1911.03.09
4,270 rows · 32,822 words · 257 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 45.
τῆς 9ης Μαρτίου 1911.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 50′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 186 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Τὸ ἐκπαιδευτικὸν τμῆμα τῆς ἑνώσεως τῶν Ἑλληνίδων ζητεῖ νὰ καθιερωθῇ δι’ ἅπαντα τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα ἡ χρῆσις τῆς καθαρευούσης· 2) Λεμβοῦχοί τινες Κερκύρας διαμαρτύρονται δι’ ἀπαγορεύσεις τινὰς τοῦ λιμενάρχου αὐτῶν. 3) Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Καρδίτσης ζητεῖ ἐξακολούθησιν τῆς δωρεὰν παροχῆς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. 4) Ὁ Νομάρχης Κερκύρας πέμπει ψήφισμα Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀμφιπαγιτῶν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος Κερκύρας. 5) Ὁ Νομάρχης Κερκύρας πέμπει ψήφισμα δήμου Μελιτιέων περὶ λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος Κερκύρας. 6) Ὁ Εἰρηνοδίκης Ναυπάκτου ὑποβάλλει ἀναφορὰν ἁμαξοκαρραγωγέων περὶ ἐπισκευῆς ὁδοῦ. 7) Οἱ κάτοικοι Βρεστενίτσης ζητοῦσι συνδρομὴν πρὸς ἀνέγερσιν ναοῦ ὑπὸ Δημοσίου. 8) Ὁ Παναιγειρατικὸς σύλλογος «Πρόοδος» ὑποβάλλει ψήφισμα, ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Προνομιοῦχος ἑταιρεία. 9) Οἱ ἐξ Ἀνδριτσαίνης μέτοχοι «Ἀμοιβαίας» ζητοῦσι διάλυσιν ταύτης. 10) Στρατιωτικοὶ κατάδικοι Ναυπλίου ζητοῦσι μετριασμὸν τῆς ποινῆς. 11) Ἀμπελοκτήμονες Ἀστακοῦ ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν φόρου ἀμπέλων 1910. 12) Δικηγορικὸς σύλλογος Τριπόλεως ζητεῖ καταψήφισιν δικαστικῶν νομοσχεδίων. 13) Πρόεδροι συλλόγων Νησίου ζητοῦσιν ἀποστολὴν πειστηρίων ἐγγράφων τῷ κ. Ἀνακριτῇ διὰ τὰς καταχρήσεις τῶν λιμενοϋδραυλικῶν ἔργων. 14) Ἐμπορικὸς σύλλογος Πύργου ζητεῖ ἐκβάθυνσιν τοῦ λιμένος. 15) Οἱ ἐργατικοὶ σύλλογοι Ἀγουλινίτσης ζητοῦσιν, ὅπως μὴ μετατεθῇ τὸ ἐκεῖ κατάστημα τῆς Προνομιούχου. 16) Πολλοὶ φοιτηταὶ ἀποδοκιμάζοντες τὰς ἐνεργείας τῆς ἐπιτροπείας ζητοῦσι τὴν λειτουργίαν τοῦ Πανεπιστημίου, ὡς μεγίστας ὑφιστάμενοι βλάβας ἐν ἀργίᾳ τούτου ὄντος. 17) Αἴτησιν κατοίκων δήμου Σπερχειάδος παραπονουμένων κατὰ συστήματος δεκάτης. 18) Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο τμήματα Σκιλλοῦντος καὶ Κολωνίδων. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Χριστίδης ἔχει τὸν λόγον.
§2ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Τῇ 17 Φεβρουαρίου ὑπέβαλον πέντε προτάσεις νόμων. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὅτι ὡμίλησα ἐκτενῶς περὶ αὐτῶν. Ἡ πρώτη ἦτο σχετικὴ πρὸς τὸ ἐνοχικὸν μέρος τοῦ Ἀστικοῦ δικαίου, ἡ δευτέρα πρὸς τὸ πραγματικόν, ἡ τρίτη ἀφεώρα δημοτικὸν Κτηματολόγιον, ἡ τετάρτη Γραφεῖον καταχωρίσεων καὶ ἡ πέμπτη Γραφεῖον ἐκτελέσεων. Τὰ Πρακτικὰ τῆς 17 παρελθόντος μηνὸς ἀναφέρουσιν ὅτι αἱ προτάσεις αὗται ὑπεβλήθησαν, ὡς καὶ τὰ ἐστενογραφημένα ἐν ἐκτάσει. Ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου παρῆλθον τόσαι ἡμέραι καὶ αἱ προτάσεις δὲν ἐτυπώθησαν καὶ δὲν διενεμήθησαν. Ἐγένετο λόγος μίαν ἡμέραν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν δι’ ἄλλο ἀντικείμενον ἔκαμε λόγον, ὅτι συνέβη καὶ αὐτὴ ἡ παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ. Γνωρίζετε ὅλοι ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἐν ἄρθρῳ 44 λέγει ὅτι αἱ κατατιθέμεναι προτάσεις παραδίδονται ἀμέσως εἰς τὸν διεκπεραιωτήν. Ὁ διεκπεραιωτὴς ἀναγράφει ταύτας εἰς ἴδιον βιβλίον καὶ τὰς δίδει πρὸς ἐκτύπωσιν, εἶτα δὲ διανέμονται καὶ ἀναγράφονται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν πρὸς συζήτησιν. Δὲν ἤθελον νὰ ἐγείρω ζήτημα περὶ τούτου καὶ ἀνέμενον μέχρι σήμερον. Προχθὲς ὅμως, ὅτε ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν ἔκαμε λόγον καὶ περὶ τούτου, ἐζήτησα τὸν διεκπεραιωτὴν καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν τῷ ἐδόθησαν. Ἐπεθύμουν ὁ κ. Πρόεδρος νὰ δώσῃ ἀπάντησιν ἱκανοποιητικὴν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὰς προτάσεις ταύτας, λόγῳ ἀξιοπρεπείας καὶ τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Προεδρείου. Ἐλέχθη ὅμως καὶ ἓν ἄλλο, διὰ τὸ ὁποῖον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω λόγον. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρόεδρος νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, διότι ἐπρόκειτο περὶ προτάσεων νόμων καὶ οὐχὶ περὶ τροπολογιῶν, ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, τὰ δὲ Πρακτικὰ διαψεύδουσι πάντα, ὅστις προβάλλει ὅτι ἠρωτήθη ἡ Βουλή.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§4Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὄντως πρόκειται περὶ τοῦ σημαντικωτέρου, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἄρθρου τοῦ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματός μας, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, διότι ὄντως ὁ τύπος καὶ εἶναι καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς ἡ μεγαλετέρα δύναμις τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς. Ὕμνοι πρὸς τὴν ἐλευθεροτυπίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξήχθησαν καὶ οἱονεὶ φόβος κατέλαβεν ἐνίους ἀγορεύσαντας, ὡσανεὶ εἶναι τὸ μόνον σημεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑγιὲς ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ. Ὅταν πρόκειται νὰ κρίνωμεν τὰς ἀνωτέρας Ἀρχὰς τῆς πατρίδος μας, τὴν Δυναστείαν, τὴν Κυβέρνησιν, τοὺς ὑπαλλήλους ἐν γένει τοῦ Κράτους, λάβροι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπιτιθέμεθα. Καὶ ἐνθυμοῦμαι χθὲς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐκ Λακωνίας κ. Πατσουράκον, ὁ ὁποῖος μονονουχὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἐθεώρησεν ὅτι εἶναι ὑγιὲς ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ. Ἀρχαὶ δ’ οὕτω, Πολιτεία, Παιδεία, Δικαιοσύνη, Δυναστεία, τὰ πάντα τέλος ἐν ἀποσυνθέσει εὑρίσκονται καὶ μόνον ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς αὑτοῦ ὁ τύπος. Ναί, ὁ τύπος ἵσταται εἰς τὸ ὕψος τῆς περιωπῆς αὐτοῦ, ἀλλά, ὅτε λέγομεν ὅτι θὰ λάβωμεν περιοριστικὰς διατάξεις, δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι θέλομεν νὰ λάβωμεν περιοριστικὰς διατάξεις κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ὄντως ἐξυπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ὄντως ἐξυπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας. Ὑπῆρξαν μεταξὺ τῶν δημοσιογράφων καὶ τῶν ὀργάνων τοῦ τύπου καὶ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι ἴσως παρακωλύουσι τὸν ῥοῦν τῆς προόδου τῶν ὀργάνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὄντως ὑπεράνω παντὸς σκοποῦ ἔθεντο τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ ἀτόμου, παρακωλύουσι τὴν πρόοδον αὐτῶν τῶν ὄντως ἀξίων τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης καὶ προσοχῆς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διότι δυστυχῶς πιέζονται ἀπὸ μυρίας ἀνάγκας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ τὴν συνείδησιν αὐτῶν νὰ καθιστῶσιν ἐλαστικωτέραν, ἵνα ἀνταγωνίζωνται ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐπιπέδου. Δύναται εἷς ἐπιστήμων, εἴτε δικηγόρος εἴτε ἰατρός, νὰ ἀνταγωνισθῇ μὲ ἕνα κομπογιανίτην; Καὶ δὲν εὑρίσκεται ἴσως ὁ ἰατρός, ὁ ἐπιστήμων εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ εἰς τὴν φανατισμένην ἐκείνην πάσχουσαν, ἡ ὁποία τοῦ ζητεῖ βότανα, διότι οἱ κομπογιαννῖται αὐτὰ λέγουσι, νὰ εἴπῃ ὅτι καλὸν εἶναι νὰ πάρητε καὶ αὐτὸ τὸ φάρμακον, διότι, ἂν ἀντιστῇ κατὰ τοῦ φανατισμοῦ καὶ τῆς προλήψεως, βεβαίως ἔχει νὰ πάθῃ, ἔχει νὰ ζημιωθῇ; Διαπρεπὴς συνάδελφος καὶ ἔγκριτος ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ τύπου, ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης, εἶχε τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ ὅτι ὄντως ὑπάρχει τύπος, κατὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ λάβωμεν μέτρα, διότι ὁ τύπος ἐκεῖνος, μὴ ἔχων τὰ μέσα οὔτε τὴν ἠθικὴν δύναμιν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, κατέρχεται εἰς μέσα προσομοιάζοντα μὲ τὰ μέσα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τὰ πρῶτα κεφάλαια αὑτῶν, καταφεύγουσιν εἰς τὸ ἔγκλημα καὶ τὸ ἀδίκημα. Ἀπὸ τοῦ 1864, ὅτε ἐθεσπίσθη τὸ ἀναθεωρούμενον ἄρθρον, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐκ τῆς μικρᾶς μου πείρας, ὅτι εἰς πολλὰς παρεκτροπὰς προέβη μερὶς τοῦ τύπου. Κατ’ αὐτῆς τῆς μερίδος λοιπὸν πρέπει νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα μας. Οἱ νόμοι καὶ τὰ δεσμωτήρια δὲν θεσπίζονται ὑπὸ τῆς Πολιτείας δι’ ἄλλον λόγον εἰμὴ χάριν τῆς προστασίας τῶν νομοταγῶν καὶ ἐναρέτων πολιτῶν, ὅπως προστατεύωνται οὗτοι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραβιάζουσι τὰ δίκαια τῆς κοινωνίας καὶ τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Πῶς λοιπὸν θέλετε, διότι ὑπάρχει τύπος εἰς τὴν περιωπὴν αὐτοῦ, νὰ συστρατεύσωμεν μετ’ αὐτοῦ καὶ ἀμνηστεύσωμεν καὶ τὸν ἐκβιαστικὸν τύπον, ὁ ὁποῖος εἰσέδυσε καὶ εἰς τὸ οἰκογενειακὸν ἄσυλον; Ἡ οἰκογένεια, ἂν ἔχῃ τι τὸ σπαράσσον αὐτήν, διὰ τοῦ τύπου ἐκείνου, καὶ παρακαλῶ νὰ διακριθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι περὶ τοῦ ἐκβιαστοῦ τύπου πρόκειται, ἡ οἰκογένεια, λέγω, ἐὰν ἔχῃ βάσανα ἀτομικὰ καὶ ἂν θλίβηται ἐν τῷ κρυπτῷ, ἐν τούτοις σπαράσσεται ὑπὸ τούτου μετ’ ἀνηκούστου ἀγριότητος, καὶ ὁπόταν τὸ ἀτύχημα τὸ οἰκογενειακὸν γίνηται ἀντικείμενον συζητήσεως. Ἑπομένως ἡ ἐλευθερία αὕτη καὶ τὴν δημοσίαν ἠθικὴν προσβάλλει καὶ τὸ ἄτομον κατασπαράσσει, τὸ ὁποῖον εἶναι σεβαστὸν ὅπως εἶναι καὶ πᾶν ἐν τῇ Πολιτείᾳ δικαίωμα σεβαστόν. Ἀπὸ τοῦ 1864, λέγω, ὑμνήθησαν ὄντως, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Σῖμος, πολιτικαὶ κορυφαὶ καὶ διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ τύπου ἀνῆλθον εἰς τὰ ὕπατα ἀξιώματα τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν καὶ περιστάσεις, καθ’ ἃς πολιτικοὶ ἄνδρες ἐσυκοφαντήθησαν βδελυρῶς καὶ ἴσως κατῆλθον εἰς τὸν Ἅδην διὰ τῶν συκοφαντιῶν ἐκείνων. Διατί λοιπόν, ἀφοῦ ἡμεῖς, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας κ. Βοζίκης, ἔχομεν περιορισμοὺς εἰς ἡμᾶς αὐτούς, διατί νὰ μὴ θελήσωμεν νὰ θέσωμεν περιορισμοὺς δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν ἀντίληψιν τῆς ἀποστολῆς αὑτῶν τῆς ὄντως ἐθνικῆς; Ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, εἰς τὸν ὁποῖον ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ διευθύνῃ τὰ συζητήσεις, ἀφῄρεσέ ποτε τὸν λόγον ἀπὸ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐσεβάσθη τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὴν ἱερότητα τῆς θέσεως ταύτης, ἢ ἐφήρμοσε τὸν Κανονισμὸν κατ’ ἐκείνων μόνον, οἱ ὁποῖοι ἠσέβησαν πρὸς τὴν θέσιν αὐτὴν καὶ τὸν περίβολον τοῦτον; Καὶ διατί νὰ μὴ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς Κυρίους ὅτι, ἐὰν θέλητε χρήματα, ἐὰν θέλητε νὰ εὑρύνητε τὴν κυκλοφορίαν τῶν φύλλων σας, τῶν ἀνυπάρκτων, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ προσβάλλητε τὰ ἱερὰ τῆς πατρίδος καὶ τὰ ἱερὰ τῆς οἰκογενείας; Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω, διότι εἶναι γνωστὰ τὰ ὀνόματα τῶν δημοσιογράφων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἀτυχήματα οἰκογενειακὰ ἀντικείμενα μυθοπλαστίας. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὸ ὄνομα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ζωῇ ἕνεκα ἀκατονομάστου συκοφάντου, ὅστις, διὰ τὴν ματαίωσιν συνοικεσίου, εἰς πᾶν μέσον κατέφυγε, διὰ νὰ στιγματίσῃ Ὑπουργὸν καὶ ὅστις ἐστιγματίσθη ὑπὸ τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος. Ὅλοι ἀναμιμνήσκεσθε τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, ἥτις ἀπεκάλυψεν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης τὴν θλιβερωτέραν πτυχὴν τῆς Ἑλληνικῆς δημοσιογραφίας. Καὶ ἐννοῶ τὸν Ῥούκην, τὸν Ῥούκην τὸν ὁποῖον, ἐνῷ ἡ δικαιοσύνη ἐδίκαζε διὰ ἀτιμωτικὴν πρᾶξιν, ἡ Πολιτεία ἀτυχῶς ἐκόσμει διὰ παρασήμου, βραβεύουσα οὕτως εἰπεῖν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κοινοῦ τὴν ἐπονείδιστον ταύτην στάσιν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ποίαν ἐπίδρασιν ἔκαμεν εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον ἡ δηλητηριώδης αὐτὴ ἀναγραφὴ εἰς τὸν τύπον, ἡ συκοφαντία ἐκείνη, ὥστε καὶ εἰς τὴν τελευταίαν στιγμὴν τοῦ βίου του τοῦτο καὶ μόνον ἐθεώρει ὅτι εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν Ἅδην τὸν φέρει. Τί λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ παρακωλύσῃ τὴν πρόοδον τοῦ ἐναρέτου, τοῦ σεμνοῦ τύπου; εἶναι ὁ περιορισμός, εἶναι ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ σώματος αὐτοῦ ἀπὸ τὸ τέλμα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι τὴν δύναμιν ταύτην δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσιν ὡς μέσον ἐκβιαστικὸν κατὰ τῶν ἀτόμων, κατὰ τῆς κοινωνίας, κατὰ τῆς Πολιτείας. Ἀλλὰ μόνον τὰ ἄτομα ἔπαθον ἀπὸ τὴν ἀκριτομυθίαν τοῦ τύπου; Μόνον πολιτικοὶ παράγοντες, ὡς εἶναι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐδηλητηριάσθησαν; Ἐνθυμεῖσθε τὸν μεγαλείτερον πολιτικὸν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τὸν Χαρίλαον Τρικούπην, εἰς ὃν ἀπεδόθη ἡ μομφὴ ὅτι ἐπρόδιδε τὴν πατρίδα, ὁπόταν τὴν ἔσωζεν, ἐκ βεβαίου ὀλέθρου; Δὲν ἐνθυμεῖσθε τὸν Χαρίλαον Τρικούπην, ὁ ὁποῖος δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἔμεινεν ἐν Ἑλλάδι ἄνευ φωνῆς δημοσιογραφικῆς μετὰ τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως; Ὁ Χαρίλαος Τρικούπης οὐδὲν ὄργανον εἶχε δημοσιογραφικὸν ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἐξέδιδον τότε τὴν «Ἑωθινήν», ἐνθυμοῦμαι δέ, ὅτε ἐγένετο μία κολοσσιαία διαδήλωσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν ἀνεγράφη κἂν ὅτι ἀφίκετο ὁ Χ. Τρικούπης ἐξ Εὐρώπης. Ταῦτα εἶναι συμπτώματα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Συνέλευσις· ταῦτα εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπισπάσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως· εἶναι ταῦτα πᾶσι γνωστὰ καὶ ἀντιλαμβάνεται πᾶς τις τί εἶναι τὸ ὑγιὲς καὶ τί τὸ σαπρὸν εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἔχομεν τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπρισιμιτζάκης καὶ εἷς ἕτερος ἀξιότιμος συνάδελφος· κατ’ αὐτὸν τὸν πόλεμον οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν, καὶ εἶναι τοῦτο γνωστὸν καὶ ἐκ ξένων ἐφημερίδων, οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν ἔλεγον· «δὲν εἴχομεν ἀνάγκην κατασκόπων καὶ προσκόπων· εἴχομεν τὴν Ἑλληνικὴν δημοσιογραφίαν, ὄχι βεβαίως τὴν δημοσιογραφίαν ἐκείνην, ἥτις, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει ἀρετὴν καὶ ἐθνισμόν, ἀλλ’ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀπεμπολεῖ ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει ὅ,τι χρήσιμον, ὅ,τι μέγα, ὅ,τι μυστικὸν τῆς πατρίδος χάριν ἐπαγγελματικῆς προτεραιότητος, ὅπως κεντήσῃ τὴν δημοσίαν περιέργειαν καὶ ἀποκτήσῃ μεγαλειτέραν κυκλοφορίαν, ἀδιαφοροῦσα τελείως ἂν ὕψιστα συμφέροντα τῆς πατρίδος συντρίβονται. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία, ἀκριβῶς εἶναι μέτρα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας, μέτρα ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀτόμων, πρὸ παντὸς δὲ ὑπὲρ τῆς ἐναρέτου δημοσιογραφίας. Ποῖος θὰ ἀποζημιώσῃ τὴν ἠθικὴν πίστιν ἑνὸς βιομηχάνου, ἑνὸς ἐμπόρου, δὲν λέγω πολιτικοῦ (οἱ πολιτικοί, ἐνῷ τὰ πάντα διευθύνουσι, δὲν δύνανται νὰ προνοήσωσι περὶ τοῦ ἑαυτοῦ των, καὶ εἶναι οἱ ἔκθετοι οὕτως εἰπεῖν εἰς τὰς προσβολὰς πάντων), πῶς θὰ ἀποζημιωθῇ, λέγω, ὁπόταν εἷς ἀσυνείδητος ἀλήτης, ὁ ὁποῖος τιτλοφορεῖται δυστυχῶς δημοσιογράφος, λέγῃ, κατόπιν, ἐννοεῖται, προηγουμένων συνεννοήσεων προφορικῶς ἢ ἐγγράφως (διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον τοῦτο εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ βεβαιώσω ὅτι γίνεται), ὅτι «παρακαλοῦμεν, ἐπειδὴ μᾶς ἐδόθη μία τοιαύτη καὶ τοιαύτη πληροφορία, παρακαλοῦμεν νὰ διέλθητε τοῦ γραφείου μας, ἵνα συνεννοηθῶμεν, διὰ νὰ κανονίσωμεν μεταξύ μας τὴν μὴ δημοσίευσιν τῆς κατηγορίας», τῆς ἀνυποστάτου, ἐννοεῖται, τῆς δημιουργηθείσης ἐν τῷ νῷ αὐτοῦ, ὅπως τὸ θῦμα ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἐκβίασιν χάριν τῆς προστασίας τῆς ἐμπορικῆς καὶ βιομηχανικῆς πίστεώς του. Ποῖος, λέγω, θὰ ἀποζημιώσῃ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, διὰ τὸν ὁποῖον ἀναγράφεται μία ψευδὴς εἴδησις, ὅτι κλονίζεται ἡ ἐμπορική του πίστις;
§5Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἕν παράδειγμα.
