1911.03.16
2.449 στίχοι · 18.684 λέξεις · 71 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51.
τῆς 16ης Μαρτίου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 187 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
§2ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν διενεμήθησαν εἰσέτι, κύριε Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν συναινῇ ἡ Βουλή, θ’ ἀναβληθῇ ἡ ἀνάγνωσις αὐτῶν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§5ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὰ ἀναγνώσωμεν πρῶτον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως· συναινούσης ὅθεν τῆς Βουλῆς ἀναβάλλεται ἡ ἀνάγνωσις τῶν Πρακτικῶν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Οἱ κλητῆρες τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῶν Ὑπουργείων ζητοῦσι μικρὰν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ των καὶ σύνταξιν. 2) Διάφοροι ἔμποροι, μικρέμποροι τῶν συνοικιῶν, μικροπωληταὶ ζητοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τῆς κυριακῆς ἀργίας.
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· θὰ ἐγγραφῆτε·
§9Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ἐκ μέρους καὶ ἄλλων κ. κ. συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ν’ ἀποσταλῇ αὕτη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καί, ὅταν ἐπανέλθῃ ἐνταῦθα, τότε νὰ συζητήσωμεν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν συναινῶσιν οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον ν’ ἀποσταλῇ πρῶτον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ἀναφορά, ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅθεν ἀποστέλλεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. Ἀνακοινῶ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν συνῆλθε σήμερον καὶ εἰργάσθη. 3) Ὁ γεωργικὸς λαὸς Φαρσάλων παρακαλεῖ, ὅπως ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φόρου τοῦ εἰσοδήματος τῶν σπειρομένων γαιῶν· 4) Κατάδικοι φυλακῶν Παλαμηδείου διαμαρτύρονται κατὰ συναδέλφων των κατηγορησάντων τὸν ἐπιστάτην αὐτῶν ὡς κατακρατοῦντα τὰ χορηγούμενα αὐτοῖς χρήματα· 5) Ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ Καρδίτσης διαμαρτύρονται κατὰ ἰδιοκτητρίας χωρίου Ἀσπασίας Ζούλια· 6) Οἱ κατοικοῦντες τὴν συνοικίαν Ἀεριόφωτος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαγορευθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Ἀεριόφωτος ἡ ἐπὶ πλέον ἵδρυσις γαιανθρακαποθηκῶν· 7) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Τριπόλεως ζητοῦσι χάριν· 8) Ὁ Β. Ψιλάκης, πρώην γυμνασιάρχης, ζητεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῶσι 5 χιλιάδες δραχμῶν, ἃς ἐδαπάνησε διὰ τὴν ἔκδοσιν Γενικῆς Ἱστορίας τῆς Κρήτης· 9) Ἡ πολιτικὴ ἀδελφότης Ἄργους «Ἠὼς» ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ Γερουσίας· 10) Οἱ κάτοικοι Μαραθοπόλεως ἀναφέρουσιν ὅτι παθόντος τοῦ γραμματοδιδασκάλου των ἐξ ἡμιπληγίας μένουσιν ἄνευ τοιούτου. 11) Ὁ ἐκ Φαναρίου Ν. Καραπαναγιώτης ζητεῖ, ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ νὰ προσέλθῃ πρὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐκθέσῃ τὰς ἰδέας αὑτοῦ περὶ Βουλῆς καὶ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων· 12) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Προσυμναίων διαμαρτύρονται διὰ ψηφίσματος, διὰ τὴν φορολογίαν τῶν σπειρομένων γαιῶν· 13) Τὰ ἐν Μεσσήνῃ σωματεῖα ζητοῦσιν ἀποστολὴν ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου, ὡς πολιτικῶς ἐνάγοντος κατὰ τὴν δίκην τῶν Ζάννου, Ῥὼς κλπ. 14) Οἱ καπνοπῶλαι Πατρῶν ζητοῦσιν ἐπιψήφισιν νόμου ἀποβλέποντος εἰς τὴν πώλησιν καπνοῦ. 15) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Καρδίτσης ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. 16) Ὁ δήμαρχος Μακρυνείας πέμπει ψήφισμα τῶν δημοτῶν του περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ 1910 ὡς καταστραφείσης τῆς παραγωγῆς. 17) Ὁ λαὸς τοῦ χωρίου Δαραμαρίου τοῦ δήμου Πλαταιῶν διαμαρτύρεται δι’ ἔλλειψιν ὑποδιδασκάλων, καίτοι ὑπάρχει πίστωσις. 18) Ὁ Ἀθ. Ματάλας ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων καὶ περὶ κοινοτήτων. 19) Οἱ κάτοικοι Ἀραχώβης ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν. 20) Οἱ βουλευταὶ Κερκύρας κ. κ. Ἀ. Σκιαδαρέσης καὶ Κ. Κατηφόρης ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας τοῦ δήμου Ταφίων μετὰ τῆς Λευκάδος καὶ κατασκευῆς προκυμαίας καὶ τοποθετήσεως φανοῦ ἐν τῷ λιμένι Βαθέος. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Συζήτησις περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὑπὸ συζήτησιν εἶναι σήμερον κατὰ σειρὰν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἔχον οὕτως: «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὑτοῦ, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται πάντοτε διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Ἐν περιπτώσει δ’ ἐπειγούσῃ δύναται καὶ προσωρινῶς νὰ ὁρισθῇ δικαστικῶς μετ’ ἀκρόασιν ἢ πρόσκλησιν τοῦ δικαιούχου. Πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ὁριστικῆς ἢ προσωρινῶς ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως διατηροῦνται ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως». Ὁ κ. Γεωργιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§13Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταὶ ὑπέβαλον τροπολογίαν εἰς τὸ 17 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι τὴν προσθήκην εἰδικοῦ νόμου, ὅστις, ῥυθμίζων τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν γαιῶν, θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἵδρυσιν μικροϊδιοκτησιῶν διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν ἐπιμόρτων γεωργῶν, καὶ ὑπέβαλον τὴν πρότασιν ταύτην, καθόσον φρονοῦσιν ὅτι, ὅπως ἔχουσι τὰ γεωργικὰ πράγματα τῆς Θεσσαλίας σήμερον, ἐπιβάλλεται ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, καὶ ἠθέλησαν, ὅπως διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης ἄρωσι τὸ συνταγματικὸν κώλυμα, τὸ ὁποῖον θὰ παράσχῃ ἐμπόδια εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς λύσεως αὐτοῦ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀνέγραψε μὲν ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Συντάγματος τὸν γενικὸν κανόνα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις τῶν κτημάτων διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, δὲν ἐνόμισεν ὅμως ἀναγκαῖον νὰ ἀναγράψῃ καὶ τὸν εἰδικὸν νόμον, φρονοῦσα ὅτι ὁ προσδιορισμὸς τῆς ἀνάγκης τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων ἐκείνων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλά, ἀφοῦ ἐν τῷ Συντάγματι εἶναι ἀναγεγραμμέναι οὐ μόνον συντακτικαί, ἀλλὰ καὶ νομοθετικαὶ διατάξεις, ἀφοῦ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ θὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ νομοθετικὰς διατάξεις, ὅπως περιβάλῃ αὐτὰς μὲ τὸ κῦρος καὶ τὴν νομιμότητα τῶν συντακτικῶν διατάξεων, τὸ κυριώτερον δὲ προσὸν τῶν συντακτικῶν διατάξεων εἶναι ἡ σαφήνεια, θεωρῶ ὅτι πᾶν, τὸ ὁποῖον συντείνει εἰς τὴν σαφήνειαν ταύτην, ἔχει θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι, καί, ἀφοῦ ὁ εἰδικὸς νόμος συντελεῖ εἰς τὴν ἐπεξήγησιν τοῦ κεφαλαιώδους ὅρου, συντελεῖ εἰς τὸ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν εὐρύτητα καὶ τὸ πλάτος τῆς ἐννοίας τῆς δημοσίας ἀνάγκης καὶ νὰ συμπεριλάβῃ εἰς αὐτὸν καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς διὰ δημοσίαν ἀνάγκην ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων, πῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ Συντάγματος καὶ ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος χρησιμεύει εἰς τὴν ἐπεξήγησιν τοῦ γενικοῦ κανόνος, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἡ ἐπιτροπή; Ἐὰν ἡ ἐπιτροπή, πρὶν ἢ ἐκθέσῃ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς, ἤθελε νὰ λάβῃ εὐκρινῆ καὶ σαφῆ γνῶσιν τῆς καταστάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ γεωργοὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, βεβαίως θὰ συνεταυτίζετο μὲ τὴν γνώμην τῶν Βουλευτῶν Θεσσαλῶν· βεβαίως θὰ ἀνεγνώριζεν ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ, καὶ θὰ ἀνέγραφε τὸν νόμον ἐν τῷ Συντάγματι, ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἴρουσα τὸ συνταγματικὸν ἐμπόδιον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κατευνάζουσα τὸν ἐρεθισμόν, ὁ ὁποῖος κατέχει κατὰ πάντα τὸν πληθυσμὸν τῆς Θεσσαλίας, ὅτε οὗτος ἔβλεπεν ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔλαβε μέτρα προπαρασκευαστικὰ διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Εὐτυχῶς ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι κυρία καὶ ἀνέκκλητος. Τὴν κυρίαν καὶ τὴν ἀνέκκλητον γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχετε ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, καὶ θεωρῶ ἀναγκαῖον, ὅπως σχηματίσητε γνώμην ἀσφαλῆ, γνώμην ὀρθὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ ποιήσωμαι ἀνάλυσίν τινα βραχεῖαν τῆς ἐξελίξεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἀπὸ τὸν χρόνον τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα μέχρι σήμερον. Ἡ προσάρτησις τῆς Θεσσαλίας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἐχορήγησε τὴν πολιτικὴν ἐλευθερίαν εἰς τὸν ἐπίμορτον γεωργόν, κατέστησεν αὐτὸν ἐλεύθερον συνταγματικὸν πολίτην, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀπήλλαξε καὶ ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνικὴν ὑποδούλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν κρατεῖ ἡ ἐπίμορτος κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ καὶ μέχρι σήμερον. Ἔμεινεν ἀκοίμητος ὁ διακαὴς πόθος εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ τοῦ νὰ ἴδῃ ποτὲ ἀνατέλλουσαν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ δυνηθῇ καὶ αὐτὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἀγρός, τὸν ὁποῖον καλλιεργεῖ, εἶναι ἰδικός του, ὅτι ὁ οἶκος, εἰς τὸν ὁποῖον κατοικεῖ μετὰ τῆς οἰκογενείας του, εἶναι ἰδικός του, καὶ ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν ἐκδιώξῃ ἀπ’ αὐτοῦ, καὶ εἰς τὸν πόθον τοῦτον ὀφείλεται ἡ γένεσις τοῦ ζητήματος. Δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν δημοκοπίαν τῶν πολιτευομένων Θεσσαλῶν, ὅπως ἐπανέλαβον καὶ ἐπαναλαμβάνουσιν ἑκάστοτε οἱ τσιφλικιοῦχοι. Οἱ πολιτευόμενοι Θεσσαλοί, συμπολῖται τῶν ἐπιμόρτων γεωργῶν, δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ συμμερισθῶσι τοὺς πόθους αὐτῶν, δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ τρέξωσι πάραυτα εἰς ἀρωγὴν εἰς τὸν ἀγῶνα περὶ ἀπελευθερώσεως, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβον αὐτοί. Ἀλλ’ οὔτε εἰς τὴν ἁρπακτικὴν διάθεσιν τῶν γεωργῶν τῆς Θεσσαλίας, ὅπως ἐνασμενίζονται γράφοντες οἱ τσιφλικιοῦχοι, ὀφείλεται τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα. Οἱ Θεσσαλοὶ γεωργοὶ ἐννοοῦσι κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι παρῆλθεν ἡ ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν κατεκτᾶτο καὶ ἡρπάζετο ἡ περιουσία· παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη. Σήμερον δὲν κατακτᾶται, ἀλλ’ ἀποκτᾶται ἡ περιουσία· δὲν ἁρπάζεται, ἀλλ’ ἀγοράζεται, καὶ ἐννοοῦσι κάλλιστα ὅτι, ὅπως ἀποκτήσωσι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἡ Τουρκικὴ κατάκτησις ἥρπασεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν προγόνων των, ὅπως ἀποκτήσωσι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ὁ διαβόητος τῆς Ἠπείρου τύραννος ἥρπασεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν πάππων των καὶ τῶν πατέρων των, ἐννοοῦσι κάλλιστα ὅτι ὀφείλουσι νὰ ἀγοράσωσι ταῦτα, καί, ἐφ’ ὅσον δὲν δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο διὰ τῶν ἰδίων αὑτῶν δυνάμεων, ἐπικαλοῦνται τὴν μεσολάβησιν τῆς Πολιτείας ἄνευ βεβαίως οὐδεμιᾶς ζημίας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ζητοῦσιν οἱ Θεσσαλοὶ γεωργοὶ νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὴν πατρίδα αὑτῶν, ὅτι ἔγινεν εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, ὅπου ὑπῆρχεν ἀγροτικὸν ζήτημα. Ζητοῦσι νὰ γίνωσιν ἰδιοκτῆται καὶ νὰ γίνωσι μίαν ἡμέραν ἐλεύθεροι συνταγματικοὶ πολῖται, νὰ κατοικῶσιν ἐπὶ ἐλευθέρου καὶ οὐχὶ ἐπὶ δούλου ἐδάφους. Τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος καὶ τὰς ὠφελείας, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσιν ἐξ αὐτῆς, τὴν ἠσθάνθησαν πάντες οἱ μέχρι τοῦδε κυβερνήσαντες τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς πᾶσαι αἱ ἀπόπειραι πρὸς λύσιν αὐτοῦ ἐναυάγησαν, διότι ζητήματα τοιαύτης σπουδαιότητος, ὅπως εἶναι τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, θὰ διέλθωσι πολλὰ στάδια ἀποτυχίας, ἕως ὅτου φθάσωσιν εἰς τὴν τελικὴν αὑτῶν λύσιν. Πρώτη ἀπόπειρα πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Χαριλάου Τρικούπη, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος ὁ ἐπιτρέπων εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγγυᾶται εἰς τὰς Τραπέζας διὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἤθελον χορηγήσει οὗτοι εἰς τοὺς ἐπιμόρτους γεωργοὺς πρὸς ἀγορὰν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα γεωργοῦσι. Δευτέρα ἀπόπειρα ἐγένετο ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Θεοδώρου Δηλιγιάννη. Ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος ἔφερε τῷ 1896 εἰς τὴν Βουλὴν πέντε νομοσχέδια γεωργικά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς σύστημα θεσσαλικῆς γεωργικῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ δυστυχῶς τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, πολεμηθέντα καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῶν τσιφλικιούχων ἐναυάγησαν, κατωρθώθη ὅμως νὰ σταλῇ διὰ Β. Διατάγματος ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰ πράγματα καὶ νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐξετάσεών της. Ἡ ἐπιτροπὴ συνεκροτήθη ἀπὸ ἕνδεκα Βουλευτάς, ἀπὸ τοὺς Νομάρχας Λαρίσης καὶ Τρικκάλων καὶ ἄλλα τινὰ πρόσωπα ἐκ Θεσσαλίας καταγόμενα, μετέβη εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ἐξήτασε περὶ τὰ 40 τσιφλίκια καὶ ἐπανῆλθε φέρουσα τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν αὐτῆς. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπισυνέβη τότε ὁ ἀτυχὴς πόλεμος, τὰ στρατεύματα ἡμῶν ἠναγκάσθησαν νὰ ὑποχωρήσωσιν ἀπέναντι τοῦ ὑπερδιπλασίου ἐχθροῦ τοῦ εἰσελάσαντος εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν, ἡ Θεσσαλία κατελήφθη ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν, ἐδῃώθη, ἐλεηλατήθη καὶ ἔμεινεν ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν αὐτῶν μέχρι τῆς εἰρήνης. Μετὰ τὴν ἀπόπειραν ταύτην τὰ γεωργικὰ πράγματα ἐν Θεσσαλίᾳ ἔμειναν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς ἣν καὶ πρότερον. Τῷ 1902 ἠγοράσθησαν τὰ Στεφανοβίκεια κτήματα ἀντὶ 80,000 λιρῶν, ὅπως διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς καλλιεργητάς, ἀλλ’ ἡ διανομὴ ἔγινε πολὺ βραδύτερον, τῷ 1907, ὅτε ἐκυβέρνα ὁ κ. Γ. Θεοτόκης. Εἰς τὴν διανομὴν συμμετέσχον ὄχι μόνον οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἐκ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας γεωργοὶ κατελθόντες πρόσφυγες εἰς τὴν πατρίδα μας. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐθεωρήθη ὡς ἡ ἀρχὴ τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, διότι διὰ τῆς διανομῆς τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων 33 τσιφλίκια ἐγένοντο αὐτοτελῆ, ἑπομένως οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας τότε ἐθεώρησαν τοῦτο ὡς ἀρχὴν λύσεως. Συλλαλητήρια ἐπὶ συλλαλητηρίων συνεκροτοῦντο τότε εἰς τὴν Θεσσαλίαν, πάντα ἔτεινον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον καὶ κατὰ τὸ 1910 μετέβη ἐπιτροπὴ εἰς Ἀθήνας, ὅπως ὑποβάλῃ εἰς τὴν τότε συνεδριάζουσαν νομοθετικὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὰ αἰτήματα τῶν ἀγροτῶν τῆς Θεσσαλίας καὶ παρακαλέσῃ αὐτήν, ὅπως προσπαθήσῃ μίαν ὥραν πρωτύτερα τὴν ἐπίλυσιν αὐτῶν. Ὑπεβλήθη τότε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ὑπογραφὲν ὑφ’ ὅλων τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο πολεμηθὲν ἐντὸς τῆς Βουλῆς δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπανῆλθεν ἄπρακτος εἰς Θεσσαλίαν, ἡ δυσαρέσκεια τῶν χωρικῶν ἐκορυφοῦτο ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ περισσότερον, νέα συλλαλητήρια συνεκροτήθησαν καὶ ἕνεκα τῶν αἰτιῶν τούτων συνέβη σύγκρουσις μεταξὺ τῶν διαδηλωτῶν καὶ τοῦ στρατοῦ. Ἡ σύγκρουσις ἀπέβη ὀδυνηρά, πολλοὶ δὲ τῶν διαδηλωτῶν συλληφθέντες ἐρρίφθησαν εἰς τὰς φυλακὰς Λαρίσης καὶ Καρδίτσης, ὁπόθεν τοὺς ἀπηλευθέρωσε μετὰ 4 μῆνας ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων τῆς Χαλκίδος καὶ Λαμίας, εἰς τὰ Κακουργιοδικεῖα τῶν ὁποίων παρεπέμφθησαν νὰ δικασθῶσιν ἐπὶ στάσει. Τὰ γεγονότα ταῦτα ἐξῆψαν τὴν ἐχθρότητα, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πάντοτε μεταξὺ ἀγροτῶν καὶ τσιφλικιούχων εἰς τὸ κατακόρυφον σημεῖον· αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο ἐξετραχύνθησαν ἐπικινδύνως καὶ εἰς τὴν ἐκτράχυνσιν ταύτην ὀφείλεται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γίνῃ τακτικὴ ἡ ἐπιτήρησις τῶν τσιφλικίων, ἡ δὲ ἐπίμορτος καλλιέργεια, ὑπὸ τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας λειτουργεῖ ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς πλῆρες ναυάγιον. Ἐπηρεαζομένη ἤδη ὑπὸ τῶν ἀνωμάλων αὐτῶν σχέσεων ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἐξακολουθεῖ καταπίπτουσα, καὶ τὸ γλίσχρον αὐτῆς εἰσόδημα οὔτε εἰς τὸν γεωργὸν ἐπαρκεῖ διὰ τὴν διατροφὴν τῆς οἰκογενείας του, ἀλλ’ οὔτε καὶ εἰς τὰς προσδοκίας καὶ τὰς ἐλπίδας τοῦ τσιφλικιούχου ἀνταποκρίνεται, καὶ ἤρχισαν ἤδη οὗτοι νὰ σκέπτωνται, ὅπως μεταβάλωσι τὰ χωρία αὐτῶν εἰς μεγάλους λειμῶνας, εἰς βοσκὰς ἐκτεταμένας, ἐκδιώκοντες ἀπὸ τὰ χωρία τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς· καὶ πολλοὶ τῶν τσιφλικιούχων ἐπραγματοποίησαν τὰς ἰδέας ταύτας. Ἐὰν δὲ αὐτοὺς μιμηθῶσιν, ὡς εἶναι ἑπόμενον, καὶ ἄλλοι, τότε θὰ ἴδωμεν ἐντὸς ὀλίγου τὸ σπαραξικάρδιον γεγονός, χιλιάδας ἀγροτικῶν οἰκογενειῶν ἐκδιωκομένας ἀπὸ τὰ χωρία των καὶ ἀναγκαζομένας νὰ ἐγκαταλίπωσι τὸ γενέθλιον ἔδαφος, ἵνα ζητήσωσιν ἀλλαχοῦ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκουσιν εἰς τὴν πατρίδα των, τὸν ἄρτον τῶν τέκνων των.
