1911.03.26
2.397 στίχοι · 18.030 λέξεις · 268 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 58.
Τῆς 26ης Μαρτίου 1911
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 15′ προεδρεύοντος τοῦ Ἀντιπροέδρου κ. Θ. Παπαϊωάννου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 184 Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκονται καὶ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ὑπόμνημα τοῦ «Πολιτικοῦ Συλλόγου» Ξυλοκάστρου ἐπὶ γεωργικῶν ζητημάτων καὶ ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος· 2) Ἀναφορὰν πολιτῶν πρὸς ἐπέμβασιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς διακανονισμὸν τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας. 3) Ἀναφορὰν τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ Καρδίτσης, εὐχαριστοῦντος διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος· 4) Ἀναφορὰν τοῦ Σωκρ. Σεμπέκου, ἐκ Μαραθιᾶ τῆς Εὐρυτανίας, διαμαρτυρομένου ἐπὶ τῷ ὅτι τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον κατέσχε κτήματα ἀνήκοντα εἰς αὐτὸν ἐκ διαλυθείσης μονῆς· 5) Αἴτησιν ἰατρῶν καὶ φαρμακοποιῶν ὑπηρετησάντων εἰς τὸν στρατόν, ζητούντων ν’ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς ἀνθυπίατροι καὶ ἀνθυποφαρμακοποιοί· 6) Ἀναφορὰν βλαχοποιμένων τοῦ δήμου Θορικίων, ζητούντων νὰ μὴ πληρώσωσι διὰ τὴν χορτονομὴν παρελθόντος ἔτους διὰ τὸ λιβάδιον Τσιγραινῶν. 7) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ἰ. Μπρισιμιτζάκη ὑποβάλλεται προσθήκη ἐπὶ τοῦ 70οῦ ἄρθρου τοῦ προσχεδίου τῶν 6 Βουλευτῶν· 8) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Χ. Κορύλου ὑποβάλλεται πρότασις νόμου περὶ ἐπιστροφῆς τοῦ καταβληθέντος φόρου καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, τοῦ χρησιμοποιηθέντος δι’ ὕδωρ Κολωνίας κατὰ τὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαγωγὴν αὐτοῦ· 9) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Πελ. Ἠλιοπούλου ὑποβάλλεται πρότασις νόμου σχετικῶς μὲ τὴν «Ἀμοιβαίαν». 10) Ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ἀριστ. Φωτήλα ὑποβάλλεται τροπολογία ἐπὶ τοῦ 40οῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Κατὰ τὸν Κανονισμὸν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Πρῶτον ἀντικείμενον ἀναγράφεται ἐπερώτησις «περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας «Ἀμοιβαίας» καὶ περὶ τῆς ἐπὶ ταύτης κυβερνητικῆς ἐποπτείας».
§2ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς ἀξιοτίμους ἐπερωτῶντας νὰ συναινέσωσι νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις διὰ τὴν μεθαύριον Δευτέραν.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν προκαλῶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ μόνον νὰ γίνῃ τοῦτο, ἂν εἶναι πάντες οἱ ἐπερωτῶντες σύμφωνοι.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν σύστασιν αὑτοῦ, διότι τὸ ζήτημα τῆς «Ἀμοιβαίας» εἶναι ζήτημα σοβαρώτατον καὶ ἐνδιαφέρει καὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν.
§7ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν θέλει κάμει δηλώσει τινάς, αἱ ὁποῖαι ἐλπίζω ὅτι θὰ θεωρηθῶσιν ἐπαρκεῖς.
§8ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἥτις ἐκ τῶν προτέρων θὰ ζητηθῇ ὑπὸ πάντων τῶν μετόχων, εἶναι νὰ κηρυχθῇ ἡ διάλυσις τῆς ἑταιρείας. Ἡ ἀπόφασις περὶ διαλύσεως εἶναι ὁμόφωνος, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἀνακοινῶ. Ἀνεκοινώθη εἰς ἐμὲ παρὰ πάντων καὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἀντιπροσωπεύουσι καὶ ἄλλους ἔξωθεν, καὶ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες δὲν εἶχον ταύτην τὴν γνώμην μέχρι τοῦδε.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§10Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καθὼς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησαν καλῶς, ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὑπάρχουσι μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα διαφεύγουσι τὴν προσοχήν του.
§11ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ τοῦτο μόνον εἶπον, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει ἀπολήξει εἰς τὴν διάλυσιν. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς αὔριον δὲν θὰ ἐμποδίσῃ νὰ φέρητε τὸν λόγον μεθαύριον.
§12Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιμείνω νὰ λάβω τὸν λόγον σήμερον. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀναβολὴ δύναται νὰ φέρῃ ζημίαν μεγάλην.
§13Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ Συνέλευσις αὔριον, θὰ παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω σήμερον τὸν λόγον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ εἰσέλθητε εἰς λεπτομερείας, προηγοῦνται ἄλλοι. Καὶ πρῶτος ἐκ τῶν παρόντων εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Ἀποστολίδης.
§15Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ἁπλῶς, κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα λάβῃ τούτου γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πολλοὶ τῶν μετόχων μὲ ἐπληροφόρησαν, ὅτι, ὡς πρόκειται νὰ καταρτισθῇ ἡ Συνέλευσις, δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν γνώμην τῶν κ. κ. μετόχων· διότι κατὰ τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρείας ταύτης ἕκαστος μέτοχος ὑποχρεοῦται νὰ διορίζῃ ἕτερον μέτοχον, ἂν δὲν δύναται νὰ προσέλθῃ αὐτοπροσώπως, ἑδρεύοντα ἐν Ἀθήναις. Δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Συνέλευσις οὕτω καταρτιζομένη νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων;
§16ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εὑρίσκουσιν ἐνταῦθα ἀντιπροσώπους, οἱ μέτοχοι, ἀλλὰ σήμερον οὐδὲ εἷς τῶν ἀντιπροσώπων τῆς «Ἀμοιβαίας» ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ βοᾷ ὑπὲρ τῆς διαλύσεως τῆς ἑταιρείας. Σήμερον εἶναι ὁμόφωνος ἡ γνώμη πάντων. Εἶπον δὲ πρὸ μικροῦ, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐθεωροῦντο ὅτι ἤθελον ὑποβάλει πρότασιν ἄλλην παρὰ τὴν τῆς διαλύσεως, καὶ ἐκεῖνοι μοὶ ἀνεκοίνωσαν, ὅτι δὲν θὰ ὑποβάλωσιν ἑτέραν πρότασιν ἢ τὴν τῆς διαλύσεως, ὥστε ἡ πρότασις εἶναι μία. Ἐβεβαίωσα δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ ἔλεγχος τῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε καὶ ὑπάρχει τοιοῦτος, ὥστε δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν τί θὰ ἀποφασίσωμεν αὔριον. Ἡ Συνέλευσις θὰ ὑποδείξῃ καθ’ ὁμόφωνον γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ κηρυχθῇ ἡ διάλυσις τῆς ἑταιρείας ταύτης, θὰ ἐκδώσῃ δὲ ἀπόφασιν, δι’ ἧς θὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐκκαθάρισις δι’ ἐκκαθαριστῶν διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου.
§17Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δὲν προβλέπει περὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως. Πρὸ 15 ἡμερῶν, ὅτε συνεκλήθη ἡ συνέλευσις τῶν μετόχων, δὲν ἠξεύρω ἂν περιῆλθεν εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ τί ἐγένετο καὶ τὸ τί εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ. Ἐζήτησαν καὶ παρεκάλεσαν τὸν κ. Ὑπουργόν, λόγῳ τῆς ἀνωμαλίας τῆς καταστάσεως τῆς «Ἀμοιβαίας», ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ξένους μετόχους, οἱ ὁποῖοι εἶναι 17,000, ἰδίως ἐκ τῆς Μ. Ἀσίας καὶ ἐκ τῆς ἄλλης Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας, νὰ παραστῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν συνέλευσιν δι’ ἐπιτρόπων. Ποιοῦνται δὲ τὴν παράκλησιν ταύτην, διότι ἐνδεχόμενον ἡ γενικὴ συνέλευσις νὰ μὴ κάμῃ δεκτοὺς αὐτούς, διότι συμφώνως πρὸς τὸ καταστατικὸν τῆς «Ἀμοιβαίας» δὲν καλοῦνται αὐτοὶ ὅπως παραστῶσι. Καὶ ἐπὶ πλέον, ἵνα διευκολυνθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπειδὴ ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δὲν προβλέπει περὶ ἐκκαθαρίσεως, ὑποβάλλεται πρότασις νόμου καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του· σκοπεῖ δὲ αὕτη, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ ἐκκαθάρισις.
§18ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος δύνασθε νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται σοβαρῶς καὶ ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτῆς θὰ εἶναι κατὰ πάντα νόμιμος. Προχθὲς ἀκόμη συνεζήτουν μὲ ἔγκριτον συνάδελφον τοῦ Κοινοβουλίου τούτου καὶ ἐξέθηκα καὶ ἐγὼ τὰς ἀπορίας, ὡς εἶχον ὑποχρέωσιν. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον μέρος, νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι, ἂν δεήσῃ νὰ ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ προβῇ αὐθαιρέτως εἰς ἐνεργείας. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο δέ, τὸ ὁποῖον εἴπετε, σᾶς βεβαιῶ ὅτι πάντες οἱ μέτοχοι, ὁποθενδήποτε καὶ ἂν προέρχωνται, θὰ παραστῶσι. Τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη χάριν τῆς δημοσίας τάξεως, εἶναι τοῦτο ἀκριβῶς, ἵνα παραστῶσιν αὐτοπροσώπως ἅπαντες οἱ μέτοχοι καὶ μόνον αὐτοὶ καὶ ὄχι οἱ μὴ μέτοχοι ὡς ἀντιπρόσωποι μετόχων.
§19Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν οἱ μέτοχοι ἔστειλαν πληρεξούσιον εἰς μὴ μετόχους, νὰ μὴ δυνηθῶσι νὰ παραστῶσιν.
§20ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ τελευταίου μέρους τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ ἡμετέρα νομοθεσία δὲν παρέχει ἔρεισμα εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς καλλίστην διεξαγωγὴν τῆς διαδικασίας τῆς ἐκκαθαρίσεως, καὶ νομίζω ὅτι προκειμένης τοιαύτης περιστάσεως, οἵα ἡ περίστασις τῆς «Ἀμοιβαίας», ἐπείγει ἡ λῆψις νομοθετικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον μόνον θὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν συμμετοχὴν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν μετόχων καὶ τὴν οἰκονομικωτέραν διεξαγωγὴν τῆς ἐκκαθαρίσεως.
§21ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶπον ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ἠλιόπουλον ὅτι καὶ προχθὲς ἀκόμη εἰς ἐρώτησιν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Ῥακτιβὰν ἀκριβῶς ὡς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο ἀπήντησα ὅτι ἔχομεν νὰ σκεφθῶμεν πολύ, ἀκριβῶς ὡς πρὸς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἂν δὲν θὰ εἶναι ἀνάγκη καὶ μέτρου νομοθετικοῦ πρὸς σκοπιμωτέραν διεξαγωγὴν τῶν τῆς ἐκκαθαρίσεως. Ἑπομένως καὶ αὐτὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ λήξωσιν, ὡς θὰ λήξωσι τὰ πράγματα αὔριον, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο, διότι, ἐὰν ἡμεῖς πρὸ πάσης ἀποφάσεως τῆς συνελεύσεως ἔλθωμεν καὶ εἰσηγηθῶμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον, ὑφισταμένης εἰσέτι νομίμως τῆς «Ἀμοιβαίας», βεβαίως δὲν θὰ εὑρισκώμεθα ἐν τάξει. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν προέβημεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ προσέλθῃ ὁ βουλευτὴς κ. Π. Λιβιεράτος νὰ ὁρκισθῇ. (Προσέρχεται καὶ ὁρκίζεται τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νενομισμένον ὅρκον).
§23ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιος, ἄξιος.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος περὶ τῆς «Ἀμοιβαίας» ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
§25Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καθ’ ὃν χρόνον, κύριοι Βουλευταί, ἐγείρεται ζήτημα ἂν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τῆς «Ἀμοιβαίας», κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι χιλιάδες θύματα καταρῶνται καὶ ἀναθεματίζουσι τοὺς μεγαλοσχήμους ἐκείνους, οἵτινες ἐπιτηδείως κατέκλεψαν τὸ χρῆμα τοῦ πτωχοῦ λαοῦ, καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ὀχυρούμενοι ὄπισθεν μιᾶς ὑπογραφῆς βασιλικῆς ἔρχονται καὶ λέγουσι ὅτι καλοῦσι συνέλευσιν τῶν μετόχων. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: ἔχει δικαίωμα τὸ σημερινὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι παρὰ ψευδὲς συμβούλιον, νὰ καλέσῃ συνέλευσιν τῶν μετόχων; Ἐδῶ εἶναι ὁ κόμβος. Θὰ παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μία παρέκβασις. Θὰ παρεκάλουν μερικοὺς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων, ὅταν θέλωσι νὰ ἀποδοκιμάζωσι, δύνανται ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ ἀποδοκιμάζωσιν· ἄλλως περιμένοντες νὰ ἀποδοκιμάζωσιν ἕνα, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἐλευθέρως νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀφήνω ὑμᾶς αὐτοὺς νὰ τὸ χαρακτηρίσητε. Ἀπαντῶ λοιπὸν πρὸς τοὺς ἀποδοκιμάζοντας τούτους ὅτι κατὰ τὸν νόμον περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, οἵα ἡ «Ἀμοιβαία», ἐπειδὴ αὕτη δὲν κατέθηκε τὴν ἐγγύησιν ἀπὸ 1 Αὐγούστου, «Ἀμοιβαία» πλέον νομίμως δὲν ὑφίσταται. Καὶ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐξήγγειλεν ὅσα ἐξήγγειλε, βεβαίως συμβούλιον «Ἀμοιβαίας» δὲν ὑφίσταται. Εἶμαι δὲ βέβαιος, βεβαιότατος, καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω, ὅτι ἡ σημερινὴ συνέλευσις δὲν ἔχει κανένα ἄλλον σκοπὸν παρὰ νὰ ἀποπλανήσῃ καὶ τοὺς μετόχους καὶ τὸ κοινὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν· εἶμαι ἀκόμη βέβαιος, βεβαιότατος, καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω, ὅτι θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἰδία ἱεροτελεστία, ὁμοία μὲ ἐκείνην, ἥτις ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν 10 Ἰουλίου, ὅπου τὸ χρῆμα τῶν δυστυχῶν μετόχων μετεφέρθη ἐκ τῶν χρηματοκιβωτίων τῆς Ἐθνικῆς εἰς τὰ τῆς Τραπέζης τῆς Μυτιλήνης. Ἄλλως τε, ἐὰν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ σύμπασα εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν ἕν καταστατικὸν αὐτῆς, θὰ ἠπόρει πῶς εὑρέθη Κυβέρνησις, ἥτις ὑπέβαλε τοιοῦτον καταστατικὸν καὶ πῶς ὑπεγράφη ὑπ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὤφειλε νὰ ἀφορᾷ εἰς πᾶσαν αὑτοῦ ὑπογραφήν. Ἐκ τοῦ καταστατικοῦ, Κύριοι, καταφαίνεται ὅτι ἡ ἑταιρεία αὕτη οὐδένα ἄλλον σκοπὸν εἶχεν, οὐδεμίαν ἄλλην ἀποστολήν, εἰ μὴ μόνον πῶς νὰ σφετερισθῇ χρήματα καὶ τίποτε ἄλλο. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 98 τοῦ καταστατικοῦ: «Ἡ συνέλευσις αὕτη πρέπει νὰ ἀποτελεσθῇ ἐξ ὅλων τῶν μετόχων ὅλων τῶν συνεταιρισμῶν». Σημειώσατε δέ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ μέτοχοι εἶναι 23 χιλιάδες διεσπαρμένοι εἰς τὴν ὑφήλιον. Πῶς καὶ τίνι τρόπῳ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο τὸ πρᾶγμα;
§26ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποία Κυβέρνησις ἐνέκρινεν αὐτὸ τὸ καταστατικόν;
§27Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ποία Κυβέρνησις; Ἂς ὄψεται συνάδελφος, ὅστις μὲ ἠμπόδισε νὰ φέρω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ καταστατικὸν ἐδῶ.
§28Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πόσων ἐτῶν συνεστάθη ἡ ἑταιρεία αὕτη;
§29Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν περίπου, κύριε συνάδελφε. Ἐὰν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν εἶχεν ἕν καταστατικόν, ἐξ αὐτοῦ θὰ ἐπείθοντο ὅλοι ὅτι σοβαρόν, σοβαρώτατον εἶναι τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὅτι ἀξίζει τὸν κόπον, ἵνα ἐπὶ τούτου καταναλωθῇ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀξίωσις, νὰ ἔλθωσιν ὅλοι οἱ μέτοχοι, εἶναι φυσικῶς ἀδύνατος, ἐκτὸς ἐὰν νομίζωσιν οἱ σύμβουλοι ὅτι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἶναι τόσον εὔκολα, ὅσον εὔκολα εἶναι καὶ τὰ μέσα νὰ σφετερίζωνται καὶ νὰ ἁρπάζωνται τὰ χρήματα τοῦ πτωχοῦ λαοῦ. 2.300.000 δραχ., Κύριοι, εἶναι χρήματα σχολάζοντα, καὶ ἄνω τῶν 3.000.000 δέονται αὐστηροτάτου ἐλέγχου. Ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ἐρωτήσῃ πόσα ἐξ αὐτῶν εἰσεπράχθησαν, πῶς καὶ ποῦ ἐξωδεύθησαν, πόσα κατεβλήθησαν εἰς ἀποζημιώσεις, καὶ πόσα εἰσεπράχθησαν καὶ ἐχάθησαν. Καὶ διὰ νὰ μὴ καταπονήσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ διὰ νὰ εἶμαι σύντομος καὶ νὰ μὴ προκαλῶ στενοχωρίαν καὶ μερικὰς ἀποδοκιμασίας, τελευτῶ πλέον μὲ τὴν ἑξῆς γνῶσιν πρός τε τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, ἔκθεσιν ἀνωτέρων κυβερνητικῶν ὑπαλλήλων, διαταχθέντων ὄχι ὑπὸ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες διορισθέντες πρὸς ἐξέτασιν καὶ ἔλεγχον τῶν τότε διαχειριστῶν τῆς ἑταιρείας, καθ’ ὧν ὑπῆρχον αἰτιάσεις, ἀποφαίνονται τὰ ἀκόλουθα. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ, ὑποβάλλω δὲ καὶ μίαν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μίαν σύστασιν πρὸς τοὺς μετόχους. Ἰδοὺ τί λέγουσιν οἱ ἀξιότιμοι αὐτοὶ κύριοι, ὧν δυστυχῶς δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματα: «Ἡ «Ἀμοιβαία» θὰ ἀπέδιδεν ἑκάστῳ μετόχῳ της τὸ διπλάσιον τῶν καταβολῶν των καὶ παρώτρυνον τὸ κοινὸν νὰ προτιμᾷ αὐτὴν τῶν ταμιευτηρίων τῶν Τραπεζῶν ἀποδιδόντων ὀλιγώτερον κέρδος εἰς τὰς παρ’ αὐταῖς καταθέσεις. Ἐβεβαίουν δὲ ἀκόμη ὅτι ἡ ἑταιρεία καλῶς λειτουργεῖ καὶ αἱ ἐργασίαι της μεγάλως θὰ ἐκταθῶσιν». Αὐτὰ πιστοποιοῦσι δύο ἀνώτεροι κυβερνητικοὶ ὑπάλληλοι, ἐβεβαίουν δὲ τοὺς μετόχους οἱ ἀξιότιμοι ἐκεῖνοι κύριοι ὅτι ἡ ἑταιρεία καλῶς ἐλειτούργει καὶ ὅτι αἱ ἐργασίαι της μεγάλως θὰ ἐκταθῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν θερμῶς, ὅπως παρασημοφορήσῃ τοὺς εὐσυνειδήτους αὐτοὺς ὑπαλλήλους, διότι ἀξίζει τὸν κόπον τοιούτων ὑπαλλήλων στήθη νὰ κοσμῶνται διὰ παρασήμων, ἀφοῦ ἄλλως τε ἄλλα στήθη ἁγνότερα ἐκείνων ἔχουσι παρασημοφορηθῆ μὲ πλεῖστα ἀνώτερα παράσημα. Πρὸς δὲ ἀκόμη συμβουλεύω τοὺς μετόχους, ὅπως διὰ κοινῶν ἐράνων ἀνεγείρωσι μαρμαρίνους ἀνδριάντας τῶν δύο τούτων Κυρίων, τοποθετήσωσι δὲ αὐτοὺς εἰς περίοπτον μέρος πρὸς μνήμην ἄφθιτον καὶ δόξαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους!
§30Σ. ΣΙΜΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καθ’ ἃς καὶ τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους ἐπὶ τῆς ἐκκαθαρίσεως, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον νὰ ὁμιλήσω. Ἐπιφυλάσσομαι κατόπιν.
§31Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀναβάλλω.
§32Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ θὰ καταστήσω γνωστὸν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἴσως, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι ἐπίσης γνωστόν. Ἐκτὸς τῶν διοικητικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐν τῷ προκειμένῳ ἀναγκαίως ἐπιβάλλεται ἡ λῆψις ἄλλων μέτρων, μέτρων πλέον οὐχὶ διοικητικῶν, ἀλλὰ δικαστικῶν. Εἶναι γνωστὸν βεβαίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι περιῆλθε καὶ εἰς χεῖράς μου, ἓν φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ ἔκθεσις μιᾶς ἐπιτροπῆς μετόχων. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἐξέθηκεν, ὡς ἰσχυρίζεται, τὰ πράγματα καὶ καταγγέλλει ἐγκληματικὰς πράξεις τῆς ἑταιρείας αὐτῆς. Ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀναφέρει καὶ τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερε πρὸ μικροῦ, τοὺς ἀνωτέρους ὑπαλλήλους δηλαδή, οἱ ὁποῖοι κατὰ πᾶσαν ἐποχὴν ἐχρησίμευσαν ὡς ἐλεγκταὶ τῆς ἑταιρείας καὶ οἱ ὁποῖοι διατελοῦσι καὶ ἤδη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§34Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διωρίσθησαν οὗτοι ἐλεγκταὶ τῆς ἑταιρείας καὶ ὑπέβαλον ἐκθέσεις ὅτι λειτουργεῖ ἐν τάξει. Ἐπίσης ἀναφέρεται ἐν τῷ φυλλαδίῳ τούτῳ ὅτι ἡ ἑταιρεία μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1909 εἰσέπραξε 4.007.205 δρ., μέχρι τῆς αὐτῆς ἐποχῆς δὲ ἔχουσιν ἀφαιρεθῆ ἀπὸ τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς ἑταιρείας δι’ ἔξοδα διαχειρίσεως 1.415.400 ἐπὶ εἰσπράξεως 4.000.000 ἐν ὅλῳ.
§35Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν διαστήματι πόσου χρόνου;
§36Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐν διαστήματι 5 ἐτῶν.
§37Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὥστε, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐκκαθάρισις ἄλλον τόσον χρόνον, τὸ ποσὸν τῶν κατατεθειμένων σβύνεται.
