1911.03.28
3.260 στίχοι · 24.902 λέξεις · 279 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 59.
τῆς 28ης Μαρτίου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρα 5 καὶ 15′ προεδρεύοντος τοῦ ἀντιπροέδρου κ. Θ. Παπαϊωάννου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 185 Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ἀναφορὰν καταδίκων εἰς ἰσόβια, ἐκ τῶν φυλακῶν Παλαμηδείου, ζητούντων εὐσπλαγχνίαν· 2) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Φαλατάδου τῆς Τήνου, τοῦ δήμου Σωσθενίων, ζητούντων μετατροπὴν τῆς φορολογίας τῆς δι’ ἀμβύκων ἀποστάξεως· 3) Ἀναφορὰν γεωργῶν Ἀγυιᾶς πενομένων, ζητούντων ἀναβολὴν προθεσμίας τῆς πληρωμῆς φόρων καὶ τμηματικὴν πληρωμὴν αὐτῶν· 4) Ἀναφορὰν τῶν Ἀποστ. Κυριακοπούλου, Ν. Βάγγη καὶ Θ. Τσάκωνα ἐξ Ἀνδραβίδος, ζητούντων ἀναστολὴν τοῦ ἐντάλματος τοῦ ταμίου Ἠλείας κλπ.· 5) Ἀναφορὰν τῆς χήρας Ζαφειρούλας Γκάβα ζητούσης ἐπίδομα κλπ.· 6) Ἀναφορὰν κατοίκων Τραγανοῦ τῆς Ἀνδραβίδος τοῦ δήμου Μυρτουντίων, ζητούντων ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ Τραγανοῦ–Ἀνδραβίδος· 7) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κλεπᾶς περὶ τοῦ διταξίου διδακτηρίου των· 8) Ἀναφορὰν τοῦ Σ. Σκαργιώτου περὶ ἀπομακρύνσεως τοῦ εἰρηνοδίκου Μακρυκώμης κλπ· 9) Ἀναφορὰν μετόχων τῆς «Ἀμοιβαίας» ἐκ Πέραν περὶ διαλύσεως αὐτῆς· 10) Ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Μεσσήνης ἐν σχέσει μὲ παρανομίας τῆς «Προνομιούχου»· 11) Ἀναφορὰν τοῦ Φιλιπποπούλου Μανώλη Πασχάλη Νατσούδη, πρόσφυγος πρὸς ἐγκατάστασιν· 12) Ὑπόμνημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν «Ἑρμῆς» περὶ μεταρρυθμίσεως ἄρθρων τῆς μετὰ τῆς «Προνομιούχου» συμβάσεως· 13) Αἴτησιν τῶν ἐν Πειραιεῖ εἰς κατασκευὴν στρατιωτικῶν ἐνδυμάτων ἐργαζομένων γυναικῶν, ζητουσῶν καλλιτέραν τάξιν ἐν τῇ ἐργασίᾳ· 14) Αἴτησιν τοῦ δημάρχου Διδύμων τῆς Ἑρμιονίδος ὡς πρὸς ἀγορὰν παρὰ τοῦ δήμου τῶν κτημάτων τῆς περιοχῆς τῆς Μονῆς Αὐγοῦ· 15) Ἀναφορὰν Καθαροῦ καὶ Βογιατζόγλου, φαρμακοποιῶν, περὶ μερίμνης νὰ παύσῃ λειτουργοῦν τὸ Φαρμακεῖον Σταυράκη ἐν Ξηροχωρίῳ, ἀποβιώσαντος· 16) Ἀναφορὰν τοῦ ἐκ Κιάτου Σπ. Βώκου· 17) Ἀναφορὰν κατοίκων Βαρθολομιοῦ ζητούντων ἀτελῆ ἐγγραφὴν τῶν ἐκεῖθεν φοιτητῶν λόγῳ οἰκονομικῆς δυσπραγίας· 18) Ὁ βουλευτὴς κ. Φορέστης ὑποβάλλει ἔκθεσιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀποσταλείσης εἰς Καλάβρυτα κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς.
§2Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῇ, διότι ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἰδοὺ αὕτη (ἀναγινώσκει). Ἐξοχώτατε κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς· Λαβὼν τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀποσταλείσης εἰς τὴν Μονὴν Ἁγίας Λαύρας, ὅπως ἐκπροσωπήσῃ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν κατὰ τὸν ἑορτασμὸν τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς, καὶ ἐκλεγεὶς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου κυρίων Δελακοβία, Κυρέλου, Νοταρᾶ καὶ Λούντζη, ἐμφανίζομαι ἐνώπιον ὑμῶν, ἵνα πληροφορήσω ὑμᾶς καὶ δι’ ὑμῶν τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐπιτροπεία ἐξετέλεσε τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῇ ὑψηλὴν ἐντολήν, παραστᾶσα ἐπὶ τόπου κατὰ τὴν τελετήν, ἥτις κατὰ πρώτην ἤδη φοράν, τῇ εἰσηγήσει τοῦ σεβασμιωτάτου ἐπισκόπου Σπάρτης, καὶ ἐν ἐπισημότητι ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ ἐκείνου τόπου, ἐφ’ οὗ ὁ ἀείμνηστος Γερμανὸς ἀνεπέτασε τὴν σημαίαν τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ ἑορτὴ ἐτελέσθη πανδήμως, ἀνταξίως τῆς σημασίας τοῦ ἑορταζομένου γεγονότος καὶ τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, γινώσκοντος νὰ τιμᾷ τοὺς γίγαντας ἐκείνους, οἵτινες παρεσκεύασαν τὴν ἐλευθερίαν του. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ συστήσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τοῦ μέρους, ἐν ᾧ ὑψώθη ἡ σημαία τῆς ἐπαναστάσεως, ἵνα εὐπρόσωπος παρίσταται πρὸ τοῦ ἐπισκέπτου ὁ τόπος ἐκεῖνος ὁ τόσον ἱερός. Προσέτι παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑμᾶς, ὅπως μεριμνήσητε περὶ τῆς ἀνατυπώσεως ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ τοῦ Κτιτορικοῦ τῆς μονῆς τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου βιβλίου, διότι πρὸ πολλοῦ ἤδη ἐξηντλήθη τοῦτο, καὶ ἡ Μονὴ στερεῖται τῶν ἀπαιτουμένων μέσων τῆς ἐκτυπώσεως, ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ ὁμιλήσω δι’ ἀμφοτέρας τὰς ἱστορικὰς Μονάς. (Χειροκροτήματα).
§4Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐκφρασθῶσιν αἱ εὐχαριστίαι τῆς Βουλῆς διὰ τὴν, κατὰ τὰς ἐκεῖθεν πληροφορίας μου, λίαν ἐπαξίως ἀντιπροσώπευσιν τῆς Βουλῆς.
§5Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἰς ὅλην τὴν ἐπιτροπήν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Καφετζόπουλος ὑποβάλλει πρότασιν περὶ προσθήκης ἄρθρου ἐν τῷ Συντάγματι. Ὁ βουλευτὴς κ. Μπουρνιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 93ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἀποσταλῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. Οἱ βουλευταὶ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Ἰ. Ἀκρίδας, Γ. Ποῦλος, Λ. Παπαφώτης, Ν. Στράτος, Ἐπ. Λαμπρακάκης, Γ. Ἰατρίδης, Ἰ. Καναβός, Ἰ. Καλαντζόπουλος, Ν. Χρυσόγελος, Ἰ. Κουρκουμέλης, Ἐλ. Σπετσέρης, Π. Καρασεβδᾶς, Ἀ. Ροντήρης καὶ Ἰ. Φαρμάκης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ διαθέσεως δραχμῶν 12,958.50 τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας τοῦ δήμου Θεστιέων (πρώην Θέρμου) πρὸς ἀποπεράτωσιν τοῦ ὑδραγωγείου Παραβόλας καὶ κατασκευὴν γεφύρας ἐν τῷ χωρίῳ Σιτομένων τοῦ αὐτοῦ δήμου ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Ἐρμήτσης». Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Ν. Στράτος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ κατασκευῆς τοῦ ὑδραγωγείου Ἀμφιλοχίας». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Κατὰ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Πρὸ ταύτης ὑπάρχει πρότασις ἐκ μέρους πολλῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦσιν, ἵνα ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν ἀπέλασιν ὑπὸ τῆς διευθύνσεως τῆς ἀστυνομίας τοῦ ἐξ Ἠπείρου Ἕλληνος Μητρογεώργου». Συναινεῖ ἡ Βουλή;
§8ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἄξιον θέμα.
§9Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Πρόκειται περὶ φανερᾶς παρανομίας, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι ἀξιώτατον.
§10Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Περὶ οὐδενὸς ὑποκειμένου πρόκειται, ἀλλὰ περὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀπορρίψῃ τὴν αἴτησιν τῆς προτάσεως καὶ οὐδεὶς θὰ παραπονεθῇ. Ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ γίνω εἰσηγητὴς τῆς τοιαύτης αἰτήσεως, καὶ ὁ σκοπός μου ἦτο οὐχὶ βεβαίως ἵνα μεμφθῶ κανένα, ἀλλὰ μόνον, ἐπειδὴ ἡ κοινὴ συγκίνησις ὡς ἐκ τῶν γραφέντων ἐν ταῖς ἐφημερίσιν εἶναι ἐντεταμένη πολύ, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει, ἢ τὴν Κυβέρνησιν μόνον καὶ μόνον νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις τινάς, ἵνα καθησυχάσῃ ὁ κόσμος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον, θὰ ἀρκεσθῶ μόνον νὰ γίνῃ μία δήλωσις καὶ τίποτε ἄλλο.
§11ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Νομίζω ὅτι εἶναι καὶ ἄλλα ἀρκετὰ σπουδαῖα ζητήματα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ὥστε δι’ ἓν τοιοῦτον ζήτημα νὰ μὴ μεταβληθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις, ἥτις περιλαμβάνει ἀντικείμενα ἐνδιαφέροντα ἐπίσης χιλιάδας πολιτῶν.
§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀνεγράφη καὶ κατήντησε ζήτημα σπουδαῖον ὅτι ἀπηλάθη εἷς πολίτης, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους. Δὲν γνωρίζω τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν. Ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ ζητήματος προσωπικῆς ἐλευθερίας ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ—καὶ τὸ ἀναμένω—θὰ ἐπεζήτει πρώτη καὶ θὰ ἐζήτει τὴν πρόταξιν τοιαύτης ἐπερωτήσεως οὐ μόνον διὰ τὴν εὐθύνην αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχομεν καθῆκον νὰ καθησυχάσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην.
§13ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ δώσω τὰς ζητουμένας πληροφορίας. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀπουσιάζει, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν πρόταξιν αὐτῆς. Ὑπάρχει μία ἄλλη, τοῦ κ. Ἀλεξάκη. Ἂς ἀρχίσῃ αὐτή, καὶ ἐν τῷ μεταξὺ θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καί, ἐὰν εἶναι παρεσκευασμένος, θὰ δεχθῇ ταύτην, ἄλλως θὰ ἀναβάλωμεν αὐτὴν διὰ τὴν Πέμπτην.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§15Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἐκ Τρικκάλων ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Παπακυρίτσης μοὶ εἶχεν ἀπευθύνει πρό τινων ἡμερῶν αἴτημα, καθ’ ὃ ἐπεθύμει νὰ καταθέσω εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς μερικὰ ἔγγραφα. Ἅμα τῇ περιελεύσει εἰς ἐμὲ τοῦ αἰτήματος ἔσπευσα νὰ διατάξω τὴν εὕρεσιν καὶ κατάθεσιν ὅλων τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ὁ κ. Βουλευτής. Γενομένης ἐρεύνης, ἔγγραφα ἐξευρέθησαν καὶ κατετέθησαν, τὰ ἔστειλα δὲ ἅμα τῇ εὑρέσει αὐτῶν εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Παπακυρίτσης ἐν ὑστέρᾳ συνεδρίᾳ, νομίζω, προχθές, καθ’ ἣν δὲν ἠδυνήθην νὰ παραστῶ ἕνεκα λόγων ὑγείας, ἐζήτησε τὸν λόγον, δι’ ὃν ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν κατεθέσαμεν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπῆρχον καὶ δὲν κατετέθησαν. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, ὅσα μετ’ ἔρευναν εὑρέθησαν ἐν τῷ ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Παπακυρίτσης ἐμνημόνευσεν ὡρισμένων ἐγγράφων διαφόρων πρεσβειῶν, ἅμα ἔμαθον παρὰ τοῦ συναδέλφου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τοιαῦτα ἔγγραφα ὑπάρχοντα δὲν εὑρέθησαν καὶ δὲν κατετέθησαν, διέταξα περαιτέρω ἀκόμη ἔρευναν εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, θὰ εἶμαι δ’ εὐτυχὴς εὑρισκόμενα νὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Ἔχω ἐπὶ τούτοις ἀνάγκην νὰ ἀπαντήσω εἰς ἓν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἀπηύθυνεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου. Ὁ κ. Κλάδης ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς τὰς ἐργασίας τῶν προξενικῶν Δικαστηρίων Κωνσταντινουπόλεως καὶ Σμύρνης, εἰς τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπαντήσω, ὑπέβαλεν ἐρώτημα πρὸς ἐμὲ ἐπιθυμῶν νὰ μάθῃ πόσαι ἀποφάσεις ἐξεδόθησαν ἀπὸ τὰ προξενικὰ αὐτὰ Δικαστήρια ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1910 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου τοῦ 1911, καὶ ἀντιστοίχως ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1909 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου τοῦ 1910. Ἅμα τῇ λήψει τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ ἔσπευσα τηλεγραφικῶς νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τῶν οἰκείων προξενικῶν Ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἔδωκαν τὰς ἑξῆς πληροφορίας. Ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1909 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου τοῦ 1910 τὸ προξενικὸν Δικαστήριον Κωνσταντινουπόλεως ἐξέδωκεν ἀποφάσεις 105. Ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1910 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1911 τὸ αὐτὸ προξενικὸν Δικαστήριον ἐξέδωκεν ἀποφάσεις 88, τουτέστιν ἐπὶ ἔλαττον ἀποφάσεις 17. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀσχέτως τῆς ὑπηρεσίας τοῦ προξενικοῦ Δικαστηρίου τὸ ζήτημα ἤρτηται καὶ ἐκ τῶν εἰσαχθεισῶν ὑποθέσεων.
§16Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἐκ τῆς σπουδαιότητος τῆς ἐργασίας.
§17Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως. Διὰ τοῦτο δ’ ἐπικαλοῦμαι τὸ γεγονός, διότι ἐγὼ ἐζήτησα περαιτέρω πληροφορίας. Οὕτως ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1906 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1907 ἐξεδόθησαν ἀπὸ τὸ αὐτὸ προξενικὸν Δικαστήριον 98 ἀποφάσεις, ἐνῷ ἀπὸ τῆς πρώτης Ὀκτωβρίου 1908 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1909 ἐξεδόθησαν ἀποφάσεις 136. Διὰ τούτου θέλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Βοζίκης, ὅτι οὐ μόνον ἤρτηται ὁ ἀριθμὸς ἐκ τῶν εἰσαχθεισῶν ὑποθέσεων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς σπουδαιότητος αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ προξενικὸν Δικαστήριον Σμύρνης ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1910 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1911 ἐξεδόθησαν 44 ἀποφάσεις, ἐνῷ ἀπὸ τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1909 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1910 ἐξεδόθησαν 45 ἀποφάσεις, τουτέστι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐξεδόθη μία ἐπὶ ἔλαττον ἀπόφασις τῶν ἐκδοθεισῶν κατὰ τὸ διάστημα ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου 1910 μέχρι τέλους Φεβρουαρίου 1911.
§18Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ παρεκάλουν, κύριε Πρόεδρε, δι’ ὑμῶν τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἐπὶ δύο ἀκριβῶς λεπτὰ τῆς ὥρας νὰ ἀπασχολήσω αὐτὴν ἐπί τινος δηλώσεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαιοτάτη δι’ ἐμὲ καὶ διὰ τὴν Βουλήν.
§19ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Μιχαλέα.
§21Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὅτε παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν ἢ μᾶλλον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως καταθέσῃ τὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως τοῦ κ. Ἠπίτου μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ προκαλέσω συζήτησιν, ἔπραξα τοῦτο, πιστεύσας ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως θὰ προέλθῃ ὠφέλεια. Ἤδη ὅμως μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὅτι ἡ ἀθωωτικὴ ἀπόφασις ὑπῆρξε προϊόν ἀπολύτου δικαιοσύνης, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ μὴ ἐπιμείνω εἰς τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου μὲ τὴν δήλωσιν ὅτι παραδέχομαι τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν δηλωθέντα. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δίκης ὑπῆρξεν οἷον ὑπῆρξε, διότι ἄλλοι μὲν ἐπίστευσαν, ἄλλοι δ’ ἐξεβιάσθησαν, ἄλλοι ἐπλανήθησαν καὶ ἄλλοι ἐφοβήθησαν. Λέγων ταῦτα ἐννοῶ καὶ τοὺς ὑπὲρ καὶ τοὺς κατὰ τῆς ὑποθέσεως.
§22ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Δὲν νομίζετε ὅτι παρέλκουσιν αὐτά;
§23Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δύο λεπτά· ἐτελείωσα. Κατόπιν λοιπὸν τῆς δηλώσεως ταύτης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀποσύρω τὴν αἴτησίν μου καὶ κατερχόμενος τοῦ βήματος συγχαίρω καὶ τὸν Ἠπίτην καὶ τοὺς συνεργάτας αὐτοῦ, συγχαίρω καὶ τοὺς κατηγόρους αὐτοῦ, θαυμάζω τὴν παράτολμον πολιτικὴν δεξιότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ οἰκτίρω ἐμαυτὸν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις ὑπῆρξε πάντοτε τὸ θῦμα τῶν ἰσχυρῶν καὶ τῶν ἐπιτηδείων.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὴν διακοπὴν τῶν δύο λεπτῶν, ἡ ὁποία ἐπετράπη εἰς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος ἄλλως τε ἔχω τὸ δικαίωμα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ λαμβάνω τὸν λόγον.
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Θὰ ἀρχίσω τὸν λόγον μου, κάμνων τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος κατῆλθε τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἦτο ἐν τάξει, ἀφοῦ ἐζήτησε τὴν προσαγωγὴν τῆς δικογραφίας, διὰ νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον, νὰ ἔρχηται εἰς ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λόγος δὲν ἀνῆκεν εἰς αὐτόν, διαταράττων τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, ὄχι διὰ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν αἴτησίν του, ὅπως προσαχθῇ ἡ δικογραφία, ὄχι διὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἐπερωτηθῶ διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ὅπως ῥίψῃ εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νέαν ἀνησυχίαν, καὶ ὅπως διὰ τῶν ὀλίγων λόγων, τοὺς ὁποίους ἐξήνεγκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀφήσῃ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ δίκη δὲν ἐπερατώθη καλῶς, ὅτι ἔνοχος καταχρήσεων ἠθωώθη ἀπὸ τοὺς κεκλημένους νὰ ἀποφανθῶσι περὶ αὐτοῦ. Καὶ εἰς τοῦτο καὶ μόνον ἂν ἀπέβλεπον τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχε νὰ οἰκτίρηται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐὰν μετὰ 2½ ὅλων ἐτῶν περιπέτειαν, ἡ ὁποία ἀληθῶς συνετάραξεν ὄχι μόνον τὸ σῶμα τοῦ Ναυτικοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρον τὴν κοινὴν γνώμην, κατωρθώθη νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη καὶ νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν ἄσπιλος ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε καθ’ ὅλον του τὸν βίον ἐντίμως τὴν πατρίδα καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τὴν περίστασιν, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται ὡς καταχραστής, ἀπεδείχθη ὅτι ὑπηρέτησε καὶ πάλιν τὴν πατρίδα μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἐντιμότητα καὶ εὐσυνειδησίαν. (Χειροκροτήματα). Ἐπὶ 2½ ἔτη συνεκλονεῖτο ἡ δημοσία γνώμη ἐν Ἑλλάδι ἐκ μιᾶς καταγγελίας, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τοῦ κ. Ἠπίτου, ὅτι ἐπρομήθευσεν εἰς τὸ Ναυτικὸν γαιάνθρακας κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ὅτι ἐν τῇ προμηθείᾳ ταύτῃ κατεχράσθη τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον 500,000 δρ. Ἐπρόκειτο, κύριοι Βουλευταί, περὶ 5 ἀποστολῶν γαιανθράκων, αἱ ὁποῖαι, νομίζω, διότι δὲν ἐγνώριζον ὅτι θὰ γίνῃ σήμερον συζήτησις καὶ δὲν ἔχω ἐνώπιόν μου τὸν φάκελον, νομίζω ὅτι ἐγένοντο ἐν διαστήματι 2 ἢ 3 ἐτῶν, καὶ ἡ ἀξία τῶν γαιανθράκων τούτων ἀνέρχεται ἐν συνόλῳ εἰς 600,000 δρ. Ὅπως κατορθωθῇ λοιπὸν νὰ ἀνησυχήσῃ ἡ κοινὴ γνώμη, ἐλέχθη πρὸς αὐτήν, ὅτι ἐπὶ ἀξίας ἐν συνόλῳ 600,000 δρ. ἥμισυ ἑκατομμύριον ἐκλάπη. Καὶ ἤρχισεν ἡ ἀνάκρισις περιφερομένη ἀπὸ τὴν μίαν δικαιοσύνην, τὴν ἀστικήν, εἰς τὴν ἄλλην, τὴν στρατιωτικήν, καὶ ὑπεβάλλοντο ἐξαιρέσεις ἐπὶ ἐξαιρέσεων, διὰ νὰ μὴ κατορθωθῇ νὰ δοθῇ πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ ἐδέησε ἀναλαβὼν τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ θέσω εἰς διαθεσιμότητα καὶ τὸν κατήγορον καὶ τὸν κατηγορούμενον, προαποφανθεὶς ἀρκετὰ σαφῶς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ σῶμα τοῦ Ναυτικοῦ νὰ κρατήσῃ καὶ τοὺς δύο τούτους ἀξιωματικούς, διότι ἢ ὁ κατηγορούμενος ἦτο καταχραστὴς καὶ ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ τοῦ σώματος, ἢ ὁ κατήγορος ἦτο συκοφάντης καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μένῃ μετὰ τῶν ἐντίμων ἄλλων ἀξιωματικῶν. (Χειροκροτήματα). Κατώρθωσα τοιουτοτρόπως νὰ ἐπιτύχω, ὅπως περατωθῇ τοὐλάχιστον ἡ δίκη τῶν γαιανθράκων πρὸ ἑνὸς περίπου μηνός. Ἦλθεν ἐνώπιον ἐμοῦ, ὡς ἀσκοῦντος καθήκοντα δικαστικοῦ συμβουλίου ἐν ταῖς στρατιωτικαῖς ποινικαῖς δίκαις, ἦλθεν ἐνώπιον ἐμοῦ ἡ ὑπόθεσις αὕτη καὶ ἐκαλούμην ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐκδώσω ἐγὼ τὸ βούλευμα. Ἡ δικογραφία ἦτο ὀγκωδεστάτη, ἐξῳκονόμησα ὅσον ἠδυνάμην χρόνον ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας, πολλὰς καὶ ποικίλας, ἀσχολίας, τὰς ὁποίας ἔχω, ἐμελέτησα τὴν δικογραφίαν μετὰ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλλεν ἡ ὑπόθεσις, καὶ κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα ὄχι μόνον ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔνδειξις ἐνοχῆς, δικαιολογοῦσα τὴν παραπομπὴν τοῦ κατηγορουμένου ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, ἀλλ’ ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἐλαχίστη κἂν ὑπόνοια περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξε κατὰ πάντα ἄμεμπτος, καὶ καλούμενος ἐκ τῶν καθηκόντων μου νὰ ἐκδώσω τὸ βούλευμα ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου, ὅτε ἀπεφάνθην διὰ τοῦ βουλεύματος ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ ἐλαχίστη ἔνδειξις περὶ ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἐνέργεια αὕτη διεβλήθη, παρασταθέντος εἰς τὸ κοινόν, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐνδιαφερόμενος τυχὸν προσωπικῶς ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, ἀπεφάνθη εἰς ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐδικαιοῦτο ἐκ τοῦ νόμου ὅπως ἔχῃ γνώμην, καὶ ἐξέδωκε τὸ βούλευμα τοῦτο μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην τῶν Ναυτοδικῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκαλοῦντο νὰ δικάσωσι τὴν ὑπόθεσιν, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τοῦ νόμου ἐκαλούμην ὑποχρεωτικῶς, ὅπως ἐκδώσω τὸ βούλευμα. Καί, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῆς μελέτης τῆς δικογραφίας ἐπείσθην ὅτι οὐδὲν στοιχεῖον ἐνοχῆς ὑπῆρχεν, εἶχον προφανῶς καθῆκον ὄχι νὰ παραπέμψω τὸν κατηγορούμενον, ἀλλὰ νὰ ἀπαλλάξω αὐτόν, ὅπως τὸν ἀπήλλαξα. Τί πρὸς ἐμέ, ἂν ὁ ἔντιμος οὗτος ἀξιωματικὸς δὲν ἠθέλησε νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ τελείως ἀπαλλακτικὸν βούλευμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλά, καθ’ ὃ δικαίωμα εἶχεν ἐκ τῆς ποινικῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας, ἐζήτησε νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου, ἵνα καὶ ἐν δημοσίᾳ διαδικασίᾳ ἀποδείξῃ δημοσιώτερον τὴν ἀθωότητά του; Τοῦτο ἦτο δικαίωμα τοῦ κ. Ἠπίτου, καὶ εἶναι προφανές, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀρνηθῶ τὴν ἐνάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τούτων εἰς τὸν κ. Ἠπίτην. Συνεκρότησα τὸ Ναυτοδικεῖον, ἀλλὰ συνέβη καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον, ὅτι διὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Ναυτοδικείου δὲν ὑπῆρχον ναυτοδίκαι, δὲν ὑπῆρχον ἀξιωματικοὶ τῆς θαλάσσης, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔμειναν ἐλεύθεροι ἀπὸ ὅλας αὐτὰς τὰς κατηγορίας· ἄλλοι εἶχον κληθῆ ὡς μάρτυρες καὶ ἐξηρέθησαν ἐμμέσως καὶ ἄλλοι εἶχον ἐξαιρεθῆ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὸν μηνυτήν. Ἦτο ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ εἷς ἀξιωματικὸς ἀνώτερος τοῦ κατηγορουμένου, ὁ ὁποῖος νὰ δύναται νομίμως νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ Δικαστηρίου. Τοῦτο ἐθεώρησα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἦτο εὐτυχὴς σύμπτωσις, διότι ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ νομίμως τὸ Ναυτοδικεῖον οὐχὶ ἐξ ἀξιωματικῶν τῆς θαλάσσης, οἱ ὁποῖοι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἶχον συμπάθειαν ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν, ἀλλ’ ἀπὸ ἀξιωματικοὺς ἀνωτάτους τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, δύο στρατηγοὺς καὶ τρεῖς ἄλλους ἀνωτάτους ἀξιωματικούς. Ἡ δίκη διεξήχθη ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου τούτου. Ὁ μηνυτής, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀνομολογηθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι εἶναι ἄνθρωπος ἐξαιρετικῆς μορφώσεως εἰς τὰ τοῦ κλάδου του καὶ ἱκανώτατος ἐν γένει, κατώρθωσε τὰς πρώτας ἡμέρας, παρουσιάζων τὰ πράγματα ὅπως συνέφερεν εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ ἔχων πρὸ αὑτοῦ πολυπληθέστατον ἀκροατήριον, προκατειλημμένον ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῶν στρατιωτικῶν καταχρήσεων, προκατειλημμένον ἀπὸ τὰς γνωστὰς ἐξελέγξεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ πολλὰς καὶ μεγάλας ἀληθῶς καταχρήσεις, διὰ τὰς ὁποίας μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἔχουσι παραπεμφθῆ ἐνώπιον τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης οἱ ὑπαίτιοι διὰ ποσὰ 1,300,000, τὸ ἀκροατήριον, λέγω, παρασυρόμενον ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀτμόσφαιραν, ἐνόμισεν ὅτι ὁ καταγγέλλων τὰ πράγματα ἀπεδείκνυε προφανῶς τὴν ἐνοχήν, ἕως ὅτου ἐπροχώρησεν ἡ ἀποδεικτικὴ διαδικασία καὶ ἔφερεν εἰς φῶς τελευταῖον τὴν πλήρη ἀθωότητα τοῦ ἀνωτέρου τούτου ἀξιωματικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ κ. Ἠπίτης, κύριοι Βουλευταί, κατηγορεῖτο ὅτι, λαβὼν τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προμηθεύσῃ τοὺς γαιάνθρακας, ἦλθεν εἰς ἀθέμιτον συνεννόησιν μετὰ τοῦ Γεν. Προξένου ἐν Κάρδιφ καὶ μετὰ τοῦ οἴκου Κόρρυ, ὅπως καταχρασθῶσι τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, προμηθεύοντες γαιάνθρακας κατωτέρας ποιότητος ἀντὶ ἀνωτέρας καὶ νοσφιζόμενοι, αὐτὸς ὁ Γεν. Πρόξενος, καὶ τὸ κατάστημα Κόρρυ, τὸ ποσὸν τῆς διαφορᾶς ἀπὸ τῆς μιᾶς ποιότητος μέχρι τῆς ἄλλης. Σημειωτέον ὅτι ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας προέκυψεν ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱ γαιάνθρακες ἦσαν ἀπὸ ἀνθρακωρυχεῖα, περιλαμβανόμενα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπέτρεπε νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς προμήθειαν γαιανθράκων, ὅτι οἱ γαιάνθρακες ἦσαν διπλοκοσκινισμένοι, ὅπως λέγουσιν εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν ἐμπορικήν, τὸ ὅτι ἦσαν δὲ διπλοκοσκινισμένοι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι δὲν θὰ εἴπῃ νὰ μὴ ἔχωσι κόνιν, ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ὅτι περνῶσιν ἀπὸ διπλᾶ κόσκινα, ῥιπτόμενα εἶτα εἰς τὸ κύτος τοῦ ἀτμοπλοίου καὶ ἓν μέρος αὐτῶν πάλιν κονιοποιεῖται, σημειωτέον δὲ ὅτι, ὅσον καλλιτέρα εἶναι ἡ ποιότης τῶν γαιανθράκων, τόσον εὐθρυπτότεροι εἶναι οὗτοι, καὶ ἡ κονιοποίησις εἶναι μεγαλειτέρα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπεδείχθη ἀναμφισβητήτως ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας ὅτι, ὅταν λέγωμεν γαιάνθρακας διπλοκοσκινισμένους ἀπὸ ὡρισμένα ἀνθρακωρυχεῖα, δὲν ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν πόσον τοῖς ἑκατὸν εἶναι ἡ κόνις, ἀλλ’ ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἂν οἱ γαιάνθρακες ἐδιπλοκοσκινίσθησαν. Ὅτι δὲ ἐδιπλοκοσκινίσθησαν οἱ γαιάνθρακες αὐτοί, πρὶν ῥιφθῶσιν εἰς τὸ κύτος τοῦ πλοίου, ἀπεδείχθη ἀναμφισβητήτως. Τί προκύπτει λοιπὸν ἐκ τῆς ὅλης ἀποδεικτικῆς διαδικασίας; Ὅτι οἱ γαιάνθρακες αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐστοίχισαν εἰς τὸ Δημόσιον 600.000, ἐστοίχισαν εἰς τὸ Δημόσιον 13,000 σελλίνια, δηλαδὴ περὶ τὰς 16.000 φρ. περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι θὰ ἐστοίχιζον εἰς ἕνα ἔμπορον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπρομηθεύετο αὐτούς. Ἡ ὅλη δηλαδὴ διαφορὰ εἶναι 2½% ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀξίας. Πῶς δὲ δικαιολογεῖται ὅτι ἐστοίχισαν εἰς τὸ Δημόσιον 16.000 φρ. πλειότερον παρ’ ὅ,τι θὰ ἠγόραζεν αὐτοὺς ὁ ἔμπορος πλὴν τοῦ εἰδικοῦ λόγου ὅτι τὸ Δημόσιον ἀγοράζει πάντοτε ἀκριβότερα τῶν ἐμπόρων; Ἡ ἐξήγησις προέκυψε σαφής. Ὅτε ἐγένοντο διαπραγματεύσεις διὰ τὴν προμήθειαν, τὸ Δημόσιον ἠξίου, ὅπως ὁ οἶκος Κόρρυ ὄχι μόνον προμηθεύσῃ τοὺς γαιάνθρακας, ἀλλὰ συγχρόνως ἀναλάβῃ αὐτὸς καὶ τὴν φόρτωσιν, δηλαδὴ νὰ ἀναλάβῃ ὅλα τὰ ἔξοδα μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔφθανε τὸ ἐμπόρευμα εἰς τὴν Σαλαμῖνα καὶ θὰ ἐρρίπτετο πάλιν εἰς τὰς φορτηγίδας τοῦ Δημοσίου. Ὁ οἶκος Κόρρυ εἰς τὰς διαπραγματεύσεις παρετήρησεν ὅτι δὲν θεωρεῖ εὔλογον νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ δευτερεῦον καὶ ἐπέμενεν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀγορασθῶσι παρ’ αὐτοῦ γαιάνθρακες καὶ νὰ φροντίσῃ τὸ Δημόσιον περὶ τῆς μεταφορᾶς. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Δημόσιον ἐπέμενεν, εἶπεν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ζητεῖ ὀκτὼ σελλίνια, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, κατὰ τόννον διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ μεταφορὰ ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ μετὰ μῆνάς τινας, ἐζήτησε νὰ συμφωνηθῇ μεταξὺ Δημοσίου καὶ αὐτοῦ ὅτι, ἂν κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν θὰ φορτωθῶσιν οἱ γαιάνθρακες, ἡ τιμὴ τοῦ ναύλου εἶναι μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα, νὰ ἀφαιρεθῇ ἢ νὰ προστεθῇ ἡ διαφορὰ εἰς τὴν ἀξίαν. Τὸ Δημόσιον ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον μετεβιβάσθη ἡ πρότασις αὕτη, ἀπήντησεν ὅτι δὲν θέλει νὰ ἔχῃ τοιούτους λογαριασμοὺς καὶ ζητεῖ ἀπὸ σήμερον νὰ κανονισθῇ ἡ τιμή, καί, ἂν προέλθῃ ζημία ἢ κέρδος, αὐτὸ νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν προμηθευτὴν τῶν γαιανθράκων. Ἐπὶ τούτοις ὁ προμηθευτὴς ἐδέχθη, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔπρεπε νὰ εἶχε καὶ περιθώριόν τι, διὰ νὰ μὴ ὑποστῇ ζημίαν ἐξ ἐνδεχομένης ὑψώσεως τῶν ναύλων. Ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου καὶ μόνον προῆλθεν ἡ διαφορὰ αὕτη, ὅτι τὸ Δημόσιον ἠγόρασεν 600.000 δρ. γαιάνθρακας, πληρῶσαν 16.000 ἐπὶ πλέον δραχμὰς παρ’ ὅσας θὰ ἐπ’ ἤρωνεν ὁ ἐπιμελέστερος τῶν ἐμπόρων. Σημειωτέον ὅτι οὔτε εἷς μάρτυς οὔτε μία ἔνδειξις δὲν προκύπτει ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 16 χιλιάδων δραχμῶν ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον ἀθεμίτου συναλλαγῆς μεταξὺ τοῦ Ἠπίτου, τοῦ Γενικοῦ Προξένου καὶ τοῦ οἴκου Κόρρυ, οὐδεμία ἔνδειξις. Μόνον ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ μεγάλου ποσοῦ θὰ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ὑπόνοια, ἀλλὰ προκειμένου νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἐντιμότης τοῦ Κόρρυ, προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν οἷος ὁ Ἠπίτης καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι τέσσαρες ἢ πέντε, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναμεμιγμένοι εἰς τὴν ὑπόθεσιν, καὶ τοῦ Γενικοῦ Προξένου τῆς Ἑλλάδος, κάποιος τῶν ἐξετασθέντων ἐν τῷ Ναυτοδικείῳ μαρτύρων, ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶπεν ὅτι «ἂν θέλητε νὰ σᾶς ἐξηγήσω τίνα σημασίαν ἔχει αὐτὴ ἡ διαφορὰ τῶν 16 χιλιάδων δραχμῶν, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπόνοια καταχρήσεως, θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ὑπεθέτομεν ὅτι ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ σεῖς συνενοήθητε, διὰ νὰ καταχρασθῆτε ἀπὸ τὸ Δημόσιον ἀνὰ ἓν πεντακοσιάδραχμον. Αὐτῆς τῆς σημασίας εἶναι ἡ δίκη, ἡ ὁποία διεξήχθη ἐνώπιον τοῦ Ναυτοδικείου. Ἐρωτῶ λοιπόν πῶς εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, Βουλευτὴς τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Μιχαλέα, ὅστις πάντοτε ὡμίλησε μὲ τὴν φωνὴν τῆς καρδίας, πῶς μὴ μελετήσας τὴν δικογραφίαν, μὴ παρακολουθήσας τὴν δίκην ὁλόκληρον, ἀλλὰ τμηματικῶς παραστὰς εἰς δύο ἢ τρεῖς συνεδριάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἤκουσε μόνον τὰς γνώμας τοῦ κατηγόρου καὶ οὐχὶ τῆς ὑπερασπίσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχηται σήμερον καὶ νὰ ἀφήνῃ νὰ ὑπάρχῃ ὑπόνοια τις εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἠθῳώθη, ἐνῷ ἦτο ἔνοχος; Ἐγὼ ἐρωτηθεὶς χθὲς διὰ τηλεγραφήματος ἐκ Πατρῶν, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀφήνετο νὰ ὑπονοῆται ἡ ἀνησυχία τοῦ κόσμου, μήπως εἷς ἔνοχος κατώρθωσε νὰ διαφύγῃ τῶν ὀνύχων τῆς δικαιοσύνης, ἐπικροτοῦντος μάλιστα καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἀπαντήσω τηλεγραφικῶς εἰς τὸν σύλλογον ἐκεῖνον, διὰ νὰ καταστήσω ἀλληλέγγυον τὴν θέσιν μου ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἀθῳωτικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ναυτοδικείου. (Χειροκροτήματα). Διότι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον, καὶ ἂν ἐπρόκειτο ἀκόμη περὶ κοινοτάτου ἀνθρώπου, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐγνώριζον ὅτι διεκινδύνευσεν ἐπὶ δύο καὶ ἥμισυ ἔτη ἡ τιμή του ὡς καταχραστοῦ, ἐνῷ ἦτο ἀθῷος, θὰ μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ θυσιάσω τὰ πάντα, ὅπως ἀποδειχθῇ ἡ ἀθῳότης καὶ τοῦ τελευταίου πολίτου ἐν Ἑλλάδι. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ εὐτυχῶς μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ διστάσω νὰ διαβεβαιώσω πάντα μὲ τὴν ἐπισημότητα, τὴν ὁποίαν μοὶ παρέχει καὶ ἡ θέσις μου καὶ τὸ παρελθόν μου, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ναυτοδικείου ὑπῆρξε δικαία ἀπολύτως, ὅτι ὁ ἀθῳωθεὶς κατηγορούμενος εἶναι ἀπολύτως ἀθῷος. Ἐθεώρησα λοιπὸν καθῆκόν μου, ἐθεώρησα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο, προκειμένου μάλιστα περὶ ἑνὸς ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ σειρὰν μακρὰν ἐτῶν ἐξυπηρέτησε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου καὶ προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ Ναυτικοῦ μας, τὸ ὁποῖον γνωρίζετε μετὰ πόσης στοργῆς περιβάλλει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ διὰ τῶν συκοφαντιῶν αὐτῶν, τολμῶ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν αὐτήν, διὰ τῶν συκοφαντιῶν τούτων, αἵτινες ἀπὸ 2½ ἐτῶν συνταράσσουσι τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, κατωρθώσαμεν νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν δυσπιστίαν εἰς τοὺς ἁπανταχοῦ ὁμογενεῖς, οἱ ὁποῖοι δίδουσι τὸν ὀβολόν των ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἐθεώρησα ὅτι διπλοῦν εἶχον καθῆκον νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιον ὑμῶν, διὰ νὰ βεβαιώσω μὲ τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἔχω, ὅτι ὁ κατηγορηθεὶς Ἠπίτης εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀθῷος καὶ ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ναυτοδικείου ἀνταποκρίνεται ἐντελῶς πρὸς τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν. (Χειροκροτήματα).
