Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Sitting 56

1911.03.22

3,851 rows · 27,758 words · 1 table · 317 turns

Date
1911.03.22
Presidency
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Period
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Session
—
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Α1 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56.

τῆς 22ας Μαρτίου 1911.

(Παρασκευή)

Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.

(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ.μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 195 Βουλευτῶν).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Οἱ κάτοικοι Ἀστακοῦ διαμαρτύρονται ὅτι ὁ ἔφορος Βονίτσης ἐκοινοποίησε προσκλήσεις πρὸς δήλωσιν δηλωθεισῶν καὶ πληρωθεισῶν ἤδη βοσκῶν· 2) Τὸ σωματεῖον τῶν ὑπηρετοπαντοπωλῶν Ἀθηνῶν ζητεῖ καθολικὴν ἐφαρμογὴν τῆς κυριακῆς ἀργίας· 3) Οἱ ἐν τοῖς χωρίοις τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος ἐφημέριοι ἐξαιτοῦνται, ὅπως ἡ ἰσχὺς τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ χωρία· 4) Ἕξ οἰκογένειαι προσφύγων Καβακλιωτῶν ἐκ Νέας Φιλιππουπόλεως ἐξαιτοῦνται, ὅπως τοῖς αὐξηθῇ ὁ κλῆρος, διότι ὄντες γεωργοὶ ἔλαβον κλῆρον ἐπαγγελματίου· 5) Ὁ πολιτικὸς σύλλογος Ξυλοκάστρου «Ἀνόρθωσις» παρακαλεῖ, ὅπως ἱδρυθῇ γεωργικὸς σταθμὸς εἰς Ξυλόκαστρον· 6) Οἱ κάτοικοι Κωνσταντίνων τοῦ δήμου Ἀνδανίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν ὑδραυλικὰ ἔργα εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Παμίσου· 7) Οἱ γεωργοὶ Μπουχουνίστης τῶν Τρικκάλων ἐκφράζουσι τὴν εὐγνωμοσύνην των διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος· 8) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Δερβὲν Φούρκα τῆς Λαμίας ζητοῦσιν, ὅπως ἐπιβληθῇ τῷ ἰδιοκτήτῃ τοῦ χωρίου των καὶ προσλάβῃ αὐτοὺς καλλιεργητάς, ἀποπεμφθέντας ἤδη· 9) Διάφοροι κάτοικοι Ἑρμουπόλεως Σύρου ζητοῦσι τὴν ἐκεῖ καθιέρωσιν τῆς κυριακῆς ἀργίας· 10) Ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς Τρικκάλων ἐκφράζει εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος· 11) Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν τῆς πρὸς αὐτοὺς φορολογίας. 12) Ὁ σύνδεσμος τῶν Ἑλλήνων καλλιτεχνῶν ζητεῖ ἐπίδομα τοὐλάχιστον 2000 δραχ. ἐτησίως· Πρακτικὰ δὲν ὑπάρχουσι, διότι δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι. Θὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Π. Πετροπουλάκη ἔχουσα οὕτως: «Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνουσα τὰς δηλώσεις καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκφράζουσα εἰς αὐτὸν τὴν ἐμπιστοσύνην της μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δὲν ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§2Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἀναστάσεως.

§3Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τί τὴν θέλετε τὴν ψηφοφορίαν;

§4Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις, κ. Πρόεδρε.

§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει πρότασις; Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§6Γ. ΠΩΠ. Ἐφ’ ὅσον ἀρκεῖται καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία εἰς τὴν δι’ ἀναστάσεως ἐκδήλωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης, δὲν δύναται κανεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν.

§7ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Ὑπουργός, τοῦ ὁποίου ἰδιαιτέρως ἡ ἐνέργεια ἠλέγχθη χθές, ζητεῖ τὴν δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐκδήλωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Εἶναι δικαίωμά του. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι σύμφωνος.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.

§9Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τὴν γενομένην δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τῆς ὁποίας δι’ ἀναστάσεως ἐξεδηλώθη ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνεκαλέσαμεν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς χθές, ὅπως γίνῃ ψηφοφορία, ἀπὸ τῆς χθὲς παρεκαλέσαμεν, ὅπως ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, φρονοῦντες ὅτι δὲν ἠδύνατο αὕτη νὰ ἀναβληθῇ διὰ σήμερον· ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐγένετο δι’ ἀναστάσεως ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἐμπιστοσύνης, πρέπει νὰ ἀρκεσθῶσιν ἐκεῖ· ἀφοῦ ὅμως καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς φρονοῦσιν ὅτι πρέπει ἡ ψηφοφορία νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ μετάσχω τοιαύτης πράξεως, ἡ ὁποία θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ὀλίγον εὔθυμος.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.

§11Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲν προέβητε εἰς ἄλλα ἔργα;

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προέβην ἐντελῶς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Καλοῦνται ψηφολέκται οἱ κ. Δ. Γκλαβᾶς καὶ Π. Πετροπουλάκης καὶ ἄρχεται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον:)

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Νικ. Α. Στράτος Ν Ἰωάν. Κουρκουμέλης
Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Ν
Νικ. Χρυσόγελος Ν Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Ν
Λ. Παπαφώτης Ν Ἰωάν. Ἀκρίδας Ν
Λ. Γρίβας Ν Θεοφ. Θεοδωρόπουλος
Σερ. Ψύχας Ν Ἐμμ. Ῥέπουλης ἀρν.
Π. Καρασεβδᾶς Δημ. Καλέργης
Ἐπ. Σουλτάνης Ν Ἀθ. Χριστόπουλος Ν
Γ. Ποῦλος Ν Γεώργ. Νέζος
Ι. Φαρμάκης Ν Παν. Ἀραβαντινός
Ἀντ. Ῥοντήρης Ν Ἰωάν. Τερζάκης Ν
Δ. Τριγώνης Παν. Φραντζῆς
Ε. Λαμπρακάκης Γεώργ. Παπασπυρόπουλος Ν
Ἰωάν. Καναβός Ν Γεωργαντᾶς Θρόνος Ν
Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Γεώργ. Παρασκευόπουλος Ν
Ε. Σπετσέρης Νικ. Κόνδης Ν
Ι. Τσιγκώλης Ἀθ. Σωτηριάδης
Στέφ. Γρανίτσας Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Ν
Γ. Ἰατρίδης Ν Κωνστ. Καζαντζῆς
Γερ. Νοταρᾶς Ν Γεώργ. Καζανόβας ἀρν.
Δημ. Κούζης Ν Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
Ἀνδρ. Σαρλῆς Ν Γεώργ. Σταμπάδος Ν
Δημ. Ῥοῦσος Ν Θεμ. Μιχαλόπουλος Ν
Νικόλ. Δελακοβίας Ν Δημ. Ἀνδρέου Ν
Νικόλ. Σακκελλαρίου Ν Δημ. Ζαβογιάννης Ν
Γεώργ. Βλάσης Ν Ἐμμ. Κυταριόλος Ν
Χαρ. Σπηλιόπουλος Ν Βασ. Κυρέλλος Ν
Νικ. Δημητρακόπουλος ἀρν.Ἀριστοτ. Σακελλαρίου Ν
Ἀναστ. Βάρβογλης Ν Νικ. Σπηλιώτης
Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Σπυρ. Παπαχατζῆς
Ἰω. Π. Μανέτας Σάββας Βαρβιτσιώτης Ν
Δ. Πλαπούτας Λουκ. Κουτσοπέταλος
Ἀλ. Παπαναστασίου Νικ. Ἀνδρεαδάκης
Ἰωάν. Μπακόπουλος Δημ. Λαζαρῆς Ν
Δημ. Χηνιάδης Ν Σπυρ. Θεοδωρόπουλος ἀρν.
Δημ. Καρέλας Ν Ἀθ. Πουλῆς Ν
Χαρ. Στασινόπουλος Ν Νικόλ. Ῥούσης
Κωνστ. Ῥεβελιώτης Στέφ. Ν. Δραγούμης
Ν. Τριανταφυλλάκος Ἀλέξ. Ζαΐμης
Α. Κατριβᾶνος Ν Δ. Γκλαβᾶς Ν
Ἠλ. Φλέσσας Δ. Μιχαλακόπουλος Ν
Ἰωάν. Πολίτης Ν Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης
Παν. Δεληβοριᾶς Ν Κωνστ. Γόντικας Ν
Σπυρ. Τσαγκάρης Ν Ν. Κοντογούρης Ν
Θ. Πέρρος Ν Ἰωάν. Βέρροιος Ν
Χαρ. Βοζίκης Πολ. Πολυχρονιάδης Ν
Ἀντ. Βούτσης Ν Παν. Ζαΐμης
Νικ. Χαρδούβαλης Δ. Μάρκου
Περ. Ἀλεξάκης Γεώργ. Κατσιμπίρης
Θεόδ. Γρηγορίου Ν Σπηλ. Ἀγαπητὸς Ν
Σπυρ. Σίμος Ν Α. Φωτήλας Ν
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Α. Χοϊδᾶς Ν
Περ. Κ. Καραπάνος Θεόδ. Ψυχαληνός
Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Γ. Παπακυριακόπουλος Ν
Πύρ. Καραπᾶνος Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν
Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Α. Καφετζόπουλος Ν
Ἐλ. Βενιζέλος ἀρν.Λ. Φλαμῆς Ν
Ἐμμ. Μπενάκης ἀρν.Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ν
Φωκ. Νέγρης ἀρν.Νικ. Συριόπουλος Ν
Παν. Χαροκόπος Θάν. Πετραλιᾶς
Κ. Ῥακτιβάν Ο Π. Ἠλιόπουλος
Μιλτ. Νεγροπόντης ἀρν.Χρ. Κορύλος Ν
Γ. Ζερβουδάκης Ξεν. Σταυρουλόπουλος
Λάμπρος Κορομηλᾶς ἀρν.Παν. Βουρλούμης Ν
Π. Λαγοπάτης Ν Νικ. Ῥαφτόπουλος
Γεώργ. Στρατούλης Ν Γεώργ. Λαμπρινόπουλος
Κ. Μᾶνος Χρ. Μεϊτάνης
Τιμ. Ἠλιόπουλος Διον. Πολυζωγόπουλος
Δημ. Βενιζέλος Ν Ἰωάν. Δογάνης Ν
Μιχ. Γαλανός Ν Γεώργ. Ἀβέρωφ Ν
Α. Παναγιωτόπουλος Ν Νικόλ. Σταματιάδης Ν
Γεώργ. Πολίτης Ν Δημ. Χρυσοστάλης Ν
Ἰωάν. Ἀθανασάκης ἀρν.Εὐάγ. Γεωργιάδης Ν
Γεώργ. Νικολαΐδης Ν Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ν
Λουκᾶς Μπέλλος Νικόλ. Ἀβέρωφ Ν
Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν Γεώργ. Μπένος
Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Νικόλ. Κάραλης
Κωνστ. Δεμερτζῆς ἀρν.Κωνστ. Χατζηγιάννης Ν
Θρ. Πετμεζᾶς Ν Δημ. Βάχλας
Γεώργ. Κοσόνας Κωνστ. Ἀλαβάνος
Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Δημ. Πετσετάκης Ν
Μιχ. Σφακιανάκης Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος
Πλούτ. Μαυρίκης Ν Ἐμμ. Πατρίκιος Ν
Βασίλ. Ἀθανασούλας Ἰωάν. Μαμάης Ν
Κωνστ. Χατζάκος Ἰωάν. Κασδόνης Ν
Γεώργ. Γαζέπης Ν Ἀντ. Φραγκίσκος Ν
Νικόλ. Πετσάλης Δημ. Καΐρης ἀρν.
Ἰωάν. Λούντζης Ν Θαλ. Κουτούπης
Διον. Κουλούμπαρδος Γεώργ. Φικιώρης
Ἀναστ. Λούντζης Ν Κωνστ. Μέρμηγκας Ν
Καῖσαρ Ζέζας Ν Γεώργ. Οἰκονόμου Ν
Διον. Κλάδης Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ο
Νικ. Παπαδάτος Ἰωάν. Λιμπερόπουλος
Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Νικ. Πετροπουλάκης
Νικ. Βάρθης ἀρν.Γεώργ. Τσοχώνης Ν
Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Παναγ. Πετροπουλάκης Ν
Σπυρ. Χατζάρης Ν Παν. Κουμάνταρος Ν
Παν. Μανωλίτσης Ν Ἰωάν. Ἀθηνογένης Ο
Σπ. Κογεβίνας Βασίλ. Μιχαλέας Ν
Ἀνδρ. Κεφαλληνός Ἰωάν. Βαββανάκος Ν
Σπυρ. Βλαντῆς Ν Λεων. Καπετανάκης
Εὐθ. Α. Βελλιανίτης Ἰωάν. Πατσουράκος
Χρ. Καποδίστριας Χρ. Πετρέας Ν
Ἀνδρ. Κρητικός Ν Πέτρ. Μαυρομιχάλης
Λαυρ. Μαβίλης Ἰωάν. Φουρίδης ἀρν.
Κωνστ. Κατηφόρης Ἀναστ. Ἀβέρωφ
Σπυρ. Λάσκαρις Ν Ἰωάν. Χρυσοβελόνης
Βασίλ. Πουλιάσης Δημ. Οἰκονόμου
Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Μιλτ. Μπουφίδης
Διον. Βινιερᾶτος. Νικ. Γεωργιάδης
Παν. Λιβιεράτος Ἀγαμέμνων Σλήμαν Ν
Σπυρ. Ἰγγλέσης Ν Δημ. Κουκιάδης Ν
Νικ. Χαριτᾶτος Ν Γεώργ. Τσαξίρης
Ἀνδρ. Μονοκροῦσος ἀρν.Γεώργ. Σχινᾶς Ν
Πέτρ. Βασιλόπουλος. Ν Γεώργ. Δρίβας Ν
Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν
Νικ. Ἀλιβιζάτος Ν Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν
Σπ. Φορέστης Ν Γεώργ. Βλάχος Ν
Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος Ν Πελ. Ἀγγελίδης Ν
Ὄθ. Τετενές Ν Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ν
Γεώργ. Μουσούρης Ν Φίλ. Ζαρζάμπας Ν
Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιεράτος Χ. Μωραΐτης
Θ. Κοντομίχαλος Ν Νικ. Παπαϊωάννου Ν
Λεων. Ἐμπειρίκος Μιχ. Φωτιάδης
Σταμ. Βαφειαδάκης Ν Βασίλ. Σηλυβρίδης Ν
Δημ. Μάνθος Ν Περ. Ἀποστολίδης Ν
Περ. Γρυπάρης Ν Λεων. Ἀναγνώστου
Κωνστ. Καλομενόπουλος Κωνστ. Ζησόπουλος
Τριαντ. Παπαδὰμ Χ. Δικαῖος Ν
Σ. Ντολιόπουλος Ν
Θωμᾶς Σκάσης Ν Παν. Φλέσσας Ν
Ἰάκ. Ἀβάζος Ν Π. Κασίμης Ν
Δημ. Ζαμᾶνος Ν. Παπαλέξης Ν
Νικ. Καμπάνης Δημ. Κάβουρας Ν
Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν Μ. Δαζέας Ν
Ἀλέξ. Μαλασπίνας Α. Πετρομανιάτης Ν
Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ἀθ. Περρωτὴς Ν
Ἀντ. Ῥεβίνθης Π. Ἰατρόπουλος
Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς Π. Καράπαυλος
Νικ. Καλβοκορέσης Ἀνδρ. Κοκκέβης Ν
Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν Δημ. Κουκουλέτσος
Γεώργ. Κορομηλᾶς Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος
Δημ. Κανελλόπουλος Ν Ἀλέξ. Γιαννούσιος ΤάκηςΝ
Ἀθ. Αἰλιανὸς Ν Γεώργ. Ῥάμμος
Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν Εὐθ. Μαντόπουλος
Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν Λάμπρος Περιστέρης Ν
Γεώργ. Σπηλιόπουλος Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
Κωνστ. Τριγγέτας Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος
Γεώργ. Ράλλης Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
Γεώργ. Μποῦτος Παναγ. Βερβενιώτης
Ἰωάν. Κουρτάκης Ν Γεώργ. Καλλίτσης Ν
Φώτ. Βακαλόπουλος Ἰωάν. Μᾶνος Ν
Ἀθ. Παπαχελᾶς Ν Σπυρ. Ματσούκας
Μεν. Πιπιλῆς Ν Ρήγας Χατζηρήγας Ν
Παν. Μερλόπουλος Ι. Παπαλουκᾶς Ν
Δ. Ἀναστασόπουλος Ν Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
Ἰωάν. Λεωνίδας Μιλτ. Σακελλαρίου Ν
Πέτρος Γκίνης Ν Κ. Λιδωρίκης
Ἀλέξ. Διομήδης Ν Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ξηρός
Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς ἀρν Νικ. Φραγκίστας Ν
Ἀλέξ. Παπαποστόλου Ἰωάν. Γιδογιάννος Ν
Δημ. Θεοδοσόπουλος Ν Νάκος Πολιτόπουλος
Παυσ. Ζωγλοπίτης Κωνστ. Περιβολιώτης
Γεώργ. Ζούκας Ν Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ν
Κωνστ. Σταμούλης Ν Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν
Ἰωάν. Κοττίκας Δημ. Δεδούσης Ν
Βασίλ. Γρίβας Γεώργ. Συγγούρης
Α. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ Στέφ. Σομμαρίπας Ν
Ν. Γαρδικιώτης Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
Δημ. Μπούσδρας Ν Ἰωάν. Γραμματίκας
Γεώργιος Τάγιας Ν Ἀθ. Χριστίδης
Κωνστ. Παπακυρίτσης Ν Ἡρ. Βελλόπουλος
Χρ. Καρᾶς Ἀθ. Χριστίδης Ν
Α. Θανόπουλος Γεώργιος Πὼπ
Νικ. Γιουβρῆς Ν Δημ. Βρατσᾶνος Ν
Χρ. Βλάτσιος Ἐμμ. Παγκάρας
Γεώργ. Καθάργιος Ν

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 208. 190 ὑπὲρ τῆς προτάσεως, 3 κατ’ αὐτῆς καὶ 15 ἠρνήθησαν. Ἑπομένως ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτή. (Χειροκροτήματα). Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ἰ. Κουρτάκης, Ἀ. Πετρομανιάτης, Χ. Δικαῖος, Ἀ. Παπαχελᾶς, Γ. Οἰκονόμου, Θεμ. Κουτσομητόπουλος, Ἀθ. Αἰλιανός, Μ. Πιπιλῆς, Π. Κασίμης, Ἀνδρ. Κοκκέβης, Δ. Κάβουρας, Γ. Κορομηλᾶς, Γ. Ν. Μποῦτος, Ἀθ. Περρωτής, Σπήλ. Ντολιόπουλος, Δ. Κανελλόπουλος, καὶ Ν. Σταματιάδης ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς πρότασιν: «Προτείνομεν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ὅπως ἀναβληθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος μέχρι πέρατος τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἢ τοὐλάχιστον μέχρι τῶν διακοπῶν διὰ τὸ Πάσχα».

§14ΙΩ. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, ὀλίγαι ὑπολείπονται συνεδριάσεις διὰ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἕκαστος δ’ ἐξ ἡμῶν κατανοεῖ τὴν σπουδαιότητα τοῦ πράγματος, ἂν κατωρθοῦτο μέχρι τοῦ Πάσχα ἡ περάτωσις τῆς ἀναθεωρήσεως, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ νὰ ἀναβληθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος μέχρι τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα, μετὰ δὲ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας συνεχῶς νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον.

§15Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ πῶς ὑποβάλλονται προτάσεις τόσον περίεργοι, νὰ μὴ ἐνεργῆται ποσῶς κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς». Ὁ κ. Δραγοῦμης ἔχει τὸν λόγον.

§17ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐντελῶς, ὅπως πάντες, σύμφωνος ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἔχω νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς ἢ ἀπορίας διὰ τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχω, ὅπως καὶ πάντες, νὰ ἴδω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταρτιζόμενον εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸν σκοπόν· αἱ παρατηρήσεις δὲ εἶναι μὲν μικραί, ἀλλ’ εἶναι ἴσως ἄξιαι προσοχῆς, καὶ διὰ τοῦτο θὰ διέλθω τὸ νομοσχέδιον οὐχὶ συζητῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων, ἀλλ’ ὑποβάλλων ἁπλῶς παρατηρήσεις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 βλέπω ὅτι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς κληθέντας, διατηροῦντας τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀλλοδαποῦ, ἀνατίθεται ἡ διοίκησις στρατευμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν. Ἂν ἀνατίθεται ἡ διοίκησις, ἐρωτᾷ τις μήπως δὲν ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς ἄλλο τι, ἡ ὀργάνωσις, καὶ ἂν τυχὸν σκοπὸς εἶναι νὰ μὴ ἀνατεθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ τὸ ἄλλο τοῦτο, τότε πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ὑπάρχει νόμος ἐν ἰσχύϊ, ὅστις δὲν μνημονεύεται ἐνταῦθα, ὅπως καταργηθῇ, καὶ ὅστις θὰ εἶναι ἴσως χρήσιμος, ὅπως πορισθῶμεν ἐκεῖθεν τὴν βεβαιότητα ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς ἀντίθεσιν, οὐδὲ καταργεῖται, διότι ἐν αὐτῷ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἄδεια τῆς ἀναθέσεως τῆς ὀργανώσεως. Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ ͵ΒΧΜʹ τῆς 15 Ἰουλίου 1899 ὁ προκληθεὶς τότε διὰ πρόσκλησιν ἀλλοδαπῶν διά τε τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης· ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει τυχὸν πρόκειται νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἰσάγεται, τότε πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως αἱ διατάξεις αἱ σχετιζόμεναι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ πρὸς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καταργηθῶσιν ἐνταῦθα— ὄχι ὅλος ὁ νόμος—, διότι θὰ πρέπῃ νὰ μένῃ ἀνοικτὸς μέχρι νεωτέρας ἀποφάσεως διὰ τὸ ναυτικόν. Ἂν ὅμως ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν νὰ ἀναθέσῃ καὶ τὰ ἄλλα καθήκοντα εἰς τοὺς μετακληθέντας ἢ μετακληθησομένους, ἴσως μία λέξις, εἷς σύνδεσμος θὰ ἤρκει, ὅπως διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι θὰ ἔλεγε «ἀνατίθεται καὶ ἡ διοίκησις» κατὰ παραπομπὴν πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἂν θεωρηθῇ οὗτος διατηρητέος. Ἐκ τῶν κατωτέρω ἄρθρων, ἰδίᾳ δὲ ἐκ τοῦ ἄρθρου 4, γεννᾶται ἐρώτημα, ὅπερ εἰς ἐμὲ φαίνεται σπουδαῖον: ὁ μέλλων ἢ οἱ μέλλοντες νὰ διοικήσωσι τὸν στρατὸν ξένοι, οἵτινες θὰ ἔχωσιν ἐξουσίαν τὴν παρεχομένην ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς διοικήσεως, πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ ἐμφάνισιν τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀναγνωρίζωνται ὑφ’ ἁπάντων καὶ ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν σημείων ὡς ἔχοντες δικαιώματα τὰ ἐκ τοῦ βαθμοῦ, ὃν φέρουσι· δὲν βλέπω δὲ ὅτι λαμβάνεται πρόνοιά τις περὶ τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὁ λοχαγὸς ἀναγνωρίζεται ὡς ταγματάρχης, ὁ ταγματάρχης ὡς ἀντισυνταγματάρχης, ὁ ἀντισυνταγματάρχης ὡς συνταγματάρχης, ὁ συνταγματάρχης ἀναγνωρίζεται ὡς ὑποστράτηγος καὶ ὁ ὑποστράτηγος ὡς ἀντιστράτηγος. Πάντα ταῦτα εἶναι δυνατά, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, τοιαύτης ἀναγνωρίσεως γενομένης, καὶ νὰ ἐμφανίζωνται οἱ ἀξιωματικοὶ μετὰ τῶν σημείων ἐκείνων τῶν ἐξωτερικῶν, εἰς ἃ δὲν ἀνταποκρίνεται ἡ στολὴ τῆς ἰδίας αὐτῶν πατρίδος, ἣν θέλουσι φέρει. Εἶναι περιττὸν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὁποία ἡ σημασία τῆς ἐμφανίσεως καὶ ὁποία πρὸ πάντων ἡ ἐπίδρασις τῆς τοιαύτης ἐμφανίσεως τῆς κανονικῆς ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες θέλουσιν εὑρεθῆ ἀπέναντι τῶν ξένων τῶν μελλόντων νὰ διοικήσωσιν αὐτοὺς ἔχοντας πράγματι ἰσότητα βαθμοῦ καὶ ἔχοντας ἴσως πράγματι ἀρχαιότητα μεγαλειτέραν. Πρέπει λοιπὸν νὰ πιστοποιηθῇ ἀμέσως ἡ βαθμολογία αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, νὰ λάβῃ χαρακτῆρα θετικὸν καὶ νὰ προσδοθῇ κῦρος εἰς αὐτὴν παρακολουθουμένην ὑπὸ τῶν σημείων ἐκείνων, ἅτινα εἰς πάντας δεικνύουσι τὴν ὕπαρξιν τοῦ βαθμοῦ. Καὶ τοῦτο μὲ φέρει εἰς τὴν ἄλλην σκέψιν, ὅτι, ὅπως τοῦτο πραχθῇ εἶναι ἀνάγκη καίπερ μὴ ἀναλαβόντες τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν νὰ πεισθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μετακληθέντες καὶ νὰ συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀποστείλασα αὐτούς, ὅπως ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ γίνηται ὑπὸ στολὴν Ἑλληνικήν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι λεπτόν, ἀλλὰ καὶ ἡ στολὴ ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι ἐντιμοτάτη, καὶ δὲν νομίζω ὅτι, προκειμένου νὰ ἐκτελεσθῶσι τοιαῦτα καθήκοντα τοσούτῳ λεπτὰ καὶ ὑπὸ τοσούτων δυσχερειῶν παρακολουθούμενα, θὰ ὑπάρξῃ δυσχέρεια νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο καὶ κανονισθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ἔχω μικράν τινα παρατήρησιν νὰ ὑποβάλω, δι’ ἣν περίπτωσιν τυχὸν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου περιλαμβάνεται ἀπαλλαγὴ καὶ ἀπὸ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, διότι γίνεται λόγος ἐκεῖ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν ὑποβάλλονται κράτησιν, ὅπερ παρέχει τὴν ἀφορμὴν νὰ σκεφθῇ τις ὅτι καθαρὰ ἡ μισθοδοσία θὰ παραδίδηται εἰς αὐτούς. Ἄν τοιαύτη εἶναι ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως, ἀνάγκη νὰ ἀπαλλαγῶσι καὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου.

§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μέρμηγκας.

§19Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί· σχῆμα ὀξύμωρον μέλλει νὰ παραστήσῃ ἡ στάσις μου ἀπέναντι τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθόσον, ἐνῷ κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν θέλω καὶ νὰ μεμφθῶ τοῦ εἰσηγητοῦ αὐτοῦ. Ὑπάρχουσι περιπτώσεις σκληρᾶς ἀνάγκης, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπείκει ὁ ὑποβάλλων τι νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη δυνατὸν νὰ μὴ ἐπεκτείνηται καὶ μέχρις ἡμῶν, τῶν καλουμένων ὅπως ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ ἀλλοδαπὸν Ἀντιστράτηγον ἢ Ὑποστράτηγον μετ’ Ἐπιτελείου ἐξ ἀλλοδαπῶν ἐπίσης ἀξιωματικῶν, ὅπως, ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἀσχοληθῇ εἰς τὰ τῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ Στρατοῦ». Διὰ μέσου, Κύριοι, τῶν γραμμῶν αὐτῶν διαφαίνεται ἡ ἄλλη ἔννοια ἡ πραγματική, καὶ ἥτις δύναται νὰ παρασταθῇ διὰ λέξεων ἁπλουστέρων, μελλουσῶν νὰ ἐμποιήσωσι τὴν δέουσαν ἐντύπωσιν, διὰ τῶν λέξεων: «ὁ Ἑλληνικὸς Στρατός, ἀνομολογῶν ἀδυναμίαν, ἵνα διευθύνῃ τὰς ἑαυτοῦ ὑπηρεσίας, ἐξαιτεῖται παρὰ τῶν ξένων, ὅπως πέμψωσι πρὸς αὐτὸν ὀργανωτὰς καὶ διοικητάς, ὧν στερεῖται». Τοιαύτη μου ἡ ἐντύπωσις, ἡ σαφὴς καὶ ἀπροκάλυπτος. Δὲν πρόκειται δέ, ὡς ἤθελέ τις νομίσει, περὶ ἐφαρμογῆς δῆθεν στρατιωτικοῦ συστήματος νέου, πρὸς τὸ ὁποῖον ἡ μικρὰ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο ἴσως νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἑαυτῆς ἐπάρκειαν· δὲν πρόκειται περὶ νέων τινῶν ἀγνώστων μεθόδων, ἀλλὰ περὶ ὀργανώσεως στοιχειώδους, ἀναφερομένης εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἤδη ἐγνωσμένων, τὴν ἁπλῆν, τὴν τυπικήν, περὶ στοιχειώδους διοικητικῆς ὑπηρεσίας. Τὴν διοικητικὴν ἡμῶν ταύτην ὑποταγὴν καλούμεθα, κατὰ σύμπτωσιν μοιραίαν, νὰ ἐπισημοποιήσωμεν, νὰ ψηφίσωμεν, ἐν ἡμέραις τοιαύταις, ἐν ταῖς ὁποίαις καὶ ἄλλαι προπαρασκευαὶ γίνονται—πρὸς ἑορτασμὸν καὶ πανηγυρισμὸν ἐθνικῶν ἑορτῶν καὶ ἐλευθεριῶν.—Ἐπεθύμουν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους νὰ ἀποτυπώσω τὴν ἐμὴν σκέψιν σαφῆ ἐπὶ τοῦ πράγματος. Ἀναπαρέστησα ἤδη ἐν τῇ συζητήσει τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τὴν εἰκόνα ταύτην, καθ’ ἣν μετὰ τὴν παρέλευσιν ἐνενηκονταετίας πλήρους, κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας ἐβιοῦμεν βίον ἐλεύθερον, κοινοβουλευτικόν, καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας παρεσχέθη εἰς τὸ ἔθνος ἡ πᾶσα εὐκαιρία, ὅπως ἀναπτύξῃ καὶ ἐκδηλώσῃ τὰς ἑαυτοῦ πνευματικὰς δυνάμεις, ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἑτοιμαζόμεθα νὰ ἑορτάσωμεν διὰ σημαιῶν καὶ λαβάρων τὴν ἐπέτειον τῆς ἐθνικῆς ἑορτῆς, ἀφ’ ἑτέρου καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν νόμον τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου κηρύσσομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐντελῶς ἀνικάνους ὅπως διοικήσωμεν τὸν Στρατὸν ἡμῶν, προσπίπτομεν δ’ εἰς τὴν βοήθειαν τῶν ξένων, ἵνα πέμψωσι πρὸς ἡμᾶς ὀργανωτὰς καὶ διοικητὰς τῶν ὑπηρεσιῶν. Θὰ προετίμων νὰ ἔβλεπον—ὁμιλῶ ἀπὸ ἀπόψεως αἰσθηματικῆς, ὡς Ἕλλην, ὡς ἀνήκων ἔτι εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ὡς διανύσας 16 ἔτη ἐν αὐτῇ καὶ ὡς γιγνώσκων τὴν ἱκανότητα καὶ τὰς ἐκδουλεύσεις τῶν καθ’ ἕκαστον ἀτόμων —θὰ προυτίμων νὰ ἔβλεπον μᾶλλον τὰ ἐρυθρὰ φέσια τῶν κατακτητῶν ἢ τὰς ἐρυθρὰς περισκελίδας τῶν ὀργανωτῶν. (Διαμαρτυρίαι). Δύναμαι νὰ θεωρήσω δεδικαιολογημένον ἓν ἔθνος, ὅταν ὑποκύπτῃ εἰς τὴν κτηνώδη βίαν τοῦ κατακτητοῦ ἢ εἰς τὴν στρατηγικὴν ὑπεροχὴν τοῦ ἀντιπάλου, ἀλλ’ ὄχι καὶ ὅταν ὑποβάλληται ἑκουσίως εἰς πνευματικὴν δουλείαν.

§20Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ποῦ ἐσπουδάσατε ὑμεῖς, κύριε Μέρμηγκα;

§21Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπήντων, ἐὰν ἐγνώριζον τί ἐνδιαφέρει ὑμᾶς τοῦτο.

§22Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐνδιαφέρει ἡμᾶς ὅτι τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, ἡ Γαλλία, ἡ Γερμανία, εἶναι μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα.

§23Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εὕρετε, ἐὰν δυνηθῆτε, ἓν παράδειγμα Κράτους ἄλλου, διαγαγόντος ἐνενήκοντα ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, μετὰ παρέλευσιν τοῦ ὁποίου νὰ ὁμολογήσῃ τοῦτο, ὅτι δὲν δύναται οὐδὲ στοιχειωδῶς νὰ ὀργανώσῃ τὰς ἑαυτοῦ ὑπηρεσίας!

§24ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Τουρκία.

§25Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Μόνον εἰς Κράτη, τὰ ὁποῖα διετέλεσαν ὑπὸ ἀπολυταρχικὰς Κυβερνήσεις καὶ μυστικισμόν, μόνον εἰς Τούρκους, Κινέζους καὶ Πέρσας καὶ Κορεάτας, βλέπομεν ὅμοια παραδείγματα. (Διαμαρτυρίαι). Χαίρω, διότι οἱ λόγοι μου παράγουσι δυσφορίαν καὶ θυμὸν ἐν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· τοῦτο εἶναι εὐάρεστον σύμπτωμα. Τονίζω ἰδιαιτέρως, ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως παρατηρῶ αὐτό, ἀλλὰ μή τις ὑπολάβῃ, ὅτι ἡ λύπη μου εἶναι μικροτέρα τῆς λύπης παντὸς ἄλλου. Ἐγὼ αὐτὸς ἀνήκω εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐμὲ αὐτὸν ἐνδιαφέρει τοῦτο παντὸς ἑτέρου πλειότερον.

§26Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἡ παραβολὴ ἀτυχῶς...

§27Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἡ μομφὴ εἶναι βαρεῖα· ἀλλὰ δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς ἡμᾶς οὔτε εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰργάσθησαν, ἵνα παραγάγωσι τοὺς τοιούτους καρπούς, ἀνήκει τὸ βάρος ὁλόκληρον τῆς παρούσης καταστάσεως. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς ἀπόψεως ταύτης, τῆς αἰσθηματικῆς, τῆς ἀναγομένης εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς. Ἄν, συλλαβόντες τὴν κεφαλὴν «ἀμφοῖν ταῖν χεροῖν» καταπνίξωμεν καὶ πᾶν αἴσθημα ψυχικοῦ ἄλγους, ἀποβλέψωμεν δὲ μόνον εἰς τὴν ἐλπιζομένην ὠφέλειαν καὶ βελτίωσιν, ποίαν δικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν αὐτήν; Κατάδηλον τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν κακοδαιμονία διοικητική, ὡς τοῦτο καὶ ἐπισημοποιεῖται διὰ τῶν ἐκφράσεων, τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ κυβερνητικῷ προσχεδίῳ τοῦ Συντάγματος.

§28Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Πρό τινος χρόνου, κύριε συνάδελφε, περιεγράψατε μὲ ζωηρότατα χρώματα τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ· εἴπετε ὅτι οἱ μηνιγγιῶντες μεταφέρονται πεζῇ ἀπὸ τὰ Συντάγματα εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Ἀφοῦ ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ διατελεῖ εἰς τοιαύτην κατάστασιν, νομίζω ὅτι ἀνάλογοι ἐλλείψεις θὰ ὑπάρχωσι καὶ εἰς τὰ ἄλλα σώματα.

§29Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Μὲ διεκόψατε, ἵνα ἐπικυρώσητε ὅ,τι εἶπον, ὅτι δηλ. ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν κακοδαιμονία διοικητική. Πρόκειται ὅμως περὶ τούτου, ὅτι κατὰ τῆς νοσηρᾶς ταύτης καταστάσεως ζητεῖται νὰ ἐφαρμοσθῇ θεραπεία ἐμπειρική, ἐμπειρικὸν δὲ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ τῆς προσκλήσεως ξένων ὀργανωτῶν, ἓν ἐκ τῶν μέτρων, ἅτινα ἐν σπουδῇ ἐπέβαλεν ἡ ἐπανάστασις. Ἡ λελογισμένη θεραπεία ἐπέβαλλεν, ὅπως πρῶτον ἐξετασθῇ, ποία ἡ αἰτία, ἥτις ἤγαγεν ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ μήπως, αἰρομένης τῆς αἰτίας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα· ἔπρεπεν ἄρα νὰ μὴ σπεύσωμεν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὸ μέσον τοῦτο, τὸ τοσοῦτον ὀδυνηρόν. Ἡ αἰτία ἡ παραγαγοῦσα τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο δὲν ἔγκειται εἰς τὴν ἔλλειψιν παραγωγικοῦ πνεύματος ἐν Ἑλλάδι, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν ἀρκεῖ τὸ γεγονὸς τῆς τοσαύτης εὐδοκιμήσεως ἡμῶν εἰς πάντα τὰ λοιπὰ ἔργα καὶ τὰς ἄλλας ἐπιστήμας καὶ τὰς τέχνας, εὐδοκιμήσεως, ἥτις καθιστᾷ ἡμᾶς ἱκανοὺς νὰ ἁμιλλώμεθα πρὸς τὰ ἄλλα ἔθνη, καὶ δὴ καὶ πρὸς διατεθέντα μέσα ἀσυγκρίτως ἀφθονώτερα. Καὶ δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσητε ὅτι μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ὑπάρχουσι πολλοὶ πρώτης τάξεως καὶ ὅτι καὶ συγγραφεῖς ἀρίστους ἔχομεν καὶ ἐφευρέτας καὶ πληθώραν ἐν γένει ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα; Εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν τὴν ἀδικίαν, ἥτις προσγίνεται ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας ἡμῶν ἐναντίον τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτησαν καὶ ὑπηρετοῦσιν αὐτήν. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὑποχρεοῦται νὰ φέρῃ τὰς συνεπείας τῆς διοικητικῆς ἀθλιότητος τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ ὅτε οὐδαμῶς συνετέλεσεν εἰς αὐτήν. Δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω τι συμβάν. Ὅτε ὑπηρέτουν ἐν τῷ γερμανικῷ στρατῷ, ἔτυχε νὰ συμπαρευρίσκωμαι ἐν ὁμηγύρει μετὰ συναδέλφου Ἰάπωνος, ὅστις μάλιστα κατὰ σύμπτωσιν δὲν ἦτο ἐκ τῶν μᾶλλον εὐπαρουσιάστων. Ὁποία ἡ ἅμιλλα τῶν συνομιλητῶν, ὅπως ἐπιδαψιλεύωσι περιποιήσεις πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἀνῆκεν εἰς Κράτος εὐτυχοῦν, ἐνῷ ἐγὼ ἔπρεπε συνεσταλμένος νὰ προσπαθῶ νὰ κρύπτω τὴν Ἑλληνικὴν στολὴν καὶ νὰ συνέχω ἐν ἐμαυτῷ τὴν θλῖψιν. Τοιοῦτό τι βεβαίως θὰ συνέβη εἰς πάντα, ὅστις ὑπηρέτησεν εἰς ξένον στρατόν, καὶ τοῦτο θὰ συμβαίνῃ πολλῷ μᾶλλον μετὰ τὴν ὀργανωτικὴν ἡμῶν ὑποδούλωσιν. Ἔγκειται δ’ ἡ αἰτία τῆς τοιαύτης ἡμῶν καταστάσεως εἰς τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν ἀφέθη νὰ ἀναπτυχθῇ ἐκεῖνο τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα ἐλυμαίνετο, ὁ φθόνος. Γινώσκετε πάντες, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἵτινες, ἐπιτυχόντες ἐν διαγωνισμῷ, ἐστάλησαν καὶ ἐσπούδασαν καὶ ἀπέδειξαν ὅτι ἠδύναντο νὰ ὀργανώσωσι τὴν ἑαυτῶν ὑπηρεσίαν, δὲν κατώρθωσαν ἐν τούτοις νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτούς, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὸ ἑαυτῶν ἔργον, ἀλλ’ ἔτι οὐδ’ ὅπως δοκιμασθῶσι κἂν καὶ παράσχωσιν ἀπόδειξιν περὶ τοῦ τί δύνανται νὰ παραγάγωσι, πάντοτε δὲ συνήντησαν τὴν ἄστοργον συμπεριφορὰν τῆς Πολιτείας. Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὅπως ἀναφέρω παράδειγμα ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μου. Ὅτε πρὸ ἕνδεκα ἐτῶν ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶχεν ἀνάγκην ἀξιωματικῶν τινων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ ἀσχοληθῶσι καὶ εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, προεκήρυξε διαγωνισμόν, εἰς ὃν καὶ ἐπέτυχον ἐγὼ τότε καὶ ἀπεσπάσθην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐκπαιδεύσεώς μου ἐκείνης, ἥτις διήρκεσε τότε ἐπὶ 2½ ἔτη, οὐδέποτε ἠρώτησεν ἡ Κυβέρνησις, ὄχι περὶ τοῦ τί ἔπραττον, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ποῦ εὑρισκόμην. Μόνον ἓν ἔγγραφον ἔλαβον ἐν τῇ διαρκείᾳ σύμπαντος τοῦ χρόνου τούτου διὰ μέσου τῆς ἐν Βερολίνῳ Πρεσβείας, ὅπερ καὶ διετασσόμην νὰ ἐπιστρέψω, σημειῶν ἐπὶ τούτοις ὅτι «ἔλαβον γνῶσιν» αὐτοῦ. Τί δ’ ἔλεγε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ μοναδικὸν καὶ τοσοῦτον σοβαρόν, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ διέπλευσε τοσαύτην ἔκτασιν, ὤφειλε νὰ ἐπιστρέψῃ μετὰ τῆς βεβαιώσεως ὅτι ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν του; Ἀκούσατε: Μετὰ τὸν διαγωνισμόν, εἰς ὃν ἐπέτυχον πρῶτος, τὸ Ὑπουργεῖον ἔκρινε πρέπον νὰ μὲ μεταθέσῃ εἰς Κυπαρισσίαν, ἐνῷ τὸν δεύτερον μετ’ ἐμὲ ἐπιτυχόντα ἀπέστειλε κατ’ εὐθεῖαν εἰς Βερολῖνον. Ἐν Κυπαρισσίᾳ μοὶ εἶχεν ἀνατεθῆ καὶ ἡ ἰατρικὴ ὑπηρεσία τῶν φυλακῶν, ὅτε δέ, μετὰ πολλοὺς μῆνας, εὑρισκόμην πλέον ἐν Βερολίνῳ, κατέφθασε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, δι’ οὗ μοὶ ἐγνωστοποιεῖτο ὅτι ἀπελύθην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἰατροῦ τῶν φυλακῶν Κυπαρισσίας! Ἦτο τὸ μόνον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐπεκοινώνησα μετὰ τῆς πατρίδος μου. Ὅτε ἐπέστρεψα καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, τὸ πρῶτον καθῆκον τῆς Πολιτείας ἦτο βεβαίως νὰ ζητήσῃ λόγον παρ’ ἐμοῦ πῶς ἐχρησιμοποίησα τὸν χρόνον τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐκπαιδεύσεώς μου, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἡ πρώτη ἀπάντησις, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν παρουσίασίν μου, ἦτο ἡ τοποθέτησίς μου εἰς τὸ 3ον τάγμα τοῦ ἐν Λαρίσῃ 5ου Συντάγματος, τὸ «ἄνανδρον» καλούμενον τάγμα, δηλαδὴ τὸ ἄνευ ἀνδρῶν». Ἔκτοτε οὐδ’ ἠρωτήθην τί εἶδον καὶ τί ἔπραξα ἐν Γερμανίᾳ, καὶ πολλῷ δ’ ἔτι οὐδὲ μοὶ ἐπετράπη — παρὰ τὰς ἐπιμόνους μου περὶ τούτου αἰτήσεις — νὰ ἀποδείξω τί ἠδυνάμην νὰ πράξω διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας μου. Οὕτω συνεπληρώθη ὀκταετία ἀπὸ τῆς ἐπανόδου μου. Καθ’ ὅμοιον τρόπον προσηνέχθησαν καὶ πρὸς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν εἰς ξένους στρατοὺς πρὸς ὡρισμένον σκοπόν. Ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς συμπεριφορᾶς ταύτης, ἥτις καταισχύνει τὴν Πολιτείαν. Εἴχομεν ἡμεῖς πάντες τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἡμέραν τινὰ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παράσχωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς ὀργάνωσιν τῆς εἰς ἣν ἀνήκομεν ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἤδη βλέπομεν καὶ τὴν ἐλπίδα ταύτην σβεννυμένην. Δὲν ἀρκεῖ ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον προσγίνεται τοιαύτη ἀδικία πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία ἀφήνει ἀχρήστους, ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος ἔρχεται καὶ νὰ μᾶς ἐγκολάψῃ τὸ στίγμα, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ ὀργανώσωμεν τὰς ἡμετέρας ὑπηρεσίας.

§30Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, πόσοι ἐκ τῶν ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν δύνανται νὰ ὀργανώσωσι τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν;

§31Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πάντες οἱ ἀποσταλέντες πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Δὲν εἶμαι μόνος ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι, εἰς τοὺς ὁποίους οὐδέποτε ἐπετράπη νὰ ἀναμιχθῶσι κἄν. Ἡ ὑπηρεσία ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποσταλῶσιν ἀξιωματικοὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν διὰ διαγωνισμοῦ· προσῆλθον εἰς τὸν διαγωνισμόν, ἐπέτυχον, ἀπεστάλησαν, ἐπανῆλθον, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐχρησιμοποιήθησαν. Πρώτιστον καθῆκον τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως ἦτα ν’ ἀνακαλέσῃ ἐκ τῆς ἀχρηστίας τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, μόνον δ’ ἐὰν οὗτοι ἀπεδεικνύοντο ἀνίκανοι νὰ παρουσιάσωσιν ὅ,τι ἐπηγγέλθησαν, μόνον τότε ἐδικαιοῦτο νὰ κηρύξῃ αὐτοὺς ἐν χρεοκοπίᾳ. Ἡ γνώμη μου συνοψίζεται εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ κυρία αἰτία τῆς κακοδαιμονίας ἡμῶν ἔγκειται εἰς τὴν τέως κυριαρχοῦσαν ἔλλειψιν πολιτικῆς χρηστότητος. Διότι δ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐμπνέει εἰς ἡμᾶς τὴν πεποίθησιν τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν μεθόδων τοῦ παρελθόντος, γεννᾶται δικαία ἡ ἀπαίτησις, ὅπως, πρὸ πάσης προσφυγῆς εἰς τὴν τοσοῦτον δι’ ἡμᾶς ταπεινωτικὴν ἐπέμβασιν τῶν ξένων, διαταχθῇ ἡ ὑπεύθυνος χρησιμοποίησις τῶν διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον προορισθέντων. Νῦν καὶ ἐπί τι ἄλλο. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γίνεται λόγος περὶ συμβάσεως, ἥτις θὰ συναφθῇ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ Κράτους, ἐξ οὗ ἡ ἀποστολή. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν: Θὰ προσαχθῇ ἐνώπιον ἡμῶν ἡ σύμβασις αὕτη;

§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι.

§33Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν, ἂν καὶ ποῖα ἀντίποινα θὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ τὸ Κράτος παρὰ τοῦ ξένου ἐκείνου ὑπηκόου, ὅστις ἔμελλεν ἴσως ποτὲ ν’ ἀθετήσῃ τὰς πρὸς αὐτὸ ὑποχρεώσεις του. Καὶ ἤδη ἐξαιτοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, τὴν ὑμετέραν συγγνώμην, ὅτι ἐξήνεγκον φράσεις πικράς, τὰς ὁποίας ὅμως ὑπηγόρευσε τὸ ἄλγος μου, ὡς ἀξιωματικοῦ. Τελευτῶν δ’ ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν, πρὸς ὑμᾶς, ὅσοι θὰ ὑπερψηφίσητε τοῦ νομοσχεδίου: Μὴ ὑψώσετε μόνον τὴν μίαν χεῖρα, ἀλλ’ ἀνατείνατε ἀμφοτέρας πρὸς τὸν οὐρανὸν εἰς συντριβὴν καρδίας καὶ οἶκτον.

§34Γ. ΠΩΠ. Ἡ προσοχή, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ παρηκολούθησε καὶ τὰς ἀπὸ πρακτικοῦ πνεύματος ἐμπνευσθείσας παρατηρήσεις τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου καὶ τὰς παλλομένας ἐκ συγκινήσεως ἀποστροφὰς τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ προσοχή, τὴν ὁποίαν εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας παρέχει ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεικνύει τὴν ὄντως ἐξαιρετικὴν σημασίαν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἐνώπιον ἡμῶν. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς σκοπιμότητος ἢ ἐξ αἰσθηματικῶν λόγων, καθ’ ὃν τρόπον ἔκρινε τοῦτο ὁ πρὸ ἐμοῦ κατέχων τὸ βῆμα. Δὲν πρόκειται ἀκόμη νὰ ἐξετάσω ἀπὸ διεθνοῦς μορφῆς τὴν σημασίαν τῆς μετακλήσεως ἐξ ἑνὸς ἢ ἄλλου Κράτους ἀξιωματικῶν ἐχόντων τὴν ἀποστολὴν νὰ ὀργανώσωσι τὸν στρατὸν ἡμῶν. Εἶναι ταῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα οὔτε κατὰ τὴν παροῦσαν ὥραν πρόκειται νὰ ἐρευνηθῶσιν, οὔτε ἔχουσιν ἐξάρτησίν τινα ἀπὸ τὸν εἰδικώτερον σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸν σκοπὸν δηλονότι τὸν καθαρῶς πρακτικὸν ἀποδόσεως ὠφελημάτων ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Τοῦτο δ’ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν σημαντικὸν σημεῖον τοῦ ὑποβληθέντος πρὸς ἡμᾶς νομοσχεδίου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι παρ’ ὅλα τὰ λεγόμενα, ὡς αἰσθηματικὴ διαμαρτυρία, ὑπῆρχεν ἀνάγκη ὀργανώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ. Ἦτο τοῦτο κοινὴ βούλησις, κοινὸς πόθος, καί, ὅτε τὸ Κράτος ἡμῶν μετὰ μίαν αἰσχύνην δὲν κατώρθωσε νὰ ὀργανωθῇ μέχρι τοῦδε, εἶχεν ἀνάγκην ἐπιβολῆς τινος ἰσχυροτέρας, ἐπιβολῆς, ἥτις θὰ διέσπα δεσμοὺς ἀορίστους, ἀλλ’ ἰσχυρούς, οἵτινες παρημπόδιζον τὴν πρόοδον αὐτοῦ τούτου τοῦ στρατεύματος. Ὥστε ἡ σκοπιμότης τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναλογεῖ πρὸς τὴν σκοπιμότητα τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀναθεωρήσαντες ἐψηφίσαμεν. Εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς συμπεράσματα, ἂν ὄντως θὰ ἔχωμεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ πρᾶγμα, ὡς βλέπετε, ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν τύχην τοῦ στρατεύματος· εἶναι ἡ τελευταία ἀπόπειρα, τὴν ὁποίαν ποιεῖται ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἥτις πάντοτε προκειμένου περὶ στρατοῦ εἰλικρινῶς ἐξεπροσώπευσε τὸ δημόσιον φρόνημα, παρέχουσα οἱονδήποτε αἰτηθὲν μέσον, ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἄμυναν. Ἐνώπιον τῆς τελευταίας ἀποπείρας ἓν ἔχομεν ἡμεῖς καθῆκον, ἀφήνοντες τὰ λοιπὰ κατὰ μέρος νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως ἐνισχύοντες τὸ ἔργον τῆς ξένης ἀποστολῆς μὴ ἀφήσωμεν νὰ ἀποτύχῃ τοῦτο (εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου θὰ συνεχίσω τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀντὶ νὰ ὑποβοηθῇ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὑπαγορεύει εἰς ἡμᾶς στοιχειῶδες αἴσθημα ἐθνικῆς ἀμύνης, διὰ τῆς διαπλάσεως στρατοῦ καταλλήλου, ἐμφανίζει νέα προσκόμματα ἀνυπέρβλητα, πρὸς ἐπίτευξιν τοιούτου σκοποῦ. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ εἰς ἀποτυχίαν τὴν ξένην ἀποστολήν. Δὲν γνωρίζω τίνες ἦσαν οἱ τὸ νομοσχέδιον εἰσηγηθέντες εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅστις ἀναμφισβητήτως δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ σαφῶς τὰ πράγματα καὶ λόγῳ τῆς ὀλιγοχρονίου παραμονῆς αὐτοῦ εἰς εἰδικὴν ὑπηρεσίαν καὶ λόγῳ τῆς φυσικῆς ἐλλείψεως ἐπαρκῶν πρακτικῶν γνώσεων, καὶ λόγῳ τῆς ἐλλείψεως ἐπαρκοῦς γνώσεως τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ παράσχωσι τὰ μέσα τῆς σταθερᾶς προόδου τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν ἀναπτύξεως, δὲν γνωρίζω, λέγω, ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέσχον τὸ σύστημα τοῦτο τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐξ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου καθίσταται ἐμφανὲς ἓν καὶ μόνον, ὅτι εἶναι ἀπροκάλυπτος σχεδὸν ἡ προσπάθεια ἡ δι’ ὅλων τῶν ἄρθρων καὶ δι’ ὅλων τῶν σημείων τοῦ νομοσχεδίου διήκουσα, ὅπως παρεμβληθῇ πρόσκομμα εἰς τὴν πραγματικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ. (Αἴσθησις). Ἐγνώρισα καὶ ἐγὼ τὸν ἔντιμον στρατηγόν, ὅστις μετακληθεὶς ἀφίκετο εἰς τὴν ἡμετέραν πατρίδα, ἀναμφισβητήτως δὲ ἡ συνομιλία μετὰ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου ἐμφανίζει αὐτὸν διαπνεόμενον, ὄχι ἁπλῶς — καὶ εἶναι σημαντικὸν τοῦτο — ἐξ αἰσθήματος πραγματικῆς ἀγάπης πρὸς τὸ ἡμέτερον Κράτος, ἀλλὰ καὶ ἐξ αἰσθήματος ἐθνικῆς ὑπερηφανείας πρὸς τὴν γενέτειραν αὐτοῦ, ὅπως τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτελέσῃ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ τῇ ὀλιγοχρονίως θετῇ, ἀποδοθῇ ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ, ὡς τιμὴ πρὸς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον τὸν ἀποστέλλει ἐνταῦθα μετὰ τῶν συναδέλφων του, ἵνα ὀργανώσῃ τὸν στρατόν. Εἶναι δὲ γεγονὸς τοῦτο ἀληθῶς ἐνθαρρυντικὸν καὶ εἶναι ἄξιος πάσης τιμῆς, ἀρχηγὸς ἡγούμενος ἀποστολῆς τοιαύτης, ὅτε ἀπὸ τῶν δύο τούτων ἐπόψεων ἐννοεῖ νὰ ἐντείνῃ τὰς προσπαθείας αὐτοῦ καὶ μορφώσῃ τὰς ἀποφάσεις του, ἵνα πραγματοποιήσῃ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει αὐτὴ ἡ μετάκλησίς του. Δὲν πρόκειται συνεπῶς περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὑποθέτω, νὰ ἀκολουθήσω, καίτοι περὶ τῆς ἀρχῆς γίνεται συζήτησις, τὸν τρόπον τῆς ἐρεύνης, καθ’ ὃν ἤρξατο τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, διότι δὲν εἶναι ἄλλως δυνατὸν εἰμή, ἐὰν ἐρευνῶντες ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ἀπολήξωμεν εἰς τὰς σκέψεις ἐκείνας καὶ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἀκουόμενα μετὰ προσοχῆς καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανίσωσι νομοσχέδιον σύμφωνον πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον φαίνεται τοὐλάχιστον ὅτι ἐπιδιώκει ἡ Κυβέρνησις, τὸν σκοπὸν τῆς πραγματικῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ γίνεται λόγος περὶ τῆς μετακλήσεως τῆς ξένης ἀποστολῆς πρὸς ὀργάνωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι αἱ ὀργανώσεις δὲν εἶναι δημιουργήματα ἐπιστήμης ἐκ τῆς ἔξωθεν ἐρχομένης εἴς τινα χώραν· εἶναι αἱ ὀργανώσεις ἐκδηλώσεις τοῦ συνόλου τῆς ἀναπτύξεως καὶ ἐξελίξεως ἑνὸς λαοῦ, ἀναμφισβητήτως δέ, ἐὰν ἐπρόκειτο ἀπὸ τοιαύτης μορφῆς νὰ ἐκρίνομεν, θὰ ἔλεγον ἐγώ, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ὀργανώσῃ ἓν ἔθνος, ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ πραγματικῶς ἀπὸ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον καλοῦμεν ὀργανωτὴν ἔχοντα μετὰ τῶν συμπατριωτῶν συναδέλφων αὐτοῦ ἀποστολὴν ἵνα ἐκπαιδεύσῃ τὸν στρατόν, ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως δοθῇ ἐξήγησις εἰς ἀπορίαν τινά, ἥτις γεννᾶται ἐν ἐμοί, ὥστε νὰ ἐρωτήσω: Διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τούτου κατὰ ποῖον τρόπον θὰ τελῆται ταυτοχρόνως ὀργάνωσις καὶ ἐκπαίδευσις; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ὀργάνωσις ἡ πάντοτε τελουμένη ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ διαστέλληται πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ παρεμβολὴν ὁ πολιτικὸς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἀντιπρόσωπος; Ἀπὸ τῆς ἐπόψεως ταύτης τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐμφανίζει ἀκριβῶς τὰς προσπαθείας καὶ τοὺς σκοπούς, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦσι πρὸς τὴν πιθανήν, τὴν ἀναμφισβήτητον, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀποτυχίαν τῆς ἀποστολῆς τῆς Γαλλικῆς, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ συνδέσωμεν πρὸς τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ στρατιωτικὸς ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν διοίκησιν τῶν ἀποτελουσῶν τὸν στρατὸν μεραρχιῶν καὶ τὴν ἐποπτείαν τῶν στρατιωτικῶν σχολῶν καὶ καταστημάτων». Συνεπῶς πρόκειται περὶ ἐκπαιδεύσεως, διότι παύει ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου ἡ ὀργάνωσις. Γίνεται ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ στρατοῦ καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ὀργανῶν, θὰ εἶναι ἀνάγκη, ἀφήνων τῆς ὀργανώσεως τὸ ἔργον, νὰ ματαιοπονῇ εἰς τὴν διοίκησιν μιᾶς, δύο, τριῶν μεραρχιῶν, ἀναλαμβάνων ἐν ἀρχῇ τὴν διοίκησιν μιᾶς ἑκάστης καὶ ἐν συνόλῳ τῶν τριῶν μεραρχιῶν τὴν διοίκησιν. Καὶ ἐρωτᾶται: Ὑπῆρχεν ἐν τῇ συνειδήσει ἁπάντων ἡμῶν ἡ πραγματικὴ πεποίθησις ὅτι, ἵνα προοδεύσῃ ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἔχομεν ἀνάγκην, οὐχὶ ἐκκαθαρίσεως, καθ’ ὃ σύστημα ἐγένετο, ἐκκαθαρίσεως ἀποβαλλούσης ἐνίοτε καὶ τοὺς ὄχι ἀνικανωτέρους ἀπό τινος σώματος στρατοῦ; Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἐκκαθαρίσεως θετικωτέρας, μᾶλλον οὐσιαστικωτέρας, ἐκκαθαρίσεως ἀπολύτως ἐπιβεβλημένης ἐξ ἀντιθέτου, τῆς ἀμοιβῆς δηλονότι τῶν ὄντως ἱκανῶν; Δύναταί τι ὁ στρατιωτικὸς ὁ μετακληθείς, τὸν ὁποῖον κυρίως διὰ τοῦτο ἐκαλέσαμεν, διότι ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τῶν εἰσηγουμένων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τῶν εἰσηγηθέντων τὴν μετάκλησιν ξένων ὀργανωτῶν ἦτο, ὅπως συντριβῶσι τὰ προχώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήρουν πᾶσαν πρὸς πρόοδον προσπάθειαν, τὰ ὁποῖα ἐχώριζον τὸν στρατὸν εἰς ὁμάδας καὶ παρεῖχον τὰ μέσα, ὅπως οὔτε προβιβασμοὶ ἐν δικαιοσύνῃ πραγματικῇ οὔτε μεταθέσεις κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τελῶνται; Ὁ εἰσηγηθεὶς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ συντάξας δηλαδὴ τοῦτο, ἐλησμόνησεν ἢ μᾶλλον ἠθέλησεν, ἵνα λησμονήσῃ, ὅτι ἐν τῇ ἀνωμαλίᾳ τῇ ἐν τῷ στρατῷ προκληθείσῃ καὶ ἥτις ἦτο εὔλογος μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἀπομάκρυνσιν τοῦ Γεν. αὐτοῦ Ἀρχηγοῦ, ὑφίσταται νομοθεσία τις στρατιωτικὴ ἐντελῶς μετέωρος, ἀλλ’ ἰσχύουσα καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν. Ἔρχεται λοιπόν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀποσπᾶται ἀπὸ τῆς ὀργανώσεως, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς καθαρᾶς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ὁ ξένος ὀργανωτὴς ἐν συμπράξει μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ προσπαθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ, καὶ προσκολλᾶται εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν. Τίνα θέσιν ἔχει ὁ ξένος ὀργανωτής; Θὰ εἶναι μέραρχος, θὰ εἶναι ἀρχηγὸς δύο μεραρχιῶν, θὰ εἶναι ἀρχηγὸς τριῶν μεραρχιῶν. Καὶ λαμβάνομεν τὴν πρώτην ὄψιν καὶ ἐρωτῶμεν: Ἐὰν τὸ συμβούλιον τῶν μεράρχων κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς μετάθεσιν ἀξιωματικοῦ τινος, ποίαν γνώμην θὰ δύναται νὰ ἔχῃ ὁ ξένος ὀργανωτής; Ἐὰν μὲν εἶναι μέραρχος διοικῶν μίαν μεραρχίαν, θὰ ἔχῃ μίαν ψῆφον, ἐὰν ἀρχηγὸς τῶν τριῶν μεραρχιῶν, θὰ ἔχῃ τὸ αὐτό, καί, ἐὰν εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ ἐπιτελείου, οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ. Τοῦτο θὰ συμβαίνῃ διὰ τοὺς προβιβασμούς, τοῦτο θὰ συμβαίνῃ διὰ τὰς μεταθέσεις, τοῦτο θὰ συμβαίνῃ διὰ τὰς τιμωρίας τὰς οὐχὶ πειθαρχικάς, αἵτινες τῷ παρέχονται ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὰς τιμωρίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὴν πραγματικὴν κατάρτισιν στελεχῶν στρατοῦ. Ἀφοῦ δ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τοῦ κυριωτάτου τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ δὲν παρέχομεν τὰ μέσα εἰς τὸν ὀργανωτὴν νὰ ἔχῃ γνώμην κύρους καὶ ἐπιβολῆς, νὰ καταστρέψῃ δηλαδὴ ἀκριβῶς τὰς μεθόδους ἐκείνας, αἵτινες ἐγένοντο ἀφορμὴ τῆς μετακλήσεώς του, κατὰ ποῖον τρόπον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ καθοδηγήσῃ εἰς πραγματικὴν ἀποτυχίαν τὸ ἔργον τῆς ἀποστολῆς ταύτης; Εἶναι ἆρά γε— ἐρωτῶ τὴν ψυχὴν παντὸς ἀνθρώπου πονοῦντος τὸν τόπον τοῦτον—, εἶναι ἆρά γε τόσον ἰσχυρὰ ἡ δύναμις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσι νὰ συγκρατῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν, ὡς ἀτόμων, ὡρισμένην ὑπηρεσίαν, ὥστε εἰς τὴν ὑστάτην αὐτὴν προσπάθειαν τῆς ἐθνικῆς ἐν τῷ στρατῷ ὀργανώσεως νὰ παρεμβάλλωνται τοιαῦτα προσκόμματα; Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι, ἂν δὲν πλανῶμαι, καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι δὲν πλανῶμαι, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ θελήσωσι τὰς παρατηρήσεις ταύτας νὰ τὰς ἀκούσωσι, καὶ ὅτι θὰ καλέσῃ ὁ εἰσηγηθεὶς τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ νομοθέτημα τοῦτο καὶ θὰ ζητήσῃ ἐξηγήσεις καὶ θὰ θελήσῃ, ὅπως εἰς ἡμᾶς ψηφίζοντας τοῦτο αὔριον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν μὴ ἀφήσῃ ἔστω ἑνὸς πατριώτου τὴν ψυχὴν ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς Γαλλικῆς ταύτης ἀποστολῆς. Τοῦτο εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ βάσις τῶν παρατηρήσεων. Ὑπάρχουσι, κύριοι συνάδελφοι, λεπτομέρειαι πλεῖσται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, λεπτομέρειαι ἀληθῶς σημαντικαί. Καὶ ἐκείνας, τὰς ὁποίας παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὡς περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαβαθμίσεως τοῦ ἥκιστα πρακτικοῦ τρόπου τῆς βαθμολογίας ἀξιωματικῶν, οἵτινες τίθενται εἰς τὸ ἀριστερόν, ἀνωτέρου βαθμοῦ. Αἱ βαθμολογίαι ἀπομένουσιν αἱ οὐδεμίαν ἔχουσαι πρακτικὴν σημασίαν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐνθυμίζουσαι τὰς χώρας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μετακαλοῦσαι ξένους ἀξιωματικοὺς τοῖς δίδουσι καὶ τὸν τίτλον τοῦ Πασσᾶ. Πρόκειται ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ καὶ περὶ ἐλλείψεως προσοχῆς εἰς τὸ στοιχειῶδες καθῆκον τῆς προσοχῆς, διὰ τὴν φιλοτιμίαν ἑνὸς σώματος. Διότι δημιουργεῖτε κατὰ τρόπον ἀτυχῆ προσβολὴν κατὰ σειρᾶς ἀξιωματικῶν Ἑλλήνων κατεχόντων διαπρεπῆ θέσιν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Εἰς αὐτοὺς φέρετε ἕνα λοχαγὸν μὲ τὴν στολὴν τὴν Γαλλικήν, καὶ καταργεῖτε οὕτω τὴν διεθνῆ παράστασιν τῆς ἱεραρχίας τῶν στρατιωτικῶν βαθμῶν καὶ λέγετε ὅτι εἶναι κατὰ πλάσμα ταγματάρχης. Καί, ἂν εἶναι κατὰ πλάσμα ταγματάρχης, θὰ ἠρώτων τί θὰ συμβῇ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ ἴδιος ἀξιωματικὸς προαχθῇ εἰς ταγματάρχην ἐν Γαλλίᾳ καὶ εὑρίσκεται ταγματάρχης ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ; Θὰ προαχθῇ εἰς ἀντισυνταγματάρχην; Καὶ δὲν θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, ὅπως ὡς ξένος ἀξιωματικὸς κληθεὶς πρὸς ἐκπαίδευσιν τάσσηται ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ, χωρὶς νὰ γίνηται τοιαύτη ἀσέβεια καὶ νὰ δεικνύηται τοιαύτη ἔλλειψις στοργῆς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν στρατιωτικὴν ἐπιστήμην, δὲν θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, λέγω, νὰ τοποθετῆται μὲ τὸν αὐτὸν βαθμόν του εἰς τὸ δεξιὸν μὲ σειρὰν ἀρχαιότητος; Ἀλλ’ εἶναι λεπτομέρειαι ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐμποδίσωσι τοὺς Γάλλους νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ λογιστικὰ καὶ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Καὶ εἶναι βεβαίως ἐμφανὲς ὅτι θὰ ἦτο πόθος, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐννοίας τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται οἱ ἐν τῇ ξένῃ ὑπηρετοῦντες, θὰ ἦτο ἐμφανὲς ὅτι βεβαίως θὰ ἐδέχετο τοῦτο μέχρι τῆς ἐκμαθήσεως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἡ ἀποστολή, διὰ νὰ μὴ ὑπέχῃ εὐθύνην πράξεων λογιστικῶν, τῶν ὁποίων δὲν θὰ εἶχε σαφῆ τὴν γνῶσιν. Ἀλλὰ δεχομένη τοῦτο θὰ ἐσκέπτετο ταυτοχρόνως ὅτι νομοθεσία εἰδικὴ θὰ ἐγίνετο. Ποῦ εἶναι αὕτη; Ἀλλὰ τοιαύτη διατύπωσις ὑπάρχει ἐν τῷ εἰδικῷ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία δὲν θὰ μᾶς παράσχῃ τὰ μέσα νὰ ἔχωμεν λογιστικὴν τάξιν, δὲν θὰ μᾶς παράσχῃ τὰ μέσα νὰ ἔχωμεν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, διότι αὐτὰ θὰ τὰ ἔχωμεν μορφουμένου νέου τινὸς συστήματος μὴ ὑπάρχοντος κἂν ἐν τῷ στρατῷ. Καὶ τότε τί θὰ συμβῇ; Εἶναι προφανὲς τοῦτο θὰ συμβῇ, ὥστε ὁ ὑποδιοικητὴς ἑνὸς σώματος, ὁ λογιστικῶς ὑπόλογος καὶ ὑπεύθυνος σώματος μεγάλου, οὐχὶ λόχων, διότι δύναται ἄριστα νὰ ὑπάρχῃ ἄλλος λοχαγὸς τοῦ οἰκονομικοῦ μέρους, καὶ ἄλλος λοχαγὸς τῆς διοικήσεως τῆς πραγματικῆς, θὰ συμβῇ ὥστε κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ παρουσιάζεται ἐνταῦθα, ὁ ξένος διοικητὴς μεγάλων μονάδων νὰ θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν διὰ τῆς παροχῆς μέσων πρὸς τὸν στρατόν, ὃν θὰ διοικῇ, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ ὑπόλογος ὑποδιοικητὴς ν’ ἀρνηθῇ, εὐλόγως δέ, εἴτε ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος εἴτε διαστρέφων τὰ πράγματα, νὰ ἀρνηθῇ, λέγω, νὰ θέση τὴν ὑπογραφὴν αὑτοῦ καὶ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην λογιστικῆς διαχειρίσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὁ διατάσσων ὡς διοικητὴς τὴν κινητοποίησιν ὡρισμένου σώματος τοῦ στρατοῦ. Περιορίζομαι εἰς τὰ γενικὰ ταῦτα σημεῖα, διότι τὸ νομοσχέδιον γέμει ἀτελειῶν. Ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν, Κύριοι, εἶναι σύμφωνος πρὸς τοὺς πόθους τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐκλήθη νὰ ὀργανώσῃ καὶ τὰ τοῦ Κράτους καὶ τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν. Φρονῶ ὅμως ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς καλουμένους νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἀναιροῦντα πόθους, ὁμοίως νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι ὁ νόμος οὗτος ἐνέχει τὰ ἐχέγγυα τῆς πλήρους ἀποτυχίας τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, δι’ ἣν ὅμως εὐχόμεθα πάντες νὰ ὁδηγήσῃ τὸν στρατὸν τὸν Ἑλληνικὸν νικηφόρον ἐκεῖ ὅπου αἱ ἑλληνικαὶ παραδόσεις ὁρίζουσι τὸ μέλλον αὐτοῦ (χειροκροτήματα).

§35Π. ΓΚΙΝΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ψυχολογικὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ἔθνος, ὡς πρὸς τὰ ἐσωτερικὰ αὐτοῦ ζητήματα, μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ἐκφράσω γνώμην περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς προσκλήσεως τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς. Τὴν προσωπικήν μου γνώμην τὴν ὑποτάσσω ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νομίζει ὅτι ὡς ὁ ναυαγός, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν τελευταίαν στιγμὴν τοῦ κινδύνου ἁρπάζει σωσίβιον, διὰ νὰ σωθῇ, οὕτω καὶ οἱ ξένοι ὀργανωταὶ θὰ εἶναι ὠφέλιμοι εἰς τὸν τόπον. Ἀσπάζομαι τὴν γνώμην αὐτὴν καὶ τάσσομαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς προσκλήσεως ξένων ὀργανωτῶν καὶ εἰς τὸ ναυτικὸν καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Εὔχομαι καὶ ὡς ἀξιωματικὸς καὶ ὡς Ἕλλην ἡ ἐπιτυχία νὰ στέψῃ τοὺς ἀγῶνας τῶν ξένων ὀργανωτῶν. Εἶναι καιρὸς πλέον, κύριε Πρόεδρε, ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης νὰ ἀνακτήσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν τόσον ἀναγκαίαν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ μεγάλου ἔργου αὐτῶν. Εἶναι καιρὸς πλέον, τοὐλάχιστον ὁμιλῶ ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, νὰ μὴ νομίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι εἴμεθα ὁμὰς μισθοφόρων καὶ τρεφόμεθα ἐκ τοῦ ἱδρῶτος αὐτοῦ. Εἶναι ἀνάγκη δι’ οἱουδήποτε μέσου νὰ καταπνίξωμεν πᾶσαν προσωπικὴν φιλοτιμίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρὸ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ἔθνος διὰ τῆς συντηρήσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐξορκίζω τὸν στρατὸν νὰ καταπνίξῃ πᾶν αἴσθημα φιλοτιμίας, πᾶν αἴσθημα ἐγωισμοῦ, ὃν ἤθελεν ἴσως νομίσει διὰ τοῦ προκειμένου μέτρου θιγόμενον, πάντες δὲ ἀπὸ τοῦ ἀνωτέρου βαθμοφόρου μέχρι τοῦ τελευταίου νὰ βοηθήσωσι τοὺς ξένους ὀργανωτὰς πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκουσι (χειροκροτήματα). Αὐτά, Κύριοι, εἶχον δι’ ὀλίγων γενικῶς νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου ζητήματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθω εἰς μικράς τινας λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ λέξει ἀναγράφεται «ὁ στρατηγὸς ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν διοίκησιν τῶν ἀποτελουσῶν τὸν στρατὸν μεραρχιῶν καὶ τὴν ἐποπτείαν τῶν στρατιωτικῶν σχολῶν». Καὶ τὸ γράμμα ἀλλὰ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἀφήνουσι νὰ ἐννοηθῇ ὅτι δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀποστολῆς τοῦ στρατοῦ καθήκοντα γενικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν καιρῷ εἰρήνης. Διότι, ὅταν ταυτοχρόνως ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν τὴν διοίκησιν τῶν μεραρχιῶν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν στρατιωτικῶν καταστημάτων καὶ τῶν σχολῶν, ἔχομεν τὸ σύνολον τοῦ στρατοῦ διοικούμενον ὑπὸ τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ. Ἑπομένως ἀναθέτουσα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δηλαδὴ τὸ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργεῖον, ὅλας αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς καθιστᾷ τοῦτον γενικὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατηγὸς θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν γενικὴν περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν ἔκθεσιν δὲ ταύτην μοιραίως θὰ θίξῃ ζητήματα προσωπικά· καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν· ἐπιτρέπει ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία, ἡ προνοοῦσα περὶ τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, νὰ σεβασθῇ τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀποστολῆς, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐγὼ νομίζω ὄχι, ἀπ’ ἐναντίας ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία ὑποχρεοῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀσπασθῇ τὴν γνώμην τῶν τριῶν μεράρχων, ἑπομένως γεννᾶται ζήτημα συγκρούσεως μεταξὺ τῆς γνώμης τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀποστολῆς καὶ τῆς γνώμης τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου καλουμένων νὰ γνωμοδοτήσωσι περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐλπίζω ὅτι διὰ καταλλήλου νομοθετήματος θὰ θελήσῃ νὰ ἄρῃ τὴν σύγκρουσιν ταύτην. Καὶ ἕτερον γεγονὸς νομίζω ὅτι εἶναι ἄξιον μελέτης ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, τὸ ζήτημα τῆς στολῆς. Τὸ ζήτημα τῆς στολῆς, Κύριοι, εἶναι ψυχολογικόν· θὰ ἔχῃ μεγάλην ἠθικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς ἀκόμη. Νομίζω δὲ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν κωλύηται ἢ ἂν κωλύηται διὰ πράξεως, διὰ συμβάσεως πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μᾶς ἔστειλε τὴν ἀποστολήν, δύναται διὰ καταλλήλου ἐνεργείας νὰ ἐπιτύχῃ, ὅπως οἱ Γάλλοι ἀξιωματικοὶ φέρωσι τὴν Ἑλληνικὴν στολήν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ διπλωματικὴ ἱκανότης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐπιτύχῃ τὴν συναίνεσιν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως οἱ ἐνταῦθα Γάλλοι ἀξιωματικοὶ φέρωσι τὴν στολὴν τοῦ τόπου. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐκεῖ φέρουσι τὴν Γαλλικὴν στολήν, ἐγὼ δέ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ὑπηρετήσω ἐπὶ δύο ἔτη ἐν τῷ Γαλλικῷ στόλῳ πρὸ εἰκοσαετίας, εἶχον τὴν τιμὴν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ φέρω τὴν Γαλλικὴν στολήν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ τοῦτο. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου ζητήματος, ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ ζήτημα τῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, καθόσον εἰς τὸ ναυτικὸν τοὐλάχιστον ἔχει ὁ ἀξιωματικὸς ἐκ τῶν κειμένων νόμων διεθνεῖς ὑποχρεώσεις, καὶ νομίζω ὅτι ξένος ναύαρχος ἐνεργῶν ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας θὰ εἶναι ἄτοπον νὰ φέρῃ ξένην στολήν (χειροκροτήματα).