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μήπως θέλετε νὰ διακόψωμεν 5 λεπτὰ;
§15Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, διότι πνευστιῶ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§17Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ἀπέναντι τῆς ἀπειλουμένης ταύτης ἐρημώσεως τῆς Θεσσαλικῆς πεδιάδος δυνάμεθα νὰ μένωμεν μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας; Δὲν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται καὶ τὴν παροῦσαν κατάστασιν νὰ θεραπεύσῃ καὶ τὴν μέλλουσαν ζοφερωτέραν νὰ ἀποκρούσῃ; Ὁ διακανονισμὸς τῶν σχέσεων μεταξὺ ἀγροτῶν καὶ καλλιεργητῶν καὶ ἡ ἐπαναφορὰ αὐτῶν εἰς τὰς σχέσεις τὰς πρὸ τῆς προσαρτήσεως οὐδὲ τὴν ἐλαχίστην βελτίωσιν τῆς καταστάσεως δύναται νὰ φέρῃ. Διήνυσε σειρὰν ἐνιαυτῶν ἡ Θεσσαλικὴ πεδιὰς ὑπὸ τὰς σχέσεις ἐκείνας, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο ἡ οἰκτρὰ κατάστασις, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Δὲν εἶναι ἔργον τῆς στιγμῆς ἡ οἰκτρὰ αὐτὴ κατάστασις· εἶναι ἔργον σειρᾶς ἐτῶν, εἶναι ἔργον τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας. (Χειροκροτήματα). Δὲν ὠφελεῖ ὁ διακανονισμὸς τῶν σχέσεων· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὠφελεῖ, εἶναι ἡ κατάργησις τῶν σχέσεων αὐτῶν, εἶναι ἡ κατάργησις τῆς ἐπιμόρτου καλλιεργείας. Μόνον αὕτη δύναται νὰ ἀναγεννήσῃ τὴν θνῄσκουσαν βιομηχανίαν τῶν Θεσσαλῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ γεωργικοῦ συμφέροντος ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι λόγοι, λόγοι χριστιανικῆς ἀγάπης, λόγοι ἀνθρωπίνης ἀλληλεγγύης, οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. (Χειροκροτήματα). Καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο ὁ τσιφλικιοῦχος διατηρῶν διηνεκῆ ἐπίβλεψιν καὶ κηδεμονίαν ἐπὶ τοῦ ἐπιμόρτου καλλιεργητοῦ δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ αὐτὸν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν; Δὲν συντρίβει τὴν ἐλευθέραν δρᾶσιν; καὶ μὴ ἐπιτρέπων εἰς αὐτὸν μηδὲ ἑκτάριον γῆς νὰ ἔχῃ ἐν τῇ γενετείρᾳ αὐτοῦ, μηδὲ νὰ ἀνεγείρῃ μικρὸν οἰκίσκον, διὰ νὰ βάλῃ τὰ τέκνα του ἐκεῖ μέσα, ἀλλ’ ἀναγκάζεται νὰ ζῇ εἰς ἀνθυγιεινὰς καλύβας, συναγελαζόμενος μετὰ τῶν βοῶν καὶ τῶν χοίρων, δὲν ἔχει δοῦλον αὐτόν; Ἀλλ’ ἤδη μετὰ τὴν προσάρτησιν ὁ τσιφλικιοῦχος ἐρειδόμενος ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως τῶν Ἑλληνικῶν Δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα ἐκήρυξαν τὴν μορτὴν οἱονεὶ μίσθωσιν, δύναται ἐν πάσῃ στιγμῇ νὰ ἀποδιώξῃ τὸν γεωργὸν ἀπὸ τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς του καὶ ἀπὸ τὸν οἶκον, εἰς τὸν ὁποῖον κατοικεῖ. Καὶ παρὰ τὴν τοιαύτην κοινωνικὴν κατάστασιν παρομαρτεῖ καὶ ἡ οἰκονομικὴ αὐτοῦ ὑποδούλωσις. Ὁ ἀπαίσιος τοκογλύφος ἐλλοχῶν εἰς τὰ χωρία τῆς Θεσσαλίας συλλαμβάνει τὰ θύματά του, καὶ διὰ δανείου τοκογλυφικοῦ, ἂν δὲν ἀπορροφᾷ τὸ ὅλον, βεβαίως ὅμως ἀπορροφᾷ τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ γλίσχρου αὐτοῦ γεωργικοῦ εἰσοδήματος. Καὶ ἤλπιζον οἱ χωρικοί, ὅτε ἔβλεπον μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας μεταβαίνουσαν τὴν κυριότητα τῶν τσιφλικίων ἀπὸ τὰς Τουρκικὰς χεῖρας εἰς τὰς Χριστιανικάς, ἤλπιζον, ὅτι θὰ ἐπήρχετο ἀνακούφισις τῆς δυστυχίας αὐτῶν, ἀλλὰ ματαία καὶ φρούδη ἡ ἐλπὶς αὐτῶν! Ἡ κατάστασις αὕτη ὄχι μόνον δὲν ἐβελτιώθη, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἐχειροτέρευσε. Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ βλέπωμεν ἀναισθήτως τὴν κατάστασιν ταύτην ἐν τῇ Θεσσαλικῇ πεδιάδι; Δυνάμεθα νὰ ἀνεχώμεθα, ὅπως μόνη ἡ πατρὶς ἡμῶν μεταξὺ ὅλων τῶν χωρῶν τῆς γῆς κηλιδῶται καὶ ῥυπαίνηται ἀπὸ τὸ στίγμα τῆς δουλοπαροικίας τοῦ Μεσαίωνος; Καὶ δὲν θὰ μιμηθῶμεν ἡμεῖς τοὺς πατέρας ἡμῶν, οἵτινες μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἀγῶνος πρῶτον μέλημα εἶχον νὰ ἀναβιβάσωσι τὸν γεωργὸν εἰς ἰδιοκτήτην, διότι ἤθελον ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἀνυψώσωσι τὴν καταπεπτωκυῖαν γεωργίαν ἕνεκα τῶν καταστροφῶν τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι ἐφρόνουν, ὅτι εἰς χώραν, ἡ ὁποία δὲν συνετέλεσεν ἀκόμη τὴν ἐθνικὴν αὑτῆς ἀποκατάστασιν, ὅτι εἰς χώραν, ἡ ὁποία φέρει τὸ εὐκλεὲς ὄνομα τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδος, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἶναι δουλοπάροικοι, διότι ἐφρόνουν ὅτι ὀφείλουσι νὰ βιῶσιν ἐλεύθεροι καὶ νὰ καλλιεργῶσι τὴν γῆν ἐν εἰρήνῃ, κινδυνευούσης δὲ τῆς πατρίδος νὰ τρέχωσιν εἰς ὑποστήριξιν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς διὰ τῶν ἰσχυρῶν αὐτῶν βραχιόνων; Καὶ ταῦτα τελοῦντες οἱ πατέρες ἡμῶν ἐψήφισαν νόμους τῷ 1853 περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, περὶ παραχωρήσεως γαιῶν καὶ φυτειῶν, περὶ παροχῆς ἐθνικῶν κτημάτων, περὶ καταναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως πασῶν τῶν γαιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐθεώρουν καταλλήλους, ὅπως προοδεύσωσιν οἱ γεωργικοὶ συνοικισμοί, εἰς τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον μέρος ὄχι μόνον οἱ ἰθαγενεῖς ἀγρόται, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκ τῆς ἀλυτρώτου Ἑλλάδος παρευρισκόμενοι τότε ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ πατρίδι. Δυνάμεθα λοιπὸν κατόπιν τούτων νὰ ἐνδοιάζωμεν ἀκόμη, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐκείνου, ἐξ ἧς οὐδεὶς οὐδὲν θὰ ζημιωθῇ, ἀλλ’ ἀπεναντίας θέλει γίνει πρόξενος πολλῶν ὠφελειῶν εἰς τὴν πατρίδα ἡμῶν; Ὁ ἐργάτης ἀναβιβαζόμενος εἰς ἰδιοκτήτην καὶ θερμαινόμενος ἀπὸ τὴν ζωογόνον πνοὴν τῆς ἰδιοκτησίας θὰ γίνῃ φιλοπονώτατος καὶ φιλεργότατος καλλιεργητὴς τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον θέλει ἀνήκει πλέον εἰς αὐτόν, καὶ ἐφ’ ὅσον προάγεται ἡ βελτίωσίς του, ἡ οἰκονομική του ἀποκατάστασις, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἡ πεδιὰς τῆς Θεσσαλίας θὰ ἀποβάλλῃ τὴν εἰδεχθῆ ὄψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον, τὰς ἀνθυγιεινὰς καλύβας θὰ ἀντικαταστήσωσιν εὐπρεπεῖς οἰκίαι περιβαλλόμεναι ὑπὸ κήπους ἀνθοῦντας, καὶ ἐκεῖ, ὅπου ἀκούονται σήμερον οἱ στεναγμοὶ τῆς πείνης καὶ τῆς ἀπογνώσεως, ἐκεῖ θὰ βασιλεύῃ ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐχαρίστησις, τὴν ὁποίαν θὰ αἰσθάνωνται ἀπὸ τὴν προϊοῦσαν αὐτῶν οἰκονομικὴν εὐημερίαν καὶ τὸ γλυκύτατον συναίσθημα τῆς πλήρους αὑτῶν ἀποκαταστάσεως. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἡ ἀποκατάστασις αὕτη δὲν θὰ στοιχίσῃ ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὅπως γράφουσιν εἰς τὰ ὑπομνήματα αὐτῶν οἱ τσιφλικικοῦχοι· τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων, θὰ τὰ εὕρωμεν διὰ χρεολυτικοῦ δανείου, διὰ δανείου τοιούτου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ σπεύσωσιν ὅλα τὰ νεκρὰ κεφάλαια νὰ λάβωσι μέρος, τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἄτοκα εἰς τὰ χρηματοκιβώτια τῶν Τραπεζῶν, διότι ἀσφαλεστέρα τοποθέτησις χρημάτων ἀπὸ τὸ χρεολυτικὸν αὐτὸ δάνειον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὠφεληθῶσι περισσότερον ὅλων, εἶναι οἱ ἀμείλικτοι ἐχθροὶ τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, εἶναι οἱ τσιφλικιοῦχοι. Αὐτοὶ ἀπέναντι τῶν ἀγρῶν, τοὺς ὁποίους θὰ ἐκχωρήσωσι, θὰ λάβωσιν ὅλην τὴν ἀξίαν τῆς ὑπερόγκου τιμῆς, τὴν ὁποίαν ἔχουσι σήμερον τὰ κτήματά των, καὶ λέγω ὑπερόγκου, διότι ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν ἔχουσι σήμερον τὰ τσιφλίκια, δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὰ εἰσοδήματα, ὑποστηρίζεται καὶ ἀπὸ τὰ δέκα λεπτὰ φόρον, τὰ ὁποῖα πληρώνει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῶν τσιφλικιούχων, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ σφίξῃ ἡ πενία, καὶ τότε θὰ ζητήσῃ ὁ λαὸς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου αὐτοῦ καὶ θὰ εἴπῃ εἰς τοὺς κυβερνήτας· ἂν ἔχητε ἀνάγκην χρημάτων, ζητήσατε αὐτὰ ἀπὸ ἐκεῖ, ὅθεν δύνασθε νὰ τὰ λάβητε· μὴ φορολογεῖτε τὸν ἄρτον, τὴν μόνην τροφὴν τοῦ πενομένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἤλπιζον, Κύριοι, οἱ τσιφλικιοῦχοι ὅτι ἐκεῖνοι θὰ ἦσαν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐλάμβανον τὴν πρωτοβουλίαν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου γράφουσιν ὑπομνήματα καὶ ἐξευρίσκουσιν ἐπιχειρήματα ἐπὶ ἐπιχειρημάτων, διὰ νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι οἱ γεωργοὶ θὰ ὑποφέρωσιν ἐντεῦθεν, ὅτι θὰ χειροτερεύσῃ ἡ κατάστασις αὐτῶν. Ἀλλὰ δύνανται αὐτοὶ νὰ φρονῶσιν ὅ,τι θέλουσιν· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθές, εἶναι ὅτι ἡ σιδηρᾶ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπιβάλλει τὴν ταχεῖαν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ βεβαίως ὑπερπηδῶσα αὕτη ὅλα τὰ ἐμπόδια θὰ φθάσῃ τέλος πάντων εἰς τὸ πέρας, καὶ θὰ κρατύνῃ καὶ θὰ στερεώσῃ τὴν γεωργικὴν βιομηχανίαν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα φέρουσιν οἱ τσιφλικιοῦχοι ἐναντίον τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, καθόσον δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τῆς λύσεως αὐτοῦ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, τότε οἱ ἴδιοι τσιφλικιοῦχοι θὰ πεισθῶσιν, ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν, εἶναι ἐπιχειρήματα σαθρὰ καὶ ἕωλα καὶ ἀνυπόστατα· σήμερον πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἄρσεως τοῦ συνταγματικοῦ ἐμποδίου διὰ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων, καὶ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, κύριοι Βουλευταί, προσκαλεῖσθε νὰ δώσητε τὴν ἐτυμηγορίαν σας. Τὴν ἐτυμηγορίαν ὑμῶν τὴν περιμένουσιν ἐν Θεσσαλίᾳ χιλιάδες γεωργικῶν οἰκογενειῶν μετ’ ἀγωνίας καὶ παλμῶν καρδίας· μετ’ ἀγωνίας, διότι ἐκ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἡ παράτασις τῆς ἀγωνίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται ἢ ἡ ἀνατολὴ αἰσιωτέρου μέλλοντος. Ψηφίσατε τὴν τροποποίησιν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, καὶ συντελέσατε, ὅπως ἀπαλλαγῇ μίαν ὥραν ταχύτερον ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς ἀπὸ τὴν τυραννίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Ψηφίσατε τὴν τροποποίησιν καὶ συντελέσατε εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς γεωργίας ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ. Χιλιάδες ἐργατῶν παρακολουθοῦσι μετ’ εὐγνωμοσύνης τὰ διαβήματά σας, ὅπου δὲ καὶ ἂν εἶσθε, ἡ ἀνάμνησις τῆς εὐεργετικῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν θὰ φέρητε τὴν στιγμὴν ταύτην, θὰ φαιδρύνῃ διὰ παντὸς τὸν μέλλοντα βίον σας. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§18ΝΙΚ. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀφοῦ ἅπαξ συνεκλήθη τὸ συνέδριον τοῦτο καὶ ἐπιλαμβανόμεθα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος, δραττόμενοι τῆς εὐκαιρίας πρέπει νὰ προβῶμεν μετὰ προσοχῆς εἰς τὴν διάπλασιν καὶ συμπλήρωσιν αὐτοῦ καθ’ ἃς ἐλλείψεις μᾶς ὑπέδειξεν ἡ ἐπὶ πεντήκοντα περίπου ἔτη ἐφαρμογὴ αὐτοῦ καὶ ἡ πρόοδος τῶν κοινωνιῶν ἐπαρουσίασε. Προϊούσης τῆς κοινωνίας νέαι ἀνάγκαι καὶ νέα συμφέροντα αὐτῆς ἀνεφάνησαν, ἅτινα πρὸ πεντήκοντα ἐτῶν δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ τις. Κατὰ τὰ τελευταῖα δ’ ἔτη ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς κοινωνίας ἀνεφάνησαν πλεῖστα κοινωνικὰ ζητήματα, ἅπερ καταδεικνύουσιν, ὅτι ἡ κοινωνία αἰσθάνεται τὸ ἔδαφός της κλονιζόμενον καὶ ἀπαιτεῖ τὴν θέσπισιν καὶ διαρρύθμισιν ἀρχῶν, κατὰ τὰς κρατούσας σήμερον κοινωνικὰς ἰδέας, δυναμένων νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα καὶ προαγάγωσι ταῦτα. Ἐν τῇ πράξει κατεδείχθη τὸ ἐλλιπὲς τοῦ 17 ἄρθρου ἕνεκα τῶν ἑκάστοτε παρουσιαζομένων ἀμφιβολιῶν περὶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ καὶ τῶν δυσχερειῶν περὶ τὴν ἐφαρμογήν, καὶ προυβλήθη ἡ συμπλήρωσις αὐτοῦ ἐπὶ τὸ κανονικώτερον κατὰ τὸν ὅρον ἰδιοκτησία, τὸν ὅρον δημοσία ἀνάγκη καὶ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως διὰ τὴν στέρησιν τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ περὶ αὐτῶν ἡ συζήτησις γενήσεται καὶ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τῆς ὑποβληθείσης ὑπὸ ὁμάδος Βουλευτῶν Θεσσαλῶν διὰ τὴν σαφεστέραν διατύπωσιν καὶ βεβαίωσιν τῆς περιπτώσεως τῆς δημοσίας ἀνάγκης καὶ ὠφελείας τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τσιφλικίων πρὸς δημιουργίαν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν. Ἐξαιρετικὴν σπουδαιότητα ἐνέχει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν θεμάτων τῆς διατάξεως τοῦ 17ου ἄρθρου, διότι πρόκειται περὶ διατάξεως ἐξασφαλιζούσης τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ δὲν ὑπάρχει ὁ ἀγνοῶν, Κύριοι, τὸ κοινωνικὸν συμφέρον τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας τῆς συμφυοῦς τῇ προσωπικῇ ἐλευθερίᾳ τοῦ ἀτόμου καὶ τῆς ὑπὸ τῆς Πολιτείας προστασίας αὐτῆς, τῆς ἀποτελούσης τὸ ἔρεισμα παντὸς πολιτισμοῦ καὶ πάσης ὑλικῆς καὶ πνευματικῆς προόδου τῶν κοινωνιῶν. Καὶ ἐνῷ ἡ ἀνάγκη καὶ τὸ συμφέρον τῶν κοινωνιῶν ἐπιβάλλουσι τὴν ἀναγνώρισιν καὶ προστασίαν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, ἐπίσης οἱ αὐτοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσι τὴν ἐντὸς ὁρίων ἔκτασιν τοῦ δικαιώματος τούτου, τὸ δὲ ὅριον τοῦτο εἶναι τὸ γενικὸν συμφέρον, πρὸ τοῦ ὁποίου τὸ ἀτομικὸν δέον νὰ ὑποχωρήσῃ. Τὰ Συντάγματα καθιερώσαντα τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀποξενώσωσι τὴν κοινωνίαν πάσης προόδου οὐδὲ ἠθέλησαν νὰ θέσωσιν ὡς ἐμπόδιον τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἰδιοκτησίας εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν κοινωνιῶν, καθόσον τὸ κοινωνικὸν συμφέρον εἶναι τὸ μέτρον τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος. Τὸν περιορισμὸν τοῦτον τῆς ἰδιοκτησίας, καθιεροῦντα καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὡς ἀναγκαῖον ὅρον πρὸς ὕπαρξιν καὶ πρόοδον τῶν κοινωνιῶν καὶ ἀπὸ αἰώνων ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης παραδεδεγμένον, ἀνήγαγον τελευταῖον ἅπασαι αἱ πεπολιτισμέναι κοινωνίαι εἰς κανόνα. Κοινωνικὴ ἀνάγκη καὶ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἀτόμου ἐνδείκνυται παρ’ ἡμῖν εἰς τὴν διαρρύθμισιν τῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ, ἧς ἡ νοσηρὰ κατάστασις ἐγέννησεν ἀνωμαλίας ἐπικινδύνους. Ἀπὸ τῆς καλύβης τοῦ Θεσσαλοῦ ἀγρότου ἄπελπις διαμαρτυρία ἐκπέμπεται κατὰ τοῦ κρατοῦντος συστήματος τῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας, ἱκανὴ νὰ ἐπισπάσηται τὴν προσοχὴν καὶ μέριμναν τοῦ συνεδρίου τούτου· διαμαρτυρία ἀφορῶσα εἴς τε τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν πολιτικὴν τῆς χώρας ἡμῶν. Ἀναμφίβολον τυγχάνει, ὅτι ἔγγειος ἰδιοκτησία ἐν Ἑλλάδι καὶ δὴ ἐν Θεσσαλίᾳ εὑρίσκεται ἐν οἰκτρᾷ καταστάσει, ἐν τοῖς πλείστοις δὲ φέρει φεουδαλικὸν χαρακτῆρα, τῆς γῆς συγκεντρωθείσης εἰς χεῖρας ὀλίγων· τούτου ἕνεκα δὲν παράγει ὅσον ἔδει ἡ Θεσσαλικὴ γῆ, ἥτις ἔπρεπε νὰ ᾖ ὁ σιτοβολὼν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐξιστορῶν τὴν καταγωγὴν τῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ· ἀλλ’ ἕν θὰ εἴπω, ὅπερ τυγχάνει καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι αὕτη ἀνῆκεν ἄλλοτε εἰς τοὺς προγόνους τῶν σήμερον καλλιεργητῶν καὶ βίᾳ ἀφηρέθη καὶ δυνάμει τοῦ δικαίου τοῦ ἰσχυροτέρου διεμορφώθη εἰς μεγάλην ἰδιοκτησίαν. Λέγων ταῦτα δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἐλαττωματικὸν τοῦ δικαιώματος τῶν προκατόχων τῶν σήμερον ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ ν’ ἀποδείξω ὑφιστάμενον ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν λεληθότως τὸ τελευταῖον ἐκραγὲν κοινωνικὸν ζήτημα. Ἤλπιζεν ὁ Θεσσαλὸς γεωργὸς ἅμα τῇ ἑνώσει τῆς Θεσσαλίας μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος ν’ ἀποκτήσῃ πλήρη τὴν ἐλευθερίαν του, ἀλλ’ ἀτυχῶς αἱ ἐλπίδες του διεψεύσθησαν, ἡ θέσις του ἐγένετο χείρων, ἐπῆλθεν ἡ τελεία ὑποδούλωσίς του, ἀπολέσαντος καὶ τὰ τελευταῖα περισωθέντα δίκαιά του ἐκ πεπλανημένης πολιτικῆς, ἧς τὰ ἄτοπα ὑφιστάμεθα σήμερον. Ἄς ἴδωμεν ἤδη ποῖα τ’ ἀγαθὰ τῆς δημιουργηθείσης μεγάλης ἰδιοκτησίας. Ἡ μεγάλη ἰδιοκτησία οὐδεμίαν τῶν ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης τῆς Οἰκονομίας παραδεδεγμένων ἀρετῶν ἐπαρουσίασεν, ἀλλὰ διὰ τῶν παρομαρτούντων αὐτῇ ἐλαττωμάτων ὑπῆρξε τὸ πρόσκομμα πάσης προαγωγῆς καὶ βελτιώσεως τῆς γεωργίας καὶ περιορίζουσα τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας ὑπῆρξεν ἡ γενεσιουργὸς αἰτία σπουδαίων καὶ πολιτειακῶς ἐπικινδύνων κοινωνικῶν ζητημάτων. Ἐνῷ τὸ σύστημα τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως εἰς ἰδιοκτήτας τῶν γεωργῶν ἐκπληροῦν πάντας τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας τῆς καλλιεργείας τῆς γῆς ἐν Ἑλλάδι, συνᾷδον πρὸς τὰς κρατούσας κοινωνικὰς ἰδέας καὶ πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος καὶ ἐπιτυγχάνον τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς γῆς ἐνδείκνυται ὡς τὸ μόνον συντελεστικὸν εἰς τὴν πρόοδον καὶ ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας, εὑρισκομένης ἀληθῶς ἐν ἀρχεγόνῳ καταστάσει, πάντες οἱ ἀσχοληθέντες ἀμερολήπτως εἰς τὴν μελέτην τῆς παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς δημιουργίας μικρῶν ἰδιοκτησιῶν καὶ τῆς καταδίκης τοῦ κρατοῦντος συστήματος τῆς καλλιεργείας δι’ ἀγροληψίας ὡς ἀτελοῦς εἰς τὴν παραγωγήν, ἀποκλείοντος τὴν ἐντατικὴν καλλιέργειαν καὶ ὑποδουλοῦντος τὸ ἄτομον. Ἐπίσης δὲ καὶ πᾶσα εὖ φρονοῦσα ἐπαγγελματικὴ τάξις ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ μὴ ἐλαυνομένη ὑπὸ τῶν πολιτικῶν παθῶν καὶ τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος ἐν τῇ λύσει ταύτῃ εὑρίσκουσι τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γεωργίας καὶ τὴν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας τοῦ τόπου ἔξοδον. Οὐδένα λοιπὸν λανθάνει, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι κατ’ ἐξοχὴν κοινωνικὸν καὶ ὑψίστου γενικοῦ συμφέροντος, ὡς ἀφορῶντος εἰς τὴν ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ τὴν εὐγενῆ καὶ ἐκπολιτιστικὴν ἀρχὴν τῆς χειραφετήσεως χιλιάδων ἀγροτῶν διατελούντων ἐν καταστάσει δουλοπαροικίας. Ἡ δὲ διὰ παραχωρήσεως τοῖς γεωργοῖς μέρους γῆς λύσις αὐτοῦ ἐπιτακτικὴν προβάλλει τὴν ἀνάγκην, ἵνα ἐπέλθῃ καὶ ἡ ἀπὸ πολλοῦ κλονισθεῖσα ἁρμονία μεταξὺ τῶν συντελεστῶν τῆς ἐγγείου παραγωγῆς τῆς ὁσημέραι καταπιπτούσης. Τῆς λύσεως δὲ θᾶττον ἢ βράδιον ἐπιληφθήσεται τὸ Κράτος ἐπεμβαῖνον ἐν τῇ ἰδιοκτησίᾳ τῆς γῆς. Πρὸς τοῦτο ἐν ὀνόματι τοῦ γενικοῦ συμφέροντος θ’ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῶν κυρίων τῆς γῆς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ εὑρισκόμενον πρὸ δυσχερειῶν θ’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἐφαρμοσθεῖσαν ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ καὶ εἰς ἄλλα πεπολιτισμένα καὶ εὐνομούμενα Κράτη, ὡς π. χ. ἐν Ἀγγλίᾳ, Ῥωμουνίᾳ, Πρωσσίᾳ καὶ Βαυαρίᾳ.
§19Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶναι ὄνειδος, διότι δὲν τὸ ἐκάμαμεν ἀκόμη!
§20Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἡ καθιερώσασα τὸ ἀπαραβίαστον τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως διάταξις τοῦ 17ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐπιτρέπει κατὰ τὴν ἄρχουσαν γνώμην τὴν ἐπιζητουμένην ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν γαιῶν πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν γεωργῶν, βεβαιουμένης τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας. Ἀλλ’ ἀφ’ οὗ χρόνου ἤρξατο συζητούμενον τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα προυβλήθη πολλάκις ἀμφιβολία περὶ ὑπάρξεως ἢ μή συνταγματικοῦ κωλύματος· ἀμφιβολία μεγάλης σημασίας, ὡς ἱκανὴ νὰ δειλιάσῃ καὶ φυγαδεύσῃ τ’ ἀναγκαῖα διὰ τὴν λύσιν χρηματικὰ κεφάλαια· βέβαιον δὲ τυγχάνει, ὅτι τὸ κεφάλαιον εἶναι τὸ δειλότατον πάντων τῶν κοινωνικῶν στοιχείων. Τούτου ἕνεκα τὸ μὲν πρὸς ἄρσιν τυχὸν ἀμφιβολίας περὶ ὑπάρξεως συνταγματικοῦ κωλύματος καὶ πρὸς ἐμπέδωσιν πίστεως περὶ τοῦ ἐπιτρεπτοῦ, τὸ δὲ χάριν τῆς βεβαιώσεως τῆς ὑπάρξεως δημοσίας ἀνάγκης καὶ τῆς ἐγγυήσεως τῆς παρεχομένης διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι, ἀναγκαίας προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος συνδεομένου μὲ τὴν κοινωνικὴν καὶ οἰκονομικὴν πρόοδον τῆς χώρας, ἔκρινεν ὁμὰς Βουλευτῶν ἀναγκαῖον καὶ σκόπιμον, ὅπως σαφέστερον ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρῳ 17ῳ διατυπωθῇ καὶ βεβαιωθῇ ἡ περίπτωσις τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας τῆς ἀπαλλοτριώσεως τσιφλικίων πρὸς δημιουργίαν μικρῶν ἰδιοκτησιῶν καὶ ὑπέβαλε τὴν σχετικὴν τροπολογίαν. Ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε ταύτην, ὡς μὴ ἔχουσαν θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι, ἐν τῷ ὁποίῳ μόνον γενικοὶ κανόνες ἀναγράφονται, ἀρκεσθεῖσα εἰς τὴν γνώμην ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἤθελε κρίνει τὴν πλήρωσιν αὐτοῦ ὡς ἔργου δημοσίας ἀνάγκης. Ἡ γνώμη δ’ αὕτη μεθ’ ὅλον τὸ κῦρος τῆς ἐπιστημονικῆς ὑπεροχῆς τῶν ἐξενεγκόντων ταύτην μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν πληροῖ τὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἀποδειχθεῖσαν ἀνάγκην τῆς σαφέστερον καὶ εἰδικῶς διατυπώσεως τῆς περιπτώσεως, ἣν ἀφορᾷ ἡ τροπολογία ἡμῶν, οὐδὲ εἶναι ἱκανὴ ν’ ἄρῃ τὰς ἑκάστοτε παρουσιασθείσας ἀμφιβολίας περὶ ὑπάρξεως ἢ μὴ συνταγματικοῦ κωλύματος, ὡς προεξέθηκα. Οὐδὲ τὸ ὑποστηριζόμενον, ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι μόνον γενικοὶ κανόνες ἀναγράφονται, οὐχὶ καὶ εἰδικαὶ διατάξεις, εἶναι ἀποχρῶν λόγος τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς τροπολογίας, διότι χωρὶς νὰ ᾖ ἀνάγκη ν’ ἀνατρέξωμεν εἰς ξένα Συντάγματα καὶ μάλιστα εἰς τὸ τῆς Ῥωμουνίας, ἐν ᾧ ἡ αὐτὴ διάταξις τῆς ἀπαλλοτριώσεως γαιῶν ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ ἔχει ἀναγραφῆ, βλέπομεν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Συντάγματι διατάξεις ὡς τῶν ἄρθρων 5, 6, 14 καὶ 20, μὴ περιεχούσας κἂν κανόνα δικαίου οὐδὲ ἀναφερομένας εἰς τὴν σύνταξιν τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ μήπως καὶ οἱ συνάδελφοι ἡμῶν κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864 προκειμένου περὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν δὲν συνεζήτησαν καὶ δὲν ἔλαβον πρόνοιαν ἐγγράψαντες εἰδικὴν διάταξιν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 102ῳ; Πλὴν δὲ ὅλων τούτων, Κύριοι, τὸ ζήτημα, εἰς ὃ ἀφορᾷ ἡ τροπολογία, εἶναι, ὡς ἐξετέθη, ζήτημα ἐξόχως ἠθικὸν καὶ ἀνθρωπιστικὸν καὶ μεγάλης οἰκονομικῆς σημασίας. Πρόκειται ἡ Πολιτεία ν’ ἄρῃ τὴν πολιτικὴν ὑποδούλωσιν ἑνὸς λαοῦ, ν’ ἀποδώσῃ αὐτῷ τὴν ἐλευθερίαν καὶ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐκπολίτισιν αὐτοῦ. Ἐνέχει δὲ μεγάλην οἰκονομικὴν σημασίαν ὡς συντελοῦν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς παραγωγῆς, ἥτις ἔδει ν’ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τοῦ οἰκονομικοῦ προγράμματος τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὀρθοποδήσῃ οἰκονομικῶς τὸ Κράτος. Τὴν λύσιν δὲ τόσον σπουδαίου πολιτειακοῦ καὶ οἰκονομικοῦ ζητήματος ἡ ἐπιτροπὴ ἐπαφίησιν εἰς τὴν γνώμην τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ κρίνῃ, ἂν συντρέχουσιν ἢ ὄχι αἱ περιστάσεις τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἐνῷ αὕτη εἶναι ἔργον καὶ καθῆκον πρὸ παντὸς τοῦ συνεδρίου τούτου, διότι τοιαῦτα συνέδρια συνεκλήθησαν ἢ μετὰ ἐπανάστασίν τινα ἢ διὰ τὴν λύσιν μεγάλων κοινωνικῶν προβλημάτων, οἷον καὶ τὸ παρόν. Ποία ἀνωτέρα καὶ μᾶλλον ἐπιβεβλημένη ἀποστολὴ τοῦ συνεδρίου ἤθελεν εἶσθαι ἄλλη ἐκείνης τοῦ ν’ ἄρῃ τὰ προσκόμματα τῆς οἰκονομικῆς προόδου τῆς χώρας, νὰ ἑδραιώσῃ τὴν τάξιν, νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ὁμαλότητα ἐκεῖ, ὅπου ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐξέλιπε, καὶ ν’ ἀναστηλώσῃ τὸ φρόνημα τοῦ ἀνθρωπισμοῦ χιλιάδων ἀτόμων; Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐλπίζει καὶ προσδοκᾷ παρὰ τοῦ συνεδρίου τούτου νὰ ἴδῃ τεθειμένας τὰς βάσεις νέας πολιτικῆς. Ἔχει λοιπὸν καθῆκον τὸ συνέδριον νὰ δώσῃ μίαν κατεύθυνσιν εἰς τὸ ὑπὸ κρίσιν ζήτημα καὶ νὰ μὴ ἀναβάλῃ. Ἡ πολιτικὴ τῆς ἀναβολῆς εἶναι ἀντιγραφὴ τῆς πολιτικῆς τοῦ παρελθόντος, καθ’ ἣν ἀνεβάλλετο ἀπὸ Συνόδου εἰς Σύνοδον καὶ ἀπὸ Περιόδου εἰς Περίοδον τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις καὶ λύσις σπουδαιοτάτων καὶ ζωτικωτάτων ζητημάτων διὰ τὸν τόπον. Ἐπέστη δὲ ἡ στιγμὴ νὰ ληφθῇ μία ὁριστικὴ ἀπόφασις ἐπὶ τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Θεσσαλίαν καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν ζητήματος. Καὶ εἶναι ἀνάγκη ἐνδεδειγμένη δημοσία νὰ ἐπέλθῃ ἡ γαλήνη μεταξὺ τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐργασίας ἐν τῇ ἐγγείῳ παραγωγῇ τῆς Θεσσαλίας, νὰ ἐκλείψῃ ἡ δουλεία χιλιάδων ὀνόματι μόνον ἐλευθέρων πολιτῶν, τὸ στίγμα τοῦτο τοῦ πολιτισμοῦ ἐν τῷ 21ῳ αἰῶνι. Καὶ ἐὰν μὲν ὁ Θεσσαλὸς κολλήγας σὺν τῇ ἀποκτήσει σπιθαμῆς γῆς ἀποκτᾷ ἐκ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τὸ πολυτιμότερον τῶν ἀγαθῶν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἐλευθερίαν του, ὁ ἰδιοκτήτης ὁ ἀντιδρῶν σήμερον εἰς τὴν λύσιν πιστεύσατε ὅτι θέλει κερδίσει περισσότερον. Ὅ,τι ζητεῖ σήμερον ὁ Θεσσαλὸς συντελεῖ μὲν εἰς τὴν πλήρωσιν καὶ ἱκανοποίησιν τῶν ἀξιώσεών του, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἐθνικὸν δι’ οὓς λόγους προανέφερα καὶ διότι τὰ προϊόντα μιᾶς χώρας δὲν ἔχουσιν ὡρισμένην πατρίδα, ἀλλ’ ἀνήκουσιν ὡς αἱ κυριώτεραι πλουτοπαραγωγικαὶ πηγαὶ εἰς ὁλόκληρον τὸ Κράτος. Ὡς ἡ σταφὶς δὲν εἶναι Πελοποννησιακὸν ἢ Ἑπτανησιακὸν προϊόν, ἀλλ’ εἶναι Ἑλληνικόν, οὕτω καὶ ὁ σῖτος καὶ τὰ λοιπὰ προϊόντα τῆς χώρας μας. Καὶ ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ἂς ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, ἵνα μὴ νομισθῇ ὅτι ἐπιζητοῦμεν εὐεργετικόν τι μέτρον τοπικόν.
