1911.03.23
4,329 rows · 33,227 words · 301 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 57.
Τῆς 23ης Μαρτίου 1911
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 10′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 184 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ θὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν. 1) Ἀναφορὰν τοῦ κτηματικοῦ συλλόγου Κατσαροῦ περὶ ἐκλογῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν σκανδάλων τῆς Προνομιούχου· 2) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς Νέας Σμόλιας, ζητούντων ἐγκατάστασιν εἰς ἐθνικὸν κτῆμα· 3) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ Ἅγ. Γεωργίου καὶ τῶν Βερναρδεΐκων τῆς περιφερείας Πατρῶν, ζητούντων ὅπως τὰ ἐν τῇ περιοχῇ των ἐθνικὰ κτήματα ἐνοικιάζωνται τμηματικῶς τοῖς γεωργοῖς· 4) Ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μαραθιᾶ τῆς Εὐρυτανίας, ζητούντων ὅπως τοῖς διανεμηθῶσι τὰ ἐν τῇ περιφερείᾳ των ἐθνικὰ κτήματα· 5) Τηλεγράφημα τοῦ Γεωργικοῦ συνδέσμου Καρδίτσης εὐχαριστοῦντος διὰ τὰ ψηφισθέντα ὑπὲρ τῶν γεωργῶν μέτρα· 6) Ὁ βουλευτὴς κ. Λ. Ῥοῦφος Κανακάρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγματος. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Πολλοὶ Βουλευταὶ προτείνουσιν, ὅπως ἀναβληθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος καὶ συνεχισθῇ μετὰ τὸ Πάσχα.
§2ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ λέγεται ὑπερβολὴ ζήλου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Νέγρης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐκτελωνισμοῦ τῶν δημητριακῶν καρπῶν τοῦ 1910.
§4Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Ἡ σημείωσις εἶναι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς τὴν θέλῃ, δύναται νὰ τὴν ζητήσῃ καὶ νὰ τὴν λάβῃ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Τρίτη συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς». Ὁ κ. Στ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§6Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χθὲς ὑπέβαλον παρατηρήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶπον, ὅτι καταργεῖται ὁ νόμος ͵ΓΤΠΗʹ τοῦ 1909, μὴ καταργουμένου τοῦ προγενεστέρου νόμου. Παρετήρησα μάλιστα, ὅτι, ἐὰν καταργηθῇ οὗτος ὁ νόμος μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νέου νόμου, πρέπει νὰ μὴ καταργηθῇ ἐν συνόλῳ ὁ παλαιότερος παρὰ μόνον, ἐφ’ ὅσον ἀνάγεται εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, ἐκτὸς ἐὰν καὶ περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης ὅμοια λεχθῶσιν, ὅτε ἀπὸ τοῦδε δύναται νὰ καταργηθῇ καὶ δι’ αὐτόν. Ἐν ἐκείνῳ τῷ νόμῳ περιέχονται διατάξεις, αἵτινες ἐπανελήφθησαν αὐτολεξεὶ εἰς τὸν νόμον ͵ΓΤΠΗʹ. Περιέχονται ὅμως καὶ διατάξεις λεπτομερείας, αἵτινες δὲν κατηργήθησαν ῥητῶς ὑπὸ τοῦ νόμου ͵ΓΤΠΗʹ. Διὰ τὸν φόβον λοιπὸν μήπως ἐκ τοῦ ἀκαταργήτου τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπέλθῃ ζημία τις, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ γένηται καὶ τούτου ῥητὴ κατάργησις, ἰδίως διὰ τὸ θέμα, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος ἐνταῦθα καὶ περὶ οὗ ὀρθὴ ἐδόθη ἀπάντησις ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1909 τὸν μὴ καταργούμενον, ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία δύναται νὰ τεθῇ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ. Τοῦτο περιεῖχε καὶ ὁ νόμος ͵ΓΤΠΗʹ, καταργουμένου ἄρα τοῦ νόμου ͵ΓΤΠΗʹ, ὅστις δὲν κατήργησεν ἐκεῖνον, μένομεν πάντοτε ὑπὸ τὸν κίνδυνον μήπως θελήσῃ ποτέ τις νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, ὥστε νὰ θέσῃ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ ἀξιωματικοῦ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, πρᾶγμα μὴ σκόπιμον. Τὴν παρατήρησιν ταύτην τὴν ἐπαναφέρω, καὶ ἔχω τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἐδῶ, ὥστε, ἐὰν θέλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δύναται νὰ τὴν παραλάβῃ καὶ βεβαιωθῇ περὶ τοῦ πράγματος. Δευτέραν παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ὅπως δείξω ὅτι ἦτο ἀνεπαρκὴς ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ ἀναγομένη εἰς τὸ ζήτημα τῆς πιστώσεως διὰ τοὺς μετακληθέντας ἀλλοδαποὺς ἀξιωματικούς; ἐνταῦθα. Ἡ παραπομπὴ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν εἶναι παραπομπὴ εἰς ἴδιον ἄρθρον καὶ κεφάλαιον τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 1910 ὡρίσθη διὰ μετάκλησιν ξένων ἀξιωματικῶν πίστωσις 215,150 δραχμῶν, ὧν αἱ 15,150 ἀνάγονται εἰς πρόσωπον, ὅπερ ἦτο ἤδη κεκλημένον ἐνταῦθα καὶ διδάσκει τὰ τῆς βολῆς τό τε πεζικὸν καὶ τὸ πυροβολικόν. Ἡ ἄλλη πίστωσις μένει ἀχρησιμοποίητος, διότι δὲν ἐγένετο ἡ μετάκλησις κατὰ τὸ 1910. Κατὰ τὸ 1911 ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ περιλαμβάνεται πίστωσις 320,150 δραχμῶν, δηλαδὴ αὐτὴ ἡ προηγουμένη πίστωσις μετὰ προσθήκης 105,000 δραχμῶν, καὶ ἐκ τούτου γινώσκομεν ὅτι ἡ ἄδεια, ἣν λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νόμου τούτου, περιορίζεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 120 000 δραχμῶν, ἐκτὸς ἐὰν τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ἐκ νεωτέρων σκέψεων πείθηται, ὅτι δύναται νὰ αὐξήσῃ τὸ κονδύλιον τοῦτο, ὁπότε δέον νὰ ἀνακοινώσῃ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ἀπαραίτητον ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ τί ψηφίζει, ὅταν ψηφίζῃ. Ἡ ἐμπιστοσύνη ἡ προσωπικὴ οὐδεμίαν ἔχει θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Τὰ ἑκάστοτε Ὑπουργεῖα πρέπει διηνεκῶς νὰ εἶναι ἐν ᾗ θέσει ἔταξεν αὐτὰ τὸ Σύνταγμα, δηλαδὴ πάντοτε ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Οἱοσδήποτε κατέχων τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ πρέπει νὰ αἰσθάνηται πρῶτον καθῆκον, καὶ βεβαίως αἰσθάνεται τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πᾶσαν πρᾶξιν αὑτοῦ νὰ ἔχῃ ὑποκειμένην εἰς τὸν ἔλεγχον, ἰδίως δὲ τὰς πράξεις, αἵτινες σχετίζονται πρὸς τὴν διάθεσιν τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχῃ λόγους, ὧν ἕνεκα νομίζει ὅτι διὰ τὰ περαιτέρω τοῦ ἔργου, οὗτινος ἐπελήφθη, πρὸς μετάκλησιν τῶν ξένων ἀξιωματικῶν ἀπαιτεῖται μείζων πίστωσις τῶν 220.150 δρ., θέλω παρακαλέσει αὐτὸν νὰ δηλώσῃ εἰς ἡμᾶς τὴν διαφοράν, ὅπως ἐν πλήρει γνώσει ψηφίσωμεν τὸν νόμον, ὃν ἐξ ὅλης καρδίας ψηφίζομεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ πολλὰ τὰ ἀγαθὰ ἀπεκδεχόμενοι.
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν νόμον, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον ὁ κ. Βουλευτής, δὲν ἔχω πρόχειρον, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ μοὶ χρησιμεύσῃ, ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 1ου καὶ 2ου. Τὸ ἄρθρον 1ον ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ 2ον ἐπιτρέπει, ὅπως οἱ ἀρχηγοὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀποστολὴν ἀναλάβωσιν ὄχι μόνον τὴν ὀργάνωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ τὴν διοίκησιν αὐτοῦ καὶ ὑπηρεσίας αὐτοῦ. Εἶναι ἄρθρον εὐρύτατον, δι’ οὗ παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἀναθέσῃ εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν πᾶσαν ἐξουσίαν, σχετιζομένην πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐλεύσεώς της. Τούτων οὕτως ἐχόντων, νομίζω ὅτι δὲν ἐνδιαφέρει νὰ μάθω τί λέγει ὁ παλαιὸς νόμος, οὔτε νὰ ζητήσω τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζω τὴν στιγμὴν ταύτην τί περιέχει. Ἐὰν περιέχῃ διάταξιν ἀντικειμένην πρὸς τὸν παρόντα νόμον, βεβαίως καταργεῖται ἐμμέσως, ἐὰν δὲ δὲν περιέχῃ τοιαύτην, μένει ἐν ἰσχύϊ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν... Βεβαιότατα πρόκειται περὶ ἐμπιστοσύνης, ὄχι προσωπικῆς, ἀλλὰ πολιτικῆς. Ὅτε δ’ ἐπεκαλέσθην χθὲς τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐπεκαλέσθην αὐτὴν πρὸς τὰ ἄτομα, ἀλλὰ πολιτικὴν ἐμπιστοσύνην. Καὶ ἐδικαιούμην νὰ ἐπικαλεσθῶ αὐτήν.
§8ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν γνώσει αὐτῶν ψηφίζομεν, ἀλλ’ οὐδέποτε ψηφίζομεν πιστώσεις, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὸ ποσὸν αὐτῶν.
§9ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3ον καὶ ἄρθρον 4ον τοῦ νόμου ͵ΓΤΗʹ περὶ τῶν ἀποδοχῶν τοῦ ὀργανωτοῦ τοῦ σχολείου βολῆς ἀναγράφονται ἀποδοχαί, χωρὶς νὰ ἀναγράφηται τὸ ποσόν.
§10ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι τοῦτο. Ὑπάρχει εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἀναγεγραμμένη πίστωσις, ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει, ὅτι ἡ ἀναγκαία διὰ τὰς ἀποδοχὰς τοῦ ὀργανωτοῦ τοῦ σχολείου βολῆς πίστωσις θέλει ἀναγράφεσθαι εἰς τὸν Προϋπολογισμόν· δὲν λέγει ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμένη εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§12ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένη πίστωσις 220,000.
§13ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ὅτι καὶ αὐτὸς ἀκόμη ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς νόμος λέγει, ὅτι ἡ ἀναγκαία πίστωσις διὰ τὰς ἀποδοχὰς τῶν ἀξιωματικῶν θέλει ἀναγράφεσθαι εἰς τὸν Προϋπολογισμόν.
§14ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι γενικὴ διάταξις, ἡ ὁποία προβλέπει ὅτι κανονικῶς θὰ ἀναγράφηται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἔχομεν δὲ Προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος ἀναγράφει πίστωσιν.
§15ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ νόμος ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς ὁμιλῶν περὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1909 ὁρίζει αὐτὰς εἰς 50,000, ἀλλ’ ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντάσσῃ συμβόλαια, δι’ ὧν ἡ πίστωσις δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς 500,000, εἰς 1.000.000, εἰς 2.000.000, καὶ τοῦτο, διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ἡ τότε Βουλὴ εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑπερβῇ πᾶν θεμιτὸν ὅριον εἰς τὰς μισθοδοσίας τῶν ξένων.
§16ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέπεται νὰ ἀναγραφῇ πίστωσις, ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ Προϋπολογισμός. Ἡ πίστωσις εἶναι ἤδη ἀναγεγραμμένη. Ἐὰν ἐμμένῃ εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ δηλώσῃ τί θὰ κάμῃ.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί θὰ κάμω. Ἐνδεχόμενον ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν δι’ ἄλλων ἀξιωματικῶν κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, καθ’ ὃ θὰ ἰσχύῃ ἡ σύμβασις, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ θέλῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ διπλασιάσῃ π. χ. τὸ ποσὸν ἀπὸ 300.000 εἰς 600.000. Σήμερον τὸ ἐν τῇ πιστώσει ἀναγεγραμμένον εἶναι ἀρκετόν, ἀλλά, ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκές, θὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ συμπληρώσῃ διὰ δηλώσεως. Ἀλλὰ τὰ πράγματα ἔχουσι κανονικῶς τόσον, ὅσον ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἐγίνοντο.
§18ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν προσθέσητε καὶ ἄλλους, θὰ γίνῃ νέα σύμβασις;
§19ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ, θὰ δεσμεύῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς μὲ ἐρωτᾷ, διατί νὰ ἀναλαμβάνητε ὑποχρεώσεις, χωρὶς νὰ ἀναγράφητε καὶ αὔξησιν τῆς πιστώσεως τῶν 300.000, καὶ ἀπαντῶ ὄχι, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ εἰς τὴν παροῦσαν καὶ εἰς τὰς διαδόχους Κυβερνήσεις νὰ χρειασθῶσι καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοί. Ἡ Βουλή, ἐλπίζω ὅτι, ὡς ἐκ τῆς ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ἔχει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς πολιτικῆς, δύναται νὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὴν τὸν κανονισμὸν τοῦ ζητήματος κατὰ τὰς καθ’ ἕκαστα ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ ἐπικαλοῦμαι πρὸς ἀποδοχὴν τῶν ὑπ’ ἐμοῦ προτεινομένων τὰ γενόμενα κατὰ τὸ παρελθόν. Ἡ σύμβασις δὲ εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἄνευ ἄλλης προσθέτου δυνάμεθα νὰ αὐξήσωμεν τὴν δαπάνην.
§20ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ προσέχωμεν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ δαπανήσωμεν περισσότερα, ὡς ἐκ τῶν ἐλαστικῶν ὅρων τοῦ νομοσχεδίου.
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος φόβος, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἑκάστοτε ψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ ἀναγράφῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν.
§22ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε εἴμεθα σύμφωνοι.
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλετε νὰ περιλάβω ἐν τῷ νόμῳ πίστωσιν, τὸ ὁποῖον ἀρνοῦμαι, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς μένουσιν ἐλεύθερα, ὥστε, ἐὰν ὑπερβῶ τὸ ποσόν, θὰ ζητήσω αὔξησιν τῆς πιστώσεως.
§24ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡς εἶπον χθὲς πρὸς τὴν Βουλήν, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἐσκόπουν νὰ εἴπω τι, προκειμένου περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ τόνος, ὁ ὁποῖος ἐφανέρου τόσην βαθεῖαν πεποίθησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ψαρῶν, καὶ ζήτημά τι συνταγματικόν, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ φαινόμενον τοὐλάχιστον εὑρισκόμεθα ἐν διαστάσει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ τόσον μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἤκουσα πολλῶν συναδέλφων, λεγόντων, ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν θὰ κατορθώσῃ καὶ ἡ ἀποστολὴ αὕτη νὰ δημιουργήσῃ εἰς τὸ Κράτος στρατόν, τότε δὲν θὰ εἶναι ἴσως ἄσκοπον νὰ σκεφθῶμεν κατ’ ἄλλον τινὰ τρόπον περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τοῦ τόπου. Ἀλλὰ καὶ ἔτι πλέον, διότι σκέψεις τοιαῦται, ἐντελῶς ἀντίθετοι πρὸς τὰς θελήσεις τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ, ὑπεδηλώθησαν ὡς σκέψεις πολιτικῶν μερίδων ὁλοκλήρων. Εἰς τὰς σκέψεις ταύτας δὲν ἔχω βεβαίως ἀκράδαντον τὴν γνώμην ὅτι ἄγει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐν τούτοις ὑπονοίας τινὰς ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου δύναται νὰ τὰς δημιουργήσῃ· «ὁ στρατηγὸς ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν διοίκησιν τῶν ἀποτελούντων τὸν στρατὸν μεραρχιῶν καὶ τὴν ἐποπτείαν τῶν στρατιωτικῶν σχολείων καὶ καταστημάτων». Δὲν δύναταί τις ἑπομένως νὰ ὑπονοήσῃ, ὅτι ἡ ἀποστολὴ ἐκείνη δὲν ἐκλήθη, ὅπως ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτὴν τὸ Κράτος τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἐκλήθη, διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ κατὰ τὰς διαθέσεις, κατὰ τὰς σκέψεις, κατὰ τὴν πολιτικὴν τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως. Καὶ λέγω τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως, διότι τοῦτο πρέπει νὰ εἴπω, οὐχὶ κατὰ τὰς σκέψεις καὶ τὰς γνώμας τῆς ἑκάστοτε Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ σήμερον καὶ θὰ ἀφήνῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις νὰ προτείνωσιν ὅ,τι ἂν θέλωσι. Δύναται νὰ ἐνασκῇ καὶ δύναται νὰ μὴ ἐνασκῇ. Δύναται νὰ εἴπῃ ὁ αὔριον Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν· «ταῦτα καὶ μόνον τὰ καθήκοντα ἀναθέτω εἰς ὑμᾶς». Κατὰ τὴν γνώμην μου ὅμως ὁ στρατός, συναινοῦντος καὶ τοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου, ἐζήτησε μίαν τοιαύτην στρατιωτικὴν ἀποστολὴν μεγάλου καὶ προηγμένου στρατιωτικοῦ Κράτους, διὰ νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν ἀποστολήν: «ἔχετε ὅλα τὰ φῶτα καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἰδιότητα ἐμπιστευόμεθα εἰς ὑμᾶς νὰ ὀργανώσητε καὶ ἐκπαιδεύσητε τὸν στρατόν μας». Ἐνῷ θὰ ἠδύνατο, λέγω, νὰ ὑπονοηθῇ ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, ὅτι ζητεῖται, ἵνα ὁ ἑκάστοτε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν χρησιμοποιῇ κατὰ τοσοῦτον ἢ κατὰ τοσοῦτο τὴν ἀποστολὴν ἐκείνην. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ διατύπωσις ἔπρεπε νὰ εἶναι μᾶλλον ῥητή, τοὐλάχιστον μᾶλλον σαφής, οὐχὶ τόσον ἀόριστος, μὲ δύο ἀσαφεῖς λέξεις νὰ λύῃ τόσον μέγα ζήτημα. Ἐν τούτοις, ἐπαναλαμβάνω, κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ ἐπιφύλαξιν ἐγὼ λέγω ταῦτα. Ἐπίσης ἐπαναλαμβάνω τὴν χθὲς γενομένην παρατήρησιν καὶ ἱκανῶς σήμερον συζητηθεῖσαν. «Αἱ ἀποδοχαὶ ἐν γένει τῶν ἀποτελούντων τὴν στρατιωτικὴν ἀποστολήν, ἡ διάρκεια τῆς ἐν Ἑλλάδι ὑπηρεσίας των καὶ ἡ τάξις αὐτῶν ὁρίζονται διὰ συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ Κράτους, ἐξ οὗ ἡ ἀποστολή». Τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἔχει οὕτως· «οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ νόμου». Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀναγραφὴ εἰς τὸν Προϋπολογισμόν· πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος, ὅστις θὰ ὁρίζῃ τὸν μισθὸν πόσος θὰ εἶναι, ὅστις θὰ ὁρίζῃ τὴν ἀμοιβὴν πόση θὰ εἶναι· δύναται νὰ ὑπάρξῃ μία τις ἐλαστικότης ὡς διετύπωσε τὸ πρᾶγμα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος, νὰ ὡρίζετο τοὐλάχιστον ὁ ἀνώτατος ὅρος. Δὲν εἶναι ζήτημα ποσότητος· ἀναμφιβόλως δὲν πρόκειται περὶ ποσότητος, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται καὶ ἐλάχιστος λόγος περὶ 50, 100, 150 καὶ 200 χιλιάδων δραχμῶν, ὅτε ἡ συζήτησις διεξάγεται περὶ τόσον μεγάλου ζητήματος, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα εὐλαβείας πρὸς τὸ πολίτευμα. Καὶ ἐσκόπουν ἐπὶ ἄλλου θέματος νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι πρέπει τέλος πάντων καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ θεραπευθῶμεν ἀπὸ ἑνὸς ἐλαττώματος τοῦ λεγομένου «ὠχαδελφισμοῦ», προκειμένου περὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἰδιαίτατα. Τί σημαίνει; τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σημαντικόν, ἀφοῦ δὲ εἰς τὸ πρᾶγμα εἴμεθα σύμφωνοι, τί σημαίνει; ἀλλὰ βλέπετε ὅτι ἔχομεν καὶ ἐπίκλησιν προηγουμένην. Καὶ διότι ὑπάρχει ἓν κακὸν προηγούμενον πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν καὶ δεύτερον κακὸν προηγούμενον; Εὐτυχῶς τὰ προηγούμενα ταῦτα οὐσιαστικῶς βεβαίως δὲν εἶναι σημαντικά, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποῖον θὰ εἶναι τὸ τρίτον προηγούμενον, καὶ τὸ τέταρτον καὶ τὸ πέμπτον προηγούμενον. Ἐπίσης παρακαλῶ διὰ δευτέραν φορὰν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσέξῃ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 8: «Αἱ τυχὸν ἀναγκαῖαι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου λεπτομέρειαι ὁρίζονται διοικητικῶς». Ἰδοὺ δὲ διατί· διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἔχω πεισθῆ ὅτι οἱ εὐλογημένοι ἐκεῖνοι ἄνθρωποι διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, δι’ ἐγκυκλίων, δι’ ὑπουργικῶν διαταγῶν, διὰ διαφόρων ἐγγράφων ἔχουσι τοιουτοτρόπως ἐξαρθρώσει τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, ὥστε ὡρισμένα τμήματα τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου ἔχουσι καταστῆ αὐτόχρημα μαντεῖα. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν, κύριοι Βουλευταί, ὑποθέτω, ἀγνοεῖ ὅτι, ὅτε ἠγείρετο ζήτημα στρατολογικὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ ὁ κ. Σκορδούλης, ἂν δὲ δὲν ἠρωτᾶτο ὁ κ. Σκορδούλης, ἐὰν δὲν ἔλεγε τὴν γνώμην του, τὰ ζητήματα ἦσαν ἄλυτα. Ἐὰν λοιπὸν μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, καὶ δὲν τεθῇ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία εἶναι σχεδὸν εἰς ὅλους τοὺς νόμους, ὅτι αἱ λεπτομέρειαι τοῦ παρόντος νόμου κανονίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ μείνῃ ἡ φράσις «ὁρίζονται διοικητικῶς», μόνον ὁ Κύριος γινώσκει τί θὰ συμβῇ· τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα θὰ διαδέχωνται τὸ ἓν τὸ ἄλλο, αἱ διαταγαὶ καὶ αἱ ἐγκύκλιοι, καὶ θὰ περιέλθωμεν εἰς ἀδιέξοδον. Πρόκειται δὲ ἀκριβῶς εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ μὴ περιέλθωμεν εἰς ἀδιέξοδον, διότι πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν ξένων, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ὦμεν ὑποχρεωμένοι καὶ λόγῳ εὐγνωμοσύνης καὶ εὐπρεπείας καὶ ἁβρότητος νὰ ὦμεν ὑποχωρητικώτεροι, καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι δυνατὸν νὰ κατασταθῇ σημαντικώτερον. Παρακαλῶ, ἐπαναλαμβάνω, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὴν τὴν κεκτημένην ταχύτητα, τὴν ἀκράτητον ἕξιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἀπὸ πλείστων ἐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ ἀναπτύσσωσι τοὺς νόμους, νὰ ἐξαρθρώνωσι τοὺς νόμους, νὰ παραλύωσι τοὺς νόμους, ὥστε νὰ καθίστανται, ἐπαναλαμβάνω, τὰ γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου αὐτόχρημα μαντεῖα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κοντογούρης.
§26Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀναμφίβολος ἡ μεγάλη σημασία τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, θὰ παρακαλέσω δὲ πάντας νὰ πιστεύσωσι καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν καὶ σεβαστόν μοι ἀρχηγόν, ὅτι, ἂν ἀποφασίζω καὶ ἐκ δευτέρου νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, πράττω τοῦτο ἐν βαθυτάτῃ ἐπιγνώσει ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσω νὰ προασπίσω. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὑπεστήριξα τὴν ἀνάγκην, ὅπως τὸ 3 ἄρθρον τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου τροποποιηθῇ κατά τι, τονίσας ὅτι τὸ κατά τι αὐτὸ θὰ ἔχῃ μεγίστην διὰ τὸ στράτευμα σημασίαν. Τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀποστολῆς δυναμένου νὰ καλῆται ὑπὸ τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διοικῇ Μεραρχίαν, μίαν δὲ βεβαίως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικῇ τις ὅλας τὰς Μεραρχίας, ἀφίεται, κατὰ τὸ πλεῖστον, ἡ διοίκησις τῶν Μεραρχιῶν, ἡ διοίκησις τουτέστιν ὅλου τοῦ στρατεύματος, ἡ προπαρασκευὴ τῆς ἐργασίας πρὸς πόλεμον, ἀφίεται πάλιν εἰς τὸ σύστημα—διὰ νὰ μὴ νομίσῃ τις, ὅτι ἐννοῶ νὰ θίξω ὡρισμένα πρόσωπα—, εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον διέπει τὰ τοῦ στρατεύματος μέχρι σήμερον. Θὰ ἐνόμιζον ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε ὁ στρατηγὸς ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς καὶ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐπιτελείου του νὰ ἀσκῶσι τὴν διοίκησιν τῶν Μεραρχιῶν καὶ τὴν ἐποπτείαν τῶν στρατιωτικῶν σχολῶν. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς θὰ ἐπετυγχάνομεν, ὥστε ὁ στρατηγὸς τῆς ἀποστολῆς, ὁ στρατηγὸς Ἐντοῦ, καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ἐλθόντες ἐκ Γαλλίας ἀνώτεροι καὶ κατώτεροι Γάλλοι ἀξιωματικοὶ νὰ μὴ ἐκινδύνευον, εὐθὺς ὀλίγον μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ νομίσωσιν ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσωσι, νὰ προσκρούσωσιν εἰς τὸ γνωστὸν εἰς ὅλους ὑμᾶς, κατόπιν τῆς καταργήσεως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως συμβούλιον τῶν μεράρχων.
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Βουλευτά, ἴσως θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι μόλις ὡς περατωθῇ ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀφορῶν εἰς πάντα ταῦτα καὶ εἰς τὰ τοῦ συμβουλίου τῶν μεράρχων. Σᾶς καθιστῶ γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν ἡ σπουδή, μὲ τὴν ὁποίαν προέβην εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰμὴ νὰ καταστήσῃ δυνατὴν ἀπὸ τῆς πρώτης Ἀπριλίου τὴν ἀνάληψιν τῆς διοικήσεως ἐκ μέρους τῶν μετακληθέντων καὶ μετακαλουμένων μελῶν τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν εἶχεν ὡς καὶ νὰ νομιμοποιήσῃ τὰ τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ὑπεγράφη μετὰ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀποστολήν, ὅλα δὲ τὰ λοιπὰ θὰ κανονισθῶσιν ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ὑποβαλλομένου τοῦ ὀργανισμοῦ.
§28Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναί τις ἐντελῶς βέβαιος περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον· τούτου μὴ ὄντος βεβαίου θὰ ἐπεθύμουν, ἅπαξ εἰσαγομένου τοιούτου νομοσχεδίου ἐν τῇ Βουλῇ νὰ εἰσήγετο κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, τοὐλάχιστον ἀπέναντι τῆς κοινῆς γνώμης, τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ κόσμου νὰ καθίστα τὸν περὶ ὀργανωτῶν νόμον ἐντελῶς ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπεθύμουν πάντες νὰ ἔβλεπον. Διότι ἡ θέλησις, τονίζω, καὶ ἡ ἐπιθυμία τοῦ στρατεύματος ὁλοκλήρου καὶ τοῦ λαοῦ εἶναι νὰ ἴδῃ τὸν στρατὸν διοικούμενον καὶ ἐκπαιδευόμενον ὑπὸ διάφορον ἐντελῶς σύστημα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐκράτει μέχρι σήμερον. Θὰ ἦτο ἴσως ἔλλειψις ἐκ μέρους μου, ἔλλειψις οὐσιώδης, ἐάν, προκειμένου περὶ τοῦ μεγίστης σημασίας ζητήματος τούτου, παρέλειπον νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν πλήρως, ἵνα καὶ πλήρως κατανοηθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ κατανοηθῇ. Εἶναι δὲ τοῦτο ἡ μεγίστη ἀνάγκη, ὅπως, ἔστω καὶ μετὰ σκληρότητος, ὁ νόμος θέτων κατὰ μέρος παλαιὰς ἕξεις καὶ πρόσωπα ἐμπιστευθῇ ἐξ ὁλοκλήρου τὴν διοίκησιν τοῦ στρατεύματος εἰς τὸ νέον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τοὺς πεπειραμένους, ἀπὸ τοὺς ἐπιστήμονας, ἀπὸ τοὺς φιλοπονωτάτους καὶ ἐργατικωτάτους Γάλλους ἀξιωματικούς. Ἵνα σχηματισθῇ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον σχηματιζομένην, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἵνα ἐφ’ ὅσον δύναμαι διὰ βραχέων ἐκθέσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χθὲς ἁπλῶς ὑπηνίχθην, νὰ ἐκθέσω καὶ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας οὐχὶ μόνον ἐν λεπτομερείᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς, ἀγνοοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἰδίως εἶναι προωρισμένοι νὰ βελτιώσωσι τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ ἐκθέσω ποία εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένων συναδέλφων. Ἔχω ἐνώπιόν μου σύγγραμμα ἄξιον μεγάλης προσοχῆς. Ἐπιγράφεται «Ἱστορικὸν ὑπόμνημα ἐπὶ τῶν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ στρατιωτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως ἐργασιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». Εἶναι ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἐν προλόγῳ γράφει ὅτι «κατόπιν διαταγῶν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν—πρόκειται περὶ τοῦ κ. Θεοτόκη—συνετάχθη τὸ παρὸν ὑπόμνημα ἐν τῷ τμήματι τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐξετυπώθη εἰς πεντήκοντα ἀντίτυπα ὡς χειρόγραφον θεωρούμενα, ἐξ ὧν ἓν κατετέθη ἐν τῷ ἐμπιστευτικῷ ἀρχείῳ ἐπιστρατεύσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὡς δημόσιον ἔγγραφον πρωτοκολληθὲν ἐν τῷ ἐμπιστευτικῷ πρωτοκόλλῳ ἐπιστρατεύσεως». Ἐλπίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ ἀνησυχῇ μὴ τυχόν, παρασυρόμενος ἐκ τῆς ἀνάγκης, ὅπως πείσω ὑμᾶς περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλω ὑποστηρίξει, ὑπερβῶ τὰ ὅρια ἐκεῖνα τῆς ἐπιβεβλημένης ἐχεμυθίας, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπερβῇ. Καὶ προλαμβάνω νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι οὐδὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται δημοσίᾳ, θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ περὶ οὐδενὸς ἐκ τούτων θὰ κάμω ὑπαινιγμόν τινα.
§29Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλομεν προκειμένου περὶ ὑμῶν.
§30ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι τίποτε δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ.
§31Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, κύριε Δραγούμη, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀναφέρω, εἶναι χρήσιμα διὰ τὸν σκοπόν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ φόβος νὰ βλάψωσι τίποτε.
§32ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν συμβῇ καὶ ἄλλοι τινὲς συνάδελφοι νὰ ἔχωσιν ἓν ἐξ αὐτῶν τῶν ἀντιτύπων καὶ ἕκαστος ἐπαφίεται εἰς τὴν κρίσιν του, ὅτι οὐδὲν ἄτοπον δύναται νὰ συμβῇ, ποῦ δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν;
§33Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἔστε βέβαιος, κ. συνάδελφε, ὅτι οὐδὲν θὰ κινδυνεύσῃ.
§34ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ πιστεύσατε ὅτι ἰδίως οἱ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι διῆλθον δι’ ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πολλὰ τὰ ἀπόρρητα, ἔχουσι πολλὰ ἔγγραφα εἰς χεῖρας, καί, ἐὰν εἷς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν ἐπρόκειτο νὰ ἀναγινώσκῃ ὁτιδήποτε ἐξ αὐτῶν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων τὴν συναίνεσιν τῶν μόνων ἐχόντων τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρίζωνται δημόσια ἔγγραφα ἐνταῦθα, βεβαίως ἤθελε πράξει τι τὸ ἀνώμαλον. Σεῖς βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπράττετέ τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξέθετέ τι εἰς κίνδυνόν τινα, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα, αὐτὸ μόνον, θέλει καταργήσει τὴν ἀρχήν, καὶ ἡ ἀρχὴ πρέπει νὰ μένῃ ἀπαραβίαστος.
§35ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, μανθάνων ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς κατέχει τοιοῦτόν τι βιβλίον, νὰ διατάξω ἀνακρίσεις, διὰ νὰ ἐξακριβώσω τὰς εὐθύνας, ὄχι βεβαίως τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ἀλλὰ τὰς εὐθύνας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τῷ ἔδωκαν τὸ βιβλίον τοῦτο.
§36Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν ἀνήκει εἰς τὸ ἀρχεῖον. Ἐξετυπώθησαν πεντήκοντα τοιαῦτα.
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ λέγει εἰς τὸν πρόλογον ὅτι θεωρεῖται χειρόγραφον ἐμπιστευτικὸν καὶ ὅτι ἓν ἐκ τούτων κατατίθεται εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ὑποθέτω δὲ ὅτι τὰ λοιπὰ 49 ἐστάλησαν εἰς τὰ βιβλιοπωλεῖα, διὰ νὰ πωληθῶσι.
§38Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνη ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀναγινώσκῃ ἀπόκρυφα τοῦ Κράτους.
§39Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ κατάστασις αὕτη, οὔτε πιστεύω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐξακολουθήσῃ πιστεύων ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἐκμεταλλεύωνται ἐπ’ ἄπειρον, ὑπὸ τὸ φάσμα δῆθεν τῆς διπλωματικῆς σιγῆς. Εἶμαι, ὡς ἐλπίζω, εἰς πλήρη ἀρτιότητα διανοητικήν, ὥστε νὰ γνωρίζω ποῖα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφελήσωσι τὴν πατρίδα, καὶ ποῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ βλάψωσιν αὐτήν. Δὲν ἐφανταζόμην ὅτι ἐξ ὅλων τούτων ἦτο δυνατόν ποτε νὰ ἐγερθῇ ἡ ἐλαχίστη κἂν ὑπόνοια, ὅτι ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐκ τῆς στρατιωτικῆς μου ἀκόμη ἰδιότητος γνωρίζω πλέον ἢ πᾶς ἄλλος τὴν ἀπήχησιν, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀλλαχοῦ καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὸν στρατὸν τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα, ὅτι ἦτο δυνατόν ποτε νὰ πιστευθῇ ὅτι ἐγὼ θὰ παρεξετρεπόμην εἰς ἀναγνώσεις, αἱ ὁποῖαι, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἦσαν συμφέρουσαι διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ θὰ ἦσαν καὶ ἐπιζήμιοι.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀκούσῃ περικοπὰς ἐγγράφου δημοσίου καὶ στηρίξῃ συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ, παρὰ μόνον ἐφ’ ὅσον τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐζητήθη ἡ προσκόμισις καὶ κατάθεσις εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Τὸ ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ζητηθῇ ἡ κατάθεσις τοιούτου ἐγγράφου, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἦτο ἁρμόδιος, θὰ ἦτο εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ, ἂν ἔπρεπε νὰ κατατεθῇ. Λοιπὸν τοιοῦτόν τι ἔγγραφον δὲν ἐζητήθη νὰ κατατεθῇ, οὔτε κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ περιῆλθεν εἰς χεῖράς σας ἴσως κατόπιν παραβάσεως ἀξιοποίνου τῆς ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ κάμητε χρῆσιν αὐτοῦ, διότι ἄλλως θὰ κάμητε χρῆσιν αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἰδίαν ὑμῶν εὐθύνην καὶ ὄχι ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν.
§41Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μὴ θέλων νὰ προσκρούσω εἰς τὴν...
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! εὖγε!
§43Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. .. εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθη ἡ Βουλή, θὰ σιγήσω περὶ ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην ἄριστα νὰ ἀναφέρω, διότι, ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲν τὸ κινδυνῶδες περιέχουσιν. Ἐν τούτοις θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀποσπάσματα ἐξ ἄλλου, μὴ ἔχοντος ἐπίσημον ἰδιότητα ἐγγράφου, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει τὴν ἀξίαν του καὶ τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ χρησιμοποιήσω εὐθὺς κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν.
§44Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Δὲν νομίζετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι εἶναι γνωστὰ ταῦτα;
§45Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου γνωστά, καὶ θὰ ἴδητε, ὅταν καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καταλήξω, πόσον ὀρθῶς ἐσκέφθην ἀναφέρων ταῦτα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν παράκλησιν. Ἡ Βουλὴ ἔχει συνηθίσει νὰ ἀπονέμῃ εἰς τὰς γνώμας σας τὰς στρατιωτικὰς σεβασμὸν καὶ εἰς τὰς πληροφορίας σας πᾶσαν πίστιν. Λοιπὸν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ κάμητε χρῆσιν βιβλίου σχετιζομένου πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ νὰ παράσχητε, ἐὰν θέλητε, εἰς τὴν Βουλὴν κρίσεις, παρατηρήσεις καὶ γνώμας ἰδικάς σας, καὶ ἂν ἀκόμη ἀντλῆτε ταύτας ἐκ βιβλίων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἔχομεν πλήρη πεποίθησιν εἰς τὰ λεγόμενα παρ’ ὑμῶν καὶ τὰς πληροφορίας ὑμῶν.
