1911.03.11
2,145 rows · 15,669 words · 212 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47.
Τῆς 11ης Μαρτίου 1911
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 196 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§2Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὴν βʹ σελίδα τῶν Πρακτικῶν ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος. Δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ ὅτι οἱ τρεῖς τελευταῖοι εἶναι τῆς μειονοψηφίας. Δὲν εἶναι σαφὲς ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ἂν ἡ μειονοψηφία εἶναι ἡ πολιτικὴ μειονοψηφία, ἂν δηλαδὴ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων. Θέλω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ τὴν ἑρμηνείαν τῆς ἐκλογῆς, διότι, ἂν πρόκειται περὶ πολιτικῆς μειονοψηφίας, ἡ ἐκλογὴ δὲν διεξήχθη οὔτε κατὰ τὸν Κανονισμὸν οὔτε κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα. Τὰ μέλη τῆς πολιτικῆς μειονοψηφίας ὑποδεικνύει ἡ πολιτικὴ μειονοψηφία, δὲν πρέπει δὲ νὰ καθιερωθῇ νὰ ἐκλέγωνται τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας.
§3ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι μυστικὴ ἡ ψηφοφορία.
§4Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρετηρήθη ὅτι ἡ ψηφοφορία εἶναι μυστική, ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, διὰ σαφῶν διατάξεων νὰ κανονίζῃ τὰ κατὰ τοῦτο, καὶ τὸ πνεῦμα δὲ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὡς ἐφηρμόσθη ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι συντάσσονται δύο ψηφοδέλτια, ἕκαστον τῶν ὁποίων περιέχει τὰ δύο τρίτα τῶν μελῶν. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ ἓν τῶν ψηφοδελτίων θὰ λάβῃ τὰς πλείονας ψήφους, καὶ συνεπῶς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς θὰ εἶναι τὸ ὅλον τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ περιεχομένου ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ τούτῳ. Τὸ ἕτερον ψηφοδέλτιον, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ τὰς ὀλιγωτέρας ψήφους, κατ’ ἀνάγκην θὰ δώσῃ τοὺς τρεῖς. Καὶ τοιουτοτρόπως ἡ μειονοψηφία θὰ δώσῃ τρεῖς καὶ ἡ πλειονοψηφία ἕξ. Τίνες δὲ συντάσσουσι τὸ ψηφοδέλτιον τῆς μειονοψηφίας; Οἱ συντάσσοντες τὸ ψηφοδέλτιον τῆς πλειονοψηφίας; Τοῦτο, ἂν δὲν ἐξάγηται ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ, ἐξάγεται ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ Κανονισμοῦ, ὅτι θὰ συντάσσηται ὑπὸ τῆς μερίδος τῆς μειονοψηφούσης. Ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ἡ πλειονοψηφία ὑποδεικνύει ὄχι μόνον τοὺς ἐξ τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ τοὺς τῆς μειονοψηφίας, θὰ κατορθοῦται νὰ μὴ ἐκπροσωπῆται ἡ μειονοψηφία δι’ ὧν προσώπων ἐκείνη θέλει, ἀλλὰ δι’ ὧν προσώπων ἡ πλειονοψηφία θέλει. Καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν ἐπιτροπάς, εἰς τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἐκπροσωπῆται ἡ μειονοψηφία. Ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ Βουλὴ χθὲς εὑρέθη ἔν τινι δυσχερείᾳ, εὑρέθη μεταξὺ δύο ψηφοδελτίων, μεταξὺ ἑνὸς περιέχοντος πρόσωπα ἀνήκοντα ἢ πάντα ἢ τὰ δύο τούτων εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, τὰ ὁποῖα ὑπεδεικνύοντο, διὰ νὰ ἀποτελέσωσι τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ κατόπιν εὑρέθη πρὸ ἄλλου ψηφοδελτίου περιέχοντος τρία πρόσωπα τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ μὴ ἐνδεικνυόμενα ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ. Καί, διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, ἐψηφίσθη τὸ ἓν τῶν ψηφοδελτίων. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἐπειδὴ οἱ ἐκλεγέντες δὲν ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, νομίζω ὅτι παρὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ ἐξελέχθησαν. Μεταξὺ τῶν ἐκλεγέντων εἶμαι καὶ ἐγώ, βεβαίως δὲ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐξελέγην ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως ἀποτελέσω μέλος τῆς μειονοψηφίας, καὶ ὅτι συνεπῶς ἀντικανονικῶς ἐξελέγην. Ἕνεκα τούτου θεωρῶ ὅτι δὲν μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κανονισμός, κύριοι Βουλευταί καθιεροῖ, προκειμένου περὶ ἐκλογῆς ἐπιτροπῶν, εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀντιπροσωπεύσεως ἐν αὐταῖς καὶ τῆς μειονοψηφίας. Πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου ἀντὶ ἄλλου μέσου ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὑποδεικνύονται εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἵνα καθίσταται δυνατὴ ἡ ἐξασφάλισις τῆς μειονοψηφίας, ὅπως θὰ ἦτο καὶ τὸ μέτρον τοῦ ἑνιαίου τῆς ψήφου, καθὸ ἕκαστος Βουλευτὴς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδεικνύῃ ἕνα μόνον, ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν ἐθεώρησεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ, ὅταν ἕκαστον ψηφοδέλτιον περιέχῃ τὰ ⅔ τῶν ἐκλεκτέων. Ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἡ πλειονοψηφία δὲν δύναται νὰ ἐκλέξῃ τὸ ὅλον τῶν ἐκλεκτέων προσώπων, ἀλλὰ ἀντιπροσωπεύεται ἀσφαλῶς καὶ ἡ μειονοψηφία διὰ τοῦ ⅓ ὑπὸ ἕνα ὅρον, ὅτι ἡ μειονοψηφία εἶναι ἱκανῶς ἰσχυρά, ὥστε νὰ ἀποτελῇ τὸ ⅓ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Διὰ τοὺς γνωρίζοντας, κύριοι Βουλευταί, τὰ κατὰ τὴν λεγομένην ἀντιπροσώπευσιν τῆς μειονοψηφίας οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν δύναται, ὑποθέτω, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς νὰ κατακριθῇ ὡς ποιησαμένη κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς. Ὡς παρετήρησε πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, εὑρέθη ἐνώπιον ἑνὸς ψηφοδελτίου, τὸ ὁποῖον εἶχε καταρτισθῆ καὶ εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐξεπροσωπεῖτο ἡ μειονοψηφία. Τί συνέβη δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, διότι ἡ ψηφοφορία ἦτο μυστική. Ὑποθέτω, ὅτι πολλὰ τῶν μελῶν τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς τάξεις τῆς πλειονοψηφίας, ἀναγνωρίζοντα ὅτι ἔπρεπεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ περιλάβῃ καὶ ἐπιφανῆ μέλη τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἐκ συνεννοήσεως, ἔρριψαν τὰ ψηφοδέλτια ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων προῆλθον εἰς τὸ μέσον, ὡς ὑποδειχθέντες ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας, οἱ τρεῖς Πληρεξούσιοι κ.κ. Μπακόπουλος, Βοζίκης καὶ Λιδωρίκης. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἔχει κανονικῶς, καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ παραιτηθῇ καὶ στερήσῃ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς παρουσίας του, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Ἡ Βουλὴ προσεπάθησε νὰ ἐκλέξῃ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν φανατισμένα καὶ περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ πεποίθησις, ὅτι δὲν ἄγονται ἐκ προκαταλήψεως, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι ἡ ἐκλογὴ καλῶς ἔχει, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς παραιτήσεως.
§6ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς ἔχει ὑπ’ ὄψει τὴν διαίρεσιν τὴν κοινοβουλευτικήν, εἰς πλειονοψηφίαν καὶ εἰς μειονοψηφίαν· καὶ ἔχει ὑπ’ ὄψει ὁ Κανονισμός, ὅτι ἀντιμάχονται κατὰ πᾶν στάδιον τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἡ πλειονοψηφία πρὸς τὴν μειονοψηφίαν. Ἀλλὰ λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὁ Κανονισμός, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ νὰ ἀντιμάχωνται πανταχοῦ καὶ κατὰ πᾶν στάδιον τῆς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου ἡ πλειονοψηφία πρὸς τὴν μειονοψηφίαν καὶ ἐν τούτοις νὰ ἐπικρατῇ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας, τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀκούηται κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας. Ἕνεκα τούτου ἀπῄτησε καὶ κατὰ τὰς ἐπιτροπὰς νὰ μετέχῃ κατὰ τὸ ⅓ ἡ μειονοψηφία. Προκειμένου δὲ νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ κατόπιν συζητήσεως, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ γνωμῶν μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, ὅτι ὑπάρχει ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ ἔννοιαν ἐμπιστοσύνης καὶ μὴ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλά, ὡς τὸ ζήτημα ἐτέθη, ἐτέθη ἀπηλλαγμένον πάσης τοιαύτης ἐννοίας, ἐτέθη ζήτημα κατόπιν ὁμοφώνου ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, κατόπιν συζητήσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ὑπάρχει παρὰ ἐλαχίστη μειονότης ἐναντιοφρονούντων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲ δὲν ὑπάρχει διαφορὰ γνωμῶν μεταξὺ καθωρισμένων πολιτικῶν μερίδων, διότι οἱ διαφερόμενοι πρὸς τὴν παμψηφίαν σχεδὸν τῆς Βουλῆς δὲν διαφέρονται πολιτικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου νομίζω, ὅτι ἐν τῇ περὶ ἧς πρόκειται περιπτώσει δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ὡς ἐξελέγη, κατὰ ψηφοδέλτια τουτέστιν ἰδιαίτερα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἠδύνασθε νὰ τὸ συζητήσητε κατὰ τὴν ἐκλογήν, ὄχι σήμερον. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἀπόφασίν της.
§8ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὴν ἀνάκλησιν τῆς ἀποφάσεως· νομίζω, ὅτι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξελέγη ἡ ἐπιτροπή, δὲν εἶναι ὁ προσήκων, καὶ δὲν ἔπρεπεν ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός, ὅστις ἔχει ὑπ’ ὄψει ἐπιτροπὰς ἄλλας καὶ οὐχὶ τὴν ἐπιτροπὴν τὴν διατασσομένην ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος. Ἡ ψηφοφορία βεβαίως ἔδει νὰ γίνῃ μυστική, ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε διαφορὰ μεταξὺ πολιτικῶν μερίδων, ἔπρεπε καὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐκλεχθῶσι τὰ πρόσωπα τῆς ἐπιτροπῆς ὑφ’ ἁπάσης καὶ ἐξ ἁπάσης τῆς Βουλῆς, δι’ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ψηφοδελτίου. Δὲν ἐγένετο ὅμως τοῦτο, καίτοι ῥητῶς ἐδηλώθη ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔννοια ἐμπιστοσύνης. Ἐζητήθη νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία κατὰ ψηφοδέλτιον πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, ἵνα σεβαστῆς οὔσης μὲν πάσης γνώμης εἴτε ἀποκλινούσης πρὸς ταύτην τὴν μερίδα εἴτε πρὸς ἐκείνην, εἴτε ἀδιαφόρου μὲν οὔσης ἐπιτευχθῇ, ἵνα ἐκλεχθῶσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἴσως θὰ εἶχον ἀδιαφόρως πρὸς τὸ ζήτημα, τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εὑρίσκωνται εἰς συνεννόησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις, ἰδιαίτατα διὰ τοῦ Προέδρου αὐτῆς, σαφέστατα καὶ κατηγορηματικώτατα ἐξεδήλωσε γνώμην ἀντιτιθεμένην πρὸς τὴν καθολικὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ὁ τρόπος οὗτος, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ὁ τρόπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀγάγῃ τὸν τόπον εἰς ταχεῖαν καὶ ἀσφαλῆ γαλήνην, ἀλλ’ εἶναι ὁ τρόπος, ὅστις πολλαπλασιάζει καὶ ἐντείνει τὰς ὑπονοίας.
§9Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ μειονοψηφία πρέπει ν’ ἀποτελῇ τὸ τρίτον τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ἵνα εἶναι μειονοψηφία, δηλαδή, ὅτι ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ ἤμεθα 120, δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸν Κανονισμόν. Θὰ εἶχε λόγον ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἡ μειονοψηφία δὲν ἀπετελεῖτο ὑπὸ τόσων προσώπων, ὥστε νὰ δυνηθῇ ν’ ἀποτελέσῃ τὴν μειονοψηφίαν τοῦ ψηφοδελτίου, δηλαδὴ ἂν δὲν ἤμεθα τρεῖς. Παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν, διότι ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι, ἂν πρόκειται περὶ μειονοψηφίας πολιτικῆς, ἐπειδὴ δὲν τὴν θεωρῶ κανονικῶς ἐκδηλωθεῖσαν, δὲν ἀποδέχομαι τὴν ἐκλογήν.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τί ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή; Θέλετε νὰ καταστρέψητε τὸ μυστικὸν τῆς ψηφοφορίας; Ταῦτα μόνον εἶχον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας. Εἰς τὰ ἐκεῖθεν λεχθέντα δὲν νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω. Μοὶ ἀρκεῖ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξέλεξε πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον ἐκτεθῆ εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν γλωσσικόν, καὶ τὰ ὁποῖα παρέχουσι καὶ πᾶσαν ἐμπιστοσύνην ὅτι διὰ τὸ ἀπροκατάληπτον αὐτῶν εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν γλωσσικὸν θέλουσιν ἐκτελέσει τὸ καθῆκον αὐτῶν.
§11ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐτέθη ἐνταῦθα ζήτημα ἀνεπίδεκτον λύσεως. Ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως τῶν Πρακτικῶν ἐγένετο ὑπὸ ἐντίμου συναδέλφου ἡ παρατήρησις, ἣν ἠκούσατε, καὶ ἐζητήθη ὑφ’ ἑτέρου ἐντίμου συναδέλφου, δικαιουμένου νὰ ὑποβάλῃ ἣν ὑπέβαλε παρατήρησιν, ἑρμηνεία τῆς ψήφου, ἥτις ἐδόθη. Ἐζητήθη ἀπὸ τῆς Βουλῆς — ἥτις καταμεριζομένη εἰς ὅσους Βουλευτὰς ἐψήφισαν δὲν θεωρεῖται ὅτι γνωρίζει πάντας τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐκ τῶν δοθεισῶν ψήφων τοιοῦτον ἐπῆλθε τὰ ἀποτέλεσμα, διότι εἷς ἕκαστος ἀγνοεῖ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ὁ ἄλλος ἐψήφισεν ὅπως ἐψήφισε καὶ αὐτός—, ἐζητήθη, λέγω, ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἐν τοιαύτῃ κατ’ ἀνάγκην καταστάσει διακειμένης τοῦ νὰ ἀγνοῇ ταῦτα πάντα, ἐζητήθη ἀπ’ αὐτῆς νὰ ἑρμηνεύσῃ ἀποτέλεσμα προελθὸν ἐκ λόγων, οὓς ἅπαντας δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ. Ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐδείκνυεν ἀληθῶς πόσην εὐφυΐαν ἐγκλείει ἡ κεφαλὴ αὐτοῦ, ἥτις πάντοτε ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἐγκλείει μεγάλην. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι πολιτικῶς ἡ πρότασις αὕτη δὲν εὑρίσκει δικαιολογίαν, διότι βεβαίως ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν καὶ ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως, ἐν τῷ συνόλῳ μυστικῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ ζητηθῇ φανερὰ γνωμοδότησις περὶ τῆς ἐννοίας τῆς ψηφοφορίας. Ἐὰν οἱ Βουλευταὶ οἱ ἐκλεχθέντες, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἀνήκωσιν ἀληθῶς εἰς τὴν πλειονοψηφίαν—καὶ ὑποθέτω ὅτι ἀνήκουσι καὶ βεβαίως ἀνήκουσιν—, ἀμφιβάλλοντες δὲ περὶ τῆς ἀξίας τῆς δοθείσης αὐτοῖς ψήφου δὲν θέλουσι νὰ συνεργασθῶσιν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα, ἔχουσι καὶ καθῆκον νὰ παραιτηθῶσιν· ἀλλὰ δὲν ἔχουσι δικαίωμα —ἔχουσι δὲ καὶ καθῆκον νὰ ἀποφύγωσι νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, δι’ ὃ δὲν ἔχουσι δικαίωμα—, δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐρωτῶσι τὴν πλειονοψηφίαν, ἤτοι τὴν Βουλήν, ποίαν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν. Ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν ἔχει τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, ἥτις ἔμεινε μυστική, διότι οὐδεὶς ψηφίσας ἐξεδήλωσεν αὐτήν· ἔχει τὴν ἔννοιαν ἐκείνην, ἣν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐκλεγέντες ἀντελαμβάνοντο ἐκ τῆς γενομένης ἐκλογῆς, καὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν, ἣν αὐτοὶ οὗτοι ἀντιλαμβάνονται ἐκ τῆς γενομένης ἐκλογῆς, ὀφείλουσι νὰ κανονίσωσι τὰ καθ’ ἑαυτούς. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον· νομίζω δέ, ὅτι, ἂν τὰ πράγματα ἔχωσιν οὕτω, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας κατ’ ἀνάγκην θὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ δεχθῶμεν, ὅτι οὐδένα ἔχει λόγον ἡ συζήτησις αὕτη· διότι, ἂν ἡ Βουλὴ εἶχεν ἐνταῦθα τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐκλέξῃ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλ’ ἐλευθέρως οἱουσδήποτε ἐβούλετο, ὅπως ἀποτελέσωσι ταύτην τὴν ἐπιτροπήν, οὐδεὶς ὑπάρχει παντελῶς λόγος νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ πῶς ἐψηφίσθησαν οἱ τρεῖς οἱ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδεικνυόμενοι ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὴν μειονοψηφίαν, οὐδὲ τὸ πῶς ἐξελέγησαν οἱ ἄλλοι οἱ ἐκ τῆς πλειονοψηφίας. Ἀλλὰ καὶ ἡ περίστασις διὰ λόγον ἄλλον εἰδικὸν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ καταναλίσκωμεν τὸν χρόνον ζητοῦντες τοιαύτας ἑρμηνείας. Εἶναι ἀδύνατον ἡμεῖς αὐτοὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς νὰ δώσωμεν τὰς ζητουμένας ἑρμηνείας, διότι εὑρισκόμεθα ἐν Βουλῇ, ἐν ᾗ μέχρι ταύτης τῆς ὥρας δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ διακριθῇ μειονοψηφία ἀπὸ πλειονοψηφίας, νὰ διακριθῇ καθὼς διακρίνεται συνήθως εἰς τὰ πολιτικὰ Σώματα. Ἂν ἐνταῦθα ὑπάρχουσι 5–10–15 Βουλευταὶ μὴ παρακολουθοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ὡς ὀπαδοί, οὗτοι εὑρίσκονται αὐτοὶ καθ’ ἑαυτοὺς ἕκαστος ἄνευ συνδέσμου πρὸς ἄλλον.
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει Ἀντιπολίτευσις.