§21Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Δικαιοῦσθε νὰ ζητήσητε.
§22Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἡμεῖς διερμηνεύοντες τὴν γνώμην ἑνὸς λαοῦ εἴχομεν καθῆκον νὰ ἐκθέσωμεν ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου τὰ δίκαια αὐτοῦ τὰ ἐπὶ τριακονταετίαν παροραθέντα καὶ πολλάκις καταπατηθέντα ἐξ ἀγνοίας τῶν πραγμάτων καὶ κακῆς ἀντιλήψεως αὐτῶν καὶ καταδείξωμεν τὴν δημοσίαν ἀνάγκην καὶ τὸ γενικὸν συμφέρον εἰς τὴν λύσιν τοῦ γεωργικοῦ ζητήματος. Ἡ Πολιτεία ἂς πράξῃ ὅ,τι κρίνει ἁρμόζον εἰς τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνᾷδον πρὸς τὸ γενικὸν συμφέρον. Πέπεισμαι δὲ ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει δεχθῆ τὴν τροπολογίαν ἡμῶν θέτουσα τὰς βάσεις μιᾶς ἐκπολιτιστικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀρχῆς, μὴ παρορῶσα τὴν φωνὴν καὶ διαμαρτυρίαν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ ἀξίου μείζονος προσοχῆς καὶ καλλιτέρας τύχης, διότι οὔτε σκόπιμον οὔτε συνετὸν τυγχάνει ν’ ἀφήσωμεν νὰ ἐξαντληθῇ ἡ ὑπομονὴ ἑνὸς ἐργατικοῦ λαοῦ καταδυναστευομένου καὶ μὴ εὐτυχήσαντος εἰσέτι ν’ ἀπολαύσῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς ἐλευθερίας, καὶ σὺν τῇ καταδίκῃ αὐτοῦ νὰ καταδικάσωμεν ἕνα τῶν κυριωτέρων παραγόντων τῆς χώρας, τὴν γεωργίαν καὶ τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα καὶ συσκεφθεῖσα ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τῶν σιγαροποιῶν, καπνοπωλῶν καὶ καπνεμπόρων ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, ἡ ὁποία θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ, διὰ νὰ συζητηθῇ αὔριον.
§24Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὔριον θὰ γίνῃ συζήτησις;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§26Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη ἡ ἔκφρασις «δημοσία ἀνάγκη». Τῆς ἐκφράσεως ταύτης ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ σχεδίῳ της εἶχε προτείνει τὴν ἀντικατάστασιν διὰ τῆς ἑτέρας ἐκφράσεως «δημοσία ὠφέλεια». Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπέρριψε τὴν πρότασιν ταύτην, πρόκειται δὲ ἤδη ἡ Συνέλευσις νὰ εἴπῃ τίνα ἐκ τῶν δύο τούτων ὅρων προτιμᾷ. Ὅπως σχηματίσῃ τις περὶ τούτου ὀρθὴν γνώμην, πρέπει πρῶτον ἐπακριβῶς νὰ ὁρίσῃ τὴν ἔννοιαν ἀμφοτέρων τῶν ὅρων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της δέχεται, ὅτι δι’ ἀμφοτέρων τῶν ὅρων τούτων ἐκφράζεται ἡ αὐτὴ ἔννοια, ἀλλ’ ἡ ἐκδοχὴ αὕτη δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἄλλη εἶναι ἡ ἔννοια τῆς «ἀνάγκης» καὶ ἄλλη ἡ ἔννοια τῆς «ὠφελείας». Ὠφέλεια εἶναι πᾶσα προαγωγὴ τῆς ἀτομικῆς ἢ κοινωνικῆς ζωῆς, ἐνῷ ἀνάγκη εἶναι μὲν καὶ αὕτη ἢ δύναται νὰ εἶναι ἡ προαγωγὴ τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας, ἀλλ’ αὕτη ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς ἀναποδράστου βίας τῶν πραγμάτων. Ἀνάγκη εἶναι πᾶσα περίστασις, καθ’ ἣν δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως· ἑπομένως ἡ ἔννοια τῆς «ὠφελείας» εἶναι πολὺ εὐρυτέρα τῆς ἐννοίας τῆς «ἀνάγκης». Πᾶν ὅ,τι εἶναι ἀνάγκη εἶναι καὶ ὠφέλεια, ἐνῷ πᾶν ὅ,τι εἶναι ὠφέλεια δὲν εἶναι καὶ ἀνάγκη. Ἡ κατασκευὴ σιδηροδρομικῆς γραμμῆς π. χ. εἰς Καρπενίσιον εἶναι μὲν πρᾶξις χρήσιμος καὶ ὠφέλιμος, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀναγκαία, ἐνῷ ἡ πληρωμὴ τῆς πολεμικῆς ἀποζημιώσεως ὑφ’ ἡμῶν πρὸς τὴν Τουρκίαν κατὰ τὸ 1897 ἦτο πρᾶξις ὄχι χρήσιμος ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαία. Ἐπίσης ἡ Γαλλία εἰς τὰ 1871 ἐπλήρωνε κολοσσιαῖα ποσὰ εἰς τὸν νικητὴν ὑπὸ τῆς ἀναποδράστου βίας τῶν πραγμάτων πιεσθεῖσα. Ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν διαφορὰν ταύτην δὲν διστάζω νὰ ἀποδεχθῶ τὸν ὅρον «ὠφέλεια» Μάλιστα ἔπρεπεν ὁ ὅρος «ὠφέλεια» νὰ ὑπῆρχε πρὸ πολλοῦ ἐν τῷ ἰσχύοντι Συντάγματι. Συμφέρει δὲ σήμερον νὰ τεθῇ ὁ ὅρος «ὠφέλεια», διότι τούτου γινομένου ὅλα μὲν τὰ ἔργα τῆς ἀνάγκης, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐξετελοῦντο, θὰ ἐκτελῶνται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, θὰ ἐκτελῶνται ὅμως καὶ ὅλα τὰ ἔργα τῆς ὠφελείας, τὰ ὁποῖα κατὰ κυριολεξίαν δὲν ἐπετρέπετο μέχρι τοῦδε νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἐκτὸς τούτου θὰ παύσῃ ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσα ἀμφισβήτησις, ἂν ἔργον τι ἐπιβάλλεται ἢ μὴ ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, διότι ὁ ὅρος «ὠφέλεια» δὲν γεννᾷ τοιαύτας ἀμφισβητήσεις. Ἄλλως τε, ἀφοῦ σκοπὸς τῆς Πολιτείας εἶναι ἡ προαγωγὴ τῆς κοινωνικῆς εὐημερίας, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ τεθῇ ὁ ὅρος «ὠφέλεια» διότι ὁ ὅρος «ὠφέλεια» λόγῳ τῆς εὐρύτητος αὐτοῦ ἐκπληροῖ πλήρως τοὺς σκοποὺς τῆς Πολιτείας, ἀνταποκρίνεται τελείως πρὸς τὰς κοινωνικὰς ἠθικὰς ἰδέας, ἐνῷ ὁ ὅρος «ἀνάγκη» λόγῳ τῆς στενότητος αὐτοῦ δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τοὺς σκοποὺς τῆς Πολιτείας, δὲν δύναται νὰ καλύψῃ αὐτούς. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπησχόλησε καὶ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ οἰκείου ἄρθρου ἕν τῶν ἐξοχωτέρων μελῶν τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ὁ Διομήδης Κυριακός, εἶχε προτείνει τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «ἀνάγκη», ἥτις ὑπῆρχεν ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1844, ὅπερ παρέλαβε ταύτην ἐκ τῶν ἀρχαίων Γαλλικῶν Συνταγμάτων, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν τὴν ἔκφρασιν «δημοσία ἀνάγκη» τὸ μὲν ἕνεκα δυσπιστίας κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δὲ ἕνεκα πολιτικῆς ἀπειρίας· εἶχε προτείνει λέγω, τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «ἀνάγκη» διὰ τῆς λέξεως «ὠφέλεια». Ὁ αὐτὸς ἐπίσης Διομήδης Κυριακὸς ἀναφέρει, ὡς ἄλλως εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς Εὐρώπης μεταχειρίζονται τὸν ὅρον «ὠφέλεια» καὶ ὄχι τὸν ὅρον «ἀνάγκη». Ἀφοῦ δὲ ὅλα τὰ Συντάγματα τῶν μᾶλλον εὐνομουμένων Κρατῶν μεταχειρίζονται τὴν ἔκφρασιν ταύτην, νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡμεῖς νὰ διατηρήσωμεν τὸν ὅρον «ἀνάγκη». Ἀλλ’ εἴτε γίνῃ δεκτὸς ὁ ὅρος «ὠφέλεια», εἴτε δὲν γίνῃ, τὸ Κράτος δὲν θὰ παύσῃ νὰ ἐκτελῇ τόσον τὰ ἔργα τῆς ἀνάγκης, ὅσον καὶ τὰ ἔργα τῆς ὠφελείας. Διότι τοιαύτη εἶναι ἡ φύσις καὶ ἡ ἐπιβολὴ τῶν πραγμάτων. Μόνον χάριν τῆς κυριολεξίας καὶ ἵνα μὴ κατηγορῶνται οἱ νόμοι ἐπὶ ἀσυνεπείᾳ καὶ ἀντισυνταγματικότητι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸς ὁ ὅρος «ὠφέλεια». Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπεβάλομεν καί τινα προσθήκην γενικὴν μέν, ἀλλὰ κυρίως ἀφορῶσαν τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα· ἡ προσθήκη αὕτη ἐπέχει τόπον εὐχῆς τῆς Συνελεύσεως εἰς τὴν μέλλουσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἔχει δὲ αὕτη ὡς ἑξῆς· «Νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν μεγάλων γεωργικῶν κτημάτων πρὸς ἀπελευθέρωσιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν ἀκτημόνων πληθυσμῶν». Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, ὅπως εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ περιλαλήτου Θεσσαλικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτήδειοί τινες καὶ δεσποτικοὶ ἔχοντες συμφέροντα ἐκ τῆς νῦν ἐν Θεσσαλίᾳ καταστάσεως κατώρθωσαν νὰ συκοφαντήσωσι παραστήσαντες τὸ μὲν ὅτι πρόκειται περὶ διαρπαγῆς καὶ λεηλασίας τῶν κτημάτων τῆς Θεσσαλίας, τὸ δὲ ὅτι οἱ ἀγορεύοντες ὑπὲρ αὐτοῦ, μάλιστα δὲ ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ ἐκ δημοκοπιῶν καὶ ἰδιοτελῶν ἀγόμεθα ἐλατηρίων. Ἀλλ’ ἐλπίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εὐκόλως θὰ κατανοήσητε τὴν ἀσύστατον καὶ βδελυρὰν ταύτην συκοφαντίαν τοῦ εὐγενοῦς, ἅμα δὲ καὶ ἐθνικοῦ τούτου ἀγῶνος, ἐὰν μετ’ εὐμενοῦς προσοχῆς παρακολουθήσητε ὅσα μέλλω νὰ εἴπω. Ἐν τῇ πεδινῇ Θεσσαλίᾳ ὑπάρχουσι σήμερον τριακόσια περίπου τσιφλίκια, τσιφλίκιον δέ, ὡς γνωρίζετε, εἶναι τὸ χωρίον, τὸ ἀνῆκον ὁλόκληρον εἰς ἓν ἄτομον καὶ τὸ καλλιεργούμενον ἐπὶ μορτῇ. Τὸ τσιφλίκιον ἔχει τὴν ἀρχήν του ἀπὸ τῆς τιμαριωτικῆς ἐποχῆς· εἶναι ἀπότοκον τοῦ τιμαριωτισμοῦ. Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς φραγκοκρατίας, ὅτε τὰ τιμάρια, τὰ ὁποῖα ἡ βία καὶ ἡ ὑπεροχὴ τοῦ κατακτητοῦ ἐπέβαλον, ἦσαν ἀνεγνωρισμένα, μνημονεύονται καί τινα ἐν Θεσσαλίᾳ τιμάρια. Τοὺς Φράγκους διεδέχθησαν οἱ Τοῦρκοι, καὶ τὴν θέσιν τῶν τιμαριούχων κατέλαβον οἱ τὰ μέγιστα παρ’ αὐτοῖς δυνάμενοι. Συγχρόνως ὅμως, ἐπειδὴ τὰ ἐκ τῶν τιμαρίων ὀφέλη καὶ ἄνετον παρεῖχον βίον καὶ στρατὸν τόσον πρὸς διατήρησιν, ὅσον καὶ πρὸς ἐπέκτασιν τῶν ὁρίων τῆς Ὀθωμανικῆς κυριαρχίας ἠδύναντο νὰ παρασκευάζωσιν, ὁ Τοῦρκος στρατηγός, Τουρχὰν ἐπικαλούμενος, περὶ τὸ ἔτος 1425 ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν τιμαρίων. Κατὰ τοὺς μετέπειτα χρόνους τῆς σκοτεινῆς δουλείας οἱ Τοῦρκοι μεγιστᾶνες, θέλοντες νὰ καταστῶσι καὶ αὐτοὶ τιμαριοῦχοι, μετεχειρίσθησαν πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ των ὄχι τὴν ἄμεσον βίαν, ὡς ὁ Τουρχάν, ἀλλὰ τὴν ἔμμεσον, προκαλέσαντες κινδύνους κατὰ τε τῆς ζωῆς καὶ τῆς τιμῆς τῶν ὑποδούλων Θεσσαλῶν. Ὅπως ἀποτρέπωσι τοὺς κινδύνους τούτους οἱ Θεσσαλοί, ἐζήτησαν τὴν προστασίαν, ἄλλοι μὲν τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει τουρκικοῦ τεμένους, τοῦ ἐβκαφίου, ἄλλοι δὲ τῶν ἰσχυόντων Τούρκων. Καὶ τοῖς ἐδόθη μὲν ἡ προστασία αὕτη, ὡς ἦτο ἄλλως τε ἑπόμενον, ἀλλ’ ἀπέναντι ταύτης ὑπεχρεώθησαν καὶ οὗτοι, ὅπως παρέχωσι μέρος ἐκ τῶν παραγομένων καρπῶν. Τελευταῖος τῶν κατακτητῶν, ὅστις καὶ βίαν καὶ ἀπάτην μετῆλθεν, ὅπως ἐπιτύχῃ τὴν ὑποδούλωσιν τῶν χωρίων, ὑπῆρξεν ὁ δυνάστης τῆς Ἠπείρου, ὁ Ἀλῆ πασᾶς. Οὗτος κατώρθωσε νὰ ὑπαγάγῃ ὑπὸ τὴν ἑαυτοῦ δεσποτείαν περὶ τὰ 80 χωρία, τὰ ὁποῖα, τούτου θανόντος, ὑπήχθησαν διὰ δημεύσεως ὑπὸ τὴν δεσποτείαν τοῦ Ὀθωμανικοῦ στέμματος. Τοιουτοτρόπως μέχρι τῶν χρόνων τοῦ Ἀλῆ συνεπληρώθη τελείως ἡ κατάκτησις· ἔκτοτε δὲ δύο ζυγοὶ ἐπίεζον τὸν τράχηλον τοῦ πεδινοῦ θεσσαλικοῦ λαοῦ, ὁ πολιτικός, ὅστις ἄλλως ἦτο γενικὸς ἐφ’ ἅπαντος τοῦ ἑλληνικοῦ, καὶ ὁ ἀγροτικός. Ἀλλὰ καὶ ποία γόνιμος γῆ δὲν ἐδοκίμασε τοῦτον τὸν ζυγόν; Ἡ ἀνάγκη τῆς συντηρήσεως τῶν κατακτητῶν ὑπηγόρευσε τὴν χείρωσιν τῶν χωρίων· δὲν ὑπῆρχε δὲ διεθνὲς δίκαιον προστατεῦον τὴν ἰδιωτικὴν τῶν Θεσσαλῶν κτῆσιν. Ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Ἀλῆ μέχρι τοῦ ἔτους 1881 οἱ Θεσσαλοὶ γεωργοὶ ἔδιδον ὡρισμένα ποσοστὰ μόνον ἐξ ὡρισμένων καρπῶν· διὰ τὴν βοσκὴν τῶν ζώων καὶ τὴν ἐκκοπὴν τοῦ χόρτου εἰς οὐδὲν ὑπεχρεοῦντο, οὐδὲ ὑπέκειντο εἰς ἔξωσιν ἐκ τῶν οἰκιῶν, διότι τὰ αἴτια τῆς παροχῆς τῶν καρπῶν δὲν περιέλαβον καὶ τοιοῦτον δικαίωμα. Ἐὰν τοιοῦτο δικαίωμα ὑπῆρχεν ἀνεγνωρισμένον, μεταξὺ τόσου πληθυσμοῦ θὰ ἐνηργεῖτο κατά τινος γεωργοῦ ἔξωσις, ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἐγένετο, τοῦθ’ ὅπερ μαρτυρεῖ τὴν ἀνυπαρξίαν δικαιώματος ἐξώσεως ἐπὶ τῆς Τουρκοκρατίας. Μετὰ τὸ ἔτος 1881, ὅτε οἱ Θεσσαλοὶ καθίσταντο συνταγματικοὶ πολῖται, ἐνόμισαν οὗτοι ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παράσχωσι τὸ ὅπερ ἔδιδον πρότερον ποσοστὸν ἐκ τῶν καρπῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ λῆψις αὐτοῦ ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς βίας καὶ ἡ παροχὴ αὐτοῦ ἐγίνετο λόγῳ προστασίας, ἀλλ’ ἤδη, διὰ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξέλιπον οἱ λόγοι τῆς παροχῆς, ἑπομένως, εἶπον, ἀφοῦ ἤρθη ἡ αἰτία, δίκαιον εἶναι, ὅπως ἀρθῇ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα. Δυστυχῶς ὅμως ἡ σκέψις αὕτη, μολονότι λογική, δὲν ἠδύνατο νὰ κατισχύσῃ τῆς ῥητῆς διατάξεως τῆς συνθήκης περὶ προσαρτήσεως, διότι ἡ Τουρκία φοβηθεῖσα μήπως ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, ὅστις ἦτο ἡ ἀποκατάστασις τοῦ ἔθνους ἡμῶν εἰς τὰ πρὸ τῆς κατακτήσεως δικαιώματα αὐτοῦ, ἠξίωσεν, ὅπως πρὸς προστασίαν τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ὀθωμανικῶν συμφερόντων ἀναγραφῇ ἐν τῇ συνθήκῃ ῥητὴ διάταξις, καθιεροῦσα τὴν ἐπὶ Τουρκοκρατίας γεωργικὴν κατάστασιν. Οὕτως οἱ πόθοι τῶν Θεσσαλῶν περὶ ἀνακτήσεως τῆς ἐλευθερίας τῶν κτημάτων αὐτῶν ἦσαν προωρισμένοι νὰ ναυαγήσωσι, διότι αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ὤφειλον νὰ προστατεύσωσι τὰ διὰ τῆς συνθήκης ἠσφαλισμένα δικαιώματα. Αἱ Κυβερνήσεις ὅμως αὗται, αἱ τῶν πρώτων μάλιστα ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως ἐτῶν, κινούμεναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐκ τοῦ πνεύματος τῆς φιλοξενίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκ τῆς ἐλπίδος τῆς ἀμοιβαιότητος, ἐπεδαψίλευσαν ὅλας τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους εἰς τὴν διάθεσιν τῶν τσιφλικιούχων. Οὕτω καὶ τὰ ὑπὸ τῆς συνθήκης ἀναγνωρισθέντα δικαιώματα τῶν γεωργῶν ἐξηφανίσθησαν, μεταβληθέντων καθ’ ὁλοκληρίαν τῶν ἐπὶ Τουρκοκρατίας κρατούντων. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἡ σχέσις, ἀγράφως ὑφισταμένη, καθωρίζετο ὑπὸ τῶν ἐθίμων, προσωμοίαζε δὲ μᾶλλον πρὸς τὴν Ῥωμαϊκὴν ἐμφύτευσιν, ἐνῷ σήμερον συνταχθέντων μετὰ πολλὰς καὶ ποικίλας πιέσεις συμβολαιογραφικῶν ἐγγράφων, διέπεται αὕτη ὑπὸ τῶν κανόνων τῆς μισθώσεως πράγματος· νέαι δὲ διὰ τῶν συμβολαίων ἐπεβλήθησαν ὑποχρεώσεις ἐπὶ τῶν γεωργῶν. Οὕτω σήμερον διὰ τὴν βοσκὴν τῶν ζώων καὶ τὴν ἐκκοπὴν τοῦ χόρτου ὑποχρεοῦνται εἰς πληρωμήν, ἐντεῦθεν δὲ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν εἰσπράττουσιν ἐτησίως οἱ κατέχοντες τὰ τσιφλίκια. Σήμερον ὑπόκεινται εἰς ἔξωσιν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐξώσεως τῶν δυστροπούντων μισθωτῶν, συμφώνως δὲ πρὸς τὸν νόμον αὐτὸν ἀναγκάζονται νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰ χωρία, ἔνθα ἐγεννήθησαν καὶ ἐμεγάλωσαν, ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος, πολλὰ δὲ χωρία ἀπέμειναν ἐντεῦθεν ἔρημα. Σήμερον ὁ Θεσσαλὸς γεωργὸς οὔτε τοὺς ἀγροὺς καλλιεργεῖ οὔτε νὰ ἀπομακρύνηται τοῦ χωρίου δύναται ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ἐπιστάτου, ἄλλως ὑπόκειται εἰς ἔξωσιν καὶ ἀπώλειαν τῆς παραγωγῆς ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἓν κατ’ ἐλάχιστον θῆλυ, μέλος τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, ὀφείλει νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ κονάκιον τοῦ ἐπιστάτου, ὁτὲ μὲν ἵνα καθαρίζῃ τὸ πάτωμα, ὁτὲ δὲ ἵνα ζυμώνῃ καὶ ψήνῃ τὸν ἄρτον, καὶ ἄλλοτε ἵνα ἐκκοκίζῃ τὸν ἀραβόσιτον. Σήμερον εἰς τὸν ἐπίμορτον Θεσσαλὸν γεωργὸν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν ἐλευθέραν, διότι ὀφείλει καλλιεργῶν καὶ ταύτην νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὸν τσιφλικιοῦχον τὸ τρίτον, καὶ ἂν ἀκόμη τακτικῶς ἤθελε καλλιεργεῖ τοὺς ἀγροὺς τοῦ τσιφλικίου καὶ ἀνελλιπῶς, ἤθελεν ἀποδίδει εἰς αὐτὸν τὸ ἀνάλογον ποσόν. Περὶ τούτου ὑπάρχουσι πολλὰ παραδείγματα, ἓν τῶν ὁποίων ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω ἤδη. Ἔν τινι χωρίῳ τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης τινὲς τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν συνέβη πρό τινων ἐτῶν νὰ ἀγοράσωσι γαίας παρά τινων Ὀθωμανῶν διαμενόντων εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ τσιφλικίου ἠξίωσεν, ὅπως ἐκ τῶν προϊόντων τῶν παραχθέντων ἐκ τῶν ἀγορασθεισῶν τούτων γαιῶν λάβῃ τὸ τρίτον. Οἱ ἀγορασταὶ φυσικὰ ἠρνήθησαν νὰ δώσωσι τὸ τρίτον ἐκ τῶν καρπῶν τῶν παραχθέντων ἐκ τῶν ἀγρῶν των, ὁ ἐνοικιαστὴς κατεμήνυσεν αὐτούς, τὸ δὲ Πλημμελειοδικεῖον Καρδίτσης παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν κατεδίκασεν αὐτοὺς εἰς μηνιαίαν φυλάκισιν ἐπὶ κλοπῇ καρπῶν παραχθέντων ἐκ τῶν ἰδικῶν των ἀγρῶν.