§6Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἴσως ὁ διακόψας με Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἦτο ὁ ἀκαταλληλότατος διὰ νὰ μὲ διακόψῃ. Ὁ κ. Φλαμῆς ἐκδίδει ἐφημερίδα ἐν Πάτραις, ἓν φύλλον τῆς ὁποίας ἔτυχε νὰ κρατῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, τὸ Σέλας, διακεκριμένην ἐφημερίδα! Μάλιστα εἶμαι καὶ συνδρομητὴς αὐτῆς. Ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ πρῶτος ἔθεσα τὸν ἑαυτόν μου ὑπὸ κρίσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ὄντως ἡ Βουλὴ εἶχε καταπονηθῆ ἀπὸ ἀσκόπους ἐπερωτήσεις, καὶ εἶπον καὶ ἐγὼ μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι παρεκάλεσα τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν φρονῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ἓν τέρμα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τὰς ἀσκόπους, ἂν ἠδύνατο νὰ λάβῃ κάποιον νομοθετικὸν μέτρον τέλος πάντων, διὰ νὰ παύσωσιν αἱ ἐπερωτήσεις, καὶ ὡς τοιοῦτον ὑπέδειξα τὴν μὴ ἀναγραφὴν τῶν ὀνομάτων τῶν ἐπερωτώντων εἰς τὰς ἐφημερίδας, διότι τότε πολλοὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον. Ὁ κύριος Φλαμῆς, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν εἶπόν τι, διότι τῷ εἶπον ὅτι εἶναι τὸ θῦμα τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ὡς δύνασθε νὰ ἴδητε εἰς τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικά, γράφει τὴν ἄλλην ἡμέραν, διότι ἔχει ἐφημερίδα, βλέπετε, καὶ διὰ τῆς ἐφημερίδος, διὰ τῆς δυνάμεως αὐτῆς τῆς πολιτειακῆς, δι’ ἧς αὐτοὶ χειρίζονται τὰ πάντα γράφει τὰ ἀκόλουθα, δι’ ὧν σὲ συντρίβει πλέον! Ὡς φρονεῖ, σὲ ἐξαφανίζει ἀπὸ τὸ ἐπίπεδον τὸ πολιτικόν! Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι πολιτικὸς εὐτυχῶς· εἶμαι εἷς δικηγόρος ἁπλοῦς καὶ δὲν θὰ παραπονεθῶ, ἂν δὲν μὲ στείλωσιν ἐκ νέου εἰς τὴν Βουλὴν οἱ συμπολῖταί μου, γράφει, λέγω, διὰ νὰ ἐρεθίσῃ τοὺς Μανωλαδίτας ἐναντίον μου, διὰ νὰ μὲ παραστήσῃ προδότην τῶν συμφερόντων των.
§7Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Οὔτε σᾶς ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ποτέ.
§8Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἀκούσατε, διὰ νὰ ἰδῆτε τὴν εἰλικρίνειαν ἑνὸς ἑκάστου καὶ τοῦ φύλλου τούτου (ἀναγινώσκει): «οἱ Μανωλαδῖται εἶναι ἀνάξιοι νὰ ἀπολυτρωθῶσιν ἐκ τοῦ θητισμοῦ, διότι δὲν μὲ ἐψήφισαν». Κάτωθεν δὲ τούτων τί νομίζετε ὅτι ὑπάρχει, Κύριοι; «Ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν τῆς Βουλῆς» καὶ μετὰ ταῦτα Γ. Κατσιμπίρης». Αὐτὸς εἶναι ὁ δημοσιογράφος τοῦ Σέλαος! Ἐγὼ διὰ τοῦτο καὶ διότι δὲν φρονῶ ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς μικρᾶς μου πολιτικῆς ὑποστάσεως οὐδὲν μέτρον ἠθέλησα νὰ λάβω, οὔτε νὰ καταδιώξω τὸν πλαστογραφήσαντα ταῦτα δικαστικῶς.
§9Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Τὸν λόγον.
§10Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Λοιπὸν οὕτω γράφεται ἡ ἱστορία. Διὰ νὰ ψηφοθηρήσῃ, διὰ νὰ καταρρίψῃ ἐμὲ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν Μανωλαδιτῶν, ἐνῷ ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ Μανωλάδος, τοὐναντίον εἶπον ὅτι καταστρέφεται καιριώτατον ζήτημα ἀκαίρως εἰσαγόμενον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καὶ ἐνῷ εἶναι τόσῳ σοβαρὸν ζήτημα ὀφείλομεν νὰ ἀναμείνωμεν τὴν συζήτησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκτοτε εἶπεν, ὅτι ὄντως ἤθελε φέρει εἰς ἑπομένην ἡμέραν. Λοιπὸν κατ’ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων...
§11Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Δὲν ἐφέρατε παράδειγμα.
§12Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Τὸ παράδειγμα τὸ ἔχει ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ εἰς τὴν συνείδησιν αὐτῆς. Διὰ σᾶς εἶναι ἀρκετὸν αὐτὸ τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερα, ἐξ οὗ προκύπτει ὅτι ἐπλαστογραφήσατε τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα. Καὶ ὁ πόλεμος τοῦ 1897 δὲν εἶναι ἔργον τῶν ὑπευθύνων Ἀρχῶν, εἶναι ἔργον τῆς δημοσιογραφίας, διότι ἐξήφθη δι’ αὐτῆς ἡ ἑλληνικὴ φαντασία εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε εἷς ἀρματωλὸς Μπρούφας ὀνόματι, καὶ θὰ τὸ ἐνθυμῆσθε ὅλοι αὐτὸ τὸ ὄνομα, παρεστάθη ὅτι κατέφαγεν ὁλόκληρον τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν μὲ τὰ ὀκτὼ ἢ δέκα παλληκάρια του καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν συνείδησιν πάντων ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις ὅτι πᾶς Ἕλλην δύναται νὰ ἀντισταθῇ εἰς λεγεῶνας Ὀθωμανῶν, ἀφοῦ εἷς μόνον, ὁ Μπρούφας, κατέφαγε τὴν Ὀθωμανικὴν Ἐπικράτειαν. (Γέλωτες). Οὕτως ἐρρυμουλκήθη καὶ ὁ σοβαρὸς καὶ ἐνάρετος τύπος εἰς τὰς φαντασιοπληξίας αὐτὰς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ δημιουργήσωσι θέσιν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, καὶ ἐπῆλθον τὰ ἀποτελέσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον. Ἀλλ’ ἐνῷ, Κύριοι, ταύτας τὰς ἰδέας ἔχω περὶ μερίδος τοῦ τύπου, εἶμαι ἀπολύτως κεκηρυγμένος κατὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἐπιτρέπεται δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ κατάσχεσις μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἕνεκα προσβολῆς κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως». Τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως πάντες τὸ σεβόμεθα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν εἰκονίζει καὶ ἔχει, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἡ ἀνωτέρα δύναμις τῆς πολιτειακῆς μηχανῆς, καὶ ἐπὶ παραδείγματι ἂν εἷς δημοσιογράφος θελήσῃ νὰ σχολιάσῃ μίαν φράσιν ἔστω τοῦ Βασιλέως, ὅπως εἶπεν ὁ Βασιλεὺς ἄλλοτε ὅτι θὰ ἡγηθῇ 300 χιλ. Ἑλλήνων, κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου, νομίζω ὅτι, ἂν θὰ ἐτόλμα δημοσιογράφος τις ἀπὸ πατριωτισμὸν νὰ σχολιάσῃ τοῦτο καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ ἀνεύθυνος δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ αὐτά, τὰ ὁποῖα εἶπε, διότι ἴσως συμπαρασύρει τὴν Πολιτείαν εἰς πόλεμον καὶ ἂν δριμύτερον κατά τι θελήσῃ νὰ ἐξασκήσῃ τὸν ἔλεγχον ὁ δημοσιογράφος ὁ πεφωτισμένος, ὁ δημοσιογράφος, τὸν ὁποῖον ἐννοοῦμεν πάντες, δὲν θὰ καταστήσητε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον δέσμιον τοῦ κυρίου ἀνακριτοῦ ἢ τοῦ κυρίου ἀστυνόμου, δι’ οἱανδήποτε φράσιν τοῦ ἐλέγχου καὶ δὲν θὰ ἐκθέσητε τοῦτον εἰς τὰ κατὰ τοῦ τύπου προληπτικὰ μέτρα; Τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι ὀφείλει ἡ Ἐθνοσυνέλευσις νὰ προσέξῃ, διότι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ Βασιλεία, ὡς ἡ Θρησκεία, ἱερόν τι, ἅγιον καὶ ἀσύλληπτον· εἶναι δύναμις ζῶσα, δρῶσα καὶ κυβερνῶσα. Καὶ δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω ἄλλο ἀτύχημα, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς τύπος ὄντως ἔψεξε δριμύτατα τὴν Δυναστείαν δι’ ὅσα εἶπε πρὸ ἐτῶν ἐν τῇ ξένῃ καὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ τὰ ἀποτελέσματα ἦσαν τὸ μποϋκοτὰζ κατὰ τοῦ ἐμπορίου καὶ κατὰ τῆς ναυτιλίας τῆς Ἑλλάδος! Τότε, ἐὰν ὁ δημοσιογράφος ἐκεῖνος εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτήν, πῶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξασκήσῃ μετὰ πατριωτισμοῦ καὶ εὐσυνειδησίας τὸ καθῆκον αὑτοῦ; Στηλιτεύσωμεν, κύριοι Βουλευταί, ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν μεγαλειτέραν δύναμιν τοῦ Κράτους δὲν μεταχειρίζονται διὰ τὴν πρόοδον τοῦ Κράτους καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἀτόμου· στηλιτεύσωμεν αὐτούς, λέγω, καὶ ὑποστηρίξωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὄντως εἶναι ἡ ἐθνικὴ δύναμις καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀκμὴ τῆς ἡμετέρας πατρίδος. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§13Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ εἰς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος προτεινομένη προσθήκη οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ ἢ ἐπέκτασιν τοῦ οἱονεὶ προληπτικοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθεροτυπίας, τοῦ συνισταμένου εἰς τὴν μετὰ τὴν δημοσίευσιν κατάσχεσιν διὰ τῆς προσθήκης καὶ ἄλλης περιπτώσεως τῆς προσβολῆς κατὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς, μὲ τὴν προσθήκην ἐπὶ πλέον νέου προληπτικοῦ περιορισμοῦ, καθαρῶς προληπτικοῦ, διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως πρὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐπ’ ἀπειλῇ κατασχέσεως. Ἀλλὰ τὴν σήμερον, ὁπότε οἱ παντὸς εἴδους περιορισμοί, τόσον οἱ οἱονεὶ προληπτικοί, ὅσον καὶ οἱ προληπτικοί, καταδικασθέντες ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης ἐξωβελίσθησαν ἐξ ὅλων τῶν φιλελευθέρων πολιτευμάτων καὶ ἀποτελοῦσι μόνον ἱστορικὸν γεγονὸς τῶν ἀπολυταρχικῶν πολιτευμάτων τοῦ παρελθόντος, ἡ τοιαύτη ἀναγραφὴ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ θεωρήσω ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀποτελεῖ ἢ ἀναχρονισμόν. Ὁ τύπος, ἡ μεγαλειτέρα αὕτη δύναμις τῶν νεωτέρων λαῶν, ἡ ἕκτη αὕτη αἴσθησις τούτων, ὡς δικαίως ἀπεκλήθη, ἐκηρύχθη πανταχοῦ ἐλεύθερος λόγῳ τῆς λίαν εὐεργετικῆς ἐπιδράσεως ἐπὶ τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν, καὶ ὑπεύθυνος μόνον διὰ τὰς ὑπ’ αὐτοῦ διαπραττομένας κολασίμους πράξεις ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Παράδειγμα περὶ τούτου δύναμαι ν’ ἀναφέρω ὅλας τὰς ξένας νομοθεσίας· οὕτω τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα ἀπὸ τοῦ 1789 ἀναγράφει ἀπόλυτον τὴν ἐλευθεροτυπίαν· τὸ Σύνταγμα τοῦ Βελγίου ἐν ἄρθρῳ 18 καθιεροῖ ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, τὸ τῶν Κάτω Χωρῶν ἐν ἄρθρῳ 7, τὸ τῆς Ἑλβετίας ἐν ἄρθρῳ 55, τὸ τῆς Ἰταλίας ἐν ἄρθρῳ 28, τὸ τῆς Ἱσπανίας ἐν ἄρθρῳ 13, τὸ τῆς Πορτογαλλίας ἐν ἄρθρῳ 145, ἐδαφίῳ 3ῳ, § 3ῃ, τὸ Σύνταγμα τῆς Δανίας ἐν ἄρθρῳ 86, τὸ τῆς Σουηδίας ἐν ἄρθρῳ 86, τὸ τῆς Νορβηγίας ἐν ἄρθρῳ 100, τὸ τῆς Ῥωμουνίας ἐν ἄρθρῳ 24, τῆς Ἀμερικῆς ὁ χάρτης τοῦ 1791, καὶ τῆς Ἰαπωνίας τοῦ ἔτους 1889. Μόνον δ’ ἐξαίρεσιν εἰς ὅλα τὰ πολιτεύματα καὶ τοὺς νεωτέρους χάρτας ἀνευρίσκομεν εἰς τὸ Σύνταγμα τῆς Σερβίας τοῦ 1889, ὅπου ὁ περιορισμὸς οὗτος ὁ οἱονεὶ προληπτικὸς τῆς κατασχέσεως παραληφθεὶς ἴσως ἐκ τοῦ ἡμετέρου ὑπάρχει οὐ μόνον προκειμένου περὶ προσβολῆς κατὰ τοῦ ἀτόμου τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ καὶ καθ’ ὁλοκλήρου τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, τῶν ἡγεμόνων τῶν ξένων Κρατῶν, καθὼς καὶ προκειμένου περὶ παρορμήσεως εἰς στάσεις. Παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὸ 1864 παρεισέφρησεν ἡ διάταξις περὶ τῆς μετὰ τὴν δημοσίευσιν κατασχέσεως, παρεισέφρησε δέ, λέγω, διότι μετὰ δύο ὅλας ἡμέρας μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου ἐγένετο ἡ συζήτησις περὶ τῆς προσθήκης ταύτης, καθὼς χθὲς εἶπεν ἀξιότιμος συνάδελφος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐμπνευσθεῖσα δὲ ἐξ ἄγαν φιλοβασιλικῶν αἰσθημάτων. Ἡ δικαιολογία τῆς κατασχέσεως κατὰ τοὺς ὑπερασπιστὰς ταύτης εἶναι ὅτι ἡ Πολιτεία ὀφείλει, ὅπως ἐπὶ τῶν κοινῶν ἀδικημάτων παρεμποδίζει τὴν περάτωσιν τοῦ ἀρξαμένου ἀδικήματος, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ τύπου νὰ παρεμποδίζῃ τὴν περάτωσιν καὶ τοῦ ἀδικήματος, οὗτινος ἀρχὴ διαπράξεως ἐγένετο. Ἀλλὰ τὰ κοινὰ ἀδικήματα διαφέρουσι, Κύριοι, τῶν διὰ τοῦ τύπου, τοῦθ’ ὅπερ παραβλέπουσιν οἱ τὴν δικαιολογίαν ταύτης τῆς κατασχέσεως δεχόμενοι. Διαφέρουσι δὲ κατὰ τοῦτο, ὅτι τὰ μὲν κοινὰ ἀδικήματα ὑποπίπτουσιν εἰς τὰς αἰσθήσεις πάντων, ἐνῷ τὰ ἀδικήματα τοῦ τύπου εἶναι ἀδικήματα κρινόμενα ἀπὸ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν ἑνὸς ἑκάστου. Διὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλάκις δὲν ἀποτελεῖ ἀδίκημα κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν ἀνεπτυγμένων ἀνθρώπων, παρουσιάζεται ὡς ἀδίκημα εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ μὴ ἀνεπτυγμένου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐκ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς παραγράφου βʹ τῆς ἀπαγορευούσης «τὴν δημοσίευσιν εἰδήσεων ἢ ἀνακοινώσεων ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς ἐργασίας ἢ εἰς ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους λόγῳ κινδύνου τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας» ἤρθη λίαν ἐπικίνδυνον ὅπλον, τὸ ὁποῖον εἶχε δοθῆ εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις καθίστατο ὁ μόνος κριτὴς ὁ δυνάμενος νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν κίνδυνον τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας, ἐνῷ μέχρι σήμερον κριτὴς εἶναι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Τοιουτοτρόπως δ’ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἠδύνατο διὰ στενωτέρας ἑρμηνείας τῆς διατάξεως ταύτης νὰ παρεμποδίζῃ τὴν ἐλευθεροτυπίαν πρὸς πρόληψιν παντὸς ἐλέγχου ἀσκουμένου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι διὰ τῆς τελευταίας τροπολογίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰσάγεται κυρίως διὰ τῆς φράσεως, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀπειλουμένου πολέμου δύναται καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ἤθελεν ὁρίσει ν’ ἀπαγορευθῇ ἐπ’ ἀπειλῇ κατασχέσεως καὶ ποινικῆς καταδιώξεως ἡ δημοσίευσις, εἰσάγεται, λέγω, νέον εἶδος περιορισμοῦ, οὐχὶ πλέον οἱονεὶ προληπτικοῦ, ἀλλὰ καθαρῶς προληπτικοῦ, ὅστις οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸν προηγούμενον περιορισμόν, ἀναφερόμενον εἰς τὴν μετὰ τὴν δημοσίευσιν κατάσχεσιν, καθόσον διὰ τούτου καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου δύναται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐξασκήσῃ λογοκρισίαν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, ὅπως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπαγορεύσῃ τὴν δημοσίευσιν ἐπ’ ἀπειλῇ κατασχέσεως κλπ., τοῦθ’ ὅπερ ἀντίκειται ῥητῶς εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τὸ ἀπαγορεῦον τὴν λογοκρισίαν. Ἀλλά, ἂν τοιαύτη ἡ θεωρητικὴ ἄποψις καὶ ἂν τοιαῦτα τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξετάσω ἂν καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἐπιδιωκόμενον ἐπέρχεται διὰ τῆς προσθήκης ταύτης. Κατ’ ἐμὴν γνώμην ὄχι, διότι τὰς εἰδήσεις ἀκριβῶς ταύτας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ μὴ ἀναγράψῃ ὁ Ἑλληνικὸς τύπος, δύναται νὰ τὰς ἀναγράψῃ ὁ ξένος. Καὶ τότε τί θὰ συμβῇ; ἢ θὰ ἐφαρμόσωμεν καθαρῶς πλέον τὴν λογοκρισίαν καὶ τὰ φύλλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν θὰ δέχωνται τὰς μαύρας πλάκας, τὰς ὁποίας ἐφήρμοζον εἰς τὴν Ῥωσίαν, ἐμποδίζοντες οὕτω τὴν διάδοσιν τῶν εἰδήσεων τούτων, ἢ ἂν δὲν πράξωμεν τοῦτο καὶ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐλευθέραν εἰσαγωγὴν τῶν ξένων φύλλων, τότε θὰ διαιρέσωμεν τοὺς πολίτας εἰς δύο, εἰς προνομιούχους, τοὺς γνωρίζοντας τὰς ξένας γλώσσας καὶ δυναμένους ν’ ἀναγνώσωσι αὐτάς, καὶ εἰς μὴ προνομιούχους, τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὰς ξένας γλώσσας καὶ μὴ δυναμένους ν’ ἀναγνώσωσι, καὶ τότε θὰ συσκοτίσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην τὴν μετ’ ἀγωνίας μάλιστα ἐν περιπτώσει ἀπειλουμένου πολέμου παρακολουθοῦσαν πᾶσαν εἴδησιν ἀναγομένην εἰς κινήσεις στρατοῦ ἢ μέσα ἀμύνης τῆς χώρας καὶ ἀντὶ νὰ διαφωτίσωμεν ταύτην, ὅπως πρέπει νὰ πράττωμεν πάντοτε ὡς διαβιοῦντες ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι.
§14Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Σᾶς εἶπε κανεὶς ὅτι πρόκειται περὶ καταργήσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου;
§15Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὄχι. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι κατ’ ἐμὴν γνώμην εἰσάγεται λογοκρισία.
§16Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Γενική;
§17Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Εἰδική· ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως. Ἀφοῦ ὅθεν καὶ ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως εἶναι καταδικαστέα ἡ κατάσχεσις, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ ἐπέκτασις ταύτης, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος δὲν ἐπιφέρει τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα, θὰ ἤμην τῆς γνώμης, ὅπως ἀποκρούσωμεν πᾶσαν προσθήκην καὶ τηρήσωμεν τὴν ἀπόλυτον ἐλευθερίαν, καθὼς ἐγένετο καὶ εἰς ἄλλα πολιτεύματα, νὰ ἀφήσωμεν δηλαδὴ τὸ forum τοῦτο τῶν νεωτέρων λαῶν, ὡς ἔπραξαν καὶ οἱ λοιποὶ λαοί, διαγράψαντες πάντα περιορισμὸν ἐκ τῶν συνταγματικῶν των χαρτῶν. Ὀφείλω ὅμως, Κύριοι, καταλήγων νὰ ὁμολογήσω ὅτι παρ’ ὅλην τὴν πρόοδον, τὴν ὁποίαν ὄντως μέχρι σήμερον ἐπετέλεσε παρ’ ἡμῖν ὁ τύπος, ὑπάρχουσι καὶ σημεῖα ἀμαυροῦντα τὴν πρόοδόν του ταύτην. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ἀληθῶς ὅτι τὰ σημεῖα ταῦτα παρατηροῦνται οὐ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ. Ὁ τύπος καὶ ἀλλαχοῦ ὑπέστη τὴν ἐπίδρασιν τῆς ὕλης· πρόσφατον δὲ παράδειγμα δύναμαι ν’ ἀναφέρω τὴν ἔρευναν τοῦ Drumont τοῦ διευθυντοῦ τῆς «Κυανῆς Ἐπιθεωρήσεως» Revue Bleue) κατὰ τὸ 1897 τοῦ ἀποταθέντος εἰς ὅλους τοὺς Γάλλους τοὺς εἰς τὰ κοινὰ ἀσχολουμένους καὶ οἵτινες πάντες ὡμολόγησαν, ὅτι ὁ τύπος ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο προσέκρουσε, διότι, ὡς ἔλεγον, ὁ τύπος δέον νὰ ἐξευρίσκῃ καὶ ἔχῃ τὰ ὑλικὰ μέσα, ὅπως ἐκφράζηται ἐλευθέρως. Ἀλλὰ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ τύπος δυστυχῶς ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι προσέκρουσεν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἓν μόνον παράδειγμα θέλω σᾶς ἀναφέρει, τὸ τῆς Ἑνιαίας, δι’ ἣν δυστυχῶς ἠναγκάσθη εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Πελοποννήσου ἔντιμος ἐμπορευόμενος, θέλων ἀκριβῶς νὰ πατάξῃ ἀσχημίας τῆς Ἑνιαίας, νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἔκδοσιν ἰδίου φύλλου, ἐν τῷ ὁποίῳ μόνον ἠδύνατό τις νὰ γράψῃ τὰς παρεκτροπὰς τῆς Ἑνιαίας, καθόσον εἰς τὰς λοιπὰς καθίστατο ἀδύνατον. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον δέον νὰ μὴ παρασυρώμεθα ἐκ τῶν παρεκτροπῶν τούτων, ἀφοῦ τοιαῦται συμβαίνουσι καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ νὰ μὴ προβαίνωμεν ἐκ τούτων ὁρμώμενοι εἰς ἀναγραφὴν καὶ ἄλλων περιορισμῶν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, διότι, ἐὰν παρασυρθῶμεν, θὰ ἀναγράψωμεν ἀρχὰς ὀπισθοδρομικάς, ἀρχὰς μηδόλως συμβαδιζούσας μὲ τὴν σύγχρονον πρόοδον καὶ τὰς συγχρόνους ἐπιστημονικὰς ἀρχὰς τῶν νεωτέρων λαῶν. Κηρύσσομαι συνεπῶς κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ζητῶν καὶ τὴν διαγραφὴν τῶν μέχρι σήμερον ἐξαιρέσεων. Συμφωνῶ δὲ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ὅσον καὶ μὲ τὴν γνώμην τῆς τροπολογίας, ὅπως προστεθῇ ἡ διάταξις προκειμένου περὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου.