§27ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ συγχαρῶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἠτύχησε νὰ δώσῃ λύσιν εἰς ὑπόθεσιν, ἥτις ἀπετέλει ἀληθὲς σκάνδαλον δικαστικὸν ἐν Ἑλλάδι. Συνέπεσεν ἐπὶ 8 καὶ πλέον μῆνας, κάτοχος τῆς Ἀρχῆς, νὰ εὑρεθῶ ἐνώπιον ἀναφορῶν καὶ παραπόνων, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἀπὸ δύο ἐτῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὴν Δικαιοσύνην, ἐνώπιον τῆς ὁποίας ἐζήτουν νὰ ἐμφανισθῶσιν καὶ ὡς κάτοχος τῆς Ἀρχῆς μετὰ τῶν συναδέλφων ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ἀσχοληθεὶς ἀνεγνώρισα, ὅτι ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι κατάστασις, ἥτις δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὸν κατηγορούμενον, τὸν ζητοῦντα νὰ δικασθῇ, δὲν ἐπέτρεπε νὰ δικασθῇ.
§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§29ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ὁμολογῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ᾐσθάνθην πόνον ἐγώ, διότι ἀνεγνώριζον ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη ὠφείλετο εἰς τὴν ἀθλιότητα τῆς καταστάσεως τῆς Πολιτείας, ὅτι ἡ Πολιτεία ἦτο ὑπεύθυνος διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην, διότι ἡ Πολιτεία δὲν ἐφρόντισε νὰ ἔχῃ οὕτω κεκανονισμένα τὰ πράγματα καὶ οὕτω νὰ ἀντιμετωπίζωσιν αἱ Ἀρχαὶ τὰς κακοβούλους προθέσεις τῶν καταγγελλόντων καὶ μὴ ἐμφανιζομένων, ὅπως δικασθῇ ἡ ὑπόθεσις, ὥστε νὰ εἶναι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὑπεύθυνος ἡ Πολιτεία, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη, εἴτε διὰ καταδίκης εἴτε δι’ ἀθωώσεως εἰς ἐκεῖνον ἢ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἐζήτουν νὰ δικασθῶσιν, ὅπως πραχθῇ τὸ προσῆκον. Ἦτο ἀληθὴς εὐθύνη τῆς Πολιτείας καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Πολιτείας ἠσθάνθην ἐγὼ ἐμαυτὸν ὑπεύθυνον διὰ τὰ τελούμενα. Ἡ ἐξέτασις, εἰς ἣν προῆλθον μετὰ τῶν συναδέλφων μου, μὲ ἔπεισεν ὅτι δὲν ἦτο κανονικὴ τῆς Δικαιοσύνης ἡ Πολιτεία, ὅτι ἐκ τῆς Δικαιοσύνης προήρχοντο ἀναβολαὶ καὶ ἐμπόδια, καὶ ἐλυπούμην ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εἰς ἐμὲ δυνατόν, ὅσην καὶ ἂν κατέβαλλον προσπάθειαν, ὅπως ἐπὶ τέλους φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν κατώρθωσα τοῦτο καὶ διὰ τοῦτο συγχαίρω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἦτο εὐτύχημα ὅτι ἐχρησίμευσεν εἰς ἐξάγνισιν τῆς Πολιτείας διὰ τὸ κακόν, τοῦ ὁποίου αὐτὴ ἦτο παραίτιος. (Χειροκροτήματα).
§30Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν τῆς δίκης τῶν γαιανθράκων, ἐν τούτοις δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος θὰ στέρξω νὰ φέρω τὸ κοσμητικὸν ἐπίθετον, τὸ ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς ἀποδώσῃ, ὅτι σκοποῦμεν νὰ ἐξεγείρωμεν τὴν κοινὴν γνώμην.
§31Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ σᾶς.
§32Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Φρονεῖτε σεῖς, κύριε συνάδελφε, σεῖς, ὁ ὁποῖος κόπτεσθε ὑπὲρ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι εἶσθε ἀνώτερος ἐμοῦ διὰ νὰ συνηγορήσητε....
§33Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὄχι, ἀλλὰ λέγω τὴν ἀντίληψιν ἐμοῦ καὶ τῆς Βουλῆς· δι’ οὐδένα κόπτομαι.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καταλήγων τὸν λόγον εἶπον ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὑμεῖς δηλαδή, κύριε Μιχαλέα, δὲν δύνασθε, παρακολουθήσαντες τὴν δίκην τμηματικῶς, νὰ ἐκφράσητε γνώμην ἐπὶ τῆς ὅλης ὑποθέσεως, διότι τοῦτο εἶναι παρακεκινδυνευμένον. Βεβαίως τὴν ἀγαθήν σας διάθεσιν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἔθεσα εἰς ἀμφιβολίαν, καὶ μᾶλλον ὡμίλησα κατὰ τρόπον εὐλαβῆ.
§35Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Ἐν τούτοις ἐλέχθη ὅτι ἐγὼ προέβην εἰς τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβην, ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξεγείρω τὴν κοινὴν γνώμην. Δημαγωγὸς οὐδέποτε ὑπῆρξα.
§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶπον ὅτι τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα ἔχει ἡ ἀγόρευσίς σας.
§37Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὁμιλῶ πάντοτε, εἶναι ἀληθές, μὲ τὴν φωνὴν τῆς καρδίας, ἀλλὰ καὶ πάντοτε ἀφήνω νὰ λειτουργῇ καὶ τὸ λογικόν, ἂν δὲ προέβην εἰς τὴν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, ἠθέλησα νὰ ἀπαλλάξω τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν πάσης ἀσχολίας περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἠθέλησα νὰ ἀποφύγω τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι ὑποθέτω ὅτι πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου παρέλκει πλέον. Ἠθέλησα νὰ προβῶ εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην, διότι οὐδὲν ἀποτέλεσμα θὰ προέκυπτεν, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ὑπόθεσιν ἐκδεδικασμένην, καὶ ἡ ἀπόφασις κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ πάντων ὑμῶν εἶναι δικαία. Ἠθέλησα νὰ βασιλεύσῃ ἡ ἀπαραίτητος πλέον γαλήνη. Ἀλλ’ ὅτε ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι συγχαίρω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ δεξιότητα, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκτιμήσῃ δεόντως τὴν σημασίαν τῶν λόγων μου, καὶ ὅτε ἔλεγον ὅτι συγχαίρω τοὺς συνεργάτας καὶ τὸν Ἠπίτην, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ τί ἐνόουν ἐγώ, καὶ ὅτε εἶπον ὅτι οἰκτίρω ἐμαυτὸν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ τί ἤθελον νὰ εἴπω. Πάντως, Κύριοι, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐδηλώθη ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις εἶναι συκοφαντία. Δύναται νὰ ἔχῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν γνώμην αὐτήν, ἐγὼ ὅμως καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ὑπήρξαμεν θῦμα τῆς συκοφαντίας.
§38Γ. ΠΩΠ. Ὀφείλω, κύριοι συνάδελφοι, νὰ διατυπώσω ὀλίγας σκέψεις, τὰς ὁποίας εἰς πάντας ἴσως ἐγέννησεν ἡ προκληθεῖσα ἐντύπωσις ἐκ τῆς ἀπροσδοκήτως γενομένης συζητήσεως. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀνέμενε νὰ ἴδῃ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἔδωκε τέρμα ἀπόφασις Δικαστηρίου, εἰσαγομένην ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου καθ’ ὃν τρόπον συνεζητήθη ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Δι’ ἡμᾶς, καὶ ἐλπίζω πρὸ πάντων διὰ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διαπρεπῆ ὄντως νομομαθῆ, ἡ ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου θ’ ἀπετέλει δεδικασμένον, θὰ ἀπεδείκνυεν αὐτὴν ταύτην τὴν ἀλήθειαν. Οὐδὲ ὑπῆρχε κἂν λόγος, ὅπως ἔλθῃ ἐνταῦθα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνδυάσῃ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ εὐθύνην, ἂν ὑφίσταται καὶ καθ’ ὅσον ὑφίσταται, πρὸς τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν. Ὁμολογῶ ὅτι ἐμὲ τοὐλάχιστον κατέπληξεν ἡ σύγχυσις αὕτη ἡ γενομένη ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῶν τε καθηκόντων αὐτοῦ εἰς τὴν ἀπόδοσιν πολιτικῶν εὐθυνῶν καὶ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ ἐν τῇ ἀσκήσει δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι ἤσκησε καὶ δικαστικὴν ἐξουσίαν· ὀρθῶς δὲ καὶ δικαίως ἀσκῶν τὴν δικαστικὴν ταύτην ἐξουσίαν ἐξέδωκεν ὃ ἐξέδωκε βούλευμα. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου παύει νὰ ἐμφανίζηται ἡ ὑπεύθυνος λειτουργία του. Ὑπάρχει ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ τὸ Δικαστήριον, οὐδεὶς δ’ Ὑπουργὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἔλθῃ νὰ βεβαιώσῃ ἂν ὀρθῶς ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις. Ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις ἀθωοῦσα ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν κατὰ πλάσμα. Ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις καταδικάζουσα ἀποδεικνύει ταὐτό. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ὀφείλομεν νὰ χωρίσωμεν τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἐπόθει νὰ ἴδῃ εἰσερχομένην ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, διότι ἀκριβῶς συνετάραξεν ὁλόκληρον τὸ μέρος τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ. Ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ἐδόθη ἡ μορφὴ τοῦ ζητήματος εἶναι ἀτυχῶς ἀδύνατον νὰ τερματισθῇ τὸ ἔργον ἡμῶν χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁλόκληρον τὴν ὑπόθεσιν, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐν τῇ εἰλικρινεῖ αὐτοῦ προθέσει καὶ τῷ ἐνθέῳ αὐτοῦ ζήλῳ, ὅπως ἀμυνθῇ ὑπὲρ αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπίστευε, τὸν ὁποῖον πάντες ὀφείλομεν νὰ πιστεύσωμεν ἀθῷον, εἰσῆλθεν εἰς λεπτομερείας αὐτῆς ταύτης τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἔθεσεν ἐν μειονεξίᾳ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰ στοιχεῖα νὰ κρίνωσι περὶ τῆς πολιτικῆς ὑποθέσεως, ὅτε εἰς δικαστικὴν καθαρῶς ὑπόθεσιν παρεισάγει τὴν δικαστικὴν αὐτοῦ εὐθύνην, ὅτε θέλει νὰ ὑφίσταται ἀλληλεγγύη μεταξὺ τοῦ οὑτωσὶν ἀνευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ τῆς ἀνευθύνως ἐκδιδούσης τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ πλὴν τούτου παρενεβλήθη σκέψις τις ἄλλη τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἥτις δὲν γνωρίζω ἂν δὲν ἔπρεπε νὰ διευκρινισθῇ ἀρτιώτερον, ἵνα ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες ἐπιζητοῦμεν, ἐπιτευχθῇ, ὅπως δηλονότι ἀποδοθῇ ἡ γαλήνη εἰς τὸ πολεμικὸν Ναυτικόν, τὸ ὁποῖον ἡ διάστασις αὕτη καθίστα ἀληθῶς ἐν πλήρει παραλυσίᾳ, ἡ διάστασις, τὴν ὁποίαν ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἥτις ἐπὶ τοσοῦτον παρέχει δεδομένον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ συγκρότησις Δικαστηρίου ἐκ μέρους αὐτοῦ τούτου τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρεσύρθη εἰς τὴν δήλωσιν ὅτι ἐπρόκειτο περὶ συκοφαντίας. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, καθ’ ὃν τρόπον ἀνωμολόγησα ταῦτα, διότι ἦτο καθῆκον νὰ ὁμολογήσω, καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἀναγνωρίζω — διότι ἐγὼ ἀνευθύνως ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δύναμαι νὰ εἴπω τὰς γνώμας μου χωρὶς νὰ πρόκειται αὗται νὰ στηρίξωσιν ἢ νὰ ἀναιρέσωσι τὸ κῦρος μιᾶς δικαστικῆς ἀποφάσεως —, ἀναγνωρίζω καὶ ὁμολογῶ ὅτι παρακολουθῶν ἀπὸ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐπείσθην διὰ τὴν ἀθῳότητα τοῦ προσαχθέντος εἰς τὰ Δικαστήρια Ἠπίτου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἐμὲ νὰ ἀποδώσω προθέσεις συκοφαντικὰς εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καταμηνύουσιν. Οὔτε εἶναι δόγμα δικαστικὸν οὔτε εἶναι δόγμα δικαιοσύνης ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ προσαγάγῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔστω καὶ ἂν περὶ ἐνδιαθέτου συκοφαντικῆς προθέσεως ἐπρόκειτο. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔθηκε δόγμα λίαν σοβαρόν, δόγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συγκλονίσῃ πολλὰ γεγονότα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συγκρατήσῃ ἀηδεῖς πράξεις καὶ παρανομίας ἐν κρυπτῷ, ἵνα ἀποδειλιάσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ἔρχονται νὰ καταγγείλωσι τὰς πράξεις ταύτας τὰς περιφρονούσας τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν, ὅτι ἡ ἀθῳωτικὴ αὕτη ἀπόφασις καταδεικνύει ὡς δόγμα, ὅτι περὶ συκοφαντίας ἐπρόκειτο. Εἰς ἐμέ, ἐπαναλαμβάνω, ἀναγνωρίζοντα τὴν ἀθῳότητα, διότι ἔχω καθῆκον νὰ τὴν ἀναγνωρίσω, μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ ἀποδεχθῶ καὶ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸ καινοφανὲς τοῦτο δόγμα, τὸ ὁποῖον ἴσως οὔτε κἂν τὸν ἐμμεσώτερον σκοπόν, τὸν ὁποῖον προέθετο ἁγνῶς ἐμπνεόμενος ὁ κ. Πρωθυπουργός, τῆς ἀποδόσεως τῆς γαλήνης εἰς τὸ Ναυτικόν, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ. Ἀπὸ τῆς σκέψεως ταύτης τῆς διπλῆς ὁρμώμενος ἐπανέρχομαι ἐκεῖ, ὁπόθεν ἤρχισα, εἰς τὴν παρατήρησιν δηλονότι, ὅτι μετὰ τὴν γενομένην καὶ ἀρξαμένην συζήτησιν, παρὰ τὰς ἐπιθυμίας, παρὰ τὰς προθέσεις ὅλων ἡμῶν, εἶναι ἐπιβεβλημένον, ὅπως ὁρισθῇ μετὰ τὸ Πάσχα ἔστω, μετὰ ἕνα μῆνα, ὁποτεδήποτε, ὅτε ἡ δημοσία συνείδησις εἶναι ἐντελῶς ἀπηλλαγμένη πάσης σκέψεως, εἴτε ἐκ διαδηλώσεων ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας τηλεγραφικῶς ἐρχομένων, εἴτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ μέρους τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐρχομένων, νὰ κατατεθῶσιν εὐθὺς ἀμέσως πάντα τὰ ἔγγραφα, ἵνα ἐρευνηθῇ τὸ μέρος τῆς πολιτικῆς εὐθύνης. Διότι ἔχομεν καθῆκον χάριν τῆς δικαιοσύνης καὶ χάριν αὐτοῦ τούτου κυρίως τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος νὰ χωρίσωμεν τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν ἀπὸ τὴν πολιτικὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§39Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε τρίτην φορὰν νὰ ὁμιλήσητε, κ. Μιχαλέα. Τὸ ἀπαγορεύει ὁ Κανονισμός. Ὁ κ. Πετραλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§41ΑΡΙΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις νὰ εἴπω διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ. Τὴν ἐπιτηρῶ ἐγὼ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Τί θέλετε;
§43Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀπὸ δύο μόνον ἀπόψεις, κύριοι Βουλευταί, θέλω θίξει τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ ζήτημα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐτελείωσεν. Ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης ὅμως ἐρρίφθησαν πρό τινων ἡμερῶν ὑπὸ ἀξιοτίμου φίλου μου Βουλευτοῦ Κερκύρας, ὡς καὶ σήμερον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ψαρῶν κ. Πὼπ, δύο τινά, ὅτι τὸ Ναυτικὸν τοῦ ἔθνους ἡμῶν εἶναι διῃρημένον. Τὸ τοιοῦτον ὀφείλω νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καθότι λυπηρὰ γεγονότα μὲ φέρουσιν εἰς ἄμεσον σχέσιν μὲ τὸ σῶμα τοῦτο, ὅτι τὸ Β. πολεμικὸν Ναυτικόν, ἐπὶ τῆς ὁμονοίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὁποίου τὸ ἔθνος στηρίζει τὰς ἐλπίδας του, δὲν εἶναι διῃρημένον. Τὸ Ἑλληνικὸν Ναυτικὸν εἶναι ἓν καὶ θὰ μένῃ ἕν. (Χειροκροτήματα). Ἐρρίφθη ὑπαινιγμὸς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ πρωτοκόλλου τινός, πρωτοκόλλου δῆθεν ἀπαισίου. Πλὴν δὲν ὑπάρχει πρωτόκολλον· ὑπάρχει μόνον συμφωνία μεταξὺ πλείστων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ.
§44Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Αὐτὴ ἡ συμφωνία εἶναι πρωτόκολλον, κύριε συνάδελφε.
§45Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς, κύριε Πρόεδρε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Εἰ δυνατόν, νὰ μὴ εἰσαγάγητε εἰς τὴν Βουλὴν συζήτησιν περὶ σπερμολογημάτων, τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὑπεύθυνος βεβαίως. Λοιπὸν οὔτε νὰ ἀναλάβητε τὴν εὐθύνην νὰ βεβαιώσητε ταῦτα οὔτε νὰ διαψεύσητε.
§47Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Γνωρίζω δὲ ἐξωδίκως, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν πέρυσι τὸ Ἑλληνικὸν Ναυτικὸν ἐσυκοφαντεῖτο ὑπὸ τοῦ κ. Τσουκαλᾶ: Ὁ Ἠπίτης κλέπτης, ὁ Κοντόσταυλος κλέπτης, ὁ Γιάρρο κλέπτης, ὁ Καρπετόπουλος κλέπτης, ὁ Χαϊδεμένος κλέπτης, ὁ Μπίσκος κλέπτης, ὁ δεῖνα κλέπτης, οἱ ἄνθρωποι συνῆλθον καὶ εἶπον, τί εἶναι αὐτά; ὑπέγραψαν δὲ πρωτόκολλον πρὸ ἓξ μηνῶν καὶ ἀπεφάσισαν καὶ εἶπον: ἢ ὁ Ἠπίτης θὰ ἀποδειχθῇ καταχραστὴς καὶ πρέπει νὰ φύγῃ ἐκ τοῦ Ναυτικοῦ, ἢ, ἂν ὁ μηνυτὴς αὐτὸς ἀποδειχθῇ δεινὸς συκοφάντης, νὰ φύγῃ αὐτός. Αὐτὴ εἶναι ἡ συμφωνία των. Οἱ πλεῖστοι δὲ τῶν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ εἶναι σύμφωνοι ὡς καὶ ὁ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κ. Γκίνης, ὁ ὁποῖος μετ’ ὀλίγους μῆνας θέλει φέρει ἐπαξίως τοὺς ἀστέρας τοῦ Ναυάρχου, ὃν καὶ προκαλῶ νὰ δηλώσῃ ἐπισήμως ταύτην τὴν στιγμὴν ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι σύμφωνος. Ὁ κ. Γκίνης σιωπᾷ. Ἀλλὰ λέγω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὅτι ἐπεδόθη λεπτομερὴς ἐξιστόρησις καὶ μήνυσις ὅλων τούτων καὶ ὅσων ἔχει πράξει ὁ κ. Τσουκαλᾶς, καὶ παρακαλῶ, ὅπως συντόμως ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ γαλήνη εἰς τὸ σῶμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον, Κύριοι, ἀδίκως συνταράσσεται καὶ ἀδίκως συκοφαντεῖται.
§48Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔθηκεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ κῦρος τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων, διότι δὲν ὑπῆρχε λόγος, ὥστε διὰ μακρῶν νὰ σχολιάσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ναυτοδικείου, καὶ πρὸ πάντων διότι ἔθηκεν ἐν ἀμφιβόλῳ τὴν καλὴν πίστιν τῶν μηνυτῶν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ὀνομάσῃ αὐτοὺς συκοφάντας. Διὰ τὸν τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν διαμαρτύρομαι καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς.