§27Γ. ΠΩΠ. Τὰ ἀγορασθέντα ἦσαν εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ κτήματος;
§28Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Μάλιστα. Εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ κτήματος, ἐντὸς τοῦ τσιφλικίου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι τόσον τερατῶδες, ὥστε παραλείπω πάντα χαρακτηρισμόν. Σήμερον ὁ Θεσσαλὸς ῥαγιᾶς δὲν δύναται νὰ ἐκπληροῖ τὰ συνταγματικὰ τοῦ πολίτου καθήκοντα, οὔτε νὰ ἀποκαλύπτῃ τὰς σκέψεις καὶ τοὺς στοχασμούς του ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ἰδιοκτήτου. Καίτοι δὲ ἡ κατοικία αὐτοῦ εἶναι τελείως ἀνθυγιεινή, εἶναι τρώγλη, δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπισκευάζῃ αὐτὴν καὶ δι’ ἰδίων του ἀκόμη ἐξόδων, διότι ὁ τσιφλικιοῦχος φοβεῖται μήπως οὗτος ἀντιποιηθῇ ἐπ’ αὐτῆς δικαιώματα κατοχικὰ ἢ ἄλλα τινὰ τοιαῦτα. Οὕτως ὅμως ὁ θάνατος θερίζει τοὺς οἰκείους αὐτοῦ. Ἡ κατάστασις αὕτη ἐνέκρωσε τοὺς γεωργούς, τοὺς κυρίους συντελεστὰς τῆς παραγωγῆς, ἥτις, ὡς εἶναι φυσικόν, ἐλαττοῦται καθ’ ἑκάστην, ἐνῷ, ὅπου ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπάρχει μικρὰ ἰδιοκτησία, ἔνθα ἡ γῆ καλλιεργεῖται πατριαρχικῶς, ἡ παραγωγὴ καὶ κατὰ ποσὸν καὶ κατὰ ποιὸν καὶ κατ’ εἶδος εἶναι πολὺ ὑπερτέρα. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων εἴκοσι χιλιάδες ἄρρενες Θεσσαλοὶ ἐγκαταλείψαντες τὴν πάτριον γῆν ἐπεζήτησαν τὸν ἄρτον καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν εἰς ἄλλας φιλοξένους χώρας. Τοιαύτη ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ γεωργικὴ κατάστασις τὴν σήμερον· κατάστασις πολὺ χειροτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησαν ἡμῖν οἱ χρόνοι τῆς δουλείας, κατάστασις ἀτιμάζουσα τὸν νεώτερον πολιτισμὸν καὶ προσάπτουσα στίγμα καὶ ὄνειδος εἰς τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν Κράτος. Τὸ νεώτερον ὅμως ἐν Θεσσαλίᾳ πνεῦμα ἀναπτυχθὲν καὶ μορφωθὲν κατὰ τοὺς ἐλευθέρους θεσμοὺς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τὴν κατάστασιν ταύτην. Ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου γενικὴ ἀπό τινος χρόνου παρετηρήθη ἐξέγερσις, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἡ ἀνακοπὴ πάσης ἐπὶ τῶν τσιφλικίων συναλλαγῆς, μάλιστα δὲ μετὰ τὸ ἀφθόνως χυθὲν πέρυσιν ἀθῷον αἷμα. Πολλάκις ὁ Θεσσαλικὸς λαός, ὅπως ἐξέλθῃ τῶν δεσμῶν τῶν τσιφλικιούχων, ἐξεδήλωσε τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐξευρέσεως τρόπου πρὸς ἐξαγορὰν πλέον τῶν κτημάτων. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ἐπιθυμία αὕτη μέχρι τοῦ νῦν παραμένει πόθος ἀνεκπλήρωτος. Καὶ εἰς τὰ Στεφανοβίκεια ἀκόμη κτήματα, τὰ ὁποῖα ἐπωλήθησαν εἰς τὸ Δημόσιον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν Θεσσαλῶν γεωργῶν, δὲν ἐγκατεστάθησαν ἐν αὐτοῖς μόνον Θεσσαλοί, ἀλλὰ κατὰ προτίμησιν οἱ πρόσφυγες, χάριν τῶν ὁποίων καὶ τόσαι ἄλλαι ἐγένοντο θυσίαι. Οὕτω καὶ μία ἐπὶ πλέον παραγκώνισις, ἂν μὴ ἀδικία, προσετέθη εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς γεωργούς. Ὅπως οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἴδωσι μίαν στέγην, ἀποκτήσωσι δὲ καὶ γῆν τινα ἰδίαν, δύο μόνον τρόποι ὑπάρχουσιν· ὁ τῆς ἑκουσίας πωλήσεως καὶ ἀγορᾶς, ἄνευ μεσολαβήσεως τοῦ Κράτους καὶ ὁ τῆς ἀκουσίας πωλήσεως, ὁ τῆς ἀπαλλοτριώσεως, τῇ ἐπεμβάσει αὐτοῦ. Ὁ πρῶτος τρόπος δὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπόν, εἶναι οὐτοπία, διότι οὐδεὶς χωρικὸς ἔχει τοσοῦτον χρηματικὸν περίσσευμα, ὥστε νὰ δύναται δι’ αὐτοῦ ἄνευ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους νὰ ἀγοράσῃ μόνος του τὰς ἀναγκαιούσας αὐτῷ γαίας· ἐὰν δὲ καθ’ ὑπόθεσιν ἤθελεν εὑρεθῇ Τράπεζά τις δεχομένη αὐτὴ νὰ καταβάλῃ τὸ ἀπαιτούμενον ποσόν, οἱ τσιφλικιοῦχοι, ἢ δὲν θὰ θελήσωσι νὰ ἐκποιήσωσι τὰ τσιφλίκια ἐλπίζοντες εἰς μέλλουσαν ὑπερτίμησιν ἴσως αὐτῶν, ἤ, ἐὰν θελήσωσι, θὰ ζητήσωσιν ὑπερόγκους τιμάς. Ὥστε ἐναπομένει ὁ ἕτερος τρόπος, ὁ τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Κατὰ τοῦτον θὰ προσδιορισθῇ ἡ ἀξία τῶν κτημάτων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσοδήματος, ὑπὸ ἐπιτροπῆς εἰδικῆς, θὰ ἀποζημιωθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ἔπειτα θὰ γίνῃ ἡ κατάληψις τῶν κτημάτων. Ἀλλά, ὅπως ἐπέλθωσι τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα, ἀπαιτεῖται νὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ δημοσία ἀνάγκη ἢ ἡ δημοσία ὠφέλεια. Δὲν γνωρίζω τίνα ἐκ τῶν ἐκφράσεων τούτων θὰ προτιμήσῃ ἡ Συνέλευσις. Ἐν τούτοις λαμβάνω ὡς προϋπόθεσιν τὴν μᾶλλον συνεσταλμένην σημασίαν ἔχουσαν ἔκφρασιν, τὴν δημοσίαν ἀνάγκην. Ἕνεκα τούτου θέλω ἐξετάσει πρῶτον μὲν ἂν ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ κατάστασις ἀποτελεῖ ἀνάγκην, δεύτερον δὲ ἂν αὕτη εἶναι δημοσία, καὶ τρίτον ἄν, τούτων ὑπαρχόντων, δικαιοῦται ἡ Πολιτεία νὰ θέσῃ ὡς βάσιν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ὅταν πρόκειται νὰ ἀποτρέψωμεν κίνδυνόν τινα, ἢ ὅταν ὑπάρχῃ περίπτωσις, ὡς σᾶς εἶπον, καθ’ ἣν δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως, ἢ τέλος ὅταν αὐτὰ τὰ πράγματα μᾶς βιάζωσιν, ὅπως πράξωμέν τι, λέγομεν ὅτι ὑφίσταται ἀνάγκη. Ἡ παροῦσα τῶν πραγμάτων κατάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ πολλοὺς μὲν δι’ αὐτὴν ἐγκλείει κινδύνους, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ διὰ τὴν χώραν ὅλην. Ἐὰν ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἠρνεῖτο εἰς τοὺς Θεσσαλοὺς τὰ ἀνθρώπινα δικαιώματα, θὰ ἠδύνατό τις ἴσως νὰ εἴπῃ, ὅτι οὐδεὶς διασαλεύσεως τῆς τάξεως κίνδυνος θὰ ὑφίστατο, διότι ἐν οἱᾳδήποτε ἄλλῃ περιπτώσει ὑπέρτερον τὸ κράτος τῶν νόμων. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ κατάστασις αὕτη ἀρνεῖται αὐτοῖς τὰ ἀνθρώπινα δίκαια, ἀρνεῖται δὲ ταῦτα, ὅταν δὲν ἀναγνωρίζῃ εἰς αὐτοὺς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἀφοῦ δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτοὺς νὰ ἀπομακρύνωνται ἐκ τοῦ χωρίου ἄνευ τῆς ἀδείας τοῦ ἐπιστάτου, ἀρνεῖται ταῦτα, ὅταν δὲν ἀναγνωρίζῃ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας ἐνεργείας καὶ ἐργασίας, ἀφοῦ κρατεῖ αὐτοὺς ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τοῦ ἐπιστάτου, ἀρνεῖται τέλος ταῦτα, ὅταν δὲν ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτοὺς νὰ ἔχωσιν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν ἐλευθέραν, ὅταν δὲν ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτοὺς νὰ ἀποκαλύπτωσι τὰς σκέψεις καὶ τοὺς στοχασμοὺς αὐτῶν, ὅταν δὲν ἐπιτρέπῃ εἰς αὐτοὺς νὰ προνοῶσι περὶ τῆς ὑγιεινῆς αὐτῶν κατοικίας, διατί τὸ θῆλυ μέλος τῆς οἰκογενείας νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ κονάκιον; Νομίζετε ὅτι τοῦτο προσιδιάζει εἰς τὴν ἀνατροφὴν καὶ τὰ αὐστηρὰ ἤθη τῶν Θεσσαλῶν γεωργῶν; Ἐπειδή, λέγω, ἡ κατάστασις αὕτη ἀρνεῖται εἰς αὐτοὺς τὰς ἀτομικὰς τοῦ πολίτου ἐλευθερίας, οἱ κίνδυνοι βεβαιότατα εἶναι ἐπικείμενοι. Πόσον αἷμα δὲν ἐχύθη διὰ τὴν ἀπόκτησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, ἢ μήπως ἡ ἀδικία ἐν τῷ σχηματισμῷ τῶν τσιφλικίων ἐλησμονήθη; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ κρατοῦν δουλικὸν σύστημα καλλιεργείας νεκρώνει τελείως τὴν καλλιέργειαν καὶ τὴν παραγωγήν. Τοῦτο μὲν διότι οἱ γεωργοί, οἵτινες εἶναι τὰ κυριώτατα παραγωγικὰ ὄργανα, ἀδιαφόρως ἔχουσι πρὸς τὴν γῆν, διότι ἐλλείπει παρ’ αὐτοῖς ἡ συνείδησις τῆς ἰδιοκτησίας, ἥτις μόνη, δύναταί τις εἰπεῖν, καὶ τὴν ἄγονον ἐντελῶς μεταβάλλει εἰς γόνιμον, τοῦτο δὲ διότι καὶ οἱ τσιφλικιοῦχοι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν μεγάλην καλλιέργειαν. Διότι πρὸς τῇ κρατούσῃ δυσπιστίᾳ καὶ ἐχθρότητι μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν καλλιεργητῶν ἄλλοι μὲν δὲν ἔχουσι τὰς ἀπαιτουμένας γεωπονικὰς γνώσεις, ἄλλοι δὲ δὲν ἔχουσι τὰ ἀπαιτούμενα ὑλικὰ μέσα καὶ ἄλλοι μένουσι μακρὰν τῶν κτημάτων αὐτῶν. Ἐντεῦθεν ἡ πεῖνα καὶ ἡ ἀπόγνωσις, ἥτις καὶ μόνη εἶναι ἱκανὴ νὰ δημιουργήσῃ κινδύνους διὰ τὴν χώραν ἀγνώστου ἐκτάσεως. Μήπως ἡ μετανάστευσις δὲν εἶναι συνέπεια τῆς καταστάσεως; Εἴκοσι περίπου χιλιάδες ἄλκιμοι, ὡς εἶπον, Θεσσαλοὶ κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη φεύγοντες τὴν δουλοσύνην καὶ τὸν μαρασμὸν ἐξῆλθον τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος. Τοὺς Ἕλληνας τοῦ Καυκάσου, τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας καὶ τῶν ἄλλων μερῶν πιεζομένους ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν τοῦ γένους ἡμῶν κινδυνεύομεν νὰ ἀπολέσωμεν διὰ παντός, ἐνῷ δυνάμεθα ἐξ αὐτῶν ὡς καὶ ἐκ τῆς ἔσω Ἑλλάδος τοὺς ἔχοντας τὰ πρῶτα ἐφόδια τῆς καλλιεργείας νὰ ἐγκαταστήσωμεν ἐν Θεσσαλίᾳ καταργοῦντες τὸ ἀνελεύθερον κολληγικὸν σύστημα· δύναται δὲ ἡ Θεσσαλία νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς πληθυσμόν, ὡς ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, ὑπερβαίνοντα τὸ ἑκατομμύριον. Οὕτω θέλομεν αὐξήσει τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ, τό γε νῦν ἔχον, δὲν εἶναι, φαίνεται, δυνατὸν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ἐδαφικὰ αὐτῆς ὅρια· δὲν ἀγνοεῖτε δὲ σεῖς ὅτι λαός, ὅστις δὲν ἔχει βωμοὺς καὶ ἑστίας, δὲν ἔχει καὶ πατρίδα. Ἀλλ’ ὁ θεσσαλικὸς λαός, μολονότι δὲν εἶχε πατρίδα κατὰ τὸ παρελθόν, δὲν ὑστέρησεν ἐν τούτοις τῶν ἄλλων Ἑλλήνων κατὰ τὴν στιγμὴν τῶν ἐθνικῶν κινδύνων. Ἔχοντες ὅμως παραμεθόριον λαὸν στερούμενον πατρίδος δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἔχετε ὠχυρωμένα καὶ ἠσφαλισμένα τὰ σύνορα τοῦ Κράτους, ὅτε μάλιστα ἡ Πολιτεία τοσαύτην πρὸς αὐτὸν ἐπέδειξεν ἀστοργίαν; Ἄμεσοι λοιπὸν καὶ ἐπικείμενοι ὑφίστανται οἱ κίνδυνοι, ὥστε ἡ ἀποτροπὴ αὐτῶν νὰ εἶναι ἐπιβεβλημένη· ἡ ἄρσις δὲ τῆς ἀναγκαίας ταύτης καταστάσεως ἀναντιρρήτως ἀποτελεῖ, ὡς εἶπον, ὠφέλειαν. Ἀλλ’ ἴδωμεν, ἂν ἡ ἀνάγκη αὕτη ἢ ἡ ὠφέλεια εἶναι δημοσία. Ἡ λέξις, Κύριοι, δημοσία, ὁτὲ μὲν ἔχει στενὴν ἔννοιαν σημαίνουσα τὸ νομικὸν πρόσωπον, ὅπερ ἔχει δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις, καθὼς τὸ ἄτομον, ὁτὲ δὲ ἔχει εὐρυτέραν σημασίαν, σημαίνουσα ὁμάδας κοινωνικάς, τὸ Κοινόν. Εἶναι φανερὸν ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν πρόκειται περὶ τοῦ νομικοῦ προσώπου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὁμάδος κοινωνικῆς, περὶ τοῦ Δημοσίου δηλαδὴ ὑπὸ τὴν εὐρυτέραν ἔννοιαν. Ἴσως εἴπῃ τις ὅτι ἡ ἔκφρασις ἢ ὁ ὅρος δημοσία ἀνάγκη ἢ δημοσία ὠφέλεια δὲν περιέχει καὶ τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἀποξηράνσει τῶν ἑλωδῶν τόπων, ἐν τῇ κατασκευῇ ὁδῶν, ἁμαξιτῶν ἢ σιδηροδρομικῶν, ἐν τῇ εὑρύνσει πλατειῶν τινων ἢ τῇ ῥυμοτομίᾳ κωμοπόλεών τινων, ὡς καὶ ἐν τῇ ἀνασκαφῇ τόπων τινῶν πρὸς ἀνεύρεσιν ἀρχαίων τινῶν ἔργων δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Δημοσίου, ὡς νομικοῦ προσώπου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ θεραπείας τῆς ἀνάγκης ὀλίγων μελῶν τῆς Κοινωνίας, πάντοτε δὲ οἱ περὶ τοιούτων ἔργων νόμοι μὲ τοιαύτην δικαιολογίαν ἐψηφίσθησαν, μὲ τὴν δικαιολογίαν τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἢ τῆς δημοσίας ὠφελείας.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν· ἐπιτρέπει εἰς τὸν ῥήτορα νὰ περατώσῃ τὴν ἀγόρευσίν του; Διότι τὸ ἡμίωρον ἔληξε.
§30ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§31Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Δὲν ἀπαιτεῖται δὲ τὸ ἀπαλλοτριούμενον μέρος νὰ μένῃ κοινόν, διότι καὶ εἰς τὰς εἰρημένας περιπτώσεις δὲν παραμένει τοιοῦτον. Τὸ μὴ ἄρτιον οἰκόπεδον δὲν μεταβιβάζεται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ παρακειμένου οἰκοδεσπότου; Ὅταν λοιπὸν ὁ καλλωπισμὸς μιᾶς κωμοπόλεως τοῦ Βασιλείου ἢ ἡ ἀποτροπὴ τῶν κινδύνων τῆς ὑγείας ὀλίγων μελῶν τῆς κοινωνίας ἀποτελεῖ δημοσίαν ἀνάγκην, διατί ἡ ἐκπλήρωσις τόσων εὐγενῶν καὶ τόσων ὑψηλῶν σκοπῶν τῆς κοινωνίας δὲν ἀποτελεῖ δημοσίαν ἀνάγκην; Διατί ἡ ἀποτροπὴ τόσων κινδύνων, περιστοιχούντων τὴν φυλὴν ἡμῶν ὁλόκληρον, δὲν ἀποτελεῖ δημοσίαν ἀνάγκην; Κινδυνεύομεν νὰ καταντήσωμεν Ἐπιμηθεῖς, ἐνῷ πρέπει νὰ γίνωμεν Προμηθεῖς. Ἡ ἀνάγκη λοιπὸν ἢ ἡ ὠφέλεια ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει εἶναι, εἴπερ τις καὶ ἄλλη, δημοσία. Ἑπομένως ἡ Συνέλευσις ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὴν περίπτωσιν ταύτην δικαιοῦται συμφώνως πρὸς τὴν κειμένην διάταξιν νὰ θέσῃ ὡς βάσιν τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἀλλά, καὶ ἂν οὐδεμία περὶ τούτου θετικὴ διάταξις ὑπῆρχεν, ἡ Πολιτεία ὑπὸ τῆς ἀνθρωπίνης συνειδήσεως ἐλαυνομένη ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην· πρῶτον μὲν διότι ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν ἀντίκειται πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, εἶναι δυσανάλογος πρὸς αὐτό· ἐκ τῆς ἀντιθέσεως δὲ ταύτης προέκυψεν ἡ πάλη, ἡ σύγκρουσις, καὶ θέλει ἐπακολουθήσει ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν διαμαχομένων στοιχείων μέχρι τῆς τελικῆς ἐπικρατήσεως τοῦ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν. Ἡ ἰδέα ὅμως τοῦ δικαίου, ἥτις διασαλπίζει τὴν εἰρήνην ἐν τῇ Κοινωνίᾳ, ἀπαιτεῖ νὰ ἄρωμεν τὴν αἰτίαν τῆς ἔριδος, ἀπαιτεῖ νὰ καταργήσωμεν τὸν ζυγὸν τῆς ἀγροτικῆς δουλείας. Δεύτερον δὲ διότι ἡ Πολιτεία ἐν τῇ ὑπερτάτῃ αὑτῆς ἐσωτερικῇ κυριαρχίᾳ ὀφείλει δι’ ἐπεμβάσεως, ἂν ὑπὸ τῆς κοινωνικῆς ἐμπνέηται συνειδήσεως, τὰς ἀμοιβαίας παραχωρήσεις τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας νὰ καταστήσῃ, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ἰσορρόπους. Θὰ ἦτο ἴσως περιττὴ ἡ ἐπέμβασις αὕτη, ἐὰν οἱ τσιφλικιοῦχοι πρὸς ἀποφυγὴν τοῦ ψόγου τῆς ἀνταποδόσεως ἔτεινον τοὐλάχιστον πρὸς ἐξίσωσιν δικαιολογικῶς καθιερωθεισῶν ἀνισοτήτων. Δυστυχῶς ὅμως τοιαύτη ἀντίληψις φαίνεται ξένη πρὸς αὐτούς.
§32Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τί ἐννοεῖτε μὲ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι οἱ τσιφλικιοῦχοι δὲν ἔτεινον πρὸς ἐξίσωσιν;
§33Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὅ,τι ἔχει ἕκαστος καὶ τῷ ἀνήκει, τὸ ἔχει κατόπιν κοινωνικῆς ἀναγνωρίσεως· ἡ ἀναγνώρισις αὕτη ἐπιβάλλει ἀντιστοίχους ὑποχρεώσεις, ἀντίστοιχα καθήκοντα. Ἐὰν λοιπὸν εἶχον τὴν ἀντίληψιν τοῦ καθήκοντος τούτου, ἀσφαλῶς θὰ εἶχον τείνει οἴκοθεν νὰ καταστήσωσι καὶ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἀναγνωρίζουσι τόσα δικαιώματα εἰς αὐτούς, νὰ καταστήσωσι, λέγω, καὶ τοὺς ἄλλους ἔχοντας δικαιώματα ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Τοιαύτη πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἠθικὴ ἀντίληψις τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας. Ἔπειτα δὲ τῆς γενικῆς εὐημερίας ἀποτελούσης τὸν ἀπόλυτον σκοπὸν τῆς κοινωνίας, ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ἀποσοβήσῃ μὲν ἀφ’ ἑνὸς τοὺς ἀπειλοῦντας τὴν κοινωνίαν κινδύνους, νὰ προλάβῃ δ’ ἀφ’ ἑτέρου τὸν λιμὸν καὶ τὴν πενίαν τῶν λαϊκῶν τάξεων. Ἐὰν τὸ ἐναντίον αὕτη ἤθελε πράξει, ἤθελεν ἀποδείξει περιφανῶς ὅτι ἡ ἡμετέρα κοινωνία στερεῖται πάσης ἠθικῆς ἀξίας· Πολιτεῖαι ὅμως παρακούσασαι εἰς τὴν φωνὴν τοῦ κοινοῦ καλοῦ βραχύτατον, ὡς ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ, ἠρίθμησαν τὸν βίον. Τελευταῖον δέ, ὅπερ ὅμως καὶ σπουδαιότερον, ἡ ἐν Θεσσαλίᾳ κατάστασις παρεμποδίζει τὴν ἀνάπτυξιν τῶν δυνάμεων τῆς χώρας πρὸς παραγωγὴν τοῦ πλούτου· οἱ δεσπόται δὲν ἔχουσι συμφέρον νὰ ἀνορθώσωσι τὴν διάνοιαν καὶ νὰ ὑψώσωσι τὸ φρόνημα τῶν δούλων, διὸ καὶ ποικιλοτρόπως καταθλίβουσιν αὐτούς, οἵτινες ἐπίσης δὲν ἔχουσι ζῆλον πρὸς ἀνάπτυξιν, διότι, ὅσῳ ἱκανώτεροι καθίστανται, τόσῳ μοχθοῦσιν ἐργαζόμενοι ὑπὲρ ἄλλων. Ἕνεκα τούτου δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Θεσσαλία καὶ σήμερον ἀκόμη εἶναι χώρα δουλοτρόφος. Ἐὰν λοιπόν, τούτων οὕτως ἐχόντων, ἡ Πολιτεία νομίζει ὅτι εὐήκοον πρέπει νὰ τείνῃ οὖς εἰς τὴν φωνὴν τῆς κοινωνικῆς συνειδήσεως, ἔχει καθῆκον νὰ συντελέσῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν χειραφέτησιν τῶν ὑποδούλων ἀκόμη Θεσσαλῶν. Μηδὲ εἴπῃ τις ὅτι διὰ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπαλλοτριώσεως παραβιάζεται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἡ παραβίασις αὕτη εἶναι φαινομένη μᾶλλον ἢ πραγματική· εἶναι δὲ φαινομένη, διότι κυρίως συνίσταται εἰς ἀνταλλαγὴν τῆς ἰδιοκτησίας, τοῦ κτήτορος μέλλοντος νὰ λάβῃ εἰς νόμισμα ἄλλην ἰδιοκτησίαν ἰσαξίαν τῇ παρεχομένῃ, καίτοι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ῥυθμισθῇ καὶ νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ πολιτεύματος ἄλλως, ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ λαοῦ, δὲν θὰ ἐπετρέπετο νὰ θεωρήσῃ τις τοῦτο παράλογον σφετερισμὸν αὐτοῦ, διότι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἶναι δικαίωμα καθαρῶς ἀτομικόν, ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εἶναι πάντοτε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας τοῦ ἀτόμου, ἀλλ’ εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μοῖρα τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ζημίας τινός, ἀλλὰ περὶ ἰδιοτροπίας πέντε, δέκα ἀτόμων· ἀπέναντι ὅμως τῆς ἰδιοτροπίας αὐτῶν ἵσταται ὁ πόθος τόσων χιλιάδων ψυχῶν, ὁ πόθος τῶν Θεσσαλῶν. Δὲν ἔχουσιν οὗτοι μίαν καλύβην, ἵνα στεγάζωσι τὰ δυστυχῆ αὑτῶν πλάσματα, δὲν ἔχουσι μίαν σπιθαμὴν γῆς ἰδίας, ἵνα θάπτωσι τὰς προσφιλεῖς αὑτῶν ὑπάρξεις, οὐδὲ δύνανται ἐκδιωκόμενοι ἐκ τοῦ χωρίου, ἐν ᾧ ἔχουσι τοὺς τάφους τῶν οἰκείων, νὰ προσφέρωσι τὰ νενομισμένα εἰς τοὺς νεκροὺς αὑτῶν. Ὑπάρχει ὅμως ἄλλη στέρησις θίγουσα καιριώτερον τὴν ἀνθρωπίνην καρδίαν; Ἀλλ’ ὁ Θεσσαλικὸς λαός, καίτοι δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει πατρίδα, δὲν ἔπαυσεν ὅμως ποτὲ νὰ ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτοῦ πρὸς τὴν καθόλου πατρίδα, εἴτε εἰς χρῆμα εἴτε εἰς αἷμα συνίσταντο αὗται, ἐνῷ οἱ δεσπόται αὐτοῦ, οἱ ἀντιτιθέμενοι τυχὸν εἰς τὴν ἀπελευθέρωσίν του, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία παρέσχεν, ὡς εἶπον, ὅλας τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους, οὐ μόνον τὸν φόρον τοῦ αἵματος δὲν προσέφερόν ποτε εἰς αὐτήν, ἀλλὰ δὲν παρέλειπον εὐκαιρίαν, ὅπως πλήττωσιν αὐτὴν καιρίως· καὶ περὶ τούτου ὑπάρχουσι πλεῖστα παραδείγματα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ σᾶς ἀναφέρω ἓν καὶ μόνον. Κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον πολλοὶ τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ τσιφλικιούχων ὑπέβαλον αἴτησιν πρὸς τὸ ἐν Τρικκάλοις Τουρκικὸν Προξενεῖον ζητοῦντες νὰ μεταβάλωσι τὴν ὑπηκοότητα αὑτῶν. (Αἴσθησις).
