1911.04.29
3.179 στίχοι · 24.083 λέξεις · 188 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76.
Τῆς 29ης Ἀπριλίου 1911.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 188 Βουλευτῶν.
(Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§2ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βλέπω ὅτι ἀναγράφεται εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἡ ἐπερώτησίς μου ἡ ἀφορῶσα τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Πρῶτον, κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ εἶχον ὑπαβάλει ἐπερώτησιν, διατί δὲν κατετέθη ἡ αἰτηθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ αἴτησις. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἐπερώτησίς μου. Αὐτὴν ἀνέπτυξα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς ἐμέμφθην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνόμισε καλὸν νὰ μὴ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου, νὰ μὴ δικαιολογηθῇ ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, διατί παρέβη τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς καὶ τὰ πρὸς αὐτὴν καθήκοντά του, ἀλλὰ νὰ ἐπιληφθῇ ἄλλων θεμάτων, ἄλλων ὑποθέσεων, καὶ κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ κατετέθησαν ἔγγραφα καὶ ᾐτήθη ὑπ’ ἄλλων ἀξιοτίμων κυρίων Βουλευτῶν νὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τούτοις συζήτησις. Ἡ συζήτησις ἑπομένως, ἥτις θὰ διεξήγετο χθές, δὲν ἀφεώρα τὴν ἐπερώτησίν μου, ἀλλ’ ἀφεώρα ἄλλα θέματα. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξακολουθεῖ νὰ παραβαίνῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ δὲν ἀπήντησεν. Ἐν τούτοις ἐγὼ ἀνέπτυξα τὴν μομφήν μου καὶ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐνόμισα ὅτι ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ βλέπετε ὅτι ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν ἡ ἐπερώτησίς σας;
§4ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πάντα τὰ ἀναγραφόμενα ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τὰ δεικνύουσι. Δὲν ἤμην παρών, λέγετε σεῖς· δὲν ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθῇ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατετυπωμένοι ἐν σχέσει πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, λέγονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ θέμα ἀνεφύη ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη ἐν σχέσει πρὸς τὰς καταγγελίας τοῦ ἀντιστρατήγου καὶ τέως προέδρου τοῦ ἀναθεωρητικοῦ Δικαστηρίου κ. Κ. Σμολένσκη ἐναντίον τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης». Δὲν εἶναι τίποτε τὸ ἀνακριβὲς ἐνταῦθα.
§6ΕΥΣΤΡΑΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Πρόεδρος. Κατὰ τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Κανονισμοῦ «ἐὰν ὁ ἐπερωτήσας, κληθεὶς ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων Ἡμερησίας Διατάξεως πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς ἐπερωτήσεως, δὲν παρίσταται κατὰ τὴν συνεδρίαν, θεωρεῖται ἀνακαλέσας τὴν ἐπερώτησίν του, ἂν μὴ ἐγγράφως πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδρίας ᾐτήσατο παρὰ τοῦ Προέδρου τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως δι’ ἄλλην ἡμέραν». Ἡ ἐπερώτησίς μου ὅμως κατ’ ἐμὲ εἶχεν ἐξαντληθῆ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε εἰς τὴν προηγουμένην σελίδα ὅτι δὲν λέγεται ὅτι σεῖς ἐπερωτᾶτε, ἀλλ’ ὅτι τὸ θέμα ἀνεφύη ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Κουλουμβάκη. Ὥστε ἐξηγήθη ὅτι δὲν εἶσθε σεῖς ὁ ὑποβαλὼν τὴν ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ὁποίου ἀνεφύη τὸ θέμα. Δὲν ὑπάρχει διαφωνία. Κατόπιν λέγεται ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ὁ κ. Κουλουμβάκης. Δύναται νὰ διορθωθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ δοὺς τὴν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐπερώτησιν εἶναι ὁ κ. Κουλουμβάκης». Ἀλλ’ εἴχετε δηλώσει ὅτι θὰ ὡμιλεῖτε, διότι ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἡμέρας ἐγένετο κατόπιν τῆς αἰτήσεως τῆς ἰδικῆς σας. Ἄλλη ἀντίρρησις ὑπάρχει ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§8Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀναγράφεται εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Λαμπρόπουλος, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει. Ἴσως πρόκειται περὶ τοῦ κ. Πολυζωγοπούλου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφοράς: 1) Ἀναφορὰν τοῦ Ἡγουμένου τῆς Μονῆς Γηροκομείου Πατρῶν κατὰ τοῦ Ἐπισκόπου, ἐπὶ ἐξυβρίσει κλπ. 2) Ἀναφορὰν τοῦ Γεωρ. Οἰκονομοπούλου δημοσιογράφου ἐκ Μεσσηνίας περὶ ἐπεκτάσεως τῆς τηλεφωνικῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν–Πατρῶν μέχρι Καλαμῶν, μὲ διάμεσον σταθμὸν τὸν Πύργον.
§10Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Παρακαλοῦμεν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, θὰ ἔχωσι λήξει αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Πρακτικώτερον εἶναι νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ τὸν παρακαλέσωμεν, ἀφοῦ πεισθῇ ὅτι εἶναι ἀναγκαία αὐτὴ ἡ συγκοινωνία ἡ τηλεγραφική, νὰ πράξῃ τὸ ἀναγκαιοῦν. Ἀλλά, ἐὰν ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, εἶναι πιθανὸν ὅτι δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν.
§11Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Αἱ ἀναφοραὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἔχουσιν. Ἔπρεπε νὰ εἰσάγωνται εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 3) Ἀναφορὰν τῶν σχοινοποιῶν Ἀμφίσσης περὶ ἐπιβολῆς φόρου εἰς τὰς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένας σφυρίδας κλπ. 4) Ἀναφορὰν τῶν ἐκ Νάξου ἰδιοκτητῶν περιβολίων περὶ ὑπαγωγῆς καὶ τῶν ἑσπεριδοειδῶν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΒΡΠΖʹ. 5) Ψήφισμα τοῦ λαοῦ Βόχας τῆς Κορινθίας κατὰ τῆς Ἑνιαίας· 6) Ἀναφορὰν τῶν σιδηρουργῶν Ἀμφίσσης περὶ ὑποβολῆς εἰς φορολογίαν τῶν ἐξ Εὐρώπης εἰσαγομένων ἥλων (πεταλοκάρφων)· 7) Αἴτησιν τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Κερκύρας περὶ ἐπιψηφίσεως προτάσεώς τινος νόμου τῶν βουλευτῶν Κερκύρας. 8) Αἴτησιν τῶν ὑπογραμματέων τοῦ Πρωτοδικείου Ἠλείας περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ ἐνσήμου δικαστικοῦ νομοσχεδίου· 9) Ἀναφορὰν 27 χωρίων τῆς Κεφαλληνίας περὶ τοῦ ἀκαταλλήλου τοῦ κτιρίου τοῦ σχολείου Τακλιάτου, ἔνθα φοιτῶσιν ἀπὸ κοινοῦ τὰ τέκνα των. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι «αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 18 Μαρτίου ἐ. ἔ. συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς– Πελοποννήσου». Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§13Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, κύριοι Βουλευταί, ζητεῖται νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον φέρον τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἐντίμων κυρίων Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου νομοσχεδίου κυροῦται σύμβασις μεταξὺ τῶν δύο Ὑπουργῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ Φερδινάνδου Σερπιέρη, ἀντιπροέδρου τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πειραιῶς–Ἀθηνῶν–Πελοποννήσου, ἐνεργοῦντος ὡς ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρείας.
§14Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πότε τὸ ἐλάβετε;
§15Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔλαβον τὴν μεσημβρίαν, ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συνέστησε κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν, ὅτε ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι εἶναι ἐπεῖγον, τὸ ἀνέγνωσα μόνον, διότι βεβαίως δὲν εἶχον τὸν καιρὸν νὰ τὸ μελετήσω.
§16ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§17Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ.
§18ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδή τινες δὲν ἔχουσι λάβει τὸ νομοσχέδιον καὶ ὑμεῖς δὲν προελάβετε νὰ τὸ μελετήσητε, ἐννοεῖτε ὅτι, ὁσονδήποτε ἐπεῖγον καὶ ἂν εἶναι τὸ πρᾶγμα, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἀναβληθῇ.
§19Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε κατέρχομαι καὶ παρακαλῶ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, νὰ λάβω ἐκ νέου τὸν λόγον, διότι πρόκειται διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοὺς μετόχους ὁλόκληρος ἡ γραμμὴ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς —Πελοποννήσου καὶ νὰ περιέλθῃ εἰς τοὺς δανειστάς, οἱ δὲ συνάψαντες τὸ δάνειον πρόκειται ν’ ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὸ θυλάκιον τῶν μετόχων 2,400,000 δραχμῶν, ὡς θέλω καταδείξει.
§20ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δύναμαι ν’ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν καὶ αὐτῶν τῶν προσωρινῶς λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ καὶ δι’ αὐτὸ λαμβάνω τὸν λόγον, διότι πρόκειται περὶ ἀνανεώσεως συμβάσεως ἐψηφισμένης ἤδη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, περὶ ἐπαναλήψεως νόμου ἐψηφισμένου, ὁ ὁποῖος παρεῖχε δικαίωμα συνομολογήσεως δανείου 20,000,000, τὸ ὁποῖον μειοῦται εἰς 12,000,000. Αὐτὰ εἶναι τὰ δικαιώματα τὰ περισσότερα, τὰ ὁποῖα παρέχονται.
§21Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι ἡ πληροφορία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνανεώσεως νόμου, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε κατὰ τίνα τρόπον συνεζητήθη, ὅτε συνεζητήθη, δὲν εἶναι ἀκριβὴς οὔτε πρόκειται περὶ ἀκριβοῦς ἀντιγραφῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ, διότι δίδονται περισσότερα δικαιώματα εἰς τὴν ἑταιρείαν διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως, διότι ἀκόμη δίδεται καὶ προμήθεια εἰς τοὺς Τραπεζίτας, οἵτινες θὰ συνάψωσι τὸ δάνειον, ἐξ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου, ἐνῷ διὰ τῆς ἄλλης συμβάσεως δὲν ἐδίδετο προμήθεια. Αὐτὰ ἐπὶ τοῦ παρόντος· τὰ λοιπά, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις.
§22Γ. ΠΩΠ. Προκειμένου, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, θὰ ἦτο σκόπιμον πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς συζητήσεως νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν διάφορα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι χρησιμώτατα, ἵνα καθορισθῶσι λεπτομέρειαι τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει, ὡς καὶ ἐγὼ συνομολογῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀρκαδίας, οὐδεμίαν σχεδὸν σχέσιν πρὸς τὸ δάνειον τῶν 20,000,000. Διότι λέγεται μὲν ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ αὐτοῦ δανείου, ἀλλ’ ἡ βάσις εἶναι ἐντελῶς διάφορος, καὶ ἐν εὐκαιρίᾳ θὰ ἀναπτυχθῶσι πάντα ταῦτα. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ κατατεθῶσι διὰ τὴν πλήρη ἔρευναν τοῦ ζητήματος αἱ συμβάσεις αἱ γενόμεναι μεταξὺ τῆς ἑταιρείας καὶ τῶν Τραπεζῶν «Ἐθνικῆς» καὶ «Ἀνατολῆς». Διότι συμβάλλεται μὲν ἡ ἑταιρεία πρὸς αὐτάς, ἀλλ’ ἐμμέσως συμβάλλεται καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος πρὸς τὰς Τραπέζας ταύτας. Συγχρόνως δ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῶσιν ὁλόκληροι οἱ πίνακες τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς ἑταιρείας, διὰ νὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς ἑταιρείας ταύτης μέχρι τῆς σήμερον.
§23ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διατυπώσατε, παρακαλῶ, ἐγγράφως τίνας πληροφορίας θέλετε, ὥστε νὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τί θὰ καταθέσω.
§24Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἔχω τόσην πεποίθησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὥστε ἀρκοῦμαι εἰς ἐκείνας τὰς πληροφορίας καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργός, ὥστε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἂς μᾶς δώσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα πλήρως ἱκανοποιημένοι.
§25ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ εἶναι ἐπαρκῆ δι’ ὑμᾶς ὅσα ἐγὼ ἐθεώρησα ἐπαρκῆ· διὰ νὰ εἴμεθα λοιπὸν ἐν πλήρει τάξει, παρακαλῶ νὰ διατυπώσητε τίνα στοιχεῖα θέλετε.
§26Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα καὶ ὑμεῖς ἠρκέσθητε.
§27ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἕκαστος ἔχει ἰδίαν ἀφετηρίαν σκέψεων, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἐζήτησα νὰ καθορίσητε τί σᾶς χρειάζεται, διότι ἐγὼ μὴ γνωρίζων τί θέλετε εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὅσα ζητεῖτε ἐκτίθενται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἡ ἀπάντησις αὕτη νὰ εἶναι δι’ ὑμᾶς ἀνεπαρκής.
§28Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀρκούμεθα εἰς τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπεισαν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἂν δὲ προσθέτως ζητήσωμεν τὴν προσαγωγὴν καὶ ἄλλων τινῶν ἐγγράφων, βεβαίως θὰ ζητήσωμεν ταῦτα ἐγγράφως. Ὡς θὰ συνέβαινεν ἐπὶ παραδείγματι, ἂν δὲν κατετίθετο προμελέτη τοῦ τμήματος τῶν Δημοσίων Ἔργων, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ δημιουργήσῃ δαπάνας σιδηροδρομικῶν ἔργων, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις καὶ ἑπομένως καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ γνῶσιν ποῖαι αἱ δαπάναι καὶ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκτελεσθῶσι διὰ τοῦ δανείου. Τότε θὰ ἐζητοῦμεν νὰ ὑποβάλῃ καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἔργων αὐτῶν, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε πρόνοιαν καὶ περὶ αὐτῶν τῶν λεπτομερειῶν.
§29ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι περίεργον τὸ σύστημα τῆς συζητήσεως· ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ πρώτην φορὰν ἀκούει τοιοῦτον σύστημα συζητήσεως. Διότι ὑποτίθεται ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τότε μόνον ὀφείλει νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὑπέβαλε νομοσχέδιόν τι, ὅταν οὗτοι δὲν ἐκτίθενται ἐγγράφως, ὁπόταν ὅμως ὑποβάλλῃ αὐτὸ μετ’ εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, ὑποτίθεται ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θεωρεῖ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν ἐπαρκῆ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει τὸ δικαίωμα ἑνὸς ἑκάστου Βουλευτοῦ νὰ μὴ θεωρήσῃ ἐπαρκῆ τὴν τοιαύτην αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, καὶ τότε ὁ Βουλευτὴς προέρχεται εἰς αἴτησιν συμπληρωτικῶν πληροφοριῶν. Τοῦτο πράττει πάντοτε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ψαρῶν, ὅστις λεπτομερέστατα ἐξετάζει τὰ ζητήματα, τῶν ὁποίων ἐπιλαμβάνεται, ἀπορῶ δὲ διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν σήμερον ὁμιλεῖ. Διότι φαντάζεσθε τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ ζητουμένου νὰ εἴπῃ τί; Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγει εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν! Οἱ κ. Βουλευταὶ λέγουσι· «καὶ ὅσα ἄλλα ἔχετε καὶ θεωρεῖτε ἀναγκαῖα»! Διατυπώσατε λοιπὸν κατὰ τί εἶναι ἐλλιπὴς ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, διατυπώσατε ὡρισμένα ἐρωτήματα, ζητήσατε ὡρισμένας πληροφορίας, καὶ θέλω σπεύσει νὰ παράσχω αὐτάς.
§30ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει δίκαιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ ἔλαβον τὴν γραφίδα ἀνὰ χεῖρας, διὰ νὰ ζητήσω ἐγγράφως τὰς πληροφορίας. Ἔχω ἀνάγκην νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατάλογον τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνῆψεν ἡ ἑταιρεία, πότε συνῆψε ταῦτα, ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ πότε καθίστανται ληξιπρόθεσμα. Ἔχω ἀνάγκην νὰ ἴδω τίνες αἱ εἰσπράξεις τῆς ἑταιρείας ἀπὸ δεκαετίας καὶ ποία ἡ κατάστασις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ καὶ ἰδίως τῶν ἁμαξῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἔχομεν τὸ ἀτύχημα νὰ ταξιδεύωμεν ἡμεῖς οἱ Πελοποννήσιοι, καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν πάντων τῶν Πελοποννησίων Βουλευτῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πελοποννησιακὸν πόλεμον θ’ ἀνοίξητε;
§32Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι περίεργον, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δέχεται τὴν ἐμπιστοσύνην μας πρὸς αὐτὸν νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς εἶχεν ὑπ’ ὄψει του. Διατί θέλει νὰ τὰ κατονομάσωμεν, ἀφοῦ δὲν γνωρίζομεν τίνα εἶναι; Διὰ νὰ κατονομάσωμέν τινα καὶ νὰ μὴ ζητήσωμεν ἄλλα; Ἡμεῖς ἀναφερόμεθα πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν προσωπικῶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τὸν παρακαλοῦμεν, ὅσα ἔγγραφα εἶχεν αὐτὸς ὑπ’ ὄψει του νὰ καταθέσῃ, διότι οὕτω μόνον δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὴν παράκλησίν μας καὶ οὕτω μόνον εἴμεθα ἀσφαλεῖς ὅτι θὰ τὰ λάβωμεν πάντα, διότι, ἂν ἐπιχειρήσωμεν νὰ τὰ ὁρίσωμεν, θὰ περιπέσωμεν εἰς τὸ νὰ μὴ δώσωμεν ἀκριβῆ σημείωσιν.
§33ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ μίαν πληροφορίαν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ, ἂν δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ δώσῃ αὐτὴν ταύτην τὴν ἑσπέραν, καὶ τοῦτο ἀναφερόμενος εἰς τὴν τελευταίαν συζήτησιν τὴν γενομένην εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε ἐψηφίζετο ἡ διάρκεια τοῦ δανείου, ὅπερ σήμερον πρόκειται νὰ τροποποιηθῇ, ὅτε διὰ μακρῶν συνεζητήθησαν πάντα τὰ ζητήματα τὰ σχετικὰ πρὸς τοὺς σιδηροδρόμους Ἀθηνῶν–Πειραιῶς–Πελοποννήσου καὶ προσήχθησαν καὶ πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, ἃς σήμερον λίαν εὐλόγως ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐζήτησε, καὶ βεβαίως, ἂν εἶναι ἀνάγκη, θέλει προσαγάγει ὁ κ. Ὑπουργός. Εἰς ἐμὲ ὅμως τοῦτο φαίνεται ἀπαραίτητον, διότι ἀπὸ μακρῶν χρόνων δὲν κατωρθώθη, ἴσως ἕνεκα τῶν περιπετειῶν τῆς ἑταιρείας, νὰ τελεσθῇ ἔργον, δι’ ὃ ἔδωκε κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκείνην περίπτωσιν ῥητὴν ὑπόσχεσιν ἡ ἑταιρεία. Ἴσως δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ὅτι δὲν ἐπραγματοποιήθη τὸ δάνειον καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ὑπόσχεσιν, ἀλλὰ τὸ ὑπεσχημένον εἶναι ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων ὅπως ἐκτελεσθῇ. Αἱ Πάτραι στεροῦνται τελείως σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ’ ἄπειρον ν’ ἀναβάλληται ἡ ὑποχρέωσις τῆς ἑταιρείας νὰ ἱδρύσῃ σταθμὸν ἐν Πάτραις. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπεθύμουν, ἂν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις τῆς συμβάσεως ταύτης δὲν ἐγένετο εἰδικὸς λόγος περὶ τῆς ἱδρύσεως τοιούτου σταθμοῦ ἐν Πάτραις, νὰ προκληθῇ ἡ ἑταιρεία, ὅπως βεβαιώσῃ ῥητῶς ὅτι θέλει, εὐθὺς ὡς λήξῃ ἡ διαπραγμάτευσις τοῦ δανείου, ἐπιχειρήσει πρὸ παντὸς τὴν ἵδρυσιν τοῦ σταθμοῦ ἐν Πάτραις. Τοῦτο καὶ ἡ ἀνανέωσις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ πρέπει ν’ ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν καὶ τὸ ἀντάλλαγμα πάσης οἱασδήποτε εὐκολίας παρεχομένης εἰς τὴν ἑταιρείαν τοῦ σιδηροδρόμου, ἐκείνης βεβαίως, ἥτις θέλει κριθῆ ὀρθὸν νὰ παρασχεθῇ εἰς τὴν ἑταιρείαν ταύτην. Ἐγὼ δὲ προθύμως θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ κυροῦν τὴν σύμβασιν, διότι πρόκειται περὶ τακτοποιήσεως προγενεστέρου δανείου, δι’ ὅ, καίπερ ὑποβαλὼν τὰς παρατηρήσεις, εἶχον καὶ τότε δώσει ψῆφον. Τὸ τροχαῖον ὑλικόν, οὗτινος γίνεται χρῆσις ἐπὶ τῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν, εἶναι ἀληθῶς πανάρχαιον, τὸ παλαιόν, τὸ ἀρχικῶς εἰσαχθὲν εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1883. Τότε κακόν, φαντάζεσθε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον ν’ ἀσφαλισθῇ ὑπὸ τοῦ δόντος τὴν ἔγκρισιν Ὑπουργοῦ ἡ ἀνανέωσις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ δι’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ ἰδίως διὰ τὴν γραμμὴν Μύλων– Καλαμῶν καὶ ἱδρυθῇ κατάλληλος σταθμὸς ἐν Πάτραις.
§34ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§35ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§36ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς συστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς τὰς εἶχεν ἀναλάβει ὡς ὑποχρεώσεις ἡ ἑταιρεία δι’ ἐπανειλημμένων συμβάσεων. Ἀλλὰ δι’ ἄλλων συμβάσεων νεωτέρων ἀπηλλάγη τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο μέχρι τοῦδε καὶ αἱ Πάτραι εἶναι ἄνευ σταθμοῦ καὶ ἄλλα πολλὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ δυνάμει συμβάσεων ἡ ἑταιρεία, δὲν τὰ ἐξετέλεσε, διότι ἀπηλλάγη τῶν ὑποχρεώσεων αὐτῶν δυνάμει τῆς συμβάσεως, δι’ ἧς κατέθηκε τὰ 3,000,000, τὰ ὁποῖα ὤφειλε πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν.
§37Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως, φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι παρεσκευασμένη νὰ συζητήσῃ κατ’ οὐσίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλά, καθὼς ἐπίσης ἀντιλαμβάνομαι, οἱ στέρξαντες εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου προσπαθοῦσι νὰ ἐξαναγκάσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀποστέργει τὴν συζήτησιν, νὰ εἰσέλθῃ εἰς ταύτην. Ἐπαναλαμβάνω· ἀντιλαμβάνομαι ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ὡριμωτάτη, ἵνα συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἶμαι τῆς γνώμης μάλιστα ὅτι ἡ συζήτησις θ’ ἀπεκάλυπτε καὶ θ’ ἀπεδείκνυεν ὅτι πρέπει ν’ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§38ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Φαίνεται ὅτι οἱ ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, τινὲς τοὐλάχιστον τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων, ἀπέδειξαν ὅτι εἶναι πράγματι ἐν γνώσει πληρεστάτῃ καὶ τελείως παρεσκευασμένοι πρὸς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν βλέπω τὸν λόγον τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως. Θὰ ἐπεθύμουν δὲ ν’ ἀκούσω πάντας παρεσκευασμένους καὶ μετὰ ταῦτα κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ὅτε θὰ προσκομίσω πάντα τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα, νὰ ἐκφέρω καὶ τὴν ἐμὴν γνώμην.
§39Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἄν τινες εἶναι παρεσκευασμένοι, ἂν εἶναι παρεσκευασμένοι ἐκ τῶν προτέρων ἢ καὶ ἔλαβον τὸ νομοσχέδιον, ἵνα παρασκευασθῶσι νὰ ὁμιλήσωσι περὶ αὐτοῦ. Ἐγὼ δηλῶ ὅτι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἔλαβον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
§40ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τότε μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ν’ ἀναβληθῇ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον διενεμήθη μετὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὴν πρωίαν, πιθανὸν δὲ ὁ κ. Ἀλεξάκης νὰ μὴ διῆλθε τὴν μεσημβρίαν ἐκ τῆς οἰκίας του καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔλαβε γνῶσιν. Ἀλλὰ συναινούσης τῆς Βουλῆς ἡ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συζήτησις ἀναβάλλεται. Πρὶν προχωρήσωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἤθελον παρακαλέσει, ἵνα αὔριον, ἂν συναινῇ ἡ Βουλή, συνεδριάση τὴν πρωίαν ἀπὸ τῆς 9ης, ὥστε νὰ τελειώσωμεν τὴν 1ην μ. μ. καὶ μὴ ἔχωμεν συνεδρίασιν τὸ ἀπόγευμα, ἕνεκα τῆς ἑορτῆς.
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε αὔριον τὴν 9ην. Ἕτερον ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ ἑξῆς: Κατόπιν τῆς ψηφίσεως τῶν τροποποιηθεισῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος περὶ καταρτισμοῦ τῶν νόμων, εἶναι ἀνάγκη νὰ τροποποιηθῶσι καὶ αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ δ’ ἐγγίζομεν εἰς τὸ τέρμα τῶν συζητήσεων τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, μεθ’ ἃς θ’ ἀρχίσῃ νὰ ἰσχύῃ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ ὥριμος ἡ σχετικὴ ἐργασία πρὸς τροποποίησιν τῶν ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ. Διὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ καταρτίσω ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἦτο ὅμως ὀρθότερον ν’ ἀνεμένομεν νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ἄρθρον περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἐπεξεργάζηται τὸν Κανονισμὸν καὶ δὲν θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της πρὶν ἢ περατωθῇ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἀναθεωρητικὴ ἐργασία. Δεύτερον ἀντικείμενον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶναι συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καΐρης.