§13ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· τοῦτο δὲν τὸ γνωρίζομεν. Ἐγὼ μέχρι ταύτης τῆς ὥρας δὲν ἠδυνήθην νὰ διακρίνω μεταξὺ τῶν ἐνταῦθα μὴ παρακολουθούντων τὴν Κυβέρνησιν σύνδεσμόν τινα τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἴπω ὅτι ἀποτελοῦσιν ὠργανωμένην Ἀντιπολίτευσιν. Τοιαύτη ἐν γένει εἶναι ἡ κατάστασις, τοιοῦτος ὑπάρχει κατακερματισμός, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ὁμάδος Βουλευτῶν ἀντιπολιτευομένης, ἐκτὸς ἴσως ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς μίαν ὁμάδα, ἥτις ἔχει ἰδέας ἰδίας, κοινωνιολογικάς, ἥτις ἐκ τούτου ἀποτελεῖ σύστημα καθαρᾶς Ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις ὅμως συμπράττει μετὰ τῆς πλειονοψηφίας. Μὴ φανῇ δὲ τοῦτο παράδοξον. Μήπως εἴδετε ἐνταῦθα Ἀντιπολίτευσιν μὴ συμπράττουσαν; Μήπως εἴδετε διαθέσεις παρακωλυτικὰς τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος; Οὐδεμίαν. Εἴδομεν ἐκθέσεις γνωμῶν ἀντιθέτων, εἴδομεν ἐπικρίσεις· ἀλλ’ οὐδένα εἴδομεν θέλοντα ἐνταῦθα νὰ ταράξῃ ἔργον, ὅπερ, ἂν ὁδηγεῖται ὑπὸ Κυβερνήσεως ἐχούσης ἐνταῦθα ὀπαδοὺς παμπόλλους, εἶναι ὅμως ἔργον ἐνδιαφέρον κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον πάντας ἡμᾶς, εἰς ὃ πάντες ὁμοθύμως ἐργαζόμεθα, ἀναγνωρίζοντες ὅτι τὰ πράγματα ἔχουσι σήμερον ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, ὅπως ἔχουσι, διότι αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ἡ γενικὴ καθιστᾷ αὐτὰ τοιαῦτα. Ταῦτα ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραλείψωμεν τοιαύτας πολυπραγμοσύνας καὶ νὰ μὴ λεπτολογήσωμεν περὶ τῶν γενομένων χθὲς ἐνταῦθα, ἀλλὰ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, ἔργον τόσῳ σπουδαῖον, ὥστε βεβαίως καταβιβάζομεν τὴν ὥραν ταύτην τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ Κοινοβουλίου ἀσχολούμενοι εἰς τοιαῦτα μικρὰ πράγματα. (Χειροκροτήματα).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον μόνον θὰ δώσω εἰς τοὺς ἔχοντας παρατήρησιν ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν.
§15Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὅλη συζήτησις εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ ἐφ’ ὅσον δὲν στρέφεται εἰς διόρθωσιν τῶν Πρακτικῶν.
§16Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ ἐζήτησα ἐγώ.
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τί ἐζητήσατε;
§18Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐζήτησα νὰ διορθώσῃ ἡ Βουλὴ τὰ Πρακτικά, καθ’ ἣν νομίζει ὅτι πρέπει νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν, ἀναγράφουσα ὅτι οὗτοι μὲν ἐξελέγησαν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ἐκεῖνοι δ’ ἐκ τῆς μειονοψηφίας. Νομίζω δὲ ὅτι ζητοῦντες τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ζητοῦντες διασάφησιν τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς δὲν καταρρίπτομεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μᾶλλον τὰς ἀνυψοῦμεν.
§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ μὴ καταναλωθῇ περισσότερος χρόνος, ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται δι’ ἄλλο τι. Οἱ ἄλλοι οἱ λαβόντες τὸν λόγον καὶ ἐγὼ αὐτὸς δὲν ὡμίλησα ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν, ἐξ ἀνάγκης ὅμως, διότι προεκλήθην.
§20ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐξαιτοῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ὅπως διαγραφῇ ἐκ τῶν Πρακτικῶν ὅλον τὸ μέρος τὸ διαλαμβάνον τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς.
§21Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Μήπως δὲν εἶναι πραγματικὸν γεγονός;
§22ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ. Διότι κατὰ τὴν γνώμην μου ...
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δημιουργεῖτε νέον ζήτημα.
§24ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν δημιουργῶ νέον ζήτημα. Παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου ἐξελέγη ἡ ἐπιτροπὴ ἀκύρως.
§25Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Τὰ Πρακτικὰ δηλοῦσι τί ἐγένετο χθές.
§26ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή, ὅτι ἡ γνώμη μου καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην καὶ κατὰ πᾶσαν ἄλλην εἶναι ἐντελῶς μεμονωμένη. Ὅταν δέ, κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐκφράζω τὰς γνώμας μου πρὸς ὑμᾶς, δύναται πᾶς τις νὰ θεωρῇ ἢ νὰ μὴ θεωρῇ ἀναγκαῖον ὅπως ἀπαντήσῃ, ἀλλὰ προηγουμένως πρέπει νὰ ἐρωτήσῃ: θεωρῶ ἐγὼ ἀναγκαίαν τὴν ἀπάντησιν; Σᾶς βεβαιῶ ὅτι οὐδέποτε.
§27Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἰς τὴν σελίδα 20ήν, κύριοι συνάδελφοι, ἀναγράφεται ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ παρεκάλεσε ἢ μᾶλλον μὲ τὰς ἰδίας λέξεις: «παρεκάλεσα διά τινος τῶν κ. συναδέλφων νὰ μὴ θίξῃ τὸ ζήτημα τῶν ἐκμαγείων, διότι σχετίζεται πρὸς τὰς κατ’ αὐτὰς ἑορτὰς τῆς Ἰταλίας».
§28Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ εἶπε δι’ ἄλλου προσώπου.
§29Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· εἶναι περίεργον πρᾶγμα! Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ εἴπω, ὅτι οὐδὲν τοιοῦτον γνωρίζω, διότι οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ συνήντησεν, οὔτε ἄλλον τινὰ πρὸς τοῦτο μοὶ ἀπέστειλεν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω καὶ νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι τοῦτο, ὅτι μὲ ἐπλησίασεν ἓν ἐκ τῶν μελῶν τῆς σταλησομένης ἐπιτροπῆς εἰς τὴν θέσιν μου ἀκριβῶς ἐκεῖ, καὶ μοὶ εἶπε· «σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ θίξῃτε τὸ ζήτημα, διότι ἐνδιαφέρει φίλον ἔθνος». Μοὶ τὸ εἶπεν αὐτό, ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ διέθεσε, σᾶς βεβαιῶ, ἔτι μᾶλλον κακῶς διὰ τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην.
§30ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§31Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι βεβαίως. Καὶ σᾶς δηλῶ μάλιστα ὅτι μὲ διέθεσεν ἔτι μᾶλλον κακῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, διότι μοὶ εἶπε μερικὰς λεπτομερείας, ὅτι ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Λάμπρος, ἐζήτησε νὰ μείνῃ δύο μῆνας εἰς τὴν Ἰταλίαν μὲ τριάκοντα δραχμὰς τὴν ἡμέραν, ἕτερον δὲ μέλος ἐπέμενεν ἕνα μῆνα μόνον καὶ μὲ 15 δρχ. τὴν ἡμέραν. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς μὲ ἐπλησίασε καὶ ὄχι ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ δηλῶ ὅτι μὲ διέθεσεν ἔτι μᾶλλον κακῶς. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ ζήτημα τῆς ἀξίας μοὶ προσέθηκε καὶ τὸ ἑξῆς: «Κύριε Πατσουράκε, ἡ ἀξία τῶν ἐκμαγείων εἶναι 14,000 δραχ.». Ἀλλὰ τῷ ἀπήντησα ἀμέσως, ὅτι 14,000 δραχ. εἶναι ἡ ἀξία τοῦ γύψου, ἐκ τοῦ ὁποίου κατεσκευάσθησαν, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ ἀξία τῶν ἐκμαγείων εἶναι μείζων τῶν 300,000 δρ. (Διαμαρτυρίαι καὶ φωναί).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Κρούων τὸν κώδωνα). Παρακαλῶ νὰ συνεννοηθῶμεν οἱ δύο. Μᾶς ζητεῖτε τὴν διόρθωσιν τῶν Πρακτικῶν ἐπὶ τῶν λεγομένων ὑφ’ ὑμῶν;
§33Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι· τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἁρμόδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διορθώσῃ, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἀσθενὴς καὶ δὲν εἶναι παρών, θὰ διορθωθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν.
§35Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λοιπὸν τίποτε ἄλλο δὲν ἔχω νὰ εἴπω παρὰ μόνον ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἄλλη ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§37ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν μου, ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν ἐκείνων, ἐν οἷς γίνεται λόγος περὶ τῶν συζητήσεων τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὴν ἀναθεώρησιν, τοσοῦτο περισσότερον, καθ’ ὅσον δὲν παρευρέθην πάντοτε εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν συνεδριάσεων, ὢν ἀπησχολημένος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπως δυνηθῶ νὰ παρακολουθῶ τὰ Πρακτικά. Παρετήρησα δέ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη πολλῆς προσοχῆς περὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐν αὐτοῖς καὶ ὅτι, ἐπειδὴ πολλὰ τῶν Πρακτικῶν τούτων διωρθώθησαν τὴν ἑπομένην ἡμέραν καὶ ἀναφέρεται εἰς αὐτὰ ὅτι «ἐπικυροῦνται διωρθωμένα», αὐταῖς λέξεσιν, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον ταῦτα τὰ Πρακτικὰ καὶ ὄχι μόνον ἐκεῖνα, περὶ ὧν παρεκάλεσα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑμᾶς, ταῦτα, λέγω, νὰ ἀνατυπωθῶσι μετὰ τῶν διορθώσεων, ἵνα ἔχωμεν τὰ Πρακτικὰ διωρθωμένα καὶ μὴ τρέξωμεν τὸν κίνδυνον μίαν ἡμέραν ἀνατρέχοντες εἰς τὰ ἄλλα νὰ εὕρωμεν ἀνωμαλίας. Εὗρον ἓν Πρακτικόν, ἐφ’ οὗ παρετήρησα, ὅτι δὲν φαίνεται ἀναγραφόμενον τὸ ψηφισθὲν ἄρθρον κατ’ ἀναθεώρησιν. Δὲν δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι τὴν ἐπιοῦσαν, ὅτε ἐγένετο διόρθωσις, δὲν περιελήφθη ἡ διόρθωσις. Λοιπὸν ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ἡ ἀντίληψίς μου δὲν εἶναι πεπλανημένη, εὑρίσκεται Πρακτικόν, ἐν ᾧ δὲν ἀναφέρεται τὸ ἄρθρον τὸ ψηφισθὲν ἀναγεγραμμένον, οὐδὲ κἂν ἀναφέρεται ὅτι ἐψηφίσθη. Ἀναφέρεται ὅτι ἀπερρίφθησαν αἱ τροπολογίαι, ἀλλὰ δὲν ἀναφέρεται ὅτι ἐψηφίσθη. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ πρᾶγμα διωρθώθη τὴν ἐπιοῦσαν...
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διωρθώθη.
§39ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .. καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ διατάξητε, ὥστε τὰ Πρακτικὰ ταῦτα νὰ ἀνατυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸ ἑξῆς, ὁσάκις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν γίνονται διορθώσεις, νὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ διατάσσητε, ὥστε νὰ ἀνατυπῶνται καὶ διανέμωνται διὰ τὸ ἀσφαλὲς τῶν ἐργασιῶν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Δραγούμη ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὅτι ὁμολογουμένως ὑπάρχει Πρακτικόν, ἐν τῷ ὁποίῳ δὲν ἀναφέρεται τὸ κείμενον τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου, εἶναι δὲ τὸ πρῶτον ἄρθρον. Ὅτε δ’ ἐγένετο ἡ ἀνάγνωσις τῶν Πρακτικῶν εἰς τὴν Βουλήν, διέφυγε τὴν προσοχήν μου καὶ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου. Τὴν ἐπαύριον εἶδον τὸ λάθος καὶ διέταξα νὰ ἀνατυπωθῇ τὸ Πρακτικὸν καὶ τὸ ἄρθρον ἀκέραιον. Τὸ Πρακτικόν, τὸ ἀφορῶν τὰς παρατηρήσεις περὶ γλώσσης, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Δραγούμης εἶχε ζητήσει νὰ ἀνατυπωθῇ καὶ κυκλοφορήσῃ εἰς ὅλους, ἀνετυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτάς.
§41ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν τὸ ἔλαβον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἴσως παρέπεσεν εἴς τινας τῶν κ. κ. Βουλευτῶν μαζὶ μὲ τὰ ἄλλα Πρακτικά, ἀλλὰ διενεμήθη εἰς ὅλους. Διενεμήθη ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ μὴ παρευρίσκεσθε. Οὐχ ἧττον ὅμως δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ προκαλέσω καὶ νέαν διανομήν, διότι ἡ συζήτησις ἐκείνη ἦτο σπουδαία, καὶ θέλω ὅλοι οἱ Βουλευταὶ νὰ εἶναι ἐν γνώσει τῆς διατυπώσεως τῶν ὁμιλιῶν των. Ἐπίσης δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἰς ἕκαστον τῶν Πρακτικῶν γίνεται ἡ προσθήκη τῶν διορθώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἠτήσατο κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν. Γίνεται τῇ προσωπικῇ ἐπιστασίᾳ μου, οὐδεμίαν δ’ ἔχω δυσκολίαν, διότι οὐδεὶς θέλω νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς παρανοήσεως τῶν λόγων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐνταῦθα, ὅλα τὰ Πρακτικὰ τὰ μέχρι σήμερον κεκυρωμένα νὰ διανεμηθῶσιν ἐν τεύχει καὶ πάλιν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς καὶ νὰ δεχθῶ οἱανδήποτε παρατήρησιν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.
§43ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ ἐπίσης καὶ νὰ καταβληθῇ ἐπιμέλεια εἰς τὰ τῆς ὀρθογραφίας, καὶ ἰδίᾳ τῆς στίξεως.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῆς στίξεως, ἐννοεῖται, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος. Μάλιστα εἶμαι συμφωνότατος τελείως ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων αὐτῶν. Ἔληξεν ἡ ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν συζήτησις. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· 1) Τὸ πολιτικὸν Κέντρον Πατρῶν ζητεῖ, ὅπως ἡ κατωτάτη καὶ μέση ἐκπαίδευσις παρέχηται δωρεάν· 2) Ὁ Μέγας Οἰκονόμος καὶ διδάσκαλος Π. Βασιλείου ἀποδίδει τὴν μεγαλοποίησιν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος εἰς τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ εἰς τὰ κόμματα· 3) Καλλιεργηταὶ τσιφλικίων Καρδίτσης ζητοῦσι ταχεῖαν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος· 4) Οἱ ἰδιοκτῆται οἰκιῶν Ἀθηνῶν ζητοῦσιν, ὅπως γίνηται ἡ ἔξωσις τῶν ἀρνουμένων ἐνοίκια ἀπ’ εὐθείας τῇ ἐπεμβάσει τῆς Ἀστυνομίας· 5) Δήμαρχος Ἰθώμης ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ λαοῦ Χαρμαίνης, διαμαρτυρομένου ὅτι δὲν ἀρκοῦσι τὰ κτήματα, ἅτινα καλλιεργοῦσι· 6) Ὁ κατάδικος Αἰγίνης Τ. Μαγκογιάννης ζητεῖ χάριν· 7) Οἱ δημόται τοῦ δήμου Τευθρώνης ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν φόρου ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων· 8) Οἱ Α. Παπαγιαννόπουλος καὶ Χ. Διδάχος ἐκ Κάτω Ἀχαΐας ζητοῦσιν ἵδρυσιν γεωργικῆς Τραπέζης καὶ διακανονισμὸν χρεῶν· 9) Λαὸς Ἀταλάντης διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἐν τῷ ἄρθρ. 15 τοῦ προσχεδίου κατάργησιν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· 10) Ὁ Δ. Κανελλόπουλος ἐκ Μουριᾶς τῆς Ἠλείας διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν Δημ. Σχολείων λύσαντος τὴν μετ’ αὐτοῦ σύμβασιν περὶ ἐνοικιάσεως σχολείου ἄνευ λόγου καὶ προβάντος εἰς νέαν τοιαύτην· 11) Φυλακισμένοι κατάδικοι καὶ ὑπόδικοι τῶν φυλακῶν Σπάρτης ζητοῦσι χάριν καὶ σύστασιν Κακουργιοδικείου· 12) Ὁ Α. Ἀναστασόπουλος πρώην ἐπιτηρητὴς ἁλικῆς Λευκάδος ἐκ Καλαβρύτων ζητεῖ τὰς ἀποδοχάς του ἐκ 12 χιλιάδων δραχμῶν· 13) Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν μεσογείων συνοικισμῶν τῶν προσφύγων ζητοῦσιν ἐπαναφορὰν τοῦ 14 ἄρθρου τοῦ νόμου ͵ΓΣΒʹ τοῦ 1907· 14) Ὁ ὀρθόδοξος χριστιανικὸς σύλλογος «Τρεῖς Ἱεράρχαι» ζητεῖ, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ ἐν τῷ ἀναθεωρηθέντι 2ῳ ἄρθρῳ γενομένη προσθήκη· 15) Οἱ βουλευταὶ κ. Χ. Καρᾶς καὶ Ἰ. Πατσουράκος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἥτις θὰ ἐκτυπωθῇ καὶ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Ἐπὶ τοῦ 16ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι 39. Τὸ ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 16.— Ἡ ἐκπαίδευσις διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τῆς Πολιτείας. Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτική, παρέχεται δὲ δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων, λειτουργούντων κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους».
§46Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Κύριοι, φρονῶ ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο, περὶ δωρεὰν χορηγίας τῆς ἐκπαιδεύσεως, εἶναι θεμελιῶδες· συνεπῶς ἡ συζήτησις περὶ αὐτοῦ εἶναι περιττή. Ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι ἀναπόσπαστος μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ, ἐὰν δὲ ἠθέλομεν προσβάλει τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ, ἠθέλομεν προσβάλει τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ. Τὴν ἐλευθερίαν των οἱ Ἕλληνες δὲν ἔλαβον δῶρον ἀπὸ μονάρχας οὔτε ἀπὸ κατακτητάς, οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν ἐλέῳ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι κατέκτησαν καὶ ἠγόρασαν τὸ ἔδαφος τῆς χώρας. Τὴν ἐλευθερίαν των τὴν ἀπέκτησαν διὰ τοῦ αἵματος αὑτῶν, θυσιάσαντες καὶ αἷμα καὶ πλοῦτον, καὶ ἡ Πατρὶς ἐθεώρησεν ἱερὰν ὑποχρέωσιν νὰ δώσῃ τὴν ἐκπαίδευσιν δωρεὰν εἰς τὸν λαὸν γνωρίζουσα ὅτι ἐκ τῶν εἰσοδημάτων καὶ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ λαοῦ θὰ γίνηται ἡ ἐκπαίδευσις καὶ ὄχι ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ἀρχόντων. Ἡ μὴ δωρεὰν παροχὴ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀντιβαίνει εἰς τὴν ἰσότητα καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα.
§47ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παραιτηθῆτε τῆς προτάσεώς σας, ὅταν θὰ ἀκούσητε τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ διὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κλάδη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ξηρός· ἀπουσιάζει. Διαγράφεται. Ὁ κ. Βοζίκης.