§36Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ ηὔχετό τις, κύριοι Βουλευταί, ἓν τόσον σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον ζήτημα νὰ μὴ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν ἀφαίρεσιν ἢ τὴν προσθήκην ἑνὸς συνδέσμου, ἵνα καταλήξῃ ἐκεῖ, ἔνθα κατέληξεν. Ἡ ἀπόφασις τῆς μετακλήσεως ξένων ἀξιωματικῶν ὑπὸ τὰς τοιαύτας τοῦ ἔθνους περιστάσεις εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην ἔργον ὑψίστης πολιτικῆς περινοίας, ἂν δὲ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ ἐξετάσωσιν οὐχὶ τὰς λέξεις καὶ τὰς φράσεις, ἀλλὰ νὰ ψυχολογήσωσιν ἐπὶ τῶν γραμμῶν καὶ νὰ ἐμβαθύνωσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, θὰ ἔβλεπον ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως, εἶναι ἀληθές, θὰ ἔβλεπον ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ὑπάρχει λόγος βαθύτατος, σκοπὸς ἱερός, ὁ ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ λεχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ζωῆς μου, Κύριοι, διήνυσα ἐν τῷ στρατῷ, ἡ μόνη μου δὲ φιλοδοξία ἦτο νὰ γίνω στρατιώτης. Κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ζωῆς μου νέος καὶ σφριγῶν καὶ εἰς τὰς πρακτικὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις καὶ εἰς τὰς θεωρητικὰς ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐπεδιδόμην μετὰ ζήλου, τολμῶ εἰπεῖν, μετὰ πάθους. Ἐπείσθην λοιπὸν ἤδη κατὰ τὴν ὥριμον ἡλικίαν, ὅτι ἡ ἀναδιοργάνωσις ἑνὸς στρατοῦ, ἑνὸς στόλου δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν ξηρῶν νόμων, δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν κενῶν λόγων. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του, ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρχῃ κέντρον ἀνεξάρτητον, ἐμπνεόμενον ὑπὸ φιλοπατρίας, κέντρον μεμορφωμένον καὶ ἀντάξιον τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ. Ἂν δὲ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ Ἑλλὰς δὲν ηὐτύχησε νὰ ἔχῃ στρατόν, πάντες τὸ γνωρίζουσιν, οὐδεὶς ὅμως τὸ ὁμολογεῖ. Ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐδημιούργησαν τὴν ἐπανάστασιν, ἐκεῖνοι εἶναι, οἱ ὁποῖοι παρέλυσαν τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον, καί, ἂν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς τὴν πρόσκλησιν τῶν ξένων ὀργανωτῶν, προέβη στηριζόμενος εἰς τὴν φιλοπατρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν φιλοπατρίαν του καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὸ σθένος τὸ ἀτομικόν του. Αἱ περιστάσεις μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ εἶμαι ἀσαφής, ὑποθέτω ὅμως ὅτι ἐν τῇ ἀσαφείᾳ ταύτῃ τῇ ἐπιβεβλημένῃ πάντες ἐννοοῦσιν ὅ,τι πρέπει. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, τίνα ἔθνη, εἴτε τοῦ παρελθόντος εἴτε σημερινά, διεκρίθησαν εἰς τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης καὶ ἀνεδείχθησαν εἰς τὰ τοῦ πολέμου; Ἐκεῖνα, ἅτινα κατηνάλισκον τὸν χρόνον αὐτῶν συζητοῦντα περὶ λέξεων καὶ φράσεων, ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐργάζονται μετὰ περινοίας, περισκέψεως καὶ πατριωτισμοῦ; Ποῖα εἶναι τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, ἅτινα ἐδοξάσθησαν ἐν πολέμῳ; Εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ηὐτύχησαν νὰ τύχωσιν εἴτε Μονάρχου εἴτε Αὐτοκράτορος εἴτε Προέδρου εἴτε Πρωθυπουργοῦ ἀξίου τῆς ἀποστολῆς του. Καὶ μία Κυβέρνησις καὶ εἷς ἀνώτατος Ἄρχων ὁμοιάζει πρὸς τὸν ἄνεμον, ὁ ὁποῖος ὠθεῖ καὶ ἐξεγείρει τὰ κύματα, καί, ὅπως ὁ ἄνεμος προκαλεῖ τρικυμίαν, οὕτω καὶ μία ὤθησις ἑνὸς κυβερνήτου ἐγείρει τὴν ἐθνικὴν ζωήν, ἐγείρει τὰ πάντα! Καὶ ἤλπιζον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ἱερὸν τοῦτο ζήτημα δὲν θὰ ἐχρησίμευεν ὡς κομματικὴ ἐκμετάλλευσις. Εἶχον ἐγὼ ὁ νεοσσὸς τῆς πολιτικῆς καὶ ἄπειρος, ἴσως καὶ στενοκέφαλος, εἶχον, λέγω, τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ἄνδρες γεγηρακότες, ἄνδρες παρακαθήμενοι πρὸ πολλοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔλθωσι καὶ εἴπωσι τὸ τί ἡ σκέψις καὶ ἡ καρδία αὐτῶν ὑπαγορεύει, εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀφήσωσι κάθε συμφέρον, κάθε ἐγωισμὸν καὶ ἐμπάθειαν, διότι ἡ ἐμπάθεια καὶ ἡ ὀργὴ εἶναι δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφήνουσί τινα νὰ ἀνέλθῃ ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἵσταται. Ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀκούσω ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ τὸ ἀκούσω, καὶ δὲν θὰ τὸ ἀκούσω, διότι ἡ κατάστασις τοῦ ἔθνους εἶναι τοιαύτη, οἱ κίνδυνοι οἱ πανταχόθεν ἀπειλοῦντες περιέζωσαν αὐτὸ τόσον στενῶς, ὥστε καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὸ θάρρος νὰ τὸ εἴπω, δὲν τὸ λέγω, ἀφήνω ὅμως νὰ τὸ μαντεύσητε. Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολή, Κύριοι, εἶναι ἐκείνη ἀσφαλῶς, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ νέαν ζωὴν εἰς τὸν στρατόν, ἡ Ἀγγλική, ἥτις θὰ δημιουργήσῃ στόλον, ἀλλ’ ὄχι αὐταὶ καθ’ ἑαυτάς, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα καὶ ὁ ἄρχων, ὁ ὁποῖος θὰ διευθύνῃ αὐτάς. Δὲν εἶναι, Κύριοι, αἱ λέξεις καὶ αἱ φράσεις, αἵτινες ἀναδιοργανοῦσι στρατοὺς καὶ ἀναδεικνύουσι τὰ ἔθνη· εἶναι τὸ πολιτικὸν καὶ προνομιοῦχον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὠθεῖ πρὸς τὰ ἐμπρός. Ἄν, Κύριοι, εἰς τὴν πολιτικὴν ἐχρεοκοπήσαμεν, ἂν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης μειονεκτοῦμεν, δυστυχῶς κατὰ πολύ, μία εἶναι ἡ αἰτία, τὴν ὁποίαν ἐν καιρῷ θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου μίαν ἀπευθύνω μέσα ἀπὸ τὴν ψυχήν μου θερμὴν ἐπίκλησιν καὶ ἱκεσίαν: ἂς διαφυλάττῃ ὁ Θεὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἂν ὑποτεθῇ, ὡς πιστεύω, ὅτι ἐστάλη ὑπὸ τῆς θείας προνοίας νὰ σώσῃ τὸ ἔθνος, νὰ ἐπιζήσῃ, διὰ νὰ ἐπισφραγίσῃ τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐστάλη ὑπὸ τῆς μυστηριώδους προνοίας. Διότι ἄλλως τὸ πᾶν ἀπώλετο. (Χειροκροτήματα).

§37Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν εἶχον, ἀξιότιμοι κ. συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἐθίγοντο πολλοὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι πρόκειται νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ ἡμῶν ξένοι ἀξιωματικοί, καὶ ἔδειξε διὰ τῆς ὁμιλίας του ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος πόσον ὁ ἐθνισμὸς αὐτοῦ ἐθίγη εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζομεν καὶ πάντες γνωρίζουσιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐπαναστατήσας ἠξίωσε τὴν ἔλευσιν τῶν ξένων ὀργανωτῶν. Ὁμολογῶ παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας συνάδελφον, ὅτι οὐδέποτε ἤλπιζον ὅτι θὰ εὑρίσκετο Ἕλλην ἀξιωματικὸς νὰ διατυπώσῃ τὴν γνώμην, ὅτι θὰ προετίμα νὰ ἴδῃ φέσια κατακτητῶν ἐν Ἀθήναις παρὰ ξένους ὀργανωτάς. Ἀναμφιβόλως πάντες ἐνόησαν τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὡμίλησεν, ἀλλ’ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διετύπωσε τὰς σκέψεις αὐτάς, μοὶ ἐπιτρέπει, νομίζω, νὰ εἴπω, ὅτι ὁ φανατισμὸς τῆς ἰδέας τῶν ξένων ὀργανωτῶν, φανατισμὸς ἐκδηλωθεὶς ἐν ἀσημάντῳ μειονότητι καὶ εἰς ὡρισμένους κύκλους στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ φανατισμὸς αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εἴδομεν ἀφικόμενον καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Μέρμηγκαν. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλληλος, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ἀπροετοίμαστος, ἵνα ἐξηγηθῇ πλήρως πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἡ σημερινὴ στρατιωτικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος. Ἦτο ἀνάγκη τοῦτο νὰ γίνῃ, διότι, ὅτε κατόπιν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ὅλοι γνωρίζουσιν, ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον ἡ πλήρης ἀνικανότης ἡμῶν, ὅπως ὀργανώσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, ἀνικανότης φθάσασα μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἐξαναγκάσῃ εἰς τὸ δεινότερον κατὰ τῆς πειθαρχίας πλῆγμα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ εὐλαβεστέρου πρὸς τὴν πατρίδα καθήκοντος τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ καταπατήσεως τοῦ ὅρκου αὐτῶν ἠσθάνθησαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπανιδρύσωσιν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τὴν στρατιωτικὴν ἰσχὺν τοῦ τόπου, ὅτε, λέγω, πάντες γνωρίζουσι τὰ γεγονότα, ἕνεκα τῶν ὁποίων προεκλήθη ἡ ἐπαναστατικὴ κατάστασις ἐκείνη, θὰ ἦτο ἀνάγκη, διὰ πολλοὺς λόγους, νὰ ἐξηγηθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως πλήρως ἡ στρατιωτικὴ κατάστασις ἡ ἀναγκάσασα καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ προπαρελθὸν ἔτος ἔδωκαν τὴν γνώμην αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν συμμορφωθεῖσαν μὲ τὴν ἐπιθυμίαν ἐκείνων νὰ εἰσαγάγῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, εἶναι ἄρτιον, ὁμιλοῦν περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σπετσῶν συναδέλφου εἰς τὴν περὶ τοῦ ἄρθρου 3 γνώμην του, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ στρατηγὸς τῆς ἀποστολῆς πρέπει νὰ εἶναι καὶ ὁ ἐνασκῶν τὴν διοίκησιν τῶν τριῶν μεραρχιῶν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ δηλαδὴ τὸ δυνητικὸν ἐκεῖνο. Συμφωνῶ ἐπίσης ἐν σχέσει πρὸς τὸ τέταρτον ἄρθρον, ὅπως οἱ ξένοι ἀξιωματικοὶ φέρωσιν, εἰ δυνατόν, τὴν στολὴν τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ, νὰ ἔχωσι τὸν βαθμόν, ὃν καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἔχουσι, σὺν τῇ διαφορᾷ, ὅτι πρέπει νὰ ταχθῶσιν οὗτοι εἰς τὸ δεξιὸν τῶν ὁμοιοβάθμων ἡμετέρων ἀξιωματικῶν. Διὰ τῆς μικρᾶς αὐτῆς κατὰ τὸ φαινόμενον τροπολογίας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι μέγιστα ἀγαθὰ θὰ ἐπήρχοντο. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀπειλεῖται ἡ παρακώλυσις ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δῆθεν, κατ’ αὐτόν, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπιδιώκεται. Εἰπὼν ὅμως τοῦτο βεβαίως δὲν εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ἵνα ἐν περιλήψει εἴπω ὀλίγα τινά, εἶναι γνωστὸν ὁπόσον ἡ προσωπικὴ φιλία, ὁπόσον οἱ προσωπικοὶ δεσμοί, ὁπόσον ὁ ἐγωισμὸς ὡρισμένων ἀτόμων παρεκώλυσε τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, καὶ πόσον παρεκώλυσε τὴν ἡμετέραν πατρίδα ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποκτήσῃ ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον τὸν στρατὸν ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην. Καίτοι ἐπιφυλάσσομαι ἐν προσεχεῖ, ἐν προσεχεστάτῳ μέλλοντι, ἐν σχετικῇ εὐκαιρίᾳ νὰ ἐξηγήσω πλήρως τὸ ζήτημα, λέγω ἐν τούτοις ἀπὸ σήμερον καὶ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι, ἂν σήμερον δὲν ὑπάρχει στρατός, τοῦτο ὀφείλεται κατὰ μέγιστον μέρος εἰς τὸν προσωπικὸν ἀνταγωνισμὸν ἐκείνων, τῶν ὁποίων σήμερον ἡ φιλοτιμία δῆθεν θίγεται διὰ τῆς προσκλήσεως τῶν ξένων ὀργανωτῶν. Ὅταν ἐνώπιον ὑμῶν ἐπιδειχθῇ ἔργον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη δῆθεν, ἵνα ἐξηγήσῃ καὶ δικαιολογήσῃ τὸ στρατιωτικὸν ἔργον παρελθουσῶν Κυβερνήσεων, ὅταν τοῦτο ἐπιδειχθῇ, θέλετε ἴδει μετὰ πόσης ὀλιγωρίας διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, μετὰ πόσης ἀπροσεξίας διὰ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργουν, καὶ μετὰ πόσης, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ἀφροσύνης διεξήγετο προσωπικὸς ἀγὼν βαθμοῦ ἀπεριγράπτου, προσωπικὸς ἀγὼν καταλήξας εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχῃ σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς οὐδὲ τὸν ἁπλούστερον ὀργανισμόν, οὐδὲ τὸν ἁπλούστερον ὀργανισμὸν διοικήσεως, οὐδὲ τὸν ἁπλούστερον τρόπον ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐν γένει πολεμικῆς προπαρασκευῆς. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι χρήσιμον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ καταγγέλλωνται πρόσωπα ἔστω καὶ ἐπὶ ὡρισμέναις πράξεσι, παρ’ ὅλην ὅμως τὴν γνώμην μου αὐτὴν θὰ εὑρεθῶ ἴσως, λίαν προσεχῶς, εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην, χωρὶς ποτε νὰ θελήσω νὰ ἀποδώσω ἄλλην τινὰ οἱανδήποτε μορφὴν εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπηρέασαν τὴν μέχρι σήμερον ἐξέλιξιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, νὰ ἀναφέρω τοὺς προσωπικοὺς αὐτοὺς ἀνταγωνισμούς, ἀνταγωνισμοὺς τοὺς ὁποίους εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει τερματίσει ἡ ἐν μέσῳ ἡμῶν ἐμφάνισις τῶν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν. Δὲν γνωρίζω ποίαν βαρύτητα διὰ τὴν Βουλὴν εἶχον τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἐναντίον τῆς προσκλήσεως τῶν ὀργανωτῶν ἀναπτυχθέντα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ καὶ ἀξιωματικοῦ, ὡς, φέρ’ εἰπεῖν, ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον ἀφηγεῖτο τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ γνωστὴ ἄλλως στρατιωτικὴ διοίκησις τοῦ παρελθόντος δὲν εἶχε γνῶσιν τότε περὶ τῶν ἐν Γερμανίᾳ σπουδῶν του καὶ καθ’ ὃν μᾶς ἐξήγησε πῶς καὶ διατί ἐτοποθετήθη, ἐρχόμενος ἐκ Γερμανίας, εἰς Κυπαρισσίαν, ἢ δὲν γνωρίζω τί ἄλλο παρόμοιον...

§38Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. .. διισχυρίζομαι ὅτι τοὺς ἀπέστειλεν ἐπὶ τῷ σκοπῷ...

§39Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Γνωρίζω καλῶς καὶ πῶς τοὺς ἀπέστειλε καὶ διατί τοὺς ἀπέστειλε καὶ τί τοὺς ἔκαμεν ἐπανελθόντας. Εἶμαι, σᾶς βεβαιῶ, ἐν πλήρει γνώσει πάντων· Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν καὶ ἰδιαιτέρως τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ὁ καίτοι μὴ εἰδικὸς εἰς τὰ καθαυτὸ στρατιωτικά, ἀλλὰ πάντως στρατιωτικὸς συνάδελφος, ἠδίκησεν ἑαυτὸν θελήσας διὰ τοιούτου εἴδους ἐπιχειρημάτων νὰ καταπολεμήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς προσκλήσεως τῶν ξένων ὀργανωτῶν. Ἀλλ’ ἂν συνέβαινον ταῦτα, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, συνέβαινον καὶ μερικὰ ἄλλα...

§40Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. .. ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν, καίτοι ἀπεστάλησαν.

§41Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἀπολύτως τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς προσκλήσεως τῶν Γάλλων καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ὀργανώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος...

§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἔλθωσιν οἱ ξένοι, διὰ νὰ τοὺς χρησιμοποιήσωμεν...

§43Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἐν εὐρείᾳ κλίμακι ὕπαρξιν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατεύματι ἀξιωματικῶν διαπρεπῶν, ἀξιωματικῶν ἐχόντων ὄντως εὐρωπαϊκὴν στρατιωτικὴν μόρφωσιν, δυναμένων νὰ ἀποβῶσιν ἐκτάκτως ὠφέλιμοι εἰς τὰ στρατιωτικὰ πράγματα τοῦ τόπου ἡμῶν, καὶ οὐδεὶς περισσότερον εἶναι δυνατὸν νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν δίψαν πρὸς ἐργασίαν τῶν κατωτέρων Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἀπέχει πολύ, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἡ στρατιωτικὴ ἐπιστημονικὴ μόρφωσις ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ οὕτως ἐπιστημονικῶς κατηρτισμένος ἀξιωματικὸς θὰ δύναται νὰ φαίνηται χρήσιμος κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Ἡ ἐπάρκεια τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ τὰ 99%, ἐξαρτᾶται—τοῦτο εἶναι κοινῶς γνωστὸν—ἐκ τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς συχνοτάτης μετὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ ἐπαφῆς, ἐκ τῆς ἀδιακόπου χρησιμοποιήσεως τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας ἐν τῇ μετὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ συναφείᾳ ἀπέκτησεν, ἐκ τῆς ἀδιακόπου καὶ ἀδιαλείπτου κινήσεως καὶ ἐνεργείας. Μόνον διὰ τῆς πείρας, μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ στρατιωτικὴ τέχνη διδάσκει, δύναταί τις νὰ προσεγγίσῃ μόνον εἰς τὴν ἐπάρκειαν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐγγύησις, ὅτι ὁ ἐπιστημονικῶς κατηρτισμένος ἀξιωματικὸς θὰ δυνηθῇ κατὰ τὴν δεδομένην στιγμὴν νὰ φανῇ ὄντως ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του. Ὅτε δὲ τοῦτο συμβαίνει, ἀπορῶ πῶς καὶ μία γνώμη κἂν ὑπῆρξεν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἐναντίον τῆς προσκλήσεως τῶν ὀργανωτῶν. Καὶ ἀπορῶ, διότι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐν πλήρει ἐξαρθρώσει ὁλόκληρον τὸν στρατιωτικόν μας ὀργανισμόν, ὀργανισμὸν ὁ ὁποῖος, ἐπιτραπήτω νὰ εἴπω, ὄζει ἀτελειῶν, προερχομένων ὄχι ἐκ τῆς ἐλλείψεως γνώσεων, τῶν ὁποίων ἀφθονοῦμεν, ἀλλὰ ὄζει ἐξ ἀτελειῶν προερχομένων ἐκ τῆς προσωπικῆς, ἐπαναλαμβάνω, ἀντιπαθείας, καὶ τῆς προσωπικῆς διαπάλης, ἡ ὁποία δυστυχῶς καὶ μετὰ τὸ τρομερὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα γεγονὸς τοῦ 1897 δὲν ἔπαυσεν ὑφισταμένη. Μετὰ τὴν συμφορὰν ἐκείνην, εἶναι γνωστὸν πῶς καὶ διατί ἐδημιουργήθη ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ Στρατοῦ· εἶναι γνωστὸν ποίας ὄντως ἐλπίδας καὶ ποίας εὐλόγους προσδοκίας ἐστήριζε περὶ τῆς συμπληρώσεως καὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἐπὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης ἐτάχθη ἡ Α.Β.Υ. ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος. Τὸ μέγα καλόν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ διοίκησις ἐκείνη κατὰ τὴν κοινῶς ἀναγνωρισθεῖσαν ὠφελιμότητα, ἦτο ἡ ἀπομάκρυνσις τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς ἐπιρροῆς τῆς πολιτικῆς, ἦτο ἡ ἀποξένωσις τῆς κινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς ἐπιρροῆς τῶν προσωπικῶν συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν. Τοῦτο ἦτο τὸ ἐπιδιωχθὲν μέγα καλόν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου τοῦ καλοῦ ὑπῆρξαν πλεῖστα τὰ ἐλαττώματα, ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν θεωρῶ χρήσιμον νὰ ἀναφέρω. Ὁμιλῶ ἐν τούτοις περὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην μόνον ἵνα ὑπενθυμίσω εἰς ὅλους ὑμᾶς, πόσον ἄκαρπος ὑπῆρξε μέχρι τοῦ 1909 ἡ δεκαετὴς λειτουργία αὐτῆς. Ὅτε λοιπὸν ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον παρῆλθον ἀσκόπως δεκατρία ὁλόκληρα ἔτη, ὅτε κατὰ τὰ δεκατρία αὐτὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε, φιλοτιμούμενον τὸ Κράτος τοῦτο νὰ ἀναδιοργανωθῇ στρατιωτικῶς, οὐδὲν ἕτερον ἔπραξεν ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως παρὰ μόνον νὰ δημιουργήσῃ κατάστασιν ἀφόρητον, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκσπάσῃ εἰς μίαν ἐπανάστασιν, ὅτε κατὰ τὰ 13 αὐτὰ ἔτη οὐδὲν ἄλλο ἀπολύτως ἐγένετο πλὴν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζομεν, ἐκεῖνο τουτέστι, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἀνευθύνου ἄρχοντος μέχρι τοῦ τελευταίου Ἕλληνος ἀγρότου, ἦτο ἐμπεποτισμένον μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δίκαια καὶ τὴν τιμὴν αὑτῆς, ὅτε κατὰ τὰ 13 αὐτὰ ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον, ἡ ἀσύνετος καὶ ἄφρων πολιτικὴ καὶ κομματικὴ διαπάλη, ἐνθαρρυνομένη ἐν τοῖς παρασκηνίοις καὶ ὑφ’ ὡρισμένων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἐξήρθρωσε καὶ παρέλυσε τὴν στρατιωτικὴν ἄμυναν τῆς χώρας μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ θεωρῆται κοινῶς φυσικὸν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀποβλέψῃ οὐδὲ εἰς τὴν μᾶλλον βεβιασμένην οὐδὲ εἰς τὴν μᾶλλον ἐξηναγκασμένην ἐξυπηρέτησιν τῶν στρατιωτικῶν αὐτῆς ἀναγκῶν, ὅτε ταῦτα πάντα συμβαίνουσιν, ἐρωτῶ: Εἶναι δεδικαιολογημένος ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διψῶν ἐργασίαν, διψῶν ὀργάνωσιν, διψῶν προκοπήν, ἐζήτησεν ὅ,τι ἐζήτησεν; Ἀπολέσας ὁ στρατὸς πᾶσαν ἐμπιστοσύνην πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς θέσιν νὰ ἐμπνέωσι καὶ ἐμπιστοσύνην καὶ ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσιν καὶ ἐνθουσιασμόν, τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ; Καὶ ὅτε ὁ στρατός, ἐπικροτοῦντος τοῦ λαοῦ, ἔπαυσεν ἔχων ἐμπιστοσύνην πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν παρέλυσαν, καὶ ἐσκέφθη ὅτι τὸ μηχανικὸν μέρος τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐργασία ἀδιάκοπος καὶ εἰλικρινής, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναζητήσῃ ἀπὸ ἀξιωματικοὺς διαπρεπεῖς ἀνήκοντας εἰς ἔθνος μέγα, κατέχοντας δέ, πλὴν τῶν γνώσεων, τὸ μέγα τοῦ ἀξιωματικοῦ προσόν, τὴν πεῖραν, μήπως εἶχεν ἄδικον; Βεβαίως ὄχι. Βεβαίως δὲν εἶχεν ἄδικον. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ ὀργανωταὶ ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν. Ἀλλ’ ὅτε ὁλόκληρος ὁ στρατός, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο ὁ μᾶλλον δεδικαιολογημένος, ἐὰν ἐδείκνυε ποιάν τινα στενοχωρίαν διὰ τὴν πρόσκλησιν τῶν ὀργανωτῶν, ὅτε αὐτὸς ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀποβλέπει ὄχι εἰς ματαίας προσωπικὰς φιλοδοξίας, ἀλλ’ εἰς τὸ πραγματικὸν ἔργον, τὸ ὁποῖον προώρισται νὰ ἐκτελέσῃ, ὅτε αὐτὸς ὁ στρατὸς ζητεῖ ὁμοφώνως, πλὴν ἐξαιρέσεων ἀναξίων λόγου, τὴν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του ἐκπαίδευσιν παρ’ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους πρόκειται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ μονιμοποιήσωμεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἡμετέρου στρατεύματος, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ διστάσῃ τις, ὅπως ἐπικροτήσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Μὴ θεωρῶν ἀναγκαῖον νὰ μακρηγορήσω πλειότερον ἐπὶ τοῦ παρόντος, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ συνταυτίσω τὴν παράκλησίν μου μετὰ τῶν ἀξιοτίμων ἄλλων συναδέλφων πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς τροπολογίας τοῦ τρίτου ἄρθρου, τροπολογίας ἡ ὁποία, ὡς εἶπον, φαίνεται μὲν ἐπ’ ἐλάχιστον μεταβάλλουσα τὸ ἄρθρον, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἔχει μεγίστην ἀληθῶς σημασίαν. Διὰ νὰ ἴδητε πόσον εἶναι ἀναγκαία ἡ διοίκησις τῶν μεραρχιῶν καί, εἰ δυνατόν, ἡ ἀπολυταρχικὴ αὐτῶν διοίκησις ὑπὸ ξένου ὀργανωτοῦ καὶ ὀργανωτοῦ ἐξόχου, ὡς εὐτυχῶς εἶναι ὁ ἐλθὼν ἐνταῦθα Γάλλος στρατηγός, καὶ πόσον εἶναι ἐπικίνδυνον διὰ τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς ὀργανώσεως ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἀφέσεως οὐσιωδεστάτου μέρους τῆς στρατιωτικῆς ἐργασίας εἰς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον ἐλειτούργει, διὰ νὰ καταδειχθῇ τοῦτο, δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς ἓν ἀξιοσημείωτον γεγονός. Εἶναι εἰς ὅλους, ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταί, γνωστὸν ὑπὸ ποίας συνθήκας κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον ἔληξεν ἡ ὀξεῖα ἐκείνη φάσις τῆς ἀνωμαλίας τοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ἐπανῆλθον τὰ πράγματα ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ὁμαλότητος. Καταργηθείσης τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἐκρίθη ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ διατηρηθῇ τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον αὕτη κατὰ τὰ φαινόμενα ἐξησφάλιζε, τὸ καλὸν τοῦ ἀμεταθέτου τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ καλὸν τῆς μὴ ὑπαγωγῆς τῆς μεταθέσεως καὶ κινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν ἀκόμη εἰς τὰς πολιτικὰς ἐπιδράσεις, εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐπιδράσεις. Καὶ διετηρήθη τὸ καλὸν ἐκεῖνο τῆς Γενικῆς Διοικήσεως διὰ τῆς ἀφέσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἰς τὰς χεῖρας τῶν τριῶν μεράρχων. Καταργηθείσης ἑπομένως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, οἱ τρεῖς μέραρχοι ἀνέλαβον διὰ τῆς κοινῆς αὐτῶν δυνάμεως νὰ ἐξασφαλίσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε, καταργουμένων ἄλλων, νὰ ἀπολεσθῇ καὶ αὐτό. Ποῖον ἦτο, νομίζετε, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐμπιστοσύνης; ὄχι μόνον τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόσμου ὅλου, ποῖον, νομίζετε, ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐμπιστοσύνης πρὸς τοὺς τρεῖς ἐκείνους μεράρχους; Ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε κάτι ἀπεριγράπτως κακόν, κάτι ἀπεριγράπτως ὀλέθριον, κάτι ὁμολογουμένως ἀντεθνικόν. Τὸ κακὸν τοῦτο καὶ τὸ ἀντεθνικὸν ἐγένετο εἰς τὸ ζήτημα τῆς προτάσεως προαγωγῆς ἀξιωματικῶν διὰ τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς. Εἰς οὐδένα εἶναι ἄγνωστοι αἱ ἐθνικαὶ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ τρεῖς μέραρχοι ἐνήργησαν τοὺς προβιβασμούς, ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀναμένομεν νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ηὔχετο νὰ ἀπεφεύγομεν. Καὶ ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἀνησυχοῦσα, διότι μόνον ἀνησυχίας εἰς αὐτὴν ἐκληροδότησαν οἱ κυβερνῆται τοῦ παρελθόντος, ἀνησυχοῦσα διὰ τὸ ἄμεσον μέλλον, ἐφοβεῖτο ὅτι ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν θὰ ἐρρίπτετο εἰς ἀγῶνα, ἐκ τοῦ ὁποίου ἄγνωστα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα, ἐνῷ ταῦτα ἐπέκειντο, οἱ τρεῖς μέραρχοι ἐκλήθησαν, διαλυθέντος τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, ὡς νομίσαντος, ὅτι δὲν ὤφειλεν ἐπὶ πλέον νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν περαιτέρω διοίκησιν τοῦ τόπου, οἱ τρεῖς μέραρχοι ἐκλήθησαν κατὰ νόμον νὰ προτείνωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ κατελάμβανον τὰς ἀνωτέρας στρατιωτικὰς θέσεις, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον προωρίζοντο διὰ τὴν ἐν εἰρήνῃ ἐκπαίδευσιν, ἔργον ἀπαιτοῦν μεγάλας δυνάμεις, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐντὸς ἴσως ὀλίγων ἡμερῶν ἐπρόκειτο νὰ ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν τῶν ἐμπολέμων Ἑλληνικῶν στρατευμάτων. Ἐπρόκειτο τουτέστιν οἱ τρεῖς μέραρχοι νὰ διορίσωσι τοὺς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀρχηγοὺς τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, ἀρχηγοὺς, ἀπὸ τῆς πεφωτισμένης τῶν ὁποίων ἐνεργείας, ἀπὸ τῆς γενναιότητος τῶν ὁποίων, ἀπὸ τῆς διοικητικῆς ἱκανότητος τῶν ὁποίων, ἀπὸ τῆς ἰσχύος, τῆς ἠθικῆς περιωπῆς καὶ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ὁποίων θὰ ἐξηρτᾶτο ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐνῷ περὶ τοιούτων προσωπικοτήτων ἐπρόκειτο προέβησαν οἱ τρεῖς μέραρχοι εἰς προαγωγάς, προαγωγὰς τὰς ὁποίας μετὰ πόνου, μετ’ ἀγανακτήσεως, μετὰ θλίψεως καὶ ἀπελπισίας ἤκουσεν ὄχι μόνον τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα ὁλόκληρον, ἀλλ’ ἤκουσαν καὶ πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰς μεγαλειτέραν ἐπαφὴν πρὸς τὰ στρατιωτικὰ πρόσωπα καὶ ζητήματα. Προέβησαν οἱ τρεῖς μέραρχοι εἰς προαγωγάς, αἱ ὁποῖαι ὑπέσχοντο, διὰ τοῦ μᾶλλον σαφοῦς, διὰ τοῦ μᾶλλον βεβαίου τρόπου, ὅτι ἐξησφάλιζον ἐκ τῶν προτέρων συμφορὰς τῆς Ἑλλάδος πολὺ μεγαλειτέρας τῶν τοῦ 1897. Προέβησαν εἰς προαγωγὰς ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν βεβαιούσας ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἐν περιπτώσει ἐθνικῶν κινδύνων θὰ ὑφιστάμεθα ταπεινώσεις πολὺ μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας μὴ θέλοντες νὰ ἐπανίδωμεν, ἐπανεστατήσαμεν.....

§44Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐπανεστάτησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.

§45Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ λαὸς δὲν εἶμαι;

§46Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Σὺ ἦσο εἰς τὸ Γουδί.

§47Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ σὺ ποῦ ἦσο; Διὰ νὰ καταδειχθῇ ὅμως μέχρι ποίου σημείου κατέπεσον οἱ τρεῖς μέραρχοι, θὰ ζητήσω λίαν προσεχῶς, διότι τοῦτο θὰ μοὶ χρησιμεύσῃ, παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα τῶν προτάσεων προβιβασμῶν, τὸν τελευταῖον πίνακα τῶν προτάσεων τῆς Α.Β.Υ. τοῦ Διαδόχου καὶ τὸν πίνακα τῶν προτάσεων τῶν τριῶν μεράρχων. Ἐκ τῆς συγκρίσεως ἐκείνων τῶν δύο πινάκων θέλει φωτισθῆ πᾶς ὁ θέλων νὰ φωτίζηται, θέλει φωτισθῆ, ὅτι οἱ τρεῖς μέραρχοι, οἱ ἀναλαβόντες κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐφάνησαν, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πίνακος, αὐστηρότεροι τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἡ ὁποία ὑπὲρ τὸ δέον εἶχε καμφθῆ εἰς τὰς προσωπικὰς ἐπιρροάς, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐφάνησαν αὐστηρότεροι, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ἡ ὁποία δυστυχῶς δὲν διεκρίνετο διὰ τὴν αὐστηρότητα αὐτῆς, εἶχε χαρακτηρίσει ὡς στασίμους, ὅτι καὶ ἐκείνους οἱ τρεῖς μέραρχοι τοὺς προήγαγον. Ὅτε λοιπὸν ἡ Διοίκησις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος ἀφίεται εἰς τοιούτους ἀρχηγούς, ὅτε ἡ Δικαιοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος τάσσεται ὑπὸ τὴν θέλησιν, ὑπὸ τὴν συμπάθειαν, ὑπὸ τὴν ἀδιαφορίαν καὶ ὑπὸ τὴν χλιαρότητα ἀρχηγῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν, ὅτι ὄχι Μεραρχίαν, ἀλλὰ οὐδὲ ἑαυτοὺς δύνανται νὰ διοικήσωσιν, ὅτε ἡ Διοίκησις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀνατίθεται ὑπὸ τοιαύτας χεῖρας, ἐρωτῶ: εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀμφιβάλλωμεν κἂν περὶ τῆς ὑψίστης ἐθνικῆς ἀνάγκης, ὅπως ἴδωμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν κινούμενον, φιλοτιμούμενον, ὀργανούμενον καὶ τιθέμενον ἐπὶ τέλους ἐν τῷ ζυγῷ τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἐκ ταύτης προόδου, ὑπὸ τὴν ἄκαμπτον διοίκησιν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν ἀλλοδαπῶν; Οὐδένα ὑποτιμῶ, ἐπαναλαμβάνω, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὄντως τὴν ἀπαιτουμένην στρατιωτικὴν ἀνωτάτην μόρφωσιν καὶ τὴν θέλησιν, ὅπως φανῶσι χρήσιμοι. Οὐδένα ὑποτιμῶ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐλλείπει καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατόν ποτε οἱ ἡμεδαποὶ νὰ κατορθώσωσιν, εἶναι ἡ ἑνότης τῆς ἐνεργείας, εἶναι ἡ ἔμπνευσις τοῦ καθήκοντος, τῆς διαρκοῦς ἐργασίας, εἶναι ἡ ἔμπνευσις τῆς κοινῆς ὅλων προσπαθείας, ἡ ἔμπνευσις τοῦ στοιχείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον καὶ τὴν στέγην ἑνὸς στρατεύματος, θέλοντος καὶ ἐννοοῦντος νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν προορισμόν του. Ὑπάρχουσι πολλοὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἐκτάκτως μεμορφωμένοι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα, ἀλλ’ ἕκαστος τούτων ἔχει τὰς ἰδέας του, ἕκαστος νομίζει, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδείξῃ τοὺς ἄλλους ἀμαθεῖς καὶ ἀνικάνους, καὶ ἕκαστος, ὅταν ἀνατίθηται εἰς αὐτὸν στρατιωτική τις ἐργασία, ὡς πρῶτον μέλημα ἔχει νὰ πράξῃ τ’ ἀντίθετα τῶν ἄλλων. Οὐδεὶς ποτε ἐξ αὐτῶν ἐσκέφθη τὸν πραγματικὸν ἀντικειμενικὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς Ἑλλάδος. Καὶ λέγω τοῦτο, ὄχι στηριζόμενος εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὡς ἀξιωματικὸς μόνον ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ εὑρισκομένων συναδέλφων, ἀλλὰ λέγω ταῦτα στηριζόμενος εἰς πράγματα παγκοίνως γνωστά. Γνωρίζετε ὅτι ἐντὸς δύο ἑβδομάδων ὑπεβλήθησαν ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἢ τρεῖς ὀργανισμοί, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἐκανόνιζε πέντε Μεραρχίας ἐκ δύο Ταξιαρχιῶν, ὁ ἄλλος τρεῖς Μεραρχίας ἐκ τριῶν Ταξιαρχιῶν. Γνωρίζετε ὅτι εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἐπὶ σειρὰν μακρὰν ἐτῶν, ἕκαστος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ αἰσθανόμενος, μὴ ἐννοῶν μᾶλλον τὴν ἀνάγκην τῆς συνεχείας ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ὀργανώσει, καὶ ἐκλαμβάνων τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ὡς ἀντικείμενον πολιτικῆς ἀσχολίας, πολιτικῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ πολιτικῆς διαπάλης, διαρκῶς ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξῃ τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ πρὸ μιᾶς ἡμέρας ἀφήσας τὸ Ὑπουργεῖον ἀντίπαλός του ἔπραξε. Καὶ σωρηδὸν ἐνεφανίζοντο καὶ ἐψηφίζοντο τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἐν τῇ Βουλῇ, σωρηδὸν ἤρχοντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς στρατιωτικοὶ ὀργανισμοί, καταργήσεις ἄρθρων, ἐπαναφοραὶ ἄρθρων, προσθῆκαι ἢ ἀφαιρέσεις εἰς τρόπον ὥστε, κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς δεκαετίας ἐδημιουργήθη κυκεών, ἐν μέσῳ τοῦ ὁποίου καλῶς γνωρίζετε ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα.

§48Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους αὐτὰ ἐγίνοντο.

§49Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τονίσῃ τις καὶ ἄλλην ὄψιν οὐσιώδη τοῦ ζητήματος, τὴν ὄψιν τὴν ἠθικήν, τὴν ὄψιν ἐκείνην, ἡ ὁποία, χωρὶς νὰ φαίνηται εἰς τὰ χαρτιά, χωρὶς νὰ φαίνηται εἰς τὰ βιβλία, εἰς τὰ νομοσχέδια καὶ τοὺς νόμους, ἀπετέλει ἐν τούτοις καὶ ἀποτελεῖ μίαν ἐκ τῶν ὑψίστων μεριμνῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ ἔχῃ μία Κυβέρνησις σοβαρῶς σκεπτομένη καὶ μελετῶσα περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Καὶ ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ πᾶσα διοίκησις ἀνωτέρας ἢ κατωτέρας στρατιωτικῆς μονάδος, ὀφείλει ἐξαιρετικῶς νὰ μεριμνᾷ διὰ τὴν ὄψιν ἐκείνην, τὴν ἠθικήν, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἐντελῶς παρημέλησαν καὶ ἐντελῶς εἶχον θέσει κατὰ μέρος αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος. Εἶναι πρόσφατα τὰ γεγονότα, καὶ ὅλοι παρακολουθοῦμεν μετ’ ἀηδίας αὐξανούσης ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀποκαλύπτονται διὰ τὰς γενομένας καταχρήσεις καὶ τὰ ὁποῖα φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ κατορθωθῇ νὰ ἀποκαλυφθῶσιν ὅλα....

§50Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἀποκαλυφθῶσι.

§51Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι χρήσιμα μόνον καὶ μόνον ὅπως σχηματίσητε μίαν ἐντύπωσιν ἐντελῶς κινηματογραφικὴν περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ στράτευμα, καταστάσεως, περὶ τῆς ὁποίας ὑπόσχομαι διὰ μακρῶν ἐν δέοντι χρόνῳ νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἡ ὁποία, προκειμένου νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ὡς τὸ προκείμενον εἶναι, νομίζω, ἀνάγκη νὰ μὴ λησμονηθῇ καὶ τοῦτο, ἵνα δοθῇ πλήρης ἐλευθερία εἰς τοὺς ὀργανωτάς. Μέχρι τοιούτου σημείου, κύριοι Βουλευταί, παρημελήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ ἠθικὴ τοῦ στρατεύματος, καὶ ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ ἐκτίμησις ἡ ἀμοιβαία μεταξὺ τῶν διαφόρων βαθμοφόρων τοῦ στρατοῦ συντελεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν σύμπηξιν ἀληθοῦς στρατοῦ, ὥστε ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, πρὸ ἀνομημάτων, τὰ ὁποῖα οὐδόλως διαφέρουσιν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦσι τοὺς συνήθεις ἐγκληματίας εἰς τὰς φυλακάς, πρὸ τοιούτων ἀνομημάτων ἐξέδωκε διαταγάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἤρκουν, ἵνα ὁδηγήσωσι καὶ αὐτὸν τοῦτον εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ὄχι μόνον καταχραστάς, πρὸ τῶν ὀφθαλμῶν του ἐγκληματοῦντας, δὲν ἐτιμώρει, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος καὶ ἤμειβεν αὐτούς. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Θεοτόκης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔλαβε γνῶσιν κατόπιν καταγγελίας, ὅτι ἀξιωματικοὶ λαμβάνοντες ψευδῆ φύλλα πορείας ἐλάμβανον ἐπὶ μῆνας παρανόμως χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, λαμβάνοντες δῆθεν αὐτὰ ὡς ἀποζημίωσιν διὰ πορείας, τὰς ὁποίας ὅμως δὲν ἐξετέλουν.

§52Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Δὲν τὰ ἀναγράφουσιν αὐτὰ εἰς τὸ τελευταῖον φυλλάδιόν των!

§53Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀξιωματικοὶ ἦσαν αὐτοί;

§54Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Βεβαίως. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐσιώπησε, καίπερ λαβὼν γνῶσιν, ὅτι ἀξιωματικοὶ ἔλαβον φύλλα πορείας ὄχι μόνον ἵνα μεταβῶσί που ἄνευ λόγου ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὅτι ἔλαβον μεθ’ ἑαυτῶν καὶ φύλλα ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔμενον εἰς Ἀθήνας. Ἔλαβον τὰ φύλλα αὐτὰ καὶ μετέβησαν ἐκεῖ ὅπου μετέβησαν καὶ κατόπιν ἐπιστρέψαντες ἐξηργύρωσαν τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἴδιοι συνέταξαν. Λαβὼν γνῶσιν ὅλων αὐτῶν ὁ Ὑπουργὸς διέταξε καὶ ἐκρατήθη ἐκ τοῦ μισθοῦ των τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶχον παρανόμως λάβει. Βλέπετε ὅτι οὔτε συμβούλια οὔτε Στρατοδικεῖα ὑπῆρχον. Περὶ ἄλλου ἀξιωματικοῦ μεταβαίνοντος εἰς τὴν Κηφισίαν καθ’ ἑκάστην καὶ λαμβάνοντος δῆθεν ὡς ὁδοιπορικά, διότι κατὰ τὸ θέρος ἔμενεν ἐν Κηφισίᾳ, ἐννέα δραχμὰς τὴν ἡμέραν, τὰ αὐτὰ ὁ Ὑπουργὸς διέταξε. Καὶ ὅτε ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο εἰς τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν, ἀνήρχετο ἐν ὅλῳ εἰς δὲν γνωρίζω πόσας δραχμάς, 1600, ὡς λέγουσιν οἱ διακόψαντές με συνάδελφοι, διέταξε νὰ κρατηθῇ ἐκ τοῦ μισθοῦ του μηνιαίως ἓν μικρὸν ποσὸν μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε διαρρεύσει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ τὸν ἀξιωματικόν αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς κ. Θεοτόκης ὄχι μόνον δὲν ἐτιμώρησεν, ὄχι μόνον δὲν παρέπεμψεν εἰς συμβούλιον, ἂν μὴ εἰς Στρατοδικεῖον, ἀλλὰ τὸν ἤμειψε, καὶ τὸν ἤμειψεν ἔχων αὐτὸν ἀδιακόπως εἰς μίαν τῶν μᾶλλον ἐμπιστευτικῶν θέσεων τοῦ Ὑπουργείου.

§55Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μένει εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἀκόμη ὁ ἀξιωματικὸς αὐτός;

§56Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὄχι. Ἀναφέρω τὰ μικρά, δύναμαι νὰ εἴπω, γεγονότα αὐτὰ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ καταδειχθῇ καὶ ἐξ ὄνυχος τὸ ἐνδιαφέρον, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐπελαμβάνοντο τόσον τῶν γενικωτέρων, ὅσον καὶ τῶν λεπτομερεστέρων στρατιωτικῶν ζητημάτων οἱ μέχρι σήμερον κυβερνήσαντες. Ὅτε λοιπόν, τόσον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν κυβερνησάντων τὴν χώραν, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν στρατιωτικῶν, τῶν διοικησάντων τὸν στρατόν, ἐξετάζοντες τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, ἐν μεγίστῃ καὶ ἀτάκτῳ περιλήψει, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτε ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν ἐκ τῶν παραδόσεων τοῦ ἀμέσου παρελθόντος τὸ στρατιωτικὸν ἐκεῖνο πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν στοιχειῶδες καθῆκον νὰ ἔχωμεν οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ ὅτι δὲν ἔχομεν οὐδὲ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον Κράτη, ὑπὸ πολὺ δυσμενεστέρας συνθήκας ἡμῶν οἰκονομικὰς καὶ συνθήκας πληθυσμοῦ, ἔχουσι, νομίζω ὅτι πᾶσα ἀμφιβολία καὶ πᾶς δισταγμός, προκειμένου περὶ τοῦ ὑπ’ ὄψει ζητήματος, πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Κατερχόμενος τοῦ βήματος, παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι θέλει σταθμίσει δεόντως.

§57Γ. ΠΩΠ. Τί λέγει ἡ τροπολογία;

§58Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τροπολογίαν προφορικὴν ὑποβάλλω, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ στρατηγὸς ὀργανωτὴς καὶ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐπιτελείου του ἐνασκοῦσι τὴν διοίκησιν τῶν Μεραρχιῶν. Παρακαλῶ τουτέστι νὰ τροποποιηθῇ τὸ «δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν διοίκησιν τῶν Μεραρχιῶν».

§59Γ. ΠΩΠ. Δὲν τὰ θεραπεύει ὅλα.

§60Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διενεργῆται κατόπιν ἡ ὑπηρεσία τῆς μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν προαγωγῶν, αὐτὸς ὁ τρόπος ἀναμφιβόλως δὲν πρόκειται νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ παρόντος μόνον νομοσχεδίου.

§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.

§62Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπίσης, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, συνιστῶ θερμῶς καὶ τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Σπετσῶν γνώμην διὰ τὸ ζήτημα τοῦ βαθμοῦ. Ὁ βαθμὸς διὰ τὸν στρατιωτικὸν εἶναι κάτι τι ψυχολογικῶς ἰσχυρότατον. Νομίζω δὲ ὅτι, ἐὰν οἱ Γάλλοι ἀξιωματικοί, οἱ ἐλθόντες ἐδῶ, περιεβάλλοντο, εἰ δυνατόν, τὴν στολὴν τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ καὶ ἐνεφανίζοντο οἱ λοχαγοὶ ὡς λοχαγοὶ καὶ οἱ ταγματάρχαι ὡς ταγματάρχαι, σὺν τῇ διαφορᾷ ὅτι θὰ κατετάσσοντο ἀρχαιότεροι τῶν Ἑλλήνων ὁμοιοβάθμων των, εἰς τρόπον ὥστε, ἐὰν ἀπαιτηθῇ νὰ διοικήσωσι τάγματα, νὰ διοικήσωσιν αὐτὰ λοχαγοὶ ἀρχαιότεροι τῶν ἄλλων καὶ ἑπομένως ἔχοντες τὸ κῦρος καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀνωτέρου, μὴ προσκρούοντες εἰς ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου θὰ προσέκρουον κατὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡς λοχαγοί, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν, θὰ διώκουν τάγματα, νομίζω, λέγω, ὅτι, ἐὰν οὕτως ἐκανονίζοντο τὰ πράγματα, ἡ προσαρμογὴ τῶν βαθμῶν τῶν Γάλλων πρὸς τὰς ὑπηρεσιακὰς λεπτότητας τοῦ στρατιωτικοῦ πνεύματος θὰ ἦτο ἀπολύτως ἐπιτυχής.

§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω τὸν λόγον. Κινδυνεύει ἡ συζήτησις νὰ λάβῃ τροπὴν ἀπροσδόκητον. Ἐλπίζω ὅτι μεθ’ ὅσα θὰ εἴπω θὰ παραιτηθῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τοῦ λόγου, καὶ τοὺς παρακαλῶ πρὸς τοῦτο. Εἶχον παρακαλέσει νὰ γίνῃ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῶσι πρὸς ἐξέτασιν τὰ νομοσχέδια αὐτά, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ καθίστατο δυνατὸν νὰ μὴ κατασπαταληθῇ χρόνος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν συζήτησιν αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ πᾶσαν παρατήρησιν ἠδύνατο νὰ ὑποβληθῇ αὕτη ὑπὸ τῆς καταρτισθείσης ἐπιτροπῆς ἰδιαιτέρως καὶ ἠδύναντο νὰ ἀκουσθῶσιν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔφερον ἐμὲ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις δικαίωμα ἔχει ἕκαστος νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἀπέδιδον ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὴν παράκλησίν μου, νὰ μὴ θελήσωσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἐκτὸς ἐὰν ἔχωσι τίποτε νέον νὰ προσθέσωσιν. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 2ου φαίνεται ἡ ἀποστολὴ μὴ ἔχουσα δικαίωμα ὀργανώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀναφερθῶμεν εἰς ἕτερον νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἔδιδε τοιοῦτο δικαίωμα, ἐστηρίχθη εἰς λησμοσύνην τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι αὐτοὶ θὰ ἀσχοληθῶσιν εἰς τὰ τῆς ὀργανώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ. Ὥστε εἶναι προφανὲς ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ὅτι ἡ ἀποστολὴ σκοπὸν ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ, ὅτι δὲ οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν δύνανται νὰ ἀναλάβωσι καὶ διοίκησιν στρατοῦ καὶ ὑπηρεσιῶν. Δέχομαι νὰ προστεθῇ ὁ σύνδεσμος «καὶ» εἰς τὸ ἄρθρον 2, ὡς προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἵνα μὴ γεννᾶται οὐδεμία ἀμφιβολία, μολονότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀποστολὴν δὲν θὰ ἔχωσιν ὅλας αὐτὰς τὰς ἐξουσίας. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ψαρῶν, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν «ἐφ’ ὅσον θεωρήσῃ τοῦτο ἀναγκαῖον, ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἀλλοδαποὺς διοικητὰς σωμάτων καὶ λόχων τῶν εἰς τὴν οἰκονομίαν καὶ λογιστικότητα ἀναγομένων καθηκόντων των, ἀναθέτων ταῦτα εἰς τοὺς ὑποδιοικητὰς τῶν σωμάτων καὶ τοὺς ἀρχαιοτέρους ἀξιωματικοὺς τῶν λόχων» ἀποδεικνύει τάχα διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως περιορίσωμεν τὴν ἐξουσίαν τῶν ἀποτελούντων τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν.

§64Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.

§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω τὸ καθῆκον νὰ διακηρύξω, ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ τοιαύτη εἶναι ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως.

§66Γ. ΠΩΠ. Δὲν διετύπωσα τοιαύτην σκέψιν, κύριε Πρόεδρε· ἐγὼ παρετήρησα τὸ ἑξῆς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς μέγα ἄτοπον διὰ τῆς παραδόσεως τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας εἰς ἄλλον....

§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει διάθεσις νὰ δώσωμεν τὴν ἐξουσίαν αὐτήν.

§68Γ. ΠΩΠ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τὴν ἔκαμον διὰ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι διὰ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ.

§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε, σᾶς παρακαλῶ· ἐννοῶ. Ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης ἐγένετο κατ’ αἴτησιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἐγκριθεῖσαν ἐντελῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ στηριζομένην εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ ἔλλειψις γνώσεως τῆς γλώσσης θὰ παρημπόδιζε τὸν διοικοῦντα λόχον ἢ σύνταγμα ἀξιωματικὸν ἀπὸ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν κυρίων αὐτοῦ καθηκόντων καὶ θὰ ὑπεχρέου αὐτὸν νὰ μεριμνᾷ διαρκῶς, διὰ νὰ ζητῇ νὰ ἐννοήσῃ τὰ ἔγγραφα τῆς γραφειοκρατίας καὶ νὰ ὑπογράφῃ πολλάκις στηριζόμενος εἰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ ἔδιδον εἰς αὐτὸν ἄλλοι. Προυτάθη διὰ τοῦτο, ὅπως προσωρινῶς καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀποστολὴν ἀξιωματικοὶ ἤθελον ἐπαρκῶς ἐκμάθει τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ πρότασιν, ἐννοεῖται, τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἀποστολῆς νὰ ἀπαλλάττῃ τοὺς διοικητὰς τοῦ ἑτέρου ἔργου τοῦ παρεμπίπτοντος καὶ δευτερεύοντος. Εἶναι φανερὸν ὅμως ὅτι ὁ διοικῶν τὸ σῶμα ἀξιωματικὸς δὲν θὰ στερῆται τοῦ δικαιώματος εἰς τὸν ἔχοντα τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν νὰ δίδῃ τὰς ἀναγκαίας διαταγάς, διότι τὸ πνεῦμα εἶναι οὐχὶ νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐξουσίας τοῦ διοικοῦντος κυρίως τὸν λόχον ἢ τὸ σύνταγμα ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν ἐκείνης τῆς ὑλικωτέρας ἐργασίας, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ ἐθεωρεῖτο δυσφόρητος.

§70Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ δευτερολογήσω οὔτε ἐγώ, δὲν θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπευθύνω ἐρώτημά τι;

§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁρίστε.

§72Γ. ΠΩΠ. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ἀφεώρα εἰς τὸ ἑξῆς ζήτημα· τί θὰ συμβῇ καὶ δὲν θὰ περιπέσωμεν εἰς μεγαλειτέραν γραφειοκρατίαν, καθ’ ἣν περίπτωσιν ὑποδιοικητὴς σώματος ἀρνηθῇ νὰ ὑπακούσῃ τὸν διοικητὴν σώματος εἰς διαχείρισιν, τῆς ὁποίας τὴν εὐθύνην ἔχει αὐτός· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν πρόκειται μάλιστα περὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης, ἤθελον νὰ γνωρίζω τί ἤθελε συμβῇ. Θὰ εὑρίσκηται ὁ Ὑπουργὸς παρ’ αὐτῷ, θὰ εὑρίσκηται τὸ Ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ διατάξῃ;

§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζει ὅτι «αἱ τυχὸν ἀναγκαῖαι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου λεπτομέρειαι ὁρίζονται διοικητικῶς». Ἄς πιστεύσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἔχῃ ἀρκετὴν δύναμιν νὰ προλάβῃ ὅλας αὐτὰς τὰς συγκρούσεις, τὰς ὁποίας φοβεῖται.

§74Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ἄλλο διοίκησις οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἄλλο διοίκησις σώματος στρατοῦ.

§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τοῦτο δύναται νὰ ᾖ εὔλογος ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι δυνατὸν ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία νὰ συνδέηται μὲ τὴν ἄλλην διοίκησιν, διότι δύναται ἐπὶ παραδείγματι ὁ διοικῶν τὸ σῶμα εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ ἄνδρες εἰργάσθησαν πολύ, ἐκοπίασαν, νὰ διατάξῃ νὰ τοῖς δοθῇ κάτι περισσότερον. Περὶ ὅλων αὐτῶν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ νομοσχέδιον προβλέπει ἐπαρκῶς διὰ τῆς τελευταίας διατάξεως, καθ’ ἣν «αἱ τυχὸν ἀναγκαῖαι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου λεπτομέρειαι ὁρίζονται διοικητικῶς», εἴτε διὰ Β. Διατάγματος, καθ’ ἣν περίπτωσιν χρειάζεται Β. Διάταγμα, εἴτε δι’ ὑπουργικῶν διαταγῶν.

§76Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει ὁ λογιστικὸς νόμος, κύριε Πρόεδρε.

§77ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προχωρῶ (ἀναγινώσκει): «Ὁ στρατηγὸς ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν διοίκησιν τῶν ἀποτελουσῶν τὸν στρατὸν Μεραρχιῶν καὶ τὴν ἐποπτείαν τῶν στρατιωτικῶν σχολῶν καὶ καταστημάτων». Ἐζητήθη νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ «δύναται». Θὰ παρεκάλουν, ὅπως μείνῃ τὸ «δύναται», διότι εἶναι ἐνδεχόμενον οὐχὶ ἀμέσως νὰ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τῶν τριῶν Μεραρχιῶν καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ διαδοχικῶς κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως.

§78Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις «στρατηγός», διότι δὲν ἔχομεν τὸν βαθμὸν αὐτόν.

§79ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ Ἐντοῦ εἶναι στρατηγός· οὕτως ὀνομάζονται συνήθως παρὰ τοῖς Γάλλοις οἱ γενικοὶ ἀξιωματικοὶ ἄνευ εἰδικωτέρου προσδιορισμοῦ ἂν εἶναι στρατηγοὶ Μεραρχίας ἢ Ταξιαρχίας.

§80Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν αὐτὸν τὸν βαθμόν.

§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν σημαίνει· ἀρκεῖ ὅτι εἶναι στρατηγὸς καὶ ἀναφέρεται εἰς ὅλην τὴν διαμειφθεῖσαν ἀλληλογραφίαν καὶ ἐν τῇ συμβάσει ὡς στρατηγός. Λοιπὸν «ὁ στρατηγὸς ἀρχηγὸς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν διοίκησιν...» Ἀφοῦ δύναται, ἀπομένει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ ἂν δύναται νὰ ἀναλάβῃ ὅλας.

§82ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εὑρίσκετε καλλίτερον νὰ τεθῇ ὅτι εἰς τὸν στρατηγὸν τῆς ἀποστολῆς «δύναται νὰ ἀνατεθῇ»;

§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι γεννᾶται αὐτὴ ἡ δυσχέρεια· δὲν ἔχω ὅμως καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶ· «Δύναται νὰ ἐνασκῇ»· φυσικὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κἄποιος, ὁ ὁποῖος θὰ τῷ ἀναθέσῃ, καὶ τοῦτο θὰ κανονισθῇ. Ἀλλ’ ἐθεωρήθη ἀτελὲς τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν κανονίζει τὴν ἐξουσίαν τοῦ στρατηγοῦ εἰς τὰ ζητήματα τοῦ προβιβασμοῦ. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ μᾶλλον ἐπεῖγον· τὸ ἐπεῖγον ἦτο τὸ ὑπὸ συζήτησιν, διότι συνεδέετο μὲ τὴν ἄφιξιν τοῦ δευτέρου μέρους τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, τὸ ὁποῖον ἔρχεται μετὰ πέντε ἡμέρας, διότι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐλπίζεται, ὅτι θὰ ἔχῃ ψηφισθῆ, ὥστε ἀπὸ 1 Ἀπριλίου καθ’ ἡμᾶς νὰ κατορθωθῇ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ τὴν διοίκησιν τῶν σωμάτων.

§84Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸ ἄρθρον ἀκριβῶς αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται ἡ διοίκησις τῶν Μεραρχιῶν, ὑπάρχει καὶ ἄλλη σύγκρουσις, ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ αἴρηται διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν, ἀλλά, ἐπειδὴ ἡμεῖς δὲν τὰ γνωρίζομεν, δι’ αὐτὸ διατυποῦμεν τὰς ἀπορίας μας ἀπὸ τοῦδε. Τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ τί γίνεται καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ νευρικὸν σύστημα τῆς διοικήσεως;

§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μένει ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ.

§86Γ. ΠΩΠ. Τί γίνεται τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ ἐν καιρῷ πολέμου;

§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐμπολέμου καταστάσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.

§88Γ. ΠΩΠ. Ἐν καιρῷ πολέμου ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς διαιρεῖται εἰς τρεῖς Μεραρχίας.

§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς οὔτε δύναμαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναφέρω τί θὰ γίνῃ ἐν καιρῷ πολέμου.

§90Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς νόμου. Τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ἀλληλένδετον πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ ὅλου στρατεύματος, παραμένει μία ἐντελῶς αὐτοτελὴς ἐξουσία, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ὁ μέραρχος δὲν ἔχει καμμίαν δικαιοδοσίαν, καὶ συνεπῶς θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σχηματίσητε εἰδικὸν ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτελείου θὰ ἐπικοινωνῇ ὁ στρατηγὸς μετὰ τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν σωμάτων. Τὸ ἕτερον ἐπιτελεῖον θὰ παραμένῃ παρ’ ἡμῖν, καὶ δὲν θὰ ὑπακούῃ εἰς καμμίαν διαταγὴν τοῦ στρατηγοῦ.

§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ διαφωτίσω περισσότερον ὑμᾶς ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον, χωρὶς βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος σκοπός, συντελεῖ εἰς τὴν κατανάλωσιν τῆς ὥρας.

§92Γ. ΠΩΠ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.

§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἐπιτελεῖον θὰ μείνῃ ἐπιτελεῖον. Τὴν ὀργάνωσιν τοῦ ἐπιτελείου θὰ ἀναλάβῃ εἷς τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἐκ τῶν ἐλθόντων ἤδη. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος, ἂν τὰ πράγματα δὲν χωρήσωσιν ὁμαλῶς. Δὲν προτείνεταί τι, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ διόρθωσιν, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ὑποβάλλονται τὰ πράγματα σημαίνει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ λειτουργήσωσι καλῶς τὰ τῆς ἀποστολῆς· βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ λειτουργήσωσι καλῶς. Ἐγένετο ἡ σύστασις, ὅπως ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ περιβληθῶσι τὴν Ἑλληνικὴν στολήν. Λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ δεχθῶ τὴν σύστασιν ταύτην. Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀποστολὴν ἀξιωματικοὶ θὰ φέρωσι τὴν στολὴν τῆς πατρίδος των, εἶναι δὲ ἡ στολὴ αὕτη στολή, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὄχι μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀλλὰ καὶ οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ εἰς πᾶσαν στιγμὴν μετὰ χαρᾶς θὰ βλέπωσι, διότι ἀναμιμνήσκει σελίδας ἱστορικάς, καθ’ ἃς ἡ στολὴ αὕτη συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἔχει λοιπὸν οὐδὲ τὸ παράπαν νὰ θιχθῇ ἡ φιλοτιμία τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, διότι θὰ ἔχωσι παρ’ αὐτοῖς ἢ μᾶλλον ὑπὲρ αὐτοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται διὰ νὰ ἐκπαιδεύσωσι καὶ ὀργανώσωσι τὸν στρατόν, διότι ἀναγνωρίζεται πρώτιστα πάντων ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐλεύσεως αὐτῶν, ἡ ὑπεροχὴ ἡ στρατιωτικὴ αὐτῶν καὶ ἡ ἀνάγκη ἑπομένως τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ τὰ φῶτα αὐτῶν διὰ νὰ κατορθώσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ κάμωμεν τὸν στρατόν μας ἄξιον ἀκριβῶς τοῦ ὀνόματός του. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 6 παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου εἶναι ἔννοια ἀπαλλαγῆς πλήρους τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ πάσης κρατήσεως ἢ παντὸς τέλους. Ἂν τοῦτο ἤθελε προσκρούει εἰς ἄλλον νόμον, τὸν περὶ ἐλέγχου, φυσικὰ θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἡ ἀνάλογος πίστωσις, διὰ νὰ καταβάλληται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀντιπροσωπεύει τὸ χαρτόσημον.

§94Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν φρονεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἄρθρον 5 συγκρούεται μὲ τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ ἀμοιβὴ χρήζει νομοθετικῆς κυρώσεως, διότι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 λέγει ὅτι «οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ νόμου».

§95ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ γίνῃ νόμος.

§96Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ ἄρθρον 5 λέγει τὸ ἑξῆς· «Αἱ ἀποδοχαὶ ἐν γένει τῶν ἀποτελούντων τὴν στρατιωτικὴν ἀποστολήν, ἡ διάρκεια τῆς ἐν Ἑλλάδι ὑπηρεσίας των καὶ ἡ τάξις αὐτῶν ὁρίζονται διὰ συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ Κράτους, ἐξ οὗ ἡ ἀποστολή»· τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 λέγει τὸ ἑξῆς· «οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ νόμου» καὶ τὸ ἄρθρον 61 τοῦ προσχεδίου λέγει· «οὐδεὶς μισθός, οὐδεμία σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου».

§97ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι εἰδικὸς νόμος.

§98Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως θὰ γίνῃ σύμβασις μεταξὺ τοῦ Κράτους...

§99Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατ’ ἐξουσιοδότησιν αὐτοῦ τοῦ νόμου.

§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσόν.

§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ποσόν. Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ δυσπιστία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι κακῶς θὰ διαχειρισθῇ τὴν ἐξουσίαν καὶ θὰ ὁρίσῃ ποσὰ ὑπέρογκα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν προβάλλεται....

§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει δυσπιστία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς τὰς Κυβερνήσεις. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι πολίτευμα δυσπιστίας.

§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ δέχηται ὅτι μετὰ δυσπιστίας ψηφίζονται οἱ νόμοι ἐν τῇ Βουλῇ.

§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐκλήθησαν ἀλλοδαποὶ μηχανικοὶ καὶ στρατιωτικοί, ἀλλὰ πάντοτε ἡ περὶ τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν σύμβασις ὑπεβλήθη εἰς ψήφισιν οὐχὶ ἀορίστως, ἀλλ’ ἐψηφίσθη σύμβασις ὁρίζουσα τὸ ποσόν.

§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐξουσιοδοτηθῇ νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα κατὰ τρόπον δεσμεύοντα ἐκ τῶν προτέρων τὸ Κράτος. Ἡ Βουλή, ἐννοεῖται, εἶναι ἐλευθέρα νὰ παραχωρήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἢ ὄχι, ἀλλά, ἂν ἤθελε τὸ παραχωρήσει τὰ πράγματα, θὰ γίνωσι συνταγματικῶς καὶ κανονικῶς.

§106ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ὁρισθῇ τὸ ποσόν;

§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἡ σύμβασις.

§108ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς κυρώσεως, δὲν εὑρίσκω δ’ ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι διατεθειμένος νὰ μὴ εἴπω οὔτε μίαν λέξιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι κώλυμά τι ὑπάρχει, ὅπως μὴ ὁρισθῇ...

§109ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε συνάδελφε, νὰ εἴπω, ὅτι διὰ λόγους διπλωματικῆς εὐπρεπείας ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ζήτημα συζητήσεως τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν, διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀναλάβει ὡρισμένην εὐθύνην διὰ τὸ Κράτος ὅσον ἀφορᾷ τὰς μισθοδοσίας, ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον θέλει μείνει εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, θὰ εἶναι νὰ ἐλεγχθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐδείχθη τυχὸν ὑπεράγαν γενναία ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν μισθοδοσιῶν καὶ νὰ δώσῃ τὰς εὐθύνας, αἱ ὁποῖαι δίδονται ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων.

§110ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ ἡ τιμὴ εἰς αὐτοὺς νὰ σεβασθῶσι μίαν συνταγματικὴν διάταξιν τοῦ τόπου.

§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν συνταγματικὴν διάταξιν τοῦ τόπου μας πρόκειται νὰ παραβιάσωμεν, οὐδεὶς δ’ ἐζήτησε ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς ἐρεύνης τῆς ἀντιμισθίας ἐκ τῶν ξένων· ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ν’ ἀποφύγῃ, ὥστε κανονιζομένου τοῦ πράγματος διὰ διεθνοῦς συμφωνίας νὰ ἔλθῃ κατόπιν τὸ πρᾶγμα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ γίνῃ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία λαμβάνει πολλάκις διαστάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εὐχάριστοι.

§112ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αἱ συμβάσεις ψηφίζονται ἐν συνόλῳ, ὥστε πᾶσα σύμβασις εἰσαγομένη ἐνταῦθα δὲν συζητεῖται ἐν ταῖς λεπτομερείαις· ἢ γίνεται δεκτὴ ἡ σύμβασις ἢ δὲν γίνεται.

§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν. Ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐφάνη διατεθειμένος, ὅπως ἐξουσιοδοτηθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ ζήτημα τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ὁ δὲ Βουλευτὴς Πατρῶν συνεζήτησε διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν. Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ εἶναι ἐξουσιοδοτημένη ἡ Κυβέρνησις νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, τότε δὲν θέλετε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.

§114ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ζητοῦμεν νὰ καταρτισθῇ ἡ σύμβασις καὶ προσαχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς κύρωσιν.

§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐξουσιοδοτηθῇ, ὅπως συνάψῃ καὶ ὑπογράψῃ τὴν σύμβασιν ταύτην ὑποχρεοῦσα ὁριστικῶς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Μετὰ τοῦτο θ’ ἀνακοινωθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἡ σύμβασις, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ εὐθύνας, ἂν ἤθελον ζητηθῇ τοιαῦται. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ἐνώπιον ὑμῶν. Δὲν θὰ διατρίψω πολὺ ἐπὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἕτερος ἐκ Λακωνίας κ. Βουλευτής, ὁ ἀνήκων εἰς τὸν στρατόν, δὲν θὰ διατρίψω πολύ, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πλὴν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας ὑπάρχει πλήρης ὁμογνωμοσύνη περὶ τοῦ ὅτι αἱ προσκλήσεις τῶν στρατιωτικῶν ἀποστολῶν διὰ τὴν ὀργάνωσιν, τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἀνταποκρίνονται πρὸς ὑπερτάτην ἐθνικὴν ἀνάγκην καὶ πόθον διακαέστατον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ὁποίου φαίνονται ἡγούμενοι οἱ ἀποτελοῦντες καὶ τὸν ἕνα στρατὸν καὶ τὸν ἄλλον, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ ζητήσαντες πρῶτοι τὴν ἔλευσιν ξένων ὀργανωτῶν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλῶν περιῆλθεν εἰς κάποιαν ἀντίφασιν· φαίνεται ὅτι ἐκφράζει τὸν πόνον του, διότι μετὰ 90 ἐτῶν ἐλεύθερον βίον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσωμεν τοὺς ξένους, ἵνα διδάξωσι καὶ ὀργανώσωσιν ἡμᾶς, καὶ ἐξέφερε τὸ παράπονόν του, διότι εὑρισκόμεθα ἐν τοιαύτῃ ἀνάγκῃ· ἀλλά, ἀφοῦ ἔλεγε τοῦτο καὶ ἔρριπτε τὸν λίθον τοῦ ἀναθέματος κατὰ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφρόντισε νὰ παρασκευάσῃ εἰς τὸν τόπον τὰς προσηκούσας ὑπηρεσίας, ἔλεγε συνάμα ὅτι δὲν μᾶς εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ ξέναι ἀποστολαί, διότι ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν οἱ σπουδάσαντες εἰδικῶς ἐν τῇ ξένῃ καὶ δύνανται ν’ ἀναπληρώσωσι τοὺς ἔξωθεν κληθέντας. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι μεμονωμένη, γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐὰν ὑπάρχωσι παρ’ ἡμῖν, καὶ ὑπάρχουσι, λίαν διακεκριμένοι ἀξιωματικοί, αὐτοὶ οἱ ἐκπαιδευθέντες ἐν ξένοις στρατοῖς, τῶν ὁποίων τὴν ὑπεροχὴν ἀναγνωρίζομεν, δι’ ὃ καὶ πορευόμεθα μακρὰς ὁδοὺς πρὸς τοὺς δυναμένους νὰ διδάξωσιν ἡμᾶς χρήσιμόν τι, αὐτοὶ θὰ εἶναι δεξιώτατοι σήμερον συνεργάται καὶ βοηθοὶ τῶν ἀποτελούντων τὴν ἀποστολήν. Δὲν δύνανται δυστυχῶς αὐτοὶ μόνοι ἄνευ τῆς ἀποστολῆς νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ἔργον τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς (ἐπιδοκιμασίαι).

§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολὺ ὀρθῶς.

§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι νὰ εἴπω γενικώτερον, κύριοι Βουλευταί, ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος ὅτι ὄχι μόνον εἰς τ’ ἀφορῶντα τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης καὶ τῆς ξηρᾶς, ἀλλ’ ἐν γένει εἰς ὅλας τὰς ὀργανώσεις ἡμῶν καθυστεροῦμεν, καὶ καθυστεροῦμεν μεγάλως, ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται σήμερον εἰς τὴν πρόοδον τοῦ πολιτισμοῦ. Διατί νὰ μὴ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν;

§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.

§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖ ὅπου ἡ ἰδιοφυΐα τοῦ Ἕλληνος τὸν θέτει εἰς θέσιν ἀκόμη ν’ ἀνταγωνισθῇ μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας πρὸς τοὺς ἄλλους λαούς, καὶ ἐκεῖ ἀκόμη, καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον ἡ ἔλλειψις τῆς ἐπιστημονικῆς μορφώσεως ἀποτελεῖ διὰ τὸν Ἕλληνα μίαν αἰτίαν καθυστερήσεως, καὶ ὅπου κατορθοῦμεν νὰ ὑπερβάλωμεν τοὺς ἀνήκοντας εἰς τοὺς ἄλλους λαούς, κατορθοῦμεν τοῦτο ἀκριβῶς διότι ἐνωτιζόμεθα τῶν φώτων ἐκείνων ἐκεῖ (ἐπιδοκιμασίαι). Ἐθεώρησα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐξαγγείλω αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν. Ἀναστρέφοντες τὸ βλέμμα πρὸς τὸ παρελθὸν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι δι’ αὐτὸ καὶ ἀξιοῦμεν ὅτι συνετελέσαμεν ἐν τοῖς μάλιστα εἰς τὸ νὰ φωτισθῇ ὁ κόσμος ταχύτερον καὶ εἰς τὸ ν’ ἀνατείλῃ ὁ νεώτερος πολιτισμός, ἔχομεν καθῆκον ν’ ἀναγνωρίζωμεν ὅτι, ἂν συνετελέσαμεν νὰ μεταδοθῶσι τὰ φῶτα εἰς τοὺς ἄλλους, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παραλάβωμεν σήμερον τὰ φῶτα ἐκ τρίτης χειρός (ἐπιδοκιμασίαι). Δὲν πιστεύω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι ἔρχονται διακεκριμένοι ἀξιωματικοὶ ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα πρωτοστατοῦσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν μόρφωσιν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, διὰ νὰ ὀργανώσωσι τὸν στρατὸν ἡμῶν, νὰ τὸν ἐκπαιδεύσωσι, νὰ τὸν παρασκευάσωσιν ἄξιον τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ Κράτους, ὅτι, λέγω, ἡ ἔλευσις αὐτῶν θίγει τὴν φιλοτιμίαν εἴτε τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ εἴτε τῶν ἀξιωματικῶν τῶν Ἑλλήνων. Αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἡμέτεροι ἀξιωματικοὶ αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβαίνωσιν ἐκεῖ, ὅπου τὰ φῶτα εἶναι τόσον ἀναμφισβητήτως ὑπέρτερα τῶν ἡμετέρων, ἵνα συμπληρώσωσι τὴν μόρφωσίν των, ἀλλὰ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ μεταβῶσι πάντες οἱ ἀξιωματικοί μας εἴτε εἰς τὴν Γαλλίαν εἴτε εἰς τὴν Γερμανίαν, ἵνα μορφωθῶσι στρατιωτικῶς. Ὀλίγοι βεβαίως δὲν συνομολογοῦσιν εἰς τοῦτο· φρονεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅτι εἶναι ἐπίμεμπτον τὸ ὅτι μὴ δυνάμενοι ν’ ἀποστείλωμεν ἐκεῖ ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς, ἵνα μορφωθῶσι, μεταφέρομεν ἐκεῖθεν ἀποστολάς, ἵνα κατορθώσωσιν οὗτοι νὰ εἶναι ἀξιωματικοὶ στρατοῦ, ἐμφορούμενοι μὲ τὰς νεωτέρας ἀπαιτήσεις τῆς τέχνης καὶ τῆς ἐπιστήμης, ἀξιωματικοὶ στρατοῦ ἀξίου τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἔθνους (ἐπιδοκιμασίαι). Ἡ ἀπάντησις δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀμφίβολος.

§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια, βέβαια.

§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν, τὴν ἔλευσιν τῆς ἀποστολῆς ἐχαιρέτισαν μετ’ ἀνυποκρίτου χαρᾶς, εἶναι εὐτυχεῖς, διότι παρέχονται εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, ὅπως ἀναπληρώσωσιν ἐλλείψεις αὐτῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀτέλεια τῆς ὀργανώσεως ἦτο ἡ αἰτία, ὅπως ἀναπληρώσωσι τὰς ἐλλείψεις, ἵνα σὺν τῇ ὑπαρχούσῃ παρ’ αὐτοῖς πλήρει θεωρητικῇ μορφώσει κατορθώσωσι ταχέως ν’ ἀναχθῶσιν εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν προηγμένων στρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ δυσφοροῦντες διὰ τὴν ἔλευσιν, βεβαιωθῆτε ὅτι εἶναι ἐλάχιστοι, βεβαιωθῆτε ὅτι οἱ τυχὸν ὑπάρχοντες θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται καλῶς ὅτι μὲ τὴν ἔλευσιν τῶν ξένων ἀποστολῶν παρῆλθεν ὁριστικῶς ἡ ἐποχὴ τῆς ἀργίας, ὅτι μὲ τὴν ἔλευσιν τῶν ξένων ἀποστολῶν ἀρχίζει περίοδος νέα διὰ τὸν στρατὸν καὶ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης (χειροκροτήματα). Νέα περίοδος διηνεκοῦς ἐργασίας, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ καταστήσῃ εἴς τινας δυσχερῆ τὴν παραμονὴν ἐν τῷ στρατῷ (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἀλλὰ διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἔχει λόγον ν’ ἀνησυχῇ. Ἡ ἐντεῦθεν χωροῦσα νὰ προέλθῃ ἐκκαθάρισις τοῦ στρατεύματος θὰ εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ χειροκροτηθῇ ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον, δὲν θ’ ἀφήσῃ σπέρμα δυσαρεσκείας· δὲν θὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς προφάσεις. Θὰ εἶναι φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις, διότι τὴν ἐκκαθάρισιν δὲν θὰ τὴν κάμῃ ἄλλος, ἀλλὰ θὰ τὴν ἀναγνωρίσωσιν αὐτοὶ οἱ ἐκκαθαρισθησόμενοι, θ’ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀποτελῶσι μέρος τοῦ στρατοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἔργον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο δυσχερές. (Χειροκροτήματα). Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἡ ἔλευσις τῶν δύο ἀποστολῶν, τῆς ἀποστολῆς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς θαλάσσης, ἡ ἔλευσις τῆς ὁποίας τὴν τιμὴν δὲν διεκδικεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡμεῖς ἐξετελέσαμεν ὅ,τι εὕρομεν ἤδη ἀποφασισμένον ἢ μᾶλλον ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ἔλευσις τῶν δύο τούτων ἀποστολῶν πρέπει νὰ χαιρετισθῇ μετ’ ἰδιαιτάτης χαρᾶς ἀπὸ ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω ὅτι συναισθάνεται ὅτι γίνεται ἐργασία, ἐργασία ἐνδελεχής, ἐργασία ἐπίμονος, τείνουσα ν’ ἀναπληρώσῃ πᾶσαν μέχρι τοῦδε ἔλλειψιν, τείνουσα νὰ καταστήσῃ τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν οἷος εἶναι ἀναλόγως τοῦ ὕψους, τῶν παντὸς εἴδους πόρων καὶ εἰς ἄνδρας καὶ εἰς χρῆμα, στρατὸν ἀληθῆ, στρατὸν ἐν πάσῃ στιγμῇ ἑτοιμοπόλεμον, δυνάμενον ὄχι ν’ ἀπειλήσῃ, διότι καὶ ἡ μικρότης ἡμῶν ἀποκλείει πᾶσαν τοιαύτην ὑπόνοιαν, ἀλλὰ δυνάμενον ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον καὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους καὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, δυνάμενον νὰ παρέχῃ εἰς τὸν λαὸν τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον.

§123ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς.

§125Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μετὰ τὴν διακοπήν, κ. Πρόεδρε.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπρισιμιτζάκης.

§127ΙΩ. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ.