§18Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐπειδὴ εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή...
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι παρῆλθεν ἡ σειρά σας. Ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή...
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§21Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐπειδὴ παρὰ τὰ κεκανονισμένα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐνόμισεν, ὅτι τῷ ἐδόθη περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ μὲ θίξῃ προσωπικῶς. Ἔχω τὸ καύχημα νὰ εἴπω, ὅτι εἶμαι γνωστὸς καὶ ὡς πρόσωπον καὶ ὡς δημοσιογράφος. Ἔχω τὸ καύχημα νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐκδόσεως τοῦ «Σέλαος», ἐχαράχθη νέα δημοσιογραφικὴ τακτική, ἐπικαλοῦμαι δὲ εἰς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐδῶ, λέγω, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐν Πάτραις ἐχαράχθη ὅλως νέα δημοσιογραφικὴ τακτικὴ ἐθνικωτάτη. Ὅλως δυστυχῶς ἀκαίρως ἐλθόντος τοῦ ζητήματος, δὲν ἔχω νὰ σᾶς παρουσιάσω ὁλόκληρον τὸν τόμον τοῦ «Σέλαος» μέχρι σήμερον, διὰ νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ἄν ποτε εἰσῆλθεν εἰς ζητήματα οἰκογενειακῆς φύσεως, ἄν ποτε ἐγράφη ἔστω καὶ ἐλαχίστη διατριβὴ θίγουσα τὴν οἰκογενειακὴν τιμὴν τῶν συμπολιτῶν μου ὡς καὶ πέρα τοῦ νομοῦ μου. Ἐξέδωκα τὴν ἐφημερίδα ταύτην οὐχὶ κυρίως ὡς ἐπαγγελματίας δημοσιογράφος· ἐξέδωκα τὴν ἐφημερίδα ταύτην ἀκριβῶς διὰ νὰ κτυπήσω τὴν φαύλην ἐκείνην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς ἐδημιούργησε τὸ παρελθόν. Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ καυχηθῶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς δημοσιογραφικῆς τακτικῆς τοῦ «Σέλαος» ἐστέφθησαν διὰ πλήρους ἱκανοποιήσεως. Ἔχω τὸ δικαίωμα, λέγω, κύριοι Βουλευταί, νὰ καυχῶμαι, ὅτι τὸ «Σέλας» ὑπῆρξεν ὁ σκαπανεὺς αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐχάραξε τὴν νέαν πολιτικὴν ἐν τῷ νομῷ Ἀχαΐας, καὶ Ἤλιδος. Ἔχω τὸ καύχημα νὰ εἴπω, ὅτι τὸ «Σέλας» ὕψωσε πρῶτον τὴν σημαίαν ἐν τῷ νομῷ ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Πρὸ οὐδενὸς ἐπτοήθημεν, καίτοι ὅλοι ἔβαλλον ἐναντίον μας μέχρις ἐξοντώσεως. Ὅπως δὲν ἐπτοήθημεν πρὸ ἐκείνων, δὲν θὰ πτοηθῶμεν καὶ πρὸ αὐτοῦ. Μᾶς γνωρίζει καὶ τὸν γνωρίζομεν καλῶς. Σεβόμενος τὴν Βουλὴν δὲν θέλω νὰ ἐπεκταθῶ, διὰ νὰ μὴ κάμω κατάχρησιν τῆς ἀνοχῆς σας. Εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι χῶρος ἐδῶ κατάλληλος διὰ νὰ τὰ ἐξομαλύνωμεν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑποχρέωσιν, κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς τονίσω, εἶναι ὅτι ὁ Κύριος αὐτὸς ἐνόμισε τὴν ἑσπέραν ἐκείνην τοῦ λυπηροῦ ἐπεισοδίου, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ῥίψῃ ἔλαιον εἰς τὴν πυράν, ἐνῷ τοὐναντίον εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ὡς συμπολίτης μου νὰ ῥίψῃ ὕδωρ καὶ οὐχὶ ἔλαιον. Δυστυχῶς ἐκμεταλλευόμενος τὸν χαρακτῆρά μου ἐνόμισεν ὅτι εὗρε κατάλληλον περίστασιν νὰ μὲ ὠθήσῃ ἐπὶ κρημνῶν διὰ τῆς ὑπούλου τακτικῆς του ταύτης. Ἔλαβεν ἀμέσως μετὰ τὸ ἐπεισόδιον ἐκεῖνο τὸν λόγον, ἐνῷ δὲν ὤφειλεν ἐξ ἁβροφροσύνης νὰ θίξῃ ἐμὲ ὡς δημοκόπον, τὸν γνωστότατον καθ’ ὅλον τὸν νομόν. Ἔχω τὸ καύχημα νὰ εἴπω ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα τοιοῦτος. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατῆλθεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ τὴν πρώτην φοράν, τὴν 8 Αὐγούστου, δὲν ἐξῆλθε πέρα τοῦ γραφείου του, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν δευτέραν φορὰν ἐκτεθεὶς ὡς ὀρφανὸς δὲν μετῆλθε τὰ μέσα τὰ δημαγωγικά, τὰ ὁποῖα ὁ Κύριος αὐτὸς ἐσπούδασεν εἰς τρεῖς δημαγωγικὰς σχολάς. Σέβομαι τὴν γνώμην τῶν ἀποθανόντων ἐκείνων· ἄλλως θὰ ἐπροχώρουν καὶ θὰ ἀπεκάλυπτον τὸν Κύριον αὐτὸν ποῖος εἶναι.
§22Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Νὰ ἀνακληθῇ εἰς τὴν τάξιν καὶ νὰ δηλώσῃ τί ἐννοεῖ, διότι ὅσα λέγει ὁ Κύριος αὐτὸς μόνον ἐνώπιον καπηλείου λέγονται καὶ ὄχι ἐνώπιον Κοινοβουλίου.
§23Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶσθε ἀσεβέστατος.
§24Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Νὰ περιορισθῇς, διότι θὰ σὲ περιορίσω ἐγώ. Καὶ λέγω, ὅτι τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ἀπεκάλεσεν ἡμᾶς δημοκόπους, ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι καὶ περιουσίαν ὁλόκληρον ἐθυσιάσαμεν καὶ πεντάκις τὴν ζωήν μας ἐξεθέσαμεν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Καὶ ἠθέλησεν, ἵνα τονίσῃ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τύπου, ἵνα παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀναγνώσῃ περικοπὴν τῶν δημοσιευθέντων Πρακτικῶν ἐν τῷ «Σέλαϊ». Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὑμῶν, ἂν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὁ ἴδιος δὲν ὡμολόγησεν, ὅτι ἐν Μανωλάδι ἔλαβε μόνον ἑκατὸν ψήφους. Τί ἄλλο ἠδύναντο νὰ γράψωσιν αἱ ἐφημερίδες; Ἂς παρακολουθήσῃ ὅλον τὸν τύπον τὸν Ἀθηναϊκὸν καί, ἂν εὕρῃ τὴν ἐλαχίστην διαφορὰν μεταξὺ τῶν Πρακτικῶν τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὸ «Σέλας» καὶ τῶν Πρακτικῶν τῶν δημοσιευθέντων εἰς τὰς Ἀθηναϊκὰς ἐφημερίδας, τότε ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Κύριος αὐτὸς νὰ διαμαρτυρηθῇ. Σεβόμενος, Κύριοι, τὴν Βουλὴν τελευτῶ τὸν λόγον μου καὶ ἀφήνω τὸ στάδιον πάσης ἀντιμετωπίσεως ἐκτὸς τοῦ συνεδρίου αὐτοῦ.
§25Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἐγὼ ἠγόρευσα ὡς ἤκουσεν ἡ Βουλή. Ἐγὼ ἐξέθεσα τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας εἶχον καὶ ἐκ δικαιώματος καὶ ἐκ καθήκοντος νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς μέλος ταύτης. Οὐδένα ὠνόμασα. Διέκρινα τὴν δημοσιογραφίαν εἰς δημοσιογραφίαν ἀρετῆς καὶ εἰς δημοσιογραφίαν φαύλην καὶ κοινήν. Ὡμίλησα κατὰ προσώπου τινός; Ὅτε ὁ ἀξιότιμος Κύριος μὲ διέκοψε καὶ μοὶ εἶπε νὰ κατονομάσω τοὺς δημοσιογράφους, τῷ εἶπον: σᾶς παρακαλῶ· εἶσθε ὁ ἀναρμοδιώτερος νὰ μὲ διακόπτητε, διότι σεῖς εἶσθε οἱ διαστρέψαντες καὶ πλαστογραφήσαντες τὸν ἐν τῇ Βουλῇ λόγον μου, διὰ νὰ δημοκοπήσητε. Καὶ ὡς μάρτυρα ἐπέδειξα αὐτὴν ἐδῶ τὴν ἀπόδειξιν, τὴν ἐφημερίδα σας, τὸ «Σέλας» σας. Δὲν εἶπόν τι κατὰ τῆς πορείας τοῦ «Σέλαος». Δὲν εἶπόν τι ἐναντίον του ἢ κατ’ ἄλλου τινός, ὥστε νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπεν. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ Μανωλάδος· ἐγὼ ὡμίλησα κατὰ τῆς ἀπεραντολογίας· ἐγὼ ὡμίλησα, ὅτι σπαταλᾶται πολύτιμος χρόνος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ χάριν ἐπιδείξεως, χωρὶς νὰ ἐξαιρέσω καὶ τὸν ἑαυτόν μου. Ἐξαναγκαζόμεθα νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι, ἵνα μὴ παρασύρωνται οἱ ἄνθρωποι, ὅτι οἱ μὴ ὁμιλοῦντες δὲν ἐνδιαφέρονται διὰ τὰς ὑποθέσεις αὐτῶν, μόνον δὲ οἱ ὁμιλοῦντες ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς πατρίδος. Ἐγὼ ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης μέτρον τι, ἵνα ἀπαλλαχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία ἀπὸ τὴν κατάχρησιν, ἐὰν δὲν ἐδημοσιεύοντο τὰ ὀνόματα τῶν ἐπερωτώντων εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ τότε οὐδεὶς θὰ ἀπησχολεῖτο. Τί εἶπον ἐγὼ κατὰ τοῦ κ. συναδέλφου, ὁ ὁποῖος ἔχυσεν ὅλην τὴν χολὴν τῆς ἀνατροφῆς του; Ἐκεῖνος ἀπὸ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς εἶπεν ἐναντίον μου τόσα καὶ τόσα, διὰ τῶν ἀορίστων τούτων φράσεων: «τὰ ἠξεύρετε», «δὲν θέλω νὰ ἀποκαλύψω ὅσα γνωρίζει ἡ σχολὴ τῶν τοιούτων ἀνθρώπων». «Ἡ σχολὴ τῶν τοιούτων ἀνθρώπων γνωρίζεται ὑφ’ ὅλης τῆς κοινωνίας». Ὅ,τι γνωρίζετε νὰ τὸ εἴπητε, μάλιστα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐνόσῳ δὲν τὸ πράττετε, παραλείπετε καὶ τὸ καθῆκόν σας, διότι εἶσθε δημοσιογράφος τοῦ περιουσίου λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχετε τὴν ἀξίωσιν νὰ τροφοδοτῆτε σεῖς πνευματικῶς. Παρελείψατε τὸ καθῆκόν σας, κύριε Φλαμῆ.
§26Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐὰν ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, εἶμαι πρόθυμος.
§27Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐλυπήθην, διότι εἰς τὴν προσωπικὴν αὐτὴν ἔριδα παρενέβη καὶ ὁ κ. Πατσουράκος, ὁ ὁποῖος μὲ ὠνόμασε κακοήθη.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἤκουσε τὸ Προεδρεῖον αὐτό, διότι, ἐὰν τὸ ἤκουε, θὰ τὸν ἀνεκάλει εἰς τὴν τάξιν.
§29Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐξηγήσητε εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπετε, διότι καὶ ἐγὼ συγκαταλέγομαι μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ὅπως καὶ ὑμεῖς. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἀπεκάλεσα ποτὲ τοιοῦτον, διότι σᾶς θεωρῶ ἔντιμον ἄνθρωπον καὶ δὲν ἔχω ἀφορμὴν νὰ σᾶς κατονομάσω ἄλλως πως.
§30ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω νὰ ἐλέχθη τοιαύτη φράσις.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιαύτη φράσις.
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐλέχθη.
§33Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἐγὼ εἶπον περὶ τοῦ προαγορεύσαντος κ. Φλαμῆ, ὅτι ὅσα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, δηλαδὴ «αὐτὸς καὶ ἐκεῖνος καὶ θὰ τὰ εἴπωμεν» εἶναι ἀνάξια τοῦ περιβόλου τούτου, ἄξια δὲ τοῦ κύκλου του. Καὶ ὁ κ. Πατσουράκος εἶπε κάτι τι εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ τέλους ὁ προεδρικὸς κώδων ἔθεσε τέρμα εἰς τὴν φρασεολογίαν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου. Λοιπὸν ὁ κ. Πατσουράκος πιθανῶς νὰ παρεξήγησεν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ δηλώσῃ ποίαν γνώμην ἔχει περὶ ἐμοῦ καὶ πῶς μὲ θεωρεῖ κακοήθη ὡς ἄτομον ἢ ὡς μέλος τοῦ Κοινοβουλίου; ὅπως ἀναλόγως τῷ ἀπαντήσω.
§34Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπουσίαζον ἐπληροφορήθην, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐγὼ ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης εἶπον, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἀνεγνώρισα ἐν Ἑλλάδι ὑγιὲς παρὰ ἐμαυτὸν καὶ τὸ βῆμα ἐκεῖνο. Ὑποθέτω λοιπόν, ὅτι ἡ φράσις ἐκείνη μέ τινας προσθήκας ἦτο ὕβρις κατ’ ἐμοῦ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία ὕβρις ἐλέχθη.
§36Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι διαφορὰ ἀντιλήψεως· ἐγὼ τὴν θεωρῶ ὕβριν, διότι, ὅταν λέγῃ τις ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι ὑγιής, νομίζω ὅτι ἡ μεγαλειτέρα ὕβρις εἶναι εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ εἰς τὸν κ. συνάδελφον. Βεβαίως, ὅταν ὁ κ. συνάδελφος ἀναγνωρίζῃ, ὅτι κάθε ἄλλο ἤθελε νὰ θίξῃ παρὰ τὴν πορείαν ἐμοῦ ἀπὸ τῆς εἰσόδου μου εἰς τὴν Βουλήν, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω, ὅτι παρεξετράπην καὶ ἀνακαλῶ. (Χειροκροτήματα).