§49Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν εἶσθε ἁρμόδιος, διότι δὲν εἶσθε ἀξιωματικός.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§51Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἔντιμος ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ὑπέβαλεν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἔγγραφον αἴτησιν, ὅπως καταθέσῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν τὴν σχετικὴν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν Ἠπίτου. Ὁ αὐτὸς ἔντιμος Βουλευτής, παρελθὼν σήμερον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἐδήλωσεν, ὅτι ἀποσύρει τὴν αἴτησίν του. Πιθανοῦ ὄντος ὅτι ἄλλος ἢ ἄλλοι ἔντιμοι Βουλευταὶ ἤθελον υἱοθετήσει τὴν αἴτησιν ἐκείνην, παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ, νομίζω, ἐτέθησαν τὰ ἑξῆς ζητήματα· κατὰ πόσον ἤθελεν εἶναι νόμιμον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ δεδικασμένου, κατὰ πόσον ἤθελεν εἶναι σκόπιμον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ δεδικασμένου ἐκείνου. Φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι νομίμως καὶ ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ δεδικασμένου. Τὸ δεδικασμένον ἀληθῶς ἀντὶ ἀληθείας παραλαμβάνεται, res judicata pro veritate accipitur, κατὰ τὸ ῥωμαϊκὸν ῥητόν· ἀλλὰ τὸ δεδικασμένον δὲν εἶναι ἀλήθεια· τὸ δεδικασμένον ἀντὶ ἀληθείας παραλαμβάνεται, ἀλλὰ εἶναι πιθανὸν τὸ δεδικασμένον νὰ μὴ εἶναι ἀλήθεια· καὶ εἶναι δυνατὸν τὸ δεδικασμένον νὰ μὴ εἶναι ἀλήθεια ἕνεκα πλάνης, ἥτις προῆλθεν ἐξ ἐλλείψεως προσοχῆς, ἕνεκα πλάνης, ἥτις προῆλθεν ἐξ ἀμελείας· τὸ δεδικασμένον εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι ἀλήθεια, διότι ἐγένοντο παραβάσεις τῶν νόμων τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ ἀπολήξῃ τὸ δεδικασμένον εἰς ἀλήθειαν. Εἶναι ἀπρόσβλητον λοιπὸν τὸ δεδικασμένον μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰς συνεπείας αὐτοῦ, αἵτινες θὰ ἐπέλθωσι κατὰ τοὺς νόμους, ἀλλ’ οὔτε λογικῶς εἶναι ἀπρόσβλητον τὸ δεδικασμένον, οὔτε ὡς πρὸς τοὺς λόγους καὶ τὰς αἰτίας, αἵτινες προυκάλεσαν δεδικασμένον μὴ ἀληθές. Θὰ εἴχομεν ἑπομένως ὅλον τὸ δικαίωμα, προσαγομένης ἐνταῦθα τῆς δικογραφίας, νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ διερευνήσωμεν ἂν ὑπῆρξαν ὄντως λόγοι καὶ αἰτίαι ἀγαγοῦσαι εἰς δεδικασμένον μὴ ἀληθές, καὶ νὰ διακριβώσωμεν ἂν ἐγένοντο πειθαρχικαὶ παραβάσεις ἢ ἂν συνέβησαν ἐγκληματικαὶ πράξεις, διωχθεῖσαι ἢ μὴ διωχθεῖσαι. Καὶ καθ’ ὅσον ἤθελεν ἀποδειχθῆ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατωρθώθη δεδικασμένον παρὰ τὴν ἀλήθειαν, παρὰ τὸν νόμον, ἐὰν ἤθελε συμβῆ τοῦτο, βεβαιότατα θὰ ἦτο καὶ σκόπιμον νὰ συζητήσωμεν. Καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ προσήκουσαι θέσεις τῶν ὑπὸ συζήτησιν θεμάτων οὕτως ἔχουσιν, ἀναμφισβητήτως οὕτω κατὰ τοὺς νόμους ἡμῶν, νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον ἀπέναντι Βουλευτῶν, οἵτινες δὲν ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει τὴν δικογραφίαν, νὰ παρέρχηται ἐπὶ τὸ βῆμα μὲ ὅλον τὸ κῦρος αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, γνώστης τῆς δικογραφίας, ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ, νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ δεδικασμένον. Ἔδει νὰ ἀναμείνῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μήπως ἡ αἴτησις τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ υἱοθετηθῇ, μήπως προσκομισθῇ ἡ δικογραφία, μήπως προσέλθωσι Βουλευταὶ καὶ συζητήσωσιν ἐπὶ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα προυκάλεσαν τὸ δεδικασμένον· ἀλλ’ οὐ μόνον δὲν ἀνέμεινεν, ἀλλὰ καὶ παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα, γνώστης δὲ ὢν τῆς δικογραφίας ὑπερήσπισεν, ἐπαναλαμβάνω, τὸ δεδικασμένον, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι σπουδαῖαι, βεβαίως μὴ δυνάμεναι νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν καὶ τὴν ἄδολον γνώμην τοῦ τε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τοῦ ἐκδόντος τὸ βούλευμα, τῶν τε δικαστῶν τῶν ἐκδόντων τὴν ἀπόφασιν, ὡς θὰ ἦτό τις ὑπόχρεος νὰ ὁμολογήσῃ πρὶν λάβῃ γνῶσιν τῆς δικογραφίας, ἀλλὰ πληροφορίαι ἐν τούτοις ἀνατρέπουσαι τὰς βεβαιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Πληροφορίαι, λέγω, ἀνατρέπουσαι τὴν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας πᾶν δεδικασμένον ὀφείλει νὰ στηρίζηται. Διότι, κύριοι Βουλευταί, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ μιᾶς πληροφορίας. Ἐκεῖνο, δι’ ὅπερ κατηγορεῖτο, ἦτο τοῦτο· οὐχὶ διαφορὰ τῆς τιμῆς μεταξὺ μιᾶς καὶ ἑτέρας ποιότητος γαιανθράκων, οὐχί, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ τῆς τιμῆς τῶν διπλοκοσκινισμένων ἀπὸ τῶν μὴ διπλοκοσκινισμένων γαιανθράκων, τὴν δὲ ἀπόδειξιν τῶν διπλοκοσκινισμένων δὲν τὴν παρέχουσι τὰ ὀρυχεῖα, ἀλλὰ τὰ νεώρια. Ὑπῆρξε τοιαύτη ἀπόδειξις; Αἱ πληροφορίαι μου λέγουσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη ἀπόδειξις· καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρξεν ἀπόδειξις προερχομένη ἀπὸ τοῦ νεωρίου ὅτι ἐγένετο τὸ διπλοκοσκίνισμα, βεβαίως ὑπῆρχε διαφορὰ τιμῆς ἀπὸ τόννου εἰς τόννον ὀκτὼ ὅλων σελλινίων.
§52Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας χωρὶς νὰ ἔχητε ἔγγραφον.
§53Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι πρόκειται περὶ τῶν προθέσεων καὶ τῆς ἐν γένει διαγωγῆς τοῦ κατηγορουμένου. Θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ, ἂν μετέβη ἢ δὲν μετέβη ἀπὸ Κάρδιφ εἰς Παρισίους ἑκατοντάκις καὶ ἑξηκοντάκις καὶ ἑπτάκις, ἢ ἑκατοντάκις καὶ ἐνενηκοντάκις καὶ ἑπτάκις, καὶ ἂν μεταβαίνων ἀπὸ Κάρδιφ εἰς Παρισίους ἐλάμβανεν εἰσιτήριον μεταβάσεως μετ’ ἐπιστροφῆς ἢ μόνον μεταβάσεως καὶ χωριστὰ ἔπειτα ἐπανόδου. Καὶ ἔδει ἀκόμη νὰ ἐξετασθῇ, ἂν κατὰ πάντα τὰ ταξίδια παρελάμβανε καὶ ὅλα αὐτοῦ τὰ ἔπιπλα. Ναὶ ἢ ὄχι; Καί, ἐὰν τοιαῦτα γεγονότα ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῶσιν, εὐθὺς ἀμέσως δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ δικαιοσύνη πρὸ ὑπονοιῶν περὶ τοῦ δράστου, καὶ ἀπ’ αὐτῶν τῶν ὑπονοιῶν περὶ τοῦ δράστου νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς ὑπονοίας περὶ τῆς πράξεως; Ἀλλ’ ἐγένετο ἐξέτασις, ὡς λέγουσιν αἱ πληροφορίαι, περὶ διαφορᾶς τῆς τιμῆς οὐχὶ ὀκτὼ σελλινίων, ἀλλ’ ἑνὸς σελλινίου. Ὅτε τοιαῦτα ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῶσι γεγονότα ἐκ τῆς μελέτης τῆς δικογραφίας, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν, δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, νομίζω, νὰ παρέλθῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπὲρ πάντα ἄλλον γνώστης τῆς δικογραφίας, ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ δεδικασμένου. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ὑπερασπίσῃ τὸ δεδικασμένον, καθόσον εἶναι καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἴσως, ἐὰν ἐρευνηθῇ ἡ δικογραφία, θὰ κληθῇ εἰς ἐπιτέλεσιν καθηκόντων ἀντικειμένων πρὸς τὰς σημερινὰς αὐτοῦ ἀνακοινώσεις καὶ βεβαιώσεις, καὶ θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ αὖθις νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα λαλήσῃ περὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἠθικῆς καὶ ἐντιμότητος, περὶ τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἀμφιβάλλει οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον, πάντως ὅμως θὰ εὑρίσκηται εἰς μίαν δυσφορίαν καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι ἐπλανᾶτο, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔδιδε τοιαύτας δηλώσεις καὶ βεβαιώσεις πρὸς τὸ Σῶμα. Δὲν ἔπρεπεν ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀνάγκην ὅπως ὑπερασπίσῃ τὴν ἑαυτοῦ ἠθικὴν καὶ ἐντιμότητα. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην οἱασδήποτε τοιαύτης ἐπικλήσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐξέδωκε τὸ ἀθωωτικὸν αὑτοῦ βούλευμα, ὅπερ περιέχει μάλιστα φράσεις ὑπὲρ τῆς ἀθωώσεως τοῦ κατηγορουμένου, τὰς ὁποίας θὰ ἠδύνατό τις νὰ μὴ τὰς θεωρήσῃ ἐντελῶς δικαστικάς, οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάγκην ἄλλης ἐπικλήσεως, διότι τὸ βούλευμά του καὶ ἡ προσωπικότης αὐτοῦ παρεῖχον ἱκανὰς ἐγγυήσεις περὶ τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο σήμερον πρὸς τὸ Σῶμα. Ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον νομίζω ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη καὶ νομικὴ παρεκτροπὴ κατάφωρος. Διότι, ὡς ὀρθότατα ἐτόνισεν ὁ ἐκ Ψαρῶν κ. συνάδελφος, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς νομικὸν ἄνδρα νὰ λέγῃ· ὅταν ὁ εἷς εἶναι ἀθῷος, ὁ ἕτερος πάντως εἶναι συκοφάντης! Διότι συμβαίνει ἀξιολογώτατα ὁ εἷς νὰ εἶναι ἀθῷος καὶ ὁ ἕτερος νὰ εἶναι καὶ αὐτὸς ἐντιμότατος ἄνθρωπος καὶ οὐδαμῶς συκοφάντης. Δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, λέγω, τοῦτο, νὰ ὑπερασπίζῃ ἀφ’ ἑνὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὸ δεδικασμένον καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ προκαταλαμβάνῃ ἄλλο δεδικασμένον. Διότι, ἐὰν ὑπάρχωσι συκοφάνται, ἡ ἐξακρίβωσις αὐτῶν θὰ γένηται κατὰ τοὺς αὐτοὺς νομίμους τύπους. Θὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις, θὰ ἐκδοθῇ βούλευμα, θὰ παραπεμφθῇ ὁ συκοφάντης εἰς τὸ Ναυτοδικεῖον, θὰ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ κατόπιν θὰ ἐκδοθῇ ἄλλο δεδικασμένον. Ὑπερήσπισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀφ’ ἑνὸς ἓν δεδικασμένον, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοιαύτη, καὶ ἀφ’ ἑτέρου προκαταλαμβάνει ἄλλο δεδικασμένον. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἀποδεικνύεται περιτράνως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγον πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι εἶναι ὕποπτα πάντα ταῦτα, ὅτι εἶναι ὕποπτοι αἱ δηλώσεις, διότι περὶ οὐδενὸς ἄλλου πρόκειται παρὰ περὶ τοῦ πῶς θὰ ἐξεύρωμεν ὑπὸ τὰς ἐπιδοκιμασίας τῆς διπλῆς Βουλῆς ἕνα τρόπον, ὅπως ἐξοντώσωμεν ἕνα ἄνθρωπον, ὅστις διέπραξε τὸ φοβερὸν ἔγκλημα νὰ θέσῃ ἑαυτὸν ἐπὶ τοῦ ἰκριώματος ὡς ὁλοκαύτωμα, ἵνα ὑπερασπίσῃ τὸν δημόσιον πλοῦτον, ἵνα ὑπερασπίσῃ τὴν δημοσίαν ἠθικήν, ἵνα ὑπερασπίσῃ τὴν τιμιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ναυτικοῦ.
§54Π. ΓΚΙΝΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι ἡ ἐσφαλμένη ἀντίληψις τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ὑπέχουσιν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ Ναυτικοῦ ἄτομα ἀνήκοντα εἰς αὐτό, ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑποκαταστήσωσι τὴν ἐνέργειαν αὑτῶν εἰς τὴν νόμιμον ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, ἐγέννησεν ἀπὸ πολλοῦ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τοῦ Ναυτικοῦ. Τὸ σωφρονοῦν Ναυτικόν, τὸ ὑγιὲς Ναυτικόν, ἕνα πόθον ἔχει, τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας, ὅπως ἀρθῇ ἡ λυπηρὰ ὄντως κατάστασις αὕτη· ἓν ἐπιθυμεῖ, νὰ καταστήσῃ ἡ Πολιτεία τὸ Ναυτικὸν εἴδωλον τοῦ ἔθνους, ὅπως ὑπῆρξεν ἄλλοτε, καὶ νὰ διδάξῃ εἰς τοὺς Κυρίους αὐτούς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς ἀλλότρια καθήκοντα, εἰς καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι εἶναι κεκλημένοι νὰ ἐκπληρώσωσι, καὶ τὰ καθήκοντα ταῦτα τὰ ἔχει ἀναλάβει ἡ Πολιτεία, ἥτις ἔχει ἐντολὴν τοιαύτην παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ὁ στρατὸς δὲν ἔχει ἐντολὴν νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ ἔργα τῆς Πολιτείας, ἀλλά, καὶ ἂν εἶχε τοιαύτην, δὲν ἔχει τὴν πρὸς τοῦτο ἁρμοδιότητα. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς, καὶ τονίζω τοῦτο, ὅπως ἀκουσθῇ ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἀκουσθῇ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἔννοια στρατοῦ, ὅταν οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸν δὲν ἐνστερνισθῶσι βαθέως ἐν τῇ συνειδήσει των, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν εἶναι κεκλημένος νὰ βουλεύηται, δὲν εἶναι κεκλημένος νὰ συμβουλεύῃ, δὲν εἶναι κεκλημένος νὰ κρίνῃ τοὺς ἀνωτέρους, ἀλλ’ ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι κεκλημένος νὰ πειθαρχῇ καὶ μόνον νὰ πειθαρχῇ. (Χειροκροτήματα). Πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, καὶ στρατὸν ἐννοῶ τὸ σύνολον τῆς ἐνόπλου δυνάμεως τῆς χώρας, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος καταβάλλει τὴν ὑστάτην ταύτην προσπάθειαν καὶ δι’ ἐπιμόχθων θυσιῶν, ὅπως ἀποκτήσῃ στρατὸν καὶ στόλον ἄξιον τοῦ ὀνόματος αὐτῶν. Ἡ προσπάθεια αὕτη ἂν παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν ἀποτύχῃ, πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ σκεφθῇ, ἂν εἶναι δίκαιον, ἂν εἶναι φρόνιμον νὰ ὑποβάλληται εἰς τοιαύτας θυσίας χάριν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. (Χειροκροτήματα). Μοιραίως βαίνει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸ τοῦ διλήμματος, ἂν πρέπει νὰ ὑφίσταται τοιαύτας θυσίας χάριν στρατοῦ μὴ πειθαρχοῦντος, μὴ σεβομένου τὴν Πολιτείαν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολὺ φοβοῦμαι, ὀψέποτε ἀποφανθῇ περὶ τούτου, ὅτι ἡ ἐτυμηγορία του δὲν θὰ εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἂς τὸ συλλογισθῶσι καλῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καθῆκον καὶ ὑποχρεώσεις νὰ τὸ σταθμίσωσιν. Ἀλλοίμονον δὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὴ ἐμφορούμενοι ὑπὸ τοιούτων ἀρχῶν ἀναλάβωσι τοιαύτην εὐθύνην, εὐθύνην βαρεῖαν ἀπέναντι τῆς Ἱστορίας. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ Ἱστορία θὰ στιγματίσῃ αὐτούς. (Χειροκροτήματα).
§55Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἦσθε μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς παραλαβῆς τῶν ἀντιτορπιλλικῶν; Τί φρονεῖτε;
§56Π. ΓΚΙΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὰς ὑπηρεσιακάς μου πεποιθήσεις καὶ τὰς γνώμας, ὡς καὶ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐκ καθήκοντος συνεπείᾳ ἐντολῆς τῆς Πολιτείας, νὰ τὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ θέλων νὰ ἔχῃ γνῶσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἂς ζητήσῃ ἁρμοδίως τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, διὰ τῶν ὁποίων εἶχον ἐκφράσει τὴν γνώμην μου, καὶ ἐκεῖθεν ἂς ἀρυσθῇ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θέλει. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἀριθμῶ τριάκοντα ἐτῶν ὑπηρεσίαν, δίδω καθ’ ἑκάστην πληροφορίας ἐπὶ ὑπηρεσιακῶν ζητημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν δρᾶσίν μου. Ἐὰν πράττω τοῦτο, τότε δὲν θὰ κάμνω ἄλλην ἐργασίαν, παρὰ νὰ ἀγορεύω.
§57Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βαρυσήμαντοι ἦσαν οἱ λόγοι οἱ λεχθέντες ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος συναδέλφου. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ ἀμφιβάλλων ὅτι ὁ στρατὸς ὁ κατὰ γῆν καὶ κατὰ θάλασσαν ὀφείλει ὡρισμένως νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὰ ἔργα τοῦ ἐπαγγέλματός του καὶ νὰ παύσῃ ἀναμιγνυόμενος καὶ συμβουλεύων τὴν Πολιτείαν ἐπὶ ὑποθέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων μόνη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἁρμοδιότητα ἔχει νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ κανονίζῃ ταύτας. Ἀτυχῶς, Κύριοι, ἂν ἡ κατάστασις τοῦ ἡμετέρου Κράτους περιῆλθεν εἰς ὃ σημεῖον πάντες γνωρίζομεν, τοῦτο συμβαίνει, διότι πάντες τὰ σπουδαιότερα καὶ τιμαλφέστερα ζητήματα τὰ ἐθνικὰ ἐσυνηθίσαμεν νὰ τὰ μεταφέρωμεν εἰς τοὺς δρόμους, καὶ νὰ ἀκούηται ἐκεῖ ὅπου μόνον ἡ δικαιοσύνη πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ κανονίζῃ, νὰ ἀκούηται, λέγω, ἡ γνώμη τῶν τριόδων, ἡ γνώμη τοῦ κόσμου, ὅστις εἴτε ἐκ συμφέροντος εἴτε ἐξ ἐπιπολαιότητος σπεύδει νὰ προδικάζῃ. Ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη. Δὲν ἤλπιζον, ὅτι ἤθελον ἔλθει ἐνταῦθα ἄνδρες περιωπῆς νὰ μεμφθῶσι τὸ δεδικασμένον, τὸ ὁποῖον καθιερώθη διὰ τοῦ προβουλεύματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, δεδικασμένον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τελευταίως τὴν τελικὴν αὐτοῦ μορφὴν διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ναυτοδικείου, τοῦ ὁποίου τοσοῦτον ἄψογοι ἐντελῶς ἄνδρες καὶ δικασταὶ τιμῶντες τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα μετέχουσι. Καὶ ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἔρχονται κατὰ σειρὰν δύο Πρωθυπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ βεβαιοῦσιν ἡμᾶς, ὅτι ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία συνετάραξε τὸ Ἑλληνικὸν κοινόν, εἶναι αὐτόχρημα συκοφαντία, ὅτε ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς πολιτευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἶπεν, ὅτι, ὅτε διηύθυνε τὰ κοινὰ ὡς Πρωθυπουργός, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς τοιαύτης ὑποθέσεως, διότι εἶχεν ἐξεγερθῆ ἡ κοινὴ γνώμη....
§58ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι παρενεβάλλοντο προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα ἡ Πολιτεία ὑπῆρξεν ἐν ἀνικανότητι νὰ ἄρῃ.
§59Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὅτε ἓν βούλευμα, μία ἀπόφασις τοῦ Ναυτοδικείου ἔρχεται καὶ κηρύσσει πανηγυρικῶς ἀθῷον τὸν κ. Ἠπίτην, δὲν ἔπρεπέ ποτε νὰ ῥιφθῇ ἐνταῦθα ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἡ ἀπόφασις, εἰς ἣν ἑκουσίως ὑπήχθη ὁ κατηγορούμενος, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι ἐσφαλμένη, ἢ μᾶλλον νὰ ἐλήφθη μεροληπτικῶς. Οἱ τοιαύτας ἐπιρρίπτοντες ὑπονοίας, οἱ προσβάλλοντες δεδικασμένα, κακήν, κακίστην ὑπηρεσίαν παρέχουσιν εἰς τὸ Κράτος καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐπιζητοῦσιν ἢ νὰ ἐνσπείρωσι ζιζάνια εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἀτέρμων ἡ τρικυμιώδης κατάστασις ἡ συγκλονίζουσα τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἐξ ἧς ζητοῦσί τι νὰ συγκομίσωσιν. Ἄνευ οὐδενὸς λόγου, Κύριοι, ἐτέθησαν ἐν ἀμφιβόλῳ ὑπολήψεις ἀνδρῶν ἀξίων πάσης ὑπολήψεως, ἀξίων στεφάνων, στεφάνων τοῦ μαρτυρίου διὰ τὰς ἀδίκους κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἀπὸ δύο καὶ πλέον ἐτῶν ὑπέστησαν. (Χειροκροτήματα).
§60Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Συμφωνῶν μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρῶν παρακαλῶ, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ, νὰ ὁρισθῇ μετὰ τὸ Πάσχα ἡμέρα πρὸς εὐρυτέραν συζήτησιν.
§61ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§63Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ καὶ τοὺς κυρίους Χρυσοστάλην καὶ Μπιρισιμιτζάκην νὰ παραιτηθῶσιν.
§65Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπερρίφθη.
§67Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλέχθη καὶ σήμερον καὶ προχθές, νομίζω, ὅτι ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης ἠμπορεῖ νὰ λαμβάνωσι χώραν διαβήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύμφωνα πρὸς τοὺς κανόνας τῆς πειθαρχίας, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ σύστασις ἀξιωματικῶν ἐπιδιωκόντων ὡρισμένους σκοπούς. Ἔχω καθῆκον νὰ διακηρύξω, ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὰ κοινά, δὲν ἔλαβε χώραν τὸ ἐλάχιστον, τὸ ὁποῖον νὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσίν μου ἀμέσως ἢ ἐμμέσως, νὰ ἔχῃ δὲ χαρακτῆρα ἀντιπειθαρχικόν, τοῦ ὁποίου τὴν καταδίωξιν νὰ μὴ διατάξω ἀμέσως. Καὶ ἐνόμισα ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ διακηρύξω τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀφήσωμεν νὰ πιστεύηται ὅτι λαμβάνουσι χώραν τοιαῦτα ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα δὲν καταστέλλονται ἀμέσως καὶ δὲν καταδιώκονται. Δύο λέξεις ὡς πρὸς τὴν ἑτέραν ὑπόθεσιν. Κατηγορήθην, διότι, ἀπαρασκεύου οὔσης τῆς Βουλῆς, ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησα τὴν δικογραφίαν, ὡμίλησα περὶ τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλ’ ὑπομιμνήσκω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐπρόκειτο νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν κατόπιν ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Μιχαλέα, ὅτε δὲ ὁ κ. Μιχαλέας ἀπέσυρε τὴν ἐπερώτησίν του, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐδικαιούμην νὰ πιστεύω, ὅτι συζήτησις δὲν θὰ ἐπήρχετο. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐπερώτησις ἀπεσύρθη κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν φαίνεται ἱκανοποιητικὸς διὰ τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ διὰ τὴν διαφώτισιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἐπεβάλλετο βεβαίως νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Ἄν ἐγὼ ἐγνώριζον τὴν δικογραφίαν, ἂν κατηνάλωσα πολλὰς ἑσπέρας ἐκ τοῦ ὀλίγου χρόνου, τὸν ὁποῖον διαθέτω, ἵνα μελετήσω τὴν δικογραφίαν, αὐτὸ δὲν εἶναι πρὸς κατηγορίαν μου. Κάμνω τὴν δήλωσιν μάλιστα, ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκ πρωτοβουλίας τινὸς συζητήσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς τὴν συζήτησιν ταύτην, διότι τὸ θέμα ἐξηντλήθη ὑπὸ τῶν νομίμων Ἀρχῶν. Ἔλεγχος ὅμως κατὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γίνῃ ἀποδεκτὸς ὑπ’ αὐτῆς μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλει πρὸς τὸ δεδικασμένον. Ὅταν πρόκειται περὶ καταφώρου παραβιάσεως νόμου τινὸς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τότε εἶναι ὑποχρεωμένη αὕτη νὰ τὸν δεχθῇ καὶ καθ’ ὡρισμένην ἡμέραν, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶναι καὶ ὁ ἐκδώσας τὸ βούλευμα, διὰ τοῦ ὁποίου τερματίζεται ἡ ὑπόθεσις. Ἔκαμα τὴν δήλωσιν ταύτην, ὥστε, ἐάν τις ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐπερωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ ζητήσῃ τὴν κατάθεσιν τῆς δικογραφίας, θὰ προσαγάγω ταύτην, δὲν θὰ διστάσω δὲ νὰ ἀποδεχθῶ καὶ τὸν προσδιορισμὸν ἡμέρας διὰ τὸν σχετικὸν ἔλεγχον.
§69Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρὸ τῆς δίκης τῆς ἐν τῷ Ναυτοδικείῳ εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν τὴν δικογραφίαν, ἵνα μελετήσω τὴν ἐνέργειαν ὀργάνων τινῶν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, περὶ ὧν ἐν τῷ τύπῳ ἐγράφετο, ὅτι ἔπραξαν ἢ οὐ τὸ καθῆκόν των. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι ἀποσύρω τὴν αἴτησίν μου, διότι ἀπέσυρεν ὁ κ. Μιχαλέας τὴν ἐπερώτησιν.
§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὴν καταθέσω.
§71Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐζήτησα νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ὄχι πρὸς συζήτησιν ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πρὸς συζήτησιν τῶν ναυτικῶν ἐν γένει πραγμάτων.
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ὑπόθεσιν.
§74Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Μιχαλέας πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος εἶχε δηλώσει ὅτι ....
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὁμιλῆτε σχετικῶς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Μιχαλέα, ὅστις δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τριτολογήσῃ.
§76Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Διότι ἀντὶ νὰ ἀναβάλῃ νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Μιχαλέας, ὅτι ἐπλανήθη κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς δίκης, ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τοῦτο καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ ὁμιλῇ κατὰ τοῦ δεδικασμένου ....
§77Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι ....
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε πάλιν;
§79Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸν εἶπον ἀσεβῆ.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον.
§81Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἂν ἐγὼ ἐζήτησα νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ἐζήτησα τοῦτο, διότι φρονῶ καὶ πιστεύω, καὶ πληροφορίας ἔχω τοιαύτας, ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι πάντοτε ἐσεβάσθην τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου, πάντοτε ἐσεβάσθην τὸ δεδικασμένον, πάντοτε ὑπήκουσα εἰς τοὺς νόμους, ἀλλὰ πρὸ παντὸς εἰς τὴν συνείδησιν καὶ τὴν ψυχήν μου. Πᾶν δὲ ὅ,τι εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ εἶπον ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῶν συνεπειῶν, ἀλλὰ καὶ ἐν πλήρει ἐπιγνώσει τῶν καλῶν, τὰ ὁποῖα θὰ προκύψωσιν ἐξ ὅσων εἶπον. Ἀντὶ λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος νὰ μὲ ἀποκαλέσῃ τρόπον τινὰ ἀσεβῆ, ἔπρεπε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ χάριτας καὶ μοὶ ἀπονείμῃ εὐγνωμοσύνην.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ὑπάρχει πρότασις δέκα κυρίων συναδέλφων, ὅπως προταχθῇ ἡ μὴ ἀναγεγραμμένη ἐπερώτησις περὶ τῆς ἀπελάσεως τοῦ Μητρογεώργου εἰς Ἀλεξάνδρειαν.
§83Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν πρόταξιν τῆς ἰδικῆς μου ἐπερωτήσεως.
§84Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προετάθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν νὰ τεθῇ ἡ πρότασις ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς μετὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ἀλεξάκη.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤμην τότε ἐπὶ τῆς ἕδρας. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν.
§86Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Οὐδεμία ἀπόφασις ἐλήφθη.
§87Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὅτε ἦλθεν ἡ πρότασις τῶν κυρίων συναδέλφων περὶ προτάξεως τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ Μητρογεώργου, δὲν ἐξεφράσθη ἡ Βουλή, καθόσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, λόγῳ τῆς ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρεκάλεσεν, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς μέχρις ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦλθε, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ἀναβολῆς.
§88Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι ἀπεφάνθη, διότι δὲν ἤμην παρών.
§90ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διατί νὰ μὴ προτιμηθῇ ἡ ἐπερώτησις αὕτη;
§91Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν θὰ ἐκδίδῃ ἀντιθέτους ἀποφάσεις ἡ Βουλή;
§92ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ δηλῶ ἁπλῶς, ὅτι δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει σημείωσις ἐν τοῖς Πρακτικοῖς. Ταύτην εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσωμεν, διότι βλέπω ὅτι ὑπάρχει διαφωνία. Κατὰ τὰ Πρακτικὰ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν γνωρίζει τὰ τοῦ ζητήματος καὶ παρεκάλεσεν, ὅπως μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως. Εὐτυχῶς ὅμως ὑπάρχει χρόνος ἀρκετός, διὰ νὰ συζητηθῶσιν ἀμφότεραι αἱ ἐπερωτήσεις, δηλῶ δὲ συγχρόνως, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑμετέρας ἐπερωτήσεως ἐζητήθη γενίκευσις. Ἐὰν λοιπὸν γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑμετέρας προτάσεως, εἶναι πιθανὸν νὰ καταναλωθῇ πλειότερος χρόνος ἐκείνου, ὅστις θὰ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἄλλην ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἄλλως τε θίγει προσωπικὴν ἐλευθερίαν.
§94Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάξεως. Δὲν παρῆλθεν ὥρα καὶ ἤμεθα πάντες παρόντες, καὶ ἠκούσαμεν σαφῶς καὶ καθαρῶς. Ἐζητήθη παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κερκύρας ἡ πρόταξις τῆς ἐπερωτήσεως περὶ τῆς ἀπελάσεως προσώπου τινός. Ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἐζήτησεν ὄντως καὶ οὗτος νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης. Τότε ἠγέρθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ προηγουμένης ἀποφάσεώς της ἀπεφήνατο, ἵνα προταχθῇ σήμερον ἡ ἐπερώτησις ἡ ἐμὴ ἡ ἀφορῶσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, προσέθηκε μάλιστα, ὅτι, ἂν ἐν τῷ μεταξὺ προφθάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ εἶναι ἕτοιμος εἰς ἀπάντησιν, τότε μετὰ τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν ἡ Βουλὴ θὰ συζητήσῃ καὶ ἐκείνην. Αὐτὰ ἐγένοντο πρὸ ὀλίγου. Ἄν ἡ Βουλὴ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν μεταβάλλῃ γνώμην, ἂς ἀποφανθῇ περὶ τούτου, καὶ ἐγὼ ἀμέσως κατέρχομαι, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εὑρισκώμεθα πλέον ἐν Βουλῇ, θὰ εὑρισκώμεθα ἐν παρασυναγωγῇ.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἐνεθυμήθη φρασεολογίας παλαιῶν ἐποχῶν, τὰς ὁποίας θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ μὴ ἐνεθυμεῖτο. Εὑρισκόμεθα ἐν Βουλῇ, ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ τηρήσεως Ἡμερησίας Διατάξεως, δύναται νὰ λάβῃ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας δύναται εἶτα νὰ ἀναιρέσῃ. Πρὸ ὀλίγου δύναται νὰ ἀπεφάσισεν ἄλλως περὶ τοῦ συζητητέου θέματος· ἐγὼ δὲν ἤμην κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως παρὼν καὶ οὐδὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὀρθότερον ὅμως θὰ ἦτο νὰ παύσῃ ὁ λόγος καὶ νὰ παύσῃ καὶ ἡ κατανάλωσις τοῦ χρόνου, ἥτις γίνεται εἰς βάρος τῶν ἐπερωτήσεων.
§96Γ. ΠΩΠ. Πάντες παριστάμεθα ἐδῶ, καθ’ ἣν ὥραν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ζακύνθου ἐπεζητήθη, ὅπως προταχθῇ, ἐγγραφομένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἡ ὑπόθεσις τοῦ νέου, ὁ ὁποῖος ἀπελαύνεται ἢ ἀπηλάθη ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Τόσον δὲ ἦτο βέβαιον κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ πρόταξις, ὥστε αὐτὸς οὗτος ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος κ. Ἀλεξάκης εἶχεν ὑπογράψει εἰς τὴν αἴτησιν τῆς προτάξεως, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης παρενεβλήθη ζήτημα ἀπροσδόκητον, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησεν ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου μὴ ἀναμένων κἂν καὶ ὁ ἴδιος τὴν πρόκλησιν τοῦ ζητήματος ἐκείνου εἶπεν, ὅτι ὄχι μόνον ἡ ἀπουσία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀφορμή, ὅπως μὴ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν πρόταξιν τοῦ ὑπὸ τοῦ κ. Κλάδη προταθέντος ζητήματος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάγκη ἡ ἐπείγουσα τῆς ἐρεύνης τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ. Συνεπῶς, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἠρωτήθη καὶ δὲν ἀπεφάνθη, τοῦτο δὲν σημαίνει, διότι κατὰ τύπους συνήνεσεν ἡ πλειονοψηφία εἰς τὴν ὑπόδειξιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν παραδεχθῶμεν τὸ ἀντίθετον, ὅτι, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν ὅπως προταχθῇ τοῦ κ. Ἀλεξάκη ἡ ἐπερώτησις καὶ ἐπακολουθήσῃ ἡ τοῦ ἀπελαθέντος νέου, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θὰ συνέβαινεν, ὥστε νὰ διχογνωμήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν. Πρόκειται περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι διατεθειμένοι πολλοὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τῆς γενικεύσεως αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, συνεπῶς ἂς προτιμηθῇ ἡ πρόταξις τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Ἀλεξάκη καὶ ἂς ἐπακολουθήσῃ ἡ ἑτέρα.