§129Γ. ΠΩΠ. Κύριοι συνάδελφοι· δὲν θὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ μακρὸν ἀπὸ τὰ ἐλατήρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς ὁδηγοῦσι πρὸς τὴν τράπεζαν τοῦ δείπνου. Οἱ φεύγοντες Βουλευταὶ δύνανται, ἐὰν θέλωσι, νὰ σπεύσωσι πρὸς τὴν εὐωχίαν αὑτῶν· δι’ ἡμᾶς ὑπάρχει ἄλλη τροφή, τροφὴ ἐπείγουσα, διότι ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν θέσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ.

§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ προσβάλλετε.

§131Γ. ΠΩΠ. Δὲν προσέβαλον κανένα. Τοὐναντίον ᾐσθάνθην ἀληθῆ χαρὰν καὶ ἀληθῆ ἀνακούφισιν εἰς τὴν ψυχήν μου διὰ τὴν προσοχήν, μεθ’ ἧς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠκροάσατο τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐνῷ δ’ εὑρισκόμεθα ὅλοι ἐν μιᾷ ψυχῇ καὶ μιᾷ θελήσει, ὅπως ἴδωμεν τὸν στρατὸν ἡμῶν ἀναπλαττόμενον ὁριστικῶς διὰ τῆς μετακλήσεως τῶν ξένων ὀργανωτῶν, διαφωνοῦμεν ἐν τούτοις κατὰ τὸν τρόπον τῶν διατυπώσεων μόνον. Εἶπε κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ χώρα νὰ περιβληθῇ τὸ συναίσθημα τῆς ἀσφαλείας, ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς. Εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ νέα περίοδος διὰ τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς αὑτοῦ ἀμύνης καὶ ὅτι τὴν περίοδον ταύτην θὰ τὴν θέσῃ ἡ καλουμένη Γαλλικὴ ἀποστολή, διότι ἡ νέα περίοδος θὰ εἶναι περίοδος διοικήσεως καὶ ἐργασίας. Καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ λέγομεν: Ἀκριβῶς μᾶς φοβίζει ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἱκανοποιεῖ τὸν κοινὸν πόθον, δὲν ἱκανοποιεῖ τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐνώπιον τοιαύτης ἀμφιβολίας, καὶ εἰς τοῦ ὑστάτου πολίτου ἐὰν ὑπῆρχε τὴν ψυχήν, ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου νὰ ἐξέλθῃ ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια, πρὸς τὴν ὁποίαν πάντες θὰ πεισθῶμεν, διότι ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε προσωπικὰ ζητήματα οὔτε προσωπικαὶ βλέψεις οὔτε ἀντιπολιτευτικαὶ διαθέσεις οὔτε συμπολιτευτικαὶ ὁρμαὶ καὶ χειροκροτήματα. Ὑπάρχει κοινὴ ἐπιθυμία, ὅπως ἐξακριβώσωμεν σαφῶς τὰ πράγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπομεν ἡμεῖς ὡς ἀμφιβολίας. Τὰς ἀπεδέχθη τὰς ἀμφιβολίας ἡμῶν, ὡς δικαίας, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὴν εἰσήγησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ, ἵνα τὰς ἀτελείας ταύτας δαμάσῃ καὶ οὕτως ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἀνησυχοῦντας διὰ τὰς ἀμφιβολίας αὐτῶν. Ἠθέλετε ἡμεῖς νὰ εἴμεθα καρδιογνῶσται καὶ παντογνῶσται, ἵνα ἀποκαλύψωμεν ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον εὕρηται ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ μὴ γεννηθῇ ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν ἡ σκέψις, ὅτι, ὅτε ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νομοσχέδιον κανονίζον ἀποστολήν, διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οὐ μόνον οὐδένα μεμφόμεθα, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιζητοῦμεν ὑπὲρ αὐτῆς νὰ δοθῇ ἀπόλυτος ἐξουσία διοικήσεως, ἵνα ὄντως πραγματοποιήσῃ τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ἐκλήθη, δὲν ἠθέλετε, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐν τῇ καλῇ αὑτοῦ πίστει, οὐχὶ σκοπίμως, ἔθεσε τὰ ὅρια τὰ χρονικὰ τῆς μεταβάσεως πρὸς τὸ δεῖπνον καὶ τῆς ἀπασχολήσεως τῆς Βουλῆς, ἵνα περιορίσῃ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεῖχον τὴν ἀφορμὴν ἀπὸ μίαν μεγίστην ὑπόνοιαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν καὶ ἡ ὁποία βεβαίως εὑρίσκεται ἐν τῇ ψυχῇ παντὸς Ἕλληνος; Ὅτε δὲ πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσαμεν συνάδελφον ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ μετασχόντα τοῦ στρατιωτικοῦ συνδέσμου, ἔντιμον καὶ γενναῖον τὸ φρόνημα νὰ ἀπασχολῆται διὰ τόσων παραδειγμάτων περὶ γεγονότα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν ὅτι μετὰ μίαν ἐπανάστασιν δὲν ἀπηλλάγημεν τῶν δεινῶν τοῦ παρελθόντος ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, ἡ ὁποία κατώρθωσε νὰ ἀφήσῃ τὸ Κράτος ἄοπλον καὶ ἀδύνατον ἀπέναντι τῆς τιμῆς αὑτοῦ, πῶς θέλετε νὰ μὴ εἶναι πανελλήνιος ἡ ἀνησυχία; Ὅτε ἔρχεται νομοσχέδιον λοιπὸν ἀπέναντι ἡμῶν ἔχον ἀτελείας τοιαύτης φύσεως καὶ μὲ τὰ δεδομένα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες ἡμεῖς γνωρίζομεν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐρωτήσῃ ἡ ψυχὴ ἡμῶν μὴ τυχὸν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην ἱλασμοῦ ἀπέναντι τῆς χώρας διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, ἱστορίαν ἐγγὺς παρελθόντος, γέμουσαν αἰσχύνης, οἵτινες ἔχουσι, λέγω, ἀνάγκην ἱλασμοῦ, δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ἐπέδρασαν, ὅπως διαρρυθμισθῇ οὕτω τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἀποτύχῃ ἡ προσπάθεια ὀργανώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ; Δι’ ὅσους οὕτω σκέπτονται, δὲν εἶναι πιθανὸν ἐν τῇ ψυχῇ αὐτῶν νὰ γεννηθῇ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν δικαιώματα τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ κατορθωθῇ ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τόσα καὶ τόσα εἰσφέρει τὸ Κράτος; (Αἴσθησις). Εἰς τὴν ἐρώτησίν μου δὲ ἀπέναντι τῆς ὑπονοίας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τὴν ἔχω ἐν πεποιθήσει ψυχῆς, διότι ἐγγὺς παρακολουθῶν τὰ πράγματα, ἀναστρεφόμενος μέσῳ ἀκριβῶς τῆς διαπάλης φιλοτιμιῶν, οὐχὶ ἀπὸ σκοποῦ εὐρυτέρου προαγομένων φιλοδοξιῶν, οὐχὶ ἀπὸ θελήσεως πρὸς κοινὴν συνεργασίαν, ἔχω ὅλην τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἀπὸ τῆς ὑπονοίας ταύτης ἀντλῶν ὑποβάλω ὑμῖν τὰς σκέψεις μου. Εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, λέγω, οὐδὲν εἶχε θετικὸν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην ἀγόρευσίν μου ὅτι εὔχομαι νὰ πλανῶμαι. Ἀλλ’ εἰς ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρετήρησεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ, ἵνα μὴ χάνωμεν τὴν ὥραν. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ ὥρα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ κανονίζῃ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς· γνωρίζω ὅμως ὅτι εἰς τὰ Κράτη δὲν ὑπάρχουσιν ὧραι μεμετρημέναι εἰς δευτερόλεπτα· ὑπάρχει μία μόνον ὥρα, ἡ ὥρα τῆς στιγμῆς τῆς κρίσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος τοῦτο ὀφείλει νὰ ἐμφανισθῇ πάνοπλον, ἵνα, ἀντλοῦν τὴν δύναμιν ἐκ τῆς συναισθήσεως τῆς ἀσφαλείας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς κινδύνους. (Εὖγε, εὖγε). Αὐτὴν τὴν ὥραν γνωρίζω καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς ὥρας ἐκείνης ἐπεζήτησα νὰ δοθῶσιν αἱ ἐξηγήσεις. Ἀλλὰ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀτυχῶς εἰσηγηθέντα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ εἰσήγησιν γενομένην ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, δὲν ἐδόθησαν οὔτε κἂν πληροφορίαι περὶ νόμων, οὔτε ἄλλη τις σχετικὴ γνῶσις πραγμάτων, διότι, ἂν ἐδίδοντο αὗται, δὲν θὰ ἔλεγεν ἐκεῖνος πρὸς ἐμὲ παρατηροῦντα περὶ τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ διοικῆται καὶ οἰκονομικῶς ἓν σῶμα, ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου αἱ λεπτομέρειαι θὰ ὁρισθῶσι διοικητικῶς, καὶ διοικητικῶς θὰ καταστραφῇ ὁλόκληρος νόμος, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὸ δημόσιον λογιστικὸν τοῦ Κράτους. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσω ὅτι, προκειμένου περὶ ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι σὺν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ μεράρχων, οὗ τὴν ἀνάγκην ἀνεγνώρισε καὶ τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θὰ εἰσηγεῖτο καὶ νέον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κανονίζωνται αἱ θέσεις τοῦ ἐπιτελείου, τὸ ὁποῖον διέπει ἤδη ἄλλος νόμος. Καὶ δὲν θέλετε ἐγὼ νὰ ἀνησυχῶ, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοιαύτας τινὰς ἀμφιβολίας; Τὰς ἀνησυχίας τὰς διετύπωσα ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, διότι πιστεύω, ὅτι πλανᾶται ἡ Κυβέρνησις, ἀποπλανωμένη ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσιν ἱλασμὸν διὰ τὰς ἀποτυχίας τοῦ παρελθόντος· εὔχομαι ἐν τούτοις νὰ πλανῶμαι ἐν ταῖς ἀμφιβολίαις μου, διότι ἡ πλάνη ἡ ἐμὴ θὰ εἶναι ἀληθὴς θρίαμβος ὑπὲρ ὀργανώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ (εὖγε, εὖγε, ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).

§133ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἡ λέξις «καὶ» μετὰ τὴν λέξιν «ἀνατίθεται».

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, 6, 7 καὶ 8, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ὀχυρωτικῶν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ἐπισκευῶν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας παλαιοὺς στρατῶνας καὶ στάβλους καὶ περὶ κατασκευῆς συμπληρωτικῶν ἐργασιῶν διὰ τὴν ἐπάρκειαν τῶν στρατωνισμῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Κύριοι, κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ἀντιπροσωπείαν τῆς Βουλῆς διὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Καλαβρύτων τῆς 25 Μαρτίου ἐκ τῶν κυρίων Σπ. Φορέστη, Δ. Κανελλοπούλου, Β. Κυρέλλου, Ν. Βάρθη καὶ Ν. Δελακοβία, οἵτινες καὶ ἀπεδέχθησαν, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Λαύραν. Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Ἀ. Χριστοπούλου, Ν. Σακελλαρίου, Γ. Βλάση, Κ. Οἰκονομοπούλου, Ἀ. Σακελλαρίου, Γ. Παπασπυροπούλου, Γ. Νικολαΐδου, Ἰ. Τσιριμώκου, Π. Φλέσσα, Λ. Φλαμῆ, Ε. Κουλουμβάκη, καὶ Κ. Ῥακτιβὰν ὑποβάλλεται πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφ. 3 τοῦ νόμου ͵ΒΡΞΒʹ περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης». (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10½ μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις· ὁ κ. Φουρίδης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18.

§136Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δέον νὰ ἀναβληθῇ, διότι ὑπέβαλον μίαν προσθήκην, ἡ ὁποία καὶ ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη, ἀλλὰ δὲν ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἀποφασίσῃ, καὶ συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι οὐσιώδης, βεβαίως θὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις· ἂν δὲ τὴν θεωρήσῃ μὴ οὐσιώδη, θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου.

§138Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μᾶς ἐστάλη μόνον σήμερον· δὲν μᾶς ἐδόθη καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν ἐπ’ αὐτῆς.

§139ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Συντάγματος ἔχουσαν οὕτω: «καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων τότε μόνον ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, ὅταν οἵ τε ἔνορκοι καὶ οἱ δικασταὶ διὰ παμψηφίας ἀποφασίσωσι τοῦτο». Διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν πρότασίν μου ταύτην, δὲν θὰ κάμω βεβαίως ἔκκλησιν πρὸς τὰ φιλανθρωπικὰ ὑμῶν αἰσθήματα, διότι πιστεύω ὅτι πάντες ἐνταῦθα εἴμεθα φιλάνθρωποι καὶ ἔχομεν οἶκτον, ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω δι’ ἐπιχειρημάτων καὶ παραδειγμάτων νὰ πείσω ὑμᾶς ἂν πράγματι εἶναι ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Πολιτεία ἡμῶν τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ ἂν συμφέρει ὑπὸ κοινωνικὴν ἔποψιν ἡ παραδοχὴ αὐτῆς, διότι τὸ νομοθετεῖν δὲν πρέπει νὰ προέρχηται βέβαια μόνον ἀπὸ αἰσθήματα φιλανθρωπίας καὶ οἴκτου, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦ κοινωνικοῦ συμφέροντος. Εἶμαι τῆς γνώμης, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ αὐστηρότης τοῦ νόμου καὶ ἡ ἀνεπιείκεια ἄγει εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου τὸ ὁποῖον σκοπεῖται, ἰδίως δὲ προκειμένου περὶ τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν. Εἰς πλεῖστα ὅσα Κράτη μέχρι τοῦδε τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν τὴν ἐφαρμόζουσι πολὺ σπανίως, εἰς πλεῖστα τῶν Κρατῶν κατηργήθη, εἰς ἄλλα δὲ τὴν ἔχουσιν ὑποβάλει εἰς τοιαύτας διατυπώσεις, ὥστε εἶναι σχεδὸν ἀνεφάρμοστος. Ὁμοίαν ἐφαρμογὴν πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγὼ σήμερον, εἶχεν ἡ νομοθεσία τῆς Τοσκάνης, τῆς ὁποίας νομοθεσίας ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐποιήσατο χρῆσιν ἐν γένει ὅλη ἡ Ἰταλία, ἐν ᾗ τρόπον τινὰ ὑπῆρξεν ὁ πρόδρομος τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐν Ἰταλίᾳ. Εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Τοσκάνης ἀπὸ τοῦ 1831 ἕως τοῦ 1838, ὁπότε ἴσχυσεν ἡ νομοθεσία αὕτη, ἐξεδόθησαν δύο μόνον θανατικαὶ ἀποφάσεις, καὶ αὐταὶ μάλιστα δὲν ἐξετελέσθησαν, συγχρόνως δὲ παρετηρήθη ὅτι τὰ ἐγκλήματα τὰ τιμωρούμενα διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου δὲν ηὔξησαν, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἠλαττώθησαν. Τὸ σύστημα τῆς ὁμοψηφίας ἐπίσης ἐφαρμόζεται καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ, εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὅμως ὡς εἰς τόπον πρακτικώτερον ἐφήρμοσαν καὶ ἑτέραν διατύπωσιν, ἵνα οἱ ἔνορκοι, οἱ ὁποῖοι κληροῦνται καὶ πρόκειται νὰ λάβωσι μέρος εἰς ὑπόθεσιν ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ἐρωτῶνται οἱ ἔνορκοι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ἂν κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὑπὲρ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου ἢ ὄχι, καὶ ὅσοι ἐξ αὐτῶν δηλώσωσιν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου δὲν κληροῦνται. Ἀλλ’ αἱ νομοθεσίαι αὗται τῶν ξένων ἐθνῶν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος, διότι πιθανὸν ἡ πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ νὰ μὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐφαρμογήν. Θὰ προσπαθήσω ὅμως διά τινων παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ ἐκ πληροφοριῶν ἔχω, ἐπίσης καὶ ἐκ συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα συνάγω ἐξ αὐτῶν, ἵνα πείσω ὑμᾶς ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἡ προϋπόθεσις τῆς παμψηφίας καὶ εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν. Ὁ Ποινικὸς Νόμος ὁ ἐν ἰσχύϊ εἶναι λίαν δαψιλὴς εἰς τὸν καταλογισμὸν τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν. Πλεῖστα ὅσα ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου πραγματεύονται τὰς πράξεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, καὶ διὰ τοῦτο ἡ αὐστηρότης αὐτὴ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐπέφερεν ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον προσεδοκᾶτο, διότι ὁ ἅπαξ ἐγκληματήσας εἰς βαθμὸν ἐπιφέροντα τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχῃ πρὸ αὐτοῦ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι, ἂν παρουσιασθῇ εἰς τὸ Δικαστήριον, πάντοτε θὰ τῷ ἐπιβληθῇ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του ὅτι, ὁσασδήποτε πράξεις καὶ ἂν κάμῃ μεταγενεστέρως, πάντοτε ἡ ποινὴ θὰ εἶναι ἡ αὐτή. Ἔλεγε δὲ κάποτε εἷς ἐπικεκηρυγμένος λῃστὴς τῆς Λακεδαίμονος, ὁ Βλαχοδημητράκης, ὅτε τὸν συνεβούλευε κάποιος συγγενής του νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἀρχῆς, νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του καὶ παύσῃ πλέον νὰ λῃστεύῃ τὸν κόσμον, τί ἀπήντησεν; «Ἐγὼ ἔτσι κ’ ἔτσι τὸ κεφάλι μου τὸ ἔχω στὸν ντορβᾶ· ὅ,τι καὶ ἂν κάμω, τὴν ποινήν μου δὲν θὰ μοῦ τὴν αὐξήσουν». Αὐτὴ ἡ λογικὴ ἡ προερχομένη ἀπὸ κεφαλὴν λῃστοῦ ἴσως νὰ εἶναι συνήθης εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προβαίνουσιν εἰς τὰς πράξεις αὐτὰς καὶ πιθανὸν νὰ ἐξακολουθῶσι τὸ ἔργον των, διότι ἔχουσι τὴν προϋπόθεσιν αὐτήν, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐξακολούθησις οὐδεμίαν μεγαλειτέραν βλάβην θὰ φέρῃ εἰς αὐτοὺς καὶ ἐξακολουθεῖ διὰ παντὸς ἐκτὸς ἐὰν φύγῃ διὰ τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι οἱ κακοῦργοι αὐτοὶ εἰς βαθμὸν τοιοῦτον ἐγκληματήσαντες, ἐὰν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν των ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξοργίσωσι τὴν κοινωνίαν διὰ τῶν πράξεών των, ὥστε σύσσωμος νὰ ἐξεγερθῇ ἐναντίον των καὶ διὰ παμψηφίας τῶν ἐνόρκων τῶν ἐκπροσωπούντων αὐτὴν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, θὰ συναισθανθῶσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ πράξωσι τόσα, ὥστε νὰ ἐξεγείρωσι τὴν ὀργὴν τοῦ λαοῦ καὶ νὰ τοὺς καταδικάσωσιν εἰς θάνατον οἱ ἔνορκοι. Ἡ πρότασίς μου αὕτη παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν εἶδον τίποτε εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς.

§140Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἔκθεσις κατετέθη τῇ 17 Μαρτίου, ἡ δὲ τροπολογία ὑπεβλήθη τῇ 19 Μαρτίου.

§141Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει ἤδη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι περιέρχονται εἰς τὸ προεδρεῖον καὶ ὑποβάλλονται μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, θεωροῦνται ὡς τροπολογίαι ὑποβαλλόμεναι κατὰ τὴν συζήτησιν, διεπόμεναι ἑπομένως ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον τότε μόνον παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἂν ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ ἡ Βουλή.

§142Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὄχι εἰς τὴν Βουλήν.

§143ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι λοιπὸν νὰ ἀναπτύξω τὴν πρότασίν μου κατὰ τὴν νέαν συζήτησιν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς.

§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ τώρα· πρακτικώτερον εἶναι τοῦτο.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, μέχρις ὅτου ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου.

§146Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.

§147ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ σήμερον μόνον ἐλήφθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ τροπολογία αὕτη προεκάλεσε τὴν προσοχὴν ὅλων. Ἐξ ἡμῶν εἶδεν αὐτὴν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ὡς ἀναπληρῶν τὸν γραμματέα τὸν τακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω δέ, καὶ ὁ εἰσηγητὴς καὶ ἐγώ. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ἀξία προσοχῆς, καὶ θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ ἐδίδετο ὁ καιρὸς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μέχρι τῆς αὔριον, ὅπως συνελθοῦσα κρίνῃ ἐπ’ αὐτῆς.

§148ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θεοδωρίδης. Τὸ ἄρθρον 19 ἔχει ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19).

§150ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἔχω ἀκόμη μίαν πρότασιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου.

§151Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀκούσωμεν τί λέγει ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας. Ἐὰν εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς τὸ εἴπητε σεῖς;

§152ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν τῆς κυριακῆς ἀργίας καὶ καθιεροῖ κανόνας παρακωλύοντας ἵνα ἀναγκάζηταί τις εἰς ὑπερβολὴν ἐργασίας βλαπτικὴν τῆς ὑγείας του». Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἰσέρχεται εἰς ἐξέτασιν τῆς προτάσεώς μου. Ἡ ἐπιτροπὴ λέγει ἁπλῶς ὅτι ἡ τροπολογία μου αὕτη ἀνάγεται εἰς ζήτημα νομοθετικόν.

§153Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὸ 19ον ἄρθρον, διότι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ αὐτό.

§154Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἂς τεθῇ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο ἄρθρον. Δὲν εἶναι τοῦτο, λόγος ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ ἤδη ἡ πρότασίς μου. Μοὶ γίνεται ἡ παρατήρησις ὅτι κακῶς ὀνομάζεται 19· ἂς ὀνομασθῇ 29, ἂς λάβῃ οἱονδήποτε ἀριθμόν, ἀλλ’ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεώς της εἶναι τώρα κατὰ τὴν τάξιν, ἣν ἔχει ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ λόγος, Κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον τὴν πρότασίν μου αὐτὴν περὶ καθιερώσεως τῆς κυριακῆς ἀργίας εἶναι εὐνόητος. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῆς κυριακῆς ἀργίας ὁ εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἰσχύων...

§155ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι εἰς ὅλα.

§156Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἰς τὰ πλεῖστα.

§157Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, κύριε συνάδελφε, εἶναι ἑβδομαδιαία ἀργία.

§158Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὀνομάσατέ την ὑμεῖς ἑβδομαδιαίαν, ἀφοῦ τὸ προτιμᾶτε, τὸ πρᾶγμα δὲν ἀλλάσσει.

§159ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν Τρίτην νὰ καθιερώσωμεν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀποφράς.

§160Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι πρόκειται νὰ συζητήσωμεν καὶ ὄχι νὰ παίξωμεν. Ἡ κυριακὴ ἀργία ὑπὸ ἔποψιν θρησκευτικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικὴν εἶναι ἀνάγκη, εἶναι ἓν δικαίωμα τοῦ πολίτου· οὕτως ἐθεωρήθη πάντοτε, καὶ ἕνεκα τούτου νομίζω ὅτι ὑπάρχει περίστασις, διδομένης τῆς εὐκαιρίας τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, νὰ καθιερωθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἡ κυριακὴ ἀργία, ὅπως ἀναπαύηται ὁ πολίτης ἢ τὴν Κυριακὴν ἢ μίαν ἡμέραν ἀπὸ τὰς ἑπτά, ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ ὅλους τὴν Κυριακήν.

§161ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἂν δὲν θέλῃ νὰ ἀναπαυθῇ;

§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§163Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν αὐτά.

§164Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε νὰ μὴ συζητήσωμεν, νὰ μὴ συζητήσωμεν· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ ἐπιτρέπει ὁ κ. Πρόεδρος. Ἡ παροχὴ λοιπὸν μιᾶς ἡμέρας ἀναπαύσεως πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἐν συνδυασμῷ μὲ ἄλλο δικαίωμα σχετικὸν τοῦ πολίτου, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μὴ ἀναγκάζηται εἰς ὑπερβολικὴν ἐργασίαν, παραβλαπτικὴν τῆς ὑγείας του, τὸ ὁποῖον εἶναι συναφές, τῆς αὐτῆς φύσεως, μὲ τὸ δικαίωμα τῆς κυριακῆς ἀργίας. Δὲν εἶναι ἡ τοιαύτη συνταγματικὴ ἐγγύησις ἰδέα ἰδική μου. Τὸ δικαίωμα αὐτό, Κύριοι, τὸ εὑρίσκω καθιερωμένον καὶ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἄλλου πεπολιτισμένου Κράτους, εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Ἐλβετίας. Τὸ ἄρθρον, ὅπως τὸ διετύπωσα, εἶναι πιστὴ μετάφρασις τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἀλλὰ πρὸς ποῖον σκοπόν, θὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις, νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι; Ἡμεῖς ἔχομεν, λέγουσι, νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας· τίς ἡ ἀνάγκη νὰ θέσωμεν διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα; Ἔχομεν, Κύριοι, ἀληθῶς νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας, ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς καθ’ ἡμέραν κινδυνεύει ὑπὸ τὰς κραυγὰς τῶν ἐνδιαφερομένων, καθὼς καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶν ἀναμορφωτικὸν διάβημα τῆς παρούσης Βουλῆς ἐξεγείρονται διαμαρτυρόμενοι, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνατροπῆς τοῦ σύμπαντος. Καὶ ἐξηγέρθησαν καὶ κατὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ὑπὸ διαφόρους προφάσεις καὶ διὰ σκοπούς, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐλέγξω, ἐξηγέρθησαν καὶ ζητοῦσι νὰ καταρρίψωσι τὸν θεσμόν. Εἶναι ἆρά γε ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀσήμαντόν τι, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήσωμεν ἔκθετον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ τυχόντος; Νομίζω ὄχι. Νομίζω ὅτι εἶναι περίστασις νὰ περιφρουρήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, νὰ εἴπωμεν ὅτι εἰς οὐδένα θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ θέσῃ χεῖρα ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς κυριακῆς ἀργίας. Ἰσχυρίζονται, Κύριοι, οἱ πολέμιοι τῆς κυριακῆς ἀργίας, ὅτι διὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ παραβιάζεται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἐλευθερία τῶν συναλλαγῶν. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐὰν ἠλήθευε, θὰ ἦτο εἷς λόγος περισσότερον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι. Οὐδόλως εἶναι παράδοξον, τοὐναντίον εἶναι δυνατὸν νὰ νομισθῇ, ὅτι παραβιάζεται διὰ τῆς κυριακῆς ἀργίας ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, ἡ ἐλευθερία τοῦ νὰ ἐργάζηται ὅσον θέλει καὶ νὰ συναλλάσσηται ὅπως θέλει περὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐργασίας, διότι καὶ εἰς ἄλλα μέρη ἐγεννήθη τὸ αὐτὸ ζήτημα, καὶ ἰσχυρίσθησαν ὅτι τοιοῦτος νόμος εἶναι ἄκυρος, διότι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, προσβάλλει δηλ. τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν τὰ Δικαστήρια ἐπί τινα χρόνον ἐκήρυσσον τοὺς τοιούτους νόμους ἀντισυνταγματικούς, ἅτε ἐναντίους τῇ προσωπικῇ ἐλευθερίᾳ, καὶ οὕτω προσβάλλοντας τὸ Σύνταγμα.

§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ ὅμως εἶπον τὰ Δικαστήρια ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικός;

§166ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ἀκόμη. Ἐνδέχεται ὅμως νὰ τὸ εἴπωσιν.

§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔγραψε κανεὶς τῶν ἐπιστημόνων τῶν δυναμένων;

§168ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ ἀνέγνωσα, καὶ ἔγινε λόγος πολὺς καὶ παρ’ ἡμῖν περὶ τούτου, ὅτι προσβάλλεται ἡ ἐλευθερία καὶ τὸ Σύνταγμα. Ὡς πρὸς τὰ ἐν Ἀμερικῇ διατρέξαντα τόσον ἐπὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας, ὅσον καὶ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐργασίμων ὡρῶν, ἀρκοῦμαι ἐπικαλούμενος τὴν αὐθεντίαν τοῦ Esmein, ὅστις ἰδοὺ τί γράφει σχετικῶς πρὸς ταῦτα· «Ἐν Ἀμερικῇ τὰ Δικαστήρια ἐκήρυσσον ὡς ἀντισυνταγματικοὺς τοὺς νόμους, τόσον τὸν περὶ κυριακῆς ἀργίας, ὅσον καὶ τοὺς περὶ περιορισμοῦ τῶν ἐργασίμων ὡρῶν ἐνηλίκων, εἴτε ὡς ἐναντίους τῇ ἐλευθερίᾳ εἴτε ὡς νόμους κλάσσεως, ἄρα μὴ γενικούς. Σήμερον τοὺς ἀναγνωρίζουσιν ἐν ᾧ μέτρῳ οὗτοι ἀνταποκρίνονται εἰς ἀληθῆ κοινωνικὸν σκοπόν». Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι σκιαμαχία ἡ πρότασίς μου, ἀφοῦ εἰς ἓν πεπολιτισμένον καὶ λίαν προηγμένον Κράτος, εἰς δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἐγένετο ζήτημα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ τὰ Δικαστήρια ἐνδοιάζουσιν, ἂν τῳόντι ὁ περὶ Κυριακῆς ἀργίας νόμος δὲν παραβιάζει τὸ Σύνταγμα. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ οἱ ἄλλοι νόμοι οἱ σχετικοὶ μὲ τὴν ἐργασίαν, οἱ σχετικοὶ μὲ τὴν ὑγιεινὴν τῆς ἐργασίας, περὶ ὧν ἐπίσης ἡ πρότασίς μου προβλέπει, δὲν εἶναι ὀλιγώτερον σπουδαῖοι καὶ ἄξιοι προσοχῆς. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ὑπάρχει τοιαύτη ἐργατικὴ νομοθεσία. Εἰς τὴν Γαλλίαν εὑρίσκομεν εἰδικὴν νομοθεσίαν ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἐργασίαν ἐν γένει, καὶ ἰδίως πρὸς κανονισμὸν αὐτῆς ὑπὸ ὑγιεινὴν ἔποψιν, ἐπίσης ἐπαγγελματικὰς ἑνώσεις, ἐργατικὰς ἀσφαλείας. Ἐν γένει τὸ ζήτημα τῆς ἐργασίας σοβαρῶς ἀπησχόλησε τὸν νομοθέτην, καὶ ὁ ἐργάτης ἐπροστατεύθη πανταχόθεν, ἀλλὰ καὶ πάντοτε ὁσάκις περὶ τοιούτων νόμων ἐπρόκειτο, πάντοτε ἐξηγέρθησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι, πάντοτε τοὺς ἐκήρυξαν ἀντισυνταγματικοὺς καὶ ἐναντίους τῆς ἐλευθερίας. Ὅπως σᾶς λέγουσι περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας, ὅτι ἐπεμβαίνει μεταξὺ ἐργάτου καὶ τοῦ ἐργοστασιάρχου, καὶ περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πρώτου ἀπαγορεύουσα τὸ νὰ ἐργασθῇ ὁ ἐργάτης μίαν ἡμέραν καθ’ ἑβδομάδα, τοιουτοτρόπως καὶ ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων αὐτῶν τῶν ἄλλων, τῶν ἀφορώντων τὴν ὑγιεινὴν τῶν ἐργοστασίων καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν νομοθετημάτων ἡ ἰδία ἔνστασις ἐγείρεται, ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐργασίμων ὡρῶν παραβιάζεται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, ὅτι παραβιάζεται ἡ ἐλευθερία τῶν συναλλαγῶν, ἤτοι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις. Ἰδοὺ λοιπὸν διατί καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς κυριακῆς ἀργίας καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ἄλλην ὑπάρχει λόγος, ἵνα ἐν τῷ Συντάγματι περιληφθῇ τοιαύτη προστατευτικὴ διάταξις, καὶ μόνον δύναται νὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις ἂν θεωρῶ τόσον σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, ἤτοι τὴν κυριακὴν ἀργίαν, ὥστε νὰ φρονῶ ὅτι ἄνευ αὐτῆς τρέχει κίνδυνον κοινωνικὸν ὁ τόπος καὶ νὰ ζητῶ νὰ προστατευθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Ναί, Κύριοι, ἀπαντῶ· οὕτω φρονῶ, ὅτι εὐκοσμία κοινωνικὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἐφ’ ὅσον ὁ ἐργατικὸς πληθυσμὸς εἶναι καταδεδικασμένος εἰς δουλικὴν ἐργασίαν ἀδιάκοπον ἐντὸς τῶν ἐργοστασίων. Εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβιβάσῃ τις τὸν ἀνθρωπισμὸν μὲ τὴν ἐργασίαν ἄνευ μέτρου, ἄνευ κανονισμοῦ τινος αὐτῆς, στερεῖται δὲ βεβαίως τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ κάμνῃ ἄλλο παρὰ νὰ εὑρίσκηται ἄνευ οὐδεμιᾶς διακοπῆς, ὡς ἄψυχος μηχανή, ὡς ὑπὸ δουλικὸν ζυγὸν ἐργαζόμενος. Εἶναι δέ, κ. Βουλευταί, πλάνη, καὶ πλάνη δεινὴ τὸ νὰ φρονῇ τις, ὅτι ὅσον περισσότερον οἱ ἐργάται ἐργάζονται ἐν τοῖς ἐργοστασίοις, τόσον περισσότερον καὶ παράγουσιν· ἡ παραγωγὴ δὲν εἶναι πάντοτε ἀνάλογος τοῦ χρόνου αὐτῆς. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί εἶπε περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου μία δόξα τῆς Ἀγγλίας, ὁ μέγας ἱστορικὸς Μακώλεϋ, ὅτε τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρδων ἐν ἔτει 1846 (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος ἠλάττωσεν ἤδη κατὰ πολὺ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας ἐν τοῖς ἐργοστασίοις. Πρὸ 30 ἐτῶν συνήθιζον νὰ δίδωσιν εἰς ὀκταετῆ παιδία 15 ὥρας ἐργασίαν καθ’ ἡμέραν».

§169Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας τὸ λέγει αὐτὸ ὁ Μακώλεϋ;

§170ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐλέχθη εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον. Ἐὰν προτιμᾶτε νὰ ἀναγνώσητε Ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, ἠμπορεῖτε νὰ ἀναγνώσητε.

§171Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τὴν ἔχω ἀναγνώσει καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν παράγραφον αὐτήν. Δι’ αὐτὸ σᾶς ὑπέβαλον τὴν ἐρώτησιν.

§172ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ (ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἀλλὰ νόμος ἐγένετο ἔκτοτε περιορίσας τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας, ὁ νόμος δ’ ἐκεῖνος κατεπολεμήθη τότε διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους φέρουσι καὶ σήμερον, ὅτι δηλ. τὸ προϊὸν τῶν ἐργοστασίων μας θὰ ὠλιγόστευε, καὶ δὲν θὰ ἠδύναντο ταῦτα νὰ ἀνταγωνισθῶσι μὲ τὸ ἐξωτερικόν, καὶ θὰ ἐξέπιπτον καὶ αὐτὰ τὰ ἡμερομίσθια ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἐργάτου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἐπραγματοποιήθη καμμία τῶν προρρήσεων τούτων; Ἔπαθεν ἡ Ἀγγλικὴ βιομηχανία;». Καὶ κατωτέρω προσθέτει ὁ ἴδιος συγγραφεὺς σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας: «Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος, ἰδοὺ ὁ μέγας δημιουργὸς τοῦ πλούτου. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἐδάφους τῆς Καμπανίας καὶ τῆς Σπιτσβέργης εἶναι ἀσήμαντος ἀπέναντι τῆς διαφορᾶς, ἣν παρουσιάζουσι δύο χῶραι, κατοικούμεναι ἡ μία ὑπ’ ἀνθρώπων ἐμπλέων ἠθικῆς καὶ φυσικῆς δυνάμεως, καὶ ἡ ἄλλη ὑπὸ ὄντων βυθισμένων εἰς κατάπτωσιν τοῦ νοῦ καὶ τῶν αἰσθήσεων. Ἰδοὺ διατί δὲν ἐπτωχεύσαμεν, ἀλλ’ ἐπλουτήσαμεν τοὐναντίον ἀπὸ τὴν ἑβδόμην αὐτὴν ἡμέραν, ἣν ἀπὸ τόσων ἐτῶν ἔχομεν ἀφιερώσει εἰς τὴν ἀνάπαυσιν». Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα συνεζητήθη εἰς τὰ Κράτη τὰ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα, εἰς τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα προώδευσαν βιομηχανικῶς μὲ τοὺς περιορισμοὺς αὐτούς, τοὺς ὁποίους σήμερον φοβοῦνται παρ’ ἡμῖν καὶ ζητοῦσι τὴν μὲν κυριακὴν ἀργίαν νὰ ἀνατρέψωσι καὶ καταργήσωσιν, οὐδεμίαν δὲ ἄλλην διάταξιν προστατευτικὴν τῆς ἐργασίας νὰ φέρωσιν. Τὸ κατ’ ἐμέ, Κύριοι, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ σιγήσω προκειμένου περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος. Διὰ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι τῆς διατάξεως αὐτῆς, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ προσφέρητε ἀληθῆ ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, εἰς τοὺς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ νεαρᾶς ἡλικίας ἐγκλείονται εἰς τὰ ἐργοστάσια καὶ διάγουσιν ἐκεῖ βίον στενοχωρημένον, βίον πλήρη πικριῶν, θὰ τοὺς σώσητε ἀπὸ τῆς ἠθικῆς καταπτώσεως. Καὶ ὄχι μόνον τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς θὰ ὑπηρετήσητε, ἀλλὰ καὶ τοὺς κυρίους τῶν ἐργοστασίων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσι μὲν ὅτι συμφέρον ἔχουσιν, ἵνα διὰ παντὸς τρόπου ἀποφύγωσι πάντα περιορισμόν, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν ὅτι εἶναι πικρὸν τὸ ποτήριον τὸ νὰ ἴδωσιν ἐπὶ μίαν καθ’ ἑβδομάδα ἡμέραν κεκλεισμένον τὸ κατάστημα αὐτῶν, ἢ νὰ ἴδωσι περιορισμούς τινας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑγείαν τῶν ἐν αὐτῷ ἐργαζομένων, καὶ ζητοῦσι παντὶ σθένει νὰ τὰ ἀποφύγωσι, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦσι ποῦ κεῖται τὸ συμφέρον αὐτῶν, δὲν βλέπουσιν ὅτι τὸ συμφέρον των εἶναι ἡ ἁρμονία μεταξὺ ἐργοστασιάρχου καὶ ἐργάτου, ὅτι μόνον δι’ αὐτῆς τῆς ἁρμονίας, μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δύνανται καλῶς νὰ ἔχωσι τὰ κατ’ αὐτούς, καὶ ἐν γένει νὰ προάγηται ἡ βιομηχανία τοῦ τόπου. Κύριοι Βουλευταί, παντοῦ καὶ πάντοτε οἱονδήποτε διάβημα νεωτεριστικὸν παρακολουθοῦσιν ἀντιδράσεις καὶ μάταιοι φόβοι, κίνδυνοι ἀνύπαρκτοι, διὰ τῶν ὁποίων θέλουσι νὰ πτοήσωσι τὸ κοινὸν καὶ ἀποθαρρύνωσι τοὺς ἐργαζομένους ὑπὲρ τῶν νέων ἰδεῶν. Ἀλλ’ οἱ ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν δὲν πρέπει νὰ ὀρρωδῶσι, δὲν πρέπει νὰ φοβῶνται. Βουλαὶ μάλιστα αἱ ὁποῖαι, ὡς ἡ παροῦσα, εἶναι ἐπιτετραμμέναι τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, αἱ Βουλαὶ αὐταὶ πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὰ ζητήματα ἐκεῖνα καὶ λάβωσι πᾶσαν ἐγγύησιν, ἀφοῦ μόνον μετὰ πάροδον πολλῶν δεκαετηρίδων ἐπανέρχεται ἡ εὐκαιρία τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ χάνωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει νὰ σπεύδωσιν εἰς τὸ ἔργον, ὅπως θέσωσι τὰς ἐγγυήσεις αὐτὰς χάριν τοῦ λαοῦ καὶ τῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύομεν. Ἀπὸ τοιαύτης, Κύριοι, ὁρμώμενος ἀρχῆς κάμνω τὴν πρότασιν ταύτην τὴν περὶ συνταγματικῆς περιφρουρήσεως τῆς κυριακῆς ἀργίας καὶ τῆς ὑγείας τῶν ἐργατῶν, πρότασιν τὴν ὁποίαν παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐκτιμήσητε.

§173Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 19 δὲν δύναται νὰ χωρέσῃ αὐτό;

§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί· ἐὰν πρόκειται νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν κάθε τι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς οἱονδήποτε Σύνταγμα τοῦ κόσμου, ἢ κάθε τι, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει κἄποια ὑπόνοια ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις, τότε τὸ ἔργον ἡμῶν θὰ εἶναι ἀτελεύτητον. Ζητοῦμεν νὰ παρεμβάλωμεν μίαν διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καθαρῶς συνταγματικὸν χαρακτῆρα, καὶ ζητοῦμεν νὰ τὴν παρεμβάλωμεν, οὐχὶ διότι ἀμφισβητεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους εἰς τὸ νὰ θέσῃ περιορισμόν, οὐχὶ διότι διαμφισβητεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους εἰς τὸ νὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν κυριακὴν ἀργίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐγκατεστημένη, ἀλλὰ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον μήπως ποτὲ ἀμφισβητηθῇ ἀπὸ μέλλουσαν Βουλήν, ἢ διότι ἐγράφη εἴς τινα ἐφημερίδα, ὅτι ὁ νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν θὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον ἡμῶν ὄχι μόνον μέχρι τοῦ Πάσχα, ἀλλὰ καὶ πέρα αὐτοῦ. Νομίζω δέ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον ἡμῶν ταχέως, ἐπιβάλλεται δὲ εἰς ὅλους ἡμᾶς νὰ ἀποφύγωμεν κάθε πάρεργον ἔργον, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας τοῦ ἔργου μας. Τὸν προλαλήσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον ἔχω νὰ τὸν διαβεβαιώσω, ὅτι ἡ κυριακὴ ἀργία ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προγράμματος τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν πρόκειται νὰ καταργήσωμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν οὐδόλως· τοὐναντίον, ἐὰν εἶναι δυνατόν, τὸν θεσμὸν αὐτὸν θὰ τὸν διαρρυθμίσωμεν καλλίτερον.

§175Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἡ κυριακὴ ἀργία εἶναι ἡγιασμένη ἀπὸ τὴν θρησκείαν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Τοιαῦτα πράγματα προσβάλλουσι τὴν θρησκείαν.

§176Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦτο δὲ καὶ μόνον θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Πράγματι, Κύριοι, αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀνταποκρίνονται τελείως οὐ μόνον πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν εἶχε παραπεμφθῆ ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου κ. Ἀ. Θεοδωρίδου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν γνώμην καὶ τὰ αἰσθήματα ὅλων ἡμῶν, καὶ δὴ καὶ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ὡς ὁ ἔντιμος προαγορεύσας συνάδελφος, ἠγωνίσθησαν διὰ τὴν παρ’ ἡμῖν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς κυριακῆς ἀργίας. Τοιοῦτοι ἄλλως ἀνθρωπιστικοὶ θεσμοί, ὡς ὁ τῆς κυριακῆς ἀργίας, ἔχουσιν ἀκλόνητον ἔρεισμα, ἀνώτερον ἴσως πάσης συνταγματικῆς προστασίας, τὸ γεγονὸς ὅτι καθιεροῦνται ὡς λαϊκαὶ κατακτήσεις καὶ ἔχουσι βαθείας τὰς ῥίζας αὐτῶν εἰς τὴν λαϊκὴν συνείδησιν. Οὐδεμία δὲ συνταγματικὴ διάταξις δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀσφαλέστερον τῆς λαϊκῆς ταύτης συνειδήσεως ἐχέγγυον περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν θεσμῶν τούτων. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ ἐγὼ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι πρέπει νὰ λήξῃ ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Θεοδωρίδου συζήτησις.

§177Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς ἔγγραφον ἀπὸ τοὺς ἐμποροϋπαλλήλους Πατρῶν, θὰ ἦτο δὲ στέρησις, ἂν δὲν ἐλέγομεν καὶ ἡμεῖς δύο λέξεις. Βεβαίως μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν τόσον διαφωτιστικαὶ καὶ τόσον σαφεῖς, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τῆς κυριακῆς ἀργίας ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προγράμματος τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ συνεπῶς δὲν διατρέχει οὐδένα κίνδυνον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ λόγου.

§178Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε· ἰδιαζόντως μὲ τιμᾷ δι’ ἀγάπης καὶ φιλίας ὁ σύλλογος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Πατρῶν, καὶ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Μετὰ τὰς δηλώσεις ὅμως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ἔχων πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων θέλει φροντίσει περὶ τῆς Κυριακῆς ἀργίας. (Χειροκροτήματα).

§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Θεοδωρίδου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 19. Τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν τῆς κυριακῆς ἀργίας καὶ καθιεροῖ κανόνας παρακωλύοντας ἵνα ἀναγκάζηταί τις εἰς ὑπερβολὴν ἐργασίας βλαπτικὴν τῆς ὑγείας του». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Συζήτησις τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ 25 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἔχοντος οὕτως: «Ἄρθρον 25.—Πρότασις νόμου ἀποκρουσθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν παραγόντων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δραγούμης.

§180ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ἐνταῦθα, ὅτε μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 25, ὅτι πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ πρότασις περὶ Γερουσίας ἀπέτυχε, διότι εὑρέθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ἰσοψηφίᾳ. Ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας ἐνταῦθα, πρέπει νὰ συζητηθῇ τοῦτο ταύτην τὴν ἑσπέραν· ὑπομιμνήσκω δὲ κατὰ καθῆκον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἐγερθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ἐγὼ θέλω προτείνει τὸ ἀπαράδεκτον.

§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ, ὄχι διότι δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως, ἀλλὰ διότι ἐδείχθη ἀμφιβολία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου. Θὰ προσέθετον, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἄλλων λόγων, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνδοιάζω, ἔχω εἰδικῶς νὰ ἀντιτάξω τοῦτον τὸν λόγον, τὸ γεγονὸς ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ἀνακαινίσεως ὅλης τῆς νομοθεσίας τῆς τόσον ἀπηρχαιωμένης, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς νέας νομοθεσίας κολοσσιαίας, εἰς τοιαύτην δὲ στιγμὴν ἀνακαινίσεως νέας νομοθεσίας δὲν θὰ ἦτο ἐπίκαιρον νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὸ δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι χαλινὸς κατὰ τῆς πολυνομίας καὶ τὸ ὁποῖον συντελεῖ δυσκολώτερον εἰς τὴν νομοθετικὴν μεταβολήν. Τοῦτο θὰ ἦτο ἐκ μέρους ἡμῶν, οἵτινες ἔχομεν πρόγραμμα ἀνορθωτικόν, ἐναντίον τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν αὐτὸν τὸν θεσμὸν ἀπὸ τοῦδε. Θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 107. Θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ θέσωμεν μεταβατικὴν διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας, παρακαλῶ δὲ τοὺς ὄντας ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου νὰ συζητήσωσι τότε, τώρα δὲ νὰ προχωρήσωμεν κατωτέρω.

§182Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ συγκατανεύσῃ εἰς τὸ νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διότι τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, ὥστε νὰ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ δύο καὶ τρεῖς συνεδριάσεις τὴν Βουλήν. Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ἐκ τῶν προτέρων ποία θὰ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν θὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλή, ἂν κατὰ πρῶτον θὰ γίνῃ δεκτὸς ἀπὸ τοῦδε ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἢ θὰ γίνῃ δεκτὸν νὰ δυνηθῇ νὰ εἰσαχθῇ οὗτος εἰς μέλλοντα χρόνον ὑπὸ τακτικῆς Βουλῆς συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ θὰ ἐπεθύμουν τὴν ἐγκαθίδρυσιν ἀπὸ τοῦ νῦν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἔχω πολλὴν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἴδω τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ἐγκαθιδρυόμενον ἐν Ἑλλάδι. Θὰ συνεφώνουν ἐν ἀνάγκῃ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως δοθῇ ἡ ἄδεια διευκολύνσεως τοῦ ἔργου ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τῆς μελλούσης Βουλῆς, ἥτις ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Πάντες θέλομεν νὰ φθάσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερον εἰς τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ ἀντιπαρέλθωμεν διὰ τὸν λόγον τοῦτον τόσῳ σπουδαῖα ζητήματα ἄνευ συζητήσεως. Θὰ παρεκάλουν ὅθεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὁρίσῃ εἰδικὴν ἡμέραν, διὰ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις σοβαρὰ καὶ ἤρεμος.

§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ εἰς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖ θὰ γίνῃ συζήτησις, προκειμένου κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἐξαχθῇ ἡ συζήτησις περὶ τῆς διευκολύνσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον μας.

§184Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 107 νὰ ὁρισθῇ ἂν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων, ὥστε νὰ μὴ ἐγερθῇ ἀμφιβολία τις.

§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν κωλυόμεθα, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων. Κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἂν θὰ λάβωμεν καὶ εἰδικὴν πρόνοιαν, προκειμένου περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας.

§186Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς πρὸς τὸ ἀπαράδεκτον, φρονῶ, ὅτι ἡ κατάλληλος θέσις εἶναι τὸ ἄρθρον 107.

§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§188Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπερεμάχησαν τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ δευτέρου νομοθετικοῦ Σώματος, ἀπὸ πεποιθήσεως ἐκ μακρᾶς μελέτης τῶν πραγμάτων κτηθείσης, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἐκεῖ, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, τῳόντι τὸ πρᾶγμα κατέληξεν εἰς ἀποτυχίαν, ἀλλ’ εἰς ἀποτυχίαν ὀλίγον ἀπέχουσαν τῆς ἐπιτυχίας, διότι συνέπεσε δι’ ἰσοψηφίας νὰ ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς δευτέρας Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συνταχθῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ εἶναι λυσιτελέστερον, ἀκριβῶς πρὸς τὴν ἐπιτυχῆ διαρρύθμισιν τοῦ θεσμοῦ τούτου, νὰ μελετηθῇ βραδύτερον ἰδιαζόντως καὶ τὸ χρήσιμον ἢ μὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ προσέτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει ἀποβῆ λυσιτελέστερον τὸ Σῶμα τοῦτο εἰς τὰ ἔργα τὰ νομοθετικά. Εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ κανονισθῇ εἷς εἰδικὸς τρόπος, εὐχερέστερος μὲν πάντως τοῦ παλαιοῦ τρόπου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ εὐκολώτερος τοῦ ἐν γένει δι’ ἀναθεώρησιν ἀπαιτηθησομένου, τρόπος πρὸς τὴν καθίδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς δευτέρας Βουλῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἑπομένως ἡ συζήτησις περὶ ταύτης θὰ γίνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος.

§189Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ Γερουσίας, φρονῶ, ὅτι τὸ τελευταῖον ἀντικείμενον πρέπει νὰ εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ θεσμοῦ περὶ Γερουσίας, διότι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θὰ θεωρήσω ἐπαναστατικὴν τὴν Συνέλευσιν, καὶ εἶναι ζήτημα ἂν θὰ εἶμαι ἐδῶ μέσα.

§190Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις, ὅπως τὸ θέμα περὶ Γερουσίας συζητηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, προδήλως προϋποθέτει ὅτι δὲν πρόκειται ἀπὸ τοῦδε νὰ συζητηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς δευτέρας Βουλῆς. Διότι, ἂν ἐπρόκειτο ἀπὸ τοῦδε νὰ συζητηθῇ ὁ θεσμὸς οὗτος, τότε προσήκει ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης νὰ ἄρξηται ἡ συζήτησις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς ἀναθεώρησιν τῶν ἑπομένων ἄρθρων τοῦ πολιτεύματος καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διαρρυθμίσεως τῆς Βουλῆς τῆς μόνης, χωρὶς παραλλήλως νὰ ἀποφασίσωμεν καὶ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τοῦ ἔργου τῆς δευτέρας Βουλῆς ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἔργον τῆς πρώτης. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἂν ἀποφασίσωμεν νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς δευτέρας Βουλῆς, ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον 107, σημαίνει ὅτι ἀποφασίζομεν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἡ δευτέρα Βουλὴ ἀπὸ τοῦδε.

§191Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐν τοιαύτῃ ἐννοίᾳ. Ἀποσύρεται εἶτα ἡ ἐπὶ τοῦ 24ου καὶ 25ου ἄρθρου τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Πετρέα ἔχουσα οὕτως: «Οὐδεμία πρότασις νόμου ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲν ἐπεξεργασθῇ ταύτην τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ἐπιστρέφῃ αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ Βουλὴ διαφωνῇ ἐπὶ οὐσιωδῶν διατάξεων τοῦ ἐπιστραφέντος νομοσχεδίου πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναβάλλεται εἰς τὴν προσεχῆ Βουλευτικὴν Σύνοδον, εἰς ἣν καλοῦνται ἵνα μετάσχωσι τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θεωρεῖται ὡς ἐπαρκῶς ἀντιπροσωπευόμενον, ἂν δέκα ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ψηφοφορίας, εἰς ἣν ψηφοφοροῦσι καὶ τὰ παρόντα τοῦ Συμβουλίου μέλη. Ἂν δὲν εὑρίσκωνται παρόντα δέκα μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψηφοφορία ἀναβάλλεται δι’ ἄλλην ἡμέραν, ὅτε συζητεῖται, καὶ ἂν παρίστανται καὶ ὀλιγώτερα τῶν δέκα μελῶν».

§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 25 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 25 ἄνευ ἀντιρρήσεώς τινος, καθὼς καὶ τὰ ἄρθρα 34 καὶ 36 ἔχοντα οὕτως: «Ἄρθρον 25. Πρότασις νόμου ἀποκρουσθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν παραγόντων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν αὐτὴν Βουλευτικὴν Σύνοδον». «Ἄρθρον 34. Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς, διορίζει καὶ παύει ὡσαύτως κατὰ νόμον τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον εἰς μὴ νομοθετημένην θέσιν». «Ἄρθρον 36. Ὁ Βασιλεὺς κυροῖ καὶ δημοσιεύει τοὺς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντας νόμους. Νόμος μὴ δημοσιευθεὶς ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου εἶναι ἄκυρος».

§193Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπῆρχον τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 21 καὶ 23.

§194ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ κανεὶς δὲν τὰς ὑποστηρίζει;

§195Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἴμεθα ζαλισμένοι, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ φύγωμεν.

§196ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Φρονεῖτε τοῦτο, διότι κατορθώνομεν νὰ ἐργαζώμεθα ταχέως, καὶ διότι ἐψηφίσαμεν δύο ἢ τρία ἄρθρα;

§197Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι.

§198Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι, διὰ τὰς ὁποίας φωνάζουσιν ἄλλοι συνάδελφοι.

§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία παρουσιάζεται πρὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἄριστα μελετημένη. Μετὰ τὴν προεργασίαν τῆς Κυβερνήσεως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ὁποίας γίνεται ἡ συζήτησις, ἔχει ἐξονυχίσει τὰ θέματα. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι τροπολογίαι μὴ ὑποστηριζόμεναι ὑπό τινος Βουλευτοῦ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν.

§200ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι οὐδεμία ζημία ἐπέρχεται, ἐὰν τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπή, ἀφήσωμεν καὶ ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν κατόπιν.

§201Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί τὰς θέλομεν; Βάσις τῆς συζητήσεως εἶναι τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς.

§202ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρέπει νὰ λεχθῇ τοῦτο, ὅτι, ψηφιζομένου ἄρθρου τινός, πᾶσα τροπολογία, σχετιζομένη πρὸς αὐτὸ καὶ μὴ ὑποστηριχθεῖσα ὑπό τινος Βουλευτοῦ θεωρεῖται ἀπερριμμένη. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ τροπολογία τις ἐπὶ ἄρθρου προηγουμένου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι θεωρεῖται καὶ αὐτὴ ἀπερριμμένη, καὶ ἂν ψηφίζηται τὸ ἄρθρον ὡς ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἐπάνοδος εἰς αὐτό.

§203Λ. Ρ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τί ἀπεφασίσθη ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῶν Ὑφυπουργῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου;

§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ψηφίσῃ, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ φέρωμεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας τὸ ἄρθρον πρὸς συζήτησιν. Ἐὰν θέλητε σεῖς νὰ τὸ φέρητε, δὲν κωλύεσθε, διότι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31 δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.

§205Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Νὰ ἀναγινώσκωνται κατὰ σειρὰν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ πᾶσα ἐπ’ αὐτῶν τροπολογία.

§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀποκρούω καὶ τὴν πρότασιν αὐτήν, ἵνα μὴ ἐπανερχώμεθα.

§207Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει ἤδη ληφθῆ ἀπόφασις διάφορος, ἵνα βάσις τῆς συζητήσεως χρησιμεύῃ τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς σας, ἀνατρέπεται ἡ προηγουμένη ἀπόφασις.

§208Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, διὰ νὰ μὴ παρατείνωνται αἱ συζητήσεις.

§209Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ὑποβάλει οἱ ἓξ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, εἰσήγετο ὁ θεσμὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου. Τοῦτο συνεζητήθη εὐρέως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἐπίσης συνεζητήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, πρότασις περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ περὶ Ὑφυπουργῶν. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ πρότασις αὕτη ἀπερρίφθη καὶ ἐθεωρήθη ὅτι θὰ εἶναι μία πολυτέλεια ἐπὶ πλέον εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν, καίτοι δὲν ἐπρόκειτο νῦν περὶ νομοθετικῆς κυρώσεως τῆς διὰ τοῦ Συντάγματος παρεχομένης ἀδείας πρὸς τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰ ἑπτὰ Ὑπουργεῖα δὲν ἐπέμενον καὶ συνεφώνησα μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνόμισα ὅμως ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξω μετὰ σθένους τὴν γνώμην ὅτι τοὐλάχιστον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἀπαραίτητον νὰ δοθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος ἡ ἄδεια νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ Ὑφυπουργοῦ. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐνεδείχθη παρ’ ἡμῖν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἓν Ὑπουργεῖον πολυδαίδαλον, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς τῆς ἄλλης σπουδαιότητος τῆς μεγίστης τὴν ὁποίαν ἔχει ἰδίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων τοῦ Κράτους ἡμῶν ἔχει καὶ ἄλλην τρέχουσαν ὑπηρεσίαν ὀγκωδεστάτην, ἥτις ἀπασχολεῖ τὸν Ὑπουργόν, ὑπηρεσίαν τῆς ὁποίας θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ἀπηλλάσσετο ὁ Ὑπουργός, διὰ νὰ δύναται νὰ καταγίνῃ οὗτος εἰδικώτερον μελετῶν τὰ πράγματα τοῦ τόπου, ἵνα μὴ παριστάμεθα πρὸ τοῦ συχνοῦ θεάματος τῆς εἰσαγωγῆς ἐν σπουδῇ οἰκονομικῶν μέτρων ταρασσόντων διηνεκῶς καὶ ἄνευ ἐπισταμένης μελέτης τὴν παραγωγὴν καὶ βιομηχανίαν ἡμῶν. Ἡ πρώτη ἄποψις τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ ἐλάφρυνσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὰς ὑπογραφάς, τὰς ὁποίας κατὰ χιλιάδας εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ θέτῃ. Ἡ ἄλλη ὄψις τοῦ ζητήματος, ἣν ἔτι μᾶλλον τονίζω, εἶναι ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἰδίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη κατεδείχθη πασιδήλως ὅτι ἐλλείπουσιν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶσαν περίστασιν εἶναι ἐνδεδειγμένοι νὰ καλῶνται νὰ διευθύνωσι τὰ κοινὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐλλείπουσιν, ὄχι διότι δὲν ἔχομεν ἀνθρώπους καταγινομένους εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἢ ἀνθρώπους ἱκανοὺς καὶ θεωρητικῶς μεμορφωμένους, ἀλλὰ διότι, καὶ ἂν ὑπάρχωσι, δὲν δίδεται αὐτοῖς εὐκαιρία πρακτικῆς μορφώσεως καὶ ἀναδείξεως αὐτῶν ἐν τοῖς πράγμασι, καὶ διὰ τοῦτο ἀναφύονται οἰκονομολόγοι μὲ ἄρθρα ἐφημερίδων, μὲ μονογραφίας περὶ τοῦ τί γίνεται ἀλλαχοῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν ἀπολύτως τί γίνεται ἢ τί δύναται νὰ γίνῃ ἐν Ἑλλάδι. Τοιοῦτοι ἄνθρωποι, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχωσι παρ’ ἡμῖν, προσκολλώμενοι πλησίον τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς Ὑφυπουργοὶ δύνανται νὰ μορφωθῶσι πρακτικῶς, καὶ θὰ χρησιμεύσῃ ὁ θεσμὸς οὗτος, ἵνα ὑπάρξῃ ἐν Ἑλλάδι φυτώριον Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν χρησίμων εἰς τὸ Κράτος. Ἡ ἀνάγκη αὕτη κατεδείχθη ἐν Ἑλλάδι ἀναμφισβητήτως, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ προσέξῃ πολὺ ἡ Βουλή. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι τῆς λειτουργίας τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ, ἐὰν δὲν δοθῇ ἡ ἄδεια διὰ τοῦ Συντάγματος τῆς παραδοχῆς τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Βλέπομεν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὅτι δύο ὑπῆρξαν ἐν Ἑλλάδι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες εἶχον γνῶσιν τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦτο διότι ἀμφότεροι ἀνῆλθον τὰς βαθμίδας τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ γραφέως.

§210ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖοι ἦσαν αὐτοί;

§211Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι ὁ μακαρίτης Σωτηρόπουλος καὶ ὁ μακαρίτης Σιμόπουλος.

§212Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Θεωρεῖτε Ὑπουργὸν καλὸν τὸν Σιμόπουλον;

§213Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ ὡς καλὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν Σιμόπουλον. Καὶ οἱ δύο αὐτοί, ἐπαναλαμβάνω, εἶχον γνῶσιν τῶν καθηκόντων των, δὲν ἐγίνοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὄργανα τῶν τμηματαρχῶν ἢ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων, καὶ εἴτε εἰς σφάλματα ὑπέπιπτον, εἴτε καλῶς εἰργάζοντο, προήρχοντο ταῦτα πάντοτε ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐτῶν πρωτοβουλίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶχον καὶ τὴν πεῖραν καὶ τὴν γνῶσιν τῶν πραγμάτων.

§214Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Αὐτοὶ ἦσαν κομπογιανῖται, ὄχι οἰκονομολόγοι.

§215Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Περίεργον πρᾶγμα! Δὲν ἀφήνετε κανένα νὰ ὁμιλήσῃ. ...Ἐξ ἀντιθέτου εἴδομεν πολλοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνθρώπους μὲ μόρφωσιν μεγάλην, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι, πρὶν ἢ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἶχον φήμην ἀρίστην ὡς οἰκονομολόγοι καὶ οἱ ὁποῖοι γενόμενοι Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέτυχον.

§216Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ποῖοι, παρακαλῶ;

§217Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν θέλω νὰ τοὺς ὀνομάσω. Καὶ ἀπέτυχον, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὄντες ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου καὶ προσηλωμένοι στερρῶς εἰς τὰ συγγράμματα καὶ εἰς τὰ βιβλία περὶ τῶν ἀλλαχοῦ γινομένων νομίζουσι καὶ πλάττουσιν ἐν τῷ νῷ των, ὅτι κατὰ τοιοῦτον ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος θὰ τεθῶσιν εἰς ὁμαλὴν ὁδὸν καὶ ὅτι τὸ Κράτος θὰ εὐημερήσῃ· ὅταν ὅμως εὑρεθῶσιν ἐντὸς τῶν πραγμάτων κυριολεκτικῶς πελαγώνουσι μὲ τὴν προσήλωσιν εἰς τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα. Αὐτὸ τὸ θέαμα παρουσιάσθη ἐν Ἑλλάδι πλειστάκις κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη, καὶ θὰ ἐπεθύμουν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ πολύ, διότι δὲν πρόκειται περὶ διοικητικῆς πολυτελείας, ἀλλὰ περὶ ἀνάγκης μεγίστης, ἥτις θέλει πληρώσει μέγα κενόν. Ἂς σκεφθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τὴν σκοπιμότητα τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ἀποφασίσῃ ὑπὲρ ἀποδοχῆς τῆς γνώμης τῆς διευκολύνσεως τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου.

§218Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ὑπάρχει συνταγματικὸν κώλυμα, ἵνα εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυπουργῶν;

§219Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Οὕτω τοὐλάχιστον ἐκρίθη πάντοτε μέχρι τοῦδε, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐξ ὅλης τῆς σειρᾶς τῶν ἄρθρων τῶν ἀφορώντων τὰς σχέσεις τῶν Ὑπουργῶν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, διότι ἐννοεῖται ὅτι μόνον περὶ θεσμοῦ κοινοβουλευτικοῦ Ὑφυπουργοῦ κάμνω λόγον καὶ οὐχὶ ὑπηρεσιακοῦ.

§220Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω, Κύριοι, παρὰ δύο μόνον λέξεις. Πρόκειται συζήτησις βεβαίως περὶ τοῦ ἄρθρου 30, πρὸ τούτου ὅμως ὑποτίθεται ὅτι ἐψηφίσθησαν τὰ προηγούμενα ἄρθρα, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ 30 ἢ τὸ 31.

§221Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ 36.

§222Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔφθασα ἀκόμη εἰς τὸ 31 εὑρίσκομαι αὐτὴν τὴν στιγμήν. Πρὸ τούτου ὅμως νομίζω ὅτι τὰ προηγούμενα ἄρθρα δὲν ἐψηφίσθησαν...

§223ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖα;

§224Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως θὰ μοὶ ἀντιτάξητε ὅτι ὡς βάσις τῆς συζητήσεως χρησιμεύει τὸ κείμενον τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὅτι περὶ τῶν προηγουμένων ἄρθρων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, ἢ διότι ὑποτίθενται ἐψηφισμένα ἢ διότι δὲν δύναται ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, διότι ὡς βάσις ἐτέθη τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς.

§225Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύναται ν’ ἀσχοληθῇ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐψηφίσθησαν.

§226ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ βάσις τῆς συζητήσεως ἀρχῆθεν ἐτέθη τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἕπεται ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ γίνεται καὶ ἡ συζήτησις, χωρὶς ὅμως νὰ ἀποκλείηται ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν συζήτησιν ἄρθρου τινός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς δὲν κάμνει κανένα λόγον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγράφει πρὸς τροποποίησιν τὸ ἄρθρον 25 καὶ μετ’ αὐτὸ προτείνει τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 34· ἐψηφίσθη τὸ 25ον ἄρθρον καὶ τὸ 34ον τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἐμποδίζει, ὅπως συζητηθῇ ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 31, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ εἶναι ἤδη ἡ συζήτησις.

§227Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὡς βάσιν τὸ κείμενον τῆς ἐπιτροπῆς, καλὸν εἶναι νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἔκθεσιν.

§228ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν ἔχομεν.

§229Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐξάγεται ὅτι προτοῦ φθάσῃ εἰς τὸ ἄρθρον 30 ἢ 31 ἡ ἐπιτροπὴ ἠσχολήθη ἐπὶ τροπολογιῶν ὑποβληθεισῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 21, 22, 23, 24 κλπ.

§230ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Βάσις εἶναι τὸ κείμενον τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τὴν μελετῶσιν οἱ κ. συνάδελφοι, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὡς βάσις συζητήσεως.

§231Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, διότι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπεβλήθησαν κανονικῶς τροπολογίαι ἐκ μέρους τῶν κυρίων Βουλευτῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, νομίζω ὅμως ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀποφανθῇ, ἔστω καὶ ἂν δὲν ὑποστηρίζωνται ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν.

§232ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀντικανονικόν· πῶς θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τροπολογίας μὴ ὑποστηριζομένης ὑπ’ οὐδενός;

§233Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μένουσιν ὅμως ἐκκρεμεῖς τροπολογίαι.

§234ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀφοῦ ἀπερρίφθησαν, δὲν εἶναι ἐκκρεμεῖς.

§235Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δύνανται αὔριον οἱ κ. Βουλευταὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξωσιν.

§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ ἄρθρων ψηφισθέντων;

§237Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπερρίφθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς παραμένουσιν ἐκκρεμεῖς.

§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν ἀφορῶσι ψηφισθέντα ἄρθρα, ὄχι.

§239Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν ἀφορῶσι ψηφισθέντα ἄρθρα, εἶμαι σύμφωνος, ἀλλά, ἂν ἀφορῶσιν ἄρθρα, περὶ τῶν ὁποίων οὐδόλως ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, ἂν θὰ ψηφίσῃ αὐτὰ ἢ ὄχι, αἱ τροπολογίαι μένουσιν.

§240Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι· κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος δύο Βουλαὶ κατὰ δύο Περιόδους ὁρίζουσι τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα· ἀκολούθως ἔρχεται τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν· ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἀποφαίνεται ποῖα θὰ ὦσι τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα κατὰ τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἔχει λάβει παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν διὰ τῆς ἐκθέσεώς της ἀπεφήνατο ἀναθεωρητέα ἄρθρα ταῦτα, τὸ 25, τὸ 34, τὸ 36 κλπ., οὕτως ὥστε κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἀναθεωρητέα ἄρθρα, ἐφ’ ὧν θέλομεν συζητήσει καὶ τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπ’ ὄψει, εἶναι ταῦτα· τὰ ἄλλα δὲν εἶναι ἀναθεωρητέα.

§241Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ἰδική μου γνώμη δὲν εἶναι αὐτή.

§242Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν κωλύεται ὁ Βουλευτὴς νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἐκείνων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων, ὧν δὲν προτείνεται ἡ τροποποίησις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἂν οὐδεὶς φέρῃ τὸν λόγον;

§243Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς τὸ θεωρῶ ἄσκοπον αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται, διότι αὔριον θὰ ἔλθωμεν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τροπολογιῶν ὑποβληθεισῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 21, 23, 24, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποφαινόμεθα καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων, τῶν ὁποίων δὲν προτείνεται μὲν ἡ τροποποίησις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι, εἴτε ψηφίζοντες τὰ ἄρθρα εἴτε ἀπορρίπτοντες τὰς τροπολογίας, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὑπάρχουσι καὶ ἄρθρα, τῶν ὁποίων ὑπεδείχθη ἡ ἀναθεώρησις ὑπὸ τῆς τελευταίας Βουλῆς καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὅτι δὲν εἶναι ἀναθεωρητέα. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, διότι νομίζω ὅτι, ἐνόσῳ θὰ προχωρῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἀναγκασθῶμεν ὑποχρεωτικῶς, καὶ θὰ τὸ ἴδητε, νὰ ἐπανερχώμεθα ἐπὶ προηγουμένων ἄρθρων, διότι οἱ κ. Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑποβάλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, θὰ θελήσωσι νὰ τὰς ὑποστηρίξωσιν, ἐνῷ, ἂν ἀπεφήνατο ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν, θὰ διεφεύγομεν τὸν κίνδυνον τοῦτον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται σήμερον συζήτησις, τὸ ζήτημα εἶναι μόνον διὰ τὴν θέσιν τοῦ Ὑφυπουργοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος...

§244ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ περὶ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου.

§245Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Περὶ αὐτοῦ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπιτροπή. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τοῦ Ὑφυπουργοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, αὕτη εἶναι σκόπιμος δι’ οὓς λόγους ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος. Μία δυσκολία ὑπάρχει, ἐκείνη, ἥτις ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς· θεωρῶ καὶ ἐγὼ δυσχερὲς νὰ εὑρεθῇ τρόπος καταμερισμοῦ εὐθύνης μεταξὺ Ὑπουργῶν καὶ Ὑφυπουργῶν, προκειμένου περὶ κοινοβουλευτικοῦ Ὑφυπουργοῦ, διότι περὶ τούτου γίνεται ἡ συζήτησις, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι ὑπάλληλος ὁ κοινοβουλευτικὸς Ὑφυπουργὸς τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ ἔχῃ θέσιν ἀνεξάρτητον καὶ κεχωρισμένην ἐντελῶς, θὰ ἐθεώρουν σκόπιμον τὸν θεσμὸν αὐτόν, ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν πείθομαι περὶ τούτου ἢ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ, δὲν θεωρῶ ὀρθὴν τὴν δημιουργίαν τῆς θέσεως αὐτῆς τοῦ Ὑφυπουργοῦ.

§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος.

§247Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα τὰ ἄρθρα, ἂν εἶναι δυνατόν, ἀπόψε.

§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31 εἶναι ἡ συζήτησις.

§249Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶχεν ἄδικον ὁ κ. Μαμάης νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν. Ἠκούσθη φωνὴ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν σήμερον, ἔχουσιν ὑποβληθῆ τροπολογίαι κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἐφήρμοσε μέχρι σήμερον πιστῶς ὁ κ. Πρόεδρος. Ἂν ὑπῆρχον τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον Βουλευταὶ καὶ δὲν εὑρίσκονται κατὰ τὴν συνεδρίασιν αὐτήν, ἵνα τὰς ὑποστηρίξωσι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ τροπολογίαι καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλή· φρονῶ ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ, διότι ἄλλως, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γόντικας, θὰ παραμένωσιν ἐκκρεμεῖς αὐταὶ αἱ τροπολογίαι, καὶ θὰ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ συζητῶμεν ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων. Διὰ νὰ μὴ συμβῇ λοιπὸν τὸ ἄτοπον τοῦτο, θὰ παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ὅπως, καὶ ἂν δὲν εὑρίσκωνται οἱ ὑποβαλόντες τὰς τροπολογίας Βουλευταὶ ἐνταῦθα, ἀναγνωσθῶσιν αὗται....

§250Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι πολὺ φρόνιμος ἡ πρότασις.

§251Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. ... καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξωσι καὶ ἄλλοι νὰ εἴπωσιν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Μαμάης.

§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς.

§253Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§254Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§255Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει, κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ τροπολογιῶν τρία ἄρθρα ὑπάρχουσι. Τὸ ἄρθρον 38, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσα τροπολογία πρέπει νὰ εἶναι γραπτή, τὸ ἄρθρον 39, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν μὲν τῷ διαρκεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τμήματι τοῦ Κανονισμοῦ, τῷ διαρκῆ ἰσχὺν ἔχοντι, ὁρίζεται ὅτι δύναται νὰ γίνῃ συγχώνευσις τῶν τροπολογιῶν, ἐν δὲ τῷ προσωρινὴν ἰσχὺν ἔχοντι τμήματι, τῷ μόνον διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἰσχύοντι, ὁρίζεται ὅτι παραπέμπονται πάντοτε εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν αἱ τροπολογίαι αἱ ἀναγόμεναι εἰς συνταγματικὰ σχέδια ἢ προτάσεις, καὶ τέλος τὸ ἄρθρον 40, καθ’ ὅ, ἂν τροπολογία τις προταθῇ οὐχὶ πρὸ τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν, ὁ Πρόεδρος λαμβάνει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ τροπολογία πρέπει νὰ συζητηθῇ εὐθὺς ἢ τυπουμένη νὰ διανεμηθῇ πρὸ τῆς συζητήσεως εἰς τοὺς Βουλευτάς. Πρόκειται λοιπὸν περὶ δύο κατηγοριῶν τροπολογιῶν, περὶ τῶν ὑποβαλλομένων κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ περὶ τῶν ὑποβαλλομένων πρὸ τῆς συζητήσεως. Ἡ ὑποβαλλομένη τροπολογία πρὸ τῆς συζητήσεως καὶ παραδιδομένη γραπτῶς εἰς τὸ Προεδρεῖον δὲν δύναται ἀναμφισβητήτως νὰ ἀπορριφθῇ σιωπηλῶς. Πρέπει νὰ συζητηθῇ, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ, καὶ ἂν ἀκόμη Βουλευτής τις δὲν τὴν ὑποστηρίξῃ· πρέπει δηλαδὴ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας καὶ δίδων τὸ πρὸς συζήτησιν ὑλικόν, μεταξὺ τῶν ἄλλων νὰ ἀναφέρῃ καὶ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ νὰ ζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Τὸ ἴδιον ἤθελε πράξει διὰ τὰς γνώμας τὰς διατυπωθείσας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν οὐδεὶς ἐκ τῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος Βουλευτῶν παρίσταται, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω δ’ ἐπίσης, ὅτι τὸ σχέδιον τὸ ἀρχικόν, τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναται, ἐφ’ ὅσον διαφέρει τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ νὰ θεωρηθῇ καὶ τοῦτο ὡς μία τροπολογία, καθ’ ἃ μέρη διαφέρει τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τοῦτο εἶναι μία γνώμη τροποποιοῦσα τὴν πρὸς συζήτησιν ὑπάρχουσαν γνώμην, τὴν γνώμην δηλονότι τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε κατὰ τὸ ὅλον εἴτε κατὰ μέρος· καὶ ἐκεῖνο λοιπὸν πρέπει νὰ ἀναγινώσκηται συγχρόνως. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτων φρονῶ, κύριοι, ὅτι κανονικῶς καὶ συμφώνως ἄλλως πρὸς τὰ δηλωθέντα ἐνταῦθα ὑπὸ ἄλλων προκορευσάντων προεχώρησεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ περὶ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος διετύπωσε τοσοῦτον τελείως τὰ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα, ὥστε εἰς ἐμὲ δὲν ἀπομένει ἢ νὰ εἴπω ὅτι συνεφώνησα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, συμφωνῶ καὶ ἐνταῦθα πρὸς τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Βεβαίως δὲ δὲν πρέπει νὰ διαλάθῃ τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν πρόκειται νῦν νὰ δημιουργήσωμεν τὸν θεσμὸν καὶ νὰ τὸν θέσωμεν ἤδη εἰς ἐνέργειαν· θὰ γίνῃ τοῦτο, ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη. Φόβος καταχρήσεώς τινος δὲν ὑπάρχει κατ’ ἐμέ. Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὑπῆρχεν εὐχέρεια εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ δημιουργήσῃ καὶ ἓν καὶ δύο καὶ τρία εἰσέτι Ὑπουργεῖα· ἐγένετο πολλάκις ἐπίκλησις εἴτε ἐκ μέρους Βουλευτῶν εἴτε ἐκ τοῦ λαοῦ πρὸς ἵδρυσιν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐμπορίου, τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Βιομηχανίας, καὶ ὅμως ἐδέησε μόνον εἰς περίοδον κληθεῖσαν ἐπαναστατικὴν νὰ ψηφισθῇ ὁ σχετικὸς νόμος. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν φόβος ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ εὐχέρεια ἐκ τοῦ Συντάγματος, θὰ τεθῇ καὶ εἰς ἐνέργειαν τὸ πρᾶγμα. Τοὐναντίον γνωρίζομεν ὅτι συνήθως οἱ Πρόεδροι τῶν Κυβερνήσεων κρατοῦσι καί, δύο χαρτοφυλάκια εἰσέτι. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν φόβος τοιοῦτος, καί, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει φόβος καταχρήσεως ἐκ τοῦ παρελθόντος, νομίζω ὅτι τὸ προσχέδιον τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν πρέπει νὰ τύχῃ κυρώσεως ὑπὸ τῆς διπλῆς Βουλῆς κατὰ τοῦτο. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια ἐν τῷ Συντάγματι, διότι εἶναι ζήτημα, ἂν δὲν γίνῃ μνεία τις εἰδικὴ ἐν τῷ Συντάγματι, ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ τούτου διὰ νόμου. Ὁ φόβος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐνταῦθα ἐξεφράσθη, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἀμέσως ἐπιδρᾶ ἐπὶ τὴν δρᾶσιν τῶν ἄλλων αὑτοῦ Ὑπουργῶν, νομίζω ὅτι εἶναι φόβος, ὁ ὁποῖος ἢ εἶναι μάταιος ἢ πάντως ὑπάρχει καὶ σήμερον πραγματοποιούμενος. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς οὐ μόνον δύναται νὰ ἐπιδρᾷ, ἀλλὰ καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιδρᾷ, διότι ὁ θεσμὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ συστήματος κατέληξε φυσικῶς εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχουσιν ἀκόμη κόμματα ἰδεῶν, νὰ συγκεντρῶται ἡ πραγματοποίησις τῶν ἰδεῶν, ἡ ἐξεύρεσις τῶν διαφόρων μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ τείνωσιν εἰς τὸ νὰ καταστήσωσι τὰς ἰδέας πράγματα, νὰ συγκεντρῶται, λέγω, καὶ νὰ ἀνατίθεται εἰς ἕν πρόσωπον, τὸ ὑπεροχώτερον πάντων ἐκ τῶν ἐπιζητούντων τὴν λαϊκὴν ἀντιπροσώπευσιν. Ἀλλὰ καὶ παρ’ ἡμῖν πάντοτε τὸ αὐτὸ ἐπεκράτησε σύστημα, πάντοτε ἀνεδείχθησαν προϊστάμενοι τῶν κομμάτων καὶ ἐπεβλήθησαν ὡς Πρωθυπουργοὶ οἱ ὑπεροχώτεροι ἀληθῶς καὶ οἱ διαπρεπέστεροι ἐξ ἑκάστης πολιτικῆς ὁμάδος. Ἑκάστη πολιτικὴ ὁμὰς ἄγεται ἢ τοὐλάχιστον θεωρεῖται ὅτι ἄγεται ἀπὸ ὡρισμένας ἀρχάς, ἀπὸ ὡρισμένον πολιτικὸν πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἵνα ἐφαρμόσῃ, ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐξ αὐτῆς ἀπορρέουσαν. Ἕκαστος δὲ Ὑπουργὸς ἐν μέρει μὲν ἐνεργεῖ κατ’ ἰδίαν βούλησιν, τὸ σύνολον ὅμως τῆς ἐνεργείας αὐτῶν πρέπει νὰ τείνῃ εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν γενικῶν γραμμῶν τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τῆς ὁμάδος, εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἰδεῶν αὐτῆς· δὲν ἀρκεῖ βεβαίως νὰ ἔχωμεν γενικὰς ἰδέας. Ὅλοι ποθοῦμεν νὰ ἔχωμεν ἀρίστην καὶ ταχεῖαν δικαιοσύνην, νὰ ἔχωμεν ἀρτίαν διοίκησιν, νὰ ἔχωμεν πλήρη ἀσφάλειαν· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἀποτελοῦσι πᾶν πολιτικὸν πρόγραμμα, τὰ διάφορα ὅμως μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ μεταχειρισθῇ ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν πραγμάτωσιν τῶν πόθων τούτων, ἀποτελοῦσι τὸ συγκεκριμένον πολιτικὸν πρόγραμμα, καὶ ταῦτα τὰ μέσα οὐ μόνον δὲν εἶναι ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων, ἀλλὰ τοὐναντίον συνδέονται πρὸς ἄλληλα στενώτατα, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἑνωτικὴ γραμμὴ ἡ συνδέουσα ταῦτα πάντα εὑρίσκεται ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, τοῦ κρατίστου, τοῦ Προέδρου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ περὶ ἐπιδράσεως φόβος, ὁ ἐκδηλωθεὶς ἐνταῦθα, δὲν εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ὑπόστασιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ τιθεμένου ἐκποδὼν τοῦ φόβου τούτου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κυρώσωμεν διὰ διατάξεως συνταγματικῆς τὸ προσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ἐξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῶν Ὑφυπουργῶν δύο τινά, Κύριοι, ἔχει τις νὰ παρατηρήσῃ, πρῶτον ἂν ἐμποδίζεται σήμερον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ τούτου διὰ νόμου καὶ δεύτερον ἂν εἶναι χρήσιμος καὶ σκόπιμος ἡ ἵδρυσις αὐτοῦ. Ἐὰν λύσωμεν τὸ πρῶτον, εἶναι περιττὸν νὰ συζητήσωμεν διὰ τὸ δεύτερον· ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος οὐδὲν ὑφίσταται κώλυμα πρὸς τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν, τότε εἶναι ζήτημα νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ χρήσιμον ἢ μὴ αὐτοῦ θὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα καὶ ὑποβληθῇ τυχὸν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Νομίζω ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι κώλυμα.