§47Δ. ΚΑΙΡΗΣ. Κύριοι, θὰ παρατρέξω πᾶν ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀναφορικῶς πρὸς τὴν λειτουργίαν αὐτοῦ ἐν τῷ παρελθόντι καί, ὡς παράγοντος ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἔρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς τῶν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἀγορευσάντων ἔθιξε. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ παραξενευθῇ διὰ τὴν γνώμην μου αὐτὴν ἢ μᾶλλον διὰ τοὺς λόγους τοῦ ἀπαραδέκτου, τοὺς ὁποίους θὰ ὑποβάλω κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς πολὺ καλῶς γινώσκετε, βεβαίως δὲν εἰσάγεται ὡς θεσμὸς πολιτικός, ὡς θεσμός, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρεντεθῇ μεταξὺ τῶν δύο μεγάλων ἐξουσιῶν, τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς νομοθετικῆς, ἵνα προλαμβάνῃ τὰς τυχὸν συγκρούσεις καὶ συντελῇ εἰς τὴν εὔκοσμον λειτουργίαν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς κατὰ τὸ προσχέδιον τῶν ἐξ ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Ὑπουργῶν ὡς καὶ κατὰ τὸ προσχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ὡς βάσις κατὰ τὴν προκειμένην συζήτησιν, βεβαίως εἶναι θεσμὸς προπαρασκευαστικὸς τῶν νόμων, εἶναι καὶ θεσμός, ὁ ὁποῖος ἔχει διοικητικὴν καὶ δικαστικὴν ἐξουσίαν, καὶ τοῦ ὁποίου αὐτοῦ θεσμοῦ ζητεῖται ἡ κύρωσις ἡ συνταγματική, τουτέστιν ἡ μονιμότης τούτου. Ἀλλὰ πρὸ τούτου προέχει τὸ ἑξῆς ζήτημα. Ἐρωτῶ· δύναται ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἡ ὁποία ἔχει ἐντολὴν ν’ ἀναθεωρήσῃ μὴ θεμελιώδεις, ἀλλ’ ὑπαρχούσας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, δύναται, λέγω, ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ν’ ἀναθεωρήσῃ διατάξεις ἀνυπάρκτους; Διότι τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὸ 83, 84, 85 καὶ 86, κατὰ ῥητὴν ἀπαίτησιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἐπετράπη εἰς τὴν πρώτην Βουλευτικὴν Περίοδον μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Συντάγματος νὰ ἀναθεωρηθῶσι, καὶ ὁμολογουμένως ἡ Βουλὴ ἀκολουθήσασα τὴν ῥητὴν συντακτικὴν ἐντολὴν τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 διὰ τῶν ¾, ὡς ὁρίζει τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος, προέβη εἰς τὴν ἀναθεώρησιν καὶ διὰ τῆς ψήφου τῶν ¾ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν κατήργησε τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, συνεπῶς τὰ τέσσαρα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν εἶναι ἀνύπαρκτα. Πῶς δυνάμεθα λοιπόν, ἐρωτῶ, ἀνύπαρκτα ἄρθρα ν’ ἀναθεωρήσωμεν, δηλαδὴ ὄχι ν’ ἀναθεωρήσωμεν, παρὰ νὰ ψηφίσωμεν καὶ εἰσαγάγωμεν ὡς θεσμὸν συνταγματικὸν εἰς τὸ Σύνταγμα; Τοῦτο μοὶ φαίνεται ἀδύνατον, ὡς εἶναι ἀδύνατον νὰ διατάξητε τὴν ἐπισκευὴν μιᾶς οἰκίας, ἀλλ’ οἰκίας, ἀνυπάρκτου· εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπισκευάσητε οἰκίαν ἀνύπαρκτον; Θὰ οἰκοδομήσητε νέαν οἰκίαν. Λοιπὸν καὶ ἡμεῖς δὲν πρόκειται νὰ φέρωμεν μεταρρύθμισιν εἰς μὴ ὑπάρχοντα θεσμόν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον θεσμόν. Καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι θεσμὸς θεμελιώδης, διότι συνδέεται πρὸς τὰ καθήκοντα καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι συντελεῖ διὰ τῆς προεξελέγξεως τῶν νομοσχεδίων ὡς καὶ τῆς βασάνου τῶν ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων, ἵνα καταστήσῃ ἐντελεστέραν τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἀρτιώτερον τὸν καταρτισμὸν τῶν νόμων καὶ τῶν Διαταγμάτων. Τοιοῦτον δικαίωμα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν; Ἐγὼ νομίζω ὅτι δικαίωμα νὰ θεσμοθετήσωμεν συνταγματικὴν διάταξιν δὲν ἔχομεν· τοῦτο εἶναι δικαίωμα Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Δύναται τὸ πρᾶγμα νὰ οἰκονομηθῇ, ἀλλὰ μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ παροῦσα Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἤθελε κηρύξει ἑαυτὴν Συνέλευσιν Συντακτικήν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ὡς παράγων ἀπαραίτητος διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος; ἤθελε συναινέσει εἰς τοῦτο. Βεβαίως, ἂν ταῦτα γίνωσιν, ὄχι μόνον τὸν θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δυνάμεθα νὰ θεσμοθετήσωμεν, ἀλλὰ καὶ πᾶν ὅ,τι θέλει ἡ κυρίαρχος Συνέλευσις δύναται νὰ ψηφίσῃ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ παρεξηγήσῃ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ τὸν προορισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχει, δὲν δύναται ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὰ διαγεγραμμένα ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὅρια, καὶ ἂν εὐρύνωμεν κατά τι τὴν ἀναθεώρησιν, πάντοτε λέγομεν ν’ ἀναθεωρήσωμεν διατάξεις ὑπαρχούσας ἐν τῷ Συντάγματι. Ἂν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ παρεξηγήσῃ τὴν ἐντολήν, θὰ ὑπερβῇ τὴν ἁρμοδιότητά της καὶ θὰ θεσμοθετήσωμεν θεσμόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχομεν οὔτε ἐξουσίαν οὔτε ἐντολὴν νὰ ἐπιβάλλωμεν, καὶ δὲν γνωρίζω ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι μιᾶς τοιαύτης ὑπερβάσεως τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν. Ἐνταῦθα δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἔπρεπε νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις παρεμπίπτοντος προδικαστικοῦ ζητήματος, ἔχοντος μεγίστην ἐπιρροὴν εἰς τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ προχωρῶ καὶ περαιτέρω· τὸ κείμενον τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς νομίζω ὅτι δὲν ἀνταποκρίνεται ποσῶς εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὑποθέτει τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Ὑπουργῶν Βουλευτῶν, διότι ἐκεῖνο ὁμολογουμένως δημιουργεῖ ἓν Συμβούλιον Ἐπικρατείας ὀφεῖλον νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν καλόν, εἰς τὸν ἄρτιον καταρτισμὸν τῆς νομοθετικῆς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν ἄρτιον καταρτισμὸν τῶν ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων· διότι τὸ προσχέδιον τοῦτο ὑποχρεοῖ καὶ τὰς Κυβερνήσεις, ἀλλ’ ὑποχρεοῖ καὶ τὴν Βουλὴν μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τῶν νομοσχεδίων ἢ τῶν προτάσεων, καὶ τῶν νομοσχεδίων τῶν μὴ προϋποβληθέντων εἰς τὴν βάσανον τοῦ Συμβουλίου, ὑποχρεοῖ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπόχρεον ἐντὸς τῆς τεταγμένης προθεσμίας νὰ διαπέμψῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνωμοδότησίν του, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι ὑποχρεωτική, πάντως ὅμως εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ὑποβολὴ τῆς ἐκθέσεώς του. Τί δὲ λέγει τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς; Τὰ πάντα ἀφήνει ὡς πρὸς τὸ οὐσιωδέστερον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον καταρτίζεται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τοῦ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸν τελειότερον καταρτισμὸν τῶν νόμων, ἀφήνει εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τόσον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅσον καὶ τῆς Βουλῆς, νὰ παραπέμψῃ ἢ νὰ μὴ παραπέμψῃ. Τὸ ἄρθρον 83 ἀναφέρει τίνα καθήκοντα ἀνατίθενται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας· τὸ ἄρθρον 83 λέγει «τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὁρίζει τὰς προτάσεις νόμων, ὧν ἡ ἐπεξεργασία ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρὶν ἢ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν»· ὅσα νομοσχέδια κρίνει ἀναγκαῖον νὰ προϋποβάλῃ δύναται νὰ τὰ προϋποβάλῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον: «Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὰς εἰς αὐτὴν ὑποβαλλομένας προτάσεις». Ὥστε εἶναι δυνητικὴ ἡ διάταξις νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν προέλεγχον, τὴν προβάσανον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας τόσον οἱ νόμοι, ὅσον καὶ τὰ Διατάγματα. Καὶ εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ Βουλὴ οὐδέποτε νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Τότε ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ποῦ μένει, παρακαλῶ; Ἐνῷ τὸ προσχέδιον τῶν ἓξ Βουλευτῶν Ὑπουργῶν κατὰ τοῦτο εἶναι πληρέστερον, καὶ τοῦτο ἔδει νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τῆς συζητήσεως τοῦ θεσμοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τὰ λοιπὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἀναθέτει εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ βʹ, γʹ καὶ δ’ ἐδάφιον, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωσι κῦρος συνταγματικόν· αὐτὰ εἶναι ἀντικείμενα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὀψέποτε ἤθελε νομίσει ὅτι εἶναι χρήσιμοι οἱ θεσμοὶ αὐτοί, νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν σύστασιν διοικητικοῦ Δικαστηρίου, καὶ τοιοῦτον δικαίωμα ἔχει ἐκ τοῦ ἄρθρ.101 τοῦ Συντάγματος, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ σήμερον ἡ τοιαύτη διάταξις. Δύνανται λοιπὸν διὰ νόμου αὐτὰ τὰ καθήκοντα ν’ ἀναπληρωθῶσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται διὰ νόμου κατ’ ἐμὴν κρίσιν ν’ ἀναπληρωθῇ, εἶναι ἡ περίπτωσις τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ ἄρθρου 82 τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ κυρίως ὅλη αὐτὴ ἡ οἰκονομία καὶ ὅλον αὐτὸ τὸ κατασκεύασμα τοῦ προσχεδίου τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς κυρίως ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν προέθετο, τὴν κύρωσιν τοῦ ἐδαφίου γʹ τοῦ ἄρθρου 82 τοῦ προσχεδίου. Καὶ ἂν τὸ ἐδάφιον γʹ αὐτὸ δὲν ἔθιγε τοὐλάχιστον τὰ καθήκοντα τῶν Ὑπουργῶν—διότι ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ὑπόκεινται εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας—, καὶ αὐτὸ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἦτο ἀντικείμενον εἰδικοῦ νόμου καὶ ὄχι ἀντικείμενον διατάξεως θεμελιώδους τοῦ Συντάγματος. Διότι ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται μόνον προσφυγὴ κατὰ ἀποφάσεων διοικητικῶν Ἀρχῶν, νομαρχῶν, ταμιῶν, ἐφόρων καὶ λοιπῶν, ἀλλὰ κυρίως πρόκειται προσφυγὴ ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας πράξεων οὐχὶ μὲν καθαρῶς κυβερνητικῶν, ἀλλὰ πράξεων τῆς Κυβερνήσεως σχετιζομένων πρὸς συμφέροντα δημόσια καὶ πρὸς συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν. Καὶ τοιαύτην προσφυγὴν ἐπὶ τοιούτων πράξεων εἰς Ἀρχὴν ὑποδεεστέραν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐγὼ τὴν θεωρῶ ἀντικειμένην εἰς τὸ ῥητὸν πνεῦμα, εἰς τὸ καθαρὸν πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, καὶ εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία τείνει καὶ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν νὰ περιορίσῃ, καὶ θὰ τὴν περιορίσῃ σπουδαίως, καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον νὰ καταστήσῃ ἀνύπαρκτον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ προσχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς βάσις τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς βάσις τῆς συζητήσεως τὸ προσχέδιον τῶν ἕξ Βουλευτῶν Ὑπουργῶν, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίσῃ ὅτι ἔχει ἐντολήν, ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ κανονίσῃ, νὰ θεσπίσῃ διατάξεις συνταγματικάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀφεώρα ἡ διαταχθεῖσα ἀναθεώρησις τῶν θεσμῶν αὐτῶν.
§48Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Τὸ ψήφισμα τῆς Βουλῆς τὸ λέγει;
§49Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Τὸ ψήφισμα, κύριε συνάδελφε, τὸ λέγει, τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ τάχα δὲν εἶναι πιθανὸν καὶ ἐκείνη νὰ ἐπλανήθη; Καὶ δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ πλανῶνται καὶ ὅλοι; Ἐγὼ τὸ θέμα τοῦτο θεωρῶ σπουδαιότατον, καὶ δὲν πρέπει νὰ παραξενευθῆτε· δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν θεσμόν, διὰ τὸν ὁποῖον αὔριον δυνάμεθα νὰ μεταμεληθῶμεν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας μὲ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ προσχέδιον· εἶμαι σύμφωνος κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ νὰ θεσμοθετηθῇ στερεῶς καὶ ἀπαρασαλεύτως, χωρὶς νὰ θέσωμεν ἐν κινδύνῳ τὸ πολίτευμα ἡμῶν· διότι δὲν γνωρίζω ἂν εἰς τὸ μέλλον θὰ προΐσταται τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Βενιζέλος καὶ ἂν θὰ ἔχῃ καὶ πλειονοψηφίαν συμπαγῆ τοιαύτην, ἵνα τὸν ἀκολουθῇ. Ἐγὼ ἐξετάζω τὸ μέλλον, ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ εἴπω καὶ πάλιν ὅτι δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἀλλά, Κύριοι, ἔρχομαι καὶ εἰς τὴν τελευταίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω, διότι τὸ Συμβούλιον τοῦτο τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν ψηφισθῇ, περιβάλλεται μὲ τόσα ὑψηλὰ δικαιώματα, ὄχι μὲν ψηφίσεως νόμων, ἀλλὰ γνωμοδοτήσεως ἐπὶ τῆς ψηφίσεως τῶν νόμων, καὶ ἐπὶ τῶν Διαταγμάτων, ὡς διοικητικὸν Δικαστήριον νὰ εἶναι τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον, νὰ ἀκυροῖ πράξεις τῆς Διοικήσεως, νὰ ἐξασκῇ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς πειθαρχίας, καὶ βεβαίως εἰς τοῦτο, ὑποθέτω, θὰ κάμῃ ἐξαίρεσιν, ἤτοι ὄχι προσφυγὴ τῶν ἀποφάσεων τῶν πειθαρχικῶν, αἱ ὁποῖαι προέρχονται κατὰ πρῶτον βαθμὸν ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς· βεβαίως τοιαύτη προσφυγὴ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τοιοῦτον Συμβούλιον Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι ἓν εἶδος προνομιακῆς Γερουσίας; δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, ἀπὸ τίνας θὰ τὸ καταρτίσητε; Τίνα εἶναι τὰ πρόσωπα τῆς περιωπῆς καὶ τῆς ἐπιβολῆς, τὰ ὁποῖα θὰ καταρτίσωσιν αὐτὸ τὸ Συμβούλιον; Δὲν ἔχομεν πρόσωπα, οἷα ἦσαν τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1835, ἀπὸ τὰ ἐξοχώτερα πρόσωπα τὰ ἐκπροσωποῦντα τὴν πολιτικὴν καὶ πολεμικὴν δόξαν τοῦ ἔθνους, οἷα ἦσαν τοῦ Προβελεγγίου, Ψύλλα, Βουδούρη καὶ παρομοίων, ὧν τὰ ὀνόματα λησμονῶ τὴν στιγμὴν ταύτην· λ. χ. κατὰ τὸ 1864 τοῦ ἀοιδίμου Ζαΐμη, τοῦ Δηλιγιάννη, τοῦ Βάλβη, τοῦ Χριστίδου. Ἀπὸ τίνα πρόσωπα θὰ καταρτίσητε αὐτὸ τὸ Συμβούλιον; Ἀπὸ ἀνωτέρους ὑπαλλήλους τῆς Διοικήσεως, τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ ἢ ἐν διαθεσιμότητι, καὶ ἀπὸ τοὺς διαθεσίμους ἀνωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὸ ὕψος τῆς θέσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τοιαῦτα πρόσωπα, καὶ μὲ τοιαῦτα πρόσωπα ῥουτίνας, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, Σῶμα, ὅπως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δὲν πρέπει νὰ προικίζηται. Μετὰ πολλῆς τῆς αἰσιοδοξίας καὶ πεποιθήσεως προσβλέπω πρὸς νέους ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν πολυγνῶσται καὶ διὰ τῶν μελετῶν τῶν ἰδίων καὶ διὰ τῶν σπουδῶν των ἐν Εὐρώπῃ τοὺς ἐκτιμῶ, τοὺς ὑπολήπτομαι, τοὺς σέβομαι, δύναμαι νὰ εἴπω. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ εἴπω ὅτι βεβαίως μεθ’ ὅλην τὴν πολυγνωσίαν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ἢ μᾶλλον ἔχουσι, δὲν ἔχουσιν οὔτε τὴν μεθοδικότητα οὔτε τὴν πεῖραν, ἡ ὁποία παρομαρτεῖ εἰς τοιοῦτον ἀξίωμα, ἀλλ’ οὔτε τὸ κῦρος ἐκεῖνο τὸ τῆς ἐπιβολῆς, ἡ ὁποία προαπαιτεῖται.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ πεῖρα, κύριε συνάδελφε, ἐκπροσωπεῖ τὴν ῥουτίναν;
§51Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Πεῖρα ὄχι τοιαύτη, ἀλλὰ συνδεομένη μετὰ γνώσεων καὶ κύρους. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἂν καταρτισθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας οὕτως, καθ’ ὃν τρόπον εἶπον, θὰ δημιουργήσωμεν θεσμὸν ἄχρηστον καὶ ἐπιβλαβῆ καὶ τάχιστα ὑποκείμενον εἰς ἀποτυχίαν. Τὰς ὀλίγας αὐτὰς παρατηρήσεις, ἀλλὰ πρὸ πάντων ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου, εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, καὶ ὑμεῖς ἐν τῇ συνέσει ὑμῶν καὶ τῷ πατριωτισμῷ σας πράξατε ὅ,τι τὸ καθῆκον σᾶς ὑπαγορεύει (χειροκροτήματα)
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης.
§53Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Προετάθη τὸ ἀπαράδεκτον.
§54Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Δὲν προέτεινα· ὑπέδειξα μόνον τοῦτο.
§55Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Εἶμαι ἀμείλικτος πολέμιος τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, καὶ ἐπειδὴ νομίζω ὅτι ἡ σύστασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ ξεθυμάνουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὴν Γερουσίαν, θεωρῶ δὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς Σῶμα κάτω τῆς Βουλῆς, διότι ἄνω τῆς Βουλῆς δὲν παραδέχομαι τίποτε ἄλλο νὰ ὑπάρχῃ, διὰ τοῦτο ὑποχωρῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ δέχομαι τὴν σύστασιν αὐτοῦ. Δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὸν κ. Καΐρην ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ ἔνστασις ἀπαραδέκτου, καθόσον ἡ διαλυθεῖσα Βουλή, ἡ ὁποία ὥρισε τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἶπε ῥητῶς ὅτι τὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δύνανται νὰ συζητηθῶσι καὶ ὥρισεν ὡρισμένως εἰς τί πρέπει τὰ καθήκοντα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας νὰ περιστραφῶσι, καὶ λέγει· «πρὸς κατασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων, καὶ πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ». Ὥρισε λοιπὸν τὰ καθήκοντα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ κατὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι δεσμεύεται ἡ Βουλὴ καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπεκτείνῃ τὰ καθήκοντα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ γʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 82, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν πρέπει νὰ περιληφθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ περίπτωσις αὕτη τοῦ δικαιώματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Εἰς τὸ ἄρθρον 84 βλέπω μίαν ἀντίφασιν. Ἐδῶ τὸ Συμβούλιον αὐτὸ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ δείξῃ ἀμέλειαν περὶ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας του. Διότι λέγει ἡ σχετικὴ περίοδος· «ἀποφαινομένου ἐντὸς ἀναλόγου προθεσμίας τασσομένης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργείου κλπ.». Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τεθῇ τὸ τοιοῦτον, διὰ νὰ θεωρηθῇ ὅτι δύναται τὸ Συμβούλιον ν’ ἀμελήσῃ ἢ ν’ ἀρνηθῇ ὑπηρεσίαν. Καὶ ἡ τελευταία παράγραφος λέγει ὅτι· «Ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Ὑπουργόν». Ἀφοῦ δύναται νὰ ἀκυροῖ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ νὰ τίθηται ἄνωθεν αὐτοῦ, κατόπιν ἐν ἀντιφάσει λέγει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ μὴ ὑπακούῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ. Ἐπιθυμῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τοῦτο ἡ Βουλή, πρὸ παντὸς ὅμως ἐπιμένω, ὅπως μὴ ἀκυροῖ τὸ Συμβούλιον τὰς πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι τοῦτο θεωρῶ ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ πολίτευμα.
§56Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξις τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐμφανισθέντος ἀρχικῶς ὑπὸ τὴν μορφὴν καὶ τὸν τύπον ἰδιαιτέρου Συμβουλίου τοῦ ἐν τῇ Πολιτείᾳ μοναρχικοῦ παράγοντος καὶ ἰδίως ἐν ἐποχῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι ἢ αἱ πλεῖσται τοὐλάχιστον τούτων συνεκεντροῦντο ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος, ἰδιαιτέρου, λέγω, Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει τοῦτο μὲν νὰ παρέχῃ τὰς γνώμας αὐτοῦ ἐπὶ τῆς καθόλου διοικήσεως τοῦ Κράτους, τοῦτο δὲ νὰ παρασκευάζῃ τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, τὰς προτάσεις ἐκείνας τῶν νόμων, αἱ ὁποῖαι εἴτε ἐλάμβανον ἀπ’ εὐθείας ἰσχὺν νόμου εἴτε ὑπεβάλλοντο ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ νομοθετικὰ Σώματα προπαρεσκευασμέναι πρὸς ἐπιψήφισιν, καὶ ἐξελιχθέντος κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, κατὰ πλήρη μεταμόρφωσιν αὐτοῦ ἀπὸ ἰδιαιτέρου Συμβουλίου τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος εἰς ὀργανικὸν τῆς Πολιτείας Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἓν τῶν ὀργάνων τῆς καθόλου κινήσεως τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς, μαρτυρεῖ τὴν μεγάλην σπουδαιότητα τοῦ θεσμοῦ. Παρετηρήθη δὲ ὅτι ἡ τελευταία αὕτη μορφὴ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας συνεβάδισε πάντοτε μετὰ τῆς ἐπὶ τὸ φιλελευθερώτερον τροπῆς τῶν πολιτευμάτων καὶ κατ’ ἐξοχὴν τῶν φιλελευθέρων πολιτευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐστηρίχθησαν ἐπὶ τοῦ λεγομένου συστήματος τῆς αὐτοδιοικήσεως καὶ τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως. Καὶ ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ διαμορφωθῇ τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἀπὸ ἰδιαιτέρου Συμβουλίου τοῦ Βασιλέως εἰς Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διότι διὰ τοῦ Σώματος τούτου ἐπεδιώχθη κυρίως κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς νομιμότητος ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία ἰδέα μέχρι τῶν τελευταίων χρόνων καθυστέρει πολύ, κατεβάλλετο δὲ προσπάθεια, ὅπως ἐξυπηρετηθῇ αὕτη μόνον διὰ τῶν ἀρχῶν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Κατενοήθη λοιπὸν ἡ ἀνάγκη ὅτι ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἔπρεπε ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο ὄχι μόνον ἡ ἀρχικὴ ἀποστολή, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἡ ἀποστολὴ τουτέστι τοῦ παρασκευάζειν τοὺς νόμους καὶ γνωμοδοτεῖν ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων ὑποθέσεων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ δικαστικὴ δικαιοδοσία, πρὸς πραγμάτωσιν τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς νομιμότητος ἐν τῇ καθόλου διοικήσει τοῦ Κράτους. Ἐν ταῖς Πολιτείαις ἐμφανίζονται σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀτόμων ἢ μεταξὺ τούτων καὶ τοῦ Δημοσίου ὡς νομικοῦ προσώπου μὲ οἰκονομικὴν ὑπόστασιν, αἱ σχέσεις δ’ αὗται ἀποτελοῦσι τὰς λεγομένας σχέσεις τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι γεννῶσι ποικίλας διαφοράς, πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ὁποίων καλεῖται ἡ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐγκατεστημένη δικαστικὴ ἐξουσία. Ἀλλ’ ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἐμφανίζονται καὶ πληθὺς ὅλη ἐννόμων σχέσεων, αἵτινες δὲν φέρουσι τὸν ἀνωτέρω χαρακτῆρα τῶν ἰδιωτικῶν διαφορῶν καὶ διὰ τῶν ὁποίων συνδέονται οἱ πολῖται πρὸς τὰς διοικητικὰς Ἀρχὰς τοῦ Κράτους, αἵτινες ἐν τῇ καθόλου κινήσει τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ συμμορφῶνται πρὸς ὡρισμένας διατάξεις, ῥυθμιζούσας τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν ἀπέναντι τῶν πολιτῶν. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἡ ἰδέα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς νομιμότητος πρέπει νὰ διέπῃ καὶ διαπνέῃ τὴν ἐνέργειαν τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, ἀλλ’ ὁ χειρισμός, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω ἐν ἀρχῇ, τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους καθυστέρησε πολὺ ἐν τῇ πρακτικῇ ἐφαρμογῇ, κατ’ ἐξοχὴν παρ’ ἡμῖν. Εἴμεθα μάρτυρες ἀπείρων καὶ καθημερινῶν παραπόνων τῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους ἐν τῇ καθόλου διακυβερνήσει καὶ κινήσει τοῦ διοικητικοῦ μηχανισμοῦ βλέπομεν καθ’ ἑκάστην παραπονουμένους καὶ διαμαρτυρομένους κατὰ παρανόμων ἐνεργειῶν τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς. Ἀλλ’ εἰς τοὺς ἀδικουμένους τούτους πολίτας τίνα μέσα προστασίας παρέχει σήμερον ἡ Πολιτεία; Παρέχει προληπτικῶς τὴν ἀπειλὴν ποινικῆς καταδιώξεως κατὰ τοῦ παρανομήσαντος ὑπαλλήλου, παρέχει προληπτικῶς τὴν ἀπειλὴν πειθαρχικῆς καταδιώξεως κατὰ τοῦ παρανομοῦντος ὑπαλλήλου ἐκ μέρους τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, παρέχει τὴν ἐγγύησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἐνασκουμένου ὑπὸ τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας. Ἂν δὲ ἡ πρᾶξις ἡ διοικητικὴ ἀνάγεται εἰς ἀνωτέραν σφαῖραν, τὴν ὑπουργικήν, ἔχομεν καὶ τὴν καθιέρωσιν τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ὑφ’ ὡρισμένας προϋποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὁρίζονται ἐν τῷ νόμῳ. Πλήν, ἐνῷ πάντα ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἀξίας λόγου ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς νομιμότητος ἐν τῇ διοικήσει, ἐν τούτοις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν παρετηρήθη ὅτι ἡ ἐν τῇ διοικήσει ἔλλειψις πάσης σχεδὸν δικαστικῆς ὀργανώσεως ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸν στασιασμὸν τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης διὰ τὰς ἀδικίας, τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις προξενεῖ εἰς τοὺς πολίτας, ὁσάκις αὕτη ἐνεργεῖ ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων. Ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ὅστις παρουσιάζεται ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς στερεωτέρας ἐγγυήσεως, δυστυχῶς εἰς τὴν φύσιν τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων ἔγκειται νὰ ὑπολείπηται, διότι πολλάκις ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἐχρησίμευσεν, ἀντὶ μέσου προληπτικοῦ ἢ ἀναιρετικοῦ τῆς ἀδικίας, ὡς μέσον καλύψεως τῆς παρανομίας. Ἐξ ἄλλου ἡ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν παρανόμων ἐνεργειῶν τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν ἀπειλὴ ποινικῆς ἢ πειθαρχικῆς καταδιώξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων δὲν συνετέλεσε μέχρι σήμερον εἰς τὴν κραταίωσιν τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους. Μέχρι τοῦδε ἡ καθιέρωσις δικαστικῶν ὀργανώσεων ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους κατεδείχθη ἀναγκαία πρὸ παντὸς ὡς πρὸς τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις αὐτοῦ, ἤτοι τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας προκαλοῦσιν αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους διὰ τὴν κίνησιν τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς, ἢ τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις, αἵτινες ἐν τῇ καθόλου ἐμφανίσει τῆς διοικήσεως γεννῶνται μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, κατ’ ἐξοχὴν δὲ εἰς τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ὡς ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων περὶ βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων. Οὕτω δὲ διὰ τῶν δικαστικῶν τούτων ὀργανώσεων ἀποκατέστη ἡ ἰδέα τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ Πολιτείᾳ ὡς πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους, δηλονότι ὡς πρὸς τὰς λογιστικὰς αὐτοῦ σχέσεις, ἐν μέρει δὲ καὶ ἐν τῇ βεβαιώσει καὶ εἰσπράξει τῶν δημοσίων ἐσόδων διὰ τῆς κατ’ ἐξαίρεσιν παραδοχῆς τῆς διαδικασίας τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ἐπὶ τῶν σχέσεων ἐκείνων, τῶν καθαρῶς οἰκονομικῶν μεταξὺ πολιτῶν καὶ Δημοσίου, τῶν ὁποίων ἡ ἐκδίκασις ἀφῃρέθη ἀπὸ τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, λόγῳ τοῦ λίαν κατεπείγοντος, καὶ ἀνετέθη εἰς διοικητικὰ Σώματα ἢ διοικητικὰς ἐπιτροπὰς ἢ διοικητικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δὲν φέρουσι μὲν πλήρεις τὰς ἐγγυήσεις τῶν κυρίως δικαστικῶν ὀργανώσεων, οὐχ ἧττον παρέχουσιν ἔν τινι μέτρῳ ἐγγυήσεις τινὰς ὑπὲρ τῆς νομιμότητος ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἀκριβοδικαίας ἐκτιμήσεως τοῦ πραγματικοῦ καὶ νομικοῦ μέρους τῶν ὑποθέσεων. Καὶ ταῦτα μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίλυσιν τῶν διαφορῶν ἐκείνων, αἵτινες πηγάζουσιν ἐκ τῶν λογιστικῶν σχέσεων τοῦ Κράτους ἢ ἐκ τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων μεταξὺ Δημοσίου καὶ πολιτῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει πληθὺς ὅλη διοικητικῶν πράξεων, αἱ ὁποῖαι κεῖνται ἐκτὸς τῆς σφαίρας ταύτης καὶ αἵτινες ἐπιχειροῦνται ὑπὸ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων προϋποθέσεων, τὰς ὁποίας ῥητοὶ νόμοι ὁρίζουσι, καὶ αἵτινες πράξεις συχνότατα παρέχουσιν ἀφορμὴν εἰς βλάβας τῶν πολιτῶν καὶ εἰς συνεπείας ὀδυνηράς. Ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ σφαίρᾳ ἡ ἰδέα τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς νομιμότητος, κατ’ ἐμὴν γνώμην, δὲν ἐξησφαλίσθη μέχρι σήμερον, οὔτε διὰ τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, οὔτε διὰ τῆς ἀπειλῆς τῆς πειθαρχικῆς καταδιώξεως αὐτῶν, οὔτε διὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἐντεῦθεν δ’ ἀνακύπτει ἡ ἀνάγκη, ἵνα διὰ τὴν καὶ ἐν τῇ σφαίρᾳ ταύτῃ νομιμότητα τῆς ἐνεργείας τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν ἐγκαθιδρυθῇ ἐν τῇ Πολιτείᾳ Σῶμα οὐχὶ καθαρῶς δικαστικόν, Σῶμα διοικητικόν, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἰς τὸ ὁποῖον ὅμως ν’ ἀπονεμηθῇ ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἡ ἀποστολὴ καὶ ἐξουσία, ἵνα ὡς Σῶμα δικαστικόν, ὡς Σῶμα ἀσκοῦν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ὡς Σῶμα ἀπολαῦον ποιᾶς τινος συνταγματικῆς μονιμότητος ἐγγιζούσης πρὸς τὴν ἰσοβιότητα, προσδοθῇ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ἵνα μεριμνᾷ περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ καθόλου διοικήσει τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, Κύριοι, εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ ἰδιαίτερον τοῦ Βασιλέως, τὸ ὁποῖον ἐξελιχθὲν διεμορφώθη εἰς Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ἀπενεμήθη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἡ φυσικωτέρα ἀποστολὴ αὐτοῦ, τουτέστιν ἡ λεγομένη δικαστικὴ ἀποστολή, ἡ ἀποστολὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν κέκληται τὸ Συμβούλιον νὰ ἐκπληρώσῃ κατὰ προσφυγήν, ἐξασφαλίζον τὴν νομιμότητα τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας ἀπέναντι τῶν πολιτῶν. Θὰ ἠδύνατο εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ κοινὴ δικαστικὴ δικαιοδοσία, ἡ καθαρῶς δικαστικὴ ἐξουσία, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἔχουσα τὸ δικαίωμα ἵνα παρεμπιπτόντως ἐλέγχῃ τὴν νομιμότητα τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας, ὡς κύριον ἔργον ἔχει οὐχὶ νὰ ἆρῃ τὴν πρᾶξιν καθ’ ἑαυτὴν ὡς ἀντικειμένην εἰς τοὺς καθεστῶτας νόμους, ἀλλὰ νὰ ἄρῃ τὰς ὑλικὰς συνεπείας, τὰ βλαβερὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ παράνομος ἐνέργεια τῆς Ἀρχῆς ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εἰς βάρος τοῦ πολίτου. Δὲν ἐπιτυγχάνεται λοιπὸν ἀμέσως ὁ σκοπὸς ὑπὸ τῆς ἐν τῇ Πολιτείᾳ δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐκτιμώσης παρεμπιπτόντως τὸ παράνομον τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι τοῦτο ἔσχε βλαβερὰ ἀποτελέσματα εἰς βάρος τοῦ πολίτου, καὶ δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ κύριος σκοπός, διότι ὁ σκοπός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀτενίζομεν ἤδη, δὲν εἶναι ἡ ἄρσις τῶν συνεπειῶν τῆς ἀδίκου ἐνεργείας τῆς Ἀρχῆς, ἀλλ’ ἡ ἄρσις αὐτῆς ταύτης τῆς πράξεως, εἰς τρόπον ὥστε νὰ παύσῃ ἐξακολουθοῦσα νὰ γεννᾷ τὰ βλαβερὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἡ πρόληψις τῆς παρανόμου ἐνεργείας τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν. Εὐκταῖον δὲ ἤθελεν εἶσθαι, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ Σώματος τούτου προελαμβάνετο ῥιζικῶς ἡ ἐπέλευσις παντὸς ἐν γένει βλαβεροῦ ἀποτελέσματος, καὶ προελαμβάνετο τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο, αἰρομένης καὶ θεωρουμένης συνεπείᾳ τῆς ἄρσεως ταύτης ὡς τελείως ἀνυπάρκτου νομικῶς τῆς παρανόμου διοικητικῆς ἐνεργείας. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ν’ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς νομιμότητος κατ’ ἄλλον τρόπον ἐν τοῖς σπλάγχνοις τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἤκουσα λεγόμενον ὅτι, ἂν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας περιβληθῇ τοιαύτην δικαστικὴν ἐξουσίαν, θὰ μειωθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, καὶ ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι, ὅτε ἤκουσα τοῦτο, ἐσκέφθην μὴ οἱ ὑποστηρίζοντες τοῦτο φαντάζονται ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν εἶναι Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ συντρέχῃ μετὰ τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπιτυχίαν ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ σκοποῦ, τῆς μὲν Βουλῆς ἐλεγχούσης τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν διὰ τὰς παρανομίας τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, τοῦ δὲ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐρχομένου ἵνα δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ κυρώσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς νομιμότητος καὶ ἀναγνωρίσῃ ἀποτελεσματικῶς τὸ παράνομον τῶν διοικητικῶν ἐνεργειῶν. Δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τί θὰ συγκρουσθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν τῇ δικαστικῇ αὐτοῦ ἐμφανίσει, ἢ κατὰ τί θὰ μειωθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ὅταν ἔχῃ παρὰ τὸ πλευρόν του συνεργαζόμενον μετ’ αὐτοῦ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Οὐδὲ εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐν τῇ ἐνασκήσει τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας τίθεται ὑπεράνω τῆς Βουλῆς· ὅσον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπεράνω τῆς Βουλῆς ἐτέθη τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον ἐλέγχει τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἐν γένει τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, τουτέστι τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν ἐν τῇ οἰκονομικῇ αὐτῶν δράσει. Οὐδὲ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἰδέα τῆς δικαιοσύνης ἐν τῇ οἰκονομικῇ ἐμφανίσει καὶ λειτουργίᾳ τοῦ Κράτους ὑπῆρξεν ὀλιγώτερον αἰσθητὴ πρὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου παρὰ μετὰ τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μόνον ἡ δικαιοδοσία, ἢ μᾶλλον μόνον ἡ ἀποστολὴ τοῦ παρασκευάζειν καὶ ἐπεξεργάζεσθαι τὰς προτάσεις τῶν νόμων, καὶ ἂν ἐπρόκειτο εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο ν’ ἀνατεθῶσι προσθέτως αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ἄνευ ἄλλης δικαστικῆς δικαιοδοσίας, θὰ ἠδυνάμην Κύριοι, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ εἰσαχθῇ ὡς θεσμὸς παρ’ ἡμῖν, διότι ὁ θεσμὸς θὰ σημειώσῃ ἀποτυχίαν ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐσημείωσε καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, μολονότι λόγος τῆς ἀποτυχίας ἐκείνης δὲν ἦτο μόνον τὸ περιωρισμένον τῶν δικαιοδοσιῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ καὶ τὸ ἀσυμβίβαστον αὐτοῦ πρὸς τὸ συγκεντρωτικὸν σύστημα, ὅπερ ἐπεκράτησεν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὴν ἔλλειψιν φιλελευθέρου ἐξελίξεως τοῦ πολιτεύματός μας, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅσον μᾶλλον φιλελεύθερος εἶναι ἡ ἐξέλιξις καὶ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος, ἐπὶ τοσοῦτο τὸ σύστημα τῆς ἀποκεντρώσεως, ἐπὶ τοσοῦτο τὸ σύστημα ἀποκαταστάσεως τῆς ἰδέας τῆς δικαιοσύνης εἰς πάσας τὰς σχέσεις οὐχὶ διὰ τῆς συγκεντρώσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς κατανομῆς τῶν εὐθυνῶν εἰς πλείονα ὀργανικὰ σώματα, εἶναι τὸ τελειότερον σύστημα. Ἐὰν λοιπὸν περιορισθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας μόνον εἰς ἐκείνας τὰς δύο στενὰς δικαιοδοσίας, τοῦ νομοπαρασκευαστικοῦ Σώματος καὶ τοῦ Σώματος τοῦ ἐντεταλμένου νὰ δικάζῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνων, οἵτινες ὑποστηρίζουσιν ὅτι ὁ θεσμὸς εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος, καὶ τὸ μόνον ἀποτέλεσμα, ὅπερ θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εἶναι ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους δι’ ὀλίγων ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν. Ἀλλ’ ἄν, δι’ οὓς λόγους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὴν αἰσθάνομαι, διότι δι’ αὐτοῦ πέπεισμαι ὅτι θ’ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης καὶ τοῦ κράτους τοῦ νόμου ἐν τῇ καθόλου διοικήσει τοῦ Κράτους. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ σκέψει τῆς ἀπονομῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας μοὶ ἐγεννήθη εἷς δισταγμός, τὸν ὁποῖον ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω κατὰ τὴν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς γενομένην συζήτησιν. Ὁ ἐνδοιασμὸς δὲ οὗτος προέρχεται ἐκ τοῦ φόβου πιθανῆς συγκρούσεως μεταξὺ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐφ’ ὅσον θὰ πρόκειται περὶ πράξεων ἐνεργουμένων ἐν πρώτῳ βαθμῷ ἀμέσως ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ ἐνδεχομένης τοιαύτης μεταξὺ αὐτῆς τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ θὰ ἐκήρυσσε παράνομον ἐνέργειάν τινα Ὑπουργοῦ, ἐφ’ ἧς ὅμως ἡ Βουλή, κατ’ ἐνάσκησιν τοῦ προσήκοντος αὐτῇ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, θ’ ἀπεφαίνετο ἀντιθέτως. Οἱ φόβοι οὗτοι μοὶ ἐγεννήθησαν καὶ μὲ πείθουσιν ὅτι πρέπει νὰ διστάζω, ἂν θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἐκταθῇ ἡ δικαστικὴ δικαιοδοσία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ ὑποβάλλωμεν εἰς ταύτην καὶ αὐτὰς ταύτας τὰς ἀμέσους καὶ ἐν πρώτῳ βαθμῷ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι δύναται νὰ κανονισθῇ καὶ διὰ νόμου αὐτό;
§58Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ διαρρυθμισθῇ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος.