§47Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Θὰ συμμορφωθῶ πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγετε, καίτοι ὅλα ὅσα ἐπρόκειτο νὰ ἀναγνώσω θὰ εἶχον τοῦτο τὸ ἰδιαίτερον προσόν, ὅτι θὰ ἦσαν μᾶλλον πειστικά, ἐν τούτοις θὰ ἀρκεσθῶ εἰς ἐντελῶς ἰδικάς μου πληροφορίας. Εἶναι γνωστή, Κύριοι, ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐβασίλευσεν εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, πόλεμον, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν εἶχε μὲν ἄλλην καλὴν συνέπειαν, εἶχεν ὅμως μίαν, τὴν πλήρη συναίσθησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι εἶναι ἐπὶ τέλους ἀνάγκη νὰ ἐξαντλήσῃ τὰς προσπαθείας αὑτοῦ, ὅπως ἀποκτήσῃ τὸν στρατὸν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἐν τυχούσῃ εὐκαιρίᾳ, θὰ κατώρθωνεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέτυχεν οὗτος εἰς παρελθούσας ἐποχάς. Εἶναι γνωστὸν πῶς διεψεύσθησαν αἱ ἐλπίδες τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ποῖαι ἀληθῶς ἀφάνταστοι ἀμέλειαι καὶ ποῖαι ἀφάνταστοι ὀλιγωρίαι παρετηρήθησαν ἐκ μέρους τῶν κυβερνητῶν, τῶν ἑκάστοτε, ἐν σχέσει πρὸς τὸ μέγα αὐτὸ ἐθνικὸν ζήτημα. Καὶ ἵνα εὐχερέστερον ἐξηγήσω πρὸς ὑμᾶς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λεχθῶσι πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, παρουσιάζω πρὸς ὑμᾶς τὰ Ἅπαντα τῆς πολιτικῆς μερίδος, ἡ ὁποία κατὰ τὸ πλεῖστον διηύθυνεν ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡ ὁποία κατὰ 99% εὐθύνεται δι’ ὅ,τι καλὸν ἢ κακὸν ὑπάρχει σήμερον ἐν τῷ Κράτει. Λέγουσι πολλὰ τὰ Ἅπαντα ταῦτα, τὰ ἐκδοθέντα ἐπίτηδες, ἵνα πείσωσιν, ὡς γράφει εἰς τὸ προοίμιον, τὴν κοινὴν γνώμην περὶ τῆς στρατιωτικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη. Πρὸς τοῦτο ἀκριβῶς ἐξεδόθη τὸ παρὸν τεῦχος, ἐν τῷ ὁποίῳ περιλαμβάνεται, ἀλλὰ λίαν ἀνεπαρκῶς, ἡ ἀπολογία τοῦ πολιτικοῦ ἐκείνου κόμματος. Ἐξεδόθη τὸ βιβλίον πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν καὶ λέγει περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι (ἀναγινώσκει) «θὰ πεισθῇ διὰ τῶν πραγμάτων καὶ ἀριθμῶν ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἐφηρμόσθη στρατιωτικὸν σύστημα πλῆρες κλπ.». Καὶ κατωτέρω ὅτι «Τέλος τὸ τεῦχος τοῦτο ἂς χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμὴ εἰς τοὺς θέλοντας νὰ πεισθῶσιν, ὅτι πᾶσα νέα γενησομένη στρατιωτικὴ ἐργασία, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι κατὰ τὴν ἔκτασιν, θὰ ἔχῃ ὡρισμένως ὡς βάσιν τὴν συντελεσθεῖσαν τοιαύτην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν θὰ δυνηθῇ ν’ ἀπομακρυνθῇ ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, ἐκτὸς ἂν θελήσῃ νὰ ματαιώσῃ τὴν συστηματικῶς ἀρξαμένην καὶ προχωρήσασαν στρατιωτικὴν τῆς χώρας σύνταξιν». Καὶ φρονοῦντες, οἱ ἐκδώσαντες τὸ φυλλάδιον τοῦτο, ὅτι ὄντως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐπείθετο περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζει ἡ μερὶς τοῦ κ. Θεοτόκη ἡ κυβερνήσασα μέχρι σήμερον, καὶ ὅτι θὰ συνεμορφοῦτο κατὰ φυσικὸν λόγον καὶ πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τοῦ κόμματος ἐκείνου ἐν τῷ μέλλοντι, λέγουσιν (ἀναγινώσκει): «Εὐθὺς ὡς μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 τὸ κόμμα τὸ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Γ. Θεοτόκη ἀνέλαβε τὸ πρῶτον τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας (Ἀπρίλιον 1899) ἐπελήφθη τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, παρασχὸν τὰ μέσα ἵνα ὁ στρατὸς ἡμῶν ὀργανωθῇ καὶ πρὸς πόλεμον ἑτοιμασθῇ». Ἀλλά, ἐνῷ τοιαῦτα τὸ βιβλίον ἐν ἀρχῇ βεβαιοῖ, αἴφνης λησμονεῖ ὅτι ὁ κ. Θεοτόκης ἦτο κυβερνήτης τῆς χώρας ἐπὶ πενταετίαν καὶ κατὰ τρόπον προφανῶς ἀφελῆ, ἐκλαμβάνον τοὺς ἀναγνώστας του ὡς ἠλιθίους, λέγει κατωτέρω: «Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη ποία ἦτο ἡ κατάστασις τοῦ στρατεύματος καὶ τὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1905 κατόπιν ὅλων τῶν προσπαθειῶν τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ διατελοῦντος ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Γ. Θεοτόκη, τοῦ καὶ μόνου πραγματικῶς μεριμνήσαντος περὶ τῆς διοργανώσεως τοῦ στρατοῦ, κατὰ τὸ ἐντεῦθεν τοῦ πολέμου χρονικὸν διάστημα». Θέλετε νὰ βεβαιωθῆτε ποία πράγματι ὑπῆρξεν ἡ μέριμνα τοῦ κ. Θεοτόκη διὰ τὸν στρατὸν μετὰ τὸ 1897; Ἰδοὺ τί γράφουσιν οἱ συντάκται τοῦ βιβλίου τούτου. Ἀντιπαρέρχονται σιωπηλῶς τὰ ἔτη 1899 ἕως 1906 καὶ βεβαιοῦσιν ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1906, ἤτοι 9 ἔτη μετὰ τὸν πόλεμον, (ἀναγινώσκει) «ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὁπλισμοῦ ἐσταμάτησεν εἰς τὴν παραγγελίαν τῶν 60000 τυφεκίων ἐπαναληπτικῶν Μάνλιχερ καὶ χωρὶς νὰ παρηγγελθῶσι τὰ ἀνάλογα φυσίγγια. Ἔναρξις τῆς κατασκευῆς τῶν τυφεκίων δὲν εἶχε γίνει. Περὶ πυρομαχικῶν πεζικοῦ, περὶ ταχυβόλων πεδινῶν καὶ ὀρεινῶν πυροβόλων, περὶ πολυβόλων καὶ περὶ βαρέος πυροβολικοῦ καὶ περὶ πυρομαχικῶν αὐτῶν δὲν εἶχε γίνει σκέψις». Φαντασθῆτε, Κύριοι, ὅτι περὶ πάντων τούτων, κατὰ τὴν φράσιν τοῦ Θεοτοκικοῦ κόμματος, «δὲν εἶχε γίνει σκέψις»! Ἀλλά, ἀφοῦ οὔτε σκέψις κἂν εἶχε γίνει μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ 1906, ποία ἦτο ἡ διατυμπανιζομένη μέριμνα τοῦ πολιτικοῦ κόμματος τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Γ. Θεοτόκη; Μήπως δὲν ἐκυβέρνα αὐτὸς ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1899; Λέγει ἐπίσης τὸ θαυμάσιον αὐτὸ βιβλίον (ἀναγινώσκει): «Ἐφόδια ἱματισμοῦ, ἐξαρτύσεως, στρατοπεδείας, κλινοστρωμνῆς, ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, σκευῆς μηχανικοῦ κτλ. ἔλειπον ἐντελῶς». Καὶ ἐρωτῶ, πῶς, ἀφοῦ ταῦτα πάντα «ἔλειπον ἐντελῶς» κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1906, πῶς «ἐπισταμένη μελέτη τοῦ τεύχους τούτου κτλ. θὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἀνακούφισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις θὰ πεισθῇ διὰ τῶν ὁμιλούντων πραγμάτων καὶ ἀριθμῶν, ὅτι διὰ πρώτην φορὰν ἐφηρμόσθη στρατιωτικὸν σύστημα»; Ὁμιλοῦντες δὲ πάντοτε περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1906, οἱ συντάκται τοῦ ἐν λόγῳ βιβλίου συμπεραίνουσι (ἀναγινώσκει): «Καὶ συνεπῶς ἡ κλῆσις μιᾶς μόνης ἡλικίας τῆς ἐφεδρείας καὶ ἑνὸς μόνου σώματος ἦτο ἀδύνατος». Ἡ εἰλικρίνεια ὅμως τοῦ βιβλίου φθάνει περαιτέρω. Ὁμιλεῖ περὶ ἐλλείψεως ἀποθηκῶν, σχεδίων ἐπιστρατεύσεως, χρηματικῶν δυσχερειῶν καὶ ἐπιλέγει τὸ ἐπίσημον αὐτὸ δημοσιευθὲν βιβλίον (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου οὐδεμία ὑπῆρχε μελέτη περὶ τοῦ τρόπου τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τούτων». Καὶ κατωτέρω, μετὰ ἐξήγησιν περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἡ ἀναστολὴ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1904, λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἡ δὲ ἐπιστράτευσις τοῦ μαχίμου πληθυσμοῦ κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1904 ἦτο ἀδύνατος». Καί, διὰ νὰ ἐξηγήσῃ τοῦτο, λέγει ὅτι ἦτο ἀδύνατος ἕνεκα τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως ὑλικῶν ἐπιστρατεύσεως, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως κτηνῶν διὰ τὰ ἔφιππα σώματα, ἕνεκα τοῦ ἀνοργανώτου τῶν βοηθητικῶν ὑπηρεσιῶν κτλ. Καὶ παρατάσσει πάντα ταῦτα ὁ συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου, ὡς ἐὰν διὰ πρώτην φορὰν ἀνελάμβανε τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ὁ κ. Θεοτόκης κατὰ τὸ 1906. Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁμιλῶν καὶ δικαιολογῶν δῆθεν τὴν μὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην λῆψιν τῶν μέτρων τῶν ἀπαιτουμένων καὶ λέγει ὅτι «οἱ λόγοι τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐφαρμογῆς ὑπῆρξαν οἱ ἑξῆς: Κατὰ τοὺς πίνακας τῆς στρατολογίας ὑπῆρχον τότε (1905) ἀρκετοὶ ἔφεδροι γεγυμνασμένοι, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ συγκρότησις στρατοῦ ἐκστρατείας ἐξ 60.000 ἀνδρῶν, ἂν ἡ δύναμις αὕτη εἶχε τὰ ἀναγκαῖα πολεμικὰ ἐφόδια καὶ μηχανήματα πρὸς ἐκστρατείαν. Ἑπομένως, ἀφοῦ τὰ ἐφόδια ταῦτα καὶ μηχανήματα δὲν ὑπῆρχον καὶ ἔπρεπε νὰ γίνῃ σκέψις διὰ τὴν προμήθειαν, ἐκρίθη ὅτι θὰ ἦτο ἄσκοπον καὶ ἐπιζήμιον κτλ.» Βλέπετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι «ἔπρεπε νὰ γίνῃ σκέψις» καὶ διαρκῶς «νὰ γίνῃ σκέψις». Καὶ ἐξακολουθεῖ τὸ βιβλίον ἐξηγοῦν διατί ἐζητήθη ἡ ἀναστολὴ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1904. Εἶναι ἀπίστευτος ἡ ἀφέλεια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ βιβλίον αὐτό, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι, προκειμένου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μορφώνῃ γνώμην ἐκ τοιούτων βιβλίων, διδομένων εἰς αὐτὸν καὶ συντελούντων προφανῶς εἰς τὴν διαστρέβλωσιν τῆς ἀληθείας, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, μανθάνουσα τὰ κατ’ αὐτὸ καὶ ἐξάγουσα τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τελικῶς θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς, θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς πλήρους ἐξασφαλίσεως ὅλων ἐκείνων τῶν συμφερόντων τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τόσον καιρὸν ἔμενον ἔκθετα (ἀναγινώσκει). «Ἐκ τῶν προεκτεθέντων καταφαίνεται, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν τὸ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Θεοτόκη πολιτικὸν κόμμα, κατὰ Δεκέμβριον τοῦ 1905, ἡ ἐπιστράτευσις τοῦ ὑπάρχοντος τότε στρατοῦ ἐκστρατείας ἦτο ἀδύνατος, καὶ συνεπῶς ἀδύνατος ἦτο καὶ ἡ ἄμυνα τῆς χώρας»· Ἡ τερατώδης αὕτη ὁμολογία ἀποτελεῖ τὴν κατακλεῖδα τῶν συμπερασμάτων τοῦ κ. Θεοτόκη. Οὐδενὸς ἐπιχειρήματος ἔχω ἀνάγκην, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος ἐκείνου, δῆθεν διὰ νὰ κατηγορήσῃ ἄλλους, ἀποφαίνεται ὅτι ἀρχομένου τοῦ 1906 «ἦτο ἀδύνατος ἡ ἄμυνα τῆς χώρας». Κρίνω ἐντελῶς περιττὸν νὰ ὑπομνήσω πρὸς ὑμᾶς τί σημαίνει τοῦτο, τὸ νὰ ὁμολογῇ τὸ κόμμα ἐκεῖνο, ὅτι κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1905 ἦτο «ἀδύνατος ἡ ἄμυνα τῆς χώρας», εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν πόσον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους διεκυβεύοντο, εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλα Κράτη, ἀνήκοντα εἰς τὴν Βαλκανικὴν Χερσόνησον, ἡτοιμάζοντο ἀπεγνωσμένως νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὸν ἔσχατον περὶ ἐπικρατήσεως ἀγῶνα, εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντίπαλοι λαοί, μὴ ἀρκούμενοι εἰς τὴν ἐνίσχυσιν καὶ προάσπισιν καὶ ἐξασφάλισιν τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων, διεξεδίκουν ἐντελῶς ἀδικαιολογήτους δι’ αὑτοὺς ἀξιώσεις, καὶ εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, μέχρις ὀστέων μυελοῦ, τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εὑρίσκετο εἰς ἀληθῆ πανικόν, πανικὸν ἐμβληθέντα εἰς τὸν λαὸν ἐκ τῆς ἐπιγνώσεως καὶ ἐκ τῆς ἐκ μέρους τῶν πολιτικῶν του ἀρχηγῶν διατυμπανίσεως τοῦ κινδύνου, τὸν ὁποῖον οὗτος θὰ διέτρεχεν, ἂν ᾐσθάνετο καὶ αὐτὸς τὴν ὑποχρέωσιν ἐντόνως νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν του πρὸς προάσπισιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν τὴν τόσον κρίσιμον, μανθάνομεν, διότι τὸ ὁμολογεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκυβέρνα τὴν χώραν ἡμῶν, ὅτι ἦτο «ἀπολύτως ἀδύνατος ἡ ἄμυνα τῆς χώρας», καὶ θέλων ἐκεῖνος νὰ ἐξηγήσῃ πόσον ἡ πολιτική του ὑπῆρξε στρατιωτικὴ καὶ πόσον δραστηρίως εἰργάσθη διὰ τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς Ἑλλάδος, λέγει ἐπὶ λέξει (ἀναγινώσκει): «Διὰ τὴν δύναμιν ταύτην, στρατοῦ ἐκστρατείας, ἀνερχομένην οὕτως εἰς 28–30.000 ἀνδρῶν, ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας τὰ ἐφόδια ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1907». Φαντασθῆτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁμιλεῖ διὰ τὸ 1907. Καὶ μανθάνομεν παρὰ τοῦ κ. Θεοτόκη, ὅτι τὸ δέκατον ἔτος μετὰ τὸν πόλεμον ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας ἐφόδια πρὸς κινητοποίησιν 28,000 ἀνδρῶν.
§48Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Δὲν ἦτο ὁ κ. Θεοτόκης ἐν τοῖς πράγμασι κατ’ αὐτὸ τὸ διάστημα· ἄλλος ἐκυβέρνα. Ἦτο ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη, ἦτο ὁ Δηλιγιάννης, ὁ Ῥάλλης.
§49Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον πλειότερον παντὸς ἄλλου καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ βιβλίου αὐτοῦ ἐπιδιώκουσι δάφνας εὐγνωμοσύνης! Ἐπὶ δέκα ἔτη, μετὰ τὸ 1897, ὁμολογοῦσιν οἱ γράψαντες τὸ βιβλίον τοῦτο, ὅτι οὐδόλως ὑπῆρχον ἐφόδια καὶ ὅτι διὰ τὴν δύναμιν ταύτην τῶν 28 μέχρι 30 χιλιάδων ἀνδρῶν ὑπῆρχον εἰς τὰς ἀποθήκας ἐφόδια μόνον ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1907, δέκα ἔτη μετὰ τὸν πόλεμον ἐκεῖνον. Καὶ κατωτέρω, διὰ νὰ ἴδητε μετὰ πόσης ὁμολογουμένως ἀφελείας καὶ πόσον ἀσυστόλως ὁμιλοῦσι περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπιμελῶς ἔδει ν’ ἀποσιωπῶσιν, ἐξακολουθεῖ ἡ ὑπεραπολογία τοῦ στρατιωτικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον δῆθεν παρεσκεύασε διὰ τὴν Ἑλλάδα τὸ κόμμα ἐκεῖνο. Καὶ λέγει τὸ βιβλίον ὁμιλοῦν περὶ τρίτης τινὸς φάσεως (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς δὲ τοὺς γενομένους κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1909 ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κανονικοῦ σχεδίου ἐπιστρατεύσεως θὰ ἦτο ἀσφαλῶς δυνατὴ κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1909 ἢ τὰς ἀρχὰς τοῦ 1910». Θέλετε, Κύριοι, τίποτε περισσότερον ἀπὸ αὐτό; Βλέπετε ὅτι μεθοδικῶς ἐφθάσαμεν εἰς τὸ 13ον ἔτος μετὰ τὸν πόλεμον, κατὰ τὸ ὁποῖον «ἡ ἐφαρμογὴ κανονικοῦ σχεδίου ἐπιστρατεύσεως θὰ ἦτο ἀσφαλῶς δυνατή». Ὥστε μᾶς πληροφορεῖ αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διαρκῶς ἐκυβέρνα τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἐπὶ 13 ἔτη μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ κανονικοῦ τινος σχεδίου ἐπιστρατεύσεως. Ἐπιστεύατέ ποτε τοιαύτην πολιτικὴν ψυχραιμίαν καὶ τοιαύτην κυβερνητικὴν ἀπάθειαν; Ἴσως θὰ ἀπορήσῃ τις, διατί αὐτὰ ἐγράφησαν καὶ πῶς, ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Θεοτόκης διώκει τὴν Ἑλλάδα ἐπὶ τόσον χρόνον, πῶς αὐτὸς οὗτος ἔρχεται νὰ καταγγείλῃ ἑαυτόν, καὶ πῶς πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε μετ’ ἐξαιρετικῆς ἐπιμελείας νὰ προσπαθῇ οὗτος μετὰ τῶν περὶ αὐτὸν νὰ ἀποκρύπτωσι καὶ νὰ παριστάνωσιν ὡς μὴ ἔχοντα τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδουσιν εἰς αὐτὰ οἱ ἀντίπαλοί του, πῶς, ἀντὶ νὰ πράττωσι τοῦτο, ἔρχονται αὐτοὶ οὗτοι καὶ καταγγέλλουσιν ἄλλους, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος, ἡ ἐργατικότης καὶ ἡ ἐπιμέλεια περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν στρατιωτικῶν καθηκόντων ἐξηρτῶντο ἀπὸ αὐτὸν τοῦτον τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγράφη τὸ βιβλίον αὐτό, ὅπως ἐγράφη, καὶ τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο, μὲ τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπόν, σκοπὸν μὴ ἐπιτευχθέντα, νὰ καταδείξῃ ὁποίας δυσχερείας ἀνυπερβλήτους ἐπαρουσίασαν εἰς τὸ στρατιωτικὸν ἔργον τοῦ κ. Θεοτόκη, ποῖοι νομίζετε; Ὄχι οἱ πολιτικοὶ ἐκείνου ἀντίπαλοι, ὄχι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐκμεταλλευόμενοι δῆθεν τὸν λαὸν κατώρθωσαν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ματαιώσωσι τὰ σχέδια καὶ προγράμματα αὐτοῦ· δὲν καταγγέλλει αὐτούς, ἀλλὰ κατηγορεῖ διαρκῶς ἐν τῷ βιβλίῳ τῷ ἐπισήμῳ καὶ ἐν αὐτῷ τῷ ἀνεπισήμῳ, κατηγορεῖ διαρκῶς τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα ἔφερεν εἰς τὸ στρατιωτικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ. Καὶ γράφει ὅτι τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ, εἰς ἐπανειλημμένας διαταγὰς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ὑπερανθρώπους προσπαθείας τοῦ ἐπιτελικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς ἀδιακόπους προσπαθείας, ὅπως κατορθώσῃ ἐπὶ τέλους τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ νόμος καὶ αἱ ἀνάγκαι ἠξίουν παρ’ αὐτοῦ, ὅτι καὶ κατόπιν ὅλων τούτων τὸ Γενικὸν ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ οὐσιαστικῶς οὐδὲν ἄλλο ἔπραττε, πλὴν τῆς παρεμβολῆς ἀδιακόπων ἐμποδίων εἰς τὸ ἔργον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Θὰ ἦτο εὔκολον εἰς οἱονδήποτε, καὶ ἁπλῆν ἰδέαν ἔχοντα τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων καὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον λειτουργεῖ ἡ μηχανὴ αὕτη ἡ στρατιωτική, θὰ ἦτο εὔκολον εἰς πάντα νὰ ἐρωτήσῃ· ἀλλὰ πῶς ἐπιτρέπεται εἰς ὑποδεέστερον νὰ παρουσιάζῃ κωλύματα καὶ ἀντιδράσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὄχι, ἐπαναλαμβάνω, κωλύματα ἀπὸ ἀντιπάλους πολιτικούς, ἀλλὰ ἀπὸ πρόσωπα ἀνήκοντα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, διαχειριζόμενα στρατιωτικὴν διοίκησιν, ὑφιστάμενα, κατὰ φυσικὸν λόγον, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τῶν ὁποίων τὸ ἔργον ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τῆς θελήσεως καὶ αὐστηρότητος τοῦ ἰδίου Ὑπουργοῦ; Μέχρι τοιούτου δὲ σημείου ἀντιλήψεως τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς εὐθύνης του ὡς Ὑπουργοῦ ἔφθασεν, ὥστε νὰ ἀνέχηται τοὺς ἀντιδρῶντας ὑφισταμένους ἐπὶ ὁλόκληρον σειρὰν ἐτῶν, ἐτῶν κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὁποίων μεγάλα ὄντως ἀνέμενε παρὰ τῶν κυβερνητῶν του ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐτῶν τὰ ὁποῖα ἄγνωστον κατὰ πόσον ἐπηρέασαν τὴν τύχην τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐτῶν τούτων τὰ ζωτικώτερα καὶ τὰ μεγαλείτερα τῶν ζητημάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰσῆλθον εἰς ἀκανθώδη ὁδὸν καὶ ἔλαβον κατεύθυνσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω ποία δύναμις καὶ πόσων ἐτῶν κοπιώδης ἐργασία θὰ ἀπαιτηθῇ ἵνα ἐκτραπῶσιν. Ὁ κύριος Θεοτόκης ὅμως νομίζει ὅτι ἀπαλλάσσεται τῆς εὐθύνης, λέγων ὅτι ἀντέδρων οἱ ὑφιστάμενοί του. Ἀνέφερα, Κύριοι, ἀποσπάσματα ἐκ τοῦ βιβλίου τούτου μὲ τὸν μοναδικὸν σκοπὸν νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ἀμυδρὰν ἰδέαν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἀντελαμβάνοντο τὰ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας καθήκοντά των ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἶχεν ἀπολύτως ἐμπιστευθῆ τὴν τύχην του. Ἐὰν δὲ θελήσῃ τις νὰ ἀκούσῃ ὡς ἀπὸ φωνογράφου καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν φωνὴν τοῦ κυβερνήτου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν ἔχει παρὰ νὰ προσέξῃ εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος τῆς Ἑλλάδος δηλώσεις τοῦ κ. Θεοτόκη, δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι, ἂν ἐλέγοντο ἐνώπιον στρατιωτικοῦ ἀκροατηρίου, ἐνώπιον ἀκροατηρίου ἀμυδροτάτην ἔχοντος ἰδέαν τῶν στοιχειωδῶν στρατιωτικῶν ζητημάτων, θὰ ἐτύγχανον τῆς γενικῆς καὶ τῆς πλήρους ἐκείνου ἀποδοκιμασίας. Ἐπὶ μακρὸν ὡμίλει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἐπὶ ἔτη δικτάτωρ τοῦ τόπου αὐτοῦ, ἐπὶ μακρὸν ὡμίλει ἐνώπιον Βουλῆς σιγώσης, καὶ ἀνέφερε πρὸς αὐτὴν πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐὰν ἔλεγε μαθητὴς τῆς πρώτης τάξεως τοῦ σχολείου τῶν Εὐελπίδων, θὰ ἀπερρίπτετο κατὰ τὰς ἐξετάσεις του! Καὶ τὸν ἤκουον καὶ τὸν ἐπεδοκίμαζον καὶ τὸν παρηκολούθουν εἰς τὸν κατήφορον, εἰς τὸν ὁποῖον παρέσυρε τὸ ἔθνος, καὶ τὸν ἐπεδοκίμαζον εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάμβανε καὶ τὰ ὁποῖα εἰς οὐδὲν ἕτερον κατέληξαν ἢ εἰς τὴν ἐπανάστασιν τῆς 15 Αὐγούστου. Καὶ λέγει ὁ κ. Θεοτόκης (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ὁ στρατὸς δὲν ἀποτελεῖται ἁπλῶς ἐξ ἀνδρῶν μισθοδοτουμένων καὶ ἵππων τρεφομένων· ἀπαιτεῖ ὁπλισμόν, στρατωνισμόν». Πῶς σᾶς φαίνεται ὁ ὁρισμὸς οὗτος τοῦ κ. Θεοτόκη, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ στρατὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ ἄνδρας μισθοδοτουμένους, ἵππους τρεφομένους, ἀπὸ ὁπλισμὸν καὶ στρατωνισμόν; Ἂς δεχθῶμεν τὸν ὁρισμὸν καὶ ἂς ἴδωμεν πῶς σκέπτεται ὁ κ. Θεοτόκης, ὁ ὁποῖος εὑρίσκει ὅτι τοῦτο ἔλειπεν ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, ὁ ὁπλισμὸς καὶ ὁ στρατωνισμός, «διότι ὁ στρατός, ὅσον καλῶς καὶ ἂν εἶναι ὡργανωμένος, ἂν δὲν ἔχῃ ὁπλισμὸν κατάλληλον, οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν. Πρέπει λοιπὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ὁπλισμοῦ τοῦ στρατοῦ, πάντες δὲ γινώσκετε, ὅτι ὁ ὁπλισμὸς τοῦ στρατοῦ μὲ δαπάνην κατωτέραν τῶν 40 ἑκατομμυρίων δὲν δύναται νὰ κατορθωθῇ». Καὶ τὸν ἐχειροκρότουν τοιαῦτα λέγοντα, καὶ τὸν ἐχειροκρότουν, ὅτε κατὰ τὸ 1897 ὁ τελευταῖος ἔνοχος τῆς συμφορᾶς ἐκείνης καὶ τοῦ αἴσχους, ἦτο τὸ ἀτυχὲς ὅπλον, ὁ δυστυχὴς γκρᾶς. Διότι, Κύριοι, μεταξὺ τῶν πολλῶν, ὁ ἑκατοστός, ὁ χιλιοστὸς λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπῆλθε τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο, εἶναι ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἦτο ὡπλισμένος μὲ ὅπλον Γκρᾶ, ἐνῷ οἱ Τοῦρκοι ἦσαν ὡπλισμένοι μὲ ὅπλον Μάουζερ καὶ Μαρτίνι.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶχον ὅπλον Μαρτίνι καὶ αὐτοί.
§51Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οἱ πλεῖστοι. Ὁ τελευταῖος, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἔσχατος, ὁ μᾶλλον ἀθῶος ὁ μᾶλλον ἀσήμαντος λόγος εἶναι αὐτός, ἡ διαφορὰ τοῦ ὁπλισμοῦ. Καὶ βλέπετε, ὅτι εὐθὺς μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἐσκέφθησαν, ἀλλὰ δὲν ἀκριβολογῶ, μετὰ δεκαετίαν ἐσκέφθησαν ὄχι περὶ τῶν λόγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο ἀτύχημα, περὶ οὐδενὸς ἐκ τῶν λόγων ἐκείνων ἐσκέφθησαν, ἀλλὰ περὶ ἐκείνου τοῦ λόγου τοῦ δημιουργηθέντος ὡς τοιούτου ἁπλῶς καὶ μόνον ἵνα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, βλέπων ὅτι γίνεται προμήθεια ὅπλου τελειοτέρου ἀπὸ ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖον ἦτο ὡπλισμένος κατὰ τὸ 1897, πεισθῇ ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα ἐλύθη, ὅτι ἰδοὺ ἡ στρατιωτικὴ ἀναμόρφωσις, ἰδοὺ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποπλύνῃ τὸν ῥύπον τοῦ 1897, ἰδοὺ ὁ κυβερνήτης, εἰς τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δώσωμεν ἀνεπιφυλάκτως διὰ τὸ μέλλον τὴν ὑπογραφὴν ἐπὶ λευκοῦ χάρτου. Καὶ ὄντως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔδωκε τὴν ὑπογραφήν του ἐπὶ λευκοῦ χάρτου. Αἱ ἀντιδράσεις αἱ παρουσιασθεῖσαι, ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, εἰς τὴν πορείαν τοῦ κόμματος ἐκείνου ἦσαν ὁμολογουμένως ἀσθενεῖς, ἀσθενέσταται, ἀσθενεῖς μὲν διὰ τὴν πρόολον τοῦ κόμματος ἐκείνου, ἰσχυρόταται ὅμως κατὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα, ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας αὐτῶν, ἐδημιούργησαν διὰ τὸν δυστυχῆ τόπον. Καὶ ἐξακολουθεῖ ὁ κ. Θεοτόκης (ἀναγινώσκει): «Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι πολλὰ τῶν μέτρων τούτων, ἂν ὄχι ὅλα, προσβάλλουσιν ἕξεις παλαιάς, προσβάλλουσι συμφέροντα ἀτόμων, προσβάλλουσι τοπικὰ συμφέροντα, καὶ τὰ συμφέροντα ταῦτα θὰ προκαλέσωσιν ἀντιδράσεις παντοίας». Πρὶν ἢ εἰσηγηθῇ ἀκόμη τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνόμιζεν ὅτι εἶναι ὠφέλιμα, πρὶν ἢ προσπαθήσῃ νὰ ἀποκρούσῃ, νὰ ἀμβλύνῃ τὰς ἀντιδράσεις, αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν νὰ παρεμβληθῶσιν εἰς αὐτά, πρὶν μάθῃ κἂν ἂν πρόκειται νὰ ἔχῃ ἀντιδράσεις, διοχετεύει τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ ὑπάρξωσιν ἀντιδράσεις καὶ παρασκευάζει τὸ ἔδαφος, ἵνα αἱ ἀντιδράσεις δημιουργηθῶσιν. Ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεως αὐτῆς καὶ διὰ τοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν δημοσιευθέντος βιβλιαρίου τούτου ἀπεριφράστως μᾶς βεβαιοῖ ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα ἐλύθη καὶ ὅτι (ἀναγινώσκει): «Τὸ τεῦχος τοῦτο ἂς χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμὴ εἰς τοὺς θέλοντας νὰ πεισθῶσιν ὅτι πᾶσα νέα γενησομένη στρατιωτικὴ ἐργασία κ.τ.λ. θὰ ἔχῃ ὡρισμένως ὡς βάσιν τὴν συντελεσθεῖσαν τοιαύτην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, ἐκτὸς ἐὰν θελήσῃ νὰ ματαιώσῃ τὴν συστηματικῶς ἀρξαμένην καὶ προχωρήσασαν στρατιωτικὴν τῆς χώρας σύνταξιν». Εἰς ἀπάντησιν ὅλων αὐτῶν θὰ ἤρκει νὰ ὑπενθυμίσῃ τις ἁπλῶς τὰς ἐκνευριστικὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας καλεῖται σήμερον ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων νὰ ῥυθμίσῃ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὸ μέλλον θέλομεν βαδίσει, θὰ ἤρκει, λέγω, εἰς ἀπάντησιν ὅλων αὐτῶν, ἡ ὑπενθύμισις τῶν τραγῳδιῶν, ὁμολογουμένως, τῶν ἐθνικῶν, τῶν ῥαπισμάτων τῶν συνεχῶν, τὰ ὁποῖα ὑφιστάμεθα, καὶ τὰ ὁποῖα, ἐκ φιλοτιμίας εὐνοήτου, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν καὶ ἀφηγώμεθα διαρκῶς. Εἶπον δι’ ὀλίγων χθές, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ μέγα κακόν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πάσχει ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, δὲν εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν νόμων, οὔτε ἡ ἔλλειψις τῶν μέτρων τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἡ ἔλλειψις τῶν καταλλήλων ἀνθρώπων ἐν τῷ στρατεύματι, ἡ ἔλλειψις τῶν ἀνωτάτων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠσθάνοντο τὸ καθῆκον αὑτῶν πρὸς τὸν τόπον, ἡ ἔλλειψις ἀνθρώπων αἰσθανομένων τὴν δύναμιν τῆς ἐν τῷ στρατεύματι ἀλληλεγγύης, τὴν δύναμιν τῆς κοινῆς, προκειμένου περὶ στρατοῦ, ἐνεργείας, ἀνθρώπων αἰσθανομένων τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν, διὰ τὴν τύχην τοῦ τόπου ὅλου, ἔχει ἡ ἁρμονία ἐν ταῖς ἐνεργείαις τοῦ στρατοῦ, ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῶν διαφόρων βαθμοφόρων, ἡ ἐκτίμησις τῶν κατωτέρων πρὸς τοὺς ἀνωτέρους, καὶ τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀνωτέρων πρὸς τοὺς κατωτέρους. Τοῦτο λείπει, τοῦτο δὲ οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν, ἐφ’ ὅσον δὲν τιθέμεθα ὑπὸ τὴν ἀμείλικτον θέλησιν, ὑπὸ τὴν φωτεινὴν καὶ ἄγρυπνον ἐργασίαν, ὑπὸ τὴν ἀδιάλειπτον ἐποπτείαν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους, ἐπὶ τέλους, κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως, ἐδέησε νὰ ἴδῃ ἐν τῷ οἴκῳ αὑτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Δὲν θὰ θεωρήσω ὅτι λέγω τι περιττόν, ἐὰν ἐπανατονίσω τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χθὲς ἔθιξα καὶ τὸ ὁποῖον ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι ποτὲ δὲν θὰ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ ἐνθυμηθῶμεν ἐκ νέου, τὸ ζήτημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ λήξασα, ἡ τερματισθεῖσα στρατιωτικὴ ἐπανάστασις, ἐμπιστευθεῖσα εἰς τοὺς νομίμους διοικητὰς τοῦ στρατοῦ τὴν ἐπὶ τὰ βελτίω πρόοδον αὑτοῦ, εἶδεν αὐτοὺς τί νομίζετε πράττοντας; Πράττοντας ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἐξαρθῇ ἀπὸ ἀρνητικῆς ἀπόψεως ἐνταῦθα, ἔργον, τὸ ὁποῖον, ἄν ποτε ἐπρόκειτο νὰ δοκιμασθῇ ἐν πολέμῳ, ἤθελεν ἔχει συνεπείας ἀπελπιστικάς, συνεπείας τρομερὰς διὰ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος. Μετὰ τὴν στρατιωτικὴν ἐπανάστασιν ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα παρέδωκεν εἰς τρεῖς μεράρχους τὴν τύχην αὑτοῦ, διότι ἡ τύχη τοῦ στρατεύματος πράγματι ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐπάρκειαν καὶ τὴν ἱκανότητα, ἀπὸ τὴν δραστηριότητα, ἀπὸ τὴν διαύγειαν τὴν πνευματικὴν καὶ ἀπὸ τὴν δύναμιν τοῦ χαρακτῆρος ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ διοικήσωσιν αὐτό. Ὅταν λοιπὸν οἱ τρεῖς μέραρχοι ἐκλήθησαν νὰ ῥυθμίσωσι τὰ τοῦ στρατεύματος, ἔπρεπε, φυσικῷ τῷ λόγῳ, νὰ ἀποβλέψωσιν εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμεύσωσι, τόσον ἀφ’ ἑαυτῶν, ὅσον καὶ παρὰ τοῖς ἀλλοδαποῖς ἀξιωματικοῖς, διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατεύματος. Δυστυχῶς πολὺ μακρὰν ἀπὸ τῆς τοιαύτης τῶν πραγμάτων ἀντιλήψεως εὑρέθησαν οἱ τρεῖς μέραρχοι, καὶ εὑρέθησαν τοσοῦτον μακράν, ὥστε, χωρὶς νὰ κινδυνεύω νὰ νομισθῇ ὑφ’ οἱουδήποτε ἐξ ὑμῶν ὅτι, ἔστω καὶ ἐλάχιστος προσωπικὸς λόγος ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὸ νὰ λέγω ὅ,τι λέγω, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι πλὴν ἐλαχίστων, ὡρισμένων καὶ γνωστῶν ἐξαιρέσεων δὲν ὑπάρχει σήμερον ὁ δυνάμενος νὰ διοικήσῃ Μεραρχίαν ἐκ τῶν συνταγματαρχῶν καὶ ὑποστρατήγων τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ὑπάρχουσιν ἀφ’ ἑτέρου διαπρεπεῖς ἀξιωματικοί, ὑπάρχουσιν ἐκλεκτοὶ ὁμολογουμένως ἀξιωματικοί, κατωτέρου βαθμοῦ τοῦ συνταγματάρχου, εἰς τοὺς ὁποίους, ἐὰν ἀνετίθετο τὸ ἔργον τῆς διοικήσεως τῶν Μεραρχιῶν, οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντείπῃ. Δι’ ὀλίγης οὗτοι πείρας θὰ καθίσταντο λίαν ἐπαρκεῖς. Ἀλλά, διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο, θὰ ἀπῃτεῖτο ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ἀπὸ μέρους τοῦ Γάλλου ὀργανωτοῦ, ὄχι μὲν πραξικόπημα, βεβαίως ὅμως ἐφαρμογὴ αὐστηροτάτη τοῦ νόμου, ἐφαρμογή, ἡ ὁποία, διὰ τὸ ἀσύνηθες τοῦ πράγματος, θὰ ἐθεωρεῖτο ἴσως ὑπό τινων ὡς πραξικόπημα. Καὶ ὄχι μόνον ἡ ἐνέργεια αὕτη τῶν τριῶν μεράρχων δὲν ὑπῆρξε σύμφωνος πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ στρατεύματος, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξηγῇ καὶ τὰς προσπαθείας, αἱ ὁποῖαι, εὐθὺς ἀπὸ τῆς καταλύσεως τῆς ἐπαναστάσεως κατεβλήθησαν καὶ ἐξακολουθοῦσι καταβαλλόμεναι, ὅπως ματαιωθῇ πλήρως τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ ἀνωμαλία ἐκείνη. Πληροφορῶ πάντας, ἰδιαιτέρως δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν εἶναι μικρὰ τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑπερπηδήσωμεν ἐν τῇ προσπαθείᾳ πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τοῦ στρατεύματος. Δὲν ἐννοῶ ἐμπόδια ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες γνωρίζετε, δὲν ἐννοῶ ἐμπόδια φυσικῶς ὑπάρχοντα, ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ σήμερον τὸ στράτευμα· ὑπάρχουσιν ἐμπόδια ἐνσυνείδητα, ὑπάρχουσιν ἐμπόδια πηγάζοντα ἀπὸ θελήσεως ὡρισμένης, ὅπως παρακωλυθῇ τὸ ἔργον τῆς στρατιωτικῆς ἀναδιοργανώσεως.
§52Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ θέλησις;
§53Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μὴ βιάζεσθε. Ὑπάρχουσιν ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα, διὰ νὰ ὑπερπηδήσῃ τις, δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ καλὴν θέλησιν. Οὐδεὶς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῇ εἰς οἱονδήποτε τὴν καλὴν θέλησιν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ καλὴ θέλησις χρειάζεται νὰ ὑπάρχῃ δύναμις ψυχική, δύναμις, ἡ ὁποία νὰ συντρίβῃ τὰς προσωπικὰς ἐπιβολάς, νὰ συντρίβῃ τὰς ἀδυναμίας τόσον τὰς ὑποκειμενικάς, ὅσον καὶ τὰς ἀντικειμενικάς. Εἶναι ἀνάγκη ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διοικήσωσι τὸν στρατόν, νὰ αἰσθάνωνται ὅτι ὑπὲρ τοὺς προσωπικοὺς δεσμοὺς καὶ ὑπὲρ τὰ συμφέροντα, ὄχι πλέον ἑαυτῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ τὰ συμφέροντα ὡρισμένης κατηγορίας, ἂς εἴπωμεν οὕτως, ἀνθρώπων, ὑπάρχουσι τὰ συμφέροντα τοῦ στρατεύματος, τὰ ὁποῖα δὲν συμφέρει ἐπὶ πλέον νὰ θυσιάζωνται. Εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀντίδρασις ἐναντίον καταστάσεως, ἡ ὁποία ὁριστικῶς πλέον ἐμονιμοποιήθη. Δὲν συμφέρει νὰ θίγωνται ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκρυσταλλώθησαν πλέον καὶ συνεζυμώθησαν καὶ συνεγεννήθησαν μὲ κατάστασιν πραγμάτων καὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα εὐλόγως δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ ἴδωσιν ἑαυτὰ μὲν ἀδικούμενα, τὸ δ’ ἔργον αὐτῶν καταστρεφόμενον. Λέγω τοῦτο, διότι ἀπὸ τῆς χθεσινῆς ἤδη ἑσπέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ἠκούσθησαν γνῶμαι, ὑποστηρίξασαι τὴν ἀνάγκην ὅπως οἱ ξένοι ὀργανωταὶ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ ὄχι ἁπλῆν, συμβουλευτικὴν ἐν ταὐτῷ θέσιν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας, λέγω, ταῦτα ἐλέχθησαν.
§54ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ταῦτα περιλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§55Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ποῖα ταῦτα;
§56ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νὰ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν.
§57Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ὅπως ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι μὲ τὸ «δύναται» αὐτὸ θὰ χαντακωθῇ ὅλον τὸ ἔργον τῶν ὀργανωτῶν. Εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι, εὐθὺς ὡς ἔλθῃ νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν καὶ διαδεχθῇ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχῃ λόγον νὰ σέβηται ὅλα, ὅσα μέχρι τοῦδε ἐγένοντο, θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ματαίωσιν τοῦ ἔργου τῶν ὀργανωτῶν, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὴν κατάστασιν ταύτην, ἠστόχησαν εἰς τὰς σκέψεις των.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ λαὸς νὰ τοὺς τιμωρήσῃ;
§59Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Μέχρις ὅτου ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς λάβῃ γνῶσιν τῶν συνεπειῶν τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ὁ μέλλων κυβερνήτης θὰ λάβῃ, μέχρις ὅτου αἱ συνέπειαι αὗται φθάσωσι μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ γίνωσιν αἰσθηταὶ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν λαόν, τὸν κατ’ ἀνάγκην μὴ ἀδιακόπως παρακολουθοῦντα καὶ μὴ ἀδιακόπως ἐρχόμενον εἰς ἐπαφὴν μὲ τὰ στρατιωτικὰ πράγματα καὶ μὴ δυνάμενον ἑπομένως ἐγκαίρως νὰ ἐννοήσῃ ταῦτα, μέχρις οὗ φθάσωσιν αἱ συνέπειαι εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, τὸ κακὸν θὰ ἔχῃ ἐπέλθει...
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε ἡ τιμωρία θὰ εἶναι μεγαλειτέρα.
§61Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν σημασίαν διὰ τὰ στρατιωτικὰ ἡμῶν πράγματα ἡ τιμωρία, δεδομένου ἄλλως ὄντος ὅτι ὑπέστημεν πολλὰς μέχρι σήμερον συμφοράς, χωρὶς νὰ σκεφθῶμέν ποτε περὶ τιμωρίας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω. Ἐπαναλαμβάνω μόνον τὴν θερμοτάτην παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ λέγω ὅτι, ἐὰν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ὑπεβλήθη, δὲν λείψῃ ἡ δυνητικὴ ἐκείνη διάταξις καὶ δὲν προστεθῇ ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐπιτελείου του ἀσκοῦσι τὴν διοίκησιν τῶν Μεραρχιῶν τοῦ στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ, εἶμαι βέβαιος ὅτι τὸ ἔργον τῶν ὀργανωτῶν θὰ προσκρούσῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν μεράρχων, μεράρχων δέ, περὶ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως τῶν ὁποίων ὡμίλησα.
§62ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ εἶναι πάντοτε οἱ αὐτοί.
§63Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον, τουτέστι ῥιζικὴ ἀνακαίνισις τῆς ἀνωτέρας διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶν μονάδων, καὶ ἐφ’ ὅσον ῥιζοσπαστικῶς, οὕτως εἰπεῖν, δὲν τίθενται ἐπὶ κεφαλῆς τῶν διοικήσεων τῶν Συνταγμάτων καὶ Μεραρχιῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ διοικήσωσι τὰς ἀνωτέρας μονάδας καὶ ἐν πολέμῳ, ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ τὸ ἔργον τῶν ὀργανωτῶν νὰ προσκρούσῃ ὄχι μὲν εἰς κακὴν θέλησιν, ἀλλ’ εἰς τὸ σύστημα τοῦ σκέπτεσθαι καὶ ἐργάζεσθαι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διοικοῦσι σήμερον τὸν στρατόν. Ἐπαναλαμβάνω, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον διοικοῦσι, διότι βεβαίως δὲν θὰ διοικῶσιν οὗτοι καὶ ἐν πολέμῳ, ὁποτεδήποτε γίνῃ οὗτος.
§64Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Πῶς; Δὲν θὰ διοικῶσιν, ἐὰν σήμερον γίνῃ πόλεμος;
§65Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὄχι· δὲν θὰ διοικῶσιν.
§66Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Αὐτὸ ἂς τὸ λάβῃ ὑπὸ σημείωσιν ὁ κ. Ὑπουργός. Αὐτὸ εἶναι ἐπανάστασις πραγματική, διότι αὐτὸ μᾶς δίδει νὰ ὑπονοήσωμεν ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ κατώτεροι δὲν θέλουσιν αὐτοὺς τοὺς διοικητάς, ἐν ᾗ περιπτώσει γίνῃ πόλεμος.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐνόει αὐτὸ ὁ κ. συνάδελφος. Λέγει ὅτι δὲν πρέπει νὰ διοικῶσιν.