§34Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὁ ἀδελφὸς τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν.
§35Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Τῆς αἰτήσεως ταύτης εἶναι ἀληθὲς ὅτι προΐστατο ἢ μᾶλλον εἰσηγητὴς τῆς ἰδέας ταύτης καὶ ἐκτελεστὴς συγχρόνως ἦτο ὁ ἀδελφὸς τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Καρδίτσης κ. Παπανικολάου.
§36Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κατηγγέλθησαν ταῦτα ἐπισήμως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους;
§37Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ὁ πρόεδρος τῶν ἐν Τρικκάλοις Πρωτοδικῶν ἔλαβε γνῶσιν. Ἐπ’ αὐτῶν λοιπὸν θὰ στηρίξητε σεῖς τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς πατρίδος; Καὶ ἄλλα Κράτη, μᾶλλον προηγμένα ἡμῶν εἰς πολιτισμόν, εὑρεθέντα ὑπὸ παρομοίας συνθήκας δὲν ἐδίστασαν νὰ κηρύξωσι τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Τοῦτο εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους· ἐν τούτοις δύναμαι προχείρως νὰ ἀναφέρω καί τινα. Ἡ Ῥωμουνία, ἡ Ἰρλανδία, ἡ Πρωσσία, ἡ Δανία, ἡ Γαλλία, ἐν γένει παντοῦ, ὅπου ἐπεκράτησε καὶ ἐπεβλήθη ὁ τιμαριωτισμός, εὐθὺς ὡς ἀνέκυψαν μετὰ τοὺς χρόνους τῆς ἀναγεννήσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τὰ Κράτη ἐκεῖνα, ἔσπευσαν νὰ ἀποκαταστήσωσι τοὺς πολίτας, ἀπέναντι τῶν ὁποίων εἶχον ὑποχρεώσεις. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἡμέτερον Κράτος μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν του ἐμερίμνησε περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν. Μία ἀξιομνημόνευτος μάλιστα περὶ τούτου ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάρχει. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἀπηυθύνετο πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ἐφόρους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὴν ἀναγνώσω. (ἀναγινώσκει): «κύριος σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ ἀποκαταστήσῃ ὅλους τοὺς Ἕλληνας ἰδιοκτήτας. Τὸ μέτρον τοῦτο ἴσως δὲν ἀρέσκει εἰς τοὺς ἐνυπάρχοντας ἤδη μεγαλοκτηματίας, οἱ ὁποῖοι φαντάζονται ὅτι θὰ στερηθῶσι τοὺς καλλιεργητὰς τῶν ἀγρῶν των, ἐὰν οἱ χωρικοὶ γίνωσιν ἰδιοκτῆται. Τὴν ὀλέθριον ταύτην ἰδέαν κεῖται εἰς τὴν ἀξιότητά σας νὰ διασκεδάσητε». Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κατὰ τὸ ἔτος 1835 Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπίσης τὸ ἡμέτερον Κράτος, ὅτε ἠσχολήθη μὲ τὸ Κερκυραϊκὸν ζήτημα, λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης κατήργησε τὰ τιμάρια, ἄνευ μάλιστα ἀποζημιώσεως. Περὶ τούτου ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1867, ὁ ὁποῖος καὶ κατὰ τὸ 1894 ἐπανελήφθη συμπληρωτικῶς. Ὅτε ἡ Ἑλλὰς προσήρτα εἰς ἑαυτὴν τὴν Θεσσαλίαν, εἶχεν αὕτη στηρίξει ἐπ’ αὐτῆς πολλὰς ἐλπίδας, εἶχεν ὑπολάβει ὅτι διὰ τῆς Θεσσαλίας ἤθελε λύσει τὸ οἰκονομικὸν τῆς χώρας πρόβλημα, διότι ἡ Θεσσαλία ὄχι μόνον ἐπήρκει εἰς ἑαυτήν, κατοικουμένην ἄλλοτε ἀπὸ πληθυσμὸν 1,600,000 ψυχῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν λοιπὴν ἀκόμη Ἑλλάδα ἐτροφοδότει. Δυστυχῶς ὅμως ἐγκαταλειφθεῖσα αὕτη εἰς τὴν διάθεσιν τῶν τσιφλικιούχων ὄχι μόνον τὰς ἐλπίδας τῆς Ἑλλάδος διέψευσεν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπάρκειαν ἀκόμη τὴν ἐπὶ τουρκοκρατίας ὑπάρχουσαν δὲν ἠδυνήθη νὰ διατηρήσῃ· μόνον ἐπηύξησε τοὺς ὅρους τῆς δουλείας, κατέστη χώρα ἀληθῶς, ὡς εἶπον, δουλοτρόφος. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ τσιφλίκιον, ὅπερ πιέζει καὶ συσφίγγει τὴν ψυχὴν τοῦ Θεσσαλοῦ ἀγρότου, ἤθελεν ἐξαγορασθῆ, ἔστω καὶ τώρα, τοῦτο μὲν θέλει ἀνυψωθῆ ἡ παραγωγή, καλλιεργουμένης τῆς Θεσσαλικῆς γῆς κατὰ τὸ σύστημα τῆς πατριαρχικῆς καλλιεργείας, ὅπερ τοσοῦτον ἰδιάζει εἰς τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν χαρακτῆρα, τοῦτο δὲ διὰ τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ ἐγκαταστάσεως Ἑλλήνων γεωργῶν τόσον ἐκ τῆς ἔσω, ὅσον καὶ ἐκ τῆς ἔξω Ἑλλάδος, θέλει αὐξήσει ὁ πληθυσμὸς τῆς χώρας, τιθεμένου οὕτως ἑνὸς μεγάλου φραγμοῦ εἰς τὴν μετανάστευσιν. Διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτοῦ ἀναντιρρήτως ἡ Θεσσαλία θέλει καταστῆ ζωντανὸς προμαχὼν ἰσχυρότατος κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς φυλῆς ἡμῶν· ἐκτελουμένων δὲ καὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, θέλετε καταστήσει τὴν χώραν ὅλην εὐδαίμονα· ἡ εὐημερία δὲ τῆς Θεσσαλίας θέλει χρησιμεύσει καὶ ὡς παράδειγμα ἐπαγωγὸν εἰς τοὺς ὁμογενεῖς Μακεδονικοὺς πληθυσμοὺς ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας. Ἡ Βουλγαρία λύσασα πρὸ ἐτῶν τὸ ἀγροτικὸν αὐτῆς ζήτημα προσείλκυσεν ὑπὲρ ἑαυτῆς ἑκατοντάδα Μακεδονικῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα στενάζουσι μὲν ὑπὸ τὸν ζυγὸν τῆς τουρκικῆς διοικήσεως, ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὑπὸ τὸν βαρὺν τοῦ τσιφλικίου ζυγόν, μὲ τὴν ὑπόσχεσιν κυρίως ὅτι, ἐὰν ἡ βουλγαρικὴ κυριαρχία ἤθελεν ἐπεκταθῆ ἐπ’ αὐτῶν, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔσπευδεν ἀμέσως εἰς τὴν κατάργησιν τῶν τσιφλικίων. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο λεγόμενον ὑπὸ τῶν Βουλγάρων ἦτο καὶ εἶναι πιστευτόν, διότι ἐνισχύεται ὑπὸ τῶν ἐν Βουλγαρίᾳ πραγμάτων, ἐνῷ προβαλλόμενον ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων οὐδεμίαν πειστικὴν ἀξίαν εἶχεν, ὡς ἀντικειμένης τῆς ἐν Θεσσαλίᾳ καταστάσεως· ἡ πληροφορία αὕτη εἶναι ἀκριβής, ἐπιβεβαιοῦσι δὲ ταύτην καὶ δύο ἔγκριτα ὄργανα τοῦ Ἀθηναϊκοῦ τύπου, ἡ «Ἑστία» καὶ τὸ «Ἐμπρός», τὰ ὁποῖα κατ’ εὐτυχῆ συγκυρίαν πρὸ δύο μόλις ἡμερῶν ἀνέγραψαν ταύτην. Ἔχω τὴν «Ἑστίαν» τῆς παρελθούσης Κυριακῆς, ἡ ὁποία λέγει τὰ ἑξῆς: «Ὅτι οἱ Βούλγαροι συμμορῖται δελεάζουν τοὺς Μακεδόνας χωρικοὺς δι’ ὑποσχέσεως περὶ παραχωρήσεως γαιῶν· διὰ τοῦτο τὰ τουρκικὰ φύλλα συνιστοῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως χρησιμοποιήσῃ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην μέθοδον ὁμοιοπαθητικήν, ἐξευρίσκουσα τρόπον διανομῆς καλλιεργησίμων τινῶν γαιῶν πρὸς τοὺς χωρικούς. Ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι κυκλοφορεῖ ἐν Κωνσταντινουπόλει διάδοσις περὶ σχετικῶν ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ λύσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο». Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀπὸ τοῦδε εἴτε ἐν τῷ Συντάγματι εἴτε ἐν ἰδίῳ ψηφίσματι τῆς Συνελεύσεως, ἀφ’ ἑνὸς μὲν θέλει ἀποκατασταθῆ ἡ τάξις καὶ ἡ ὁμαλότης τῶν σχέσεων, διότι πάντες θέλουσι πεισθῆ ὅτι ἡ Πολιτεία ἀπεφάσισε νὰ ἐπεμβῇ, ὅπως ἄρῃ τὴν κακοδαιμονίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ γεωργοὶ πιστεύοντες πλέον εἰς τὴν μέλλουσαν ἀποκατάστασιν θέλουσι καταστῆ φιλοπονώτεροι, καὶ συνεπῶς ἡ παραγωγὴ θέλει γίνει πλουσιωτέρα. Ἔπειτα δέ, ἐπειδὴ ἡ ἐπιχείρησις εἶναι ἐπικερδής, τὰ κεφάλαια θὰ ζητήσωσι τὴν ἀνάληψιν αὐτῆς ἀπὸ τῆς ἑπομένης, οὕτως ὥστε κλειομένων ταχέως τῶν διαπραγματεύσεων νὰ μὴ βραδύνῃ ἡ ἐφαρμογή. Ὅπως δὲ ἡ προηγουμένη ψήφισις τοῦ νόμου περὶ συνάψεως τοῦ δημοσίου δανείου δὲν ἔβλαψεν, ἀλλὰ διηυκόλυνε τὴν ἐξεύρεσιν τῶν χρημάτων, τοιουτοτρόπως θέλει συμβῆ καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει· ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν γεωργῶν θέλει συντελέσει πολὺ εἰς τὴν ταχυτέραν καὶ εὐχερεστέραν ἐξεύρεσιν τῶν ἀπαιτουμένων χρημάτων. Δὲν εἶναι δὲ δύσκολον νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ χρήματα, διότι τὰ κεφάλαια, ὅταν ἔχωσιν ὡς ὑποθήκην μὲν τὴν γῆν, ὡς ἀσφάλειαν δὲ τὸ Θεσσαλικὸν γεωργικὸν ταμεῖον, τοῦ ὁποίου τὰ ἐτήσια ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς 1,400,000, δύναται δὲ εἰς ταῦτα νὰ χορηγηθῇ καὶ προνόμιον ἐπὶ τῶν καρπῶν, ὡς ἐπίσης δύναται εἰς ταῦτα νὰ ἀνατεθῇ καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, ἐκ τῶν ὁποίων πολλὰ θέλουσιν ὠφεληθῆ, τὰ κεφάλαια, λέγω, ὄχι μόνον δὲν θὰ μείνωσι νεκρά, ἀλλὰ κραταιούμενα καὶ ἐνισχυόμενα ὑπὸ τῶν ἐγγυήσεων τούτων θὰ εἰσρεύσωσιν ἀφθόνως εἰς τὴν χώραν ἡμῶν· διότι ποία ἄλλη ἐπιχείρησις ἔχει περισσοτέρας ἐγγυήσεις; Δύναται δὲ τὸ σύστημα τῆς πατριαρχικῆς καλλιεργείας νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ μεγάλη πρόοδος, ὡς στατιστικαὶ πληροφορίαι βεβαιοῦσι, παρετηρήθη ἐν αὐτῇ εἰς τὴν κατάτμησιν τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας καὶ τὴν μετάβασιν αὐτῆς εἰς χεῖρας τῶν γεωργῶν, καίτοι μὲ βαρύτατον τόκον καὶ τὸν ὅρον τῆς ἀλληλεγγύης ἐγένοντο αἱ ἀγοραί. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων τὸ τσιφλίκιον, ὅπερ ἐγκλείει, ὡς εἶπον, τόσους κινδύνους καὶ ἐγκρύπτει τόσην ἀνομίαν, ἀποτελεῖ αἶσχος καὶ ὄνειδος εἰς τὸν αἰῶνα ἡμῶν. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὑπάρχουσί τινες ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ἀρνούμενοι τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ὑποδούλους Θεσσαλοὺς καὶ ὁποῖοί τινες εἶναι, ἀλλά, οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτοι, θὰ ὑποκύψωσι πρὸ τῆς φορᾶς καὶ τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων, διότι ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς θὰ ἀνακτήσῃ, ὅσα δήποτε ἐμπόδια καὶ ἂν παρεμβληθῶσι, τὴν ἐλευθερίαν αὑτοῦ. Τὴν ἀρχὴν τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ ἦτο, φαίνεται, πεπρωμένον νὰ θέσῃ τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον, τὸ ὁποῖον θέλει φιλοτιμηθῆ, ὡς ἐλπίζω, νὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά του μὲ τὴν ἔνδοξον ἱστορικὴν σελίδα τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ λαοῦ τούτου. Ἂς εἶναι δὲ βέβαιον τὸ συνέδριον καὶ ἰδίᾳ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ θὰ εἶναι ὁ ἄριστος οἰωνὸς διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν καὶ ἑτέρου λαοῦ, ὄχι ὀλιγώτερον ἀναξιοπαθοῦντος, τοῦ λαοῦ τῆς ἡρωικῆς μεγαλονήσου Κρήτης μας (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§38Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐν τῷ 17ῳ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος τρεῖς εἶναι κυρίως αἱ ἔννοιαι, αἱ ὁποῖαι περιέχονται. Πρῶτον ἡ ἔννοια τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας. Δεύτερον ὁ καθορισμὸς ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων, κατὰ τὰς ὁποίας ἐπιτρέπεται λόγῳ γενικοῦ συμφέροντος ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῆς ἰδιοκτησίας. Τρίτον ἡ ἔννοια τῆς δικονομίας, κατὰ τὴν ὁποίαν δέον νὰ γίνῃ ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Βεβαίως δὲν θέλω ἐπιμείνει ἐπὶ τῆς ἰδέας τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ, τὸν ὁποῖον δέον νὰ ἀναγράφῃ οἱονδήποτε Σύνταγμα διὰ τὴν ἰδιοκτησίαν. Τὴν ἱερότητα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία βασίζεται ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας, οὐδεὶς τὴν ἀρνεῖται, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ γίνῃ λόγος περὶ αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικονομίαν τῆς ἀπαλλοτριώσεως, αὕτη βεβαίως πρέπει νὰ περιφρουρηθῇ διὰ τῶν αὐστηροτέρων διατάξεων. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἀπέβλεψαν εἰς τοῦτο, εἰς τοῦτο δὲ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ πλειοδοτοῦσα ἀπέβλεψε, νὰ περιφρουρήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον τὸν ἰδιοκτήτην, ὁ ὁποῖος δι’ ὡρισμένον λόγον βλέπει τὸ κτῆμα αὐτοῦ ἀπαλλοτριούμενον. Κατὰ τὸ ὑπάρχον Σύνταγμα οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε διὰ προηγουμένης ἀποζημιώσεως». Οἱ ἐξ ἀξιότιμοι Βουλευταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἔθεσαν μίαν περιφρούρησιν γενικωτέραν: «ὁσάκις ἐγειρομένης ἀμφισβητήσεως περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους τὸ ποσὸν τοῦτο καθορίζεται διοικητικῶς, δὲν ἐπιτρέπεται κατάληψις τῆς ἰδιοκτησίας πρὶν τὸ ποσὸν καταβληθῇ τῷ δικαιούχῳ, ἐπιφυλαττομένης αὐτῷ τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια διὰ τὸ ἐπὶ πλέον ἀξιούμενον ποσόν». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι δέον νὰ περιφρουρήσῃ ἔτι περισσότερον τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, δηλ. νὰ προστατεύσῃ τὸν ἰδιοκτήτην, τὸν βλέποντα τὸ κτῆμά του ἀπαλλοτριούμενον, καὶ διὰ τοῦτο ἔθεσεν, ὅτι πρέπει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐκτίμησις τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δέον νὰ λάβῃ ὁ ἰδιοκτήτης...(ἀναγινώσκει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς). Δὲν θέλω ἐπιμείνει περισσότερον ἐπὶ τῆς ἰδέας, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι σήμερον πάντες οἱ θέλοντες νὰ ἐπεκταθῶσιν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπεται ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, ὅτι πάντες οὗτοι ἀποβλέπουσι κυρίως εἰς τὸ νὰ περιφρουρηθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ὅτι τὴν ἀπαλλοτρίωσιν δὲν τὴν θεσπίζουσιν ὡς ἐπιβολὴν ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ ἰδιοκτήτου. Καὶ βεβαίως δέον ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ τὴν πρόνοιαν ταύτην διὰ τὰς λεπτεπιλέπτους ταύτας περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀναγκάζεται τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Τὸ Κράτος ἔχει ἐντελῶς ἰδιάζοντα χαρακτῆρα εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας, χρησιμεύει ὡς κηδεμὼν ὅλων τῶν πολιτῶν, αὐξάνον ἐμμέσως τὴν περιουσίαν τοῦ ἑνὸς καὶ ἐλαττῶνον τὴν περιουσίαν τοῦ ἄλλου, ἑπομένως δέον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην νὰ ὑπάρχωσι πάντα τὰ ἐχέγγυα, ὅτι ἡ αὐξομείωσις τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν δὲν γίνεται ὑπὲρ τὸ δέον, διὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ καταστροφῆς· δηλαδὴ ἡ ἀπαλλοτρίωσις νὰ μὴ χρησιμεύῃ πρὸς πλουτισμὸν ὡρισμένων ἀτόμων εἰς βάρος ἄλλων. Ἔχομεν παραδείγματα ἄπειρα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ ἀπαλλοτρίωσις ηὔξησε τεραστίως τὸν πλοῦτον ὡρισμένων ἀτόμων, καὶ τοῦτο νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν, ἵνα μὴ τὸ ἐπιτρέψωμεν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης. Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία δύναται νὰ κηρύξῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἰδιοκτησίας τινός; Οἱ λόγοι εἶναι, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία αὕτη θεωρεῖται ὑπὸ τοῦ Κράτους διὰ τὸ συμφέρον τῶν πολλῶν ὡς χρησιμωτέρα, ἐὰν ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν κάτοχον καὶ δοθῇ εἰς ἄλλην χρῆσιν παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἔκαμεν αὐτῆς ὁ ἰδιοκτήτης. Βασίζεται δὲ ἡ ἰδέα αὕτη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ συμφέρον τῶν πολλῶν, τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, τὸ συμφέρον μιᾶς χώρας εἶναι ἀνώτερον τοῦ συμφέροντος τοῦ ἀτόμου, ὅτι σεβαστὸν βεβαίως εἶναι τὸ ποσόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεβιβάζετο ἡ περιουσία ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἓν κτῆμα, ὅτι δὲν δικαιοῦται ἡ Πολιτεία νὰ ἐλαττώσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ ἀτόμου, ἀλλ’ ὅτι δικαιοῦται ἡ Πολιτεία, ὅταν ὕψιστοι λόγοι ἐπιβάλλωσι τοῦτο, νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν ἀντίστοιχον περιουσίαν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν αὐτὴν ἀξίαν, ἤτοι ἀποδίδει τὸ αὐτὸ εἰσόδημα, διότι ὁ τρόπος τῆς μετρήσεως μιᾶς περιουσίας εἶναι τὸ εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει.
§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ οἰκονομικὴ δύναμις.
§40Α. ΣΛΗΜΑΝ. Μάλιστα. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὸ εἰσόδημα εἶναι τὸ δυναμόμετρον τῆς οἰκονομικῆς ἀξίας. Ὅτε τὸ πρῶτον ἐθεσπίσθη τὸ ἱερὸν τῆς ἰδιοκτησίας, ὑπὸ ὅλως ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ὅτε δὲν εἶχον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέβλεπον εἰς τὴν περιφρούρησιν τῆς ἰδιοκτησίας, νὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τοὺς κινδύνους ἐκ τῶν κάτω, ἀλλὰ νὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τοὺς κινδύνους ἐκ τῶν ἄνω, εἰς τὴν ἀρχὴν ἐθεσπίσθησαν διατάξεις αὐστηρόταται, διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην λόγῳ τῆς μὴ ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας, τῆς συγκοινωνίας καὶ διαφόρων ἄλλων συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι σήμερον, οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται ἡ ἀπαλλοτρίωσις, δὲν ἦσαν τόσον μεγάλοι. Καὶ ἐρωτῶ· ἂν εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1791 παραδείγματος χάριν προέτεινέ τις Βουλευτὴς νὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀπαλλοτρίωσις διὰ τὴν κατασκευὴν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ ὅρος, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1791, τοῦ 1793 τοῦ 1795, ἐὰν προέτεινεν εἷς Βουλευτὴς τοῦτο, θὰ τὸ ἀπεδέχετο ἡ Βουλὴ ἡ τότε, ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις; Βεβαίως ὄχι, διότι πῶς δύνανται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσιν ἔτι τὸν ἀτμόν, νὰ φαντασθῶσιν ὅτι, ἐπειδὴ θὰ εὑρεθῇ τρόπος ταχύτερος συγκοινωνίας δύο μερῶν, θὰ αὐξηθῇ ὁλόκληρος ὁ πλοῦτος τοῦ καθόλου Κράτους, ὁλόκληρος ἡ δύναμις καὶ ἡ εὐρωστία τοῦ ἔθνους; Τοῦτο σημαίνει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν πολὺ μεγάλην σημασίαν εἰς τὰς λέξεις, αἱ ὁποῖαι τότε ἐθεσπίσθησαν· αἱ λέξεις ἐθεσπίσθησαν τότε, ἐπειδὴ ἐθεωρήθησαν ἕνεκεν ὡρισμένων συνθηκῶν καταλληλότεραι, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς μὲν αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἤλλαξαν ἐπίσης λόγῳ τῆς διαφορᾶς τῶν κοινωνικῶν συνθηκῶν, ἐπίσης δὲ ταυτοχρόνως καὶ αἱ λέξεις παρακολουθοῦσαι τὰς ἐννοίας ἤλλαξαν οὕτως εἰπεῖν ὑπόστασιν. Καὶ μεγάλη γίνεται ἁπανταχοῦ συζήτησις περὶ τῆς κοινῆς ὠφελείας τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Νομίζω ὅτι, ἂν καὶ θεωρῶ καταλληλοτέραν τὴν διατύπωσιν τῆς κοινῆς ὠφελείας, διότι θεωρῶ τὴν ἔννοιαν τῆς ὠφελείας εὐρυτέραν, ἐν τούτοις νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ τοσαύτη δύναμις, τοσαύτη βαρύτης εἰς τὴν διαφορὰν τῶν λέξεων τούτων. Ἴσως μόνον τὸ Pablicuse τοῦ Συντάγματος τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν ἐνέχει γενικῶς τὴν ἰδέαν τῆς χρήσεως καὶ τῆς χρησιμότητος· τοῦτο ἠδύνατο νὰ μεταφρασθῇ διὰ τοῦ «κοινὸν ἀγαθόν», ἀλλὰ διακόπτω τοιαύτην ἀπαρίθμησιν, διότι νομίζω, ὅτι ἐπ’ ἄπειρον δύναταί τις νὰ συζητῇ ἐπὶ τῶν λέξεων τούτων. Βεβαίως θὰ εὑρεθῶσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι εὐρυτέραν ἔννοιαν ἔχει ἡ δημοσία ἀνάγκη καὶ ἄλλοι οἱ ἴσως περισσότεροι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκουσιν ὅτι εὐρυτέραν ἔννοιαν ἔχει ἡ δημοσία ὠφέλεια. Ἑπομένως ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, γενομένης ψηφοφορίας, ἐψήφισα, τάσσομαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ὅτι δέον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἡ κοινὴ ὠφέλεια, ἐν τούτοις, τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν θὰ ἔβλεπον ἀλλάσσουσαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου τούτου, ἂν ἀντὶ τῆς κοινῆς ὠφελείας ἢ δημοσίας ὠφελείας ἐτίθετο ἡ δημοσία ἀνάγκη.