§59Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν φρονεῖτε ὅτι δὲν εἶναι συμφέρον ν’ ἀποκλεισθῇ ἐκ τῶν προτέρων, διδομένου ὅτι ἡ συνταγματικὴ διάταξις, ἣν διετύπωσεν ἡ ἐπιτροπή, οὐδὲν ἐμπόδιον τίθησιν εἰς τὴν ἐλευθέραν νομοθετικὴν ἐξέλιξιν τοῦ θεσμοῦ; Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι κατὰ τοῦτο προτιμοτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σημερινῶν ἀντιλήψεων ἠδύνατο νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θέλετε ν’ ἀναπτύξητε, νὰ γίνῃ δηλαδὴ διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ;
§60Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Φρονῶ καὶ πιστεύω ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθωσιν εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ἐνασκούμενος κατὰ τῶν πράξεων Ὑπουργῶν, εὕρῃ ὅτι πρᾶξίς τις τοῦ Ὑπουργοῦ στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, εἶναι νόμιμος, ἐὰν κατὰ προσφυγὴν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἔλθῃ καὶ κηρύξῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην παράνομον.
§61Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐννοῶ τὴν σκέψιν σας· αὕτη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§62Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἀλλὰ θεωρῶ τὸ πρᾶγμα τόσον οὐσιῶδες καὶ σπουδαῖον, ὥστε θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ἡ ἐγγύησις ληφθῇ ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι, διότι ἀπολύτως ἀποκρούω, ὡς ἐκ τῶν φόβων τούτων, νὰ ὑπαγάγωμεν καὶ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν ὑπὸ τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
§63Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐξαιρεθῶσι τῆς διαδικασίας τοῦ Συμβουλίου αἱ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, αἴρεται ἐντελῶς ἡ δικαιοδοσία, ἡ ὁποία παρέχεται.
§64Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐννοῶ νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ ἀπ’ εὐθείας ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν ἐπιχειρούμεναι πράξεις. Δὲν ἐννοῶ τὰς πράξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐπιχειροῦσι κατὰ δεύτερον, ἐν παραδείγματι, βαθμόν, ἐνασκοῦντες δικαίωμα ἐγκρίσεως ἢ ἐνεργοῦντες καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νόμιμον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει πράξεις κατωτέρου βαθμοῦ νὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐπίσης, κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ τελειώνω, θεωρῶ χρησιμώτατον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ διὰ τὴν ὑπὸ στοιχεῖον δʹ παρεχομένην εἰς αὐτὸ πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν. Ἂν ἡ διοίκησις διεκρίθη παρ’ ἡμῖν ἐπὶ μὴ νομιμότητι, πλειστάκις δὲ καὶ ἐπὶ ἀρνήσει πάσης δικαιοσύνης, τοῦτο προῆλθε κυρίως διότι ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία δὲν ἠσκήθη παρ’ ἡμῖν, ὡς ἔδει, μέχρι σήμερον ἐκ μέρους τῶν προϊσταμένων Ἀρχῶν κατὰ τῶν ὑφισταμένων, τοῦθ’ ὅπερ προῆλθεν ἐκ πολλῶν τε καὶ ἄλλων λόγων, ἀλλὰ κυρίως ἐκ τῆς παρ’ ἡμῖν ἐλλείψεως πειθαρχικοῦ κώδικος. Τὸ Κράτος θὰ αἰσθανθῇ λίαν ταχέως μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς ἀποκεντρώσεως, θὰ αἰσθανθῇ, λέγω, τὴν ἀνάγκην πειθαρχικοῦ κώδικος, γενικοῦ νόμου, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ καθορίζωνται αἱ πειθαρχικαὶ παραβάσεις τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων καὶ αἱ Ἀρχαί, εἰς τὰς ὁποίας τὸ Κράτος θὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἐνάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀποκεντρώσεως τὸ Κράτος ἐπίσης θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην ἵνα ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ δικαίωμα τῆς ἐνασκήσεως πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, διότι τὰ πειθαρχικὰ παραπτώματα θ’ ἀποτελῶσι περιπτώσεις ἀπολύσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸ νὰ ἐμπιστευθῇ δὲ τὸ Κράτος ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὴν ἐνάσκησιν πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, εἰς τρόπον ὥστε παραπτώματα ἐπανειλημμένα, συνεπαγόμενα πειθαρχικὴν τιμωρίαν, νὰ ἐπάγωνται καὶ τὴν παῦσιν τῶν ὑπαλλήλων, βεβαίως ἡ παροχὴ τοιαύτης ἐξουσίας θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν ἀναίρεσιν τοῦ συστήματος τῆς πολιτικῆς ἀποκεντρώσεως. Ἀλλ’ ἡ πειθαρχικὴ αὕτη δικαιοδοσία εἶναι σκόπιμον νὰ παρασχεθῇ ἐν πρώτῳ καὶ τελευταίῳ βαθμῷ εἰς τὰ ἐγκαθιστάμενα ἐπὶ κεφαλῆς ἑκάστου κλάδου τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν συμβούλια; Διστάζω, Κύριοι, νὰ πιστεύσω εἰς τὴν σκοπιμότητα τῆς ἐνασκήσεως τοιαύτης δικαιοδοσίας ἐκ μέρους τῶν ἀνωτάτων τούτων συμβουλίων, διότι ταῦτα δυστυχῶς δὲν εἶναι ξένα ἀπὸ τὸ λεγόμενον esprit de corps. Τούτου δεδομένου, τὸ Κράτος θὰ εἶναι ὑποχρεωμένον καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου νὰ ἐγκαταστήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐν δευτέρῳ τοὐλάχιστον βαθμῷ, ὡς ἀνωτέραν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐμπιστευθῇ τὸν χειρισμὸν τοῦ πειθαρχικοῦ κώδικος τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, χειρισμὸν ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἐνίοτε ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀπόλυσιν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων συνεπείᾳ τοιούτων ἀποφάσεων ἐκ μέρους τῶν συμβουλίων, τὰ ὁποῖα θὰ προΐστανται τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Αἱ δύο λοιπὸν τελευταῖαι δικαιοδοσίαι, τῶν ὁποίων ἡ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπονομὴ προτείνεται διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, φρονῶ ὅτι ἀποτελοῦσιν ὅρους ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Οἱαδήποτε τῶν δύο τούτων ὑπηρεσιῶν ἤθελε κριθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἀφαιρετέα, φρονῶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὀρθότερον ἵνα ἡ Βουλὴ ἀχθῇ εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦ κατ’ ἀρχὴν μὴ δεκτοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἀπορρίψῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον ὡς ἐντελῶς ἄχρηστον. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§65Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐμελέτησα, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἐπὶ μακρὸν ἐκρατήθην ὑπὸ τὴν γοητείαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνέπνευσε καὶ ἡ διατύπωσις καὶ ἡ ἔννοια αὐτῆς. Ἀλλὰ πάντα τὰ ἀναμφισβήτητα προσόντα τοῦ ἀριστοτεχνήματος τούτου δὲν μὲ ἔπεισαν παντάπασι νὰ μεταβάλω γνώμην, ἥκιστα δ’ ἐμείωσαν τὴν ζωηρὰν ἀντιπάθειαν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι κατὰ θεσμοῦ δημιουργοῦντος θέσεις, ἀξιώματα, τιμάς, διὰ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται νὰ ὑπηρετηθῶσι κατεπείγουσαι καὶ ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ λαοῦ, θεσμοῦ ἀληθῶς καὶ δικαίως λαομισήτου· λαομισήτου οὐχὶ διὰ τὴν ἀντίληψιν μόνον τῶν ἀνδρῶν τοῦ 1843, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν τῶν ἀνδρῶν τοῦ 1863 καὶ 1865, λαομισήτου καὶ ἤδη καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχων δημοκρατικὸν τὸν χαρακτῆρα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι βεβαίως δίκαιον νὰ ἐρευνηθῇ ὁ θεσμὸς οὗτος ἀπὸ μόνης τῆς ἀπόψεως τῆς τρόπον τινὰ αἰσθηματικῆς· ἀνάγκη νὰ ἐρευνηθῇ καὶ ἐπισκοπηθῇ καὶ ἡ χρησιμότης καὶ ἡ σκοπιμότης αὐτοῦ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κατερχόμενος τοῦ βήματος εἶπε· «Καὶ περὶ τῶν δαπανῶν δὲν καταδέχομαι κἂν νὰ κάμω λόγον, διότι νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἐν τῇ πλάστιγγι νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν». Πρόκειται ἆρά γε περὶ ἀποκτήματος τόσον πολυτίμου, πρόκειται περὶ θησαυροῦ τόσον σπουδαίου, ὥστε δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν λαὸν οὔτε κἂν νὰ σκεφθῇ τί θὰ δαπανήσῃ καὶ τί θὰ κερδίσῃ ἐκ τῆς ἱδρύσεως τοιούτου θεσμοῦ; Ὀλίγαι ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν, περίπου τριακόσιαι χιλιάδες, ἴσως περισσότεραι, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν, καὶ ἰδιαιτέρως ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ λάβωμεν τὴν δαπάνην ταύτην ὑπ’ ὄψιν, οὐχὶ βεβαίως ἀπολύτως, ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσι, διότι, ἂν θὰ ἐπετρέπετο ἡ φράσις ἡ συνήθης, ἡ οἰκεία τῷ κυρίῳ Βουλευτῇ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἡμεῖς, τέκνα τοῦ λαοῦ, ἐγγύτερον αὐτῷ ἱστάμενοι καὶ γνωρίζοντες τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, συνεκινήθημεν, Κύριοι, χθές, ὅτε Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πεντακόσιοι παῖδες Ἀκαρνᾶνες μένουσι τυφλοί, διότι τὸ Κράτος δὲν δαπανᾷ 15,000 δραχμῶν, καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν οἱ καθ’ ἡμέραν ἐρχόμενοι εἰς συνάφειαν μὲ τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὁποῖον σκότος βασιλεύει καὶ ἐν τῇ καρδίᾳ καὶ ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ.
§66Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ὁ ἐπιθεωρητὴς παρενόμησεν, ὄχι διότι δὲν δαπανᾷ τὸ Κράτος· καὶ εἷς λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι αὐτός.
§67Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Κατήργησε τὰ σχολεῖα, διότι ἔχουσιν ἐλάσσονας μαθητὰς τῶν δεκαπέντε, καὶ τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ συντηρῇ σχολεῖα, ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν μαθητῶν εἶναι ἐλάσσων τῶν δεκαπέντε· διατί; Δι’ ὃν λόγον εἶπον, ὅτι δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ 15,000 διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν.
§68Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐνῷ ἱδρύει πρυτανεῖον!
§69Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν καὶ εἴδομεν συμπολίτας πνιγομένους δι’ ἔλλειψιν μιᾶς γεφύρας, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ἄλλοτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτής, διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος 15,000 δραχμῶν, ἡμεῖς πολὺ θὰ σκεφθῶμεν, ἂν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δαπανήσωμεν 300,000 δραχμῶν, διὰ τῶν ὁποίων δὲν ἀναγνωρίζομεν ὅτι θὰ ἐπέλθῃ σκόπιμόν τι.
§70Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Θὰ κερδίσῃ διπλᾶ, Κύριε.
§71Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Εἶναι ἡ ἀντίληψίς σας. Καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἴδομεν πρὸ τῶν ὀμμάτων ἡμῶν ὀφειλέτην τοῦ Δημοσίου πυροβολούμενον ὑπὸ τῶν χωροφυλάκων καὶ φονευόμενον, διὰ νὰ πληρώσῃ ἔνταλμα δεκατεσσάρων δραχ., καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴδομεν ἀλέσματα νὰ κατάσχωνται εἰς τοὺς μύλους δι’ ὀφειλὰς εἴκοσι δραχμῶν, καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴδομεν καὶ τὴν προῖκα πτωχῆς κόρης νὰ κατάσχηται, τὴν ὁποίαν κατεσκεύαζε τὴν νύκτα ἀφ’ ἑνός, καθ’ ὃν χρόνον τὴν ἡμέραν ἠσχολεῖτο ἐν τοῖς ἀγροῖς, διὰ νὰ διαθρέψῃ μικροὺς αὑτῆς ἀδελφούς, ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα ἀσυγκίνητοι πρὸ μιᾶς δαπάνης, τῆς ὁποίας δὲν ἀναγνωρίζομεν τοιαύτην σκοπιμότητα, ἣν ἠθέλησε ν’ ἀποδώσῃ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, δαπάνης σκοπούσης τὴν σύστασιν ἀριστοκρατικοῦ πρυτανείου ἢ λαομισήτου γηροκομείου.
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι σκόπιμος;
§73Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Χρησιμότητά τινα δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, ἀλλὰ πολλὰ εἶναι χρήσιμα καὶ πολλῶν δεῖταί τις, προτιμᾷ ὅμως ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἀπόλυτον.
§74Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ φερετζὲς τῆς λείπει, κύριε συνάδελφε, τῆς Μαριορίτσας!
§75Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Τίς εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀντιπαροχὴ ἐκ τοῦ θεσμοῦ τούτου τῷ λαῷ, ὁ ὁποῖος πρόκειται τοσαῦτα νὰ συνεισφέρῃ χάριν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ; Ἡ πρώτη εἶναι ἡ νομογνωμοδοτικὴ τοῦ Συμβουλίου ἀποστολή. Ἐάν, Κύριοι, ἐπρόκειτο ἁπλῶς ἐκ τῆς ἐρεύνης μόνον τοῦ παρελθόντος νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ἀνάγκης ἰδίου Σώματος νομοπαρασκευαστικοῦ, θὰ ἤμην σύμφωνος ὅτι τοιοῦτον Σῶμα εἶναι ἀπαραίτητον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὕτη ἡ ἀκριβὴς τοῦ πράγματος ἄποψις. Βεβαίως τὸ παρελθὸν θὰ ἐρευνηθῇ, καὶ πρέπει νὰ ἐρευνηθῇ· ἀλλὰ καὶ τὸ παρὸν θὰ ἐπισκοπηθῇ, καὶ ἐπὶ τοῦ μέλλοντος δέον νὰ γίνῃ πρόβλεψις, καὶ ἂν πεισθῶμεν ὅτι ὑπάρχουσιν αἱ αὐταὶ προϋποθέσεις καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ θὰ εἶναι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, οἷαι καὶ ἐν τῷ παρελθόντι, ὅτε δὲν κατεσκευάσθησαν καταλλήλως οἱ νόμοι, δυνάμεθα νὰ στέρξωμεν τὴν σύστασιν Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἂν ὅμως πεισθῶμεν ὅτι καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἰδίως αἱ προϋποθέσεις αὗται θ’ ἀρθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀναγκαῖα καὶ σκόπιμα ἴδια νομοπαρασκευαστικὰ συμβούλια, εἶναι ἀνάγκη νὰ παρίδωμεν τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν καὶ ἑπομένως καὶ αὐτὸν τὸν θεσμόν. Ὑπάλληλοι, κύριοι Βουλευταί, μὲ ἀποφοιτήριον δημοτικοῦ σχολείου ἢ τὸ πολὺ Ἑλληνικοῦ σχολείου, διὰ τῆς ὑπηρεσίας ἀνελθόντες μέχρι τῆς θέσεως τῶν Τμηματαρχῶν καὶ τῶν Γενικῶν Γραμματέων, Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἐνίοτε, καθ’ ἃ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, δὲν θὰ ἦσαν ἄξιοι οὔτε διὰ κλητῆρας τῶν Ὑπουργείων, Βουλευταὶ κωλυσιεργοῦντες καὶ ψηφίζοντες τὴν τελευταίαν στιγμὴν τεσσαράκοντα νομοσχέδια ἐντελῶς ἀμελέτητα κατὰ τρόπον, ὥστε καὶ πλαστογραφίαι νὰ εἰσχωρήσωσιν, ὡς ἐνθυμεῖσθε ὅτι τοιοῦτόν τι ἀπεκαλύφθη κατὰ τινα παρελθούσης Βουλῆς Σύνοδον—ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ Φεβρουαρίου ἢ τοῦ Μαρτίου—, λειτουργίαι τοιαῦται βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ παραδώσωσιν εἰς τὸν λαὸν νομοθετήματα ἀντιφατικά, νομοθετήματα ἀνεφάρμοστα, νομοθετήματα μὴ πληροῦντα τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον συνετάχθησαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι ἡ τοῦ παρόντος κατάστασις ὁποία ἦτο ἡ τοῦ παρελθόντος; καὶ θὰ εἶναι ἡ τοῦ μέλλοντος ὁποία εἶναι ἡ τοῦ παρόντος ἢ ὁποία ἦτο ἡ τοῦ παρελθόντος; Σήμερον, Κύριοι, εἰσάγομεν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν διὰ διαγωνισμῶν, ἤτοι διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἐπιλογῆς, ἐγκριτωτάτους ἐπιστήμονας, εἰς δὲ τὰ Τμήματα συναντᾶτε πρώτης δυνάμεως ἐπιστήμονας νέους, οἱ ὁποῖοι εὐλόγως θὰ ἠξίουν νὰ ὀνομασθῶσι σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω ὀνόματα ὑπαλλήλων· ἀλλὰ νὰ παραλείψω τάχα τὸν Ἀναστασιάδην τῶν Οἰκονομικῶν; Καὶ ἐνῷ ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς συντάξεως τῶν νόμων θὰ γίνηται ὑπὸ τοιούτων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐν τῷ παρόντι εἶναι περισσότερον κατηρτισμένοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, λόγῳ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον καταρτίζεται αὕτη, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ εἶναι ἀκόμη πλειότερον μεμορφωμένοι ἐπιστημονικῶς, διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον τὸ πανεπιστημιακόν, καθ’ ὃ συνιστᾶται Σχολὴ πολιτικῶν ἐπιστημῶν, ἐκ τῆς ὁποίας κυρίως θ’ ἀντλῇ ἡ ὑπηρεσία τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῆς, τίνα ἀνάγκην ἔχετε τῶν συμβούλων τῆς Ἐπικρατείας, ἀφοῦ οἱ ὑπάλληλοι, ἐφωδιασμένοι μὲ μόρφωσιν πλήρη καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκπαιδευθέντες, θὰ εἶναι τελειότατα κατηρτισμένοι εἰς τὴν σύνθεσιν τῶν νόμων; Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο μόνον; Ἐλπίζετε εἰς ὀπισθοδρόμησιν, κύριοι Βουλευταί; Νομίζετε, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ παρακαθήσωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καθ’ ὑπαγόρευσιν ἄλλων ὑπέβαλλον νομοσχέδια, τῶν ὁποίων οὔτε τὸ περιεχόμενον οὔτε τὴν ἐπικεφαλίδα ἐγίνωσκον; Ἀλλ’ εἶναι ταῦτα μόνον; Ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπεξεργάζωνται δυνάμει τοῦ Συντάγματος οἱ νόμοι ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῶν ἐπιτροπειῶν αὐτῆς, ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν δηλαδὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι μόνοι ἁρμόδιοι καὶ κατάλληλοι νὰ ἐκτιμήσωσι καὶ νὰ διασκευάσωσι τὰ νομοσχέδια, ὑπὸ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἕλκοντες ἐκ τοῦ λαοῦ τὴν δύναμιν θὰ αἰσθάνωνται εἰς τὴν καρδίαν αὑτῶν παλμὸν ἀνὰ τὴν ἀνάγνωσιν πάσης διατάξεως καὶ μετ’ αὐτῆς θὰ συνδέωσι τὸν πόνον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ὁ τρόπος, λέγω, τῆς ἐπεξεργασίας τῶν νόμων ἐντὸς τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι πολὺ διάφορος ἢ κατὰ τὸ παρελθόν.
§76Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅρα σύγχρονον νομοθεσίαν!
§77Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Σύμφωνοι διὰ τὸ παρελθόν, ἀλλά, ἂν τὸ μέλλον εἶναι τὸ αὐτό, ἀλλοίμονον τότε!
§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἀπορρίπτωνται τὰ νομοσχέδια, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τί νὰ κάμῃ;
§79Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι, ἐνῷ τοιαύτην αἰσιοδοξίαν τρέφω περὶ τοῦ μέλλοντος, ἐνῷ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι καὶ ἡ ὑπηρεσία θὰ βελτιωθῇ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ θὰ εἶναι κρείσσονες, καὶ τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι συγκεκροτημένον καλλίτερον, καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ἄνδρες φιλότιμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτά των πρὸς καλλιτέραν ῥύθμισιν τῶν νόμων, καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ἄνδρες φιλότιμοι, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεισφέρωσι τὰ φῶτά των, ἐὰν τὰ ζητήσῃ ἡ Πολιτεία, ἐκ τοῦ παρελθόντος δ’ ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι, ὁσάκις ἡ Πολιτεία ἐζήτησε τὰ φῶτα εἰδικῶν ἀνδρῶν, οὗτοι προθύμως τὰ προσέφερον, ἐπιτρέψατέ μοι, λέγω, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν ἑξῆς νόμων.
§80Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ὑπῆρχον ἄνθρωποι, διὰ νὰ κάμωσι νόμους!
§81Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὅτε ἐψηφίζοντο τεσσαράκοντα νομοσχέδια εἰς μίαν συνεδρίασιν, ἔχετε δίκαιον νὰ λέγητε τοιαῦτα.
§82Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τί θὰ βελτιώσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας αὐτὴν τὴν παραλυσίαν; Δυνατὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ν’ ἀποστέλλῃ νομοσχέδια τεθεωρημένα κατ’ ἐπίσημον τρόπον, ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, θὰ μεταβάλλωνται τὰ νομοσχέδια διὰ προσθήκης προσωπικῶν διατάξεων.
§83Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος.
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ οὐδεμίαν ἔχει σπουδαιότητα.
§85Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἀκούσατε πῶς ἔχουσι καὶ ἤδη τὰ τῆς ἐπεξεργασίας καὶ τῆς κατασκευῆς τῶν νόμων: «Νόμος ΓΨΒʹ τοῦ 1910. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχει Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποστολὴν ἔχει νὰ παρασκευάζῃ καὶ νὰ ἐπεξεργάζηται τοὺς νόμους, ἀποτελεῖται δὲ ἀπὸ ἕνα Ἀρεοπαγίτην, ἀπὸ ἕνα καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, ἀπὸ δύο Τμηματάρχας καὶ ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα». Δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἄλλους συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας καλλιτέρους ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁρίζει ἤδη ὁ νόμος πληρωνομένους ἀπὸ τὸ δημόσιον Ταμεῖον πρὸς τοῦτον τὸν σκοπόν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπεξεργάζωνται τὰ νομοσχέδια διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔχομεν καὶ ἄλλον νόμον, τὸν νόμον ΓΧΟΘʹ τοῦ 1910, ὁ ὁποῖος εἰς τὸ ἄρθρον 13 λέγει· «Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν λειτουργεῖ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα, ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἀπὸ τὸν Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀπὸ τὸν Νομικὸν Σύμβουλον, ἀπὸ τὸν Καθηγητὴν τῆς Δημοσιονομίας καὶ ἀπὸ δύο Τμηματάρχας διπλωματούχους», ἐν ὅλῳ ἀπὸ ἑπτὰ πρόσωπα, δηλαδὴ μονίμως πληρωνόμενα ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ προσθέτως μάλιστα, τὸ ὁποῖον σκοπὸν ἔχει νὰ παρασκευάζῃ καὶ νὰ ἐπεξεργάζηται τοὺς νόμους. Δηλαδὴ ἔχετε εἰδικῶς διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἑπτὰ συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας καὶ θέλετε νὰ τοὺς μεταφέρητε εἰς ἄλλο μέρος μὲ ἄλλους τίτλους καὶ μὲ ἄλλους μισθούς, διὰ νὰ ἐκτελῶσι τὴν ἰδίαν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένοι πληρωνόμενοι ὑπὸ τοῦ Κράτους νὰ ἐκτελῶσιν; Ἔχομεν καὶ ἄλλον νόμον· ἔχομεν τὸν νόμον ΓΨΚΔʹ τοῦ 1910 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος λέγει· «Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας ὑπάρχει Συμβούλιον ἀποτελούμενον ἀπὸ δύο Καθηγητὰς τῆς Νομικῆς, τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου καὶ τοῦ Διοικητικοῦ Δικαίου, ἀπὸ ἕνα Καθηγητὴν τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν, ἀπὸ τρεῖς Τμηματάρχας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀποστολὴν νὰ παρασκευάζῃ καὶ νὰ ἐπεξεργάζηται τοὺς νόμους». Δηλαδὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πληρώνει, ἐκτὸς τῶν ἐννέα νομικῶν Συμβούλων μετὰ τοῦ Δικαστικοῦ, δεκαοκτὼ ἐν ὅλῳ πρόσωπα, Καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, ἀνωτάτους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἀνωτέρους ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, δηλαδὴ τοὺς μέλλοντας συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ὑποθέτω, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀποστολὴν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, ἀμειβόμενοι προσθέτως κατὰ τοὺς νόμους, νὰ ἐπεξεργάζωνται καὶ νὰ παρασκευάζωσι τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Θὰ ἐρωτήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν, Κύριοι, μὲ ἐπεβαρύνατε μὲ 300,000 δραχμῶν, δὲν εἴχετε τάχα ὑπ’ ὄψει ὅτι αὐτὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ εἴχετε συγκεκροτημένον ἐν τρισὶ μὲν Ὑπουργείοις καὶ ἐκ τόσων προσώπων, ὅσα θ’ ἀποτελέσωσιν αὐτὸ διὰ πάντα τὰ Ὑπουργεῖα; Τί θὰ τοῖς εἴπωμεν; Θὰ τοῖς εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δημιουργήσωμεν διὰ Διαταγμάτων καὶ διὰ τοῦ ἀλληλοδιορισμοῦ μίαν ἀριστοκρατίαν, διὰ νὰ εὕρῃ πᾶσα φιλοδοξία κάποιαν θέσιν!