§37Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα ἔληξε. Δὲν τὸ ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμός. (Θόρυβος). Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§39Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καθ’ ὃν χρόνον οἱ περισσότεροι τοὐλάχιστον, ἂν μὴ ὅλοι, φαίνονται σύμφωνοι, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τὸ κανονίζον τὰ τοῦ τύπου, ὑπάρχουσι καὶ μερικοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀντίθετον ἰδέαν καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως αὐτοὶ φαίνονται ὅτι ἔχουσι περισσότερον δίκαιον. Διότι ὡς ἀναχρονισμὸς ἐκ πρώτης ὄψεως, ἐπαναλαμβάνω, δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ γνώμη τῆς πλειονοψηφίας, ὅπως περιορισμός τις τεθῇ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Μεταξὺ τοῦ 1864 καὶ τῆς σήμερον διέρρευσε 50ετὲς διάστημα, διάστημα προόδου, καὶ θὰ ἐπερίμενε κανεὶς περισσοτέρα ἐλευθερία νὰ παρασχεθῇ εἰς τὸν τύπον ἢ περιορισμός. Τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῶν διαφόρων συνθηκῶν τῶν ὑπαρχουσῶν τότε καὶ σήμερον. Κατὰ τὸ 1864 οἱ πατέρες ἡμῶν ἐσκόπουν νὰ διορθώσωσι μέγα κακόν, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε, καὶ εἰς τὴν μέριμνάν των νὰ διορθώσωσι τὸ κακὸν δὲν ἐσκέφθησαν νὰ περιορίσωσι μόνον τοῦτο, ἵνα μὴ διὰ τῆς διορθώσεως τοῦ ἑνὸς κακοῦ ἐπέλθῃ ἕτερον. Εἶναι ἀληθὲς τὸ λεγόμενον, ὅτι οὐδὲν καλὸν ἀμιγὲς κακοῦ. Ὑπῆρξαν μάλιστα καὶ φιλόσοφοι μεταξὺ τῶν ἀρχαιοτέρων ἡμῶν προγόνων μὴ διακρίνοντες τὸ καλὸν ἀπὸ τοῦ κακοῦ, ἀλλὰ θεωροῦντες ὅτι εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ὑπὸ διάφορον μορφήν. Καὶ κατὰ τὸ 1864 λοιπὸν ἡ πρώτη ὄψις τοῦ πράγματος ἦτο ὅτι ὁ τύπος πρέπει νὰ ἀπαλλαχθῇ τῶν περιορισμῶν του, ἵνα ἐκτελέσῃ τὰ ὑψηλὰ αὑτοῦ καθήκοντα. Καὶ σήμερον τὸ αὐτὸ ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀπόψεως ἐπιδιώκεται, τὸ νὰ ὑποβληθῇ εἰς κάποιον περιορισμόν, ὅπως ἐκτελέσῃ ἀκόμη περισσότερον τὸν ὑψηλὸν αὑτοῦ προορισμόν. Ἡ δύναμις τοῦ τύπου νὰ μεταβιβάζῃ τὰς σκέψεις εἰς τὰ πέρατα τῆς χώρας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκδίδεται ὑπὸ διαφόρους μορφὰς εἰς ἐφημερίδας ἢ βιβλία καὶ πολλάκις πέρα τῆς χώρας εἶναι τοιαύτη, ὥστε δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ κοινωνικά, πολιτικά, οἰκονομικὰ καὶ στρατιωτικὰ συμφέροντα εἰς τρόπον ὥστε διὰ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν τηρεῖ, νὰ γίνεται πρόξενος ὠφελείας ἢ ζημίας. Τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου σήμερον οὐδεὶς δύναται νὰ θελήσῃ νὰ περιορίσῃ, καθόσον κατέστη συνείδησις εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὅτι ὁ τύπος πρέπει νὰ χαίρῃ ἄπειρον ἐλευθερίαν. Καὶ ἂν οὐδεμία ὑπῆρχε διάταξις εἰς τὸ Σύνταγμα περὶ ἐλευθερίας τοῦ τύπου, δὲν νομίζω ὅτι ὁ τύπος θά ὑφίστατο ζημίαν τινά. Ἡ ζημία προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ὑπῆρχε περισσοτέρα ἐλευθερία ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ τύπος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ. Ὑπάρχει εἰδικὴ περίπτωσις διὰ τὴν Ἑλλάδα. Εἴμεθα εἰς χώραν μικρὰν καὶ ἔχομεν λαὸν ὀλίγον φιλαναγνώστην, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἡ κυκλοφορία τῶν φύλλων εἶναι πολὺ μικρὰ καὶ ἑπομένως ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν φύλλων ὄχι ἀνθηρά, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ φύλλα τὰ δημοσιογραφικὰ νὰ καλύπτωσι τὰς δαπάνας αὐτῶν καὶ ἔχωσιν ἐπιτελεῖον ἐκ μορφωμένων συνεργατῶν. Μία ἐφημερὶς ὡς πρώτιστον καθῆκον ἔχει νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ οἰκονομικά της, διότι μόνον μετὰ τοῦτο θὰ δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ὑψηλὰ αὐτῆς καθήκοντα, ἀλλὰ λόγῳ τῆς μικρᾶς κυκλοφορίας μὴ δυναμένη νὰ ἐξασφαλίσῃ τοῦτο πολλάκις ἐπιζητεῖ ὕλην, ὅπως γεννήσῃ αἴσθησιν εἰς τὸ κοινόν, καὶ τὴν αἴσθησιν ζητεῖ πολλάκις δι’ ἀνευρέσεως σκανδάλων. Δυστυχῶς διὰ τὸν τύπον ἐκεῖνον φόνοι μυστηριώδεις καὶ σκοτεινοὶ δὲν συμβαίνουσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς εἰς ἄλλας χώρας, ὥστε δὲν μένει ἄλλη πηγὴ πρὸς εὕρεσιν σκανδάλων ἢ μόνον ἡ Πολιτεία καὶ ἐκεῖ ἀναζητοῦνται τὰ σκάνδαλα. Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν πρὸ παντὸς εἰς τὸ Ναυτικὸν ἀνεζητοῦντο σκάνδαλα, διότι ἡ θάλασσα πάντοτε καὶ ὁπωσδήποτε θέλγει καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν γεννήσεως σκανδάλων παρέσχεν ἄφθονον τροφὴν εἰς τὸν τύπον, ὅστις θέλει διὰ διαφόρων εἰδήσεων νὰ κινῇ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν αἴσθησιν. Βεβαίως περιορισμὸς εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Πολιτείας δὲν εἶναι σωστὸν νὰ τεθῇ. Τὰ δημόσια ὄργανα, καὶ ἂν ἀκόμη προσβάλλωνται πέρα τῆς ἐκτελέσεως τῶν δημοσίων αὐτῶν καθηκόντων, πάλιν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐπέρχεται κακόν, διότι εἶναι καὶ τοῦτο εἷς φραγμός, ὁ φόβος τῆς ἀναμίξεως τοῦ ἀτομικοῦ βίου καὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων, ὅπως τὰ διάφορα ὄργανα τῆς Πολιτείας εἶναι προσεκτικώτερα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων των. Ἀλλ’ εἰς τὸν οἰκογενειακὸν βίον ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου εἶναι ἐντελῶς ἀξιοκατάκριτος καὶ πρέπει παντὶ τρόπῳ νὰ τεθῇ περιορισμός. Εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, καὶ δὲν πιστεύω ὁ καλὸς τοὐλάχιστον τύπος νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ὅτι ἡ διάταξις ἡ τιθεμένη εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ εὐθύνης τοῦ τύπου κατὰ τῆς προσβολῆς τῆς τιμῆς ὅτι πρέπει νὰ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως ὅλων. Ὁ δεύτερος περιορισμός, ὅστις προτείνεται κατὰ τῆς ἠθικῆς εἶναι κίνδυνος, ὅτι δύναται νὰ ἀγάγῃ εἰς κακόν, παραλλήλως πρὸς τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει. Περὶ τῆς ἠθικῆς ὑπάρχουσι διάφοροι ἀντιλήψεις, καὶ διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου τὸ ἴδιον ἄτομον μεταβάλλει γνώμας σχετικῶς πρὸς ζητήματα ἠθικῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθεώρει ποτὲ ἀνήθικον, εἶναι πρόθυμος νὰ συγχωρήσῃ βραδύτερον καὶ μετὰ χρόνον ἴσως νὰ τὸ θεωρήσῃ ἠθικόν, ἢ νὰ συμβῇ τὸ ἐναντίον. Ὥστε ὁ περιορισμὸς ἐκεῖνος ὁ τιθέμενος διὰ προσβολὰς κατὰ τῆς ἠθικῆς εἶναι καλλίτερον νὰ λείψῃ, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ δικαστικὴ ἡμῶν ἐξουσία, ἡ ὁποία θὰ λύῃ τὰ ζητήματα, νὰ ἀδικήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τολμηροτέρας ἰδέας. Καὶ θὰ φέρω ἓν παράδειγμα, ὡς πρὸς τοῦτο, σχετικὸν πρὸς τὴν ἠθικὴν εἰς τὴν χώραν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνεπτύχθη ἡ ἐλευθερία, εἰς τὴν χώραν, ἥτις ἐδοξάσθη διὰ τῆς παραστάσεως τοῦ γυμνοῦ, ὑπῆρξεν ἐποχὴ μὴ ἀπέχουσα ἀφ’ ἡμῶν ἢ ὀλίγα ἔτη, καθ’ ἣν μία διάλεξις διδομένη δημοσίᾳ μὲ φωτεινὰς εἰκόνας ἤγειρε τὴν ἀποδοκιμασίαν, διότι αἱ φωτειναὶ εἰκόνες ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι σώματα γυμνά, εἰκόνας ἀνηρτημένας εἰς διάφορα μουσεῖα, περὶ ὧν οὐδεὶς ἐσκέφθη ὅτι διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῶν θὰ προσέβαλλε τὴν δημοσίαν ἠθικήν, οἱονδήποτε καὶ ἂν ἦτο τὸ φῦλον ἢ ἡ ἡλικία τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐπισκέπτονται τὰ μουσεῖα. Ὑπάρχει πολὺ στενὴ ἰδέα περὶ ἠθικῆς, καὶ ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, διότι κατεκρίθημεν ὑπὸ ἀνταποκριτοῦ ξένου φύλλου, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι εἶναι λυπηρὸν εἰς χώραν, ὅπου ἀνεπτύχθη ἡ ἰδέα τοῦ κάλλους, ὅπου παρεστάθη μὲ ὅλα τὰ κάλλη του τὸ γυμνόν, εἰς αὐτὴν νὰ ὑπάρχωσι σήμερον ἄνθρωποι ταρασσόμενοι, διότι εὑρίσκουσιν ὅτι προσβάλλεται ἡ ἠθική, ὅταν αἱ ἀθῷαι φωτειναὶ εἰκόνες, αἱ ἀναπαριστῶσαι εἰκόνας μεγάλων ζωγράφων ἐκτεθειμέναι εἰς τὰ μουσεῖα, ἀναπαρίστανται. Ὁ ἄλλος περιορισμὸς ὁ σχετικὸς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς κινήσεις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο εὐρύτατος, νὰ ἀπαγορεύηται ὄχι μόνον ἐν καιρῷ πολέμου ἢ κατὰ τὰς παραμονάς, ἀλλὰ καὶ πάντοτε εἴδησις στρατιωτική, διότι δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα θὰ εἶναι πρόθυμα νὰ παρέχωσι τὰς εἰδήσεις τὰς ἐνδιαφερούσας τὸ κοινὸν καὶ μὴ ἐπιζημίους εἰς τὴν Ἐπικράτειαν. Καὶ ἡ ἔλλειψις στρατιωτικῶν εἰδήσεων καθόλου δὲν θὰ ἐζημίου εἴτε τὸν τύπον εἴτε τὸ κοινόν, ἐὰν ἐξ ἄλλου εἴχομεν τὸ ἀγαθὸν νὰ μὴ καθίστανται γνωσταὶ καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης στρατιωτικαὶ κινήσεις, στρατιωτικαὶ ἐνέργειαι δυνάμεναι νὰ ζημιώσωσι τὴν χώραν. Συμβαίνει ὅμως ἐπ’ αὐτοῦ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει νὰ μὴ θέσωμεν τὸν περιορισμὸν αὐτόν· εἶναι αἱ προμήθειαι τῶν πολεμικῶν εἰδῶν, αἵτινες οὐχὶ σπανίως ἀπέβησαν σκανδαλώδεις. Ἐὰν δὲν ἐτέθη περιορισμός τις τοῦ τύπου περὶ μὴ ἀναγραφῆς στρατιωτικῶν εἰδήσεων, εἰς τὰς ὁποίας δὲν περιλαμβάνονται προμήθειαι, καὶ ἐνίοτε ἡ προμήθεια στρατιωτικῶν εἰδῶν εἶναι ἐνδεικτικὴ πολέμου, τοῦτο συνέβη, διότι συνέβη, οὐχὶ σπανίως, ἵνα στρατιωτικαὶ προμήθειαι εἶναι τόσον σκανδαλώδεις, ὥστε νὰ θεωρηθῇ προτιμότερον νὰ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία, ἔστω καὶ μὲ ζημίαν τινὰ ἐθνικὴν διὰ τῆς ἀναγραφῆς ὅλων τῶν εἰδήσεων, ἢ ἡ ζημία, ἥτις θὰ ἐπήρχετο, ἐὰν ὁ τύπος δὲν ἦτο φρουρὸς κατὰ τῶν ὑπερβασιῶν ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἔνοχοι οἱ διάφοροι ἁρμόδιοι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν προμηθειῶν τούτων. Διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι σύμφωνος κατὰ παντὸς περιορισμοῦ, ὅστις ἤθελε τεθῆ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅσον ἀφορᾷ τὰς στρατιωτικὰς κινήσεις, τὰς πρὸ τοῦ πολέμου, ἐννοεῖται, ὅπως καὶ τὰς κατὰ τῆς ἠθικῆς, διότι εἶναι ὀρθότερον νὰ κανονισθῇ ὁ περιορισμὸς αὐτὸς διὰ νόμου, ὅτε εἶναι δυνατὸν ἀναλόγως τῶν περιστάσεων νὰ κανονίζωνται οἱ περιορισμοὶ αὐτοί. (Χειροκροτήματα).
§40ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ θέμα, ὅπερ συζητοῦμεν ἀπὸ τῆς χθές, εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ψηφίσματος τῆς 18 Φεβρουαρίου 1910 ὑπὸ τὴν διατύπωσιν ταύτην: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 14 περὶ κατασχέσεως τῶν ἐφημερίδων καὶ ἐντύπων μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἕνεκα προσβολῆς κατὰ τῆς Θρησκείας ἢ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως ἀφήνει ἀπροστάτευτα εἰς τὰς διὰ τοῦ τύπου προσβολὰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, διότι δὲν περιλαμβάνει καὶ τὴν περίπτωσιν τῆς βλάβης αὐτῶν». Ἡ πρότασις αὕτη εἶναι πρότασις εἰσαχθεῖσα ὑπὸ πεντηκοντάδος Βουλευτῶν, ἐπὶ ἀριθμοῦ 172, πεπεισμένων ἐκ τῆς πείρας τῆς μακρᾶς τῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1864 καὶ ἐξ ὡρισμένης περιστάσεως τῆς κατὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ἔτη ἐμφανισθείσης, ὅτι ἐγεννᾶτο κίνδυνος ἐν ὡρισμένῃ ὥρᾳ, λόγῳ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας, ἐκ τῶν δημοσιευομένων διὰ τοῦ τύπου περὶ ὑποθέσεων ἐξόχως μυστικῶν. Τῆς ἀφετηρίας ταύτης δοθείσης, οἱ ἓξ Βουλευταὶ οἱ ὑποβαλόντες τὸ σχέδιον, ὅπερ ἔπειτα παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διετύπωσαν πρότασιν προσθήκης, μετὰ τὴν λέξιν «Βασιλέως» ἐν τῷ κειμένῳ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, προσθήκης τῆς ἑξῆς: «ἢ ἕνεκα δημοσιευμάτων ἀπειλούντων ἐξωτερικοὺς κινδύνους κατὰ τῆς Ἐπικρατείας». Ἐν τῇ τοιαύτῃ διατυπώσει, ὅπως καὶ χθὲς ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ πράγματα ἐλέχθησαν οὕτως ἀορίστως, ὥστε, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀντελήφθημεν, ἠγείρετο κίνδυνος μήπως ἐν τῇ ἀπαγορεύσει περιελαμβάνοντο πάντα τὰ περὶ τὰ θέματα τὰ ἐκκρεμῆ δημοσιεύματα, ἐνῷ ὁ κίνδυνος προέρχεται καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ προέρχηται μόνον ἐκ τῆς δημοσιεύσεως ἢ ἀνακοινώσεως εἰδήσεων, αἵτινες εἶναι προωρισμέναι νὰ μένωσι μυστικαί. Τοῦτο ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεχείρησε νὰ τροποποιήσῃ τὴν ἔκφρασιν πρὸς ἀπόδοσιν ἐκείνου, ὅπερ καὶ τὸ ψήφισμα τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1910 καὶ ἡ πρότασις τῶν ἓξ Βουλευτῶν ἐπιδιώκει, κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ περιορισθῇ τὸ πρᾶγμα εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν στενώτερον κύκλον καὶ νὰ ἐκφρασθῶσιν αἱ ἰδέαι κατὰ τρόπον λίαν περιοριστικόν. Καὶ ἐκ τούτου προέκυψεν ἡ διάταξις ἡ προταθεῖσα εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ κειμένου Συντάγματος, τὸ κατὰ τὰ λοιπὰ μεῖναν ἄθικτον, καὶ περὶ ἧς θέλομεν ὁμιλήσει. Ἀλλ’ ὅπως κατασταθῇ σαφὲς εἰς τὴν Βουλήν—διότι φοβοῦμαι ὅτι ἡ πολλὴ περὶ τὰ πράγματα ταῦτα συζήτησις φέρει σύγχυσιν—, ὅπως κατασταθῇ σαφὲς εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὴν ἔρευναν ἡμῶν, εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατηρηθῇ ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔμεινεν ἄθικτον ἐν τῇ προτάσει τῆς ἐπιτροπῆς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 14, ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι, ἀφ’ ἑτέρου προσετέθη ἰδιαιτέρα παράγραφος περὶ τῶν κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου ἀδικημάτων τοῦ τύπου. Τὸ θέμα, ἐφ’ οὗ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ συζητήσωμεν ἢ μᾶλλον ἐφ’ οὗ πρόκειται νὰ συζητήσωμεν—διότι σχεδὸν παμψηφεὶ ἐνταῦθα ἐκ τῶν ἀγορεύσεων ἐξεδηλώθη συμφωνία τῶν γνωμῶν, ὅτι ἀπαιτεῖται αὐστηρὰ διατύπωσις διατάξεως ἀφορώσης τὸν ἰδιωτικὸν βίον κατὰ τῶν ἀδικημάτων τοῦ τύπου—, τὸ θέμα περιωρίσθη εἰς μόνην τὴν πρόσθετον διάταξιν, τὴν σκοποῦσαν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας ἐναντίον τῶν ἐκ τῆς ἀκριτομυθίας κινδύνων. Καὶ ὅπως ἀντιληφθῇ τις τὸ ἔτι μᾶλλον περιωρισμένον τοῦ κύκλου, ἐν ᾧ κινεῖται ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου, ὡς ἔχει κατὰ τὴν διατύπωσιν τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ἡ ἐργασία τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τούτου τοῦ μέρους τοῦ ἄρθρου ἐγένετο ἐπὶ τῇ προβλέψει ὅτι ὑπάρχει ἕτερον ζήτημα θίγον καὶ τὸν τύπον, ἐκκρεμές, ἐφ’ οὗ ἡ ἐπιτροπὴ μέχρι ταύτης τῆς ὥρας δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ προέλθῃ εἰς συζήτησιν, θέμα ἐκκρεμές, ὡς ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα πρὸς τὴν Βουλὴν πρότασις τῶν ἕξ συναδέλφων ὑπέβαλε περὶ αὐτοῦ διατύπωσιν ἄρθρου, ὅπερ θὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως τῆς περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 91. Ἐν τούτῳ ἔλαβον ἀφορμὴν οἱ ἕξ Βουλευταὶ νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ θέματος καὶ εἰσαγάγωσι τὴν πρότασιν αὐτῶν· καὶ ἐπὶ τούτου τοῦ ἄρθρου ὑπάρχει πρότασις τῶν 150 Βουλευτῶν τῶν ψηφισάντων τὸ ψήφισμα τῆς 18 Φεβρουαρίου 1910 ἔχουσα οὕτως: «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 91 περὶ ἐκτάκτων Δικαστηρίων εἶναι ἀναθεωρητέα, διότι θεωρεῖται ἀπαραίτητον ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει...» —παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὴν φράσιν— «νὰ ἐπιτρέπηται ἡ προσωρινὴ ἀναστολὴ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ τῶν ἄρθρων 4, 5, 6, 8, 10, 12, 14 καὶ 20». Ὑπὸ τῆς εὐχῆς ταύτης, ὑπὸ τῆς προτάσεως ταύτης τῆς Βουλῆς τοῦ 1910, τῆς ὑπὸ ἀριθμοῦ μείζονος τῶν ¾ αὐτῆς ψηφισθείσης, ἐκινήθη τὸ ζήτημα, ὅπερ εἰσήγαγεν ἡ πρότασις τῶν ἕξ ἐνώπιον ὑμῶν, πρότασις, ἐφ’ ἧς θὰ κληθῇ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, καλεῖται δὲ σήμερον ἡ ἐπιτροπὴ μετά τινας ἡμέρας νὰ κρίνῃ, ἀφοῦ εὐτυχῶς τὸ ἔργον αὐτῆς προώδευσεν ἀρκετά, ὥστε νὰ εἶναι πλησίον τοῦ ἄρθρου τούτου. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ πρότασις: «Ἐν περιπτώσει πολέμου ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως δύναται δι’ εἰδικοῦ νόμου συζητουμένου καὶ ψηφιζομένου διὰ μιᾶς κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν τῷ συνόλῳ συζητήσεως νὰ κηρυχθῇ ἡ χώρα ἢ τμῆμα αὐτῆς εἰς κατάστασιν πολιορκίας, νὰ ἀνασταλῇ προσωρινῶς ἡ ἰσχὺς τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 4, 5, 6, 8, 10 ἕως 12, 14 καὶ 20 τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ σύστασις καὶ ἡ λειτουργία δικαστικῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἐκτάκτων Δικαστηρίων». Ὑπάρχει καὶ βʹ παράγραφος, ἥτις δὲν ἐνδιαφέρει ταύτην τὴν στιγμήν. Ἔχουσα λοιπὸν ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ψῆφον τῆς 18 Φεβρουαρίου 1910 καὶ τὴν πρότασιν τῶν ἓξ Βουλευτῶν ὁδηγούς, ὅπως περιορίσῃ τὸ ἔργον αὑτῆς ἐπὶ μόνης ἐκείνης τῆς ἰδιαιτέρας καταστάσεως, ἥτις ἐμφανίζεται συχνά, ἴσως συχνότερον καὶ συνηθέστερον ἢ ἡ ἄλλη, καθ’ ἣν ὥραν ἀπειλεῖται μὲν τοιαύτη κατάστασις ἐμπόλεμος, ἀλλ’ ἀποσοβεῖται ὁ κίνδυνος—δι’ ἡμᾶς δὲ ἐν Ἑλλάδι τοῦτο τὸ δεύτερον ὑπῆρξε τὸ σύνηθες—, ταῦτα ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ἡ ἐπιτροπὴ ἐξήτασε ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα, ἐφ’ ὧν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ θέσῃ τὸν δάκτυλον, ὅπως ψηλαφήσῃ, καὶ εὗρε δύο μόνον σημεῖα, αὐτὰ ἐκεῖνα, ἅτινα ταύτας τὰς ἡμέρας ἀπησχόλησαν ἡμᾶς ἐνταῦθα, σημεῖα στρατιωτικῶν κινήσεων ἢ πράξεων περιλαμβανουσῶν κινήσεις προσώπων καὶ πραγμάτων ἢ ἄλλων ἐνεργειῶν, αἵτινες θίγουσιν ἀπόρρητα τοῦ Κράτους, ἅτινα πᾶς πολίτης ὀφείλει νὰ σέβηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν διαδόσεως αὐτῶν, ἀπόρρητα τοιαῦτα, ἅτινα προδιδόμενα ἢ παραβλεπόμενα, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀκριτομυθία ὑπάρχει ἄνευ κακῆς προθέσεως, εἶναι δυνατὸν νὰ φέρωσιν εἰς ἀποτυχίαν τοῦ ὅλου ἐκείνου ἔργου τοῦ κυβερνητικοῦ τοῦ ἐνδιαφέροντος εἰς τὴν Πολιτείαν, τοῦ σκοποῦντος εἴτε εἰς ἀποφυγὴν κινδύνων εἴτε εἰς πρόληψιν αὐτῶν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τὴν Πολιτείαν καθήκοντος ἀπέναντι τῶν περιστάσεων τῶν ἐμφανιζομένων. Καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν μακρὰν ἀνεγνωρίσθη ὅτι πρόκειται αὐτὴ αὕτη ἡ περίστασις, ἣν ἤδη ἀπὸ τοῦ 1889 ὁ νομοθέτης προέβλεψεν ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐφεδρείας τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, ἀλλὰ κατὰ τρόπον περιωρισμένον εἰς μόνην τὴν στρατιωτικὴν κίνησιν τὴν ἀπαιτουμένην ἐν ὥραις, καθ’ ἃς ἤθελεν ἐμφανισθῆ ἡ ὥρα ἢ γενικῆς ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου. Προέβλεψε, λέγω, ὁ νομοθέτης ἐν ἔτει 1889 διατυπώσας ἐν ἄρθρῳ τοῦ νόμου περὶ ἐφεδρείας τοῦ ἰσχύοντος ἔκτοτε πᾶν ὅ,τι ἤθελεν εὐκολύνει τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους ἐν ὥραις δυσκόλοις νὰ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ, μὴ παρεχομένης ὑπ’ αὐτῆς οἱασδήποτε ὑπονοίας, ὅτι παρασκευάζει ὁτιδήποτε καθ’ οἱουδήποτε, ζητοῦσα νὰ αὐξήσῃ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, μὴ παρεχομένης τοὐλάχιστον ἀδείας εἰς οἱονδήποτε νὰ παρεμβληθῇ, ὅπως ὑποβάλῃ παρατηρήσεις ἢ παραστάσεις κωλυούσας τὴν ἐλευθέραν κίνησιν τοῦ Κράτους, καθ’ ἣν ὥραν ἡ τοιαύτη ἐλευθέρα κίνησις συντελεῖ εἰς τὸ νὰ διευκολύνῃ τὴν περαιτέρω διεξαγωγὴν τοῦ προκειμένου ἔργου. Ὁ νόμος ΑΨΚΕʹ τῆς 22 Μαρτίου 1889 περὶ ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ἐν ἄρθρῳ 2 λέγει τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἐφεδρεία καλεῖται ὑπὸ τὰ ὅπλα δι’ ὑπηρεσίαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ προορισμοῦ αὐτῆς ἢ δι’ ἀσκήσεις». Δευτέρα περίπτωσις· ἡ δευτέρα περίπτωσις ἡ τῶν ἀσκήσεων δὲν ἐνδιαφέρει ἡμᾶς (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 3. Ἡ δι’ ὑπηρεσίαν κλῆσις τῆς ἐφεδρείας διατάσσεται κατὰ τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τοῦ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ νόμου περιπτώσεις καὶ ὑπὸ τοὺς ἐν αὐτῷ ὅρους». «Ἄρθρον 9. Ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς προηγουμένης ἀναγραφῆς τοῦ προσθέτου ἀριθμοῦ ἐν τῷ ἐνιαυσίῳ νόμῳ περὶ δυνάμεως τοῦ στρατοῦ καὶ ὑφισταμένης ἐκτάκτου ἀνάγκης ἐπιτρέπεται νὰ τηρῶνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ ἐπὶ τρεῖς μῆνας οἱ ἐξ αὐτοῦ ἀφυπηρετοῦντες καὶ μεταβαίνοντες εἰς τὴν ἐφεδρείαν ἄνδρες καὶ μόνον ἂν τοῦτο διαταχθῇ διὰ Β. Διατάγματος προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου». — ἄνευ νόμου —. «Ὁ χρόνος οὗτος δύναται νὰ παραταθῇ ἐπὶ ἓν ἔτι τρίμηνον, δυνάμει ὁμοίου Β. Διατάγματος. Ὡσαύτως ἐπιτρέπεται νὰ καλῶνται ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐν ταῖς αὐταῖς περιπτώσεσι καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους μία ἢ δύο κλάσσεις ἐπιστρατεύσεως ἐκ τῶν νεωτέρων ἢ μόνον ἡ μερὶς αὐτῶν ἡ ὑπηρετήσασα εἰς τὰ εἰδικὰ σώματα —ἱππικόν, πυροβολικόν, μηχανικὸν καὶ νοσοκόμους— ἢ εἰς τὸ πεζικόν, τοὺς εὐζώνους καὶ τὴν χωροφυλακήν». Ἡ συζήτησις τοῦ νόμου τούτου ὑπῆρξε μακρὰ καὶ οἱ λόγοι, δι’ οὓς εἰσήχθη, ἀνεπτύχθησαν φωτεινότατα ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Χαριλάου Τρικούπη καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος καὶ ἀπετέλεσεν ἔκτοτε τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς κατ’ ἔτος αἱ Κυβερνήσεις ἐμφανίζονται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητοῦσι τὰς ἀδείας, ἃς καὶ ταύτας τὰς ἡμέρας παρέσχομεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νομοσχεδίου, ἔχοντος ὧδε· «Ἡ τακτικὴ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ ἔτος 1911 εἰς 27621 ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας. Αὔξησις τῆς δυνάμεως ταύτης ἐπιτρέπεται μόνον πρὸς κατάταξιν τῶν διαθεσίμων καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις προβλεπομέναις περιπτώσεσιν ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ καὶ περὶ στρατολογίας, ἐπὶ πλέον δὲ μέχρι 15000 ἀνδρῶν ἐν ταῖς περιστάσεσι ταῖς προβλεπομέναις ὑπὸ τοῦ περὶ ἐφεδρείας νόμου». Ἔχει δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἄδειαν, οἱαδήποτε περίστασις ἐμφανισθῇ, δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης ἄνευ οὐδεμιᾶς γενέσεως θορύβου περὶ τὸ ἔργον αὐτῆς νὰ καλέσῃ εἴτε πρὸς ἀσκήσεις εἴτε καὶ πρὸς ὑπηρεσίαν κανονικὴν 15000 ἀνδρῶν ἐπὶ πλέον, οἵτινες προστιθέμενοι εἰς τὰς 27000 τὰς κανονικὰς θ’ ἀποτελῶσι δύναμιν 50000 ἀνδρῶν, δύναμιν ἐν ὥρᾳ κρισίμῳ λίαν ὠφελίμως ἐμφανιζομένην. Ἠδύνατό τις ἄρα κατὰ ταῦτα νὰ σκεφθῇ ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου στηριζόμενος δύναται νὰ περιορίσῃ ἐντὸς αὑτοῦ τὴν συνταγματικὴν πρόνοιαν περὶ ἀποφυγῆς ἀνακοινώσεων, ἀποφυγῆς δημοσιεύσεων εἰδήσεων, δυναμένων νὰ φέρωσι βλάβην εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅπου τοῦτο προετάθη, τὸ ἔδαφος δὲν εὑρέθη ἐπαρκὲς διὰ τοὺς ἤδη ἐκτεθέντας ὑπὸ τῶν λαβόντων τὸν λόγον συναδέλφων λόγους, καὶ ἠναγκάσθημεν τότε νὰ διατυπώσωμεν τὸ ἄρθρον εἰς τὸ μέρος τοῦτο κατὰ τρόπον γενικώτερον προσθέσαντες καὶ πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὴν διαφήμισιν τῶν ἀπορρήτων τοῦ Κράτους καὶ μετασκευάσαντες τὴν παράγραφον ταύτην, καθ’ ὃν τρόπον ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ. Ἠπόρησα ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν ὥρᾳ ἀγορεύσεως δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος συναδέλφου ἐξενίσθη πῶς γίνεται λόγος περὶ ἀπαγορεύσεως εἰδήσεων εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐπὶ ἀπορρήτων τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν χρόνον—εἶπε καὶ τοῦτο— πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν λέγονται περισσότερα, λέγονται ὅλα. Καὶ ἠπόρησα πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἄλλως τε καὶ ἔχει ὑπογεγραμμένον τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, μακρὰν κεκτημένος πεῖραν τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συμβαινόντων, ἐπελάθετο τούτου τοῦ συχνάκις ἐμφανισθέντος ἀφ’ ὅτου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρακάθηται ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἔρχονται ὧραι, καθ’ ἃς ἡ Κυβέρνησις εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἴτε προκαλουμένη ἀπαγορεύει καθ’ ὃν τρόπον δύναται κοινοβουλευτικῶς ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἀπαγορεύει νὰ φέρῃ τὸν λόγον περὶ ὡρισμένων πραγμάτων, ὅτι δὲ ἀπέναντι τῆς τοιαύτης ἀπαγορεύσεως — διότι πρόκειται περὶ ἀληθοῦς ἀπαγορεύσεως, ἣν εὐλαβεῖται ἡ Βουλὴ—οἱ Βουλευταὶ οἱ ἔχοντές τινα λόγον, ἵνα φέρωσι τὰ θέματα ἐνταῦθα, πάντοτε ἀνέκοψαν τὴν ὁρμὴν αὐτῶν καὶ ἀπέστησαν, καθ’ ὃ εἶχον καθῆκον. Διότι, προκειμένου ζητήματος Κυβερνήσεως τοιούτων τοῦ Κράτους ὑποθέσεων, μόνον ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι ὑπεύθυνοι τῆς διεξαγωγῆς αὐτῶν καὶ ἐξ ὧν ἔχουσι στοιχείων μόνοι ἱκανοὶ προσηκόντως νὰ σταθμήσωσι τοὺς ἐκ τῆς δημοσιότητος κινδύνους, ἔχουσιν αὐτοὶ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνωσι περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς εἰς αὐτὰ ἀναμίξεως τῶν τῆς δημοσιότητος παραγόντων, καὶ δημοσιότητος παράγοντα σπουδαῖον, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἀποτελεῖ καὶ ὁ τύπος, περὶ οὗ οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἀρνηθῶ ὅτι ἀποτελεῖ, δὲν γνωρίζω τίνος βαθμοῦ, δύναμιν, ἀλλὰ δύναμιν μεγάλην. Ἡ λέξις «ἀπαγόρευσις» ἡ περιλαμβανομένη ἐνταῦθα ἐξένισε· καὶ ἤκουσα ταύτην τὴν ἑσπέραν λεγόμενον ὅτι ἀποτελεῖ εἶδος λογοκρισίας, διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατασχεθῇ καὶ καταδιωχθῇ ἐφημερίς, ἐὰν δὲν προϋποτεθῇ ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ ἴδῃ πρότερον ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ τὴν ἐφημερίδα τὴν μέλλουσαν νὰ δημοσιευθῇ εἴδησιν τὴν πρωίαν; Προφανῶς ὁ εἰπὼν ταῦτα δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχὴν ἐπὶ τῆς ἐννοίας τῆς λέξεως «ἀπαγόρευσις», ἐννοίας καταδεικνυομένης περισσῶς ὑπὸ τῆς παρακολούθου φράσεως, ὅτι νόμος θέλει κανονίσει τὸ πρᾶγμα. Τὸ πρᾶγμα δὲ θέλει ὁρισθῇ καὶ ἐνταῦθα κατὰ τρόπον ὅμοιον ἐκείνου, ὅστις ἐχρησίμευσε καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως ἡ κυβερνητικὴ ἑκάστοτε ἀναχαίτισις τῶν θελόντων νὰ ὁμιλήσωσι περὶ θεμάτων πρωτίστως εἰς τὴν χώραν ἐνδιαφερόντων ἐμφανίζηται λέγουσα «ἐὰν ὁμιλήσητε, θὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ ἰδίᾳ ὑμῶν εὐθύνῃ· ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν θ’ ἀπαντήσῃ, ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν γινώσκει καὶ συμβουλεύει ν’ ἀπέχητε». Οὐδ’ εὑρέθη ποτὲ Βουλευτής, ὅστις ἠρνήθη νὰ ὑπακούσῃ εἰς τοιαύτην πρόσκλησιν τῶν κυβερνητῶν. Τοῦτο ὅμως δι’ ἄλλου τρόπου ἐσκέφθημεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἀπέναντι τοῦ δυναμένου νὰ φέρῃ ἄλλας εὐθύνας τύπου· πρὸς τὸν τύπον ἐν τῇ ὡρισμένῃ ἐκείνῃ ἀρχῇ, ἧς τὴν εἰκόνα βλέπετε περίπου ἐν τῇ διατυπώσει τῆς προνοίας τοῦ θεσμοθέτου, ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀποταθῇ διὰ τρόπου τινὸς εἰδικῶς καθορισθησομένου ὑπὸ τοῦ νόμου, πανηγυρικοῦ ἢ μὴ πανηγυρικοῦ—δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω ἐγὼ τί θὰ εἴπῃ ὁ νόμος— ἡ Κυβέρνησις ἀποτείνεται πρὸς τὴν δημοσιογραφίαν καὶ λέγει πρὸς αὐτήν: «οὐδὲν τῶν δικαιωμάτων σου θίγεται, τὸ πᾶν δύνασαι νὰ συζητήσῃς, πᾶσαν εὐθύνην δύνασαι νὰ ζητήσῃς παρὰ τῶν κυβερνητῶν, τὸ πᾶν δύνασαι νὰ εἴπῃς· πρόσεχε μόνον καὶ ἄπεχε ἐν τῷ παρόντι ἀπὸ τοιούτων δημοσιευμάτων, ἅτινα κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ἐπάγονται κινδύνους—, βεβαίως δὲ θὰ ἔχωσι τὰ οὕτως ἀπαγορευόμενα γενικώτερόν πως ὡρισμένον τὸν χαρακτῆρα—, διότι μὴ ἀπέχουσα τοιούτων δημοσιευμάτων θέλεις γεννήσει κίνδυνον βλάβης τῶν συμφερόντων τῶν ὑψίστων τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ποινήν, ἥτις ἐπακολουθεῖ λόγῳ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἀπαγορεύσεως τῶν νόμων· ἀπευθύνομαι πρὸς σὲ καὶ ζητῶ νὰ ὑπηρετήσῃς τὴν πατρίδα, σὺ ὁ τύπος, ἀπέχων ἀπὸ τοιούτων δημοσιεύσεων, ἀπὸ τοιούτων εἰδήσεων, ἀπὸ τοιούτων ἀνακοινώσεων. Ἀλλ’ ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων καὶ ἀνακοινώσεων δὲν εἶναι βεβαίως τι, ὅπερ νὰ φοβίζῃ προσωπικῶς τοὺς κυβερνήτας, ὅπως ἤθελε φοβίσει ἡ συζήτησις ἐπὶ πράξεων αὐτῶν, ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῆς πολιτείας αὐτῶν, γεννῶσα πειρασμὸν περιορισμοῦ τῆς ἐλευθεροτυπίας. Ἀπαγόρευσις δημοσιεύσεων τοιούτων εἶναι εὔλογος πρόσκλησις εἰς διατήρησιν μυστικῶν, ἀπορρήτων τοῦ Κράτους πράξεων καὶ ἐνεργειῶν, αἵτινες δὲν εὐοδοῦνται εἰς πλήρωσιν τοῦ κοινοῦ σκοποῦ εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον ἐπιμελῶς ἀποκρύπτονται ἀπὸ δυσμενῶν ὀμμάτων, ἀπὸ δυσμενῶν ὤτων. Οὕτως ἀποτεινομένη διὰ τῶν κυβερνητῶν αὐτὴ ἡ πατρὶς πρὸς τοὺς δημοσιογράφους εἶναι δυνατόν ποτε νὰ κριθῇ ὅτι τοῦτο πράττει διὰ λόγους περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου καὶ ὅτι πᾶν ἄλλο πράττει ἢ ὅτι ἐπικαλεῖται τὴν συνδρομὴν καὶ τὴν συναίνεσιν αὐτῶν τῶν Ἑλλήνων δημοσιογράφων, ὅπως συνεργασθῶσιν ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τῆς πατρίδος;
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ αὐτὸ ἐν τῷ Συντάγματι; Πολλάκις ἡ δημοσιογραφία δὲν ἔπραξε τοῦτο;
§42ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν ἐρωτᾶτε ἐμέ, ἐρωτᾶτε πολιτευόμενον, ὅστις κατὰ τὸ ἔτος 1910 ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ χρεωστῇ χάριν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ σπουδαίου τύπου ἐν Ἀθήναις διὰ τὸν τρόπον, μεθ’ οὗ ἐπολιτεύθησαν ἐν ὥρᾳ, καθ’ ἣν πυκνότατα συνεσωρεύετο ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν σιωπὴν τῆς ἡμετέρας δημοσιογραφίας. Ἐκεῖνο, ὅπερ ταύτην τὴν ἑσπέραν ζητεῖται ὑπ’ ἐμοῦ ἐπιμόνως, ζητεῖται ὑπ’ ἀνδρὸς φιλελευθερωτάτου, οὐδέποτε συναινέσαντος εἰς οὐδεμίαν διὰ τὰ δημόσια πράγματα καταδίωξιν τοῦ τύπου, εἶναι αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ πέρυσιν ἐζήτουν μετὰ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ συναδέλφου μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ τύπου καὶ ἐπετύχομεν ἀληθῶς χάρις εἰς τὰ ἀγαθὰ αἰσθήματα καὶ τὴν φρόνησιν τοῦ τύπου. Ἀλλὰ πότε εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναί τις τελείως βέβαιος ὅτι μόνον εἰς ἀγαθὰ αἰσθήματα δύναται νὰ ἐγγίσῃ; Καὶ τοῦτον τὸν κίνδυνον ὀφείλετε ἐνταῦθα πάντες ὁμοφώνως νὰ προσπαθήσητε ν’ ἀποφύγητε, διότι εἶναι κίνδυνος πραγματικός. Μόνον δ’ ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν ἔχει ὅπλον, ἵνα ὑπερασπίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν πατρίδα ἐναντίον τῶν παντοίων καὶ ποικίλων κινδύνων τῶν περιβαλόντων ἰδιαζόντως αὐτήν. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ὁ μέλλων νὰ δημοσιεύσῃ εἴδησιν τοιαύτην εἶναι κακοήθης, εἶναι προδότης· οἱ κακοήθεις καὶ οἱ προδόται εἶναι σπανιώτατοι, προδότας δ’ ἐγὼ ἐν Ἑλλάδι δὲν συνέπεσεν εὐτυχῶς νὰ γνωρίσω. Ἀλλ’ οἱ ἀπρόσεκτοι, οἱ καινοθῆραι, οἱ ἐν τῇ ἁμίλλῃ τῇ περὶ δημοσιογραφικῆς ἐπιτυχίας μὴ ἔχοντες καιρὸν κἂν νὰ σκεφθῶσιν ἂν τοῦτο ἢ ἐκεῖνο εἶναι ἐπιζήμιον· ἀλλ’ οἱ ἄκριτοι, καθὼς καὶ οἱ ἔχοντες κρίσιν, οἱ ἔχοντες μεμονωμένην τινὰ εἴδησιν καὶ οὐδὲν δυνάμενοι νὰ διαγνώσωσι τῆς κεκρυμμένης ἀξίας αὐτῆς· πάντες οὗτοι ἄνευ προαιρέσεως κακῆς, ἄνευ προδοτικῆς διαθέσεως, ἄνευ κέρδους σκοπουμένου, εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς τὸν κίνδυνον νὰ δώσωσι ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν εἴδησιν, ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἀνακοίνωσιν, καὶ ἔπειτα, ἂν ἐκ ταύτης ἴδωσιν ἀτυχίαν ἐπὶ τὴν πατρίδα ἐνσκήπτουσαν, πρῶτοι αὐτοὶ νὰ τύπτωσι τὰ στήθη διὰ τὴν ἀπροσεξίαν, εἰς ἣν περιέπεσαν. Τοῦτο εἶναι ἀνθρώπινον· ἐγὼ δὲ δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ ἐγγυηθῶ ἐνταῦθα, ἂν τυχὸν ἡμεῖς ἤμεθα δημοσιογράφοι, ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ εἰς ἡμᾶς, ἄνευ οὐδεμιᾶς προαιρέσεως κακῆς, διὰ παραπλησίου ὀλισθήματος νὰ βυθίσωμεν τὴν πατρίδα εἰς δυστυχίαν. Τοῦτο πρέπει νὰ προλάβωμεν, καὶ πᾶς ὅστις ἔχει τὴν συναίσθησιν τῆς ἀξίας τοῦ πράγματος, ὅσῳ μᾶλλον ἐγγύτερον εἶναι πρὸς τὸν τύπον, νὰ ἔλθῃ νὰ εἴπῃ ἀναλόγως ἐκείνου, ὅπως ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἄρτης περὶ ἄλλων τοῦ τύπου παραβάσεων εἶπεν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ συναινεῖ εἰς παράτασιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Δραγούμη.
§44ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§45ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἠθέλησα νὰ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα εἰς ὥραν, καθ’ ἣν πολλοὶ πρότερον ὡμίλησαν, καὶ μεθ’ ἣν πολλοὶ θέλουσιν ὁμιλήσει, διότι δὲν νομίζω ὅτι εἰς τὸ θέμα τοῦτο ἐπεστήθη ἡ προσήκουσα, ἡ ἀληθῶς προσήκουσα προσοχή, εἰς τρόπον ὥστε ἀπὸ πρώτης ὄψεως νὰ συγκεντρώσῃ πάντων ἡμῶν τὰς ψήφους. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν πρόκειται περὶ κινήσεων στρατιωτικῶν, περὶ ἔργων στρατιωτικῶν, περὶ τοποθετήσεως ὀχυρωμάτων, περὶ ἀποθηκῶν πληρουμένων, περὶ τηλεβόλων μεταφερομένων, ἢ περὶ τούτου ἢ περὶ ἐκείνου, τὸ πρᾶγμα εἶναι βεβαίως εὐκολώτερον, εὐκολώτερον καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τις περὶ αὐτῶν περιστολὴν τῶν ἀκριτομυθιῶν τοῦ τύπου, ἀλλὰ καὶ νὰ ὁρίσῃ τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε ὁ φόβος ὁ γεννώμενος νὰ κατασταθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν μικρότερος. Προκειμένου ὅμως περὶ πολιτικῶν ἀπορρήτων, ἐκεῖ ἐξεγείρονται περισσότερον οἱ ἀντιλέγοντες, καὶ ἀναγνωρίζω ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ἀληθῶς τι τὸ δυνάμενον νὰ ἐμβάλῃ εἰς σκέψεις, ἀλλ’ ὄχι ὅπως φθάσῃ τις ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀπαγόρευσιν· διότι ἀκριβῶς ἐπὶ τούτου τοῦ ἐδάφους ὁ κίνδυνος εἶναι καὶ συχνότερος καὶ μεγαλείτερος, εἶναι κίνδυνος καθημερινός, κίνδυνος μεταλαβὼν πάσης τῆς ἀκαριαίας ταχύτητος τῶν ἠλεκτρικῶν ἐπικοινωνιῶν, ἃς ἀκριβῶς ὁ τύπος εἶναι ἐντεταλμένος νὰ ὑποβοηθῇ, ὅπως διασπείρωνται ἔπειτα ἀνὰ τὴν χώραν ὅλην καὶ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ἐκεῖ πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι, ἂν ἄλλοτε τοιαῦται ἀνακοινώσεις ὑπὸ τύπου περιωρισμένου, ὅπως ἦτο τότε, ἐξεπέμποντο ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, καὶ αὐτοὶ ἐκεῖνοι οἱ ξένοι ἀντιπρόσωποι, οἱ ἐν τῇ χώρᾳ, ὅπως ἐκπέμπωσι ταύτας εἰς τὰς Κυβερνήσεις αὐτῶν, ὑπελογίζετο ὅτι ἤθελον καιρὸν 30–40– 50–60 ἡμερῶν, διότι τόσαι ἦσαν ἀναγκαῖαι —40 ἡμέραι ἦσαν πολλάκις ἀναγκαῖαι ὅπως ἔλθῃ τις ἐκ Κωνσταντινουπόλεως εἰς τὸν Πειραιᾶ δι’ ἱστιοφόρου πλοίου —, ὅπως φθάσῃ εἰς τὸν σκοπὸν ἡ μεταβιβαζομένη ὑπ’ αὐτοῦ εἴδησις. Σήμερον ὅμως, ὅτε τὸ πᾶν ῥυθμίζεται πρὸς δευτερόλεπτα, ἐννοεῖτε ὁποία ἀπέβη ἡ σημασία τῆς διὰ τοῦ τύπου διακοινώσεως τοιούτων εἰδήσεων; Καὶ δὲν βλέπετε ὅτι ἀκριβῶς ἡ χώρα αὕτη, ἡ ἀδύνατος, ἡ πανταχόθεν περιεστοιχισμένη ὑπὸ κινδύνων, ἐκ τῆς ἀκριτομυθίας οἱουδήποτε ἡμῶν, ἐκ τῆς ἀκριτομυθίας οἱουδήποτε δημοσιογράφου, εὑρίσκει πολλαπλασίους ἐνώπιον αὑτῆς τοὺς κινδύνους, οὓς καὶ μόνους, ὅσοι ἀφ’ ἑαυτῶν ὑπάρχουσιν, εἶναι ἀνίκανος μετὰ πεποιθήσεως ὅτι θὰ ἀποφύγῃ αὐτὸς νὰ ἀποβλέψῃ; Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προσέξωμεν, τοσοῦτο μᾶλλον, Κύριοι, καθ’ ὅσον κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ δεινοτέρα ἢ κατὰ τὴν προηγουμένην δεκαετίαν. Ἡ Ἑλλὰς σήμερον δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ ὅτι ἐνοχλεῖ κανένα· ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς σήμερον δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἐνοχλεῖται κατὰ τρόπον ἀφόρητον, οὐδένα εὑρίσκουσα τείνοντα εἰς αὐτὴν οὖς εὐμενές...