§41Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πάντοτε ὅμως ὑπὸ τὴν εὐρεῖαν ἔννοιαν.
§42Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδομεν ἡμεῖς. Αἱ λέξεις, ἐνόσῳ δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν ἀκριβῶς τὰς ἐννοίας, ἔχουσιν ἔννοιαν συμβατικήν. Βεβαίως θεωρητικῶς θὰ ἦτο καλλίτερον ἐν τῷ Συντάγματι ἐν γένει καὶ εἰδικῶς εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ ἀνεγράφοντο ὅλαι αἱ δυναταὶ περιπτώσεις, ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι οὐδεμία νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία πῶς θὰ ἑρμηνευθῇ τὸ Σύνταγμα ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἁρμόδιοι νὰ ἑρμηνεύσωσι τοῦτο, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ συντομία ἐπιβάλλεται εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου καὶ λόγῳ παραδόσεως καὶ λόγῳ σοβαρότητος καὶ λόγῳ τῆς εὐπρεπείας τῆς ἐν γένει συντάξεως ἑνὸς Συντάγματος καὶ διὰ πολλοὺς ἄλλους λόγους, νομίζω, ὅτι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει κυρίως νὰ ἀποβλέψωμεν ἡμεῖς, εἶναι νὰ δώσωμεν εἰς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἀναγράφομεν, ὡρισμένην σημασίαν καὶ νὰ μὴ ἀφήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀργότερον θὰ κληθῶσιν, ἵνα ἑρμηνεύσωσι τὸ Σύνταγμα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ νομοθετήσωσι, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ διοικήσωσι τὴν χώραν, νὰ μὴ δώσωμεν εἰς αὐτούς, λέγω, τὸ δικαίωμα, τοὐλάχιστον διὰ τὰς μεγάλας περιστάσεις, νὰ ἑρμηνεύωσι τὸ Σύνταγμα ὅπως θέλουσιν αὐτοί, ἀλλὰ νὰ τὸ ἑρμηνεύωσιν ὡς θέλομεν ἡμεῖς θεσπίζοντες τὸ Σύνταγμα. Διότι οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ κληθῶσι νὰ νομοθετήσωσιν ἐπὶ μιᾶς ἀμφισβητουμένης διατάξεως τοῦ Συντάγματος, αὐτοὶ ἀντιστρόφως βαίνοντες θὰ ἐρωτήσωσι ποία ἦτο ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ ὡρισμένου θέματος. Τοιαῦτα παραδείγματα εἶναι πλεῖστα, τοιαῦτα παραδείγματα εἰδικῶς ἔχομεν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων. Οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας οἱ εὐγλώττως ἀγορεύσαντες ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ οἱ παραστήσαντες τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τῆς δυστυχίας καὶ τῆς ἀπογνώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται οἱ Θεσσαλικοὶ πληθυσμοί, ἀνέφεραν παραδείγματα τοῦ παρελθόντος, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνεφανίσθησαν πασιφανῶς ὅτι αἱ προσπάθειαι Κυβερνήσεων δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τελεσφορήσωσιν εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐπεθύμουν νὰ λάβωσιν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, διότι ὑπῆρχεν εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα τὸ Σινικὸν τεῖχος τῆς ἀντισυνταγματικότητος τῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἐγὼ μὴ πολιτευόμενος τὴν ἐποχήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνάγονται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, καὶ μὴ γνωρίζων τὰς λεπτομερείας τούτων θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φέρω ἓν παράδειγμα μιᾶς περιστάσεως τοιαύτης, ἡ ὁποία καὶ μὲν δὲν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τῆς Βουλῆς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἦλθεν ἐμφαντικώτατα καὶ ὁλοκληρωτικῶς ἐνώπιον μιᾶς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία καὶ κῦρος εἶχε καὶ τὴν γνώμην της ἐπέβαλλε καὶ λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, καὶ ἴσως πρὸ παντὸς ἕνεκα τῆς ἐπιβολῆς τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Κατὰ τὸ ἔτος 1906 ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς διανομῆς τῶν Στεφανοβικείων καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας προσφύγων συνεζητήθη τὸ ἑξῆς ζήτημα: Ὅτε οἱ πρόσφυγες, οἱ τόσα παθόντες ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Ῥωμηλίᾳ, ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀνεγνωρίσθη, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσι πλεῖστοι, οἱ ὁποῖοι καταγόμενοι ἀπὸ παραθαλάσσια μέρη, κυρίως ἀπὸ τὸν Πύργον, τὴν Σωζόπολιν καὶ Εὐξεινόπολιν, οἱ ὁποῖοι καταγόμενοι ἀπὸ τὰ μέρη ταῦτα ὡς ἐπάγγελμα εἶχον ἢ εἶχον μᾶλλον δύο ἐπαγγέλματα, ναυτιλιακοί, εἴτε ἁλιεῖς, ἢ κατασκευασταὶ πλοίων, εἴτε ἐργάται λιμένων κλπ., ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐξήσκουν καὶ γεωργικὸν ἐπάγγελμα. Ἐθεωρήθη, ὅτι οἱ σκεπτόμενοι ὑπὲρ τῆς καλλιτερεύσεως τῆς τύχης αὐτῶν, ὑπὲρ τῆς εὐοδώσεως τῆς τύχης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλιπον τὰ πάντα, ἐγένετο ἡ σκέψις, ὅτι ἐκεῖνοι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς μέρη ὡρισμένα, τὰ ὁποῖα νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὰς αὐτὰς περίπου κτηματολογικὰς καὶ γεωργικὰς συνθήκας, ἀναλόγους τῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα κατῴκουν εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμηλίαν. Ὡς μέρος προταθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἦτο ὁ Ἁλμυρός. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ προὐτάθη ἡ ἰδέα, ἵνα τὰ κτήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων, ἀπαλλοτριωθῶσι λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης — ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐρρίφθη ἡ ἰδέα, ὅτι πρόκειται περὶ ἐθνικῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία εἶναι ἀνωτέρα τῆς δημοσίας ἀνάγκης —, ὁλόκληρος ἡ ἐπιτροπή, ἐξαιρέσει τεσσάρων μελῶν, ἐκηρύχθη ἐναντίον τῆς ἰδέας ταύτης, διότι προὐτάθη τὸ ἀντισυνταγματικόν· οἱ τέσσαρες μειονοψηφήσαντες ἔφερον τὸ ζήτημα ἐνώπιον τοῦ τότε ἡγουμένου μεγάλης πλειονοψηφίας ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, τοῦ κ. Θεοτόκη, ὅστις συνετάχθη μὲ τὴν γνώμην τῶν πολλῶν καὶ ἀνεγνώρισεν, ἢ μᾶλλον εἶχε τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις. Βεβαίως τὸ ζήτημα ἦτο ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι θὰ ἦτο περιττὴ ἡ συζήτησις πειθαρχοῦντος τοῦ κόμματος, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτής. Ἡ ἰδέα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐναυάγησε, τὰ κτήματα ἠγοράσθησαν εἰς διπλασίαν, τριπλασίαν, τετραπλασίαν τιμὴν παρ’ ὅ,τι ἤξιζον ταῦτα, οἱ πρόσφυγες οἱ τόσα παθόντες ἐνταῦθα, ὅσοι ἦλθον ἵνα τηρήσωσι τὸν ἐθνισμόν των, ἐγκατεστάθησαν ὑπὸ συνθήκας δυσμενεῖς ὑγείας, συνθήκας γεωργικὰς δυσμενεῖς, μὲ βάρη δυσβάστακτα τῶν τοκοχρεολυτικῶν δόσεων, καὶ πάντες ὑμεῖς εἴδετε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταστάσεως πρὸ τῆς κλίμακος τῆς ἀγούσης εἰς τὴν Βουλήν, εἴδετε τοὺς δυστυχεῖς Εὐξεινοπολίτας θύματα τῶν ἁρπακτικῶν διαθέσεων τῶν ἰδιοκτητῶν, ὧν ἠγοράσθησαν τὰ κτήματα. Δὲν πρέπει ὅμως νομίζω νὰ κατηγορήσωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας τούτους. Οἱ ἰδιοκτῆται οὗτοι ἐζήτησαν τὸ συμφέρον των, ἡ Πολιτεία ὅμως δὲν ἐπρονόησε, δὲν ἠδύνατο νὰ προνοήσῃ, νὰ τοῖς ἐπιβάλῃ νὰ πωλήσωσι τὰ κτήματα εἰς τὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀξίζουσι τὰ κτήματα. Καὶ δὲν ἠδυνήθημεν τοιουτοτρόπως νὰ προλάβωμεν νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ οἰκτροῦ θεάματος ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τῆς παραστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τόσα δαπανήσαντος ὑπὲρ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων τούτων καὶ μὴ δυνηθέντος νὰ ἐκπληρώσῃ τὸν ἐθνικὸν τοῦτον σκοπόν· ἴσως δὲ παριστάμεθα καὶ ἐνώπιον τῶν ξένων ὡς μὴ κηδόμενοι τῶν μεγάλων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι ἀντιπροσωπεύουσι. Θεωρῶ καθῆκόν μου ἐν τούτοις νὰ δηλώσω τὴν στιγμὴν, καὶ δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω, ἀδιαφορῶν ἂν οἱ πληθυσμοὶ τῆς Θεσσαλικῆς πεδιάδος δὲν μένουσιν εὐχαριστημένοι ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα λέγω, διότι καυχῶμαι ὅτι εἰς τὴν τελευταίαν ἐκλογήν, ταῦτα λέγων, δὲν ἔλαβον παρὰ τὸ ⅕ τῶν ψήφων τῶν καλλιεργητῶν, ἂν καὶ νομίζω ὅτι ἀπέδειξα ἀπὸ πενταετίας ὅτι πονῶ ὑπὲρ αὐτῶν, λέγω ὅτι δὲν εἶμαι πεπεισμένος ὅτι εἶναι ἀπολύτως βέβαιον ὅτι τὸ Κράτος θέλει καταφύγει εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Εἶναι πιθανώτατον τοῦτο, εἶναι ὅμως ἐπίσης ὄχι ὀλιγώτερον πιθανὸν νὰ εὑρεθῇ καὶ ἄλλη λύσις. Ἐκεῖνο ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δέον νὰ ἐπιμείνω, εἶναι τὸ ἑξῆς· νὰ ὑπάρχῃ διατετυπωμένη ἐν τῷ Συντάγματι ἡ ἄδεια, ἵνα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται, ὅταν αἱ συνθῆκαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα κατ’ ἄλλον τρόπον, νὰ δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ψηφίσῃ νόμον ἐπιβάλλοντα τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἀναγκαστικῶς τάχιον ἢ βράδιον θὰ κληθῶμεν νὰ λύσωμεν τὸ μέγα ἐθνικὸν ζήτημα τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος ἐν Θεσσαλίᾳ, δέον νὰ ἔχωμεν ἕτοιμον τὸ ὅπλον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ βάλωμεν οὐχὶ ἐναντίον τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὸ τίμημα τοῦ κτήματός των, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὴν περιουσίαν των, διότι περιουσίαν ὀνομάζω τὸ ποσὸν τῶν κτημάτων, τὸ ὁποῖον κατεῖχον μέχρι τοῦδε καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀπελάμβανον ὡρισμένον εἰσόδημα, ὄχι νὰ βάλωμεν ἐναντίον τῶν ἰδιοκτητῶν ἐκείνων, ἀλλ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι πάντοτε ἕτοιμοι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι καὶ τὰς χειροτέρας στιγμὰς τοῦ ἔθνους χάριν αἰσχροκερδείας καὶ κερδοσκοπίας.
§43Ν. ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ αἰσχροί;
§44Α. ΣΛΗΜΑΝ. Θὰ εὑρεθῶσι. Νομίζω δὲ ὅτι οὐδὲν παράπονον δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ὡς θέλει βεβαίως καθορισθῆ ἐν μέλλοντι νόμῳ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, θὰ λάβωσι τὸ τίμημα τοῦ κτήματός των. Βεβαίως δὲν πρόκειται σήμερον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς λεπτομερείας πῶς θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, πᾶσα ὅμως Βουλή, πᾶσα, δύναμαι νὰ εἴπω, πλουτοκρατικὴ Βουλή, διότι οἱαδήποτε ἐξέγερσις καὶ ἂν γίνῃ, καὶ τοῦτο ἀπεδείχθη ἐκ τῶν τελευταίων ἐξεγέρσεων καὶ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8 Νοεμβρίου, πάντοτε θὰ ἔχωμεν Βουλήν, ἂν ὄχι πλουτοκρατικήν, ἀντιπροσωπεύουσαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διὰ τῆς πλειονοψηφίας τὰ συντηρητικὰ στοιχεῖα τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα ἀπέχουσι βεβαίως πόρρω τοῦ νὰ θελήσωσι νὰ ἁρπάσωσιν ὡρισμένα κτήματα καὶ νὰ τὰ δώσωσιν εἰς τοὺς χωρικούς, ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ φοβώμεθα τὴν Βουλήν. Βεβαίως ἡ Βουλὴ ἐκείνη θὰ δώσῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαλλοτριωθῇ, τὸ τίμημα, τὸ ὁποῖον ἐξευρίσκεται διὰ τῆς κεφαλαιοποιήσεως τῶν τόκων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσοδήματος. Ἑπομένως τί ἀπομένει ὡς ἀντίρρησις εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δὲν θέλουσι τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν; Δὲν μένει παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀνομάζομεν ἕνα σύνδεσμον τῆς γῆς πρὸς αὐτούς. Ἀλλ’ ἐξεταστέον· ἕνα τοιοῦτον θεωρητικὸν πλατωνικὸν σύνδεσμον τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεγάλου πρὸς τὴν γῆν δέον ἡ Πολιτεία νὰ τὸν σεβασθῇ, προκειμένου περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως πληθυσμῶν, περὶ τοσούτων μεγάλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λυθῶσι; Ὅταν εἷς σιδηρόδρομος διέρχηται πλησίον μιᾶς κωμοπόλεως, δὲν καταστρέφει τὸ κηπάριον τοῦ μικροῦ ἰδιοκτήτου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔζησεν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνετράφη, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει τὰς ἀναμνήσεις του, οὐδεὶς εὑρίσκεται νὰ ἐξεγερθῇ; Καὶ ἐκεῖνος δὲν ἔχει δεσμὸν μὲ τὴν γῆν ταύτην; Ἐν τούτοις οὐδεὶς σκέπτεται νὰ εἴπῃ, διατί ὁ σιδηρόδρομος νὰ μὴ κάμῃ μίαν παρέκκλισιν, οὕτως ὥστε νὰ ἀποφύγῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ οἰκίσκου, τὴν καταστροφὴν τοῦ μικροῦ τούτου κήπου. Ἐὰν μίαν τοιαύτην παρέκκλισιν ἔκαμνε, τί θὰ συνέβαινεν; Θὰ ἐπεβαρύνετο κατά τι περισσότερον ἡ Ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου, θὰ ἐδίδετο ὀλιγώτερον μέρισμα εἰς τοὺς μετόχους, ἢ ἀφ’ ἑτέρου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιβαίνουσι τοῦ σιδηροδρόμου, θὰ ἐπλήρωνον ἓν τίμημα εἰσιτηρίου κατὰ ἑκατοστά τινα τοῦ λεπτοῦ μεγαλείτερον. Ἐν τούτοις ἡ Πολιτεία δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν της τὸν σύνδεσμον τοῦ ἰδιοκτήτου ἐκείνου πρὸς τὸ κτῆμά του. Διατί νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν σύνδεσμον τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ μεγάλου κτήματος, ἔνθα βεβαίως δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἐσωτερικοὶ λόγοι τοῦ συνδέσμου, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσιν εἰς ἄλλην περίστασιν; Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, προέτειναν, ἵνα εἰδικοὶ νόμοι κανονίζωσιν «τὰ τῆς ἰδιοκτησίας, διαθέσεως κλπ.». Ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι δέον ἡ διάταξις αὕτη νὰ ἀπορριφθῇ, κατεψηφίσθη δὲ ταυτοχρόνως μὲ τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἡ πρότασις ἀξιοτίμων συναδέλφων τοῦ νομοῦ Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπογράψω, καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐλαμβάνετο εἰδικὴ πρόνοια περὶ ἀπαλλοτριώσεως τσιφλικίων. Ἡ γνώμη, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ὅτι, ἐὰν τεθῇ ὅτι εἰδικοὶ νόμοι θὰ κανονίζωσι τὰ περὶ ὡρισμένης ἰδιοκτησίας, τὰ μὲν ἀναφερόμενα ἐν τῇ παραγράφῳ ταύτῃ θὰ περιελαμβάνοντο ἐν τῇ ἐννοίᾳ ἐκείνου, ὃν θεσπίζει τὸ Σύνταγμα σήμερον· καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέρριψε ταυτοχρόνως τὰ περὶ κανονισμοῦ καὶ διαθέσεως μεταλλείων, ὀρυχείων κλπ. Ἀπέρριψε δὲ ταυτοχρόνως καὶ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν. Βεβαίως ἀπόκειται εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ κανονίσῃ ἂν θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν ἀναγραφὴν τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία προεβλήθη ὑπὸ τῶν 6 ἀξιοτίμων Βουλευτῶν. Ἐὰν ὅμως ἀναγραφῇ ἡ διάταξις αὕτη, ἀνυπερθέτως πρέπει ἔτι περισσότερον νὰ ἀναγραφῇ καὶ ἡ προβληθεῖσα πρότασις ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Θεσσαλίας, διότι, ἐὰν ἀναγραφῇ εἰδικῶς διὰ τοὺς ἀρχαιολογικοὺς τόπους, μεταλλεῖα κλπ. μία διάταξις, τοῦτο οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ ὅτι δὲν ἐννοεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σήμερον συνέταξε τὴν τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐννοεῖ νὰ περιλάβῃ καὶ τὰ τσιφλίκια. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμην τὴν ἀπάλειψιν ταυτοχρόνως καὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ὁμοῦ μὲ τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς προτείνομεν, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον, ὅτι διὰ ψηφίσματος ἡ Συνέλευσις εἴτε δι’ ἐπισήμου προτάσεως, ἡ ὁποία νὰ ἀναγράφηται εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον ἤθελε δηλωθῇ, ὅτι ἡ Συνέλευσις ψηφίζουσα ὡς ψηφίζει τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐννοεῖ περιλαμβανομένην καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν τσιφλικίων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον προτείνει, ὅτι ἔδει νὰ ληφθῇ μέριμνα εἴτε δι’ ἀναγραφῆς, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ ἰδέα τῆς ἀναγραφῆς, εἴτε διὰ δηλώσεως, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ ἰδέα τῆς δηλώσεως, μέριμνα ὄχι μόνον περὶ τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν μεγάλων ἐκτάσεων πέριξ τῶν ἰαματικῶν πηγῶν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι μέγας ἐθνικὸς πλοῦτος, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε δὲν ἐξεμεταλλεύθημεν, εἶναι τὰ ἰαματικὰ ὕδατα. Ἀλλὰ πᾶς ἐξ ὑμῶν γνωρίζει τὰ ἰαματικὰ ὕδατα καὶ πάντες οἱ μεταβάντες ἐκεῖ θὰ εἶδον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ ἰαματικὰ ὕδατα νὰ προοδεύσωσι, διότι δὲν ὑπάρχει ὁ εἷς ἐπιχειρηματίας, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ κέρδος τῆς ὅλης ἐγκαταστάσεως, ἡ ὁποία θέλει γίνει μόνον, ἐὰν ἀπαλλοτριωθῇ μέγας χῶρος καὶ γίνωσιν ἐνοικιάσεις πολυετεῖς. Μόνον τότε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν μίαν ἐγκατάστασιν μεγάλην, ἡ ὁποία νὰ προσελκύῃ καὶ ξένους καὶ νὰ γίνωσι τὰ ἰαματικὰ ὕδατα ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς βιομηχανίας τῶν ξένων, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς οὐδόλως ἀνεπτύχθη καὶ ἡ ὁποία βιομηχανία ἐν τούτοις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔφερε τὸ ἰσοζύγιον εἰς τὸν Ἰταλικὸν Προϋπολογισμόν, καὶ ἐκείνη, ἡ ὁποία συντηρεῖ τὸ Ἑλβετικὸν Κράτος, τοῦ ὁποίου ὁ λαὸς εἶναι ἀπηλλαγμένος πλείστων ὅσων βαρῶν. Νομίζω ὅτι τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δύναται νὰ προτείνῃ τις χωρὶς νὰ φοβηθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς θέλων νὰ ἐπιβουλευθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ὅτι ἡ ἀποδοχὴ τῆς ἰδέας τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως εἰς βαθμὸν μὴ ἐπιτρεπόμενον νὰ προέλθῃ ἀπὸ μίαν Συνέλευσιν καὶ μίαν Βουλήν, ἐν γένει νομίζω ὅτι ὁ φόβος οὗτος οὐδόλως εἶναι δεδικαιολογημένος, ἀφοῦ μάλιστα ὄχι μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ ἡ διοίκησις δύναται νὰ λάβῃ τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα μέτρα, ὥστε ἡ ἀξία τῶν κτημάτων νὰ μεταβάλληται ἐπὶ πολύ, καὶ ἀναφέρω τοὺς προστατευτικοὺς δασμούς, οἱ ὁποῖοι ἀλλάσσουσιν ἀπὸ μίαν ἡμέραν εἰς τὴν ἄλλην, τὸν ἔγγειον φόρον τῆς παραγωγῆς ἀναλόγως τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου, οὗ γίνεται αὐξομείωσις τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων. Μία ἐγκατάστασις ἑνὸς ὑδραυλικοῦ ἔργου βεβαίως θέλει αὐξήσει κατὰ πολὺ τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων, ὁ διακανονισμὸς τῶν σχέσεων ἐπίσης, αἱ κτηματικαὶ Τράπεζαι ἐπίσης· γνωστὸν δὲ τὸ γεγονὸς τῆς ἐκτιμήσεως τῶν Θεσσαλικῶν κτημάτων ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς λειτουργίας τῶν σιδηροδρόμων. Τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημα οὐχὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, διότι οὗτοι, νομίζω, δὲν εἶναι ἰδιοκτῆται, ἀλλ’ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κτηματικὴν ἕνωσιν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποτελοῦσιν ἐκεῖ τὸ σύνολον τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι πολὺ φρονιμώτερον σκέπτονται καὶ πολὺ πρακτικώτερον ἀπὸ ἐκείνους διανέμουσι τὰ διάφορα φυλλάδια, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ἔχητε ἀνὰ χεῖρας καὶ πάντες ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι τὸ τελευταῖον τοῦτο ἐπιχείρημα δὲν εἶναι διόλου ὀρθόν, καὶ ἑπομένως, ὅταν ἰδιοκτήτης τις λάβῃ τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει τὸ κτῆμα τοῦτο, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον ἂν διὰ λόγους γενικωτέρους ἀποξενωθῇ.