§86Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ δημιουργηθῇ ἀνεξάρτητον Σῶμα, διότι αὐτὰ ἐχρεοκόπησαν.
§87Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ὑποθέτω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θὰ συμφωνήσητε πάντες ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ δημιουργηθῇ Σῶμα νομοπαρασκευαστικόν, ἀφοῦ ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἔχουσι δημιουργηθῆ παρ’ ἑκάστῳ Ὑπουργείῳ τοιαῦτα, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται προσθέτως τοιαύτη δημιουργία, ὅτε καὶ ἡ σύνθεσις τῆς Βουλῆς τοῦ μέλλοντος καὶ ἡ ἐργασία αὐτῆς ἐξασφαλίζει κατὰ πολὺ διάφορον τρόπον τὴν ἐπεξεργασίαν καὶ τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων. Καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαμαρτυρηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἀδικαιολογήτως ὑπέστη, ἐπαναλαμβάνω, διὰ νὰ δημιουργηθῇ διὰ Διαταγμάτων ἀριστοκρατία τῶν τίτλων ἢ ἄλλη τις, ἡ ὁποία θὰ τυραννήσῃ αὐτόν, ὡς ἐν τῷ παρελθόντι τὸν ἐτυράννησεν ἡ ἀριστοκρατία τοῦ προγονισμοῦ.
§88Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀριστοκρατία τίτλων.
§89Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς βάρος τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ.
§90Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Καὶ ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἔχων τὴν προέλευσίν του μοναρχικὴν θὰ δημιουργήσῃ ἀληθῆ ὀλιγαρχίαν ἐν Ἑλλάδι.
§91Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρωτευουσιάνικην.
§92Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Λυποῦμαι, διότι τὸ τέκνον τοῦ λαοῦ, ὁ κ. Γκλαβᾶς, δὲν παρίσταται ἐδῶ. Ἡ ἐξέλιξις τοῦ τέκνου τοῦ λαοῦ θὰ ἦτο δυνατή, ὥστε ἀπὸ τῆς βουλευτικῆς θέσεως νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν ὑπουργικῶν ἑδωλίων, ἀλλ’ εἰς τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ. Αὐτὰ εἶναι τόσον εὐνόητα, ὥστε νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν. Ὑπολείπεται, Κύριοι, ἡ ἐργασία τοῦ Συμβουλίου ὡς Συμβουλίου πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὰ ὑπάρχοντα συμβούλια δύνανται νὰ τροποποιηθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ σκοποῦ αὐτῶν νὰ εἶναι πλήρης καὶ ἀσφαλής. Ἀλλά, λέγουσιν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ δικάζῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἄκουσον, λαέ, θὰ δικάζῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, καὶ ὁ λαὸς θὰ σκέπτηται· τί ἆρά γε εἶναι αὐταὶ αἱ ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον μένουσαι ἀδίκαστοι παρεκώλυον τὴν πρόοδόν μου καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ σταδιοδρομήσω;
§93Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Πληρώνομεν διὰ τοὺς νομικοὺς συμβούλους σήμερον 250,000 δραχμῶν.
§94Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δηλαδὴ αἱ ὑποθέσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον καὶ ὑπὸ συγγραφέων ξένων Κρατῶν μέχρι τῶν ὁποίων ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔφθασα, ἀλλ’ ἀντλῶ τὴν πληροφορίαν ἐκ τοῦ συγγράμματος τοῦ κ. Ποταμιάνου, ἀνεγνωρίσθη ὅτι καλλίτερον, τελειότερον, μᾶλλον ἀνεξαρτήτως καὶ ἐντελῶς δικάζονται ὑπὸ τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων, ἐκτός τινων, αἱ ὁποῖαι ἀφέθησαν καθαρῶς διὰ τὴν διοικητικὴν δικαιοδοσίαν.
§95Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ἔχωμεν δικηγόρους πολλούς.
§96Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Βεβαιότατα. Καὶ παραμένουσι, Κύριοι, καθαρὰς διοικητικῆς φύσεως αἱ ἑξῆς ὑποθέσεις, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας· δηλαδὴ αʹ περὶ φόρου οἰκοδομῶν, βʹ ἐπιτηδευμάτων, γʹ στρατευσίμων, δʹ δημαιρεσιῶν, εʹ χαρτοσήμων, ϛʹ λαθρεμπορίου καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ ἄλλαι τινές, αἱ ὁποῖαι σήμερον δικάζονται ἐν πρώτῳ βαθμῷ ὑπὸ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, ἐν δευτέρῳ δὲ βαθμῷ ὑπὸ τῶν τοπικῶν συμβουλίων καὶ κατ’ ἔφεσιν αἱ πλεῖσται ὑπὸ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὡς περὶ τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ τοῦ λαθρεμπορίου.
§97Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ περὶ στρατευσίμων.
§98Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Εἶναι ἄλλο συμβούλιον περὶ τούτων. Πρέπει νὰ σημειώσητε ὅτι ἐν τῷ δευτέρῳ βαθμῷ θὰ ἐξετάζηται πάντοτε τὸ νομικὸν μέρος καὶ οὐχὶ τὸ πραγματικόν.
§99Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποῦ τὸ εὑρίσκετε αὐτό, ὅτι δὲν θὰ ἐξετάζηται ἡ οὐσία εἰς τὸν δεύτερον βαθμόν;
§100Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ἐκ τῆς φύσεως τῶν διαφορῶν τούτων. Ἐάν, Κύριοι, ἀσχοληθῇ τὸ Συμβούλιον τοῦτο περὶ πασῶν τῶν ὑποθέσεων τούτων οὐσιαστικῶς, σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσωσιν οὔτε τρία ἑκατομμύρια δι’ αὐτό, διότι ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ πραγματικοῦ μέρους θ’ ἀπαιτῇ μίαν πλήρη ἀνάκρισιν, ἡ ὁποία δὲν θὰ γίνηται ἄνευ δαπάνης καὶ ἡ ὁποία συνηθέστατα θὰ καταλήγῃ κατὰ τοῦ ἐνισταμένου, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ πρόκειται ν’ ἀποφύγῃ τὴν πληρωμὴν φόρου τεσσαράκοντα δραχμῶν, θὰ πληρώνῃ διὰ δαπάνην περισσότερα, ὅπως σήμερον συμβαίνει μὲ τὰ πρωτόκολλα τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου. Διὰ νὰ ἀποφύγωσι φόρον πέντε δραχμῶν, πολλάκις πληρώνουσιν εἰς τὸ Δημόσιον τεσσαράκοντα δραχμάς. Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν ἔχωμεν ἀνάγκην διοικητικοῦ τινος Δικαστηρίου, ἔχομεν δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ ἐν ἰσχύϊ νὰ συστήσωμεν διοικητικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωσιν αὐτὴν τὴν ἀποστολήν. Τίνα λόγον ἔχει νὰ ὑπαγάγωμεν τὰς ὑποθέσεις τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Τίνα ἄλλον παρὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ δικαιολογία τῆς δημιουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; Ὁμολογῶ ὅτι ἐκ πασῶν τῶν λειτουργιῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἰδιαιτέρως ἐτόνισεν ὁ κ. βουλευτὴς Εὐρυτανίας, δὲν λέγω Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, διὰ νὰ μὴ γένηται σύγχυσις μὲ τοὺς ἄλλους, δηλ. ἡ περίπτωσις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκυροῖ τὰς πράξεις τῶν Ἀρχῶν. Καὶ ἀναφέρεται μὲν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὅτι ἐκτὸς τούτου θὰ δύναται νὰ ἐπεμβῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ὁσάκις πρόκειται περὶ παραλείψεως καὶ ἐπὶ παραλείψεων ἀκόμη τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, ἀλλ’ οὔτε ὁ τρόπος τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν παραλείψεων καθορίζεται εἰδικώτερον, οὔτε φαντάζομαι κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπέμβασις. Θὰ ἀκυρώσῃ τὴν παράλειψιν ἢ θὰ ἐκδώσῃ Διάγγελμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ λέγῃ: «Κύριε Ὑπουργέ, νὰ κάμῃς αὐτό, διότι παραπονεῖται ὁ πολίτης»; Ἐὰν πρόκειται νὰ καθιερώσωμεν τοιαύτην ἐξουσίαν ἀνάλογον πρὸς τὴν τῶν ἐφόρων τῆς Σπάρτης, θὰ τὴν ἐχειροκρότουν. Ἀλλ’ δυστυχῶς δὲν πρόκειται τοιαύτη ἐξουσία νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ἁπλῶς σκοπεῖ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Ἑπομένως ὅ,τι ἐλαττοῖ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν μειοῖ καὶ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, τοιαύτη δὲ μείωσις εἶναι ἐλάττωσις τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ καὶ ὑπὲρ τοιαύτης ἐλαττώσεως, οὐδέποτε θὰ ψηφίσω. Κύριοι Βουλευταί, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐν μιᾷ χώρᾳ καὶ δὴ μικρᾷ, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἄνδρες κύρους, ἄνδρες θάρρους, ἄνδρες μορφώσεως, εἶναι δυνάμεις ἐθνικαί, τῶν ὁποίων καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὸ θάρρος ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ λαὸς νὰ περιφρουρήσῃ, διότι εἶναι ἄνδρες, ἐπαναλαμβάνω, τῶν ὁποίων ἡ ὁπωσδήποτε μείωσις θὰ εἶναι μείωσις τῆς δυνάμεως τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅτε ἀναλογίζομαι ὅτι εἰς τὸ μέγαρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ ὑπάρχωσιν ἕδραι ἀναπαυτικαί, ἕδραι τιμητικαὶ καὶ προσοδοφόροι, πρὸς τὰς ὁποίας καθεὶς θ’ ἀτενίζῃ, ἐὰν τὴν στιγμὴν ταύτην πολλοὶ δὲν θὰ ἠτένισαν, ὡς τὸ φαντάζομαι, τότε ποῦ θὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖνο τὸ θάρρος, περὶ τοῦ ὁποίου τόσον εὐγλώττως ὡμίλησεν ἄλλοτε ὁ Βουλευτὴς Ψαρῶν, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν παρίσταται, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λέγῃ τις τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐπάνω καὶ κάτω καὶ ὁριζοντίως; Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι μετὰ τὸ μέγαρον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ ὑπάρχωσι πολιτικοὶ ἄνδρες, εἴτε ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ ἢ ἀνδρείκελα, τὰ ὁποῖα θὰ ταπεινῶνται πρὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ θὰ ἐξευτελίζωνται εἰς τοὺς αὐλικοὺς προθαλάμους; (Χειροκροτήματα). Καὶ ὅτε ἀναλογίζομαι, Κύριοι, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ εἶναι ὁ τάφος τοῦ θάρρους καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅτι ἡ μείωσις τοῦ θάρρους των εἶναι μείωσις τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταψηφίσω τὸν θεσμὸν αὐτὸν μετὰ τοῦ αὐτοῦ ἀγρίου φανατισμοῦ, μετὰ τοῦ ὁποίου θὰ κατεψήφιζον πάντα ἄλλον θεσμόν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐδημιουργεῖτο ἀριστοκρατία καὶ θὰ ἐμειοῦντο αἱ ἐθνικαὶ δυνάμεις. (Χειροκροτήματα).
§101Α. ΡΟΝΤΗΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα). Μετὰ τὴν διακοπήν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§103Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Οἱ λόγοι, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν σκέψιν περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ καταδικασθέντος εἰς τὸ παρελθὸν Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι σχεδὸν εἰς πάντας γνωστοί. Ἡ ἐπικρατήσασα κατὰ τὴν τελευταίαν 20ετίαν ἐντελὴς ἀκαταστασία τῆς Διοικήσεως καὶ ἡ κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη ὑποβολὴ νόμων ἐντελῶς ἀμελετήτων καὶ ἀντιτιθεμένων πρὸς προϋπάρχοντας ἐγέννησαν τὴν σκέψιν ὅτι θὰ ἦτο χρήσιμον ἓν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀναλάβῃ τὴν παρασκευὴν τῶν ὑποβαλλομένων νομοθετημάτων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τρόπον τινὰ πάντων τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἂν οἱ λόγοι, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν σκέψιν ἐκείνην, ὑπάρχουσι σήμερον ἢ ἂν θὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὸ μέλλον. Μέχρι πρό τινος, Κύριοι, οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἦσαν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐθεώρουν ἑαυτοὺς κατ’ οὐσίαν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἐργασθῶσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς πατρίδος των καὶ τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν πάντοτε ὅτι ἐφ’ ὅσον ἴσχυε τὸ κόμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διώρισεν αὐτούς, θὰ ἦσαν διοικητικοὶ ὑπάλληλοι ἂν δὲ τὸ κόμμα ἐκεῖνο ἔπαυεν ὂν εἰς τὴν Ἀρχήν, τότε θὰ ἐπαύοντο καὶ αὐτοί, καὶ διὰ τοῦτο, διὰ νὰ τηρήσωσι τὴν θέσιν αὐτῶν, συνεδύαζον τὰς συνειδήσεις αὑτῶν, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συμβιβασμός, πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἑκάστοτε ἰσχυόντων πολιτευομένων, καὶ διὰ τοῦτο ἐβλέπομεν νὰ δίδωσι τοιαύτην ἐλαστικότητα εἰς τὰς διαφόρους διατάξεις τῶν νόμων, ὥστε διὰ τοὺς μὲν παραβαίνοντας τὸν δεῖνα νόμον, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ ἀποφανθῇ ὁ δεῖνα διοικητικὸς ὑπάλληλος, ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐνόει τὸ α, διὰ δὲ τοὺς ἐχθροὺς ὁ αὐτὸς νόμος ἐνόει τὸ β, δηλ. ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέφερε τὸ κόμμα, νὰ ἐννοήσῃ ὁ νόμος. Δὲν ἔπταιον λοιπὸν οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλεν εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ εἶναι πράγματι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, νὰ μὴ ἔχωσιν ἰδίαν σκέψιν καὶ συνείδησιν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν οἱ λόγοι οὗτοι σήμερον; Τὸ κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐξασκεῖ τὴν ἐπιρροὴν αὐτήν, ἢ ἔχει τὴν δύναμιν, ἔστω καὶ ἂν ἔχῃ τὴν θέλησιν, νὰ ἐξασκήσῃ τὴν ἐπιρροὴν αὐτὴν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων; Κατὰ τὴν γνώμην μου ὄχι, διότι ἐδημιουργήθησαν τοιαῦται ὑπηρεσίαι, τοιαῦτα ἐποπτικὰ συμβούλια ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων ἐντελῶς ἀνεξάρτητα, ὥστε ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν ἔχει πλέον τὸν φόβον ὅτι, ἂν παρακούσῃ καὶ δὲν ἐκτελέσῃ τὰ παράνομα αἰτήματα τοῦ Α καὶ Β Βουλευτοῦ, θὰ ἴδῃ ἑαυτὸν ἀπολυόμενον τὴν ἄλλην ἡμέραν, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του πρὸς πάντα, θὰ κριθῇ ἀπὸ μίαν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία εἶναι ἄσχετος πρὸς τὸν Βουλευτήν, καὶ ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ λόγου ὁ διοικητικὸς ὑπάλληλος ἐβελτιώθη καὶ συνεπῶς ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο ἀναγκαῖον τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέβλεπε καὶ εἰς δεύτερον βαθμὸν θὰ ἐξήταζε τὰς ἀποφάσεις τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων τῶν κατωτέρων, δὲν ὑπάρχει σήμερον. Τὸ δεύτερον ζήτημα, τῆς παρασκευῆς τῶν νόμων, διότι ὁ δεύτερος σκοπὸς εἶναι αὐτός....
§104Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὁ πρῶτος.
§105Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κατ’ ἐμὲ εἶναι ὁ δεύτερος. Ἡ αἰτία ἡ προκαλέσασα τὴν σκέψιν περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἦτο ἡ διοικητικὴ ἀκαταστασία. Τὸ ἀκατάρτιστον καὶ ἀμελέτητον τῶν νόμων ἰδιαζόντως παρετηρήθη ὄχι εἰς πολὺ παρελθούσας Βουλευτικὰς Περιόδους, ἀλλ’ ἰδίως εἰς τὴν τελευταίαν, τῆς ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνόμισαν οἱ Κύριοι αὐτοὶ ὅτι εἰς διάστημα ἑνὸς μηνὸς ἠδύναντο νὰ παρουσιάσωσιν ἓν σακκίδιον νομοσχεδίων, νὰ τὰ ψηφίσωσι καὶ νὰ γίνωσι νόμοι, καὶ νὰ ἐπέλθῃ δι’ αὐτῶν ἡ ὑπὸ πάντων ποθουμένη ἀνόρθωσις.
§106ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐν τούτοις ἐψηφίσθησαν καὶ καλοὶ νόμοι τότε.
§107Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Μεταξὺ τῆς σωρείας τῶν ψηφισθέντων τότε ὑπάρχουσι καὶ ὀλίγοι καλοί, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον εἶναι κάτι τι ἄλλο παρὰ νόμοι, καὶ θὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν πολλὰς τῶν μελλουσῶν Βουλῶν νὰ διορθώσωσι πολλοὺς τῶν νόμων αὐτῶν ἢ νὰ τοὺς καταργήσωσιν. Ἀλλ’ ὅταν μία Βουλή, ἡ ὁποία συναισθάνεται τὸ καθῆκόν της καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ πρόσωπα πλέον, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἔχωσιν ὡς ἐπάγγελμα τὸ νὰ τρέχωσιν ἀπὸ γραφείου εἰς γραφεῖον, ἀπὸ Ὑπουργείου εἰς Ὑπουργεῖον, ἀπὸ Δικαστηρίου εἰς Δικαστήριον, ἵνα παρέχωσιν ἐκδουλεύσεις εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των, ἀλλὰ θὰ ἔχωσι κύριον σκοπὸν νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα καὶ παρακολουθῶσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ συντελῶσιν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν νομοσχεδίων, δὲν θὰ παρουσιάζηται πλέον τὸ ἀκατάρτιστον τῶν νομοσχεδίων, τὸ ὁποῖον παρουσιάζετο εἰς τὸ παρελθόν. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ, ὡς ἐλπίζω, ὁ αὐτὸς τρόπος ἐργασίας, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησε καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν Σύνοδον, ὥστε πάντοτε νὰ παραπέμπωνται τὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς καὶ θὰ παρουσιάζωνται αὐτὰ πλέον πολὺ βελτιωμένα, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἐξονυχιστικῆς συζητήσεως, τῆς γινομένης ἐντὸς τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ παρουσιάζωνται πλέον τὰ κενὰ ἐκεῖνα καὶ αἱ ἀντινομίαι, αἵτινες παρουσιάζοντο εἰς τὸ παρελθόν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ ἕνεκα τῆς αἰτίας ταύτης, τῆς πληρεστέρας δηλ. καταρτίσεως τῶν νόμων, ἡ σύστασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας οὐδένα λόγον ἔχει. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, Κύριοι, εἶναι θεσμός, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἃ ἀναφέρουσιν ἐν τῇ ἐκθέσει τὰ μέλη τὰ ἀποτελοῦντα τὴν ἐπιτροπήν, ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ, Ἰταλίᾳ, Ἱσπανίᾳ, Σερβίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ· ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς Κυρίους αὐτούς· εἰς ποῖον ἄλλο Κράτος, πλὴν τῆς Γαλλίας, ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐσταδιοδρόμησε καὶ ἔφερεν ἀγαθοὺς καρπούς;
§108Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Πανταχοῦ, Κύριε.
§109Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν θὰ ἐπεθύμουν τὸ Κράτος τὸ ἰδικόν μας νὰ ἔχῃ ὡς παράδειγμα οὔτε τὴν Σερβίαν οὔτε τὴν Ἱσπανίαν, διότι νομίζω ὅτι διοικεῖται καλλίτερον.
§110Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Διῳκεῖτο;
§111Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Διοικεῖται καὶ διῳκεῖτο.
§112Γ. ΙΑΤΡΙΔΗΣ. Ἀποκρούω τὸν παρατατικὸν καὶ δέχομαι τὸν ἐνεστῶτα.
§113Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι τοῦ ἐνεστῶτος, ἀλλὰ καὶ τὸ παρελθόν, καίτοι ἁμαρτωλόν, δὲν ὑπῆρξε τόσον κακόν. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ὁ θεσμὸς αὐτὸς δὲν ἔχει τόσην εὐρύτητα, ὅσην παρουσιάζουσιν οἱ Κύριοι διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Ἔχει πολὺ περιωρισμένα δικαιώματα. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν προώδευσεν ὁ θεσμὸς αὐτός, διότι ἐκεῖ ἐγεννήθη, ἐκεῖ ἀνεπτύχθη καὶ ἐκεῖ ἐκαρποφόρησε, διότι εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ μετρούμενοι εἰς τὰ δάκτυλα, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι μίαν κοινωνίαν προηγμένην καὶ νὰ δύνανται ἐπαξίως νὰ καταλάβωσι τὰς διαφόρους θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τῆς Πολιτείας, εἶναι πληθὺς ἀνθρώπων, πληθὺς ἀνεπτυγμένων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εὑρίσκωνται καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν Ἀκαδημίαν καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐδῶ ὅμως δὲν βλέπω ποῦ εἶναι ἡ πληθὺς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τῶν ἐξαιρετικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ δύνανται καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι καὶ νὰ ὑπάρχῃ καὶ πλεονασμός, ὥστε νὰ καταλάβωσι καὶ τὰς πανεπιστημιακὰς ἕδρας καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπειδὴ εἶναι διπλάσιος ἀριθμὸς Βουλευτῶν σήμερον ἐδῶ, ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχωσι μερικοί, οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται νὰ καταλάβωσιν ἐπαξίως τὴν θέσιν τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλά ....
§114ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Διατί μόνον ἐδῶ καὶ ὄχι καὶ ἔξω;
§115Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὅ,τι καλὸν εἶχεν ἔπρεπε νὰ τὸ στείλῃ ἐδῶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλά, ἂν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι ἐνταῦθα, προτιμότερον νὰ τηρήσωσι τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐδῶ, διότι νομίζω ὅτι εἶναι χρησιμώτεροι ἐδῶ. Ἐγὼ δὲ μάλιστα, πρὸς ὁρισμὸν τῆς σκέψεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, θὰ προτείνω τὸ ἑξῆς, ἵνα ψηφισθῇ ἰδιαίτερον ἄρθρον ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς τῶν νῦν Βουλευτῶν νὰ δύναται νὰ καταλάβῃ θέσιν δημιουργουμένην ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ εἰς διάστημα δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ περιορισθῇ ἡ ὄρεξις μερικῶν.
§116Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι θὰ εἴχομεν προσόντα διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ὄχι νὰ μᾶς ἐξαιρέσητε.
§117Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ μείνωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οἱ νομίζοντες ἑαυτοὺς καταλλήλους ὡς συμβούλους τῆς Ἐπικρατείας, διότι χρησιμώτεροι εἶναι ἐνταῦθα. Τοιαύτη δὲ διάταξις περιοριστικὴ ὑπάρχει εἰς τὰ πλεῖστα Συντάγματα τῆς Ἀμερικῆς, διὰ τῆς ὁποίας καθορίζεται ὅτι, ὅταν ἐνδιαφέρηται ἀμέσως Βουλευτής τις διὰ τὴν ἐπιψήφισιν οἱουδήποτε νομοσχεδίου, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μετάσχῃ τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ οὔτε νὰ δεχθῇ νὰ καταλάβῃ θέσιν δημιουργουμένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἧς εἶναι μέλος. Ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν εἶναι ταῦτα ἀκριβῆ, σᾶς παραπέμπω εἰς τὰ Συντάγματα τὰ Ἀμερικανικά, ἵνα τὰ ἴδητε.
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνα σχέσιν ἔχουσιν αὐτὰ μὲ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ Συμβούλιον;
§119Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Νὰ περιορισθῶσι μερικαὶ φιλοδοξίαι. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως θὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτε μᾶς ἔστειλεν ἐνταῦθα, μᾶς ἔδωκε τὴν ἐντολήν, ἵνα ἀνορθώσωμεν τὰ κακῶς ἔχοντα τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν περιοριστικὸν ὅρον νὰ μὴ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸν νέα βάρη. Αὐτός, μοὶ φαίνεται, ἦτο εἷς ἐκ τῶν πρώτων ὅρων, τοὺς ὁποίους ἔθηκεν εἰς ἡμᾶς. Τώρα παρουσιάσθησαν πλεῖσται ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι χρήζουσι δαπάνης, καὶ τοιαῦται εἶναι αʹ) ἡ λειτουργία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβαρύνεται ἐπὶ πλέον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δι’ 870.000· βʹ) ἐπὶ πλέον 400.000, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀποστολάς· γʹ) ἄλλας τόσας, ὑποθέτω, διὰ τὰς νομοπαρασκευαστικὰς ἐπιτροπάς· δʹ) ἄλλας τόσας ἐπίσης διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς. Ἐπεβάλομεν λοιπὸν νέα βάρη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τὰ 2.000.000. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας καὶ τοῦ Ἐμπορίου ἦτο ἀπαραίτητον, αἱ στρατιωτικαὶ ἀποστολαὶ ἐπίσης, νομίζω ὅμως ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν εἶναι ἀπαραίτητον καὶ συνεπῶς πρέπει νὰ κάμωμεν τὴν οἰκονομίαν αὐτὴν τῶν 400.000 δρ., εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη τοῦ Συμβουλίου.
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχετε ἕτοιμον προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης;
§121Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἔκαμα προϋπολογισμὸν ὅτι θὰ εἶναι περὶ τὰ 25 μέλη τακτικὰ καὶ ἔκτακτα.
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι τόσα.
§123Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Πόσα θέλετε; 15; Ἂς κάμωμεν ὑπολογισμόν. Πόσον θὰ πληρώνωνται οἱ Κύριοι αὐτοί; Ἀπὸ 800 δραχ. ὀλιγώτερον;
§124Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὀλιγώτερον.
§125Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἀφοῦ λαμβάνουσιν οἱ νομικοὶ σύμβουλοι 600, οἱ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας πρέπει νὰ λαμβάνωσιν 800–1000. Ἔχομεν λοιπὸν 15 Χ 800=12.000· ἐκτὸς αὐτῶν χρειάζεται καὶ ἓν κατάστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον θὰ στεγασθῇ τὸ Συμβούλιον, ὅπου θὰ ἔχῃ τὴν ἕδραν του, χρειάζονται δὲ καὶ διάφοροι ἄλλοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποτελῶσι τὸ βοηθητικὸν προσωπικόν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι καὶ αὐτοὶ δαπάνην, καὶ συνεπῶς νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 400.000 δὲν εἶναι ἀρκετόν.
§126Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἂν ἔχῃ ὠφέλειαν, δὲν ἐξετάζεται ἡ δαπάνη.
§127Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητον κατὰ τὴν γνώμην μου.
§128Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τότε μάλιστα.
§129Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἂν θὰ ψηφισθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ σκοπὸν τὴν παρασκευὴν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, τότε συγχρόνως διατί νὰ ὑπάρχωσι καὶ νομοπαρασκευαστικαὶ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὸ νὰ μᾶς παρασκευάσωσι τοὺς κώδικας; Ἢ τὸ ἓν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἢ τὸ ἄλλο. Διότι ἐγὼ ἔχω τὴν ἑξῆς πεποίθησιν, ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ ἄρθρον 107 θέσωμεν τὸν ὅρον νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸ Σύνταγμα ἐντὸς μιᾶς πενταετίας ἢ δεκαετίας, εἶμαι βέβαιος ὅτι, καίτοι θὰ ψηφισθῇ σήμερον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς διαβλέπω, θὰ καταπέσῃ, καὶ θὰ καταπέσῃ παταγωδῶς, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔπεσεν. Ἐν τέλει δ’ ἔχω τὴν ἑξῆς γνώμην, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἠδύνατο ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς καταλλήλου διαρρυθμίσεως τῶν νομικῶν συμβούλων καὶ τῶν διαφόρων ἐπιτροπειῶν τῶν διαφόρων συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὡς σκοπὸν τὴν παρασκευὴν τῶν νόμων καὶ νὰ ἐποπτεύωσιν ἐπὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Μία διαρρύθμισις, μία συνένωσις τρόπον τινὰ κατάλληλος τῶν νομικῶν συμβουλίων καὶ τῶν ἐπιτροπειῶν ἐκείνων θὰ ἠδύνατο ἄνευ δαπάνης νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§130ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀποκλείεται αὐτὸ ἐκ τῆς ψηφίσεως τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος;
§131Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Μάλιστα, διότι λέγετε ὅτι τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀσυμβίβαστον πρὸς οἱανδήποτε ἄλλην ὑπηρεσίαν.
§132ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστον, ἐὰν ἀνατεθῶσι καὶ ἄλλαι λειτουργίαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συμβιβασθῶσι μὲ τὸ ἀξίωμά των.
§133Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Νομίζετε ὅτι θὰ εἶναι Ἄτλαντες οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ὥστε νὰ στηρίξητε ἐπὶ τῶν ὤμων των τόσα καὶ τόσα βάρη; Ἀκούσατε πόσα βάρη ἀναθέτετε (ἀναγινώσκει): «αʹ) Τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν προτάσεων νόμων καὶ τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων· βʹ) Τὴν ἐκδίκασιν τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποβαλλομένων αὐτῷ διαφορῶν τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· γʹ) Τὴν κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσιν διὰ παράβασιν νόμου τῶν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὡρισμένα· δʹ) Τὴν ἀνωτάτην πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῶν ἀπολαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως κατὰ τοὺς περὶ τούτου νόμους καὶ εʹ) Καὶ πολλὰ ἄλλα δευτερεύοντα». Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἀναθέτετε τόσα βάρη, νομίζετε ὅτι ἐκεῖνοι θὰ ἔχωσι τόσην ἀντοχήν, ὥστε ν’ ἀναλάβωσι καὶ ἄλλα ἐπιπρόσθετα;
§134ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὴν παρατήρησίν μου τὴν ἔκαμα, διὰ νὰ πέσῃ τὸ ἐπιχείρημά σας.