§68Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Εἶμαι ἀρκετὰ σαφής, ὥστε νὰ μὴ ἔχω ἀνάγκην διερμηνέως. Λέγω ὅτι οἱ σημερινοὶ διοικηταὶ τῶν ἀνωτέρων στρατιωτικῶν δυνάμεων, εἶναι ἀπολύτως ἐπάναγκες, μεθ’ ὅλων τῶν τιμῶν νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὰ ἴδια, καὶ τονίζω ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Ἑλλὰς κληθῇ νὰ ἀσκήσῃ τὸ ἔσχατον αὐτῆς δικαίωμα, ὅτι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν μεγάλων στρατιωτικῶν μονάδων νὰ εὑρίσκωνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον διοικοῦσι. Δι’ ὅλους τούτους τοὺς λόγους καὶ ἐπειδὴ ἡ θέσις τῶν ὀργανωτῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δύνανται μὲν οὗτοι ἐν τῷ προσεχεῖ μέλλοντι μετὰ σκληρότητος ἐπιβεβλημένης εἰς αὐτοὺς νὰ κρίνωσι περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἀποβλέπουσιν εἰς ἀνωτάτας στρατιωτικὰς διοικήσεις, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπομάκρυνσιν ἀνωτάτων ἀξιωματικῶν μας, διότι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι οἱ Γάλλοι στρατιωτικοὶ ἄνθρωποι ἀφωσιωμένοι εἰς τὸ καθῆκον, ὅπερ ἀνέλαβον νὰ ἐκπληρώσωσι, δὲν παύουσιν ὅμως ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι καὶ εὐγενεῖς ἄνθρωποι· δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι ἔχομεν ὑψίστην ὑποχρέωσιν νὰ διευκολύνωμεν τὸ ἔργον τῶν Γάλλων ὀργανωτῶν καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἐκτεθειμένους εἰς σύγκρουσιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν τὴν δύναμιν, πολλῷ μᾶλλον ἢ ἐκεῖνοι, νὰ ἀπομακρύνωμεν καὶ θὰ τὴν ἀπομακρύνωμεν, ἐὰν τὴν διοίκησιν τῶν Μεραρχιῶν ἀφήσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, ἐὰν τὴν ἐκπαίδευσιν, τὸν φρονηματισμόν, τὴν διάλυσιν διχονοιῶν καὶ παθῶν, ἐὰν πάντα ταῦτα ἐμπιστευθῶμεν ὑπευθύνως εἰς τοὺς ξένους ὀργανωτάς. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ μετ’ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα τοιαύτης ἐργασίας, μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἴδωμεν καταπληκτικὰ τὰ ἀποτελέσματα, ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπέλθωσι τόσον ἀπὸ τὴν ἀνωτέραν πεφωτισμένην διοίκησιν, ὅσον καὶ ἀπὸ τὴν ἰσχυρὰν θέλησιν πάντων ἀνεξαιρέτως τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν πρὸς δημιουργίαν στρατοῦ ἀνταξίου τῶν ἐθνικῶν πόθων.
§69Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Τοὺς μεράρχους δὲν τοὺς ἐφέρατε σεῖς οἱ ἐπαναστάται;
§70Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ ἐνταῦθα ὡς ἐπαναστάτης. Θὰ σᾶς ἀπήντων ἐν τούτοις, ὅτι, μὴ ὑπαρχόντων τότε τῶν Γάλλων ὀργανωτῶν, κἄποιος ἔπρεπε νὰ διοικῇ τὰς Μεραρχίας. Τώρα ὅμως, ὅτε ἔχομεν τοὺς ὀργανωτάς; Εἶμαι, ὡς ὑμεῖς, Βουλευτής, ἀλλ’ ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὡς ἀξιωματικοῦ γνωρίζω, βεβαιωθῆτε, κἄπως καλλίτερον τὰ τοῦ στρατοῦ. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ δηλώσω ἐνταῦθα πάντα ταῦτα, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως μεριμνήσωσι περὶ ἀναθέσεως τῆς διοικήσεως καὶ τῶν τριῶν Μεραρχιῶν εἰς τοὺς ξένους ὀργανωτάς, καὶ μὴ κατὰ τὸ παρὸν ἐμπιστευθῇ αὐτὴν εἰς τοὺς ἰδικούς μας ἀνωτάτους ἀξιωματικούς.
§71Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Χθὲς εἶχον ζητήσει, κύριοι συνάδελφοι, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου περὶ τῆς μετακλήσεως ξένων ὀργανωτῶν, κατόπιν ὅμως τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἐνόμισα ὅτι αἱ σκέψεις μου ἦσαν τελείως σύμφωνοι πρὸς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως παρῃτήθην. Οὐχ ἧττον ὅμως σήμερον νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ὑποδείξω κυρίως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοὺς πραγματικοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχει τὸ Κράτος. Αἱ δηλώσεις τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος θὰ ἔπεισαν πάντα ἐξ ὑμῶν, ὁποίους πραγματικῶς κινδύνους διατρέχει τὸ Κράτος. Ἠκούσατε παρ’ αὐτοῦ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Κράτος ἤθελεν εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμῃ πόλεμον, οἱ διοικηταὶ τῶν Μεραρχιῶν, οἱ ἀρχηγοὶ οἱ ἐνδεδειγμένοι, δὲν θὰ ἦσαν αὐτοὶ οἱ πραγματικῶς ἀρχηγοί, τουτέστιν ὅτι οἱ ἀμέσως κατώτεροι θὰ ὡδήγουν αὐτάς.
§72Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἦτο αὐτὴ ἡ ἔννοια, Κύριε.
§73Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐνόησα ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἔννοια.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, παρακαλῶ. Ὁ κ. συνάδελφος ἀγορεύων διεκόπη ὑπ’ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξήγησα, ὅτι ἡ φράσις του δὲν εἶχε τὴν ἔννοιαν, ὅτι θὰ δεχθῶσιν, ἀλλ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ διοίκησις· ἡ γνώμη ἦτο συμβουλευτική, καὶ τοῦτο τὸ ἀπεδέχθη ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως ζήτημα.
§75Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. συναδέλφου δὲν εἶναι μεμονωμένη, ἀλλὰ διερμηνεύει τὴν γνώμην πολλῶν ἐν τῷ στρατεύματι.
§76Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὅλαι αἱ γνῶμαι πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν.
§77Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι εἰδοποιῶ τὴν Βουλήν, διὰ νὰ γνωρίζῃ. Ἐγὼ ἓν καὶ μόνον θὰ πράξω, θὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει θὰ εὑρεθῶ χάριν τῆς τάξεως παρὰ τὸ πλευρόν του, θὰ τὸν ὑποστηρίξω δὲ διὰ πάσης θυσίας καὶ δι’ αἵματος ἀκόμη. Αὐτὸ νὰ τὸ γνωρίζῃ πᾶς τις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πολὺ καλῶς ἀντελήφθη τὴν σπουδαιότητα τοῦ προσκομισθέντος ἐνταῦθα ἐγγράφου. Τὸ προσκομισθὲν ἔγγραφον ὑπεξηρέθη καὶ ἐδόθη ἐδῶ ὑπ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον σκοπὸν πρὸς τοῦτο νὰ θέσωσιν ἐκποδὼν ὡρισμένον ἄτομον ἐν τῷ στρατεύματι.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖον;
§79Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τὸν κ. Δούσμανην. Αὐτὸς εἶναι καὶ μόνος ὁ σκοπός, διότι αὐτὸν ὑπονοοῦσιν ὡς ἐργάτην τοῦ ὑπομνήματος τοῦ κ. Θεοτόκη. Ὅλος δὲ αὐτὸς ὁ πόλεμος οὐδένα ἄλλον εἶχε σκοπόν, ἀλλὰ μόνον τὴν ἐξόντωσιν τοῦ κ. Δούσμανη. Ὡς δ’ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς τοιαύτη συνωμοσία ἐγείρεται ἐναντίον ἑνὸς καὶ μόνου προσώπου, οὕτω καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης βλέπομεν τὸ αὐτό, ὀφείλει δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπεμβῇ. Προχθὲς ἐν τῷ Ναυτοδικείῳ ἐκομίσθη ἔγγραφον ἢ ἐπιστολή, ἡ ὁποία δὲν ἦτο εἰμὴ πρωτόκολλον, ἐν τῷ ὁποίῳ οἱ ὑπογεγραμμένοι εἶχον δώσει τὸν λόγον τῆς τιμῆς των νὰ ἀποκηρύξωσι τὸν ἀξιωματικὸν κ. Τσουκαλᾶν.
§80Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐδημοσιεύθη.
§81Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐν τίνι δικαιώματι; Δὲν ὑπάρχει Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, ἐὰν πεισθῇ ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εἶναι πραγματικῶς ἔνοχος, ἔχουσα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τῇ παρέχει ὁ νόμος, νὰ θέσῃ αὐτὸν ἐκτὸς τοῦ στρατεύματος; Ὑπάρχει ἀνάγκη πρωτοκόλλων ἐν τῇ ξηρᾷ; Διότι πρωτόκολλον ἦτο καὶ αὐτὸ καὶ αὐτὴ ἡ προσαγωγὴ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ πρωτόκολλον ἦτο. (εὖγε, εὖγε· χειροκροτήματα). Αὐτὰ εἶχον, Κύριοι, νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, αὐτὰ εἶχον νὰ ὑποδείξω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἴπω εἰς αὐτόν, ὅτι ἡμεῖς, ἂν εἴμεθα ἀντιπολιτευόμενοι, ἂν δηλαδὴ εἴμεθα ἀνεξαρτήτων φρονημάτων, θὰ εἴμεθα ὅμως πάντοτε ἕτοιμοι νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν πρὸς εὐόδωσιν τῶν πραγματικῶν ἔργων ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως καὶ πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως ἀντὶ πάσης θυσίας. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
§83Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ὁ κ. Μέρμηγκας.
§85Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἕνεκα ἐκτάκτου ἐργασίας δὲν ηὐτύχησα νὰ παραστῶ εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ ἐν τῷ λόγῳ αὐτοῦ γράφονται εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως ὅτι: «δυσηρεστήθησαν μόνον οἱ φοβούμενοι ὅτι διὰ τῶν ξένων ὀργανωτῶν θὰ παρέλθῃ ὁριστικῶς ἡ ἐποχὴ τῆς ἀργίας», καὶ χάριν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑπονοεῖ, τοὺς ἀξιωματικοὺς δηλαδή, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν, καὶ χάριν ἐμοῦ, ὀφείλω νὰ παρακαλέσω, ὅπως δοθῇ ἐξήγησις ἂν τοιαύτη τις ὑπόνοια δύναται νὰ ῥιφθῇ καθ’ ἡμῶν.
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ζητήσητε τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικά, διὰ νὰ ἴδητε τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου. Πρέπει δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἔχω τὸν καιρὸν νὰ ἀναγινώσκω τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς καὶ δὲν γνωρίζω τί γράφουσι δι’ ἐμέ, ἀλλ’ εἶναι τὰ ἐστενογραφημένα, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ ἴδητε.
§87Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εὐχαριστῶ πολύ. Τὸ εἶπον μόνον, διότι τὸ εἶδον γεγραμμένον εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά.
§88Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ καὶ διακεκριμένου ἀξιωματικοῦ γεννᾶται εἰς ἡμᾶς ἀνησυχία τις καὶ ἀπορία ἂν τὰ πεντήκοντα ἀντίτυπα τῆς συγγραφῆς ἐκείνης τῆς ἀποκρύφου, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν ἡμέτερον στρατόν, τὰ ὁποῖα ἐβαπτίσθησαν ἀπόκρυφα χειρόγραφα, ἂν ὑπάρχωσιν ἀπόκρυφα χειρόγραφα ἢ ἐκυκλοφόρησαν πρότερον καὶ ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκτὸς τῶν συνόρων, διότι τοῦτο θὰ εἶχε φοβερὰς συνεπείας δι’ ἡμᾶς.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον ἀνακρίσεως. Τὸ ἐδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Βεβαίως. Ἄλλος δὲν ἔχει τὸν λόγον.
§90Γ. ΠΩΠ. Δύο λέξεις μόνον, παρατηρήσεις τινάς, διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Μετὰ τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δηλώσεις, ὅτι ἴσως νὰ ὑπάρχῃ διαφορά τις τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρὸς τοὺς ὑφισταμένους νόμους, τῶν ὁποίων δὲν ἔτυχε νὰ λάβῃ, λίαν εὐλόγως, γνῶσιν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν ὅτι θὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοθετήματα αἴροντα πᾶσαν ἀνησυχίαν ἡμῶν, τὴν ὁποίαν ἐξεδηλώσαμεν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, ἡ εὐρυτέρα ἐπὶ τῶν πραγμάτων συζήτησις θὰ γίνῃ καθ’ ἣν ἐποχὴν προσκομισθῶσι τὰ ἀφορῶντα τὴν διαρρύθμισιν τοῦ στρατοῦ καὶ τὸν ἐν γένει ὀργανισμὸν αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὅτι θὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἐν τούτοις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ ὑπάρχουσι διατάξεις τινές, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ παρακωλύσωσι τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τῶν νέων νομοθετημάτων καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐφρόνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συμφώνως πρὸς τὸν ἐκδηλωθέντα πόθον, ἵνα εἰς τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν δοθῇ ἀπόλυτος ἐνέργεια, ὥστε νὰ μὴ παραμείνῃ αὕτη ὡς συμβουλευτικὸν σῶμα παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ, καθ’ ὃ σύστημα συνέβαινε μὲ τὰς μέχρι τοῦδε ἐλθούσας ἀποστολάς, ἵνα ὀργανώσωσι τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ἀλλὰ νὰ ἔχωσιν οὐσιαστικωτέραν ἐνέργειαν δράσεως ἐν τῷ στρατῷ. Ἐκ τῶν ἀποριῶν τούτων καὶ ἐκ τῶν δυσχερειῶν τούτων, μία εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν διάρκειαν τῆς ἐνταῦθα παραμονῆς τῆς ἀποστολῆς τῶν ὀργανωτῶν τοῦ στρατεύματος, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ παράσχῃ εἰς λευκόν, ὅπως ἄλλως τε ἔπρεπε νὰ συμβῇ, τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Δημοκρατίας, καλὸν θὰ ἦτο νὰ ὡρίζετο ὁ χρόνος, ἀδιάφορον ποῖος, αὐτὸ ἀφίεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὑπενθυμίζομεν δὲ μόνον ὑμῖν ὅτι ὑπῆρχεν ἤδη ἐν τῷ τελευταίως ψηφισθέντι νόμῳ τριετὴς χρονικὴ διάρκεια. Τὸ δεύτερον μέρος ἀφορᾷ τὸ τρίτον ἄρθρον καὶ ἰδίως τὴν λέξιν «δύναται». Δυστυχῶς ἐπὶ τῆς λέξεως ταύτης φρονῶ ὅτι παρ’ ὅλην τὴν θερμὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ δὲν θὰ δυνηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ παρακάμψῃ τὴν δυσχέρειαν καὶ δὲν θὰ συναινέσῃ εἰς τὴν πρότασιν, διότι δὲν θὰ δύναται ἴσως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ πράξῃ ἄλλως.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Φουρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§92Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγνωσθέντα γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2, 3 καὶ 4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§94Γ. ΠΩΠ. Ἡ διάρκεια; Θὰ ὁρίσῃ διάρκειαν;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 7 (ὡσαύτως). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ τροπολογία δηλαδή.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§98Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τοῦ συνόλου. Ὡς εἶχον δηλώσει καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι πρόκειται περὶ τετελεσμένου γεγονότος, ἀλλὰ συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας συναδέλφου μου κ. Μέρμηγκα, ὅτι πάντως ἡ ξενικὴ ἀποστολὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὠφελήσῃ τὸν τόπον καὶ εἶναι καταδεδικασμένη εἰς ἀποτυχίαν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. 2) γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ὀχυρωτικῶν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δραγούμης.
§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ μοὶ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐνδιατρίψω ὀλίγον ἐπὶ νομοσχεδίου, ἐφ’ οὗ οὐσιαστικὴν ἀντίρρησιν οὐδεμίαν ἔχω, καὶ οὗτινος τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἔννοιαν ἐνέκρινα ἀνέκαθεν. Ἀλλὰ πρόκειται ἐνταῦθα νὰ συζητηθῇ ζήτημα, ὅπερ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλὴ καὶ νὰ μελετήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθόν, ὅπως ἔχῃ γνῶσιν τῆς ἱστορίας νομοθετήματος, ὅπερ ἀπολήγει ταύτην τὴν ὥραν εἰς διατύπωσιν τροποποιητικήν, ὁποία προσδοκᾶται κατὰ τὴν τοῦ νομοσχεδίου ἔκθεσιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καθίσταται διαρκὴς νόμος πέρυσι ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ παρελθόντος ἔτους τοῦ 1910. Κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅ,τι δίδεται ἐνταῦθα, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διαρκῶς ἐδίδετο δι’ ἓν μόνον ἔτος. Ὑπαρξάσης ἀνάγκης, καθ’ ὃν χρόνον διετελοῦμεν ἐν τοῖς πράγμασι νὰ προνοήσωμεν περὶ ἔργων ὀχυρωματικῶν, αὐτῶν τούτων, περὶ ὧν ἐνταῦθα μετ’ ἐπεκτάσεως πρόκειται, συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη νόμος, ὅστις παρεῖχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν ἐντὸς τοῦ ἐν τῷ εἰδικῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης τοῦ 1910 ἀναγραφομένου ποσοῦ νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας, περὶ ὧν ἐνταῦθα κατ’ ἐξακολούθησιν πρόκειται, ἀνετίθετο δὲ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον αὐτὸ νὰ διατάσσῃ τὰ περὶ δημοσίου διαγωνισμοῦ κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν ἤθελε κρίνει σκόπιμον ἄνευ ὑποβολῆς εἰς τὰς συνήθεις διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ ἐξέτασιν ταύτας τὰς διατάξεις, ὅπως πρὸ ὀλίγου εἶπον, καθιστᾷ διαρκεῖς, ἐφ’ ὅσον θὰ γίνωνται τοιαῦτα ὀχυρωματικὰ ἔργα, καὶ προσθέτει εἰς τὸ τέλος διάταξιν ἐλλείπουσαν ἀπὸ τοῦ νόμου τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἣν ἐντελῶς ἐγκρίνω. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀπαραίτητος, προκειμένου τοιούτου ἔργου, διότι λέγει «καὶ ἄνευ δημοσιεύσεως τῶν σχετικῶν πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν ἐγγράφων καὶ σχεδίων». Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ ἐνταῦθα κεῖται εἰς τοῦτο, ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ὁ νόμος ἀνεφέρετο εἰς προϋπολογισμὸν ἤδη ὑποβεβλημένον καὶ μήπω ἐψηφισμένον, ἀπαράλλακτα σήμερον γίνεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὰς ἑκάστοτε πιστώσεις τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ ἐδαφίῳ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ, ὅπως ἰσχύσῃ διὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἐὰν ἔχητε αὐτὴν τὴν ἀντίρρησιν.
§106ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν.
§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ δέχομαι, ὅπως ὁ παρὼν νόμος ἰσχύσῃ διὰ τὸ τρέχον ἔτος.
§108ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ὑμεῖς τὸ θέλητε, καλῶς· ἀλλ’ ἐγὼ οὐδεμίαν ὑπέβαλον ἀντίρρησιν. Ἐγὼ ἠθέλητα μόνον νὰ εἴπω τοῦτο καὶ ἐκ τούτου νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίζητε ὑμεῖς τὸ πρᾶγμα, ὅπερ ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος. Θέλω νὰ καταστήσω εἰς ὑμᾶς γνωστὸν κατὰ τίνα τρόπον ἰδιαζόντως διοικοῦνται τὰ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, κατ’ ἐμὲ ἐπιβλαβοῦς πρὸς τὸν σκοπόν, καίτοι ἡ ἐργασία διεξάγεται καλῶς. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου ἡ ἀσύμφωνος πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ καθεστῶτος τοῦ συνταγματικοῦ κατάρτισις τοῦ νόμου περὶ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης γίνεται ἔτι ἀσυμφωνοτέρα, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος κατωρθώθη νὰ εἰσαγάγωμεν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοὐλάχιστον εἰς ταύτας τὰς ὑποθέσεις, ἐνῷ δὲν εἶναι εἰσηγμένον εἰς τὰς ἄλλας, ἡ διάταξις, ἡ τροποποιητικὴ τῆς περυσινῆς, ἣν περιέχει τὸ νομοσχέδιον, ἀπομακρύνει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ καταλείπει εἰς μόνον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὴν διοίκησιν τῆς ὑποθέσεως. Τοῦτο ψέγω, καὶ ψέγω τοῦτο, διότι ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἱδρύσεως τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἀναμιμνήσκομαι τὰ γινόμενα ἐξαιρετικῶς μόνον, διὰ τοῦτο τὸ εἰδικὸν ταμεῖον. Ὅτε τὸ πρῶτον ἱδρύθη εἰδικὸν ταμεῖον ἐνταῦθα ὑπὲρ σκοποῦ σπουδαιοτάτου ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Χαριλάου Τρικούπη, τὸ ταμεῖον τῶν φάρων καὶ φανῶν, οὗτινος οἱ καρποὶ ὑπῆρξαν ἀληθῶς ἀγλαοὶ καταστήσαντες τὴν Ἑλλάδα ἐν τῇ πρώτῃ τάξει εἰς τὰ τῶν φάρων καὶ φανῶν, εἰς τρόπον ὥστε ἐν Αὐστρίᾳ ἐπισήμως νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι καθυστεροῦσιν ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ τῶν φάρων, ὁ κοινοβουλευτικώτατος ἐκεῖνος ἀνὴρ ἀναγκασθεὶς νὰ πλάσῃ ταμεῖον εἰδικὸν ὑπὲρ ἔργου εἴπερ τι καὶ ἄλλο εἰς τὴν Ἑλλάδα χρησίμου, ἐφρόντισεν, ὥστε νὰ περιβάλῃ διὰ πάσης τῆς συνταγματικῆς ἐγγυήσεως ταμεῖον, ὅπερ ἀπετέλει ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος, καὶ ἐφρόντισεν, ὥστε ἡ ὅλη διοίκησις τοῦ ταμείου νὰ εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἀπέναντι τῆς Βουλῆς ὑπάρχῃ ὑπεύθυνον ὁλόκληρον ἀλληλεγγύως διὰ τὰ γινόμενα. Ἦλθεν ἔπειτα ὥρα, καθ’ ἣν ἐγένετο ἀνάγκη ἱδρύσεως κατ’ ἀνάλογον τρόπον ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ προσήχθη ἐνταῦθα νομοσχέδιον ἐντελῶς ἐπὶ ἄλλων βάσεων ὡς πρὸς τὰ τῆς διοικήσεως κατηρτισμένον. Ἦτο τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπὸ Πρωθυπουργὸν τὸν τότε βουλευτὴν Κερκύρας κ. Θεοτόκην ὁ μακαρίτης Β. Βουδούρης, ἐγὼ δ’ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατέκρινα τὸν τρόπον, καθ’ ὃν συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον ἀφαιροῦν ἀπὸ τῶν χειρῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὰ τῆς διοικήσεως καὶ ἐποπτείας, τοῦ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ταμείου, ὁ μὲν Ὑπουργὸς ἐν τοιαύτῃ διοικήσει εἶναι εἰσηγητὴς καὶ ἐκτελεστής, τὸ δὲ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἶναι τὸ ἀποφαινόμενον, τὸ ἀντιπροσωπεῦον ἐν τῷ συνόλῳ καὶ πληροῦν τὴν ἐντολήν, τὴν διὰ τοῦ νόμου δοθεῖσαν ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τῆς Πολιτείας. Καὶ ἀντετάχθη μὲν τότε εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ὁ Ὑπουργὸς ὁ εἰδικός, ἀλλ’ ἀνεγνώρισε τοῦ πράγματος τὸ ὀρθὸν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ἐτροποποίησε τὸ νομοσχέδιον, διορθωθὲν ἐπὶ τὸ συνταγματικώτερον, παραδεχθεὶς ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ διοικῇ. Μετὰ δύο περίπου ἔτη εἴδομεν ἐμφανιζόμενον τὸ περὶ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης σχέδιον πολὺ σπουδαιότερον τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, κατ’ ἀναλογίαν τῶν δυνάμεων τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς πρὸς τὰς δυνάμεις τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης. Συνέπεσε δὲ τότε νὰ μὴ παρευρίσκωμαι ἐν τῇ Βουλῇ μὴ ὢν ἐκλελεγμένος ἀντιπρόσωπος. Τὸ σχέδιον τὸ προσαχθὲν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς παραδόξως ὑπῆρξεν ἀτελές, ἀπεμάκρυνεν ἐντελῶς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ κατέλειπε τὴν ὅλην διοίκησιν εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ εἰς συμβούλους ἔξω τῆς Κυβερνήσεως λαμβανομένους. Ὑπῆρξαν ἄλλοι ἐνταῦθα τότε, οἵτινες ὑπέδειξαν τὸ ἄτοπον καὶ ὑπέμνησαν, ὅτι ὁ αὐτὸς Πρωθυπουργὸς δύο ἔτη πρότερον ἀνεγνώρισε τὴν ὀρθότητα τῆς γενομένης τότε ἀντιρρήσεως καὶ ἐθεράπευσε τὸ κακόν, ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἀδύνατον νὰ πεισθῇ καὶ μεταβάλῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὁ τότε Πρωθυπουργός, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη μετὰ μερικάς τινας τροπολογίας ὑποδεικνυούσας ὅτι στενοχωρηθεὶς ἐνέδιδεν εἰς τὴν πίεσιν τῆς ὀρθότητος τῶν γενομένων παρατηρήσεων. Καὶ τὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης μετὰ τὰς τροποποιήσεις ταύτας ὡρίσθησαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὑπαγόμενον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διοικεῖ ἐπιτροπὴ συγκειμένη αʹ) ἐκ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς Προέδρου, βʹ) ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς ἀντιπροέδρου, γʹ) ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δʹ) ἐκ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ τοῦ Στρατοῦ εʹ) ἐκ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ στρατοῦ». Ὁ νόμος ἔμενεν ἐν ἰσχύϊ, ὅπως εἶχε, μέχρι τοῦ παρελθόντος ἔτους, ὅτε κατ’ ἀνάγκην ἐτροπολογήθη τὸ ἄρθρον τοῦτο διὰ νόμου, ὃν ἔχω ἐνταῦθα, ὅπως τὸν ἐκλιπόντα Γενικὸν Διοικητὴν τοῦ στρατοῦ ἀντικαταστήσῃ ἄλλος ἀνώτερος στρατιωτικός, ὁ ἀντιστράτηγος πρόεδρος τοῦ ἀναθεωρητικοῦ. Κατὰ ταῦτα ἐμείναμεν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὑπὸ ἐπιτροπὴν μικτὴν ἐκ στρατιωτικῶν, ἀνδρῶν τεχνικῶν, καὶ Ὑπουργῶν. Ἐκτὸς τῶν τριῶν Ὑπουργῶν ἢ ἐκτὸς τῶν δύο, ἐὰν συμπέσῃ νὰ ἔχῃ τις δύο Ὑπουργεῖα, οἱ ἄλλοι μένουσιν ἐν ἀγνοίᾳ περὶ πάσης τῆς σπουδαίας ἐργασίας, ἥτις διεξάγεται, καὶ ἥτις ἔδει νὰ γίνεται κατ’ ἀνάγκην συνταγματικὴν παρόντος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρόντος καὶ δρῶντος καὶ γινώσκοντος, οὐχὶ δ’ ἔπειτα νὰ ἔρχηται εἰς γνῶσιν αὐτό, ὅτε βεβαίως ἡ κρίσις αὐτοῦ εἶναι λίαν στενοχωρημένη, ἀφοῦ μάλιστα κατ’ ἀνάγκην ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ὁ προεδρεύων συντελεστὴς ἐν τῷ ἔργῳ. Ἐκείνου τοῦ κακοῦ τὴν σημασίαν πρακτικώτερον ἀντελήφθην ἐγώ, ὅτε ἠναγκαζόμην νὰ μετέχω εἰς τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ταμείου ὑπὸ διπλῆν ἰδιότητα, διότι συνέπεσε νὰ εἶμαι ἐν ταὐτῷ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Πρωθυπουργός. Πάντες οἱ νόμοι, οἵτινες περὶ εἰδικῶν ταμείων ἐψηφίσθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τῇ εἰσηγήσει ἐμοῦ, ἐγένοντο κατὰ τὸν τύπον τοῦ νόμου τῶν περὶ φάρων καὶ φανῶν καὶ τὸν τοῦ νόμου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, μόνον δὲ ὁ νόμος τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἔμεινεν ἔξω τοῦ κανόνος. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἔλθω ἐνταῦθα, ἵνα προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅπως σήμερον, ὅτε καὶ ἄλλα ἴσως θέλει προσαγάγει νομοσχέδια ἐνταῦθα, ἀναγόμενα εἰς τὰ τοῦ ταμείου τούτου τοῦ πολυτίμου καὶ σπουδαίου, θελήσῃ νὰ ἐξομοιώσῃ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου τούτου πρὸς τε τοὺς εἰδικοὺς νόμους τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τῶν φάρων καὶ φανῶν καὶ πρὸς τοὺς δύο περὶ γεωργικῶν ταμείων νόμους, πρὸς τὸν λειτουργοῦντα νόμον περὶ Θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου καὶ πρὸς τὸν ἐν παραμοναῖς τῆς λειτουργίας αὐτοῦ περὶ γεωργικοῦ ταμείου νόμον καὶ πρὸς τὸν τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ. Πρέπει ἅπαν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ συνεργάζηται καὶ ἀποφασίζῃ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀρχῆς, πρέπει νὰ εἶναι διαρκῶς ἐν γνώσει τῶν γινομένων, πρέπει νὰ συνέρχηται καὶ συνεργαζόμενον μετὰ τοῦ εἰδικοῦ Ὑπουργοῦ νὰ κατευθύνῃ τὰ πράγματα προσηκόντως. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς μόνην τὴν βούλησιν τοῦ εἰδικοῦ Ὑπουργοῦ, ὅσον καὶ ἂν αὕτη ὑποτεθῇ ἁγνὴ καὶ πεφωτισμένη, διότι εἶναι ἀδύνατον τοιαύτη μονομερὴς διοίκησις τοῦ εἰδικοῦ ταμείου νὰ ἔχῃ πρὸς τὴν ὅλην τῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους οἰκονομίαν ἐπαρκῆ ἀντίληψιν τῶν ὁρίων τοῦ πρακτέου, ἀφιεμένη εἰς μόνην τὴν διάθεσιν τοῦ εἰδικώτερον περὶ τῶν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα αὐτοῦ ὑπαγομένων φροντίζοντος Ὑπουργοῦ, μὴ ἀναγκαζομένου νὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Καὶ ἐξέρχονται δ’ οὕτω τὰ ταμεῖα ἀπὸ τῆς ἀμέσου ἐπιβλέψεως τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν Βουλὴν δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ἄλλων εὐθύνη παρὰ μόνον ἡ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἀρθῇ πᾶσα ἀνησυχία μήπως τὰ πράγματα δὲν γίνονται ἐπωφελῶς καὶ τὰ ἀποτελέσματα μονομεροῦς ἀντιλήψεως ἐπιδράσωσιν ἐπιβλαβῶς εἰς τὰ τῆς ὅλης προνοίας περὶ τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὄχι μόνον δὲν θέλει ἐπιμείνει ἐνταῦθα, ὅπως ἀντικαταστήσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπερ πέρυσιν ἐξαιρετικῶς ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἐτέθη διὰ τὴν ἔγκρισιν τῶν τοιούτων διαγωνισμῶν, ἀλλὰ καὶ θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ θελήσῃ νὰ ἐξομοιώσῃ τὰ τοῦ ταμείου τούτου πρὸς τὰ ἄλλα, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ κανονικόν, ἔχει δ’ ἡ Βουλὴ ἀπέναντι αὑτῆς τοὺς ὀκτὼ Ὑπουργοὺς ἀληθῶς ἀλληλεγγύως συνυπευθύνους. Οἱ τεχνικοὶ ἄνδρες εἶναι ἀπαραίτητοι εἰς τὰ τοιαῦτα ταμεῖα, καὶ εἰς πάντα τὰ ταμεῖα ὑπάρχουσι τεχνικαὶ ἐπιτροπαὶ ἀνδρῶν, οἵτινες προεπεξεργάζονται τὰ πάντα, μετὰ τὴν μελέτην αὐτῶν ὑποβάλλοντες ἐκθέσεις, ἐφ’ ὧν στηριζόμενον ἀποφασίζει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Στόλου. Ὑπάρχει ἐπιτροπὴ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν καὶ τὰ πάντα ἀποφασίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐνταῦθα δὲ συμπράττει μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μόνον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ ἀγνοοῦσι τὸ πᾶν τὰ ὑπόλοιπα μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἅτινα κατ’ ἀνάγκην εἶναι συνυπεύθυνα. Ταῦτα μὲ ἠνάγκασαν ν’ ἀνέλθω τὸ βῆμα, ἐπὶ δὲ τῶν λοιπῶν αἱ παρατηρήσεις μου εἶναι ἀσήμαντοι.
§109ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν διοικοῦσαν τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης εἶναι ἄξια πολλῆς προσοχῆς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν κανονίζει τὰ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 1ου, καθ’ ἣν τὰ ἔργα ταῦτα θὰ ἐκτελεσθῶσι καθ’ ὃν τρόπον ἤθελε κρίνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι πρέπει ἀντ’ αὐτοῦ νὰ τεθῇ ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθή. Κατὰ τί ἤθελεν ἐξυπηρετηθῆ πλειότερον τὸ δημόσιον συμφέρον διὰ τούτου; Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐλπίζω ἐκ τῆς ὅλης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐξάγῃ ὅτι πρόκειται περὶ ἔργων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κατεπείγοντα χαρακτῆρα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ νὰ πιστεύω ὅτι ἡ ἐνέργεια ἑνὸς μόνον Ὑπουργοῦ εἰς ἔργα καθαρᾶς διοικήσεως, ὡς εἶναι τὸ προκείμενον, ὄχι κυβερνητικά, ὅπου ἡ σύμπραξις τῆς ὅλης Κυβερνήσεως εἶναι ἐνδεδειγμένη, εἶναι προτιμοτέρα, καὶ ἡ εὐθύνη δὲ αὕτη δὲν εἶναι μικροτέρα ἐγγύησις διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅταν πρόκειται περὶ πράξεων καθαρῶς διοικητικῶν. Ἡ ἰσχὺς ἄλλως τε τοῦ νόμου εἶναι προσωρινή. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, προστιθεμένης τελευταίας διατάξεως, καθ’ ἣν ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἄρχεται ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1ον).
§111Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ μετὰ τὴν λέξιν «ἐγγράφων» νὰ προστεθῇ «προϋπολογισμῶν καὶ σχεδίων».
§112ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον οὕτω τροποποιηθέν· ἐπίσης καὶ τὸ 2ον καὶ 3ον).
§113Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ 4ον ἄρθρον: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως». (Ψηφίζεται τὸ 4ον τοῦτο ἄρθρον ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ἐπισκευῶν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας παλαιοὺς στρατῶνας καὶ στάβλους καὶ περὶ κατασκευῆς συμπληρωματικῶν ἐργασιῶν διὰ τὴν ἐπάρκειαν τῶν στρατωνισμῶν».
§115Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προστεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «ἐν Θεσσαλίᾳ, Ἠπείρῳ, Στερεᾷ Ἑλλάδι» καὶ «ἐν Λευκάδι», διότι ὡς ἐκ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχει ἡ Λευκάς, εὑρισκομένη ἀπέναντι τῆς Πρεβέζης καὶ συνδεομένη δι’ ὁδοῦ ἁμαξιτοῦ διὰ τῆς Ἄρτης, εἶναι ἀναγκαιότατον τὸ πρᾶγμα. Ἄλλως τε ἐν Λευκάδι ὑπάρχει στρατών, ὅπου δύνανται νὰ στρατωνισθῶσι 2.000 ἄνδρες. Πέρυσιν εἶχεν ὑποσχεθῆ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὅτι θὰ ἔστελλε τάγμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐπιβιβασθῆ ἐν Πάτραις, ἵνα ἀποσταλῇ, κατόπιν ὅμως ἄλλων σκέψεων ἀπεβιβάσθη πάλιν εἰς τὴν ξηράν.
§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει προσωρινὴν ὅλως διόλου ἰσχύν. Ἀφορᾷ κατεπειγούσας ἐργασίας, τὰς ὁποίας ἀνεκοίνωσα πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, σχετικὰς πρὸς ὡρισμένα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνεται ἡ Λευκάς. Τὸ ζήτημά σας δύναται ἄλλως τε νὰ συζητηθῇ.
§117Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι.
§118Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ καθορίζεται τὸ κονδύλιον τῶν 300.000, διότι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ προϋπολογισμός, τότε νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἐπὶ πλέον δαπάνη, ἥτις παρουσιάζεται πάντοτε εἰς τὰς ἐπισκευάς. Ἄν δὲν ὑπάρχῃ, τότε τὸ κονδύλιον τῶν 300.000 πρέπει νὰ γίνῃ 200.000 δι’ ἔργα καὶ 100.000 διὰ συμπληρωματικὰς δαπάνας, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν 200.000 νὰ προβῶσιν οἱ διάφοροι εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς καὶ κατόπιν νὰ ἐξοδεύωσι πρὸς συμπλήρωσιν, καθόσον παρουσιάζονται ἀνάγκαι, διότι εἰς τὰς ἐπισκευὰς παρουσιάζονται τοιαῦται, καὶ χωρὶς νὰ θέλωσιν οἱ ἀναλαβόντες νὰ κάμωσι κάτι τι.
§119Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ὡρισμένα ἔργα καὶ προϋποθέσεις γνωσταὶ εἰς ἐκείνους, οἵτινες προσδιώρισαν τὸ ποσόν.
§120Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ προϋπολογισμός.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1ον).
§122Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐξ ἀβλεψίας ἐσημειώθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ ὁ νόμος τοῦ 1910 καὶ ὁ τοῦ 1909 καὶ τοῦ 1894, ὡς περιέχων κώλυμα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, καθ’ ὃν τρόπον θέλουσι ταῦτα ἐκτελεσθῆ. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἐντελῶς ἄσχετος, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου τὰς τροποποιηθείσας ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1909 καὶ τοῦ 1894. Ὡς ἐκ τούτου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ τελευταία περίοδος, διότι, ὡς εἶπον, ὁ νόμος οὗτος οὐδεμίαν μεταρρυθμίζει διάταξιν τῶν νόμων τῶν παγίων τοῦ λογιστικοῦ καὶ τῶν προγενεστέρων παρακωλύουσαν τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων, καθ’ ὃν τρόπον θέλει τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐκτελεσθῶσιν.
§123Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρὸς ἱκανοποίησιν τῆς παρατηρήσεώς σας παρακαλῶ νὰ τεθῇ «ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 περὶ δημοσίου τοῦ Κράτους λογιστικοῦ καὶ τῶν τροποποιούντων τοῦτον μεταγενεστέρων νόμων».
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2ον, τὸ 3ον καὶ τὸ σύνολον).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δωρεὰν ἐγγραφῆς τῶν ἐκ Θράκης, Μακεδονίας, Κρήτης, Ἠπείρου, Κύπρου καὶ Μικρᾶς Ἀσίας καταγομένων ἀπόρων φοιτητῶν, ὡς καὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐγγραφῶν καὶ ἀνανεώσεων τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». Ὑποβάλλονται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δύο τροπολογίαι, ἡ μία ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Μερλοπούλου καὶ ἡ ἑτέρα ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ἰ. Φαρμάκη, Γερ. Νοταρᾶ καὶ Δ. Λαζαρῆ. Ἀμφότεραι θὰ ἐκτυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§126Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 1 ἕως 5 καὶ τῶν ἐδαφίων αʹ καὶ βʹ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ΓΤϞΓʹ (3393) τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1909 περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν», διότι κατὰ τὸν νόμον αἱ δηλώσεις ἔπρεπε νὰ γίνωσιν ἐντὸς τοῦ Μαρτίου. Ἐπειδὴ δὲ ὑπεβλήθη ἄλλο νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρατείνων τὰς δηλώσεις μέχρις ὅτου ψηφισθῇ ὁ νέος νόμος.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐξακολούθησις τοῦ ἄρθρου 31. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§128Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ χθὲς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀγορεύσας ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος καὶ φίλος μου ἐξέφρασε τὴν ἀπορίαν του διὰ τὰς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς σκέψεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριχθεῖσα ἡ ἐπιτροπὴ ἐκηρύχθη κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν. Θὰ ἦτο μᾶλλον δεδικαιολογημένη ἡ ἔκφρασις τῆς ἀπορίας ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξεφράσαμεν ἐνδοιασμοὺς περὶ τῆς ἀναγκαιότητος καὶ τῆς σκοπιμότητος τῶν προτεινομένων μεταρρυθμίσεων εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι οἱ προτείνοντες τὰς μεταρρυθμίσεις ταύτας, ἐνῷ προέτειναν μεταβολὰς εἰς τὸ ὑπάρχον καθεστώς, δὲν ἐφρόντισαν νὰ δικαιολογήσωσι ταύτας, ἀλλ’ αἱ δικαιολογίαι των ὑπῆρξαν πτωχαὶ ἀπέναντι τῆς σχετικῆς λεπτομεροῦς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ σᾶς ἀναγνώσω κατὰ ποῖον συνοπτικὸν τρόπον δικαιολογεῖται διὰ τῆς πράξεως τῆς Βουλῆς τῆς 18 Φεβρουαρίου 1910 ἡ προτεινομένη αὕτη μεταρρύθμισις: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 30 περὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ἀναθεωρητέα, καθόσον πολλάκις τὰ δημόσια συμφέροντα ἤθελον ἐξυπηρετεῖσθαι τελεσφορώτερον, ἐὰν ἐπιτραπῇ ὁ διορισμὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυπουργῶν, περὶ ὧν νὰ γίνῃ προσθήκη ἐν τοῖς ἄρθροις 31, 77, 78, 79, 80, 81 καὶ 82». Ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ῥαλλικοῦ κόμματος ἰδοὺ πῶς ἐδικαιολόγησε τὴν προτεινομένην ταύτην μεταρρύθμισιν καὶ μεταβολὴν εἰς τὸ ὑπάρχον καθεστώς. «Ὅπως καταστῇ ἐφικτὸς διορισμὸς Ὑφυπουργοῦ εἴς τινα τῶν μᾶλλον πολυασχόλων Ὑπουργείων, καθόσον ἤθελε κριθῆ τοῦτο ἀναγκαῖον, καὶ ἵνα διευκολυνθῇ ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπὸ τῶν ἀσχολιῶν τῆς διευθύνσεως Ὑπουργείου, τὸ ἄρθρον 31 μεταρρυθμιστέον ὡς ἑξῆς...» Ἡ δὲ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τῶν 6 Βουλευτῶν φέρει τοῦτο καὶ μόνον: «Εὔλογος ἐκρίθη ἡ γνώμη, ὅπως ἐπιτραπῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ διορισμὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου, καθόσον ἀπαλλασσομένου τούτου τῶν ἀσχολιῶν τῆς διευθύνσεως Ὑπουργείου θὰ ἦτο δυνατὸν ἐν δεδομέναις περιστάσεσι νὰ ἐξυπηρετηθῶσι τελεσφορώτερον τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἐπὶ τούτῳ δὲ διεσκευάσθη τὸ ἄρθρον 31». Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ πρότασις τῶν 6 Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν δὲν προνοεῖ περὶ Ὑφυπουργῶν. Ἀπέναντι τῶν γλίσχρων αὐτῶν αἰτιολογιῶν ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἐξέθηκεν ἐν πλάτει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ὤφειλον νὰ ξενίσωσι τὸν ἐξ Ἀρκαδίας ἔντιμον συνάδελφον· ἐξέθηκε τὰ ἑξῆς· πιστοποιεῖ πρῶτον, ὅτι Πρωθυπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου δὲν εἶναι θεσμός, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν 19ον αἰῶνα νὰ λειτουργῇ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη τὰ συνταγματικῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς πολιτευόμενα, ἐπίσης δ’ ἐξέθηκε καὶ τοὺς ἄλλους ἐνδοιασμούς, τοὺς ὁποίους ἔχει ὡς πρὸς τὴν σκοπιμότητα τῆς τονώσεως ἢ μᾶλλον τῆς ἐνισχύσεως τῆς συγκεντρώσεως πασῶν τῶν ἐξουσιῶν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Τώρα ἀπέναντι τῶν δικαιολογιῶν τούτων τῆς ἐπιτροπῆς ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, καὶ ὁ ἐπ’ αὐτὸν ἀναφερθεὶς συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μιχαλακόπουλος ὑπεστήριξαν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου διὰ τῶν ἑξῆς ἐπιχειρημάτων: Ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν Ἑλλάδι εἶναι βεβαρημένος διὰ πολλῆς ἐργασίας, καὶ θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀπαλλαγῇ αὐτῆς τῆς πολλῆς ἐργασίας, πρῶτον διὰ νὰ διευθύνῃ καλλίτερον τὰ κυβερνητικὰ ἔργα· δεύτερον ἐπειδὴ ἔχει ἐξαιρετικὴν θέσιν ὁ Πρωθυπουργός, ἅτε συγκεντρῶν εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, διὰ νά....