§46Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πταίει ὁ τύπος;
§47ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. ... χεῖρα βοηθόν, οὐχὶ διότι ὑπάρχει ἔλλειψις παντελὴς συμπαθείας πρὸς αὐτήν, ἀλλὰ διότι αἱ περιστάσεις αἱ περὶ ἡμᾶς κατήντησαν τοιαῦται, ὥστε τοὺς μεγαλειτέρους τῶν ἰδίων συμφερόντων κινδύνους ζητοῦσι νὰ ἀποφεύγωσι θυσιάζοντες τὰ δίκαια τῶν μικρῶν. Ἠρώτησεν ὁ κ. Βουλευτής, ὁ διακόψας με, ἂν πταίει ὁ τύπος. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ πταισμάτων τοῦ τύπου· ὡμίλησα περὶ προνοίας ἀποφυγῆς ὀλισθημάτων, ἃ πάντες εἴμεθα εὐεπίφοροι, διότι πάντες εἴμεθα ἄνθρωποι. Διὰ ταῦτα, Κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διατύπωσις, ὡς εἶχεν ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν εἶχε κακῶς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε χθὲς ὅτι ἡ τροπολογία, ἥτις ἄνευ ὑπογραφῆς περιήχθη ἐνταῦθα καὶ ἐτυπώθη, ἀνῆκεν εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῶν 6 Βουλευτῶν, ἤ τίνων τῶν 6 Βουλευτῶν τῶν ὑποβαλόντων τὴν ἀρχικὴν πρότασιν, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα, καὶ ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη ἐπεδείχθη εἰς ἐμέ, ὅστις δὲν ἔδειξα ὅτι διαφωνῶ πρὸς αὐτήν. Κατὰ βάσιν τὸ πρᾶγμα ἔχει ἀκριβῶς οὕτως. Ἐπεδείχθη εἰς ἐμὲ καὶ ὡμίλησα περὶ ἐμοῦ πρὸς τὸν ἐπιδείξαντα οὐχὶ ἐξ ὀνόματος τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀνεγνώρισα ὅτι ἦτο εὔλογος ἡ διαγραφὴ τῆς διατάξεως τῆς ἀναγομένης εἰς τὴν παῦσιν τῶν ἐφημερίδων, καὶ ἀνεγνώρισα τοῦτο μὴ εἰπὼν μὲν τὸ πρᾶγμα, ἀλλὰ γιγνώσκων ὅτι καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καὶ ὅτε ἔτι ἐψηφίσθη ἡ διάταξις αὕτη, ἐψηφίσθη μετὰ διαθέσεων, ἂν τυχὸν θεωρηθῇ ὑπερμέτρως δυσάρεστος, νὰ ἐγκαταλειφθῇ. Ἐπὶ τῇ ὑπομνήσει, ἣν εἰς τὸν ἐπιδείξαντά μοι τὴν πρότασιν, εἰς ἣν προσετέθη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ ἡ φράσις «καὶ εἰς τὰ μυστικὰ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους», παρέστησα ὅτι ἡ φράσις «ἐν περιπτώσει ἀπειλουμένου πολέμου» δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν περίστασιν, καὶ ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἴσως νὰ εὑρεθῇ ἄλλη καταλληλοτέρα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ὑπῆρξεν, ὡς φαίνεται, δυνατόν. Ἐν τῷ συνόλῳ ἡ πρότασις αὕτη τοσοῦτον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς παύσεως, ὥστε βεβαίως δὲν θὰ δυνηθῇ τις εὐλόγως νὰ εἴπῃ ὅτι ἀποκρούει τὴν ἔννοιαν αὐτῆς. Ἀλλὰ δι’ ἀκριβεστέραν κατὰ τὴν κρίσιν μου διατύπωσιν ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπεν, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς θεωρηθῇ κατὰ τὸ μέρος τοῦτο ὀρθὸν νὰ παραμερισθῇ, νὰ διατυπώσω αὐτὰ ταῦτα δι’ ἄλλης ἐκφράσεως, καὶ διετύπωσα ταῦτα ὡς ἑξῆς: «Ἐν περιπτώσει ἐκτάκτων ἐξωτερικῶν ἀνωμαλιῶν»—ἀντὶ τῆς «ἐν περιπτώσει πολέμου»— «γεννωσῶν κινδύνους εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, δύναται, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ἤθελεν ὁρίσει, νὰ ἀπαγορευθῇ ἐπὶ ἀπειλῇ κατασχέσεως καὶ ποινικῆς καταδιώξεως ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων ἢ ἀνακοινώσεων ἀναγομένων εἰς κινήσεις ἢ ἐργασίας στρατιωτικὰς» —διότι ἡ φράσις «ἢ κινήσεις στρατιωτικὰς ἢ μέσα ἀμύνης» λέγει τι γενικώτερον— «ἢ δι’ ἀπορρήτους ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις». Εἶναι περίπου αὐτὰ ταῦτα, ἀλλὰ μετὰ διασκευῆς κἄπως ἀοριστοτέρας. Καὶ ταύτην τὴν πρότασιν, ἐὰν τυχὸν οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν εἶναι σύμφωνοι, ἤθελον παρακαλέσει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὥστε καθ’ ἣν ὥραν φθάσωμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν αὕτη νὰ προτιμηθῇ· ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἔχω καὶ τὴν ἀξίωσιν ὅ,τι ὑποβάλλω, τοῦτο καὶ νὰ ψηφισθῇ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις διάταξις εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, ἡ τῆς τελευταίας παραγράφου. Ἐκ τοῦ τετάρτου ἐδαφίου τῆς ἐπιτροπῆς ἀφαιρεῖται ἡ λέξις «ἀείποτε». Ἡ λέξις αὕτη, εἶπον εἰς τὸν ἐπιδείξαντά μοι τὴν πρότασιν, ὅτι μοὶ ἐφάνη παρέλκουσα, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ διαγραφῇ. Δὲν θέλω νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ θέματος τοῦ ἀναγομένου εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τῆς τροπολογίας τῶν 6 Βουλευτῶν, τοῦ θέματος τοῦ ἀναγομένου εἰς τὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς, διότι καὶ εἰς ἐμὲ φαίνεται, παρ’ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, ἣν πᾶς τις ἡμῶν ἔχει τὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς νὰ περιβάλῃ διά τινος στεγασμοῦ, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι παρὰ πολὺ εὐμετάβλητος καὶ εὐαλλοίωτος ἡ ἀντίληψις τῶν τῆς δημοσίας ἠθικῆς, ὥστε νὰ πρέπῃ νὰ δώσωμεν καὶ εἰς αὐτὴν τὴν προστασίαν, ἣν παρέχομεν εἰς τὸ τόσον σαφῶς ἐμφανιζόμενον διάγραμμα τῆς θρησκείας· καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ ἤθελον διστάσει περὶ τῆς διατάξεως ταύτης, ἂν εἶναι συμφέρον, ἂν δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ περιληφθῇ ἐν προσθήκῃ εἰς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἴσως συντελέσωσιν εἰς ἀποδοχὴν καταλλήλου τινὸς διατάξεως, ἥτις νὰ ἀσφαλίζῃ ἡμᾶς καθ’ ὧν προεῖπον κινδύνων (Χειροκροτήματα).
§48Γ. ΠΩΠ. Ἐξ ὅλης τῆς ἀγορεύσεως, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, τὸν ὁποῖον διαδέχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, μίαν κυρίως παρατήρησιν νομίζω εὐθὺς ἀμέσως νὰ τονίσω πρὸς ὑμᾶς: Δὲν ἐπεδείχθη, εἶπον, καμμία προσοχὴ κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ἔπρεπε νὰ χαρακτηρίζωνται ἀληθῶς θεμελιώδεις διατάξεις ἔν τινι Συντάγματι. Καὶ ὄντως ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν διαφόρων προσχεδίων, ἐκ τῆς παραβολῆς τῶν τροπολογιῶν τῶν ἐπισήμως ὑποβληθεισῶν, εἶναι ἐμφανὲς ὅτι οὐδεμία κατεβλήθη προσοχὴ οὔτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ ἓξ Βουλευτάς, οὔτε ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς τῆς κληθείσης ἵνα τροποποιήσῃ τὸ ὑπάρχον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Λέγω ἔλλειψιν προσοχῆς, ἵνα μὴ εἴπω βαρύτερόν τινα χαρακτηρισμόν. Καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι μέλος τῆς οἰκογενείας τοῦ τύπου, καὶ εἶναι εὔλογος ὁ πόθος μου καὶ εἶναι εὔλογος ἡ στοργή μου πρὸς τὴν ἰδέαν, ὅπως ἴδω ἀναπτυσσομένην τὴν ἔννοιαν τοῦ τύπου, ὅπως ἴδω παραμένον ἀμείωτον τὸ κῦρος τῆς δημοσιογραφίας. Καὶ δι’ αὐτὸ θὰ μὲ εὕρητε οὐχὶ ἁπλῶς σύμφωνον, ἀλλὰ θὰ μὲ εὕρητε πλειοδοτοῦντα ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος, ἥτις θέτει τείχη ἀνυπέρβλητα ὑπὲρ τοῦ βωμοῦ τῆς οἰκογενείας, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσέβαλον ἐναγεῖς εἴτε ἀπὸ ἐγκληματικῆς ἀρχῆς εἴτε ἁπλῶς ἀδολεσχοῦντες δημοσιογράφοι. (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ σημεῖον τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ μὲ εὕρητε καὶ πλειοδοτοῦντα, ἀποτελεῖ ἕτερον δεινὸν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, ὅτι εἰς τὴν ἔλλειψιν προσοχῆς προσετέθη καὶ ἡ σύγχυσις. Θλίβομαι δὲ ἰδιαιτέρως, διότι ἐκ τῶν 6 Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν οἱ 4 εἶναι καὶ δημοσιογράφοι, καὶ θλίβομαι ἰδιαιτέρως, διότι συντάξαντες τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος δὲν ἠθέλησαν νὰ ἀρυσθῶσι παραδείγματα ἐκ τῆς πείρας, πείρας ἥτις ἐνέχει καὶ παθήματα διὰ τοὺς τρεῖς τοὐλάχιστον ἐξ αὐτῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν ἔπαθε δημοσιογραφῶν. Ὅτε δὲ μὲ εὑρίσκετε σύμφωνον ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ παραγράφῳ τοῦ τροποποιηθέντος ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι καὶ ἐν αὐτῷ ὑπάρχει σύγχυσίς τις. Θὰ ἐπιφυλαχθῶ δὲ βεβαίως νὰ ἀγωνισθῶ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου 95 τοῦ Συντάγματος — ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη —, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν τρόπον τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἀδικημάτων τῶν γινομένων διὰ τοῦ τύπου. Διότι ἀκριβῶς ἡ ἄσκησις πιέσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἀρυσθῶσι τὴν πεῖραν τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἀφορμὴν τῆς συγχύσεως καὶ ἔξω τοῦ περιβόλου τούτου, ὅταν γίνωνται συγχύσεις τρόπων δωσιδικίας κατηγορουμένου δημοσιογράφου. Ἡ ἔλλειψις προσοχῆς ἐγένετο τάσις ἵνα προκαλέσῃ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ τὴν σύγχυσιν, ὅταν δὲ ἔλθῃ ἡ ὥρα ἐκείνη, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῇ θέσει του, ἵνα εὐθὺς ἀμέσως ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ. Διότι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὑπῆρξε θῦμα τοιαύτης ἀκριβῶς συγχύσεως, μομφῆς καὶ ἐλέγχου κατὰ τοῦ δημοσίου βίου, πρὸς τὴν σύγχυσιν προσβολῆς κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Οὐδέποτε, κύριοι συνάδελφοι, ἱερώτερος ἀγὼν ἐκείνου, τὸν ὁποῖον διεξῆγεν ὁ ἔντιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δημοσιογραφῶν τότε ἐν τῇ νήσῳ, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἦλθε κομίζων τὴν ἰδέαν τῆς ἀνορθώσεως, οὐδέποτε ἱερώτερος καὶ τιμιώτερος ἀγὼν ἐγένετο. Καὶ ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος ἀφεώρα ἄμυναν ὑπὲρ τιμῆς ἱερᾶς σκιᾶς, ἄμυναν δὲ κατὰ προσώπου, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιβολὴν τῶν ῥήσεων κατώρθωσε καὶ ὑπεδούλωσεν αὐλὴ ἐπαισχύντως καὶ ὑπούλως ἐνεργήσασα εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, ὥστε νὰ χωρίσῃ τὴν νῆσον, κατὰ τὴν ὁμολογίαν, ἥτις προεκλήθη καὶ προθύμως μᾶς ἐδόθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, εἰς Κρήτην ἀνθρώπων ἀνθενωτικῶν καὶ εἰς πατρίδα πολιτῶν ἑνωτικῶν. Ἀπὸ τοιαύτης προσπαθείας ἀμύνης κατὰ τοῦ κήρυκος τῆς τοιαύτης ἰδέας ἐν ἄρθρῳ ὑπερόχως ἀρτίῳ καὶ τὴν μορφὴν καὶ τὸ αἴσθημα διεμαρτυρήθη, ἀλλὰ καὶ ἔπειτα ἐσύρθη ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς φυλακὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος εἶχε διασκευάσει ἀνθρωπίνως, ἵνα στεγάσῃ τοὺς ἀληθεῖς ἐγκληματίας. Ἐνῷ, ἂν ἤγετο ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου, δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἔνορκος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιβάλῃ αὐτῷ τὴν ποινήν. Καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ ἐπὶ ὁμοίου γεγονότος τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μετὰ τὴν καταισχύνην τοῦ 1897, τὴν ὁποίαν εἴδομεν ἐμφανιζομένην κατὰ συνέχειαν καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐπανελθὼν ἐκ τῶν μαχῶν, ἀγωνιστής, καὶ ἀγωνισθεὶς ἀληθῶς ἐν τῇ πρώτῃ γραμμῇ ὡς ἐμπρέπει εἰς φιλότιμον ἄνδρα, ἰδὼν ἐξελισσόμενα τὰ παθήματα ἐκεῖνα ἀνέγραψε καὶ ἐδημοσιογράφησεν ἐλέγχων. Ἐσύρετο δ’ ἐπὶ μῆνας ἀπὸ Πλημμελειοδικείου εἰς Πλημμελειοδικεῖον ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ δημοσιογράφος, ἐσύρετο ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ ἰδιωτικοῦ δῆθεν βίου τῆς Α. Ὑ. τοῦ Διαδόχου, ὄχι διότι ἡ Α. Ὑ. ὁ Διάδοχος ἐπέβαλλεν ἴσως τοῦτο, ἀλλὰ διότι μετὰ τοῦ ὀνόματος ἐκείνου τοῦ τιμίου συνέσυρον τὸν δημοσιογράφον καὶ νῦν Ὑπουργὸν οἱ περιστοιχίζοντες τὸ ἀτυχὲς θῦμα τοῦ πολέμου, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ τιμωρήσωσι καὶ νὰ φιμώσωσι τὸν τύπον τότε ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὐτῶν ἀσυλίας ἐργαζόμενοι. Οὔτε καὶ ἀπὸ τῆς ἐννοίας ταύτης, Κύριοι, τῆς διακρίσεως τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου πρὸς τὸν δημόσιον βίον θὰ μὲ εὕρητε ἀγωνιζόμενον, ἵνα ἐκ τῶν μαθημάτων ἀκριβῶς τούτων τῆς πείρας ἀρυσθῶμεν τὸ δεδομένον ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τοὺς ἑκάστοτε ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας νὰ μετέρχωνται ὡς ὅπλον ἐκδικήσεως τὴν σύγχυσιν ταύτην. Καὶ ἤδη εἰσέρχομαι εἰς τὰς εἰδικὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου ὡς αὗται ἐτροποποιήθησαν καὶ βλέπω μίαν ἀνωμαλίαν, μίαν ἀσυμφωνίαν, μίαν μεταβολὴν γνωμῶν, μὴ ἐπιτρεπομένην προκειμένου περὶ διατυπώσεως ὁμοίων διατάξεων. Βλέπομεν ὅτι τὴν πρώτην φορὰν οὕτω σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ἡ ἀποτελουμένη ἀπὸ τοὺς ἓξ Βουλευτάς, τοὺς ὑποβαλόντας τὸ προσχέδιον, καὶ κατὰ τρεῖς διαφόρους τρόπους ἔπειτα· ἡ ἐπιτροπὴ οὕτω σκέπτεται τὴν πρώτην φορὰν καὶ δέχεται μετὰ ταῦτα μεταβολάς, διότι οὕτως ὀρθῶς πράττει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ δέχηται τὰς μεταβολὰς ταύτας, καθόσον κατ’ οὐσίαν οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν τροπολογιῶν τοῦ ἀρχικῶς διατυπωθέντος ἄρθρου· καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο εἰς ἓν τείνουσιν, εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τύπου. Διότι, ἐάν, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ βουλευτὴς Λαρίσης κ. Μπουφίδης, ἐπρόκειτο περὶ προσβολῆς τῆς ἀσυλίας τοῦ δημοσιογραφικοῦ βήματος, ταύτην ἐπιθυμῶ καὶ θὰ συστήσω νὰ περιορίσητε διὰ παντὸς θεσμοῦ, ἵνα σωθῶμεν καὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἰσέρχονται νὰ καταισχύνωσι τὴν σεμνὴν σκιὰν τὴν καλύπτουσαν τὸ μυστήριον τοῦ οἴκου. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀσυλίας ταύτης, πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου ἔρχονται αἱ διατάξεις αὗται, ὡς διετυπώθησαν, νὰ περιορίσωσι. Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον μὲ βλέπετε ὁμιλοῦντα ἐνώπιον ὑμῶν. Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς ὅτι τότε ἐπίστευον μήπως ἀπὸ τροπολογίας εἰς τροπολογίαν θὰ ἐφθάνομεν ἐκεῖ, ὅπου ἥρμοζε νὰ φθάσωμεν. Ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ ἡ ἀρχή, ἥτις ἐγένετο ἀφορμὴ νὰ προέλθῃ ἡ ἀπροσεξία περὶ τὴν διατύπωσιν τῶν ἄρθρων καὶ τῶν ποικίλων συγχύσεων, ὑπῆρξεν ἀπόδειξις ὅτι ἀπέμενον ἀπραγματοποίητοι αἱ ἐλπίδες μου. Διότι καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ὁ ἀξιότιμος πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς μᾶς διέψευδον τὴν ἐλπίδα ἐκείνην. Ἐδέχθησαν ἀμφότεροι, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, ὅτι αἱ παρεκτροπαὶ τοῦ τύπου δὲν δύνανται νὰ εὕρωσι κολασμὸν ἐν τῷ ὑπάρχοντι εἰδικῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος. Οὐδέν, κύριοι συνάδελφοι, ἄρθρον Συντάγματος περὶ τύπου, μετὰ τὸ Ῥωσικόν, εἶναι αὐστηρότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀνέγραψαν οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864. Μόνον ἐν τῷ Ῥωσικῷ Συντάγματι καὶ ἐν ἄρθρῳ 27ῳ αὐτοῦ θὰ εὕρητε παρεμφερῆ διάταξιν. Ἀλλὰ δὲν ἐστεροῦντο οὔτε νοῦ οὔτε φιλοπατρίας οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέγραψαν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος. Ἐγνώριζον ὅτι ὑπάρχει ὁ περιορισμὸς αὐτοῦ καί, ὅτε ἔλεγον ὅτι ἕκαστος δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦ τύπου τοὺς στοχασμούς του τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», ἔδιδον οὕτως ἀπόλυτον ἐξουσίαν περιορισμοῦ εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, ἵνα ἐμποδίσωσι τὸν τύπον διὰ νόμου κατασταλτικοῦ οἱουδήποτε. Ἀλλὰ παρέπεμπον μετὰ ταῦτα οἱ φιλελεύθεροι νομοθέται τοῦ 1864 εἰς τὸ 95ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπου παρέδιδον τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν οὐχὶ εἰς τὴν δικάζουσαν ἐξουσίαν, ἐκείνην ἡ ὁποία ὀφείλει κατὰ τύπους καὶ συμφώνως πρὸς τὰς τυπικὰς διατάξεις τοῦ νόμου νὰ δικάζῃ, ἀλλὰ πρὸς τὴν κοινωνικὴν δικαιοσύνην. Ἔπραττον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ Ἄγγλοι αὐτοί, οἱ ἔχοντες τὸν αὐστηρότερον περὶ τύπου νόμον, ὀρθότατα πράττουσι, λέγοντες ὅτι δύναταί τις νὰ γράψῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον 12 πολῖται Ἄγγλοι δύνανται νὰ γράψωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς παραπομπῆς εἰς τὸ ἄρθρον 95, ἐν τῇ σκέψει τοῦ συντάξαντος οὕτως αὐστηρῶς τὸ εἰδικὸν 14ον ἄρθρον νομοθέτου τοῦ 1864. Ἐνῷ δὲ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ ἐπιτροπὴ εἶχον ἐνώπιον αὐτῶν τοιαύτην αὐστηρὰν διάταξιν, καὶ ἐνῷ ὡμολογοῦμεν ὅλοι καὶ χθὲς καὶ σήμερον, ὅτι ἐπὶ τῶν νέων νόμων θὰ στηριχθῶσι πᾶσαι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας παρεμβάλλουσιν ἐκθέτουσαι τὸν τύπον εἰς διωγμὸν καὶ τὰς ἐλευθερίας αὐτοῦ εἰς περιορισμόν, χωρὶς νὰ μεριμνῶσι περὶ τοῦ νόμου θεωροῦντες αὐτὸν ἄσχετον σχεδόν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε χθὲς ὅτι, ἂν ἔχωμεν καιρόν, θὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον! Ἐγὼ δὲν ἔχω τοιαύτην ἀδιαφορίαν περὶ τοῦ θέματος τούτου· δὲν τὴν ἔχω ὡς δημοσιογράφος τὴν ἀδιαφορίαν ταύτην, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ὡς πρόσωπον πολιτευόμενον.
§49Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ποίαν χαρακτηρίζετε ἀδιαφορίαν, κύριε Βουλευτά;
§50Γ. ΠΩΠ. Τὴν παρατήρησιν ὅτι προκειμένου περὶ διατάξεων τοιούτων στηριζομένων ἐπὶ νόμου, ὁ νόμος, ἐφ’ οὗ θὰ στηριχθῇ, θὰ γίνῃ μόνον ἐὰν ἔχωμεν καιρόν.
§51Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ἐὰν ἔχωμεν καιρόν.
§52Γ. ΠΩΠ. Μὲ συγχωρεῖτε· ὑπάρχουσι πράγματα, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὸν καιρόν, βεβαίως δέ, ὅταν ἐμφανίζωνται διατάξεις συνταγματικαὶ ὁμοίας φύσεως, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην κανονιστικῶν νόμων, δὲν εἶναι ἴσως ἐπιτετραμμένον νὰ γίνηται ἡ μεταβολὴ τοιούτων διατάξεων, χωρὶς νὰ προσκομίζηται ταυτοχρόνως καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ νόμος.