§135Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τὸ ἰδικόν σας θὰ ἐπείσθητε ὅτι ἔπεσε. Θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν ὡς δοκιμαστικόν, ἀλλὰ δοκιμαστικοὺς θεσμοὺς δὲν πρέπει νὰ εἰσάγωμεν διὰ τοῦ Συντάγματος.
§136Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ μάλιστα πληρώνονται καὶ τόσον ἀκριβὰ αὐτοὶ οἱ δοκιμαστικοὶ θεσμοί!
§137Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἕνεκεν ὅλων αὐτῶν τῶν λόγων ἐγὼ θὰ καταψηφίσω τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ἐὰν τοῦτο ψηφισθῇ, ἐπειδὴ ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου αὐτῶν, ν’ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν ταύτην κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§138Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐκπλήσσομαι, κύριοι Βουλευταί, διότι τοιαῦται διαμαρτυρίαι ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· δὲν ἐκπλήσσομαι, λέγω, οὐχὶ διότι ὁ θεσμὸς οὗτος εἶναι ἄξιος τοιούτων ἀποδοκιμασιῶν, ἀλλὰ διότι οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀναμνήσεις τούτων ἐν ἀπολυταρχικῷ παρελθόντι, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ τούτου προεκάλεσε τοιαύτας ἐπικρίσεις, ὅπου δὲν ὑπῆρχον ἱστορικοὶ λόγοι, ἀπὸ ἀπόψεις ὅλως διαφόρους. Τὰ αἴτια, κύριοι Βουλευταί, διὰ τὰ ὁποῖα ἐκεῖ ὅπου, ἐνῷ δὲν ὑπάρχουσιν ἱστορικοὶ λόγοι, προεκλήθησαν διαμαρτυρίαι, εἶναι βεβαίως ψυχολογικά. Εἶναι ἀνεγνωρισμένον ὅτι αἱ Βουλαὶ πάντοτε δυσκόλως ἐκ φιλαυτίας κακῶς ἐννοουμένης κινούμεναι ἠδυνήθησαν νὰ δεχθῶσιν ὅτι Σώματα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἀποτελῶνται ἐξ εἰδικῶν προσώπων, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι πλείονας γνώσεις τούτων. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ μὴ ἀναφέρω τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο τὸ γνωστὸν τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς τοῦ 1879, καθ’ ὅ, εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅτε συνεζητεῖτο νομοσχέδιον περὶ ἐκλογῆς ἐμποροδικῶν, καὶ ὁ οἰκεῖος Ὑπουργός, κατηγορούμενος διὰ τὸ ἀπαράσκευον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐδέχθη τὴν παραπομπὴν αὐτοῦ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀνῆλθε δ’ ἐπὶ τοῦ βήματος Βουλευτὴς τῆς πλειονοψηφίας, ὅστις διεμαρτύρετο πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἱκέτευε ταύτην νὰ μὴ δεχθῇ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀποξενουμένη τῶν δικαιωμάτων της καὶ διατεινόμενος ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νέων φώτων διὰ τὴν Βουλήν, διότι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν δύναται νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ προσθέσῃ νέα φῶτα εἰς τὰ ἤδη ὑπάρχοντα ἐν ταύτῃ, καὶ ταῦτα ἐγένοντο, ὡς ἔλεγον, εὐθὺς μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ Γαλλικὴ Βουλὴ πεισθεῖσα διὰ τῶν λόγων τούτων ἀπέρριψε τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ περὶ παραπομπῆς.
§139ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πότε;
§140Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸ 1879.
§141ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ Συμβούλιον ὑπῆρχεν ἀπὸ τοῦ 1872.
§142Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐψηφίσθη διὰ δευτέραν φοράν. Τοῦτο οὐδενὸς ἄλλου εἶναι δηλωτικὸν ἢ τῆς λανθανούσης, οὕτως εἰπεῖν, ἐχθρότητος μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τοῦτο εἶναι δηλωτικὸν τοῦ ψυχολογικοῦ αἰσθήματος, διὰ τοῦ ὁποίου πάντοτε αἱ Βουλαὶ ἐστράφησαν κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Πάντες ὅμως οἱ λόγοι οὗτοι σήμερον οὐδεμίαν ὑπόστασιν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀπέναντι τῆς γνώμης τῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία πλέον ἀναφανδὸν δέχεται ὅτι μέγα μέρος τῶν ἐλλείψεων τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου τῶν Βουλῶν ὀφείλεται εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τῶν Βουλῶν. Διὰ τοῦτο δὲ διακεκριμένος Γάλλος, ὁ Jules Simon, ἔγραφεν ἐν ἔτει 1890 ἐν τῇ «Κυανῇ Ἐπιθεωρήσει» ὅτι οὐδεμία σοβαρὰ ἀναθεώρησις κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον βῆμα τῆς κοινοβουλευτικῆς μεταρρυθμίσεως. Ὀρθῶς λοιπὸν τόσον διὰ τοῦ ἄρθρου 57, ὅσον καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, προτείνεται μεταρρύθμισις προεξεργασίας τῶν νομοσχεδίων, διότι ἡ ἄποψις, ἀπὸ τῆς ὁποίας τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θὰ ἐξετάζῃ τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς αὐτὸ νομοσχέδια, θὰ εἶναι ὅλως διάφορος τῆς ἀπόψεως, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξετάζονται ταῦτα ὑπὸ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι τὸ Κοινοβούλιον ἀδιαφορεῖ, δύναταί τις εἰπεῖν, περὶ τῆς τυπικῆς διασκευῆς τοῦ νόμου. Ἄλλως τε, ὡς ἔλεγεν ὁ Μπουρζουὰ ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ, ἡ ἐν μυστικῷ ἐπεξεργασία τῶν νόμων συντελεῖ εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν γνωμῶν καὶ σκέψεων, αἱ ὁποῖαι ἀνταλλάσσονται ἐν μυστικῷ καὶ αἵτινες δὲν δύνανται ν’ ἀνταλλαγῶσιν ἐν φανερῷ, διότι δὲν κυριαρχεῖ ἡ ἰδέα τῆς δημιουργηθησομένης παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ ἐντυπώσεως, καὶ ἕνεκα τούτου αἱ ἰδέαι αὗται, αἱ ὁποῖαι ἀνταλλάσσονται, εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰλικρινέστεραι, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πρακτικώτεραι. Ἀλλά, ἂν διὰ τοὺς λόγους τούτους εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀνάμιξις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν προπαρασκευὴν τῶν νόμων καὶ ἐπιβάλλεται, οὐχ ἧττον ὀφείλομεν νὰ μὴ παρέλθωμεν ἐν σιωπῇ καὶ ἕτερον ἐπεχείρημα, τὸ ὁποῖον ἀνεπτύχθη παρ’ ἀξιοτίμου καὶ ἐμπειροτάτου συναδέλφου ἐκ Γορτυνίας, ὁ ὁποῖος ἀγορεύων προχθὲς ἔλεγεν ὅτι ἡ ἄσκησις τῆς ἐξουσίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ ἀκυρωτικὴ τῶν κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου γινομένων διοικητικῶν πράξεων οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ τετάρτη ἐξουσία, ὑπερκειμένη τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἡ θεωρία αὕτη βασίζεται ἐπὶ ἐσφαλμένης βάσεως, ἐπὶ τῆς βάσεως ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι διοικητικῆς δικαιοδοσίας, ἀκυρούσης τὰς διοικητικὰς πράξεις τῶν δημοσίων Ἀρχῶν. Ἀλλ’ ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ διοικητικῆς δικαιοδοσίας, εἶναι δικαστικῆς δικαιοδοσίας. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ὄργανον τοῦ Κράτους, ἀκυρῶνον, οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ ἀσκεῖ τὴν δικαιονομικὴν αὑτοῦ λειτουργίαν, fonction juridictionnelle οὐδὲν ἄλλο πράττει, ἢ δικάζει. Τούτου τεθέντος τί τὸ παράδοξον ἂν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς ὄργανον τοῦ Κράτους δικάζει καὶ δικάζον ὑπέρκειται τοῦ Ὑπουργοῦ; Διέφυγε τοὺς προλαλήσαντας ἡ θεωρία ἡ κρατοῦσα ἐν τῇ ἐπιστήμῃ, ὅτι τὸ Κράτος πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ προορισμοῦ του, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ πραγμάτωσις τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης καὶ ἡ πραγμάτωσις τοῦ δικαίου. Εἶναι ὑποκείμενον δικαίου ὡς τοιοῦτον πῖπτον ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ δικαίου καὶ δεσμευόμενον ὑπὸ τούτου. Εἶναι δηλ. ἡ κατὰ τὴν παγκοίνως ἐν τῇ ἐπιστήμῃ γενομένην δεκτὴν γερμανικὴν ἔκφρασιν, καθιερωθεῖσαν πλέον, Rechtstaat. Λέγοντες δὲ ὅτι πᾶν πεπολιτισμένον Κράτος κατὰ τὴν θεωρίαν ταύτην εἶναι Κράτος δικαίου ἐννοοῦμεν ὅτι τὸ Κράτος ἅπαξ θέμενον κανόνα δικαίου δεσμεύεται καὶ τοῦτο, ὡς καὶ πάντες οἱ ὑπήκοοι αὐτοῦ, καὶ ὑποχρεοῦται ἀπαραλλάκτως πρὸς τὴν τήρησιν τούτου. Πᾶσα δὲ παράβασις κειμένου νόμου εἰς πεπολιτισμένον Κράτος, εἰς Rechtstaat ἀναγκαστικῶς ὑφ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν τελῆται, εἴτε δηλ. ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους εἴτε ὑπὸ τῶν ἰδιωτῶν, δέον νὰ περιορίζηται ὑπὸ τῶν ἀκριβῶς πρὸς τοῦτο τεταγμένων ὀργάνων τῶν δικαστικῶν, τὰ ὁποῖα ἐξασκοῦσι τὴν δικαιονομικὴν λειτουργίαν τούτου. Ἓν τῶν τοιούτων ὀργάνων καθίσταται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καλούμενον ν’ ἀποφαίνηται ἂν παρεβιάσθη νόμος τις ἢ μή, ἐπιστημανικώτερον δηλ. καλεῖται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἀντικειμενικὴν δικαιοδοσίαν, τῆς juridiction objective, εἰς ἣν ὑπάγεται καὶ ἡ τῆς ἀκυρώσεως (juridiction de l'annulation) καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἂν πρᾶξίς τις τῆς διοικήσεως ἐγένετο συμφώνως τοῖς κειμένοις νόμοις ἢ μὴ καὶ ἀναλόγως νὰ κυρώσῃ ἢ ἀκυρώσῃ ταύτην. Τοιοῦτοι εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρητικῶς κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλά, ἂν καὶ ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου τούτου κηρύσσομαι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι διαφωνῶν ὡς πρὸς τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς διαφωνῶ εἰς τὴν διατύπωσιν τούτου. Διότι πρῶτον ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἀναφέρεται ἡ δρᾶσις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· ἀναφέρονται τὰ καθήκοντα, ἀναφέρονται τὰ δικαιώματα, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται πρωτίστως ἡ δρᾶσις αὐτοῦ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐνυπάρχει εἰς τὸ σχέδιον τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναφέρεται ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνήκουσιν ἰδίᾳ ἡ ἐπεξεργασία τῶν προτάσεων νόμων καὶ κανονιστικῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως ἐκ τῆς λέξεως ἐπεξεργασία γεννηθῇ ἐνδοιασμός, ὅτι διὰ τῆς λέξεως ταύτης ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμβούλιον οὐδὲν ἄλλο ἢ ἡ μηχανικὴ ἐργασία, δηλ. οὐδὲν ἄλλο ἢ ἡ συμμόρφωσις τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων πρὸς τὴν ὑπάρχουσαν ἤδη νομοθεσίαν. Διὰ τοῦτο ἀλλαχοῦ, ἰδίᾳ δὲ καὶ εἰς τὸ Γαλλικὸν κείμενον καὶ εἰς τὸ Ἰταλικόν, ἀναφέρεται ἡ λέξις γνωμοδότησις· ἐὰν δὲ λάβῃ τις τὸ κείμενον τὸ Σερβικόν (ἄρθρον 145, Συντ. 1888), δύναται νὰ εὕρῃ ὅτι κατ’ ἀντιδιαστολὴν μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ἀναφέρεται καὶ ἡ γνωμοδότησις. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο, ἐὰν πλὴν τῆς ἐπεξεργασίας προσετίθετο καὶ ἡ γνωμοδότησις ἐπὶ τῶν προτάσεων νόμων καὶ τῶν κανονιστικῶν Διαταγμάτων. Ἀλλὰ πλὴν τούτου εἰς τὴν γʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου 82 παρατηρῶ ὅτι λέγει: «ἡ κατ’ αἴτησιν ἀκύρωσις διὰ παράβασιν νόμου τῶν ὑπὸ τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, πλὴν τῶν δικαστικῶν, ἐκδιδομένων διοικητικῶν πράξεων κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα». Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀναφερθῇ ὅτι «πλὴν τῶν δικαστικῶν ἐκδιδομένων διοικητικῶν πράξεων», διότι αἱ δικαστικαὶ Ἀρχαὶ δὲν ἐκδίδουσι προφανῶς διοικητικὰς πράξεις· αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσι διοικητικαὶ πράξεις· ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ τοιαύτη διατύπωσις τῆς παραγράφου ταύτης ν’ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὸ ἄτοπον συμπέρασμα, τὸ ἑξῆς, ὅτι δικαστικαὶ Ἀρχαὶ ἐνεργοῦσαι διοικητικὰς πράξεις δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς παραγράφου ταύτης. Παραδείγματος χάριν, ἐὰν εἰρηνοδίκης, ὡς πρόεδρος τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς, καίτοι δικαστικὸν πρόσωπον, καίτοι δικαστικὴ Ἀρχή, ἐνεργεῖ διοικητικὴν πρᾶξιν, ὡς τοιοῦτος δυνατὸν νὰ διαφύγῃ τὴν ἀκύρωσιν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, λόγῳ τῆς ἐσφαλμένης, κατὰ τὴν ἐμὴν πάντοτε γνώμην, διατυπώσεως τῆς παραγράφου ταύτης.
§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ λιμενικὴ Ἀρχὴ δὲν εἶναι δικαστικὸν σῶμα.
§144Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὄχι. Βεβαίως ἡ λιμενικὴ ἐπιτροπὴ εἶναι διοικητικὸν σῶμα, ἀλλ’ ὁ εἰρηνοδίκης εἶναι δικαστικόν, καὶ ἡ πρᾶξις αὐτοῦ αὕτη δύναται νὰ θεωρηθῇ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ταύτην δικαστικὴ ὡς ἐνεργουμένη ὑπὸ δικαστικοῦ προσώπου. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 83 παρατηρῶ τὰ ἀκόλουθα, ὅτι ἡ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας παραπομπὴ τῶν προτάσεων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι προαιρετικὴ καὶ ὄχι ὑποχρεωτικὴ παραπομπή. Τοῦτο γίνεται, ὡς λέγεται, διότι θὰ προκαλῇ βραδύτητα, ἀλλὰ μήπως καὶ ἀπὸ τὰς κοινοβουλευτικὰς ἐπιτροπὰς δὲν προκύπτει βραδύτης; Ἄλλως τε δύναται νὰ ὁρισθῇ πρὸς ἀποφυγὴν τούτου χρονικὸν διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς γνωμοδότησιν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Μὲ ἀναγκάζει νὰ ζητήσω τὴν ὑποχρεωτικὴν παραπομπὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, κύριοι Βουλευταί, τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας, εἰς ἣν εἶναι, ὡς γνωστόν, προαιρετική, καὶ διὰ τοῦτο ἔβαινε μειουμένη, μέχρις οὗ ἀπὸ τοῦ 1888 ἐξέλιπε πλέον παντελῶς. Οὕτω κατὰ τὸν πίνακα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τῆς Γαλλίας ἀπὸ τοῦ 1873–1878 παρεπέμφθησαν εἰς τοῦτο 68 νομοσχέδια. 1878–1883 παρεπέμφθησαν εἰς τοῦτο 46 νομοσχέδια. 1883–1888 παρεπέμφθησαν εἰς τοῦτο 22 νομοσχέδια, ἐξ ὧν δύο μόνον ὑπὸ τῶν Βουλῶν. Ἔκτοτε δὲ δὲν ἐζητήθη πλέον ἡ γνώμη του οὔτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως οὔτε ὑπὸ τῶν Βουλῶν. Τοῦτο ἐξηγεῖται ἐκ τῆς κακῶς ἐννοουμένης φιλαυτίας τῆς Βουλῆς, ἥτις ζηλοτύπως ἔχεται τῶν δικαιωμάτων της καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἀποφεύγουσι τὰ ἐπὶ τῆς ἀπολύτου μοναρχίας ἰσχύοντα, ἐν οἷς καὶ τὸ ὑποχρεωτικόν. Οὐχ ἧττον ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα, ὡς γνωστόν, ὑπάρχει καὶ δευτέρα Βουλὴ πρὸς βάσανον νομοσχεδίων, οὐχ ἧττον, λέγω, καὶ ἐκεῖ ὁ Floquet Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν ἔτει 1888 ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς παραπομπῆς. Καὶ ἄλλαι δὲ σχετικαὶ προτάσεις ὑπεβλήθησαν. Οὕτω πρὸς ἀποφυγὴν τῆς εὐαισθησίας, ἣν διεγείρει εἰς τὰς Βουλὰς τὸ ὑποχρεωτικὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, προυτάθη ἐν Γαλλίᾳ ὁ σχηματισμὸς Σώματος διοικητικοῦ, εἰς ὃ ν’ ἀνατίθηται ὁ τῶν νομοσχεδίων καταρτισμὸς καὶ ἡ διατύπωσις τούτων. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἀπερρίφθη ἐπὶ τῇ προφάσει ὅτι ὑπάρχει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀδιάφορον ἂν περιῆλθεν ἐν ἀχρηστίᾳ. Τέλος προυτάθη ἐν Γαλλίᾳ ὁ σχηματισμὸς ἐπιτροπῆς ἐκ τῶν νομικῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, ἅτινα μετὰ τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων θ’ ἀναλαμβάνωσι ν’ ἀναθεωρῶσι ταῦτα καὶ διατυπῶσι συμφώνως πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν πρὸ τῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν Γερουσίαν. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο ἐστερημένη βεβαίως τῆς πείρας τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οὐχ ἧττον καὶ ἡ πρότασις αὕτη ἀπερρίφθη ὡς καὶ πᾶσαι αἱ προγενέστεραι. Ἐν Ἰταλίᾳ τέλος ὁ νόμος τοῦ 1907 ἐπιβάλλει τὴν παραπομπὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑποχρεωτικῶς ἐπὶ πασῶν τῶν περιπτώσεων, εἰς ἃς εἰδικὸς νόμος ἀπαιτεῖ τὴν γνωμοδότησιν. Ἔχουσι δὲ ψηφισθῆ πάμπολλοι τοιοῦτοι. Ἡ πεῖρα τῶν ἀλλαχοῦ συμβαινόντων μὲ ἄγει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἂν δὲν ληφθῇ μέτρόν τι καὶ ἀφεθῇ ἀπολύτως προαιρετικὴ ἡ παραπομπὴ καὶ παρ’ ἡμῖν, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ παραγάγωμεν Συμβούλιον Ἐπικρατείας θνησιγενές τι καὶ ἄχρηστον, κ. Βουλευταί, μέλλον δὲ θᾶσσον ἢ βράδιον λόγῳ τῆς κακῆς διαπλάσεώς του νὰ περιπέσῃ εἰς τὴν κοινὴν δυσμένειαν. Ταύτας, Κύριοι, τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρων 82, 83 καὶ 84 ἐπιφυλασσόμενος καὶ ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἄρθρων περὶ τῆς ἁρμοδιότητος καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου (ἐπιδοκιμασίαι).
§145Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§146Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐνόμισα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διέκρινα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τὰς αὐτὰς ἐκείνας διαμαρτυρίας, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἐν αὐτῇ καὶ κατὰ τὸ 1843, ὁπότε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατηργήθη, ὡς ἀνελεύθερον, τυραννικὸν καὶ ἐπάρατον, ὡς τότε ἐχαρακτηρίσθη. Ἐνόμισα, λέγω, ὅτι ἤκουσα τὰς ἰδίας διαμαρτυρίας κατ’ αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι καὶ τότε ἐκ μέρους τῶν ἐχθρῶν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐξεστομήθησαν. Ἀλλ’ ἴσως τότε, Κύριοι, αἱ διαμαρτυρίαι αὗται νὰ προσῆκον, δὲν δύνανται ὅμως οὐδεμίαν θέσιν νὰ ἔχωσι κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας σήμερον. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τότε κατηργήθη ὑπὸ τὰς ἀρὰς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὸ τότε Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ σημερινόν, καθόσον ἄλλο ἦτο τὸ καθεστὼς τότε, ἄλλη ἦτο ἡ πολιτικὴ μόρφωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πρὸ παντὸς ἄλλοι ἦσαν οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐκεῖνοι ἄνδρες, δυστυχῶς δέ, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι, ἂν ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος ἀπέτυχε, τοῦτο ὀφείλεται πρὸ παντὸς οὐχὶ εἰς τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα ἐκρύπτοντο ἐν αὐτῷ, ὅσον εἰς τὴν ἔλλειψιν τῶν χαρακτήρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐντεταλμένοι νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν θεσμόν. Καὶ εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι τὸ τότε Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατήντησε νὰ εἶναι ὄργανον πειθαρχοῦν εἰς τὴν μοναρχίαν τὴν διοικοῦσαν τότε. Ἀλλὰ μὴ ἆρά γε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον πρόκειται ἤδη νὰ ἱδρύσωμεν, μὴ ἆρά γε, λέγω, θὰ εἶναι ὄργανον τοιοῦτον εἰς τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἢ μὴ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ σημερινὸν θ’ ἀποτελέσῃ τὴν τετάρτην πολιτικὴν ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει, ὅπως ἠθέλησάν τινες νὰ τὸ χαρακτηρίσωσι; Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως, Κύριοι, διατυποῦται ἐν τῷ Συντάγματι τῷ σημερινῷ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν γνωμοδοτικὸν Σῶμα, ἓν συμβουλευτικὸν Σῶμα, σκοπὸν ἔχον τὴν προπαρασκευὴν τῶν νομοσχεδίων. Καὶ εἶναι ἀπαραίτητον κατὰ τὴν κρίσιν μου νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον σῶμα, διότι μεθ’ ὅλα ὅσα εἴπομεν περὶ τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν, εἴτε αὗται ἑδρεύουσιν ἐν τοῖς Ὑπουργείοις εἴτε ἑδρεύουσιν ἐν τῇ Βουλῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παράσχωσι τὴν πεποίθησιν ἐκείνην, ὅτι αἱ ἐπιτροπεῖαι αὗται θέλουσι συντελέσει εἰς τὴν ὅσον ἔνεστιν εὐρυθμοτέραν παρασκευὴν τῶν νόμων, καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ κυρίως καὶ διὰ τοὺς ἑξῆς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ νομοθεσία δὲν ἀποτελεῖται ἐκ νόμων αὐτοτελῶν οὐδεμίαν σχέσιν ἐχόντων πρὸς ἀλλήλους· τοὐναντίον φρονῶ ὅτι ἡ νομοθεσία ἀποτελεῖ σύνολον εὔρυθμον, ἢ μᾶλλον δέον ν’ ἀποτελῇ σύνολον εὔρυθμον, ἔχον εἱρμὸν καὶ ἀλληλουχίαν, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει εἶναι ἀνάγκη ἀπαραίτητος, ὅπως ἡ ἐπιτροπή, τὸ συμβουλευτικὸν ἐκεῖνο Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεξεργάζηται τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, διατελῇ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τοῦ συνόλου τῆς νομοθεσίας καὶ παρασκευάζῃ ταῦτα κανονικῶς καὶ εὐρύθμως πρὸς τὸ σύνολον τῶν κρατούντων νόμων. Εἶναι ἀπαραίτητον, Κύριοι, κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ συσταθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὡς Σῶμα νομοπαρασκευαστικὸν καὶ συμβουλευτικόν, διότι, ἵνα ὑπάρξῃ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ προσελκύσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν πολιτῶν, ἀπαιτεῖται ὁ νόμος αὐτὸς νὰ συζητηθῇ εὐρέως, νὰ διαδοθῇ, πρὶν ἢ ψηφισθῇ, ἐν εὐρυτάτῳ κύκλῳ, νὰ διεξέλθῃ πολλὰ στάδια συζητήσεως, νὰ ἐπεξεργασθῇ παρ’ ἀνδρῶν εἰδικῶν ἐμπνεόντων ἐμπιστοσύνην παρὰ τῷ λαῷ, ἵνα τοιουτοτρόπως ὑφιστάμενος τὴν ἐπεξεργασίαν τὴν τελικὴν αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ ἐξέλθῃ ὅσον οἷόν τε ἄρτιος μέν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς γνωστὸς εἰς τὸν λαόν, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ νόμος ἐκεῖνος θέλει ἐμπνεύσει τὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀκοπωτέρα, ἡ ἐπιβολὴ δ’ αὐτοῦ θὰ εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπερτέρα. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, στρέψωμεν τὸ βλέμμα πρὸς τὸ παρελθόν, βλέπομεν ὅτι οἱ νόμοι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συνηρπάσθησαν αὐτόχρημα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπεξεργασίας, ἐν μιᾷ δὲ νυκτὶ ἐψηφίζοντο νόμοι ἀλληλοσυγκρουόμενοι, νόμοι ἀτελεῖς, νόμοι ἀνεφάρμοστοι. Καὶ εὑρέθημεν, Κύριοι, πλέον ἢ ἅπαξ πρὸ τοῦ φαινομένου, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐφαρμόσῃ ἕνα νόμον, διότι ὑπῆρξεν οὗτος ἀτελής· εὑρέθημεν πρὸ φαινομένου, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία πολλάκις προέβαινεν εἰς τὴν παραβίασιν τῶν νόμων τούτων. Πρὸ ὀλίγου, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι νόμος τις ἀφορῶν τὰ στρατιωτικὰ διὰ τὴν ἀτέλειαν αὐτοῦ δὲν ἐφηρμόσθη, ὅτι ἠναγκάσθη νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον τοῦτον ἐκ λόγων σκοπιμότητος, νὰ ἐξέλθῃ δηλαδὴ τῶν ὁρίων, καὶ ἤρχετο τὴν ἐπιοῦσαν μὲ νομοσχέδιον ζητῶν ἀμνηστίαν τρόπον τινὰ διὰ τὴν παραβίασιν τοῦ νόμου τούτου. Καὶ τὸ φαινόμενον τοῦτο τὸ τοσάκις ἐπαναληφθὲν δὲν εἶναι ἱκανὸν νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην Συμβουλίου μονίμου, εἰ δυνατόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἑδρεύῃ παρὰ τὴν κεντρικὴν Διοίκησιν, παρὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἐπεξεργάζηται τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια, νὰ διαφωτίζῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ τῶν γνωμῶν αὐτοῦ, γνωμῶν ἀπορρεουσῶν ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιστήμης, ἵνα συμβάλλῃ τοιουτοτρόπως εἰς τὴν ὅσον ἔνεστι τελειοτέραν διατύπωσιν τῶν νόμων; Πλὴν ὅμως τῆς δικαιοδοσίας ταύτης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀνατίθενται εἰς αὐτὸ καὶ ἕτερα καθήκοντα, τὰ καθήκοντα τοῦ ἐκδικάζειν τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, Κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμον καὶ ὀρθόν, ἵνα ἱδρυθῇ ἀνώτερόν τι διοικητικὸν Δικαστήριον, οἷον εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον νὰ ἐκδικάζῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ὑπάρχουσι βεβαίως σήμερον κατώτερα διοικητικὰ Δικαστήρια λειτουργοῦντα, ἀλλὰ ταῦτα, ὡς λειτουργοῦσι, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ αὐταὶ αὗται αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαί. Δὲν δύνανται, Κύριοι, καθ’ ὃν τρόπον λειτουργοῦσι σήμερον τὰ διοικητικὰ Δικαστήρια, νὰ ἐμπνεύσωσιν εἰς τὸν πολίτην τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀπονέμουσι πράγματι τὸ δίκαιον, διότι αὐταὶ αὗται αἱ Ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι προβαίνουσιν εἰς τὴν ἐνέργειαν διοικητικῶν πράξεων προσβαλλουσῶν ἐνίοτε τὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, αὐταὶ αὗται αἱ Ἀρχαὶ ἔρχονται κατόπιν ὡς διοικητικὰ Δικαστήρια νὰ κρίνωσι τὰς ἑαυτῶν πράξεις. Ἀλλ’ ὅταν ἔχωμεν διοικητικὸν Δικαστήριον ἀνώτατον ἀποτελούμενον ὑπὸ ἀνδρῶν ἐμπνεόντων ἐμπιστοσύνην διά τε τὴν μόρφωσιν αὐτῶν, τὴν ἠθικὴν καὶ τὸν χαρακτῆρα, ὅταν, λέγω, τοιοῦτον ἔχωμεν ἀνώτερον Δικαστήριον, ὑπὸ τὸ ὁποῖον νὰ ὑπαγάγωμεν ὡς εἰς δευτεροβάθμιον Δικαστήριον ἢ ὡς εἰς ἀκυρωτικὸν τὰς ἀποφάσεις τῶν κατωτέρων διοικητικῶν Δικαστηρίων, βεβαίως θὰ ἐμπεδωθῇ εὐνομία μὲν διοικητικὴ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν διοικητικῶν νόμων, ἐμπιστοσύνη δὲ εἰς τὸν λαὸν ὅτι αἱ ὑποθέσεις αὐτοῦ αἱ διοικητικαὶ θέλουσι κρίνεσθαι δικαίως. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατηγόρησαν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἰσχυρίσαντο ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐμπνεύσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην. Ἀπαντῶ ὅμως πρὸς αὐτοὺς ὅτι σφάλλονται νὰ εἶναι τόσον ἀπαισιόδοξοι διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ηὐτυχήσαμεν νὰ ἔχωμεν πρόσωπα ἐμπνέοντα ἐμπιστοσύνην διά τε τὰς γνώσεις αὐτῶν καὶ τὸν χαρακτῆρα, νομίζω ὅτι αἱ περιστάσεις ἐντελῶς μετεβλήθησαν· νομίζω ὅτι ἡ Ἑλλὰς εὐμοιρεῖ ἤδη τοιούτων προσώπων, ἐὰν ὅμως καὶ πάλιν ἀποδειχθῶσιν ἀληθεῖς αἱ προβλέψεις ἐκείνων, δίδεται εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα βραδύτερον διὰ τῶν νόμων ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐξουσίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπίσης διὰ τῶν νόμων θὰ ἀπονείμωμεν εἰς τὸ ἀνώτατον τοῦτο διοικητικὸν Δικαστήριον. Τὸ τρίτον ἐδάφιον, Κύριοι, τοῦ ἄρθρου 82, κατὰ τὸ ὁποῖον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀνατίθεται ἡ ἀκύρωσις τῶν πράξεων τῶν διαφόρων διοικητικῶν Ἀρχῶν τῶν γενομένων κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ καινοτομίαν παρ’ ἡμῖν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας κηρύσσομαι καὶ συντάσσομαι ὁλοψύχως, διότι σήμερον, Κύριοι, οὐδεμία Ἀρχὴ ὑπάρχει, πρὸς τὴν ὁποίαν νὰ δύναται ὁ πολίτης νὰ προσφύγῃ διὰ πᾶσαν ὑπερβασίαν τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς. Αἱ πράξεις τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, ἐφ’ ὅσον ὑπὸ τῶν προϊσταμένων των δὲν ἀναιροῦνται παραμένουσιν ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸν πολίτην· ὁ πολίτης δὲν δύναται νὰ τὰς ἄρῃ, ἡ δὲ ζημία δι’ αὐτὸν πλέον εἶναι ὁριστική. Σκόπιμον λοιπὸν καὶ ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι, ἵνα εἰς τὸ ἀνώτατον τοῦτο Δικαστήριον ἀνατεθῇ ἡ ἐξέτασις καὶ ἡ ἀκύρωσις τῶν πράξεων τῶν διαφόρων διοικητικῶν Ἀρχῶν, ἐφ’ ὅσον αὗται εἶναι παράνομοι. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι ἐπακριβῶς νὰ ἐννοήσω, εἶναι τὸ δ’ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ἀπολαυόντων μονιμότητος ὑπαλλήλων τῆς Διοικήσεως ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας». Ἡ ἀνωτέρα πειθαρχικὴ δικαιοδοσία κατὰ τὴν κρίσιν μου, Κύριοι, πρέπει ν’ ἀνατίθηται μόνον εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ εἰς τὰ προϊστάμενα συμβούλια τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, καὶ ἑπομένως κηρύσσομαι κατὰ τοῦ δ’ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 82. Καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα θὰ ὑπερψηφίσω ὑπὲρ τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως τοῦτο διατυποῦται ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς.