§256Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 71;

§257Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω, κύριε συνάδελφε· θὰ τὸ μνημονεύσω· σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν καλωσύνην σας. Νομίζω ὅτι δὲν ὑφίσταται συνταγματικὸν κώλυμα, ἐὰν δὲ καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ, ἔχῃ τυχὸν τὴν αὐτὴν γνώμην πρὸς τὴν ἰδέαν μου, τότε νομίζω ὅτι ἀρκεῖ μία δήλωσις τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ δώσῃ τὴν σαφῆ ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ ἀναφέροντος περὶ τοῦ διορισμοῦ καὶ παύσεως τῶν Ὑπουργῶν ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως καὶ νὰ καταστήσῃ εὐχερῆ, ἐὰν ἤθελεν εἶσθαι χρήσιμος, ἐν καιρῷ τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν. Ἀλλά, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐναντία γνώμη, πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ συζητηθῇ τὸ χρήσιμον ἢ μὴ τοῦ πολιτικοῦ τούτου θεσμοῦ. Γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυπουργῶν ἀπαντᾷ εἰς πολλὰ μέρη. Οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου λόγοι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐλάφρυνσις τῶν Ὑπουργῶν, μεταβιβαζόντων εἰς τοὺς Ὑφυπουργοὺς τὴν ὑπογραφὴν τῶν διαφόρων ἐγγράφων τῆς ὑπηρεσίας, δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐλάφρυνσις, ἡ ὁποία γίνεται, ἀνατιθεμένης εἰς τοὺς Ὑφυπουργοὺς τῆς δόσεως πληροφοριῶν ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἰς τοὺς ἐρωτῶντας Βουλευτάς, καὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς ἐπερωτήσεις. Ἀρκεῖ νὰ παρακολουθήσῃ τις τὰς συζητήσεις τῆς Γαλλικῆς καὶ Ἰταλικῆς Βουλῆς, παλαιότερον μὲν τῆς Γαλλικῆς, νῦν δὲ ἰδίᾳ τῆς Ἰταλικῆς, ἵνα ἴδῃ ὅτι τὰς τοιαύτας πληροφορίας καὶ τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὅλως ὑπηρεσιακάς, δίδουσιν οἱ Ὑφυπουργοί· οὗτοι διεξάγουσι τὴν διαδικασίαν μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ ἀπαντῶντος, καὶ δίδουσι τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις, χωρὶς ὁ Ὑπουργὸς νὰ κατατρίβηται εἰς τοιαύτας μικρὰς λεπτομερείας, ἀπασχολούμενος μόνον διὰ τὰ γενικὰ κυβερνητικὰ μέτρα. Ἐπὶ σπουδαίων θεμάτων ἐπεμβαίνει βεβαίως καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἴδιος, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ εὐθύνη εἶναι ἀκεραία, καὶ ὁ Ὑπουργὸς εὐθύνεται κοινοβουλευτικῶς διὰ τὸν Ὑφυπουργόν. Ἐὰν θέλητε νὰ σᾶς φέρω πρόχειρον παράδειγμα ἀποδείξεως τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ σκοπίμου τοῦ θεσμοῦ τούτου, σᾶς φέρω αὐτῶν τούτων τῶν ἡμερῶν μας. Γνωρίζετε πάντες ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔγινε μεταβολὴ κυβερνητικὴ ἐν Γαλλίᾳ, ἀνέλαβε δὲ τὴν προεδρίαν τῆς κυβερνήσεως ὁ Μονίς, ὅστις πρό τινων ἐτῶν ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκεῖ ἐγνώρισε τὸ Ὑπουργεῖόν του καὶ διεῖδε ποῖα τρωτὰ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ του ταύτῃ ὑπῆρχον. Ὀλίγας ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ἡ πρώτη σχεδὸν πρᾶξίς του ἦτο νὰ προκαλέσῃ τὸν διορισμὸν Ὑφυπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνέθηκεν εἰδικὰς ὑπηρεσίας. Ἔχομεν ἓν παράδειγμα λοιπὸν πεῖθον ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπορρίψωμεν εὐθὺς ἐκ πρώτης ὄψεως τὸν θεσμὸν τοῦτον ὡς τελείως ἄχρηστον. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι θὰ συζητήσωμεν εὐρέως σήμερον περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἐὰν κρίνωμεν ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει κώλυμα.

§258Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Πάντοτε ἐκρίθη ὅτι δὲν δύναται.

§259Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;

§260Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὁσάκις ἐγένετο λόγος.

§261Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐγένετο λόγος καὶ πότε· δώσατέ μοι ἀκριβεῖς πληροφορίας, ὄχι ἀορίστους. Ἡ γνώμη ἐμοῦ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι αὕτη. Τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος, Κύριοι, λέγει: «Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς αὑτοῦ», γνωρίζομεν δὲ ὅτι ὑπάρχει νόμος περὶ Ὑπουργῶν. Ἔχομεν δὲ καὶ τὸ ἄρθρον 71, τὸ ὁποῖον λέγει: «Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου». Λοιπόν, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁμιλοῦντες περὶ Ὑφυπουργοῦ ἐννοοῦμεν ὅτι πρόκειται περὶ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅτι τὸν Ὑφυπουργὸν θὰ ἀντιλαμβανώμεθα ὡς ἔμμισθον δημόσιον ὑπάλληλον, τότε τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ—καὶ ἴσως ἡ γνώμη ἡ ἐκφρασθεῖσα νὰ ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου—δύναται, λέγω, νὰ ὑποστηριχθῇ βεβαίως ἡ γνώμη, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ ὡς ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου εἶναι ἀσυμβίβαστα καὶ πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑφυπουργοῦ, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον οὗτος δὲν λαμβάνῃ μισθόν. Νομίζω ὅμως ὅτι θὰ ἦτο λελανθασμένη ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία, θὰ ἀντέκειτο πρὸς τὴν ἑρμηνείαν καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ Συντάγματος, διότι, ὡς ὁ Ὑπουργὸς διορίζεται καὶ παύεται, καὶ ὡς ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἀνώτατος δημόσιος ὑπάλληλος ἔμμισθος, καθ’ ὃν τρόπον δὲν ἀντίκειται ἡ ἐκλογὴ τῶν Ὑπουργῶν ἐκ τοῦ Σώματος τῶν Βουλευτῶν, καθ’ ὅμοιον τρόπον δὲν δύναται νὰ ἀντίκειται καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν Ὑφυπουργῶν ἐκ τῶν Βουλευτῶν, διότι καὶ οἱ Ὑφυπουργοὶ θὰ ἔχωσιν ἓν μέρος τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ εἰδικοῦ νόμου καὶ τοῦ διορίσοντος τούτους Β. Διατάγματος. Ἐὰν ὅμως, Κύριοι, ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἤθελεν εἶσθαι ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους προηγουμένως ἀνέφερα, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τούτου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι ἀρκετὰ σωστικός. Νομίζω ἐπίσης ὅτι δὲν πρέπει νὰ φοβηθῶμεν ὅτι θὰ γένηται πολλὴ κατάχρησις, διότι ἀκριβῶς τὸ παράδειγμα, τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα, τὸ παράδειγμα δηλαδὴ τῆς βραδυτέρας ἱδρύσεως τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου, τοῦτο δύναται νὰ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι τότε μόνον θὰ προβῶμεν εἰς τὴν νομοθέτησιν νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν, ὅταν αἱ ἀνάγκαι τῶν πραγμάτων προϊόντος τοῦ χρόνου καταδείξωσιν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ οὗτος. Τὰς τοιαύτας σκέψεις ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ ἐπὶ τούτων νὰ ἀποφανθῇ.

§262ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Βουλή, Κύριοι, ἐξέλεξε μίαν ἐπιτροπήν, ἀποτελουμένην ἐκ τριάκοντα τακτικῶν μελῶν καὶ ἓξ ἀναπληρωματικῶν, ὅπως, κατὰ τὴν ἐντολὴν αὐτῆς, πράξῃ τί; Νομίζω, ὅπως καθορίσῃ, ποῖαι θὰ εἶναι αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, καὶ πῶς κατὰ τὴν γνώμην της δέον νὰ ἀναθεωρηθῶσιν. Οὕτως ἀντελήφθην, τοὐλάχιστον ἐγώ, τῆς ἐντολῆς τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην. Τὸ προσχέδιον δηλαδὴ τῆς ἐπιτροπῆς ἀποτελεῖ τὰς κατὰ τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς καθορισθείσας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ πῶς δέον αὗται νὰ ἀναθεωρηθῶσιν, ἐὰν ὀρθῶς, λέγω, ἀντελήφθην. Ἡ δευτέρα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ προσχέδιον τοῦτο τῆς ἐπιτροπῆς χρησιμεύῃ ὡς βάσις τῶν συζητήσεων ἡμῶν, δὲν ἀπαγορεύει βεβαίως εἰς πάντα Βουλευτὴν νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἀναθεωρηθῶσι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, διότι πᾶς Βουλευτὴς ἀσκεῖ ἓν μέρος τῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς, ἥτις ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν δοθεῖσαν ἐντολὴν καὶ νὰ ἀναθεωρήσῃ αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τοῦτο δὲν γίνεται, ἐφ’ ὅσον τουτέστι δὲν ἀνακαλεῖται καὶ δὲν ἀναθεωρεῖται ἡ δοθεῖσα ἐντολή, ἀλλὰ προχωρεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν καθωρισμένων ὡς ἀναθεωρητέων ἄρθρων ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ οὐδ’ ἐλάχιστος γίνεται λόγος ἐπὶ τῶν ἄλλων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὸ ἔργον ἡμῶν βαίνει κανονικῶς, χωρὶς νὰ πάσχῃ οἱανδήποτε ἔλλειψιν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ τακτικώτερον καὶ σκοπιμώτερον καὶ ἐντελῶς νόμιμον εἶναι νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ προσχεδίου καί, καθ’ ὅσον θὰ θέλῃ ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν, κατὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, θὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἀπασχολώμεθα καὶ καταναλίσκωμεν χρόνον περὶ τῶν τροπολογιῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή, ὡς περιληπτέων εἰς τὸ Σύνταγμα.

§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἡ τηρηθεῖσα τάξις μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑπῆρξεν ἡ ἀντίθετος, διότι, ἐφ’ ὅσον εἰς ἄρθρα, περὶ τῶν ὁποίων τὸ προσχέδιον δὲν προνοεῖ, προυτάθησαν ὑπὸ Βουλευτῶν τροποποιήσεις, παρεπέμφθησαν αὗται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε ταύτας, οὐχ ἧττον ἡ Βουλὴ συνεζήτησεν ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα τὴν προσθήκην τῆς διατάξεως περὶ γλώσσης.

§264ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν διαφωνοῦμεν παντάπασι. Πᾶς Βουλευτής, εἶπον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ οἱασδήποτε διατάξεως, ἀλλ’ ἰδοὺ ποῦ ὑπάρχει ἡ διαφωνία, ἂν καθ’ ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συζητήσῃ ἐπὶ πάσης προταθείσης τροπολογίας. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν φέρῃ τὸν λόγον Βουλευτής τις ἐπὶ τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἀπέρριψεν ἡ ἐπιτροπή, δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἔργῳ ἡμῶν ἀκυρότης τις.

§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι βέβαια, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Προεδρείου, εἶναι νὰ ἀναγγέλλῃ τὰς τροπολογίας, καί, ἂν θέλῃ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ ὁ Βουλευτής, ἄλλος λόγος.

§266ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας, τὰς ἀφορώσας ἄρθρα, τῶν ὁποίων τὴν τροποποίησιν προτείνει καὶ ἡ ἐπιτροπή, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἡ ἑξῆς διάκρισις· μεταξὺ τροπολογιῶν ὑποβληθεισῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παραπεμφθεισῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ μεταξὺ τροπολογιῶν προταθεισῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ αὐτῇ. Αἱ δεύτεραι τροπολογίαι, αἱ προταθεῖσαι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπου προυτάθησαν διάφοροι γνῶμαι, αὗται δὲν εἶναι τροπολογίαι τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως περὶ αὐτῶν οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλή, ἐφ’ ὅσον οἱ προτείναντες αὐτὰς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δὲν τὰς φέρουσι πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αἱ ἄλλαι αἱ προταθεῖσαι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ παραπεμφθεῖσαι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐὰν ἀπερρίφθησαν, ἀποτελοῦσι μέρος τῶν προτάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, καὶ ἑπομένως καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ προκαλῇ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Αὕτη δὲ εἶναι καὶ ἡ πραγματική, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως τροπολογία προταθεῖσα εἰς ἄρθρον, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἠσχολήθη ἡ ἐπιτροπή, δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν κατ’ αἴτησιν τοῦ Βουλευτοῦ, ὅστις τὴν προτείνει.

§267ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πιστεύω ἐξ ὅσων εἶπον, ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ σκοπιμότης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέβλεψα.

§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐτήρησα τὴν ἑξῆς τάξιν: Νὰ καλῶ εἰς ἀνάπτυξιν τῶν τροπολογιῶν τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ὅπως μὴ παραπέσῃ τις τροπολογία, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ ἄρθρα μεταγενέστερα, καὶ οὕτω φθάσωμεν εἰς ψήφισιν ἄρθρου, εὑρισκομένου ἐν ἀντινομίᾳ.

§269ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐγένετο πρῶτον σύντομός τις λόγος περὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, καὶ οὐδ’ ἐλαχίστην ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς προσήγαγον διατετυπωμένον τὴν ἑπομένην κατὰ τὰς ἀναπτυχθείσας γνώμας τὸ ἄρθρον 31. Ἀλλὰ μόλις ἀνεγνώσθη ἡ πρότασίς μου ἐκείνη, καὶ ἐφαίνετο σχεδὸν ὁλοκλήρως γινομένη ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἠκούσθη μία φωνὴ ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν μελῶν, τοῦ κ. Καλέργη: «Μεγάλην Βεζιρείαν θὰ καταστήσωμεν;». Μετὰ τοῦτο ἐπηκολούθησε συζήτησις μακροτάτη, συζήτησις λεπτομερεστάτη, συζήτησις, ἥτις εἰς ἐμὲ ἀφῆκε τὴν βαθυτέραν ἐντύπωσιν διὰ τὴν σοβαρότητα τῶν ἐπιχειρημάτων, κατόπιν τῶν ὁποίων, μετὰ 4½ ὥρας, κατελήξαμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀπορρίψωμεν τὴν πρότασιν περὶ ἐγκαταστάσεως παρ’ ἡμῖν Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἡ συζήτησις, ἐπαναλαμβάνω, ἦτο ἡ ἀρίστη, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐκ τῶν διεξαχθεισῶν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Μετέβαλον γνώμην καὶ εἶμαι ἤδη τοσοῦτον πεπεισμένος ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλω αὐτήν, ὥστε καὶ ἐκ τούτου ἀκόμη νομίζω ὅτι ἔχω καὶ ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τινὰ ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ἀναπτυχθέντων ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς ὑμᾶς. Καὶ ἐν πρώτοις, Κύριοι, διατί ἡμεῖς, Κράτος μικρόν, Κράτος, ἐκ τῶν ὑποχρεώσεών μας τουλάχιστον, ἂν μὴ καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα, πτωχόν, νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς μίαν δαπάνην, ἔχοντες Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει σήμερον Κράτος ἐν τῷ κόσμῳ ἔχον τοιοῦτον δημόσιον λειτουργόν; οὐδέν, λέγω, Κράτος εἴτε μέγα εἴτε μικρόν. Διατί ἡ πρωτοτυπία αὕτη παρ’ ἡμῖν; Διότι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀπησχολημένος εἰς τὸ νὰ ὑπογράφῃ σωρείας ἐγγράφων! Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπησχολημένος καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας; Διότι ὁ Πρωθυπουργὸς πρέπει νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν εὐκαιρίαν, νὰ ἐπιβλέπῃ τὸ σύνολον τῶν δημοσίων ὑποθέσεων· καὶ τοῦτο δὲν πράττει ὁ Πρωθυπουργὸς τῶν ἄλλων Κρατῶν;

§270ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἴσως εἰς τὰ ἄλλα Κράτη δὲν κρατεῖ ἡ ἔλλειψις πεποιθήσεως, ἡ ὁποία κρατεῖ εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς ἐν γένει. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ σειρὰ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, ἕκαστος τῶν ὁποίων ἔχει τοιαύτην αὐτενέργειαν, ὥστε δὲν συγκεντροῦται ὅλη ἡ ἐργασία καὶ ἡ μικροτέρα ἀκόμη εἰς τὸν Πρωθυπουργόν.

§271ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὰ νὰ διορθωθῶσιν.

§272ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἐπιχείρημα αὐτό, διότι δὲν ἔχομεν καθὼς ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὰς διαφόρους ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων, διότι ἔχομεν πανάθλιον γραφειοκρατικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον καθίδρυσαν οἱ Ὑπουργοὶ οἱ ἐμπειρικοί, οὓς ἀπεθαύμασεν ὁ κ. Ῥοῦφος καὶ οἵτινες ἤρξαντο ἀπὸ τῆς τελευταίας ὑπαλληλικῆς κλίμακος, μόλις καταλιπόντες τὰ θρανία τάξεώς τινος τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου, διότι ἔχομεν τοιαύτας δημοσίας ὑπηρεσίας πρέπει νὰ διαιωνίσωμεν αὐτάς; Διὰ ταῦτα πρέπει νὰ καταστήσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, ὅστις σήμερον εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου ἀπαντᾷ; Διότι καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει, ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν θέλω νὰ εἴπω τὴν παροιμίαν περὶ τῆς συζύγου τοῦ κατασκευαστοῦ κοσκίνων, καὶ τὸ συμβαῖνον, λέγω, ἐν Ἀγγλίᾳ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ ἀποτελῇ ἐπιχείρημα. Διότι τὸ σύνολον τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἓν πολυπλοκώτατον καὶ πολυδαιδαλώτατον καὶ ἰδιοτροπώτατον κατασκεύασμα, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ ἀπομιμηθῇ ἄλλο τι Κράτος, ἀλλὰ καὶ περὶ οὗ—καὶ δὲν πιστεύω νὰ ἀρνῆταί τις τοῦτο—ὑπάρχουσι συνταγματολόγοι διασημότατοι, γράφοντες περὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος καὶ λέγοντες: «ἀμφιβάλλομεν ἂν ἔχομεν κατανοήσει αὐτό!» Καὶ Ἄγγλοι ἔτι συνταγματολόγοι. Ὁ θεσμὸς τῶν Ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου ἱδρύθη ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὰ 1860. Ἀλλὰ διατί ἐκεῖ; Διότι οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Ναπολέοντος Γʹ δὲν συνειργάζοντο μετὰ τῶν Βουλῶν, δὲν μετέβαινον εἰς τὰς Βουλάς, ἕνεκα δὲ τούτου κατέστησαν τὸν θεσμὸν τῶν Ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου, οἵτινες ἀντικαθίστων τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον τῶν Βουλῶν. Καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχοντος ἀκόμη τοῦ πολιτεύματος ἐκείνου τοῦ μοναρχικοῦ, ἐπὶ Ναπολέοντος Ιʹ ἀκόμη, ἔπαυσαν οἱ Ὑπουργοὶ ἄνευ χαρτοφυλακίου, καὶ ἀπὸ τοῦ 1868 οὐδέποτε πλέον ἐφηρμόσθη ὁ θεσμὸς οὗτος.

§273Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως ἡ διάταξις αὐτή.

§274ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παντελῶς κατηργημένη, κατὰ τὴν γνώμην μου δὲ καὶ ῥητῶς κατηργημένη, διότι ἀμφιβάλλω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ τις ἰσχῦον τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, διότι περὶ Διατάγματος πρόκειται, τῆς 24ης Νοεμβρίου τοῦ 1860, ἂν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἰσχύει καὶ μετὰ τὴν κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος τοῦ μοναρχικοῦ καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ πολιτεύματος τοῦ δημοκρατικοῦ.

§275Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ θέλωσι νὰ κάμωσι θεσμὸν Ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἢ ἐν Γαλλίᾳ ἢ ἐν Ἰταλίᾳ ὑπάρχει κώλυμα ἐκ τῶν θεσμῶν;

§276ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ.

§277Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ;

§278ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν Γαλλίᾳ νομίζω ὅτι ὑπάρχει.

§279Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ὑπάρχει, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει ποσῶς. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο: δὲν πρόκειται νὰ ὁρίσωμεν σήμερον τὸν θεσμόν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἂν πρέπει νὰ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ.

§280ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ τούτου θὰ ὁμιλήσω. Λοιπὸν τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα εἶναι τοῦτο, ὅτι σήμερον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κόσμῳ Κράτος, ὅπερ νὰ ἔχῃ Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, οὐδὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κόσμῳ Κράτος, ὅπερ νὰ ἔχῃ καὶ Ὑπουργοὺς ἄλλους ἄνευ χαρτοφυλακίου. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν δεδικαιολογημένην τὴν τόλμην ἡμῶν, τὴν πρωτοτυπίαν ἡμῶν, νὰ καταστήσωμεν τοιοῦτον θεσμόν.

§281Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τριῶν ἐτῶν ἡ Ἰταλία ἔστειλεν Ὑπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἀντιπροσωπεύοντα ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, ὅτε ἐγένοντο οἱ σεισμοί, καὶ εὑρέθη τοῦτο χρησιμώτατον.

§282ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν συνειργάσθη μετὰ τῆς Βουλῆς Ὑπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου· ἀνετέθη εἰς αὐτὸν μία εἰδικὴ ὑπηρεσία, εἰς Ὑπουργὸν δέ, οὕτω δηλαδὴ ὀνομασθέντα διὰ τὴν πολιτικὴν ἐνώπιον τῶν Βουλῶν εὐθύνην, ἐκ τοῦ δόγματος τῆς ἀλληλεγγύης τῶν Ὑπουργῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα. Ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα ἀκόμη. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει ἐπιβολήν, καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπιβολήν, καὶ ὅτι εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Πολιτείας, καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀρχηγὸς τῆς Πολιτείας. Ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ Ὅμηρος, «εἷς κοίρανος ἔστω, εἷς βασιλεύς», εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἐφαρμοζόμενον ἄριστα ὑπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Διότι τὸ πολίτευμα τοῦτο καθιεροῖ ἀληθῶς ἕνα κοίρανον, ἕνα βασιλέα, ἀλλὰ θέτει εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ περιορισμοὺς ἐκ τοῦ πολιτεύματος καὶ ἐκ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνος διαγινώσκει εἰς τὸ βάθος αὐτῶν, εἰς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ οὕτω μόνον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπεκτείνει τὴν ἐξουσίαν του, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ἀνεκτὸς ὁ βασιλεὺς καὶ κοίρανος τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου καθίσταται ἀρχηγός. Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει καὶ ἕνα ἄλλον, μᾶλλον ζῶντα περιορισμόν, τὴν γνώμην τῶν συνυπουργῶν του, διότι αἱ σπουδαιόταται τῶν κυβερνητικῶν ὑποθέσεων ἀποφασίζονται ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσέχῃ τις, ὅταν πρόκειται νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς, νὰ μὴ καταστήσῃ πολὺ ὑψηλοτέραν τὴν θέσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οὕτως ὥστε οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἔχωσι τὸ συναίσθημα ὅτι εἶναι συναρχηγοὶ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὑπαρχηγοί, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔχητε πλέον τὸν βασιλέα ἐκεῖνον, τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Κράτους ἐκεῖνον, ὅστις θὰ συνέχηται ὑπὸ τῶν θεσμῶν καὶ τῶν Ὑπουργῶν ὥστε νὰ εὑρίσκηται εἰς ἰσορροπίαν πρὸς τὰ συναισθήματα καὶ τὰς ἰδέας τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ θὰ ἔχητε ἀληθῆ μονάρχην, ὅστις θὰ ἔχῃ τὴν συνείδησιν ὅτι ἵσταται ὑπεράνω τοῦ συνόλου τοῦ ἔθνους, θὰ ἔχητε ἀπόλυτον Κύριον, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ συναισθανόμενοι μείζονα τὴν ἀπόστασιν αὑτῶν ἀπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ ἐκείνου δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἔχωσιν ὅλην τὴν τόλμην, ὅλην τὴν πρωτοβουλίαν, ὅλον τὸ θάρρος τῆς ἐνεργείας ἐν τῇ διευθύνσει τῶν κλάδων, τοὺς ὁποίους ἀναλαμβάνουσι. Ταῦτα ὑπὸ κανονικὴν τῶν πραγμάτων κατάστασιν. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ κατάχρησιν καὶ παρέκβασιν, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν Ἀριστοτελικὴν φράσιν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, καὶ πολὺ φοβοῦμαι ὅτι ταχέως θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη παρ’ ἡμῖν, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχωσιν ἐκεῖνοι οἱ ἐλάχιστοι—οἱ δύο, ὡς εὔχονται πολλοὶ—οἵτινες θὰ εἶναι αἱ κορυφαὶ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ τότε τὸ Ὑπουργεῖον, ἀποτελούμενον ἐκ μιᾶς ὁμάδος ὁπωσδήποτε ὑπερεχόντων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ προσλάβωσιν, οὐχὶ θὰ προσληφθῶσιν, ἀλλὰ θὰ προσλάβωσι, τὸν πρῶτον τυχόντα, ὅστις ὑπὸ ἄλλην κατάστασιν πραγμάτων οὐδὲ θὰ ὠνειρεύετο νὰ γίνῃ Πρωθυπουργός, καὶ θὰ τὸν θέσωσιν ἐπὶ μιᾶς ἕδρας ὡς εἴδωλον· καὶ ἡ ὀκταμελὴς ἐκείνη ὀλιγαρχία θὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους! Ἀλλὰ θέλετε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ὠνόμασα κατάστασιν κανονικήν; νομίζετε ὅτι, ἐὰν ὁ ἀληθῶς ὑπερέχων ἀνήρ, ὅστις θέλει ἴδει εὐρυνόμενον τὸ χάσμα μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν συνυπουργῶν του, ἐὰν εἶναι ὑπεράγαν τολμηρὸς καὶ ἔχῃ ἐν ταῖς ἀρτηρίαις αὑτοῦ βακτιρίδιόν τι αὐθαιρεσίας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα ἀληθῆ καὶ μέγαν κίνδυνον διὰ τὴν χώραν; Νομίζετε, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ θὰ μείνωσι πλέον Ὑπουργοί, θὰ μείνωσιν ἀρχηγοὶ τοῦ Κράτους, ἄνδρες ἔχοντες ἐντελῶς ἐλευθέραν γνώμην ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὅτι δὲν θὰ εἶναι σχεδὸν οἱ γραμματεῖς τοῦ μεγάλου Βεζίρου; Δὲν νομίζω, κατὰ ταῦτα, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος ἐπουσιώδους. Ἀλλὰ λέγει: «δύναται νὰ διορισθῇ». Δὲν μὲ παρηγορεῖ, κύριοι συνάδελφοι, τὸ «δύναται», διότι τὸ «δύναται» εὐχερῶς μεταπίπτει εἰς κανόνα. Καίτοι πρέπει νὰ λάβωμεν κυριώτατα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὸν βίον καὶ τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν ἀτόμων συμβαίνει βραχέα τινὰ διαστήματα νὰ ἔχωσι πολὺ μείζονα ἀξίαν καὶ σημασίαν παρὰ μακραὶ ὅλαι περίοδοι. Ταῦτα προκειμένου περὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν Ὑφυπουργῶν θέλω εἴπει πρῶτον τοῦτο: Κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν». Ὥστε, ἐὰν δὲν μεταρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον 27, οἱ Ὑφυπουργοί, καὶ ἐὰν ὦσιν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ὦσιν ἀναμφηρίστως δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι ἐκ τοῦ ἄρθρου 27 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκῶσιν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.

§283Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἀσκῶσιν.

§284ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὥστε θὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι.

§285Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑφυπουργοί.

§286Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προηγουμένως εἴπετε, ὅτι δὲν κωλύει τὸ Σύνταγμα νὰ κατασταθῶσιν Ὑφυπουργοὶ διὰ νόμου, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὸ νὰ διορίζωνται Βουλευταὶ εἶναι ἐμπόδιον τὸ ἄρθρον 71, διότι οἱ Ὑφυπουργοὶ θὰ εἶναι ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι.

§287Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διότι δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι καὶ αὐτοὶ Ὑπουργοί.

§288Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλο εἶναι οἱ Ὑπουργοί· οἱ Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι δὲν ἀσκοῦσιν ἀρχήν τινα, ἀλλ’ ἐξουσίαν.

§289Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας;

§290Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα.

§291Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἤξευρον.

§292Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως, ἀναμφιβόλως, διότι τὰς ἐξουσίας καθιστᾷ τὸ Σύνταγμα, τὰς δὲ ἀρχὰς καθιστῶσιν οἱ νόμοι. Αἱ ἀρχαὶ εἶναι ὑπάλληλοι τῶν ἐξουσιῶν. Βεβαιότατα, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου καὶ ἀπορῶ πῶς τὸ λέγετε σεῖς αὐτό.

§293Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀπορεῖτε, διότι ἠμπορῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἐπαναλάβω τὸ αὐτὸ δι’ ὑμᾶς.

§294Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀπορῆτε, ἀφοῦ ἔχετε ἀντίθετον γνώμην.

§295Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μετάφρασις τῆς λέξεως pouvoir καὶ τὰ δύο.

§296Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ πιστεύω. Ἐξουσίας γνωρίζω τρεῖς καὶ οἱ ἀσκοῦντες ἐξουσίας δὲν εἶναι ὑπάλληλοι, εἶναι ἄρχοντες.

§297Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Συνταγματικῶς τὴν ἐξουσίαν τὴν ἀσκεῖ ὁ Βασιλεύς.

§298Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ὑπεύθυνος ἔκφανσις τῆς Βασιλείας.

§299Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Συνταγματικὴ ἐξουσία ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῇ ἰδικῇ σας εἶναι μόνον ἡ βασιλική.

§300ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μᾶλλον νὰ προσέχητε. (Ἀναγινώσκει:) «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν». Εἶναι τὰ ἄμεσα ὄργανα τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἡ ὑπεύθυνος, λέγει, ἔκφανσις τῆς Βασιλείας. Λοιπὸν οἱ Ὑπουργοὶ ἀσκοῦσιν ἐξουσίαν, τὴν ἐκτελεστικὴν καθὼς καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, ἀσκοῦντες δὲ ἐξουσίας δὲν εἶναι ὑπάλληλοι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι διὰ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῶσιν Ὑφυπουργοί· καὶ φθάνω εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς γνώμης μου, διατί δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅπως ὑπάρξωσι παρ’ ἡμῖν Ὑφυπουργοί. Πρῶτον διότι εἴμεθα Κράτος μικρόν. Ὅταν τὰ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας διορθωθῶσι παρ’ ἡμῖν προσηκόντως, νομίζω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν θὰ ἔχωσι τόσον μεγάλην ἐργασίαν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰ ἔργα των. Ἀλλ’ ἀπασχολοῦσιν αὐτούς, λέγουσιν οἱ τἀναντία φρονοῦντες, αἱ κομματικαὶ ὑποθέσεις καὶ μάλιστα τὸν Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα, νομίζω, μὲ τὴν ἀνόρθωσιν μάλιστα, θὰ ἐκλείψωσιν.

§301Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκλείψωσιν.

§302Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ πολιτικὰ κόμματα βεβαίως θὰ ὑπάρχωσι καὶ βεβαίως θὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς κομματικὰς ὑποθέσεις, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ λόγος τις, ἵνα βλέπῃ πάσας τὰς ἡμέρας ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκ τῶν 100 φίλων του τοὺς 90 καὶ σὺν αὐτοῖς νὰ βλέπῃ καὶ ν’ ἀκροᾶται καὶ 500 ἄλλων πολιτῶν καθ’ ἑκάστην. Ὅταν μάλιστα ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος μετὰ τοῦ σχετικοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὸ σχέδιον ἀναμένομεν, αἱ ὑπηρεσίαι των βεβαίως θὰ ἐλαττωθῶσιν. Ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει εἴμεθα Κράτος μικρόν, καὶ δύναται ὁ Ὑπουργὸς ἔχων ὅπως πρέπει τὴν ὑπηρεσίαν του νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔργα του· καὶ βεβαιότατα ὁ γινόμενος Ὑπουργὸς πρέπει νὰ εἶναι ἐργατικός· καὶ ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ ἐργάζηται πολλὰς ὥρας· καί, ἐὰν νομίζῃ τις ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἀναπαύωνται, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ συμφωνήσω. Ἀλλὰ δὲν δέχομαι τοὺς Ὑφυπουργούς, οἵτινες θὰ προέρχωνται ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι οἱ κάλλιστοι τῶν νέων ἢ πρεσβυτέρων Βουλευτῶν θὰ ἀνταλλάξωσι τὴν θέσιν τοῦ Ὑφυπουργοῦ πρὸς τὰς ἐπιστημονικάς των μελέτας, πρὸς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἔχουσι, νὰ παρακολουθῶσιν ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ γνώμης καὶ ἐν πάσῃ ἀνέσει καὶ ἐν πάσῃ προσοχῇ τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ ἐν πάσῃ ἀκόμη ἀνεξαρτησίᾳ, τῆς ὁποίας θὰ στερηθῶσι γινόμενοι Ὑφυπουργοί; Νομίζετε, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ χρήσιμοι εἰς τὸν τόπον, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ χαράξωσι δύο γραμμὰς γενικάς, οἱ ὁποῖοι θὰ χύσωσι πνεῦμα πρωτοβουλίας εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωσιν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Ὑφυπουργοῦ, ὅπου δὲν θὰ συνηθίσωσιν εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰς τὸ νὰ προσδέχωνται ὅλας ἐκείνας τὰς σχολαστικὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσιακῆς ῥουτίνας; Καὶ θέλετε Ὑφυπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ἀποκτήσητε τὸ φυτώριον, ὅτε λέγετε μάλιστα ὅτι παρ’ ἡμῖν τὸ μέγιστον τῶν ζητημάτων εἶναι τὸ οἰκονομικόν; Ὅτε ἔχετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ εἶναι βαθὺς γνώστης ὅλης τῆς νομοθεσίας τοῦ τόπου, βαθὺς γνώστης ὅλων τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἓν πνεῦμα εὐρύτατον; Καὶ τοιοῦτο πνεῦμα εὐρύτατον θὰ τὸ εὕρητε εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θὰ καταδέχηται νὰ μεταβῇ ἐκεῖ νὰ γίνῃ ὑφιστάμενος ἑνὸς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μᾶς χρειάζεται, εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ ἔχῃ ἐξ ἀρχῆς ἓν πνεῦμα θαρραλέον, ἓν πνεῦμα πρωτοβουλίας, ἐκεῖνος, ὅστις ἐγένετο προηγουμένως Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ ἀκολούθως ἔφθασεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, συνηθέστατα ὢν Πρωθυπουργός; Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐν γένει ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ εἶναι ἓν πνεῦμα εἰδικότητος ὑπηρεσιακῆς· τοὐλάχιστον ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένος μερικῶν εἰδικῶν γνώσεων, καὶ ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας νὰ τὰς ἐμπιστεύηται εἰς μίαν ὑπαλληλίαν, τὴν ὁποίαν καλούμεθα ἡμεῖς καὶ αἱ μέλλουσαι Βουλαὶ νὰ καταστήσωμεν ἀναλόγως πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Λέγων ταῦτα βεβαίως δὲν καυχῶμαι ἐπὶ πρωτοτυπίᾳ, ἀλλ’ ἔκρινα ἐπίκαιρον νὰ ὑπομνήσω, ὅτι μᾶς χρειάζονται τὰ πνεύματα τῆς πρωτοβουλίας καὶ τοῦ θάρρους, τὰ πνεύματα τῆς ἀπὸ περιωπῆς γνώσεως τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, οἱ ἄνδρες οἱ ὁπλιζόμενοι μὲ ἐπιβολὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, συζητοῦντες καὶ ἀναδεικνύμενοι ὡς ἀρχηγοὶ τοῦ ἔθνους καὶ οὐχὶ ὑπηρετοῦντες ὡς δευτερεύοντα ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους.

§303ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τείνει νὰ λάβῃ διαστάσεις ἡ συζήτησις.

§304ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω συγχρόνως νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ὅπως συνέλθωμεν αὔριον ἀπὸ πρωίας κατὰ τὴν ἑνδεκάτην τὸ βραδύτερον.

§305ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχομεν καὶ ἐργασίαν ἄλλην.

§306ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε μετὰ μεσημβρίαν εἰς τὰς τρεῖς, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς τρεῖς.

§307ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν πληροφορίαν, παρακαλῶ, πρὶν λυθῇ ἡ συνεδρίασις, παρὰ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἔχω ἀκριβῆ ἀντίληψιν καὶ νὰ μὴ ἔχω ἀνακρίβειαν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς. Ἐλθὼν εἰς τὴν ἕδραν εὗρον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ Συντάγματος μὴ σημειωμένον ἂν ἐψηφίσθη ἢ ὄχι, ἐδόθη δὲ πληροφορία ὅτι ἐψηφίσθη.

§309ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐψηφίσθη, ἐψηφίσθη.

§310Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι· δὲν ἐψηφίσθη.

§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ λέγουσιν ὅτι ἐψηφίσθη.

§312Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἤρξατο ἡ συζήτησις, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσθη.

§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐψηφίσθη.

§314Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν ἠρωτήθη ἡ Βουλή.

§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ὁ κ. Δραγούμης.

§316Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί. Ἐψηφίσθη.