§38Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐκτὸς τούτου ἐκ τῶν εἰσπραχθέντων κεφαλαίων ἐξησφαλίσθη διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς ὑπουργικῆς μόνον τὸ ἥμισυ, 2.000.000 ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς Τραπέζαις κατατεθειμένα· τὰ ἄλλα ἐλλείπουσι τελείως. Πρόκειται λοιπὸν περὶ περισώσεως αὐτῶν τῶν χρημάτων. Ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι χρήματα τῆς ἑταιρείας, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται μὲν ἐν τοῖς βιβλίοις, δὲν εἶναι δὲ πράγματι κατατεθειμένα ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω, πλέον τῶν 300.000 δρ. εὑρίσκονται ἤδη εἰς διάφορα ὑποκαταστήματα τοῦ Κράτους εἴτε εἰς χεῖρας πρακτόρων καὶ ἐπιθεωρητῶν τῆς ἑταιρείας, σώζονται δὲ αὐτὰ τὰ χρήματα, καὶ εὐκταῖον θὰ ἦτο ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανε μέτρον τοιοῦτον, ὥστε νὰ κατασχεθῶσιν αὐτὰ τὰ χρήματα προτοῦ νὰ ἀφαιρεθῶσι. Κατόπιν δὲ τῶν ὅσα ἐγράφησαν καὶ ἐν τῷ τύπῳ ἐδημοσιεύθησαν καὶ κατηγγέλθησαν, φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται δικαστικὴ ἐπέμβασις, κατάσχεσις τῶν βιβλίων καὶ δικαστικὴ ἀνάκρισις, διότι, ἐφ’ ὅσον ἐνεργοῦμεν διοικητικῶς, τὰ βιβλία εἶναι εἰς χεῖρας τῆς ἑταιρείας, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὔτε τὴν ἐκτίμησιν τὴν κοινὴν οὔτε τὴν δημοσίαν γνώμην. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν τακτικὴ ἀνάκρισις καὶ κατάσχεσις τῶν βιβλίων, ἀσχέτως τῶν διοικητικῶν μέτρων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται προσοχὴ εἰς τὸν διορισμὸν τῶν μελλόντων ἐκκαθαριστῶν, οἵτινες πρὸ παντὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ παρελθὸν ἐχρησίμευσαν ὡς ἐλεγκταὶ τῆς ἑταιρείας καὶ περὶ τῶν ὁποίων πολλὰ διαδίδονται ἔξωθεν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ καταβάλῃ βεβαίως τὴν ἰδιάζουσαν προσοχὴν ὄχι μόνον εἰς τὴν ἱκανότητα τῶν προσώπων αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ποιότητα καὶ τὸ ἠθικὸν αὐτῶν, ὥστε νὰ εἶναι κοινῶς παραδεκτά, ὅτι εἶναι ἀνώτερα πάσης ὑπονοίας, διότι τὸ σκάνδαλον εἶναι μέγιστον καὶ μεγίστη εἶναι καὶ ἡ ζημία καὶ ἡ ἐντύπωσις καὶ τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἐπέρχονται εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος ἡμῶν, διότι ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς ἐνεπιστεύθη τὰ χρήματά του εἰς τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην.
§39ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§40ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν τῆς «Ἀμοιβαίας» ὑπῆρξεν ἀξιέπαινος καὶ θαυμαστή. Δύναμαι νὰ εἴπω τοῦτο ἔχων γνῶσιν τοῦ πράγματος καὶ ἐκ τοῦ κυρίου μου ἐπαγγέλματος. Καθ’ ἃς καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ἔχω πληροφορίας τὸ πλεῖστον τῶν μετόχων, ἐκ τῶν 23.000 αἱ 22.000 ἴσως, πρόκειται ἀσφαλῶς νὰ λάβωσι τὰ κατατεθέντα ὑπ’ αὐτῶν κεφάλαια πλέον τῶν τόκων. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλά, ἐὰν εἶναι ἀληθὲς καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀληθῶς θὰ πρόκειται περὶ σπουδαίας ζημίας τῶν μετόχων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ ἐκκαθάρισις, ἥτις θέλει ἀνατεθῆ, ὡς ἔχω πάντα λόγον νὰ ἐλπίζω, εἰς χεῖρας παρεχούσας πᾶσαν ἐμπιστοσύνην, θὰ ἀποδείξῃ τὰ πράγματα καὶ θὰ ἀποδώσῃ εἰς ἕκαστον τὸ ἀνῆκον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ κεφάλαια ὑπάρχουσι κατατεθειμένα καὶ ἀσφαλῆ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου κυριώτατα κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ Κυβέρνησις, εἶναι τοῦτο: Ἡ ἑταιρεία αὕτη ἔβαινε κανονικῶς καὶ αἱ ἐργασίαι αὐτῆς ἐφαίνοντο ἐξησφαλισμέναι, ὅτε παρουσιάσθησαν δύο καταχρήσεις ἀρκετὰ σημαντικαὶ καὶ ἄλλαι μὲν ὑπὸ πρακτόρων τῆς ἑταιρείας ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, δυστυχῶς ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, κατεχόντων ἐξαιρετικὴν θέσιν ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, οἵτινες εἶχον λάβει ἄδειαν ὅπως μεταβῶσιν, ἄγνωστον διὰ ποίας λέγοντες ὑποθέσεις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ μεταβάντες ὡς πράκτορες τῆς «Ἀμοιβαίας» καὶ νοσφισθέντες, ἐπαναλαμβάνω, ποσὰ ἀξιόλογα, καὶ οἱ ὁποῖοι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐξακολουθοῦσι νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§42Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν τοὺς γνωρίζω. Γνωρίζω ὅτι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§43Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τί δημόσιοι ὑπάλληλοι εἶναι;
§44Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν τοὺς γνωρίζω.
§45Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Πῶς ὀνομάζονται;
§46Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ἔχετε πεποίθησιν ὅτι δὲν στεροῦμαι θάρρους, διατί δὲν μὲ πιστεύετε ὅτι δὲν τοὺς γνωρίζω; Εἶναι τόσον πρόσφατος ἡ πληροφορία μου, ὥστε δὲν προέλαβον νὰ ἐξακριβώσω ποῖοι εἶναι. Εἶμαι ὅμως ἀπολύτως βέβαιος ὅτι πρόκειται περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐνοσφίσθησαν τὰ χρήματα ἐκεῖνα καὶ οἱ ὁποῖοι μένουσιν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπιπλέον ζητοῦσι καὶ ἀμοιβὴν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν προσέφερον.
§47ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§48Γ. ΠΩΠ. (Ὅρα Παράρτημα).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετμεζᾶς. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§50Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Βεβαίως μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν πᾶς ἄλλος λόγος θὰ ἐπερίττευεν, ἐὰν δὲν εἶχον νὰ προσθέσω δύο λέξεις κατὰ καθῆκόν μου, διότι καὶ οἱ συμπολῖταί μας οὕτω θὰ ἔλεγον πρὸς ἡμᾶς, ὅτι προκειμένου περὶ μιᾶς διαχειρίσεως τόσον σοβαρᾶς ἐμείναμεν βωβοί. Εἶναι γεγονός, καὶ ὀφείλομεν νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι μέχρι τῆς 8 Αὐγούστου πάντες οἱ διευθυνταὶ ἑταιρειῶν ἐξεμεταλλεύοντο αὐτὸ τὸ αἰώνιον θῦμα καὶ τὸν μοναδικὸν πληρωτήν, τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τόσον τῆς ἔσω, ὅσον καὶ τῆς ἔξω Ἑλλάδος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ παρατηρήσω, καὶ θὰ ἴδητε, ἐὰν παρατηρήσητε τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρείας ταύτης εἶναι, ὅτι, ἐνῷ τὸ καταστατικὸν περιλαμβάνει ὀνόματα, τὰ ὁποῖα πραγματικῶς ἀπολαμβάνουσι τιμὴν εἰς ἅπαν τὸ Ἑλληνικόν, τὰ ὀνόματα αὐτὰ ἔπεσον θῦμα ἐπιτηδείων. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τι περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν ψυχὴν τῆς καταχρήσεως, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ προλάβω καὶ τὴν ἐνέργειαν τῆς δικαιοσύνης, διότι, ἐὰν ἀναδιφήσῃ τις ἕν φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκαν οἱ μέτοχοι τῆς ἑταιρείας ταύτης, θὰ ἴδῃ πραγματικῶς ὅτι ἀνήλικοι μετεβλήθησαν εἰς σπουδαίους οἰκονομολόγους καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τῆς ἐν λόγῳ ἑταιρείας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ἐφ’ ὅσον περιλαμβάνεται ἡ ἑταιρεία αὕτη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του, καὶ διὰ τούτου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι τὸ ἑξῆς: Μοὶ κατηγγέλθη—καὶ ἐφ’ ὅσον βεβαίως κληθῶ θὰ τὸ ὁμολογήσω—ὅτι πρόσωπα ἔχοντα ὑψηλοτέραν ἀποστολήν, μεταβάντα εἰς τὴν πέραν τῶν συνόρων χώραν πρὸς ἐκπλήρωσιν ἄλλης ἐντολῆς, ἐνήργουν καὶ χρέη πρακτόρων. Σημειωτέον δὲ ὅτι, καίτοι σπουδαῖα ποσὰ οἱ Κύριοι αὐτοὶ παρέλαβον ἐκ μέρους τῶν διαφόρων πολιτῶν, τῶν θυμάτων αὐτῶν, δὲν ἠθέλησαν μέχρι τοῦδε νὰ λογοδοτήσωσιν οὔτε πρὸς ἐκείνους, ἀλλ’ οὔτε καὶ πρὸς τὴν ἑταιρείαν ταύτην. Παρακαλῶ λοιπόν, ἵνα διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν διαβιβασθῇ πρὸς τοὺς οἰκείους προξένους μία ἐγκύκλιος διαταγὴ νὰ τοὺς καλέσωσιν, ἵνα μάθωσι πόσα ποσὰ παρέλαβον καὶ δώσωσι λόγον.
§51Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Παρακολουθῶ καὶ ἐγὼ ἀπὸ μηνῶν τὴν ἐξέλιξιν αὐτῆς τῆς ἑταιρείας τῆς κληθείσης «Ἀσφαλιστικῆς ἑταιρείας Ζωῆς καὶ Προνοίας». Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐκφράσω μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πάντα τὰ μέτρα, ὅσον ἦτο δυνατόν.
§52Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παντάπασιν.
§53Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ἀλλ’ ἀκόμη μίαν σύστασιν ἔχω νὰ κάμω, νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὰ βιβλία τῆς ἑταιρείας, διότι, καθ’ ἃ λέγεται, τὰ μᾶλλον χρήσιμα ἐξ αὐτῶν πρόκειται νὰ ἐξαφανισθῶσι, διότι πρὸς τοῦτο θὰ γίνῃ ἀταξία δημιουργουμένη ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἐνόχων. Ἐκτὸς λοιπὸν τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἔπραξε καὶ δι’ ἃ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀξιέπαινος, διότι ἐξησφάλισε τὰ κεφάλαια τοὐλάχιστον τῶν μετόχων ἢ τὸ μέγα μέρος αὐτῶν, νὰ πράξῃ καὶ τοῦτο· νὰ ἀναλάβῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὰ βιβλία, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προκύψῃ ἐν γένει ὁ λογαριασμὸς καὶ ἐν γένει οἱ ἔνοχοι.
§54Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, παράκλησιν ἐκ μέρους πολλῶν συμπολιτῶν μου μετόχων τῆς «Ἀμοιβαίας», ὅπως συστήσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς ἑταιρείας ταύτης, ἥτις ἀπεδείχθη κακόπιστος καὶ ἵνα ταχέως προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ἐκκαθαριστῶν ἐκ προσώπων, ἅτινα δὲν μετέσχον μέχρι σήμερον ἀμέσως ἢ ἐμμέσως εἰς τὴν διαχείρισιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς «Ἀμοιβαίας». Μετὰ τὰς δηλώσεις ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τόσον ὅσον ἀφορᾷ τὰ μέτρα τὰ προληπτικά, τὰ ὁποῖα ἔλαβε πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν κεφαλαίων τῶν μετόχων, ὅσον καὶ διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς γενικῆς συνελεύσεως τῶν μετόχων, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§55Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἀπομείνῃ κανεὶς ἐν τῇ Βουλῇ, ὅστις νὰ μὴ δεχθῇ ὅτι ἔπρεπεν, ὅτι ἦτο ἀναγκαία, ἦτο ἐπιβεβλημένη ἡ συζήτησις αὕτη. Πρῶτον ἡ πόλις τοῦ Ἄργους κατὰ τὸ 1908 ἔκρουσε τὸν κώδωνα τοῦ τοιούτου κινδύνου ὄχι τῆς «Ἀμοιβαίας», ἀλλὰ μᾶλλον τῶν μετόχων αὐτῆς. Ἔκτοτε διετάχθησαν δύο διοικητικαὶ ἐξελέγξεις τῆς ἑταιρείας ταύτης. Τί δὲ φρονεῖτε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἀπεφάνθη ἡ πρώτη τούτων; Τὰ εὗρεν ὅλα καλά, ὅλα ἐν τάξει! Μόνον ἓν συνεβούλευσε τοὺς διευθύνοντας τὴν ἑταιρείαν, νὰ στραφῶσιν ἐναντίον ἐκείνων τῶν μετόχων, οἵτινες ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ μὴ καταθέτωσι πλέον τὰ ἀσφάλιστρα, καὶ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσωσι δικαστικῶς πρὸς τοῦτο. Τοιαύτη περίπου ἦτο ἡ πρώτη ἔκθεσις τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους παρήγγειλεν ἡ ἁρμοδία τότε Κυβέρνησις νὰ κάμωσι τὴν ἐξέλεγξιν.
§56Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Οἱ πλεῖστοι τῶν οἰκονομικῶν τούτων ὑπαλλήλων, κύριε συνάδελφε, δὲν ἔχουσιν ἰδέαν λογιστικήν.
§57Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Ποῖοι ἦσαν αὐτοί;
§58Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κ.κ. Μαρλᾶς καὶ Παναγιωτίδης.
§59Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Καὶ τὰ εὗρον ὅλα καλά;
§60Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα καλά. Καὶ συμβουλεύουσι τοὺς διευθύνοντας τὴν ἑταιρείαν νὰ στραφῶσι κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν πρόνοιαν νὰ μὴ καταβάλλωσι πλέον εἰς τοιαύτην ἑταιρείαν. Ἔκτοτε, Κύριοι, σᾶς εἶναι γνωστὰ πλέον τὰ διατρέξαντα. Ὁ κώδων τοῦ κινδύνου ἤρχισε νὰ κρούηται καὶ ἔξωθεν, διότι, ὡς ἐγένετο ἤδη γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, πλέον τῶν 20,000 μετόχων εἶναι ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ, συγχρόνως δὲ καὶ πολλὰ εὐαγῆ ἱδρύματα. Εἶναι δ’ ἐπίσης γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν τί ὑπέστησαν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τοὺς γείτονας ἡμῶν, διότι ἐθεωρήθησαν οἱ μέτοχοι τῆς ἑταιρείας ταύτης ὡς δῆθεν μέτοχοι ἄλλης τινὸς ἐθνικῆς ἑταιρείας, ἐχούσης ἄλλους σκοπούς. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν κατεδιώχθησαν καὶ ἐφυλακίσθησαν, ὡς τοῦτο εἶναι ἐπισήμως γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀμφιβάλλει εἰς ὅσα εἶπε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένοντο γνωστὰ πάντα ταῦτα εἰς αὐτὸν καὶ ἔχει ὑπονοίας, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις, ἠδύνατο ἐπὶ ἄλλου ἀσφαλεστέρου ἐδάφους νὰ στραφῇ καὶ νὰ ἐνεργήσῃ ἐναντίον τῆς ἑταιρείας, καὶ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν. Παρέστην κατὰ τύχην πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν πρώτην συνέλευσιν, Κύριοι, τῶν μετόχων. Παρουσιάσθησαν ἐν αὐτῇ πλεῖστοι ἐκ Μακεδονίας καὶ ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας. Δὲν δύναμαι νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ τί ἐγένετο κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμήν. Οὐδεὶς ἐκ τῶν διευθυντῶν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἀτενίσῃ αὐτοὺς τοὺς μετόχους. Τὸ τί ἠκούσθη εἶναι ὄντως θλιβερόν, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ τὰ ἐπαναλάβω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Φοβοῦμαι μήπως ἴσως καὶ χειρότερα—καὶ ἐν παντὶ δικαίῳ—συμβῶσιν αὔριον. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ἦτο καὶ δι’ ἄλλους λόγους ἀναγκαία ἡ συζήτησις αὕτη, διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ἔχομεν καὶ ἄλλας παρομοίας ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας καὶ πολλὰ παράπονα καὶ ἐναντίον αὐτῶν ἀκούονται· τοὐλάχιστον ἴσως κατὰ τοῦτο ἡ συζήτησις συνετέλεσε, διὰ νὰ φέρῃ εἰς συναίσθησιν καὶ τὰς ἄλλας ἀσφαλιστικὰς ἑταιρείας ταύτας.
§61Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Κατὰ ποίων ἄλλων εἶναι τὰ παράπονα;
§62Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῶν καταγγελιῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχω ἁπτὰς ἀποδείξεις. Ἀλλὰ πολλοὶ μέτοχοι τῆς ἀσφαλιστικῆς ἑταιρείας «Ἀνατολὴ» ἀρχίζουσι καὶ ἐπ’ αὐτῆς νὰ φοβῶνται· καὶ δι’ αὐτὸ φρονῶ, ἢ μᾶλλον εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ παροῦσα τοὐλάχιστον Κυβέρνησις θέλει λάβει τὰ κατάλληλα μέτρα, ὥστε νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσιν ὅσα μέχρι σήμερον γίνονται.
§63Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Μεταγενεστέραν ἔκθεσιν ἔχετε;
§64Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει. Ἀλλὰ σχεδὸν καλύπτει τὰ πράγματα.
§65Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι εὐθύνεται ποινικῶς;
§66Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἔχει ποινὰς τοιαύτας. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ νόμος θὰ λειτουργήσῃ, ὅπως ἐβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, ὡς γνωρίζετε καὶ ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι ἀτελής· δὲν προβλέπει ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων. Διὰ τοῦτο πολὺ φοβοῦμαι ὅτι—καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ μάθῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν—τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, θὰ τὰ φάγῃ ἡ ἐκκαθάρισις, διότι —τοὐλάχιστον οὕτως ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς ἐκ τῆς θέσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργός—γνωρίζετε, Κύριοι, πόσους ὑπαλλήλους ἔχει ἡ «Ἀμοιβαία»; Γνωρίζετε πόσα ἐνοίκια πληρώνει; Ἔχει πλέον τῶν δέκα ὑπαλλήλων· διατηρεῖ ἴδιον κατάστημα. Καὶ πάντα ταῦτα εἰς βάρος τῶν μετόχων αὐτῆς! Διὰ νὰ προληφθῶσι λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ μέλλον παρόμοια ληστρικὰ κρούσματα καὶ νὰ μὴ φάγῃ ἀφ’ ἑτέρου τὰ ὑπολειφθέντα κεφάλαια τῆς «Ἀμοιβαίας» ἡ γενησομένη ἐκκαθάρισις, ὑπέβαλον πρότασιν νόμου προνοοῦσαν περὶ πάντων τούτων, τὴν ὁποίαν παρέδωκα εἰς τὸ Προεδρεῖον, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν ἐγκρίνῃ, νὰ παραπεμφθῇ αὕτη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν ἢ νὰ διατάξῃ τὴν ἀνάγνωσιν αὕτη, διότι μόνον διὰ νέου νομοθετήματος θὰ προλάβωμεν καὶ θὰ ἐξασφαλίσωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλισθῇ· ἄλλως μὲ τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, ἔστε βέβαιοι ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος τὰ ἔκτροπα ταῦτα νὰ ἐπαναληφθῶσιν.
§67Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐσχημάτισε γνώμην, ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, πραγματοποιούμεναι, ἐξασφαλίζουσι τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων καὶ ἀπαλλάττουσιν ἡμᾶς τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ προβῶμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ προβῶμεν. Συνεπῶς δὲν ἀπομένει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἑνώσωμεν τὰς συστάσεις μας, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐνεργείας της.
§68Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Εἶμαι, κύριοι Βουλευταί, ἠναγκασμένος νὰ δευτερολογήσω. Καὶ πρῶτον βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καθὼς καὶ ἅπαντας τοὺς κ. Ὑπουργούς, ὅτι, ἐὰν δὲν ἦτο ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἂς βεβαιωθῶσιν, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδέποτε θὰ ἔκαμνον λόγον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, βέβαιος ὢν ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἡ φωνή μου θὰ ἦτο «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἀπήντησεν εἰς ὅσα ἐγὼ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀπαντήσῃ. Καὶ πρῶτον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ἀκολούθων. Δύναται καὶ ἔχει δικαίωμα τὸ σημερινὸν συμβούλιον νὰ ἐξασκήσῃ τοιαῦτα οὐσιώδη δικαιώματα ἑταιρικῆς διαχειρίσεως; Ἀπαντῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ καλέσῃ τὸ σημερινὸν συμβούλιον τοὺς μετόχους εἰς συνέλευσιν. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ἀπὸ καθαρᾶς νομικῆς ἀπόψεως ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος, ἡ «Ἀμοιβαία» ἔπαυσε, κατὰ τὸν νόμον, νὰ ὑφίσταται, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς δὲν κατέθηκε τὴν νόμιμον ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ὁ νόμος περὶ τῶν ἀσφαλειῶν.
§69ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἶχον δώσει πληροφορίας ἀπαντῶν εἰς ἐπερώτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ πολλοῦ. Εἶπον δὲ τότε ὅτι προκειμένου περὶ ἑρμηνείας τοῦ νόμου ἐκείνου ἐδιχάσθη ἡ γνώμη τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, τῶν μὲν φρονούντων ὅτι ἡ μὴ καταβολὴ τῆς ἐγγυήσεως δὲν συνεπάγεται τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος τῆς συστάσεως τῆς Ἑταιρείας, τῶν δὲ θεωρούντων ὅτι συνεπάγεται τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος. Ἐδήλωσα δέ, ὅτι ἡμεῖς ἑρμηνεύοντες τὸν νόμον, τοῦ ὁποίου τὴν σχετικὴν περικοπὴν ἀπήγγειλα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἡμέραν ἐκείνην καὶ τὴν ὁποίαν ταύτην τὴν στιγμὴν ἔχω ἐδῶ, θεωροῦμεν κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὰς λέξεις αὐτοῦ ὅτι ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσωμεν τὸ Διάταγμα, οὐχὶ δὲ ὅτι ὑποχρεούμεθα νὰ ἀνακαλέσωμεν τὸ Διάταγμα. Ἐθεωρήσαμεν δὲ προσέτι ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος ἀμέσως· τὸ διατί τὸ εἶπον τότε.
§70Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησε. Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐγὼ κακῶς διετύπωσα τὰς γνώμας μου ἢ μᾶλλον τὰς ἰδέας μου, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπήντησεν ὡς ἀπήντησεν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν· ἑταιρεία ἀθετήσασα τὸν νόμον περὶ ἀσφαλειῶν, τοῦ Κράτους, ἑταιρεία, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλειψαν ὅλοι οἱ μεγαλόσχημοι αὐτῆς σύμβουλοι, μόλις προῃσθάνθησαν τὰς συσφιγγούσας αὐτοὺς εὐθύνας, ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἔπαυσεν ἀπὸ πολλοῦ τὰς ἐργασίας της, ἑταιρεία, ἢ μᾶλλον ὄχλος γαντοφορεμένος, διατελῶν ἐν ἀπαγορεύσει, ἐπιτρέπεται, λέγω, ὀχυρουμένη ὄπισθεν μιᾶς βασιλικῆς ὑπογραφῆς νὰ καλῇ τὴν συνέλευσιν;
§71ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν τὴν ἐκάλεσεν αὐτή. Ἐγὼ εἶπον εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνακαλέσωμεν τὸ Διάταγμα, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν δικαστικὴν ὁδόν. Φοβούμενοι δὲ ὅτι ἡ τοιαύτη περιπλοκὴ ἦτο δυνατὸν νὰ καταναλώσῃ μέγα μέρος τοῦ ὑπολοίπου κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον εἶχε καταβληθῆ, προεκρίναμεν νὰ ἀποταθῶμεν πρὸς αὐτοὺς τοὺς μετόχους. Τὸ στρατόπεδον τῶν νεωτέρων μετόχων ἐφαίνετο ὑπὲρ τῆς μεταβιβάσεως τοῦ κεφαλαίου εἰς μίαν Τράπεζαν, τὸ δὲ στρατόπεδον τῶν μετόχων τῶν παλαιῶν φοβούμενον μήπως φέρῃ περιπλοκὰς εἰς αὐτοὺς ἐπεζήτει τὴν διάλυσιν τῆς ἑταιρείας. Ἡμεῖς δὲν προέβημεν εἰς τὴν διάλυσιν ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέφερα.