§97ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ ζητοῦντες τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάξεως ἢ μὴ προτάξεως καταναλίσκουσι χρόνον, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἀρκέσῃ διὰ τὴν συζήτησιν καὶ τῶν δύο ἐπερωτήσεων. Τὸ ζητούμενον, ὅπως ζητηθῇ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ κανονικόν, διότι ἤδη καταφθάσαντος τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν κωλυόμεθα νὰ λάβωμεν ἄλλην ἀπόφασιν. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ παρεξήγησις, ἀφοῦ ὑπάρχει χρόνος καὶ διὰ τὰς δύο ἐπερωτήσεις καὶ εἰς τὰς δύο δὲ εἴμεθα ἐλεγχόμενοι καὶ δὲν ἔχομεν ἑπομένως κανένα λόγον νὰ προτιμήσωμεν τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην.
§98Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Σαββάτου.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι δέον νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Κλάδη τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν ἀπέλασιν τοῦ πολίτου Μητρογεώργου εἰς Ἀλεξάνδρειαν ὑπὸ τῆς διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς ὁποίας τὴν πρόταξιν ἐζήτησαν οἱ κ. κ. Πὼπ, Κουλουμβάκης, Βάρθης, Πετραλιᾶς, Μέρμηγκας, Ἀλεξάκης, Βαβυλόπουλος καὶ ἄλλοι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§100ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεδέχθη.
§101ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν παρεδέχθη.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω καὶ ἀντιθέτως. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρόταξιν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κλάδης.
§103Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ δύο λέξεις πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸς καθησύχασιν τῆς ἐξεγερθείσης κοινῆς συνειδήσεως καὶ γνώμης διὰ τὴν ἀπέλασιν αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ προκαλέσω συζήτησιν, ἐπιθυμῶ μόνον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Ρέπουλη νὰ ἀκούσω ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐγένετο ἡ ἀπέλασις.
§104Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πολύ, ἀλλὰ σημειώσατε ὅτι δὲν πρόκειται καὶ περὶ ζητήματος μηδαμινοῦ. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, πρόκειται περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν ἀλυτρώτων ἡμῶν ἀδελφῶν ἐν Ἑλλάδι. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν οἱ ἐκ τῆς ἀλυτρώτου Ἑλλάδος ὑπολαμβάνονται ἐν τῷ ἐλευθέρῳ τούτῳ Κράτει ὡς Παρίαι (Διαμαρτυρίαι). Χαίρω πολὺ καὶ εἶμαι εὐτυχὴς διὰ τὰς διαμαρτυρίας τῆς Βουλῆς, διότι τοῦτο ἀκριβῶς ἀποτελεῖ περιφανῆ ἀποδοκιμασίαν τῶν ἑκάστοτε ὑπὸ τῶν κατωτέρων ὀργάνων τῆς Πολιτείας τελουμένων κατὰ τῶν ἀπροστατεύτων ὑποδούλων ἀδελφῶν μας ἐνταῦθα.
§105ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ τῶν κατωτέρων ξύλων καὶ λίθων τῶν Ἑλληνικῶν.
§106Σ. ΣΙΜΟΣ. Περὶ τούτων ὁμιλῶ. Καὶ ὅτε περὶ τῶν τυχὸν ἐγκλημάτων προβλέπει ὁ Ποινικὸς Νόμος, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὰς Ἀρχὰς τοῦ ἐλευθέρου Κράτους νὰ προβαίνωσιν εἰς ἀπελάσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸ εὐτύχημα τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος. Ἂν κατηγοροῦνται ἄλλα Κράτη ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὡς βάρβαρα, διότι ἀπελαύνουσιν ἀδελφοὺς ἡμῶν, δὲν πρέπει ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ ἐπιτρέψωμεν τοιοῦτον μέτρον, γινόμενον ἐκ τῆς ἐλευθέρας ταύτης γωνίας. (Χειροκροτήματα). Φρονῶ, ὅτι πολλάκις ἐγένετο κατάχρησις τοῦ μέτρου τούτου ἐκ μέρους τῶν κατωτέρων ὀργάνων καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν τὴν παροῦσαν, ὅπως τοῦ λοιποῦ πᾶσα τοιαύτη πρᾶξις τῆς Ἀστυνομίας ὑποβάλληται προηγουμένως εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἵνα τοῦτο ἀποφαίνηται ἐπὶ τῆς ἀπελάσεως.
§107ΙΩ. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ποία εἶναι ἡ ὑπόθεσις; Τὴν ἀγνοεῖ ἡ Βουλὴ ἢ τοὐλάχιστον τὸ πλεῖστον αὐτῆς.
§108Σ. ΣΙΜΟΣ. Πρόκειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησα ὅτι ἦτο γνωστόν. Εἷς Ἠπειρώτης δεκαοκταετὴς ἀπηλάθη ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας, διότι παρηνώχλησεν οἰκογένειαν Ἀθηναϊκήν. Ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὁ ἀπελαθεὶς ἦτο πταίστης ἢ δὲν ἦτο πταίστης. Ἡ Βουλὴ ἔχει νὰ κρίνῃ τὴν πρᾶξιν τῆς ἀπελάσεως καὶ διατί ἡ Ἀστυνομία προέβη εἰς ἀπέλασιν Ἕλληνος ἀλυτρώτου, ἐνῷ ἠδύνατο, ἐὰν εἶχεν ἐνώπιον αὑτῆς πταίστην, νὰ τὸν παραπέμψῃ ἐκεῖ, ὅπου παραπέμπονται καὶ οἱ ἐλεύθεροι Ἕλληνες.
§109ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις ἀπελάσεως.
§110Σ. ΣΙΜΟΣ. Βεβαιότατα· δὲν συντρέχει περίπτωσις ἀπελάσεως καὶ ἀκριβῶς συντρέχει ὑπὲρ τοῦ εὐλόγου τῆς προτάξεως τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει λάβει ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν.
§111ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι· δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέρχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς δεσμεύσεως τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅστις ἀπεχώρισε τελείως τὴν χωροφυλακὴν καὶ ἅπασαν τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἀπὸ τὸ λοιπὸν σῶμα τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ Βουλὴ ὁμολογουμένως προκειμένου νὰ κρίνῃ πρᾶξιν τόσῳ σοβαράν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβησαν τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας, δὲν δύναται νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ.
§112Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀπέλασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄνευ τῆς γνώσεως καὶ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἑπομένως ἡ ἀπέλασις ἢ ἔγινε τῇ ἀδείᾳ τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ ἄλλως δὲν ἔγινεν ἀπέλασις.
§113ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὑφίσταται τοιοῦτον χάσμα δυστυχῶς μεταξὺ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς καὶ τῆς Χωροφυλακῆς ἐν γένει, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τί συμβαίνει εἰς τὴν Χωροφυλακὴν καὶ συνεπῶς ἡ Βουλὴ δὲν δικαιοῦται νὰ ζητῇ λόγον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν διὰ τὰς πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἡ Χωροφυλακή. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἀκριβῶς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συμπολίτης μου, ὑπόδουλος καὶ οὗτος, διεμαρτυρήθη, ὅτι τὸν συνέλαβεν ἡ διεύθυνσις τῆς Ἀστυνομίας ἄνευ λόγου καὶ τὸν ἐκράτησε τρεῖς ἡμέρας· ἐφρόντισα νὰ ἀνακοινώσω τοῦτο εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς κ. Δαγκλῆν, ἀλλά, ἐπειδὴ ἀνεχώρουν διὰ τὴν Θεσσαλίαν, δὲν γνωρίζω τί ἐγένετο. Εἰς τὴν Λάρισαν μανθάνω ὅτι ἕτερον συμπολίτην μου ὑπόδουλον τὸν κρατοῦσιν ἐπὶ πέντε μῆνας ὑπόδικον, καὶ τοῦτο διὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, νὰ σπεύσητε νὰ ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς συνέστησα κατὰ τὰς προηγουμένας ἡμέρας, διότι τὸ καθεστὼς τὸ σημερινὸν ἀποτελεῖ Κράτος ἐν Κράτει.
§114ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀφείλω, Κύριοι, ὡς Ὑπουργός, διὰ νὰ μὴ εἴπω νὰ διαμαρτυρηθῶ, ἂς περιορισθῶ νὰ εἴπω νὰ χαρακτηρίσω ὄχι δικαίαν τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἄρτης συναδέλφου, τοῦ πρὸ τοῦ κ. Καραπάνου ὁμιλήσαντος, ὅτι οἱ ὑπόδουλοι Ἕλληνες διώκονται ἐν Ἑλλάδι ὡς Παρίαι. Ὁ πόνος ὁ πατριωτικός, ὁ πόνος, τὸν ὁποῖον ἴσως καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι, ἂν εἴχομεν τὴν αὐτὴν μὲ τὸν ἔντιμον συνάδελφον καταγωγήν, θὰ ᾐσθανόμεθα τόσον ἰσχυρόν, ὥστε νὰ μᾶς φέρῃ εἰς παρομοίαν παρέκβασιν, ὡς παρέσυρε τὸν κ. συνάδελφον, αὐτὸς μόνον ἐξώθησε τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ εἴπῃ τὴν φράσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν εὑρίσκω δικαίαν οὔτε μέχρι τῶν κατωτάτων ἐκείνων ἐν Ἑλλάδι στοιχείων, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, διακόπτων τὸν κ. Σῖμον, διὰ τὴν πρὸς τοὺς ὑποδούλους Ἕλληνας συμπεριφοράν. Ὡς πρὸς τὴν γενομένην ἀπέλασιν νομίζω ὅτι ὀρθῶς ἔθηκε τὸ ζήτημα, χωρὶς ἴσως νὰ σκοπῇ τοῦτο, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, ὁ πρῶτος ὁμιλήσας, ὁ ὁποῖος ἠρώτησεν ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θεωρεῖ ἢ δὲν θεωρεῖ δικαίαν τὴν γενομένην ἀπέλασιν· διότι ὁ κ. συνάδελφος γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ, ὡς δικαστικὸς ἀνὴρ καὶ σχὼν πολλάκις ἀφορμὴν νὰ μελετήσῃ καὶ τὰ τῆς ἀστυνομικῆς δικαιοδοσίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐρωτᾶται ὑποχρεωτικῶς ἐπὶ πράξεων καθαρῶς ἀστυνομικῶν, ὅσας ἡ ἀστυνομικὴ ἐξουσία δύναται νὰ διενεργῇ κατ’ ἰδίαν γνώμην καὶ ἀπόφασιν. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη καὶ εἰς τὴν σκέψιν μου, εἶναι: ὀρθῶς ἆρά γε ἔχει ὁ νόμος ἀφήνων εἰς μόνην τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν τὴν κρίσιν πρὸς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, προκειμένου περὶ ἀπελάσεως; Ἢ πρέπει ὑποχρεωτικῶς νὰ ἐρωτᾶται καὶ ἄλλη τις Ἀρχή; Ἀπελάσεις ἐνηργήθησαν πλειστάκις, καὶ ἕνεκα λόγων γενικωτέρων, οἵτινες ἐξήρχοντο ἐκ τῶν ὁρίων τῆς τάξεως τοῦ Βασιλείου τούτου, αὗται δ’ ἐγένοντο πάντοτε διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἕνεκα λόγων καθαρῶς ἐσωτερικῆς τάξεως, αὗται δὲ διενηργήθησαν ἄνευ εἰσηγήσεως κυβερνητικῆς, δυνάμει τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον γνωρίζει ἡ Βουλή, ἰδίᾳ δὲ οἱ περὶ τὰ νομικὰ διατρίβοντες συνάδελφοι, νόμου μὴ ὑποχρεοῦντος τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν εἰς τὸ νὰ ζητῇ τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶχον καὶ ἐγὼ ἀναγνώσει τὰ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀναφερομένης εἰς τὸν πολίτην, ὅστις διετάχθη νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἔντιμος συνάδελφος μοὶ ἀνήγγειλε χθὲς τὴν ἑσπέραν, διότι συνέπεσε νὰ μὴ διέλθω ὅλας τὰς ὥρας τῆς ἡμέρας ἐν τῇ οἰκίᾳ μου χθές, ὅτι εἶχεν ἤδη μεταφερθῆ εἰς Πειραιᾶ ὁ νέος ἐκεῖνος, ὅτι εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ ἀπέλασις, ὅτι εἶχε προκληθῆ καὶ συγκίνησίς τις ἐν τῇ κοινωνίᾳ τοῦ Πειραιῶς, τοὐλάχιστον ἔν τινι τάξει, ἥτις παρηκολούθει, κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ συναδέλφου, τὸ πρᾶγμα μετ’ ἐνδιαφέροντος.
§115Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Παρέστην, κύριε Ὑπουργέ, μάρτυς αὐτόπτης ἀκριβῶς εἰς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν. Πλῆθος εἶχε συναχθῆ ἄπειρον καὶ εἶδον ἕνα νέον συρόμενον δίκην κτήνους ἀπὸ δύο κτήνη τῆς Χωροφυλακῆς.
§116ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ οὐδὲν γνωρίζω περὶ τοιαύτης σκηνῆς. Ἠδυνάμην νὰ περιορισθῶ εἰς τὸ τυπικὸν μέρος τοῦ πράγματος καὶ νὰ δηλώσω μόνον ὅ,τι νομίζω ὅτι ὤφειλον καὶ ἔχω νὰ πράξω. Προβαίνω ὅμως καὶ εἰς δηλώσεις λεπτομερειῶν, αἵτινες ἐξέρχονται τοῦ κύκλου τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ κάμω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἅμα τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ πράγματος ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἐζήτησα ἀμέσως, καίπερ μὴ γνωρίζων λεπτομερῶς τὴν ὑπόθεσιν, διότι ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ πράττουσα, δι’ οὓς λόγους θέλω ἐκθέσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅ,τι ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξῃ, δὲν ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ ἀναφέρῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ζητήσῃ τούτου τὴν ἀπόφασιν, ἐζήτησα ἀμέσως νὰ ἀναστείλω τὴν ἀπέλασιν. Πρὸς τοῦτο ἔδωκα διαταγὴν καὶ πρὸς τὸν κ. ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς, ἀλλ’ ἡ διαταγή μου ἔφθασεν ἀργά, ὅτε ἤδη, ὡς μοὶ ἀνεκοίνωσε μετ’ οὐ πολὺ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς, ἡ ἀπέλασις εἶχεν ἤδη ἐκτελεσθῆ. Ἀπὸ χθὲς ὅμως τὴν ἑσπέραν ἐζήτησα νὰ πληροφορηθῶ τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην λεπτομερῶς, καὶ ὁ κ. διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας μοὶ ἀνέφερε τὰ γεγονότα. Τὰ γεγονότα εἶναι ὅτι ὁ νέος ἐκεῖνος ὑπηρετῶν ἐδῶ ἔν τινι οἰκίᾳ καὶ διωχθεὶς ἠπείλησεν ἐπανειλημμένως τὸν πατέρα καὶ τὴν κόρην, πρὸς τὴν ὁποίαν εἶχεν αἰσθανθῆ ἔρωτα, ὅτι θὰ τοὺς ἐφόνευεν· ὅτι ἐγένοντο παραστάσεις ὑπὸ τοῦ πατρὸς ἐπανειλημμέναι, ὅτι ἐγένοντο παρατηρήσεις πρὸς αὐτὸν ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας, ἀλλ’ ἐκεῖνος, ἀντὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς παρατηρήσεις τῆς Ἀστυνομίας, ἐθεώρησε καλὸν νὰ προσλάβῃ μεθ’ ἑαυτοῦ καὶ ἄλλους ἀέργους, ὡς ἀναφέρει ἡ Ἀστυνομία, καὶ νὰ περιφέρηται γύρω τῆς οἰκίας τοῦ συμπολίτου ἡμῶν, ἀπειλῶν καὶ αὐτὸν καὶ τὴν κόρην. Ὁ κ. διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας μοὶ διεβίβασε πρὸς τούτοις καὶ ἐπιστολὴν αὐτοῦ τούτου τοῦ Μητρογεώργου ὀνόματι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρὸς τὸν ἴδιον διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας. Ἡ ἐπιστολὴ δὲ λέγει τὰ ἑξῆς.
§117Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι γνησία ἆρά γε; (Διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν).
§118ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅταν ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ὑποβάλλῃ μίαν ἐπιστολήν, δὲν ἐπιτρέπεται ἀμφιβολία περὶ τοῦ γνησίου αὐτῆς. (Ἀναγινώσκει): «Ἐν Ἀθήναις τῇ 8)3)911. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον Κύριον Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας Ζημβρακάκην. Κύριε Διευθηντά. Ἕνεκεν μεγάλης στενοχωρίας καὶ ἀπελπισίας ἐξ ἔροτος ἀποφασήζω ἐπιδὴς εἶμε βέβεος ὅτι θὰ σαπίσω εἰς τὰς φυλακὰς ἥνα γήνω δολοφόνος μίας νέας ὀνόματοι»— ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἀναφέρω ὀνόματα, καίτοι ἐγράφησαν εἰς ἐφημερίδας.
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια, βέβαια.
§120Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὄχι ὄνομα, ὄχι ὄνομα.
§121ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. ... «Συνάμα δὲ ἥνα αὐτοκτονήσω καὶ ἐγώ, διότι δὲν ἦτον δυνατὸν νὰ φονεύσω αὐτὴν καὶ νὰ ζήσω ἐγώ, καθὸς καὶ ἐγὼ νὰ φονευθὼ καὶ νὰ ζήσῃ αὐτή. Ἐν ἀνάγκῃ δὲ θὰ γήνω καὶ δολοφόνος τοῦ πατρός της· δι’ αὐτὸ τὰ συμιόνω διὰ νὰ μὴ πέρνετε τὸν ἕναν καὶ ἄλλον εἰς τὰς φυλακάς, διότι ἐγὼ εἶμε ὁ δολοφόνος τὴς ἀγάπης μου καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου. Ἐπιδὴς ἀνακαλύθη μία ἐπιστολή μου εἰς χείρας τῆς δασκάλας της καὶ τῆς ὑπερεσίας ὅπου τὸ ἔμαθε ὁ πατήρ της, καὶ τί εἶνε τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό; ἠμποροῦσα κάλιστα νὰ φύγω εἰς τὸ ἐξωτερικό, ἀλλὰ μὲ τὰ πολὰ ποῦ ἔχωμε κάνῃ δὲν ἤθελων νὰ τὴν ἀποχωριστὼ ζώσα ἕνεκεν τῆς μεγάλης μας ἀγάπης. Παρακαλῶ ἡμὰς ἥνα ὤλα τὰ ἔχωντα ἐγὼ παραδοθόσιν εἰς τὸν φίλτατό μου Δημητριο Μηχαηλήδη Σταθμὸς Πελοπονήσου ἀπέναντι Μπίρα Φήξ. Ταύτα σᾶς γράφω καὶ διατελὼ ὁ αὐτοκτονήσας Βασίλειος Ν. Μητρογεώργης. Κατάγωμε ἐξ’ Ἠπείρου ἐπαρχίας Δελβίνου χωρίου Μουζήνα, καὶ παρακαλῶ τὸ σώμα μου νὰ μὴ τὸ δόσιτε εἰς χεῖρας τῶν φιτιτὸν τοῦ ἀνατομίου πρὸς ἐκμάθισίν των». Τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν μοὶ ἀνέφερεν ὁ κ. Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ὡς δικαιολογήσασαν τὸ μέτρον τῆς ἀπελάσεως, εἰς ὅ, ὡς εἶπον, προέβη ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι δὲν ὑποχρεοῦται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ ζητῇ τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐγὼ ὅμως δὲν διστάζω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γεγονότος τούτου καὶ ἐξ ἄλλων προηγουμένων εἰς ἄλλας ἐποχάς, μοὶ ἐγεννήθησαν σκέψεις πολλαὶ ἂν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὡς πρὸς τὰς ἀπελάσεις εἰς μόνην τὴν γνώμην τῆς Ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐγεννήθη καὶ ἄλλο συμφυὲς ζήτημα, τὸ τῆς παρανόμου κατακρατήσεως, περὶ ἧς ὡσαύτως ἤκουσα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αὐτὸς κατεκρατήθη ἐπὶ 4–5 ἢ 6 ἡμέρας παρανόμως. Πάντως δὲ εἶχον καθῆκον, ἐὰν εἶχε διαπραχθῆ ἐνέργεια παρανόμου κατακρατήσεως ἀνεξαρτήτως τοῦ λόγου τῆς ἀπελάσεως, διότι, ὅταν καταγγέλληται εἰς ἕνα Ὑπουργὸν ὅτι κρατεῖταί τις ἐπὶ 4 ἢ 5 ἡμέρας, ὁ δὲ Ὑπουργὸς δὲν γνωρίζῃ διατί κρατεῖται, ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές.
§122Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἡ ἀπέλασις καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, διότι δὲν ἀπελαύνεται οἱοσδήποτε· ἀπελαύνεται ὅστις ἔχει ὑποπέσει εἰς παραβίασιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
§123ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἔχει ὑπ’ ὄψει μόνον τὰ ἄρθρα 33 ἕως 37, νομίζω, τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
§124Γ. ΠΩΠ. Περὶ τούτων πρόκειται, διότι ὁ ἀπελαθεὶς εἶναι ἀλλοδαπός.
§125ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τούτων, διότι ὑπάρχει καὶ τὸ ἄρθρον 699 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁμιλοῦν περὶ ἀπελάσεως, ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος εἶναι ἀλλοδαπός, ὑπὸ ἔποψιν τυπικότητος τοῦ νόμου, δὲν γεννᾶται ζήτημα ἂν ἐγένετο ἡ ἀπέλασις παρανόμως; διότι νομίμως ἐνήργησεν ἡ Ἀστυνομία. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον δὲν φαίνεται νὰ εἶναι ὑπήκοος Ἕλλην, γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν ὑπάρχουσι λόγοι δικαιολογοῦντες τὴν ἀπέλασιν, εἶπον δὲ ἤδη τοὺς ἀναφερθέντας ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας λόγους. Σοβαρώτερον ὅμως ζήτημα εἶναι τὸ τῆς παρανόμου κατακρατήσεως. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο φαίνεται ὅτι ὁ διωχθεὶς ἐπέδωκε μήνυσιν κατὰ τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, τοῦτο δὲ φαίνεται ἐξ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ προσεκάλεσεν αὐτὸν νὰ ἐγχειρίσῃ τὴν μήνυσιν, μεθ’ ὃ παρέδωκε πάλιν τοῦτον εἰς τὴν Ἀστυνομίαν. Διὰ τὰ ζητήματα τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν ἀπέλασιν δηλῶν τὴν γνώμην μου πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναλαμβάνω τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ζητήσω καὶ τὴν μεταρρύθμισιν αὐτοῦ (ἐπιδοκιμασίαι), ἂν θεωρηθῇ ἀναγκαία πρὸς περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς διὰ τὴν ἀπέλασιν. Διὰ τὸ ζήτημα τοῦ πολίτου ἐκείνου διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν θὰ μείνωμεν ἀδιάφοροι οὔτε διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπελάσεως οὔτε διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς ἐνεργείας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη ἡ μήνυσις. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§126ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν, ὅπως προταχθῇ ἡ ἐπερώτησις, ἐγνώριζον ἀκριβῶς περὶ τίνος πρόκειται, εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδὲ κἂν ἤθελον ἀξιώσει νὰ γένηται ποσῶς συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, οὐδὲ κἂν ἤθελον ἀξιώσει, ἵνα ἀπευθυνθῇ ἐπερώτησις ποσῶς εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ὀφείλω νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίζω οὔτε κἂν προσωπικῶς τὸν ἀξιότιμον κύριον Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας καὶ οὐδένα λόγον ἔχω, ἵνα τρέφω συμπάθειάν τινα πρὸς αὐτόν· ἐξ ἐναντίας ὁσάκις λαμβάνουσι χώραν παραβάσεις ἀφορῶσαι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν αἰσθάνομαι ἀγανάκτησιν, ὡς καὶ ὑμεῖς καὶ πᾶς πολίτης Ἕλλην, ὁ ὁποῖος σέβεται τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Ἐν προκειμένῳ ὅμως συμβαίνει τὸ ἑξῆς: Εἷς νέος, ἀλλοδαπός, εἶχε προσληφθῆ ὡς ὑπηρέτης εἰς οἰκογένειαν ἔντιμον ἀποτελουμένην ἀπὸ πάππον, πατέρα καὶ μίαν κόρην ἐννεαέτιδα· καταχρώμενος δὲ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν Κυρίων του προσεπάθησε διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἀποπλανήσῃ τὴν κόρην. Εὐτυχῶς διὰ τὴν κόρην τὴν ὀρφανὴν μητρός, ἐπιστολή του πρὸς αὐτὴν περιέπεσεν εἰς χεῖρας τοῦ πατρός, ὅτε δ’ ὁ πατὴρ ἀνέγνωσε τὰ ἐν τῇ ἐπιστολῇ, ἀμέσως ἀπεμάκρυνεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς οἰκίας του κακομεταχειρισθεὶς αὐτόν. Μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσίν του συνενοήθη μετὰ 2 ἢ 3 ἀέργων συμπατριωτῶν του καὶ τακτικῶς περιεφέρετο γύρω τῆς οἰκίας παρακολουθῶν τὸν πατέρα καὶ τὴν κόρην. Ὁ πατήρ, ὅστις εἶναι ἄνθρωπος ἐντιμότατος, ἡσυχώτατος, ἐνόμισεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὸν νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν· προσέφυγεν εἰς τὴν Διεύθυνσιν τῆς Ἀστυνομίας καὶ παρεκάλεσε τὸν κ. διευθυντὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, θέλων καὶ νὰ ἀποφύγῃ νὰ ἐπιδώσῃ μήνυσιν, ἵνα μὴ γεννηθῇ σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει ὡς λίαν ἀναξιοπρεπὲς δι’ αὐτόν. Ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐκάλεσε τὸν νέον, περὶ οὗ πρόκειται, ἔκαμε πρὸς αὐτὸν τὰς δεούσας παρατηρήσεις καὶ εἶπεν εἰς αὐτὸν νὰ παύσῃ περιπολῶν παρὰ τὴν οἰκίαν τοῦ πρώην κυρίου του καὶ παρακολουθῶν τοὺς πρώην κυρίους του κατὰ βῆμα. Αὐτὸς ὅμως δὲν ἐνόησε νὰ ἀφήσῃ τὴν τακτικήν του, καὶ μετά τινας ἡμέρας πάλιν ὁ πατὴρ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν καὶ νὰ ἐπαναλάβῃ πρὸς αὐτὴν ὅτι κινδυνεύει, συγχρόνως δ’ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβῇ ν’ ἀγοράσῃ καὶ ὅπλα, ἵνα ἀμυνθῇ κατὰ πάσης ἐπιθέσεως. Σημειώσατε ὅτι πρόκειται περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τί ἐστὶ πιστόλι· ἂν καὶ κατάγεται ἀπὸ τόπον, ὅπου ὅλοι οἱ πολῖται ἔχουσιν ὅπλα ἀνὰ χεῖρας, ἐν τούτοις αὐτὸς ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν· εἶναι ἐπιστήμων, εἶναι ἄνθρωπος εὐπορώτατος. Καὶ οὐδὲν ἄλλο ἐσκέπτετο ὁ πρώην ὑπηρέτης του μετὰ τῶν ὀπαδῶν του, εἰμὴ πῶς νὰ κατορθώσωσι νὰ ἐκβιάσωσι τὸν πατέρα, ἵνα λάβωσι παρ’ αὐτοῦ χρήματα. Καθ’ ὃν χρόνον ὁ πατὴρ παρεπονεῖτο εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὁ νέος, περὶ οὗ πρόκειται, ἀπηύθυνε καὶ ἐπιστολὴν πρὸς τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ τότε ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐπείσθη ὅτι πρόκειται περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἦτο ἐπικίνδυνος. Τί ἠθέλετε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ πράξῃ ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας;
§127ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ἐὰν ὁ περὶ οὗ λόγος ἦτο ὑπήκοος Ἕλλην, σᾶς ἐρωτῶ· τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἡ Ἀστυνομία;
§128Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριε συνάδελφε, νὰ νομίζω ὅτι, ἐὰν περιεμένομεν νὰ λειτουργήσῃ ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, ἡ ζωὴ τοῦ πολίτου ἴσως ἐκινδύνευεν. Ἐπεβάλλετο λοιπὸν εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχήν, ἵνα λάβῃ προληπτικὰ μέτρα, νὰ τὸν ἀπελάσῃ ὡς ἄεργον, ὡς ὕποπτον καὶ ὡς κακοποιὸν στοιχεῖον, ὡς ἐπικίνδυνον διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ λυποῦμαι πολύ, διότι τὰ λέγει αὐτὰ συνάδελφος ἐπιστήμων καὶ νομικός. Ἐγὼ σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι οὐδὲ κατ’ ὄψιν γνωρίζω τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας. Ἐὰν κατεκράτησεν ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας παρανόμως τὸν πολίτην αὐτόν, ἂς δώσῃ λόγον διὰ τοῦτο· τὸ γεγονὸς ὅμως ἔχει ὅπως σᾶς τὸ ἐξέθηκα ἐγὼ καὶ ὅπως σᾶς τὸ ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§129ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πόσον ἐτῶν εἶναι ἡ κόρη;
§130Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐννέα ἐτῶν. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐρωτικοῦ εἰδυλλίου. Διὰ τοῦτο πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ἀλεξάκη εἶχον παρακαλέσει δύο ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑπογράψει τὴν πρότασιν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀποσύρωσι ταύτην, ἵνα μὴ γίνῃ συζήτησις, διότι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον. Εἶπον μάλιστα ὅτι, ἐπειδὴ ὁ τύπος ἔκαμε μακρὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἀναβιβάσας αὐτὴν εἰς τὸ ὕψος τῶν ἐρωτικῶν εἰδυλλίων, ἐσχημάτισεν ὁ ἀδικούμενος πατὴρ τὴν γνώμην ὅτι πρόκειται περὶ ἐκβιάσεως ἐκ μέρους τοῦ τύπου, καὶ τούτου ἕνεκα εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερασπίσω συνάδελφον δημοσιογράφον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐπιστεύθη ὅ,τι καὶ ἂν ἔγραφεν ἐν τῇ ἐφημερίδι του.
§131Σ. ΣΙΜΟΣ. Τί εἶναι αὐτά, κύριε συνάδελφε; Τίνα σχέσιν ἔχουσιν;
§132Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτιζεν ἐκεῖνος. Ὑπερήσπισα ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, τὸν τύπον καὶ εἶπον πρὸς τὸν παραπονούμενον πατέρα ὅτι, ἐὰν ὁ δεῖνα ἢ ὁ δεῖνα ἐγνώριζον λεπτομερῶς τὰ τῆς ὑποθέσεως, οὐδὲ κἂν θὰ ἐμνημόνευον τοῦ ἐπεισοδίου. Δὲν περιέμενον νὰ μοὶ δοθῇ ἀφορμὴ ἐκ μέρους τῶν καθ’ ὧν τὰ παράπονα, διότι ἔχω ἀδιάσειστον πεποίθησιν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν πρόσωπα τῆς περιωπῆς τῶν διευθυντῶν τῶν ἐφημερίδων νὰ σκεφθῶσιν, ἵνα ἐκβιάσωσι τοῦτον, καὶ ὅτι αὕτη ἦτο μία πλάνη, ἐκ τῆς ὁποίας τὸν ἐξήγαγον. Οὕτω λοιπὸν ἔχει, Κύριοι, ἡ ἀλήθεια τῆς ὑποθέσεως, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον, ἵνα ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτῆς.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§134Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν καὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία μοὶ κατηγγέλθη ἐκ Πατρῶν.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Ὁ κ. Πὼπ.
