1911.04.26
4,624 rows · 35,948 words · 218 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73.
Τῆς 26ης Ἀπριλίου 1911.
(Τρίτη)
Προεδρία κ. Ν. Ἀ. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 5 καὶ 20′ μ. μ. παρόντων Βουλευτῶν 186, ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§2Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω διορθώσεις τινάς, τὰς ὁποίας θὰ δώσω εἰς τὸν πρακτικογράφον. Ἐπειδὴ χθὲς δὲν ἤμην ἐντὸς τῆς αἰθούσης, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι διέκρινε τὴν γνώμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, θὰ τὸν παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, νὰ μοὶ ὑποδείξῃ εἰς ποῖον μέρος τοῦ ὁρίζοντος ὑπάρχει ἡ Ἀντιπολίτευσις αὐτή, διὰ νὰ προσέλθω εἰς τὰς τάξεις της. Τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ κατέχω, τὴν ὀφείλω εἰς τὴν ἐργασίαν μου, καὶ μόνον εἰς τὴν ἐργασίαν μου, καὶ ὄχι εἰς τὰς διαφημίσεις τὰς γνωστάς, τὰς προελθούσας ἐκ τῆς ἀπογνώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ οὐχὶ ἐκ τῆς βαθείας αὐτοῦ ἐκτιμήσεως πρὸς ἱκανότητα δειχθεῖσαν καθὼς δείκνυται πανταχοῦ καὶ πάντοτε, ἵνα ἐπιβληθῇ εἰς τὴν δημοσίαν συνείδησιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Ὁ ἐκ Πατρῶν σταφιδέμπορος Κ. Τσερώνης καταγγέλλει διαφόρους παρανομίας τῆς «Ἑνιαίας». 2) Ὁ Παναιγειρατικὸς σύλλογος πληροφορεῖ τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουρλούμη ἐν τῇ Βουλῇ ὅτι ἔχομεν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι τοὐναντίον ἔχομεν πληθώραν αὐτῆς· 3) Ἱερεῖς τοῦ δήμου Ἀπεραντίων ζητοῦσι τροποποίησιν τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου, ἀναλαμβάνοντος τοῦ δημοσίου ἢ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου τὴν πληρωμὴν τῶν ἱερέων· 4) Οἱ κάτοικοι Μαληθῶν τῆς Κερκύρας ἐξαιτοῦνται τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου τοῦ βουλευτοῦ κ. Ζαβιτσάνου· 5) Ἡ Ἀλεξάνδρα χήρα Πετροσίνα πρόσφυξ ἐν Κερκύρᾳ ἱκετεύει, ὅπως αὐξηθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἐλαττωθεῖσα ἐπιχορήγησίς της ἐξ 27 δρ. εἰς 18· 6) Διάφοροι κατάδικοι τῶν φυλακῶν Παλαιοῦ Στρατῶνος ζητοῦσιν ἀπονομὴν χάριτος· 7) Ὁ ἐκ Βόλου Κυριάκος Πάγκαλος καταγγέλλει τὸ Πρωτοδικεῖον ὡς παρανομοῦν καί· 8) Πολλοὶ κτηνοτρόφοι ἐξ Ἀστακοῦ διαμαρτύρονται κατὰ τοῦ δημοσίου κατηγόρου, εἰσαγαγόντος τινὰς αὐτῶν εἰς δίκην καὶ καταδικασθέντας διότι ἔβοσκον τὰ κτήνη των ἐν λιβαδίῳ Πορτόλου, ἐνῷ κατ’ ἔθιμον ἐν Ἀστακῷ ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μέχρις Ὀκτωβρίου δὲν ὑφίσταται λιβάδιον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΓΧΞΓʹ (3663). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§4Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§6Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποθέτω, κύριοι Βουλευταί, νὰ δέχησθε πάντες ὅτι τὸ σπουδαιότερον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅτι εἶναι τὸ Πλημμελειοδικεῖον. Διότι εἶναι τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο, ἐν τῷ ὁποίῳ κολάζονται καὶ καταστέλλονται αἱ καθ’ ἡμέραν γενόμεναι ἀξιόποινοι πράξεις. Εἶναι ἐκεῖνο τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν διατηρεῖ τὴν κοινὴν εὐταξίαν καὶ παρέχει εἰς τὴν κοινωνίαν τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, ὅτι ζῇ καὶ διάγει καὶ δρᾷ ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ νόμου. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς ἡμᾶς ὅτι ἐλάχιστα ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπόν του τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο, καὶ δι’ ἄλλους μὲν πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ κανόνα δικάζει πράξεις γενομένας πρὸ πλείστων ἐτῶν. Εἶναι εὔκολον νὰ βεβαιωθῇ τις ὅτι συχνότατα ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων παρ’ ἡμῖν ἐδικάζοντο πράξεις γενόμεναι πρὸ πέντε, ἢ ἕξ, ἢ ὀκτώ, ἢ δέκα, ἢ δώδεκα ἐτῶν. Ἐγὼ ἔχω ὑπερασπίσει ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων ὑποθέσεις ἀφορώσας πράξεις γενομένας πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν, πρὸ εἰκοσιτεσσάρων ἀκόμη ἐτῶν. Εἰς τοῦτο δὲ συντελεῖ κυρίως ἡ τεραστία ἐπισώρευσις ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων. Τὰ ἀρχεῖα τῶν Εἰσαγγελιῶν ἔχουσι, λέγω, κατὰ μυριάδας τὰς δικογραφίας ἐκκρεμεῖς. Αὐτὴ εἶναι μία ἄποψις τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Δεύτερον ἔχω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, τοῦτο δὲ εἶναι πασίγνωστον, ὅτι οἱ διάφοροι ὑπάλληλοι τῶν Εἰσαγγελιῶν καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ εἰσαγγελεῖς πολλάκις, καταστρατηγοῦντες καὶ εὑρύνοντες μέχρι τοῦ ἀπείρου τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ Ποινικοῦ Νόμου τὴν ἀναγράφουσαν τοὺς λόγους τῆς διακοπῆς τῆς παραγραφῆς, κατορθώνουσι νὰ διατηρῶσιν ἐπὶ δεκαετηρίδας ὁλοκλήρους ἐκκρεμεῖς τὰς διαφόρους ποινικὰς ὑποθέσεις. Τοῦτο δὲ συχνότατα συμβαίνει ἀπὸ σκοποῦ. Πάσας τὰς ὑποθέσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας δὲν θέλει ὁ Κύριος ἐκεῖνος νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, διότι ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων, τὰς κρατοῦσιν ἐκκρεμεῖς, διακόπτοντες τὴν παραγραφὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, πλειστάκις ἐγκληματικόν. Ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ π. χ. Ἀθηνῶν ὑπάρχουσιν ἴσως ἑκατοντάδες, πιθανῶς νὰ ὑπερβαίνωσι καὶ τὴν χιλιάδα, ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, αἵτινες ἀφορῶσιν ὡρισμένας ἐπαγγελματικὰς τάξεις καὶ τὰς ὁποίας οὐδέποτε οἱ κύριοι Εἰσαγγελεῖς φέρουσιν ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, διότι ὑπάρχει ἀμοιβαία τις συμφωνία μεταξὺ τῶν κατηγορουμένων ἐκείνων καὶ τῶν ἑκάστοτε εἰσαγγελέων, ὅπως οἱ μὲν διαφημίζωσιν αὐτοὺς διὰ τὰ μεγάλα κατορθώματά των, οἱ δὲ κρατῶσιν ἐκκρεμεῖς τὰς κατ’ αὐτῶν ὑποθέσεις.
§7Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὁ λόγος ἴσως εἶναι, φαίνεται, κατὰ τῶν δημοσιογράφων.
§8Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε τὰ ὀνόματα.
§9Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀποφεύγω τὰ ὀνόματα· ἀρέσκομαι ἁπλῶς νὰ λέγω τὰ πρόσωπα διὰ χαρακτηρισμῶν.
§10Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Χθὲς δὲν ἀπεφύγετε νὰ εἴπητε τὰ ὀνόματα τῶν ἐπιτροπειῶν.
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ ἔλεγε τὸ Β Διάταγμα. Διότι π. χ., κύριοι Βουλευταί, πρὸ μηνῶν ἐπίλεκτον μέλος τῆς παρ’ ἡμῖν κοινωνίας, πρώην καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ πρώην Βουλευτής, ἀνεξαρτήτως τῶν πολιτικῶν αὐτοῦ γνωμῶν ἄνθρωπος ἔντιμος καὶ ἐνάρετος ἀναμφισβητήτως, παρεστάθη εἰς τὸ ἑλληνικὸν κοινὸν ὡς καταχραστὴς χρημάτων προωρισμένων νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἐθνικοὺς ἁγίους σκοπούς, παρεστάθη αὐτόχρημα ὡς λωποδύτης, καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ μηνῶν ὁλόκληρων ἀγωνιᾷ ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος, διὰ νὰ προχωρήσῃ ἓν βῆμα ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπ’ αὐτοῦ μήνυσις ἐπὶ συκοφαντίᾳ, καὶ ἀναμφιβόλως δὲν θὰ προχωρήσῃ οὐδὲ κατὰ ἓν βῆμα, διότι εἶναι διευθυντὴς ἐφημερίδος ὁ κατηγορούμενος. Ἄλλος διευθυντὴς ἐφημερίδος πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἐσυκοφάντησεν ἕνα οἰκογενειάρχην, σύζυγον καὶ πατέρα τέκνων, ὅτι ἀπήγαγε μίαν κόρην ἐντιμοτάτης οἰκογενείας, καὶ ἐγένετο φοβερὸν σκάνδαλον. Δὲν εἰσήχθη ἀκόμη καὶ οὗτος εἰς δίκην! Ὁ συντάκτης του εἰσήχθη εἰς δίκην, ὁ διευθυντὴς ὄχι, διότι οἱ συντάκται δὲν ἀπολαύουσι τῆς ἀσυλίας. Μόνον οἱ διευθυνταὶ ἀπολαύουσι τῆς ἀσυλίας. Ἀλλὰ κρατοῦνται ἐν ἐκκρεμότητι αἱ ὑποθέσεις, καὶ διακόπτεται ἡ παραγραφή, διότι συμβαίνει νὰ γίνεται καὶ μία τις τυπικὴ ἐπιθεώρησις ἐκ μέρους τῶν εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ εὕρῃ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς παραγεγραμμένας. Διότι νομίζει ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του βεβαιῶν ὅτι δὲν παρεγράφησαν αἱ πράξεις, ἀδιάφορον ἂν δὲν ἐδικάσθησαν πρὸ 5, 8, 10 ἢ 15 ἐτῶν. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶχον πείσει, ὅπως μεταρρυθμισθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ παραγραφῆς τοῦ Ποινικοῦ ἡμῶν Νόμου, καὶ εἶχε καταρτισθῆ ἓν νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου κυριώτατοι σκοποὶ ἦσαν δύο. Πρῶτον νὰ καθορισθῇ ἓν ὅριον παραγραφῆς ὁριστικὸν διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς μέχρι τότε πράξεις, οὕτως ὥστε ν’ ἀπαλλαγῶσιν αἱ Εἰσαγγελίαι ἀπὸ ὅλην ἐκείνην τὴν κόπρον τοῦ Αὐγείου, ἡ ὁποία εἶχε συσσωρευθῆ εἰς τὰ ἀρχεῖά των, καὶ νὰ βαδίσῃ ἡ λειτουργία τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, πλήττουσα τὰς ἔκτοτε διαπραττομένας πράξεις. Δεύτερος σκοπὸς ἦτο νὰ καθορισθῶσιν ἀρτιώτερον αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας διακόπτεται ἡ παραγραφή. Εὐτυχῶς τὸ νομοσχέδιον ὑπέστη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀκολούθως ἐν τῇ Βουλῇ τοιαύτας καὶ τοσαύτας μεταρρυθμίσεις, ὥστε ὁ συντάκτης αὐτοῦ μόλις ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος τὸν ἀπεκήρυξε. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ ἐπιτελέσωμεν σήμερον ἔργον πλῆρες καὶ ἀληθῶς ἐξυπηρετοῦν τὸ κοινωνικὸν συμφέρον, πρέπει, ἀφοῦ ἅπαξ ἐπιλαμβανόμεθα τοῦ θέματος τούτου, νὰ καθορίσωμεν σήμερον τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων διακόπτεται ἡ παραγραφή, καὶ δεύτερον ν’ ἀσχοληθῶμεν καὶ εἰς τὴν παραγραφὴν τῶν κακουργημάτων. Δὲν ἐγένετο ὅ,τι ἔπρεπε προκειμένου περὶ τῶν πλημμελημάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ γενόμενον ἀρκετὰ ἐξυπηρετεῖ τοὺς σκοπούς, τοὺς ὁποίους ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν κακουργημάτων τὸ πρᾶγμα μένει ἐντελῶς ἀνεξέταστον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου καὶ οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια. Καθωρίζετο ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ περυσινοῦ ὅτι τὰ κακουργήματα παραγράφονται μετὰ ἑπταετίαν. Ὁ νόμος πρότερον ἔλεγε μετὰ δεκαετίαν. Ὅτε συνέβαινε νὰ μὴ δικασθῇ ἓν κακούργημα ἐντὸς τοῦ ἔτους, καίτοι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐρήμην δικάζονται καὶ τὰ κακουργήματα, ἐν τούτοις αἱ Εἰσαγγελίαι τῶν Ἐφετῶν δὲν προσδιώριζον τοιαύτας ὑποθέσεις, ἵνα δικασθῶσιν ἐρήμην ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τῶν συνέδρων, ἀλλὰ μὴ ἀσχολούμεναι παντάπασι περὶ τῶν ὑποθέσεων ἐκείνων ἐφρόντιζον μόνον μετὰ 9 ἢ 9½ ἔτη, ὀλίγας ἡμέρας πρὶν συμπληρωθῇ ἡ δεκαετία, νὰ διακόψωσι διὰ μιᾶς πράξεως τυπικῆς, διὰ μιᾶς πολλάκις πλαστογραφίας, τὴν παραγραφήν, νομίζουσαι ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ τοιουτοτρόπως ὑπάρχουσιν ἑκατοντάδες ὑποθέσεων εἰς τὰς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν, αἵτινες ἀφορῶσιν ἀποθανόντας, ἀποδημοῦντας, μὴ ἀνακαλυφθέντας. Καὶ ὅτε ἐπῆλθεν ὁ νόμος, ὅστις καθώριζεν ἑπταετίαν διὰ τὴν παραγραφήν, ἐκεῖναι δέ, αἱ Εἰσαγγελίαι δηλαδὴ τῶν Ἐφετῶν, δὲν εἶχον ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν των, καὶ παρεγράφοντο τοιαῦται πράξεις, ἠκούσθη ἡ κραυγὴ ἡ τρομερά· «κινδυνεύει ἡ δημοσία τάξις!». Κινδυνεύει ἡ δημοσία τάξις, διότι θὰ παραγραφῇ ἡ πρᾶξις ἑνός, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει εἰς τὴν Καλιφορνίαν πρὸ τριάκοντα ἐτῶν καὶ ἄγνωστον εἶναι ἂν ζῇ ἢ ἀπέθανε. Κινδυνεύει ἡ δημοσία τάξις, διότι δὲν θ’ ἀνακαλυφθῶσιν οἱ δράσται τοῦ ἀκεφάλου πτώματος τοῦ Πειραιῶς, διότι δὲν θ’ ἀνακαλυφθῶσιν ἴσως μετά τινα ἔτη οἱ δράσται τοῦ φόνου τῶν ἀρτοποιῶν. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, πιστεύουσιν ὅτι πρόκειται περὶ κατηγορουμένων, τοὺς ὁποίους θὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν χεῖρά της ἡ δικαιοσύνη, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινός. Πιθανῶς νὰ εἶναι καί τινες γνωστοὶ φυγόδικοι, ἐλάχιστοι ὅμως, ἀπὸ πλείστων ἐτῶν, ἀπὸ δεκαετηρίδων, τὸ ἔγκλημα τῶν ὁποίων παντελῶς ἐλησμονήθη καὶ τῶν ὁποίων ἡ δίκη θ’ ἀνακινήσῃ ἔριδας καὶ πάθη καὶ ἴσως γεννήσῃ νέα ἐγκλήματα ἀδίκως καὶ παραλόγως. Πάντα δὲ ταῦτα — ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ τὴν συγγνώμην, διότι θὰ ἐπαναλάβω κάτι — πάντα ταῦτα διατί; Διότι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των αἱ Εἰσαγγελίαι τῶν Ἐφετῶν, διότι δὲν ἐφρόντισαν νὰ προσδιορίσωσι τὰς δίκας, ἵνα γένωνται καὶ ἐρήμην τῶν κατηγορουμένων καὶ ἀρχίσῃ ἡ παραγραφὴ τῶν ἀποφάσεων, ἥτις εἶναι πολὺ μακροτέρα, εἶναι εἰκοσαετής, ἀλλ’ ἀνέμενον ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς συμπληρώσεως τῆς δεκαετίας, οὕτως ὥστε, ὅτε ἐπῆλθεν ὁ νόμος, εὑρέθησαν αἱ ὑποθέσεις ἐκεῖναι παραγεγραμμέναι. Διὰ τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω πλείονα. Νομίζω ὅτι θὰ εἶναι πληρέστερον τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν καθορισθῶσι διατάξεις περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι διακόπτουσι τὴν παραγραφήν, καὶ ἐὰν εἰς τὸν κανόνα, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπάγονται τὰ πλημμελήματα καὶ τὰ πταίσματα, ὑπαχθῶσι καὶ τὰ κακουργήματα.
§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§13Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ἀφορμῆς, κύριοι Βουλευταί, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ ἰδίως τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλὴν ὑποβάλλων σκέψεις τινὰς σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐνομοθετήθη παραγραφὴ βραχυτέρα τῆς ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ ἀναγεγραμμένης, εἶναι πολλοί, ὁ σπουδαιότερος ὅμως, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐλήφθη τὸ μέτρον τοῦτο, εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις τῶν εἰσαγγελικῶν γραφείων, τῶν ἀνακριτικῶν καὶ τῶν δικαστικῶν γραφείων, τὰ ὁποῖα ἔβριθον δικογραφιῶν ἀναγομένων εἰς χρόνον ἀπώτατον, εἰς χρόνον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει εἶχεν ἐκλείψει πᾶσα ἀνάμνησις τοῦ ἀδικήματος καὶ τὰ ὁποῖα ἀδικήματα καθίσταντο ἀείζωα διὰ μεθόδου ἥκιστα τιμώσης τὴν καταδίωξιν τῶν ἀδικημάτων. Ἐσκέφθη ὁ νομοθέτης ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ τεθῇ τέρμα εἰς μίαν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ κατονομάσω, καὶ νὰ περισταλῶσιν ἀδικήματα διαπραττόμενα ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ νόμου, διότι ὑπῆρξαν κλητῆρες διαπράττοντες ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον τοὺς ἦγεν ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, διὰ νὰ διακοπῇ ἡ παραγραφή, ἵνα σωθῇ ἡ εὐθύνη τῶν ἐντεταλμένων τὴν δίωξιν Ἀρχῶν διὰ τὴν ἀμέλειαν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξαντο κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ καθήκοντός των. Τὸ μέτρον τοῦτο ὑπῆρξε σκοπιμώτατον, διότι εἶναι βεβαιωμένον, καὶ τὸ γνωρίζω ἐξ ἐπαγγελματικῆς πείρας, ὅτι αἱ πεπαλαιωμέναι αὗται ὑποθέσεις, ἀφοῦ κλείονται ἀπὸ τῆς ἀνακρίσεως εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Εἰσαγγελίας, ἐκεῖθεν εἰς τὰ ἀκροατήρια ἐπανέρχονται, ἵνα εἰσαχθῶσι καὶ αὖθις καὶ καταλήξωσιν εἰς μίαν λύσιν, ἥτις λύσις εἶναι ὁμοιόμορφος, διότι, ἂν μὴ καθ’ ὁλοκληρίαν, κατὰ 99% αἱ ἀποφάσεις, διὰ τῶν ὁποίων τερματίζονται αἱ κατηγορίαι αὗται, εἶναι ἀθῳωτικαί. Πολὺ εὐλόγως λοιπὸν ὁ νομοθέτης ἔθηκε τέρμα εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία ἀσκόπως ἀπησχόλει τὰ Δικαστήρια, ἐπληθύνετο ἡ ἐργασία αὐτῶν καὶ δυστυχῶς διεπράττετο, ὅπως καθίστανται ἀείζωα τὰ ἀδικήματα, σειρὰ πλαστογραφιῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ νομοθέτης ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ ῥυθμίσῃ καὶ κανονίσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν πρέπει ν’ ἀπονέμηται ἡ δικαιοσύνη, καὶ νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ ἀδίκημα ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ κόσμου θεωρεῖται ἐκλιπόν, ἐνῷ ὁ νομοθέτης οὕτως ἐσκέπτετο, τὸ ἀνώτατον τοῦ Κράτους Δικαστήριον, καὶ λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἀναφερομένης προτάσεως τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, καταφώρως νομοθετοῦν, διότι ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τῶν ὑπὸ πάντων τῶν νομοδιδασκάλων παραδεδεγμένων καὶ ὑπὸ τῆς νομολογίας κεκυρωμένων, παρὰ τὸ γράμμα αὐτὸ τοῦ νόμου, ἀπήντησε κατ’ ἐπανάληψιν— ἀκούσατε καὶ οἱ νομικοὶ καὶ οἱ μὴ νομικοὶ—ὅτι ἡ παραγραφὴ τῶν ἀξιοποίνων πράξεων ἡ καθιερωθεῖσα διὰ νεωτέρου νόμου δὲν ἀνατρέχει εἰς τὸ παρελθόν, δὲν ῥυθμίζει καὶ τὰς ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων ὑποθέσεις. Ἐπηκολούθησαν ἐπικρίσεις καὶ ἰδίως τοῦ κ. Τσαγγρῆ, ὁ ὁποῖος μετὰ κύρους ἀντεπεξῆλθε καὶ δι’ ἀκαταμαχήτων ἐπιχειρημάτων κατέρριψε πάντα τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων προσπάθεια κατεβάλλετο νὰ ὑποστηριχθῇ μία τοιαύτη ἀρχή. Ἔχω, Κύριοι, τὴν ἀφορμὴν νὰ γνωρίζω ἐξ ἐπαγγελματικῆς πείρας ὅτι ὑπάρχουσι μεταξὺ τῶν δικαστῶν, ὅπως καὶ μεταξὺ τῶν λοιπῶν ἀνθρώπων, ἀνισόρροποι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουσιν ὅτι ὡρισμένοι νόμοι δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν ἑαυτῶν συνείδησιν, καὶ εἰς πρώτην δοθεῖσαν εὐκαιρίαν οὐδεμίαν ἔχουσι δυσκολίαν νὰ νομοθετήσωσιν αὐτοὶ ἐναντίον τοῦ κειμένου νόμου, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐν Ἑλλάδι, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἡ ὑφεστῶσα κατάστασις δὲν μεταβάλλεται οὐσιωδῶς, ὥστε νὰ ἐμπνεύσῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ νόμοι θὰ λειτουργῶσιν ὡς ἐψηφίσθησαν, πρέπει νὰ λαμβάνωνται ἑκάστοτε μέτρα τοιαῦτα, ὥστε χειροπόδαρα νὰ δένωνται οἱ ἐντεταλμένοι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἵνα μὴ ἡ κοινωνία εὑρίσκηται πολλάκις πρὸ θεάματος ἀπείρως θλιβεροῦ, πρὸ θεάματος τὸ ὁποῖον παρουσιάζει κρεουργίαν τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Τίνος δὲν ἐξανέστη ἡ συνείδησις, νομικοῦ ἢ ἰδιώτου, ἀκούοντος μετὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς περὶ ἐνοχῆς ἀποφάσεως ὅτι τραῦμά τι γενόμενον πρὸ τετραετίας ἔσχεν ὡς ἐπακόλουθον τὴν διατάραξιν τῆς κοινῆς ἡσυχίας καὶ εὐταξίας, καὶ τοῦτο, ἵνα στραγγαλισθῇ διάταξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἥτις καθιεροῖ, καὶ καλῶς καθιεροῖ, παραγραφὴν ὑπὲρ τῶν κατηγορουμένων; Οὕτως ἠθέλησεν ὁ Ποινικὸς Νόμος, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀρέσκει εἰς τὸν ποινικὸν δικαστήν, καὶ προβαίνει μέχρι παραβιάσεως καὶ τοῦ δικονομικοῦ δικαίου καὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαίου, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον τῷ ἐμπνέει ἡ ἀνισόρροπος γνώμη, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔχει καὶ οὐχὶ ἡ ἐπιταγὴ τοῦ νόμου, ὃν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σεβασθῇ. Πρὸς περιστολὴν τοῦ ἀτόπου τούτου παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, γνώστην τῶν πάντων, ἵνα λάβῃ μέτρον καὶ προβῇ εἰς περαιτέρω ἀναθεώρησιν τῶν σχετικῶν περὶ παραγραφῆς διατάξεων, ἵνα μὴ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται πάντοτε εἷς λόγος διακοπῆς τῆς παραγραφῆς, ὅπως καθίστανται ζωντανὰ τὰ ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς τὴν παραγραφήν. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν ἐλάβετε ἀφορμὴν νὰ μάθητε κατὰ τίνα τρόπον ἐφηρμόσθη ἐν πᾶσιν ὁ νόμος ὁ ἰσχύων, τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη διὰ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς Κυρίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο νὰ νομοθετῶσιν ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Γνωρίζω ὅτι ὑπῆρξαν Δικαστήρια κατώτερα μὴ συμμορφωθέντα πρὸς τὰς ἀποφάσεις τὰς δύο τοῦ Ἀρείου Πάγου, μὴ ὑπακούσαντα εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του εἰς τὰ κατώτερα ποινικὰ Δικαστήρια, ἀφήνων νὰ ἐννοηθῇ ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον διέτρεχον οἱ κατώτεροι δικασταί, ἐὰν δὲν συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διαταγὰς αὐτοῦ. Ὑπῆρξαν δικασταί, οἱ ὁποῖοι οὔτε εἰς τὰς ἀποφάσεις προσέσχον οὔτε τὴν ἐγκύκλιον ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν καὶ συμφωνοῦντες πρὸς τὸν νόμον ἐφήρμοσαν αὐτὸν ὅπως ἔδει. Ὑπῆρξαν δὲ καὶ ἄλλα Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἀναγκασθέντα νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὴν ἀνωτέραν διαταγήν, ἠναγκάσθησαν νὰ πνίξωσι τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς των καὶ νὰ διαστρέψωσι τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἵνα καταλήξωσιν εἰς ἀποφάσεις δικαιολογουμένας οὕτως· «ἐν ἀμφιβολίᾳ κηρύσσει ἀθῷον τὸν κατηγορούμενον», ἐνῷ ἡ ἐνοχὴ ἦτο πασιφανής. Καὶ ἠκούσθη, καὶ πολὺ εὐλόγως ἠκούσθη, πρόεδρος Πρωτοδικῶν, διευθύνων τὴν συνεδρίασιν, ὑπομιμνήσκων ἑκάστοτε εἰς τὸν συνήγορον τοῦ κατηγορουμένου ὅτι μεταξὺ τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα θέλει ὑποβάλει τὸ πρώτιστον πάντων πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἡλικία τῆς κατηγορίας, διότι ἰδιαιτέρως ὁ κ. πρόεδρος ἔλεγεν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ γνωρίζωμεν ποίαν ἡλικίαν ἄγει ἡ κατηγορία, ἵνα δυνηθῶμεν δι’ ἄλλης ὁδοῦ νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ ὅπου ὁ νομοθέτης μᾶς ὁδηγεῖ διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀποτελοῦσι ποιάν τινα ὑποχρέωσιν.
§14ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἀποτελοῦσι διὰ τὰ Δικαστήρια· μόνον διὰ τοὺς ἀσθενοῦς χαρακτῆρος δικαστὰς ἀποτελεῖ ὑποχρέωσιν ἡ ἐγκύκλιος τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§15Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω· ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κύριε συνάδελφε, τὴν ἐπιβολὴν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κινεῖ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, ὑπὸ τὸ ὁποῖον κεῖται ἡ τύχη τῆς ὑπάρξεως καὶ τὸ μέλλον τοῦ δικαστοῦ, καὶ κρίνατε ἄν, ἐνῷ ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπακούσωσιν, δὲν εἶναι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ὑποχρεωμένοι νὰ σεβασθῶσιν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέκυψαν. Ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἀποτέλεσμα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἑνὸς τόσον ἐξόχου νομομαθοῦς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν Δικαστηρίων.
§16Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διὰ τοῦτο ἐδιχάσθη ἡ νομολογία.
§17Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως· ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τερματίζεται ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε ἐκράτει, γεννᾶται, Κύριοι, ἄλλο τι· ὑπῆρξαν ἄνθρωποι καταδικασθέντες ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύσαντος καὶ μὴ ἐφαρμοσθέντος, ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι καταδικασθέντες, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐξέτισαν τὴν ποινήν των, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ἐκτίνοντες ἔτι τὴν ποινήν των ἐν ταῖς φυλακαῖς. Περὶ αὐτῶν εἶναι ἐπιβεβλημένον, νομίζω, ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Ὑπάρχει μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ συγκερασθῇ ἡ κατήφεια, τὴν ὁποίαν γεννᾷ ἡ ἀντιπαραβολὴ τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὸν ἰσχύσαντα νόμον καὶ πρὸς τὰ ἐν τῷ μεταξὺ τελεσθέντα. Νομίζω ἀκόμη ὅτι δύναται νὰ προλάβῃ καὶ ἀντιρρήσεις, ἐὰν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἀντίθετος γνώμη. Ἡ ὑποβαλλομένη τροποποίησις δὲν αἴρει τὰς ἀντιρρήσεις, διότι δι’ οὓς λόγους ἀνεγράφη ἡ σύντομος παραγραφὴ ἐπὶ πλημμελημάτων ἀνεγράφη καὶ ἐπὶ κακουργημάτων· πῶς δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ὅτι ὁ νόμος, ὡς ἔχει, ἑρμηνευτέος ὡς ἔχων ἀναδρομικὴν δύναμιν διὰ τὰ πλημμελήματα καὶ τὰ πταίσματα, οὐχὶ ὅμως καὶ διὰ τὰ κακουργήματα;
§18ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἤμην ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου· ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως περὶ παραγραφῆς τῶν κακουργημάτων ἦτο νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ τῆς διαδικασίας κατὰ φυγοδίκων καὶ ἀπόντων.
§19ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συνετάξατε, ἦτο διαφορετικὸν ἐντελῶς, ἀλλὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἐγένετο μεταρρύθμισις αὐτοῦ ἐν θορύβῳ, αὐτὴ τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ ἡ ὁποία ἔχει ἄλλην ἔννοιαν.
§20Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τελευτῶν φρονῶ ὅτι εἴτε μόνον περὶ τῶν πλημμελημάτων καὶ πταισμάτων εἴτε καὶ περὶ κακουργημάτων ληφθῇ ἐπίσης πρόνοια καὶ θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἐψηφισμένος νόμος, πάντως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ τὸ μέτρον, ἵνα δι’ εἰκονικῶν διακοπῶν μὴ διακόπτηται εἰς τὸ μέλλον ἡ παραγραφή. Νὰ ὑποδειχθῇ δὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ὅτι αἱ παραγραφαὶ δὲν διακόπτονται τυπικῶς κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν διὰ τῆς γνωστοποιήσεως πρὸς τὸν κατηγορούμενον κλήσεως πρὸς ἐμφάνισιν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐπιμελῶνται ἐν τάχει τῆς διαδικασίας κατ’ ἀπόντων καὶ φυγοδίκων καὶ τὴν φέρωσιν εἰς πέρας, ἵνα μὴ ἐπαναληφθῇ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον τοῦτον. Ἐλπίζω δ’ ὅτι ὑπάρχουσι διάφορα μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ὑποδειχθῇ εἰς τὰ κατώτερα πρόσωπα τῆς ἀνακρίσεως ὅτι πρέπει μέτρα σοβαρὰ νὰ λαμβάνωνται πρὸς διακοπὴν τῆς παραγραφῆς καὶ πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἀνακρίσεως καὶ οὐχὶ μέτρα τυπικὰ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀπεμπολήσεως τῶν δικαίων τῶν κατηγορουμένων.
§21Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ ν’ ἀσχοληθῶμεν, ὅπως ἀνεύρωμεν τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑποβάλλεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ λόγοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τίς ἦτο δηλαδὴ ἡ σκέψις τοῦ νομοθέτου, ἥτις ἔφερεν αὐτὸν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, φαίνεται ἐν τῷ νόμῳ ͵ΓΧΞΓʹ, τῷ ψηφισθέντι καὶ ἰσχύοντι. Σήμερον πρόκειται περὶ νομοσχεδίου κανονιστικοῦ. Διὰ δύο λέξεων κανονίζονται τὰ πράγματα κατὰ τὴν ὀρθὴν ἔννοιαν, κατὰ τὴν σκοπιμότητα τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὠφέλειαν. Καὶ ἐφ’ ὅσον περὶ τούτου πρόκειται θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι αἱ συζητήσεις δὲν πρέπει νὰ παρατείνωνται ἐπὶ πολύ, καὶ δὲν πρέπει νὰ παρατείνωνται ἐπὶ πολὺ διὰ λόγους ἀκριβῶς σκοπιμότητος, οἱ δὲ λόγοι τῆς σκοπιμότητος ἔγκεινται εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ψηφισθῇ τάχιστα, διότι εἰς τοῦτο ἔγκειται ἡ σκοπιμότης τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, νὰ ψηφισθῇ δέ, εἰ δυνατόν, εἰς τρεῖς ἡμέρας ἀλληλοδιαδόχως, ἵνα γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἀρθῶσι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσι σήμερον ἕνεκα ἐλλείψεων τοῦ νόμου, ἐλλείψεων τοῦ νόμου, τὸ τονίζω, διότι ἐλλείψεις ἀνεγνώρισεν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἐδέχθη ὅτι ὁ νεώτερος νόμος δὲν ἐπικρατεῖ τοῦ παλαιοτέρου νόμου, ἀλλ’ ἀνεῦρεν ὅτι εἰς τὸν νέον νόμον ἡ βούλησις τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ μὴ ἔχῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν ὁ νέος νόμος. Τοῦτο λέγει ἡ ἀγόρευσις τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου. Διατί ἔπραξαν τοῦτο ἀπόκειται εἰς ἄλλους νὰ εὕρωσιν· ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εὑρέθη εἰς ἀνάγκην ἀναπόδραστον νὰ πράξῃ τοῦτο ὁ Ἄρειος Πάγος, διότι ὁ νόμος οὗτος κατέλαβε τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα ἐξαπίνης ὡς ἰσχύσας εὐθὺς ἅμα τῇ δημοσιεύσει, καὶ ἑπομένως τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐβάδιζε μὲ τὸν ὑπάρχοντα μέχρι τότε νόμον, κατελύθη εὐθὺς ἀμέσως, καὶ πολλαὶ ποινικαὶ ὑποθέσεις ἐκηρύσσοντο παραγεγραμμέναι, καὶ ἕνεκα τούτου πλεῖστοι κακοῦργοι θὰ ἔμενον ἀπολύτως ἐλεύθεροι.
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι αἰτία, ἵνα μορφωθῶσι τὰ Δικαστήρια.
§23Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ δὲν δικαιολογῶ τὸν Ἄρειον Πάγον· μάλιστα, ἐὰν θέλητε, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἂν ἐγὼ εὑρισκόμην εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάγκην, δὲν θὰ ἔπραττον ὅ,τι ὁ Ἄρειος Πάγος ἔπραξε.
§24ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι πάντες σύμφωνοι καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπιστημονικὴ ἀρχή, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν ὁ νόμος, ἀλλ’ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν ὑπάρχει λόγος νὰ παρεκκλίνωμεν τώρα ἀπὸ τῆς ἀρχῆς, ἂν ὑπάρχει δηλαδὴ τοσοῦτος ἀριθμὸς ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων, ὥστε ἡ ἀναδρομικὴ δύναμις ν’ ἀποτελῇ κίνδυνον εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἐπ’ αὐτοῦ μόνον πρέπει νὰ συζητήσωμεν, διότι ἄλλως θὰ παρεμποδίσωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ διὰ τὸ μέρος, διὰ τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὰ πλημμελήματα καὶ πταίσματα.
§25Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ θὰ ὑποστηρίξω. Ἀλλά, ἐὰν πρόκειται περὶ ἑρμηνευτικοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἶναι αὕτη· ἀλλά, διότι δὲν ὑπεβλήθη ἑρμηνευτικὸς νόμος, φρονῶ ὅτι εἰς τὴν σκέψιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκράτησε τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐκράτησε καὶ εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, ἐκδώσαντα τὴν γνωστὴν ἀπόφασιν θὰ ἠθέλησεν ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου τούτου νὰ μὴ διαιωνίσῃ μίαν ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἕνεκα τῶν διακοπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὰ κακουργήματα, καὶ διὰ τοῦτο διετύπωσε τὸ νομοσχέδιον ὅπως σήμερον τὸ ὑπέβαλε. Παραλείπονται ἐν αὐτῷ αἱ λέξεις: «πταῖσμα», «πλημμελήματα» καὶ «κακουργήματα». Ἐὰν τοῦτο ἐτίθετο, φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο περιττὴ πᾶσα συζήτησις. Διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν γνώμην ὅτι σήμερον δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος πλέον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε τότε, καὶ δύναται νὰ τεθῇ ἡ φράσις αὕτη, λέγω τὸ ἑξῆς. Ὅπως ὑποβάλλεται σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ὄχι ἑρμηνευτικόν, εἶναι γνωστὸν ὅτι πᾶσαι αὗται αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις διεκόπησαν, καὶ διεκόπησαν δικαστικῶς, σήμερον δὲ οὐδεὶς πλέον ὑπάρχει κίνδυνος.
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς;
§27Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ κοινοποιήσεως καὶ δι’ εἰσαγωγῆς εἰς δίκην κατὰ τὴν διαδικασίαν περὶ ἀπόντων καὶ φυγοδίκων.
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, καὶ θὰ διορισθῶσι κατ’ ἀνάγκην, δὲν θὰ εὑρεθῇ ὅτι ἔχει παρέλθει, καὶ θ’ ἀπορριφθῶσι;
§29Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὄχι, κύριε συνάδελφε, διότι ἐπῆλθε διακοπή. Εἶναι λόγος διακοπῆς.
§30Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἀπὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως.
§31Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Φαίνεται ὅτι ἐγὼ δὲν ἐξηγήθην καλῶς. Ἀπὸ τῆς τελέσεως τῆς πράξεως, ἀλλὰ μέχρι πρὸ τοῦ νόμου τούτου ἀπῃτεῖτο δεκαετία. Ὅτε ὅμως ὁ νόμος οὗτος ἔθετεν ἑπταετίαν, δὲν εἶχε γίνει ἀπὸ τῶν ἑπτὰ μέχρι τῶν ἑπομένων τριῶν, ἤτοι τῶν δέκα, διακοπή· οὐχ ἧττον ὅμως ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου οἱ εἰσαγγελεῖς τῶν Ἐφετῶν ἔλαβον πρόνοιαν μέχρι σήμερον ἔχουσι διακοπῆ πᾶσαι αἱ δίκαι· οὐδεμία ὑπάρχει ἐκκρεμής, διότι πᾶσαι εἰσήχθησαν μὲ τὴν διαδικασίαν τῶν ἀπόντων καὶ φυγοδίκων. Οὐδεὶς κίνδυνος λοιπὸν σήμερον ὑπάρχει, ἐὰν τεθῇ ἡ λέξις «κακουργήματα» διὰ τὸ μέλλον. Ἐὰν τοῦτο ἐτίθετο, ἐὰν τοῦτο ἐδηλοῦτο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀναγνωρίζοντος, ἐὰν ἀναγνωρίζῃ, τὴν λύσιν, ὅπως ἐγὼ προτείνω αὐτήν, καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, θὰ ἦτο περιττὴ πλέον καὶ ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε πρὸ μικροῦ ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κύριος Ὑπουργὸς δηλώσῃ τοῦτο, οὐδεμίαν θὰ εἶχε δυσκολίαν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ἀπὸ σήμερον καὶ κατὰ συνέχειαν εἰς τρεῖς ἡμέρας τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, εἶναι δ’ ἀναγκαῖον καὶ σκόπιμον τὸ νομοσχέδιον, διότι δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον ἐξ ἰδίας πείρας γνωρίζω. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Ἄρειος Πάγος, καὶ κατὰ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας ἐξέδωκε, τὰ διάφορα Δικαστήρια τοῦ Κράτους δικάζουσι κατὰ διάφορον τρόπον, καὶ σᾶς φέρω παράδειγμα ὡρισμένα Πρωτοδικεῖα: Τὸ Πρωτοδικεῖον Κορίνθου ἐδέχθη καὶ δέχεται ἀείποτε τὴν παραγραφήν. Τὸ Πρωτοδικεῖον Τριπόλεως ἐδέχθη καὶ δέχεται ἀείποτε τὴν παραγραφήν. Τὸ Πρωτοδικεῖον Ἀθηνῶν οὔτε ἐδέχθη οὔτε δέχεται, διότι εἶναι πλησίον ὁ Ἄρειος Πάγος. Τὸ Πρωτοδικεῖον Πύργου, εἰς τὸ ὁποῖον δικηγορῶ, κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐδέχθη τὴν παραγραφήν· ὅτε ἐξεδόθη ὅμως ἡ γνωστὴ ἀπόφασις, μετέβαλε γνώμην καὶ δὲν δέχεται.
§32Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Πρωτοδικεῖον Ναυπλίου δὲν δέχεται.
§33Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οὔτε τὸ τοῦ Ναυπλίου οὔτε τὸ τοῦ Πύργου, σᾶς εἶπον, δέχονται, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ἐδέχοντο. Προσβάλλεται λοιπὸν ἡ Δικαιοσύνη ἐν τῇ ὑποστάσει αὐτῆς, δηλαδὴ δημιουργεῖται ἀνισότης. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντινομία, ἡ ὁποία κρατεῖ, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἄμεσος ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ μὲ τὴν προσθήκην τῆς φράσεως «κακουργήματα», ἵνα λείψῃ ἡ συζήτησις. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν ἔχῃ τὴν γνώμην αὐτήν, νὰ δηλώσῃ ὅτι προστίθεται ἡ λέξις «κακουργήματα», ἵνα λείψῃ ἡ συζήτησις.
§34Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω νὰ ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, καὶ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν φέρομεν ὅσας τροπολογίας θέλομεν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ σταματήσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§35ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὶν ἢ προχωρήσωμεν εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα ἄλλη πρότασις ἢ νὰ τροποποιηθῇ ὑπ’ αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν προσκομιζόμενον νόμον λύοντα τὴν ἀμφιβολίαν, ἥτις ἐγεννήθη ἕνεκα τῆς κυμάνσεως τῆς νομολογίας· διότι μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ εἶναι πολὺ εὐκολώτερον νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν ἔλθῃ καθαρῶς ὡς νομοσχέδιον τῆς πρωτοβουλίας τοῦ Ὑπουργοῦ προστιθεμένου τι εἰς τὴν ἤδη ὑπάρχουσαν τροπολογίαν ἢ ὡς ἐπεξηγηματικόν, ὡς ἑρμηνευτική, οὕτως εἰπεῖν, λύσις, ἥτις βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὸ πρῶτον μέρος μόνον ἐκείνου, περὶ οὗ ἀπεφάνθη ὁ νόμος ὁ περυσινός, ὄχι δὲ καὶ εἰς τὸ ἄλλο. Ἂν ἡ ἔννοια δὲν ἦτο καὶ διὰ τὰ κακουργήματα, δὲν θὰ ἦτο οὐδὲ καὶ διὰ τὰ πλημμελήματα οὐδὲ καὶ διὰ τὰ πταίσματα. Οἰκονομίαι ἐγένοντο δικαστικαὶ ἐπ’ ἀγαθῷ σκοπῷ· οἰκονομίαι πρόκειται νὰ γίνωσι νομικαί, νομοθετικαί, ἐπ’ ἀγαθῷ σκοπῷ· ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι οἰκονομίαι οὔτε εἰς τὰ Δικαστήρια οὔτε εἰς τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ γίνωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ὅτι ἐνδείκνυται ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ νομοθετήσῃ, τοῦτο εἶναι φανερόν. Λοιπὸν πρέπει νὰ προσαχθῇ νομοσχέδιον, ὅπερ νὰ περιλαμβάνῃ τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀσχέτως πρὸς τὸ μέρος τὸ ψηφισθὲν διὰ τοῦ νόμου, ὅστις κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν μετερρυθμίσθη εἰς τρόπον ὥστε ἐγὼ ἀπέκτησα τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀκριβῶς συνεμορφώθη πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 706 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καθ’ ἣν δὲν ἐφαρμόζονται οἱ νεώτεροι νόμοι ἐπὶ τῶν παλαιοτέρων ὑποθέσεων. Αὕτη εἶναι θετικῶς ἡ ἔννοια. Διὰ τίνα λόγον γίνονται νῦν τὰ πράγματα ἄλλως δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ὅστις ἴδῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον πῶς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πῶς προσετέθη καὶ τί περιεῖχε τὸ ἄρθρον, τὸ ὁρίζον τὴν 15 Μαρτίου — δὲν ἠξεύρω πόσας ἡμέρας προγενέστερον τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου — ὡς ἔναρξιν τῆς ἰσχύος, ὅστις πάντα ταῦτα ἔχει ὑπ’ ὄψει, ἀνατρέχει δὲ εἰς τὰ Πρακτικά, ἐν οἷς οὐδὲ λέξιν εὑρίσκει ἑρμηνευτικὴν τῆς τροπολογίας—, διότι ἀνεδίφησα τὰ Πρακτικὰ καὶ ὑπεβλήθη τροπολογία, δι’ οὓς λόγους δὲν μνημονεύουσι τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά, τὰ Ἐστενογραφημένα δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν, διότι δὲν εὑρέθησαν μέχρι τῆς ὥρας ταύτης — ὅστις πάντα ταῦτα ἔχει ὑπ’ ὄψει βλέπει ὅτι πρόκειται νὰ ὀλισθήσωμεν κατὰ τρόπον, ὅστις βεβαίως δὲν συμφέρει διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ οὗ πρόκειται. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὁποίας γνώμας ἂν ἔχῃ, ἃς φέρῃ αὐτὰς ἐδῶ ἀπ’ εὐθείας εἰς νομοσχέδιον, ὅπως νομοθετήσωμεν· ἀλλὰ μετὰ τῶν αἰτιολογιῶν, τῶν προτεταγμένων τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν, διότι θέλομεν ψηφίσει τὸ μὴ ἀληθές, θέλομεν ψηφίσει τὸ ψευδές. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, ὅστις λέγει ὅτι «ὁ παρὼν νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς 15 Μαρτίου», τοῦτο δ’ ἐψηφίσθη τὴν 13 Μαρτίου, ἐψηφίσθη δὲ τὴν 13, ὅπως ἰσχύῃ ἀπὸ τῆς 15, καὶ ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη τὴν 24 Μαρτίου—, ἀποδεικνύεται ὅτι, ἀφοῦ ἐτονίσθη ὅτι θέλει ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ διάταξις αὕτη ἀπὸ τῆς 15 Μαρτίου, ὁ πρὸ τῆς 15 Μαρτίου χρόνος δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις συνέταξε τὴν διάταξιν ταύτην, ἣν ἐψήφισεν ὁμοθύμως ἐν θορύβῳ ἡ Βουλή. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως οὗτος κηδόμενος καὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ νομοθετικῆς πρωτοβουλίας καὶ ἡμῶν τῆς ἀξιοπρεπείας καὶ τῆς κρίσεως θελήσῃ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ταύτην τὴν ὥραν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, ἵνα μὴ ἀπολεσθῇ ἡ ἡμέρα, νὰ προσαγάγῃ τροποποιημένον, οὕτως ὥστε νὰ δικαιολογώμεθα ψηφίζοντες αὐτό, διότι ἄλλως βεβαίως πρέπει τις κηδόμενος τῆς ἀληθείας νὰ καταψηφίσῃ τοῦτο.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τ. Ἠλιόπουλος. Μήπως δέχεσθε, κύριε Ἠλιόπουλε, ὑμεῖς ὡς καὶ οἱ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι νὰ λάβητε τὸν λόγον κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν κατὰ τὴν αὐτὴν τάξιν;
§37Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλει νὰ παύσῃ τὴν συζήτησιν σήμερον, καὶ ἐγὼ ἀναβάλλω.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὁ κ. Μερλόπουλος ἐδήλωσεν ὅτι ἀναβάλλει διὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§39Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀναβάλλω.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλουσι καὶ οἱ λοιποὶ ἐγγεγραμμένοι;
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§42ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀναβάλλω.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος· ἡ παράκλησις εἶναι διὰ τοὺς ἐγγεγραμμένους. Λοιπὸν ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἐπὶ τοῦ σχεδίου τούτου τοῦ νόμου ὑπέβαλον τροπολογίαν οἱ βουλευταὶ κύριοι Χαριτᾶτος καὶ Πετροπουλάκης. Θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς) (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ ὑπηρεσίας ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν καὶ βαθμοφόρων ἐν γένει ὡς καὶ εἰδικῶν προσώπων. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς λειτουργίας τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπειῶν». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πὼπ.