§72Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὅτι δὲν θὰ ἀνηρχόμην ἐπὶ τοῦ βήματος, διὰ νὰ ὁμιλήσω διὰ τὸ ζήτημα τῆς «Ἀμοιβαίας», ἐὰν δὲν προΐστατο τῶν κοινῶν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, διότι ἤμην βεβαιότατος ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι πρὸς οἱανδήποτε Κυβέρνησιν ἐκ τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων ἐὰν ἀπετεινόμην, ἡ φωνή μου θὰ ἦτο «φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ». Ὀφείλω νὰ συγχαρῶ, ἐὰν ἔχωσιν ἀξίαν τινὰ τὰ συγχαρητήριά μου, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς καὶ τὴν Κυβέρνησιν δι’ ὅσα ἔπραξαν. Ἀλλ’ ὀφείλω ἐξ ἄλλου νὰ καταγγείλω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ νὰ ἀκουσθῇ καὶ νὰ γνωσθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ σφετερισθῇ ὁ ὄχλος αὐτὸς τῆς «Ἀμοιβαίας» τόσα ἑκατομμύρια δραχμῶν. Οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι ἦσαν οἱ κύριοι Χαραλάμπης, Ζαΐμης, Στρέϊτ, Σκουζές, Βουγιούκας.
§73Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§74Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Μιχαλέα.
§75Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Τὸ βῆμα εἶναι ἐδῶ.
§76Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μὴ ἀναφέρετε ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἐτίμησαν τὴν Ἑλλάδα.
§77Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐγὼ ἔχω καὶ τὴν ὥριμον ἡλικίαν καὶ τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν καὶ τὴν πρέπουσαν οἰκογενειακὴν ἀνατροφήν, ὥστε νὰ εἶμαι ἁβρὸς καὶ λεπτὸς πρὸς πάντας. Ἦλθον ὅμως ἐδῶ δι’ ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, πῶς καὶ τίνι τρόπῳ θὰ δυνηθῶ νὰ ἐξυπηρετήσω καταπατούμενα τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, πῶς καὶ τίνι τρόπῳ θὰ συντελέσω εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ νῦν Κυβέρνησις ἀδιαφορῶν διὰ τὰ πρόσωπα, οἷα καὶ ἂν εἶναι, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵστανται. (Εὖγε, εὖγε). Ἐὰν ταῦτα χαρακτηρισθῶσιν ὑπό τινων τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἢ ἐκτός, ὅτι εἶναι κολακεῖαι ἢ ὕβρεις, θὰ παρακαλέσω αὐτοὺς νὰ λάβωσι τὸν κόπον νὰ ἐξετάσωσι τὴν ζωήν μου ὁλόκληρον καὶ θὰ πεισθῶσιν, ἄν ποτε ὑπῆρξα κόλαξ ἢ ὑβριστής. Τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν μεγαλοσχήμων κυρίων, κ. Πρωθυπουργέ, φιγουράρουν ἐντὸς τοῦ καταστατικοῦ καὶ αὐτὰ συνετέλεσαν νὰ προσελκυσθῶσι τόσα θύματα, ὡς προσελκύει ὁ ἠλεκτρικὸς γλόμπος διὰ τῆς λάμψεώς του τὰ μικρὰ γνωστὰ ζῳύφια. Τὸ χρῆμα συνέρρεε πανταχόθεν τῆς Ἑλλάδος ἄφθονον πρὸς χαρὰν τῶν ἱδρυτῶν καὶ τῶν συμβούλων τῆς «Ἀμοιβαίας». Δὲν θὰ ἐλάμβανον δὲ τὸν λόγον καὶ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἂν δὲν εἶχον δεκάδας ἐπιστολῶν προερχομένας ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν.
§78Θ. ΠΕΡΡΟΣ. Οἱ ἱδρυταὶ ποῖοι ἦταν;
§79Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Οἱ ἱδρυταὶ ἦσαν οἱ κ. κ. Βορρές, Οἰκονομίδης, υἱὸς οἰκονομολόγου, καὶ Γ. Οἰκονομίδης ὑποδιευθυντὴς τῶν μονοπωλίων.
§80Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τί ἔγιναν αὐτοί;
§81Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ κοινὴ γνώμη καὶ ὁ τύπος ἐξηγέρθησαν, αὐτοὶ κατανοήσαντες ὅτι ὁ πέλεκυς τῆς δικαιοσύνης θὰ ἐπέλθῃ καὶ θὰ κατέλθῃ κατ’ αὐτῶν ἀμειλίκτως ᾤχοντο ἀπιόντες.
§82Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Γνωρίζετε, ἂν ἐγένετο καμμία κατάχρησις;
§83Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Διατί, παρακαλῶ, νὰ μετατοπίζητε τὸ ζήτημα; Ἐγὼ βεβαιωθῆτε ὅτι γνωρίζω περισσότερα παντὸς ἄλλου, ἀλλ’ εἶναι καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα δι’ ἐθνικοὺς λόγους δὲν πρέπει νὰ λεχθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι διασαλπίζονται πρὸς βλάβην τῆς πατρίδος εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου. Ποίους δὲ πρέπει νὰ παρασημοφορήσῃ ἡ νέα Κυβέρνησις καὶ εἰς ποίους πρέπει οἱ μέτοχοι νὰ ἀνεγείρωσιν ἀνδριάντας καὶ εἰς ποίους νὰ ὀφείλωσιν εὐγνωμοσύνην θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τοὺς ἀναφέρω. Καὶ τοιοῦτοι εἶναι ὑπάλληλοι ὑπηρετήσαντες εἰς τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις. Οἱ τοιοῦτοι εἶναι, καὶ μάλιστά τινες καθ’ ὑπόδειξιν τοῦ Ὑπουργείου, οἱ κύριοι Χωματιανός, Κουμανούδης, Παπαδόπουλος, Κουμπουρόπουλος, Δροσόπουλος, Βολωνάκης, Τυπάλδος κλπ. Οἱ κύριοι οὗτοι ἐβεβαίουν, ὅτι τὰ χρήματά του ὁ λαὸς ὀφείλει νὰ τὰ καταθέτῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἀμοιβαία», διότι αὐτὴ καὶ μόνη θὰ δώσῃ διπλάσια καὶ τριπλάσια κέρδη, καὶ ὄχι νὰ τὰ καταθέτωσιν εἰς τὰς Τραπέζας, καὶ ὅτι προσέτι αἱ ἐργασίαι τῆς «Ἀμοιβαίας» θὰ ἐπεκταθῶσι κατὰ πολύ.
§84Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποίας ἐποχῆς εἶναι ἡ ἔκθεσις;
§85Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀπὸ ὀκτὼ ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν ἐξελίσσεται αὐτὴ ἡ κωμῳδία.
§86Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι περὶ τοῦ κ. Χωματιανοῦ δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη ὅτι εἶναι ὑπάλληλος ἱκανώτατος. Ἐὰν πρόκειται περὶ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίωσαν περὶ τῆς ἀγαθῆς καταστάσεως τῆς ἑταιρείας πρὸ τεσσάρων ἐτῶν, αὐτοὶ ἐβεβαίωσαν ἀληθῆ πράγματα. Εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι δύο ἐκθέσεις ὑπέπεσον ὑπὸ τὰς ὄψεις ἡμῶν, ἐπειδὴ δὲ διὰ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν ἐκλονίζετο ἡ πίστις τῆς ἑταιρείας, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχήν, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβῃ μίαν οἱανδήποτε ἀπόφασιν, ἐθεώρησεν, ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ὁδηγηθῇ ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὴν ἀληθῆ εἰκόνα τῆς ἑταιρείας αὐτῆς κατὰ τὰ διάφορα ἔτη, ἐξ αὐτῆς δὲ θὰ κρίνωμεν περὶ τῆς εὐσυνειδησίας τῶν ἑκάστοτε ὑπαλλήλων.
§87Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ ἤμην, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἀνάξιος τῆς ἀποστολῆς μου καὶ ἀνάξιος τοῦ ἀξιώματος, δι’ οὗ περιεβλήθην ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου, ἐὰν ἀνηρχόμην ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἔλεγον ἄρρητ’ ἀθέμιτα· διότι ἐγώ, ὁ ὁποῖος οὐδέποτε ἀνέχομαι νὰ πειραχθῶ ἐπ’ ἐλάχιστον ὑπ’ οὐδενός, βεβαίως ἔχω πλήρη τὴν συναίσθησιν καὶ συνείδησιν, ὅτι οὐδέποτε πρέπει νὰ πειράζω. Δι’ ὅσα λέγω ἔχω ἀποδείξεις. Διαβεβαιῶ εἰλικρινῶς, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐνήργησε θαυμασίως, ἀλλὰ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἔτι μᾶλλον καὶ δραστηριώτερον, συλλαμβάνουσα δὲ αὐτὸν τὸν ἀπαίσιον γαντοφορεμένον ὄχλον, αὐτοὺς τοὺς λύκους τῆς «Ἀμοιβαίας», νὰ τοὺς παραδώσῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, διὰ νὰ τιμωρηθῶσιν ἀναλόγως τῶν πράξεων, τὰς ὁποίας διέπραξαν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων καὶ τῆς αἰθούσης).
§88ΘΑΛ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρὸ τριῶν ἐτῶν, διὰ συνεντεύξεως εἰς ἐφημερίδα, ἔκρουον τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ὅτι ἡ «Ἀμοιβαία» θὰ ἐναυάγει, καὶ ἐστήριζον τὴν πεποίθησίν μου εἰς τὸ καταστατικόν, τὸ ὁποῖον ἐπέτρεπε τόσην σπατάλην, ὥστε ἦτο ἀδύνατον νὰ μὴ ναυαγήσῃ ἡ ἑταιρεία. Ἐὰν τώρα ἐκφρασθῶ διαφορετικά, ἴσως ὑπὲρ τῆς «Ἀμοιβαίας», βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἤλλαξα γνώμην, διότι ἐγὼ ἐκ τῶν πρώτων ἐκήρυξα τὸν πόλεμον κατ’ αὐτῆς. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὀνόματα ἐντιμότατα, ἀποτελοῦντα τὸ συμβούλιον, προσείλκυον τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν μετόχων. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι τὰ ὀνόματα ταῦτα φέρουσι διὰ τὰ συμβάντα ἠθικὴν εὐθύνην. Ὁ κ. Στρέϊτ, ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ κ. Βορρὲς κατέχουσι θέσεις διακεκριμένας, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι, ὅτε ἀντελήφθησαν τὸν κίνδυνον, ἂν δὲν ἀπεχώρησαν ἀμέσως, ἔπραξαν τοῦτο, διὰ νὰ σώσωσιν ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ περισωθῇ περισσότερον. Πάντοτε ὅμως τὸ ἐνδιαφέρον αὐτῶν δὲν ἔλειψε, καὶ ἀφιλοκερδέστατα διετέλεσαν καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα ὡς σύμβουλοι τῆς ἀσφαλιστικῆς ἑταιρείας. Τὸ ναυάγιον τῆς ἑταιρείας ὀφείλεται εἰς τὴν βάσιν της. Εἶναι ἀληθές, ὅτι πράκτορές τινες δὲν ἀπέδωκαν μέχρις 120,000 δρ. ἐξ ἀσφαλίστρων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ μόνον.
§89Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Οἱ ἱδρυταὶ τῆς ἑταιρείας κατέβαλον κατὰ τὴν ἵδρυσίν της καὶ μίαν πεντάραν;
§90Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ καταστατικόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀσφαλίζει τοὺς μετόχους καὶ προβλέπει μόνον περὶ πολλῶν δαπανῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι πάλιν ἐδικαιολογοῦντο ὅτι συνέστη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁμωνύμου συναδέλφου της ἐν Γαλλίᾳ. Ὁπωσδήποτε τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐξῆλθον συντετριμμένα ἠθικῶς, κατὰ τὴν ἀδικαιολόγητον γνώμην τινῶν, χωρὶς νὰ κερδίσωσιν οὔτε νὰ γνωρίζωσιν ἴσως τὸν κίνδυνον.
§91Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶπέ τις τίποτε περὶ τῶν συμβούλων.
§92Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ πράκτορες εὑρίσκοντες τοὺς θέλοντας νὰ ἀσφαλισθῶσιν ἐλάμβανον τὸ 7% ἐπὶ τῆς ὅλης προκαταβολῆς τῶν 600 δραχμῶν, ἐδίδοντο δηλαδὴ δικαιώματα περὶ ποσῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο βέβαιον ἂν θὰ εἰσπραχθῶσιν. Ἤδη ὅ,τι ἐγένετο ἐγένετο. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ὀφείλει νὰ μὴ προβῇ εἰς ἐσπευσμένην ἀπόφασιν, διότι πολλοὶ ἐκμεταλλεύονται τοὺς δυστυχεῖς ἀσφαλισθέντας ἀγοράζοντες τὰ συμβόλαιά των ἀντὶ ἐλαχίστου ποσοῦ. Ὑπάρχουσι πρόσωπα γνωρίζοντα ὅτι ἡ κατάστασις τῆς «Ἀμοιβαίας» δὲν ἦτο τόσον ὀδυνηρά, ὅσον παρίσταται, ὅτι αἱ ζημίαι της δὲν εἶναι τόσαι, ὅσας ὁ κόσμος διαδίδει.
§93Ν. ΚΑΛΒΟΚΟΡΕΣΗΣ. 2.500.000.
§94Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ γνωρίζοντες τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῆς «Ἀμοιβαίας», γνωρίζουσι τί ἔχουσι νὰ λάβωσιν οἱ διάφοροι μέτοχοι καὶ ἐπιτείνουσι τὸν θόρυβον, ἵνα δειλιάσωσι περισσότερον οἱ κάτοχοι συμβολαίων καὶ πωλήσωσιν αὐτὰ ἀντὶ οἱασδήποτε τιμῆς. Τὸ ἐμπόριον ἐξακολουθεῖ ἐπικερδῶς, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ ταχέως τέρμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν, χωρὶς οὔτε τὴν διάλυσιν τῆς ἑταιρείας νὰ διατάξῃ ἐσπευσμένως οὔτε ἄλλην τινὰ ἐκκαθάρισιν δι’ ἄλλων προσώπων. Τὸ ὀρθότερον θὰ εἶναι νὰ διατάξῃ τοὺς ἐκκαθαριστὰς μετὰ τῶν ὑπευθύνων προσώπων νὰ περατώσωσι ταχύτερον τὸ ἔργον αὐτῶν, διότι οὕτω πως ἡ ζημία θὰ εἶναι ὀλιγωτέρα.
§95Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι αὔριον γίνεται τὸ συμβούλιον τῶν μετόχων. Τοῦτο διορίζει ἐκκαθαριστάς, ὅπως ἐνεργήσωσι τὸ ταχύτερον....
§96Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ.
§97Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Φρονεῖτε ὅτι, ἐὰν ἡμεῖς δὲν εἴχομεν πληροφορίας, ὅτι θὰ ἀπησχολοῦμεν τὴν Βουλὴν δι’ ὅσων εἴπομεν;
§98Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην μου, ὅπως περισωθῇ κάτι τι πλειότερον καὶ αὐτὸ δοθῇ εἰς τοὺς πραγματικῶς καταβαλόντας καὶ ὄχι τοὺς ἐκμεταλλευομένους τὴν περίστασιν δι’ ἀγορᾶς τῶν συμβολαίων ἀντὶ ἐλαχίστου ποσοῦ.
§99Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Φρονεῖτε ὅτι τὸ σημερινὸν συμβούλιον εἶναι εἰς θέσιν νὰ διαφωτίσῃ τὴν Κυβέρνησιν;
§100Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τοῦτο εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, ὅπως σωθῇ ἡ ὑπόληψις ὅσον τὸ δυνατὸν πλειοτέρων. Ἐγὼ ὅμως θέλω, ὅπως ἡ ζημία, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τοὺς μετόχους, εἶναι μικροτέρα καὶ διὰ τοῦτο προτρέπω τὴν Κυβέρνησιν νὰ διορίσῃ ἐπόπτας, ἀλλὰ νὰ παύσῃ καὶ ὁ γενόμενος θόρυβος, ἵνα μὴ οἱ διάφοροι μέτοχοι, τοὺς ὁποίους ὁ κόσμος δικαίως ἢ ἀδίκως ἀποκαλεῖ θύματα, γίνωσι πραγματικῶς θύματα καὶ ἀπολέσωσι τὰς καταβολὰς ὁλοκλήρους.
§101Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐκτεθέντα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἐγένετο πράγματι ὅ,τι ἦτο δυνατὸν καὶ πρέπον νὰ γένηται. Ἀλλ’ ἐκ τῆς συζητήσεως, τῆς γενομένης ἔξω τῆς Βουλῆς καὶ τῆς συζητήσεως τῆς ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀπεδόθησαν καὶ διὰ φυλλαδίου ἀκόμη, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρησαν, ἐγκληματικαὶ πράξεις, τὰς ὁποίας εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον ἡμεῖς νὰ ἐξελέγξωμεν. Διὰ τούτων, κακῶς, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἐξετοξεύθησαν ὑπόνοιαι κατὰ προσώπων, τῶν ὁποίων δὲν ἐνθυμοῦμαι κἂν τὰ ὀνόματα, τὰ ὁποῖα ἐνταλέντα ἁρμοδίως ἔκαμον ἤδη ἐκθέσεις περὶ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων τῆς ἑταιρείας, κατὰ τῶν ἐλεγκτῶν. Διότι οὗτοι, ὡς εἶναι γνωστόν, λογιστικοὶ ἴσως δεινοί, ἐγνώριζον καὶ ἀνέλαβον μόνον νὰ βεβαιώσωσι τὸ ἰσοζύγιον τὸ ὑπάρχον ὀνομαστικῶς, φαινομενικῶς, τυπικῶς, οὐσιαστικῶς ὅμως, ἂν τὰ κονδύλια ταῦτα ἐξωδεύθησαν, ἢ ἂν ἐξωδεύθησαν ὑπὸ τὸν τύπον πολυτελείας ἔστω, ἡ ὁποία, ὁπόταν εἶναι ἀδικαιολόγητος, δύναται νὰ συγκαλύψῃ πράξεις ἀξιοποίνους, δὲν δύνανται βεβαίως νὰ βεβαιώσωσιν οἱ ἐλεγκταὶ καὶ οἱ ἐκκαθαρισταὶ οὔτε οἱ ἐν τῷ παρελθόντι κληθέντες οὔτε καὶ οἱ ἐν τῷ μέλλοντι κληθησόμενοι. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἑτέρα τις ἐνέργεια εἶναι δυνατὸν νὰ συσταθῇ ἀκόμη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ἄρθρον 149 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὅλαι αἱ πολιτικαὶ καὶ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως ὀφείλουσι νὰ ἀνακοινώσωσιν ἀμελλητὶ εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα πᾶν ὅ,τι μανθάνουσιν ἐκ μηνύσεων, ἢ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ἐκ φήμης, ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον περί τινος πλημμελήματος ἢ κακουργήματος». Λοιπὸν πᾶν ὅ,τι ἔμαθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς «ἐκ φήμης ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον» δύναται ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα. Νομίζω ὅτι μία ἀνακοίνωσις πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν λεχθέντων καὶ καταγγελθέντων πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, στηριζομένων ὄχι μόνον εἰς ἀνακοινώσεις οἱασδήποτε, ἀλλὰ καὶ εἰς φήμην λαβοῦσαν ἀρκοῦσαν ἔκτασιν ἐντὸς ὀλίγου χρόνου, θὰ ἔδιδον ἀφορμὴν εἰς τὴν εἰσαγγελικὴν ἀρχήν, ὅπως ἐπιλάβηται τῆς ὑποθέσεως διὰ τακτικῆς ἀνακρίσεως. Καὶ τότε μόνον καὶ οἱ μέτοχοι θὰ ἦσαν ἐξησφαλισμένοι, ὅτι καὶ τὰ βιβλία, περὶ ὧν ἔκτοτε ὑπῆρχε φόβος νὰ κρυβῶσι, θὰ κατασχεθῶσι καὶ οὐσιαστικὴ ἐξέλεγξις τῶν κονδυλίων θὰ γίνῃ, καὶ θὰ ἐξακριβωθῇ κατὰ πόσον ταῦτα ἐξωδεύθησαν καὶ δὴ δεδικαιολογημένως, καὶ οἱ μέτοχοι θὰ μείνωσιν ἥσυχοι καὶ ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἀδίκως διασύρονται ὡς μετασχόντων τῆς ἐπιχειρήσεως ἢ προκαλεσάντων τὴν εὐπιστίαν τοῦ λαοῦ καὶ ἐκεῖνοι θὰ ἐξέλθωσιν ἀσινεῖς ἐκ τῆς ἀδίκου ἐπιθέσεως, ἡ ὁποία γίνεται κατ’ αὐτῶν. Νομίζω ὅτι μία τοιαύτη ἐνέργεια θὰ ἦτο σκόπιμος καὶ δεδικαιολογημένη.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετραλιᾶς.
§103Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης.
§105Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Παραιτοῦμαι ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§106Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις τὰς τόσον σαφεῖς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ζήτημα εἶχε λήξει, καὶ τότε βεβαίως οὔτε ἐγὼ θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξήγησε τὰ πράγματα οἷα συνέβησαν, καὶ ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ λάβῃ πάντα τὰ μέτρα, ὅπως περισώσῃ τὴν περιουσίαν τὴν ὑπάρχουσαν, καὶ ἐν ἀνάγκῃ, ἐὰν κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ὑποθέσεως εὑρεθῇ τι τὸ μεμπτόν, θέλει παραπέμψει τὴν ὑπόθεσιν καὶ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν. Ἄλλο τι δὲν δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὑποθέτω ὅτι διὰ τῶν μέτρων τούτων πᾶς τις θέλει μείνει ἱκανοποιημένος. Ἀνῆλθον ὅμως εἰς τὸ βῆμα, διότι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δώσω τὸν λόγον ἀπὸ ἐπόψεως μᾶλλον θεωρητικῆς, διατί συνέβησαν πάντα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς ἐγένοντο αἰσθητὰ εἰς τὸν λαόν, καὶ δὴ θλιβερῶς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἐπιχείρησις, οἵα ἦτο ἡ τῆς «Ἀμοιβαίας», δεῖται πρὸ παντὸς πίστεως. Χρειάζεται νὰ ὑπάρχῃ τελεία ἐμπιστοσύνη εἰς τὴν ἐπιχείρησιν. Καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι, ἐὰν ἡ πίστις δὲν ἤθελεν ἐκλείψει, οὐδὲν ἐκ πάντων τούτων θὰ ἐβλέπομεν σήμερον καὶ θὰ εὐωδοῦτο ἡ ἐπιχείρησις. Ἐὰν ἡ ἐπιχείρησις εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ συστήσῃ κανεὶς ἢ οὔ, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ βάσις τῆς ἐπιχειρήσεως, ἥτις συνίσταται εἰς τὸ νὰ συνέρχηται ὁμὰς ἀτόμων, ἡ ὁποία νὰ ζητῇ, ὅπως οἱ ἐπιζῶντες ἐπωφελῶνται τῶν καταθέσεων τῶν ἐκλιπόντων, ἀπαιτεῖ, ὅπως ὑπάρχῃ ἐξακολούθησις τῆς ἐργασίας διαρκής. Ὅταν ἡ ἐργασία διακόπτηται, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὄχι μόνον τὸ μερίδιον τῶν ἀποθανόντων ἀπόλλυται, ἀλλὰ τρέχουσι κίνδυνον μέγιστον νὰ μὴ λάβωσι καὶ οἱ ἐπιζῶντες ὅσα ἔπρεπε νὰ λάβωσι. Τῳόντι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι μία τοιαύτη ἐπιχείρησις ἔχει ἀνάγκην δαπανῶν, καὶ μάλιστα μεγάλων. Τοῦτο εἶναι ἀποδεδειγμένον ἀπὸ τὰς ὁμοίας ἐπιχειρήσεις τὰς ὑπαρχούσας ἐν Εὐρώπῃ. Αἱ δαπάναι γίνονται εἰς βάρος τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον κατατίθεται, καὶ ὑποτίθεται ὅτι θὰ καλυφθῶσιν ἀπὸ τὰς καταθέσεις τῶν μετόχων, οἵτινες θὰ ἐκλείψωσιν πρὶν λήξῃ ἡ προθεσμία ἑκάστου συνεταιρισμοῦ. Ἐννοεῖται, ὅτι, ὅταν αἱ δαπάναι αὗται γίνωνται καὶ ἐν τῷ μεταξὺ δὲν γίνωνται νέαι ἐγγραφαί, ἢ μᾶλλον διακόπτωνται αὗται, ὅλα τὰ βάρη τῆς ἐπιχειρήσεως, τὰ παλαιὰ καὶ τὰ μέλλοντα, πίπτουσιν ἐπὶ τῶν αὐτῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα, ἐνῷ περιέμενον νὰ λάβωσι τὰ κεφάλαια μετὰ τῶν τόκων καὶ τῶν ὠφελειῶν, τρέχουσιν οὕτω τὸν κίνδυνον, ἀντὶ νὰ ὠφεληθῶσι, νὰ ἀπολέσωσι καὶ μέρος τοῦ κεφαλαίου. Τοῦτο ἀκριβῶς συνέβη. Ἡ «Ἀμοιβαία» κατ’ ἀρχὰς εὐωδοῦτο, δυστυχῶς ὅμως συνέβησαν καταχρήσεις, αἵτινες αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς δὲν θὰ εἶχον μεγάλην σημασίαν, ἐὰν οἱ καταχρασταὶ δὲν ἐφρόντιζον, ἐπειδὴ κατεδιώκοντο, νὰ διασπείρωσι κατὰ τῆς «Ἀμοιβαίας» τὴν δυσπιστίαν. Εὐθὺς δὲ ὡς αὕτη διεσπάρη, φυσικῷ τῷ λόγῳ ἡ πληθὺς τῶν μετόχων, ἀνερχομένη εἰς 23,000 καὶ πλέον, ἤρχισε νὰ ζητῇ τὰ χρήματά της, νομίζουσα τῳόντι ὅτι πρόκειται περὶ σπαταλῶν τῆς διοικήσεως. Καὶ ἐννοεῖται ὅτι, ὅταν τὸ ζήτημα κατέρχηται εἰς τὸν ὄχλον, δὲν εἶναί τις κύριος νὰ τὸ συγκρατήσῃ. Καὶ οὕτως ἔπαυσε πᾶσα νέα ἐγγραφή. Σήμερον εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἄλλη λύσις δὲν ὑπάρχει ἢ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ παραδέχονται ἅπαντες οἱ μέτοχοι. Ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι ἡ ἑταιρεία πρέπει νὰ διαλυθῇ. Πάντα ταῦτα εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω, ὅπως δικαιολογήσω ἐκείνους, οἵτινες ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, ἥτις παρουσιάζετο ἀληθῶς ὑπὸ εὐνοϊκωτάτους ὅρους. Τοὺς δικαιολογῶ ἐκ τοῦ ὅτι, ἐὰν δὲν εἶχον συμβῆ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔφεραν τὴν δυσπιστίαν ...