§136Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα, καθ’ ὃν τρόπον ἐτέθη ἐνώπιον ὑμῶν, εἶναι ζήτημα ἐξαιρετικῆς σημασίας. Μὴ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν οὔτε ἂν ὁ μικρὸς ἐκεῖνος ἦτο ἐγκληματίας, οὔτε ἂν ἦτο ἀνίσχυρός τις οὔτε ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἐγκληματικωτάτης ἀποπείρας, ἡ ὁποία ἀπηυθύνετο κατὰ προσώπου οἱανδήποτε κατέχοντος θέσιν ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κοινωνίᾳ. Πρόκειται περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῆς μεγίστης ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία, ἐξίσταμαι δὲ ἀληθῶς, ὅταν ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἀκούωνται τοιαῦται μομφαὶ κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν, νὰ τὰς παρέρχωνται καὶ νὰ θεωρῶσιν ὅτι εἶναι μικρόν τι ἡ ἐνάσκησις τοιούτου δικαιώματος ἐν μέσῃ πρωτευούσῃ μὲ σειρὰν παραβιάσεων νόμων καὶ συνταγματικῶν διατάξεων καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Διότι εἰς ἐμὲ θὰ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διαφωνῶ ἐν τῇ νομικῇ ἐννοίᾳ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ γίνηται ἡ ἀπέλασις, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται περὶ ἀλλοδαποῦ καὶ οὐχὶ περὶ ἡμεδαποῦ, καίτοι ὑπάρχει ἡ πληροφορία ὅτι πρόκειται περὶ ἡμεδαποῦ. Καὶ ἂν πρόκειται περὶ ἀλλοδαποῦ, ἀσκεῖται ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, ἡ δὲ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις ἀσκεῖται κατὰ ῥητὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου δὲν ἐτηρήθησαν ἀναμφισβητήτως ἐν τῇ ἀπελάσει ταύτῃ. Μία καὶ μόνον θὰ ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐνεῖχε τὴν ἔννοιαν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου· ἡ προσκόμισις τῆς ἐπιστολῆς, ἣν ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τὴν γενομένην ὑπ’ ἐμοῦ παρατήρησιν. Διότι ἡ ἐπιστολὴ ἀποτελεῖ ἀπόπειραν πράξεως μὴ συντελεσθείσης, ὁπότε καὶ συνεπαγομένης δι’ ἡμεδαπὸν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως βεβαίως θὰ συνεπήγετο δι’ ἀλλοδαπὸν τὴν ἀπέλασιν. Ἀλλὰ βεβαίως, διὰ νὰ παράσχῃ ἡ Πολιτεία εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, τὴν ὁποίαν ἀναμφισβητήτως αὕτη θὰ ἐθεώρει καὶ κατὰ τι ὑπερτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀκούομεν διασυρομένην ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τῇ παράσχῃ τὸ ὕψιστον τοῦτο δικαίωμα, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐπίσημον τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ ἀνακριτικὴ Ἀρχὴ παρενέβη, ἢ τοὐλάχιστον ἡ διοίκησις ἡ ἀνωτέρα παρενέβη πρὶν ἢ ἐφαρμοσθῇ τὸ αὐστηρότατον τοῦτο μέτρον, τὸ ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ ἐφαρμοζόμενον εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἀξιοῦσι νὰ θεωρῶνται ὡς Κράτη πεπολιτισμένα. Ἀλλοίμονον ἐὰν τοιοῦτον ἐδίδομεν παράδειγμα, ἀλλοίμονον ἐὰν τοιοῦτον ὅπλον ἐδίδομεν εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ παράσχωμεν τὰ μέσα τῆς δικαιολογίας, ὥστε νὰ κηρύσσωμεν εἰς ἑκάστην περίπτωσιν ὅτι κινδυνεύει ἡ δημοσία ἀσφάλεια, καὶ ὅτι ἑπομένως ὁ ἀλλοδαπὸς πρέπει νὰ ἀπελαθῇ, ἐναντίον τῶν γενικῶν ἀρχῶν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὑπὲρ τῶν ὁποίων πάντες ἀγωνιζόμεθα ἐν τῷ ἐλευθέρῳ τούτῳ Κράτει, οὐχὶ ἀσκόπως, ὅτε ὑπήκοοι ἡμῶν ἐγκαταβιοῦσιν εἰς Ἐπικράτειαν ζητοῦσαν ἑκάστοτε ἀφορμὴν ν’ ἀσκῇ αὐστηρὰ μέτρα κατὰ τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων. Καὶ ἀπὸ τῆς ἐπόψεως λοιπὸν ταύτης ἡ πρᾶξις τῆς ἀπελάσεως εἶναι σημεῖον ἐξόχως σημαντικόν. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ἕτερον ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς παραβιάσεως συνταγματικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν προχθὲς ἀκόμη μετὰ τοσούτου ἐνθουσιασμοῦ καὶ ζήλου καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁλόκληρος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐπανηγύριζε, προκειμένου περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Εἰς τὸ Κράτος δὲ τοῦτο, ἐὰν οἱ ἡμεδαποὶ ἀπολαύωσι προστασίας, τὰ αἰσθήματα καὶ τῆς φιλοξενίας καὶ τῶν ὑποχρεώσεων χώρας, ἡ ὁποία θέλει καὶ ἀξιοῖ καὶ ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ εἶναι πρότυπον χώρας ἐλευθέρας, ἐπιβάλλουσιν, ὅπως λόγῳ φιλοξενίας καὶ λόγῳ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης ἐπεκταθῶσι καὶ ἐπὶ τῶν ἀλλοδαπῶν τὰ δικαιώματα αὐτὰ τὰ παρεχόμενα ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς τοὺς ἡμεδαπούς. Ὥστε καὶ ἀπὸ τῆς ἐπόψεως ταύτης δὲν ὑπάρχει καμμία δικαιολογία διὰ τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τὰ οὕτως ἑρμηνεύοντα τὸν νόμον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν — καὶ ἴσως ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῆς ποινικῆς ταύτης διατάξεως, ἐὰν ἤθελεν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, τὸ δίκαιον θὰ ἠδύνατο νὰ κλίνῃ ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν —, θὰ ἐπεθύμουν, λέγω, τὴν δήλωσιν, ἡ ὁποία βεβαίως καὶ ἡμᾶς θὰ καθησύχαζεν ὡς καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, ὅτι εὐθὺς σήμερον διέταξε τὴν προξενικὴν Ἀρχὴν Ἀλεξανδρείας ἢ ὅπου ἀλλοῦ ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς ἄνθρωπος ἀποστέλλεται, ὅπως ἀγάγῃ τοῦτον εὐθὺς ἀμέσως ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν, διότι, ἐὰν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔλθῃ αὐτοβούλως, βεβαίως θὰ ὑποβληθῇ εἰς νέας ποινάς, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ὁ Ποινικὸς Νόμος εἰς τοὺς ἀπελαυνομένους καὶ ἄνευ ἀδείας ἐπανακάμπτοντας. Ἐὰν οὗτος ἔσφαλεν, ὑπάρχει ἡ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι, ἵνα τιμωρήσῃ αὐτόν. Ὑπάρχουσι ποινικαὶ διατάξεις αὐστηρόταται, ἰδίως δὲ διὰ τοὺς ὑπηρέτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραβαίνουσι τὴν πρὸς τὴν οἰκογένειαν ὀφειλομένην πίστιν. Ἀλλ’ εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν καλέσῃ νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ παραδώσῃ τοῦτον εἰς τὴν Δικαιοσύνην, οὐ μόνον ἵνα τιμωρηθῇ, ἀλλ’ ἵνα ὑποστηρίξῃ καὶ τὴν κατηγορίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἁρμόζει κατὰ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι τὴν χώραν ταύτην χώραν ἰσχυρῶν καὶ χώραν ἡμεδαπῶν μόνον.
§137ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν, πιθανὸν δὲ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐθεώρησαν ὅτι ἐγὼ δι’ ὅσων εἶπον ἐδείκνυον ὅτι δὲν μοὶ παρέχεται δικαίωμα ἐπεμβάσεως. Ποτὲ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Εἶπον ὅτι δὲν ἐκλήθην νὰ παρεμβῶ, διότι δὲν ὑποχρεοῦται ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ νὰ ἐπικαλῆται τὴν γνώμην τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, προκειμένου νὰ ἐκτελῇ τοιαύτας ἀποφάσεις. Ἀλλ’ ὅμως ὑπεδήλωσα καὶ ὁποίαν ἔχω γνώμην, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἔμαθον ὅτι εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ ἐκτελεσθῇ χθὲς ἡ ἀπέλασις, ἔσπευσα — καὶ παρεκάλεσα μάλιστα τὴν Βουλὴν νὰ τὸ πιστεύσῃ — νὰ προλάβω τὴν ἀπέλασιν, ἵνα τοὐλάχιστον ἐξετάσω καὶ ἴδω καὶ ἐγὼ ἂν τὰ πράγματα εἶχον ὡς μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς εἶχον πληροφορηθῆ καὶ ἂν ἦτο ἀναπόφευκτον τὸ μέτρον τῆς ἀπελάσεως. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν ξένων ὑπηκόων προβαίνω καὶ περαιτέρω. Ἐὰν τυχὸν ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τοῦ νόμου εὑρισκώμεθα ἐν τοιαύτῃ διαφωνίᾳ πρὸς τὸν κ. συνάδελφον, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ πιστοποιήσω, διότι δὲν γνωρίζω ἂν καλούμενοι νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν νόμον καὶ συζητοῦντες ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ θὰ εὑρισκώμεθα ἐν διαφωνίᾳ, ἐγὼ θὰ ἐτόλμων νὰ εἴπω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, καὶ βεβαίως πρὸ παντὸς ὑπὸ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ, προκειμένου περὶ ἑρμηνείας τοιαύτης διατάξεως, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀλλοδαπὸς ὁ Ἕλλην, καὶ μόνον μὴ ὑπήκοος Ἕλλην. Διότι μεταξὺ ξένου καὶ Ἕλληνος ὑποδούλου ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Ἐὰν τοιαύτας λοιπὸν ἔχῃ γνώμας ὁ Ὑπουργός, ἐννοεῖται τί θὰ ἔπραττεν, ἐὰν ἐκαλεῖτο ὑπὸ τοῦ νόμου ὑποχρεωτικῶς, ἵνα ἐκδώσῃ ἀπόφασιν περὶ ἀπελάσεως τοιαύτης κατηγορίας ξένου. Προκειμένου περὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος, τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τὴν περὶ τῆς ὁποίας συνταγματικὴν διάταξιν μετὰ φιλελευθέρου συνειδήσεως καὶ μετ’ εἰλικρινοῦς συγκινήσεως ἐψήφισεν ἡ Βουλή, μετὰ τοιαύτην ὁμόφωνον συζήτησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητοῦντο πληρέστεραι ἐγγυήσεις πρὸς τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, προκειμένου, λέγω, περὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως, περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου, ὁ κύριος συνάδελφος γνωρίζει ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἐδήλου εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν θὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Διότι προεκλήθη εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τῆς ὑποθέσεως ἡ μέριμνα τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, κληθείσης νὰ κρίνῃ ἂν πράγματι ὑπῆρξε παράνομος κατακράτησις, ἀλλ’ ἡ μέριμνα τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς κατ’ ἀνάγκην ἴσως προκαλέσῃ καὶ ἐνέργειαν πρὸς ἐπαναφορὰν τοῦ ἀπελαθέντος, διότι εἶναι φυσικὸν ὅτι ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχὴ θὰ θελήσῃ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸν ὡς μηνυτήν. Ἐν γένει λοιπὸν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκῆ ὅσα εἶπον πρὸς ἐκδήλωσιν τῶν σκέψεων καὶ τοῦ φρονήματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὡς πρὸς ἀμφότερα τὰ ζητήματα, ἅτινα ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτής.
§138Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι εὔλογος ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία προεκλήθη ἐκ τῆς ἐνεργείας τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, εἶναι δ’ εὔλογος, διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δύναται νὰ ἐλεγχθῇ οὐ μόνον ἡ νομιμότης τῆς ἐνεργείας τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ σκοπιμότης τῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνεργείας τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Ἦτο δὲ καὶ ἐπιβεβλημένη ἡ συζήτησις αὕτη, διότι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν προκγορευσάντων προσεβλήθη, εἶναι τὸ πολυτιμότερον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς ἄνθρωπος, ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ συζήτησις, ὅπως εἶπόν τινες τῶν προαγορευσάντων. Ἐπίσης δὲ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ὁμολογήσω ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνταποκρίνονται ἀκριβῶς πρὸς τὰ αἰσθήματα ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεκίνησαν τὴν συζήτησιν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ἀκριβῶς ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις κατέχεται ὑπὸ τῆς αὐτῆς ἀντιλήψεως, τῆς ἱερότητος τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον φέρεται ὡς προσβληθέν. Νομίζω ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προσπαθήσῃ νὰ λύσῃ, κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον, ἐπαναφέρουσα τὰ πράγματα εἰς τὴν τάξιν των, ἀνεξαρτήτως, λέγω, τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ δόντος ἀφορμὴν εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν, δὲν πρέπει νὰ σχετίζηται ἡ ἔστω καὶ παράνομος ἐνέργεια τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς πρὸς ἄμεσον ἢ ἔμμεσον καταφορὰν ἐναντίον ἑνὸς θεμελιώδους συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠθέλησε νὰ ἐγκαθιδρύσῃ, δηλονότι τοῦ συστήματος τῆς διοικητικῆς ἀποκεντρώσεως· διότι φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον, προβάλλοντες μεμονωμένας ἐνεργείας ἀστυνομικῶν ὀργάνων, νὰ καταφερώμεθα ἐναντίον ἐκείνου τοῦ διοικητικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θεωρεῖ ὡς κατάκτησιν τῆς ἐπαναστάσεως, ἤτοι τοῦ συστήματος τῆς ἀποκεντρώσεως. Οὐδὲ δικαιολογεῖται ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδουσα τὰ ἐλαττώματα τοῦ ἰσχύοντος συστήματος εἰς τὸ Α ἢ Β ὄργανον, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει τὴν εὐθύνην τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ λάβῃ ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως τὸ ἀποκεντρωτικὸν τοῦτο καθεστὼς τελεσφορήσῃ. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ῥίπτωμεν ἐρωτύλα βλέμματα εἰς τὸ παρελθόν, διότι τὸ παρελθὸν αὐτὸ ἡμεῖς τοὐλάχιστον οὐδένα λόγον ἔχομεν νὰ τὸ θαυμάζωμεν. Τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἠθέλησε νὰ ἐγκαθιδρύσῃ, εἶναι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν. Ἐὰν ἔχῃ ἀτελείας, αὐτὰς πρέπει νὰ διορθώσωμεν, οὐδέποτε ὅμως νὰ ἀναμιμνησκώμεθα τῶν ὡραίων ἐκείνων ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ Βουλευταὶ διῴκουν τὴν Ἑλλάδα.
§139Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πάντες ἡμεῖς εἴμεθα κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος. Ἀλλά, ὅτε ὁμιλοῦμεν περὶ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, ἐννοοῦμεν ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὰς ἐξουσίας ἵστανται εἰς τὸ ὕψος αὐτῶν καὶ συνεπῶς δὲν θὰ παριστάμεθα ἤδη πρὸ θεάματος, καὶ πολὺ δικαίως, νὰ βλέπωμεν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λέγῃ· τί νὰ σᾶς κάμω ἐγώ; Δὲν μὲ ἠρώτησεν ἡ οἰκεία Ἀστυνομία· δὲν δύναμαι νὰ δώσω λόγον. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀγνοῶμεν ὅτι τελευταίως ἐψηφίσθησαν πολλοὶ ἀποκεντρωτικοὶ νόμοι, καὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ψηφίσεως αὐτῶν οὐδὲν περισσότερον, οὐδὲν ὀλιγώτερον ἢ ὅτι ἡ Ἑλλὰς κυβερνᾶται ἀπὸ τὰ παρασκήνια. Πάντες εἴπομεν νὰ λείψῃ ἡ βουλευτικὴ ἐπέμβασις, πάντες ἐτονίσαμεν ὅτι οἱ Βουλευταὶ πρέπει νὰ περιορισθῶσιν εἴτε εἰς τὸ νομοθετεῖν εἴτε εἰς τὸ ἐξασκεῖν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον· ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μὴ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐτέθη ὁ Βουλευτὴς εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ πάσης ἐπιρροῆς πρὸς τὸ κέντρον, πρὸς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, βλέπομεν, Κύριοι, ὅτι διοικούμεθα ἀπὸ τὰ παρασκήνια. Καὶ ἐν ᾧ κυβερνώμεθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοὶ λόγῳ τῆς καθιερώσεως τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος εἶναι ἀναρμόδιοι, καὶ πολὺ δικαίως, νὰ δώσωσι λόγον διὰ πᾶσαν παρεκτροπὴν καὶ πᾶσαν ὑπερβασίαν πάσης Ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας ἀποκεντρωτικῆς. Θὰ ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν τὸ σύστημα τὸ ἀποκεντρωτικόν, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ ἔλεγον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἠναγκάσθημεν νὰ ἐγκαινίσωμεν νέαν πολιτικὴν ἠθικὴν ἐν τῷ Κράτει τούτῳ, ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ ἀναστηλώσωσι τὸ κράτος τοῦ νόμου, διότι πρέπει πάντες νὰ ἀνομολογήσωμεν ὅτι σύστημα ἀποκεντρωτικὸν λειτουργοῦν ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας λειτουργεῖ, καθιέρωσεν οὐδὲν περισσότερον ἢ δευτέραν Βουλὴν ἀκολασταίνουσαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ σκεφθῇ ἡ νόμιμος Βουλή, ἂν πρέπει οἱ Κύριοι αὐτοὶ νὰ ἀφεθῶσιν ὀργιάζοντες εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν ἠρωτήθη ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς καὶ δὲν ἐρχόμεθα, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐλέγξωμεν τοῦτον διὰ τὰς παρεκτροπὰς καὶ τὰς ὑπερβασίας, εἰς τὰς ὁποίας τὸ ὄργανον αὐτὸ ἐξέπεσε. Δὲν ἠρωτήθη, διότι κατὰ τὴν ἀντίληψίν του τοιαύτην ἑρμηνείαν ἔδωκεν εἰς τοὺς ποινικοὺς κώδικας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν οἱονδήποτε ἄλλο ὄργανον μὴ ἔχον ἐγωισμὸν τόσον ὑπερφίαλον, ὅτε ἔβλεπε τὸν τύπον, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωπεῖ τὴν κοινὴν γνώμην, νὰ φέρῃ εἰς τὰς στήλας αὑτοῦ τὸ ζήτημα τοῦ μικροῦ ἐκείνου Ἠπειρώτου, ἐρωτῶ ὑμᾶς, τί ἔπρεπεν ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως τὸ ἀστυνομικὸν ἐκεῖνο ὄργανον νὰ πράξῃ; Πέρα, Κύριοι, τῶν ἀτελῶν γραμμῶν τοῦ ποινικοῦ θεσμολογίου δεσπόζει τὸ κράτος τῆς ἠθικῆς, δεσπόζει τὸ κράτος τῆς κοινῆς συνειδήσεως, δεσπόζει τὸ κράτος τῆς ἀλληλεγγύης μεταξὺ προϊσταμένων καὶ ὑφισταμένων. Βεβαίως κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀστυνομικοῦ ὀργάνου δὲν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Ὑπουργόν, ἂν πρέπει νὰ ἀπελάσῃ ἢ ὄχι τὸν μικρὸν ἐκεῖνον Ἠπειρώτην. Εἶχεν ὅμως στοιχειώδη ἠθικῶς ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτήσῃ τὴν προϊσταμένην αὐτοῦ Ἀρχὴν τί λέγει ἐπ’ αὐτοῦ ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα κατέστη ζήτημα δημοσίας τάξεως. Δὲν θέλω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον ἡ ἀστυνομικὴ δρᾶσις τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας τῆς πόλεως ταύτης ὑπῆρξεν ἐπαξία τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ καὶ κατὰ πόσον ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτοῦ ἐμπεδώθη τὸ κράτος τοῦ νόμου. Δὲν εἶναι ἡ παροῦσα ὥρα νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἀμερολήπτως ἱστάμενος εἰς ἀπόστασιν ἀπὸ πάσης οἱασδήποτε προσωπικῆς ἐπιδράσεως ἔπραξε τὸ καθῆκον αὐτοῦ καὶ μόνον αὐτό. Γνωρίζω ὅμως ὅτι πρὸ ἡμερῶν, καὶ παρεμπιπτόντως τὸ λέγω, εἷς συμπολίτης μου, δημότης τοῦ δήμου Πατρέων, ἐκκινήσας, ἢ μᾶλλον ἐκκινηθείς, ἀπὸ τῆς πόλεως ταύτης ἔκαμε 14 ἡμέρας νὰ φθάσῃ εἰς Πάτρας μὲ οἰκτράν, οἰκτροτάτην τὴν μορφὴν τοῦ προσώπου καὶ ἐν γένει ὅλου τοῦ σώματος.
§140ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί δουλειὰ κάμνει;
§141Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ποία εἶναι ἡ φωνὴ αὐτή; Ἐὰν βεβαίως ὁ συμπολίτης μου ἐκεῖνος ἦτο ἀντικοινωνικὸν στοιχεῖον, δὲν θὰ εἴχομεν τὸ θάρρος οἱ κοπτόμενοι ὑπὲρ τῆς κοινωνικῆς εὐρυθμίας, οἱ στηλοβάται εἰς πᾶν τὸ ἠθικόν, οἱ ἐπαινοῦντες πᾶσαν ἐξουσίαν ἠθικῶς πράττουσαν, νὰ κακίσωμεν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἦτο ἁπλοῦς ἐργάτης, οὐδέποτε ἐνοχλήσας οἱονδήποτε πολίτην, οὐδὲν διαπράξας, μόνον δὲ καὶ μόνον διότι κἄποτε ὡμίλησεν εἷς Βουλευτὴς καὶ εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐκδηλώσῃ ἐμφαντικώτερον τὰς πολιτικὰς αὑτοῦ πεποιθήσεις ὑπὲρ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκείνου τὴν ἑπομένην ἡμέραν διὰ κουστωδίας διήνυσεν ἐπὶ 14 ἡμέρας συναπτὰς τὸ διάστημα ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πάτρας εἰς οἰκτράν, οἰκτροτάτην κατάστασιν. Δὲν ἔχω, Κύριοι, νὰ προσθέσω τίποτε· θέλω νὰ εἴπω καὶ νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τελευταίως κατὰ τὴν γνωστὴν ἐποχὴν λόγῳ τῆς ψυχολογικῆς ἐπιδράσεως ἐψηφίσθησαν νομοθετήματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα οὐδὲν περισσότερον ἐξυπηρετοῦσιν ἢ τὸ ἐγὼ τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν. Πρέπει ἡ Βουλὴ αὕτη, ἡ ὁποία ἦλθε νὰ ἐμπεδώσῃ τὸ κράτος τοῦ νόμου, νὰ ἐπιφέρῃ πᾶσαν τὴν ἰσορροπίαν εἰς πᾶσαν προϊσταμένην καὶ ὑφισταμένην Ἀρχὴν διοικήσεως καὶ δικαιοσύνης καὶ νὰ σκεφθῇ σπουδαίως καὶ σοβαρῶς κατὰ πόσον αἱ ἀνομίαι αὗται πρέπει νὰ συνεχισθῶσιν ἢ πρέπει νὰ παύσωσιν.
§142ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁσονδήποτε, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἂν εἶναί τις κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ τόσον παρ’ ἡμῖν προκόψαντος συστήματος τῆς ἀποκεντρώσεως, νομίζω ὅτι θὰ συνομολογήσῃ, ὅτι εἶναί τι ἀκατανόητον, προκειμένου περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας, προκειμένου περὶ παραβιάσεως ἢ μὴ παραβιάσεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, προκειμένου ν’ ἀποδειχθῇ ἂν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι φιλόξενος, νὰ μὴ ἐρωτηθῇ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους τούτου, ἀλλὰ νὰ ἔχωσιν ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ πράττωσι καὶ ἀποφασίζωσι πάντα ταῦτα κατώτερα ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας. Καὶ θὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκδηλώσω ὁλόψυχον ἀπορίαν πῶς ἀκόμη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ κ. Ῥέπουλης, δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κομίζων τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ καθίστων αὐτὸν ἀληθῆ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι σήμερον δὲν εἶναι πράγματι Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ μία τις ἐξουσία κυριώτατα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν παρ’ ἡμῖν, εἶναι ἡ ἀστυνομική· καὶ ἐν τούτοις δὲν εἶναι ἀρχηγὸς τῆς Ἀστυνομίας, καὶ προκειμένου περὶ τῶν ἔργων ἐκείνων τῶν δημοσίας ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅσον πᾶν ἄλλο σπουδαῖα καὶ σοβαρά, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον καὶ ζητήσῃ εὐθύνας. Καὶ νῦν, Κύριοι, ἐπὶ τὴν πρᾶξιν. Ἀναμφιβόλως ἡ πρᾶξις ἐκείνη, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ὑπῆρξε βδελυρά, ἀλλὰ καὶ σοβαρώτατα ἐγκληματική.
§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς ἦτο ἀνισόρροπος· ἀπεδείχθη.
§144ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀμφιβάλλω ἂν ἦτο ἀνισόρροπος.
§145ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐπιστολή του τὸ ἀποδεικνύει σαφέστατα.
§146ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀμφιβάλλω ἂν ἡ ἐπιστολὴ συνετάχθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ φαίνηται ἀνισόρροπος. Ἔχω σοβαρωτάτας ὑπονοίας, μήπως δὲν πρόκειται περὶ κακῆς ἐφαρμογῆς τῆς κειμένης διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν δικαιοῦται ἡ Ἀστυνομία νὰ ἀπελαύνῃ ἕνα ἀλλοδαπόν, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ πληροφορία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ ἰδιαιτέρου συμπολίτου μου κ. Πατσουράκου, ὅτι εἶδε τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον συρόμενον δίκην κτήνους ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, θὰ ἔλεγον ὅτι ἐπίτηδες ἐγένετο ἡ ἀπέλασις, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, συνεπείας δὲ βαρυτάτας, διότι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἠπείλησε τὴν ζωὴν ἀνθρώπων, ἠπείλησε τὴν ζωὴν ἀνθρώπων, ὡς βεβαιοῦται, ἐν συνεννοήσει μετ’ ἄλλων εὑρισκόμενος, ἐν συστάσει ἠπείλησε μόνον, εὑρισκόμενος ἐν συστάσει ἐξετέλεσεν ἐκβίασιν φρικτήν. Ὅλα τὰ περὶ ἔρωτος λεγόμενα εἶναι μῦθοι, διότι πρόκειται περὶ ὀκταέτιδος παιδίσκης, γνωρίζω δὲ τοῦτο, διότι ἡ παιδίσκη ἐκείνη ἔχει τὴν ἡλικίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ θυγάτηρ μου. Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου «τιμωροῦνται ὡς συστασιῶται μὲ τὴν αὐτὴν ποινὴν οἱ δύο ἢ πλειότεροι, οἵτινες συναπεφάσισαν, συνομολογοῦντες πρὸς ἀλλήλους ἀμοιβαίαν συνδρομήν, τὴν διάπραξιν ἀξιοποίνου πράξεως», κατὰ δὲ τὸ ἄρθρ. 61, καὶ ἂν δὲν ἐγένετο ἡ πρᾶξις, ἀλλ’ ὄχι ἐξ ἐλευθέρας θελήσεως τῶν συστασιωτῶν, τιμωροῦνται μὲ τὴν ποινὴν τῆς ἀποπείρας τῆς μὴ γενομένης πράξεως». Ἑπομένως ἡ Ἀστυνομία, ἐνεργήσασα ὡς ἐνήργησε, δὲν διέπραξε παράνομον κατακράτησιν, ἀλλὰ πιθανώτατα παρέβη ἄλλας διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου σπουδαιοτέρας, καὶ εἶναι καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ἐξεταστέα ἡ ὑπόθεσις. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει λαμβάνω τὴν εὐκαιρίαν νὰ συστήσω καὶ πάλιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅπως φέρῃ τάχιστα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποκαταστήσωσι τὴν ἁρμονίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του, τὴν ἁρμονίαν εἰς τὸ Κράτος. Ἐκεῖνα τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι πρέπει, προκειμένου περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐκτὸς τούτου, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι ταῦτα, ὅτι ἡ Ἀστυνομία ἀναμφιβόλως παρέβη τοὺς νόμους, ἡ Ἀστυνομία δὲν ἐπροστάτευσε τὸν πολίτην τὸν ὑπὸ φόνου καὶ ἐκβιάσεως ἀπειληθέντα, διότι ὁ ἐγκληματίας ἐκεῖνος εἶναι εὐχερέστατον νὰ ἐπανέλθῃ μετά τινας ἡμέρας καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα ἐβυσσοδόμει κατὰ τῆς ἐντιμοτάτης ἐκείνης οἰκογενείας. Ἡ Ἀστυνομία λοιπὸν παρεβίασε τοὺς νόμους καὶ δὲν ἐπροστάτευσε τὸν πολίτην. Ἀλλ’ ἐπίσης ἐνόμισα, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ τέλος πάντων καὶ γενικώτερον γνωστὸν διὰ τὴν ἠθικὴν τῆς συζητήσεως ἡμῶν, διὰ τὴν ἠθικὴν τῆς ἐνεργείας τῆς Ἀστυνομίας, νὰ γίνῃ γενικώτερον γνωστόν, λέγω, ὅτι πρόκειται περὶ παιδίσκης ὀκταέτιδος, ὥστε νὰ ἀποκλείηται καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ ἀλήθεια τῆς ἐπιστολῆς τῆς ἀναγνωσθείσης ἐνταῦθα, ὥστε νὰ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ γίνῃ γενικώτερον γνωστόν, ὅτι τὰ περὶ ἐρώτων εἶναι μῦθος ἀνθρώπων βδελυρῶν καὶ ἐγκληματιῶν, οἵτινες ἀπέφυγον τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἀγνοῶ διὰ ποίας αἰτίας, αἰτίας ὅμως αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διερευνηθῶσι.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς.