§49ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§50ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, ἀφ’ ἧς διενεμήθη τὸ σχέδιον τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὕστερον, ἀφ’ ἧς ἐγένετο γνωστὴ ἡ διατύπωσις τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἤρχισε δημιουργουμένη μία κολοσσιαία παρεξήγησις, ἡ ὁποία εἶναι ἄπορον πῶς κατώρθωσε νὰ ῥιζοβολήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ παρατείνηται ἐπὶ δύο ἤδη ὁλοκλήρους μῆνας καὶ νὰ μὴ προφθάνῃ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πλὴν ἄλλων νὰ λαμβάνῃ πέντε–δέκα τηλεγραφήματα καθ’ ἑκάστην ζητοῦντα νὰ μὴ στερηθῇ ὁ λαὸς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, νὰ μὴ καταργηθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ Κράτους παρεχομένη μέση ἐκπαίδευσις. Διὰ νὰ ἴδητε πόσον τρομερὰ εἶναι αὐτὴ ἡ παρεξήγησις. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἕν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τὸν Ἐμπορικὸν Σύλλογον Βόλου, ὁ ὁποῖος συνελθὼν εἰς συνεδρίασιν τῇ 9 Μαρτίου καὶ σκεφθεὶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως: «ἀποφαίνεται, ὅπως παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ἐν τῷ ἄρθρῳ 16 τοῦ Συντάγματος μὴ ἀναγραφῇ ἡ τροποποίησις, δι’ ἧς τὸ Κράτος ἀπαλλάσσεται τῶν δαπανῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀλλὰ διατηρηθῇ ἡ ὑποχρέωσις ὅπως τὸ Κράτος ἐξακολουθῇ παρέχον δαπάναις αὐτοῦ καὶ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν». Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ τηλεγραφήματος βλέπετε ποῦ ἐστηρίχθη αὐτὴ ἡ πλάνη. Τὸ ἄρθρον τὸ παλαιὸν τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου προετάθη ἡ τροποποίησις καὶ ὑφ’ ἡμῶν καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, παρηρμηνεύθη καὶ παρενεβλήθη εἰς αὐτὸ ὑπὸ τῆς κοινῆς φαντασίας διάταξίς τις, καθ’ ἣν ἡ μέση ἐκπαίδευσις βαρύνει τὸ Κράτος, τὴν ὁποίαν διάταξιν ἀφήρεσε τάχα καὶ τὸ σχέδιον τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι οὐδένα λόγον ποιεῖται περὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως· ἑπομένως ὅτι ὡς πρὸς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν οὐδεμία τροποποίησις προετάθη οὔτε ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν οὔτε ὑπὸ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὸ καθεστὼς μένει οὕτω καθ’ ὁλοκληρίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ὁποῖον τοῦτο ὑφίστατο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπομακρύνεται οὐσιωδῶς ἀπὸ τοῦ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐπεδίωκε τοῦτο: ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ὁμιλεῖ μόνον περὶ τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἡ πανεπιστημιακή, ὁρίζον ὅτι αὕτη γίνεται δαπάνῃ τοῦ Κράτους, ἐν τῷ παρελθόντι δὲ ἠγέρθη μακρὰ συζήτησις ἂν ἡ διάταξις αὕτη, καθ’ ἣν ἡ ἀνωτάτη ἐκπαίδευσις παρέχεται δαπάνῃ τοῦ Κράτους, ἐννοεῖ ὅτι παρέχεται καὶ δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους, μὴ δικαιουμένου νὰ ἐπιβάλῃ οἱονδήποτε τέλος εἰς τοὺς ἀπολαύοντας τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτῆς, καὶ ἐπειδὴ οὐδεὶς λόγος ἐγίνετο περὶ δωρεὰν παροχῆς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀνεφέρετο δὲ τοὐναντίον ὅτι αὕτη εἶναι εἰς βάρος τῶν δήμων κατὰ πρῶτον λόγον, τοῦ Κράτους ἐρχομένου ἐπικούρου μόνον, διὰ τοῦτο ἐνόμισαν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ὅτι ἡ ἀνεστραμμένη αὕτη πυραμὶς ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὴν βάσιν της τὴν ὀρθήν, ὁριζομένου ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ λοιποῦ, ὅτι ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις — τὴν ὁποίαν ὀρθότερον νὰ ὀνομάσωμεν στοιχειώδη, διότι ὑποθέτω ὅτι καὶ ἡ ὀνομασία τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐγένετο μία ἐκ τῶν μεγαλειτέρων αἰτιῶν, διὰ τὰς ὁποίας αὕτη ἐρρίφθη εἰς βάρος τῶν δήμων —, ὅτι ἡ στοιχειώδης λοιπὸν ἐκπαίδευσις παρέχεται δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ εἶναι ὑποχρεωτική. Δὲν ἐθεώρησαν δὲ ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ μνεία τις περὶ τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, διότι οὐδεὶς ἐσκέφθη ποτέ, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ καταργήσῃ τὸ Κράτος τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἅπαξ ἐνεφιλοχώρησεν αὐτὴ ἡ παρεξήγησις, δὲν δυσκολεύομαι νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως διατυπωθῇ ἡ διάταξις αὕτη κατὰ διάφορον λεκτικὸν εἰς διατύπωσιν, ἀλλ’ οὐσιαστικῶς κατὰ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδωκαν εἰς τὴν τροποποίησιν καὶ οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπή, διατυπωθῇ, λέγω, τὸ μέρος τοῦτο τοῦ ἄρθρου ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐκπαίδευσις, διατελοῦσα ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, ἐνεργεῖται δαπάνῃ αὐτοῦ», μὲ γενικὴν διάταξιν καθιεροῦσαν ἤδη πρώτην φοράν, ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ὅ,τι ἦτο καθιερωμένον ἤδη διὰ τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864.
§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ ὡραῖα! Πολὺ ὡραῖα!
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὴν διάταξιν ταύτην, ἡ ὁποία δὲν τροποποιεῖ πλέον τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ὅπως ὑπέθεσαν καὶ τὰ ἀξιότιμα μέλη τοῦ Ἐμπορικοῦ συλλόγου Βόλου, ἀλλὰ τοὐναντίον συμπληροῖ τὴν διάταξιν αὐτήν, διὰ νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν ὑπὸ τὴν αὐτὴν διάταξιν, τὴν ῥυθμίζουσαν τὰ τῆς ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ περαιτέρω συζήτησις ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου.
§53Δ. ΜΑΡΚΟΥ. «Δωρεάν», κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ.
§54ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· δὲν δύναται νὰ τεθῇ. Ἐάν τις ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, διὰ νὰ καταργήσωμεν καὶ τὰ τέλη, βεβαίως δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ τὴν τροποποίησιν ταύτην. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἠναγκάζετο νὰ θέσῃ εἰς τὴν πλάστιγγα καὶ τὸ κῦρος αὐτῆς. Ἓν πρᾶγμα βεβαιῶ, ὅτι οὔτε κἂν διενοήθημεν νὰ αὐξήσωμεν τὰ ὑφιστάμενα τέλη. Ἐμμένομεν ἑπομένως ὑπὸ τὸ νομοθετικὸν καθεστώς, τὸ καθιερωθὲν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, μὲ μόνην τὴν τροποποίησιν, ὅτι περιλαμβάνομεν εἰς αὐτὸ τὸ καθεστὼς καὶ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἡ ὁποία ῥητῶς δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὰ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως.
§55Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι ὁμοιοτάτη πρὸς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864;
§56ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι, διότι ἤδη προσθέτομεν τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, ἀφαιρέσαντες τὴν ἔκφρασιν «ἀνωτέραν», διὰ νὰ περιλάβωμεν ὅλα τὰ εἴδη τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ δεύτερον ἐδάφιον τῆς προτεινομένης ὁριστικῆς διατυπώσεως, βλέπετε πόσον ὁμαλῶς ἔρχονται τὰ πράγματα. Καθιεροῦται πᾶσα ἐκπαίδευσις καὶ ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους, προστίθεται δέ, ὅτι εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις καὶ παρέχεται δωρεάν. Κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἀνωτέραν καὶ μέσην ἐκπαίδευσιν, ἔρχεται ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ὑποχρεωτικὴ καὶ συγχρόνως νὰ ὁρισθῇ, ὅτι παρέχεται δαπάνῃ τοῦ Κράτους, οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου νὰ ἐπιβαρυνθῇ δι’ οὐδενὸς τέλους. Οἱ μαθηταὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οὔτε διὰ χαρτοσήμου πεντηκονταλέπτου. Ὁ νομοθέτης δὲν ἐπιβαρύνει ποσῶς τὸν μαθητήν.
§57Γ. ΠΩΠ. Ἀντὶ «στοιχειώδης ἐκπαίδευσις» νὰ ἐτίθετο «κατωτέρα ἐκπαίδευσις», διότι στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἡ ἀνάγνωσις καὶ ἡ γραφή, ἴσως μόνον τὰ Γράμματα.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρέχω τὴν ἐξήγησιν, ὅτι στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν λέγοντες ἐννοοῦμεν τὴν ἠθικήν, θρησκευτικὴν καὶ ἐθνικὴν διδασκαλίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία διὰ τὴν ἁρμονικὴν ἀνάπτυξιν τῶν σωματικῶν καὶ ψυχικῶν δυνάμεων εἰς πάντα πολίτην καὶ ἡ ὁποία προτίθεται νὰ μεταδώσῃ εἰς πάντας τὰς στοιχειώδεις γνώσεις καὶ δεξιότητας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι εἰς αὐτὸν ἐν τῷ βίῳ. Ὅλοι δέ, πιστεύω, εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι, ἀναγράφοντες στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν εἰς τὸ Σύνταγμα ἐννοοῦμεν τὴν σήμερον λεγομένην δημοτικήν, ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι θὰ καταστῇ σὺν τῷ χρόνῳ νὰ ἐπεκταθῇ καὶ πέρα τοῦ κύκλου τῶν ἓξ ἐτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι καθωρισμένος σήμερον, διότι οὔτε ἑξαετὴς μαθητικὸς κύκλος εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν.
§59Γ. ΠΩΠ. Νὰ προκληθῇ δήλωσις τῆς Βουλῆς, κ. Πρόεδρε.
§60ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι δύο εἶναι αἱ σπουδαῖαι ἀρχαὶ αἱ ἀναγραφόμεναι ἐν τῇ νέᾳ διατυπώσει, τῇ περιλαμβανομένῃ ἄλλως τε εἰς τὸ σχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὸ τῶν Βουλευτῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πρώτη εἶναι τοῦ ὑποχρεωτικοῦ, τὸ ὁποῖον λαμβάνει συνταγματικὴν κύρωσιν, καὶ ἡ δευτέρα εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα, ἡ ὁποία εἶναι σχεδὸν ἐπαναστατικὴ τοῦ τέως καθεστῶτος, ἡ ὁρίζουσα, ὅτι ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους καὶ παρέχεται ὑπ’ αὐτοῦ δωρεάν. Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἰς τὸ σχέδιον τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν ἀνεφέρετο, ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ ζητήσῃ εἰσφορὰν ἐκ μέρους τῶν δήμων διὰ τὴν δαπάνην τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὐτή, τῆς ὁποίας παραιτοῦμαι προθύμως, δὲν δύναται νὰ φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐφοβεῖτο ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, διότι θὰ ἐζήτει εἰσφορὰν ἀνάλογον πρὸς τοὺς πόρους, τὸ ὁποῖον θὰ ἐσήμαινε γενικὴν φορολογίαν ἀνάλογον, ἐνῷ σήμερον τὸ κρατοῦν σύστημα εἶναι ἀντίθετον, δηλαδὴ τὸ Κράτος, ἀφοῦ διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 προενόησε περὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, εἶπε, προκειμένου περὶ τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἀσχοληθῇ τὸ Κράτος περὶ τόσων ἐπουσιωδῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ τοιαύτη ἀντίληψις εἶναι ἀντίληψις προφανῶς Κράτους, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ὀρθὴν τὴν ἀντίληψιν περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οἵαν τὴν ἐννοεῖ ὁ σύγχρονος πολιτισμός. Διότι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, ὅπως παρέχῃ στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν πρὸς ὅλα τὰ μέλη τῆς κοινωνίας, εἶναι μία τῶν κυριωτάτων ὑποχρεώσεων τοῦ νεωτέρου Κράτους, ἡ δὲ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει, ὅπως διὰ κοινῶν πόρων τοῦ Κράτους ἐπαρκῶμεν εἰς πάσας τὰς ἀνάγκας καὶ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους, καίτοι ὑπάρχει ἀκόμη νόμος τις, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω ὅτι θὰ τροποποιηθῇ ταχέως, δὲν πρέπει νὰ ὑστερήσῃ ἐν τῇ στοιχειώδει ἐκπαιδεύσει. Κατὰ τὸ σήμερον ἰσχῦον σύστημα ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις ἐθεωρεῖτο ὅτι δὲν βαρύνει τὸ Κράτος, ἀλλὰ τοὺς δήμους, ἐπῆλθε δ’ ἐκ τούτου τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι οἱ ἀπορώτεροι δῆμοι ἐπεβαρύνοντο ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας τῶν πόρων αὐτῶν διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν δυσαναλόγως, πολλαπλασίως δὲ ἀφ’ ὅ,τι ἐπεβαρύνοντο οἱ εὐπορώτεροι τῶν δήμων. Τοῦτο ἐπιδιώκομεν νὰ καταργήσωμεν τοῦ λοιποῦ καὶ τοῦτο ἐπιτυγχάνομεν βεβαίως διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς συνταγματικῆς ταύτης ἀρχῆς, ὅτι ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Κράτους, παρέχεται ὑπὸ τοῦ Κράτους δωρεὰν καὶ εἶναι ὑποχρεωτική. Ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς ταύτης τοῦ Συντάγματος, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, δὲν ἐπιβάλλεται μόνον ὑπὸ τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους εἶναι νὰ παρέχῃ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν εἰς πάντα πολίτην. Ἀλλὰ θὰ ἐπεβάλλετο καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἐκ τοῦ ὅτι κατὰ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τὰ τῶν δήμων πρόκειται νὰ μεταρρυθμισθῶσι ῥιζικῶς, ὥστε νὰ κατέλθωμεν εἰς τὴν κοινότητα, εἰς τὴν κατωτάτην διοικητικὴν μονάδα, εἰς τὴν βάσιν τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Εἶναι φανερὸν ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εὐδοκιμήσῃ, ἐὰν εἰς τὴν κατωτάτην αὐτὴν μονάδα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἐπιβάλωμεν νὰ εἰσπράττῃ αὐτὴ φόρους ἀναλόγως πρὸς τὰ βάρη τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, διὰ νὰ μεταδίδῃ αὐτοὺς εἰς τὸ Κράτος καὶ νὰ γίνηται, οὕτως εἰπεῖν, εἷς εἰσπράκτωρ τῶν ἐσόδων. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους θὰ ἐναυάγει ἐντελῶς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ λάβωμεν τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὴν Βουλήν, καθόσον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ σύστημα τοῦτο, διότι, καθὼς ἀντιλαμβάνομαι ἐγὼ τὴν νέαν ὀργάνωσιν, αἱ πλεῖσται κοινότητες αἱ ἀγροτικαὶ δὲν θὰ ἔχωσι κυρίως νὰ μεριμνῶσι τοῦ λοιποῦ παρὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἐκκλησίας των, τοῦ κτιρίου τοῦ σχολείου των, τοῦ ὑδραγωγείου των, τὰς τῆς συντηρήσεως τῶν τοπικῶν ὁδῶν, καὶ τὰς τῆς ἀγροφυλακῆς, δηλαδὴ διὰ δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας θὰ δύνανται νὰ ἐπαρκῶσι διὰ φορολογίας στοιχειώδους, ἡ ὁποία δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ τὰ μέσα ἑνὸς ὀργανισμοῦ μικροῦ καὶ περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσωμεν ἐκτενῶς, ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ ὑποβληθῇ καὶ συζητηθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν εἶναι ἴσως περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, θέλομεν ἐπιμείνει, ὅπως ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς παρούσης Βουλῆς. (Χειροκροτήματα). Θὰ ἐρωτήσῃ τις ἴσως, τί θὰ γίνωσι τὰ ἕξ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐλάμβανε παρὰ τῶν δήμων διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, πῶς θὰ ἀναπληρωθῇ αὐτὸ τὸ μέγα ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐντεῦθεν θὰ δημιουργηθῇ διὰ τὸν Προϋπολογισμόν; Ἡ ἀπάντησις εἶναι εὐχερής. Καταργουμένων πλείστων τῶν ὑπαρχόντων σήμερον φόρων τῶν δημοτικῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μεταβολῆς τῆς ῥιζικῆς τῆς δημοτικῆς διοικήσεως θὰ ἐπιβληθῇ ἀνάλογος αὔξησις τῶν ὑπαρχόντων φόρων πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ποσοῦ, ὅπερ ἤδη εἰσφέρουσιν οἱ δῆμοι διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Διὰ τῆς φορολογικῆς ταύτης μεταβολῆς θὰ μετατεθῇ ἓν μέρος τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι ἐβάρυνον μέχρι σήμερον τοὺς ἀπορωτέρους ὤμους τῶν κοινοτικῶν ὁμάδων, εἰς τοὺς ἰσχυροτέρου ὤμους τῶν κοινοτικῶν ὁμάδων, δηλαδὴ τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑφίστανται καλλίτερον τὰ βάρη ταῦτα. Ἐπίσης ἡ τρίτη τροποποίησις, ἡ ὁποία γίνεται διὰ τοῦ ἄρθρου 16, ἡ ὁποία προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ, ἀφορᾷ τὴν ἀναγνώρισιν τὴν συνταγματικὴν αὐτονοήτου δικαιώματος τοῦ Κράτους, ὅπως ἐπιβλέπῃ τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν γινομένην ὑπὸ ἰδιωτῶν καὶ ἡ ὁποία δὲν δύναται καὶ αὐτὴ παρὰ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἓν ἀπὸ τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Οὕτω, κύριοι Βουλευταί, τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου διατυπώσεως, τὸ ὁποῖον διενεμήθη εἰς τοὺς Βουλευτάς, δύναται, νομίζω, νὰ διατυπωθῇ οὕτως: «Ἡ Ἐκπαίδευσις διατελοῦσα ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Κράτους ἐνεργεῖται δαπάνῃ αὐτοῦ. Ἡ δὲ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτικὴ καὶ παρέχεται δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων λειτουργούντων κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους»
§61Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ὁ φόρος τοῦ βιβλιοσήμου καὶ τοῦ ἀπολυτηρίου θὰ καταργηθῇ ἢ θὰ εὑρίσκηται ἐν ἰσχύϊ;
§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοὶ ὁμιλεῖτε περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω καὶ ἑπομένως δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διετύπωσα καὶ γνωρίζω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις δὲν δύναται νὰ ἐπιβαρυνθῇ δι’ οὐδενὸς φόρου ἢ τελέσματος. Ἀλλὰ συνιστῶν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο, καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται, τρόπον δηλαδή, ὁ ὁποῖος εἶμαι βέβαιος ὅτι ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην πάντων ἡμῶν, νομίζω....
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω, ὅτι ἀποκρούω διαρρήδην καὶ κατηγορηματικῶς πᾶσαν ἄλλην προσθήκην προταθεῖσαν, ὅπως παρεμβληθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἐφθάσαμεν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἴδωμεν προτεινομένην ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Μιχαλοπούλου, τροπολογίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ὀργανισμὸς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἠμπορεῖ νὰ μεταβληθῇ, ἂς εἴπω τὴν λέξιν, τὴν ὁποίαν εἶπον καὶ χθές, εἰς Πανδέκτας....
§65Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς ἐγκυκλίους.
§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. καὶ εἰς ἐγκυκλίους κυβερνητικὰς καὶ διοικητικάς. Ταῦτα εἶναι τὰ θεμελιώδη σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸ Σύνταγμα δύναται καὶ ὀφείλει νὰ προνοήσῃ. Ταῦτα τὰ περιεχόμενα καὶ εἰς τὸ σχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς θὰ ἀποδέχωνται προθύμως.
§67ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαιότατα.