§45Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι ἀντίρρησις ὅτι διὰ νόμου ἐλαττοῦμεν τὴν ἀξίαν, διὰ νὰ τὴν πληρώσωμεν αὔριον;
§46ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Εἰς τοῦτο ἀπαντῶ, ὅτι διὰ τῶν διαφόρων νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ δύναται νὰ λάβῃ ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ προτείνηται τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῶν μέτρων τούτων καὶ τὸ ἐπιζήμιον κοινωνικῶς, διὰ τῶν μέτρων τούτων ἡ αὐξομείωσις τῶν κτημάτων εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα παρὰ εἰς τὰς περιστάσεις αὐτάς. Καὶ εἰς τὰς πόλεις γίνεται τοῦτο, καὶ ἀκριβῶς ἤθελον προτείνει ἂν διὰ τοῦ ἑνὸς ἢ ἄλλου τρόπου ἠδύνατο νὰ δοθῇ ἑρμηνεία τοιαύτη εἰς τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ὥστε εἰς τὰς πόλεις νὰ ἐπιτρέπηται ὄχι μόνον ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν τετραγωνικῶν μέτρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει βαδίσει ἡ ὁδός, ἀλλὰ καὶ τῶν πέριξ, καὶ ἔχομεν ἓν παράδειγμα πολὺ σπουδαῖον, τῆς μελετωμένης προεκτάσεως τῆς ὁδοῦ Κοραῆ. Ἡ ἡμετέρα πόλις θὰ λάβῃ ἐντελῶς ἄλλην ὄψιν διὰ τῆς προεκτάσεως τῆς ὁδοῦ ταύτης. Εἶναι μία ὁδός, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ Θησεῖον καὶ νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν κυκλοτερῆ ὁδὸν τῆς Ἀκροπόλεως. Βεβαίως ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν δύναται νὰ ἀνοιχθῇ δι’ ἄλλου τρόπου παρὰ δι’ ἀπαλλοτριώσεως τῶν πέριξ, ἵνα τὸ Δημόσιον τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας θέλει ὑποστῆ, τὰς καλύψῃ διὰ τῆς πωλήσεως τῶν πέριξ οἰκοπέδων, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ τῶν μεγάλων σκανδάλων, ἀναλόγων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐρρύπαναν τὴν Γαλλικὴν Αὐτοκρατορίαν, ὅτε ἔγιναν τὰ μεγάλα ἔργα τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τῶν Παρισίων. Τὸ ἔσχατον ἐπιχείρημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν κτηματικὴν ἕνωσιν καὶ διανέμουσι φυλλάδια, τὸ ἔσχατον ἐπιχείρημα, λέγω, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίοι τῆς παραδοχῆς ὑπὸ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τύπον τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων ἐν τῷ Συντάγματι, εἶναι, ὅτι διὰ τῆς ἀναγραφῆς μιᾶς τοιαύτης διατάξεως θέλει χειροτερεύσει ἡ δημοσία τάξις ἐν Θεσσαλίᾳ. Νομίζω ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι ἐντελῶς σαθρόν. Γνωρίζω ἀπὸ ἐτῶν τὸν Θεσσαλικὸν λαὸν καὶ εἶδον ὅτι ὁ λαὸς οὗτος εἶναι συνεπέστατος εἰς τὰς ὑποχρεώσεις του, ὑπομονητικώτατος. Ἐπὶ τριάκοντα ἔτη οὐδὲν ἀπολύτως ἐθεσπίσθη, οὐδὲν ἐμελετήθη, οὐδὲν μέτρον ἐλέχθη ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Ἐν τούτοις ὁ λαὸς αὐτὸς ἔδειξεν ἀξιοθαύμαστον ὑπομονήν. Ἐξηγέρθησαν τελευταῖον, διότι ἀπηλπίσθησαν. Δώσατε εἰς τὸν λαὸν τοῦτον ἐλπίδα, δείξατέ του ὅτι ἡ Πολιτεία, θὰ μεριμνήσῃ, ὅπως ἀρθῶσιν οἱ κίνδυνοι οἱ μεγάλοι, τοὺς ὁποίους δὲν βλέπει, τοὺς ὁποίους ἄλλως πως παρουσιάζουσιν εἰς αὐτὸν οἱ ἁπανταχοῦ εὑρισκόμενοι ἐχθροὶ τοῦ λαοῦ, οἱ ἐξεγείροντες αὐτόν, πείσατε τὸν λαὸν αὐτόν, ὅτι θὰ ληφθῇ τάχιον ἢ βράδιον πρόνοια περὶ αὐτοῦ, πείσατε τὸν λαὸν τοῦτον, ὅτι ὑπομονητικῶς ἐργαζόμενος θὰ ἴδῃ τὴν τύχην του βελτιουμένην. Ἀναπτεροῦντες τὰς ἐλπίδας τοῦ λαοῦ τούτου βεβαίως οὐδόλως θέλετε συντείνει εἰς τὴν διασάλευσιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἀλλὰ τοὐναντίον θέλετε συντελέσει εἰς τὴν παγίωσιν ταύτης. Θέλετε ἴδει τὸν πληθυσμὸν τὸν κατὰ πάντα ἄξιον τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Πολιτείας, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπὲρ πάντα ἄλλον λαὸν τῆς Ἑλλάδος ἔχει συμφέρον ἡ Πολιτεία νὰ ἴδῃ αὐτὸν ἥσυχον ἐπιτελοῦντα τὰ ἔργα αὐτοῦ, καταγινόμενον μόνον εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ, χωρὶς νὰ προκαλῇ περισπασμοὺς εἰς τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν. Ἀναπτερώσατε, λέγω, τὰς ἐλπίδας τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ θέλετε τὰς ἀναπτερώσει παραδεχόμενοι ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν, καὶ ἔστε βέβαιοι ὅτε θέλετε παράσχει τὴν μεγαλειτέραν ἐκδούλευσιν εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν, καὶ ταυτοχρόνως ἀποβλέποντες εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα θέλετε πεισθῆ ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ καταστήσητε τὴν Ἑλλάδα σιτάρκη καὶ ἐν γένει θὰ αὐξήσητε τὸν δημόσιον τῆς Ἑλλάδος πλοῦτον. (Χειροκροτήματα).
§47Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρηκυῖα, καὶ ἴσως ἐκουράσθητε ἀκούοντες ἐπὶ τρεῖς ὥρας τοὺς διαφόρους ῥήτορας, καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν θέλει ἀποφασισθῆ διακοπή, ἵνα μετὰ ταῦτα συνεχισθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος, εἴτε ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, διότι ἡ κόπωσις ἐξακολουθεῖ ἀπὸ χθές· ἀλλά, ἂν δὲν διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, θὰ ζητήσω τὴν εὐμένειαν τῶν ἀκροατῶν μου, θὰ προσπαθήσω δὲ νὰ εἶμαι ὅσῳ τὸ δυνατὸν σύντομος.
§48ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα πολὺ κουρασμένοι μέχρι τοῦδε.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι δὲν εἰργάσθη ἡ Βουλὴ οὔτε τρεῖς ὥρας· εἰς τὰς 5 ἤρξατο ἡ συνεδρίασις, καὶ μόλις εἶναι ὀγδόη.
§50Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ μετ’ ἄλλων Θεσσαλῶν συναδέλφων ὑπεβάλομεν καὶ ἡ ὁποία συνίσταται εἰς τὸ ὅτι προτείνομεν, ἵνα ἀναγραφῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 τοῦ Συντάγματος ἡ διάταξις, ὅτι εἰδικὸς νόμος θέλει προνοήσει περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν μεγάλων ἀγροτικῶν ἰδιοκτησιῶν, ἤτοι τῶν τσιφλικίων καὶ τῆς δημιουργίας μικρῶν ἰδιοκτησιῶν. Ἐνομίσαμεν οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὅτι ἁρμοδίως ἔδει αὕτη νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῷ 17 ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος· τὴν τοιαύτην δὲ γνώμην ἡμῶν ἐπέρρωσεν ἔτι μᾶλλον ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ προσχεδίου ἐπιτροπῆς, διότι τὴν τροπολογίαν ἡμῶν ταύτην ἀπέρριψεν ἡ ἐπιτροπή, ἐν τῇ ἐκθέσει δὲ αὑτῆς ἀναφέρει καὶ τοὺς λόγους..... (διάλογοι, βηματισμοὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης).
§51Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνῃ διακοπὴ πέντε λεπτῶν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ κἄποια τάξις.
§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκουράσθημεν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι εἶναι τόσον πολὺ κουρασμένοι, δύνανται νὰ ὑπάγουν νὰ ξεκουρασθοῦν ἐπὶ τέλους.
§54Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μήπως εἶναι ἀδύνατον νὰ διακόψωμεν;
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω ὅτι θὰ συναινέσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συνεχίσωμεν μέχρι τῆς ἐνάτης καὶ νὰ λύσωμεν τότε τὴν συνεδρίασιν, νὰ ἐξακολουθήσῃ δὲ ὁ ἀγορεύων.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνεδρίασις θέλει συνεχισθῆ μέχρι τῆς ἐνάτης καὶ κατόπιν θὰ διαλυθῇ. Ὁρίστε, κύριε Χρυσοχοΐδη· ἐξακολουθήσατε τὴν ἀγόρευσίν σας.
§57Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Τὴν γνώμην ἡμῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅπως ἡ τροπολογία ἡμῶν συμπεριληφθῇ ἐν τῷ 17 ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, ἔτι μᾶλλον ἐπέρρωσεν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ προσχεδίου ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀπέρριψε τὴν τροπολογίαν ταύτην· διότι ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ἀναφέρονται δύο γνῶμαι· ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας, δι’ ἧς ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία αὕτη, ὡς περιττεύουσα, ἅτε συμπεριλαμβανομένης τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ τροπολογία ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ διατάξει τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν αὐτῇ τῇ ἐκθέσει διατετυπωμένη καὶ ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας, ὅτι ἡ τοιαύτη περίπτωσις, περὶ ἧς προνοεῖ ἡ τροπολογία, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ συμπεριλαμβανομένη ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῆς δημοσίας ὠφελείας, οὐδὲ ἀποτελεῖ δημοσίαν ἀνάγκην ἢ ὠφέλειαν. Ἀκριβῶς, λέγω, ἡ τοιαύτη διχογνωμία τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δικαιοῖ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι προτείνομεν καὶ ὑποστηρίζομεν ὅτι πρέπει αὕτη, ἔστω καὶ ἀπὸ ἀφῃρημένης καὶ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως, ἡ ἀμφισβήτησις νὰ λυθῇ τελειωτικῶς διὰ τῆς διασαφήσεως περὶ τοῦ ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ διάταξις τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Διότι καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ὑπῆρξε καὶ ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεριληφθῇ ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ὅρου τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἡ τοιαύτη ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, καὶ σᾶς ἀνέφερε παράδειγμα ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος λαβὸν χώραν κατὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων, καθ’ ἣν ἐθεωρήθη ὅτι ὑπῆρχε κώλυμα ἐκ τοῦ Συντάγματος, ὅπως ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμος ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν προσφύγων γαιῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲ καὶ ἀπὸ θεωρητικῆς εἴτε ἐπιστημονικῆς ἔστω ἀπόψεως ὑπάρχει ἡ γνώμη, ὅτι εἶναι δυνατὸν ὁ νόμος ὁ προνοήσων περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως νὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός, ἐφ’ ὅσον, λέγω, δὲν λυθῇ ἡ τοιαύτη διχογνωμία, εἶναι ἀδύνατος νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις, καὶ ἄν ποτε ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ ἐν τῷ μέλλοντι τοιοῦτόν τινα νόμον. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ χορηγήσῃ τὰ μέσα πρὸς πραγμάτωσιν τῆς ἀπαλλοτριώσεως, ὁ χρηματοδότης ἐκεῖνος θὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἂν ὁ νόμος τῷ παρέχει πάντα τὰ ἐχέγγυα τῆς ἀσφαλείας τῶν χορηγηθησομένων κεφαλαίων. Ἐφ’ ὅσον δὲ εἶναι παραδεκτὴ ἐπιστημονικὴ ἀμφισβήτησις, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς δημοσίας ἀνάγκης δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ ἡ τοιαύτη περίπτωσις ἀπαλλοτριώσεως, ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῇ τῆς ἐπιτροπῆς ἐξεδηλώθη ἡ γνώμη ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ συμπεριλαμβανομένη ἡ τοιαύτη ἐπὶ τῷ ἄνω σκοπῷ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅρου τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας, βεβαίως ὁ μέλλων χρηματοδότης θὰ σκεφθῇ, ὅτι ἐκ τῆς ἀοριστίας ἢ μὴ διασαφήσεως τῆς ἐννοίας τοῦ ὅρου τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας ὑφίσταται κίνδυνος, μήπως ὁ νόμος ὁ ψηφισθησόμενος καὶ καθιερώσων τὴν ἀναγκαστικὴν ἀπαλλοτρίωσιν θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικός, καὶ συνετῶς φερόμενος θὰ ἀρνηθῇ τὰ κεφάλαιά του· οὕτω δὲ διὰ τὴν μὴ εὕρεσιν κεφαλαίων ματαιοῦται ὁριστικῶς πᾶσα ἐλπὶς αἰσίας λύσεως τοῦ ζητήματος καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον ἐν τῇ σημερινῇ διατυπώσει τοῦ 17 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος νὰ ληφθῇ μία ἀπόφασις τοιαύτη ἢ τοιαύτη, εἴτε ἀποδεχομένη τὴν γνώμην ἡμῶν εἴτε ἀπορρίπτουσα ταύτην. Νομίζω ὅτι σήμερον ἡ Βουλὴ προκειμένου νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ 17ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος πρέπει πλέον ὁριστικῶς νὰ δώσῃ τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν αὐτῆς, οὕτως ὥστε ἡ Βουλὴ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μὴ εὑρίσκηται πρὸ τοῦ ἐνδοιασμοῦ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον θέλει ψηφίσει πρὸς λύσιν τοῦ τόσον φλέγοντος καὶ σοβαροῦ ζητήματος. Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ νὰ δοθῇ ἡ λύσις ἡ ἐμπρέπουσα διὰ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προτείνομεν, ἢ ἂν θὰ θεωρηθῇ ἀρκοῦσα ἡ ἑρμηνεία αὐτοῦ γιγνομένη διὰ ψηφίσματος, δι’ ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως, καταχωριζομένης ἐν τοῖς Πρακτικοῖς. Ἐν ἀμφοτέραις ταῖς περιπτώσεσιν ἡ λύσις θὰ εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή, ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο τὸ κυρίαρχον, τὸ ὁποῖον δύναται καὶ δικαιοῦται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ 17 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, θὰ δώσῃ τοῦτο τὴν ἑρμηνείαν αὐτοῦ καὶ θὰ ἀποκλείσῃ πᾶσαν ἐν τῷ μέλλοντι περὶ τούτου ἀμφισβήτησιν, καὶ ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ παρὰ νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τὸν κανονισμὸν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ προνοήσῃ περὶ τῶν παρομαρτουσῶν συνθηκῶν τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ πλέον ὁ φόβος, ὅτι θὰ ἀντιταχθῇ ἡ ἀντίρρησις, ὅτι ὁ νόμος οὗτος θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός. Δύο δὲ εἶναι αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι φέρονται κατὰ τοῦ παραδεκτοῦ τῆς τροπολογίας ἡμῶν, αἱ ἐξαγόμεναι ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς· πρώτη καὶ σπουδαιοτέρα εἶναι ἡ ἀντίρρησις τῆς μειονοψηφίας, δηλαδὴ ἂν πραγματικῶς δύναται καὶ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ συνεδρίου τούτου ὡς ἀποτελοῦσα μίαν τῶν περιπτώσεων τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας, ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν, καὶ εἰδικῶς τῶν τσιφλικίων (διότι βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι κατὰ τὰ 99% ἡ διάταξις αὕτη τῆς τροπολογίας στρέφεται ὑπὲρ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων). Πρώτη ἀντίρρησις εἶναι, λέγω, ἂν ἡ περίπτωσις αὕτη τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων δύναται καὶ πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τοῦ συνεδρίου τούτου ὡς ἀποτελοῦσα μίαν τῶν περιπτώσεων τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας, δι’ ἃς πρέπει νὰ χωρῇ ἡ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, καὶ δευτέρα ἔρχεται ἡ ἀντίρρησις ὅτι, καὶ ἂν παραδεχθῇ τὸ συνέδριον τοῦτο ὅτι πράγματι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς περιπτώσεως δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας, πάλιν δὲν πρέπει ἡ περίπτωσις αὕτη νὰ συμπεριληφθῇ πράγματι ὡς συνταγματικὴ διάταξις, ἀφοῦ συμπεριλαμβάνεται καὶ ἐξυπακούεται ἐν τῇ γενικῇ ἐννοίᾳ τοῦ ὅρου «δημοσία ἀνάγκη ἢ ὠφέλεια». Θὰ θεωρήσω τὸν ἑαυτόν μου εὐτυχῆ, ἐὰν κατορθώσω διὰ τῆς ἀσθενοῦς φωνῆς μου νὰ παραστήσω τὸ ὕψιστον δίκαιον τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσιν ὅτι ὄχι μόνον μία τῶν περιπτώσεων τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας εἶναι ἡ αἰτουμένη ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις, ἀλλ’ εἶναι ἡ μόνη ἴσως, ἡ ὑψίστη ἐθνικὴ ἀνάγκη. Ὅπως ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ τοὐλάχιστον τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἔθνους, τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι μία τῶν μεγίστων ὑποχρεώσεων αὐτοῦ εἶναι τὸ νὰ ἐνδιαφέρηται περὶ τῶν διαφόρων παραγόντων, οἱ ὁποῖοι θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτοῦ ὡς Κράτους· εἰς δὲ τῶν πρωτίστων παραγόντων τῆς εὐημερίας ἑνὸς Κράτους εἶναι αἱ πλουτοπαραγωγικαὶ δυνάμεις αὐτοῦ, καὶ συνεπῶς ἡ πρωτίστη τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ εἶναι, ὅπως φροντίζῃ περὶ τῆς βελτιώσεως καὶ προαγωγῆς τῶν πλουτοπαραγωγικῶν τούτων δυνάμεων. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα τῆς ἀφῃρημένης καὶ θεωρητικῆς ἀπόψεως, ὅτι καλὸν εἶναι καὶ πᾶς πολίτης νὰ ἔχῃ μικρὰν ἰδιοκτησίαν, νὰ ἀποκατασταθῇ ὡς μικροϊδιοκτήτης· τοῦτο βεβαίως δύναται ν’ ἀποτελέσῃ τὸ ἰδεῶδες, τὰς βάσεις φιλοσοφικῆς ἢ κοινωνικῆς μελέτης, ἀλλὰ δὲν δύναται βεβαίως φυσικὰ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν μιᾶς σκέψεως τῆς Πολιτείας· ἡ Πολιτεία ἔχει πρωτίστως νὰ σκεφθῇ τὸ γενικὸν συμφέρον αὐτῆς ταύτης τῆς Πολιτείας, καὶ ἔπειτα νὰ σκεφθῇ τὸ συμφέρον τῶν καθέκαστα ἀτόμων, καὶ τοῦτο ἐφ’ ὅσον συμπίπτει καὶ πραγματοποιεῖται μετὰ τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει μεῖζον προέχει τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας ἐν τῇ ἀποκαταστάσει τῆς μικρᾶς ἰδιοκτησίας, καὶ ἕπεται τὸ συμφέρον τῶν καθέκαστα ἀτόμων, τὰ ὁποῖα μέλλουσι διὰ τῆς προτεινομένης ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως νὰ καταστῶσιν ἰδιοκτῆται. Σκέπτομαι ὅτι ἔχει ὕψιστον συμφέρον ἡ Πολιτεία ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει νὰ ἀποκαταστήσῃ τοὺς κολλήγας τῆς Θεσσαλίας, καὶ ἐν γένει πάντας τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς εἰς μικροϊδιοκτήτας, ὅτι συμφέρον, δύναμαι δὲ ἄνευ ὑπερβολῆς νὰ εἴπω, καὶ καθῆκον, ἔχει ἡ Πολιτεία νὰ μεταβάλῃ τὰς μεγάλας ἰδιοκτησίας, ἤτοι τὰ τσιφλίκια, ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς μικράς· καὶ θὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους σκέπτομαι ὅτι πρέπει νὰ ἀχθῇ εἰς τοιαύτην σκέψιν ἡ Πολιτεία. Ἐν τῷ παρόντι ἡ Θεσσαλία δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ὅτι εἶναι κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν κεφαλοχώρια, ὡς εἴθισται νὰ ὀνομάζωνται, κατὰ τὸ ἥμισυ δὲ τσιφλίκια· πρέπει ὅμως νὰ τονισθῇ καὶ τοῦτο ὅτι, ἐὰν πραγματικῶς κατ’ ἀριθμὸν τὸ ἥμισυ εἶναι κεφαλοχώρια, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ τσιφλίκια, συμβαίνει ὅμως τὰ πλεῖστα κεφαλοχώρια νὰ εἶναι ἐκ τῶν ὀρεινῶν χωρίων, τὰ πλεῖστα δὲ τσιφλίκια νὰ κεῖνται ἐν τῇ πεδινῇ Θεσσαλίᾳ, καὶ συνεπῶς τὸ μεγαλείτερον μέρος τῆς εὐφόρου πεδιάδος, τῆς καλλιεργησίμου, νὰ ἀνήκῃ εἰς τσιφλίκια. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν πεδινὴν Θεσσαλίαν κατὰ τὸ πλεῖστον, ἴσως κατὰ τὰ δύο τρίτα καὶ πλέον, τσιφλικιοκρατουμένην. Μὴ νομίσητε δὲ ὅτι οἱ τσιφλικιοῦχοι δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὑπὲρ αὐτῶν, ὅτι εἶναι καὶ αὐτοὶ πράγματι γεωργοί, ὅτι ἔχουσι τὸν σύνδεσμον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ γεωργὸς πρὸς τὴν γῆν, καὶ ὅτι συνεπῶς ἔχουσι καὶ αὐτοὶ δικαιώματα ἐπὶ τῆς γῆς ὡς γεωργοί· σήμερον τὰ τσιφλίκια εὑρίσκονται εἰς χεῖρας τριακοσίων ἐπιχειρηματιῶν, δύναμαι νὰ εἴπω, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἔτυχε νὰ εἶναι ἰδιοκτῆται γαιῶν μόνον καὶ μόνον διότι εὗρον κατάλληλον πεδίον τοποθετήσεως κεφαλαίων. Ἔχομεν λοιπὸν σήμερον πλέον τοῦ ἡμίσεος τῆς Θεσσαλίας ἀνῆκον εἰς 300 ἀνθρώπους οὐχὶ γεωργούς, ἀλλὰ κερδοσκόπους. Βεβαίως ὑπάρχουσι τρεῖς–τέσσαρες–πέντε ἐξαιρέσεις, ἀλλὰ μετρούμεναι εἰς τοὺς δακτύλους· πράγματι πέντε–ἕξ–δέκα τσιφλίκια ἀνήκουσιν εἰς τσιφλικιούχους μὲν πράγματι γεωργούς, ἀφοσιωθέντας εἰς τὰ κτήματα ταῦτα καὶ προσπαθοῦντας πράγματι νὰ αὐξήσωσιν ὡς ἀληθεῖς γεωργοὶ τὴν παραγωγὴν τῶν τσιφλικίων τούτων καὶ ἐν γένει νὰ βελτιώσωσι τὰς συνθήκας τῆς παραγωγῆς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐξαίρεσις· τὸ πλεῖστον τῶν τσιφλικιούχων τούτων εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐτοποθέτησαν τὰ κεφάλαιά των εἰς τὰ τσιφλίκια μόνον καὶ μόνον διότι εὕρισκον ἀπὸ αὐτὰ ἕνα καλὸν τόκον. Νομίζω δὲ ὅτι, ἐφ’ ὅσον φυσικὰ ἡ γῆ ἀνήκει εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν συνέδεσαν ἀναποσπάστως τὸν ἑαυτόν των, τὴν ὕπαρξίν των, μὲ τὴν γῆν, βεβαίως, φυσικά, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ἀπὸ αὐτοὺς τὴν πρόοδον, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι συναφὴς καὶ νὰ παρακολουθῇ ἑκάστοτε τὴν γεωργίαν, καὶ ἥτις πρόοδος δέον νὰ εἶναι τὸ κυριώτατον μέλημα πάσης εὖ φρονούσης Πολιτείας. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν γενικὸν κανόνα, ὅτι ἕκαστος πρέπει νὰ ἀποκομίζῃ τὰ ἀγαθὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἐργασίας καὶ νὰ ὠφελῆται ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς παράγει, ἐξετάσωμεν δὲ καὶ τὴν ἐν Θεσσαλίᾳ οἰκονομολογικὴν κατάστασιν, βεβαίως θὰ ἴδωμεν, ὅτι σήμερον ὑπὸ τὸ κρατοῦν καθεστὼς ἐν Θεσσαλίᾳ συμβαίνει τὸ ἀντίθετον τοῦ γενικοῦ τούτου κανόνος. Εὑρίσκομεν τὴν Θεσσαλίαν κατὰ τὸ 1881 κατὰ τὰ ⅔ διῃρημένην εἰς τσιφλίκια καὶ κατὰ τὸ ⅓ εἰς κεφαλοχώρια· ἐπέρχεται ἡ ἐλευθέρωσις τῆς Θεσσαλίας καὶ σὺν αὐτῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ συστήματος τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων ἐν Ἑλλάδι, καὶ συνεπῶς καὶ τῶν νόμων τῶν τελωνιακῶν, ἐν οἷς καὶ ὁ περὶ φορολογίας τοῦ ἐξωτερικοῦ σίτου. Διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου, ὁ ὁποῖος ἦτο οὐχὶ εὐκαταφρόνητος, ἐπῆλθεν ἄμεσος καὶ ἀπότομος ὕψωσις τῶν τιμῶν τοῦ σίτου, καὶ συνεπῶς ἄμεσος καὶ ἀπότομος αὔξησις τοῦ εἰσοδήματος τῶν τσιφλικιούχων, καὶ συνεπῶς ἄμεσος καὶ θετικὴ ὑπερτίμησις τοῦ κεφαλαίου αὐτῶν. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι διὰ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ πληρώνοντος τὸν ἄρτον αὑτοῦ ἀκριβότερον, τοῦ πληρώνοντος τὸν τελωνιακὸν δασμόν, περιῆλθεν ἡ ὠφέλεια οὐ μόνον τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος, ἀλλὰ καὶ τῆς κεφαλαιοποιήσεως αὐτοῦ διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων των εἰς διακοσίους, τριακοσίους, ἔστω τετρακοσίους ἀνθρώπους;
