμερον περὶ τῆς σκοπιμότητος δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀκριβῶς, ἐπειδὴ συζητεῖται ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, νὰ τονίσω ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος παντὸς δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ἰσοτίμου πρὸς τὴν Βουλήν, διότι τοιοῦτο Σῶμα παρακωλύει τὴν πραγμάτωσιν, κατὰ τὴν γνώμην μου, τῆς λαϊκῆς θελήσεως, καὶ πρὸς τούτοις διότι παρ’ ἡμῖν καὶ ἕνεκα τῆς κοινωνικῆς μας συνθέσεως καὶ ἕνεκα τῶν πολιτικῶν μας συνθηκῶν καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως κομματικῆς ὀργανώσεως δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα ἤθελεν ἐπιφέρει ἀστάθειαν κυβερνητικήν, ἤθελεν ἀποτελέσει μέγιστον ἐμπόδιον πρὸς διεξαγωγὴν τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν. Ἀλλά, καίτοι εἶμαι τόσον πολέμιος δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος ἰσοτίμου πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν παραγνωρίζω ὅτι ἔχει σπουδαιότατα ἐλαττώματα τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχῦον ἀντιπροσωπευτικὸν σύστημα, κυρίως τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὅτι δὲν διευκολύνει τὴν χρησιμοποίησιν διὰ τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας ἀνδρῶν ἐξαιρετικῆς πείρας καὶ ἐξαιρετικῆς μορφώσεως, καὶ τὸ ἐλάττωμα ὅτι δὲν παρουσιάζει κανὲν ἐμπόδιον κατὰ τῆς τυραννικῆς διευθύνσεως τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν ὑπὸ τοῦ πλειονοψηφοῦντος ἑκάστοτε κόμματος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ θεμελιωθῇ τοιουτοτρόπως ἐν τῷ Συντάγματι, ὥστε νὰ εἶναι βραδύτερον ἐπιδεκτικὸν τοιαύτης ἐξελίξεως, ὥστε νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις τοῦ πολιτεύματός μας, ἃς ἀνέφερα, χωρὶς βεβαίως νὰ προαχθῇ εἰς δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἰσότιμον πρὸς τὴν Βουλήν. Ν’ ἀναπτυχθῇ δηλ. εἰς Σῶμα περιλαμβάνον πλείστας εἰδικότητας, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη εἶναι χρησιμωτάτη διὰ τὴν τελειοτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων, καὶ θὰ ἔχῃ κῦρος οὐ μόνον ἕνεκα τῶν περιεχομένων αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς προελεύσεως τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μελῶν. Καὶ πρὸς τοῦτο προτείνω, ὡς τὴν μόνην ὑποδεικνυομένην μεταρρύθμισιν διὰ τὴν τοιαύτην ἐξέλιξιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὴν ἀπάλειψιν τῆς προτελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 85, διὰ τῆς ὁποίας καθορίζεται ὁ διορισμὸς τῶν ἐκτάκτων μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι βραδύτερον δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τῆς ἀποστολῆς εἰς αὐτὸ προσώπων ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι σκοπὸν ἔχουσιν, ὡς ἤδη εἶπον, νὰ προστατεύωσι τὰ συμφέροντα τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν τάξεων, ὅταν, ἐννοεῖται, οἱ ὀργανισμοὶ οὗτοι ὀργανωθῶσι καταλλήλως. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ἀπὸ τοῦδε ὑπὲρ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὑπὸ τὸν ὅρον μεταρρυθμίσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἀναθέσεως εἰς αὐτὸ τῆς ὑποχρεωτικῆς νομοπαρασκευαστικῆς λειτουργίας, ὅπερ ἔχει ἤδη ἡ Κυβέρνησις δεχθῆ εἰς τὸ προσχέδιόν της. Κατὰ τῆς συστάσεως παρ’ ἡμῖν ἐκ νέου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὑπεστηρίχθη τὸ δῆθεν ἀνελεύθερον τοῦ θεσμοῦ τούτου. Καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω μεγάλην πεποίθησιν εἰς τὸ δυνατὸν νὰ κυβερνᾶται εὐδοκίμως ὁ λαὸς δι’ ἑαυτοῦ. Καὶ ἀκριβῶς διότι ἔχω τοιαύτην αἰσιοδοξίαν καὶ τοιαύτην πεποίθησιν εἰς τὸν λαόν, δι’ αὐτὸ ἔχω δεχθῆ καὶ ἀνάλογον πολιτικὴν ἰδεολογίαν, ἡ ὁποία προεκάλεσεν ἐπανειλημμένως ἐνταῦθα ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους ἐκείνων ἀκριβῶς, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἀντιλαϊκοῦ. Ἀλλὰ λησμονοῦσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες ὅτι ἡ ὑπάρχουσα Βουλή, καίπερ προερχομένη ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ, δὲν ἐκφράζει ἐνίοτε τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Τοῦτο συμβαίνει οὐ μόνον εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀτελὲς ἐκλογικὸν σύστημα, ἀτελῆ κομματικὴν ὀργάνωσιν, καὶ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς δὲν εἶναι εἰσέτι μεμορφωμένος πολιτικῶς, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καὶ τέλειον ἐκλογικὸν σύστημα καὶ κομματικὴν ὀργάνωσιν, καθιστῶσαν ἐπιτακτικὴν τὴν διαρκῆ ἐπικοινωνίαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν μετὰ τοῦ λαοῦ, καὶ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς εἶναι ἐξαιρετικῶς πολιτικῶς προηγμένος. Καὶ παρ’ ἡμῖν δὲ καὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμολογήσωμεν, αἱ Βουλαί, καίτοι προήρχοντο ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ, δὲν ἐξέφραζον τὴν θέλησιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο δὲ εἴδομεν τὸ παράδοξον φαινόμενον, ὅτε ἐξηγέρθη μία μερὶς δημοσίων λειτουργῶν ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος, ὁλόκληρος ὁ λαὸς σύσσωμος νὰ ἐξεγερθῇ μετ’ αὐτῆς καὶ ν’ ἀξιώσῃ νὰ γίνωσιν ἀληθεῖς μεταρρυθμίσεις, διὰ τὰς ὁποίας αἱ Βουλαὶ οὐδέποτε ἐμερίμνησαν. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἀτελοῦς ἀντιπροσωπεύσεως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τοῦ λαοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τῆς τυραννικῆς διευθύνσεως τῶν νομοθετικῶν πραγμάτων ὑπὸ τοῦ πλειονοψηφοῦντος κόμματος δὲν ὑπάρχει, πλὴν τῆς πολιτικῆς μορφώσεως τοῦ λαοῦ καὶ τῆς καταλλήλου κομματικῆς ὀργανώσεως, καμμία ἄλλη διέξοδος, παρὰ ἡ δημιουργία ὀργανισμῶν τοιούτων, οἱ ὁποῖοι προορισμὸν ἔχουσι νὰ διαφωτίζωσι τὸν λαὸν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων ζητημάτων, καὶ οἱ ὁποῖοι προορισμὸν ἔχουσι νὰ δίδωσιν εὐκαιρίαν εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐκφράζῃ τὴν γνώμην του καὶ ν’ ἀντιδρᾷ κατὰ τῶν τυραννικῶν τάσεων μιᾶς δεδομένης πλειονοψηφίας. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε βεβαίως θὰ δύναται, ἂν διαρρυθμισθῇ, ὡς ἐγὼ ποθῶ, νὰ παρεμποδίσῃ τελείως τὴν ψήφισιν οἱουδήποτε νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ διαφωτίζῃ τὸν λαὸν καὶ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς σημασίας οἱουδήποτε νομοσχεδίου, καὶ διὰ τῆς ἐπιβραδύνσεως τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ νὰ δίδῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν λαὸν ν’ ἀντιδρᾷ διὰ τῶν καταλλήλων ὀργανισμῶν αὐτοῦ ἐναντίον παντὸς ἀσυμφόρου νομοθετικοῦ μέτρου, δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, λέγω, ὅτι τοιοῦτος θεσμὸς εἶναι ἀνελεύθερος καὶ ὅτι ἐμποδίζει τὴν πραγμάτωσιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ.

§20Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸ Συμβούλιον.

§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁμιλῶ ὅπως τὸ ἐννοῶ καὶ τὸ θέλω ἐγὼ τὸ Συμβούλιον, δηλαδὴ ἔχον τὸ δικαίωμα τῆς τοιαύτης γνωμοδοτήσεως. Ἐγὼ τὸ θέλω τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀναπληρώσῃ σχεδὸν τὴν ἔλλειψιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ, ἅτινα ἀνέφερα καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων κηρύσσομαι κατὰ τῆς συστάσεως τοιούτου δευτέρου Σώματος παρ’ ἡμῖν. Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν οὐσιωδεστάτην λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία καὶ μόνη, καὶ ὡς θὰ ῥυθμισθῇ εἰς τὸ προσχέδιον, δικαιολογεῖ τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τούτου, τὴν δικαστικήν. Ὅτι αἱ διαφοραὶ μεταξὺ πολιτῶν καὶ διοικήσεως εἶναι πρέπον νὰ λύωνται δικαστικῶς, κατὰ δικαστικοὺς τύπους καὶ ὑπ’ Ἀρχῆς δικαστικῶς ὠργανωμένης, δὲν ἠμφεσβητήθη ἀπολύτως ἐνταῦθα ὑπ’ οὐδενός, δὲν ἠμφεσβητήθη δέ, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἐξέλιξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος δὲν ὑπάρχει πλήρης ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν πολιτῶν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἐφ’ ὅσον αὕτη εἶναι ἀποκλειστικῶς ἀνατεθειμένη εἰς τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠμφεσβητήθη, εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως ἰδιαιτέρου διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ὅπως π. χ. τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ σύστασις ἰδιαιτέρου διοικητικοῦ Δικαστηρίου πιθανὸν κατ’ ἀρχὰς νὰ προῆλθεν ἐκ τῆς θεωρίας τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ βεβαίως ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν διετηρήθη καὶ δὲν ἀνεπτύχθη σήμερον, ὡς ἀνεπτύχθη καὶ ὡς λειτουργεῖ ἀλλαχοῦ, λόγῳ τῆς θεωρίας αὐτῆς, διότι ἡ θεωρία αὕτη πλέον κατέπεσεν. Ἀνεπτύχθη ὁ θεσμὸς τῶν ἰδιαιτέρων διοικητικῶν Δικαστηρίων, ἕνεκα τῆς μεγάλης πληθύος τῶν διοικητικῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπήγασαν ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Κράτους, ἀνεπτύχθη ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς εἰδικεύσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν νόμων τῶν διοικητικῶν. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν ἰδιαίτερα διοικητικὰ Δικαστήρια· ἡ Ῥωμουνία λ. χ. δὲν ἔχει τοιαῦτα Δικαστήρια. Ἀλλ’ εἰς τὴν Ῥωμουνίαν ὑπάρχουσιν εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια ἰδιαίτερα τμήματα ἐκδικάσεως τῶν διοικητικῶν διαφορῶν, καὶ ἑπομένως ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ ἰδιαιτέρου διοικητικοῦ Δικαστηρίου παρ’ ἡμῖν, ἐκλείπει τελείως, διότι, ἂν καὶ ἡμεῖς θελήσωμεν ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ αὐξήσωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν Δικαστηρίων τούτων.

§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν παρέχεται ἐξ αὐτῶν μεγαλειτέρα ἐγγύησις;

§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀκριβῶς δὲν παρέχεται μεγαλειτέρα ἐγγύησις περὶ τῆς καλλιτέρας ἐφαρμογῆς τῶν διοικητικῶν νόμων, διότι ὡς ἐκ τῆς κυρίας ἀπασχολήσεως αὐτῶν οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι ὅπως κρίνωσι περὶ τῶν διοικητικῶν διαφορῶν. Ὡς εἶναι κατηρτισμένοι σήμερον οἱ δικασταὶ μόνον περὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου εἶναι εἰδικοί, ὅπως ἀποφαίνωνται.

§24Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ καταρτισθῇ τὸ Συμβούλιον ἐξ ὑπαλλήλων διοικητικῶν.

§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ καταρτισθῇ ἐξ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνῶσται τῶν διοικητικῶν νόμων καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσιν ὡς μόνην ἐνασχόλησιν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διοικητικῶν νόμων. Ἀντετάχθη κατὰ τῆς δημιουργίας τῶν ἰδιαιτέρων Δικαστηρίων πάλιν ἡ προσβολὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πάλιν τὸ ἀνελεύθερον τῆς ἱδρύσεως ἰδιαιτέρων Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς φρασεολογίας οὐδὲν προσηνέχθη ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς τοιαύτης γνώμης. Διότι κατὰ τί εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸν ἢ ἀνελεύθερον ἡ ἀπόφασις ἑνὸς κατωτέρου ὀργανισμοῦ, μιᾶς κατωτέρας διοικητικῆς Ἀρχῆς νὰ παραπέμπηται ὅπως ἐκδικασθῇ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς οὐσίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νομίμου εἰς ἀνώτερον Δικαστήριον; Κατεκρίθη ὅτι περιορίζεται ὁ Ὑπουργὸς διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεώς του, ἀλλ’ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν περιορίζεται, ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς ἐνεργεῖ ἐντὸς τῶν νόμων καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, τίθεται ὅμως φραγμὸς τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἠμπορεῖ νὰ ἀντιταχθῇ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ τείνῃ περισσότερον πρὸς παράβασιν τῶν νόμων τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας παρὰ ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀντίρρησις βεβαίως πανταχοῦ ἀλλοῦ στηρίζεται παρὰ ἐπὶ τῆς πείρας, διότι, ἂν ἦτο ἀληθές, θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττὸς καὶ ὁ θεσμὸς τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ὅπως εἶναι σήμερον ὠργανωμένη, διότι μὴ λησμονῶμεν τοῦτο, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι Σῶμα καθαρῶς δικαστικόν, ἔχον πάσας τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων καὶ δικάζον συμφώνως πρὸς ὡρισμένην διαδικασίαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν.

§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν.

§27ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ κρίνῃ τὸ νόμιμον τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν.

§28Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τώρα δὲν ἔχομεν ἀκύρωσιν.

§29ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχομεν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ἡ ἀποζημίωσις δὲν εἶναι πλήρης ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου καὶ πλήρης ἱκανοποίησις τοῦ ἀδικηθέντος πολίτου.

§30Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ ἁπλοποίησις τῆς Γραφειοκρατίας θὰ ἐπιφέρῃ κάποιον καλὸν εἰς τὴν κοινωνίαν;

§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ διαδικασία τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ εἶναι πολὺ ἁπλουστέρα τῆς διαδικασίας τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ συστήσωμεν ἰδιαίτερα Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἀκολουθήσωσιν ἁπλουστέραν διαδικασίαν. Ἀκριβῶς δ’ ἕνεκα ἐλλείψεως τοιαύτης ἁπλουστέρας διαδικασίας οἱ πολῖται διστάζουσι πολλάκις νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια. Ἐπὶ παραδείγματι, ἐὰν ἡ ἁρμοδία Ἀρχὴ ἀρνῆται νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἄδειαν πρὸς ἵδρυσιν φαρμακεμπορείου, δύναται βεβαίως ὁ ἀδικούμενος πολίτης νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ κατὰ 97% δὲν προσφεύγει εἰς αὐτὰ λόγῳ τῆς μακρᾶς διαδικασίας, διὰ τῆς δημιουργίας ὅμως ἰδιαιτέρας διαδικασίας, ἁπλῆς, τῆς διοικητικῆς δικαιοδοσίας θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν πολίτην προσφεύγοντα νὰ κατορθώσῃ, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, πρέπει δὲ καὶ δι’ ἄλλον λόγον νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἵδρυσιν τοιούτου Συμβουλίου Ἐπικρατείας πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν νόμων τῆς ἀποκεντρώσεως, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς ὑπηνίχθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δεμερτζῆς, διότι ὡς ἐδημιουργήθησαν ἀποκεντρωτικοὶ νόμοι, δι’ ὧν ἀνετέθη εἰς ὡρισμένας ἐπιτροπείας ἡ ἀπόφασις ἐπὶ ὡρισμένων ζητημάτων, διατρέχει μέγαν κίνδυνον ἡ ἀποκέντρωσις, λόγῳ τῆς ἐνδεχομένης ἐξεγέρσεως, λόγῳ τῆς ἐνδεχομένης ἀντιδράσεως ἐναντίον αὐτῆς, ἐξ ἀφορμῆς ὡρισμένων παραβάσεων τῶν κατωτέρων τούτων ἐπιτροπειῶν. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸς ἀνέφερεν ἓν παράδειγμα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Εὐρυτανίας, ὁ ὁποῖος ψευδῶς ἐπιστοποίησε περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν ἑνὸς σχολείου καὶ τὴν πρότασιν τοῦ ὁποίου ἐπεκύρωσε δι’ ἀποφάσεώς του τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, κατὰ τῆς ὁποίας ἀποφάσεως οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργός. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον νὰ δημιουργήσωμεν Σῶμα ἰδιαίτερον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάζῃ τὸ νόμιμον τῶν πράξεων τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοιαύτης ἀποκεντρώσεως· διότι, ἐπαναλαμβάνω, διατρέχομεν κίνδυνον νὰ ναυαγήσῃ ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως ἕνεκα τῶν μὴ δυναμένων ν’ ἀρθῶσι παρανομιῶν ὑπαλλήλων ἢ ἐπιτροπειῶν τινων.

§32Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἔχωμεν δηλ. μίαν συγκέντρωσιν τῆς ἀποκεντρώσεως.

§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι. Ἄλλως, ἀμφισβητοῦντες τὴν σκοπιμότητα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς ν’ ἀμφισβητῶμεν τὴν σκοπιμότητα τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν τελειοτέραν λειτουργίαν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ προβῶμεν, εἶναι ἀπαραίτητος ἐπίσης ἡ εἰσαγωγὴ ἀνωτέρου Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐποπτεύῃ ἐπὶ τοῦ νομίμου τῶν πράξεων τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὰς δύο κυριωτάτας λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Νομίζω ὅτι ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν, ἀνταποκρινόμεθα εἰς τὸ πνεῦμα τῶν σημερινῶν περιστάσεων συνιστῶντες Σῶμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξασφαλίζεται κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ τελειοτέρα κατάρτισις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζονται τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν. (Χειροκροτήματα).

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρέας.

§35Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἕν τῶν κυριωτέρων αἰτίων τῆς κακοδαιμονίας τῆς ἡμετέρας χώρας ὑπῆρξεν ἡ συναλλαγή. Ἡ συναλλαγὴ εἰσήγαγε τὴν παραλυσίαν εἰς τὴν δικαιοσύνην, εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τὸν στρατόν, διέφθειρε τοὺς χαρακτῆρας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐξεφαύλισε τοὺς πολιτευομένους, ἐπέφερε τελείαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς ἐξάρθρωσιν. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συναλλαγῆς οἱ ὅροι τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἀνεστράφησαν. Ὁ Βασιλεὺς ἐκυβέρνα καὶ δὲν ἐβασίλευεν, ἡ Κυβέρνησις ἐβασίλευε καὶ δὲν ἐκυβέρνα, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους διωρίζοντο καὶ ἐπαύοντο ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, προσυπογράφοντος τοῦ Βασιλέως, ἡ Βουλὴ ἐψήφιζεν, ἀλλὰ δὲν ἐνομοθέτει, τὸ νομοθετικὸν ἔργον περιῆλθεν εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἡ δὲ Βουλή...

§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ τώρα τί γίνεται;

§37Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Μὴ βιάζεσθε· θὰ ἔλθω... Ἡ δὲ Βουλὴ παρεῖχε τὴν ψῆφον αὑτῆς ἀντὶ ῥουσφετίων. Ἡ τοιαύτη κατάστασις εἶχεν ὡς συνέπειαν τὸ κίνημα, τὸ ὁποῖον ἀνέστειλε τὴν πορείαν τῆς συναλλαγῆς, ἀλλὰ δὲν ἐτερμάτισεν αὐτήν. Εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, ἔλαχεν ὁ κλῆρος, ἵνα θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν συναλλαγήν, ἵνα τερματίσωμεν αὐτήν. Θὰ ἔχωμεν τὴν αὐταπάρνησιν καὶ τὸ σθένος νὰ πράξωμεν τοῦτο; Ἰδοὺ ἐπέστη ἡ ὥρα. Μέχρι τοῦδε εἰργάσθημεν, ἐψηφίσαμεν διαφόρους διατάξεις μεταρρυθμισάσας τὸ Σύνταγμα καὶ καταστησάσας εὐρυθμοτέραν τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, ἀλλὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐλάβομεν, δὲν ἀντεπεξῆλθον κατὰ τῆς συναλλαγῆς· ἵνα πατάξωμεν τὴν συναλλαγήν, δέον νὰ εὕρωμεν ποῦ κεῖται ἡ ἑστία τῆς συναλλαγῆς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἡ ἑστία τῆς συναλλαγῆς εὑρίσκεται ἐδῶ (δεικνύει τὴν αἴθουσαν τοῦ Βουλευτηρίου) καὶ ἐκεῖ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Θὰ ἔχωμεν, τὸ σθένος λοιπὸν νὰ θέσωμεν φραγμὸν ἀνυπέρβλητον μεταξὺ Βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν; Ἂν τοιοῦτο σθένος ἔχωμεν, ἔστε βέβαιοι ὅτι θὰ μακαρίσωσιν ἡμᾶς αἱ μέλλουσαι γενεαί· ἂν τὸ σθένος τοῦτο δὲν τὸ ἔχωμεν, οὐδὲν ἐπράξαμεν. Ἡ συναλλαγὴ ἐλλοχεύει εἰς τὰ πρόθυρα καὶ μετ’ οὐ πολὺ πλησίστιος θὰ εἰσέλθῃ ἐνταῦθα καὶ θὰ ἐγείρῃ θρασεῖαν κεφαλήν. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συναλλαγῆς θὰ καμφθῶσι καὶ οἱ πλέον ἄκαμπτοι χαρακτῆρες, ἂν δὲ δὲν καμφθῶσι, θὰ συντριβῶσιν. Ἀφοῦ εὕρωμεν τὴν ἑστίαν τῆς συναλλαγῆς, πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν μέσων τῆς καταλύσεως αὐτῆς. Ὡς μέσον κατὰ τῆς συναλλαγῆς, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν, νὰ δημιουργήσωμεν ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε θὰ θέσῃ φραγμόν. Τοιοῦτον Σῶμα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄλλο, εἰμὴ Σῶμα ὑπὸ τὸν τίτλον «Συμβούλιον Ἐπικρατείας». Συμβούλιον ὅμως οὐχὶ διοριζόμενον ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν, διότι τότε θὰ δώσωμεν ζωὴν εἰς τὴν συναλλαγήν, ἀντὶ νὰ πολεμήσωμεν αὐτήν. Θὰ δώσωμεν τὰ μέσα εἰς μὲν τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ συναλλαχθῶσιν, εἰς δὲ τοὺς ἐπιτηδείους νὰ προσκολληθῶσι, νὰ καταλάβωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτάς, καὶ νὰ ἐξακολουθῶσιν ὑπηρετοῦντες τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, νὰ πράξωσι δηλ. ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν μέχρι τοῦδε τὰ διάφορα νομικὰ συμβούλια. Ἔσχον τὴν τιμήν, Κύριοι, εὐθὺς ἀμέσως ὅτε ὑπεβλήθη τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑποβάλω ἰδίαν πρότασιν, ὅλως ἰδιόρρυθμον, ἡ ὁποία δὲν ἠξιώθη πολλῆς καὶ μεγάλης προσοχῆς ὑπὸ τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, διότι ἡ γνώμη ἡ διατυπουμένη ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ δὲν προέρχεται οὔτε ἐκ Γάλλων συγγραφέων, οὔτε ἐξ Ἄγγλων, οὔτε ἐξ Ἱσπανῶν, οὔτε ἐξ Ἐσκιμώων, ἀλλ’ εἶναι γνώμη πρωτότυπος. Ὑποδεικνύεται Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ὡς Σῶμα νομοπαρασκευαστικόν, ὡς δευτέρα Βουλή, ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὡς προμαχὼν κατὰ πάσης παρεκτροπῆς ἢ ὑπερβασίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἰδιαίτατα δ’ ὡς προστάτης τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Δύο κυριώτατα ἔργα ἀνετίθεντο, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἐμήν, εἰς τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τῆς Ἐπικρατείας, ἡ παρασκευὴ τῶν νόμων καὶ ἡ μετοχὴ εἰς τὸν διορισμὸν καὶ τὴν παῦσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ διὰ τὴν παρασκευὴν τῶν νόμων ἰδοὺ τί διετυποῦτο ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ: «Οὐδεμία πρότασις νόμου ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν ἐπεξεργασθῇ ταύτην τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ἐπιστρέφει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν ἡ Βουλὴ διαφωνῇ ἐπὶ οὐσιωδῶν διατάξεων τοῦ ἐπιστρεφομένου νομοσχεδίου πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναβάλλεται διὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, εἰς ἣν καλοῦνται ἵνα μετάσχωσι τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Ἐνόμιζον καὶ νομίζω ὅτι οὑτωσὶ πρέπει νὰ διατυπωθῇ διάταξις, ἂν ψηφισθῇ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ὁπωσδήποτε, ὥστε νὰ μὴ ψηφίζωνται ἐν μιᾷ στιγμῇ οὐσιώδη νομοθετήματα. Βεβαίως θ’ ἀντιτάξῃ τις τοιαύτη ἐπεξεργασία, τοιαύτη συζήτησις, ὡς σεῖς διατυποῦτε ἐν τῇ προτάσει σας, θὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων· ἀλλ’ οἱ νόμοι, Κύριοι, οἱ πάγιοι δὲν ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ ψηφίζωνται μετὰ σπουδῆς. Ὑπάρχουσι νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη, ἵνα ψηφίζωνται τάχιστα, ἀλλ’ οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφίζωνται τάχιστα, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ βασανισθῶσι προηγουμένως, οἱ στρατιωτικοὶ καὶ διάφοροι ἄλλων κλάδων νόμοι ἐπίσης, ὥστε νὰ μὴ παρουσιάζωσι τὸ ἄτοπον ἐκεῖνο, τοῦ νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τοῖς νομοθετήμασι διατάξεις ἀλληλοσυγκρουόμεναι καὶ ἀλληλαναιρούμεναι, ἀποτυγχάνουσαι εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογήν (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας συνεδριάζει καὶ διασκέπτεται μυστικῶς, παρόντων τοὐλάχιστον τῶν τριῶν τετάρτων τῶν μελῶν αὐτοῦ· προεδρεύει ὁ πρεσβύτερος καὶ τοῦτον ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ἀναπληροῖ ὁ μετ’ αὐτὸν καθ’ ἡλικίαν πρεσβύτερος· χρέη δὲ γραμματέως ἐκπληροῖ ὁ νεώτερος. Ἀπόφασις αὐτοῦ ἔχει κῦρος, ἂν δέκα τῶν μελῶν ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτῆς».

§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσα πρόσωπα θ’ ἀποτελῶσι τὸ Συμβούλιον;

§39Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Θὰ εἶναι ἓν ἐξ ἑκάστου νομοῦ, μὲ προσόντα, οὕτως ὥστε νὰ μὴ δύναται πᾶς τις νὰ ἐκτίθηται ὡς ὑποψήφιος· κατόπιν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ προσόντων.

§40Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ εἶναι ἀνισότης, διότι μερικοὶ ἐκ τῶν νομῶν εἶναι μικροί. Ἡ Ζάκυνθος λ. χ. θὰ ἔχῃ τὰ αὐτὰ δικαιώματα μὲ τὸν νομὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.

§41Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ὅταν ὑπάρχωσι τὰ προσόντα, διατί νὰ μὴ ἐκλεχθῇ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἷς; Μάλιστα δύναται νὰ ἐπιτραπῇ νὰ δώσῃ ἕνα ὁ Ἄρειος Πάγος, ἕνα τὸ Πανεπιστήμιον καὶ ἕνα τὰ ἐφετεῖα. Ἐγὼ παρέχω τὴν ὕλην, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἐπεξεργασθῇ αὐτὴν καὶ ἂς τὴν τακτοποιήσῃ ὅπως θέλει. Δὲν ἀξιῶ νὰ τὴν δεχθῇ ἡ Βουλὴ ἀσυζητητί. Καὶ τοῦτο μὲν εἶναι τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἔργον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἑτέρα ἐργασία σοβαρὰ τοῦ Συμβουλίου θὰ εἶναι ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸν διορισμὸν καὶ τὴν παῦσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἀφαιρέσωμεν μέρος τῆς ἐξουσίας τοῦ διορίζειν καὶ παύειν ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς, μὴ φαντασθῆτέ ποτε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψῃ ἡ συναλλαγή. Ἔχουσι δημιουργηθῆ, ὡς γνωστόν, διάφορα συμβούλια, κατὰ τοὺς τελευταῖον ψηφισθέντας νόμους, μετὰ γνωμοδότησιν τῶν ὁποίων οἱ Ὑπουργοὶ προβαίνουσιν εἰς τὰς διαφόρους μεταβολὰς ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀλλ’ οὔτε ἄξια μεγάλης ἐμπιστοσύνης εἶναι οὔτε πρέπει νὰ δίδηται μεγάλη πίστις εἰς τὰ συμβούλια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ὅπου τυχὸν δὲν ἐνδιαφέρονται οἱ Ὑπουργοί, ἐργάζονται κατὰ τὰς ἐμπνεύσεις των ἰδιοτελῶς. Ἕν Σῶμα ὅμως καταρτιζόμενον, ὡς τὸ ἐν τῇ ἐμῇ προτάσει ἀναγραφόμενον Συμβούλιον Ἐπικρατείας, οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ὑποχρέωσιν ν’ ἀκούσῃ τὸν Ὑπουργόν· θὰ εἶναι Σῶμα ἀνεξάρτητον, θὰ εἶναι Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνεργῇ κατ’ ἰδίαν πεποίθησιν καὶ κατ’ ἐλευθέραν συνείδησιν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ὅμως τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ διορίζειν καὶ παύειν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ὁ Ὑπουργός, νὰ μεταβιβάσωμεν ὁλοκλήρως εἰς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο, διότι ἴσως περιπέσωμεν ἀπὸ τῆς Σκύλλης εἰς τὴν Χάρυβδιν· πρέπει νὰ θέσωμεν ὅριον· νὰ κανονίσωμεν τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς τοῦ Συμβουλίου. Ἐν τῇ προτάσει, Κύριοι, διετύπωσα τὸ μέρος τοῦτο ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑποβάλλει προτάσεις περὶ διορισμοῦ καὶ παύσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν. Τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας πρὸς διορισμὸν ἢ παῦσιν δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου ὑποδεικνύει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τὸ διορισθησόμενον ὅμως πρόσωπον ὑποδεικνύει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Οὐδεὶς ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης παύεται ἄνευ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως φερούσης τὰς ὑπογραφάς, διὰ μὲν τοὺς ὑπαλλήλους, ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ δὲ τοὺς δημοσίους ὑπηρέτας, τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ ἢ ἀπολύσεως προσυπογράφεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο φαίνεται κατά τι ἀντιστρατευόμενον εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, δυνάμεθα τὸν ὅρον τοῦτον νὰ τὸν μετατρέψωμεν καὶ νὰ μείνῃ τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς ἔχει σήμερον, ἀπαιτουμένης ὅμως πάντοτε ἠτιολογημένης ἐκθέσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὑποχρεωτικῆς οὔσης διὰ τὸν Ὑπουργόν. Δηλαδὴ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὑποδεικνύει τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἀπόλυσιν λ.χ. τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ Συμβούλιον θὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖται ἡ ἀπόλυσις τοῦ νομάρχου, καί, ἂν εὕρῃ αὐτοὺς βασίμους, θὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὑποχρεωτικὴν οὖσαν δι’ αὐτόν, καὶ τότε ὁ Ὑπουργὸς θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν. Ἐφ’ ὅσον τὸ Συμβούλιον δὲν ὑποβάλλει τοιαύτην ἔκθεσιν, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς οὔτε νὰ θίξῃ κἂν τὸν νομάρχην. Τώρα εἶναι δυνατὸν ὁ ὅρος αὐτὸς ν’ ἀντιστραφῇ, καί, ἀντὶ νὰ προσυπογράφηται τὸ Διάταγμα ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ νὰ προκαλῆται συνεπεία ἠτιολογημένης ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, νὰ τεθῇ ὅτι προκαλεῖ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Β. Διατάγματος ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, στηριζόμενος εἰς ἠτιολογημένην ἔκθεσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὑποχρεωτικὴν οὖσαν δι’ αὐτόν. Τοιουτοτρόπως ἐξασφαλίζονται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ δὲν θὰ παριστάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος, πρὸ τοῦ ὁποίου παριστάμεθα μέχρι τοῦδε, καὶ θὰ παριστάμεθα ἴσως καὶ ἐπὶ πολὺν καιρὸν ἀκόμη. Πρέπει νὰ σκεπτώμεθα, Κύριοι, ὡς θνητοί, διότι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἰσόβιοι ἐδῶ οὔτε ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διαδεχθῶσιν ἡμᾶς, ὡς καὶ τοὺς καθημένους ἐπὶ τῶν ἑδωλίων ἐκείνων (δεικνύει τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν), θὰ ὁρμῶνται ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν καὶ αἰσθημάτων καὶ ὅτι θὰ ἔχωσι τὴν αὐταπάρνησιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δεικνύομεν σήμερον, παρέχοντες τὴν συνδρομὴν ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀξιώσεως. Ἀλλά, καὶ ἂν οἱ διάδοχοι ἡμῶν ὡρμῶντο ἀπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, καὶ ἂν οἱ διάδοχοι τῶν νῦν Ὑπουργῶν ἐνεφοροῦντο ἐπίσης ὑφ’ ὧν σήμερον ἐμφοροῦνται αἰσθημάτων οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοί, καλὸν εἶναι, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, νὰ λάβωμεν τὸ μέτρον σήμερον, ὅτε ἡμεῖς ἔχομεν εἰς χεῖράς μας τὴν ἐξουσίαν, νὰ θέσωμεν τὸν προσήκοντα φραγμόν, ν’ ἀνεγείρωμεν ὀχύρωμα ἀπόρθητον, διὰ νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν ἐπέλασιν κατὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων παντός, ὅστις ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελε σκεφθῆ νὰ ἐπιδράμῃ κατ’ αὐτῶν. Νὰ θέσωμεν φραγμόν, ἵνα μὴ ἐν μιᾷ νυκτὶ ψηφίζωνται σωρεῖαι νομοσχεδίων. Δυνάμεθα δὲ ν’ ἀναθέσωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς τοῦτο ὑποδεικνύεται ἐν τῇ προτάσει μου, καὶ ἄλλα ἔργα. Νομίζω ὅτι δύνανται ν’ ἀνατεθῶσι καὶ πάντα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸ προσχέδιον τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, πρὸ παντὸς ὅμως βάσις πρέπει νὰ εἶναι ὅτι τὸ Συμβούλιον πρέπει νὰ εἶναι αἱρετὸν καὶ οὐχὶ νὰ διορίζηται προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ δείξωμεν αὐταπάρνησιν, διότι ἄνευ αὐταπαρνήσεως οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν. Ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν σήμερον νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν συναλλαγήν, ἔστε βέβαιοι ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς χείρονα κατάστασιν.

§42ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναμφιβόλως προσῆκε συζήτησις μακρὰ καὶ ἐπισταμένη· ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως συζητοῦμεν ἐπὶ ματαίῳ.

§43Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ εἶσθε βέβαιος· ὄχι νὰ φοβῆσθε.

§44ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἱδρύετο οὕτως: «Ἄρθρον 83.—Καθίσταται, πρὸς παρασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νομοσχεδίων, Σῶμα συμβουλευτικόν, ὀνομαζόμενον «Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας», ἑδρεῦον ἐν Ἀθήναις». Τοῦτο καὶ μόνον. Σῶμα συμβουλευτικὸν πρὸς κατασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νομοσχεδίων. Ὑπὸ τῆς προτάσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καθίσταται τοιοῦτον: «Ἄρθρον 83.—Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνήκουσιν ἰδίως: αʹ) Ἡ ἐπεξεργασία τῶν προτάσεων νόμων καὶ τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων· βʹ) Ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβαλλομένων αὐτῷ διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· γʹ) Ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν ὑπὸ τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, πλὴν τῶν δικαστικῶν, ἐκδιδομένων διοικητικῶν πράξεων κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα· δʹ) Ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ἀπολαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως κατὰ τοὺς περὶ τούτου νόμους». Καθίσταταί τι προφανῶς ἐντελῶς διάφορον. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν ποσότητα τῶν διατάξεων φοβοῦμαι, κύριοι συνάδελφοι, μήπως μέχρι τοῦδε τὸ κατασκεύασμα τοῦτο ἐψηλαφήθη μετὰ λεπτεπιλέπτου ἁβρότητος, περιεγράφη ἀριστοτεχνικῶς, ἐφαντάσθησαν τὴν ἐσωτερικὴν αὐτοῦ ὑπόστασιν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησαν νὰ συμπιέσωσιν ὀλίγον τὸν ὄγκον τοῦτον, διότι, ἐὰν συνεπίεζον αὐτόν, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἁπλῶς θὰ ἀνήρχετο πρὸς τὰ ὕψη καπνός, μεταξὺ δὲ τῶν δακτύλων θὰ ἔμενε μεμβράνα τις γλοιώδης. Φοβοῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι συζητοῦμεν ἐπὶ τοσοῦτο, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος σπουδαῖος καὶ σοβαρός, διότι ὑπάρχουσι διατάξεις ἐν τῷ διατετυπωμένῳ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἄρθρῳ περιττεύουσαι ἐντελῶς, ὑπάρχουσι διατάξεις μάταιαι, ὑπάρχει διάταξις, ἥτις, ὡς ἔχει, εἶναι ἀδύνατον νὰ γένηται δεκτή, καί, ἂν γίνῃ δεκτή, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὡς δὲ θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἔχῃ, δὲν εἴμεθα ὥριμοι νὰ τὴν θέσωμεν. Τὸ ζήτημα περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας—οὐχὶ τὸ ζήτημα τὸ ἀπορρέον ἐκ τῶν διατετυπωμένων διατάξεων— εἶναι εὐρύτατον καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀπὸ ἀπόψεως ἱστορικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, τῶν πραγμάτων τῶν πολιτικῶν, τῶν πραγμάτων τῶν κοινωνικῶν. Θὰ προσῆκε δὲ πρὸ πάσης ἄλλης ἐξετάσεως νὰ ἐρωτήσῃ τις, τίνες εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες πείθουσιν ἡμᾶς νὰ φθάσωμεν μέχρι τοῦ σημείου, ὅπως καταστήσωμεν ἐν τοσαύτῃ εὐρύτητι θεσμόν, ὅστις, τὰ μάλιστα ὢν περιωρισμένος πρό τινων δεκαετηρίδων, κατελύθη ὡς λαομίσητος; Ποῦ εὑρίσκομεν τὴν τόλμην νὰ καθιστῶμεν θεσμὸν τοσοῦτο μέγαν, ἐνῷ μόνον ὡς Σῶμα συμβουλευτικὸν πρὸς κατασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νομοσχεδίων κατελύθη ὑπὸ τὰς ἀρὰς τοῦ ἔθνους; Πάντες ἡμεῖς, ἰδίᾳ οἱ ἐκ χωρίων καταγόμενοι, βεβαίως ἀναμιμνησκόμεθα τῶν παραμυθίων, τὰ ὁποῖα ἠκούημεν κατὰ τὴν παιδικὴν ἡμῶν ἡλικίαν· καὶ ἠκούομεν συχνάκις: «μίαν φορὰν καὶ ἕνα καιρὸν ἦτο εἷς βασιλεὺς καὶ μία βασίλισσα, καὶ ὁ βασιλεὺς ἐκάθητο μὲ τὴν δωδεκάδα του». Ἡ δωδεκὰς τῶν βασιλέων ἐκείνων ὑπῆρξεν ἐν ἀρχῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὅτε, Κύριοι, ἤρχισε καταλυόμενον τὸ κράτος τῶν μεγάλων τιμαριωτῶν καὶ ἡ Βασιλεία ν’ ἀναλαμβάνῃ τὰ δικαιώματά της ἀπέναντι τοῦ συνόλου τοῦ ἔθνους, εἰς ἐποχὴν δέ, καθ’ ἣν ἡ Δύσις διὰ τῶν Σταυροφοριῶν εἶχεν ἔλθει εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Ἀνατολικοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἔσχεν ἀντίληψιν εὐρυτέραν τῶν καθηκόντων τοῦ ἡγεμόνος, ἀντελήφθησαν εἰς τὴν Δύσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὅλου Κράτους ὁ Βασιλεὺς περιστοιχιζόμενος ὑπὸ ἀξέστων καὶ ἀγραμμάτων αὐλικῶν. Ἀπὸ τοῦ 1300 περίπου ἄρχεται ἐν Γαλλίᾳ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Μετὰ δύο καὶ ἡμίσειαν περίπου ἑκατονταετηρίδας εὑρίσκει τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τοῦ Βασιλέως ὁ μέγας πολιτικὸς ἀναμφιβόλως ἐν μέσῳ τῶν αἰώνων, ὁ Ῥισσελιέ, καὶ ὠργάνωσε τοῦτο καὶ τὸ διῄρεσε κατὰ τμήματα. Ἔκτοτε ἄρχεται ἀληθῶς ἡ εὐρυτέρα καὶ πολιτικωτέρα ἐξέλιξις τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου. Ἀλλὰ φθάνει ἡ τρομερὰ λαῖλαψ, ἡ αἱματηρὰ καταιγὶς τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως, καί, ὡς ἐσάρωσε τὰ πάντα, ἐσάρωσε καὶ τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο. Ἱστορῶ δι’ ὀλίγων, Κύριοι, τὰ ἐν Γαλλίᾳ, διότι ἠκούσατε πάντες βεβαιούμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι καθιστῶμεν θεσμὸν δάνειον· ἠκούσατε ὅτι τὸν θεσμὸν τοῦτον παραλαμβάνομεν ἐκ Γαλλίας. Εἶναι ἀνάγκη λοιπόν, διὰ νὰ κατανοήσωμεν αὐτόν, νὰ τὸν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἐν τῇ ἱστορικῇ του ἐξελίξει ἐν Γαλλίᾳ. Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν πότε ἀναφαίνεται καὶ αὖθις τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τοῦ Βασιλέως ὑπὸ ἄλλην ὀνομασίαν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν αὐτὴν ὑπόστασιν, πλὴν τῶν λεπτομερειῶν, ἐκεῖ; Ἀναφαίνεται ἐπὶ τῆς Ὑπατείας, ἐν ᾗ τὴν κρατοῦσαν, τὴν ἐπιβλητικὴν γνώμην εἶχεν ὁ Ναπολέων, καὶ καθίσταται Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ὅπερ εἶχε τὰ ἑξῆς δικαιώματα· πρῶτον συνέτασσε τὰ νομοσχέδια, τὰ προσῆγε καὶ τὰ ὑπεστήριζεν ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐν τούτῳ δηλαδὴ ἔπραττεν ὅ,τι πράττουσι σήμερον οἱ Ὑπουργοί.

§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ Βουλευταί.

§46ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δεύτερον συνέτασσε τὰ Διατάγματα τὰ διοικητικά· ἔπραττε τουτέστιν ὅ,τι παρ’ ἡμῖν ἔπραττον μέχρι τοῦ νῦν καὶ πράττουσιν ἔτι οἱ Ὑπουργοί. Εἶχε τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἐκεῖνο καὶ μόνον, διέτασσε τὴν καταδίωξιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ᾖρε τὰς συγκρούσεις Διοικήσεως καὶ Δικαστηρίων. Τῆς γενικῆς συνελεύσεως τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου προήδρευεν ὁ πρῶτος Ὕπατος. Τῶν συνελεύσεων τῶν τμημάτων ὁ δεύτερος ἢ ὁ τρίτος Ὕπατος, ἐλλείψει δ’ αὐτῶν προήδρευεν εἷς σύμβουλος ὀνομαζόμενος κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ πρώτου Ὑπάτου. Ἔχομεν τουτέστι μίαν ἀπόλυτον Μοναρχίαν, ἐκπροσωπουμένην ὑπὸ τριῶν κατὰ τύπον, διότι κατ’ οὐσίαν εἷς ἦτο—καὶ τάχιστα ἐγένετο εἷς καὶ κατὰ τύπον— μὲ τὸ Συμβούλιον τῶν Ὑπάτων· τὰ μέλη ἦσαν 30–40. Τὰ τμήματα ἦσαν πέντε, νομοθετικόν, οἰκονομικόν, πολέμου, ναυτικῶν, ἐσωτερικῶν. Καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ εἶχε μακροτάτην ἱστορίαν, ἱστορίαν αἰώνων, τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, ἐνῷ ἐτέλει ὑπὸ τὴν πρωτοφανῆ ἴσως εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ κόσμου ἐπιβολὴν τοῦ μεγάλου Κορσικανοῦ, ἐν τούτοις κατασταθὲν τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὄγδοον ἔτος τῆς Δημοκρατίας, ἐχρειάσθη, μετὰ δύο ἔτη, νὰ ὑποστῇ μεταρρυθμίσεις, μετὰ ἓν ἔτος ἄλλην μεταρρύθμισιν, μετ’ ἄλλο ἔτος ἄλλην μεταρρύθμισιν· ὑπέστη τουτέστιν ἐπὶ τῆς Ὑπατείας τέσσαρες μεταρρυθμίσεις. Ἐπέρχεται ἡ Αὐτοκρατορία καὶ ὑφίσταται κατὰ τὸ 1806 δύο μεταρρυθμίσεις· καὶ τοιουτοτρόπως τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ μεγάλου ἐκείνου, τοῦ αὐταρχικωτάτου Αὐτοκράτορος, μὲ Βουλὰς ἐξουθενωμένας κατώρθωσε νὰ σταδιοδρομήσῃ. Μόλις ἐπῆλθεν ἡ ἐπανόρθωσις τῶν Βουρβώνων, κατὰ τὸ 1814, καὶ εἰσήχθη πολίτευμα συνταγματικὸν μὲν καὶ τότε, ἀλλ’ ἱκανῶς ἀντιπροσωπευτικόν, μόλις δηλαδὴ ἐκράτησεν ἐλεύθερον Σύνταγμα, μόλις ἀρχίζει ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ν’ ἀνακτᾷ τὰ δικαιώματά της, τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο ἔχασε τὸν πολιτικόν του χαρακτῆρα, οἱ Ὑπουργοὶ ἀπηλευθερώθησαν, οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας κατέστησαν ὑπάλληλοι. Μετὰ δὲ τὴν συνταγματικὴν μεταρρύθμισιν τοῦ 1830 ἀκόμη περισσότερον χάνει τὴν σημασίαν του τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὑφίσταται διαφόρους μεταρρυθμίσεις μειούσας τὰ δικαιώματά του. Μετερρυθμίσθη διὰ τοῦ νόμου τῆς 2 Φεβρουαρίου 1831, διὰ τοῦ νόμου τῆς 12 Μαρτίου 1831, διὰ τοῦ νόμου τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1839, διὰ τοῦ νόμου τῆς 19 Ἰουλίου 1845, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς του μέχρι τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 1848 ὑφίσταται μεταρρυθμίσεις δέκα, διὰ νόμων πλὴν τῶν Διαταγμάτων. Τοιαῦτα δ’ ἦσαν τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα ἔδωκεν, ὥστε εἰσήχθη ἡ δημοσία καὶ προφορικὴ συζήτησις. Τοιαύτη ἦτο ἐκ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἡ εὐαρέσκεια τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ, ὥστε οἱ δημοσιολογοῦντες καὶ ἐν γένει πάντες σχεδὸν οἱ συγγραφεῖς ἐπετίθεντο κατ’ αὐτοῦ, κατακραυγαὶ ἠγέρθησαν πανταχόθεν, οὕτως ὥστε κατὰ τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1848 ἐθεσπίσθη, ἵνα πλέον τοῦ ἡμίσεος τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὦσιν ἐκ Βουλευτῶν. Καὶ κατέστη Σῶμα παράπλευρον πρὸς τὴν Βουλήν, μία ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, καὶ προήδρευεν αὐτοῦ ὁ Ἀντιπρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν συγκρούσεων κατέστησαν ἰδιαίτερον Δικαστήριον, διότι δὲν ἐνεπιστεύοντο εἰς ἐκεῖνο· καὶ ἔθεσαν τὴν τοιαύτην διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ νόμου δὲ τῆς 3 Μαρτίου τοῦ 1849 ὠργανώθη ἐν γένει τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, διὰ νόμου, λέγω, σπουδαιοτάτου ἀποτελουμένου ἐκ πολλῶν ἄρθρων. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐγένετο δεκτὸν καὶ ὑπὸ τῆς δευτέρας Αὐτοκρατορίας, τῆς ἀρχομένης ἀπὸ τοῦ 1852 καὶ ἀναδιωργανώθη τότε ἐπὶ τῇ βάσει τῇ πρώτῃ, τὴν ὁποίαν εἶχε θέσει ὁ πρῶτος Ναπολέων. Ἀλλὰ φθάνομεν εἰς τὴν σπουδαιοτέραν περίοδον τῆς ἱστορίας τοῦ Συμβουλίου τούτου ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ ἐρωτώμεθα· πῶς ἐδέχθη τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο καὶ ἡ δημοκρατικὴ Γαλλία; Διότι δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν ὅτι τὸ Συμβούλιον ἔχει τὴν καταγωγήν του ἀπὸ τοὺς χρόνους τοῦ μεσαίωνος, ὅτε ὑπῆρξε καὶ ἐξειλίχθη κατὰ τοὺς χρόνους, κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπῆρξεν ἐλεύθερον πολίτευμα, καθ’ οὓς δὲν ἀνεγνωρίζοντο τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Διότι δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν ὅτι, ὅτε ἦλθεν ὁ κοχλασμὸς ἐκεῖνος τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, τὸ Συμβούλιον ἐσαρώθη, καὶ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐπανῆλθεν, ὅτε ἐπανῆλθεν ἡ ἀπόλυτος Μοναρχία ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ νομίζουσιν ὅτι εὑρίσκουσι τὸ ἐρώτημά των ἀκαταμάχητον, διότι ὁ θεσμὸς εἰσήχθη καὶ ἐν τῇ δημοκρατικῇ Γαλλίᾳ. Ἀλλὰ πότε εἰσήχθη, κύριοι Βουλευταί; Τὴν 24 Μαΐου 1872. Καὶ νῦν ἐρωτῶ καὶ ἐγώ· τίς ἦτο ἡ σύνθεσις τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης; Ἦτο σύνθεσις δημοκρατικὴ ἢ ἦτο σύνθεσις μοναρχική; Τίς ἀγνοεῖ ὅτι ἡ μεγίστη πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἀπετελεῖτο ἀπὸ φανατικωτάτους μοναρχικούς;

§47Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μετὰ τὸν πόλεμον;

§48ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετὰ τὸν πόλεμον. Ἡ μεγίστη, λέγω, πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἀπετελεῖτο ἀπὸ φανατικωτάτους μοναρχικούς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, καίτοι εἶχε κληθῆ ἐπὶ τῷ ἀποκλειστικῷ σκοπῷ νὰ ἀποφανθῇ ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ πόλεμος ἢ νὰ συνομολογηθῇ παραχρῆμα ἡ εἰρήνη, καὶ ἐνῷ τοιοῦτος ἦτο ὁ τεθεὶς ἐν ἀρχῇ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τῆς Συνελεύσεως, ἐξηκολούθησεν ἐν τούτοις αὕτη τὸ ἔργον αὑτῆς ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1871 μέχρι τοῦ 1875, ἀκριβῶς, τονίζω, διότι ἀπετελεῖτο ἡ πλειονοψηφία ἀπὸ μοναρχικούς, διὰ νὰ μὴ εἰσαχθῇ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα. Καὶ ἠναγκάζοντο οἱ ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ δημοκρατικοὶ νὰ συγκροτῶσιν ἀληθεῖς μάχας, κατώρθωσαν δὲ νὰ ἱδρύσωσι διὰ πλειονοψηφίας μόλις μιᾶς ψήφου τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα, μόλις κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1875. Ἡ μοναρχικὴ αὐτὴ πλειονοψηφία βεβαίως ἤθελε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν οἱ δημοκρατικοὶ ν’ ἀποκρούσωσιν αὐτό, ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ των, ἀλλὰ νὰ θέσωσιν αὐτὸ ἐπὶ βάσεως φιλελευθερωτέρας, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι προσπαθοῦσι μέχρι σήμερον νὰ τὸ καταργήσωσι, διότι ἀκριβῶς ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν φρονούντων ὑπὲρ τῆς Βασιλείας καὶ τῆς Μοναρχίας ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ, ἀπόδειξις δ’ ὅτι πάλη διεξάγεται περὶ τούτου εἶναι ἡ πληθὺς τῶν νόμων, οἵτινες μεταρρυθμίζουσι διαρκῶς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ ἔχομεν τὸν νόμον τῆς 24 Μαΐου τοῦ 1872. Τὸν νόμον τῆς 25 Φεβρουαρίου 1875. Τὸν νόμον τῆς 13 Ἰουλίου 1879. Τὸν νόμον τῆς 1ης Ἰουλίου 1887. Τὸν νόμον τῆς 30 Νοεμβρίου 1895. Τὸν νόμον τῆς 13 Ἀπριλίου 1900. Καὶ τέλος τὸν νόμον τῆς 8ης Ἀπριλίου 1910. Μέχρι σήμερον δηλαδὴ ἐξακολουθεῖ νὰ μεταρρυθμίζηται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ.

§49Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιστέλλονται τὰ δικαιώματα τοῦ Συμβουλίου;

§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι περιστέλλονται, ἀφοῦ μεταρρυθμίζονται διηνεκῶς ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον. Αὐτή, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ ἱστορικὴ ἄποψις τῶν πραγμάτων. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἐξέτασιν, οὐχὶ πλέον νὰ ψηλαφήσωμεν τὸ κατασκεύασμα, ἀλλὰ νὰ πιέσωμεν αὐτό, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν θέλει ἀπομείνει οὐσία ζωτική, ἢ θέλομεν ἴδει, ἐπαναλαμβάνω, ἁπλῶς καπνὸν ἀναθρώσκοντα καὶ μεταξὺ τῶν δακτύλων μεμβρᾶναν γλοιώδη. Ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις αὐτοῦ; Τόσην πεποίθησιν ἔχω ὅτι θέλει συμβῆ ὅπερ εἶπον, ἐὰν συμπιέσωμεν τὸ κατασκεύασμα, ὥστε εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι θέλει ἀνακαλέσει τὴν γνώμην του ὁ ὑποεισηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰσηγητὴς τοῦ κεφαλαίου τούτου τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι θέλει παραιτηθῆ τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κ. Δραγούμης ἢ θέλει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ.

§51Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυνατὸν νὰ ἔχω ἐνδοιασμόν τινα. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἴχετε καὶ ὑμεῖς τὴν αὐτὴν γνώμην, Προσθέτω μάλιστα ὅτι συνετελέσατε ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἔργου μας.

§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· εἰς τὸ κατ’ ἀρχὴν παραδεκτὸν διεφώνησα. Τὸ δὲ ἐν ἀρχῇ προσκομισθὲν προσχέδιον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διατετυπωμένον κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ τὸ συζητούμενον ὁριστικόν, ἐπολέμησα αὐτό. Εἴχετε δὲ τὴν ἐπιείκειαν νὰ δεχθῆτε τὰς παρατηρήσεις μου καὶ νὰ συστήσητε δευτέραν ὑπεπιτροπήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιελήφθην, ἐν τῇ ὁλομελείᾳ δὲ καὶ αὖθις ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς. Ἄλλως τε ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἐπὶ τέλους νὰ εἴπω ὅτι συνεπλήρωσα ἔκτοτε τὰς μελέτας μου, ἵνα παύσῃ ἡ ἐπὶ τούτου συζήτησις. Ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω ὅτι ἢ θὰ παραιτηθῇ τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κ. Δραγούμης ἢ θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ. Ἴδωμεν καὶ ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς διατάξεις. Πρώτη διάταξις εἶναι: «Ἡ ἐπεξεργασία τῶν προτάσεων νόμου καὶ τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων». Ἐρωτῶ ὑμᾶς· ὅπου κατ’ ἐξοχὴν εὐδοκιμεῖ ὁ θεσμὸς οὗτος, δηλαδὴ ἐν Γαλλίᾳ, ἡ διάταξις αὕτη θεωρεῖται ἔστω καὶ ἐλαχίστης σημασίας καὶ σοβαρότητος; Βεβαίως ὄχι. Οὐδεὶς ἀπέδιδεν, οὐδεὶς ἀποδίδει καὶ οὐδεὶς θ’ ἀποδώσῃ σημασίαν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Ταύτην τὴν ἀπάντησιν δίδω ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκ τῶν συμβάντων, ἐκ τῶν ὑποστηριζομένων. Ἀλλ’ ἂς ἑρμηνεύσωμεν καὶ ἂς δικαιολογήσωμεν τὴν τοιαύτην ἐκ τῶν πραγμάτων γνώμην, ἂς ἀρχίσωμεν δὲ ἀπὸ ἑνὸς παραδείγματος. Ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ τελευταίου παρ’ ἡμῖν ψιφισθέντος νόμου περὶ ἀγροφυλακῆς καὶ ἐλέχθη ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε Συμβούλιον Ἐπικρατείας νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροφυλακῆς, διὰ τοῦτο ἔχει ὁ νόμος πλείστας ὅσας ἀτελείας, καὶ νομίζουσιν ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος θὰ ἦτο ἀπηλλαγμένος ἀτελειῶν, ἐὰν τὸν ἐπεξειργάζοντο διάφοροι νέοι ἢ γέροντες σοφώτατοι κατὰ πάντα τὰ ἄλλα, γέροντες ὅμως, καὶ νέοι ἀνατραφέντες ἐν Ἀθήναις καὶ μὴ ἔχοντες ἰδέαν πῶς φυλάσσονται οἱ ἀγροὶ καὶ ἑπομένως μὴ δυνάμενοι νὰ γνωρίζωσι τὰς σκοπίμους λεπτομερείας ἑνὸς τοιούτου θεσμοῦ.

§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχετε πολὺ δίκαιον.