§45Γ. ΠΩΠ. Ὁ σκοπός, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὸν ὁποῖον προεκλήθη ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διετυπώθη ὑπὸ τοῦ προέδρου τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἥτις ἱδρύθη δι’ ὡρισμένον θέμα· τὸ γλωσσικὸν ζήτημα· ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις διετύπωσε, δὲν ἐνεῖχε τύπον μομφῆς ἡ ἵδρυσις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ συνεπῶς τὸ ἔργον αὐτῆς ἦτο γενικώτατον, ἀλλ’ ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς προσέκοψεν ἐπί τινων δυσχερειῶν. Ἡ δυσχέρεια εἶναι ὅτι πρόσωπά τινα ἠρνοῦντο νὰ προσέλθωσι καὶ καταθέσωσιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγνώριζον. Ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς κ. Μπακόπουλος, παρεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποβοηθήσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ὑποβάλλουσα νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο ἐφικτὴ ἡ προσέλευσις παντὸς καλουμένου ἵνα παράσχῃ τὰς γνώσεις καὶ τὰς γνώμας αὐτοῦ ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων τῶν ὑπὸ συζήτησιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθη, κανονίζει ἀρχὴν νέαν, ἀρχὴν καθαρῶς ἀνακριτικήν. Παρέχει εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἑκάστοτε θὰ ὁρίζηται ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων, οὐχὶ βοήθημα ἀναγόμενον εἰς τὸν πολιτικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ διατηρήσῃ καὶ ὁ ὁποῖος θὰ παρεῖχεν ἀφθονώτατα τὰ μέσα πρὸς ἐξέτασιν παντὸς δυναμένου νὰ γνωρίζῃ καὶ φήμας καὶ ἀνακοινώσεις ποικίλας, ὥστε καὶ προθύμως νὰ καταθέτῃ αὐτάς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις κανονίζει πλέον δικαστικὴν Ἀρχήν, καθαρῶς δικαστικὸν σῶμα, καὶ συνεπῶς ἐπέρχεται ἀπολύτως σύγκρουσις τῆς εὐρύτητος τῆς ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀνακριτικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, πρὸς τὴν εὐρύτητα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαρτύρων, ἀλλὰ καὶ τῶν μαρτυριῶν ἀκόμη, καθ’ ὃν τρόπον αὗται θὰ διατυπωθῶσιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅτι δὲ τοῦτο συμβαίνει, παρουσιάζει εἰδικῶς καὶ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ δύναται ν’ ἀναθέτῃ εἰς δικαστικὸν πρόσωπον τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀνακρίσεων, τὰς ὁποίας αὐτὴ αὕτη θὰ ἠδύνατο νὰ διεξαγάγῃ, καὶ συνεπῶς ἀκουσίως ἀναμιγνύομεν καθαρῶς πολιτικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς μὲ τὰ ἔργα τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Τὸ πρᾶγμα τοῦτο εἶναι καὶ σοβαρὸν ἀπὸ πολιτειακῆς ἀπόψεως ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πολιτικῆς, οὐχὶ ἄνευ σημασίας τινὸς ἀναμφισβητήτως. Ἡ προκαλέσασα τὴν ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς γενομένην παράκλησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφορμὴ ἦτο ἡ ἄρνησις ἱερωμένου ἀνωτέρου, ὅπως προσέλθῃ καὶ καταθέσῃ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγνώριζεν. Ἀλλὰ τοῦτο καὶ μόνον ἀκριβῶς ἔπρεπεν ἵνα ζητηθῇ διὰ νομοσχεδίου ν’ ἀποτραπῇ εἰς τὸ μέλλον. Πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ πράξωμεν τοῦτο; Θὰ δυνηθῶμεν ἄριστα, ἐὰν κανονίσωμεν τοῦ πολιτικοῦ τούτου Σώματος τὴν δικαιοδοσίαν τοιαύτην, οἵα τοὐλάχιστον ὑπάρχει εἰς τὰ ὁρκωτὰ Δικαστήρια. Διότι ὁ ἀρνούμενος νὰ προσέλθῃ Ἐπίσκοπος ἔπραξε τοῦτο δυνάμει εἰδικῆς διατάξεως, ἥτις διὰ τοῦ Καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τοῦ 1852 παρέχει αὐτῷ τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀφοῦ ὡς ἀνακριτικὴν ἐθεώρησε καὶ ὁ Ἐπίσκοπος τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τὸ ἔργον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς δὲν ἦτο ἀνακριτικόν· εἶναι ἔργον, ἂν θέλωμεν νὰ τὸ παραβάλλωμεν πρὸς ἔργον δικαστικόν, εἶναι ἔργον ὁρκωτοῦ Δικαστηρίου, γνωρίζει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι προκειμένου περὶ ἐμφανίσεως ἀνωτάτων κληρικῶν ἐνώπιον ὁρκωτοῦ Δικαστηρίου δύνανται οὗτοι νὰ κληθῶσι, καὶ αὐτοὶ ὀφείλουσι νὰ προσέλθωσιν, ἓν δὲ μόνον ἐπεφυλάχθη εὐλόγως καὶ φυσικῶς ὑπὸ τοῦ νόμου τούτου, ὅπως μὴ ὑποβάλλωνται εἰς ἀντιπαράστασιν μετ’ ἄλλων μαρτύρων οἱ ἀνώτεροι οὗτοι κληρικοί. Θὰ ἠδυνάμεθα λοιπὸν νὰ μὴ δώσωμεν ἐπέκτασιν ἀνακριτικὴν εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, διότι οὐδέποτε θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀπολήξωμεν εἰς τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμεῖ ν’ ἀντικρύσῃ μία Βουλή. Δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ δώσωμεν θάρρος εἰς πάντα γνωρίζοντα καὶ φήμας ἀκόμη ἀορίστους, ἵνα ἐμφανίζηται καὶ καθιστᾷ γνωστὰς ταύτας. Ὑπάρχουσι διατάξεις τινὲς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀνάγκην ἐφ’ ὅσον, δίδουσιν ἀνακριτικὰ δικαιώματα, ἀναφέρονται καὶ εἰς ἐπαγγέλματα καὶ εἰς πρόσωπα. Εἶναι δὲ διατάξεις ἄλλαι εὔθυμοι ἐκ τούτου, ὡς ἀναφέρεται ἐπὶ παραδείγματι τί δύνανται νὰ πράξωσιν, ἐὰν κληθῶσι, καὶ αἱ μαῖαι. Διὰ νὰ εἴπωσι τί; Ἄν κυοφορεῖ ἐπανάστασιν ὁ κ. Μιστριώτης; (Ἱλαρότης). Συνεπῶς θὰ ἦτο εὐκταῖον, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνελάμβανε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ μίαν ἡμέραν καὶ διετύπου αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν καθαρῶς πολιτικήν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ προσφεύγωμεν καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἰς τὴν νομοθεσίαν τὴν ἔξω καὶ ἐκεῖθεν ν’ ἀποκομίζωμεν διδάγματα περὶ μορφώσεως ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν εἰς πολιτικὰ Σώματα. Ἐδῶ ἔχομεν καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ὅπου αἱ ἐπιτροπαὶ μόναι των ἐκτελοῦσι καὶ δικαστικὰ ἔργα, διότι ἐνώπιον αὐτῶν εἰσηγοῦνται καὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐξακριβούμεναι εὐθὺς ἀμέσως διὰ μαρτυρικῶν ἀποδείξεων θ’ ἀπήλλαττον τῆς περαιτέρω βασάνου καὶ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία συζητεῖ ἐπὶ τόσα ἔτη τὸν ἔλεγχον τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅμως οὐδ’ ἐκεῖ ἐσκέφθη ὁ νομοθέτης παρ’ ἡμῖν νὰ εἰσαγάγῃ δικαιώματα καὶ καθήκοντα ἀνακριτικὰ εἰς τὰς ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι συνιστῶνται πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ τοιαύτη ἐπέκτασις δικαστικῶν καθηκόντων ἐπὶ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἡ σύστασις ἀποτελεῖ μεγίστης σημασίας πολιτικὸν χαρακτῆρα, ἡ ὁποία ἐνέχει τὴν σημασίαν συνήθως μὲν πολιτικῆς μομφῆς, ἀλλ’ ἡ ὁποία πρὸ παντὸς ἀπευθύνεται εἰς διαφώτισιν μεγίστων πολιτικῶν θεμάτων, τοιοῦτοι περιορισμοὶ ὄχι μόνον δὲν εὐκολύνουσι τὸ πολιτικὸν μέρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὄχι μόνον φέρουσι σύγχυσιν μεταξὺ τοῦ ἔργου τοῦ καθαρῶς δικαστικοῦ καὶ τοῦ ἔργου τοῦ καθαρῶς κοινοβουλευτικοῦ, ἀλλὰ πρὸ πάντων δυσχεραίνουσιν ἐντελῶς τὴν παροχὴν οἱουδήποτε ἀπολύτως πορίσματος ἐκ μέρους τοιαύτης ἐπιτροπῆς ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, τὸ ὁποῖον τὴν ὥρισεν. Αὐτὰ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς εἶχον νὰ διατυπώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐφιστῶ καὶ τὴν προσοχὴν τοῦ εἰσηγηθέντος τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ἐγένετο ἐπιτροχάδην ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ σήμερον μόλις διανεμηθέντος τοῦ ἐντύπου, δὲν ἦτο καιρὸς νὰ προσφύγῃ τις εἰς τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ αἱ λεπτομέρειαι, εἰς χονδρὰς καὶ αὗται γραμμάς, νομίζω ὅτι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος.
§47Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ τάξῃ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἡ δ’ ἐπιτροπὴ μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ ὀνομάσῃ πρόεδρον αὐτῆς, ἔφερον δὲ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατ’ ἐντολὴν αὐτῆς, ὄχι διὰ νὰ ζητήσω ἐξουσίαν ἢ δικαιώματα τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, διότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν διαχειρίζεται ἴδια αὐτῆς δικαιώματα ἢ ἰδίαν αὐτῆς ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκτελεῖ μίαν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸ πρῶτον βῆμα τῆς ἐπιτροπῆς παρουσιάσθη πρόσκομμα, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδύνατο νὰ λύσῃ, ἐνόμισε δὲ καθῆκόν της ἡ ἐπιτροπή, ὅπως φέρῃ τὸ πρόσκομμα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητήσῃ τὴν γνώμην ταύτης, χωρὶς νὰ ζητήσῃ οὔτε δικαιώματα οὔτε ἐξουσίαν, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν διαχειρίζεται ἴδια δικαιώματα καὶ ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἐκτελεῖ ἐντολὴν τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ὅλον τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ. Πῶς ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ συνισταμένη ἀπὸ 360 ἀξιότιμα μέλη νὰ καλῇ διάφορα πρόσωπα καὶ ἐξετάζῃ ταῦτα; Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων. Κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ φέρω τὸ πρόσκομμα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἐνόμισα καλὸν νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρόσωπον, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινε καλὸν νὰ μὴ κατονομάσῃ, νὰ μὴ διαδώσῃ τι ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης συνέλεξε καὶ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ συλλέξῃ, ἀλλά, ἀφοῦ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο ἐγένετο ἤδη γνωστόν, δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὸ κατονομάσω· εἶναι ὁ Ἐπίσκοπος Μαντινείας καὶ Κυνουρίας, ὁ ὁποῖος Ἐπίσκοπος ἀντὶ νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγνώριζε, διὰ μιᾶς ἐπιστολῆς πρὸς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν ἐγνωστοποίησεν ὅτι γνωρίζει πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους δὲν ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ εἴτε δι’ ἑνὸς μέλους εἴτε διὰ περισσοτέρων νὰ μεταβῇ εἰς τὸ οἴκημα αὐτοῦ, καὶ εὐχαρίστως τότε θέλει δώσει τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλει ζητήσει ἡ ἐπιτροπή.
§48Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐδημοσίευσεν ἐπιστολὴν ἐν τῷ Τύπῳ.
§49Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ χθὲς καὶ σήμερον, καὶ τὴν ἀνέγνωσα καὶ ἐγώ. Ἤδη ἡ Βουλὴ καλεῖται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα αὐτό· ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ μεταβαίνῃ εἰς τοὺς ἀρνουμένους νὰ προσέλθωσιν εἰς αὐτήν, ἢ πάντες ὀφείλουσι νὰ ὑπακούωσιν εἰς τὴν φωνὴν τοῦ ἔθνους τοῦ ἀντιπροσωπευομένου ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τὴν Βουλήν;
§50Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν λάβῃ ἡ ἐπιτροπὴ ἀνάγκην νὰ καλέσῃ μάρτυρας τοιαύτης ἰδιότητος, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ εἰς διάφορα μέρη καὶ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, μὲ ποῖον τρόπον θὰ μεταβαίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τοὺς διαφόρους ἐκείνους καὶ θὰ ἐξετάζῃ αὐτούς;
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δύναται ν’ ἀνατεθῇ ἡ μετάβασις εἰς τὸ μέρος αὐτὸ ἑνὸς τῶν μελῶν.
§52Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ περιοδεύῃ δηλαδή; Αὐτὸ εἶναι ἐπικίνδυνον. Αὐτὰ εἶναι καθήκοντα δικαστικῆς Ἀρχῆς. Πρέπει δὲ νὰ μεριμνήσητε καὶ περὶ ἑνὸς ἀεροστάτου, τὸ ὁποῖον νὰ διατίθηται εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.
§53Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως τὸ θέτει ὁ κ. συνάδελφος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἦλθεν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐγένετο σκέψις, ὅπως μέλη τινὰ μεταβῶσι παρὰ τῷ Πανιερωτάτῳ, ὅστις δὲν ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ, καὶ ἐξετάσωσιν αὐτόν. Ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος καὶ Γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς κ. Λιδωρίκης εἶπε· πῶς δύνασθε σεῖς ν’ ἀναπληρώσητε τὴν κρίσιν τὴν ἰδικήν μου; Πῶς γνωρίζετε σεῖς ποίαν ἐρώτησιν ἐγὼ θέλω ν’ ἀπευθύνω; Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ δὲν ἀνέθεσε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς εἰς ἓν πρόσωπον μόνον, ἀλλ’ εἰς ἐννέα πρόσωπα. Νομίζει ἡ Βουλὴ ὅτι τὰ ἐννέα πρόσωπα τὰ ἐκπροσωποῦντα αὐτὴν ἔχουσιν ἴδια δικαιώματα, διότι ὁ Βουλευτὴς δὲν εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τοῦ ἔθνους ἡ Βουλὴ ἀνωτέρα καὶ τοῦ Κράτους. Νομίζει λοιπὸν ἡ Βουλὴ ὅτι πρέπει αὐτὴ νὰ προστρέχῃ εἰς τὰ πρόσωπα τὰ προνομιοῦχα κατὰ τὴν διοικητικὴν προδικασίαν, ἀφοῦ εἶναι ὑποχρεωμένα ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Συνόδου νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, ὡς ῥητῶς λέγει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ Καταστατικοῦ τῆς Συνόδου. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν πρόκειτα περὶ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι ἐξεταστικὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων, δὲν ἔχει καταδιωκτικὸν χαρακτῆρα, ἐντολὴν ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ συλλέξῃ διαφόρους πληροφορίας, τὰς ὁποίας νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, καὶ τότε ἡ Βουλὴ θὰ κρίνῃ καὶ θὰ γνωματεύσῃ ἂν πρέπει νὰ καταδιωχθῇ πρόσωπόν τι τῆς ἰδιαζούσης δικιοδοσίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ὑποθέτω οὔτε πιθανόν. Οὐδεμίαν ἄλλην ἐντολὴν ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει ἢ νὰ συλλέξῃ πληροφορίας ἐκ διαφόρων προσώπων, τὰς ὁποίας νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν πρέπει νὰ τρέχῃ ἀπὸ οἰκίας εἰς οἰκίαν, διὰ ν’ ἀνακρίνῃ, διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι πρόκειται οὐχὶ περὶ τῆς καταρτισθείσης καὶ ὑπαρχούσης ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον. Εἰς οὐδένα νομίζω ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ προσέρχηται ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ὅταν διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του καλῆται, ὅπως δώσῃ οἱανδήποτε πληροφορίαν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ σᾶς παρακαλῶ, ὅπως μὴ παρεξηγήσητε τὴν ἐπιτροπήν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε τὸ ζήτημα ἀπέναντι τοῦ κυριάρχου Σώματος τοῦ ἐντολέως καὶ σᾶς λέγει· «αὐτὰ τὰ προσκόμματα συναντῶ· πῶς θέλετε νὰ ἐνεργήσω; Θέλετε νὰ δώσητε τὴν ἐντολὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰ πρόσωπα ἢ ὀφείλει πᾶς Ἕλλην ὑπήκοος τοῦ Βασιλέως Γεωργίου νὰ προσέρχηται εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν;».
§54Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς ὁμιλήσαντας, οἵτινες διετύπωσαν ἀντιρρήσεις τινὰς ἀναγομένας εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, νὰ διατυπώσωσιν αὐτὰς ὡς τροπολογίας, νὰ ψηφίσωμεν δὲ τὸ νομοσχέδιον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀφοῦ κατ’ ἀρχὴν εἴμεθα πάντες σύμφωνοι. Νὰ μὴ ἀναγραφῇ δὲ οὔτε αὔριον οὔτε μεθαύριον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὥστε μέχρι τοῦ Σαββάτου νὰ δοθῇ χρόνος, ὅπως μελετηθῶσιν αἱ τροπολογίαι, ἵνα δυνηθῶμεν καὶ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν.
§55Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου: «Πάντες οἱ ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς καλούμενοι ὀφείλουσι νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον αὐτῆς».
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΓΚΖʹ τοῦ 1906 καὶ ͵ΓΦΜΘʹ τοῦ 1910 περὶ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κουτούπης.
§58Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, χαρακτηριστικὸν τῆς ἀνωμαλίας ἢ μᾶλλον τῆς ἀθλιότητος τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως ἑνὸς Κράτους εἶναι ἡ ὕπαρξις ἰδικιτέρων ταμείων, διότι τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐμπιστοσύνη εἰς τοὺς διοικοῦντας τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ ἢ καὶ ὅτι αὐτοὶ οἱ διαχειριζόμενοι τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς ἑαυτούς. Ἐπρότειναν τὴν ἵδρυσιν ἰδιαιτέρων ταμείων, ἵνα διὰ τούτων καλύπτωνται ἰδιαίτεραι δαπάναι, διὰ τὰς ὁποίας ὁ Προϋπολογισμὸς κρίνεται ἀνεπαρκής, διότι τυχὸν καθωρισμένοι νόμοι ἤθελον διαθέσει ὀλιγώτερα ἢ περισσότερα ποσὰ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται, ὅπως ἐκπληρωθῶσιν οἱ ἰδιαίτεροι σκοποί. Εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν ὑπῆρξε κατ’ ἀρχὰς ἰδικίτερον ταμεῖον, τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ χρόνου κατηργήθη, διότι ὁ σκοπός του δὲν ἐξεπληρώθη, ἀλλὰ τοῦτο ἔγινε παράδειγμα ἱδρύσεως διαφόρων ταμείων. Ἱδρύθη κατὰ τὸ 1887 τὸ ταμεῖον τῶν φάρων, βραδύτερον δὲ τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ δὲν γνωρίζω ποῦ θὰ φθάσῃ τὸ μέτρον αὐτὸ τῆς ἱδρύσεως τῶν ἰδικιτέρων ταμείων, τὰ ὁποῖα εὐφυέστατα ὠνόμασέ τις κουμπαράδες, εἰς τοὺς ὁποίους τίθενται οἱ πόροι τοῦ Κράτους, ὅπως τὰ μικρὰ παιδία μὴ ἔχοντα πεποίθησιν εἰς ἑαυτὰ κρύπτουσι τὰ ἀποταμιεύματα αὐτῶν εἰς μέρος, τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται ν’ ἀνοίξωσι καὶ οὕτω τὰ φυλάττουσιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι λυπηρόν, εἶναι ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐφρόντισε νὰ ἱδρύσῃ ἐκεῖνο τὸ ἰδικίτερον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπεῖχε θέσιν ἀσφαλείας, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους καταθέτοντες τὰ ὡρισμένα ὑπὸ τοῦ νόμου ποσὰ ἢ καὶ τὰ πέρα τούτων κατ’ ἰδίαν βούλησιν θὰ ἀπελάμβανον τῶν περιθάλψεων τοῦ ταμείου συμφώνως μὲ τοὺς κανόνας τῶν ἀσφαλειῶν. Ἀκριβῶς λοιπὸν τὸ ταμεῖον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ, δὲν ὑπάρχει, καὶ ἱδρύονται ἑκάστοτε ἰδικίτερα ταμεῖα, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ καταργήσεως αὐτῶν. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δὲν ἱδρύει ἓν ἰδικίτερον ταμεῖον, ἱδρύει ὅμως ἕνα κλάδον εἰς ὑπάρχοντα ταμεῖα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ἐπέλθει αὔξησις δαπάνης εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§59ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ἀποσπάσεως θὰ καταληφθῶσιν αἱ θέσεις αὐταί, θὰ προτείνωμεν δὲ εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν τροποποιήσεις, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται ὀργανικαὶ θέσεις.
§60Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Γενικῶς τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ λάβῃ πρόνοιαν νὰ ἐλαττώσῃ τὰ ταμεῖα ἢ μᾶλλον νὰ μηδενίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ταμείων καὶ νὰ φροντίσῃ ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους νὰ ἐνεργῆται διὰ μιᾶς ἢ πλειόνων Τραπεζῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι κατορθωτὸν κατόπιν τῆς τελειοποιήσεως τοῦ τραπεζικοῦ συστήματος κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Βεβαίως, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸ τελευταῖον αὐτό, πρέπει νὰ διέλθωμεν διὰ διαφόρων ἄλλων σταδίων, καὶ ταῦτα εἶναι ἡ τροποποίησις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, τοῦ ἀπηρχαιωμένου λογιστικοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου τόσον ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἀδύνατον νὰ γίνῃ εὐχερῶς, ὅσον καὶ ἡ γνῶσις τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ νὰ ἐπιτυγχάνηται καθὼς πρέπει. Γνωρίζετε πάντες ὅτι διὰ τοῦ κρατοῦντος συστήματος ἡ πληρωμὴ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους βραδύνει ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ συλλογίζηταί τις ἐπὶ πολὺ ἂν πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς συναλλαγὰς μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, διότι κινδυνεύει νὰ ἴδῃ τὴν περιουσίαν του διατιθεμένην ἐξ ὁλοκλήρου διὰ χορηγίας εἰς τὸ Δημόσιον καὶ ἑαυτὸν τρέχοντα τὸν κίνδυνον νὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως, ἐνῷ ἔχει νὰ λάβῃ ἑκατοστύας χιλιάδων παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γίνῃ πρόνοια περὶ καταργήσεως τῶν ταμείων καὶ ὄχι περὶ ἱδρύσεως ἢ περὶ ἐπεκτάσεως αὐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ὑπεσχέθη τοιοῦτόν τι, καὶ νομίζω ὅτι μία τῶν καλλιτέρων πράξεων τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀνορθώσεως θὰ εἶναι ἡ κατάργησις τῶν διαφόρων ταμείων, καὶ βεβαίως παραλλήλως ἡ διαρρύθμισις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπαγγέλλονται, διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι προωρισμένα τὰ διάφορα ταμεῖα, νὰ πραγματοποιῆται ἔστω καὶ ἄνευ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν. Παρατηρῶ ὅμως μίαν ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ὑπόσχεσιν αὐτὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· ἐνῷ ὑπεσχέθη τὴν κατάργησιν τῶν διαφόρων ταμείων διὰ νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν πρὸ ὀλίγων ἑβδομάδων, ἱδρύονται τρία ταμεῖα μεραρχίας, καὶ ἡ ἵδρυσις τῶν ταμείων τούτων προσθέτει ἀκόμη καὶ δαπάνας καὶ πρόσωπα εἰς τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν, εἰς τρόπον ὥστε ἀντὶ νὰ προσεγγίζωμεν εἰς τὴν μείωσιν τῶν ταμείων εἰς τὸν ἀριθμὸν 1, τὸ κεντρικὸν ταμεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ χρησιμεύῃ μόνον ὅπως κρατῇ τὰς γενικὰς συναλλαγάς, ἀντί, λέγω, νὰ γίνῃ τοῦτο, βλέπομεν αὐξανόμενον τὸν ἀριθμὸν τῶν ταμείων κατὰ τρία. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἵδρυσιν τῶν ταμείων παρατηρῶ καὶ μίαν ἄλλην ἀντίθεσιν· ἐνῷ ἱδρύονται τρία ταμεῖα, ἡ ὑπηρεσία τῶν ὁποίων ἀνατίθεται εἰς τὸ οἰκονομικὸν σῶμα τοῦ στρατοῦ, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου κρίνεται ἀνεπαρκὲς τὸ οἰκονομικὸν σῶμα τοῦ στρατοῦ νὰ διοικῇ τὰ τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης, καὶ καλοῦνται οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι ν’ ἀναλάβωσι τὴν λογιστικὴν αὐτοῦ ὑπηρεσίαν. Ἄν οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἐξασκήσωσι τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τῶν διαφόρων ταμείων, τότε πρέπει νὰ μὴ ἱδρυθῶσι τὰ ταμεῖα μεραρχίας, νὰ καταργηθῇ τὸ ταμεῖον τοῦ στρατοῦ, ὅπως καὶ τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· τὸ χαρακτηριστικὸν ἔγκειται εἰς τὸ ἑξῆς. Ἀνετέθη εἰς ἕνα ἐλεγκτὴν τοῦ Συνεδρίου νὰ ἐλέγξῃ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης, εὗρε πράγματι ἀνωμαλίαν τινά, ἐπωφελήθη τῆς ἐρεύνης, ὄχι μόνον ὅπως καταστήσῃ γνωστὰς τὰς ἀνωμαλίας, τὰς ὁποίας εὗρεν, ἀλλά, εἴτε διότι τοῦ ἐζητήθη εἴτε ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, ἔκρινεν ἀπαραίτητον νὰ παραστήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, ἀνεπαρκῆ καὶ νὰ προτείνῃ τὴν σύστασιν ἄλλης λογιστικῆς ὑπηρεσίας ὑπὸ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸ σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνῆκε καὶ αὐτός. Καθὼς βλέπετε, τὸ esprit de corps πανταχοῦ· ὁ ἐλεγκτὴς τοῦ συνεδρίου ἐνόμισεν ὅτι μόνον ὑπάλληλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι ἱκανοὶ ν’ ἀναλάβωσι τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταμείου Ἀμύνης, μόνον ὑπάλληλοι τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ σώματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔχει δώσει τόσα δείγματα τῆς τεμπελιᾶς του καὶ τῆς ἀνωμαλίας του, διότι δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ μᾶλλον ἀνώμαλος ὑπηρεσία ἐν τῷ Κράτει τῆς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξέλεγξις εἶναι πολλὰ ἔτη ὀπίσω.
§61Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἶναι σχεδὸν ἐνήμερος ἐργαζομένη μετὰ μεγίστου ζήλου κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη· ἐπέρχεται σύγχυσις μετὰ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, οὗ βεβαίως ἡ ὑπηρεσία καθυστερεῖ κατὰ πολύ, ἡ καθυστέρησις δ’ αὕτη ἐπηρεάζει καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου.
§62Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κατὰ τίνα τρόπον εἶναι ἐνήμερος θὰ σᾶς εἴπω, κύριε συνάδελφε. Ἐὰν καταφύγητε εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διὰ νὰ λάβητε πληροφορίαν τινά, θὰ χρειασθῆτε πολλὰ μέσα καὶ πολλὰς ἡμέρας, διὰ νὰ τὴν λάβητε. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, κύριε συνάδελφε, εἶναι, ὡς γνωστόν —, παρὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχετε—, τὸ Συνέδριον τοῦτο εἶναι Πρυτανεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουσιν ἀρκετοί, δῆθεν διὰ νὰ φρουρῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, πράγματι ὅμως διὰ ν’ ἀπολαμβάνωσιν ἀκόπως ἕνα καλὸν μισθόν. Ἐνῷ λοιπὸν παραδίδεται ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία εἰς τοὺς διενεργοῦντας τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ, καὶ τοῦτο γίνεται διὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων περὶ τῶν τριῶν ταμείων μεραρχιῶν, ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἴδιοι κρίνονται ἀνίκανοι καὶ θεωροῦνται μόνον ἱκανοὶ διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας εἰδικῶς οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι, χωρὶς ἐξ ἄλλου νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως τὸ αὐτὸ μέτρον ληφθῇ καὶ διὰ τὸ ταμεῖον τοῦ Στόλου, ἐκτὸς πάλιν ἂν ὑπετίθετο ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ διεξάγοντες σήμερον τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταμείου τοῦ Στόλου εἶναι ἱκανοί, οἱ δὲ διεξάγοντες τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης δὲν εἶναι ἱκανοί. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἴσως εἶναι τὸ ὀρθότερον, εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε εἰς τὴν μίαν οὔτε εἰς τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν ἱκανοί, διότι δυστυχῶς οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ταμιακοὶ καὶ λογιστικοὶ εἰς τὸ Κράτος δὲν ὑπάρχουσι κατηρτισμένοι εἰδικῶς. Ποῖα εἶναι τὰ ἄτοπα τῆς ἱδρύσεως τῶν ταμείων τῶν τριῶν μεραρχιῶν, δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ ἐξετάσω σήμερον καὶ ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ταῦτα θέλουσι συζητηθῆ, νὰ εἴπω ὅσα νομίζω ὀρθά· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀπὸ σήμερον νὰ τονίσω, εἶναι ὅτι ἡ ἵδρυσις τῶν ταμείων ἕνα μόνον σκοπὸν ἔχει, τὴν αὔξησιν θέσεων· πάντοτε ἡ αὐτὴ προσπάθεια κατεβλήθη, νὰ ἐπωφελῆται ἕκαστος μιᾶς εὐκαιρίας, ὅπως προτείνῃ τὴν αὔξησιν θέσεων, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Ἑλληνικὴ ὑπαλληλία αὐξάνεται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος καὶ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους βαρύνεται. Καθίσταται ἓν μισθολόγιον ὁ Ἑλληνικὸς Προϋπολογισμός, καί, ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπιβαρύνεται κατ’ ἔτος διὰ προσθέτων δαπανῶν, δὲν βλέπει τὴν ἀπόδοσιν τῶν φόρων, δὲν βλέπει τὸν προορισμὸν τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται.
§63Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ τῶν τριῶν μεραρχιῶν τὰ ταμεῖα δὲν εἶναι αὔξησις θέσεων.
§64Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐκεῖ εἶναι ἀρκετὴ αὔξησις καὶ ἀρκετὴ πολυτέλεια. Ἀφοῦ ἱδρύονται νέα ταμεῖα, ἀνατίθεται εἰς δύο πρόσωπα ἡ διαχείρισις τῆς ὑπηρεσίας ἑκάστου ταμείου καὶ εἰς ἕνα ἐπὶ πλέον οἰκονομικὸν βοηθόν, εἰς ἀπεριόριστον δ’ ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι δύναται ν’ ἀποσπῶνται.
§65Γ. ΠΩΠ. Τὸ γνωρίζω τί ὑπάρχει. Λέγω ὅτι δὲν αὐξάνονται αἱ θέσεις, ὡς νομίζετε. Δὲν εἶναι σκόπιμον τὸ νομοσχέδιον.
§66Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω. Τὸ νομοσχέδιον, καθὼς ὑπεβλήθη, νομίζω ὅτι εἶναι ἀμελέτητον, εἶναι ἔργον ἴσως ἑνός, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω ἂν ἀποβλέπων εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῆς φιλοδοξίας του ἢ εἰς συμφέρον προσώπου τινὸς τῆς εὐνοίας του προέτεινε τὴν ἵδρυσιν μιᾶς ὑπηρεσίας κατὰ ἐντελῶς ἰδιόρρυθμον τρόπον, ὅπως δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἢ ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν ἔχουσιν ἀξιωματικούς, ἔχουσι σώματα οἰκονομικὰ λεγόμενα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διεξάγωσι τὴν λογιστικὴν καὶ τὴν ταμιακὴν ὑπηρεσίαν, ἢ εἶναι ἀνίκανα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μικτὸν σύστημα. Ἢ θὰ ἔχωμεν τὸ ἓν σύστημα ἢ θὰ ἔχωμεν τὸ ἄλλο· ἐγὼ οὐδένα λόγον ἔχω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ ὑποστηρίξω τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην ὑπηρεσίαν, διότι εἰδικῶς περὶ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ οὐχὶ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ πρόκειται. Νομίζω ὅτι ἔχετε πάντες μορφώσει γνώμην ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους εἶναι ἐντελῶς ἀκατάρτιστοι, καὶ ἀπόδειξις τοῦ ἀκαταρτίστου αὐτῶν εἶναι ἡ κατάστασις τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας, ἡ κατάστασις ἐν γένει τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι Κράτος χωρὶς δεφτέρια.
§67Ι. ΜΑΝΟΣ. Μὲ δεφτέρια!
§68Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μὲ πολλὰ δεφτέρια, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ὑπάρχωσιν ἐγγραφαὶ χωρὶς νὰ δύναταί τις νὰ ἐξαγάγῃ συμπέρασμά τι ἐκ τῶν ἐγγραφῶν αὐτῶν. Ἐφ’ ᾧ λοιπὸν ἔχομεν διὰ δαπάνην 35 ἑκατομμυρίων ἀπαιτουμένων διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν σώματα εἰδικά, εἰς τὰ ὁποῖα ἐμπιστευόμεθα τὴν λογιστικὴν καὶ ταμιακὴν ὑπηρεσίαν, δι’ ἓν ταμεῖον, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία δὲν εἶναι καθόλου πολυποίκιλος μεθ’ ὅλα τὰ σφάλματα καὶ τὰς ἀνωμαλίας, αἱ ὁποῖαι παρετηρήθησαν, ἐνῷ, λέγω, ἔχομεν δύο σώματα, ἐρχόμεθα νὰ προσθέσωμεν εἰς αὐτὰ ἓν ἄλλο, μὲ τὸ ὁποῖον ἀπαραιτήτως θὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις, διότι ἡ εἰσαγωγὴ πολιτικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸν στρατόν, καὶ μάλιστα οὐχὶ πρὸς διεξαγωγὴν ἀποκλειστικῶς μιᾶς ὡρισμένης ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρὸς διεξαγωγὴν τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης, τοῦ ταμείου τοῦ ὁποίου ἡ ταμιακὴ ὑπηρεσία θὰ διεξάγηται ὑπὸ ἀξιωματικῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρῃ σύγκρουσιν, καὶ εἰς τὴν σύγκρουσιν αὐτὴν τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων γνωρίζετε πάντες τίνες θὰ ἐπικρατῶσι καὶ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἀκόμη θὰ εἶναι τὸ ἄδικον εἰς τὸ μέρος τῶν στρατιωτικῶν. Ἐνῷ λοιπὸν ἔχομεν δαπάνην 35,000,000 διὰ τὸν στρατὸν καὶ τὸ ναυτικὸν καὶ κρίνομεν διὰ τὴν δαπάνην αὐτὴν τὰ ὑπάρχοντα σώματα πλούσια καὶ πολυάριθμα, καὶ ἀφοῦ ὑπάρχουσι βαθμοὶ μέχρι τοῦ συνταγματάρχου εἰς αὐτά, εὑρίσκομεν τὰ σώματα αὐτὰ ἀνίκανα νὰ διεξάγωσι τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον πολύπλοκος τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταμείων τῶν τριῶν μεραρχιῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἵδρυσις ζητεῖται, καὶ τὰ ὁποῖα καὶ λόγῳ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν τῆς πολυτελοῦς καὶ λόγῳ τῆς μετακινήσεως αὐτῶν, διότι θὰ παρακολουθῶσι τὰς μεραρχίας κατὰ τὴν μετάθεσιν αὐτῶν καὶ ἀκόμη καὶ ἐν καιρῷ πολέμου, ἐνῷ, λέγω, ἐμπιστευόμεθα εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς τὴν μεγάλην αὐτὴν ὑπηρεσίαν, θεωροῦμεν αὐτοὺς ἀνικάνους διὰ τὴν διεξαγωγὴν τμήματος μόνον τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διατί κατόπιν μιᾶς ὑποβολῆς ἐκθέσεως ἐνεργηθείσης ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἀμέσως ἐκρίθη σκόπιμον νὰ ὑποβληθῇ ἐν τάχει νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου μάλιστα νὰ ζητηθῇ ἐσπευσμένως καὶ ἡ ψήφισις, χωρὶς κἂν νὰ παραπεμφθῇ τοῦτο εἰς μίαν εἰδικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἠδύνατο νὰ παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον ἡμῶν ἴσως κατὰ πολὺ βέλτιον. Ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι τὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ παρίσταται ἀνάγκη ἢ ν’ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον ἢ νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν ἐπιτροπήν, ἥτις δι’ ἐκθέσεως νὰ ὑποδείξῃ κατὰ πόσον ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, θέλει πραγματοποιηθῆ.
§69Γ. ΠΩΠ. Εἶναι προσωπικὸν ἐντελῶς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῇ φίλος τις τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου.
§70Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τοῦτο δὲν εἶμαι σύμφωνος. Ἡ ἔκθεσις λέγει: «Πρὸς τὴν σκοπιμωτέραν διαρρύθμισιν τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κρίνεται ἀναγκαῖος ὁ καταρτισμὸς αὐτῆς ἐκ τριῶν εἰδικῶν λογιστικῶν ὑπαλλήλων, τοῦτο μέν, ἵνα ὁ ταμίας, ὁ διεξάγων ἤδη καὶ τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν, ἀσχολῆται ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ ἔργα τῆς διαχειρίσεως» κ.τ.λ. Ἓν ἐλάττωμα τοῦ συστήματός μας εἶναι ἡ ἀνάθεσις εἰς τὸν ταμίαν ἐκτὸς τοῦ μεγάλου βάρους τῆς ὑπάρξεως τοῦ νομίσματος, τὸ ὁποῖον διαχειρίζεται, καὶ ἐλεγκτικῶν καθηκόντων. Εἶναι ἐντελῶς χωριστὴ καὶ διάφορος ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐξελέγξεως καὶ ἡ τῆς διαχειρίσεως τοῦ χρήματος. Ἀλλ’ εἰς τὴν μέριμναν ὅπως μεγαλείτερος ἔλεγχος γίνηται ἐπὶ τῶν γενομένων δαπανῶν προσθέτομεν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος ἀρχὰς περισσοτέρας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβλέπωσι τὴν νομιμότητα τῶν πληρωμῶν, καὶ διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῆς τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς πολυγραφίας τίποτε ἄλλο δὲν κατορθοῦμεν παρὰ νὰ τερματίζωμεν τὸν ἔλεγχον. Ὁ ταμίας δι’ ἓν μόνον πρᾶγμα θὰ ἦτο ὑπεύθυνος, καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ διάταξις τοῦ λογιστικοῦ νόμου, κατὰ πόσον ἡ πληρωμὴ γίνεται νομίμως δι’ ἐντάλματος νομίμως ἐκδοθέντος, φέροντος τὰς ὑπογραφάς, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ νόμος, καὶ τὰ δικαιολογητικά, τὰ ὁποῖα εἶναι συνημμένα εἰς τὸ ἔγγραφον. Πέρα τούτου εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἀνατεθῇ εἰς τὸν ταμίαν ἔλεγχος, δὲν θὰ προκύψῃ τίποτε ἄλλο παρὰ βραδύτης εἰς τὴν πληρωμήν, δικαιολογία πρὸς στρεψοδικίαν καὶ καταπόνησις τῶν δικαιούχων εἰς τὴν λῆψιν τοῦ χρήματός των ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ σύγκρουσις ἐπέρχεται μεταξὺ διαφόρων ὑπηρεσιῶν, καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς συγκρούσεως ὑφίστανται πάντοτε οἱ δικαιοῦχοι οἱ συναλλασσόμενοι μὲ τὸ Κράτος, οἱ ὁποῖοι πρέπει σήμερον, ὡς ἔχουσι τὰ τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας, πολὺ καλὰ νὰ συλλογισθῶσιν ἂν πρέπει νὰ ἔλθωσιν εἰς συνάφειαν μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος· καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, λόγῳ τοῦ λογιστικοῦ συστήματος, λόγῳ τοῦ τρόπου τῶν πληρωμῶν τὸ Δημόσιον τὸ Ἑλληνικὸν ἀγοράζει εἰς πολὺ μεγαλειτέραν τιμὴν ἀπὸ ὅ,τι ἀγοράζουσιν οἱ ἰδιῶται, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ ὑλικόν τι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, γνωρίζει ὅτι καὶ δαπάνας πρέπει νὰ ὑποστῇ ἰδιαιτέρας, διὰ νὰ λάβῃ τὸ χρῆμά του, καὶ τὸ χρῆμά του θὰ τὸ λάβῃ, οὐχὶ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, ἀλλ’ ὅταν καὶ καθ’ ὃν τρόπον θελήσωσιν αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι, διὰ τῶν ὁποίων θὰ διέλθωσι τὰ δικαιολογητικὰ τῆς πληρωμῆς. Διὰ τὸν λόγον λοιπὸν τοῦτον ὁ ταμίας πρέπει νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένος πάσης ἐξελεγκτικῆς ὑπηρεσίας, καὶ καθῆκον αὐτοῦ νὰ εἶναι μόνον νὰ ἔχῃ ἐν τῷ ταμείῳ αὐτοῦ τὰ χρήματα καὶ νὰ ἐνεργῇ τὰς πληρωμὰς ἀμέσως ἅμα ἤθελον παρουσιασθῆ ἐντάλματα. Ἀρκεῖ ὅτι τὰ δημόσια ταμεῖα πολλάκις στεροῦνται χρημάτων, ὥστε ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου νὰ ἐπέρχηται ἀναβολὴ τῆς πληρωμῆς τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους εἰς τοὺς δικαιούχους, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ καὶ εἷς ἀκόμη λόγος, ὅπως ἡ πληρωμὴ αὕτη γένηται βραδύτερον. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ εἶναι μόνιμος ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐξελέγξεως τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ἀλλά, ἐὰν ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι βάσιμος, διατί δὲν εἶναι βάσιμος διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν; Ἐγὼ δὲν βλέπω τότε διατί νὰ μὴ ἀπαγορευθῇ ἡ μετάθεσις τῶν ὑπαλλήλων ἀπὸ ὑπηρεσίας εἰς ὑπηρεσίαν, ἀφοῦ διὰ τῆς μεταθέσεως αὐτῆς πάντοτε ζημία πρόκειται νὰ προκύψῃ. Τὸ λογιστικὸν σύστημα εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας εἶναι τὸ αὐτὸ πανταχοῦ, καὶ οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει προσωπικόν τι νὰ εἶναι μόνιμον. Βεβαίως δὲν ὑποστηρίζω ὅτι ὠφέλιμον εἶναι νὰ μετατίθηται πολὺ συχνά, ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν νομίζω ὅτι ἐξαιρετικῶς διὰ τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἐξαιρετικὴ πρόνοια, ὅπως ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ, ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐξελέγξεως, εἶναι μόνιμος· ἐὰν εἶναι ὀρθόν, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως γίνῃ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ διὰ τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας. Ἀλλά, λέγει ἡ ἔκθεσις, πρόκειται περὶ ἀσημάντου τινὸς δαπάνης 7,000 δραχμῶν. Βεβαίως 7,000 δὲν εἶναι ποσὸν ἴσως διὰ τὸν προτείνοντα σοβαρόν, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει εἶναι ἑπτὰ χιλιάδες, αἱ ὁποῖαι ἴσως διὰ τοῦ χρόνου, ἱδρυομένης τῆς ἰδιαιτέρας αὐτῆς ὑπηρεσίας, θ’ αὐξάνωσιν, ὅπως αὐξάνουσι πάντοτε, προστιθεμένου ἑνὸς καὶ βραδύτερον ἑτέρου. Συνέβη, ὥστε αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν νὰ ἐξυπηρετῶνται ὑπὸ διπλασίου προσωπικοῦ, χωρὶς ποτε νὰ καταλάβῃ ὁ λαὸς καὶ χωρὶς νὰ καταλάβῃ καὶ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἐψήφιζε, καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλλον τὰ νομοσχέδια, καὶ νὰ καταλαμβάνωσι πολὺ μόνον οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ὅπως θὰ λάβω ἐν καιρῷ ἀφορμὴν νὰ εἴπω προκειμένου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλά, λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ δαπάνη αὐτὴ τῶν 7,000 δραχμῶν δὲν θὰ βαρύνῃ τὸ Κράτος, διότι θὰ προστεθῇ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν κράτησις ἐπὶ τῶν χορηγουμένων εἰς αὐτὸ διαφόρων ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα πληρώνονται ὑπὸ τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης. Μοὶ φαίνεται πολὺ ἀφελὴς ἡ δικαιολογία αὕτη, διότι ὁ χορηγητὴς δὲν θὰ εἶναι τόσον ἀνόητος, ὥστε νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, κανονίζων τὴν τιμὴν τῆς προσφορᾶς, εἰς πόσας κρατήσεις ὑποβάλλεται. Πρέπει νὰ γνωσθῇ ὅτι ὁ χορηγητὴς θὰ ἐξετάσῃ τίνες εἶναι οἱ ὅροι τῆς χορηγίας καὶ τίς ἡ τιμή, διὰ νὰ κανονίσῃ καὶ τὸ ποσὸν τοῦ τόκου μεταξὺ παραδόσεως τῆς φορτωτικῆς καὶ τοῦ χρόνου τῆς πληρωμῆς. Καὶ εἶναι ἡ κράτησις ἕως τώρα κατὰ τὸν νόμον ἐν τοῖς ἑκατὸν πρὸς ὄφελος τοῦ Μετοχικοῦ ταμείου, προσετέθη δὲ τὸ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης, διὰ νὰ καλύπτῃ τὰ ἔξοδά του τὸ ταμεῖον τοῦτο. Ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ καὶ νὰ κρατήσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσῃ. Τοῦτο μοὶ ἐνθυμίζει φιλάργυρόν τινα, ὅστις μεταβὰς εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ ἰδὼν θαυμάσια ὀπωρικά, νωποτάτους ἰχθῦς καὶ ὅ,τι ἄλλο ἦτο ἐκεῖ, ἀντὶ νὰ ἀγοράσῃ τινὰ ἐξ αὐτῶν, ἐξήγαγε τὸ χρηματοφυλάκιόν του καὶ μετέφερε τὰ χρήματά του ἀπὸ τῆς μιᾶς θέσεως εἰς τὴν ἄλλην ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἔκαμεν ἀρκετὴν οἰκονομίαν μὴ καταβαλὼν τὴν ἀξίαν τῶν διαφόρων πραγμάτων τῆς ἀγορᾶς, τὰ ὁποῖα κατὰ φαντασίαν ἠγόρασε. Καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἡ δαπάνη δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς χορηγητὰς εἰς τὸ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν τῆς κρατήσεως. Μεταξὺ τῶν διαφόρων δικαιολογιῶν εὑρίσκω καί τινας, αἱ ὁποῖαι ἀπορῶ πῶς ἐτέθησαν εἰς τὴν ἔκθεσιν. Ἐάν, Κύριοι, τὸ Κράτος καὶ οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποσχέσεών των εἰς τὰ διάφορα ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας, οὐδεμία ἀλλαγὴ θὰ φέρῃ διόρθωσιν. Κατὰ τῶν ἀξιωματικῶν ὑπάρχουσι περισσότερα μέτρα, διότι ἐκτὸς τῶν ἄλλων ποινῶν, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται καὶ αὐτοὶ ὡς διαχειρισταὶ τοῦ Δημοσίου, ὑπάρχει καὶ ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου αὐθαιρέτως καὶ αὐστηρῶς ὁ Ὑπουργὸς δύναται ἄνευ αἰτιολογίας νὰ ἐπιβάλῃ μεγάλην ποινὴν εἰς τὸν ἀξιωματικόν, ἡ ὁποία ποινὴ θίγει καὶ τὰ συμφέροντά του τὰ ἀτομικὰ καὶ τὴν ὑπόληψίν του ἀκόμη. Καὶ ἄλλη δικαιολογία εἶναι ἡ μὴ ἐκκαθάρισις τῶν ἐνταλμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, τοῦτο δ’ εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἀθλιότητος τῆς λογιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας. Διὰ νὰ γίνῃ προμήθεια σήμερον, ὅτε τὸ τραπεζιτικὸν σύστημα ἔχει τόσον ἀναπτυχθῆ, ἀντὶ τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον ταμεῖον διὰ καταβολῆς εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ ἀνοίξῃ μίαν πίστωσιν εἰς ἄλλην Τράπεζαν ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουσι χορηγηταί, ἀποστέλλεται ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος λαμβάνει χρήματα τοῖς μετρητοῖς. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἐστάλησαν εἰς τὴν Γερμανίαν 250.000 φράγκων εἰς αὐτούσιον χρυσόν, μόνον διότι ὑπῆρχον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον φράγκα, τὰ ὁποῖα μετετράπησαν εἰς μάρκα, διὰ νὰ πληρωθῶσι τὰ ἐργοστάσια τοῦ Βουλκάν, τὰ ὁποῖα κατεσκεύασαν τὰ ἀντιτορπιλλικά. Τὸ Κράτος ὑπέστη κατὰ ἀνοητότατον τρόπον μίαν δαπάνην τῆς ἀποστολῆς μὲ γροῦπον τῶν χρημάτων, τῆς μετατροπῆς τῶν φράγκων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐδῶ ὁ ταμίας εἰς μάρκα. Τοῦτο τὸ σύστημα εἶναι ἁπλούστατον, δὲν χρειάζεται δὲ μεγάλη σοφία. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι διὰ προμήθειαν ἀπεστάλη ἀξιωματικός, διὰ νὰ ἐπιβλέπῃ, εἰς αὐτὸν δ’ ἀνετέθη καὶ ἡ πληρωμὴ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀπεστάλη εἰς αὐτοὺς δι’ ἐνταλμάτων ἐκδιδομένων ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰ δικαιολογητικὰ ὁ διευθυντὴς τοῦ Λογιστηρίου ἢ εἷς τμηματάρχης τῆς ὑπηρεσίας, διὰ δὲ τὴν πραγματικὴν χρησιμοποίησιν τῆς δαπάνης ὁ ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, καὶ οὕτω πως ἐνεβάλλοντο εἰς πειρασμὸν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι διεχειρίζοντο χρήματα. Καὶ ὑπάρχει παράδειγμα, ἀξιωματικὸς εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν νὰ παίξῃ χρήματα τοῦ Δημοσίου, νὰ χάσῃ αὐτά, καί, ἐπειδὴ ἦτο ἀρκετὰ φιλότιμος, νὰ αὐτοκτονήσῃ. Οἱ χάσαντες ὅμως τὰ χρήματα των δὲν ἱκανοποιήθησαν διὰ τῆς αὐτοκτονίας, ἀλλ’ ἐπὶ ἔτη ἐξηκολούθουν νὰ γράφωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ὅπως ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀναλάβει ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Δημοσίου. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ἡ ἐκκαθάρισις καὶ ἡ τακτοποίησις τῶν ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ ἐκδιδομένων ἐνταλμάτων ἤθελε κατορθωθῆ καλλίτερον, ἐὰν ὑπάρχωσιν ὑπάλληλοι πολιτικοὶ καὶ ὄχι στρατιωτικοί. Τὸ σύστημα πταίει. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Ἐλήφθη ἀφορμή, ὅπως ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς διατάξῃ τὴν ἔρευναν καὶ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν. Τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν θὰ τὴν μάθῃ, ἐὰν διατάξῃ τὴν ἐξέλεγξιν οἱασδήποτε ὑπηρεσίας, θὰ ἴδῃ δ’ ὅτι ὑπάρχουσιν ἀταξίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν προέρχονται ἀπὸ καταχρήσεις, ἀλλ’ ἀπὸ ἀνωμαλίας, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ἡ κεντρικὴ ὑπηρεσία τοῦ Κράτους πρὸ πάντων, ὅπως διηυθύνετο μέχρις ἐσχάτων, αὐτὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον εὑρίσκετο εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν, ὥστε ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν ἐγνώριζεν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκετο ὑπὸ ἔποψιν λογιστικὴν καὶ χρήσεως ἐτῶν καὶ ἐν γένει ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως τακτοποιηθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῶν καταθέσεων. Τὸ ἁπλούστατον τοῦτο ζήτημα, Κύριοι, δὲν ἠδυνήθη νὰ κανονίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνουσιν οἱ χορηγοί. Εἰς τὴν κατάθεσιν τῆς ἐγγυήσεως βασιλεύει ἡ μεγαλειτέρα στενοκεφαλιά, διότι ἀπαιτεῖται ἀπὸ τοὺς χορηγητὰς νὰ καταθέτωσι μίαν ἐγγύησιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐξασφαλίζηται τὸ Κράτος, ἡ ἐγγύησις ὅμως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι καὶ χρηματική, ἀρκεῖ νὰ ἐξασφαλίζηται τὸ Κράτος. Δὲν δέχεται λοιπὸν τὸ Δημόσιον ὡς ἐγγύησιν οὔτε χρεόγραφα οὔτε ὁμολογίας· πρέπει ἡ ἐγγύησις νὰ εἶναι εἰς αὐτούσιον χρῆμα, πρέπει νὰ εἶναι νόμισμα, τὸ ὁποῖον μόνον θεωρεῖται πλοῦτος, χαρακτηριστικὸν τῶν βαρβάρων λαῶν. Ἑκάστη ὑπηρεσία ὡς καὶ τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν κατάθεσιν εἰς αὐτὸ τοῦτο τὸ ταμεῖον. Ἐὰν εἶναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ὑπάρχῃ ἀπόδειξις καταθέσεως, τοῦτο δὲν θεωρεῖται ἀρκετὴ ἀσφάλεια, ὅπως ἐπίσης δὲν θὰ ἦτο ἀσφάλεια, ἐὰν καταβάλληται ἡ ἐγγύησις εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους. Πρέπει δὲ ἡ κατάθεσις νὰ γίνηται ἐντόκως, διότι ὁ ἀναλαμβάνων νὰ χορηγήσῃ εἴδη τινὰ εἰς τὸ Κράτος μόνον αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν ἔχει· δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑφίσταται μίαν πρόσθετον δαπάνην τοῦ χρήματός του, τὸ ὁποῖον καταβάλλει ἀτόκως καὶ τὸ ὁποῖον ἐπιστρέφεται τόσον δυσκόλως, ὅσον πάντες γνωρίζετε. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω θίγων δι’ ὀλίγων τὸ ζήτημα τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς ἄλλην καταλληλοτέραν στιγμὴν εὐρύτερον ν’ ἀναπτύξω τὰ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἀφοῦ οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει, ὅπως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὸ νομοσχέδιον γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, νὰ παραπέμψῃ αὐτὸ εἰς ἐπιτροπήν, ὅπως ἐπενεχθῶσιν αἱ δέουσαι βελτιώσεις καὶ πρὸ πάντων ὅπως ἐπέλθῃ ὁμοιότης μεταξὺ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τοῦ ταμείου τῶν μεραρχιῶν.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§72Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἀναφέρεται ὅτι οἱ ὑπάλληλοι εἶναι μόνιμοι καὶ δὲν ἐπιτρέπεται μετάθεσις εἰς ἄλλην οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι προφανές, ὅτι πρόκειται περὶ νέας ὑπηρεσίας. Οἱ ὑπάλληλοι θὰ λαμβάνωνται ἐξ ἄλλης οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας καὶ θὰ τοποθετῶνται εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης.