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ περαιτέρω ἀνήκουσιν εἰς τὸν νόμον, εἰς τὸν νομοθέτην. Εἶναι ἀδύνατον ἤδη νὰ ὁρίσωμεν ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, περὶ τοῦ ὁποίου ἀφιεροῖ ἐν τῇ τροπολογίᾳ του εἰδικὸν ἄρθρον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, οὔτε νὰ ὁρίσωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι συντεταγμέναι αἱ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγκρίνωσι τὰ διδακτικὰ βιβλία, οὔτε νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ἂν εἰς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ Κράτος, θὰ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τὰ διδακτικὰ βιβλία ποίημα καὶ κάθε ἄλλο γραπτὸν μνημεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι γεγραμμένον εἰς τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν, διότι ἡ δημοτικὴ ἡμῶν ποίησις εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἐθνικῶν κειμηλίων, τὸ ὁποῖον ἐὰν ἠθέλομεν νὰ ἀποκλείσωμεν ἀπὸ τοῦ κύκλου τῶν βιβλίων τῶν ἀναγνωστικῶν, θὰ ἐφονεύομεν ἠθικῶς τὸ ἔθνος (χειροκροτήματα καὶ εὖγε). Τὸ ἐπ’ ἐμοί, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι μετὰ τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ τῆς διατάξεως τῆς σχετικῆς πρὸς τὰ ἱερὰ βιβλία, διὰ τῆς διατάξεως τῆς καθορισάσης συνταγματικῶς τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους, διὰ τῆς διατάξεως τῆς ψηφιζομένης σήμερον, ὅτι καὶ ἡ ἐκπαίδευσις ἡ ἰδιωτικὴ τελεῖ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, ἐλάβομεν νομοθετικὴν πρόνοιαν περὶ ὅλων τῶν πραγμάτων, περὶ ὅσων ὀφείλομεν ἢ τοὐλάχιστον ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τοιαύτην, διότι περὶ ὅλων δὲν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν τοιαύτην.
§69Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ ὅλων καὶ ἄλλων τινῶν ἀκόμη.
§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐπανάληψιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἔχω τὸ καθῆκον νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθήσῃ. Βεβαίως ἕκαστος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, οὔτε δυνάμεθα ἑπομένως νὰ παρεμποδίσωμεν πάντα τινὰ ἔχοντα ἀντίθετον γνώμην, ὅπως τὴν διακηρύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ ὅτε ἔχω ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία συνεταράχθη πέρα τοῦ δέοντος ἀπὸ τὸ ζήτημα τοῦτο, βαθύτερον ἢ ὅσον ἔπρεπε καὶ κατὰ χρόνον μακρότερον ἢ ὅσον ἦτο ἐπιτετραμμένον, ὅτι δὲ ἐπιβάλλεται τὸ ταχύτερον νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ἐσωτερικὴ τοὐλάχιστον γαλήνη εἰς τὸ Κράτος τοῦτο, ἵνα μὴ ἐν τῇ ἐλλείψει τῆς γαλήνης ταύτης ναυαγήσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, ἔχω τὸ δικαίωμα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ κάμω ἔκκλησιν εἰς ὅλους τοὺς φίλους τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρακαλέσω αὐτούς, ὅπως ταχθῶσι περὶ αὐτήν, διὰ νὰ βοηθήσωσιν αὐτήν, ὅπως τὸ ἄρθρον ψηφισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς. (Μάλιστα, μάλιστα. Χειροκροτήματα). Ὅτε δὲ ἡμεῖς, οἱ ἔχοντες τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως τῆς χώρας, ἀποδίδομεν τοιαύτην σημασίαν διὰ τὴν κατάπαυσιν πάσης περαιτέρω συζητήσεως καὶ πάσης περαιτέρω ἀνωμαλίας ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς γλωσσικοῦ ζητήματος, οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ἀκόμη ἐνδομύχως θὰ εἶχον διάφορον γνώμην, εἶναι ὑποχρεωμένοι ...
§71Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ὄχι....
§72ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ συμπληρώσω τὴν φράσιν....ἐκ τῆς πολιτικῆς πειθαρχίας, ἄνευ τῆς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον πολυμελῆ σωματεῖα νὰ διεξαγάγωσιν εὐκόσμως τὸ ἔργον αὑτῶν, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ταχθῶσι παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐλεύθεροι πάντοτε ὄντες, —καὶ ἔπρεπεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ περιμένῃ τοῦτο ν’ ἀκούσῃ—, ἐλεύθεροι ὄντες, ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι ἡ διαφορὰ τῆς γνώμης αὑτῶν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι τόσον θεμελιώδης καὶ θίγει τόσον κεφαλαιώδη συμφέροντα τοῦ Κράτους, νὰ ἀποχωρισθῶσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ δώσωσι, πρὸς αὐτὴν ψῆφον δυσπιστίας. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ εἶναι τοιαύτη, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία, γνωρίζει, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς τοὐλάχιστον ταύτης περιβάλλει αὐτὴν διὰ μεγάλης ἐμπιστοσύνης, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει τοιαύτην ἀντίληψιν περὶ τοῦ ζητήματος, οἱ φίλοι αὐτῆς δὲν δύνανται παρὰ νὰ βοηθήσωσιν αὐτήν, δὲν δύνανται παρὰ νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὴν ψῆφον σύμφωνον πρὸς τὴν ζητουμένην ὑπ’ αὐτῆς.
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.....
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι πᾶσα ἀντίθετος ψῆφος θὰ ἐνεδείκνυεν, ὅτι ἡ τυχὸν ὑπάρχουσα παρά τισιν ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς διαφορὰ γνώμης ἐν τῷ εἰδικῷ τούτῳ ζητήματι κρίνεται τόσον κεφαλαιώδης, ὥστε ἐννοοῦσι νὰ ῥήξωσι τοὺς ἄλλους δεσμοὺς τοὺς συνδέοντας αὐτοὺς πρὸς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, διὰ νὰ φθάσωσι νὰ ἀρνηθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον ζητουμένην ὑπ’ αὐτῆς. Δὲν παραγνωρίζω, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τὰς δυσχερείας, κατὰ τῶν ὁποίων παλαίομεν, ἀλλ’ εἶπον καὶ πρὸ ἡμερῶν ὅτι ἔχω ἀμείωτον τὴν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὴν τελικὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνος. Ἀλλά, διὰ νὰ γίνῃ ἡ ἐπιτυχία αὕτη πρᾶγμα, εἶναι ἀνάγκη νὰ πυκνωθῶσιν αἱ τάξεις τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως.
§75Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀκόμη;
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι διὰ τῆς προσθήκης καὶ ἄλλων, διότι εὐτυχῶς εἶναι ὑπεραρκετοί....
§77Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ πάθητε ἀσφυξίαν. (Ἱλαρότης).
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. ἀλλὰ διὰ τῆς ἁπλῆς πυκνώσεως τῆς παρατάξεως τῶν ἀποτελούντων τὴν παράταξιν τοιούτων φίλων, ὥστε ἡ δύναμις τῆς Κυβερνήσεως νὰ παρίσταται ἀκαταγώνιστος. Τοῦτο ζητῶ παρὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν ζητῶ τίποτε τὸ ὑπερβολικόν. Διότι ὄχι μόνον δικαίωμα πᾶσα Κυβέρνησις σεβομένη ἑαυτὴν ἔχει, ἀλλὰ καὶ καθῆκον στοιχειῶδες, ἐφ’ ὅσον ἀντιλαμβάνεται τόσον κεφαλαιώδη τὴν ἀνάγκην τῆς ταχίστης ἀποκαταστάσεως τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης, ἐφ’ ὅσον νομίζει καὶ πιστεύει, ὅτι ἄνευ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς γαλήνης ταύτης τῆς ταχείας καὶ ἀμέσου, εἰ δυνατόν, τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, τὸ καὶ ἄλλως τοσαῦτα εὑρίσκον προσκόμματα, ἔχει νὰ ἀντιπαλαίσῃ κατὰ δυσχερειῶν, αἱ ὁποῖαι κινδυνεύουσι νὰ τὸ κάμωσι καὶ νὰ ναυαγήσῃ, ἐφ’ ὅσον νομίζει, ὅτι ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς περαιτέρω ἀσφαλοῦς διεξαγωγῆς τοῦ ἀγῶνος τῆς ἀνορθώσεως εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῆς ἐσωτερικῆς τοὐλάχιστον γαλήνης, ἔχει καὶ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον πρὸ παντὸς τὴν γνώμην ταύτην τὴν κυβερνητικὴν νὰ ἐκθέσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συμμερισθῶσι τὴν γνώμην ταύτην καὶ τὴν ψῆφόν των κανονίσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀντιλήψεως ταύτης, ἐφ’ ὅσον δὲν νομίζουσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐπρόδωσε τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως ὅτι, ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τοῦ προγράμματος αὐτῆς, ὅτι διὰ πράξεως αὐτῆς ἢ ἐνεργείας ἀπέδειξεν, ὅτι τὸ πρόγραμμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δὲν πρόκειται τῳόντι νὰ τὸ ἀγάγῃ εἰς πέρας, ἐὰν ἔχῃ τὴν συνδρομὴν τοῦ Σώματος τούτου. Καὶ ἀπὸ ἄλλης ἄλλως τε ἀπόψεως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀπαμακρυνθῶμεν τὸ ταχύτερον ἀπὸ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύονται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς ἐσωτερικὰς ὁπωσδήποτε ἀνωμαλίας. Μέχρι τοῦ Πάσχα ὑπολείπονται ἀκόμη τέσσαρες ἑβδομάδες.
§79ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τρεῖς.
§80Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν διόρθωσιν. Ὑπολείπονται λοιπὸν 15 συνεδριάσεις περίπου νομοθετικῆς ἐργασίας. Καὶ ὅμως μέχρι τοῦ Πάσχα, ἐὰν δὲν θέλωμεν σιγὰ σιγὰ νὰ λήξῃ ὅλος ὁ χρόνος τῆς Βουλῆς μὲ μόνον τὸ Σύνταγμα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν περατώσει τὴν συνταγματικὴν ἐργασίαν.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§82Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅταν δὲ μετὰ τὴν ἀπαραίτητον καὶ ἀναπόφευκτον διακοπὴν τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα ἐπιστρέψωμεν ἐδῶ, πρέπει νὰ εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι ἐντελῶς τῆς μερίμνης περὶ ὁριστικῆς θεσπίσεως τοῦ νέου Συντάγματος, οὕτως ὥστε νὰ ἐπιδοθῶμεν ἀκωλύτως πλέον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς καὶ τὸ νέον δημοτικὸν σύστημα νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ πρὸς αὐτὸν νομοσχέδια, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικήσῃ, καὶ τὸν νόμον περὶ μεταναστεύσεως καὶ τὰ ἀγροτικὰ καὶ ἐργατικὰ νομοσχέδια, καὶ ὑγειονομικὸν νόμον νέον, ὁ ὁποῖος θὰ προσαχθῇ, καὶ τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα ἐκ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων καὶ τὸν νέον ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νόμον περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας.
§84Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περιλαμβάνεται εἰς τὸν περὶ δήμων. Ἐὰν μόνον εἰς τὰ κεφαλαιώδη ταῦτα ἀποβλέψητε, θὰ ἴδητε, πόσος ὁ ὄγκος τῆς ἐργασίας, ὁ ὁποῖος ὑπολείπεται ἀκόμη, ἐὰν δ’ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν δὲν θυσιάσῃ κἄτι τι ἀπὸ τὰς ἰδέας του, ὅπως γίνῃ δυνατὸν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως νὰ κατευθυνθῇ εἰς ἀσφαλὲς καὶ ταχὺ τέρμα, θὰ κινδυνεύσωμεν νὰ ἐξαντληθῇ ὁ ὡρισμένος ἢ νόμιμος χρόνος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, χωρὶς νὰ δυνηθῶμεν νὰ προσαγάγωμεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μας ἐψηφισμένον τοὐλάχιστον ἓν μέγα μέρος τοῦ ἀνακαινιστικοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθημεν πρὸς τὸν λαόν. Εἰς τὴν τοιαύτην διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, κ. Βουλευταί, εἰδικώτερον δ’ ἀπευθύνομαι τὴν στιγμὴν ταύτην πρὸς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν τοιαύτην διεξαγωγὴν ζητοῦμεν τὴν ὑμετέραν συνδρομήν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ συνδρομὴ αὕτη δὲν θὰ ἐπιλείψῃ ἡμᾶς καὶ ὅτι ἡ Βουλή, ἀφήνουσα μόνους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβωσι τὸν λόγον, ἵνα ὑποστηρίξωσι τὰς τυχὸν ἀντιθέτους ἰδέας των, ἀπεχομένη δὲ νὰ ἀπασχολῇ ἑαυτὴν—ὅσον ἀφορᾷ τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως —δι’ ὑποστηρίξεως ἄλλων γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ, θὰ συντελέσῃ νὰ ψηφισθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ ἄρθρον τοῦτο. (Εὖγε καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα). Πρὸς τοῦτο θέλω παρακαλέσει τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, ὅπως παραμείνωσι μέχρι τῆς ὥρας, ἥτις ἤθελε χρειασθῆ, ἵνα περατώσωμεν τὸ ἄρθρον.
§85Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἤμην ἐγγεγραμμένος νὰ ὁμιλήσω σήμερον ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἀλλὰ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παραιτοῦμαι.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσω τὸν κατάλογον τῶν ζητησάντων τὸν λόγον καὶ ὅσοι θέλουσι νὰ παραιτηθῶσι νὰ τὸ δηλώσωσιν. Ὁ κ. Γ. Κορομηλᾶς.
§87Γ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης.
§89Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κογεβίνας.
§91ΣΠ. ΚΟΓΕΒΙΝΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δογάνης ἀπὼν διαγράφεται. Ὁ κ. Καΐρης.
§93Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Ἄν ὑπάρξωσιν ἀντιλέγοντες, θὰ ὁμιλήσω.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτεῖσθε ὑπὸ ὅρον. Ὁ κ. Λιδωρίκης.
§95Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Λιδωρίκης εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ ὁμιλήσῃ.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καμπάνης.
§98Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλλίτερον νὰ μὴ τὰς εἴπητε, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ προκαλέσωσι συζήτησιν.
§100Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε παραιτεῖσθε. Ὁ κ. Σκιαδαρέσης ἀπὼν διαγράφεται. Ὁ κ. Μάρκου.
§102Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Θὰ ὁμιλήσω.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Διομήδης.
§104ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρινόπουλος.
§106Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σομμαρίπας.
§108Σ. ΣΟΜΜΑΡΙΠΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρᾶς.
§110Χ. ΚΑΡΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετσάλης ἀπὼν διαγράφεται. Ὁ κ. Χρυσοχοΐδης.
§112Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βάρθης.
§114Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
§116Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι. Μόνον μερικὰς ἐξηγήσεις...
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἢ παραιτεῖσθε ἢ ὄχι· σᾶς διαγράφω· ἐξηγήσεις δὲν δύνασθε νὰ δώσητε τώρα. Ὁ κ. Μανέτας.
§118Ι. ΜΑΝΕΤΑΣ. Δὲν παραιτοῦμαι.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιριμῶκος.
§120Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρομανιάτης.
§122Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος.
§124Σ. ΣΙΜΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἐξαρχόπουλος.
§126Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βέρροιος.
§128Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παραιτοῦμαι.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀρ. Θεοδωρίδης.
§130ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι, ἐκτὸς ἂν ὑπάρξωσιν ἀντιρρήσεις.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαβυλόπουλος.
§132Α. ΒΑΒΥΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀνδρέου.
§134Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Παραιτοῦμαι.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοῦφος Κανακάρης.
§136Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βούτσης.
§138Α. ΒΟΥΤΣΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§140ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ παραιτηθῶ, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρά μου.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πατσουράκος.
§142Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑφ’ ἣν ἔννοιαν ἐξηνέχθησαν, παραιτοῦμαι.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλόπουλος.
§144ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κασίμης.
§146Π. ΚΑΣΙΜΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπέλλος.
§148Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀποστολίδης.
§150ΠΕΡ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ νομίσῃ ὅτι τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐστάλη ἐκ τοῦ ἐμπορικοῦ Συλλόγου Βόλου, ἐνεῖχεν ἔννοιαν δυσπιστίας ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαθέσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὅτι ἦτο συνέπεια τῶν διαδόσεων, αἱ ὁποῖαι εἶχον πιστευθῆ καθ’ ὅλον τὸ Πήλιον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μεταβολῆς τοῦ κρατοῦντος μέχρι σήμερον ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαζέας· ἀπών· διαγράφεται. Ὁ κ. Ἀραβαντινός· ἀπών· διαγράφεται. Ὁ κ. Φωτήλας παραιτεῖται. Ὁ κ. Λαζαρῆς παραιτεῖται. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§152Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς ἐμὲ τὸ ἐπέτρεψεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὁμιλήσω.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης. Παραιτεῖται.
§154ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Πρὸ ὀλίγου προεδρεύοντος τοῦ κ. Πιέρρου ἐζήτησα τὸν λόγον.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς βλέπω ἐγγεγραμμένον. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ σᾶς ἐγγράψω. Παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει ὅτι πρέπει νὰ εἶναι παρόντες καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως, διότι εἶναι πιθανώτατον νὰ γίνῃ ψηφοφορία. Ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον (διάλογοι).
§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν 5 λεπτά.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινούσης τῆς Βουλῆς διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ 5 λεπτὰ τῆς ὥρας. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.