§148Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἡ γενομένη ἐνώπιον ὑμῶν ἀνάπτυξις τοῦ θέματος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καθιστᾷ ἴσως περιττὴν πᾶσαν λεπτομερῆ ἀνάπτυξιν τῶν διαφόρων λειτουργιῶν, αἱ ὁποῖαι καὶ διὰ τοῦ σχεδίου τῶν ἕξ Βουλευτῶν καὶ διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς προτείνονται ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης. Ἠθέλησα νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἐξάρω δύο μόνον σημεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ ἐξαρθῶσι, προκειμένου περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἠθέλησα νὰ ἐξάρω πρῶτον τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία διὰ τῆς καταρτίσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θὰ δοθῇ εἰς αὐτό, καὶ δεύτερον τὴν δικαιοδοσίαν, ἡ ὁποία ἀπονέμεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἀκυροῖ τὰς πράξεις τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, καὶ κηρύσσομαι ὑπὲρ ἀμφοτέρων τῶν λειτουργιῶν τούτων τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἔνθερμος ὑποστηρικτής. Ἡ συντελεσθεῖσα ἐν γένει ἀναγέννησις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἔφερεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐπίκειται ἄμεσος χειραφεσία τῆς Διοικήσεως ἀπὸ πάσης ἐπεμβάσεως τῶν διαφόρων ἄλλων παραγόντων, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἐπενέβαινον καὶ ἐπέφερον τὴν καταστροφὴν τῆς Διοικήσεως, νομίζω δ’ ὅτι πρέπει ἰδιαιτέρως νὰ ἐξαρθῇ ὅτι ἡ ἀπονομὴ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τῆς δικαιοδοσίας, ὅπως ἀκυροῖ τὰς πράξεις τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἥτι ἡ τοιαύτη ἀπονομὴ δικαιοδοσίας οὐδόλως ἀντιβαίνει πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα δὲν πρέπει ν’ ἀντιληφθῶμεν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὅτι Ὑπουργοὶ ἀπολαύοντες τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς δύνανται νὰ θέτωσιν ἑαυτοὺς ὑπεράνω τῶν νόμων· τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἁπλῶς σήμερον ἀπονέμει εἰς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν τὴν ἀπολαύουσαν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου τὸ δικαίωμα ὅπως ἐντὸς τῶν ὅρων τῶν διαγραφομένων ὑπὸ τῶν νόμων ἐνεργῇ κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ τυγχάνῃ τῆς πολιτικῆς ἐγκρίσεως τοῦ Σώματος. Θὰ ἦτο δυστύχημα, ἂν ἀντελαμβανόμεθα ὅτι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε διὰ τῆς λεγομένης πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης νὰ καθιεροῖ τὰς παρανομίας τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως καὶ αὑτῶν τῶν Ὑπουργῶν. Ἑπομένως εἶναι ἀναπόφευκτον, ὅπως ὑπάρχουσι τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, τοιουτοτρόπως νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀνώτατον διοικητικὸν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐξετάζῃ τὴν νομιμότητα τῶν πράξεων τῶν ὀργάνων τῆς Διοικήσεως, καὶ ὡς τοιοῦτον Δικαστήριον εἰς πάντα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη ἱδρύθη τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἑπομένως καὶ ἐνώπιον ἡμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, ἂν συνάδει πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα ἡ δικαιοδοσία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἀνωτάτου διοικητικοῦ Δικαστηρίου. Ἐνώπιον ἡμῶν τίθεται μόνον τὸ ζήτημα ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ παρέχῃ τὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας εἶναι ἀναπόφευκτον νὰ παρέχῃ τοιοῦτον Δικαστήριον ἀπολαῦον τοιαύτης εὐρείας δικαιοδοσίας, οἵα ἡ δικαιοδοσία τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Συμβουλίου τούτου πρὸς ἀκύρωσιν τῶν πράξεων τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, καὶ μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Δι’ ἐμὲ οὐδεμία ἀπομένει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσιν οἱ κατάλληλοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ν’ ἀποτελέσωσι τὸ ἀνώτατον τοῦτο Συμβούλιον τῆς Διοικήσεως. Ἀλλ’ εἰς τὸ μόνον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εἶχον ἀντίρρησιν καὶ θὰ ἐξέφραζον εὐχήν τινα, εἶναι τὸ σημεῖον, ὅτι πρέπει τὴν τοιαύτην δικαιοδοσίαν ν’ ἀπονείμωμεν διὰ συνταγματικῆς ἀπολύτου διατάξεως. Δὲν θέλω δι’ αὐτοῦ νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει ἐν τῷ Συντάγματι νὰ περιλάβωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ὅτι δὲν πρέπει διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ προσδώσωμεν τὸ τοιοῦτον κῦρος εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἐπεθύμουν ὅμως ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ λόγου τῆς δυσπιστίας, ἡ ὁποία περιβάλλει τὸ Σῶμα τοῦτο ὄχι μόνον ἕνεκα τῶν ἱστορικῶν παραδόσεων, ἀλλ’ ἕνεκα καὶ αὐτῆς τῆς προχείρου ἀντιλήψεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, θὰ ἤθελον ἕνεκα τῆς δυσπιστίας ταύτης, ἂν εἶναι δυνατὸν, διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ θεσπισθῇ ὅτι ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ δικαιοδοσία αὕτη τῆς ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, ὅτι δὲν ἤθελεν εὐδοκιμήσει παρ’ ἡμῖν, ὅτι θὰ δύναται ὑφ’ ὡρισμένας ἐγγυήσεις ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἄνευ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ν’ ἀνατρέψῃ τὴν δικαιοδοσίαν ταύτην. Λέγω τοῦτο, ὄχι διότι διστάζω περὶ τῆς τύχης τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὅσον ἀφορᾶ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ ταύτην, ἀλλὰ λέγω τοῦτο ἐν τῷ συμφέροντι αὐτοῦ τούτου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι, ἐὰν ἐκ τύχης τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν καταρτισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ παρέχῃ πλήρεις τὰς ἐγγυήσεις τελείου ἀνωτάτου διοικητικοῦ Δικαστηρίου, ἐὰν οἱ διοριζόμενοι τοιοῦτοι σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας ἀπολαύοντες ἀπολύτου συνταγματικοῦ κύρους καὶ ἀντλοῦντες τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, ἐὰν οἱ σύμβουλοι οὗτοι δὲν ἤθελον ποιήσει εὔστοχον χρῆσιν τῆς δικαιοδοσίας, ἀλλά, παραβαίνοντες τὴν ἐξουσίαν ταύτην, ἤθελον ἐκτραπῆ καὶ ἤθελον ὑπερβῆ τὸν κύκλον τῶν ἀνατεθειμένων εἰς αὐτοὺς καθηκόντων, ἐὰν τέλος ἡ ὀγκουμένη ὀργὴ ὑποβοηθουμένη ὑπὸ τῆς τοιαύτης ἀντιλήψεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἕνεκα ἱστορικῶν λόγων καὶ ἕνεκα τῆς ψευδοῦς ἀντιλήψεως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἤθελε φέρει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ληφθῇ περὶ αὐτοῦ μέριμνα ἐν μελλούσῃ συνταγματικῇ διαρρυθμίσει, νομίζω ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ κατεστρέφετο ἄρδην ὁλόκληρον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ δὲν θὰ παραμείνῃ οὔτε ἴχνος αὐτοῦ. Θέλω τὴν τοιαύτην εὐχέρειαν, ὅπως ἡ δικαιοδοσία αὐτοῦ, ἡ ἄπειρος ὁμολογουμένως, τῆς ἀκυρώσεως τῶν πράξεων τῶν δημοσίων Ἀρχῶν, ὅπως δύναται νὰ κατασταλῇ μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος, ἔστε δὲ βέβαιοι ὅτι, ἐὰν ἤθελεν εὐδοκιμήσει ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἐὰν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας ἤθελον δημιουργηθῆ τοιαῦται παραδόσεις, ὥστε τὸ ἀνώτατον τοῦτο διοικητικὸν Δικαστήριον νὰ σέβηται τῳόντι τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας αὑτοῦ καὶ νὰ μὴ ἐκτρέπηται τούτων, ὅτι μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς τασσομένης προθεσμίας οὐδείς ποτε θὰ διανοηθῇ νὰ καταστρέψῃ τὴν τοιαύτην δικαιοδοσίαν, ὡς οὐδείς ποτε ἐσκέφθη νὰ περιορίσῃ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, καίτοι αὕτη δὲν βασίζεται ἐπὶ συνταγματικῆς διατάξεως, ἀλλ’ ἥτις παρεσχέθη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἁπλῶς διὰ νόμου. Καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ὑποβάλλω τὴν εὐχήν, ὅπως ληφθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος μέριμνα, ἵνα, ἐὰν ἐντὸς ὡρισμένης χρονικῆς περιόδου εἴτε πέντε ἐτῶν εἴτε δέκα ἐτῶν ἡ Βουλὴ ὑπὸ ὡρισμένας ἴσως ἐγγυήσεις θελήσῃ νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τῆς τοιαύτης δικαιοδοσίας, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἀλλά, Κύριοι, θεωρῶ ἐπίσης ἀναγκαίαν τὴν ἑτέραν δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἐξάρω ἰδιαιτέρως τὴν μεγάλην ταύτην ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας παρ’ ἡμῖν, τὴν ἀνωτέραν τρόπον τινὰ εἰς αὐτὸ ἀνατεθειμένην ἐκδίκασιν τῶν ἀποφάσεων τῶν πειθαρχικῶν συμβουλίων. Οὐδέποτε ἐνόησα οὐδ’ ἐννοῶ ὅτι πρέπει πάντοτε ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ν’ ἀνατίθηται εἰς τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια ἀπολύτως· οὐδέποτε ἐνόησα ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν μέτρῳ τινὶ νὰ ποιῆται χρῆσιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ αἱ περιπτώσεις, ὧν ἕνεκα ὁ ὑπάλληλος θὰ στερηθῇ τῆς θέσεως αὑτοῦ ἕνεκα πειθαρχικῆς παραβάσεως, νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰ πειθαρχικὰ συμβούλια, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ κέρδος τῆς τελευταίας μεταβολῆς τῶν πραγμάτων (ἐπιδοκιμασίαι). Πρὸς προστασίαν τῆς ἰδέας ταύτης καὶ μόνον, πρὸς προστασίαν τῆς ἰδέας ταύτης, ἕνεκα τῶν ἐνδεχομένων παραβάσεων τῶν κατωτέρων πειθαρχικῶν συμβουλίων, θὰ ἐπεθύμουν νὰ δοθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἡ τοιαύτη δικαιοδοσία. Διότι τοιουτοτρόπως τὴν ἔννοιαν ταύτην τῆς ἀποκεντρώσεως θέλει ἔτι ἰσχυροποιήσει, θέλει δημιουργήσει παράδοσιν ἐν τῇ ἀποκεντρώσει, καὶ δύσκολον θὰ ἦτο δυνατὸν μεθαύριον νὰ προέλθῃ τις ζητῶν τὴν κατάργησιν τῆς νομοθετικῆς ταύτης ἀποκεντρώσεως. Ἑπομένως καὶ τοῦτο θεωρῶ σπουδαῖον ἐπίσης βῆμα.
§149ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει δοθῇ αὐτὴ ἡ ἀπόλυτος δικαιοδοσία εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, νὰ ἀκυρώνῃ πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπιτάξῃ πειθαρχικὰς ποινὰς ἐπὶ πάντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, σᾶς παρακαλῶ, πῶς ἀποκαθίσταται ὁ Ἕλλην πολίτης ἀφ’ ἑνὸς καὶ τί γίνεται αὐτὸ τὸ ὑπεύθυνον τῶν Ὑπουργῶν;
§150Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον ὅτι οὐδέποτε τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραφθαρῇ μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς Βουλῆς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καλύπτῃ τὰς παρανομίας τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὅστις ἔχει τοιαύτην ἀντίληψιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος βεβαίως πλανᾶται, διότι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι πᾶν νεώτερον Κράτος, εἴτε συνταγματικὸν εἴτε ἀπολυταρχικόν, στηρίζεται εἰς τὸ κράτος τῶν νόμων, καὶ οὐδεὶς εἶναι τοσοῦτον μέγας, ὥστε νὰ νομίσῃ ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Κατερχόμενος, Κύριοι, τοῦ βήματος νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποτιμῶμεν καὶ τὰς λοιπὰς ἐξουσίας, αἵτινες ἤθελον δοθῆ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ πρέπει πάντοτε νὰ ἔχωμεν ἐν νῷ ὅτι ἡ νομοπαρασκευαστικὴ ἐργασία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ ἐξαρτωμένη ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ τῆς θελήσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ γνωμοδότησις ἐπὶ Διαταγμάτων, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη δὲν θὰ προκαλέσῃ ζητήματα πρὸς ζημίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ ἐπέκτασις τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐὰν δ’ ἀποκτήσωμεν τοιοῦτον Σῶμα, οἷον τὸ προτεινόμενον Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἔστε βέβαιοι, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ εἶναι ἡ πρώτη συνταγματικὴ πρᾶξις ἡ κυροῦσα τὰς νεωτέρας ἀρχάς, ὑπὲρ ὧν πάντες ἠγωνίσθημεν.
§151Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. «Ὁ Ἑβραῖος, ὅταν πτωχεύσῃ, τὰ παλαιὰ κατάστιχα ἐνθυμεῖται», λέγει μία παροιμία. Ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν κανόνα ἠκολούθησε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ. Τὸ λέγω δὲ τοῦτο καὶ τὸ τονίζω, διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς καὶ διὰ τὴν Βουλὴν νὰ συζητῇ θεσμόν, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη ἐπὶ τῆς ἀπολυταρχίας τῆς πρώτης Βασιλείας καὶ ὁ ὁποῖος κατέπεσε, μόλις ἤρχισε ν’ ἀμβλύνηται ἡ διάθεσις τῆς ἀπολυταρχικῆς ἐκείνης Βασιλείας. Ἦλθε πάλιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς δευτέρας Βασιλείας καὶ κατὰ τὰς ἀρχὰς τῶν ἀπολυταρχικῶν αὐτῆς διαθέσεων, κατηργήθη δ’ εὐθὺς μετ’ ὀλίγον καὶ κατέπεσε μετὰ πατάγου, ὅτε πάλιν αἱ ἀπολυταρχικαὶ διαθέσεις τῆς Βασιλείας ἐκείνης ἤρχισαν ν’ ἀμβλύνωνται. Εἰσάγεται δὲ ἤδη καὶ πάλιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης καὶ τροποποιημένον. Τὰ ἀσχολούμενα εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἄρθρα περιεβλήθησαν τοιοῦτον προσωπεῖον, ὥστε ν’ ἀποτελέσωσιν ἐν τῇ πολυσχεδεῖ καὶ πολυδαιδάλῳ αὐτῶν διατυπώσει τοιοῦτον τέρας, ὥστε νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι κατέστη τὸ σχέδιον ἀπολυταρχικώτερον καὶ αὐτῆς τῆς Τουρκικῆς Βουλῆς καὶ αὐτῆς τῆς Δούμας. Ἀλλ’ οὕτως ἔδοξε καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ δ’ οὕτως ἔδοξεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἂς ὑπέχῃ ἐκείνη τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἔλθωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶμεν. Δὲν θ’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τῆς ἱστορίας τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου ἐν ταῖς λεπτομερείαις, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἐν τῷ προσχεδίῳ ἡ ἐπιτροπή· μερικὰ μόνον σημεῖα θὰ θίξω, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης μου ἐκείνης, καὶ ἰδίως τὸ ἐν σελίδι 13 τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς ἀναγραφόμενον τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἡ δικαιοδοσία αὕτη πρὸ πάντων ἀνεβίβασεν εἰς περίβλεπτον θέσιν τὸ Γαλλικὸν Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καταστήσασα αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς ἀπὸ τοῦ Ναπολέοντος Αʹ εἰσαγωγῆς του». Αὐτὸ ἀκριβῶς, Κύριοι, εἶναι, νομίζω, τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παράσχῃ τοὺς φόβους εἰς ἡμᾶς ἔχοντας ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ καθ’ ἡμᾶς γενόμενα κατὰ τὴν πρώτην Συνέλευσιν καὶ τὴν δευτέραν· αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μᾶς κάμῃ νὰ φοβώμεθα διὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλει φέρει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§152ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀναγνώσατε καὶ κατωτέρω.
§153Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰσήχθη ὑπὸ τοῦ Ναπολέοντος ἢ ὄχι; Ἂν ἦτο αὐταρχικὸς ἢ ἀπολυταρχικὸς ὁ Ναπολέων Αʹ, τὸ γνωρίζει ἄριστα ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Σπετσῶν. Τὸ δεύτερον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου εὕρηται εἰς τὴν σελίδα 14 (ἀναγινώσκει): «Ἡ μὲν διοίκησις θέλει εὕρει ....» Αὐτὸ ἀκριβῶς νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι κατὰ τῆς γνώμης ὑμῶν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἀντὶ νὰ συμβῇ τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε, θὰ συμβῇ ὅλως τὸ ἐναντίον, θὰ δημιουργηθῇ δηλαδὴ ἐπὶ πλέον ἓν Σῶμα, τὸ ὁποῖον θὰ καταστῇ αὐταρχικὸν ὡς ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ, καὶ τῆς πιέσεως, τὴν ὁποίαν θ’ ἀσκῇ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ. Τρίτον σημεῖον κατὰ τὴν αὐτὴν σελίδα εἶναι τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ὁποία σήμερον ὑπάρχει πεποίθησις .....» Ἀλλὰ καὶ οἱ νόμοι, παρακαλῶ, κύριοι συνάδελφοι, τίνα θέσιν ἔχουσιν εἰς τὸ Κράτος τοῦτο, καὶ ἡ δικαιοσύνη τίνα ἀξίαν ἔχει, ὅταν ἀμφισβητῶμεν ἡμεῖς ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ καὶ τοὺς νόμους καὶ τὴν δικαιοσύνην; Νομίζω ὅτι ἀκριβῶς αὐταὶ εἶναι γνῶμαι, αἱ ὁποῖαι ἀντιστρατεύονται πρὸς τὰς γνώμας ἐκείνας, χάριν τῶν ὁποίων ἠθέλησαν νὰ εἰσαγάγωσι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐπίσης ἔχομεν καὶ τὴν σελίδα 19ην, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναγράφεται ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Βεβαίως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἐδάφιον καὶ τὸ δεύτερον, συμφωνῶ πληρέστατα, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὴν συνταγματικὴν ἐπιτροπὴν νὰ μοὶ εἴπῃ ποία θὰ εἶναι ἡ ἐργασία τοῦ Συμβουλίου. Πάντες τὸ γνωρίζομεν, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω· Θὰ προλαμβάνῃ κἂν τὸ Συμβούλιον νὰ ῥίπτῃ βλέμμα εἰς τὰς περισσοτέρας τῶν ὑποθέσεων τῶν καταδικαστικῶν, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπῄτει δι’ ἑκάστην ὑπόθεσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέραν διεξαγωγήν; Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ εἶναι ἀδύνατον τελείως νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, ἐξ ὅσων μελῶν καὶ ἂν ἀποτελεσθῇ. Ἐκτὸς τῶν σημείων τούτων, τὰ ὁποῖα ἔθιξα ὅσον ἀφορᾷ τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὀφείλω νὰ προσθέσω ἀκόμη ὀλίγα τινά, χωρὶς νὰ θέλω βεβαίως ν’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τῶν τοιούτου εἴδους Συμβουλίων ἀπὸ τῆς ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, ὅτε ἦσαν ἐν χρήσει ἐν τῇ κυρίως Ἑλλάδι. Βεβαίως Συμβούλιον Ἐπικρατείας ὑπῆρχεν ἀπὸ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς, καὶ ἔχω ὑπ’ ὄψει καὶ τὸν Ὅμηρον, ὁ ὁποῖος λέγει που· «Βουλὴν δὲ πρῶτον μεγαθύμων ἷζε γερόντων τῶν... πυκινὴν ἠρτύνετο βουλήν». Βεβαίως θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι τοῦτο εἶναι ὑπὲρ τῆς γνώμης ὑμῶν, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον ἐγὼ φρονῶ, διότι ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς ἀπολυταρχίας τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἴσχυεν. Ἐπίσης ἔχομεν καὶ τὸ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ Λυκούργου, ὁ ὁποῖος λέγει· «Φυλὰς φυλάξαντα καὶ ὠβὰς ὠβάξαντα τριάκοντα σὺν ἀρχαγέταις καταστήσαντα». Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ἐναντίον τῆς γνώμης ὑμῶν, διότι ἀκριβῶς καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐν Σπάρτῃ ἦτο ἀπολυταρχία. Τρίτον ζήτημα εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ὑπάρξεως τοιούτου Συμβουλίου καὶ ἐν Ἀθήναις κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς πτώσεως τῆς πρώτης Βασιλείας, ὅτε ἐδημιουργήθησαν οἱ ἓξ θεσμοθέται; ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ὑπὲρ ὑμῶν, διότι οἱ ἓξ θεσμοθέται οὐδεμίαν ἄλλην ἐργασίαν εἶχον εἰμὴ νὰ περισυλλέγωσι τὰ θέσμια καὶ παρασκευάζωσι ταῦτα, ἵνα δικάζωνται αἱ δίκαι, κατὰ ταῦτα, διότι δὲν εἶχον κωδικοποιηθῆ οἱ νόμοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν μέρος, θὰ ἐπεθύμουν ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ νὰ ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ μοὶ εἴπῃ· ὑπελόγισε ποῖον θὰ εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ἐλάχιστον, εἰς τὸ ὁποῖον θ’ ἀνέλθῃ ἡ δαπάνη διὰ μισθοδοσίαν καὶ συντήρησιν τοῦ Συμβουλίου ἐκείνου τῆς Ἐπικρατείας τὴν ἀξιοπρεπῆ; Νομίζω ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου οὐδὲν ἄλλο θὰ κάμωμεν εἰμὴ νὰ ἐπιβαρύνωμεν καὶ πάλιν τὸν λαόν, νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ Κράτος μὲ σπουδαῖον ποσόν. Εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅτι θὰ ζητήσωμεν βάρη 1,500,000 ἀπὸ τὸ Κράτος τοῦ Ματσούκα καὶ τῶν Καλάνδων.... Βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐποικοδομητικὸν διὰ τὴν δημιουργίαν νέου Κράτους, ὅπως τὸ νομίζομεν, καὶ ὅπως γνωρίζει κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις, ὅτι βάσις τῆς ἀνορθώσεως εἶναι ἡ οἰκονομικὴ εὐεξία τῆς χώρας. Ὅτε λοιπὸν ἔχομεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σημείου ἵδρυσιν Ὑπουργείου Γεωργίας, διὰ τὸ ὁποῖον δαπανᾶται πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ προορισμὸς εἶναι γνωστὸς εἰς πάντας, καὶ τοῦ ὁποίου τὰ ἀποτελέσματα βεβαίως θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν τὰ εἴδομεν, ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ἐναντίαν ἰδέαν, διότι τὴν εἴδομεν ἐν τῷ ἐκ Κύπρου ὄνῳ ἐπιβήτορι, ἐφ’ ὅσον, λέγω, ἔχομεν τὴν δαπάνην διὰ τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐκ 500,000 δραχ. καὶ 500,000 δρχ. διὰ τὴν αὔξησιν τῆς βουλευτικῆς ἀποζημιώσεως, ἔχομεν ἐν ὅλῳ 2,000,000 περιπλέον εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐὰν κατὰ τοιοῦτον τρόπον περισυλλέγωμεν τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ ἔχω ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐναντίαν γνώμην. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ τῆς οὐσιαστικῆς ἀπόψεως, ἠκούσατε τοῦ βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Κασίμη, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι ἔχετε δύο Συμβούλια, ἀφ’ ἑνὸς τὸ Συμβούλιον τὸ ἑδρεῦον ἐν ἑκάστῳ τῶν Ὑπουργείων, ἀποτελούμενον ἐξ ἑνὸς Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ἐξ ἑνὸς Τμηματάρχου καὶ ἐξ ἑνὸς Γενικοῦ Γραμματέως, ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων καὶ ἀνωτέρων πάσης ὑπονοίας, οἱ ὁποῖοι ἐπεξεργάζονται τὴν νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν, ἔχετε δ’ ἐξ ἄλλου καὶ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιτροπάς, τώρα μάλιστα, ὅτε ἤρχισεν ὁ λαὸς ν’ ἀποστέλλῃ ἐν τῇ Βουλῇ ἄνδρας ἀνεπτυγμένους κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποτελῶσιν ἐπαρκῶς νομοπαρασκευαστικὰς ἐπιτροπάς. Ἀλλὰ μὲ συγχωρεῖτε· ἐλησμόνησα ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα Κράτος καὶ ὀφείλομεν ν’ ἀκολουθῶμεν καὶ τὰ λοιπὰ Κράτη ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ αὐτῶν τῇ ἀναπτυσσομένῃ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν. Βεβαίως δὲν θ’ ἀμφισβητήσω τὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκεῖνο, καθ’ ὃ πρέπει νὰ συλλέξωμεν νόμους ἀπὸ τὰ διάφορα Κράτη· ἀλλὰ τοῦτο μοὶ ὑπενθυμίζει τὴν οἰκοδέσποιναν, ἡ ὁποία συλλέγει τὰ διάφορα κουρελάκια καὶ ἡ ὁποία ῥάπτει αὐτὰ ἐπὶ ἑνὸς σάκκου, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁ σάκκος ἐκεῖνος, ὅταν ἑτοιμασθῇ, τοποθετεῖται εἰς τὴν εἴσοδον τῆς οἰκίας, ἵνα καθαρίζωσι τοὺς πόδας των! Ἐκτὸς τούτου τοῦτο, τὸ ὅτι πρέπει νὰ παρακολουθῶμεν τὰ ἄλλα Κράτη, μοὶ ὑπενθυμίζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπέ ποτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὑπάρχει San-Carlo καὶ San-Carlino, ἀλλ’ ὅτι ἡμεῖς βεβαίως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παίξωμεν πρόσωπον, ἂν ἐπιτρέπηται ἡ ἔκφρασις, San-Carlino. Ἀλλὰ τελευτῶν, κύριοι Βουλευταί, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ προσθέσω, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της σοβαρῶς, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ πάρα πολὺ προκειμένης τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς καταργήσεως, τῆς ἐπαναφορᾶς καὶ τῆς πάλιν καταργήσεως —διότι θὰ εὑρεθῶμεν βεβαίως εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταργήσωμεν καὶ τὸν θεσμὸν τοῦτον—, νὰ προσέξῃ πολύ, μήπως παρουσιάσῃ τὸ πάθος ἡμῶν τὴν ὄψιν, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ σκολόπενδρα, ὅπως τὴν περιγράφει ὁ Ἀριστοτέλης. Δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως, Κύριοι, τί εἶναι ἡ σκολόπενδρα· εἶναι ζῷον θαλάσσιον, τὸ ὁποῖον, ὅταν καταπίῃ τὸ ἄγκιστρον, ἐκβάλλει τὰ ἐντὸς ἐκτός, μέχρις ὅτου ἀποβάλῃ αὐτό, κατόπιν δὲ εἰσφέρει τὰ ἐκτὸς ἐντός. Τοιοῦτόν τι θὰ συμβῇ καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ παρακαλῶ, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβητε τοῦτο ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν, διότι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς νὰ πράττωμεν ὅ,τι πράττει ἡ σκολόπενδρα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τελευτῶν ἔχω νὰ εἴπω, εἶναι τοῦτο: Γνωρίζω ἄριστα, ὅπως θέτει τὰ ζητήματα ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον ἡμῶν, ὅτι θὰ ψηφίσητε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως θέλει αὕτη τοῦτο. Ἀλλ’ ἔχω νὰ προσθέσω τοῦτο, ὅτι θὰ ἔλθῃ στιγμὴ, καὶ πολὺ ταχέως μάλιστα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πέσῃ μετὰ πατάγου καὶ πάλιν ὁ θεσμὸς οὗτος, ἀλλὰ διὰ λογχῶν οὐχὶ διατιτρωσῶν τὸν ἀέρα, ἀλλὰ λογχῶν διατιτρωσῶν πτώματα, καὶ θὰ χυθῇ καὶ αἷμα, καὶ ὑμεῖς ὄψεσθε.