§107Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὰ πρόσωπα ταῦτα, ὁ Ζαΐμης καὶ οἱ ἄλλοι, ἵστανται ὑψηλὰ καὶ δὲν τοῖς χρειάζεται δικαιολογία.
§108Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Γνωρίζετε τὸ ῥητὸν τῶν Ῥωμαίων.
§109Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι πολὺ ὑψηλὰ καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἰς τὴν συνείδησιν παντός.
§110Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὸ ῥητὸν τοῦτο ἡ σύζυγος τοῦ αὐτοκράτορος ἐν Ῥώμῃ δὲν πρέπει μόνον νὰ εἶναι τιμία, ἀλλὰ νὰ φαίνηται καὶ τιμία, καὶ ἕνεκα τούτου ἠναγκάσθην, ἀπαντῶν εἰς τοὺς ὑπαινιγμούς, οἵτινες διετυπώθησαν, νὰ εἴπω ὅτι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ἦσαν συνέπεια τῶν πράξεων τῶν καταχραστῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν περιωρίσθησαν εἰς τὰς καταχρήσεις, ἀλλ’ ἠθέλησαν καὶ νὰ δυσφημήσωσι τὴν ἑταιρείαν, καὶ τὸ κατώρθωσαν πρὸς ζημίαν τῶν μετόχων. Νομίζω, ὅτι αἱ ὀλίγαι αὗται ἐξηγήσεις θέλουσι πείσει πάντα ἐξ ὑμῶν, ὅτι κατ’ οὐδὲν δύνανται τὰ γενόμενα νὰ εὐθύνωσι τοὺς διευθύνοντας τὴν ἑταιρείαν.
§111Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ μοὶ ἐπεβλήθη τοῦτο κατόπιν τῶν λεχθέντων ἐνταῦθα ὑπὸ διαφόρων συναδέλφων, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζονται ἐντελῶς ἐπὶ βάσεως ὀρθῆς. Ὡς γνωστόν, ἡ ἀλληλασφάλεια αὕτη συνεστάθη τῷ 1892 μὲ σκοπὸν τῆς ἀμοιβαίας ἀσφαλείας τῶν μετόχων αὐτῆς καὶ εἶχεν ὡς βάσιν τὴν Γαλλικὴν ἑταιρείαν «Mutuel», ἥτις ἑδρεύει εἰς τὴν Λυών, ἡ πρώτη δὲ εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς δευτέρας. Ὅπως προηγουμένως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος, ἐὰν ἡ ἐργασία ἦτο συνεχής, ὅπως σήμερον εἶναι συνεχὴς ἡ ἐργασία τῆς Λυωνικῆς ὁμοίας ἀσφαλείας, βεβαίως τὰ ἀποτελέσματα τῶν συνεταιρισμῶν θὰ ἦσαν ἱκανοποιητικά, τῶν συνεταιρισμῶν οἱ ὁποῖοι καταρτίζονται ἐτησίως, διότι οἱ καταθέτοντες ἐτησίως δραχ. 5 ἀποτελοῦσιν ἴδιον συνεταιρισμόν, καὶ οἱ 100, οἱ 500, οἱ 1000, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸν ἐτήσιον αὐτὸν συνεταιρισμόν, εἶναι ἀμοιβαίως ἠσφαλισμένοι, ὥστε, ἐάν τις ἐξ αὐτῶν ἀποθάνῃ, ἀντὶ ἑνὸς ἐλαχίστου ἐτησίως καταβαλλομένου ἀντασφαλίστρου, ἀποζημιοῦται ἡ οἰκογένειά του δι’ ὃ ποσὸν εἶναι ἠσφαλισμένος. Ἰδίως ὅμως σκοπὸς τῆς ἀμοιβαίας ἀσφαλείας εἶναι ταμιευτικός. Ὡς γνωστόν, παρ’ ὅλαις ταῖς εὐρωπαϊκαῖς ἑταιρείαις, ἡ προμήθεια ἐπὶ τῶν τοιούτων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, ὅσον καὶ τῶν μετοχικῶν τοιούτων, εἶναι μέγισται, ὥστε ν’ ἀπορροφῶσι σχεδὸν ὁλοκλήρου τοῦ πρώτου ἔτους τὴν καταβολὴν τὰ ἔξοδα καὶ αἱ προμήθειαι· σκοπὸς δὲ τῆς μεγάλης προμηθείας εἶναι τὸ νὰ διεγείρῃ τῶν διαφόρων πρακτόρων καὶ μεσιτῶν τὴν ἐνεργητικότητα καὶ προσελκύωσι μετόχους καὶ ἑπομένως ταμιευτάς. Ἡ προμήθεια ἦτο τοιαύτη, οἵα εἶναι καὶ εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ ὁμοίου εἴδους ἱδρύματα. Ἐλέχθη, ὅτι τὰ ὀνόματα τῶν ἀξιοτίμων κυρίων Ζαΐμη καὶ Στρέϊτ καὶ ἄλλων τινῶν συμβούλων τῆς ἑταιρείας ἦσαν ὁ γλόμπος, περὶ τὸν ὁποῖον ἔπιπτον ὡς πεταλοῦδαι. Βεβαίως ἐχρειάζετο πίστις, καὶ πίστις μεγάλη, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ πεισθῇ εἷς ἰδιώτης, εἷς χωρικός, καὶ ἐγγραφῇ· ἀλλὰ συνέτεινεν ἰδίως ἡ ἐπιτηδειότης τοῦ πράκτορος νὰ προσελκύσῃ τὸν πελάτην, τὸν ὁποῖον πράκτορα διήγειρεν, ὅπως σᾶς εἶπον, νὰ ἐργασθῇ ἡ ἀμοιβή, διότι ἐλάμβανεν 7½ δρ. προκαταβολικῶς καὶ κατέληγεν εἰς 15 δρ. ἕως τὴν τρίτην δόσιν νὰ εἰσπράξῃ, συνέτεινε βεβαίως εἰς τὴν ἐγγραφὴν καὶ ἡ πίστις, τὴν ὁποίαν παρεῖχε τὸ διοικητικὸν συμβούλιον. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὑπῆρχε συνεχὴς ἡ ἐργασία μέχρι τοῦ 1905, ἡ ἑταιρεία θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ δώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέσχετο νὰ ἀποδώσῃ τὸ κεφάλαιον ἐντὸς δεκαετίας, ἀλλ’ ὅτε ἐξέλιπεν ἡ πίστις, καὶ συνεπῶς ὠλιγόστευσαν αἱ ἐγγραφαί, ἐπῆλθε δὲ κατόπιν ἡ ἵδρυσις διὰ τῆς ἀποχωρήσεως ἑνὸς τῶν ὑποδιευθυντῶν, τοῦ κ. Κωνσταντινίδου, ὅστις ἤρχισε νὰ διαδίδῃ δυσφημήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν τότε ἀληθεῖς, ἔφερον ὅμως τὴν δυσπιστίαν, ἐπῆλθεν ἡ ἵδρυσις, λέγω, τῆς ἀσφαλιστικῆς ἑταιρείας «Ἀνατολή», ἀρχικῶς ἱδρυθείσης ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως τοῦ ἀμοιβαίως ἀσφαλίζεσθαι, καὶ ἥτις κατόπιν μετετράπη εἰς μετοχικήν, καὶ οὕτως ἀκόμη περισσότερον ὠλιγόστευσαν αἱ ἐγγραφαί. Ἀλλὰ καὶ ταύτης τῆς «Ἀνατολῆς» ἡ τύχη δὲν θὰ εἶναι καλλιτέρα τῆς «Ἀμοιβαίας». Ἐννοεῖτε ὅτι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ ἐν Ἑλλάδι μία τοιαύτη ἐπιχείρησις, λόγῳ τῆς μικρᾶς ἀκτῖνος ἐνεργείας, ἐξ οὗ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προσελκύσῃ ἐγγραφὰς μετόχων πολλῶν, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τὰ ἔξοδα αὐτῆς, ἐστράφη πρὸς τὴν Ἀνατολὴν καὶ ἐντεῦθεν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖθεν ἀκούομεν φωνὰς ἐκ Μακεδονίας, Θράκης, Μικρᾶς Ἀσίας καὶ τῶν νήσων, διότι ἐστάλησαν ἀντιπρόσωποι πλεῖστοι μὲ ἡμερησίας ἀποζημιώσεις, μὲ ποσοστὰ προμηθειῶν ἀρκετὰ ἱκανοποιητικὰ καὶ ἔπεισαν τὸν κόσμον καὶ ἐνεγράφη εἰς τὴν ἑταιρείαν. Τὰ ὅσα σᾶς ἀνέφερα διεδόθησαν πρὸς τὰ ἐκεῖ, καὶ καθεὶς φυσικὰ ἀπέσχε νὰ συνεχίσῃ πληρώνων, καὶ τοῦτο θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα, ὅτι πλεῖστοι θὰ χάσωσι τὰ χρήματά των, καὶ κακῶς ἐλέχθη ὅτι δὲν θὰ τὰ χάσωσι, διότι δυνάμει ῥητοῦ ἄρθρου τοῦ συμβολαίου, ὅπως εἶναι εἰς ὅλας τὰς εὐρωπαϊκὰς ὁμοίας ἑταιρείας, ἐὰν δὲν συμπληρωθῇ τριετία τῆς καταβολῆς τοῦ μηνιαίου ἀσφαλίστρου, χάνουσι τὰ καταβληθέντα ὑπὲρ τῶν ἄλλων συνεταίρων. Οἱ περισσότεροι, οἱ ὁποῖοι φωνάζουσι, δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐνήμεροι εἰς τὰς καταβολάς των.
§112Γ. ΠΩΠ. Τῆς πρώτης τριετίας δὲν τὰ χάνουσι ποτέ.
§113Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Ὁμιλῶ δι’ ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔχουσι συμπληρώσει τριετίαν, καὶ ἔχουσιν 25 ἢ 30 μῆνας· αὐτῶν ἠκυρώθησαν τὰ συμβόλαια, καὶ ἑπομένως αὐτοὶ τὰ χάνουσι καὶ τὰ ἀπολεσθέντα αὐτὰ κεφάλαια συντρέχουσιν εἰς τὴν αὔξησιν τῶν κεφαλαίων τῶν ἄλλων τοῦ ἰδίου συνεταιρισμοῦ, ὥστε νὰ λαμβάνωσιν ἕνα μικρὸν τόκον οὗτοι καὶ ἀντὶ νὰ λάβωσιν 600 δρ. τὸ μερίδιον λαμβάνουσιν 650–700. Οὗτοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φωνάζουσι περισσότερον, εἶναι δὲ καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐξηκολούθησαν νὰ ἐγγράφωνται καὶ νὰ πληρώνωσι τὰς μηνιαίας καταβολάς των μέχρι τοῦ ἑβδόμου ἔτους, οἵτινες εἶναι ἐξησφαλισμένοι, διότι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐνεγράφησαν ἀπὸ τοῦ 1902 μέχρι τοῦ 1904, θὰ λάβωσιν ὁλόκληρον τὸ καταβληθὲν κεφάλαιόν των.
§114ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι· κατὰ πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχω, ἴσως κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος, τὸ 1910, ἔχει βελτιωθῇ ἡ θέσις καὶ τῶν μετόχων τῶν ἐγγεγραμμένων μετὰ τὸ 1904, ἀλλὰ κατὰ πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχω, θὰ λάβωσι πλήρη τὰ κεφάλαια οἱ συνεταιρισμοὶ τοῦ 1902, 1903 καὶ 1904· οἱ κατόπιν συνεταιρισμοὶ ὑφίστανται ζημίαν· εὐχάριστον εἶναι μόνον τοῦτο, ὅτι εὐτυχῶς ἐκ τοῦ ἐγγυητικοῦ κεφαλαίου τῶν 100,000 δραχ. ηὐξήθησαν ἐν τῷ μεταξὺ αἱ τιμαὶ τῶν χρεογράφων, ἔχουσι δὲ προσλάβει ἀξίαν κατὰ 80,000 δρ. περίπου, οὕτω δὲ δὲν κινδυνεύει νὰ ὑποστῇ μείωσιν τὸ κεφάλαιον διὰ τῶν δαπανῶν τῆς ἐκκαθαρίσεως.
§115Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Τὰ μέγιστα δὲ συνέτρεξαν εἰς τὸ νὰ ἐπέλθῃ ἡ κατάστασις αὕτη αἱ μεγάλαι ὀφειλαὶ τῶν πρακτόρων, διότι ὑπάρχουσι πράκτορες εἰς τὰ διάφορα μέρη τῆς Ἀνατολῆς, ὀφείλοντες μεγάλα ποσά, καί, ἂν σήμερον παραπονῶνται οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων, πρέπει νὰ στραφῶσι κατὰ τῶν πρακτόρων. Ὁ πράκτωρ Κωνσταντινουπόλεως ἐπὶ παραδείγματι πληροφοροῦμαι ὅτι ὀφείλει ἴσως 100.000 δραχμάς.
§116Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οὐδέποτε ἀποβλέπει ὁ ἀσφαλιζόμενος εἰς τὸν πράκτορα, ἀλλ’ εἰς τὴν ἑταιρείαν.
§117Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ ταῦτα ἀποδεικνύουσιν ὅτι δὲν εἰσεχώρησαν καταχρήσεις. Ἐκτὸς τῶν καθυστερήσεων μεγάλων ποσῶν ὑπὸ τῶν πρακτόρων ἀφ’ ὡρισμένης μάλιστα ἐποχῆς, ἣν ἐξ ἐθνικῶν λόγων δὲν δύναμαι νὰ ἀναφέρω, συνέτεινε καὶ ἡ μὴ παραγωγὴ νέας ἐργασίας, ἐνῷ αἱ δαπάναι ηὐξήθησαν, διότι εἶχον αὐξηθῆ καὶ οἱ μεριδιοῦχοι, καὶ συνεπῶς ηὔξησε καὶ τὸ προσωπικὸν τῆς ἑταιρείας καὶ αἱ δαπάναι αὐτῆς.
§118Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§119Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§120Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἄν δὲν ὑπῆρχον καταχρήσεις, οἱ σύμβουλοι θὰ παρῃτοῦντο τῆς θέσεώς των;
§121Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Βεβαιότατα.
§122Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Οἱ σύμβουλοι δὲν παρῃτήθησαν· παρῃτήθησαν δύο ἐκ τῶν συμβούλων.
§123Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δύο; Τρεῖς σωστοί.
§124Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Παρῃτήθησαν, διότι ἤθελον νὰ παραιτηθῶσιν.
§125Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Πότε παρῃτήθησαν δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε; Παρῃτήθησαν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ τύπος καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἤρχισε νὰ ἐξεγείρηται καὶ ἀντελήφθησαν ὅτι ἡ δικαιοσύνη θὰ ἐπενέβαινεν.
§126Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Μήπως διὰ τῆς παραιτήσεώς των, ἂν ἐπιληφθῇ ἡ δικαιοσύνη, ἀπαλλάσσονται τῆς εὐθύνης, ἂν ἦσαν ἐν γνώσει ὅτι διεπράχθησαν ἀδικίαι καὶ καταχρήσεις;
§127Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ παραίτησις θὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν των.
§128Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Οἱ Κύριοι οἱ ἀποτελέσαντες τὸ Συμβούλιον εἶναι εὐυπόληπτα καὶ γνωστὰ τοῖς πᾶσι πρόσωπα· οὔτε ἐσκέφθησάν ποτε ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῶσι καταχρήσεις καὶ οὔτε συνέβησαν τοιαῦται, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἐπῆλθεν ἕνεκα τῶν μεγάλων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ 1906 καὶ ἐντεῦθεν, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνταπεκρίθησαν ἀπέναντι νέων ὀλιγίστων ἐγγραφῶν.
§129Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀφοῦ οἱ Κύριοι, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνώτεροι πάσης ὑπονοίας, ὡς σεῖς παραδέχεσθε, διότι ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι, διατί, ἀφοῦ παρῃτήθησαν καὶ ἐγνώσθησαν αἱ καταχρήσεις, ἄφηναν τὰ ὀνόματά των νὰ φιγουράρουν εἰς τὰς ἐφημερίδας;
§130Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Ὡμίλησαν καὶ περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες κατ’ ἐπανάληψιν ἐπεθεώρησαν τὰ βιβλία τῆς ἑταιρείας καὶ κατηγοροῦσιν αὐτοὺς ἢ ὡς μὴ ἐκτελέσαντας τὸ καθῆκόν των ἢ ὅτι ἐμερολήπτησαν, ἀλλ’ ἡ παγκοίνως ἀνεγνωρισμένη ἐντιμότης ὑπαλλήλου ὡς ὁ κ. Κουμανούδης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μειωθῇ, καθόσον οὗτοι ὅσον καὶ ἄλλοι ἐπιθεωρηταὶ ἐπεθεώρησαν λογιστικῶς τὰ βιβλία τῆς ἑταιρείας καὶ τὰ εὗρον ἐν τάξει, καὶ περὶ τούτου ἔδωκαν ἐν λεπτομερείᾳ τὴν γνώμην αὐτῶν δι’ ἐκθέσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον.
§131Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Δὲν ἀπηντήσατε εἰς αὐτό, κύριε συνάδελφε.
§132Γ. ΠΩΠ. Τί; Ὑπουργὸς εἶναι;
§133Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Τί νὰ ἀπαντήσω; Ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον γνωρίζω ἐπίσης ὡς καὶ ὁ κ. Κουτούπης. Παρουσιάσθησαν σπεκουλατόροι, δηλαδὴ ἀπεφάσισάν τινες νὰ διαθέσωσι περὶ τὰς 10,000 δρ. καὶ ἐξαγοράσωσι, λόγῳ τοῦ φόβου, ὁ ὁποῖος κατέλαβε τοὺς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, μερίδια πληρώνοντες ἓν 10% δι’ αὐτά, διὰ νὰ τοῖς μείνῃ κέρδος 90%.
§134Γ. ΠΩΠ. Τὰ ἠγόρασαν αὐτά;
§135Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Μέρος μόνον ἠγόρασαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ γνωρίζω, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ μέτρα, ἵνα μὴ γίνωσι μεταβιβάσεις τῶν ἑταιρικῶν συμβολαίων.
§136Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον.
§137Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Προκειμένου δὲ περὶ διαλύσεως δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα εὐχερές, διότι, ἂν μὲν ἡ λύσις τῆς ἑταιρείας ἐπήρχετο φυσικῶς, διαλυομένου ἑκάστου συνεταιρισμοῦ, βεβαίως ἕκαστος θὰ ἐλάμβανε τὸ ἀναλογοῦν αὐτῷ μερίδιον, ἀλλὰ προκειμένου περὶ λύσεως ἐπερχομένης οὕτως ἀτάκτως, ὅπως ἐπέρχεται, δὲν εἶναι δυνατὸν κανεὶς ἐκ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἀναμιγνυομένων εἰς τὰ ἀσφαλιστικὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν διανομὴν τῶν κεφαλαίων καὶ θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη νὰ κληθῇ ἐξ Εὐρώπης ἀσφαλιστικὸς μαθηματικός, ὡς λέγεται, ἀναλογιστής.
§138ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα;
§139Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Εἶναι ἀπομίμησις ξένων ἀσφαλειῶν καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ Εὐρωπαῖος, διότι δὲν πρόκειται περὶ κοινῆς λογιστικῆς, ἀλλὰ περὶ δυσχερῶν μαθηματικῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους γινώσκουσιν ὅσοι ἐκπαιδεύονται εἰς εἰδικὰς σχολάς. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ τὴν διάλυσιν, νὰ καταβάλῃ δὲ πᾶσαν ἐνέργειαν πρὸς προφύλαξιν τῶν κατατεθέντων κεφαλαίων.
§140ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Ἂν τὸ συμβούλιον διορίσῃ ἐκκαθαριστάς;
§141ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προβαίνω εἰς τὴν δήλωσιν, ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον, μὴ κατατεθείσης τῆς ἐγγυήσεως ἐκείνης, δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι ἡ ἀνάκλησις τοῦ Διατάγματος, ὅτι τότε ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἀνακαλέσῃ τὸ Διάταγμα.
§142Γ. ΠΩΠ. Ποῖος Ὑπουργός;
§143Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας.
§144Γ. ΠΩΠ. Ἂν δὲν ἔχῃ τὴν γνώμην αὐτήν;
§145ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πρόκειται περὶ ἀποφάσεως κυβερνητικῆς, διότι τὸ ζήτημα ἔχει τόσην σημασίαν, ὥστε ἀπησχόλησεν ὅλην τὴν Κυβέρνησιν.
§146ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἔπρεπε καὶ πρέπει μετὰ πάσης ταχύτητος ὅσον τὸ δυνατὸν ἀσφαλέστερον καὶ ἀδαπανώτερον νὰ γένηται ἡ διανομὴ τῶν κατατεθειμένων κεφαλαίων, ὀρθότατα δὲν διετάχθη κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ ποινικὴ καταδίωξις, ἥτις οὐδὲν κωλύει νὰ διαταχθῇ μετὰ τὴν διανομήν, διότι, ἂν διετάσσετο ἤδη ἡ ποινικὴ καταδίωξις, δὲν θὰ ἐπήρχετο ἡ διανομὴ ταχέως, ἀσφαλῶς καὶ ἀδαπάνως. Ἀλλ’ καὶ ἡ ὅλη ἐνέργεια τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, κατὰ δικηγορικήν μου ἀντίληψιν ὑπῆρξεν ἀξιέπαινος καί, δύναμαι νὰ εἴπω, θαυμαστή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μοὶ εἶπε νὰ ἀνακοινώσω πρὸς αὐτὸν τὰ πρόσωπα τῶν καταχραστῶν καὶ νὰ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἐντὸς ὡρῶν ἤθελε διατάξει ὅτι ἔπρεπε νὰ διατάξῃ προκειμένου περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέχει τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατέχει, κατόπιν μακρῶν καὶ περιφανῶν κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων, καὶ δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ὑπαλλήλων τοῦ κλάδου του, δὲν θ’ ἀνέμενε τὰς πληροφορίας μου, ἀλλ’ ἀφ’ ἑαυτοῦ θὰ εἶχε πράξει τὸ καθῆκόν του ὡς πράττει αὐτὸ κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων τοῦ κλάδου του, καθ’ ἃς ἀπὸ τῆς πρώτης μου ὁμιλίας μέχρι τῆς δευτέρας ἔλαβον πληροφορίας. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἤθελον καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον καὶ πόρρωθεν οὐχὶ ν’ ἀπευθύνω μομφήν τινα κατ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπαινιγμόν τινα νὰ κάμω· διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ ὑπαλλήλων τοῦ κλάδου του, θὰ εἶχεν ἤδη πράξει τὸ καθῆκόν των. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι εἰς ἓν σημεῖον, ὅτι αἱ πρῶται καταχρήσεις, αἵτινες παρουσιάσθησαν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην, ἦσαν καταχρήσεις πρακτόρων αὐτῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ.