§73Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι πρόσθετοι ὑπάλληλοι.
§74Γ. ΠΩΠ. Εἶναι πρόσθετοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ θ’ αὐξάνηται ὁ μισθὸς κατὰ κλίμακα τοιαύτην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἡ συνήθης εἰς τὰς ἐν γένει ὑπηρεσίας καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὰς οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας. Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι σκόπιμον, διότι θὰ χρησιμεύσῃ ἀφ’ ἑνὸς νὰ μονιμοποιηθῇ μία ὑπηρεσία, ἡ ὁποία πιθανὸν αὔριον νὰ μὴ εἶναι χρήσιμος διὰ τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, διότι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ὑπηρεσίας των ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεσπάσθησαν, συγχρόνως δὲ θὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς βάσις, ἐὰν συμβῇ εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Θ. Κουτούπης, ὥστε αἱ ὑπηρεσίαι αὗται διαρκῶς νὰ χωλαίνωσι μὲ τὸ προσωπικόν, τὸ ποῖον θὰ ἔχωσι, δὲν θὰ δύνανται δὲ ν’ ἀντικατασταθῶσιν οἱ ἅπαξ διοριζόμενοι, καὶ οὕτω πως θὰ δημιουργηθῇ νέον Γενικὸν Λογιστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ταμείῳ τῆς Ἀμύνης ἐκ πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἀποτελούμενον. Δι’ αὐτὸ ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως μεταξὺ τῶν ἄλλων ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον περὶ μονιμότητος καὶ ἀμεταθέτου τῶν ὑπαλλήλων.
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ μὴ εἶναι μόνιμοι οἱ ὑπάλληλοι;
§76Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν παρέχει τὴν πίστιν ὅτι ὁ συντάξας αὐτὸ ἐλησμόνησε τὸ παρελθόν.
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου προεκάλεσεν ἐπείγουσα ἀνάγκη. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐγένετο μακρὰ συζήτησις περὶ ἀνωμαλιῶν διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ἐκρίθη ἀναγκαῖον καὶ δι’ ἄλλους λόγους, κυρίως δὲ διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν εἶναι περιωρισμένος καὶ ἐν γένει ἀνεπαρκὴς εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, νὰ προσληφθῶσιν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης πρόσωπα ἔξω τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω ὅτι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ εἰσηγηθῶ τροπολογίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας πλὴν τῶν ἄλλων προσόντων, τὰ ὁποῖα ὁρίζονται ὡς προσόντα τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ, θὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπαρκὲς προσὸν καὶ ἡ ὑπηρεσία ἐν τινὶ Τραπέζῃ, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. προλαλήσας, μᾶλλον τραπεζιτικὴν λογιστικὴν ὀφείλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης παρὰ τὴν ὑπάρχουσαν ἤδη ἐν τῇ οἰκονομικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἡ δαπάνη εἶναι ἐν ὅλῳ 7000, καὶ νομίζω ὅτι διὰ ταμεῖον, τοῦ ὁποίου αἱ δαπάναι ἀνέρχονται κατ’ ἔτος εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια, ἡ δαπάνη τῶν 7000 δρ., διὰ νὰ προλάβωμεν πάσας τὰς ἀνωμαλίας τοῦ παρελθόντος, δὲν εἶναι μεγάλη. Τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπάρχει ἤδη μέγας ἀριθμὸς οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων καὶ αὐξάνει καθημερινῶς ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι γεγονὸς ἐμποδίζον ἡμᾶς ἀπὸ τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δαπάνην αὐτήν. Προσθέτω ὅτι, ὅπως ἤδη ἐξεφράσθην εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν, τὸ ταμεῖον αὐτὸ οὐδένα λόγον ὑπάρξεως ἰδιαιτέρας ἔχει. Δὲν εἶναι ἀπόδειξις ὀρθῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς ἡ ὕπαρξις αὐτῶν τῶν διαφόρων κουμπαράδων. Θὰ εἶχε λόγον ἡ ὕπαρξις Ταμείου γενικοῦ δι’ ἁπάσας τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Ταῦτα ὅμως ἀνήκουσιν εἰς τὸ μέλλον τὸ προσεχές, εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1912. Πότε θὰ ὑποβληθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ἀπὸ σήμερον, ἐνόμισα δ’ ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης νὰ ὑπάρχῃ κατάστασις, ὁποία ὑπῆρχε κατὰ τὸ παρελθόν. Τὸ γεγονὸς ὅτι γίνεται πρόνοια περὶ προσώπων νομίζω ὅτι δὲν ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ὑπάρχει πρόθεσις νὰ γίνῃ συγχώνευσις τοῦ ταμείου Ἀμύνης μετὰ τοῦ γενικοῦ Ταμείου, ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ προσλάβωμεν προσωπικὸν λογιστικόν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ μονιμότητα, καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἐπιβαρύνεται διὰ τῆς μονιμότητος αὐτῆς τὸ Κράτος, διότι, ὅταν θὰ καταργηθῇ τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, βεβαίως καὶ ἡ μονιμότης τῶν εἰς αὐτὸ ἀνηκόντων ὑπαλλήλων θὰ καταργηθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς, καὶ δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος.
§78Γ. ΠΩΠ. Θὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τείνομεν νὰ δημιουργήσωμεν δικαιώματα ὑπὲρ τῶν προσλαμβανομένων ὑπαλλήλων. Τὰ δικαιώματα δὲ ταῦτα, καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν θέλει συγχωνευθῇ τὸ ταμεῖον τοῦτο πρὸς τὸν Γενικὸν Προϋπολογισμὸν καὶ καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελε παραμένει, εἶναι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ δυνάμεθα ν’ ἀφαιρέσωμεν....
§79ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς δὲν θὰ δυνάμεθα;
§80Γ. ΠΩΠ. .... καὶ θὰ ἔχωσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι δικαίωμα ἑνὸς ἐπιμισθίου.
§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ μονιμότης δὲν ἀσφαλίζει τὸν ὑπάλληλον, ὅταν καταργῆται ἡ ὑπηρεσία.
§82Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δέχομαι τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς ἱκανοποιητικάς, ἀφοῦ μάλιστα, ἐπαναλαμβάνω, ἐγένετο καὶ ἡ δήλωσις ὅτι πολὺ συντόμως θέλει φροντίσει περὶ κανονισμοῦ τῶν ἰδιαιτέρων αὐτῶν ταμείων. Ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὸ ἀγαθὸν τοῦτο δὲν ἤθελεν ἐπέλθει ταχέως διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, θὰ ἤθελον νὰ μᾶς εἴπῃ διατί ἤδη καθιεροῦται μία ἀνισότης. Διατί ὁ γραφεὺς νὰ λαμβάνῃ μισθὸν 150 δρ. καθ’ ὃν χρόνον οἱ συνάδελφοί του λαμβάνουσιν 120; Αὐτὸ εἶναι χαριστικὴ πρᾶξις. Μέχρι σήμερον ὑπῆρχεν ἓν κακὸν εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, οἱ ἴδιοι βαθμοφόροι ν’ ἀμείβωνται διαφοροτρόπως, διότι αὐτοὶ δὲν μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀπὸ ἰδιαίτερα ταμεῖα πρέπει νὰ λάβωσι κάτι τι περιπλέον. Αὐτὸ γεννᾷ διαφορὰς, καὶ θὰ ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω καὶ πάλιν τὸ μεταθετὸν τῶν ὑπαλλήλων εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ βίος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς δὲν ἤθελεν εἶσθαι μακρός, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσι συγκρούσεις, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ σύγκρουσις μιᾶς ὑπηρεσίας ἐκ πολιτικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τῶν ἄλλων τῶν ἐργαζομένων εἰς ἄλλας οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας. Τί θέλει συμβῆ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Θὰ προκύψῃ ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ νέος νόμος, ἐνῷ, ἐὰν εἶναι δυνατὸν τὸ μεταθετόν, ἡ σύγκρουσις αὕτη θέλει ἀρθῇ. Ἐλπίζω δ’ ὅτι παρέχει ἀρκετὰ ἐχέγγυα ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως καὶ πᾶς διάδοχος τοῦ σημερινοῦ, ὅτι δὲν θέλει γίνει κατάχρησις ἰδιαιτέρα, ὅπως μετατίθενται ὑπάλληλοι εὐνοούμενοι. Πρὸ πάντων ὅταν αἱ ἀποδοχαὶ θέλωσιν εἶσθαι ἴσαι μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τότε οὐδεὶς λόγος θέλει δικαιολογεῖ τὴν ζήτησιν τῆς μεταθέσεως ἐκεῖθεν ἐνταῦθα ἢ τἀνάπαλιν.
§83Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει διαιωνισθῇ ἡ ὑπηρεσία, τὸ μεταθετὸν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν ἐπιβάλλεται, διότι ἂς δεχθῇ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι πᾶσαι αἱ ἐπιθεωρήσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται, τῶν διαχειριστικῶν γραφείων ὑπὸ ἐπιθεωρητῶν ἐκτάκτων ἀποβαίνουσιν ἐπὶ ματαίῳ. Ὁ ἐλεγκτὴς ὁ αὐστηρότατος εἶναι ὁ διάδοχος τοῦ μετατιθεμένου. Ἡ παράδοσις λοιπὸν ἀποκαλύπτει τὴν κατάστασιν τοῦ διαχειριζομένου ποσοῦ. Ὥστε ἡ μονιμότης, ἂν εἶναι χρήσιμος δι’ ἄλλους ὑπαλλήλους, εἰς διαχειριστὰς οὐδέποτε εἶναι.
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι διαχειριστὴς αὐτός· εἶναι ὁ ταμίας.
§85Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ διαχειριστὴς θὰ παραδώσῃ εἰς τοὺς διαδόχους τὴν ὑπηρεσίαν, ὁ δὲ παραλαμβάνων θὰ προσέχῃ πολύ, διότι θὰ εἶναι αὐτὸς ὑπόλογος ἀπέναντι τῆς Πολιτείας. Αὐτὰ παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας. Αἱ περισσότεραι δ’ ἀνωμαλίαι παρετηρήθησαν εἰς τὸ Ἐλεγκτήριον, διότι μετὰ Ἐλεγκτηρίου θὰ συνδεθῶσιν οἱ διάφοροι ἐλεγκταί. Ὅταν οἱ ἐλεγκταὶ ἔχωσι γνῶσιν ὅτι εἶναι μόνιμοι, ὅτι οὐδεὶς θὰ διαδεχθῇ αὐτούς, βεβαίως προσέχουσι πολὺ ὀλιγώτερον παρὰ ἐὰν γνωρίζωσιν ὅτι δύνανται νὰ μετατεθῶσιν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἄρχεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ῥακτιβάν.
§87Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ὑποβληθεῖσα χθὲς ἔκθεσις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς ἀφορᾷ τὰ κεφάλαια περὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον εἶχε παραπεμφθῆ ὑπὸ τῆς ἰδίας ἐπιτροπῆς ἡ ἔρευνα τῆς προτάσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν παραδοχὴν εἰσηγητῶν ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς ὑποστήριξιν ἢ καὶ μόνον πρὸς ἀνάπτυξιν καὶ παροχὴν πληροφοριῶν ἐπὶ ὑπουργικῶν νομοσχεδίων. Ἡ πρότασις αὕτη ὑπεβλήθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 58, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινε προσφορωτέραν τὴν ἐξέτασιν αὐτῆς ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 78 τὸ ἀφορῶν τὴν ἐνέργειαν τῶν Ὑπουργῶν. Ἐξετάσασα ὅμως ἤδη κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξε κατὰ πλειονοψηφίαν εἰς τὴν ἀπόκρουσιν τῆς προτάσεως ταύτης ὡς μὴ ἀπαραιτήτου καὶ ὡς δυναμένης μᾶλλον νὰ παρεμβάλῃ ἀνωμαλίαν τινὰ παρ’ ἡμῖν. Ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας πρέπει νὰ κατέχῃ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ τὸ κατέχῃ εἰς τὰς γενικὰς τοὐλάχιστον γραμμάς, αἱ ὁποῖαι ὑποπίπτουσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν περισσοτέρων. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὀφείλει νὰ ἐκθέσῃ μόνος τὴν πρότασιν αὑτοῦ, νὰ τὴν ὑποβάλῃ καὶ νὰ τὴν ἀναπτύξῃ εἰς τὴν Βουλήν. Αἱ περαιτέρω τεχνικαὶ λεπτομέρειαι δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι τὸ ἀντικείμενον ἰδίας ἐκθέσεως ὑποβαλλομένης ἐγγράφως εἰς τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία θὰ μελετᾶται ὑπὸ τῶν εἰδικῶν ἔν τε τῇ Βουλῇ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς. Ἡ ἀνάπτυξις ἡ προφορικὴ τῆς ἐκθέσεως ταύτης τῆς ἐντελῶς ἐπιστημονικῆς ἢ τεχνικῆς δὲν θὰ ἔχῃ τοσαύτην χρησιμότητα. Ἐπὶ πᾶσιν ὅμως, ἐὰν θεωρηθῇ ὅτι ὑπάρχει ἐξαιρετικὴ περίπτωσις, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται ἡ παράστασις προσώπων ξένων εἰς τὴν Βουλήν, φρονεῖ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἐπαρκεῖ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 58, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει ἀδιακρίτως νὰ παρίσταταί τις ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ὡς ἀναφερόμενος πρὸς αὐτήν, χωρὶς νὰ καθορίζηται τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς ταύτης. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων ὁρμωμένη ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν, ὡς εἶπον, εἰς τοῦτο, ὅτι παρέλκει ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ Συντάγματι. Ἐπὶ τῶν λοιπῶν διατάξεων τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν ἡ ἐπιτροπὴ ἐποιήσατο τυπικὰς μόνον μεταβολάς. Αἱ διατάξεις αὗται εἰσαχθεῖσαι, καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἶχε ψηφισθῆ εἰδικὸς νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἀνεφέροντο εἰς τὸν μέλλοντα τοῦτον νόμον καὶ ὥριζον ἀκόμη προσωρινῶς ἐν τῷ Συντάγματι τὰ ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἤθελον κολάζεσθαι οἱ Ὑπουργοὶ μέχρι τῆς ψηφίσεως εἰδικοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐπίσης δ’ ἀνέθετον εἰς τὸ εἰδικὸν Δικαστήριον καὶ τὸν προσωρινὸν καθορισμὸν τῆς διαδικασίας. Πάντα ταῦτα περιττεύουσι σήμερον, τὸ δὲ σχετικὸν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ 80όν, διετυπώθη ἐν ἀναφορᾷ πρὸς τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν, τῆς ὑπάρξεως τουτέστιν εἰδικοῦ νόμου, εἰς ὃν καὶ παραπέμπει. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐπίσης ἐγένετο καὶ οἰκονομία ἑνὸς ἄρθρου, τοῦ 81, οὗτινος ἡ θέσις ἔμεινε κενή, διὰ τῆς καταργήσεως, συμπεριελήφθη δὲ τοῦτο εἰς τὸ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ κεφάλαιον ὅπερ εἶχεν ἀνάγκην εὐρυτέρας ἀναπτύξεως τῶν διατάξεων αὐτῶν. Ὡς ἐννοεῖτε, Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ πολὺ ἠσχολήθη διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐν ὁλομελείᾳ καὶ ἐν ἰδιαιτέρῳ τμήματι καὶ ἐν ἰδιαιτέραις ἔτι ὑπεπιτροπαῖς, συζητήσασα τήν τε ἀρχὴν καὶ τὰς λεπτομερείας, αἵτινες ἔπρεπεν ἢ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Συντάγματι. Παρατηρεῖται ὁμοφωνία πάντων τῶν κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἀποφηναμένων μετά τινος κύρους ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἡ Βουλὴ τῆς ΙΗʹ Περιόδου ἐν τῇ πράξει αὐτῆς τῇ σχετικῇ ἀποφαίνεται ὅτι «τὰ ἄρθρα 83 ἕως 86, 101 καὶ 108 κρίνονται ἀναθεωρητέα, καὶ εἶναι λυσιτελὴς εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα ἡ ἵδρυσις Συμβουλίου Ἐπικρατείας πρὸς κατασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν ἐκτελεστικῶν Διαταγμάτων καὶ πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ». Τὰ ἀντικείμενα ταῦτα ἐπίσης ἐθεωρήθη χρήσιμον νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὑπὸ ἄλλων ἀνδρῶν ἐργασθέντων ἐπὶ τῆς προηγουμένης Βουλῆς, καὶ ἡ πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν εἰσηγεῖται ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παραδοχὴν Συμβουλίου Ἐπικρατείας ἔχοντος τὰ δύο ταῦτα καθήκοντα, τουτέστιν ἀφ’ ἑνὸς νομοπαρασκευαστικὰ καὶ γνωμοδοτικά, καὶ ἐξ ἑτέρου τὴν διάγνωσιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ὡς τρίτον δ’ ἐπὶ πλέον προσθέτει τὴν ἐξάσκησιν πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας ἀνωτάτης ἐπὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων. Ἡ ἐπιτροπὴ κατόπιν μελέτης κατέληξεν εἰς τὴν παραδοχὴν πάντων τούτων, προσέθηκε δὲ καὶ ἓν ἕτερον καθῆκον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην αὐτῆς εἶναι ἴσως τὸ σπουδαιότατον πάντων, τὸ τοῦ ἐλέγχου τῶν διοικητικῶν πράξεων ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς νομιμότητος δι’ εἰδικοῦ ἐνδίκου μέσου. Διὰ νὰ κρίνωμεν ἂν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρέπει νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν, εἶναι ὀρθὸν νὰ γνωρίζωμεν δι’ ὀλίγων τὴν ἱστορίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἰσήχθη ἀρχικῶς ἔκπαλαι εἰς μοναρχικὰ Κράτη, παρ’ οἷς ὁ ἡγεμὼν συνεκρότει συμβούλιον ἐκ μεγιστάνων καὶ συγγενῶν αὐτοῦ, καὶ ἐξεχώρει εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ πασῶν τῶν σπουδαίων ὑποθέσεων, τῆς Πολιτείας. Ἐπελθούσης μεταβολῆς εἰς τὰ πολιτεύματα ταῦτα καὶ εἰσαχθέντος βαθμηδὸν τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος ἐννοεῖται ὅτι τὰ τοῦ θέματος τούτου ἐρρυθμίσθησαν ἄλλως, κατὰ τρόπον πολὺ προσφορώτερον, καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ ἀποστολὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἔπαυσεν ὑφισταμένη. Ἀλλ’ εἰς τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν καὶ εἰδικώτερον εἰς τὴν εὐρεῖαν διάνοιαν τοῦ Ναπολέοντος ὀφείλομεν τὴν μεταβολὴν τοῦ θεσμοῦ τούτου εἰς ἄλλον ῥιζικῶς διάφορον ἀπὸ τοῦ ἀρχικοῦ, εἰς τὸν θεσμὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἐν Γαλλίᾳ ἔλαβε σήμερον τοιαύτην ἀνάπτυξιν, ὥστε ἀποτελεῖ πραγματικῶς ἓν τῶν οὐσιωδεστάτων ὀργάνων τῆς ἐκεῖ Πολιτείας. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν ἰσχύσαντα, βλέπομεν ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶχεν εἰσαχθῆ ἐπίσης ἐπὶ τῆς μοναρχίας τοῦ Ὄθωνος ὡς παρακολούθημα τοῦ τότε πολιτεύματος. Τὸ Διάταγμα τὸ εἰσαγαγὸν τὸν θεσμὸν τοῦτον εἶναι τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1835, τὸ ὁποῖον ἐν ἄρθρῳ 1 λέγει· «Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἀνωτάτη συμβουλευτικὴ Ἀρχή, μεθ’ ἧς ὁ Βασιλεὺς συζητεῖ τὰς σπουδαιοτέρας ὑποθέσεις τοῦ Κράτους». Ἀπαριθμεῖ δὲ τὰς ὑποθέσεις ταύτας κατωτέρω, καὶ ὡς τοιαῦται ὑποθέσεις, ἐφ’ ὧν τὸ Συμβούλιον ἐκαλεῖτο νὰ συζητῇ μετὰ τοῦ Βασιλέως κατὰ τὴν φράσιν τοῦ νόμου, ἀναφέρονται ἡ συζήτησις περὶ τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς νομοθεσίας, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν θεμελιωδῶν νόμων· ἐπίσης περὶ νόμων ἀφορώντων εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς Πολιτείας, ἡ εἰσαγωγὴ φόρων, ὁ Προϋπολογισμός, τὸ δημόσιον χρέος, ἡ ἐκποίησις ἐθνικῶν κτημάτων, ὁ ἔλεγχος ἀναφορῶν ἀπευθυνομένων κατὰ τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν, καὶ αὐτὰ τὰ ψηφίσματα τῆς πολιτογραφήσεως, ἡ ἄδεια πρὸς εἰσαγωγὴν εἰς δίκην διοικητικῶν ὑπαλλήλων, κατὰ τὴν ὑφισταμένην τότε διάταξιν τῆς Ποιν. Δικονομίας, τὴν ὁποίαν κατήργησε κατόπιν τὸ Σύνταγμα, αἱ αἰτήσεις ἀποκαταστάσεως καὶ πᾶν ἄλλο, ὅπερ ὁ Βασιλεὺς ἤθελεν ἀναθέσει εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὡς βλέπετε, ὁ κύκλος τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης εἶναι εὐρύτατος. Κατὰ δεύτερον λόγον ἀνετίθετο εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἡ ἀπόφασις ἐπὶ ὡρισμένων ἀντικειμένων καὶ δὴ παραπόνων ἀναγομένων εἰς ἐκλογὴν τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ νομαρχιακῶν συμβουλίων, ἡ ἄρσις τῶν συγκρούσεων διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς ἐξουσίας, ἡ ἀπαλλοτρίωσις ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας πρὸς δημοσίαν ἀνάγκην, αἱ προσφυγαὶ κατὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τέλος αἱ ἀποφάσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἐπὶ τούτων τῶν θεμάτων κατὰ τὸν νόμον τὸ Συμβούλιον ἐκδίδει ἀποφάσεις καὶ ἀποφάνσεις ἠτιολογημένας. Πλὴν τούτων κατ’ ἄλλας διατάξεις τοῦ νόμου ὁ ἡγεμὼν δύναται ν’ ἀναθέσῃ εἰς τινας τῶν συμβούλων τὴν ἐπίσκεψιν καὶ ἐπιθεώρησιν τῶν Ὑπουργείων πρὸς ἐνέργειαν ἐξετάσεως καὶ προτάσεως διορθώσεως τῶν παρ’ αὐτοῖς τηρουμένων διατάξεων. Ἐπίσης δύναται ν’ ἀποστείλῃ μέλη τοῦ Συμβουλίου εἰς τὰς ἐπαρχίας, διὰ νὰ πληροφορηθῶσι περὶ τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Τὰ καθήκοντα ταῦτα εἶναι ῥιζικῶς διάφορα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερον ἀνατίθενται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ Συμβούλιον τοῦτο ἔζησε μόνον μέχρι τοῦ πρώτου Συντάγματος, κατηργήθη δὲ ὡς παρακολούθημα τοῦ μοναρχικοῦ πολιτεύματος, ἐπικροτούντων καὶ αὐτῶν τούτων τῶν συμβούλων, μελῶν τοῦ συμβουλίου, τὰ ὁποῖα εἶχον πρωτοστατήσει εἰς τὴν γενομένην πολιτικὴν μεταβολήν. Παρέμεινε δ’ ὁ θεσμὸς οὗτος ἀνύπαρκτος παρ’ ἡμῖν μέχρι τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Οἱ καταρτίσαντες τὸ Σύνταγμα αὐτό, καταργήσαντες τὴν Γερουσίαν, συνεῖδον τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως ἑτέρου Σώματος δυναμένου ν’ ἀσχολῆται εἰδικῶς εἰς τὴν ἀρτιωτέραν προπαρασκευὴν τῶν νόμων, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δὲ ταύτην καὶ μόνην διετύπωσαν διατάξεις ἐν τῷ Συντάγματι περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ἐθέσπισαν ταύτας μετὰ πολλοῦ ἐνδοιασμοῦ καὶ προσέθηκαν διάταξιν, καθ’ ἣν ὁλόκληρος ὁ θεσμὸς ἠδύνατο νὰ καταργηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς δι’ ὡρισμένης πλειονοψηφίας. Ἡ ἐπελθοῦσα δὲ Βουλὴ ἐποιήσατο χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ κατήργησε τὸν θεσμὸν αὐτόν. Οὕτως εὑρισκόμεθα ἔκτοτε ἄνευ Συμβουλίου Ἐπικρατείας μέχρι σήμερον. Ἐὰν νῦν εἰσαγάγωμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ὑπεδείχθη ὑπό τε τῶν προηγουμένως ἐργασθέντων ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγματικῆς, τὰ ἔργα, ἅτινα πρόκειται ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο, εἶναι τὰ ἑξῆς. Εἶναι γνωσταὶ αἱ πλημμέλειαι, ἃς παρουσιάζει ἡ κατάρτισις τῶν νόμων παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ σύστημα τὸ μέχρι τοῦδε ἰσχῦον. Πρὸς θεραπείαν αὐτοῦ ἤδη ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τροποποίησιν ἐν ἄρθρῳ 57, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ ὑποβαλλόμεναι πρὸς αὐτὴν προτάσεις νόμων παραπέμπονται ὑποχρεωτικῶς εἰς ἐπιτροπὴν μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν, ἐὰν δὲν παρεπέμφθησαν πρότερον ἢ ἂν δὲν ἐγένετο ἐπεξεργασία αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐν ἁρμονίᾳ καὶ πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην ἐκαλεῖτο ἤδη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ καθορίσῃ τὰ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὸ Συμβούλιον ἠδύνατο νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν νόμων, ὁ τρόπος δ’ αὐτὸς εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπὶ τῇ βάσει καὶ τῶν ἀρχικῶν κανόνων τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἐπελθούσης τροποποιήσεως δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀναθέτῃ τὴν ἐπεξεργασίαν ὡρισμένων νομοθετημάτων εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλὰ δύναται ἐπίσης καὶ ἡ Βουλὴ πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ αὐτῶν νὰ τὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Καὶ τὰ δύο εἶναι δυνητικά· ἂν δὲν ἐπέλθῃ οὔτε ἡ μία οὔτε ἡ ἄλλη τῶν περιπτώσεων τούτων, τότε θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἐπεξεργασία ἐν ἐπιτροπῇ τῆς Βουλῆς κατόπιν τῆς κατ’ ἀρχὴν ψηφίσεως τοῦ νομοθετήματος συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 57, ὡς τοῦτο ἐψηφίσθη ἐν τῇ Ἀναθεωρητικῇ ταύτῃ Βουλῇ. Αἱ προτάσεις νόμων, τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται ὁ ἔλεγχος κατὰ τὸν τύπον τοῦτον, εἶναι πᾶσαι αἱ προτάσεις ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ὁ ὅρος οὗτος ὑφίσταται ἐν τῷ ἄρθρῳ 23 τοῦ Συντάγματος, περιλαμβανομένων τῶν τε κυβερνητικῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν εἰσαγομένων προτάσεων· δύναται τουτέστιν ἡ Βουλὴ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ προτάσεις Βουλευτῶν πρὸς ἐπεξεργασίαν, τὰς ὁποίας, ἂν δὲν παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τότε θὰ παραπέμψῃ εἰς ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι καθαρῶς συμβουλευτική, καὶ ἡ Βουλὴ μένει ἐλευθέρα βεβαίως εἴτε ν’ ἀποδεχθῇ εἴτε ν’ ἀπορρίψῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ὡς ἐπίσης φέρει τὴν εὐθύνην πρὸς τὴν Βουλὴν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον καὶ ὁ εἰσάγων ταύτην Ὑπουργός. Τὸ πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ἐπεξεργασία αὐτή, εἶναι πλεονέκτημα οὐσιαστικόν, διότι τὰ νομοθετήματα, ἀντὶ νὰ παρασκευάζωνται ἀπὸ οἱαδήποτε ὄργανα τῆς διοικήσεως, θὰ παρασκευάζωνται ἀπὸ ἐπιτροπὰς ἀπαρτιζομένας ἀπὸ ἀνθρώπους εἰδικῶς ἀσχολουμένους περὶ τὰ νομικά.
§88Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἐπεξεργάζωνται, ὄχι θὰ παρασκευάζωνται.
§89Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Βεβαίως ἡ πρώτη πρότασις ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργόν. Πρέπει νὰ εἴμεθα ἐν ἀκριβείᾳ· πρόκειται περὶ ἐπεξεργασίας. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἐσημειώθη προκειμένου περὶ νόμων, εἶναι κατὰ μείζονα λόγον αἰσθητὴ προκειμένου περὶ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, διότι οἱ νόμοι ἐν πάσῃ περιπτώσει διέρχονται διὰ τῆς χοάνης τῆς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεως, ἐνῷ τὰ Διατάγματα καταρτιζόμενα ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐγκρινόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἰσχύουσιν ὡς διατυποῦνται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Ἕνεκα τούτου πολλάκις παρέστημεν πρὸ ἀνωμαλιῶν, διότι ὑπῆρξαν Β. Διατάγματα ἀκατανόητα καὶ Διατάγματα κηρυσσόμενα ἄκυρα ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, διότι ἀντέκειντο εἰς τὸν νόμον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπετίθεντο στηριζόμενα. Τῶν Διαταγμάτων ἡ ἐπεξεργασία ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἀνεγράφη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὑποχρεωτική· ὀφείλει δηλαδὴ πάντως ὁ Ὑπουργὸς ν’ ἀναθέτῃ τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ Διατάγματος εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, μένει ὅμως πάντοτε ἐλεύθερος ν’ ἀποδεχθῇ ἢ νὰ μὴ ἀποδεχθῇ τὰ πορίσματα τῆς ἐπεξεργασίας ταύτης· ὀφείλει μόνον ν’ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου ἐπὶ τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη αὐτῷ, ἐννοεῖται δ’ ὅτι, ἀφοῦ μένει εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἡ ἀπόφασις, παραμένει ἄθικτος καὶ ἡ εὐθύνη διὰ τὸ Διάταγμα, ὅπερ ἤθελεν ἐκδοθῆ. Εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν ταύτην ὑπάγονται πάντα τὰ Διατάγματα τὰ λεγόμενα κανονιστικὰ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται ἐκ τοῦ γενικοῦ δικαιώματος, ὅπερ ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατὰ τὸ ἄρθρον 35 τοῦ Συντάγματος πρὸς καθορισμὸν λεπτομερειῶν καὶ ἀνάπτυξιν, στηριζομένη εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν ἐν τῷ Συντάγματι τιθεμένην, καὶ ἐπ’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατ’ εἰδικὴν ἐπιταγὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐκδίδει ἐν τῷ αὐτῷ ἀκριβῶς κύκλῳ καὶ συμφώνως πάντοτε πρὸς τοὺς ὅρους, οὓς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θέτει ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ. Ἐξαιροῦνται μόνον τὰ καθαρῶς ἐκτελεστικὰ ἢ διοικητικὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι διορισμοὺς καὶ παύσεις καὶ οὐδεμίαν ἄλλην νομοθετικὴν ἔννοιαν ἔχουσι. Τὸ δεύτερον καθῆκον, ὅπερ ἀνατίθεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, εἶναι ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἐπὶ τούτου ἡ νομοθεσία ἡμῶν εἶναι ποικίλη· ἔχει συστήσει διάφορα εἰδικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς δὲν εὕρηνται ἐν ἁρμονίᾳ. Βεβαίως ἐν τῷ Συντάγματι δὲν δυνάμεθα νὰ ῥυθμίσωμεν τὸ θέμα αὐτὸ κατὰ πάσας αὐτοῦ τὰς σχέσεις· περιωρίσθημεν νὰ διατηρήσωμεν τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ὡς ἀνώτατον διοικητικὸν Δικαστήριον χαρακτηρίζεται τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ὡς τοιοῦτον δύναται ν’ ἀποφαίνηται κατὰ πρῶτον καὶ τελευταῖον βαθμὸν εἰς ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος θέλει παραπέμψει εἰς αὐτό, ἢ νὰ δικάζῃ τὰς ἐφέσεις καὶ αἰτήσεις ἀναιρέσεως κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν κατωτέρων διοικητικῶν Δικαστηρίων, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιλαμβάνεται ἤδη τῶν ὑποθέσεων τούτων τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας προώρισται νὰ παράσχῃ σπουδαιοτάτην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος καὶ νὰ θέσῃ τὰς βάσεις μιᾶς νομολογίας ἑνιαίας, ὥστε καὶ ἡ Διοικητικὴ ἐξουσία νὰ γνωρίζῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς καὶ ὁ πολίτης τὰς ἰδίας αὐτοῦ ὑποχρεώσεις. Ἀλλὰ παρὰ τὴν δικαιοδοσίαν ταύτην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ ὑποθέσεων τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐνέργεια τῆς διοικήσεως, ἥτις ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ μίαν ἔποψιν εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας. Πρόκειται περὶ τῶν λεγομένων πράξεων τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, καθ’ ἃς πράξεις ἡ Διοικητικὴ ἐξουσία δὲν λαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ δικδίκου, ἀλλ’ ἐπιτάσσει ἀπ’ εὐθείας τὸν πολίτην ἢ ἀρνεῖται αὐτῷ τὴν παροχὴν ὡρισμένου δικαιώματος. Εἰς τὰς περιστάσεις αὐτάς, πλὴν τῆς γενικῆς θεραπείας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, οὐδεμία ἄλλη εἰδικὴ θεραπεία παρέχεται. Εἶναι δεκτὸν ὅτι, ὁσάκις ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ ἐνεργεῖ παρὰ τὸν νόμον, ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν Δικαστηρίων τὸ παράνομον τῆς ἐνεργείας αὐτῆς. Ἐκεῖνο, ὅπερ δὲν ὑπόκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν Δικαστηρίων, εἶναι τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τῆς ἐνεργείας, ἡ διακριτικὴ ἐξουσία· ἐφ’ ὅσον ὅμως κατὰ τὸν νόμον ἡ Διοίκησις ὑποχρεοῦται νὰ τηρήσῃ ὡρισμένας διατυπώσεις, ὑπόκειται κατὰ ταῦτα εἰς τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον. Ἀλλά, διὰ νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ἐλέγχου τὰ κοινὰ Δικαστήρια, πρέπει ἢ νὰ καταδιώκηται ὁ πολίτης ἐπὶ μὴ συμμορφώσει αὐτοῦ ἢ νὰ πρόκειται περὶ προσβολῆς ἰδιωτικοῦ αὐτοῦ συμφέροντος. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ οὔτε ἡ μία οὔτε ἡ ἄλλη περίπτωσις, ἐὰν πρόκειται περὶ δημοσίου δικαίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει χρηματικὴν ἀξίαν, ἢ περὶ ἰδιωτικοῦ δικαίου, ὅπερ ἤθελε παρουσιάζει σχέσιν χρηματικῆς καταψηφίσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν παρέχεται μέσον προσφυγῆς δικαστικῆς. Ἡ πρᾶξις δὲ ἡ παράνομος δὲν θίγεται διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Δικαστήριον νὰ μεταβάλῃ ταύτην· αἴρει μόνον τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὰς ζημίας. Ἕνεκα τούτου ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία εἰσήγαγε τὸ μέσον τοῦτο τῆς προσφυγῆς, τὸ recours, ὅπως λέγουσιν, εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐγένετο δεκτὸν καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, κέκληται δὲ ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ἔννομον ἐνέργειαν τῶν Διοικητικῶν Ἀρχῶν, νὰ περιφρουρήσῃ ἐνεργότερον τὰ δίκαια τοῦ πολίτου, ἐπίσης δὲ νὰ συγκρατήσῃ καὶ τὰ ὄργανα τῆς Διοικήσεως ἀπὸ πάσης παρεκβάσεως, καὶ σώσῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ ἀποζημιώσεων. Κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καλεῖται ἐπίσης τὸ Συμβούλιον νὰ προστατεύσῃ καὶ τὰ νομικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διατελοῦσι μὲν ὑπὸ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν τῆς Πολιτείας, ἔχουσιν ὅμως αὐτοτελῆ ὑπόστασιν καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τῆς Πολιτείας πολλάκις ἐγείρονται διαφοραί. Τὸ τελευταῖον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὅπερ ἐπίσης εἶναι ἐν ἰσχύϊ ἐν Ἰταλίᾳ, εἶναι ἡ πειθαρχικὴ δικαιοδοσία ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τῶν νόμων περὶ προσόντων καὶ τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰσήχθη βαθμηδὸν ἡ ἀποκέντρωσις εἰς τὰς δικφόρους δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐρρυθμίσθη ὁ τρόπος τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐπ’ αὐτῶν ἐξουσίας καὶ ἡ τύχη τοῦ ὑπαλλήλου ἐξαρτᾶται ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀπὸ τῶν ἀποφάσεων συμβουλίου εἰδικοῦ καθισταμένου ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ σχετικοῦ νόμου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο καὶ ὁ ὑπάλληλος δὲν προστατεύεται ἐπαρκῶς καὶ ὁ Ὑπουργὸς εὑρίσκεται πλέον τοῦ δέοντος δεδεσμευμένος, ὀφείλων νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ συμβουλίου τούτου. Ἕνεκα τούτου συμφορωτάτη ἐκρίθη ἡ εἰσαγωγὴ μιᾶς προσφυγῆς κατὰ τῶν ἀποφάσεων τούτων ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐνεργοῦντος ὡς ἀνωτάτου πειθαρχικοῦ συμβουλίου. Ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις ὑπάρχει πραγματική, ὅταν πρόκειται περὶ διαφορῶν, αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὡς καὶ εἰς δικαστικὰς ὑποθέσεις, ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν λειτουργῇ ὡς σήμερον λειτουργοῦσι τὰ πλεῖστα σχεδὸν τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων ἐν ἐπιτροπαῖς, ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, ἀλλὰ τηρεῖ τὰς ἀρχὰς καὶ τὴν διαδικασίαν, τὰς ὁποίας ἀναγράφουσιν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντάγματος περὶ τῆς δημοσιότητος τῶν συζητήσεων καὶ τοῦ ἠτιολογημένου τῶν ἀποφάσεων διὰ τὰ Δικαστήρια. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπειδὴ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρόκειται νὰ ἐνασκήσῃ δικαστικὰ καθήκοντα ἐν ἄλλῳ κύκλῳ, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 Συντάγματος, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως προστεθῇ ὅτι ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 92 καὶ 93 τοῦ Συντάγματος εἰς ἃς περιστάσεις τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐνεργεῖ ὡς Δικαστήριον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάρτισιν τοῦ Συμβουλίου ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέβλεψεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως τὸ Συμβούλιον συγκεντροῖ τὰ ἐφόδια τῶν διαφόρων εἰδικοτήτων τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους ἢ τῆς ἐπιστήμης καὶ πείρας, ταυτοχρόνως δ’ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν οὐχὶ μεγάλην ἐπάρκειαν τῶν μέσων τοῦ Κράτους, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐδέχθη τακτικὰ καὶ ἔκτακτα μέλη. Τὸν ἀριθμὸν τῶν μελῶν τούτων δὲν καθώρισεν, ἀλλ’ ἀνέθηκε τὸν καθορισμὸν αὐτοῦ εἰς τὸν νόμον· ἓν μόνον ἔθηκεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκτάκτων μελῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ⅔ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν τακτικῶν καὶ προσέτι ὅτι τὰ ἔκτακτα μέλη τοῦ Συμβουλίου θ’ ἀσχολῶνται εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν προτάσεων νόμων καὶ κανονιστικῶν Διαταγμάτων μετὰ δικαιώματος ψήφου, εἰς πάσας δὲ τὰς λοιπὰς ἐργασίας τοῦ Συμβουλίου θὰ δικαιῶνται νὰ συμπράττωσιν, ἀλλ’ ἄνευ δικαιώματος ψήφου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν διορισμὸν τῶν τακτικῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέξατο σύστημα μικτόν· ὥρισεν, ὅπως οἱ τακτικοὶ σύμβουλοι διορίζωνται διὰ Β. Διατάγματος προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, λαμβανόμενοι ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ ὑποψηφίων ἐκλεγομένων διὰ φανερᾶς ψηφοφορίας καὶ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν τακτικῶν συμβούλων. Ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας τῶν τακτικῶν μελῶν ὡρίσθη δεκαετής, τῶν δὲ ἐκτάκτων διετής, ἐπιτρεπομένου τοῦ ἀναδιορισμοῦ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους. Τὰ καθήκοντα τῶν τακτικῶν συμβούλων ἐχαρακτηρίσθησαν, ὡς ἦτο ὀρθόν, ἀπολύτως ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα οἱουδήποτε ἄλλου ὑπαλλήλου ἐξαιρέσει τοῦ καθηγητοῦ τῶν νομικῶν καὶ πολιτικῶν ἐπιστημῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, διότι ἐθεωρήθη ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον δύναται νὰ παράσχῃ ἐπιφανεῖς συμβούλους. Βεβαίως δὲ οἱ σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας δὲν πρέπει νὰ εἶναι καὶ μέλη ἑταιρειῶν κερδοσκοπικῶν ἢ ἄλλων ἐπιχειρήσεων, ὅπως ὁρίζεται ἐν ἄρθρῳ διὰ τοὺς Βουλευτάς, ἀλλὰ τὰ περὶ τούτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ θ’ ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ ὀργανικοῦ νόμου. Οἱ ἔκτακτοι σύμβουλοι λαμβάνονται ἐκ τῶν ἀνωτέρων δημοσίων ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἐξ ἄλλων ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας εἰδικῶν ἀνδρῶν. Ἐννοεῖται ὅτι κατὰ τὴν πρώτην σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας οἱ τακτικοὶ σύμβουλοι ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι οὐκ ἦν ἄλλως γενέσθαι. Ἐπίσης εἰς τὸν νόμον ἀνατίθεται ὁ καθορισμὸς τῆς λειτουργίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας καὶ ὀργανώσεως αὐτοῦ. Τὰ περαιτέρω θ’ ἀναπτυχθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ νομίζω ὅτι ἐκ τῶν πρώτων θέλομεν ἀκούσει τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Σπετσῶν, ὅστις ἔχει ἀσχοληθῆ εἰδικώτατα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν δεκάτην. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐψήφισε μέχρι τοῦδε ἡ Βουλὴ μέχρι τοῦ ἄρθρου 76. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 77 δὲν ὑπάρχει πρότασις ἀναθεωρήσεως. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 78 ὑπάρχει πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ἀπορριπτικὴ τῆς ὡρισμένης προσθήκης, ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ τὴν ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἓξ Βουλευτῶν γενομένην προσθήκην ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 78 τοῦ Συντάγματος. Ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 58 ἀνεβλήθη ἡ ἐπὶ τῆς προσθήκης τῶν ἓξ Βουλευτῶν συζήτησις μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 78, ἵνα συνδυασθῶσιν αἱ τροπολογίαι. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ἐκτιθεμένην γνώμην, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδὲν κωλύει, ἵνα γένηται χρῆσις τῆς ἀδείας τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τὴν ἀνάπτυξιν ζητημάτων, σχετιζομένων πρὸς τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπουργικὴν πρότασιν, γνώμην, τὴν ὁποίαν πλήρως ἀποδεχόμεθα οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταί, ἀποσύρομεν τὴν πρότασίν μας περὶ τῆς προσθήκης ταύτης καὶ ἀρκούμεθα εἰς τοῦτο.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσυρομένης τῆς ἀναβληθείσης προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 78, δὲν ὑπάρχει θέμα πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τούτου. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 79 ἐπίσης δὲν ὑπάρχει πρότασις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 80 ὑπάρχει πρότασις διασκευῆς κρείσσονος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἤδη κειμένων.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναται, ὑποθέτω, νὰ προκαλέσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο συζήτησιν, διότι πρόκειται περὶ διασκευῆς.