§154Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξαιρέσει ὀλίγων παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τύπον δισταγμοῦ μᾶλλον ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν Βουλήν, πᾶσαι αἱ ἄλλαι ἀντιρρήσεις αἱ ἀκουσθεῖσαι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης κατὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, μοὶ ἐφάνη, Κύριοι, ὅτι δὲν ἦσαν ἄλλο τι εἰμὴ ἀπήχησις τῶν ὅσα καὶ ἄλλοτε ἐλέχθησαν ἐν παρομοίῳ συνεδρίῳ συζητουμένου τοῦ θεσμοῦ τούτου. Καὶ ἂν αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι τότε, πρὸ 50ετίας σχεδόν, ἠκούσθησαν κατὰ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἦσαν ἀδικαιολόγητοι, εἶναι πολὺ μᾶλλον ἀδικαιολόγητοι σήμερον. Τότε αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι προεβάλλοντο κατὰ τοῦ προτεινομένου θεσμοῦ, ἦσαν μὲν ἀδικαιολόγητοι, ἀλλὰ δὲν ἦσαν καὶ ἀνεξήγητοι· ἀλλ’ ἀνεξήγητοι ὅμως ὅλως ἀποβαίνουσιν αἱ προβαλλόμεναι σήμερον κατὰ τοῦ ὁμοίου θεσμοῦ. Ἡ καταγωγή, Κύριοι, τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἐξηγεῖ ἀποχρώντως κατ’ ἐμὴν κρίσιν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ πλειονότης τῶν πληρεξουσίων τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1862 δυσπίστως εἶχε πρὸς τὸν εἰσαγόμενον τότε θεσμὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἐξηγεῖ τὸν λόγον, διατί μὲ πλειονοψηφίαν δύο καὶ μόνον ψήφων ἀπεφασίσθη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, ἀφ’ ἧς καθιερώθη τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1843, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι πιστῶς καὶ εὐόρκως ἐτηρήθησαν οἱ συνταγματικοὶ ὁρισμοί, δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ μοναρχία τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον αὑτῆς ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, τηρήσασα τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τῆς ὁρκίσεως τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843. Ἡ δυναστεία τοῦ Ὄθωνος πᾶν μέσον μετῆλθε, πᾶσαν δολιότητα μετεχειρίσθη, ἵνα καταδολιευθῇ καὶ καταστρατηγήσῃ τὰς διατάξεις τὰς συνταγματικάς, ἵνα ὑπεκφύγῃ τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐπέβαλλεν εἰς τὴν δυναστείαν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, λαὸς δέ, ὅστις ἐνόμισε, διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Συντάγματος ἐκείνου καὶ διὰ τῆς ὁρκίσεως τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, ὅτι ἐξησφάλισε τὸ μέλλον αὐτοῦ καὶ τὴν πρόοδον αὐτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι, ἑπόμενον ἦτο καὶ φυσικόν, λαός, ὁ ὁποῖος ζηλοτύπως εἶχε πρὸς τὰ ἴδια δίκαια, καὶ λαὸς ὀργῶν πρὸς τὴν πρόοδον, ὡς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἑπόμενον ἦτο, λέγω, καὶ φυσικόν, ἵνα δυσφορῇ πρὸς τὴν κατάστασιν, ἵνα ἡ δυσφορία αὐτοῦ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος αὐξάνῃ περισσότερον, καὶ ἵνα καταλήξῃ μίαν ἡμέραν, ὅτε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἦλθε καὶ ὅτε ὑπερεπληρώθη τὸ ποτήριον τῆς καταπιέσεως καὶ τῆς τυραννίας ἐκ μέρους τῆς δυναστείας ἐκείνης, καὶ νὰ ἐκραγῇ εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἥτις ἀποτέλεσμα εἶχε τὴν ἔξωσιν τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος. Οἱ λόγοι οὗτοι, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν μεταπολίτευσιν τοῦ 1843, ἐξηγοῦσι καὶ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν ἐν τῷ μεταξὺ διαστήματι. Καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1862 φυσικὸν ἦτο νὰ ἴδωμεν μίαν μετάπτωσιν τοῦ δημοσίου πνεύματος, μετάπτωσιν εἰς θεσμοὺς ἄκρως φιλελευθέρους, διότι οὕτω, διὰ τῶν ἄκρως φιλελευθέρων θεσμῶν, ἐνόμιζον οἱ Ἕλληνες κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ ὅ,τι δὲν ἐξησφαλίσθη διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843· ἐνόμισαν ὅτι ἐλλιπεῖς, ἀτελεῖς ἦταν οἱ θεσμοὶ οἱ καθιερωθέντες διὰ τοῦ Συντάγματος ἐκείνου, ἐφ’ ὅσον περιώριζον τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, ὅτι ἐπαρκὴς περιφρούρησις τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν δὲν ἐπετεύχθη δι’ ὅσων ἐθέσπισε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1843, ὅτι ἀνάγκη συνεπῶς ὑπῆρχε καὶ ἐνεδείκνυτο ἐκ τῆς 20ετοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος ἐκείνου, ἵνα πληρέστεραι ἐγγυήσεις ληφθῶσιν ἐν τῷ νέῳ πολιτεύματι, ἵνα περιφρουρηθῇ διὰ περισσοτέρων ἐγγυήσεων ἡ ἐλευθερία ἡ ἀληθὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ πρόοδος αὐτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ διὰ τοῦτο καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τῶν συζητήσεων ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1862 εἴδομεν ἐπικρατοῦν τὸ πνεῦμα τοῦτο τὸ ἄκρως φιλελεύθερον. Καὶ ἂν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἐπεκράτησε τὸ πνεῦμα αὐτό, ταύτην τὴν ῥοπὴν τὴν πρὸς τὰς ἄκρως φιλελευθέρας ἀρχὰς βλέπομεν καταδηλότερον καὶ ἐμφανέστερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θεσμοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ ποῖον ἦτο τότε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Συνέλευσιν κατόπιν τοῦ Διαγγέλματος τοῦ Βασιλέως τῆς 6 Ὀκτωβρίου 1864; Ἦτό τι ὅλως ἀνώδυνον καὶ ὅλως ἀβλαβὲς θεσμοθέτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ καὶ ἐν κινδύνῳ οὐδεμίαν τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας τὸ πολίτευμα ἡμῶν καθιέρου. Καθίστατο ἁπλῶς Σῶμα συμβουλευτικόν, Σῶμα νομοπαρασκευαστικόν, τὸ ὁποῖον οὐδόλως, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον, ἐδέσμευε τὰς ἐλευθερίας τῆς Ἑλληνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐν τῇ συζητήσει καὶ τῇ ψηφίσει τῶν νόμων. Οὐδὲν δικαίωμα πέρα τούτου εἶχε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἐπροτείνετο ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1864. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τοιαύτη ἦτο ἡ ῥοπὴ πρὸς ἄκρως φιλελευθέρας ἀρχάς, ἥτις ἐδέσποζε τότε καὶ ἐκυριάρχει τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ τῆς ἀντιπροσωπείας αὐτοῦ, ὥστε σφοδρόν, σφοδρότατον πόλεμον νὰ εὕρῃ ἐν τῷ ἐθνικῷ συνεδρίῳ καὶ ἀνελεύθερον θεσμοθέτημα ν’ ἀποκληθῇ, καὶ νὰ κατορθωθῇ, ἀφοῦ μετὰ κόπου ἐψηφίσθη διὰ πλειονοψηφίας δύο ψήφων, ὡς εἶπον, νὰ κατορθωθῇ, λέγω, νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἑτέρα διάταξις, ἥτις κατέστησε τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον θνησιγενῆ, διάταξις, ἧς ἕνεκα μετὰ ἓν μόνον ἔτος, ἅμα ἤρχισεν ἐφαρμοζόμενος ὁ θεσμὸς οὗτος, νὰ ἐπέλθῃ ἡ κατάργησις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂν τότε, Κύριοι, συνέτρεχον οἱ λόγοι οὗτοι οἱ ἱστορικοί, οἱ ἐξηγοῦντες μὲν ἀλλὰ μὴ δικαιολογοῦντες τὴν ἀντίδρασιν καὶ τὴν καταφορὰν καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἐκεῖθεν, ἀπὸ τῶν ἀκροατηρίων, μετεῖχε τῶν συνεδριῶν τῆς Συνελεύσεως καὶ ἀπεδοκίμαζε τοὺς ῥήτορας τοὺς ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ ὁμιλοῦντας καὶ ἐχειροκρότει τοὐναντίον τοὺς ῥήτορας τοὺς ὁμιλοῦντας κατὰ τοῦ θεσμοῦ ἐκείνου, ἄν, λέγω, ἡ κατάστασις ἡ ψυχολογικὴ τῆς κοινωνίας τῆς τότε καὶ οἱ λόγοι οἱ ἱστορικοί, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ μεταπολίτευσις τοῦ 1862, ἐξηγοῦσι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, δυνάμεθα ἆρά γε ἐν τῇ καταστάσει τῇ ψυχολογικῇ τῇ σήμερον τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐν τῇ καταστάσει τῇ ψυχολογικῇ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας νὰ εὕρωμεν ἐξήγησίν τινα ἢ δικαιολογίαν εἰς ἀντιρρήσεις, αἵτινες προβάλλονται κατὰ τοῦ θεσμοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; Τοὐναντίον, Κύριοι, ἐγὼ θὰ ἐφρόνουν ὅτι καὶ ἀντιθέτως ὅλως, ἔπρεπε νὰ σχηματισθῇ ῥεῦμα περισταλτικὸν τῶν ἄκρων ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἐλευθεριῶν, αἵτινες ἀπεδείχθησαν οὐδὲν ἄλλο οὖσαι ἢ ἀκολασίαι πραγματικαί, διότι ἐκ τῶν ἄκρων ἐκείνων ἐλευθεριῶν κατηντήσαμεν ἐκεῖ ὅπου κατηντήσαμεν. Διότι αἱ ἐλευθερίαι, αἱ ὁποῖαι, θεσπισθεῖσαι ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1864, ἐνομίσθη ὅτι θὰ ἐξησφάλιζον τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν πρόοδον αὐτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀπεδείχθησαν ἐκ τῶν πραγμάτων ὅτι πᾶν ἄλλο ἐξυπηρέτησαν ἢ τὴν εὐδαιμονίαν καὶ τὸ μέλλον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκ τῆς καθιερώσεως τοιούτων διατάξεων ἀκράτου φιλελευθέρου πνεύματος προέκυψεν ἡ ἀνατροπὴ τῶν ὅρων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἐπὶ ζημίᾳ αὐτῶν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, καὶ εἴδομεν Κυβερνήσεις ἀπεκδυομένας τοῦ κυβερνητικοῦ ἔργου αὑτῶν, ἀπεκδυομένας τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ πολιτεύματος εἶχον, ἵνα αὗται κατ’ ἰδίαν κρίσιν καὶ θέλησιν διοικῶσι τὸν τόπον καὶ ἀντιποιουμένας ἔργα ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ νομοθετικῆς ἐξουσίας· καὶ εἴδομεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον Βουλάς, αἵτινες ἦσαν προωρισμέναι πᾶν ἄλλο νὰ πράττωσιν ἢ νὰ διοικῶσιν, ἀναμιγνυομένας ἐνεργῶς εἰς τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως, οἰκειοποιουμένας αὐτὰ ἐξ ὁλοκλήρου σχεδόν, καὶ ἀπεκδυομένας ἐξ ἄλλου τῶν ἰδίων αὑτῶν καθηκόντων πρὸς τὸ νομοθετεῖν καὶ ἐλέγχειν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, εἴδομεν λοιπὸν τοιαύτην πολιτειακὴν ἀκολασίαν καὶ τοιαύτην ἀνατροπὴν τῶν ὅρων, ἥτις, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, εἰς οὐδὲν ἄλλο ὀφείλεται ἢ εἰς τὴν καθιέρωσιν θεσμῶν, οἵτινες ἐθεωροῦντο, χωρὶς νὰ εἶναι πράγματι, ὡς ἀσφαλίζοντες πραγματικὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ καὶ πρόοδον καὶ εὐημερίαν αὐτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλὰ πᾶν ἄλλο ἐξυπηρέτησαν ἢ τοὺς σκοποὺς τούτους. Καὶ οὕτως αἱ ἀπεριόριστοι ἐλευθερίαι, αἱ ἀναγνωρισθεῖσαι μὲ ἀγαθὴν βεβαίως προαίρεσιν, ὑπὲρ τοῦ λαοῦ διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἀπέβησαν ὀνοματικαὶ ἁπλῶς καὶ οὐχὶ οὐσιαστικαί, ἀφοῦ δὲν συνετέλουν ὑπὲρ τῆς κοινῆς εὐημερίας καὶ τοῦ ἐθνικοῦ μεγαλείου, καὶ ἀφοῦ ἠστόχησαν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν καθιεροῦνται αἱ ἐλευθερίαι. Λέγω ταῦτα, Κύριοι, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἀναγνώρισις θεσμοῦ, οἷος ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, δὲν εἶναι προωρισμένος νὰ παρακωλύσῃ τὴν ἄσκησιν τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἀλλὰ τοὐναντίον εἶναι προωρισμένος ν’ ἀσφαλίσῃ αὐτὰς καὶ νὰ διευκολύνῃ τὴν πραγμάτωσιν αὐτῶν κατὰ τρόπον, ὥστε τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας νὰ εἶναι ἔργον ἀπορρέον ἀπὸ ἐλευθέρας κρίσεως καὶ ἐλευθέρας συνειδήσεως καὶ προωρισμένον ἄρα ἵνα τύχῃ ἐπιδοκιμασίας ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εὐδοκιμήσῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ καὶ ἐπικροτηθῇ εἰς μέλλοντας χρόνους ὑπὸ τῆς Ἱστορίας. Διφυὴς εἶναι ὁ χαρακτὴρ τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀναγνωρισθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, συμβουλευτικὸς μὲν καὶ γνωμοδοτικὸς ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως, δικαιοδοτικὸς δὲ ἐξ ἄλλου. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ συμβουλευτικὸν καὶ γνωμοδοτικὸν ἔργον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι προεβλήθησαν ὑπὸ τῶν ἀντιλεξάντων ἀντιρρήσεις ἱκαναί, ἵνα γεννήσωσι δισταγμόν τινα ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ εἰσαγομένου θεσμοῦ, ἐκτὸς ἂν θεωρήσω ὡς ἀντίρρησιν ἀξίαν λόγου καὶ ἀνασκευῆς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν περὶ σπατάλης δῆθεν τοῦ δημοσίου χρήματος, περὶ ζημίας οἰκονομικῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ὑποστῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀνεχόμενος τὴν ὕπαρξιν καὶ λειτουργίαν Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Ἀλλὰ ταῦτα νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐπέσπασαν τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ δὲν ὤφειλον νὰ τὴν ἐπισπάσωσι, διότι, ὅταν νομοθετῶμεν περὶ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, ὅταν νομοθετῶμεν περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διαμορφωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὸν σκοπὸν πάσης Πολιτείας καὶ τὴν λαχοῦσαν αὐτῇ ἱστορικὴν ἀποστολήν, στοιχειώδης φρόνησις ἐπιβάλλει, ἵνα μὴ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς δαπάνας, διότι ἡ ὕπαρξις ἑνὸς ἔθνους—καὶ τὴν ὕπαρξιν ταύτην ἐξασφαλίζουσι τὰ καλὰ πολιτεύματα —δὲν ἀποτιμᾶται εἰς χρήματα, τοὐναντίον τὴν ὕπαρξιν καὶ πρόοδον τοῦ ἔθνους πολλάκις διευκολύνει ἡ δαπάνη ἡ καλῶς γινομένη. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἄξια προσοχῆς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἐντεῦθεν ἀντληθέντα κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θεσμοῦ. Ἀλλ’ ἐγένοντο καὶ ἄλλαι τινὲς παρατηρήσεις· σᾶς εἶπον ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θέλει προμελετᾷ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα, εἰσαγόμενα εἰς τὴν Βουλήν, θ’ ἀποστέλλωνται πρὸς αὐτὸ πρὸς τελειοτέραν μελέτην, ἵνα καὶ πάλιν ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν, καὶ προσέθετον· «ἆρά γε, ὅταν ταῦτα ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἡ Βουλή, ἥτις σήμερον ψηφίζει ὡς ψηφίζει τοὺς νόμους, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρεισαγάγῃ τροπολογίας, νὰ μεταρρυθμίσῃ τὰ νομοσχέδια οὕτως, ὥστε νὰ καταστῶσιν ἀγνώριστα καὶ προκύψωσι πάλιν νόμοι ἀτελεῖς, ὡς ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους παρήγαγον αἱ παρελθοῦσαι Βουλαί;». Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ βάσεώς τινος. Ἂν δεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Συμβουλίου τὸ συμβουλευτικόν, τὸ νομοπαρασκευαστικόν, καλῶς θέλει διεξάγεσθαι, ἂν τοῦτο δεχθῶμεν, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Συμβουλίου θέλει εὐδοκιμήσει, ὅτι νομοσχέδιον, εἴτε παρασκευασθὲν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου εἴτε ἐπεξεργασθὲν ὑπ’ αὐτοῦ, ἐρχόμενον ἐνταῦθα μετὰ μελέτην πεφωτισμένην, δὲν θὰ κατισχύσῃ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Βουλευτοῦ· διότι ἡ δύναμις καὶ ἡ ἐπιβολὴ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς λογικῆς εἶναι μεγάλη, εἶναι ἀκαταγώνιστος· διότι ἡ γνῶσις τῶν πραγμάτων καὶ ἡ κατάρτισις τοῦ νομοθετήματος συμφώνως πρὸς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν προώρισται νὰ θεραπεύσῃ, καὶ πρὸς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν Βουλευτῶν. Δὲν φοβοῦμαι λοιπὸν ὅτι ἔργον παρεσκευασμένον ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ τοιαύτας ἀλλοιώσεις κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ὥστε νὰ κατασταθῇ ἀγνώριστον καὶ νὰ προκύψῃ ἐντεῦθεν νόμος ὅλως ἄλλος ἐξοκέλλων ἐκτὸς τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον καθιεροῦται, νόμος, ὡς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον ὑμᾶς εἰς τὴν σκέψιν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην Συμβουλίου Ἐπικρατείας, Συμβουλίου νομοπαρασκευαστικοῦ, προωρισμένου τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νόμων. Ἀλλὰ σᾶς λέγουσι, Κύριοι, ἐπὶ πλέον· «Δὲν ἀρκεῖ εἰς ὑμᾶς τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον θέλει διαχυθῆ ἐν τῇ μελέτῃ τῶν νόμων, ἐν τῇ συζητήσει τῶν νομοσχεδίων ἀπὸ τόσους ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, ἐκλεγέντας μεταξὺ τῶν ἀριστέων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μεταξὺ τῶν μᾶλλον πεφωτισμένων ἀνδρῶν, ἐμπεφορημένους ἀπὸ αἰσθήματα πατριωτικὰ καὶ ἀπὸ τὸν ζῆλον, ὅπως ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα αὑτῶν, καὶ θέλετε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ φῶτα ἀνδρῶν μὴ σχετιζομένων πρὸς τὸν τόπον καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἀνήχθησαν εἰς τὴν περιωπὴν συμβούλων δυνάμει ἑνὸς Βασ. Διατάγματος καὶ οὐχὶ διὰ Διατάγματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις εἶναι ἁρμοδιώτατος κριτὴς περὶ τῶν ἱκανῶν, ἵνα φροντίσωσι περὶ τῶν συμφερόντων αὑτοῦ». Ἄς εἴπωμεν, Κύριοι, τὴν ἀλήθειαν, ἂς μὴ θέλωμεν ν’ ἀποκρύψωμεν τὰ πράγματα—τὰ ὁποῖα ἄλλως τε δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκρυβῶσι — διότι αὐτὰ τὰ πράγματα ὁμιλοῦσι καὶ ἀποδεικνύουσιν ὁποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἐκτίμησις περὶ τῶν προσώπων. Δὲν ἀρνοῦμαι εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ τῆς Βουλῆς αὐτῆς καὶ τῶν παρελθουσῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν μελλουσῶν, αἰσθήματα πατριωτικά· δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἐκλέγονται μεταξὺ τῶν ἀριστέων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὅτι φέρουσιν, εἰσερχόμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, πάντα τὰ ἐφόδια πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ ὅτι εἶναι βαθεῖς γνῶσται τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ σκέπτωμαι ὅτι οἱ Βουλευταὶ δὲν εἶναι πάντοτε, ἐν τῇ ὁλότητι αὐτῶν, οἱ ἁρμοδιώτεροι πάντων, ἵνα κρίνωσι περὶ πάντων. Τὸ ἔργον τοῦ νομοθέτου εἶναι βαρύ, καὶ ἐν τούτοις ὁ λαός, συναρπαζόμενος πολλάκις ἀπὸ ἐντυπώσεις τῆς στιγμῆς, ἀπὸ ἐνθουσιασμοὺς προσκαίρους τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν καλεῖται ν’ ἀσκήσῃ τὸ ὑπέρτατον αὑτοῦ δικαίωμα, ἐκλέγει τοῦτον ἢ ἐκεῖνον, δὲν ἐξασφαλίζει ὅμως τὴν ἐκλογὴν ἀνδρῶν ἱκανῶν, ὅπως νομοθετήσωσι, διότι ἡ ἱκανότης αὕτη προϋποθέτει καὶ γνώσεις πολλὰς καὶ πεῖραν καὶ μάθησιν. Καί, ἵνα εἰς ἓν μόνον παράδειγμα περιορισθῶ, θὰ ἐρωτήσω τοὺς κυρίους Βουλευτάς· τίς ἐξ ἡμῶν — ἂς τὸ εἴπωμεν εἰλικρινῶς — ἔχει τὸν καιρόν, ἐν ᾧ ἔχει τὴν διάθεσιν — διότι εἰς οὐδένα ἀρνοῦμαι τὴν διάθεσιν — τίς ἐξ ἡμῶν, καλούμενος νὰ νομοθετήσῃ, ἔχει τὸν καιρόν, ἕνεκα τῶν ἐπαγγελματικῶν του ἀσχολιῶν, νὰ ἐπιδοθῇ ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων καὶ ἐξετάσῃ ἀκόμη πῶς ἔχουσι τὰ τῶν ξένων νομοθεσιῶν, τῶν ὁποίων ἡ γνῶσις εἶναι στοιχεῖον ἀναγκαῖον, διὰ ν’ ἀποβῇ τις χρήσιμος νομοθέτης; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὸν καιρόν, ἵνα διερευνήσωμεν τὰς ἄλλας νομοθεσίας, πρὸς τὰς ὁποίας καλὸν εἶναι νὰ συμπαραβάλλωμεν ἑκάστοτε τὸν προτεινόμενον εἰς τὴν Βουλὴν νόμον; Ἄν οἱ Βουλευταί, ὡς ἐκ τῶν βιοτικῶν αὑτῶν ἀναγκῶν καὶ βιοτικῶν περιστάσεων, δὲν εἶναι πάντες εἰς θέσιν, ἵνα ἐξασκήσωσι πρεπόντως τὰ καθήκοντα αὑτῶν, δὲν εἶναι ἆρά γε ἐντεῦθεν ἐνδεδειγμένον νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ φῶτα ἄλλων ἀνδρῶν εἰδημόνων, ἀπερισπάστως καὶ ἀποκλειστικῶς εἰς τοῦτο τὸ ἔργον καὶ μόνον ἀσχολουμένων, ἀπὸ τῶν ὁποίων τὴν γνώμην θὰ γεννηθῇ τὸ φῶς τῆς ἀληθείας, τὸ ὁποῖον θὰ καθοδηγήσῃ τὴν ἀντιπροσωπείαν εἰς τὴν ἐπιτυχεστέραν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος αὑτῆς; Ἀλλ’ ἐλέχθη καί τι ἄλλο, Κύριοι· «Μήπως δὲν ἔχομεν καὶ σήμερον οἱονεὶ Συμβούλια Ἐπικρατείας ὡς πρὸς τὸ ἔργον τὸ νομοπαρασκευαστικόν; Μὴ τυχὸν δὲν ὑπάρχουσι τὰ συμβούλια, τὰ ἀποτελούμενα ἀπὸ Τμηματάρχας καὶ Γενικοὺς Γραμματεῖς καὶ Καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, τὰ ὁποῖα καὶ τοῦτον τὸν προορισμὸν κατὰ τὸν νόμον ἔχουσιν, ἵνα παρασκευάζωσι τὰ νομοσχέδια τὰ εἰσαγόμενα εἰς τὴν Βουλήν;». Ἀπαντῶ, Κύριοι—καὶ ἡ ἀπάντησίς μου δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἶναι ἡ σκέψις, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐν τῇ ψυχῇ ὑμῶν, ὅτε ταῦτα ἠκούοντο —, ἀπαντῶ ὅτι δὲν ἔχομεν Συμβούλιον Ἐπικρατείας, ὡς καθιεροῦται τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, καὶ ἤθελεν εἶσθαι ἀστεῖον, ἂν ἐλέγομεν ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν τοιαῦτα συμβούλια, εἶναι περιττὸν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Συμβούλια ἀπαρτιζόμενα ἀπὸ Τμηματάρχας, οἵτινες αὔριον δὲν θὰ εἶναι τοιοῦτοι, ἀπὸ ὑπαλλήλους, οἵτινες παρέργως καὶ ἐξαιρετικῶς ἀσχολοῦνται περὶ τὰ τοιαῦτα ἔργα, δὲν δύνανται νὰ ὀνομασθῶσι συμβούλια παρασκευάζοντα νόμους, διότι δὲν εἶναι τυχαῖον καὶ εὐχερὲς καὶ πρόχειρον ἔργον τὸ συντάσσειν νόμους τοιούτους, οἷοι πρέπει νὰ εἶναι οἱ νόμοι οἱ μέλλοντες νὰ εὐδοκιμήσωσιν, οἱ προωρισμένοι νὰ ἐμπνεύσωσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν λαόν. Ἤθελεν εἶσθαι ἀστεῖον λοιπόν, ἂν ἐλέγομεν ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὡς προτείνεται τοῦτο ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν, ἐπληροῦτο ἤδη ὑπὸ τῶν νομοπαρασκευαστικῶν συμβουλίων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ὡς ἐκ τοῦ νόμου. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ὁποία θέλει εἶσθαι μετ’ ὀλίγον ἡ ἀπόφασις τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἐπὶ ἑτέρου κεφαλαιώδους θέματος, τὸ ὁποῖον θ’ ἀπησχολήσῃ αὐτήν, ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς ἱδρύσεως δευτέρου βουλευτικοῦ Σώματος, ἀλλά, οἱαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι ἡ ἀπόφασις αὕτη, δὲν νομίζω ὅτι ἐντεῦθεν δύναται νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ κρίσις ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν χρησιμότητα καὶ σκοπιμότητα τοῦ θεσμοῦ τοῦ εἰσαγομένου διὰ τῶν ἄρθρων 82–86 τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος· διότι πληρεστέρα μελέτη τοῦ νόμου ἀσφαλῶς θέλει γίνεσθαι ἐν τῷ δευτέρῳ νομοθετικῷ Σώματι, καὶ ἐντεῦθεν θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι παρέλκει πλέον τὸ ἔργον τὸ συμβουλευτικὸν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν δύναταί τις ὅμως ν’ ἀρνηθῇ ὅτι τὸ ὑπόλοιπον ἔργον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι τόσον βαρὺ καὶ τόσον μέγα καὶ τόσον σπουδαῖον καὶ σοβαρόν, ὥστε, καὶ τούτου δεδομένου, καὶ Γερουσίας ἐγκαθισταμένης διὰ τοῦ Συντάγματος, ἔχομεν ἀνάγκην Συμβουλίου Ἐπικρατείας διὰ τὸ ἕτερον μέρος τῶν ἔργων αὐτοῦ. Διότι μετὰ τὸ ἔργον τὸ συμβουλευτικὸν ἔρχεται τὸ γνωμοδοτικόν, καὶ ἐν τούτῳ τίς ἤθελεν ἀναπληρώσει Συμβούλιον συγκείμενον, ὡς πάντες ποθοῦμεν, ἀπὸ ἄνδρας, τῶν ὁποίων τὸ ὄνομα ἐπιβάλλει εἰς τὴν συνείδησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ τῶν ὁποίων ἡ μάθησις καὶ ἡ πεῖρα καὶ ἡ σοφία εἶναι ἀνεγνωρισμέναι ἀνὰ πᾶν τὸ Ἑλληνικόν; Ἀλλὰ τὸ μέρος τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τὸ ἐπισπάσαν ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Συμβουλίου, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν πρὸς ἀκύρωσιν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν πρὸς ἐξάσκησιν πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως. Καὶ ἐπὶ τούτων ἀκριβῶς τῶν σημείων ἐγεννήθησαν ἀντιρρήσεις, αἵτινες μοὶ ἐφάνη ὅτι μετ’ ἰδιαιτέρας προσοχῆς ἠκούσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διότι σᾶς λέγουσι «δὲν φοβεῖσθε ὅτι οὕτω δημιουργεῖτε ἓν τέταρτον πολιτικὸν Σῶμα, παρὰ τὰς τρεῖς ἄλλας ἐξουσίας, τὰς ὁποίας τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἀναγνωρίζει; Ἐὰν τοῦτο ἦτο ἀληθές, Κύριοι, οἱ φρονοῦντες ὅτι τὸ ἔργον τοῦ παρόντος συνεδρίου ἔχει στενῶς διαγεγραμμένα τὰ ὅρια τῆς ἐνεργείας του θὰ ἠδύναντο ν’ ἀντιτάξωσι μίαν ἔνστασιν ἀπαραδέκτου κατὰ πάσης ζητουμένης μεταβολῆς ἐν τῇ σχετικῇ διατάξει τοῦ Συντάγματος, διότι διὰ τοιούτων μεταρρυθμίσεων ἀληθῶς ἀλλοιοῦμεν τὴν μορφὴν αὐτὴν τοῦ πολιτεύματος, παρεισάγοντες τέταρτον παράγοντα ἐν τῇ διαρρυθμίσει τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ὁ πρῶτος προβαλὼν τοιαύτην ἀντίρρησιν, μοὶ ἐφάνη, Κύριοι, ὅτι μᾶλλον ὑπὸ τύπον δισταγμοῦ ὑπέβαλεν αὐτὴν καὶ ὄχι ὡς γνώμην ἀσφαλῆ καὶ ὡς πεποίθησιν περὶ τοῦ ὅτι ἀληθῶς παρεισάγομεν τέταρτον πολιτικὸν παράγοντα ἐν τῇ καταρτίσει τῆς Πολιτείας ἡμῶν. Βάσις καὶ θεμέλιον πάσης νεωτέρας κοινοβουλευτικῆς Πολιτείας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Montesquieu εἶναι ὁ χωρισμὸς τῶν ἐξουσιῶν. Τοῦτο οὐδεὶς ἀγνοεῖ καὶ πάντες ἀποβλέπομεν εἰς τὸν σκοπόν, ὅπως εἰς τὸ μέλλον τηρηθῶσι σαφῶς διαγεγραμμένα τὰ ὅρια τῶν ἐξουσιῶν, διότι ἐκ τῆς συγχύσεως αὐτῶν οὐδὲν καλὸν προσδοκᾶται. Τοὐναντίον ἀνατροπὴ ἤθελεν ἐπέλθει ἐπὶ ζημίᾳ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς ὅλης κοινωνίας. Ἀποδεχόμεθα, Κύριοι, τὸ δόγμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ ἡμέτερον Πολίτευμα καθιέρωσε κατ’ ἀπομίμησιν τῶν νέων πολιτευμάτων καὶ ἰδίως τοῦ Γαλλικοῦ καὶ ὡς συνέπειαν τῶν διδαγμάτων τῶν ἐκ τῆς μεγάλης Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως ἀπορρευσάντων. Ἀλλὰ ποῦ εὑρίσκομεν τὸ κριτήριον περὶ τῶν ὁρίων τοῦ χωρισμοῦ τῶν ἐξουσιῶν καὶ τῆς διακρίσεως αὐτῶν; Ἀνευρίσκομεν ἆρά γε αὐτὸ ἐν τῇ διαφορᾷ τῶν λειτουργιῶν, αἵτινες ἀνατίθενται ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος εἰς ἑκάστην τῶν ἐξουσιῶν, ἢ ἐν τῇ διαφορᾷ τῶν καθ’ ὕλην θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων καλεῖται νὰ ἐξασκήσῃ δικαιοδοσίαν ἑκάστη ἐξουσία; Οἱ συγγραφεῖς πάντες—καὶ ἔχω ἀνὰ χεῖρας δύο ἢ τρεῖς ἐπισήμους συνταγματικοὺς συγγραφεῖς—ἀποφαίνονται ὅτι ἐν τῇ διαφορᾷ τῶν λειτουργιῶν, ἐν τῇ διαφορᾷ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν εὕρηται ἡ βάσις ἡ χωρίζουσα τὴν δικαιοδοσίαν ἑκάστης ἐξουσίας. Ἐν τούτοις ἡ βάσις αὕτη τῆς διακρίσεως δὲν ἀρκεῖ, ἵνα ἐξηγήσῃ πάσας τὰς δικαιοδοτικὰς ἐνεργείας τῶν γνωστῶν κλασσικῶν ἐξουσιῶν, καὶ ἀναγκαῖον εἶναι ἐν τῷ προσδιορισμῷ τῆς δικαιοδοσίας αὐτῶν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ὑπολογισθῇ καὶ ἡ σπουδαιότης τῶν ῥυθμιστέων θεμάτων καὶ ἡ σοβαρότης τῶν ληπτέων ἀποφάσεων. Διὰ τοῦτο πάντες οἱ συγγραφεῖς ἐπίσης ὁμοφωνοῦσιν ὅτι ὁ κανὼν δὲν εἶναι ἀπαραβίαστος, καὶ τοῦτο δεχόμενοι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐπίσης νὰ δεχθῶμεν ὅτι καὶ τὰ θέματα ἐκεῖνα, περὶ τὰ ὁποῖα στρέφεται ἡ δικαιοδοσία ἑκάστης ἐξουσίας, κανονίζουσι τὴν σφαῖραν τῆς ἐνεργείας ἑκάστης αὐτῶν. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι πολλάκις ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὰ καθαρῶς νομοθετικὰ ἔργα αὐτῆς καὶ εἰς τὰ ἔργα τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται κατὰ διάταξιν ῥητὴν τῶν πολιτευμάτων καὶ ἐπὶ ἄλλα ἔργα συνήθως ἀναγόμενα εἰς ἄλλην τινά ἐξουσίαν, εἰς τὴν δικαστικὴν ἢ τὴν διοικητικήν. Ἀντιθέτως δὲ πάλιν βλέπομεν ἔργα, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν προωρισμένα ἵνα ἀνάγωνται εἰς τὴν σφαῖραν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀποσπώμενα ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῆς καὶ ὑπαγόμενα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἄλλων ἐξουσιῶν. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι καὶ οἱ συγγραφεῖς αὐτοὶ ἀναγνωρίζουσιν ὅτι δὲν δύναται νὰ τεθῇ κατὰ κανόνα ἀπόλυτον ὡς ὅριον τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἡ βάσις τῆς διαφορᾶς τῶν λειτουργιῶν τῶν ἐξουσιῶν. Ἂν λοιπὸν οὕτως ἔχωσι τὰ πράγματα, δὲν εἶναι εὔλογον ν’ ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἀντιλέγοντας καὶ φρονοῦντας ὅτι δῆθεν δημιουργοῦμεν τέταρτον πολιτικὸν παράγοντα διὰ τοῦ Συμβουλίου, ὅτι οὐδένα νέον παράγοντα δημιουργοῦμεν; Ἀλλ’ ἁπλῶς ἀντικείμενά τινα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀποσπῶνται ἀπ’ αὐτῶν, διότι αὕτη εἶναι προωρισμένη νὰ κρίνῃ μόνον περὶ τῶν δικαίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς πάντα ἄνθρωπον ἀδιαφόρως πρὸς τὴν ὡς πολίτου ἰδιότητα αὐτοῦ, καὶ μεταφέρονται εἰς τὴν ἐξουσίαν μιᾶς ἄλλης δικαστικῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι κατὰ φύσιν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ αὐτὴ αὕτη ἡ δικαστικὴ ἐξουσία μετὰ εἰδικῆς καὶ περιωρισμένης ἐντολῆς; Δὲν δημιουργοῦμεν λοιπὸν νέον πολιτικὸν παράγοντα, ἀλλ’ ἐμμένομεν εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ὡς αὕτη κεῖται ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἡμῶν καὶ ἄλλων ἐθνῶν, καὶ ἀναγνωρίζομεν ἁπλῶς δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς Σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοιούτων εἰδικῆς φύσεως διαφορῶν. Τίνα θὰ προκύψωσιν ἐντεῦθεν πλεονεκτήματα, ἐξηγήθη ἤδη, Κύριοι, τόσον ἐπαρκῶς ἀπὸ τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ μετὰ τοσαύτης ἀκριβείας καὶ σαφηνείας, ὥστε παλιλλογία θὰ ἦτο, ἐὰν στρέψῃ κανεὶς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παρέλθω ἐν σιγῇ, Κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα τὸ προβληθὲν κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὡς ἀσκοῦντος δικαιοδοσίαν πρὸς ἀκύρωσιν πράξεων τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, δὲν δύναμαι ν’ ἀντιπαρέλθω τὴν ἀντίρρησιν ὅτι ἐντεῦθεν μειοῦται ἡ αὐτοτέλεια τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς καὶ ὅτι ἀνατροπὴν ἐντεῦθεν εἰσάγομεν εἰς τοὺς ὅρους τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ἀλλὰ παρετηρήθη προχθὲς ὅτι οὐδὲν νέον δημιουργοῦμεν διὰ τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλὰ καὶ προτοῦ παρατηρηθῇ τοῦτο ἐγὼ αὐτὸς εἰς ἰδιαιτέραν τινὰ συνδιάλεξιν μετὰ συμπολίτου μου, ὅστις ὡμίλησεν ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν, ἔλεγον· «δημιουργοῦμεν ἆρά γε νέον τι τοιοῦτον θεσμὸν νομοθετοῦντες ἐν τῷ Συντάγματι ἡμῶν; Καὶ δὲν ἔχομεν ἤδη νενομοθετημένον τὸ δικαίωμα ἄλλης Ἀρχῆς τοῦ ἐπεμβαίνειν εἰς τὰς πράξεις τῆς Διοικήσεως; Δὲν ἔχομεν ἤδη νενομοθετημένον Σῶμα αὐτοτελές, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα ἀκυρώσεως πράξεων διοικητικῶν; Ὁ συμπολίτης μου δὲν ἐθεώρησεν ὡς πειστικὴν τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον πρὸς αὐτόν, καί, ὅτε μετ’ ὀλίγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰ αὐτὰ ἐπανέλαβε κατὰ τοῦ θεσμοῦ, ἤκουσε τὴν ἀντίρρησιν ταύτην, ἤκουσεν ὅτι ἔχομεν ἤδη Σῶμα νενομοθετημένον, τὸ ὁποῖον ἔχει δικαίωμα ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ νὰ ἀκυροῖ πράξεις τῆς Διοικήσεως.