§147Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ ἐνεργητικὸν τῆς ἑταιρείας εὑρίσκεται ἠσφαλισμένον καὶ δὲν ὑφίσταται κίνδυνος ἐκ τοῦ σημείου τούτου. Ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ὑπόνοια ὅτι πρόκειται ἐκ τῶν βιβλίων τῆς ἑταιρείας νὰ μεταβληθῶσι τὰ κατὰ τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῆς, ἤθελον καὶ ἐγὼ συστήσει μετὰ τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, ὅπως προβῇ εἰς τὴν κατάσχεσιν τῶν βιβλίων, ὥστε τοὐλάχιστον νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ἤδη ὑπάρχον. Νομίζω δὲ ὅτι δύναται ἡ εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ νὰ προβῇ εἴτε αὐτεπαγγέλτως εἴτε κατόπιν ἐντολῆς, ἐάν, ἐπαναλέγω ὑπάρχῃ ὑπόνοια ὅτι δύναται νὰ συμβῇ κατάχρησις.
§148Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἐν γένει δὲ αἱ ἑταιρεῖαι αὗται εἶναι ἱδρύματα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν ἐποπτείαν τῆς Πολιτείας καὶ ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως αὐτῆς δὲν δύνανται νὰ ἱδρυθῶσι, διότι αὐτὰ ὡς ἐκ τοῦ εἴδους τῶν ἐργασιῶν τῶν διαχειρίζονται τὴν κοινὴν πίστιν καὶ ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς κοινῆς πίστεως δύνανται νὰ καταχρασθῶσιν αὐτήν. Ἡ Πολιτεία ἑπομένως ἐπεμβαίνει ἅμα τῇ ἱδρύσει τῶν ἐγκρίνουσα τὸ συμβόλαιον τῆς ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον καλεῖται καταστατικόν, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένη νὰ καταβάλλῃ πᾶσαν προσπάθειαν, ὥστε διὰ τῶν συμφωνιῶν, τὰς ὁποίας οἱ ἑταῖροι θὰ συνομολογήσωσι, τὸ κοινὸν δίκαιον νὰ μείνῃ ἀπρόσβλητον καὶ τηρηθῇ ὁ κανὼν ὅτι τὸ κοινὸν δίκαιον δι’ ἰδιωτικοῦ συμφώνου οὐκ ἐναλλάσσεται, διότι ἐλέχθη πρὸ μικροῦ καὶ διὰ τοῦτο τονίζω, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τοῦ καταστατικοῦ συνέβησαν παραβάσεις πρὸς βλάβην τῶν μετόχων. Συνέστη ἡ «Ἀμοιβαία», Κύριοι, καὶ ἐτηρήθη ὁ τύπος αὐτῆς. Ὑπῆρξαν προθεσμίαι, κατὰ τὰς ὁποίας ὤφειλεν ἡ «Ἀμοιβαία», ἐνεργοῦσα, νὰ προβαίνῃ κατὰ διαστήματα καὶ εἰς ἰσολογισμούς· ἀλλ’ εἶχε καὶ ἡ Πολιτεία τὸ δικαίωμα ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ ἐπεμβαίνῃ, ἰδίᾳ δὲ ὁσάκις ἐπήρχοντο αἱ προθεσμίαι τοῦ συμβολαίου, νὰ ζητῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἂν ἐτηρήθησαν ἢ δὲν ἐτηρήθησαν ταῦτα, δὲν ὀφείλομεν νὰ ζητῶμεν λόγον ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ θὰ ζητήσωμεν τὸν λόγον παρ’ αὐτῆς, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα· τουτέστιν εἰς τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα νῦν. Εἶναι, Κύριοι, τὸ ἵδρυμα τοῦτο τοιοῦτον, ὥστε, ὡς εἶπον, δύναται νὰ κρατήσῃ τὴν πίστιν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ὥστε ἡ ἕνωσις τῶν κεφαλαίων τῶν ὑλικῶν ὁδηγουμένων ὑπὸ ἑνώσεως πνευματικῶν κεφαλαίων νὰ φέρῃ ἀληθῶς τὴν ὠφέλειαν, ἣν ἐπιδιώκει ὁ σκοπός του; Εἶναι πολὺ σοβαρὸν ζήτημα, ὅσον εἰς ὀλίγα σημεῖα τῆς κοινωνικῆς δράσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας εἶναι ἐπιβεβλημένη· ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἀφοῦ ἡ «Ἀμοιβαία» ἔφθασε τῳόντι μέχρις ἑνὸς σημείου, ἔκαμεν ἢ δὲν ἔκαμεν ἰσολογισμοὺς παριστῶντας τὴν εἰκόνα τῶν ἐργασιῶν της καὶ ὑπέβαλεν ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως; Ἡ ἀπάντησις εἶναι ἀποφατική. Ἀλλ’ ἠγέρθησαν ὑπόνοιαι, λέγουσιν, ὅτι δὲν ἔβαινε καλῶς· τούτου δοθέντος ἐκ τοῦ σημείου ἐκείνου ἄρχεται πλέον ὁ ἔλεγχος καὶ ἡ ἐκ μέρους τῶν πολιτῶν, τῶν ἐχόντων συμφέρον, δρᾶσις, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἐπέμβασις, τῆς ὁποίας εἶναι ἀνεγνωρισμένη καὶ ἐπιβεβλημένη ἡ δρᾶσις, καὶ ἐρωτῶ καὶ πάλιν· τί λέγουσιν οἱ νόμοι, Κύριοι, ὁσάκις πρόκειται περὶ μιᾶς τοιαύτης περιπτώσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ διαχείρισιν, ὡς εἶπον, τῆς κοινῆς πίστεως καὶ ἐκ τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ κατάχρησις τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ; Οἱ νόμοι λέγουσιν ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἐπεισέλθῃ ἀμέσως ἡ Πολιτεία, καὶ δύναται ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ ἐπεμβῇ ὁπουδήποτε καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἐν γένει καταστάσεως τῆς «Ἀμοιβαίας»· δύναται νὰ ἐπεμβῇ καὶ διὰ τῆς πολιτικῆς ὁδοῦ, τουτέστι διὰ τῆς ἐπὶ ἀναφορᾷ διαδικασίας κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολ. Δικονομίας, ὁσάκις βλέπει, ὅτι οἱ διαχειρισταὶ δὲν βαίνουσι καλῶς· δύναται νὰ ἐπεμβῇ ἐπίσης ἡ Πολιτεία καὶ νὰ διορίσῃ αὐτὴ συμπληρωματικὸν τοιοῦτον τῆς διαχειρίσεως· δύναται δὲ καὶ διὰ τῆς ποινικῆς ὁδοῦ. Ἡ μὲν ὁδὸς εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, τουτέστιν ὅτι, ὁσάκις μανθάνει τίς τι, τὸ ἀναγγέλλει εἰς τὴν Ἀρχήν, ἡ δὲ ἀρχὴ νὰ λαμβάνῃ τὰ προσήκοντα μέτρα, ἢ ἄλλως ὁσάκις ὁπωσδήποτε ἡ Ἀρχὴ μανθάνει τι, παραγγέλλει εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὅπως λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ διορίσῃ συμπράκτορα, ἵνα λάβῃ γνῶσιν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ κατάστασις ἑνὸς τοιούτου ἱδρύματος, ἐν τῷ ὁποίῳ κινδυνεύουσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, καὶ φέρει τὸ ἀποτέλεσμα ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῆς Πολιτείας τῶν ἐντεταλμένων νὰ προλάβωσι τὸν κίνδυνον. Εὑρισκόμεθα, Κύριοι, τῳόντι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, καὶ δεχόμεθα μὲν ὅσα ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δι’ αὐτῶν δὲν παρέρχονται ὅλοι οἱ κίνδυνοι, οὐδὲ ἀσφαλίζονται τὰ συμφέροντα τῶν μετόχων, οὐδὲ βεβαιοῦνται αἱ παραβάσεις ἢ αἱ καταχρήσεις. Οἱ διάφοροι λαβόντες τὸν λόγον ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν ἄλλως τὰς περιστάσεις καὶ ἐζήτησαν οἱ μὲν νὰ δικαιολογήσωσιν, οἱ δὲ νὰ μὴ δικαιολογήσωσι τὴν ἑταιρείαν, ἀλλὰ περὶ τούτου σήμερον δὲν πρόκειται· σήμερον πρόκειται περὶ τοῦ πῶς νὰ πιστοποιηθῇ τὸ γεγονὸς καὶ ἴδωμεν ἂν οἱ ἐντεταλμένοι τὴν διαχείρισιν τῆς ἑταιρείας ταύτης ὑπέπεσον εἰς ἔγκλημα ἢ δὲν ὑπέπεσον εἰς ἔγκλημα. Δὲν ἀρκεῖ νὰ εἴπωμεν ὅτι θ’ ἀναμείνωμεν τὴν αὔριον, ἵνα ἴδωμεν ἂν οἱ μέτοχοι συνερχόμενοι οὕτως ἢ ἄλλως θὰ ἀποφασίσωσι τὴν διάλυσιν, διότι ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῶσι καὶ καταχρήσεις ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμήν, ὥστε νὰ κατορθωθῇ νὰ μὴ ἔλθῃ ἡ ἀλήθεια εἰς φῶς. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι δικαιοῦται ἡ Πολιτεία διὰ τῶν ἁρμοδίων αὐτῆς ὀργάνων αὔριον νὰ παραστῇ κατὰ τὴν συνέλευσιν τῆς ἑταιρείας καὶ κατὰ τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς. Μὲ ἀκούει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ θὰ εἴπῃ ἂν ἔχω ἢ δὲν ἔχω δίκαιον. Δὲν ἐπεκτείνω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Θὰ εἴπω μόνον τοῦτο, ὅτι ὁσάκις ἐπίκειται κίνδυνος δύναται νὰ ἐπεμβῇ ἀμέσως ἡ Πολιτεία καὶ διορίσῃ τὸν ἀντιπρόσωπόν της. Τότε δὲ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν ἡ Πολιτεία νὰ ἐνασκήσῃ ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τῇ ἐπιβάλλεται. Ἐλέχθη προσέτι, Κύριοι, ὅτι ἡ ἑταιρεία ἔκαμε χρῆσιν τοιούτων μέσων, ὥστε νὰ ἐξαπατήσῃ τὸ κοινόν, ἐλέχθη ὅτι εἰς τὸ συμβούλιόν της προσῆλθον καὶ παρέμειναν πρόσωπα μεγάλης ἀξίας καὶ μεγάλης φερεγγυότητος, τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὔτε τὰ ὀνόματα νὰ ἀναφέρωμεν, ἀλλὰ τοῦτο θὰ τὸ ἐκτιμήσωμεν ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος· τὸ διατί ἀπεχώρησαν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὸ διετύπωσαν ἤδη οἱ προλαλήσαντες. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης ὅτι ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ ἐπεμβῇ ἡ Πολιτεία καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τίποτε νὰ καλυφθῇ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει εὑρίσκονται τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς μετόχους, δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τίποτε ἡ ἑταιρεία, διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει, ὅτε συνέταξε τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, ὅτι θὰ εὑρίσκετο πάντοτε ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τίποτε οὐδὲ μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἐστάλησάν ποτε ὑπάλληλοι καὶ ἔκαμαν ἐξέλεγξιν τῆς καταστάσεως τῆς ἑταιρείας. Σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἐκήρυξε στάσιν τῶν πληρωμῶν της, συνεπῶς ὁ κίνδυνος εἶναι προφανής. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω, ἵνα θέσω τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν του καὶ προκαλέσω τὴν ἐπέμβασιν τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῆς Πολιτείας. (Εὖγε).
§149Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶμαι, κ. Πρόεδρε, εἷς τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον ἔλαβον τὸν λόγον ἐντεῦθεν ὑπὲρ τῶν μετόχων, οἵτινες εἶχον καταθέσει τὸ χρῆμα αὐτῶν εἰς τὴν «Ἀμοιβαίαν», εἶχον δὲ προκαλέσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἐπιταχυνθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη καὶ λάβωσιν οἱ μέτοχοι ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσιν. Ἔλαβον τὸν λόγον ἐξ ἀφορμῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λαυρεωτικῆς καὶ δὴ ἐργατῶν, οἵτινες ἐκ τοῦ ὑστερήματος αὐτῶν εἶχον καταθέσει μέρος τῶν χρημάτων εἰς τὴν «Ἀμοιβαίαν» πρὸς ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς των. Σήμερον μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις πράγματι ἐνήργησεν, ὅπως τὸ ταχύτερον περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ ὅστις θὰ ἐνεργήσῃ καὶ τοῦ λοιποῦ, καθ’ ἃ διαβεβαιοῖ, ὅπως ἀποδοθῇ εἰς ἕκαστον τῶν μετόχων ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ λάβῃ, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ὑπάρχοντος ἐγγεγραμμένου, κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Εἰσερχόμεθα εἰς ἕτερον θέμα· «διατί δὲν κατέθεσε τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐφοριῶν Θεσσαλίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν». Ὁ κ. Παπακυρίτσης ἔχει τὸν λόγον.
§151Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι καλὸν εἶναι ν’ ἀφεθῇ κατὰ μέρος ὁ ἔλεγχος καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικὴν καὶ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν οἱ ἐγγεγραμμένοι παραιτηθῶσι, δύναμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§153ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂς ἐκκαθαρίσωμεν ὅ,τι δυνάμεθα.
§154Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ τρεῖς ἡμέραι τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἠλαττώθησαν εἰς δύο. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὡσαύτως εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀκριβῶς κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου λαμβάνουσι τὸν λόγον οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ καὶ καταναλίσκουσι ταύτας εἰσηγούμενοι νομοσχεδίων. Λοιπόν.....
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παράκλησις ὑπεβλήθη. Ὁ κ. Παπακυρίτσης ἔχει τὸν λόγον.
§156Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί δὲν κατέθηκε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα ἀπὸ τῆς 10ης Μαρτίου ἐν σχέσει μὲ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 24193 ἐγκύκλιον τῆς 5ης Ἀπριλίου 1883, ἡ ὁποία ἀπηυθύνετο πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους τοῦ Κράτους καὶ διὰ τῆς ὁποίας συνιστᾶτο αὐτοῖς, ὅπως δώσωσι σχετικὰς πληροφορίας πρὸς τὴν τότε μικτὴν ἐπιτροπὴν ἐν Λαρίσῃ περὶ τῶν διαφόρων ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων τοῦ Ὀθωμανικοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἄλλων κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐσχετίζοντο μὲ τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον. Αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν εἶχον νὰ κάμω καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ ἀπαντήσῃ.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ἀπών. Ὁ κ. Μπουφίδης. Ἀπών.
§158Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰ ἔγγραφα, τῶν ὁποίων τὴν κατάθεσιν ἐζητήσατε χθές, τὰ εὗρον ἐγὼ καὶ εἶδον ὅτι ἐκεῖνο ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, ἀναφέρεται εἰς ἔγγραφον πολὺ ἐμπιστευτικόν, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς δὲν δύναμαι νὰ καταθέσω. Εἶναι ὁδηγίαι πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους τοῦ τότε προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς κ. Σαράβα. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἔγγραφα, ὧν ἐζητήθη ἐπίσης ἡ κατάθεσις, ταῦτα μὲν δύνανται νὰ κατατεθῶσιν, ἀλλ’ ἐπειδή, λόγῳ τοῦ μακροῦ χρόνου, ὁ σχετικὸς φάκελος περιέχει παληὰ χαρτιά, διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ὑπάρχει φόβος, ἂν ταῦτα κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ σχισθῶσι, παρακαλῶ οἱονδήποτε ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅστις ἤθελε νὰ ἐρευνήσῃ καὶ μελετήσῃ ταῦτα, νὰ διέλθῃ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ θὰ τεθῶσι ταῦτα εἰς τὴν διάθεσίν του.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος κ. Παπακυρίτσης ἔχει τὸν λόγον «διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν κατέθεσε πλήρη τὸν φάκελον τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς».
§160ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐν σχέσει μὲ τὴν πρὸς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν ἐπερώτησιν προυτιθέμην νὰ ἐπερωτήσω τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸν δι’ ἔγγραφα μὴ κατατεθέντα ἐπὶ τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως, τῆς θεσσαλικῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1883, ἡ ὁποία ἠσχολήθη κατὰ τὸ 9ον ἄρθρον τῆς συμβάσεως ἐπὶ τὸν διακανονισμὸν τῶν διαφόρων ζητημάτων τῆς Θεσσαλίας, καθόσον ἀφεώρων τὸ Ὀθωμανικὸν Δημόσιον, ἰδίᾳ ἐπὶ κτημάτων, ἢ ἀφεώρων συμφέροντα ἰδιωτῶν σχετιζόμενα πρὸς τὰ κτήματα τῆς Θεσσαλίας, ἅτινα νὰ περιέλθωσιν εἰς τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν ὡς διάδοχον. Ἀλλ’ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς λάμπει διὰ τῆς ἀπουσίας του, ὅπως μᾶς δώσῃ τὰς δεούσας πληροφορίας. Πρό τινος, Κύριοι, ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλου τῶν Πρακτικῶν τῆς μικτῆς ἑλληνοτουρκικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1883 μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὴν παραχώρησιν τῆς Θεσσαλίας· ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπ’ αὐτῶν μελέτης παρετήρησα, ὅτι ἐλλείπουσιν ἔγγραφα σπουδαιοτάτης ἀξίας σχετιζόμενα πρὸς τὴν θεσσαλικὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἅτινα ἐπὶ τέλους θ’ ἀπεδείκνυον κατὰ πόσον ἔχουσι δίκαιον οἱ Θεσσαλοὶ γεωργοὶ νὰ διαμαρτύρωνται κατὰ τῆς ἐν τῷ παρόντι δημιουργηθείσης καταστάσεως καὶ ἂν εἴμεθα ἐπὶ τέλους καὶ ἡμεῖς δημοκόποι ἢ οἱ οὕτω θεωροῦντες ἡμᾶς, κερδοσκόποι καὶ ἐκμεταλλευταὶ τῶν ἐξουσιῶν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων αὐτῶν. Ἐκ τοῦ μνησθέντος φακκέλου, Κύριοι, ἐλλείπουσι πρῶτον τὰ πρωτόκολλα τῆς παραδόσεως τῶν διαφόρων τμημάτων τῆς Θεσσαλίας, ἐν οἷς περιεγράφοντο τὰ διάφορα κτήματα τοῦ Ὀθωμανικοῦ Δημοσίου, ἅτινα ὑπεγράφησαν καὶ ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ τότε παραλαμβάνοντος τὴν Θεσσαλίαν ἀειμνήστου Κουμουνδούρου καὶ τῶν ἀναχωρουσῶν Ὀθωμανικῶν Ἀρχῶν. Καὶ ἀποδεικνύεται τὸ τοιοῦτον ἔκ τινος τηλεγραφήματος τῆς 18 Ἀπριλίου 1883, δι’ οὗ ἐζήτει ὁ παρὰ τῇ μικτῇ ἐπιτροπῇ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλ. Κυβερνήσεως μακαρίτης Σαράβας, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου γράφεται πολὺ ὑπόπτως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπογραφῆς «τὰ ἔλαβεν ἡ ὀθωμανικὴ ἐπιτροπή». Καὶ δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐννοήσω, ἀλλὰ δὲν πιστεύω καὶ κανεὶς ἄλλος ἐξ ὑμῶν νὰ δύναται νὰ ἐξηγήσῃ, τίς λόγος ὑπῆρχεν, ὅπως πρωτόκολλα, τὰ ὁποῖα ὑπεγράφησαν μεταξὺ τοῦ Ἕλληνος Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν τουρκικῶν Ἀρχῶν διὰ τὴν κατὰ τμήματα παράδοσιν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δημοσίων Ὀθωμανικῶν κτημάτων, νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν ὀθωμανικὴν ἐπιτροπήν, ἐνῷ πάντως συνετάγησαν εἰς διπλοῦν, καὶ θὰ ἐλάμβανον ἀνὰ ἓν οἵ τε Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι καὶ οἱ Ὀθωμανοί.
§161ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μετ’ ἐνδοιασμοῦ τὸ λέγετε αὐτό;
§162ΚΩΝΣΤ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Οὐχί, ἀλλὰ μετ’ ἀπορίας πῶς τοιοῦτόν τι σημειοῦται.
§163ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σημείωσις εἶναι, κύριε συνάδελφε, ἢ εἶναι ὑπογεγραμμένον;
§164ΚΩΝ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἁπλουστάτη σημείωσις οὕτω· «τὰ ἔλαβεν ἡ ὀθωμανικὴ ἐπιτροπή».
§165ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄνευ ὑπογραφῆς;
§166ΚΩΝ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπογραφῆς, ἐγκληματικώτατα, καὶ δύνασθε, ἂν θέλητε, νὰ ἴδητε· ὁ φάκελος εἶναι εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὰ πρωτόκολλα, ἀλλ’ ἔχομεν παρατηρήσει τὴν ἔλλειψιν καὶ ἄλλων ἐξ ἴσου σπουδαίων ἐγγράφων· εἶναι τὰ ἔγγραφα τῶν ἐκθέσεων, περὶ ὧν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἔχει ἀντίγραφα, ἀλλ’ ἀδυνατεῖ νὰ καταθέσῃ, διότι ἐν αὐτοῖς ὑπάρχει καὶ ἔγγραφον μυστικὸν τοῦ ἐπιτρόπου Σαράβα πρὸς τοὺς ἐφόρους προσθέσας, ὅτι τινὰ δύναμαι νὰ ἴδω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν, ἣν θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μᾶς κάμῃ κάποτε ὁ ἀπουσιάζων ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ὡς πιστεύω, θὰ ἐξετάσωμεν οὐσιαστικώτερον πλέον τὰ τῆς μυστικότητος τῶν ἐγγράφων αὐτῶν πρὸς τὰς Ἐφορίας ἢ ὅπου ἀλλοῦ δι’ ἐργασίαν, ἧς τ’ ἀποτελέσματα ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅ τε Ἑλληνικὸς λαὸς σύμπας ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς ὁ Θεσσαλικός, τὴν τύχην τοῦ ὁποίου ἀφεώρα ἡ πατριωτικὴ ἢ ἀφιλόπατρις ἐργασία τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ μόνον ἂν πρόκειται περὶ ἀποφάσεων, ὅπως κατασταθῇ ὁ γεωργικὸς λαὸς Θεσσαλίας δουλοπάροικος, βεβαίως δὲν συμφέρει ν’ ἀποκαλυφθῶσι τὰ μυστήρια τῆς Ἱερᾶς ἐξετάσεως. Ἐπίσης ἐλλείπουσιν ἐκ τοῦ φακέλου διάφοροι πίνακες ὑποβληθέντες ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν περὶ τῶν δημοσίων καὶ ἐβκαφικῶν κτημάτων (muedzelé) ἀγροτικῶν καὶ ἀστικῶν, ὧν τινα ἐδημοσιεύθησαν τότε εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὑπὸ πυκνὸν σκότος καὶ ἀοριστίαν.