§159Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, γνωστὸν εἶναι ὅτι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν πολιτικοὶ ἄνδρες, οὐχὶ μάλιστα οἱ τυχόντες, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν δύναμιν ν’ ἀτενίζωσι μὲ καθαρὸν ὄμμα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, οἵτινες ὑπεστήριξαν καὶ ὑποστηρίζουσι μετὰ λόγου καὶ κύρους ὅτι, ἂν πρέπῃ ζήτημά τι ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν κυρίως, τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε αὐτὸ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, οὔτε τὸ στρατιωτικόν, οὔτε τὸ διοικητικόν, οὔτε ἄλλου τινὸς κλάδου, ἀλλ’ ὅτι ἡ Πολιτεία ἡ Ἑλληνικὴ ἓν μόνον οὐσιῶδες, προέχον καὶ κύριον ζήτημα ἔχει, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἐπίλυσιν πρέπει μετὰ προσοχῆς καὶ μελέτης ν’ ἀφοσιωθῇ, τὸ ἐκπαιδευτικόν. Εἶναι μακρὸν καὶ ἀποτελεῖ θέμα μελέτης, γνωρίζω δὲ καλῶς ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἀνακοινοῦνται μελέται, ἀλλὰ τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν, ὅπως ἐκλιποῦσα μεγάλη πολιτικὴ προσωπικότης ἔλεγεν. Εἶναι μακρὸν νὰ ἐκθέσῃ τις τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ οὕτω φρονοῦντες, ἐν συντόμῳ ὅμως τὰ ἐπιχειρήματα αὐτῶν συνοψίζονται εἰς τὰ ἑξῆς. Ἀφοῦ, λέγουσι καὶ ὑποστηρίζουσιν, ὑπάρχει καὶ ὑπόνοια ἐκφραζομένη ὑπὸ ἀνδρῶν ξένων καὶ σοβαρῶν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἴσως δὲν ἔχει τὴν ζωτικότητα τὴν μεγάλην, ἥτις ἀναγκαιοῖ εἰς αὐτήν, ἵνα ἀντεπεξέλθῃ ἐν τῷ μεγάλῳ ἀνταγωνισμῷ τῶν ἐθνῶν, ἀφοῦ δὲ εἶναι καὶ ὡμολογημένον ὅτι θεσμοὶ σοφοί, κατὰ τὰ ἄλλα, ἀπέτυχον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ παρ’ ἡμῖν, πρέπει ν’ ἀναζητήσωμεν τὴν ἀσφαλῆ ἐκείνην βάσιν καὶ τὴν παγίαν καὶ ἀδιάσειστον, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ στηρίξωμεν πᾶσαν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὡς τοιαύτην δὲ βάσιν οἱ τοιαῦτα ἰσχυριζόμενοι πρὸς οὓς δύναμαι ἴσως νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐναντιοφωνῶ, φρονοῦσιν ὅτι πρέπει νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα. Ἀλλ’ ἐρωτῶσιν οἱ τὰ τοιαῦτα ὑποστηρίζοντες, διεπλάσθη διὰ τῆς μέχρι τοῦδε διαπαιδαγωγήσεως ὁ Ἑλληνικὸς χαρακτὴρ τοιοῦτος, ἢ μήπως εἶναι ἀνάγκη διὰ τῆς ἐξ ὑπαρχῆς διαπλάσεως αὐτοῦ νὰ ἐμφυσηθῶσιν εἰς αὐτὸν αἱ χριστιανικαὶ ἐκεῖναι ἀρεταί, μετὰ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ζυμωθῇ, ἡ μετριοφροσύνη καὶ ἡ πειθαρχία ἡ ἀπαραίτητος εἰς τὸν χαρακτῆρα τὸν Ἑλληνικόν, αἱ γνώσεις αἱ ἀπαραίτητοι εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς, καί, ἀφοῦ ταῦτα ἐπιδιώξωμεν, νὰ προβῶμεν εἰς λύσιν παντὸς ἄλλου ζητήματος; Οἱ οὕτω φρονοῦντες καὶ ταῦτα ὑποστηρίζοντες κατ’ ἐμὴν κρίσιν δὲν ἀπέχουσι τῆς ἀληθείας· ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, κύριοι Βουλευταί, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία πῶς ἀπέβλεψεν ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτῆς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Λέγω δὲ ταῦτα καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφερθῶ καὶ εἰς τὸ παρελθόν, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ θελήσωμεν μετὰ γνώσεως ἀληθοῦς νὰ συζητήσωμεν καὶ ψηφίσωμεν ἐπὶ τῶν προτεινομένων μεταρρυθμίσεων καὶ τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἄρθρου. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἔτυχε θείου δώρου, τοῦ πρώτου αὑτῆς κυβερνήτου, τοῦ σοφοῦ Ἰωάννου Καποδίστρια. Δὲν ὑπῆρξεν οὗτος ἐκ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων, οἵτινες καταρτίζουσιν εἰς τὰ γραφεῖα αὑτῶν τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωσιν εἰς τὰς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἔχων ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ πλήρη τὸν κύκλον τῶν πολιτικῶν γνώσεων, οἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν νομοθέτησιν, κατῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ δι’ ὀξείας παρατηρήσεως προσέθηκεν εἰς αὐτὰς ἑτέρας ἀναγκαιούσας γνώσεις, τὰς ἐκ τῆς παρατηρήσεως πρὸς τὸ ἔργον αὑτοῦ. Οὕτω δ’ ἀπέβλεψε καὶ εἰς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα οὐχὶ παρέργως, ἀλλ’ ὡς ἠδύνατο σοφὸς πολιτικὸς ἀνὴρ νὰ ἀποβλέψῃ. Δὲν ἔκρινεν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ὤφειλεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ σκορπίσῃ τὰ δῶρα τῆς δωρεὰν ἐκπαιδεύσεως καθ’ ὅλους τοὺς βαθμούς. Τὴν προσοχὴν αὐτοῦ τὴν ἄκραν εἵλκυσεν ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ὑπὲρ αὐτῆς δὲ ἐμερίμνησεν ὅσον, δύναμαι νὰ εἴπω, σχετικῶς μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διέθετε κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, οὐδεὶς ἄλλος ἐμερίμνησεν ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε πολιτικῶν ἐν Ἑλλάδι. Δύναμαι νὰ ἀναμνήσω εἰς ὑμᾶς ὅτι σήμερον ἀκόμη διδάσκονται τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ εἰς εὐπρεπῆ καὶ σχετικῶς πρὸς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν ἀκόμη διδακτήρια, τὰ ὁποῖα ἀνήγειρεν ὁ σοφὸς ἐκεῖνος ἀνήρ. Περὶ τῆς διαδόσεως λοιπόν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν διδασκάλων τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἐμερίμνησε, διὰ δὲ τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν, διὰ τὴν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν εἶχε τὰς γνώμας σαφεῖς καὶ ἐφρόνει ὅτι σὺν τῷ χρόνῳ ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς ἵδρυσιν διδακτηρίων πολλῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως ἢ καὶ τῆς ἀνωτάτης. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ ἦτο ἔμμονος εἰς τὰς ἰδέας αὐτοῦ, ὅσον καὶ ἡ κοινὴ γνώμη τότε ὁδηγουμένη ἀπὸ τοὺς λογίους τῆς ἐποχῆς ἦτο ἀντίθετος αὐτῶν, ἀφοῦ καὶ ὁ σοφὸς ἱστοριογράφος τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, πολιτικὸς δὲ ἀνὴρ οὐχ ὁ τυχών, ὁ Σπυρίδων Τρικούπης, ἐπὶ τοσοῦτον παρεξήγησε τὰς ἰδέας του ταύτας, ὥστε ἐν τῷ συγράμματι αὐτοῦ τὸν ψέγει δι’ αὐτάς. Διατί; διότι ὀρθῶς ἀπέβλεψεν εἰς τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος! Ἔχομεν ἀνάγκην πρὸ παντός, ἔλεγε, πολιτῶν καὶ γεωργῶν. Δι’ αὐτὸ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἦσαν ἐκεῖνα, ὧν ἐπεμελήθη πρὸ παντός, καὶ ἡ ἵδρυσις Γεωργικῆς σχολῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνον, κύριοι Βουλευταί, θρηνεῖ ἔκτοτε ἡ πατρίς, πεσόντα θῦμα εὐγενὲς ἀληθῶς καὶ ὕψιστον τῆς ἔκτοτε ἀνωμάλου ἀντιλήψεως τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς ἡμετέρας χώρας. Ἔπεσεν ἐκεῖνος καὶ ἡ πεπολιτισμένη Δύσις ἀπέστειλε τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῆς εἰς τὸ ἄμορφον Βασίλειον τῆς Ἀνατολῆς, ἵνα μορφώσῃ τοῦτο, οὗτοι δὲ ἦσαν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἀντιβασιλείαν. Πῶς ἀπέβλεψεν ἡ Ἀντιβασιλεία εἰς τὸ ζήτημα; Τὴν ἀντίθετον ἀρχὴν ἠκολούθησε τῆς σοφῆς ἐκείνης ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ Κυβερνήτης. Ἐν τῷ σπουδαστηρίῳ αὐτῆς, ἐν Βαυαρίᾳ ἀκόμη, κατέστρωσεν ὅλον ἐκεῖνον τὸν κύκλον τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ, μόλις ἐρχομένη ἐν Ἑλλάδι, ἀναμιμνήσκομαι δὲ τὴν στιγμὴν ταύτην σοφῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῆς σειρᾶς τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων ἐξήνεγκεν εὐφυέστατα ὁ στρατάρχης Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Εἶπεν οὗτος, ἐρωτώμενος περὶ τοῦ ἔργου τοῦ νομοθετικοῦ καὶ διοικητικοῦ τῆς Ἀντιβασιλείας: «Μοῦ φαίνεται ὅτι τὸ ὑπόδημα τοῦ Χατζηπέτρου θέλει νὰ τὸ ἐφαρμόσῃ εἰς τὸ πόδι τοῦ Λόντου». Σημειώσατε δὲ ὅτι ὁ μὲν Χατζηπέτρος ἦτο γίγας, ὁ δὲ Λόντος μικρὸς τὸ ἀνάστημα καὶ σχεδὸν νᾶνος. Διότι τοιαύτη ἀληθῶς ἦτο καὶ ἡ ἐντύπωσις ἐκ τοῦ νομοθετικοῦ ἐκείνου ἔργου. Δι’ αὐτὸ καὶ ἔκτοτε βλέπομεν ὅτι, ἄνευ τινὸς προϋπολογισμοῦ, ἄνευ τινὸς κατευθύνσεως, τὰ τῆς δημοσίας ἡμῶν ἐκπαιδεύσεως ἔβαινον, ἤ, διὰ νὰ εἴπω περιληπτικώτερον, τὰ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἡμῶν συστήματος ἐτελοῦντο τυχαίως. Οὔτε περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν διδασκάλων τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἐλήφθη ἔκτοτε φροντὶς κυρία, ἀλλ’ οὔτε περὶ τοῦ προορισμοῦ, ἢ μᾶλλον, ἤθελον νὰ εἴπω, περὶ τῆς κατευθύνσεως, τὴν ὁποίαν ἔδει νὰ ἔχῃ ἡ μέση ἐκπαίδευσις, ἐλήφθη φροντίς τις. Καὶ ἠγάλλετο ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, διότι συνιστῶντο Γυμνάσια ἀτελῆ εἰς πολλὰ σημεῖα τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, καὶ ἠγάλλετο, διότι καὶ τὸ Πανεπιστήμιον ἱδρύθη ὡς φάρος τηλαυγής, ὡς ἔλεγον τότε, τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἔκτοτε, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἐτέθησαν σαθρὰ τὰ θεμέλια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ τεθῶσι προκειμένου περὶ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος τῆς Ἑλλάδος. Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὡς κυρία φροντὶς ἐθεωρεῖτο ἡ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ μόνον τῶν ἐκπαιδευτηρίων καὶ λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, οὐχὶ ἡ περὶ τοῦ ποιοῦ, παρημελήθη δὲ καὶ οὐσιωδέστατον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσῃ, καὶ δέον εἰσέτι νὰ ἀπασχολήσῃ τοὺς κυβερνήτας τῆς χώρας ἡμῶν, τὸ ζήτημα τῆς ἰσορροπίας τῶν ἐπαγγελμάτων, τὸ ὁποῖον μία Κυβέρνησις κατ’ εὐχὴν τοὐλάχιστον κρίσιν πρέπει ἐπίσης νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει. Ἐξωθήθησαν οὕτως ἕνεκα τοῦ ὀργανισμοῦ ἐκείνου εἰς τὰς κλασσικὰς σπουδὰς νέοι, οἵτινες ἠδύναντο νὰ διαπρέψωσιν εἰς τὰ πρακτικώτερα τῶν σταδίων, καὶ ἐπέπρωτο νὰ μαρανθῶσιν ὡς ἐπιστήμονες ἀτυχεῖς, διότι ἦτο ἀδύνατον πλέον εἰς αὐτοὺς νὰ ἀφοσιωθῶσιν εἰς ἄλλο τι ἐπάγγελμα, καὶ ταῦτα ἕνεκα τῆς φορᾶς ἢ μᾶλλον τῆς κατευθύνσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἐκπαιδευτικὸν ζήτημα. Εὐχαρίστως διακρίνει τις ἄνδρα κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, τοῦ ὁποίου μοὶ εἶναι εὐχάριστον ὅτι μοὶ δίδεται εὐκαιρία ὅπως μετὰ τιμῆς ποιήσωμαι μνείαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸν Ὑπουργὸν Χριστόπουλον, ὅστις διὰ μακρᾶς ἐκθέσεως πρὸς τὸν ἀοίδιμον Βασιλέα Ὄθωνα ἔθεσεν ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ τὰς ἀληθεῖς φάσεις τοῦ ζητήματος τούτου. Καὶ τὴν σήμερον ἀκόμη, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ γνώσεις αἱ σχετικαὶ δὲν προήχθησαν ἐν Ἑλλάδι, ἀκόμη καὶ σήμερον ἀξιανάγνωστος εἶναι ἡ ἔκθεσις ἐκείνη. Τονίζει ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος, ὁ σοφός, ὁ μόνος μετὰ τὸν Καποδίστριαν, τονίζει τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἀναγκαίως θὰ ἐπήρχοντο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν ἐκ τῆς τοιαύτης κατευθύνσεως τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ζητήματος. Συνιστᾷ εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν διδασκάλων καὶ περὶ τῆς κατωτέρας ἐκπαιδεύσεως πρέπει πρὸ παντὸς νὰ μεριμνήσωμεν, καὶ ἀναφέρει εἰς Αὐτὸν ὅτι οὐδόλως ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν αἱ ὀρθαὶ ἀρχαὶ τῆς κοινωνικῆς ἰσορροπίας, ἢ μᾶλλον τῆς ἰσορροπίας τῶν ἐπαγγελμάτων, ἀλλ’ ὁ ἀοίδιμος ἐκεῖνος Βασιλεὺς εἶχε μίαν ἔμμονον ἰδέαν, ὁ κατὰ τὰ ἄλλα πατριωτικώτατος, ὑπὲρ τῆς ὅσον ἔνεστιν εὐρυτέρας ἀναπτύξεως τῶν κλασσικῶν σπουδῶν. Δι’ αὐτὸ οὐδὲν ἐγένετο καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς βασιλείας Του ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Οὐδ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναφέρω τί ἔκτοτε ἐγένετο. Αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἑκάστοτε ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1862 μέχρις ἐσχάτων ἀκόμη ἐπλειοδότησαν εἰς τὰς προσπαθείας, ὅπως πληρώσωσι τὴν χώραν διδακτηρίων τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, χωρὶς οὐδόλως νὰ μελετήσωσι κατ’ ἐμὴν κρίσιν ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ὄψιν τὸ ζήτημα, οὐδ’ ἐλήφθη κἂν φροντὶς σπουδαία περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ὀργάνων τῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ὁποῖα διεπέμφθησαν εἰς πᾶσιν γωνίαν τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, ὅπως μορφώσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εἶναι ἀληθὲς καὶ οὐδεὶς τὸ ἀρνεῖται ὅτι εἰς τὴν κατωτέραν ἐκπαίδευσιν ἐσημειώθησαν πρόοδοι σημαντικαί, κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀληθεῖς πρόοδοι; Πρέπει ἆρά γε ἀνάγνωσιν καὶ γραφὴν μόνον νὰ γνωρίζῃ ὁ χωρικὸς ἡμῶν; Ἢ μήπως τοῦτο εἶναι καὶ ἐπικίνδυνον, ἐὰν δὲν προικισθῇ καὶ μετὰ τῶν γνώσεων ἐκείνων, περὶ ὧν πρὸ ὀλίγου ἔκαμον εἰς ὑμᾶς λόγον, τῶν ἀπαραιτήτων, καὶ τῶν ἀρετῶν ἐκείνων τῶν χριστιανικῶν, δι’ ὧν θὰ σφυρηλατηθῇ ὁ ἀληθὴς ἐθνικὸς χαρακτήρ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῇ πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπὲρ τῆς καθόλου διοικήσεως τῆς χώρας; Τὰ τελευταῖα γεγονότα, κύριοι Βουλευταί, μᾶς ἔφεραν εἰς τὴν ἀνάγκην—ἂς τὸ εἴπω, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συζητῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, ἐγὼ τοὐλάχιστον, δὲν ἀνεγνώρισα πλήρως τὴν ἀνάγκην τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος—, μᾶς ἔφεραν, λέγω, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιληφθῶμεν μεταρρυθμίσεών τινων τοῦ πολιτεύματος τούτου. Δὲν εὑρίσκω οὐσιωδεστέραν μεταρρύθμισιν, δὲν εὑρίσκω σπουδαιοτέραν μεταρρύθμισιν συνεπείᾳ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας εἴχετε τὴν εὐμενῆ ἀνεκτικότητα νὰ ἀκούσητε, ἐκτιθεμένης τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἄρθρου. Ἀλλ’ ἂς ἐρευνήσωμεν: εἶναι αὕτη ἡ προσήκουσα; Προσανατολίζεται αὕτη πρὸς τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κατ’ ἐμὴν κρίσιν πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία τοῦ ζητήματος τούτου; Ἤκουσα μετὰ τῆς ἐντεταμένης προσοχῆς, τῆς ὁποίας εὐλόγως ἀξιοῦται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρὰ παντὸς παρακαθημένου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἤκουσα, λέγω, μετὰ τῆς τοιαύτης προσοχῆς τῶν ὅσα εἶπεν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Μοὶ ἐφάνησαν αἱ ἰδέαι αὐτοῦ ἐν πολλοῖς σύμφωνοι πρὸς τὰς ἰδέας, περὶ τῶν ὁποίων ἔκαμον εἰς ὑμᾶς λόγον. Ἂν ἀνεῦρον ἐλάττωμά τι εἰς αὐτάς, ἦτο ἐλαφρά τις, κατ’ ἐμὴν κρίσιν ἀσθενῆ, ἀοριστία—διότι δὲν εὑρίσκω πρόχειρόν τινα ἄλλην λέξιν, ἵνα κάμω χρῆσιν— ἥτις διέπνεεν αὐτάς. Ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἐγκρίνω, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, καθ’ ὅλα τὰς δηλώσεις ἐκείνας τὰς ἀπαραιτήτους διὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος τούτου, περὶ τῶν ὑποχρεώσεων τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως μὴ παρεμβάλλωσι προσκόμματα εἰς τὴν ψήφισιν τῶν μέτρων αὐτῆς, μόνον δ’ εὑρίσκω ἐλάττωμά τι εἰς αὐτάς, ὅτι ὀλίγον βραδέως ἐξετέθησαν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως.
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἄλλοτε τὸ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§161Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τοὐλάχιστον δὲν ἔτυχε νὰ τὸ ἀκούσω. Ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ συνέστησεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὴν πρώτην διάταξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἡμῶν ἄρθρου. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φρονῶ, ὅτι καταλληλοτέρα εἶναι ἡ διάταξις ἡ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐκπαίδευσις διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τῆς Πολιτείας. Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτική, παρέχεται δὲ δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους». Ἡ ἐκπαίδευσις διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν, λέγει μόνον ἡ διάταξις αὐτή, οὐδὲ βλέπω τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ ψήφισις ὑφ’ ἡμῶν τῆς μεταρρυθμίσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δημιουργεῖται ἔξω ἡμῶν εἰς τὴν ἀτμόσφαιραν ἐν γένει τὴν πολιτικὴν παρεξήγησίς τις, ὅτι τουτέστιν εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ δίδακτρα ἐπὶ τῆς μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι τοῦτό τι κακόν; Εἶναι τοῦτό τι, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν ἐκ παντὸς τρόπου; Δὲν διστάζω, ἂν καὶ ἐγὼ ἔλαβον σωρείαν ψηφισμάτων καὶ τηλεγραφημάτων συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς ἀτελοῦς παροχῆς τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ μεταρρυθμίσωμεν οὕτω πως τὸ συνταγματικὸν ἡμῶν πολίτευμα, ὥστε νὰ μείνῃ πλήρης ἡ ἐλευθερία εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, ὅπως δώσῃ ἣν αὐτὴ βούλεται κατεύθυνσιν εἰς τὴν μέσην ἐκπαίδευσιν. Φρονῶ δέ, ὅτι κατὰ τοῦτο εἶναι περιοριστική πως ἡ διάταξις, ὅπως ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δι’ αὐτὸ τὸ ἐπ’ ἐμοὶ προκρίνω, ὅπως παραμείνῃ ἀμετάβλητος ἡ διάταξις ἐκείνη ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τεθεῖσα. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλο τι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἡμῶν ἄρθρου, ἔχω ἀντίθετόν πως γνώμην. Ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας ἢ νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων, λειτουργούντων κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Καθιεροῦται δι’ αὐτοῦ ἀπρόσβλητον τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἰδιώτας νὰ συστήσωσιν ἰδιωτικὰ ἐκπαιδευτήρια ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Θὰ ἐπεθύμουν ἡ διάταξις νὰ ἦτο δυνητική, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μεταρρυθμισθῇ οὕτω πως: «Δύναται νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων». Καὶ διατί τοῦτο, θὰ ἐρωτήσῃ τις; Τοῦτο τὸ θεωρῶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία πρέπει νὰ μὴ κωλύηται ἐξ οὐδεμιᾶς διατάξεως τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ὅπως δώσῃ ἣν αὐτὴ βούλεται κατεύθυνσιν εἰς τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἡμῶν ζήτημα.