§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τοῖς ἀρκοῦσι, λέγουσι, τὰ ἐν τοῖς Ὑπουργείοις συσταθέντα ἤδη ὑπὸ νόμων συμβούλια. Διατί; Διότι ἀποτελοῦνται ἀπὸ καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου; Διότι ἀποτελοῦνται ἀπὸ Τμηματάρχας; Διότι δηλαδὴ ἔχουσι τὴν σύνθεσιν αὐτῶν τὴν προσήκουσαν, ἐξ ἀνδρῶν ἐχόντων καὶ τὴν θεωρίαν τῆς ἐπιστήμης καὶ τὴν πεῖραν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς; Διότι ἐξ αὐτῶν τινες λαμβάνουσι γνῶσιν ὅλης τῆς λειτουργίας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν προτερημάτων τῆς κειμένης νομοθεσίας; Καὶ δὲν φοβεῖσθε ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς διοικητικὸν Δικαστήριον, κυριώτατα θὰ λαμβάνῃ γνῶσιν μόνον τῶν παραβάσεων τῶν νόμων, καὶ δὲν θὰ λαμβάνῃ γνῶσιν καὶ τῶν ἀρετῶν αὐτῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς προσηκούσης ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἀφ’ ἑτέρου; Ἕνεκα τούτων ἴσως θὰ ὁπλίζηται τὸ Συμβούλιον διαρκῶς μὲ μίαν κακεντρέχειαν κατὰ τῶν κειμένων νόμων, διότι θὰ βλέπῃ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων καὶ θὰ νομίζῃ ὅτι τὸ καθῆκόν του θὰ εἶναι πῶς ν’ ἀποκλείσῃ τὰς παραβάσεις καὶ πῶς νὰ ἐμποδίσῃ αὐτάς, ἐργαζόμενον οὕτως ἐμπειρικῶς καὶ συμπτωματικῶς καὶ κατά τινα προκατάληψιν. Τὰ Συμβούλια, τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ἐν τοῖς Ὑπουργείοις, εἶναι εἷς θεσμὸς κατὰ τὴν γνώμην μου λαμπρός, ὑπάρχει δὲ ὁ τοιοῦτος θεσμός, τοὐλάχιστον παρεμφερής, καὶ εἰς ἄλλο Κράτος. Ἐν Βελγίῳ, πλὴν τῶν τμημάτων τῶν Ὑπουργείων, ὑπάρχουσι καὶ διευθύνσεις, ὡς λέγουσι, διευθυνταὶ δὲ εἶναι ἄνδρες διακεκριμένοι ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, οἵτινες προσυπογράφουσιν εἰς τὰ ἔγγραφα, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν εὐθύνην, ἁπλῶς δὲ μόνον διὰ νὰ λαμβάνωσι διαρκῶς γνῶσιν πῶς κρατεῖ ἡ νομοθεσία καὶ πῶς ἐφαρμόζεται, ὥστε νὰ χαράσσωσιν ἐν ἐπιγνώσει νομοθετικὴν πολιτικὴν τῶν Κυβερνήσεων. Τὸ Συμβούλιον ὅμως τῆς Ἐπικρατείας, ἀποτελούμενον ἀπὸ ἀνθρώπους, ἐπαναλαμβάνω, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ παρακολουθῶσι τὴν νομοθεσίαν ἐν πάσῃ τῇ ἐφαρμογῇ της καὶ θὰ λαμβάνωσι γνῶσιν μόνον τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῆς καὶ μάλιστα τῶν ἐλαττωμάτων τῶν ἐφαρμοζόντων αὐτήν, δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ ἐπιλαμβάνωνται τοιούτων ἔργων, καὶ διὰ τοῦτο εὔλογος εἶναι ἡ ἐκ τῶν πραγμάτων κρατοῦσα γνώμη ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄνευ σημασίας.

§55ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ἔκτακτοι σύμβουλοι ἔχουσι ψῆφον ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν νομοπαρασκευαστικῶν καὶ οὗτοι ἀκριβῶς εἶναι οἱ ἔχοντες τὰς ἀπαιτουμένας ἐκ τῆς πείρας γνώσεις.

§56ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα μοὶ φαίνεται ὅτι εἴπετε ν’ ἀνατίθηται εἰς αὐτοὺς τὸ ὅλον ἔργον, ὅπερ ὅμως θὰ ἐκτείνηται ἐφ’ ὅλης τῆς νομοθεσίας, δὲν ἐκτείνεται δὲ τοσοῦτον ἡ πεῖρά των. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως εἶσθε σύμφωνοι ὅτι ἐκ τῶν πραγμάτων ὑπάρχει γνώμη ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄνευ τινὸς σημασίας, ὥστε, ἐὰν πρόκειται περὶ τούτου, βεβαίως καὶ προφανῶς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἱδρύσωμεν τοιοῦτον θεσμόν. Μετὰ ταῦτα μεταβαίνω εἰς τὴν δευτέραν διάταξιν: «Ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβαλλομένων αὐτῷ διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ». Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ματαία, διότι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ τοῦ 101 ἄρθρου, καθ’ ἣν «Ἂν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, παρ’ ὧν δικάζονται ὡς κατεπείγουσαι, αἱ ἄρσεις συγκρούσεως δικάζονται παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου. Οὐδὲν Δικαστήριον, οὐδεμία δικαιοδοσία τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἄνευ εἰδικοῦ νόμου. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν νόμων ἰσχύουσιν οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας». Ὥστε κατὰ τὴν κειμένην ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν ταύτην δυνάμεθα νὰ ἱδρύσωμεν ὅσα ἂν θέλωμεν πρώτου καὶ δευτέρου καὶ τρίτου βαθμοῦ Δικαστήρια ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς τὴν τετάρτην διάταξιν (ἀναγινώσκει): «δʹ) Ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ἀπολαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως κατὰ τοὺς περὶ τούτου νόμους. Εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν ἐδαφίων βʹ, γʹ καὶ δ’ ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντάγματος». Ἡ διάταξις αὕτη ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν πεῖραν καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ δημοσίου δικαίου ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἀλλ’ ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, πολλαὶ συγχύσεις. Μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἡ σύγχυσις περὶ τῆς ἀποκεντρώσεως. Νομίζομεν ὅτι ἀποκέντρωσις ὑπάρχει, ὅταν ἀφαιρῶμεν δικαιώματα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὰ ἀναθέτωμεν ὅπου ἂν τύχῃ. Εἰς τοῦτο πιθανώτατα συνέβαλε καὶ ἀτελὴς ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Τί εἶναι, Κύριοι, πειθαρχικὴ ἐξουσία;

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα παρῆλθε, καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παραβῶ τὸν Κανονισμόν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ παράτασιν διὰ τὸν κ. Κουλουμβάκην.

§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί εἶναι, Κύριοι, πειθαρχικὴ ἐξουσία; Εἶναι ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἥτις συγκρατεῖ αὐστηρῶς καὶ ἀκριβῶς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων των. Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, κατὰ τὸν νόμον, ἀνατίθενται διάφορα καθήκοντα. Ἵνα ἐκτελῶσι ταῦτα, ὑπάρχει ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἐφαρμόζουσι τίνες; Οἱ προϊστάμενοί των. Εἶναι ἑπομένως ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία κατὰ φύσιν ἐσωτερική. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἄλλη τις σύγχυσις. Ὑπάρχει σύγχυσις μεταξὺ τῆς προσωρινῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς ὁριστικῆς. Ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις εἶναι πειθαρχικὴ ποινή, διότι συνετίζει τὸν ὑπάλληλον, ἵνα ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του πρεπωδέστερον εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἡ ὁριστικὴ δὲν εἶναι πειθαρχικὴ ποινή, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀπομάκρυνσις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἔχοντες τὰς πλάνας ταύτας, ἀντὶ νὰ δημιουργήσωμεν ἀποκέντρωσιν, δημιουργοῦμεν ἐξάρθρωσιν τῆς Πολιτείας. Διότι ἀντὶ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἱδρύωμεν Συμβούλια, ἅτινα νὰ ἐφορῶσιν ἐπὶ τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων καὶ νὰ γνωμοδοτῶσι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἢ καὶ νὰ ὑποβάλλωσιν ἔστω ὑποχρεωτικὴν πρὸς αὐτὸν γνώμην, καθιστῶμεν συμβούλια ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, ἐξ ἀνθρώπων, οἵτινες οὔτε γνωρίζουσι κἂν τὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐλαφρῶν πειθαρχικῶν παραβάσεων, καθιστῶμεν τέλος κλίκας ἀνθρώπων, θελόντων πολλάκις νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἴδια συμφέροντα, καὶ νομίζομεν ὅτι ἱδρύομεν ἀποκέντρωσιν!

§60Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Εὖγε!

§61ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἰδοὺ αἱ πλάναι, αἵτινες μᾶς ἤγαγον καὶ εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Τί δύναται νὰ γνωρίζῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν ὁ ταμίας Καλαμῶν δικαίως ἢ ἀδίκως ἐτιμώρησε πειθαρχικῶς τὸν ὑφιστάμενόν του;

§62Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τί γνωρίζει ἐν Γαλλίᾳ;

§63ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν Γαλλίᾳ τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει.

§64Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὑπάρχει.

§65ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, καὶ ἂν θέλητε νὰ φθάσω ἀμέσως ἐκεῖ, ὅπου θὰ ἔφθανον, ἔχομεν δῆθεν δάνειον θεσμόν. Λοιπὸν ἔχομεν θεσμὸν πρωτότυπον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τοιαύτη διάταξις δὲν ὑπάρχει ἐν Γαλλίᾳ.

§66ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως ἐν Ἰταλίᾳ.

§67ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ὑπάρχει ἡ αὐτὴ πλάνη καὶ ἐκεῖ, καὶ ἔχετε γνῶσιν βεβαίως περισσοτέραν ἐμοῦ, πόσαι προϋπῆρξαν συζητήσεις καὶ ἐκεῖ περὶ τῶν συστημάτων τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀλλ’ ἔχετε ἐπίσης γνῶσιν πόσας δυσχερείας αἰσθάνεται ἡ ἐπιστήμη πανταχοῦ, διὰ νὰ καθορίσῃ ποία ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις καὶ ποῖα πρέπει νὰ εἶναι τὰ ὅρια αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἐπιστήμη ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, ἡ ἐπιστήμη ἡ πράγματι πεφωτισμένη καὶ ἐκ τῆς θεωρίας καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων, αἰσθάνεται τόσας δυσχερείας, ἐν Ἑλλάδι δὲν ἀπαιτεῖται παρὰ ν’ ἀκουσθῇ ἓν παράπονον καθ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἱδρυθῇ εἷς δῆθεν ἀποκεντρωτικὸς νόμος!

§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐν τῇ δικαστικῇ ἐξουσίᾳ, ἡ ὁποία διὰ πάντων τῶν Συνταγμάτων εἶναι ἀνεξάρτητος, καὶ ἐν αὐτῇ ἐκ τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος καὶ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία μένει εἰς τὸν Ὑπουργόν.

§69ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς συχνὰ διαμαρτύρομαι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ γένηται τέλος πάντων ἀληθὴς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν θὰ εἶναί ποτε τοιοῦτος, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει δικαίωμα πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων αὐτοῦ. Ἄλλο εἶναι τὸ συμβούλιον τὸ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἄλλο τὸ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, ἀπὸ τοῦτον καὶ ἐκεῖνον καὶ τὸν ἄλλον ἀποτελούμενον. Καὶ δὲν γνωρίζω πῶς δύναται νὰ καλῆται καὶ νὰ εἶναι προϊστάμενος ἐν τῷ κλάδῳ του τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὁ Ὑπουργός, ὅταν δὲν ἔχῃ τὴν ὑπάτην πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων αὐτοῦ. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔργα του, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐπιβολή του ἡ προσήκουσα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνευ ἐπιβολῆς Ὑπουργὸς νὰ ἐκπληρώσῃ προσηκόντως τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, δὲν εἶναι, ἔλεγον καὶ πρὸ ἡμερῶν, Ὑπουργὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὴ ἀσκῶν ἐν τῇ ὑπάτῃ κορυφῇ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Ἰδοὺ διατί δὲν διστάζω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Διότι βεβαίως ἐξαδυνατίζει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ὅλην τὴν ἱεραρχικὴν ὑπαλληλίαν, τῆς ὁποίας τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν θέλομεν παραδώσει εἰς κατώτερα ἄλλα συμβούλια καὶ κατ’ ἀνώτατον βαθμὸν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ εἶναι δυνατόν, ὅπερ εἶναι πιθανώτατον, οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, πολῖται καὶ ἐκεῖνοι Ἕλληνες, ἔχοντες καὶ ἐκεῖνοι πολιτικὰς γνώμας καὶ ἔχοντες πιθανῶς γνώμας ἀντιθέτους πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν νομίζοντες ὡς καθῆκόν των νὰ ἐμμένωσιν εἰς τὰς γνώμας των πολεμοῦντες τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, λέγω, δυνατὸν εἴτε τιμωροῦντες παρὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως εἴτε μὴ τιμωροῦντες παρὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ δημιουργήσωσι κατάστασιν ἀφόρητον καὶ ἀνοικονόμητον, ἥτις θὰ ἐξηυτέλιζε τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τὸ πολίτευμα αὐτὸ τὸ κοινοβουλευτικόν, θὰ κατέλυον δηλαδὴ οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Τοιαύτην ἔχει σημασίαν ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία οὔτε δανεία εἶναι. Καὶ φθάνω εἰς τὴν τρίτην διάταξιν (ἀναγινώσκει): «γʹ) Ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν ὑπὸ τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, πλὴν τῶν δικαστικῶν, ἐκδιδομένων διοικητικῶν πράξεων κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα». Τὴν διάταξιν ταύτην ἐλάβομεν ἐκ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου τῆς 24 Μαΐου 1872 τοῦ Γαλλικοῦ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ διάταξις ἐκείνη (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀποφασίζει κυριαρχικῶς ἐπὶ τῶν προσφυγῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ καὶ τῶν αἰτήσεων ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τῶν διαφόρων διοικητικῶν Ἀρχῶν, pour cause d’ excès de pouvoir. Δι’ ὑπέρβασιν καθηκόντων—καὶ ὄχι διὰ παράβασιν νόμου. Ἡ παράβασις νόμου Γαλλιστὶ λέγεται violation de la loi.

§70Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ Γαλλία, κύριε συνάδελφε, συνταυτίζει τὰς ἐκφράσεις.

§71ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι εὐσυνείδητος ἡ μετάφρασις.

§72ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπὸν καὶ ἐν τούτῳ πρωτοτυποῦμεν. Ἄλλο παράβασις νόμου, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἄλλο ὑπέρβασις. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις ὅτι τὸ δόγμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἔχει πρακτικὰς συνεπείας. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν παράδειγμα. Ἔχομεν ἐνταῦθα, λέγουσι, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τέσσαρας ἀπαντήσεις ἔχω εἰς τὴν ἔνστασιν ταύτην, τὴν μίαν ἰσχυροτέραν τῆς ἄλλης. Πρῶτον, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει κῦρος ἐν τῷ τόπῳ, διότι ὑπάρχει ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου. Τὸ ὁπλίζει μὲ κῦρος ἡ ἐπὶ μακρὸν διάρκεια καὶ λειτουργία του.

§73ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοναρχικὸν εἶναι.

§74ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, διότι σᾶς εἶπον ὅτι ἢ θὰ παραιτηθῆτε τῆς ἀγορεύσεώς σας, ἢ θὰ συμφωνήσητε μαζί μου. Τοῦτο, ὅπερ πρὸ μικροῦ εἶπον, εἶναι σημαντικώτατον, συντελεῖ δὲ εἰς τὴν τήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως σημαντικώτατα. Εἶναι ἀτοπώτατον νὰ θέτωμεν θεσμοὺς μεγάλους, θεσμοὺς κεφαλαιώδεις, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπάρχει μεγίστη ἀντίδρασις εἰς τὸν τόπον. Εἶναι μέγα τὸ κεφάλαιον ἑνὸς θεσμοῦ, καὶ ἐὰν δὲν συμβιβάζηται πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἰσχύῃ ἀπὸ μακροτάτων ἐτῶν, διότι ἔχει χωρήσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ τὰ ἤθη. Τὸ στερεώτατον τοῦτο θεμέλιον εὗρε καὶ ἐν Γαλλίᾳ τῷ 1872 τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Δευτέρα ἀντίρρησις· πρόκειται περὶ μιᾶς πράξεως, ἡ ὁποία δὲν παρουσιάζει σπουδαῖον κίνδυνον, διότι μετὰ τινας μῆνας θὰ ἔχωμεν ἄλλον Ὑπουργόν· πρόκειται περὶ μιᾶς πράξεως μεμονωμένης, ἐνῷ αἱ πράξεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θ’ ἀποτελέσωσι μακρὰν νομολογίαν καὶ θὰ ἀποτελέσωσι κίνδυνον διὰ τὸν τόπον. Τρίτον, ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ διατάσσοντος τὴν πληρωμὴν ἑνὸς ἐντάλματος, δὲν εἶναι πρᾶξις ἀρτία τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἔχει λάβει τὴν ὁριστικὴν ὑπόστασίν της. Τί ἀπαιτεῖται μετὰ τοῦτο; Ἡ θεώρησις ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τί γίνεται, ἐὰν δὲν θεωρήσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ; Δὲν ἀκυροῦται ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν λαμβάνει ἡ πρᾶξις τὴν πλήρη αὐτῆς ὑπόστασιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ πρὸ τῆς θεωρήσεως, ἑπομένως δὲν ἔχει λάβει τὴν ὁριστικὴν αὐτῆς ὑπόστασιν ἡ πρᾶξις. Κατ’ ἄλλην ἔκφρασιν συμπράττει ὁ Ὑπουργὸς μετὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Σύμπραξις εἶναι μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐν τῇ συμπράξει δὲ ταύτῃ ἔχομεν τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἐνέργειαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὕτως ἐν τούτῳ ἱδρυθείσῃ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων. Δὲν πρόκειται ἐν τούτῳ ἀκύρωσις τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς συντετελεσμένης. Ἐνῷ ἡ περὶ ἧς συζητοῦμεν διάταξις αὕτη τί καθιεροῖ; Καθιεροῖ τὴν ἀκύρωσιν τῶν συντετελεσμένων πράξεων τῶν λαβουσῶν ὁλόκληρον τὴν ἑαυτῶν ὑπόστασιν. Καὶ τετάρτη ἀντίρρησις· τὸν νόμον τὸν πέρυσι ψηφισθέντα ὑμεῖς μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας τὸν κατηργήσατε.

§75ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· ἀνεστάλη.

§76ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατάργησις εἶναι.

§77Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ προσθέσω δύο λέξεις;

§78ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα.

§79Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν, ἀλλὰ δὲν ἔτυχε νὰ εἶμαι παρών, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει τὴν ἀκύρωσιν τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ.

§80ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν μὴ θεώρησιν.

§81ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἀκύρωσις.

§82ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ἡ ἀκύρωσις. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι δὲν λαμβάνει τὴν ὁλοκληρωτικὴν αὐτῆς ὑπόστασιν ἡ πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.

§83Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν γνώμην σας, λέγω τοῦτο, ὅτι τὸ Συνέδριον τὸ Ἐλεγκτικὸν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ.

§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· δὲν ἔχει.

§85Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ῥητῶς δὲ λέγεται κατὰ τὸ καταστατικὸν τοῦ νόμου ὅτι, ὅπου ἀνευρίσκει τὸ Συνέδριον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς παρέβη τὸν νόμον, συντάσσει πρωτόκολλον καὶ ἀναφέρει αὐτό, οὐδέποτε ὅμως ἀκυροῖ. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ τονισθῇ, διότι ἐχρησίμευσεν ὡς ἐπιχείρημα κατ’ ἐπανάληψιν ἀπὸ προχθές.

§86Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀκύρωσιν διὰ παράβασιν τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἔχω νὰ διαμαρτυρηθῶ πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, διότι θέτομεν διατάξεις συνταγματικάς, συζητοῦμεν καὶ κρίνομεν ἐπὶ τῶν προτάσεων, ἔχοντες μίαν προϋπόθεσιν, ὅτι οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἓν εἶδος, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, κακούργων!

§87ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κακοποιῶν στοιχείων.

§88Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως ἐγένοντο εἰς τὸ παρελθὸν παραβάσεις· βεβαίως εὐχόμεθα ἀπὸ μέσης ψυχῆς εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι ὀλιγώτεραι.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ εἶναι διόλου.

§90Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ μὴ εἶναι διόλου εἶναι ἀδύνατον. Ἀλλ’ εἶναι ὑπερβολὴ τέλος πάντων νὰ νομίζωμεν ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι κακοῦργοι, ὅτι εἶναι ἄνθρωποι τῶν κατέργων, κατὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ λάβωμεν πάντα τὰ προφυλακτικὰ μέτρα. Σᾶς ἐρωτῶ ὅμως ἀκόμη· διατί σᾶς ἐμπνέουσι μεγαλειτέραν ἐμπιστοσύνην οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας, οἱ ἀσφαλεῖς εἰς τὴν θέσιν των ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, οἱ κατὰ τὸ ἥμισυ ἀσφαλεῖς κατὰ τὴν ἄλλην δεκαετίαν, κατὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ οἱ υἱοί των, οἱ ἀδελφοί των, οἱ προστατευόμενοί των;

§91Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅρα Πανεπιστήμιον.

§92Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς ὑποβάλλω καὶ τὴν ἑξῆς σκέψιν. Ἀφοῦ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώνῃ πάσας τὰς πράξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν Ὑπουργῶν διὰ πᾶσαν παράβασιν, ἂν ἠθέλετε ὑποθέσει εὔνουν πρὸς μίαν Ἀντιπολίτευσιν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δὲν νομίζετε ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις τῶν λόγων, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ διαφωτίζουσα τὰ πολιτικὰ ζητήματα, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ διατηροῦσα οὐχὶ μόνον τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ διατηροῦσα τὸ ζωηρόν, τὸ θερμὸν ἐνδιαφέρον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, ἡ φανερὰ καὶ δημοσία αὐτὴ Ἀντιπολίτευσις, ἡ διεξαγομένη τουτέστιν ἐνταῦθα πολιτικὴ συζήτησις, ἡ ἐξαίρουσα μέχρι τῆς νομιμοφροσύνης, ἀλλὰ καὶ τῆς φιλοπατρίας ἕνα ἐλεύθερον λαόν, θὰ μεταβληθῇ εἰς παρασκηνιακὴν Ἀντιπολίτευσιν μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἀλλ’ ὑπάρχουσι, Κύριοι, πολλαὶ πλάναι καὶ πολλαὶ παρεξηγήσεις, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ διαφωτισθῶσι τὰ ζητήματα. Ἀκούετε ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ καὶ νομίζετε ὅτι τοιαῦται ὑποθέσεις εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν ἐκ πάσης παραβάσεως τῶν νόμων. Ἔχω νὰ γνωρίσω πρὸς τοὺς μὴ νομικοὺς πρῶτον τοῦτο· ὅτι οὐδαμοῦ κατωρθώθη ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης νὰ καθορισθῇ τίνες εἶναι αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· ἔχω νὰ εἴπω δεύτερον πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν παράγει ὑπόθεσιν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ πᾶσα παράβασις τῶν νόμων ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὥστε εἶναι πολὺ διάφορος ἡ δευτέρα τῆς τρίτης διατάξεως τοῦ ἄρθρου. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι μικροτέρα ἡ πλάνη καὶ ἡ παρεξήγησις, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω ἐνταῦθα; Διὰ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων, λέγομεν ἡμεῖς, ἀποφαίνεται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Καὶ ἀπαντῶσι πρὸς ἡμᾶς· «Δικαστήριον ἱδρύομεν καὶ ἡμεῖς». Δὲν ἱδρύετε, λέγω, Δικαστήριον, ἀλλά, παραβαίνοντες τὸ Σύνταγμα, καταλύετε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὡς αὕτη δέον νὰ ὑπάρχῃ. Παραβαίνετε τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ῥητῶς ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ἐνεργεῖται διὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν.

§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα κάμνομεν τὸ Σύνταγμα· πῶς τὸ παραβιάζομεν;

§94Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ παραβιάζομεν, διότι μεταβάλλομεν τὴν μορφὴν αὐτοῦ, καὶ τοῦτο εἶναι θεμελιῶδες. Διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ἀσκεῖται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλά, ὅταν πᾶσαν πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὴν θέτητε ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ποίαν ἀφήνετε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν αὐτενέργειαν; Καὶ καταλήγετε λέγοντες νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐκείνη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἥτις ἔχει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, καὶ ἥτις ἔχει ἀνάγκην πνεύματος πρωτοβουλίας καὶ θάρρους. Καὶ διατί ἔχομεν ἀναθέσει τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς; Διότι λέγομεν ὅτι, ἂν ποινικῶς καταδιώκωνται οἱ Ὑπουργοί, ὅπως οἱ ἄλλοι πολῖται, θὰ τρέχωσι τὸν κίνδυνον νὰ ὑποβάλλωνται διαρκῶς κατ’ αὐτῶν μηνύσεις, νὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς τρόμου, καὶ νὰ λείπῃ ἀπ’ αὐτῶν τὸ πνεῦμα τοῦ θάρρους, τῆς αὐτενεργείας καὶ τῆς ταχέως δρώσης δυνάμεως, τὸ ὁποῖον ζωοποιεῖ τοὺς νόμους καὶ ἐξυπηρετεῖ τὰ καθ’ ἡμέραν κοινωνικὰ συμφέροντα καὶ τὰς καθ’ ἡμέραν παρουσιαζομένας κατὰ ποικίλους τρόπους κοινωνικὰς σχέσεις, τὰς μεταβαλλομένας κατὰ πᾶσαν ἡμέραν, διότι κατὰ πᾶσαν ἡμέραν μεταβάλλονται καὶ αἱ ἀντιλήψεις τῶν κοινωνιῶν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν. Θὰ ἔχωμεν Ὑπουργοὺς ὑπὸ μίαν διηνεκῆ νευρικότητα, μήπως ἀκυρωθῶσιν αἱ πράξεις αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ναὶ ἢ ὄχι; Πόσαι δὲ θὰ εἶναι αἱ προσφυγαὶ ἆρά γε ἐναντίον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; Πεντακισχίλιαι; Δεκακισχίλιαι; Εἰκοσακισχίλιαι; Πεντηκοντακισχίλιαι κατ’ ἔτος; Μήπως θὰ εἶναι ἴσα καὶ τὰ δημόσια ἔγγραφα; Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ θέσητε. Ἔχουσι, λέγετε, ἐν Γαλλίᾳ τοιαύτην διάταξιν, ἀλλ’ ἔχουσιν αὐτὴν δι’ ὑπέρβασιν καθηκόντων. Καὶ πότε δι’ ὑπέρβασιν καθηκόντων; Νομίζετε ὅτι προσφεύγει ὁ Γάλλος πολίτης εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἅμα ὡς παρατηρήσῃ ὑπέρβασιν καθηκόντων; Οὐχί, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχῃ ἄλλο μέσον προσφυγῆς. Οἱ ὅροι μάλιστα, ὡς διαγράφει αὐτοὺς ὁ Berthélémy, εἶναι οἱ ἑξῆς: 1ον—αὐτὸ ἐννοεῖται—πρᾶξις διοικητικῆς Ἀρχῆς· 2ον νὰ προσβάλλῃ αὕτη συμφέρον, 3ον νὰ ἐγερθῇ ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας καὶ 4ον νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἄλλο παράλληλον μέσον, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ προσφύγῃ τις εἰς ἄλλην Ἀρχήν.

§95ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ κανονισθῶσιν αὐτὰ διὰ νόμου.

§96ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θ’ ἀκούσητε διατί λέγω τοῦτο. Διότι λέγετε· «ἱδρύομεν Δικαστήριον». Δὲν ἱδρύετε Δικαστήριον, Κύριοι, ἂν τοιαύτην διάταξιν θέσητε, δι’ ὑπέρβασιν καθηκόντων, δὲν καταλύετε καὶ δὲν μεταβάλλετε τὴν ὑπάρχουσαν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, οὐχὶ διότι ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὰ καθήκοντα αὐτῆς, παύει νὰ εἶναι ἡ ἐξουσία ἡ ἐκ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιλαμβανόμενον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τῆς ὑποθέσεως δὲν τίθεται ὑπεράνω τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τίθεται ὑπεράνω ἐκείνου, ὅστις ἔπαυσε νὰ εἶναι ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ποία εἶναι ἡ συνέπεια τῆς ἀποφάσεως; Ἡ συνέπεια τῆς ἀποφάσεως εἶναι νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ὑπέρβασιν καθήκοντος, ἀλλὰ χωρὶς ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ἧς καταλείπεται ν’ ἀποφανθῇ ἡ ἁρμοδία Ἀρχή.

§97Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἀποφαίνεται αὐτή;

§98Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ὅταν ἐπιτρέπητε τὴν προσφυγὴν διὰ πᾶσαν παράβασιν νόμου, ἡ ὁποία παράβασις ὑπάρχει καὶ εἰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, θὰ ἔχωμεν καὶ κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως.

§99ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐκεῖνο εἶναι ἐντελῶς ἄλλο ζήτημα· δὲν ἔχει σχέσιν.

§100Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπὸν διὰ παράβασιν νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ διάταξις, καί, ἂν τεθῇ, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ, εἶναι, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, νὰ τεθῇ δι’ ὑπέρβασιν καθήκοντος, ἀλλ’ εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου ὅτι δὲν εἴμεθα ὥριμοι διὰ τοιαύτην διάταξιν, διότι, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ τοιαύτη διάταξις, ἀπαιτοῦνται νόμοι ἐπὶ νόμων· νόμους ἐξ ἑκατοντάδων ἄρθρων ἔχουσιν ἐν Γαλλίᾳ, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν δυστυχῶς νὰ τοὺς μεταφράσωμεν, πρῶτον διότι τοσοῦτον ἀποτυγχάνομεν εἰς τὰς μεταφράσεις, ὅπως καὶ νῦν εἴδετε, καὶ δεύτερον διότι εἶναι ἀνάγκη ὁ νόμος νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν ὅλην ἡμῶν διοικητικὴν νομοθεσίαν, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐφαρμόσιμος. Κύριοι Βουλευταί, εἶπον καὶ ἄλλοτε πρὸς ὑμᾶς· ἂς ἀποκτήσωμεν τέλος τὸ συναίσθημα ὅτι ἐγενόμεθα καὶ ἡμεῖς Βουλευταί· ἂς ἀποκτήσωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἱκανὸς ἀριθμὸς ἐξ ἡμῶν θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ἂς παύσωμεν τέλος πάντων νὰ δεικνύωμεν πνεῦμα ἐχθρότητος, παρασυρόμενοι ἐκ τῶν παρελθουσῶν Βουλῶν, πρὸς τὰς Βουλὰς τοῦ μέλλοντος. Ἀφήσατε τὴν πάλην τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν καὶ τῶν μεγάλων συμφερόντων εἰς τὴν Βουλήν· ἀφήσατε ἐλευθέραν τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, τὴν πολιτικὴν ἔστω μόνην εὐθύνην, ζητουμένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Μὴ νομίσητε ὅτι εἶναι τοῦτο μάταιόν τι· εἶναι πρῶτον πολιτικὴ δικασκαλία εἰς τὸν λαόν· εἶναι δεύτερον τὸ μόνον ἐλατήριον, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ καὶ τὴν πολιτικὴν μόρφωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ καθημερινὸν ζωηρὸν αὐτοῦ διαφέρον ἐπὶ τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Ἐζητήσατε, σεβαστὲ ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτά, τὸν χυμόν, ὅστις κάτωθεν τρέφει τὸ δένδρον, ἀλλά, διὰ νὰ ἔχητε χυμὸν καὶ διὰ νὰ ἔχητε δένδρον καρποφόρον, πρέπει νὰ ἔχητε τὸν χυμὸν εἰς τὸ ἔδαφος καλλιεργούμενον, διότι, ἂν ἔχητε ἔδαφος αὐχμηρὸν καὶ κατάξηρον, δὲν θὰ ἔχητε χυμόν, δὲν θὰ ἔχητε καρπόν· θὰ ἔχητε μόνον δένδρα πρὸς ξύλευσιν. Ἀλλὰ τί χρησιμεύει, μᾶς λέγουσιν, ἡ πολιτικὴ εὐθύνη; Ἔπεσεν Ὑπουργεῖόν τι ἐκ τῆς εὐθύνης; Δὲν εἶναι τοῦτο, Κύριοι, ὁ σκοπός. Ἀλλοίμονον μάλιστα, ἂν ἔκ τινος συζητήσεως ἔπιπτον αἱ Κυβερνήσεις καὶ ἐδημιουργοῦντο ἀνωμαλίαι τοιαῦται εἰς τὸν τόπον! Ἀλλ’ αἱ ἐνταῦθα συζητήσεις, πλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα καὶ ἅπερ εἶναι τὰ σπουδαιότερα, ἔχουσι καὶ ἄλλα σημαντικὰ ἀποτελέσματα, διότι ἐξαίρουσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἐξαίρουσιν εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ κοινοῦ τοὺς ἄρχοντας αὐτοῦ, τοῦτο δ’ εἶναι σπουδαιότατον δι’ αὐτὴν τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν κοινωνικὴν εὐκοσμίαν καὶ εὐπρέπειαν. Αἱ παραβάσεις τέλος πάντων τῶν Κυβερνήσεων εἶναι παραβάσεις ἐφήμεροι· μὴ νομίσῃ τις ὅτι εἶναί τι ἀφιλοσόφητον τὸ λεγόμενον: «φορά σου καὶ φορά μου». Τοῦτο συντηρεῖ τὴν δημοσίαν τάξιν· ἂν μὲ ἀδικήσητε σήμερον, θὰ δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς ἀδικήσω αὔριον καὶ εὑρίσκω εἰς τοῦτο μίαν παρηγορίαν, καὶ ἐκ τούτου ἴσως ἀποτρέπεσθε καὶ ὑμεῖς νὰ μὲ ἀδικήσητε. Ὅταν ὅμως ἔχωμεν τὴν κλίκαν τῶν μαμμοθρέπτων τῆς πρωτευούσης, τὰ ὁποῖα θὰ διαιωνίζωσι τὴν μεγίστην δύναμιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωσι μεταξὺ ἑαυτῶν, τῶν τέκνων καὶ τῶν συγγενῶν των, τότε πλέον δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν παρηγορίαν ἐκείνην δι’ ἡμᾶς καὶ τὸν δισταγμὸν δι’ ἐκείνους. Θὰ ἴδητε πιθανῶς ἡμέραν τινά—ἐγώ, ἂν ὑπάρχω, εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ εἶμαι ἐπὶ κεφαλῆς ὁμάδος τινός—ὅτι θὰ μεταβῶμεν καὶ θὰ στραγγαλίσωμεν τὰ ἀνθρωπάρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ τολμῶσιν ἑκάστοτε νὰ προβάλλωσι τὸ ἀνάστημά των ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Τὸ παράδειγμα τὸ ἔχετε ἐκ τοῦ 1865, ὅτε δὲν εἶχον παρὰ μίαν διάταξιν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, κωμικήν. Καὶ ὅμως μόνον διότι προέβαλλον διαρκῶς τὸ ἀνάστημά των, ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ, λέγω, ἁπλῶς τῶν νόμων, ἀπέναντι τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, κατήντησαν λαομίσητοι. Δὲν εἶναι δυνατόν, ὅπερ καὶ πρέπον δὲν εἶναι, ὑπὸ τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς, νὰ ζητῇ τις ἀλλαχοῦ τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου παρὰ ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ θὰ σᾶς θεωρήσω ὡς ἐγκαταλιπόντας τὴν θέσιν σας ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἐὰν δὲν παύσητε ν’ ἀσχολῆσθε περὶ τοιούτων θεσμῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν κωμικῶν καὶ ματαίων, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἀνελευθέρων καὶ βλαβερῶν, ἀποχωρήσητε δὲ τῶν καθηκόντων ὑμῶν, χωρὶς νὰ καταλύσητε τὴν τυραννίαν τῶν δημάρχων καὶ χωρὶς νὰ καταρτίσητε ἕνα προσήκοντα καὶ ἀσφαλίζοντα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος ἐκλογικὸν νόμον. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει θέλει ἐπέλθει ἡ ἀνόρθωσις (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ λέγουσι πρὸς ἡμᾶς· αἱ δαπάναι δὲν εἶναι τίποτε. Ναί, ἀλλ’ ὅταν αἱ δαπάναι δὲν εἶναι ἁπλῶς διὰ πράγματα ὠφέλιμα, ἀλλὰ διὰ τὰ ἀπαραίτητα. Μόνον διὰ τὰ ἀπαραίτητα μᾶς ἐπιτρέπουσιν αἱ περιστάσεις δαπάνας. Εἶναι ἀπαραίτητος ὁ θεσμός; Τότε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς δαπάνας (χειροκροτήματα παρατεταμένα).

§101ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ προτεινομένη, κύριοι Βουλευταί, ἵδρυσις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εὑρίσκει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἱκανοὺς ἀντιπάλους, τοὺς πολλοὺς εἶναι ἀληθές, ὡς πρός τινας μόνον τῶν λειτουργιῶν, αἱ ὁποῖαι προτείνεται ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτό, ἰδίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῶν τριάκοντα, τινὰς δὲ καὶ κατ’ ἀρχὴν ὡς ἀντιτιθεμένους ἐντελῶς πρὸς τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Καὶ ἐλέχθη, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ζητοῦμεν νὰ παρεμβάλωμεν ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν θεσμόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ κοινὴ γνώμη δὲν εὑρίσκεται ὡρισμένη, ὅτι ζητοῦμεν ἐξαπίνης νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν ἐξουσίαν νέαν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ διαταράξῃ ἐντελῶς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος, ν’ ἀνατρέψῃ τὴν ἔννοιαν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Καὶ λησμονοῦσιν οἱ ταῦτα λέγοντες ὅτι οὐχὶ χθές, οὐδὲ προχθές, ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ ἤδη κατενοήθη ἡ ἀνάγκη ἱδρύσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀφοῦ ἐν αὐτῇ τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξεπροσωπεῖτο ὁ παλαιὸς πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦ ψηφίσματος περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων περιελήφθησαν καὶ αὗται αἱ καταργούμεναι διατάξεις τοῦ πολιτεύματος τοῦ 1864 περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ὄχι δὲ μόνον ὁ παλαιὸς πολιτικὸς κόσμος ἐξεφράσθη ὑπὲρ τῆς ἐπανιδρύσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ ὁ νέος πολιτικὸς κόσμος, αἱ νέαι ἰδέαι, ὅτε διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθετον τὸ πρόγραμμα, εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου ἐζήτουν τὰς ψήφους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ῥητῶς ἀνεκήρυσσον ὅτι μεταξὺ τῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους θέλομεν θεσπίσει, εἶναι καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ πῶς νῦν εὑρίσκεται ὅτι ἐξ ὑφαρπαγῆς ζητοῦμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν νέαν ἀρχήν, περὶ τῆς ὁποίας ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἔχει ἐκφρασθῆ, καὶ ὅτι ζητοῦμεν νὰ ὑποκλέψωμεν τὴν ψῆφον τοῦ συνεδρίου τούτου, ἵνα ἐγκαταστήσωμεν Ἀρχὴν τυραννικὴν κατὰ τοῦ λαοῦ; Εἶναι δὲ παράδοξον ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταί, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη κατὰ τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν περὶ τοῦ προκειμένου θεσμοῦ, ὅτι δηλ., ἐνῷ διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου ζητοῦμεν, ὅπως τὸ κράτος τοῦ Δικαίου, ὁποῖον εἶναι τὸ νεώτερον κράτος, καὶ ὅταν ἀκόμη τὸ πολίτευμα δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν οὐδὲ καὶ συνταγματικόν, ἐνῷ, λέγω, ζητοῦμεν διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὅπως τὸ κράτος τοῦ Δικαίου, τὴν πολιτείαν τοῦ Δικαίου, καταστήσωμεν ὄντως τοιαύτην, περιορίζοντες τὴν ὑπερβασίαν τῶν ὀργάνων αὐτῆς, καὶ τοιοῦτον θεσμὸν ζητοῦμεν νὰ παρεισαγάγωμεν ἰδίως διὰ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, δι’ ἣν πρότασιν ἐκφράζω πρὸς αὐτὴν δημοσίᾳ τὰ συγχαρητήριά μου, ἐνῷ ζητοῦμεν, λέγω, ὅπως τὴν πολιτείαν τοῦ Δικαίου καταστήσωμεν πραγματικὴν τοιαύτην, πραγματοποιοῦσαν τὸ δίκαιον, καὶ περιορίσωμεν τὰς αὐθαιρεσίας τῶν ἀρχόντων, κατηγορούμεθα ὅτι θέλομεν νὰ περιορίσωμεν τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, νὰ καταργήσωμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, νὰ καταστρέψωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι ἴσως ὑπολαμβάνομεν ὅτι μία τῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος εἶναι νὰ διαπράττωσιν οἱ ἐκπροσωποῦντες ἑκάστοτε τὴν πλειονοψηφίαν τὰ πάντα, διότι ἀρκεῖ εἰς αὐτοὺς ὅτι ἀντιπροσωπεύουσι τὴν πλειονοψηφίαν, ἵνα ἐπιβάλλωσι τὰς θελήσεις των. Ἀλλ’ ἡμεῖς, τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, ἔχομεν ἀντιθέτους ἀντιλήψεις καὶ περὶ τοῦ κράτους τοῦ Νόμου καὶ περὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἑκάστοτε πλειονοψηφιῶν. Διὰ τοῦτο εἰσηγοῦμαι πρὸς ὑμᾶς μετὰ πληρεστάτης πεποιθήσεως τὴν πρότασιν, ὅπως ψηφίσητε τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, περιλαμβάνοντες πρωτίστως τὴν διάταξιν, τῆς ὁποίας τὴν παρεμβολὴν ζητεῖ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω πράγματα λεχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοσάκις κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν τόσῳ παραταθεῖσαν, ἐκ τῶν ὁποίων βεβαιοῦται ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ἡ εὐθύνη ἡ πολιτικὴ τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἀκόμη ὀλιγώτερον ἡ ποινικὴ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως προστατεύωσι τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ ὅτι μόνον εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ δημοσία συνείδησις ἐξεγείρεται διὰ παρανομίαν κατάφωρον, δύνασθε νὰ ἐλπίσητε διὰ τῶν μέσων τούτων ὅτι θέλετε προλάβει τὴν τέλεσιν αὐτῆς ἢ καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς ἐν τῷ μέλλοντι. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε πάντες ὑμεῖς τὴν συνείδησιν ὅτι καθ’ ἑκάστην διαπράττονται παρανομίαι πολλάκις ὑπὸ ἐξουσιῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἄσκησις δὲν ἀποσκοπεῖ εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον, ὅτι διαπράττονται παραβιάσεις τῶν νόμων, ὅτι διαπράττονται καταθλίψεις τῶν πολιτῶν, ἀκόμη καὶ ἀναιρέσεις τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, διότι ἡ κατὰ μικρὸν διαπραττομένη αὕτη παρανομία δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐξεγείρῃ διὰ μιᾶς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ διότι δυστυχῶς τὸ αἴσθημα τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης δὲν εἶναι τοσούτῳ παρ’ ἡμῖν ἀνεπτυγμένον, ὥστε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ὅταν βλέπῃ ἀδικούμενον τὸν συμπολίτην του, νὰ ἐξεγείρηται, ὡσεὶ ἡ ἀδικία νὰ διαπράττηται κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου (ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα); Καὶ βλέπετε τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον παριστῶσι καθ’ ἑκάστην αἱ Βουλαί, ἔνθα γίνονται ἐπερωτήσεις καὶ ἔλεγχος κοινοβουλευτικὸς διὰ πράξεις πολλάκις ἀμφιβαλλομένας, διὰ τὰς ὁποίας εἶναι φυσικὸν ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀμφιβολία δὲν δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε διὰ τῆς κοινοβουλευτικῆς ψήφου τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ τὴν ἀναίρεσιν τῆς παρανόμου πράξεώς του. Ἀλλ’ ἐν τῷ παρελθόντι ἔχετε σαφῆ παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἐνέργεια τῶν Ὑπουργῶν ἦτο καταφώρως παράνομος, ἀλλ’ εἴχετε συγχρόνως τὴν πλειονοψηφίαν ἔχουσαν τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης πολὺ περισσότερον ἀνεπτυγμένον διὰ τὰ ἐν ὀνόματί της διαπραττόμενα, ἐρχομένην ἵνα περιβάλῃ διὰ ψήφου ἐμπιστοσύνης τὸν Ὑπουργόν, τὸν ὁποῖον δὲν θέλει νὰ ἴδῃ πίπτοντα, ἐὰν εἰς μίαν περίπτωσιν παρέβη καὶ τὸν νόμον. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ προστασίαν τοῦ κράτους τοῦ Δικαίου, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ προστασίαν ἐπαρκῆ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν; Καὶ διατί ταράττεσθε, ἂν ζητεῖται ἡ ἐγκαθίδρυσις Ἀρχῆς, τῆς ὁποίας δικαίωμα καὶ καθῆκον θὰ εἶναι ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῇ προσφυγῇ ἑκάστοτε τοῦ πολίτου, τοῦ ὁποίου τὰ συμφέροντα παρεβιάσθησαν ἢ τὰ δικαιώματα ἀφῃρέθησαν, καὶ ὁ ὁποῖος προσέρχεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου τούτου τοῦ ἀνωτάτου τοῦ ἔχοντος συνταγματικὴν τὴν ἵδρυσιν, ὅπως ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως, ἡ ὁποία παρέβλαψε τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἢ παρεβίασε τὰ δικαιώματα αὐτοῦ; Καὶ κατὰ τί ἀλλοιοῦται ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς ἢ περιορίζεται ἡ εὐθύνη ἡ ὑπουργικὴ ἐκ τούτου, διότι ὁ πολίτης δὲν θὰ ἔχῃ μόνην προσφυγὴν τὴν προσέλευσιν πρὸς τὸν Βουλευτήν, ἵνα ζητήσῃ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημά του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ δικαιοῦται ἐν πάσῃ στιγμῇ καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς νὰ προσέρχηται πρὸς τὸ Δικαστήριον τοῦτο τὸ ἀνώτατον, ἵνα προσβάλῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Διοικήσεως; Μήπως, ἐὰν δὲν εὕρῃ καὶ ἐκεῖ τὸ δίκαιον, δὲν παραμένει εἰς αὐτὸν πάντοτε τὸ δικαίωμα, ἵνα φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν διά τινος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ; Ἢ μήπως, ἐὰν εὕρῃ τὸ δίκαιόν του ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου τούτου Δικαστηρίου καὶ ἀκυρωθῇ ἡ πρᾶξις τῆς Διοικήσεως, μήπως διὰ τούτου νομίζετε ὅτι προσβάλλεται ἀληθῶς ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου, διότι αἱ πράξεις τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ ἠκυρώθησαν διὰ τῆς πράξεως τῆς δικαστικῆς; Ἐνισχύεται τοὐναντίον οὕτως ὁ ἔλεγχος καὶ παρὰ τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικὸν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καθιστᾶται συνταγματικῶς ἓν Δικαστήριον, ἐπιφορτισμένον, ὅπως εἰς πᾶσαν περίστασιν ἐν πάσῃ στιγμῇ εἶναι ἕτοιμον ἵνα ἐλέγχῃ τὴν νομιμότητα τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν.

§102Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀκυρώσῃ τὸ Συμβούλιον τὴν πρᾶξιν τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν;

§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παραμένει πάντοτε ὁ ἔλεγχος, οὐδὲ δύναται ν’ ἀποξενωθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ δικαιώματος νὰ ἐλέγξῃ καὶ τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε παράνομον πρᾶξιν, καὶ τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐκύρωσε τὴν παράνομον πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ· διότι παραμένει πάντοτε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως διὰ τῆς θεσπίσεως νέου νόμου, ἑρμηνευτικοῦ τὴν φορὰν ταύτην, ἀποτρέψῃ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἐπανάληψιν ὁμοίας ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν καὶ πάλιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου μάλιστα κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ τῆς παρεχομένης διὰ τοῦ τρίτου ἐδαφίου τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ὄχι μόνον δὲν ἀνατρέπομεν τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὄχι μόνον δὲν παρεμποδίζομεν τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον, ὄχι μόνον δὲν μειοῦμεν τὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐγκαθιδρύομεν μίαν νέαν ἀρχήν, διὰ τῆς ὁποίας δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι ἡ Πολιτεία τοῦ δικαίου, τὸ Rechstat, ὅπως λέγεται, θ’ ἀποβῇ παρ’ ἡμῖν πράγματι τοιαύτη, ἀσφαλιζομένου εἰς τὸν πολίτην τοῦ δικαιώματος νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν αὐτήν, ὁσάκις προσβληθῶσι δικαιώματα αὐτοῦ, ὅπως ζητῇ τὴν Ἀνόρθωσιν αὐτῶν. Διότι εἶναι πλάνη τὸ πιστευόμενον ὑπό τινων ὅτι τὰ Δικαστήρια μόνον εἶναι κεκλημένα ν’ ἀπονέμωσι δικαιοσύνην. Πᾶσα Ἀρχὴ καλεῖται ν’ ἀπονέμῃ τὸ δίκαιον καὶ αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαὶ ἀπονέμουσι τὸ δίκαιον διαρκῶς κατὰ τοὺς νόμους τοὺς διοικητικοὺς τοὺς πολλαπλοῦς καὶ ποικίλους. Ἂν δ’ ἄλλοτε ἐκρίνετο ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας περιορισμός τις ἐκ τῶν ὑστέρων διὰ παρεμβάσεως ἄλλης Ἀρχῆς, ἀκυρούσης τὰς πράξεις αὐτῆς, ἂν ἐπιστεύετο ὅτι τῆς οὐσίας τῆς διοικήσεως εἶναι ἡ διακριτικὴ ἐξουσία αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ πρόοδος ἀπὸ πολλοῦ κατέδειξεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ ἀνθρωπότης νὰ εὐημερήσῃ ἐφ’ ὅσον καθ’ ἡμέραν δὲν κατορθώνει νὰ περιορίζῃ τὰς πράξεις τὰς διακριτικὰς τῶν Ἀρχῶν, διὰ νὰ ὑποβάλλῃ αὐτὰς εἰς ἀκριβεῖς δικαιονομικοὺς κανόνας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων αὗται θὰ τελῶνται καὶ αὗται θὰ κρίνωνται. Ἔχει δὲ φθάσει εἰς λαούς, ὅπου ἡ πρόοδος εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνωτέρα τῆς παρ’ ἡμῖν— ἔχει φθάσει, λέγω, ἡ ἐπιστήμη, βοηθουμένη καὶ ἐξυπηρετουμένη ἰδιαίτατα ὑπὸ τῆς νομολογίας αὐτοῦ τούτου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν ὡς πρότυπον, καὶ τῆς παρ’ ἡμῖν ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἔχει κατορθώσει, λέγω, νὰ φθάσῃ διὰ τῆς νομολογίας τοῦ Δικαστηρίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἀπονέμει πραιτωριανὸν δίκαιον, διότι δὲν δικάζει μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαίου, ἀλλὰ πλάττει καὶ δημιουργεῖ δίκαιον, ἔχει κατορθώσει, λέγω, ὥστε πλείστας πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἕως χθὲς ἐνομίζοντο ὡς πράξεις ἀνεξέλεγκτοι τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τῆς διοικήσεως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ἐν τούτῳ τοῦ λόγου μου φέρομαι, κύριοι Βουλευταί, ὅπως δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὅστις ὑπέθεσεν ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ἔχει κακῶς ἐξ ἀφορμῆς ἐσφαλμένης μεταφράσεως ἀπὸ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἐξ οὗ ἐλήφθη. Ὑπάρχει ἀληθῶς ἴσως ἀνακρίβειά τις ἐν τῇ μεταφράσει, ἀνακρίβεια, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπέστησε τὴν προσοχήν μου ὁ εἰσηγητὴς τῶν ἄρθρων τούτων περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κύριος Διομήδης, ἀλλ’ ἡ ἀνακρίβεια αὕτη, τὴν ὁποίαν διστακτικῶς μόνον δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἀνακρίβειαν, ἀφορᾷ ἄλλο σημεῖον παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ προλαλήσας. Ἐνῷ τὸ 9ον ἄρθρον τοῦ Γαλλικοῦ νόμου τοῦ 1872 καθιεροῖ τὴν ἀκύρωσιν τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, προσετέθη ἐν τῇ διατυπώσει τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς «τῶν διοικητικῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν» καὶ εἶναι εὔλογον ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐπίθετον «διοικητικῶν», διότι δὲν εἶναι εὔκολον ἐκ τοῦ προχείρου νὰ κατίδῃ τις ποῦ θὰ δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ ἡ προσθήκη αὕτη. Εἶναι ἀνάγκη δὲ νὰ λεχθῇ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, ὅτι τὸν θεσμὸν τὸν παραλαμβάνομεν ἐκ Γαλλίας, καὶ τοιαύτην ἔκτασιν ἐννοοῦμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ, ὁσάκις δικάζει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ λεγομένου: «recours pour excès de pouvoir». Ἀλλὰ κατεκρίθη ἡ διατύπωσις, ὡς προελθοῦσα ἐκ μεταφραστικοῦ λάθους, ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον τοῦτο σημεῖον. Διότι, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ ἀληθῶς τὸ 9ον ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1872 ὁμιλεῖ περὶ τῆς «προσφυγῆς δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας», ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ διετύπωσεν ἐν μεταφράσει, καὶ διετύπωσε καλῶς, ὅτι ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία παρέχεται εἰς τὸ συμβούλιον ἡμῶν, εἶναι ἡ τῆς ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν διὰ παράβασιν νόμου. Τοῦτο δέ, διότι ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἔκφρασις τῆς προσφυγῆς δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας ἔχει ἱστορικὴν σημασίαν, ἡ ὁποία διὰ τὸν Γάλλον νομοθέτην καὶ διὰ τὸν Γάλλον δικαστὴν οὐδεμίαν ἀφήνει ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς τῆς ἐννοίας τοῦ «recours pour excès de pouvoir», ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὡρμήθη τὸ Συμβούλιον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δικάζει μόνον κατὰ τοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ δημιουργεῖ διὰ τῶν ἀποφάσεών του δίκαιον ἐξ ἀντικειμένου, φθάσαν βαθμηδὸν ἀπὸ τὴν ἀκύρωσιν πράξεων δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας εἰς τὴν ἀκύρωσιν πράξεων pour vice de forme, διὰ παραβίασιν τῶν τύπων, καὶ ἀπεφάνθη ἀκριβῶς διὰ τῆς νομολογίας τοῦ πραιτωριανοῦ δικαίου ὅτι: Ὁσάκις ἐκ τοῦ νόμου ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ ὑποχρεοῦται εἰς τὴν τήρησιν ὡρισμένων διατυπώσεων, ἵνα φθάσῃ εἰς ὡρισμένην ἀπόφασιν, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν Νομάρχην, ὅστις εἰς πολλὰς περιστάσεις ὑποχρεοῦται νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ μετὰ ὡρισμένην ἔρευναν, τὸ Συμβούλιον λέγει: δίδω καὶ ἐγὼ κατ’ αὐτῆς ἀκυρωτικὴν ἀγωγήν, διότι ναὶ μὲν ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ ἐξέδοτο τὴν ἀπόφασίν της ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρμοδιότητός της, ἀλλ’ ὤφειλε πρὸς ἔκδοσιν ταύτης νὰ τηρήσῃ καὶ ὡρισμένας διατυπώσεις, ἃς μὴ τηρήσασα ἐξέβη τῶν ὁρίων τῶν δικαιωμάτων της, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀκυρῶ τὴν ἀπόφασίν της ταύτην. Ἀλλ’ ἔφθασε βαθμηδὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ εἰς ἄλλην ἐφαρμογὴν τῆς ἀκυρωτικῆς ἀγωγῆς, καὶ αὕτη εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα. Ἐσκέφθη ὅτι οὐ μόνον, ὅτε προφανῶς ὑπερέβη τὴν δικαιοσίαν της ἡ διοικητικὴ Ἀρχή, οὐ μόνον ὅτε δὲν ἐτηρήθησαν ὑπ’ αὐτῆς αἱ διατυπώσεις, αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφόμεναι, εἶναι ἀκυρωτέαι αἱ πράξεις αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐμμένῃ μὲν αὕτη ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς καὶ τηρῇ ἀκόμη τὰς διατυπώσεις, ὅταν δηλαδὴ—καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο— ἐμμένῃ μὲν ἐντὸς τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, ἀλλὰ παραβιάζῃ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κρίνει ὅτι καὶ εἰς τοιαύτην ἀκόμη περίστασιν ἐνασκεῖται ἡ ἀκυρωτικὴ ἀγωγή, καὶ δύναται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἀκυρώσῃ καὶ τοιαύτην ἀπόφασιν ληφθεῖσαν ὑπὸ ἁρμοδίας Ἀρχῆς, μὴ ἐξελθούσης τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, μὴ παραβάσης τὰς ὡρισμένας ὑπὸ τοῦ νόμου διατυπώσεις, ἀλλὰ δρασάσης κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ. Καὶ εἶπε, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν διὰ διατάξεως ἀστυνομικῆς ἐκδεδομένης ἐγκύρως καὶ νομίμως ὑπὸ τῆς Ἀρχῆς τῆς ἐχούσης τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπαγορευθῇ ἡ στάθμευσις ἁμαξῶν εἰς ὡρισμένην πλατεῖαν ἢ ὡρισμένην ὁδόν, ἀλλὰ διατυποῦται ἡ ἀστυνομικὴ διαταγὴ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἐφαρμόζηται αὕτη παρὰ μόνον δι’ ὡρισμένην ἑταιρείαν ἁμαξῶν κατ’ ἀπαλλαγὴν τῶν λοιπῶν, εἶπε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἀρχὴ ἡ ἐκδοῦσα τὴν ἀπόφασιν δὲν ὑπερέβη τὴν δικαιοδοσίαν της, ἐνῷ ἐτήρησε τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ τηρήσῃ, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἐμμένουσα εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου παρεβίασε τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, διὰ τοῦτο ἀκυρῶ τὴν ἀπόφασιν ταύτης τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς.

§104Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐδῶ ἔχετε τό.....

§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ δὲν ἔχετε ἄλλην προσφυγήν, παρὰ μόνον ἂν παρεβιάσατε τὴν ἀστυνομικὴν διαταγήν, νὰ εἰσαχθῆτε εἰς τὸ ἀστυνομικὸν Δικαστήριον, εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, καὶ ἐκεῖ νὰ ἐλπίσητε ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ Ἀστυνομικὸν Δικαστήριον νὰ κρίνῃ ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ διαταγὴ εἶναι παράνομος καὶ δὲν ἐπηρεάζει ὑμᾶς. Ἐντεῦθεν προέβη τελευταῖον εἰς τὸ νὰ δώσῃ καὶ τετάρτην ἔκτασιν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν ἀκυρωτικὴν ἀγωγήν, ὁσάκις παρεβιάσθη ὁ νόμος καὶ διὰ τούτου προσεβλήθησαν κεκτημένα δίκαια. Αὕτη εἶναι ἡ ἐξέλιξις ἐν Γαλλίᾳ τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ ἦτο φυσικὸν ὅτι ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἀναλαβοῦσα νὰ διατυπώσῃ τὴν σχετικὴν διάταξιν δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἀρχικῆς ἐκφράσεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡρμήθη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ δώσῃ ὅλην ἐκείνην τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν ἀκυρωτικὴν ἀγωγήν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ δώσῃ.

§106Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὰ πρέπει νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὰ Πρακτικά.