§167ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μήπως πρόκειται περὶ τσιφλικίων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἔκτασιν πολὺ μεγαλειτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχωσι;
§168Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Καὶ τοῦτο ἔχει συμβῆ· ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλου σπουδαιοτέρου· πρόκειται περὶ κτημάτων, ἅτινα ἔδει νὰ εἶναι τοῦ Κράτους (τσιφλικίων) ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει ἀσφαλῶς, ἀλλὰ σήμερον κατεχομένων ὑπὸ τσιφλικιούχων ὡς ἀπολύτου ἰδιοκτησίας των, ἐνῷ οὐδαμῶς εἶναι τοιαῦτα ὡς τελοῦντα ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν καὶ κυριότητα τοῦ Ὀθωμανικοῦ Δημοσίου καὶ δικαιωματικῶς ὑπὸ τὸν αὐτὸν τύπον εἰς τὸ διάδοχον Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Οἱ μνησθέντες δὲ πίνακες θὰ καθωδήγουν καὶ ἡμᾶς, ἔστω καὶ μετὰ τόσα ἔτη, διὰ τὴν πραγματικὴν κατάστασιν τῶν ἀγροτικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων καὶ τίς ἡ ἔκτασις αὐτῶν καὶ τίνα δικαιώματα ἤσκουν οἱ κατὰ τὸν Ὀθωμανικὸν Νόμον διαχειρισταὶ ἢ ἐπικαρπισταὶ αὐτῶν κατὰ κληρονομίαν. Τίνα ἦσαν τὰ «muedzelè» τοῦ Κράτους καὶ τίνα τοῦ «Evkaf» καὶ ὁποῖον τέλεσμα (muedzelé) ἐπλήρωνον, ἐξ οὗ θὰ εἴχομεν ἀκριβῆ τὴν ἀξίαν, ἣν διετίμησε τὸ Τουρκικὸν Δημόσιον, ὅπως περιέλθωσι μόνον εἰς τοὺς κατοίκους καὶ οὐχὶ ὡς ἤδη συμβαίνει.
§169ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ πρόκειται περὶ κατακτήσεων μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλίας.
§170ΚΩΝ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Περὶ χειροτέρου. Ὑπὸ κατάκτησιν διετέλεσεν αἰχμάλωτος (ῥαγιᾶς) ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ εἶναι εἰσέτι, ἀλλὰ δὲν ἦτο δουλοπάροικος. Πρόκειται λοιπὸν περὶ δημιουργίας νέας καταστάσεως δουλοπαροικικῆς τῶν κατοίκων ἀγροτικῶν κτημάτων ὑπὸ σπείρας προσώπων καὶ ἐν γνώσει καὶ τῇ βοηθείᾳ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐξαφανίσεως τῶν πινάκων αὐτῶν καὶ τῶν ἀντιγράφων τῶν ἐκ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ὀθωμανικοῦ κτηματολογίου ἀποσταλέντων ὑπὸ τοῦ ἐν τῇ ἐκεῖ Πρεσβείᾳ τότε διερμηνέως Ἀποστολίδου. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ νὰ προτείνω καὶ τὴν σύστασιν κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐξελέγξῃ πῶς τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἔκαμαν φτερά, καὶ ζητηθῶσιν οἱ ὑπαίτιοι διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς περιουσίας αὐτῆς, ἥτις θὰ ἦτο τοῦ Κράτους.
§171ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τὰς φοβεῖται αὐτὰς τὰς ἐπιτροπάς.
§172ΚΩΝ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ὁ προορισμός της εἶναι αὐτὸς ἐν τούτοις.
§173ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἦτο. Τὸν ἔχασεν ὅμως.
§174ΚΩΝ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Θὰ δοκιμάσω καὶ ἐγώ. Ἔτι δ’ ἐλλείπουσι, Κύριοι, ἐκ τοῦ φακέλου ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 136 τῆς 3 Μαΐου 1882 ἀναφορὰ τοῦ ἐν Σόφιᾳ Πολιτικοῦ τῆς Ἑλλάδος πράκτορος, αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 49 καὶ 57 τοῦ αὐτοῦ ἔτους τοῦ ἐν Κεττίγνῃ τοιούτου καὶ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 87 τῆς 7 Μαΐου τοῦ 1882 ἔκθεσις τῆς ἐν Βελιγραδίῳ πρεσβείας μετὰ τῶν συνημμένων αὐτῇ. Ἦσαν δὲ ταῦτα, καθόσον ἐσχημάτισα γνώμην ἐκ τῆς μελέτης τῶν ἐν τῷ φακέλῳ ὑπολειφθέντων, ὁδηγίαι καὶ πληροφορίαι πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τότε, πῶς τὰ ῥηθέντα Βαλκανικὰ Κράτη ἐχειρίσθησαν τὰ ὁμοίας φύσεως ζητήματα, καὶ γνωρίζετε ἴσως τὰς ἀποφάσεις ἐκείνων. Μόνον σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἐν Σερβίᾳ ἐπὶ ποινῇ ἀποβολῆς καὶ ἀπωλείας ἐκ τῶν ἀγορασθησομένων, ὡς οἱ Βυζαντινοὶ αὐτοκράτορες, ἀπηγορεύθη ἡ ἀγορὰ κτημάτων ἀπὸ τοὺς μεταναστεύοντας Ὀθωμανούς, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ διένεμεν αὐτὰ πρὸς τοὺς Σέρβους πολίτας κατοίκους ἀγοράζουσα. Αὐτά, Κύριοι, εἶναι τὰ ἐλλείποντα ἔγγραφα ἐξ ἑνὸς τῶν σπουδαιοτέρων φακέλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀφορῶντος τὴν διαρρύθμισιν τῆς θεσσαλικῆς ἰδιοκτησίας.
§175Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ γνωρίζει ὁ πρώην πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν Καρδίτσης Παπανικολάου.
§176ΚΩΝ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Νομίζω, κύριε συνάδελφε, ὅτι εἰς θέσιν εἶναι καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τὰ γνωρίζῃ πρωτίστως ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας, οὐδ’ ἔχω τὴν διάθεσιν ἐγὼ νὰ προστρέξω εἰς ἰδιωτικὰς πληροφορίας. Ἐὰν πρόκειται πληροφορίας τῶν τριόδων ἀνεπισήμους ἐπὶ τοιαύτης φύσεως καὶ μεγέθους ζητημάτων ν’ ἀπευθυνθῶμεν καὶ λάβωμεν παρ’ ὑπαλλήλων, τότε διαφέρει τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ ἔχομεν φάκελον ἐπισήμων ἐγγράφων κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ λείπουσι τὰ ἔγγραφα. Τί θέλομεν ν’ ἀναζητήσωμεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους καὶ δὴ εἰς τὴν μνήμην αὐτῶν ἐμπιστευόμενοι, ὅταν συμβαίνῃ νὰ εἶναι καὶ πρόσωπον ὡς ὁ ἀναφερθεὶς πρόεδρος ἰδιοκτήτης; Ἐπὶ πλέον, Κύριοι, ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων καὶ Πρακτικῶν τῆς μικτῆς ἐπιτροπῆς οὐδὲν συμπέρασμα ἐξάγεται· πῶς διεκανόνισε τὰ διάφορα ζητήματα, καὶ εἰς τί κατέληξεν, εἶναι μυστήριον. Νομίζω δὲ ὅτι καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, ὅστις ἀπουσιάζει, θὰ διαλευκάνῃ τὴν ὑπόθεσιν, ὡς ἐπίσης νομίζω ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ θὰ δείξῃ τὸ ἀνάλογον αὐτῇ θάρρος, ν’ ἀποκαθάρῃ τὸ ἔδαφος ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἅρπαγας τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ἡγουμένης τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων. Διότι, Κύριοι, ὑπὸ τὴν ἔλλειψιν ἢ ἐξαφάνισιν, ὅπως θέλετε, τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἀπὸ τὴν κεντρικὴν τοῦ Κράτους ὑπηρεσίαν κρύπτεται ἡ κακοηθεστέρα καὶ αἰσχροτέρα ὑπὸ σπείρας τινὸς ἐκμετάλλευσις ὑπὸ τὴν κυβερνητικὴν προστασίαν τοῦ ἱδρῶτος καὶ τῶν ἰδανικῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὅλου, ἐν προκειμένῳ δὲ τοῦ ἡγηθέντος εἰς τὴν διὰ τῆς συμβάσεως ἀπελευθέρωσιν λαοῦ τῆς Θεσσαλίας. Παρέχομεν δὲ τὴν χειρίστην εἰκόνα διοικήσεως πρὸς τὸν ἔχοντα ἐστραμμένα τὰ βλέμματα ἐπὶ τὸ ἐλεύθερον Κράτος δοῦλον Ἑλληνισμόν, στηρίζοντα ἐπ’ αὐτοῦ τὰς χρυσᾶς ἐλπίδας τῆς ἐλευθερίας του, ἂν δὲν δείξωμεν αὐτῷ ὅτι ἡ διαχείρισις οἱουδήποτε ζητήματος ἀφορῶντος τὸν πολὺν λαὸν καὶ τὰς ἐλευθερίας του γίνεται κατὰ τὸν συμφερώτερον εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸν δικαιότερον τρόπον καὶ οὐχὶ ὡς συμφέρει εἰς ὀλίγους δυνατοὺς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἂς μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἔχομεν ὑποδούλους παρακολουθοῦντας τὴν πολιτείαν μας.
§177Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλλείπουσιν, εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, αἱ πληροφορίαι τῶν οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν τῆς Θεσσαλίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι αἱ διαβιβασθεῖσαι ἀμέσως διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οὐχὶ ἐμμέσως διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἄλλα ἔγγραφα βεβαίως θὰ προσαχθῶσιν, ἐὰν ὑπάρχωσι. Μηδεμίαν ἔχετε ἀμφιβολίαν.
§178Κ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἐξηγήσω, ὅτι δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν ἐκθέσεων τῶν ἐφόρων Θεσσαλίας κατὰ τὸ 1883, ἥτις μὲ ἤγαγεν ἐπὶ τὸ βῆμα, διότι αἱ ἐκθέσεις τῶν Ἐφοριῶν, ἂν ἐλλείπωσιν, ὡς ἐλλείπουσιν ἄλλα ἔγγραφα ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς μικτῆς Ἑλληνοτουρκικῆς ἐπιτροπῆς, δὲν δύνανται νὰ προσθέσωσι τίποτε τὸ ἐξαιρετικὸν διὰ τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ κατάστασιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἰδίᾳ τῆς τοῦ Δημοσίου τοῦ Ὀθωμανικοῦ, ὡς ἀναφέρει τὸ 9ον ἄρθρον τῆς συμβάσεως. Ἐπικουρικῶς ὅμως δύνανται νὰ εἶναι χρήσιμοι ὡς πληροφοροῦσαι περὶ τῆς τότε καταστάσεως τῶν διαφόρων ἐν Θεσσαλίᾳ κτημάτων. Ἐπηρώτησα δὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, διότι γνωρίζω καλῶς ὅτι μὲ τὰς ἐκθέσεις ταύτας ἔχει καὶ ἄλλα σχετικὰ ἔγγραφα μείζονος σπουδαιότητος διευκρινίζοντα τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτησίαν, ἧς μέγιστον μέρος ἔπρεπε νὰ εἶναι περιουσία τοῦ Δημοσίου ἤδη, ἢ ν’ ἀποδίδῃ εἰσόδημα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ὡς ἀπέδιδεν εἰς τὸ Ὀθωμανικόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δικαιολογεῖ πολὺ καλῶς τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν τοιούτων ἐγγράφων, ἐνῷ ἔπρεπεν ὡς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς νὰ προθυμοποιηθῇ εἰς τὴν ἔρευναν ἑνὸς τοιούτου ζητήματος μέλλοντος ν’ ἀποδώσῃ πόρους εἰς τὸ Κράτος. Πολὺ δ’ εὐλόγως μὲ ἐμβάλλει εἰς ὑπονοίας ἡ τοιαύτη στάσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι κήδεται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ἰδιωτῶν κατεχόντων τὰ κτήματα ἢ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, οὗτινος τὰ συμφέροντα ἐσφαγίασαν κατὰ τὸ παρελθὸν τὰ κόμματα ὑπὲρ τῶν φίλων, οὓς καὶ σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔχει τὸ σθένος ν’ ἀνησυχήσῃ. Εἶπον, Κύριοι, περὶ εἰσοδήματος ἐκ κτημάτων τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἠπείρου εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος καὶ ὡς παρεδόθησαν ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς ἐπιτροπῆς ὡς δημόσια ἢ τοὐλάχιστον ἀποδίδοντα εἰσόδημα εἰς τὸ Δημόσιον. Τοιαῦτα δ’ ἦσαν τὰ Muedzélé Evkaf καὶ Muedzélé d’ État, πλὴν δ’ αὐτῶν ἦσαν καὶ ἐκεῖνα, περὶ ὧν ἱερογλυφικῶς ἀναφέρεται ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τῆς 7ης Δεκεμβρίου 1883 ὅτι ἀνῆκον εἰς τεκέδες καὶ διάφορα ἱδρύματα ἢ κοινότητας διαλυθείσας, ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν περιέρχονται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον πάντα τὰ κτήματα αὐτῶν, τὰ ἀγροτικὰ ἐννοῶ πρῶτον, διότι εἶχον καὶ ἀστικὰ καὶ μύλους. Δυστυχῶς περὶ αὐτῶν τῶν κτημάτων, ἐνῷ παρέδωκαν πίνακας, οὐδεὶς παρουσιάζεται· τὸ δ’ ἔγκλημα διαφαίνεται καὶ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἔνθα δημοσιεύεται περίληψις τῶν πινάκων ἄνευ ὀνόματος οὐδενὸς κτήματος. Αὐταὶ εἶναι, Κύριοι, αἱ λεηλασίαι τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ μετ’ αὐτὰς ἡ δουλοπαροικία τῶν Θεσσαλῶν ἀγροτῶν, ὡς τελείως ἀδιαφορήσαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, Κύριοι, ὅτι ἔκτοτε ὑπεδείχθησαν τίνα μέτρα ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτησίαν· οὕτως ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει διερμηνεὺς τότε τῆς Ἑλληνικῆς πρεσβείας Ἀποστολίδης, ἀναφέρων περὶ τῶν κτημάτων muedzelé καὶ τῶν ἄλλως ἀποδιδόντων εἰσόδημα εἰς τὴν Τουρκίαν, λέγει ἔν τινι ὑπομνήματι, ὅπερ εὑρίσκεται εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς (ἀναγινώσκει)· «ἔργον δὲ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ φροντὶς ἔσται, ἵνα τότε καὶ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι ἐπιβάλῃ ἰδιαιτέραν φορολογίαν εἰς τοὺς κατόχους τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος κτημάτων, οἵτινες ἐπωφελοῦνται τῶν τελῶν τοῦ Muedzelé καὶ τῶν ἄλλων αὐτῶν ὑποχρεώσεων καταργουμένων ipso jure ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως». Τοιοῦτόν τι ἔπραξε καὶ ἡ Ῥωμουνικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1882 διὰ τοῦ νόμου «περὶ κυριότητος τῶν ἀκινήτων ἐν Δόβρουτζᾳ» ἐπιβαλοῦσα φόρον ἐπὶ τῶν κατόχων γαιῶν. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἐφορολογοῦντο ἰδιαιτέρως οἱ τσιφλικιοῦχοι ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, καὶ μάλιστα πολὺ γενναίως, δι’ αὐτὸ ἐλάχιστα ἐκ τῶν τσιφλικίων εἶχον καθαρὰ εἰσοδήματα, καὶ ἦσαν κατάχρεοι οἱ πλεῖστοι, καὶ μόνον ὑπὸ τὴν ἑλληνικὴν διοίκησιν ἔπρεπε νὰ τύχωσι τοιαύτης καὶ τοσαύτης ἀσυδοσίας οἱ μεγαλοϊδιοκτῆται πρὸς ὄνειδος καὶ ἐμπαιγμὸν τοῦ ἀπηνῶς φορολογουμένου δούλου γεωργικοῦ λαοῦ. Ἐλπίζω, ὅτι χάριν τοῦ δημοσίου συμφέροντος θὰ μεριμνήσῃ κάλλιον ἤδη μετὰ τὰ ἐκτεθέντα ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς περὶ τῶν αἰτουμένων ἐγγράφων.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος.
§180Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ παρακλήσεως τῶν ἰδιοκτητῶν τῆς ὁδοῦ Ἀχαρνῶν ἐζήτησα, ὅπως κατατεθῇ ὁ σχετικὸς φάκελος τῆς κατασκευῆς τῶν πεζοδρομίων τῆς ὁδοῦ ταύτης, ἡ ὁποία γνωρίζετε ὅτι εἶναι μία τῶν καλλιτέρων ὁδῶν τῆς πρωτευούσης. Ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων παρατηρῶ ὅτι παρεβιάσθη ὁ νόμος τοῦ 1851 καὶ τὸ Διάταγμα περὶ δημοπρασίας ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Ἡ δημοπρασία ἐγένετο ἀκύρως καὶ ἐδόθη δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας καὶ ἄνευ δημοπρασίας εἰς τὸν ἐργολάβον Στάμον, καίτοι προσεφέροντο μικρότεραι τιμαὶ ὑπ’ ἄλλων. Ἐπὶ πλέον ἐλλείπουσιν ἐκ τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων οἱ ὅροι τῆς συγγραφῆς καὶ ἐν γένει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔργου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως συμπληρώσῃ τὴν δικογραφίαν ταύτην, ἐπὶ πλέον δὲ καταθέσῃ καὶ τὸ συμβόλαιον μεταξὺ Στάμου καὶ τοῦ Δημοσίου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται, ὅτι, ἐνῷ διὰ τῆς διακηρύξεως τῆς διευθύνσεως τῆς ἀστυνομίας εἶχον ἀναγραφῆ ἄλλοι ὅροι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, τὸ ἔργον ἐδόθη εἰς τὸν ἐργολάβον ἐναντίον τῆς διακηρύξεως ταύτης, τουτέστι δὲν ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι τῆς εἰδικῆς ἐκλογῆς τῶν ὑλικῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν πεζοδρομίων, δηλαδή, ἐνῷ εἶχεν ὁρισθῆ, ὅτι ἔπρεπε νὰ στρωθῶσι πλάκες τοῦ Κοκκιναρᾶ καὶ πάχους 12 ἑκατοστῶν, ὁ ἐργολάβος δὲν ὑπεχρεώθη εἰς τὴν τήρησιν τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως καὶ μετεχειρίσθη ἐλαττωματικὰς πλάκας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὸν φάκελον, ἰδίως δὲ νὰ φέρῃ τὸ μεταξὺ τοῦ Στάμου καὶ Δημοσίου συμβόλαιον καὶ τοὺς ἄλλους ὅρους τῆς διακηρύξεως.
§181ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§182Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ συμβόλαια, τὸν ἐργολάβον καὶ τὴν προκήρυξιν, αὐτὰ εἶναι προγενέστερα· δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν πράξεων τῆς ἐνεστώσης ὑπηρεσίας. Ἔχει συμβῆ τὸ ἑξῆς: Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὤφειλον νὰ εἰδοποιηθῶσιν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων, οἱ ὁποῖοι νὰ εἴπωσιν αὐτοῖς ὅτι, ἐὰν ἐντὸς τόσων ἡμερῶν δὲν κάμητε τὰ πεζοδρόμιά σας, ἡμεῖς θὰ ἐκθέσωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην εἰς δημοπρασίαν. Ὁ σχετικὸς ὅμως νόμος δὲν προβλέπει περὶ αὐτοῦ δυστυχῶς, καὶ ἕνεκα τούτου τὸν θεωρῶ αὐθαίρετον καὶ ἀνεφάρμοστον. Λοιπὸν τί συνέβη; Ἐγένετο ἡ ἐργολαβία, ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν πολλάκις, οὐδεὶς ἐργολάβος προσήρχετο νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον αὐτό, διότι ἐγνώριζον, ὅτι ἐκ τῶν ἰδιοκτητῶν προήρχοντο διάφορα κωλύματα καὶ ἑπομένως δὲν ἔπαιρναν καὶ τὰ λεπτά των. Εἰς τὸ τέλος, ἀφοῦ ἐξετέθη εἰς δημοπρασίαν δύο, τρεῖς, τέσσαρας φοράς, τέλος πάντων ἦλθαν τὰ χαρτιὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ τὴν ἀνέλαβεν εἷς ἐργολάβος. Τὸ Δημόσιον ἔπρεπε βεβαίως νὰ διατάξῃ νὰ γίνωσι τὰ πεζοδρόμια διὰ τοῦ Νομάρχου. Ὁ Νομάρχης ἔκαμεν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, καὶ ὅτε ἐξετέθησαν εἰς δημοπρασίαν καὶ ἐξετελέσθη ἡ δημοπρασία καὶ ἐπλακοστρώθησαν τὰ πεζοδρόμια, τὰ ὁποῖα οἱ ἰδιοκτῆται ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ πλακοστρώσωσιν, ἀφοῦ ἔγιναν ὅλα αὐτά, τί συνέβη; Σήμερον τὰ πεζοδρόμια αὐτὰ σκάπτονται, διὰ νὰ ἐξάγωνται οἱ σωλῆνες, καὶ τὰ πεζοδρόμια αὐτὰ δὲν εἶναι εἰς τὴν θέσιν των. Αὐτὰ σᾶς τὰ λέγω, διὰ νὰ ἴδητε κατὰ τίνα τρόπον συνδέεται ἡ μία ἐργασία πρὸς τὴν ἄλλην. Λοιπὸν ἐγένοντο αὐτὰ καὶ θὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ γίνωνται πολλά, διότι ἔρχεσαι εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μοὶ λέγεις: Κύριε, θὰ βάλω νὰ πλακοστρώσω, καὶ σοὶ λέγω: ἀφοῦ ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ κάμω τὴν ἴδια δουλειὰ μὲ 7 δραχ. τὸ μέτρον, διατί νὰ μοῦ πάρῃς 10; Ἐδόθη ὅ,τι ἐδόθη, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ νὰ δίδηται. Χρειάζεται λοιπὸν τώρα νὰ γίνῃ εἷς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κανονίζωνται ὄχι μόνον αὐτά, ἀλλὰ καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις μεταξὺ ἰδιοκτητῶν, ὅπως εἶναι τῶν ῥείθρων, τῶν μεσοτοίχων κτλ. Τώρα τί ἔκαμαν; Ἐπῆραν τὴν ὁδὸν Κηφισίας καὶ εἰς τοιαύτας ἡμέρας καὶ τοιαύτην κατάστασιν ποῦ εὑρισκόμεθα, ποῦ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πληρώσωμεν τοὺς φόρους καὶ ζητοῦμεν παράτασιν, ἔρχονται καὶ σοὶ λέγουσι: Θὰ πληρώσῃς 1000 δραχ. Μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω χρεώσει τὸ σπίτι μου καὶ δὲν ἔχω. Εὑρίσκεται λοιπὸν εἰς μίαν ἀπόγνωσιν ὁ ἄνθρωπος. Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὸν σημερινόν· τὰ λέγω δι’ ἐκείνην τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία τὰ ἔκαμεν. Ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ζητῶ σήμερον νὰ φέρῃ τὸ ταχύτερον ἕνα νόμον νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ αὐτά, διότι θὰ ἀναγκασθῶμεν ἑκόντες ἄκοντες νὰ ἁρπάσωμεν τὰ ξύλα, ὅταν ἔλθῃ ὁ ἐργολάβος. (Ἱλαρότης). Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ διατάξητε, ὅπως ὁ ἐργολάβος λάβῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ συνδιαλλαχθῇ μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, διότι ὅλοι εὑρίσκονται εἰς μίαν ἀνωμαλίαν, καὶ πρέπει νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα.