§162ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἡ ἀντιπαραβολὴ αὐτῆς πρὸς τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τοῦ πρώην, τοῦ ὑφισταμένου, ἀποδεικνύει τὸ πρᾶγμα. Εἴχομεν «ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ», ἐνῷ τώρα λέγει μόνον «ἐπιτρέπεται». Ἡ διάκρισις αὕτη ἀποδεικνύει ὅτι δυνητικὴ εἶναι ἡ φράσις, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ γίνῃ δυνητικωτέρα, ἄνευ τῆς προσθήκης τοῦ «δύναται νὰ ἐπιτραπῇ», τὸ ὁποῖον ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι τόσον φωτιστικόν.
§163Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Καὶ ἐρωτῶ· δύναται νόμος τις νὰ ἀπαγορεύσῃ ἐντελῶς τὴν σύστασιν τοιούτων ἐκπαιδευτικῶν ἱδρυμάτων εἰς τὸ Κράτος;
§164ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι συντεταγμένη ἡ παράγραφος αὕτη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὅλη ἡ ἐλευθερία τῆς Κυβερνήσεως μένει περιφρουρημένη καὶ δι’ ἐσωτερικοὺς καὶ δι’ ἐξωτερικοὺς λόγους.
§165Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Χαίρω, διότι τοιαύτη ἐξήγησις δίδεται ὑπ’ ἀνδρῶν δυναμένων νὰ δώσωσι ταύτην μετὰ κύρους εἰς τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἔλεγον δὲ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἐπεθύμουν ν’ ἀφεθῇ πλήρης ἡ ἐλευθερία εἰς τὴν Πολιτείαν, διότι φρονῶ, ὅτι αὕτη πρέπει νὰ προβῇ ἢ μᾶλλον πρέπει νὰ προβαίνῃ εἰς περιστολὴν τῆς συστάσεως ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων παρ’ ἡμῖν. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν εἶναι πρόχειρον οὐδ’ εὔκολον νὰ ἀσκῇ τὴν ἐπιτήρησιν ἐκείνην, ἧς ἔχει ἀνάγκην, ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὰ ἐκπαιδευτήρια ταῦτα μετατρέπονται εἰς ἐκπαιδευτήρια προνομιούχων τινῶν τάξεων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, εἶναι δ’ ἀνάγκη τὰ τέκνα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅλων τῶν τάξεων νὰ συνεκπαιδεύωνται καὶ συμφοιτῶσιν ἐν ἑνὶ ἐκπαιδευτηρίῳ, διότι ἐκ τούτου μεγίστας προσδοκῶ τὰς ὠφελείας. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις καὶ ἑρμηνείας, αἵτινες ἐδόθησαν, καὶ μὲ τὰς ἐπιφυλάξεις, ὧν ἐποιησάμην μνείαν, δηλῶ ὅτι εὐχαρίστως θὰ ψηφίσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον, διότι ἀποτελεῖ σπουδαῖον βῆμα, τὸ ὁποῖον γίνεται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ ὑπὸ τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν ἀληθῶς τοῦ μεγίστου τούτου ζητήματος δι’ ἡμᾶς (χειροκροτήματα).
§166Δ. ΚΑΪΡΗΣ. Καλῶς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι θεμελιῶδες καθῆκον πάσης ἐλευθέρας Πολιτείας εἶναι νὰ διαδίδῃ αὐτὴ τὴν παιδείαν καὶ ἐποπτεύῃ συνεπῶς αὐτῆς. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν καὶ τὸν σκοπὸν αὐτῆς τῆς Πολιτείας καὶ δὲν χρήζει συνταγματικῆς κυρώσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι θέμα συνταγματικόν, εἶναι, ἂν ἐκτὸς τῆς Πολιτείας δικαιοῦνται οἱ πολῖται Ἕλληνες ἢ καὶ νομικὰ πρόσωπα νὰ διαδίδωσι τὴν παιδείαν, νὰ συνιστῶσιν ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, συμμορφούμενοι πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τοῦτο τὸ ἀτομικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι συμφυὲς πρὸς ὅλα τὰ δικαιώματα τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, τὸ ἀνεγνώρισαν αἱ προηγούμεναι Συνελεύσεις τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1864 καὶ τὸ ἀνεκήρυξαν δι’ ἰδίου ἄρθρου, καὶ τοῦτο ἀληθῶς χρήζει συνταγματικῆς κυρώσεως, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος τοῦτο καὶ μόνον ἔδει νὰ περιλάβῃ εἰς τὸ ἄρθρον 16. Τὰ λοιπὰ ἐδάφια τοῦ ἄρθρου περὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, περὶ δημοτικῆς τοιαύτης παρέλκουσι· διότι ἀφοῦ, ὡς προεῖπον, εἶναι ἀπαραίτητον καθῆκον τῆς Πολιτείας νὰ διαδίδῃ τὴν παιδείαν, νὰ συνιστᾷ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, ἔχει καὶ τὴν ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν νὰ δαπανᾷ δι’ αὐτὴν ἀναλόγως τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς δυνάμεων. Κατ’ ἐμὴν γνώμην θὰ ηὐχόμην τὸ ἄρθρον 16 νὰ περιωρίζετο μόνον εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀναθεωροῦμεν. Ἀφοῦ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, αἱ προηγούμεναι Συνελεύσεις ὡμίλησαν περὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἀφοῦ ὡμίλησαν περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὡς καὶ περὶ τοῦ χρηματικοῦ ζητήματος, νομίζω, ὅτι πολὺ ὀρθῶς τὸ ἀναθεωρούμενον ἄρθρον ποιεῖται λόγον περὶ αὐτῶν, ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἢ μόνον, ὅτι ἡσυχάζει ἡ συνείδησις τῶν κακῶς ἐχόντων περὶ τῶν προθέσεων τοῦ Κράτους, ὅτι εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἤθελε διανοηθῇ νὰ καταργήσῃ τὴν παιδείαν ἢ νὰ περιορίσῃ αὐτὴν εἰς τρόπον παραβλάπτοντα τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα. Καὶ ταῦτα κρίνω ἐπαρκῆ ἀπὸ συνταγματικῆς ἀπόψεως. Ἀπὸ ἀπόψεως ὅμως πολιτειακῆς καὶ ἰδίως οἰκονομικῆς ὀφείλω νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς: Ὀρθῶς κηρύσσεται ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ὑποχρεωτικὴ δι’ ὅλους, καὶ ὀρθῶς παρέχεται δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις βεβαίως εἶναι ἡ μόνη πνευματικὴ τροφή, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ Κράτος εἰς τοὺς Ἑλληνόπαιδας, εἶναι δ’ ἀπαραιτήτως ἀναγκαία εἰς Κράτος, ἔχον ἐλεύθερον πολίτευμα, μὲ καθολικὴν ψηφοφορίαν, διὰ τῆς ὁποίας μετέχει ὁ λαὸς εἰς τὴν μόρφωσιν τῶν δημοσίων ἐξουσιῶν. Πολίτευμα ἐλεύθερον ἄνευ μεμορφωμένου λαοῦ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ καὶ νὰ προαχθῇ. Ὁποία δὲ πρέπει νὰ εἶναι ἡ μόρφωσις τοῦ λαοῦ; Ταύτην κανονίζουσιν ἐπαρκῶς οἱ λειτουργοῦντες νόμοι περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· δύναται δὲ νὰ καταστῇ αὕτη ἐπαρκεστέρα, ἂν παραστῇ ἀνάγκη βραδύτερον· οὐδ’ εἶναι καιρὸς τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ γίνῃ συζήτησις (ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως) περὶ τῶν μαθημάτων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως οὔτε περὶ γλωσσικοῦ ζητήματος. Ὅλα αὐτὰ παρέλκουσιν. Ἂν τὰ Συντάγματα τοῦ 1843 καὶ 1864 ἐπέβαλλον τὴν δημοτικὴν δαπάνην εἰς βάρος τῶν δήμων, τὴν ἐπέβαλλον, διότι ἀπέβλεψαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν ὀλιγότητα τῶν δημοτικῶν σχολείων, διότι ἕκαστος δῆμος ἓν τοιοῦτον εἶχε, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, καὶ εἰς τὴν σμικρότητα τοῦ μισθοῦ τῶν διδασκάλων, καὶ ἠδύναντο οἱ δῆμοι, ἔχοντες καὶ τὴν ἀνάλογον συνδρομὴν τοῦ Κράτους, νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν δαπάνην ταύτην. Ἀλλ’ ἔκτοτε μέχρι σήμερον ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις ἔλαβε τεραστίαν ἔκτασιν, τὰ σχολεῖα ἐπολλαπλασιάσθησαν, οἱ μισθοὶ τῶν διδασκάλων ἐδιπλασιάσθησαν καὶ ἐτριπλασιάσθησαν, καὶ σήμερον ἡ δημοτικὴ δαπάνη τῆς ἐκπαιδεύσεως ἀνέρχεται περὶ τὰ 7.000.000, καὶ θὰ σᾶς δώσω ἀκριβῆ καὶ συνοπτικὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἠρύσθην ἐκ τῆς ἐπετηρίδος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τὸ σχολικὸν ἔτος 1907–1908. Σήμερον λειτουργοῦσι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος δημοτικὰ σχολεῖα ἀρρένων καὶ θηλέων 3164. Δημοδιδάσκαλοι 2059, διδασκάλισσαι 919, ὑποδιδάσκαλοι ἢ γραμματισταὶ 1358, τὸ ὅλον 4336. Μαθηταὶ 170.000 ἄρρενες καὶ 71.000 θήλεις· δαπάνη διὰ τὴν ὅλην δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν 6.692.998. Ἔκτοτε ηὔξησαν αἱ δαπάναι καὶ ὑπερβαίνουσι τὰ 7 ἑκατομμύρια. Σημειώσατε δὲ ὅτι ὅλας τὰς δαπάνας αὐτὰς τὰς προκαταβάλλει τὸ Δημόσιον, καὶ τὰς προκαταβάλλει διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν δήμων· τὸ δὲ Δημόσιον ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἁπλοῦς δανειστὴς τῶν δήμων. Παρουσιάζει ἐνεργητικὸν ἑκατομμυρίων, ὡς ἔχον λαμβάνειν ἀπὸ τοὺς δήμους, καὶ αὐτὸ τὸ ἐνεργητικὸν εἶναι πραγματικὸν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον καλύπτεται διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ ἰσοζυγίου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐπέβαλλεν εἰς τὸ Κράτος τὴν προκαταβολὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἡ δὲ ἀπόληψις κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι ἀδύνατος, πολὺ ὀρθῶς διὰ τοῦ ἀναθεωρουμένου ἄρθρου, κηρυσσομένης ὑποχρεωτικῆς τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ παρέχηται ὑπὸ τοῦ Κράτους δωρεὰν αὕτη. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾶ τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν τῆς ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως, ἡ ὁποία διαστέλλεται εἰς μέσην, δηλ. εἰς γυμνασιακήν, καὶ τὴν τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων, ἄλλως ἔχει τὸ πρᾶγμα. Βεβαίως ἡ ἐκπαίδευσις αὕτη εἶναι λίαν ὠφέλιμος τῇ κοινωνίᾳ, διότι ὁμολογουμένως αὐξάνει καὶ πολλαπλασιάζει τὰς χρησίμους καὶ ὠφελίμους γνώσεις τῶν Ἑλληνοπαίδων διὰ τὸν κατόπιν βίον· εἶναι παίδευσις ἐπωφελής, οὐχὶ δὲ καὶ ἀναγκαία διὰ τὸν πολὺν λαόν, καὶ εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, ὑπερβαίνουσαν τὰ 4 ἑκατομμύρια, πρέπει ἐν μέτρῳ δικαίῳ νὰ συντρέχῃ καὶ ἡ σπουδάζουσα νεολαία. Μὴ παραπλανώμεθα, Κύριοι, ἀπὸ τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843 καὶ τοῦ 1864, ἅτινα ἐπέβαλλον τὴν δαπάνην εἰς βάρος τοῦ Κράτους, ἦσαν ἄλλαι τότε αἱ περιστάσεις καὶ αἱ πολιτικαὶ καὶ κοινωνικαὶ συνθῆκαι πολὺ δύσκολοι. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὸ ἔθνος πρὸ μικροῦ εἶχεν ἐξέλθει τοῦ ἀγῶνος καὶ ἔπρεπεν οἱ πολῖται νὰ περισυλλεγῶσι, νὰ οἰκοδομήσωσιν οἰκίας, νὰ καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγρούς των καὶ νὰ φροντίσωσι περὶ πλείστων ἄλλων οἰκογενειακῶν καὶ κοινωνικῶν ἀναγκῶν, καὶ τὰ οἰκονομικὰ μέσα ἦσαν ἐλάχιστα, ἵνα μὴ εἴπω μηδέν. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι τὸ Κράτος ὀργανοῦν τὰς πολυειδεῖς ὑπηρεσίας του τὰς διαρκῶς βελτιουμένας καὶ αὐξανομένας εἶχεν ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ προπαρασκευάσῃ κατὰ τὸ ἐνὸν κατάλληλα ὄργανα τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν· συνεπῶς ὤφειλε νὰ συστήσῃ τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα σχολεῖα διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν σκοπῶν του καὶ τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ νὰ καταβάλλῃ αὐτὸ τὰς δαπάνας. Σήμερον ὅμως μετὰ παρέλευσιν ἀρκετῶν δεκαετηρίδων τὰ πράγματα μετεβλήθησαν εὐτυχῶς, ἡ κοινωνία ἀπέκτησεν ἀρκοῦσαν οἰκονομικὴν αὐτάρκειαν, ὅπως ἡ σπουδάζουσα νεολαία συντρέχῃ ἐν μέτρῳ ἀναλόγῳ εἰς τὴν δαπάνην ταύτην, ἥτις βαρύνει σοβαρῶς τὸν Προϋπολογισμὸν· καὶ τὸ μέτρον τῆς εἰσφορᾶς θέλει κανονίσει ὁ νόμος· οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει, ὅτι τὰ δίδακτρα θὰ περιορίσωσι τὴν ἐκπαίδευσιν εἰς ὅσους σοβαρῶς τὴν στέργουσι καὶ τὴν ἐπιθυμοῦσιν· οὔτε εἶναι κίνδυνος, ὅτι νέοι ἄποροι θὰ παραγκωνισθῶσιν· ὄχι· διότι ὅσων ἡ ἰδιοφυΐα πρὸς τὰ γράμματα εἶναι κατάδηλος τὸ Κράτος θὰ φροντίσῃ καὶ περὶ αὐτῶν, ὅπως καὶ σήμερον φροντίζει διὰ τῶν ὑποτροφιῶν. Κίνδυνος περιορισμοῦ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἴσως ὑπάρξῃ, ἂν πᾶσαν τὴν σήμερον δαπάνην ῥίψωμεν εἰς βάρος τοῦ Κράτους· καὶ πρέπει νὰ γνωρίζητε καλῶς, ὅτι αἱ δαπάναι τῆς δημοτικῆς, μέσης καὶ ἀνωτέρας ἐκπαιδεύσεως ἀνέρχονται σήμερον εἰς 11.000.000· δαπάναι δὲ τοιαῦται ἀπορροφοῦσι τὸ δωδέκατον τῶν ἐσόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἀγνοῶ, ἂν τὸ Κράτος δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς περιστολῆς τῶν τοιούτων δαπανῶν· καὶ τὸν κίνδυνον τοῦτον τονίζω πρὸς ὑμᾶς. Ἂν θέλωμεν, Κύριοι, παιδείαν πραγματικήν, ἀληθῆ, ἐπιστημονικήν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὴν παιδείαν αὐτὴν μόνον ἱκανοποιοῦντες ἀρκούντως δυνάμεθα νὰ τὴν ἔχωμεν. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μικρόν, ὅπως πολλοὶ τὸ φανταζόμεθα, εἶναι ζήτημα μεγίστου κοινωνικοῦ συμφέροντος καί, ὅταν θέλομεν παιδείαν, πρέπει νὰ τὴν ἀμείψωμεν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τί ἔλεγεν ὁ Καλλιγᾶς καὶ ὁ Σαρίπολος, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος: «θέλετε παιδείαν ἀξίαν τοῦ ὀνόματός της; πρέπει νὰ τὴν ἀμείβητε ἐπαρκῶς· ἄλλως οἱ ἀληθεῖς ἐπιστήμονες ἀποχωροῦσι καὶ μόνον κατώτεραι διάνοιαι δέχονται τὸν γλίσχρον μισθὸν τοῦ Κράτους· ἀλλὰ μὲ τοιαύτας διανοίας δὲν πρέπει νὰ προικίζηται ἡ παιδεία. Ἀτυχῶς τὸ Κράτος δὲν ἐξαρκεῖ διὰ τῶν ἐσόδων του εἰς ἐπαρκῆ ἀμοιβήν· συμφέρει ὅθεν καὶ οἱ σπουδάζοντες νὰ συνεισφέρωσιν εἰς αὐτήν, καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἐννοήσωσι καὶ τὴν ἀξίαν τῆς διδασκαλίας καὶ δὲν θὰ σπαταλῶσι τὸν χρόνον τῆς σπουδῆς εἰς ἀλλότρια. Τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροπολογήθη, δίδει τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς παιδείας συμφώνως πρὸς τὰ μέσα τοῦ Κράτους καὶ πρὸς τὸ ἀληθὲς συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς σπουδαζούσης νεολαίας, καὶ θὰ ψηφίσω αὐτό.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάρκου.
§168Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπ’ ὀλίγον θέλω ἀπασχολήσει ὑμᾶς. Ὡς ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ προσχεδίου ἐπιτροπῆς καὶ ὡς διερρυθμίσθη κατὰ τὰς σημερινὰς δηλώσεις, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως παρέχον ταύτην δωρεάν, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τὴν μέσην καὶ ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν ἀφήνει ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὰς μελλούσας Βουλὰς νὰ ἐπιβάλλωσι διὰ διδάκτρων τὴν δαπάνην εἰς βάρος τῆς σπουδαζούσης νεολαίας. Τὸ ζήτημα εἶναι λίαν σοβαρόν, δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν προκαλεῖται ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, καθόσον καὶ κατὰ τὰς Συνελεύσεις τοῦ 1843 καὶ 1864, ἃς ἀπετέλεσαν ἐπίλεκτα καὶ πεφωτισμένα μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, μακρὰ ἐγένετο συζήτησις, ἥτις ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη, ἣν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ. Τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 εἶναι ἀντίγραφον τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843. Δι’ ἀμφοτέρων δὲ τῶν συνταγματικῶν τούτων διατάξεων καθιερώθη ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους, ἵνα παρέχῃ δωρεὰν τὴν μέσην καὶ ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν, καὶ τὸ δικαίωμα δι’ ὅλας τὰς κοινωνικὰς τάξεις νὰ ἐκπαιδεύωνται ἄνευ δαπανῶν, καὶ ἀκριβῶς, ὅπως παρεμποδισθῇ πᾶσα ἐπιβολὴ διδάκτρων εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν, ἀνεγράφησαν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι τοιαῦται ἀπόπειραι ἐγένοντο ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων. Ὅπως μεταρρυθμίζεται ἤδη τὸ ἄρθρον 16, ὄχι μόνον δὲν ἀποκλείονται οἱ φόβοι περὶ ἐπιβολῆς διδάκτρων, ἀλλὰ καὶ ὑποδεικνύονται ὑπὸ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ προσχεδίου ἐπιτροπῆς, πρᾶγμα, ὅπερ ἠθέλησαν νὰ παρεμποδίσωσι τὰ προηγούμενα Συντάγματα, ὁρμηθέντα ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ὅλαι αἱ κοινωνικαὶ τάξεις ἐξ ἴσου πρέπει νὰ ἀπολαύωσι τῆς μερίμνης τῆς Πολιτείας καὶ ὅτι τὸ Κράτος ἰδιαίτατα ὀφείλει νὰ καθιστᾷ προσιτὴν τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ εἰς τὸν λαὸν καὶ οὐχὶ μόνον εἰς τὰς τάξεις τῶν εὐπόρων, διότι ἡ ἐπιβολὴ διδάκτρων εἰς τὴν μέσην καὶ ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν θὰ δημιουργήσῃ διακρίσεις μεταξὺ τῶν κοινωνικῶν τάξεων.