§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης λέγει ναί. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 5′ τῆς νυκτός).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56.
2τῆς 22ας Μαρτίου 1911.
3(Παρασκευή)
4Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
5(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ.μ. ἡ
6Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 195 Βουλευτῶν).
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν·
81) Οἱ κάτοικοι Ἀστακοῦ διαμαρτύρονται ὅτι ὁ ἔφορος
9Βονίτσης ἐκοινοποίησε προσκλήσεις πρὸς δήλωσιν δηλω-
10θεισῶν καὶ πληρωθεισῶν ἤδη βοσκῶν·
112) Τὸ σωματεῖον τῶν ὑπηρετοπαντοπωλῶν Ἀθηνῶν ζη-
12τεῖ καθολικὴν ἐφαρμογὴν τῆς κυριακῆς ἀργίας·
133) Οἱ ἐν τοῖς χωρίοις τῆς ἐπαρχίας Χαλκίδος ἐφημέριοι
14ἐξαιτοῦνται, ὅπως ἡ ἰσχὺς τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου ἐπεκταθῇ
15καὶ εἰς τὰ χωρία·
164) Ἕξ οἰκογένειαι προσφύγων Καβακλιωτῶν ἐκ Νέας
17Φιλιππουπόλεως ἐξαιτοῦνται, ὅπως τοῖς αὐξηθῇ ὁ κλῆρος,
18διότι ὄντες γεωργοὶ ἔλαβον κλῆρον ἐπαγγελματίου·
195) Ὁ πολιτικὸς σύλλογος Ξυλοκάστρου «Ἀνόρθωσις»
20παρακαλεῖ, ὅπως ἱδρυθῇ γεωργικὸς σταθμὸς εἰς Ξυλόκα-
21στρον·
226) Οἱ κάτοικοι Κωνσταντίνων τοῦ δήμου Ἀνδανίας πα-
23ρακαλοῦσιν, ὅπως ἐκτελεσθῶσιν ὑδραυλικὰ ἔργα εἰς τὴν
24κοιλάδα τοῦ Παμίσου·
257) Οἱ γεωργοὶ Μπουχουνίστης τῶν Τρικκάλων ἐκφράζουσι
26τὴν εὐγνωμοσύνην των διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητή-
27ματος·
288) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Δερβὲν Φούρκα τῆς Λαμίας
29ζητοῦσιν, ὅπως ἐπιβληθῇ τῷ ἰδιοκτήτῃ τοῦ χωρίου των καὶ
30προσλάβῃ αὐτοὺς καλλιεργητάς, ἀποπεμφθέντας ἤδη·
319) Διάφοροι κάτοικοι Ἑρμουπόλεως Σύρου ζητοῦσι τὴν
32ἐκεῖ καθιέρωσιν τῆς κυριακῆς ἀργίας·
3310) Ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς Τρικκάλων ἐκφράζει εὐ-
34γνωμοσύνην διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντά-
35γματος·
3611) Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων
37ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν τῆς πρὸς αὐτοὺς φορολογίας.
3812) Ὁ σύνδεσμος τῶν Ἑλλήνων καλλιτεχνῶν ζητεῖ ἐπί-
39δομα τοὐλάχιστον 2000 δραχ. ἐτησίως·
40Πρακτικὰ δὲν ὑπάρχουσι, διότι δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι.
41Θὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος.
42Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
43Ἡμερησίαν Διάταξιν
44Πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτά-
45σεως τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Π. Πετροπουλάκη ἔχουσα
46οὕτως:
47«Ἡ Βουλὴ ἐγκρίνουσα τὰς δηλώσεις καὶ τὴν ἐνέργειαν
48τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐκφράζουσα εἰς αὐτὸν
49τὴν ἐμπιστοσύνην της μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διά-
50ταξιν».
51Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ
52ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
53δέχθη. Δὲν ὑπάρχει πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
54§2Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἀνα-
55στάσεως.
56§3Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τί τὴν θέλετε τὴν
57ψηφοφορίαν;
58§4Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει πρότασις, κ. Πρόεδρε.
59§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει
60πρότασις; Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις, δὲν εἶναι
61ἀνάγκη νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
62§6Γ. ΠΩΠ. Ἐφ’ ὅσον ἀρκεῖται καὶ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς
63καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειονοψηφία εἰς τὴν δι’ ἀναστά-
64σεως ἐκδήλωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης, δὲν δύναται κανεὶς ἐξ
65ἡμῶν νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν.
66§7ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κύριος Ὑπουργός,
67τοῦ ὁποίου ἰδιαιτέρως ἡ ἐνέργεια ἠλέγχθη χθές, ζητεῖ τὴν
68δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας ἐκδήλωσιν τῆς ἐμπιστοσύνης
69τῆς Βουλῆς. Εἶναι δικαίωμά του. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τοι-
70αύτῃ περιπτώσει εἶναι σύμφωνος.
71§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ ψηφοφορία.
72§9Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ψηφοφορίαν τὴν γε-
73νομένην δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τῆς ὁποίας δι’
74ἀναστάσεως ἐξεδηλώθη ἡ ἐμπιστοσύνη πρὸς τὸν ἁρμόδιον
75Ὑπουργόν, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνεκαλέσαμεν τὸν Ὑπουργὸν
76τῆς Δικαιοσύνης, ὥστε νὰ ζητηθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως
77ἀπὸ τῆς χθές, ὅπως γίνῃ ψηφοφορία, ἀπὸ τῆς χθὲς παρε-
78καλέσαμεν, ὅπως ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις περὶ ἐμπιστοσύνης
79πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, φρονοῦντες ὅτι δὲν ἠδύνατο αὕτη νὰ
80ἀναβληθῇ διὰ σήμερον· ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐγένετο δι’ ἀναστά-
81σεως ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἐμπιστοσύνης, πρέπει νὰ ἀρκεσθῶσιν
82ἐκεῖ· ἀφοῦ ὅμως καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς φρο-
83νοῦσιν ὅτι πρέπει ἡ ψηφοφορία νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς
84κλήσεως, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ μετάσχω τοι-
85αύτης πράξεως, ἡ ὁποία θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἶ-
86ναι ὀλίγον εὔθυμος.
87§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
88§11Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲν προέβητε εἰς
89ἄλλα ἔργα;
90§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προέβην ἐντελῶς.
91Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναί, οἱ μὴ
92παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
93(Καλοῦνται ψηφολέκται οἱ κ. Δ. Γκλαβᾶς καὶ Π. Πε-
94τροπουλάκης καὶ ἄρχεται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑξῆς πρω-
95τόκολλον:)
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
96Νικ. Α. Στράτος Ν Ἰωάν. Κουρκουμέλης
97 Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Ν
98Νικ. Χρυσόγελος Ν Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Ν
99Λ. Παπαφώτης Ν Ἰωάν. Ἀκρίδας Ν
100Λ. Γρίβας Ν Θεοφ. Θεοδωρόπουλος
101Σερ. Ψύχας Ν Ἐμμ. Ῥέπουλης ἀρν.
102Π. Καρασεβδᾶς Δημ. Καλέργης
103Ἐπ. Σουλτάνης Ν Ἀθ. Χριστόπουλος Ν
104Γ. Ποῦλος Ν Γεώργ. Νέζος
105Ι. Φαρμάκης Ν Παν. Ἀραβαντινός
106Ἀντ. Ῥοντήρης Ν Ἰωάν. Τερζάκης Ν
107Δ. Τριγώνης Παν. Φραντζῆς
108Ε. Λαμπρακάκης Γεώργ. Παπασπυρόπουλος Ν
109Ἰωάν. Καναβός Ν Γεωργαντᾶς Θρόνος Ν
110Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Γεώργ. Παρασκευόπουλος Ν
111Ε. Σπετσέρης Νικ. Κόνδης Ν
112Ι. Τσιγκώλης Ἀθ. Σωτηριάδης
113Στέφ. Γρανίτσας Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Ν
114Γ. Ἰατρίδης Ν Κωνστ. Καζαντζῆς
115Γερ. Νοταρᾶς Ν Γεώργ. Καζανόβας ἀρν.
116Δημ. Κούζης Ν Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
117Ἀνδρ. Σαρλῆς Ν Γεώργ. Σταμπάδος Ν
118Δημ. Ῥοῦσος Ν Θεμ. Μιχαλόπουλος Ν
119Νικόλ. Δελακοβίας Ν Δημ. Ἀνδρέου Ν
120Νικόλ. Σακκελλαρίου Ν Δημ. Ζαβογιάννης Ν
121Γεώργ. Βλάσης Ν Ἐμμ. Κυταριόλος Ν
122Χαρ. Σπηλιόπουλος Ν Βασ. Κυρέλλος Ν
123Νικ. Δημητρακόπουλος ἀρν.Ἀριστοτ. Σακελλαρίου Ν
124Ἀναστ. Βάρβογλης Ν Νικ. Σπηλιώτης
125Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Σπυρ. Παπαχατζῆς
126Ἰω. Π. Μανέτας Σάββας Βαρβιτσιώτης Ν
127Δ. Πλαπούτας Λουκ. Κουτσοπέταλος
128Ἀλ. Παπαναστασίου Νικ. Ἀνδρεαδάκης
129Ἰωάν. Μπακόπουλος Δημ. Λαζαρῆς Ν
130Δημ. Χηνιάδης Ν Σπυρ. Θεοδωρόπουλος ἀρν.
131Δημ. Καρέλας Ν Ἀθ. Πουλῆς Ν
132Χαρ. Στασινόπουλος Ν Νικόλ. Ῥούσης
133Κωνστ. Ῥεβελιώτης Στέφ. Ν. Δραγούμης
134Ν. Τριανταφυλλάκος Ἀλέξ. Ζαΐμης
135Α. Κατριβᾶνος Ν Δ. Γκλαβᾶς Ν
136Ἠλ. Φλέσσας Δ. Μιχαλακόπουλος Ν
137Ἰωάν. Πολίτης Ν Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης
138Παν. Δεληβοριᾶς Ν Κωνστ. Γόντικας Ν
139Σπυρ. Τσαγκάρης Ν Ν. Κοντογούρης Ν
140Θ. Πέρρος Ν Ἰωάν. Βέρροιος Ν
141Χαρ. Βοζίκης Πολ. Πολυχρονιάδης Ν
142Ἀντ. Βούτσης Ν Παν. Ζαΐμης
143Νικ. Χαρδούβαλης Δ. Μάρκου
144Περ. Ἀλεξάκης Γεώργ. Κατσιμπίρης
145Θεόδ. Γρηγορίου Ν Σπηλ. Ἀγαπητὸς Ν
146Σπυρ. Σίμος Ν Α. Φωτήλας Ν
147Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Α. Χοϊδᾶς Ν
148Περ. Κ. Καραπάνος Θεόδ. Ψυχαληνός
149Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Γ. Παπακυριακόπουλος Ν
150Πύρ. Καραπᾶνος Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν
151Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Α. Καφετζόπουλος Ν
152Ἐλ. Βενιζέλος ἀρν.Λ. Φλαμῆς Ν
153Ἐμμ. Μπενάκης ἀρν.Κωνστ. Πανουτσόπουλος Ν
154Φωκ. Νέγρης ἀρν.Νικ. Συριόπουλος Ν
155Παν. Χαροκόπος Θάν. Πετραλιᾶς
156Κ. Ῥακτιβάν Ο Π. Ἠλιόπουλος
157Μιλτ. Νεγροπόντης ἀρν.Χρ. Κορύλος Ν
158Γ. Ζερβουδάκης Ξεν. Σταυρουλόπουλος
159Λάμπρος Κορομηλᾶς ἀρν.Παν. Βουρλούμης Ν
160Π. Λαγοπάτης Ν Νικ. Ῥαφτόπουλος
161Γεώργ. Στρατούλης Ν Γεώργ. Λαμπρινόπουλος
162Κ. Μᾶνος Χρ. Μεϊτάνης
163Τιμ. Ἠλιόπουλος Διον. Πολυζωγόπουλος
164Δημ. Βενιζέλος Ν Ἰωάν. Δογάνης Ν
165Μιχ. Γαλανός Ν Γεώργ. Ἀβέρωφ Ν
166Α. Παναγιωτόπουλος Ν Νικόλ. Σταματιάδης Ν
167Γεώργ. Πολίτης Ν Δημ. Χρυσοστάλης Ν
168Ἰωάν. Ἀθανασάκης ἀρν.Εὐάγ. Γεωργιάδης Ν
169Γεώργ. Νικολαΐδης Ν Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ν
170Λουκᾶς Μπέλλος Νικόλ. Ἀβέρωφ Ν
171Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν Γεώργ. Μπένος
172Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Νικόλ. Κάραλης
173Κωνστ. Δεμερτζῆς ἀρν.Κωνστ. Χατζηγιάννης Ν
174Θρ. Πετμεζᾶς Ν Δημ. Βάχλας
175Γεώργ. Κοσόνας Κωνστ. Ἀλαβάνος
176Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Δημ. Πετσετάκης Ν
177Μιχ. Σφακιανάκης Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος
178Πλούτ. Μαυρίκης Ν Ἐμμ. Πατρίκιος Ν
179Βασίλ. Ἀθανασούλας Ἰωάν. Μαμάης Ν
180Κωνστ. Χατζάκος Ἰωάν. Κασδόνης Ν
181Γεώργ. Γαζέπης Ν Ἀντ. Φραγκίσκος Ν
182Νικόλ. Πετσάλης Δημ. Καΐρης ἀρν.
183Ἰωάν. Λούντζης Ν Θαλ. Κουτούπης
184Διον. Κουλούμπαρδος Γεώργ. Φικιώρης
185Ἀναστ. Λούντζης Ν Κωνστ. Μέρμηγκας Ν
186Καῖσαρ Ζέζας Ν Γεώργ. Οἰκονόμου Ν
187Διον. Κλάδης Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ο
188Νικ. Παπαδάτος Ἰωάν. Λιμπερόπουλος
189Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Νικ. Πετροπουλάκης
190Νικ. Βάρθης ἀρν.Γεώργ. Τσοχώνης Ν
191Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Παναγ. Πετροπουλάκης Ν
192Σπυρ. Χατζάρης Ν Παν. Κουμάνταρος Ν
193Παν. Μανωλίτσης Ν Ἰωάν. Ἀθηνογένης Ο
194Σπ. Κογεβίνας Βασίλ. Μιχαλέας Ν
195Ἀνδρ. Κεφαλληνός Ἰωάν. Βαββανάκος Ν
196Σπυρ. Βλαντῆς Ν Λεων. Καπετανάκης
197Εὐθ. Α. Βελλιανίτης Ἰωάν. Πατσουράκος
198Χρ. Καποδίστριας Χρ. Πετρέας Ν
199Ἀνδρ. Κρητικός Ν Πέτρ. Μαυρομιχάλης
200Λαυρ. Μαβίλης Ἰωάν. Φουρίδης ἀρν.
201Κωνστ. Κατηφόρης Ἀναστ. Ἀβέρωφ
202Σπυρ. Λάσκαρις Ν Ἰωάν. Χρυσοβελόνης
203Βασίλ. Πουλιάσης Δημ. Οἰκονόμου
204Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Μιλτ. Μπουφίδης
205Διον. Βινιερᾶτος. Νικ. Γεωργιάδης
206Παν. Λιβιεράτος Ἀγαμέμνων Σλήμαν Ν
207Σπυρ. Ἰγγλέσης Ν Δημ. Κουκιάδης Ν
208Νικ. Χαριτᾶτος Ν Γεώργ. Τσαξίρης
209Ἀνδρ. Μονοκροῦσος ἀρν.Γεώργ. Σχινᾶς Ν
210Πέτρ. Βασιλόπουλος. Ν Γεώργ. Δρίβας Ν
211Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν
212Νικ. Ἀλιβιζάτος Ν Κωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν
213Σπ. Φορέστης Ν Γεώργ. Βλάχος Ν
214Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος Ν Πελ. Ἀγγελίδης Ν
215Ὄθ. Τετενές Ν Κωνστ. Γιαννακόπουλος Ν
216Γεώργ. Μουσούρης Ν Φίλ. Ζαρζάμπας Ν
217Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιεράτος Χ. Μωραΐτης
218Θ. Κοντομίχαλος Ν Νικ. Παπαϊωάννου Ν
219Λεων. Ἐμπειρίκος Μιχ. Φωτιάδης
220Σταμ. Βαφειαδάκης Ν Βασίλ. Σηλυβρίδης Ν
221Δημ. Μάνθος Ν Περ. Ἀποστολίδης Ν
222Περ. Γρυπάρης Ν Λεων. Ἀναγνώστου
223Κωνστ. Καλομενόπουλος Κωνστ. Ζησόπουλος
224Τριαντ. Παπαδὰμ Χ. Δικαῖος Ν
225 Σ. Ντολιόπουλος Ν
226Θωμᾶς Σκάσης Ν Παν. Φλέσσας Ν
227Ἰάκ. Ἀβάζος Ν Π. Κασίμης Ν
228Δημ. Ζαμᾶνος Ν. Παπαλέξης Ν
229Νικ. Καμπάνης Δημ. Κάβουρας Ν
230Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν Μ. Δαζέας Ν
231Ἀλέξ. Μαλασπίνας Α. Πετρομανιάτης Ν
232Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ἀθ. Περρωτὴς Ν
233Ἀντ. Ῥεβίνθης Π. Ἰατρόπουλος
234Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς Π. Καράπαυλος
235Νικ. Καλβοκορέσης Ἀνδρ. Κοκκέβης Ν
236Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν Δημ. Κουκουλέτσος
237Γεώργ. Κορομηλᾶς Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος
238Δημ. Κανελλόπουλος Ν Ἀλέξ. Γιαννούσιος ΤάκηςΝ
239Ἀθ. Αἰλιανὸς Ν Γεώργ. Ῥάμμος
240Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ν Εὐθ. Μαντόπουλος
241Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ν Λάμπρος Περιστέρης Ν
242Γεώργ. Σπηλιόπουλος Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
243Κωνστ. Τριγγέτας Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος
244Γεώργ. Ράλλης Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
245Γεώργ. Μποῦτος Παναγ. Βερβενιώτης
246Ἰωάν. Κουρτάκης Ν Γεώργ. Καλλίτσης Ν
247Φώτ. Βακαλόπουλος Ἰωάν. Μᾶνος Ν
248Ἀθ. Παπαχελᾶς Ν Σπυρ. Ματσούκας
249Μεν. Πιπιλῆς Ν Ρήγας Χατζηρήγας Ν
250Παν. Μερλόπουλος Ι. Παπαλουκᾶς Ν
251Δ. Ἀναστασόπουλος Ν Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
252Ἰωάν. Λεωνίδας Μιλτ. Σακελλαρίου Ν
253Πέτρος Γκίνης Ν Κ. Λιδωρίκης
254Ἀλέξ. Διομήδης Ν Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
255Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ξηρός
256Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς ἀρν Νικ. Φραγκίστας Ν
257Ἀλέξ. Παπαποστόλου Ἰωάν. Γιδογιάννος Ν
258Δημ. Θεοδοσόπουλος Ν Νάκος Πολιτόπουλος
259Παυσ. Ζωγλοπίτης Κωνστ. Περιβολιώτης
260Γεώργ. Ζούκας Ν Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ν
261Κωνστ. Σταμούλης Ν Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν
262Ἰωάν. Κοττίκας Δημ. Δεδούσης Ν
263Βασίλ. Γρίβας Γεώργ. Συγγούρης
264Α. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ Στέφ. Σομμαρίπας Ν
265Ν. Γαρδικιώτης Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
266Δημ. Μπούσδρας Ν Ἰωάν. Γραμματίκας
267Γεώργιος Τάγιας Ν Ἀθ. Χριστίδης
268Κωνστ. Παπακυρίτσης Ν Ἡρ. Βελλόπουλος
269Χρ. Καρᾶς Ἀθ. Χριστίδης Ν
270Α. Θανόπουλος Γεώργιος Πὼπ
271Νικ. Γιουβρῆς Ν Δημ. Βρατσᾶνος Ν
272Χρ. Βλάτσιος Ἐμμ. Παγκάρας
273Γεώργ. Καθάργιος Ν
274§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 208. 190 ὑπὲρ τῆς
275προτάσεως, 3 κατ’ αὐτῆς καὶ 15 ἠρνήθησαν. Ἑπομένως ἡ
276πρότασις ἐγένετο δεκτή. (Χειροκροτήματα).
277Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ἰ. Κουρτάκης, Ἀ. Πετρομανιάτης,
278Χ. Δικαῖος, Ἀ. Παπαχελᾶς, Γ. Οἰκονόμου, Θεμ. Κουτσο-
279μητόπουλος, Ἀθ. Αἰλιανός, Μ. Πιπιλῆς, Π. Κασίμης,
280Ἀνδρ. Κοκκέβης, Δ. Κάβουρας, Γ. Κορομηλᾶς, Γ. Ν.
281Μποῦτος, Ἀθ. Περρωτής, Σπήλ. Ντολιόπουλος, Δ. Κανελ-
282λόπουλος, καὶ Ν. Σταματιάδης ὑποβάλλουσι τὴν ἑξῆς πρό-
283τασιν:
284«Προτείνομεν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ὅπως ἀναβληθῇ ὁ
285κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος μέχρι πέρατος τῆς συζητήσεως
286ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἢ τοὐλάχιστον μέχρι
287τῶν διακοπῶν διὰ τὸ Πάσχα».
288§14ΙΩ. ΚΟΥΡΤΑΚΗΣ. Ἐπειδή, κύριε Πρόεδρε, ὀλίγαι
289ὑπολείπονται συνεδριάσεις διὰ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρή-
290σεως τοῦ Συντάγματος, ἕκαστος δ’ ἐξ ἡμῶν κατανοεῖ τὴν
291σπουδαιότητα τοῦ πράγματος, ἂν κατωρθοῦτο μέχρι τοῦ
292Πάσχα ἡ περάτωσις τῆς ἀναθεωρήσεως, παρακαλῶ τὴν
293Βουλήν, ὅπως δεχθῇ νὰ ἀναβληθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγ-
294χος μέχρι τῶν διακοπῶν τοῦ Πάσχα, μετὰ δὲ τὴν ἐπανά-
295ληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας
296συνεχῶς νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὸν ἔλεγχον.
297§15Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἀπορῶ πῶς ὑποβάλ-
298λονται προτάσεις τόσον περίεργοι, νὰ μὴ ἐνεργῆται ποσῶς
299κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
300§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
301προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸν στρατὸν τῆς
302ξηρᾶς».
303Ὁ κ. Δραγοῦμης ἔχει τὸν λόγον.
304§17ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐντελῶς, ὅπως πάντες, σύμφωνος
305ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἔχω νὰ ὑποβάλω παρα-
306τηρήσεις τινὰς ἢ ἀπορίας διὰ τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν ἔχω, ὅπως
307καὶ πάντες, νὰ ἴδω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταρτιζόμενον
308εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸν σκοπόν· αἱ παρατη-
309ρήσεις δὲ εἶναι μὲν μικραί, ἀλλ’ εἶναι ἴσως ἄξιαι προσοχῆς,
310καὶ διὰ τοῦτο θὰ διέλθω τὸ νομοσχέδιον οὐχὶ συζητῶν ἐπὶ
311τῶν ἄρθρων, ἀλλ’ ὑποβάλλων ἁπλῶς παρατηρήσεις.
312Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 βλέπω ὅτι εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς
313τοὺς κληθέντας, διατηροῦντας τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀλλοδαποῦ,
314ἀνατίθεται ἡ διοίκησις στρατευμάτων καὶ ὑπηρεσιῶν. Ἂν
315ἀνατίθεται ἡ διοίκησις, ἐρωτᾷ τις μήπως δὲν ἀνατίθεται
316εἰς αὐτοὺς ἄλλο τι, ἡ ὀργάνωσις, καὶ ἂν τυχὸν σκοπὸς εἶναι
317νὰ μὴ ἀνατεθῇ εἰς αὐτοὺς καὶ τὸ ἄλλο τοῦτο, τότε πρέπει
318νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ὑπάρχει νόμος ἐν ἰσχύϊ, ὅστις δὲν
319μνημονεύεται ἐνταῦθα, ὅπως καταργηθῇ, καὶ ὅστις θὰ εἶναι
320ἴσως χρήσιμος, ὅπως πορισθῶμεν ἐκεῖθεν τὴν βεβαιότητα
321ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς ἀντίθεσιν, οὐδὲ καταργεῖται, διότι ἐν
322αὐτῷ περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἄδεια τῆς ἀναθέσεως τῆς ὀρ-
323γανώσεως.
324Ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ ͵ΒΧΜʹ τῆς 15 Ἰουλίου 1899 ὁ
325προκληθεὶς τότε διὰ πρόσκλησιν ἀλλοδαπῶν διά τε τὸν
326στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης· ἐν ᾗ δὲ περι-
327πτώσει τυχὸν πρόκειται νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ ἐφαρμογὴ
328αὐτοῦ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ νό-
329μος οὗτος εἰσάγεται, τότε πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια,
330ὅπως αἱ διατάξεις αἱ σχετιζόμεναι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ
331πρὸς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καταργηθῶσιν ἐνταῦθα—
332ὄχι ὅλος ὁ νόμος—, διότι θὰ πρέπῃ νὰ μένῃ ἀνοικτὸς μέ-
333χρι νεωτέρας ἀποφάσεως διὰ τὸ ναυτικόν. Ἂν ὅμως ἡ
334πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν νὰ ἀνα-
335θέσῃ καὶ τὰ ἄλλα καθήκοντα εἰς τοὺς μετακληθέντας ἢ
336μετακληθησομένους, ἴσως μία λέξις, εἷς σύνδεσμος θὰ ἤρκει,
337ὅπως διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι θὰ ἔλεγε «ἀνατίθεται
338καὶ ἡ διοίκησις» κατὰ παραπομπὴν πρὸς τὸν ἰσχύοντα νό-
339μον, ἂν θεωρηθῇ οὗτος διατηρητέος.
340Ἐκ τῶν κατωτέρω ἄρθρων, ἰδίᾳ δὲ ἐκ τοῦ ἄρθρου 4, γεν-
341νᾶται ἐρώτημα, ὅπερ εἰς ἐμὲ φαίνεται σπουδαῖον: ὁ μέλ-
342λων ἢ οἱ μέλλοντες νὰ διοικήσωσι τὸν στρατὸν ξένοι, οἵτι-
343νες θὰ ἔχωσιν ἐξουσίαν τὴν παρεχομένην ἐκ τοῦ δικαιώ-
344ματος τῆς διοικήσεως, πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ ἐμφάνισιν τοι-
345αύτην, ὥστε νὰ ἀναγνωρίζωνται ὑφ’ ἁπάντων καὶ ἐκ τῶν
346ἐξωτερικῶν σημείων ὡς ἔχοντες δικαιώματα τὰ ἐκ τοῦ
347βαθμοῦ, ὃν φέρουσι· δὲν βλέπω δὲ ὅτι λαμβάνεται πρόνοιά
348τις περὶ τούτου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὁ λοχαγὸς ἀναγνωρί-
349ζεται ὡς ταγματάρχης, ὁ ταγματάρχης ὡς ἀντισυνταγμα-
350τάρχης, ὁ ἀντισυνταγματάρχης ὡς συνταγματάρχης, ὁ
351συνταγματάρχης ἀναγνωρίζεται ὡς ὑποστράτηγος καὶ ὁ
352ὑποστράτηγος ὡς ἀντιστράτηγος. Πάντα ταῦτα εἶναι δυ-
353νατά, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, τοιαύτης ἀναγνωρίσεως γενομέ-
354νης, καὶ νὰ ἐμφανίζωνται οἱ ἀξιωματικοὶ μετὰ τῶν ση-
355μείων ἐκείνων τῶν ἐξωτερικῶν, εἰς ἃ δὲν ἀνταποκρίνεται
356ἡ στολὴ τῆς ἰδίας αὐτῶν πατρίδος, ἣν θέλουσι φέρει.
357Εἶναι περιττὸν νὰ παραστήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὁποία ἡ
358σημασία τῆς ἐμφανίσεως καὶ ὁποία πρὸ πάντων ἡ ἐπί-
359δρασις τῆς τοιαύτης ἐμφανίσεως τῆς κανονικῆς ὑπ’ ἐκεί-
360νων, οἵτινες θέλουσιν εὑρεθῆ ἀπέναντι τῶν ξένων τῶν μελ-
361λόντων νὰ διοικήσωσιν αὐτοὺς ἔχοντας πράγματι ἰσότητα
362βαθμοῦ καὶ ἔχοντας ἴσως πράγματι ἀρχαιότητα μεγαλειτέ-
363ραν. Πρέπει λοιπὸν νὰ πιστοποιηθῇ ἀμέσως ἡ βαθμολογία
364αὕτη τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Ἑλληνικοῦ Κρά-
365τους, νὰ λάβῃ χαρακτῆρα θετικὸν καὶ νὰ προσδοθῇ κῦρος
366εἰς αὐτὴν παρακολουθουμένην ὑπὸ τῶν σημείων ἐκείνων,
367ἅτινα εἰς πάντας δεικνύουσι τὴν ὕπαρξιν τοῦ βαθμοῦ.
368Καὶ τοῦτο μὲ φέρει εἰς τὴν ἄλλην σκέψιν, ὅτι, ὅπως
369τοῦτο πραχθῇ εἶναι ἀνάγκη καίπερ μὴ ἀναλαβόντες τὴν
370Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν νὰ πεισθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ
371μετακληθέντες καὶ νὰ συναινέσῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀποστεί-
372λασα αὐτούς, ὅπως ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ
373στρατῷ γίνηται ὑπὸ στολὴν Ἑλληνικήν. Τὸ πρᾶγμα εἶναι
374λεπτόν, ἀλλὰ καὶ ἡ στολὴ ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι ἐντιμοτάτη,
375καὶ δὲν νομίζω ὅτι, προκειμένου νὰ ἐκτελεσθῶσι τοιαῦτα
376καθήκοντα τοσούτῳ λεπτὰ καὶ ὑπὸ τοσούτων δυσχερειῶν
377παρακολουθούμενα, θὰ ὑπάρξῃ δυσχέρεια νὰ ἐπιτευχθῇ
378τοῦτο καὶ κανονισθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
379Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ἔχω μικράν τινα παρατήρησιν νὰ
380ὑποβάλω, δι’ ἣν περίπτωσιν τυχὸν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρ-
381θρου περιλαμβάνεται ἀπαλλαγὴ καὶ ἀπὸ τῶν τελῶν τοῦ
382χαρτοσήμου, διότι γίνεται λόγος ἐκεῖ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν
383ὑποβάλλονται κράτησιν, ὅπερ παρέχει τὴν ἀφορμὴν νὰ
384σκεφθῇ τις ὅτι καθαρὰ ἡ μισθοδοσία θὰ παραδίδηται εἰς
385αὐτούς. Ἄν τοιαύτη εἶναι ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως,
386ἀνάγκη νὰ ἀπαλλαγῶσι καὶ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου.
387§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μέρμηγκας.
388§19Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Κύριοι Βουλευταί· σχῆμα ὀξύμωρον
389μέλλει νὰ παραστήσῃ ἡ στάσις μου ἀπέναντι τοῦ νομοσχε-
390δίου τούτου, καθόσον, ἐνῷ κηρύσσομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ
391νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν θέλω καὶ νὰ μεμφθῶ τοῦ εἰσηγητοῦ
392αὐτοῦ. Ὑπάρχουσι περιπτώσεις σκληρᾶς ἀνάγκης, εἰς τὴν
393ὁποίαν ὑπείκει ὁ ὑποβάλλων τι νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη
394αὕτη δυνατὸν νὰ μὴ ἐπεκτείνηται καὶ μέχρις ἡμῶν, τῶν
395καλουμένων ὅπως ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον.
396Καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου (ἀνα-
397γινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ
398ἀλλοδαπὸν Ἀντιστράτηγον ἢ Ὑποστράτηγον μετ’ Ἐπι-
399τελείου ἐξ ἀλλοδαπῶν ἐπίσης ἀξιωματικῶν, ὅπως, ὑπὸ
400τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ,
401ἀσχοληθῇ εἰς τὰ τῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως τοῦ
402Στρατοῦ». Διὰ μέσου, Κύριοι, τῶν γραμμῶν αὐτῶν δια-
403φαίνεται ἡ ἄλλη ἔννοια ἡ πραγματική, καὶ ἥτις δύναται
404νὰ παρασταθῇ διὰ λέξεων ἁπλουστέρων, μελλουσῶν νὰ ἐμ-
405ποιήσωσι τὴν δέουσαν ἐντύπωσιν, διὰ τῶν λέξεων: «ὁ
406Ἑλληνικὸς Στρατός, ἀνομολογῶν ἀδυναμίαν, ἵνα διευθύνῃ
407τὰς ἑαυτοῦ ὑπηρεσίας, ἐξαιτεῖται παρὰ τῶν ξένων, ὅπως
408πέμψωσι πρὸς αὐτὸν ὀργανωτὰς καὶ διοικητάς, ὧν στερεῖ-
409ται». Τοιαύτη μου ἡ ἐντύπωσις, ἡ σαφὴς καὶ ἀπροκάλυ-
410πτος. Δὲν πρόκειται δέ, ὡς ἤθελέ τις νομίσει, περὶ ἐφαρμο-
411γῆς δῆθεν στρατιωτικοῦ συστήματος νέου, πρὸς τὸ ὁποῖον
412ἡ μικρὰ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο ἴσως νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἑαυτῆς
413ἐπάρκειαν· δὲν πρόκειται περὶ νέων τινῶν ἀγνώστων με-
414θόδων, ἀλλὰ περὶ ὀργανώσεως στοιχειώδους, ἀναφερομένης
415εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἤδη ἐγνωσμένων, τὴν ἁπλῆν, τὴν
416τυπικήν, περὶ στοιχειώδους διοικητικῆς ὑπηρεσίας.
417Τὴν διοικητικὴν ἡμῶν ταύτην ὑποταγὴν καλούμεθα,
418κατὰ σύμπτωσιν μοιραίαν, νὰ ἐπισημοποιήσωμεν, νὰ ψηφί-
419σωμεν, ἐν ἡμέραις τοιαύταις, ἐν ταῖς ὁποίαις καὶ ἄλλαι
420προπαρασκευαὶ γίνονται—πρὸς ἑορτασμὸν καὶ πανηγυρι-
421σμὸν ἐθνικῶν ἑορτῶν καὶ ἐλευθεριῶν.—Ἐπεθύμουν ὡς ἀντι-
422πρόσωπος τοῦ ἔθνους νὰ ἀποτυπώσω τὴν ἐμὴν σκέψιν σαφῆ
423ἐπὶ τοῦ πράγματος. Ἀναπαρέστησα ἤδη ἐν τῇ συζητήσει
424τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τὴν εἰκόνα ταύτην, καθ’
425ἣν μετὰ τὴν παρέλευσιν ἐνενηκονταετίας πλήρους, κατὰ
426τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας ἐβιοῦμεν βίον ἐλεύθερον, κοινο-
427βουλευτικόν, καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ὁποίας παρε-
428σχέθη εἰς τὸ ἔθνος ἡ πᾶσα εὐκαιρία, ὅπως ἀναπτύξῃ καὶ
429ἐκδηλώσῃ τὰς ἑαυτοῦ πνευματικὰς δυνάμεις, ἐφθάσαμεν
430εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἑτοιμαζόμεθα
431νὰ ἑορτάσωμεν διὰ σημαιῶν καὶ λαβάρων τὴν ἐπέτειον τῆς
432ἐθνικῆς ἑορτῆς, ἀφ’ ἑτέρου καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν νόμον
433τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου κηρύσσομεν ἡμᾶς αὐτοὺς ἐντε-
434λῶς ἀνικάνους ὅπως διοικήσωμεν τὸν Στρατὸν ἡμῶν, προσ-
435πίπτομεν δ’ εἰς τὴν βοήθειαν τῶν ξένων, ἵνα πέμψωσι
436πρὸς ἡμᾶς ὀργανωτὰς καὶ διοικητὰς τῶν ὑπηρεσιῶν.
437Θὰ προετίμων νὰ ἔβλεπον—ὁμιλῶ ἀπὸ ἀπόψεως αἰσθη-
438ματικῆς, ὡς Ἕλλην, ὡς ἀνήκων ἔτι εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρε-
439σίαν, ὡς διανύσας 16 ἔτη ἐν αὐτῇ καὶ ὡς γιγνώσκων τὴν
440ἱκανότητα καὶ τὰς ἐκδουλεύσεις τῶν καθ’ ἕκαστον ἀτόμων
441—θὰ προυτίμων νὰ ἔβλεπον μᾶλλον τὰ ἐρυθρὰ φέσια τῶν
442κατακτητῶν ἢ τὰς ἐρυθρὰς περισκελίδας τῶν ὀργανωτῶν.
443(Διαμαρτυρίαι). Δύναμαι νὰ θεωρήσω δεδικαιολογημένον
444ἓν ἔθνος, ὅταν ὑποκύπτῃ εἰς τὴν κτηνώδη βίαν τοῦ κατα-
445κτητοῦ ἢ εἰς τὴν στρατηγικὴν ὑπεροχὴν τοῦ ἀντιπάλου,
446ἀλλ’ ὄχι καὶ ὅταν ὑποβάλληται ἑκουσίως εἰς πνευματικὴν
447δουλείαν.
448§20Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ποῦ ἐσπουδάσατε ὑμεῖς, κύριε Μέρμηγκα;
449§21Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπήντων, ἐὰν ἐγνώριζον τί
450ἐνδιαφέρει ὑμᾶς τοῦτο.
451§22Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐνδιαφέρει ἡμᾶς ὅτι τὰ πεπολιτισμένα
452Κράτη, ἡ Γαλλία, ἡ Γερμανία, εἶναι μᾶλλον ἡμῶν προη-
453γμένα.
454§23Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εὕρετε, ἐὰν δυνηθῆτε, ἓν παράδει-
455γμα Κράτους ἄλλου, διαγαγόντος ἐνενήκοντα ἐτῶν ἐλεύ-
456θερον βίον, μετὰ παρέλευσιν τοῦ ὁποίου νὰ ὁμολογήσῃ τοῦτο,
457ὅτι δὲν δύναται οὐδὲ στοιχειωδῶς νὰ ὀργανώσῃ τὰς ἑαυτοῦ
458ὑπηρεσίας!
459§24ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ Τουρκία.
460§25Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Μόνον εἰς Κράτη, τὰ ὁποῖα διετέ-
461λεσαν ὑπὸ ἀπολυταρχικὰς Κυβερνήσεις καὶ μυστικισμόν,
462μόνον εἰς Τούρκους, Κινέζους καὶ Πέρσας καὶ Κορεάτας,
463βλέπομεν ὅμοια παραδείγματα. (Διαμαρτυρίαι).
464Χαίρω, διότι οἱ λόγοι μου παράγουσι δυσφορίαν καὶ θυ-
465μὸν ἐν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν· τοῦτο εἶναι εὐάρεστον σύμπτωμα.
466Τονίζω ἰδιαιτέρως, ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως παρατηρῶ
467αὐτό, ἀλλὰ μή τις ὑπολάβῃ, ὅτι ἡ λύπη μου εἶναι μικρο-
468τέρα τῆς λύπης παντὸς ἄλλου. Ἐγὼ αὐτὸς ἀνήκω εἰς τὴν
469στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐμὲ αὐτὸν ἐνδιαφέρει τοῦτο
470παντὸς ἑτέρου πλειότερον.
471§26Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἡ παραβολὴ ἀτυχῶς...
472§27Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἡ μομφὴ εἶναι βαρεῖα· ἀλλὰ δὲν
473ἀνήκει οὔτε εἰς ἡμᾶς οὔτε εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
474Εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἰργάσθη-
475σαν, ἵνα παραγάγωσι τοὺς τοιούτους καρπούς, ἀνήκει τὸ
476βάρος ὁλόκληρον τῆς παρούσης καταστάσεως.
477Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς ἀπόψεως ταύτης, τῆς αἰσθημα-
478τικῆς, τῆς ἀναγομένης εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους,
479ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ ἀπό-
480ψεως πρακτικῆς. Ἄν, συλλαβόντες τὴν κεφαλὴν «ἀμφοῖν
481ταῖν χεροῖν» καταπνίξωμεν καὶ πᾶν αἴσθημα ψυχικοῦ ἄλ-
482γους, ἀποβλέψωμεν δὲ μόνον εἰς τὴν ἐλπιζομένην ὠφέλειαν
483καὶ βελτίωσιν, ποίαν δικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν αὐτήν;
484Κατάδηλον τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν κακοδαι-
485μονία διοικητική, ὡς τοῦτο καὶ ἐπισημοποιεῖται διὰ τῶν
486ἐκφράσεων, τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ κυβερνητικῷ προ-
487σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος.
488§28Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Πρό τινος χρόνου, κύριε συνάδελφε,
489περιεγράψατε μὲ ζωηρότατα χρώματα τὴν οἰκτρὰν κατά-
490στασιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ· εἴπετε
491ὅτι οἱ μηνιγγιῶντες μεταφέρονται πεζῇ ἀπὸ τὰ Συντά-
492γματα εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Ἀφοῦ ἡ ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία
493τοῦ στρατοῦ διατελεῖ εἰς τοιαύτην κατάστασιν, νομίζω ὅτι
494ἀνάλογοι ἐλλείψεις θὰ ὑπάρχωσι καὶ εἰς τὰ ἄλλα σώματα.
495§29Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Μὲ διεκόψατε, ἵνα ἐπικυρώσητε ὅ,τι
496εἶπον, ὅτι δηλ. ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν κακοδαιμονία διοικη-
497τική. Πρόκειται ὅμως περὶ τούτου, ὅτι κατὰ τῆς νοσηρᾶς
498ταύτης καταστάσεως ζητεῖται νὰ ἐφαρμοσθῇ θεραπεία ἐμ-
499πειρική, ἐμπειρικὸν δὲ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ τῆς προσκλή-
500σεως ξένων ὀργανωτῶν, ἓν ἐκ τῶν μέτρων, ἅτινα ἐν σπουδῇ
501ἐπέβαλεν ἡ ἐπανάστασις. Ἡ λελογισμένη θεραπεία ἐπέ-
502βαλλεν, ὅπως πρῶτον ἐξετασθῇ, ποία ἡ αἰτία, ἥτις ἤγαγεν
503ἡμᾶς εἰς αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, καὶ μήπως, αἰρομένης τῆς
504αἰτίας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρθῇ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα· ἔπρεπεν
505ἄρα νὰ μὴ σπεύσωμεν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὸ μέσον τοῦτο,
506τὸ τοσοῦτον ὀδυνηρόν. Ἡ αἰτία ἡ παραγαγοῦσα τὸ ἀποτέ-
507λεσμα τοῦτο δὲν ἔγκειται εἰς τὴν ἔλλειψιν παραγωγικοῦ
508πνεύματος ἐν Ἑλλάδι, καὶ πρὸς ἀπόδειξιν ἀρκεῖ τὸ γεγο-
509νὸς τῆς τοσαύτης εὐδοκιμήσεως ἡμῶν εἰς πάντα τὰ λοιπὰ
510ἔργα καὶ τὰς ἄλλας ἐπιστήμας καὶ τὰς τέχνας, εὐδοκιμή-
511σεως, ἥτις καθιστᾷ ἡμᾶς ἱκανοὺς νὰ ἁμιλλώμεθα πρὸς τὰ
512ἄλλα ἔθνη, καὶ δὴ καὶ πρὸς διατεθέντα μέσα ἀσυγκρίτως
513ἀφθονώτερα. Καὶ δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσητε ὅτι μεταξὺ
514τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ ἡμῶν ὑπάρχουσι πολλοὶ
515πρώτης τάξεως καὶ ὅτι καὶ συγγραφεῖς ἀρίστους ἔχομεν καὶ
516ἐφευρέτας καὶ πληθώραν ἐν γένει ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι
517ἐτίμησαν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα; Εἶναι ἄδικον νὰ μὴ ἀνα-
518γνωρίζωμεν τὴν ἀδικίαν, ἥτις προσγίνεται ἐκ μέρους τῆς
519Πολιτείας ἡμῶν ἐναντίον τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ὑπηρέτη-
520σαν καὶ ὑπηρετοῦσιν αὐτήν. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὑποχρεοῦ-
521ται νὰ φέρῃ τὰς συνεπείας τῆς διοικητικῆς ἀθλιότητος τοῦ
522Κράτους, ἔστω καὶ ὅτε οὐδαμῶς συνετέλεσεν εἰς αὐτήν.
523Δὲν δύναμαι νὰ λησμονήσω τι συμβάν. Ὅτε ὑπηρέτουν ἐν
524τῷ γερμανικῷ στρατῷ, ἔτυχε νὰ συμπαρευρίσκωμαι ἐν ὁμη-
525γύρει μετὰ συναδέλφου Ἰάπωνος, ὅστις μάλιστα κατὰ σύμ-
526πτωσιν δὲν ἦτο ἐκ τῶν μᾶλλον εὐπαρουσιάστων. Ὁποία ἡ
527ἅμιλλα τῶν συνομιλητῶν, ὅπως ἐπιδαψιλεύωσι περιποιή-
528σεις πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις ἀνῆκεν εἰς Κράτος εὐτυχοῦν, ἐνῷ
529ἐγὼ ἔπρεπε συνεσταλμένος νὰ προσπαθῶ νὰ κρύπτω τὴν
530Ἑλληνικὴν στολὴν καὶ νὰ συνέχω ἐν ἐμαυτῷ τὴν θλῖψιν.
531Τοιοῦτό τι βεβαίως θὰ συνέβη εἰς πάντα, ὅστις ὑπηρέ-
532τησεν εἰς ξένον στρατόν, καὶ τοῦτο θὰ συμβαίνῃ πολλῷ
533μᾶλλον μετὰ τὴν ὀργανωτικὴν ἡμῶν ὑποδούλωσιν. Ἔγκει-
534ται δ’ ἡ αἰτία τῆς τοιαύτης ἡμῶν καταστάσεως εἰς τοῦτο,
535ὅτι ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡμῶν ἀφέθη νὰ ἀναπτυχθῇ ἐκεῖνο τὸ
536ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα ἐλυμαί-
537νετο, ὁ φθόνος. Γινώσκετε πάντες, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, οἵ-
538τινες, ἐπιτυχόντες ἐν διαγωνισμῷ, ἐστάλησαν καὶ ἐσπούδα-
539σαν καὶ ἀπέδειξαν ὅτι ἠδύναντο νὰ ὀργανώσωσι τὴν ἑαυτῶν
540ὑπηρεσίαν, δὲν κατώρθωσαν ἐν τούτοις νὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐ-
541τούς, ὅπως ἐκπληρώσωσι τὸ ἑαυτῶν ἔργον, ἀλλ’ ἔτι οὐδ’
542ὅπως δοκιμασθῶσι κἂν καὶ παράσχωσιν ἀπόδειξιν περὶ τοῦ
543τί δύνανται νὰ παραγάγωσι, πάντοτε δὲ συνήντησαν τὴν
544ἄστοργον συμπεριφορὰν τῆς Πολιτείας. Ἐνταῦθα παρακαλῶ
545νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὅπως ἀναφέρω παράδειγμα ἐκ τῆς ὑπηρε-
546σίας μου. Ὅτε πρὸ ἕνδεκα ἐτῶν ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι
547εἶχεν ἀνάγκην ἀξιωματικῶν τινων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ
548ἀσχοληθῶσι καὶ εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑγειονομικῆς ὑπη-
549ρεσίας τοῦ στρατοῦ ἡμῶν, προεκήρυξε διαγωνισμόν, εἰς ὃν
550καὶ ἐπέτυχον ἐγὼ τότε καὶ ἀπεσπάσθην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν
551τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐκπαι-
552δεύσεώς μου ἐκείνης, ἥτις διήρκεσε τότε ἐπὶ 2½ ἔτη,
553οὐδέποτε ἠρώτησεν ἡ Κυβέρνησις, ὄχι περὶ τοῦ τί ἔπραττον,
554ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ποῦ εὑρισκόμην. Μόνον ἓν ἔγγραφον ἔλαβον
555ἐν τῇ διαρκείᾳ σύμπαντος τοῦ χρόνου τούτου διὰ μέσου
556τῆς ἐν Βερολίνῳ Πρεσβείας, ὅπερ καὶ διετασσόμην νὰ ἐπι-
557στρέψω, σημειῶν ἐπὶ τούτοις ὅτι «ἔλαβον γνῶσιν» αὐτοῦ.
558Τί δ’ ἔλεγε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τὸ μοναδικὸν καὶ τοσοῦ-
559τον σοβαρόν, τὸ ὁποῖον, ἀφοῦ διέπλευσε τοσαύτην ἔκτασιν,
560ὤφειλε νὰ ἐπιστρέψῃ μετὰ τῆς βεβαιώσεως ὅτι ἐξεπλήρωσε
561τὸν προορισμόν του; Ἀκούσατε: Μετὰ τὸν διαγωνισμόν,
562εἰς ὃν ἐπέτυχον πρῶτος, τὸ Ὑπουργεῖον ἔκρινε πρέπον νὰ
563μὲ μεταθέσῃ εἰς Κυπαρισσίαν, ἐνῷ τὸν δεύτερον μετ’ ἐμὲ
564ἐπιτυχόντα ἀπέστειλε κατ’ εὐθεῖαν εἰς Βερολῖνον. Ἐν
565Κυπαρισσίᾳ μοὶ εἶχεν ἀνατεθῆ καὶ ἡ ἰατρικὴ ὑπηρεσία τῶν
566φυλακῶν, ὅτε δέ, μετὰ πολλοὺς μῆνας, εὑρισκόμην πλέον
567ἐν Βερολίνῳ, κατέφθασε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, δι’ οὗ μοὶ
568ἐγνωστοποιεῖτο ὅτι ἀπελύθην τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἰατροῦ
569τῶν φυλακῶν Κυπαρισσίας!
570Ἦτο τὸ μόνον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἐπεκοινώνησα μετὰ τῆς
571πατρίδος μου. Ὅτε ἐπέστρεψα καὶ ἐπανῆλθον εἰς τὴν
572Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, τὸ πρῶτον καθῆκον τῆς Πολιτείας
573ἦτο βεβαίως νὰ ζητήσῃ λόγον παρ’ ἐμοῦ πῶς ἐχρησιμο-
574ποίησα τὸν χρόνον τῆς ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἐκπαιδεύσεώς μου,
575ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἡ πρώτη ἀπάντησις, ἥτις ἐδόθη εἰς τὴν
576παρουσίασίν μου, ἦτο ἡ τοποθέτησίς μου εἰς τὸ 3ον τάγμα
577τοῦ ἐν Λαρίσῃ 5ου Συντάγματος, τὸ «ἄνανδρον» καλού-
578μενον τάγμα, δηλαδὴ τὸ ἄνευ ἀνδρῶν». Ἔκτοτε οὐδ’ ἠρω-
579τήθην τί εἶδον καὶ τί ἔπραξα ἐν Γερμανίᾳ, καὶ πολλῷ δ’
580ἔτι οὐδὲ μοὶ ἐπετράπη — παρὰ τὰς ἐπιμόνους μου περὶ τού-
581του αἰτήσεις — νὰ ἀποδείξω τί ἠδυνάμην νὰ πράξω διὰ τὴν
582ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας μου. Οὕτω συνεπληρώθη ὀκταε-
583τία ἀπὸ τῆς ἐπανόδου μου. Καθ’ ὅμοιον τρόπον προσηνέ-
584χθησαν καὶ πρὸς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν εἰς ξένους
585στρατοὺς πρὸς ὡρισμένον σκοπόν. Ἔχω καθῆκον νὰ δια-
586μαρτυρηθῶ κατὰ τῆς συμπεριφορᾶς ταύτης, ἥτις καται-
587σχύνει τὴν Πολιτείαν. Εἴχομεν ἡμεῖς πάντες τὴν ἐλπίδα,
588ὅτι ἡμέραν τινὰ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παράσχωμεν τὴν συνδρο-
589μὴν ἡμῶν πρὸς ὀργάνωσιν τῆς εἰς ἣν ἀνήκομεν ὑπηρεσίας,
590ἀλλ’ ἤδη βλέπομεν καὶ τὴν ἐλπίδα ταύτην σβεννυμένην. Δὲν
591ἀρκεῖ ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον προσγίνεται τοιαύτη ἀδικία
592πρὸς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία ἀφήνει
593ἀχρήστους, ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος ἔρχεται καὶ νὰ μᾶς ἐγκολάψῃ
594τὸ στίγμα, ὅτι εἴμεθα ἀνίκανοι νὰ ὀργανώσωμεν τὰς ἡμε-
595τέρας ὑπηρεσίας.
596§30Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, πόσοι ἐκ τῶν
597ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν δύνανται νὰ ὀργανώσωσι τὴν
598ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν;
599§31Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πάντες οἱ ἀποσταλέντες πρὸς τὸν
600σκοπὸν τοῦτον. Δὲν εἶμαι μόνος ἐγώ, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι, εἰς
601τοὺς ὁποίους οὐδέποτε ἐπετράπη νὰ ἀναμιχθῶσι κἄν. Ἡ
602ὑπηρεσία ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποσταλῶσιν ἀξιωματι-
603κοὶ πρὸς ἐκπαίδευσιν διὰ διαγωνισμοῦ· προσῆλθον εἰς τὸν
604διαγωνισμόν, ἐπέτυχον, ἀπεστάλησαν, ἐπανῆλθον, ἀλλ’ οὐ-
605δέποτε ἐχρησιμοποιήθησαν. Πρώτιστον καθῆκον τῆς ἀνορ-
606θωτικῆς Κυβερνήσεως ἦτα ν’ ἀνακαλέσῃ ἐκ τῆς ἀχρηστίας
607τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, μόνον δ’ ἐὰν οὗτοι ἀπεδεικνύ-
608οντο ἀνίκανοι νὰ παρουσιάσωσιν ὅ,τι ἐπηγγέλθησαν, μόνον
609τότε ἐδικαιοῦτο νὰ κηρύξῃ αὐτοὺς ἐν χρεοκοπίᾳ.
610Ἡ γνώμη μου συνοψίζεται εἰς τοῦτο, ὅτι ἡ κυρία αἰτία
611τῆς κακοδαιμονίας ἡμῶν ἔγκειται εἰς τὴν τέως κυριαρ-
612χοῦσαν ἔλλειψιν πολιτικῆς χρηστότητος. Διότι δ’ ἡ πα-
613ροῦσα Κυβέρνησις ἐμπνέει εἰς ἡμᾶς τὴν πεποίθησιν τῆς
614ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν μεθόδων τοῦ παρελθόντος, γεννᾶται
615δικαία ἡ ἀπαίτησις, ὅπως, πρὸ πάσης προσφυγῆς εἰς τὴν
616τοσοῦτον δι’ ἡμᾶς ταπεινωτικὴν ἐπέμβασιν τῶν ξένων, δια-
617ταχθῇ ἡ ὑπεύθυνος χρησιμοποίησις τῶν διὰ τὸν σκοπὸν τοῦ-
618τον προορισθέντων.
619Νῦν καὶ ἐπί τι ἄλλο. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ γίνεται λόγος
620περὶ συμβάσεως, ἥτις θὰ συναφθῇ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς
621Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ
622Κράτους, ἐξ οὗ ἡ ἀποστολή. Ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω τὸν
623κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν: Θὰ προσαχθῇ ἐνώπιον
624ἡμῶν ἡ σύμβασις αὕτη;
625§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν).
626Ὄχι.
627§33Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν,
628ἂν καὶ ποῖα ἀντίποινα θὰ δυνηθῇ νὰ λάβῃ τὸ Κράτος παρὰ
629τοῦ ξένου ἐκείνου ὑπηκόου, ὅστις ἔμελλεν ἴσως ποτὲ ν’ ἀθε-
630τήσῃ τὰς πρὸς αὐτὸ ὑποχρεώσεις του. Καὶ ἤδη ἐξαιτοῦμαι,
631κύριοι Βουλευταί, τὴν ὑμετέραν συγγνώμην, ὅτι ἐξήνεγκον
632φράσεις πικράς, τὰς ὁποίας ὅμως ὑπηγόρευσε τὸ ἄλγος μου,
633ὡς ἀξιωματικοῦ. Τελευτῶν δ’ ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν,
634πρὸς ὑμᾶς, ὅσοι θὰ ὑπερψηφίσητε τοῦ νομοσχεδίου: Μὴ ὑψώ-
635σετε μόνον τὴν μίαν χεῖρα, ἀλλ’ ἀνατείνατε ἀμφοτέρας πρὸς
636τὸν οὐρανὸν εἰς συντριβὴν καρδίας καὶ οἶκτον.
637§34Γ. ΠΩΠ. Ἡ προσοχή, κύριοι συνάδελφοι, μετὰ τῆς ὁποίας
638ἡ Βουλὴ παρηκολούθησε καὶ τὰς ἀπὸ πρακτικοῦ πνεύμα-
639τος ἐμπνευσθείσας παρατηρήσεις τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς
640συναδέλφου καὶ τὰς παλλομένας ἐκ συγκινήσεως ἀποστρο-
641φὰς τοῦ ἐντίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ
642προσοχή, τὴν ὁποίαν εἰς τὰς παρατηρήσεις ταύτας παρέχει
643ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεικνύει τὴν ὄντως ἐξαιρετικὴν σημασίαν
644τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἐνώπιον ἡμῶν.
645Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσω ἀπὸ τῆς ἐπόψεως τῆς σκοπι-
646μότητος ἢ ἐξ αἰσθηματικῶν λόγων, καθ’ ὃν τρόπον ἔκρινε
647τοῦτο ὁ πρὸ ἐμοῦ κατέχων τὸ βῆμα. Δὲν πρόκειται ἀκόμη
648νὰ ἐξετάσω ἀπὸ διεθνοῦς μορφῆς τὴν σημασίαν τῆς μετα-
649κλήσεως ἐξ ἑνὸς ἢ ἄλλου Κράτους ἀξιωματικῶν ἐχόντων
650τὴν ἀποστολὴν νὰ ὀργανώσωσι τὸν στρατὸν ἡμῶν.
651Εἶναι ταῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα οὔτε κατὰ τὴν πα-
652ροῦσαν ὥραν πρόκειται νὰ ἐρευνηθῶσιν, οὔτε ἔχουσιν ἐξάρ-
653τησίν τινα ἀπὸ τὸν εἰδικώτερον σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδι-
654ώκει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸν σκοπὸν δηλονότι τὸν καθα-
655ρῶς πρακτικὸν ἀποδόσεως ὠφελημάτων ὑπὲρ τῆς στρατιω-
656τικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας. Τοῦτο δ’ εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν
657σημαντικὸν σημεῖον τοῦ ὑποβληθέντος πρὸς ἡμᾶς νομοσχε-
658δίου. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι παρ’ ὅλα τὰ λεγόμενα, ὡς
659αἰσθηματικὴ διαμαρτυρία, ὑπῆρχεν ἀνάγκη ὀργανώσεως
660καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ. Ἦτο τοῦτο κοινὴ βούλη-
661σις, κοινὸς πόθος, καί, ὅτε τὸ Κράτος ἡμῶν μετὰ μίαν αἰ-
662σχύνην δὲν κατώρθωσε νὰ ὀργανωθῇ μέχρι τοῦδε, εἶχεν
663ἀνάγκην ἐπιβολῆς τινος ἰσχυροτέρας, ἐπιβολῆς, ἥτις θὰ
664διέσπα δεσμοὺς ἀορίστους, ἀλλ’ ἰσχυρούς, οἵτινες παρημπό-
665διζον τὴν πρόοδον αὐτοῦ τούτου τοῦ στρατεύματος. Ὥστε
666ἡ σκοπιμότης τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀνα-
667λογεῖ πρὸς τὴν σκοπιμότητα τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος,
668τὸ ὁποῖον ἀναθεωρήσαντες ἐψηφίσαμεν. Εἶναι ἐκείνη, ἡ
669ὁποία πρόκειται νὰ φέρῃ ἡμᾶς εἰς συμπεράσματα, ἂν ὄν-
670τως θὰ ἔχωμεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς
671τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
672Τὸ πρᾶγμα, ὡς βλέπετε, ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν τύ-
673χην τοῦ στρατεύματος· εἶναι ἡ τελευταία ἀπόπειρα, τὴν
674ὁποίαν ποιεῖται ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἥτις πάντοτε
675προκειμένου περὶ στρατοῦ εἰλικρινῶς ἐξεπροσώπευσε τὸ
676δημόσιον φρόνημα, παρέχουσα οἱονδήποτε αἰτηθὲν μέσον,
677ἵνα ἐνισχύσῃ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἄμυναν. Ἐνώπιον τῆς τε-
678λευταίας ἀποπείρας ἓν ἔχομεν ἡμεῖς καθῆκον, ἀφήνοντες
679τὰ λοιπὰ κατὰ μέρος νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως ἐνισχύον-
680τες τὸ ἔργον τῆς ξένης ἀποστολῆς μὴ ἀφήσωμεν νὰ ἀπο-
681τύχῃ τοῦτο (εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ
682τοῦ ἐδάφους τούτου θὰ συνεχίσω τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
683δίου συζήτησιν, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀντὶ νὰ ὑπο-
684βοηθῇ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὑπαγορεύει εἰς ἡμᾶς στοι-
685χειῶδες αἴσθημα ἐθνικῆς ἀμύνης, διὰ τῆς διαπλάσεως στρα-
686τοῦ καταλλήλου, ἐμφανίζει νέα προσκόμματα ἀνυπέρβλητα,
687πρὸς ἐπίτευξιν τοιούτου σκοποῦ. Εἶναι τὸ νομοσχέδιον
688τοῦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ εἰς ἀποτυχίαν τὴν ξένην
689ἀποστολήν.
690Δὲν γνωρίζω τίνες ἦσαν οἱ τὸ νομοσχέδιον εἰσηγηθέντες
691εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου,
692ὅστις ἀναμφισβητήτως δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ σαφῶς τὰ
693πράγματα καὶ λόγῳ τῆς ὀλιγοχρονίου παραμονῆς αὐτοῦ
694εἰς εἰδικὴν ὑπηρεσίαν καὶ λόγῳ τῆς φυσικῆς ἐλλείψεως
695ἐπαρκῶν πρακτικῶν γνώσεων, καὶ λόγῳ τῆς ἐλλείψεως
696ἐπαρκοῦς γνώσεως τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ
697ἠδύναντο νὰ παράσχωσι τὰ μέσα τῆς σταθερᾶς προόδου
698τῆς στρατιωτικῆς ἡμῶν ἀναπτύξεως, δὲν γνωρίζω, λέγω,
699ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρέσχον τὸ σύστημα τοῦτο
700τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόε-
701δρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν
702Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἐξ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου καθίσταται
703ἐμφανὲς ἓν καὶ μόνον, ὅτι εἶναι ἀπροκάλυπτος σχεδὸν ἡ
704προσπάθεια ἡ δι’ ὅλων τῶν ἄρθρων καὶ δι’ ὅλων τῶν ση-
705μείων τοῦ νομοσχεδίου διήκουσα, ὅπως παρεμβληθῇ πρόσ-
706κομμα εἰς τὴν πραγματικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τῆς
707ἀναδιοργανώσεως τοῦ στρατοῦ. (Αἴσθησις).
708Ἐγνώρισα καὶ ἐγὼ τὸν ἔντιμον στρατηγόν, ὅστις μετα-
709κληθεὶς ἀφίκετο εἰς τὴν ἡμετέραν πατρίδα, ἀναμφισβητή-
710τως δὲ ἡ συνομιλία μετὰ τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου ἐμφανίζει αὐτὸν
711διαπνεόμενον, ὄχι ἁπλῶς — καὶ εἶναι σημαντικὸν τοῦτο — ἐξ
712αἰσθήματος πραγματικῆς ἀγάπης πρὸς τὸ ἡμέτερον Κρά-
713τος, ἀλλὰ καὶ ἐξ αἰσθήματος ἐθνικῆς ὑπερηφανείας πρὸς
714τὴν γενέτειραν αὐτοῦ, ὅπως τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτε-
715λέσῃ ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ τῇ ὀλιγοχρονίως θετῇ, ἀποδοθῇ
716ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ, ὡς τιμὴ πρὸς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον τὸν
717ἀποστέλλει ἐνταῦθα μετὰ τῶν συναδέλφων του, ἵνα ὀργα-
718νώσῃ τὸν στρατόν.
719Εἶναι δὲ γεγονὸς τοῦτο ἀληθῶς ἐνθαρρυντικὸν καὶ εἶναι
720ἄξιος πάσης τιμῆς, ἀρχηγὸς ἡγούμενος ἀποστολῆς τοιαύ-
721της, ὅτε ἀπὸ τῶν δύο τούτων ἐπόψεων ἐννοεῖ νὰ ἐντείνῃ
722τὰς προσπαθείας αὐτοῦ καὶ μορφώσῃ τὰς ἀποφάσεις του,
723ἵνα πραγματοποιήσῃ τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει αὐτὴ
724ἡ μετάκλησίς του.
725Δὲν πρόκειται συνεπῶς περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου,
726καὶ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὑποθέτω, νὰ ἀκολουθήσω, καίτοι περὶ
727τῆς ἀρχῆς γίνεται συζήτησις, τὸν τρόπον τῆς ἐρεύνης, καθ’
728ὃν ἤρξατο τούτου ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας
729Βουλευτής, διότι δὲν εἶναι ἄλλως δυνατὸν εἰμή, ἐὰν ἐρευ-
730νῶντες ἄρθρον πρὸς ἄρθρον ἀπολήξωμεν εἰς τὰς σκέψεις
731ἐκείνας καὶ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἀκουόμενα μετὰ
732προσοχῆς καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς θὰ
733εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανίσωσι νομοσχέδιον σύμφωνον πρὸς
734τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον φαίνεται τοὐλάχιστον ὅτι ἐπιδιώ-
735κει ἡ Κυβέρνησις, τὸν σκοπὸν τῆς πραγματικῆς ὀργανώ-
736σεως τοῦ στρατοῦ. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ γίνεται λόγος περὶ
737τῆς μετακλήσεως τῆς ξένης ἀποστολῆς πρὸς ὀργάνωσιν καὶ
738ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι
739συνάδελφοι, ὅτι αἱ ὀργανώσεις δὲν εἶναι δημιουργήματα
740ἐπιστήμης ἐκ τῆς ἔξωθεν ἐρχομένης εἴς τινα χώραν· εἶναι
741αἱ ὀργανώσεις ἐκδηλώσεις τοῦ συνόλου τῆς ἀναπτύξεως καὶ
742ἐξελίξεως ἑνὸς λαοῦ, ἀναμφισβητήτως δέ, ἐὰν ἐπρόκειτο
743ἀπὸ τοιαύτης μορφῆς νὰ ἐκρίνομεν, θὰ ἔλεγον ἐγώ, ὅτι ἐκεῖ-
744νος, ὁ ὁποῖος θὰ ὀργανώσῃ ἓν ἔθνος, ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ πρα-
745γματικῶς ἀπὸ τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ.
746Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον καλοῦμεν ὀργανωτὴν ἔχοντα μετὰ τῶν
747συμπατριωτῶν συναδέλφων αὐτοῦ ἀποστολὴν ἵνα ἐκπαιδεύσῃ
748τὸν στρατόν, ἤθελον παρακαλέσει, ὅπως δοθῇ ἐξήγησις εἰς
749ἀπορίαν τινά, ἥτις γεννᾶται ἐν ἐμοί, ὥστε νὰ ἐρωτήσω: Διὰ
750τοῦ πρώτου ἄρθρου τούτου κατὰ ποῖον τρόπον θὰ τελῆται
751ταυτοχρόνως ὀργάνωσις καὶ ἐκπαίδευσις; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ
752σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ὀργάνωσις ἡ πάντοτε τελου-
753μένη ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν
754θὰ διαστέλληται πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας
755οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ παρεμβολὴν ὁ πολιτικὸς ἐν τῇ
756Κυβερνήσει ἀντιπρόσωπος;
757Ἀπὸ τῆς ἐπόψεως ταύτης τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐμφα-
758νίζει ἀκριβῶς τὰς προσπαθείας καὶ τοὺς σκοπούς, οἱ ὁποῖοι
759ὁδηγοῦσι πρὸς τὴν πιθανήν, τὴν ἀναμφισβήτητον, κατ’ ἐμὴν
760γνώμην, ἀποτυχίαν τῆς ἀποστολῆς τῆς Γαλλικῆς, διότι τὸ
761ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ συνδέσωμεν πρὸς τὸ ἄρθρον 3,
762τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Ὁ στρατιωτικὸς ἀρχη-
763γὸς τῆς ἀποστολῆς δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν διοίκησιν τῶν
764ἀποτελουσῶν τὸν στρατὸν μεραρχιῶν καὶ τὴν ἐποπτείαν
765τῶν στρατιωτικῶν σχολῶν καὶ καταστημάτων».
766Συνεπῶς πρόκειται περὶ ἐκπαιδεύσεως, διότι παύει ἀπὸ
767τοῦ σημείου ἐκείνου ἡ ὀργάνωσις. Γίνεται ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ
768στρατοῦ καὶ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ ὀργανῶν, θὰ εἶναι
769ἀνάγκη, ἀφήνων τῆς ὀργανώσεως τὸ ἔργον, νὰ ματαιοπονῇ
770εἰς τὴν διοίκησιν μιᾶς, δύο, τριῶν μεραρχιῶν, ἀναλαμβά-
771νων ἐν ἀρχῇ τὴν διοίκησιν μιᾶς ἑκάστης καὶ ἐν συνόλῳ τῶν
772τριῶν μεραρχιῶν τὴν διοίκησιν. Καὶ ἐρωτᾶται: Ὑπῆρχεν
773ἐν τῇ συνειδήσει ἁπάντων ἡμῶν ἡ πραγματικὴ πεποίθησις
774ὅτι, ἵνα προοδεύσῃ ὁ στρατὸς ἡμῶν, ἔχομεν ἀνάγκην, οὐχὶ
775ἐκκαθαρίσεως, καθ’ ὃ σύστημα ἐγένετο, ἐκκαθαρίσεως ἀπο-
776βαλλούσης ἐνίοτε καὶ τοὺς ὄχι ἀνικανωτέρους ἀπό τινος
777σώματος στρατοῦ; Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἐκκαθαρίσεως
778θετικωτέρας, μᾶλλον οὐσιαστικωτέρας, ἐκκαθαρίσεως ἀπο-
779λύτως ἐπιβεβλημένης ἐξ ἀντιθέτου, τῆς ἀμοιβῆς δηλονότι
780τῶν ὄντως ἱκανῶν;
781Δύναταί τι ὁ στρατιωτικὸς ὁ μετακληθείς, τὸν ὁποῖον κυ-
782ρίως διὰ τοῦτο ἐκαλέσαμεν, διότι ἐν τῇ συνειδήσει καὶ τῶν
783εἰσηγουμένων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τῶν εἰσηγηθέντων
784τὴν μετάκλησιν ξένων ὀργανωτῶν ἦτο, ὅπως συντριβῶσι
785τὰ προχώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνήρουν πᾶσαν πρὸς πρό-
786οδον προσπάθειαν, τὰ ὁποῖα ἐχώριζον τὸν στρατὸν εἰς ὁμά-
787δας καὶ παρεῖχον τὰ μέσα, ὅπως οὔτε προβιβασμοὶ ἐν δι-
788καιοσύνῃ πραγματικῇ οὔτε μεταθέσεις κατὰ τὰς ἀνάγκας
789τῆς ὑπηρεσίας τελῶνται; Ὁ εἰσηγηθεὶς τοῦ νομοσχεδίου,
790ὁ συντάξας δηλαδὴ τοῦτο, ἐλησμόνησεν ἢ μᾶλλον ἠθέλησεν,
791ἵνα λησμονήσῃ, ὅτι ἐν τῇ ἀνωμαλίᾳ τῇ ἐν τῷ στρατῷ προ-
792κληθείσῃ καὶ ἥτις ἦτο εὔλογος μετὰ τὴν ἐκεῖθεν ἀπομά-
793κρυνσιν τοῦ Γεν. αὐτοῦ Ἀρχηγοῦ, ὑφίσταται νομοθεσία τις
794στρατιωτικὴ ἐντελῶς μετέωρος, ἀλλ’ ἰσχύουσα καθ’ ὅλην
795αὐτῆς τὴν ἔκτασιν.
796Ἔρχεται λοιπόν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀποσπᾶται ἀπὸ τῆς
797ὀργανώσεως, δηλαδὴ ἀπὸ τῆς καθαρᾶς ἐπιτελικῆς ὑπηρε-
798σίας, τὴν ὁποίαν ὡς ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ὁ ξένος ὀρ-
799γανωτὴς ἐν συμπράξει μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιω-
800τικῶν θὰ προσπαθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ, καὶ προσκολλᾶται εἰς
801τὴν ἐκπαίδευσιν. Τίνα θέσιν ἔχει ὁ ξένος ὀργανωτής; Θὰ
802εἶναι μέραρχος, θὰ εἶναι ἀρχηγὸς δύο μεραρχιῶν, θὰ εἶναι
803ἀρχηγὸς τριῶν μεραρχιῶν. Καὶ λαμβάνομεν τὴν πρώτην
804ὄψιν καὶ ἐρωτῶμεν: Ἐὰν τὸ συμβούλιον τῶν μεράρχων
805κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς μετάθε-
806σιν ἀξιωματικοῦ τινος, ποίαν γνώμην θὰ δύναται νὰ ἔχῃ ὁ
807ξένος ὀργανωτής; Ἐὰν μὲν εἶναι μέραρχος διοικῶν μίαν
808μεραρχίαν, θὰ ἔχῃ μίαν ψῆφον, ἐὰν ἀρχηγὸς τῶν τριῶν με-
809ραρχιῶν, θὰ ἔχῃ τὸ αὐτό, καί, ἐὰν εἶναι ἀρχηγὸς τοῦ ἐπι-
810τελείου, οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ.
811Τοῦτο θὰ συμβαίνῃ διὰ τοὺς προβιβασμούς, τοῦτο θὰ
812συμβαίνῃ διὰ τὰς μεταθέσεις, τοῦτο θὰ συμβαίνῃ διὰ τὰς
813τιμωρίας τὰς οὐχὶ πειθαρχικάς, αἵτινες τῷ παρέχονται ὑπὸ
814τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὰς τιμωρίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι
815τὴν πραγματικὴν κατάρτισιν στελεχῶν στρατοῦ. Ἀφοῦ
816δ’ ἐπὶ τοῦ σημείου τοῦ κυριωτάτου τῆς ὀργανώσεως τοῦ
817στρατοῦ δὲν παρέχομεν τὰ μέσα εἰς τὸν ὀργανωτὴν νὰ ἔχῃ
818γνώμην κύρους καὶ ἐπιβολῆς, νὰ καταστρέψῃ δηλαδὴ ἀκρι-
819βῶς τὰς μεθόδους ἐκείνας, αἵτινες ἐγένοντο ἀφορμὴ τῆς
820μετακλήσεώς του, κατὰ ποῖον τρόπον δυνάμεθα νὰ εἴπω-
821μεν, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ καθοδηγήσῃ εἰς πραγματικὴν
822ἀποτυχίαν τὸ ἔργον τῆς ἀποστολῆς ταύτης; Εἶναι ἆρά γε—
823ἐρωτῶ τὴν ψυχὴν παντὸς ἀνθρώπου πονοῦντος τὸν τόπον
824τοῦτον—, εἶναι ἆρά γε τόσον ἰσχυρὰ ἡ δύναμις ἐκείνων, οἱ
825ὁποῖοι ἐννοοῦσι νὰ συγκρατῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν, ὡς ἀτόμων,
826ὡρισμένην ὑπηρεσίαν, ὥστε εἰς τὴν ὑστάτην αὐτὴν προσ-
827πάθειαν τῆς ἐθνικῆς ἐν τῷ στρατῷ ὀργανώσεως νὰ παρεμ-
828βάλλωνται τοιαῦτα προσκόμματα;
829Ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι,
830ἂν δὲν πλανῶμαι, καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι δὲν πλανῶμαι,
831καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ
832θελήσωσι τὰς παρατηρήσεις ταύτας νὰ τὰς ἀκούσωσι, καὶ
833ὅτι θὰ καλέσῃ ὁ εἰσηγηθεὶς τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργὸς ἐκεί-
834νους, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ νομοθέτημα τοῦτο καὶ θὰ ζη-
835τήσῃ ἐξηγήσεις καὶ θὰ θελήσῃ, ὅπως εἰς ἡμᾶς ψηφίζοντας
836τοῦτο αὔριον εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν μὴ ἀφήσῃ ἔστω
837ἑνὸς πατριώτου τὴν ψυχὴν ἐν ἀμφιβολίᾳ περὶ τῆς σκοπι-
838μότητος τῆς Γαλλικῆς ταύτης ἀποστολῆς. Τοῦτο εἶναι
839ἡ οὐσία καὶ ἡ βάσις τῶν παρατηρήσεων.
840Ὑπάρχουσι, κύριοι συνάδελφοι, λεπτομέρειαι πλεῖσται ἐν
841τῷ νομοσχεδίῳ, λεπτομέρειαι ἀληθῶς σημαντικαί. Καὶ ἐκεί-
842νας, τὰς ὁποίας παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττι-
843κῆς καὶ Βοιωτίας, ὡς περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαβαθμίσεως
844τοῦ ἥκιστα πρακτικοῦ τρόπου τῆς βαθμολογίας ἀξιωματι-
845κῶν, οἵτινες τίθενται εἰς τὸ ἀριστερόν, ἀνωτέρου βαθμοῦ.
846Αἱ βαθμολογίαι ἀπομένουσιν αἱ οὐδεμίαν ἔχουσαι πρακτικὴν
847σημασίαν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐνθυμίζουσαι τὰς χώρας ἐκείνας, αἱ
848ὁποῖαι μετακαλοῦσαι ξένους ἀξιωματικοὺς τοῖς δίδουσι
849καὶ τὸν τίτλον τοῦ Πασσᾶ. Πρόκειται ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ
850καὶ περὶ ἐλλείψεως προσοχῆς εἰς τὸ στοιχειῶδες καθῆκον
851τῆς προσοχῆς, διὰ τὴν φιλοτιμίαν ἑνὸς σώματος. Διότι
852δημιουργεῖτε κατὰ τρόπον ἀτυχῆ προσβολὴν κατὰ σει-
853ρᾶς ἀξιωματικῶν Ἑλλήνων κατεχόντων διαπρεπῆ θέ-
854σιν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Εἰς αὐτοὺς φέρετε ἕνα λοχαγὸν μὲ
855τὴν στολὴν τὴν Γαλλικήν, καὶ καταργεῖτε οὕτω τὴν δι-
856εθνῆ παράστασιν τῆς ἱεραρχίας τῶν στρατιωτικῶν βαθμῶν
857καὶ λέγετε ὅτι εἶναι κατὰ πλάσμα ταγματάρχης.
858Καί, ἂν εἶναι κατὰ πλάσμα ταγματάρχης, θὰ ἠρώτων
859τί θὰ συμβῇ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ὁ ἴδιος ἀξιωματικὸς
860προαχθῇ εἰς ταγματάρχην ἐν Γαλλίᾳ καὶ εὑρίσκεται τα-
861γματάρχης ἐν τῷ Ἑλληνικῷ στρατῷ; Θὰ προαχθῇ εἰς ἀντι-
862συνταγματάρχην; Καὶ δὲν θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, ὅπως ὡς
863ξένος ἀξιωματικὸς κληθεὶς πρὸς ἐκπαίδευσιν τάσσηται ἐν
864τῷ αὐτῷ βαθμῷ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ,
865χωρὶς νὰ γίνηται τοιαύτη ἀσέβεια καὶ νὰ δεικνύηται τοι-
866αύτη ἔλλειψις στοργῆς πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν στρατιωτικὴν
867ἐπιστήμην, δὲν θὰ ἦτο σκοπιμώτερον, λέγω, νὰ τοποθετῆ-
868ται μὲ τὸν αὐτὸν βαθμόν του εἰς τὸ δεξιὸν μὲ σειρὰν ἀρ-
869χαιότητος; Ἀλλ’ εἶναι λεπτομέρειαι ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι θὰ
870ἐμποδίσωσι τοὺς Γάλλους νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὰ λογιστικὰ
871καὶ τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ. Καὶ εἶναι βε-
872βαίως ἐμφανὲς ὅτι θὰ ἦτο πόθος, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐννοίας
873τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται οἱ ἐν τῇ ξένῃ ὑπηρε-
874τοῦντες, θὰ ἦτο ἐμφανὲς ὅτι βεβαίως θὰ ἐδέχετο τοῦτο
875μέχρι τῆς ἐκμαθήσεως τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἡ ἀπο-
876στολή, διὰ νὰ μὴ ὑπέχῃ εὐθύνην πράξεων λογιστικῶν, τῶν
877ὁποίων δὲν θὰ εἶχε σαφῆ τὴν γνῶσιν. Ἀλλὰ δεχομένη
878τοῦτο θὰ ἐσκέπτετο ταυτοχρόνως ὅτι νομοθεσία εἰδικὴ θὰ
879ἐγίνετο. Ποῦ εἶναι αὕτη;
880Ἀλλὰ τοιαύτη διατύπωσις ὑπάρχει ἐν τῷ εἰδικῷ ἄρθρῳ
881τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία δὲν θὰ μᾶς παράσχῃ τὰ μέσα νὰ
882ἔχωμεν λογιστικὴν τάξιν, δὲν θὰ μᾶς παράσχῃ τὰ μέσα
883νὰ ἔχωμεν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, διότι αὐτὰ θὰ τὰ ἔχω-
884μεν μορφουμένου νέου τινὸς συστήματος μὴ ὑπάρχοντος κἂν
885ἐν τῷ στρατῷ. Καὶ τότε τί θὰ συμβῇ; Εἶναι προφανὲς
886τοῦτο θὰ συμβῇ, ὥστε ὁ ὑποδιοικητὴς ἑνὸς σώματος, ὁ
887λογιστικῶς ὑπόλογος καὶ ὑπεύθυνος σώματος μεγάλου, οὐχὶ
888λόχων, διότι δύναται ἄριστα νὰ ὑπάρχῃ ἄλλος λοχαγὸς τοῦ
889οἰκονομικοῦ μέρους, καὶ ἄλλος λοχαγὸς τῆς διοικήσεως τῆς
890πραγματικῆς, θὰ συμβῇ ὥστε κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ
891παρουσιάζεται ἐνταῦθα, ὁ ξένος διοικητὴς μεγάλων μονά-
892δων νὰ θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς πρᾶξιν διὰ τῆς παροχῆς μέ-
893σων πρὸς τὸν στρατόν, ὃν θὰ διοικῇ, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα
894νὰ πράξῃ, ἀλλὰ συγχρόνως ὁ ὑπόλογος ὑποδιοικητὴς ν’ ἀρ-
895νηθῇ, εὐλόγως δέ, εἴτε ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος εἴτε δια-
896στρέφων τὰ πράγματα, νὰ ἀρνηθῇ, λέγω, νὰ θέση τὴν ὑπο-
897γραφὴν αὑτοῦ καὶ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην λογιστικῆς διαχει-
898ρίσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὁ διατάσσων ὡς
899διοικητὴς τὴν κινητοποίησιν ὡρισμένου σώματος τοῦ στρα-
900τοῦ. Περιορίζομαι εἰς τὰ γενικὰ ταῦτα σημεῖα, διότι τὸ
901νομοσχέδιον γέμει ἀτελειῶν. Ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν, Κύριοι,
902εἶναι σύμφωνος πρὸς τοὺς πόθους τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις
903ἐκλήθη νὰ ὀργανώσῃ καὶ τὰ τοῦ Κράτους καὶ τὸν Ἑλλη-
904νικὸν στρατόν. Φρονῶ ὅμως ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς
905καλουμένους νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἀναιροῦντα πόθους, ὁμοίως
906νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι ὁ νόμος οὗτος ἐνέχει τὰ ἐχέγ-
907γυα τῆς πλήρους ἀποτυχίας τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, δι’
908ἣν ὅμως εὐχόμεθα πάντες νὰ ὁδηγήσῃ τὸν στρατὸν τὸν Ἑλ-
909ληνικὸν νικηφόρον ἐκεῖ ὅπου αἱ ἑλληνικαὶ παραδόσεις ὁρί-
910ζουσι τὸ μέλλον αὐτοῦ (χειροκροτήματα).
911§35Π. ΓΚΙΝΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἡ ψυχολογικὴ κατάστα-
912σις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ἔθνος, ὡς πρὸς τὰ ἐσω-
913τερικὰ αὐτοῦ ζητήματα, μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ἐκφράσω γνώ-
914μην περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς προσκλήσεως τῆς Γαλλι-
915κῆς ἀποστολῆς. Τὴν προσωπικήν μου γνώμην τὴν ὑποτάσσω
916ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρ-
917νησις καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νο-
918μίζει ὅτι ὡς ὁ ναυαγός, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν τελευταίαν στι-
919γμὴν τοῦ κινδύνου ἁρπάζει σωσίβιον, διὰ νὰ σωθῇ, οὕτω
920καὶ οἱ ξένοι ὀργανωταὶ θὰ εἶναι ὠφέλιμοι εἰς τὸν τόπον.
921Ἀσπάζομαι τὴν γνώμην αὐτὴν καὶ τάσσομαι κατ’ ἀρχὴν
922ὑπὲρ τῆς προσκλήσεως ξένων ὀργανωτῶν καὶ εἰς τὸ ναυτι-
923κὸν καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς. Εὔχομαι καὶ ὡς ἀξιω-
924ματικὸς καὶ ὡς Ἕλλην ἡ ἐπιτυχία νὰ στέψῃ τοὺς ἀγῶ-
925νας τῶν ξένων ὀργανωτῶν. Εἶναι καιρὸς πλέον, κύριε Πρόε-
926δρε, ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης νὰ ἀνακτή-
927σωσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν τόσον
928ἀναγκαίαν πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ μεγάλου ἔργου αὐτῶν. Εἶ-
929ναι καιρὸς πλέον, τοὐλάχιστον ὁμιλῶ ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ
930ναυτικοῦ, νὰ μὴ νομίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι εἴμεθα ὁμὰς
931μισθοφόρων καὶ τρεφόμεθα ἐκ τοῦ ἱδρῶτος αὐτοῦ. Εἶναι
932ἀνάγκη δι’ οἱουδήποτε μέσου νὰ καταπνίξωμεν πᾶσαν προ-
933σωπικὴν φιλοτιμίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, πρὸ τοῦ σκοποῦ,
934τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ἔθνος διὰ τῆς συντηρήσεως τοῦ
935στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐξορκίζω τὸν
936στρατὸν νὰ καταπνίξῃ πᾶν αἴσθημα φιλοτιμίας, πᾶν αἴ-
937σθημα ἐγωισμοῦ, ὃν ἤθελεν ἴσως νομίσει διὰ τοῦ προκει-
938μένου μέτρου θιγόμενον, πάντες δὲ ἀπὸ τοῦ ἀνωτέρου βα-
939θμοφόρου μέχρι τοῦ τελευταίου νὰ βοηθήσωσι τοὺς ξένους
940ὀργανωτὰς πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπιδιώκουσι
941(χειροκροτήματα).
942Αὐτά, Κύριοι, εἶχον δι’ ὀλίγων γενικῶς νὰ εἴπω εἰς τὴν
943Βουλὴν ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ τούτου ζητήματος. Θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
944ψῃ δὲ ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθω εἰς μικράς τινας λεπτο-
945μερείας ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τὸ ἄρ-
946θρον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ λέξει ἀναγράφεται «ὁ στρα-
947τηγὸς ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν διοί-
948κησιν τῶν ἀποτελουσῶν τὸν στρατὸν μεραρχιῶν καὶ τὴν
949ἐποπτείαν τῶν στρατιωτικῶν σχολῶν».
950Καὶ τὸ γράμμα ἀλλὰ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἀφήνουσι
951νὰ ἐννοηθῇ ὅτι δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τοῦ Κράτους
952νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἀποστολῆς τοῦ στρατοῦ
953καθήκοντα γενικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ ἐν καιρῷ εἰρήνης.
954Διότι, ὅταν ταυτοχρόνως ἀναθέσῃ εἰς αὐτὸν τὴν διοίκησιν
955τῶν μεραρχιῶν καὶ τὴν διοίκησιν τῶν στρατιωτικῶν κα-
956ταστημάτων καὶ τῶν σχολῶν, ἔχομεν τὸ σύνολον τοῦ στρα-
957τοῦ διοικούμενον ὑπὸ τοῦ ξένου ὀργανωτοῦ. Ἑπομένως ἀνα-
958θέτουσα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, δηλαδὴ τὸ ἐπὶ τῶν Στρα-
959τιωτικῶν Ὑπουργεῖον, ὅλας αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸν
960ἀρχηγὸν τῆς στρατιωτικῆς ἀποστολῆς καθιστᾷ τοῦτον γε-
961νικὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ. Ὁ στρατηγὸς θὰ εἶναι ὑπο-
962χρεωμένος νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν γενικὴν περὶ τῆς καταστά-
963σεως τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν ἔκθεσιν δὲ ταύτην μοιραίως θὰ θίξῃ
964ζητήματα προσωπικά· καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν
965Στρατιωτικῶν· ἐπιτρέπει ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία, ἡ προνο-
966οῦσα περὶ τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ,
967νὰ σεβασθῇ τὴν γνώμην τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀποστολῆς, ναὶ
968ἢ ὄχι; Ἐγὼ νομίζω ὄχι, ἀπ’ ἐναντίας ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία
969ὑποχρεοῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἀσπασθῇ τὴν
970γνώμην τῶν τριῶν μεράρχων, ἑπομένως γεννᾶται ζήτημα
971συγκρούσεως μεταξὺ τῆς γνώμης τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀποστο-
972λῆς καὶ τῆς γνώμης τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου καλουμένων νὰ γνω-
973μοδοτήσωσι περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ γεγονὸς
974τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ θέσω ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ
975κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐλπίζω ὅτι διὰ κα-
976ταλλήλου νομοθετήματος θὰ θελήσῃ νὰ ἄρῃ τὴν σύγκρου-
977σιν ταύτην. Καὶ ἕτερον γεγονὸς νομίζω ὅτι εἶναι ἄξιον
978μελέτης ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν,
979τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς καὶ
980Βοιωτίας Βουλευτής, τὸ ζήτημα τῆς στολῆς. Τὸ ζήτημα
981τῆς στολῆς, Κύριοι, εἶναι ψυχολογικόν· θὰ ἔχῃ μεγάλην
982ἠθικὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς
983ψυχῆς ἀκόμη. Νομίζω δὲ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν κωλύη-
984ται ἢ ἂν κωλύηται διὰ πράξεως, διὰ συμβάσεως πρὸς τὴν
985Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία μᾶς ἔστειλε τὴν ἀποστολήν,
986δύναται διὰ καταλλήλου ἐνεργείας νὰ ἐπιτύχῃ, ὅπως οἱ
987Γάλλοι ἀξιωματικοὶ φέρωσι τὴν Ἑλληνικὴν στολήν. Ἐλ-
988πίζω ὅτι ἡ διπλωματικὴ ἱκανότης τοῦ κ. Προέδρου τῆς
989Κυβερνήσεως θὰ ἐπιτύχῃ τὴν συναίνεσιν τῆς Γαλλικῆς
990Κυβερνήσεως, ὅπως οἱ ἐνταῦθα Γάλλοι ἀξιωματικοὶ φέ-
991ρωσι τὴν στολὴν τοῦ τόπου. Καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν οἱ Ἕλ-
992ληνες ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐκεῖ φέρουσι τὴν Γαλ-
993λικὴν στολήν, ἐγὼ δέ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ὑπη-
994ρετήσω ἐπὶ δύο ἔτη ἐν τῷ Γαλλικῷ στόλῳ πρὸ εἰκοσαετίας,
995εἶχον τὴν τιμὴν κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ φέρω τὴν Γαλ-
996λικὴν στολήν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κα-
997τορθωθῇ τοῦτο.
998Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σοβαροῦ
999τούτου ζητήματος, ὅταν θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ ζήτημα
1000τῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, καθόσον εἰς τὸ ναυτικὸν τοὐλά-
1001χιστον ἔχει ὁ ἀξιωματικὸς ἐκ τῶν κειμένων νόμων διεθνεῖς
1002ὑποχρεώσεις, καὶ νομίζω ὅτι ξένος ναύαρχος ἐνεργῶν ὑπὸ
1003τὴν αἰγίδα τῆς Ἑλληνικῆς σημαίας θὰ εἶναι ἄτοπον νὰ
1004φέρῃ ξένην στολήν (χειροκροτήματα).
1005§36Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Θὰ ηὔχετό τις, κύριοι Βουλευταί, ἓν
1006τόσον σοβαρὸν καὶ σπουδαῖον ζήτημα νὰ μὴ ἀρχίσῃ ἀπὸ
1007τὴν ἀφαίρεσιν ἢ τὴν προσθήκην ἑνὸς συνδέσμου, ἵνα κατα-
1008λήξῃ ἐκεῖ, ἔνθα κατέληξεν. Ἡ ἀπόφασις τῆς μετακλήσεως
1009ξένων ἀξιωματικῶν ὑπὸ τὰς τοιαύτας τοῦ ἔθνους περιστά-
1010σεις εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην ἔργον ὑψίστης πολιτικῆς περι-
1011νοίας, ἂν δὲ οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐλάμβανον τὸν
1012κόπον νὰ ἐξετάσωσιν οὐχὶ τὰς λέξεις καὶ τὰς φράσεις,
1013ἀλλὰ νὰ ψυχολογήσωσιν ἐπὶ τῶν γραμμῶν καὶ νὰ ἐμβαθύ-
1014νωσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας, θὰ ἔβλεπον ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶ-
1015πον προηγουμένως, εἶναι ἀληθές, θὰ ἔβλεπον ὅτι εἰς τὴν
1016ἀπόφασιν αὐτὴν ὑπάρχει λόγος βαθύτατος, σκοπὸς ἱερός, ὁ
1017ὁποῖος δὲν πρέπει νὰ λεχθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὰ
1018πρῶτα ἔτη τῆς ζωῆς μου, Κύριοι, διήνυσα ἐν τῷ στρατῷ,
1019ἡ μόνη μου δὲ φιλοδοξία ἦτο νὰ γίνω στρατιώτης. Κατὰ
1020τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ζωῆς μου νέος καὶ σφριγῶν καὶ εἰς τὰς
1021πρακτικὰς στρατιωτικὰς ἀσκήσεις καὶ εἰς τὰς θεωρητικὰς
1022ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐπεδιδόμην μετὰ ζήλου, τολμῶ εἰπεῖν, μετὰ
1023πάθους. Ἐπείσθην λοιπὸν ἤδη κατὰ τὴν ὥριμον ἡλικίαν,
1024ὅτι ἡ ἀναδιοργάνωσις ἑνὸς στρατοῦ, ἑνὸς στόλου δὲν ἐπι-
1025τυγχάνεται διὰ τῶν ξηρῶν νόμων, δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ
1026τῶν κενῶν λόγων. Διὰ νὰ ὑπάρξῃ στρατὸς ἄξιος τῆς ἀπο-
1027στολῆς του, ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρχῃ κέντρον ἀνεξάρτητον,
1028ἐμπνεόμενον ὑπὸ φιλοπατρίας, κέντρον μεμορφωμένον καὶ
1029ἀντάξιον τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ προορισμοῦ. Ἂν δὲ μέχρι τῆς
1030στιγμῆς ταύτης ἡ Ἑλλὰς δὲν ηὐτύχησε νὰ ἔχῃ στρατόν,
1031πάντες τὸ γνωρίζουσιν, οὐδεὶς ὅμως τὸ ὁμολογεῖ. Ἐκεῖνοι,
1032οἵτινες ἐδημιούργησαν τὴν ἐπανάστασιν, ἐκεῖνοι εἶναι, οἱ
1033ὁποῖοι παρέλυσαν τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον, καί, ἂν ὁ
1034ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς τὴν πρόσ-
1035κλησιν τῶν ξένων ὀργανωτῶν, προέβη στηριζόμενος εἰς τὴν
1036φιλοπατρίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν φιλο-