§183ΑΘ. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς περὶ πεζοδρομίων καὶ ὑπονόμων ἐψηφίσθη κατὰ τὸ ἔτος 1856. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πεζοδρόμια οὐδέποτε ἐφηρμόσθη οὗτος μέχρι σήμερον, καὶ τοῦτο, διότι, διὰ νὰ γίνῃ μία δημοπρασία καὶ νὰ ἀρχίσῃ ὁ ἐργολάβος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐργασίαν, πρέπει νὰ ἐκδικασθῶσιν ὅλαι αἱ ἐνστάσεις τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαρύνονται νὰ κατασκευάσωσι τὰ ῥεῖθρα. Ἕνεκα τούτου οὐδέποτε ἐξετέθη τὸ ἔργον αὐτὸ εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν, καθόσον ἀφορᾷ τὰ πεζοδρόμια. Πότε δὲ ἐγένετο αὐτὴ ἡ δημοπρασία; Πρὸ δύο ἐτῶν καὶ προσῆλθον μόνον ἑπτὰ ἰδιοκτῆται καὶ οἱ πλεῖστοι εἶπον ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν. Τέλος πάντων κατεκυρώθη ἡ δημοπρασία καὶ δὲν παρέστη εἰς αὐτὴν ὁ νῦν ἐργολάβος, ἀλλὰ δι’ ἰδιαιτέρας συμφωνίας ἀνέλαβε τὸ ἔργον, ἡ δὲ διακήρυξις εἶχεν ἄλλους ὅρους καὶ ἄλλους ὅρους εἶχε τὸ συμβόλαιον. Ὡς πολλοὶ δὲ βεβαιοῦσιν, ἐγένοντο διαγραφαὶ πολλαὶ εἰς τὴν διακήρυξιν, καί, ἐνῷ αἱ πλάκες ἔπρεπε νὰ ἦσαν πάχους 12)00, τὸ συμβόλαιον παρεδέχετο 5)00. Ὁ νόμος λέγει ὅτι αἱ κεντρικώτεροι ὁδοὶ πρέπει νὰ προτιμηθῶσι, δηλαδὴ ἡ ὁδὸς Κηφισίας, Πατησίων, Γʹ Σεπτεμβρίου, Ἀριστοτέλους. Ἀπεφασίσθη λοιπὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ πεζοδρόμια, ἐνῷ οἱ πλεῖστοι τῶν ἰδιοκτητῶν εἶχον κατασκευάσει τὰ πεζοδρόμια, ἄλλοι ἐν μέρει καὶ ἄλλοι ἐν ὅλῳ. Ἐπὶ τέλους εὑρέθη ὁ ἐργολάβος αὐτὸς ὕστερον ἀπὸ ἑπτὰ δημοπρασίας, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, καὶ ἀνέλαβε τὸ ἔργον αὐτό, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐφηρμόσθη μέχρι σήμερον, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μελετήσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ εἰς ἀποτέλεσμα τὴν κατασκευὴν τῶν πεζοδρομίων, διότι τῳόντι εἶναι ἀνάγκη νὰ κατασκευασθῶσι, καθόσον πρόκειται περὶ καλλωπισμοῦ τῆς πόλεως. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ὑπάρχων νόμος, διότι ὅταν ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται κάμνωσιν ἐνστάσεις σύμφωνα μὲ τὸν νόμον αὐτόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωσιν οὔτε ὕστερον ἀπὸ πέντε ἔτη. Ὁ ἐργολάβος ὑποχρεοῦται νὰ ἀρχίσῃ τὸ ἔργον, ἀλλ’ ἀφοῦ τελειώσωσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐνστάσεις. Λοιπὸν ἀνεξαρτήτως παντὸς ἀφορῶντος τὴν προηγουμένην εὐθύνην θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ τὸν νόμον αὐτόν, ἵνα ἀπαλλαγῶμεν τῶν δικαίων διαμαρτυριῶν καὶ παραπόνων.
§184ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). (Ὅρα Παράρτημα).
§185ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§187ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγενικεύθη. Δὲν ἔχω τοιαύτην αἴτησιν. Δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος. Ἐπὶ ἄλλου θέματος. «Ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν ἐπὶ τοῦ ὑπομνήματος τῶν ποτοποιῶν» ὁ κ. Π. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§189Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶμαι εἰσηγητὴς καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν προηγοῦμαι. Εἶναι γενικὴ ἡ συζήτησις.
§190Ι. ΠΟΛΙΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πρέπει νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, διότι πολλοὶ ἐζήτησαν τὸν λόγον.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§192Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι μέγα θέμα καὶ δὲν πρέπει ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ συζητηθῇ.
§193Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλω. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ζητήματος καὶ εἶναι διατεθειμένοι πολλοὶ νὰ ὁμιλήσωσι, φαίνεται δὲ ὅτι καὶ διχογνωμία θὰ ὑπάρξῃ εἰς τοῦτο, θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως συζητηθῇ τὴν Δευτέραν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἐπὶ ἑτέρου θέματος: «Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀναφορῶν περὶ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν».
§195Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Καὶ αὐτὸ νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Πρόεδρε, διότι δὲν ὑπάρχει ἐπαρκὴς ἀριθμός.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Παπαθανασιάδης, Τσιγκόλης, Σπετσέρης καὶ Χριστοδουλιᾶς «ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀνδρανόβης τῆς Εὐρυτανίας» ἀναβάλλουσιν. Ὁ κ. Ἰ. Πατσουράκος «περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων καὶ τῆς ἀποστολῆς νεανίδων εἰς Εὐρώπην».
§197Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπουσιάζει καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἔδειξε κάποιαν ἐπιθυμίαν, ὅπως, εἰ δυνατόν, ἀποφύγωμεν τὸν ἔλεγχον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τοὐλάχιστον, ἂς ἀναβληθῇ. (Διαμαρτυρίαι). Ὑπεβλήθη, ὑποθέτω, καὶ πρότασις καὶ προχθὲς τοιαύτη καὶ σήμερον καί, ἐπειδὴ δὲν ἤθελον ἐγὼ νὰ φανῶ, ὅτι φέρω δυσκολίαν τοιαύτην, διὰ τοῦτο τὸ λέγω.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἀναβληθῇ, κύριε Βουλευτά;
§199Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Διὰ τὴν Δευτέραν.
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἀριστερόν, κύριε Πρόεδρε. Ὁ κ. Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ κάμῃ τὸν ἔλεγχόν του.
§201Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς τὸ ἀριστερὸν θὰ γραφῶσιν ὅλοι.
§202ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκτὸς ἐκείνων, περὶ ὧν ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἄλλως.
§203Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ δι’ ὅλους.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ τίνες θὰ προταχθῶσι καὶ τίνες θὰ τεθῶσιν εἰς τὸ ἀριστερόν.
§205Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἔχει λάβει ἀφ’ ἧς ἀπεφασίσθη, ὅπως παραπέμπωνται αἱ ἀναφοραὶ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴν καὶ ὑποβάλληται δι’ αὐτὰς ἔκθεσις, κατὰ τὴν συνεδρίασιν, λέγω, ἐκείνην ἐλήφθη ἀπόφασις, ὅπως αἱ εἰσηγήσεις ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων, τὰς ὁποίας ὑποβάλλει ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπή, ἀναγράφωνται πρῶται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἀπόφασιν δὲ τὴν τότε ληφθεῖσαν, καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἄλλως τε, θὰ ἔλθῃ βεβαίως ἡ συζήτησις τὴν Δευτέραν.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης «ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐφημερίων Καστρακίου».
§207Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀναβάλλω.
§208Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀναφορῶν, κατὰ σειράν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναί τι τὸ σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ θεωρῶ ὡς ἐπεῖγον καὶ νὰ σπεύσωμεν εἰς συζήτησιν· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶμαι ἐγγεγραμμένος ὑπ’ ἀριθ. 64 ἐπὶ θέματος, τοῦ ὁποίου καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω τὴν πρόταξιν, διότι ὁ Ὑπουργός, πρὸς ὃν ἀπευθύνεται ἡ ἐπερώτησίς μου, ἥτις ἀφορᾷ ἔλεγχον πραγματικὸν κυβερνητικόν, δὲν συνεμορφώθη μὲ τὸν Κανονισμόν, ἵνα ἐντὸς τῶν ἓξ ἡμερῶν δώσῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα, καὶ ἐπειδὴ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τοῦ ἐλέγχου ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης παρεπονέθην περὶ τούτου, καὶ πάλιν ἠμέλησεν ὁ κ. Ὑπουργός, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ νὰ ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου τὴν ἀφορῶσαν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Γεωργίας. Καὶ ναὶ μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εὑρίσκεται ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν.
§209ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς προτείνω κάτι τι;
§210Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε νὰ συζητηθῇ τὴν Δευτέραν ἡ ἐπερώτησίς σας αὐτή; Διότι σᾶς ὑποδεικνύω ὅτι μετ’ ὀλίγον ἡ Βουλὴ πιθανώτατα νὰ ἀποχωρισθῇ διὰ τὸ γεῦμα καὶ εἶναι πολὺ ἀπίθανον ὅτι θὰ ἔλθωσι καὶ ὕστερον οἱ Βουλευταί, διὰ μὴ διακοπῇ εἰς τὸ μέσον.
§212Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος θὰ φέρω δυσκολίαν, καὶ ὄχι μόνον διὰ τὴν Δευτέραν.
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν Δευτέραν ὡρισμένως.
§214Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε. Μάλιστα ἀναβάλλω καὶ διὰ τὴν ἄλλην Δευτέραν, ἐὰν τοιοῦτος λόγος ὑπάρχῃ. Δὲν ἐπιμένω. Ὅταν ὑπάρχῃ λόγος οὐσιώδης, δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσω τὸν λόγον.
§215ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ. Ἐρωτήσατε, κ. Πρόεδρε, τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται διὰ τὴν Δευτέραν νὰ ἀναγραφῇ, ἀφοῦ τὸ ζήτημα αὐτὸ θὰ φθάσῃ καὶ εἰς ψηφοφορίαν ἀφεύκτως.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή; (Μάλιστα, μάλιστα). Ἐδέχθη.
§217Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὀρθότατα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς ψηφοφορίαν, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ λυθῇ ἄλλως ἢ διὰ ψηφοφορίας.
§218Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν;
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 13: Γενικὴ συζήτησις περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης».
§220Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ καὶ ἓν ἄλλο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὴν πτέρυγα αὐτὴν δὲν ἔχει κανεὶς καμμίαν δυσχέρειαν· μάλιστα εἴμεθα σύμφωνοι, ἵνα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐζήτησα ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ἀλλ’ ἠρνήθητε.
§222Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ὄχι· ἡμεῖς εἴμεθα πρόθυμοι σήμερον.
§223Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν φέρομεν καμμίαν δυσκολίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ παρεξηγούμεθα καθ’ ἑκάστην, κύριε Πρόεδρε.
§224ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατηγγείλατε τὴν Κυβέρνησιν ὅτι θέλει νὰ ἀποφύγῃ τὸν ἔλεγχον.
§225Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δι’ ἀπόψε εἶπον, διότι ἐδείξατε τοιαύτας τάσεις, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον ἀπόψε καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἠρώτησα πρωτύτερα, καὶ μοὶ εἴπετε, ὅτι αἱ τρεῖς ἡμέραι τῶν ἐπερωτήσεων ἔγιναν δύο.
§227Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πῶς θέλετε νὰ ἐπερωτήσω, ἀφοῦ λείπει ὁ κ. Ὑπουργός;
§228Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δηλωθῇ ὅτι ἐγὼ ἔφερον ἀντίρρησιν καὶ φέρω ἀντίρρησιν, ὅταν πρόκειται νὰ καταργηθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, καὶ θὰ φέρω ἀντίρρησιν.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γενικὴ συζήτησις «περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης».
§230ΑΡΙΣΤ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§232Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένον διὰ τὴν Δευτέραν, κύριε Πρόεδρε.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ τὸ ἔχει δι’ ἀπόψε ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Ὁ κ. Σκιαδαρέσης ἔχει τὸν λόγον: «Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ ὁριστικῆς ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νόμου ͵ΒΣΙΓʹ τοῦ 1894».
§234Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἔσχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρότασιν νόμου περὶ ὁριστικῆς ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ νόμου ͵ΒΣΙΓʹ τοῦ ἰσχύοντος ἐν Κερκύρᾳ καὶ κανονίζοντος τὰ τῆς ἐκτελέσεως. Διά τινος σχετικοῦ νόμου πέρυσι ψηφισθέντος αἱ διατάξεις αὗται ἐπεξετάθησαν ἐπὶ τριετίαν καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος. Πρόδηλον ἐκ τούτου καθίσταται ὅτι ἔκτοτε ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων ἐκείνων καὶ ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας ἡμῶν. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ νόμου ἐντελῶς εἰδικοῦ, διὰ τοῦτο ὁ νομοθέτης προέτεινε νὰ ἰσχύσῃ οὗτος ἐν Λευκάδι δοκιμαστικῶς ἐπὶ τριετίαν μόνον, ἵνα καὶ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ἀποδειχθῇ ἂν καὶ κατὰ πόσον θὰ ἠδύναντο ἐπωφελῶς νὰ ἰσχύσωσιν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι καὶ ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν. Λέγων δὲ ταῦτα σκοπῶ νὰ τονίσω, ὅτι διὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως δὲν εἰσάγεταί τι νέον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, παραιτούμεθα μόνον τῆς πρὸς τὸ συμφέρον ἡμῶν ταχθείσης δοκιμαστικῆς προθεσμίας, διότι αὕτη σήμερον κατέστη ἐντελῶς περιττὴ καὶ οὐδεὶς ὁ περὶ αὐτοῦ ἀντιλέγων. Διὰ τοῦτο παρακαλοῦμεν τὴν Βουλήν, ὅπως καταστήσῃ νόμον τὴν τοιαύτην πρότασιν, καθόσον καὶ ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως ἔκτοτε ἔχει περὶ τῆς ἀνάγκης τούτου ἐσχηματισμένην γνώμην ψηφισθέντος πέρυσι τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἀπὸ πραγματικῆς ἀπόψεως δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ βεβαιώσωμεν, ὅτι πληρέστατα ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου. Καὶ ταῦτα λέγοντες καὶ πράττοντες ἐκπληροῦμεν ῥητὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἀνέθηκαν εἰς ἡμᾶς οἱ κάτοικοι τῆς Λευκάδος, τοὺς ὁποίους ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύωμεν καὶ τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα ἐκλήθημεν ἵνα πρὸ παντὸς ὑπερασπίσωμεν. Εἴμεθα δὲ βέβαιοι, ὅτι ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστήριξε τὰς ἐλπίδας αὐτοῦ ὁ λαὸς ἐκεῖνος, θέλει φροντίσει νὰ ἀποδείξῃ ἐμπράκτως, ὅτι οὗτος δὲν ἐλανθάσθη ποσῶς ἐπ’ αὐτῆς στηριχθείς, καὶ θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ τοῦ νόμου εἶναι συναφὴς πρὸς ὅλας αὐτὰς τὰς σκέψεις, ἀφοῦ ἐβεβαίωσεν ἤδη ὅτι θὰ ῥυθμίσῃ τὴν νομοθεσίαν, ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τὰς πτωχὰς γεωργικὰς τάξεις, τὰς ὁποίας ἀληθῶς θέλει προστατεύσει υἱοθετοῦσα τὴν πρότασιν ἡμῶν ταύτην καὶ καθιστῶσα αὐτὴν νόμον τοῦ Κράτους.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δημοτῶν Αἰγιαλείας τῆς Ἀμοργοῦ.
§236ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπών· νὰ διαγραφῇ.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριγώνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐμπόρων Μεσολογγίου.
§238Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἀναβάλλεται.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Καλαντζόπουλος καὶ Ποῦλος εἶναι ἀπόντες. Ὁ κ. Σουλτάνης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§240Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι διὰ τῶν τελωνείων τρίτης τάξεως δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἐμπορευμάτων ὅλων τῶν εἰδῶν, καὶ ἐκεῖ μὲν ὅπου ἀσκεῖται μικρὸν ἐμπόριον ὁ περιορισμὸς δὲν εἶναι αἰσθητός, ἐκεῖ δὲ ὅπου ἀσκεῖται μεγαλείτερον ἐμπόριον ὁ περιορισμὸς εἶναι οὐ μόνον αἰσθητός, ἀλλὰ καὶ καταθλιπτικός, διότι οἱ ἔμποροι ἀναγκάζονται νὰ ἐκτελωνίζωσι τὰ ἐμπορεύματά των δι’ ἄλλων τελωνείων τοῦ Κράτους ὑποβαλλόμενοι εἰς κόπους καὶ δαπάνας. Εἰς τοιούτους κόπους καὶ τοιαύτας δαπάνας ὑποβάλλονται καὶ οἱ ἔμποροι Μεσολογγίου καὶ οἱ ἔμποροι Ἀγρινίου, διότι τὸ τελωνεῖον Μεσολογγίου εἶναι τρίτης τάξεως, ἐνῷ τὸ ἐμπόριον ἐκεῖ εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν. Εἶναι συνεπῶς δίκαιον, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὰ τελωνεῖα τῆς τρίτης τάξεως, οἷον εἶναι τὸ τελωνεῖον Μεσολογγίου νὰ εἰσάγωνται ὅλα τὰ εἴδη τῶν ἐμπορευμάτων ἢ τοὐλάχιστον τὸ τελωνεῖον Μεσολογγίου νὰ προαχθῇ εἰς τελωνεῖον δευτέρας τάξεως. Τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ ἐκ τῆς προαγωγῆς τοῦ τελωνείου Μεσολογγίου εἰμὴ μόνον τὴν μικρὰν αὔξησιν, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν μισθοδοσίαν τοῦ τελώνου, ἀλλὰ καὶ αὕτη θὰ καλυφθῇ πολλαπλασίως, διότι θὰ εἰσάγωνται περισσότερα ἐμπορεύματα καὶ θὰ καταβάλλωνται ἑπομένως ἐκ μέρους τῶν ἐμπόρων περισσότερα τέλη. Ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν του.
§241Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Καρασεβδᾶς, Γρανίτσας, Θ. Θεοδωρόπουλος, Χρυσόγελος, Ῥοντήρης καὶ Σπετσέρης ἔχουσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος.
§243ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπόντες.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀ. Σακελλαρίου ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Βάγια.
§245Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Νὰ διαβιβασθῇ παρακαλῶ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται. Ὁ κ. Λαζαρῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δημοτῶν Χαιρωνείας.
§247Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τῶν σπειρομένων γαιῶν, τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὁμιλήσω.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Χριστίδης καὶ Ξηρὸς ἔχουσι τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν γεωργῶν Λαμίας, ἀλλὰ διαγράφονται, διότι εἶναι ἀπόντες. Ὁ κ. Περιβολιώτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἰδίου θέματος.
§249Κ. ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΤΗΣ. Οἱ γεωργοί, Κύριοι, τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος εἶδον εὐχαρίστως πρὸ ἔτους περίπου καταργούμενον τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὡς ἀντάλλαγμα διὰ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀποστάξεως τῶν στεμφύλων των διὰ κοινῶν ἀμβύκων, ἐξ ὧν αὐτοὶ εἶχον ἓν ἀξιόλογον ἐτήσιον εἰσόδημα. Διὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐξεγερθῶσι τώρα κατὰ τῆς ἐκ νέου ἐπιβολῆς τοῦ καταργηθέντος φόρου, ἔστω καὶ ὑπὸ ἄλλον τύπον, ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνηται συγχρόνως πρόνοια καὶ περὶ ἄρσεως τῆς ἀπαγορεύσεως ἐκείνης. Ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων δὲν ἦτο δι’ αὐτοὺς πολὺ ἐπαισθητός, δι’ ὃ ὀλίγον μέλει αὐτοῖς τώρα, ἂν οὗτος ἐπανέλθῃ εἰς ἰσχύν. Ὁ μόνος φόρος, ὅστις τοὺς ἔπληττε καιρίως καὶ χάριν τῆς καταργήσεως τοῦ ὁποίου θὰ ἐλησμόνουν οἱ μικροὶ ἡμῶν γεωργοὶ ἣν ὑφίστανται ζημίαν ἐκ τοῦ ἀνταλλάγματος, ὅπερ ἔλαβε παρ’ αὐτῶν τὸ Κράτος, εἶναι ὁ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Διὰ τοῦτο, ἂν αὐτὸ ἐννοῇ τώρα ν’ ἀναπληρώσῃ τὸν φόρον ἐκεῖνον διὰ τοῦ τῶν σπειρομένων γαιῶν, ὀφείλει πρὸ παντὸς νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ ληφθὲν ἀντάλλαγμα, ἀφῆνον ἐλευθέραν τὴν ἀπόσταξιν τῶν στεμφύλων διὰ τῶν κοινῶν ἀμβύκων. Αὐτὸ εἶναι στοιχειῶδες καθῆκον δικαιοσύνης πρὸς τοὺς γεωργούς, τὸ ὁποῖον ἐνόσῳ ἀρνεῖται νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ Κράτος, κατ’ ἀνάγκην θὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξέγερσιν τῶν οὕτω πως ἀδικουμένων πληθυσμῶν. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον ἔπρεπε νὰ ἐξεγερθῶσιν οἱ γεωργοὶ τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν. Ὁ λόγος οὗτος εἶναι ὅτι, ἐνῷ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ προτεινομένου φόρου οὐδὲν ἢ ἀνάξιον λόγου ποσὸν θὰ εἰσπράττῃ, οὐχ ἧττον οἱ γεωργοὶ καὶ μείωσιν τοῦ γλίσχρου εἰσοδήματός των θὰ ὑφίστανται καὶ εἰς παντοίας ἐνοχλήσεις θὰ ὑποβάλλωνται. Καὶ ἰδοὺ διατί. Ὑπὸ τὰς περιοριστικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ ὡς πρὸς τὴν ἐνοικίασιν τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, εἶναι ἀδύνατόν ποτε ν’ ἀναλάβωσι τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξίν του ἐνοικιασταί. Διὰ τοῦτο θὰ ἀναγκασθῇ τὸ Κράτος νὰ βεβαιώσῃ καὶ εἰσπράξῃ τὸν φόρον δι’ ἰδίων ὑπαλλήλων. Ἀλλά, ἐνῷ αὐτὸ θὰ δαπανᾷ οὕτω πως πολλὰ ἑκατομμύρια δι’ ὁλόκληρον στρατιὰν ἐπιστατῶν καὶ φυλάκων καὶ διὰ τὴν μεταφορὰν καὶ ἐναποθήκευσιν τοῦ εἰς εἶδος εἰσπραχθησομένου φόρου, εἶναι ζήτημα ἂν θὰ εἰσπράττῃ αὐτὸ καὶ τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων τούτων, ὡς θὰ ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν ἀναμφισβητήτων, ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐνῷ τὸ Κράτος, ἐπαναλέγω, οὐδὲν ἢ ἀνάξιον λόγου ποσὸν θὰ εἰσπράττῃ, οἱ γεωργοὶ θὰ καταβάλλωσι μὲν ὁπωσδήποτε εἰς τοὺς ἐπιστάτας καὶ φύλακας αὐτοῦ μέρος τοῦ εἰσοδήματός των, ὅπως ἐξαγοράσωσι τὴν ἡσυχίαν των, θὰ ὑποβάλλωνται δὲ εἰς παντοίας ἐνοχλήσεις.
§250ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τοιοῦτον δὲν εἶναι ἔλεγχος κυβερνητικός. Ν’ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν καί, ὅταν ἔλθῃ ὁ κατάλληλος καιρός, τότε δύνασθε νὰ εἴπητε ὅ,τι θέλετε.
§251ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, τότε ἀναπτύσσετε ὅλα αὐτά.
§252Κ. ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΤΗΣ. Οὔτε ἔλεγχον κυβερνητικὸν ἐνασκῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, οὔτε περὶ τοῦ νομοσχεδίου συζητῶ, ὑποστηρίζων ἐπ’ αὐτοῦ ἰδικάς μου γνώμας, ὡς θὰ πράξω, ὅταν ἔλθῃ αὐτὸ εἰς συζήτησιν. Τώρα ἐνασκῶ μόνον ἓν δικαίωμα καὶ καθῆκον ἐν ταὐτῷ, συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Γεωργικοῦ Συλλόγου Λαμιέων καὶ ἐξηγῶν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐξηγέρθη ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐναντίον τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν. Τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος τηλεγράφημα ἀνεκοινώθη ἤδη εἰς τὴν Βουλήν.
§253ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀνεκοινώθη, ἀλλὰ δὲν ζητεῖται λόγος διὰ τὴν ἐξέγερσιν, ὥστε νὰ δικαιολογηθῆτε.