§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Κάμνω αὐτὴν τὴν σαφῆ δήλωσιν ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο διατυπωθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν Γαλλίᾳ κρατούντων εἰσάγεται εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ἐλπίζομεν δ’ ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο θέλει ἀκολουθήσει τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα, ἵνα ἔχωμεν ὅλην τὴν ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τούτου νομολογίαν, ὡς ὁδηγὸν φωτεινὸν ἐπὶ τῶν λαμβανομένων ἀποφάσεων ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τούτου. Καὶ ἀφοῦ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐν Γαλλίᾳ ἔλαβον ἀφορμὴν ν’ ἀναφέρω μίαν τινὰ τῶν περιπτώσεων, εἰς ἃς εἶναι ἐφαρμοστέα ἡ ἀκυρωτικὴ ἀγωγή, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐρωτήσω· νομίζετε ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦνται οὕτως οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ καλὴ ἀπονομὴ τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης, διότι τοιοῦτον χαρακτῆρα ἔχει ἡ ἀκυρωτικὴ ἀγωγή, ἀντικειμενικὸν καὶ ὄχι ὑποκειμενικόν; Νομίζετε ὅτι δὲν ἐξυπηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ἐὰν π. χ., προκειμένου περὶ διαγωνισμῶν γενικῶς ἢ προκειμένου εἰδικώτερον περὶ διαγωνισμοῦ εἰσαγωγῆς μαθητῶν εἰς τὰς στρατιωτικὰς σχολάς, δώσωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο τὸ δικαίωμα, ὥστε, ὅταν τινὲς τούτων θεωρῶσιν ὅτι ἠδικήθησαν, διαπραχθεισῶν παρανομιῶν, ν’ ἀναφέρωνται πρὸς αὐτό, καὶ αὐτὸ ἐπιλαμβανόμενον τῆς ἐξετάσεως νὰ ἐξετάζῃ καὶ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ν’ ἀποκαθιστᾷ τὸ προσβληθὲν δίκαιον, ἐὰν προσεβλήθη;

§108Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ὑπάγωνται καὶ αἱ πράξεις τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργείων;

§109ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πᾶσαι, καὶ διὰ τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα περιέχουσι τὴν ἐξάσκησιν τῆς διοικήσεως. Καὶ διὰ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ πρᾶγμα, ἀντὶ ν’ ἀνατρέχητε τοῦ λοιποῦ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, ὅπως ἐξετάσητε, ἂν καὶ κατὰ πόσον παρεβιάσθη ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος, δὲν ἔχετε ἄλλο νὰ κάμητε, εἰμὴ νὰ ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ πλῆρες τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν διοικητικῶν αὐτῶν πράξεων.

§110Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις ἐξαιροῦνται;

§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐξαιροῦνται, κύριε Βουλευτά· Ὄταν πρόκειται νὰ κηρύξῃ τὸ Κράτος τὸν πόλεμον, βεβαίως ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν θὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οὔτε ὅταν θὰ συνάψῃ διεθνεῖς συμβάσεις θὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο. Ἀνεφέρθη προχθὲς τὸ παράδειγμα τοῦ αἰτοῦντος καὶ λαμβάνοντος ἄδειαν παράνομον πρὸς ἵδρυσιν φαρμακείου, ἐνῷ δὲν συντρέχει περίστασις, ἢ τοῦ ζητοῦντος, ἐνῷ συντρέχει περίστασις, νὰ ἱδρύσῃ φαρμακεῖον, καὶ εὑρισκομένου ἐνώπιον τῆς Διοικήσεως ἀρνουμένης νὰ χορηγήσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἄδειαν τῆς ἱδρύσεως τούτου. Διατί θέλετε αὐτὰ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ὀνομάσω σχεδὸν δικαιώματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχόντων νόμων, διατί θέλετε ν’ ἀφήσωμεν ἐξηρτημένα ἐντελῶς ἐκ τῆς ἀγαθῆς ἢ κακῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ δὲν θέλετε νὰ χορηγήσητε εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκαθιδρύσῃ Ἀρχήν, ἡ ὁποία νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐλέγχῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, ὅπως ἀποκαθιστᾷ τὸ παραβιασθὲν δίκαιον; Πῶς τοιοῦτο μέσον ἐξαναγκασμοῦ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, ὅπως ἐντελῶς ἐντὸς τοῦ νόμου περιορίζωνται καὶ ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους, μέσον τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως μιᾶς τοιαύτης Ἀρχῆς, πῶς, λέγω, ἐνῷ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τοιοῦτόν τι, ἔρχεσθε ὑμεῖς καὶ λέγετε ὅτι ζητοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ καὶ ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν θεσμὸν ἀπολυταρχικόν; Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ποία θὰ εἶναι ἡ ὠφέλεια ἐκ τοῦ θεσμοῦ τούτου εἰς τὴν διαπαιδαγώγησιν ἐν γένει τοῦ λαοῦ, ὅταν μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐπί τινα ἔτη ὁ πολίτης γνωρίσῃ ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς δικαστικὴν Ἀρχήν, ἵνα ζητήσῃ τὴν προστασίαν τῶν δικαίων του, τὰ ὁποῖα παρεβιάσθησαν ὑπὸ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, δὲν ἐννοεῖτε, λέγω, ποῖα εἶναι τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς διαπαιδαγωγήσεως τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης; Τοῦτο ἡμεῖς ζητοῦμεν· ζητοῦμεν νὰ καταστήσωμεν τὸν Ἕλληνα πολίτην ἀληθῶς ἐλεύθερον πολίτην, ἔχοντα δικαιώματα οὐ μόνον τὰ ἀτομικὰ τὰ ἐξασφαλιζόμενα ὑπὸ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουσιν εἰς αὐτὸν οἱ κείμενοι νόμοι, ἔχοντα τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ δυνάμενον νὰ προασπίσῃ αὐτὰ καὶ κατὰ τῆς ἑκάστοτε τυραννικῆς ἐξασκήσεως τῆς Ἀρχῆς ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ ψῆφος αὐτοῦ ἐνταῦθα. Καὶ χαίρω ἰδιαζόντως, Κύριοι, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εὑρίσκομαι εἰς τὰ ἑδώλια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐνθυμούμενος μὲν τὰ παρόντα, λησμονῶν δὲ τὰ χθὲς καὶ τὰ αὔριον ζητῶ νὰ περιορίσω τὰς Ἀρχάς. Εἶμαι εὐτυχῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατεχούσης τὴν Ἀρχήν, ἐγκρίσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἔρχομαι νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς: Δεχθῆτε τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὁποῖον τὸν ὑποβάλλει ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, θέσατε ὑπὲρ τὸν Ὑπουργὸν ὄχι τὴν Ἀρχὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ἀλλὰ θέσατε ὑπὲρ τὸν Ὑπουργὸν τὸν Νόμον, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφείλει οὗτος νὰ συμμορφοῦται καὶ νὰ ὑποτάσσηται, διότι δὲν περιορίζονται οὔτε τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας οὔτε τὰ δικαιώματα τοῦ Συνεδρίου τούτου ἐκ τοῦ ὅτι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι κατώτερος τοῦ Νόμου, διότι ὁ Νόμος πρέπει νὰ εἶναι ἀνώτερος καὶ τοῦ μικροῦ ὑπαλλήλου καὶ τοῦ ἀνωτέρου, ἀνώτερος πασῶν τῶν Ἀρχῶν, ἀνώτερος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως ἀκόμη, ἂν πρόκειται τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως νὰ διεξαχθῇ μέχρι τέλους ἐπιτυχῶς. (Ῥαγδαῖα χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ νέον τοῦτο σύστημα νὰ προέλθῃ εἰς κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὑτοῦ καὶ ἐλέχθη ἀκόμη ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι παρ’ ὅλην τὴν ἀνόρθωσιν Ἀντιπολίτευσίς τις παρασκηνιακῶς νὰ κατορθώσῃ διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας νὰ παρεμβάλλῃ πρασκόμματα εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ φόβοι οὗτοι εἶναι ἐντελῶς ἀσύστατοι. Ἡ δύναμις πάσης Κυβερνήσεως, στηριζομένης ἀληθῶς ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ, εἶναι τόσον μεγάλη, εἶναι τόσον κολοσσιαία, ὥστε ἀπ’ αὐτὴν νὰ δυνάμεθα νὰ φοβώμεθα μόνον τὴν φυσικὴν κατάχρησιν πάσης ἀπεριορίστου ἐξουσίας, νὰ μὴ φοβώμεθα ὅμως ὅτι ἡ ἐξουσία αὕτη θὰ εὑρεθῇ ἄοπλος καὶ ἀνίκανος ὅπως προστατεύσῃ ἑαυτὴν κατὰ ὑποδεεστέρας Ἀρχῆς, ἡ ὁποία θὰ ἤθελεν ἐν τοιούτῳ πνεύματι ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἐξουσίαν της. Ἄν αἱ περιστάσεις ἤθελον ἐνδείξει δι’ ἰδιαιτέρων ὅλως διόλου ἐκδηλώσεων καταχρηστικὰς διαθέσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ ἀμέσως τὴν Βουλήν, νὰ θεσπίσῃ νόμον ἑρμηνευτικὸν καὶ διὰ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἔκπληξιν αὐτῆς, διότι Σῶμα τεταγμένον ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος πρὸς τοιοῦτον ὑψηλὸν σκοπὸν κατῆλθεν εἰς παραγνώρισιν τοῦ σκοποῦ αὑτοῦ. Νομίζω ὅτι τὰ μέσα ταῦτα, τῶν ὁποίων βεβαίως οὐδέποτε θὰ γίνῃ χρῆσις, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς, διὰ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε δύναται νὰ μείνῃ ἄοπλος ἀπέναντι ὑποδεεστέρων Ἀρχῶν, τὰ μέσα ταῦτα δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ καταστείλωσι τὸν φόβον ὅτι ἓν Δικαστήριον ἱδρυόμενον συνταγματικῶς θὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον νὰ καταχρασθῇ τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἔχει, εἰς περιορισμὸν καὶ κολασμὸν παρεκτροπῶν τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν. Καὶ δὲν σᾶς πτοεῖ ἀκριβῶς τὸ ἐντελῶς ἀπεριόριστον μιᾶς Κυβερνήσεως συρούσης ὄπισθεν αὑτῆς κραταιὰν πλειονοψηφίαν καὶ μὴ ἐχούσης τίποτε ἀντίρροπον, δὲν σᾶς πτοεῖ ὅτι ἐντεῦθεν δύναται νὰ καταπατῇ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν; Εἶναι ἱκανῶς κεκοπιακυῖα ἡ Βουλή, ὥστε νὰ μὴ θέλω ν’ ἀπασχολήσω αὐτὴν περισσότερον. Νομίζω ἱκανὰ τὰ ῥηθέντα. Ζητῶ, αἰτοῦμαι, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ τὰ ἄρθρα ταῦτα, ὡς ὑποβάλλονται τὰ τρία πρῶτα, —διότι ἐπὶ τῶν λοιπῶν θὰ προτείνω τροποποιήσεις τινάς, —, ὡς ὑποβάλλονται ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὴν τροποποίησιν τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 83. οὕτως: «ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν πράξεων τῶν διαφόρων διοικητικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα», ἀφαιρουμένης δηλ. τῆς φράσεως «τῶν διοικητικῶν πράξεων», ὡς πρὸ μικροῦ εἶπον. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ψηφίζοντες τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει δὲν ἐξασφαλίζετε μόνον τὴν καλλιτέραν ἐν τῷ μέλλοντι κατάρτισιν τῶν νόμων, περὶ τῆς ὁποίας οὐδαμῶς ὡμίλησα, ἀποβλέπων εἰς τὴν δυσφορίαν, τὴν ὁποίαν φυσικὸν εἶναι νὰ αἰσθάνησθε μετὰ τόσῳ μακρὰν συζήτησιν...

§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, καθόλου. Εὐχαρίστως σᾶς ἀκούομεν.

§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. Ὄχι μόνον ἐξασφαλίζετε τὴν καλλιτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων καὶ τῶν Διαταγμάτων τῶν κανονιστικῶν, τῶν ὁποίων πᾶν σφάλμα καὶ πᾶσα κακὴ διατύπωσις πληγώνει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν συμφέροντα μεγάλων ὁμάδων πολιτῶν, ἔχουσιν οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα ἀνυπολόγιστα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀφιλοσόφητος παρατηρητὴς οὐδαμῶς ἀντιλαμβάνεται οὔτε ὑποπτεύει κἄν· κατορθοῦται λοιπὸν τοῦτο μόνον, ὅπως ἐξασφαλίσητε τὴν καλλιτέραν ἐν τῷ μέλλοντι κατάρτισιν τῶν νόμων καὶ τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων, ὄχι μόνον ῥυθμίζετε τὰ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας μακρὸν ἐπίσης θὰ ἠδυνάμην νὰ κάμω λόγον, ἀλλὰ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀποφεύγω νὰ μακρηγορήσω, ἀξιῶν μόνον ὅτι ἡ ἐνάσκησις πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ δι’ ὁριστικῆς καὶ διὰ προσωρινῆς παύσεως καὶ δι’ ἄλλων σοβαρωτέρων ποινῶν πρέπει νὰ ἀνήκῃ πάντοτε εἰς πολυμελὲς σωματεῖον, παραμενουσῶν τῶν κατωτέρων ποινῶν, τῶν ποινῶν τάξεως εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ. Οὕτως ὄχι μόνον θὰ ἐξασφαλίσητε τὴν διὰ τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου ἐπιβολὴν καὶ ἐξάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἰδιαίτατα πάντων θέλετε κατορθώσει νὰ θεσπίσητε διὰ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν Ἀρχήν, ἡ ὁποία ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην εἶναι κεκλημένη ὅπως συντελέσῃ, ἵνα καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ Πολιτεία ἀποβῇ ἀληθὴς Πολιτεία δικαίου, ἐξασφαλίζουσα εἰς πᾶσαν περίπτωσιν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου, θέλετε καταστήσει τοὺς πολίτας ὄχι μόνον ὀνόματι ἐλευθέρους, ὄχι ἐκ περιτροπῆς τυράννους καὶ τυραννουμένους, ἀλλὰ θέλετε καταστήσει αὐτοὺς ἐξουσίαν ἔχοντας ὅπως καὶ κατὰ τῶν πράξεων αὐτῶν τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, κατὰ τῶν ὁποίων σήμερον προσφυγὴ ἀποτελεσματικὴ καὶ τελεσφόρος δὲν εἶναι δεδομένη εἰς αὐτούς, ὅπως, λέγω, καὶ κατὰ τῶν πράξεων αὐτῶν προσφεύγωσιν εἰς Ἀρχὴν παρέχουσαν πάσας τὰς ἐγγυήσεις καὶ δικάζουσαν καθ’ ὡρισμένην διαδικασίαν. Τοῦτο ποιοῦντες ἐξυπηρετεῖτε καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ πρὸ παντὸς φαίνεσθε συνεπεῖς πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ φιλελευθέρου ἀγῶνος καὶ τοῦ φιλελευθέρου κόμματος, ἐρχόμενοι νὰ περιστείλητε πᾶσαν ἐνδεχομένην ὑπερβασίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σήμερον ἀνήκει εἰς ὑμᾶς (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).

§114Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς παρήγορον, κ. Πρόεδρε, ὅτι περιορισμὸν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅστις συνήθως ἐπιτυγχάνεται δι’ ἀξιώσεως ὑπὸ τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ ἐπιβαλλομένης, ἔρχεται αὐτὴ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐπιβάλῃ ἡ Ἀναθεωρητικὴ αὕτη Βουλή. Διότι τίς δὲν ἐνθυμεῖται πῶς ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τῆς Μοναρχίας, ὅτε αὕτη ἤσκει ἀπ’ εὐθείας ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὰ διάφορα ἐκεῖνα δικαιώματα τὰ ἀναγόμενα εἴτε εἰς τὸ δικάζειν εἴτε εἰς τὸ διοικεῖν, πῶς ἔτι καὶ μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς Μοναρχίας, καὶ ὅτε ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἡ κυριαρχία ἀνήκει εἰς μόνον τὸν λαόν, πολλαχοῦ αἱ Κυβερνήσεις ἔδειξαν τὴν μεγίστην ἔλλειψιν προθυμίας, ὅπως παραχωρήσωσιν ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐξουσίας ὁτιδήποτε; Σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται καὶ λέγει· εἶμαι ἀπόλυτος κάτοχος ὑπὸ τὴν δύναμιν τῶν νόμων τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας ἄνευ περιορισμῶν σπουδαίων· ὁ κυριώτερος περιορισμὸς εἰς ἐμὲ ἀνήκει νὰ μὴ εἰσαχθῇ. Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ ἔρχομαι καὶ ζητῶ τοῦτον διὰ τῆς περὶ ἱδρύσεως Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας προτάσεως. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατηργήθη δίς· κατηργήθη τὸ πρῶτον ὡς Σῶμα πολιτικὸν καὶ κύριον σκοπὸν ἔχον πολιτικὴν δρᾶσιν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς πρώτης Μοναρχίας, μετὰ ἑπταετῆ, ἂν μὴ πλανῶμαι, λειτουργίαν· τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατηργήθη καὶ δεύτερον, ἐπανελθὸν ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ἐν ἔτει 1865, ἀλλὰ κατηργήθη οὐχὶ δι’ οὓς λόγους ἠκούσατε· κατηργήθη, διότι εἶχεν ἐπιβληθῆ διὰ Διαγγέλματος, αὐτοὶ δ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες διεμαρτυρήθησαν ἐν τῇ Συνελεύσει, ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποχωρήσωσι πρὸς ἀποφυγὴν ἀπευκταίων, ἀρκεσθέντες εἰς τὴν ἐπιτευχθεῖσαν παρεμβολὴν ἄρθρου ἐν τῷ Συντάγματι ἐπιτρέποντες ἀναθεώρησιν κατὰ τὴν πρώτην Βουλευτικὴν Περίοδον. Κατὰ ταύτην δέ, ἐπειδὴ αὐτοὶ καὶ οἱ κρατοῦντες ἦσαν ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ μόλις καταρτιζόμενον Συμβούλιον, καὶ αὐτῶν τῶν διοριζομένων συμβούλων ἀποσυρομένων, κατεδικάσθη εἰς ἐξαφανισμὸν κατὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν χαρακτηρισθὲν ἐξάμβλωμα, ὅπερ ἄλλο καθῆκον δὲν εἶχεν ἢ μόνον τὸ νὰ παρασκευάζῃ τοὺς νόμους τοὺς εἰσαγομένους πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ ἐρχόμεθα καὶ προτείνομεν ἐνταῦθα ἐκ πρωτοβουλίας τῆς ἐπιτροπῆς, συμφωνησάσης πρὸς τὴν ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς 18 Φεβρουαρίου γνώμην τῆς ψηφισάσης τὴν ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις διὰ τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος σχεδίου τῶν ἐξ αὐτὴ πρώτη ἦλθε καὶ ἐζήτησε τὸν περιορισμὸν τῆς κινήσεως αὐτῆς, αὐτὴ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅπως ἀποφύγωμεν τὰ ἀτοπήματα τὰ εἰς βάρος τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐπιπίπτοντα, ἔχει ἀλλοῖον τὸν χαρακτῆρα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα ἁπλῶς πῶς θὰ διορίζωνται οἱ ἀποτελέσοντες αὐτό. Εὐθὺς ὡς φθάσητε νὰ ἐξετάσητε καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὴν προέλευσιν τῶν προσώπων, πάντοτε θὰ ἔχητε δισταγμόν. Ἡμεῖς ἐνταῦθα ἐρχόμεθα ν’ ἀγωνισθῶμεν, ὅπως εὕρωμεν καὶ χαράξωμεν εἰς γενικὰς γραμμὰς τὰ ἄκρα, ὅπως ἀσφαλίσωμεν τὴν διὰ τοῦ νόμου εἰσαγωγὴν τῶν ἀριστέων εἰς τὸ Συμβούλιον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, ἅτινα θ’ ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτούς. Ἂν περὶ τούτων διστάζητε, οὐδέποτε θέλετε νομοθετήσει καλῶς. Καὶ διστάζετε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔρχονται ἐνταῦθα καὶ ἡ πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν καὶ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγματικῆς, ἔρχονται καὶ ζητοῦσι νὰ δώσητε ζωὴν εἰς τοὺς νόμους! Τὸ γράμμα τῶν νόμων δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ ἐγερθῇ καὶ πατάξῃ τοὺς παρανομοῦντας· ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας ἐκείνων, οἵτινες κήδονται τῶν νόμων, οἵτινες ἐτέθησαν ἀμύντορες τῶν νόμων, ὅπως ἔλθωσι καὶ ζητήσωσι καὶ εὕρωσι τὴν κατάλληλον ὁδόν, δι’ ἧς θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ νόμος, ὁ ἄλλως νεκρός, νὰ προσλάβῃ ζωὴν καὶ ἀνερχόμενος καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς κορυφῆς, καὶ εἰς αὐτὴν ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του. Διότι καλῶς ἐλέχθη πάντοτε ὅτι ὁ Νόμος εἶναι τῶν πάντων Βασιλεὺς καὶ καλῶς ἀνεγράφη καὶ ἐν τῷ μεγάλῳ Χάρτῃ ὅτι ὁ νόμος ἐτέθη ἐκεῖ, ὅπως κύπτῃ ἐνώπιον αὐτοῦ καὶ ὁ Βασιλεύς. Ποῦ δ’ ἔγκειται ὅλη ἡ δύναμις αὕτη ἢ εἰς τὸν κυρίαρχον; Ποῦ ἔγκειται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἢ εἰς τὸν κυρίαρχον; Ποῦ ἔγκειται ἡ διοικητικὴ ἐξουσία ἢ εἰς τὸν κυρίαρχον; Κυρίαρχος ἐφαίνετο ἄλλοτε ὁ μονάρχης· Κυρίαρχος σήμερον εἶναι ἀνεγνωρισμένος ὁ λαός. Ποῦ ἔγκειται ἅπασα ἡ ἐξουσία; Εἰς αὐτόν. Ἔχει αὐτὴν συγκεντρωμένην αὐτὸς εἰς τὰς ἰδίας αὐτοῦ χεῖρας. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ὑπ’ αὐτοῦ χρῆσις τῆς ἐξουσίας ταύτης; Πᾶς κυρίαρχος ἔφθασε ταχέως ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι εἶναι ἀνίκανος ἀπ’ εὐθείας αὐτὸς πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν νὰ διαχειρισθῇ· ἔφθασε ν’ ἀναγνωρίσῃ καθ’ ἑαυτὸν ὅτι, οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἀγωγήν, οἱονδήποτε καὶ ἂν φέρῃ θώρακα ἐν τῇ ἐνασκήσει εἴτε τῆς δικαστικῆς εἴτε τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, δὲν παρέχει πάντα ἐκεῖνα τὰ ἐχέγγυα, ἅτινα θέλουσιν ἀσφαλίζει τοὺς διοικουμένους κατὰ τῆς παραβάσεως τῶν νόμων. Διότι ἐν τῇ φορᾷ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ κινήσεως, ἐν τῇ φορᾷ τῆς δράσεως τῆς δικαστικῆς αὐτοῦ δυνάμεως, τῆς ἐνεργείας τῆς διοικητικῆς, ὁ κύριος τῆς ἐξουσίας, ἐπειδὴ δὲν εἶναι Θεός, ἦτο φυσικώτατον, παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν πρόθεσιν, ἣν ἔχει, νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸ δίκαιον, νὰ παρασυρθῇ δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ καὶ οὕτως ἐκτραπῇ τῆς εὐθείας εἰς βάρος ἀκριβῶς ἐκείνου τοῦ λαοῦ, οὗτινος ἔχει σκοπὸν ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν εὐτυχίαν. Διὰ τοῦτο μικρὸν κατὰ μικρὸν οἱ κυριαρχοῦντες, εἴτε οἱ σώφρονες μονάρχαι εἴτε οἱ σώφρονες λαοί, ἐφρόντισαν νὰ παραχωρήσωσι μέρος τι τῆς ἰδίας ἐξουσίας· νὰ διχοτομήσωσι τὴν ἐξουσίαν αὑτῶν εἰς τρόπον ὥστε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ἀσκούμενον δι’ ἄλλων προσώπων, παραπλεύρων, διοργανουμένων εἰδικῶς ἐπὶ τούτῳ, ν’ ἀποβῇ ἀσφαλέστερον ὑπὲρ τῶν δικαίων καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ν’ ἀποθέσωσιν, ὅπως ἄλλοι παράπλευροι, στηρικταὶ καὶ ἐπίκουροι καὶ μέντορες τῶν ἐχόντων τὴν κυριαρχίαν, ἀναλαμβάνοντες τὸ ἔργον ἔλθωσι καὶ ἐφαρμόσωσιν αὐτοὶ τὸν νόμον, τὸν νόμον τὸν δικαστικόν, τὸν νόμον τὸν διοικητικόν. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην, τὴν ἄκραν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας, τοῦτο τὴν μεγίστην, τὴν ἄκραν ἔννοιαν τοῦ δικαίου, τοῦτο τὴν μεγίστην ἀσφάλειαν ὑπὲρ τῆς μὴ πτώσεως τοῦ Νόμου, ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως νὰ ἔχῃ τις ἀσφάλειαν περὶ μὴ πτώσεως τοῦ Νόμου. Τί εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Εἶναι διοικητικὴ Ἀρχή. Πόθεν ἐκπορεύεται; Ἐκ τοῦ δικαίου τοῦ κυριάρχου νὰ διοικῇ αὐτός, νὰ ἔχῃ αὐτὸς ὅλην τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἔρχεται ὁ κυρίαρχος διὰ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τίνα τρόπον θέλει κατασταθῆ δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς πάντας ἡ ἀσφάλεια ἐκείνη, ἥτις τοσοῦτο συχνὰ ἀπεδείχθη κατὰ τὴν τελευταίαν τεσσαρακονταετίαν ὅτι ἔλειπε παντελῶς, ἔρχεται δὲ καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, κύπτουσα πρώτη ἐνώπιον τῆς φανερᾶς γνώμης τοῦ λαοῦ, καὶ λέγει «ἐγώ, ἥτις ἐκπροσωπῶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐξουσίας, ἐγὼ ἔρχομαι νὰ παραιτήσω μέρος τῆς ἐλευθερίας ταύτης κύπτουσα ἐνώπιον δικαίας ἀξιώσεως τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας». Ζητεῖ καὶ αὕτη νὰ ἱδρυθῇ παρ’ αὐτὴν τὸ παράπλευρον ἵδρυμα, ὅπερ θέλει συντελέσει, ὥστε πᾶσα εἰδικὴ λειτουργία τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως νὰ προσλάβῃ χαρακτῆρα νομιμώτερον ἢ ὅ,τι μέχρι τοῦδε συνέβαινε, λάβῃ χαρακτῆρα ἐπαρκέστερον ἀσφαλίζοντα τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, λάβῃ χαρακτῆρα, καὶ εἶπε τοῦτο θαυμάσια ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λάβῃ χαρακτῆρα προστάτου ἑκάστου τῶν μελῶν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἑκάστου πολίτου, ἑκάστης κοινότητος, ἑκάστης ἑνώσεως πολιτῶν, προστάτου τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας, εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ μοναδικοῦ προστάτου, εἰς ὃν ὁ πολίτης ἠναγκάζετο νὰ προσφεύγῃ ἑκάστοτε, τοῦ Βουλευτοῦ αὑτοῦ. Ἀντὶ νὰ τρέχῃ πρὸς ζήτησιν ὑποστηρίξεως τοῦ δικαίου αὑτοῦ ὁ πολίτης εἰς ἕνα ἕκαστον ἡμῶν, διότι δὲν εὑρίσκει ἀκρόασιν καὶ ἀπάντησιν, ὅταν ἔχῃ ἐνώπιον αὑτοῦ τὸ μέγα διοικητικὸν Δικαστήριον, ὅπερ θὰ τεθῇ ἐκεῖ πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, θ’ ἀποστρέψῃ ἀφ’ ἡμῶν τὸ πρόσωπον διὰ τὰς τοιαύτας ὑπηρεσίας καὶ θὰ ζητήσῃ ἐκεῖ ὅπου ἁρμόζει τὸ δίκαιον αὑτοῦ καὶ ἐκεῖ θὰ εὕρῃ τὸ δίκαιον. Ἐπὶ ἑνὸς μόνου σημείου θὰ ἐμμείνω· ἐπὶ ἐκείνου, ὅπερ καὶ προυκάλεσε τὰς μείζονας ἀντιρρήσεις, ἐπὶ ἐκείνου, ὅπερ τελευταῖον ἐψηφίσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀφοῦ ἐξηντλήσαμεν πάσας τὰς ἐρωτήσεις, πάσας τὰς ἀπορίας, πάσας τὰς ἐκδηλώσεις τῶν ἐνδοιασμῶν, οὓς εἴχομεν· ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ περιεχομένου ἐν τῷ τρίτῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 82, αὐτοῦ τοῦ θέματος, ὅπερ προσδίδει τὴν μεγίστην ἀξίαν εἰς τὸ ἵδρυμα, περὶ οὗ πρόκειται. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐλπίζω ὅτι θέλει δεχθῆ ἡ Βουλή, ὄχι διότι νομίζει ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἵδρυσιν ὁμοίου τινὸς ἱδρύματος, ἀλλὰ διότι τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἀντεγράψαμεν ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, τῆς ἁπανταχοῦ σήμερον εἰσαγομένης ἢ ἐπαινουμένης, φροντίσαντες νὰ ἐπωφεληθῶμεν ἐκ τῆς ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον αἰῶνα καὶ πλέον ἐν Γαλλίᾳ κτηθείσης πείρας. Κατόπιν καταναλώσεως πολλοῦ χρόνου κατωρθώθη νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ συμπεράσματα, ἅτινα περιλαμβάνει ὁλόκληρα ἡ φράσις τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ ἄρθρον τοῦτον τί λέγει; Ὅτι (ἀναγινώσκει) «Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνήκουσιν ἰδίως... (ἐδάφιον γʹ) ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν ὑπὸ τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, πλὴν τῶν δικαστικῶν, ἐκδιδομένων διοικητικῶν πράξεων, κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα». Ἐγένετο ἡ παρατήρησις τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σπετσῶν, τοῦ ἀρίστου γνώστου τοῦ θέματος τούτου, ὅτι ὑπάρχει ἀτέλειά τις ἐν τῇ ἐκφράσει, καὶ τὴν ἀτέλειαν ταύτην πρὸ ὀλίγου προέτεινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διορθώσωμεν, καθὼς ἀνέγνωσεν. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εὑρισκόμενος θέλω προσπαθήσει νὰ καταστήσω καταληπτὸν εἰς πάντας ὅτι ἡ λέξις ἄκυρος παράγει αἴσθημα δυσάρεστον διὰ τοῦτο μόνον, ὅτι νομίζεται ὅτι τὸ Συμβούλιον, ἐρχόμενον νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα τοῦτο, θέλει εἴπει «ἐπειδὴ κατὰ τὴν κρίσιν μου τοῦτο τὸ Διάταγμα τῆς Ἀρχῆς δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ἀκυρῶ αὐτό». Ἀλλὰ τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως. Δικαίωμα ἀκυρώσεως ἀπ’ εὐθείας δὲν λαμβάνει ἐκ τούτου τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ μόνον, ὅταν ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἐν τῷ Διατάγματι ὑπάρχει παράβασις νόμου, νὰ δηλώσῃ ὅτι διὰ τοῦτο κρίνει ὅτι τὸ Διάταγμα δὲν εἶναι ἔγκυρον. Οὐδὲν ἔχει δικαίωμα ἄλλως νὰ θίξῃ αὐτό, ἀλλ’ ἁπλῶς ν’ ἀναγνωρίσῃ ἐν αὐτῷ τὸ ἀνίσχυρον, λέγον ὅτι δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου.

§115Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀκυρώνει τὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιλαμβάνεται κατ’ οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως.

§116ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν ἀκυρώνει κἂν τὴν πρᾶξιν. Ἡ ἔννοια εἶναι ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι βεβαιοῖ τὸ ἀνίσχυρον τοῦ Διατάγματος· ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο, ὅπερ φέρει πάντα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐγκύρου τὰ ἐξωτερικά, δὲν εἶναι κατ’ οὐσίαν ἔγκυρον. Δὲν δύναται ὅμως καὶ ν’ ἀκυρώσῃ αὐτό, διότι μόνη ἡ Ἀρχὴ ἡ ἐκδοῦσα αὐτὸ δύναται κατὰ δικαίωμα νὰ τὸ ἀκυρώσῃ. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζει τὸ παράπλευρον τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας Σῶμα ὅτι τὸ διάταγμα αὐτῆς δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου. Ἀνάλογον ἀκριβῶς ἐκείνου, ὅπερ συμβαίνει εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον· ἀναγνωρίζει μὲν ὅτι τὸ ἔνταλμα φέρει πάντα τὰ ἐξωτερικὰ φαινόμενα, ἅτινα ὑποχρεοῦσιν εἰς ἐκτέλεσιν, ὅτι προηγήθη τοῦ ἐντάλματος εἰδικὴ ἐντολὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ λέγει ὅτι τὸ ἔνταλμα δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, παρ’ ὅλην τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸν σεβασμόν, ὃν ὀφείλει πρὸς τὸν Ὑπουργόν· διότι τὸ ἔνταλμα τοῦτο δὲν εἶναι ἐκδεδομένον κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν, διότι δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, διότι δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα νόμον, διὰ τοῦτο, λέγει, ἀρνοῦμαι νὰ δώσω εἰς αὐτὸ διὰ τῆς θεωρήσεώς μου πρακτικὴν ἰσχύν. Ἡ διαφορὰ κεῖται εἰς τοῦτο μόνον· ὅτι ἐκεῖ πρόκειται περὶ εἰδικῶς ὡρισμένων πράξεων, ἐνῷ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἁπασῶν τῶν πολλαπλῶν διοικητικῶν πράξεων· ἀλλὰ καὶ κατὰ τοσοῦτον ἡ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ Συμβουλίου καὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καθόσον τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου εἶναι πολὺ μεῖζον λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τῶν ἔργων, τῆς εὐρύτητος καὶ τῆς ποικιλίας τῶν πράξεων. Ἀλλά, ἂν καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην ἐξήγησιν νομισθῇ ἀναγκαῖον ἡ λέξις ἄκυρος ν’ ἀντικατασταθῇ, δύναται ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῶν λέξεων «ἀναγνώρισις τοῦ ἀνισχύρου τοῦ Διατάγματος», καὶ προτείνω τὴν τοιαύτην, ἐν ἀνάγκῃ, ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως ἄκυρος. Παρακαλῶ ὅμως, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου, ἀντὶ τῆς φράσεως (ἀναγινώσκει): «κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα», νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ τεθῇ «κατὰ τοὺς ὅρους καὶ τὰς διακρίσεις τῶν ψηφισθησομένων εἰδικῶν νόμων», διότι τοῦτο εἶναι σαφέστερον καὶ θέλει εὐκολύνει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν καθ’ ἑαυτήν. Ἤθελον νὰ εἴπω, ἵνα τελειώσω τὸν λόγον, ὅτι περιέργως μόνον ἐν τούτῳ ἐδίστασεν ἡ Βουλὴ αὕτη, ἥτις κατὰ πάντα τὰ ἀναθεωρηθέντα θέματα, ἅτινα ἐκανονίσθησαν κατὰ τὸ 1864 ἐπὶ τὸ στενώτερον καὶ μετὰ φιλυπόπτου προκαταλήψεως, εὑρέθη οὖσα ἐντελῶς σύμφωνος, ὅπως ἀνατρέψῃ τὰ ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1864 γενόμενα, διότι—καὶ ἐκράτησα σημείωσιν ταύτην τὴν στιγμήν—ἡ Βουλὴ αὕτη δὲν ἐπέμενεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν, εἰς ἣν τόσην ἀπέδωκε σημασίαν ἡ τότε Συνέλευσις, ἀλλ’ ἐτροποποίησε τὴν ἀπαρτίαν ὁμοφώνως διὰ τὴν συζήτησιν—δὲν προσέχω ἐνταῦθα τὴν διαφωνίαν ἐπὶ τοῦ ὁρισθέντος ἀριθμοῦ κατὰ τὴν ψήφισιν—, ὅπως νομιμοφρόνως καταστήσῃ εὔκολον καὶ ὁμαλὴν τὴν διεξαγωγὴν τῶν νομοθετικῶν καὶ ἄλλων βουλευτικῶν ἔργων. Ἐψήφισε τὸ δυσχερέστατον τῶν θεμάτων, τὴν ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἀφαίρεσιν τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν ἀνάθεσιν τῆς περὶ αὐτῶν κρίσεως εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἐδείχθη ἀπροκατάληπτος, ἐδείχθη ἀληθῶς ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν θιγόντων αὐτήν. Ἡ Βουλὴ αὕτη ἐψήφισε καταδίκην τοῦ στενοῦ τοπικοῦ πνεύματος, ὑφ’ οὗ ἡ Συνέλευσις ὁλόκληρος ἐνεπνέετο—ὀλίγοι ἦσαν οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην—. Ἐψήφισε τὸν ἀποκλεισμὸν τῶν ἀξιωματικῶν — πρώτων αὐτῶν θελησάντων τοῦτο—ἐκ τῆς Βουλῆς. Πῶς δὲ καθιερώθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐνταῦθα παρουσίας αὐτῶν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης καὶ πῶς ἐπεδίωξαν τότε οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς πρωτευούσης τὴν εἴσοδον αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν, περιττὸν νὰ ὑπενθυμίσω, διότι τοῦτο ἅπαντες γινώσκουσιν. Ἀπηρίθμησα ταῦτα, ἵνα δείξω ὁποία ἡ διαφορὰ τῶν γνωμῶν τῶν τότε ἀπὸ τῶν σήμερον. Ἐψήφισε καὶ ἄλλα, ἅτινα ἴσως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω ταύτην τὴν στιγμήν· ἀλλὰ καὶ ταῦτα, ἐν πνεύματι φιλελευθέρῳ ἐργαζομένη, ἔκρινεν ὅτι ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ψηφίσῃ πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Νόμου. Ἐὰν δὲ ταύτην τὴν στιγμὴν κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸ Σῶμα, ὅπερ θέλει ἀπαλλάξει τοὺς πολίτας ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν Ἀρχῶν, ἀπὸ ὀλισθημάτων, ἅτινα ἀδυνατεῖ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποφύγῃ πάντοτε, καὶ διότι δὲν ἀντιπροσωπεύει πάντοτε ὁμοίας προαιρέσεις, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀνθρωπίνως ν’ ἀποδώσῃ σταθερῶς ἀνεπηρέαστον καὶ ἀμερόληπτον δικαιοσύνην κυβερνητικὸν Σῶμα, βεβαίως θέλει ἀναγνωρισθῆ ἁπανταχοῦ ἡ ἀξία τῆς διευθετήσεως ἑνὸς τῶν σπουδαιοτέρων πολιτικῶν ζητημάτων, ἅτινα σωφρόνως ἐλύθησαν ἐν τῇ παρούσῃ Συνελεύσει.

§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαζέας θὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν.

§118Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Καίτοι εἶμαι ἐναντίος τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐν τούτοις, ἵνα μὴ θεωρηθῶ ἀνευλαβὴς πρὸς τὰς γνώμας καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κυρίου Δραγούμη, τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἐκ τῶν κορυφῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὰς πολιτικὰς γνώμας, ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ νὰ μὲ ἐγγράψητε εἰς τὴν προσεχῆ συζήτησιν, διότι δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον. Ὡς δευτερολογίαν, κύριε Μιχαλέα; Δὲν ἀφήνετε; (Ἀνυπομονησίαι).

§120Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.

§122Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ δηλώσω μόνον πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, τίθεται εἷς θεσμὸς μέγας, χωρὶς νὰ διεξαχθῇ ἡ προσήκουσα καὶ εὐρεῖα συζήτησις.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Θὰ ψηφίσωμεν πλέον.

§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰς τροπολογίας.

§125Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον, διὰ ν’ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν μου. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐγκαίρως.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς οὐδένα πλέον δύναμαι νὰ δώσω τὸν λόγον. Ἀφοῦ ἐκήρυξα περατωμένην τὴν συζήτησιν, δὲν ἀνακαλῶ ἔπειτα ἀπὸ συζήτησιν δωδεκάωρον πλέον!

§127Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Σᾶς ἐζήτησα ἐγκαίρως καὶ ὀφείλετε νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤσθε ἐδῶ καὶ ἠδύνασθε νὰ ὁμιλήσητε. Θὰ ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν σας.

§129Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐζήτησα, ἐπαναλαμβάνω, τὸν λόγον ἐγκαίρως, κύριε Πρόεδρε!

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν σας, κύριε Βουλευτά!

§131Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Θὰ τὴν ὑποστηρίξω. Δὲν εἶναι τρόπος αὐτός, κύριε Πρόεδρε. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶναι κατάχρησις τῆς ἐξουσίας σας.

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία κατάχρησις ἐξουσίας ποτὲ ὑπῆρχε. Νομίζω ὅτι ἐγένετο κατάχρησις ὑπομονῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς συζητούσης ἐπὶ 12 ὥρας ἐπὶ τοιούτων πραγμάτων!

§133Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Θὰ τὴν ὑποστηρίξω. Δὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄλλως, διότι ἐζήτησα δὶς τὸν λόγον.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὴν τροπολογίαν σας δύνασθε νὰ τὴν ὑποστηρίξητε εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ κατόπιν, διότι εἶναι τροπολογία μὴ ἔχουσα θέσιν ἐδῶ.

§135Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δύο λέξεις.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐπιτρέψω, ἀφοῦ ἐκήρυξα τὴν συζήτησιν περατωμένην.

§137Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, διότι μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν θὰ σᾶς εἴπω ὅτι κάμνετε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας σας.

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας, διὰ νὰ μὴ τὴν θέσω εἰς τὰ Πρακτικά.

§139Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν μὲ μέλει, διότι ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς.

§140ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ δὲν εἶναι τροποποίησις τῶν ἄρθρων, διατί ἐπιμένετε;

§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι· εἶναι μεταβατικὴ διάταξις. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, διὰ νὰ τελειώσῃ. Ὁ κ. Ἰγγλέσης ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ τὴν ἀναγνώσω κατὰ καθῆκον. Εἶναι μεταβατικὴ διάταξις ἐντελῶς. «Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καταργήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ τῆς ψήφου τῶν ⅔ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν».

§142ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις, κύριε Βουλευτά· δὲν ἔχει θέσιν ἐδῶ. Νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 107.

§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 107, ἀλλὰ καὶ κατωτέρω εἰς τὸ ἄρθρον 86 δύναται νὰ συζητηθῇ. Κύριε Ἰγγλέση, ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων ἔχετε τὸν λόγον.

§144Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Νὰ μοὶ εἴπητε αὐτό, ὅτι ἀναβάλλεται· ὄχι νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον. Εἶναι μία κατάχρησις τῆς ἐξουσίας.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται πρῶτον τὸ ἄρθρον 82. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί, ἡσυχίαν.

§146Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀρχή. Τὸ ἄρθρον 82 εἶναι ἡ ἀρχή.

§148Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, πῶς θὰ θέσω τὰ ζητήματα εἶναι ἰδικόν μου ἔργον· ἀκόμη δὲν τὸ ἀνέγνωσα καὶ παρεμβαίνετε ἄλλως εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου; Τί κατάστασις εἶναι αὐτή! Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 82 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρον 82.— «Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνήκουσιν ἰδίως: αʹ) Ἡ ἐπεξεργασία τῶν προτάσεων νόμων καὶ τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων· βʹ) Ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβαλλομένων αὐτῷ διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· γʹ) Ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα».

§150ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ νὰ προστεθῇ ἡ ἰδική μου τροπολογία.

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν δέχεται ὁ κ. Πρωθυπουργός.

§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καλῶς ἔχει. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος ν’ ἀναβάλωμεν τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν εἶναι σκόπιμον. Εἶναι εἰς τὸ τέλος. Καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον.

§153ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καλῶς.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθῶ ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον: «δʹ) Ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ἀπολαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως κατὰ τοὺς περὶ τούτου νόμους. Εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν ἐδαφίων βʹ, γʹ καὶ δʹ ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντάγματος».

§155Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον λόγον, κύριε Τριγώνη; Ψηφίζομεν τώρα.

§157Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς διαιρετόν, παρακαλῶ νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.

§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ δι’ ὅλον τὸ ἄρθρον. Ὑπάρχει πρότασις.

§159Γ. ΠΩΠ. Ναί· ἀλλὰ θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ γίνῃ αὐτό.

§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἐδάφιον νὰ τεθῇ κεχωρισμένως ὑπὸ ψηφοφορίαν.

§161Γ. ΠΩΠ. Χάριν εὐκολίας.

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἡ εὐκολία εἶναι πολὺ καλή.

§163Γ. ΠΩΠ. Δηλαδὴ εὐκολίας τῆς Βουλῆς, διότι ἐγὼ θὰ ζητήσω ψηφοφορίαν εἰδικὴν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου.

§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ἐγώ.

§165Γ. ΠΩΠ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν.

§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· νὰ τὸ συζητήσητε, ἀλλὰ θὰ ἀπορριφθῇ καὶ θὰ ἡσυχάσητε!

§167Γ. ΠΩΠ. Ἴσως.

§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 82 οὐδεμία εἶναι ὑποβεβλημένη τροπολογία εἰδικῶς. Λοιπὸν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ὑπάρχει πρότασις τῶν βουλευτῶν κυρίων Φουρίδου καὶ Κασίμη ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖσθε, ὅπως ἐπὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν παραδοχῆς τοῦ ἄρθρου 82 προκαλέσητε καὶ ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως». Ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον τοῦτο περιλαμβάνει τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν δικαιοδοσίαν, κρίνω ὅτι ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον· ἄλλως τε καὶ ἄνευ τῆς προτάσεως ταύτης, καθ’ ὃ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχω δικαίωμα, ὡς Πρόεδρος, κρίνω καὶ διατάσσω τὴν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ ὅλου τοῦ ἄρθρου.

§169Γ. ΠΩΠ. Νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἂν δὲν εἶναι διαιρετόν.

§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διαιρετόν. Θὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσι δύο ψηφολέκται· ὁ κ. Φουρίδης καὶ ὁ κ. Κουρτάκης. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 82 ὡς διετυπώθη μετὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Νικ. Ἀ. Στράτος ΝΚωνστ. Καζαντζῆς
Γερ. Νοταρᾶς Ν
Νικ. Χρυσόγελος ΝΔημ. Κούζης
Σερ. Ψύχας Ἀνδρ. Σαρλῆς
Λ. Παπαφώτης Δημ. Ῥοῦσος Ν
Ἀ. Γρίβας ΝΝικόλ. Δελακοβίας
Π. Καρασεβδᾶς ΝΝικόλ. Σακελλαρίου
Ἐπ. Σουλτάνης ΝΓεώργ. Βλάσης
Γ. Ποῦλος ΝΧαρ. Σπηλιόπουλος
Ἰ. Φαρμάκης Νικ. Δημητρακόπουλος Ν
Ἀντ. Ῥοντήρης Ἀναστ. Βάρβογλης Ν
Ἀ. Τριγώνης ΟἸωάν. Μαλλιαρόπουλος Ν
Ἐ. Λαμπρακάκης ΝἸω. Π. Μανέτας Ν
Ἰωάν. Καναβὸς Δ. Πλαπούτας Ν
Ἰωάν. Καλαντζόπουλος ΝἈλ. Παπαναστασίου Ν
Ἐ. Σπετσέρης Ἰωάν. Μπακόπουλος
Ἰ. Τσιγκόλης ΟΔημ. Χηνιάδης
Στέφ. Γρανίτσας Δημ. Καρέλας Ν
Γ. Ἰατρίδης ΝἈθ. Πετρόπουλος Ν
Ἰωάν. Κουρκουμέλης ΟΧαρ. Στασινόπουλος
Ἰωάν. Παπαθανασιάδης ΝΚωνστ. Ῥεβελιώτης
Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς ΝΝ. Τριανταφυλλᾶκος Ν
Ἰωάν. Ἀκρίδας Ἀ. Κατριβᾶνος Ν
Θεοφ. Θεοδωρόπουλος ΝἨλ. Φλέσσας Ο
Ἐμμ. Ῥέπουλης ΝἸωάν. Πολίτης Ν
Δημ. Καλέργης Παν. Δεληβοριᾶς
Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΣπυρ. Τσαγκάρης Ν
Γεώργ. Νέζος Θ. Πέρρος Ν
Παν. Ἀραβαντινὸς ΝΧαρ. Βοζίκης
Ἰωάν. Τερζάκης ΝἈντ. Βούτσης Ν
Παν. Φραντζῆς Νικ. Χαρδούβαλης
Γ. Παπασπυρόπουλος ΝΠερ. Ἀλεξάκης
Γεωργαντᾶς Θρόνος ΝΘεόδ. Γρηγορίου Ν
Γεώργ. Παρασκευόπουλος Σπυρ. Σῖμος Ν
Νικ. Κόνδης Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
Ἀθ. Σωτηριάδης ΝΠερ. Κ. Καραπᾶνος Ν
Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Ο
Πύρ. Καραπᾶνος ΝἈ. Καφετζόπουλος
Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Λ. Φλαμῆς Ο
Ἐλ. Βενιζέλος ΝΚωνστ. Πανουτσόπουλος Ν
Ἐμμ. Μπενάκης Νικ. Συριόπουλος Ν
Φωκ. Νέγρης ΝΘάν. Πετραλιᾶς
Π. Χαροκόπος Π. Ἠλιόπουλος Ν
Κ. Ῥακτιβὰν ΝΧρ. Κορύλλος
Μιλτ. Νεγροπόντης ΝΠαν. Βουρλούμης Ν
Γ. Ζερβουδάκης Νικ. Ῥαφτόπουλος
Λάμπρος Κορομηλᾶς ΝΧρ. Μεϊτάνης Ν
Π. Λαγοπάτης Διον. Πολυζωγόπουλος Ο
Γεώργ. Στρατούλης ΝἸωάν. Δογάνης
Κ. Μᾶνος ΝΓεώργ. Λαμπρινόπουλος
Γεώργ. Ἀβέρωφ
Τιμ. Ἠλιόπουλος Νικόλ. Σταματιάδης
Δημ. Βενιζέλος ΝΔημ. Χρυσοστάλης
Μιχ. Γαλανὸς ΝΕὐάγ. Γεωργιάδης
Ἀ. Παναγιωτόπουλος ΝἸωάν. Μπουρνιᾶς Ν
Γεώργ. Πολίτης Νικόλ. Ἀβέρωφ
Ἰωάν. Ἀθανασάκης ΝΓεώργ. Μπένος
Γεώργ. Νικολαΐδης ΝΝικόλ. Κάραλης
Λουκᾶς Μπέλλος Κωνστ. Χατζηγιάννης
Ἀριστομ. Θεοδωρίδης ΝΔημ. Βάχλας Ν
Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης ΝΓεώργ. Κοσόνας Ν
Κωνστ. Δεμερτζῆς Ἀπόστ. Ἀποστολίδης
Θρ. Πετμεζᾶς ΝΜιχ. Σφακιανάκης Ν
Γεώργ. Καζανόβας ΝΠλούτ. Μαυρίκης
Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης ΝΒασίλ. Ἀθανασούλας
Γεώργ. Σταμπάδος Κωνστ. Χατζάκος Ν
Θεμ. Μιχαλόπουλος ΝΓεώργ. Γαζέπης Ν
Δημ. Ἀνδρέου ΝΝικόλ. Πετσάλης
Δημ. Ζαβογιάννης ΝἸωάν. Λούντζης
Ἐμμ. Κυταριόλος ΝΔιον. Κουλούμπαρδος
Βασ. Κυρέλλος Ἀναστ. Λούντζης Ν
Ἀριστοτ. Σακελλαρίου ΝΚαῖσαρ Ζέζας
Νικ. Σπηλιώτης Διον. Κλάδης Ο
Σπυρ. Παπαχατζῆς ΝΝικ. Παπαδᾶτος
Σάββας Βαρβιτσιώτης Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Ν
Λουκ. Κουτσοπέταλος Νικ. Βάρθης
Νικ. Ἀνδρεαδάκης ΝἈναστ. Σκιαδαρέσης Ν
Δημ. Λαζαρῆς ΝΣπυρ. Χατζάρης Ν
Σπυρ. Θεοδωρόπουλος ΝΠαν. Μανωλίτσης Ν
Ἀθ. Πουλῆς ΝΛ. Κογεβίνας Ν
Νικόλ. Ῥούσης Ν
Στέφ. Ν. Δραγούμης ΝΣπυρ. Βλαντῆς Ν
Ἀλέξ. Ζαΐμης Εὐθ. Ἀ. Βελλιανίτης
Δ. Γκλαβᾶς Χρ. Καποδίστριας
Ἀ. Μιχαλακόπουλος Ἀνδρ. Κρητικὸς
Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Λαυρ. Μαβίλης Ν
Κωνστ. Γόντικας ΝΚωνστ. Κατηφόρης Ν
Ν. Κοντογούρης ΝΣπυρ. Λάσκαρις Ν
Ἰωάν. Βέρροιος Βασίλ. Πουλιάσης
Πολ. Πολυχρονιάδης Κωνστ. Ἀρβανιτάκης
Παν. Ζαΐμης Διον. Βινιεράτος Ν
Δ. Μάρκου Παν. Λιβιεράτος Ν
Γεώργ. Κατσιμπίρης Σπυρ. Ἰγγλέσης Ν
Σπήλ. Ἀγαπητὸς Νικ. Χαριτᾶτος
Ἀ. Φωτήλας ΝἈνδρ. Μονοκροῦσος
Ἀ. Χοϊδᾶς ΝΠέτρ. Βασιλόπουλος
Θεόδ. Ψυχαληνὸς ΝἈνδρ. Βαλσαμάκης
Γ. Παπακυριακόπουλος ΝΝικ. Ἀλιβιζᾶτος Ν
Βασίλ. Ἀντωνόπουλος ΝΣπ. Φορέστης Ν
Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος ΝΧ. Μωραΐτης
Ὄθ. Τετενὲς Νικ. Παπαϊωάννου
Γεώργ. Μουσούρης Μιχ. Φωτιάδης
Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιεράτος Βασίλ. Σηλυβρίδης Ν
Θ. Κοντομίχαλος ΝΠερ. Ἀποστολίδης Ν
Λεων. Ἐμπειρῖκος ΝΛεωγ. Ἀναγνώστου
Σταμ. Βαφειαδάκης ΝΚωνστ. Ζησόπουλος Ν
Δημ. Μάνθος Χ. Δικαῖος Ν
Περ. Γρυπάρης ΝΣ. Ντολιόπουλος Ν
Κωνστ. Καλομενόπουλος ΝΠαν. Φλέσσας Ν
Τριαντ. Παπαδὰμ ΝΠ. Κασίμης Ο
Θωμᾶς Σκάσης ΝΝ. Παπαλέξης Ν
Ἰάκ. Ἀβάζος Δημ. Κάβουρας Ν
Δημ. Ζαμᾶνος ΝΜ. Δαζέας Ο
Νικ. Καμπάνης ΝἈ. Πετρομανιάτης ἀρν.
Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος ΝἈθ. Περρωτὴς
Ἀλέξ. Μαλασπίνας Π. Ἰατρόπουλος Ν
Γεώργ. Γαϊτάνος Π. Καράπαυλος
Ἀντ. Ῥεβίνθης ΝἈνδρ. Κοκκέβης Ν
Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς Εὐστ. Μπαρδόπουλος
Νικ. Καλβοκορέσης ΝΓεώργ. Κορομηλᾶς Ν
Κωνστ. Ἀλαβᾶνος ΝΔημ. Κανελλόπουλος Ν
Δημ. Πετσετάκης ΝἈθ. Αἰλιανὸς Ν
Χαρίλ. Προβελέγγιος Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν
Ἐμμ. Πατρίκιος Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν
Ἰωάν. Μαμάης ΝΓεώργ. Σπηλιόπουλος
Ἰωάν. Κασδόνης ΝΚωνστ. Τριγγέτας Ν
Ἀντ. Φραγκίσκος Γεώργ. Ῥάλλης
Δημ. Καΐρης Γεώργ. Μποῦτος
Θαλ. Κουτούπης ΝἸω. Κουρτάκης Ν
Γεώργ. Φικιώρης Φώτ. Βακαλόπουλος Ν
Κωνστ. Μέρμηγκας Ἀθ. Παπαχελᾶς
Γεώργ. Οἰκονόμου ΝΜεν. Πιπιλῆς
Εὐστρ. Κουλουμβάκης ΟΠαν. Μερλόπουλος Ν
Ἰωάν. Λιμπερόπουλος ΝΔ. Ἀναστασόπουλος Ν
Νικ. Πετροπουλάκης Ἰωάν. Λεωνίδας
Γεώργ. Τσοχώνης Πέτρος Γκίνης
Παναγ. Πετροπουλάκης Ἀλέξ. Διομήδης Ν
Παν. Κουμάνταρος Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ν
Ἰωάν. Ἀθηνογένης ΝἈπ. Ἀλεξανδρῆς Ν
Βασίλ. Μιχαλέας ΝἈλέξ. Παπαποστόλου
Ἰωάν. Βαββανάκος Δημ. Θεοδοσόπουλος
Ἰωάν. Πατσουράκος Παυσ. Ζωγλοπίτης
Χρ. Πετρέας ΝΓεώργ. Ζούκας
Πέτρ. Μαυρομιχάλης Κωνστ. Σταμούλης Ν
Ἰωάν. Φουρίδης ΟἸωάν. Κοττίκας
Ἀναστ. Ἀβέρωφ Βασίλ. Γρίβας
Ἰωάν. Χρυσοβελόνης ΝἈ. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ
Δημ. Οἰκονόμου ΟΝ. Γαρδικιώτης Ο
Μιλτ. Μπουφίδης ΝΔημ. Μπούσδρας
Νικ. Γεωργιάδης ΝΓεώργιος Τάγιας Ν
Ἀγαμ. Σλῆμαν ΝΚωνστ. Παπακυρίτσης Ο
Δημ. Κουκιάδης ΝΧρ. Καρᾶς
Γεώργ. Τσαξίρης ΝἈ. Θανόπουλος Ν
Γεώργ. Σχινᾶς ΟΝικ. Γιουβρῆς Ο
Γεώργ. Δρίβας ΝΧρ. Βλάτσιος Ν
Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΝΓεώργ. Καθάργιος
Κων. Χρυσοχοΐδης ΝΔημ. Κουκουλέτσος ἀρν.
Γεώρ. Βλάχος ΝΓεώργ. Σπυρόπουλος Ο
Πελ. Ἀγγελίδης ΝἈλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
Κωνστ. Γιαννακόπουλος ΝΓεώργ. Ῥάμμος
Φίλ. Ζαρζάμπας ΝΕὐθ. Μαντόπουλος Ν
Λάμπρος Περιστέρης Ἰωάν. Γιδογιάννος
Θεμ. Ῥαφαλιᾶς Νάκος Πολιτόπουλος Ν
Κυρ. Κυριαζόπουλος ΝΚωνστ. Περιβολιώτης
Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ν
Παναγ. Βερβενιώτης Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν
Γεώργ. Καλλίτσης Δημ. Δεδούσης
Ἰωάν. Μᾶνος ΝΓεώργ. Συγγούρης ἀρν.
Σπυρ. Ματσούκας Στέφ. Σομμαρίπας
Ῥήγας Χατζηρήγας Κωνστ. Δημοκωστούλας
Ἰ. Παπαλουκᾶς Ἰωάν. Γραμματίκας
Ἰωάν. Τσιριμῶκος ΝἩρ. Βελλόπουλος
Μιλτ. Σακελλαρίου Ἀθ. Χριστίδης Ν
Κ. Λιδωρίκης ΝΓεώργιος Πὼπ
Θεμ. Παπαϊωάννου ΝΔημ. Βρατσᾶνος
Ν. Ξηρὸς Ἐμμ. Παγκάρας Ν
Νικ. Φραγκίστας

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 192. Ἐκ τούτων 175 εἶπον ναί, 14 ὄχι καὶ 3 ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον 82 ἐγένετο δεκτόν, καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 82.—Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνήκουσιν ἰδίως: αʹ) Ἡ ἐπεξεργασία τῶν προτάσεων νόμων καὶ τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων· βʹ) Ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβαλλομένων αὐτῷ διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. γʹ) Ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα· δʹ) Ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ἀπολαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως κατὰ τοὺς περὶ τούτου νόμους. Εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν ἐδαφίων, βʹ, γʹ καὶ δʹ ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντάγματος». Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 83, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 83.— «Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁρίζει τὰς προτάσεις νόμων, ὧν ἡ ἐπεξεργασία ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὰς εἰς αὐτὴν ὑποβαλλομένας προτάσεις. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους οὐδέποτε παραπέμπεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας».