§148Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
§150ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς ὑμᾶς κύριοι Βουλευταί, ὁποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου, ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀτόμου μάλιστα εἰς αὐτὸ τὸ Κράτος, εἰς αὐτὸ τὸ ἔδαφος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄσυλον δι’ ὀκτὼ ἑκατομμύρια ἀκόμη ὑποδούλων Ἑλλήνων, ὁποίαν ἀξίαν ἔχει τὸ ἔδαφος τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι διὰ τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον διὰ νὰ χρησιμεύῃ ὡς καταφύγιον τῶν διωκομένων πανταχόθεν ὑποδούλων ἀδελφῶν. Καὶ δύναταί τις ἐξ ὑμῶν νὰ μοὶ εἴπῃ· πρέπει λοιπὸν τοῦτο νὰ μεταβληθῇ εἰς ἄσυλον κακούργων; Ὄχι βεβαίως, ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ ἐγκλήματος οὔτε περὶ κακουργήματος. Πιθανὸν νὰ πρόκειται περὶ ἀνθρώπου ἀνισορρόπου, ἀλλ’ ἀσφαλῶς δὲν πρόκειται περὶ κακούργου, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Δὲν θὰ ἐξετάσω, Κύριοι, ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως τὸ ζήτημα, ἂν ἔπρεπε νὰ ἀπελαθῇ ἢ ὄχι ἐκ τοῦ ἐλευθέρου τούτου ἐδάφους πολίτης, ἀδιάφορον ἂν ἀλλοδαπὸς ἢ ἡμεδαπός, ἀρκεῖ ὅτι ἦτο Ἕλλην ἐκ χώρας ὑποδούλου καὶ τὸ ἔδαφος τοῦτο ἔπρεπε νὰ τῷ χρησιμεύσῃ ὡς ἄσυλον· θὰ ἐξετάσω μόνον τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπηλάθη. Εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι παρέστην αὐτόπτης μάρτυς θεάματος πρωτοφανοῦς δι’ ἐλεύθερον Κράτος· κατὰ τὴν 5½ μ. μ. ὥραν ἐσύρετο εἷς πολίτης δίκην κτήνους, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐλέγχει ὅτι εἰς τὸ Κράτος αὐτὸ αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ ἐξουσίαι εἶναι προωρισμέναι διὰ πᾶν ἄλλο παρὰ διὰ νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἀπέναντι τοῦ ἐλευθέρου ἀτόμου καὶ ἀπέναντι τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν κοινωνίαν. Ἐσύρετο ὡς κτῆνος, λέγω, ἀπὸ δύο χωροφύλακας, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἐξηνάγκασε πλῆθος ἀνθρώπων καὶ γυναικῶν νὰ διαμαρτύρηται κατὰ τῆς καταστάσεως ταύτης· ἐπενέβην καὶ ἐγὼ αὐτός, ἀλλ’ ἡ μῆνις τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐφέροντο ὡς ὄργανα ἐνεργοῦντα κατ’ ἐπιταγήν, ἀλλ’ ὡς λυσσῶντες κύνες. Αὐτὸ καταγγέλλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἐπίσης ἀναφέρω καὶ τὸ ἑξῆς βαρυσήμαντον γεγονός, τὸ ὁποῖον πάντες ἀντιπαρῆλθον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπρόσεξεν ὁ κ. Ὑπουργός. Μᾶς ἐπαρουσιάσθη ἐπιστολὴ ἐνταῦθα καὶ ἀνεγνώσθη, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναγνωσθῇ· ἐχρονολογεῖτο ἀπὸ τῆς 8 τοῦ μηνός, καὶ πότε ἀπηλάθη; Εἰς τὰς 28. Τί ὀφείλω νὰ καταγγείλω ἐγώ; Ὀφείλω νὰ καταγγείλω ὡς ἀντιπρόσωπος, ὅτι ἡ ἐπιστολὴ ἐκείνη ὤφειλε νὰ χρησιμεύσῃ, καὶ ὀφείλει νὰ ἀποδειχθῇ ἂν προέρχεται ὄντως ἀπὸ τὰς χεῖρας αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἢ ἂν εἶναι ἐγκληματίαι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι νὰ περιφρουρήσωσι τὸν νόμον καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου.
§151Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λακωνίας ὁ πολίτης ἐκεῖνος ὁ ἀπελαθεὶς ἀπεκλήθη βδελυρός, ὑπὸ δὲ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων ἐχαρακτηρίσθη ἀνισόρροπος. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ἀμφότερα, καὶ ὑπερθεματίζων μάλιστα λέγω, ὅτι ὁ νέος αὐτὸς ἦτο καὶ παράφρων. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρξε τοιοῦτος, οἷος παρεστάθη, ἔπρεπεν ἢ νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην, ἐὰν παρεβίασε διάταξιν τοῦ Ποιν. Νόμου, ἢ νὰ σταλῇ εἰς φρενοκομεῖον· ἀλλ’ οὐδέτερον τούτων ἐγένετο, καὶ ἐτέθη ἐκτὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους δι’ αὐτοβούλου ἐνεργείας τῆς Ἀστυνομίας. Καὶ ἐνταῦθα ἐρωτᾶται: ὑπῆρξε νόμιμος ἡ ἐνέργεια αὕτη τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς;
§152Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ τὴν κατέκρινα τὴν ἀπέλασιν.
§153Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἄλλα τινὰ εἴπετε, χωρὶς ὅμως νὰ καταλήξητε εἰς ἀποδοκιμασίαν τῆς ἐνεργείας τῶν ὀργάνων τῆς Ἀστυνομίας. Ὁ κ. Δεμερτζῆς εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπείσθη παρ’ οὐδενός, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς ὑπῆρξε μὴ νόμιμος. Ἐλπίζω ὅτι θὰ πείσω αὐτὸν ὅτι ὑπῆρξε παράνομος. Τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Ποιν. Νόμου, τὸν ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, λέγει ὅτι: «Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐγχώριοι τίθενται ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ξένοι θέλουν ἀπελαύνεσθαι τῆς χώρας καὶ φέρεσθαι πέραν τῶν ὁρίων».
§154Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς πᾶσαν στιγμὴν χάριν τῆς ἀσφαλείας νὰ ἀπελαύνῃ.
§155ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ὄχι· οὐδεὶς νόμος παρέχει τοιοῦτο δικαίωμα εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχήν, καὶ εἰς τοῦτο πλανᾶσθε ἀκριβῶς. Εἰς ποίας περιπτώσεις οἱ ἐγχώριοι τίθενται ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ὁρίζουσι τὰ ἄρθρα 33, 34, 35 καὶ 36 τοῦ Ποιν. Νόμου. Λέγει δὲ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Ποιν. Νόμου: «Εἰς ἰδιαιτέραν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν θέλουν ὑποβάλλεσθαι ὡσαύτως διὰ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως καὶ οἱ ἔνοχοι πλημμελημάτων καὶ πταισμάτων, ἐὰν ἤθελον εἶναι κατά τε τὸν τρόπον τοῦ ζῆν, τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν διαγωγὴν κατ’ ἐξοχὴν ἐπικίνδυνοι». Ὥστε πρέπει νὰ εἰσαχθῇ τις εἰς δίκην, νὰ κηρυχθῇ ἔνοχος πλημμελήματος ἢ πταίσματος, νὰ εἶναι ἐπικίνδυνος καὶ τότε νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπέλασις.
§156Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὰς περιπτώσεις τῆς ἀπελάσεως ὁ Ποινικὸς Νόμος τὰς ὁρίζει;
§157ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ὁ Ποινικὸς Νόμος.
§158Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Αὐταὶ εἶναι συνέπειαι ὡρισμένου ἀδικήματος.
§159ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ὁ Ποινικὸς Νόμος ὁρίζει τὰς περιπτώσεις, καί, ἐὰν λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ τὸν συμβουλευθῆτε, θὰ πεισθῆτε ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀπέλασις ἄνευ ἐκδόσεως ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, καταδικαζούσης τινὰ εἴτε εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, εἴτε εἰς βαθμὸν πταίσματος, καὶ ὁριζούσης συγχρόνως ὅτι, ἐὰν μὲν εἶναι ἡμεδαπός, θὰ τεθῇ ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἐὰν δὲ ἀλλοδαπός, θὰ ἀπελαθῇ. Συνεπῶς ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀστυνομίας δὲν ὑπῆρξε σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§161ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπιτρέπητε, νὰ ὁμιλήσω ἐγώ. Εἶναι καὶ ἄλλοι ἐγγεγραμμένοι ἢ εἶσθε τελευταῖος;
§162Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶμαι τελευταῖος. Ἀντιλέγω, κύριοι Βουλευταί, πρὸς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, διεκδικῶν ὑπὲρ τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα νὰ ἀπελαύνῃ τοὺς ἀλλοδαπούς, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ ἐπικινδύνους εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους ἢ τῶν πολιτῶν· νομίζω δὲ ὅτι τὴν ἀπέλασιν ταύτην νομίμως δύναται νὰ ἐνεργήσῃ ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ κατὰ τὰς διατάξεις τὰς εἰδικῶς ἰσχυούσας προκειμένου περὶ τῆς Ἀστυνομίας, δηλ. κατὰ τὸν ἀστυνομικὸν νόμον, τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ πρωτίστως ὀφείλει νὰ ἐπιμελῆται τὴν τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Ποιν. Νόμου.
§163Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πολὺ φρέσκος ὁ νόμος τοῦ 1836!
§164Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος ὁ ἰσχύων καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ κανονίζων τὰ δικαιώματα τῶν ὀργάνων τῆς Ἀστυνομίας. Τὸ ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ ἀπελαύνῃ τοὺς ἀλλοδαπούς, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία.
§165Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἡ Πολιτεία· ὄχι ἡ Ἀστυνομία.
§166Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ Ἀστυνομία εἶναι ὄργανον τῆς Πολιτείας ἐπιτετραμμένον τὴν ἀπέλασιν.
§167Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κατόπιν διαταγῆς.
§168Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δυνάμει ποίας διατάξεως;
§169Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θέλετε τὰς διατάξεις τώρα; Καὶ αὐτὸ θὰ τὸ πράξω. Ἀναγινώσκω τὴν γενικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 31: «Οἱ μεγίστην σημαντικότητα καὶ ἐπιρροὴν ἔχοντες ὁρισμοὶ τοῦ Ποιν. Νόμου καὶ ἰδίως ἐκεῖνοι τοῦ τρίτου βιβλίου αὐτοῦ πρέπει νὰ κεῖνται πρὸ ὀφθαλμῶν τῶν δημοτικῶν ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν, ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς Δικαστικῆς Ἀστυνομίας, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνην τῆς Διοικητικῆς Ἀστυνομίας, κλπ.» Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς τὸν Ποιν. Νόμον, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 37, κυροῦντος γενικῶς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπελάσεως, ἔχει ἀναγεγραμμένον καὶ ἓν ἄλλο ἄρθρον, 664, κατὰ τὸ ὁποῖον: «ἄνθρωποι, οἵτινες μὴ ἔχοντες ὡρισμένην ἢ μόνιμον κατοικίαν μηδὲ συγκεχωρημένην τινὰ ἀσχολίαν ἢ μέσα διατροφῆς περιπλανῶνται εἰς τὴν χώραν, τιμωροῦνται ὡς ἀγύρται μὲ κράτησιν· συνήθεις δὲ ἢ κατ’ ἐξοχὴν ὕποπτοι ἢ ἐπικίνδυνοι ἀγύρται φυλάττονται εἰς ἀστυνομικὸν κατάστημα».
§170ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Σύμφωνοι εἴμεθα. «Τιμωροῦνται» λέγει.
§171Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἦτο σοφὸς καὶ εἶπεν ὅτι, ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ ὑποχρέωσιν—καὶ ἔχει τοιαύτην— νὰ ἐπιτηρῇ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ ἀπελάσῃ, τοὺς ἡμεδαπούς—διότι δὲν ἔχουσι καμμίαν ὑποχρέωσιν αἱ ἀλλοδαπαὶ Πολιτεῖαι νὰ δέχωνται τοὺς ἀτακτοῦντας πολίτας τῆς Ἑλλάδος—, δὲν ἔχει ὅμως καὶ καμμίαν ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος νὰ ὑποβάλληται εἰς ἰδιαιτέρας ἐνοχλήσεις διὰ τοὺς ἀλλοδαπούς. Τούτους ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπελάσῃ τὸ Κράτος, τὴν τήρησιν δὲ τῆς διατάξεως ταύτης τὴν ἔχει ἡ Ἀστυνομία, ὡς εἶναι ἀναντίρρητον καὶ προκύπτει ἐκ τοῦ ἄρθρου 699 τοῦ Ποιν. Νόμου. Εἰς τὴν Ἀστυνομίαν δὲ ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν περίπτωσιν, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται καὶ ὅπως ἐμαρτυρήθη, ἐπεβάλλετο νὰ ἐνεργήσῃ ὡς ἐνήργησε, διότι φέρει ὁ ἀστυνομικὸς νόμος ἐν ἄρθρῳ 32, ὅτι: «Ὅταν ἡ Ἀστυνομία εἰδοποιηθῇ ἐπισήμως ἢ ἰδιαιτέρως περὶ πραχθέντος ἢ πραχθησομένου ἐγκλήματος, περὶ προσβολῆς ἐναντίον τῆς ζωῆς, τῆς ἰδιοκτησίας ἢ τῆς τιμῆς ἀτόμου τινός, χρεωστεῖ ν’ ἀπομακρύνῃ τὸ κακόν, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ πρόσωπα καὶ σκεύη, καὶ ἀκολούθως νὰ ἐνεργήσῃ, κλπ.»
§172Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ. Τίνα σχέσιν ἔχει αὐτὸ μὲ τὴν ἀπέλασιν;
§173Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχει τὴν σχέσιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐννοεῖτε. Ὅταν ἡ Πολιτεία ἔχῃ τὸ δικαίωμα προκειμένου περὶ ἀλλοδαποῦ νὰ μὴ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ἐνόχλησιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, προκειμένου νὰ ἀσφαλίσῃ ἐκείνους, καθ’ ὧν ἀπευθύνονται κίνδυνοι ἐκ μέρους ἀλλοδαποῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπελάσῃ τὸν ἀλλοδαπόν. Τοῦτο δὲ πράττουσα νομίμως πράττει. Ἄλλο τὸ ζήτημα, ἂν αἱ εἰδικαὶ περιπτώσεις αἱ συνοδεύουσαι τὴν συγκεκριμένην περίστασιν δικαιολογοῦσιν ἢ ὄχι τὸ μέτρον τοῦτο.
§174Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀντιστρατεύεσθε πρὸς τὴν βάσιν τῆς κοινωνιολογίας.
§175Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ κοινωνιολογία, κύριε συνάδελφε, ἣν ἀγνοεῖτε, ἐπειδὴ καὶ ἄλλοτε τὸ εἴπετε, δὲν ἀντιστρατεύεται πρὸς τὴν βάσιν τοῦ Κράτους. Θέλει τὸ Κράτος ἰσχυρὸν καὶ πρὸ παντὸς ἐπιβαλλόμενον καὶ εἰς τοὺς ἡμεδαποὺς καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαπούς. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχεν ἔγκλημα συντετελεσμένον, ἢ ἀπόπειρα ἐγκλήματος, ὡς εἶχε τὴν ἀντίληψιν ὁ ἕτερος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, ἀλλὰ μόνον ὑπῆρχεν ἡ ὑπόνοια ὅτι ἠδύνατο νὰ συντελεσθῇ ἀδίκημα, ἠδύνατο ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ νὰ προβῇ εἰς ἀπέλασιν, καὶ νομίμως τὴν ἐνήργησεν.
§176Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ποῖος θὰ κρίνῃ;
§177Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ Ἀστυνομία, ἡ ἐπιτετραμμένη τὴν ἐφαρμογὴν τῶν μνημονευθεισῶν διατάξεων καὶ ὁ ἀστυνόμος ὁστισδήποτε, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ὅλη ἡ Ἀστυνομία διεξάγεται ἐν ὀνόματι, κατ’ ἐπιταγὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ δὲ ἀποκεντρωτικοὶ λεγόμενοι νόμοι βεβαίως δὲν ἀποξενοῦσι τὴν Κυβέρνησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ διατάσσῃ τὰ κατώτερα ὄργανα καὶ νὰ ἀπαγορεύῃ εἰς αὐτὰ τὴν ἐπιχείρησιν ὡρισμένων πράξεων. Συνεπείᾳ τούτου δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις ἰδικιτέρας μερίμνης διὰ τὴν ἀνάθεσιν τῆς ἐκτιμήσεως τῶν περιπτώσεων τῆς ἀπελάσεως εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει οἴκοθεν, ὡς κεφαλὴ τῆς Ἀστυνομίας, τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ οὐσιαστικῶς τὴν ἀστυνομικὴν Διοίκησιν.
§178ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀλλὰ διὰ νὰ κανονίσῃ δέον νὰ ἐρωτηθῇ.
§179Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἐξεκαθαρίσατε, κύριε Ὑπουργέ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει περίπτωσις εὐθύνης ὑμῶν δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Τώρα εἰδικῶς εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐρευνηθῇ μόνον ἂν ὑπῆρξε παράβασις ὡς πρὸς τὴν παράνομον κατακράτησιν. Ἐὰν παρανόμως κατεκρατήθη ὁ ἀλλοδαπὸς πλέον τοῦ χρόνου τοῦ ὡρισμένου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, βεβαίως θὰ ὑπῆρχε περίπτωσις νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ Ἀστυνομία παρέβη τὰ καθήκοντά της, παρέβη τὸν νόμον, διότι ὑπάρχει παράβασις τοῦ νόμου ἀπέναντι καὶ τῶν ἐντίμων πολιτῶν καὶ τῶν ὑπόπτων πολιτῶν· νομίζω ὅμως ὅτι καὶ ἐν τούτῳ τῷ ζητήματι ἡ Ἀστυνομία θὰ εἶχεν ὀχύρωμα εἰς τὸ ἄρθρον 664 τοῦ Ποιν. Νόμου, καθ’ ὃ «οἱ ὕποπτοι κλπ. φυλάσσονται εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα». Ἦτο ἓν προληπτικὸν μέτρον· δὲν ἦτο ποινή· δὲν ἦτο πρὸς ἐξασφάλισιν τιμωρίας ἀδικήματος· ἦτο μόνον μία κατακράτησις μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἀπελάσεως.
§180Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μήπως ἀντιτίθεται εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτὴ ἡ διάταξις περὶ ἀλλοδαπῶν προκειμένου;
§181Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι δυνατὸν περὶ τοῦ πράγματος τούτου νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις.
§182Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι μετὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἰσχύει.
§183Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ καταργήσεως διὰ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος.
§184Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀμφισβητεῖτε, ὅτι ἀντίκειται ἢ δὲν ἀντίκειται;
§185Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ζήτημα ἦλθε τόσον ἐξαπίνης, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω ἀποφθεγματικῶς, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ ἡ καθαρῶς ἀστυνομικὴ καὶ μὴ ἀναφερομένη καθαρῶς εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἢ συνταγματική. Περὶ τοῦ πράγματος ὁμολογῶ ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, καὶ σοβαρά, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ φθάσω μέχρι τοῦ σημείου, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐμποδίζει τὸν ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας περιορισμὸν διὰ λόγους νομίμους τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, π. χ. ἐπὶ παραφρόνων κλπ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ μόνον αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ Ποιν. Νόμου, ἡ ὑπάρχουσα ἐν τῷ Ποιν. Νόμῳ καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα, θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ἀντίληψιν τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, ὅπως κρατήσῃ τὸν ὕποπτον αὐτὸν ἄνθρωπον μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἀπελάσεώς του, δὲν βλέπω δὲ κατὰ τί παρεβιάσθησαν τὰ ἀνθρώπινα δίκαια ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὁ ὁποῖος, φαίνεται, γνωρίζει τὰ καθέκαστα τῆς ὑποθέσεως, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀστυνομίας νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς εὐστοχωτάτη.
§186ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δικαίως ἡ προκειμένη ὑπόθεσις ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, κύριοι Βουλευταί. Ἴσως τὴν ἀπησχόλησε χρόνον περισσότερον παρ’ ὅσος ἐχρειάζετο, ἀλλὰ δικαίως, καὶ λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου φίλου κ. Πετρέα, εἰπόντος ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν.
§187Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. «Ἐὰν ἐγνώριζον τὴν αἰτίαν», εἶπον.
§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κάθε τι, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, εἶναι ἱκανὸν νὰ συγκινήσῃ τὴν δημοσίαν γνώμην, καὶ ἡ συγκίνησις αὕτη εὔλογον εἶναι νὰ ἀπηχήσῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν προστατεύεται ἐπαρκῶς ὄχι τόσον ὑπὸ τῶν νόμων, ὅσον ὑπὸ τῶν συνηθειῶν τῶν Ἀρχῶν καὶ ὅσον ἴσως ὑπὸ τῶν ἠθῶν ἀκόμη, διότι ἀκριβῶς αἱ καταπατήσεις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας δὲν προκαλοῦσι τὴν ἐξέγερσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι φυσικὸν νὰ προκαλῆται εἰς κοινωνίας, αἱ ὁποῖαι τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τὴν ἔχουσι τόσον ὑψηλὰ ἀναγεγραμμένην, ὅσον νομίζομεν καὶ ἡμεῖς. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Τούτου ὅμως τιθεμένου πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς ἐν προκειμένῳ εἶναι ἐνέργεια νόμιμος. Δὲν ἀφήνει δὲ καμμίαν ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἐνεργείας ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 699 τοῦ Ποιν. Νόμου, ἡ ὁποία οὐ μόνον ἑρμηνεύεται ὑπὸ τοῦ ἑρμηνευτοῦ τοῦ Ποιν. Νόμου Κωστῆ ὡς παρέχουσα τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχὴν εἰς πᾶσαν περίστασιν, καὶ ἄνευ προϋπάρξεως καταδίκης, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, νὰ ἀπελαύνῃ τοὺς ἀλλοδαπούς, ἀλλ’ ἐφηρμόσθη οὕτω καὶ παγίως ὑπὸ τῆς πράξεως τῶν ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Ἡ ἐνέργεια λοιπὸν εἶναι νόμιμος. Θὰ προσθέσω ἀκόμη, ὅτι καὶ ἐσωτερικῶς ἐξεταζομένη δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ ἔλεγχον κατὰ τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, διότι μέχρι τοῦδε εἰς ὁμοίας ἢ ἀναλόγους περιστάσεις ἐφηρμόσθη πάντοτε, φαίνεται, ἡ ἀπέλασις τῶν ἀλλοδαπῶν ἄνευ τινὸς παρατηρήσεως, πάντων ἐγκρινόντων τὴν ἐνέργειαν ταύτην. Καὶ τούτου ὅμως τιθεμένου ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω ὅτι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τοῦ λοιποῦ δὲν δύναται εἰς ὁμοίας περιστάσεις νὰ ἀσκηθῇ τὸ μέτρον τοῦτο τῆς ἀπελάσεως (ἐπιδοκιμασία). Ἐν προκειμένῳ ἀπηλάθη ἀλλοδαπός. Ὅτι εἶναι ἀλλοδαπὸς φαίνεται ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖται σοβαρῶς, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὁμογενής, τὸ ὁποῖον, καὶ κατ’ ἐμέ, ὅπως ἤδη ἐξέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχει τινὰ ἀξίαν ἰδιάζουσαν. Ἀλλ’ ἀπηλάθη αὐτὸς — δεχθῶμεν ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀλλοδαπὸς ἢ καὶ ὁμογενὴς ἀκόμη — διατί; διότι παρεσκεύαζε τὴν διάπραξιν ἑνὸς ἐγκλήματος, διότι ἠπείλει ὅτι θὰ προβῇ εἰς τὴν διάπραξιν ἑνὸς ἀδικήματος. Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο λόγος ἐπαρκής, ὥστε νὰ ἀπελαθῇ ἄνθρωπός τις; Πρῶτον. Δεύτερον εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἡ ἀπέλασις ἀποτελεῖ τὴν προσήκουσαν τιμωρίαν; Καὶ τὰ δύο ταῦτα εἶναι ἐξεταστέα. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ἐφηρμόζετο ἡ διάταξις τοῦ νόμου μέχρι σήμερον ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀστυνομίας εἶναι ὄχι μόνον νόμιμος τυπικῶς, ἀλλὰ καὶ οὐσιαστικῶς. Δὲν δύναται νὰ προκαλέσῃ ἐπίκρισιν, διότι οὕτω πως ἐφηρμόζετο ἡ διάταξις τοῦ νόμου. Θὰ προσθέσω ἀκόμη, ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ διὰ τὴν ἀποβίβασιν τοῦ νέου αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου δὲν μὲ συγκινοῦσι ποσῶς, διότι πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀπελάσεως ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ καὶ βία τις.
§189Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς πᾶσαν ἄλλην ὥραν, ὄχι ὅμως εἰς αὐτὴν τὴν ὥραν.
§190Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζω, λέγω ὅμως, ὅτι εἶναι εὔλογον νὰ προστατευθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, ὥστε νὰ μὴ ἐξευτελίζηται αὕτη διὰ φράσεων πέρα τοῦ προσήκοντος. Τούτου ὅμως τεθειμένου ἐρωτῶ· πρέπει τὰ ἄτομα νὰ ἀπελαύνωνται εἰς τοιαύτας περιστάσεις; Ἀπαντῶ ὄχι. Διότι ἐπιβεβλημένον εἶναι οἱ τοιοῦτοι νὰ παραπέμπωνται εἰς τὰ Δικαστήρια, διὰ νὰ δώσωσι λόγον τῶν πράξεών των. Ἐὰν αἱ πράξεις εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συνεπάγονται ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν διὰ τὸν ἡμεδαπόν, τότε εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπελαθῇ αὐτός. Προσθέτω ἀκόμη καὶ τοῦτο, ἐὰν εἶναι προσήκουσα, ἐὰν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ τιμωρία, ὅτι δηλαδὴ τῷ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ πάρῃ τὸν ἀέρα του μέχρις Ἀλεξανδρείας, εἰς αὐτὸ ἀπαντῶ ὄχι. Βεβαίως δὲν ἰσχυρίζομαι, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπελάσεως δύναται νὰ γίνεται μόνον εἰς τοιαύτας περιστάσεις, κατὰ τῶν ἀλλοδαπῶν, διότι ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας κατὰ τὸ Διεθνὲς δίκαιον τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς ἀπελάσεις ἀλλοδαπῶν, ὅταν ἐκ τῆς παραμονῆς αὐτῶν κινδυνεύωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπελάσῃ ἕνα ἀλλοδαπόν, τοῦ ὁποίου ἡ προτέρα διαγωγὴ νὰ μὴ ἦτο εὐχάριστος εἰς αὐτό. Τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἀλλοδαπόν, ὅτι «δὲν θὰ σοὶ παράσχω ἐπὶ πλέον φιλοξενίαν, διότι ἡ προτέρα σου διαγωγὴ μὲ πείθει ὅτι δὲν δύνασαι νὰ χρησιμεύσῃς ἐδῶ». Ὑπῆρξαν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἀλλοδαπὸς ἀπηλάθη, καίτοι οὐδὲν ἀδίκημα ἔκαμεν, ἀλλὰ διότι ὑπῆρχεν ὑπόνοια εἰς τὴν Ἀρχήν, ὅτι κατεσκόπευε τὴν χώραν. Δύναται τὸ Κράτος εἰς τοιαύτας περιστάσεις νὰ ἀπελαύνῃ τὸν ἀλλοδαπὸν χωρὶς νὰ προηγηθῇ δίκη, διότι δὲν συμφέρει εἰς τὸ Κράτος νὰ δικασθῇ αὐτὸς κεκλεισμένων τῶν θυρῶν. Εἰς πᾶσαν λοιπὸν οἱανδήποτε περίπτωσιν τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους τὸ νὰ ἀπελαύνῃ τὸν ἀλλοδαπὸν δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι, ὅτι ὡς ἐκ τῆς προόδου τῆς ἀδελφοποιήσεως τῶν λαῶν, ὡς ἐκ τῆς προόδου τοῦ διεθνοῦς δικαίου ἡ φιλοξενία ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀπελαύνηται ὁ ἀλλοδαπός. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν παρέχει διὰ τὴν Πολιτείαν ἡμῶν ἡ κρίσις τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς διὰ τὸ μέτρον τῆς ἀπελάσεως. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται ὅ,τι γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ. Ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ εἶναι ἡ ἁρμοδία εἰς τὸ νὰ συλλέξῃ πληροφορίας, ὅπως εἰσηγηθῇ τὴν ἀπέλασιν, ἀλλὰ τὴν κρίσιν περὶ ἀπελάσεως πρέπει νὰ τὴν ἔχῃ ἀνωτέρα τις Ἀρχή, καὶ τοιαύτη κατ’ ἐμὲ εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι ὄχι μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ προλαμβάνωνται πολλάκις ἀπελάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ πρὸς τὰς νεωτέρας ἰδέας, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ, ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἡ κοινὴ γνώμη, θὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὸν ὑπεύθυνον, παρὰ τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ εὐθύνας διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ μέτρου τούτου, διὰ τοῦ ὁποίου εἷς ἄνθρωπος ἀποδιώκεται ἀπὸ μίαν χώραν. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ περὶ τούτου θὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως ἡ ἀπέλασις γίνηται κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκδιδομένης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς. Δὲν θὰ ἤθελον νὰ κατέλθω τοῦ βήματος πρὶν ἢ γενικώτατα εἴπω, ὅτι ἐν γένει τῶν ἀποκεντρωτικῶν νόμων ἡ ἰσχὺς δὲν ὑπάρχει φόβος νὰ κινδυνεύσῃ ὑπαρχούσης τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀρχήν. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀτέλειαι καὶ πλημμέλειαι, τὰς ὁποίας ὑπηνίχθη ἀξιότιμος συνάδελφος πρὸ ἡμερῶν, τούτων θὰ ζητηθῇ ἡ θεραπεία, πάντοτε ὅμως ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἀποκεντρώσεως, τῆς ὁποίας τὰ κακά, ἐὰν μὲν εἶναι τόσον μεγάλα, ὅσον τινὲς τὰ παρέστησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ σπεύσωμεν ὅπως τὰ μετριάσωμεν, ὅπως τὰ ἄρωμεν, ὄχι διότι ἔχει καὶ τὸ σύστημα τοῦτο τὰ κακά του ἐν τῇ πρώτῃ μάλιστα ἐφαρμογῇ του ἐμπειρικῶς καὶ νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ παλαιά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τόσον μακρά, ὥστε νὰ λησμονήσωμεν, διὰ νὰ μὴ ἐπιτρέπηται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς αὐτὰ μετὰ πόθου (χειροκροτήματα).
§191Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ Διεύθυνσις Ἀθηνῶν ἔσφαλε τυπικῶς καὶ οὐσιαστικῶς διὰ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν. Καὶ τυπικῶς μέν, διότι τὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἦσαν ἱκανά, ὥστε νὰ τῇ παράσχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀπελάσῃ τὸν ἑλληνικῆς καταγωγῆς, ἀλλὰ ἀλλοδαπὸν νέον, οὐσιαστικῶς δέ, διότι προκειμένου περὶ τοσούτῳ σοβαροῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ἱερωτέρου δικαιώματος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ ἔπρεπε καὶ εἶχε τὸν καιρόν, καθόσον ἐπὶ πέντε ἡμέρας κατεκράτει παρανόμως τὸν πολίτην ἐκεῖνον καὶ ὤφειλε νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ τυπικῶς νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν αὐτοῦ.
§192Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν.
§193Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Δὲν εἶπον ὅτι εἶχεν ἀνάγκην· εἶπον ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν οὐσιαστικήν, καθόσον, ὡς εἶπον, προέκειτο περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας προστατευομένης ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἡμῶν καὶ ἀπὸ τὸν πολιτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, ὃν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐκ τῶν προγόνων παρελάβομεν, καὶ διότι κατεκράτει τὸν πολίτην ἐπὶ πέντε ἡμέρας καὶ διότι εἶχεν ἀπὸ τὴν ὀγδόην Μαρτίου 1911 ἡ Ἀστυνομία λάβει γνῶσιν τῶν κατὰ τοῦ ἀπελαθέντος νέου κατηγοριῶν καὶ ἔδει νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις καὶ τούτου ἕνεκα δέον νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι νόμιμον κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐνταῦθα Ἀστυνομίας. Διότι, ἐὰν δὲν ἐγένοντο ταῦτα, ὡς ἐγένοντο, δὲν θὰ εὑρισκώμεθα, πιστεύω, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συζητῶμεν. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἕπεται ἐκ τοῦ ὅτι ἔκαμεν ἓν σφάλμα ἡ Διεύθυνσις τῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν....
§194Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Δὲν ἔκαμε σφάλμα.
§195Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ἔκαμε σφάλμα. Δὲν ἕπεται λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἐρχώμεθα τόσον γρήγορα καὶ ν’ ἀπαγγέλλωμεν μύδρους κατηγοριῶν κατὰ τῆς ἐνταῦθα ἀποκεντρώσεως, διότι ὄντως ἀποδεικνυόμεθα ἀψίκοροι τόσον, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐφαρμόζεται ὁ μῦθος: «ἀκόμη δὲν τὸν εἴδομεν Γιάννη τὸν ἐβγάλαμεν».
§196Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ ἴδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡμολόγησεν ὅτι οὔτε κἂν ἠρωτήθη ἀπὸ τὴν Ἀστυνομίαν. Ἔχομεν Κράτος ἐν Κράτει.