§169ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ στρέψητε τὰ βλέμματα περὶ ἡμᾶς καὶ νὰ ἐξετάσητε, ἂν ὑπάρχει Κράτος ἐν Εὐρώπῃ, ὅπερ παρέχει δωρεὰν τὴν μέσην καὶ ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν.
§170Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἴμεθα ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας ἐδῶ.
§171Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ λέγω τὰ πράγματα καθαρῶς. Ἐὰν ὑπάρχωσι πλούσια Κράτη δυνάμενα νὰ παρέχωσι τὴν ἐκπαίδευσιν ταύτην δωρεάν, πῶς θέλετε ἀξιώσει ἡ Ἑλλὰς ἡ ἐλλειμματικῶς ζῶσα καὶ μὴ ἔχουσα τοὺς ἀπαιτουμένους πόρους νὰ δίδῃ εἰς τὰ τέκνα αὐτῆς καλὰ σχολεῖα καὶ καλὸν Πανεπιστήμιον ἄνευ διδάκτρων;
§172Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα νὰ δημιουργήσωμεν κοινωνικὰς ἀνισότητας καὶ καταργήσωμεν λαϊκὰ δικαιώματα, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν φωτοσβέσται. Ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν εἶναι νὰ διακηρύξωμεν, ὅτι τὸ Κράτος μεριμνᾷ καὶ διὰ τὰς ἀπόρους τάξεις καὶ παρέχει ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς πάντα ἔχοντα τὰ ἀπαιτούμενα ἠθικὰ κεφάλαια νὰ ἐκπαιδευθῇ καὶ καταστῇ χρήσιμος εἴς τε τὴν πατρίδα καὶ τὴν κοινωνίαν. Ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀνοίξωμεν τὰς θύρας ὅλων τῶν σχολείων καὶ νὰ προκαλέσωμεν ὅσον δυνατὸν εὐρυτέραν τὴν μέσην καὶ ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν, διότι ἐπὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως ταύτης δυνάμεθα νὰ βασίσωμεν τὰς ἀγαθωτέρας ἐλπίδας διὰ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος. Ἂν τὸ ἔθνος ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Ἀνατολῇ, τοῦτο κατὰ τὸ πλεῖστον ὀφείλεται εἰς τὴν διανοητικὴν αὐτοῦ ὑπεροχὴν καὶ τὴν παιδείαν. Τὸ Πανεπιστήμιον ὑπῆρξεν ὁ τηλαυγὴς φάρος ὁ φωτίσας καὶ φωτίζων καὶ τὸν ἐλεύθερον καὶ τὸν δοῦλον Ἑλληνισμὸν· τὸν φάρον τοῦτον ζητοῦμεν ἤδη διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συνταγματικῆς διατάξεως νὰ σβέσωμεν. Ὅτε, Κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος ἐν τῇ Συνελεύσει τοῦ 1864 ἠκούσθη ἡ φωνὴ ἑνὸς μόνον Πληρεξουσίου ὑποστηρίζοντος αὐτὸ τοῦτο, ὅπερ ἐπιδιώκεται διὰ τῆς συζητουμένης διατάξεως, σύσσωμον τὸ ἐθνικὸν ἐκεῖνο συνέδριον ἐξηγέρθη, ἵνα ἀποδοκιμάσῃ τὸν ῥήτορα, καὶ ἡ φωνή του ἐπνίγη ὑπὸ τὴν θύελλαν τῶν διαμαρτυριῶν, ψηφισθέντος διὰ βοῆς τοῦ ἄρθρου, ὅπερ καθιέρου τὴν ἀρχὴν νὰ παρέχῃ δωρεὰν τὸ Κράτος τὴν μέσην καὶ ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν. Εἰς τὴν διάταξιν ταύτην οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν καί τινες τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ὀφείλουσι τὴν τιμητικὴν θέσιν τοῦ νὰ παρακάθωνται ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, διότι ἄλλως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωσι τὰ ἀπαιτούμενα φῶτα· πλεῖστοι ἄλλοι ἐκ τῶν λαϊκῶν τάξεων διεκρίθησαν εἰς τὰ ἀνώτερα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα προσενεγκόντες πολυτίμους ὑπηρεσίας εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα καὶ νὰ παρακαλέσω, ὅπως γένηται ἡ προσήκουσα δήλωσις ἐν τῇ συνταγματικῇ διατάξει, ὅτι τὸ Κράτος θὰ παρέχῃ δωρεὰν ἐν γένει τὴν ἐκπαίδευσιν, οὕτω δ’ ἀποκλεισθῇ ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσα σκέψις περὶ ἐπιβολῆς διδάκτρων, ὅπερ θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν διαίρεσιν τῶν κοινωνικῶν τάξεων καὶ θὰ καθιστᾷ προνόμιον τὴν παιδείαν εἰς τοὺς εὐπόρους καὶ πλουσίους. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μανέτας ἔχει τὸν λόγον.
§174Ι. ΜΑΝΕΤΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης.
§176ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§178ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει, κύριοι Βουλευταί, πῶς εἶχε τὸ ἄρθρον 16 ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει, πῶς διετυπώθη τὸ ἄρθρον τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ προσχεδίῳ αὐτῆς, πῶς ἀκολούθως διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταγματικῆς. Ὅτε, κύριοι συνάδελφοι, συνεζητεῖτο τὸ ἄρθρον ἐν τῇ συνταγματικῇ ἐπιτροπῇ, ἐξ ἀρχῆς εἶχον ἀντίθετον γνώμην ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενομένην ὑπ’ αὐτῆς διατύπωσιν. Τὸ ζήτημα ἐλύθη διὰ ψηφοφορίας, καὶ ἡ πλειονοψηφία ἀπεφάνθη νὰ διατυπωθῇ ὡς ἔχετε αὐτὸ ὑπ’ ὄψει. Ἐπειδὴ ἐν τῇ ἐκθέσει δὲν περιελαμβάνετο ἡ ἀντίθετος γνώμη, ἡ γνώμη τῆς μειονοψηφίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον, ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω πρότασιν, τροποποιοῦσαν τὸ ἄρθρον, καὶ ἔχετε αὐτὴν ὑπ’ ὄψει ἀναγεγραμμένην ἐν τῇ δευτέρᾳ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ πρότασίς μου εἶχεν οὕτως: «Ἡ ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάναις τοῦ Κράτους καὶ τελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην αὐτοῦ ἐποπτείαν. Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ἅπαντας, καθ’ ὡρισμένην ὑπὸ τοῦ νόμου ἡλικίαν, ὑποχρεωτική, παρέχεται δὲ δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ νομικὰ πρόσωπα», κλπ. ὡς ἔχει ἐν τῇ διατυπώσει καὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Προέβην εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, κύριοι Βουλευταί, διότι νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος ὑπάρχει, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τοὺς σκοποὺς τοὺς κοινωνικούς, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ, κατ’ ἄλλην ἔκφρασιν, τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας. Ἡ κοινωνία συμφέρον ἔχει νὰ ἔχῃ ὅλους τοὺς πολίτας στοιχειωδῶς μεμορφωμένους, νὰ ἔχῃ πολίτας τυχόντας καὶ ἀνωτέρας μορφώσεως. Ἀφοῦ τοῦτο εἶναι τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας, ἀφοῦ τὸ Κράτος ὑπάρχει, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τὰ κοινωνικὰ συμφέροντα, ἐνόμισα καὶ νομίζω, ὅτι ὑποχρέωσιν ἔχει τὸ Κράτος νὰ ἀναλάβῃ τὴν δαπάνην τῆς ἐκπαιδεύσεως καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς βαθμίδας. Δὲν νομίζω, ὅτι ἔχει ἀνάγκην καὶ ἀνασκευῆς τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι δέον νὰ συντρέχωσι τὴν Πολιτείαν καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰς τὰ ἀνωτέρω ἐκπαιδευτήρια μορφοῦνται, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ μόρφωσις στοιχειωδῶς ἁπάντων τῶν πολιτῶν, ἡ μόρφωσις ἱκανοῦ ἀριθμοῦ πολιτῶν εὐρύτερον εἶναι καθολικὸν συμφέρον τῆς κοινωνίας, ἥτις ἅπασα συντρέχει, διὰ τῶν φόρων αὑτῆς, ὅπως καταστῇ ἱκανὸν τὸ Κράτος νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς σκοπούς του, ὧν εἷς καὶ ἐκ τῶν κυριωτάτων ἡ ἐκπαίδευσις. Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι ἀληθῆ εὐφροσύνην καὶ ἀπὸ προσωπικῆς ἀκόμη ἀπόψεως, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου ἐπακριβῶς ὡς ἐγὼ εἶχον διατυπώσει αὐτό. Ἔλεγον ἐγώ: «Ἡ ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάναις τοῦ Κράτους καὶ τελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην αὐτοῦ ἐποπτείαν». Ἡ Κυβέρνησις λέγει: «Ἡ ἐκπαίδευσις διατελοῦσα ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους ἐνεργεῖται δαπάναις αὐτοῦ». Ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ περιφιλοτιμία τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, καθ’ ὅσον ἦτο αὐτῇ δυνατόν, δείξῃ ὅτι δὲν ἀπεδέχθη τὴν διατύπωσιν τὴν γενομένην ὑπ’ ἐκείνου, ὅστις κυριώτατα ἀντιπολιτεύεται αὐτήν.
§179Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κυριώτατα; Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι τί κάμνομεν;
§180ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι εὐλόγως ἐγένετο ἡ διάκρισις μεταξὺ τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἀνωτέρας, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνωτέραν ἔχομεν ἤδη μίαν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατρέψωμεν σήμερον· ἐὰν δ’ ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου ἐλέγετο, ὅτι ἡ ἐν γένει ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάναις τοῦ Κράτους, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι εὐθὺς ἀμέσως νὰ καταργήσωμεν τὸν νόμον περὶ ἐκπαιδευτικῶν τελῶν, καὶ νομίζω ὅτι διὰ πολλοὺς λόγους δὲν δυνάμεθα νὰ καταργήσωμεν αὐτὸν σήμερον. Ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι, ὡς διετυπώθη τὸ ἄρθρον, καὶ ὡς διατυποῦται σήμερον μάλιστα μετὰ τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις, μετὰ τοὺς λόγους, οἵτινες προεκάλεσαν τὴν μετατροπὴν τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομίσῃ ἐπιτετραμμένον εἰς ἑαυτὴν οἱαδήποτε Κυβέρνησις καὶ οἱαδήποτε Βουλή, ὅπως ἐπεκτείνῃ τὰ ἐκπαιδευτικὰ τέλη. Προσπαθῶ, καθὼς βλέπετε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ εἶμαι ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερος. Ἀλλὰ προβαίνων εἰς τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῶν γνωμῶν μου αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, κύριοι Βουλευταί, νὰ εὑρεθῶ καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐτέθη ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου τούτου. Ἀφοῦ ἐγένετο ἐπίκλησις πολιτικῶν λόγων, οἵτινες πρέπει νὰ ἀγάγωσι τὴν Βουλὴν εἰς τοιαύτην ἢ τοιαύτην συζήτησιν, εἰς τοιαύτας ἢ τοιαύτας ἀποφάσεις, προκειμένου περὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, νομίζω, ὅτι καὶ προσήκει, ἢ τοὐλάχιστον ἐπιτρέπεται, δι’ ἐλαχίστων νὰ εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς μίαν γνώμην, ἥτις θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ καὶ ἀντίθετος, ἀλλὰ παρακαλῶ, ἁπλῶς, νὰ θεωρηθῇ διάφορος. Δὲν δύναμαι, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐννοήσω, ποίαν ἐν ἑαυτῇ συναισθάνεται ἀδυναμίαν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως διὰ τοῦ Προέδρου αὑτῆς προβῇ εἰς τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη. Ἀλλὰ καὶ πέρα τούτου, κύριοι Βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς εἶναι δυνατὸν μία Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, καταρτίζουσα τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον αὑτῆς, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς γνώμας τὰς ἔξωθεν, τὰς πιέσεις τὰς ἔξωθεν, τέλος δὲ τὰς διχογνωμίας τὰς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ὑπετέθη, ὅτι δικαιολογεῖται ὁ, κατὰ λέξιν ὑπερβολικὴν ἴσως, πανικὸς αὑτῆς. Διότι, παρακαλῶ νὰ συγχωρήσητέ μοι τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατεφωράθη τὴν ἑσπέραν ταύτην πανικόβλητος. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, μετὰ ποίας ἐμπιστοσύνης θὰ ἀποβλέψῃ πρὸς τὸ νέον Σύνταγμα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅταν ἔρχηται ὁ διευθύνων τὴν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ λέγει: Ἀναγκάζομαι νὰ προτείνω παρὰ τὰς πεποιθήσεις μου διατάξεις τοῦ Συντάγματος, διότι ὑπάρχει ἔξωθεν πίεσις.
§181Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν ἠκούσθη τοιοῦτον.
§182ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον, συγχωρήσατέ μοι τὴν ἀντίληψιν. Συγχωρήσατέ μοι λοιπὸν τὴν ἀντίληψιν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, πῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ πάσης ἐμπιστοσύνης τὸ Σύνταγμα τοῦτο, ὅταν ἔρχηται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγῃ πρὸς τὴν Βουλήν: μὴ συζητεῖτε καὶ μὴ ψηφίζετε κατὰ τὰς πεποιθήσεις σας, ἐὰν θέλητε νὰ σωθῇ ἡ ἀνόρθωσις! Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω ἀνόρθωσιν, τὴν ὁποίαν κατασκευάζει μία Κυβέρνησις παρὰ τὰς γνώμας αὑτῆς, μία Βουλὴ παρὰ τὰς πεποιθήσεις αὑτῆς. Ἀλλ’ ἀκόμη περισσότερον· δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, κύριοι συνάδελφοι, τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ ἀνόρθωσις δὲν εἶναι ἔργον τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἑνὸς ἀνδρός, περιφανῆ ἀναμφιβόλως κατέχοντος θέσιν ἐν μέσῳ ἡμῶν, ἀλλ’ ἀνδρὸς ἑνός. Ἀλλὰ καὶ πέρα πάντων τούτων· δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, ποῖον κίνδυνον διατρέχει ἡ ἀνόρθωσις, ποῖον κίνδυνον διατρέχει ἡ δημοσία τάξις, ποῖον κίνδυνον διατρέχει ἡ κοινωνικὴ γαλήνη, ποῖον κίνδυνον διατρέχει ἡ πολιτικὴ πρόοδος τοῦ τόπου, ἐὰν τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως δὲν τὸ διευθύνῃ ὁ εἷς ἐκεῖνος ἀνήρ. Διότι, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀνόρθωσις δὲν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ σήμερον, δὲν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἤρχισε πρὸ ἑνὸς μηνός, δὲν εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον ἤρχισε πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἢ πρὸ δύο, ἢ πρὸ δέκα ἐτῶν. Ἡ ἀνόρθωσις, καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ κατὰ τὸ μέλλον, οὐδὲν ἄλλο θὰ εἶναι παρὰ ἡ φυσικὴ ἐπὶ τὰ πρόσω πολιτικὴ πορεία τοῦ ἔθνους. Διὰ νὰ φθάσῃ δὲ ἡ ἀνόρθωσις εἰς τὸν σταθμόν, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον, γινώσκετε πάντες ὑμεῖς, κύριοι Βουλευταί, πόσοι καὶ ποῖοι προηγήθησαν δεινοὶ ἀγῶνες, καὶ γινώσκουσι τοῦτο κατ’ ἐξαίρεσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται νὰ καυχηθῶσιν, ὅτι ἐκ τοῦ πολιτικοῦ παρελθόντος οὐδέποτε ὠφελήθησαν, οὐδέποτε ἐζήτησαν τὸ ἐλάχιστον, οὐδὲν ὀφείλουσιν εἰς αὐτὸ παρὰ μόνον πικρίας καὶ χολήν, μόνον καταδιώξεις, διὰ μέσου τῶν ὁποίων ἠμύνοντο καὶ ἐπετίθεντο καὶ κατηνάλωσαν ὁλόκληρον τὸν βίον αὐτῶν, ἵνα φθάσῃ, λέγω, ἡ ἀνόρθωσις εἰς τὸν σταθμόν, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται, καὶ νὰ ἔρχωνται ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔχουσι πιθανῶς νὰ ἐπιδείξωσιν ἀλλαχοῦ περιφανεῖς ἀγῶνας καὶ ἀξίους παντὸς ἴσως ἐπαίνου καὶ πάσης τιμῆς, ἀλλ’ οἵτινες, διὰ τὴν ἀνόρθωσιν ἐντὸς τοῦ Βασιλείου, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξαν παρὰ νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα μὲ τὸν τίτλον καὶ τὸ γόητρον τοῦ ἀγνώστου καὶ νὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος! Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι μεμονωμένην ἐκφράζω γνώμην. Ἐνόμιζον πρὸ ἡμερῶν καὶ σύμφωνον εἶχον σχεδὸν τὴν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως ἦτο νὰ γένηται ἡ προσθήκη, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι ἔργον καὶ καθῆκον καὶ ὑποχρέωσις ἱερὰ καὶ ἐπιβλητικὴ τῆς ἀνορθώσεως εἶναι νὰ γένηται καὶ ἡ προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 16, ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψει ἐν τῇ τρίτῃ αὐτῇ ἐκθέσει. Εἶναι σχετικὴ πρὸς τὴν προσθήκην, ἥτις ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ Συντάγματος καὶ ἥτις ἔχει οὕτως: «Ἀπαγορεύεται πρόγραμμα ἐκπαιδεύσεως, τεῖνον εἰς παραφθορὰν τοῦ τύπου τῆς ἐπισήμου γλώσσης. Ἀπολύεται δὲ πᾶς λειτουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὁπωσδήποτε ἂν ἐπιδεικνύῃ τάσεις πρὸς τοιαύτην παραφθοράν». Ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου ταύτης, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶχον τὸ δικαίωμα, ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ προκαλέσω ὀνομαστικὴν κλῆσιν. Ἐπειδὴ ὅμως ἐξεδηλώθη ἀντίθετος γνώμη, δὲν θέλω νὰ προκαλέσω τὴν στιγμὴν ταύτην εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι θεωρῶ ἀτελὲς τὸ ἄρθρον 16, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἐτροπολογήθη σήμερον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἄνευ τῆς προσθήκης ταύτης. Θεωρῶν δὲ ἀτελὲς αὐτὸ ἐξαιτοῦμαι παρὰ τοῦ Προεδρείου, ὅπως ἡ ἐπὶ τούτου ψηφοφορία γένηται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, καθόσον νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ὑπολαμβάνω, ὅτι, δίδοντος ἐμοῦ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὴν ἔννοιαν, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἄνευ τῆς προσθήκης μου, κατὰ τὴν γνώμην της βεβαίως δὲν πράττει τι ἄτοπον, ἀλλά, κατὰ τὴν γνώμην της, ὑποθέτω, τὴν ἐνδόμυχον, πράττει τι ἐντελῶς ἀντίθετον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τόσον πανηγυρικῶς ἐξεδήλωσε μόλις πρὸς ἐλαχίστων ἡμερῶν.