§129Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§130Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως, καὶ πράγματι ὁ Πρωθυπουργὸς ὀφείλει νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην ὅλων τῶν κυβερνητικῶν πράξεων.
§131Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ ἔχῃ εὐκαιρίαν, διὰ νὰ ἐφαρμόζῃ ὅ,τι πρέπει νὰ ἐφαρμόζῃ, διότι αὐτὸς φέρει καὶ τὴν εὐθύνην.
§132Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ἐφέρατε ὡς δεύτερον ἐπιχείρημα.
§133Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι νὰ ἔχῃ ἐξαιρετικὴν θέσιν, τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε· εὐκαιρίαν θέλω νὰ δώσω μόνον.
§134Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα, θέλετε νὰ ἔχῃ εὐκαιρίαν, διότι φέρει καὶ ὅλην τὴν εὐθύνην, ὅπως ἐφορᾷ τοὺς Ὑπουργούς.
§135Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι· μὴ περιορίζετε τὸ ἐπιχείρημα εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τῶν Ὑπουργῶν. Θὰ παρακαλέσω νὰ φέρωσιν οἱ στενογράφοι τὴν μετάφρασιν τῆς ἀγορεύσεώς μου, διὰ νὰ τὴν ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας.
§136Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐγὼ κατατάσσω τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὰς σκέψεις σας. Δὲν εἶναι δὲ παράλογον τὸ πρᾶγμα· τοὐναντίον εἶναι θετικὸν τὸ ἐπιχείρημά σας.
§137Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι καὶ αὐτό.
§138Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τρίτον ὅτι σκόπιμον εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἀπαλλαγῇ τῶν πολλῶν ἐργασιῶν, διὰ νὰ δύναται νὰ διευθύνῃ τὸ κόμμα του.
§139Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶπον ὅτι καὶ τοῦτο εἶναι μία ἀσχολία διὰ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος καὶ ὅτι αὐτὸ τοῦ ἀφαιρεῖ ὥρας. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μὲ ἐκδικεῖσθε διὰ τὰ χθεσινά.
§140Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐκεῖ συγκεντροῦνται τὰ τρία ἐπιχειρήματά σας. Ἐτόνισε λοιπὸν ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ Πρωθυπουργοῦ εἶναι πολλαπλᾶ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ μερικῶν, διὰ νὰ δύναται νὰ ἐπιστήσῃ περισσότερον τὴν προσοχήν του εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, εἰς τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ κόμματός του. Καὶ εἶπεν ὅτι, ἂν ἐπαρκεῖ διὰ τὰς πολλὰς αὐτοῦ ἀσχολίας εἷς Πρωθυπουργὸς νέος, ὡς ὁ σήμερον διευθύνων τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα, ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ εἰς τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι νέος καὶ ἐν τούτοις εἶναι συμφέρον εἰς τὸν γέροντα Πρωθυπουργὸν νὰ ἀνατεθῇ ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας; Ἐὰν λοιπόν, ἐπιβαρύνωμεν τὸν τοιοῦτον γέροντα Πρωθυπουργὸν διὰ τῶν ἐργασιῶν ἑνὸς Ὑπουργείου, εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλαφθῶσι τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως ἢ τὰ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἢ καὶ ἀμφότερα. Καὶ συνεπέρανεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ὅτι σκόπιμον θὰ ἦτο νὰ καταστήσωμεν τὸν Πρωθυπουργὸν Ὑπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἀπέναντι τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων τῶν συνηγόρων τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου Πρωθυπουργοῦ ἡμεῖς ἀντιτάσσομεν τὰ ἑξῆς: Ἂν ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι βεβαρημένος διὰ τῆς ἐργασίας ἑνὸς Ὑπουργείου, τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἐκληφθῇ καὶ νὰ παρασταθῇ, ὅτι κατ’ ἀνάγκην εἶναι βεβαρημένος εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτὸν ὁ καιρὸς νὰ ἀσχολῆται διὰ τὰ γενικὰ κυβερνητικὰ ἔργα. Ἔχομεν μεμαρτυρημένον ἐκ τῶν ἐν ἄλλαις Πολιτείαις συμβαινόντων, ὅτι οἱ Πρωθυπουργοὶ εἶναι συνάμα καὶ Ὑπουργοί, εἶναι συνάμα καὶ κεφαλαὶ ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας διεξάγουσιν ὡς κεφαλαὶ τῶν διοικητικῶν κλάδων, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ θεωρῶνται ὅτι εἶναι τόσον βεβαρημένοι, ὥστε νὰ γίνηται τὸ πρᾶγμα ἐπὶ ζημίᾳ τῆς καθόλου Κυβερνήσεως, τῶν καθόλου κυβερνητικῶν ἔργων. Ἂν εἰς ἡμᾶς παρατηρεῖται ἰδιαιτέρα τις ἐπιβάρυνσις, τοῦτο βεβαίως δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς τῆς συμπτώσεως τῶν ἰδιοτήτων τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἑνὸς συγκεκριμένου Ὑπουργείου, ἀλλ’ ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς τῆς κακῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, εἰς τὸ σύστημα τὸ γραφειοκρατικὸν καὶ τὸ συγκεντρωτικόν, τὸ ὁποῖον διέπει δυστυχῶς τὴν ἐν Ἑλλάδι διοίκησιν. Ἀντὶ νὰ σκεφθῶμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, ὁ ὁποῖος ἐνδεχομένως δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς ὡρισμένα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα κατωτέρω θέλω ἐκθέσει, θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον νὰ σκεφθῶμεν πῶς τὸ διέπον τὴν ἡμετέραν διοίκησιν συγκεντρωτικὸν σύστημα θὰ καταλυθῇ καὶ πῶς θὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ἀποκεντρωτικοῦ συστήματος. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἐξ Ἀρκαδίας κ. συνάδελφος, ὅτι πρέπει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι πρέπει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ διευθύνῃ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἐφορᾷ τοὺς Ὑπουργούς, διότι αὐτὸς φέρει τὴν εὐθύνην, ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ καὶ μόνον συγκεντροῦται ὅλος ὁ πολιτικὸς βίος, καὶ ἡ εὐθύνη δι’ αὐτὸν συγκεντροῦται, ἡ ἐμπιστοσύνη ἐκ τῶν κάτω καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη ἐκ τῶν ἄνω, τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὀφείλει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ διευθύνῃ τὸ κόμμα του, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν εἴχομεν τὸν θεσμὸν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀγάγωσιν, ὅπως ἔγινεν ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Εἶναι ἀναντίρρητον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εὐρύθμως, ἐὰν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν προΐσταται εἷς, ὁ ὁποῖος νὰ συγκεντρώνῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Κοινοβουλίου καὶ νὰ διευθύνῃ αὐτήν, νὰ ἔχῃ τὸν τελικὸν λόγον, τὴν τελευταίαν λέξιν ἐφ’ ὅλων τῶν ἀναφυομένων ζητημάτων. Ἀλλ’ ἡ παρατήρησις αὕτη, ἐπαναλαμβάνω, ἂν εἶναι βεβαίως ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶναι ὅμως ἐπιχείρημα καὶ ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπὶ τῶν ἀνωτέρω ἐπιχειρημάτων ἐστηρίχθη ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἰδίᾳ δὲ ὑπεστηρίχθη διὰ τῶν ἀνωτέρω ἐπιχειρημάτων ὑπὸ τοῦ Πίττ, ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ὁ ἴδιος Πὶττ ἐκήρυσσεν ὡς ἀρχήν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔπρεπε συνάμα νὰ εἶναι καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ εἶναι πρῶτος Λόρδος τοῦ Θησαυροφυλακίου. Εἶναι ἀδιάφορον, ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Πὶττ δὲν ἐφήρμοσεν ἐπὶ τοῦ ἑαυτοῦ του τὴν ἀρχὴν ταύτην, διότι ὡς Πρωθυπουργὸς ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τοῦ Λόρδου Σφραγιδοφύλακος καὶ οὐχὶ τὰ τοῦ πρώτου Λόρδου τοῦ Θησαυροφυλακίου. Εἶναι ἀδιάφορον, λέγω, τοῦτο, διότι ἀποτελεῖ λεπτομέρειαν, ἐνῷ τὸ σπουδαῖον εἶναι ὅτι ὁ ὑπέρμαχος τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ διατυπώσας κλασσικῶς τὰ ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ συνηγοροῦντα ἐπιχειρήματα, δὲν παρεσύρθη ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων, ὡς παρεσύρθη ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, μέχρι τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ τοὐναντίον διατυπώνει ὡς ἀνάγκην τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος τὴν ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ διεύθυνσιν ἑνὸς Ὑπουργείου. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἀπὸ τοῦ 1806 ὁ κανὼν εἶναι, ὡς μαρτυρεῖ ὁ Todd, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ Πρωθυπουργοὶ εἶναι ἐπιφορτισμένοι καὶ μὲ τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς Ὑπουργείου. Τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου εὑρίσκομεν προγενεστέρως, ὅτε ὁ Γεώργιος Αʹ διώριζε τοὺς φίλους αὑτοῦ ὡς Πρωθυπουργούς, καὶ τοὺς διώριζεν ἄνευ χαρτοφυλακίου, διότι δὲν εἶχον τὴν ἐμπειρίαν καὶ τὴν μόρφωσιν νὰ διευθύνωσι καὶ Ὑπουργεῖον. Ἂν ἤδη ἐπιστοποιήθη ἀφ’ ἑνὸς ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ προταθέντα συνηγοροῦσι μὲν διὰ τὴν ὑπέροχον θέσιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ κατέχῃ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, δὲν συνηγοροῦσι δὲ παντάπασιν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἀφ’ ἑτέρου ὀφείλω νὰ ἐκθέσω καὶ ἐνδοιασμούς τινας, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Οἱ ἐνδοιασμοὶ οὗτοι εἶναι καθαρῶς πολιτικῆς φύσεως. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἰς ἓν Κράτος ὑπὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα πολιτευόμενον εἶναι τὸ κέντρον τοῦ πολιτικοῦ βίου, συγκεντροῖ ἐν ἑαυτῷ ὁλόκληρον τὸν δημόσιον βίον καὶ ὀφείλει τοῦτο νὰ γίνηται. Ἄλλοτε κατεκρίθη π. χ. ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Μεσσηνέζη, τοῦ Λεωνίδου Πετμεζᾶ, τοῦ Κωνσταντίνου Καραπάνου ἡ πρωθυπουργικὴ παντοδυναμία, ἀλλ’ αἱ κατακρίσεις αὗται βεβαίως στηρίζονται εἰς παρανόησιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ τὴν εὔρυθμον αὐτοῦ λειτουργίαν ἀπαιτεῖ τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὡς παρέστησα αὐτόν. Ἀλλ’ ἂν ἀναγνωρίζομεν ταύτην τὴν ἀνάγκην ὡς ἀνάγκην, ὀφείλομεν νὰ μὴ παραγνωρίσωμεν καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι ἡ πρωθυπουργικὴ παντοδυναμία καὶ ἐν Ἑλλάδι κατέληξεν εἰς δεινὰ ἄτοπα. Ἐπειδὴ συνεκέντρωσεν ὁ Πρωθυπουργὸς ὅλην τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ πρόσωπόν του, καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, παρετηρήθη καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ ὑπὸ τῶν δημοσιολόγων, ὅτι παρεξετράπη ὁ πολιτικὸς βίος εἰς ἄκρατον κοινοβουλευτισμόν, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς διοικήσεως, ἐπὶ ζημίᾳ τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους. Ἡ ἀγαθὴ διοίκησις, ἡ ὁποία συνιστᾷ καὶ ἀνυψώνει τὸ Κράτος, κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτῆς ἀπαιτεῖ τὸν καταμερισμὸν τῶν ἔργων καὶ ὑπηρεσιῶν καὶ τὴν ἀνάληψιν τῆς διευθύνσεως τῶν διαφόρων καταμερισθεισῶν ὑπηρεσιῶν ὑπὸ ἀνδρῶν ἐχόντων εἰδικὴν δι’ ἑκάστην ὑπηρεσίαν παρασκευήν. Ἐπραγματοποιήθη οὕτως ἡ ἀγαθὴ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι; Ὄχι βεβαίως. Εἰς τὴν κατάπτωσιν δὲ τῆς διοικήσεως συνέβαλε κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ πρωθυπουργικὴ παντοδυναμία, ἡ ὁποία ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τῆς ἀγαθῆς διοικήσεως λειτουργήσασα συνεκέντρωσε μὲν ὅλην τὴν δύναμιν εἰς ἓν πρόσωπον, τὸ πρόσωπον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, τοῦθ’ ὅπερ καὶ ἐπέτρεψεν, ὥστε ἄνευ πολιτικοῦ συγκλονισμοῦ νὰ διεξαχθῇ ὁ ἡμέτερος πολιτικὸς βίος, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου, ἀκριβῶς διότι ἀνῄρεσε τὴν ἔννοιαν τοῦ καταμερισμοῦ τῆς διοικήσεως καὶ τὴν ὑπὸ εἰδικῶν ἀνδρῶν ἐν συνεχείᾳ διοικητικῆς παραδόσεως ἀνάληψιν τῶν Ὑπουργείων, ἐχρησίμευσεν, ὥστε νὰ παραλύσῃ ἡ διοίκησις, καὶ περὶ διοικήσεως νὰ μὴ ἔχωμεν οὔτε ἀντίληψιν οὔτε ἔννοιαν οὔτε γνῶσιν ἐν Ἑλλάδι. Αὐτὰ εἶναι τὰ κακὰ τῆς πρωθυπουργικῆς παντοδυναμίας, τὰ ὁποῖα κακὰ καιρὸς εἶναι νὰ σκεφθῶμεν κατὰ ποῖον τρόπον θὰ περιορίσωμεν, οὐχὶ κατὰ ποῖον τρόπον θέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν πρωθυπουργικὴν ταύτην παντοδυναμίαν. Ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζομεν ὅτι τὸ πρωθυπουργικὸν ἀξίωμα εἶναι ἀπαραίτητον διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἄλλων περιορισμῶν κατὰ τῆς πρωθυπουργικῆς παντοδυναμίας εἰμὴ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προκύπτουσιν ἐκ τῆς ὀργανώσεως τῶν διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν, τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς μορφώσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλὰ προσέτι, τὸ καὶ σπουδαιότερον, ἐκ τῆς μερίμνης ὅπως εἰς τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια παρακάθηνται εἰδικοὶ ἄνδρες ἀντάξιοι τῶν ἀξιωμάτων των καὶ οὐχὶ ἄνδρες, οἵτινες νὰ εἶναι ὑποδεέστεροι τῶν ἀξιωμάτων, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουσιν. Διότι ἀναμφισβήτητον ἀποτέλεσμα τῆς πρωθυπουργικῆς παντοδυναμίας ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξεν ὅτι συνήθως κατέλαβον τὰς ὑπουργικὰς θέσεις Ὑπουργοὶ οὐχὶ ἄξιοι νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα τὰ ὑψηλά, τὰ ὁποῖα συνδέονται πρὸς τὴν θέσιν των, τοῦτο δὲ ἐγίνετο, διότι πάντοτε ἀπεβλέπετο τὸ πρόσωπον τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἡ ἰσχυρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ μορφὴ ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐκάλυπτεν ὅλας τὰς ἀσθενείας τῶν βοηθῶν του. Βεβαίως ἡ συνέχισις τοιούτων μεθόδων δὲν θὰ ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἦγεν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς πραγματικῆς ἀνορθώσεως. Ὅτε δὲ σκεπτόμεθα ἐν τῇ ἐπιθεωρήσει τοῦ Συντάγματος περὶ ἀνορθώσεως, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ἂν δὲν δυνηθῶμεν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν, τοὐλάχιστον πῶς νὰ μὴ ἐπιτείνωμεν τὴν κατάστασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπήνεγκε τὴν ἐντελῆ παράλυσιν τῆς διοικήσεως, τὴν ἐντελῆ παράλυσιν τοῦ Κράτους. Παραλύει δὲ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη ἡ ἔννοια τῆς διοικήσεως λόγῳ τῆς αὐτῆς κοινοβουλευτικῆς ἐννοίας τοῦ πολιτεύματος, ἀναγκαίας καθισταμένης τῆς ὑπάρξεως Πρωθυπουργοῦ, ἥτις ἄγει εἰς τὴν συγκέντρωσιν παντὸς τοῦ δημοσίου βίου εἰς ἓν πρόσωπον, ἐνῷ ἡ διοίκησις ἀπαιτεῖ τὸν καταμερισμὸν τῶν ἔργων καὶ τὴν ἰσχυρὰν αὐτῶν διεξαγωγὴν ὑπὸ εἰδικῶν ἀνδρῶν. Εἶπον ὅτι συνταγματικῶς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ὑπέροχον θέσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἂς μὴ πράξωμέν τι, ὅπερ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτείνῃ τὰ ἐκ ταύτης κακά, ἅτινα παρετηρήθησαν κατὰ τὴν τελευταίαν τριακονταετίαν ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν εἰσαγάγωμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἐὰν συνταγματικῶς κυρώσωμεν τὴν ὑπέροχον θέσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ διευκολύνωμεν εἰς αὐτὸν τὴν ἐποπτείαν μέχρι καὶ τῶν ἐσχάτων εἰς ὅλας τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως, ὄχι τῆς κυβερνήσεως τῶν Ὑπουργῶν του, διότι ἡ Κυβέρνησις βεβαίως ὀφείλει νὰ διεξάγηται ὑπὸ τὴν ἑνιαίαν διοίκησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν διευκολύνωμεν, λέγω, τὴν τοιαύτην ἐποπτείαν, δὲν θὰ εἶναι τὸ μόνον κακὸν ὅτι θὰ δύναται ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὰ ἐλάχιστα ἐνεργῶν κατὰ κομματικὰς βλέψεις ἐναντίον τῶν συμφερόντων ἑκάστης ὑπηρεσίας, συμφερόντων, τῶν ὁποίων φυσικὸς ἀντιλήπτωρ εἶναι ὁ Ὑπουργός, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀναμένωμεν καὶ τὸ ἕτερον σπουδαιότερον κακόν· θ’ ἀπολέσωσι τὴν αὐτοπεποίθησιν οἱ Ὑπουργοί, ὅταν συνταγματικῶς τεθῶσιν ἐν ἥσσονι μοίρᾳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑφίστανται τὸν ἔλεγχον ἀναγκαίως τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
§141Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ὅτι τοῦτο λαμβάνει χώραν διὰ τοῦ νόμου περὶ ἐπιθεωρήσεως τῆς Ἐφημερίδος Κυβερνήσεως.
§142Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως καὶ σήμερον ἔχει ὁ Πρωθυπουργὸς τὴν δύναμιν, ὥστε νὰ εἰσέρχηται εἰς ὅλας τὰς πράξεις τῆς διοικήσεως διὰ τοῦ νόμου περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημοσιευθῇ ἄνευ θεωρήσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Προκειμένου περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου ὡς γενικῆς ἀρχῆς δι’ ὅλας τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὰς διοικητικάς, οὐχὶ μόνον τὰς κυβερνητικάς, βεβαίως δὲν θὰ τὸν ἐθεώρουν ὅτι εἶναι σκόπιμος καὶ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ τις περὶ καταργήσεως αὐτοῦ, περὶ περιορισμοῦ αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι πᾶσαι αἱ πράξεις τοῦ Ὑπουργοῦ κυβερνητικαί, εἶναι καὶ πράξεις τῆς ἰδίας του ἀποκλειστικῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν πρέπει ἀκεραίαν νὰ διατηρῇ εἰς τὰς διοικητικὰς ἐνεργείας του. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κ. Βουλευταί, ἐθεωρήσαμεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, δὲν εἶναι ἀφ’ ἑτέρου καὶ ἀκίνδυνος, ὡς ὑπετέθη. Ἐπιμένομεν δὲ εἰς τὴν παρατήρησιν ὅτι σήμερον εἰς τὰ κοινοβουλευτικῶς πολιτευόμενα Κράτη Πρωθυπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου δὲν ἐννοεῖται. Ἴσως Ὑπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ μᾶλλον πρόσφορος, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν αἱ περιστάσεις τῆς Ἑλλάδος, ἰδιαιτέρως τῆς Ἑλλάδος, δύνανται νὰ συγχωρήσωσι τὴν σκέψιν περὶ πολλαπλασιασμοῦ τῶν Ὑπουργῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Ὑφυπουργούς, ἐπειδὴ ἡ ὥρα θέλει με ἐπιλείψει, θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὰ ἑξῆς.
§143ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ παραταθῇ ἡ ὥρα.
§144ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραταθῇ.
§145ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι· παρακαλῶ νὰ μὴ παραταθῇ ἐπὶ πολύ, διότι πρέπει νὰ προχωρήσωμεν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέντε λεπτὰ μόνον.
§147Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῶν Ὑφυπουργῶν οἱ ἐνδοιασμοί μας εἶναι οἱ ἑξῆς. Ἐπροτάθη ὑπό τινων νὰ εἰσαχθῶσιν οἱ Ὑφυπουργοὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα εἰσαχθῇ νέον αἷμα εἰς τὰς ὑπηρεσίας, καὶ ἑπομένως ἐδικαιολογήθη ὡς μέτρον ὑπὲρ τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας. Ὑπ’ ἄλλων προυτάθη ἡ εἰσαγωγὴ τῶν Ὑφυπουργῶν οὐχὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ διὰ νὰ μορφώνωνται κοινοβουλευτικοὶ ἄνδρες, ὅπως ἐν καιρῷ χρησιμοποιῶνται ὡς Ὑπουργοί, ἤτοι ἐδικαιολογήθη ὁ προτεινόμενος θεσμὸς ὡς προπαιδευτήριον διὰ τοὺς Ὑπουργούς. Νομίζω ὅτι θὰ ἐδικαιολογεῖτό τις, ἐφ’ ὅσον αἱ δύο αὗται γνῶμαι δὲν συμβιβάζονται λογικῶς, νὰ παρέλθῃ ἐν σιγῇ τὴν πρότασιν περὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν. Ἐὰν προτείνεται ὅτι οἱ Ὑφυπουργοὶ δέον νὰ εἰσαχθῶσι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας πρὸς διευκόλυνσιν τῶν ὑπηρεσιῶν, βεβαίως αἱ ὑπηρεσίαι ἐν Ἑλλάδι δὲν εἶναι τόσον πολυσύνθετοι, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῶν ὀργάνων τούτων. Ἐὰν ὑπῆρχε πραγματικὴ ἀνάγκη χάριν τῆς ὑπηρεσίας νὰ προστεθῇ ἀνὰ ἓν Τμῆμα εἰς τὰ Ὑπουργεῖα ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς Ὑφυπουργοῦ, τοῦτο θὰ ἦτο δεδικαιολογημένον, ἀλλ’ αἱ πολλαπλαῖ ἀνάγκαι τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ πολυσύνθετον αὐτῶν δὲν στηρίζονται εἰς τὴν ἔκτασιν τῶν οὐσιαστικῶν καθηκόντων τῶν Ὑπουργείων, ἀλλ’ εἰς τὸ πεπαλαιωμένον τῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ πρέπει μᾶλλον ἡ ἀνάγκη αὕτη νὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς νέον ὀργανισμὸν τῶν ὑπηρεσιῶν παρὰ εἰς προσθήκην προσθέτου ὑπαλλήλου, τοῦ Ὑφυπουργοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐγκαθίδρυσις θὰ χρησιμεύσῃ ἀκριβῶς εἰς πολλαπλασιασμὸν τοῦ χαρτοβασιλείου. Αὐτὸ μᾶς βλάπτει καὶ ἐμποδίζει τὴν διοίκησιν· ἐὰν ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τὸ χαρτοβασίλειον, θὰ ἴδωμεν ὅτι περὶ Ὑφυπουργῶν δὲν εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ σκεφθῶμεν. Ἐφ’ ὅσον πάλιν προτείνεται ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν, διὰ νὰ μορφωθῶσιν αὐτοὶ οὗτοι, νομίζω ὅτι ἡ σκέψις δὲν εἶναι πολὺ σοβαρά· δὲν πλάσσονται ὑπηρεσίαι οὔτε δίδονται ἐξουσίαι, διὰ νὰ μορφωθῶσιν οἱ καθέζοντες αὐτάς. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ γίνωσιν Ὑπουργοί, πρέπει νὰ ὦσιν ἱκανοί. Ἐν σχέσει πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνηγορῶν ὑπὲρ τῶν Ὑφυπουργῶν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μιχαλακόπουλος, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐν Γαλλίᾳ διωρίσθη Ὑφυπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ διωρίσθη, διότι ἐδημιουργήθη ἀνάγκη προσθέτου ὑπηρεσίας, ἐπειδὴ ἀφῃρέθησαν αἱ φυλακαὶ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Τῆς ὑπηρεσίας τῶν φυλακῶν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ τοποθετηθῇ ἑτέρα κεφαλή, ἂν δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπῆρχε τοιαύτη ἀνάγκη, θὰ συνηγόρουν ὑπὲρ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν.
§148ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν παρουσιασθῇ εἰς τὸ μέλλον;
§149Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ εἶχον τὴν ἰδέαν, κύριε συνάδελφε, ὅτι, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 78, ἐκεῖ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὸ πρᾶγμα, διότι ἐκεῖ θὰ εἶχε τὴν θέσιν της ἡ συζήτησις προκειμένου νὰ μὴ ἀποκλείσωμεν τὴν ἐν μέλλοντι δημιουργίαν Ὑφυπουργῶν.
§150ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν συμφωνεῖτε.
§151Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν δὲν συμφωνῶ ὅτι πρέπει νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸν πολιτειακόν μας ὀργανισμὸν Ὑφυπουργοὺς καὶ δὲν θέλω νὰ γίνῃ μνεία Ὑφυπουργῶν εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ συντάξεως τῆς Πολιτείας, διότι οἱ Ὑφυπουργοὶ βεβαίως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διαχειρίζωνται ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι αὐτοὶ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ ὅτι ἡ εὐθύνη αὐτῶν ἀπαλλάσσει τοὺς Ὑπουργούς.
§152ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην δὲν ὑπάρχει κώλυμα ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ ὅμως πᾶσα γνώμη εἶναι σεβαστή, εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα εἴτε διὰ ψηφίσματος εἴτε ὁπουδήποτε τοποθετουμένης τῆς σχετικῆς διατάξεως, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο χωρὶς νὰ ἀντιταχθῇ τὸ συνταγματικὸν ἀπαράδεκτον.
§153Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ὑπάρχει κώλυμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐκ τοῦ ἄρθρου 78. Δὲν ἀντίκειται μὲν εἰς τὸ ἄρθρον 27, ὅπου γίνεται λόγος περὶ Ὑπουργῶν ἀσκούντων τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ εἰς τὸ ἄρθρον 78· ἂν εἰς τὸ ἄρθρον 78, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι Ὑπουργοὶ ψηφοφοροῦσιν ἐν τῇ Βουλῇ μόνον ἂν εἶναι μέλη αὐτῆς, ἂν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο προστεθῇ «καὶ οἱ Ὑφυπουργοί», δὲν ὑπάρχει ἀντινομία μεταξὺ τοῦ 78 καὶ 27 ἄρθρου. Θὰ ἔλεγον οὕτω νὰ γίνῃ τὸ πρᾶγμα, διὰ νὰ καθορισθῇ, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν Ὑφυπουργῶν δὲν θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι νὰ εἶναι ὑπεύθυνοι καὶ τῶν ὁποίων ἡ εὐθύνη νὰ ἀπαλλάσσῃ τοὺς Ὑπουργούς, οἱ Ὑπουργοὶ θὰ ἦσαν πάντοτε οἱ ὑπεύθυνοι καὶ ἡ μομφὴ κατὰ τῶν Ὑφυπουργῶν ἡ δυναμένη νὰ προέλθῃ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, θὰ ἦτο μομφὴ στρεφομένη ἐμμέσως καὶ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐπειδὴ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ Ὑφυπουργόν, ὅστις δὲν συνεφέλκεται καὶ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, δι’ αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἡ προτεινομένη διὰ τῆς πράξεως τῆς Βουλῆς τῆς 18 Φεβρουαρίου 1910 μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι εὔστοχος. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 78 πρέπει νὰ ἐπιζητηθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ, ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ αὐτὸν κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θεωρῶ, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπιβάλλεται νὰ σκεφθῶμεν νῦν περὶ Ὑφυπουργῶν εἰς στιγμήν, καθ’ ἣν ὅλη ἡ ὑπηρεσία εἶναι δυνατὸν νὰ ἁπλοποιηθῇ διὰ τῆς καλλιτέρας διοργανώσεώς της, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον, ὄχι μόνον διὰ ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ φόρτου ματαίας ἐργασίας, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ διευκολύνωνται οἱ πολῖται οἱ ἐπικαλούμενοι τὴν ἀντίληψιν τῆς διοικήσεως. Ταῦτα εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω ἐν συναφείᾳ πρὸς τὰ ὑπὸ συζήτησιν θέματα ὑποστηρίζων τὴν ἐφεκτικὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἶχον τηρήσει.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς.
§155Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§156Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Προκειμένου, Κύριοι, νὰ ἐκφέρωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν γνώμην μας ἐπὶ συνταγματικῶν ζητημάτων, ἐπράξαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐτόνισεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργός, δὲν ἠμελήσαμεν καὶ ἡμεῖς νὰ συμβουλευθῶμεν τὰ φῶτα Κρατῶν μᾶλλον ἡμῶν προηγμένων, σχετικῶς μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν θέμα, δὲν ἐδιστάσαμεν, τονίζω, νὰ προστρέξωμεν εἰς τὰ κρατοῦντα ἐν Ἰταλίᾳ, διότι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἐκεῖ προκειμένου περὶ Ὑφυπουργῶν λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς οὗτος. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυπουργῶν τὸ πρῶτον προκειμένου περὶ Ἰταλίας ἐρρίφθη ἐν τῷ Ἰταλικῷ Κοινοβουλίῳ τῷ 1877, ὅτε Πρωθυπουργὸς τῆς Ἰταλίας ἦτο ὁ Depretti. Ἐγένοντο ἐν τῇ Ἰταλικῇ Βουλῇ μακραὶ συζητήσεις, κατὰ πόσον ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυπουργῶν θὰ ἐξυπηρέτει τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους καὶ κατὰ πόσον ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυπουργῶν θὰ ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνεπλήρου εἴτε ἀπόντα εἴτε κωλυόμενον εἴτε καὶ παρόντα τὸν οἰκεῖον Ὑπουργόν. Καίτοι συνεζητήθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1877 ὁ θεσμὸς τῆς καθιερώσεως Ὑφυπουργῶν ἐν τῷ Ἰταλικῷ Κράτει, ἐν τούτοις κατέληξαν εἰς ναυάγιον αἱ συζητήσεις ἐκεῖναι. Καὶ τὸ πρῶτον ἡ σκέψις προκειμένου περὶ Ὑφυπουργῶν ἐσαρκώθη εἰς πραγματικότητα κατὰ τὴν 12 Φεβρουαρίου 1888, ὅτε Πρωθυπουργὸς τῆς Ἰταλίας ἦτο ὁ πολὺς Κρίσπης. Ἐγένοντο καὶ τότε συζητήσεις, κατὰ πόσον τὸ ζήτημα τῆς καθιερώσεως τῶν Ὑφυπουργῶν ἦτο ζήτημα συνταγματικὸν ἢ δύναται νὰ καθιερωθῇ διὰ θεσμοῦ, καὶ κατέληξαν εἰς τὸ σοφὸν συμπέρασμα ὅτι ἡ καθιέρωσις Ὑφυπουργῶν δὲν ἀπῄτει συνταγματικὴν διάταξιν, καὶ προέβησαν εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὁ δὲ νόμος ὁ δημοσιευθεὶς κατὰ τὴν 1 Μαρτίου 1888 ἐν ἄρθρῳ 2 περὶ Ὑφυπουργῶν ἐκανόνισε τὰς δικαιοδοσίας τῶν Ὑφυπουργῶν καὶ καθώρισε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ταύτας μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ πρὸς τί ὁ εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο Ὑφυπουργὸς δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν; Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀσθενῆ γνώμην, ὁ Ὑφυουργὸς νὰ γνωρίζῃ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἢ διὰ θεσμοῦ ποῖαι αἱ δικαιοδοσίαι, αἱ ὁποῖαι παρέχονται εἰς αὐτόν. Ἐν Ἰταλίᾳ τοὐλάχιστον κατὰ δύο μόνον περιπτώσεις δύναται νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν Ὑπουργὸν ὁ Ὑφυπουργός: πρῶτον ὅταν ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἀπών, καὶ δεύτερον ὅταν νόμῳ κωλύηται ὁ Ὑπουργός. Ἐγένετο τότε συζήτησις, κατὰ πόσον οἱ Ὑφυπουργοὶ δύνανται νὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἴτε ἐντὸς αὐτοῦ, καὶ κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι προσλαμβάνεται ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, μόνον ὡς Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὰς δύο μόνον περιπτώσεις, ὅταν εἶναι ἀπὼν ὁ Ὑπουργὸς ἢ ὅταν νόμῳ κωλύηται. Ὅτι δύναται, Κύριοι, καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς — διότι ἐγὼ εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πᾶν ὅ,τι πνευματικῶς ὑπερέχον ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ τόπος, ἂς μὴ εἴμεθα ἐγωισταί, δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ Βουλῇ μόνον — τοῦτο ἀνεγνωρίσθη καὶ δι’ ἑτέρου Συντάγματος, τοῦ Πρωσσικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐν ἄρθρῳ 60 λέγει ῥητῶς ὅτι δύνανται καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου νὰ προσληφθῶσιν ὡς Ὑπουργοὶ καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν Ὑπουργῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ διὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία ἤθελε τεθῆ εἰδικῶς καὶ ὡρισμένως πρὸς τὸν Ὑφυπουργὸν τὸν προσλαμβανόμενον καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐν Ἰταλίᾳ, Κύριοι, ἡ θέσις τῶν Ὑφυπουργῶν εἶναι θέσις καθαρῶς ἐμπιστευτική· ἐν Ἰταλίᾳ ὁσάκις ἤθελε παραιτηθῆ Ὑπουργός, αὐτοδικαίως ἤθελε παραιτηθῆ καὶ ὁ Ὑφυπουργός, συνεπῶς πᾶσαν οἱανδήποτε εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρει ὁ Ὑπουργός, ἀναντιρρήτως φέρει καὶ ὁ Ὑφυπουργός. Ἐλέχθη χθὲς τὴν ἑσπέραν ὅτι δὲν γνωρίζομεν τὰ ὅρια καὶ τὰς γραμμάς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἤθελε περιορισθῆ ἡ δικαιοδοσία τοῦ Ὑφυπουργοῦ καὶ κατὰ πόσον δ’ Ὑφυπουργὸς εὐθύνεται ἐν ἀλληλεγγύῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὡς δεδομένον τὸν ὀργανικὸν νόμον τοῦ 1846 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ Διάταγμα τοῦ 1851, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς ὅτι ὁ Ὑπουργὸς μετὰ τοῦ γενικοῦ γραμματέως καὶ τοῦ τμηματάρχου καὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος διέπραξε πᾶσαν ὑπερβασίαν, παρουσιάζουσι τὴν αὐτὴν εὐθύνην, εἶναι πλέον ἢ ἀναντίρρητον ὅτι καὶ ὁ Ὑφυπουργός, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἄλλο πράττει ἢ ἀναπληροῖ τρόπον τινὰ τὸν γενικὸν γραμματέα, πάντως φέρει ἀμέριστον τὴν εὐθύνην, καὶ ἀλληλεγγύη ὑπάρχει μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Ὑφυπουργοῦ. Ἐλέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ἡ Ἑλλάς, Κράτος μικρόν, δὲν ἔχει μεγάλην ἔκτασιν, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι ἀπαραίτητος ἡ δημιουργία Ὑφυπουργῶν. Ἐάν, Κύριοι, πρόκειται τὸ Κράτος τοῦτο νὰ περιορισθῇ εἰς τὰς γραμμάς, εἰς τὰς ὁποίας ἐκτείνεται, καὶ ἐὰν πρόκειται τὸ Κράτος τοῦτο νὰ θέσῃ ὡς φραγμὸν τῆς ἐπεκτάσεως αὐτοῦ τὰ ὅρια, ὑπὸ τὰ ὁποῖα διέπεται, θὰ ἔλεγον· Ἐρρέτω τὸ Κράτος τοῦτο. Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, συνήλθομεν διὰ νὰ διαγράψωμεν συνταγματικὰς διατάξεις καὶ ἐφ’ ὅσον, κατὰ πιθανότητα, ὄχι βεβαιότητα, πρόκειται νὰ ἐπεκταθῶσι τὰ ὅρια τοῦ Κράτους τούτου.....
§157ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τότε θὰ ἔχωμεν Συνέλευσιν, καὶ ὁρίζει ἐκείνη.
§158Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δυνατὸν καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν· δὲν τὸ ἠξεύρομεν αὐτό.
§159ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὶν εἴπετε μίαν ἄλλην βλασφημίαν, ὅτι δὲν ἔχομεν πρόσωπα.
§160Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὑπάρχουσι κεφάλαια ὑπηρεσιακὰ ἔστω, οὔτε ἐδῶ κομίζομεν γλαῦκα...εἰς κεφαλήν—νὰ τὸ ἠξεύρωμεν ὅλοι—. Ἐὰν βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ δημιουργήσωμεν Ὑφυπουργοὺς δι’ ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, εἶναι ἀπαραίτητος ἡ δημιουργία τοὐλάχιστον διὰ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν. Ἐλέχθη, Κύριοι, ὑπό τινων συναδέλφων ὅτι, ἂν δὲν πρόκειται νὰ δημιουργηθῶσιν Ὑφυπουργοὶ διὰ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀπαραίτητοι, ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἔλεγον ὅτι, ἂν δὲν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν Ὑφυπουργοὺς διὰ τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον ὁ Ὑφυπουργὸς εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ὅλοι γνωρίζετε, συγκεντροῖ πάσας σχεδὸν τὰς ὑπηρεσίας, εἶναι ἡ καρδία τρόπον τινὰ τοῦ Κράτους. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι τόσον κατάφορτον ἀπὸ τόσας ὑπηρεσίας, ὥστε, καὶ ἂν μερικαὶ ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν ἀνετίθεντο οὐχὶ εἰς Ὑφυπουργούς, ἀλλ’ εἰς Ὑπουργούς, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἦτο πολύ. Διότι, ὅτε παρατηρεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται κατὰ καιροὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον συγκεντροῖ τόσας ὑπηρεσίας καὶ ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι ἱκανός, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς νὰ ἐποπτεύῃ ἐφ’ ὅλων τῶν ὑπηρεσιῶν, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐπήρχετο κατανομή, ἐν τῇ εὐθύνῃ τουλάχιστον τῇ ἠθικῇ, καὶ ἐπέλθῃ διχασμὸς εἰς τὰς ὑπηρεσίας καὶ εἰς τὰς μὲν καὶ εἰς τὰς δέ. Ῥίπτω λοιπὸν τὴν ἰδέαν ταύτην, ὅτι εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο ἡ συνέλευσις τοὐλάχιστον νὰ ἐδημιούργει δύο Ὑφυπουργούς, διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ ἴσως εἴπῃ τις ἐξ ὑμῶν, ὅτι τοὐλάχιστον ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν πρέπει νὰ σκεπτώμεθα πρὸς δημιουργίαν θέσεων καὶ συνεπῶς πρὸς ἐπιβάρυνσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν δημιουργηθῇ Ὑφυπουργὸς διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ μιᾶς μικρᾶς, ἐλαχίστης ἐποπτείας, ἡ ὁποία θέλει ἐξασκηθῆ εἰς τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας, καὶ μάλιστα ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ χρηματιστικὸν μέρος, νὰ εἶσθε πλέον ἢ βέβαιοι ὅτι αἱ οἰκονομίαι, αἱ ὁποῖαι θέλουσι προκύψει ἐκ τῆς ἐλαχίστης ἐκείνης ἐποπτείας, θὰ εἶναι μεγάλαι ἀπέναντι τοῦ ἐλαχίστου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν ὁ Ὑφυπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ἤδη πρὸς δημιουργίαν ὅλων, ἢ τοὐλάχιστον δύο Ὑφυπουργῶν, πάντως, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις εἰς τὸ μέλλον, ὅτι δὲν δυνάμεθα διὰ θεσμοῦ νὰ δημιουργήσωμεν Ὑφυπουργούς, νὰ διατυπώσωμεν καὶ νὰ διαγράψωμεν ψήφισμα, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου νὰ ἀποφαίνηται ἡ Συνέλευσις, ὅτι δυνάμεθα τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον, ἐφ’ ὅσον τοῦτο θεωρηθῇ σκόπιμον πολιτικῶς, νὰ δημιουργήσωμεν ὅσους θέλει κρίνει ἡ μέλλουσα Βουλή. Ταῦτα, κύριοι συνάδελφοι, εἶχον νὰ δηλώσω προκειμένου περὶ Ὑφυπουργῶν. Θὰ ἔλεγον δύο λέξεις διὰ τὸ ζήτημα τῶν Πρωθυπουργῶν, ἀλλ’ ἠκούσθησαν μακραὶ καὶ ἐπισταμέναι ἀγορεύσεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Θὰ ἦτο ὁμολογουμένως οὐτοπία εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων νὰ σκεφθῇ νὰ δημιουργήσῃ μίαν θέσιν ἑνὸς μεγάλου ἀργομίσθου. Διότι, ὅτε ἀκούονται ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δι’ ἄλλα Κράτη δύνανται νὰ εἶναι πολιτικῶς σκόπιμοι, βεβαίως δι’ ἄλλα Κράτη μεγάλα ὁ Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἀπέχῃ ἀπὸ πάσης ὑπηρεσίας, ἐάν, λέγω, δι’ ἐκεῖνα εἶναι πολιτικῶς σκόπιμον, τοὐλάχιστον διὰ τὸ ἡμέτερον Κράτος θὰ εἶναι οὐτοπία νὰ δημιουργήσωμεν ἕνα μέγαν ἀργόμισθον. Καὶ πῶς θέλετε νὰ δημιουργήσωμεν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον; Ἴσως οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ ἐμπνέωνται, τοὐλάχιστον οἱ ὁμιλήσαντες ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἴσως νὰ ἐζήτησαν τὴν δημιουργίαν Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι ὑπῆρξαν Πρωθυπουργοὶ κατὰ τὸ παρελθόν, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔδιδον προσοχὴν διὰ τὰς ἀνατεθείσας εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσίας, μᾶλλον δὲ ἡ ἀπροσεξία αὐτῶν εἶχε φθάσει μέχρι τοῦ σημείου τούτου, ὥστε, ὅτε ἐζητοῦντο παρ’ αὐτῶν πληροφορίαι κατὰ πόσον ἐπίσημα ἔγγραφα φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν αὐτῶν, νὰ μὴ εἶναι εἰς θέσιν ἀκόμη νὰ εἴπωσιν, ἂν εἶναι ἰδική των ἡ ὑπογραφή. Ἐντεῦθεν οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐνεπνεύσθησαν, διὰ νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἡ φωνή των, ὅτι πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἀλλ’ εἶχον ὑπ’ ὄψει καὶ ἄλλο τι, ὅτι ὑπῆρξαν κατὰ τὸ παρελθὸν Πρωθυπουργοί, οἱ ὁποῖοι ἀφ’ ἑσπέρας καὶ δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς εὑρίσκοντο περὶ τὴν πρασίνην τράπεζαν χαρτοπαικτοῦντες, καὶ τὴν πρωίαν ἠγείροντο κατὰ τὴν 11ην, καὶ ἕως ὅτου πάρουν τὸν καφέ των καὶ κάμουν τὸν γῦρόν των ἤρχετο ἡ 1η μ. μ. καὶ μετὰ τὴν 1ην πάλιν ἐκοιμῶντο, διὰ νὰ συνεχίσωσι πάλιν τὸ χαρτοπαικτικὸν αὐτῶν στάδιον.