§172ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ἄλλο ἄρθρον;

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ληφθεῖσαν ὅτε ἔληξεν ἡ συζήτησις, καθωρίσθη τοῦτο, ὅτι τὰ ἄρθρα 82, 83 καὶ 84 ἀποτελοῦσι μίαν ἑνιαίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐκηρύχθη περατωμένη. Ψηφίζονται κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ θεωροῦνται ὡς ἕν. Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ πρῶτον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν. Πρώτη εἶναι ἡ τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Πετρέα, ἔχουσα οὕτως: Ἄρθρον 83 καὶ ἑπόμενα: «Καθίσταται Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας συνεδριάζον ἐν Ἀθήναις. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας σύγκειται ἐκ μελῶν ἐκλεγομένων καθ’ ὃν τρόπον καὶ οἱ Βουλευταί, ἓν ἐξ ἑκάστου νομοῦ. Ἵνα ἐκλεχθῇ τις μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, πρέπει νὰ ᾖ πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι, ν’ ἀπολαμβάνῃ τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ αὑτοῦ δικαιώματα· νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 40ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του· νὰ εἶναι ἐπιστήμων, φέρων δίπλωμα Πανεπιστημίου, καὶ δεκαετῆ τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν δικηγορικήν, δικαστικήν, στρατιωτικήν, διοικητικήν, οἰκονομικήν, βουλευτικὴν ἢ Ὑπουργοῦ ἢ Πρέσβεως ἢ Καθηγητοῦ Γυμνασίου ἢ Πανεπιστημίου. Ἄν τις διετέλεσεν εἰς πλείονας τῶν ἀναφερομένων ὑπηρεσιῶν, τὸ χρονικὸν διάστημα ἑκάστης ὑπηρεσίας συγκριθμεῖται, ἵνα συμπληρωθῇ ὁ χρόνος τῆς δεκαετίας. Οἱ Βασιλόπαιδες καὶ ὁ τοῦ Θρόνου Διάδοχος δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ὁ ἅπαξ ἐκλεχθεὶς μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ αὖθις πρὶν ἢ συμπληρωθῇ δεκαετία ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς δεκαετίας, δι’ ἣν ἐξελέγη. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας συνέρχεται τακτικῶς τὴν 1 Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους. Ἡ διάρκεια τῆς Συνόδου δὲν δύναται νὰ εἶναι μακροτέρα τῶν δύο μηνῶν. Δύναται νὰ συγκαλέσῃ αὐτὸ ὁ Βασιλεὺς καὶ εἰς ἔκτακτον Σύνοδον, ἥτις δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πλέον τοῦ μηνός. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας συνεδριάζει καὶ διασκέπτεται μυστικῶς, παρόντων τοὐλάχιστον τῶν τριῶν τετάρτων τῶν μελῶν αὐτοῦ· προεδρεύει ὁ πρεσβύτερος καὶ τοῦτον ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ἀναπληροῖ ὁ μετ’ αὐτὸν καθ’ ἡλικίαν πρεσβύτερος, χρέη δὲ γραμματέως ἐκπληροῖ ὁ νεώτερος. Ἀπόφασις αὐτοῦ ἔχει κῦρος, ἂν δέκα τοὐλάχιστον μέλη ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, δι’ ἣν ἡ ἀπόφασις. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑποβάλλει προτάσεις περὶ διορισμοῦ καὶ παύσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν. Τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας πρὸς διορισμὸν ἢ παῦσιν δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου ὑποδεικνύει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τὸ διορισθησόμενον ὅμως πρόσωπον ὑποδεικνύει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Οὐδεὶς ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης παύεται ἄνευ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως φερούσης τὰς ὑπογραφάς, διὰ μὲν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ δὲ τοὺς δημοσίους ὑπηρέτας, τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ ἢ ἀπολύσεως οἱουδήποτε δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου προσυπογράφεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἕνεκα ἐπειγούσης ἀνάγκης, ἂν δὲν συνεδριάζῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐπιτρέπεται ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις δημοσίου ὑπαλλήλου ἐκ τῶν μὴ ἰσοβίων ἢ δημοσίου ὑπηρέτου, δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, προσυπογράφοντος τὸ περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως Βασ. Διάταγμα τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὀφείλει τάχιστα, ἅμα συνέλθῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, νὰ ὑποβάλῃ τὸ τῆς προσωρινῆς ἀπολύσεως Β. Δ. καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ, ἂν ἐγκρίνῃ, προτείνει ὁριστικῶς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ προσωρινῶς ἀπολυθέντας, ἂν δὲ δὲν εὕρῃ δεδικαιολογημένην τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Β. Δ. καὶ ὁ ἀδίκως παυθεὶς ὑπάλληλος ἐπανέρχεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του καὶ ἀπολαμβάνει πλήρη τὸν μισθόν του, δι’ ὃν χρόνον ἐπαύθη προσωρινῶς, ὁ δ’ εἰς τὴν θέσιν τοῦ προσωρινῶς ἀπολυθέντος καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὖθις ἐπανελθόντος ὑπαλλήλου διορισθεὶς ὑπάλληλος ἀπολύεται ἄνευ ἄλλης δικαιολογίας, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀπολήψεως μισθοῦ ἢ ἄλλης τινὸς ἀποζημιώσεως παρὰ τοῦ Δημοσίου. Τούτῳ τῷ λόγῳ δὲν λαμβάνει τὸν μισθόν του πρὶν ἢ ὁριστικῶς ἐγκριθῇ ὁ διορισμὸς αὐτοῦ. Ἔχει δὲ δικαίωμα ἀποζημιώσεως μόνον κατὰ τῶν προκαλεσάντων τὸν διορισμὸν αὐτοῦ μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰ προκαλέσαντα παράνομον προσωρινὴν παῦσιν ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου ὡς καὶ τὸν παράνομον διορισμὸν εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀπολυθέντος καταδιώκονται, ἐγκλήσει τοῦ ἀπολυθέντος, ἢ καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον. Ἕκαστον μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας λαμβάνει ὡς ἀποζημίωσιν δραχ. 600 κατὰ μῆνα, διά τε τὰς τακτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους Συνόδους αὐτοῦ. Τὰ ἔργα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰσὶν ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ στρατιωτικοῦ, δικαστικοῦ, διοικητικοῦ, οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου, Δημάρχου, Πρέσβεως καὶ ἐν γένει παντὸς ἄλλου ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ κ. Πετρέα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀποσύρεται;

§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.