§95ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς ἔχει οὕτως: Ἄρθρον 80. — «Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς κατὰ τοὺς περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμους ἐνώπιον τοῦ ἐπὶ τούτῳ Δικαστηρίου, ὅπερ προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου συγκροτεῖται ἐκ δώδεκα δικαστῶν, κληρουμένων ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ἐξ ἁπάντων τῶν πρὸ τῆς κατηγορίας διωρισμένων ἀρεοπαγιτῶν, ἐφετῶν καὶ προέδρων αὐτῶν, κατὰ τὰ εἰδικώτερον ἐν τῷ νόμῳ ὁριζόμενα». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 80, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει πρότασις τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ἵνα τὸ 81 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος διαγραφῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαγραφὴν τοῦ 81 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει πρότασις τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ἵνα τὸ ἄρθρον 82 ἀριθμηθῇ ὡς 81.
§97ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ὑποβληθῇ δήλωσίς τις ἐνταῦθα, ἀναγκαία, διότι ὑπάρχει πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν εἰς τὸ ἄρθρον 82, ὅπερ προβιβάζεται εἰς 81, περὶ ἀμνηστίας πρὸς τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἔκθεσιν παρελείφθη νὰ γένηται εἰδικὸς περὶ ταύτης λόγος, ἀγνοῶ πῶς· τὴν τελευταίαν δὲ ὥραν, σήμερον, παρετηρήθη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὸ ἄρθρον 39, τὸ ψηφισθὲν ἤδη, ὅτε συνεζητεῖτο, ἐκεῖ ἐγένετο λόγος καὶ μνεία ἰδία περὶ τῆς ἀμνηστίας πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν τοῦτο.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀποσύρομεν τὴν τροπολογίαν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἀποσύρεται. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως τὸ ἄρθρον 82 ἀριθμηθῇ ὡς 81 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 82 τῆς ἐπιτροπῆς.
§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἴσως θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀνεστέλλομεν τὴν πρόοδον τῆς ἐργασίας ἡμῶν, διότι εἰσερχόμεθα εἰς τὸ θέμα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ βεβαίως ἐπὶ τούτου θὰ εἶναι ἀπαραίτητον νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ εἰσηγητὴς ὁ εἰδικός.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Διομήδης.
§102ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος, καθόσον νομίζω ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς παρακαλεῖ, ὅπως μὴ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ζητεῖ τοῦτο ὁ κ. εἰσηγητής;
§104Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν, ἐπειδὴ εἶμαι ἀδιάθετος, νὰ μὴ συζητηθῇ τοῦτο ἀπόψε.
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά· νὰ συζητήσωμεν τὸ ἄρθρον 18, τὸ ὁποῖον ἀφήσαμεν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 εἶναι ἐγγεγραμμένοι 10 καὶ ἐπίκεινται νὰ ἐγγραφῶσι καὶ ἄλλοι. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν ἀρχίσωμεν ἀπόψε, ἀμφιβάλλω ἂν ὁλόκληρος ἡ αὔριον θὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς συζήτησιν.
§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι τοιοῦτόν τι. Ἐλπίζω μάλιστα ὅτι μετὰ τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ κάμω, ὅτι θεωροῦμεν ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα συνταγματικὸν αὐτό, ὅτι δὲν θὰ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ πολὺ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ Βουλή. Ἐν τούτοις ἂς ἀκούσωμεν.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν συναινεῖ ἡ Βουλή, ὅπως ἐπιληφθῇ τῶν τοῦ 18 ἄρθρου τροπολογιῶν καὶ προσθηκῶν;
§109ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη πρότασις εἶναι ἡ τοῦ κ. Θεοδωρίδου, καθ’ ἣν γίνεται ἡ ἑξῆς προσθήκη· «Ἡ ἐπικήρυξις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν φόνον τοῦ ἐπικηρυσσομένου, καταργεῖται». Δευτέρα πρότασις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ε. Γεωργιάδου ἔχουσα οὕτως· «Ἡ θανατικὴ ποινὴ καταργεῖται ἀπολύτως». Ἑτέρα πρότασις τοῦ βουλευτοῦ κ. Φουρίδου, ἔχουσα οὕτως· «Καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων τότε μόνον ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, ὅταν οἵ τε ἔνορκοι καὶ οἱ δικασταὶ διὰ παμψηφίας ἀποφασίσωσι τοῦτο». Καὶ τελευταία εἶναι ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μειτάνη ἔχουσα οὕτως· «Ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, ἂν αὕτη δὲν ἐκτελεσθῇ ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως, μεταβάλλεται αὐτοδικαίως εἰς ἰσόβια δεσμά». Αὗται εἶναι αἱ προτάσεις, ἐφ’ ὧν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων ἔχει ἀποφανθῆ ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φουρίδης.
§111Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, ἣν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος εἰς τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ πρέπει νὰ μείνῃ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, ἀλλ’ ἡ χρῆσις αὐτῆς νὰ εἶναι τόσον σπανία, ὥστε σχεδὸν πραγματικῶς νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Σκοπὸς τῆς ποινῆς εἶναι ὁ σωφρονισμὸς καὶ ἡ βελτίωσις τοῦ τιμωρηθέντος, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐννόμου τάξεως ὑπὸ τῶν διαταρασσόντων ταύτην μελῶν τῆς κοινωνίας. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον μέρος, τὸν σωφρονισμὸν ἢ τὴν βελτίωσιν, δὲν ἔχει σχέσιν ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, διότι μεταθέτει τὸν καταδικασθέντα εἰς αὐτὴν εἰς τὴν ἀνυποταξίαν, συνεπῶς δὲν δύναται νὰ σωφρονίσῃ ἢ βελτιώσῃ αὐτόν. Πρὸς προστασίαν τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ ἐξασφάλισιν ἀπὸ τῶν διαταρασσόντων αὐτὴν νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς αὐστηρᾶς ταύτης ποινῆς.
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἱκανοποίησις.
§113Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἡ θεωρία αὕτη, τοῦ νὰ θεωρῆται ὡς ἱκανοποίησις ἔχει ἐκπέσει πρὸ πολλοῦ, διότι δὲν θεωρεῖται ἐκδικήτρια ἡ Πολιτεία. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν ἐπιτυγχάνεται τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ ἡ ἐξασφάλισις αὐτῆς διὰ τῆς αὐστηρᾶς ταύτης ποινῆς, διότι μᾶλλον ἐξαγριοῦται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέπεσεν εἰς πρᾶξιν ἐγκληματικὴν συνεπάγουσαν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, καὶ συνεχίζει τὸ στάδιον αὐτοῦ ἐπ’ ἄπειρον. Νομίζω δ’ ὅτι, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἡ πρότασίς μου, θὰ συντελέσῃ, ὥστε νὰ πιστεύῃ ὁ ἅπαξ ὑποπεσὼν εἰς τοιαύτην πρᾶξιν ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξερεθίσῃ ἐπὶ τοσοῦτον τὴν κοινωνίαν, ὥστε νὰ ἐξεγερθῇ πλέον τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ νὰ θέλῃ νὰ θέσῃ ἑαυτὸν ἐκποδών, δὲν θὰ ἐπιβληθῇ αὐτῷ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, καὶ συνεπῶς θὰ περιορισθῇ ἕνεκα τῆς ἰδέας αὐτῆς μόνον εἰς τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διέπραξεν ὑφ’ οἱασδήποτε συνθήκας. Οἱ μᾶλλον διαταράσσοντες τὴν ἔννομον τάξιν εἶναι οἱ λῃσταί. Ἴσως οὗτοι εἶναι μία ἀπόρροια τοῦ κλέφτικου βίου τοῦ πρὸ τοῦ 1821, ὁ ὁποῖος μετεβιβάσθη, ὡς μὴ ὤφελεν, ὑπὸ τὴν κακὴν μόνον αὐτοῦ μορφὴν εἰς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας, καὶ ἔλαβον μίαν τοιαύτην αἴγλην ἐπί τινα χρόνον οἱ λῃσταί, ὥστε νὰ θεωρῶνται τρόπον τινὰ ὡς διάδοχοι ἐπάξιοι αὐτῶν· ἐκληρονόμησαν τὰ κακὰ ἔνστικτα αὐτῶν μόνον καὶ οὐδεμίαν ἔχουσι χρησιμότητα πλέον εἰς τὴν παροῦσαν κοινωνίαν. Διὰ τοῦτο μέχρι τοῦ 1864, ὁπότε ἐδόθη γενικὴ ἀμνηστία, ἐπεπόλαζεν ἡ λῃστεία εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, παρὰ πάσας δὲ τὰς συχνὰς θανατικὰς ἐκτελέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεβάλλοντο καὶ αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο, ἡ λῃστεία ἦτο εἰς τὸ κατακόρυφον, δὲν ἦτο δυνατὸν δηλαδὴ διὰ τοῦ παραδειγματισμοῦ, διὰ τῶν τιμωριῶν τῶν ἀμειλίκτων καὶ τῶν συχνῶν νὰ περιορισθῇ ἡ λῃστεία καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἔννομος τάξις. Ὁ σκοπὸς λοιπὸν τῆς ποινῆς αὐτός, ὅτι διὰ τοῦ παραδειγματισμοῦ θὰ ἐπέλθῃ ὁ σωφρονισμὸς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποπίπτουσιν εἰς ἐγκλήματα τοιαῦτα, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἐπετεύχθη, δὲν ἐπέφερεν ἀποτελέσματα, προτιμότερος δὲ θὰ ἦτο ὁ τρόπος, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω ἐνώπιον ὑμῶν, διότι ἐπὶ παραδείγματι εἷς ὑπὸ οἱασδήποτε συνθήκας εὑρεθεὶς ἐμελέτησε καὶ ἀπεφάσισε καὶ διέπραξεν ἕνα φόνον. Ἅπαξ διαπράξας τὸν φόνον τοῦτον ἐτέθη ἐκτὸς τοῦ νόμου καὶ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἡ ποινή, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτόν, εἶναι ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Τότε βεβαίως οὐδέποτε θ’ ἀποφασίσῃ αὐτὸς νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῶν Ἀρχῶν, ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δώσῃ λόγον τῆς πράξεώς του, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ στάδιον αὐτοῦ καὶ θ’ ἀποφεύγῃ, ὅσον εἶναι δυνατόν, νὰ δώσῃ λόγον τῆς πράξεως ταύτης· ἐν τῇ φυγοδικίᾳ του δὲ θὰ τύχωσι πλεῖσται ὅσαι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ διαπράξῃ καὶ ἄλλα ἐγκλήματα καὶ θὰ εἶναι μία διαρκὴς ἀπειλὴ τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ θὰ διατηρήσῃ διαρκῶς ταύτην.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἅμα τὸν συλλάβῃ ἡ Πολιτεία, πῶς θὰ διαπράξῃ ἄλλο ἔγκλημα;
§115Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἡ σύλληψις ἀτυχῶς δὲν εἶναι εὔκολος, διότι οὔτε ἡ Χωροφυλακὴ ἔχει φθάσει εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε νὰ δύναται νὰ συλλαμβάνῃ πάντοτε τοὺς ὑποπίπτοντας εἰς ἐγκλήματα, οὔτε ὁ πολιτισμὸς τῶν κατοίκων ἔχει φθάσει εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ προδίδῃ πάντα, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε δοσοληψίαν πρὸς τὴν Δικαιοσύνην. Ἕνεκα λοιπὸν αὐτῶν τῶν λόγων καὶ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας, τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος ὑπέβαλον τὴν πρότασιν αὐτήν, πλὴν τῶν ἄλλων λόγων τῆς φιλανθρωπίας, τοὺς ὁποίους οἱ συνηγορήσοντες ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τελείως τῆς θανατικῆς ποινῆς θ’ ἀναπτύξωσιν ἐνώπιον ὑμῶν. Ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι ζήτημα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας· ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίθετον γνώμην, ὅτι δύναται καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ κανονίσῃ τὰ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ καὶ ἡ συντακτικὴ ἐξουσία ἐπίσης νομοθετικὴ εἶναι, καὶ δύναται καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ περιληφθῇ μία τοιαύτη διάταξις, μᾶλλον δικονομική, ὅπως εἶναι, διότι καὶ ἄλλας δικονομικὰς διατάξεις ἔχομεν περιλάβει εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ πρὸς ἀπόρριψιν τῆς προτάσεώς μου ταύτης φέρει ὡς ἐπιχείρημα ὅτι ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς ἐκ τῆς ἰδιορρυθμίας ἑνὸς καὶ μόνου προσώπου. Ἡ ἐπιβολὴ τῆς ποινῆς δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἰδιορρυθμίας ἑνὸς καὶ μόνου προσώπου, διότι δὲν θὰ ἐπέλθῃ καὶ τόσον σοβαρὰ βλάβη, ἐὰν τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο ὡς ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας ἀντιλήψεως ἑνὸς ἐκ τῶν δικαστῶν καταδικασθῇ εἰς τὴν ποινὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν καὶ ὄχι εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, καὶ συνεπῶς ἡ ἰδιορρυθμία αὐτὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βλάψῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ τὴν φοβηθῶμεν. Ἕτερον ἐπιχείρημα εἶναι ὅτι θὰ διαρρηγνύηται ἡ μυστικότης τῶν ἐνόρκων καὶ τῶν συνέδρων. Τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν ἐπιχείρημα, διότι μόνον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει, δὲν μανθάνει τίνες καὶ πόσοι ἦσαν ὑπὲρ τῆς μιᾶς γνώμης ἢ τίνες καὶ πόσοι ἦσαν ὑπὲρ τῆς ἄλλης. Πάντοτε γίνεται γνωστὸν τίνες ἔνορκοι καὶ δικασταὶ ἐψήφισαν κατὰ καὶ ποῖοι ὑπέρ. Ἡ μυστικότης εἶναι μία ἀπάτη, εἶναι ἀνύπαρκτον πρᾶγμα, καὶ συνεπῶς οἱ λόγοι οὗτοι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιφέρωσι τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀπορρίψεως τῆς προτάσεώς μου. Εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐκθέσεως ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται ὅτι «καὶ ἂν πρὸς ἁπλῆν ἐκφόβισιν εἶναι χρήσιμος ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, εἶναι ἀναγκαία ἡ διατήρησις ταύτης». Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ σκέπτηται ὅτι μόνον πρὸς ἐκφόβισιν πρέπει νὰ μείνῃ ἡ ποινὴ αὕτη, ἡ πρότασίς μου τὸν ἐκφοβισμὸν τοῦτον δὲν ἀφαιρεῖ, διότι θὰ ὑπάρχωσι καὶ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ εὑρεθῶσι σύμφωνοι πάντες οἱ ἔνορκοι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Δὲν καταργεῖται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου· θὰ μένῃ ὡς ἀπειλὴ καὶ ὡς φόβητρον δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποπέσῃ εἰς ἐγκλήματα σοβαρά. Τοιοῦτον δέ, ὡς εἶπον καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, εἶχε παράδειγμα καὶ ἡ νομοθεσία τῆς Τοσκάνης, ἡ ὁποία ἔχει ἐν ἐφαρμογῇ τὸν θεσμὸν τοῦτον ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη, κατὰ τὸ διάστημα δὲ τῆς ὀκταετίας ταύτης ἐξεδόθησαν δύο θανατικαὶ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξετελέσθησαν, παρουσίασε δὲ τὸ φαινόμενον ὅτι, ἀντὶ ν’ αὐξήσωσι τὰ ἐγκλήματα τὰ συνεπάγοντα τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, νὰ ἐλαττωθῶσι, καὶ τοιουτοτρόπως τοῦτο ἔγινε τρόπον τινὰ ὁ πρόδρομος τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐν Ἰταλίᾳ. Εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὡς γνωστόν, πρὸ τῆς ἑνώσεως τοῦ Ἰταλικοῦ Κράτους καὶ ὀλίγα ἔτη μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐπεκράτει ἡ λῃστεία εἰς μέγιστον βαθμόν, ἰδίως εἰς τὰ νότια μέρη, εἰς τὴν Καλαβρίαν καὶ Σικελίαν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν χῶραι κατῳκημέναι κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπὸ λῃστῶν καὶ λῃσταποδόχων. Ἐν τούτοις τοῦτο δὲν ἐφόβισε τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ δεχθῇ τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς, καὶ βλέπομεν ὅτι ἡ ἔννομος τάξις ἐκεῖ ὅπου κατηργήθη ἡ θανατικὴ ποινὴ δὲν ἐχειροτέρευσεν, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἐβελτιώθη. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς παμψηφίας, ὡς εἶπον, ἐφαρμόζεται τοῦτο καὶ ἐν Ἀμερικῇ, ἐκεῖ δ’ ὑπάρχει ἐπὶ πλέον θεσμός, ὥστε νὰ ἐρωτῶνται, ὅταν πρόκειται νὰ κληρωθῶσιν οἱ ἔνορκοι δι’ ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ ἐπαγάγῃ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, νὰ ἐρωτῶνται, λέγω, ἂν εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς θανατικῆς ποινῆς ἢ οὔ, καὶ ἐὰν μὲν ἀποκριθῶσιν ὅτι, ἔστω καὶ ἐὰν ἡ πρᾶξις εἶναι τοιαύτη, ὥστε, ἐὰν ἀποδειχθῇ καὶ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, εἶναι προδιατεθειμένοι, ὅπως ἐπιβάλωσι τὴν θανατικὴν ποινήν, κληρώνονται, οἱ δὲ ἄλλοι ἐξαιροῦνται. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀνασκοπήσωμεν πρὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐνώπιον ὑμῶν, δηλαδὴ τὴν Ἀμερικήν, τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἰδίᾳ τὴν νομοθεσίαν τῆς Τοσκάνης, ἡ ὁποία ἔχει ἐφαρμοσθῆ, καὶ ἴδωμεν ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου δὲν ἦσαν δυσάρεστα, ἀλλ’ εὐάρεστα, νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν τὴν πρότασίν μου ταύτην νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ θέσῃ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι ὁ ἐκφοβισμός, ὅστις χρειάζεται εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν διὰ τοὺς ὑποπίπτοντας εἰς πράξεις ἐγκληματικάς, μένει, ἐνῷ ἡ πραγμάτωσις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς ὡς ἐγίνετο μέχρι τοῦδε δὲν θὰ γίνηται.
§116Ε. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου καταργεῖται παντελῶς· αὕτη εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν ἐπὶ τοῦ 18ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὑπερέβην ὅμως ἴσως τὰ ἐσκαμμένα, καὶ τοῦτο, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι τολμηρὰ ἡ τροπολογία αὕτη, τολμηρά, ὄχι διότι ἀντίκειται πρὸς τὴν ἠθικὴν οὔτε πρὸς τὸν ὀρθὸν λόγον, οὔτε ἀντιστρατεύεται πρὸς τὰς κοινωνικὰς ξενικὰς ἰδέας οὔτε πρὸς τὸν πολιτισμὸν οὔτε πρὸς τὴν πρόοδον· δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τολμηρά, διότι προσκρούει εἰς τεῖχος ἀνυπέρβλητον, πρὸς τὰς κοινωνικὰς προλήψεις· γνωρίζετε δὲ πάντες τί ἐστὶ πρόληψις. Πολλάκις τὰ ὀξύτερα ὅπλα τοῦ πολιτισμοῦ προσκρούοντα πρὸς τὴν πρόληψιν τὴν κοινωνικήν, ἂν δὲν συντρίβωνται, ἀμβλύνονται. Σπουδαῖος, λοιπὸν ὁ λόγος οὗτος, ὅστις καὶ ἐμὲ μὲν φέρει εἰς τὸ βῆμα μετὰ δειλίας, καὶ ὑμᾶς δὲ καθιστᾷ διστακτικοὺς εἰς τὴν συζήτησιν ἑνὸς τόσον μεγάλου ζητήματος. Θὰ εἶναι ὅμως ἆρά γε ἀπώλεια χρόνου, ἐὰν ἔστω καὶ μίαν ἑσπέραν ἀσχοληθῇ ἓν ἐθνικὸν συνέδριον ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος; Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι Ἑλληνική, καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπαθε διὰ τοὺς ἄλλους διὰ τὸν πολιτισμὸν καὶ ἐσεβάσθη ἰδίως τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἀπώλεια χρόνου, ὅτε τόσον φιλοτίμως ἐργάζεται ἐπὶ τρίμηνον καὶ ἀσχολεῖται περὶ ὅλων τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ν’ ἀσχοληθῇ καὶ περὶ αὐτοῦ;
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδέποτε ὅμως κατήργησε τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου.
§118Ε. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ὅτε διεπραγματεύθημεν μετὰ τόσης ἐπιμελείας τόσα μεγάλα ζητήματα, ζητήματα ἰδιοκτησίας, παιδείας, ζητήματα ἀφορῶντα γενικῶς τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου, θὰ εἶναι ἀπώλεια χρόνου, ἐὰν διαπραγματευθῶμεν περὶ τοῦ πολυτιμοτέρου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔδωκεν ὁ Θεὸς πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπορρέουσι πάντα τὰ ἄλλα δικαιώματα, ἅτινα διεπραγματεύθημεν; Ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε Βουλὴ ἢ Ἐθνικὴ Συνέλευσις, δηλαδὴ γνήσιος γόνος μιᾶς ἐκρύθμου καταστάσεως, ἡ ὁποία νὰ μὴ διεπραγματεύθη μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς καὶ μερίμνης τὸ θέμα τοῦτο τὸ μέγιστον; Χθὲς ἀκόμη εἰς τὴν Γαλλίαν αἱ μεγαλείτεραι κεφαλαὶ αὐτῆς ἤγειραν τὴν φωνήν των, καὶ ἠκούσθη αὕτη εἰς τοὺς θόλους τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου διάτορος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, 150 δὲ Γάλλοι Βουλευταὶ ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἀλλ’ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ἆρά γε, καθ’ ἣν Ἑλληνικὸν συνέδριον ἀσχολεῖται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου; Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1864 ἠσχολήθη εὐρέως ἐπὶ τοῦ μεγάλου ζητήματος τούτου καὶ ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου μόνον τοῦ πολιτικοῦ ἀδικήματος, δηλαδὴ κατέφερε τὸν πέλεκυν οὐχὶ δεόντως, καὶ εἶπεν ὅτι καταργεῖται ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καὶ μόνον ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καὶ οὐχὶ ἐπὶ κοινῶν. Εἶναι ἆρά γε τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα μικρότερα τῶν κοινῶν; Λέγουσιν ὅτι ὁ πολιτικὸς ἐγκληματίας εἶναι ἥρως, ὅτι οὗτος δὲν εἶναι ἐγκληματίας, ὅτι τὸ ἐλατήριον, τὸ ὁποῖον κινεῖ αὐτὸν πρὸς τὸ ἐγκληματεῖν, εἶναι κάτι τι ὑψηλόν, καὶ ὑποστηρίζουσιν ὅτι αὐτὸς ὁ σήμερον ἐγκληματίας εἶναι αὔριον μέγας εὐεργέτης τῆς πατρίδος καὶ ὅτι διὰ τοῦτο ὑποκειμενικῶς ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος δὲν πρέπει νὰ τὸν θεωρήσωμεν ὡς ἐγκληματίαν καὶ ἔνοχον θανάτου. Καὶ ὅμως ὁ πολιτικὸς ἐγκληματίας εἶναι πολὺ χειρότερος καὶ ἐπιβλαβέστερος τοῦ κοινοῦ ἐγκληματίου, διότι δὲν προσβάλλεται ἐν τῷ κοινῷ ἐγκλήματι εἰμὴ μόνον ἓν ἄτομον, δηλαδὴ πολλοστημόριόν τι τῆς Πολιτείας. Τί προσβάλλεται ὅμως, ὅταν ὁ πολιτικὸς ἐγκληματίας δράσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ ἓν ἀποτέλεσμα ἐναντίον τῆς πατρίδος του; Ἀναιρεῖται ἡ ἱστορία τοῦ ἔθνους ἐκείνου, καταστρέφεται ἢ ὑποδουλοῦται πολλάκις ἡ πατρὶς ἢ ἄλλαι ἐπίσης μέγισται καταστροφαὶ δύναται νὰ γίνωσιν ἀπὸ ἕνα πολιτικὸν ἐγκληματίαν εἰς τὸ ἔθνος. Λέγουσιν ὅτι πάντοτε τὸν πολιτικὸν ἐγκληματίαν ὠθεῖ τὸ ἐλατήριον τῆς καλῆς συνειδήσεως, ἀλλὰ τίς ἐμποδίζει καὶ ὁ ἀμειβόμενος ἀπὸ ξένην Ἐπικράτειαν νὰ ἐξεγείρῃ τὰ πλήθη καὶ διαπράξῃ μεγάλα ἐγκλήματα, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ καταστραφῇ ἡ πατρίς; Καὶ ὅμως ἦλθεν ἡ Ἐθνοσυνέλευσις τοῦ 1864 καὶ εἶπεν ὅτι ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καταργεῖται ὁ θάνατος καὶ διατηρεῖται μόνον ὡς φόβητρον ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκληματιῶν. Ἐγὼ συγχωρῶ τὸν κοινὸν ἐγκληματίαν, ὅστις συνήθως εἶναι ἄνθρωπος ἀγροῖκος, οὐδέποτε ὅμως τὸν πολιτικὸν ἐγκληματίαν, ὅστις εἶναι κατὰ κανόνα διακεκριμένη φυσιογνωμία μιᾶς Πολιτείας. Ἡ ἀνθρωπότης, κύριοι Βουλευταί, οὐδέποτε ἠδυνήθη νὰ οἰκειωθῇ πρὸς τὸ χυνόμενον αἷμα ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Καὶ ὅταν πρόκειται νὰ πέσῃ μία κεφαλὴ ἅπασα ἡ ἀνθρωπότης ὡς ἓν ἄτομον ῥίπτει κατὰ τοῦ προσώπου τῆς Πολιτείας τὴν ἐρώτησιν ταύτην· «Διατί φονεύεις;»· «διότι ἐφόνευσε καὶ οὗτος» ἀπαντᾷ ἡ Πολιτεία. «Ναί· ἐφόνευσεν, ἀλλ’ ἦτο ἀγροῖκος καὶ οὐδέποτε ἐδιδάχθη ὑπὸ σοῦ νὰ συγχωρῇ τοὺς ἐχθρούς του. Ναί· ἐφόνευσεν, ἀλλ’ ἦτο νὺξ καὶ τὸ σκότος τὸν ἠμπόδισε νὰ διακρίνῃ τὴν χαίνουσαν πληγὴν τοῦ θύματός του, οὔτε ἦσαν ἐκεῖ πλησίον οἱ οἰκεῖοι τοῦ θύματος, ὅπως ἀναχαιτισθῇ ἀπὸ τὰς σπαρακτικὰς κραυγάς των, ἐνῷ σὺ φονεύεις ἐν πλήρει φωτί, βλέπεις τὴν αἱμάσσουσαν κεφαλὴν νὰ πίπτῃ ἐντὸς τοῦ τριχίνου σάκκου καὶ δὲν συγκινεῖσαι ποσῶς ἀπὸ τοὺς θρήνους τῶν τέκνων του. Ἐφόνευσεν ἐκεῖνος, ἀλλ’ εἶχε τὸν ζόφον εἰς τὴν διάνοιαν, τὸ πάθος εἰς τὴν ψυχήν, ἐνῷ σὺ φονεύεις ἐν πλήρει ἠρεμίᾳ. Φονεύει ἐκεῖνος στηριζόμενος εἰς τὸ ἄδικον, καὶ σὺ ἐγκληματεῖς διὰ τοῦ δικαίου. Εἶναι ἁπλῶς φονεὺς ἐκεῖνος· εἶσαι διπλασίως φονεὺς σύ!». Δὲν δύναται παρὰ νὰ γίνεται ἡ στιχομυθία αὕτη μεταξὺ Πολιτείας καὶ ἀτόμων. Καὶ θὰ ῥίπτωνται πάντοτε κατὰ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν διάφοροι σκέψεις, διάφοροι θεωρίαι τῆς Πολιτείας. Ὁ Βεκκαρίας πρῶτος, ὅστις εἶναι γνωστὸς εἰς πάντας ὑμᾶς, ἰδίως εἰς τὸν νομικὸν κόσμον, δὲν ἠδύνατο νὰ κρατηθῇ καὶ ἔρριψε πρῶτος τὴν φωνὴν κατὰ τῶν θεωριῶν τούτων καὶ εἶπεν ὅτι ἡ ποινὴ αὕτη ἀντιφάσκει πρὸς τὸν προορισμὸν τοῦ ἀνθρώπου, πρὸς τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀτόμου. Ἰταλοὶ καὶ Γάλλοι, πραγματευθέντες κατόπιν τὸ ζήτημα τόσον ἐντός, ὅσον καὶ ἐκτὸς τῶν Κοινοβουλίων, ἐζήτησαν νὰ εὕρωσι τὸ ἀναγκαῖον, τὸ σκόπιμον, τὸ ὠφέλιμον ἐν τῇ ποινῇ, ἀλλὰ δὲν τὸ εὗρον. Καὶ οἱ Γερμανοὶ διὰ τῆς πρακτικῆς φιλοσοφίας καὶ ἰδίως οἱ μετὰ τὸν Κάντιον ἐγκατέλειψαν κατόπιν τὸ ἔδαφος τοῦτο καὶ ἐζήτησαν νὰ εὕρωσιν ὄχι τὸ ἀναγκαῖον, τὸ σκόπιμον, τὸ ὠφέλιμον, ἀλλὰ τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τῆς ποινῆς· δὲν τὴν εὗρον ὅμως. Καὶ ἀντεπεξήρχοντο θεωρίαι ἑκάστοτε. Ἀλλὰ θεωρίαι, πάντοτε θεωρίαι! Μήπως ὑπάρχει ἔγκλημα, χωρὶς νὰ μὴ ἔχῃ καὶ μίαν θεωρίαν; Ἐνθυμοῦμαι τὸν Laboulay, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ ἐξουσία θέλουσα ν’ ἀδικήσῃ καὶ ἀδικοῦσα εὑρίσκει πάντοτε νόμον τινὰ δικαιολογοῦντα αὐτήν. Λάβωμεν τὸ ζήτημα γενικῶς· ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία θέλει ν’ ἀδικήσῃ, θὰ εὕρῃ ἀσφαλῶς μίαν θεωρίαν, ἡ ὁποία θὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Θεωρίαν ὑπὲρ τῆς θανατικῆς ποινῆς! Ἔχομεν μυρίας ποινὰς βαρβάρους, πρὸς τὰς ὁποίας μετὰ τρόπου ἀποβλέπει ἡ ἀνθρωπότης εἰς τὸ παρελθόν, πολὺ μεγαλειτέρας τῆς θανατικῆς, αἱ ὁποῖαι παρήλασαν καὶ ἀπωλέσθησαν εἰς τὰ βάθη τῶν αἰώνων. Δὲν ὑπῆρχον ἆρά γε θεωρίαι δι’ αὐτάς; Διὰ μίαν φρικώδη ποινήν, αἰσχράν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Πολιτεία ἐζήτει ν’ ἀπογυμνώσῃ τὸ ἄτομον, τὸν πολίτην της, διὰ τὴν δήμευσιν, λέγω, δὲν ὑπάρχει θεωρία; Διὰ μίαν χειροτέραν ποινὴν ἀκόμη ὑπῆρχεν ὡσαύτως θεωρία, ποινὴν ἡ ὁποία ἐπὶ εἴκοσιν ὁλοκλήρους αἰῶνας ἐκράτει τὸν ἄνθρωπον ζῶντα καὶ νεκρόν, τοῦ ἀφῄρει ἰδιωτικὰ καὶ δημόσια δίκαια, τοῦ ἀφῄρει τὰ τέκνα του, τὴν σύζυγόν του, ἥτις ἐκράτει τὸ ἄτομον ἐν τῇ ζωῇ, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὅμως τοῦτο οὐδεμίαν ὑπόστασιν ἀνθρωπίνην· τὸν πολιτικὸν θάνατον! Δὲν ὑπῆρχον θεωρίαι διὰ τὰς ἀτιμωτικὰς ποινάς; Δὲν ὑπῆρχε θεωρία διὰ τοὺς ἀκρωτηριασμούς, διὰ τὰς βασάνους, τὰς ὁποίας ἡ ἀνθρωπότης τρέμουσα ἐνθυμεῖται; Καὶ δὲν ὑπῆρχε μία θεωρία μεγάλη διὰ τὴν βάσανον κατὰ τῶν νεκρῶν, ἥτις ἔλεγεν ὅτι «τιμωρεῖτε τοὺς νεκρούς, ἵνα τρομάζωσιν οἱ ζῶντες»; Ὑπῆρχον τόσαι καὶ τόσαι θεωρίαι. Τί ἔγιναν; Ὅ,τι καὶ αἱ ποιναί· ὁ πολιτισμὸς ἐπῆλθε, τὰς συνέλαβε, τὰς ἔκλεισεν ἐντὸς ἑνὸς σαβάνου, κατώρυξεν ἕνα τάφον, τὰς ἐναπέθηκε καὶ ἐπέγραψε· «Βαρβαρότης». Καὶ διέφυγε μόνον ἡ θανατικὴ ποινή, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ξένη πρὸς τὸν σημερινὸν πολιτισμὸν καὶ ἥτις κηλιδοῦται διαρκῶς μὲ μόνην τὴν διαφορὰν νέων θεωριῶν, μεταβαλλομένων ἀναλόγως τῆς ἐξελίξεως τοῦ πολιτισμοῦ. Ἄλλαι θεωρίαι πρὸ 2.000 ἐτῶν, ἄλλαι πρὸ 3.000 ἐτῶν, ἄλλαι σήμερον, ἄλλαι αὔριον. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ εἶναι πάντοτε πρᾶγμα, ἡ θανατικὴ ποινὴ θὰ εἶναι πάντοτε θανατικὴ ποινή. Ναί· ὑπῆρχεν ἡ θεωρία τοῦ ἐξιλασμοῦ. Ὑπῆρχον οἱ πιστεύοντες ὅτι ἡ θεότης προσβάλλεται ἐκ τῇ προσβολῇ τοῦ ἀτόμου καὶ ὅτι πρέπει νὰ σφαγῇ ὁ ἄνθρωπος, διὰ νὰ ἐξιλεωθῇ ὁ Θεός! Ὑπῆρχεν ἡ θεωρία τῆς παραγραφῆς· ἀφοῦ τὸ εὕρομεν οὕτω, νὰ τὸ ἀφήσωμεν οὕτως. Ὑπῆρχεν ἡ θεωρία τοῦ κοινωνικοῦ συναλλάγματος, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη εἰς τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, ἥτις ἐγένετο πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ ὁποία ἀφῆκε τὸ μεγαλείτερον τῶν δικαιωμάτων ἀνυπεράσπιστον. Ἀλλὰ τί δύναται νὰ εἴπῃ ἐπὶ τέλους ἡ Πολιτεία διὰ τὸν φόνον, τὸν ὁποῖον διαπράττει; Ἀμύνομαι, λέγει. Ἀμύνεται ἡ Πολιτεία κατὰ τοῦ πτωχοῦ τέκνου της! Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μεγαλείτερος καὶ ἱερώτερος θεσμός, εὐγενέστερος καὶ ἱπποτικώτερος ἀπὸ τὸν θεσμὸν τῆς ἀμύνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Διότι ἡ ἄμυνα δὲν ἐγένετο εἰμὴ διὰ τὸν πτωχόν, τὸν ἀδύνατον, τὸν δίκαιον ἐναντίον τοῦ ἰσχυροῦ, τοῦ πανόπλου, τοῦ δυνατοῦ. Ἡ Πολιτεία ἔρχεται καὶ λέγει· ἀμύνομαι τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ πρέπει νὰ φονεύσω. Ἀλλ’ ἆρά γε ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα τῆς ἀμύνης ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Δύναται νὰ λέγῃ ἡ Πολιτεία ὅτι ἀμύνεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν στιγμὴν ἐκείνην; Εἶναι δύο λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐμποδίζουσι νὰ τὸ πιστεύσωμεν. Διὰ ν’ ἀμύνηται, πρέπει νὰ εἶναι ἀδύνατος, καὶ αὕτη εἶναι πανίσχυρος: καὶ ὁ πολίτης ἀδύνατος. Διὰ νὰ ἀμύνηται, πρέπει νὰ εἶναι ἐπικείμενος ὁ κίνδυνος, ἐνῷ αὕτη τὴν στιγμὴν ταύτην ἔχει ἀφοπλίσει αὐτόν, τὸν ἔχει ἀνίσχυρον πλέον ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν της. Κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ λέγῃ ὅτι ἀμύνεται ἡ Πολιτεία. Εἶναι ὡραῖαι αἱ σκέψεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ Ῥουσώ, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ὑποστηρίζει τὴν θανατικὴν ποινὴν εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ συγγράμματός του, κατόπιν ἔρχεται καὶ μεταβάλλει τελείως τὰς σκέψεις του. Ὁ Ῥουσὼ λέγει ὅτι πρέπει νὰ φονεύσῃ αὐτὸν ἡ Πολιτεία δικαιώματι πολέμου, διότι εἶναι ἐχθρός της, ἀλλὰ μετά τινα χρόνον λέγει ὅτι εἶναι ἄνανδρον νὰ φονεύῃ κανείς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ αἰχμαλωτίσῃ καὶ τὸν ἔχει αἰχμάλωτον πλέον. Ἀλλὰ τὸ Διεθνὲς δίκαιον δὲν ἔρχεται ἐπίκουρον εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν; Δὲν ὑποστηρίζει τοῦτο νομιμωτέρας καὶ ἱπποτικωτέρας ἀρχάς; Πολιτεία ξένη συλλαμβάνουσα πολίτην ξένον, ὁ ὁποῖος παραβιάζει τὰ σύνορά της, εἰσέρχεται ἐντὸς τῆς ξένης Ἐπικρατείας καὶ δύναται νὰ ὑποδαυλίσῃ πυρκαϊάν· ἡ Πολιτεία ἐκείνη ἡ ξένη τὸν συλλαμβάνει καὶ τῷ χαρίζει τὴν ζωήν, καὶ ἡ Πολιτεία ἡ ἡμετέρα, ἡ ὁποία συλλαμβάνει τὸν ἰδικόν της πολίτην, τοῦ ἀφαιρεῖ ταύτην. Εἶναι ἀτιμωτικώτερον ἀπὸ τὸ πρῶτον τὸ δεύτερον. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἀμύνης δύναται ν’ ἀπολογηθῇ ἡ Πολιτεία ὅτι ζητεῖ τὴν ἀσφάλειάν της; Τὰ ὑπερύψηλα τάχα τείχη τῶν φυλακῶν της δὲν τὴν ἀσφαλίζουσιν; Αἱ λόγχαι τῶν στρατιωτῶν της δὲν εἶναι ἱκαναί, ὥστε νὰ προφυλάξωσι τὸν ἐγκληματίαν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔχει περικλείσει; Ἀλλὰ φοβεῖται διὰ τὸ μέλλον; Τὸν συλλαμβάνει νέον, τὸν κλείει εἰς τὰς φυλακάς, τὸν μαραίνει διὰ μακροχρονίου φυλακίσεως, καὶ ὅταν θὰ ἐξέλθῃ οὗτος γέρων πλέον καὶ ἀδύνατος ἐν τῷ μέσῳ τῆς κοινωνίας, τελείως ἐκνενευρισμένος καὶ ξένος ἀπολύτως πρὸς ἓν νέον καὶ ἄγνωστον εἰς αὐτὸν περιβάλλον, θὰ εἶναι εἷς ζῶν νεκρὸς καὶ πάντα ἀνίκανος νὰ ταράξῃ τὴν Πολιτείαν! Τί ἔχει νὰ φοβηθῇ λοιπὸν καὶ ζητεῖ ἀσφαλιζομένη νὰ φονεύσῃ; Μία εἶναι ἡ ἀπάντησις: ζητεῖ οὐχὶ ἀσφάλειαν, ἀλλ’ ἐκδίκησιν! Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, κύριοι Βουλευταί, ἡ εἰσηγητήριος ἔκθεσις, ἡ ὁποία ἓν καὶ μόνον ἐπιχείρημα ἔχει ἐναντίον τῆς τροπολογίας, τῆς τολμηρᾶς οὕτως εἰπεῖν, τὴν ὁποίαν ἔφερα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι νέον, εἶναι πολὺ παλαιόν, εἶναι ἡ ἐκφόβισις. Καὶ ἰσχυρίζεται ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ποινὴ αὕτη, διὰ νὰ ἐκφοβίζῃ, δὲν μᾶς λέγει ὅμως ἐναντίον τίνος ἐπισείεται ὡς φόβητρον αὕτη. Γίνεται δι’ αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἐγκληματεῖ, ἢ διὰ τοὺς ἄλλους; Δὲν γνωρίζω. Ὑπάρχουσι καὶ αἱ δύο γνῶμαι γεγραμμέναι καὶ ὑποστηριζόμεναι, ἀλλὰ καὶ αἱ δύο γνῶμαι ἔχουσι τὴν πολεμικήν των, τὴν δικαίαν πολεμικήν. Αἱ αὐστηραὶ ποιναὶ δύο κακὰ δύνανται νὰ φέρωσι, καί, ὅπως λέγει ὁ Κικέρων, αὗται προσομοιάζουσι πρὸς τὰ θηρία καὶ ὄχι πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Αἱ αὐστηραὶ ποιναὶ οὐδὲν ἄλλο δύνανται νὰ προξενήσωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς τὸ ἄτομον εἰμὴ ἐλαττώματα, καί, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέξῃ τις εἰς τὴν πρακτικὴν ἐν γένει, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ αὐστηρὰ ποινὴ διδάσκει τὸν ἐγκληματίαν νὰ καταβάλλῃ περίσκεψιν ἰδιαιτέραν, κατὰ τὴν διάπραξιν τοῦ ἀδικήματος, νὰ ἐργάζηται, νὰ ἐντείνῃ τὰς δυνάμεις του πρὸς ἐξεύρεσιν μυρίων τρόπων ἵνα ἀποκρύψῃ τὸ ἀδίκημα. Ἡ αὐστηρὰ ποινὴ γεννᾷ καὶ δεύτερον ἀδίκημα, καὶ δὲν ἔχομεν ἐκ τῆς Ἱστορίας οὔτε ἕνα λῃστήν, ἕνα μέγαν κακοῦργον, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ διαπράξει ἓν μέγα ἀδίκημα καὶ ὅστις φοβούμενος θανατικὴν ποινὴν νὰ μὴ ἐξῆλθε τελείως τῶν ὁρίων τῆς Πολιτείας. Οἱ μεγάλοι ἐγκληματίαι ἔχοντες ἐνώπιόν των τὰς μεγάλας ποινὰς διαπράττουσι καὶ ἄλλα ἐγκλήματα εἴτε πρὸς κάλυψιν τῶν πρώτων, εἴτε διότι φοβούμενοι πλέον τὸν αὐστηρὸν νόμον ῥίπτουσι τὸ χειρόκτιον πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ φεύγουσι πρὸς τὰ ὄρη, κηρυσσόμενοι ἐχθροὶ ἀδιάλλακτοι ταύτης. Ἀλλὰ δύναται νὰ ἐκφοβισθῇ τὸ ἄτομον τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν διαπράττει τὸ ἀδίκημα, διὰ τῆς ἰδέας τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου; Διὰ νὰ μὴ ἀναμνησθῶ ἑνὸς γενικῶς γνωστοῦ λογίου τοῦ Lapelletier de Forgeau, ὁ ὁποῖος εἶπεν εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ὅτι οἱ μεγάλοι ἐγκληματίαι ἐξισοῦνται πρὸς τοὺς ἥρωας, διότι καὶ αὐτοὶ ἔχουσι τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὸν θάνατον, ἀλλά, ἐὰν ἀρυσθῶμεν τὰς σκέψεις ἡμῶν ἐκ τῆς πρακτικῆς, θὰ εὕρωμεν μυρία παραδείγματα ἐναντία, θὰ ἴδωμεν ὅτι οὐδέποτε ἐκφοβίζεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διαπράττει στυγερὰ ἐγκλήματα, καθόσον, ὡς ἔχει ἀποδειχθῆ, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουσι πνεῦμα τοσοῦτον ἐρριζωμένον πρὸς τὰς κακίας, εἶναι ἄνθρωποι τοιοῦτοι, τοὺς ὁποίους οὐδεμία διδασκαλία πολλάκις, οὐδεὶς φόβος δύναται νὰ ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὴν διάπραξιν ἑνὸς ἀδικήματος, καὶ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν βυσσοδομεῖ ἐν τῇ ψυχῇ του νὰ διαπράξῃ τὸ ἀδίκημα, τρέχει πρὸς αὐτὸ καὶ οὐδεμίαν παρέκκλισιν κάμνει καὶ οὐδέποτε δύναται νὰ σκεφθῇ ἀκριβῶς τίνα τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ ἡ πρᾶξίς του, οὐδέποτε δύναται νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς τί δύναται ἡ Πολιτεία πρὸς ἐκφόβισιν νὰ ἐκτελέσῃ ἐναντίον του. Ἀλλὰ γίνεται ἡ ἐκφόβισις διὰ τοὺς ἄλλους; Γίνεται ἡ καρατόμησις πρὸς ἐκφόβισιν οὐχὶ αὐτοῦ, ἀλλὰ τῆς κοινωνίας; Ἐκ τῆς πρακτικῆς ἔχει ἀποδειχθῆ καὶ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα φροῦδον. Πρῶτον, νομικῶς ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, ἡ ποινὴ οὐδέποτε γίνεται διὰ τοὺς ἄλλους, καὶ ὅταν ὁ νομοθέτης λέγῃ «θεσμοθετῶ αὐτὴν τὴν ποινήν, διὰ νὰ φοβηθῶσιν οἱ ἄλλοι», τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὴν θεωρίαν τῆς ποινῆς. Ἡ ποινὴ γίνεται μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν ἐγκληματίαν καὶ ὄχι διὰ τοὺς ἄλλους. Ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἂν δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἐκφόβισις ἐκ μέρους μιᾶς ἐκτελέσεως τοιαύτης ποινῆς. Καὶ πρῶτον, ἐὰν προσέξῃ τις καὶ ψυχολογήσῃ εἰς τὰ πρόσωπα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος, διότι ἀδίκημα ὀνομάζω αὐτό, τὸ ὁποῖον διαπράττει ἡ Πολιτεία κατὰ τοῦ ἀτόμου, θὰ ἴδῃ ὅτι συμπαθὴς μᾶλλον γίνεται ὁ κατάδικος, ἀντιπαθὴς δὲ γίνεται ἡ Πολιτεία. Θὰ ἴδῃ τὸ πλῆθος συρρέον εἰς τὸν τόπον τῆς καταδίκης οὐχὶ ἐξ ἁπλῆς περιεργείας, διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν ἔχει φθάσει μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου τῆς θηριωδίας, ὥστε νὰ τρέξῃ τὴν νύκτα, τὴν πρωΐαν, νὰ ἴδῃ ἄνθρωπον καρατομούμενον. Τρέχει ἀπὸ συμπάθειαν, καὶ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποκεφαλίζεται ὁ κατάδικος, ἐκρήγνυνται τὰ πλήθη εἰς ἐνθουσιώδεις κραυγὰς ὑπὲρ τοῦ μέλλοντος ν’ ἀποθάνῃ· τὰ πλήθη τὴν στιγμὴν ἐκείνην ζητοῦσι νὰ τῷ ἐμβάλωσιν ἐνθουσιασμόν, ὅπως ἐγκαταλείψῃ τὴν ζωὴν μὲ χαράν, νὰ τὸν ἐνθουσιάσωσι, νὰ τοῦ ἀποβάλωσι τὸν φόβον, τοὐναντίον δὲ φέρονται πρὸς τὸν δήμιον τὴν στιγμὴν ἐκείνην, τὸν ἐρυθρὸν αὐτὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Πολιτείας, καὶ ἔχομεν ἀποδοκιμασίας, ἀγρίους συριγμοὺς καὶ προπηλακίσεις ἐκ μέρους τοῦ πλήθους ἐναντίον του. Ἀλλ’ ἔχομεν προσέτι παραδείγματα μυρία, κατὰ τὰ ὁποῖα κατὰ κανόνα μέρος τοῦ πλήθους, ἄτομον, ὅπερ παρέστη εἰς μίαν θανατικὴν ἐκτέλεσιν, τὴν ἑπομένην διέπραξε τὰ χειρότερα τῶν ἐγκλημάτων. Εἶναι γεγραμμένον ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν καταδίκης θανατικῆς παιδία ἔπαιζον εἰς τὸν δρόμον τὴν «λαιμητόμον». Ὁ λαλῶν τὴν στιγμὴν ταύτην μετὰ μίαν σπουδαίαν δίκην εἶδε παιδία νὰ παίζωσιν ὡς παιδιὰν τὸ «Δικαστήριον», ἐφιλοτιμεῖτο δὲ τὸ καλλίτερον παιδίον, τὸ πλέον ὑπερήφανον, τὸ πλέον δυνατόν, τὸ ἐπέχον θέσιν ἀρχηγοῦ εἰς τὴν ὁμάδα ἐκείνην, νὰ εἶναι κατηγορούμενος καὶ νὰ λέγῃ ἀνύπαρκτα τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐγκλήματα, διότι τὴν προηγουμένην εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον ἔτυχε νὰ παρακολουθήσῃ τὴν αἱματηρὰν καὶ πλήρη τραγικότητος ἐκείνην πρᾶξιν τὴν ἐκτυλιχθεῖσαν ἐνώπιόν του καὶ νὰ θαυμάσῃ τὸν κατηγορούμενον. Ὥστε οἱ ὑπερασπισταὶ τῆς ἐκφοβίσεως ἡττῶνται, ἡ θεωρία τῆς ἐκφοβίσεως καταπίπτει· διότι βεβαίως δὲν ἐφοβήθη τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὸ πλῆθος. Μὴ λησμονῶμεν προσέτι, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ δημώδης ποίησις, ἥτις ἐξωτερικεύει αὐτὴν ταύτην τὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ, θεοποιεῖ τὸν κατάδικον καὶ διδάσκει τὴν μίμησιν εἰς τὸν λαόν, ὅστις παρέστη εἰς μίαν θανατικὴν ἐκτέλεσιν· καὶ ἐνθυμοῦμαι ἤδη ἓν δημῶδες ποίημα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ ὁποῖον λέγει· «Ἔχω μαλλιὰ γιὰ κρέμασμα, λαιμὸ γιὰ καρμανιόλα». Τί σημαίνει τοῦτο; Ἀκούεται ἢ ὑπάρχει τοιαύτη δημώδης ποίησις τὴν σήμερον; Δὲν ὑπάρχει, διότι δὲν λειτουργεῖ καὶ φανερά, ἀλλὰ καὶ σπανίως λειτουργεῖ ἡ λαιμητόμος. Κατὰ συνέπειαν ὄχι μόνον δὲν ἐκφοβίζετε, ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἀποθνήσκει ὁ κατάδικος, εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ πλήθους ἐπέχει οὗτος θέσιν ἥρωος, ἐπέχει καθαυτὸ θέσιν μάρτυρος κατὰ τὴν φρικώδη ἐκείνην στιγμήν. Καὶ οὕτω, κ. Βουλευταί, τρία διαπράττονται κακά· ἀποθρασύνεται καὶ διαφθείρεται τὸ πλῆθος, ἐξαγνίζεται κακῶς ὁ κατάδικος, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξαγνισθῇ ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ μένῃ εἰς τὰς φυλακάς, ὅπως βραδέως καὶ μετὰ κόπου καὶ μετανοίας ἐξαγνισθῇ, καὶ τρίτον καταπίπτει τὸ γόητρον τῆς Πολιτείας ἀπέναντι τοῦ πλήθους τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη σκέψις, τὴν ὁποίαν συνήθως ὁ λαός, καὶ ὁ ἀμόρφωτος ἀκόμη, λέγει, καὶ ἰσχυρίζεται ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ θανατικὴ ποινή. Καὶ τὴν στηρίζει ποῦ νομίζετε, Κύριοι; Εἰς τὴν ἀνάγκην. Καὶ ἤκουσα προχθὲς φίλου Βουλευτοῦ ἐν ἰδιαιτέρᾳ συνομιλίᾳ νὰ λέγῃ: «Ἀνάγκη. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ θανατικὴ ποινή. Πρέπει νὰ κόπτωνται τὰ σεσηπότα μέλη, διὰ νὰ ζήσωσι τὰ ὑγιᾶ». Εἶναι πολὺ πραγματικῶς οἰηματίας ὁ ἄνθρωπος. Εἴμεθα ὑγιεῖς, καὶ εἶναι σεσηπότες ἐκεῖνοι! Δὲν λησμονῶ, ὄχι, τὴν στιγμὴν ταύτην τὸν ἅγιον Αὐγουστῖνον, ὁ ὁποῖος εἰς μίαν ῥήτραν του λέγει τὰ ἑξῆς: «Δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος, καὶ ὁ χρηστότερος τῶν ἀνθρώπων ἀκόμη, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἀνίκανος νὰ διαπράξῃ καὶ τὸ στυγερώτατον τῶν κακουργημάτων, ἀρκεῖ νὰ ἔχωσιν ἐξαναγκάσει εἰς αὐτὸ ἀτυχεῖς περιστάσεις». Διατί λοιπὸν τόσαι περιστάσεις δὲν καταλογίζονται καὶ οὐδεμία εὐπρέπεια κρατεῖ παρὰ τῇ Πολιτείᾳ δι’ ἕνα δυστυχῆ, τὸν ὁποῖον τοσοῦτον ἀγρίως θυσιάζει, ἀντὶ νὰ τὸν ἀποκαθαίρῃ ἰσχυριζομένη ὅτι εἶναι σεσηπὸς μέλος; Αὐτὴ εἶναι μία ἀνικανότης τῆς Πολιτείας. Σεσηπὸς μέλος! Ἀλλ’ εἰργάσθη ἡ Πολιτεία πρὸς ἐξυγίασιν τῆς σαπρίας; Δύναται νὰ ὑπερηφανευθῇ ὅτι ἔχει σχολεῖα διὰ τοὺς ἀγροίκους, ὅτι ἔχει ἱερεῖς, ὅτι ἔχει διδάξει πολιτικὴν ἀγωγὴν εἰς τὰ μέλη αὐτῆς, ὅτι ἔχει τὰς φυλακὰς τὰς μορφωτικάς, ὥστε εἰς τὴν πρώτην πνοήν, τὴν ὁποίαν ὑπέκυψε τὸ ἀτυχὲς μέλος της, νὰ ἐξέλθῃ μεμορφωμένον εἰς τὴν κοινωνίαν ὑγιὲς στοιχεῖον; Εἰργάσθης, ὦ Πολιτεία, ὡς μήτηρ δι’ αὐτό, ὥστε νὰ ἔχῃς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃς· δὲν δύναμαι νὰ κρατηθῶ πλέον, διότι εἶναι σεσηπὸς μέλος· ἂς τὸν κόψω; Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἴμεθα καὶ χριστιανοὶ καὶ ὅτι αἱ χριστιανικαὶ ἰδέαι ἀπαγορεύουσιν αὐτὴν τὴν ποινήν. Ὁ χριστιανισμὸς λέγει τὸ ἑξῆς, ὅτι πᾶσα Πολιτεία εἶναι μητρική, πᾶσα Πολιτεία ἀπέναντι τοῦ πολίτου ἐπέχει θέσιν μητρὸς ἀπέναντι τοῦ τέκνου, καὶ εἶναι τὸ πρᾶγμα φοβερὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι, διὰ νὰ σωφρονίσῃ τὸ τέκνον μία μήτηρ, τὸ φονεύει· καὶ εἶναι φρικαλέον νὰ παραδεχθῇ τις ὡσαύτως ὅτι μία Πολιτεία, ἐπειδὴ δὲν δύναται ἐξ ἀνικανότητος νὰ σωφρονίσῃ τὸ παραπλανηθὲν ἄτομον, τὸ φονεύει. Βεβαίως εἶναι πολὺ ἄκοπον καὶ εὔκολον τοῦτο. Τελευταίως ὁμιλεῖ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ὁ θαυμάσιος, ὁ γνωστὸς Jaurés· λέγει εἰς ἓν σημεῖον τὸ ἑξῆς· Καί, ἀφοῦ δὲν περιμένεις τὴν μετάνοιαν μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς τοῦ ἀνθρώπου τούτου, πῶς ἔχεις τὸν ἱερέα, ὦ Πολιτεία, καὶ βαδίζει μὲ τὸν κατάδικον καὶ ψελλίζει εὐχὰς ἀσυναρτήτους ἴσως; Διαπράττεις τὴν μεγαλειτέραν τῶν κωμῳδιῶν, πέμπουσα κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς τοῦ ἀθλίου τὸν ἱερέα, τὸν ὁποῖον δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον ἀποστέλλεις ἐκεῖ, ἀλλὰ διὰ νὰ προκαλέσῃς τὴν μετάνοιαν τοῦ καταδίκου· καὶ ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ μετάνοια, τότε διατί τὸν φονεύεις; Ἀλλὰ τώρα ὑπάρχουσι νέαι θεωρίαι. Αἱ παλαιαὶ ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ καταπίπτουσιν. Αἱ νεώτεραι θεωρίαι στηρίζονται ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς βελτιώσεως τοῦ ἀτόμου. Πάντες ἔχομεν στάδιον ἀκανθῶδες ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ πεδίου, πάντες εἴμεθα ὑποκείμενοι νὰ περιπέσωμεν εἰς ἓν ἀδίκημα· εἶναι ἀτυχίαι πολλαὶ καὶ πολλαπλαῖ εἰς τὸν βοῦν τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος διαπράττει ἓν ἀδίκημα, καὶ οὗτος δὲν πρέπει νὰ ἐξοβελισθῇ. Εἷς ἐκ τῶν μεγάλων κοινωνιολόγων τοῦ αἰῶνος ἡμῶν ἐπιφέρει τὴν σοφωτέραν ῥῆσιν, ὅτι τοὺς ἀνθρώπους εἰς δύο δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν, εἰς σκοτεινοὺς καὶ φωτεινούς, καὶ ἔτυχεν αὐτὸς νὰ εἶναι σκοτεινός. Φῶς, φῶς τότε εἰς τὸν δύσμοιρον! Σὺν τῇ ἐξελίξει τῆς ἐπιστήμης, κ. Βουλευταί, σὺν τῇ προόδῳ τῆς ἰατρικῆς, τῆς νευρολογίας ἰδίως, παρατηροῦμεν ὅτι παραλαμβάνει ἀπὸ τοῦ ποινικολόγου ὁ ἰατρὸς πλέον τὸν ἐγκληματίαν, καὶ βλέπομεν ὅτι εἶναι ἄξιος οἴκτου μᾶλλον παρὰ βδελυγμίας, ὅτι εἶναι ἀσθενὴς καὶ ὄχι ἐγκληματίας, καὶ συμβουλεύουσιν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ Νοσοκομεῖα· ὅπως ἔχομεν τὰ Νοσοκομεῖα τὰ μεγάλα διὰ τοὺς ἀσθενεῖς τὸ σῶμα, καὶ ἡ φυλακὴ εἶναι Νοσοκομεῖον μέγα διὰ τοὺς ἀσθενεῖς τὴν ψυχήν. Ναί· ὑπάρχουσι διὰ τὸ σῶμα καὶ ἀνίατα πάθη. Ἀλλ’ εἶναι τὸ ἄσυλον τῶν ἀνιάτων καὶ διὰ τὴν ψυχὴν αὐτὴν τοῦ κακούργου τοῦ ἀνεπιδέκτου βελτιώσεως, εἶναι ἄσυλον τῶν ἀνιάτων τὰ ἰσόβια δεσμά. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα εἶναι σχετικὰ μὲ τὸ ζήτημα ἂν ὁ καταδικασθεὶς εἶναι ἔνοχος, ὑπάρχουσιν ὅμως περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ περὶ τῆς ἐνοχῆς ἑνὸς ἀνθρώπου· ἔχομεν τὴν πλάνην τῆς δικαιοσύνης, καὶ τὸ πλανᾶσθαι εἶναι ἀνθρώπινον, καὶ τὸ πλανᾶσθαι εἶναι καθ’ ἡμέραν, εἰς τὸν καθ’ ἡμέραν βίον καὶ πάσας ἡμῶν τὰς πράξεις, εὐκόλως δὲ δύναται νὰ πλανηθῇ ἡ δικαιοσύνη, καὶ ὑπάρχουσι λόγοι ἱκανοὶ καὶ ἄπειροι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐξωθήσωσι τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν πλάνην, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται, καί, ὅταν μετὰ μίαν πλάνην πίπτῃ μία κεφαλή, ἡ κεφαλὴ αὕτη δὲν δύναται ν’ ἀποκατασταθῇ. Ἐκ τῆς πρακτικῆς γνωρίζομεν πολλὰς καὶ ποικίλας αἰτίας ὁδηγούσας τὸν δικαστὴν εἰς τὴν πλάνην. Τὴν πλάνην τὴν γεννᾷ μία κακὴ διεύθυνσις τοῦ Κακουργιοδικείου, τὴν πλάνην τὴν δημιουργεῖ εἷς εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος συναρπάζει ἀμορφώτους ἐνόρκους πολλάκις, εἷς εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ ζητεῖ διὰ τῆς ἐξάρσεως νὰ συμπαρασύρῃ τὸ Δικαστήριον, ἔχομεν δὲ καὶ τὰς μαρτυρικὰς ἀποδείξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπισφαλεῖς πολύ, ἔχομεν τοὺς μάρτυρας τοὺς ἐμπαθεῖς, τοὺς ἠλιθίους, τοὺς εὐφαντάστους, οἵτινες δοῦλοι καθιστάμενοι τῆς ἀχαλινώτου φαντασίας των παρασύρουσι τὸν δικαστὴν εἰς τὴν πλάνην, εἶναι μυρίαι συμπτώσεις ἐπὶ τέλους δημιουργοῦσαι μίαν πλάνην, καὶ ὑπάρχει ποικιλία εἰς τὰς δικαστικὰς πλάνας τῆς Ἑσπερίας ἰδίως, τοῦ κόσμου τοῦ πεπολιτισμένου ἔξω, μυρίαι πλάναι δικαστικαὶ στηριζόμεναι ποῦ; Εἰς συμπτώσεις μοιραίας. Ἀλλὰ τὸ περισσότερον καὶ μεγαλείτερον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γεννήσῃ τὴν πλάνην τοῦ Δικαστηρίου, εἶναι ἓν ἄλλο ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἴσως πολὺ νὰ μὴ προσέχωμεν. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς κοινῆς γνώμης, Κύριοι. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πολλάκις παραπλανᾷ τὴν δικαιοσύνην, ἡ κοινὴ γνώμη, τὸ μεγαθήριον δηλαδὴ αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀναβιβάζει μετὰ τόσης εὐκολίας, μεθ’ ὅσης καταβιβάζει τὴν ἑπομένην ἀμέσως, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ὅρια, ἡ ὁποία δὲν ἔχει σύνορα μεταξὺ Καπιτωλίου καὶ Ταρπηίας πέτρας, ἡ ὁποία εἶναι ἀπρόσωπος καὶ ἀνεύθυνος, καί, ἐνῷ σὲ χειροκροτεῖ τὴν μίαν ἡμέραν διὰ τὴν α πρᾶξιν ἐνθουσιωδῶς, τὴν ἑπομένην σὲ κακίζει μετὰ δριμύτητος, διότι εἰς οὐδένα ἔχει νὰ δώσῃ λόγον. Ἑπομένως καὶ ἡ κοινὴ γνώμη παίζει σπουδαῖον ῥόλον εἰς τὴν δικαιοσύνην.
§119Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ κανόνα.
§120Ε. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κατὰ κανόνα. Καὶ ἔχει ἡ ἀνθρωπότης νὰ ἐπιδείξῃ δύο μεγάλα δικῶν παραδείγματα, μόνον δύο, καὶ εἰς τὰς δίκας ἐκείνας καὶ τὰς δύο ἡ κοινὴ γνώμη ἐπέδρασεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ἐφόνευσε δύο μεγάλους ἀθῴους. Ναί· ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρὸ 2½ χιλιάδων ἐτῶν ἐδῶ, εἰς τὸ ἔδαφος τῶν Ἀθηνῶν, κατηγόρησε τὸν μεγαλείτερον τῶν φιλοσόφων καὶ ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία τῷ ἔδωκεν ἐντὸς κυπέλλου τὸ κώνειον καὶ τὸν ἐθανάτωσεν, αὐτὸν τὸν κράτιστον τῶν φιλοσόφων, τὸν πρόσκοπον τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ κοινὴ γνώμη πάλιν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἕνα Ἀρχηγὸν τῆς ὡραιοτέρας καὶ ἰδανικωτέρας τῶν Θρησκειῶν ἐκάθισεν εἰς τὸ ἑδώλιον τοῦ κατηγορουμένου· ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δεικνύουσα πρὸς τὸν ἄβουλον δικαστὴν τὸ ἄτιμον ἐκεῖνο ξύλον τῷ ἀπηύθυνε τὰς τρομερὰς ἐκείνας λέξεις «σταύρωσον, σταύρωσον». Ἡ κοινὴ γνώμη οὐδέποτε λείπει καὶ ἡ κοινὴ γνώμη λεληθότως δεσπόζει τῆς ψυχῆς τῶν δικαστῶν, διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ δικαστὴς δὲν εἶναι καὶ αὐτὸς παρὰ μέλος τῆς κοινῆς γνώμης. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῶν δύο ἐκείνων μεγάλων δικῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἀπέθανον δύο μεγάλοι ἀθῷοι, μέχρι σήμερον πολλάκις καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν δικαστῶν καὶ πολλάκις κατέστρεψεν. Ὁμιλῶ ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος καὶ αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναφέρω μίαν ἄλλην δίκην. Πρὸ δεκαετίας ὑπὸ τὰ πλήγματα τὰ δολοφόνα ἔπιπτεν εἰς τὴν κλίμακα τοῦ Βουλευτηρίου ὁ δημοφιλέστερος Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ παρὰ τὸν ἐγκληματίαν τὸν φυσικὸν ἐτέθη καὶ εἷς ἠθικὸς αὐτουργός, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἐξέθαψε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Νόμον ἓν ἄρθρον ἄχρηστον, ἄνευ ἑρμηνείας οὐδεμιᾶς, καὶ ἔστειλεν εἰς τὴν φυλακὴν ἕνα ἀθῷον κατ’ ἐμέ. Ἡ κοινὴ γνώμη χθὲς ἀκόμη, καί, χθές, ὁπότε ἐγένετο μία δίκη σπουδαία καὶ μεγάλη διὰ τὸ Ἑλληνικόν, καὶ τότε ἐξηγέρθη καὶ ἐζήτησε τὴν καταδίκην, καὶ ἔπρεπε πρὸς καταπολέμησιν ταύτης ν’ ἀκουσθῇ ἐντεῦθεν μία φωνὴ βαρεῖα τόσον, ὅσον καὶ ἐπίσημος παρ’ ἀνδρός, ὅστις εἶχε τὸ θάρρος χάριν τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ δικαίου ν’ ἀπολέσῃ μέρος τῆς δημοτικότητός του, καὶ ἔπρεπε παραλλήλως πρὸς τὴν φωνὴν ἐκείνην τὴν ἐπίσημον ν’ ἀκουσθῇ μία ἀπόφασις πέντε δικαστῶν ἐκ τῶν καλλιτέρων, ἐξ ὧν ἔχει ὁ κλάδος ἐκεῖνος νὰ ἐπιδείξῃ, καὶ νὰ βροντοφωνήσῃ πρὸς τὴν ἀνυπόστατον κατηγορίαν «Ὄχι» καὶ εἰς τὰς φωνὰς αὐτὰς καὶ εἰς τὰς συνειδήσεις τὰς ἀνδρικὰς αὐτὰς μόνον ἡ κοινὴ γνώμη ἀπεσύρθη μερμηρίζουσα.
§121Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἀπεδείχθη ὅτι ἐπλανήθη ἡ κοινὴ γνώμη.
§122Ε. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔκαμον κατάχρησιν τῆς κλεψύδρας καὶ θὰ περατώσω τὸν λόγον. Ἀποτείνομαι πρὸς τὴν Βουλὴν ἅπασαν, ἰδίως ὅμως πρὸς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, εἰς τοῦ ὁποίου τὰς τάξεις θεωρῶ τιμὴν ὑπάτην ὅτι ὑπηρετῶ ὡς ἄσημος μὲν ἀλλὰ πιστὸς στρατιώτης, εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, διότι φέρει αὐτὴν τὴν ἐπωνυμίαν καὶ ὀνομάζεται κόμμα τῶν φιλελευθέρων, καὶ ὑπομιμνήσκω εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, εἰς τὸ κλάσμα τοῦτο τοῦ παγκοσμίου κόμματος τῶν φιλελευθέρων, ὅτι, ὁσάκις ἠγέρθη τοιοῦτον ζήτημα εἰς οἱανδήποτε Βουλὴν ἢ Ἐθνοσυνέλευσιν ἕως τώρα τῆς Εὐρώπης, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκράτησε τὴν σημαίαν τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἦτο τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων· γνωρίζω δὲ πῶς συνεργαζόμεθα τὴν στιγμὴν ταύτην, Κύριοι· ἐγὼ φρονῶ ὅτι γνωριζόμεθα πρὸ πολλοῦ· νομίζω ὅτι συνειργάσθημεν πάντες οὐχὶ ὡς κόμμα ἀλλ’ ὡς μονάδες, καὶ ἐπήχθημεν τώρα ὡς κόμμα πρὸς δημιουργίαν ἑνὸς νέου καθεστῶτος, καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἡ τιμὴ διὰ πάντας ὑμᾶς, οὐδὲ αὐτῆς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐξαιρουμένης, διότι μετὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως διιστάμεθα εἴς τινα μόνον μέρη, διότι πάντες ἐξήλθομεν ἀπὸ τὰς κάλπας τῆς 8ης Αὐγούστου καὶ τῆς 28ης Νοεμβρίου, λέγω ὅτι ἡ τιμὴ εἶναι ὅτι ἐξελέγημεν ὑπὸ τὴν αὐτὴν σημαίαν, τὴν σημαίαν τῆς ἀνορθώσεως.
§123Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι ὑπὸ τὴν αὐτὴν σημαίαν.
§124Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὑπὸ τὴν αὐτήν, τῆς ἀνορθώσεως.
§125Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· τὴν ἐγκαταλείψατε τὴν σημαίαν. Τὴν σημαίαν μόνον ἐγὼ τὴν κρατῶ. (Γέλωτες).
§126Ε. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἀπευθύνομαι πρὸς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων, ὅπερ ἔχει μίαν περγαμηνήν. Εἰργάσθη ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ὡς μονάς, εἰργάσθη, καὶ τὸ κόμμα αὐτὸ ἐξήγειρε τὸν λαόν. Τὸ κόμμα αὐτὸ ἐδημιούργησε μίαν ἐπανάστασιν, καὶ ἡ περγαμηνή του εἶναι ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἦτο ἀναίμακτος. Δευτέρα περγαμηνὴ περὶ αἵματος πάλιν. Ἐὰν ζητῇ τὴν δευτέραν περγαμηνήν, ἂς ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς (χειροκροτήματα). Τοῦτο πρᾶττον προστίθησι μίαν ἄλλην προσωνυμίαν ἐπίσης ὡραίαν καὶ μεγάλην, ὅπως καὶ τὴν τοῦ κόμματος τῶν «φιλελευθέρων». Οὐχὶ ἡμεῖς αὐτοί, οὐχὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀλλὰ σύμπας ὁ πεπολιτισμένος κόσμος τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων τῆς Ἑλλάδος θὰ ὀνομάσῃ λευκὸν κόμμα (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§127Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀπὸ πολλοῦ, κύριοι συνάδελφοι, διεξάγεται μακρὸς καὶ πείσμων φιλοσοφικὸς ἀγὼν περὶ τῆς διατηρήσεως ἢ μὴ τῆς τοῦ θανάτου ποινῆς. Πολλὰ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τόσον τῶν συνηγόρων τῆς διατηρήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, ὅσον καὶ ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσι τὴν κατάλυσιν ταύτης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφος κ. Ε. Γεωργιάδης μετ’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων ὑπεστήριξε τὰς ἰδέας του, αἱ ὁποῖαι κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πάντως, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ δημιουργῶμεν, δὲν πρέπει καὶ νὰ καταλύωμεν τὰς ἀνθρωπίνας ὑπάρξεις. Ἄς μοι ἐπιτραπῇ, ἵνα καὶ ἐγὼ δι’ ὀλίγων ἐκφέρω τὴν ταπεινήν μου γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου διεξάγεται μακρὸς καὶ φιλοσοφικὸς ἀγών, ὅπου οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ μετὰ μεγάλης σοφίας καὶ μετὰ μεγάλης δυνάμεως ἐκφέρουσι τὰ ἐπιχειρήματα αὑτῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ συνήγοροι τῆς θανατικῆς ποινῆς λέγουσιν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ διατήρησις τῆς ποινῆς ταύτης. Πρῶτον διότι ἡ θανατικὴ ποινὴ εἶναι τὸ δραστικώτερον φάρμακον, διὰ τοῦ ὁποίου καταστέλλονται αἱ κυοφορούμεναι ἐγκληματικαὶ πράξεις. Δεύτερος λόγος τοῦ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ θανατικὴ ποινὴ λόγῳ τῆς ἀμύνης τῆς Πολιτείας. Τρίτον λόγῳ τῆς ἐκφοβίσεως. Καὶ τέταρτον διότι στηρίζεται εἰς μίαν διάταξιν τῆς Παλαιᾶς Γραφῆς, ἡ ὁποία λέγει ὅτι «ὁ ἐκχέων αἷμα ἀνθρώπου ἀντὶ τοῦ αἵματος αὐτοῦ ἐκχυθήσεται.» Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὁ Παῦλος τῆς Εὐαγγελικῆς φιλοσοφίας, ὁ συνήγορος ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, εἶναι ὁ πολὺς Ἰταλὸς Vera, ὁ ὁποῖος ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὑποστηρίζει τὴν διατήρησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς· λέγει δ’ ὅτι, ἐὰν καταργήσωμεν τὴν θανατικὴν ποινήν, ἀντιστρατευόμεθα πρὸς τὴν Ἱστορίαν, ὅτι καθιστῶμεν ἐγκληματίαν τὸν σοφόν, πρὸ πάντων δὲ τὸν χριστιανόν, καὶ τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, ὅτι καταλύοντες τὴν θανατικὴν ποινὴν ἀντιστρατευόμεθα εἰς τὸ ἀληθὲς αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας. Ὁ θάνατος, λέγει ὁ Vera, εἶναι ἀναγκαῖος καὶ εὐεργετικὸς ὅσον καὶ ἡ ζωὴ ἐν τῇ καθολικῇ τῶν πραγμάτων οἰκονομίᾳ, πᾶσα δ’ ἄλλη σκέψις εἶναι συμπτωματικὴ καὶ ἐπουσιώδης. Ἐξακολουθῶν ὁ Ἰταλὸς σοφὸς λέγει ὅτι ἡ ἱστορία καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος, ὅτι ἡ ἀπὸ τοῦ Βεκκαρία συζήτησις περὶ μεταρρυθμίσεως ἀπὸ πολλῶν αἰώνων....
§128ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι ἀπὸ πολλῶν αἰώνων.
§129Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀπὸ δύο αἰώνων. Ταῦτα ὑπεστήριξαν ἑταιρεῖαι ἐπίτηδες συσταθεῖσαι ἐν Γερμανίᾳ, Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ ὑπὸ ἐπισήμων ἀνδρῶν, οὐχ ἧττον ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου διετηρήθη. Βεβαίως τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, ἀλλ’ ἔχει τὴν ἀξίαν του ὡς τεκμηριοῦν ὅτι τὰ μάλα πεπολιτισμένα ἔθνη ἀπέστερξαν τὴν διδασκαλίαν τοῦ Βεκκαρία, ὅστις λέγει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωμεν τὸ ζήτημα τῆς θανατικῆς ποινῆς ἀπὸ πεζῆς καὶ χυδαίας ἀπόψεως. Ὁ θάνατος, τονίζει, εἶναι ἀναγκαῖος καὶ εὐεργετικὸς ὅσον καὶ ἡ ζωὴ ἐν τῇ καθολικῇ τῶν πραγμάτων οἰκονομίᾳ. Καὶ ταῦτα λέγουσιν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς οἱ συνήγοροι τῆς διατηρήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ἕτερον τῶν στρατοπέδων, ἔρχονται οἱ κεκηρυγμένοι ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς καταλύσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ λέγουσιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ θανατικὴ ποινὴ ν’ ἀποτελέσῃ τὸ δραστικώτατον μέσον πρὸς ἀποτροπὴν τῶν κυοφορουμένων ἐγκληματικῶν πράξεων. Διότι καθ’ ἣν στιγμὴν συλλαμβάνει ὁ ἐγκληματίας τὴν ἰδέαν τῆς ἐγκληματικῆς πράξεως δὲν σκέπτεται ἂν εἰς τὸν Ποινικὸν Κώδικα περιλαμβάνεται διάταξις τιμωροῦσα τὸ ἔγκλημα τοῦτο διὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ὡσαύτως καὶ ἡ ἑτέρα θεωρία, ἡ θεωρία τῆς ἐκφοβίσεως, ἀνεπτύχθη πολὺ ὀρθῶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος πρεπόντως. Ἡ θεωρία τῆς ἐκφοβίσεως δὲν εἶναι δυνατόν, ὁσάκις γίνονται καρατομήσεις, ν’ ἀσκήσῃ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν παρισταμένων ἐκείνην τὴν στιγμήν. Ἔχομεν παραδείγματα πολλά, μάλιστα ἔχομεν τὸ παράδειγμα ὅτε ἐγένοντο καρατομήσεις εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Γρέϋ· ὀλίγα βήματα ἀπὸ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καρατομήσεων ἐθεάθησαν ἐγκληματίαι, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν πράξεις ἐγκληματικὰς τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι νὰ τιμωρῶνται μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, καὶ ὅμως αἱ πρὸ ὀλίγου γενόμεναι καρατομήσεις δὲν ἐπέδρασαν ἐπὶ τῆς συνειδήσεώς των, οὕτως ὥστε ν’ ἀναστείλωσι τὴν μελετωμένην ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν συνέλαβον οἱ ἐγκληματίαι ἐκεῖνοι. Ὀρθῶς καὶ πρεπόντως ὡμίλησε προγενεστέρως ὁ κ. Ε. Γεωργιάδης καὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ πάντες νὰ ὑποκείμεθα εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις, ἀρκεῖ νὰ συντρέχωσι περιστατικὰ ἀπὸ τῆς ἄκρας φρονήσεως μέχρι τῆς ἄκρας ἐγκληματικότητος. Συνεπῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς ψυχῆς τῶν ἀτόμων αἱ καρατομήσεις, αἱ ὁποῖαι πρὸ ὀλίγου πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν ἐξετελέσθησαν, διότι αἱ ἐγκληματικαὶ πράξεις πράττονται ὑπὸ συνθήκας τοιαύτας, ὑπὸ τὰς ὁποίας πᾶς τις δύναται νὰ ἐγκληματήσῃ, ἀρκεῖ πρὸς τοῦτο νὰ συντρέχωσιν αἱ περιστάσεις. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνατρέπει ἀπολύτως τὴν ἰδέαν τῆς ποινῆς ταύτης, εἶναι ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ποινῆς. Εἷς τῶν ἐξοχωτέρων ποινικολόγων, ὁ πολὺς Βίτευχερ, ἀναφέρει πολλὰ παραδείγματα, μεταξὺ τῶν ἄλλων δὲ λέγει ὅτι ἐγνώρισεν ἐγκληματίας εἰδεχθεῖς καὶ κακούργους διασήμους, οἱ ὁποῖοι ἐρρίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ μετά τινα ἔτη ἐξελθόντες τῶν φυλακῶν ἐγένοντο οἱ μᾶλλον φιλήσυχοι πολῖται. Τί φρονεῖτε ὑμεῖς, ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ποινῆς συνίσταται εἰς τὴν καρατόμησιν καὶ μὴ βελτίωσιν τοῦ κατηγορουμένου; Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀνατρέψῃ τὴν ἰδέαν τῆς διατηρήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, εἶναι τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον παίζει σπουδαῖον ῥόλον προκειμένου περὶ ποινικῶν δικῶν. Ἔχομεν πλεῖστα ὅσα παραδείγματα, καὶ πρὸ ἡμερῶν μάλιστα ἐδικάσθη εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Πατρῶν εἷς εἰς ἰσόβια δεσμά, Καμπούρης ὀνόματι, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ἐγένετο μακρὰ ἀνάκρισις, καὶ ἤδη παραπέμπεται ἄλλος, ὅτι ἐξετέλεσε τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ ἤδη εἰσάγεται εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Πατρῶν ἡ ὑπόθεσις. Τί σημαίνει τοῦτο; Ἐὰν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη εἰς ἰσόβια δεσμά, κατεδικάζετο εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, εἶχε νὰ ἐλπίσῃ τι ἡ Πολιτεία, ἡ κοινωνία, ἡ οἰκογένειά του, ἐὰν αὐτὸς ὁ ἀτυχὴς ὑφίστατο τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν; Καὶ μόνον αὐτό; Πολλάκις ἡ δικαιοσύνη περιπίπτει εἰς πλάνας, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον. Εἶναι ἱκανός τις νὰ πείσῃ ἡμᾶς πάντας ὅτι ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου πρέπει νὰ καταργηθῇ ἐκ τῶν ἡμετέρων Κωδίκων; Ὁ Βέρθαμ λέγει ὅτι εἶναι ἀδιαφιλονείκητον ὅτι καὶ οἱ δικάζοντες ποινικὰς ὑποθέσεις εἶναι καὶ αὐτοὶ ἄνθρωποι καὶ περιπίπτουσιν εἰς πλάνας καὶ ὅτι πάντες ἡμεῖς οἱ δικασταὶ ἐκληρονομήσαμεν τὰς ἀνθρωπίνας ἀδυναμίας. Εἷς, Κύριοι, τῶν σπουδαιοτέρων ποινικολόγων τῆς συγχρόνου ἐποχῆς, Σουηδὸς τὴν καταγωγήν, λέγει ὅτι, ἐὰν συσσωρεύσωμεν πάντας τοὺς χειμάρρους τοῦ ἀθώου αἵματος, ἠθέλομεν καταληφθῆ ὑπὸ φρίκης. Βουλευτής τις τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ἔλεγεν ἄλλοτε ὅτι ἐγνώρισε δεκαεπτὰ καρατομήσεις ἀνθρώπων ἀθώων, τῶν ὁποίων δυστυχῶς τὴν ἀθῳότητα ἔμαθεν εὐθὺς μετὰ τὴν καρατόμησιν. Ἀλλὰ δὲν πλανᾶται μόνον ἡ δικαιοσύνη ἐκ τῆς κακῆς ἐκτιμήσεως πραγματικῶν γεγονότων, ἀλλὰ πολλάκις πλανᾶται ἐκ τῆς προκαταλήψεως, τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ, ὡς εἶπε προηγουμένως ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ἡ ἀπρόσωπος καὶ ἀόρατος δύναμις, ἡ λεγομένη κοινὴ γνώμη. Ἀλλ’ ὄχι μόνον, Κύριοι, ἡ πλάνη περὶ τὰ πραγματικὰ γεγονότα ἔπαιξε σπουδαῖον ῥόλον, οὕτως ὥστε ἀθῷοι ἄνθρωποι νὰ καρατομηθῶσιν, ἀλλὰ σπουδαῖον ῥόλον ἔπαιξε καὶ ἡ πλάνη περὶ τοῦ καταλογιστοῦ τοῦ ἐγκληματίου. Πολλάκις ἀνισόρροποι διανοητικῶς, διατελοῦντες ἐν διανοητικῇ καταστάσει οὐχὶ ὁμαλῇ, διέπραξαν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἶχον φωτεινὰ διαλείμματα τῆς διανοίας αὑτῶν καὶ ὅμως ἐκαρατομήθησαν. Καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐγκληματίας, καθ’ ἣν στιγμὴν διέπραττε τὴν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, δὲν εἶχε συγκεντρώσει τὴν δύναμιν τῆς διανοίας, εἶναι ἐπιτετραμμένον, λέγω, εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ φονεύῃ; Κατὰ τὴν ἐμὴν ἀσθενῆ γνώμην ὄχι, διότι ἡ Πολιτεία ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πράττει ἔγκλημα ἐπὶ ἐγκλήματος. Ὀρθῶς ὁ ἔντιμος συνάδελφος εἶπεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀμύνης, διότι ἡ ἄμυνα προϋποθέτει ἐπικείμενον καὶ ἄμεσον κίνδυνον, ἀλλ’ ἤδη ὁ κατάδικος διατελεῖ μὲ τὰς πέδας εἰς χεῖρας· ἄλλως τε δὲν εἶναι γενναῖον ἡ Πολιτεία νὰ λέγῃ ὅτι εὑρίσκεται ἐν καταστάσει ἀμύνης, ὅταν τὸν διατελοῦντα μὲ τὰς πέδας εἰς τὰς χεῖρας τὸν ἀναβιβάζῃ εἰς τὸ ἰκρίωμα, διότι θέλει νὰ προφυλάξῃ τὴν ὕπαρξίν της, ὅταν μία Πολιτεία, ἡ ὁποία περιβάλλεται μὲ τὰς λόγχας, ἡ ὁποία ἔχει τόσα μέσα καὶ τόσους τρόπους, ὥστε ν’ ἀντεπεξέλθῃ ὄχι ἐναντίον ἑνὸς ἔχοντος τὰς χεῖρας δεδεμένας, ἀλλὰ κατὰ στρατιᾶς ὁλοκλήρου, ἔρχηται καὶ λέγῃ ὅτι τοῦτο πράττω, διὰ νὰ ἀμυνθῶ, τοῦτο δὲν εἶναι γενναῖον, ἀλλ’ εἶναι τελείως ἄνανδρον διὰ τὴν Πολιτείαν ἐκείνην. Διακεκριμένοι ἄνθρωποι τόσον ἐν τῇ πολιτικῇ ὅσον καὶ τοῦ λόγου ἐμπνευσμένοι ἡγεμόνες, ὅσον καὶ συγγραφεῖς διάσημοι, καίτοι κατ’ ἀρχὰς εἶχον κηρυχθῆ ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, σοφῶς μελετήσαντες τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, ἐρευνήσαντες τὰ τοῦ κόσμου, ἐρευνήσαντες τὴν ψυχὴν τοῦ ἐγκληματίου, ἀπεφάνθησαν ὅτι τὸ μέσον τῆς θανατικῆς ποινῆς εἶναι μέσον, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ βλέπῃ τὸ φῶς. Ἄλλως τε, εἶπε σοφός τις, καὶ μόνον διότι ἡ λαιμητόμος στήνεται μεταξὺ σκότους καὶ πρωίας, τοῦτο σημαίνει ὅτι φοβεῖται τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὴν ἀνθρωπίνην ψυχὴν καὶ ἀνέταμον τὸν ἐγκληματίαν, ἀπεφάνθησαν ἐν τέλει ὅτι τὸ μέσον τῆς διατηρήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς εἶναι μέσον παλαιὸν καὶ ἐν πολλοῖς κτηνῶδες, δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς ἤδη, ὅτε ἀπεφασίσαμεν νὰ προσανατολισθῶμεν ἀπὸ ἄλλους κοινωνικοὺς ὁρίζοντας, νὰ κρατήσωμεν ἐν ἰσχύϊ τὴν διάταξιν ταύτην. Ἐγένετο, Κύριοι, συζήτησις κατὰ τὸ 1844 κατὰ τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην περὶ διατηρήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἢ μή. Ὑπῆρξαν σπουδαῖοι πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν μετὰ μεγάλης δυνάμεως τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἀλλὰ δυστυχῶς τότε ὑπὸ ποίας περιστάσεις καὶ ὑπὸ ποίας ἐμπνεύσεις ἐμπνεομένη ἡ Συνέλευσις ἐκείνη δὲν ἔλαβε ῥιζικὴν καὶ τελειωτικὴν ἀπόφασιν; Κατὰ τὸ 1864 οὐδεμία συζήτησις ἐγένετο. Εἰς πολλὰ ἤδη Κράτη εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ κατελύθη. Πρέπει, Κύριοι, νὰ λάβωμεν ὡς γενικὸν κανόνα ὅτι, ὁσονδήποτε σπουδαῖα καὶ σοβαρὰ ἂν ὦσι τὰ ἐγκλήματα, πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ὡς πληγαὶ δεόμεναι θεραπείας· μόνον οἱ ἀρχαῖοι εὕρισκον τὴν θεραπείαν αὐτὴν ὡς ἐκδίκησιν, καὶ δι’ αὐτὸ περιέπιπτον ἀπὸ παραλογισμοῦ εἰς παραλογισμόν. Ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα, λέγουσιν οἱ σοφοὶ καὶ οἱ μελετήσαντες τὴν ἀνθρωπίνην ψυχὴν καὶ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα, ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ δημιουργήσωμεν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς καὶ νὰ καταλύσωμεν. Ὑπὸ τὰς τελευταίας ταύτας λέξεις φρονῶ ὅτι ἡμεῖς τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι ἐρχόμεθα κατόπιν μιᾶς κοινωνικῆς ἐπαναστάσεως ἐν κοινωνίᾳ μελλούσῃ ν’ ἀναγεννηθῇ, πρέπει νὰ διαγράψωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, διότι εἶναι διάταξις, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἀντιπεπονθότος· «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος». Ἀλλὰ τὴν θεωρίαν ταύτην ἢ μᾶλλον τὴν διάταξιν ταύτην τὴν βάρβαρον τὴν ἀνέτρεψεν Ἐκεῖνος, ὅστις ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ καὶ εἶπε τὸ «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι». Τῆς τοιαύτης διατάξεως, Κύριοι, ζητῶ τὴν κατάλυσιν ἀπὸ μέρους τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§131Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Πολλὰς χάριτας ὀφείλω εἰς τὸν προαγορεύσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Εὐβοίας, διότι διὰ τῆς εὐγλώττου καὶ μεστῆς ἐννοιῶν καὶ ἀληθειῶν ἀγορεύσεώς του μοὶ προελείανε τὸν δρόμον εἰς ἀνάπτυξιν τῆς ἰδικῆς μου προτάσεως, διότι ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου συναδέλφου εἶναι περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἡ ὁποία ποινὴ ὑποθέτει τέλος πάντων μίαν καταδίκην, ἵνα ἀπαγγελθῇ καὶ ἐκτελεσθῇ. Πρέπει ν’ ἀποφανθῶσι συμβούλια, εἰσαγγελεῖς, Δικαστήρια καὶ τόσα ἄλλα θὰ συντρέξωσι, διὰ νὰ φθάσῃ ἡ Πολιτεία εἰς τὸ ἔσχατον αὐτό, εἰς τὸ ἀποτρόπαιον αὐτὸ μέσον τῆς ἀποκοπῆς μιᾶς κεφαλῆς. Καὶ ὅμως ἡ κοινὴ συνείδησις ἐξανίσταται, καὶ ζητεῖται ἡ κατάργησις τοιαύτης ποινῆς. Τί νὰ εἴπῃ τις λοιπὸν προκειμένου περὶ φόνου ἀνθρώπου ἀκρίτου; Ἡ Πολιτεία ἐπικηρύττουσα ἐπιτρέπει, ἐπιβάλλει, πληρώνει, ἵνα φονευθῇ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον δὲν ἔκρινεν, ὅστις δὲν ἀπελογήθη, τὸν ὁποῖον δὲν κατεδίκασε, διότι τὸ θέμα μου, Κύριοι, εἶναι περὶ καταργήσεως τῆς ἐπικηρύξεως, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία κάμνει ἐπὶ φόνῳ τοῦ ἐπικηρυσσομένου, ὄχι τῆς ἐπικηρύξεως διὰ τὴν κατάδοσιν καὶ τὴν σύλληψιν αὐτοῦ, ἥτις καὶ εἰς ἄλλας τινὰς Ἐπικρατείας ἀναγνωρίζεται. Δὲν ἔχω λοιπὸν ἄδικον ἰσχυρισμὸν ὅτι πολύτιμον ἔχω βοηθὸν ὑπὲρ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, τὰ πρὸ ὀλίγου κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς ἀναπτυχθέντα· βεβαίως δὲ πάντα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς, μεγεθύνονται, πάντα τὰ ἄτοπα παρίστανται ἀκόμη μεγαλείτερα, ἀκόμη καταδηλότερα, προκειμένου νὰ κρίνῃ τις περὶ τῆς ἐπικηρύξεως κεφαλῆς. Ἡ πρότασίς μου ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐπικήρυξις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν φόνον τοῦ ἐπικηρυσσομένου καταργεῖται». Ἂς ἴδωμεν ἤδη πῶς ἐσκέφθη ἐπ’ αὐτῆς ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ μεταφέρω περικοπάς τινας τῆς ἐκθέσεώς της (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θεοδωρίδου περὶ καταργήσεως τῆς ἐπικηρύξεως, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόνον τοῦ ἐπικηρυσσομένου, ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ὅτι ἐν τοῖς περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας νόμοις οὐδεμία ὑπάρχει διάταξις συγχωροῦσα εἰς πάντα πολίτην νὰ ἐκστρατεύσῃ ἐνόπλως καὶ ἀτιμωρητὶ νὰ φονεύῃ εἰς πᾶσαν εὐκαιρίαν· σαφεῖς μάλιστα διατάξεις τῶν νόμων τούτων ἐνδεικνύουσιν ὅτι προϋποτίθενται συμπλοκαὶ μετὰ λῃστῶν, καί, ἵνα πρὸς τῇ ἠθικῇ συναισθήσει τοῦ καθήκοντος κεντρίσωσιν ἐπὶ μᾶλλον τὸν ζῆλον τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων, ὁρίζουσι καὶ ἀμοιβὰς ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των. Μόνον ἄρα ὑπὸ τοιαύτην προϋπόθεσιν παρέχονται ἀμοιβαὶ καὶ ἐν περιπτώσει φόνου τῶν λῃστῶν. Ἐντεῦθεν δὲν κρίνεται σκόπιμος ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴ τῆς προτεινομένης διατάξεως. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀληθὲς κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι ἡ Πολιτεία ἀναθέτει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θανατικῆς ποινῆς εἰς τὸν πρῶτον τυχόντα, διότι δὲν ἀναφέρεται ἐν τῷ νόμῳ τοιοῦτό τι, ἀλλὰ δὲν ἦτο, φρονῶ, ἀνάγκη νὰ τὸ μεγαλοφωνήσῃ· ἀρκεῖ ὅτι ὁ νόμος ΤΟΔʹ τοῦ 1871 ῥητῶς καὶ ὡρισμένως διαστέλλει τὴν περίπτωσιν καταδόσεως ἀπὸ τῆς τοῦ φόνου καὶ ὁρίζει ἀμοιβὴν ἐπὶ φόνῳ, χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ τὸ ἐν συμπλοκῇ. Ἂν μάλιστα ἀναγνώσητε τὰ Πρακτικὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, θὰ ἴδητε πόσον ἐξηγέρθησαν τότε διὰ τὴν τοιαύτην ἐπὶ φόνῳ ἐπικήρυξιν καὶ πόσον ἐτόνισαν τὰ κατὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἰσχυρισθέντες ὅτι ἀκριβῶς προκηρύσσεται ἀμοιβὴ αἵματος, ἀμοιβὴ φόνου ὄχι ἐν συμπλοκῇ, ὄχι ἐν μάχῃ, διότι ἡ μάχη οὐδὲν ἔχει τὸ ἀποτρόπαιον· ὅταν τις ἐκθέτῃ τὴν ζωήν του μάλιστα κατὰ λῃστοῦ, τοῦτο εἶναι καὶ εὐγενές, οὐδὲν ἔχει τὸ ἐξεγεῖρον τὴν συνείδησιν. Κάτι ἄλλο λοιπὸν ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξήγειρε τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς, ὅτε ἐγένετο συζήτησις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον, Κύριοι, ἡ ἐντύπωσις τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸν νόμον αὐτόν· τὸν ἀληθῆ σκοπόν του σαφῶς δεικνύει ἡ ἀμέσως παρακολουθήσασα ἐκτέλεσίς του· ἐννοῶ τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογήν του μὲ τὴν πλήρη ἐλευθερίαν τοῦ ὁπωσδήποτε φονεύειν τὸν ἐπικηρυχθέντα. Τίς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ πῶς ὁ νόμος ἐφηρμόσθη; Ἀληθεῖς δολοφονίαι διεπράχθησαν πρὸ τῶν ὀμμάτων τῆς Ἀρχῆς. Δὲν φονεύονται δὲ μόνον ἐπὶ τόπου, ἀλλὰ παρασύρονται δολίως ἀπὸ τὴν Ἀκαρνανίαν π. μέχρις Ἀθηνῶν καὶ ἐκεῖ φονεύονται ἄοπλοι καὶ ἀνύποπτοι εἰς τὰ πρόθυρα αὐτὰ τῆς πρωτευούσης, καὶ οἱ δολοφόνοι μένουσιν ἀκαταδίωκτοι μόνον διότι οὕτω δολοφονηθέντες ἦσαν ἐπικεκηρυγμένοι, καὶ τοῦτο συνέβη οὐχὶ πρὸ πολλοῦ, φριττούσης τῆς κοινωνίας. Εἶναι δὲ γνωστὴ ἡ εὐκολία, μεθ’ ἧς πολλάκις γίνονται ἐπικηρύξεις, ὥστε καὶ κοινότατοι ἐγκληματίαι νὰ φονεύωνται χάριν τῆς ἀμοιβῆς. Μολονότι δὲ δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ καταφύγω εἰς τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐπιχείρημα, ἂς σημειωθῇ ὅτι εἰς τὰς Πάτρας μεταξὺ τριῶν διὰ τὴν ἰδίαν ἀφορμὴν ἐπικηρυχθέντων ἐφονεύθησαν δύο ἀδελφοὶ Τρικόγια, ὁ τρίτος ὅμως τῶν κατηγορουμένων συνελήφθη, ἐδικάσθη ἐν τῷ Κακουργιοδικείῳ καὶ κατεδικάσθη μόνον εἰς 6 ἐτῶν εἱρκτήν. Θέλετε ἄλλην ἁπτοτέραν ἀπόδειξιν τοῦ τερατώδους τούτου νόμου; Καὶ πῶς θέλετε ἀρνηθῆ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου αὐτοῦ δεικνύει τὴν ἔννοιάν του, ὅτι δηλ. σκοπὸν εἶχεν ὁ νομοθέτης νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ τὴν δολοφονίαν προκηρύσσων ἀμοιβὴν ἐπὶ τῷ φόνῳ ὄχι ἐν συμπλοκῇ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν γίνῃ οὗτος;
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο ὑπὸ ἐξαιρετικὰς περιστάσεις τῆς Πολιτείας ὁ νόμος οὗτος.