§161Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ποῖοι ἦσαν αὐτοί;
§162Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μόνον λοιπόν, ἐὰν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ νομοθετήσῃ Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, μόνον ἐκ τοιούτων σκέψεων κινούμενοι, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θὰ εὑρεθῶσιν ἄνθρωποι, εἴτε ἀνήκοντες εἰς τὸ παρελθὸν εἴτε θὰ γίνωσιν ἐν τῷ μέλλοντι τοιοῦτοι, λέγω, ἐκ τοιαύτης σκέψεως κινούμενοι οἱ κ. κ. συνάδελφοι βεβαίως εἶχον δίκαιον νὰ τονίσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πᾶν ὅ,τι ἐτόνισαν. Ἀλλ’ ἂς μὴ ἀνησυχῶσιν. Ἐφ’ ὅσον οἱ μεγάλοι ἐκεῖνοι νεκροὶ ἀνήκουσι πλέον εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἡ πλὰξ τῆς λήθης τοὺς ἐκάλυψεν, ἂς μὴ ἀνησυχῶσιν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἐπανέλθωσι καὶ πάλιν, διὰ νὰ συνεχίσωσι τὰς πολιτικὰς μεθόδους καὶ τὸ πολιτικὸν στάδιον, καθὼς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἐνόουν νὰ τὸ ὑπηρετήσωσι, διότι, ἐάν, Κύριοι, πρόκειται νὰ ἐπανέλθωσι καὶ πάλιν, ἵνα χειρίζωνται τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, καθὼς μέχρι τοῦδε ἐχειρίζοντο αὐτάς, νὰ εἶσθε πλέον ἢ βέβαιοι ὅτι, ἂν εἴχομεν ἐπαναστάσεις στρατιωτῶν, θὰ ἔχωμεν πλέον ἐπαναστάσεις λαῶν.
§163Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω μόνον, ὡς ἀντιλέγων εἰς τοὺς πλείστους τῶν προαγορευσάντων κυρίων Βουλευτῶν. Τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἐπιβάλλει τὴν ἔννοιαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, καίτοι ῥητὴ αὐτοῦ μνεία δὲν γίνεται ἐν τῷ Συντάγματι, ἀποτέλεσμα δὲ τοῦ πρωθυπουργικοῦ αὐτοῦ ἀξιώματος εἶναι μοιραίως ἡ παντοδυναμία τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἡ παντοδυναμία αὕτη εἶναι μεγαλειτέρα ἢ μικροτέρα ἀναλόγως τῆς ἐπιβολῆς ἢ τοῦ κύρους τοῦ προσώπου τοῦ κατέχοντος τὸ ἀξίωμα. Ἑπομένως δὲν δυνάμεθα μὲ τὸ σύστημα, ὑφ’ ὃ διεπόμεθα, νὰ ἀποφύγωμεν τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς παντοδυναμίας, ἡ ὁποία, ἂν ἔχει ἐλαττώματα, βεβαίως ἔχει καὶ προτερήματα, ὑπ’ οὐδενὸς σοβαρῶς δυνάμενα νὰ ἀμφισβητηθῶσι. Δεδομένου τοῦ ἀνωτέρου αὐτοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον πράγματι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀσκεῖ, καίτοι νομικῶς, καίτοι συνταγματικῶς εἶναι ἰσότιμος πρὸς τοὺς συνυπουργούς του, δεδομένης αὐτῆς τῆς πραγματικῆς ὑπεροχῆς, ἐρωτᾶται κατὰ πόσον εἶναι πολιτικῶς σκόπιμον νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου εἰς τὸν πολιτειακὸν ἡμῶν ὀργανισμόν. Κατ’ ἐμὲ ἀναμφισβητήτως ναί, ἄγομαι δὲ εἰς τὴν κρίσιν μου ταύτην ἀπὸ τῶν ἑξῆς σκέψεων. Ἡ δικαιοδοσία, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦσιν οἱ Ὑπουργοί, εἶναι δύο εἰδῶν· τὸ μὲν οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι προϊστάμενοι διοικητικοῦ τινος κλάδου. Ὡς τοιοῦτοι εἶναι διοικητικοὶ ἄρχοντες προϊστάμενοι καὶ διευθύνοντες σύνολον ὑπηρεσιῶν, ὑπαγομένων εἰς τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον διοικητικὸν κλάδον. Τὸ δὲ εἶναι μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὡς τοιοῦτοι ἀπαρτίζουσιν εἷς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν μέρος τῆς συλλογικῆς ἐκείνης ἀρχῆς, ἥτις Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καλεῖται, διὰ τῆς ὁποίας ὁ Βασιλεὺς ἀσκεῖ κατὰ τὸ Σύνταγμα τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐνεργεῖται ὑπευθύνως ἡ κυβέρνησις τῆς χώρας. Ποία τῶν δύο τούτων δικαιοδοσιῶν, ἡ διοικητικὴ ἢ ἡ κυρίως κυβερνητικὴ εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα; Ἡ διοικητικὴ δικαιοδοσία τοῦ Ὑπουργοῦ, νομίζω τοὐλάχιστον, καὶ νομίζω ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὁ ἀντιλέγων, ὅτι συμφέρον εἶναι νὰ μὴ εἶναι πολὺ εὐρεῖα, διότι ἕνεκα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον διέπει σήμερον πάντα σχεδὸν τὰ Κράτη, εἶναι λίαν ἐνδεχόμενον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἀναγκασθῇ ὑπὸ τῶν περιστάσεων νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ κλάδου αὐτοῦ στοιχεῖα κομματικῆς ἀντιλήψεως, τὰ ὁποῖα δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι ἐντελῶς σύμφωνα πρὸς τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Ἡ αὔξησις τῆς δικαιοδοσίας τῆς διοικητικῆς δὲν πρέπει νὰ ἐπιζητῆται, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, πρὸς ἀποσόβησιν ὑπερμέτρων ἐπεμβάσεων, γίνονται προσπάθειαι, ὅπως ἐξευρεθῶσι διάφορα διοικητικὰ συστήματα, ὅπως δημιουργηθῶσι φραγμοί, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ μᾶλλον ἀμερόληπτος διοίκησις, δι’ ὧν θὰ κατορθωθῇ αὐτόματος ἡ ἐνέργεια ἡ διοικητικὴ καὶ ἐντελεστέρα ἐντεῦθεν ἡ θεραπεία τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν ἀτόμων. Τὸ σπουδαιότερον ἄρα ἔργον τῶν Ὑπουργῶν εἶναι, νομίζω, τὸ ὅτι εἶναι μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὡς τοιαῦτα μετέχουσι καὶ συμπράττουσι τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας, ἣν δι’ αὐτῶν ἀναδεχομένων τὴν εὐθύνην ἀσκεῖ ὁ Βασιλεύς. Ἡ πρόνοια περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ ἡ μελέτη ὅλων ἐκείνων τῶν ζητημάτων, τῶν ἐνδιαφερόντων γενικῶς τὸ Κράτος, ἡ ἐσωτερικὴ δηλ. καὶ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική, τὸ ἐν γένει πολιτικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀνατεθειμένον εἰς τοὺς Ὑπουργούς, ὡς μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πρώτιστα δὲ πάντων εἰς τὸν Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀρχηγὸς τοῦ ἐπικρατοῦντος ἐν τῇ Βουλῇ πολιτικοῦ κόμματος, καλεῖται καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας. Εἶναι σκόπιμον ὁ Πρωθυπουργὸς αὐτός, εἰς χεῖρας καὶ εἰς τὸν νοῦν τοῦ ὁποίου συγκεντροῦται ὅλη ἡ ἐργασία ἡ σπουδαιοτέρα ἡ ἐνδιαφέρουσα σημαντικώτερον ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλην ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, εἶναι συμφέρον ὁ Πρωθυπουργὸς αὐτὸς νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένος φορτίου ὑλικοῦ, ἔργων καθαρῶς τεχνικῶν, τὰ ὁποῖα κάλλιστα θὰ ἠδύνατο καὶ ἄλλος τις ἀντ’ αὐτοῦ νὰ φέρῃ; Ἐγὼ νομίζω ναί. Αἱ ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας ἔφεραν εἰς τοῦτο οἱ ἀντιλέγοντες, εἶναι ὅτι ὁ Πρωθυπουργός, ἂν δὲν ἔχῃ καὶ ἰδιαίτερον κλάδον διοικήσεως ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὑτοῦ, θὰ ἀναμιγνύηται μοιραίως εἰς τὸν τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, καὶ ἡ λεπτολόγος του ἔρευνα θὰ μειώνῃ τὴν αὐτενέργειαν καὶ τὴν αὐτοτέλειαν τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν. Τὴν αὐτενέργειαν τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν τὴν μειοῖ καὶ σήμερον, ἐὰν θέλῃ, ὁ Πρωθυπουργός, καίτοι ἔχει καὶ διεύθυνσιν εἰδικοῦ Ὑπουργείου, καὶ τὴν μειοῖ ὁσάκις ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται ὑπηρεσίαν τινά, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε νὰ ὑφίσταται ἀγογγύστως τὴν μείωσιν. Ἐὰν πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ ἰσχυροῦ, θελήσεως, δυνάμεως καὶ μορφώσεως, ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος βεβαίως δὲν θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ δεχθῇ τὴν μείωσιν τοῦ γοήτρου του, τὴν μείωσιν τῆς δυνάμεώς του, καί, ἐὰν τὸ πρᾶγμα δὲν δύναται νὰ ἐξομαλυνθῇ ἡσύχως, θὰ γεννήσῃ βεβαίως κατ’ ἀνάγκην σύγκρουσιν, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς ὁ καλὸς νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τῆς παντοδυναμίας καὶ ὀχληρᾶς πρωθυπουργικῆς ἐποπτείας. Ἐὰν ἀπ’ ἐναντίας ὁ Ὑπουργὸς εἶναι Ὑπουργὸς μέτριος, οὐδεμία ζημία ὑπάρχει νὰ δώσωμεν εἰς τὸν Πρωθυπουργὸν τὴν δύναμιν καὶ τὸν καιρὸν νὰ ἐπεμβαίνῃ περισσότερον ἀκόμη ἀπὸ ὅ,τι χρονικῶς δύναται νὰ ἐπεμβαίνῃ σήμερον. Αὕτη τοὐλάχιστον εἶναι ἡ γνώμη ἡ ἰδική μου. Ἑπομένως κατὰ ταῦτα φρονῶ ὅτι ζημίας θετικὰς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τοιαύτης τοῦ Πρωθυπουργοῦ δὲν θὰ ἔχωμεν, ἐὰν ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἔχῃ καὶ τὴν διαχείρισιν ὡρισμένου κλάδου τῆς διοικήσεως, νομίζω δὲ ὅτι θὰ προέλθωσι τοὐναντίον ἀγαθὰ ἐκ τῆς τοιαύτης διαρρυθμίσεως. Δὲν νομίζω βεβαίως ὅτι ἀμέσως, ὡς εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς αὐτός, οἱ διάφοροι Πρωθυπουργοὶ θὰ ἐπικαλεσθῶσι τὸ εὐεργέτημα τοῦτο καὶ θὰ θελήσωσι νὰ μείνωσιν ἄνευ χαρτοφυλακίου, διὰ νὰ ἔχωσι τὴν γενικὴν μόνον ἐποπτείαν τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Νομίζω τοὐναντίον ὅτι ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι καθαρῶς δυνητική.
§164Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἀφήνωσιν οἱ φίλοι.
§165ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καὶ σήμερον βλέπομεν ὅτι, μολονότι οἱ διάφοροι Πρωθυπουργοὶ εἰς τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὸ ἀπώτερον παρελθόν, καὶ εἰς τὸ ἀμεσώτερον ἀκόμη, μολονότι εἶχον ἐπίσης μέγαν ἀριθμὸν φίλων νὰ ἱκανοποιήσωσιν, ἐν τούτοις ἐκράτησαν πολλάκις δύο καὶ ἐνίοτε καὶ τρία Ὑπουργεῖα προφανῶς ἐπὶ ζημίᾳ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῆς ὑπηρεσίας χωρὶς νὰ διανέμωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς διαφόρους φίλους των. Ἑπομένως δὲν βλέπω τὸν φόβον τοῦ νὰ γίνῃ κατάχρησις τοῦ πράγματος. Κατάχρησις δὲν ἔγινε μέχρι σήμερον μὲ τὸ ὑπάρχον καθεστώς, κατάχρησις δὲν θὰ γίνῃ, καὶ ἂν ἀλλάξῃ τοῦτο. Νομίζω δὲ τοὐναντίον ὅτι χρῆσις τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ μένῃ ἄνευ διαχειρίσεως εἰδικοῦ Ὑπουργείου, θὰ γίνηται μόνον εἰς τὰς ἐξαιρετικὰς ἐκείνας περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας παρίσταται βεβαίως ἀνάγκη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένοι φορτίου καθαρῶς διοικητικοῦ, διαχειρίσεως καθαρῶς λεπτομερειακῶν ζητημάτων, μὴ ἐνδιαφερόντων εἰς τὰς ἐξαιρετικὰς ἐκείνας περιστάσεις τὴν τύχην τοῦ Κράτους. Κατὰ ταῦτα νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸν θεσμὸν αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἔχουσιν ἐπίσης ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη, διότι—ἀφήνω τὴν Ἀγγλίαν, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο λόγος —καὶ ἡ Αὐστρία, ἡ ὁποία ἐξειλίχθη σήμερον εἰς κοινοβουλευτικώτατον Κράτος, μὲ τὰ μοιραῖα παρακολουθήματα τῆς κοινοβουλευτικῆς αὐθαιρεσίας, ἔχει τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα γίνεται ἐργασία, ὅπως ὀργανωθῇ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, καὶ ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἀπαγορεύεται νὰ γίνηται χρῆσις τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἂν ὅμως ἐν Γαλλίᾳ καὶ εἰς τὰ ἄλλα Κράτη δὲν γίνεται χρῆσις τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, τοῦτο ὀφείλεται, εἴτε διότι δὲν παρέστη πρὸς τοῦτο ἀνάγκη εἴτε διότι οἱ Πρωθυπουργοί, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἔχουσι τὴν διεύθυνσιν Ὑπουργείου ἔχοντος καὶ Ὑφυπουργόν. Προκειμένου περὶ Ὑφυπουργῶν ἀπολύτως εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι γενικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸς παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμός, διότι εἶναι αὐτόχρημα ἀστειότης νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα θὰ ἔχωσι καὶ Ὑφυπουργούς. Ἀλλ’ εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς ἰδέας ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀποδοχὴ τοῦ θεσμοῦ τοῦ Ὑφυπουργοῦ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἴσως δὲ καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπιβάλλεται δὲ ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αἱ ὑπηρεσίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ ἔχουσιν ὑπερογκωθῆ καὶ εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον εἷς ἄνθρωπος, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτος, οἱασδήποτε ἐργατικότητος καὶ οἱασδήποτε δραστηριότητος καὶ ὁσησδήποτε φυσικῆς ἀντοχῆς, νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν μελέτην ὅλων τῶν ἀναφυομένων ζητημάτων καὶ νὰ διαχειρισθῇ ἐν ἐπιγνώσει καὶ πράγματι ὑπευθύνως ὅλας τὰς ὑπηρεσίας. Ὅσον δὲ καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ ὀργανώσωμεν ἐντελέστερον τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὸ ὑπηρεσιῶν, καὶ νὰ κατατάξωμεν τὰς ἐν αὐτῷ ὑπηρεσίας κατὰ σύστημα λογικώτερον καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰς ὀρθὰς περὶ διοικήσεως ἀρχάς, πάντοτε ἡ ποσότης τῆς διοικητικῆς ἐργασίας θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε θὰ εἶναι ἀδύνατον εἷς Ὑπουργὸς νὰ ἐπαρκῇ. Θὰ φέρω παράδειγμα ἐκ ξένου Κράτους, καὶ ἂς μὴ ξενίσῃ τινὰ τοῦτο, ἐκ τῆς Ἰταλίας. Εἰς τὴν Ἰταλίαν ὑπάρχουσι δύο Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δύο Ὑφυπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δύο Γενικοὶ Γραμματεῖς. Ἐὰν δὲ νομίζητε ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Ἰταλίας, ἐπειδὴ εἶναι Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μεγάλου Κράτους, ἔχει οὐσιαστικῶς περισσοτέραν ἐργασίαν παρ’ ὅ,τι ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ σπουδαιότης τῆς ἐργασίας ἐκεῖ εἶναι μεγαλειτέρα ἢ ἐδῶ, αὐτὸ εἶναι πλάνη, διότι τὰ διάφορα ζητήματα ἐκεῖ μὲν ἐνδιαφέρουσιν εὐρύτερον κύκλον, ἐδῶ δὲ στενώτερον· τὰ ἐντάλματα ἐκεῖ μὲν ἀντιπροσωπεύουσιν ἐπὶ παραδείγματι πολλὰ ἑκατομμύρια, ἐδῶ δὲ ὀλίγας μόνον χιλιάδας. Ἡ σκέψις καὶ ἡ ἔρευνα εἶναι ἡ ἰδία. Εἰς τὴν Ἰταλίαν βλέποντες τὸ ἀδιέξοδον τοῦ πράγματος ἐφρόντισαν νὰ διχάσωσι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ εἰσήγαγον τὴν ταμιακήν, τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς ἰδίαν διεύθυνσιν, τὴν δὲ ὑπηρεσίαν τὴν καθαρῶς διοικητικὴν τῶν δημοσίων ἐσόδων, τὴν φορολογικὴν ἐργασίαν εἰς ἄλλην ὅλως αὐτοτελῆ διεύθυνσιν, διώρισαν δὲ δύο Ὑφυπουργούς, ἂν καὶ εἶχον δύο μονίμους Γενικοὺς Γραμματεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι στῦλοι τῆς ὑπηρεσίας καὶ διαπρεπεῖς οἰκονομολόγοι. Νομίζω ὅτι, ἐὰν οἱ Ἰταλοὶ ἐσκέφθησαν ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ εἷς πολιτικός, οἱοσδήποτε πολιτικὸς καὶ ἂν εἶναι οὗτος, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὁ μέγας τῆς χώρας ἐκείνης πολιτικὸς Luzzati, καὶ ἀπεδέχθησαν ὡς χρήσιμον τὴν ὕπαρξιν Ὑφυπουργῶν, νομίζω ὅτι τὸ παράδειγμα μόνον αὐτὸ δύναται νὰ ἀγάγῃ καὶ ἡμᾶς εἰς τὴν εἰσαγωγὴν θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος προώρισται ἀγαθὰ μόνον ἀποτελέσματα νὰ φέρῃ δι’ αὐτὴν ταύτην τὴν εὐτακτοτέραν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν. (Εὖγε! εὖγε, καὶ ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§167Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἐν τῷ 30 ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, κύριοι Βουλευταί, ζητεῖται ἡ προσθήκη διατάξεως, ὅπως ἐπιτραπῇ ὁ διορισμὸς Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰσαχθῇ καὶ ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυπουργῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἀφ’ ὅτου ἀπὸ τοῦ 1803 πρῶτος ὁ Πὴλ διωρίσθη ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ἀποδίδομεν σήμερον Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, πάντοτε οἱ Πρόεδροι τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶχον καὶ χαρτοφυλάκιον. Οὐχ ἧττον ὅμως ὑπάρχουσι κοινοβουλευτικὰ Κράτη καὶ πολιτεύματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναγράφεται καὶ ὁ θεσμὸς οὗτος τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου. Τοιαύτας διατάξεις δυνάμεθα νὰ ἀνεύρωμεν εἰς τὸ πολίτευμα τῆς Οὐγγαρίας, ἄρθρον 10 τοῦ νόμου ὑπ’ ἀριθ. 3 τοῦ 1848, καθ’ ὃ δύναται ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μὴ ἔχῃ χαρτοφυλάκιον· ἐπίσης εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Σερβίας τοῦ 1888, ἄρθρον 132, καὶ εἰς τὸ σύνταγμα τῆς Σερβίας τοῦ 1903, ἄρθρον 131, ἀνευρίσκομεν ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ μὴ ἔχῃ χαρτοφυλάκιον.
§168Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἄλλο;
§169Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἄλλο δὲν γνωρίζω, δύνασθε δ’ ὑμεῖς, ἂν γνωρίζητε, νὰ προσθέσητε. Παρ’ ἡμῖν ὅθεν δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος πρέπει νὰ εἰσαχθῇ, διότι ἔχω τὸν φόβον ὅτι δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προσθέσωμεν μίαν ἀκόμη φιλοδοξίαν Ὑπουργοθηρῶν. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου, διότι τότε ὁ Πρόεδρος Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς ἀρχηγὸς κόμματος θὰ ἠναγκάζετο νὰ ὑποχωρῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν πολιτικῶν φίλων του καὶ νὰ μένῃ αὐτὸς πάντοτε ἄνευ χαρτοφυλακίου. Οὕτω δὲ θὰ ηὐξάνοντο κατὰ ἕνα ἐπὶ πλέον οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ἡ δυνητικὴ αὕτη διάταξις τοῦ Συντάγματος θὰ καθίστατο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἕνεκα λόγων πολιτικῆς σκοπιμότητος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα τὸ προτεινόμενον, τῶν Ὑφυπουργῶν, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος οὔτε ἀπὸ ἀπόψεως συνδυασμοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν ἐξουσιῶν ἐπιτρέπεται νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν. Ἀπὸ ἀπόψεως μὲν σκοπιμότητος, διότι πανταχοῦ ὅπου εἰσήχθη ὁ θεσμὸς οὗτος, προϋποθέτει τὴν ὕπαρξιν δύο Βουλῶν, κυρίως δ’ ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου τὸ πρῶτον εἶδε τὸ φῶς, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει, κατηγορεῖται ὁ θεσμὸς οὗτος, διότι ὀφείλουσιν οἱ Ὑφυπουργοὶ νὰ ὑποστηρίζωσιν εἰς τὰς Βουλὰς ἐκείνας, τῶν ὁποίων μέλη δὲν ἀποτελοῦσιν οἱ Ὑπουργοί, τὴν πολιτικὴν πορείαν καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν Κυβερνήσεων, εἰς ἃς δὲν μετέχουσι καὶ τῶν ὁποίων αὐτοὶ οὔτε γνῶσιν ἔχουσιν οὔτε τὴν εὐθύνην δύνανται νὰ φέρωσιν. Ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἀπὸ τοῦ 1816 εἰσήχθη ὁ θεσμὸς οὗτος τῶν Ὑφυπουργῶν, Ὑφυπουργῶν διοικητικῶν μὲν τότε, κατόπιν δὲ τὸ 1830, ὅτε ὁ Θιέρσος πρῶτος ἀνεδείχθη Ὑφυπουργός, πολιτικῶν, ὅπως κατὰ τὸ 1848 ἐπανέλθωσι πάλιν εἰς τὸν θεσμὸν τῶν διοικητικῶν, μόνον δὲ ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν πλέον καθιερώθη ὁ θεσμὸς τῶν πολιτικῶν Ὑφυπουργῶν, ἐν Γαλλίᾳ, λέγω, ὅπου πρὸ τόσου χρόνου λειτουργεῖ τὸ σύστημα τοῦτο τῶν Ὑφυπουργῶν, ἐγεννήθησαν ζητήματα ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα καὶ τὴν εὐθύνην τῶν Ὑφυπουργῶν. Καὶ ἔλεγε μὲν ἀξιότιμος προλαλήσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ κύριος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτι οὐδεμίαν βεβαίως κοινοβουλευτικὴν εὐθύνην δύνανται νὰ φέρωσιν οἱ Ὑφυπουργοὶ διὰ τὰς πράξεις τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου πρὸ τοσούτων ἐτῶν λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς οὗτος, ἐγεννήθη ζήτημα καὶ κατόπιν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἐξασκηθέντος ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἠναγκάσθησαν νὰ παραιτηθῶσι μόνον οἱ Ὑφυπουργοί, τόσον ὁ Dela Porte, ὅσον καὶ ὁ Φῆλιξ Φώρ, καίτοι ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον παρέμεινεν εἰς τὰς θέσεις του. Συνεπῶς τὸ ζήτημα τῆς εὐθύνης τοῦτο καὶ μόνον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὴν γνώμην συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου, διότι οὐδὲν ἄλλο θὰ γεννηθῇ εἰμὴ μία μετατόπισις καὶ ἐπίπτωσις τῆς εὐθύνης, καὶ ἕν ἀνεύθυνον τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τὰς πράξεις τῶν Ὑφυπουργῶν, τοῦθ’ ὅπερ συζητεῖται ἂν συμβιβάζεται ἢ μὴ πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἂν καὶ παρ’ ἡμῖν βεβαίως δὲν θὰ ἦτο ἡ πρώτη διάταξις, καθ’ ἣν κατ’ ἄλλον τρόπον, διὰ τῶν συμβουλίων δηλ., αἴρεται τὸ ὑπεύθυνον τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ ἐκτελέσῃ ὡρισμένας ἀποφάσεις συμβουλίων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον τὸ τοιοῦτον εἶναι διάταξις νόμου, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς διάταξιν νόμου καὶ νὰ μὴ ἀναγράφωμεν συνταγματικὴν διάταξιν τοιαύτην αἴρουσαν τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διὰ τῆς δημιουργίας τῶν Ὑφυπουργῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον κηρύσσομαι καὶ κατὰ τῆς διατάξεως τῆς ἀναγραφῆς τῶν Ὑφυπουργῶν. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§170Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Πῶς προλαμβάνονται εἰς τὴν Γαλλίαν;
§171Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι διοικητικοὶ ὑπάλληλοι. Ἀπὸ τοῦ 1871 καὶ ἐντεῦθεν ἔλαβον πολικὸν χαρακτῆρα.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλούμβαρδος ἔχει τὸν λόγον.
§173Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ὑφ’ ὅλας τὰς ἀπόψεις νομίζω ὅτι τὸ μέτρον εἶναι ὀρθότατον καὶ πολὺ πρακτικῶς χρήσιμον.
§174Δ. ΚΛΑΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Ποῖον ἀπὸ τὰ δύο;
§175Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Καὶ τὰ δύο μέτρα τὰ θεωρῶ πολὺ πρακτικῶς χρήσιμα, καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἄξια, ὅπως χάριν αὐτῶν ληφθῇ πρόνοια ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ ὁποία νὰ διευκολύνῃ κατόπιν τὴν ψήφισιν σχετικοῦ νόμου, ὅτε ἤθελε θεωρηθῆ ἀναγκαῖον νὰ τεθῇ τὸ μέτρον αὐτὸ εἰς πραγματοποίησιν. Κυρίως ὅμως ὑπὸ δύο ἀπόψεις ἀμφότερα καὶ ὑπὸ μίαν ἄποψιν ἕκαστον εἶναι πολὺ ἄξια προσοχῆς. Καὶ αὐτὴν τὴν δευτέραν ἄποψιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θὰ πραγματευθῶ, τὴν ἐπραγματεύθησαν οἱ ἄλλοι καὶ πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τὴν ἀπέκρουσαν καὶ τὴν ἀνεσκεύασαν. Νομίζω ὅμως ὅτι ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀνασκευῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ἐκ τῆς ἀποκρούσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον κατ’ αὐτῶν τῶν ζητημάτων, φαίνεται ἀκριβῶς τὸ ὀρθὸν τοῦ πράγματος. Ἡ μία ἄποψις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ ἑξῆς: ὅτι εἶναι πάντοτε ἀνθρωπίνως δυνατόν, παντοῦ, εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, νὰ εὕρῃς ἕνα ἄνθρωπον ὑπέροχον εὐκολώτερον παρ’ ὅ,τι νὰ εὕρῃς ἑπτά, ὀκτώ, ἢ δέκα ἀνθρώπους τοιούτους. Αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα τόσον ἁπλούστατον, ὥστε δὲν χρήζει, νομίζω, καμμιᾶς ὑποστηρίξεως καὶ κανενὸς ἐπιχειρήματος καὶ καταντᾷ ἁπλῶς ζήτημα στατιστικῆς. Ἂν δὲ παντοῦ δύναται νὰ ἐπαληθεύσῃ εἷς τοιοῦτος λόγος — καὶ ὄντως ἐπαληθεύει — πολὺ περισσότερον συμβαίνει εἰς ἡμᾶς, καὶ δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι εἴμεθα ἓν σύνολον ἀνθρώπων πολὺ περιωρισμένων. Νομίζω δὲ ὅτι βασίμως θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἀντικρούσῃ ὅτι πολλάκις εἰς τὸ παρελθὸν παρετηρήθη τὸ γεγονὸς αὐτό, τουτέστι νὰ ἔχωμεν ἕνα Πρωθυπουργὸν ἄνθρωπον ὑπέροχον, ἄξιον, ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ Θεὸς μᾶς ἔπεμψε τοιοῦτον, ἀλλὰ νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνταξίους αὐτοῦ Ὑπουργούς. Ὄχι βεβαίως ὅτι πάντοτε συνέβη τὸ τοιοῦτον· κάθε ἄλλο· ἴσως νὰ εὑρέθησαν καὶ νὰ εὑρεθῶσι περιστάσεις, καθ’ ἃς νὰ εἶναι ὅλως διόλου ἄξιοι οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι περιστοιχίζουσιν ἕνα Πρωθυπουργόν, καὶ πολλάκις δὲν εἶναι δύσκολον νὰ διαβλέπῃ τις ὅτι ἐκεῖνοι εἶναι ἀξιώτεροι τοῦ διδασκάλου των. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ σύνηθες. Τὸ συνηθέστερον εἶναι τὸ ἀντίθετον. Εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς τότε τί πρέπει; Ἐξ ἀνάγκης πρέπει ὁ Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνώτερος αὐτῶν, νὰ τοὺς ἐπιβλέπῃ, οἱονεὶ νὰ τοὺς νταντεύῃ, νὰ τοὺς καθοδηγῇ! Πρέπει λοιπὸν ἑπομένως νὰ ἔχῃ τὸν ἀναγκαῖον χρόνον. Ἄλλως τε προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ χρόνου πολλάκις ἠκούσθη λεγόμενον καὶ ἐπὶ ἄλλων κατατομῶν τῆς διοικήσεως καὶ ἐπὶ ἄλλων περιστάσεων ὅτι: Ὤχ! Οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι! Τί δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπὸ αὐτούς! Καὶ εἰς τί δυνάμεθα νὰ τοὺς μεμφθῶμεν! Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ χρήσιμα πράγματα, τὰ ὁποῖα καὶ θὰ τὰ ἐσκέπτοντο καὶ θὰ τὰ ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ τὰ ἔθετον εἰς πραγματοποίησιν, ἐὰν εἶχον τὸν καιρόν! Ἰδοὺ λοιπὸν εἷς λόγος πολλάκις καὶ εἰς τὸ παρελθὸν μεμαρτυρημένος. Ἀλλ’ εἶναι καὶ εἷς ἄλλος λόγος, νομίζω, ὅλως διόλου παρέλκων, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος εἶναι χρήσιμον νὰ λεχθῇ. Φαίνεται ὅτι τὸ μέτρον εἰς ἐκείνους, ἐκ τῶν ὁποίων ἐπήγασε, ἐπῆλθε καὶ ἐκ μιᾶς ἰδέας πολιτικῆς ἐξυγιάσεως, τὴν ὁποίαν διηνεκῶς ἐπιζητοῦμεν· διότι εἶναι βεβαίως γεγονός, ὅτι εἷς Πρωθυπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου θὰ εὑρίσκηται ὀλιγώτερον εἰς τὴν περίστασιν καὶ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἱκανοποιῇ πραγματικῶς τοὺς φίλους του καί, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, νὰ κάμνῃ ὀλιγώτερα ῥουσφέτια. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι, προκειμένου περὶ ἑνὸς Πρωθυπουργοῦ, αὐτὸς θὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν, τόσην δύναμιν, ὥστε νὰ λαμβάνῃ καὶ ἐκ τοῦ μεριδίου τῶν συναδέλφων του ἀρκετὸν μερίδιον, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θὰ μερισθῇ τὸ μερίδιον τοῦτο καὶ ἐξ ἀνάγκης θὰ εἶναι μικρότερον. Συνηγορεῖ λοιπόν, βλέπετε, ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ μέτρου, ἐν μέρει τουλάχιστον καὶ μία ἰδέα πολιτικῆς ἐξυγιάσεως. Αὐτή, νομίζω, ἡ ἄποψις τοῦ ζητήματος εἶναι, κατ’ ἐμέ, ἡ πρακτικωτέρα, ὄχι ὅμως ὅτι εἶναι ὀλιγώτερον ἰσχυραὶ καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι· καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυραὶ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἰδέας αὐτῆς, ἀλλ’ αὐτὴ νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἰσχυροτέρα. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα· καὶ εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα μία ἄποψις ἐξ ὅλων εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία περισσότερον πείθει ὅτι εἶναι χρήσιμον τὸ μέτρον τῶν Ὑφυπουργῶν. Ὅλαι αἱ ἄλλαι ἐλέχθησαν. Δι’ αὐτὸ περιορίζομαι εἰς αὐτὴν καὶ μόνην. Οἱ Ὑφυπουργοὶ θὰ ἦσαν καλοὶ εἰς τὴν περίστασιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὄχι σπανίως καὶ αὐτὴ συμβαίνει, ὅταν ἔχωμεν δηλ. Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὅλα ἐν γένει τὰ προσόντα διὰ νὰ εἶναι Ὑπουργοί, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι μόνον τὸ προσὸν τοῦ λόγου. (Γέλωτες). Γελᾶτε βεβαίως, διότι ἡ φράσις αὕτη καὶ μόνη σᾶς ἀναμιμνήσκει εἰς τὸ παρελθὸν καὶ σᾶς ὑποδεικνύει εἰς τὸ μέλλον πραγματικὰ γεγονότα. Συμβαίνει πολλάκις νὰ εἶναι ἄνθρωποι κάλλιστοι καὶ ὑπὸ ἔννοιαν γνώσεως καὶ ὑπὸ ἔννοιαν φρονήματος καὶ ὑπὸ ἔννοιαν χαρακτῆρος, τὸ ὁποῖον εἶναι μέγα πρᾶγμα, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἐλλειπεῖς, νὰ χωλαίνωσιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς παρλάτας. (Γέλωτες). Ἐγώ, ἐκ τοῦ παρελθόντος λαμβάνων ἀφορμήν, θὰ ἠδυνάμην νὰ φέρω ἓν παράδειγμα, ὅπερ θὰ ἦτο ὄντως καταπληκτικόν· θὰ σᾶς ἀπέδιδε τελείως τὴν ἰδέαν μου· δηλαδὴ θὰ σᾶς ἔδιδε τὴν ἐντύπωσιν ἑνὸς ἀνδρός, τὸν ὁποῖον πολὺ ἐκ τοῦ πλησίον ἐγνώρισα ἔξοχον, λαμπρόν, ἄνθρωπον ἄξιον διὰ νὰ ἵσταται εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τῆς πολιτικῆς τῆς πατρίδος του, ἡ ὁποία τῷ ἔδιδε τὸν τίτλον τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ἦτο τόσον λαμπρὸς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος—καὶ τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν ἀνέφερον ἤδη, ὅλοι θὰ τὸν ἀναγνωρίσητε ὡς τοιοῦτον—εἶχε τὸ ἐλάττωμα νὰ μὴ χειρίζηται διόλου τὸν λόγον. Βλέπετε λοιπόν; αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος καὶ τόσοι ἄλλοι, διὰ νὰ μὴ φέρω ὡρισμένα πρόσφατα παραδείγματα, δὲν θὰ ἦταν ἄξιοι νὰ καταλάβωσι τὴν ἕδραν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐνῷ θὰ εἶχον τόσα ἄλλα προσόντα, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν θὰ εἶχον αὐτό, τὸ ὁποῖον πολλάκις δὲν συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει αὐτός· ἴσως δὲ ἐνίοτε συμβαίνει νὰ εἶναι ἐνδεικτικὸν τὸ ἓν τοῦ ἄλλου ἢ κατὰ τὴν μίαν φορὰν ἢ κατὰ τὴν ἑτέραν· τοῦτο δὲν εἶναι ὡρισμένον· ὁ λόγος δηλαδὴ δύναται νὰ ἐνδεικνύῃ τὴν ὕπαρξιν καὶ τῶν λοιπῶν προσόντων, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ καλύπτῃ καὶ τὴν ἔλλειψιν αὐτῶν! Εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ἴδετε πόσον ὁ θεσμὸς τοῦ Ὑφυπουργοῦ θὰ ἦτο χρησιμώτατος. Νομίζω, ὅτι ἡ νύξις αὐτὴ καὶ μόνη εἰς ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν ἀναμιμνήσκει καὶ ὑποδεικνύει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὴ δύναται κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰς τὸ παρελθὸν νὰ ἀναμνησθῇ καὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της. Αὐταὶ αἱ δύο περιπτώσεις, ἡ μία διὰ τὸ ἓν ζήτημα καὶ ἡ ἄλλη διὰ τὸ ἄλλο, νομίζω ὅτι δικαιολογοῦσιν ἀμφότεραι αὐτὰ τὰ μέτρα. Ἀλλ’ ἐν συμπεράσματι λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα νὰ γίνηται τόσος λόγος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν κατεύθυνσιν τῆς ἀρνητικῆς ὄψεως τοῦ ζητήματος. Τὸ Σύνταγμα εἶναι ἓν πρᾶγμα, οἱονεὶ μία θύρα, ἡ ὁποία ἀνοίγει καὶ κλείει, δὲν εἶναι δὲ εὔκολον νὰ τὴν ἀνοίξῃ κανείς, ὁπόταν θέλῃ. Δὲν εἶναι προτιμότερον λοιπὸν ὁ περίβολος, τὸν ὁποῖον κλείει ἡ θύρα αὐτὴ—ἐφ’ ὅσον ἄλλοι λόγοι σοβαροὶ καὶ οὐσιαστικοὶ δὲν βλάπτουσι—νὰ διαγραφῇ εὐρύτερος; Ποῖος εἶναι ὁ λόγος ὑπὲρ τοῦ ἐναντίου; Ἀπορῶ πολλάκις διατί εἰς τὴν ἡμετέραν πατρίδα ἔχουσιν οἱ ἄνθρωποι τὴν μονομανίαν νὰ γεννῶσι λόγους ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι, καὶ νὰ γεννῶσι λόγους, οἱ ὁποῖοι δεσμεύουσι καὶ θέτουσι πέδας εἰς τὴν δρᾶσιν τήν τε ὑλικὴν καὶ τὴν πνευματικήν. Συγχρόνως δὲ εἰς τὴν μονομανίαν αὐτὴν τοῖς γεννᾶται καὶ μία ἑτέρα ψύχωσις, νὰ ἀντικρύσωσι τὰ ζητήματα οὐχὶ ὅπως ἔχουσιν, ἀλλὰ ὅπως ἴσως ἔπρεπε νὰ ἦσαν, ἢ ὅπως κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν πρέπει νὰ ὦσιν. Θὰ ἀναφέρω τὸ τελευταῖον παράδειγμα καὶ θὰ παύσω τὸν λόγον. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν προηγουμένην Ἐθνικὴν Συνέλευσιν εἷς μέγας δικηγόρος καὶ νομικὸς ἔκαμε χρῆσιν ἑνὸς ἐπιχειρήματος λογικοῦ, ὅπερ δὲν ἀνεμένετο ἀπὸ τὸν ἄνδρα αὐτόν. Συντελεσθείσης τότε τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ἠθέλησαν θεσμούς τινας, τοὺς ὁποίους ἐθεώρουν αὐτοὶ πολὺ χρησίμους, νὰ μὴ τοὺς καταργήσῃ τὸ γεγονὸς τῆς ἑνώσεως. Δι’ ἕνα τοιοῦτον θεσμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ Πολιτεία ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπεζήτει ὄχι μόνον τῶν ἰδιαιτέρων αὐτῆς ὑπαλλήλων τὴν δρᾶσιν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων προσώπων τὴν ἐπικουρίαν, εἰς τὸν εἰδικὸν θεσμὸν τῶν ληξιάρχων, δηλαδὴ ὅπου ἡ Πολιτεία ἐπιζητεῖ ἐκεῖ τὴν συνδρομὴν καὶ τῶν ἱερέων, ὁ ἀείμνηστος Καλλιγᾶς εἶπεν: «ἐὰν ἡ Πολιτεία εὐμοιρῇ ὑπαλλήλων, δὲν χρῄζει ἐπικούρων». Ἰδέτε πόσον ὡραία εἶναι ἡ ῥητορικωτάτη αὐτὴ διατύπωσις τοῦ ἐπιχειρήματος, ἀλλὰ πόσον σαθρὸν εἶναι κατ’ οὐσίαν αὐτὸ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα. Διότι, ἐὰν βεβαίως μία Πολιτεία οἱαδήποτε, καὶ δὴ ἡ Ἑλληνική, εὐμοιρῇ ὑπαλλήλων, δὲν χρῄζει βεβαίως ἐπικούρων· ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι: εὐμοιρεῖ ὄντως τοιούτων; Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅλαι αὐταὶ αἱ θεωρίαι, αἱ ὁποῖαι ἐξηγγέλθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς ὅτι ἡ μείζων ἐπιρροὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ δύναται νὰ μειώσῃ τὴν δρᾶσιν τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὅτι δὲν δύναται εἰς ἓν ἔθνος, καὶ δὴ τὸ ἡμέτερον, νὰ εὑρεθῇ ἀριθμὸς κατάλληλος διὰ τὴν θέσιν τῶν Ὑφυπουργῶν, ὅλα αὐτὰ εἶναι ὀρθὰ κατὰ θεωρίαν—ἂν εἶναι καὶ κατὰ ταύτην—, ἐν τῇ πραγματικότητι ὅμως συμβαίνουσι; Νομίζω ὄχι. Καὶ τότε ὀρθὰ δέον νὰ θεωρηθῶσι τὰ ἀντίθετα.