§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 83 ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἔχει οὕτω: «Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁρίζει τὰς προτάσεις νόμων, ὧν ἡ ἐπεξεργασία ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὰς εἰς αὐτὴν ὑποβαλλομένας προτάσεις. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους οὐδέποτε παραπέμπεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας». Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 84 τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀποσύρεται, καθὼς καὶ τὸ ἄρθρον 84 δίς. Ἀπομένει τὸ ἄρθρον 84 ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς ἔχον οὕτω: «Τὰ κανονιστικὰ Διατάγματα ἐκδίδονται μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀποφαινομένου ἐντὸς ἀναλόγου προθεσμίας, τασσομένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἧς παρερχομένης ἀπράκτου, ἐκδίδεται τὸ Διάταγμα καὶ ἄνευ γνωμοδοτήσεως. Ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 καὶ 10′ τῆς νυκτός).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 77.
2τῆς 30ῆς Ἀπριλίου 1911.
3(Σάββατον)
4Προεδρία κ. Νικολάου Ἀ. Στράτου.
5(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 9 καὶ 45′ π. μ.
6ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 183 Βουλευτῶν).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν:
81) Ὁ Κυνηγετικὸς Σύλλογος Βόλου ἐκφράζει διαφόρους
9γνώμας ἐπὶ τοῦ ὑποβληθησομένου νομοσχεδίου περὶ θήρας·
102) Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Λαμίας παρακαλεῖ, ὅπως
11ἀνασταλῇ ἡ μετάθεσις τοῦ δραστηρίου νομάρχου Φθιώτιδος
12καὶ Φωκίδος Ἀ. Τσιμπουράκη.
13Θὰ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἵνα τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς
14συνεδριάσεως ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως,
15ἂν θὰ εἶναι ἕτοιμα.
16Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
17Ἡμερησίαν Διάταξιν.
18Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ
19Συντάγματος.
20Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Νέγρης.
21§2Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, ὑπάρχει, ὅστις
22δὲν εἶναι φειδωλὸς τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀλλὰ πρόκειται
23νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν διὰ τῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας πρό-
24κειται νὰ ψηφίσωμεν, πρόκειται νὰ σπαταλήσωμεν δημό-
25σιον χρῆμα ἢ τοὐναντίον νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς μὴ σπα-
26τάλης αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἐπιστήσω τὴν
27προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Οὐδείς, Κύριοι, ἀκολουθήσας τὰ
28πράγματα τοῦ Κράτους κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, δύναται
29νὰ ἔχῃ ἄλλην γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔσχεν ἥ τε ἐπι-
30τροπὴ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν περὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ
31συνταγματικὴ ἐπιτροπή.
32Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ ἐλαττώματα τῶν διαφό-
33ρων μέχρι τοῦδε νομοθετημάτων ὑπῆρξαν τοιαῦτα, ὥστε
34μεγάλη ζημία προῆλθε καὶ διὰ τὸ Δημόσιον καὶ διὰ τὰ
35συμφέροντα τοῦ κοινοῦ. Θέλω δ’ ἀρκεσθῆ ν’ ἀναφέρω δύο
36παραδείγματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ καίρια. Παραλείπω, ἐν-
37νοεῖτε, τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν
38τελευταίαν περίοδον, καὶ τὰ ὁποῖα σωρηδὸν ἐπανῆλθον εἰς
39τὴν Βουλήν, ὅπως διορθωθῶσιν ἕνεκα τοῦ ἀνεφαρμόστου αὐ-
40τῶν, καὶ ἀνατρέχω εἰς παλαιοτέρους χρόνους. Θὰ ἐνθυμῆσθε
41ὅτι πρὸ 15 ἐτῶν, ὡς ἔγγιστα, ὁ ἀείμνηστος τότε Πρωθυ-
42πουργὸς Δηλιγιάννης ὁ φροντίζων ὑπὲρ τῶν χρημάτων τοῦ
43ἔθνους ὑπὲρ πάντα ἄλλον, φειδωλὸς ὑπὲρ πάντα ἄλλον,
44ἐνόμισε, κακῶς ἀντιλαμβανόμενος τῶν πραγμάτων, ὅτι
45ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ οἰκονομίας εἰς αὐτὸ τὸ Γενι-
46κὸν Λογιστήριον, καὶ οὐδεμία ἠκούσθη φωνὴ ἐναντία, διότι
47ἐπρόκειτο δῆθεν περὶ οἰκονομίας, ἐπρόκειτο περὶ τῆς φει-
48δοῦς τῶν δημοσίων χρημάτων, τίνα δὲ τὰ ἀποτελέσματα
49τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων; Ἡ κατάστασις ἡ οἰκτρά, εἰς
50τὴν ὁποίαν περιῆλθε τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, κατάστασις,
51ἡ ὁποία, ἂν δὲν ἔγινεν, ἠδύνατο νὰ γίνῃ παραίτιος ζη-
52μιῶν πολλῶν ἑκατομμυρίων διὰ τὸ ἔθνος. Ἀλλά, Κύριοι,
53ἔχω καὶ παράδειγμα χθεσινόν, πρόσφατον, καὶ θὰ ὁμιλήσω
54ἤδη περὶ ἐκείνων τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα προσέρ-
55χονται ἐξ αὐτῶν τῶν σπλάγχνων τῆς Βουλῆς. Πρὸ ὀλίγων
56ἐτῶν, Κύριοι, κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ μελετήσασα τὸ
57ζήτημα τῆς ἀγροφυλακῆς ἔφερε νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς
58Βουλῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς, Κύριοι, ἡμεῖς τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ,
59κατὰ τὴν ἔκφρασιν, τὴν ὁποίαν ἐνασμενίζονται μεταχειρι-
60ζόμενοι συνάδελφοί τινες τὰς ἡμέρας ταύτας, ἡμεῖς τὰ φι-
61λόστοργα τέκνα τοῦ λαοῦ δὲν ἠδυνήθημεν ν’ ἀντιστῶμεν
62εἰς τὰ αἰτήματα, ἔστω καὶ ἄτοπα, τῶν ἐντολέων μας, καὶ
63οὕτως εἴδομεν τοὺς ποιμένας ἐπεμβαίνοντας εἰς τὰς ἀποφά-
64σεις τῆς Βουλῆς, ὅπως προφυλάξωσι τὰ συμφέροντα αὑτῶν,
65καὶ εἴδομεν τοὺς κτηματίας ἐξ ἄλλου ὑπερασπιζομένους τὰ
66ἴδια· ἀλλ’ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν ταύτην νὰ εὐχαριστήσωμεν
67καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ κατωρθώσαμεν νὰ παρουσιάσω-
68μεν ἐκεῖνο τὸ ἐξάμβλωμα, ἕνεκα τοῦ ὁποίου σήμερον δια-
69μαρτύρεται ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐξάμβλωμα ἐκ τοῦ
70ὁποίου ζημίαι ἀναμφισβήτητοι παρουσιάζονται.
71§3Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ποῖος ἦτο εἰσηγητής;
72§4Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐπιτροπῆς ὁ κ. συνά-
73δελφος, ἀλλὰ περὶ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία τὰ ἔκαμε θά-
74λασσα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω, εἶναι ὅτι, ἂν θ’ ἀπο-
75τραπῶσι τὰ ἄτοπα διὰ τῶν νέων διατάξεων, ἡ Βουλὴ θὰ
76μεταρρυθμίζῃ πάλιν τὰ νομοσχέδια.
77§5Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος: Κύ-
78ριοι, θ’ ἀποτραπῶσι ταῦτα; Κύριοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον,
79ὅτι, ὅταν ἔλθῃ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μελετημέ-
80νον παρ’ εἰδικοῦ σώματος καλῶς μελετημένου, νομοσχέ-
81διον περὶ τοῦ ὁποίου ἡ κοινὴ γνώμη θὰ ἔχῃ ἀποφανθῆ, τότε
82καὶ ἡμεῖς, οἵτινες εἰς οὐδένα ἔχομεν νὰ δώσωμεν λόγον,
83ἡμεῖς αὐτοὶ θὰ φοβώμεθα τὸν ψόγον· τοῦτο εἶναι τὸ μό-
84νον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς συγκρατήσῃ ἀπὸ τὰς ἀκο-
85λασίας, εἰς τὰς ὁποίας πολλάκις προβαίνομεν.
86Δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ διατρέξῃ κίνδυνον τὸ κοινοβου-
87λευτικὸν πολίτευμα, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως τὸ ἀποτέλεσμα
88θὰ εἶναι νὰ τρέξωσι κίνδυνον αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἀκολα-
89σίαι, καὶ τοῦτο βεβαίως, Κύριοι, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον.
90Βεβαίως, Κύριοι, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν εἰς τὸ Συμβού-
91λιον τῆς Ἐπικρατείας εἰσήρχοντο οἱ ἄριστοι, καὶ πρέπει νὰ
92προσπαθήσωμεν, ὅπως εἰσέλθωσιν οἱ ἄριστοι, ἀλλὰ δὲν εἶ-
93μαι ἀνήσυχος διὰ τοῦτο, διότι ἀρκεῖ νὰ εἰσέλθωσιν ἔντιμα
94πρόσωπα καὶ εὐσυνείδητα, καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι τὰ ἀποτε-
95λέσματα θέλουσιν εἶσθαι ἄριστα. Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμέ-
96νος νὰ ἐπαναφέρω ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τὸ ζήτημα τοῦ
97Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἠκούσθησαν ἐνταῦθα κατηγορίαι
98ἐναντίον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλ’ ἐγὼ διατείνομαι
99ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ὑπηρεσία ἐντὸς τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία λει-
100τουργεῖ ὡς ἔδει, εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνε-
101δρίου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πᾶς λογαριασμός, ὁ ὁποῖος
102ὑποβάλλεται εἰς αὐτό, ἐξελέγχεται ταχέως, πᾶσα ὑπηρεσία,
103ἡ ὁποία ἀνατίθεται εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ἐκτελεῖται
104εὐσυνειδήτως καὶ καλῶς. Βεβαίως καθυστεροῦνται ἀπολο-
105γισμοί. Ἀλλὰ πταίει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον; Οὐχί. Ὅ-
106πως τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐξελέγχῃ τοὺς ἀπολογι-
107σμούς, πρέπει νὰ λάβῃ αὐτούς. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον
108ἀπολογισμοὺς δὲν λαμβάνει, ἄρα ἀπολογισμοὺς δὲν ἐξε-
109λέγχει.
110Καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ εἴπω ὅτι πάντα τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγ-
111κτικοῦ Συνεδρίου εἶναι τὰ ἄριστα, ἀλλὰ διατείνομαι ὅτι
112πάντα εἶναι ἔντιμα, εὐσυνείδητα, καὶ οὕτως ἐκτελεῖται ἡ
113ὑπηρεσία ἀμέμπτως.
114§6Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν ὑπάρχει λό-
115γος νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ τις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ
116ὅτι ἕνεκα τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγ-
117κτικοῦ Συνεδρίου ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσήχθη-
118σαν πρόσωπα ἀκατάλληλα. Ἐξέλιπον ἤδη ἴσως, ἀλλὰ τοῦτο,
119ἀφοῦ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου εἰσήχθησαν πάντες οἱ πολιτι-
120κοὶ ἀπόμαχοι τῶν κομμάτων, συνετέλεσεν, ὅπως ἐπὶ πολ-
121λὰ ἔτη νὰ μὴ εἶναι τὸ συνέδριον εἰς τὴν περιωπήν, εἰς τὴν
122ὁποίαν ἠθέλησε νὰ τὸ στήσῃ ὁ νόμος. Δὲν πρόκειται περὶ
123σημερινῆς καταστάσεως.
124§7Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλά, ἂν κατωρθώθη ἤδη κατὰ τὸ πα-
125ρελθὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ εὐάρεστον τοῦτο ἀποτέλεσμα, ἐλ-
126πίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀμφιβάλλει ὅτι ἤδη, ὅτε τὸ ἔθνος
127ἐνόησε τὰ καθήκοντα αὑτοῦ, οὐδεὶς θέλει τολμήσει νὰ
128ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρελθόν.
129§8Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχουσι δώσει πληθὺν συντά-
130ξεων ἀδικαιολογήτως. Ἔχουσι δώσει σύνταξιν εἰς ἀξιωμα-
131τικὸν παθόντα δῆθεν ἐν πολέμῳ, ἐνῷ ἔπαθεν ἐκ διασκεδά-
132σεως ἐπανερχόμενος ἐκ Χαλανδρίου.
133§9Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Χαίρω ὅτι ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι,
134ἂν εἶναι περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Ἐλεγκτικὸν
135Συνέδριον καὶ μόνον τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀνθίστατο
136εἰς πάσας τὰς πιέσεις χάριν συντάξεων...
137§10Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλ. ἔδιδον τὴν σύνταξιν καὶ
138ὕστερον εἰσήρχοντο εἰς τὸ καφενεῖον καὶ ἔλεγον «ἐπιέσθη-
139μεν· τί κατάστασις εἶναι αὐτή!».
140§11Φ. ΝΕΓΡΗΣ.... Ἐὰν ἐπὶ χιλίων συντάξεων εὑρέθη ὅτι
141μία εἶναι ἐσφαλμένη, νομίζω ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν
142νὰ ἐπαινέσωμεν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διότι δὲν θέλω
143νὰ εἴπω καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ ἐπὶ τέλους
144καὶ εἰς ἓν σφάλμα.
145Ἀλλ’ ἐνῷ πάντα ταῦτα λέγω, Κύριοι, εἶμαι καὶ ἐγὼ
146ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου
147τούτου πρέπει νὰ ζητήσωμεν πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν,
148καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ὁρίσωμεν τὰ μέλη τοῦ Συμβου-
149λίου Ἐπικρατείας κατ’ ἀνώτατον ὅριον εἰς 15. Δὲν νομίζω
150δὲ ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμὸν τῶν ἐκτάκτων
151μελῶν. Νομίζω ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ἐπιζήμιος. Κύ-
152ριοι Βουλευταί, τὰ ἔκτακτα μέλη θὰ εἶναι ποῖοι; Θὰ
153εἶναι ὑπάλληλοι τῆς διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐννοοῦμεν ἀκρι-
154βῶς τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ εἶναι ἀνεξάρτητον τῆς διοικήσεως.
155Εὐθὺς ὅμως ὡς εἰσαγάγωμεν τὰ ἔκτακτα μέλη εἰσά-
156γομεν τὴν διοίκησιν ἐντὸς αὐτοῦ. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ
157τῶν μελῶν τούτων οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ ἢ εἰς τὸ νὰ δώσῃ
158ἀμοιβὰς τινας εἰς τοὺς μᾶλλον διακεκριμένους ὑπαλλή-
159λους, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἐλαττώσῃ τὸ γόητρον τοῦ Συμβου-
160λίου. Εἴθε νὰ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὰς πρεπούσας ἀμοι-
161βὰς εἰς πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους· εἴθε νὰ
162ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὸν μισθὸν τὸν δίκαιον εἰς τὸν χω-
163ροφύλακα, εἰς τὸν τελωνοφύλακα, τὸν μισθὸν τὸν δίκαιον
164εἰς τοὺς δικαστάς. Ἀλλὰ δυστυχῶς, Κύριοι, εἴμεθα ἠναγ-
165κασμένοι χάριν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ εἴμεθα φειδωλοί.
166Διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει νὰ ὁρίσωμεν ὅτι τὰ μέλη δὲν
167δύνανται νὰ ὑπερβαίνωσι τὰ 15, ἐλπίζω δ’ ὅτι θὰ ἀρχίσω-
168μεν μὲ πολὺ ὀλιγώτερα, μὲ τὰ ἐννέα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὥρι-
169σεν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἕξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν
170Κυβέρνησιν.
171Καὶ ἐὰν βεβαίως, Κύριοι, περιορισθῶμεν εἰς τὰ 15
172ταῦτα μέλη, δὲν εἶναι δυνατὸν αἱ δαπάναι νὰ ὑπερβῶσι
173τὰς 150,000 δρ. κατ’ ἀνώτατον ὅριον, καὶ μία δαπάνη
174150,000 δρ., ὅπως ἀποφύγωμεν πάντα τὰ ἐλαττώματα
175ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα ἐνώπιον ὑμῶν, νομίζω ὅτι ἐπι-
176βάλλεται.
177§12Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Παρηκολούθησα, κύριοι συνάδελφοι,
178μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς τὰς ἀγορεύσεις τῶν ἐντί-
179μων συναδέλφων, καὶ σᾶς ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ ὅτι
180δὲν εὗρον λόγους ἱκανούς, ἵνα πεισθῶ περὶ τῆς ἀναγκαιό-
181τητος καὶ χρησιμότητος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας,
182ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ δυνατοῦ
183εὐρύθμου λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος διὰ μιᾶς καὶ μόνης
184Βουλῆς. Ὅσῳ ἑπομένως ἀποκρούω τὴν πρότασιν περὶ συ-
185στάσεως Συμβουλίου Ἐπικρατείας, τόσῳ συνηγορῶ περὶ
186συστάσεως καὶ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος.
187Ἐν τῇ Ἱστορίᾳ τῆς ἀρχαιότητος οὐδὲν ἴχνος εὑρίσκομεν
188θεσμοῦ ἀναλόγου πρὸς ὅ,τι καλοῦμεν ἐν τοῖς νεωτέροις χρό-
189νοις Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀναμφιβόλως οἱ ἡγε-
190μόνες, οἵτινες ἐπεδίωξαν τὴν εὐδαιμονίαν τῶν λαῶν, ἔπρεπε
191νὰ περιεστοιχοῦντο ἑκάστοτε ἀπὸ ἄνδρας διακρινομένους
192διὰ τῆς διανοίας καὶ τῶν φώτων των, καὶ τῶν ὁποίων εἰς
193τὰς δυσκόλους περιστάσεις καὶ τὰς μεγάλας ὑποθέσεις τοῦ
194Κράτους ἐζήτουν τὴν συμβουλήν· ἀλλ’ οὐδὲν κανονικὸν ἢ
195τακτικὸν εἰς τὸ τοιοῦτον μέτρον ὑπῆρχεν, οὐδὲν ὅπερ ἔπρεπε
196νὰ ὁμοιάζῃ πρὸς συμβούλιον κεκανονισμένον, πρὸς σωμα-
197τεῖον μόνιμον, πρὸς δικαιοδοσίαν ὡρισμένην καὶ γνωστὴν ἐκ
198τῶν προτέρων.
199Ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Σπάρτῃ ἐλειτούργει ὁ θεσμὸς τῆς
200Γερουσίας. Ἐν Ἀθήναις ἡ Γερουσία διεσκέπτετο ἐπὶ πασῶν
201τῶν ὑποθέσεων πρὶν ἢ αὗται εἰσαχθῶσιν ἐν τῇ Συνελεύσει
202τοῦ λαοῦ· ἐξέδιδε ψηφίσματα, ἅπερ εἶχον προσωρινῶς ἰσχύν.
203Ἡ Συνέλευσις αὕτη ὠνομάζετο Γερουσία τῶν κυάμων, διότι
204τὰ μέλη της ἐκληροῦντο μέσῳ κυάμων μελανῶν καὶ λευ-
205κῶν, ἡ δὲ ὑπηρεσία των ἦτο ἐνιαύσιος. Ἐν Σπάρτῃ τὸ
206Συμβούλιον τῶν Γερόντων, πρὸ τῆς συστάσεως τοῦ θεσμοῦ
207τῶν Ἐφόρων, εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν τῶν νόμων, πάντα δὲ
208τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ Κράτους συνεζητοῦντο ἐν αὐτῷ
209πρὶν εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ λαοῦ.
210Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ Γερουσίαν συγχρό-
211νως ἔχουσι σήμερον μόνον ἡ Γαλλία, Ἰταλία καὶ Ἰσπανία,
212ἡ δὲ Σερβία μόνον Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἡ δὲ Νορβη-
213γία καὶ Σαξωνία ὡς καὶ ἡ Ἀγγλία ἔχουσιν ἀπεναντίας
214Συμβούλιον Στέμματος.
215Ἐν Γαλλίᾳ συνεστάθη τὸ πρῶτον ἐπὶ Φιλίππου τοῦ Ὡ-
216ραίου τὸ 1302. Ἐπὶ Ναπολέοντος συνεδρίαζεν ἐντὸς τῶν
217Ἀνακτόρων, παρὰ τὸ γραφεῖον τοῦ Αὐτοκράτορος· εἰς
218αὐτὸ ὑπεβάλλοντο πᾶσαι αἱ ἀκανθώδεις ὑποθέσεις καὶ ἀνε-
219θεωροῦντο πᾶσαι αἱ ὁπωσοῦν σπουδαῖαι πράξεις τῶν Ὑπουρ-
220γῶν. Ἐν τῇ ἐνδόξῳ ταύτῃ ἐποχῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπι-
221κρατείας κατέλαβε θέσιν σπουδαιοτάτην, τεθειμένον πρά-
222γματι ὑπεράνω τῶν Ὑπουργῶν, ὧν ἦτο ὁ δικαστὴς μᾶλ-
223λον ἢ ὁ σύμβουλος, ἐπιπεφορτισμένον τὴν προπαρασκευὴν
224τῶν νόμων, τῶν ὁποίων μόνον αὐτὸ εἶχε τὴν ὑψηλὴν ἀπο-
225στολὴν ν’ ἀναπτύσσῃ τοὺς λόγους ἐνώπιον τοῦ ἀφώνου νομο-
226θετικοῦ Σώματος, ἦτο κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Καρμενίνου
227«ἡ ψυχὴ τῆς διοικήσεως, ἡ πηγὴ αὐτὴ τῶν νόμων καὶ ἡ
228λαμπὰς τῆς Αὐτοκρατορίας». Παρ’ αὐτῷ ἐπὶ τῇ φωνῇ τοῦ
229Ναπολέοντος πᾶσαι αἱ ἐξοχότητες τῆς ἐπαναστάσεως, πο-
230λιτικαὶ καὶ στρατιωτικαί, συνηντῶντο· εἰ δὲ καὶ ἐστερεῖτο
231ἰδίας ἐξουσίας, μετεῖχεν ἐν τούτοις εἰς μέγιστον βαθμὸν
232πασῶν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτοκρατορίας
233καὶ ἀπετέλει τὸ πρώτιστον σῶμα τοῦ Κράτους.
234Πρὸς κατανόησιν τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τοῦ ἔθνους
235πρέπει ν’ ἀνέλθωμεν μέχρι τῆς τελευταίας Συντακτικῆς
236Συνελεύσεως, ὅπως εὕρωμεν τὰ αἴτια τῶν γεγονότων, ἅπερ
237βλέπομεν σήμερον. Τότε μόνον πολλὰ πράγματα ἀνεξήγητα
238ἄλλως θέλουσι μᾶς φανῆ λογικὰ καὶ φυσικά.
239Οἱ ἄνδρες οἱ ἐπιδράσαντες ἰδίως ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ
240Συντάγματος, καὶ οἱ ὁποῖοι διῴκησαν εὐθὺς ἀμέσως τὸ
241ἔθνος, ἔδωκαν ὤθησιν ἐλευθερίας, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέ-
242σματα ἐξηκολούθησαν νὰ εἶναι αἰσθητὰ ἐπὶ πολὺν χρόνον.
243Θαυμασταὶ εἰλικρινεῖς τῶν ἀγγλικῶν θεσμῶν καὶ τοῦ Self
244Gouvernement δὲν ἀπεμακρύνθησαν τῶν ἀρχῶν, καὶ ὅτε
245ἀπερροφῶντο ἐκ τοῦ ἀναπτυχθέντος ἀνταγωνισμοῦ τῆς ἐν
246τῇ ἐξουσίᾳ ἐπικρατήσεώς των. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον αἱ τά-
247ξεις αὐτῶν ἠραιώθησαν· ἐλάχιστοι ἔμειναν πιστοὶ εἰς τὰς
248ἐλευθερίους ἀρχάς· ὁ μέγιστος ἀριθμὸς ἀπέκλινε πρὸς
249τὴν συγκέντρωσιν, τὴν ὑπερβολὴν τῶν δικαιωμάτων τοῦ
250Κράτους.
251Οἱ θεσμοὶ δὲν ἦσαν ἰθαγενεῖς. Ἀντεγράφησαν ἐκ τοῦ κοι-
252νοβουλευτικοῦ Ἀγγλικοῦ συστήματος, οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας,
253ἀλλ’ ἐξ ἑτέρου ἀντιγράφου τοῦ ἰσχύσαντος ἐπὶ Λουδοβί-
254κου Φιλίππου ἐν Γαλλίᾳ. Τὸ ἀληθὲς πρόβλημα πρὸς λύσιν
255διὰ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἦτο νὰ εὑρεθῇ τὸ μέσον τῆς
256προσαρμογῆς τῶν ξένων τούτων θεσμῶν εἰς τὰ ἤθη, τὰς
257συνηθείας καὶ τὸν φυσικὸν ὀργανισμὸν τοῦ τόπου. Ἀντὶ
258τούτου ἀπομακρυνόμενοι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον τοῦ σκο-
259ποῦ τούτου, καὶ ἀπὸ μιμήσεως εἰς μίμησιν, ἔφθασαν νὰ
260προσεπιθέσωσι τὸ αὐταρχικὸν Γερμανικὸν σύστημα εἰς τὸ
261κοινοβουλευτικὸν Ἀγγλικόν, καὶ ὑπερθεματίζοντες ἐπέβα-
262λον εἰς τὸ ἔθνος συγκέντρωσιν ἐξ ἀντιγραφῆς τῆς Γαλλικῆς
263συγκεντρώσεως.
264Ἐκ τῆς τερατώδους ταύτης συναρμογῆς οὐδὲν καλὸν
265ἠδύνατο νὰ προέλθῃ. Εἶναι ἤδη παραδεδεγμένον ἐν τῇ πο-
266λιτικῇ ἐπιστήμῃ ὅτι ἡ χειροτέρα Κυβέρνησις, ἣν δύναται
267νὰ ἔχῃ ἔθνος τι, εἶναι ἡ Κοινοβουλευτικὴ Δικτατορία ἐν κα-
268τοχῇ τῶν δυνάμεων, ἃς δίδει ἡ συγκέντρωσις, καὶ τὴν πεῖραν
269ταύτην αἰσθάνεται ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν τὸ ἔθνος.
270Κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἡ δρᾶσις τοῦ Θεοτόκη
271ὑπῆρξε πάντοτε νὰ ἐκτείνῃ τὴν παρέμβασιν τοῦ Κράτους
272ἐν τῇ διοικητικῇ καὶ οἰκονομικῇ ζωῇ τοῦ ἔθνους.
273Ὁ Δηλιγιάννης, εἷς τῶν δημιουργῶν τοῦ Συντάγματος,
274ἐθεωρεῖτο ὡς ἀποκλίνων πρὸς τὰς ἐλευθερίους ἀγγλικὰς
275ἀρχάς, πράγματι ὅμως οὐδέποτε ἀπεμακρύνθη τοῦ σοσια-
276λισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐξαίρεσιν μοναδικὴν ἐπετέλεσεν ὁ
277Ῥάλλης.
278Ἐκ τῆς συγχύσεως ταύτης τῶν ἰδεῶν καὶ ἐν τῇ κατα-
279τμήσει τῶν κομμάτων τὰ ὑλικὰ συμφέροντα καὶ τὰ ἐγω-
280ιστικὰ αἰσθήματα ὑπερίσχυσαν, ὡς ἦτο ἑπόμενον. Οἱ ὑπο-
281ψήφιοι εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς δὲν παρίσταντο ἀπέ-
282ναντι τῶν ἐκλογέων ἐν ὀνόματι ἀρχῶν τινων, συνιστῶντο
283πρὸ πάντων ὡς ἱκανοὶ αἰτηταί, καὶ τὸ κακὸν τοῦτο ἔβαι-
284νεν αὐξάνον καταπληκτικῶς. Οἱ ἐκλογεῖς δὲν ἀπέβλεπον
285εἰς κοινὰς ἰδέας, ἀλλ’ εἰς τὰ συμφέροντά των ἕκαστος· διὸ
286καθ’ ἑκάστην συνεδυάζοντο ὑποψήφιοι εἰς διάφορα κόμ-
287ματα ἀνήκοντες, καὶ οἱ ἐκλογεῖς ἐψήφιζον κατὰ τὸ πλεῖ-
288στον τοὺς τοιούτους συνδυασμούς, ἀποδεικνύοντες οὕτως
289οὐχὶ ἠθικὴν ἔννοιαν, ἀλλὰ πρακτικὴν τοιαύτην· ἀφοῦ οἱ ἐκ-
290λεκτοί των θὰ ἦσαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποθέσεών των,
291καὶ οἱ δικηγόροι των κατ’ οὐσίαν ἦτο ὅλως δευτερεῦον
292νὰ ἐνασχοληθῶσι πρὸ τῶν πολιτικῶν γνωμῶν, ἃς ἠδύναντο
293νὰ ἔχωσι. Τὰ δὲ προγράμματα τοῦ πλείστου τῶν ὑποψη-
294φίων Βουλευτῶν εἶχον κατασταθῆ τόσον ἐλαστικά, ὥστε
295ἠδύνατό τις νὰ εὕρῃ ἐν αὐτοῖς ὅ,τι ἤθελεν.
296Ἡ ἕνωσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος μετὰ τῆς
297συγκεντρώσεως ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μεταμορφώνῃ τοὺς
298ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ἐπὶ ποινῇ μὴ ἐκ νέου ἐκλογῆς
299των, εἰς ἀπαιτητὰς τῶν συμφερόντων τῶν ἐκλογέων, τῶν
300συμφερόντων τούτων καταληγόντων πάντων εἰς τὴν κεντρι-
301κὴν ἐξουσίαν. Οἱ δὲ Ὑπουργοὶ ὑπεχρεοῦντο νὰ ὑποχωρῶσιν
302ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δαπάναις τῶν συμφερόντων τοῦ δημο-
303σίου ταμείου καὶ τῆς Δικαιοσύνης πρὸ τῶν ἐνώπιόν των
304ἀπαιτητῶν Βουλευτῶν.
305Τὸ κακὸν τοῦτο ἀπατῶνται οἱ πρεσβεύοντες ὅτι δύναται
306νὰ ὑπερασπίσῃ ἡ ἀποκέντρωσις, ὡς ἤδη λειτουργεῖ· εἰς οὐ-
307δὲν ἄλλο θέλει χρησιμεύσει αὕτη ἢ εἰς τὸ νὰ μετατοπίσῃ
308τὸ κακὸν ἀπὸ τοῦ κέντρου εἰς τὴν περιφέρειαν· ἴσως μάλι-
309στα ἐπιδεινώσῃ τοῦτο. Τὸ ἐνδιαφέρον δὲν εἶναι νὰ ἐξασκῇ
310τὸ Κράτος τὴν ἐξουσίαν του μέσῳ τοῦ Νομάρχου μᾶλλον ἢ
311τοῦ Ὑπουργοῦ, ἢ τῶν εἰδικῶν συμβουλίων μᾶλλον ἢ τῆς
312Βουλῆς, ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ἡ
313ἐξουσία αὕτη ἐξασκεῖται. Ὅταν τὸ Κράτος ἀπορροφᾷ ὅλην
314τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ ἔθνους, τὰ αὐτὰ φαινόμενα τῆς
315διαφθορᾶς καὶ ἀλλοιώσεως τῆς πολιτικῆς ζωῆς ἀναφαί-
316νονται.
317Ἡ παρακμὴ αὕτη τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος,
318ἥτις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἶχε παραταθῆ ἐπὶ τοσοῦτον,
319ὥστε νὰ ἐξεγείρῃ τὸ ἔθνος εἰς ἐπανάστασιν, ἐξακολουθεῖ
320καὶ ἤδη νὰ προσβάλλῃ τοὺς ἀληθεῖς πατριώτας, προτεί-
321νοντας διάφορα μέσα ἀναστολῆς τοῦ κακοῦ, καὶ μὴ εἰς τὸ
322μέλλον ἐξακολουθήσεώς του. Ἡ Βουλὴ ἐκ ζηλοτυπίας τῶν
323δικαιωμάτων της ἀνέλαβεν ἀπειρίαν φροντίδων μὴ ἀφορω-
324σῶν αὐτήν. Ἀπόλυτος καὶ ἄνευ ἀντιρρόπου ἡ πλειονοψηφία
325ἀχαλίνωτος, μὴ περιορίσασα τὴν νομοθετικὴν δύναμίν της
326εἰς μόνους τοὺς ἐνδιαφέροντας τοῦ Κράτους νόμους, οὐδὲ δη-
327μιουργήσασα πέριξ αὑτῆς ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, συγκεν-
328τροῦσαν ἐν ἑαυτῇ ἰδίαν ζωὴν ἀνάλογον πρὸς τὴν τῆς δικα-
329στικῆς ἐξουσίας.
330Συνέλευσις κυρίαρχος μὴ βλέπουσα ὅρια τῆς δυνάμεώς
331της διαπράττει οὐχὶ σπανίως ἀνοησίας· ὑπὸ τὴν πρόφασιν
332ὅτι αὐτὴ εἶναι ὁ νόμος, δὲν εὐχαριστεῖται πλέον νὰ τὸν
333κάμνῃ, ἀλλὰ θέλει καὶ νὰ τὸν παραβιάζῃ. Ἂν τὸ κοινο-
334βουλευτικὸν πολίτευμα προσβάλλεται σήμερον διὰ τῶν
335ἐφημερίδων καὶ ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἐκλογέων, τοῦτο ἀπο-
336δοτέον εἰς τὰς καταχρήσεις αὐτοῦ. Τὸ καλλίτερον μέσον
337τοῦ περιορισμοῦ τῶν καταχρήσεων εἶναι ἡ ῥιζικὴ ἀναμόρ-
338φωσις τῆς πολιτειακῆς ἐξουσίας, ὀργανισμὸς τελειότερος
339τῆς κυριαρχίας τοῦ ἀριθμοῦ ἐγγυώμενος περισσότερον τῆς
340ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Ἡ ἀναμόρφωσις αὕτη οὐδὲν ἔχει
341τὸ δυνάμενον νὰ φοβίζῃ τὰ ἐχέφρονα πνεύματα, εἰς τὰ
342ὁποῖα ἡ συνήθεια δὲν ἐκλαμβάνει τὰς ἀρχαίας μωρίας ὡς
343σεβαστοὺς θεσμούς.
344Προκειμένου σήμερον διὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως νὰ ζη-
345τήσωμεν τὸν κατάλληλον συνταγματικὸν μηχανισμὸν πρὸς
346ἀνόρθωσιν τῶν πολιτικῶν μας πραγμάτων, πρὸ παντὸς
347πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὰς ἐνέδρας, ἃς
348στήνουσιν εἰς πάντα ἄνθρωπον αἱ μακραὶ συνήθειαι τοῦ
349ἰδίου του πνεύματος καὶ αἱ ἐπιρροαὶ τοῦ ἐθνικοῦ του περι-
350βάλλοντος. Καὶ ναὶ μὲν οἱ συνταγματικοὶ μηχανισμοὶ δὲν
351ἔχουσιν ἀξίαν καὶ ἀποτελεσματικότητα ἰδίαν, ἀνεξαρτή-
352τως τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν δυνάμεων, αἵτινες τοὺς
353ὑποστηρίζουσι καὶ θέτουσιν εἰς κίνησιν, ἀλλ’ ἐντεῦθεν δὲν
354ἕπεται καὶ ὅτι τὸ ἐξαιρετικὸν τῶν μηχανισμῶν δὲν καθιστᾷ
355τὴν ἐνέργειαν τῶν δυνάμεων τούτων πλέον δραστικήν, πλέον
356διαρκῆ καὶ πλέον κανονικήν.
357Οἱ λαοί, οἵτινες κατέθραυσαν τὸ παρελθόν των, ἐρρίφθη-
358σαν ἀναγκαίως πρὸς τὸν ὀρθολογισμόν, καὶ ἐζήτησαν παρ’
359αὐτοῦ τὸ κῦρος, ὅπερ δὲν ἠδύναντο νὰ ζητήσωσιν εἰς τὸ
360γόητρον τῆς Ἱστορίας των. Εὐτυχῶς ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἔχο-
361μεν παρελθόν, ὅπερ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, καὶ δὲν
362πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι αἱ ἰδέαι τῶν προγόνων μας
363ἐπεκράτησαν σύμπαντος τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, καὶ
364ἀνευρίσκονται ἁπανταχοῦ.
365Τὸ πρώτιστον προσὸν παντὸς θεσμοῦ δέον νὰ εἶναι ἡ
366ἀποκατάστασις ἁρμονίας μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν, ἡ πρόλη-
367ψις βιαίων συγκρούσεων, ἡ μὴ διαιώνισις αὐτῶν καὶ ἡ ἐξεύ-
368ρεσις μέσων λύσεως αὐτῶν εἰρηνικῆς καὶ ταχείας.
369Παρ’ ἡμῖν, ἐν περιπτώσει διαφωνίας μεταξὺ Κυβερνή-
370σεως καὶ τῆς Βουλῆς, ἓν μόνον μέσον ὑπάρχει πρὸς ἀπο-
371κατάστασιν τῆς ἁρμονίας μεταξὺ αὐτῶν, τὸ μέσον τῆς
372διαλύσεως τῆς Βουλῆς, μέσον οὐχὶ συνήθως ἀνώδυνον.
373Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ πολιτικὴ ψῆφος, ἤτοι τὸ τῆς ἐμπι-
374στοσύνης ζήτημα, δι’ ἧς καλύπτονται τὰ τῶν Κυβερνήσεων
375ἐγκλήματα, ἡ ἐπιδιωκομένη ἀνόρθωσις μάτην ζητεῖται.
376Ἀνάγκη τὸ κακὸν νὰ κοπῇ εἰς τὴν ῥίζαν του· ἡ διὰ τῶν
377ἀποκεντρωτικῶν νόμων, τῶν εὐθραύστων, καὶ εἰς τὴν ἐλα-
378χίστην πνοὴν δυναμένων ν’ ἀνατραπῶσι, μόνη συμπτωμα-
379τικὴ θεραπεία ἥκιστα συντελεῖ εἰς τοῦτο.
380Μόνη ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς
381καὶ ὁ περιορισμὸς αὐτῆς εἰς τὰ καθαρῶς νομοθετικά της
382ἔργα, καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ
383τῇ βάσει τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου, ἐγγυᾶται τὴν
384σωτηρίαν.
385Τὰ μέχρι σήμερον ἠθικὰ πρόσωπα τὰ ἐξασκήσαντα μέ-
386ρος τῆς δημοσίας ἐξουσίας κατέπεσον ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ
387τόπου· ὁμοιάζουσι πρὸς κλάδους ζῶντας διὰ μέσου τοῦ
388φλοιοῦ. Οὐδὲν τὸ κέρδος τῆς φειδοῦς τοῦ ἡμιτεθνεῶτος
389τούτου δένδρου, οὗ αἱ συσταλεῖσαι ἀρτηρίαι μάτην ἀναζη-
390τοῦσι διέξοδον πρὸς νέαν ἰκμάδα. Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ
391Αὐγούστου τὰς κατέρριψε διὰ τοῦ ἁπλοῦ τιναγμοῦ των.
392Ἀνάγκη ἐπὶ τῆς διασαλευθείσης καθ’ ὅλας τὰς διευθύνσεις
393της ταύτης γῆς, τῆς βοτανισθείσης καὶ εὐθραύστου κατα-
394σταθείσης, φυτεύσεως νέας φυτείας καὶ νέας σπορᾶς.
395Δὲν πρέπει νὰ μᾶς παρασύρωσι τὰ ἐν ἄλλοις ἔθνεσι συμ-
396βαίνοντα. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἰδίως αἱ πολιτικαὶ ἐξουσίαι δὲν
397εἶναι δημιουργήματα συνταγματικῆς ἐξουσίας· ἡ ὕπαρξίς
398του εἶναι προγενεστέρα πάσης οἱασδήποτε συνταγματικῆς
399πράξεως. Ὁ ἀγγλικὸς θεσμὸς εἶναι οὐσιωδῶς συνθήκη μεταξὺ
400μικροῦ ἀριθμοῦ ἀρχαίων σωματείων, προσώπων ἠθικῶν,
401προαιωνίων θεματοφυλάκων, μέρους τῆς δημοσίας ἐξουσίας.
402Ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ ἔθνους ἡμῶν μόνη συνισταμένη εἶναι τὸ
403ἄτομον. Τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου ἀποτελοῦσι τὸ πρώτι-
404στον καὶ κεφαλαιῶδες ἔργον, ὅπερ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν νομο-
405θέτην. Τὸ ἔθνος ἀποτελεῖ τὸ σύνολον τῶν πολιτῶν. Πᾶσαι αἱ
406ἐξουσίαι αἱ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας ἀπορρέουσαι εἶναι δημι-
407ουργήματά της, στηρίζουσι τὰ δικαιώματά των ἐπὶ τοῦ θε-
408σμοῦ, ὅστις εἶναι ἔργον της. Πᾶσα ἐξουσία ὕποπτος, μὴ ἀν-
409τιπροσωπεύουσα αὐτήν, ἢ κακῶς παριστῶσα αὐτήν, δὲν
410ἔχει λόγον ἐπαρκῆ ὑπάρξεως καὶ δέον ν’ ἀνατραπῇ ἢ νὰ
411τροποποιηθῇ.
412Καὶ ἐξεταστέον, ἀπέναντι τῆς συστάσεως Συμβουλίου
413Ἐπικρατείας, ὅπερ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ προτείνει, καὶ
414Γερουσίας, ἤτοι συστάσεως δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος,
415ὅπερ λαμβάνω ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν ὁλομέ-
416λειαν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ποῖον πρέπει αὕτη νὰ προτι-
417μήσῃ; Ποῖον προσαρμόζει καλλίτερον πρὸς τὰς ἐνεστώσας
418ἀνάγκας τῆς Πολιτείας μας; Τὸ ὀθνεῖον καὶ ξένον πρὸς τὰ
419ἤθη μας Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ ὁ θεσμὸς τῆς Γε-
420ρουσίας, τὸ κληροδότημα τοῦτο τῶν προγόνων μας;
421Ἐντὸς τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ Σώματος πρέπει ν’ ἀντι-
422προσωπεύωνται πάντα τὰ μεγάλα κοινωνικὰ συμφέροντα,
423διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δίδεται ἡ προσήκουσα ὤθη-
424σις εἰς πάσας τὰς ἠθικὰς δυνάμεις τῆς κοινωνίας πρὸς τὴν
425κοινὴν εὐημερίαν. Τοῦτο εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιτύχωμεν
426διὰ μιᾶς Βουλῆς. Οὔτε εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Γερουσία προϋ-
427ποθέτει ὕπαρξιν ἀριστοκρατίας· μόνον ὕπαρξιν ἀριστοκρα-
428τίας πνεύματος, φώτων καὶ πείρας πολιτειακῆς προϋποθέ-
429τει, στοιχείων ὧν εὐτυχῶς δὲν στερεῖται ἡ νεωτέρα Ἑλλάς.
430Ἡ Γερουσία ὑπῆρχε καὶ κατὰ τὸ 1843· ἂν αὕτη κα-
431τηργήθη διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, τοῦτο ἐγένετο
432οὐχὶ διότι ἡ Γερουσία δὲν ἐχρησίμευεν εἰς τὴν ὑπεράσπι-
433σιν τῶν ἐθνικῶν ἐλευθεριῶν καὶ ὡς χαλινὸς εἰς τὰς ἐπι-
434δρομὰς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἂν ἡ τότε Γερουσία
435δὲν διέσωσε καὶ τὸ πολίτευμα αὐτό, ὡς καὶ τὴν Βασιλείαν
436τοῦ Ὄθωνος, ὡς Σῶμα συντηρητικόν, τοῦτο δὲν ἦτο λάθος
437της· ἡ Γερουσία ἔπραξε τὸ καθῆκόν της, ἀλλὰ δυστυχῶς
438ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ἑλλάδος ἐκάθητο τότε Βατιλεύς, ὅστις
439ἐκώφευε καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἐννοήσῃ τὴν κίνησιν καὶ τὴν ζωὴν
440τὴν ἀναφαινομένην ἐντὸς τοῦ ἔθνους. Οὔτε τῆς κοινῆς γνώ-
441μης ἡ ἀνάπτυξις οὔτε τῆς Γερουσίας ἡ διαγωγὴ ἠδύνατο
442νὰ τὸν κάμωσι νὰ ἐννοήσῃ ὅτι ἡ φωνὴ τοῦ ἔθνους ἀπῄτει
443ἄλλο παρ’ ὅ,τι αὐτὸς ἔπραττε καὶ ἐφρόνει. Ἂν ἡ Γερου-
444σία δὲν ἐπετέλεσε τὴν ἀποστολήν της περιστέλλουσα τὰς
445ἀποπλανήσεις τῆς Βουλῆς, τοῦτο ἀποδοτέον εἰς τὸ ὅτι ἡ
446ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν ὑπῆρξεν ἢ εἰς βραχείας τινὰς
447ἐποχάς, ἐχρησίμευσεν ὅμως ἡ Γερουσία ὡς χαλινὸς εἰς τὰς
448ἐπιθέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Αἱ ἐλευθερίαι, αἱ
449ὁποῖαι εἰς τὸν κλύδωνα ἐκεῖνον τὸν συγκεντρωτικόν, τὸν
450ἀπορροφητικόν, ἐκινδύνευσαν νὰ κατακλυσθῶσιν, εὗρον κα-
451ταφύγιον εἰς τὴν Γερουσίαν ἐκείνην· καὶ ἡ φωνὴ τῶν Γερου-
452σιαστῶν ἐκείνων, ἡ φωνὴ τοῦ βράχου καὶ Κιγκιννάτου τῆς
453νεωτέρας Ἑλλάδος, τοῦ Ψύλλα, τοῦ Βούλγαρη, Κανάρη,
454Τρικούπη, Ῥήγα, Χρηστίδου, Μαυρομμάτη, αἱ φωναὶ ἐκεῖναι
455ἦσαν φωναὶ τοῦ ἔθνους, καὶ οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν
456χρησιμότητα τῶν ὑπὸ τῶν μεγάλων ἐκείνων πολιτῶν προ-
457καλουμένων ἑκάστοτε συζητήσεων, εἴτε ἐπὶ τῆς σκανδα-
458λώδους ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογάς, εἴτε ἐπὶ τοῦ ὑπομνή-
459ματος πρὸς τὰς Προστάτιδας Δυνάμεις, εἴτε ἐπὶ τῆς πα-
460ραβιάσεως τοῦ ἀπορρήτου τῶν ἐπιστολῶν, εἴτε ἐπὶ τῆς ἀνα-
461γνωρίσεως τοῦ Βαυαρικοῦ δανείου, δὲν συνέτεινον μεγάλως
462εἰς τὸ νὰ δώσωσι κίνησιν καὶ ζωὴν εἰς τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα,
463ἢ ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Γερουσίας δὲν ἐξῆλθον αἱ ἰδέαι
464ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔδιδον τροφὴν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν,
465τὴν ὑπερασπίζουσαν τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, τὴν ἀντι-
466προσωπευομένην ἀπὸ τοὺς ἐξοχωτέρους ἄνδρας, οὓς ἀνέδει-
467ξεν ἡ τότε ἐπανάστασις, τοὺς ἀοιδίμους Ἐπαμ. Δεληγε-
468ώργην, Ἰάλεμον καὶ τόσους ἄλλους μεγαθύμους πατριώτας;
469Ἀλλ’ ἡ Γερουσία ἐκείνη ἔπεσεν οὐχὶ ὡς θεσμὸς μὴ ἐπι-
470τελέσας τὴν ἀποστολήν του, ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς κακῆς συγκρο-
471τήσεώς της, τοῦ ἰσοβίου τῶν μελῶν της καὶ τοῦ ἀπεριορί-
472στως ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διορισμοῦ αὐτῶν, διότι
473ἦσαν ὑπάλληλοι τῆς ἐξουσίας, καὶ δὲν ἐχρησίμευεν εἰς τὸν
474μετριασμὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ Βουλῆς κατὰ
475τὰς ἀναφαινομένας ἑκάστοτε παρεκτροπὰς των. Γερουσία
476ὅμως αἱρετὴ ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων ἐγγυωμένων τὴν πε-
477φωτισμένην διάνοιαν, τὴν ἐκ τῆς ἡλικίας πεῖραν, τὴν ἀνε-
478ξαρτησίαν τοῦ φρονήματος, καὶ τὴν κατὰ οὐχὶ μακρὰ δια-
479στήματα ἀλλαγὴν τῶν μελῶν της.
480§13ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἤδη δὲν συζητεῖται τὸ ζήτημα
481τῆς Γερουσίας.
482§14ΑΘΑΝ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτρο-
483πήν, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος, ἐγένετο συζήτησις μακρά,
484ποῖον τῶν δύο συστημάτων πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ, τῆς
485Γερουσίας ἢ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Αἱ γνῶμαι
486ἐδιχάσθησαν, δέκα πρὸς τὴν μίαν γνώμην, δέκα πρὸς τὴν
487ἄλλην· ἐν ἰσοψηφίᾳ δὲ ἐνίκησεν ἡ γνώμη τῆς Ἀθηνᾶς, τοῦ
488κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς. Ἂν ἡ ψῆφος αὐτοῦ δὲν ὑπῆρχε,
489βεβαίως σήμερον θὰ συνεζητεῖτο κατὰ προτίμησιν ζήτημα
490Γερουσίας καὶ οὐχὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ τοῦτο
491δὲν ἐμποδίζει ἡμᾶς τοὺς ἔχοντας τὴν γνώμην τῆς συστά-
492σεως Γερουσίας καὶ οὐχὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας νὰ προ-
493καλέσωμεν διὰ συζητήσεως τὴν ἐπὶ τούτῳ γνώμην καὶ
494ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος τῆς Ἐθνοσυνελεύ-
495σεως.
496§15ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Δὲν ἴσχυσεν ἡ γνώμη
497τῆς Ἀθηνᾶς, ἀλλ’ ὁ ὁρισμὸς τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸν
498ὁποῖον ἐπὶ ἰσοψηφίας ἀπορρίπτεται ἡ πρότασις· ὥστε εἶμαι
499ἀνεύθυνος ἐγώ.
500§16ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τοιαύτη Γερουσία, Κύριοι, θὰ χρη-
501σιμεύσῃ ὡς χαλινὸς κατὰ τῶν ἐπιθέσεων τῆς ἐκτελεστικῆς
502ἐξουσίας, καὶ ὡς προμαχὼν κατὰ τῆς ἀποπλανήσεως τῆς
503Βουλῆς, ἔτι δὲ διὰ τῆς ὡρίμου σκέψεως, τῶν δευτέρων με-
504λετῶν καὶ ἀποφάσεων θὰ ἐξασφαλίσῃ ὑπὲρ τοῦ ἔθνους νο-
505μοθεσίαν ἀρτίαν συνάδουσαν πρὸς τὰς πραγματικὰς ἀνάγ-
506κας τοῦ τόπου. Ὑπὲρ τοῦ τοιούτου θεσμοῦ συνηγορῶ ἐγὼ,
507τοῦτον συνιστῶ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, καὶ ἐκ τῶν προτέ-
508ρων δηλῶ ὅτι θ’ ἀπαιτήσω καὶ ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν.
509Ὡς προτείνεται, Κύριοι, ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπι-
510τροπῆς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι μόνον Σῶμα.
511§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, κύριε Πρό-
512εδρε· παρῆλθε τὸ ἡμίωρον, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον
513δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ τελειώσωμεν· ἄλλως ἂς ἀποφανθῇ ἡ
514Βουλὴ ἂν ἐπιτρέπει εἰς τὸν ῥήτορα νὰ συνεχίσῃ.
515§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ βουλευτὴς κ. Στασινόπου-
516λος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διαγραφῆς, ἐκκαθαρί-
517σεως, ἀνανεώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον
518καὶ τοὺς δήμους ὀφειλομένων ἀπὸ συνεισπραττομένους τοῖς
519δημοσίοις δημοτικοὺς φόροις κλπ.»
520Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
521Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαναστασίου.
522§19Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μετὰ τὴν γενομένην μακρὰν
523ἀνάπτυξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος εἶμαι ὑποχρεωμένος
524νὰ περιορισθῶ εἰς τὰ οὐσιωδέστατα καὶ τὰ ἐπίμαχα ζη-
525τήματα.
526Ἡ νομοπαρασκευαστικὴ λειτουργία τοῦ Συμβουλίου τῆς
527Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε παρ’ ἡμῖν μὲν ἄλλοτε
528τὴν μοναδικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ, ἀλλαχοῦ δὲ κατὰ τὴν
529σύστασιν τοῦ θεσμοῦ τούτου τὸν κύριον προορισμόν του,
530τίθεται διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς εἰς δευτέραν μοῖ-
531ραν, διότι κατ’ αὐτὸ προαιρετικῶς μόνον θὰ παραπέμπων-
532ται τὰ νομοσχέδια εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
533Εἰς τοῦτο προέβη ἡ ἐπιτροπή, ἀκολουθοῦσα, φαίνεται, τὴν
534ἐξέλιξιν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου
535τῆς Ἐπικρατείας ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ ἐν Γαλλίᾳ, ὁπόθεν παρε-
536λήφθη ὁ θεσμὸς οὗτος, καὶ ἀλλαχοῦ κατέληξαν εἰς τὸ ση-
537μεῖον τοῦτο, ν’ ἀφαιρέσωσι δηλ. τὴν ὑποχρεωτικὴν νομο-
538παρασκευαστικὴν λειτουργίαν ἀπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς
539Ἐπικρατείας καὶ λόγῳ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ κοινοβουλευ-
540τικοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ κυρίως διότι, ὡς ἐκ τῆς ἐπεκτά-
541σεως τῶν ἐνεργειῶν τῆς Πολιτείας, ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως
542τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς προόδου, ἀναφορικῶς εἰς
543τὰ ἀντικείμενα, ἐφ’ ὧν ἐπεξέτεινε τὴν λειτουργίαν αὐτῆς ἡ
544Πολιτεία, δὲν ἦτο πλέον δυνατὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπι-
545κρατείας, ὡς ἦτο ὠργανωμένον, νὰ περιλάβῃ πάσας ἐκεί-
546νας τὰς εἰδικότητας, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη εἶναι χρησιμω-
547τάτη, εἶναι ἀπαραίτητος πρὸς τελειοτέραν κατάρτισιν τῶν
548νομοσχεδίων. Διὰ τοῦτο καὶ ἀλλαχοῦ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἄλλοι
549ἀνεπτύχθησαν θεσμοί, συμπληροῦντες ἀφ’ ἑνὸς τὸ κοινοβου-
550λευτικὸν πολίτευμα καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἀντικαθιστῶντες τὴν
551νομοπαρασκευαστικὴν λειτουργίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς
552Ἐπικρατείας· ἀνεπτύχθη ἡ ὀργάνωσις ἡ ἐπαγγελματικὴ
553τῶν τάξεων, ἡ ὀργάνωσις τῶν διαφόρων ἐπιμελητηρίων,
554τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, ἡ ὁποία καὶ παρ’ ἡμῖν ἤρχισε
555νὰ γίνηται, καὶ ἥτις πρώτιστον σκοπὸν ἔχει τὴν κατάλλη-
556λον ἀντιπροσώπευσιν τῶν συμφερόντων τῶν σχετικῶν τά-
557ξεων, τὴν μελέτην τῶν προτεινομένων νομοθετικῶν μεταρ-
558ρυθμίσεων καὶ τὴν διαφώτισιν ἀναφορικῶς εἰς αὐτὰς τῶν
559Βουλῶν, τῶν Κυβερνήσεων καὶ τοῦ λαοῦ ἐν γένει. Ἄλλη
560μεταρρύθμισις, ἡ ὁποία γίνεται, καὶ ἡ ὁποία συμπληροῖ
561τὴν ῥηθεῖσαν μείωσιν τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς
562Ἐπικρατείας, ὑπῆρξεν ἡ εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα σύ-
563στασις ἰδιαιτέρων πολυμελῶν συμβουλίων, ἀπαρτιζομένων
564ὑπὸ εἰδικῶν, δυναμένων νὰ ἔχωσιν αὐθεντικὴν γνώμην ἐπὶ
565τῶν ἑκάστοτε προτεινομένων νομοθετικῶν μεταρρυθμίσεων.
566Ἀλλά, ἂν ἡ ῥηθεῖσα ἐξέλιξις τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου
567τῆς Ἐπικρατείας διὰ τοὺς λόγους τούτους ἦτο ἀλλαχοῦ σκό-
568πιμος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι εἶναι ὀρθὴ
569παρ’ ἡμῖν σήμερον ἡ σύστασις Συμβουλίου Ἐπικρατείας,
570ἄνευ τῆς ὑποχρεωτικῆς νομοπαρασκευαστικῆς λειτουργίας.
571Εἰς τοῦτο δ’ ὄχι μόνον δὲν συντρέχουσι παρ’ ἡμῖν οἱ ὅροι, οὓς
572ἀνέφερα, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀλλαχοῦ ὡδήγησαν εἰς τὸν περιορι-
573σμὸν τῶν λειτουργιῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας,
574ἀλλὰ καὶ ἕνεκα κυρίως τῆς ἐλλείψεως παρ’ ἡμῖν δευτέρου
575νομοθετικοῦ Σώματος. Δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ συζητή-
576σωμεν σήμερον περὶ τῆς σκοπιμότητος δευτέρου νομοθετι-
577κοῦ Σώματος, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος ἀκριβῶς, ἐπειδὴ
578συζητεῖται ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, νὰ
579τονίσω ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος παντὸς δευτέρου νο-
580μοθετικοῦ Σώματος, ἰσοτίμου πρὸς τὴν Βουλήν, διότι τοι-
581οῦτο Σῶμα παρακωλύει τὴν πραγμάτωσιν, κατὰ τὴν γνώ-
582μην μου, τῆς λαϊκῆς θελήσεως, καὶ πρὸς τούτοις διότι παρ’
583ἡμῖν καὶ ἕνεκα τῆς κοινωνικῆς μας συνθέσεως καὶ ἕνεκα
584τῶν πολιτικῶν μας συνθηκῶν καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως κομ-
585ματικῆς ὀργανώσεως δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα ἤθελεν
586ἐπιφέρει ἀστάθειαν κυβερνητικήν, ἤθελεν ἀποτελέσει μέγι-
587στον ἐμπόδιον πρὸς διεξαγωγὴν τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν.
588Ἀλλά, καίτοι εἶμαι τόσον πολέμιος δευτέρου νομοθετικοῦ Σώ-
589ματος ἰσοτίμου πρὸς τὴν Βουλήν, δὲν παραγνωρίζω ὅτι ἔχει
590σπουδαιότατα ἐλαττώματα τὸ παρ’ ἡμῖν ἰσχῦον ἀντιπρο-
591σωπευτικὸν σύστημα, κυρίως τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέ-
592φερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας,
593ὅτι δὲν διευκολύνει τὴν χρησιμοποίησιν διὰ τὰς νομοθετι-
594κὰς ἐργασίας ἀνδρῶν ἐξαιρετικῆς πείρας καὶ ἐξαιρετικῆς
595μορφώσεως, καὶ τὸ ἐλάττωμα ὅτι δὲν παρουσιάζει κανὲν
596ἐμπόδιον κατὰ τῆς τυραννικῆς διευθύνσεως τῶν νομοθετι-
597κῶν ἐργασιῶν ὑπὸ τοῦ πλειονοψηφοῦντος ἑκάστοτε κόμμα-
598τος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει τὸ
599Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ θεμελιωθῇ τοιουτοτρόπως
600ἐν τῷ Συντάγματι, ὥστε νὰ εἶναι βραδύτερον ἐπιδεκτικὸν
601τοιαύτης ἐξελίξεως, ὥστε νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις τοῦ
602πολιτεύματός μας, ἃς ἀνέφερα, χωρὶς βεβαίως νὰ προαχθῇ
603εἰς δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, ἰσότιμον πρὸς τὴν Βουλήν.
604Ν’ ἀναπτυχθῇ δηλ. εἰς Σῶμα περιλαμβάνον πλείστας εἰδι-
605κότητας, τῶν ὁποίων ἡ γνώμη εἶναι χρησιμωτάτη διὰ τὴν
606τελειοτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων, καὶ θὰ ἔχῃ κῦρος οὐ
607μόνον ἕνεκα τῶν περιεχομένων αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῆς
608προελεύσεως τῶν ἀπαρτιζόντων τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπι-
609κρατείας μελῶν. Καὶ πρὸς τοῦτο προτείνω, ὡς τὴν μόνην
610ὑποδεικνυομένην μεταρρύθμισιν διὰ τὴν τοιαύτην ἐξέλιξιν
611τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὴν ἀπάλειψιν τῆς προ-
612τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 85, διὰ τῆς ὁποίας
613καθορίζεται ὁ διορισμὸς τῶν ἐκτάκτων μελῶν τοῦ Συμβου-
614λίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, οὕτως
615ὥστε νὰ εἶναι βραδύτερον δυνατὸν νὰ συμπληρωθῇ τὸ Συμ-
616βούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τῆς ἀποστολῆς εἰς αὐτὸ προσώ-
617πων ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν ὀρ-
618γανισμῶν, οἱ ὁποῖοι σκοπὸν ἔχουσιν, ὡς ἤδη εἶπον, νὰ προ-
619στατεύωσι τὰ συμφέροντα τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν
620τάξεων, ὅταν, ἐννοεῖται, οἱ ὀργανισμοὶ οὗτοι ὀργανωθῶσι
621καταλλήλως. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ἀπὸ τοῦδε ὑπὲρ τῆς
622ἱδρύσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὑπὸ τὸν ὅρον
623μεταρρυθμίσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἀναθέσεως εἰς αὐτὸ τῆς ὑπο-
624χρεωτικῆς νομοπαρασκευαστικῆς λειτουργίας, ὅπερ ἔχει
625ἤδη ἡ Κυβέρνησις δεχθῆ εἰς τὸ προσχέδιόν της.
626Κατὰ τῆς συστάσεως παρ’ ἡμῖν ἐκ νέου τοῦ Συμβουλίου
627τῆς Ἐπικρατείας ὑπεστηρίχθη τὸ δῆθεν ἀνελεύθερον τοῦ
628θεσμοῦ τούτου. Καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω μεγάλην
629πεποίθησιν εἰς τὸ δυνατὸν νὰ κυβερνᾶται εὐδοκίμως ὁ λαὸς
630δι’ ἑαυτοῦ. Καὶ ἀκριβῶς διότι ἔχω τοιαύτην αἰσιοδοξίαν
631καὶ τοιαύτην πεποίθησιν εἰς τὸν λαόν, δι’ αὐτὸ ἔχω δεχθῆ
632καὶ ἀνάλογον πολιτικὴν ἰδεολογίαν, ἡ ὁποία προεκάλεσεν
633ἐπανειλημμένως ἐνταῦθα ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους ἐκείνων
634ἀκριβῶς, οἱ ὁποῖοι ἀντετάχθησαν κατὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ
635Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἀντιλαϊκοῦ. Ἀλλὰ λη-
636σμονοῦσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες ὅτι ἡ ὑπάρχουσα Βουλή, καίπερ
637προερχομένη ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ, δὲν ἐκφράζει
638ἐνίοτε τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Τοῦτο συμβαίνει οὐ μόνον εἰς
639τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀτελὲς ἐκλογικὸν σύ-
640στημα, ἀτελῆ κομματικὴν ὀργάνωσιν, καὶ τῶν ὁποίων ὁ
641λαὸς δὲν εἶναι εἰσέτι μεμορφωμένος πολιτικῶς, ἀλλὰ καὶ
642εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καὶ τέλειον ἐκλο-
643γικὸν σύστημα καὶ κομματικὴν ὀργάνωσιν, καθιστῶσαν
644ἐπιτακτικὴν τὴν διαρκῆ ἐπικοινωνίαν τῶν πολιτικῶν ἀν-
645δρῶν μετὰ τοῦ λαοῦ, καὶ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς εἶναι ἐξαιρε-
646τικῶς πολιτικῶς προηγμένος. Καὶ παρ’ ἡμῖν δὲ καὶ κατὰ
647τὰ τελευταῖα ἔτη, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμολογήσωμεν,
648αἱ Βουλαί, καίτοι προήρχοντο ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ,
649δὲν ἐξέφραζον τὴν θέλησιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο δὲ εἴδομεν τὸ
650παράδοξον φαινόμενον, ὅτε ἐξηγέρθη μία μερὶς δημοσίων
651λειτουργῶν ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος, ὁλόκληρος ὁ λαὸς σύσ-
652σωμος νὰ ἐξεγερθῇ μετ’ αὐτῆς καὶ ν’ ἀξιώσῃ νὰ γίνωσιν
653ἀληθεῖς μεταρρυθμίσεις, διὰ τὰς ὁποίας αἱ Βουλαὶ οὐδέ-
654ποτε ἐμερίμνησαν. Κατὰ τῆς τοιαύτης ἀτελοῦς ἀντιπροσω-
655πεύσεως, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, τοῦ λαοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς
656καὶ κατὰ τῆς τυραννικῆς διευθύνσεως τῶν νομοθετικῶν
657πραγμάτων ὑπὸ τοῦ πλειονοψηφοῦντος κόμματος δὲν ὑπάρ-
658χει, πλὴν τῆς πολιτικῆς μορφώσεως τοῦ λαοῦ καὶ τῆς κα-
659ταλλήλου κομματικῆς ὀργανώσεως, καμμία ἄλλη διέξοδος,
660παρὰ ἡ δημιουργία ὀργανισμῶν τοιούτων, οἱ ὁποῖοι προορι-
661σμὸν ἔχουσι νὰ διαφωτίζωσι τὸν λαὸν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε
662παρουσιαζομένων ζητημάτων, καὶ οἱ ὁποῖοι προορισμὸν
663ἔχουσι νὰ δίδωσιν εὐκαιρίαν εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐκφράζῃ τὴν
664γνώμην του καὶ ν’ ἀντιδρᾷ κατὰ τῶν τυραννικῶν τάσεων
665μιᾶς δεδομένης πλειονοψηφίας.
666Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων δὲν δύναταί τις νὰ
667ὑποστηρίξῃ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον
668οὐδέποτε βεβαίως θὰ δύναται, ἂν διαρρυθμισθῇ, ὡς ἐγὼ
669ποθῶ, νὰ παρεμποδίσῃ τελείως τὴν ψήφισιν οἱουδήποτε νο-
670μοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ διαφωτίζῃ τὸν
671λαὸν καὶ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς σημασίας οἱουδήποτε νομο-
672σχεδίου, καὶ διὰ τῆς ἐπιβραδύνσεως τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ
673νὰ δίδῃ τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν λαὸν ν’ ἀντιδρᾷ διὰ τῶν
674καταλλήλων ὀργανισμῶν αὐτοῦ ἐναντίον παντὸς ἀσυμφόρου
675νομοθετικοῦ μέτρου, δὲν δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ, λέγω,
676ὅτι τοιοῦτος θεσμὸς εἶναι ἀνελεύθερος καὶ ὅτι ἐμποδίζει
677τὴν πραγμάτωσιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ.
678§20Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸ Συμ-
679βούλιον.
680§21Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁμιλῶ ὅπως τὸ ἐννοῶ καὶ τὸ
681θέλω ἐγὼ τὸ Συμβούλιον, δηλαδὴ ἔχον τὸ δικαίωμα τῆς
682τοιαύτης γνωμοδοτήσεως. Ἐγὼ τὸ θέλω τοιοῦτον, ὥστε νὰ
683ἀναπληρώσῃ σχεδὸν τὴν ἔλλειψιν τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ
684Σώματος, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ ἐλαττώματα αὐτοῦ, ἅτινα ἀνέ-
685φερα καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων κηρύσσομαι κατὰ τῆς συστά-
686σεως τοιούτου δευτέρου Σώματος παρ’ ἡμῖν.
687Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν οὐσιωδεστάτην λειτουργίαν
688τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία καὶ μόνη, καὶ ὡς
689θὰ ῥυθμισθῇ εἰς τὸ προσχέδιον, δικαιολογεῖ τὴν σύστασιν
690τοῦ Συμβουλίου τούτου, τὴν δικαστικήν. Ὅτι αἱ διαφοραὶ
691μεταξὺ πολιτῶν καὶ διοικήσεως εἶναι πρέπον νὰ λύωνται
692δικαστικῶς, κατὰ δικαστικοὺς τύπους καὶ ὑπ’ Ἀρχῆς δι-
693καστικῶς ὠργανωμένης, δὲν ἠμφεσβητήθη ἀπολύτως ἐν-
694ταῦθα ὑπ’ οὐδενός, δὲν ἠμφεσβητήθη δέ, διότι ἡ πεῖρα
695ἀπέδειξεν ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἐξέλιξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
696πολιτεύματος δὲν ὑπάρχει πλήρης ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν πο-
697λιτῶν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, ἐφ’ ὅσον αὕτη εἶναι ἀπο-
698κλειστικῶς ἀνατεθειμένη εἰς τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλή-
699λους. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠμφεσβητήθη, εἶναι ἡ ἀνάγκη
700τῆς συστάσεως ἰδιαιτέρου διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ὅπως
701π. χ. τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ σύστασις
702ἰδιαιτέρου διοικητικοῦ Δικαστηρίου πιθανὸν κατ’ ἀρχὰς
703νὰ προῆλθεν ἐκ τῆς θεωρίας τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν,
704ἀλλὰ βεβαίως ὁ θεσμὸς οὗτος δὲν διετηρήθη καὶ δὲν ἀνε-
705πτύχθη σήμερον, ὡς ἀνεπτύχθη καὶ ὡς λειτουργεῖ ἀλλαχοῦ,
706λόγῳ τῆς θεωρίας αὐτῆς, διότι ἡ θεωρία αὕτη πλέον κατέ-
707πεσεν. Ἀνεπτύχθη ὁ θεσμὸς τῶν ἰδιαιτέρων διοικητικῶν
708Δικαστηρίων, ἕνεκα τῆς μεγάλης πληθύος τῶν διοικητικῶν
709διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπήγασαν ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς δι-
710καιοδοσίας τοῦ Κράτους, ἀνεπτύχθη ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς
711εἰδικεύσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν μελέτην καὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν
712νόμων τῶν διοικητικῶν. Ὑπάρχουσι βεβαίως καὶ Κράτη, εἰς
713τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν ἰδιαίτερα διοικητικὰ Δικαστήρια·
714ἡ Ῥωμουνία λ. χ. δὲν ἔχει τοιαῦτα Δικαστήρια. Ἀλλ’ εἰς
715τὴν Ῥωμουνίαν ὑπάρχουσιν εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια ἰδι-
716αίτερα τμήματα ἐκδικάσεως τῶν διοικητικῶν διαφορῶν, καὶ
717ἑπομένως ὁ κύριος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἀντετάχθησαν
718κατὰ τοῦ ἰδιαιτέρου διοικητικοῦ Δικαστηρίου παρ’ ἡμῖν,
719ἐκλείπει τελείως, διότι, ἂν καὶ ἡμεῖς θελήσωμεν ν’ ἀναθέ-
720σωμεν εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφι-
721σβητουμένου διοικητικοῦ, θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ αὐξή-
722σωμεν τὸ προσωπικὸν τῶν Δικαστηρίων τούτων.
723§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν παρέχεται ἐξ αὐτῶν μεγα-
724λειτέρα ἐγγύησις;
725§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀκριβῶς δὲν παρέχεται με-
726γαλειτέρα ἐγγύησις περὶ τῆς καλλιτέρας ἐφαρμογῆς τῶν
727διοικητικῶν νόμων, διότι ὡς ἐκ τῆς κυρίας ἀπασχολήσεως
728αὐτῶν οἱ δικασταὶ δὲν εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι ὅπως κρί-
729νωσι περὶ τῶν διοικητικῶν διαφορῶν. Ὡς εἶναι κατηρτι-
730σμένοι σήμερον οἱ δικασταὶ μόνον περὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου
731εἶναι εἰδικοί, ὅπως ἀποφαίνωνται.
732§24Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Λοιπὸν πρέπει νὰ καταρτισθῇ τὸ Συμ-
733βούλιον ἐξ ὑπαλλήλων διοικητικῶν.
734§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρέπει νὰ καταρτισθῇ ἐξ ἀν-
735θρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνῶσται τῶν διοικητικῶν νόμων
736καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσιν ὡς μόνην ἐνασχόλησιν τὴν ἐφαρμο-
737γὴν τῶν διοικητικῶν νόμων.
738Ἀντετάχθη κατὰ τῆς δημιουργίας τῶν ἰδιαιτέρων Δι-
739καστηρίων πάλιν ἡ προσβολὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολι-
740τεύματος, πάλιν τὸ ἀνελεύθερον τῆς ἱδρύσεως ἰδιαιτέρων
741Δικαστηρίων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς φρασεολογίας οὐδὲν προση-
742νέχθη ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς τοιαύτης γνώμης. Διότι κατὰ
743τί εἶναι ἀντικοινοβουλευτικὸν ἢ ἀνελεύθερον ἡ ἀπόφασις
744ἑνὸς κατωτέρου ὀργανισμοῦ, μιᾶς κατωτέρας διοικητικῆς
745Ἀρχῆς νὰ παραπέμπηται ὅπως ἐκδικασθῇ καὶ ὑπὸ τὴν
746ἔποψιν τῆς οὐσίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νομίμου εἰς ἀνώ-
747τερον Δικαστήριον; Κατεκρίθη ὅτι περιορίζεται ὁ Ὑπουρ-
748γὸς διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἀποφάσεώς
749του, ἀλλ’ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν περιορίζεται,
750ἐφ’ ὅσον ὁ Ὑπουργὸς ἐνεργεῖ ἐντὸς τῶν νόμων καὶ συμφώ-
751νως πρὸς τοὺς νόμους, τίθεται ὅμως φραγμὸς τῆς παρα-
752βάσεως τοῦ νόμου παρ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἠμπορεῖ νὰ
753ἀντιταχθῇ ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ τείνῃ περισσότερον
754πρὸς παράβασιν τῶν νόμων τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρα-
755τείας παρὰ ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀντίρ-
756ρησις βεβαίως πανταχοῦ ἀλλοῦ στηρίζεται παρὰ ἐπὶ τῆς
757πείρας, διότι, ἂν ἦτο ἀληθές, θὰ ἦτο ἐντελῶς περιττὸς καὶ ὁ
758θεσμὸς τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς, ὅπως εἶναι σήμερον ὠργανω-
759μένη, διότι μὴ λησμονῶμεν τοῦτο, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς
760Ἐπικρατείας εἶναι Σῶμα καθαρῶς δικαστικόν, ἔχον πάσας
761τὰς ἐγγυήσεις τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν τακτικῶν Δικαστη-
762ρίων καὶ δικάζον συμφώνως πρὸς ὡρισμένην διαδικασίαν
763πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν.
764§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν.
765§27ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θὰ κρίνῃ τὸ νόμιμον τῶν
766πράξεων τῶν Ὑπουργῶν.
767§28Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τώρα δὲν ἔχομεν ἀκύρωσιν.
768§29ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχομεν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’
769ἡ ἀποζημίωσις δὲν εἶναι πλήρης ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου καὶ
770πλήρης ἱκανοποίησις τοῦ ἀδικηθέντος πολίτου.
771§30Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ ἁπλοποίησις
772τῆς Γραφειοκρατίας θὰ ἐπιφέρῃ κάποιον καλὸν εἰς τὴν κοι-
773νωνίαν;
774§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ διαδικασία τοῦ ἀμφισβη-
775τουμένου διοικητικοῦ εἶναι πολὺ ἁπλουστέρα τῆς διαδικα-
776σίας τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεω-
777μένοι νὰ συστήσωμεν ἰδιαίτερα Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ
778ἀκολουθήσωσιν ἁπλουστέραν διαδικασίαν. Ἀκριβῶς δ’ ἕνεκα
779ἐλλείψεως τοιαύτης ἁπλουστέρας διαδικασίας οἱ πολῖται δι-
780στάζουσι πολλάκις νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ τακτικὰ Δικα-
781στήρια. Ἐπὶ παραδείγματι, ἐὰν ἡ ἁρμοδία Ἀρχὴ ἀρνῆται
782νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἄδειαν πρὸς ἵδρυσιν φαρμακεμπορείου,
783δύναται βεβαίως ὁ ἀδικούμενος πολίτης νὰ προσφύγῃ εἰς
784τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ κατὰ 97% δὲν προσ-
785φεύγει εἰς αὐτὰ λόγῳ τῆς μακρᾶς διαδικασίας, διὰ τῆς
786δημιουργίας ὅμως ἰδιαιτέρας διαδικασίας, ἁπλῆς, τῆς δι-
787οικητικῆς δικαιοδοσίας θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τὸν πολίτην
788προσφεύγοντα νὰ κατορθώσῃ, ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, πρέ-
789πει δὲ καὶ δι’ ἄλλον λόγον νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἵδρυ-
790σιν τοιούτου Συμβουλίου Ἐπικρατείας πρὸς ἐξασφάλισιν
791τῶν νόμων τῆς ἀποκεντρώσεως, τὴν ὁποίαν καὶ χθὲς ὑπη-
792νίχθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δεμερτζῆς, διότι
793ὡς ἐδημιουργήθησαν ἀποκεντρωτικοὶ νόμοι, δι’ ὧν ἀνε-
794τέθη εἰς ὡρισμένας ἐπιτροπείας ἡ ἀπόφασις ἐπὶ ὡρι-
795σμένων ζητημάτων, διατρέχει μέγαν κίνδυνον ἡ ἀπο-
796κέντρωσις, λόγῳ τῆς ἐνδεχομένης ἐξεγέρσεως, λόγῳ τῆς
797ἐνδεχομένης ἀντιδράσεως ἐναντίον αὐτῆς, ἐξ ἀφορμῆς
798ὡρισμένων παραβάσεων τῶν κατωτέρων τούτων ἐπιτρο-
799πειῶν. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ὑ-
800πουργὸς ἀνέφερεν ἓν παράδειγμα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Εὐρυ-
801τανίας, ὁ ὁποῖος ψευδῶς ἐπιστοποίησε περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
802μαθητῶν ἑνὸς σχολείου καὶ τὴν πρότασιν τοῦ ὁποίου ἐπε-
803κύρωσε δι’ ἀποφάσεώς του τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον, κατὰ
804τῆς ὁποίας ἀποφάσεως οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουρ-
805γός. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητον νὰ δημιουργήσωμεν Σῶμα
806ἰδιαίτερον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάζῃ τὸ νόμιμον τῶν πράξεων
807τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοιαύτης ἀποκεντρώσεως· διότι, ἐπα-
808ναλαμβάνω, διατρέχομεν κίνδυνον νὰ ναυαγήσῃ ὁλόκληρον
809τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως ἕνεκα τῶν μὴ δυναμένων
810ν’ ἀρθῶσι παρανομιῶν ὑπαλλήλων ἢ ἐπιτροπειῶν τινων.
811§32Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἔχωμεν δηλ. μίαν συγκέντρωσιν τῆς
812ἀποκεντρώσεως.
813§33Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι. Ἄλλως, ἀμφισβητοῦν-
814τες τὴν σκοπιμότητα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρα-
815τείας, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς ν’ ἀμφισβητῶμεν τὴν σκοπιμότητα
816τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἐφετείου καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου.
817Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν τελειοτέραν λειτουργίαν τῆς το-
818πικῆς αὐτοδιοικήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ προ-
819βῶμεν, εἶναι ἀπαραίτητος ἐπίσης ἡ εἰσαγωγὴ ἀνωτέρου Σώ-
820ματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐποπτεύῃ ἐπὶ τοῦ νομίμου τῶν πρά-
821ξεων τῶν ὀργανισμῶν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Αὐτὰ
822εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὰς δύο κυριωτάτας λειτουρ-
823γίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Νομίζω ὅτι ἀν-
824ταποκρινόμεθα εἰς τὴν ἀποστολὴν ἡμῶν, ἀνταποκρινό-
825μεθα εἰς τὸ πνεῦμα τῶν σημερινῶν περιστάσεων συνι-
826στῶντες Σῶμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξασφαλίζεται κατὰ τὸ δυ-
827νατὸν ἡ τελειοτέρα κατάρτισις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων,
828διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζονται τὰ δικαιώματα τῶν πο-
829λιτῶν. (Χειροκροτήματα).
830§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρέας.
831§35Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἕν τῶν κυριωτέρων αἰτίων τῆς κακο-
832δαιμονίας τῆς ἡμετέρας χώρας ὑπῆρξεν ἡ συναλλαγή. Ἡ
833συναλλαγὴ εἰσήγαγε τὴν παραλυσίαν εἰς τὴν δικαιοσύνην,
834εἰς τὴν διοίκησιν, εἰς τὸν στρατόν, διέφθειρε τοὺς χαρακτῆ-
835ρας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐξεφαύλισε τοὺς πολιτευο-
836μένους, ἐπέφερε τελείαν τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς ἐξάρ-
837θρωσιν. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συναλλαγῆς οἱ ὅροι τῆς λει-
838τουργίας τοῦ πολιτεύματος ἀνεστράφησαν. Ὁ Βασιλεὺς
839ἐκυβέρνα καὶ δὲν ἐβασίλευεν, ἡ Κυβέρνησις ἐβασίλευε
840καὶ δὲν ἐκυβέρνα, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους διωρίζοντο
841καὶ ἐπαύοντο ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, προσυπογράφοντος τοῦ
842Βασιλέως, ἡ Βουλὴ ἐψήφιζεν, ἀλλὰ δὲν ἐνομοθέτει, τὸ νομο-
843θετικὸν ἔργον περιῆλθεν εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἡ δὲ Βουλή...
844§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ τώρα τί γίνεται;
845§37Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Μὴ βιάζεσθε· θὰ ἔλθω... Ἡ δὲ Βουλὴ πα-
846ρεῖχε τὴν ψῆφον αὑτῆς ἀντὶ ῥουσφετίων. Ἡ τοιαύτη κατά-
847στασις εἶχεν ὡς συνέπειαν τὸ κίνημα, τὸ ὁποῖον ἀνέστειλε
848τὴν πορείαν τῆς συναλλαγῆς, ἀλλὰ δὲν ἐτερμάτισεν αὐτήν.
849Εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, ἔλαχεν ὁ κλῆρος, ἵνα θέσωμεν φραγμὸν
850εἰς τὴν συναλλαγήν, ἵνα τερματίσωμεν αὐτήν. Θὰ ἔχωμεν
851τὴν αὐταπάρνησιν καὶ τὸ σθένος νὰ πράξωμεν τοῦτο;
852Ἰδοὺ ἐπέστη ἡ ὥρα. Μέχρι τοῦδε εἰργάσθημεν, ἐψηφίσα-
853μεν διαφόρους διατάξεις μεταρρυθμισάσας τὸ Σύνταγμα
854καὶ καταστησάσας εὐρυθμοτέραν τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ,
855ἀλλὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐλάβομεν, δὲν ἀντε-
856πεξῆλθον κατὰ τῆς συναλλαγῆς· ἵνα πατάξωμεν τὴν συναλ-
857λαγήν, δέον νὰ εὕρωμεν ποῦ κεῖται ἡ ἑστία τῆς συναλλα-
858γῆς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἡ ἑστία τῆς συναλλαγῆς εὑρίσκεται ἐδῶ
859(δεικνύει τὴν αἴθουσαν τοῦ Βουλευτηρίου) καὶ ἐκεῖ εἰς τὰ
860Ὑπουργεῖα. Θὰ ἔχωμεν, τὸ σθένος λοιπὸν νὰ θέσωμεν
861φραγμὸν ἀνυπέρβλητον μεταξὺ Βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν;
862Ἂν τοιοῦτο σθένος ἔχωμεν, ἔστε βέβαιοι ὅτι θὰ μακαρίσω-
863σιν ἡμᾶς αἱ μέλλουσαι γενεαί· ἂν τὸ σθένος τοῦτο δὲν τὸ
864ἔχωμεν, οὐδὲν ἐπράξαμεν. Ἡ συναλλαγὴ ἐλλοχεύει εἰς τὰ
865πρόθυρα καὶ μετ’ οὐ πολὺ πλησίστιος θὰ εἰσέλθῃ ἐνταῦθα
866καὶ θὰ ἐγείρῃ θρασεῖαν κεφαλήν. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συν-
867αλλαγῆς θὰ καμφθῶσι καὶ οἱ πλέον ἄκαμπτοι χαρακτῆρες,
868ἂν δὲ δὲν καμφθῶσι, θὰ συντριβῶσιν. Ἀφοῦ εὕρωμεν τὴν
869ἑστίαν τῆς συναλλαγῆς, πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν
870μέσων τῆς καταλύσεως αὐτῆς. Ὡς μέσον κατὰ τῆς συναλ-
871λαγῆς, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν, νὰ δημι-
872ουργήσωμεν ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε θὰ θέσῃ φρα-
873γμόν. Τοιοῦτον Σῶμα τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
874εὑρεθῇ ἄλλο, εἰμὴ Σῶμα ὑπὸ τὸν τίτλον «Συμβούλιον Ἐ-
875πικρατείας». Συμβούλιον ὅμως οὐχὶ διοριζόμενον ὑπὸ τοῦ
876Βασιλέως, τῇ προτάσει τῶν Ὑπουργῶν, διότι τότε θὰ δώ-
877σωμεν ζωὴν εἰς τὴν συναλλαγήν, ἀντὶ νὰ πολεμήσωμεν
878αὐτήν. Θὰ δώσωμεν τὰ μέσα εἰς μὲν τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ
879συναλλαχθῶσιν, εἰς δὲ τοὺς ἐπιτηδείους νὰ προσκολλη-
880θῶσι, νὰ καταλάβωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτάς, καὶ νὰ ἐξα-
881κολουθῶσιν ὑπηρετοῦντες τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, νὰ
882πράξωσι δηλ. ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν μέχρι τοῦδε τὰ
883διάφορα νομικὰ συμβούλια. Ἔσχον τὴν τιμήν, Κύριοι, εὐ-
884θὺς ἀμέσως ὅτε ὑπεβλήθη τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευ-
885τῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ὑποβάλω ἰδίαν
886πρότασιν, ὅλως ἰδιόρρυθμον, ἡ ὁποία δὲν ἠξιώθη πολλῆς
887καὶ μεγάλης προσοχῆς ὑπὸ τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ
888Συντάγματος ἐπιτροπῆς, διότι ἡ γνώμη ἡ διατυπουμένη
889ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ δὲν προέρχεται οὔτε ἐκ Γάλλων συγ-
890γραφέων, οὔτε ἐξ Ἄγγλων, οὔτε ἐξ Ἱσπανῶν, οὔτε ἐξ Ἐσκι-
891μώων, ἀλλ’ εἶναι γνώμη πρωτότυπος. Ὑποδεικνύεται Συμ-
892βούλιον Ἐπικρατείας, ὡς Σῶμα νομοπαρασκευαστικόν, ὡς
893δευτέρα Βουλή, ὡς ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὡς προμαχὼν
894κατὰ πάσης παρεκτροπῆς ἢ ὑπερβασίας τῆς ἐκτελεστικῆς
895ἐξουσίας, ἰδιαίτατα δ’ ὡς προστάτης τῶν δημοσίων ὑπαλ-
896λήλων. Δύο κυριώτατα ἔργα ἀνετίθεντο, κατὰ τὴν γνώμην
897τὴν ἐμήν, εἰς τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τῆς Ἐπικρατείας, ἡ
898παρασκευὴ τῶν νόμων καὶ ἡ μετοχὴ εἰς τὸν διορισμὸν καὶ
899τὴν παῦσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Καὶ διὰ τὴν παρα-
900σκευὴν τῶν νόμων ἰδοὺ τί διετυποῦτο ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ:
901«Οὐδεμία πρότασις νόμου ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἂν
902δὲν ἐπεξεργασθῇ ταύτην τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας,
903ὅπερ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ἐπιστρέφει αὐτὴν εἰς τὴν
904Βουλήν. Ἂν ἡ Βουλὴ διαφωνῇ ἐπὶ οὐσιωδῶν διατάξεων τοῦ
905ἐπιστρεφομένου νομοσχεδίου πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπι-
906κρατείας, ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναβάλ-
907λεται διὰ τὴν προσεχῆ Σύνοδον, εἰς ἣν καλοῦνται ἵνα με-
908τάσχωσι τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ
909τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας». Ἐνόμιζον καὶ
910νομίζω ὅτι οὑτωσὶ πρέπει νὰ διατυπωθῇ διάταξις, ἂν
911ψηφισθῇ Συμβούλιον Ἐπικρατείας ὁπωσδήποτε, ὥστε νὰ
912μὴ ψηφίζωνται ἐν μιᾷ στιγμῇ οὐσιώδη νομοθετήματα.
913Βεβαίως θ’ ἀντιτάξῃ τις τοιαύτη ἐπεξεργασία, τοιαύτη
914συζήτησις, ὡς σεῖς διατυποῦτε ἐν τῇ προτάσει σας, θὰ πα-
915ρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν ταχεῖαν ἐπιψήφισιν τῶν
916νόμων· ἀλλ’ οἱ νόμοι, Κύριοι, οἱ πάγιοι δὲν ὑφίσταται
917ἀνάγκη νὰ ψηφίζωνται μετὰ σπουδῆς. Ὑπάρχουσι νομοθε-
918τήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη, ἵνα ψηφί-
919ζωνται τάχιστα, ἀλλ’ οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν εἶναι
920ἀνάγκη νὰ ψηφίζωνται τάχιστα, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ
921βασανισθῶσι προηγουμένως, οἱ στρατιωτικοὶ καὶ διάφοροι
922ἄλλων κλάδων νόμοι ἐπίσης, ὥστε νὰ μὴ παρουσιάζωσι τὸ
923ἄτοπον ἐκεῖνο, τοῦ νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τοῖς νομοθετή-
924μασι διατάξεις ἀλληλοσυγκρουόμεναι καὶ ἀλληλαναιρούμε-
925ναι, ἀποτυγχάνουσαι εἰς τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογήν (ἀναγι-
926νώσκει): «Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας συνεδριάζει
927καὶ διασκέπτεται μυστικῶς, παρόντων τοὐλάχιστον τῶν
928τριῶν τετάρτων τῶν μελῶν αὐτοῦ· προεδρεύει ὁ πρεσβύτε-
929ρος καὶ τοῦτον ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ἀναπληροῖ ὁ μετ’ αὐ-
930τὸν καθ’ ἡλικίαν πρεσβύτερος· χρέη δὲ γραμματέως ἐκ-
931πληροῖ ὁ νεώτερος. Ἀπόφασις αὐτοῦ ἔχει κῦρος, ἂν δέκα
932τῶν μελῶν ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως αὐτῆς».
933§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσα πρόσωπα θ’ ἀποτελῶσι τὸ
934Συμβούλιον;
935§39Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Θὰ εἶναι ἓν ἐξ ἑκάστου νομοῦ, μὲ
936προσόντα, οὕτως ὥστε νὰ μὴ δύναται πᾶς τις νὰ ἐκτίθηται
937ὡς ὑποψήφιος· κατόπιν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ προσ-
938όντων.
939§40Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ εἶναι ἀνισότης, διότι μερικοὶ ἐκ
940τῶν νομῶν εἶναι μικροί. Ἡ Ζάκυνθος λ. χ. θὰ ἔχῃ τὰ
941αὐτὰ δικαιώματα μὲ τὸν νομὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.
942§41Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ὅταν ὑπάρχωσι τὰ προσόντα, διατί νὰ
943μὴ ἐκλεχθῇ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ εἷς; Μάλιστα δύναται νὰ ἐπιτραπῇ
944νὰ δώσῃ ἕνα ὁ Ἄρειος Πάγος, ἕνα τὸ Πανεπιστήμιον καὶ
945ἕνα τὰ ἐφετεῖα. Ἐγὼ παρέχω τὴν ὕλην, καὶ ἡ Βουλὴ
946ἂς ἐπεξεργασθῇ αὐτὴν καὶ ἂς τὴν τακτοποιήσῃ ὅπως θέ-
947λει. Δὲν ἀξιῶ νὰ τὴν δεχθῇ ἡ Βουλὴ ἀσυζητητί.
948Καὶ τοῦτο μὲν εἶναι τὸ πρῶτον καὶ κύριον ἔργον τοῦ
949Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἑτέρα ἐργασία σοβαρὰ τοῦ
950Συμβουλίου θὰ εἶναι ἡ συμμετοχὴ εἰς τὸν διορισμὸν καὶ τὴν
951παῦσιν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἀφαιρέσω-
952μεν μέρος τῆς ἐξουσίας τοῦ διορίζειν καὶ παύειν ἀπὸ τοὺς
953Ὑπουργούς, μὴ φαντασθῆτέ ποτε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκ-
954λείψῃ ἡ συναλλαγή. Ἔχουσι δημιουργηθῆ, ὡς γνωστόν, διά-
955φορα συμβούλια, κατὰ τοὺς τελευταῖον ψηφισθέντας νόμους,
956μετὰ γνωμοδότησιν τῶν ὁποίων οἱ Ὑπουργοὶ προβαίνουσιν
957εἰς τὰς διαφόρους μεταβολὰς ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλή-
958λων, ἀλλ’ οὔτε ἄξια μεγάλης ἐμπιστοσύνης εἶναι οὔτε πρέ-
959πει νὰ δίδηται μεγάλη πίστις εἰς τὰ συμβούλια ἐκεῖνα,
960τὰ ὁποῖα, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ὅπου τυχὸν δὲν ἐνδιαφέρονται
961οἱ Ὑπουργοί, ἐργάζονται κατὰ τὰς ἐμπνεύσεις των ἰδιοτε-
962λῶς. Ἕν Σῶμα ὅμως καταρτιζόμενον, ὡς τὸ ἐν τῇ ἐμῇ
963προτάσει ἀναγραφόμενον Συμβούλιον Ἐπικρατείας, οὐδε-
964μίαν θὰ ἔχῃ ὑποχρέωσιν ν’ ἀκούσῃ τὸν Ὑπουργόν· θὰ εἶ-
965ναι Σῶμα ἀνεξάρτητον, θὰ εἶναι Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐνερ-
966γῇ κατ’ ἰδίαν πεποίθησιν καὶ κατ’ ἐλευθέραν συνείδησιν.
967Ἀλλὰ δὲν πρέπει ὅμως τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ
968διορίζειν καὶ παύειν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ὁ Ὑπουρ-
969γός, νὰ μεταβιβάσωμεν ὁλοκλήρως εἰς τὸ Σῶμα ἐκεῖνο,
970διότι ἴσως περιπέσωμεν ἀπὸ τῆς Σκύλλης εἰς τὴν Χάρυ-
971βδιν· πρέπει νὰ θέσωμεν ὅριον· νὰ κανονίσωμεν τὴν ἔκτα-
972σιν τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῆς τοῦ Συμβου-
973λίου. Ἐν τῇ προτάσει, Κύριοι, διετύπωσα τὸ μέρος τοῦτο
974ὡς ἀκολούθως (ἀναγινώσκει): «Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρα-
975τείας ὑποβάλλει προτάσεις περὶ διορισμοῦ καὶ παύσεως τῶν
976δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν. Τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπη-
977ρεσίας πρὸς διορισμὸν ἢ παῦσιν δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ
978ὑπηρέτου ὑποδεικνύει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Τὸ διο-
979ρισθησόμενον ὅμως πρόσωπον ὑποδεικνύει τὸ Συμβούλιον
980τῆς Ἐπικρατείας. Οὐδεὶς ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης παύεται
981ἄνευ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως φερούσης τὰς ὑπογραφάς, διὰ
982μὲν τοὺς ὑπαλλήλους, ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβου-
983λίου, διὰ δὲ τοὺς δημοσίους ὑπηρέτας, τὴν ὑπογραφὴν τοῦ
984ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ ἢ ἀπο-
985λύσεως προσυπογράφεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβου-
986λίου τῆς Ἐπικρατείας».
987Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, Κύριοι, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο φαί-
988νεται κατά τι ἀντιστρατευόμενον εἰς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν
989τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, δυ-
990νάμεθα τὸν ὅρον τοῦτον νὰ τὸν μετατρέψωμεν καὶ νὰ μείνῃ
991τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ ὡς ἔχει σή-
992μερον, ἀπαιτουμένης ὅμως πάντοτε ἠτιολογημένης ἐκθέ-
993σεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὑποχρεωτικῆς οὔ-
994σης διὰ τὸν Ὑπουργόν. Δηλαδὴ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὑπο-
995δεικνύει τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἀπόλυσιν λ.χ.
996τοῦ νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἰς τὸ Συμβούλιον
997τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ Συμβούλιον θὰ ἐξετάσῃ τοὺς λόγους,
998διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖται ἡ ἀπόλυσις τοῦ νομάρχου, καί,
999ἂν εὕρῃ αὐτοὺς βασίμους, θὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν εἰς τὸν ἁρ-
1000μόδιον Ὑπουργόν, ὑποχρεωτικὴν οὖσαν δι’ αὐτόν, καὶ τότε
1001ὁ Ὑπουργὸς θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν. Ἐφ’ ὅσον τὸ Συμ-
1002βούλιον δὲν ὑποβάλλει τοιαύτην ἔκθεσιν, δὲν θὰ ἔχῃ τὸ
1003δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς οὔτε νὰ θίξῃ κἂν τὸν νομάρχην.
1004Τώρα εἶναι δυνατὸν ὁ ὅρος αὐτὸς ν’ ἀντιστραφῇ, καί, ἀντὶ
1005νὰ προσυπογράφηται τὸ Διάταγμα ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ
1006Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ νὰ προκαλῆται συνεπεία
1007ἠτιολογημένης ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ
1008τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, νὰ τεθῇ ὅτι προκαλεῖ τὴν ἔκδο-
1009σιν τοῦ Β. Διατάγματος ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, στηριζόμε-
1010νος εἰς ἠτιολογημένην ἔκθεσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπι-
1011κρατείας, ὑποχρεωτικὴν οὖσαν δι’ αὐτόν. Τοιουτοτρόπως
1012ἐξασφαλίζονται οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ δὲν θὰ παρι-
1013στάμεθα πρὸ τοῦ θεάματος, πρὸ τοῦ ὁποίου παριστάμεθα
1014μέχρι τοῦδε, καὶ θὰ παριστάμεθα ἴσως καὶ ἐπὶ πολὺν και-
1015ρὸν ἀκόμη. Πρέπει νὰ σκεπτώμεθα, Κύριοι, ὡς θνητοί,
1016διότι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἰσόβιοι ἐδῶ οὔτε ἔχομεν τὴν πεποί-
1017θησιν ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διαδεχθῶσιν ἡμᾶς, ὡς καὶ
1018τοὺς καθημένους ἐπὶ τῶν ἑδωλίων ἐκείνων (δεικνύει τὰ ἑδώ-
1019λια τῶν Ὑπουργῶν), θὰ ὁρμῶνται ἀπὸ τῶν αὐτῶν ἰδεῶν
1020καὶ αἰσθημάτων καὶ ὅτι θὰ ἔχωσι τὴν αὐταπάρνησιν, τὴν
1021ὁποίαν ἡμεῖς δεικνύομεν σήμερον, παρέχοντες τὴν συνδρο-
1022μὴν ἡμῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀξιώσεως.
1023Ἀλλά, καὶ ἂν οἱ διάδοχοι ἡμῶν ὡρμῶντο ἀπὸ τῶν αὐτῶν
1024αἰσθημάτων, καὶ ἂν οἱ διάδοχοι τῶν νῦν Ὑπουργῶν ἐνε-
1025φοροῦντο ἐπίσης ὑφ’ ὧν σήμερον ἐμφοροῦνται αἰσθημάτων
1026οἱ σημερινοὶ Ὑπουργοί, καλὸν εἶναι, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον,
1027νὰ λάβωμεν τὸ μέτρον σήμερον, ὅτε ἡμεῖς ἔχομεν εἰς χεῖ-
1028ράς μας τὴν ἐξουσίαν, νὰ θέσωμεν τὸν προσήκοντα φρα-
1029γμόν, ν’ ἀνεγείρωμεν ὀχύρωμα ἀπόρθητον, διὰ νὰ παρεμ-
1030ποδίσωμεν τὴν ἐπέλασιν κατὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων
1031παντός, ὅστις ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελε σκεφθῆ νὰ ἐπιδράμῃ
1032κατ’ αὐτῶν. Νὰ θέσωμεν φραγμόν, ἵνα μὴ ἐν μιᾷ νυκτὶ
1033ψηφίζωνται σωρεῖαι νομοσχεδίων. Δυνάμεθα δὲ ν’ ἀναθέσω-
1034μεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς τοῦτο ὑπο-
1035δεικνύεται ἐν τῇ προτάσει μου, καὶ ἄλλα ἔργα. Νομίζω ὅτι
1036δύνανται ν’ ἀνατεθῶσι καὶ πάντα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ
1037καθήκοντα, τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸ προσχέδιον τῶν Ὑπουρ-
1038γῶν καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, πρὸ παντὸς ὅμως βάσις πρέπει νὰ
1039εἶναι ὅτι τὸ Συμβούλιον πρέπει νὰ εἶναι αἱρετὸν καὶ οὐχὶ
1040νὰ διορίζηται προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
1041Ὀφείλομεν, Κύριοι, νὰ δείξωμεν αὐταπάρνησιν, διότι
1042ἄνευ αὐταπαρνήσεως οὐδὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξωμεν.
1043Ἐὰν δὲν κατορθώσωμεν σήμερον νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς
1044τὴν συναλλαγήν, ἔστε βέβαιοι ὅτι μετ’ οὐ πολὺ θὰ εὑρεθῶ-
1045μεν εἰς χείρονα κατάστασιν.
1046§42ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναμφιβόλως προσῆκε
1047συζήτησις μακρὰ καὶ ἐπισταμένη· ἀλλὰ φοβοῦμαι, μήπως
1048συζητοῦμεν ἐπὶ ματαίῳ.
1049§43Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ εἶσθε βέβαιος· ὄχι νὰ φο-
1050βῆσθε.
1051§44ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐ-
1052πικρατείας ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἱδρύετο οὕτως:
1053«Ἄρθρον 83.—Καθίσταται, πρὸς παρασκευὴν καὶ βάσανον
1054τῶν νομοσχεδίων, Σῶμα συμβουλευτικόν, ὀνομαζόμενον
1055«Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας», ἑδρεῦον ἐν Ἀθήναις».
1056Τοῦτο καὶ μόνον. Σῶμα συμβουλευτικὸν πρὸς κατασκευὴν
1057καὶ βάσανον τῶν νομοσχεδίων.
1058Ὑπὸ τῆς προτάσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τὸ
1059Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καθίσταται τοιοῦτον:
1060«Ἄρθρον 83.—Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας
1061ἀνήκουσιν ἰδίως:
1062αʹ) Ἡ ἐπεξεργασία τῶν προτάσεων νόμων καὶ τῶν κα-
1063νονιστικῶν Διαταγμάτων·
1064βʹ) Ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβαλλομένων
1065αὐτῷ διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ·
1066γʹ) Ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν
1067ὑπὸ τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, πλὴν τῶν δικαστικῶν, ἐκδιδο-
1068μένων διοικητικῶν πράξεων κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ
1069νόμῳ ὁριζόμενα·
1070δʹ) Ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ἀπο-
1071λαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως κατὰ
1072τοὺς περὶ τούτου νόμους».
1073Καθίσταταί τι προφανῶς ἐντελῶς διάφορον.
1074Ἀλλὰ μεθ’ ὅλην τὴν ποσότητα τῶν διατάξεων φοβοῦ-
1075μαι, κύριοι συνάδελφοι, μήπως μέχρι τοῦδε τὸ κατασκεύα-
1076σμα τοῦτο ἐψηλαφήθη μετὰ λεπτεπιλέπτου ἁβρότητος, πε-
1077ριεγράφη ἀριστοτεχνικῶς, ἐφαντάσθησαν τὴν ἐσωτερικὴν
1078αὐτοῦ ὑπόστασιν, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησαν νὰ συμπιέσωσιν ὀλίγον
1079τὸν ὄγκον τοῦτον, διότι, ἐὰν συνεπίεζον αὐτόν, ἔχω τὴν γνώ-
1080μην ὅτι ἁπλῶς θὰ ἀνήρχετο πρὸς τὰ ὕψη καπνός, μεταξὺ
1081δὲ τῶν δακτύλων θὰ ἔμενε μεμβράνα τις γλοιώδης.
1082Φοβοῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι συζητοῦμεν ἐπὶ τοσοῦτο,
1083χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος σπουδαῖος καὶ σοβαρός, διότι ὑπάρ-
1084χουσι διατάξεις ἐν τῷ διατετυπωμένῳ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς
1085ἄρθρῳ περιττεύουσαι ἐντελῶς, ὑπάρχουσι διατάξεις μάταιαι,
1086ὑπάρχει διάταξις, ἥτις, ὡς ἔχει, εἶναι ἀδύνατον νὰ γένη-
1087ται δεκτή, καί, ἂν γίνῃ δεκτή, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμο-
1088σθῇ, ὡς δὲ θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἔχῃ, δὲν εἴμεθα ὥριμοι νὰ τὴν
1089θέσωμεν.
1090Τὸ ζήτημα περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας—οὐχὶ τὸ ζή-
1091τημα τὸ ἀπορρέον ἐκ τῶν διατετυπωμένων διατάξεων—
1092εἶναι εὐρύτατον καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ, κατὰ τὴν
1093γνώμην μου, ἀπὸ ἀπόψεως ἱστορικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστη-
1094μονικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων, τῶν
1095πραγμάτων τῶν πολιτικῶν, τῶν πραγμάτων τῶν κοι-
1096νωνικῶν.
1097Θὰ προσῆκε δὲ πρὸ πάσης ἄλλης ἐξετάσεως νὰ ἐρωτήσῃ
1098τις, τίνες εἶναι οἱ λόγοι, οἵτινες πείθουσιν ἡμᾶς νὰ φθάσω-
1099μεν μέχρι τοῦ σημείου, ὅπως καταστήσωμεν ἐν τοσαύτῃ
1100εὐρύτητι θεσμόν, ὅστις, τὰ μάλιστα ὢν περιωρισμένος πρό
1101τινων δεκαετηρίδων, κατελύθη ὡς λαομίσητος; Ποῦ εὑρί-
1102σκομεν τὴν τόλμην νὰ καθιστῶμεν θεσμὸν τοσοῦτο μέγαν,
1103ἐνῷ μόνον ὡς Σῶμα συμβουλευτικὸν πρὸς κατασκευὴν καὶ
1104βάσανον τῶν νομοσχεδίων κατελύθη ὑπὸ τὰς ἀρὰς τοῦ
1105ἔθνους;
1106Πάντες ἡμεῖς, ἰδίᾳ οἱ ἐκ χωρίων καταγόμενοι, βεβαίως
1107ἀναμιμνησκόμεθα τῶν παραμυθίων, τὰ ὁποῖα ἠκούημεν
1108κατὰ τὴν παιδικὴν ἡμῶν ἡλικίαν· καὶ ἠκούομεν συχνάκις:
1109«μίαν φορὰν καὶ ἕνα καιρὸν ἦτο εἷς βασιλεὺς καὶ μία βα-
1110σίλισσα, καὶ ὁ βασιλεὺς ἐκάθητο μὲ τὴν δωδεκάδα του».
1111Ἡ δωδεκὰς τῶν βασιλέων ἐκείνων ὑπῆρξεν ἐν ἀρχῇ τὸ
1112Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
1113Ὅτε, Κύριοι, ἤρχισε καταλυόμενον τὸ κράτος τῶν με-
1114γάλων τιμαριωτῶν καὶ ἡ Βασιλεία ν’ ἀναλαμβάνῃ τὰ δι-
1115καιώματά της ἀπέναντι τοῦ συνόλου τοῦ ἔθνους, εἰς ἐπο-
1116χὴν δέ, καθ’ ἣν ἡ Δύσις διὰ τῶν Σταυροφοριῶν εἶχεν ἔλθει
1117εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ Ἀνατολικοῦ Ἑλληνικοῦ Κρά-
1118τους καὶ ἔσχεν ἀντίληψιν εὐρυτέραν τῶν καθηκόντων τοῦ
1119ἡγεμόνος, ἀντελήφθησαν εἰς τὴν Δύσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνα-
1120τὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ὅλου Κράτους ὁ Βα-
1121σιλεὺς περιστοιχιζόμενος ὑπὸ ἀξέστων καὶ ἀγραμμάτων
1122αὐλικῶν.
1123Ἀπὸ τοῦ 1300 περίπου ἄρχεται ἐν Γαλλίᾳ τὸ Συμβού-
1124λιον τῆς Ἐπικρατείας. Μετὰ δύο καὶ ἡμίσειαν περίπου
1125ἑκατονταετηρίδας εὑρίσκει τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τοῦ Βα-
1126σιλέως ὁ μέγας πολιτικὸς ἀναμφιβόλως ἐν μέσῳ τῶν αἰώ-
1127νων, ὁ Ῥισσελιέ, καὶ ὠργάνωσε τοῦτο καὶ τὸ διῄρεσε κατὰ
1128τμήματα. Ἔκτοτε ἄρχεται ἀληθῶς ἡ εὐρυτέρα καὶ πολι-
1129τικωτέρα ἐξέλιξις τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου. Ἀλλὰ φθάνει ἡ
1130τρομερὰ λαῖλαψ, ἡ αἱματηρὰ καταιγὶς τῆς μεγάλης ἐπα-
1131ναστάσεως, καί, ὡς ἐσάρωσε τὰ πάντα, ἐσάρωσε καὶ τὸ
1132Συμβούλιον ἐκεῖνο.
1133Ἱστορῶ δι’ ὀλίγων, Κύριοι, τὰ ἐν Γαλλίᾳ, διότι ἠκού-
1134σατε πάντες βεβαιούμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι κα-
1135θιστῶμεν θεσμὸν δάνειον· ἠκούσατε ὅτι τὸν θεσμὸν τοῦτον
1136παραλαμβάνομεν ἐκ Γαλλίας. Εἶναι ἀνάγκη λοιπόν, διὰ νὰ
1137κατανοήσωμεν αὐτόν, νὰ τὸν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἐν τῇ ἱστο-
1138ρικῇ του ἐξελίξει ἐν Γαλλίᾳ.
1139Μετὰ τὴν ἐπανάστασιν πότε ἀναφαίνεται καὶ αὖθις τὸ
1140Συμβούλιον ἐκεῖνο τοῦ Βασιλέως ὑπὸ ἄλλην ὀνομασίαν, ἀλλ’
1141ὑπὸ τὴν αὐτὴν ὑπόστασιν, πλὴν τῶν λεπτομερειῶν, ἐκεῖ;
1142Ἀναφαίνεται ἐπὶ τῆς Ὑπατείας, ἐν ᾗ τὴν κρατοῦσαν, τὴν
1143ἐπιβλητικὴν γνώμην εἶχεν ὁ Ναπολέων, καὶ καθίσταται
1144Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ὅπερ εἶχε τὰ ἑξῆς δικαιώματα·
1145πρῶτον συνέτασσε τὰ νομοσχέδια, τὰ προσῆγε καὶ τὰ ὑπε-
1146στήριζεν ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Ἐν τούτῳ
1147δηλαδὴ ἔπραττεν ὅ,τι πράττουσι σήμερον οἱ Ὑπουργοί.
1148§45Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ Βουλευταί.
1149§46ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δεύτερον συνέτασσε τὰ
1150Διατάγματα τὰ διοικητικά· ἔπραττε τουτέστιν ὅ,τι παρ’
1151ἡμῖν ἔπραττον μέχρι τοῦ νῦν καὶ πράττουσιν ἔτι οἱ Ὑ-
1152πουργοί. Εἶχε τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων ἐκεῖνο
1153καὶ μόνον, διέτασσε τὴν καταδίωξιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ
1154ᾖρε τὰς συγκρούσεις Διοικήσεως καὶ Δικαστηρίων.
1155Τῆς γενικῆς συνελεύσεως τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου προή-
1156δρευεν ὁ πρῶτος Ὕπατος. Τῶν συνελεύσεων τῶν τμημάτων
1157ὁ δεύτερος ἢ ὁ τρίτος Ὕπατος, ἐλλείψει δ’ αὐτῶν προή-
1158δρευεν εἷς σύμβουλος ὀνομαζόμενος κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ πρώ-
1159του Ὑπάτου. Ἔχομεν τουτέστι μίαν ἀπόλυτον Μοναρχίαν,
1160ἐκπροσωπουμένην ὑπὸ τριῶν κατὰ τύπον, διότι κατ’ οὐ-
1161σίαν εἷς ἦτο—καὶ τάχιστα ἐγένετο εἷς καὶ κατὰ τύπον—
1162μὲ τὸ Συμβούλιον τῶν Ὑπάτων· τὰ μέλη ἦσαν 30–40.
1163Τὰ τμήματα ἦσαν πέντε, νομοθετικόν, οἰκονομικόν, πολέ-
1164μου, ναυτικῶν, ἐσωτερικῶν. Καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ εἶχε μακρο-
1165τάτην ἱστορίαν, ἱστορίαν αἰώνων, τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο,
1166ἐνῷ ἐτέλει ὑπὸ τὴν πρωτοφανῆ ἴσως εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ
1167κόσμου ἐπιβολὴν τοῦ μεγάλου Κορσικανοῦ, ἐν τούτοις κα-
1168τασταθὲν τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὄγδοον ἔτος τῆς
1169Δημοκρατίας, ἐχρειάσθη, μετὰ δύο ἔτη, νὰ ὑποστῇ μεταρ-
1170ρυθμίσεις, μετὰ ἓν ἔτος ἄλλην μεταρρύθμισιν, μετ’ ἄλλο
1171ἔτος ἄλλην μεταρρύθμισιν· ὑπέστη τουτέστιν ἐπὶ τῆς Ὑ-
1172πατείας τέσσαρες μεταρρυθμίσεις.
1173Ἐπέρχεται ἡ Αὐτοκρατορία καὶ ὑφίσταται κατὰ τὸ
11741806 δύο μεταρρυθμίσεις· καὶ τοιουτοτρόπως τὸ Συμβού-
1175λιον ἐκεῖνο ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ μεγάλου ἐκείνου, τοῦ
1176αὐταρχικωτάτου Αὐτοκράτορος, μὲ Βουλὰς ἐξουθενωμένας
1177κατώρθωσε νὰ σταδιοδρομήσῃ.
1178Μόλις ἐπῆλθεν ἡ ἐπανόρθωσις τῶν Βουρβώνων, κατὰ τὸ
11791814, καὶ εἰσήχθη πολίτευμα συνταγματικὸν μὲν καὶ τότε,
1180ἀλλ’ ἱκανῶς ἀντιπροσωπευτικόν, μόλις δηλαδὴ ἐκράτησεν
1181ἐλεύθερον Σύνταγμα, μόλις ἀρχίζει ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσω-
1182πεία ν’ ἀνακτᾷ τὰ δικαιώματά της, τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο
1183ἔχασε τὸν πολιτικόν του χαρακτῆρα, οἱ Ὑπουργοὶ ἀπηλευ-
1184θερώθησαν, οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας κατέστησαν
1185ὑπάλληλοι. Μετὰ δὲ τὴν συνταγματικὴν μεταρρύθμισιν
1186τοῦ 1830 ἀκόμη περισσότερον χάνει τὴν σημασίαν του τὸ
1187Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὑφίσταται διαφόρους με-
1188ταρρυθμίσεις μειούσας τὰ δικαιώματά του. Μετερρυθμίσθη
1189διὰ τοῦ νόμου τῆς 2 Φεβρουαρίου 1831, διὰ τοῦ νόμου τῆς
119012 Μαρτίου 1831, διὰ τοῦ νόμου τῆς 18 Σεπτεμβρίου
11911839, διὰ τοῦ νόμου τῆς 19 Ἰουλίου 1845, καὶ τοιουτο-
1192τρόπως ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς του μέχρι τῆς μεταπολιτεύσεως
1193τοῦ 1848 ὑφίσταται μεταρρυθμίσεις δέκα, διὰ νόμων πλὴν
1194τῶν Διαταγμάτων. Τοιαῦτα δ’ ἦσαν τὰ παραδείγματα,
1195τὰ ὁποῖα ἔδωκεν, ὥστε εἰσήχθη ἡ δημοσία καὶ προφορικὴ
1196συζήτησις. Τοιαύτη ἦτο ἐκ τῆς λειτουργίας αὐτοῦ ἡ εὐαρέ-
1197σκεια τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ, ὥστε οἱ δημοσιολογοῦντες καὶ ἐν
1198γένει πάντες σχεδὸν οἱ συγγραφεῖς ἐπετίθεντο κατ’ αὐτοῦ,
1199κατακραυγαὶ ἠγέρθησαν πανταχόθεν, οὕτως ὥστε κατὰ
1200τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1848 ἐθεσπίσθη, ἵνα πλέον τοῦ
1201ἡμίσεος τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὦσιν
1202ἐκ Βουλευτῶν. Καὶ κατέστη Σῶμα παράπλευρον πρὸς τὴν
1203Βουλήν, μία ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, καὶ προήδρευεν αὐτοῦ ὁ
1204Ἀντιπρόεδρος τῆς Δημοκρατίας. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν
1205συγκρούσεων κατέστησαν ἰδιαίτερον Δικαστήριον, διότι δὲν
1206ἐνεπιστεύοντο εἰς ἐκεῖνο· καὶ ἔθεσαν τὴν τοιαύτην διάταξιν
1207ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ νόμου δὲ τῆς 3 Μαρτίου τοῦ 1849
1208ὠργανώθη ἐν γένει τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, διὰ νόμου, λέγω,
1209σπουδαιοτάτου ἀποτελουμένου ἐκ πολλῶν ἄρθρων.
1210Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐγένετο δεκτὸν καὶ ὑπὸ
1211τῆς δευτέρας Αὐτοκρατορίας, τῆς ἀρχομένης ἀπὸ τοῦ 1852
1212καὶ ἀναδιωργανώθη τότε ἐπὶ τῇ βάσει τῇ πρώτῃ, τὴν ὁποίαν
1213εἶχε θέσει ὁ πρῶτος Ναπολέων.
1214Ἀλλὰ φθάνομεν εἰς τὴν σπουδαιοτέραν περίοδον τῆς
1215ἱστορίας τοῦ Συμβουλίου τούτου ἐν Γαλλίᾳ. Καὶ ἐρωτώ-
1216μεθα· πῶς ἐδέχθη τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο καὶ ἡ δημοκρα-
1217τικὴ Γαλλία; Διότι δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν ὅτι τὸ
1218Συμβούλιον ἔχει τὴν καταγωγήν του ἀπὸ τοὺς χρόνους τοῦ
1219μεσαίωνος, ὅτε ὑπῆρξε καὶ ἐξειλίχθη κατὰ τοὺς χρόνους,
1220κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπῆρξεν ἐλεύθερον πολίτευμα, καθ’ οὓς
1221δὲν ἀνεγνωρίζοντο τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Διότι δὲν δύ-
1222νανται ν’ ἀρνηθῶσιν ὅτι, ὅτε ἦλθεν ὁ κοχλασμὸς ἐκεῖνος
1223τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, τὸ
1224Συμβούλιον ἐσαρώθη, καὶ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρα-
1225τείας ἐπανῆλθεν, ὅτε ἐπανῆλθεν ἡ ἀπόλυτος Μοναρχία ἐν
1226Γαλλίᾳ. Καὶ νομίζουσιν ὅτι εὑρίσκουσι τὸ ἐρώτημά των
1227ἀκαταμάχητον, διότι ὁ θεσμὸς εἰσήχθη καὶ ἐν τῇ δημο-
1228κρατικῇ Γαλλίᾳ. Ἀλλὰ πότε εἰσήχθη, κύριοι Βουλευταί;
1229Τὴν 24 Μαΐου 1872.
1230Καὶ νῦν ἐρωτῶ καὶ ἐγώ· τίς ἦτο ἡ σύνθεσις τῆς Συνε-
1231λεύσεως ἐκείνης; Ἦτο σύνθεσις δημοκρατικὴ ἢ ἦτο σύν-
1232θεσις μοναρχική; Τίς ἀγνοεῖ ὅτι ἡ μεγίστη πλειονοψηφία
1233τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἀπετελεῖτο ἀπὸ φανατικωτάτους
1234μοναρχικούς;
1235§47Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Μετὰ τὸν πόλεμον;
1236§48ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετὰ τὸν πόλεμον. Ἡ
1237μεγίστη, λέγω, πλειονοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἀπετελεῖτο
1238ἀπὸ φανατικωτάτους μοναρχικούς, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Συνέ-
1239λευσις ἐκείνη, καίτοι εἶχε κληθῆ ἐπὶ τῷ ἀποκλειστικῷ σκοπῷ
1240νὰ ἀποφανθῇ ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ πόλεμος ἢ νὰ
1241συνομολογηθῇ παραχρῆμα ἡ εἰρήνη, καὶ ἐνῷ τοιοῦτος ἦτο
1242ὁ τεθεὶς ἐν ἀρχῇ ἀποκλειστικὸς σκοπὸς τῆς Συνελεύσεως,
1243ἐξηκολούθησεν ἐν τούτοις αὕτη τὸ ἔργον αὑτῆς ἀπὸ τοῦ
1244Ἰανουαρίου τοῦ 1871 μέχρι τοῦ 1875, ἀκριβῶς, τονίζω,
1245διότι ἀπετελεῖτο ἡ πλειονοψηφία ἀπὸ μοναρχικούς, διὰ νὰ
1246μὴ εἰσαχθῇ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα.
1247Καὶ ἠναγκάζοντο οἱ ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ δημοκρατι-
1248κοὶ νὰ συγκροτῶσιν ἀληθεῖς μάχας, κατώρθωσαν δὲ νὰ
1249ἱδρύσωσι διὰ πλειονοψηφίας μόλις μιᾶς ψήφου τὸ δημο-
1250κρατικὸν πολίτευμα, μόλις κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1875.
1251Ἡ μοναρχικὴ αὐτὴ πλειονοψηφία βεβαίως ἤθελε τὸ Συμ-
1252βούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν οἱ δημοκρα-
1253τικοὶ ν’ ἀποκρούσωσιν αὐτό, ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ των, ἀλλὰ
1254νὰ θέσωσιν αὐτὸ ἐπὶ βάσεως φιλελευθερωτέρας, καὶ οὐ-
1255δεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι προσπαθοῦσι μέχρι σήμερον
1256νὰ τὸ καταργήσωσι, διότι ἀκριβῶς ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι
1257μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν φρονούντων ὑπὲρ τῆς Βασιλείας καὶ
1258τῆς Μοναρχίας ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ, ἀπόδειξις δ’ ὅτι
1259πάλη διεξάγεται περὶ τούτου εἶναι ἡ πληθὺς τῶν νόμων,
1260οἵτινες μεταρρυθμίζουσι διαρκῶς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπι-
1261κρατείας ἐν Γαλλίᾳ.
1262Καὶ ἔχομεν τὸν νόμον τῆς 24 Μαΐου τοῦ 1872. Τὸν νό-
1263μον τῆς 25 Φεβρουαρίου 1875. Τὸν νόμον τῆς 13 Ἰουλίου
12641879. Τὸν νόμον τῆς 1ης Ἰουλίου 1887. Τὸν νόμον τῆς 30
1265Νοεμβρίου 1895. Τὸν νόμον τῆς 13 Ἀπριλίου 1900. Καὶ
1266τέλος τὸν νόμον τῆς 8ης Ἀπριλίου 1910. Μέχρι σήμερον
1267δηλαδὴ ἐξακολουθεῖ νὰ μεταρρυθμίζηται τὸ Συμβούλιον
1268τῆς Ἐπικρατείας ἐν Γαλλίᾳ.
1269§49Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιστέλλονται τὰ δικαιώματα
1270τοῦ Συμβουλίου;
1271§50Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως θὰ ἠδύνατό τις νὰ
1272εἴπῃ ὅτι περιστέλλονται, ἀφοῦ μεταρρυθμίζονται διηνεκῶς
1273ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον. Αὐτή, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ
1274ἱστορικὴ ἄποψις τῶν πραγμάτων. Ἂς ἔλθωμεν τώρα εἰς
1275τὴν ἐπιστημονικὴν ἐξέτασιν, οὐχὶ πλέον νὰ ψηλαφήσωμεν
1276τὸ κατασκεύασμα, ἀλλὰ νὰ πιέσωμεν αὐτό, διὰ νὰ ἴδω-
1277μεν ἂν θέλει ἀπομείνει οὐσία ζωτική, ἢ θέλομεν ἴδει, ἐπα-
1278ναλαμβάνω, ἁπλῶς καπνὸν ἀναθρώσκοντα καὶ μεταξὺ τῶν
1279δακτύλων μεμβρᾶναν γλοιώδη. Ποῖαι εἶναι αἱ διατάξεις
1280αὐτοῦ; Τόσην πεποίθησιν ἔχω ὅτι θέλει συμβῆ ὅπερ εἶ-
1281πον, ἐὰν συμπιέσωμεν τὸ κατασκεύασμα, ὥστε εἶμαι ἀπο-
1282λύτως πεπεισμένος ὅτι θέλει ἀνακαλέσει τὴν γνώμην του ὁ
1283ὑποεισηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰσηγητὴς τοῦ κεφαλαίου
1284τούτου τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι θέλει παραιτηθῆ τῆς
1285ἀγορεύσεώς του ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συν-
1286άδελφος κ. Δραγούμης ἢ θέλει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ.
1287§51Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δυνατὸν νὰ ἔχω ἐνδοιασμόν τινα.
1288Μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἴχετε καὶ ὑμεῖς τὴν αὐτὴν γνώμην,
1289Προσθέτω μάλιστα ὅτι συνετελέσατε ὑπὲρ πάντα ἄλλον
1290ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἔρ-
1291γου μας.
1292§52Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· εἰς τὸ κατ’ ἀρχὴν πα-
1293ραδεκτὸν διεφώνησα. Τὸ δὲ ἐν ἀρχῇ προσκομισθὲν προσχέ-
1294διον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διατετυπωμένον κατ’ ἄλλον τρόπον
1295ἢ τὸ συζητούμενον ὁριστικόν, ἐπολέμησα αὐτό. Εἴχετε δὲ
1296τὴν ἐπιείκειαν νὰ δεχθῆτε τὰς παρατηρήσεις μου καὶ νὰ
1297συστήσητε δευτέραν ὑπεπιτροπήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιελή-
1298φθην, ἐν τῇ ὁλομελείᾳ δὲ καὶ αὖθις ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι
1299κατὰ τῆς ἀρχῆς. Ἄλλως τε ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἐπὶ τέλους
1300νὰ εἴπω ὅτι συνεπλήρωσα ἔκτοτε τὰς μελέτας μου, ἵνα
1301παύσῃ ἡ ἐπὶ τούτου συζήτησις.
1302Ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω ὅτι ἢ θὰ παραιτηθῇ τῆς
1303ἀγορεύσεώς του ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συν-
1304άδελφος κ. Δραγούμης ἢ θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ. Ἴδω-
1305μεν καὶ ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς διατάξεις. Πρώτη
1306διάταξις εἶναι: «Ἡ ἐπεξεργασία τῶν προτάσεων νόμου
1307καὶ τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων».
1308Ἐρωτῶ ὑμᾶς· ὅπου κατ’ ἐξοχὴν εὐδοκιμεῖ ὁ θεσμὸς
1309οὗτος, δηλαδὴ ἐν Γαλλίᾳ, ἡ διάταξις αὕτη θεωρεῖται ἔστω
1310καὶ ἐλαχίστης σημασίας καὶ σοβαρότητος; Βεβαίως ὄχι.
1311Οὐδεὶς ἀπέδιδεν, οὐδεὶς ἀποδίδει καὶ οὐδεὶς θ’ ἀποδώσῃ
1312σημασίαν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Ταύτην τὴν ἀπάντη-
1313σιν δίδω ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐκ τῶν συμβάντων, ἐκ τῶν
1314ὑποστηριζομένων. Ἀλλ’ ἂς ἑρμηνεύσωμεν καὶ ἂς δικαιο-
1315λογήσωμεν τὴν τοιαύτην ἐκ τῶν πραγμάτων γνώμην, ἂς
1316ἀρχίσωμεν δὲ ἀπὸ ἑνὸς παραδείγματος. Ἐγένετο λόγος
1317περὶ τοῦ τελευταίου παρ’ ἡμῖν ψιφισθέντος νόμου περὶ
1318ἀγροφυλακῆς καὶ ἐλέχθη ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε Συμβού-
1319λιον Ἐπικρατείας νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ
1320ἀγροφυλακῆς, διὰ τοῦτο ἔχει ὁ νόμος πλείστας ὅσας ἀτε-
1321λείας, καὶ νομίζουσιν ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος θὰ ἦτο ἀπηλλα-
1322γμένος ἀτελειῶν, ἐὰν τὸν ἐπεξειργάζοντο διάφοροι νέοι ἢ
1323γέροντες σοφώτατοι κατὰ πάντα τὰ ἄλλα, γέροντες ὅμως,
1324καὶ νέοι ἀνατραφέντες ἐν Ἀθήναις καὶ μὴ ἔχοντες ἰδέαν
1325πῶς φυλάσσονται οἱ ἀγροὶ καὶ ἑπομένως μὴ δυνάμενοι νὰ
1326γνωρίζωσι τὰς σκοπίμους λεπτομερείας ἑνὸς τοιούτου θε-
1327σμοῦ.
1328§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχετε πολὺ δίκαιον.
1329§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τοῖς ἀρκοῦσι, λέγουσι, τὰ
1330ἐν τοῖς Ὑπουργείοις συσταθέντα ἤδη ὑπὸ νόμων συμβούλια.
1331Διατί; Διότι ἀποτελοῦνται ἀπὸ καθηγητὰς τοῦ Πανεπι-
1332στημίου; Διότι ἀποτελοῦνται ἀπὸ Τμηματάρχας; Διότι
1333δηλαδὴ ἔχουσι τὴν σύνθεσιν αὐτῶν τὴν προσήκουσαν, ἐξ
1334ἀνδρῶν ἐχόντων καὶ τὴν θεωρίαν τῆς ἐπιστήμης καὶ τὴν
1335πεῖραν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς; Διότι ἐξ αὐτῶν τινες λαμβά-
1336νουσι γνῶσιν ὅλης τῆς λειτουργίας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας,
1337ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν προτερημά-
1338των τῆς κειμένης νομοθεσίας; Καὶ δὲν φοβεῖσθε ὅτι τὸ
1339Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς διοικητικὸν Δικαστήριον,
1340κυριώτατα θὰ λαμβάνῃ γνῶσιν μόνον τῶν παραβάσεων τῶν
1341νόμων, καὶ δὲν θὰ λαμβάνῃ γνῶσιν καὶ τῶν ἀρετῶν αὐτῶν
1342ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς προσηκούσης ἐφαρμογῆς αὐτῶν ἀφ’ ἑτέ-
1343ρου; Ἕνεκα τούτων ἴσως θὰ ὁπλίζηται τὸ Συμβούλιον
1344διαρκῶς μὲ μίαν κακεντρέχειαν κατὰ τῶν κειμένων νό-
1345μων, διότι θὰ βλέπῃ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων καὶ θὰ
1346νομίζῃ ὅτι τὸ καθῆκόν του θὰ εἶναι πῶς ν’ ἀποκλείσῃ
1347τὰς παραβάσεις καὶ πῶς νὰ ἐμποδίσῃ αὐτάς, ἐργαζόμενον
1348οὕτως ἐμπειρικῶς καὶ συμπτωματικῶς καὶ κατά τινα προ-
1349κατάληψιν. Τὰ Συμβούλια, τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ἐν τοῖς
1350Ὑπουργείοις, εἶναι εἷς θεσμὸς κατὰ τὴν γνώμην μου λαμ-
1351πρός, ὑπάρχει δὲ ὁ τοιοῦτος θεσμός, τοὐλάχιστον παρεμ-
1352φερής, καὶ εἰς ἄλλο Κράτος. Ἐν Βελγίῳ, πλὴν τῶν τμη-
1353μάτων τῶν Ὑπουργείων, ὑπάρχουσι καὶ διευθύνσεις, ὡς
1354λέγουσι, διευθυνταὶ δὲ εἶναι ἄνδρες διακεκριμένοι ἐν τῇ
1355ἐπιστήμῃ, οἵτινες προσυπογράφουσιν εἰς τὰ ἔγγραφα, χω-
1356ρὶς νὰ λαμβάνωσιν εὐθύνην, ἁπλῶς δὲ μόνον διὰ νὰ λαμ-
1357βάνωσι διαρκῶς γνῶσιν πῶς κρατεῖ ἡ νομοθεσία καὶ πῶς
1358ἐφαρμόζεται, ὥστε νὰ χαράσσωσιν ἐν ἐπιγνώσει νομοθετι-
1359κὴν πολιτικὴν τῶν Κυβερνήσεων.
1360Τὸ Συμβούλιον ὅμως τῆς Ἐπικρατείας, ἀποτελούμενον
1361ἀπὸ ἀνθρώπους, ἐπαναλαμβάνω, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ παρακο-
1362λουθῶσι τὴν νομοθεσίαν ἐν πάσῃ τῇ ἐφαρμογῇ της καὶ θὰ
1363λαμβάνωσι γνῶσιν μόνον τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῆς καὶ
1364μάλιστα τῶν ἐλαττωμάτων τῶν ἐφαρμοζόντων αὐτήν, δὲν
1365θὰ εἶναι εἰς θέσιν καθ’ ὁλοκληρίαν νὰ ἐπιλαμβάνωνται τοι-
1366ούτων ἔργων, καὶ διὰ τοῦτο εὔλογος εἶναι ἡ ἐκ τῶν πρα-
1367γμάτων κρατοῦσα γνώμη ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄνευ
1368σημασίας.
1369§55ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ἔκτακτοι σύμβουλοι ἔχουσι
1370ψῆφον ἐπὶ τῶν θεμάτων τῶν νομοπαρασκευαστικῶν καὶ
1371οὗτοι ἀκριβῶς εἶναι οἱ ἔχοντες τὰς ἀπαιτουμένας ἐκ τῆς
1372πείρας γνώσεις.
1373§56ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα μοὶ φαίνεται
1374ὅτι εἴπετε ν’ ἀνατίθηται εἰς αὐτοὺς τὸ ὅλον ἔργον, ὅπερ
1375ὅμως θὰ ἐκτείνηται ἐφ’ ὅλης τῆς νομοθεσίας, δὲν ἐκτείνεται
1376δὲ τοσοῦτον ἡ πεῖρά των.
1377Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως εἶσθε σύμφωνοι ὅτι ἐκ τῶν
1378πραγμάτων ὑπάρχει γνώμη ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι
1379ἄνευ τινὸς σημασίας, ὥστε, ἐὰν πρόκειται περὶ τούτου, βε-
1380βαίως καὶ προφανῶς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἱδρύσωμεν τοιοῦ-
1381τον θεσμόν.
1382Μετὰ ταῦτα μεταβαίνω εἰς τὴν δευτέραν διάταξιν:
1383«Ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβαλλομένων αὐτῷ
1384διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ».
1385Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ματαία, διότι ὑπάρχει διάτα-
1386ξις ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ τοῦ 101 ἄρθρου, καθ’ ἣν «Ἂν
1387τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις ὑπάγονται εἰς
1388τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, παρ’ ὧν δικάζονται ὡς κατεπεί-
1389γουσαι, αἱ ἄρσεις συγκρούσεως δικάζονται παρὰ τοῦ Ἀρείου
1390Πάγου. Οὐδὲν Δικαστήριον, οὐδεμία δικαιοδοσία τοῦ ἀμ-
1391φισβητουμένου διοικητικοῦ δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν ἄνευ εἰ-
1392δικοῦ νόμου. Μέχρι τῆς ἐκδόσεως εἰδικῶν νόμων ἰσχύουσιν
1393οἱ ὑφιστάμενοι περὶ διοικητικῆς δικαιοδοσίας».
1394Ὥστε κατὰ τὴν κειμένην ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν
1395ταύτην δυνάμεθα νὰ ἱδρύσωμεν ὅσα ἂν θέλωμεν πρώτου καὶ
1396δευτέρου καὶ τρίτου βαθμοῦ Δικαστήρια ἀμφισβητουμένου
1397διοικητικοῦ.
1398Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς τὴν τετάρτην διάταξιν (ἀνα-
1399γινώσκει):
1400«δʹ) Ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ἀπο-
1401λαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως κατὰ
1402τοὺς περὶ τούτου νόμους.
1403Εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν ἐδαφίων βʹ, γʹ καὶ δ’ ἐφαρμό-
1404ζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντά-
1405γματος».
1406Ἡ διάταξις αὕτη ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν
1407πεῖραν καὶ τὴν ἀνάγκην τοῦ δημοσίου δικαίου ἐν τῇ ἐφαρ-
1408μογῇ, ἀλλ’ ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα.
1409Ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν, Κύριοι, πολλαὶ συγχύσεις. Με-
1410ταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ἡ σύγχυσις περὶ τῆς ἀποκεντρώσεως.
1411Νομίζομεν ὅτι ἀποκέντρωσις ὑπάρχει, ὅταν ἀφαιρῶμεν δι-
1412καιώματα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ τὰ ἀναθέτωμεν ὅπου ἂν
1413τύχῃ. Εἰς τοῦτο πιθανώτατα συνέβαλε καὶ ἀτελὴς ἀντίλη-
1414ψις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν περὶ τῆς ἐννοίας τῆς πειθαρχι-
1415κῆς ἐξουσίας. Τί εἶναι, Κύριοι, πειθαρχικὴ ἐξουσία;
1416§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα παρῆλθε, καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι
1417νὰ παραβῶ τὸν Κανονισμόν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ δε-
1418χθῇ ἡ Βουλὴ παράτασιν διὰ τὸν κ. Κουλουμβάκην.
1419§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
1420§59Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί εἶναι, Κύριοι, πειθαρχικὴ
1421ἐξουσία; Εἶναι ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἥτις συγκρατεῖ αὐστηρῶς
1422καὶ ἀκριβῶς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐν τῇ ἐκτελέσει
1423τῶν καθηκόντων των. Εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, κατὰ
1424τὸν νόμον, ἀνατίθενται διάφορα καθήκοντα. Ἵνα ἐκτελῶσι
1425ταῦτα, ὑπάρχει ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ἐφαρμό-
1426ζουσι τίνες; Οἱ προϊστάμενοί των. Εἶναι ἑπομένως ἡ πει-
1427θαρχικὴ ἐξουσία κατὰ φύσιν ἐσωτερική. Ὑπάρχει ὅμως
1428καὶ ἄλλη τις σύγχυσις. Ὑπάρχει σύγχυσις μεταξὺ τῆς
1429προσωρινῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῆς ὁριστικῆς.
1430Ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις εἶναι πειθαρχικὴ ποινή, διότι συνε-
1431τίζει τὸν ὑπάλληλον, ἵνα ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του πρε-
1432πωδέστερον εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλ’ ἡ ὁριστικὴ δὲν εἶναι πει-
1433θαρχικὴ ποινή, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀπομάκρυνσις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας.
1434Ἔχοντες τὰς πλάνας ταύτας, ἀντὶ νὰ δημιουργήσωμεν
1435ἀποκέντρωσιν, δημιουργοῦμεν ἐξάρθρωσιν τῆς Πολιτείας.
1436Διότι ἀντὶ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἱδρύωμεν
1437Συμβούλια, ἅτινα νὰ ἐφορῶσιν ἐπὶ τῶν κατωτέρων ὑπαλ-
1438λήλων καὶ νὰ γνωμοδοτῶσι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν ἢ καὶ νὰ
1439ὑποβάλλωσιν ἔστω ὑποχρεωτικὴν πρὸς αὐτὸν γνώμην, κα-
1440θιστῶμεν συμβούλια ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, ἐξ ἀνθρώπων,
1441οἵτινες οὔτε γνωρίζουσι κἂν τὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε εἶναι δυ-
1442νατὸν νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν ἐλαφρῶν πειθαρχικῶν πα-
1443ραβάσεων, καθιστῶμεν τέλος κλίκας ἀνθρώπων, θελόντων
1444πολλάκις νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἴδια συμφέροντα, καὶ νομίζο-
1445μεν ὅτι ἱδρύομεν ἀποκέντρωσιν!
1446§60Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Εὖγε!
1447§61ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἰδοὺ αἱ πλάναι, αἵτι-
1448νες μᾶς ἤγαγον καὶ εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Τί δύναται
1449νὰ γνωρίζῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν ὁ ταμίας
1450Καλαμῶν δικαίως ἢ ἀδίκως ἐτιμώρησε πειθαρχικῶς τὸν
1451ὑφιστάμενόν του;
1452§62Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τί γνωρίζει ἐν Γαλλίᾳ;
1453§63ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν Γαλλίᾳ τοιαύτη διά-
1454ταξις δὲν ὑπάρχει.
1455§64Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ὑπάρχει.
1456§65ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιαύτη
1457διάταξις, καὶ ἂν θέλητε νὰ φθάσω ἀμέσως ἐκεῖ, ὅπου θὰ
1458ἔφθανον, ἔχομεν δῆθεν δάνειον θεσμόν. Λοιπὸν ἔχομεν θε-
1459σμὸν πρωτότυπον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τοιαύτη διάτα-
1460ξις δὲν ὑπάρχει ἐν Γαλλίᾳ.
1461§66ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως ἐν Ἰταλίᾳ.
1462§67ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι ὑπάρχει ἡ αὐτὴ
1463πλάνη καὶ ἐκεῖ, καὶ ἔχετε γνῶσιν βεβαίως περισσοτέραν
1464ἐμοῦ, πόσαι προϋπῆρξαν συζητήσεις καὶ ἐκεῖ περὶ τῶν συ-
1465στημάτων τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀλλ’ ἔχετε ἐπίσης γνῶσιν
1466πόσας δυσχερείας αἰσθάνεται ἡ ἐπιστήμη πανταχοῦ, διὰ
1467νὰ καθορίσῃ ποία ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀποκέντρωσις καὶ ποῖα
1468πρέπει νὰ εἶναι τὰ ὅρια αὐτῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἐπιστήμη ἐν
1469ταῖς χώραις ἐκείναις, ἡ ἐπιστήμη ἡ πράγματι πεφωτισμέ-
1470νη καὶ ἐκ τῆς θεωρίας καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων, αἰσθάνεται
1471τόσας δυσχερείας, ἐν Ἑλλάδι δὲν ἀπαιτεῖται παρὰ ν’ ἀκου-
1472σθῇ ἓν παράπονον καθ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἱδρυθῇ εἷς
1473δῆθεν ἀποκεντρωτικὸς νόμος!
1474§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐν τῇ δικαστικῇ ἐξουσίᾳ, ἡ
1475ὁποία διὰ πάντων τῶν Συνταγμάτων εἶναι ἀνεξάρτητος,
1476καὶ ἐν αὐτῇ ἐκ τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος καὶ τοῦ
1477προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡ πειθαρ-
1478χικὴ ἐξουσία μένει εἰς τὸν Ὑπουργόν.
1479§69ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς συ-
1480χνὰ διαμαρτύρομαι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
1481πρέπει νὰ γένηται τέλος πάντων ἀληθὴς Ὑπουργὸς τῶν
1482Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν θὰ εἶναί ποτε τοιοῦτος, ἐφ’ ὅσον
1483δὲν ἔχει δικαίωμα πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ὑφιστα-
1484μένων αὐτοῦ. Ἄλλο εἶναι τὸ συμβούλιον τὸ ἐκ τῆς ὑπη-
1485ρεσίας, καὶ ἄλλο τὸ ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, ἀπὸ τοῦτον καὶ
1486ἐκεῖνον καὶ τὸν ἄλλον ἀποτελούμενον. Καὶ δὲν γνωρίζω
1487πῶς δύναται νὰ καλῆται καὶ νὰ εἶναι προϊστάμενος ἐν τῷ
1488κλάδῳ του τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ὁ Ὑπουργός, ὅταν
1489δὲν ἔχῃ τὴν ὑπάτην πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν ὑφιστα-
1490μένων αὐτοῦ. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ
1491ἔργα του, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐπιβολή του
1492ἡ προσήκουσα. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἄνευ ἐπιβολῆς Ὑπουρ-
1493γὸς νὰ ἐκπληρώσῃ προσηκόντως τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς
1494καὶ τοῦ Βασιλέως, δὲν εἶναι, ἔλεγον καὶ πρὸ ἡμερῶν, Ὑ-
1495πουργὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὴ ἀσκῶν ἐν τῇ
1496ὑπάτῃ κορυφῇ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν.
1497Ἰδοὺ διατί δὲν διστάζω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ διάταξις
1498αὕτη ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Διότι βεβαίως ἐξαδυ-
1499νατίζει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ὅλην τὴν ἱεραρ-