§133Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν ἀρνοῦμαι τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις τῆς Πολιτείας, λέγω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ αὐτὸ τὸ μέγα κοινωνικὸν σκάνδαλον, ἡ ἐπικήρυξις, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπεν ὁ πολὺς Βεκκαρίας, ἀποτελεῖ ἄρνησιν πάσης ἰδέας δικαιοσύνης καὶ ἀνθρωπισμοῦ ἐν τῷ κόσμῳ. Πρὸς τοῦτον δ’ ἀκριβῶς τὸν σκοπόν, τοῦ νὰ τεθῇ ἓν τέρμα, ἀφορᾷ ἡ πρότασίς μου, ἐνῷ μὲ τὸ σύστημα τῶν σκέψεων τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δηλ. ἡ κειμένη νομοθεσία προϋποθέτει συμπλοκήν, αἱ δολοφονίαι θὰ ἐξακολουθῶσι πρὸς καταισχύνην καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ἀναγνωρίζει, ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς λέγει ὅτι τῳόντι τοιοῦτος νόμος, ἂν ὑπῆρχε, θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικός, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ περιττὸς πᾶς λόγος περὶ αὐτοῦ. Καὶ ἐρωτῶ τὴν ἐπιτροπήν· ποῦ εἶναι οἱ δικασταί σας, ποῦ εἶναι οἱ εἰσαγγελεῖς σας, τίνες ἤχθησαν μετὰ τόσα σκάνδαλα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ὡς θὰ συνέβαινεν, ἂν τῳόντι δὲν ὑφίστατο ὁ νόμος οὗτος; Τίς κατηγορήθη ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐδολοφόνησαν καὶ δολοφονοῦσι πασιγνώστως; Νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ σκάνδαλον. Καὶ δὲν ἐγένετο τὸ σκάνδαλον αὐτὸ μόνον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὡς περίστασις ἐξαιρετική, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ, καὶ μελετῶνται καὶ μεθοδεύονται αἱ δολοφονίαι, διότι τὸ ἐλατήριον τὸ χρηματικὸν εἶναι φοβερὸν δι’ ἀνθρώπους μάλιστα εὐτελεῖς, δι’ ἀνθρώπους διεστραμμένης καὶ κακούργου φύσεως· διότι βεβαίως, Κύριοι, δὲν εἶναι ἢ κακοῦργοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δέχονται ἀμοιβήν, διὰ νὰ φονεύσωσιν ἕνα ὅμοιόν των, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτος. Εἶπον, Κύριοι, ἀρχόμενος ὅτι εἶχον πολύτιμον ἐπίκουρον τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου, ὁ ὁποῖος τόσον εὐγλώττως ἐπολέμησε τὴν θανατικὴν ποινήν. Εὐτυχέστερος ὅμως οὗτος ἐμάχετο πρὸς σύστημα ὁλόκληρον τῶν ὑπερμάχων τῆς θανατικῆς ποινῆς, καὶ ὁ πόλεμος αὐτός, ὁ ἀγὼν αὐτός, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβε, τὸν ἐνέπνεε, τὸν ἐνεψύχωνε μαχόμενον, ἵνα ἀποδείξῃ τὴν ὀρθὴν αὑτοῦ γνώμην ἐνώπιον ἡμῶν. Δυστυχῶς ἐγὼ τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸ οὐδενὸς ἀντιπάλου εὑρίσκομαι, οὔτε εἰς ἄλλο τι Κράτος ὑπάρχει ἐπικήρυξις ἀνθρωπίνων κεφαλῶν, οὔτε ἐνταῦθα παρουσιάζονται ὑποστηρικταὶ αὐτῆς. Ἡ θανατικὴ ποινὴ τοὐναντίον ἔχει τοὺς θιασώτας της, ἀλλὰ πολεμουμένη κατηργήθη καὶ θὰ καταργηθῇ ὅπου ὑφίσταται εἰσέτι, ὑποκύπτουσα εἰς τὴν δύναμιν τῆς λογικῆς. Ἀλλ’ ἆρά γε ἀρκετὸν διὰ τὸ ἡμέτερον Κράτος ν’ ἀρνῆται τὴν ἐπικήρυξιν, ἐνῷ πράγματι τὴν ἔχει ἐν ἐνεργείᾳ; Ἐδῶ εἶναι, κατ’ ἐμέ, τὸ ζήτημα. Ὁ βάρβαρος οὗτος θεσμὸς ἀνευρίσκεται καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς ὑπὸ τὸ ὄνομα taglia, τὸν ἀναφέρει, ὡς εἶπον, ὁ Βεκκαρίας, ἀλλὰ μόνον ἵνα τὸν στιγματίσῃ καὶ τὸν παραδώσῃ εἰς τὸ ἀνάθεμα. Ἂν εἰς στιγμὴν ἐσχάτης ἀνάγκης κατεφύγομεν, ὡς μὴ ὤφελεν, εἰς αὐτόν, τὸ λαϊκὸν αἴσθημα ἦτο πάντοτε κατ’ αὐτοῦ, ἡ κοινὴ συνείδησις ἐξανέστη καὶ δὲν ἀναμένει ἢ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ ἐκλείψῃ τὸ στίγμα αὐτὸ τῆς κοινωνίας μας, ὡς ἐξέλιπον καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Ἡ μὲν παρελθοῦσα Συνέλευσις κατήργησε τὸν πολιτικὸν θάνατον καὶ τὴν θανατικὴν ποινὴν ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἡ δὲ ἰδική μας νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον νὰ καταργήσῃ τὴν ἐπικήρυξιν, ἡ ὁποία εἶναι κακὸν πολὺ χειρότερον τῶν δύο εἰρημένων. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀκουσθῇ ἐνταῦθα μία διαμαρτυρίας φωνή.
§134Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἐδέησε, κύριοι Βουλευταί, νὰ παρέλωσι δύο μῆνες, διὰ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου, ἥτις εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος. Κατὰ ταύτην ἡ θανατικὴ ποινή, ἐὰν δὲν ἐκτελεσθῇ ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει αὐτήν, μετατρέπεται αὐτοδικαίως εἰς ἰσόβια δεσμά. Τὴν προσθήκην ταύτην εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ τὴν ἀπέρριψε, πιστεύω ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μετὰ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν θέλω σᾶς κάμει, ἡ Βουλὴ θέλει ἀποδεχθῆ τὴν πρότασίν μου. Ἀλλὰ πρὸ τῆς ἀναπτύξεως ταύτης θὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου ἐν γένει περὶ τῆς θανατικῆς ποινῆς. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐναντίον τῆς θανατικῆς ποινῆς (εὖγε, εὖγε)· τὴν ποινὴν αὐτὴν θεωρῶ θηριώδη (εὖγε), θεωρῶ ποινὴν ἀντίθετον πρὸς τὴν φύσιν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ποινὴν ἀπάνθρωπον. Πιστεύω, Κύριοι, ἂν λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ χειροκροτήματα, τὰ ὁποῖα ἐπέσπασεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Εὐβοίας Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ὑπεστήριξε τοσοῦτον εὐφραδῶς καὶ τοσοῦτον πειστικῶς τὴν κατάργησιν τῆς ποινῆς ταύτης, ἐλπίζω ὅτι συνεπὴς πρὸς τὰ χειροκροτήματα αὐτὰ θὰ ψηφίσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ Βουλὴ τὴν κατάργησιν τῆς ἀτίμου αὐτῆς ποινῆς.
§135Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ χειροκροτήματα ἀποτελοῦσι ψηφοφορίαν;
§136Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν χειροκροτεῖ τις ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην δὲν ἀσπάζεται. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ εἰς ἄλλας χώρας ὑφίσταται ἡ ποινὴ αὕτη· ἂν ὑφίσταται, εἰς τὴν ἡμετέραν ὅμως χώραν πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι οὐδένα σκοπὸν ἐκπληροῖ, οὔτε ἐκφοβίζει, ὅπως σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας, οὔτε παραδειγματίζει, καὶ εἶναι ὁ ἐκφοβισμὸς καὶ ὁ παραδειγματισμὸς δύο βάσεις, δύο ἐπιχειρήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ θιασῶται αὐτῆς. Φρίκη νὰ ὑπάρχωσι καὶ θιασῶται τῆς θανατικῆς ποινῆς! Ἐν τούτοις οὔτε ἐκφοβισμὸς οὔτε παραδειγματισμὸς ἐπέρχεται, ἀπόδειξις δ’ ἐναργεστάτη τούτου εἶναι ὅτι μετὰ θανατικὰς ἐκτελέσεις τάχιστα καὶ ἀμέσως σχεδὸν ἐπακολουθεῖ ἓν ἢ περισσότερα ἐγκλήματα ἐκ τῶν ἐπισυρόντων τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Τίνα σκοπὸν λοιπὸν ἐκπληροῖ ἡ ποινὴ αὕτη; Πρέπει νὰ τὴν καταργήσωμεν, ἀλλά, ἐὰν παρὰ τὰ χειροκροτήματά σας πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Εὐβοίας δὲν εἶσθε σύμφωνοι εἰς τὴν κατάργησιν, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον ὑμῶν. Ὁ κατάδικος, κύριοι Βουλευταί, δὲν σᾶς ὀφείλει τίποτε περισσότερον ἀπὸ τὴν κεφαλήν του. Σᾶς ἐρωτῶ· ὀφείλει πρὸς ὑμᾶς τίποτε περισσότερον; Ἐν τούτοις ἡ Πολιτεία ἡμῶν ὡς ἄλλη γαλῆ πρὶν ἢ λάβῃ τὴν κεφαλὴν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ὁ κατάδικος νὰ δώσῃ, ἐννοεῖ νὰ παίξῃ μὲ αὐτήν, ἐννοεῖ νὰ διασκεδάσῃ μὲ τὴν ἀγωνίαν τοῦ θύματός της· ἐπὶ δύο, τρία καὶ δέκα ἔτη πολλάκις τὸν κρατεῖ, δὲν τὸν τελειώνει, ἀλλ’ εὐχαριστεῖται ν’ ἀπολαύῃ ἐπὶ μακρὸν τῆς ἀφαντάστου ἐκείνης βασάνου, τῆς ἀφαντάστου ἐκείνης ἀγωνίας καὶ ἔπειτα τὸν καρατομεῖ. Κατ’ ἐμὴν γνώμην τοῦτο εἶναι τὸ ἀπαισιώτατον. Οὐδὲν ζῷον, οὐδὲν θηρίον διαπράττει τοιοῦτόν τι παρὰ μόνον ἡ γαλῆ καὶ ἡ κοινωνία ἡ ἰδική μας. Αἱ τελευταῖαι αἱματοχυσίαι, κ. Βουλευταί, αἱ βάψασαι τὸ βουνὸν τῆς Ἀκροναυπλίας, αἱ τελευταῖαι σφαγαὶ δεκατεσσάρων ταυτοχρόνως ἀνθρώπων εἰς ποῖον ἄλλο Κράτος ἐγένοντό ποτε;
§137Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὴν Ἱερουσαλήμ.
§138Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Σφαγαί, αἱ ὁποῖαι διεπράχθησαν διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§139ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἄλλους τόσους ἔπρεπε νὰ κόψῃ κακούργους.
§140Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Φαίνεται, κ. συνάδελφε, ὅτι ἔχετε διαθέσεις δι’ ὑποψηφιότητα δημίου. Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς δὲν παρέλυσεν ἡ χεὶρ τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ὑπογράψῃ τοιαύτην ἀπόφασιν. Αἱ ἀνθρωποθυσίαι αὗται συνετάραξαν τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ μὴ μοι εἴπῃ τις ὅτι δὲν συνετάραξαν, διότι ἀνακρίβειαν θὰ εἴπῃ, καὶ βεβαίως καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ τὴν συνείδησίν του ἥσυχον, ὅταν ἀναλογίζηται εἰς τὸν μέλλοντα χρόνον ὅτι ἠναγκάσθη ἔστω καὶ ὑπὸ τοῦ καθήκοντός του νὰ ὑπογράψῃ τοιαύτην διαταγήν. Περὶ τούτου τὸν διαβεβαιῶ.
§141Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§142Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ὁρίστε· τὸ βλέπετε. Δὲν τὸ ἀρνεῖται. Ἵνα μὴ ἐπαναληφθῇ ἄλλοτε τὸ τερατούργημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο προχθές, φέρω τὴν προσθήκην ταύτην.
§143Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πλάνη τις ἐν τούτῳ· ἴσως δὲν εἶναι πολὺ γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος καθιεροῖ προθεσμίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἐκτελῆται ἡ θανατικὴ ποινή. Ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία προεῖδεν, ἵνα ἀποτρέπηται ἡ ἀθρόα ἐκτέλεσις, ἡ ὁποία ὁμολογῶ ὅτι ἔχει τι τὸ ἀπάνθρωπον, ἔχει τι τὸ ἀπολύτως καὶ ἀπᾷδον πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην ἐπιείκειαν καὶ πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, προενόησεν, ὅπως ἐντὸς δύο μηνῶν τὸ βραδύτερον ἐκτελεσθῇ ἡ ποινή.
§144Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Παρῆλθον ὅμως ὀκτὼ μῆνες ἀφ’ ἧς ἀνελάβετε τὸ Ὑπουργεῖον.
§145Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σᾶς δώσω ἐξήγησιν καὶ περὶ αὐτοῦ. Ἅμα ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου παρετήρησα ὅτι ὑπῆρχον θανατικαὶ ἀποφάσεις δι’ εἴκοσι καταδίκους. Ἀνεζήτησα τὰς δικογραφίας, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς εἶχον καταστραφῆ πᾶσαι. Ἠναγκάσθην νὰ στρέψω τὴν ἐνέργειάν μου εἰς τὰ διάφορα Ἐφετεῖα τοῦ Κράτους καὶ ζητήσω ἀντίγραφα, ἵνα μελετήσω αὐτάς, καὶ ἀφοῦ παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος, ἵνα συγκεντρωθῶσιν αἱ ἀποφάσεις, ὑπέβαλον ταύτας καὶ εἰσηγήθην πρὸς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν νόμον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρατήσῃ αὐτὰς ἐπὶ δίμηνον, ἵνα τὰς μελετήσῃ.
§146Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ ἐπῆλθεν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Διὰ τοῦτο πρέπει ἡ προσθήκη νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα.
§147Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε βεβαίως δίκαιον.
§148Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε τὴν πρότασιν διὰ δύο λόγους. Ἡ ἔκθεσις αὐτῆς ἔχει δύο ἐπιχειρήματα· πρῶτον δὲν θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος. Ἀλλὰ μήπως οὐσιαστικῶς τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος δὲν ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; Μήπως ὁ κ. Δημητρακόπουλος, ἂν ὑποβάλῃ τοιαῦτα Διατάγματα εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, δὲν θὰ τὰ ὑπογράψῃ ὁ Βασιλεύς; Εἶναι ἡ μόνη χαρά Του· οὐδέποτε ἀπέρριψεν ὁ Βασιλεὺς τοιαύτας προτάσεις. Θὰ τὰ ὑπογράψῃ. Ἀλλά, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κάμνει κατάχρησιν τῆς θέσεώς του, δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ ἁρμοδία νὰ τὸν ἐλέγξῃ, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ λόγον; Διατί ἐφοβήθη ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ὅτι θὰ δώσῃ τοιοῦτον πλεονέκτημα εἰς τὸν Ὑπουργόν; Δεύτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν, εἶναι ὅτι ὑποπτεύεται ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς φωλεὰν κλεπτῶν, καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δύνανται νὰ κλέπτωσι τὰς δικογραφίας, καὶ συνεπῶς νὰ χαρίζηται ἡ ποινή! Ἐγὼ δὲν ἀνασκευάζω αὐτό, διότι δὲν τὸ θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀνασκευάσω. Ἂν τὸ θεωρῆτε σεῖς, κ. Βουλευταί, ἄξιον λόγου, παραδεχθῆτέ το. Αὐτοὶ εἶναι οἱ δύο λόγοι. Εἶναι σπουδαῖοι λόγοι αὐτοί; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι. Λοιπὸν θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριοι Βουλευταί, νὰ δεχθῆτε αὐτὴν τὴν προσθήκην, ὡς σκόπιμον καὶ φιλάνθρωπον, ἂν θέλητε, καὶ νὰ μὴ προκαταληφθῆτε ἀπὸ τὰς ἰδέας τῶν τριάκοντα νομοδιδασκάλων, τῶν τριάκοντα αὐτῶν ἐξόχων ἀνδρῶν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αὐτοὶ ἔχουσιν ἐθισθῆ μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι πᾶσα πρότασις μὴ προερχομένη ἐξ αὐτῶν δέον ν’ ἀπορρίπτηται, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι ὅτι οὐδεμία τροπολογία, οὐδεμία προσθήκη οὐδενὸς ἐκ τῶν Βουλευτῶν ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς. Μόνον πρὸ τῶν γνωμῶν τῶν ἕξ Βουλευτῶν, οἵτινες τυγχάνει νὰ εἶναι καὶ Ὑπουργοί, ὑποχωρεῖ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι. (Χειροκροτήματα).
§149Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεώς μου... Τόσα ἐλέχθησαν ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ῥουσὼ μέχρι τοῦ παρ’ ἡμῖν σοφοῦ κ. Μομφερράτου, ὁ ὁποῖος τόσας στήλας ἐφημερίδων ἀφιέρωσεν ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, ὥστε ἐγὼ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα, ἵνα μὴ καταπονήσω τὴν Βουλήν, περιορίζομαι κηρυττόμενος ὑπὲρ τῆς ὁλοσχεροῦς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, λυποῦμαι δέ, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος δὲν προέτεινε τὴν κατάργησιν αὐτῆς δι’ ἀναγραφῆς σχετικῆς διατάξεως ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι, ἀλλ’ ἐν τούτοις τὴν συγχαίρω, διότι ἡ πρότασίς της θεωροῦσα ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα ἐπὶ τούτου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότασις καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως τοῦ κ. Θεοδωρίδου νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ ἐπικήρυξις, ἐφ’ ὅσον δὲν καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινή. Προχωρῶν μάλιστα ἰσχυρίζομαι ὅτι, καὶ ἂν καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινή, πρέπει βεβαίως ἡ ἐπικήρυξις νὰ μὴ καταργηθῇ, διότι κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου κρίσιν δικαιολογεῖται ἡ ἐπικήρυξις, διότι, ὅταν εἷς πάνοπλος διατρέχῃ τὰ ὄρη καὶ διαρκῶς κακουργῇ κατὰ τῆς κοινωνίας, τότε δικαιολογεῖται ἡ ἐξόντωσις αὐτοῦ, ἐνῷ, ὅταν συλληφθῇ, θεωρεῖται σχεδὸν ὅτι μετενόησε, καὶ τότε θεωρεῖται ἡ θανατικὴ ποινὴ ὡς κακούργημα γενόμενον ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ὅταν εἷς ὡς θηρίον μαίνηται κατὰ παντὸς ἀθώου καὶ ἀκάκου ἀνθρώπου, τότε ἐπιβάλλεται ἡ ἐξόντωσις αὐτοῦ διὰ παντὸς μέσου. Αὐτὰ μόνον εἶχον νὰ εἴπω.
§150Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, οὐ μόνον μεταξὺ διαφόρων ἐγκρίτων συγγραφέων, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον διαφόρων νομοθετικῶν σωμάτων συζητεῖται ἂν ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν, ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, δέον νὰ ὑπάρχῃ ἐν ταῖς ποινικαῖς νομοθεσίαις ὡς ποινή. Ἡ συζήτησις αὕτη ἤρξατο ὡς ἐκ τῶν ἐπικρατησασῶν νεωτέρων θεωριῶν περὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ποινῆς. Ὁλόκληροι τόμοι ἔχουσι γραφῆ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς ποινῆς ταύτης. Ἡ πρόοδος ὅμως τῶν κοινωνιῶν καὶ ὁ πολιτισμὸς τείνει, ὥστε ἡ ποινὴ αὕτη νὰ διαγραφῇ ὡς μία ἐκ τῶν ποινῶν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ἐν πολλαῖς νομοθεσίαις ὅτι ἀλλαχοῦ μὲν κατηργήθη αὕτη, ἀλλαχοῦ δὲ ὅτι δὲν κατηργήθη μέν, ἀλλ’ ἡ χρῆσις αὕτη ἐγένετο σπανιωτάτη. Δὲν ἀναφέρω τὰς χώρας ταύτας, διότι πάντες γινώσκομεν αὐτάς, καὶ θὰ ἦτο ἀπώλεια χρόνου, ἐὰν ἔπραττον τοῦτο. Ὡς γνωστόν, ἐν παλαιοτέρᾳ ἐποχῇ ἐπεκράτουν ἄλλαι θεωρίαι περὶ τῆς ποινῆς ἐν γένει καὶ ἰδίᾳ περὶ τῆς θανατικῆς ποινῆς, ὡς ἡ θεωρία τῆς ἀμύνης, δηλ. ὅτι ἡ Πολιτεία ἀναγκάζεται νὰ ἔχῃ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου ἀμυνομένη ἀπέναντι τοῦ ἐγκληματίου· ἀλλ’ ἡ δικαιολογία αὕτη ἐγκατελείφθη, διότι, ὡς γνωστόν, ἵνα ὑπάρξῃ ἄμυνα, ἀπαιτεῖται νὰ ἐπίκειται σοβαρὸς κίνδυνος, ὃν δὲν δύναται ὁ ἀμυνόμενος ν’ ἀποτρέψῃ. Κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὅμως τῆς ποινῆς οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει διὰ τὴν Πολιτείαν ἐπικείμενος, διότι ἔχει τὸν ἐγκληματίαν ὑποχείριον καὶ οὐδένα κίνδυνον δυνάμενον νὰ προξενήσῃ τῇ Πολιτείᾳ. Διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους ἀπεκρούσθη καὶ ἡ θεωρία τῆς καταστάσεως ἀνάγκης. Ἡ θεωρία τοῦ ἀντιπεπονθότος, ἡ στηριζομένη ἐπὶ τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, αὕτη ἐγκατελείφθη πρὸ χιλιάδων ἐτῶν καὶ δὴ ἀπὸ τῆς ἐν τῷ κόσμῳ ἐμφανίσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἡμετέρας θρησκείας. Ἡ θεωρία τῆς ἐκφοβίσεως καὶ τοῦ παραδειγματισμοῦ ἔλαβον καὶ αὗται τὴν τύχην τῶν προηγουμένων, καθόσον διὰ στατιστικῶν ἐβεβαιώθη ὅτι οὐδεμίαν ἐπίδρασιν ἔχουσι πρὸς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν αὗται, διότι εἶναι βεβαιωμένον οὐ μόνον ὅτι μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν θανατικῶν ποινῶν ἐπηκολούθησαν ἐγκλήματα ἔχοντα ὡς ἐπακόλουθον τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ἀλλὰ καὶ διότι ἐπὶ 100 καρατομηθέντων 70–80 εἶχον παραστῆ εἰς ἐκτελέσεις θανατικάς. Τὰ γεγονότα ταῦτα προυκάλεσαν τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς πανηγυρικῆς ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς παρ’ ἅπασι τοῖς ἔθνεσι, καὶ ταῦτα ἀπὸ ἐτῶν ἠκολούθησε καὶ τὸ ἡμέτερον, ἐκτελοῦν ταύτην ἐν τῷ προαυλίῳ τῶν φυλακῶν Παλαμηδείου μετὰ μεγάλης μυστικότητος, ἵνα μὴ παρευρίσκωνται πολῖται. Ὁ ἐγκληματίας, ὅταν προμελετᾷ καὶ ἀποφασίζῃ τὸ ἔγκλημα, ἔχει τὰς διανοητικὰς αὑτοῦ δυνάμεις ἐν τοιαύτῃ καταστάσει διὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους λόγους, σχετικοὺς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ἐγκλήματος, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ περὶ ποινῆς. Πάντα ταῦτα ἐπέφερον τὴν ἐγκατάλειψιν τῶν ἄνω θεωριῶν καὶ τὴν ἐπικράτησιν τῶν νέων τοιούτων, καθ’ ἃς ἡ ποινὴ δὲν εἶναι δικαία, ἂν μὴ φέρῃ ἐπανόρθωσιν, δὲν εἶναι ἀναγκαία, ἂν μὴ εἶναι χρήσιμος, δὲν εἶναι ἀνεκτή, ἂν εἶναι ἀνέκκλητος. Ὅθεν βάσις τῆς θεωρίας περὶ ποινῆς εἶναι ἡ μόρφωσις τοῦ ἐγκληματίου, καὶ διὰ τοῦτο πάντα τὰ ἔθνη μέγιστα χρηματικὰ ποσὰ διαθέτουσι διὰ τὰ κτίρια τῶν φυλακῶν καὶ τὴν μόρφωσιν τῶν ἐν αὐταῖς εὑρισκομένων, ἵνα, ὅταν οὗτοι ἐξέλθωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, ὦσι πολῖται χρηστοὶ καὶ ἐνάρετοι, χρήσιμοι οὐ μόνον πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὑτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Τὰς νέας ταύτας θεωρίας ἠσπάσθη μετὰ ζήλου, δύναμαι νὰ ὁμολογήσω, καὶ τὸ ἡμέτερον ἔθνος, καὶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου σοβαρῶς μελετᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ εὔχομαι, ἵνα ταχέως λήξῃ ἡ μελέτη αὕτη. Ἐκεῖνο ὅμως, ὅπερ καθιστᾷ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου ἀποκρουστέαν ἀπὸ πάσης ποινικῆς νομοθεσίας, εἶναι αἱ παρατηρούμεναι ἐν πάσαις ταῖς κοινωνίαις δικαστικαὶ πλάναι, αἵτινες, δύναταί τις εἰπεῖν, δὲν εἶναι καὶ σπάνιαι εἰς πάντα τὰ Κράτη. Ἐάν τις καταδικασθῇ εἰς τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν καὶ ἐκτελεσθῇ αὕτη, μεθ’ ἣν ἀνακαλύπτεται ὅτι ἄλλος εἶναι ὁ δράστης τοῦ ἐγκλήματος, πᾶς τις φαντάζεται, ὁπόσον μυσαρὸν ἔγκλημα διέπραξεν ἡ Πολιτεία, ἥτις προϋποτίθεται ὅτι οὐδένα ἀδικεῖ. Φαντάζεται πᾶς τις τί ὑφίστατο ὁ κατάδικος ἐκεῖνος, ὁ ἀναμένων ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν τὸν θάνατον μέχρι τῆς ἐκτελέσεως καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτης. Παῖς ὢν ἐνθυμοῦμαι ὅτι συμπολίτης μου εἶχε καταδικασθῆ εἰς θάνατον καὶ εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ τὴν τελευταίαν σχεδὸν στιγμήν, ὅτε εἶχεν ἑτοιμασθῆ μετ’ ἄλλων πρὸς ἐπιβίβασιν ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου, ἵνα μεταφερθῇ εἰς τὸν τόπον τοῦ ἐγκλήματος πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς, τῷ ἐδόθη χάρις, καὶ ὡς ἐκ τῆς καλῆς διαγωγῆς αὐτοῦ μετὰ πάροδον ἐτῶν ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν καὶ πρὸ 15ετίας περίπου εἶναι ἐλεύθερος πολίτης. Μέχρι σήμερον, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τοιαύτη εἶναι ἡ διαγωγὴ αὐτοῦ, ὥστε οὔτε ἐπὶ πταίσματι κατηγορήθη καὶ εἶναι εἷς τῶν φιλησυχωτέρων καὶ τιμιωτέρων συμπολιτῶν μου, κάτοχος μάλιστα καὶ πολλῶν θρησκευτικῶν γνώσεων. Ἐὰν ἡ ποινὴ αὐτοῦ ἐξετελεῖτο, τί θὰ ἐκέρδιζεν ἡ Πολιτεία; Δὲν θὰ ἔχανεν ἓν μέλος αὐτῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι σήμερον χρήσιμον εἰς τὴν κοινωνίαν; Τίς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ἔχει τὰ ἄνω προσόντα καὶ σκοπόν τινα; Μόνον οἱ ἀκολουθοῦντες τὰς ἐγκαταλειφθείσας ἀπηρχαιωμένας θεωρίας. Εὐτυχῶς τὰς νέας ταύτας θεωρίας περὶ ποινῆς εὐχαρίστως παρατηρῶ ὅτι ἀσπάζεται καὶ ἡ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της, ἀποκαλοῦσα ταύτην σκληράν, ἀπάνθρωπον καὶ μὴ συμβιβαζομένην πρὸς τὰς νεωτέρας περὶ ποινῆς ἀντιλήψεις, θεωρεῖ δ’ εὐτύχημα, ἂν ἦτο δυνατὴ ἡ κατάργησις καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἡ γνώμη αὕτη, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, τῆς ἐπιτροπῆς μὲ ἠνάγκασε ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, καθόσον, ἀφοῦ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ποινῆς εἶναι ἐκεῖνος, ὃν εἶπον ἀνωτέρω καὶ ἀνέπτυξαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἔδει μετὰ θάρρους νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν ταύτης καὶ νὰ μὴ σταματήσῃ πρὸ τῆς δικαιολογίας ὅτι τὸ κοινωνικὸν ἔδαφος ἡμῶν δὲν ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν κατάργησιν. Ἀφοῦ ἐδέχθη τὰς περὶ ποινῆς νέας θεωρίας, δὲν ἐπιτρέπεται αὐτῇ νὰ σταματήσῃ πρὸ τῆς ἄνω δικαιολογίας· ἄλλως καὶ ἡ ἄνω δὲν εἶναι ἀρκοῦσα, καθόσον ἐν ἄλλοις Κράτεσιν, ὡς ἐν Ῥωμουνίᾳ, ἔνθα ἔχει καταργηθῆ ἡ θανατικὴ ποινή, τὸ κοινωνικὸν ἔδαφος δὲν εἶναι ἀνεπτυγμένον περισσότερον τοῦ ἡμετέρου. Ἀναγινώσκομεν ὅτι ἐν ξένοις Κράτεσιν ἐκτελοῦνται φοβερὰ ἐγκλήματα μετὰ σκοποῦ καὶ τρόπου προξενοῦντα φρίκην εἰς ἡμᾶς· τοιαῦτα ὅμως πολὺ σπανίως ἐκτελοῦνται ἐν τῇ ἡμετέρᾳ χώρᾳ.
§151Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Πλεῖστα ὅσα.
§152Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐλάχιστα καὶ σπανιώτατα μετὰ τοῦ σκοποῦ καὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν γίνονται ταῦτα ἐν ἄλλαις χώραις.
§153Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Πρὸ ἐτῶν ἐν Καλάμαις ἄνθρωπος ἐπιστήμων ἐδολοφόνησεν ἐπιστήμονα, ἵνα λάβῃ παρ’ αὐτοῦ 1000 δραχμάς.
§154Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τοιαῦτα ἐγκλήματα εἶναι σπανιώτατα.
§155Δ. ΜΑΝΘΟΣ. Λησμονεῖτε τὸν Κολινιάκην;
§156Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ Κολινιάκης ἀξιότιμε συνάδελφε, δὲν ἦτο ἐκ τῶν τύπων τῶν κακούργων, δι’ οὓς δέον νὰ ὑπάρχῃ ἡ θανατικὴ ποινή, διότι ἦτο γέρων οὐδ’ ἐπὶ πταίσματι κατηγορηθείς ποτε, καὶ τὸ ἔγκλημα διέπραξε μᾶλλον ἐκ πείνης. Ἐὰν εἶχε συνήγορον κατὰ τὴν δίκην, εἶμαι βέβαιος ὅτι οἱ δικάσαντες αὐτὸν ἔνορκοι θὰ ἐδέχοντο δι’ αὐτὸν τὴν μετρίαν σύγχυσιν, ὅπως συνηθέστατα συμβαίνει περὶ τοιούτων κακουργημάτων. Πρέπει ὁ κατηγορούμενος οὐ μόνον νὰ εἶναι καθ’ ἕξιν ἐγκληματίας, ἀλλὰ καὶ ἡ πρᾶξις αὐτοῦ νὰ εἶναι στυγερά, ὥστε νὰ μὴ λάβῃ παρὰ τῶν ἐνόρκων τὴν μετρίαν σύγχυσιν, ἥτις μεταβάλλει τὴν ποινὴν εἰς ἰσόβια δεσμά.
§157Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Καὶ αὐτὸ ἐπιείκεια εἶναι.
§158Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιείκεια, κ. συνάδελφε, μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἶναι θεῖον δῶρον, καὶ δικαίως ποιοῦνται ταύτης χρῆσιν οἱ ἔνορκοι. Ἀντί, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, νὰ ἔχωμεν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, διατί νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ποινὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, ἥτις μὲ τὰς σημερινὰς φυλακὰς ἡμῶν εἶναι χειροτέρα τῆς τοῦ θανάτου; Τὸ λεχθὲν ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου θ’ αὐξήσωσι τὰ μεγάλα κακουργήματα, δὲν εὑρίσκω βάσιμον, καθόσον, ὅταν τὸ ἔγκλημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἡ Πολιτεία νὰ μὴ ἀνέχηται εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς τὸν δράστην, τότε νὰ νομοθετηθῇ ὅτι εἰς τοῦτον δὲν ἐπιτρέπεται χάρις, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν. Ταῦτα, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, μὲ ἔπεισαν, ὥστε νὰ εἶμαι κεκηρυγμένος κατὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ εὔχομαι ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ σχετικὴ διάταξις.
§159Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος πάντων τῶν προλαλησάντων ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, οὐχὶ διότι ἡ θεωρία τῶν ὑποστηριζόντων αὐτὴν μὲ ἔπεισε νὰ εἶμαι ὑπέρ, οὐχὶ διότι νομίζω τὴν θεωρίαν ταύτην ὑπερτέραν καὶ ἐπικρατεστέραν τῆς πρώτης, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τὰς συνθήκας τὰς κοινωνικάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας σήμερον τελοῦμεν, νὰ ὑφίσταται ἡ θανατικὴ ποινή. Θεωρῶ δ’ ἐχθροὺς τῆς Πολιτείας ἐκείνους, οἵτινες ὑποστηρίζουσιν ὅτι δέον νὰ ἐκλείψῃ ἡ θανατικὴ ποινή, διότι, ἐὰν καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινή, διὰ τίνος μέσου θὰ ἐμποδισθῶσι τὰ τόσα τέρατα τὰ κοινωνικά, τὰ ὁποῖα διαπράττουσι τὰ φρικωδέστερα τῶν ἐγκλημάτων, ἀπὸ τοῦ νὰ ἐγκληματῶσι; Θὰ τὰς ἀπειλήσωμεν διὰ τῆς φυλακίσεως; Καὶ ἀγνοεῖτε ὅτι οἱ πλεῖστοι τούτων τὰς φυλακὰς θεωροῦσιν ὡς ἄνεσιν, διότι ἐγκαθείργνυνται εἰς τὰς φυλακάς, τοὺς τρέφει ἐν αὐταῖς ἡ Πολιτεία, καὶ ἐλπίζουσι νὰ ἐξέλθωσι καὶ πάλιν, διὰ νὰ ἐγκληματήσωσιν ἐν νέου; Ἀλλὰ καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετροπουλάκη ἰσοδυναμεῖ μὲ τελείαν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς, διότι οὐδὲν παράδειγμα ἐλπίζω νὰ ὑπάρχῃ, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἔνορκοι ὁμοψήφως νὰ ἔδωκαν ψῆφον καταδικαστικήν, διότι τινὲς ἐκ τούτων εἴτε ἐκ προκαταλήψεως, εἴτε ἕνεκα οἱασδήποτε ἀμφιβολίας, εἴτε διότι εἶναι ὀπαδοὶ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, δὲν θὰ δώσωσι ψῆφον καταδικαστικήν. Καὶ εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι σχεδὸν πάντοτε τὰ Δικαστήρια τῶν ἐνόρκων δίδουσι τὰς ἐλαφρυντικὰς περιπτώσεις εἰς πλείστας ὑποθέσεις, καὶ σπανίας ἔχομεν καταδικαστικὰς ἀποφάσεις εἰς θάνατον, ὥστε οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει ἐκ τῆς διατηρήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Καὶ δὲν βλέπω, Κύριοι, τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ θελήσωμεν νὰ καταργήσωμεν τὴν θανατικὴν ποινήν. Μήπως τὰ ἐγκλήματα ἠλαττώθησαν; Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ πενταετίας ὅτι διεπράχθησαν καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις τὰ φρικωδέστερα τῶν ἐγκλημάτων καὶ διὰ σκοποὺς χρηματικοὺς κυρίως. Καὶ ἔχω, Κύριοι, παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν εἰς τὰς φυλακὰς 35 ὁλόκληρα ἔτη, μόλις ἐξῆλθον ἐκ τῶν φυλακῶν, ἐγκλημάτησαν ἐκ νέου, καὶ γνωρίζω δύο τοιούτους πρὸ διετίας ἐξελθόντας, οἵτινες, μετὰ ἕξ μῆνας ἀπὸ τῆς ἀποφυλακίσεώς των ἐγκλημάτησαν καὶ πάλιν, εἷς δ’ ἐκ τούτων, ὁ ὁποῖος εἶχε καταδικασθῆ εἰς 35 ἐτῶν φυλάκισιν, ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ἄλλον νὰ φονεύσῃ, ἐφόνευσε τὸν ἐπ’ ἀδελφῇ γαμβρόν του. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ὥστε καὶ ἡ θεωρία τῆς βελτιώσεως εἶναι ἁπλῆ φενάκη καὶ οὐδὲν πλέον. Διότι πρὸς καθορισμὸν τῶν ποινῶν πρέπει ν’ ἀναχωρήσωμεν οὐχὶ ἀπὸ θεωρητικῆς καὶ ἀφῃρημένης μελέτης, διότι ἡ ἐπιβολὴ τῶν ποινῶν δέον νὰ εἶναι ἀπόρροια τῆς καταστάσεως τῶν ἀτόμων καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀντιλήψεως τῶν πολιτῶν ἑκάστης Πολιτείας, διότι εἰς τὰς Πολιτείας, εἰς τὰς ὁποίας τὰ ἄτομα ἔχουσι πλήρη ἀντίληψιν τῆς ἠθικῆς αὑτῶν ὑποστάσεως καὶ τοῦ δικαίου, εἶναι ἐπιβεβλημένον αἱ ποιναὶ νὰ εἶναι ἐπιεικέστεραι, διότι αἱ ποιναὶ ἐμποιοῦσιν εἰς αὐτὰ τὴν προσήκουσαν ἐντύπωσιν, καὶ δικαιολογεῖται οὕτω καὶ ἐκπληροῦται ὁ σκοπὸς τῆς θεωρίας τῆς ποινῆς, ἥτις εἶναι ἡ παγίωσις τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ ἡ ἐπίρρωσις τῆς ἰδέας τοῦ δικαίου. Εἰς κοινωνίας ὅμως, εἰς τὰς ὁποίας τὸ αἴσθημα τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἠθικῆς δὲν ἐμποιεῖ εἰς τοὺς πολίτας τὴν ἐντύπωσιν, ἣν πρέπει νὰ ἐμποιῇ, οὐδὲ ἡ ποινὴ ἡ μικρὰ φέρει τὸν σκοπούμενον καταναγκασμόν, καὶ αἱ ποιναὶ δέον νὰ εἶναι αὐστηρότεραι, καὶ δυστυχῶς, ἃς τὸ ὁμολογήσωμεν, εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμῶν ἡ ποινὴ δὲν ἐμποιεῖ τὴν δέουσαν ἐντύπωσιν καὶ ἑπομένως ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συμφέρει νὰ καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινή.