§183Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπησχόλουν, Κύριοι, οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, ἐὰν ἐδίδετο ἀπάντησις εἰς τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Τὸν ἠρώτησα, ἂν διὰ τῆς λέξεως «δωρεὰν» περιλαμβάνεται ἐντὸς τῆς ἐννοίας ταύτης καὶ ὁ φόρος τοῦ βιβλιοσήμου καὶ τοῦ χαρτοσήμου διὰ τὰ ἀπολυτήρια. Διότι μὴ νομίσητε, ὅτι εἶναι μικρὰ ἡ δαπάνη αὐτὴ εἰς ἕνα πτωχὸν χωρικόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποστείλῃ τὸ παιδί του εἰς τὸ σχολεῖον. Ἐπὶ πλέον δέ, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι δὲν περιλαμβάνεται αὕτη, δύναται αὔριον νὰ δοθῇ ἀφορμὴ εἰς μέλλουσαν Κυβέρνησιν, μὴ διακειμένην τοσοῦτον συμπαθῶς πρὸς τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν, νὰ ἀναβιβάσῃ εἰς μεγαλείτερον ποσὸν καὶ τὸ χαρτόσημον διὰ τὰ ἀπολυτήρια καὶ τὸ βιβλιόσημον καὶ συνεπῶς νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία καὶ εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν τώρα νὰ προασπίσωμεν. Ἴσως θὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος δύναται ἑρμηνευτικῶς νὰ ἐξαχθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλαμβάνηται τὸ φορόσημον τῶν βιβλίων ἢ τὸ χαρτόσημον διὰ τὰ ἀπολυτήρια. Ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἑρμηνεία θὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συζητήσεων, αἵτινες γίνονται ἐνταῦθα, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ γίνῃ μία δήλωσις, ὅτι εἰς τὴν δωρεὰν περιλαμβάνεται καὶ τὸ φορόσημον τῶν βιβλίων καὶ τὸ χαρτόσημον διὰ τὰ ἀπολυτήρια, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἀπαιτεῖται ἀπολύτως τίποτε διὰ τὴν δαπάνην τῆς ἐκπαιδεύσεως. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, καὶ αὐτὴ νομίζω ὅτι εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου.
§184Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Καθῆκον ἔχομεν, ὅπως προασπίσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς κατὰ τῆς ὑπονοίας, ὅτι δὲν ἀποδεχόμεθα μετὰ πεποιθήσεως ὅ,τι ψηφίζομεν. Ψηφίζοντες ὑπὲρ τῆς προτάσεως, ὡς αὕτη διετυπώθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐπιτρέπομεν νὰ νομισθῇ, ὅτι ἀναιροῦμεν τὰς προτέρας ἡμῶν γνώμας καὶ ὅτι ἀπαρνούμεθα τὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον κατεβάλομεν, ἵνα προστεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ περὶ γλώσσης διάταξις. Διότι ἡ ἐν προηγουμένῳ ἄρθρῳ προσθήκη καὶ ὁ ὁρισμὸς ὁ σαφής, ὅτι πᾶσα πρὸς παραφθορὰν ἢ διαφθορὰν τῆς ἐπισήμου ἡμῶν γλώσσης παρέμβασις ἀπαγορεύεται, ἀπαλλάσσει ἡμᾶς τῆς ἀνάγκης, ὅπως ἀναγράψωμεν νέαν προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Διὰ τοιαύτης τινὸς προσθήκης θὰ ἐδυσχεραίνομεν τὴν ἐκπαίδευσιν, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§185Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ τῆς γενομένης κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν τοῦ γλωσσικοῦ καθαρῶς ζητήματος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀδιαλλάκτως μὲν ἠγωνίσθημεν τότε, οὐδεὶς δὲ πλέον λόγος ὑφίσταται ν’ ἀγωνιζώμεθα σήμερον, προέκυψε δήλωσις αὐτοῦ, ὅτι, κατ’ ἐξαίρεσιν τῆς ἐλευθερίας τῆς παρεχομένης εἰς ἄλλους ὑπαλλήλους κατὰ τὸν κατ’ ἰδίαν βίον νὰ μεταχειρίζωνται οἱανδήποτε γλῶσσαν θέλουσιν, εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς ἐκπαιδεύσεως, καὶ εἰδικῶς τοὺς διδασκάλους, ἐτονίσθη, δὲν ἐπιτρέπεται καὶ ἐντὸς τοῦ δημοσίου βίου των νὰ μεταχειρίζωνται ἄλλην ἢ τὴν ἐπίσημον τοῦ Κράτους γλῶσσαν. Ὑπάρχει λοιπὸν ἡ δήλωσις αὕτη καὶ οὐδεμία ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῆς σημερινῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ δήλωσις δηλαδὴ ὅτι εἰς τοὺς διδασκάλους ἡ χρῆσις ἄλλης γλώσσης ἐκτὸς τῆς ἐπισήμου θεωρεῖται ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ ἐπάγγελμά των.
§186ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι τὴν συζήτησιν τὴν καθαρῶς ἐπιστημονικήν, ἀλλὰ τὴν τάσιν πρὸς ἐκφυλισμὸν τῆς γλώσσης τῆς ἐπισήμου ἐθεώρησα ἀσυμβίβαστον. Πᾶσαν ἄλλην ἐπιστημονικὴν συζήτησιν, μεταξὺ Χατζιδάκι π. χ. καὶ ἄλλων καθηγητῶν ἢ λογίων, δὲν ἐθεώρησα ἀσυμβίβαστον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζομεν εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους, διατί νὰ μὴ ἀναγνωρίζωμεν καὶ εἰς τοὺς διδασκάλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι νὰ συζητῶσιν ἐπιστημονικῶς;
§187Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Προσεθέσατε ἀκόμη εἰδικώτερον τὴν δήλωσιν ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι, ἐκτὸς τῶν διδασκάλων, δὲν δύνανται νὰ προβαίνωσιν εἰς συζητήσεις μετὰ πείσματος γινομένας καὶ ἐν ὀξύτητι τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος.
§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἐπιληψίμους.
§189Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὑποστηρίζοντες λοιπὸν τοιαύτην ἔννοιαν δὲν ἀναιροῦμεν τὴν προτέραν ἡμῶν γνώμην. Ὡς πρὸς δὲ τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ὡς τοῦτο ἐτέθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἀποτελεῖ ζήτημα οἰκογενειακὸν τοῦ κόμματος. Ὡς ἡμεῖς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἐζητήσαμεν καὶ ἐπετύχομεν νὰ ἐπιβάλωμεν τὴν γνώμην μας ἐπὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, οὕτω καὶ ἐκεῖνος ἐζήτησε νὰ ἐξασκήσῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν.
§190ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς συζητήσεως δὲν ἀποκλείεται.
§191Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὀρθῶς. Μεταξὺ τῶν μελῶν καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος ὀφείλει νὰ ὑπάρχῃ ἐξάρτησις ἀμοιβαία. Μόνον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἀπεκδέχομαι τὴν ἐπίδρασιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ οὐδαμῶς ὡς ἐκδήλωσιν δεσποτισμοῦ ἢ δικτατορικῆς ἐπιβολῆς. Θὰ ἀπηρνούμεθα ἡμᾶς αὐτούς, ἐὰν δὲν διεκηρύττομεν τὸ ἀδιάσειστον τῆς ἀρχῆς ἡμῶν ταύτης.
§192Α. ΜΟΝΟΚΡΟΥΣΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἀναγινώσκονται αἱ τροπολογίαι.
§194Γ. ΠΩΠ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δήλωσιν τὴν γενομένην;
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ψηφοφορίαν.
§196Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκτελεῖ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως ἠθικῶς.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκω τὰς τροπολογίας. Πρώτη εἶναι ἡ τοῦ κ. Ἀθ. Χριστίδου ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτική, καὶ παρέχεται ὑπὸ τοῦ Κράτους δωρεάν. Εἰδικὸς νόμος θὰ καθορίσῃ τὰ τῆς ἀποδόσεως παρὰ τῶν Δήμων ἢ κοινοτήτων ἢ διοικητικῶν περιφερειῶν κατὰ τὴν ὑφισταμένην ἢ τὴν γενησομένην διοικητικὴν διαίρεσιν τοῦ Κράτους.— Ἕκαστος Ἕλλην πολίτης ἔχει δικαίωμα νὰ συνιστᾷ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα, τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἡ δὲ διδασκαλία τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης θὰ γίνηται κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε καθιερωμένα, ἅπερ ἀποτελοῦσιν ἱερὸν γλωσσικὸν θεσμόν, ἀπαγορευομένου παντὸς ἑτέρου νέου συστήματος οἱουδήποτε καὶ ὁπωσδήποτε τείνοντος νὰ μεταβάλῃ, ἔστω καὶ κατὰ κεραίαν, τὰ γλωσσικὰ μέχρι τοῦδε παραδεδεγμένα ἔν τε τῇ καθαρευούσῃ, τῇ καθομιλουμένῃ, ἥτις εἶναι ἡ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, καὶ τῇ τῶν κλασσικῶν συγγραμμάτων. Ἡ δὲ διδασκαλία τῶν ξένων γλωσσῶν εἰς ἐκπαιδευτήρια ὑπὸ Ἑλλήνων, ἢ ἄλλων ἀλλοδαπῶν, θὰ γίνηται κατὰ τὸ ἑκάστοτε πρόγραμμα τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς, οὕτως, ὥστε νὰ μὴ θίξῃ ποσῶς τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰ ἤθη τοῦ Ἕλληνος, καὶ μὴ ἀντίκειται εἰς τὴν καθιερωμένην ἀρχὴν τῆς δημοσίας τάξεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπίσης ἀναγινώσκονται καὶ ἀπορρίπτονται δι’ ἀναστάσεως αἱ τροπολογίαι. Τοῦ κ. Θ. Μιχαλοπούλου, ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐν τῷ Δημοτικῷ σχολείῳ ἐπιτυγχανομένη γλωσσικὴ μόρφωσις δέον νὰ καθιστᾷ τοὺς παῖδας ἱκανοὺς νὰ ἐννοῶσι τὰς μὴ ὑπερβαινούσας τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν περικοπὰς τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου ἐκ τοῦ πρωτοτύπου, καθὼς καὶ πᾶν βιβλίον, περιέχον ἀνάλογον πρὸς τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν ὕλην, γεγραμμένον ἐν γλώσσῃ καθαρευούσῃ». Τοῦ κ. Ἰ. Μανέτα, ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐν γένει ἐκπαίδευσις τυγχάνει ὑπηρεσία τοῦ Κράτους καὶ διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην τούτου ἐποπτείαν. Ἡ στοιχειώδης καὶ ἡ μέση ἐκπαίδευσις παρέχονται δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἡ δὲ πρώτη εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτική. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων, λειτουργούντων κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἀπαγορεύεται ἡ εἰς τὰ ἐκπαιδευτήρια τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν γένει εἰσαγωγὴ ἢ χρῆσις βιβλίων, γεγραμμένων εἰς γλωσσικὸν τύπον διάφορον τοῦ ἐπισήμου. Εἰδικὸς νόμος, ψηφισθησόμενος διαρκούσης τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ ἐντὸς τῆς πρώτης Συνόδου τῆς ΙΘʹ βουλευτικῆς Περιόδου τὸ βραδύτερον, θὰ καθορίσῃ τὰς λεπτομερείας τῆς διατάξεως ταύτης καὶ τὰς συνεπείας τῆς παραβιάσεως αὐτῆς». Τῶν κ. κ. Ι. Πατσουράκου καὶ Χ. Καρᾶ, ἔχουσα οὕτω: Τὸ δεύτερον ἐδάφιον ν’ ἀντικατασταθῇ ὡς ἑξῆς· «Ἡ στοιχειώδης καὶ ἡ μέση ἐκπαίδευσις ἐνεργοῦνται δαπάνῃ τοῦ Κράτους, μὴ ἐπιτρεπομένου ἐπ’ αὐτῶν οὐδενὸς τέλους· ἡ στοιχειώδης ὅμως ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτική». Τοῦ κ. Χ. Πετρέα, ἔχουσα οὕτως· «Ἀπαγορεύεται ἡ εἰς τὰ ἐκπαιδευτήρια εἰσαγωγὴ διδακτικῶν βιβλίων, μὴ γεγραμμένων εἰς τὴν ἐπίσημον τοῦ Κράτους γλῶσσαν». Τοῦ κ. Ν. Χαριτάτου, ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐκπαίδευσις καθόλου παρέχεται δαπάνῃ τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ μὲν στοιχειώδης εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτικὴ καὶ παρέχεται δωρεάν, ἡ δὲ μέση καὶ ἀνωτάτη ὑπόκειται εἰς ἀνάλογα τέλη. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων, λειτουργούντων κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Τοῦ κ. Ν. Ξηροῦ, ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐκπαίδευσις παρέχεται δαπάναις τοῦ Κράτους καὶ τελεῖ ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν αὐτοῦ δυναμένου νὰ ἐπιβάλῃ ἀνάλογα τέλη εἰς τὴν μέσην καὶ ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν.» Τοῦ κ. Α. Μονοκρούσου, ἔχουσα οὕτως: «Ἡ ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάναις τοῦ Κράτους. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα συμμορφούμενος μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Καὶ τοῦ κ. Ε. Κουλουμβάκη, ἔχουσα οὕτως: «Ἀπαγορεύεται πρόγραμμα ἐκπαιδεύσεως, τεῖνον εἰς παραφθορὰν τοῦ τύπου τῆς ἐπισήμου γλώσσης. Ἀπολύεται δὲ πᾶς λειτουργὸς τῆς ἐκπαιδεύσεως ὁπωσδήποτε, ἂν ἐπιδεικνύῃ τάσεις πρὸς τοιαύτην παραφθοράν». Ἀποσύρουσι μετὰ τοῦτο τὰς τροπολογίας των ὁ κ. Δ. Χηνιάδης, οὗτινος ἡ τροπολογία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις, ἥτις διὰ πάντας εἶναι ὑποχρεωτική, ἡ μέση καὶ ἡ ἀνωτάτη τοιαύτη παρέχεται δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους, δυναμένου νὰ ἐπιβάλῃ τέλη εἴς τε τὴν μέσην καὶ ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν ἀναλόγως τῆς ἰδίας ἢ πατρομητρικῆς περιουσίας τοῦ μαθητοῦ καὶ φοιτητοῦ. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων, ἡ λειτουργία τῶν ὁποίων θέλει εἶσθαι σύμφωνος πρὸς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Θ. Κουτσομητόπουλος, οὗτινος ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐκπαίδευσις λειτουργεῖ φροντίδι τῆς Πολιτείας ὡς δημοσία ὑπηρεσία. Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι διὰ πάντας ὑποχρεωτική, παρέχεται δὲ δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Εἰδικὸς νόμος θέλει καθορίσει τὰ τῆς ἀποδόσεως παρὰ τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων πρὸς τὸ Δημόσιον ἀναλόγου πρὸς τοὺς πόρους αὐτῶν συμμετοχῆς εἰς τὴν δαπάνην διὰ τὴν στοιχειώδη ἐκπαίδευσιν. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας ἢ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων λειτουργούντων κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες θὰ ὁρίσωσι καὶ τὰ προσόντα τῶν διευθυνόντων τὰ τοιαῦτα ἱδρύματα, ὡς καὶ τὸν κατὰ πληθυσμὸν ἐπιτρεπόμενον ἀριθμὸν ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων».
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος βουλευτοῦ κ. Ι. Τσιριμώκου, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐκπαίδευσις διατελοῦσα ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Κράτους ἐνεργεῖται δαπάνῃ αὐτοῦ. Ἡ δὲ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτικὴ καὶ παρέχεται δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων λειτουργούντων κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Διατυπῶ ἤδη τὸ ἄρθρον συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τροποποιημένου.
§199Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀντὶ τῆς λέξεως «ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων» νὰ τεθῇ «ἐκπαιδευτηρίων».
§200ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία διὰ τὴν ἔννοιαν. Ἂς τεθῇ «ἐκπαιδευτηρίων».
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον διατυποῦται ὡς ἑξῆς: «Ἡ ἐκπαίδευσις, διατελοῦσα ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, ἐνεργεῖται δαπάνῃ αὐτοῦ. Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτική, παρέχεται δὲ δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων, λειτουργούντων κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους».
§202Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἂς γίνῃ «ἐκπαιδευτήρια», διὰ νὰ εἶναι ἡ διατύπωσις περισσότερον ὁμοία πρὸς τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν μου, ἡ ὁποία ἔχει «ἐκπαιδευτήρια».
§203Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα σημαίνει ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἡ τελευταία παράγραφος θὰ ψηφισθῇ ὡς ἑξῆς: «ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων λειτουργούντων κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Τὸ ὅλον ἄρθρον ἑπομένως ὡς ἐτροποποιήθη ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 16.— «Ἡ ἐκπαίδευσις, διατελοῦσα ὑπὸ τὴν ἀνωτάτην ἐποπτείαν τοῦ Κράτους, ἐνεργεῖται δαπάνῃ αὐτοῦ. Ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτική, παρέχεται δὲ δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἐπιτρέπεται εἰς ἰδιώτας καὶ εἰς νομικὰ πρόσωπα ἡ ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων, λειτουργούντων κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπῆρχε πρότασις ψηφοφορίας τοῦ ἄρθρου δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ὅστις τὴν ἀπέσυρεν.
§205Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν ἀπέσυρα.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀντίληψις τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ὀνομαστικῆς κλήσεως, καθόσον σαφῶς ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ δι’ ἀναστάσεως.
§207Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, προεκάλεσα δήλωσιν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀποδεχομένου αὐτοῦ ταύτην ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀποδοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἡ δήλωσις ἔχει οὕτως: «Ἐν τῇ στοιχειώδει ἐκπαιδεύσει περιλαμβάνεται πᾶσα ἡ νῦν καλουμένη δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἔστω καὶ ἂν ὁ κύκλος τῶν ἐτῶν τῆς διδασκαλίας ὑπερβῇ τοὺς ἓξ ἐνιαυτούς».
§208ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δέχεται, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς ἑρμηνευτικὴ δήλωσις τῆς Βουλῆς ἔχουσα οὕτως: «Ἐν τῇ στοιχειώδει ἐκπαιδεύσει περιλαμβάνεται πᾶσα ἡ νῦν καλουμένη δημοτικὴ ἐκπαίδευσις, ἔστω καὶ ἂν ὁ κύκλος τῶν ἐτῶν τῆς διδασκαλίας ὑπερβῇ τοὺς ἓξ ἐνιαυτούς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγραφὴν τῆς δηλώσεως ταύτης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Α. Χριστίδου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Συντάγματος. Ἀναγινώσκω ταύτην, διὰ νὰ καθαρισθῇ τὸ ἔδαφος (ἀναγινώσκει): Τὸ ἄρθρον 15 καταργεῖται, καὶ θεσπίζεται ἄρθρον ἔχον οὕτως: «Ὁ ὅρκος ἐπὶ Δικαστηρίου ἐπὶ πολιτικῶν διαφορῶν οὔτε ἐπάγεται οὔτε ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἐπιβάλλεται, ἐπακτὸς ἢ δικαστικὸς ὅρκος, ὡς μὴ ἀποτελῶν μέσον ἀποδεικτικόν, ἀλλὰ κλονισμὸν καὶ μείωσιν τοῦ πρὸς τὴν θρησκείαν σεβασμοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Θὰ συνεχίσωμεν, Κύριοι, ἔπειτα;
§210ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀντίρρησιν νὰ ἔλθωμεν μετὰ τὸ δεῖπνον.
§211ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Αὔριον.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 μ. μ.)