§53Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον ἀναγκαῖος ὁ νόμος· δὲν καθίσταται ἀνεφάρμοστον τὸ ἄρθρον δι’ ἔλλειψιν νόμου.
§54Γ. ΠΩΠ. Ἀκριβῶς αὐτὸ μὲ ἀνησυχεῖ, ὅτι εἶναι ἐφαρμόσιμον.
§55Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς τροπολογίας· ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἄρθρου.
§56Γ. ΠΩΠ. Δὲν πρόκειται περὶ τῶν τροπολογιῶν. Ἀναπτύσσοντα θὰ ἴδητε εἰς ποῖα σημεῖα εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ εὕρητε ἀσύμφωνον, διότι καὶ σεῖς, ὅπως καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἔχετε τὴν γνώμην ὅτι πάντες οἱ νόμοι γίνονται διὰ νὰ κολάζωσι τοὺς ἁμαρτάνοντας. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια τοῦ νόμου εἰς συγχρόνους Πολιτείας· ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, ἡ κυρία, ἡ ἠθική, εἶναι νὰ παράσχῃ ὁ νόμος ἐλευθερίαν εἰς τοὺς τιμίους ἀνθρώπους. Ἔρχεσθε δὲ διὰ τοῦ νόμου οὐχὶ νὰ κολάσητε τοὺς ἀναξίους, διότι ἀτυχῶς οἱ ἀνάξιοι, ὁσάκις αἱ Πολιτεῖαι εἶναι διεφθαρμέναι, θὰ εὕρωσι πάντοτε προστασίαν· ἔρχεσθε νὰ κολάσητε τοὺς τιμίους. Καθ’ ὑμῶν δὲ ὁ νόμος ἐστράφη τότε, ὅτε ἐσύρεσθε ἀπὸ Πλημμελειοδικείου εἰς Πλημμελειοδικεῖον, μόνον διότι εἶσθε τίμιος καὶ ἄξιος καὶ πατριώτης. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου καὶ ἐπ’ αὐτῆς δὲν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ σύγχυσις, τὴν ὁποίαν προεκάλεσε τοιαύτη διαμόρφωσις τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Ἐνῷ λοιπὸν ἔχομεν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ἀνελεύθερον, ὡς εἶπον, τοῦ 1864, ἔρχεσθε καὶ προσθέτετε εἰς αὐτὸ ὅτι ὑπάρχουσι ζητήματα ἠθικῆς προσβολῆς, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κατάσχηται ὁ τύπος. Τὴν κατάσχεσιν τῶν ἐφημερίδων τὴν πανταχόθεν ἀποκρουομένην, τὴν οὐδαμοῦ ἀναγεγραμμένην, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἀπαλείψητε ἐκ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, διότι δὲν εἶναι ἴσως καὶ πρακτική...
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι πρακτική.
§58Γ. ΠΩΠ. Εἶναι πρακτική, διότι εἰς χεῖρας ἐπιτηδείων καὶ δυναστευόντων ἀνδρῶν θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον πιέσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Πεισθῆτε δὲ ὅτι ἐκεῖ, ἔνθα περιορίζετε τὴν διάνοιαν καὶ καταδυναστεύετε αὐτήν, καθιστᾶτε τὸν τύπον ὑπόδουλον τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἠθικῆς; ἤθελον ἐρωτήσει ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν καὶ ἕνα ἕκαστον ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων, ποῖα εἶναι τὰ ὅρια τῆς ἠθικῆς ἀντιλήψεως, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔρχηται καὶ νὰ διατάσσῃ τὴν κατάσχεσιν ἑνὸς δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου; Μοὶ ἐνθυμίζει δὲ ἀκριβῶς—καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναφέρω πάντοτε καὶ ἓν παράδειγμα, διότι διὰ παραδειγμάτων ὅμοια γεγονότα ἀνεπτύχθησαν καὶ ὑπεστηρίχθησαν ἐνώπιον ὑμῶν καὶ διὰ παραδειγμάτων σᾶς παρέσυραν καὶ διότι καὶ ἐν τῇ γραμμῇ τοῦ στρατευομένου τύπου εὑρισκόμενος ὑπῆρξα πάντοτε ὁ ἐλέγχων καὶ ἴσως ὁ δριμύτερον ἐλέγχων καὶ ὑποστὰς τὰς μείζονας δοκιμασίας, ὅτε δὲν ἤμην εὐάρεστος ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ εἶμαι εὐάρεστος. Ἦλθεν ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ μικρός, ὁ ἀνίσχυρος δημοσιογράφος, ὁ ἀσθενὴς δημοσιογράφος εἶχεν ἔννοιαν ἠθικῆς καὶ ἐντύπωσιν ἠθικῆς ὑψηλοτέραν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία διεῖπε τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὰς τύχας τῆς χώρας· καὶ διεμαρτυρήθη ὁ δημοσιογράφος, διότι εἰς ἀνειμένον καὶ ἔξωμον εἰς φαντασίαν καὶ εἰς λέξεις θέαμα ὡδηγήθησαν ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων πρόσωπα, τῶν ὁποίων ἡ ἀνατροφὴ δὲν πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς ἑαυτά, ἀφοῦ εἶναι μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, ἤχθησαν, ἵνα χειροκροτήσωσιν, ἵνα γελάσωσι μὲ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀκουόμενα καὶ ἐν δωματίῳ κεκλεισμένῳ θὰ προεκάλουν τὸ ἐρύθημα, ἐμφανὲς καὶ εἰς ἡμίφως νυκτὸς ἀκόμη. Καὶ διεμαρτυρήθην ἐγώ, ἔγραψα ἐλέγχων ἴσως μετά τινος τραχύτητος, ἀλλὰ ζήτημα ἰδιοσυγκρασίας τοιοῦτον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἐγκαταλείψω κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ᾐσθανόμην εἰλικρινῆ πόνον ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας, διὰ τὴν ὁποίαν ἠγωνιζόμην. Καὶ διεμαρτυρήθην, κατὰ τοῦ ἀνιέρου ἐκείνου θεάματος, καὶ διεμαρτυρήθην, διότι συνέπιπτε μὲ ἱερὰν στιγμήν, ὁπότε ἐρρίπτετο ὡς σκιὰ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἡ λάμψις ἡ ἐρχομένη ἀπὸ τοῦ βορρᾶ διὰ τοῦ ὁλοκαυτώματος τῆς Ἀγχιάλου. Συνέπιπτε δὲ ἡ ἑσπέρα ἐκείνη τῆς ἐμφανίσεως τοῦ ἀνιέρου θεάματος μετὰ τοῦ ἑτέρου μαρτυρίου ἐκείνου. Ἠξεύρετε τότε, Κύριοι, τί συνέβαινεν; Ἐκλήθην ἐγώ, ὁμιλῶ δὲ περὶ γεγονότων, τὰ ὁποία δὲν ἐδίστασα νὰ διατυπώσω εὐθὺς τὴν ἐπιοῦσαν, ἐκλήθην ἐγὼ περὶ τὸ μεσονύκτιον ἐσπευσμένως ὑπὸ ἰδιαιτέρου γραμματέως ἑνὸς τῶν τότε Ὑπουργῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἐπρότεινε συμβιβασμόν, διότι ἐπέδωκαν μήνυσιν ἐναντίον μου, κατὰ μίαν διάταξιν νόμου οὐδέποτε ἐφαρμοσθέντος.
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὰ θὰ καταργηθῶσι.
§60Γ. ΠΩΠ. Δὲν φθάνει νὰ καταργήσητε τὸν νόμον. Ὁ νόμος ἦτο καὶ τότε νεκρός. Ἀλλ’ εὑρέθη εἷς τυμβωρύχος τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐνόμιζεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ κατ’ ἐμοῦ, καὶ εὗρε δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ τὸν ἐφαρμόσωσι.
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸν ἐφήρμοσαν.
§62Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει ἡ μήνυσις. Καὶ ἐκλήθην ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν: Ἔχομεν ἕνα συμβιβασμόν· ἡμεῖς ἀποσύρομεν τὴν ἐναντίον σου μήνυσιν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θὰ σὲ ἀφήσῃ εἰς ἡσυχίαν· σκέψου τὸ Πλημμελειοδικεῖον!—Αὐτὰ ὅλα ἐλέγοντο μετὰ φιλικοῦ τόνου καὶ διαχύσεως—. Ἀλλὰ μίαν μόνον ζητοῦμεν ἐκ μέρους σου ἐπιφύλαξιν— μίαν καὶ μόνην ἐκ μέρους σου ἐπιφύλαξιν ζητοῦμεν—καὶ ὁ ἀνίερος ἐκεῖνος Ὑπουργός, οὕτω θὰ τὸν ὀνομάσω, εἶπε πρὸς τὸν δημοσιογράφον: Μὴ γράφεις διὰ τὸ ταξίδιον τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος φεύγει μετὰ δύο ἡμέρας. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῶν ταξιδίων αὐτῶν καὶ κατὰ ποίαν ἔννοιαν ἀπηγορεύετο νὰ γράψω; Θὰ εἴπω βεβαίως, ὅταν ἔλθῃ ἡ περὶ τῶν ἡγεμονικῶν ταξιδίων συνταγματικὴ διάταξις. Αὐτὸ ἦτο βεβαίως εἷς ἐκβιασμός. Ποία ὑπῆρξεν ἡ ἀπάντησις; ἡ ἀπάντησις ἦτο ἡ δημοσίευσις αὐτῶν, τὰ ὁποῖα μοὶ εἶπεν ὁ τότε Ὑπουργός, καὶ μία ἐκκρεμότης τῆς κατηγορίας ἐκείνης. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἠθικῆς· καὶ θέλετε νὰ μὲ εὕρητε σύμφωνον νὰ παράσχω ὅπλα εἰς Κυβερνήσεις, αἵτινες οὕτως ἀντιλαμβάνονται καὶ οὕτως αἰσθάνονται τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν, νὰ παράσχω ὅπλα, ὅπως εἰς ἑκάστην περίστασιν εὑρίσκωσιν ἠθικὸν τὸ ἀνήθικον, ὅτε εὗρον ἠθικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ δημοσιογράφος, ὅστις θὰ κατεδιώκετο, εὗρεν ἀνήθικον; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις ὅτι Κυβέρνησις ἀνδρῶν δυναμένων νὰ ἔχωσιν ἀπόλυτον κῦρος ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, θὰ εἰσηγηθῇ καὶ θὰ θελήσῃ νὰ ἐπιψηφισθῇ διάταξις τοιαύτη παραδίδουσα τὸν τύπον εἰς τὰς χεῖρας τοῦ πρώτου τυχόντος κυβερνήτου τοῦ μέλλοντος; Μὴ παρασύρῃ ὑμᾶς ἡ ἁγνὴ πρόθεσις ὅτι φιλελευθέρως θὰ ἐφαρμόσητε τὰς συνταγματικὰς αὐτὰς διατάξεις. Σκεφθῆτε ὅτι μεθ’ ὑμᾶς εἶναι τὸ μέλλον τὸ ἀόριστον· σκεφθῆτε ὅτι, ἂν ὑπάρχουσιν οἱ κίνδυνοι οἱ ἐξωτερικοί, οὐδέποτε ἀπέλιπον οἱ κίνδυνοι οἱ ἐσωτερικοί, οἱ κίνδυνοι δὲ οἱ ἐσωτερικοὶ εἶναι πάντοτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τείνουσι νὰ δεσμεύωσι τὴν διαμαρτυρίαν καὶ τὸν ἔλεγχον. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια τῆς ἀπροσεξίας σας ἐμφανίζεται καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν, εἰς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον διεγράφη ὁ κίνδυνος τῆς Ἐπικρατείας. Ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος τῆς Ἐπικρατείας; Εἶναι μήπως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐγγύτερον ἐμοῦ κατά τινα ἔτη ἱστάμενος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, θὰ ἐνθυμῆται, τὰ ἔτη ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα προεκλήθη ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1830 ἐν Γαλλίᾳ; Τίνες εἶναι οἱ κίνδυνοι τῆς Ἐπικρατείας; Ποῖος θὰ κανονίσῃ τοὺς κινδύνους τούτους, τοὺς ὁποίους περιεῖχεν ἡ πρώτη ἔκδοσις τοῦ πρώτου προσχεδίου τοῦ γενομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ τοὺς ἓξ Βουλευτάς; Ἀλλ’ ἐγώ, ἵνα καὶ πάλιν ἐν παραβολῇ ὁμιλήσω, εὑρέθην εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις καθ’ ἑαυτήν, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα σύσσωμον τὴν δημοσίαν γνώμην τὴν διατυπουμένην καὶ προφορικῶς καὶ δι’ αὐτῆς ἐκπροσωπουμένην, εὗρε μόνον ἐμὲ ἐπί τινα χρονικὰ διαστήματα ἀντιπρόσωπον μιᾶς ἄλλης ἰδέας ἐν τῷ Κράτει τούτῳ. Τότε ἐγεννᾶτο ἡ ἔννοια τῆς ὑπάρξεως τοῦ κινδύνου τῆς Ἐπικρατείας· ἐγὼ μετὰ τῶν ἀναγνωστῶν τῆς ἐφημερίδος μου εὑρισκόμεθα ἐν ἀληθεῖ καταπλήξει, διότι πανταχόθεν εἰσήρχοντο τὰ ῥεύματα ἀντιθέτου φορᾶς ἕτοιμα νὰ μᾶς καταπνίξωσιν. Ὁμιλῶ διὰ τὸ Θέρισον. Ἐγὼ ἤμην τότε ὁ κίνδυνος τῆς Ἐπικρατείας. Ἐγὼ ἤμην τότε ὁ προδότης, καὶ ἐγὼ ὁ ἀγωνιστὴς ἔφερα τὸν προδότην ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ καυχῶμαι, διότι ἦλθον μετὰ τιμῆς, διότι ὁ ἕτερος ἐκεῖνος παρεγνωρισμένος προδότης ἦλθε μετ’ ἐμοῦ καὶ παρακάθηται μεταξὺ ὑμῶν ὡς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (αἴσθησις). Ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ ἔννοια τοῦ κινδύνου τῆς Ἐπικρατείας, οὔτε ἐγὼ θὰ ἤμην ἐδῶ, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερον θὰ εὑρίσκετο ἐκεῖ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (Χειροκροτήματα). Ὀφείλομεν τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχομεν καὶ ἐν τῷ οἴκῳ ἡμῶν οἱ πολιτευόμενοι καὶ ἐκ τοῦ οἴκου ἡμῶν ἐξερχόμενοι καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, νὰ φέρωμεν καὶ ἐντὸς τῶν Κυβερνήσεων εἰσερχόμενοι νὰ διατηρῶμεν καὶ κατ’ αὐτὰς νὰ ἐκφράζωμεν καὶ τὰς σκέψεις μας καὶ νὰ ῥυθμίζωμεν τὰς ἐργασίας μας ὑπὲρ τῆς πατρίδος ἡμῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ κινδύνου τῆς Ἐπικρατείας. Δὲν ἀνεμνήσθη τούτου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἐγκαίρως ἀπήλειψεν αὐτὸ καὶ μᾶς ἔφερεν ἐνταῦθα τροπολογίαν, τροπολογίαν ἐκ τῆς ὁποίας εὐτυχῶς ἀφῃρέθησαν τὰ μυστικὰ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τοῦ Κράτους. Διότι, διὰ νὰ μὴ κοινοποιηθῇ ἓν μυστικόν, ἀξιότιμε κ. Βουλευτὰ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὤφειλον νὰ τὸ γνωρίζωσιν οἱ καλούμενοι πρὸς ἀπόκρυψίν του. Θὰ καλέσητε τοὺς δημοσιογράφους καὶ θὰ τοῖς εἴπητε: «ἀποφεύγετε ταῦτα πάντα». Ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ ἀπόρρητα ταῦτα; Δὲν ἐπιμένω ὅμως ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης, διότι ἀπηλείφθη, καὶ βεβαίως θὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἀπάλειψιν, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν θὰ ἀποδεχθῶ τὴν ὑποβληθεῖσαν πρὸ μικροῦ τροπολογίαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ προέδρου τῆς ἀναθεωρησάσης τὸ Σύνταγμα ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἔχομεν ὅτι «ἐπιτρέπεται ἡ δίωξις ἐπὶ ἀπειλῇ κατασχέσεως ἐν περιπτώσει ἀπειλουμένου πολέμου». Πότε ἀπειλεῖται πόλεμος; Ἐγὼ φρονῶ εἰλικρινῶς ὅτι εὑρισκόμεθα πάντοτε ἐν τῇ ἀρχῇ ἀπειλῆς πολέμου. Καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἀπαγορεύσωμεν δημοσιεύσεις στρατιωτικῶν εἰδήσεων, ὤφειλον τότε νὰ εἴπωσιν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται δημοσίευσις ἐν τῷ τύπῳ κινήσεως σωμάτων οὔτε ἐν εἰρήνῃ, καὶ τότε θὰ ἤμην σύμφωνος. Δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐμφανίζηται ἐνώπιον ἡμῶν διαρκῶς τὸ φάσμα τοῦ 1897. Ἐπειδὴ δὲ συνέβη ἀτυχής τις εἴδησις τότε νὰ διασπαρῇ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λέγηται ὅτι οὐδεὶς ἄλλος ἔπταισε διὰ τὰς ἀτυχίας ἐκείνας εἰμὴ ὁ τύπος. Δὲν ἕπεται ὅτι διὰ τὸ σφάλμα τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὴν κουφότητα ῥεπόρτερ τινὸς ἀγνοοῦντος τὰ πράγματα καὶ εἰς τὴν ἀβλεψίαν τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν ἐπίβλεψιν τῆς ὕλης μιᾶς ἐφημερίδος, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ὁ τύπος εἶναι ἔνοχος τῆς καταισχύνης ἐκείνης, καὶ δι’ αὐτὸ μὴ δυνάμενοι νὰ στραγγαλίσωμεν ἐκεῖνον πρέπει νὰ στραγγαλίσωμεν τὸν τύπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι τοῦτο ψηφίζεται, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπικαλοῦμαι τὴν διπλωματικότητα καὶ τὴν περίνοιαν τῶν ἐπιτετραμμένων νὰ διευθύνωσι τὴν χώραν νῦν. Τί θὰ συμβῇ καθ’ ἣν περίπτωσιν εἰς τὸ γραφεῖον μιᾶς ἐφημερίδος ἔλθῃ ἔγγραφος τοῦ Ὑπουργείου ἐπιταγή, διότι προφορικὴ ἐπιταγὴ δὲν θὰ ἰσχύῃ διὰ τὴν μετὰ ταῦτα ποινικὴν καταδίωξιν, ὅταν ἔλθῃ ἐπιταγὴ ἔγγραφος, καὶ μᾶς εἴπητε: «Μὴ γράφετε, Κύριοι, εἰς τὴν ἐφημερίδα σας, διότι ἀπειλεῖται πόλεμος». Ποία περίσκεψις διπλωματικὴ ὑπάρχει εἰς τὴν ἀντίληψιν ταύτην; Ὅταν ἐμπιστεύησθε εἰς τὸν δημοσιογράφον νὰ τῷ εἴπητε ἐγγράφως πλέον ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν κινδύνῳ πολέμου, δὲν φαντάζεσθε τὸν κίνδυνον, ὅτι ἀπὸ τὰ δημοσιογραφικὰ γραφεῖα θὰ ἐξορμήσῃ ἡ ἰδέα, ὅτι ἐπίκειται κίνδυνος πολέμου; Ὁποία δὲ τότε πλὴν τῆς διεθνοῦς κοινωνικὴ καὶ ἐμπορικὴ ἐπανάστασις θὰ ἐπακολουθήσῃ εἰς πάντα ταῦτα ἐντὸς τοῦ Κράτους; Σᾶς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, θέσατε τὴν διάταξιν ἀπαγορεύουσαν ὁπωσδήποτε τὴν δημοσίευσιν εἰδήσεων ἀναγομένων εἰς κινητοποιήσεις στρατοῦ, ἀλλὰ μὴ θέλετε δι’ ἄλλων τρόπων συγκεκαλυμμένων νὰ ἀφαιρέσητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Μὴ θέλετε δὲ ὑπὸ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εἶναι διατυπωμένη ἡ ἰδέα αὕτη, νὰ παράσχητε ὅπλα εἰς τοὺς κακοὺς τοῦ μέλλοντος κυβερνήτας. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀποδέχομαι τὴν χρηστότητα τῆς συνειδήσεως καὶ τὴν ἀπὸ πεποιθήσεως ἰδέαν ἐλευθέρας ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως. Προσέξατε μὴ παράσχητε τὰ ὅπλα εἰς Κυβέρνησιν ἄλλως σκεπτομένην περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐμφανίζηται ἡ ἐνέργεια αὐτῆς πρὸς δημιουργίαν ἰσχυρᾶς ἐθνικῆς ἀμύνης. Διότι θὰ ἀφαιρέσητε πάντα ἔλεγχον ὅμοιον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς κ. Κουτούπης ἀνέφερε πρὸ μικροῦ, τὸν ἔλεγχον δηλονότι πάσης προμηθείας. Διότι πᾶσα μεγάλη πολεμικὴ προμήθεια ἀποτελεῖ ἔργον ἀμύνης βεβαίως. Οὐδὲ δύναται νὰ γνωρίζῃ τις τὰ ὅρια τῆς ἀμύνης, πρέπει δ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἐφαρμόσητε λογοκρισίαν καὶ ἐφ’ ὑμῶν τῶν Ὑπουργῶν, διότι εἰς αὐτὴν τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως» καθ’ ἑκάστην δημοσιεύονται πᾶσαι αἱ εἰδήσεις προμηθειῶν.
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔπαυσεν ἤδη ἡ δημοσίευσις αὕτη.
§64Γ. ΠΩΠ. Ἔπαυσε τώρα μόνον, καὶ χαίρω ἀκούων τοῦτο, ὅπερ ἠγνόουν.
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὸ μέλλον.