§197Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ. Δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, κύριοι Βουλευταί, ὅτι πρέπει νὰ σκεπτώμεθα περὶ νομοθετημάτων τοιούτων, τὰ ὁποῖα τείνουσιν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ συγκρίνωμεν τὴν κατάστασιν ἡ ὁποία ὑπῆρξε πρότερον μὲ τὴν νῦν, θὰ εὕρωμεν βεβαίως, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ὅτε μάλιστα θέλομεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ λέγωμεν ὅτι εἴμεθα νέοι ἄνδρες μὲ πολιτικὰς ἰδέας νέας, ὅτε θέλομεν νὰ ἀποδοκιμάζωμεν τὸ παρελθόν, νὰ ἐπιχειρῶμεν δι’ ἄλλης ὁδοῦ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ παρελθόν, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους κατ’ ἐπανάληψιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ κατηγορήσαμεν, ἀντελήφθησαν ὡς κακήν, καὶ ἤρχισαν νὰ εἰσάγωσι καὶ ἐφαρμόζωσι τὸ σύστημα τὸ ἀποκεντρωτικόν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ψήφισω ἀποκεντρωτικὸν νόμον ἀναφερόμενον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, παντάπασι δὲν μετανοῶ, διότι ἔπραξα τοῦτο, καθόσον συγκρίνων τὴν κατάστασιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως πρὸ τοῦ νόμου τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ τὴν εὑρίσκω ἤδη παρὰ πολὺ βελτιωμένην καὶ εὐχάριστον, εὑρίσκω, ὅτι ἐπῆλθε πρόοδος παρὰ πολὺ μεγάλη. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μετὰ πολλῆς δυσκολίας καὶ βασάνου θὰ δεχθῶ μέτρον ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ταύτης τεῖνον εἰς τὸ νὰ ἐπαναφέρωμεν ἔστω καὶ πόρρωθεν τὴν κατάστασιν τὴν προηγουμένην καὶ νὰ συγκεντρώσωμεν δικαιώματα εἰς πρόσωπα Ὑπουργῶν. Εἴχομεν, Κύριοι, τοὺς Ὑπουργοὺς ὑπευθύνους, ἀλλ’ ὅλοι μας παραπονούμεθα, ὅτι οὐδέποτε ἔδωκαν λόγον τῶν πράξεών των. Αὐτὸ μάλιστα εἶναι τὸ μέγιστον παράπονον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τώρα πάλιν θέλομεν νὰ ἐπαναφέρωμεν ὅλον τὸ βάρος, ὅλην τὴν συγκέντρωσιν εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ἐνῷ εἶναι εὐκολώτερον νὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην τὰ διάφορα ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας, ἔναντι τῶν ὁποίων δύνανται οἱ πολῖται νὰ ζητῶσιν εὐθύνας διὰ τῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν.
§198Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι βεβαίως δὲν θὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κηρυχθῶσι κατὰ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ εἶπον συγχρόνως, ὅτι δυστυχῶς τὸ ὑλικὸν δὲν εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν ἀπόλυτον περὶ τῆς δικαίας ἀπονομῆς τῶν νομίμων παροχῶν πρὸς τοὺς διαφόρους ὑποβαλόντας αἰτήσεις. Εἶπον δὲ συγχρόνως καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι δυστυχῶς κυβερνώμεθα ἀπὸ τὰ παρασκήνια, οἱ δὲ ἀποτελοῦντες —καὶ μὴ ἀπορεῖτε—, οἱ δὲ ἀποτελοῦντες τὰ διάφορα ἀποκεντρωτικὰ συμβούλια εἶναι ἀντεπιστέλλοντα μέλη τῶν διαφόρων κομμάτων. Τοῦτο οὐδεὶς θὰ τὸ ἀρνηθῇ. Καὶ νομίζετε ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συνάψει δεσμοὺς καὶ ὑποχρεώσεις πρὸς τὰ παλαιὰ κόμματα, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ὅταν συνέρχωνται, διὰ νὰ λάβωσιν ἀποφάσεις περὶ διορισμοῦ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, λησμονοῦσι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἀναλάβει, τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἀναλάβει ἀπέναντι τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἐδημιούργησαν; Φρονεῖτε σεῖς, ὅτι ἀφ’ ἑσπέρας κατὰ τὰς σημειώσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνουσιν ἐκ τῶν κομματαρχῶν τοῦ παρελθόντος, δὲν μεταβαίνουσι νὰ λογοδοτήσωσι τί ἔπραξαν εἰς τὰς διαφόρους ἀποφάσεις των; Μέλος τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ εἶπε τὸ ἑξῆς: Συνῆλθε τὸ Συμβούλιον πρὸ ἡμερῶν, ἵνα λάβῃ ἀποφάσεις διὰ τὸ ζήτημα τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Καὶ ὅτε ἤρχισεν ἡ συζήτησις περὶ τῶν διαφόρων προσώπων τῶν ἐχόντων τὰ νόμιμα προσόντα νὰ διορισθῶσιν, οἱ διάφοροι ἐξήγαγον τὰ πορτμοναί των, ἵνα ἴδωσι τὰς σημειώσεις των. Καὶ ὅτε διεμαρτυρήθη καὶ τοῖς εἶπε· δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή, οἱ Κύριοι οὗτοι ἠρκέσθησαν εἰς ἓν μειδίαμα εἰρωνικὸν καὶ οὐδὲν πλέον.
§199Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πότε ἔγινεν αὐτό;
§200Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Συνῆλθον τὰ μέλη τοῦ οἰκονομικοῦ συμβουλίου νὰ λάβωσιν ἀποφάσεις ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν ὑπαλλήλων καὶ ὅτε ὁ εἰσηγητὴς ἔκαμε τὰς διαφόρους εἰσηγήσεις περὶ τῶν ἐχόντων προσόντα ἠθικὰ καὶ νόμῳ τοιαῦτα, ἵνα τύχωσι τῆς υἱοθεσίας ἐκ μέρους τοῦ συμβουλίου, ἀμέσως τὰ μέλη ἐκεῖνα πρὸς αἶσχος τῆς ὑπηρεσίας ἐξήγαγον τὰ πορτμοναί των καὶ παρετήρησαν τὰς σημειώσεις των, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ συνεπλήρουν τὰς οἰκονομικὰς θέσεις.
§201Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Πότε ἐγένοντο; Ὡρισμένα πράγματα.
§202ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅσοι ἐκάμαμεν ὑπαινιγμὸν περὶ ἀποκεντρώσεως, ὡμιλήσαμεν περὶ τῆς ἀποκεντρώσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἐξάρθρωσιν τοῦ Κράτους, οὐχὶ περὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἁρμονίαν καὶ ἰσορροπίαν εἰς τὰς λειτουργίας τοῦ Κράτους. Περὶ τῆς ἐξαρθρώσεως τοῦ Κράτους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ τιμωρήσῃ πειθαρχικῶς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶναι δημόσιοι λειτουργοὶ ὑφιστάμενοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Περὶ τῆς τοιαύτης ἀποκεντρώσεως, περὶ τῆς ἐξαρθρώσεως, ὁμιλοῦμεν.
§203Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Συνεπῶς ὅτε ὁμιλοῦμεν περὶ ἀποκεντρώσεως, βεβαίως δὲν ἐννοοῦμεν τὰ διάφορα ἀποκεντρωτικὰ συστήματα· ἐννοοῦμεν ἀκριβῶς τὸ ὑλικόν, ἐννοοῦμεν τοὺς διέποντας αὐτὸ ἀποκεντρωτικοὺς τοὺς συνερχομένους νὰ λάβωσιν ἀποφάσεις ἐπὶ διαφόρων ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται.
§204Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐναντίον τίνος θὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὰς ἀστυνομικὰς ὑπερβασίας; Εἰς τὴν Κέρκυραν ἐγένοντο καταγγελίαι δι’ ἀστυνομικὰς ἐνεργείας, ἐνηργήθη ἀνάκρισις καὶ δὲν κατέληξε τὸ πρᾶγμα εἰς τίποτε.
§205Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ διαμαρτύρησθε εἰς τὸν δεσπότην.
§206Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Νὰ καταφεύγητε εἰς τὴν χεῖρα, εἰς τὴν βίαν.
§207Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Βεβαιῶ λοιπὸν τὸν κ. Δεμερτζῆν ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κατὰ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, διότι φρονοῦμεν ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἔρεισμα πάσης ἠθικῆς Πολιτείας.
§208ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ δημιουργοῦν κλίκας.
§209Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀλλ’ ἂν ὁμιλῶ ὑπὲρ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος, ἐφ’ ὅσον αὐτὸ παραλαμβάνει τοιαῦτα στοιχεῖα ἐν τῇ κινήσει αὐτοῦ, εἷς καὶ μόνον λόγος δύναται νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅτι πρέπει πάντες νὰ ἀγνοῶμεν ὅτι γενικῶς ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ἔχουσι δημιουργηθῆ σχέσεις καὶ δεσμοί, ὥστε, εἴτε Βουλευταὶ εἴτε κοινωνικὰ μέλη εὑρίσκονται ἐν τῇ πόλει ταύτῃ, ἐπιδρῶσι σοβαρῶς ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τῶν μελῶν τῶν διαφόρων συμβουλίων. Ὅταν δὲ Βουλευτὴς ἐξ ἐπαρχίας μεταβαίνῃ νὰ κάμῃ ἁπλῶς ἠθικὴν σύστασιν, οἱ Κύριοι οὗτοι ὄχι μόνον δὲν τείνουσιν οὖς εὐήκοον, ἀλλὰ παρατηροῦσι μετὰ περιφρονήσεως. Πρέπει πρὸ παντὸς νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ἔχει δημιουργηθῆ κοινωνικὴ ὀλιγαρχία, ἐξ ἧς τὸ πᾶν ἀπορρέει, ἥτις εἰς πᾶν ἐπιβάλλεται. Ὅτε πρὸ στιγμῶν κατῆλθε τοῦ βήματος ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, εἶδον συμπολίτην μου συνάδελφον χειροκροτοῦντα τοῦτον. Βεβαίως ὁμολογῶ ὅτι τοῦτο οὐδεμίαν αἴσθησιν μοὶ ἔκαμεν, ἐπὶ πλέον δὲ μοὶ ἔκαμε τὴν αἴσθησιν ὅτι οἱ Κύριοι οὗτοι δὲν ἐνόησαν ὅτι τὸ βῆμα τοῦτο εἶναι παλαίστρα ἰδεῶν, παλαίστρα φρονημάτων καὶ κοινωνικῶν συμφερόντων καὶ ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἐκλέγει ἄλλο τι ἢ παλαιστὰς δυναμένους νὰ ἀγωνισθῶσι τὸν ἀγῶνα τὸν εὐγενῆ τῶν ἰδεῶν, τῶν φρονημάτων, τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Ὁ λαὸς δὲν ἐκλέγει ἀνθρώπους χειροκροτοῦντας καὶ μόνον χειροκροτοῦντας τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον γνώμην πρὸς τοὺς συμπολίτας των.
§210Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐπὶ τοῦ παρεμπεσόντος ζητήματος νὰ παράσχω ἐξηγήσεις τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ γεγονότων, τῶν ὁποίων ἔλαβον ἀμέσως γνῶσιν, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ἠδίκησεν ἀνωτέρους ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους οὐχὶ ἐξ ἀσφαλῶν πληροφοριῶν. Ἴσως δικαιοῦμαι προλογιζόμενος νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶμαι ὁ ὀλιγώτερον θαμίζων εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ἴσως πολὺ ὀλιγώτερον νῦν ἢ πρότερον, ὅτε ἤμην ἁπλοῦς δικηγόρος. Ἔσχον ἀφορμὴν ἐν τούτοις νὰ βεβαιωθῶ περὶ τοῦδε. Ἐνδιεφερόμην ζωηρότατα περὶ ὑπαλλήλου τελωνειακοῦ ἀπὸ πολλοῦ ἀπολυθέντος τῆς ὑπηρεσίας, περὶ τῆς ἠθικότητος καὶ χρηστότητος τοῦ ὁποίου ἠδυνάμην προσωπικῶς νὰ παράσχω πᾶσαν ἐγγύησιν. Προκειμένου νὰ συγκληθῇ τὸ πρῶτον τὸ οἰκονομικὸν συμβούλιον δὲν ἐνόμισα ὅτι ἐπετρέπετο νὰ προσφύγω εἴς τινα ἀμέσως ἢ ἐμμέσως καὶ συστήσω πρὸς αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, διότι ἐνόμιζον ὅτι ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νέων ἀρχῶν καὶ τῆς ἀνορθώσεως θὰ ἀπετέλουν παραφωνίαν καὶ παράβασιν καθήκοντος. Ὅτε ἐξεδόθησαν τὰ ἀποτελέσματα, ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἐλήφθη ὑπὸ σημείωσιν, παρεπονέθη δὲ πρὸς τὸν γενικὸν γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§211Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ἐννοῶ αὐτόν. Ὁ γενικὸς γραμματεὺς ἀποτελεῖ τιμήν.
§212Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Παρεπονέθη ὅτι δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὁ ὑπάλληλος καὶ τῷ ἐδήλωσα ὅτι ἀπέφυγον πρὸ τῆς ἀποφάσεώς των νὰ τὸν συστήσω, διότι ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον τοῦτο εἰς ἐμέ, ἁπλῶς διότι ἤμην Βουλευτής. Ἐὰν δὲν ἤθελον εἶσθαι Βουλευτής, θὰ προσέφευγον εἰς αὐτόν. Μοὶ ἐξέφρασε τότε τὰ παράπονά του καὶ ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων του ὅτι δὲν ἔχουσι τὰ μέσα νὰ πληροφορῶνται περὶ τῆς ἐπαρκείας καὶ τῆς ἠθικῆς ἑκάστου τῶν ὑποψηφίων καὶ εὑρέθησαν ὑποχρεωμένοι νὰ περιέρχωνται τὰ καφενεῖα καὶ τὰς ἀγυιάς, ἵνα λαμβάνωσι πληροφορίας, χωρὶς νὰ εἶναι βέβαιοι περὶ τῆς σοβαρότητος τῶν πληροφοριῶν. Ἐντεῦθεν, ἐὰν συνέβησαν ἀδικήματα, τοῦτο ὀφείλεται ἴσως εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ νόμου, ὅστις δὲν προενόησε περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἀντλῶσι πληροφορίας.
§213Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Καταδικαστικὰς ἀποφάσεις δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν;
§214Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Συνεπῶς ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ σφαλμάτων ὀφειλομένων εἰς τὸν θεσμόν, δὲν νομίζω δίκαιον καὶ προσῆκον νὰ καταφερώμεθα κατὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνώτατοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους καὶ περὶ ὧν μία ἐκράτησε γνώμη, ὅτι εἶναι ἐντιμότατοι.
§215Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐὰν δὲν ἐγίνετο συζήτησις περὶ τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος. Ὅλοι εἴμεθα ὑπὲρ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἡ ἀποκέντρωσις προϋποθέτει χρηστοτάτους ὑπαλλήλους, καὶ τοιούτων στερούμεθα. Καὶ ἀναφέρομαι μονομερῶς εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἀστυνομίας. Ἠκούσατε ὑπερβασίας καὶ ἀτασθαλίας γενομένας ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ θὰ φρίξητε, ὅταν ἀκούσητε τὰς γινομένας εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε ἐν μείζονι, ἐν μεγίστῃ κλίμακι ὑπερβασίας. Τί εἶναι ἀπέναντι αὐτῶν αἱ ὑπερβασίαι τῆς πρωτευούσης; Σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ. Ἐν ταῖς ἐπαρχίαις θὰ ἴδητε λῃστείας καὶ ἐκβιάσεις τῶν κατωτέρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Θὰ ἴδητε ὅτι ὀφειλέτης πέντε δραχμῶν πληρώνει εἰκοσιπέντε ἀντ’ αὐτῶν. Διότι ὁ χωροφύλαξ θὰ εἰσδύσῃ εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ θὰ λαφυραγωγήσῃ ταύτην. Καὶ οἱ ἀδικούμενοι μήπως δύνανται νὰ εὕρωσι δίκαιον; Εἰς ποίαν ἀρχὴν νὰ ἀναφερθῶσιν; Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον; Δὲν θὰ δικαιωθῶσι τὰ παράπονα αὐτῶν, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν οὐδεμίαν δικαιοδοσίαν ἔχει ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς Ἀστυνομίας κατὰ τὸν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βίας ψηφισθέντα νόμον. Εἰς τὸ ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς; Τοῦτο θὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, τὰς ὁποίας θὰ διεξαγάγῃ ἀξιωματικὸς τῆς Χωροφυλακῆς, ὅστις βεβαίως θὰ εἶναι ὑπὲρ τῶν χωροφυλάκων καὶ θὰ γράψῃ εἰς τὰς καταθέσεις ἀντίθετα τῶν ὅσα οἱ μάρτυρες θὰ καταθέσωσι. Καὶ δι’ ἐκθέσεώς του ἀντὶ κατηγορίας θὰ πλέξῃ τὸ ἐγκώμιον τοῦ ὑπὸ κατηγορίαν ὑπαξιωματικοῦ. Θὰ ηὐχόμην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἀνορθώσεως νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τὴν οἰκτρὰν τῶν ἀτασθαλιῶν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, πρὸς τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχει δικαιοδοσίαν ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργός.
§216Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τίνος θέματος ὁμιλεῖτε;
§217Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐπὶ τῶν ἀτασθαλιῶν.
§218Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν γίνεται συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ· παρέργως ἐλέχθησάν τινα.
§219Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ ὥρας γίνεται τοιαύτη συζήτησις καὶ οἱ ἁρμόδιοι τὸ ἐπιτρέπουσιν.
§220Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄν εἶπον δύο λέξεις ἐπ’ αὐτοῦ, τὸ ἔκαμον διὰ νὰ καθησυχάσω, ὄχι νὰ ἐξεγείρω θύελλαν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦ ἀπελαθέντος καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ἡ ὁποία ἔχει ὁρισθῆ διὰ σήμερον. Κάμετέ μοι τὴν χάριν νὰ περατώσητε τὴν ἀγόρευσίν σας.
§221Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Τελευταῖος ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν ἀτασθαλιῶν τῶν κατωτέρων ὀργάνων· ἂν εἶμαι ἐκτὸς τοῦ θέματος, τότε ὅλοι οἱ προλαλήσαντες ἐπ’ αὐτοῦ ἦσαν ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ποιοῦμαι δὲ τὴν σύστασιν, ὅπως ὑπαχθῇ ἡ Ἀστυνομία ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ μόνου ὑπευθύνου καὶ τοῦ μόνου πρὸς ὃν δύναται ὁ πολίτης ἀδικούμενος ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων νὰ ἀποταθῇ ἵνα εὕρῃ τὸ δίκαιόν του.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀλεξάκης, ἵνα ἐπερωτήσῃ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας διατί δὲν προέβη εἰσέτι εἰς διορισμὸν διευθυντοῦ τῆς δασολογικῆς σχολῆς Βυτίνης.
§223Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι εὐχάριστον, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπανέρχωμαι ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύθην διὰ μακρῶν πρὸ μηνός· μοὶ εἶναι δυσάρεστον πολύ, ἀλλὰ δὲν εὐθύνομαι ἐγώ, εὐθύνεται ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος λάμπει ἤδη διὰ τῆς ἀπουσίας του. (Ἱλαρότης). Κατήγγειλα πρὸ μηνὸς εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας κατὰ παραβίασιν τῶν νόμων κρατεῖ τὴν σχολὴν τὴν δασικὴν τῆς Βυτίνης, τὴν μόνην σχολὴν τοιούτου εἴδους ἐν τῷ Κράτει, ἄνευ διευθυντοῦ, ἄνευ διδασκάλου. Κατήγγειλα πρὸς αὐτὴν ὅτι ὑπὲρ τοὺς 50 μαθητάς, οἵτινες παρεσκευάζοντο ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἵνα χρησιμοποιηθῶσι μετὰ δύο μῆνας, μένουσιν ἀμόρφωτοι, ἄνευ διδασκαλίας. Καὶ τότε, ἐνθυμοῦμαι, μοὶ προεβλήθη ἡ δικαιολογία, ὅτι δὲν ὑπάρχει δασολόγος πρὸς τοιοῦτον σκοπόν· ἀντεπεξῆλθον καὶ εἶπον, ὅτι ἐναντίον ῥητῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Γεωργίας κρατοῦσιν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἦτο προωρισμένος διὰ τὴν διεύθυνσιν τῆς σχολῆς Βυτίνης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ μοὶ ἀνταπήντησαν τότε ὅτι ἠρωτήθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἂν παρανόμως μένει εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει, καὶ ὅτι οὐδέποτε ἐγένετο διορισμὸς αὐτοῦ ὡς μέλους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου. Καὶ προσεδόκων ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τηρῶν σιωπὴν νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον, τοῦτο μὲν ἵνα ἀποστείλωσι διευθυντὴν εἰς τὴν σχολήν, ἵνα διδάξῃ τοὺς μαθητάς, οἱ ὁποῖοι μετὰ δύο μῆνας δικαιωματικῶς παραλαμβάνονται ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀμόρφωτοι πλέον καὶ ἀδίδακτοι διὰ νὰ χρησιμεύσωσι, τοῦτο δὲ ἵνα παύσῃ ἡ παρανομία, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς εὔνοιαν προσώπου τινὸς καὶ χάριν εὐνοίας πρὸς αὐτό, ἵνα μὴ ἀπομακρύνηται τῶν Ἀθηνῶν. Δυστυχῶς παρῆλθε μήν, καὶ τὰ πράγματα μένουσιν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔδωκε πληροφορίας, ὡς εἶχε καθῆκον, πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ τί ἀπήντησε τὸ συμβούλιον ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος, ἂν νομίμως κατέχει τὴν θέσιν ὁ δασολόγος Σπηλιόπουλος, τὴν ὁποίαν κατέχει. Καὶ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, διότι εἶναι τόσον ῥητὸς καὶ τόσον σαφὴς ὁ νόμος, ὥστε εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ νὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τοῦ παρανόμου τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν καταλαμβάνει ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλος. Ἀλλ’ ἦτο ἀληθὲς ἆρά γε, ὅτι εἶχεν ἐρωτήσει μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης τὸ Νομικὸν Συμβούλιον; Δὲν κατέθηκε τὰ ζητηθέντα ὑπ’ ἐμοῦ ἔγγραφα ὁ κ. Ὑπουργός, ἵνα ἀποδείξω ἐγγράφως ὅτι δὲν εἶχεν ἐρωτήσει καὶ ὅτι ἀναληθῶς εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχεν ἐρωτήσει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, παρέσυρε δὲ καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπέμεινεν εἰς τοῦτο ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως, διότι δὲν φαντάζομαί ποτε, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο ἐν γνώσει, ὅτι δὲν εἶχεν ἐρωτηθῆ μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης τὸ Νομικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ ἐβεβαίου τὴν Βουλήν, ὅτι ἠρωτήθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Ἀλλ’ ἡ σχολὴ ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ ἄνευ διδασκάλου, καὶ δὲν εἶναι μόνον τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον διαπράττεται, ὅτι οἱ σπουδάζοντες ἐκεῖ θὰ μείνωσιν ἀστοιχείωτοι καὶ θὰ παραλάβῃ οὐχὶ πλέον μεμορφωμένους ἡ Πολιτεία, ἀλλ’ ἐντελῶς ἀμορφώτους, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς μὴ ἐπιβλέψεως ἐκτρέπονται εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον καθ’ ἑκάστην καὶ ἐγείρονται παράπονα ἐκ τῶν διαφόρων πολιτῶν καὶ τῶν διαφόρων οἰκογενειαρχῶν ὅτι οἱ μαθηταί, 50 νέοι εἰκοσαετεῖς, εἶναι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιβλέψεως καὶ οὐδεμιᾶς πειθαρχίας, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐργασίας· καὶ συνεπῶς ποία εἶναι τὰ ἀποτελέσματα; Νὰ ἐνοχλῶσι ἀκόμη τὰς οἰκογενείας. Ἀλλ’ ἐρρήθη καὶ πάλιν, ὅτε συνεζητεῖτο ἡ ὑπόθεσις, ὅτι ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνάμει τοῦ νόμου προωρισμένος διὰ νὰ σταλῇ εἰς Βυτίναν, διὰ νὰ διευθύνῃ τὸ Δασαρχεῖον τὸ ἐκεῖ καὶ ὑπηρετήσῃ καὶ διδάξῃ εἰς τὴν σχολήν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς δὲν διωρίσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας ὡς μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου καὶ ἐβεβαίου ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ βεβαιῶν ταῦτα δὲν ἔλεγε τ’ ἀληθῆ πρὸς τὴν Βουλήν, παρέσυρε δὲ εἰς τοῦτο καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡμιλλᾶτο τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαιῶν καὶ αὐτὸς τὴν Βουλήν, οὐχὶ ἐμέ, ἀλλὰ τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν ὑπάρχει διορισμός, ὅτι οὐδέποτε διωρίσθη ὡς μέλος τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλος. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ταῦτα λέγων ἐν ἀγνοίᾳ του δὲν ἔλεγε τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἐρωτᾷ τις· εἶναι δυνατὸν Ὑπουργοὶ ἐκ τοῦ ὕψους τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχουσιν, ὅταν ζητῶνται πληροφορίαι ἀπὸ τὴν Βουλήν, νὰ μὴ δίδωσιν ἀληθεῖς τοιαύτας; Τὸ πρᾶγμα εἶναι πολλῆς σπουδαιότητος ἄξιον. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, Ὑπουργὸν τολμήσαντα νὰ ψευσθῇ πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ μετὰ τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ὅτι δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν δὲν ἠδυνήθη οὐδὲ πρὸς στιγμὴν νὰ κρατήσῃ τὸ ἑδώλιον, τὸ ὁποῖον ἐκράτει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ μήπως μετήλλαξαν τελείως οἱ ὅροι καὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον ἤδη ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς ἀνορθώσεως νὰ μὴ λέγωσι τ’ ἀληθῆ οἱ Ὑπουργοὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Καὶ διὰ νὰ μὴ μείνῃ ἀμφιβολία εἰς οὐδένα ὅτι οἱ κ. Ὑπουργοὶ δὲν ἔλεγον τ’ ἀληθῆ, ὅτε ἐβεβαίουν τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἔχει διορισθῆ ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, θὰ ἀποδείξω τοῦτο δι’ ἐγγράφων ἀναμφισβητήτων. Β. Διάταγμα τῆς 29 Ἰανουαρίου (ἀναγινώσκει) «Προτάσει τοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας Ὑπουργοῦ κλπ».
§224Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρὸ τῆς ἐπερωτήσεώς σας τὸ Διάταγμα.
§225Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν διωρίσθη ποτὲ ὁ περὶ οὗ πρόκειται Σπηλιόπουλος, καὶ ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν ἔλεγον τὴν ἀλήθειαν, ὅτε τοιαῦτα ἐβεβαίουν. Ἀλλ’ ἐψεύσθησαν μόνον πρὸς τὴν Βουλήν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἐψεύσθη καὶ πρὸς τὸ Στέμμα, ὅτε ὑπέβαλε τὸ Διάταγμα καὶ ἐζήτει τὸν διορισμὸν τοῦ Σπηλιοπούλου ὡς μέλους τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου· ἐβεβαίου τὸ Στέμμα ὅτι ὁ Σπηλιόπουλος ἔφερε τὸν βαθμὸν τοῦ τμηματάρχου. Καὶ ὁ Σπηλιόπουλος εἶναι δευτέρας τάξεως ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν, διὰ νὰ γίνῃ δὲ τμηματάρχης, πρέπει νὰ προαχθῇ εἰς πρώτης τάξεως ἐπιθεωρητὴν τῶν δασῶν καὶ νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ διετίαν ἐν τῷ βαθμῷ τούτῳ καὶ τότε θὰ ἔχῃ τὰ προσόντα.
§226Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ποῖον νὰ φέρωμεν ὡς τμηματάρχην;
§227Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει ὁ νόμος. Αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, δὲν εἶναι λογικόν, στερεῖται λογικῆς βάσεως· τὸν βαθμὸν τοῦ τμηματάρχου νὰ δώσῃ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι τμηματάρχης. Ἔχομεν νόμον καὶ ὀφείλομεν νὰ συμμορφώμεθα μὲ τὸν νόμον· ὅταν ἐξερχώμεθα τοῦ νόμου οὐδεὶς εἶναι συγγνωστός. Καὶ διατί νὰ μὴ λάβῃ ὑμᾶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καὶ σᾶς ὀνομάσῃ τμηματάρχην καὶ σᾶς ὀνομάσῃ οἱονδήποτε ἄλλο καὶ σᾶς ἀναθέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν; Καὶ διατί νὰ μὴ λάβῃ τὸν γραφέα τοῦ Ὑπουργείου του καὶ νὰ μὴ ὀνομάσῃ αὐτὸν τμηματάρχην καὶ νὰ μὴ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ νόμος; Δὲν ἐπερίμενον διακοπὴν τοιαύτην καὶ τοιαύτην παρατήρησιν ἀπὸ ἀγαπητὸν συνάδελφον, ὁ ὁποῖος κόπτεται ἢ φαίνεται ὅτι κόπτεται ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου. Τὰ γνήσια τέκνα τοῦ λαοῦ δὲν πρέπει νὰ ζητῶσι τὴν παράβασιν τοῦ νόμου χάριν προσωπικῶν συμφερόντων· εἶναι νόθα τέκνα τοῦ λαοῦ. (Ἱλαρότης). Καὶ πάντα ταῦτα, ὅλαι αὐταὶ αἱ παρανομίαι εἶναι ἀπόρροια πείσματος. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ἀλλὰ ἀφοῦ παρατηροῦμαι θὰ ὁμιλήσω. Εἷς καὶ μόνος ὑπάλληλος εἶχε τὰ προσόντα τοῦ νὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ τμηματάρχου τῶν δασῶν, ἀλλ’ ἐγεννήθη πεῖσμα εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ἀγνοῶ διατί, καὶ διὰ νὰ μὴ δώσῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὑπεχρεοῦτο νὰ δώσῃ, εἰς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, ὑπέπεσεν εἰς τὴν σειρὰν αὐτὴν τῶν ἀτοπημάτων. Καὶ ἡ παράβασις τῶν νόμων ἔχει τὰ ἀποτελέσματα τὰ λυπηρά, αὐτὰ τὰ ὁποῖα βλέπετε, καὶ ἰδίᾳ ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ μένῃ ἡ μοναδικὴ δασικὴ σχολὴ ἐν Ἑλλάδι καθ’ ὅλον τὸ σχολικὸν ἔτος ἄνευ διευθυντοῦ καὶ νὰ ἀδικῶνται οὐχὶ μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔτρεξαν ἀπὸ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος, ἵνα σπουδάσωσιν ἐν τῇ Σχολῇ αὐτῇ, ἀλλὰ νὰ ἀδικῆται αὐτὴ ἡ Πολιτεία, διότι ἡμιμαθεῖς καὶ ἀμαθεῖς θέλουσι προσέλθει αὔριον τὸν Ἰούνιον, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω πῶς θὰ δώσωσιν ἐξετάσεις καὶ τί θὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῶν ἡ Πολιτεία, ἀφοῦ τοὺς ἀφῆκεν ἄνευ διδασκάλων ἐφ’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος τὸ σχολικόν. Ἐφρόνουν Κύριοι, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο πρὸ μηνός, ὁ κύριος Ὑπουργὸς ὁ ἁρμόδιος ἤθελε σπεύσει νὰ διορθώσῃ τὸ ἀτόπημα· τοσούτῳ μᾶλλον ἐπίστευον ὅτι ἤθελε σπεύσει νὰ διορθώσῃ τὸ ἀτόπημα, καθ’ ὅσον εἶχον τὴν πληροφορίαν καὶ ἔχω τὴν βεβαιότητα ὅτι τὰ μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου, οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ὅτε ἐπληροφορήθησαν ἐντεῦθεν ὅτι συνεδριάζουσι μετ’ αὐτοῦ τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον στερεῖται τῶν προσόντων, ἀπέβαλον αὐτόν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργός, ἐὰν δὲν ἤθελεν ἢ ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὴν θέσιν εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος εἶχε δικαιώματα δι’ αὐτήν, ἐὰν δὲν εἶχεν ἄλλον, ὅπως οἱ διακόψαντές με ἔντιμοι συνάδελφοι ἐδήλουν, ἤθελε σπεύσει τότε ἐπὶ τέλους νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητῇ τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ νόμιμον. Ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ἓν ἔπραξεν οὐδὲ τὸ ἄλλο καὶ ἐνέμεινεν εἰς τὴν σκολιὰν αὐτὴν ὁδόν, εἰς τὴν παρανομίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας ὡς ἰδιώτης ἠδυνήθη νὰ τὰ βελτιώσῃ, ἐκ τῆς φήμης ἴσως αὐτῆς ὅτι ἔδειξε καὶ ἱκανότητα καὶ ἐπιτηδειότητα εἰς τὸ ν’ ἀποκτήσῃ πλοῦτον δι’ ἑαυτόν, ἴσως, λέγω, ἡ φήμη αὐτὴ ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔπεισε καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι πρέπει νὰ τῷ δοθῇ καὶ τὸ ἀνώτατον τῶν ἀξιωμάτων. Ἀλλὰ παρατηρῶ μετὰ λύπης ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας φρονεῖ καὶ ἤδη, ὅτε εἶναι Ὑπουργός, ὅτι δύναται νὰ διευθύνῃ τὰ τοῦ Ὑπουργείου οὐχὶ κατὰ τοὺς νόμους, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἐμπνεύσεις καὶ κατὰ τὰ ἴδια —ἀγνοῶ ἂν ἔχει— αὐτοῦ συμφέροντα. Τοῦτο δὲν τὸ ἐπιτρέπουσιν οἱ νόμοι, καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἴδιος, ἵνα ἀκούσῃ ἀπὸ τοῦ στόματός του ποίαν ἔχει γνώμην καὶ ἰδέαν περὶ τούτου. Ἐπληροφορήθην ὅμως ὅτι ὁσάκις ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του λαμβάνει τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐπὶ ὡρισμένης ὑποθέσεως κωλύεται ἡ ἐνέργειά του ἐκ τοῦ νόμου, δίδει τὴν ἀπάντησιν· τί θὰ εἴπῃ νόμος; Δὲν ἠμπορῶ νὰ πράξω ὅ,τι θέλω; Ὅταν δὲν δύναμαι νὰ πράττω ὅ,τι θέλω, δὲν ἐπέρχεται βελτίωσις εἰς τὸν τόπον. Τοιαύτην ἰδέαν ἔχει περὶ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων ὁ κ. Ὑπουργός.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§229Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ δὲν γνωρίζει τί συμβαίνει, σᾶς παρακαλῶ, εἰ δυνατόν, νὰ προηγηθῇ ἡ ὁμιλία μου· διότι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ μάθῃ τὸ ἱστορικὸν τοῦ ψηφισθέντος νόμου, διότι εἶναι σπουδαῖον διὰ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ γνῶσιν περὶ αὐτοῦ.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§231Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, ἐὰν δὲν ἤμην γνώστης τοῦ ἱστορικοῦ τοῦ πῶς ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος προνοεῖ διὰ τὰ προσόντα τοῦ διορισμοῦ τοῦ τμηματάρχου τοῦ δασικοῦ τμήματος, ὃν ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, βεβαίως θὰ συμπαρεσυρόμην ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Ἀλεξάκη. Εἴτε δυστυχῶς εἴτε εὐτυχῶς ἔφθασε μέχρι τῶν ἀκοῶν μου ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον κατωρθώθη κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἢ μᾶλλον κατὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν Πρακτικῶν νὰ τεθῇ παράγραφος ὁλόκληρος ἐν τῷ σχετικῷ νόμῳ περὶ τῶν προσόντων, διὰ τῆς ὁποίας ἐδημιουργεῖτο τμηματάρχης εἷς καὶ μόνος. Καὶ τοῦτο, διότι σκοπίμως ὁ νόμος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ εὐρυτέραν ἀκτῖνα καὶ νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὰ προσόντα τοὺς ἐπιστήμονας δασολόγους, ἀλλ’ ἠθέλησε μόνον ἐμπειρικὸν καὶ ἀγράμματον.