1037πατρίαν του καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὸ σθένος τὸ ἀτομικόν του.
1038Αἱ περιστάσεις μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ εἶμαι ἀσαφής, ὑπο-
1039θέτω ὅμως ὅτι ἐν τῇ ἀσαφείᾳ ταύτῃ τῇ ἐπιβεβλημένῃ πάν-
1040τες ἐννοοῦσιν ὅ,τι πρέπει. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, τίνα
1041ἔθνη, εἴτε τοῦ παρελθόντος εἴτε σημερινά, διεκρίθησαν εἰς
1042τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης καὶ ἀνεδείχθησαν εἰς τὰ τοῦ πολέμου;
1043Ἐκεῖνα, ἅτινα κατηνάλισκον τὸν χρόνον αὐτῶν συζητοῦν-
1044τα περὶ λέξεων καὶ φράσεων, ἢ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐργάζον-
1045ται μετὰ περινοίας, περισκέψεως καὶ πατριωτισμοῦ; Ποῖα
1046εἶναι τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, ἅτινα ἐδοξάσθησαν ἐν πολέμῳ; Εἶ-
1047ναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ηὐτύχησαν νὰ τύχωσιν εἴτε Μονάρ-
1048χου εἴτε Αὐτοκράτορος εἴτε Προέδρου εἴτε Πρωθυπουργοῦ
1049ἀξίου τῆς ἀποστολῆς του. Καὶ μία Κυβέρνησις καὶ εἷς ἀνώ-
1050τατος Ἄρχων ὁμοιάζει πρὸς τὸν ἄνεμον, ὁ ὁποῖος ὠθεῖ καὶ
1051ἐξεγείρει τὰ κύματα, καί, ὅπως ὁ ἄνεμος προκαλεῖ τρικυ-
1052μίαν, οὕτω καὶ μία ὤθησις ἑνὸς κυβερνήτου ἐγείρει τὴν ἐθνι-
1053κὴν ζωήν, ἐγείρει τὰ πάντα! Καὶ ἤλπιζον, κύριοι Βουλευ-
1054ταί, ὅτι τὸ ἱερὸν τοῦτο ζήτημα δὲν θὰ ἐχρησίμευεν ὡς
1055κομματικὴ ἐκμετάλλευσις. Εἶχον ἐγὼ ὁ νεοσσὸς τῆς πολι-
1056τικῆς καὶ ἄπειρος, ἴσως καὶ στενοκέφαλος, εἶχον, λέγω, τὴν
1057ἀξίωσιν, ἵνα ἄνδρες γεγηρακότες, ἄνδρες παρακαθήμενοι
1058πρὸ πολλοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔλ-
1059θωσι καὶ εἴπωσι τὸ τί ἡ σκέψις καὶ ἡ καρδία αὐτῶν
1060ὑπαγορεύει, εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀφήσωσι κάθε συμφέρον,
1061κάθε ἐγωισμὸν καὶ ἐμπάθειαν, διότι ἡ ἐμπάθεια καὶ ἡ ὀργὴ
1062εἶναι δύο πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀφήνουσί τινα νὰ ἀνέλθῃ
1063ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ ἵσταται. Ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευ-
1064ταί, νὰ ἀκούσω ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ τὸ ἀκούσω,
1065καὶ δὲν θὰ τὸ ἀκούσω, διότι ἡ κατάστασις τοῦ ἔθνους εἶναι
1066τοιαύτη, οἱ κίνδυνοι οἱ πανταχόθεν ἀπειλοῦντες περιέζωσαν
1067αὐτὸ τόσον στενῶς, ὥστε καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶχον τὸ θάρ-
1068ρος νὰ τὸ εἴπω, δὲν τὸ λέγω, ἀφήνω ὅμως νὰ τὸ μαντεύ-
1069σητε. Ἡ Γαλλικὴ ἀποστολή, Κύριοι, εἶναι ἐκείνη ἀσφα-
1070λῶς, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ νέαν ζωὴν εἰς τὸν στρατόν, ἡ Ἀγ-
1071γλική, ἥτις θὰ δημιουργήσῃ στόλον, ἀλλ’ ὄχι αὐταὶ καθ’
1072ἑαυτάς, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα καὶ ὁ ἄρχων, ὁ ὁποῖος θὰ διευ-
1073θύνῃ αὐτάς. Δὲν εἶναι, Κύριοι, αἱ λέξεις καὶ αἱ φράσεις,
1074αἵτινες ἀναδιοργανοῦσι στρατοὺς καὶ ἀναδεικνύουσι τὰ
1075ἔθνη· εἶναι τὸ πολιτικὸν καὶ προνομιοῦχον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον
1076ὠθεῖ πρὸς τὰ ἐμπρός. Ἄν, Κύριοι, εἰς τὴν πολιτικὴν ἐχρε-
1077οκοπήσαμεν, ἂν εἰς τὰ τοῦ στρατοῦ τῆς τε ξηρᾶς καὶ τῆς
1078θαλάσσης μειονεκτοῦμεν, δυστυχῶς κατὰ πολύ, μία εἶναι ἡ
1079αἰτία, τὴν ὁποίαν ἐν καιρῷ θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ
1080κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου μίαν ἀπευθύνω μέσα ἀπὸ
1081τὴν ψυχήν μου θερμὴν ἐπίκλησιν καὶ ἱκεσίαν: ἂς διαφυ-
1082λάττῃ ὁ Θεὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἂν ὑποτεθῇ, ὡς πιστεύω,
1083ὅτι ἐστάλη ὑπὸ τῆς θείας προνοίας νὰ σώσῃ τὸ ἔθνος, νὰ
1084ἐπιζήσῃ, διὰ νὰ ἐπισφραγίσῃ τὸ ἔργον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐστάλη
1085ὑπὸ τῆς μυστηριώδους προνοίας. Διότι ἄλλως τὸ πᾶν ἀπώ-
1086λετο. (Χειροκροτήματα).
1087§37Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν εἶχον, ἀξι-
1088ότιμοι κ. συνάδελφοι, ὅτι θὰ ἐθίγοντο πολλοὶ ἐκ τοῦ γεγο-
1089νότος ὅτι πρόκειται νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ
1090ἡμῶν ξένοι ἀξιωματικοί, καὶ ἔδειξε διὰ τῆς ὁμιλίας του
1091ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος πόσον ὁ ἐθνισμὸς αὐτοῦ
1092ἐθίγη εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζομεν καὶ
1093πάντες γνωρίζουσιν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι ἐκεῖνος,
1094ὁ ὁποῖος ἐπαναστατήσας ἠξίωσε τὴν ἔλευσιν τῶν ξένων ὀργα-
1095νωτῶν. Ὁμολογῶ παρ’ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω
1096πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας συνάδελφον, ὅτι οὐδέποτε
1097ἤλπιζον ὅτι θὰ εὑρίσκετο Ἕλλην ἀξιωματικὸς νὰ διατυ-
1098πώσῃ τὴν γνώμην, ὅτι θὰ προετίμα νὰ ἴδῃ φέσια κατα-
1099κτητῶν ἐν Ἀθήναις παρὰ ξένους ὀργανωτάς. Ἀναμφιβόλως
1100πάντες ἐνόησαν τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὡμίλησεν, ἀλλ’
1101ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διετύπωσε τὰς σκέψεις αὐτάς,
1102μοὶ ἐπιτρέπει, νομίζω, νὰ εἴπω, ὅτι ὁ φανατισμὸς τῆς ἰδέας
1103τῶν ξένων ὀργανωτῶν, φανατισμὸς ἐκδηλωθεὶς ἐν ἀση-
1104μάντῳ μειονότητι καὶ εἰς ὡρισμένους κύκλους στρατιωτι-
1105κῶν, ὅτι ὁ φανατισμὸς αὐτὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔφθασε
1106μέχρι τοῦ σημείου, εἰς τὸ ὁποῖον εἴδομεν ἀφικόμενον καὶ
1107τὸν ἀξιότιμον κ. Μέρμηγκαν. Δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ κατάλ-
1108ληλος, καὶ ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ἀπροετοίμαστος, ἵνα ἐξη-
1109γηθῇ πλήρως πρὸς τὴν Συνέλευσιν ἡ σημερινὴ στρατιω-
1110τικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος. Ἦτο ἀνάγκη τοῦτο νὰ
1111γίνῃ, διότι, ὅτε κατόπιν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ὅλοι
1112γνωρίζουσιν, ἀπεδείχθη ἡλίου φαεινότερον ἡ πλήρης ἀνικανό-
1113της ἡμῶν, ὅπως ὀργανώσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, ἀνι-
1114κανότης φθάσασα μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἐξαναγκάσῃ
1115εἰς τὸ δεινότερον κατὰ τῆς πειθαρχίας πλῆγμα, ἀλλὰ καὶ
1116εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ εὐλαβεστέρου πρὸς τὴν πατρίδα κα-
1117θήκοντος τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ κατα-
1118πατήσεως τοῦ ὅρκου αὐτῶν ἠσθάνθησαν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ
1119ἐπανιδρύσωσιν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τὴν στρατιωτικὴν ἰσχὺν
1120τοῦ τόπου, ὅτε, λέγω, πάντες γνωρίζουσι τὰ γεγονότα,
1121ἕνεκα τῶν ὁποίων προεκλήθη ἡ ἐπαναστατικὴ κατάστασις
1122ἐκείνη, θὰ ἦτο ἀνάγκη, διὰ πολλοὺς λόγους, νὰ ἐξηγηθῇ
1123ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως πλήρως ἡ στρατιωτικὴ κατάστα-
1124σις ἡ ἀναγκάσασα καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸ προπα-
1125ρελθὸν ἔτος ἔδωκαν τὴν γνώμην αὐτήν, ἀλλὰ καὶ τὴν Κυ-
1126βέρνησιν τὴν συμμορφωθεῖσαν μὲ τὴν ἐπιθυμίαν ἐκείνων
1127νὰ εἰσαγάγῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ὡς
1128ἔχει, εἶναι ἄρτιον, ὁμιλοῦν περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν
1129ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
1130Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Σπετσῶν συναδέλφου εἰς
1131τὴν περὶ τοῦ ἄρθρου 3 γνώμην του, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ
1132στρατηγὸς τῆς ἀποστολῆς πρέπει νὰ εἶναι καὶ ὁ ἐνασκῶν
1133τὴν διοίκησιν τῶν τριῶν μεραρχιῶν, νὰ μὴ ὑπάρχῃ δηλαδὴ
1134τὸ δυνητικὸν ἐκεῖνο. Συμφωνῶ ἐπίσης ἐν σχέσει πρὸς τὸ τέ-
1135ταρτον ἄρθρον, ὅπως οἱ ξένοι ἀξιωματικοὶ φέρωσιν, εἰ δυ-
1136νατόν, τὴν στολὴν τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ, νὰ ἔχωσι
1137τὸν βαθμόν, ὃν καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἔχουσι, σὺν τῇ διαφορᾷ, ὅτι
1138πρέπει νὰ ταχθῶσιν οὗτοι εἰς τὸ δεξιὸν τῶν ὁμοιοβάθμων
1139ἡμετέρων ἀξιωματικῶν. Διὰ τῆς μικρᾶς αὐτῆς κατὰ τὸ
1140φαινόμενον τροπολογίας, εἶμαι βέβαιος, ὅτι μέγιστα ἀγαθὰ
1141θὰ ἐπήρχοντο. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος εἶπεν,
1142ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἀπειλεῖται ἡ παρακώλυ-
1143σις ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δῆθεν, κατ’ αὐτόν, διὰ τοῦ νομοσχε-
1144δίου αὐτοῦ ἐπιδιώκεται. Εἰπὼν ὅμως τοῦτο βεβαίως δὲν
1145εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ἵνα ἐν
1146περιλήψει εἴπω ὀλίγα τινά, εἶναι γνωστὸν ὁπόσον ἡ προ-
1147σωπικὴ φιλία, ὁπόσον οἱ προσωπικοὶ δεσμοί, ὁπόσον ὁ ἐγω-
1148ισμὸς ὡρισμένων ἀτόμων παρεκώλυσε τὴν ὁμαλὴν ἐξέλιξιν
1149τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, καὶ πόσον
1150παρεκώλυσε τὴν ἡμετέραν πατρίδα ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποκτήσῃ
1151ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον τὸν στρατὸν ἐκεῖνον, τοῦ
1152ὁποίου εἶχεν ἀνάγκην. Καίτοι ἐπιφυλάσσομαι ἐν προσεχεῖ,
1153ἐν προσεχεστάτῳ μέλλοντι, ἐν σχετικῇ εὐκαιρίᾳ νὰ ἐξη-
1154γήσω πλήρως τὸ ζήτημα, λέγω ἐν τούτοις ἀπὸ σήμερον
1155καὶ βεβαιῶ ὑμᾶς, ὅτι, ἂν σήμερον δὲν ὑπάρχει στρατός,
1156τοῦτο ὀφείλεται κατὰ μέγιστον μέρος εἰς τὸν προσωπικὸν
1157ἀνταγωνισμὸν ἐκείνων, τῶν ὁποίων σήμερον ἡ φιλοτιμία δῆ-
1158θεν θίγεται διὰ τῆς προσκλήσεως τῶν ξένων ὀργανωτῶν. Ὅ-
1159ταν ἐνώπιον ὑμῶν ἐπιδειχθῇ ἔργον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη δῆ-
1160θεν, ἵνα ἐξηγήσῃ καὶ δικαιολογήσῃ τὸ στρατιωτικὸν ἔργον
1161παρελθουσῶν Κυβερνήσεων, ὅταν τοῦτο ἐπιδειχθῇ, θέλετε ἴδει
1162μετὰ πόσης ὀλιγωρίας διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ τόπου, μετὰ
1163πόσης ἀπροσεξίας διὰ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐδημι-
1164ούργουν, καὶ μετὰ πόσης, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ἀφρο-
1165σύνης διεξήγετο προσωπικὸς ἀγὼν βαθμοῦ ἀπεριγράπτου,
1166προσωπικὸς ἀγὼν καταλήξας εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχῃ σήμερον ὁ
1167Ἑλληνικὸς στρατὸς οὐδὲ τὸν ἁπλούστερον ὀργανισμόν, οὐδὲ
1168τὸν ἁπλούστερον ὀργανισμὸν διοικήσεως, οὐδὲ τὸν ἁπλού-
1169στερον τρόπον ἐκπαιδεύσεως καὶ ἐν γένει πολεμικῆς προ-
1170παρασκευῆς.
1171Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι χρήσιμον ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1172του νὰ καταγγέλλωνται πρόσωπα ἔστω καὶ ἐπὶ ὡρισμέναις
1173πράξεσι, παρ’ ὅλην ὅμως τὴν γνώμην μου αὐτὴν θὰ εὑρεθῶ
1174ἴσως, λίαν προσεχῶς, εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην, χωρὶς
1175ποτε νὰ θελήσω νὰ ἀποδώσω ἄλλην τινὰ οἱανδήποτε μορ-
1176φὴν εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπηρέασαν τὴν μέχρι
1177σήμερον ἐξέλιξιν τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, νὰ ἀνα-
1178φέρω τοὺς προσωπικοὺς αὐτοὺς ἀνταγωνισμούς, ἀνταγωνι-
1179σμοὺς τοὺς ὁποίους εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει τερματίσει ἡ
1180ἐν μέσῳ ἡμῶν ἐμφάνισις τῶν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν.
1181Δὲν γνωρίζω ποίαν βαρύτητα διὰ τὴν Βουλὴν εἶχον τὰ
1182ἐπιχειρήματα τὰ ἐναντίον τῆς προσκλήσεως τῶν ὀργανω-
1183τῶν ἀναπτυχθέντα ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας
1184Βουλευτοῦ καὶ ἀξιωματικοῦ, ὡς, φέρ’ εἰπεῖν, ἐκεῖνο κατὰ
1185τὸ ὁποῖον ἀφηγεῖτο τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἡ γνωστὴ ἄλλως
1186στρατιωτικὴ διοίκησις τοῦ παρελθόντος δὲν εἶχε γνῶσιν
1187τότε περὶ τῶν ἐν Γερμανίᾳ σπουδῶν του καὶ καθ’ ὃν μᾶς
1188ἐξήγησε πῶς καὶ διατί ἐτοποθετήθη, ἐρχόμενος ἐκ Γερμα-
1189νίας, εἰς Κυπαρισσίαν, ἢ δὲν γνωρίζω τί ἄλλο παρόμοιον...
1190§38Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ... διισχυρίζομαι ὅτι τοὺς ἀπέστειλεν
1191ἐπὶ τῷ σκοπῷ...
1192§39Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Γνωρίζω καλῶς καὶ πῶς τοὺς
1193ἀπέστειλε καὶ διατί τοὺς ἀπέστειλε καὶ τί τοὺς ἔκαμεν
1194ἐπανελθόντας. Εἶμαι, σᾶς βεβαιῶ, ἐν πλήρει γνώσει πάντων·
1195Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν καὶ ἰδιαιτέρως
1196τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὅτι ὁ καίτοι μὴ εἰδικὸς εἰς τὰ
1197καθαυτὸ στρατιωτικά, ἀλλὰ πάντως στρατιωτικὸς συνά-
1198δελφος, ἠδίκησεν ἑαυτὸν θελήσας διὰ τοιούτου εἴδους ἐπι-
1199χειρημάτων νὰ καταπολεμήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς προσκλή-
1200σεως τῶν ξένων ὀργανωτῶν.
1201Ἀλλ’ ἂν συνέβαινον ταῦτα, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε,
1202συνέβαινον καὶ μερικὰ ἄλλα...
1203§40Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ... ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐχρησιμοποιή-
1204θησαν, καίτοι ἀπεστάλησαν.
1205§41Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἀπολύτως
1206τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς προσκλήσεως τῶν
1207Γάλλων καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ὀργανώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ
1208στρατεύματος...
1209§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἔλθωσιν οἱ
1210ξένοι, διὰ νὰ τοὺς χρησιμοποιήσωμεν...
1211§43Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Οὐδεὶς εἶναι διατεθειμένος νὰ
1212ἀρνηθῇ τὴν ἐν εὐρείᾳ κλίμακι ὕπαρξιν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ
1213στρατεύματι ἀξιωματικῶν διαπρεπῶν, ἀξιωματικῶν ἐχόν-
1214των ὄντως εὐρωπαϊκὴν στρατιωτικὴν μόρφωσιν, δυναμένων
1215νὰ ἀποβῶσιν ἐκτάκτως ὠφέλιμοι εἰς τὰ στρατιωτικὰ πρά-
1216γματα τοῦ τόπου ἡμῶν, καὶ οὐδεὶς περισσότερον εἶναι
1217δυνατὸν νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν δίψαν πρὸς ἐργασίαν τῶν
1218κατωτέρων Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἀπέχει πολύ,
1219ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἡ στρατιωτικὴ ἐπιστημονικὴ
1220μόρφωσις ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ οὕτως
1221ἐπιστημονικῶς κατηρτισμένος ἀξιωματικὸς θὰ δύναται νὰ
1222φαίνηται χρήσιμος κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τῶν καθηκόντων
1223αὐτοῦ. Ἡ ἐπάρκεια τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ τὰ 99%,
1224ἐξαρτᾶται—τοῦτο εἶναι κοινῶς γνωστὸν—ἐκ τῆς ἐκπαι-
1225δεύσεως, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς συχνοτάτης μετὰ τοῦ στρατοῦ
1226καὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ ἐπαφῆς, ἐκ τῆς ἀδιακόπου χρη-
1227σιμοποιήσεως τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας ἐν τῇ μετὰ τοῦ
1228στρατοῦ καὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ συναφείᾳ ἀπέκτησεν,
1229ἐκ τῆς ἀδιακόπου καὶ ἀδιαλείπτου κινήσεως καὶ ἐνεργείας.
1230Μόνον διὰ τῆς πείρας, μόνον διὰ τῆς ἐφαρμογῆς ἐκείνων,
1231τὰ ὁποῖα ἡ στρατιωτικὴ τέχνη διδάσκει, δύναταί τις νὰ
1232προσεγγίσῃ μόνον εἰς τὴν ἐπάρκειαν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ
1233δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἐγγύησις, ὅτι ὁ ἐπιστημονικῶς
1234κατηρτισμένος ἀξιωματικὸς θὰ δυνηθῇ κατὰ τὴν δεδομέ-
1235νην στιγμὴν νὰ φανῇ ὄντως ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του.
1236Ὅτε δὲ τοῦτο συμβαίνει, ἀπορῶ πῶς καὶ μία γνώμη κἂν
1237ὑπῆρξεν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἐναντίον τῆς προσκλήσεως τῶν
1238ὀργανωτῶν. Καὶ ἀπορῶ, διότι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ἐν
1239πλήρει ἐξαρθρώσει ὁλόκληρον τὸν στρατιωτικόν μας ὀργα-
1240νισμόν, ὀργανισμὸν ὁ ὁποῖος, ἐπιτραπήτω νὰ εἴπω, ὄζει
1241ἀτελειῶν, προερχομένων ὄχι ἐκ τῆς ἐλλείψεως γνώσεων,
1242τῶν ὁποίων ἀφθονοῦμεν, ἀλλὰ ὄζει ἐξ ἀτελειῶν προερχομέ-
1243νων ἐκ τῆς προσωπικῆς, ἐπαναλαμβάνω, ἀντιπαθείας, καὶ
1244τῆς προσωπικῆς διαπάλης, ἡ ὁποία δυστυχῶς καὶ μετὰ
1245τὸ τρομερὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα γεγονὸς τοῦ 1897 δὲν ἔπαυ-
1246σεν ὑφισταμένη.
1247Μετὰ τὴν συμφορὰν ἐκείνην, εἶναι γνωστὸν πῶς καὶ
1248διατί ἐδημιουργήθη ἡ Γενικὴ Διοίκησις τοῦ Στρατοῦ· εἶναι
1249γνωστὸν ποίας ὄντως ἐλπίδας καὶ ποίας εὐλόγους προσδο-
1250κίας ἐστήριζε περὶ τῆς συμπληρώσεως καὶ τοῦ καταρτι-
1251σμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἐπὶ τῆς
1252Γενικῆς Διοικήσεως, διότι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὑπηρεσίας ἐκεί-
1253νης ἐτάχθη ἡ Α.Β.Υ. ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος.
1254Τὸ μέγα καλόν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ διοίκησις ἐκείνη κατὰ
1255τὴν κοινῶς ἀναγνωρισθεῖσαν ὠφελιμότητα, ἦτο ἡ ἀπομά-
1256κρυνσις τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς ἐπιρροῆς τῆς πολιτικῆς,
1257ἦτο ἡ ἀποξένωσις τῆς κινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τῆς
1258ἐπιρροῆς τῶν προσωπικῶν συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν.
1259Τοῦτο ἦτο τὸ ἐπιδιωχθὲν μέγα καλόν. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου
1260τοῦ καλοῦ ὑπῆρξαν πλεῖστα τὰ ἐλαττώματα, ἐλαττώ-
1261ματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν
1262θεωρῶ χρήσιμον νὰ ἀναφέρω. Ὁμιλῶ ἐν τούτοις περὶ τῆς
1263Γενικῆς Διοικήσεως κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην μόνον ἵνα
1264ὑπενθυμίσω εἰς ὅλους ὑμᾶς, πόσον ἄκαρπος ὑπῆρξε μέχρι τοῦ
12651909 ἡ δεκαετὴς λειτουργία αὐτῆς.
1266Ὅτε λοιπὸν ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον παρῆλθον
1267ἀσκόπως δεκατρία ὁλόκληρα ἔτη, ὅτε κατὰ τὰ δεκα-
1268τρία αὐτὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε, φιλοτιμούμενον
1269τὸ Κράτος τοῦτο νὰ ἀναδιοργανωθῇ στρατιωτικῶς, οὐ-
1270δὲν ἕτερον ἔπραξεν ἀπὸ στρατιωτικῆς ἀπόψεως παρὰ μό-
1271νον νὰ δημιουργήσῃ κατάστασιν ἀφόρητον, ἡ ὁποία δὲν ἦτο
1272δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκσπάσῃ εἰς μίαν ἐπανάστασιν, ὅτε
1273κατὰ τὰ 13 αὐτὰ ἔτη οὐδὲν ἄλλο ἀπολύτως ἐγένετο πλὴν
1274ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὅλοι γνωρίζομεν, ἐκεῖνο τουτέστι, κατὰ
1275τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἀνευθύ-
1276νου ἄρχοντος μέχρι τοῦ τελευταίου Ἕλληνος ἀγρότου, ἦτο
1277ἐμπεποτισμένον μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀδύ-
1278νατον νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δίκαια καὶ τὴν τιμὴν αὑτῆς, ὅτε
1279κατὰ τὰ 13 αὐτὰ ἔτη, ἀπὸ τοῦ 1897 μέχρι σήμερον, ἡ
1280ἀσύνετος καὶ ἄφρων πολιτικὴ καὶ κομματικὴ διαπάλη, ἐν-
1281θαρρυνομένη ἐν τοῖς παρασκηνίοις καὶ ὑφ’ ὡρισμένων ἀνω-
1282τέρων ἀξιωματικῶν, ἐξήρθρωσε καὶ παρέλυσε τὴν στρα-
1283τιωτικὴν ἄμυναν τῆς χώρας μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ
1284θεωρῆται κοινῶς φυσικὸν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς
1285νὰ ἀποβλέψῃ οὐδὲ εἰς τὴν μᾶλλον βεβιασμένην οὐδὲ εἰς τὴν
1286μᾶλλον ἐξηναγκασμένην ἐξυπηρέτησιν τῶν στρατιωτικῶν
1287αὐτῆς ἀναγκῶν, ὅτε ταῦτα πάντα συμβαίνουσιν, ἐρωτῶ:
1288Εἶναι δεδικαιολογημένος ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ὁ ὁποῖος,
1289κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, διψῶν ἐργασίαν, διψῶν ὀργάνωσιν,
1290διψῶν προκοπήν, ἐζήτησεν ὅ,τι ἐζήτησεν; Ἀπολέσας ὁ
1291στρατὸς πᾶσαν ἐμπιστοσύνην πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν
1292εἰς θέσιν νὰ ἐμπνέωσι καὶ ἐμπιστοσύνην καὶ ἀγάπην καὶ
1293ἀφοσίωσιν καὶ ἐνθουσιασμόν, τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ; Καὶ ὅτε
1294ὁ στρατός, ἐπικροτοῦντος τοῦ λαοῦ, ἔπαυσεν ἔχων ἐμπιστο-
1295σύνην πρὸς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν παρέλυσαν, καὶ
1296ἐσκέφθη ὅτι τὸ μηχανικὸν μέρος τῆς στρατιωτικῆς ὀργα-
1297νώσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐργασία ἀδιά-
1298κοπος καὶ εἰλικρινής, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸ ἀναζητήσῃ ἀπὸ
1299ἀξιωματικοὺς διαπρεπεῖς ἀνήκοντας εἰς ἔθνος μέγα, κατέ-
1300χοντας δέ, πλὴν τῶν γνώσεων, τὸ μέγα τοῦ ἀξιωματικοῦ
1301προσόν, τὴν πεῖραν, μήπως εἶχεν ἄδικον; Βεβαίως ὄχι. Βε-
1302βαίως δὲν εἶχεν ἄδικον. Καὶ διὰ τοῦτο οἱ ὀργανωταὶ
1303ἔπρεπε νὰ ἔλθωσιν. Ἀλλ’ ὅτε ὁλόκληρος ὁ στρατός, ὁ ὁποῖος
1304θὰ ἦτο ὁ μᾶλλον δεδικαιολογημένος, ἐὰν ἐδείκνυε ποιάν
1305τινα στενοχωρίαν διὰ τὴν πρόσκλησιν τῶν ὀργανωτῶν, ὅτε
1306αὐτὸς ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἀποβλέπει ὄχι εἰς ματαίας
1307προσωπικὰς φιλοδοξίας, ἀλλ’ εἰς τὸ πραγματικὸν ἔργον,
1308τὸ ὁποῖον προώρισται νὰ ἐκτελέσῃ, ὅτε αὐτὸς ὁ στρατὸς
1309ζητεῖ ὁμοφώνως, πλὴν ἐξαιρέσεων ἀναξίων λόγου, τὴν πρὸς
1310ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του ἐκπαίδευσιν παρ’ ἐκείνων,
1311τοὺς ὁποίους πρόκειται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου
1312νὰ μονιμοποιήσωμεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ ἡμετέρου στρα-
1313τεύματος, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον οὐδ’ ἐπὶ
1314στιγμὴν νὰ διστάσῃ τις, ὅπως ἐπικροτήσῃ τὴν ψήφισιν τοῦ
1315παρόντος νομοσχεδίου.
1316Μὴ θεωρῶν ἀναγκαῖον νὰ μακρηγορήσω πλειότερον ἐπὶ
1317τοῦ παρόντος, εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ συνταυτίσω
1318τὴν παράκλησίν μου μετὰ τῶν ἀξιοτίμων ἄλλων συναδέλφων
1319πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς τρο-
1320πολογίας τοῦ τρίτου ἄρθρου, τροπολογίας ἡ ὁποία, ὡς εἶπον,
1321φαίνεται μὲν ἐπ’ ἐλάχιστον μεταβάλλουσα τὸ ἄρθρον, ἀλλ’
1322ἡ ὁποία ἔχει μεγίστην ἀληθῶς σημασίαν. Διὰ νὰ ἴδητε
1323πόσον εἶναι ἀναγκαία ἡ διοίκησις τῶν μεραρχιῶν καί, εἰ
1324δυνατόν, ἡ ἀπολυταρχικὴ αὐτῶν διοίκησις ὑπὸ ξένου ὀργα-
1325νωτοῦ καὶ ὀργανωτοῦ ἐξόχου, ὡς εὐτυχῶς εἶναι ὁ ἐλθὼν ἐν-
1326ταῦθα Γάλλος στρατηγός, καὶ πόσον εἶναι ἐπικίνδυνον διὰ
1327τὸ στάδιον αὐτὸ τῆς ὀργανώσεως ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἀφέ-
1328σεως οὐσιωδεστάτου μέρους τῆς στρατιωτικῆς ἐργασίας εἰς
1329τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον ἐλειτούργει, διὰ νὰ
1330καταδειχθῇ τοῦτο, δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς ἓν
1331ἀξιοσημείωτον γεγονός.
1332Εἶναι εἰς ὅλους, ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταί, γνωστὸν ὑπὸ
1333ποίας συνθήκας κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον ἔληξεν ἡ
1334ὀξεῖα ἐκείνη φάσις τῆς ἀνωμαλίας τοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ
1335τίνας ὅρους ἐπανῆλθον τὰ πράγματα ἐν τῷ σταδίῳ τῆς ὁμα-
1336λότητος. Καταργηθείσης τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρατοῦ
1337ἐκρίθη ἀπολύτως ἀναγκαῖον νὰ διατηρηθῇ τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον
1338αὕτη κατὰ τὰ φαινόμενα ἐξησφάλιζε, τὸ καλὸν τοῦ ἀμετα-
1339θέτου τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ καλὸν τῆς μὴ ὑπαγωγῆς τῆς
1340μεταθέσεως καὶ κινήσεως τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν
1341ὑπηρεσιῶν ἀκόμη εἰς τὰς πολιτικὰς ἐπιδράσεις, εἰς τὰς
1342βουλευτικὰς ἐπιδράσεις. Καὶ διετηρήθη τὸ καλὸν ἐκεῖνο
1343τῆς Γενικῆς Διοικήσεως διὰ τῆς ἀφέσεως τοῦ ζητήματος
1344αὐτοῦ εἰς τὰς χεῖρας τῶν τριῶν μεράρχων.
1345Καταργηθείσης ἑπομένως τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ
1346στρατοῦ, οἱ τρεῖς μέραρχοι ἀνέλαβον διὰ τῆς κοινῆς αὐτῶν
1347δυνάμεως νὰ ἐξασφαλίσωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε,
1348καταργουμένων ἄλλων, νὰ ἀπολεσθῇ καὶ αὐτό. Ποῖον ἦτο,
1349νομίζετε, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ἐμπιστοσύνης; ὄχι
1350μόνον τῆς Βουλῆς, ὄχι μόνον τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ τοῦ
1351κόσμου ὅλου, ποῖον, νομίζετε, ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς
1352τοιαύτης ἐμπιστοσύνης πρὸς τοὺς τρεῖς ἐκείνους μεράρχους;
1353Ἀποτέλεσμα ὑπῆρξε κάτι ἀπεριγράπτως κακόν, κάτι
1354ἀπεριγράπτως ὀλέθριον, κάτι ὁμολογουμένως ἀντεθνικόν.
1355Τὸ κακὸν τοῦτο καὶ τὸ ἀντεθνικὸν ἐγένετο εἰς τὸ ζήτημα
1356τῆς προτάσεως προαγωγῆς ἀξιωματικῶν διὰ τοὺς ἀνωτέ-
1357ρους βαθμούς. Εἰς οὐδένα εἶναι ἄγνωστοι αἱ ἐθνικαὶ
1358συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν
1359ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ τρεῖς μέραρχοι ἐνήργησαν τοὺς
1360προβιβασμούς, ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀναμένομεν νὰ εὑρε-
1361θῶμεν πρὸ γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ηὔχετο νὰ ἀπε-
1362φεύγομεν. Καὶ ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἀνησυχοῦσα, διότι μόνον
1363ἀνησυχίας εἰς αὐτὴν ἐκληροδότησαν οἱ κυβερνῆται τοῦ πα-
1364ρελθόντος, ἀνησυχοῦσα διὰ τὸ ἄμεσον μέλλον, ἐφοβεῖτο ὅτι
1365ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν θὰ ἐρρίπτετο εἰς ἀγῶνα, ἐκ τοῦ
1366ὁποίου ἄγνωστα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα, ἐνῷ ταῦτα
1367ἐπέκειντο, οἱ τρεῖς μέραρχοι ἐκλήθησαν, διαλυθέντος τοῦ
1368Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, ὡς νομίσαντος, ὅτι δὲν ὤφειλεν
1369ἐπὶ πλέον νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὴν περαιτέρω διοίκησιν τοῦ
1370τόπου, οἱ τρεῖς μέραρχοι ἐκλήθησαν κατὰ νόμον νὰ προ-
1371τείνωσιν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐκείνους, οἱ
1372ὁποῖοι θὰ κατελάμβανον τὰς ἀνωτέρας στρατιωτικὰς θέ-
1373σεις, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον προωρίζοντο διὰ τὴν ἐν
1374εἰρήνῃ ἐκπαίδευσιν, ἔργον ἀπαιτοῦν μεγάλας δυνάμεις,
1375ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐντὸς ἴσως ὀλίγων ἡμερῶν ἐπρόκειτο νὰ
1376ἀναλάβωσι τὴν διοίκησιν τῶν ἐμπολέμων Ἑλληνικῶν
1377στρατευμάτων. Ἐπρόκειτο τουτέστιν οἱ τρεῖς μέραρχοι
1378νὰ διορίσωσι τοὺς μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἀρχηγοὺς τῶν στρα-
1379τιωτικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου, ἀρχηγοὺς, ἀπὸ τῆς πεφω-
1380τισμένης τῶν ὁποίων ἐνεργείας, ἀπὸ τῆς γενναιότητος τῶν
1381ὁποίων, ἀπὸ τῆς διοικητικῆς ἱκανότητος τῶν ὁποίων, ἀπὸ
1382τῆς ἰσχύος, τῆς ἠθικῆς περιωπῆς καὶ τῆς ἐπιβολῆς τῶν
1383ὁποίων θὰ ἐξηρτᾶτο ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ἐνῷ περὶ
1384τοιούτων προσωπικοτήτων ἐπρόκειτο προέβησαν οἱ τρεῖς
1385μέραρχοι εἰς προαγωγάς, προαγωγὰς τὰς ὁποίας μετὰ πό-
1386νου, μετ’ ἀγανακτήσεως, μετὰ θλίψεως καὶ ἀπελπισίας
1387ἤκουσεν ὄχι μόνον τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα ὁλόκληρον,
1388ἀλλ’ ἤκουσαν καὶ πάντες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκοντο κατὰ
1389τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἰς μεγαλειτέραν ἐπαφὴν πρὸς τὰ στρα-
1390τιωτικὰ πρόσωπα καὶ ζητήματα. Προέβησαν οἱ τρεῖς μέ-
1391ραρχοι εἰς προαγωγάς, αἱ ὁποῖαι ὑπέσχοντο, διὰ τοῦ μᾶλ-
1392λον σαφοῦς, διὰ τοῦ μᾶλλον βεβαίου τρόπου, ὅτι ἐξησφά-
1393λιζον ἐκ τῶν προτέρων συμφορὰς τῆς Ἑλλάδος πολὺ με-
1394γαλειτέρας τῶν τοῦ 1897. Προέβησαν εἰς προαγωγὰς ἀνω-
1395τέρων ἀξιωματικῶν βεβαιούσας ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ἐν
1396περιπτώσει ἐθνικῶν κινδύνων θὰ ὑφιστάμεθα ταπεινώσεις
1397πολὺ μεγαλειτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας μὴ θέλοντες νὰ ἐπα-
1398νίδωμεν, ἐπανεστατήσαμεν.....
1399§44Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐπανεστάτησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
1400§45Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ λαὸς δὲν εἶμαι;
1401§46Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Σὺ ἦσο εἰς τὸ Γουδί.
1402§47Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Καὶ σὺ ποῦ ἦσο; Διὰ νὰ κατα-
1403δειχθῇ ὅμως μέχρι ποίου σημείου κατέπεσον οἱ τρεῖς μέ-
1404ραρχοι, θὰ ζητήσω λίαν προσεχῶς, διότι τοῦτο θὰ μοὶ
1405χρησιμεύσῃ, παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν
1406νὰ καταθέσῃ τὸν πίνακα τῶν προτάσεων προβιβασμῶν, τὸν
1407τελευταῖον πίνακα τῶν προτάσεων τῆς Α.Β.Υ. τοῦ Διαδό-
1408χου καὶ τὸν πίνακα τῶν προτάσεων τῶν τριῶν μεράρχων.
1409Ἐκ τῆς συγκρίσεως ἐκείνων τῶν δύο πινάκων θέλει φωτι-
1410σθῆ πᾶς ὁ θέλων νὰ φωτίζηται, θέλει φωτισθῆ, ὅτι οἱ τρεῖς
1411μέραρχοι, οἱ ἀναλαβόντες κατόπιν μιᾶς ἐπαναστάσεως
1412τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ στρα-
1413τοῦ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐφάνησαν, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ
1414πίνακος, αὐστηρότεροι τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἡ ὁποία
1415ὑπὲρ τὸ δέον εἶχε καμφθῆ εἰς τὰς προσωπικὰς ἐπιρροάς,
1416ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐφάνησαν αὐστηρότεροι, ἀλλ’ ὅτι καὶ
1417ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ἡ ὁποία δυστυχῶς
1418δὲν διεκρίνετο διὰ τὴν αὐστηρότητα αὐτῆς, εἶχε χαρακτηρί-
1419σει ὡς στασίμους, ὅτι καὶ ἐκείνους οἱ τρεῖς μέραρχοι τοὺς
1420προήγαγον. Ὅτε λοιπὸν ἡ Διοίκησις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρα-
1421τεύματος ἀφίεται εἰς τοιούτους ἀρχηγούς, ὅτε ἡ Δικαιοσύνη
1422τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος τάσσεται ὑπὸ τὴν θέλησιν, ὑπὸ
1423τὴν συμπάθειαν, ὑπὸ τὴν ἀδιαφορίαν καὶ ὑπὸ τὴν χλιαρότη-
1424τα ἀρχηγῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν, ὅτι ὄχι Μεραρχίαν, ἀλλὰ
1425οὐδὲ ἑαυτοὺς δύνανται νὰ διοικήσωσιν, ὅτε ἡ Διοίκησις
1426τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἀνατίθεται ὑπὸ τοιαύτας χεῖρας,
1427ἐρωτῶ: εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀμφιβάλλωμεν κἂν περὶ
1428τῆς ὑψίστης ἐθνικῆς ἀνάγκης, ὅπως ἴδωμεν τὸν στρατὸν
1429ἡμῶν κινούμενον, φιλοτιμούμενον, ὀργανούμενον καὶ τιθέ-
1430μενον ἐπὶ τέλους ἐν τῷ ζυγῷ τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἐκ
1431ταύτης προόδου, ὑπὸ τὴν ἄκαμπτον διοίκησιν ἀνωτέρων
1432ἀξιωματικῶν ἀλλοδαπῶν; Οὐδένα ὑποτιμῶ, ἐπαναλαμβά-
1433νω, ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὄντως τὴν ἀπαιτου-
1434μένην στρατιωτικὴν ἀνωτάτην μόρφωσιν καὶ τὴν θέλησιν,
1435ὅπως φανῶσι χρήσιμοι. Οὐδένα ὑποτιμῶ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ
1436ὁποῖον ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐλλείπει καὶ τὸ ὁποῖον
1437εἶναι ἀδύνατόν ποτε οἱ ἡμεδαποὶ νὰ κατορθώσωσιν, εἶναι
1438ἡ ἑνότης τῆς ἐνεργείας, εἶναι ἡ ἔμπνευσις τοῦ καθήκοντος,
1439τῆς διαρκοῦς ἐργασίας, εἶναι ἡ ἔμπνευσις τῆς κοινῆς ὅλων
1440προσπαθείας, ἡ ἔμπνευσις τοῦ στοιχείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
1441ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον καὶ τὴν στέγην ἑνὸς στρατεύματος,
1442θέλοντος καὶ ἐννοοῦντος νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν προορι-
1443σμόν του. Ὑπάρχουσι πολλοὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἐκτά-
1444κτως μεμορφωμένοι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν στράτευμα, ἀλλ’
1445ἕκαστος τούτων ἔχει τὰς ἰδέας του, ἕκαστος νομίζει, ὅτι
1446πρέπει ν’ ἀποδείξῃ τοὺς ἄλλους ἀμαθεῖς καὶ ἀνικάνους,
1447καὶ ἕκαστος, ὅταν ἀνατίθηται εἰς αὐτὸν στρατιωτική τις
1448ἐργασία, ὡς πρῶτον μέλημα ἔχει νὰ πράξῃ τ’ ἀντίθετα
1449τῶν ἄλλων. Οὐδεὶς ποτε ἐξ αὐτῶν ἐσκέφθη τὸν πραγμα-
1450τικὸν ἀντικειμενικὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἔχῃ ἡ
1451στρατιωτικὴ ὀργάνωσις τῆς Ἑλλάδος. Καὶ λέγω τοῦτο,
1452ὄχι στηριζόμενος εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ
1453ὑποθέσῃ, ὅτι ὡς ἀξιωματικὸς μόνον ἐγὼ γνωρίζω ἐκ τῶν
1454ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ εὑρισκομένων συναδέλφων, ἀλλὰ λέγω
1455ταῦτα στηριζόμενος εἰς πράγματα παγκοίνως γνωστά.
1456Γνωρίζετε ὅτι ἐντὸς δύο ἑβδομάδων ὑπεβλήθησαν ἄλλοτε
1457εἰς τὴν Βουλὴν δύο ἢ τρεῖς ὀργανισμοί, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ
1458εἷς ἐκανόνιζε πέντε Μεραρχίας ἐκ δύο Ταξιαρχιῶν, ὁ ἄλλος
1459τρεῖς Μεραρχίας ἐκ τριῶν Ταξιαρχιῶν. Γνωρίζετε ὅτι εἰς
1460τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἐπὶ σειρὰν μακρὰν ἐτῶν, ἕκαστος Ὑ-
1461πουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, μὴ αἰσθανόμενος, μὴ ἐννοῶν
1462μᾶλλον τὴν ἀνάγκην τῆς συνεχείας ἐν τῇ στρατιωτικῇ
1463ὑπηρεσίᾳ καὶ ὀργανώσει, καὶ ἐκλαμβάνων τὴν στρατιωτι-
1464κὴν ὑπηρεσίαν ὡς ἀντικείμενον πολιτικῆς ἀσχολίας, πολι-
1465τικῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ πολιτικῆς διαπάλης, διαρκῶς
1466ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ πράξῃ τὰ ἀντίθετα ἐκείνων, τὰ
1467ὁποῖα ὁ πρὸ μιᾶς ἡμέρας ἀφήσας τὸ Ὑπουργεῖον ἀντίπα-
1468λός του ἔπραξε. Καὶ σωρηδὸν ἐνεφανίζοντο καὶ ἐψηφίζοντο
1469τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια ἐν τῇ Βουλῇ, σωρηδὸν ἤρχοντο
1470ἐνώπιον τῆς Βουλῆς στρατιωτικοὶ ὀργανισμοί, καταργή-
1471σεις ἄρθρων, ἐπαναφοραὶ ἄρθρων, προσθῆκαι ἢ ἀφαιρέσεις
1472εἰς τρόπον ὥστε, κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς δεκαετίας
1473ἐδημιουργήθη κυκεών, ἐν μέσῳ τοῦ ὁποίου καλῶς γνωρίζετε
1474ποῖα ὑπῆρξαν τ’ ἀποτελέσματα.
1475§48Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους αὐτὰ
1476ἐγίνοντο.
1477§49Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ
1478τονίσῃ τις καὶ ἄλλην ὄψιν οὐσιώδη τοῦ ζητήματος, τὴν
1479ὄψιν τὴν ἠθικήν, τὴν ὄψιν ἐκείνην, ἡ ὁποία, χωρὶς νὰ φαίνη-
1480ται εἰς τὰ χαρτιά, χωρὶς νὰ φαίνηται εἰς τὰ βιβλία, εἰς
1481τὰ νομοσχέδια καὶ τοὺς νόμους, ἀπετέλει ἐν τούτοις καὶ
1482ἀποτελεῖ μίαν ἐκ τῶν ὑψίστων μεριμνῶν, τὰς ὁποίας ὀφεί-
1483λει νὰ ἔχῃ μία Κυβέρνησις σοβαρῶς σκεπτομένη καὶ με-
1484λετῶσα περὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Καὶ ὄχι μό-
1485νον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ πᾶσα διοίκησις ἀνωτέρας ἢ
1486κατωτέρας στρατιωτικῆς μονάδος, ὀφείλει ἐξαιρετικῶς νὰ
1487μεριμνᾷ διὰ τὴν ὄψιν ἐκείνην, τὴν ἠθικήν, τὴν ὁποίαν δυσ-
1488τυχῶς ἐντελῶς παρημέλησαν καὶ ἐντελῶς εἶχον θέσει κατὰ
1489μέρος αἱ Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος. Εἶναι πρόσφατα τὰ
1490γεγονότα, καὶ ὅλοι παρακολουθοῦμεν μετ’ ἀηδίας αὐξανού-
1491σης ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀποκαλύ-
1492πτονται διὰ τὰς γενομένας καταχρήσεις καὶ τὰ ὁποῖα φο-
1493βοῦμαι ὅτι δὲν θὰ κατορθωθῇ νὰ ἀποκαλυφθῶσιν ὅλα....
1494§50Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Πρέπει νὰ ἀποκαλυφθῶσι.
1495§51Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω
1496ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι χρήσιμα μόνον καὶ μόνον ὅπως
1497σχηματίσητε μίαν ἐντύπωσιν ἐντελῶς κινηματογραφικὴν
1498περὶ τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ στρά-
1499τευμα, καταστάσεως, περὶ τῆς ὁποίας ὑπόσχομαι διὰ μα-
1500κρῶν ἐν δέοντι χρόνῳ νὰ ὁμιλήσω, ἀλλ’ ἡ ὁποία, προκει-
1501μένου νὰ ψηφισθῇ νομοσχέδιον ὡς τὸ προκείμενον εἶναι,
1502νομίζω, ἀνάγκη νὰ μὴ λησμονηθῇ καὶ τοῦτο, ἵνα δοθῇ πλή-
1503ρης ἐλευθερία εἰς τοὺς ὀργανωτάς. Μέχρι τοιούτου σημείου,
1504κύριοι Βουλευταί, παρημελήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ ἠθικὴ
1505τοῦ στρατεύματος, καὶ ἡ ἀντίληψις ὅτι ἡ ἐκτίμησις ἡ
1506ἀμοιβαία μεταξὺ τῶν διαφόρων βαθμοφόρων τοῦ στρατοῦ
1507συντελεῖ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὴν σύμπηξιν ἀληθοῦς στρα-
1508τοῦ, ὥστε ἦλθε στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν Ὑπουργὸς τῶν
1509Στρατιωτικῶν, πρὸ ἀνομημάτων, τὰ ὁποῖα οὐδόλως διαφέ-
1510ρουσιν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁδηγοῦσι τοὺς συνήθεις ἐγκλη-
1511ματίας εἰς τὰς φυλακάς, πρὸ τοιούτων ἀνομημάτων ἐξέ-
1512δωκε διαταγάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἤρκουν, ἵνα ὁδηγήσωσι καὶ
1513αὐτὸν τοῦτον εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον. Ὑπῆρξεν Ὑπουρ-
1514γὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅστις ὄχι μόνον καταχραστάς, πρὸ
1515τῶν ὀφθαλμῶν του ἐγκληματοῦντας, δὲν ἐτιμώρει, ἀλλ’ ὁ
1516ὁποῖος καὶ ἤμειβεν αὐτούς. Ὑπῆρξεν ἐποχή, κατὰ τὴν
1517ὁποίαν ὁ κ. Θεοτόκης, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
1518ἔλαβε γνῶσιν κατόπιν καταγγελίας, ὅτι ἀξιωματικοὶ
1519λαμβάνοντες ψευδῆ φύλλα πορείας ἐλάμβανον ἐπὶ μῆνας
1520παρανόμως χρήματα ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, λαμβάνον-
1521τες δῆθεν αὐτὰ ὡς ἀποζημίωσιν διὰ πορείας, τὰς ὁποίας
1522ὅμως δὲν ἐξετέλουν.
1523§52Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Δὲν τὰ ἀναγράφουσιν αὐτὰ εἰς τὸ τε-
1524λευταῖον φυλλάδιόν των!
1525§53Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀξιωματικοὶ ἦσαν αὐτοί;
1526§54Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Βεβαίως. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐσιώ-
1527πησε, καίπερ λαβὼν γνῶσιν, ὅτι ἀξιωματικοὶ ἔλαβον φύλλα
1528πορείας ὄχι μόνον ἵνα μεταβῶσί που ἄνευ λόγου ὑπηρε-
1529σίας, ἀλλ’ ὅτι ἔλαβον μεθ’ ἑαυτῶν καὶ φύλλα ἄλλων, οἱ
1530ὁποῖοι ἔμενον εἰς Ἀθήνας. Ἔλαβον τὰ φύλλα αὐτὰ καὶ με-
1531τέβησαν ἐκεῖ ὅπου μετέβησαν καὶ κατόπιν ἐπιστρέψαντες
1532ἐξηργύρωσαν τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας οἱ ἴδιοι συνέτα-
1533ξαν. Λαβὼν γνῶσιν ὅλων αὐτῶν ὁ Ὑπουργὸς διέταξε καὶ
1534ἐκρατήθη ἐκ τοῦ μισθοῦ των τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον εἶχον πα-
1535ρανόμως λάβει. Βλέπετε ὅτι οὔτε συμβούλια οὔτε Στρα-
1536τοδικεῖα ὑπῆρχον. Περὶ ἄλλου ἀξιωματικοῦ μεταβαίνοντος
1537εἰς τὴν Κηφισίαν καθ’ ἑκάστην καὶ λαμβάνοντος δῆθεν
1538ὡς ὁδοιπορικά, διότι κατὰ τὸ θέρος ἔμενεν ἐν Κηφισίᾳ,
1539ἐννέα δραχμὰς τὴν ἡμέραν, τὰ αὐτὰ ὁ Ὑπουργὸς διέταξε.
1540Καὶ ὅτε ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο εἰς
1541τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν, ἀνήρχετο ἐν ὅλῳ εἰς δὲν γνωρίζω
1542πόσας δραχμάς, 1600, ὡς λέγουσιν οἱ διακόψαντές με συνά-
1543δελφοι, διέταξε νὰ κρατηθῇ ἐκ τοῦ μισθοῦ του μηνιαίως
1544ἓν μικρὸν ποσὸν μέχρις οὗ συμπληρωθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
1545εἶχε διαρρεύσει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Καὶ τὸν ἀξιωμα-
1546τικόν αὐτὸν ὁ Ὑπουργὸς κ. Θεοτόκης ὄχι μόνον δὲν ἐτι-
1547μώρησεν, ὄχι μόνον δὲν παρέπεμψεν εἰς συμβούλιον, ἂν μὴ
1548εἰς Στρατοδικεῖον, ἀλλὰ τὸν ἤμειψε, καὶ τὸν ἤμειψεν ἔχων
1549αὐτὸν ἀδιακόπως εἰς μίαν τῶν μᾶλλον ἐμπιστευτικῶν θέ-
1550σεων τοῦ Ὑπουργείου.
1551§55Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μένει εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἀκόμη
1552ὁ ἀξιωματικὸς αὐτός;
1553§56Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὄχι. Ἀναφέρω τὰ μικρά, δύ-
1554ναμαι νὰ εἴπω, γεγονότα αὐτὰ μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ
1555καταδειχθῇ καὶ ἐξ ὄνυχος τὸ ἐνδιαφέρον, μετὰ τοῦ ὁποίου
1556ἐπελαμβάνοντο τόσον τῶν γενικωτέρων, ὅσον καὶ τῶν λε-
1557πτομερεστέρων στρατιωτικῶν ζητημάτων οἱ μέχρι σήμε-
1558ρον κυβερνήσαντες. Ὅτε λοιπόν, τόσον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως
1559τῶν κυβερνησάντων τὴν χώραν, ὅσον καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως
1560τῶν στρατιωτικῶν, τῶν διοικησάντων τὸν στρατόν, ἐξετά-
1561ζοντες τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος, ἐν μεγίστῃ
1562καὶ ἀτάκτῳ περιλήψει, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτε
1563ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν ἐκ τῶν παραδόσεων τοῦ ἀμέσου πα-
1564ρελθόντος τὸ στρατιωτικὸν ἐκεῖνο πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἴχο-
1565μεν στοιχειῶδες καθῆκον νὰ ἔχωμεν οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ
1566ὅτι δὲν ἔχομεν οὐδὲ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον Κράτη,
1567ὑπὸ πολὺ δυσμενεστέρας συνθήκας ἡμῶν οἰκονομικὰς καὶ
1568συνθήκας πληθυσμοῦ, ἔχουσι, νομίζω ὅτι πᾶσα ἀμφιβολία
1569καὶ πᾶς δισταγμός, προκειμένου περὶ τοῦ ὑπ’ ὄψει ζητή-
1570ματος, πρέπει νὰ ἐκλείψῃ. Κατερχόμενος τοῦ βήματος,
1571παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν,
1572ὅπως κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου λάβῃ
1573ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐλπίζω ὅτι
1574θέλει σταθμίσει δεόντως.
1575§57Γ. ΠΩΠ. Τί λέγει ἡ τροπολογία;
1576§58Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Τροπολογίαν προφορικὴν ὑπο-
1577βάλλω, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ στρατηγὸς ὀργανωτὴς καὶ οἱ ἀνώ-
1578τεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ ἐπιτελείου του ἐνασκοῦσι τὴν δι-
1579οίκησιν τῶν Μεραρχιῶν. Παρακαλῶ τουτέστι νὰ τροπο-
1580ποιηθῇ τὸ «δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν διοίκησιν τῶν Μεραρ-
1581χιῶν».
1582§59Γ. ΠΩΠ. Δὲν τὰ θεραπεύει ὅλα.
1583§60Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ὁ τρόπος κατὰ τὸν
1584ὁποῖον θὰ διενεργῆται κατόπιν ἡ ὑπηρεσία τῆς μεταθέσεως
1585τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν προαγωγῶν, αὐτὸς ὁ τρόπος
1586ἀναμφιβόλως δὲν πρόκειται νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ παρόντος
1587μόνον νομοσχεδίου.
1588§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
1589§62Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἐπίσης, κύριε Ὑπουργὲ τῶν
1590Στρατιωτικῶν, συνιστῶ θερμῶς καὶ τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ
1591τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Σπετσῶν γνώμην διὰ τὸ ζή-
1592τημα τοῦ βαθμοῦ. Ὁ βαθμὸς διὰ τὸν στρατιωτικὸν εἶ-
1593ναι κάτι τι ψυχολογικῶς ἰσχυρότατον. Νομίζω δὲ ὅτι,
1594ἐὰν οἱ Γάλλοι ἀξιωματικοί, οἱ ἐλθόντες ἐδῶ, περιεβάλ-
1595λοντο, εἰ δυνατόν, τὴν στολὴν τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ
1596καὶ ἐνεφανίζοντο οἱ λοχαγοὶ ὡς λοχαγοὶ καὶ οἱ ταγματάρ-
1597χαι ὡς ταγματάρχαι, σὺν τῇ διαφορᾷ ὅτι θὰ κατετάσ-
1598σοντο ἀρχαιότεροι τῶν Ἑλλήνων ὁμοιοβάθμων των, εἰς
1599τρόπον ὥστε, ἐὰν ἀπαιτηθῇ νὰ διοικήσωσι τάγματα, νὰ
1600διοικήσωσιν αὐτὰ λοχαγοὶ ἀρχαιότεροι τῶν ἄλλων καὶ ἑπο-
1601μένως ἔχοντες τὸ κῦρος καὶ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀνωτέ-
1602ρου, μὴ προσκρούοντες εἰς ἐκεῖνο, κατὰ τοῦ ὁποίου θὰ προσ-
1603έκρουον κατὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡς λοχα-
1604γοί, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἀρχαιότητα αὐτῶν, θὰ διώκουν τά-
1605γματα, νομίζω, λέγω, ὅτι, ἐὰν οὕτως ἐκανονίζοντο τὰ πρά-
1606γματα, ἡ προσαρμογὴ τῶν βαθμῶν τῶν Γάλλων πρὸς τὰς
1607ὑπηρεσιακὰς λεπτότητας τοῦ στρατιωτικοῦ πνεύματος θὰ
1608ἦτο ἀπολύτως ἐπιτυχής.
1609§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
1610ψητε νὰ λάβω τὸν λόγον. Κινδυνεύει ἡ συζήτησις νὰ λάβῃ
1611τροπὴν ἀπροσδόκητον. Ἐλπίζω ὅτι μεθ’ ὅσα θὰ εἴπω θὰ
1612παραιτηθῶσιν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τοῦ λόγου, καὶ τοὺς παρα-
1613καλῶ πρὸς τοῦτο. Εἶχον παρακαλέσει νὰ γίνῃ ἐπιτροπή,
1614εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῶσι πρὸς ἐξέτασιν τὰ νομο-
1615σχέδια αὐτά, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ καθίστατο δυνατὸν νὰ
1616μὴ κατασπαταληθῇ χρόνος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τὴν
1617συζήτησιν αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ πᾶσαν παρατήρησιν ἠδύ-
1618νατο νὰ ὑποβληθῇ αὕτη ὑπὸ τῆς καταρτισθείσης ἐπιτροπῆς
1619ἰδιαιτέρως καὶ ἠδύναντο νὰ ἀκουσθῶσιν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι
1620θὰ ἔφερον ἐμὲ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
1621του συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις δικαίωμα ἔχει
1622ἕκαστος νὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ἤθελον ὅμως παρακαλέσει
1623ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἀπέδιδον ἰδιαιτέραν σημασίαν εἰς τὴν
1624παράκλησίν μου, νὰ μὴ θελήσωσι νὰ λάβωσι τὸν λόγον,
1625ἐκτὸς ἐὰν ἔχωσι τίποτε νέον νὰ προσθέσωσιν. Ἡ παρατή-
1626ρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὅτι διὰ τοῦ
1627ἄρθρου 2ου φαίνεται ἡ ἀποστολὴ μὴ ἔχουσα δικαίωμα ὀρ-
1628γανώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ὅτι θὰ ἦτο
1629ἀνάγκη νὰ ἀναφερθῶμεν εἰς ἕτερον νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ ἔδιδε
1630τοιοῦτο δικαίωμα, ἐστηρίχθη εἰς λησμοσύνην τοῦ προη-
1631γουμένου ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι αὐτοὶ θὰ ἀσχοληθῶ-
1632σιν εἰς τὰ τῆς ὀργανώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ στρατοῦ.
1633Ὥστε εἶναι προφανὲς ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ὅτι ἡ ἀποστολὴ
1634σκοπὸν ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν ὀργάνωσιν καὶ ἐκπαίδευ-
1635σιν τοῦ στρατοῦ, ὅτι δὲ οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν δύνανται
1636νὰ ἀναλάβωσι καὶ διοίκησιν στρατοῦ καὶ ὑπηρεσιῶν. Δέ-
1637χομαι νὰ προστεθῇ ὁ σύνδεσμος «καὶ» εἰς τὸ ἄρθρον 2, ὡς
1638προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἵνα μὴ γεν-
1639νᾶται οὐδεμία ἀμφιβολία, μολονότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν θὰ
1640ἦτο δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι οἱ ἀποτελοῦν-
1641τες τὴν ἀποστολὴν δὲν θὰ ἔχωσιν ὅλας αὐτὰς τὰς ἐξουσίας.
1642Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἐγένετο ἡ παρατήρησις ὑπὸ τοῦ ἀξι-
1643οτίμου Βουλευτοῦ Ψαρῶν, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δί-
1644δεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν «ἐφ’ ὅσον θε-
1645ωρήσῃ τοῦτο ἀναγκαῖον, ν’ ἀπαλλάξῃ τοὺς ἀλλοδαποὺς δι-
1646οικητὰς σωμάτων καὶ λόχων τῶν εἰς τὴν οἰκονομίαν καὶ
1647λογιστικότητα ἀναγομένων καθηκόντων των, ἀναθέτων
1648ταῦτα εἰς τοὺς ὑποδιοικητὰς τῶν σωμάτων καὶ τοὺς ἀρ-
1649χαιοτέρους ἀξιωματικοὺς τῶν λόχων» ἀποδεικνύει τάχα
1650διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως περιορίσωμεν τὴν ἐξου-
1651σίαν τῶν ἀποτελούντων τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν.
1652§64Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.
1653§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω τὸ καθῆκον νὰ διακηρύξω,
1654ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ τοιαύτη εἶναι ἡ σκέψις τῆς Κυβερνή-
1655σεως.
1656§66Γ. ΠΩΠ. Δὲν διετύπωσα τοιαύτην σκέψιν, κύριε Πρό-
1657εδρε· ἐγὼ παρετήρησα τὸ ἑξῆς, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ
1658τὸ ἑξῆς μέγα ἄτοπον διὰ τῆς παραδόσεως τῆς οἰκονομικῆς
1659ὑπηρεσίας εἰς ἄλλον....
1660§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι δὲν ὑπάρχει διάθεσις νὰ
1661δώσωμεν τὴν ἐξουσίαν αὐτήν.
1662§68Γ. ΠΩΠ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τὴν ἔκαμον διὰ τὸ
1663σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι διὰ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ.
1664§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε, σᾶς πα-
1665ρακαλῶ· ἐννοῶ. Ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν,
1666ὅτι ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης ἐγένετο κατ’ αἴτη-
1667σιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς ἐγκριθεῖσαν ἐν-
1668τελῶς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ στηριζομένην εἰς τοῦτο,
1669ὅτι ἡ ἔλλειψις γνώσεως τῆς γλώσσης θὰ παρημπόδιζε τὸν
1670διοικοῦντα λόχον ἢ σύνταγμα ἀξιωματικὸν ἀπὸ τῆς ἐκπλη-
1671ρώσεως τῶν κυρίων αὐτοῦ καθηκόντων καὶ θὰ ὑπεχρέου αὐ-
1672τὸν νὰ μεριμνᾷ διαρκῶς, διὰ νὰ ζητῇ νὰ ἐννοήσῃ τὰ ἔγ-
1673γραφα τῆς γραφειοκρατίας καὶ νὰ ὑπογράφῃ πολλάκις στη-
1674ριζόμενος εἰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ ἔδιδον εἰς αὐτὸν
1675ἄλλοι. Προυτάθη διὰ τοῦτο, ὅπως προσωρινῶς καὶ μέχρι
1676τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀποστολὴν ἀξι-
1677ωματικοὶ ἤθελον ἐπαρκῶς ἐκμάθει τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσ-
1678σαν, ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ
1679πρότασιν, ἐννοεῖται, τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἀποστολῆς νὰ ἀπαλ-
1680λάττῃ τοὺς διοικητὰς τοῦ ἑτέρου ἔργου τοῦ παρεμπίπτον-
1681τος καὶ δευτερεύοντος. Εἶναι φανερὸν ὅμως ὅτι ὁ διοικῶν
1682τὸ σῶμα ἀξιωματικὸς δὲν θὰ στερῆται τοῦ δικαιώματος
1683εἰς τὸν ἔχοντα τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν νὰ δίδῃ τὰς ἀναγ-
1684καίας διαταγάς, διότι τὸ πνεῦμα εἶναι οὐχὶ νὰ περιορίσω-
1685μεν τὰς ἐξουσίας τοῦ διοικοῦντος κυρίως τὸν λόχον ἢ τὸ
1686σύνταγμα ἀξιωματικοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν αὐτὸν ἐκεί-
1687νης τῆς ὑλικωτέρας ἐργασίας, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ
1688ἐθεωρεῖτο δυσφόρητος.
1689§70Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ δευτερολογήσω
1690οὔτε ἐγώ, δὲν θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ
1691σᾶς ἀπευθύνω ἐρώτημά τι;
1692§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁρίστε.
1693§72Γ. ΠΩΠ. Προκειμένου περὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἡ παρα-
1694τήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον, ἀφεώρα εἰς τὸ ἑξῆς ζήτημα·
1695τί θὰ συμβῇ καὶ δὲν θὰ περιπέσωμεν εἰς μεγαλειτέραν
1696γραφειοκρατίαν, καθ’ ἣν περίπτωσιν ὑποδιοικητὴς σώμα-
1697τος ἀρνηθῇ νὰ ὑπακούσῃ τὸν διοικητὴν σώματος εἰς δια-
1698χείρισιν, τῆς ὁποίας τὴν εὐθύνην ἔχει αὐτός· ἐν τοιαύτῃ πε-
1699ριπτώσει, ἂν πρόκειται μάλιστα περὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης,
1700ἤθελον νὰ γνωρίζω τί ἤθελε συμβῇ. Θὰ εὑρίσκηται ὁ
1701Ὑπουργὸς παρ’ αὐτῷ, θὰ εὑρίσκηται τὸ Ἐπιτελεῖον, τὸ
1702ὁποῖον θὰ διατάξῃ;
1703§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ τελευταῖον ἄρθρον τοῦ νομοσχε-
1704δίου ὁρίζει ὅτι «αἱ τυχὸν ἀναγκαῖαι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ πα-
1705ρόντος νόμου λεπτομέρειαι ὁρίζονται διοικητικῶς». Ἄς
1706πιστεύσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι ἡ διοίκησις τοῦ
1707Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἔχῃ ἀρκετὴν δύναμιν
1708νὰ προλάβῃ ὅλας αὐτὰς τὰς συγκρούσεις, τὰς ὁποίας φο-
1709βεῖται.
1710§74Π. ΜΑΝΩΛΙΤΣΗΣ. Ἄλλο διοίκησις οἰκονομικῆς ὑπη-
1711ρεσίας καὶ ἄλλο διοίκησις σώματος στρατοῦ.
1712§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τοῦτο δύναται νὰ ᾖ εὔλογος
1713ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι δυνατὸν ἡ οἰκονομικὴ
1714ὑπηρεσία νὰ συνδέηται μὲ τὴν ἄλλην διοίκησιν, διότι δύ-
1715ναται ἐπὶ παραδείγματι ὁ διοικῶν τὸ σῶμα εἰς τὴν περί-
1716πτωσιν, καθ’ ἣν οἱ ἄνδρες εἰργάσθησαν πολύ, ἐκοπίασαν, νὰ
1717διατάξῃ νὰ τοῖς δοθῇ κάτι περισσότερον. Περὶ ὅλων αὐ-
1718τῶν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ νομοσχέδιον
1719προβλέπει ἐπαρκῶς διὰ τῆς τελευταίας διατάξεως, καθ’ ἣν
1720«αἱ τυχὸν ἀναγκαῖαι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ παρόντος νόμου
1721λεπτομέρειαι ὁρίζονται διοικητικῶς», εἴτε διὰ Β. Διατά-
1722γματος, καθ’ ἣν περίπτωσιν χρειάζεται Β. Διάταγμα, εἴτε
1723δι’ ὑπουργικῶν διαταγῶν.
1724§76Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει ὁ λογιστικὸς νόμος, κύριε Πρόεδρε.
1725§77ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προχωρῶ (ἀναγινώσκει): «Ὁ
1726στρατηγὸς ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν
1727διοίκησιν τῶν ἀποτελουσῶν τὸν στρατὸν Μεραρχιῶν καὶ
1728τὴν ἐποπτείαν τῶν στρατιωτικῶν σχολῶν καὶ καταστημά-
1729των». Ἐζητήθη νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ «δύναται». Θὰ παρεκά-
1730λουν, ὅπως μείνῃ τὸ «δύναται», διότι εἶναι ἐνδεχόμενον
1731οὐχὶ ἀμέσως νὰ ἀνατεθῇ ἡ διοίκησις τῶν τριῶν Μεραρχιῶν
1732καὶ ἄλλων ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ διαδοχικῶς
1733κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως.
1734§78Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις
1735«στρατηγός», διότι δὲν ἔχομεν τὸν βαθμὸν αὐτόν.
1736§79ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ Ἐντοῦ εἶναι στρατηγός· οὕτως
1737ὀνομάζονται συνήθως παρὰ τοῖς Γάλλοις οἱ γενικοὶ ἀξιω-
1738ματικοὶ ἄνευ εἰδικωτέρου προσδιορισμοῦ ἂν εἶναι στρατη-
1739γοὶ Μεραρχίας ἢ Ταξιαρχίας.
1740§80Ε. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν αὐτὸν τὸν βαθμόν.
1741§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν σημαίνει· ἀρκεῖ ὅτι εἶναι στρα-
1742τηγὸς καὶ ἀναφέρεται εἰς ὅλην τὴν διαμειφθεῖσαν ἀλληλο-
1743γραφίαν καὶ ἐν τῇ συμβάσει ὡς στρατηγός.
1744Λοιπὸν «ὁ στρατηγὸς ἀρχηγὸς τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς
1745δύναται νὰ ἐνασκῇ τὴν διοίκησιν...» Ἀφοῦ δύναται, ἀπομένει
1746εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κρίνῃ ἂν δύναται νὰ ἀναλάβῃ ὅλας.
1747§82ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εὑρίσκετε καλλίτερον νὰ τεθῇ
1748ὅτι εἰς τὸν στρατηγὸν τῆς ἀποστολῆς «δύναται νὰ ἀνα-
1749τεθῇ»;
1750§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι γεννᾶται αὐτὴ ἡ
1751δυσχέρεια· δὲν ἔχω ὅμως καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶ·
1752«Δύναται νὰ ἐνασκῇ»· φυσικὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κἄποιος,
1753ὁ ὁποῖος θὰ τῷ ἀναθέσῃ, καὶ τοῦτο θὰ κανονισθῇ.
1754Ἀλλ’ ἐθεωρήθη ἀτελὲς τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τοῦτο,
1755ὅτι δὲν κανονίζει τὴν ἐξουσίαν τοῦ στρατηγοῦ εἰς τὰ ζη-
1756τήματα τοῦ προβιβασμοῦ. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀντικεί-
1757μενον τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀλλ’ ἄλλου νομοσχεδίου, τὸ
1758ὁποῖον θὰ προσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο
1759τὸ μᾶλλον ἐπεῖγον· τὸ ἐπεῖγον ἦτο τὸ ὑπὸ συζήτησιν, δι-
1760ότι συνεδέετο μὲ τὴν ἄφιξιν τοῦ δευτέρου μέρους τῆς Γαλ-
1761λικῆς ἀποστολῆς, τὸ ὁποῖον ἔρχεται μετὰ πέντε ἡμέρας,
1762διότι ὑπεβλήθη εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον,
1763καὶ ἐλπίζεται, ὅτι θὰ ἔχῃ ψηφισθῆ, ὥστε ἀπὸ 1 Ἀπριλίου
1764καθ’ ἡμᾶς νὰ κατορθωθῇ νὰ ἀναλάβῃ ἡ Γαλλικὴ ἀποστολὴ
1765τὴν διοίκησιν τῶν σωμάτων.
1766§84Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸ ἄρθρον ἀκριβῶς αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον
1767ἀνατίθεται ἡ διοίκησις τῶν Μεραρχιῶν, ὑπάρχει καὶ ἄλλη
1768σύγκρουσις, ἡ ὁποία δυνατὸν νὰ αἴρηται διὰ τῶν νομο-
1769σχεδίων, τὰ ὁποῖα μέλλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν, ἀλλά, ἐπειδὴ
1770ἡμεῖς δὲν τὰ γνωρίζομεν, δι’ αὐτὸ διατυποῦμεν τὰς ἀπο-
1771ρίας μας ἀπὸ τοῦδε. Τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ τί γίνεται
1772καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ
1773στρατοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ νευρικὸν σύστημα τῆς διοική-
1774σεως;
1775§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μένει ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ.
1776§86Γ. ΠΩΠ. Τί γίνεται τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ ἐν
1777καιρῷ πολέμου;
1778§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐμπολέμου κα-
1779ταστάσεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
1780§88Γ. ΠΩΠ. Ἐν καιρῷ πολέμου ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς δι-
1781αιρεῖται εἰς τρεῖς Μεραρχίας.
1782§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἀκριβῶς οὔτε δύ-
1783ναμαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναφέρω τί θὰ γίνῃ ἐν
1784καιρῷ πολέμου.
1785§90Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς
1786νόμου. Τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ἀλληλένδετον
1787πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ ὅλου στρατεύματος, παραμένει μία
1788ἐντελῶς αὐτοτελὴς ἐξουσία, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ὁ μέραρ-
1789χος δὲν ἔχει καμμίαν δικαιοδοσίαν, καὶ συνεπῶς θὰ εὑρε-
1790θῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σχηματίσητε εἰδικὸν ἐπιτελεῖον
1791τοῦ στρατοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτελείου θὰ ἐπικοινωνῇ ὁ
1792στρατηγὸς μετὰ τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν σωμάτων. Τὸ
1793ἕτερον ἐπιτελεῖον θὰ παραμένῃ παρ’ ἡμῖν, καὶ δὲν θὰ ὑπα-
1794κούῃ εἰς καμμίαν διαταγὴν τοῦ στρατηγοῦ.
1795§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ
1796διαφωτίσω περισσότερον ὑμᾶς ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον,
1797χωρὶς βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος σκοπός, συντελεῖ εἰς
1798τὴν κατανάλωσιν τῆς ὥρας.
1799§92Γ. ΠΩΠ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
1800§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἐπιτελεῖον θὰ μείνῃ ἐπιτελεῖον.
1801Τὴν ὀργάνωσιν τοῦ ἐπιτελείου θὰ ἀναλάβῃ εἷς τῶν ἀξιω-
1802ματικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ἐκ τῶν ἐλθόντων ἤδη. Ἡ πα-
1803ροῦσα Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος, ἂν τὰ πράγματα δὲν
1804χωρήσωσιν ὁμαλῶς. Δὲν προτείνεταί τι, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ
1805διόρθωσιν, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον ὑποβάλλονται τὰ πρά-
1806γματα σημαίνει ὅτι δὲν πρόκειται νὰ λειτουργήσωσι καλῶς
1807τὰ τῆς ἀποστολῆς· βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ λειτουργήσωσι κα-
1808λῶς.
1809Ἐγένετο ἡ σύστασις, ὅπως ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἀποστολῆς
1810καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ περιβληθῶσι τὴν Ἑλληνικὴν στολήν.
1811Λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ δεχθῶ τὴν σύστασιν ταύτην.
1812Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἀποστολὴν ἀξιωματικοὶ θὰ φέρωσι
1813τὴν στολὴν τῆς πατρίδος των, εἶναι δὲ ἡ στολὴ αὕτη στολή,
1814τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὄχι μόνον ὁ Ἑλληνικὸς λαός,
1815ἀλλὰ καὶ οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ εἰς πᾶσαν στιγμὴν
1816μετὰ χαρᾶς θὰ βλέπωσι, διότι ἀναμιμνήσκει σελίδας ἱστο-
1817ρικάς, καθ’ ἃς ἡ στολὴ αὕτη συνετέλεσεν εἰς τὴν ἀπελευ-
1818θέρωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
1819Δὲν ἔχει λοιπὸν οὐδὲ τὸ παράπαν νὰ θιχθῇ ἡ φιλοτιμία
1820τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν, διότι θὰ ἔχωσι παρ’ αὐτοῖς ἢ
1821μᾶλλον ὑπὲρ αὐτοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται διὰ νὰ ἐκ-
1822παιδεύσωσι καὶ ὀργανώσωσι τὸν στρατόν, διότι ἀναγνωρί-
1823ζεται πρώτιστα πάντων ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ
1824Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐλεύσεως αὐτῶν, ἡ
1825ὑπεροχὴ ἡ στρατιωτικὴ αὐτῶν καὶ ἡ ἀνάγκη ἑπομένως
1826τῆς προσφυγῆς εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ τὰ φῶτα αὐτῶν διὰ
1827νὰ κατορθώσωμεν καὶ ἡμεῖς νὰ κάμωμεν τὸν στρατόν μας
1828ἄξιον ἀκριβῶς τοῦ ὀνόματός του.
1829Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 6 παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ
1830ἄρθρου εἶναι ἔννοια ἀπαλλαγῆς πλήρους τῆς μισθοδοσίας
1831τῶν ἀξιωματικῶν ἀπὸ πάσης κρατήσεως ἢ παντὸς τέλους.
1832Ἂν τοῦτο ἤθελε προσκρούει εἰς ἄλλον νόμον, τὸν περὶ ἐλέγ-
1833χου, φυσικὰ θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἡ ἀνά-
1834λογος πίστωσις, διὰ νὰ καταβάλληται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον
1835ἤθελεν ἀντιπροσωπεύει τὸ χαρτόσημον.
1836§94Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν φρονεῖτε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἄρ-
1837θρον 5 συγκρούεται μὲ τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος, ὅτι
1838ἡ ἀμοιβὴ χρήζει νομοθετικῆς κυρώσεως, διότι τὸ ἄρθρον
1839τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 λέγει ὅτι «οὐδεμία σύνταξις
1840ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ νόμου».
1841§95ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον
1842αὐτὸ θὰ γίνῃ νόμος.
1843§96Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ ἄρθρον 5 λέγει τὸ ἑξῆς· «Αἱ ἀποδο-
1844χαὶ ἐν γένει τῶν ἀποτελούντων τὴν στρατιωτικὴν ἀποστο-
1845λήν, ἡ διάρκεια τῆς ἐν Ἑλλάδι ὑπηρεσίας των καὶ ἡ τάξις
1846αὐτῶν ὁρίζονται διὰ συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυ-
1847βερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ Κρά-
1848τους, ἐξ οὗ ἡ ἀποστολή»· τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος
1849τοῦ 1864 λέγει τὸ ἑξῆς· «οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δί-
1850δεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἄνευ νόμου» καὶ τὸ ἄρθρον
185161 τοῦ προσχεδίου λέγει· «οὐδεὶς μισθός, οὐδεμία σύντα-
1852ξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ οὔτε ἐγγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογι-
1853σμῷ τοῦ Κράτους, οὔτε παρέχεται ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου
1854εἰδικοῦ νόμου».
1855§97ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι εἰδικὸς νόμος.
1856§98Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Προκειμένου περὶ τῆς συμβάσεως θὰ
1857γίνῃ σύμβασις μεταξὺ τοῦ Κράτους...
1858§99Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατ’ ἐξουσιοδότησιν αὐτοῦ τοῦ νόμου.
1859§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσόν.
1860§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸ ποσόν.
1861Δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ δυσπιστία πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι
1862κακῶς θὰ διαχειρισθῇ τὴν ἐξουσίαν καὶ θὰ ὁρίσῃ ποσὰ
1863ὑπέρογκα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν προβάλλεται....
1864§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει δυσπιστία πρὸς τὴν
1865Κυβέρνησιν, ἀλλὰ πρὸς τὰς Κυβερνήσεις. Τὸ συνταγματικὸν
1866πολίτευμα εἶναι πολίτευμα δυσπιστίας.
1867§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ
1868δέχηται ὅτι μετὰ δυσπιστίας ψηφίζονται οἱ νόμοι ἐν τῇ
1869Βουλῇ.
1870§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐκλήθησαν ἀλλοδαποὶ
1871μηχανικοὶ καὶ στρατιωτικοί, ἀλλὰ πάντοτε ἡ περὶ τῶν
1872ἀποδοχῶν αὐτῶν σύμβασις ὑπεβλήθη εἰς ψήφισιν οὐχὶ ἀο-
1873ρίστως, ἀλλ’ ἐψηφίσθη σύμβασις ὁρίζουσα τὸ ποσόν.
1874§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ παρὰ τῆς Βου-
1875λῆς, ὅπως ἐξουσιοδοτηθῇ νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα κατὰ τρό-
1876πον δεσμεύοντα ἐκ τῶν προτέρων τὸ Κράτος. Ἡ Βουλή, ἐν-
1877νοεῖται, εἶναι ἐλευθέρα νὰ παραχωρήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο
1878ἢ ὄχι, ἀλλά, ἂν ἤθελε τὸ παραχωρήσει τὰ πράγματα, θὰ
1879γίνωσι συνταγματικῶς καὶ κανονικῶς.
1880§106ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ὁρισθῇ τὸ ποσόν;
1881§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα
1882τῆς Κυβερνήσεως ἡ σύμβασις.
1883§108ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἀνάγκη νομο-
1884θετικῆς κυρώσεως, δὲν εὑρίσκω δ’ ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι δια-
1885τεθειμένος νὰ μὴ εἴπω οὔτε μίαν λέξιν ἐπὶ τοῦ νομοσχε-
1886δίου, ὅτι κώλυμά τι ὑπάρχει, ὅπως μὴ ὁρισθῇ...
1887§109ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριε συνάδελφε,
1888νὰ εἴπω, ὅτι διὰ λόγους διπλωματικῆς εὐπρεπείας ἡ Κυ-
1889βέρνησις δὲν θέλει νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ζήτημα συζη-
1890τήσεως τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν, διότι τὴν στιγμήν, καθ’
1891ἣν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀναλάβει ὡρισμένην εὐθύνην διὰ
1892τὸ Κράτος ὅσον ἀφορᾷ τὰς μισθοδοσίας, ἐκεῖνο μόνον, τὸ
1893ὁποῖον θέλει μείνει εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, θὰ εἶναι νὰ
1894ἐλεγχθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐδείχθη τυχὸν ὑπεράγαν γενναία
1895ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν μισθοδοσιῶν καὶ νὰ δώσῃ τὰς εὐθύ-
1896νας, αἱ ὁποῖαι δίδονται ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων.
1897§110ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ
1898παρασχεθῇ ἡ τιμὴ εἰς αὐτοὺς νὰ σεβασθῶσι μίαν συντα-
1899γματικὴν διάταξιν τοῦ τόπου.
1900§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεμίαν συντα-
1901γματικὴν διάταξιν τοῦ τόπου μας πρόκειται νὰ παραβιά-
1902σωμεν, οὐδεὶς δ’ ἐζήτησε ν’ ἀποκλεισθῇ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τῆς
1903ἐρεύνης τῆς ἀντιμισθίας ἐκ τῶν ξένων· ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ
1904ν’ ἀποφύγῃ, ὥστε κανονιζομένου τοῦ πράγματος διὰ διε-
1905θνοῦς συμφωνίας νὰ ἔλθῃ κατόπιν τὸ πρᾶγμα ἐνώπιον τῆς
1906Βουλῆς καὶ γίνῃ ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία λαμβάνει πολλάκις
1907διαστάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εὐχάριστοι.
1908§112ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αἱ συμβάσεις ψηφίζονται ἐν συνόλῳ,
1909ὥστε πᾶσα σύμβασις εἰσαγομένη ἐνταῦθα δὲν συζητεῖται
1910ἐν ταῖς λεπτομερείαις· ἢ γίνεται δεκτὴ ἡ σύμβασις ἢ δὲν
1911γίνεται.
1912§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω νὰ δώσω τὴν ἑξῆς ἐξήγησιν.
1913Ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐφάνη
1914διατεθειμένος, ὅπως ἐξουσιοδοτηθῇ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ
1915ζήτημα τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ὁ δὲ Βουλευτὴς Πατρῶν
1916συνεζήτησε διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀποδοχῶν. Ἐὰν δὲν θέλητε
1917νὰ εἶναι ἐξουσιοδοτημένη ἡ Κυβέρνησις νὰ συνάψῃ τὴν
1918σύμβασιν ταύτην, τότε δὲν θέλετε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον.
1919§114ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ζητοῦμεν νὰ καταρτισθῇ
1920ἡ σύμβασις καὶ προσαχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς κύ-
1921ρωσιν.
1922§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ παρὰ τῆς Βου-
1923λῆς, ἵνα ἐξουσιοδοτηθῇ, ὅπως συνάψῃ καὶ ὑπογράψῃ τὴν σύμ-
1924βασιν ταύτην ὑποχρεοῦσα ὁριστικῶς τὸ Ἑλληνικὸν Κρά-
1925τος. Μετὰ τοῦτο θ’ ἀνακοινωθῇ διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς
1926Κυβερνήσεως ἡ σύμβασις, καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ δώσῃ εὐθύ-
1927νας, ἂν ἤθελον ζητηθῇ τοιαῦται. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὰς
1928λεπτομερείας τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται
1929ἐνώπιον ὑμῶν.
1930Δὲν θὰ διατρίψω πολὺ ἐπὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, τὸ
1931ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἕτερος ἐκ Λακωνίας κ. Βουλευτής, ὁ ἀνήκων
1932εἰς τὸν στρατόν, δὲν θὰ διατρίψω πολύ, διότι εἶμαι βέ-
1933βαιος ὅτι καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πλὴν τοῦ κυρίου Βου-
1934λευτοῦ ἐκ Λακωνίας ὑπάρχει πλήρης ὁμογνωμοσύνη περὶ
1935τοῦ ὅτι αἱ προσκλήσεις τῶν στρατιωτικῶν ἀποστολῶν διὰ
1936τὴν ὀργάνωσιν, τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν διοίκησιν τοῦ στρα-
1937τοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἀνταποκρίνονται πρὸς
1938ὑπερτάτην ἐθνικὴν ἀνάγκην καὶ πόθον διακαέστατον τοῦ
1939Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ὁποίου φαίνονται ἡγούμενοι οἱ
1940ἀποτελοῦντες καὶ τὸν ἕνα στρατὸν καὶ τὸν ἄλλον, διότι
1941αὐτοὶ εἶναι οἱ ζητήσαντες πρῶτοι τὴν ἔλευσιν ξένων ὀργα-
1942νωτῶν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἀπὸ τοῦ βή-
1943ματος ὁμιλῶν περιῆλθεν εἰς κάποιαν ἀντίφασιν· φαίνεται
1944ὅτι ἐκφράζει τὸν πόνον του, διότι μετὰ 90 ἐτῶν ἐλεύθερον
1945βίον εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καλέσωμεν τοὺς ξέ-
1946νους, ἵνα διδάξωσι καὶ ὀργανώσωσιν ἡμᾶς, καὶ ἐξέφερε τὸ
1947παράπονόν του, διότι εὑρισκόμεθα ἐν τοιαύτῃ ἀνάγκῃ·
1948ἀλλά, ἀφοῦ ἔλεγε τοῦτο καὶ ἔρριπτε τὸν λίθον τοῦ ἀναθέ-
1949ματος κατὰ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφρόντισε νὰ
1950παρασκευάσῃ εἰς τὸν τόπον τὰς προσηκούσας ὑπηρεσίας,
1951ἔλεγε συνάμα ὅτι δὲν μᾶς εἶναι ἀναγκαῖαι αἱ ξέναι ἀπο-
1952στολαί, διότι ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν οἱ σπουδάσαντες εἰδι-
1953κῶς ἐν τῇ ξένῃ καὶ δύνανται ν’ ἀναπληρώσωσι τοὺς ἔξωθεν
1954κληθέντας. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι μεμονωμένη, γνώμη τοῦ
1955κ. Βουλευτοῦ. Ἐὰν ὑπάρχωσι παρ’ ἡμῖν, καὶ ὑπάρχουσι,
1956λίαν διακεκριμένοι ἀξιωματικοί, αὐτοὶ οἱ ἐκπαιδευθέντες
1957ἐν ξένοις στρατοῖς, τῶν ὁποίων τὴν ὑπεροχὴν ἀναγνωρίζο-
1958μεν, δι’ ὃ καὶ πορευόμεθα μακρὰς ὁδοὺς πρὸς τοὺς δυνα-
1959μένους νὰ διδάξωσιν ἡμᾶς χρήσιμόν τι, αὐτοὶ θὰ εἶναι δε-
1960ξιώτατοι σήμερον συνεργάται καὶ βοηθοὶ τῶν ἀποτελούντων
1961τὴν ἀποστολήν. Δὲν δύνανται δυστυχῶς αὐτοὶ μόνοι ἄνευ
1962τῆς ἀποστολῆς νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ἔργον τῆς ἀποστολῆς
1963αὐτῆς (ἐπιδοκιμασίαι).
1964§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολὺ ὀρθῶς.
1965§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναμαι νὰ εἴπω γενικώτερον, κύ-
1966ριοι Βουλευταί, ἐξεταζομένου τοῦ ζητήματος ὅτι ὄχι μό-
1967νον εἰς τ’ ἀφορῶντα τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης καὶ τῆς
1968ξηρᾶς, ἀλλ’ ἐν γένει εἰς ὅλας τὰς ὀργανώσεις ἡμῶν καθυ-
1969στεροῦμεν, καὶ καθυστεροῦμεν μεγάλως, ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη,