§58Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι εἰς τὴν Θεσσαλίαν αὐτὸ μόνον· εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§60Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Καὶ νομίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι οἰκονομολογικῶς παραδεκτόν, εἶναι οἰκονομολογικῶς καὶ πολιτειακῶς ἀνεκτόν, ὡρισμένα ἄτομα νὰ ὠφελῶνται διὰ πλαγίων ὁδῶν τὰ ὠφελήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διάφοροι νόμοι τοῦ Κράτους ἕνεκα ἀτελείας δὲν προέβλεψαν, ὅπως πραγματικῶς μὴ περιέλθωσιν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ περιέλθωσιν; Εἶναι, λέγω, δίκαιον, ὅπως ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος πληρώνει τὸν σῖτόν του ἀκριβότερα, συντελῇ εἰς τὴν αὔξησιν 200 ἢ 300 προσώπων; Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον τοῦτο· δὲν εἶναι μόνον αὕτη ἡ πρώτη ὑπερτίμησις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον οὕτω τὰ τσιφλίκια διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας καὶ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ φορολογικοῦ συστήματος· τὴν Θεσσαλίαν παρέλαβεν ἡ Ἑλλὰς ἐστερημένην πάσης συγκοινωνίας, εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ εἶναι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκ τῆς δουλείας ἀπελευθερώσεώς της· καὶ ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ κατασκευάζει σιδηροδρόμους, δαπανῶν ἑκατομμύρια, ἔρχεται τὸ Κράτος καὶ δαπανᾷ, ἵνα κατασκευάσῃ ἁμαξιτοὺς ὁδούς, ἵνα βελτιώσῃ τὴν δημοσίαν συγκοινωνίαν· εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ἀναπτύξω εἰς ὑμᾶς, πόσον τὰ διάφορα ταῦτα μέσα τῆς συγκοινωνίας, διευκολύνοντα τὴν διεξαγωγὴν τῶν προϊόντων, καθιστῶσι μὲν εὐωνότερα τὰ προϊόντα εἰς τὴν ἀγορὰν καταναλώσεως αὐτῶν, πάντως ὅμως εἶναι ἐξ ἴσου τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δίδουσι καὶ μείζονα τιμὴν εἰς τὰ προϊόντα τοῦ παραγωγοῦ. Καὶ ἐρχόμεθα λοιπὸν καὶ βλέπομεν μίαν δεκαετίαν ἢ εἰκοσαετίαν τὸ Κράτος πρᾶττον βεβαίως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πράξῃ ἀπέναντι μιᾶς ἐπαρχίας, ὁποία ἡ Θεσσαλία, νὰ δαπανᾷ ἑκατομμύρια, ὅπως κατασκευάσῃ ἐκείνας τὰς ἀτελεῖς ἐπὶ τέλους ἁμαξιτοὺς ὁδούς, ἃς ἔχει κάμει, ὅπως κατασκευάσῃ σιδηροδρόμους, ἀλλὰ διὰ νὰ ὠφελήσῃ τίνας; Βεβαίως γίνονται δημόσια ἔργα παντοῦ καὶ πάντοτε, ἀλλ’ ἡ ὠφέλεια, εἴτε ἄμεσος εἴτε ἔμμεσος, πρέπει νὰ κατανέμηται εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς κοινωνίας, εἰς ὅλα τὰ μέλη μιᾶς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Ἐν προκειμένῳ ὅμως τὰς δαπάνας τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, τὰ δημόσια ἔργα τῆς Θεσσαλίας, ὠφέλησαν κυρίως καὶ ἐμμέσως 300 τσιφλικιούχους, ὧν ηὔξησε τὸ εἰσόδημα διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν προϊόντων, ὧν ηὔξησεν ἡ περιουσία διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν τσιφλικίων των. Καὶ προκαλῶ πάντα ἀντιλέγοντα νὰ μοὶ διαμφισβητήσῃ, ἂν ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας δὲν ἐδιπλασιάσθη ἡ τιμὴ τῶν κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ οὕτως ἔχομεν δευτέραν ὠφέλειαν τῶν τσιφλικιούχων εἰς βάρος τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσοδήματος αὐτῶν, τὴν αὔξησιν τῆς ἀξίας τῶν τσιφλικίων των, δηλαδὴ αὔξησιν τῆς περιουσίας 300 προσώπων, γενομένην δαπάναις τοῦ Κράτους! Ἐρχόμεθα καὶ εἰς ἕτερον γεγονός. Ἀπὸ ἐτῶν πληρώνει ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία φόρον, ὑδραυλικὸν λεγόμενον· τὸν φόρον τοῦτον πληρώνει ἅπασα ἡ Θεσσαλία, ἐν ᾗ καὶ ἡ ἐπαρχία μου, ἐπί τε τῶν εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων προϊόντων. Ὁ φόρος οὗτος, Κύριοι, προώρισται, ἵνα γίνῃ ἡ μελέτη πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας, καὶ προπαρασκευάσῃ τὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβεβλημένην πράγματι ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων πρὸς ἀποστράγγισιν τῶν ἑλῶν καὶ διαφόρων τελματωδῶν χωρίων τῆς Θεσσαλίας. Ἐρωτῶ ἤδη ὑμᾶς: Ὅταν, ὅπως σᾶς εἶπον, ἡ Θεσσαλία διαιρεῖται κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν εἰς τσιφλικιούχους, κατὰ τὸ ἥμισυ δὲ εἰς μικροϊδιοκτήτας, τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τούτου, τὸν ὁποῖον καταβάλλουσιν αἱ 400,000 ψυχαὶ τῆς Θεσσαλίας, καταβάλλεται, Κύριοι, διὰ νὰ μελετηθῇ ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ βελτιώσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν διακοσίων ἀνθρώπων, καὶ ὅταν αὔριον θὰ συζητηθῇ ἴσως ἐνώπιον ἡμῶν ἡ κατασκευὴ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων, καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ δαπανήσῃ τέσσαρα—πέντε—ἕξ ἑκατομμύρια, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον πράγματι νὰ δαπανήσῃ, δὲν θὰ σκεφθῆτε σεῖς, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅτι πολὺ δικαίως θὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ φωνή· μὴ τὸ πράξητε τοῦτο, διότι βεβαίως δὲν πρέπει νὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ του τὸν ἱδρῶτα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δηλαδὴ καὶ τοῦ Πελοποννησίου καὶ τοῦ Ἑπτανησίου, ἀνερχόμενον εἰς ἑκατομμύρια, ἵνα τὸ ἥμισυ τῆς ὠφελείας ταύτης ὠφεληθῶσιν ἄνευ ἀνταλλάγματος τριακόσια πρόσωπα διὰ τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν γαιῶν αὐτῶν, διὰ τῆς ἀποστραγγίσεως τῶν ἑλῶν; (Ζωηρὰ χειροκροτήματα). Ἔκαστος τῶν πολιτῶν πρέπει νὰ ἀπολαμβάνῃ παρὰ τοῦ Κράτους ἀναλόγως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνεισφέρει, καὶ ἐν ἰσότητι ἀπέναντι τῶν ἄλλων· σήμερον ὅμως δυστυχῶς, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἓν καὶ μόνον δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι συνέβαινε μέχρι τοῦδε· ὅτι ὡς οἰκονομικὴν πολιτικὴν εἴχομεν κοινωνικὴν ἀνισότητα. Τοῦτο πραγματικῶς δύναταί τις νὰ καυχηθῇ ὅτι ὑπεσχέθη ὅτι· θὰ ἄρῃ τὸ πρόγραμμα τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος· βεβαίως δὲ ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν καὶ νὰ πατάξωμεν πανταχοῦ, ὅπου εὑρίσκομεν, τὴν τοιαύτην ἀνισότητα, τὴν κλονίζουσαν ἐκ βάθρων τὴν Πολιτείαν. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ τοιαύτη ἀνισότης τὰ μάλα προφανής, τὰ μάλα ἁπτή, εὑρίσκεται ἐνταῦθα· ἔχομεν δηλαδὴ 300 πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν, ἕνεκα τῶν ἀτελειῶν τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας, κατώρθωσαν νὰ προσκομίσωσι τοσαῦτα ὀφέλη ἴδια εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, εἰς βάρος ἐν γένει ὅλων τῶν ἄλλων Ἑλλήνων πολιτῶν. Σήμερον διὰ τῆς ψήφου ὑμῶν θὰ κριθῇ, ἂν θὰ θελήσητε νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ἄτοπον τοῦτο. Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι σήμερον πρέπει πάντως ν’ ἀποδώσωμεν τὴν ἰσότητα, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀποδοθῆ πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Θὰ ἀναφέρω μάλιστα καὶ ἄλλο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἴσως ἀγνοεῖτε οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς δώσῃ τὴν εἰκόνα τοῦ μέχρι σήμερον καθεστῶτος, τοῦ πῶς δηλαδὴ πράγματι ὑπὸ τὸ σημερινὸν καθεστὼς ὑπάρχουσι 200 καὶ 300 ἄνθρωποι ἐπωφελούμενοι τῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου, ἵνα ἀποκομίζωσιν ἴδια ὀφέλη. Ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας κατασκευάζονται ἔργα διὰ δαπάνης τοῦ Δημοσίου, κατασκευάζονται ὁδοὶ ἀπὸ τοὺς σιδηροδρομικοὺς σταθμοὺς καὶ λαμβάνουσι διεύθυνσιν τοιαύτην ἢ τοιαύτην, ὅπως ὁ περὶ κατασκευῆς τῶν ὁδῶν αὐτῶν νόμος ἤθελεν ὁρίσει, π.χ. ὅτι ἡ τοιαύτη ὁδὸς προορίζεται, διὰ νὰ θέσῃ εἰς συγκοινωνίαν τὸν δεῖνα σταθμὸν μὲ τὸν δεῖνα ἐθνικὸν δρόμον ἢ μὲ τὴν πρωτεύουσαν ἐπαρχίας, ἐνῷ ἡ ὁδὸς αὐτὴ δὲν ἔχει προορισμὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ μείζονα συγκοινωνίαν, ἀλλ’ ἔχει προορισμὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν συγκοινωνίαν τριῶν ἢ τεσσάρων τσιφλικίων ἀνηκόντων εἰς ἰσχύοντα πολιτικὰ πρόσωπα, οὕτως ὥστε νὰ μεταφέρωσι τὰ σιτηρά των εὐθηνότερα εἰς τὸν σιδηροδρομικὸν σταθμόν, καὶ νὰ ὠφελῶνται ἓν ἢ δύο λεπτά. Διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς λοιπὸν τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, αἵτινες κατασκευάζονται διὰ δημοσίας δαπάνης, ὠφελοῦνται οἱ τσιφλικιοῦχοι ἓν ἢ δύο λεπτὰ ἐπὶ τῶν σιτηρῶν εἰς ἑκάστην ὀκᾶν, αὐξάνοντες τὸ εἰσόδημα καὶ κεφαλαιοποιοῦντες οὕτω μεγαλειτέραν ἀξίαν τοῦ κτήματός των, διότι φυσικῷ τῷ λόγῳ αὐξάνει καὶ ἡ ἀξία τοῦ κτήματός των, ὅταν ὑπάρχῃ ὁδὸς πρὸς μεταφορὰν τῶν σιτηρῶν.
§61Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ὑπάρχει παράδειγμα;
§62Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Παραδείγματα δύνασθε νὰ λάβητε ἀπὸ τὰ δημόσια ἔργα. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ οἱ ἰδιοκτῆται τσιφλικιοῦχοι ζητοῦσιν ἀπὸ τὸ Κράτος, ἀφοῦ τοῖς κατεσκεύασε δαπάναις του τὸν δρόμον, διὰ νὰ μεταφέρωσι τὰ προϊόντα των, νὰ τοὺς πληρώσῃ καὶ τὴν ἀξίαν τῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἀπηλλοτρίωσε τὸ Κράτος πρὸς κατασκευὴν τοῦ δρόμου, διὰ νὰ μεταφέρωσιν αὐτοὶ τὰ σιτηρά των. (Χειροκροτήματα). Αὐτὴ ἦτο ἡ ἰσότης, ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν μέχρι τοῦδε, νομίζω δ’ ὅμως ὅτι σήμερον, ὅτε τὸ συνέδριον τοῦτο καλεῖται νὰ βουλεύηται ἐνταῦθα, τοιαῦτα ἄτοπα πρέπει νὰ τὰ ἄρῃ. Σᾶς ἀνέφερα ἐλάχιστα τοιαῦτα παραδείγματα, διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς καταστάσεως, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἰς βάρος τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, διὰ τῶν ἀτελειῶν τῶν νόμων, διαρρέει ὡρισμένον κέρδος ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων.
§63Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Πότε ἐζήτησαν νὰ πληρωθῶσι;
§64Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Περὶ τῆς ἀκριβείας τοῦ γεγονότος εἶμαι ὑπεύθυνος.
§65Γ. ΠΩΠ. Δυνάμει τοῦ νόμου.
§66Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Βεβαίως δυνάμει τοῦ νόμου· Οὐδεμίαν διέπραξαν παρανομίαν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτὰς τὰς ἀτελείας τοῦ νόμου, τοὺς τύπους τῶν νόμων, ἐπωφελούμενοι αὐτοὶ αὐξάνουσι τὰ εἰσοδήματά των, καὶ ἑπομένως τὴν περιουσίαν των. Καὶ πρόκειται ἤδη, ἀγαπητοὶ συνάδελφοι—καὶ πραγματικῶς σοβαρῶς μελετᾷ ἡ Κυβέρνησις τὴν κατασκευὴν ὑδραυλικῶν ἔργων—, πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, ἡ κατασκευὴ ὑδραυλικῶν ἔργων νὰ ἀποστραγγίσῃ καὶ νὰ καταστήσῃ καλλιεργήσιμα χιλιάδας ἐπὶ χιλιάδων στρεμμάτων γῆς. Αἱ γαῖαι αὐταὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνήκουσιν οὐχὶ εἰς μικροϊδιοκτήτας, ἀλλ’ εἰς ἰδιοκτήτας τσιφλικίων, καὶ θὰ ἴδωμεν τὸ μοναδικὸν παράδειγμα νὰ ἔρχηται τὸ Κράτος νὰ δαπανήσῃ, διὰ νὰ καταστήσῃ παραγωγοὺς τὰς γαίας ἑνὸς ἰδιώτου, διότι οἱ 200 ἢ 300 τσιφλικιοῦχοι ἀπέναντι τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων πολιτῶν ἰσοδυναμοῦσι μὲ μονάδα. Καὶ βεβαίως, φυσικῷ τῷ λόγῳ, ἐὰν τὸ ἔργον τοῦτο γίνηται, ἵνα τὰς ὠφελείας τοῦ τοιούτου ἔργου ἀποκτήσῃ καὶ καρπωθῇ εἷς λαὸς μιᾶς ὁλοκλήρου ἐπαρχίας, βεβαίως δὲν θὰ ἐξεγερθῇ ἡ συνείδησις οὐδ’ ἡ ἀγανάκτησις τῶν ἑτέρων μελῶν, τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ συμμετάσχωσι τοῦ καλοῦ τούτου. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ δαπανηθῶσιν ὀκτὼ ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ὑδραυλικῶν ἔργων, διὰ νὰ ὠφεληθῶσι διακόσιοι ἢ τριακόσιοι τσιφλικιοῦχοι, αὐξάνοντες τὰς περιουσίας αὐτῶν εἰς βάρος τοῦ Κράτους, βεβαίως ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῶσιν ἂν δὲν πρέπει νὰ δαπανηθῶσι τὰ χρήματα αὐτὰ εἰς ἄλλα ἔργα μείζονος ὠφελείας, ἵνα ὠφεληθῇ ὅλον τὸ Κράτος ἐξ αὐτοῦ.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα· ἡ Βουλὴ ἐπιτρέπει παράτασιν;
§68ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§69Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Κατέδειξα τοὺς λόγους ἐκείνους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπάρχει μία κοινωνικὴ καὶ οἰκονομολογικὴ ἀνισότης, καὶ τὴν κοινωνικὴν ταύτην ἀνισότητα δέον νὰ τὴν διορθώσωμεν, ἐπαναφέροντες τὰ πράγματα, ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ εἶναι. Ἔχει δὲ καὶ ἐνδιαφέρον τὸ Κράτος καὶ δι’ ἄλλους ἔτι λόγους, ἔχει ἐνδιαφέρον, λέγω, τὸ Κράτος νὰ κατανείμῃ τὰς μεγάλας ἰδιοκτησίας εἰς μικράς. Διότι οἱ μεγάλοι τσιφλικιοῦχοι δὲν ἐνδιαφέρονται ποσῶς περὶ τῆς παραγωγῆς αὐτῆς καθ’ ἑαυτήν, ἀλλὰ τινὲς μὲν τούτων μεταβάλλουσι τὰ τσιφλίκιά των εἰς λιβάδια, ἐρημώσαντες τὸν τόπον, ἄλλοι δὲ τούτων ὑπενοικιάζουσι τὰ τσιφλίκιά των εἰς ἐνοικιαστάς, οὐδένα αὐτοὶ ἔχοντες σύνδεσμον πρὸς τὰ τσιφλίκια καὶ τὴν γῆν, παρὰ ἕνα καὶ μόνον, πῶς νὰ ἐξασφαλισθῶσι διὰ συμβολαίου οὕτω πως, ὥστε νὰ αἴρηται πᾶς κίνδυνος, ὁ ὁποῖος θὰ φοβίζῃ αὐτοὺς καὶ τὸ εἰσόδημά των. Καὶ βλέπομεν ἀπειράριθμα τοιαῦτα συμβόλαια, τὰ ὁποῖα ἐξασφαλίζουσι τὸν τσιφλικιοῦχον ἀπὸ πᾶσαν ἐνδεχομένην ζημίαν, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ, ἕνεκα θεομηνίας, ἕνεκα σεισμοῦ, ἕνεκα εἰσβολῆς ἐχθροῦ καὶ ἕνεκα οἱουδήποτε ἄλλου λόγου. Δηλαδὴ λεόντεια συμβόλαια ἐξασφαλίζοντα αὐτοῖς μὲν τὸ βέβαιον κέρδος τοῦ ἐνοικίου, ἀφήνοντα δὲ ὅλους τοὺς κινδύνους εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐνοικιαστὰς τοὺς ἀληθεῖς γεωργοὺς ποτίζοντας διὰ τοῦ ἱδρῶτος καὶ τοῦ αἵματός των τὴν γῆν τὴν ἀνήκουσαν εἰς τοὺς τσιφλικιούχους. Τὸ τοιοῦτον εἶναι κατάθλιψις τῆς γεωργίας καὶ δὲν δύναται νὰ συντελέσῃ οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ὑπὲρ τῆς προόδου τῆς γεωργίας. Ἔχει ὅμως μέγα συμφέρον τὸ Κράτος νὰ προοδεύσῃ ἡ γεωργία, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ πρόοδος αὐτῆς αὐξάνει, κατὰ τοσοῦτον καὶ τὰ ἔσοδα αὐτοῦ θὰ αὐξάνωσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· εἶναι καὶ ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει ὕψιστον συμφέρον νὰ ἐπεμβῇ τὸ Κράτος. Διότι, ἂν μεταβάλωσιν οἱ τσιφλικιοῦχοι τὰ τσιφλίκιά των εἰς λιβάδια, ὅπως ἔπραξαν μέχρι σήμερον πολλοὶ τσιφλικιοῦχοι, καὶ ἐκδιώξωσι τοὺς χωρικούς, ἢ ἂν μετακαλέσωσι καλλιεργητὰς ἐκ τῆς Τουρκίας ἐπὶ ἡμερομισθίῳ, καθόσον καὶ τοῦτο γίνεται, τότε ἐρωτῶ ὑμᾶς τί θὰ γίνωσιν οἱ πολῖται Ἕλληνες, οἱ Θεσσαλοὶ γεωργοί, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἀναμένει τὸ Κράτος καὶ φόρους εἰς χρῆμα, ἀλλὰ καὶ φόρον εἰς αἷμα, ποῦ θὰ εὕρῃ τοὺς στρατιώτας του τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐν τῇ ἐρημωθησομένῃ πεδινῇ Θεσσαλίᾳ; Μήπως εἰς τὰ λιβάδια τῶν πατριωτῶν τσιφλικιούχων; Καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ σκεφθῇ καὶ φροντίσῃ περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ του; Εἶναι δὲ παραδεδεγμένον, ὅτι, ὅπου ἡ μικρὰ ἰδιοκτησία κρατεῖ, ἐκεῖ καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐξάνεται, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ἁπλῆ σύγκρισις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κεφαλοχωρίων πρὸς τὰ τσιφλίκια. Ὅτε δὲ τοιαῦτα μέγιστα καὶ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους πείθουσι πραγματικῶς, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ παρακολουθήσῃ πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἀσκεῖται ἡ ἰδιοκτησία διὰ τῶν τσιφλικίων ἐν τῷ τμήματι ἐκείνῳ, ὅτε ἔχει συμφέρον, ὅπως ἀσφαλίσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, ὅπως βελτιώσῃ πραγματικῶς τοὺς ὅρους τῆς παραγωγῆς, τίς δύναται νὰ ἀντιλέξῃ, ὅτι πράγματι τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν ὑψίστην ἐθνικὴν ἀνάγκην; Καὶ βλέπομεν νόμους προνοοῦντας περὶ μεταλλείων, νόμους προνοοῦντας περὶ ἀπαλλοτριώσεως μέρους γῆς, ἵνα συγκοινωνήσῃ τὸ ἓν χωρίον μετὰ τοῦ ἄλλου. Καὶ δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ποτέ, ὅτι ἀποτελεῖ δημοσίαν ἀνάγκην ἡ χάραξις μιᾶς ὁδοῦ, διὰ νὰ συγκοινωνήσωσι δύο χωρία ἀποτελούμενα ἀπὸ δύο χιλιάδας κατοίκους καὶ ὄχι τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὴν Πολιτείαν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰσότητα, τὴν βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τόσα ἄλλα ἀγαθά; Νομίζω, ὅτι, διὰ νὰ μὴ κουράζηται καὶ ἡ Βουλὴ ἐπὶ πλέον, ἀρκοῦσι τὰ λεχθέντα, καὶ θὰ ἐπείσθητε ὅτι πραγματικῶς, ὅτι ὄντως εἶναι ἐθνικὴ ἀνάγκη καὶ δὴ μεγίστη ἡ ἀποκατάστασις σήμερον τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν καὶ ἐν γένει τῶν Θεσσαλῶν καλλιεργητῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας. Ἐὰν δὲ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι πραγματικῶς εἶναι μία τῶν ὑψίστων ἀναγκῶν τῶν ἐθνικῶν ἡ τοιαύτη ἀποκατάστασις, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην διὰ τοῦ Συντάγματος. Διότι ὑπάρχουσι πλεῖστα ὅσα Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφουσι τὰς εἰδικὰς περιπτώσεις τῆς δημοσίας ἀνάγκης, δι’ ἃς χωρεῖ ἀπαλλοτρίωσις. Νομίζω, ὅτι καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα δὲν θὰ ἀστοχήσῃ, οὐδὲ θὰ καταστῇ σόλοικον δι’ ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι ῥήτρας ὅτι ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν τσιφλικίων διὰ τὴν ἀποκατάστασιν μικροϊδιοκτησιῶν εἶναι ὄντως «δημοσία ἀνάγκη» ἢ «δημοσία ὠφέλεια». Δὲν θὰ πράξωμεν ἄστοχόν τι, ἐὰν εἴπωμεν ἔστω καὶ δι’ ἑρμηνευτικοῦ ψηφίσματος, τοῦ συνεδρίου ὅτι πραγματικῶς μίαν τῶν περιπτώσεων «δημοσίας ἀνάγκης» ἢ «δημοσίας ὠφελείας» θεωρεῖ τὸ συνέδριον τοῦτο, ἑρμηνεῦον τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ὡς πραγματικῶς ὑπάρχουσαν εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν τσιφλικίων. Βεβαίως δὲ δι’ εἰδικοῦ νόμου θέλουσι καθορισθῆ αἱ λεπτομέρειαι τῆς ἐξευρέσεως τοῦ κεφαλαίου καὶ ἐν γένει τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ διεξαχθῇ καὶ λυθῇ τὸ ὄντως πολύπλοκον ζήτημα. Ἀλλὰ διὰ τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς τῆς τροπολογίας, ἥτις ὑπεβλήθη, ἢ διὰ τῆς αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν διὰ τοῦ ψηφίσματος, θὰ ἀποκλείσωμεν εἰς πάντα κακόβουλον τὴν ἀντίρρησιν, ὅτι ὁ τυχὸν ψηφισθησόμενος εἰς τὸ μέλλον νόμος θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός. Διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμήν, ὅτι εὑρέθη εἰς μέλλουσαν Βουλὴν στιγμὴ κατάλληλος νὰ εὕρῃ κεφάλαια καὶ τρόπον νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα τῆς τοιαύτης ἀποκαταστάσεως, ποῖος ἐγγυᾶται, ὅτι οἱ τσιφλικιοῦχοι δὲν θὰ προτείνωσιν, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός. Ἀκριβῶς αὐτὸν τὸν φόβον ἔχω μήπως ἡ μέλλουσα Βουλή, ἡ ὁποία θὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ καλὸν περὶ τῆς λύσεως τοῦ γεωργικοῦ ζητήματος, μήπως ἀποδυσπετήσῃ νὰ ψηφίσῃ τοιοῦτον νόμον ὡς ἀντισυνταγματικόν. Διὰ τοῦτο καλῶ ὑμᾶς, ὅπως ἄρωμεν τὸν τοιοῦτον κίνδυνον συμπεριλαμβάνοντες τὴν τροπολογίαν τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Σύνταγμα ἢ δίδοντες αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν. Βεβαίως τὰς λεπτομερείας τῆς ὅλης ἀποκαταστάσεως θὰ τὰς προνοήσῃ ὁ εἰδικὸς νόμος. Βεβαίως πρέπει νὰ ἀποζημιωθῇ εἰς τὸ ἄρτιον καὶ ἰδίως κατά τι ὑπὲρ τοῦ ἀρτίου ὁ ἰδιοκτήτης ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε τοῦ δικαίου. Βεβαίως πρέπει νὰ καταστῇ γνωστὸν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ὅτι αἱ γαῖαι αὐτῶν θὰ πληρωθῶσιν. Ἀλλ’ ὅλα ταῦτα θὰ εἶναι ἔργον τοῦ μέλλοντος ψηφισθησομένου νόμου. Σήμερον πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ μέλλοντος νόμου, ὅταν δὲ δὲν δυνηθῶμεν σήμερον καὶ τοῦτο νὰ πράξωμεν, νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι μεγάλη ἀδικία δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον. Διότι σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἔχωμεν διαμφισβητήσεις· δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι διαμφισβητήσεις περὶ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης λύσεως, ἀλλ’ αὗται θὰ λυθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ μέλλοντος νόμου. Σήμερον περὶ ἑνὸς πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ τὸ συνέδριον τοῦτο, ἂν θεωρεῖ ἢ δὲν θεωρεῖ, ὡς μίαν τοὐλάχιστον τῶν περιπτώσεων τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ὡς ἐξ ἴσου σοβαράν, ὅπως εἶναι καὶ ἡ κατασκευὴ μιᾶς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ, τὴν τοιαύτην ἀποκατάστασιν τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας. Περὶ τούτου καλεῖσθε νὰ ἀποφασίσητε. Ἡ Θεσσαλία προσεπάθησε διὰ τῆς ἀσθενοῦς φωνῆς ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων της νὰ καταστήσῃ ἀντιληπτὰ τὰ δίκαια αὐτῆς. Θὰ εἶναι εὐτυχής, ἐὰν κατορθώσῃ ἡ φωνὴ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς νὰ πείσῃ τὸ συνέδριον τοῦτο, ὅτι πράγματι πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῇ δι’ ἀποφάσεως τοῦ συνεδρίου τούτου ἡ ἐν τῷ μέλλοντι πραγμάτωσις οὐχὶ ἁπλῶς μιᾶς δημοσίας ἀνάγκης, ἀλλὰ μιᾶς ὑψίστης ἐθνικῆς ἀνάγκης. Θεωρῶ καὶ πάλιν ἐπιβεβλημένον νὰ τονίσω ὅτι πρέπει δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ νὰ ἐξασφαλισθῇ αὕτη. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ λάβῃ τὸν στέφανον τῆς δόξης, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ συνέδριον τοῦτο, θὰ εἶναι μεγάλη τιμή, ὅταν διὰ τῆς ψήφου ἡμῶν ἐξασφαλίσωμεν τὸ δυνατὸν τῆς ἐν τῷ μέλλοντι πραγματοποιήσεως τούτου. Νομίζω ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνῆλθεν ὑπὸ τὰς μᾶλλον φιλελευθέρους προβλέψεις, νομίζω, λέγω, ὅτι ἔλαχεν ὁ κλῆρος νὰ ψηφίσῃ τὴν τοιαύτην διάταξιν, ἡ ὁποία πραγματικῶς θὰ ἀπετελῇ ἕνα τῶν ἀδαμάντων τοῦ ἔργου τοῦ Σώματος τούτου (χειροκροτήματα).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 40′ μ. μ.).