§232ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖον;
§233Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπέφυγε νὰ τὸν ὀνομάσῃ ὁ κ. Ἀλεξάκης, θὰ τὸν ὀνομάσω ἐγώ. Εἶναι ὁ κ. Γεώργιος Χαροκόπος.
§234ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται!
§235Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πολὺ ὡραῖα· σᾶς συγχαίρω.
§236Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δι’ αὐτὸν ἔγιναν ὅλα ὅσα ἔγιναν διὰ τὴν προσθήκην τῆς προτάσεως ἐν τῷ σχετικῷ νόμῳ, θὰ ἐπικαλεσθῶ δὲ καὶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου περὶ τοῦ τρόπου τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου, ἐπειδὴ παρίστατο κατὰ τὴν ἱστορικὴν ἐκείνην συνεδρίασιν.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὑπὸ Βουλευτῶν καὶ ἠγέρθη βοὴ καὶ κατέστη δυσδιάκριτον ἂν ἐψηφίσθη ἢ ὄχι. Τὴν ἑπομένην δ’ εὑρέθη εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά.
§238Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ κ. Χαροκόπου, περὶ προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ δασικῇ, προσώπου διὰ τὸ ὁποῖον ἔρχομαι νὰ πιστεύσω ὅτι ἡ παραμονὴ αὐτοῦ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀποδεικνύει τρανότατα ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις δὲν ἦτο δικαία καὶ ἀνεπηρέαστος. Ἐφ’ ὅσον παρέμεινεν αὐτὸς ὁ Κύριος ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως συνετελέσθη πλῆρες.
§239ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἄνθρωπος εἶναι αὐτός;
§240Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀνθρώπου πανελληνίου, δὲν πρόκειται περὶ ἀνθρώπου ἀγνώστου; Ἀπορῶ πῶς δὲν γνωρίζετε τὸν κ. Χαροκόπον!. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, δύναμαι νὰ προχωρήσω καὶ περαιτέρω, διότι βλέπω ὅτι ἀπορεῖτε περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος εἶναι πανελλήνιος! Κατωρθώθη νὰ ψηφισθῇ νόμος ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εἰδικῶς δι’ ἓν πρόσωπον, ἵνα ἀναλάβῃ οὗτος τὸ τμῆμα τὸ δασικόν. Ὅστις δὲν ἔχει γνῶσιν τί ἐστὶ δασικὴ ὑπηρεσία δὲν δύναται νὰ ὑπολογίσῃ τὸ μέγεθος τῆς θέσεως καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Πολιτείας, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συμπληρώσῃ τὴν θέσιν διὰ τοιούτου προσώπου. Θὰ ἐπροτίμων νὰ συστήσω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐξακολουθήσῃ παρανομοῦσα κατὰ τὸν κ. Ἀλεξάκην (χειροκροτήματα)· οὐδέποτε ὅμως θὰ ἐποίουν τὴν σύστασιν ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον ἡ θέσις τοῦ τμηματάρχου τοῦ δασικοῦ τμήματος, ὁ ὁποῖος ὑπεκλάπη, δύναται νὰ εἴπῃ τις, κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν καὶ ὑπὸ τὰς συνθήκας ἐκείνας. Δυστυχῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐξεκαθάρισε τὸν τμηματάρχην τοῦ δασικοῦ τμήματος, ἀφῆκεν ὅμως τὸν κύριον μοχλὸν τῆς δημιουργηθείσης δασικῆς καταστάσεως ἐν τῷ Κράτει, τὸν γραμματέα, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁ πρωτογενὴς μοχλὸς ὅλων τῶν κακουργημάτων ἐν τῷ δασικῷ τμήματι. Λέγω ὅτι, ἐὰν μάθῃ ἡ Βουλὴ διὰ ποίου τρόπου παρέμεινεν ἀνεκκαθάριστος ὁ Κύριος αὐτός, θὰ φρικιάσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἔχω πεποίθησιν ὅτι μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν θέλῃ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἐμφορεῖται ἀπὸ αἰσθήματα πραγματικῶς ἐθνικὰ καὶ ἀνορθωτικά, νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως, διότι δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀρκετὸν καρκίνωμα παρέμεινεν ἐντὸς τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως.
§241Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθέστατον.
§242Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ἐγένετο τίποτε.
§243Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐπεστράτευσε, λέγω, ὁ Κύριος αὐτός, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν μάχαιραν τῆς ἐκκαθαρίσεως, ὅλους τοὺς ὑλοτόμους τῆς Θεσσαλίας, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν εἰς ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωστόν, ἔλαβον μέρος εἰς τὰ Μακεδονικά, καὶ ἠξίωσαν οἱ Κύριοι αὐτοὶ λόγῳ τῶν ὑποχρεώσεών των πρὸς τοὺς ὑλοτόμους, λόγῳ τῶν παρεχομένων εἰς αὐτοὺς μέσων πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου των, καὶ πρὸς ἀνταπόδοσιν, τὴν διάσωσιν αὐτοῦ τοῦ Κυρίου ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας, ἀγνοοῦντες βεβαίως, τελείως ὅμως, τὸ ποιὸν τοῦ κυρίου Χαροκόπου. Πρὸ τοιαύτης λοιπὸν καταστάσεως, πρὸ τοιούτου ὑπαλλήλου ὑποδεικνυομένου ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ἐπεβάλλετο, Κύριοι, εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Γεωργίας νὰ συμπληρώσῃ τὴν θέσιν; Δὲν θὰ ἦτο πολιτικὸν ἔγκλημα αὐτό; Τίς θὰ εἶχε κατόπιν τὴν τόλμην νὰ ἀποβάλῃ αὐτὸν τὸν Κύριον τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης καὶ δὴ τῆς δασικῆς; Διότι δυστυχῶς ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ προτείνω μερικὰ ἐρωτήματα, τί ἐστὶ δασικὴ ὑπηρεσία, καὶ δι’ αὐτὸ κατεστράφησαν τὰ δάση ἐν Ἑλλάδι. Λοιπὸν ὁ Κύριος αὐτὸς καραδοκῶν περίστασιν κατάλληλον ἐνόμισεν ὅτι θὰ ἐνθρονισθῇ εἰς τὸ τμῆμα τὸ δασικόν, ἵνα ἐξακολουθήσῃ τὴν τακτικήν του. Βεβαίως αὐτὸ οὐδέποτε ἐπετρέπετο ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας νὰ συντελεσθῇ. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ τμῆμα ἀνετέθη εἰς γνωστὸν δασολόγον, τὸν κ. Σπηλιόπουλον—λέγω γνωστόν, ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως διὰ τὸν κ. Χαροκόπον, ὅτι καὶ αὐτὸς εἶναι γνωστός—, γνωστὸν διὰ τὴν μόρφωσίν του καὶ τὴν τιμιότητά του ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς διαμαρτυρομένους: Τί παρέβλαψε τὴν ὑπηρεσίαν, ἂν τυχὸν ὁ τμηματάρχης ἢ ὁ τμηματαρχεύων δασολόγος παρέμεινεν ὡς τμηματάρχης; Τί παρεβλάφθη ἡ ὑπηρεσία ἡ δασική;
§244Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καταστρέφεται ἡ σχολὴ Βυτίνης, λέγουν!
§245Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς σχολῆς Βυτίνης, ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀποστείλῃ τὸν δασολόγον αὐτόν, ἵνα κενωθῇ ἡ θέσις αὕτη οὕτω διὰ τὸν Χαροκόπον εἰς τὴν σχολὴν Βυτίνης. Δὲν ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου· νομίζω ὅτι ἐξηγοῦμαι καλῶς. Ὁ σκοπὸς τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ κ. Σπηλιοπούλου ἦτο ἡ συμπλήρωσις τῆς θέσεως διὰ τοῦ κ. Χαροκόπου. Αὐτὸ δὲν θέλει οὔτε συζήτησιν.
§246Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀναγνώσατε τὴν σχετικὴν διάταξιν.
§247Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἀνέγνωσα τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΗʹ. Λοιπὸν ἐκ τοῦ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ, διότι ἡ θέσις τοῦ διευθυντοῦ τῆς σχολῆς Βυτίνης εἶναι θέσις μὴ παρέχουσα προσόντα, οὐχὶ ἀνάλογα πρὸς τὰ προσόντα τῶν δασολόγων, ἀλλὰ καὶ μὴ παρέχουσα περαιτέρω τοιαῦτα. Εἶναι θέσις παθητική. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἐστείλαμεν ἔξω νὰ σπουδάσωσιν, ἀκριβῶς ἵνα ἐπιληφθῶσι τῆς δασολογικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἐρχομένους νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν ἐκεῖ παρὰ τὰ προσόντα αὐτῶν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ τμήματος εἰς ἐμπειρικοὺς καὶ ἀγραμμάτους;
§248Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρ’ ὀλίγον νὰ ζητήσωμεν νὰ ὑπάγῃ ὁ κ. Χαροκόπος διευθυντὴς τῆς σχολῆς Βυτίνης!
§249Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δὲν τὸν συμφέρει. Ἐγώ, ἂν μοῦ ἐζητεῖτο ἡ γνώμη, θὰ ἔλεγον ποῦ ἔπρεπε νὰ ὑπάγῃ. Πρὸ τοιαύτης λοιπὸν καταστάσεως εἶναι ἐπιτετραμμένον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος εἶναι πολύπειρος εἰς τὰ κοινοβουλευτικά, νὰ ὑποβάλῃ ἐπερώτησιν, ἵνα ἐλέγξῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας διατί δὲν συνεπλήρωσε τὴν θέσιν τοῦ τμηματάρχου νομίμως; Ἔχετε νὰ μᾶς παρατάξητε πρόσωπα ἔχοντα τὰ προσόντα καὶ τὰ ἠθικὰ ἐχέγγυα τοιαῦτα, ὥστε νὰ παρελείφθη ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου;
§250ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν κ. Χαροκόπον.
§251Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Πλὴν τοῦ κ. Χαροκόπου. Αὐτὸς ἐξαιρεῖται. Σᾶς ἐρωτῶ: παρεβλάφθη ἡ δασικὴ ὑπηρεσία ἐκ τῆς μὴ ἐκπληρώσεως τοῦ ἱστορικοῦ αὐτοῦ νόμου;
§252Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαιότατα.
§253Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κατὰ τί;
§254Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω καὶ διὰ τὸν φίλον σας.
§255Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριε Ἀλεξάκη, ὁ κ. Σπηλιόπουλος εἶναι συμπολίτης μου· δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, θέτω δὲ τὴν ὑπόστασίν του τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν ὑπηρεσιακὴν ὑπὸ τὴν κρίσιν ὅλης τῆς Βουλῆς. Καθὼς πάλιν ὁ κ. Χαροκόπος εἶναι συμπολίτης σας.
§256Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κάμνω τὴν ἑξῆς διάκρισιν. Ὁ κ. Χαροκόπος εἶναι συμπολίτης ἐκ Καρυταίνης, ἰδιαίτερος συμπολίτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, συγγενὴς αὐτοῦ, καὶ ἐχθρὸς ἐμὸς πολιτικός. Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν.
§257ΦΛΑΜΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τιμή μου. Λοιπὸν ἐπετρέπετο ἡ τοιαύτη συμπλήρωσις τῆς θέσεως; Ἐὰν θὰ συνεπληροῦτο αὕτη διὰ τοῦ κ. Χαροκόπου, βεβαίως ἐπεβάλλετο νὰ τεθῇ πρότασις μομφῆς κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας. Καὶ θὰ προετίμων νὰ καταργηθῇ καὶ αὐτὸ τὸ τμῆμα τὸ δασικὸν προκειμένου νὰ καταργηθῶσι σὺν τῷ χρόνῳ τὰ δάση τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς γνωστῆς μεθόδου τοῦ κ. Χαροκόπου.
§258Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον διωρίσθη ἐν τῇ θέσει τοῦ τμηματαρχεύοντος ὁ κ. Σπηλιόπουλος, δὲν ἠδύνατο νὰ διορισθῇ ὁ Χαροκόπος. Καὶ μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει οὗτος μετετίθετο ὡς διευθυντὴς τῆς Σχολῆς Βυτίνης, τότε δικαιωματικῶς θὰ κατελάμβανε τὴν θέσιν ὁ κ. Χαροκόπος.
§259Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἠδύνατο ἐκ τοῦ νόμου.
§260Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γνώμη σας.
§261Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος.
§262Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι παρανομία ἢ οὔ;
§263Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι παρανομία.
§264Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤλθομεν ἐδῶ, κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπεται νὰ παρέχωμεν δικαίωμα προστασίας εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξεμεταλλεύθησαν τὸ Κράτος αὐτό, νὰ ἐπιδιώκωσι βελτίωσιν τῆς θέσεώς των καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐγκληματικάς. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἐδῶ ὑπὸ τὰς συνθήκας, λέγω, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἤλθομεν, νὰ διδάξωμεν εἰς τοὺς φοβεροὺς ἐκμεταλλευτὰς τοῦ δημοσίου πλούτου, ὅτι ἀντιπαρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτύγχανον προστασίας κοινοβουλευτικῆς, καὶ μάλιστα χάριν αὐτῶν νὰ τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας.
§265ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπερώτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ ἡμερῶν, καὶ ἡ ὁποία περιεῖχεν ἔλεγχον τῆς ἐνεργείας τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Γεωργίας, ἐστηρίζετο εἰς τοῦτο, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ ἐν λόγῳ Ὑπουργὸς δὲν ἐφρόντισε περὶ διορισμοῦ διευθυντοῦ τῆς σχολῆς Βυτίνης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας μετέσχε καὶ ὁ ἐκπληρῶν καθήκοντα τμηματάρχου ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν κ. Σπηλιόπουλος. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος ἐδηλώθη τότε ὅτι, ἀφ’ ἧς ἠμφισβητήθη ἡ νόμιμος μετοχὴ τοῦ ἐν λόγῳ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δασῶν τοῦ ἐκπληροῦντος χρέη τμηματάρχου εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου, οὗτος δὲν μετέσχε πλέον αὐτοῦ. Ἅπαξ μόνον μετέσχε τοῦ συμβουλίου τούτου. Δύναμαι δὲ σήμερον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀποφαίνεται κατὰ μεγάλην πλειονοψηφίαν ὑπὲρ τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ὅτι δηλ. ὁ ἐκπληρῶν καθήκοντα τμηματάρχου, ἀλλὰ μὴ ὢν τμηματάρχης, δὲν δύναται νὰ εἶναι μέλος τοῦ συμβουλίου τούτου. Μειονοψηφεῖ ἓν τῶν μελῶν, ἐκ τῶν ἐγκριτωτάτων ἄλλως τε, ὁ κ. Ταμπακόπουλος, φρονῶν ὅτι, καθ’ ὅσον ἀναπληροῖ τὸν τμηματάρχην, δύναται νὰ μετέχῃ τοῦ συμβουλίου. Δίδω τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀποδέχεται τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, ἑπομένως ὁ ἐκπληρῶν καθήκοντα τμηματάρχου ἐπιθεωρητὴς κ. Σπηλιόπουλος δὲν θὰ μετάσχῃ τοῦ λοιποῦ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τοῦ ἐν λόγῳ Ὑπουργείου. Ἀλλὰ γίνεται ἡ ἐπερώτησις σήμερον καὶ πάλιν, διὰ δευτέραν φοράν, διατί δὲν συμπληροῦται ἡ θέσις τοῦ διευθυντοῦ τῆς δασικῆς σχολῆς Βυτίνης, καὶ ἀπαντῶ: δι’ ἔλλειψιν προσωπικοῦ, διότι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς δὲν ἔχει νὰ διορίσῃ πρόσωπον, ἔχον τὰ πρὸς τοῦτο προσόντα. Ἓν πρόσωπον ὑπάρχει, ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη ἡ θέσις αὕτη, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπεκρούσθη. Ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἔχομεν τέσσαρας ἐν ὅλῳ ὑπαλλήλους τοῦ δασικοῦ τμήματος, δύο ἐπιθεωρητὰς καὶ δύο δασοκόμους. Ἐκ τούτων ὁ εἷς ἐπιθεωρητὴς καὶ οἱ δύο δασοκόμοι ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντά των καθ’ ὅλην τὴν χώραν, τὰ πολλαπλᾶ καθήκοντα τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, ὁ δὲ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς φρονεῖ ὅτι οὐδένα ἐκ τῶν τριῶν τούτων δύναται νὰ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ τὸν διορίσῃ εἰς τὴν σχολὴν τῆς Βυτίνης. Εἶναι μάλιστα ζήτημα, ἂν νομίμως δύνανται νὰ διορισθῶσιν, ὅπως ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, οἱ τέσσαρες οὗτοι, οἱ ἀνήκοντες ἐν γένει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δασικήν, εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς σχολῆς Βυτίνης, διότι διὰ τὴν διεύθυνσιν τῆς σχολῆς Βυτίνης οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτεῖται παρὰ μόνον δίπλωμα δασικῆς σχολῆς, ἐνῷ διὰ τὰς θέσεις τὰς ἄλλας, τὰς ὁποίας κατέχουσιν, ἀπαιτοῦνται, πλὴν τοῦ διπλώματος, καὶ ἄλλα, ὑπηρεσία, διαγωνισμὸς κλπ.
§266Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Ἡ θέσις τοῦ διευθυντοῦ τῆς σχολῆς Βυτίνης συνδέεται καὶ μὲ τὴν θέσιν τοῦ δασονόμου ἐν τῷ ἐκεῖ Δασαρχείῳ· εἶναι διφυής. Ὥστε αὐτό, τὸ ὁποῖον νομίζετε ὅτι ἀπαιτεῖται μόνον καὶ δὲν ἀπαιτοῦνται ἄλλα προσόντα, δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἀπαιτοῦνται καὶ προσόντα διὰ τὴν δευτέραν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει καὶ ἐξασκεῖ, τὴν θέσιν τοῦ δασονόμου. Αὐτὸ δέ, κ. Πρόεδρε, συνέβαινε καὶ μέχρι τοῦδε, καὶ ὁ προκάτοχος εἶχε τὴν διπλῆν αὐτὴν ἰδιότητα.
§267ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρέργως ἀνέφερα τὸ πρᾶγμα, καίτοι δὲν μὲ πείθουσι τὰ λεγόμενα ὑφ’ ὑμῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ ἐξετάσω, εἶναι ὅτι δὲν ἔχομεν ὑπάλληλον. Ἔχομεν 4 μόνον ὑπαλλήλους, ἐκ τῶν ὁποίων ἕνα ἀπαραιτήτως θέλομεν διὰ τὴν διεύθυνσιν τοῦ τμήματος, διὰ νὰ ἀναπληροῖ τὸν ἀπουσιάζοντα τμηματάρχην, τοὺς τρεῖς δ’ ἄλλους διὰ τὴν ἔξω ὑπηρεσίαν, ὄχι διὰ νὰ διδάσκουν εἰς τὴν σχολὴν τῆς Βυτίνης, ἀλλὰ διὰ τὰ πολλαπλὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ δασικὴ ὑπηρεσία. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι ὁ νῦν διευθύνων τὴν σχολὴν αὐτήν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ διευθύνων τὸν γεωργικὸν σταθμὸν Βυτίνης, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπόφοιτος ἀνωτέρας γεωπονικῆς σχολῆς, ἐπαρκῶς διευθύνει ἐν τῇ ἐλλείψει, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρισκόμεθα.
§268Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω ἐδῶ. Εἶναι ὄντως ἄξιος τιμῆς ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν.
§269ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μεταξὺ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία τυχὸν ἐπέρχεται, διότι ὁ νῦν διευθύνων τὴν δασικὴν σχολὴν δὲν εἶναι ὁ ἀπολύτως ἁρμόδιος, καὶ τῆς ζημίας, ἡ ὁποία θὰ ἐπήρχετο, ἐὰν ἀπὸ τὴν ἄλλην δασικὴν ὑπηρεσίαν, πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι συνδεδεμένα τόσον μεγάλα συμφέροντα, ἀφῃρεῖτο εἷς, κρίνω προτιμητέαν τὴν πρώτην ἀπὸ τὴν δευτέραν. Ἀλλ’ ἡ μακρὰ συζήτησις συνδέεται, βλέπετε, μὲ κἄποιαν παρασκηνιακὴν ἄποψιν τοῦ πράγματος. Δηλ. γνωρίζω τοῦτο, ὅτι εἷς κύριος Χαροκόπος, ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας, ἀγωνίζεται, ὅπως διορισθῇ ἐν αὐτῷ. Γνωρίζω τοῦτο, διότι μοὶ ἀπηύθυνε δύο ἀναφοράς, καὶ ἀμφοτέρας ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας εἶχε συσταθῆ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας, καὶ τὰς διεβίβασα πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, μετὰ τῆς συστάσεως, ὅπως μελετηθῶσι τὰ ἐν αὐταῖς, διότι μοὶ ἐφαίνοντο πολὺ σοβαρά. Ἔλεγε δηλ. ὁ ἀναφερόμενος, ὅτι εἶναι ὁ ἔχων τὰ προσόντα καὶ ὅτι ἀντ’ αὐτοῦ πρόκειται νὰ προτιμηθῇ ἄλλος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὰ προσόντα, ἐφίστων δὲ τὴν προσοχὴν τοῦ συναδέλφου μου ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς. Ὁ συνάδελφός μου ἐμελέτησε τὴν ἀναφοράν, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο εὔκολον νὰ μὲ συναντήσῃ, μοὶ ἔγραψε μίαν ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἐξέθετεν ὅτι ἀληθῶς ὁ ἀναφερόμενος καὶ ζητῶν νὰ λάβῃ τὴν θέσιν τμηματάρχου ἔχει τὰ προσόντα τοῦ νόμου—δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν κατὰ τίνα τρόπον ἐψηφίσθη ὁ νόμος οὗτος, ὁ ὁποῖος δίδει τὰ προσόντα εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας τὴν ἐπιστημονικὴν μόρφωσιν, τοὺς ἔχοντας δὲ τοὺς ἀποκλείει —μοὶ ἔλεγε λοιπὸν ὁ συνάδελφός μου, ὅτι ἐμελέτησε τὴν ὑπόθεσιν, ὅτι ἀληθῶς ὁ ἀναφερόμενος ἔχει τὰ προσόντα νὰ διορισθῇ τμηματάρχης, ἀλλ’ ὅτι, ὡς ἐκ τοῦ ὅτι ἡ θέσις τοῦ τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου του εἶναι κατ’ ἐξοχὴν θέσις ἐμπιστευτική, καὶ μάλιστα ἡ τοῦ δασικοῦ τμήματος, ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔκρινεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχε καὶ τὰς ὁποίας προσεπάθησε νὰ ἔχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν μᾶλλον ἠκριβωμένας, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐμπιστεύηται περισσότερον εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἐκράτησεν ὡς ἐπιθεωρητήν, νομίμως ἀναπληροῦντα τὸν ἀπουσιάζοντα τμηματάρχην, παρὰ εἰς τὸν ἕτερον. Δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω τὸ ἄλλο πρόσωπον, διότι δὲν τὸ γνωρίζω· τοῦτο μόνον δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ κρίνει ὅτι μεταξὺ τῶν δύο προσώπων δὲν ἠδύνατο νὰ ἐνδοιάσῃ, ὅτι —μὲ ἄλλας λέξεις σαφέστερον— δὲν ἠδύνατο νὰ προσλάβῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τμηματάρχου τὸν μόνον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὰ προσόντα, προετίμησε δέ, ὅπως προσωρινῶς τὰ καθήκοντα ἐκπληροῖ κατὰ νόμον ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἀπήλαυε τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τοῦ Ὑπουργοῦ. Κατὰ τοῦτο ἡ ἐνέργεια δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι μεμπτή. Ὅταν εἷς Ὑπουργός, προκειμένου νὰ συμπληρώσῃ μίαν θέσιν, δὲν ἔχῃ πρόσωπα, ἐκ τῶν ὁποίων νὰ ἐκλέξῃ, ἀλλ’ ἔχῃ ἓν μόνον, διότι σημειώσατε, ὅτι δὲν εἶναι κανεὶς ἄλλος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα, παρὰ εἷς μόνον, τὸν ἕνα δὲ τούτων κρίνῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ τῷ ἀναθέσῃ αὐτὴν τὴν θέσιν, νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει νόμος τις ὑποχρεῶν τὸν Ὑπουργὸν καλὰ καὶ σώνει νὰ διορίσῃ τὸν ἕνα καὶ μόνον αὐτόν;
§270Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος τὸ ὑποστηρίζει αὐτό;
§271ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑποχρέωσις λοιπὸν πρὸς διορισμὸν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἐθεώρησε κατάλληλον νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν, δὲν ὑπάρχει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐρωτᾶται· διατί δὲν μεριμνᾷ ὁ Ὑπουργὸς ὅπως ἡ θέσις αὕτη τοῦ τμηματάρχου διὰ τροποποιήσεως τοῦ νόμου καταληφθῇ ὑπ’ ἄλλου προσώπου, ὥστε νὰ ἔχωμεν διαθέσιμον καὶ ἓν ἀκόμη πρόσωπον ἐκ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας; Τὸ πρᾶγμα ἀναλύεται εἰς τοῦτο. Πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἶναι ἀπὸ πολλοῦ ἕτοιμον· δύναμαι νὰ δώσω ἀκόμη τὴν πληροφορίαν, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς κατ’ ἐπανάληψιν μοῦ ἐζήτησε νὰ ὑποβάλῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπως ψηφισθῇ πρὸ τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα. Ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου ἐπείσθην ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἄνευ ἀντιρρήσεως ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπειδὴ δὲ δὲν θὰ ἦτο εὔκολον νὰ πεισθῇ ἡ Ἀντιπολίτευσις, ὅπως γίνῃ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διότι θὰ κατηγορεῖτο ἡ Κυβέρνησις ὡς θέλουσα νὰ ἀποφύγῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, κατ’ ἀνάγκην θὰ παρεπέμπετο εἰς τὰς ἡμέρας τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἔκρινα δὲ ὅτι παρ’ ὅλον τὸ ἐπεῖγον, τὸ ὁποῖον ἔχει τῳόντι ἡ μεταρρύθμισις τῶν κατὰ τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ μὴ δεχθῶ, ὅπως εἰσαχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παρὰ μόνον μετὰ τὸ Πάσχα, ἵνα ὁλόκληρος ὁ ὑπολειπόμενος χρόνος διὰ νομοθετικὴν ἐργασίαν μέχρι τοῦ Πάσχα καταναλωθῇ ἀποκλειστικῶς διὰ τὸ συντακτικὸν ἔργον. Μετὰ ταῦτα, Κύριοι, μετὰ τὴν πληροφορίαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῇ ὁ ὑποδεικνυόμενος εἰς τὴν θέσιν τοῦ τμηματάρχου, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μὲ συγχωρήσῃ, διότι κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως ἐξ ἀνεπαρκοῦς γνώσεως τῶν σχετικῶν νόμων ἐνόμιζον ὅτι τὸ συμβούλιον τὸ διοικητικὸν τοῦ Ὑπουργείου καταρτίζεται οὐχὶ διὰ διατάγματος, ἀλλ’ ἐκ τῶν τμηματαρχῶν καὶ τῶν διοριζομένων ὑπὸ τῆς σχολῆς. Ὅτε δὲ ἔκαμα εἰς τὸν κύριον Ἀλεξάκην ἀγορεύοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν ὑπάρχει διορισμὸς εἰδικὸς ὡς μέλους τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου, δὲν ἤμην ἐν ἀκριβείᾳ, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει μὲ συγχωρήσει. (Χειροκροτήματα).
§272Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὡμολόγησα ἐγὼ πρῶτος ὅτι παρεφέρθητε χάριν τοῦ συναδέλφου σας.
§273ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἤμην καὶ ἐγὼ διατεθειμένος νὰ χειροκροτήσω τὴν τελευταίαν ἐξομολόγησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἶμαι ἐπίσης ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω καὶ αὖθις πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, Ὑπουργοὶ μὴ δυνάμενοι νὰ συνεργάζωνται μὲ αὐτήν, δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι Ὑπουργοί· καὶ ἰδοὺ πῶς ἀπεδείχθη τοῦτο. Ὁ Ὑπουργὸς ἐξηνάγκασε τὸν Πρωθυπουργὸν εἰς ἐξομολόγησιν, ἡ ὁποία τὸν τιμᾷ μέν, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§275ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§276Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θέλω ἡσυχίαν.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὰ ἀφήσωμεν διὰ τὴν Πέμπτην.
§278ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ναί, νὰ διακόψωμεν.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 45′ μ. μ.).