1970τὰ ὁποῖα ἡγοῦνται σήμερον εἰς τὴν πρόοδον τοῦ πολιτι-
1971σμοῦ. Διατί νὰ μὴ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν;
1972§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
1973§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖ ὅπου ἡ ἰδιοφυΐα
1974τοῦ Ἕλληνος τὸν θέτει εἰς θέσιν ἀκόμη ν’ ἀνταγωνισθῇ
1975μετ’ ἐλπίδων ἐπιτυχίας πρὸς τοὺς ἄλλους λαούς, καὶ ἐκεῖ
1976ἀκόμη, καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον ἡ ἔλλειψις τῆς ἐπιστημονικῆς
1977μορφώσεως ἀποτελεῖ διὰ τὸν Ἕλληνα μίαν αἰτίαν καθυ-
1978στερήσεως, καὶ ὅπου κατορθοῦμεν νὰ ὑπερβάλωμεν τοὺς
1979ἀνήκοντας εἰς τοὺς ἄλλους λαούς, κατορθοῦμεν τοῦτο ἀκρι-
1980βῶς διότι ἐνωτιζόμεθα τῶν φώτων ἐκείνων ἐκεῖ (ἐπιδοκι-
1981μασίαι). Ἐθεώρησα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο ἀπὸ τοῦ βήματος
1982τούτου νὰ ἐξαγγείλω αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν. Ἀναστρέφοντες
1983τὸ βλέμμα πρὸς τὸ παρελθὸν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴ-
1984μεθα ὑπερήφανοι δι’ αὐτὸ καὶ ἀξιοῦμεν ὅτι συνετελέσαμεν
1985ἐν τοῖς μάλιστα εἰς τὸ νὰ φωτισθῇ ὁ κόσμος ταχύτερον καὶ
1986εἰς τὸ ν’ ἀνατείλῃ ὁ νεώτερος πολιτισμός, ἔχομεν καθῆκον
1987ν’ ἀναγνωρίζωμεν ὅτι, ἂν συνετελέσαμεν νὰ μεταδοθῶσι
1988τὰ φῶτα εἰς τοὺς ἄλλους, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ παραλάβωμεν
1989σήμερον τὰ φῶτα ἐκ τρίτης χειρός (ἐπιδοκιμασίαι).
1990Δὲν πιστεύω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι ἔρ-
1991χονται διακεκριμένοι ἀξιωματικοὶ ἐθνῶν, τὰ ὁποῖα πρωτο-
1992στατοῦσιν εἰς τὴν στρατιωτικὴν μόρφωσιν τῆς ξηρᾶς καὶ
1993τῆς θαλάσσης, διὰ νὰ ὀργανώσωσι τὸν στρατὸν ἡμῶν, νὰ
1994τὸν ἐκπαιδεύσωσι, νὰ τὸν παρασκευάσωσιν ἄξιον τῶν ἀπαι-
1995τήσεων τοῦ Κράτους, ὅτι, λέγω, ἡ ἔλευσις αὐτῶν θίγει τὴν
1996φιλοτιμίαν εἴτε τοῦ λαοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ εἴτε τῶν ἀξιω-
1997ματικῶν τῶν Ἑλλήνων. Αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἡμέτεροι ἀξιωμα-
1998τικοὶ αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβαίνωσιν ἐκεῖ, ὅπου
1999τὰ φῶτα εἶναι τόσον ἀναμφισβητήτως ὑπέρτερα τῶν ἡμε-
2000τέρων, ἵνα συμπληρώσωσι τὴν μόρφωσίν των, ἀλλὰ δὲν εἶναι
2001εὔκολον νὰ μεταβῶσι πάντες οἱ ἀξιωματικοί μας εἴτε εἰς
2002τὴν Γαλλίαν εἴτε εἰς τὴν Γερμανίαν, ἵνα μορφωθῶσι στρα-
2003τιωτικῶς. Ὀλίγοι βεβαίως δὲν συνομολογοῦσιν εἰς τοῦτο·
2004φρονεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅτι εἶναι ἐπίμεμπτον
2005τὸ ὅτι μὴ δυνάμενοι ν’ ἀποστείλωμεν ἐκεῖ ὅλους τοὺς ἀξιω-
2006ματικούς, ἵνα μορφωθῶσι, μεταφέρομεν ἐκεῖθεν ἀποστολάς,
2007ἵνα κατορθώσωσιν οὗτοι νὰ εἶναι ἀξιωματικοὶ στρατοῦ,
2008ἐμφορούμενοι μὲ τὰς νεωτέρας ἀπαιτήσεις τῆς τέχνης καὶ
2009τῆς ἐπιστήμης, ἀξιωματικοὶ στρατοῦ ἀξίου τῶν προσδο-
2010κιῶν τοῦ ἔθνους (ἐπιδοκιμασίαι). Ἡ ἀπάντησις δὲν δύναται
2011νὰ εἶναι ἀμφίβολος.
2012§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια, βέβαια.
2013§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω λόγους νὰ πιστεύω ὅτι οἱ
2014ἀποτελοῦντες τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης, ἐν
2015τῷ συνόλῳ αὐτῶν, τὴν ἔλευσιν τῆς ἀποστολῆς ἐχαιρέτισαν
2016μετ’ ἀνυποκρίτου χαρᾶς, εἶναι εὐτυχεῖς, διότι παρέχονται
2017εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα, ὅπως ἀναπληρώσωσιν ἐλλείψεις αὐτῶν,
2018τῶν ὁποίων ἡ ἀτέλεια τῆς ὀργανώσεως ἦτο ἡ αἰτία, ὅπως
2019ἀναπληρώσωσι τὰς ἐλλείψεις, ἵνα σὺν τῇ ὑπαρχούσῃ παρ’
2020αὐτοῖς πλήρει θεωρητικῇ μορφώσει κατορθώσωσι ταχέως
2021ν’ ἀναχθῶσιν εἰς τὸ ἐπίπεδον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκον-
2022ται οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν προηγμένων στρατῶν τῆς Εὐρώ-
2023πης. Ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ δυσφοροῦντες διὰ τὴν ἔλευσιν, βε-
2024βαιωθῆτε ὅτι εἶναι ἐλάχιστοι, βεβαιωθῆτε ὅτι οἱ τυχὸν
2025ὑπάρχοντες θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται καλῶς
2026ὅτι μὲ τὴν ἔλευσιν τῶν ξένων ἀποστολῶν παρῆλθεν ὁρι-
2027στικῶς ἡ ἐποχὴ τῆς ἀργίας, ὅτι μὲ τὴν ἔλευσιν τῶν ξένων
2028ἀποστολῶν ἀρχίζει περίοδος νέα διὰ τὸν στρατὸν καὶ τῆς
2029ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης (χειροκροτήματα). Νέα περίοδος
2030διηνεκοῦς ἐργασίας, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ
2031καταστήσῃ εἴς τινας δυσχερῆ τὴν παραμονὴν ἐν τῷ στρατῷ
2032(χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἀλλὰ διὰ τοῦτο οὐδεὶς
2033ἔχει λόγον ν’ ἀνησυχῇ. Ἡ ἐντεῦθεν χωροῦσα νὰ προέλθῃ
2034ἐκκαθάρισις τοῦ στρατεύματος θὰ εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις
2035ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ χειροκροτηθῇ ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον, δὲν
2036θ’ ἀφήσῃ σπέρμα δυσαρεσκείας· δὲν θὰ δώσῃ δικαίωμα εἰς
2037προφάσεις. Θὰ εἶναι φυσιολογικὴ ἐκκαθάρισις, διότι τὴν
2038ἐκκαθάρισιν δὲν θὰ τὴν κάμῃ ἄλλος, ἀλλὰ θὰ τὴν ἀναγνω-
2039ρίσωσιν αὐτοὶ οἱ ἐκκαθαρισθησόμενοι, θ’ ἀναγνωρίσωσιν
2040ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀποτελῶσι μέρος τοῦ στρατοῦ, τοῦ
2041ὁποίου ἡ ὑπηρεσία εἶναι ἔργον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο δυσχερές.
2042(Χειροκροτήματα).
2043Τὸ ἐπ’ ἐμοί, φρονῶ μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι ἡ ἔλευσις τῶν
2044δύο ἀποστολῶν, τῆς ἀποστολῆς τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς ἀπο-
2045στολῆς τῆς θαλάσσης, ἡ ἔλευσις τῆς ὁποίας τὴν τιμὴν δὲν
2046διεκδικεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἡμεῖς ἐξετελέσαμεν ὅ,τι
2047εὕρομεν ἤδη ἀποφασισμένον ἢ μᾶλλον ἐπιβεβλημένον ὑπὸ
2048τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ἔλευσις τῶν δύο τούτων ἀποστολῶν
2049πρέπει νὰ χαιρετισθῇ μετ’ ἰδιαιτάτης χαρᾶς ἀπὸ ὅλον τὸν
2050Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω ὅτι συναισθάνεται ὅτι
2051γίνεται ἐργασία, ἐργασία ἐνδελεχής, ἐργασία ἐπίμονος, τεί-
2052νουσα ν’ ἀναπληρώσῃ πᾶσαν μέχρι τοῦδε ἔλλειψιν, τείνουσα
2053νὰ καταστήσῃ τὸν ἑλληνικὸν στρατὸν οἷος εἶναι ἀναλόγως
2054τοῦ ὕψους, τῶν παντὸς εἴδους πόρων καὶ εἰς ἄνδρας καὶ εἰς
2055χρῆμα, στρατὸν ἀληθῆ, στρατὸν ἐν πάσῃ στιγμῇ ἑτοιμο-
2056πόλεμον, δυνάμενον ὄχι ν’ ἀπειλήσῃ, διότι καὶ ἡ μικρότης
2057ἡμῶν ἀποκλείει πᾶσαν τοιαύτην ὑπόνοιαν, ἀλλὰ δυνάμε-
2058νον ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον καὶ τῆς τι-
2059μῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Κράτους καὶ τῶν συμφερόν-
2060των αὐτοῦ, δυνάμενον νὰ παρέχῃ εἰς τὸν λαὸν τὸ αἴσθημα
2061τῆς ἀσφαλείας, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως
2062δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀχθῇ εἰς πέρας. (Χειροκροτήματα πα-
2063ρατεταμένα).
2064§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον.
2065§123ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
2066§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς.
2067§125Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μετὰ τὴν διακοπήν, κ. Πρόεδρε.
2068§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπρισιμιτζάκης.
2069§127ΙΩ. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
2070§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ.
2071§129Γ. ΠΩΠ. Κύριοι συνάδελφοι· δὲν θὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς
2072ἐπὶ μακρὸν ἀπὸ τὰ ἐλατήρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς ὁδη-
2073γοῦσι πρὸς τὴν τράπεζαν τοῦ δείπνου. Οἱ φεύγοντες Βου-
2074λευταὶ δύνανται, ἐὰν θέλωσι, νὰ σπεύσωσι πρὸς τὴν εὐω-
2075χίαν αὑτῶν· δι’ ἡμᾶς ὑπάρχει ἄλλη τροφή, τροφὴ ἐπεί-
2076γουσα, διότι ἀφορᾷ αὐτὴν ταύτην τὴν θέσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ
2077στρατοῦ.
2078§130ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ προσβάλλετε.
2079§131Γ. ΠΩΠ. Δὲν προσέβαλον κανένα. Τοὐναντίον ᾐσθάνθην
2080ἀληθῆ χαρὰν καὶ ἀληθῆ ἀνακούφισιν εἰς τὴν ψυχήν μου διὰ
2081τὴν προσοχήν, μεθ’ ἧς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠκρο-
2082άσατο τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ βή-
2083ματος τούτου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐνῷ δ’
2084εὑρισκόμεθα ὅλοι ἐν μιᾷ ψυχῇ καὶ μιᾷ θελήσει, ὅπως ἴδω-
2085μεν τὸν στρατὸν ἡμῶν ἀναπλαττόμενον ὁριστικῶς διὰ τῆς
2086μετακλήσεως τῶν ξένων ὀργανωτῶν, διαφωνοῦμεν ἐν τούτοις
2087κατὰ τὸν τρόπον τῶν διατυπώσεων μόνον. Εἶπε κατερχό-
2088μενος τοῦ βήματος τούτου ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑ-
2089πουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἡ χώρα νὰ περι-
2090βληθῇ τὸ συναίσθημα τῆς ἀσφαλείας, ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸ ἔρ-
2091γον αὑτῆς. Εἶπεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ νέα περίοδος
2092διὰ τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς στρατιωτικῆς αὑτοῦ
2093ἀμύνης καὶ ὅτι τὴν περίοδον ταύτην θὰ τὴν θέσῃ ἡ κα-
2094λουμένη Γαλλικὴ ἀποστολή, διότι ἡ νέα περίοδος θὰ εἶναι
2095περίοδος διοικήσεως καὶ ἐργασίας.
2096Καὶ ἐρχόμεθα ἡμεῖς καὶ λέγομεν: Ἀκριβῶς μᾶς φοβί-
2097ζει ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἱκανο-
2098ποιεῖ τὸν κοινὸν πόθον, δὲν ἱκανοποιεῖ τὰς ἐπαγγελίας τοῦ
2099κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐνώπιον τοιαύ-
2100της ἀμφιβολίας, καὶ εἰς τοῦ ὑστάτου πολίτου ἐὰν ὑπῆρχε
2101τὴν ψυχήν, ἔπρεπεν ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου νὰ ἐξέλθῃ
2102ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια, πρὸς τὴν ὁποίαν πάντες θὰ πει-
2103σθῶμεν, διότι ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν
2104ὑπάρχουσιν οὔτε προσωπικὰ ζητήματα οὔτε προσωπικαὶ
2105βλέψεις οὔτε ἀντιπολιτευτικαὶ διαθέσεις οὔτε συμπολι-
2106τευτικαὶ ὁρμαὶ καὶ χειροκροτήματα. Ὑπάρχει κοινὴ ἐπι-
2107θυμία, ὅπως ἐξακριβώσωμεν σαφῶς τὰ πράγματα ἐκεῖνα,
2108τὰ ὁποῖα εἴπομεν ἡμεῖς ὡς ἀμφιβολίας. Τὰς ἀπεδέχθη τὰς
2109ἀμφιβολίας ἡμῶν, ὡς δικαίας, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργι-
2110κοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν
2111τὴν εἰσήγησιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ, ἵνα τὰς ἀτε-
2112λείας ταύτας δαμάσῃ καὶ οὕτως ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἀνησυ-
2113χοῦντας διὰ τὰς ἀμφιβολίας αὐτῶν.
2114Ἠθέλετε ἡμεῖς νὰ εἴμεθα καρδιογνῶσται καὶ παντο-
2115γνῶσται, ἵνα ἀποκαλύψωμεν ὅτι τοιοῦτον νομοσχέδιον εὕ-
2116ρηται ἐν τῇ διανοίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ μὴ γεννηθῇ
2117ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν ἡ σκέψις, ὅτι, ὅτε ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν
2118νομοσχέδιον κανονίζον ἀποστολήν, διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οὐ
2119μόνον οὐδένα μεμφόμεθα, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπιζητοῦμεν
2120ὑπὲρ αὐτῆς νὰ δοθῇ ἀπόλυτος ἐξουσία διοικήσεως, ἵνα ὄν-
2121τως πραγματοποιήσῃ τὸν σκοπόν, δι’ ὃν ἐκλήθη, δὲν ἠθέ-
2122λετε, κύριοι Βουλευταί, νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν κύριον Πρό-
2123εδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐν τῇ καλῇ αὑ-
2124τοῦ πίστει, οὐχὶ σκοπίμως, ἔθεσε τὰ ὅρια τὰ χρονικὰ τῆς
2125μεταβάσεως πρὸς τὸ δεῖπνον καὶ τῆς ἀπασχολήσεως τῆς
2126Βουλῆς, ἵνα περιορίσῃ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐνεῖχον τὴν
2127ἀφορμὴν ἀπὸ μίαν μεγίστην ὑπόνοιαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται
2128ἐν τῇ ψυχῇ ἡμῶν καὶ ἡ ὁποία βεβαίως εὑρίσκεται ἐν τῇ
2129ψυχῇ παντὸς Ἕλληνος;
2130Ὅτε δὲ πρὸ μικροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσα-
2131μεν συνάδελφον ἀξιωματικὸν τοῦ στρατοῦ μετασχόντα τοῦ
2132στρατιωτικοῦ συνδέσμου, ἔντιμον καὶ γενναῖον τὸ φρόνημα
2133νὰ ἀπασχολῆται διὰ τόσων παραδειγμάτων περὶ γεγονότα
2134τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσιν ὅτι μετὰ μίαν ἐπανά-
2135στασιν δὲν ἀπηλλάγημεν τῶν δεινῶν τοῦ παρελθόντος ἀπὸ
2136τῆς ἀπόψεως, ἡ ὁποία κατώρθωσε νὰ ἀφήσῃ τὸ Κράτος
2137ἄοπλον καὶ ἀδύνατον ἀπέναντι τῆς τιμῆς αὑτοῦ, πῶς θέ-
2138λετε νὰ μὴ εἶναι πανελλήνιος ἡ ἀνησυχία; Ὅτε ἔρχεται
2139νομοσχέδιον λοιπὸν ἀπέναντι ἡμῶν ἔχον ἀτελείας τοιαύτης
2140φύσεως καὶ μὲ τὰ δεδομένα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες ἡμεῖς
2141γνωρίζομεν, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐρωτήσῃ ἡ ψυχὴ ἡμῶν μὴ
2142τυχὸν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην ἱλασμοῦ
2143ἀπέναντι τῆς χώρας διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος,
2144ἱστορίαν ἐγγὺς παρελθόντος, γέμουσαν αἰσχύνης, οἵτινες
2145ἔχουσι, λέγω, ἀνάγκην ἱλασμοῦ, δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ ἐπέ-
2146δρασαν, ὅπως διαρρυθμισθῇ οὕτω τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἀπο-
2147τύχῃ ἡ προσπάθεια ὀργανώσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ
2148στρατοῦ; Δι’ ὅσους οὕτω σκέπτονται, δὲν εἶναι πιθανὸν
2149ἐν τῇ ψυχῇ αὐτῶν νὰ γεννηθῇ ἡ ὑπόνοια, ὅτι ἀφῃρέθησαν
2150ἀπὸ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολὴν δικαιώματα τοιαῦτα, ὥστε
2151νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ κατορθωθῇ ἐν τῇ χώρᾳ
2152ταύτῃ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τόσα καὶ τόσα
2153εἰσφέρει τὸ Κράτος; (Αἴσθησις).
2154Εἰς τὴν ἐρώτησίν μου δὲ ἀπέναντι τῆς ὑπονοίας ταύτης,
2155τὴν ὁποίαν ἐγὼ τὴν ἔχω ἐν πεποιθήσει ψυχῆς, διότι ἐγγὺς
2156παρακολουθῶν τὰ πράγματα, ἀναστρεφόμενος μέσῳ ἀκρι-
2157βῶς τῆς διαπάλης φιλοτιμιῶν, οὐχὶ ἀπὸ σκοποῦ εὐρυτέρου
2158προαγομένων φιλοδοξιῶν, οὐχὶ ἀπὸ θελήσεως πρὸς κοινὴν
2159συνεργασίαν, ἔχω ὅλην τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἀπὸ τῆς ὑπο-
2160νοίας ταύτης ἀντλῶν ὑποβάλω ὑμῖν τὰς σκέψεις μου.
2161Εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, λέγω, οὐδὲν εἶχε θετικὸν ν’
2162ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἶπον καὶ κατὰ τὴν προη-
2163γουμένην ἀγόρευσίν μου ὅτι εὔχομαι νὰ πλανῶμαι. Ἀλλ’
2164εἰς ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνα τὴν τελευταίαν στι-
2165γμήν, ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου παρετή-
2166ρησεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ, ἵνα μὴ χάνωμεν τὴν
2167ὥραν. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ ὥρα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ
2168κανονίζῃ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς· γνωρίζω ὅμως ὅτι εἰς τὰ
2169Κράτη δὲν ὑπάρχουσιν ὧραι μεμετρημέναι εἰς δευτερόλε-
2170πτα· ὑπάρχει μία μόνον ὥρα, ἡ ὥρα τῆς στιγμῆς τῆς κρί-
2171σεως, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος τοῦτο ὀφείλει νὰ ἐμφα-
2172νισθῇ πάνοπλον, ἵνα, ἀντλοῦν τὴν δύναμιν ἐκ τῆς συναισθή-
2173σεως τῆς ἀσφαλείας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2174σεως, δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς κινδύνους. (Εὖγε, εὖγε).
2175Αὐτὴν τὴν ὥραν γνωρίζω καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς ὥρας ἐκεί-
2176νης ἐπεζήτησα νὰ δοθῶσιν αἱ ἐξηγήσεις. Ἀλλὰ πρὸς τὸν κ.
2177Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀτυχῶς εἰσηγηθέντα τὸ νο-
2178μοσχέδιον τοῦτο κατ’ εἰσήγησιν γενομένην ὑπὸ τῆς ὑπηρε-
2179σίας, δὲν ἐδόθησαν οὔτε κἂν πληροφορίαι περὶ νόμων, οὔτε
2180ἄλλη τις σχετικὴ γνῶσις πραγμάτων, διότι, ἂν ἐδίδοντο
2181αὗται, δὲν θὰ ἔλεγεν ἐκεῖνος πρὸς ἐμὲ παρατηροῦντα περὶ
2182τοῦ συστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ διοικῆται καὶ οἰκονο-
2183μικῶς ἓν σῶμα, ὅτι δυνάμει τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νομοσχεδίου
2184αἱ λεπτομέρειαι θὰ ὁρισθῶσι διοικητικῶς, καὶ διοικητικῶς
2185θὰ καταστραφῇ ὁλόκληρος νόμος, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ τὸ δημό-
2186σιον λογιστικὸν τοῦ Κράτους.
2187Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσω ὅτι, προκειμένου περὶ ὀρ-
2188γανώσεως τοῦ στρατοῦ, δὲν θὰ μᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς
2189τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι σὺν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ μεράρχων,
2190οὗ τὴν ἀνάγκην ἀνεγνώρισε καὶ τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα εὐθὺς
2191ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, θὰ εἰσηγεῖτο καὶ νέον
2192νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κανονίζωνται αἱ θέσεις τοῦ
2193ἐπιτελείου, τὸ ὁποῖον διέπει ἤδη ἄλλος νόμος. Καὶ δὲν θέ-
2194λετε ἐγὼ νὰ ἀνησυχῶ, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τοιαύτας
2195τινὰς ἀμφιβολίας; Τὰς ἀνησυχίας τὰς διετύπωσα ἀπέναντι
2196τῆς Βουλῆς, διότι πιστεύω, ὅτι πλανᾶται ἡ Κυβέρνησις,
2197ἀποπλανωμένη ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦσιν ἱλασμὸν διὰ
2198τὰς ἀποτυχίας τοῦ παρελθόντος· εὔχομαι ἐν τούτοις νὰ πλα-
2199νῶμαι ἐν ταῖς ἀμφιβολίαις μου, διότι ἡ πλάνη ἡ ἐμὴ θὰ
2200εἶναι ἀληθὴς θρίαμβος ὑπὲρ ὀργανώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ
2201στρατοῦ (εὖγε, εὖγε, ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
2202§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
2203(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ὡς καὶ τὸ
2204ἄρθρον 1).
2205Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
2206§133ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἡ λέξις «καὶ»
2207μετὰ τὴν λέξιν «ἀνατίθεται».
2208§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτρο-
2209ποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
2210περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2211(Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, 6, 7 καὶ 8,
2212ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
2213Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ὀχυ-
2214ρωτικῶν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς
2215Ἀμύνης».
2216(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νο-
2217μοσχέδιον).
2218Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ἐπι-
2219σκευῶν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας παλαιοὺς στρατῶνας καὶ στά-
2220βλους καὶ περὶ κατασκευῆς συμπληρωτικῶν ἐργασιῶν διὰ τὴν
2221ἐπάρκειαν τῶν στρατωνισμῶν».
2222(Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νο-
2223μοσχέδιον).
2224Κύριοι, κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ἀντιπροσω-
2225πείαν τῆς Βουλῆς διὰ τὰς ἑορτὰς τῶν Καλαβρύτων τῆς 25
2226Μαρτίου ἐκ τῶν κυρίων Σπ. Φορέστη, Δ. Κανελλοπούλου,
2227Β. Κυρέλλου, Ν. Βάρθη καὶ Ν. Δελακοβία, οἵτινες καὶ ἀπε-
2228δέχθησαν, ἵνα μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἁγίαν Λαύραν.
2229Ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Ἀ. Χριστοπούλου, Ν. Σακελλαρίου,
2230Γ. Βλάση, Κ. Οἰκονομοπούλου, Ἀ. Σακελλαρίου, Γ. Παπα-
2231σπυροπούλου, Γ. Νικολαΐδου, Ἰ. Τσιριμώκου, Π. Φλέσσα, Λ.
2232Φλαμῆ, Ε. Κουλουμβάκη, καὶ Κ. Ῥακτιβὰν ὑποβάλλεται
2233πρότασις νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφ. 3 τοῦ νό-
2234μου ͵ΒΡΞΒʹ περὶ φορολογίας τῆς ῥητίνης».
2235(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
2236Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ
2237τὴν 10½ μ. μ.
2238Μετὰ τὴν διακοπήν.
2239§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις· ὁ κ.
2240Φουρίδης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18.
2241§136Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἡ συζή-
2242τησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ δέον νὰ ἀναβληθῇ, διότι ὑπέ-
2243βαλον μίαν προσθήκην, ἡ ὁποία καὶ ἐτυπώθη καὶ διενε-
2244μήθη, ἀλλὰ δὲν ἐστάλη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως ἀποφα-
2245σίσῃ, καὶ συνεπῶς δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζή-
2246τησιν τοῦ ἄρθρου τούτου.
2247§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ὅτι ἡ πρότασις
2248αὕτη εἶναι οὐσιώδης, βεβαίως θὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις·
2249ἂν δὲ τὴν θεωρήσῃ μὴ οὐσιώδη, θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφι-
2250σιν τοῦ ἄρθρου.
2251§138Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μᾶς ἐστάλη μόνον σήμερον· δὲν μᾶς
2252ἐδόθη καιρὸς νὰ σκεφθῶμεν ἐπ’ αὐτῆς.
2253§139ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπέβαλον τροπολο-
2254γίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Συντάγματος ἔχουσαν οὕτω:
2255«καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων τότε μόνον ἐπιβάλλεται
2256ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, ὅταν οἵ τε ἔνορκοι καὶ οἱ δικασταὶ
2257διὰ παμψηφίας ἀποφασίσωσι τοῦτο». Διὰ νὰ ὑποστηρίξω
2258τὴν πρότασίν μου ταύτην, δὲν θὰ κάμω βεβαίως ἔκκλησιν
2259πρὸς τὰ φιλανθρωπικὰ ὑμῶν αἰσθήματα, διότι πιστεύω
2260ὅτι πάντες ἐνταῦθα εἴμεθα φιλάνθρωποι καὶ ἔχομεν οἶκτον,
2261ἀλλὰ θὰ προσπαθήσω δι’ ἐπιχειρημάτων καὶ παραδει-
2262γμάτων νὰ πείσω ὑμᾶς ἂν πράγματι εἶναι ἐποχή, κατὰ
2263τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀποδεχθῇ ἡ Πολιτεία ἡμῶν τὴν
2264τροπολογίαν ταύτην, καὶ ἂν συμφέρει ὑπὸ κοινωνικὴν ἔπο-
2265ψιν ἡ παραδοχὴ αὐτῆς, διότι τὸ νομοθετεῖν δὲν πρέπει νὰ
2266προέρχηται βέβαια μόνον ἀπὸ αἰσθήματα φιλανθρωπίας
2267καὶ οἴκτου, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἀπὸ τὸ αἴσθημα τοῦ κοι-
2268νωνικοῦ συμφέροντος. Εἶμαι τῆς γνώμης, κύριοι Βουλευταί,
2269ὅτι ἡ αὐστηρότης τοῦ νόμου καὶ ἡ ἀνεπιείκεια ἄγει εἰς
2270τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου τὸ ὁποῖον σκοπεῖται, ἰδίως
2271δὲ προκειμένου περὶ τῆς ἐσχάτης τῶν ποινῶν. Εἰς πλεῖστα
2272ὅσα Κράτη μέχρι τοῦδε τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν τὴν ἐφαρ-
2273μόζουσι πολὺ σπανίως, εἰς πλεῖστα τῶν Κρατῶν κατηρ-
2274γήθη, εἰς ἄλλα δὲ τὴν ἔχουσιν ὑποβάλει εἰς τοιαύτας διατυ-
2275πώσεις, ὥστε εἶναι σχεδὸν ἀνεφάρμοστος. Ὁμοίαν ἐφαρμο-
2276γὴν πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐγὼ σήμε-
2277ρον, εἶχεν ἡ νομοθεσία τῆς Τοσκάνης, τῆς ὁποίας νομοθε-
2278σίας ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐποιήσατο χρῆσιν ἐν
2279γένει ὅλη ἡ Ἰταλία, ἐν ᾗ τρόπον τινὰ ὑπῆρξεν ὁ πρόδρο-
2280μος τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐν Ἰταλίᾳ.
2281Εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Τοσκάνης ἀπὸ τοῦ 1831 ἕως τοῦ
22821838, ὁπότε ἴσχυσεν ἡ νομοθεσία αὕτη, ἐξεδόθησαν δύο μό-
2283νον θανατικαὶ ἀποφάσεις, καὶ αὐταὶ μάλιστα δὲν ἐξετε-
2284λέσθησαν, συγχρόνως δὲ παρετηρήθη ὅτι τὰ ἐγκλήματα τὰ
2285τιμωρούμενα διὰ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου δὲν ηὔξησαν,
2286ἀλλ’ ἀντιθέτως ἠλαττώθησαν. Τὸ σύστημα τῆς ὁμοψηφίας
2287ἐπίσης ἐφαρμόζεται καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Ἀμερικῇ, εἰς
2288τὴν Ἀμερικὴν ὅμως ὡς εἰς τόπον πρακτικώτερον ἐφήρμο-
2289σαν καὶ ἑτέραν διατύπωσιν, ἵνα οἱ ἔνορκοι, οἱ ὁποῖοι κλη-
2290ροῦνται καὶ πρόκειται νὰ λάβωσι μέρος εἰς ὑπόθεσιν ἡ
2291ὁποία πιθανὸν νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ἐρω-
2292τῶνται οἱ ἔνορκοι πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ἂν
2293κατ’ ἀρχὴν εἶναι ὑπὲρ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου ἢ ὄχι, καὶ
2294ὅσοι ἐξ αὐτῶν δηλώσωσιν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ψηφίσωσιν
2295ὑπὲρ τῆς ποινῆς τοῦ θανάτου δὲν κληροῦνται. Ἀλλ’ αἱ νο-
2296μοθεσίαι αὗται τῶν ξένων ἐθνῶν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι
2297δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος,
2298διότι πιθανὸν ἡ πρόοδος τοῦ πολιτισμοῦ νὰ μὴ εἶναι τοι-
2299αύτη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς ἡμᾶς τὴν ἐφαρμογήν. Θὰ προσ-
2300παθήσω ὅμως διά τινων παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐξ
2301ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ ἐκ πληροφοριῶν ἔχω, ἐπίσης καὶ ἐκ
2302συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα συνάγω ἐξ αὐτῶν, ἵνα πείσω ὑμᾶς
2303ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἡ προϋπόθεσις τῆς παμψηφίας καὶ
2304εἰς τὴν νομοθεσίαν ἡμῶν. Ὁ Ποινικὸς Νόμος ὁ ἐν ἰσχύϊ
2305εἶναι λίαν δαψιλὴς εἰς τὸν καταλογισμὸν τῆς ἐσχάτης τῶν
2306ποινῶν. Πλεῖστα ὅσα ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου πραγμα-
2307τεύονται τὰς πράξεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται
2308ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, καὶ διὰ τοῦτο ἡ αὐστηρότης αὐτὴ τοῦ
2309Ποινικοῦ Νόμου ἐπέφερεν ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου, τὸ
2310ὁποῖον προσεδοκᾶτο, διότι ὁ ἅπαξ ἐγκληματήσας εἰς βαθμὸν
2311ἐπιφέροντα τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν, ἐφ’ ὅσον θὰ ἔχῃ πρὸ
2312αὐτοῦ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι, ἂν παρουσιασθῇ εἰς τὸ Δικα-
2313στήριον, πάντοτε θὰ τῷ ἐπιβληθῇ ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου, λαμ-
2314βάνει ὑπ’ ὄψιν του ὅτι, ὁσασδήποτε πράξεις καὶ ἂν κάμῃ
2315μεταγενεστέρως, πάντοτε ἡ ποινὴ θὰ εἶναι ἡ αὐτή. Ἔλεγε
2316δὲ κάποτε εἷς ἐπικεκηρυγμένος λῃστὴς τῆς Λακεδαίμονος,
2317ὁ Βλαχοδημητράκης, ὅτε τὸν συνεβούλευε κάποιος συγγενής
2318του νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἀρχῆς, νὰ δώσῃ λόγον τῶν
2319πράξεών του καὶ παύσῃ πλέον νὰ λῃστεύῃ τὸν κόσμον, τί
2320ἀπήντησεν; «Ἐγὼ ἔτσι κ’ ἔτσι τὸ κεφάλι μου τὸ ἔχω στὸν
2321ντορβᾶ· ὅ,τι καὶ ἂν κάμω, τὴν ποινήν μου δὲν θὰ μοῦ τὴν
2322αὐξήσουν».
2323Αὐτὴ ἡ λογικὴ ἡ προερχομένη ἀπὸ κεφαλὴν λῃστοῦ ἴσως
2324νὰ εἶναι συνήθης εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προβαίνουσιν εἰς τὰς
2325πράξεις αὐτὰς καὶ πιθανὸν νὰ ἐξακολουθῶσι τὸ ἔργον των,
2326διότι ἔχουσι τὴν προϋπόθεσιν αὐτήν, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐξακο-
2327λούθησις οὐδεμίαν μεγαλειτέραν βλάβην θὰ φέρῃ εἰς αὐτοὺς
2328καὶ ἐξακολουθεῖ διὰ παντὸς ἐκτὸς ἐὰν φύγῃ διὰ τὴν Ἀμε-
2329ρικὴν καὶ ἀποφύγῃ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου. Φρονῶ λοιπὸν
2330ὅτι οἱ κακοῦργοι αὐτοὶ εἰς βαθμὸν τοιοῦτον ἐγκληματήσαν-
2331τες, ἐὰν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν των ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξοργίσωσι τὴν
2332κοινωνίαν διὰ τῶν πράξεών των, ὥστε σύσσωμος νὰ ἐξε-
2333γερθῇ ἐναντίον των καὶ διὰ παμψηφίας τῶν ἐνόρκων τῶν
2334ἐκπροσωπούντων αὐτὴν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ποινὴν
2335τοῦ θανάτου, θὰ συναισθανθῶσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ πρά-
2336ξωσι τόσα, ὥστε νὰ ἐξεγείρωσι τὴν ὀργὴν τοῦ λαοῦ καὶ νὰ
2337τοὺς καταδικάσωσιν εἰς θάνατον οἱ ἔνορκοι. Ἡ πρότασίς
2338μου αὕτη παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν
2339εἶδον τίποτε εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς.
2340§140Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἔκθεσις κατετέθη τῇ 17 Μαρτίου,
2341ἡ δὲ τροπολογία ὑπεβλήθη τῇ 19 Μαρτίου.
2342§141Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
2343καιοσύνης). Ὑπάρχει ἤδη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν
2344ὁποίαν αἱ τροπολογίαι, αἱ ὁποῖαι περιέρχονται εἰς τὸ προ-
2345εδρεῖον καὶ ὑποβάλλονται μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως
2346τῆς ἐπιτροπῆς, θεωροῦνται ὡς τροπολογίαι ὑποβαλλόμεναι
2347κατὰ τὴν συζήτησιν, διεπόμεναι ἑπομένως ὑπὸ τοῦ Κανο-
2348νισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον τότε μόνον παραπέμπονται εἰς
2349τὴν ἐπιτροπήν, ἂν ἀποφανθῇ περὶ αὐτοῦ ἡ Βουλή.
2350§142Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὄχι εἰς
2351τὴν Βουλήν.
2352§143ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι λοιπὸν νὰ ἀναπτύξω
2353τὴν πρότασίν μου κατὰ τὴν νέαν συζήτησιν μετὰ τὴν ὑπο-
2354βολὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς.
2355§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καλλίτερον νὰ ἀποφανθῇ
2356ἡ Βουλὴ τώρα· πρακτικώτερον εἶναι τοῦτο.
2357§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρ-
2358θρου αὐτοῦ, μέχρις ὅτου ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου.
2359§146Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον τροπολογίαν, ἡ
2360ὁποία ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη.
2361§147ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ σήμερον μόνον ἐλήφθη ὑπὸ
2362τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ τροπολογία αὕτη προεκάλεσε τὴν προ-
2363σοχὴν ὅλων. Ἐξ ἡμῶν εἶδεν αὐτὴν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς καὶ
2364Βοιωτίας Βουλευτὴς ὡς ἀναπληρῶν τὸν γραμματέα τὸν
2365τακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω δέ, καὶ ὁ εἰσηγητὴς καὶ
2366ἐγώ. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ἀξία προσοχῆς, καὶ θὰ ἦτο
2367ἐπιθυμητὸν νὰ ἐδίδετο ὁ καιρὸς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μέχρι
2368τῆς αὔριον, ὅπως συνελθοῦσα κρίνῃ ἐπ’ αὐτῆς.
2369§148ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά.
2370§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρ-
2371θρου 18. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 19 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θεοδωρί-
2372δης.
2373Τὸ ἄρθρον 19 ἔχει ὡς ἑξῆς.
2374(Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19).
2375§150ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἔχω ἀκόμη μίαν πρότασιν ἐπ’
2376αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου.
2377§151Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ἀκούσωμεν τί λέγει ἡ
2378ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεώς σας. Ἐὰν εἴχετε τὴν καλω-
2379σύνην νὰ μᾶς τὸ εἴπητε σεῖς;
2380§152ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι ἡ ἑξῆς
2381(ἀναγινώσκει): «Τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν τῆς
2382κυριακῆς ἀργίας καὶ καθιεροῖ κανόνας παρακωλύοντας ἵνα
2383ἀναγκάζηταί τις εἰς ὑπερβολὴν ἐργασίας βλαπτικὴν τῆς
2384ὑγείας του».
2385Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἰσέρχεται εἰς ἐξέτασιν τῆς προτάσεώς
2386μου. Ἡ ἐπιτροπὴ λέγει ἁπλῶς ὅτι ἡ τροπολογία μου αὕτη
2387ἀνάγεται εἰς ζήτημα νομοθετικόν.
2388§153Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ ἡ πρότασις
2389αὕτη εἰς τὸ 19ον ἄρθρον, διότι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ
2390αὐτό.
2391§154Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἂς τεθῇ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο ἄρ-
2392θρον. Δὲν εἶναι τοῦτο, λόγος ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ
2393ἤδη ἡ πρότασίς μου. Μοὶ γίνεται ἡ παρατήρησις ὅτι κακῶς
2394ὀνομάζεται 19· ἂς ὀνομασθῇ 29, ἂς λάβῃ οἱονδήποτε ἀρι-
2395θμόν, ἀλλ’ ἡ σειρὰ τῆς συζητήσεώς της εἶναι τώρα κατὰ
2396τὴν τάξιν, ἣν ἔχει ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς.
2397Ὁ λόγος, Κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον τὴν πρότασίν
2398μου αὐτὴν περὶ καθιερώσεως τῆς κυριακῆς ἀργίας εἶναι
2399εὐνόητος. Ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῆς κυριακῆς ἀργίας ὁ εἰς ὅλα
2400τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἰσχύων...
2401§155ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι εἰς ὅλα.
2402§156Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἰς τὰ πλεῖστα.
2403§157Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, κύριε
2404συνάδελφε, εἶναι ἑβδομαδιαία ἀργία.
2405§158Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὀνομάσατέ την ὑμεῖς ἑβδομαδιαίαν,
2406ἀφοῦ τὸ προτιμᾶτε, τὸ πρᾶγμα δὲν ἀλλάσσει.
2407§159ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν Τρίτην νὰ καθιερώ-
2408σωμεν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἀποφράς.
2409§160Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι πρόκειται νὰ συζητή-
2410σωμεν καὶ ὄχι νὰ παίξωμεν.
2411Ἡ κυριακὴ ἀργία ὑπὸ ἔποψιν θρησκευτικὴν καὶ ὑπὸ ἔπο-
2412ψιν κοινωνικὴν εἶναι ἀνάγκη, εἶναι ἓν δικαίωμα τοῦ πολί-
2413του· οὕτως ἐθεωρήθη πάντοτε, καὶ ἕνεκα τούτου νομίζω ὅτι
2414ὑπάρχει περίστασις, διδομένης τῆς εὐκαιρίας τῆς ἀναθεω-
2415ρήσεως τοῦ Συντάγματος, νὰ καθιερωθῇ διὰ συνταγματικῆς
2416διατάξεως ἡ κυριακὴ ἀργία, ὅπως ἀναπαύηται ὁ πολίτης ἢ
2417τὴν Κυριακὴν ἢ μίαν ἡμέραν ἀπὸ τὰς ἑπτά, ἂν δὲν εἶναι
2418δυνατὸν δι’ ὅλους τὴν Κυριακήν.
2419§161ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἂν δὲν θέλῃ νὰ ἀναπαυθῇ;
2420§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
2421§163Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν δύνανται νὰ τεθῶσιν
2422αὐτά.
2423§164Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε νὰ μὴ συζητήσωμεν,
2424νὰ μὴ συζητήσωμεν· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ ἐπιτρέπει ὁ
2425κ. Πρόεδρος. Ἡ παροχὴ λοιπὸν μιᾶς ἡμέρας ἀναπαύσεως
2426πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἐν συνδυασμῷ μὲ ἄλλο δικαίωμα
2427σχετικὸν τοῦ πολίτου, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μὴ ἀναγκάζη-
2428ται εἰς ὑπερβολικὴν ἐργασίαν, παραβλαπτικὴν τῆς ὑγείας
2429του, τὸ ὁποῖον εἶναι συναφές, τῆς αὐτῆς φύσεως, μὲ τὸ
2430δικαίωμα τῆς κυριακῆς ἀργίας. Δὲν εἶναι ἡ τοιαύτη συν-
2431ταγματικὴ ἐγγύησις ἰδέα ἰδική μου. Τὸ δικαίωμα αὐτό,
2432Κύριοι, τὸ εὑρίσκω καθιερωμένον καὶ ἐν τῷ Συντάγματι
2433καὶ ἄλλου πεπολιτισμένου Κράτους, εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς
2434Ἐλβετίας. Τὸ ἄρθρον, ὅπως τὸ διετύπωσα, εἶναι πιστὴ με-
2435τάφρασις τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἀλλὰ πρὸς ποῖον σκοπόν,
2436θὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις, νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι;
2437Ἡμεῖς ἔχομεν, λέγουσι, νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας·
2438τίς ἡ ἀνάγκη νὰ θέσωμεν διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα; Ἔχο-
2439μεν, Κύριοι, ἀληθῶς νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας, ἀλλ’ ὁ
2440νόμος αὐτὸς καθ’ ἡμέραν κινδυνεύει ὑπὸ τὰς κραυγὰς τῶν
2441ἐνδιαφερομένων, καθὼς καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶν ἀνα-
2442μορφωτικὸν διάβημα τῆς παρούσης Βουλῆς ἐξεγείρονται
2443διαμαρτυρόμενοι, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνατροπῆς τοῦ σύμπαν-
2444τος. Καὶ ἐξηγέρθησαν καὶ κατὰ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ
2445ὑπὸ διαφόρους προφάσεις καὶ διὰ σκοπούς, τοὺς ὁποίους δὲν
2446εἶναι τοῦ παρόντος νὰ ἐλέγξω, ἐξηγέρθησαν καὶ ζητοῦσι
2447νὰ καταρρίψωσι τὸν θεσμόν. Εἶναι ἆρά γε ἡ ὑπόθεσις αὕτη
2448ἀσήμαντόν τι, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται νὰ ἀφήσωμεν ἔκθε-
2449τον εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ τυχόντος; Νομίζω ὄχι. Νομίζω
2450ὅτι εἶναι περίστασις νὰ περιφρουρήσωμεν τὸ δικαίωμα
2451τοῦτο, νὰ εἴπωμεν ὅτι εἰς οὐδένα θὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ θέσῃ
2452χεῖρα ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς κυριακῆς ἀργίας.
2453Ἰσχυρίζονται, Κύριοι, οἱ πολέμιοι τῆς κυριακῆς ἀργίας,
2454ὅτι διὰ τῆς καθιερώσεως τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ παραβιάζεται
2455ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία καὶ ἡ ἐλευθερία τῶν συναλλαγῶν.
2456Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐὰν ἠλήθευε, θὰ ἦτο εἷς λόγος πε-
2457ρισσότερον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι. Οὐδόλως εἶ-
2458ναι παράδοξον, τοὐναντίον εἶναι δυνατὸν νὰ νομισθῇ, ὅτι
2459παραβιάζεται διὰ τῆς κυριακῆς ἀργίας ἡ ἐλευθερία
2460τοῦ πολίτου, ἡ ἐλευθερία τοῦ νὰ ἐργάζηται ὅσον θέλει καὶ
2461νὰ συναλλάσσηται ὅπως θέλει περὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐργα-
2462σίας, διότι καὶ εἰς ἄλλα μέρη ἐγεννήθη τὸ αὐτὸ ζήτημα,
2463καὶ ἰσχυρίσθησαν ὅτι τοιοῦτος νόμος εἶναι ἄκυρος, διότι
2464ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, προσβάλλει δηλ. τὸ δικαίωμα
2465τῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου. Εἰς τὴν Ἀμερικὴν τὰ Δικα-
2466στήρια ἐπί τινα χρόνον ἐκήρυσσον τοὺς τοιούτους νόμους
2467ἀντισυνταγματικούς, ἅτε ἐναντίους τῇ προσωπικῇ ἐλευθε-
2468ρίᾳ, καὶ οὕτω προσβάλλοντας τὸ Σύνταγμα.
2469§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδῶ ὅμως εἶπον
2470τὰ Δικαστήρια ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικός;
2471§166ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ἀκόμη. Ἐνδέχεται ὅμως
2472νὰ τὸ εἴπωσιν.
2473§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔγραψε κανεὶς τῶν ἐπιστημόνων
2474τῶν δυναμένων;
2475§168ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὸ ἀνέγνωσα, καὶ ἔγινε λόγος πο-
2476λὺς καὶ παρ’ ἡμῖν περὶ τούτου, ὅτι προσβάλλεται ἡ ἐλευ-
2477θερία καὶ τὸ Σύνταγμα. Ὡς πρὸς τὰ ἐν Ἀμερικῇ διατρέ-
2478ξαντα τόσον ἐπὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας, ὅσον καὶ τοῦ περιο-
2479ρισμοῦ τῶν ἐργασίμων ὡρῶν, ἀρκοῦμαι ἐπικαλούμενος τὴν
2480αὐθεντίαν τοῦ Esmein, ὅστις ἰδοὺ τί γράφει σχετικῶς
2481πρὸς ταῦτα· «Ἐν Ἀμερικῇ τὰ Δικαστήρια ἐκήρυσσον ὡς ἀν-
2482τισυνταγματικοὺς τοὺς νόμους, τόσον τὸν περὶ κυριακῆς ἀρ-
2483γίας, ὅσον καὶ τοὺς περὶ περιορισμοῦ τῶν ἐργασίμων ὡρῶν ἐνη-
2484λίκων, εἴτε ὡς ἐναντίους τῇ ἐλευθερίᾳ εἴτε ὡς νόμους κλάσ-
2485σεως, ἄρα μὴ γενικούς. Σήμερον τοὺς ἀναγνωρίζουσιν ἐν ᾧ
2486μέτρῳ οὗτοι ἀνταποκρίνονται εἰς ἀληθῆ κοινωνικὸν σκοπόν».
2487Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι σκιαμαχία ἡ πρό-
2488τασίς μου, ἀφοῦ εἰς ἓν πεπολιτισμένον καὶ λίαν προηγμέ-
2489νον Κράτος, εἰς δημοκρατικὸν πολίτευμα, ἐγένετο ζήτημα
2490ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, καὶ τὰ Δικαστήρια ἐνδοιάζουσιν,
2491ἂν τῳόντι ὁ περὶ Κυριακῆς ἀργίας νόμος δὲν παραβιάζει
2492τὸ Σύνταγμα.
2493Ἀλλά, Κύριοι, καὶ οἱ ἄλλοι νόμοι οἱ σχετικοὶ μὲ τὴν
2494ἐργασίαν, οἱ σχετικοὶ μὲ τὴν ὑγιεινὴν τῆς ἐργασίας, περὶ
2495ὧν ἐπίσης ἡ πρότασίς μου προβλέπει, δὲν εἶναι ὀλιγώτερον
2496σπουδαῖοι καὶ ἄξιοι προσοχῆς.
2497Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ὑπάρχει τοιαύτη ἐργατικὴ
2498νομοθεσία. Εἰς τὴν Γαλλίαν εὑρίσκομεν εἰδικὴν νομοθεσίαν
2499ἀναφορικῶς πρὸς τὴν ἐργασίαν ἐν γένει, καὶ ἰδίως πρὸς
2500κανονισμὸν αὐτῆς ὑπὸ ὑγιεινὴν ἔποψιν, ἐπίσης ἐπαγγελμα-
2501τικὰς ἑνώσεις, ἐργατικὰς ἀσφαλείας. Ἐν γένει τὸ ζήτημα
2502τῆς ἐργασίας σοβαρῶς ἀπησχόλησε τὸν νομοθέτην, καὶ ὁ
2503ἐργάτης ἐπροστατεύθη πανταχόθεν, ἀλλὰ καὶ πάντοτε ὁσά-
2504κις περὶ τοιούτων νόμων ἐπρόκειτο, πάντοτε ἐξηγέρθησαν
2505οἱ ἐνδιαφερόμενοι, πάντοτε τοὺς ἐκήρυξαν ἀντισυνταγμα-
2506τικοὺς καὶ ἐναντίους τῆς ἐλευθερίας. Ὅπως σᾶς λέγουσι
2507περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας, ὅτι ἐπεμβαίνει μεταξὺ ἐργάτου
2508καὶ τοῦ ἐργοστασιάρχου, καὶ περιορίζει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ
2509πρώτου ἀπαγορεύουσα τὸ νὰ ἐργασθῇ ὁ ἐργάτης μίαν ἡμέ-
2510ραν καθ’ ἑβδομάδα, τοιουτοτρόπως καὶ ἐπὶ τῶν νομοθετη-
2511μάτων αὐτῶν τῶν ἄλλων, τῶν ἀφορώντων τὴν ὑγιεινὴν τῶν
2512ἐργοστασίων καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν νομοθετημάτων ἡ ἰδία ἔν-
2513στασις ἐγείρεται, ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐργασίμων
2514ὡρῶν παραβιάζεται ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, ὅτι παραβιά-
2515ζεται ἡ ἐλευθερία τῶν συναλλαγῶν, ἤτοι αἱ συνταγματι-
2516καὶ διατάξεις.
2517Ἰδοὺ λοιπὸν διατί καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς κυριακῆς
2518ἀργίας καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν ἄλλην ὑπάρχει λόγος,
2519ἵνα ἐν τῷ Συντάγματι περιληφθῇ τοιαύτη προστατευτικὴ
2520διάταξις, καὶ μόνον δύναται νὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις ἂν θεωρῶ
2521τόσον σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, ἤτοι τὴν
2522κυριακὴν ἀργίαν, ὥστε νὰ φρονῶ ὅτι ἄνευ αὐτῆς τρέχει
2523κίνδυνον κοινωνικὸν ὁ τόπος καὶ νὰ ζητῶ νὰ προστα-
2524τευθῇ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως. Ναί, Κύριοι, ἀπαν-
2525τῶ· οὕτω φρονῶ, ὅτι εὐκοσμία κοινωνικὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ
2526ὑπάρξῃ ἐφ’ ὅσον ὁ ἐργατικὸς πληθυσμὸς εἶναι καταδεδικα-
2527σμένος εἰς δουλικὴν ἐργασίαν ἀδιάκοπον ἐντὸς τῶν ἐρ-
2528γοστασίων. Εἶναι ἀδύνατον νὰ συμβιβάσῃ τις τὸν ἀνθρω-
2529πισμὸν μὲ τὴν ἐργασίαν ἄνευ μέτρου, ἄνευ κανονισμοῦ τι-
2530νος αὐτῆς, στερεῖται δὲ βεβαίως τοῦ ἀνθρωπισμοῦ ἐκεῖνος,
2531ὁ ὁποῖος δὲν θὰ κάμνῃ ἄλλο παρὰ νὰ εὑρίσκηται ἄνευ οὐδε-
2532μιᾶς διακοπῆς, ὡς ἄψυχος μηχανή, ὡς ὑπὸ δουλικὸν ζυγὸν
2533ἐργαζόμενος.
2534Εἶναι δέ, κ. Βουλευταί, πλάνη, καὶ πλάνη δεινὴ τὸ νὰ
2535φρονῇ τις, ὅτι ὅσον περισσότερον οἱ ἐργάται ἐργάζονται ἐν
2536τοῖς ἐργοστασίοις, τόσον περισσότερον καὶ παράγουσιν· ἡ
2537παραγωγὴ δὲν εἶναι πάντοτε ἀνάλογος τοῦ χρόνου αὐτῆς.
2538Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί εἶπε περὶ τοῦ ἀντικειμένου τού-
2539του μία δόξα τῆς Ἀγγλίας, ὁ μέγας ἱστορικὸς Μακώλεϋ,
2540ὅτε τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητεῖτο ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Λόρ-
2541δων ἐν ἔτει 1846 (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος ἠλάττωσεν
2542ἤδη κατὰ πολὺ τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας ἐν τοῖς ἐργοστα-
2543σίοις. Πρὸ 30 ἐτῶν συνήθιζον νὰ δίδωσιν εἰς ὀκταετῆ παι-
2544δία 15 ὥρας ἐργασίαν καθ’ ἡμέραν».
2545§169Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Εἰς τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας τὸ λέγει
2546αὐτὸ ὁ Μακώλεϋ;
2547§170ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Εἶπον ὅτι ἐλέχθη εἰς τὸ Ἀγγλικὸν
2548Κοινοβούλιον. Ἐὰν προτιμᾶτε νὰ ἀναγνώσητε Ἱστορίαν τῆς
2549Ἀγγλίας, ἠμπορεῖτε νὰ ἀναγνώσητε.
2550§171Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τὴν ἔχω ἀναγνώσει καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι
2551ἀκριβῶς τὴν παράγραφον αὐτήν. Δι’ αὐτὸ σᾶς ὑπέβαλον
2552τὴν ἐρώτησιν.
2553§172ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀκούσατε, παρακαλῶ (ἐξακολου-
2554θεῖ ἀναγινώσκων): «Ἀλλὰ νόμος ἐγένετο ἔκτοτε περιορίσας
2555τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας, ὁ νόμος δ’ ἐκεῖνος κατεπολεμήθη
2556τότε διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους φέρουσι καὶ σή-
2557μερον, ὅτι δηλ. τὸ προϊὸν τῶν ἐργοστασίων μας θὰ ὠλιγό-
2558στευε, καὶ δὲν θὰ ἠδύναντο ταῦτα νὰ ἀνταγωνισθῶσι μὲ
2559τὸ ἐξωτερικόν, καὶ θὰ ἐξέπιπτον καὶ αὐτὰ τὰ ἡμερομίσθια
2560ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἐργάτου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἐπραγματοποιήθη
2561καμμία τῶν προρρήσεων τούτων; Ἔπαθεν ἡ Ἀγγλικὴ βιο-
2562μηχανία;».
2563Καὶ κατωτέρω προσθέτει ὁ ἴδιος συγγραφεὺς σχετικῶς
2564μὲ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς κυριακῆς
2565ἀργίας: «Ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἄνθρωπος, ἰδοὺ ὁ μέγας δημιουρ-
2566γὸς τοῦ πλούτου. Ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἐδάφους τῆς Καμ-
2567πανίας καὶ τῆς Σπιτσβέργης εἶναι ἀσήμαντος ἀπέναντι τῆς
2568διαφορᾶς, ἣν παρουσιάζουσι δύο χῶραι, κατοικούμεναι ἡ
2569μία ὑπ’ ἀνθρώπων ἐμπλέων ἠθικῆς καὶ φυσικῆς δυνάμεως,
2570καὶ ἡ ἄλλη ὑπὸ ὄντων βυθισμένων εἰς κατάπτωσιν τοῦ νοῦ
2571καὶ τῶν αἰσθήσεων. Ἰδοὺ διατί δὲν ἐπτωχεύσαμεν, ἀλλ’
2572ἐπλουτήσαμεν τοὐναντίον ἀπὸ τὴν ἑβδόμην αὐτὴν ἡμέραν,
2573ἣν ἀπὸ τόσων ἐτῶν ἔχομεν ἀφιερώσει εἰς τὴν ἀνάπαυσιν».
2574Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα συνεζητήθη εἰς
2575τὰ Κράτη τὰ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένα, εἰς τὰ Κράτη, τὰ
2576ὁποῖα προώδευσαν βιομηχανικῶς μὲ τοὺς περιορισμοὺς αὐ-
2577τούς, τοὺς ὁποίους σήμερον φοβοῦνται παρ’ ἡμῖν καὶ ζη-
2578τοῦσι τὴν μὲν κυριακὴν ἀργίαν νὰ ἀνατρέψωσι καὶ καταρ-
2579γήσωσιν, οὐδεμίαν δὲ ἄλλην διάταξιν προστατευτικὴν τῆς
2580ἐργασίας νὰ φέρωσιν.
2581Τὸ κατ’ ἐμέ, Κύριοι, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ σιγήσω
2582προκειμένου περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος. Διὰ τῆς ἀνα-
2583γραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι τῆς διατάξεως αὐτῆς, βεβαιω-
2584θῆτε, ὅτι θὰ προσφέρητε ἀληθῆ ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς συμπο-
2585λίτας ἡμῶν, εἰς τοὺς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ νεαρᾶς ἡλι-
2586κίας ἐγκλείονται εἰς τὰ ἐργοστάσια καὶ διάγουσιν ἐκεῖ βίον
2587στενοχωρημένον, βίον πλήρη πικριῶν, θὰ τοὺς σώσητε ἀπὸ
2588τῆς ἠθικῆς καταπτώσεως. Καὶ ὄχι μόνον τοὺς ἀνθρώπους
2589αὐτοὺς θὰ ὑπηρετήσητε, ἀλλὰ καὶ τοὺς κυρίους τῶν ἐργο-
2590στασίων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσι μὲν ὅτι συμφέρον ἔχουσιν, ἵνα
2591διὰ παντὸς τρόπου ἀποφύγωσι πάντα περιορισμόν, οἱ ὁποῖοι
2592θεωροῦσιν ὅτι εἶναι πικρὸν τὸ ποτήριον τὸ νὰ ἴδωσιν ἐπὶ
2593μίαν καθ’ ἑβδομάδα ἡμέραν κεκλεισμένον τὸ κατάστημα
2594αὐτῶν, ἢ νὰ ἴδωσι περιορισμούς τινας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν
2595ὑγείαν τῶν ἐν αὐτῷ ἐργαζομένων, καὶ ζητοῦσι παντὶ σθέ-
2596νει νὰ τὰ ἀποφύγωσι, ἀλλὰ δὲν ἐννοοῦσι ποῦ κεῖται τὸ
2597συμφέρον αὐτῶν, δὲν βλέπουσιν ὅτι τὸ συμφέρον των εἶναι
2598ἡ ἁρμονία μεταξὺ ἐργοστασιάρχου καὶ ἐργάτου, ὅτι μόνον
2599δι’ αὐτῆς τῆς ἁρμονίας, μόνον δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δύναν-
2600ται καλῶς νὰ ἔχωσι τὰ κατ’ αὐτούς, καὶ ἐν γένει νὰ προ-
2601άγηται ἡ βιομηχανία τοῦ τόπου.
2602Κύριοι Βουλευταί, παντοῦ καὶ πάντοτε οἱονδήποτε διά-
2603βημα νεωτεριστικὸν παρακολουθοῦσιν ἀντιδράσεις καὶ μά-
2604ταιοι φόβοι, κίνδυνοι ἀνύπαρκτοι, διὰ τῶν ὁποίων θέλουσι
2605νὰ πτοήσωσι τὸ κοινὸν καὶ ἀποθαρρύνωσι τοὺς ἐργαζομένους
2606ὑπὲρ τῶν νέων ἰδεῶν. Ἀλλ’ οἱ ἐργαζόμενοι ὑπὲρ τῶν ἰδεῶν
2607δὲν πρέπει νὰ ὀρρωδῶσι, δὲν πρέπει νὰ φοβῶνται. Βουλαὶ
2608μάλιστα αἱ ὁποῖαι, ὡς ἡ παροῦσα, εἶναι ἐπιτετραμμέναι
2609τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, αἱ Βουλαὶ αὐταὶ πρέ-
2610πει νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὰ ζητήματα
2611ἐκεῖνα καὶ λάβωσι πᾶσαν ἐγγύησιν, ἀφοῦ μόνον μετὰ πά-
2612ροδον πολλῶν δεκαετηρίδων ἐπανέρχεται ἡ εὐκαιρία τῆς
2613ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Τὴν εὐκαιρίαν αὐτὴν δὲν
2614εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ χάνωσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον πρέπει
2615νὰ σπεύδωσιν εἰς τὸ ἔργον, ὅπως θέσωσι τὰς ἐγγυήσεις αὐ-
2616τὰς χάριν τοῦ λαοῦ καὶ τῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους ἀντιπρο-
2617σωπεύομεν.
2618Ἀπὸ τοιαύτης, Κύριοι, ὁρμώμενος ἀρχῆς κάμνω τὴν
2619πρότασιν ταύτην τὴν περὶ συνταγματικῆς περιφρουρήσεως
2620τῆς κυριακῆς ἀργίας καὶ τῆς ὑγείας τῶν ἐργατῶν, πρότα-
2621σιν τὴν ὁποίαν παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ
2622ἐκτιμήσητε.
2623§173Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 19 δὲν δύναται νὰ χωρέσῃ
2624αὐτό;
2625§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευ-
2626ταί· ἐὰν πρόκειται νὰ περιλάβωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα
2627ἡμῶν κάθε τι, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς οἱονδήποτε Σύν-
2628ταγμα τοῦ κόσμου, ἢ κάθε τι, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει κἄ-
2629ποια ὑπόνοια ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ ἀμφισβήτησις, τότε
2630τὸ ἔργον ἡμῶν θὰ εἶναι ἀτελεύτητον. Ζητοῦμεν νὰ παρεμ-
2631βάλωμεν μίαν διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἡ ὁποία δὲν ἔχει
2632καθαρῶς συνταγματικὸν χαρακτῆρα, καὶ ζητοῦμεν νὰ τὴν
2633παρεμβάλωμεν, οὐχὶ διότι ἀμφισβητεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ
2634Κράτους εἰς τὸ νὰ θέσῃ περιορισμόν, οὐχὶ διότι διαμφι-
2635σβητεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ Κράτους εἰς τὸ νὰ ἐγκατα-
2636στήσῃ τὴν κυριακὴν ἀργίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἐγκατεστη-
2637μένη, ἀλλὰ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον μήπως ποτὲ
2638ἀμφισβητηθῇ ἀπὸ μέλλουσαν Βουλήν, ἢ διότι ἐγράφη
2639εἴς τινα ἐφημερίδα, ὅτι ὁ νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας
2640εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν θὰ τε-
2641λειώσῃ τὸ ἔργον ἡμῶν ὄχι μόνον μέχρι τοῦ Πάσχα, ἀλλὰ
2642καὶ πέρα αὐτοῦ. Νομίζω δέ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ περα-
2643τωθῇ τὸ ἔργον ἡμῶν ταχέως, ἐπιβάλλεται δὲ εἰς ὅλους
2644ἡμᾶς νὰ ἀποφύγωμεν κάθε πάρεργον ἔργον, διὰ νὰ φθάσω-
2645μεν εἰς τὸ πέρας τοῦ ἔργου μας.
2646Τὸν προλαλήσαντα ἀξιότιμον συνάδελφον ἔχω νὰ τὸν
2647διαβεβαιώσω, ὅτι ἡ κυριακὴ ἀργία ἀποτελεῖ μέρος τοῦ
2648προγράμματος τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν πρό-
2649κειται νὰ καταργήσωμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν οὐδόλως· τοὐ-
2650ναντίον, ἐὰν εἶναι δυνατόν, τὸν θεσμὸν αὐτὸν θὰ τὸν διαρ-
2651ρυθμίσωμεν καλλίτερον.
2652§175Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἡ κυριακὴ ἀργία εἶναι ἡγιασμένη ἀπὸ
2653τὴν θρησκείαν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύν-
2654ταγμα. Τοιαῦτα πράγματα προσβάλλουσι τὴν θρησκείαν.
2655§176Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ τῶν δη-
2656λώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διὰ
2657τοῦτο δὲ καὶ μόνον θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις.
2658Πράγματι, Κύριοι, αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς
2659Κυβερνήσεως ἀνταποκρίνονται τελείως οὐ μόνον πρὸς τὴν
2660γνώμην τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν εἶχε
2661παραπεμφθῆ ἡ πρότασις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας
2662συναδέλφου κ. Ἀ. Θεοδωρίδου, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν γνώμην
2663καὶ τὰ αἰσθήματα ὅλων ἡμῶν, καὶ δὴ καὶ ὅλων ἐκείνων,
2664οἱ ὁποῖοι, ὡς ὁ ἔντιμος προαγορεύσας συνάδελφος, ἠγωνί-
2665σθησαν διὰ τὴν παρ’ ἡμῖν εἰσαγωγὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς κυ-
2666ριακῆς ἀργίας.
2667Τοιοῦτοι ἄλλως ἀνθρωπιστικοὶ θεσμοί, ὡς ὁ τῆς κυρια-
2668κῆς ἀργίας, ἔχουσιν ἀκλόνητον ἔρεισμα, ἀνώτερον ἴσως πά-
2669σης συνταγματικῆς προστασίας, τὸ γεγονὸς ὅτι καθιεροῦν-
2670ται ὡς λαϊκαὶ κατακτήσεις καὶ ἔχουσι βαθείας τὰς ῥίζας
2671αὐτῶν εἰς τὴν λαϊκὴν συνείδησιν. Οὐδεμία δὲ συνταγμα-
2672τικὴ διάταξις δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀσφαλέστερον τῆς
2673λαϊκῆς ταύτης συνειδήσεως ἐχέγγυον περὶ τῆς διατηρή-
2674σεως τῶν θεσμῶν τούτων.
2675Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ ἐγὼ νομίζω, κύριοι συνά-
2676δελφοι, ὅτι πρέπει νὰ λήξῃ ἡ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ.
2677Θεοδωρίδου συζήτησις.
2678§177Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐλάβομεν καὶ ἡμεῖς ἔγγραφον ἀπὸ
2679τοὺς ἐμποροϋπαλλήλους Πατρῶν, θὰ ἦτο δὲ στέρησις, ἂν
2680δὲν ἐλέγομεν καὶ ἡμεῖς δύο λέξεις. Βεβαίως μετὰ τὰς δη-
2681λώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν τόσον δια-
2682φωτιστικαὶ καὶ τόσον σαφεῖς, ὅτι καὶ τὸ ζήτημα τῆς κυ-
2683ριακῆς ἀργίας ἀποτελεῖ μέρος τοῦ προγράμματος τοῦ κόμ-
2684ματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ συνεπῶς δὲν διατρέχει οὐδένα
2685κίνδυνον, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ λόγου.
2686§178Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε· ἰδιαζόντως μὲ τιμᾷ
2687δι’ ἀγάπης καὶ φιλίας ὁ σύλλογος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων
2688Πατρῶν, καὶ ἤθελον νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ ζη-
2689τήματος τούτου. Μετὰ τὰς δηλώσεις ὅμως τοῦ κ. Πρωθυ-
2690πουργοῦ παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, ἔχων πλήρη πεποίθησιν,
2691ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων θέλει φροντίσει περὶ τῆς
2692Κυριακῆς ἀργίας. (Χειροκροτήματα).
2693§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περατωμένη ἡ συζήτησις.
2694Ἡ πρότασις τοῦ κ. Θεοδωρίδου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώ-
2695σκει): «Ἄρθρον 19. Τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει τὴν ἀρχὴν
2696τῆς κυριακῆς ἀργίας καὶ καθιεροῖ κανόνας παρακωλύοντας
2697ἵνα ἀναγκάζηταί τις εἰς ὑπερβολὴν ἐργασίας βλαπτικὴν
2698τῆς ὑγείας του».
2699Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται
2700νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρε-
2701δέχθη.
2702Συζήτησις τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ 25 ἄρ-
2703θρου τοῦ Συντάγματος, ἔχοντος οὕτως:
2704«Ἄρθρον 25.—Πρότασις νόμου ἀποκρουσθεῖσα ὑπὸ
2705τοῦ ἑτέρου τῶν παραγόντων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας δὲν
2706εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλήν».
2707Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δραγούμης.
2708§180ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω ἐνταῦθα, ὅτε με-
2709ταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 25, ὅτι πρόκειται νὰ συζητηθῇ
2710τὸ ζήτημα τῆς Γερουσίας. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ πρότασις
2711περὶ Γερουσίας ἀπέτυχε, διότι εὑρέθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐν ἰσο-
2712ψηφίᾳ. Ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τῆς Γερου-
2713σίας ἐνταῦθα, πρέπει νὰ συζητηθῇ τοῦτο ταύτην τὴν ἑσπέ-
2714ραν· ὑπομιμνήσκω δὲ κατὰ καθῆκον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι
2715εὐθὺς ὡς ἐγερθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρό-
2716κειται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ἐγὼ θέλω προτείνει
2717τὸ ἀπαράδεκτον.
2718§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω ὅτι δὲν
2719ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπανέλθῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Βουλῇ,
2720ὄχι διότι δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως, ἀλλὰ διότι ἐδείχθη
2721ἀμφιβολία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ περὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ
2722τούτου. Θὰ προσέθετον, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ δευτέρου νομο-
2723θετικοῦ Σώματος. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἄλλων λόγων, διὰ τοὺς
2724ὁποίους ἐνδοιάζω, ἔχω εἰδικῶς νὰ ἀντιτάξω τοῦτον τὸν λό-
2725γον, τὸ γεγονὸς ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς
2726ἀνακαινίσεως ὅλης τῆς νομοθεσίας τῆς τόσον ἀπηρχαιωμέ-
2727νης, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς νέας νομοθεσίας
2728κολοσσιαίας, εἰς τοιαύτην δὲ στιγμὴν ἀνακαινίσεως νέας
2729νομοθεσίας δὲν θὰ ἦτο ἐπίκαιρον νὰ ἐγκαθιδρύσωμεν τὸ
2730δεύτερον νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον εἶναι χαλινὸς κατὰ
2731τῆς πολυνομίας καὶ τὸ ὁποῖον συντελεῖ δυσκολώτερον εἰς
2732τὴν νομοθετικὴν μεταβολήν. Τοῦτο θὰ ἦτο ἐκ μέρους ἡμῶν,
2733οἵτινες ἔχομεν πρόγραμμα ἀνορθωτικόν, ἐναντίον τοῦ σκο-
2734ποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἐγκαθιδρύ-
2735σωμεν αὐτὸν τὸν θεσμὸν ἀπὸ τοῦδε.
2736Θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο
2737εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 107. Θὰ εἶμαι πρόθυμος νὰ
2738θέσωμεν μεταβατικὴν διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι, διὰ τὸ
2739ζήτημα τῆς Γερουσίας, παρακαλῶ δὲ τοὺς ὄντας ὑπὲρ τοῦ
2740θεσμοῦ τούτου νὰ συζητήσωσι τότε, τώρα δὲ νὰ προχωρή-
2741σωμεν κατωτέρω.
2742§182Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν
2743Κυβέρνησιν νὰ συγκατανεύσῃ εἰς τὸ νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα
2744διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας, διότι τὸ ζή-
2745τημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον, ὥστε νὰ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ
2746δύο καὶ τρεῖς συνεδριάσεις τὴν Βουλήν. Δὲν δυνάμεθα νὰ
2747γνωρίζωμεν ἐκ τῶν προτέρων ποία θὰ εἶναι ἡ γνώμη, τὴν
2748ὁποίαν θὰ σχηματίσῃ ἡ Βουλή, ἂν κατὰ πρῶτον θὰ γίνῃ
2749δεκτὸς ἀπὸ τοῦδε ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας ἢ θὰ γίνῃ δεκτὸν
2750νὰ δυνηθῇ νὰ εἰσαχθῇ οὗτος εἰς μέλλοντα χρόνον ὑπὸ τα-
2751κτικῆς Βουλῆς συμφώνως μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυ-
2752πουργοῦ. Τὸ κατ’ ἐμὲ θὰ ἐπεθύμουν τὴν ἐγκαθίδρυσιν ἀπὸ
2753τοῦ νῦν τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἔχω πολλὴν τὴν ἐπιθυμίαν νὰ
2754ἴδω τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας ἐγκαθιδρυόμενον ἐν Ἑλλάδι.
2755Θὰ συνεφώνουν ἐν ἀνάγκῃ μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅπως
2756δοθῇ ἡ ἄδεια διευκολύνσεως τοῦ ἔργου ἐπὶ τοῦ σημείου τού-
2757του τῆς μελλούσης Βουλῆς, ἥτις ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἀποφα-
2758σίσῃ περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Πάντες θέλομεν νὰ φθάσω-
2759μεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐνωρίτερον εἰς τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν
2760ἡμῶν, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ ἀντιπαρέλθωμεν διὰ τὸν λόγον τοῦ-
2761τον τόσῳ σπουδαῖα ζητήματα ἄνευ συζητήσεως.
2762Θὰ παρεκάλουν ὅθεν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ὁρίσῃ εἰδι-
2763κὴν ἡμέραν, διὰ νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις σοβαρὰ καὶ ἤρεμος.
2764§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις θὰ
2765γίνῃ εἰς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖ θὰ γίνῃ
2766συζήτησις, προκειμένου κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ ἐξαχθῇ ἡ
2767συζήτησις περὶ τῆς διευκολύνσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερου-
2768σίας· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν
2769εἰς τὸ ἔργον μας.
2770§184Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 107
2771νὰ ὁρισθῇ ἂν ὁ θεσμὸς τῆς Γερουσίας εἶναι ἐκ τῶν θεμελιω-
2772δῶν διατάξεων, ὥστε νὰ μὴ ἐγερθῇ ἀμφιβολία τις.
2773§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι εἶμαι τῆς
2774γνώμης, ὅτι δὲν κωλυόμεθα, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν θεμε-
2775λιωδῶν διατάξεων. Κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ λυθῇ τὸ ζή-
2776τημα, ἂν θὰ λάβωμεν καὶ εἰδικὴν πρόνοιαν, προκειμένου
2777περὶ τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας.
2778§186Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος διαφωνῶ πρὸς τὸν κ.
2779Πρωθυπουργόν, ὡς πρὸς τὸ ἀπαράδεκτον, φρονῶ, ὅτι ἡ
2780κατάλληλος θέσις εἶναι τὸ ἄρθρον 107.
2781§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
2782§188Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι
2783ὑπερεμάχησαν τῆς ἱδρύσεως τοῦ θεσμοῦ δευτέρου νομοθετι-
2784κοῦ Σώματος, ἀπὸ πεποιθήσεως ἐκ μακρᾶς μελέτης τῶν
2785πραγμάτων κτηθείσης, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ πρὸς ἀναθεώρησιν
2786τοῦ Συντάγματος, εἶμαι καὶ ἐγώ. Ἐκεῖ, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ,
2787τῳόντι τὸ πρᾶγμα κατέληξεν εἰς ἀποτυχίαν, ἀλλ’ εἰς ἀπο-
2788τυχίαν ὀλίγον ἀπέχουσαν τῆς ἐπιτυχίας, διότι συνέπεσε
2789δι’ ἰσοψηφίας νὰ ἀπορριφθῇ ἡ πρότασις περὶ εἰσαγωγῆς
2790τοῦ θεσμοῦ τῆς δευτέρας Βουλῆς. Νομίζω, ὅτι δὲν δύναμαι
2791παρὰ νὰ συνταχθῶ μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Προέ-
2792δρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ εἶναι λυσιτελέστερον, ἀκρι-
2793βῶς πρὸς τὴν ἐπιτυχῆ διαρρύθμισιν τοῦ θεσμοῦ τούτου, νὰ
2794μελετηθῇ βραδύτερον ἰδιαζόντως καὶ τὸ χρήσιμον ἢ μὴ
2795τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ προσέτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον
2796θέλει ἀποβῆ λυσιτελέστερον τὸ Σῶμα τοῦτο εἰς τὰ ἔργα
2797τὰ νομοθετικά.
2798Εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς γνώμης, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
2799ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ κανονισθῇ εἷς εἰδι-
2800κὸς τρόπος, εὐχερέστερος μὲν πάντως τοῦ παλαιοῦ τρόπου
2801τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ εὐκολώτερος
2802τοῦ ἐν γένει δι’ ἀναθεώρησιν ἀπαιτηθησομένου, τρόπος πρὸς
2803τὴν καθίδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῆς δευτέρας Βουλῆς. Ἐν τοι-
2804αύτῃ περιπτώσει ἑπομένως ἡ συζήτησις περὶ ταύτης θὰ
2805γίνῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος.
2806§189Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ
2807Γερουσίας, φρονῶ, ὅτι τὸ τελευταῖον ἀντικείμενον πρέπει
2808νὰ εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ θεσμοῦ περὶ Γερουσίας, διότι τὸ
2809ἐπ’ ἐμοὶ θὰ θεωρήσω ἐπαναστατικὴν τὴν Συνέλευσιν, καὶ
2810εἶναι ζήτημα ἂν θὰ εἶμαι ἐδῶ μέσα.
2811§190Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἀπόφασις, ὅπως τὸ θέμα
2812περὶ Γερουσίας συζητηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου
2813107 τοῦ Συντάγματος, προδήλως προϋποθέτει ὅτι δὲν πρό-
2814κειται ἀπὸ τοῦδε νὰ συζητηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς δευτέρας Βου-
2815λῆς. Διότι, ἂν ἐπρόκειτο ἀπὸ τοῦδε νὰ συζητηθῇ ὁ θεσμὸς
2816οὗτος, τότε προσήκει ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης νὰ ἄρξηται
2817ἡ συζήτησις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν
2818εἰς ἀναθεώρησιν τῶν ἑπομένων ἄρθρων τοῦ πολιτεύματος
2819καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διαρ-
2820ρυθμίσεως τῆς Βουλῆς τῆς μόνης, χωρὶς παραλλήλως νὰ
2821ἀποφασίσωμεν καὶ περὶ τοῦ καταρτισμοῦ καὶ τοῦ ἔργου
2822τῆς δευτέρας Βουλῆς ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ ἔργον τῆς πρώ-
2823της. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἂν ἀποφασίσωμεν νὰ συζητήσω-
2824μεν περὶ τῆς δευτέρας Βουλῆς, ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ ἄρ-
2825θρον 107, σημαίνει ὅτι ἀποφασίζομεν ὅτι δὲν πρόκειται
2826νὰ συζητηθῇ ἡ δευτέρα Βουλὴ ἀπὸ τοῦδε.
2827§191Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐν τοιαύτῃ ἐννοίᾳ.
2828Ἀποσύρεται εἶτα ἡ ἐπὶ τοῦ 24ου καὶ 25ου ἄρθρου τρο-
2829πολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Χ. Πετρέα ἔχουσα οὕτως:
2830«Οὐδεμία πρότασις νόμου ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς,
2831ἐὰν δὲν ἐπεξεργασθῇ ταύτην τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρα-
2832τείας, ὅπερ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν ἐπιστρέφῃ αὐτὴν εἰς τὴν
2833Βουλήν.
2834» Ἐὰν ἡ Βουλὴ διαφωνῇ ἐπὶ οὐσιωδῶν διατάξεων τοῦ
2835ἐπιστραφέντος νομοσχεδίου πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπι-
2836κρατείας, ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀναβάλλεται
2837εἰς τὴν προσεχῆ Βουλευτικὴν Σύνοδον, εἰς ἣν καλοῦνται
2838ἵνα μετάσχωσι τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου
2839καὶ τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
2840»Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θεωρεῖται ὡς ἐπαρ-
2841κῶς ἀντιπροσωπευόμενον, ἂν δέκα ἐκ τῶν μελῶν αὐτοῦ
2842μετάσχωσι τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ψη-
2843φοφορίας, εἰς ἣν ψηφοφοροῦσι καὶ τὰ παρόντα τοῦ Συμ-
2844βουλίου μέλη. Ἂν δὲν εὑρίσκωνται παρόντα δέκα μέλη τοῦ
2845Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ συζήτησις καὶ ἡ ψηφο-
2846φορία ἀναβάλλεται δι’ ἄλλην ἡμέραν, ὅτε συζητεῖται, καὶ ἂν
2847παρίστανται καὶ ὀλιγώτερα τῶν δέκα μελῶν».
2848§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 25 παρακα-
2849λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
2850Βουλὴ παρεδέχθη.
2851(Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 25 ἄνευ ἀντιρρήσεώς τινος, κα-
2852θὼς καὶ τὰ ἄρθρα 34 καὶ 36 ἔχοντα οὕτως:
2853«Ἄρθρον 25. Πρότασις νόμου ἀποκρουσθεῖσα
2854ὑπὸ τοῦ ἑτέρου τῶν παραγόντων τῆς νομοθετικῆς
2855ἐξουσίας δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν αὐτὴν Βουλευ-
2856τικὴν Σύνοδον».
2857«Ἄρθρον 34. Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον
2858τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς, διορίζει
2859καὶ παύει ὡσαύτως κατὰ νόμον τοὺς δημοσίους
2860ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμένων
2861ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον
2862εἰς μὴ νομοθετημένην θέσιν».
2863«Ἄρθρον 36. Ὁ Βασιλεὺς κυροῖ καὶ δημοσιεύει
2864τοὺς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντας νόμους. Νόμος
2865μὴ δημοσιευθεὶς ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως
2866τῆς Συνόδου εἶναι ἄκυρος».
2867§193Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπῆρχον τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
286821 καὶ 23.
2869§194ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ κανεὶς δὲν τὰς ὑποστηρίζει;
2870§195Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἴμεθα ζαλισμένοι, καὶ
2871εἶναι ἀνάγκη νὰ φύγωμεν.
2872§196ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Φρονεῖτε τοῦτο, διότι κατορθώνο-
2873μεν νὰ ἐργαζώμεθα ταχέως, καὶ διότι ἐψηφίσαμεν δύο ἢ τρία
2874ἄρθρα;
2875§197Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι.
2876§198Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι, διὰ τὰς ὁποίας
2877φωνάζουσιν ἄλλοι συνάδελφοι.
2878§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἡ
2879ἐργασία, ἡ ὁποία παρουσιάζεται πρὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἄρι-
2880στα μελετημένη. Μετὰ τὴν προεργασίαν τῆς Κυβερνή-
2881σεως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς
2882ὁποίας γίνεται ἡ συζήτησις, ἔχει ἐξονυχίσει τὰ θέματα.
2883Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι τροπολογίαι μὴ ὑποστηριζόμεναι ὑπό
2884τινος Βουλευτοῦ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀσχοληθῶμεν ἐπ’
2885αὐτῶν.
2886§200ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι οὐδεμία ζημία ἐπέρ-
2887χεται, ἐὰν τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν
2888ἡ ἐπιτροπή, ἀφήσωμεν καὶ ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν
2889κατόπιν.
2890§201Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τί τὰς θέλομεν; Βάσις τῆς
2891συζητήσεως εἶναι τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς.
2892§202ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρέπει νὰ λεχθῇ τοῦτο, ὅτι, ψηφι-
2893ζομένου ἄρθρου τινός, πᾶσα τροπολογία, σχετιζομένη πρὸς
2894αὐτὸ καὶ μὴ ὑποστηριχθεῖσα ὑπό τινος Βουλευτοῦ θεωρεῖ-
2895ται ἀπερριμμένη. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ τροπολογία τις ἐπὶ
2896ἄρθρου προηγουμένου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, δὲν ἕπε-
2897ται ἐκ τούτου ὅτι θεωρεῖται καὶ αὐτὴ ἀπερριμμένη, καὶ ἂν
2898ψηφίζηται τὸ ἄρθρον ὡς ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, ἀλλ’
2899ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἐπάνοδος εἰς αὐτό.
2900§203Λ. Ρ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Τί ἀπεφασίσθη ἐπὶ τῆς τροπο-
2901λογίας τῶν Ὑφυπουργῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρ-
2902τοφυλακίου;
2903§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ψηφίσῃ,
2904δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Δὲν ἠθελήσαμεν νὰ φέρωμεν ἐξ ἰδίας
2905πρωτοβουλίας τὸ ἄρθρον πρὸς συζήτησιν. Ἐὰν θέλητε σεῖς
2906νὰ τὸ φέρητε, δὲν κωλύεσθε, διότι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31 δὲν
2907ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
2908§205Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Νὰ ἀναγινώσκωνται κατὰ σειρὰν
2909τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καὶ πᾶσα ἐπ’ αὐτῶν τροπο-
2910λογία.
2911§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀποκρούω καὶ τὴν πρότασιν
2912αὐτήν, ἵνα μὴ ἐπανερχώμεθα.
2913§207Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει ἤδη ληφθῆ ἀπόφασις διά-
2914φορος, ἵνα βάσις τῆς συζητήσεως χρησιμεύῃ τὸ προσχέδιον
2915τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς σας, ἀνατρέ-
2916πεται ἡ προηγουμένη ἀπόφασις.
2917§208Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὑπέβαλον τὴν πρότασιν, διὰ νὰ μὴ
2918παρατείνωνται αἱ συζητήσεις.
2919§209Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προ-
2920σχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ὑποβάλει οἱ ἓξ Βουλευταὶ οἱ
2921ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, εἰσήγετο ὁ θεσμὸς τοῦ Προ-
2922έδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου.