§160ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἐξ ὀνόματος καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ὁμιλῶν, νὰ εἴπω ὀλίγα, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τὰ ὑπὸ τῶν πλείστων τῶν ἐνταῦθα ἀγορευσάντων λεχθέντα περὶ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς· περὶ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, περὶ ἧς ἡ ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἄλλο εἶπεν ἢ ὅτι εἶναι θέμα ἄξιον μὲν πάσης προσοχῆς, πάσης συμπαθείας κοινωνικῆς, ἀλλὰ μὴ ἔχον θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι· θέμα παραπεμπτέον εἰς τὴν ἐξέτασιν τὴν νομοθετικήν, μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ταύτης, καὶ βεβαίως θέμα κανονιστέον ἐν πολλοῖς ὑπὸ νόμου, ὃν προτρέπει ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της τὴν μέλλουσαν Βουλὴν νὰ φροντίσῃ νὰ κατασκευάσῃ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὃν λυποῦμαι ὅτι δὲν βλέπω παρόντα ἐνταῦθα, παρεπονέθη κατὰ τῶν τριάκοντα, ὅτι περιεφρόνησαν τὴν πρότασιν αὐτοῦ, καθὼς καὶ ἄλλων, διότι φαίνεται ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐδέχθη τὰς προτεινομένας τροπολογίας ἔκ τινος πάθους, ὅπερ αἰσθάνεται ἐναντίον τῶν προτεινάντων αὐτάς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ πολὺ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, καθὼς καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἑτέρου συναδέλφου, τοῦ κ. Φουρίδου, διότι ἔκρινεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ πραχθῇ τι ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἅτινα οἱ κύριοι συνάδελφοι ὑπέβαλον· νὰ πραχθῇ ὅμως τοῦτο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος δὲν ἦτο δυνατόν. Καὶ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος φέρω ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὸς προσεπάθησα νὰ δώσω μορφήν τινα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συναδέλφου καὶ συνεζήτησα μετὰ τῶν συναδέλφων περὶ αὐτῆς· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἐπείσθη ἔπειτα ὅτι θέλομεν ὑποπέσει εἰς ὀλίσθημα, ἐὰν προχωρήσωμεν περισσότερον εἰς διατύπωσιν ἰδέας, ἥτις καὶ ὄχι ἀρτίως μεμελετημένη θὰ ἐγίνετο καὶ θὰ ἐτίθετο, ἂν τυχὸν ἐγίνετο δεκτή, ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, ὅπου δὲν εἶχε θέσιν. Ἐκεῖνο, ὅπερ βεβαίως πάντων ἡμῶν ἐνταῦθα τὴν προσοχήν, καὶ ὄχι μόνον τὴν προσοχὴν τοῦ νοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν καρδίαν εἵλκυσεν, ἦταν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ἄλλως οὐχὶ ἄγνωστα, ἀλλὰ τὰ μετὰ τοσαύτης καλλιτεχνικῆς φιλοσοφίας καὶ ποιήσεως, ἢ μᾶλλον τοσαύτης καλλιτεχνίας ἐν φιλοσοφίᾳ καὶ λόγῳ, διετύπωσεν ἐνταῦθα ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας. Ἐγὼ ἔτι καὶ ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτε ἀντιδρῶ κατὰ τοῦ θελγήτρου, ὅπερ ἐξήσκησεν ἐπ’ ἐμὲ ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ, καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἀντιδρῶν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω τὴν ἐντύπωσιν, ἣν ταῦτα ἐπ’ ἐμέ, οὕτω λεχθέντα, μετὰ τοσοῦτον εὐγενοῦς αἰσθήματος ἐξενεχθέντα, ἐνεποίησαν. Πόνος ἠγείρετο παρὰ τοῖς ἐνταῦθα— διότι βεβαίως ἐπὶ τοιούτου ζητήματος δὲν ὑπάρχει διαφωνία—διατί νὰ εἶναι ἠναγκασμένη ἡ Πολιτεία ἡ Ἑλληνικὴ νὰ βαπτίζῃ τὰς χεῖρας αὐτῆς εἰς αἷμα, ὅπως τιμωρήσῃ τὸν κακουργήσαντα· πόνος ἀληθής, ὅστις βεβαίως παρασύρει πάντας πρὸς τὸ κήρυγμα τοῦ τοιαῦτα λέγοντος καὶ μετὰ τοιαύτης σειρᾶς ἐπιχειρημάτων ἰσχυρῶν καὶ τοιαύτης εὐγλωττίας παρασύρει πάντας πρὸς αὐτόν. Καὶ πάντες ἐκινδύνευσαν νὰ παραπλανηθῶσιν. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ταῦτα πάντα ἐξετίθεντο ὑπὸ τοῦ ῥήτορος, τοῦ ὀρθὰ ἀπολύτως λέγοντος, διέτρεχεν ἡμᾶς ἐσωτερικῶς, διῆκε δι’ ἡμῶν — καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τοῦτο πάντες τὸ αἴσθημα ᾐσθάνοντο, ὅπερ ἐγὼ αὐτὸς ᾐσθάνθην ἐκείνην τὴν ὥραν—σωστικὸν τὸ ῥῖγος τὸ κοινωνικόν, τὸ ῥῖγος τὸ κατέχον τὴν κοινωνίαν, ὅτε ἀποβλέπουσα εἰς τὰς τελουμένας κακούργους πράξεις αἰσθάνεται ἑαυτὴν ἀνίκανον ν’ ἀμυνθῇ κατ’ αὐτῶν, ἀνίκανον νὰ τὰς περιστείλῃ, ἀνίκανον νὰ διατηρήσῃ ἐκείνους, οἵτινες τοιαύτας πράξεις κατεργάζονται, ἐν ταῖς χερσὶν αὐτῆς, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λεχθῇ ὅτι ἔχει πλήρη τὴν δύναμιν τῆς περιστολῆς. Καὶ ᾐσθάνετό τις τοσοῦτο μεῖζον τὸ ῥῖγος, ὅσον περισσότερον ἔζησεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅσον περισσότερον ἀνεμίχθη εἰς τὰ τῆς κοινωνίας, τὰ δημόσια πράττων καὶ καθ’ ἡμέραν ἀντιμετωπίζων τὰς θηριωδίας, αἵτινες ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν συνταράσσουσιν ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν διηνεκῶς ἀπασχολοῦσι, διότι εἷς ἕκαστος βλέπων διηνεκῶς τὰ περὶ αὐτὸν γινόμενα ἐρωτᾷ, ἂν τάχα καὶ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ καὶ οἱ φίλοι αὐτοῦ εἶναι ἀπηλλαγμένοι τοῦ κινδύνου, ὅστις ἐξερράγη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἄλλων. Μοὶ λέγουσιν ἐκδίκησις, μοὶ λέγουσιν ἄμυνα, μοὶ λέγουσιν ὅ,τι δήποτε ἄλλο—δὲν γνωρίζω τί —· ἀλλὰ μένει τὸ ῥῖγος, ὅπερ αἰσθανόμεθα, καὶ ὅπερ ἀποδεικνύει ὅτι ἡ κοινωνία εὑρίσκεται ἐν τοιαύτῃ καταστάσει καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὥστε πάσας αὐτῆς τὰς δυνάμεις καταβάλλουσα καὶ ὅλην τὴν ἰσχὺν τῆς Πολιτείας μεταχειριζομένη δὲν κατορθώνει ν’ ἀπαλλαχθῇ τοῦ κινδύνου, νὰ βλέπῃ τὸ θηρίον ἐξερχόμενον τῆς φωλεᾶς αὐτοῦ, ἁρπάζον ὁτὲ μὲν τοῦτον, ὁτὲ δ’ ἐκεῖνον καὶ κατασπαράσσον αὐτόν. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας ἀγορεύοντος καὶ φέροντος τὸν λόγον ἐπί τινος κακούργου, ὅστις κατεδικάσθη εἰς θάνατον—καὶ ἐξετελέσθη ἡ ποινὴ αὐτοῦ—καὶ δικαιολογοῦντος τὸ ἔγκλημα αὐτοῦ ὅτι δὲν ἦτο καὶ τοιοῦτον, ὥστε νὰ καταδικασθῇ δι’ αὐτὸ εἰς θάνατον, διότι ἡ πτωχεία ὤθησεν αὐτὸν εἰς τὸ νὰ σφάξῃ τὸν πλησίον αὐτοῦ. Καὶ ἔλεγεν ἐν ταὐτῷ ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι εἶναι σπάνια τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι μεγαλειτέρα ἡ ἀδικία, τοιαύτη τιμωρία νὰ ἐπιβάλληται εἰς τοὺς τοιαῦτα καὶ τοιαῦτα διαπράττοντας. Καὶ ἡ ἀφήγησις τοῦ ἐγκλήματος, περὶ ἧς ἠναγκάσθην, ἰδὼν διαμαρτυρόμενον τὸν κ. Βουλευτὴν Σύρου, νὰ ἐρωτήσω πῶς ἐτελέσθη, μοὶ παρέστησε τὴν εἰκόνα ἄλλου ἐγκλήματος, ὅπερ ὅμως ἐτελέσθη ἄλλοτε ἐν Πειραιεῖ, ὄχι ἐν Σύρῳ, καὶ ἦτο ἀπαράλλακτον· ἔσφαξε, μοὶ λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς Σύρου, ὁ ἀδικηθεὶς ἐκεῖνος Κολινιάκης ἐφοπλιστήν τινα Ψαριανόν, διότι ἠθέλησε ν’ ἁρπάσῃ χρήματα.
§161Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Αὐτὸς ὁ Κολινιάκης εἰσῆλθεν εἰς τὴν οἰκίαν ἀπὸ τῆς 5ης ἀπογευματινῆς, τὸ δ’ ἔγκλημα ἐτελέσθη τὴν 10ην τῆς νυκτός. Κατώρθωσε νὰ κρυφθῇ κάτωθεν τῆς κλίνης, ὅτε δὲ ἔγινεν ἀπόλυτος ἡσυχία, ὄχι μόνον ἐν τῇ οἰκίᾳ, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς δρόμους, ἐξῆλθεν ἐκ τῆς κλίνης καὶ ἔσφαξε κυριολεκτικῶς τὸν Καλογερογιάννην. Τὸ ἔγκλημα ἀντελήφθη ἡ γραῖα, τὴν ὁποίαν εἶχεν οὗτος, ἐτραυμάτισε δὲ καὶ ταύτην ὁ Κολινιάκης. Ἐφυγοδίκησεν ἐπ’ ἀρκετόν, ἀλλὰ τέλος πάντων συνελήφθη, συνήγορος δὲ τοῦ κακούργου αὐτοῦ ἦτο ὁ κ. Πετροπουλάκης.
§162Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§163ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν τοῦτο.
§164Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καθῆκον ἐπαγγελματικὸν ἐπετελέσατε.
§165Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθές.
§166ΤΡ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Βεβαίως δικαίωμά του ἦτο νὰ συνηγορήσῃ, ἀλλὰ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ συνηγορήσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ ἀνεγνωρισμένου τούτου κακούργου.
§167Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὐδόλως συνηγόρησα.
§168Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ χαρακτηριστικὸν ἐν τῇ περιγραφῇ τῶν κατὰ τὸ ἔγκλημα τοῦτο εἶναι ὅτι ἀνοιχθείσης τῆς διαθήκης τοῦ Καλογερογιάννη εὑρέθη ὅτι τὸ ἥμισυ τῆς περιουσίας αὐτοῦ κατέλιπεν εἰς τοὺς πτωχούς. Ἀπαράλλακτον ἐδίκασα καὶ ἐγὼ ἄλλοτε ὡς πρόεδρος τῶν συνέδρων, ἐδίκασα δὲ τοῦτο παραδόξως ἐν Σύρῳ. Ἐν Πειραιεῖ παρ’ ἀσθενοῦντι ἐκ φθίσεως καὶ ἑτοιμοθανάτῳ εὑρέθη τις, ὅστις καὶ αὐτὸς ἐπόθησε χρήματα καὶ εὑρὼν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁ ἑτοιμοθάνατος ἔκειτο μόνος ἔν τινι ξενοδοχείῳ, ὥρμησε κατ’ αὐτοῦ, τὸν ἐστραγγάλισε, τὸν ἔκλεψε καὶ ἐτράπη εἰς φυγήν. Ἐδικάσθη εἰς Σῦρον τὸ ἔγκλημα, κατεδικάσθη δὲ εἰς θάνατον ὁ φονεύς· καὶ εὑρέθην τὴν πρωίαν πρὸ τοῦ θεάματος γυναικὸς συμπαθεστάτης, κρατούσης βρέφος εἰς χεῖρας, γονατισάσης ἐνώπιον ἐμοῦ ἐν τῇ ὁδῷ, ἵνα ζητήσῃ νὰ γνωμοδοτήσω ὑπὲρ ἀπονομῆς χάριτος. Καὶ ἐγὼ γνωρίζω τί ἠσθάνθην· ἀλλ’ εἶπον ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ προτείνω τοιοῦτόν τι.
§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σκληρός.
§170ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· σκληρός. Τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον. Ἔχω ἄλλο τερατωδέστερον, εἰς ὃ εἶχον τὴν ἀτυχίαν δικαστὴς ἐνταῦθα, ἐν Ἀθήναις, νὰ προεδρεύω τοῦ Κακουργιοδικείου, ἔνθα ἐδικάσθη τις — ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα—, Πέτρος Χαμηλός, ἔκ τινος χωρίου τῆς Φθιώτιδος. Οὗτος νύκτα, γνωρίζων ὅτι εἶναι ἀπὼν σύζυγος νεαρᾶς καὶ ἐντίμου γυναικός, κατώρθωσε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν. Πάντες οἱ πέριξ τῆς οἰκίας εὑρέθησαν ἔπειτα ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ὅτι εἶχον ἀντιληφθῆ ἀνὰ μίαν πρᾶξιν αὐτοῦ ἕκαστος ἀπὸ τῆς εἰσόδου εἰς τὴν οἰκίαν μέχρι τοῦ τέρματος τοῦ κακουργήματος. Ἠθέλησε νὰ βιάσῃ τὴν γυναῖκα· ἐκείνη ἀνθίστατο· καὶ ἔπειτα ἐπὶ τοῦ πτώματος... Ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ τὸν ἐγκατέλιπεν, οὐδεὶς ἦλθεν ἐνταῦθα πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ, πάντες οἱ μάρτυρες, ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, ἐμαρτύρησαν κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρέποντα μηδὲ τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. Δικηγόρον δὲν εἶχε, διώρισα ἐγὼ εἰς αὐτὸν δικηγόρον, ἐντὸς μιᾶς ὥρας ἐπερατώθη ἡ διαδικασία, κατεδικάσθη εἰς θάνατον, καὶ ἐννοεῖτε ὅτι δὲν συνεστάθη εἰς βασιλικὴν χάριν.
§171ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι φόνος, ὡς διηγεῖσθε τὸ πρᾶγμα.
§172ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, παρακαλῶ. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε, Κύριοι, ὅτι πρὶν ἢ παρέλθῃ δεκαετία, μετὰ 5 ἢ 6 ἔτη εὑρέθη Ὑπουργός, ὅστις προέτεινεν αὐτὸν εἰς τὴν βασιλικὴν χάριν, καὶ τοῦτο τὸ θηρίον ἐξῆλθε τῶν φυλακῶν.
§173ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἦτο τερατῶδες, ὅσον καὶ ἡ καταδίκη του.
§174ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ζῇ ἢ ἀπέθανεν· ἀλλ’ ὅτε τοιαῦτα θηρία εὑρίσκονται εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ὅτε βλέπει τις ὅτι ἐπαναλαμβάνονται αἱ τοιαῦται θηριωδίαι, ὅτε βλέπει τις εἰς πόσας δυσκολίας προσκρούει ἡ κοινωνία ζητοῦσα νὰ προφυλαχθῇ, τότε πολὺ σκέπτεται καὶ ἐπέχει πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ νὰ δεχθῇ τὰς θεωρίας τὰς χριστιανικάς, τὰς ὡραίας, τὰς φιλανθρώπους ἰδέας, ἀλλὰ πρὸς ἃς πολὺ ὀλίγον ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦδε νὰ εἴμεθα προσηρμοσμένοι. Ὅταν καταργηθῇ ὁ πόλεμος, τότε θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ ὅτι εἴμεθα ἀληθεῖς χριστιανοὶ καὶ ἠθικοὶ φιλόσοφοι· ἀλλ’ οὐδένα γνωρίζω θετικὸν ἄνδρα, ὅστις μέχρι τοῦδε ἠδυνήθη νὰ χαρακτηρίσῃ τοὺς ἀγῶνας περὶ καταργήσεως τοῦ πολέμου ἄλλως ἢ ὡς εὐγενῆ ὄνειρα, pia desideria. Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα τὰ ἐξαναγκάζοντα, ὅπως πολύ τις προσέξῃ πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ. Καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ λησμονήσητε ὅτι ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐν Γαλλίᾳ, μὴ οὖσα κατηργημένη ἡ θανατικὴ ποινή, δὲν ἐφηρμόζετο· καὶ ἐπὶ τέλους ὁλόκληρος ἡ Γαλλία, ἀπὸ τοῦ ἑνὸς πέρατος μέχρι τοῦ ἄλλου, ἐξηγέρθη κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη λέγουσα «ἀφ’ ὅτου ἔχομεν τὴν τοιαύτην ἐπιείκειαν τῶν Ὑπουργῶν, μὴ τολμώντων νὰ ὑπογράψωσι θανατικὰς ἐκτελέσεις, ἡμεῖς οὐδεμίαν πλέον ἔχομεν ἀσφάλειαν». Καὶ ἠναγκάσθη ἡ δημοκρατικὴ Γαλλία, ἡ φιλελευθέρα Γαλλία νὰ ἐφαρμόζῃ σχεδὸν καθ’ ἑβδομάδα σήμερον τὴν θανατικὴν ποινήν, ὅπως δυνηθῇ νὰ κανονίσῃ τοὺς κοινωνικοὺς λογαριασμοὺς καὶ σώσῃ καὶ τὴν Πολιτείαν ἐν ταὐτῷ καὶ τὴν κοινωνίαν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὡς Ὑπουργὸς μοὶ ἐδόθη ἄλλη ἀφορμὴ νὰ γνωμοδοτήσω. Ἀλλά, ἐνῷ ὡς Ὑπουργὸς διῴκουν τὰ τῆς Δικαιοσύνης προσωρινῶς ἐπὶ 8 ἕως 10 ἡμέρας, προέκειτο περὶ ἐκτελέσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς γυναικός, ἥτις εἶχε κακουργήσει σκληρότατα· ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς ὁ τακτικός, ὅστις ἦτο ἀπὼν κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν, ἐδίσταζε νὰ ὑπογράψῃ θανατικὴν ποινὴν γυναικὸς καὶ ἀφῆκε τὴν δικογραφίαν ἐκκρεμῆ, ἴσως, ὡς ὑπέθεσα, διότι δὲν ἦτο εἰς αὐτὸν δυσάρεστον κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτοῦ ἄλλος νὰ ὑπογράψῃ. Καὶ ἐγὼ τότε ἐνόμισα ὅτι ἦτο καλὸν ν’ ἀφήσω τὸ ἔργον τοῦτο εἰς τὸν διάδοχόν μου. Ἀλλ’ ὡς δικαστὴς εἶχον τὴν ἀτυχίαν πολλάκις νὰ ἐφαρμόσω τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐνόρκων, καὶ ὡς δικαστής, ὁσάκις ἔπρεπε ν’ ἀρνηθῶ γνώμην περὶ ἀποδόσεως χάριτος, ἠρνήθην αὐτὴν παρ’ ὅλον τὸν πόνον τῆς ψυχῆς, ὃν ᾐσθανόμην, ἀλλὰ καὶ ἐν συνειδήσει ὅλης τῆς εὐθύνης τῆς ἐκτελέσεως. Τελευταῖον, Κύριοι, ἀκριβῶς ἐργαζόμενος ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, εἶδον διάταξιν, ἣν περιλαμβάνουσιν ἓν ἢ δύο Συντάγματα Σκανδιναυϊκά. Οἱ λαοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔφθασαν εἰς τοσοῦτον ὕψος ἀναπτύξεως καὶ πολιτισμοῦ, ἔχουσιν εἰς τοὺς θεσμοὺς αὑτῶν διάταξιν, φυσικὴν κατ’ αὐτούς, καθ’ ἣν δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀπονεμηθῇ τελεσφόρως χάρις ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ ἐνδιαφερομένου. Ἐν ἄλλοις λόγοις τὰ Συντάγματα ταῦτα δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς ἐκεῖνον, ὑπὲρ οὗ γίνεται ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος, νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ ποινῆς καὶ χάριτος. Δὲν πιστεύω ὅτι θὰ ἐπιθυμήσῃ τις νὰ ἴδῃ τοιοῦτόν τινα νόμον ἐφαρμοζόμενον παρ’ ἡμῖν. Καὶ ὅμως φιλοσοφικωτάτη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης, καὶ θέλω ἴσως εὕρει ὑμᾶς συμφώνους εἰς τοῦτο, ὅπερ θέλω προσθέσει, ὅτι εἶναι βαθεῖα ἡ τοιαύτη φιλοσοφία· διότι εἰς τὸν καταδικασθέντα εἰς θάνατον λέγει ἡ Δανία· ἔχεις τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃς, ἢ νὰ μείνῃς ἰσοβίως κεκλεισμένος ἐν τῷ δεσμωτηρίῳ ἢ νὰ θελήσῃς νὰ καρατομηθῇς. Καὶ ἂν ἐκεῖνος ἐπιθυμῇ μᾶλλον νὰ κοπῇ ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ, εἶναι ὑπόχρεος ἡ Πολιτεία νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ποινήν. Παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὴν φυλακὴν τοῦ Καζέριο. Ὁ Καζέριο ἐδολοφόνησε τὴν αὐτοκράτειραν τῆς Αὐστρίας, ἄγγελον ἀθῷον, εὐεργετικόν, γυναῖκα, ἥτις ὅλου τοῦ κόσμου τὴν προσοχὴν καὶ τὴν συμπάθειαν εἵλκυε, διότι ἦτο αὐτοκράτειρα ἀγαθοποιὸς μόνον, οὐδένα ἔβλαψέ ποτε, πολλοὺς εὐηργέτησε. Κατεδικάσθη δὲ ὁ Καζέριο εἰς ἰσόβια δεσμὰ ἐν Ἑλβετίᾳ, ὅπου ἦτο κατηργημένη ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου.
§175Κ. ΜΑΝΟΣ. Αὐτὸς ηὐτοκτόνησε.
§176ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· ἦτο κεκλεισμένος εἰς μίαν τρώγλην, τὴν ὁποίαν φαντάζομαι ἀπαράλλακτον πρὸς τὴν ἐν Ἑνετίᾳ τρώγλην, ἧς ἐντὸς ἐκρατοῦντο οἱ δεσμῶται καὶ ἐξετελοῦντο αἱ θανατικαὶ ποιναὶ ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς θαλάσσης· μόνον δύο λεπτὰ ἂν μείνῃ τις ἐκεῖ, φρικιᾷ, πνίγεται καὶ σπεύδει νὰ ἐξέλθῃ. Ἐκεῖ λοιπὸν αὐτὸς ἔπαυσε νὰ εἶναι ἄνθρωπος μὴ βλέπων τὸ φῶς τοῦ ἡλίου, οὐδεμίαν πρὸς οὐδένα ἔχων συνάφειαν, κεκλεισμένος ἐντὸς δύο ἢ τριῶν μέτρων τετραγωνικῶν.
§177ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀλιγώτερον ἐπιτετραμμένον.
§178ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω, ἂν δὲν μὲ διεκόπτετε. Τοῦτον εὑρέθη, φαίνεται, κάποιος, ὅστις ηὐσπλαγχνίσθη καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν τρόπον ν’ αὐτοκτονήσῃ.
§179Κ. ΜΑΝΟΣ. Ηὐτοκτόνησε.
§180Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ηὐτοκτόνησε καὶ οὕτως ἐσώθη. Παρακαλῶ, ἐξερχόμενοι τῆς θανατικῆς ποινῆς ποῦ μεταβαίνετε; Ἐξερχόμενοι τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἣν ὁ νόμος ἡμῶν διατηρεῖ μέχρι τοῦ νῦν, μεταβαίνετε εἰς τὴν ποινὴν τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, εἰς τὰς βασάνους ἐν ἄλλοις λόγοις ἐκείνας, ἃς ὁ νόμος ἡμῶν ἔχει κατηργημένας, ἀλλ’ αἵτινες—καὶ προσέξατε εἰς τοῦτο— κατ’ ἀναπόφευκτον ἀνάγκην συνοδεύουσι μετὰ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, ἐκτὸς ἂν ἡ ποινὴ τῶν ἰσοβίων δεσμῶν ἐκτελῆται ὅπως ἐνταῦθα δυστυχῶς πολλάκις ἐκτελεῖται, ὅτε ἡ εἰς δεσμὰ καταδίκη ἔρχεται εἰς προσθήκην εἰρωνείας, διότι οἱ καταδεδικασμένοι εἰς δεσμὰ ἢ θάνατον χαρτοπαικτοῦσι καὶ οἰνοποτοῦσιν ἐν ταῖς τρώγλαις ταῖς Ἑλληνικαῖς! Σημαίνουσι ταῦτα πάντα, Κύριοι, ὅτι ἡ κοινωνία ἡμῶν ἡ Ἑλληνικὴ—ἂς ἀφήσωμεν τὰς ἄλλας—καὶ ἡ Πολιτεία ἡμῶν ἡ Ἑλληνικὴ δὲν εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐξαπολύσωσι τὰ θηρία, ἅτινα, ὡς πᾶσα κοινωνία, περιλαμβάνει καὶ αὕτη εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς, ἵνα ταραχθῇ ἡ ἡσυχία τῶν οἰκογενειῶν, ἵνα προκληθῇ συχνὴ χύσις αἵματος ἀνδρῶν, γυναικῶν, παιδίων, γερόντων, καὶ περιστῇ οὕτως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατακυλιομένη ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία ἕνεκεν ἀσυγγνώστου ἐπιεικείας εἰς τελείαν ἠθικὴν παραλυσίαν.
§181Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ παρερχόμενος εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως ἀντιτάξῃ γνώμην κατὰ τῆς προτάσεως ἐντίμων συναδέλφων, προτάσεως ἀφορώσης τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς, προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑψηλὴ βεβαίως ἰδέα καὶ εὐγενὲς αἴσθημα ὑπηγόρευσε, κινδυνεύει οὐ μόνον νὰ γίνῃ ἀντιδημοτικός, ἀλλὰ καὶ νὰ θεωρηθῇ, τοὐλάχιστον ὑπὸ τῶν ἐπιπολαίως κρινόντων τὰ πράγματα, ὡς σκληρός, ὡς ἀπάνθρωπος καὶ ὀπισθοδρομικός. Ὑπῆρξα, Κύριοι, ἀνέκαθεν φιλελεύθερος, ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκω ὁλοψύχως εἰς τὸ κόμμα τῶν φιλελευθέρων καὶ πρεσβεύω τὰς μᾶλλον προοδευτικὰς καὶ ἀνθρωπιστικὰς τῶν ἰδεῶν. Θὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἀπεριφράστως καὶ εἰλικρινῶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι φρονῶ ὅτι οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὰ ἐθνικὰ συνέδρια πρέπει νὰ λέγωσιν ἐλευθέρως τὴν γνώμην των, ἀποβλέποντες εἰς τὸ κοινὸν καλὸν καὶ ἀδιαφοροῦντες ἂν ἡ εἰλικρίνεια αὕτη θὰ εἶναι ὠφέλιμος ἢ ὄχι εἰς αὐτούς. Οἱ μὴ λέγοντες τὴν ἀλήθειαν εἰς τὰ ἐθνικὰ συνέδρια ἀπεργάζονται τὸν ἐθνικὸν ὄλεθρον βαθμηδὸν καὶ εἶναι ἑπομένως ἀνάξιοι τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιώματος, διὰ τοῦ ὁποίου περιέβαλεν αὐτοὺς ἡ λαϊκὴ θέλησις. Εἶμαι καὶ ἐγώ, Κύριοι, κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ πιστεύω καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡμέραν τινὰ θὰ διαγραφῇ αὕτη ἀπὸ τὸν Ποινικὸν Νόμον. Φρονῶ ὅτι ἀπὸ φιλοσοφικῆς καὶ ἠθικῆς ἀπόψεως οὐδὲν δικαίωμα δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Πολιτεία ἢ τὸ ἄτομον, ὅπως καταδικάσῃ εἰς θάνατον ἕτερον ἄτομον. Μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν καὶ μόνην περίπτωσιν τῆς ἀπολύτου ἀμύνης καὶ ἡ Πολιτεία καὶ τὸ ἄτομον δύναται νὰ ἐπιφέρῃ τὸν θάνατον εἰς ἄλλο ἄτομον. Εἶναι φυσικός, εἶναι αἰώνιος ὁ νόμος οὗτος τῆς ἀμύνης, καὶ πᾶσα Πολιτεία καὶ πᾶν ἄτομον ἔχει δικαίωμα, ὁσάκις κινδυνεύει ἡ ζωὴ καὶ ἡ τιμὴ αὐτοῦ, νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸ διὰ πάντων τῶν μέσων, ἔστω καὶ διὰ θανάτου τοῦ προσβάλλοντος. Ἀλλ’ ἂν τὸ ἄτομον, κύριοι Βουλευταί, ἔχει πολλάκις τὸ δικαίωμα νὰ δικαιολογηθῇ ὅτι ἐπέφερε τὸν θάνατον εἰς ἄλλο ἄτομον, διὰ τῆς ἀποδείξεως ὅτι ἄνευ τοῦ μέσου τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ σώσῃ τὴν ζωὴν αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ καὶ προλάβῃ τὸν κίνδυνον, ἡ Πολιτεία ὅμως πολὺ σπανίως δύναται νὰ δικαιολογηθῇ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προίδῃ καὶ νὰ προλάβῃ τὸ ἔγκλημα, ἐκτὸς μόνον ἐὰν φέρῃ ὡς δικαιολογίαν τὴν ἀτελῆ αὐτῆς ὀργάνωσιν καὶ τὴν ἔλλειψιν μέσων. Ἡ τοιαύτη ὅμως δικαιολογία θ’ ἀπετέλει στίγμα διὰ πᾶσαν πεπολιτισμένην κοινωνίαν. Ἀπὸ θεωρητικῆς λοιπὸν ἀπόψεως πᾶσα πεπολιτισμένη κοινωνία ὀφείλει νὰ προλαμβάνῃ τὸ ἔγκλημα καὶ πᾶσαν ἐγκληματικὴν παρεκτροπὴν τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν μελῶν. Ἀλλ’ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι ἡ ἀπόλυτος πρόληψις τῶν ἐγκλημάτων εἶναι ἀδύνατος. Καὶ αὐτὰ τὰ μᾶλλον πεπολιτισμένα Κράτη τῆς Εὐρώπης, καὶ αὐτὴ ἡ Μεγάλη Βρεττανία, ἡ ὁποία καὶ ὑπὸ ἔποψιν διοικητικῆς ὀργανώσεως καὶ ὑπὸ ἔποψιν δικαιοσύνης εὑρίσκεται εἰς ἀπαράμιλλον ὕψος, δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ προλάβωσιν ἀπολύτως τὸ ἔγκλημα, κατορθώνουσι δὲ μόνον καὶ μόνον νὰ ἐλαττώσωσιν εἰς τὸ ἐλάχιστον τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐγκλημάτων. Εἰς τὸν κόσμον οὐδὲν εἶναι ἀπόλυτον, τὰ πάντα εἶναι σχετικὰ καὶ ἡ πρόληψις τοῦ ἐγκλήματος ἡ ἀπόλυτος εἶναι ἀδύνατος. Καὶ ἐὰν μετὰ πάροδον χιλιάδων ἐτῶν ἡ ἀνθρωπότης φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τῆς τελειότητος, τὴν ὁποίαν πάντες ποθοῦμεν καὶ ὀνειρευόμεθα, πάλιν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προλαμβάνῃ πάντα τὰ ἐγκλήματα, διότι δὲν θὰ εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ μαντεύῃ τοὺς διαλογισμοὺς τῶν ἀτόμων καὶ νὰ παρακολουθῇ τὰ διαβήματά των καθ’ ἑκάστην στιγμήν. Εἶναι ἀδύνατον ἡ Πολιτεία, ὅσον καὶ ἂν εἶναι πεπολιτισμένη, οἱαδήποτε καὶ ὁσαδήποτε προληπτικὰ μέσα ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ καὶ ἂν ἤθελε μεταχειρισθῆ, εἶναι ἀδύνατον, λέγω, νὰ προλάβῃ τὰ ἐγκλήματα πάντα, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ κατορθώσῃ, ὥστε οἱ γεννώμενοι παῖδες, οἱ μέλλοντες πολῖται, νὰ φέρωσιν ἐκ γενετῆς πάντα τὰ ἀπαιτούμενα στοιχεῖα τῆς ἐγκεφαλικῆς ἰσορροπίας. Ἡ φύσις ἔχει κανόνας καὶ ἐξαιρέσεις. Ἡ φύσις εἶναι ἰδιότροπος καὶ ἄδικος, καὶ διὰ τοῦτο παρατηροῦμεν εἰς τὸ βασίλειον τῶν ὀργανικῶν ὄντων, εἰς τὰ φυτὰ καὶ εἰς τὰ ζῷα, ὅτι πολλάκις ἐξ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ φυτοῦ γεννῶνται καρποὶ διάφοροι καὶ ἐκ τῶν αὐτῶν γονέων τέκνα πάντη διάφορα ἀλλήλων. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος τῆς ἐγκληματικότητος ὑπό τε σωματικὴν καὶ πνευματικὴν ἔποψιν εἶναι ἀποδεδειγμένος· θεωρεῖται δὲ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἀπολύτως ἀποδεδειγμένον καὶ ὑπὸ τῆς παρατηρήσεως κεκυρωμένον ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι φύσει ῥέποντες εἰς τὸ ἔγκλημα. Τοιοῦτος εἶναι ὁ ἐγκληματίας ἄνθρωπος τοῦ Λομπρόζο. Ὑπάρχουσι βεβαίως διαβαθμίσεις εἰς τὰς ἐγκληματικὰς τάσεις καὶ πολλάκις ἡ ἐξ ἁπαλῶν ὀνύχων κατάλληλος καὶ ἐπιστημονικὴ διαπαιδαγώγησις δύναται νὰ τροποποιήσῃ, νὰ μετριάσῃ τὰς ἐγκληματικὰς ῥοπάς. Κατάλληλος γυμναστικὴ τοῦ ἐγκεφάλου, μία διανοητική, οὕτως εἰπεῖν, διαπαιδαγώγησις δύναται πολλάκις νὰ μετριάσῃ, λέγω, τὰς ἐγκληματικὰς ῥοπὰς διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῶν μερῶν ἐκείνων τοῦ ἐγκεφάλου, εἰς τὰ ὁποῖα ἑδράζεται ἡ κρίσις καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος. Διὰ τῆς ἐγκεφαλικῆς, τῆς διανοητικῆς γυμναστικῆς, δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ψυχική τις ἀνόρθωσις καθὼς καὶ διὰ τῆς σωματικῆς γυμναστικῆς κατορθοῦται, ὅπως τὸ ἀτροφικὸν καὶ ἐξησθενημένον σῶμα ἀποκατασταθῇ εἰς ὑγείαν. Ἀλλὰ ταῦτα, Κύριοι, εἶναι σχετικά, δὲν εἶναι ἀπόλυτα. Εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ὑπάρχουσιν ἄτομα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν ἐν ἑαυτοῖς τὰ ἐγκληματικὰ ἔνστικτα ἐρριζωμένα εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀφορμὴ εἶναι ἱκανή, ὅπως ἐξεγείρῃ τὴν ὑπὸ τῆς διδασκαλίας ναρκωθεῖσαν, οὕτως εἰπεῖν, ἐγκληματικὴν αὑτῶν ῥοπὴν καθὼς πνοὴ ἀνέμου ἀναρριπίζει τὸ ὑπὸ τὴν τέφραν ὑποκαῖον πῦρ. Διὰ τοῦτο βλέπομεν οὐχὶ πολὺ σπανίως ἀνθρώπους μεμορφωμένους, ἐπιστήμονας διαπρεπεῖς, ὑποπεσόντας εἰς τὸ φρικτὸν ἔγκλημα τῆς δολοφονίας ἕνεκα ταπεινῶν συμφερόντων εἴτε ἕνεκα ποταπῆς καὶ ἀδικαιολογήτου ἐκδικήσεως. Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, ἄνθρωποι μεμορφωμένοι, ζήταντες καὶ ἀνατραφέντες εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τὰ ἑδώλια τοῦ Πανεπιστημίου, τυχόντες μορφώσεως μεγάλης ἐν ἐκπαιδευτηρίοις, δὲν δύνανται πολλάκις νὰ συγκρατήσωσι τὰς ἐγκληματικὰς αὑτῶν ὁρμάς, τί εἶναι ἐπιτετραμμένον, τί εἶναι λογικὸν νὰ περιμένωμεν ἀπὸ τὸν ἀπαίδευτον καὶ ἄξεστον χωρικόν, ἀπὸ τὸν ἀγροῖκον ποιμένα, ὁ ὁποῖος ζῇ πάντοτε ἐν μέσῳ τῆς ὡραίας μέν, ἀλλὰ ἀγρίας φύσεως, ἡ ὁποία διὰ τοῦ παραδείγματος τοῦ μελισσοφάγου, ὁ ὁποῖος καταβροχθίζει τὰς ὠφελίμους μελίσσας, διὰ τοῦ παραδείγματος τοῦ ἱέρακος, ὅστις σπαράσσει τὴν τρυγόνα τὴν ἀθῴαν, διὰ τοῦ παραδείγματος τοῦ αἱμοδιψοῦς λύκου, τοῦ δεκατίζοντος τὰ ποίμνιά του, τὸν διδάσκει ἡ φύσις, λέγω, μόνον τὴν σκληρότητα καὶ τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου, τί δύναται νὰ συγκρατήσῃ αὐτόν, ἐὰν ἔχῃ κακὰ ἔνστικτα, εἰς τὴν ὁδὸν τῆς χειροδικίας, τῆς ἁρπαγῆς, τοῦ ἐγκλήματος; Ἴσως τις θ’ ἀπαντήσῃ ἰδεολόγος: «ἡ διδαχή». Ἀλλ’ ἂν ἡ διδαχὴ δὲν ἔχει πάντοτε ὡς εἴπομεν, ἐπαρκῆ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῶν ἐγκληματικῶν ῥοπῶν ἐντὸς τῶν πόλεων, ποίαν ἐπιρροὴν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ αὕτη εἰς τὰς ἐσχατιὰς ἐκείνας τῶν ὀρέων, ὅπου αὕτη ἐξικνεῖται ἀσθενὴς καὶ οἱονεὶ λιπόθυμος, ὡς ἡ θνήσκουσα τελευταία ἀπήχησις μακρὰν κροτοῦντος τηλεβόλου; Ἡ φυσιολογία, Κύριοι, μᾶς διδάσκει ὅτι τὸν βίον τῶν ζώων ῥυθμίζουσιν ἐκτὸς τῆς γενετησίου ὁρμῆς ἡ πεῖνα καὶ ὁ φόβος. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους νομικῶν καὶ ἰδεολόγων.
§182ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶσθε ἰατρός;
§183Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Μάλιστα. Καὶ φρονῶ ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ καταλληλότεροι νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν τοιούτων πραγμάτων, χωρὶς νὰ ἐννοῶ νὰ κατακρίνω τοὺς ἄλλους. Διὰ τοῦ φόβου, Κύριοι, ἐξημεροῦνται τὰ θηρία, διὰ τῆς μάστιγος τιθασεύεται ὁ ἀγέρωχος λέων καὶ ἡ αἱμοχαρὴς τίγρις. Πρὸς τὰ ἄγρια θηρία ἐγγύτατα προκείμενοι εἰσιν οἱ διάφοροι ἐγκληματικοὶ τύποι—ὄχι ἅπαντες οἱ ἐγκληματοῦντες.—Διὰ τοῦ φόβου λοιπόν, ἐν ἐλλείψει δυστυχῶς καλλιτέρου μέσου, τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἂς συγκρατήσωμεν τὴν χεῖρα τοῦ δολοφόνου. Ἄς ἀφήσωμεν, Κύριοι, εἰς τὸν Καταστατικὸν ἡμῶν Χάρτην τὴν διάταξιν ταύτην, τὸ φόβητρον τοῦτο, καὶ ἔστε βέβαιοι ὅτι τὸ φόβητρον τοῦτο πρωτίστως θὰ εὐεργετήσῃ τοὺς φύσει ῥέποντας εἰς τὸ ἔγκλημα, διότι διὰ τοῦ φόβου συγκρατούμενοι δὲν θὰ ἐγκληματήσωσι καὶ συνεπῶς δὲν θὰ βαδίσωσι τὴν ὁδὸν τῆς λαιμητόμου.
§184ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ διάταξις.
§185Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Εἶναι ἀρνητικῶς.
§186Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀφοῦ εἶναι φύσει ἐγκληματίαι;
§187Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Εἶναι φύσει τοιοῦτοι, ἀλλὰ τοὺς συγκρατεῖ ὁ φόβος, καὶ ἐὰν δὲν συγκρατῇ αὐτοὺς πάντοτε, τοὺς συγκρατεῖ πολλάκις. Θὰ σᾶς ἔφερον ἓν παράδειγμα, διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἡ ἔλλειψις τοῦ φόβου συντελεῖ εἰς αὔξησιν τῆς ἐγκληματικότητος.
§188Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι γνωρίσματα δυστυχῶς.
§189Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι τὰς ἰδέας τοῦ Λομπρόζο. Ἐὰν δὲν τὰς παραδέχησθε σεῖς, ἄλλο ζήτημα.
§190Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοῦ Λομπρόζο τὰ ἐπιχειρήματα ἔχουσι πέσει. Τίνες εἶναι οἱ ἐγκληματικοὶ τύποι;
§191Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἦλθον ἐδῶ, ἵνα σᾶς διδάξω ἀνθρωπολογίαν. Ἐγὼ θὰ εἴπω καὶ θὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου. Ὁ θέλων ἔρχεται ἐδῶ καὶ ὁμιλεῖ. Παρακαλῶ, ὅπως μὴ μὲ διακόπτητε.
§192Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀποδέχομαι τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζετε· ἀποδέχομαι ὅτι ὑπάρχει ἴσως ὁ τύπος ὁ ἐγκληματικός, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν εἶναι γνωστὰ τὰ γνωρίσματα τοῦ τύπου.
§193Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Λοιπὸν εἶπον, Κύριοι, ἂς συγκρατήσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ τοῦ φόβου τὴν χεῖρα τοῦ δολοφόνου. Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ἰδέα, ἡ εἰκὼν τῆς ἀπαισίας μηχανῆς συγκρατεῖ τὴν χεῖρα τῶν δολοφόνων. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπαναφέρωσιν εἰς ἐνέργειαν τὴν θανατικὴν ποινήν, διότι τὸ ἔγκλημα εἶχε πλεονάσει ἐπικινδύνως. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Σ. Δραγούμης ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Γαλλίας.
§194Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δι’ αὐτὸ ἔπαυσαν οἱ φόνοι.
§195Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Εἶναι ἡ κατάστασις τῆς Γαλλίας χειροτέρα τῆς ἰδικῆς μας. Δὲν θὰ σᾶς ἀναφέρω ὡς ἐπιχείρημα τὸ γνωστὸν καὶ παλαιὸν ἐκεῖνο, ἀλλὰ πάντοτε ἐπίκαιρον, τοῦ Ἀλφόνσου Κάρρ, ὅτι δηλ. πρέπει οἱ δολοφόνοι νὰ δώσωσι τὸ παράδειγμα τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Φρονῶ ὅμως ὅτι εὑρίσκονται ἐν τῷ ἀπολύτῳ δικαίῳ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι προτιμότερον διὰ τὴν Πολιτείαν νὰ στερηθῇ τῆς ζωῆς ἀριθμός τις δολοφόνων ἢ καλῶν πολιτῶν. Ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ἓν ἐπιχείρημα φαίνεται ἰσχυρόν· τὸ ἐνδεχόμενον δικαστικῆς πλάνης. Ὁμολογουμένως συνέβησαν κατὰ τὸ παρελθὸν τοιαῦται πλάναι, εἶναι δὲ φρικτὸν καὶ νὰ συλλογισθῇ τις ὅτι ἄνθρωποι ἀθῷοι ὑπέστησαν τὴν ἀνεπανόρθωτον ταύτην ποινήν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοιαύτη πλάνη δὲν εἶναι εὔκολον νὰ συμβῇ σήμερον. Ἡ πρόοδος ἡ κοινωνική, ἡ ἀνύψωσις τῆς δικαιοσύνης, ἡ ἐπὶ τὰ βελτίω διαρρύθμισις τῶν τῆς ἀνακρίσεως, τὸ ποιὸν τῶν σημερινῶν ἐνόρκων, νομίζω ὅτι εἶναι ἀσφαλῆ ἐχέγγυα, ὅπως τοιαῦτα δυστυχήματα μὴ συμβαίνωσι πλέον. Τίς ἔνορκος θὰ εἶναι τόσον πεπωρωμένος, ὥστε νὰ δώσῃ ψῆφον καταδικαστικόν, ὅταν ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφισβήτησις κατὰ τῆς ἐνοχῆς;
§196Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι πλάνη.
§197Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἔχω πεῖραν τούτων, διότι ἐδίκασα πολλάκις ὡς ἔνορκος, οὐδέποτε δ’ εὐτυχῶς ἔδωκα τοιαύτην καταδικαστικὴν ψῆφον.
§198Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Πλανῶνται οἱ ἔνορκοι, ὅπως πλανῶνται καὶ οἱ ἰατροί.
§199Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Πλανῶνται περισσότερον οἱ δικηγόροι, διότι, ἂν πλανῶνται ἐνίοτε οἱ ἰατροί, ἔχουσι νὰ κάμωσι μὲ τοὺς ἀπείρους νόμους τῆς φύσεως, ἐνῷ οἱ δικηγόροι ἔχουσι νὰ κάμωσι μὲ τοὺς Κώδικας μόνον. Διὰ τοὺς σφαλλομένους ὑπάρχει ὁ Ποινικὸς Νόμος. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν ἕνεκεν ἀρνητικοῦ λόγου νὰ μὴ ἀναγραφῇ διάταξίς τις εἰς τὸν νόμον; Εἶναι λογικόν, εἶναι δυνατόν, ἐπειδὴ οἱ σιδηρόδρομοι, οἱ τροχιόδρομοι καὶ τὰ ἄλλα μέσα τῆς μεταγωγῆς ἐπέφεραν τυχαίως θάνατόν τινα, ν’ ἀπαγορευθῶσιν; Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα δὲν προέρχονται ἀπὸ λόγους ἐπιστημονικούς. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία ὀφείλει καὶ δύναται νὰ λάβῃ πάντα τὰ μέσα, ὅπως καταστήσῃ ἀπολύτως ἀδύνατον εἰς τὸ μέλλον τὴν δικαστικὴν πλάνην, ὅπως συνέβη εἰς τὴν ἰατρικὴν ἐπιστήμην, ἡ ὁποία διὰ τῶν προληπτικῶν μέσων τῆς ἀσηψίας κατώρθωσεν, ὥστε ἡ θνητότης πλείστων ἐγχειρήσεων νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ μηδέν. Ἐξ ἄλλου, Κύριοι, οἱ προτείνοντες τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς πρέπει νὰ εἶναι συνεπεῖς. Παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλοὶ ἔντιμοι συνάδελφοι καὶ προέτειναν τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς, οὐδεὶς ὅμως ὡμίλησε περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ εἰς τὸν στρατόν. Φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινὴ καὶ ἀπὸ τὸν στρατιωτικὸν Ποινικὸν Νόμον; Οὐδεὶς μοὶ ἀπαντᾷ. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην σας.
§200ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§201Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ὅσοι εἶσθε σύμφωνοι εἶσθε καὶ συνεπεῖς. Οἱ ἀδελφοὶ Ἰταλοὶ ἔχουσι καταργήσει τὴν θανατικὴν ποινὴν διὰ τοὺς πολίτας, διὰ τὸν στρατὸν ὅμως ὄχι· εἶναι ἄδικον καὶ φρικωδῶς γελοῖον, νὰ θεωρῆται πολύτιμος ἡ ζωὴ τοῦ κακούργου πολίτου καὶ οὐχὶ ἡ τοῦ στρατιώτου, καὶ τοῦτο διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι εἰς τὸν στρατὸν ἡ θανατικὴ ποινὴ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ πειθαρχία. Καὶ ἐρωτῶ τίς εἶναι ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν κατασκευάζονται καθ’ ἑκάστην μυριάδες λογχῶν καὶ πυροβόλων; Διὰ τίνα λόγον καλύπτουσι τὰς θαλάσσας οἱ θωρηκτοὶ κολοσσοὶ καὶ τί ἐξαγγέλλουσι στεντορείως διὰ τῶν χαινόντων στομίων τῶν τεραστίων τηλεβόλων τῶν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰμὴ ὅτι εἰσὶν ἕτοιμοι διὰ θανατικὰς ἐκτελέσεις; Καὶ ὅτε εἰς μάχας γενομένας πολλάκις ἄνευ ἀποχρῶντος, ἄνευ ἠθικοῦ λόγου θυσιάζονται ἐν μιᾷ στιγμῇ χιλιάδες χρησίμων πολιτῶν, συνεπείᾳ διαταγῶν τῆς Πολιτείας, ἡ ὑποκρίτρια αὐτὴ Πολιτεία θὰ φρικιάσῃ κατόπιν, ὡς ὑστερικὴ μαινάς, πρὸ τῆς καταδίκης ἑνὸς ἐκφύλου τέρατος;
§202ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἰδεώδη.
§203Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὰ ἰδεώδη μου. Διὰ πάντα ταῦτα φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ ἡ θανατικὴ ποινή. Ἡ βάρβαρος αὐτὴ ποινὴ πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει ὡς φόβητρον. Ἐὰν δὲ εἰς τὸ μέλλον ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τὴν καταργήσῃ, ἂς τὴν καταργήσῃ, δὲν πρέπει ὅμως ἡ κατάργησις αὐτὴ νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Δύναται εἰς τὸ μέλλον διὰ νόμου ἡ Βουλὴ νὰ τὴν καταργήσῃ καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ τὴν ἐπαναφέρῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ἐκ καθήκοντος εἰς ἡμᾶς ἀπέναντι τῆς κοινωνίας καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον, εἶναι νὰ προσέξωμεν μήπως μετανοήσωμεν, μήπως μετά τινα χρόνον ἀκούσωμεν δικαίας κραυγὰς ἐναντίον ἡμῶν.
§204Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει.
§205Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περισταλῇ πᾶσα ἀφορμή, πᾶσα αἰτία τείνουσα εἰς ἐνθάρρυνσιν τοῦ ἐγκλήματος. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ περιφρουρηθῇ ἡ κοινωνία καὶ ἡ ζωὴ τῶν πολιτῶν. Ἂς φροντίσωμεν, Κύριοι, πρῶτον νὰ βελτιώσωμεν τὰς φυλακὰς ἡμῶν τὰς ἀθλιωτάτας, ὅπου συμφύρονται βαρύποινοι μετ’ ἐλαφροποίνων, ὅπου καὶ ἐλαφρόποινοι κατάκεινται πολλάκις πάσχοντες ἐπὶ τοῦ ψυχροῦ ἐδάφους καὶ ἀποθνήσκουσιν ἕνεκα ἐλλείψεως τῆς ἀναγκαίας περιθάλψεως καὶ ἰατρικῆς ἀρωγῆς. Εὐτυχῶς εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς ἀνορθωτικῆς ἡμῶν Κυβερνήσεως ὑπάρχει θέσις καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ θὰ ἐπέλθῃ βεβαίως ἡ ἀπαιτουμένη βελτίωσις καὶ μεταρρύθμισις τῶν φυλακῶν ἡμῶν, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται μελέτη καὶ χρόνος μακρός. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐπὶ τοῦ παρόντος συστήσῃ, εἰ δυνατόν, ἐπιτροπήν τινα, ἡ ὁποία νὰ παρέχῃ ἐχέγγυα ἱκανότητος καὶ εὐσυνειδησίας, ἵνα περιέλθῃ τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους καί, ἀφοῦ ἐξετάσῃ τοὺς πάσχοντας ἀπὸ μολυσματικὰ καὶ ἀνίατα νοσήματα, γνωμοδοτήσῃ, ὅπως δοθῇ εἰς αὐτοὺς χάρις. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ὄχι μόνον ἡ στοιχειώδης φιλανθρωπία, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ καθῆκον καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, διὰ νὰ μὴ μεταδίδωνται τὰ νοσήματα καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς φυλακισμένους.