§155ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τὸ περίεργον εἶναι ὅτι αὐτὸ τοῦτο ἔχει καὶ ἡ Ἀγγλία.
§156Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, ἀκριβέστατα.
§157Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον.
§158Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον βεβαίως. Ἀλλ’ ἡ Ἀγγλία ἔχει τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος.
§159Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλ’ ὅμως δὲν ἀκυροῖ ἀμετακλήτως.
§160ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀμετακλήτως σήμερον, διότι κατηργήθη ἡ διάταξις ἡ ἐπιτρέπουσα τὴν ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ θεώρησιν τοῦ ἐντάλματος.
§161Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐτέθη διάταξις.
§162ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐτέθη διάταξις προκαλοῦσα ἀναθεώρησιν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Σώματος, καί, ὅταν ἀπορριφθῇ ἡ προτεινομένη ἀναθεώρησις, ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου.
§163Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπιτρέπεται ἀναίρεσις εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον.
§164Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ θὰ ἐδεχόμην, ἵνα εὐχαριστήσω τὸν κ. συνάδελφον, τοῦ ὁποίου τὴν κρίσιν ἰδιαιτέρως τιμῶ, θὰ ἐδεχόμην ὅτι ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ ἔτους 1882 τὸν ἰσχύοντα. Κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὑπόχρεον ἦτο, ἵνα θεωρήσῃ τὸ ἔνταλμα καὶ ἐπιτρέψῃ τὴν κύρωσιν. Ἀλλὰ θὰ παρετήρουν εἰς τὸν κύριον συνάδελφον ὅτι προτοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος εἴχομεν ἤδη νόμον ἀναγνωρίζοντα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἀρνεῖσθαι ἀπολύτως τὴν θεώρησιν ἐνταλμάτων, καὶ εἴχομεν νόμον τοιοῦτον ἀπὸ τοῦ 1864, ἀφ’ ὅτου ἔχομεν τὸ πολίτευμα τὸ διέπον ἡμᾶς, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος. Κατὰ τὸ μακρὸν ἆρά γε διάστημα ἐκεῖνο ἦσαν ἄκυροι αἱ πράξεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀρνουμένου τὴν θεώρησιν ἐνταλμάτων;
§165Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε;
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸν κ. Μερλόπουλον ἐδόθη παράτασις, ἀλλ’ ὄχι νὰ γίνῃ καὶ δευτέρα διὰ τῶν διακοπῶν.
§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδέποτε θὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις!
§168Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τῆς παρατάσεως θὰ ἐπωφεληθῶμεν μίαν διακοπήν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι· δὲν θὰ ἐπωφεληθῆτε. Ἡ παράτασις ἐδόθη χάριν τοῦ κ. Μερλοπούλου καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν, ἀλλ’ ὄχι χάριν τῶν διακοπῶν σας.
§170Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Γίνεται κατάχρησις. Ἄλλη εἶναι ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δικάζει μόνον κατ’ ἔφεσιν τὰς ἀποφάσεις. Τί σχέσιν ἔχει τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο;
§171Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὑρίσκω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι καὶ δὲν εἰσάγομεν θεσμὸν νέον καὶ δὲν δημιουργοῦμεν πολιτικὸν Σῶμα νέον, ἀντιτιθέμενον πρὸς τοὺς πολιτικοὺς παράγοντας, τοὺς ὁποίους καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον προσδιορίζομεν σαφέστερον καὶ προλειαίνομεν τὰ ἔργα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, προπαρασκευάζομεν ἀρτίωσιν τῆς νομολογίας ἡμῶν ἐν ταῖς ὑποθέσεσι τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, νομολογίας ἥτις ἰδιαιτέρως θέλει ἐπιδράσει ἐπὶ τῆς ὅλης διοικήσεως καὶ ἐπὶ τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν· παρασκευάζομεν ἐπὶ πλέον διὰ τῆς δικαιοδοσίας πρὸς ἀκύρωσιν πράξεων τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν πραγματικὴν καὶ ἀληθινὴν προστασίαν τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, προστασίαν ἥτις ἐξασφαλίζει ἀληθινὴν καὶ πραγματικὴν ἐλευθερίαν καὶ οὐχὶ ἐλευθερίαν σκιώδη καὶ ἰδανικήν, ὡς ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχε γράμμασι μὲν ἀνεγνωρισμένην διὰ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν ὁ Ἕλλην πολίτης, πράγματι δὲ δὲν εἶχεν. Λοιπὸν οὐχὶ ἀνελεύθερος ἀλλὰ φιλελεύθερος εἶναι ὁ θεσμὸς ὁ εἰσαγόμενος, ὄχι μειωτικὸς τῆς αὐτοτελείας τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἀλλ’ ἐνισχυτικὸς αὐτῆς, ὄχι μειωτικὸς τῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ τὴν νομιμότητα τῆς ἐνεργείας καὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν καθόλου ὀργάνων τῆς δημοσίας διοικήσεως· διότι ὁ Ὑπουργὸς καὶ τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας διοικήσεως, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχουσιν ὅτι ἐνδεχόμενον αἱ πράξεις αὐτῶν νὰ μὴ τύχωσι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ ἐποπτεύῃ καὶ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις αὐτῶν, μετὰ περισσοτέρας ἐπιμελείας καὶ ἐπιστασίας καὶ προσοχῆς καὶ εὐσυνειδησίας θέλουσι διεξαγάγει τὰ ἔργα αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀνάγκη νὰ τάξωμεν ἓν τοιοῦτον Σῶμα ἐπιτηρητὴν τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως; Καὶ δὲν ἀρκεῖ εἰς ἡμᾶς ἡ εὐθύνη τῶν ὑπολόγων Ὑπουργῶν ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας; Περὶ τίνος εὐθύνης, Κύριοι, ὁμιλοῦμεν ταῦτα λέγοντες; Ὁμιλοῦμεν περὶ τῆς πολιτικῆς εὐθύνης ἢ περὶ τῆς εὐθύνης τῆς ποινικῆς; Τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τὴν εἴδομεν πῶς ζητεῖται ἐν τῇ Βουλῇ· τὸν ἔλεγχον τὸν ἀκούομεν καθ’ ἑκάστην καὶ τὸν βλέπομεν καθ’ ἑκάστην ἀσκούμενον ἐν ταῖς Βουλαῖς ἀφ’ ὅτου ἔχομεν τὸ πολίτευμα τοῦ 1864. Ἀλλὰ δὲν εἴδομεν ὁποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἄμεσα ἀποτελέσματα τοῦ ἐλέγχου, καὶ ἂν ἐπῆλθον τοιαῦτα ἀποτελέσματα, ταῦτα ἐπῆλθον ἐν ἀπωτέρῳ χρόνῳ, διότι ταῦτα πάντα τὰ θέματα, περὶ ὅσα ἐστράφη ὁ ἔλεγχος, ἦσαν ζητήματα λυόμενα πάντοτε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῆς πλειονοψηφίας καὶ οὐχὶ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ λόγου καὶ τῆς δυνάμεως τῆς ἀληθείας. Εἰς τί λοιπὸν νὰ χρησιμεύῃ ὁ ἔλεγχος, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, ἀφοῦ ὡς πρὸς αὐτὴν δὲν ἄγει εἰς ἀμέσους πολιτικὰς συνεπείας; Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως λοιπὸν ταύτης οὐδεμίαν ἀνάγκην θεραπεύει ὁ ἔλεγχος. Ἀλλὰ μὴ τυχὸν ἡ ποινικὴ εὐθύνη ἐξησφάλιζε τὴν νομιμότητα τῆς ἐνεργείας τῶν Ὑπουργῶν καὶ τῶν ὑφισταμένων ἐν γένει ὑπαλλήλων; Ἡ εὐθύνη ἑνὸς Ὑπουργοῦ, Κύριοι, —πολὺ καλῶς τὸ γνωρίζετε, καὶ κάλλιον ἐμοῦ— δὲν εἶναι εὐθύνη ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ εἶναι εὐθύνη ἑνὸς Ὑπουργείου ὁλοκλήρου, εἶναι εὐθύνη μιᾶς Κυβερνήσεως ὁλοκλήρου, διότι στενὴ ἀλληλεγγύη συνέχει τὰ μέλη τῆς μιᾶς Κυβερνήσεως. Εἶναι λοιπὸν εὐθύνη ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄρα εἶναι εὐθύνη τοῦ κόμματος ὁλοκλήρου, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Καὶ ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ἐν τῇ Ἀρχῇ εὑρισκόμενον ἀκολουθῆται πραγματικῶς ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν, μὴ ἐλπίσητε ποτὲ ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ παρανομία αὐτοῦ, θέλετε ἐπιτύχει τὴν ἀπόδοσιν τῆς ποινικῆς εὐθύνης, διότι, ὡς εἶπον, ἡ εὐθύνη τοῦ ἑνὸς Ὑπουργοῦ εἶναι εὐθύνη τοῦ κόμματος ὁλοκλήρου, καί, ὅταν κατηγορῆται εἷς Ὑπουργὸς ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων, κατηγορεῖται ἓν κόμμα ὁλόκληρον ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων, τὰ κόμματα δὲ τὰ πλειονοψηφοῦντα δὲν κρίνουσι καὶ δὲν ἀποφασίζουσι τὰ Δικαστήρια, διότι δὲν σταθμίζουσι τὰ πράγματα δικαστικῶς, ἀλλὰ πολιτικῶς. Δὲν βλέπω λοιπὸν ὅτι δύναται ν’ ἀσφαλίσῃ τόσον τελεσφόρως καὶ τόσον ἀποτελεσματικῶς καὶ τόσον ταχέως καὶ ἀμέσως τὴν νομιμότητα τῆς ἐνεργείας τῶν ὀργάνων ἐν γένει τῆς διοικήσεως ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν, εἴτε ἡ πολιτικὴ εἴτε ἡ ποινική, καὶ ἀναγκαῖον εἶναι, ὅτε οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, ὅτε ἡ ἐγγύησις αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκής, ἵνα διασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἕλληνος πολίτου, ἵνα ἀναζητήσωμεν ἀλλαχοῦ τὴν ἐγγύησιν τὴν πραγματικὴν καὶ τελεσφόρως ἀσφαλίζουσαν τὰ δικαιώματα αὐτοῦ, καὶ τὴν ἀσφάλειαν ταύτην καὶ τὴν ἐγγύησιν δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν εἰμὴ ἐν τῷ θεσμῷ, τὸν ὁποῖον καθιεροῖ τὸ σχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ἂν παρ’ ἡμῖν ἐγεννήθησαν ἀντιρρήσεις καὶ δισταγμοὶ περὶ τῆς σκοπιμότητος καὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ θεσμοῦ τοῦ εἰσαγομένου, τί ἤθελον εἴπει ἆρά γε οἱ κύριοι συνάδελφοι οἱ τοιούτους προβάλλοντες δισταγμούς, ἐὰν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν, πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε, εἰς τὴν Βουλὴν ἔθνους, ἀπὸ τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς ἠντλήσαμεν τὰ διδάγματα τῆς ἐλευθερίας, τὰ διδάγματα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, εἰσήχθησαν, καὶ μάλιστα ὑπὸ Κυβερνήσεως ἄκρως φιλελευθέρας καὶ ῥιζοσπαστικῆς, ἀλλεπαλλήλως δύο νομοσχέδια ἀποχωρίζοντα τελείως τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἀπὸ πάντα ἐπηρεασμὸν τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς καὶ ἐγκαθιστῶντα αὐτὸ ὡς Ἀρχὴν αὐτοτελῆ, τελείως ἀνεξάρτητον καὶ ὅλως ἀνεπηρέαστον, μὲ σφαῖραν δικαιοδοσίας ἰδίαν, νομοσχέδια δηλαδή, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ἀντιλέγοντες κατὰ τοῦ θεσμοῦ, νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς παρεισάγοντα πραγματικῶς νέον πολιτικὸν παράγοντα ἐν τῷ πολιτεύματι ἐκείνῳ; Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κλεμανσώ, Κύριοι, τοιαῦτα νομοσχέδια εἰσήγαγεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν. Καὶ ἂν ἐκεῖ τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἐθεωρήθησαν ὡς ἀντικείμενα πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τῆς Γαλλίας, πολὺ ὀλιγώτερον ὁ θεσμὸς ὁ εἰσαγόμενος διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχεδίου δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντιτιθέμενος πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Ἀπό τινος χρόνου εἴδομεν νέας μεθόδους ἐν τῷ πολιτεύεσθαι, ὡς σᾶς εἶπον, καὶ ἡ νέα τάξις πραγμάτων ἐξασφαλίζει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν διὰ τοῦ προτεινομένου θεσμοῦ. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἀπό τινος χρόνου ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς καὶ οἱ πολιτευταὶ οἱ Ἕλληνες σκέπτονται κατ’ ἄλλον τρόπον ἢ ὡς κατὰ τὸ παρελθὸν ἐσκέπτοντο, πιστεύω μάλιστα ὅτι ἀπὸ ἑνὸς ἔτους καὶ πλέον εὑρισκόμεθα ἀπέναντι τοῦ πλέον παρηγόρου φαινομένου, τῆς ὁριστικῆς ἀφυπνίσεως τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εἶμαι ἀπολύτως ἥσυχος ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον τοιαῦται σκέψεις θὰ κυριαρχήσωσιν ἐν τῷ πνεύματι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅταν δ’ ἔχω τὴν ἀμφιβολίαν περὶ τούτου, πρέπει ν’ ἀναζητήσω τὴν ἐγγύησιν ἐκεῖ ὅπου καὶ μόνον δύναμαι νὰ εὕρω τὴν ἐγγύησιν αὐτήν. Δὲν πταίουσιν οἱ θεσμοί, σᾶς ἔλεγον, ἀλλὰ πταίουσιν οἱ διαχειριζόμενοι τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν· οἱ θεσμοὶ ὡς ἄριστα ἔχουσιν, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν· μὴ μετακινεῖτε λοιπὸν τούτους· ἀφήσατε αὐτοὺς ὡς ἔχουσι καὶ εὕρετε μόνον διαχειριστὰς τῶν θεσμῶν ἱκανούς, ἵνα πιστῶς καὶ τιμίως ἐφαρμόσωσιν αὐτούς· ἀλλ’ οἱ ταῦτα λέγοντες, Κύριοι, ἐλησμόνουν ὅτι, ἐὰν οἱ θεσμοὶ ἐπέτρεπον τὴν καταδολίευσιν καὶ τὴν καταστρατήγησιν αὐτῶν, ἐν τῇ φύσει αὐτῶν τῶν θεσμῶν ἔγκειται ἡ ἀτέλεια, ἔγκειται τὸ δυνατὸν τῆς καταστρατηγήσεως τῶν θεσμῶν, ὁ δὲ λαὸς ὁ κυβερνώμενος κοινοβουλευτικῶς ὑπόπτως πρέπει νὰ ἔχῃ πάντοτε πρὸς τοὺς διαχειριζομένους τὰ δημόσια πράγματα.
§172Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τὸ ἀξίωμα εἶναι ὀρθόν.
§173Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐκ τοῦ παρελθόντος δικαιολογεῖται.
§174Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, λέγω ὅτι καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸ παρελθὸν καὶ ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὸ ἐνδεχόμενον μέλλον ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἡ ἀντιπροσωπεύουσα τὸν λαὸν καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς δυσπίστως πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀνάγουσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς χώρας.
§175Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δι’ αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
§176Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς τοῦ δόγματος τούτου εἶναι ἀπόρροια ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς ὁ ἀδιάλειπτος καὶ συνεχής. Λέγω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι δυσπίστως πρέπει νὰ ἔχωμεν γενικῶς ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, καὶ εἰς τὰ πράγματα καὶ τοὺς θεσμοὺς ἡμῶν μόνον νὰ ἀποβλέπωμεν. Καὶ ὅταν οὕτω πως σκεπτώμεθα, τὴν ἐξασφάλισιν τῆς νομιμοφροσύνης τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει ἱσταμένων, δὲν πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν ἑκάστοτε εἰς τὸν χαρακτῆρα μόνον τῶν κυβερνητῶν, δὲν πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν εἰς τὰς διαθέσεις τῶν μελλόντων νὰ κυβερνήσωσι τὴν χώραν ἡμῶν, ἀλλ’ ὀφείλομεν προκαταβολικῶς καὶ διὰ παντὸς ν’ ἀναζητῶμεν τὴν ἀσφάλειαν εἰς τοὺς θεσμούς, οἵτινες προλαμβάνουσι τὰς διαθέσεις τῆς καταπατήσεως τῶν νόμων; Μὴ νομίσητε δ’ ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἐπειδὴ εἶναι ἔθνος μικρόν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μιμηθῇ τὰ γινόμενα εἰς ἄλλα ἔθνη, διότι καὶ τοῦτο ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι δῆθεν ἡ Ἑλλὰς μόλις ἀντιστοιχεῖ πρὸς ἕνα νομὸν τῆς Γαλλίας, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἄρα νὰ ἔχῃ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, μολονότι ἡ Γαλλία ἔχει τοιοῦτον Συμβούλιον. Ἐὰν ὅμως τὴν ἀπομίμησιν εὕρισκεν ὀρθήν, ἔπρεπεν ἐπίσης ὁ κύριος συνάδελφος νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ὀφείλει ν’ ἀποτελῆται ἀπὸ εἴκοσι Βουλευτάς.
§177Γ. ΠΩΠ. Νῦν ἀπὸ πόσους ἀποτελεῖται;
§178Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐρώτημα δὲν ἔχει σχέσιν. Τοὐναντίον φρονῶ ὅτι εἰς πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν συγκρότησιν μιᾶς κοινωνίας, ὡς κοινωνίας πολιτικῆς, δὲν πρέπει ν’ ἀποστέργωμεν νὰ μιμώμεθα ὅ,τι καλὸν ἀλλαχοῦ ἰσχύει. Δὲν λέγω ὅτι ὡς κανόνα ἀπαράβατον καὶ ἀπόλυτον ἐν πᾶσι καὶ πάντοτε πρέπει ν’ ἀποδεχθῶμεν ἀπολύτως ὅ,τι ἰσχύει ἀλλαχοῦ, διότι οἱ νόμοι πρέπει νὰ προσαρμόζωνται πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, δι’ ὃν τίθενται. Ἀλλὰ, ὅταν πρόκειται περὶ ὀργανώσεως τῆς Πολιτείας, ἤθελεν εἶσθαι φρονήσεως ἔργον νὰ ἴδωμεν τί γίνεται ἀλλαχοῦ καὶ νὰ μιμηθῶμεν τὰ καλῶς γενόμενα καὶ τὰ τελεσφόρως νομοθετηθέντα. Διότι, ἄν, ἐπὶ τῷ λόγῳ μόνῳ, ὅτι εἴμεθα ἔθνος μικρόν, ἠθέλομεν ἀποστέρξει νὰ μιμηθῶμεν ὅ,τι καλὸν ὑπάρχει εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη, ἂν ἀπεστέργομεν νὰ τείνωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν, ἀπομιμούμενοι τὰ καλῶς γινόμενα ἀλλαχοῦ, ἠθέλομεν παρασκευάσει τὸν ὄλεθρον τὸν ἐθνικόν. Ἡ Ἑλλὰς καυχᾶται ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν χορείαν τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν, καὶ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ περικλείηται ἐν τῷ ἐγωισμῷ καὶ τῇ φιλαυτίᾳ αὐτῆς ὅτι περὶ πάντων ἀφ’ ἑαυτῆς δύναται νὰ προνοήσῃ καὶ νὰ ῥυθμίσῃ τὰ κατ’ αὐτὴν ἐξ οἰκείας πρωτογενοῦς ἐμπνεύσεως, παρεκκλίνουσα τῆς χαραχθείσης ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη ὁδοῦ καὶ ἀμελοῦσα τὰ διδάγματα τῆς πείρας καὶ τῆς Ἱστορίας. Δὲν φοβοῦμαι ὅτι τοιαύτην θ’ ἀκολουθήσῃ πορείαν, διότι οὕτω πολιτευομένη ἔστε βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ ὑπηρετήσῃ τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ τὸ μέλλον αὐτὸ τὸ ἐθνικόν. (Χειροκροτήματα).
§179Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, τὸ θέμα ἐξηντλήθη, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως σπεύσῃ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον.
§181Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ σεβασθῇ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τοῦ τόσον σοβαροῦ καὶ σπουδαίου, αἱ γνῶμαι τῶν κ. συναδέλφων ἐδιχάσθησαν, ἠκούσθησαν δὲ καὶ πειστικὰ ἐπιχειρήματα, ἑκατέρωθεν, ἀνεπτύχθησαν καὶ ὑπὸ τῶν συνηγόρων καὶ ὑπὸ τῶν κατηγόρων τοῦ θεσμοῦ τούτου, δι’ αὐτὸ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃ γνώμη ὑπεύθυνος, θὰ βαρύνῃ, καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ σεβασθῇ αὐτήν.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δογάνης, Τετενές, Χριστίδης, Καλομενόπουλος, Σχινᾶς καὶ Βλάχος εἶναι ἀπόντες. Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§183Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Αὔριον.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔχομεν τοὺς κ. κ. Κουλουμβάκην, Δαζέαν καὶ Παπαναστασίου. Συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς κατήρτισα ἐπιτροπὴν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν κ. κ. Ἀ. Μιχαλακοπούλου, Π. Μερλοπούλου, Χ. Βοζίκη, Ἰ. Τσιριμώκου, Ε. Κουλουμβάκη, Ἀ. Παπαναστασίου, Κ. Ζαβιτσάνου καὶ ἐμοῦ, Ν. Στράτου.
§185Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Νὰ προστεθῇ καὶ εἷς ἀπὸ τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσετέθησαν τρεῖς.
§187Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τρεῖς εἴμεθα ὅλοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιπολίτευσιν.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ν’ ἀποκαλυφθῆτε καὶ δεύτερον τὸ δικαίωμα πρὸς καταρτισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς μοὶ τὸ ἐχορήγησεν ἀνεξέλεγκτον ἡ Βουλή. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον τὴν 9ην π. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 1 καὶ 10′ τῆς νυκτός).