§176Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, κύριοι συνάδελφοι, ἐλάλησα διὰ μακρῶν, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως δι’ ἐλαχίστων ἐπαναλάβω τὰ ἐπιχειρήματά μου. Ἀποκρούω καὶ τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ τὸν θεσμὸν τῶν Ὑφυπουργῶν. Ἀποκρούω τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, πρῶτον διότι δὲν ὑπάρχει σήμερον Κράτος ἐν τῷ κόσμῳ, ὅπερ νὰ ἔχῃ τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Εἶπον καὶ χθές, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει πρῶτον τὴν παροιμίαν τῆς συζύγου τοῦ κατασκευαστοῦ κοσκίνων καὶ δεύτερον, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα ἐξειλίχθη καὶ ἀνεπτύχθη καὶ ἐξελίσσεται κατὰ τρόπον ἐντελῶς διάφορον παρ’ ὅ,τι εἰς οἱονδήποτε ἄλλο Κράτος τοῦ κόσμου. Ὅτε λοιπὸν οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἔχομεν τὸν θεσμὸν τοῦτον, διὰ ποῖον λόγον ἡμεῖς νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν πρωτοτυπίαν ταύτην, Κράτος πτωχόν, μὲ πολὺ ὀλιγωτέρας καὶ μικροτέρας ὑποθέσεις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀφ’ ἑτέρου λόγος τις ἐκ τῶν παρ’ ἡμῖν πραγμάτων δικαιολογῶν τοιαύτην πρωτοτυπίαν; Δεύτερον ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἐὰν συμβῇ Πρωθυπουργὸς νὰ εἶναι ὑπερόχου ἀξίας καὶ ἐξαιρετικῆς ἐπιβολῆς, τὸ διάστημα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν Ὑπουργῶν θὰ εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλείτερον, καὶ εἶναι ἑπόμενον, ἐνῷ κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα ὑπάρχει ἀνάγκη ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους, θὰ συμβῇ ὅμως νὰ παύσῃ νὰ εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους ὁ περιοριζόμενος ἐντὸς τῶν προσηκόντων ὁρίων ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων του καὶ τῶν νόμων καὶ θὰ καταστῇ ἀπόλυτος μονάρχης, αὐτόχρημα τύραννος. Οὐχὶ μόνον μᾶς ἐπιβάλλει ἡ ἐπιστήμη νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ψυχολογικὸν αὐτὸ αἴτιον, καὶ ἂν δὲν ἔχωμεν συγκεκριμένας περιστάσεις δικαιολογούσας τὸ πρᾶγμα, ὅτι ἡ ἐπιβολή του θὰ καταστῇ μείζων καὶ εἶναι ἑπόμενον νὰ φθάσῃ εἰς καταχρήσεις, διότι θὰ εἶναι Πρωθυπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἀλλὰ καὶ αἱ περιστάσεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι μᾶς φέρουσιν εἰς τοιαύτην θέσιν. Ἰδοὺ ποῖαι περιστάσεις. Συνέρχεται σήμερον Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἕκαστος Ὑπουργὸς ἐκθέτει τὰ τοῦ Ὑπουργείου του, εἰς τοιαύτην δ’ ἔκθεσιν εἶναι ὑποχρεωμένος καὶ ὁ Πρωθυπουργός, εἶναι δὲ ἠναγκασμένος νὰ συζητῇ καὶ περὶ ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας αὐτὸς διαχειρίζεται. Μόνον διὰ τοῦτο μειοῦται ἡ ἀπόστασις αὐτοῦ καὶ τῶν συνυπουργῶν του, ἐνῷ, ἐὰν συνέρχηται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὅλοι δίδωσι λόγον, αὐτὸς δὲ πάντοτε ἀκούῃ καὶ διευθύνῃ μόνον τοῦτο, ἔχει τις ἐξ ὑμῶν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἀπόστασις θὰ γίνῃ μεγαλειτέρα;
§177Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐμφανεστέρα.
§178Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐμφανεστέρα μάλιστα. Ἀλλ’ ὑποθέσατε τὴν ἀντίθετον περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον προηγουμένως ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἡ ὁποία εἶναι λίαν ἐνδεχόμενον νὰ συμβῇ εἰς τὸν τόπον ἡμῶν ἐντὸς ὀλίγου, ὅτι δηλαδὴ δὲν θὰ ὑπάρξωσιν αἱ ἐλάχισται κορυφαί, αἱ ὁποῖαι ἀλληλοδιαδόχως θὰ ἀνέρχωνται εἰς τὴν πρωθυπουργικὴν θέσιν. Ἀλλ’ ὄχι μόνον δὲν θὰ ἀνέρχωνται, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ἀναγνωρίζωνται. Ἐὰν ἔχωμεν τὸ σημερινὸν ἰσχῦον σύστημα, ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ εἶναι καὶ Ὑπουργός, νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ὁ ἴδιος ἱκανότητα, τότε αἱ φιλοπρωτεῖαι θὰ ὑποχωρήσωσιν ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων καὶ τὰ πράγματα θὰ μᾶς φέρωσιν εἰς τὴν ἀκαταμάχητον ἀνάγκην καὶ νὰ ἀναγνωρίσωμεν τοὺς ἐλαχίστους αὐτοὺς ἀρχηγοὺς τοῦ Κοινοβουλίου, ἐνῷ, ἐὰν ἔχωμεν Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ ὑποχωρήσωσιν ἀπέναντι ἀλλήλων αἱ φιλοπρωτεῖαι καὶ νὰ σχηματισθῇ μία ὁμὰς ἐξ ὀκτὼ ἀνθρώπων καὶ νὰ εὕρωσιν ἕνα γέροντα καὶ νὰ τὸν θέσωσιν ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ καταργήσωσι τὸν θεσμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον πάντα τὰ δημοσιευόμενα εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως θεωροῦνται ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, νὰ ἀποσυρθῇ ἕκαστος εἰς τὸ πασσαλίκι του καὶ νὰ ἀποτελεσθῇ οὕτω πως μία ὀλιγαρχία τρομερὰ εἰς τὸν τόπον ἡμῶν. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα, διὰ τῶν ὁποίων ἀποκρούω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, ὁ ὁποῖος θεσμὸς θὰ καταστῇ — διὰ νὰ δώσω μίαν ἀπάντησιν κομπογιανίτικην — θὰ καταστῇ βεβαίως μεγάλη τις Βεζιρία. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῶν Ὑφυπουργῶν ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν οἱ Ὑφυπουργοὶ θὰ προέρχωνται ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἔχετε ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἂν δὲν προέρχωνται ἐκ τῆς τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ εἶναι οἱ ἄριστοι, διότι βεβαίως δὲν θὰ δεχθῶσι θέσιν Ὑφυπουργοῦ οἱ ἔχοντες ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐπιφανῆ θέσιν; Ἐὰν δὲ θέλητε ἁπλῶς νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ δημοσία ὑπηρεσία, θὰ ἀναζητήσητε τοὺς Ὑφυπουργοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχητε τότε τοὺς ἄνδρας ἐκείνους τῆς πρωτοβουλίας τῆς σκέψεως καὶ τῆς δημιουργικῆς ἐργασίας, οἵτινες παρασκευάζονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δημοσίᾳ χειριζόμενοι τὰς δημοσίας ὑποθέσεις. Οἱ ἀδυνατοῦντες ν’ ἀναδειχθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ γινόμενοι Ὑφυπουργοὶ πρὸς ἀπόκτησιν τίτλου μέλλοντος Ὑπουργοῦ εἶναι δόκιμοι κουρεῖς εἰς τὴν κεφαλὴν πάσχοντος ἐκ τριχιάσεως.
§179ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, θὰ συνηγορήσω ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ τῆς ἀναγραφῆς διορισμοῦ Ὑφυπουργοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Βεβαίως θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἦτο τοιοῦτος καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει δύο κλάδους ἀνεξαρτήτους καὶ διακεκριμένους. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη ὅμως τοῦ νὰ διορισθῇ Ὑφυπουργὸς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιβάλλεται.
§180ΑΝΔΡ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμεν κατ’ ἀρχὴν ἂν ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυπουργῶν πρέπει ἢ μὴ νὰ εἰσαχθῇ παρ’ ἡμῖν. Τὰ ἄλλα εἶναι περιττά.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ κανονίσητε κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἀγορεύσῃ ὁ ῥήτωρ.
§182ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυπουργῶν εἰσήχθη ἐν Γαλλίᾳ διὰ Διατάγματος τῆς 9 Μαΐου 1876. Ὁ Ὑφυπουργὸς εἶναι βοηθὸς τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὸ ἔργον τοῦ Ὑφυπουργοῦ συνίσταται εἰς τὸ νὰ ἀναπληροῖ τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ ἀνακουφίζῃ αὐτὸν ἀναλαμβάνων μέρος τοῦ βάρους, τοῦ φορτίου, τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς ἔχει. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διατί ὑπεδείχθησαν δυσχέρειαι, πῶς θὰ κανονισθῶσι τὰ ἔργα τῶν Ὑπουργῶν καὶ Ὑφυπουργῶν. Ὁ Ὑφυπουργὸς θὰ ἔχῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ ἀντεισαγγελεὺς ἀπέναντι τοῦ εἰσαγγελέως, θὰ ἐνεργῇ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας θὰ ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν Β. Διάταγμα ἢ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ· ἐπιβάλλεται ἀκόμη νὰ εἶναι ὁ Ὑφυπουργὸς κοινοβουλευτικός, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι πρέπει ὁ Ὑφυπουργὸς νὰ ἔχῃ πολιτικὴν χροιάν, τὰς προνομίας καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ νὰ μὴ θεωρῆται ἁπλοῦς δημόσιος ὑπάλληλος. Νὰ ὑπόκειται καὶ αὐτὸς εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὰς ἑξῆς ὑπηρεσίας....
§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰς ἠξεύρομεν.
§184Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. .. Τὴν διεύθυνσιν τῶν κτημάτων, τῶν ἐφοριῶν, τῶν τελωνείων, τὸ εἰδικὸν λογιστήριον, τὸ στατιστικὸν τμῆμα, τὸ ταμιακόν, τῶν Μονοπωλίων κλπ., ἤτοι ἐν ὅλῳ δέκα ὑπηρεσίας ἐκ τῶν μεγίστων. Ἐκτὸς τούτων ἔχει καὶ εἰδικὸν γραφεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται καὶ πρέπει νὰ ἀσχολῆται, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἀλληλογραφίαν εἰδικὴν τηλεγραφημάτων καὶ ἐπιστολῶν ἐμπιστευτικῶν, τὰς ὁποίας λαμβάνει.
§185Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ Γενικὸν Λογιστήριον;
§186Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Καὶ αὐτό. Ἐξετάζει τὰς ἀναφοράς, τὰς ὁποίας τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τῷ πέμπει, ἐπιτηρεῖ τὴν δημοσίευσιν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἀναπέμπει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἔνθα κρατεῖται ἡ μεγάλη σφραγὶς τοῦ Κράτους. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀναφέρονται ἐκτὸς τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ τὰ μεγαλείτερα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κράτος. Θέλετε παρ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ νὰ ἐπιβλέπῃ τὰς διαφόρους αὐτὰς ὑπηρεσίας καὶ νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν; Αὐτὴν τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεγνώρισεν ὁ νομοθέτης ἀπὸ τοῦ 1877, ὅτε ἐπεξέτεινε πρὸς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τὴν τοῦ τμηματάρχου ἢ εἰσηγητοῦ, ὅστις κάμνει τὰς εἰσηγήσεις τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Κατὰ τὸ 1877 ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ δικαστικοῦ τμήματος τοῦ Ὑπουργείου μακαρίτης Ταταράκης τῷ ἔφερε δικογραφίαν ὀγκωδεστάτην δικαστικήν. Ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ὑδρομύλου εἰς τὸ Ναύπλιον. Μετὰ μακρὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἡ ὑπόθεσις διῆλθεν ὅλα τὰ στάδια τῆς διαδικασίας καὶ δικαιοδοσίας, κατωρθώθη τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίου νὰ ἐπαγάγῃ ὅρκον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ τμηματάρχης ἔκαμεν εἰσήγησιν ὅτι δὲν δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ τὸν ἀντεπαγάγῃ εἰς τὸν ἀντίδικον. Ὁ Ὑπουργὸς ὑπέγραψε τὴν ἔκθεσιν, χωρὶς νὰ σπουδάσῃ τὴν δικογραφίαν. Ἀπομακρυνθέντος τοῦ εἰσηγητοῦ, παρετήρησα πῶς ὑπόθεσις τοιαύτη καταλήξασα εὐτυχῶς εἰς ἐπακτὸν ὅρκον ὑπὲρ τοῦ Ὑπουργείου ἀφίεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀντιδίκου. «Τί θέλετε νὰ πράξω;—μοὶ ἀπήντησεν ὁ μακαρίτης Δεληγεώργης.—Διὰ νὰ πάρω τὴν δικογραφίαν καὶ νὰ τὴν μελετήσω, δὲν μὲ ἀρκοῦν ἑβδομάδες. Ἐὰν ἀφοσιωθῶ εἰς ἔργα τοιαῦτα, πρέπει νὰ παραμελήσω πᾶν οὐσιῶδές μου καθῆκον». Δι’ αὐτὸ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ἐπεξετάθη καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὸν εἰσηγητὴν τῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἄνω τῶν 300 ὑπαλλήλων ἀνεξαρτήτως τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπιτηρήσεως, ἐνῷ ὁ Ὑπουργὸς καταγίνεται εἰς τὰ νομοθετικὰ ἔργα, προπαρασκευάζει νομοσχέδια, δέχεται ἀκροάσεις κλπ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβλέπῃ τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας. Ἐὰν ὅμως ἐγίνετο ἐπίβλεψις σύντονος, ὁ ἀριθμὸς τῶν 300 ὑπαλλήλων ἠδύνατο νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ ἥμισυ, διότι οἱ ὑπάλληλοι θὰ εἰργάζοντο ἐπαρκῶς, ἐνῷ τώρα ἐργάζονται μίαν ὥραν τὸ πολὺ τὴν πρωίαν καὶ δύο ὥρας τὸ ἀπόγευμα. Ἀπορῶ δὲ πῶς τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης τῶν Ὑφυπουργῶν ἐξετάζεται, ἐνῷ πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῶν πλεοναζόντων ὑπαλλήλων. Αὐτὴν τὴν ἀνάγκην εἶδον εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ τὰ ἄλλα ἔθνη καὶ ἐδημιούργησαν τὸν θεσμὸν τῶν Ὑφυπουργῶν. Ἐγένετο μάλιστα σκέψις μεταξὺ τῶν συγγραφέων νὰ συγκεντρώσωσιν ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα εἰς ἓν μέρος, ἵνα δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἐπίβλεψις μεγαλειτέρα. Καὶ φέρω τὸ παράδειγμα τῆς Τραπέζης Ῥότσχιλδ. Διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Ὑπουργοῦ δι’ ὅλας αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας, ὄχι μόνον Ὑφυπουργοὺς ἐδημιούργησαν, ἀλλὰ καὶ τὴν συγκέντρωσιν τῶν διαφόρων τμημάτων ἐπιδιώκουσιν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§187Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καθόσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ζήτημα τῆς ἱδρύσεως θέσεως Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, νομίζω ὅτι ἄλλο τι δὲν ἔχομεν νὰ κάμωμεν ἢ νὰ ἐξετάσωμεν ὁποία ἀνάγκη παρουσιάσθη εἰς τὸ παρελθόν. Ἀπὸ θεωρίας, ἂν ἐξετάσωμεν τοιαῦτα ζητήματα, μοὶ φαίνεται ὅτι τρέχομεν μέγαν κίνδυνον νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς οὐδὲν ἄξιον λόγου ἀποτέλεσμα. Εἰς τὸ παρελθὸν παρουσιάσθη τοιαύτη τις ἀνάγκη; Τὸ παρελθὸν τοὐναντίον μᾶς δεικνύει ὅτι οἱ Πρωθυπουργοὶ συνήθως, ὄχι μόνον δὲν ζητοῦσι τὴν ἀνάπαυσιν, τὴν ὁποίαν θὰ τοῖς δίδῃ τὸ Ὑπουργεῖον ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἀλλὰ συνήθως λαμβάνουσι καὶ δύο Ὑπουργεῖα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ ὑποψήφιος Πρωθυπουργὸς συνήθως διεκρίθη, εἴτε διὰ τὴν διπλωματικὴν αὑτοῦ περίνοιαν εἴτε διὰ τὰς γνώσεις περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἢ ἄλλον κλάδον. Καὶ βεβαίως ὁ Πρωθυπουργὸς οὗτος ὁ διακριθεὶς εἰς κλάδον τινὰ θὰ ζητήσῃ νὰ ἐργασθῇ εἰς τὸν κλάδον αὐτὸν ἀναλαμβάνων τὸ σχετικὸν Ὑπουργεῖον. Κατ’ ἐμέ, ἐὰν ἐλάττωμά τι παρουσιάσθη κατὰ τὸ παρελθόν, εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο, ὅτι, εἴτε ἕνεκα ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας ἢ ἕνεκα λόγων κομματικῶν, Πρωθυπουργὸς ἢ Ὑπουργὸς ἀναλαμβάνουσι δύο ἢ καὶ πλείονα Ὑπουργεῖα. Καὶ τοῦτο δὲν ἀποβαίνει βεβαίως πρὸς ὠφέλειαν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐπειδὴ δὲ θεωρῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν παρά τινος ἐργασίαν πλείονα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀνθρωπίνως δύναται νὰ καταβάλλῃ, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἱκανός, μᾶλλον θὰ ἔβλεπον ἀναγκαῖον συνταγματικῶς νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς οἱονδήποτε Ὑπουργὸν ἡ ἀνάληψις δύο Ὑπουργείων. Τοῦτο ἐκ δύο λόγων· πρῶτον, διότι σπανίως θὰ εὑρεθῶσιν ἄνδρες δυνάμενοι ἀληθῶς καὶ ἐπωφελῶς νὰ διευθύνωσι δύο Ὑπουργεῖα, διότι τοῦτο εἶναι ὑπὲρ τὰς δυνάμεις ἑνὸς ἀτόμου, προσθέτω δὲ ὅτι εἶναι τοῦτο ἐπιζήμιον καὶ δι’ ἄλλον λόγον, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ παράδειγμα τὸ σημερινὸν τοῦ ἡμετέρου Πρωθυπουργοῦ, διότι πάντες ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν αὐτὸν ἐξακολουθοῦντα ἐπὶ πολὺ νὰ ἐργάζηται ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς πολλῆς ἐργασίας εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ ὑγεία του νὰ πάθῃ, καὶ ἐκ τούτου δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτὸν ἐργασίαν ὑπὲρ τὰς δυνάμεις αὐτοῦ. Ὥστε ἀντὶ νὰ ζητῶμεν νὰ ἱδρύσωμεν θέσεις, ὁποίας ὑποδεικνύει ἡ συζητουμένη πρότασις, ἐγὼ τοὐναντίον λέγω νὰ ἀπαγορεύσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι εἰς οἱονδήποτε Ὑπουργὸν νὰ ἀναλαμβάνῃ δύο Ὑπουργεῖα.
§188ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα. Καὶ ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τοῦ διορισμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν. Ἂν ἀντελήφθην καλῶς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, δέον οἱ Ὑφυπουργοὶ νὰ πηγάζωσιν ἐκ τῆς Βουλῆς, καί, ἂν τοῦτο οὕτως ἔχει, ὁμολογῶ ὅτι δὲν βλέπω τὴν χρησιμότητα αὐτῶν, διότι ὁ Ὑφυπουργὸς ἔχει σκοπὸν ὡρισμένον, καί, ὅταν μὲν ὑπάρχωσι δύο Βουλαί, ὁ σκοπὸς εἶναι εὐλογοφανής, ὀφείλει νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὸν Ὑπουργὸν εἰς μίαν τῶν δύο Βουλῶν, ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν αἱ δύο Βουλαί, ὡς ἐν Ἑλλάδι, ἡ ἀνάγκη τοῦ Ὑφυπουργοῦ εἶναι νὰ δίδῃ εὐθύνας ἐκεῖ, ὅπου ὁ Ὑπουργὸς ἴσως ἕνεκα ἐλλείψεως γνώσεων τεχνικῶν δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ δώσῃ τοιαύτας. Οὕτω θὰ ἐνόουν ἕνα Ὑφυπουργόν, ὁ ὁποῖος λόγου χάριν θὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὰ δημόσια ἔργα. Γνωρίζομεν ὅτι, ὁσάκις οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔρχονται καὶ ὁμιλοῦσιν ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων, πάντοτε καλύπτονται ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι δὲν ἔχουσι τεχνικὰς γνώσεις. Ὡς ἐκ τούτου θὰ ἐδικαιολογεῖτο ἀναμφισβητήτως ἡ ὕπαρξις ἑνὸς Ὑφυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην τῶν ἔργων τούτων. Ἀλλὰ τότε δὲν δικαιολογεῖται ὁ διορισμὸς αὐτοῦ ἐκ τῆς Βουλῆς· ἀναμφισβητήτως εἶναι ἀνάγκη ὁ Ὑφυπουργὸς οὗτος νὰ εἶναι εἰδικὸν πρόσωπον, νὰ εἶναι π. χ. ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὁ διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων. Καὶ ἐλέχθη ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ διῃρέθη τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἰς δύο, ἀλλὰ διῃρέθη ἡ ὅλη ὑπηρεσία καὶ ἡ εὐθύνη μένει ἀκεραία καὶ κεχωρισμένη διὰ τοὺς διευθύνοντας τὰ δύο τμήματα. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι μεγάλη· εἰς τὴν ὅλην φροντίδα τῆς διοικήσεως προστίθεται ἡ ὑπογραφὴ ἐξ ἑνὸς μέρους τῶν ἐγγράφων, ἐξ ἄλλου ἡ ἀκρόασις τῶν ἐχόντων παράπονα ἐναντίον τῆς ὑπηρεσίας. Ὅλα ταῦτα δύνανται, ὡς γνωστόν, νὰ λείψωσιν ἄριστα δι’ ἄλλου τρόπου, διὰ τῆς ἀναθέσεως εἰς τὸν Γενικὸν Γραμματέα ὅλων αὐτῶν τῶν καθηκόντων, καὶ νὰ μένῃ ἡ εὐθύνη πλήρης τοῦ Ὑπουργοῦ πάντοτε διὰ τὰς διαφόρους ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου. Θὰ ἐνόουν τὸ προτεινόμενον, ἐὰν ἐξηκολουθοῦμεν νὰ ἔχωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δασολογικὸν τμῆμα, τὸ τμῆμα τῶν μεταλλείων, ἅτινα ἐξέρχονται ἴσως τῆς εἰδικότητος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἐνόουν νὰ ἀντιπροσωπεύωνται δι’ ἑνὸς ὑπευθύνου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οἱ κλάδοι οὗτοι, ἀλλ’ ἤδη ταῦτα ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μένει μία ἑνιαία ἐργασία, ἣν ζητοῦμεν νὰ διχάσωμεν ἀντὶ νὰ ἀφήσωμεν ὅλην τὴν εὐθύνην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς καὶ μόνος ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ ἀντιπροσωπεύῃ ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπαναλαμβάνω, ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ ἐργασία ἡ ἀπομένουσα εἶναι πάλιν μεγάλη, ἀλλὰ δύναται νὰ τὸν βοηθήσῃ ὁ Γενικὸς Γραμματεύς, δύναται νὰ διορισθῇ διευθυντὴς εἰς τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεγάλην σημασίαν, ὡς διωρίσθη διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὅλα ταῦτα δύνανται νὰ διορθωθῶσιν ἄνευ τοῦ Ὑφυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος πηγάζων ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ πολλάκις οὐδεμίαν ἔχων πεῖραν ἴσως μᾶλλον θὰ ἦτο ἐνόχλησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τὸν Οἰκονομικῶν ἢ ὠφέλεια. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, κηρύσσομαι ἐναντίον καὶ τῶν δύο προτάσεων.
§189ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ κηρύσσομαι ἀνεπιφυλάκτως ἐναντίος καὶ τῶν δύο προτάσεων καὶ θεωρῶ ὅτι ἀσυναισθήτως παρασυρόμεθα εἰς τὸ νὰ προτείνωμεν προτάσεις τοιαύτας ἐκ τῆς γνώσεως ἣν ἔχομεν τῶν περὶ ἡμᾶς καὶ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἴδωμεν τὰ πράγματα ἡμῶν προαγόμενα, ἐπιλανθανόμενοι τῆς σμικρότητος καὶ τῆς πτωχείας ἡμῶν ἐν παντί. Ἔχομεν καιρὸν νὰ ἀναμείνωμεν προαγωγὴν καὶ τότε θὰ σκεφθῶμεν περὶ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ περὶ Ὑφυπουργῶν. Ηὐξήσαμεν τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὑπουργικοῦ σώματος καὶ ἔχομεν ἤδη ἀντὶ ἑπτὰ Ὑπουργείων ὀκτώ· ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν αὔξησιν ταύτην, ἥτις ἄλλως εἶχε καὶ λόγον κατατμήσεως ὑπηρεσιῶν καὶ βελτιώσεως τῶν κατὰ μέρος ὑπηρεσιῶν, καὶ ἀντὶ νὰ προχωρήσωμεν προώρως ἂς ἐνθυμώμεθα ὅτι εὔκολον εἶναι μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην, ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη, νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλην. Εἰς τὸ ἑξῆς ἡ θύρα τῆς ἀναθεωρήσεως ἔσται ἀνοικτή, καί, ἂν ἀποδειχθῇ τόσον σπουδαία ἡ ἀνάγκη τῶν ὑπηρεσιῶν Ὑφυπουργοῦ καὶ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, εὔκολον θὰ εἶναι ν’ ἀποφανθῇ ἡ τότε Βουλὴ καὶ προκαλέσῃ τὴν ἀναθεώρησιν ὡς πρὸς αὐτήν. Εἰς ἐμὲ φαίνεται, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οἱ Ὑφυπουργοὶ οὐδὲ κἂν φανταζόμεθα σαφῶς ποῖον ἔργον θὰ εἶχον νὰ ἐκπληρώσωσιν. Ἡμεῖς ἐγνωρίζομεν καὶ ἐγνώριζε τὸ Σύνταγμα Ὑπουργοὺς καὶ ὠνομάσαμεν Ὑπουργοὺς ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὡρισμένον ὀργανισμόν, ὀργανισμὸν ἀπὸ τοῦ 1833, ὀργανισμὸν ἀπὸ τοῦ 1840. Λέγοντες Ὑφυπουργὸν ὀνομάζομέν τι ἀόριστον καὶ ἄδηλον καὶ ἄγνωστον, καὶ δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ, οὐδ’ ὑμεῖς δὲ δύνασθε νὰ φαντασθῆτε εἷς ἕκαστος ποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κληθῇ καταλλήλως Ὑφυπουργός, ὅπως πράξῃ τί, ἐντὸς ποίου κύκλου, μετὰ ποίας εὐθύνης, μετὰ τίνος συσκεπτόμενος, οὐδὲ τίνες δεσμοὶ συνεργασίας θὰ συνέχον αὐτὸν μετ’ ἐκείνου, ὃν πιθανῶς, κατὰ τὰς συνθήκας τὰς ὑπαρχούσας, ὁ Ὑφυπουργὸς θὰ προσπαθῇ νὰ ὑποσκελίσῃ, τὸν Ὑπουργὸν λέγω, περὶ οὗ θὰ φρονῇ ὅτι εἶναι κατώτερος αὐτοῦ, ἐνῷ οὗτος ἀδικεῖται, διότι εἶναι μόνον Ὑφυπουργός. Τὸν Πρωθυπουργὸν θέλω, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐπιφανείας μετὰ τῶν συναδέλφων αὐτοῦ. Φρονῶ ἀναγκαῖον νὰ πατῇ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους καὶ νὰ εὑρίσκηται ἐν συνοχῇ στενῇ μετὰ τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, ὡς συνεργάτης αὐτῶν, κάτοχος ἑνὸς τμήματος τοῦ ὅλου ὑπουργικοῦ κύκλου. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἀφαιρεθῇ πᾶσα ἐργασία ἀπ’ αὐτοῦ τιθεμένου οὕτω κατ’ ἐξαίρεσιν ὑπεράνω πάντων τῶν ἄλλων, ὅπως αὐξηθῇ ἡ φυσικὴ ἐκείνη δύναμις, ἥτις παρακολουθεῖ τὸ ἀξίωμα, αὐξηθῇ δὲ καὶ αὐτὸς ὑπερορῶν τοὺς ἄλλους, ἐνῷ πρέπει νὰ εἶναι ὁ συνάδελφος, ὁ βοηθῶν καὶ κατευθύνων αὐτούς, ὡς ὁ συγκεντρῶν τὴν κυβερνητικὴν ἰδέαν. Ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ὁ λίθος ὁ συνέχων τὸ ὅλον τοῦ οἰκοδομήματος καὶ συγκρατῶν αὐτό, ὅστις ἂν ἀφαιρεθῇ, ὅλον τὸ οἰκοδόμημα καταρρέει. Ἡ μετὰ τῶν συναδέλφων συνοχὴ πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη, ἡ δὲ ὑπεροχὴ νὰ προέρχηται ἐκ τῆς θέσεως, ἣν κατέλαβεν, οὐχὶ ὑφαιρεθεὶς ἀπὸ τῆς ἐργασίας, ἀλλὰ κληθεὶς ὑπὸ τῶν ἐκλογέων, οἵτινες εἶναι οἱ ἀρχικοὶ ἐντολεῖς του, ἵνα τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς πολιτικῆς ὀργανώσεως ἐκλεγόμενος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Πρωθυπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου εἶναι Πρωθυπουργός, ὃν φαντάζομαι ἔχοντα ἠλαττωμένην ἀξίαν· φαντάζομαι αὐτόν, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐργατικὸς καὶ ἐπιθυμῇ νὰ μελετήσῃ, φαντάζομαι αὐτὸν μετατιθέμενον εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου νὰ καταναλίσκῃ ἐν ἀργίᾳ περιστοιχιζόμενος ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες τὴν σχολὴν αὐτοῦ ἐπὶ ὑπουργικῆς ἐργασίας θέλουσι καρπωθῆ ὑπὲρ φροντίδων μικροπολιτικῶν. Θὰ εἶναι συγκεντρωτὴς καὶ μεταβιβαστὴς τῶν ἀξιώσεων καὶ ἀπαιτήσεων, τῶν προτάσεων τῶν εὐρυτέρων ἢ στενωτέρων, γενικωτέρων ἢ ἰδιαιτέρων συμφερόντων, θὰ εἶναι ὁ μεταβιβαστὴς αὐτῶν εἰς τοὺς συναδέλφους αὑτοῦ καὶ θὰ μένῃ εἰς αὐτὸν νὰ συνεργάζηται μετ’ ἐκείνων μόνον ἵνα κανονίζῃ ὑποθέσεις τῆς ἐσχάτης συναλλαγῆς. Θὰ μένῃ ἐλεύθερος, διὰ τὸ νὰ μὴ δύναται νὰ καλυφθῇ ἐργαζόμενος ὑπὸ τὰς ἀξιώσεις καὶ τὰς ἐπιθέσεις ὅλου ἐκείνου τοῦ πλήθους, τοῦ εἴτε ἐπισήμου εἴτε ἀνεπισήμου, ὅπερ εἶναι φυσικὸν ὅτι τοὺς ἔχοντας δύναμιν περιστοιχίζει. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω περισσότερα, ἵνα δείξω τὴν γνώμην, ἣν ἔχω ὅτι ἐξ ἐπιθυμίας νὰ αὐξήσωμεν τὴν ἐπιφάνειαν ἡμῶν καὶ προσομοιάσωμεν πρὸς ἄλλους πλουσιωτέρους καὶ μεγαλειτέρους, ζητοῦμεν πράγματα, ἅτινα, ἐνῷ δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας, ὑπενθυμίζουσι τὸν μῦθον τοῦ βατράχου τοῦ θελήσαντος νὰ φθάσῃ τὸν ὄγκον τοῦ βοός. Μὴ ἐξογκώμεθα πλειότερον τοῦ δέοντος, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ πάθωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ εἰς τὸν βάτραχον συνέβη.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κωλυομένων τῶν βουλευτῶν κ. κ. Δ. Κανελλοπούλου καὶ Ν. Βάρθη, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν ἐν Καλαβρύτοις ἐθνικὴν ἑορτήν, ἀντικαθίστανται οὗτοι ὑπὸ τῶν κυρίων Γερασ. Νοταρᾶ καὶ Ἰ. Λούντζη. Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ. Γ. Γαϊτάνου, Ἰ. Ἀβάζου, Κ. Τριγγέτα καὶ Θ. Κοντομιχάλου κλπ. ὑποβάλλεται προσθήκη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 75 τοῦ Συντάγματος ἐκτυπωθησομένη πρὸς διανομήν. (Ὅρα Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν δεκάτην μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Τριανταφυλλᾶκος ἔχει τὸν λόγον.