§206ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ἐξέλθωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν θὰ τὰ μεταδώσωσι;
§207Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Διατί ἔχομεν τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα; Εἴδετε ὑμεῖς τοὺς ἀσθενεῖς αὐτούς ποτε; Ἐγὼ τοὺς εἶδον πάσχοντας καὶ ἀποθνήσκοντας, δὲν τοὺς ἐπεσκέφθην ὡς δικηγόρος, τοὺς ἐπεσκέφθην ὡς ἰατρὸς καὶ δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ φροντίς, ὅπως δοθῇ χάρις εἰς τοὺς καταδίκους αὐτοὺς καθὼς καὶ εἰς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ὑπάρχουσι συστάσεις τῶν Δικαστηρίων. Ταῦτα, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ πράξωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ μέλλον, εὔχομαι νὰ μὴ εἶναι πολὺ μακρὰν ἡ ἡμέρα ἐκείνη ἡ πολυπόθητος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀδελφοποίησις θὰ ἑνώσῃ πάντας τοὺς λαοὺς τῆς γῆς, ἡ ἡμέρα ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον θὰ διαγραφῇ ἐκ τῶν ποινικῶν κωδίκων πάντων τῶν ἐθνῶν ἡ ἀποτρόπαιος ποινή, περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν, ἀλλὰ καὶ θὰ καταρρεύσωσι καὶ αὐτὰ τὰ μισητὰ καὶ ἀπεχθῆ τῶν δεσμωτηρίων τείχη.
§208Ι. ΜΑΝΟΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀνθρωπίνην συνείδησιν οὔτε εἰς τὴν περιωπὴν τῆς προόδου, εἰς ἣν ἀνήχθησαν τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, ἐὰν δ’ ἀπηλείφετο, θὰ ἐσημείου σταθμὸν προόδου καὶ ἡμερώσεως. Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐκτὸς τῆς ἀδικαιολογήτου βάσεως, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγοροῦσι πάντες οἱ συγγραφεῖς οἱ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ μεγάλα ποινικὰ ζητήματα, ἀντίκειται καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν νόμον τῆς κοινωνικότητος, ἐξ οὗ ἐκπηγάζει καὶ τὸ πρὸς τὸ τιμωρεῖν δικαίωμα τῆς Πολιτείας. Ἡ Πολιτεία ἀσκοῦσα τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἐσχάτης ταύτης τῶν ποινῶν θέτει διὰ παντὸς ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τὸ μέλος τῆς Πολιτείας τὸ ἀδικῆσαν καὶ ἀποστερεῖ ἐκ τοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ ἰδία εἶναι ἀνίκανος ν’ ἀποδώσῃ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης καὶ πολλῶν ἄλλων κρινομένη ἡ ἐσχάτη τῶν ποινῶν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πολλοὺς τοὺς ὑπὲρ αὐτῆς συνηγοροῦντας. Ἀλλὰ τὰ ἔθνη ἐν τῇ πρὸς τὰ ἐπὶ τὰ πρόσω σταδιοδρομίᾳ αὑτῶν, ἐνῷ πολλὰ εἴδωλα καταρρίπτουσι καὶ πολλοὺς φραγμοὺς καταστρέφουσι, βαίνοντα εὐθὺ πρὸς νέους ὁρίζοντας συνεφέλκονται πεπλανημένας τινὰς ἰδέας καὶ ἕξεις, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι παραδόσεις. Μία τῶν πεπλανημένων τούτων ἰδεῶν εἶναι καὶ ἡ ἀντίληψις τῆς διατηρήσεως τῆς ποινῆς ταύτης ὡς ἀνάγκης. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀνεκτὴ ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, καίπερ ἀποτροπιαζομένη, δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον εἶναι νὰ καταστήσωμεν ταύτην ἧττον ἐνεργόν. Διὰ νὰ καταστήσωμεν δὲ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς ὀλιγώτερον αἰσθητήν, ὀλιγώτερον ὀδυνηρὰν καὶ νὰ παρακολουθήσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιστήμη ἀνεγνώρισε, πρέπει νὰ περιβάλωμεν τὴν ἐπιβολὴν αὐτῆς δι’ ἐγγυήσεων καὶ ἐξασφαλίσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ ἐντύπωσις, ὅταν παρίσταται ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς, νὰ μὴ εἶναι τόσον αἰσθητὴ καὶ ὀδυνηρά. Ἕν τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀγάγωσιν εἰς τοιοῦτον ἀποτέλεσμα, εἶναι καὶ ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας βουλευτοῦ κ. Φουρίδου, ἡ ὁποία θέτει φραγμοὺς καὶ παρέχει ἐγγυήσεις, ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει θέλει ἐπιβληθῆ ποτε ἡ ποινὴ αὕτη, νὰ περιβάληται μὲ τοιαύτας ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ παρέχωσι τὸ κῦρος καὶ τὴν πεποίθησιν ἐκδηλώσεως ὁμοφώνου ἐθνικῆς θελήσεως, τὸ ὁποῖον μόνον διὰ τῆς δικαστικῆς ὁμοψηφίας ἐπιτυγχάνεται. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τὴν προτεινομένην ὑπὸ τοῦ κ. Φουρίδου, νομίζω ὅτι τείνομεν εἰς τὸ νὰ περιβάλωμεν τὴν ἐπιβολὴν τῆς θανατικῆς ποινῆς δι’ ἐπαρκῶν ἐγγυήσεων. Τὸ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιχείρημα, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν μυστικότητα τῶν διασκέψεων, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ εἶναι σοβαρὸν καὶ ἀμάχητον, διότι, προκειμένου νὰ πέσῃ μία κεφαλή, φρονῶ ὅτι χάριν αὐτῆς δύναται νὰ παραβιασθῇ ἡ μυστικότης. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν τοῦ ἐκ Λακωνίας συναδέλφου κ. Φουρίδου.
§209Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅ,τι δὲν δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ καὶ ὑποθέτω καὶ οἱ ἄλλοι οἱ συνηγορήσαντες ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς δὲν δύνανται νὰ ἰσχυρισθῶσιν εἶναι ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐχθροὶ τῆς θανατικῆς ποινῆς διαπνεόμεθα ἀπὸ φιλανθρωπότερα αἰσθήματα ἀπὸ τοὺς ἀντιφρονοῦντας, διότι νομίζω ὅτι καὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες ὁμοίως διαπνέονται ἀπὸ φιλάνθρωπα αἰσθήματα, ὁμοίως ἀναγνωρίζουσι τὴν μεγάλην ἀξίαν τῆς ἀνθρωπίνης ζωῆς καὶ τὴν φοβερότητα τῆς καταστροφῆς ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων. Διαφωνοῦμεν ὅμως εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀποτελεσμάτων, τῶν ἐνεργειῶν τῆς θανατικῆς ποινῆς, καὶ ἐπὶ τοῦ πεδίου τούτου μόνον εἶναι δυνατὴ ἡ συζήτητις, ὅπως ἐτόνισε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι χάριν τῆς προόδου τῆς κοινωνίας πρέπει νὰ ὑποτάσσηται τὸ ἄτομον, πρέπει ἀκόμη νὰ παραγνωρίζηται τὸ ἄτομον. Ἀναγνωρίζω ἐπίσης ὅτι ὑπάρχουσι περιπτώσεις —ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι τοῦτο δὲν συμβαίνει πάντοτε—, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐνεργεῖ προληπτικῶς κατὰ τῶν ἀδικημάτων, ἀλλὰ τίς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς ὑπόκειται εἰς πλάνας; Ἀνέφερεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος παραδείγματα ἀποτροπαίων κακουργημάτων· θ’ ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ἓν παράδειγμα ἀπὸ τὰς πλάνας τὰς δικαστικὰς ὄχι εἰλημμένον ἀπὸ τὴν ξένην, ἀλλ’ ἀπὸ τὸν τόπον τὸν ἰδικόν μας. Πρὸ ἐτῶν κατεδικάσθησάν τινες, καταγόμενοι ἀπὸ τὴν πατρίδα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Βουλῆς, διὰ βαρὺ κακούργημα εἰς θάνατον· ἡ ποινὴ αὐτῶν ἐμετριάσθη εἰς ἰσόβια δεσμὰ διὰ χάριτος, μετὰ παρέλευσιν δ’ ἐτῶν, ἀφοῦ δύο ἐκ τῶν καταδικασθέντων ἀπέθανον, καὶ ἀφοῦ διήνυσεν 17 ἔτη εἰς τὰς φυλακὰς ὁ εἷς ἐξ αὐτῶν, ἀπεκαλύφθη ἐξ ὁμολογίας τοῦ πραγματικοῦ ἐργάτου τοῦ σχετικοῦ ἐγκλήματος ὅτι οἱ καταδικασθέντες ἦσαν πάντη ἀθῷοι. Συνεπείᾳ τῆς ἀποκαλύψεως αὐτῆς ἀπεδόθη ἡ ἐλευθερία εἰς τὸν ἐπιζῶντα ἐκ τῶν καταδικασθέντων, ὀνόματι Καρακώσταν, ὁ ὁποῖος ἀφιέρωσεν ἑαυτὸν εἰς τὸν μοναχικὸν βίον, προσευχόμενος ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς τόσον τῆς ἰδικῆς του, ὅσον καὶ τῆς τῶν ὁμοίων του καὶ τῶν δικαστῶν ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι τὸν κατεδίκασαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα διὰ παραθέσεως παραδειγμάτων. Ἀφοῦ, λέγω, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς ὑπόκειται πολλάκις εἰς πλάνας, ἀφοῦ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι πολλάκις οἱ προβαίνοντες εἰς διάπραξιν ἐγκλημάτων ἢ δὲν ἔχουσιν ἐλευθερίαν τῆς βουλήσεως ἢ ὑποκύπτουσιν εἰς κοινωνικὰ αἴτια, εἶναι καὶ αὐτοὶ ἀποτελέσματα κοινωνικῶν νόσων, λέγω δὲ κοινωνικῶν νόσων, διότι εἶναι παρατηρημένον ὅτι οἱ εἰς θάνατον καταδικαζόμενοι καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων ἐκτελεῖται ἡ θανατικὴ ποινή, ἀνήκουσιν εἰς τὰς κατωτέρας τάξεις, ὄχι εἰς τὰς οἰκονομικῶς εὐπορωτέρας τάξεις, ἀφοῦ πολλάκις οἱ καταδικαζόμενοι εἰς θάνατον εἶναι ἄξιοι καὶ ἐπιδεκτικοὶ διορθώσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι πρέπει νὰ διατηρηθῇ ἡ ποινή, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἀμφίβολα καὶ ἐξ ὅσων πρὸ ὀλίγου εἶπον καὶ ἐξ ὅσων οἱ ἄλλοι οἱ πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες εὐγλώττως ἀνέπτυξαν; Ἤκουσα ὑποστηριζόμενον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον συχνὰ ἐπαναλαμβάνεται προκειμένου περὶ μεταρρυθμίσεώς τινος, ὅτι ἀπολύτως μὲν καὶ κατὰ θεωρίαν εἶναι ὀρθὴ ἡ κατάργησις τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἀλλ’ ὁ τύπος ἡμῶν δὲν εἶναι ἀρκετὰ προηγμένος, ὅπως δεχθῇ τοιαύτην μεταρρύθμισιν. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡμεῖς ὑπὸ ἔποψιν ἐγκληματικὴν εἴμεθα εἰς χειροτέραν θέσιν ἀπὸ τοὺς Ῥωμούνους ἢ τοὺς Πορτογάλλους, οἱ ὁποῖοι κατήργησαν τὴν θανατικὴν ποινήν, ἢ ἀπὸ τοὺς κατοίκους πολλῶν μερῶν τῆς Ἰταλίας, ἥτις κατήργησεν ἐπίσης τὴν θανατικὴν ποινήν, διὰ νὰ μὴ κάμω σύγκρισιν πρὸς τὰ μᾶλλον προηγμένα Κράτη, ὅπως ἡ Νορβηγία, πολλὰ καντόνια τῆς Ἑλβετίας, καί τινα Κράτη τῆς Ἀμερικῆς, ἅτινα ὡσαύτως κατήργησαν τὴν θανατικὴν ποινήν. Ἤκουσα ἐπίσης ὑποστηριζόμενον ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ φυλακαὶ εἶναι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν ταύτην. Εἰς ἀπόκρουσιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ τούτου ἥκιστα σπουδαίου ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, διακόψας τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτήν, ὅτι πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ σύστημα τῶν φυλακῶν μας τὸ ταχύτερον. Ἐγὼ δὲν θὰ εἶχον δισταγμὸν νὰ δεχθῶ τὴν διατήρησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἐὰν εἶχον τὴν βεβαιότητα ὅτι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ ἀπονομὴ τῆς χάριτος, ἤθελον διαπνέεσθαι πάντοτε ἀπὸ ἐξαιρετικῶς φιλάνθρωπα αἰσθήματα, ὅπως συμβαίνει εἰς ἄλλα Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα, καίτοι διατηρεῖται ἡ θανατικὴ ποινή, ἐν τούτοις ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν οὐδέποτε ἐξετελέσθη τοιαύτη, ἀλλὰ δυστυχῶς τοῦτο δὲν συμβαίνει πάντοτε παρ’ ἡμῖν. Πολλάκις προΐστανται τῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία εἰσηγεῖται τὴν ἀπονομὴν χάριτος παρ’ ἡμῖν, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μετὰ μεγάλου δισταγμοῦ διατάσσουσι τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων εἰς θάνατον, παραβαίνοντες ἀκόμη καὶ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι, ἐὰν ἐντὸς δύο μηνῶν δὲν δοθῇ χάρις, πρέπει ἡ ἀπόφασις νὰ ἐκτελῆται, ἀλλ’ ἐνίοτε προΐστανται τῆς ἐν λόγῳ ἀρχῆς ἄλλοι ἄτεγκτοι δῆθεν τηρηταὶ τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι δὲν διστάζουσι νὰ διατάξωσι τὴν ἐκτέλεσιν σωρείας θανατικῶν ἀποφάσεων!. Διὰ πάντας τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἠρτημένη ἡ ἐκτέλεσις τῆς θανατικῆς ἀποφάσεως ἀπὸ τῆς σκέψεως καὶ ἀντιλήψεως καὶ τὰ αἰσθήματα ἑνὸς προσώπου. Κατ’ ἀκολουθίαν κηρύσσομαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς... Φρονῶ ὅτι καλλιτέρα διαρρύθμισις τοῦ οἰκονομικοῦ ὀργανισμοῦ μας, καλλιτέρα διαρρύθμισις τῆς ἐκπαιδεύσεως θὰ συντελέσωσι πολὺ περισσότερον εἰς τὸν μετριασμὸν τῶν ἀδικημάτων ἢ ἡ διατήρησις τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἡ ὁποία πρὸς τούτοις ἀντίκειται εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἡ ὁποία δίδει τὸ παράδειγμα τῆς ὠμότητος καὶ τῆς ἀπανθρωπίας!
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§211Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω. Καὶ ἐγώ, Κύριοι, συνηγορῶ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν κατάργησιν εἰσηγήθην καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ συνταγματικῇ. Ἡ βάσις ἐκ τῆς ὁποίας ἀναχωρῶ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου, εἶναι καθαρῶς ἡ ἰδεολογία, τὴν ὁποίαν ἀπεκόμισα ἐκ τῶν μελετῶν μου καὶ ἐκ τῆς φιλοσοφίας ἐπὶ τῶν κοινωνικῶν πραγμάτων. Ἀντιδρᾷ ἐντελῶς τοὐλάχιστον τὸ κατ’ ἐμὲ ὁ ὀργανισμός μου καὶ ἡ ψυχή μου κατὰ τῆς ἰδέας ὅτι ἄνθρωπος δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωὴν τοῦ ὁμοίου του. Εἶναι ἀναμφήριστον ὅτι ἐν τῇ πολιτικῇ αἱ τοιαῦται σκέψεις καθοδηγοῦσι πόρρωθεν μόνον ἐκ τοῦ βάθους τοῦ συναισθήματος καὶ τῆς ἀντιλήψεως περὶ τοῦ κόσμου τὸν καλούμενον νὰ ῥυθμίσῃ οὕτως ἢ ἄλλως τὴν νομοθεσίαν ἑνὸς τόπου· καθοδηγοῦσι τὰς σκέψεις αὐτοῦ, ἀλλὰ πολλάκις ὀπισθοχωροῦσι πρὸ σκέψεων πρακτικῆς σκοπιμότητος. Ἀναγνωρίζω ὅτι εἰς πολλοὺς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὡς εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ὅπως καὶ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς παρετήρησα τοῦτο, τοιαῦται σκέψεις πρακτικῆς σκοπιμότητος δύνανται ν’ ἀναφανῶσι, συνεζήτησα δὲ κατ’ ἐμαυτὸν τὰς ἀντιρρήσεις, ἃς δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμον νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν οὕτω προκεχωρηκυίᾳ ὥρᾳ, ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντετάχθησαν πρὸς ἐμέ, καὶ δὲν ἠδυνήθην νὰ συμφωνήσω πρὸς τὰς ἀντιρρήσεις ταύτας. Αἱ πρακτικῆς σκοπιμότητος σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἀνυψοῦνται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναπόδεικτοι ἐκ τῶν πραγμάτων. Μία μόνον βάσις συζητήσεως ὑπάρχει κατ’ ἐμέ, ἡ ὁποία ἀντέχει εἰς λογικὴν συζήτησιν, ἡ βάσις τῆς ἀμύνης τῆς κοινωνίας κατὰ μελῶν, τὰ ὁποῖα στεροῦνται τῆς κοινωνικότητος καὶ τὰ ὁποῖα ἀντιδρῶσι κατὰ τῆς κοινωνικότητος, κατὰ μελῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι παθολογικὰ φαινόμενα ἀνίατα, δικαιολογοῦντα νὰ σκεφθῇ τις ἂν συμφέρει εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ διατηρήσῃ τὰ οὕτως ἀνιάτως ἀντικοινωνικὰ μέλη εἰς τὴν ζωὴν ἢ ἂν εἶναι μᾶλλον καὶ συμφέρον εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς αὐτὰ τὰ μέλη νὰ καταδικάσῃ ταῦτα εἰς ἀποκοπὴν ἐκ τῆς κοινωνίας. Ἡ σκέψις αὕτη θὰ ἦτο ἡ λογική, ἀλλ’ ἡ λογικὴ συνέπεια θ’ ἀπῄτει, ὅπως τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν μὴ ἀποφαίνωνται τὰ Δικαστήρια, ἀλλ’ ἀποφαίνωνται ἕτεροι ἄνδρες κάτοχοι τῆς φρενιατρικῆς καὶ ψυχιατρικῆς ἐπιστήμης. Ταῦτα λέγων ἀναγνωρίζω ὅτι εὑρίσκομαι ἐν τῷ ἐδάφει τῆς ἰδεολογίας καὶ τῶν θεωρητικῶν συζητήσεων, οὐχὶ δὲ ἐν τῷ ἐδάφει τῆς πρακτικῆς συζητήσεως, ἣν ἐπιτρέπει ἡ κατάστασις τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος, ὀφείλω ὅμως, ἂν καὶ ἀναγνωρίζω τὴν κατάστασιν ταύτην, νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, τόσον δὲ μᾶλλον, ὅσον ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐκ τῶν καθεστώτων νόμων ἐπιβάλλεται οὐχὶ μόνον εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας Κράτη μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα εἰς τὸν πολιτισμὸν περιώρισαν τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται καὶ εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς δὲν ἔχομεν κἂν ἀδίκημα, ἀλλ’ ἔχομεν μόνον ἀποπείρας ἀδικήματος, ἀλλ’ ἔχομεν μόνον προπαρασκευαστικὰς πράξεις ἀδικήματος. Ἔχομεν ἕνα πανάρχαιον νόμον, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ποινὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι διεῖπον τὰ πνεύματα εἰς τὴν χαραυγὴν τοῦ νεωτέρου πολιτισμοῦ, ὅτε ἀκόμη δὲν εἶχον διαλυθῆ τὰ σκότη τοῦ μεσαίωνος. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, βεβαίως ἡ ἀπόφασις αὕτη δὲν θὰ σημάνῃ ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο δὲν καταργεῖ τὴν θανατικὴν ποινὴν ἀποκλείεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐν προσεχεῖ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον μέλλοντι νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῶν Ἑλλήνων, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται καὶ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Συντάγματος, καθιεροῦται τὸ ἐλάχιστον μέτρον τῶν ἐλευθεριῶν, τὸ ἐλάχιστον τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, χωρὶς νὰ τίθενται περιορισμοί, ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία παράσχῃ μείζονας ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ὡς ἀτόπως ὑπεστήριξεν ἄλλοτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἀφοῦ ἡ συζήτησις τὸ ἔφερε καὶ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, ὀφείλω ἐπίσης νὰ τονίσω ὅτι εἶναι ὀλίγον τι πλατωνικὴ οὐτοπία τὸ νὰ συζητῶμεν ἐν Ἑλλάδι ἂν πρέπει νὰ καταργήσωμεν τὴν θανατικὴν ποινήν, ὅτε ἔχομεν σύστημα φυλακῶν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν σκληρότερον θάνατον διὰ τοὺς ἐγκαθειργνυομένους, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτόχρημα τὸ Inferno τοῦ Dante διὰ τοὺς καταδικαζομένους εἰς μακροτέραν ἐγκάθειρξιν καὶ εἰς ἰσόβια δεσμά. Δύναται εἰς τὰς ἑλληνικὰς φυλακὰς νὰ ἐπιγραφῇ τὸ «Lasciate ogni speranza, o voi, ch’ entrate». Εἶναι φιλανθρωπότερον νὰ θανατώσωμεν ἕνα ἄνθρωπον ἢ νὰ τὸν στείλωμεν εἰς τὰς ἑλληνικὰς τρώγλας τὰς καλουμένας φυλακάς, καὶ ἴσως ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης θὰ ἐνεδεικνύετο ἡ θερμοτάτη σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως πρώτιστον μέλημα αὑτῆς ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῆς Δικαιοσύνης θεωρήσῃ τὸ ζήτημα τῆς διαρρυθμίσεως τῶν φυλακῶν καὶ τῆς ἐν τῇ φυλακῇ διαίτης καὶ τῆς ἐργασίας τῶν καταδίκων. Ἡ ἐργασία τῶν καταδίκων δύναται ἀποτιμωμένη κατὰ τὸ ἐλάχιστον ὅριον, τὸ ὁποῖον εἰς ὅμοια ἱδρύματα ἄλλων Κρατῶν προσέφερον, νὰ δώσῃ πρόσοδον ἀρκοῦσαν διὰ τὴν ἀνίδρυσιν νέων κτιρίων. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι 6000 κατάδικοι εἶναι ἐγκαθειργμένοι ἡμερησίως, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι 25 λεπτὰ εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς ἡμερησίας προσόδου ἑκάστου τούτων, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἔχομεν εἰσόδημα ἡμερήσιον χιλίων πεντακοσίων δραχμῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δωρεῶν, αἱ ὁποῖαι τελευταίως ἐπηκολούθησαν, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν σύντονος σκέψις ὅπως καταστήσῃ τὰς φυλακὰς ταύτας φυλακὰς ὄχι μόνον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀμύνης τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἐξανθρωπιστικοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσιν αἱ φυλακαί, ἵνα ἀποκτήσῃ οὕτως οὐσιαστικὴν ἀξίαν καὶ ἡ ἄλλη συζήτησις, ἂν εἶναι φιλανθρωπότερον, ἂν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἠθικῆς τὸ νὰ ἐγκλείωμέν τινα εἰς τὴν φυλακὴν ἰσοβίως ἢ ν’ ἀφαιρῶμεν ἀπὸ αὐτὸν τὴν ζωήν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐν συντόμῳ, διότι ἐννοῶ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, τοιαύτην ὥραν παραμένων ἐνταῦθα καὶ παρακολουθῶν τὴν συζήτησιν.
§212ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ Ποινικὸς Νόμος ἀναγράφων τὰς ποινὰς τῆς στερήσεως τῆς περιουσίας, τῆς στερήσεως τῆς ἐλευθερίας δικαίωμα ἔχει κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ προχωρήσῃ καὶ περαιτέρω, ὥστε νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι στερήσεως τῆς ζωῆς. Ἐκ πάσῃ περιπτώσει εἶναι ζήτημα ποινῆς, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐνθυμίσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσαγάγῃ καὶ περὶ τούτου τὸ προσῆκον νομοσχέδιον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ εἶχον τὴν γνώμην, ὅπως οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς μὴ ἀναζητῶσι τὰ ἐπιχειρήματά των εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναγράφεται καὶ τὸ «Πᾶν δένδρον μὴ φέρον καρπὸν καλὸν ἐκκόπτεται καὶ εἰς πῦρ βάλλεται». Οἱ ὑποστηρίζοντες δὲ τὴν διατήρησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς νὰ μὴ ζητῶσιν ἐπιχειρήματα εἰς τὰς θεωρίας τοῦ Λομπρόζο, διότι οὗτος ὑποστηρίζει τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς, θεωρῶν αὐτὴν ὡς ματαίαν.
§213ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν παραδέχεται.
§214ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν παραδέχεται κατὰ θεωρίαν. Ὑποστηρίζει ὅτι ὑπάρχουσιν ἐγκληματίαι ἐκ γενετῆς ἀδιόρθωτοι, οἵτινες ὀρθὸν εἶναι νὰ ἐξαφανίζωνται, χάριν τῆς ἐπιλογῆς, ἵνα μὴ διὰ τῆς κληρονομικότητος πολλαπλασιάσωσι τοὺς ἐκ γενετῆς ἐγκληματίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀναγνωρίζει ὅτι, διὰ νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, πρέπει μόνον ἐν Ἰταλίᾳ χιλιάδες ὁλόκληροι ν’ ἀποκεφαλίζωνται κατ’ ἔτος, ἐπειδὴ δὲ τοιοῦτο σφαγεῖον οὐδεὶς θέλει δυνηθῆ νὰ ἱδρύσῃ, διὰ τοῦτο προτείνει τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς ὡς ματαίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐπεθύμουν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς ν’ ἀποφασισθῇ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ μὴ διευθύνῃ τὰ βήματα τοῦ Κοινοβουλίου μία μωρολογία αὐτόχρημα, ὅτι τουτέστι πρέπει ν’ ἀρχίσωσι διδάσκοντες τὰς Πολιτείας οἱ δολοφόνοι περὶ καταργήσεως μιᾶς διατάξεως τοῦ Ποινικοῦ αὐτῶν Νόμου, νὰ παύσῃ νὰ λέγηται ὅτι πρέπει ν’ ἀρχίσωσι πρῶτοι οἱ δολοφόνοι νὰ καταργήσωσι τὴν θανατικὴν ποινήν. Τὸ μωρολόγημα τοῦτο εὗρε δυστυχῶς θέσιν καὶ εἰς σελίδας σοβαρῶν συγγραμμάτων, ἠκούσθη καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῶν Κοινοβουλίων, διότι εἶναι μία ὄντως κτυπητὴ φράσις, μία φράσις ἀληθῶς ἐκ πρώτης ἀκοῆς συναρπάζουσα. Τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ζητήματα Ποινικοῦ Νόμου καὶ Ποινικῆς Δικονομίας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀληθῶς ζήτημα συνταγματικόν, ἦτο τὸ ζήτημα τῆς χάριτος. Ἡ χάρις θεωρεῖται ὡς προνομία τοῦ Βασιλέως, εἶναι δὲ προνομία ἔχουσα τὴν ἀρχήν της εἰς τὸ «ἐλέῳ Θεοῦ βασιλεύειν». Θὰ ἔπρεπεν ὅμως νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἀποτελεῖ ἀναχρονισμὸν τερατώδη, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον πράττει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἐναντίον τοῦ πολιτεύματος, διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία οὐδὲν δικαίωμα ἔχει ν’ ἀνατρέπῃ τὰς πράξεις τῆς δικαστικῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅ,τι καὶ ἂν εἶναι, ὡς ἐξηγήθη ἡ προνομία αὕτη παρ’ ἡμῖν, φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν πολὺ ταχέως εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ν’ ἀσκῆται τουλάχιστον πρεπόντως. Ἐν ὀνόματι τῆς προνομίας αὐτῆς διεπράχθησαν τερατουργήματα ἐναντίον τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας. Τίς ἐξ ἡμῶν δὲν γινώσκει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατεδικάσθησαν ἐπανειλημμένως εἰς αὐτὴν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, καὶ εἰς ἰσόβια δεσμά, καὶ ἐν τούτοις εὑρίσκονται νῦν ἐν μέσῳ τῆς κοινωνίας, ἀπολαύοντα τὴν ζωήν, ζῶντα ἐνιαχοῦ ἴσως καὶ ἐν μέσῳ τιμῶν καὶ περιουσίας. Πᾶς τις ἐξ ὑμῶν γνωρίζει ὅτι συγγενεῖς πολιτευομένων, φίλοι ἰσχυροὶ πολιτευομένων, ἀποτελοῦσι διαρκεῖς συμμορίας ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Ἐγὼ γνωρίζω πολλὰ τοιαῦτα τέρατα, τὰ ὁποῖα πιστεύουσιν ὅτι, καὶ ἂν καταδικασθῶσι, θέλουσι τύχει πάλιν χάριτος. Καὶ συμπεραίνω: Ἐνόσῳ δὲν θὰ κανονίσωμεν, καθ’ ὃ ἔχομεν ἐπιτακτικὸν καθῆκον, τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς χάριτος, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα οὔτε νὰ συζητῶμεν περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς.
§215Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ σεβόμενος τὴν κόπωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ συζητοῦσα τοιαύτην ὥραν, καὶ ἐξ ἄλλου λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱ προαγορεύσαντες ἐξήντλησαν τὸ θέμα ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει καὶ ἐμέ, θὰ περιορισθῶ νὰ δηλώσω ὅτι εἶμαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, προσέτι δὲ νὰ εἴπω καὶ τοῦτο, ὅτι, κατόπιν τῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητήσεως, ἐπείσθην ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἔχει δυστυχῶς ὡριμάσει παρ’ ἡμῖν ἡ κοινὴ συνείδησις πρὸς κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς. Εὔχομαι δέ, Κύριοι, ὅπως ὡριμάσῃ ταχέως ἡ τοιαύτη συνείδησις, ἡ ὁποία ἤθελεν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν ποινήν, στιγματίζουσιν αὐτήν· διότι ἡ ποινὴ αὕτη ἀντίκειται πρὸς πᾶν αἴσθημα δικαιοσύνης, πρὸς πᾶν αἴσθημα ἀνθρωπισμοῦ.
§216Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ὑπῆρξε περισπούδαστον καὶ πολυκύμαντον ἔκ τε τῇ ἐπιστήμῃ καὶ τῇ νομοθεσίᾳ τῶν Κρατῶν, ὡς συμβαίνει καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα ζητήματα, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἀπολύτου λύσεως. Πρὸς κύρωσιν τῶν λόγων μου ἔρχεται τὸ περιστατικὸν ὅτι, ἐνῷ πρὸ ἑκατονταετηρίδων ὅλων συζητεῖται τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐπιστεύθη πρὸς στιγμὴν εἴς τινα Κράτη, ἅτινα προήχθησαν καὶ ἐν τῷ πολιτισμῷ καὶ ἐν τῇ φιλοσοφίᾳ τοῦ Ποινικοῦ δικαίου, ὅτι εὑρέθη μία λύσις καὶ διετύπωσαν αἱ νομοθεσίαι αἱ ποινικαὶ τῶν Κρατῶν τούτων ὡρισμένας ἀρχὰς σχετικῶς πρὸς τὴν θανατικὴν ποινήν, ἐν τούτοις, ἕνεκα λόγων κοινωνικῆς ἀνάγκης, εὑρέθησαν ἠναγκασμένα νὰ σκεφθῶσι διαφορετικώτερον καὶ ἐγκαταλείποντα τὰς θεωρίας καὶ τὰς φιλοσοφικὰς ἀρχὰς περὶ νομιμότητος ἢ μὴ τῆς θανατικῆς ποινῆς νὰ ἐγκολπωθῶσι τὴν ἰδέαν τῆς κοινωνικῆς ἀνάγκης καὶ σκεφθῶσι περισσότερον περὶ τῆς ἑαυτῶν προστασίας παρὰ περὶ τῆς ἱκανοποιήσεως τῆς φιλοσοφικῆς ἰδέας, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ὁ φυσικὸς νόμος ὠθεῖ τὸν ἄνθρωπον εἰς τὸν κοινωνικὸν βίον, τούτου δὲ δεδομένου δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁ κοινωνικὸς βίος εἶναι ἁπλῆ συνθήκη, ἁπλοῦν μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων συνάλλαγμα, καὶ ὅτι ἕνα τῶν ὅρων τούτου ἀποτελεῖ ρήτρα περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, δηλονότι ῥήτρα περὶ τοιούτου ἢ τοιούτου τρόπου ἐμφανίσεως τῆς νομοθεσίας τῆς ποινικῆς ἑνὸς Κράτους, διότι καὶ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐν δεδομένῃ περιστάσει ἤθελον κριθῆ ὡς χρήσιμα καὶ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, ὅπως προστατευθῇ τὸ κοινωνικὸν σῶμα, προβάλλονται φυσικῶς ὡς ἀναγκαῖα χάριν τῆς προστασίας ταύτης τοῦ κοινωνικοῦ σώματος. Ὁ κοινωνικὸς βίος παρίσταται ὡς μία παραφυὰς τοῦ φυσικοῦ νόμου· ὁ φυσικὸς νόμος παραλλήλως μετὰ τοῦ νόμου τοῦ θετικοῦ ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ κοινωνικὸν οἰκοδόμημα. Ἡ ἀνάγκη τῆς στηρίξεως καὶ προστασίας τοῦ κοινωνικοῦ οἰκοδομήματος εἶναι ὑπερτάτη ἀνάγκη καὶ ὑπέρτατον ἀγαθόν, ἐκ τοῦ φυσικοῦ δὲ νόμου τὸ κοινωνικὸν σῶμα ἀντλεῖ τὸ δικαίωμα τὸ μὲν νὰ προλαμβάνῃ, τὸ δὲ νὰ περιστέλλῃ διὰ τῆς τιμωρίας πᾶσαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἤθελε τείνει εἰς βλάβην τοῦ κοινωνικοῦ σώματος. Οὕτω δὲ φθάνομεν εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ποινικῆς τιμωρίας καὶ τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους. Ἐξεταστέον ἤδη: Τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς περιστολῆς διὰ τῆς τιμωρίας—διότι περὶ τῆς προληπτικῆς ἐξουσίας τῆς κοινωνίας δὲν πρόκειται ἤδη—, τὸ δικαίωμα λέγω, τοῦτο, ὅπερ ἀρύεται ἐκ τοῦ φυσικοῦ νόμου, τουτέστι τοῦ ὑπερτάτου νόμου τῆς ἐννόμου τάξεως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ κοινωνικὸν οἰκοδόμημα, παρέχει εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ δικαίωμα νὰ ὠθήσῃ τὴν τιμωρίαν μέχρι τῆς ἀφαιρέσεως τῆς ζωῆς; Διὰ νὰ φθάσωμεν, Κύριοι, εἰς μίαν λογικὴν λύσιν καὶ διὰ νὰ δώσωμεν μίαν λογικὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀπορίαν αὐτήν, θὰ ἠδύνατό τις προεχόντως νὰ ἐρωτήσῃ· διὰ τίνα ἆρά γε λόγον καὶ ἐκ τίνος δικαιώματος ἡ Πολιτεία ἀντλεῖ τὴν ἐξουσίαν νὰ τιμωρῇ διὰ στερήσεως τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας; Μήπως ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν εἶναι δικαίωμα ἀτομικόν, δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀτόμου, δικαίωμα τοῦ πολίτου, καὶ δικαίωμα πολύτιμον καὶ ἀγαθὸν πολὺ μέγα; Καὶ ἐν τούτοις τὸ κοινωνικὸν σῶμα αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην, ἵνα περιστείλῃ τὴν ἐλευθερίαν τὴν προσωπικὴν τοῦ ἀτόμου. Διατί; Διὰ νὰ συντηρήσῃ τὸ κοινωνικὸν σῶμα. Ἐὰν λοιπὸν ἐν συγκεκριμένῃ τινὶ περιπτώσει τὸ κοινωνικὸν σῶμα ἤθελεν αἰσθανθῆ ἑαυτὸ ἐξ οἱωνδήποτε λόγων καὶ ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας ἀνίκανον νὰ προστατεύσῃ τὴν ἔννομον τάξιν διὰ τῶν ποινῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι πλήττουσι πάντα τὰ λοιπὰ φυσικὰ ἀγαθά, πλὴν τοῦ τῆς ζωῆς τοῦ ἀτόμου, καὶ ἤθελεν ἀνομολογήσει τὴν μεγάλην αὑτοῦ ἀδυναμίαν πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἐννόμου τάξεως μόνον διὰ τῶν κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ κατὰ τῆς περιουσίας καταθλιπτικῶν ποινῶν, εἴπατέ μοι, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, πῶς θὰ εὕρωμεν νόμιμον τὴν ποινὴν κατὰ τὰς πρώτας περιπτώσεις, καὶ δὲν ἠθέλομεν εὕρει τὴν νομιμότητα τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐν τῇ τελευταίᾳ περιπτώσει, ἀφοῦ κατὰ πάσας τὰς περιπτώσεις ταύτας μία καθολικὴ ἰδέα καὶ μία ἀρχὴ διέπει τὰς σκέψεις μας, ἡ ἀρχὴ τῆς συντηρήσεως καὶ προστασίας τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, τουτέστι τῆς ἐξυπηρετήσεως τῆς ἐννόμου τάξεως; Καὶ ἂν δὲν παρίδωμεν ὅτι ἡ κοινωνία ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην αὐτήν, τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἀμέσου ἀμύνης ὑπὲρ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος ἀνακύπτει πλήρως καὶ ἐν βαθμῷ οὐχὶ ἥσσονι τοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ δεχθῶμεν ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς ἀμύνης μεταξὺ τῶν ἀτόμων; Ἡ προσπάθεια τοῦ νὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς ὑπὲρ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος ἀμύνης, ὡς δικαιολογούσης τὴν διατήρησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς, τοὺς αὐτοὺς τεχνικοὺς ὅρους τοὺς ἐν τῇ ποινικῇ νομοθεσίᾳ ἀναγραφομένους πρὸς δικαιολόγησιν τῆς μεταξὺ ἀτόμων κοινῆς ἀμύνης, ἡ προσπάθεια, λέγω, αὕτη κατὰ τὴν κρίσιν μου δὲν εἶναι οὔτε ἀναγκαία οὔτε εὔστοχος. Ἐν τῇ ἀμύνῃ, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ Πολιτεία διὰ τῆς θανατικῆς ποινῆς, δὲν δυνάμεθα ν’ ἀνεύρωμεν τὸν ὅρον τῆς ἀμέσου, βιαίας καὶ ἄλλως ἀναποτρέπτου ἀδίκου ἐπιθέσεως, καθ’ ὃν τρόπον εἰς τὴν κοινὴν ἄμυναν. Ὁ πόλεμος, τὸν ὁποῖον τὸ ἄτομον, ὁ πόλεμος, τὸν ὁποῖον ἀδυσώπητος κακοῦργος, ὁ πόλεμος, τὸν ὁποῖον ὁ ἐχθρὸς τοῦ κοινωνικοῦ σώματος κηρύσσει κατ’ αὐτοῦ καὶ προσφεύγει εἰς ἐγκληματικὰ μέσα καὶ εἰς ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνία δὲν δύναται πλέον νὰ περιστείλῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, θ’ ἀνομολογήσωμεν ὅτι ἀποτελεῖ στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ κοινωνικὸν σῶμα αἰσθάνεται τὴν ὀδυνηροτέραν τῶν ἐπιθέσεων. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, ἡ θανατικὴ ποινὴ δικαιολογεῖται πληρέστατα ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ὑποστηρίξεως τῆς ἐννόμου τάξεως καὶ τῆς συντηρήσεως τοῦ κοινωνικοῦ σώματος ὑπὸ τὸ πνεῦμα τῆς ἀμέσου κοινωνικῆς ἀμύνης. Τότε καὶ μόνον θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν λόγον περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, ὁπότε ἠθέλομεν αἰσθανθῆ ἡμᾶς αὐτοὺς ἱκανοὺς νὰ προστατεύσωμεν ἀποτελεσματικῶς τὴν ἔννομον τάξιν διὰ πάντων τῶν ἄλλων μέσων πλὴν τῆς ποινῆς τῆς στερήσεως τῆς ζωῆς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὡς κοινωνικὸν σῶμα δὲν ἀποκτῶμεν τὸ αἴσθημα τοῦτο τῆς ἱκανότητος καὶ ἀσφαλείας, ἐξ ἄλλου δὲ συζητοῦμεν περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, παραβλέποντες τοὺς ἐκ τῆς καταργήσεως κινδύνους, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν εἰμὴ ἀνόητα πειράματα, διὰ τὰ ὁποῖα αἱ ἑπόμεναι γενεαὶ ἤθελον καταρασθῆ ἡμᾶς, ἐὰν ἐφθάνομεν εἰς τὸ παράτολμον αὐτὸ διάβημα, τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς.
§217ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ ὑποβληθεῖσαι ἐν σχέσει πρὸς τὸ 18ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος προτάσεις, ἄλλαι μὲν ἀφορῶσιν εἰς τὸν κανονισμὸν τῶν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ εἰς τὰ τῆς διαδικασίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ ἐπιβάλληται ἡ θανατικὴ ποινή, ἄλλη δέ, ἥτις εἶναι καὶ ἡ κυριωτέρα, ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐπιβολῆς τῆς ποινῆς καὶ τὴν διαδικασίαν τῆς ἐκτελέσεως αὐτῆς, εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως ὅτι ταῦτα ἀνήκουσιν οὐχὶ εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ εἰς τοὺς κοινοὺς νόμους. Ἡ κατάργησις τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἐὰν τὰ περὶ τούτου εἶχον ἐντελῶς ὡριμάσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ δεχθῇ ὅτι ἠδύναντο νὰ περιληφθῶσι καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα κατ’ ἐμὲ ἀνήκουσιν εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον, διότι καὶ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρίσκετο εἰς θέσιν νὰ καταργήσῃ τὴν ποινὴν αὐτήν, κατὰ τῆς ὁποίας δὲν πρέπει ν’ ἀμφισβητήτῃ τις ὅτι ἐξεγείρεται πᾶσα συνείδησις, ἐφ’ ὅσον αὕτη ἤθελε κριθῇ οὐχὶ ἀπολύτως ἀναγκαία πρὸς ἄμυναν τοῦ κοινωνικοῦ σώματος, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἐννόμου τάξεως, τῆς ὁποίας ἡ διάφορος ἀντίληψις, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἄμυναν τοῦ πολίτου, φέρει εἰς πλάνην, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ τρόπου τῆς κοινωνικῆς ἀσφαλείας ἐν τῇ χρησιμοποιήσει τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἐάν, λέγω, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς κρίνοντες ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἀναγκαία διὰ τὴν κοινωνικὴν ἀσφάλειαν, διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ἐννόμου τάξεως, πάντες ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ καὶ διὰ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου δέον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν τοιαύτην κατάργησιν. Τοῦτο δέ, ὅπως ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐκ τῶν ὑστέρων ἠθέλομεν διίδει ὅτι προετρέξαμεν τῶν πραγμάτων, εἴμεθα εἰς θέσιν καὶ πάλιν ν’ ἀποκαταστήσωμεν ταύτην. Πάντα λοιπὸν τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ μελετηθῶσι προσηκόντως ὑπὸ τῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸ ὀλίγου κατηρτίσθησαν ὑφ’ ἡμῶν, καὶ διὰ Διατάγματος, ὅπως αὗται ἐπιληφθῶσι τῆς ἐντελοῦς ἀνακαινίσεως τῶν δικαστικῶν ἡμῶν νόμων, ἑπομένως δὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὅπου ἀνάγονται τὰ τῆς διαδικασίας καὶ ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου καὶ τὰ τῆς καταργήσεως συνάμα αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν διστάζω μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν θεωρητικὴν καταδίκην τῆς ποινῆς ταύτης, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν ἤθελε κριθῆ ἀναγκαία πρὸς τήρησιν τῆς ἐννόμου τάξεως, δὲν διστάζω, λέγω, νὰ εἴπω ὅτι παρ’ ἡμῖν, ἐφ’ ὅσον αἱ φυλακαὶ εὑρίσκονται εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκονται, οὐδεὶς θὰ ἦτο τοσοῦτον τολμηρός, ὥστε νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τῆς καταργήσεως τῆς ποινῆς, ἀποβλέπων εἰς τὸ ἐκφοβιστικόν, εἰς τὸ προληπτικὸν ἀποτέλεσμα, διότι παρ’ ὅλην τὴν ἐλεεινότητα τῶν φυλακῶν ἀντιθέτως θὰ κρίνω τοῦτο ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Κεφαλληνίας—, παρ’ ὅλην, λέγω, τὴν ἐλεεινότητα τῶν φυλακῶν, ἡ ὁποία ἀπεργάζεται πᾶσαν νόσον ἐκεῖ, ἰσχυρίζομαι ὅτι ἐν τῇ διανοίᾳ τῶν ἐγκληματιῶν ἡ κατάστασις τῶν παρ’ ἡμῖν φυλακῶν, ὅπου ἐλευθέρως ἀσκεῖται ἡ χαρτοπαιξία, ἡ ἀεργία, ἡ ὁποία συνήθως φέρει εἰς τὴν διάπραξιν ἀδικήματος, ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις νὰ δεχθῇ ὅτι ἡ ἔποψις τῆς καταδίκης εἶναι ποινή, ἡ ὁποία δὲν ἐπιτρέπει εἰς τὸν ἐγκληματίαν νὰ συνεχίσῃ τὸν βίον αὑτοῦ ἐν τῇ χαρτοπαιξίᾳ καὶ ἐν χορδαῖς μάλιστα καὶ ὀργάνοις, διότι καὶ ὄργανα μουσικὰ εὑρίσκονται ἐντὸς τῶν φυλακῶν. Εἶναι προφανὲς λοιπὸν ὅτι ἡ κατάστασις τῶν φυλακῶν δὲν δύναται νὰ ἐνεργῇ προληπτικῶς ἐπὶ τῶν ἐγκληματιῶν. Ἐὰν ὑπῆρχε πράγματι ἓν τοιοῦτον καθεστὼς ἐκτίσεως τῶν ποινῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν κατάργησιν καὶ τῆς θανατικῆς ποινῆς. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων νομίζω ὅτι πᾶσαι αἱ προτάσεις αἱ ὑποβληθεῖσαι, ὅπως γνωματεύει καὶ ἡ ἐπιτροπή, πρέπει ν’ ἀπορριφθῶσι καὶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὰς ἁρμοδίας ἐπιτροπάς. Ἂς μὴ ἐπειγώμεθα νὰ λύσωμεν τόσον μεγάλα ζητήματα ἐν μιᾷ στιγμῇ, ἀφοῦ τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ πραγματευθῶσι καὶ θὰ ἐξετάσωσιν αἱ ἁρμόδιαι ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι θὰ μελετήσωσι πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν αὐτῶν.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Θὰ θέσω ὑπὸ ψηφοφορίαν ἑκάστην τῶν προτάσεων. Πρῶτον ἡ πρότασις τοῦ κ. Ε. Γεωργιάδου ἔχουσα οὕτως: «Ἡ θανατικὴ ποινὴ καταργεῖται ἀπολύτως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δευτέρα ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ κ. Ι. Φουρίδου ἔχουσα οὕτω: «Καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων τότε μόνον ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, ὅταν οἵ τε ἔνορκοι καὶ οἱ δικασταὶ διὰ παμψηφίας ἀποφασίσωσι τοῦτο». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τρίτη ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Μεϊτάνη ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, ἂν αὕτη δὲν ἐκτελεσθῇ ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως, μεταβάλλεται αὐτοδικαίως εἰς ἰσόβια δεσμά». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Καὶ τελευταία ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀ. Θεοδωρίδου ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐπικήρυξις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν φόνον τοῦ ἐπικηρυσσομένου, καταργεῖται». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ἵνα αἱ συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς αὔριον ἄρχωνται ἀπὸ τῆς 5 μ. μ. ὥρας, ἀλλὰ μὲ τὴν δήλωσιν ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου ὅτι ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου θ’ ἄρχηται τὴν 5 καὶ 15′, θὰ τελειώνῃ δὲ τὴν 5½ μ.μ., καί, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀπαρτία, ἡ συνεδρίασις θὰ λύηται. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 καὶ 20′ τῆς νυκτός).