1500χικὴν ὑπαλληλίαν, τῆς ὁποίας τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν
1501θέλομεν παραδώσει εἰς κατώτερα ἄλλα συμβούλια καὶ κατ’
1502ἀνώτατον βαθμὸν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
1503Καὶ εἶναι δυνατόν, ὅπερ εἶναι πιθανώτατον, οἱ Σύμβου-
1504λοι τῆς Ἐπικρατείας, πολῖται καὶ ἐκεῖνοι Ἕλληνες, ἔχον-
1505τες καὶ ἐκεῖνοι πολιτικὰς γνώμας καὶ ἔχοντες πιθανῶς γνώ-
1506μας ἀντιθέτους πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν
1507νομίζοντες ὡς καθῆκόν των νὰ ἐμμένωσιν εἰς τὰς γνώμας
1508των πολεμοῦντες τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι, λέγω,
1509δυνατὸν εἴτε τιμωροῦντες παρὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνή-
1510σεως εἴτε μὴ τιμωροῦντες παρὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνή-
1511σεως τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ δημιουργήσωσι κατά-
1512στασιν ἀφόρητον καὶ ἀνοικονόμητον, ἥτις θὰ ἐξηυτέλιζε τὴν
1513Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τὸ πολί-
1514τευμα αὐτὸ τὸ κοινοβουλευτικόν, θὰ κατέλυον δηλαδὴ οἱ
1515Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαι-
1516ώματα τοῦ λαοῦ.
1517Τοιαύτην ἔχει σημασίαν ἡ διάταξις αὕτη, ἡ ὁποία οὔτε
1518δανεία εἶναι. Καὶ φθάνω εἰς τὴν τρίτην διάταξιν (ἀναγι-
1519νώσκει):
1520«γʹ) Ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου
1521τῶν ὑπὸ τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, πλὴν τῶν δικαστικῶν, ἐκδι-
1522δομένων διοικητικῶν πράξεων κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ
1523νόμῳ ὁριζόμενα».
1524Τὴν διάταξιν ταύτην ἐλάβομεν ἐκ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νό-
1525μου τῆς 24 Μαΐου 1872 τοῦ Γαλλικοῦ.
1526Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ διάταξις ἐκείνη (ἀναγινώσκει): «Τὸ
1527Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀποφασίζει κυριαρχικῶς ἐπὶ
1528τῶν προσφυγῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ καὶ τῶν αἰτή-
1529σεων ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τῶν διαφόρων διοικητικῶν
1530Ἀρχῶν, pour cause d’ excès de pouvoir.
1531Δι’ ὑπέρβασιν καθηκόντων—καὶ ὄχι διὰ παράβασιν νό-
1532μου. Ἡ παράβασις νόμου Γαλλιστὶ λέγεται violation de
1533la loi.
1534§70Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ Γαλλία, κύριε συνάδελφε, συνταυ-
1535τίζει τὰς ἐκφράσεις.
1536§71ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι εὐσυνείδητος ἡ μετάφρασις.
1537§72ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπὸν καὶ ἐν τούτῳ
1538πρωτοτυποῦμεν. Ἄλλο παράβασις νόμου, Κύριοι, ἐπανα-
1539λαμβάνω, καὶ ἄλλο ὑπέρβασις. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις
1540ὅτι τὸ δόγμα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἔχει πρακτικὰς
1541συνεπείας. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν παράδειγμα. Ἔχομεν ἐνταῦθα,
1542λέγουσι, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Τέσσαρας ἀπαντήσεις
1543ἔχω εἰς τὴν ἔνστασιν ταύτην, τὴν μίαν ἰσχυροτέραν τῆς
1544ἄλλης.
1545Πρῶτον, τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει κῦρος ἐν τῷ
1546τόπῳ, διότι ὑπάρχει ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου. Τὸ
1547ὁπλίζει μὲ κῦρος ἡ ἐπὶ μακρὸν διάρκεια καὶ λειτουργία του.
1548§73ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοναρχικὸν εἶναι.
1549§74ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, διότι
1550σᾶς εἶπον ὅτι ἢ θὰ παραιτηθῆτε τῆς ἀγορεύσεώς σας, ἢ θὰ
1551συμφωνήσητε μαζί μου. Τοῦτο, ὅπερ πρὸ μικροῦ εἶπον,
1552εἶναι σημαντικώτατον, συντελεῖ δὲ εἰς τὴν τήρησιν τῆς δη-
1553μοσίας τάξεως σημαντικώτατα. Εἶναι ἀτοπώτατον νὰ θέ-
1554τωμεν θεσμοὺς μεγάλους, θεσμοὺς κεφαλαιώδεις, κατὰ τῶν
1555ὁποίων ὑπάρχει μεγίστη ἀντίδρασις εἰς τὸν τόπον. Εἶναι
1556μέγα τὸ κεφάλαιον ἑνὸς θεσμοῦ, καὶ ἐὰν δὲν συμβιβάζηται
1557πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἰσχύῃ ἀπὸ
1558μακροτάτων ἐτῶν, διότι ἔχει χωρήσει εἰς τὴν κοινὴν συνεί-
1559δησιν καὶ τὰ ἤθη. Τὸ στερεώτατον τοῦτο θεμέλιον εὗρε
1560καὶ ἐν Γαλλίᾳ τῷ 1872 τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
1561Δευτέρα ἀντίρρησις· πρόκειται περὶ μιᾶς πράξεως, ἡ
1562ὁποία δὲν παρουσιάζει σπουδαῖον κίνδυνον, διότι μετὰ τινας
1563μῆνας θὰ ἔχωμεν ἄλλον Ὑπουργόν· πρόκειται περὶ μιᾶς
1564πράξεως μεμονωμένης, ἐνῷ αἱ πράξεις τοῦ Συμβουλίου τῆς
1565Ἐπικρατείας θ’ ἀποτελέσωσι μακρὰν νομολογίαν καὶ θὰ
1566ἀποτελέσωσι κίνδυνον διὰ τὸν τόπον.
1567Τρίτον, ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ διατάσσοντος τὴν
1568πληρωμὴν ἑνὸς ἐντάλματος, δὲν εἶναι πρᾶξις ἀρτία τῆς
1569ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δὲν ἔχει λάβει τὴν ὁριστικὴν ὑπό-
1570στασίν της. Τί ἀπαιτεῖται μετὰ τοῦτο; Ἡ θεώρησις ὑπὸ
1571τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τί γίνεται, ἐὰν δὲν θεωρήσῃ
1572τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ; Δὲν ἀκυροῦται ἡ πρᾶξις τοῦ
1573Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν λαμβάνει ἡ πρᾶξις τὴν πλήρη αὐτῆς
1574ὑπόστασιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ πρὸ τῆς
1575θεωρήσεως, ἑπομένως δὲν ἔχει λάβει τὴν ὁριστικὴν αὐτῆς
1576ὑπόστασιν ἡ πρᾶξις. Κατ’ ἄλλην ἔκφρασιν συμπράττει ὁ
1577Ὑπουργὸς μετὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Σύμπραξις εἶ-
1578ναι μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἐν τῇ
1579συμπράξει δὲ ταύτῃ ἔχομεν τὴν ὁλοκληρωτικὴν ἐνέργειαν
1580τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, οὕτως ἐν τούτῳ ἱδρυθείσῃ ὑπὸ
1581τοῦ πολιτεύματος καὶ τῶν νόμων. Δὲν πρόκειται ἐν τούτῳ
1582ἀκύρωσις τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς συντετελεσμένης.
1583Ἐνῷ ἡ περὶ ἧς συζητοῦμεν διάταξις αὕτη τί καθιεροῖ;
1584Καθιεροῖ τὴν ἀκύρωσιν τῶν συντετελεσμένων πράξεων τῶν
1585λαβουσῶν ὁλόκληρον τὴν ἑαυτῶν ὑπόστασιν.
1586Καὶ τετάρτη ἀντίρρησις· τὸν νόμον τὸν πέρυσι ψηφι-
1587σθέντα ὑμεῖς μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας τὸν κατηργήσατε.
1588§75ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι· ἀνεστάλη.
1589§76ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατάργησις εἶναι.
1590§77Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ προσθέσω δύο λέξεις;
1591§78ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα.
1592§79Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐλέχθη κατ’ ἐπανάληψιν, ἀλλὰ δὲν ἔτυχε
1593νὰ εἶμαι παρών, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἔχει τὴν
1594ἀκύρωσιν τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ.
1595§80ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν μὴ θεώρησιν.
1596§81ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἀκύρωσις.
1597§82ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἀποτέλε-
1598σμα ἡ ἀκύρωσις. Τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι δὲν λαμβάνει τὴν
1599ὁλοκληρωτικὴν αὐτῆς ὑπόστασιν ἡ πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς
1600ἐξουσίας.
1601§83Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν γνώμην σας, λέγω
1602τοῦτο, ὅτι τὸ Συνέδριον τὸ Ἐλεγκτικὸν δὲν ἔχει τὸ δικαί-
1603ωμα ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τοῦ Ὑπουργοῦ.
1604§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· δὲν ἔχει.
1605§85Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ῥητῶς δὲ λέγεται κατὰ τὸ καταστατι-
1606κὸν τοῦ νόμου ὅτι, ὅπου ἀνευρίσκει τὸ Συνέδριον ὅτι ὁ
1607Ὑπουργὸς παρέβη τὸν νόμον, συντάσσει πρωτόκολλον καὶ
1608ἀναφέρει αὐτό, οὐδέποτε ὅμως ἀκυροῖ. Τοῦτο ἔπρεπε νὰ το-
1609νισθῇ, διότι ἐχρησίμευσεν ὡς ἐπιχείρημα κατ’ ἐπανάληψιν
1610ἀπὸ προχθές.
1611§86Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ
1612ἐπιτρέψωμεν τὴν ἀκύρωσιν διὰ παράβασιν τῶν νόμων.
1613Ἀλλ’ ἔχω νὰ διαμαρτυρηθῶ πρὸς ὑμᾶς, κύριοι συνάδελ-
1614φοι, διότι θέτομεν διατάξεις συνταγματικάς, συζητοῦμεν
1615καὶ κρίνομεν ἐπὶ τῶν προτάσεων, ἔχοντες μίαν προϋπόθε-
1616σιν, ὅτι οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἓν εἶδος,
1617θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, κακούργων!
1618§87ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κακοποιῶν στοιχείων.
1619§88Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως ἐγένοντο εἰς τὸ πα-
1620ρελθὸν παραβάσεις· βεβαίως εὐχόμεθα ἀπὸ μέσης ψυχῆς εἰς
1621τὸ μέλλον νὰ εἶναι ὀλιγώτεραι.
1622§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ εἶναι διόλου.
1623§90Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ μὴ εἶναι διόλου εἶναι ἀδύ-
1624νατον. Ἀλλ’ εἶναι ὑπερβολὴ τέλος πάντων νὰ νομίζωμεν
1625ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι κακοῦργοι, ὅτι εἶναι ἄνθρωποι τῶν
1626κατέργων, κατὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ λάβωμεν πάντα τὰ
1627προφυλακτικὰ μέτρα. Σᾶς ἐρωτῶ ὅμως ἀκόμη· διατί σᾶς
1628ἐμπνέουσι μεγαλειτέραν ἐμπιστοσύνην οἱ Σύμβουλοι τῆς
1629Ἐπικρατείας, οἱ ἀσφαλεῖς εἰς τὴν θέσιν των ἐπὶ μίαν δε-
1630καετίαν, οἱ κατὰ τὸ ἥμισυ ἀσφαλεῖς κατὰ τὴν ἄλλην δε-
1631καετίαν, κατὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ οἱ υἱοί των, οἱ ἀδελφοί
1632των, οἱ προστατευόμενοί των;
1633§91Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅρα Πανεπιστήμιον.
1634§92Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς ὑποβάλλω καὶ τὴν
1635ἑξῆς σκέψιν. Ἀφοῦ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἔχῃ
1636τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώνῃ πάσας τὰς πράξεις τῶν δημοσίων
1637ὑπαλλήλων καὶ τῶν Ὑπουργῶν διὰ πᾶσαν παράβασιν, ἂν
1638ἠθέλετε ὑποθέσει εὔνουν πρὸς μίαν Ἀντιπολίτευσιν τὸ Συμ-
1639βούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δὲν νομίζετε ὅτι ἡ Ἀντιπολί-
1640τευσις τῶν λόγων, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ διαφωτίζουσα τὰ
1641πολιτικὰ ζητήματα, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἡ διατηροῦσα οὐχὶ
1642μόνον τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ
1643διατηροῦσα τὸ ζωηρόν, τὸ θερμὸν ἐνδιαφέρον τοῦ Ἑλληνι-
1644κοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, ἡ φανερὰ καὶ δη-
1645μοσία αὐτὴ Ἀντιπολίτευσις, ἡ διεξαγομένη τουτέστιν
1646ἐνταῦθα πολιτικὴ συζήτησις, ἡ ἐξαίρουσα μέχρι τῆς νομι-
1647μοφροσύνης, ἀλλὰ καὶ τῆς φιλοπατρίας ἕνα ἐλεύθερον λαόν,
1648θὰ μεταβληθῇ εἰς παρασκηνιακὴν Ἀντιπολίτευσιν μεταξὺ
1649τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας;
1650(Ἐπιδοκιμασίαι).
1651Ἀλλ’ ὑπάρχουσι, Κύριοι, πολλαὶ πλάναι καὶ πολλαὶ
1652παρεξηγήσεις, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ διαφωτισθῶσι τὰ ζη-
1653τήματα.
1654Ἀκούετε ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ
1655καὶ νομίζετε ὅτι τοιαῦται ὑποθέσεις εἶναι δυνατὸν νὰ γεν-
1656νηθῶσιν ἐκ πάσης παραβάσεως τῶν νόμων. Ἔχω νὰ γνω-
1657ρίσω πρὸς τοὺς μὴ νομικοὺς πρῶτον τοῦτο· ὅτι οὐδαμοῦ
1658κατωρθώθη ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης νὰ καθορισθῇ τίνες εἶναι αἱ
1659ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· ἔχω νὰ εἴπω
1660δεύτερον πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν παράγει
1661ὑπόθεσιν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ πᾶσα παράβασις
1662τῶν νόμων ὑπὸ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὥστε εἶναι πολὺ
1663διάφορος ἡ δευτέρα τῆς τρίτης διατάξεως τοῦ ἄρθρου. Ἀλλὰ
1664νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι μικροτέρα ἡ πλάνη καὶ ἡ
1665παρεξήγησις, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω ἐνταῦθα; Διὰ τὰς
1666παραβάσεις τῶν νόμων, λέγομεν ἡμεῖς, ἀποφαίνεται ἡ δι-
1667καστικὴ ἐξουσία. Καὶ ἀπαντῶσι πρὸς ἡμᾶς· «Δικαστήριον
1668ἱδρύομεν καὶ ἡμεῖς». Δὲν ἱδρύετε, λέγω, Δικαστήριον, ἀλλά,
1669παραβαίνοντες τὸ Σύνταγμα, καταλύετε τὴν ἐκτελεστικὴν
1670ἐξουσίαν, ὡς αὕτη δέον νὰ ὑπάρχῃ. Παραβαίνετε τὸ Σύν-
1671ταγμα, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ῥητῶς ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ
1672ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ἐνεργεῖται διὰ τῶν ὑπευ-
1673θύνων Ὑπουργῶν.
1674§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τώρα κάμνομεν
1675τὸ Σύνταγμα· πῶς τὸ παραβιάζομεν;
1676§94Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ παραβιάζομεν, διότι μετα-
1677βάλλομεν τὴν μορφὴν αὐτοῦ, καὶ τοῦτο εἶναι θεμελιῶδες.
1678Διότι τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνή-
1679κει εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ἀσκεῖται ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλά,
1680ὅταν πᾶσαν πρᾶξιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὴν θέτητε
1681ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ποίαν
1682ἀφήνετε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν αὐτενέργειαν; Καὶ
1683καταλήγετε λέγοντες νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐκείνη ἡ ἐκτελεστικὴ
1684ἐξουσία, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἡ ἐξουσία ἐκείνη, ἥτις
1685ἔχει τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, καὶ ἥτις ἔχει ἀνάγκην
1686πνεύματος πρωτοβουλίας καὶ θάρρους. Καὶ διατί ἔχομεν
1687ἀναθέσει τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὴν
1688ἄδειαν τῆς Βουλῆς; Διότι λέγομεν ὅτι, ἂν ποινικῶς κατα-
1689διώκωνται οἱ Ὑπουργοί, ὅπως οἱ ἄλλοι πολῖται, θὰ τρέχωσι
1690τὸν κίνδυνον νὰ ὑποβάλλωνται διαρκῶς κατ’ αὐτῶν μηνύ-
1691σεις, νὰ εὑρίσκωνται ὑπὸ τὸ κράτος ἑνὸς τρόμου, καὶ νὰ
1692λείπῃ ἀπ’ αὐτῶν τὸ πνεῦμα τοῦ θάρρους, τῆς αὐτενεργείας
1693καὶ τῆς ταχέως δρώσης δυνάμεως, τὸ ὁποῖον ζωοποιεῖ τοὺς
1694νόμους καὶ ἐξυπηρετεῖ τὰ καθ’ ἡμέραν κοινωνικὰ συμφέ-
1695ροντα καὶ τὰς καθ’ ἡμέραν παρουσιαζομένας κατὰ ποικί-
1696λους τρόπους κοινωνικὰς σχέσεις, τὰς μεταβαλλομένας κατὰ
1697πᾶσαν ἡμέραν, διότι κατὰ πᾶσαν ἡμέραν μεταβάλλονται
1698καὶ αἱ ἀντιλήψεις τῶν κοινωνιῶν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν.
1699Θὰ ἔχωμεν Ὑπουργοὺς ὑπὸ μίαν διηνεκῆ νευρικότητα,
1700μήπως ἀκυρωθῶσιν αἱ πράξεις αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου
1701τῆς Ἐπικρατείας, ναὶ ἢ ὄχι; Πόσαι δὲ θὰ εἶναι αἱ προσ-
1702φυγαὶ ἆρά γε ἐναντίον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐνώπιον
1703τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; Πεντακισχίλιαι; Δε-
1704κακισχίλιαι; Εἰκοσακισχίλιαι; Πεντηκοντακισχίλιαι κατ’
1705ἔτος; Μήπως θὰ εἶναι ἴσα καὶ τὰ δημόσια ἔγγραφα;
1706Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ θέσητε.
1707Ἔχουσι, λέγετε, ἐν Γαλλίᾳ τοιαύτην διάταξιν, ἀλλ’ ἔχου-
1708σιν αὐτὴν δι’ ὑπέρβασιν καθηκόντων. Καὶ πότε δι’ ὑπέρβα-
1709σιν καθηκόντων; Νομίζετε ὅτι προσφεύγει ὁ Γάλλος πολί-
1710της εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἅμα ὡς παρατη-
1711ρήσῃ ὑπέρβασιν καθηκόντων; Οὐχί, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἔχῃ ἄλλο
1712μέσον προσφυγῆς. Οἱ ὅροι μάλιστα, ὡς διαγράφει αὐτοὺς ὁ
1713Berthélémy, εἶναι οἱ ἑξῆς: 1ον—αὐτὸ ἐννοεῖται—πρᾶξις
1714διοικητικῆς Ἀρχῆς· 2ον νὰ προσβάλλῃ αὕτη συμφέρον, 3ον
1715νὰ ἐγερθῇ ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας καὶ 4ον νὰ μὴ
1716ὑπάρχῃ ἄλλο παράλληλον μέσον, νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ
1717προσφύγῃ τις εἰς ἄλλην Ἀρχήν.
1718§95ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ κανονισθῶσιν αὐτὰ διὰ νόμου.
1719§96ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θ’ ἀκούσητε διατί λέγω
1720τοῦτο. Διότι λέγετε· «ἱδρύομεν Δικαστήριον». Δὲν ἱδρύετε
1721Δικαστήριον, Κύριοι, ἂν τοιαύτην διάταξιν θέσητε, δι’
1722ὑπέρβασιν καθηκόντων, δὲν καταλύετε καὶ δὲν μεταβάλ-
1723λετε τὴν ὑπάρχουσαν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, οὐχὶ διότι ἡ
1724ἐξουσία, ἡ ὁποία ὑπερβαίνει τὰ καθήκοντα αὐτῆς, παύει νὰ
1725εἶναι ἡ ἐξουσία ἡ ἐκ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐν τοιαύτῃ πε-
1726ριπτώσει ἐπιλαμβανόμενον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας
1727τῆς ὑποθέσεως δὲν τίθεται ὑπεράνω τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
1728σίας, ἀλλὰ τίθεται ὑπεράνω ἐκείνου, ὅστις ἔπαυσε νὰ εἶναι
1729ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Καὶ ποία εἶναι ἡ συνέ-
1730πεια τῆς ἀποφάσεως; Ἡ συνέπεια τῆς ἀποφάσεως εἶναι νὰ
1731ἀκυρώσῃ τὴν ὑπέρβασιν καθήκοντος, ἀλλὰ χωρὶς ν’ ἀπο-
1732φανθῇ ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ἧς καταλείπεται
1733ν’ ἀποφανθῇ ἡ ἁρμοδία Ἀρχή.
1734§97Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἀποφαίνεται αὐτή;
1735§98Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ὅταν ἐπιτρέπητε
1736τὴν προσφυγὴν διὰ πᾶσαν παράβασιν νόμου, ἡ ὁποία πα-
1737ράβασις ὑπάρχει καὶ εἰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου
1738διοικητικοῦ, θὰ ἔχωμεν καὶ κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῆς ὑπο-
1739θέσεως.
1740§99ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐκεῖνο εἶναι ἐντελῶς ἄλλο ζήτημα·
1741δὲν ἔχει σχέσιν.
1742§100Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λοιπὸν διὰ παράβασιν νόμου
1743δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ διάταξις, καί, ἂν τεθῇ, δὲν θὰ
1744ἐφαρμοσθῇ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ, εἶναι,
1745ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω, νὰ τεθῇ δι’ ὑπέρβασιν καθή-
1746κοντος, ἀλλ’ εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου ὅτι δὲν εἴμεθα
1747ὥριμοι διὰ τοιαύτην διάταξιν, διότι, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ
1748τοιαύτη διάταξις, ἀπαιτοῦνται νόμοι ἐπὶ νόμων· νόμους ἐξ
1749ἑκατοντάδων ἄρθρων ἔχουσιν ἐν Γαλλίᾳ, δὲν εἶναι δὲ δυ-
1750νατὸν δυστυχῶς νὰ τοὺς μεταφράσωμεν, πρῶτον διότι
1751τοσοῦτον ἀποτυγχάνομεν εἰς τὰς μεταφράσεις, ὅπως καὶ
1752νῦν εἴδετε, καὶ δεύτερον διότι εἶναι ἀνάγκη ὁ νόμος νὰ
1753προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν ὅλην ἡμῶν διοικητικὴν νομοθεσίαν,
1754διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐφαρμόσιμος.
1755Κύριοι Βουλευταί, εἶπον καὶ ἄλλοτε πρὸς ὑμᾶς· ἂς ἀπο-
1756κτήσωμεν τέλος τὸ συναίσθημα ὅτι ἐγενόμεθα καὶ ἡμεῖς
1757Βουλευταί· ἂς ἀποκτήσωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἱκανὸς
1758ἀριθμὸς ἐξ ἡμῶν θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ἂς
1759παύσωμεν τέλος πάντων νὰ δεικνύωμεν πνεῦμα ἐχθρότη-
1760τος, παρασυρόμενοι ἐκ τῶν παρελθουσῶν Βουλῶν, πρὸς τὰς
1761Βουλὰς τοῦ μέλλοντος. Ἀφήσατε τὴν πάλην τῶν πολιτι-
1762κῶν ἰδεῶν καὶ τῶν μεγάλων συμφερόντων εἰς τὴν Βουλήν·
1763ἀφήσατε ἐλευθέραν τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, τὴν πολι-
1764τικὴν ἔστω μόνην εὐθύνην, ζητουμένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
1765Μὴ νομίσητε ὅτι εἶναι τοῦτο μάταιόν τι· εἶναι πρῶτον
1766πολιτικὴ δικασκαλία εἰς τὸν λαόν· εἶναι δεύτερον τὸ μόνον
1767ἐλατήριον, τὸ ὁποῖον διατηρεῖ καὶ τὴν πολιτικὴν μόρφω-
1768σιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸ καθημερινὸν ζωη-
1769ρὸν αὐτοῦ διαφέρον ἐπὶ τὴν ἐξέλιξιν τῶν πολιτικῶν πρα-
1770γμάτων.
1771Ἐζητήσατε, σεβαστὲ ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτά, τὸν χυ-
1772μόν, ὅστις κάτωθεν τρέφει τὸ δένδρον, ἀλλά, διὰ νὰ ἔχητε
1773χυμὸν καὶ διὰ νὰ ἔχητε δένδρον καρποφόρον, πρέπει νὰ
1774ἔχητε τὸν χυμὸν εἰς τὸ ἔδαφος καλλιεργούμενον, διότι, ἂν
1775ἔχητε ἔδαφος αὐχμηρὸν καὶ κατάξηρον, δὲν θὰ ἔχητε χυ-
1776μόν, δὲν θὰ ἔχητε καρπόν· θὰ ἔχητε μόνον δένδρα πρὸς
1777ξύλευσιν.
1778Ἀλλὰ τί χρησιμεύει, μᾶς λέγουσιν, ἡ πολιτικὴ εὐθύνη;
1779Ἔπεσεν Ὑπουργεῖόν τι ἐκ τῆς εὐθύνης;
1780Δὲν εἶναι τοῦτο, Κύριοι, ὁ σκοπός. Ἀλλοίμονον μάλιστα,
1781ἂν ἔκ τινος συζητήσεως ἔπιπτον αἱ Κυβερνήσεις καὶ ἐδη-
1782μιουργοῦντο ἀνωμαλίαι τοιαῦται εἰς τὸν τόπον!
1783Ἀλλ’ αἱ ἐνταῦθα συζητήσεις, πλὴν τῶν ἀποτελεσμάτων
1784ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα καὶ ἅπερ εἶναι τὰ
1785σπουδαιότερα, ἔχουσι καὶ ἄλλα σημαντικὰ ἀποτελέσματα,
1786διότι ἐξαίρουσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν,
1787ἐξαίρουσιν εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ κοινοῦ τοὺς ἄρχοντας αὐ-
1788τοῦ, τοῦτο δ’ εἶναι σπουδαιότατον δι’ αὐτὴν τὴν δημοσίαν
1789τάξιν καὶ τὴν κοινωνικὴν εὐκοσμίαν καὶ εὐπρέπειαν.
1790Αἱ παραβάσεις τέλος πάντων τῶν Κυβερνήσεων εἶναι
1791παραβάσεις ἐφήμεροι· μὴ νομίσῃ τις ὅτι εἶναί τι ἀφιλο-
1792σόφητον τὸ λεγόμενον: «φορά σου καὶ φορά μου». Τοῦτο
1793συντηρεῖ τὴν δημοσίαν τάξιν· ἂν μὲ ἀδικήσητε σήμερον, θὰ
1794δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ σᾶς ἀδικήσω αὔριον καὶ εὑρίσκω εἰς
1795τοῦτο μίαν παρηγορίαν, καὶ ἐκ τούτου ἴσως ἀποτρέπεσθε
1796καὶ ὑμεῖς νὰ μὲ ἀδικήσητε.
1797Ὅταν ὅμως ἔχωμεν τὴν κλίκαν τῶν μαμμοθρέπτων τῆς
1798πρωτευούσης, τὰ ὁποῖα θὰ διαιωνίζωσι τὴν μεγίστην δύνα-
1799μιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωσι μεταξὺ ἑαυτῶν, τῶν τέκνων καὶ
1800τῶν συγγενῶν των, τότε πλέον δὲν θὰ ἔχωμεν τὴν παρη-
1801γορίαν ἐκείνην δι’ ἡμᾶς καὶ τὸν δισταγμὸν δι’ ἐκείνους. Θὰ
1802ἴδητε πιθανῶς ἡμέραν τινά—ἐγώ, ἂν ὑπάρχω, εἶμαι βέβαιος
1803ὅτι θὰ εἶμαι ἐπὶ κεφαλῆς ὁμάδος τινός—ὅτι θὰ μετα-
1804βῶμεν καὶ θὰ στραγγαλίσωμεν τὰ ἀνθρωπάρια ἐκεῖνα, τὰ
1805ὁποῖα θὰ τολμῶσιν ἑκάστοτε νὰ προβάλλωσι τὸ ἀνάστημά
1806των ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.
1807Τὸ παράδειγμα τὸ ἔχετε ἐκ τοῦ 1865, ὅτε δὲν εἶχον
1808παρὰ μίαν διάταξιν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, κωμικήν. Καὶ
1809ὅμως μόνον διότι προέβαλλον διαρκῶς τὸ ἀνάστημά των, ἐν
1810τῇ ἐπεξεργασίᾳ, λέγω, ἁπλῶς τῶν νόμων, ἀπέναντι τῆς
1811λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, κατήντησαν λαομίσητοι. Δὲν εἶναι
1812δυνατόν, ὅπερ καὶ πρέπον δὲν εἶναι, ὑπὸ τοὺς ἐλευθέρους θε-
1813σμούς, νὰ ζητῇ τις ἀλλαχοῦ τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου
1814παρὰ ἐν τῇ Βουλῇ.
1815Καὶ θὰ σᾶς θεωρήσω ὡς ἐγκαταλιπόντας τὴν θέσιν σας
1816ἐνώπιον τοῦ ἐχθροῦ, ἐὰν δὲν παύσητε ν’ ἀσχολῆσθε περὶ
1817τοιούτων θεσμῶν ἀφ’ ἑνὸς μὲν κωμικῶν καὶ ματαίων, ἀφ’
1818ἑτέρου δ’ ἀνελευθέρων καὶ βλαβερῶν, ἀποχωρήσητε δὲ τῶν
1819καθηκόντων ὑμῶν, χωρὶς νὰ καταλύσητε τὴν τυραννίαν
1820τῶν δημάρχων καὶ χωρὶς νὰ καταρτίσητε ἕνα προσήκοντα
1821καὶ ἀσφαλίζοντα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος ἐκλο-
1822γικὸν νόμον. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει
1823θέλει ἐπέλθει ἡ ἀνόρθωσις (χειροκροτήματα). Ἀλλὰ λέ-
1824γουσι πρὸς ἡμᾶς· αἱ δαπάναι δὲν εἶναι τίποτε. Ναί, ἀλλ’
1825ὅταν αἱ δαπάναι δὲν εἶναι ἁπλῶς διὰ πράγματα ὠφέλιμα,
1826ἀλλὰ διὰ τὰ ἀπαραίτητα. Μόνον διὰ τὰ ἀπαραίτητα μᾶς
1827ἐπιτρέπουσιν αἱ περιστάσεις δαπάνας. Εἶναι ἀπαραίτητος ὁ
1828θεσμός; Τότε νὰ ὑποβληθῆτε εἰς δαπάνας (χειροκροτήματα
1829παρατεταμένα).
1830§101ΕΛΕΥΘ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ προτει-
1831νομένη, κύριοι Βουλευταί, ἵδρυσις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐ-
1832πικρατείας εὑρίσκει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἱκανοὺς ἀντιπά-
1833λους, τοὺς πολλοὺς εἶναι ἀληθές, ὡς πρός τινας μόνον τῶν
1834λειτουργιῶν, αἱ ὁποῖαι προτείνεται ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτό,
1835ἰδίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῶν τριάκοντα, τινὰς δὲ καὶ
1836κατ’ ἀρχὴν ὡς ἀντιτιθεμένους ἐντελῶς πρὸς τὴν ἵδρυσιν
1837τοῦ θεσμοῦ τούτου. Καὶ ἐλέχθη, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ζη-
1838τοῦμεν νὰ παρεμβάλωμεν ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν θε-
1839σμόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ κοινὴ γνώμη δὲν εὑρίσκεται ὡρι-
1840σμένη, ὅτι ζητοῦμεν ἐξαπίνης νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν ἐξου-
1841σίαν νέαν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ διαταράξῃ ἐντελῶς τὴν
1842κανονικὴν λειτουργίαν τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος, ν’
1843ἀνατρέψῃ τὴν ἔννοιαν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν.
1844Καὶ λησμονοῦσιν οἱ ταῦτα λέγοντες ὅτι οὐχὶ χθές, οὐδὲ
1845προχθές, ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ ἤδη κατενοήθη ἡ ἀνάγκη ἱδρύ-
1846σεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀφοῦ ἐν αὐτῇ τῇ
1847παρελθούσῃ Βουλῇ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐξεπροσωπεῖτο ὁ παλαιὸς
1848πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦ ψηφίσματος περὶ
1849τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων περιελήφθησαν καὶ αὗται
1850αἱ καταργούμεναι διατάξεις τοῦ πολιτεύματος τοῦ 1864
1851περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ὄχι δὲ μόνον ὁ παλαιὸς
1852πολιτικὸς κόσμος ἐξεφράσθη ὑπὲρ τῆς ἐπανιδρύσεως τοῦ
1853Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ ὁ νέος πολιτικὸς
1854κόσμος, αἱ νέαι ἰδέαι, ὅτε διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνή-
1855σεως ἐξέθετον τὸ πρόγραμμα, εἰς ἐφαρμογὴν τοῦ ὁποίου
1856ἐζήτουν τὰς ψήφους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ῥητῶς ἀνεκήρυσ-
1857σον ὅτι μεταξὺ τῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους θέλομεν θεσπίσει,
1858εἶναι καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ
1859πῶς νῦν εὑρίσκεται ὅτι ἐξ ὑφαρπαγῆς ζητοῦμεν νὰ εἰσαγά-
1860γωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν
1861νέαν ἀρχήν, περὶ τῆς ὁποίας ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἔχει ἐκ-
1862φρασθῆ, καὶ ὅτι ζητοῦμεν νὰ ὑποκλέψωμεν τὴν ψῆφον τοῦ
1863συνεδρίου τούτου, ἵνα ἐγκαταστήσωμεν Ἀρχὴν τυραννι-
1864κὴν κατὰ τοῦ λαοῦ; Εἶναι δὲ παράδοξον ἀληθῶς, κύριοι
1865Βουλευταί, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρετηρήθη κατὰ τὴν διεξα-
1866χθεῖσαν συζήτησιν περὶ τοῦ προκειμένου θεσμοῦ, ὅτι δηλ.,
1867ἐνῷ διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου ζητοῦμεν, ὅπως τὸ κράτος τοῦ
1868Δικαίου, ὁποῖον εἶναι τὸ νεώτερον κράτος, καὶ ὅταν ἀκόμη
1869τὸ πολίτευμα δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν οὐδὲ καὶ συντα-
1870γματικόν, ἐνῷ, λέγω, ζητοῦμεν διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου,
1871ὅπως τὸ κράτος τοῦ Δικαίου, τὴν πολιτείαν τοῦ Δικαίου,
1872καταστήσωμεν ὄντως τοιαύτην, περιορίζοντες τὴν ὑπερβα-
1873σίαν τῶν ὀργάνων αὐτῆς, καὶ τοιοῦτον θεσμὸν ζητοῦμεν νὰ
1874παρεισαγάγωμεν ἰδίως διὰ τῆς τρίτης παραγράφου τοῦ ὑπὸ
1875συζήτησιν ἄρθρου τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῆς συνταγματι-
1876κῆς ἐπιτροπῆς, δι’ ἣν πρότασιν ἐκφράζω πρὸς αὐτὴν δημο-
1877σίᾳ τὰ συγχαρητήριά μου, ἐνῷ ζητοῦμεν, λέγω, ὅπως τὴν
1878πολιτείαν τοῦ Δικαίου καταστήσωμεν πραγματικὴν τοιαύ-
1879την, πραγματοποιοῦσαν τὸ δίκαιον, καὶ περιορίσωμεν τὰς
1880αὐθαιρεσίας τῶν ἀρχόντων, κατηγορούμεθα ὅτι θέλομεν νὰ
1881περιορίσωμεν τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, νὰ κα-
1882ταργήσωμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, νὰ καταστρέ-
1883ψωμεν τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, διότι ἴσως ὑπολαμ-
1884βάνομεν ὅτι μία τῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος εἶναι νὰ
1885διαπράττωσιν οἱ ἐκπροσωποῦντες ἑκάστοτε τὴν πλειονοψη-
1886φίαν τὰ πάντα, διότι ἀρκεῖ εἰς αὐτοὺς ὅτι ἀντιπροσωπεύ-
1887ουσι τὴν πλειονοψηφίαν, ἵνα ἐπιβάλλωσι τὰς θελήσεις των.
1888Ἀλλ’ ἡμεῖς, τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, ἔχομεν ἀντιθέ-
1889τους ἀντιλήψεις καὶ περὶ τοῦ κράτους τοῦ Νόμου καὶ περὶ
1890τῆς δυνάμεως τῶν ἑκάστοτε πλειονοψηφιῶν. Διὰ τοῦτο εἰση-
1891γοῦμαι πρὸς ὑμᾶς μετὰ πληρεστάτης πεποιθήσεως τὴν
1892πρότασιν, ὅπως ψηφίσητε τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς
1893Ἐπικρατείας, περιλαμβάνοντες πρωτίστως τὴν διάταξιν,
1894τῆς ὁποίας τὴν παρεμβολὴν ζητεῖ ἡ συνταγματικὴ ἐπι-
1895τροπή.
1896Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω πράγματα λεχθέντα ἀπὸ τοῦ
1897βήματος τούτου τοσάκις κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν τόσῳ
1898παραταθεῖσαν, ἐκ τῶν ὁποίων βεβαιοῦται ὅτι ὁ κοινοβου-
1899λευτικὸς ἔλεγχος, ἡ εὐθύνη ἡ πολιτικὴ τῶν Ὑπουργῶν καὶ
1900ἀκόμη ὀλιγώτερον ἡ ποινικὴ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως προ-
1901στατεύωσι τὴν καλὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ ὅτι μόνον
1902εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ δημοσία
1903συνείδησις ἐξεγείρεται διὰ παρανομίαν κατάφωρον, δύνα-
1904σθε νὰ ἐλπίσητε διὰ τῶν μέσων τούτων ὅτι θέλετε προ-
1905λάβει τὴν τέλεσιν αὐτῆς ἢ καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς ἐν
1906τῷ μέλλοντι. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε πάντες ὑμεῖς τὴν συνείδησιν
1907ὅτι καθ’ ἑκάστην διαπράττονται παρανομίαι πολλάκις ὑπὸ
1908ἐξουσιῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἄσκησις δὲν ἀποσκοπεῖ εἰς τὸ κοι-
1909νὸν συμφέρον, ὅτι διαπράττονται παραβιάσεις τῶν νόμων,
1910ὅτι διαπράττονται καταθλίψεις τῶν πολιτῶν, ἀκόμη καὶ
1911ἀναιρέσεις τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, διότι ἡ κατὰ μικρὸν
1912διαπραττομένη αὕτη παρανομία δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐξε-
1913γείρῃ διὰ μιᾶς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ διότι δυστυχῶς
1914τὸ αἴσθημα τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης δὲν εἶναι τοσούτῳ
1915παρ’ ἡμῖν ἀνεπτυγμένον, ὥστε ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ὅταν
1916βλέπῃ ἀδικούμενον τὸν συμπολίτην του, νὰ ἐξεγείρηται, ὡσεὶ
1917ἡ ἀδικία νὰ διαπράττηται κατ’ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου (ἐπιδοκιμα-
1918σίαι καὶ χειροκροτήματα); Καὶ βλέπετε τὸ φαινόμενον, τὸ
1919ὁποῖον παριστῶσι καθ’ ἑκάστην αἱ Βουλαί, ἔνθα γίνονται
1920ἐπερωτήσεις καὶ ἔλεγχος κοινοβουλευτικὸς διὰ πράξεις πολ-
1921λάκις ἀμφιβαλλομένας, διὰ τὰς ὁποίας εἶναι φυσικὸν ὅτι
1922ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀμφιβολία δὲν δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε διὰ
1923τῆς κοινοβουλευτικῆς ψήφου τὴν ἀποδοκιμασίαν τοῦ Ὑπουρ-
1924γοῦ ἢ τὴν ἀναίρεσιν τῆς παρανόμου πράξεώς του.
1925Ἀλλ’ ἐν τῷ παρελθόντι ἔχετε σαφῆ παραδείγματα, κατὰ
1926τὰ ὁποῖα ἡ ἐνέργεια τῶν Ὑπουργῶν ἦτο καταφώρως παρά-
1927νομος, ἀλλ’ εἴχετε συγχρόνως τὴν πλειονοψηφίαν ἔχουσαν
1928τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης πολὺ περισσότερον ἀνεπτυ-
1929γμένον διὰ τὰ ἐν ὀνόματί της διαπραττόμενα, ἐρχομένην
1930ἵνα περιβάλῃ διὰ ψήφου ἐμπιστοσύνης τὸν Ὑπουργόν, τὸν
1931ὁποῖον δὲν θέλει νὰ ἴδῃ πίπτοντα, ἐὰν εἰς μίαν περίπτω-
1932σιν παρέβη καὶ τὸν νόμον.
1933Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ προστασίαν τοῦ κρά-
1934τους τοῦ Δικαίου, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ προστασίαν ἐπαρκῆ
1935τῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν;
1936Καὶ διατί ταράττεσθε, ἂν ζητεῖται ἡ ἐγκαθίδρυσις Ἀρ-
1937χῆς, τῆς ὁποίας δικαίωμα καὶ καθῆκον θὰ εἶναι ν’ ἀποφαί-
1938νηται ἐπὶ τῇ προσφυγῇ ἑκάστοτε τοῦ πολίτου, τοῦ ὁποίου
1939τὰ συμφέροντα παρεβιάσθησαν ἢ τὰ δικαιώματα ἀφῃρέ-
1940θησαν, καὶ ὁ ὁποῖος προσέρχεται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου
1941τούτου τοῦ ἀνωτάτου τοῦ ἔχοντος συνταγματικὴν τὴν
1942ἵδρυσιν, ὅπως ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς πράξεως, ἡ ὁποία
1943παρέβλαψε τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἢ παρεβίασε τὰ δι-
1944καιώματα αὐτοῦ;
1945Καὶ κατὰ τί ἀλλοιοῦται ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς ἢ
1946περιορίζεται ἡ εὐθύνη ἡ ὑπουργικὴ ἐκ τούτου, διότι ὁ πο-
1947λίτης δὲν θὰ ἔχῃ μόνην προσφυγὴν τὴν προσέλευσιν πρὸς
1948τὸν Βουλευτήν, ἵνα ζητήσῃ νὰ φέρῃ τὸ ζήτημά του ἐνώ-
1949πιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ δικαιοῦται ἐν πάσῃ στιγμῇ καὶ
1950ἀπούσης τῆς Βουλῆς νὰ προσέρχηται πρὸς τὸ Δικαστήριον
1951τοῦτο τὸ ἀνώτατον, ἵνα προσβάλῃ τὴν πρᾶξιν τῆς Διοική-
1952σεως; Μήπως, ἐὰν δὲν εὕρῃ καὶ ἐκεῖ τὸ δίκαιον, δὲν παρα-
1953μένει εἰς αὐτὸν πάντοτε τὸ δικαίωμα, ἵνα φέρῃ τὸ ζήτημα
1954εἰς τὴν Βουλὴν διά τινος τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ; Ἢ
1955μήπως, ἐὰν εὕρῃ τὸ δίκαιόν του ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου τού-
1956του Δικαστηρίου καὶ ἀκυρωθῇ ἡ πρᾶξις τῆς Διοικήσεως,
1957μήπως διὰ τούτου νομίζετε ὅτι προσβάλλεται ἀληθῶς ἡ
1958ἀξιοπρέπεια τοῦ Κοινοβουλίου, διότι αἱ πράξεις τῶν ἀντι-
1959προσώπων αὐτοῦ ἠκυρώθησαν διὰ τῆς πράξεως τῆς δικα-
1960στικῆς; Ἐνισχύεται τοὐναντίον οὕτως ὁ ἔλεγχος καὶ παρὰ
1961τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικὸν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς
1962καθιστᾶται συνταγματικῶς ἓν Δικαστήριον, ἐπιφορτισμέ-
1963νον, ὅπως εἰς πᾶσαν περίστασιν ἐν πάσῃ στιγμῇ εἶναι
1964ἕτοιμον ἵνα ἐλέγχῃ τὴν νομιμότητα τῶν πράξεων τῶν διοι-
1965κητικῶν Ἀρχῶν.
1966§102Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἀκυρώσῃ τὸ Συμβούλιον τὴν
1967πρᾶξιν τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν;
1968§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παραμένει πάν-
1969τοτε ὁ ἔλεγχος, οὐδὲ δύναται ν’ ἀποξενωθῇ ἡ Βουλὴ τοῦ
1970δικαιώματος νὰ ἐλέγξῃ καὶ τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐξέ-
1971δωκε παράνομον πρᾶξιν, καὶ τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον
1972ἐκύρωσε τὴν παράνομον πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ· διότι παρα-
1973μένει πάντοτε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν ὅπως διὰ
1974τῆς θεσπίσεως νέου νόμου, ἑρμηνευτικοῦ τὴν φορὰν ταύτην,
1975ἀποτρέψῃ τὴν ἐν τῷ μέλλοντι ἐπανάληψιν ὁμοίας ἐφαρμο-
1976γῆς τοῦ νόμου.
1977Ἰσχυρίζομαι λοιπὸν καὶ πάλιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι
1978διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου μάλιστα κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς
1979λειτουργίας αὐτοῦ τῆς παρεχομένης διὰ τοῦ τρίτου ἐδαφίου
1980τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ὄχι μόνον δὲν ἀνατρέπομεν
1981τὰς βάσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὄχι μόνον
1982δὲν παρεμποδίζομεν τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον, ὄχι μόνον
1983δὲν μειοῦμεν τὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ τοὐ-
1984ναντίον ἐγκαθιδρύομεν μίαν νέαν ἀρχήν, διὰ τῆς ὁποίας
1985δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι ἡ Πολιτεία τοῦ δικαίου, τὸ
1986Rechstat, ὅπως λέγεται, θ’ ἀποβῇ παρ’ ἡμῖν πράγματι
1987τοιαύτη, ἀσφαλιζομένου εἰς τὸν πολίτην τοῦ δικαιώματος
1988νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν αὐτήν, ὁσάκις προσβλη-
1989θῶσι δικαιώματα αὐτοῦ, ὅπως ζητῇ τὴν Ἀνόρθωσιν αὐτῶν.
1990Διότι εἶναι πλάνη τὸ πιστευόμενον ὑπό τινων ὅτι τὰ Δι-
1991καστήρια μόνον εἶναι κεκλημένα ν’ ἀπονέμωσι δικαιο-
1992σύνην. Πᾶσα Ἀρχὴ καλεῖται ν’ ἀπονέμῃ τὸ δίκαιον καὶ
1993αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαὶ ἀπονέμουσι τὸ δίκαιον διαρκῶς
1994κατὰ τοὺς νόμους τοὺς διοικητικοὺς τοὺς πολλαπλοῦς καὶ
1995ποικίλους. Ἂν δ’ ἄλλοτε ἐκρίνετο ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν
1996ἐνέργειαν τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας περιορισμός τις ἐκ τῶν
1997ὑστέρων διὰ παρεμβάσεως ἄλλης Ἀρχῆς, ἀκυρούσης τὰς
1998πράξεις αὐτῆς, ἂν ἐπιστεύετο ὅτι τῆς οὐσίας τῆς
1999διοικήσεως εἶναι ἡ διακριτικὴ ἐξουσία αὐτῆς, ἀλλ’ ἡ
2000πρόοδος ἀπὸ πολλοῦ κατέδειξεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ
2001ἀνθρωπότης νὰ εὐημερήσῃ ἐφ’ ὅσον καθ’ ἡμέραν δὲν κα-
2002τορθώνει νὰ περιορίζῃ τὰς πράξεις τὰς διακριτικὰς τῶν
2003Ἀρχῶν, διὰ νὰ ὑποβάλλῃ αὐτὰς εἰς ἀκριβεῖς δικαιονομικοὺς
2004κανόνας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων αὗται θὰ τελῶνται καὶ
2005αὗται θὰ κρίνωνται. Ἔχει δὲ φθάσει εἰς λαούς, ὅπου ἡ
2006πρόοδος εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνωτέρα τῆς παρ’ ἡμῖν—
2007ἔχει φθάσει, λέγω, ἡ ἐπιστήμη, βοηθουμένη καὶ ἐξυπηρε-
2008τουμένη ἰδιαίτατα ὑπὸ τῆς νομολογίας αὐτοῦ τούτου τοῦ
2009Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον λαμβάνομεν ὡς
2010πρότυπον, καὶ τῆς παρ’ ἡμῖν ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου,
2011ἔχει κατορθώσει, λέγω, νὰ φθάσῃ διὰ τῆς νομολογίας τοῦ
2012Δικαστηρίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἀπονέμει πραιτωριανὸν δί-
2013καιον, διότι δὲν δικάζει μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαίου,
2014ἀλλὰ πλάττει καὶ δημιουργεῖ δίκαιον, ἔχει κατορθώσει,
2015λέγω, ὥστε πλείστας πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἕως χθὲς ἐνομί-
2016ζοντο ὡς πράξεις ἀνεξέλεγκτοι τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας
2017τῆς διοικήσεως νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβου-
2018λίου τῆς Ἐπικρατείας.
2019Καὶ ἐν τούτῳ τοῦ λόγου μου φέρομαι, κύριοι Βουλευταί,
2020ὅπως δώσω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλή-
2021σαντα, ὅστις ὑπέθεσεν ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἐδαφίου γʹ
2022τοῦ συζητουμένου ἄρθρου ἔχει κακῶς ἐξ ἀφορμῆς ἐσφαλμέ-
2023νης μεταφράσεως ἀπὸ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, ἐξ οὗ ἐλήφθη.
2024Ὑπάρχει ἀληθῶς ἴσως ἀνακρίβειά τις ἐν τῇ μεταφράσει,
2025ἀνακρίβεια, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπέστησε τὴν προσοχήν μου ὁ
2026εἰσηγητὴς τῶν ἄρθρων τούτων περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπι-
2027κρατείας κύριος Διομήδης, ἀλλ’ ἡ ἀνακρίβεια αὕτη, τὴν
2028ὁποίαν διστακτικῶς μόνον δύναμαι νὰ χαρακτηρίσω ὡς
2029ἀνακρίβειαν, ἀφορᾷ ἄλλο σημεῖον παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2030ἔθιξεν ὁ προλαλήσας. Ἐνῷ τὸ 9ον ἄρθρον τοῦ Γαλλικοῦ νό-
2031μου τοῦ 1872 καθιεροῖ τὴν ἀκύρωσιν τῶν πράξεων τῶν δι-
2032οικητικῶν Ἀρχῶν, προσετέθη ἐν τῇ διατυπώσει τῆς συν-
2033ταγματικῆς ἐπιτροπῆς «τῶν διοικητικῶν πράξεων τῶν
2034διοικητικῶν Ἀρχῶν» καὶ εἶναι εὔλογον ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ
2035ἐπίθετον «διοικητικῶν», διότι δὲν εἶναι εὔκολον ἐκ τοῦ
2036προχείρου νὰ κατίδῃ τις ποῦ θὰ δύναται νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ
2037ἡ προσθήκη αὕτη. Εἶναι ἀνάγκη δὲ νὰ λεχθῇ τὴν στιγμὴν
2038ταύτην καὶ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καθ’ ὅσον
2039ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρ-
2040θρου, ὅτι τὸν θεσμὸν τὸν παραλαμβάνομεν ἐκ Γαλλίας, καὶ
2041τοιαύτην ἔκτασιν ἐννοοῦμεν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν
2042τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν
2043ἔχει τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ, ὁσάκις δικάζει ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ λε-
2044γομένου: «recours pour excès de pouvoir».
2045Ἀλλὰ κατεκρίθη ἡ διατύπωσις, ὡς προελθοῦσα ἐκ με-
2046ταφραστικοῦ λάθους, ὅσον ἀφορᾷ τὸ τελευταῖον τοῦτο ση-
2047μεῖον. Διότι, ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ ἀληθῶς τὸ 9ον ἄρθρον τοῦ νό-
2048μου τοῦ 1872 ὁμιλεῖ περὶ τῆς «προσφυγῆς δι’ ὑπέρβασιν
2049ἐξουσίας», ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ διετύπωσεν ἐν με-
2050ταφράσει, καὶ διετύπωσε καλῶς, ὅτι ἡ ἐξουσία, ἡ ὁποία
2051παρέχεται εἰς τὸ συμβούλιον ἡμῶν, εἶναι ἡ τῆς ἀκυρώσεως
2052τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν διὰ παράβασιν νό-
2053μου. Τοῦτο δέ, διότι ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἔκφρασις τῆς προσφυγῆς
2054δι’ ὑπέρβασιν ἐξουσίας ἔχει ἱστορικὴν σημασίαν, ἡ ὁποία
2055διὰ τὸν Γάλλον νομοθέτην καὶ διὰ τὸν Γάλλον δικαστὴν
2056οὐδεμίαν ἀφήνει ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς
2057τῆς ἐννοίας τοῦ «recours pour excès de pouvoir», ἀπὸ
2058τὸ ὁποῖον ὡρμήθη τὸ Συμβούλιον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον,
2059ἐπαναλαμβάνω, δὲν δικάζει μόνον κατὰ τοὺς νόμους, ἀλλὰ
2060καὶ δημιουργεῖ διὰ τῶν ἀποφάσεών του δίκαιον ἐξ ἀντικει-
2061μένου, φθάσαν βαθμηδὸν ἀπὸ τὴν ἀκύρωσιν πράξεων δι’
2062ὑπέρβασιν ἐξουσίας εἰς τὴν ἀκύρωσιν πράξεων pour vice
2063de forme, διὰ παραβίασιν τῶν τύπων, καὶ ἀπεφάνθη ἀκρι-
2064βῶς διὰ τῆς νομολογίας τοῦ πραιτωριανοῦ δικαίου ὅτι:
2065Ὁσάκις ἐκ τοῦ νόμου ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ ὑποχρεοῦται εἰς
2066τὴν τήρησιν ὡρισμένων διατυπώσεων, ἵνα φθάσῃ εἰς ὡρι-
2067σμένην ἀπόφασιν, ὅπως συμβαίνει μὲ τὸν Νομάρχην, ὅστις
2068εἰς πολλὰς περιστάσεις ὑποχρεοῦται νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπό-
2069φασιν αὐτοῦ μετὰ ὡρισμένην ἔρευναν, τὸ Συμβούλιον λέ-
2070γει: δίδω καὶ ἐγὼ κατ’ αὐτῆς ἀκυρωτικὴν ἀγωγήν, διότι
2071ναὶ μὲν ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ ἐξέδοτο τὴν ἀπόφασίν της ἐν-
2072τὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρμοδιότητός της, ἀλλ’ ὤφειλε πρὸς
2073ἔκδοσιν ταύτης νὰ τηρήσῃ καὶ ὡρισμένας διατυπώσεις, ἃς
2074μὴ τηρήσασα ἐξέβη τῶν ὁρίων τῶν δικαιωμάτων της, καὶ
2075διὰ τοῦτο ἐγὼ ἀκυρῶ τὴν ἀπόφασίν της ταύτην. Ἀλλ’
2076ἔφθασε βαθμηδὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ εἰς
2077ἄλλην ἐφαρμογὴν τῆς ἀκυρωτικῆς ἀγωγῆς, καὶ αὕτη εἶναι
2078ἡ σπουδαιοτέρα.
2079Ἐσκέφθη ὅτι οὐ μόνον, ὅτε προφανῶς ὑπερέβη τὴν δι-
2080καιοσίαν της ἡ διοικητικὴ Ἀρχή, οὐ μόνον ὅτε δὲν ἐτη-
2081ρήθησαν ὑπ’ αὐτῆς αἱ διατυπώσεις, αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου δια-
2082γραφόμεναι, εἶναι ἀκυρωτέαι αἱ πράξεις αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ
2083ὅταν ἐμμένῃ μὲν αὕτη ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας αὐτῆς καὶ
2084τηρῇ ἀκόμη τὰς διατυπώσεις, ὅταν δηλαδὴ—καὶ προσέ-
2085ξατε εἰς τοῦτο— ἐμμένῃ μὲν ἐντὸς τοῦ γράμματος τοῦ
2086νόμου, ἀλλὰ παραβιάζῃ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, τὸ Συμβούλιον
2087τῆς Ἐπικρατείας κρίνει ὅτι καὶ εἰς τοιαύτην ἀκόμη περί-
2088στασιν ἐνασκεῖται ἡ ἀκυρωτικὴ ἀγωγή, καὶ δύναται τὸ
2089Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἀκυρώσῃ καὶ τοιαύτην
2090ἀπόφασιν ληφθεῖσαν ὑπὸ ἁρμοδίας Ἀρχῆς, μὴ ἐξελθούσης
2091τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, μὴ παραβάσης τὰς ὡρισμένας
2092ὑπὸ τοῦ νόμου διατυπώσεις, ἀλλὰ δρασάσης κατὰ τρόπον,
2093ὁ ὁποῖος ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ.
2094Καὶ εἶπε, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν διὰ διατάξεως ἀστυνομικῆς
2095ἐκδεδομένης ἐγκύρως καὶ νομίμως ὑπὸ τῆς Ἀρχῆς τῆς
2096ἐχούσης τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπαγορευθῇ ἡ στάθμευσις ἁμα-
2097ξῶν εἰς ὡρισμένην πλατεῖαν ἢ ὡρισμένην ὁδόν, ἀλλὰ δια-
2098τυποῦται ἡ ἀστυνομικὴ διαταγὴ κατὰ τρόπον τοιοῦτον,
2099ὥστε νὰ μὴ ἐφαρμόζηται αὕτη παρὰ μόνον δι’ ὡρισμένην
2100ἑταιρείαν ἁμαξῶν κατ’ ἀπαλλαγὴν τῶν λοιπῶν, εἶπε τὸ
2101Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὅτι, ἐνῷ ἡ Ἀρχὴ ἡ ἐκδοῦσα
2102τὴν ἀπόφασιν δὲν ὑπερέβη τὴν δικαιοδοσίαν της, ἐνῷ ἐτή-
2103ρησε τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ τηρήσῃ, ἐν
2104τούτοις, ἐπειδὴ ἐμμένουσα εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου παρε-
2105βίασε τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, διὰ τοῦτο ἀκυρῶ τὴν ἀπόφασιν
2106ταύτης τῆς Διοικητικῆς Ἀρχῆς.
2107§104Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐδῶ ἔχετε τό.....
2108§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ δὲν ἔχετε
2109ἄλλην προσφυγήν, παρὰ μόνον ἂν παρεβιάσατε τὴν ἀστυ-
2110νομικὴν διαταγήν, νὰ εἰσαχθῆτε εἰς τὸ ἀστυνομικὸν Δι-
2111καστήριον, εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, καὶ ἐκεῖ νὰ ἐλπίσητε
2112ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ Ἀστυνομικὸν Δικαστήριον νὰ
2113κρίνῃ ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ διαταγὴ εἶναι παράνομος καὶ δὲν
2114ἐπηρεάζει ὑμᾶς.
2115Ἐντεῦθεν προέβη τελευταῖον εἰς τὸ νὰ δώσῃ καὶ τετάρ-
2116την ἔκτασιν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν ἀκυ-
2117ρωτικὴν ἀγωγήν, ὁσάκις παρεβιάσθη ὁ νόμος καὶ διὰ τού-
2118του προσεβλήθησαν κεκτημένα δίκαια.
2119Αὕτη εἶναι ἡ ἐξέλιξις ἐν Γαλλίᾳ τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ
2120ἦτο φυσικὸν ὅτι ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, ἀναλαβοῦσα
2121νὰ διατυπώσῃ τὴν σχετικὴν διάταξιν δὲν ἠδύνατο νὰ κάμῃ
2122χρῆσιν τῆς ἀρχικῆς ἐκφράσεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡρμήθη τὸ
2123Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ δώσῃ ὅλην ἐκείνην τὴν
2124ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν ἀκυρωτικὴν ἀγωγήν,
2125τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ δώσῃ.
2126§106Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὰ πρέπει νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὰ
2127Πρακτικά.
2128§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως. Κάμνω
2129αὐτὴν τὴν σαφῆ δήλωσιν ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο διατυπω-
2130θὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν Γαλλίᾳ κρατούντων εἰσάγεται εἰς
2131τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν, ἐλπίζομεν δ’ ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο
2132θέλει ἀκολουθήσει τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα, ἵνα ἔχωμεν
2133ὅλην τὴν ἐν Γαλλίᾳ ἐπὶ τούτου νομολογίαν, ὡς ὁδηγὸν φω-
2134τεινὸν ἐπὶ τῶν λαμβανομένων ἀποφάσεων ὑπὸ τοῦ Συμβου-
2135λίου τούτου.
2136Καὶ ἀφοῦ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θεσμοῦ τού-
2137του ἐν Γαλλίᾳ ἔλαβον ἀφορμὴν ν’ ἀναφέρω μίαν τινὰ τῶν
2138περιπτώσεων, εἰς ἃς εἶναι ἐφαρμοστέα ἡ ἀκυρωτικὴ ἀγωγή,
2139ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐρωτήσω· νομίζετε ὅτι δὲν ἐξυπηρε-
2140τοῦνται οὕτως οὐ μόνον τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ἀλλ’
2141ἀκριβῶς ἡ καλὴ ἀπονομὴ τῆς διοικητικῆς δικαιοσύνης,
2142διότι τοιοῦτον χαρακτῆρα ἔχει ἡ ἀκυρωτικὴ ἀγωγή, ἀντι-
2143κειμενικὸν καὶ ὄχι ὑποκειμενικόν; Νομίζετε ὅτι δὲν ἐξυ-
2144πηρετοῦνται τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ἐὰν π. χ., προ-
2145κειμένου περὶ διαγωνισμῶν γενικῶς ἢ προκειμένου εἰδι-
2146κώτερον περὶ διαγωνισμοῦ εἰσαγωγῆς μαθητῶν εἰς τὰς
2147στρατιωτικὰς σχολάς, δώσωμεν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο
2148τὸ δικαίωμα, ὥστε, ὅταν τινὲς τούτων θεωρῶσιν ὅτι ἠδι-
2149κήθησαν, διαπραχθεισῶν παρανομιῶν, ν’ ἀναφέρωνται πρὸς
2150αὐτό, καὶ αὐτὸ ἐπιλαμβανόμενον τῆς ἐξετάσεως νὰ ἐξετάζῃ
2151καὶ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ν’ ἀποκαθιστᾷ τὸ προσβληθὲν δί-
2152καιον, ἐὰν προσεβλήθη;
2153§108Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ὑπάγωνται καὶ αἱ πράξεις τῶν
2154στρατιωτικῶν Ὑπουργείων;
2155§109ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πᾶσαι, καὶ διὰ τὰ Διατάγματα,
2156τὰ ὁποῖα περιέχουσι τὴν ἐξάσκησιν τῆς διοικήσεως. Καὶ
2157διὰ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ πρᾶγμα, ἀντὶ ν’ ἀνατρέχητε
2158τοῦ λοιποῦ εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, ὅπως ἐξετάσητε,
2159ἂν καὶ κατὰ πόσον παρεβιάσθη ὁ περὶ καταστάσεως τῶν
2160ἀξιωματικῶν νόμος, δὲν ἔχετε ἄλλο νὰ κάμητε, εἰμὴ νὰ
2161ἀπευθυνθῆτε εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ
2162πλῆρες τὸ δικαίωμα, ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν διοικητικῶν
2163αὐτῶν πράξεων.
2164§110Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ αἱ κυβερνητικαὶ πρά-
2165ξεις ἐξαιροῦνται;
2166§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐξαιροῦνται, κύριε Βουλευτά·
2167Ὄταν πρόκειται νὰ κηρύξῃ τὸ Κράτος τὸν πόλεμον, βεβαίως
2168ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν θὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Συμ-
2169βουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οὔτε ὅταν θὰ συνάψῃ διεθνεῖς
2170συμβάσεις θὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο.
2171Ἀνεφέρθη προχθὲς τὸ παράδειγμα τοῦ αἰτοῦντος καὶ
2172λαμβάνοντος ἄδειαν παράνομον πρὸς ἵδρυσιν φαρμακείου,
2173ἐνῷ δὲν συντρέχει περίστασις, ἢ τοῦ ζητοῦντος, ἐνῷ συν-
2174τρέχει περίστασις, νὰ ἱδρύσῃ φαρμακεῖον, καὶ εὑρισκομέ-
2175νου ἐνώπιον τῆς Διοικήσεως ἀρνουμένης νὰ χορηγήσῃ εἰς
2176αὐτὸν τὴν ἄδειαν τῆς ἱδρύσεως τούτου. Διατί θέλετε αὐτὰ
2177τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ὀνομάσω σχεδὸν
2178δικαιώματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχόντων νόμων, διατί
2179θέλετε ν’ ἀφήσωμεν ἐξηρτημένα ἐντελῶς ἐκ τῆς ἀγαθῆς ἢ
2180κακῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ δὲν θέλετε νὰ χορηγή-
2181σητε εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐγκαθιδρύσῃ Ἀρ-
2182χήν, ἡ ὁποία νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐλέγχῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώ-
2183σει τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τῆς διοικητικῆς
2184Ἀρχῆς, ὅπως ἀποκαθιστᾷ τὸ παραβιασθὲν δίκαιον;
2185Πῶς τοιοῦτο μέσον ἐξαναγκασμοῦ τῶν διοικητικῶν Ἀρ-
2186χῶν, ὅπως ἐντελῶς ἐντὸς τοῦ νόμου περιορίζωνται καὶ
2187ἐφαρμόζωσι τοὺς νόμους, μέσον τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ δη-
2188μιουργήσωμεν διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως μιᾶς τοιαύτης Ἀρ-
2189χῆς, πῶς, λέγω, ἐνῷ ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τοιοῦτόν τι, ἔρχε-
2190σθε ὑμεῖς καὶ λέγετε ὅτι ζητοῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὰς
2191ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ καὶ ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν
2192θεσμὸν ἀπολυταρχικόν;
2193Καὶ δὲν ἀντιλαμβάνεσθε ποία θὰ εἶναι ἡ ὠφέλεια ἐκ
2194τοῦ θεσμοῦ τούτου εἰς τὴν διαπαιδαγώγησιν ἐν γένει τοῦ
2195λαοῦ, ὅταν μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θε-
2196σμοῦ τούτου ἐπί τινα ἔτη ὁ πολίτης γνωρίσῃ ὅτι ἔχει τὸ
2197δικαίωμα νὰ προσφύγῃ εἰς δικαστικὴν Ἀρχήν, ἵνα ζητήσῃ
2198τὴν προστασίαν τῶν δικαίων του, τὰ ὁποῖα παρεβιάσθησαν
2199ὑπὸ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, δὲν ἐννοεῖτε, λέγω, ποῖα εἶ-
2200ναι τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς διαπαιδαγωγήσεως
2201τοῦ λαοῦ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης; Τοῦτο ἡμεῖς ζητοῦ-
2202μεν· ζητοῦμεν νὰ καταστήσωμεν τὸν Ἕλληνα πολίτην ἀλη-
2203θῶς ἐλεύθερον πολίτην, ἔχοντα δικαιώματα οὐ μόνον τὰ
2204ἀτομικὰ τὰ ἐξασφαλιζόμενα ὑπὸ τῶν συνταγματικῶν δια-
2205τάξεων, ἀλλὰ καὶ πάντα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουσιν
2206εἰς αὐτὸν οἱ κείμενοι νόμοι, ἔχοντα τὰ δικαιώματα ταῦτα
2207καὶ δυνάμενον νὰ προασπίσῃ αὐτὰ καὶ κατὰ τῆς ἑκάστοτε
2208τυραννικῆς ἐξασκήσεως τῆς Ἀρχῆς ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ
2209λαοῦ, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ ψῆφος αὐτοῦ ἐνταῦθα. Καὶ χαίρω
2210ἰδιαζόντως, Κύριοι, διότι τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εὑρί-
2211σκομαι εἰς τὰ ἑδώλια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὥστε νὰ ὑπο-
2212τεθῇ ὅτι ἐνθυμούμενος μὲν τὰ παρόντα, λησμονῶν δὲ τὰ
2213χθὲς καὶ τὰ αὔριον ζητῶ νὰ περιορίσω τὰς Ἀρχάς. Εἶμαι
2214εὐτυχῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατεχούσης τὴν Ἀρ-
2215χήν, ἐγκρίσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἔρχομαι νὰ εἴπω
2216πρὸς ὑμᾶς: Δεχθῆτε τὸν θεσμὸν τοῦτον, ὁποῖον τὸν ὑπο-
2217βάλλει ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, θέσατε ὑπὲρ τὸν
2218Ὑπουργὸν ὄχι τὴν Ἀρχὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρα-
2219τείας, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ἀλλὰ
2220θέσατε ὑπὲρ τὸν Ὑπουργὸν τὸν Νόμον, πρὸς τὸν ὁποῖον ὀφεί-
2221λει οὗτος νὰ συμμορφοῦται καὶ νὰ ὑποτάσσηται, διότι δὲν
2222περιορίζονται οὔτε τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
2223σίας οὔτε τὰ δικαιώματα τοῦ Συνεδρίου τούτου ἐκ τοῦ
2224ὅτι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εἶναι κατώτερος τοῦ Νόμου, διότι ὁ
2225Νόμος πρέπει νὰ εἶναι ἀνώτερος καὶ τοῦ μικροῦ ὑπαλλή-
2226λου καὶ τοῦ ἀνωτέρου, ἀνώτερος πασῶν τῶν Ἀρχῶν, ἀνώτε-
2227ρος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως ἀκόμη, ἂν πρό-
2228κειται τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως νὰ διεξαχθῇ μέχρι τέλους
2229ἐπιτυχῶς. (Ῥαγδαῖα χειροκροτήματα).
2230Ἀλλ’ ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ νέον
2231τοῦτο σύστημα νὰ προέλθῃ εἰς κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας
2232αὑτοῦ καὶ ἐλέχθη ἀκόμη ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι
2233παρ’ ὅλην τὴν ἀνόρθωσιν Ἀντιπολίτευσίς τις παρασκηνια-
2234κῶς νὰ κατορθώσῃ διὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας
2235νὰ παρεμβάλλῃ πρασκόμματα εἰς τὴν δρᾶσιν τῆς Κυβερνή-
2236σεως. Οἱ φόβοι οὗτοι εἶναι ἐντελῶς ἀσύστατοι.
2237Ἡ δύναμις πάσης Κυβερνήσεως, στηριζομένης ἀληθῶς
2238ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ
2239ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ, εἶναι τόσον μεγάλη, εἶναι
2240τόσον κολοσσιαία, ὥστε ἀπ’ αὐτὴν νὰ δυνάμεθα νὰ φοβώ-
2241μεθα μόνον τὴν φυσικὴν κατάχρησιν πάσης ἀπεριορίστου
2242ἐξουσίας, νὰ μὴ φοβώμεθα ὅμως ὅτι ἡ ἐξουσία αὕτη θὰ
2243εὑρεθῇ ἄοπλος καὶ ἀνίκανος ὅπως προστατεύσῃ ἑαυτὴν
2244κατὰ ὑποδεεστέρας Ἀρχῆς, ἡ ὁποία θὰ ἤθελεν ἐν τοιούτῳ
2245πνεύματι ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἐξουσίαν της. Ἄν αἱ περιστά-