§192Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἡ προτεινομένη τροποποίησις τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ πολιτεύματος φαίνεται τοσοῦτον εὔλογος, ὥστε ὄχι μόνον ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ προέτεινεν ἀμφοτέρας τὰς τροποποιήσεις καὶ τὸν Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ τοὺς Ὑφυπουργούς, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἀξιότιμοι Βουλευταὶ προέτειναν τὴν μίαν τοὐλάχιστον τροποποίησιν, τὸν Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου. Πλὴν δὲ τούτων καὶ ἡ πολιτικὴ μερίς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη καὶ ἐν σχεδίῳ διένειμε τὰς τροποποιήσεις τοῦ πολιτεύματος ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς κ. Ῥάλλην, ἀμφοτέρας τὰς τροποποιήσεις εἶχε προτείνει. Ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος ἀμφοτέρων, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν καὶ μετὰ τοσοῦτον εὐγλώττους ῥήτορας καλοῦμαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐζήτησα νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καθιερώθη πλέον ὡς κοινοβουλευτικὸς θεσμὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὡς δὲ ἀνεπτύχθη ὁ κοινοβουλευτισμός, εἶναι καὶ θεσμὸς ἀπαραίτητος καὶ χρησιμώτατος. Δι’ αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ ἐπιτυγχάνομεν ἀληθῆ κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πρωτίστως πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ὁμογνωμίαν καὶ ὁμοφωνίαν καὶ τὴν ἁρμονίαν τὴν πολιτικὴν κατὰ τὰ κύρια σημεῖα, ἀποτέλεσμα δὲ τῆς ἁρμονίας τῆς πολιτικῆς εἶναι ἡ ἀλληλεγγύη τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Ὑπουργῶν. Καὶ τούτων ἀμφοτέρων ἐπιστέγασμα ἀπαραίτητον εἶναι ἡ ὕπαρξις ἑνὸς ἀνδρός, ὁ ὁποῖος συγκεντροῖ τὴν πολιτικὴν ἰδέαν τῆς μερίδος, ἣν ἀντιπροσωπεύει, καὶ ὁ ὁποῖος ῥυθμίζει τὸ σῶμα τοῦτο τὸ πολιτικόν, ὅπερ ἀποκαλεῖται Ὑπουργεῖον. Ὁ ἀνὴρ οὗτος ὁ πολιτικὸς κατὰ τοὺς σημερινοὺς καιροὺς δὲν προέρχεται, ὡς παρὰ τοῖς ἀπολυταρχικοῖς πολιτεύμασιν, ἐξ εὐνοίας τοῦ βασιλέως· πολλάκις συμβαίνει νὰ μὴ εἶναι εὔνους καὶ τῷ βασιλεῖ, προέρχεται ἐκ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων καὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐκπροσωπεῖ· πρέπει πρὸ παντὸς νὰ κυριαρχῶσιν, ἂν πρέπει δὲ νὰ κυριαρχῶσι καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ κυριαρχῶσιν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Διὰ τοῦτο οἱ ἡγέται τῶν Ὑπουργείων δὲν δημιουργοῦνται, ἀλλ’ αὐτοδημιουργοῦνται, δὲν εἶναι κατασκεύασμα εὐνοίας ἢ τύχης, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀγώνων, ἐνεργείας κοινοβουλευτικῆς, πρὸ πάντων δραστηριότητος. Ὅπως πάντα ταῦτα συμβῶσιν, ἀπαραίτητον εἶναι ὁ ἡγέτης τῶν πολιτικῶν μερίδων νὰ εἶναι ἄξιος τῆς ἀποστολῆς αὐτοῦ, νὰ ἐκλέγῃ δὲ τοὺς συνυπουργούς του μεταξὺ τῶν ἀρίστων φίλων του. Τότε ὁ Πρωθυπουργὸς μὴ περισπώμενος ὑπὸ φροντίδων, ὅπως συντηρῇ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ τὴν ὁμοφωνίαν, ἔχει πάντοτε τὸν καιρόν, ὅπως ἀσχολῆται εἰς τὰ σπουδαιότερα αὐτοῦ κυβερνητικὰ ἔργα. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ἐν πολιτεύματι κοινοβουλευτικῷ, ἐν αὐτῷ τῷ πολιτεύματι εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωμεν θεσμόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὡς νὰ λέγῃ· Τόλμα, δύνασαι νὰ φθάσῃς εἰς τὰ ἀνώτερα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, διότι ἐκεῖ δύνασαι νὰ εὕρῃς καὶ τὴν ἀνάπαυσιν ἀκόμη. Τοιοῦτος θεσμὸς παρ’ ἡμῖν τουλάχιστον δὲν δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ. Ἀλλαχοῦ ἐπεκράτησε, καὶ ἱστορικοὶ λόγοι ὑπῆρξαν πολλοὶ πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἡ Πολιτεία ὑπὸ τοσοῦτον περιβάλλεται κινδύνων καθ’ ἑκάστην, πρὸ πάντων δὲ οἰκονομικῶν κινδύνων, παρ’ ἡμῖν ὅπου ἡ Πολιτεία ἀκόμη δὲν εἶναι καθεστηκυῖα οὔτε τελείως ἀνεπτυγμένη, συμφέρον ἔχομεν νὰ εἴπωμεν πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὀργῶσι πρὸς τὰ πολιτικὰ ἀξιώματα, ὅτι ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὰ ἀξιώματα ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ εἶναι τόπος ἀναπαύσεως οὐδὲ καθέδρα ἀμερίμνου βίου· τὰ πολιτικὰ ἀξιώματα θὰ εἶναι μεστὰ κινδύνων καὶ συντόνου ἐργασίας ἀπαιτούσης τὴν πλήρη ἀφοσίωσιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προωρίσθησαν νὰ ἀναλάβωσι τοιούτους ἀγῶνα. Εἶναι δὲ τοῦτο τοσοῦτον ἀπαραίτητον, Κύριοι, ὅσον εἶναι ὁ μόνος θεσμός, ὁ ὁποῖος εἶναι δημιούργημα τῆς τελευταίας ἑκατονταετηρίδος καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἐπικρατήσῃ ὅσον ἐπικρατεῖ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· εἶναι ὁ μόνος θεσμός, ὅστις εἶναι ἀνεπίδεκτος διχοτομίας, ἀνεπίδεκτος ἀντιζηλίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ προκόψῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ προκόψῃ ἡ πολιτικὴ μερίς, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τελεία ἀφοσίωσις πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἀντιπροσωπεύει τὴν ἰδέαν τῆς πολιτικῆς μερίδος, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τελεία ἀσφάλεια εἰς τὸ πρόσωπον ἐκείνου, ὅστις προΐσταται τῆς μερίδος τῆς πολιτικῆς. Ἀλλά, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν τὸν Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ νομίζωσιν εὔκολον τὴν ἀνάρρησιν αὐτῶν εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα, ὅταν φρονῶσιν ὅτι ἐκεῖ θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀναπαυθῶσιν. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι τοιοῦτοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα νὰ ζητῶσι. Παρ’ ἡμῖν ὁ Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους εἶναι ὑπόχρεος νὰ φέρῃ τὰ μεγαλείτερα βάρη, εἶναι ὑπόχρεος κατὰ τὰς περιστάσεις νὰ ἀναλαμβάνῃ τὴν διεύθυνσιν ἐκείνου τοῦ Ὑπουργείου ἢ ἐκείνων τῶν Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων φαίνεται ὅτι περιέχουσι τὰς μᾶλλον δυσκόλους ἐργασίας, τὰς μᾶλλον χρησιμωτέρας ἐργασίας, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν εἰς τὴν παροῦσαν κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πάντα τὰ στοιχεῖα περιέχει, διότι καὶ ὁμογένειαν ἔχει καὶ πλειονοψηφίαν κραταιοτάτην, βλέπομεν τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ ἀρχηγὸν μερίδος ἀναλαβόντα ἕνεκα τῶν περιστάσεων δύο συγχρόνως Ὑπουργεῖα, τὰ τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, ἴσως διότι αἱ περιστάσεις εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον πρὸ πάντων ἐπιβάλλουσι τὴν προσοχὴν τῶν κυβερνώντων. Ὅταν ὅμως τὰ πράγματα ταῦτα τακτοποιηθῶσι, θὰ ἴδωμεν ἴσως τὸν αὐτὸν Πρωθυπουργὸν ἐναλλάσσοντα κατὰ τὰς περιστάσεις θέσιν, διότι θὰ ἴδωμεν εἰς τὸ μέλλον τοὐλάχιστον τοὺς Πρωθυπουργοὺς ἡμῶν ἀσχολουμένους ἰδίως εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀποκατάστασιν τῆς χώρας, διότι δὲν εἶναι πρᾶγμα καινόν, οὔτε πρᾶγμα ἀλλότριον πρὸς τὰς βλέψεις ἡμῶν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀσκεῖ τὴν ἐπιρροὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν συνυπουργῶν αὐτοῦ, ἀλλὰ τὴν ἀσκεῖ διὰ τῆς ἀξίας αὐτοῦ, διὰ τῆς ὑπεροχῆς αὐτοῦ, ἐν δὲ τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ βεβαίως συμβαίνει πολλάκις νὰ ἀναπτύσσωνται γνῶμαι διάφοροι ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ οἱ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ παύσωσι νὰ εἶναι Ὑπουργοί, ὅταν διαφωνῶσι πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν, κατὰ τὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν· ἐὰν δ’ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων διαφωνῶσι, θέλουσιν ὑποκύψει ἀσπαζόμενοι τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ὑπουργείου, ἐνώπιον δὲ τοῦ πολλοῦ κοινοῦ παρίσταται καὶ πρέπει νὰ παρίσταται χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς ἀνωτάτης ἀρχῆς τοῦ Κράτους τελείως ἐν ὁμοφωνίᾳ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τοιαύτη νὰ εἶναι ἡ μορφὴ τῆς Κυβερνήσεως παρ’ ἡμῖν τοὐλάχιστον, ἐὰν παραδεχθῶμεν Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ὁ Πρωθυπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου θέλει πάθει ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ θὰ ὑποπέσῃ εἰς τὰ σκώμματα τῆς κοινῆς γνώμης ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῶν κοινῶν καὶ διὰ τοῦτο οὐδεμίαν ἀνέλαβεν ἐργασίαν, οὐδὲν ἀνέλαβεν Ὑπουργεῖον, ἢ ἡ κοινωνία θὰ νομίσῃ ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον· ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπηλλάγη μὲν τῶν ἐργασιῶν τῆς διοικήσεως, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ συγκεντρώσῃ ἐν ἑαυτῷ ἄλλας ἐργασίας, τὰς ὁποίας τοσοῦτον ἐπιδεξίως καὶ τοσοῦτον εὐλόγως ὑπέδειξεν ὁ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας ἀξιότιμος Βουλευτής, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἀπηλλάγη τῶν φροντίδων τῆς ἐργασίας τῆς διοικήσεως, ὅπως ἀσχολῆται εἰς ἄλλα ἔργα, εἰς τὴν συμφιλίωσιν τῶν ἐριζόντων πολιτικῶν αὐτοῦ φίλων. Ἀλλά, εἴτε τὸ ἓν εἴτε τὸ ἕτερον νομίσῃ ἡ κοινωνία, τὸ γόητρον τῆς ἀρχῆς θὰ μειωθῇ, ἡ δὲ Κυβέρνησις θὰ παρίσταται ἠλαττωμένη πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ τὰ ἀξιώματα, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἀνήκουσιν εἰς ἡμᾶς, ἀνήκουσιν εἰς τὴν Πολιτείαν, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν πᾶσαν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίζωμεν, ὅπως τὰ ἀξιώματα ἵστανται εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ ἡ πειθαρχία ἡ πολιτικὴ ἐπιβάλλουσιν. Ἔχομεν δὲ παραδείγματα ἐν τῷ παρελθόντι τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἐνεποίησαν εἰς ἡμᾶς τότε ὀδυνηροτάτην ἐντύπωσιν, ἔχομεν παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἡτοιμάζοντο μεταβολαὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ μεταβολαὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲν ἐξετελοῦντο, ἡ δὲ κοινωνία παρηκολούθει ὄχι μετ’ ἀγωνίας, ἀλλὰ μετὰ οἴκτου καὶ στενοχωρίας βλέπουσα τὰ ἀξιώματα τῶν Ὑπουργῶν εἰς τοιοῦτον τρόπον ἐκπίπτοντα. Καὶ τότε ἔλαβον τὸ θάρρος ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς αὐτῆς θέσεως νὰ εἴπω τὰς αὐτὰς λέξεις πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ ἀξιώματα τῶν Ὑπουργῶν εἶναι ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξευτελίζῃ ταῦτα, προεῖπον δὲ τότε ὅτι θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς ἕως ὅτου τὰ κατεξευτελιζόμενα ἀξιώματα ἀναλάβωσι τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα νὰ δίδωνται οὐχὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ πρὸς εὔνοιαν, ἀλλ’ ὡς ἔπαθλον πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ ἄριστα λέγουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀγωνιζόμενοι. Εἶμαι λοιπόν, Κύριοι, ἕνεκα τούτων τῶν λόγων κυρίως ἐναντίος ἐντελῶς πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς ὑπάρξεως Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἀλλ’ ὅμοιαι σκέψεις μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ταχθῶ ἐναντίος καὶ πρὸς τὴν ἑτέραν τροποποίησιν τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν. Τὰ αὐτὰ θέλουσι συμβῆ καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, διαγκωνισμὸς θὰ γίνεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐὰν τοὺς Ὑφυπουργοὺς λάβωμεν ἐκ τῶν πολιτευομένων, τίς διὰ κολακείας τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ἢ δι’ ἄλλων μέσων εὐνοίας τῶν Κυβερνήσεων νὰ καταλάβῃ τὰ ἀξιώματα τῶν Ὑφυπουργῶν, μεταξὺ δὲ τῶν Ὑφυπουργῶν καὶ Ὑπουργῶν οὐχὶ σπανίως θὰ ἴδωμεν τότε ἔριδας ἀναπτυσσομένας, φιλοτιμίας ἀναπτυσσομένας μικράς. Εἶναι, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ τουλάχιστον ὄχι μόνον τολμηρόν, ὄχι μόνον πολυτελές, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπικίνδυνον κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν νὰ ἐπιχειρήσωμεν τοιαύτην τροποποίησιν. Ἴσως ἡ μετὰ τοσούτου πόνου πατριωτικοῦ λεχθεῖσα ἰδέα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Νέγρη ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶσθαι ἕκαστος Ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ ἓν μόνον Ὑπουργεῖον, ἴσως θὰ ἦτο μία σκέψις, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν τῷ πολιτεύματι, ἀλλὰ καλὸν θὰ ἦτο νὰ τεθῇ ἐν τῇ καρδίᾳ τῶν ἑκάστοτε Πρωθυπουργῶν τοῦ Κράτους, ὅπως τὴν ἐφαρμόζωσιν. Τοιαῦται εἶναι αἱ σκέψεις, κύριοι Βουλευταί, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Συντάγματος κατὰ τοιαύτην πλειονοψηφίαν, ὥστε ἐλάχιστοι ὑπῆρξαν οἱ μειονοψηφήσαντες. Ὀφείλω δὲ νὰ προσθέσω μετὰ πολλῆς χαρᾶς, ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος ἡμῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν ἐναντίαν γνώμην, οὐ μόνον μετεπείσθη, ἀλλ’ ἔγινε καὶ ὁ ἐνθερμότερος συνήγορος τῶν τοιούτων ἰδεῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν καὶ ἐγὼ μετὰ τόσους ἄλλους τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τοῦ Κράτους νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἀναγραφὴν διατάξεως, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι ὠφέλιμος διὰ τὴν χώραν, ἀλλ’ εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ εἶναι πολὺ ἐπιβλαβής, διότι εἶναι δυνατόν, ὡς προεῖπον, νὰ γεννήσῃ καὶ ἐπιθυμίας οὐχὶ τοσοῦτον χρησίμους διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ παρεξηγήσεις πολλάς. (Χειροκροτήματα).
§193Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα, κύριοι Βουλευταί, ἐξηντλήθη· ὀλίγα θὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς μᾶλλον πρὸς δικαιολογίαν τῆς ψήφου μου. Ἤκουσα ἀληθῶς μετὰ μεγάλης προσοχῆς ὅλων ἐκείνων, οἵτινες ὡμίλησαν ἐκ τοῦ βήματος τούτου. Ὁμολογῶ δὲ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶμαι ἐναντίος καὶ πρὸς τὰς δύο προτάσεις, τουτέστι πρὸς τὴν δημιουργίαν καὶ τῶν δύο θέσεων, Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ Ὑφυπουργῶν. Παρηκολούθησα δὲ μετ’ ἰδιαιτέρας προσοχῆς πάντας ἐκείνους, ὅσοι ὡμίλησαν περὶ πλεονεκτημάτων τῶν δύο τούτων θέσεων, τὰς ὁποίας θέλουσι νὰ θεσπίσωσιν. Εἶμαι ἠναγκασμένος ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οἱ συνήγοροι τῶν προτάσεων τούτων δὲν μὲ ἔπεισαν· τοὐναντίον δ’ ἐκράτυναν παρ’ ἐμοὶ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς εἶχον, ὅτι δηλ. τὰ πλεονεκτήματα τῶν δύο τούτων ὑπουργημάτων εἶναι τόσον ὀλίγα καὶ ἀσήμαντα, ὥστε ἀναιροῦνται καὶ καταστρέφονται καὶ ἐκμηδενίζονται ἐντελῶς ἀπέναντι τῶν μειονεκτημάτων, ἅτινα παρουσιάζουσιν. Ἤκουσα, ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου ἐθεσπίσθη καὶ εἰς διάφορα ἄλλα Κράτη· ἀλλά, μολονότι καὶ εἰς ἐκεῖνα ἐθεσπίσθη, ἐν τούτοις οὐδέποτε μέχρι τοῦδε ἐφηρμόσθη. Πρό τινων ἡμερῶν ἀνέγνωσα, ὅτι μεταξὺ τῶν νεωτέρων Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἐσχάτως ἐδημιούργησαν χάρτας συνταγματικούς, ἡ Περσία, ἂν δὲν πλανῶμαι, ἐδημιούργησε τοιοῦτον θεσμόν. Δὲν γνωρίζω ὅμως ἂν ἐκεῖ ὁ Πρωθυπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου εὐδοκιμεῖ, καὶ κατὰ πόσον ὁ λαὸς ἐκεῖνος εὑρίσκεται εὐχαριστημένος ἐκ τούτου. Τὸ νὰ θέλωμεν νὰ μεταφυτεύσωμεν καὶ ἐν τῇ Ἑλλάδι τοιούτους θεσμούς, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὠφέλιμον, ἀλλ’ οὔτε σύμφωνον καὶ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπεστήριξάν τινες, ὅτι διὰ τῆς δημιουργίας Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου θέλομεν ἀπαλλάξει τὸν ἑκάστοτε Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τοῦ μεγάλου βάρους τῆς διευθύνσεως ἑνὸς τῶν Ὑπουργείων καὶ θέλομεν παράσχει οὕτως εἰς αὐτὸν πᾶσαν τὴν ἄνεσιν, ἵνα ἀσχολῆται εἰς ζητήματα γενικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχουσιν ὅμως ἆρά γε δίκαιον οἱ ταῦτα λέγοντες; Δὲν θέλω ν’ ἀνατρέξω εἰς ἄλλα παραδείγματα· ἀλλ’ ἀρκεῖ καὶ μόνον νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ παράδειγμα τὸ σημερινὸν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις τόσον φιλοτίμως διευθύνει δύο ἐκ τῶν μεγαλειτέρων Ὑπουργείων, χωρὶς βεβαίως νὰ παραμελῇ ἕνεκα τούτου καὶ τὰ γενικὰ ζητήματα. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ μόνον εἶναι ἀκριβῶς ἱκανὸν νὰ πείσῃ πάντας ὑμᾶς, καὶ ἰδίᾳ ἐκείνους, οἵτινες φρονοῦσιν ὅτι ἔχει πλεονεκτήματα ὁ θεσμὸς τῆς δημιουργίας τοιαύτης θέσεως, νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἰδέας των ταύτης. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, τὴν δημιουργίαν Ὑφυπουργῶν, τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ δύο ἀπόψεις, ὑπὸ τὴν ἄποψιν τὴν πολιτικὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἄποψιν τὴν διοικητικήν. Ἐὰν λάβωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν διοικητικὴν ὄψιν τοῦ ζητήματος, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἀνεπτύχθη ἐντεῦθεν, ὅτι καὶ οἱ Ὑφυπουργοὶ πρέπει νὰ λαμβάνωνται ἐκ τῆς Βουλῆς, θὰ ἔχωμεν συγχρόνως προϊσταμένους καὶ ὑφισταμένους διοικητικῶς καὶ ἴσους πολιτικῶς, θὰ ἴδητε δὲ ὁποία πολλάκις διαφορὰ θὰ ὑπάρχῃ καὶ ὁποία σύγχυσις ἀπέναντι εὐθυνῶν. Ἐνθυμεῖσθε πρόσφατον περιστατικὸν ἐνταῦθα. Ὑπουργὸς παρουσιάσθη καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ἠξεύρει ποίαν γνώμην ἔχει ὁ Νομικὸς Σύμβουλος ἐπὶ ὡρισμένου θέματος. Φαντάζομαι τί θὰ γίνηται, ὅταν δημιουργήσωμεν Ὑφυπουργοὺς καὶ ἀναμένωμεν τί φρονεῖ ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ Ὑφυπουργὸς ἐπὶ ἑκάστου θέματος, ποία ἀνωμαλία θὰ παρουσιάζηται διὰ τὴν τυχὸν τοιαύτην ἢ τοιαύτην εὐθύνην. Δὲν θέλω, κύριοι Βουλευταί, ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περισσότερον· μόνον εἰς ἓν σημεῖον θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν. Ὅπως βλέπετε εἰς τὰς κατόπιν ἐρχομένας μεταρρυθμιστικὰς προτάσεις τοῦ Συντάγματος, τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως, προτείνεται, ἵνα ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν τοῦ τόπου μας περιορισθῇ, καὶ πολὺ ὀρθῶς πρέπει νὰ περιορισθῇ. Ἀλλά, ἂν δημιουργήσωμεν Ὑφυπουργούς, τότε τί θὰ παρουσιάζηται; Κατὰ τὸ νέον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν—καὶ τὴν πρότασιν ταύτην περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν εὑρίσκω, εἶπον, ὀρθοτάτην καὶ μετ’ ἐμοῦ, ὡς νομίζω, καὶ ἡ κοινὴ γνώμη ἀποδέχεται αὐτήν—, θὰ ἀπαρτίζηται ἡ ἀπαρτία ἀπὸ τὸ ¼ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Θεσπιζομένων τῶν θέσεων τῶν Ὑφυπουργῶν, οἵτινες θὰ λαμβάνωνται καὶ αὐτοὶ ἐκ τῶν Βουλευτῶν, θὰ ἔχωμεν ὀκτὼ Ὑπουργοὺς καὶ ὀκτὼ Ὑφυπουργοὺς, τουτέστι τόσον περίπου ἀριθμόν, ὅσος κατὰ τὸ νέον Σύνταγμά μας θὰ ἀπαιτῆται, ἵνα ὑπάρχῃ ἀπαρτία. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων θὰ κινδυνεύσῃ ν’ ἀπαρτίζηται ἀπὸ τοὺς Ὑπουργοὺς μόνον καὶ τοὺς Ὑφυπουργούς. Αὐτὸ καὶ μόνον ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της ἡ Βουλή, φρονῶ ὅτι δὲν θέλει ἀποδεχθῆ τὰς προτάσεις ταύτας, τὰς ἄλλως καὶ μὲ νέα οἰκονομικὰ βάρη μελλούσας νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χώρας ἡμῶν, τοὐναντίον δὲ ἔργον δικαιοσύνης ἀπέναντι τοῦ λαοῦ θέλει πράξει, ἐὰν ἀποκρούσῃ αὐτάς.
§194ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχων γνώμην ἐναντίαν καὶ ὡς πρὸς τοὺς δύο προτεινομένους νεωτερισμοὺς τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ τοῦ Ὑφυπουργοῦ, ὀφείλω νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις. Τὴν γνώμην ταύτην τὴν ἔχω σχηματίσει πρὸ πολλοῦ, τὴν ἔχω σχηματίσει εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀνόρθωσις εἰργάζετο πρὸς μεταβολήν, καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν πολλὰ τοιαῦτα ζητήματα συνεζητοῦντο. Ἐκηρύχθην τότε ἐναντίος προκειμένου λόγου περὶ τοῦ σχηματισμοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας, ὡμίλησα εἰς δημοσίαν συνάθροισιν καὶ ἔγραψα κατὰ τοῦ σχηματισμοῦ Ὑπουργείου Γεωργίας ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν μικροτέραν ἀγάπην ὅσον ἀφορᾷ τὴν γεωργικὴν παραγωγήν, εἶχον ὅμως τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ τὰ τῆς γεωργίας, ὅπως καὶ ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς διοικήσεως, δὲν χωλαίνουσι, διότι οἱ ὦμοι τῶν οἰκείων Ὑπουργῶν εἶναι παραβεβαρημένοι, εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι ἀλλοῦ κεῖται ἡ ἀφορμή, ὅτι ἡ ἀφορμὴ κεῖται εἰς τὸ κακὸν σύστημα, ὅτι ἡ ἀφορμὴ κεῖται εἰς τὸ ὅτι ἡ δραστηριότης τῶν Ὑπουργῶν δαπανᾶται ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ. Διατί, Κύριοι, σήμερον νὰ ἀλλάξω γνώμην, προκειμένου ἀντὶ ἑνὸς νὰ προστεθῶσιν ἑπτὰ νέοι Ὑπουργοί; Σήμερον μάλιστα, ὁπότε ἐλπίζομεν καὶ εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι μεταβολὴ πράγματι ἐπῆλθε, σήμερον ὑπάρχει εἷς λόγος περισσότερος νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ ὑπάρχοντα, νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τὸν ὁποῖον ἔχομεν τῶν Ὑπουργείων, διότι τὸ ζήτημα δὲν ἦτό ποτε ζήτημα ὀργανισμοῦ, ἀλλ’ ἦτο, ὡς εἶπον, ζήτημα καλῆς θελήσεως. Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, ὁ θεσμὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ἀσφαλέστερον ἀπὸ τὸν θεσμὸν τῶν Ὑφυπουργῶν; Ἀμφότεροι ὑποθέτουσιν ἀνακούφισιν ἀπὸ ὑπηρεσιῶν, διότι οἱ ὦμοι τῶν Ὑπουργῶν δὲν ἀντέχουσιν εἰς τὰ σημερινὰ βάρη, ὅπερ εἶναι ἐξ ἴσου ἀποκρουστέον καὶ εἰς τὴν μίαν περίπτωσιν καὶ εἰς τὴν ἄλλην. Ἤκουσα τὰ ἐγκώμια, τὰ ὁποῖα πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων ἔπλεξαν τοῦ θεσμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, καὶ βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ εἶχον λόγον νὰ μὴ συμμερισθῶ τὸν θαυμασμόν των, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ θεσμοῦ εἰς ἄλλα Κράτη, ὅπου τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα εἶναι ἀλήθεια, καθόσον, ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθ’ ἡμᾶς, τῇ ἀληθείᾳ δὲν ἔχομεν ἀφορμὴν νὰ θαυμάζωμεν τὴν ὁσημέραι αὔξουσαν δύναμιν τῶν Πρωθυπουργῶν μας, ἵνα κηρυχθῶμεν ὑπὲρ τῆς παγιώσεως αὐτῆς. Ἂν ἄλλως εἶχε τὸ πρᾶγμα, ἂν αὕτη ἦτο εὐεργετική, δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὸ σημεῖον, ὅπου ἐφθάσαμεν, θὰ ἤμεθα καὶ ἡμεῖς εὐνοούμενον Κράτος καὶ δὲν θὰ ἦτο χρεία τῆς ἐξεγέρσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ μίαν μεταβολήν, καὶ τοῦτο δι’ οὐδὲν ἄλλο βέβαια ἢ διότι δὲν μᾶς ἔσῳζον οὔτε Πρωθυπουργοὶ οὔτε κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐδοκιμάσαμεν, Κύριοι, τὰ ἀγαθὰ αὐτὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὅπως ἕως τώρα τοὐλάχιστον ἐλειτούργησε παρ’ ἡμῖν, καὶ εἴδομεν ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ προχωρήσωμεν μὲ αὐτὸ καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο μεταβολή, ὥστε τώρα ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ ἡ μεταβολὴ αὕτη θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ θὰ καρποφορήσῃ, ὥστε θὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς ἐζήτησεν, ὅπως ἐλπίζομεν, ὅπως εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι θὰ συμβῇ, καὶ τότε ὅλα τὰ περὶ Ὑφυπουργῶν καὶ τὰ περὶ Πρωθυπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου περιττεύουσιν, ἢ ἄν, ὃ μὴ γένοιτο, ἀπειλώμεθα ἀπὸ μίαν παλινόρθωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ παρελθόντος, ἂν εἶναι δηλ. δυνατὸν τὸ παρελθὸν αὐτὸ νὰ ἐπανέλθῃ, πάλιν βεβαίως δὲν θὰ ἀλλάξῃ μεθόδους διὰ νὰ μᾶς κυβερνήσῃ καλλίτερον, μόνον διότι θὰ τῷ δώσωμεν ἕνα Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ ἑπτὰ Ὑφυπουργούς. Ἀκόμη προσθήκη μερικῶν βδελλῶν εἰς τὸ σῶμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ θὰ εἶναι τὸ τοιοῦτον καὶ τίποτε περισσότερον. Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, Κύριοι, δὲν περιμένει νὰ ἀκούσῃ ἀπὸ ἡμᾶς σήμερον ὅτι σκεπτόμενοι περὶ τῆς βελτιώσεως τῶν κοινῶν τοῦτο μόνον εὕρομεν, εὕρομεν δηλ. ὅτι ἀφορμὴ τοῦ κακοῦ ἦτο ὑπερκόπωσις τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ μοιράσωμεν τὰ Ὑπουργεῖα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, ὁ λαὸς περιμένει παρ’ ἡμῶν ζωτικώτερα πράγματα, περιμένει νὰ ἴδῃ μεταβολάς, ἀπὸ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς τὴν καταπολέμησιν τῆς κακοδιοικήσεως καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ τὴν γεωργικὴν καὶ βιομηχανικήν, ἐν γένει εἰς τὴν πρόοδόν του. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα περιμένει ἀπὸ ἡμᾶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὰς δὲ συνταγματικὰς μεταβολὰς τὰς θέλει βέβαια καὶ αὐτάς, ἀλλ’ ὑπὸ τύπον γενικώτερον, διὰ σκοπὸν ὑψηλότερον, τὸν τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν ὑπηρεσιῶν κατὰ τῶν ἐφόδων τοῦ κομματισμοῦ, ὄχι ὑπὸ τὸν τύπον ἐπαυξήσεων τῶν Ὑπουργείων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχομεν νὰ ὠφεληθῶμεν τίποτε, ὡς προεῖπον, ἐὰν τὰ πράγματα μείνωσιν ὡς ἔχουσιν, ἔχομεν μάλιστα νὰ ζημιωθῶμεν καὶ θὰ ζημιωθῶμεν τῳόντι ὑλικῶς, ἐὰν τὰ πράγματα δὲν βελτιωθῶσιν, ὥστε νὰ μείνῃ ἡ προσθήκη τῆς δαπάνης καὶ τίποτε περισσότερον. (Χειροκροτήματα).
§195Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα θεωρητικῶς· ἔρχομαι ὅμως πρακτικῶς, πρακτικῶς δ’ ἐν ἔργοις καὶ ὄχι ἐν λόγοις. Εἰς ὅλον τὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον παρακολουθῶ ὅλους τοὺς πολιτευομένους,— καὶ ἠκολούθησα πάντοτε ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν γνώμην μου ἐνόμιζον ὅτι θὰ βαδίσωσι καλλίτερον—παρετήρησα ὅτι, ἐφ’ ὅσον εἴμεθα ἐκτὸς τῆς ἀρχῆς, εἴμεθα ἐλεύθεροι καὶ παρακολουθοῦμεν τοὺς φίλους μας καὶ προσπαθοῦμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναλαμβάνωμεν περισσοτέρας ὑποχρεώσεις καὶ ὁμιλοῦμεν πρὸς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους, καὶ ἀναλαμβάνομεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὰ βάρη τῶν φίλων μας, διὰ νὰ τοὺς ἐνισχύωμεν εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον· ἀφοῦ ὅμως ἀναλάβωμεν τὸ χαρτοφυλάκιον, ἀρχίζει ἡ πληθώρα τῶν διαφόρων ἀπαιτήσεων καὶ τῶν διαφόρων παρουσιάσεων. Ὁ Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος ἔχει κάτι τι εἰς τὸ μυαλό του, τὸ πρωὶ σηκώνεται καὶ εὑρίσκει κουστωδίαν ὁλόκληρον.—Κύριε Πρόεδρε, δὲν μᾶς ἔκαμες αὐτό.—Ναί, θὰ φωνάξω τὸν κ. Ὑπουργόν! Ὁ Πρωθυπουργὸς λοιπὸν κατὰ τὴν γνώμην μου ἔπρεπε νὰ φορῇ γκέτες, νὰ φορῇ ἕνα σακκάκι ἀπὸ ἐκεῖνα ποῦ πηγαίνουν εἰς τὸ κυνῆγι καὶ νὰ καταδιώκῃ καὶ νὰ ἐπιδιώκῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνακαλύψῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τυχὸν δὲν κάμνουσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κάμνουν, ἀφοῦ εἶναι τεταγμένοι διὰ νὰ τὸ κάμουν. Τί γίνεται λοιπόν; Ἀποτυγχάνει ὁ Πρωθυπουργός· ἀποτυγχάνει, διότι κλείεται εἰς τὸ δωμάτιόν του· τὸ πρωὶ λαμβάνει μίαν πρόσκλησιν, διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ παλάτι· τὴν ἄλλην ἡμέραν τὸ πρωὶ τὸν καλεῖ ὁ τάδε εἰς τὸ τραπέζι· τὸ βράδυ εἰς τὸ soirée. Τὸ Κράτος τί γίνεται, παρακαλῶ; (Χειροκροτήματα). Δὲν χρειάζονται χειροκροτήματα· τὰ πράγματα χρειάζονται. Λοιπὸν ἠξεύρετε τί ἐνόμιζον; ἐνόμιζον ὅτι, ἂν ἤμην ποτὲ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θὰ παρηκολούθουν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀνελάβετε σεῖς, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἐζητοῦσα νὰ ἔχω ὅλας τὰς ἐνδυμασίας, διὰ νὰ παρουσιάζωμαι παντοῦ καὶ πάντα, διὰ νὰ βλέπω ἂν ἐκτελοῦνται πάντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀνέλαβον καὶ διέταξα νὰ γίνουν. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι ἐφέρετε τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν· τί θὰ κάμῃ αὐτή; Ὅταν ἐγὼ θὰ σηκωθῶ κάποτε νὰ ὑπάγω μόνος μου νύκτα ἐν σκότει, ἔξαφνα, νὰ ἰδῶ τί γίνεται, θὰ ἔχω γνῶσιν τί συμβαίνει εἰς τὴν Πολιτείαν; Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ὅσον ἠμπορεῖ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μένῃ ἐλεύθερος νὰ ἠμπορῇ νὰ βλέπῃ τὰ πράγματα, νὰ βλέπῃ δὲ καὶ τοὺς Ὑπουργούς. Ἐσηκώθην νὰ ὑπάγω εἰς τὸν Ναύσταθμον, ἐζήτασα τὰ πράγματα καὶ εἶδον τί συμβαίνει εἰς τὸν Ναύσταθμον; Τίποτε. Γίνεται τίποτε; Ὄχι. Διατί δὲν γίνεται; Διότι δὲν ἐπῆγε κανεὶς ἀπὸ τοὺς Πρωθυπουργοὺς νὰ βάλῃ ἐκεῖ τὸ ’μάτι του καὶ νὰ ἰδῇ τί γίνεται. Τώρα αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι ἀφῃρημένον δὲν εἶναι συγκεκριμένον, ἐν καιρῷ θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὰ συγκεκριμένα. Ἐγὼ λέγω, Κύριοι, ὅτι ὁ θεσμὸς τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου δὲν εἶναι σωστός, ἀλλ’ εἶναι σωστὸν ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ εἶναι ἐλεύθερος, ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἀναθέτων εἰς ἄλλον Ὑπουργὸν τὴν ἐργασίαν του, ὁ θεσμὸς νὰ μὴ προσδιορίσῃ εἰς ποῖον, νὰ ἔχῃ Ὑφυπουργόν, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Πρωθυπουργός, ἂν νομίζῃ ὅτι δύναται νὰ φέρῃ ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν ἕνα καλὸν λογιστήν, νὰ τὸν θέσῃ ἐκεῖ μὲ μισθὸν καὶ νὰ μὴ δύναται κανεὶς νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Οἱ δὲ Ὑπουργοὶ νὰ καθίσουν εἰς τὸ γραφεῖόν των νὰ ἐνεργοῦν ὅπως πρέπει τὴν ἐργασίαν των, νὰ ἀποδίδουν δὲ τὸ δίκαιον ὄχι διὰ τῶν Βουλευτῶν, διότι σήμερον οὕτως ἐκτελεῖται ἡ ἐργασία, ἀλλὰ νὰ καθορίσουν, ὥστε ἕκαστος ὑπάλληλος τὸ βράδυ, ἂν δὲν ἐτελείωσε τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἀνέθεσεν ὁ Ὑπουργός, νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ καλὸς ὑπάλληλος καὶ νὰ ἀπολυθῇ. Σεῖς δέ, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅπου ἀνελάβετε αὐτὸ τὸ βαρὺ ἔργον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον σᾶς ἀκολουθῶμεν χωρὶς ὅμως καὶ νὰ εἴμεθα ἰδικοί σου...
§196Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶσαι φίλος ἄνευ χαρτοφυλακίου (ἱλαρότης).
§197Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Μάλιστα. Ἡμεῖς λοιπὸν καθήμεθα ἀπ’ ἔξω καὶ θὰ σὲ παρακολουθῶμεν μέχρι τέλους, ἀλλὰ δὲν θὰ εἴμεθα ἰδικοί σου, διότι θέλω νὰ εἶμαι ἐλεύθερος νὰ σοὶ λέγω ὅτι δὲν ἔκαμες καλά. (Ἱλαρότης). Λοιπόν, ἂν ὅλοι οἱ Πρωθυπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν τὸ ἐχρειάσθησαν ἐδῶ, ἂν θέλῃς ἐδῶ νὰ κάμῃς κάτι τι, ὅπως θέτεις ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ τὸν Ὑπουργόν σου τῆς Δικαιοσύνης, οὕτω νὰ θέσῃς ζήτημα ἐμπιστοσύνης καὶ διὰ τὸ ζήτημα τοῦ βοηθοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, μὲ τὸν ὅρον νὰ μὴ κάμητε ἄλλον Ὑπουργόν, ἀλλὰ νὰ δύναται ὅπως θέλει ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἀναθέτῃ τὸ χαρτοφυλάκιόν του εἰς ἄλλον Ὑπουργὸν καὶ νὰ μεταβαίνῃ αὐτὸς ὅπου νομίσῃ ἀναγκαῖον. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλα. (Χειροκροτήματα).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀκρίδας ἔχει τὸν λόγον.
§199Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν τῶν τόσων ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν τόσον διακεκριμένοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς ἤκουσα, πρόκειται νὰ ἐπακολουθήσῃ ψηφοφορία, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Εἶμαι ἐναντίον καὶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ τοῦ Ὑφυπουργοῦ. Ἐκτὸς τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλάβω, εἶναι καὶ ὁ λόγος ὁ οἰκονομικός. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ δείξωμεν εἰς τὰς ἁπλᾶς μεταγενεστέρας Βουλὰς ὅτι πρέπει νὰ σέβωνται τὴν διάθεσιν καὶ ἑνὸς ὀβολοῦ ἀκόμη. Τουλάχιστον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν εἴμεθα τυχάρπαστοι, τοιαύτην ἐντολὴν ἔχομεν ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς ἡμῶν, νὰ περιορίσωμεν πᾶσαν δαπάνην περιττήν, ἵνα εἴμεθα τὸ παράδειγμα εἰς τοὺς μεταγενεστέρους. Δὲν νομίζω ὅτι Ὑφυπουργὸς θὰ φέρῃ καμμίαν βελτίωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν οἰκονομικῶν, ἂν ἔχωμεν δηλαδὴ δύο ὑπευθύνους. Ὅσον περισσοτέρους ἔχομεν, τόσον δυσκολώτερον εἶναι νὰ εὕρωμεν τὸν ὑπεύθυνον, μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι θὰ εἴμεθα ἐντολοδόχοι ἑνὸς τῶν ἀρχηγῶν τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ἂν νομοθετήσωμεν θέσιν Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Εἶναι γνωστὸν τουλάχιστον ὅτι εἷς τῶν ἀρχηγῶν τῶν παλαιῶν κομμάτων εἰς τοῦτο ἐνασμενίζεται, νὰ μὴ ἔχῃ ποτὲ θετικὴν ὡρισμένην ἐργασίαν.
§200ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος;
§201Ι. ΑΚΡΙΔΑΣ. Ὁ κ. Θεοτόκης. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ τὸ εἴπω. Ὀφείλω λοιπὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου, ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα φειδωλοὶ εἰς τὰ τοιαῦτα ἀξιώματα, διότι ἀπαιτοῦσι δαπάνας, ἔχομεν δὲ μεγίστην ἀνάγκην οἰκονομιῶν.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλέργης.
§203Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§204ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὸ προσχέδιον τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, τὸ ὑποβληθὲν ὑφ’ ἡμῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐπρονοεῖτο, ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος προστεθῇ ὡς τελευταία πρότασις, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῇ καὶ ἄνευ εἰδικοῦ χαρτοφυλακίου. Ὅτε χθὲς ἠρχίσαμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν κατ’ ἄρθρον τοῦ δευτέρου κεφαλαίου τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιμείνωμεν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Δὲν τὸ ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον, ἀφ’ ἑνὸς διότι ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγματικῆς παρετήρησα ὅτι οἱ πολλοὶ ἀπέστεργον τὸ ἄρθρον τοῦτο. Θὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἔδιδον τὸ καλὸν παράδειγμα τῆς παραιτήσεως καὶ τῶν γνωμῶν ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν χάριν τῆς ταχυτέρας ἐκπεραιώσεως τῶν ἐργασιῶν μας. Τόσον σπουδαῖον ἐθεωρήσαμεν τοῦτο, ὥστε ἐνομίσαμεν ὅτι ἐν τοῖς κυριωτάτοις ἐπεβάλλετο καὶ τοῦτο, νὰ παραιτώμεθα τῶν γνωμῶν ἡμῶν ἀποφεύγοντες τὴν συζήτησιν ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν ἱκανὰ νὰ προκαλέσωσι πολλὴν συζήτησιν. Βεβαίως δὲν θὰ ἐπροτιμῶμεν νὰ θυσιάσωμεν τὰς γνώμας ἡμῶν ἐπὶ σπουδαίων θεμάτων, ἀλλὰ δὲν διστάζω νὰ διακηρύξω ὅτι ὅπου δὲν ἐπρόκειτό τι καίριον, θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ τὰς θυσιάσωμεν θεωρῶν ὅτι ἡ ταχεῖα περάτωσις τῶν ἐργασιῶν μας εἶναι καίριον ἔργον. Ἐν τούτοις δὲν κατωρθώθη νὰ κερδισθῇ χρόνος, διὰ νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω. Μία ὁλόκληρος συνεδρίασις ἤδη, καὶ πέρα τῆς μιᾶς, μία καὶ ἡμίσεια σχεδὸν κατηναλώθη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31. Ἀφοῦ δὲ ἅπαξ ἡ πρότασις αὕτη ἔγινεν ἀντικείμενον συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω ὅτι δὲν διστάζω νὰ ταχθῶ μὲ τὸ μέρος τῶν ὀλιγωτέρων, οἱ ὁποῖοι παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μὲ ἐκείνους δηλαδή, οἱ ὁποῖοι εἶπον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη οὐδένα κίνδυνον παρουσιάζει, ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ὅτι τοὐναντίον δύναται νὰ εἶναι καὶ σκόπιμος. Ὁμολογῶ ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἤκουσα, δὲν ἐστάθησαν ἱκανὰ νὰ μὲ πείσωσι. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μεταβάλλεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς μέγαν βεζίρην εἶναι μία ῥητορικὴ ἔκφρασις ἄνευ σημασίας τά τε ἄλλα καὶ διότι ὁ μέγας βεζίρης ἔχει καὶ αὐτὸς Ὑπουργεῖον ἐν Τουρκίᾳ.
§205Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Ὄχι.
§206Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι γνωρίζετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ τὰ κατὰ τὴν Τουρκίαν, ἀλλά, καθὼς γνωρίζω, δὲν κωλύεται ὁ μέγας βεζίρης ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ἔχῃ καὶ Ὑπουργεῖον. Ἐγὼ νομίζω μάλιστα ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ διηύθυνε καὶ ἓν ὡρισμένον Ὑπουργεῖον, θὰ εἶχεν ὀλιγωτέραν ἐξουσίαν διοικητικὴν τῆς ἀφορώσης τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ διαχειρίζηται. Ὅτε δὲ λέγομεν ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἐν τῷ παρελθόντι ἦτο παντοδύναμος κατὰ τρόπον ἀντικείμενον πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι τὴν παντοδυναμίαν αὐτὴν τὴν ἀνευρίσκομεν ὄχι ἐν τῇ ἐπιδράσει αὐτοῦ εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἐργασίαν, ἀλλ’ ἐν τῇ ἀναμίξει εἰς τὰ τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας, εἰς τὸ ὅτι δηλαδὴ ἄνευ τῆς γνώμης τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως σχεδὸν τίποτε δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐκ τῶν ὁπωσδήποτε σπουδαίων ἀποφάσεων ἀπὸ τὰ καθ’ ἕκαστα Ὑπουργεῖα. Εἶχον δὲ διηνεκῆ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τοὺς διορισμοὺς ἀκόμη καὶ πολλάκις καὶ μικροὺς διορισμούς. Τοῦτο ἦτο, τὸ ὁποῖον ἐλέγετο παντοδυναμία τοῦ Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλά, ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς ἤσκει μεγίστην ἐπίδρασιν εἰς τὸ καθαρῶς κυβερνητικὸν ἔργον, τοῦτο δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσῃ κανεὶς ὅτι μόνον ἐπ’ ἀγαθῷ ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ ὄχι πρὸς κακὸν τοῦ Κράτους, διότι θὰ εἶναι μεγαλειτέρα ἡ ἔκτασις ἐν τῇ ἀντιλήψει τῇ κυβερνητικῇ, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τίποτε τὸ κακὸν καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαία κατ’ ἀντίθεσιν τῆς ἀποκεντρώσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐν τῇ διοικήσει καὶ οὐχὶ τῇ κυβερνητικῇ δράσει. Ἐλέχθη ὅτι, ἐὰν οὕτω διευκολύνωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, θὰ ἦτο εὔκολον καθεὶς νὰ θέλῃ νὰ γίνῃ Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ὁ κίνδυνος εἶναι μικρός, διότι φαίνεται ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ θέλῃ κανεὶς νὰ γίνῃ Πρωθυπουργός, διὰ νὰ γίνῃ τῳόντι. Ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι τινὲς ὅροι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνεξάρτητοι πολλάκις ἀπὸ τὴν ἀγαθὴν θέλησιν τοῦ θέλοντος καὶ ὑπερτιμῶντος τὰς δυνάμεις του διὰ νὰ γίνῃ Πρωθυπουργός. Ἐλέχθη ἐπίσης ὅτι δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον, ἐὰν θὰ ἔχωμεν ἕνα Πρωθυπουργόν, ἱκανὸν νὰ διαχειρίζηται ἕνα τῶν κλάδων τῆς διοικήσεως, νὰ μὴ τὸν ἔχωμεν οὕτω διαχειριζόμενον, ἀλλὰ νὰ τὸν ἔχωμεν ἀργόν. Ἀλλὰ βεβαίως, ἐὰν ἐψηφίζετο ἡ διάταξις αὕτη, δὲν θὰ ἐκινδυνεύομεν τὸν κίνδυνον τοῦτον, διότι τίποτε δὲν θὰ ἐκώλυε τὸν Πρωθυπουργόν, ἔχοντα τὰς δυνάμεις, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας, τῆς διαθέσεως χρόνου, νὰ ἀναλάβῃ καὶ δύο ἀκόμη Ὑπουργεῖα. Διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς διατάξεως θὰ παρείχομεν μόνον τὸ δικαίωμα, ὅπως εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, εἴτε περιστάσεις ἀφορώσας αὐτὸν ἀτομικῶς εἴτε περιστάσεις ἀφορώσας αὐτὸ τὸ Κράτος, ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ περισπᾶται εἰς ἕνα ὁλόκληρον κλάδον διοικήσεως, διὰ νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀφωσιωμένος εἰς τὰ τῆς γενικῆς διοικήσεως τῆς ὅλης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Προσθέτω ἀκόμη ὅτι ἡ ψήφισις τῆς διατάξεως δὲν ἐσήμαινεν ὅτι τὸ πρᾶγμα θὰ ἐγίνετο ἀπαραίτητον, ἀναπόφευκτον. Μάλιστα διὰ τὸν σήμερον ἔχοντα τὴν τιμὴν νὰ εἶναι Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδὲ ἐκ τῆς ἡλικίας θὰ ὑπῆρχε δικαιολογία διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ τῶν βαρῶν τῶν φροντίδων καὶ ἑνὸς κλάδου τοὐλάχιστον τῆς διοικήσεως. Ἐν τούτοις μεθ’ ὅλα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ ζήτημα συνεζητήθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δηλῶ ὅτι οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ὑποστηρίξω τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως αὐτῆς, τόσον μᾶλλον, καθ’ ὅσον, καὶ ἂν ἡ πρότασις δὲν ψηφισθῇ, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ὑφ’ ὡρισμένας προϋποθέσεις, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἠδύνατο νὰ προκαλέσῃ Βασιλικὸν Διάταγμα, δι’ οὗ νὰ ἀναπληρῶται προσωρινῶς δι’ ἑνὸς συναδέλφου του. Ὑποθέσατε π. χ. ὅτι ἕνεκα τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἀμφισβητήσητε ὅτι ἀπορροφᾷ μὲν τοὺς κ. Βουλευτὰς καὶ τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλὰ πρὸ πάντων τὸν Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος μηδὲ στιγμὴν ν’ ἀπουσιάζῃ ἐντεῦθεν, ὑποθέσατε ὅτι ἕνεκα αὐτοῦ ἀκριβῶς καὶ τῆς παρατάσεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ Πρωθυπουργὸς νὰ ἀναθέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνει, προσωρινῶς ἢ ἕνα ἢ δύο μῆνας εἰς ἕνα συνάδελφόν του. Νομίζω ὅτι τοῦτο οὐδαμῶς θὰ ἀντέκειτο εἰς τὸ κείμενον Σύνταγμα. Ἑπομένως, ὑφ’ ὡρισμένας προϋποθέσεις, θὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ εὐκολία, ὅπως μὴ χωλαίνῃ ἡ ὑπηρεσία ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος ἀπορροφᾶται ἀπὸ ὡρισμένας περιστάσεις, πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἄλλας γενικωτέρας ὑπηρεσίας, ὑποχρεοῦται νὰ διοικῇ ὁ ἴδιος τὸν κλάδον τῆς ὑπηρεσίας του, ὁ ὁποῖος ἐκ τούτου θὰ ἐπάθαινε. Διὰ τὸ ζήτημα τῶν Ὑφυπουργῶν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταί, μετὰ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ πράγματος, κατέληξαν νὰ μὴ προτείνωσιν αὐτό. Ἀφοῦ ὅμως ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ εἴπω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεως, ἡ ὁποία θὰ ἐπέτρεπε καὶ τὸν διορισμὸν Ὑφυπουργῶν, μοὶ ἐφάνησαν σπουδαιότατα. Ἀρκοῦμαι μόνον αὐτὸ νὰ εἴπω. Οὐδαμῶς θέλω νὰ ἐπηρεάσω τὴν Βουλήν. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἀποφασίσῃ καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ διάταξις, μοὶ ἐφάνησαν σπουδαιότατα, καὶ διότι δὲν σημαίνει, ἐπειδὴ θὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ Ὑφυπουργῶν, ὅτι καὶ χωρὶς ἄλλο θὰ γίνῃ αὐτό. Ὅταν θὰ συζητήσωμεν τὰ τοῦ νόμου, τότε θὰ κρίνωμεν ἂν εἰδικῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν π.χ. ἐπιβάλλει τὸν διορισμὸν Ὑφυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦτο θὰ εἶχε τὸ ἰδιάζον διὰ τὴν Βουλὴν ἀπέναντι τῆς ἐλαφρύνσεως τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι θὰ εἶχεν ἡ Βουλὴ ἕνα πρόσθετον κοινοβουλευτικῶς ὑπεύθυνον ἀπέναντι αὐτῆς πρόσωπον, ἀντὶ νὰ ἔχῃ ἓν ὑπηρεσιακὸν πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀνέθετεν ὁ ὀργανισμὸς τὰ τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Ὡς πρὸς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς θεωρῶ ὅτι κανονικῶς εἷς Ὑπουργὸς δὲν ἠμπορεῖ παρὰ ἓν Ὑπουργεῖον νὰ διευθύνῃ· θὰ εἶναι εὐτυχὴς ἄν, ἀφοσιῶν εἰς τὸ ἓν Ὑπουργεῖον ὅλην του τὴν δραστηριότητα καὶ ὅλας του τὰς δυνάμεις, κατώρθωνε τελείως νὰ διοικῇ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο. Ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω ὅτι, ἂν ἀνέλαβον προσωρινῶς δύο Ὑπουργεῖα, τὸ ἔπραξα ἕνεκα ἐξαιρετικῶν ὅλως περιστάσεων, τὰς ὁποίας δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνόμιζον ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν νὰ ἀναλάβω τὸ βάρος καὶ τῶν δύο Ὑπουργείων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι παροδικόν, καὶ θὰ εἶμαι εὐτυχής, ὅταν μοὶ δοθῇ εὐκαιρία, νὰ ἀπαλλαχθῶ ἀπὸ τὸ δεύτερον τοῦτο βάρος, ὄχι μόνον ὅπως ἀνακουφισθῶ, ἀλλὰ κυρίως διότι ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἡ διεξαγομένη ἀπὸ δύο Ὑπουργοὺς ὑπὸ ἄλλας ἀπόψεις θὰ ἦτο πληρεστέρα. Ταῦτα λέγων ἔχω νὰ διακηρύξω καὶ πάλιν ὅτι οὐδένα ἔχω λόγον, ὅπως θελήσω νὰ ἐπηρεάσω τὴν Βουλὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ Βουλή, ὅπως καὶ πάντοτε, εἶναι ἐντελῶς ἐλευθέρα νὰ ψηφίσῃ περὶ ἀμφοτέρων τῶν προτάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία τίθεται εἰς ψηφοφορίαν, εἶναι τοῦ κ. Ῥούφου. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31 δὲν ὑπάρχει πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε τοῦτο ὡς μὴ ἀναθεωρητέον. Ὑπάρχει μόνον ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου καὶ ἡ πρότασις τῶν 6 Βουλευτῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν βλέπω νὰ ἐπιμένῃ.