§254Κ. ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, ἵνα δικαιολογηθῶ, ἀλλ’ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐξ ἀφορμῆς τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Γεωργικοῦ Συλλόγου Λαμιέων νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐξηγέρθησαν οἱ συμπολῖταί μου, διότι ἔχω δι’ ἐλπίδος, ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν ἔχει παραπεμφθῆ τὸ νομοσχέδιον, λαμβάνουσα γνῶσιν αὐτῶν θὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του.
§255Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν εἶναι ὁ δικαιότερος φόρος.
§256Κ. ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ αὐτό, κύριε συνάδελφε, δὲν ἀρκεῖ νὰ τὸ ἰσχυρίζησθε ἁπλῶς. Πρέπει καὶ νὰ τὸ ἀποδείξητε λαμβάνοντες μετ’ ἐμὲ τὸν λόγον.
§257Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε.
§258Κ. ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΤΗΣ. Ἀφοῦ τελειώσω ἐγώ, λαμβάνετε ὑμεῖς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ τὸν λόγον. Τώρα δηλῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπω πλέον διακοπὰς καὶ ἐξακολουθῶ. Ὁ σπουδαιότερος λόγος, Κύριοι, δι’ ὃν οἱ γεωργοὶ τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐξανίστανται ἐναντίον τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος φόρου, εἶναι ἡ γνωστὴ ἔνστασις τοῦ Μενίππου: «Οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Αὐτοὶ ἀδυνατοῦσι νὰ καταβάλωσιν οἱονδήποτε φόρον, διότι οὐδὲν ἀπολύτως καθαρὸν εἰσόδημα ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι. Τοῦτο λέγων ἐννοῶ τοὺς μικροὺς γεωργούς, τοὺς καλλιεργοῦντας ἰδιόκτητον γῆν. Εἶμαι εἰς θέσιν, ὡς ἀνήκων εἰς ἐπαρχίαν κατ’ ἐξοχὴν γεωργικήν, ὁποία εἶναι ἡ Λοκρίς, νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ὅτι οἱ γεωργοὶ αὐτοὶ θεωροῦσιν ἑαυτοὺς εὐτυχεῖς, ἐὰν τὸ προϊὸν τῆς ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργουμένης γῆς ἀποδώσῃ τόσα, ὥστε νὰ ἀμείψῃ τὰ ἡμερομίσθια αὐτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των, ἔστω καὶ πρὸς μίαν μόνην δραχμήν. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλους γεωργούς, οἵτινες καλλιεργοῦσι ξένην γῆν ἐπὶ μορτῇ ἢ ἐπὶ γεωμόρῳ εἰς εἶδος ἢ εἰς χρήματα. Ἐπ’ αὐτῶν, Κύριοι, τὸ προϊὸν ὄχι πλέον τῆς καλλιεργουμένης γῆς, ἀλλὰ τῆς προσωπικῆς των ἐργασίας πρέπει νὰ πληρώσῃ μέρος ἢ τὸ ὅλον τοῦ φόρου, ὅστις ὤφειλε νὰ ἐπιβαρύνῃ ἀποκλειστικῶς τοὺς κυρίους τῆς γῆς, ἀντὶ δὲ τούτου πλήττει τοὺς καλλιεργητάς, οἵτινες οὐδὲ μιᾶς δραχμῆς ἴσως ἡμερομίσθιον ἀποκομίζουσιν ἐξ αὐτῆς. Δύνασθε νὰ φαντασθῆτε μεγαλειτέραν ταύτης ἀδικίαν καὶ ἀσπλαγχνίαν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας; Καὶ ἄν, Κύριοι, πάντα ταῦτα δὲν εἶναι ἱκανὰ νὰ σᾶς πείσωσιν, ὁπόσον δίκαιον ἔχουσιν οἱ γεωργοὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἐξανιστάμενοι κατὰ τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἀρκεῖ νὰ διασκεδάσῃ πᾶσαν ἀμφιβολίαν ὑμῶν τὸ ἑξῆς γεγονός: Ἔχομεν ἐργάτας τῆς βιομηχανίας καὶ τῶν πόλεων ἀπολαμβάνοντας ἡμερομίσθιον δύο, τριῶν, τεσσάρων καὶ πέντε δραχμῶν. Καὶ ὅμως οὐδείς ποτε ἐξ ἡμῶν ἐσκέφθη, καὶ πολὺ δικαίως, νὰ ὑποβάλῃ αὐτοὺς εἰς οἱονδήποτε ἄμεσον φόρον. Τοὐναντίον μάλιστα πάντες ἡμεῖς, πρωτοστατούντων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν ὁμάδα τῶν λεγομένων κοινωνιολόγων, προθυμοποιούμεθα νὰ βελτιώσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν θέσιν αὐτῶν. Ἀλλὰ πῶς τότε θέλετε νὰ φορολογήσετε τοὺς ἀτυχεῖς γεωργικοὺς ἐργάτας, οἵτινες οὐδέποτε ἢ σπανίως ἀπολαμβάνουσιν ἡμερομίσθιον ἄνω τῆς δραχμῆς; Δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξωθεῖτε τοὺς τελευταίους τούτους εἰς τὴν ἀπόγνωσιν, εἰς τὸν ἐκπατρισμόν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου κινδυνεύει νὰ ἐρημωθῇ ἡ χώρα ἡμῶν ἐκ τοῦ ἀκμαιοτέρου καὶ ἐργατικωτέρου πληθυσμοῦ της; Ἰδού, Κύριοι, οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ συνηγορήσω τώρα δι’ ὀλίγων ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Γεωργικοῦ Συλλόγου τῶν Λαμιέων, τὴν ὁποίαν συμμερίζεται ὁλόκληρος ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ψηφισμάτων, τὰ ὁποῖα πανταχόθεν τοῦ νομοῦ τούτου ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ὅταν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἐπιφυλάττομαι νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν καὶ ἀποδείξω, ὅτι οὐδέποτε ἄλλοτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ἀστοχώτερον καὶ ἀδικώτερον αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος παρατηρῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δίκαιον εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς νὰ συνηγορήσῃ ἐκθύμως ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ διακηρύξῃ ὅτι θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του, διότι αὐτὸς μετακληθεὶς ἐκ Κρήτης, ὅπως ἀνορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα παρ’ ἡμῖν, ἠγκυροβόλησεν εἰς Ἀθήνας καὶ ἐφρόντισεν ἴσως νὰ διαγνώσῃ μόνας τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων τῆς πόλεως ταύτης. Ἐὰν ὅμως αὐτὸς περιώδευε καὶ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς ἐπαρχίαν, ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον καὶ ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον καὶ εἰσήρχετο εἰς καλύβας γεωργῶν, ἔνθα θὰ ἔβλεπε τούτους συναγελαζομένους μετὰ βοῶν καὶ χοίρων καὶ στερουμένους πολλάκις καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου, τότε εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος ὅτι οὐ μόνον δὲν θὰ συνηγόρει ὑπὲρ τοιούτου καταστρεπτικοῦ ὄντως διὰ τὴν γεωργίαν νομοσχεδίου, ἀλλὰ τοὐναντίον καὶ θὰ ἔσπευδε νὰ συγχαρῇ τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἔχων πλήρη συναίσθησιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως τῶν μικρῶν γεωργῶν μας ἐφρόντισε νὰ καταργήσῃ πάντα φόρον αὐτῶν. (Χειροκροτήματα).
§259ΑΠ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι προσφορώτερον εἶναι νὰ φέρω τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος. Ἀπών. Ὁ κ. Ἀλεξάκης. Ἀπών. Ὁ κ. Θεοδωρίδης. Ἀπών.
§261Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν, οὔτε νὰ καταδείξω τὸ ἄδικον ἢ τὸ ἄνισον τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, οὔτε κατὰ πόσον ὁ κολλήγας ἢ ὁ γεωργὸς θὰ φορολογηθῇ ἀδίκως ἢ δυσαναλόγως. Ταῦτα θὰ ἐξετασθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἔχων τὴν γνώμην, προκειμένου περὶ φορολογικῶν μέτρων, ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἀκούηται ἡ φωνὴ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ φορολογηθῶσιν, ἐζήτησα τὸν λόγον, χωρὶς νὰ ἔλθω εἰς τὰ καθέκαστα, ἵνα ἐξετάσω κατὰ πόσον ἔχουσιν οἱανδήποτε σχέσιν μὲ τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς οἱ ἀποστείλαντες τὴν ἀναφορὰν ἐκ Φαρσάλων. Ἐν αὐτῇ εἶδον, ὅτι ὁ πρῶτος τῶν ὑπογραψάντων εἶναι δικαστικὸς κλητήρ· προχωρῶν ἐν τῇ ἀναφορᾷ εἶδον συμπολίτας μου παραχειμάζοντας ἐν Φαρσάλοις νὰ παρουσιάζωνται ὡς γεωργοί, ἐνῷ τυγχάνουσι κτηνοτρόφοι, δύο ἕτεροι δὲ ἐκ τῶν ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ἐπίσης συμπολῖταί μου παραχειμάζοντες ἐν Φαρσάλοις, ἐξασκοῦσι τὸ ἔργον τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν σφαζομένων ζῴων. Ἀλλὰ πρὶν περάνω τὸν λόγον ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθῶ καθ’ ἑνὸς ὑπαινιγμοῦ, ὁ ὁποῖος ῥίπτεται κατὰ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς Θεσσαλίας, ἐν τῇ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀναφορᾷ, ὅτι πᾶσα ἐξέγερσις δημιουργουμένη κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου, ὡς καὶ πᾶσα ἄλλη τοιαύτη, ὀφείλεται εἰς τοὺς παλαιοκομματικούς, καὶ ὅτι ὀφείλεται εἰς ἐνέργειαν τῶν ἰδιοκτητῶν, ἤτοι ὅ,τι εἰς τὰς ἀγυιὰς ἀπὸ χρόνου πολλοῦ διασπείρεται, ὅτι δηλ. ἐν παντὶ τὸν δάκτυλόν των ἔχουσιν οἱ παλαιοκομματικοί, ἐνόμισαν καλὸν νὰ συμπεριλάβωσι καὶ οἱ συντάκται τῆς ἀναφορᾶς. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω· ἡ παρουσία ἐνταῦθα ἡμῶν τῶν νέων πολιτευτῶν δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ κόμματα ἀπὸ πολλοῦ κατηργήθησαν ὑπὸ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν καὶ οὐδεμίαν ἐπιρροὴν ἔχουσιν εἰς τὰ πνεύματα τοῦ λαοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ; Ἐπίσης ἐλέχθη, ὅτι ὑποκινοῦσι τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν οἱ ἰδιοκτῆται, ἵνα ἐξεγερθῶσι κατὰ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ἀλλά, ὅπως γνωρίζετε, τοὺς ἰδιοκτήτας τοὺς χωρίζει ἀπὸ τοὺς γεωργοὺς σινικὸν τεῖχος, δυσμένεια καὶ ἔχθρα. Καὶ διὰ τοῦτο μοὶ ἐπιβάλλεται ἐξ ὀνόματος τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἐν ὀνόματι τῆς τιμῆς αὐτοῦ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ ὑπαινιγμοῦ καὶ νὰ διακηρύξω, ὅτι πᾶσα ἐξέγερσις εἶναι αὐθόρμητος καὶ ἁγνή.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης. Ἀπών. Ὁ κ. Σλῆμαν, ὁ κ. Βλάχος, ὁ κ. Σχινᾶς. Ἀπόντες. Ὁ κ. Χριστόπουλος.
§263ΑΘ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§264ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βλάσης. Ἀπών. Ὁ κ. Σομμαρίπας, ὁ κ. Ξηρός. Ἀπόντες. Ὁ κ. Χριστίδης.
§265ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ μιᾶς γεφύρας τοῦ χωρίου Βελίτσης, ἥτις εἶχε δοθῆ εἰς δημοπρασίαν καὶ κατεσκευάσθη ἀτελῶς καὶ κατέρρευσε. Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἔστειλε παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ τοὺς ἐργολάβους τοὺς κατασκευάσαντας τὴν γέφυραν ἀτελῶς, ὅπως τὴν ἀνακατασκευάσωσι, διότι εἶναι ἡ μόνη γέφυρα, δι’ ἧς ἐπικοινωνεῖ ἡ Βελίτσα.
§266Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ἡ ἐπαρχία Λοκρίδος πάσχει πρὸ πολλοῦ, διότι τρεῖς γέφυραι, δι’ ὧν συγκοινωνεῖ μετὰ τῆς Φθιώτιδος, κατέπεσον, καὶ ἐπὶ πολὺν χρόνον μένουσιν οἱ κάτοικοι ἀποκεκλεισμένοι. Ἡ γέφυρα τῆς Ἀλαμάνας, διὰ τῆς ὁποίας συνδέεται ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία Λοκρίδος μετὰ τῆς Λαμίας, ὅπου εἶναι ἡ ἕδρα τοῦ Πρωτοδικείου, εἰς ὃ ὑπάγεται, ἔχει πρὸ πολλοῦ καταπέσει καὶ εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον κατεπειγόντων ἔργων, καὶ ἐν τούτοις δὲν κατεσκευάσθη. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ γέφυρα τῆς Ἀλαμάνας, ὡς καὶ ἡ γέφυρα τῆς Ἀταλάντης καὶ ἡ γέφυρα τῆς Βελίτσης, εἶναι ἐκ τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων ἔργων, ὅπως συστήσῃ, ἵνα ταχέως ἐπισκευασθῶσιν αἱ γέφυραι αὗται, διότι ἡ ὕπαρξις αὐτῶν εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος διὰ τὸν λαόν. Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῶν γεφυρῶν τούτων σημαίνει ὡς νὰ ἀφαιρέσητε τὴν κλίμακα τῆς οἰκίας σας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀνέρχεσθε καὶ κατέρχεσθε. Ἡ Βελίτσα εἶναι γνωστὴ κωμόπολις ἔχουσα πλέον τῶν 2,000 κατοίκων, παράγει τὰ ὡραῖα καπνά, τὸν ὡραῖον τυρὸν τοῦ Παρνασσοῦ, καὶ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος εἶναι τὸ ὄρος Παρνασσὸς καὶ ἀπὸ τὸ ἕτερον ὁ εὐρὺς καὶ πετρώδης χείμαρρος Χάχαλης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχεν ἡ γέφυρα. Μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς γεφύρας αὐτῆς οὐδεμίαν ἔχει συγκοινωνίαν οὔτε πρὸς τὸν σταθμὸν τοῦ σιδηροδρόμου, οὔτε πρὸς τὴν Ἀταλάντην, οὔτε πρὸς τὴν Λαμίαν τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου, εἰς ὃ ὑπάγεται, καὶ οὕτως εὑρίσκεται ἀποκεκλεισμένη. Ὅτε κατεσκευάσθη ἡ γέφυρα, κατεσκευάσθη ἀτελῶς, καὶ μετὰ δύο μῆνας ἀπὸ τῆς παραλαβῆς κατέρρευσεν. Αὐτὸ ἁρμόδιος εἶναι νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν’ ἀνήκει εἰς τὸ παρελθόν. Δὲν ἐνδιαφέρομαι τόσον δι’ αὐτό, ὅσον ἐνδιαφέρομαι, ἵνα ταχέως διαταχθῇ, ὅπως γίνῃ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον, διότι σᾶς βεβαιῶ ὅτι οἱ κάτοικοι εἶναι ἐν τελείῳ ἀποκλεισμῷ. Καὶ ἕτερόν τι ζητοῦσιν οἱ κάτοικοι, ἵνα συσταθῇ τηλεφωνεῖον εἰς τὴν Βελίτσαν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου Τιθορέας, ὅπου εἶναι καὶ ἡ θερινὴ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἀφοῦ εἰς ἄλλας κώμας ἧττον πολυανθρώπους ἄλλων ἐπαρχιῶν ἔχουσι συσταθῆ τηλεφωνεῖα. Ἐκεῖ καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Λοκρίδος, ἰδίᾳ ἐν Μαλεσίνῃ καὶ Μενδενίτσῃ, κωμοπόλεσι πολυανθρώποις, δὲν ὑπάρχει τηλεφωνεῖον. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν παράκλησιν ταύτην τῶν κατοίκων Βελίτσης καὶ παρ’ αὐτὴν καὶ τὴν ἔνθερμον σύστασίν μου, ὅπως τοὐλάχιστον εἰς Μαλεσίναν, Βελίτσαν καὶ Μενδενίτσαν τῆς Λοκρίδος διατάξῃ τὴν ἐγκατάστασιν τηλεφωνείων ἀναγκαιοτάτων.
§267Κ. ΠΕΡΙΒΟΛΙΩΤΗΣ. Ὁ δῆμος, Κύριοι, Τιροθέας εἶχε λαμβάνειν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς δημοτικῆς ὁδοποιΐας. Διὰ τοῦ ποσοῦ τούτου ἠξίωσε νὰ κατασκευασθῇ κατὰ νόμον γέφυρά τις ἐπὶ τοῦ ῥεύματος παρὰ τὴν πρωτεύουσάν του Βελίτσαν, ἥτις θὰ διηυκόλυνε τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ ταύτης καὶ τῶν χωρίων τοῦ δήμου. Δι’ αὐτῆς θὰ ἐξυπηρετεῖτο καὶ ἡ συγκοινωνία μεταξὺ Βελίτσης καὶ τοῦ πλησιεστέρου σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Κηφισοχωρίου, μεταξὺ Βελίτσης καὶ τῆς ἐπαρχίας Ἀταλάντης. Ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος γέφυρα θὰ ἦτο τὸ μόνον τεχνικὸν ἔργον, ὅπερ θὰ κατεσκευάζετο ἐν τῷ δήμῳ Τιθορέας ἐκ χρημάτων, ὀφειλομένων εἰς αὐτὸν ἐκ τοῦ πάλαι ταμείου τῆς δημοτικῆς ὁδοποιίας, ἔμελλε δὲ αὐτή, ὡς εἴδομεν, νὰ ἐξυπηρετήσῃ οὐ μόνον τὴν δημοτικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπαρχιακὴν ὁδοποιίαν. Ἐπὶ πολλὰ ἔτη, Κύριοι, ἀνεφέροντο πρὸς τοῦτο οἱ Βελιτσιῶται καὶ οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Τιθορέας εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, κατέβαλλον δὲ πᾶσαν προσπάθειαν καὶ οἱ τότε Βουλευταὶ Λοκρίδος, ἕως οὗ ἀπεφασίσθη νὰ γίνῃ τὸ ἔργον. Ὑπὸ τοῦ οἰκείου ἐργοδηγοῦ ἐγένετο ἡ σχετικὴ μελέτη, συνετάχθη τὸ σχέδιον καὶ προεκηρύχθη μειοδοσία τὸ πρῶτον ἐν ἔτει 1900. Ἡ πρώτη ὅμως προσφορὰ ἡ καθορισθεῖσα ὑπὸ τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων ἔργων ἦτο τόσον μικρά, ὥστε οὐδεὶς εὐσυνείδητος ἐργολάβος παρουσιάσθη τότε μειοδότης, καὶ ἐπανελήφθη τρὶς τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἡ μειοδοσία. Διατί δὲ συνέβη τοῦτο; Τὸ ἀνῆκον εἰς τὸν δῆμον Τιθορέας ποσὸν ἐκ τοῦ πάλαι ταμείου τῆς ὁδοποιίας δὲν ἐξήρκει διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γέφυρας, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἠθέλησε νὰ προσέλθῃ ἐπίκουρον, ὡς εἶχε καθῆκον, εἰς συμπλήρωσιν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης. Ὡς ἐκ τούτου, Κύριοι, ἡ ὑπόθεσις ἔμεινεν ἐκκρεμὴς μέχρι τοῦ ἔτους 1902, ὅτε εὑρέθη εἷς ἀσυνείδητος ἐργολάβος πρόθυμος ν’ ἀναλάβῃ τὴν κατασκευὴν τῆς γέφυρας ἀντὶ τῆς πρώτης ἐκείνης προσφορᾶς. Οἱ κάτοικοι Βελίτσης ἐπροθυμοποιήθησαν τότε νὰ παράσχωσιν εἰς αὐτὸν δωρεὰν τὴν ἄσβεστον καὶ τοὺς λίθους. Ἀλλ’ ὁ ἐργολάβος ἀνέλαβε τὸ ἔργον μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ κερδοσκοπήσῃ ἐξ αὐτοῦ καὶ δὴ ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ἥτις ἀφῆκεν αὐτὸν νὰ κατασκευάσῃ τὴν γέφυραν ὅπως ὅπως ἄνευ οἱασδήποτε ἐπιτηρήσεως. Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριοι, τῆς τοιαύτης ἀσυγγνώστου, ἵνα μὴ εἴπω ἐγκληματικῆς, ὀλιγωρίας τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας ἦτο ὅτι ἅμα συντελεσθεῖσα ἡ γέφυρα κατέρρευσε πάραυτα. Ἔκτοτε ἔγιναν ἐπανειλημμέναι ἐπερωτήσεις ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τούτου, ἀλλ’ οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέφευγον ἀείποτε ἐπιμελῶς νὰ παράσχωσιν οἱανδήποτε ἀπάντησιν ἢ πληροφορίαν περὶ τοῦ πράγματος. Εἶναι καιρός, νομίζω, ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν τῆς ἀνορθώσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον, τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς γέφυρας. Ἐξ αὐτοῦ, Κύριοι, θὰ ἀποδειχθῇ ἀληθὲς μέχρι κεραίας πᾶν ὅ,τι ἐγὼ ἰσχυρίζομαι. Ἄν δέ, ὡς ἐλπίζω, πεισθῇ περὶ τούτου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τότε ὀφείλει αὐτὸς ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ τιμωρήσῃ παραδειγματικῶς τοὺς ἐνόχους, ἂν οὗτοι διατελῶσιν ἔτι ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐπανορθώσῃ καὶ τὸ μέγα ἀδίκημα τὸ προσγινόμενον εἰς τὸν δῆμον Τιθορέας ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Δημοσίου. Τὸ Κράτος, Κύριοι, εὐθύνεται διὰ τὴν καταχρηστικὴν διάθεσιν, διὰ τὴν ἀσυνείδητον σπατάλην τῶν χρημάτων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸν δῆμον Τιθορέας ἐκ τοῦ πάλαι ταμείου τῆς ὁδοποιίας, διὰ τοῦτο δὲ ὀφείλει αὐτὸ νὰ καταβάλῃ τώρα τὰ ἔξοδα, τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ἐκ νέου κατασκευὴν τῆς γέφυρας. Τοῦτο δὲν εἶναι μόνον ἔργον δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ καθῆκον αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς συγκοινωνίας, ὑπὲρ ἧς τοσαῦτα ἔχουσι καταβάλει μέχρι τοῦδε οἱ κάτοικοι Τιθορέας, χωρὶς νὰ ἴδωσιν ἔτι ἴχνος κἂν δημοσίου ἔργου ἐξυπηρετοῦντος τὴν τοπικὴν συγκοινωνίαν. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκ νέου κατασκευὴν τῆς γεφύρας. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως τηλεφωνείου ἐν Βελίτσῃ, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται περὶ πρωτευούσης δήμου καὶ ἀφοῦ ὅλαι σχεδὸν αἱ πρωτεύουσαι τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Λοκρίδος ἔχουσι τηλεγραφεῖον, θὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν αὐτοῦ, ἥτις ἄλλως τε εἶναι εὐκολωτάτη, διότι μόλις τρία τέταρτα τῆς ὥρας ἀπέχει τῆς Βελίτσης ἡ τηλεγραφικὴ γραμμή. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ θὰ συνίστων εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ ἱδρύσεως τηλεφωνείων καὶ ἐν Ῥηγγινίῳ, πρωτευούσῃ τοῦ δήμου Θρονίου, ἐν Μαλεσίνῃ τῆς Λαρύμνης, ἐν Μενδενίτσῃ τῶν Θερμοπυλῶν, αἵτινες εἶναι κωμοπόλεις πολυπληθεῖς καὶ διεξάγουσιν ἐμπόριον ἄξιον λόγου. Θέτων δὲ πέρας εἰς τὸν λόγον μου τονίζω ὅτι πάντα ταῦτα δὲν ἀπαιτοῦσιν ἢ ἐλαχίστην δαπάνην.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 9 μ. μ.).