2923Τοῦτο συνεζητήθη εὐρέως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ
2924ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἐπί-
2925σης συνεζητήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, πρότασις περὶ εἰσαγωγῆς
2926τοῦ θεσμοῦ περὶ Ὑφυπουργῶν. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τού-
2927του ἐζήτησα νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἡ πρό-
2928τασις αὕτη ἀπερρίφθη καὶ ἐθεωρήθη ὅτι θὰ εἶναι μία πο-
2929λυτέλεια ἐπὶ πλέον εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς διοικήσεως τοῦ
2930Κράτους ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν, καίτοι
2931δὲν ἐπρόκειτο νῦν περὶ νομοθετικῆς κυρώσεως τῆς διὰ τοῦ
2932Συντάγματος παρεχομένης ἀδείας πρὸς τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ
2933διὰ τὰ ἑπτὰ Ὑπουργεῖα δὲν ἐπέμενον καὶ συνεφώνησα μὲ
2934τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνόμισα ὅμως ὅτι ἔπρεπε νὰ
2935ὑποστηρίξω μετὰ σθένους τὴν γνώμην ὅτι τοὐλάχιστον εἰς
2936τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἀπαραίτητον νὰ δοθῇ
2937διὰ τοῦ Συντάγματος ἡ ἄδεια νὰ εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ
2938Ὑφυπουργοῦ.
2939Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἐπεθύμουν νὰ προσέξῃ
2940ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω
2941ὅτι ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐνεδείχθη παρ’ ἡμῖν ἐκ τῶν πραγμάτων
2942ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι
2943ἓν Ὑπουργεῖον πολυδαίδαλον, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς τῆς ἄλλης
2944σπουδαιότητος τῆς μεγίστης τὴν ὁποίαν ἔχει ἰδίως κατὰ
2945τὰ τελευταῖα ἔτη διὰ τὴν διαρρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν
2946ζητημάτων τοῦ Κράτους ἡμῶν ἔχει καὶ ἄλλην τρέχουσαν
2947ὑπηρεσίαν ὀγκωδεστάτην, ἥτις ἀπασχολεῖ τὸν Ὑπουργόν,
2948ὑπηρεσίαν τῆς ὁποίας θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ἀπηλλάσσετο
2949ὁ Ὑπουργός, διὰ νὰ δύναται νὰ καταγίνῃ οὗτος εἰδικώτε-
2950ρον μελετῶν τὰ πράγματα τοῦ τόπου, ἵνα μὴ παριστά-
2951μεθα πρὸ τοῦ συχνοῦ θεάματος τῆς εἰσαγωγῆς ἐν σπουδῇ
2952οἰκονομικῶν μέτρων ταρασσόντων διηνεκῶς καὶ ἄνευ ἐπι-
2953σταμένης μελέτης τὴν παραγωγὴν καὶ βιομηχανίαν ἡμῶν.
2954Ἡ πρώτη ἄποψις τοῦ ζητήματος εἶναι ἡ ἐλάφρυνσις
2955τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τὰς ὑπογραφάς, τὰς
2956ὁποίας κατὰ χιλιάδας εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ θέτῃ. Ἡ ἄλλη
2957ὄψις τοῦ ζητήματος, ἣν ἔτι μᾶλλον τονίζω, εἶναι ὅτι ἐν
2958Ἑλλάδι ἰδίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη κατεδείχθη πασι-
2959δήλως ὅτι ἐλλείπουσιν οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰς πᾶ-
2960σαν περίστασιν εἶναι ἐνδεδειγμένοι νὰ καλῶνται νὰ διευ-
2961θύνωσι τὰ κοινὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ
2962ἐλλείπουσιν, ὄχι διότι δὲν ἔχομεν ἀνθρώπους καταγινομέ-
2963νους εἰς τὰ οἰκονομικὰ ἢ ἀνθρώπους ἱκανοὺς καὶ θεωρητικῶς
2964μεμορφωμένους, ἀλλὰ διότι, καὶ ἂν ὑπάρχωσι, δὲν δίδεται
2965αὐτοῖς εὐκαιρία πρακτικῆς μορφώσεως καὶ ἀναδείξεως αὐ-
2966τῶν ἐν τοῖς πράγμασι, καὶ διὰ τοῦτο ἀναφύονται οἰκονομο-
2967λόγοι μὲ ἄρθρα ἐφημερίδων, μὲ μονογραφίας περὶ τοῦ τί
2968γίνεται ἀλλαχοῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζωσιν ἀπολύτως τί γίνεται
2969ἢ τί δύναται νὰ γίνῃ ἐν Ἑλλάδι. Τοιοῦτοι ἄνθρωποι, ἐὰν
2970καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχωσι παρ’ ἡμῖν, προσκολλώμενοι πλησίον
2971τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς Ὑφυπουργοὶ δύνανται
2972νὰ μορφωθῶσι πρακτικῶς, καὶ θὰ χρησιμεύσῃ ὁ θεσμὸς οὗ-
2973τος, ἵνα ὑπάρξῃ ἐν Ἑλλάδι φυτώριον Ὑπουργῶν τῶν Οἰ-
2974κονομικῶν χρησίμων εἰς τὸ Κράτος. Ἡ ἀνάγκη αὕτη κα-
2975τεδείχθη ἐν Ἑλλάδι ἀναμφισβητήτως, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι
2976ζήτημα, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ προσέξῃ πολὺ ἡ Βουλή. Οὔτε
2977εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσιν οἱ ὅροι τῆς λειτουργίας
2978τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ, ἐὰν δὲν δοθῇ ἡ ἄδεια διὰ τοῦ
2979Συντάγματος τῆς παραδοχῆς τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Βλέπομεν
2980ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὅτι δύο ὑπῆρξαν ἐν Ἑλλάδι Ὑπουργοὶ
2981τῶν Οἰκονομικῶν, οἵτινες εἶχον γνῶσιν τῶν πραγμάτων
2982τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦτο διότι ἀμφότεροι ἀνῆλθον τὰς
2983βαθμίδας τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ
2984γραφέως.
2985§210ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖοι ἦσαν αὐτοί;
2986§211Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Εἶναι ὁ μακαρίτης Σω-
2987τηρόπουλος καὶ ὁ μακαρίτης Σιμόπουλος.
2988§212Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Θεωρεῖτε Ὑπουργὸν καλὸν τὸν Σιμό-
2989πουλον;
2990§213Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ ὡς καλὸν
2991Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸν Σιμόπουλον.
2992Καὶ οἱ δύο αὐτοί, ἐπαναλαμβάνω, εἶχον γνῶσιν τῶν κα-
2993θηκόντων των, δὲν ἐγίνοντο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκο-
2994νομικῶν ὄργανα τῶν τμηματαρχῶν ἢ τῶν διαφόρων ὑπαλ-
2995λήλων, καὶ εἴτε εἰς σφάλματα ὑπέπιπτον, εἴτε καλῶς εἰργά-
2996ζοντο, προήρχοντο ταῦτα πάντοτε ἀπὸ τῆς ἰδίας αὐτῶν
2997πρωτοβουλίας, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶχον καὶ τὴν πεῖραν
2998καὶ τὴν γνῶσιν τῶν πραγμάτων.
2999§214Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Αὐτοὶ ἦσαν κομπογιανῖται, ὄχι οἰκο-
3000νομολόγοι.
3001§215Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Περίεργον πρᾶγμα! Δὲν
3002ἀφήνετε κανένα νὰ ὁμιλήσῃ.
3003...Ἐξ ἀντιθέτου εἴδομεν πολλοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκο-
3004νομικῶν, ἀνθρώπους μὲ μόρφωσιν μεγάλην, ἀνθρώπους, οἱ
3005ὁποῖοι, πρὶν ἢ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἶχον φήμην
3006ἀρίστην ὡς οἰκονομολόγοι καὶ οἱ ὁποῖοι γενόμενοι Ὑπουρ-
3007γοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέτυχον.
3008§216Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ποῖοι, παρακαλῶ;
3009§217Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν θέλω νὰ τοὺς ὀνο-
3010μάσω. Καὶ ἀπέτυχον, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὄντες ἐκτὸς
3011τοῦ Ὑπουργείου καὶ προσηλωμένοι στερρῶς εἰς τὰ συγ-
3012γράμματα καὶ εἰς τὰ βιβλία περὶ τῶν ἀλλαχοῦ γινομέ-
3013νων νομίζουσι καὶ πλάττουσιν ἐν τῷ νῷ των, ὅτι κατὰ τοι-
3014οῦτον ἢ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ἑλλάδος
3015θὰ τεθῶσιν εἰς ὁμαλὴν ὁδὸν καὶ ὅτι τὸ Κράτος θὰ εὐημε-
3016ρήσῃ· ὅταν ὅμως εὑρεθῶσιν ἐντὸς τῶν πραγμάτων κυριολε-
3017κτικῶς πελαγώνουσι μὲ τὴν προσήλωσιν εἰς τὰ ἀλλαχοῦ
3018κρατοῦντα. Αὐτὸ τὸ θέαμα παρουσιάσθη ἐν Ἑλλάδι πλει-
3019στάκις κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη, καὶ θὰ ἐπεθύμουν ἐπὶ
3020τοῦ σημείου τούτου ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ πολύ, διότι δὲν
3021πρόκειται περὶ διοικητικῆς πολυτελείας, ἀλλὰ περὶ ἀνάγ-
3022κης μεγίστης, ἥτις θέλει πληρώσει μέγα κενόν. Ἂς σκεφθῇ
3023ἡ Βουλὴ ἐπὶ τὴν σκοπιμότητα τοῦ θεσμοῦ τούτου, καὶ εἶμαι
3024βέβαιος ὅτι θὰ ἀποφασίσῃ ὑπὲρ ἀποδοχῆς τῆς γνώμης τῆς
3025διευκολύνσεως τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου.
3026§218Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι ὑπάρχει
3027συνταγματικὸν κώλυμα, ἵνα εἰσαχθῇ ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυ-
3028πουργῶν;
3029§219Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Οὕτω τοὐλάχιστον ἐκρίθη
3030πάντοτε μέχρι τοῦδε, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐξ ὅλης τῆς
3031σειρᾶς τῶν ἄρθρων τῶν ἀφορώντων τὰς σχέσεις τῶν Ὑπουρ-
3032γῶν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, διότι ἐννοεῖται ὅτι μόνον περὶ
3033θεσμοῦ κοινοβουλευτικοῦ Ὑφυπουργοῦ κάμνω λόγον καὶ
3034οὐχὶ ὑπηρεσιακοῦ.
3035§220Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω, Κύριοι, παρὰ δύο
3036μόνον λέξεις. Πρόκειται συζήτησις βεβαίως περὶ τοῦ ἄρ-
3037θρου 30, πρὸ τούτου ὅμως ὑποτίθεται ὅτι ἐψηφίσθησαν τὰ
3038προηγούμενα ἄρθρα, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ 30 ἢ τὸ 31.
3039§221Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸ 36.
3040§222Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔφθασα ἀκόμη εἰς τὸ 31 εὑ-
3041ρίσκομαι αὐτὴν τὴν στιγμήν. Πρὸ τούτου ὅμως νομίζω
3042ὅτι τὰ προηγούμενα ἄρθρα δὲν ἐψηφίσθησαν...
3043§223ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖα;
3044§224Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως θὰ μοὶ ἀντιτάξητε ὅτι ὡς
3045βάσις τῆς συζητήσεως χρησιμεύει τὸ κείμενον τοῦ προσχε-
3046δίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὅτι περὶ τῶν προηγουμένων ἄρθρων
3047δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, ἢ διότι ὑποτίθενται
3048ἐψηφισμένα ἢ διότι δὲν δύναται ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή, δι-
3049ότι ὡς βάσις ἐτέθη τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς.
3050§225Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δύναται ν’ ἀσχοληθῇ ἐφ’ ὅσον
3051δὲν ἐψηφίσθησαν.
3052§226ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ βάσις τῆς
3053συζητήσεως ἀρχῆθεν ἐτέθη τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς
3054ἕπεται ὅτι ἐπ’ αὐτοῦ γίνεται καὶ ἡ συζήτησις, χωρὶς
3055ὅμως νὰ ἀποκλείηται ἡ ἐπάνοδος εἰς τὴν συζήτησιν ἄρ-
3056θρου τινός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς δὲν
3057κάμνει κανένα λόγον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγράφει πρὸς τροπο-
3058ποίησιν τὸ ἄρθρον 25 καὶ μετ’ αὐτὸ προτείνει τὴν τροπο-
3059ποίησιν τοῦ ἄρθρου 34· ἐψηφίσθη τὸ 25ον ἄρθρον καὶ τὸ
306034ον τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἐμποδίζει, ὅπως
3061συζητηθῇ ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 31, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ
3062εἶναι ἤδη ἡ συζήτησις.
3063§227Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ὡς
3064βάσιν τὸ κείμενον τῆς ἐπιτροπῆς, καλὸν εἶναι νὰ ἔχωμεν
3065ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἔκθεσιν.
3066§228ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν ἔχομεν.
3067§229Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐξά-
3068γεται ὅτι προτοῦ φθάσῃ εἰς τὸ ἄρθρον 30 ἢ 31 ἡ ἐπι-
3069τροπὴ ἠσχολήθη ἐπὶ τροπολογιῶν ὑποβληθεισῶν ἐπὶ τῶν
3070ἄρθρων 21, 22, 23, 24 κλπ.
3071§230ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι
3072δὲν δυνάμεθα ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν τὴν
3073ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Βάσις εἶναι τὸ κείμενον τοῦ προ-
3074σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τὴν
3075μελετῶσιν οἱ κ. συνάδελφοι, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τεθῇ ὡς
3076βάσις συζητήσεως.
3077§231Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κατὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ
3078ἀσχοληθῶμεν ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως, διότι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν
3079ὑπεβλήθησαν κανονικῶς τροπολογίαι ἐκ μέρους τῶν κυρίων
3080Βουλευτῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, νο-
3081μίζω ὅμως ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀπο-
3082φανθῇ, ἔστω καὶ ἂν δὲν ὑποστηρίζωνται ὑπὸ τῶν κυρίων
3083Βουλευτῶν.
3084§232ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἀντικανονικόν· πῶς θὰ
3085ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τροπολογίας μὴ ὑποστηριζομένης
3086ὑπ’ οὐδενός;
3087§233Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μένουσιν ὅμως ἐκκρεμεῖς τροπολογίαι.
3088§234ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀφοῦ ἀπερρίφθησαν, δὲν εἶναι ἐκ-
3089κρεμεῖς.
3090§235Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δύνανται αὔριον οἱ κ. Βουλευταὶ νὰ
3091τὴν ὑποστηρίξωσιν.
3092§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ ἄρθρων ψηφισθέντων;
3093§237Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπερρίφθησαν ὑπὸ τῆς
3094Βουλῆς παραμένουσιν ἐκκρεμεῖς.
3095§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν ἀφορῶσι ψηφισθέντα ἄρθρα, ὄχι.
3096§239Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν ἀφορῶσι ψηφισθέντα ἄρθρα, εἶμαι
3097σύμφωνος, ἀλλά, ἂν ἀφορῶσιν ἄρθρα, περὶ τῶν ὁποίων οὐ-
3098δόλως ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, ἂν θὰ ψηφίσῃ αὐτὰ ἢ ὄχι, αἱ
3099τροπολογίαι μένουσιν.
3100§240Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι· κατὰ τὸ
3101ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος δύο Βουλαὶ κατὰ δύο Πε-
3102ριόδους ὁρίζουσι τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα· ἀκολούθως ἔρχε-
3103ται τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν· ἡ συν-
3104ταγματικὴ ἐπιτροπὴ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἀποφαί-
3105νεται ποῖα θὰ ὦσι τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα κατὰ τὴν ἐντο-
3106λήν, τὴν ὁποίαν ἔχει λάβει παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ
3107λοιπὸν διὰ τῆς ἐκθέσεώς της ἀπεφήνατο ἀναθεωρητέα ἄρ-
3108θρα ταῦτα, τὸ 25, τὸ 34, τὸ 36 κλπ., οὕτως ὥστε κατὰ
3109τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἀναθεωρητέα ἄρθρα, ἐφ’ ὧν θέ-
3110λομεν συζητήσει καὶ τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπ’ ὄψει, εἶναι
3111ταῦτα· τὰ ἄλλα δὲν εἶναι ἀναθεωρητέα.
3112§241Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ἰδική μου γνώμη δὲν εἶναι αὐτή.
3113§242Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν κωλύεται ὁ Βουλευτὴς νὰ
3114φέρῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἐκείνων, αἵτινες ὑπε-
3115βλήθησαν ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων, ὧν δὲν προτείνεται ἡ τροπο-
3116ποίησις ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἂν οὐδεὶς φέρῃ τὸν
3117λόγον;
3118§243Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς τὸ θεωρῶ ἄσκοπον αὐτό, τὸ
3119ὁποῖον γίνεται, διότι αὔριον θὰ ἔλθωμεν νὰ συζητήσωμεν
3120ἐπὶ τροπολογιῶν ὑποβληθεισῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 21, 23,
312124, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποφαινόμεθα καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων, τῶν
3122ὁποίων δὲν προτείνεται μὲν ἡ τροποποίησις ὑπὸ τῆς ἐπι-
3123τροπῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπεβλήθησαν τροπολογίαι,
3124εἴτε ψηφίζοντες τὰ ἄρθρα εἴτε ἀπορρίπτοντες τὰς τροπο-
3125λογίας, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ὑπάρχουσι καὶ ἄρθρα, τῶν
3126ὁποίων ὑπεδείχθη ἡ ἀναθεώρησις ὑπὸ τῆς τελευταίας Βου-
3127λῆς καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη ὅτι δὲν εἶ-
3128ναι ἀναθεωρητέα.
3129Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, διότι νομίζω ὅτι, ἐνόσῳ θὰ προχω-
3130ρῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τοῦ
3131προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ἀναγκασθῶμεν ὑποχρεωτι-
3132κῶς, καὶ θὰ τὸ ἴδητε, νὰ ἐπανερχώμεθα ἐπὶ προηγουμένων
3133ἄρθρων, διότι οἱ κ. Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑποβάλει
3134τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, θὰ θελήσωσι νὰ τὰς
3135ὑποστηρίξωσιν, ἐνῷ, ἂν ἀπεφήνατο ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν τρο-
3136πολογιῶν αὐτῶν, θὰ διεφεύγομεν τὸν κίνδυνον τοῦτον.
3137Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται σήμε-
3138ρον συζήτησις, τὸ ζήτημα εἶναι μόνον διὰ τὴν θέσιν τοῦ
3139Ὑφυπουργοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος συνά-
3140δελφος...
3141§244ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ περὶ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρ-
3142τοφυλακίου.
3143§245Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Περὶ αὐτοῦ ἔχω τὴν γνώμην, τὴν
3144ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπιτροπή. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν θέσιν τοῦ Ὑφυ-
3145πουργοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, αὕτη εἶναι
3146σκόπιμος δι’ οὓς λόγους ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος.
3147Μία δυσκολία ὑπάρχει, ἐκείνη, ἥτις ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέ-
3148σει τῆς ἐπιτροπῆς· θεωρῶ καὶ ἐγὼ δυσχερὲς νὰ εὑρεθῇ τρό-
3149πος καταμερισμοῦ εὐθύνης μεταξὺ Ὑπουργῶν καὶ Ὑφυ-
3150πουργῶν, προκειμένου περὶ κοινοβουλευτικοῦ Ὑφυπουργοῦ,
3151διότι περὶ τούτου γίνεται ἡ συζήτησις, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ
3152μὴ εἶναι ὑπάλληλος ὁ κοινοβουλευτικὸς Ὑφυπουργὸς τοῦ
3153Ὑπουργοῦ, νὰ ἔχῃ θέσιν ἀνεξάρτητον καὶ κεχωρισμένην ἐν-
3154τελῶς, θὰ ἐθεώρουν σκόπιμον τὸν θεσμὸν αὐτόν, ἐφ’ ὅσον
3155ὅμως δὲν πείθομαι περὶ τούτου ἢ δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ,
3156δὲν θεωρῶ ὀρθὴν τὴν δημιουργίαν τῆς θέσεως αὐτῆς τοῦ Ὑ-
3157φυπουργοῦ.
3158§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος.
3159§247Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρη-
3160σιν νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα τὰ ἄρθρα, ἂν εἶναι δυνατόν, ἀπόψε.
3161§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31 εἶναι ἡ συζήτησις.
3162§249Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Φρονῶ ὅτι
3163δὲν εἶχεν ἄδικον ὁ κ. Μαμάης νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν. Ἠκού-
3164σθη φωνὴ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις ἐβεβαί-
3165ωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐψη-
3166φίσθησαν σήμερον, ἔχουσιν ὑποβληθῆ τροπολογίαι κατὰ τὸν
3167Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἐφήρμοσε μέχρι σήμερον πιστῶς ὁ
3168κ. Πρόεδρος. Ἂν ὑπῆρχον τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑπέβα-
3169λον Βουλευταὶ καὶ δὲν εὑρίσκονται κατὰ τὴν συνεδρίασιν
3170αὐτήν, ἵνα τὰς ὑποστηρίξωσι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀνα-
3171γνωσθῶσιν αἱ τροπολογίαι καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν ἡ
3172Βουλή· φρονῶ ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ,
3173διότι ἄλλως, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Γόντι-
3174κας, θὰ παραμένωσιν ἐκκρεμεῖς αὐταὶ αἱ τροπολογίαι, καὶ
3175θὰ εὑρεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐ-
3176τῶν, καθ’ ἣν ἐποχὴν θὰ συζητῶμεν ἐπὶ ἄλλων ἄρθρων. Διὰ
3177νὰ μὴ συμβῇ λοιπὸν τὸ ἄτοπον τοῦτο, θὰ παρακαλέσω, κύ-
3178ριε Πρόεδρε, ὅπως, καὶ ἂν δὲν εὑρίσκωνται οἱ ὑποβαλόν-
3179τες τὰς τροπολογίας Βουλευταὶ ἐνταῦθα, ἀναγνωσθῶσιν
3180αὗται....
3181§250Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι πολὺ φρόνιμος ἡ πρότασις.
3182§251Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ.... καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή,
3183διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κανονικὴν τροχιάν, διὰ νὰ μὴ
3184ὑπάρξωσι καὶ ἄλλοι νὰ εἴπωσιν αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ.
3185Μαμάης.
3186§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς.
3187§253Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3188§254Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
3189§255Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὁ
3190ὁποῖος μᾶς διέπει, κύριοι συνάδελφοι, προκειμένου περὶ
3191τροπολογιῶν τρία ἄρθρα ὑπάρχουσι. Τὸ ἄρθρον 38, κατὰ τὸ
3192ὁποῖον πᾶσα τροπολογία πρέπει νὰ εἶναι γραπτή, τὸ ἄρ-
3193θρον 39, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν μὲν τῷ διαρκεῖ, οὕτως εἰπεῖν,
3194τμήματι τοῦ Κανονισμοῦ, τῷ διαρκῆ ἰσχὺν ἔχοντι, ὁρίζε-
3195ται ὅτι δύναται νὰ γίνῃ συγχώνευσις τῶν τροπολογιῶν, ἐν
3196δὲ τῷ προσωρινὴν ἰσχὺν ἔχοντι τμήματι, τῷ μόνον διὰ τὴν
3197Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἰσχύοντι, ὁρίζεται ὅτι παραπέμ-
3198πονται πάντοτε εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συν-
3199τάγματος ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν αἱ τροπολογίαι αἱ ἀνα-
3200γόμεναι εἰς συνταγματικὰ σχέδια ἢ προτάσεις, καὶ τέλος
3201τὸ ἄρθρον 40, καθ’ ὅ, ἂν τροπολογία τις προταθῇ οὐχὶ πρὸ
3202τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν συζήτησιν, ὁ Πρόεδρος
3203λαμβάνει τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ τροπολογία πρέ-
3204πει νὰ συζητηθῇ εὐθὺς ἢ τυπουμένη νὰ διανεμηθῇ πρὸ τῆς
3205συζητήσεως εἰς τοὺς Βουλευτάς. Πρόκειται λοιπὸν περὶ δύο
3206κατηγοριῶν τροπολογιῶν, περὶ τῶν ὑποβαλλομένων κατὰ
3207τὴν συζήτησιν καὶ περὶ τῶν ὑποβαλλομένων πρὸ τῆς συ-
3208ζητήσεως. Ἡ ὑποβαλλομένη τροπολογία πρὸ τῆς συζητή-
3209σεως καὶ παραδιδομένη γραπτῶς εἰς τὸ Προεδρεῖον δὲν δύ-
3210ναται ἀναμφισβητήτως νὰ ἀπορριφθῇ σιωπηλῶς. Πρέπει
3211νὰ συζητηθῇ, καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ, καὶ ἂν
3212ἀκόμη Βουλευτής τις δὲν τὴν ὑποστηρίξῃ· πρέπει δηλαδὴ
3213ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ διευθύνων τὰς ἐργασίας καὶ δί-
3214δων τὸ πρὸς συζήτησιν ὑλικόν, μεταξὺ τῶν ἄλλων νὰ ἀνα-
3215φέρῃ καὶ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ νὰ ζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς
3216τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Τὸ ἴδιον ἤθελε πράξει διὰ τὰς
3217γνώμας τὰς διατυπωθείσας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν οὐ-
3218δεὶς ἐκ τῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συν-
3219τάγματος Βουλευτῶν παρίσταται, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ σχέ-
3220διον τῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω δ’ ἐπίσης, ὅτι τὸ σχέδιον τὸ
3221ἀρχικόν, τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ὑπὸ τῶν ἀξι-
3222οτίμων ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν,
3223δὲν δύναται, ἐφ’ ὅσον διαφέρει τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς,
3224ἢ νὰ θεωρηθῇ καὶ τοῦτο ὡς μία τροπολογία, καθ’ ἃ μέρη
3225διαφέρει τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τοῦτο εἶναι μία
3226γνώμη τροποποιοῦσα τὴν πρὸς συζήτησιν ὑπάρχουσαν γνώ-
3227μην, τὴν γνώμην δηλονότι τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε κατὰ τὸ
3228ὅλον εἴτε κατὰ μέρος· καὶ ἐκεῖνο λοιπὸν πρέπει νὰ ἀναγι-
3229νώσκηται συγχρόνως. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτων φρονῶ, κύριοι,
3230ὅτι κανονικῶς καὶ συμφώνως ἄλλως πρὸς τὰ δηλωθέντα ἐν-
3231ταῦθα ὑπὸ ἄλλων προκορευσάντων προεχώρησεν ἡ συζή-
3232τησις ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ περὶ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμ-
3233βουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου καὶ ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑ-
3234φυπουργῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑ-
3235πουργικοῦ Συμβουλίου ἄνευ χαρτοφυλακίου φρονῶ, Κύριοι,
3236ὅτι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος διε-
3237τύπωσε τοσοῦτον τελείως τὰ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα,
3238ὥστε εἰς ἐμὲ δὲν ἀπομένει ἢ νὰ εἴπω ὅτι συνεφώνησα καὶ
3239ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, συμφωνῶ καὶ ἐνταῦθα πρὸς τὴν ἵδρυσιν
3240τοῦ θεσμοῦ τούτου. Βεβαίως δὲ δὲν πρέπει νὰ διαλάθῃ τὴν
3241Βουλὴν ὅτι δὲν πρόκειται νῦν νὰ δημιουργήσωμεν τὸν θε-
3242σμὸν καὶ νὰ τὸν θέσωμεν ἤδη εἰς ἐνέργειαν· θὰ γίνῃ τοῦτο,
3243ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη. Φόβος καταχρήσεώς τινος δὲν
3244ὑπάρχει κατ’ ἐμέ.
3245Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὑπῆρχεν
3246εὐχέρεια εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ δημιουργήσῃ καὶ
3247ἓν καὶ δύο καὶ τρία εἰσέτι Ὑπουργεῖα· ἐγένετο πολλάκις
3248ἐπίκλησις εἴτε ἐκ μέρους Βουλευτῶν εἴτε ἐκ τοῦ λαοῦ
3249πρὸς ἵδρυσιν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐμπορίου, τῆς Γεωργίας
3250καὶ τῆς Βιομηχανίας, καὶ ὅμως ἐδέησε μόνον εἰς περίοδον
3251κληθεῖσαν ἐπαναστατικὴν νὰ ψηφισθῇ ὁ σχετικὸς νόμος.
3252Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν φόβος ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ εὐχέρεια ἐκ τοῦ
3253Συντάγματος, θὰ τεθῇ καὶ εἰς ἐνέργειαν τὸ πρᾶγμα. Τοὐ-
3254ναντίον γνωρίζομεν ὅτι συνήθως οἱ Πρόεδροι τῶν Κυβερνή-
3255σεων κρατοῦσι καί, δύο χαρτοφυλάκια εἰσέτι. Δὲν ὑπάρχει
3256λοιπὸν φόβος τοιοῦτος, καί, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει φόβος κατα-
3257χρήσεως ἐκ τοῦ παρελθόντος, νομίζω ὅτι τὸ προσχέδιον τὸ
3258συνταχθὲν ὑπὸ τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν
3259Κυβέρνησιν πρέπει νὰ τύχῃ κυρώσεως ὑπὸ τῆς διπλῆς Βου-
3260λῆς κατὰ τοῦτο. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ εὐχέρεια ἐν τῷ Συν-
3261τάγματι, διότι εἶναι ζήτημα, ἂν δὲν γίνῃ μνεία τις εἰδι-
3262κὴ ἐν τῷ Συντάγματι, ἂν ἐπιτρέπεται ἡ ἵδρυσις τοῦ θε-
3263σμοῦ τούτου διὰ νόμου. Ὁ φόβος, ὁ ὁποῖος καὶ ἐν τῇ ἐπι-
3264τροπῇ καὶ ἐνταῦθα ἐξεφράσθη, ὅτι διὰ τοῦ τοιούτου τρό-
3265που ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει ἀμέσως ἐπιδρᾶ
3266ἐπὶ τὴν δρᾶσιν τῶν ἄλλων αὑτοῦ Ὑπουργῶν, νομίζω ὅτι
3267εἶναι φόβος, ὁ ὁποῖος ἢ εἶναι μάταιος ἢ πάντως ὑπάρχει
3268καὶ σήμερον πραγματοποιούμενος. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι,
3269ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς οὐ μόνον δύναται νὰ ἐπιδρᾷ, ἀλλὰ
3270καὶ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιδρᾷ, διότι ὁ θεσμὸς τοῦ κοινοβου-
3271λευτικοῦ συστήματος κατέληξε φυσικῶς εἰς τὸ σημεῖον,
3272ὥστε ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, καὶ ἐκεῖ,
3273ὅπου ὑπάρχουσιν ἀκόμη κόμματα ἰδεῶν, νὰ συγκεντρῶται
3274ἡ πραγματοποίησις τῶν ἰδεῶν, ἡ ἐξεύρεσις τῶν διαφόρων
3275μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ τείνωσιν εἰς τὸ νὰ καταστήσωσι τὰς
3276ἰδέας πράγματα, νὰ συγκεντρῶται, λέγω, καὶ νὰ ἀνατίθε-
3277ται εἰς ἕν πρόσωπον, τὸ ὑπεροχώτερον πάντων ἐκ τῶν ἐπι-
3278ζητούντων τὴν λαϊκὴν ἀντιπροσώπευσιν. Ἀλλὰ καὶ παρ’
3279ἡμῖν πάντοτε τὸ αὐτὸ ἐπεκράτησε σύστημα, πάντοτε ἀνε-
3280δείχθησαν προϊστάμενοι τῶν κομμάτων καὶ ἐπεβλήθησαν
3281ὡς Πρωθυπουργοὶ οἱ ὑπεροχώτεροι ἀληθῶς καὶ οἱ διαπρε-
3282πέστεροι ἐξ ἑκάστης πολιτικῆς ὁμάδος. Ἑκάστη πολιτικὴ
3283ὁμὰς ἄγεται ἢ τοὐλάχιστον θεωρεῖται ὅτι ἄγεται ἀπὸ
3284ὡρισμένας ἀρχάς, ἀπὸ ὡρισμένον πολιτικὸν πρόγραμμα,
3285τὸ ὁποῖον ἵνα ἐφαρμόσῃ, ὑποστηρίζει τὴν Κυβέρνησιν τὴν
3286ἐξ αὐτῆς ἀπορρέουσαν. Ἕκαστος δὲ Ὑπουργὸς ἐν μέρει μὲν
3287ἐνεργεῖ κατ’ ἰδίαν βούλησιν, τὸ σύνολον ὅμως τῆς ἐνεργείας
3288αὐτῶν πρέπει νὰ τείνῃ εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν γενικῶν
3289γραμμῶν τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τῆς ὁμάδος, εἰς
3290τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἰδεῶν αὐτῆς· δὲν ἀρκεῖ βεβαίως νὰ
3291ἔχωμεν γενικὰς ἰδέας. Ὅλοι ποθοῦμεν νὰ ἔχωμεν ἀρίστην
3292καὶ ταχεῖαν δικαιοσύνην, νὰ ἔχωμεν ἀρτίαν διοίκησιν, νὰ
3293ἔχωμεν πλήρη ἀσφάλειαν· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἀποτελοῦσι
3294πᾶν πολιτικὸν πρόγραμμα, τὰ διάφορα ὅμως μέσα, τὰ
3295ὁποῖα θὰ μεταχειρισθῇ ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν, ἵνα ἐπι-
3296τύχῃ τὴν πραγμάτωσιν τῶν πόθων τούτων, ἀποτελοῦσι
3297τὸ συγκεκριμένον πολιτικὸν πρόγραμμα, καὶ ταῦτα τὰ
3298μέσα οὐ μόνον δὲν εἶναι ἀνεξάρτητα ἀπ’ ἀλλήλων, ἀλλὰ
3299τοὐναντίον συνδέονται πρὸς ἄλληλα στενώτατα, καὶ διὰ
3300τοῦτο ἡ ἑνωτικὴ γραμμὴ ἡ συνδέουσα ταῦτα πάντα εὑρί-
3301σκεται ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, τοῦ κρα-
3302τίστου, τοῦ Προέδρου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ περὶ ἐπιδρά-
3303σεως φόβος, ὁ ἐκδηλωθεὶς ἐνταῦθα, δὲν εἶναι ἀντίθετος
3304πρὸς τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ὑπόστασιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ
3305πολιτεύματος, καὶ τιθεμένου ἐκποδὼν τοῦ φόβου τούτου
3306νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κυρώσωμεν διὰ διατάξεως συνταγμα-
3307τικῆς τὸ προσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων ἐξ
3308Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν.
3309Ὅσον ἀφορᾷ τὸν θεσμὸν τῶν Ὑφυπουργῶν δύο τινά, Κύ-
3310ριοι, ἔχει τις νὰ παρατηρήσῃ, πρῶτον ἂν ἐμποδίζεται σή-
3311μερον ἀπὸ τὸ Σύνταγμα ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ τούτου διὰ
3312νόμου καὶ δεύτερον ἂν εἶναι χρήσιμος καὶ σκόπιμος ἡ ἵδρυ-
3313σις αὐτοῦ. Ἐὰν λύσωμεν τὸ πρῶτον, εἶναι περιττὸν νὰ συ-
3314ζητήσωμεν διὰ τὸ δεύτερον· ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ἐκ τοῦ Συν-
3315τάγματος οὐδὲν ὑφίσταται κώλυμα πρὸς τὴν ἵδρυσιν τοῦ
3316θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν, τότε εἶναι ζήτημα νομοθετικῆς
3317ἐξουσίας, καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ χρήσιμον ἢ μὴ αὐτοῦ θὰ
3318τὸ συζητήσωμεν, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα καὶ ὑποβληθῇ τυχὸν τὸ
3319σχετικὸν νομοσχέδιον. Νομίζω ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι,
3320ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει τοιοῦτόν τι κώ-
3321λυμα.
3322§256Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 71;
3323§257Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω, κύριε συνά-
3324δελφε· θὰ τὸ μνημονεύσω· σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν καλωσύ-
3325νην σας.
3326Νομίζω ὅτι δὲν ὑφίσταται συνταγματικὸν κώλυμα, ἐὰν
3327δὲ καὶ ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ, ἔχῃ
3328τυχὸν τὴν αὐτὴν γνώμην πρὸς τὴν ἰδέαν μου, τότε νομίζω
3329ὅτι ἀρκεῖ μία δήλωσις τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ δώσῃ τὴν σαφῆ
3330ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου, τοῦ ἀναφέροντος περὶ τοῦ διο-
3331ρισμοῦ καὶ παύσεως τῶν Ὑπουργῶν ἐκ μέρους τοῦ Βασι-
3332λέως καὶ νὰ καταστήσῃ εὐχερῆ, ἐὰν ἤθελεν εἶσθαι χρήσι-
3333μος, ἐν καιρῷ τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν.
3334Ἀλλά, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐναντία γνώμη, πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ
3335συζητηθῇ τὸ χρήσιμον ἢ μὴ τοῦ πολιτικοῦ τούτου θεσμοῦ.
3336Γνωρίζομεν, Κύριοι, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Ὑφυπουργῶν ἀπαντᾷ
3337εἰς πολλὰ μέρη. Οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τοῦ θεσμοῦ τούτου
3338λόγοι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐλάφρυνσις τῶν Ὑπουργῶν, με-
3339ταβιβαζόντων εἰς τοὺς Ὑφυπουργοὺς τὴν ὑπογραφὴν τῶν δι-
3340αφόρων ἐγγράφων τῆς ὑπηρεσίας, δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐλά-
3341φρυνσις, ἡ ὁποία γίνεται, ἀνατιθεμένης εἰς τοὺς Ὑφυπουρ-
3342γοὺς τῆς δόσεως πληροφοριῶν ἐντὸς τῆς Βουλῆς εἰς τοὺς
3343ἐρωτῶντας Βουλευτάς, καὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς ἐπερωτή-
3344σεις. Ἀρκεῖ νὰ παρακολουθήσῃ τις τὰς συζητήσεις τῆς
3345Γαλλικῆς καὶ Ἰταλικῆς Βουλῆς, παλαιότερον μὲν τῆς Γαλ-
3346λικῆς, νῦν δὲ ἰδίᾳ τῆς Ἰταλικῆς, ἵνα ἴδῃ ὅτι τὰς τοιαύτας
3347πληροφορίας καὶ τὰς ἀπαντήσεις, τὰς ὅλως ὑπηρεσιακάς,
3348δίδουσιν οἱ Ὑφυπουργοί· οὗτοι διεξάγουσι τὴν διαδικασίαν
3349μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ ἀπαντῶντος, καὶ δίδουσι τὰς ἀναγ-
3350καίας ἐξηγήσεις, χωρὶς ὁ Ὑπουργὸς νὰ κατατρίβηται εἰς
3351τοιαύτας μικρὰς λεπτομερείας, ἀπασχολούμενος μόνον διὰ
3352τὰ γενικὰ κυβερνητικὰ μέτρα. Ἐπὶ σπουδαίων θεμάτων
3353ἐπεμβαίνει βεβαίως καὶ ὁ Ὑπουργὸς ὁ ἴδιος, διότι εἶναι
3354ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ εὐθύνη εἶναι ἀκεραία, καὶ ὁ Ὑπουρ-
3355γὸς εὐθύνεται κοινοβουλευτικῶς διὰ τὸν Ὑφυπουργόν. Ἐὰν
3356θέλητε νὰ σᾶς φέρω πρόχειρον παράδειγμα ἀποδείξεως
3357τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ σκοπίμου τοῦ θεσμοῦ τούτου, σᾶς
3358φέρω αὐτῶν τούτων τῶν ἡμερῶν μας. Γνωρίζετε πάντες
3359ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔγινε μεταβολὴ κυβερνητικὴ ἐν
3360Γαλλίᾳ, ἀνέλαβε δὲ τὴν προεδρίαν τῆς κυβερνήσεως ὁ Μο-
3361νίς, ὅστις πρό τινων ἐτῶν ὑπῆρξεν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιο-
3362σύνης. Ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκεῖ ἐγνώρισε τὸ
3363Ὑπουργεῖόν του καὶ διεῖδε ποῖα τρωτὰ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ
3364του ταύτῃ ὑπῆρχον. Ὀλίγας ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὴν
3365Κυβέρνησιν ἡ πρώτη σχεδὸν πρᾶξίς του ἦτο νὰ προκαλέσῃ
3366τὸν διορισμὸν Ὑφυπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὸν ὁποῖον
3367ἀνέθηκεν εἰδικὰς ὑπηρεσίας. Ἔχομεν ἓν παράδειγμα λοι-
3368πὸν πεῖθον ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπορρίψωμεν εὐθὺς ἐκ
3369πρώτης ὄψεως τὸν θεσμὸν τοῦτον ὡς τελείως ἄχρηστον.
3370Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι θὰ συζητήσωμεν εὐρέως
3371σήμερον περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ θεσμοῦ τούτου, ἐὰν κρί-
3372νωμεν ὅτι ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει κώλυμα.
3373§258Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Πάντοτε ἐκρίθη ὅτι δὲν
3374δύναται.
3375§259Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε;
3376§260Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὁσάκις ἐγένετο λόγος.
3377§261Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐγένετο λό-
3378γος καὶ πότε· δώσατέ μοι ἀκριβεῖς πληροφορίας, ὄχι ἀορί-
3379στους. Ἡ γνώμη ἐμοῦ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι αὕτη.
3380Τὸ ἄρθρον 31 τοῦ Συντάγματος, Κύριοι, λέγει: «Ὁ
3381Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργοὺς αὑτοῦ», γνω-
3382ρίζομεν δὲ ὅτι ὑπάρχει νόμος περὶ Ὑπουργῶν. Ἔχομεν δὲ
3383καὶ τὸ ἄρθρον 71, τὸ ὁποῖον λέγει: «Τὰ καθήκοντα τοῦ
3384Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δη-
3385μοσίου ὑπαλλήλου». Λοιπόν, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁμιλοῦντες
3386περὶ Ὑφυπουργοῦ ἐννοοῦμεν ὅτι πρόκειται περὶ ἐμμίσθου
3387δημοσίου ὑπαλλήλου, ὅτι τὸν Ὑφυπουργὸν θὰ ἀντιλαμβα-
3388νώμεθα ὡς ἔμμισθον δημόσιον ὑπάλληλον, τότε τὰ καθή-
3389κοντα τοῦ Βουλευτοῦ, δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ—καὶ ἴσως
3390ἡ γνώμη ἡ ἐκφρασθεῖσα νὰ ἐστηρίζετο ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τού-
3391του—δύναται, λέγω, νὰ ὑποστηριχθῇ βεβαίως ἡ γνώμη, ὅτι
3392τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ ὡς ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ κα-
3393θήκοντα τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου εἶναι ἀσυμβίβα-
3394στα καὶ πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑφυπουργοῦ, ἐὰν καὶ ἐφ’
3395ὅσον οὗτος δὲν λαμβάνῃ μισθόν. Νομίζω ὅμως ὅτι θὰ ἦτο
3396λελανθασμένη ἡ τοιαύτη ἑρμηνεία, θὰ ἀντέκειτο πρὸς τὴν
3397ἑρμηνείαν καὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ Συντάγμα-
3398τος, διότι, ὡς ὁ Ὑπουργὸς διορίζεται καὶ παύεται, καὶ ὡς
3399ὁ Ὑπουργὸς εἶναι ἀνώτατος δημόσιος ὑπάλληλος ἔμμισθος,
3400καθ’ ὃν τρόπον δὲν ἀντίκειται ἡ ἐκλογὴ τῶν Ὑπουργῶν ἐκ
3401τοῦ Σώματος τῶν Βουλευτῶν, καθ’ ὅμοιον τρόπον δὲν δύ-
3402ναται νὰ ἀντίκειται καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν Ὑφυπουργῶν ἐκ τῶν
3403Βουλευτῶν, διότι καὶ οἱ Ὑφυπουργοὶ θὰ ἔχωσιν ἓν μέρος
3404τῆς Ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐκεῖνο τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον θὰ
3405ἀνατεθῇ εἰς αὐτοὺς διὰ τοῦ εἰδικοῦ νόμου καὶ τοῦ διορίσον-
3406τος τούτους Β. Διατάγματος. Ἐὰν ὅμως, Κύριοι, ἡ γνώμη
3407τῆς Βουλῆς ἤθελεν εἶσθαι ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις
3408τοῦ Συντάγματος ἡ ἵδρυσις τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν
3409διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους προηγουμένως ἀνέφερα, νο-
3410μίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ
3411τούτου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι ἀρκετὰ σωστικός. Νο-
3412μίζω ἐπίσης ὅτι δὲν πρέπει νὰ φοβηθῶμεν ὅτι θὰ γένηται
3413πολλὴ κατάχρησις, διότι ἀκριβῶς τὸ παράδειγμα, τοῦ
3414ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα, τὸ παράδειγμα δηλαδὴ
3415τῆς βραδυτέρας ἱδρύσεως τοῦ ὀγδόου Ὑπουργείου, τοῦτο
3416δύναται νὰ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι τότε μόνον θὰ προβῶμεν εἰς
3417τὴν νομοθέτησιν νόμου, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν ἵδρυσιν
3418τοῦ θεσμοῦ τῶν Ὑφυπουργῶν, ὅταν αἱ ἀνάγκαι τῶν πρα-
3419γμάτων προϊόντος τοῦ χρόνου καταδείξωσιν ὅτι εἶναι ἀπα-
3420ραίτητος ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ οὗτος. Τὰς τοιαύτας σκέψεις
3421ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ ἐπὶ τούτων νὰ
3422ἀποφανθῇ.
3423§262ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Βουλή, Κύριοι, ἐξέ-
3424λεξε μίαν ἐπιτροπήν, ἀποτελουμένην ἐκ τριάκοντα τακτι-
3425κῶν μελῶν καὶ ἓξ ἀναπληρωματικῶν, ὅπως, κατὰ τὴν ἐν-
3426τολὴν αὐτῆς, πράξῃ τί; Νομίζω, ὅπως καθορίσῃ, ποῖαι θὰ
3427εἶναι αἱ ἀναθεωρητέαι διατάξεις τοῦ πολιτεύματος, καὶ
3428πῶς κατὰ τὴν γνώμην της δέον νὰ ἀναθεωρηθῶσιν. Οὕτως
3429ἀντελήφθην, τοὐλάχιστον ἐγώ, τῆς ἐντολῆς τῆς Βουλῆς
3430πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην. Τὸ προσχέδιον δηλαδὴ τῆς
3431ἐπιτροπῆς ἀποτελεῖ τὰς κατὰ τὴν ἐντολὴν τῆς Βουλῆς κα-
3432θορισθείσας ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ
3433πῶς δέον αὗται νὰ ἀναθεωρηθῶσιν, ἐὰν ὀρθῶς, λέγω, ἀντε-
3434λήφθην. Ἡ δευτέρα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸ προ-
3435σχέδιον τοῦτο τῆς ἐπιτροπῆς χρησιμεύῃ ὡς βάσις τῶν συ-
3436ζητήσεων ἡμῶν, δὲν ἀπαγορεύει βεβαίως εἰς πάντα Βου-
3437λευτὴν νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἀναθεωρηθῶσι τὰ ἄρθρα τοῦ Συν-
3438τάγματος, διότι πᾶς Βουλευτὴς ἀσκεῖ ἓν μέρος τῆς ἐξου-
3439σίας τῆς Βουλῆς, ἥτις ἔχει δικαίωμα νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν
3440δοθεῖσαν ἐντολὴν καὶ νὰ ἀναθεωρήσῃ αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως
3441τοῦτο δὲν γίνεται, ἐφ’ ὅσον τουτέστι δὲν ἀνακαλεῖται καὶ
3442δὲν ἀναθεωρεῖται ἡ δοθεῖσα ἐντολή, ἀλλὰ προχωρεῖ ἡ συζή-
3443τησις ἐπὶ τῶν καθωρισμένων ὡς ἀναθεωρητέων ἄρθρων ὑπὸ
3444τῆς ἐπιτροπῆς καὶ οὐδ’ ἐλάχιστος γίνεται λόγος ἐπὶ τῶν
3445ἄλλων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὸ ἔργον ἡμῶν βαίνει κα-
3446νονικῶς, χωρὶς νὰ πάσχῃ οἱανδήποτε ἔλλειψιν. Νομίζω λοι-
3447πὸν ὅτι τὸ τακτικώτερον καὶ σκοπιμώτερον καὶ ἐντελῶς
3448νόμιμον εἶναι νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρ-
3449θρων τοῦ προσχεδίου καί, καθ’ ὅσον θὰ θέλῃ ἕκαστος τῶν
3450Βουλευτῶν, κατὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει, θὰ φέρῃ
3451τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν, ἀλλ’ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει
3452νὰ ἀπασχολώμεθα καὶ καταναλίσκωμεν χρόνον περὶ τῶν
3453τροπολογιῶν, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἀπεφάνθη ἡ ἐπιτροπή,
3454ὡς περιληπτέων εἰς τὸ Σύνταγμα.
3455§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἡ τηρηθεῖσα τάξις μέ-
3456χρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὑπῆρξεν ἡ ἀντίθετος, διότι, ἐφ’
3457ὅσον εἰς ἄρθρα, περὶ τῶν ὁποίων τὸ προσχέδιον δὲν προνοεῖ,
3458προυτάθησαν ὑπὸ Βουλευτῶν τροποποιήσεις, παρεπέμφθη-
3459σαν αὗται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐὰν ἡ
3460ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε ταύτας, οὐχ ἧττον ἡ Βουλὴ συνεζήτησεν
3461ἐπ’ αὐτῶν, καὶ ἔχομεν πρόσφατον παράδειγμα τὴν προσθή-
3462κην τῆς διατάξεως περὶ γλώσσης.
3463§264ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν διαφωνοῦμεν παν-
3464τάπασι. Πᾶς Βουλευτής, εἶπον, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ
3465τὸν λόγον ἐπὶ οἱασδήποτε διατάξεως, ἀλλ’ ἰδοὺ ποῦ ὑπάρ-
3466χει ἡ διαφωνία, ἂν καθ’ ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ
3467συζητήσῃ ἐπὶ πάσης προταθείσης τροπολογίας. Ἐγὼ ὑπο-
3468στηρίζω, ὅτι, ἐὰν δὲν φέρῃ τὸν λόγον Βουλευτής τις ἐπὶ
3469τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ἀπέρριψεν ἡ
3470ἐπιτροπή, δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ ἔργῳ ἡμῶν ἀκυρότης τις.
3471§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι βέβαια, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω
3472ὅτι εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ Προεδρείου, εἶναι νὰ ἀναγγέλλῃ τὰς
3473τροπολογίας, καί, ἂν θέλῃ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ ὁ Βουλευτής,
3474ἄλλος λόγος.
3475§266ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅσον ἀφορᾷ τὰς
3476τροπολογίας, τὰς ἀφορώσας ἄρθρα, τῶν ὁποίων τὴν τροπο-
3477ποίησιν προτείνει καὶ ἡ ἐπιτροπή, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ
3478καὶ ἡ ἑξῆς διάκρισις· μεταξὺ τροπολογιῶν ὑποβληθεισῶν εἰς
3479τὴν Βουλὴν καὶ παραπεμφθεισῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ με-
3480ταξὺ τροπολογιῶν προταθεισῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ αὐτῇ. Αἱ δεύ-
3481τεραι τροπολογίαι, αἱ προταθεῖσαι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐν-
3482τὸς τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπου προυτάθησαν διάφοροι γνῶμαι, αὗ-
3483ται δὲν εἶναι τροπολογίαι τῆς Βουλῆς, καὶ ἑπομένως περὶ
3484αὐτῶν οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἀσχολῆται ἡ Βουλή, ἐφ’ ὅσον
3485οἱ προτείναντες αὐτὰς ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δὲν τὰς φέρουσι πρὸς
3486συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Αἱ ἄλλαι αἱ προταθεῖσαι
3487ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ παραπεμφθεῖσαι ἐνώπιον τῆς ἐπι-
3488τροπῆς, καὶ ἐὰν ἀπερρίφθησαν, ἀποτελοῦσι μέρος τῶν προ-
3489τάσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, καὶ
3490ἑπομένως καὶ ἐπ’ αὐτῶν τὸ Προεδρεῖον πρέπει νὰ προκαλῇ
3491τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Αὕτη δὲ εἶναι καὶ ἡ πραγμα-
3492τική, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς,
3493καὶ ἑπομένως τροπολογία προταθεῖσα εἰς ἄρθρον, περὶ τῆς
3494ὁποίας δὲν ἠσχολήθη ἡ ἐπιτροπή, δύναται εἰς πᾶσαν στι-
3495γμὴν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν κατ’ αἴτησιν τοῦ Βουλευτοῦ,
3496ὅστις τὴν προτείνει.
3497§267ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πιστεύω ἐξ ὅσων εἶπον,
3498ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ σκοπιμότης, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέβλεψα.
3499§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐτήρησα τὴν ἑξῆς τάξιν: Νὰ καλῶ
3500εἰς ἀνάπτυξιν τῶν τροπολογιῶν τοὺς κυρίους Βουλευτάς,
3501ὅπως μὴ παραπέσῃ τις τροπολογία, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ
3502ἄρθρα μεταγενέστερα, καὶ οὕτω φθάσωμεν εἰς ψήφισιν ἄρ-
3503θρου, εὑρισκομένου ἐν ἀντινομίᾳ.
3504§269ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι συνά-
3505δελφοι, ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τῇ ἐπι-
3506τροπῇ ἐγένετο πρῶτον σύντομός τις λόγος περὶ τοῦ Πρω-
3507θυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου, καὶ οὐδ’ ἐλαχίστην ἔχω δυσ-
3508κολίαν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς
3509προσήγαγον διατετυπωμένον τὴν ἑπομένην κατὰ τὰς ἀνα-
3510πτυχθείσας γνώμας τὸ ἄρθρον 31. Ἀλλὰ μόλις ἀνεγνώσθη
3511ἡ πρότασίς μου ἐκείνη, καὶ ἐφαίνετο σχεδὸν ὁλοκλήρως γι-
3512νομένη ἀποδεκτὴ ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἠκούσθη μία φωνὴ
3513ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν μελῶν, τοῦ κ. Καλέργη: «Μεγάλην
3514Βεζιρείαν θὰ καταστήσωμεν;». Μετὰ τοῦτο ἐπηκολούθησε
3515συζήτησις μακροτάτη, συζήτησις λεπτομερεστάτη, συζή-
3516τησις, ἥτις εἰς ἐμὲ ἀφῆκε τὴν βαθυτέραν ἐντύπωσιν διὰ
3517τὴν σοβαρότητα τῶν ἐπιχειρημάτων, κατόπιν τῶν ὁποίων,
3518μετὰ 4½ ὥρας, κατελήξαμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀπορ-
3519ρίψωμεν τὴν πρότασιν περὶ ἐγκαταστάσεως παρ’ ἡμῖν
3520Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλακίου. Ἡ συζήτησις, ἐπανα-
3521λαμβάνω, ἦτο ἡ ἀρίστη, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐκ τῶν
3522διεξαχθεισῶν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Μετέβαλον
3523γνώμην καὶ εἶμαι ἤδη τοσοῦτον πεπεισμένος ὅτι ἔπρεπε
3524νὰ μεταβάλω αὐτήν, ὥστε καὶ ἐκ τούτου ἀκόμη νομίζω
3525ὅτι ἔχω καὶ ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω τινὰ ἐκ τῶν ἐπιχειρη-
3526μάτων τῶν ἀναπτυχθέντων ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, πρὸς
3527ὑμᾶς. Καὶ ἐν πρώτοις, Κύριοι, διατί ἡμεῖς, Κράτος μι-
3528κρόν, Κράτος, ἐκ τῶν ὑποχρεώσεών μας τουλάχιστον, ἂν
3529μὴ καὶ διὰ πολλὰ ἄλλα, πτωχόν, νὰ ὑποβληθῶμεν εἰς μίαν
3530δαπάνην, ἔχοντες Πρωθυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἀφοῦ
3531δὲν ὑπάρχει σήμερον Κράτος ἐν τῷ κόσμῳ ἔχον τοιοῦτον
3532δημόσιον λειτουργόν; οὐδέν, λέγω, Κράτος εἴτε μέγα εἴτε
3533μικρόν. Διατί ἡ πρωτοτυπία αὕτη παρ’ ἡμῖν; Διότι ὁ
3534Πρωθυπουργὸς εἶναι ἀπησχολημένος εἰς τὸ νὰ ὑπογράφῃ
3535σωρείας ἐγγράφων! Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπησχολημένος καὶ ὁ
3536Πρωθυπουργὸς τῆς Γαλλίας; Διότι ὁ Πρωθυπουργὸς πρέπει
3537νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν εὐκαιρίαν, νὰ ἐπιβλέπῃ τὸ σύνολον τῶν
3538δημοσίων ὑποθέσεων· καὶ τοῦτο δὲν πράττει ὁ Πρωθυπουρ-
3539γὸς τῶν ἄλλων Κρατῶν;
3540§270ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἴσως εἰς τὰ ἄλλα Κράτη δὲν κρα-
3541τεῖ ἡ ἔλλειψις πεποιθήσεως, ἡ ὁποία κρατεῖ εἰς τὰ καθ’
3542ἡμᾶς ἐν γένει. Ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ σειρὰ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλ-
3543λήλων, ἕκαστος τῶν ὁποίων ἔχει τοιαύτην αὐτενέργειαν,
3544ὥστε δὲν συγκεντροῦται ὅλη ἡ ἐργασία καὶ ἡ μικροτέρα
3545ἀκόμη εἰς τὸν Πρωθυπουργόν.
3546§271ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὰ νὰ διορθωθῶσιν.
3547§272ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἐπιχείρημα αὐτό,
3548διότι δὲν ἔχομεν καθὼς ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὰς διαφόρους
3549ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων, διότι ἔχομεν πανάθλιον γρα-
3550φειοκρατικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον καθίδρυσαν οἱ Ὑπουργοὶ
3551οἱ ἐμπειρικοί, οὓς ἀπεθαύμασεν ὁ κ. Ῥοῦφος καὶ οἵτινες
3552ἤρξαντο ἀπὸ τῆς τελευταίας ὑπαλληλικῆς κλίμακος, μόλις
3553καταλιπόντες τὰ θρανία τάξεώς τινος τοῦ Δημοτικοῦ σχο-
3554λείου, διότι ἔχομεν τοιαύτας δημοσίας ὑπηρεσίας πρέπει
3555νὰ διαιωνίσωμεν αὐτάς; Διὰ ταῦτα πρέπει νὰ καταστή-
3556σωμεν τὸν θεσμὸν τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρτοφυλα-
3557κίου, ὅστις σήμερον εἰς οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου ἀπαν-
3558τᾷ; Διότι καὶ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει, ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν θέλω
3559νὰ εἴπω τὴν παροιμίαν περὶ τῆς συζύγου τοῦ κατασκευα-
3560στοῦ κοσκίνων, καὶ τὸ συμβαῖνον, λέγω, ἐν Ἀγγλίᾳ οὐδ’
3561ἐπ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ ἀποτελῇ ἐπιχείρημα. Διότι
3562τὸ σύνολον τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἓν πολυπλο-
3563κώτατον καὶ πολυδαιδαλώτατον καὶ ἰδιοτροπώτατον κα-
3564τασκεύασμα, τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ ἀπομι-
3565μηθῇ ἄλλο τι Κράτος, ἀλλὰ καὶ περὶ οὗ—καὶ δὲν πιστεύω
3566νὰ ἀρνῆταί τις τοῦτο—ὑπάρχουσι συνταγματολόγοι διαση-
3567μότατοι, γράφοντες περὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος καὶ
3568λέγοντες: «ἀμφιβάλλομεν ἂν ἔχομεν κατανοήσει αὐτό!»
3569Καὶ Ἄγγλοι ἔτι συνταγματολόγοι.
3570Ὁ θεσμὸς τῶν Ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου ἱδρύθη ἐν
3571Γαλλίᾳ εἰς τὰ 1860. Ἀλλὰ διατί ἐκεῖ; Διότι οἱ Ὑπουρ-
3572γοὶ τοῦ Ναπολέοντος Γʹ δὲν συνειργάζοντο μετὰ τῶν
3573Βουλῶν, δὲν μετέβαινον εἰς τὰς Βουλάς, ἕνεκα δὲ τούτου
3574κατέστησαν τὸν θεσμὸν τῶν Ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλα-
3575κίου, οἵτινες ἀντικαθίστων τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον τῶν
3576Βουλῶν. Καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχοντος ἀκόμη τοῦ πολιτεύμα-
3577τος ἐκείνου τοῦ μοναρχικοῦ, ἐπὶ Ναπολέοντος Ιʹ ἀκόμη,
3578ἔπαυσαν οἱ Ὑπουργοὶ ἄνευ χαρτοφυλακίου, καὶ ἀπὸ τοῦ
35791868 οὐδέποτε πλέον ἐφηρμόσθη ὁ θεσμὸς οὗτος.
3580§273Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως ἡ διάταξις αὐτή.
3581§274ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παντελῶς κατηργημένη,
3582κατὰ τὴν γνώμην μου δὲ καὶ ῥητῶς κατηργημένη, διότι ἀμ-
3583φιβάλλω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ τις ἰσχῦον τὸ Διά-
3584ταγμα ἐκεῖνο, διότι περὶ Διατάγματος πρόκειται, τῆς
358524ης Νοεμβρίου τοῦ 1860, ἂν τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἰσχύει
3586καὶ μετὰ τὴν κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος τοῦ μοναρχικοῦ
3587καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ πολιτεύματος τοῦ δημοκρατικοῦ.
3588§275Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν σήμερον ἐν Ἀγγλίᾳ
3589θέλωσι νὰ κάμωσι θεσμὸν Ὑπουργῶν ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἢ
3590ἐν Γαλλίᾳ ἢ ἐν Ἰταλίᾳ ὑπάρχει κώλυμα ἐκ τῶν θεσμῶν;
3591§276ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν δύναται
3592νὰ ὑπάρξῃ.
3593§277Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ;
3594§278ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν Γαλλίᾳ νομίζω ὅτι
3595ὑπάρχει.
3596§279Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδὲν ὑπάρχει, διότι τὸ
3597Σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει ποσῶς. Λοιπὸν τὸ ζήτημα
3598εἶναι τοῦτο: δὲν πρόκειται νὰ ὁρίσωμεν σήμερον τὸν θε-
3599σμόν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἴδωμεν ἂν πρέπει νὰ ἀπαγορεύ-
3600σωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὴν ἵδρυσιν τοῦ θεσμοῦ.
3601§280ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ τούτου θὰ ὁμι-
3602λήσω. Λοιπὸν τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα εἶναι τοῦτο, ὅτι σή-
3603μερον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κόσμῳ Κράτος, ὅπερ νὰ ἔχῃ Πρω-
3604θυπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, οὐδὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κόσμῳ
3605Κράτος, ὅπερ νὰ ἔχῃ καὶ Ὑπουργοὺς ἄλλους ἄνευ χαρτο-
3606φυλακίου. Δὲν εὑρίσκω λοιπὸν δεδικαιολογημένην τὴν τόλ-
3607μην ἡμῶν, τὴν πρωτοτυπίαν ἡμῶν, νὰ καταστήσωμεν τοι-
3608οῦτον θεσμόν.
3609§281Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τριῶν ἐτῶν ἡ Ἰταλία
3610ἔστειλεν Ὑπουργὸν ἄνευ χαρτοφυλακίου, ἀντιπροσωπεύοντα
3611ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, ὅτε ἐγένοντο οἱ σεισμοί, καὶ εὑρέθη
3612τοῦτο χρησιμώτατον.
3613§282ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν συνειργάσθη μετὰ
3614τῆς Βουλῆς Ὑπουργὸς ἄνευ χαρτοφυλακίου· ἀνετέθη εἰς αὐ-
3615τὸν μία εἰδικὴ ὑπηρεσία, εἰς Ὑπουργὸν δέ, οὕτω δηλαδὴ
3616ὀνομασθέντα διὰ τὴν πολιτικὴν ἐνώπιον τῶν Βουλῶν εὐθύ-
3617νην, ἐκ τοῦ δόγματος τῆς ἀλληλεγγύης τῶν Ὑπουργῶν.
3618Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον ἐπιχείρημα. Ἐπιτρέψατέ μοι,
3619νὰ νομίζω, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα ἀκόμη.
3620Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου,
3621ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει ἐπιβολήν, καὶ
3622πρέπει νὰ ἔχῃ ἐπιβολήν, καὶ ὅτι εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς
3623Πολιτείας, καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀρχηγὸς τῆς Πολιτείας.
3624Ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ Ὅμηρος, «εἷς κοίρανος ἔστω, εἷς βα-
3625σιλεύς», εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἐφαρμοζόμενον ἄριστα ὑπὸ τοῦ
3626κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Διότι τὸ πολίτευμα τοῦτο
3627καθιεροῖ ἀληθῶς ἕνα κοίρανον, ἕνα βασιλέα, ἀλλὰ θέτει εἰς
3628τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ περιορισμοὺς ἐκ τοῦ πολιτεύματος καὶ
3629ἐκ τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἐκεῖνος διαγινώσκει εἰς τὸ
3630βάθος αὐτῶν, εἰς τὸ πνεῦμα αὐτῶν, καὶ οὕτω μόνον ἐν τῇ
3631ἐφαρμογῇ ἐπεκτείνει τὴν ἐξουσίαν του, κατὰ τοιοῦτον τρό-
3632πον, ὥστε νὰ εἶναι ἀνεκτὸς ὁ βασιλεὺς καὶ κοίρανος τοῦ
3633λαοῦ, τοῦ ὁποίου καθίσταται ἀρχηγός.
3634Ἀλλ’ ὁ Πρωθυπουργὸς ἔχει καὶ ἕνα ἄλλον, μᾶλλον
3635ζῶντα περιορισμόν, τὴν γνώμην τῶν συνυπουργῶν του, δι-
3636ότι αἱ σπουδαιόταται τῶν κυβερνητικῶν ὑποθέσεων ἀπο-
3637φασίζονται ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Καὶ νομίζω ὅτι
3638πρέπει νὰ προσέχῃ τις, ὅταν πρόκειται νὰ ἀπομακρύνῃ
3639τὸν Πρωθυπουργὸν ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς, νὰ μὴ καταστήσῃ
3640πολὺ ὑψηλοτέραν τὴν θέσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, οὕτως ὥστε
3641οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἔχωσι τὸ συναίσθημα ὅτι εἶναι συναρ-
3642χηγοὶ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὑπαρχηγοί, διότι ἐν τοιαύτῃ πε-
3643ριπτώσει δὲν θὰ ἔχητε πλέον τὸν βασιλέα ἐκεῖνον, τὸν ἀρ-
3644χηγὸν τοῦ Κράτους ἐκεῖνον, ὅστις θὰ συνέχηται ὑπὸ τῶν
3645θεσμῶν καὶ τῶν Ὑπουργῶν ὥστε νὰ εὑρίσκηται εἰς ἰσορ-
3646ροπίαν πρὸς τὰ συναισθήματα καὶ τὰς ἰδέας τοῦ λαοῦ,
3647ἀλλὰ θὰ ἔχητε ἀληθῆ μονάρχην, ὅστις θὰ ἔχῃ τὴν συνεί-
3648δησιν ὅτι ἵσταται ὑπεράνω τοῦ συνόλου τοῦ ἔθνους, θὰ
3649ἔχητε ἀπόλυτον Κύριον, οἱ δὲ Ὑπουργοὶ συναισθανόμενοι
3650μείζονα τὴν ἀπόστασιν αὑτῶν ἀπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ ἐκείνου
3651δὲν νομίζω ὅτι θὰ ἔχωσιν ὅλην τὴν τόλμην, ὅλην τὴν πρω-
3652τοβουλίαν, ὅλον τὸ θάρρος τῆς ἐνεργείας ἐν τῇ διευθύνσει
3653τῶν κλάδων, τοὺς ὁποίους ἀναλαμβάνουσι. Ταῦτα ὑπὸ κα-
3654νονικὴν τῶν πραγμάτων κατάστασιν.
3655Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ κατάχρησιν καὶ
3656παρέκβασιν, ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν Ἀριστοτελικὴν φράσιν,
3657διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις, καὶ πολὺ φο-
3658βοῦμαι ὅτι ταχέως θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη παρ’ ἡμῖν, ὥστε νὰ
3659μὴ ὑπάρχωσιν ἐκεῖνοι οἱ ἐλάχιστοι—οἱ δύο, ὡς εὔχονται
3660πολλοὶ—οἵτινες θὰ εἶναι αἱ κορυφαὶ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ
3661τότε τὸ Ὑπουργεῖον, ἀποτελούμενον ἐκ μιᾶς ὁμάδος ὁπωσ-
3662δήποτε ὑπερεχόντων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ προσλάβωσιν,
3663οὐχὶ θὰ προσληφθῶσιν, ἀλλὰ θὰ προσλάβωσι, τὸν πρῶτον
3664τυχόντα, ὅστις ὑπὸ ἄλλην κατάστασιν πραγμάτων οὐδὲ θὰ
3665ὠνειρεύετο νὰ γίνῃ Πρωθυπουργός, καὶ θὰ τὸν θέσωσιν ἐπὶ
3666μιᾶς ἕδρας ὡς εἴδωλον· καὶ ἡ ὀκταμελὴς ἐκείνη ὀλιγαρχία
3667θὰ ἀναλάβῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους! Ἀλλὰ θέλετε
3668νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν ὠνό-
3669μασα κατάστασιν κανονικήν; νομίζετε ὅτι, ἐὰν ὁ ἀληθῶς
3670ὑπερέχων ἀνήρ, ὅστις θέλει ἴδει εὐρυνόμενον τὸ χάσμα με-
3671ταξὺ αὐτοῦ καὶ τῶν συνυπουργῶν του, ἐὰν εἶναι ὑπεράγαν
3672τολμηρὸς καὶ ἔχῃ ἐν ταῖς ἀρτηρίαις αὑτοῦ βακτιρίδιόν τι
3673αὐθαιρεσίας, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ ἕνα ἀληθῆ
3674καὶ μέγαν κίνδυνον διὰ τὴν χώραν; Νομίζετε, ὅτι οἱ
3675Ὑπουργοὶ θὰ μείνωσι πλέον Ὑπουργοί, θὰ μείνωσιν ἀρ-
3676χηγοὶ τοῦ Κράτους, ἄνδρες ἔχοντες ἐντελῶς ἐλευθέραν γνώ-
3677μην ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὅτι δὲν θὰ εἶναι σχεδὸν
3678οἱ γραμματεῖς τοῦ μεγάλου Βεζίρου;
3679Δὲν νομίζω, κατὰ ταῦτα, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήμα-
3680τος ἐπουσιώδους.
3681Ἀλλὰ λέγει: «δύναται νὰ διορισθῇ». Δὲν μὲ παρηγο-
3682ρεῖ, κύριοι συνάδελφοι, τὸ «δύναται», διότι τὸ «δύναται»
3683εὐχερῶς μεταπίπτει εἰς κανόνα. Καίτοι πρέπει νὰ λάβω-
3684μεν κυριώτατα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὸν βίον καὶ τῶν ἐθνῶν
3685καὶ τῶν ἀτόμων συμβαίνει βραχέα τινὰ διαστήματα νὰ
3686ἔχωσι πολὺ μείζονα ἀξίαν καὶ σημασίαν παρὰ μακραὶ ὅλαι
3687περίοδοι.
3688Ταῦτα προκειμένου περὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἄνευ χαρ-
3689τοφυλακίου.
3690Προκειμένου δὲ περὶ τῶν Ὑφυπουργῶν θέλω εἴπει πρῶ-
3691τον τοῦτο: Κατὰ τὸ ἄρθρον 27 τοῦ Συντάγματος (ἀναγι-
3692νώσκει): «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα,
3693ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων
3694Ὑπουργῶν». Ὥστε, ἐὰν δὲν μεταρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον 27,
3695οἱ Ὑφυπουργοί, καὶ ἐὰν ὦσιν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, θὰ ὦσιν
3696ἀναμφηρίστως δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι ἐκ τοῦ ἄρθρου
369727 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσκῶσιν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως
3698τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.
3699§283Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἀσκῶσιν.
3700§284ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὥστε θὰ εἶναι δημόσιοι
3701ὑπάλληλοι.
3702§285Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑφυπουργοί.
3703§286Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προηγουμένως εἴπετε, ὅτι δὲν
3704κωλύει τὸ Σύνταγμα νὰ κατασταθῶσιν Ὑφυπουργοὶ διὰ
3705νόμου, ἀλλ’ ὅτι εἰς τὸ νὰ διορίζωνται Βουλευταὶ εἶναι ἐμ-
3706πόδιον τὸ ἄρθρον 71, διότι οἱ Ὑφυπουργοὶ θὰ εἶναι ἔμμι-
3707σθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι.
3708§287Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ διότι δὲν εἶναι δημό-
3709σιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι καὶ αὐτοὶ Ὑπουργοί.
3710§288Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλο εἶναι οἱ Ὑπουργοί· οἱ
3711Ὑπουργοὶ δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, διότι δὲν ἀσκοῦ-
3712σιν ἀρχήν τινα, ἀλλ’ ἐξουσίαν.
3713§289Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ὑπάρχει διαφορὰ με-
3714ταξὺ ἀρχῆς καὶ ἐξουσίας;
3715§290Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα.
3716§291Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἤξευρον.
3717§292Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως, ἀναμφιβόλως, διότι
3718τὰς ἐξουσίας καθιστᾷ τὸ Σύνταγμα, τὰς δὲ ἀρχὰς καθι-
3719στῶσιν οἱ νόμοι. Αἱ ἀρχαὶ εἶναι ὑπάλληλοι τῶν ἐξουσιῶν.
3720Βεβαιότατα, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου καὶ
3721ἀπορῶ πῶς τὸ λέγετε σεῖς αὐτό.
3722§293Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἀπορεῖτε, διότι ἠμπορῶ
3723καὶ ἐγὼ νὰ ἐπαναλάβω τὸ αὐτὸ δι’ ὑμᾶς.
3724§294Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀπορῆτε,
3725ἀφοῦ ἔχετε ἀντίθετον γνώμην.
3726§295Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μετάφρασις τῆς λέ-
3727ξεως pouvoir καὶ τὰ δύο.
3728§296Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ πιστεύω. Ἐξουσίας γνω-
3729ρίζω τρεῖς καὶ οἱ ἀσκοῦντες ἐξουσίας δὲν εἶναι ὑπάλληλοι,
3730εἶναι ἄρχοντες.
3731§297Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Συνταγματικῶς τὴν ἐξουσίαν τὴν
3732ἀσκεῖ ὁ Βασιλεύς.
3733§298Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι τί-
3734ποτε ἄλλο παρὰ ἡ ὑπεύθυνος ἔκφανσις τῆς Βασιλείας.
3735§299Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Συνταγματικὴ ἐξουσία ἐν τῇ ἐννοίᾳ
3736τῇ ἰδικῇ σας εἶναι μόνον ἡ βασιλική.
3737§300ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, μᾶλλον
3738νὰ προσέχητε. (Ἀναγινώσκει:) «Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία
3739ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ
3740διοριζομένων ὑπευθύνων Ὑπουργῶν». Εἶναι τὰ ἄμεσα ὄρ-
3741γανα τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἡ ὑπεύθυνος, λέγει, ἔκφανσις τῆς
3742Βασιλείας.
3743Λοιπὸν οἱ Ὑπουργοὶ ἀσκοῦσιν ἐξουσίαν, τὴν ἐκτελεστι-
3744κὴν καθὼς καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως,
3745ἀσκοῦντες δὲ ἐξουσίας δὲν εἶναι ὑπάλληλοι. Νομίζω λοιπὸν
3746ὅτι διὰ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῶσιν Ὑφυπουρ-
3747γοί· καὶ φθάνω εἰς τὴν διατύπωσιν τῆς γνώμης μου, διατί
3748δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτόν, ὅπως ὑπάρξωσι παρ’ ἡμῖν
3749Ὑφυπουργοί. Πρῶτον διότι εἴμεθα Κράτος μικρόν. Ὅταν τὰ
3750τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας διορθωθῶσι παρ’ ἡμῖν προσηκόν-
3751τως, νομίζω, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν θὰ ἔχωσι τόσον μεγά-
3752λην ἐργασίαν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν
3753εἰς τὰ ἔργα των. Ἀλλ’ ἀπασχολοῦσιν αὐτούς, λέγουσιν οἱ
3754τἀναντία φρονοῦντες, αἱ κομματικαὶ ὑποθέσεις καὶ μάλι-
3755στα τὸν Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ καὶ ταῦτα, νομίζω, μὲ τὴν
3756ἀνόρθωσιν μάλιστα, θὰ ἐκλείψωσιν.
3757§301Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὰ πολιτικὰ κόμματα δὲν εἶναι δυ-
3758νατὸν νὰ ἐκλείψωσιν.
3759§302Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ πολιτικὰ κόμματα βεβαίως
3760θὰ ὑπάρχωσι καὶ βεβαίως θὰ ἔχῃ ὁ Ὑπουργὸς κομματι-
3761κὰς ὑποθέσεις, ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ
3762λόγος τις, ἵνα βλέπῃ πάσας τὰς ἡμέρας ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκ
3763τῶν 100 φίλων του τοὺς 90 καὶ σὺν αὐτοῖς νὰ βλέπῃ καὶ
3764ν’ ἀκροᾶται καὶ 500 ἄλλων πολιτῶν καθ’ ἑκάστην. Ὅταν
3765μάλιστα ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Συντάγματος μετὰ
3766τοῦ σχετικοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου τὸ σχέδιον ἀναμένομεν, αἱ
3767ὑπηρεσίαι των βεβαίως θὰ ἐλαττωθῶσιν. Ἐν πάσῃ δὲ περι-
3768πτώσει εἴμεθα Κράτος μικρόν, καὶ δύναται ὁ Ὑπουργὸς
3769ἔχων ὅπως πρέπει τὴν ὑπηρεσίαν του νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ
3770ἔργα του· καὶ βεβαιότατα ὁ γινόμενος Ὑπουργὸς πρέπει
3771νὰ εἶναι ἐργατικός· καὶ ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ ἐργάζηται
3772πολλὰς ὥρας· καί, ἐὰν νομίζῃ τις ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ πρέπει
3773νὰ ἀναπαύωνται, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ συμφωνήσω.
3774Ἀλλὰ δὲν δέχομαι τοὺς Ὑφυπουργούς, οἵτινες θὰ προέρ-
3775χωνται ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου, καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Νομί-
3776ζετε, Κύριοι, ὅτι οἱ κάλλιστοι τῶν νέων ἢ πρεσβυτέρων Βου-
3777λευτῶν θὰ ἀνταλλάξωσι τὴν θέσιν τοῦ Ὑφυπουργοῦ πρὸς τὰς
3778ἐπιστημονικάς των μελέτας, πρὸς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν
3779ἔχουσι, νὰ παρακολουθῶσιν ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ γνώμης καὶ
3780ἐν πάσῃ ἀνέσει καὶ ἐν πάσῃ προσοχῇ τὰς ἐργασίας τοῦ
3781Κοινοβουλίου, ἀλλὰ καὶ ἐν πάσῃ ἀκόμη ἀνεξαρτησίᾳ, τῆς
3782ὁποίας θὰ στερηθῶσι γινόμενοι Ὑφυπουργοί; Νομίζετε, ὅτι
3783οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ χρήσιμοι εἰς τὸν τόπον, ἐκεῖνοι οἱ
3784ὁποῖοι θὰ χαράξωσι δύο γραμμὰς γενικάς, οἱ ὁποῖοι θὰ
3785χύσωσι πνεῦμα πρωτοβουλίας εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, εἶναι δυ-
3786νατὸν νὰ προέλθωσιν ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Ὑφυπουργοῦ, ὅπου
3787δὲν θὰ συνηθίσωσιν εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ὑποκύπτω-
3788σιν εἰς τὰς γνώμας τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰς τὸ νὰ προσδέχωνται
3789ὅλας ἐκείνας τὰς σχολαστικὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρε-
3790σιακῆς ῥουτίνας; Καὶ θέλετε Ὑφυπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν,
3791διὰ νὰ ἀποκτήσητε τὸ φυτώριον, ὅτε λέγετε μάλιστα ὅτι
3792παρ’ ἡμῖν τὸ μέγιστον τῶν ζητημάτων εἶναι τὸ οἰκονο-
3793μικόν; Ὅτε ἔχετε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
3794μικῶν πρέπει νὰ εἶναι βαθὺς γνώστης ὅλης τῆς νομοθεσίας
3795τοῦ τόπου, βαθὺς γνώστης ὅλων τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου,
3796ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἓν πνεῦμα εὐρύτατον; Καὶ τοιοῦτο
3797πνεῦμα εὐρύτατον θὰ τὸ εὕρητε εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θὰ κατα-
3798δέχηται νὰ μεταβῇ ἐκεῖ νὰ γίνῃ ὑφιστάμενος ἑνὸς Ὑπουρ-
3799γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Καὶ δὲν νομίζετε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς
3800τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις μᾶς χρειάζεται, εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις
3801θὰ ἔχῃ ἐξ ἀρχῆς ἓν πνεῦμα θαρραλέον, ἓν πνεῦμα πρωτο-
3802βουλίας, ἐκεῖνος, ὅστις ἐγένετο προηγουμένως Ὑπουργὸς
3803τῶν Ἐσωτερικῶν, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, Ὑπουργὸς
3804τῆς Παιδείας καὶ ἀκολούθως ἔφθασεν εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ὑ-
3805πουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, συνηθέστατα ὢν Πρωθυπουργός;
3806Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐν γένει ὁ Ὑπουργὸς πρέπει νὰ
3807εἶναι ἓν πνεῦμα εἰδικότητος ὑπηρεσιακῆς· τοὐλάχιστον ἐγὼ
3808θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένος μερικῶν εἰδικῶν γνώ-
3809σεων, καὶ ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς ὑπηρεσίας νὰ τὰς
3810ἐμπιστεύηται εἰς μίαν ὑπαλληλίαν, τὴν ὁποίαν καλούμεθα
3811ἡμεῖς καὶ αἱ μέλλουσαι Βουλαὶ νὰ καταστήσωμεν ἀναλό-
3812γως πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Λέγων ταῦτα βεβαίως
3813δὲν καυχῶμαι ἐπὶ πρωτοτυπίᾳ, ἀλλ’ ἔκρινα ἐπίκαιρον νὰ
3814ὑπομνήσω, ὅτι μᾶς χρειάζονται τὰ πνεύματα τῆς πρωτο-
3815βουλίας καὶ τοῦ θάρρους, τὰ πνεύματα τῆς ἀπὸ περιωπῆς
3816γνώσεως τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, οἱ ἄνδρες οἱ ὁπλιζόμενοι
3817μὲ ἐπιβολὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, συζητοῦντες καὶ ἀνα-
3818δεικνύμενοι ὡς ἀρχηγοὶ τοῦ ἔθνους καὶ οὐχὶ ὑπηρετοῦντες
3819ὡς δευτερεύοντα ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους.
3820§303ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τείνει νὰ λάβῃ
3821διαστάσεις ἡ συζήτησις.
3822§304ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως ἐγὼ δὲν
3823ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον.
3824Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω συγχρόνως νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή,
3825ὅπως συνέλθωμεν αὔριον ἀπὸ πρωίας κατὰ τὴν ἑνδεκάτην
3826τὸ βραδύτερον.
3827§305ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχομεν καὶ ἐργασίαν
3828ἄλλην.
3829§306ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε μετὰ μεσημβρίαν εἰς τὰς
3830τρεῖς, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις. Νὰ προσπαθήσωμεν νὰ
3831ἔλθωμεν εἰς τὰς τρεῖς.
3832§307ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3833§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μίαν πληροφορίαν, παρακαλῶ, πρὶν λυθῇ
3834ἡ συνεδρίασις, παρὰ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ἔχω ἀκριβῆ ἀντί-
3835ληψιν καὶ νὰ μὴ ἔχω ἀνακρίβειαν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς.
3836Ἐλθὼν εἰς τὴν ἕδραν εὗρον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 36 τοῦ Συντά-
3837γματος μὴ σημειωμένον ἂν ἐψηφίσθη ἢ ὄχι, ἐδόθη δὲ πλη-
3838ροφορία ὅτι ἐψηφίσθη.
3839§309ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐψηφίσθη, ἐψηφίσθη.
3840§310Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὄχι· δὲν ἐψηφίσθη.
3841§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ λέγουσιν ὅτι ἐψηφίσθη.
3842§312Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἤρξατο ἡ συζήτησις, ἀλλὰ δὲν ἐψη-
3843φίσθη.
3844§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ἐψη-
3845φίσθη.
3846§314Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Δὲν ἠρωτήθη ἡ Βουλή.
3847§315ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ὁ κ. Δραγούμης.
3848§316Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί. Ἐψηφίσθη.
3849§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης λέγει ναί.
3850Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3851(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 5′ τῆς νυκτός).