2246σεις ἤθελον ἐνδείξει δι’ ἰδιαιτέρων ὅλως διόλου ἐκδηλώσεων
2247καταχρηστικὰς διαθέσεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρα-
2248τείας, θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ ἀμέ-
2249σως τὴν Βουλήν, νὰ θεσπίσῃ νόμον ἑρμηνευτικὸν καὶ διὰ
2250ψηφίσματος τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἔκπληξιν αὐτῆς,
2251διότι Σῶμα τεταγμένον ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος πρὸς τοι-
2252οῦτον ὑψηλὸν σκοπὸν κατῆλθεν εἰς παραγνώρισιν τοῦ σκο-
2253ποῦ αὑτοῦ.
2254Νομίζω ὅτι τὰ μέσα ταῦτα, τῶν ὁποίων βεβαίως οὐ-
2255δέποτε θὰ γίνῃ χρῆσις, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρω πρὸς
2256ὑμᾶς, διὰ νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε
2257δύναται νὰ μείνῃ ἄοπλος ἀπέναντι ὑποδεεστέρων Ἀρχῶν,
2258τὰ μέσα ταῦτα δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ καταστείλωσι τὸν φό-
2259βον ὅτι ἓν Δικαστήριον ἱδρυόμενον συνταγματικῶς θὰ φθάσῃ
2260εἰς τὸ σημεῖον νὰ καταχρασθῇ τὴν ἐξουσίαν, ἣν ἔχει, εἰς
2261περιορισμὸν καὶ κολασμὸν παρεκτροπῶν τῶν διοικητικῶν
2262Ἀρχῶν. Καὶ δὲν σᾶς πτοεῖ ἀκριβῶς τὸ ἐντελῶς ἀπεριό-
2263ριστον μιᾶς Κυβερνήσεως συρούσης ὄπισθεν αὑτῆς κρα-
2264ταιὰν πλειονοψηφίαν καὶ μὴ ἐχούσης τίποτε ἀντίρροπον, δὲν
2265σᾶς πτοεῖ ὅτι ἐντεῦθεν δύναται νὰ καταπατῇ τὰ δικαιώ-
2266ματα τῶν πολιτῶν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῶν;
2267Εἶναι ἱκανῶς κεκοπιακυῖα ἡ Βουλή, ὥστε νὰ μὴ θέλω
2268ν’ ἀπασχολήσω αὐτὴν περισσότερον. Νομίζω ἱκανὰ τὰ ῥη-
2269θέντα. Ζητῶ, αἰτοῦμαι, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως ψη-
2270φίσῃ τὰ ἄρθρα ταῦτα, ὡς ὑποβάλλονται τὰ τρία πρῶτα,
2271—διότι ἐπὶ τῶν λοιπῶν θὰ προτείνω τροποποιήσεις τινάς,
2272—, ὡς ὑποβάλλονται ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτρο-
2273πῆς μὲ τὴν τροποποίησιν τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 83.
2274οὕτως: «ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν
2275πράξεων τῶν διαφόρων διοικητικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὰ εἰ-
2276δικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα», ἀφαιρουμένης δηλ. τῆς
2277φράσεως «τῶν διοικητικῶν πράξεων», ὡς πρὸ μικροῦ εἶπον.
2278Εἶμαι βέβαιος ὅτι ψηφίζοντες τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἔχει
2279δὲν ἐξασφαλίζετε μόνον τὴν καλλιτέραν ἐν τῷ μέλλοντι
2280κατάρτισιν τῶν νόμων, περὶ τῆς ὁποίας οὐδαμῶς ὡμίλησα,
2281ἀποβλέπων εἰς τὴν δυσφορίαν, τὴν ὁποίαν φυσικὸν εἶναι νὰ
2282αἰσθάνησθε μετὰ τόσῳ μακρὰν συζήτησιν...
2283§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, καθόλου. Εὐχαρίστως
2284σᾶς ἀκούομεν.
2285§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ... Ὄχι μόνον ἐξασφαλίζετε τὴν καλ-
2286λιτέραν κατάρτισιν τῶν νόμων καὶ τῶν Διαταγμάτων
2287τῶν κανονιστικῶν, τῶν ὁποίων πᾶν σφάλμα καὶ πᾶσα
2288κακὴ διατύπωσις πληγώνει ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν συμφέροντα
2289μεγάλων ὁμάδων πολιτῶν, ἔχουσιν οἰκονομικὰ ἀποτε-
2290λέσματα ἀνυπολόγιστα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀφιλοσόφητος παρα-
2291τηρητὴς οὐδαμῶς ἀντιλαμβάνεται οὔτε ὑποπτεύει κἄν· κα-
2292τορθοῦται λοιπὸν τοῦτο μόνον, ὅπως ἐξασφαλίσητε τὴν καλ-
2293λιτέραν ἐν τῷ μέλλοντι κατάρτισιν τῶν νόμων καὶ τῶν
2294κανονιστικῶν Διαταγμάτων, ὄχι μόνον ῥυθμίζετε τὰ τῆς
2295πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἐπὶ τῆς ὁποίας μακρὸν ἐπίσης θὰ
2296ἠδυνάμην νὰ κάμω λόγον, ἀλλὰ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἀπο-
2297φεύγω νὰ μακρηγορήσω, ἀξιῶν μόνον ὅτι ἡ ἐνάσκησις πει-
2298θαρχικῆς ἐξουσίας καὶ δι’ ὁριστικῆς καὶ διὰ προσωρινῆς
2299παύσεως καὶ δι’ ἄλλων σοβαρωτέρων ποινῶν πρέπει νὰ
2300ἀνήκῃ πάντοτε εἰς πολυμελὲς σωματεῖον, παραμενουσῶν
2301τῶν κατωτέρων ποινῶν, τῶν ποινῶν τάξεως εἰς τὴν ἐξουσίαν
2302τοῦ Ὑπουργοῦ. Οὕτως ὄχι μόνον θὰ ἐξασφαλίσητε τὴν διὰ
2303τοῦ ἀνωτάτου Δικαστηρίου ἐπιβολὴν καὶ ἐξάσκησιν τῆς
2304πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἰδιαίτατα πάντων θέλετε κατορ-
2305θώσει νὰ θεσπίσητε διὰ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν Ἀρχήν,
2306ἡ ὁποία ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην εἶναι κεκλημένη ὅπως συντε-
2307λέσῃ, ἵνα καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ Πολιτεία ἀποβῇ ἀληθὴς Πολι-
2308τεία δικαίου, ἐξασφαλίζουσα εἰς πᾶσαν περίπτωσιν τὴν
2309ἐφαρμογὴν τοῦ Νόμου, θέλετε καταστήσει τοὺς πολίτας ὄχι
2310μόνον ὀνόματι ἐλευθέρους, ὄχι ἐκ περιτροπῆς τυράννους
2311καὶ τυραννουμένους, ἀλλὰ θέλετε καταστήσει αὐτοὺς
2312ἐξουσίαν ἔχοντας ὅπως καὶ κατὰ τῶν πράξεων αὐτῶν τῶν
2313διοικητικῶν Ἀρχῶν, κατὰ τῶν ὁποίων σήμερον προσφυγὴ
2314ἀποτελεσματικὴ καὶ τελεσφόρος δὲν εἶναι δεδομένη εἰς αὐ-
2315τούς, ὅπως, λέγω, καὶ κατὰ τῶν πράξεων αὐτῶν προσφεύ-
2316γωσιν εἰς Ἀρχὴν παρέχουσαν πάσας τὰς ἐγγυήσεις καὶ
2317δικάζουσαν καθ’ ὡρισμένην διαδικασίαν. Τοῦτο ποιοῦντες
2318ἐξυπηρετεῖτε καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ πρὸ παν-
2319τὸς φαίνεσθε συνεπεῖς πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ φιλελευθέρου
2320ἀγῶνος καὶ τοῦ φιλελευθέρου κόμματος, ἐρχόμενοι νὰ περι-
2321στείλητε πᾶσαν ἐνδεχομένην ὑπερβασίαν τῆς Κυβερνήσεως,
2322ἡ ὁποία σήμερον ἀνήκει εἰς ὑμᾶς (Παρατεταμένα χειροκρο-
2323τήματα).
2324§114Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς παρήγορον, κ. Πρόεδρε, ὅτι
2325περιορισμὸν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅστις
2326συνήθως ἐπιτυγχάνεται δι’ ἀξιώσεως ὑπὸ τῆς κυριαρχίας
2327τοῦ λαοῦ ἐπιβαλλομένης, ἔρχεται αὐτὴ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξου-
2328σία νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐπιβάλῃ ἡ Ἀναθεωρητικὴ αὕτη Βουλή.
2329Διότι τίς δὲν ἐνθυμεῖται πῶς ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τῆς Μο-
2330ναρχίας, ὅτε αὕτη ἤσκει ἀπ’ εὐθείας ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐκτε-
2331λεστικῆς ἐξουσίας τὰ διάφορα ἐκεῖνα δικαιώματα τὰ ἀνα-
2332γόμενα εἴτε εἰς τὸ δικάζειν εἴτε εἰς τὸ διοικεῖν, πῶς ἔτι
2333καὶ μετὰ τὴν κατάλυσιν τῆς Μοναρχίας, καὶ ὅτε ἀνεγνωρί-
2334σθη ὅτι ἡ κυριαρχία ἀνήκει εἰς μόνον τὸν λαόν, πολλαχοῦ
2335αἱ Κυβερνήσεις ἔδειξαν τὴν μεγίστην ἔλλειψιν προθυμίας,
2336ὅπως παραχωρήσωσιν ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἐξουσίας ὁτι-
2337δήποτε; Σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται καὶ λέγει· εἶμαι
2338ἀπόλυτος κάτοχος ὑπὸ τὴν δύναμιν τῶν νόμων τῆς διοικη-
2339τικῆς ἐξουσίας ἄνευ περιορισμῶν σπουδαίων· ὁ κυριώτερος
2340περιορισμὸς εἰς ἐμὲ ἀνήκει νὰ μὴ εἰσαχθῇ. Καὶ ἰδοὺ ἐγὼ
2341ἔρχομαι καὶ ζητῶ τοῦτον διὰ τῆς περὶ ἱδρύσεως Συμβου-
2342λίου τῆς Ἐπικρατείας προτάσεως.
2343Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατηργήθη δίς· κατηρ-
2344γήθη τὸ πρῶτον ὡς Σῶμα πολιτικὸν καὶ κύριον σκοπὸν ἔχον
2345πολιτικὴν δρᾶσιν κατὰ τοὺς χρόνους τῆς πρώτης Μοναρ-
2346χίας, μετὰ ἑπταετῆ, ἂν μὴ πλανῶμαι, λειτουργίαν· τὸ
2347Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατηργήθη καὶ δεύτερον,
2348ἐπανελθὸν ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ἐν ἔτει 1865, ἀλλὰ κατηρ-
2349γήθη οὐχὶ δι’ οὓς λόγους ἠκούσατε· κατηργήθη, διότι εἶχεν
2350ἐπιβληθῆ διὰ Διαγγέλματος, αὐτοὶ δ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες διε-
2351μαρτυρήθησαν ἐν τῇ Συνελεύσει, ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποχω-
2352ρήσωσι πρὸς ἀποφυγὴν ἀπευκταίων, ἀρκεσθέντες εἰς τὴν
2353ἐπιτευχθεῖσαν παρεμβολὴν ἄρθρου ἐν τῷ Συντάγματι ἐπι-
2354τρέποντες ἀναθεώρησιν κατὰ τὴν πρώτην Βουλευτικὴν Πε-
2355ρίοδον. Κατὰ ταύτην δέ, ἐπειδὴ αὐτοὶ καὶ οἱ κρατοῦντες
2356ἦσαν ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ μόλις καταρτιζόμενον Συμβούλιον,
2357καὶ αὐτῶν τῶν διοριζομένων συμβούλων ἀποσυρομένων, κα-
2358τεδικάσθη εἰς ἐξαφανισμὸν κατὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν
2359χαρακτηρισθὲν ἐξάμβλωμα, ὅπερ ἄλλο καθῆκον δὲν εἶχεν ἢ
2360μόνον τὸ νὰ παρασκευάζῃ τοὺς νόμους τοὺς εἰσαγομένους
2361πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς αὐτῶν ὑπὸ
2362τῆς Κυβερνήσεως.
2363Ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ ἐρχόμεθα
2364καὶ προτείνομεν ἐνταῦθα ἐκ πρωτοβουλίας τῆς ἐπιτροπῆς,
2365συμφωνησάσης πρὸς τὴν ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς 18 Φεβρουα-
2366ρίου γνώμην τῆς ψηφισάσης τὴν ἀνάγκην ἀναθεωρήσεως
2367τοῦ Συντάγματος Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις
2368διὰ τοῦ εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβληθέντος σχεδίου τῶν ἐξ αὐτὴ
2369πρώτη ἦλθε καὶ ἐζήτησε τὸν περιορισμὸν τῆς κινήσεως αὐ-
2370τῆς, αὐτὴ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅπως ἀποφύγωμεν τὰ
2371ἀτοπήματα τὰ εἰς βάρος τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐπιπί-
2372πτοντα, ἔχει ἀλλοῖον τὸν χαρακτῆρα.
2373Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα
2374ἁπλῶς πῶς θὰ διορίζωνται οἱ ἀποτελέσοντες αὐτό. Εὐθὺς ὡς
2375φθάσητε νὰ ἐξετάσητε καὶ τὰ πρόσωπα καὶ τὴν προέλευ-
2376σιν τῶν προσώπων, πάντοτε θὰ ἔχητε δισταγμόν. Ἡμεῖς
2377ἐνταῦθα ἐρχόμεθα ν’ ἀγωνισθῶμεν, ὅπως εὕρωμεν καὶ χα-
2378ράξωμεν εἰς γενικὰς γραμμὰς τὰ ἄκρα, ὅπως ἀσφαλίσωμεν
2379τὴν διὰ τοῦ νόμου εἰσαγωγὴν τῶν ἀριστέων εἰς τὸ Συμβού-
2380λιον πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων, ἅτινα θ’ ἀνατεθῶσιν
2381εἰς αὐτούς. Ἂν περὶ τούτων διστάζητε, οὐδέποτε θέλετε
2382νομοθετήσει καλῶς. Καὶ διστάζετε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔρ-
2383χονται ἐνταῦθα καὶ ἡ πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν καὶ ἡ
2384πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγματικῆς, ἔρχονται
2385καὶ ζητοῦσι νὰ δώσητε ζωὴν εἰς τοὺς νόμους! Τὸ γράμ-
2386μα τῶν νόμων δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ ἐγερθῇ καὶ πα-
2387τάξῃ τοὺς παρανομοῦντας· ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπικου-
2388ρίας ἐκείνων, οἵτινες κήδονται τῶν νόμων, οἵτινες ἐτέθησαν
2389ἀμύντορες τῶν νόμων, ὅπως ἔλθωσι καὶ ζητήσωσι καὶ εὕ-
2390ρωσι τὴν κατάλληλον ὁδόν, δι’ ἧς θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ νόμος,
2391ὁ ἄλλως νεκρός, νὰ προσλάβῃ ζωὴν καὶ ἀνερχόμενος καὶ
2392μέχρις αὐτῆς τῆς κορυφῆς, καὶ εἰς αὐτὴν ἐπιβάλῃ τὴν θέ-
2393λησίν του. Διότι καλῶς ἐλέχθη πάντοτε ὅτι ὁ Νόμος εἶναι
2394τῶν πάντων Βασιλεὺς καὶ καλῶς ἀνεγράφη καὶ ἐν τῷ με-
2395γάλῳ Χάρτῃ ὅτι ὁ νόμος ἐτέθη ἐκεῖ, ὅπως κύπτῃ ἐνώπιον
2396αὐτοῦ καὶ ὁ Βασιλεύς.
2397Ποῦ δ’ ἔγκειται ὅλη ἡ δύναμις αὕτη ἢ εἰς τὸν κυρίαρ-
2398χον; Ποῦ ἔγκειται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἢ εἰς τὸν κυρίαρ-
2399χον; Ποῦ ἔγκειται ἡ διοικητικὴ ἐξουσία ἢ εἰς τὸν κυρίαρ-
2400χον; Κυρίαρχος ἐφαίνετο ἄλλοτε ὁ μονάρχης· Κυρίαρχος
2401σήμερον εἶναι ἀνεγνωρισμένος ὁ λαός. Ποῦ ἔγκειται ἅπασα
2402ἡ ἐξουσία; Εἰς αὐτόν. Ἔχει αὐτὴν συγκεντρωμένην αὐτὸς
2403εἰς τὰς ἰδίας αὐτοῦ χεῖρας. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον εἶναι
2404δυνατὸν νὰ γένηται ὑπ’ αὐτοῦ χρῆσις τῆς ἐξουσίας ταύτης;
2405Πᾶς κυρίαρχος ἔφθασε ταχέως ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι εἶναι
2406ἀνίκανος ἀπ’ εὐθείας αὐτὸς πᾶσαν τὴν ἐξουσίαν νὰ διαχει-
2407ρισθῇ· ἔφθασε ν’ ἀναγνωρίσῃ καθ’ ἑαυτὸν ὅτι, οἱανδήποτε
2408καὶ ἂν ἔχῃ ἀγωγήν, οἱονδήποτε καὶ ἂν φέρῃ θώρακα ἐν τῇ
2409ἐνασκήσει εἴτε τῆς δικαστικῆς εἴτε τῆς διοικητικῆς ἐξου-
2410σίας, δὲν παρέχει πάντα ἐκεῖνα τὰ ἐχέγγυα, ἅτινα θέλουσιν
2411ἀσφαλίζει τοὺς διοικουμένους κατὰ τῆς παραβάσεως τῶν
2412νόμων. Διότι ἐν τῇ φορᾷ τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ κινήσεως, ἐν
2413τῇ φορᾷ τῆς δράσεως τῆς δικαστικῆς αὐτοῦ δυνάμεως, τῆς
2414ἐνεργείας τῆς διοικητικῆς, ὁ κύριος τῆς ἐξουσίας, ἐπειδὴ
2415δὲν εἶναι Θεός, ἦτο φυσικώτατον, παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν
2416καὶ τὴν πρόθεσιν, ἣν ἔχει, νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸ δίκαιον, νὰ
2417παρασυρθῇ δεξιὰ ἢ ἀριστερὰ καὶ οὕτως ἐκτραπῇ τῆς εὐθείας
2418εἰς βάρος ἀκριβῶς ἐκείνου τοῦ λαοῦ, οὗτινος ἔχει σκοπὸν
2419ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν εὐτυχίαν. Διὰ τοῦτο μικρὸν κατὰ μικρὸν
2420οἱ κυριαρχοῦντες, εἴτε οἱ σώφρονες μονάρχαι εἴτε οἱ σώ-
2421φρονες λαοί, ἐφρόντισαν νὰ παραχωρήσωσι μέρος τι τῆς
2422ἰδίας ἐξουσίας· νὰ διχοτομήσωσι τὴν ἐξουσίαν αὑτῶν εἰς
2423τρόπον ὥστε πᾶν ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ἀσκούμενον δι’ ἄλλων
2424προσώπων, παραπλεύρων, διοργανουμένων εἰδικῶς ἐπὶ τού-
2425τῳ, ν’ ἀποβῇ ἀσφαλέστερον ὑπὲρ τῶν δικαίων καὶ τῶν
2426συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ν’ ἀποθέσωσιν, ὅπως ἄλλοι παρά-
2427πλευροι, στηρικταὶ καὶ ἐπίκουροι καὶ μέντορες τῶν ἐχόν-
2428των τὴν κυριαρχίαν, ἀναλαμβάνοντες τὸ ἔργον ἔλθωσι καὶ
2429ἐφαρμόσωσιν αὐτοὶ τὸν νόμον, τὸν νόμον τὸν δικαστικόν,
2430τὸν νόμον τὸν διοικητικόν. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν μεγίστην,
2431τὴν ἄκραν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας, τοῦτο τὴν μεγίστην,
2432τὴν ἄκραν ἔννοιαν τοῦ δικαίου, τοῦτο τὴν μεγίστην ἀσφά-
2433λειαν ὑπὲρ τῆς μὴ πτώσεως τοῦ Νόμου, ὅσον εἶναι δυνατὸν
2434ἀνθρωπίνως νὰ ἔχῃ τις ἀσφάλειαν περὶ μὴ πτώσεως τοῦ
2435Νόμου.
2436Τί εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Εἶναι διοι-
2437κητικὴ Ἀρχή. Πόθεν ἐκπορεύεται; Ἐκ τοῦ δικαίου τοῦ
2438κυριάρχου νὰ διοικῇ αὐτός, νὰ ἔχῃ αὐτὸς ὅλην τὴν ἐκτε-
2439λεστικὴν ἐξουσίαν. Ἔρχεται ὁ κυρίαρχος διὰ τῆς Ἀναθεω-
2440ρητικῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ κατὰ τίνα τρόπον θέλει κατα-
2441σταθῆ δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς πάντας ἡ ἀσφάλεια ἐκείνη, ἥτις
2442τοσοῦτο συχνὰ ἀπεδείχθη κατὰ τὴν τελευταίαν τεσσαρα-
2443κονταετίαν ὅτι ἔλειπε παντελῶς, ἔρχεται δὲ καὶ ἡ ἐκτε-
2444λεστικὴ ἐξουσία, κύπτουσα πρώτη ἐνώπιον τῆς φανερᾶς
2445γνώμης τοῦ λαοῦ, καὶ λέγει «ἐγώ, ἥτις ἐκπροσωπῶ τὴν
2446ἐλευθερίαν τῆς ἐξουσίας, ἐγὼ ἔρχομαι νὰ παραιτήσω μέρος
2447τῆς ἐλευθερίας ταύτης κύπτουσα ἐνώπιον δικαίας ἀξιώσεως
2448τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας». Ζητεῖ καὶ αὕτη νὰ ἱδρυθῇ
2449παρ’ αὐτὴν τὸ παράπλευρον ἵδρυμα, ὅπερ θέλει συντελέσει,
2450ὥστε πᾶσα εἰδικὴ λειτουργία τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως
2451νὰ προσλάβῃ χαρακτῆρα νομιμώτερον ἢ ὅ,τι μέχρι τοῦδε
2452συνέβαινε, λάβῃ χαρακτῆρα ἐπαρκέστερον ἀσφαλίζοντα
2453τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, λάβῃ χαρακτῆρα, καὶ εἶπε τοῦτο
2454θαυμάσια ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λάβῃ χαρακτῆ-
2455ρα προστάτου ἑκάστου τῶν μελῶν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας,
2456ἑκάστου πολίτου, ἑκάστης κοινότητος, ἑκάστης ἑνώσεως
2457πολιτῶν, προστάτου τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας, εἰς ἀντικα-
2458τάστασιν τοῦ μοναδικοῦ προστάτου, εἰς ὃν ὁ πολίτης ἠναγ-
2459κάζετο νὰ προσφεύγῃ ἑκάστοτε, τοῦ Βουλευτοῦ αὑτοῦ. Ἀντὶ
2460νὰ τρέχῃ πρὸς ζήτησιν ὑποστηρίξεως τοῦ δικαίου αὑτοῦ ὁ
2461πολίτης εἰς ἕνα ἕκαστον ἡμῶν, διότι δὲν εὑρίσκει ἀκρόασιν
2462καὶ ἀπάντησιν, ὅταν ἔχῃ ἐνώπιον αὑτοῦ τὸ μέγα διοικη-
2463τικὸν Δικαστήριον, ὅπερ θὰ τεθῇ ἐκεῖ πρὸς ἐξασφάλισιν
2464τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, θ’ ἀποστρέψῃ ἀφ’ ἡμῶν τὸ πρό-
2465σωπον διὰ τὰς τοιαύτας ὑπηρεσίας καὶ θὰ ζητήσῃ ἐκεῖ
2466ὅπου ἁρμόζει τὸ δίκαιον αὑτοῦ καὶ ἐκεῖ θὰ εὕρῃ τὸ δίκαιον.
2467Ἐπὶ ἑνὸς μόνου σημείου θὰ ἐμμείνω· ἐπὶ ἐκείνου, ὅπερ
2468καὶ προυκάλεσε τὰς μείζονας ἀντιρρήσεις, ἐπὶ ἐκείνου, ὅπερ
2469τελευταῖον ἐψηφίσαμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀφοῦ ἐξηντλήσαμεν
2470πάσας τὰς ἐρωτήσεις, πάσας τὰς ἀπορίας, πάσας τὰς ἐκ-
2471δηλώσεις τῶν ἐνδοιασμῶν, οὓς εἴχομεν· ἐπὶ τοῦ θέματος
2472τοῦ περιεχομένου ἐν τῷ τρίτῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 82, αὐ-
2473τοῦ τοῦ θέματος, ὅπερ προσδίδει τὴν μεγίστην ἀξίαν εἰς τὸ
2474ἵδρυμα, περὶ οὗ πρόκειται. Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἐλπίζω ὅτι
2475θέλει δεχθῆ ἡ Βουλή, ὄχι διότι νομίζει ὅτι δὲν ἦτο δυνα-
2476τὸν κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἵδρυσιν ὁμοίου τινὸς
2477ἱδρύματος, ἀλλὰ διότι τὸ ἵδρυμα τοῦτο ἀντεγράψαμεν ἀπὸ
2478τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας, τῆς ἁπανταχοῦ σήμερον εἰσα-
2479γομένης ἢ ἐπαινουμένης, φροντίσαντες νὰ ἐπωφεληθῶμεν
2480ἐκ τῆς ἐπὶ ἕνα ὁλόκληρον αἰῶνα καὶ πλέον ἐν Γαλλίᾳ κτη-
2481θείσης πείρας. Κατόπιν καταναλώσεως πολλοῦ χρόνου κα-
2482τωρθώθη νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ συμπεράσματα, ἅτινα περι-
2483λαμβάνει ὁλόκληρα ἡ φράσις τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς.
2484Τὸ ἄρθρον τοῦτον τί λέγει; Ὅτι (ἀναγινώσκει) «Εἰς τὸ
2485Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνήκουσιν ἰδίως... (ἐδάφιον
2486γʹ) ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν
2487ὑπὸ τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, πλὴν τῶν δικαστικῶν, ἐκδι-
2488δομένων διοικητικῶν πράξεων, κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν
2489τῷ νόμῳ ὁριζόμενα». Ἐγένετο ἡ παρατήρησις τὸ πρῶτον
2490ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Σπετσῶν, τοῦ ἀρίστου γνώστου τοῦ
2491θέματος τούτου, ὅτι ὑπάρχει ἀτέλειά τις ἐν τῇ ἐκφράσει,
2492καὶ τὴν ἀτέλειαν ταύτην πρὸ ὀλίγου προέτεινεν ὁ κ. Πρόε-
2493δρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διορθώσωμεν, καθὼς ἀνέγνωσεν.
2494Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εὑρισκόμενος θέλω προσπαθήσει
2495νὰ καταστήσω καταληπτὸν εἰς πάντας ὅτι ἡ λέξις ἄκυρος
2496παράγει αἴσθημα δυσάρεστον διὰ τοῦτο μόνον, ὅτι νομί-
2497ζεται ὅτι τὸ Συμβούλιον, ἐρχόμενον νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα
2498τοῦτο, θέλει εἴπει «ἐπειδὴ κατὰ τὴν κρίσιν μου τοῦτο τὸ
2499Διάταγμα τῆς Ἀρχῆς δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ἀκυρῶ
2500αὐτό». Ἀλλὰ τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως.
2501Δικαίωμα ἀκυρώσεως ἀπ’ εὐθείας δὲν λαμβάνει ἐκ τούτου
2502τὸ Συμβούλιον, ἀλλὰ μόνον, ὅταν ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἐν τῷ
2503Διατάγματι ὑπάρχει παράβασις νόμου, νὰ δηλώσῃ ὅτι διὰ
2504τοῦτο κρίνει ὅτι τὸ Διάταγμα δὲν εἶναι ἔγκυρον. Οὐδὲν ἔχει
2505δικαίωμα ἄλλως νὰ θίξῃ αὐτό, ἀλλ’ ἁπλῶς ν’ ἀναγνωρίσῃ
2506ἐν αὐτῷ τὸ ἀνίσχυρον, λέγον ὅτι δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ
2507νόμου.
2508§115Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀκυρώνει τὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ
2509δὲν ἐπιλαμβάνεται κατ’ οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως.
2510§116ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν ἀκυρώνει κἂν
2511τὴν πρᾶξιν. Ἡ ἔννοια εἶναι ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι βεβαιοῖ
2512τὸ ἀνίσχυρον τοῦ Διατάγματος· ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο,
2513ὅπερ φέρει πάντα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἐγκύρου τὰ ἐξωτερικά, δὲν
2514εἶναι κατ’ οὐσίαν ἔγκυρον. Δὲν δύναται ὅμως καὶ ν’ ἀκυ-
2515ρώσῃ αὐτό, διότι μόνη ἡ Ἀρχὴ ἡ ἐκδοῦσα αὐτὸ δύναται
2516κατὰ δικαίωμα νὰ τὸ ἀκυρώσῃ. Ἀλλ’ ἀναγνωρίζει τὸ πα-
2517ράπλευρον τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας Σῶμα ὅτι τὸ διάταγμα
2518αὐτῆς δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου. Ἀνάλογον ἀκριβῶς
2519ἐκείνου, ὅπερ συμβαίνει εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον·
2520ἀναγνωρίζει μὲν ὅτι τὸ ἔνταλμα φέρει πάντα τὰ ἐξωτερικὰ
2521φαινόμενα, ἅτινα ὑποχρεοῦσιν εἰς ἐκτέλεσιν, ὅτι προηγήθη
2522τοῦ ἐντάλματος εἰδικὴ ἐντολὴ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ λέγει
2523ὅτι τὸ ἔνταλμα δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, παρ’ ὅλην
2524τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸν σεβασμόν, ὃν ὀφείλει πρὸς τὸν Ὑ-
2525πουργόν· διότι τὸ ἔνταλμα τοῦτο δὲν εἶναι ἐκδεδομένον
2526κατὰ τὸν Προϋπολογισμόν, διότι δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νό-
2527μον, διότι δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα νό-
2528μον, διὰ τοῦτο, λέγει, ἀρνοῦμαι νὰ δώσω εἰς αὐτὸ διὰ τῆς
2529θεωρήσεώς μου πρακτικὴν ἰσχύν. Ἡ διαφορὰ κεῖται εἰς
2530τοῦτο μόνον· ὅτι ἐκεῖ πρόκειται περὶ εἰδικῶς ὡρισμένων
2531πράξεων, ἐνῷ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἁπασῶν τῶν πολλα-
2532πλῶν διοικητικῶν πράξεων· ἀλλὰ καὶ κατὰ τοσοῦτον ἡ
2533διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ Συμβουλίου καὶ Ἐλεγκτικοῦ
2534Συνεδρίου, καθόσον τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου εἶναι πολὺ μεῖ-
2535ζον λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τῶν ἔργων, τῆς εὐρύτητος καὶ
2536τῆς ποικιλίας τῶν πράξεων.
2537Ἀλλά, ἂν καὶ μετὰ τὴν τοιαύτην ἐξήγησιν νομισθῇ ἀναγ-
2538καῖον ἡ λέξις ἄκυρος ν’ ἀντικατασταθῇ, δύναται ν’ ἀντι-
2539κατασταθῇ διὰ τῶν λέξεων «ἀναγνώρισις τοῦ ἀνισχύρου
2540τοῦ Διατάγματος», καὶ προτείνω τὴν τοιαύτην, ἐν ἀνάγκῃ,
2541ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως ἄκυρος. Παρακαλῶ ὅμως,
2542κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου, ἀντὶ τῆς φράσεως
2543(ἀναγινώσκει): «κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζό-
2544μενα», νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ τεθῇ «κατὰ τοὺς ὅρους καὶ
2545τὰς διακρίσεις τῶν ψηφισθησομένων εἰδικῶν νόμων», διότι
2546τοῦτο εἶναι σαφέστερον καὶ θέλει εὐκολύνει τὴν νομοθετι-
2547κὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν καθ’ ἑαυτήν.
2548Ἤθελον νὰ εἴπω, ἵνα τελειώσω τὸν λόγον, ὅτι περιέρ-
2549γως μόνον ἐν τούτῳ ἐδίστασεν ἡ Βουλὴ αὕτη, ἥτις κατὰ
2550πάντα τὰ ἀναθεωρηθέντα θέματα, ἅτινα ἐκανονίσθησαν
2551κατὰ τὸ 1864 ἐπὶ τὸ στενώτερον καὶ μετὰ φιλυπόπτου
2552προκαταλήψεως, εὑρέθη οὖσα ἐντελῶς σύμφωνος, ὅπως ἀνα-
2553τρέψῃ τὰ ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1864 γενόμενα,
2554διότι—καὶ ἐκράτησα σημείωσιν ταύτην τὴν στιγμήν—ἡ
2555Βουλὴ αὕτη δὲν ἐπέμενεν εἰς τὴν ἀπαρτίαν, εἰς ἣν τόσην
2556ἀπέδωκε σημασίαν ἡ τότε Συνέλευσις, ἀλλ’ ἐτροποποίησε
2557τὴν ἀπαρτίαν ὁμοφώνως διὰ τὴν συζήτησιν—δὲν προσέχω
2558ἐνταῦθα τὴν διαφωνίαν ἐπὶ τοῦ ὁρισθέντος ἀριθμοῦ κατὰ
2559τὴν ψήφισιν—, ὅπως νομιμοφρόνως καταστήσῃ εὔκολον καὶ
2560ὁμαλὴν τὴν διεξαγωγὴν τῶν νομοθετικῶν καὶ ἄλλων βου-
2561λευτικῶν ἔργων. Ἐψήφισε τὸ δυσχερέστατον τῶν θεμάτων,
2562τὴν ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἀφαίρεσιν τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλο-
2563γῶν καὶ τὴν ἀνάθεσιν τῆς περὶ αὐτῶν κρίσεως εἰς τὴν δι-
2564καιοσύνην. Ἐδείχθη ἀπροκατάληπτος, ἐδείχθη ἀληθῶς ἀνα-
2565γνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐφαρμογῆς
2566τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν θιγόντων αὐτήν.
2567Ἡ Βουλὴ αὕτη ἐψήφισε καταδίκην τοῦ στενοῦ τοπικοῦ
2568πνεύματος, ὑφ’ οὗ ἡ Συνέλευσις ὁλόκληρος ἐνεπνέετο—ὀλί-
2569γοι ἦσαν οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην—. Ἐψήφισε τὸν ἀπο-
2570κλεισμὸν τῶν ἀξιωματικῶν — πρώτων αὐτῶν θελησάντων
2571τοῦτο—ἐκ τῆς Βουλῆς. Πῶς δὲ καθιερώθη τὸ δικαίωμα τῆς
2572ἐνταῦθα παρουσίας αὐτῶν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης καὶ
2573πῶς ἐπεδίωξαν τότε οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς πρωτευούσης τὴν
2574εἴσοδον αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν, περιττὸν νὰ ὑπενθυμίσω,
2575διότι τοῦτο ἅπαντες γινώσκουσιν.
2576Ἀπηρίθμησα ταῦτα, ἵνα δείξω ὁποία ἡ διαφορὰ τῶν
2577γνωμῶν τῶν τότε ἀπὸ τῶν σήμερον. Ἐψήφισε καὶ ἄλλα,
2578ἅτινα ἴσως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετάσω ταύτην τὴν στι-
2579γμήν· ἀλλὰ καὶ ταῦτα, ἐν πνεύματι φιλελευθέρῳ ἐργαζο-
2580μένη, ἔκρινεν ὅτι ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ψηφίσῃ πρὸς ἐνί-
2581σχυσιν τοῦ Νόμου. Ἐὰν δὲ ταύτην τὴν στιγμὴν κατασταθῇ
2582δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸ Σῶμα, ὅπερ θέλει ἀπαλλά-
2583ξει τοὺς πολίτας ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν Ἀρ-
2584χῶν, ἀπὸ ὀλισθημάτων, ἅτινα ἀδυνατεῖ ἡ Κυβέρνησις ν’
2585ἀποφύγῃ πάντοτε, καὶ διότι δὲν ἀντιπροσωπεύει πάντοτε
2586ὁμοίας προαιρέσεις, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀν-
2587θρωπίνως ν’ ἀποδώσῃ σταθερῶς ἀνεπηρέαστον καὶ ἀμερό-
2588ληπτον δικαιοσύνην κυβερνητικὸν Σῶμα, βεβαίως θέλει
2589ἀναγνωρισθῆ ἁπανταχοῦ ἡ ἀξία τῆς διευθετήσεως ἑνὸς τῶν
2590σπουδαιοτέρων πολιτικῶν ζητημάτων, ἅτινα σωφρόνως ἐλύ-
2591θησαν ἐν τῇ παρούσῃ Συνελεύσει.
2592§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαζέας θὰ κάμῃ μίαν δήλωσιν.
2593§118Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Καίτοι εἶμαι ἐναντίος τοῦ θεσμοῦ τοῦ
2594Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐν τούτοις, ἵνα μὴ θεωρηθῶ
2595ἀνευλαβὴς πρὸς τὰς γνώμας καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου
2596τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κυρίου Δραγούμη, τὸν ὁποῖον
2597θεωρῶ ἐκ τῶν κορυφῶν τοῦ Κοινοβουλίου ἡμῶν, ὅσον ἀφορᾷ
2598τοὐλάχιστον τὰς πολιτικὰς γνώμας, ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω
2599τὰς σκέψεις, τὰς ὁποίας ἔχω, καὶ νὰ μὲ ἐγγράψητε εἰς τὴν
2600προσεχῆ συζήτησιν, διότι δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ
2601μεταβληθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς.
2602§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον. Ὡς δευ-
2603τερολογίαν, κύριε Μιχαλέα; Δὲν ἀφήνετε; (Ἀνυπομονη-
2604σίαι).
2605§120Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2606§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
2607§122Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ δηλώσω
2608μόνον πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, κατὰ τὴν γνώμην μου, τίθεται
2609εἷς θεσμὸς μέγας, χωρὶς νὰ διεξαχθῇ ἡ προσήκουσα καὶ εὐ-
2610ρεῖα συζήτησις.
2611§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Θὰ ψηφίσωμεν
2612πλέον.
2613§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰς τροπολογίας.
2614§125Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον, διὰ ν’ ἀνα-
2615πτύξω τὴν τροπολογίαν μου. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐγκαίρως.
2616§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς οὐδένα πλέον δύναμαι νὰ δώσω τὸν λό-
2617γον. Ἀφοῦ ἐκήρυξα περατωμένην τὴν συζήτησιν, δὲν ἀνα-
2618καλῶ ἔπειτα ἀπὸ συζήτησιν δωδεκάωρον πλέον!
2619§127Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Σᾶς ἐζήτησα ἐγκαίρως καὶ ὀφείλετε νὰ
2620μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
2621§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤσθε ἐδῶ καὶ ἠδύνασθε νὰ ὁμιλήσητε. Θὰ
2622ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν σας.
2623§129Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐζήτησα, ἐπαναλαμβάνω, τὸν λόγον
2624ἐγκαίρως, κύριε Πρόεδρε!
2625§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν σας, κύριε
2626Βουλευτά!
2627§131Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Θὰ τὴν ὑποστηρίξω. Δὲν εἶναι τρόπος
2628αὐτός, κύριε Πρόεδρε. Μὲ συγχωρεῖτε. Εἶναι κατάχρησις
2629τῆς ἐξουσίας σας.
2630§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία κατάχρησις ἐξουσίας ποτὲ ὑπῆρ-
2631χε. Νομίζω ὅτι ἐγένετο κατάχρησις ὑπομονῆς ὑπὸ τῆς
2632Βουλῆς συζητούσης ἐπὶ 12 ὥρας ἐπὶ τοιούτων πραγμάτων!
2633§133Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Θὰ τὴν ὑποστηρίξω. Δὲν δύναμαι νὰ
2634πράξω ἄλλως, διότι ἐζήτησα δὶς τὸν λόγον.
2635§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, τὴν τροπολογίαν σας δύ-
2636νασθε νὰ τὴν ὑποστηρίξητε εἰς τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ
2637Συντάγματος, τὸ κατόπιν, διότι εἶναι τροπολογία μὴ
2638ἔχουσα θέσιν ἐδῶ.
2639§135Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δύο λέξεις.
2640§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐπιτρέψω, ἀφοῦ ἐκή-
2641ρυξα τὴν συζήτησιν περατωμένην.
2642§137Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, διότι μεθ’ ὅλον τὸν
2643σεβασμὸν θὰ σᾶς εἴπω ὅτι κάμνετε κατάχρησιν τῆς ἐξου-
2644σίας σας.
2645§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀνακαλέσητε τὴν
2646φράσιν σας, διὰ νὰ μὴ τὴν θέσω εἰς τὰ Πρακτικά.
2647§139Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν μὲ μέλει, διότι ἐπικαλοῦμαι τὴν
2648ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς.
2649§140ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ δὲν εἶναι
2650τροποποίησις τῶν ἄρθρων, διατί ἐπιμένετε;
2651§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι· εἶναι μεταβατικὴ διάταξις.
2652Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βου-
2653λευτοῦ, διὰ νὰ τελειώσῃ. Ὁ κ. Ἰγγλέσης ὑπέβαλε τὴν
2654ἑξῆς τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ τὴν ἀναγνώσω κατὰ κα-
2655θῆκον. Εἶναι μεταβατικὴ διάταξις ἐντελῶς.
2656«Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καταργήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς
2657»Ἐπικρατείας διὰ τῆς ψήφου τῶν ⅔ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν
2658»Βουλευτῶν».
2659§142ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις,
2660κύριε Βουλευτά· δὲν ἔχει θέσιν ἐδῶ. Νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ
2661ἄρθρον 107.
2662§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 107, ἀλλὰ καὶ
2663κατωτέρω εἰς τὸ ἄρθρον 86 δύναται νὰ συζητηθῇ. Κύριε
2664Ἰγγλέση, ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων ἔχετε τὸν λόγον.
2665§144Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Νὰ μοὶ εἴπητε αὐτό, ὅτι ἀναβάλλεται·
2666ὄχι νὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὸν λόγον. Εἶναι μία κατάχρησις
2667τῆς ἐξουσίας.
2668§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται πρῶτον τὸ ἄρθρον
266982. Παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί, ἡσυχίαν.
2670§146Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ
2671νομοσχεδίου.
2672§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀρχή. Τὸ ἄρθρον 82 εἶναι ἡ
2673ἀρχή.
2674§148Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἄρθρου.
2675§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, πῶς θὰ θέσω τὰ ζητή-
2676ματα εἶναι ἰδικόν μου ἔργον· ἀκόμη δὲν τὸ ἀνέγνωσα καὶ
2677παρεμβαίνετε ἄλλως εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου; Τί
2678κατάστασις εἶναι αὐτή! Παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς
2679νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις των. Ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον 82
2680ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
2681Ἄρθρον 82.— «Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας
2682ἀνήκουσιν ἰδίως:
2683»αʹ) Ἡ ἐπεξεργασία τῶν προτάσεων νόμων καὶ τῶν κα-
2684νονιστικῶν Διαταγμάτων·
2685»βʹ) Ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβαλλομένων
2686αὐτῷ διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ·
2687»γʹ) Ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου
2688τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὰ εἰδικώτερον
2689ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα».
2690§150ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐδῶ νὰ προστεθῇ ἡ
2691ἰδική μου τροπολογία.
2692§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν δέχεται ὁ κ. Πρωθυπουργός.
2693§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καλῶς ἔχει. Δὲν
2694ὑπάρχει κανεὶς λόγος ν’ ἀναβάλωμεν τὴν τελευταίαν συνε-
2695δρίασιν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Δὲν εἶναι σκόπιμον. Εἶναι εἰς
2696τὸ τέλος. Καλῶς ἔχει τὸ ἄρθρον.
2697§153ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καλῶς.
2698§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθῶ ἀναγινώσκων τὸ ἄρθρον:
2699«δʹ) Ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ἀπο-
2700λαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως κατὰ
2701τοὺς περὶ τούτου νόμους.
2702Εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν ἐδαφίων βʹ, γʹ καὶ δʹ ἐφαρμό-
2703ζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντά-
2704γματος».
2705§155Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
2706§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον λόγον, κύριε Τριγώνη; Ψηφίζομεν
2707τώρα.
2708§157Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου, ἐπειδὴ
2709τὸ ζήτημα εἶναι καθαρῶς διαιρετόν, παρακαλῶ νὰ γίνῃ ὀνο-
2710μαστικὴ ψηφοφορία.
2711§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ δι’ ὅλον τὸ ἄρθρον. Ὑπάρχει
2712πρότασις.
2713§159Γ. ΠΩΠ. Ναί· ἀλλὰ θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ γίνῃ
2714αὐτό.
2715§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἐδάφιον νὰ τεθῇ κε-
2716χωρισμένως ὑπὸ ψηφοφορίαν.
2717§161Γ. ΠΩΠ. Χάριν εὐκολίας.
2718§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· ἡ εὐκολία εἶναι πολὺ καλή.
2719§163Γ. ΠΩΠ. Δηλαδὴ εὐκολίας τῆς Βουλῆς, διότι ἐγὼ θὰ
2720ζητήσω ψηφοφορίαν εἰδικὴν ἐπὶ ἑκάστου ἄρθρου.
2721§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ἐγώ.
2722§165Γ. ΠΩΠ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν.
2723§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· νὰ τὸ συζητήσητε, ἀλλὰ θὰ
2724ἀπορριφθῇ καὶ θὰ ἡσυχάσητε!
2725§167Γ. ΠΩΠ. Ἴσως.
2726§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 82 οὐδεμία εἶναι ὑποβε-
2727βλημένη τροπολογία εἰδικῶς. Λοιπὸν τίθεται εἰς ψηφοφο-
2728ρίαν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
2729Ὑπάρχει πρότασις τῶν βουλευτῶν κυρίων Φουρίδου καὶ
2730Κασίμη ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Παρακαλεῖσθε, ὅπως ἐπὶ τῆς
2731κατ’ ἀρχὴν παραδοχῆς τοῦ ἄρθρου 82 προκαλέσητε καὶ
2732ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως». Ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον
2733τοῦτο περιλαμβάνει τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν δικαιοδοσίαν, κρίνω
2734ὅτι ἀφορᾷ ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον· ἄλλως τε καὶ ἄνευ τῆς
2735προτάσεως ταύτης, καθ’ ὃ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἔχω δικαί-
2736ωμα, ὡς Πρόεδρος, κρίνω καὶ διατάσσω τὴν ὀνομαστικὴν
2737ψηφοφορίαν ἐπὶ ὅλου τοῦ ἄρθρου.
2738§169Γ. ΠΩΠ. Νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἂν δὲν εἶναι δι-
2739αιρετόν.
2740§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διαιρετόν. Θὰ ψηφίσωμεν τὸ
2741Σύνταγμα ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσι
2742δύο ψηφολέκται· ὁ κ. Φουρίδης καὶ ὁ κ. Κουρτάκης.
2743Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 82 ὡς διετυπώθη μετὰ τὴν
2744τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λέγουσι ναί,
2745οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
2746Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2747Νικ. Ἀ. Στράτος ΝΚωνστ. Καζαντζῆς
2748 Γερ. Νοταρᾶς Ν
2749Νικ. Χρυσόγελος ΝΔημ. Κούζης
2750Σερ. Ψύχας Ἀνδρ. Σαρλῆς
2751Λ. Παπαφώτης Δημ. Ῥοῦσος Ν
2752Ἀ. Γρίβας ΝΝικόλ. Δελακοβίας
2753Π. Καρασεβδᾶς ΝΝικόλ. Σακελλαρίου
2754Ἐπ. Σουλτάνης ΝΓεώργ. Βλάσης
2755Γ. Ποῦλος ΝΧαρ. Σπηλιόπουλος
2756Ἰ. Φαρμάκης Νικ. Δημητρακόπουλος Ν
2757Ἀντ. Ῥοντήρης Ἀναστ. Βάρβογλης Ν
2758Ἀ. Τριγώνης ΟἸωάν. Μαλλιαρόπουλος Ν
2759Ἐ. Λαμπρακάκης ΝἸω. Π. Μανέτας Ν
2760Ἰωάν. Καναβὸς Δ. Πλαπούτας Ν
2761Ἰωάν. Καλαντζόπουλος ΝἈλ. Παπαναστασίου Ν
2762Ἐ. Σπετσέρης Ἰωάν. Μπακόπουλος
2763Ἰ. Τσιγκόλης ΟΔημ. Χηνιάδης
2764Στέφ. Γρανίτσας Δημ. Καρέλας Ν
2765Γ. Ἰατρίδης ΝἈθ. Πετρόπουλος Ν
2766Ἰωάν. Κουρκουμέλης ΟΧαρ. Στασινόπουλος
2767Ἰωάν. Παπαθανασιάδης ΝΚωνστ. Ῥεβελιώτης
2768Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς ΝΝ. Τριανταφυλλᾶκος Ν
2769Ἰωάν. Ἀκρίδας Ἀ. Κατριβᾶνος Ν
2770Θεοφ. Θεοδωρόπουλος ΝἨλ. Φλέσσας Ο
2771Ἐμμ. Ῥέπουλης ΝἸωάν. Πολίτης Ν
2772Δημ. Καλέργης Παν. Δεληβοριᾶς
2773Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΣπυρ. Τσαγκάρης Ν
2774Γεώργ. Νέζος Θ. Πέρρος Ν
2775Παν. Ἀραβαντινὸς ΝΧαρ. Βοζίκης
2776Ἰωάν. Τερζάκης ΝἈντ. Βούτσης Ν
2777Παν. Φραντζῆς Νικ. Χαρδούβαλης
2778Γ. Παπασπυρόπουλος ΝΠερ. Ἀλεξάκης
2779Γεωργαντᾶς Θρόνος ΝΘεόδ. Γρηγορίου Ν
2780Γεώργ. Παρασκευόπουλος Σπυρ. Σῖμος Ν
2781Νικ. Κόνδης Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
2782Ἀθ. Σωτηριάδης ΝΠερ. Κ. Καραπᾶνος Ν
2783Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Ο
2784Πύρ. Καραπᾶνος ΝἈ. Καφετζόπουλος
2785Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Λ. Φλαμῆς Ο
2786Ἐλ. Βενιζέλος ΝΚωνστ. Πανουτσόπουλος Ν
2787Ἐμμ. Μπενάκης Νικ. Συριόπουλος Ν
2788Φωκ. Νέγρης ΝΘάν. Πετραλιᾶς
2789Π. Χαροκόπος Π. Ἠλιόπουλος Ν
2790Κ. Ῥακτιβὰν ΝΧρ. Κορύλλος
2791Μιλτ. Νεγροπόντης ΝΠαν. Βουρλούμης Ν
2792Γ. Ζερβουδάκης Νικ. Ῥαφτόπουλος
2793Λάμπρος Κορομηλᾶς ΝΧρ. Μεϊτάνης Ν
2794Π. Λαγοπάτης Διον. Πολυζωγόπουλος Ο
2795Γεώργ. Στρατούλης ΝἸωάν. Δογάνης
2796Κ. Μᾶνος ΝΓεώργ. Λαμπρινόπουλος
2797 Γεώργ. Ἀβέρωφ
2798Τιμ. Ἠλιόπουλος Νικόλ. Σταματιάδης
2799Δημ. Βενιζέλος ΝΔημ. Χρυσοστάλης
2800Μιχ. Γαλανὸς ΝΕὐάγ. Γεωργιάδης
2801Ἀ. Παναγιωτόπουλος ΝἸωάν. Μπουρνιᾶς Ν
2802Γεώργ. Πολίτης Νικόλ. Ἀβέρωφ
2803Ἰωάν. Ἀθανασάκης ΝΓεώργ. Μπένος
2804Γεώργ. Νικολαΐδης ΝΝικόλ. Κάραλης
2805Λουκᾶς Μπέλλος Κωνστ. Χατζηγιάννης
2806Ἀριστομ. Θεοδωρίδης ΝΔημ. Βάχλας Ν
2807Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης ΝΓεώργ. Κοσόνας Ν
2808Κωνστ. Δεμερτζῆς Ἀπόστ. Ἀποστολίδης
2809Θρ. Πετμεζᾶς ΝΜιχ. Σφακιανάκης Ν
2810Γεώργ. Καζανόβας ΝΠλούτ. Μαυρίκης
2811Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης ΝΒασίλ. Ἀθανασούλας
2812Γεώργ. Σταμπάδος Κωνστ. Χατζάκος Ν
2813Θεμ. Μιχαλόπουλος ΝΓεώργ. Γαζέπης Ν
2814Δημ. Ἀνδρέου ΝΝικόλ. Πετσάλης
2815Δημ. Ζαβογιάννης ΝἸωάν. Λούντζης
2816Ἐμμ. Κυταριόλος ΝΔιον. Κουλούμπαρδος
2817Βασ. Κυρέλλος Ἀναστ. Λούντζης Ν
2818Ἀριστοτ. Σακελλαρίου ΝΚαῖσαρ Ζέζας
2819Νικ. Σπηλιώτης Διον. Κλάδης Ο
2820Σπυρ. Παπαχατζῆς ΝΝικ. Παπαδᾶτος
2821Σάββας Βαρβιτσιώτης Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Ν
2822Λουκ. Κουτσοπέταλος Νικ. Βάρθης
2823Νικ. Ἀνδρεαδάκης ΝἈναστ. Σκιαδαρέσης Ν
2824Δημ. Λαζαρῆς ΝΣπυρ. Χατζάρης Ν
2825Σπυρ. Θεοδωρόπουλος ΝΠαν. Μανωλίτσης Ν
2826Ἀθ. Πουλῆς ΝΛ. Κογεβίνας Ν
2827Νικόλ. Ῥούσης Ν
2828Στέφ. Ν. Δραγούμης ΝΣπυρ. Βλαντῆς Ν
2829Ἀλέξ. Ζαΐμης Εὐθ. Ἀ. Βελλιανίτης
2830Δ. Γκλαβᾶς Χρ. Καποδίστριας
2831Ἀ. Μιχαλακόπουλος Ἀνδρ. Κρητικὸς
2832Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Λαυρ. Μαβίλης Ν
2833Κωνστ. Γόντικας ΝΚωνστ. Κατηφόρης Ν
2834Ν. Κοντογούρης ΝΣπυρ. Λάσκαρις Ν
2835Ἰωάν. Βέρροιος Βασίλ. Πουλιάσης
2836Πολ. Πολυχρονιάδης Κωνστ. Ἀρβανιτάκης
2837Παν. Ζαΐμης Διον. Βινιεράτος Ν
2838Δ. Μάρκου Παν. Λιβιεράτος Ν
2839Γεώργ. Κατσιμπίρης Σπυρ. Ἰγγλέσης Ν
2840Σπήλ. Ἀγαπητὸς Νικ. Χαριτᾶτος
2841Ἀ. Φωτήλας ΝἈνδρ. Μονοκροῦσος
2842Ἀ. Χοϊδᾶς ΝΠέτρ. Βασιλόπουλος
2843Θεόδ. Ψυχαληνὸς ΝἈνδρ. Βαλσαμάκης
2844Γ. Παπακυριακόπουλος ΝΝικ. Ἀλιβιζᾶτος Ν
2845Βασίλ. Ἀντωνόπουλος ΝΣπ. Φορέστης Ν
2846Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος ΝΧ. Μωραΐτης
2847Ὄθ. Τετενὲς Νικ. Παπαϊωάννου
2848Γεώργ. Μουσούρης Μιχ. Φωτιάδης
2849Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιεράτος Βασίλ. Σηλυβρίδης Ν
2850Θ. Κοντομίχαλος ΝΠερ. Ἀποστολίδης Ν
2851Λεων. Ἐμπειρῖκος ΝΛεωγ. Ἀναγνώστου
2852Σταμ. Βαφειαδάκης ΝΚωνστ. Ζησόπουλος Ν
2853Δημ. Μάνθος Χ. Δικαῖος Ν
2854Περ. Γρυπάρης ΝΣ. Ντολιόπουλος Ν
2855Κωνστ. Καλομενόπουλος ΝΠαν. Φλέσσας Ν
2856Τριαντ. Παπαδὰμ ΝΠ. Κασίμης Ο
2857Θωμᾶς Σκάσης ΝΝ. Παπαλέξης Ν
2858Ἰάκ. Ἀβάζος Δημ. Κάβουρας Ν
2859Δημ. Ζαμᾶνος ΝΜ. Δαζέας Ο
2860Νικ. Καμπάνης ΝἈ. Πετρομανιάτης ἀρν.
2861Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος ΝἈθ. Περρωτὴς
2862Ἀλέξ. Μαλασπίνας Π. Ἰατρόπουλος Ν
2863Γεώργ. Γαϊτάνος Π. Καράπαυλος
2864Ἀντ. Ῥεβίνθης ΝἈνδρ. Κοκκέβης Ν
2865Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς Εὐστ. Μπαρδόπουλος
2866Νικ. Καλβοκορέσης ΝΓεώργ. Κορομηλᾶς Ν
2867Κωνστ. Ἀλαβᾶνος ΝΔημ. Κανελλόπουλος Ν
2868Δημ. Πετσετάκης ΝἈθ. Αἰλιανὸς Ν
2869Χαρίλ. Προβελέγγιος Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν
2870Ἐμμ. Πατρίκιος Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν
2871Ἰωάν. Μαμάης ΝΓεώργ. Σπηλιόπουλος
2872Ἰωάν. Κασδόνης ΝΚωνστ. Τριγγέτας Ν
2873Ἀντ. Φραγκίσκος Γεώργ. Ῥάλλης
2874Δημ. Καΐρης Γεώργ. Μποῦτος
2875Θαλ. Κουτούπης ΝἸω. Κουρτάκης Ν
2876Γεώργ. Φικιώρης Φώτ. Βακαλόπουλος Ν
2877Κωνστ. Μέρμηγκας Ἀθ. Παπαχελᾶς
2878Γεώργ. Οἰκονόμου ΝΜεν. Πιπιλῆς
2879Εὐστρ. Κουλουμβάκης ΟΠαν. Μερλόπουλος Ν
2880Ἰωάν. Λιμπερόπουλος ΝΔ. Ἀναστασόπουλος Ν
2881Νικ. Πετροπουλάκης Ἰωάν. Λεωνίδας
2882Γεώργ. Τσοχώνης Πέτρος Γκίνης
2883Παναγ. Πετροπουλάκης Ἀλέξ. Διομήδης Ν
2884Παν. Κουμάνταρος Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ν
2885Ἰωάν. Ἀθηνογένης ΝἈπ. Ἀλεξανδρῆς Ν
2886Βασίλ. Μιχαλέας ΝἈλέξ. Παπαποστόλου
2887Ἰωάν. Βαββανάκος Δημ. Θεοδοσόπουλος
2888Ἰωάν. Πατσουράκος Παυσ. Ζωγλοπίτης
2889Χρ. Πετρέας ΝΓεώργ. Ζούκας
2890Πέτρ. Μαυρομιχάλης Κωνστ. Σταμούλης Ν
2891Ἰωάν. Φουρίδης ΟἸωάν. Κοττίκας
2892Ἀναστ. Ἀβέρωφ Βασίλ. Γρίβας
2893Ἰωάν. Χρυσοβελόνης ΝἈ. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ
2894Δημ. Οἰκονόμου ΟΝ. Γαρδικιώτης Ο
2895Μιλτ. Μπουφίδης ΝΔημ. Μπούσδρας
2896Νικ. Γεωργιάδης ΝΓεώργιος Τάγιας Ν
2897Ἀγαμ. Σλῆμαν ΝΚωνστ. Παπακυρίτσης Ο
2898Δημ. Κουκιάδης ΝΧρ. Καρᾶς
2899Γεώργ. Τσαξίρης ΝἈ. Θανόπουλος Ν
2900Γεώργ. Σχινᾶς ΟΝικ. Γιουβρῆς Ο
2901Γεώργ. Δρίβας ΝΧρ. Βλάτσιος Ν
2902Ἀλέξ. Κασσαβέτης ΝΓεώργ. Καθάργιος
2903Κων. Χρυσοχοΐδης ΝΔημ. Κουκουλέτσος ἀρν.
2904Γεώρ. Βλάχος ΝΓεώργ. Σπυρόπουλος Ο
2905Πελ. Ἀγγελίδης ΝἈλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
2906Κωνστ. Γιαννακόπουλος ΝΓεώργ. Ῥάμμος
2907Φίλ. Ζαρζάμπας ΝΕὐθ. Μαντόπουλος Ν
2908Λάμπρος Περιστέρης Ἰωάν. Γιδογιάννος
2909Θεμ. Ῥαφαλιᾶς Νάκος Πολιτόπουλος Ν
2910Κυρ. Κυριαζόπουλος ΝΚωνστ. Περιβολιώτης
2911Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ν
2912Παναγ. Βερβενιώτης Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν
2913Γεώργ. Καλλίτσης Δημ. Δεδούσης
2914Ἰωάν. Μᾶνος ΝΓεώργ. Συγγούρης ἀρν.
2915Σπυρ. Ματσούκας Στέφ. Σομμαρίπας
2916Ῥήγας Χατζηρήγας Κωνστ. Δημοκωστούλας
2917Ἰ. Παπαλουκᾶς Ἰωάν. Γραμματίκας
2918Ἰωάν. Τσιριμῶκος ΝἩρ. Βελλόπουλος
2919Μιλτ. Σακελλαρίου Ἀθ. Χριστίδης Ν
2920Κ. Λιδωρίκης ΝΓεώργιος Πὼπ
2921Θεμ. Παπαϊωάννου ΝΔημ. Βρατσᾶνος
2922Ν. Ξηρὸς Ἐμμ. Παγκάρας Ν
2923Νικ. Φραγκίστας
2924§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 192. Ἐκ τούτων 175
2925εἶπον ναί, 14 ὄχι καὶ 3 ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέ-
2926πειαν τὸ ἄρθρον 82 ἐγένετο δεκτόν, καὶ ἔχει ὡς ἑξῆς:
2927Ἄρθρον 82.—Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρα-
2928τείας ἀνήκουσιν ἰδίως:
2929»αʹ) Ἡ ἐπεξεργασία τῶν προτάσεων νόμων καὶ
2930τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων·
2931»βʹ) Ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβαλλομέ-
2932νων αὐτῷ διαφορῶν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ.
2933»γʹ) Ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου
2934τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὰ εἰδι-
2935κώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα·
2936»δʹ) Ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν
2937ἀπολαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως
2938κατὰ τοὺς περὶ τούτου νόμους.
2939»Εἰς τὰς περιπτώσεις τῶν ἐδαφίων, βʹ, γʹ καὶ δʹ
2940ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93
2941τοῦ Συντάγματος».
2942Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 83, τὸ ὁποῖον
2943ἔχει ὡς ἑξῆς:
2944Ἄρθρον 83.— «Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁρίζει τὰς
2945προτάσεις νόμων, ὧν ἡ ἐπεξεργασία ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμ-
2946βούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βου-
2947λήν. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον
2948τῆς Ἐπικρατείας τὰς εἰς αὐτὴν ὑποβαλλομένας προτάσεις.
2949» Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους οὐδέποτε παραπέμπε-
2950ται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας».
2951§172ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ἄλλο ἄρθρον;
2952§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ληφθεῖσαν
2953ὅτε ἔληξεν ἡ συζήτησις, καθωρίσθη τοῦτο, ὅτι τὰ ἄρθρα
295482, 83 καὶ 84 ἀποτελοῦσι μίαν ἑνιαίαν συζήτησιν, ἡ ὁποία
2955ἐκηρύχθη περατωμένη. Ψηφίζονται κατὰ τὸν Κανονισμὸν
2956ἰδιαιτέρως, ἀλλὰ θεωροῦνται ὡς ἕν.
2957Θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ πρῶτον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν.
2958Πρώτη εἶναι ἡ τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Πετρέα, ἔχουσα οὕτως:
2959Ἄρθρον 83 καὶ ἑπόμενα: «Καθίσταται Συμβούλιον τῆς
2960Ἐπικρατείας συνεδριάζον ἐν Ἀθήναις.
2961»Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας σύγκειται ἐκ μελῶν
2962ἐκλεγομένων καθ’ ὃν τρόπον καὶ οἱ Βουλευταί, ἓν ἐξ ἑκά-
2963στου νομοῦ. Ἵνα ἐκλεχθῇ τις μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς
2964Ἐπικρατείας, πρέπει νὰ ᾖ πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος
2965ἐν Ἑλλάδι, ν’ ἀπολαμβάνῃ τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ αὑτοῦ
2966δικαιώματα· νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 40ὸν ἔτος τῆς
2967ἡλικίας του· νὰ εἶναι ἐπιστήμων, φέρων δίπλωμα Πανεπι-
2968στημίου, καὶ δεκαετῆ τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν δικηγορικήν,
2969δικαστικήν, στρατιωτικήν, διοικητικήν, οἰκονομικήν, βου-
2970λευτικὴν ἢ Ὑπουργοῦ ἢ Πρέσβεως ἢ Καθηγητοῦ Γυμνασίου
2971ἢ Πανεπιστημίου. Ἄν τις διετέλεσεν εἰς πλείονας τῶν
2972ἀναφερομένων ὑπηρεσιῶν, τὸ χρονικὸν διάστημα ἑκάστης
2973ὑπηρεσίας συγκριθμεῖται, ἵνα συμπληρωθῇ ὁ χρόνος τῆς δε-
2974καετίας. Οἱ Βασιλόπαιδες καὶ ὁ τοῦ Θρόνου Διάδοχος δὲν
2975δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπι-
2976κρατείας.
2977» Ὁ ἅπαξ ἐκλεχθεὶς μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρα-
2978τείας δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ αὖθις πρὶν ἢ συμπληρωθῇ
2979δεκαετία ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς δεκαετίας, δι’ ἣν ἐξελέγη.
2980» Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας συνέρχεται τακτικῶς
2981τὴν 1 Σεπτεμβρίου ἑκάστου ἔτους. Ἡ διάρκεια τῆς Συνό-
2982δου δὲν δύναται νὰ εἶναι μακροτέρα τῶν δύο μηνῶν. Δύνα-
2983ται νὰ συγκαλέσῃ αὐτὸ ὁ Βασιλεὺς καὶ εἰς ἔκτακτον Σύνο-
2984δον, ἥτις δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ πλέον τοῦ μηνός.
2985» Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας συνεδριάζει καὶ δια-
2986σκέπτεται μυστικῶς, παρόντων τοὐλάχιστον τῶν τριῶν τε-
2987τάρτων τῶν μελῶν αὐτοῦ· προεδρεύει ὁ πρεσβύτερος καὶ
2988τοῦτον ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ἀναπληροῖ ὁ μετ’ αὐτὸν καθ’
2989ἡλικίαν πρεσβύτερος, χρέη δὲ γραμματέως ἐκπληροῖ ὁ νεώ-
2990τερος. Ἀπόφασις αὐτοῦ ἔχει κῦρος, ἂν δέκα τοὐλάχιστον
2991μέλη ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, δι’ ἣν ἡ ἀπόφασις.
2992» Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑποβάλλει προτάσεις
2993περὶ διορισμοῦ καὶ παύσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ
2994ὑπηρετῶν.
2995» Τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας πρὸς διορισμὸν ἢ παῦσιν
2996δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου ὑποδεικνύει τὸ Ὑπουργικὸν
2997Συμβούλιον. Τὸ διορισθησόμενον ὅμως πρόσωπον ὑποδεικνύει
2998τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
2999» Οὐδεὶς ὑπάλληλος ἢ ὑπηρέτης παύεται ἄνευ ἠτιολογη-
3000μένης ἐκθέσεως φερούσης τὰς ὑπογραφάς, διὰ μὲν τοὺς δη-
3001μοσίους ὑπαλλήλους ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
3002διὰ δὲ τοὺς δημοσίους ὑπηρέτας, τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμο-
3003δίου Ὑπουργοῦ.
3004» Τὸ Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ ἢ ἀπολύσεως οἱουδήποτε
3005δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ ὑπηρέτου προσυπογράφεται ὑπὸ
3006τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
3007» Ἕνεκα ἐπειγούσης ἀνάγκης, ἂν δὲν συνεδριάζῃ τὸ Συμ-
3008βούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐπιτρέπεται ἡ προσωρινὴ ἀπό-
3009λυσις δημοσίου ὑπαλλήλου ἐκ τῶν μὴ ἰσοβίων ἢ δημοσίου
3010ὑπηρέτου, δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ
3011Συμβουλίου, προσυπογράφοντος τὸ περὶ προσωρινῆς ἀπολύ-
3012σεως Βασ. Διάταγμα τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὸ
3013Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὀφείλει τάχιστα, ἅμα συνέλθῃ τὸ
3014Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, νὰ ὑποβάλῃ τὸ τῆς προσωρι-
3015νῆς ἀπολύσεως Β. Δ. καὶ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα εἰς
3016τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ, ἂν ἐγκρίνῃ, προτεί-
3017νει ὁριστικῶς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ προσωρινῶς ἀπολυθέντας,
3018ἂν δὲ δὲν εὕρῃ δεδικαιολογημένην τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουρ-
3019γικοῦ Συμβουλίου, προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τοῦ Β. Δ. καὶ ὁ
3020ἀδίκως παυθεὶς ὑπάλληλος ἐπανέρχεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
3021του καὶ ἀπολαμβάνει πλήρη τὸν μισθόν του, δι’ ὃν χρόνον
3022ἐπαύθη προσωρινῶς, ὁ δ’ εἰς τὴν θέσιν τοῦ προσωρινῶς ἀπο-
3023λυθέντος καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὖθις ἐπανελθόντος ὑπαλλή-
3024λου διορισθεὶς ὑπάλληλος ἀπολύεται ἄνευ ἄλλης δικαιολο-
3025γίας, χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα ἀπολήψεως μισθοῦ ἢ ἄλλης
3026τινὸς ἀποζημιώσεως παρὰ τοῦ Δημοσίου. Τούτῳ τῷ λόγῳ
3027δὲν λαμβάνει τὸν μισθόν του πρὶν ἢ ὁριστικῶς ἐγκριθῇ ὁ
3028διορισμὸς αὐτοῦ. Ἔχει δὲ δικαίωμα ἀποζημιώσεως μόνον
3029κατὰ τῶν προκαλεσάντων τὸν διορισμὸν αὐτοῦ μελῶν τοῦ
3030Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
3031»Τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰ προκαλέ-
3032σαντα παράνομον προσωρινὴν παῦσιν ὑπαλλήλου ἢ ὑπη-
3033ρέτου ὡς καὶ τὸν παράνομον διορισμὸν εἰς τὴν θέσιν τοῦ
3034ἀπολυθέντος καταδιώκονται, ἐγκλήσει τοῦ ἀπολυθέντος, ἢ
3035καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος κατὰ τὸν
3036περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον.
3037»Ἕκαστον μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας
3038λαμβάνει ὡς ἀποζημίωσιν δραχ. 600 κατὰ μῆνα, διά τε
3039τὰς τακτικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους Συνόδους αὐτοῦ.
3040»Τὰ ἔργα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰσὶν ἀσυμ-
3041βίβαστα πρὸς τὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦ στρα-
3042τιωτικοῦ, δικαστικοῦ, διοικητικοῦ, οἰκονομικοῦ ὑπαλλή-
3043λου, Δημάρχου, Πρέσβεως καὶ ἐν γένει παντὸς ἄλλου ἐμμί-
3044σθου δημοσίου ὑπαλλήλου».
3045Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην τοῦ κ. Πε-
3046τρέα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι).
3047Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3048Ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τῶν ἓξ Βουλευτῶν
3049τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀποσύρεται;
3050§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
3051§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 83 ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπι-
3052τροπῆς ἔχει οὕτω:
3053«Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁρίζει τὰς προ-
3054τάσεις νόμων, ὧν ἡ ἐπεξεργασία ἀνατίθεται εἰς τὸ
3055Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν εἰς
3056τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραπέμψῃ εἰς
3057τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὰς εἰς αὐτὴν ὑπο-
3058βαλλομένας προτάσεις.
3059»Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους οὐδέποτε πα-
3060ραπέμπεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας».
3061Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
3062(Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3063Ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 84 τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν
3064ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀποσύρεται, καθὼς καὶ τὸ
3065ἄρθρον 84 δίς. Ἀπομένει τὸ ἄρθρον 84 ὡς διετυπώθη ὑπὸ
3066τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς ἔχον οὕτω:
3067«Τὰ κανονιστικὰ Διατάγματα ἐκδίδονται μετὰ γνω-
3068μοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀπο-
3069φαινομένου ἐντὸς ἀναλόγου προθεσμίας, τασσομένης
3070ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἧς παρερχομένης
3071ἀπράκτου, ἐκδίδεται τὸ Διάταγμα καὶ ἄνευ γνωμο-
3072δοτήσεως.
3073»Ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας
3074δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν».
3075Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγεί-
3076ρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3077Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3078(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 καὶ 10′ τῆς νυκτός).