§208Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπεβλήθη τροπολογία διὰ τοὺς Ὑφυπουργοὺς εἰς τὸ ἄρθρον 31;
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§210Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν ἂν εἶναι ἡ θέσις της αὐτή.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνέλαβον τὰ καθήκοντά μου χθές, εὗρον τὴν συζήτησιν ἐν πλήρει ἐξελίξει.
§212ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μεθ’ ὅσα εἶπον νομίζω καθῆκον νὰ προσθέσω ὅτι δὲν ἐπιμένω νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις αὕτη.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀποσύρεται.
§214Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις σχετική; Διότι, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ, θὰ υἱοθετήσω ἐγὼ τὴν πρότασιν τῶν 6 Βουλευτῶν.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τίθεται εἰς ψηφοφορίαν ἡ ὑμετέρα υἱοθεσία ἔχουσα οὕτω: «Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῇ καὶ ἄνευ εἰδικοῦ χαρτοφυλακίου». (Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ πρότασις τῶν 6 Βουλευτῶν, ἡ υἱοθετηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βοζίκη).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ὑπάρχει ἡ πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου. Ἀλλὰ τὴν πρότασιν ταύτην ὑποτροπολογεῖ ὁ βουλευτὴς κ. Μιχαλακόπουλος. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ Ὑφυπουργοὺς αὐτοῦ». Ἐπειδὴ αὕτη εἶναι ἀπωτέρα, θέτω ταύτην εἰς ψηφοφορίαν. (Ἀπορρίπτεται δι’ ἀναστάσεως ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου). Μετὰ τὴν ἀπόρριψιν τῆς ἀπωτάτης πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν καὶ ἡ ἐγγυτέρα πρότασις τοῦ κ. Ῥούφου, περὶ προσθήκης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31 ἔχουσα οὕτως: «Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτοῦ καὶ τὸν Ὑφυπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν».
§217Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τὴν ἀποσύρω. (Χειροκροτήματα καὶ γέλωτες).
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἐπειδὴ χθὲς προέβημεν εἰς τὰ ἄρθρα 31 καὶ 35, ἀφήσαμεν δὲ προτάσεις περὶ προσθήκης εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τροπολογιῶν τῶν διαμέσων ἄρθρων, προτάσεις ὑποβληθείσας καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ ἀποκαθάρωμεν τὸ ἔδαφος. Λοιπὸν εἶναι ἡ πρότασις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 22 τοῦ βουλευτοῦ κ. Πετρέα ἔχουσα οὕτως: «Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας».
§219Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔχει θέσιν ἐδῶ. Ἔχει σχέσιν μὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀποσύρετε;
§221Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Μάλιστα.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης ἔχομεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 26 τροπολογίαν τοῦ κ. Δελακοβία, ὁ ὁποῖος μετέβη εἰς τὴν Ἁγίαν Λαύραν, ἔχουσαν οὕτως: «Εἰς τὸ 26ον ἄρθρον νὰ προστεθῇ ὅτι ὁ ἑρμηνευτικὸς νόμος δὲν δύναται νὰ θίξῃ τὸ τελεσιδίκως δικασθέν, καὶ ὅτι ψηφίζεται καὶ οὗτος εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις ὡς οἱ λοιποὶ νόμοι». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ τὴν παρέπεμψεν εἰς τὰς καλένδας! Ὑπάρχει τροπολογία ἐπίσης καὶ τοῦ κ. Πετρομανιάτου.
§223Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Νομίζω ὅτι κακῶς ἐτέθη ἐδῶ. Ἀνήκει εἰς τὰ περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας.
§224ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν ἀποσύρει.
§225Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Δὲν τὴν ἀποσύρω.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς ποῖον ἄρθρον τὴν προσαρμόζετε; Διότι δὲν ἔχετε θέσει ἄρθρον.
§227Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Εἰς τὸ περὶ δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐκεῖ νομίζω ὅτι ἔχει θέσιν.
§228ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ τρίτον τμῆμα.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ τρίτον τμῆμα· μάλιστα. Κατόπιν ἔρχεται τροπολογία τοῦ κ. Πετρέα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 30 ἔχουσα οὕτως: «Τὰ Διατάγματα ὅμως διορισμοῦ καὶ παύσεων δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπογράφονται μόνον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας».
§230Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐπίσης, κύριε Πρόεδρε.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀποσύρετε;
§232Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Μάλιστα.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31 τροπολογία τοῦ κ. Δελακοβία ἔχουσα οὕτως: «Δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν Ὑπουργοὶ οἱ ἐν ἐνεργείᾳ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοὶ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, οἱ δικαστικοί, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, οἱ διευθυνταὶ Τραπεζῶν καὶ ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Καὶ τοῦ ἰδίου κ. Δελακοβία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 32, ἔχουσα οὕτως: Ἡ πρόοδος τῶν Κρατῶν σήμερον δὲν ἐπιτρέπει οὐδεμίαν αὐτόβουλον ἐνέργειαν εἰς τὸν Βασιλέα, οὔτε εἶναι ἀπολύτως ἠθικαὶ αἱ μυστικαὶ συνθῆκαι, αἵτινες ἔχουσι καὶ τὸν κίνδυνον νὰ διαβάλωσι τὴν διεθνῆ θέσιν τοῦ Κράτους καὶ τὰς προτάσεις τῆς Βασιλείας ἐπὶ βλάβῃ τοῦ θεσμοῦ τούτου, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τροποποιηθῇ προστιθεμένου «πᾶσαι ἀνεξαιρέτως αἱ συνθῆκαι οὐδὲν ἔχουσι κῦρος ἄνευ τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς»: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Νὰ ἴδωμεν, κύριε Δραγούμη, ἐρευνῶντες μήπως ἀναφανῇ καὶ ἄλλη τις τροπολογία, διότι ξεφυτρώνουν κατὰ τρόπον περίεργον ἐδῶ.
§234ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἄλλη.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Μετὰ ἔρευναν). Ὑπάρχουσιν ἀκόμη αἱ τοῦ κ. Πετρέα ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 24 καὶ 25 ἔχουσαι ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 24 καὶ 25. — «Οὐδεμία πρότασις νόμου ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ἐπεξεργασθῇ ταύτην τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ἐπιστρέφει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ διαφωνῇ ἐπὶ οὐσιωδῶν διατάξεων τοῦ ἐπιστραφέντος νομοσχεδίου πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναβάλλεται εἰς τὴν προσεχῆ Βουλευτικὴν σύνοδον, εἰς ἣν καλοῦνται ἵνα μετάσχωσι τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θεωρεῖται ὡς ἐπαρκῶς ἀντιπροσωπευόμενον, ἂν δέκα ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ψηφοφορίας, εἰς ἣν ψηφοφοροῦσι καὶ τὰ παρόντα τοῦ Συμβουλίου μέλη. Ἄν δὲν εὑρίσκωνται παρόντα δέκα μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψηφοφορία ἀναβάλλεται δι’ ἄλλην ἡμέραν, ὅτε συζητεῖται καὶ ἂν παρίστανται καὶ ὀλιγώτερα τῶν δέκα μελῶν».
§236Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὰς ἀποσύρω, κ. Πρόεδρε.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀκόμη καὶ τοῦ κ. Ν. Δελακοβία ἐπὶ τῶν ἄρθρων 35 καὶ 36 ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 35 παρατηρῶ ὅτι τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα δέον νὰ ἐκδίδεται μετὰ γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ τῆς Ἐπικρατείας, ἄκυρον δὲ εἶναι τὸ Β. Δ., δι’ οὗ κανονίζονται μισθοὶ καὶ δαπάναι ἢ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τῆς Πολιτείας ἢ ἁρμοδιότητος ὑπαλλήλων. Εἰς τὸ ἄρθρον 36 προστεθέον «αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ ἀκυρώσεως νόμου τινὸς δέον νὰ δημοσιεύωνται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως μετ’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἐντὸς διμήνου». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Δὲν εἶναι ἄλλη. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Τώρα προβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 37. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 37 ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§238Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 37 διωρθώθη ὡς ἑξῆς: «ἀλλὰ τὸ περὶ διαλύσεως Διάταγμα, προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, πρέπει νὰ διαλαμβάνῃ συγχρόνως καὶ τὴν σύγκλησιν τῶν μὲν ἐκλογέων ἐντὸς ἑνὸς μηνός, τῆς δὲ Βουλῆς ἐντὸς δύο μηνῶν», ἐνῷ κατὰ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα ἦτο ἐντὸς δύο μηνῶν. Νομίζω ὅτι τὸ διάστημα ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς διαλύσεως μέχρι τῶν ἐκλογῶν εἶναι πολὺ μικρόν, δὲν εἶναι δὲ ἀρκετόν. (Ἀντιρρήσεις καὶ φωναί· Ὄχι, ὄχι).
§239ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, θὰ ἐπαρκέσῃ. Εἴμεθα συνηθισμένοι ἐπὶ μακρὸν χρόνον μὲ τοὺς δύο μῆνας καὶ μᾶς φαίνεται ὅτι εἶναι τὸ διάστημα τοῦ μηνὸς μικρόν. Τὸ αὐτὸ συνέβαινεν, ὅτε εἴχομεν τετραήμερον τὴν ἐκλογήν· ὅτε εἰσήχθη νομοσχέδιον ἐνταῦθα, ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐξηγέρθη λέγουσα ὅτι δὲν ἔχομεν καιρὸν ἐπὶ μίαν ἡμέραν νὰ διεξαχθῇ ἡ ἐκλογή, καὶ ὅμως ἔκτοτε ἀπεδείχθη ὅτι ἔχομεν καιρόν.
§240Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐπαρκεῖ. Δὲν θὰ βραδύνω. Ἐὰν ὑπῆρχε, κύριοι Βουλευταί, ἡ στενὴ ἐκλογικὴ περιφέρεια, ἦτο πιθανὸν ὅτι θὰ ἐπήρκει τὸ μηνιαῖον διάστημα, διότι νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπὸ τῆς διαλύσεως οἱ ὑποψήφιοι Βουλευταί, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων πιθανὸν νὰ εἶναι καὶ νέοι, θὰ ἔχωσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ ἴδωσι τοὐλάχιστον τοὺς ἐκλογεῖς των, νὰ ἀναπτύξωσι τὰ φρονήματά των· ἤδη ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ὅτε εἶναι ἡ περιφέρεια εὐρυτάτη, ὅτε πρόκειται νὰ καταργηθῶσιν οἱ συνδυασμοί, ὅτε πρόκειται ν’ ἀπαγορευθῶσι τὰ σήματα τὰ τιθέμενα ἐπὶ τῶν καλπῶν, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ ἑξῆς περίεργον, τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἐκλογὰς ἀκόμη, ὅτι οἱ ἐκλογεῖς δὲν θὰ γνωρίζωσιν οὔτε κατ’ ὄψιν τοὺς ὑποψηφίους οὔτε κατ’ ὄνομα· θὰ ψηφίζωσιν ἀγνώστους τελείως, διότι ὁ χρόνος δὲν θὰ ἐπαρκῇ νὰ περιοδεύσωσι καὶ γνωρίσωσι τοὐλάχιστον τοὺς ἐκλογεῖς των.
§241Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Καὶ ἕνα χρόνον ἐὰν ἔχωσι, δὲν μανθάνονται.
§242Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἐγὼ τέλος πάντων αὐτὴν τὴν πρότασιν κάμνω. Ἐὰν ἀρέσκῃ εἰς τὴν Βουλήν, τὴν ψηφίζει, ἐὰν δὲ δὲν ἀρέσκῃ, δὲν τὴν ψηφίζει. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀλίγος ὁ χρόνος.
§243Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἶναι ἀνεπαρκὴς ὁ χρόνος.
§244Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ὀλίγον τὸ διάστημα. Δὲν ἔχομεν συγκοινωνίαν.
§245Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, συμφωνῶν πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ὅτι ὁ χρόνος δὲν ἐπαρκεῖ εἰς ἕνα ὑποψήφιον, γνωστοῦ ὄντος ὅτι συγκοινωνία δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν· λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὰς Κυκλάδας, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν Λακωνίαν, λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν Ἀρκαδίαν.
§246Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιοδεύῃ ὁ ὑποψήφιος.
§247Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὀχυροῦσθε ὄπισθεν τοῦ σήματος τῆς ἀγκύρας καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ περιοδεύσητε, ἀλλ’ ἡμεῖς εἰς τὴν Λακωνίαν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἴδωμεν τοὺς ἐκλογεῖς μας. Λοιπὸν νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ εἶναι ὁ χρόνος μακρότερος, διότι εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν τοὺς ἐκλογεῖς μας, νὰ ἀναπτύξωμεν τὸ πρόγραμμά μας νὰ ὑποστηρίξωμεν τοῦτο καὶ νὰ μάθωμεν ἐκεῖνο, καὶ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει ὄχι μόνον νὰ ἐλαττωθῇ ὁ χρόνος ὁ μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ καὶ νὰ αὐξηθῇ ἀκόμη.
§248Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἡ διάρκεια τοῦ ἑνὸς μηνὸς δὲν εἶναι βεβαίως ἀρκετή, ὥστε νὰ προηγηθῇ καὶ ἡ προαπαιτουμένη, οὕτως εἰπεῖν, προεκλογικὴ συνεννόησις τῶν ὑποψηφίων καὶ ἡ μετάβασις ἡ ἐπιτόπιος πρὸς κήρυξιν τῶν ἀρχῶν τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ἕκαστος τῶν ὑποψηφίων· μέσος ὅμως ὅρος δύναται νὰ ἐξοικονομήσῃ τὰ πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο θὰ ὑποβάλω τὴν ταπεινήν μου γνώμην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἡ φράσις «ἑνὸς μηνὸς» γίνῃ «ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν».
§249Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι αἱ τριάκοντα ἡμέραι εἶναι χρόνος ἀρκετὸς διὰ τὴν περιοδείαν.
§250ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§251Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς ἀπεδείχθη, ὅτι τὸ διάστημα τῶν εἴκοσι πέντε ἡμερῶν εἶναι ἐπαρκές. Καὶ εἰς τὴν Λακωνίαν, ὅπου ἡ συγκοινωνία γίνεται δι’ ἡμιονικῆς ὁδοῦ, καὶ ἐκεῖ ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ 25 ἡμέραι εἶναι ἀρκεταί. Πρὸς βεβαίωσιν δὲ τούτων ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Πατσουράκου. Σήμερον τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας εἰς τοὺς διαφόρους νομοὺς τοῦ Κράτους διαφέρουσι πολὺ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἐγένετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864.
§252Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πρὸ παντός, Κύριοι, ἂν εἶναι εἰς θέσιν πάντοτε ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ἐντὸς τοῦ μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος προπαρασκευάζῃ τὰ τῆς ἐκλογῆς. Διότι καὶ ἐγὼ ἀντελήφθην ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμὴν κατωρθώθη νὰ ἐφοδιασθῇ ἡ Κυβέρνησις μὲ ἐκλογικὰ εἴδη, παρ’ ὀλίγον δὲ εἰς πολλὰ τμήματα νὰ ματαιωθῇ ἡ ἐκλογὴ ἐλλείψει τοιούτων. Ἀλλὰ εἶναι καὶ ἄλλος λόγος οὐσιώδης, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑποψηφίους. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι δύο τρόποι ὑπάρχουσι, διὰ νὰ συγκοινωνήσωσιν οἱ ὑποψήφιοι μὲ τοὺς ἐκλογεῖς κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ὁ πρῶτος γίνεται ἐγγράφως, διὰ τῆς δημοσιογραφίας, ὁ δεύτερος διὰ τοῦ προφορικοῦ λόγου, διὰ νὰ ἀναπτύξωσιν οἱ ὑποψήφιοι εἰς τοὺς ἐκλογεῖς τὸ πρόγραμμά των. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρξῃ τις τῶν ὑποψηφίων νὰ ἔχῃ τὴν δυστυχίαν νὰ μὴ εὑρίσκῃ ἐφημερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐκθέτῃ τὰ διανοήματά του καὶ τὸ πρόγραμμά του, πῶς θὰ συγκοινωνήσῃ μὲ τοὺς ἐκλογεῖς, πῶς θὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ ἐκλογεῖς ὑπὸ ποῖον πρόγραμμα ἐκτίθενται οἱ ὑποψήφιοι;
§253ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τὸ τοιοῦτον;
§254Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀμφισβητεῖται ὑπό τινος τῶν συναδέλφων, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τοιοῦτον τι. Ἀπαντῶν εἰς αὐτὸν τὸν βεβαιῶ ὅτι συνέβη εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὰς δύο παρελθούσας ἐκλογάς, ὅτε ὑβριζόμην πανταχόθεν καὶ ἐσυκοφαντούμην ἀνωνύμως διὰ τῶν ἐφημερίδων, ἦτο ἀδύνατον εἰς ἐμὲ νὰ διαψεύσω ἄτιμα καὶ συκοφαντικὰ δημοσιεύματα, διότι οὐδεμία ἐφημερὶς κατεχώριζεν, οὐδ’ ἐπὶ πληρωμῇ, ἐμὸν δημοσίευμα· καὶ τοῦτο, διότι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ εἶναι μέλος τοῦ ἀντιθέτου μοι συνδυασμοῦ συνάδελφος, ὅστις μεγάλως ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν διευθύνσεων τῶν ἐφημερίδων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ προθεσμία ἀνάλογος, ἵνα δύνηται ὁ ὑποψήφιος νὰ συγκοινωνήσῃ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς καὶ νὰ ἐκθέσῃ προσωπικῶς τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους κατέρχεται εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν προθεσμίαν, ἡ ὁποία προϋπῆρχε κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, δηλαδὴ εἰς τὸ δίμηνον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἷς καὶ ἥμισυς μὴν εἶναι ἀρκετός, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν, ὅπως ἔχει τὸ προσχέδιον, νὰ καλῆται ἡ Βουλή. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνηται παράτασις, αὐτὸ δὲ πρέπει νὰ ἐπιδιώξωμεν.
§255Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι πρόθυμος νὰ προτείνῃ τὴν αὔξησιν τῶν δέκα ἡμερῶν.
§256Γ. ΠΩΠ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸς τὰ ὁποῖα εὑρίσκομαι ἀπολύτως σύμφωνος καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθη καὶ ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος ἐπαρκεῖ εἰς τὰ διοικητικὰ ἔργα, καὶ ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς ἐπικοινωνίας τῶν ὑποψηφίων πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ σεβαστοῦ προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς...
§257ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὴ συμβουλευομένης πάντοτε ἐμέ.
§258Γ. ΠΩΠ. Ἀναμφισβητήτως ἀντιπροσωπεύετε καὶ τὴν γνώμην τῶν λοιπῶν μελῶν, διότι ὅλα τὰ μέλη πολλὰ ἐκ τῆς πείρας σας ἐδιδάχθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ θὰ γίνωνται ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν καὶ ἡ Βουλὴ θὰ καλῆται ἐντὸς δύο μηνῶν, ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχουσι διαφωνοῦντες καὶ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ταύτην τὸ ἄρθρον.
§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην προθεσμίαν θὰ ἐδεχόμην καὶ ἐγὼ νὰ ὁρισθῇ ἔστω καὶ προθεσμία τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅτι ἡ δευτέρα προθεσμία ὡρίσθη οὐχὶ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγομεν. Τοῦτο τὸ πάθημα ὑπέστη καὶ τὸ προσχέδιον. Πρέπει νὰ κανονισθῇ οὕτω πως, ὥστε τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν συγκαλεῖται ἡ Βουλή, αὐτὴ αὕτη νὰ εὑρίσκηται ἐντελῶς ἑτοίμη, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐπρότεινον νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος εἰς ἕνα καὶ ἥμισυν μῆνα, νὰ μένῃ δὲ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος τῶν τριῶν μηνῶν, ὥστε μεταξὺ τῶν τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν καὶ τῶν τριῶν μηνῶν νὰ παρεμπίπτῃ χρονικόν τι διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ γίνωνται αἱ ἀνακηρύξεις τῶν ὑποψηφίων, αἱ ἐνστάσεις κατὰ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, αἱ ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, αἱ ἀποδείξεις περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν καὶ ἡ ἔκδοσις τῆς τελεσιδίκου ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου. Σημειωτέον ὅτι κατὰ τὸν τοιοῦτον τρόπον οἰκονομοῦμεν ἕνα μῆνα, ὁ ὁποῖος ἤδη καταναλίσκεται μετὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐνῷ κατὰ τὸ νέον σύστημα ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν θὰ γίνηται ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§260Γ. ΠΩΠ. Μήπως δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ ἀφήσωμεν μέγα χρονικὸν διάστημα εἰς τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξελέγξωσι τὰς ἐκλογάς;
§261Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πολύ.
§262Γ. ΠΩΠ. Πῶς δὲν εἶναι πολύ; Δὲν ἠξεύρω ἂν εἶναι σκόπιμον νὰ ἀφήσωμεν τοὺς δικαστὰς νὰ δικάζωσιν ὑποθέσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν τύχην αὐτῆς τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐλπίζεται, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ μορφωθῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἤθη τὰ πολιτικά, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀπόλυτον πεποίθησιν εἰς τὴν ἀνακήρυξιν τῶν ὑποψηφίων ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων. Δὲν θὰ ἦτο ὅμως σκόπιμον νὰ περιορίσωμεν νῦν τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐκκρεμότητος περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν θὰ γίνῃ ἡ ἀνακήρυξις μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν θὰ λάβῃ τὸ εἰσιτήριον διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν; Αὐτὴν τὴν σκέψιν εἶχον νὰ διατυπώσω.
§263ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀφήσωμεν τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι πιθανῶς ἀναγκαῖος διὰ τὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου αὐτοῦ. Ψηφίζοντες τὸν νέον νόμον καθῆκον ἔχομεν οὐδεμίαν ἐπὶ πλέον νὰ δώσωμεν ἡμέραν.
§264ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέτοντες ἕνα μῆνα ἔχομεν τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ ἀποπεράτωσις θὰ γίνεται ταχέως.
§265Ι. ΔΟΓΑΝΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ τῆς πρώτης καὶ τῆς δευτέρας προθεσμίας δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀντείπῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ζητήσω τὸν λόγον, εἶναι τοῦτο, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μοὶ ἔδιδεν ἀπάντησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐπεκράτησεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν οὐδὲ νὰ βραχύνῃ τὴν προθεσμίαν, ἀφοῦ ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως μέχρι τῆς ἐκλογῆς οἱ ἐκλογεῖς δὲν εἶχον λάβει γνῶσιν τῶν ὑποψηφίων, καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ καὶ βραχύνει τὴν προθεσμίαν ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ, ὅτι αἱ προθεσμίαι αὗται ἐκρίθησαν μακραὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ 1910, χωρὶς νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐντὸς τῆς προθεσμίας τοῦ ἑνὸς μηνὸς εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαί.
§266Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω ἀμέσως εἰς τὰς ἀπορίας τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ὅτι ἡ συντόμευσις τῆς προθεσμίας ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἑξῆς σκέψεως. Ἐγένετο σκέψις νὰ περιορισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ στάδιον ἐκεῖνο, κατὰ τὸ ὁποῖον μία Κυβέρνησις μειονοψηφοῦσα ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ λαβοῦσα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὸ προεκλογικὸν στάδιον, διὰ νὰ ἐπηρεάσῃ τοὺς ἐκλογεῖς. Ἐσυντομεύθη δὲ καὶ ἡ ἄλλη προθεσμία τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι συμφέρον νὰ μένῃ μετὰ ἐκλογὰς ὁ τόπος ἄνευ κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, ἣν ἀναδεικνύει ἡ ψῆφος τῆς πλειονοψηφίας.
§267Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Διερμηνεύετε ἀτομικὴν γνώμην;
§268Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἀτομικὴ ἐὰν εἶναι ἡ γνώμη μου, δὲν παύει ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι ὀρθὴ καὶ ν’ ἀποδίδῃ τὴν πολιτικὴν οὐσίαν τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως, οὐσίαν δυστυχῶς λησμονηθεῖσαν ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας. Ὁ λόγος λοιπὸν τῆς συντομεύσεως τῶν προθεσμιῶν εἶναι οὗτος ὁ πολιτικός. Εἶναι μία ἐγγύησις ἐπὶ πλέον τῆς γνησιότητος τῆς ἐκλογῆς, ὡς ἐπίσης εἶναι ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς γνησιότητος τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἡ Βουλὴ συνέλθῃ τὸ ταχύτερον. Οὕτω δὲν θὰ παριστάμεθα πλέον εἰς τὸ φαινόμενον, εἰς τὸ ὁποῖον παριστάμεθα κατὰ τὸ παρελθόν, νὰ ἀναβάλληται ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ γίνηται διὰ κυβερνητικῶν παροχῶν ἄγρα τῶν ἐπιτυχόντων Βουλευτῶν καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ τις ποῖος Βουλευτὴς ἀνήκει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ποῖος ὄχι. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὸν χρόνον τοῦ ἑνὸς μηνός, περὶ οὗ ὑπάρχει πρότασις νὰ αὐξηθῇ εἰς τεσσαράκοντα ἡμέρας, ὁ χρόνος αὐτὸς δὲν εἶναι σύντομος. Εἰς ἄλλα Κράτη γίνονται ἀμέσως αἱ ἐκλογαί. Ὁ μηχανισμὸς τῶν ἐκλογῶν εἶναι δυνατὸν νὰ διευκολυνθῇ, ὥστε νὰ γίνηται ἡ ἐκλογὴ μετὰ τριάκοντα ἡμέρας, ἀρκεῖ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ λεχθὲν ὅτι πρέπει ἡ προθεσμία νὰ εἶναι μακρά, ὥστε νὰ δύνανται οἱ ὑποψήφιοι νὰ γίνωσι γνωστοὶ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἐνταῦθα. Οἱ ὑποψήφιοι δὲν πρέπει νὰ περιμένωσι τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅπως ἐπικοινωνήσωσι μὲ τοὺς ἐκλογεῖς. Εἶναι γνωστὸν εἰς αὐτοὺς ὅτι κάποτε θὰ ζητήσωσι τῶν ἐκλογέων τὰς ψήφους καὶ ὀφείλουσιν ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἔρχωνται εἰς ἐπικοινωνίαν μετ’ αὐτῶν, νὰ ἀναπτύσσωσι τὰς γνώμας των, νὰ ὁμιλῶσι δημοσίᾳ, ὥστε νὰ γίνωσι γνωστοί. Πιστοποιῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις καὶ αὐτὸς ἀνέφερε τὸ ἀνωτέρω ἐπιχείρημα, οὐδέποτε ἐπάτησεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, ἐξ ἧς ἐξελέγη, μόνον εἰς τὴν πρωτεύουσαν αὐτῆς μετέβη καὶ ὅμως ἦτο γνωστότατος ἐκ τῆς Πολιτείας του εἰς τοὺς ἐκλογεῖς. Ἄς φροντίσῃ πᾶς πολιτευόμενος νὰ γίνῃ γνωστὸς εἰς τοὺς ἐκλογεῖς του πολὺ πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Τὰ περὶ ἀνεξαρτήτων δὲ Βουλευτῶν λεχθέντα εἶναι ἥκιστα κοινοβουλευτικά. Σύστημα κοινοβουλευτικὸν δὲν δύναται νὰ ἀνέχηται ἀχρωματίστους καὶ ἀνεξαρτήτους Βουλευτάς.
§269Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Παραιτοῦμαι, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ὄρεξιν νὰ ἀκούσῃ.
§270Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§271Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Καὶ ἐγώ.
§272Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς πρώτης προθεσμίας διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, ἐὰν ἔλθῃ ἡ στιγμή, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐλπίζομεν καὶ προσδοκῶμεν, ἂς τὸ εἴπω φανερά, ἡ στιγμὴ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης, θὰ εἶναι ἀρκετὴ ἡ προθεσμία;
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς ἔλθῃ πρῶτον καὶ βλέπομεν.
§274Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε εἰμὴ μόνον δύο λέξεις πρὸς τὸν ἔντιμον συνάδελφον ἐκ Λακωνίας. Εἶπεν ὅτι εἰς διάστημα 25 ἡμερῶν περιῆλθε τὸν νομόν, καὶ ἐγὼ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἀφῆκα 11 δήμους χωρὶς νὰ μεταβῶ καὶ εἰς ἄλλους 11 μετέβην μόνον εἰς τὰς πρωτευούσας.
§275ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Καὶ ὅμως ἐπετύχετε.
§276Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα ὅτι ὠχυρώθην ὄπισθεν τοῦ σήματος τῆς ἀγκύρας...
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὰ ἐπαρχιακά σας.
§278Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀφορᾷ ἐμέ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον ἐλησμόνησα νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ προθεσμία, ἵνα μεταβαίνωσι πολλοὶ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ τοὺς ἐκλέγωσιν (ἱλαρότης). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄγκυραν, ἡμεῖς εἴχομεν ὡς σύμβολον τὸν ἐρυθρὸν σταυρόν. Τὴν παραμονὴν τῆς ἐκλογῆς ὁ νομάρχης διέταξε νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ σῆμα. Ἠναγκάσθημεν λοιπὸν οἱ τοῦ ἑνὸς συνδυασμοῦ τῶν ἀνεξαρτήτων νὰ θέσωμεν δύο γραμμὰς ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν τοῦ σταυροῦ καὶ νὰ ἔχωμεν ἐρυθρὰν ἄγκυραν.
§279Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Ἐντὸς μιᾶς ἡμέρας ἐβάλατε τὰ σήματα;
§280ΠΕΡ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Ὅταν ψηφίζωμεν τοιαύτας προθεσμίας, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰ συμφέροντα μόνον τῶν ὑποψηφίων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐκλογέων. Κατὰ τὴν προεκλογικὴν περίοδον ἐπικρατεῖ κλονισμὸς καὶ ἐξερεθισμὸς εἰς τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 37 ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ν. Δελακοβία ἔχουσα οὕτως: «Ἐπὶ τοῦ 37 ἄρθρου παρατηρῶ ὅτι τὸ Β. Διάταγμα τῆς διαλύσεως δέον νὰ ἐκδίδηται μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συνεχομένου ἐν κοινῷ μετὰ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἥτις γνωμοδότησις συνδημοσιεύεται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἢ καὶ τῶν ἐκκλησιῶν τοῦ δήμου (ἐὰν ἱδρυθῶσι τοιαῦται), διότι μόνον οὕτω τροποποιουμένου τοῦ ἄρθρου θὰ λείψωσιν αἱ συχναὶ διαλύσεις, αἱ ὀφειλόμεναι εἰς κομματικοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ τὰ ἄχροα Ὑπουργεῖα». Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ ἤδη ἐν ἡσυχίᾳ τὸ ἄρθρον 37, ὡς ἐτροποποιήθη. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ τακτικῶς ἅπαξ τοῦ ἔτους τὴν Βουλήν, ἐκτάκτως δέ, ὁσάκις τὸ κρίνει εὔλογον· κηρύττει αὐτοπροσώπως ἢ δι’ ἀντιπροσώπου τὴν ἔναρξιν καὶ λῆξιν ἑκάστης Βουλευτικῆς Συνόδου καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν· ἀλλὰ τὸ περὶ διαλύσεως Διάταγμα, προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, πρέπει νὰ διαλαμβάνῃ συγχρόνως καὶ τὴν σύγκλησιν τῶν μὲν ἐκλογέων ἐντὸς τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν, τῆς δὲ Βουλῆς ἐντὸς τριῶν μηνῶν».
§282Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀντὶ «Ὑπουργοῦ» νὰ τεθῇ «Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου».
§283ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§284Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀντὶ «τεσσαράκοντα πέντε ἡμερῶν» νὰ τεθῇ «ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός».
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν. Ἡ σημασία ὑπῆρχε λόγῳ τῆς ἀφετηρίας. Τὸ πρῶτον ἄρθρον εἶχεν ἐντὸς τριῶν μηνῶν, διότι θεωρεῖται ἔναρξις τῆς προθεσμίας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος....
§286Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ παρατήρησις εἶναι λεκτική. Προτείνεται, ὅπως ἐτέθη τριῶν μηνῶν διὰ τὴν δευτέραν προθεσμίαν, νὰ τεθῇ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος διὰ τὴν πρώτην.
§287Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν τύχῃ Φεβρουάριος;
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν ἀποφυγὴν αὐτοῦ ἂς τεθῇ 45 ἡμέραι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 37ον, ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 38ον). «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ἅπαξ μόνον νὰ ἀναστέλλῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου, εἴτε ἀναβάλλων τὴν ἔναρξιν εἴτε διακόπτων τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῶν. Ἡ ἀναστολὴ τῶν ἐργασιῶν δὲν δύναται νὰ διαρκέσῃ ὑπὲρ τὰς τριάκοντα ἡμέρας, οὐδὲ νὰ ἐπαναληφθῇ κατὰ τὴν Βουλευτικὴν Σύνοδον ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς». (Ψηφίζεται τὸ 38ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 39ον).
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 39 ὑπάρχουσι τροπολογίαι τῶν βουλευτῶν Λαρίσης Οἰκονόμου καὶ Ἀγγελίδου ἔχουσαι οὕτως: «Ἄρθρον 39. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζῃ, μεταβάλλῃ καὶ ἐλαττώνῃ τὰς παρὰ τῶν Δικαστηρίων καταγινωσκομένας ποινάς, κυρίας ἢ παρεπομένας, ἐξαιρουμένων τῶν περὶ Ὑπουργῶν διατεταγμένων, πρὸς δὲ καὶ νὰ χορηγῇ ἀμνηστίαν ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία).
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Σ. Θεοδωροπούλου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε ταύτην τὴν στιγμήν, δὲν ἐλπίζω δὲ ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. Ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἐν τῷ ἄρθρῳ 39 μετὰ τὴν λέξιν «χαρίζῃ» νὰ προστεθῇ «μετὰ γνωμοδότησιν ἐπιτροπῆς διὰ νόμου καθοριζομένης».
§291Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀποσύρω.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζῃ, μεταβάλλῃ καὶ ἐλαττώνῃ τὰς παρὰ τῶν Δικαστηρίων καταγινωσκομένας ποινάς, πρὸς δὲ νὰ χορηγῇ, τῇ εὐθύνῃ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀμνηστίαν ἐπὶ πολιτικῶν ἀδικημάτων».
§293ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀφορᾷ εἴς τι οὐσιῶδες καὶ τὴν ἀποσύρομεν.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ αὐτοὶ Βουλευταὶ Λαρίσης ἔχουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 40:«Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει τὰ κεκανονισμένα παράσημα κατὰ τὸν νόμον μόνον εἰς ἀλλοδαπούς». (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία αὕτη. Ἀπορρίπτονται ἐπίσης δι’ ἀναστάσεως αἱ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου προτάσεις τροποποιήσεων τῶν βουλευτῶν κ. Ν. Δελακοβία καὶ Ἀρ. Φωτήλα ἔχουσαι οὕτως: Ἡ τοῦ κ. Ν. Δελακοβία: «Τὸ ἄρθρον 40 ν’ ἀντικατασταθῇ ὡς ἑξῆς· «Ἀπαγορεύονται εἰς Ἕλληνας πολίτας τὰ παράσημα, ἡμέτερα καὶ ξένα, ἐπὶ στερήσει τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, πλὴν διὰ νόμου εἰς ἀνδραγαθήσαντας ἐν καιρῷ πολέμου». Ἡ τοῦ κ. Ἀρ. Φωτήλα: «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀπονέμῃ τὰ κεκανονισμένα παράσημα εἰς ξένους ὑπηκόους. Ἕλληνες πολῖται ἐπιτρέπεται νὰ φέρωσι μόνον τὰ δι’ εἰδικοῦ νόμου λόγῳ μεγάλων ἐθνικῶν ὑπηρεσιῶν ἀπονεμόμενα αὐτοῖς ἑλληνικὰ παράσημα, ξένα δὲ λόγῳ ὑπηρεσιῶν παρασχεθεισῶν εἰς ἀλλοδαπὸν Κράτος». Ἀπορρίπτεται ἐπίσης δι’ ἀναστάσεως ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 49 πρότασις τροποποιήσεως τοῦ κ. Ν. Δελακοβία ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Εἰς τὸ 49 ἄρθρον προτείνω νὰ προστεθῶσιν: «Οὐδεμία δωρεὰ τῶν δημοσίων ἀκινήτων, ἐκκλησιαστικῶν ἢ κοινοτικῶν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Βασιλέα ἢ τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας. Τὰ τῆς στρατιωτικῆς ἀκολουθίας καὶ τοῦ πολιτικοῦ οἴκου τοῦ Βασιλέως ὁρίζονται ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Οἱ Βασιλόπαιδες δὲν δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς ὑπευθύνους θέσεις, οὔτε νὰ ἐξαιρεθῶσι τῶν γενικῶν νόμων περὶ προαγωγῆς ἐν τῷ στρατῷ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης»).
§295ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Εἰσάγω τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 167 τοῦ νόμου τῆς στρατολογίας, ὅπως ἐπιτρέπηται ἄδεια καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ὀκταμήνου, καθ’ ὃ δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον ἡ χορήγησις οὐδεμιᾶς ἀδείας εἰς τοὺς στρατευσίμους, ὅπως ἐπιτρέπηται ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ νόμος, δηλαδὴ ἐν περιπτώσει θανάτου γονέως ἢ ἀδελφοῦ κλπ., μέχρι 15 ἡμερῶν. Εὑρέθη ἡ διοίκησις ἐνώπιον περιστατικῶν τοιούτων, τὰ ὁποῖα τὴν ἔφερον εἰς δυσχερεστάτην θέσιν νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον. Ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω ἀδείας τοιαύτας.
§296Ν. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος θὰ κρίνῃ;
§297ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ εἰσηγητής.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 53. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§299Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, πρὶν λάβω τὸν λόγον, παρακαλῶ, ἐπειδὴ εἶναι ἀργά....
§300ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι προκεχωρηκυῖα ἡ ὥρα. Νὰ τελειώσωμεν. Αὔριον. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 15′ τοῦ μεσονυκτίου).