§66Γ. ΠΩΠ. Ἔπαυσε, καὶ καλῶς ἐσκέφθητε. Ἀλλ’ ἐγὼ ἔχω ἤδη εἰς τὸ γραφεῖόν μου ὅλα τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν δὲ τρόπον τὰ ἔχω ἐγὼ τὰ ἔχουν καὶ οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν. Σᾶς συγχαίρω δέ, διότι μοὶ ἀγγέλλετε ὅτι ἔπαυσε, διότι ἦτο εἷς πόνος ἐθνικὸς ἡ διαφήμισις πάσης τοιαύτης παραγγελίας. Ἐπὶ ἐκείνου λοιπὸν ἀκριβῶς, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, θὰ ἐπεκαλούμην τὴν ἀρχαιομάθειαν τοῦ κ. προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις καὶ ἀνασυνέταξε τὴν συνταγματικὴν διάταξιν. Ἀντὶ νὰ ἀνατρέχῃ εἰς ἰδέας καὶ θεωρίας, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ κατήρχετο μέχρι τοῦ Πειραιῶς, ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχεν ἡ σκευοθήκη τοῦ Φίλωνος, ἐκεῖ ὅπου βεβαίως μετέβη, ὡς μετέβην καὶ ἐγώ. Ἡ ἔννοια τοῦ ἐλέγχου ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν πολεμικῶν εἰδῶν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐνίσχυσε τὰς παλαιὰς Ἀθήνας· γνωρίζει δὲ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτής, ὅτι ἐν τῇ εὑρεθείσῃ συγγραφῇ τῆς κατασκευῆς τῆς σκευοθήκης τοῦ Φίλωνος ἐμφανίζεται ὅτι ᾠκοδομήθη κτίριον τεράστιον, κτίριον μέσῳ τοῦ ὁποίου ἐγίνετο ὁ περίπατος, ἔνθεν δὲ κἀκεῖθεν τῶν περιπατητῶν ὑπῆρχον κίονες καὶ μέσῳ τῶν κιόνων ἐτοποθετοῦντο πάντα τὰ σκεύη τῶν τριήρων· λέγει δὲ ἡ συγγραφὴ ὅτι τοῦτο ἐγίνετο, ἵνα διερχόμενοι ἐκεῖθεν καὶ περιπατοῦντες οἱ πολῖται ἐλέγχωσιν ἂν ὄντως ὑπῆρχον πάντα τὰ σκεύη ἐκεῖ, καὶ ἂν καλῶς ἐτηροῦντο. Οὕτως ἐπεκαλοῦντο τὸν ἔλεγχον τὸν αὐστηρὸν παντὸς πολίτου καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν εἶχον ἐφημερίδας. Σήμερον δὲ ὁ τύπος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ πιστεύῃ καὶ νὰ κρίνῃ ὅτι ὑπερτάτη αὐτοῦ ἀποστολὴ δὲν εἶναι εἰμὴ τὸ ἐλέγχειν. Ὅταν δὲν δύναταί τις νὰ δρᾷ, δὲν ὀφείλει νὰ ἀντιδρᾷ, ἀλλ’ ὀφείλει ἐλέγχων νὰ συγκρατῇ· ἀκριβῶς δὲ τὴν τιμιωτέραν ταύτην ἀποστολὴν τοῦ τύπου, ἥτις εἶναι τὸ ἐλέγχειν, ἰδίᾳ εἰς Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑφίσταται ἐξάρθρωσις, εἰς τὰ ὁποῖα γίνονται ἐπαναστάσεις πρὸς ἀνόρθωσιν, ὀφείλετε νὰ τὴν ἐνισχύσητε καὶ οὐχὶ νὰ τὴν καταλύσητε· τὴν καταλύετε δὲ διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω ἐγὼ εἰς τὸν νομομαθῆ κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι τὸ φιλελεύθερον Σύνταγμα τῆς Γαλλίας, τὸ φιλελεύθερον αὐτῆς τῆς Γερμανίας Σύνταγμα, ἐν ταῖς διατάξεσι ταῖς ἀφορώσαις τὸν τύπον, δὲν ἐκώλυσε παντάπασιν, ὅπως ἐν μὲν τῇ Γαλλίᾳ τῷ 1881 ἐφαρμοσθῇ δρακόντειος περὶ τοῦ τύπου νόμος, ἐν Γερμανίᾳ δὲ κατὰ τὸ 1874 ὅμοιος νόμος; Καὶ τῶν νόμων ἐκείνων διαρπάζετε ἔνθεν κἀκεῖθεν τεμάχια, διὰ νὰ τὸν κάμητε συνταγματικὰς διατάξεις ἐν Ἑλλάδι; Ἐφαρμόσατε τὸν νόμον· φέρετε τὸν νόμον καὶ θὰ εὕρητε ἐμὲ πρῶτον ἕτοιμον πρὸς πάντα περιορισμὸν τοῦ τύπου, ὁσάκις ἀφορᾷ τὸν ἰδιωτικὸν βίον, διότι πρέπει χάριν τῆς τιμῆς τοῦ τύπου νὰ μὴ ἐνισχύσωμεν ἐπὶ πλέον παραπτώματα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα θίγουσι κυρίως τὸ αἴσθημα παντὸς τιμίου ἀνθρώπου (ζωηρὰ χειροκροτήματα), ἀλλὰ θὰ μὲ εὕρητε ἀγωνιζόμενον καὶ διαμαρτυρόμενον δι’ ὅλης μου τῆς δυνάμεως ὑπὲρ τοῦ ἐλέγχου διὰ τοῦ τύπου, διότι ὁ ἔλεγχος ὁ διὰ τοῦ τύπου γενόμενος ἔφερε καὶ ὑμᾶς (δεικνύει τὴν Κυβέρνησιν) ἕως ἐδῶ, ὁ ἔλεγχος δ’ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καὶ ὑμᾶς θὰ διατηρήσῃ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς σας. (Νέα χειροκροτήματα).
§67Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, θὰ παρῃτούμην καὶ ἐγὼ τοῦ λόγου, ἐὰν δὲν παρενέπιπτεν ἡ εὔγλωττος ἀγόρευσις τοῦ πρὸ μικροῦ κατελθόντος ἀπὸ τοῦ βήματος συναδέλφου. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ταύτην ἐθεώρησα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ ἐπιμείνω, ὅπως ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ἀνασκευάσω μερικὰς ἐκ πεπλανημένης ἀντιλήψεως ἀναπτυχθείσας ἀνακριβείας. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ πρὸς ἡμᾶς, ὅτι διὰ τοῦ σχεδίου τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν θίγεται καὶ πλήττεται ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα εἶχεν οὕτως, βεβαίως ἐγὼ ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἀπολαύοντος ἐλευθερίαν λόγου, ἐλευθερίαν ἀδελφὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, δὲν θὰ ἀνελάμβανον, ὅπως ὑπεραμυνθῶ τοῦ σχεδίου. Ἀλλ’ ὀφείλομεν, κύριοι συνάδελφοι, ὅταν μεταχειριζώμεθα μερικὰς ἐννοίας, διὰ νὰ κρίνωμεν σχέδια νόμων, καὶ δὴ συνταγματικῶν, νὰ εἴμεθα πρῶτον ἐξηγημένοι καὶ νὰ ἔχωμεν σαφῆ ἰδέαν περὶ τῶν ἐννοιῶν τούτων. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ ἐλευθερίας τοῦ τύπου, πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τί εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου. Ἐλευθερία τοῦ τύπου εἶναι μία ἀρνητικὴ ἔννοια. Οὐδεὶς συνταγματολόγος ὑπεστήριξέ ποτε ὅτι εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου ἄλλο τι εἰμὴ τὸ νὰ δύναταί τις ἄνευ προληπτικοῦ ἐλέγχου νὰ γράφῃ ὅ,τι θέλει, νὰ γράφῃ ὅσα διανοεῖται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, βεβαίως δὲ ἡ ἔννοια τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου δὲν ἐννοεῖ νὰ ἀποκλείσῃ τὴν εὐθύνην τοῦ γράφοντος μετὰ τὴν δημοσίευσιν τῶν γραφέντων διὰ παραβάσεις τῶν νόμων. Ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως ἐὰν παρατηρήσητε πάντα τὰ Συντάγματα, τὰ φιλελεύθερα βεβαίως—δὲν ἀναφέρω τὸ Τουρκικὸν—τὰ ὁμιλοῦντα περὶ ἐλευθερίας τοῦ τύπου, θὰ ἴδητε ὅτι λέγουσι τοῦτο καὶ μόνον: ὅτι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφράζῃ τοὺς στοχασμούς του· ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς κανὲν προληπτικὸν μέτρον, εἰς καμμίαν λογοκρισίαν. Τὸ ἡμέτερον ὅμως Σύνταγμα τοῦ 1864 ἔβη καὶ περαιτέρω. Ἐνῷ πάντα τὰ Συντάγματα καθιεροῦντα τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου ἀφήνουσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ καθορίσῃ τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὁ τύπος παραβαίνων τὰς διατάξεις τῶν νόμων καθίσταται ὑπεύθυνος εἰς λογοδοσίαν ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, ἀφήνουσι δὲ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἐλευθερίαν ὡς πρὸς τὰ κατασταλτικὰ μέσα μετὰ τὰς γενομένας παραβάσεις, τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἔβη καὶ ἔτι περαιτέρω, ἔβη ἔτι φιλελευθερώτερον, ὥστε μεταξὺ τῶν κατασταλτικῶν μέσων νὰ περιορίσῃ τὴν κατάσχεσιν εἰς δύο μόνον περιπτώσεις. Τὸ Σύνταγμα λοιπὸν τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος προλαλήσας κατηγόρησεν ὡς ἀνελεύθερον, εἶναι φιλελευθερώτερον τῶν φιλελευθέρων Συνταγμάτων.
§68Γ. ΠΩΠ. Δὲν τὸ κατηγόρησα.
§69Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαιότατα· τὸ κατηγορήσατε.
§70Γ. ΠΩΠ. Τὴν διάταξιν, ὡς διατυποῦται.
§71Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14. Αὕτη εἶναι φιλελευθερωτέρα πολλῶν φιλελευθέρων Συνταγμάτων ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, διότι ἓν κατασταλτικὸν μέτρον τὸ περιορίζει, ἐνῷ τὰ ἄλλα Συντάγματα ἀφήνουσι νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καθ’ ὃν τρόπον αὕτη ἤθελε κρίνει σκόπιμον. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 περιώριζε τὴν περίπτωσιν τῆς κατασχέσεως εἰς δύο μόνον περιπτώσεις, διὰ τῆς προτεινομένης τροποποιήσεως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ζητεῖται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἐξουσία τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος εἰς τὸ μέλλον, ὅπως ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις ἐπιτρέψῃ τὴν κατάσχεσιν μετὰ τὴν δημοσίευσιν, ὅταν θίγωνται συμφέροντα ὕψιστα τοῦ Κράτους. Ἐπειδὴ δὲ βεβαίως ἡ κατάσχεσις διδομένη ὡς ὅπλον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνάγῃ εἰς αὐτόχρημα ἄρνησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ἐκρίθη σκόπιμον νὰ καθορισθῶσιν ἀφοριστικῶς ἐν τῷ Συντάγματι τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐὰν θιχθῶσιν, εἶναι δυνατὸν ἐν δεδομένῃ περιστάσει νὰ σημαίνωσι κίνδυνον διὰ τὸ Κράτος. Εἰσήγαγε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ τὸν ὑποδειχθέντα περιορισμὸν τῆς κατασχέσεως μετὰ τὴν δημοσίευσιν εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν στρατιωτικῶν κινήσεων καὶ ἐν γένει τῶν στρατιωτικῶν μέσων, ὅπως θὰ τὰ κανονίσῃ ὁ νόμος. Ἐν τούτοις, ἐπαναλαμβάνω, οὐδεὶς περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου περιλαμβάνεται. Θὰ μᾶς ἦτο εὐχερέστερον νὰ καθορίσωμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος τελείαν ἀπαγόρευσιν τῆς ἀναγραφῆς ὡρισμένων στρατιωτικῶν κινήσεων, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νεαρώτατος τοῦ 1909 Σουηδικὸς συνταγματικὸς νόμος ἀναγράφει, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ ἀναγραφὴ στρατιωτικῶν ἀποφάσεων λαμβανομένων ἐν συμβουλίῳ παρουσίᾳ τοῦ Βασιλέως· καὶ δὲν δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ τὸ Σουηδικὸν Σύνταγμα βεβαίως ὅτι εἶναι ἀνελεύθερον διότι εἰσάγει τοιαύτην ἀπαγόρευσιν, ὅπως οὐδεμίαν ἀπαγόρευσιν εἰσαγομένην διὰ ποινικοῦ τινος νόμου δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ ὡς ἀνελεύθερον ἢ εἰσάγουσαν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Αἱ ἀπαγορεύσεις εἰσάγονται μόνον διὰ νὰ ὁρίσωσι τὴν εὐθύνην ἐν περιπτώσει παραβάσεως. Περὶ προληπτικοῦ μέτρου βεβαίως δὲν πρόκειται. Τώρα εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς παρενεβλήθη ὅτι ἔπρεπε τῆς αὐτῆς προστασίας νὰ τύχῃ ἡ Ἐπικράτεια οὐ μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὰς στρατιωτικὰς εἰδήσεις, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰδήσεις ἁπτομένας τῶν ἐξωτερικῶν συμφερόντων. Τὴν περίληψιν τῆς τοιαύτης διατάξεως καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ εἶχον ἀποκρούσει καὶ ἐνταῦθα ἀποκρούω. Χαίρω δὲ πολύ, διότι περὶ τοῦ πράγματος οὐδεμία φαίνεται ὅτι ὑπάρχει ἀντίρρησις, οὔτε ὅτι θὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν δὲ ὁμιλῶ, τὸ λέγω μόνον διὰ νὰ ἀποκρούσω τὴν γνώμην τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος εἰσηγήθη ἀπόψε τροπολογίαν, καθ’ ἣν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ κατάσχεσις καὶ δι’ ἀναγραφὴν εἰδήσεων ἀναγομένων εἰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους μετὰ ἀπαγόρευσιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐνόμισα καὶ νομίζω, ἐτόνισα καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ τονίζω καὶ ἤδη ὅτι, προκειμένου περὶ εἰδήσεων ἀναγομένων εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ἀναγομένων εἰς ὑποθέσεις διαχειριζομένας ὑπὸ δημοσίων ὑπηρεσιῶν κατὰ γραφειοκρατικὸν σύστημα ὠργανωμένων, ἐὰν ὑπάρξῃ παράλειψις, ἐὰν ὑπάρξῃ ἀκριτομυθία τις, αὕτη θὰ βαρύνῃ πάντοτε τὴν ὑπηρεσίαν, οὐδέποτε δὲ τὸν τύπον. Ἐὰν ἠθέλομεν διὰ φόβους ἀκριτομυθίας ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας νὰ κτυπήσωμεν τὸν τύπον, θὰ ἤμεθα ὅμοιοι πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἤθελον νὰ δείρωσι τὸ σάγμα, διότι ἀδυνατοῦσι νὰ δείρωσι τὸν ὄνον (ἱλαρότης). Εἶμαι ὅμως ἐπίσης τῆς ἰδέας ὅτι καὶ ὡς εἰσάγεται ἡ διάταξις ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰ στρατιωτικὰ μέτρα δὲν θέλει εὕρει περίπτωσιν ἐφαρμογῆς, διότι, ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν, οὐδέποτε ὁ Ἑλληνικὸς τύπος ἐπέδειξεν ἔλλειψιν πατριωτισμοῦ, ὥστε προσκαλούμενος ἰδιαιτέρως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὰς στρατιωτικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ ἀναγράφῃ εἰδήσεις, ἠθέλησε νὰ ἀναγράψῃ τοιαύτας εἰδήσεις· εἶμαι δὲ πεπεισμένος, ἔχων καὶ ἰδίαν πεῖραν τοῦ πράγματος, ὅτι ὁσάκις συνέβησαν ἀκριτομυθίαι περὶ τὴν ἀναγραφὴν στρατιωτικῶν εἰδήσεων, οἷαι αἱ καταγγελθεῖσαι διὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897, ἡ αἰτία ἦσαν οἱ Ὑπουργοί, οἱ Ὑπουργοὶ οἱ φοβερίζοντες τὴν Ἄρταν καὶ οἱ βομβαρδίζοντες τὸ Καραμπουρνοῦ. Οἱ ἀκρίτως λάλοι ἐκεῖνοι ἦσαν, οἱ ὁποῖοι κατέστρεψαν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, εἰς τὸν πόλεμον τοῦ 1897.
§72Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δὲν λέγετε κάτι τι τρομερόν, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη κατὰ τὸ 1897; Ἐγνώριζεν ὁ ἐχθρὸς ἐκ δημοσιευμάτων, ποῦ εἶχεν ὁ στρατὸς ὀχυρώματα, ποῖαι γέφυραι ὑπῆρχον, πόθεν ἐπρόκειτο νὰ διαβῇ ὁ στρατός, ποῦ ἦσαν τοποθετημένα τὰ τηλεβόλα μέχρι τῆς τελευταίας λεπτομερείας. Νὰ σᾶς εἴπω δὲ καὶ τὸ ἀποτέλεσμα· ὁ ἀποστείλας ἐδῶ τὰς εἰρημένας εἰδήσεις δεκανεὺς ἤχθη δέσμιος ἐδῶ ὑπὸ τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων ὡς συμπράξας μετὰ τοῦ ἐκδότου τῆς ἐφημερίδος, ἀλλὰ δικασθεὶς ἠθωώθη!
§73Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Θέλω νὰ εἴπω πρὸς ἀποκατάστασιν μερικῶν ἀληθειῶν καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω πρᾶγμα, ὅπερ γνωρίζω, διότι ἔχω ἀντίληψιν τῆς ἀκριτομυθίας ἑνὸς Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπηνίχθην, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δὲν θέλω ὅμως νὰ παραγνωρίσω, ὅτι ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτῶν αἱ στρατιωτικαὶ εἰδήσεις δύνανται καὶ ἄνευ ἀκριτομυθίας ὑπηρεσιακῆς νὰ περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τοῦ τύπου καὶ ἐκ πεπλανημένης ἀντιλήψεως τῶν δημοσιογράφων νὰ δημοσιευθῶσιν εἰδήσεις, αἵτινες δὲν συμφέρουσι. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀποκρούω μὲν ἐντελῶς τὰς ἐξωτερικὰς εἰδήσεις, στέργω δ’ οὐδὲν ἧττον εἰς τὴν κατάσχεσιν προκειμένου περὶ στρατιωτικῶν εἰδήσεων, μὴ φανταζόμενος ὅμως ποτέ, ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ κατάσχεσις μετὰ ἀπαγόρευσιν, διότι φαντάζομαι πάντοτε, ὅτι καλούμενοι οἱ δημοσιογράφοι ἰδιαιτέρως οὐδέποτε θὰ ἀναγράψωσι τοιαύτας εἰδήσεις, οὕτως ὥστε ἡ διάταξις αὐτὴ κατ’ ἐμὲ τίθεται ὡς φόβητρον διὰ τὰς ἐξαιρέσεις, ὁ κανὼν δὲ θὰ εἶναι, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ. Τώρα ὡς πρὸς ἄλλο σημεῖον ἔχω καὶ ἐγὼ ἐνδοιασμούς. Κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ὑπεβλήθη τροπολογία, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ κατάσχεσις καὶ διὰ προσβολὰς τῆς δημοσίας ἠθικῆς. Βδελύττομαι τὰ δημοσιεύματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν εἰς τὸν ἐρεθισμὸν τῶν αἰσθήσεων καὶ τῶν κατωτέρων ζωικῶν ἐνστίκτων, καὶ πᾶς τις θὰ αἰσθάνηται ἀηδίαν διὰ τὰ τοιαῦτα δημοσιεύματα. Δὲν ὀφείλομεν ὅμως νὰ παρίδωμεν, ὅτι τὴν βδελυγμίαν, τὴν ὁποίαν αἰσθανόμεθα οἱ μορφωμένοι καὶ ἔχοντες νοῦν καὶ κρίσιν, δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν μεταδώσωμεν εἰς τοὺς μὴ συμπληρώσαντας ὡρισμένην ἡλικίαν καὶ εἰς ἀνθρώπους ἀμορφώτους. Ἀναγνωρίζω ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία ἐν τῷ συμφέροντι τῆς δημοσίας ἠθικῆς καὶ τῆς σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἀκμῆς τοῦ πληθυσμοῦ νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ προστατεύῃ τὴν μικρὰν ἡλικίαν καὶ τοὺς πολίτας τοὺς μὴ ἔχοντας ἀνεπτυγμένον τὸ αἴσθημα τῆς ὑγιοῦς καλλιτεχνίας, καὶ μὴ δυναμένους ἑπομένως ἐξ ἰδίων ν’ ἀπορρίπτωσι πᾶν δημοσίευμα μὴ καλλιτεχνικόν, πᾶν δημοσίευμα, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ μόνον τὴν διέγερσιν τῶν αἰσθήσεων. Νομίζω, ὅτι διὰ τὴν τοιαύτην προστασίαν ἔχει καὶ ἤδη ἡ Πολιτεία τὰ μέσα ἄνευ ἐγγραφῆς εἰδικῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι, ὅπως ἀπαγορεύῃ νὰ ἐκτίθενται δημοσίᾳ αἰσχρὰ βιβλία καὶ εἰκόνες καὶ νὰ πωλῶνται ταῦτα εἰς πρόσωπα κάτω ὡρισμένης ἡλικίας. Ἀλλὰ δὲν θεωρῶ, ὅτι δὲν θὰ ἦτο προσῆκον ἴσως καὶ τὸ μέτρον τῆς κατασχέσεως καὶ τῆς καταστροφῆς τῶν τοιούτων βδελυγμάτων. Ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει κίνδυνος ὑπὸ τὴν ἀόριστον διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν περιέχει ἡ τροπολογία, ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, ὅτι διὰ τῆς ἀορίστου ταύτης διατυπώσεως ἀφίεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κρίνῃ πότε μία παράστασις, ἢ μία εἰκὼν ἢ ἓν δημοσίευμα προσβάλλει τὴν δημοσίαν ἠθικὴν καὶ πότε δὲν τὴν προσβάλλει, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα πρέπει νὰ τὰ καθορίσῃ ἡ Πολιτεία διὰ νόμου, ὅστις νὰ ὁρίσῃ τὰ ὅρια τὰ χωρίζοντα τὴν καλλιτεχνίαν ἀπὸ τὴν αἰσχρογραφίαν. Ἤθελον λοιπὸν εἰς τὴν τροπολογίαν, ἐὰν γίνῃ δεκτή, νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἑξῆς: «τῶν δημοσίων ἠθῶν, εἰς ἣν περίπτωσιν ἤθελεν ὁρίσει ὁ νόμος», ὥστε νὰ ἐξαρτᾶται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐκ τῆς ἐκδόσεως νόμου, ὁ ὁποῖος θὰ ὁρίσῃ λεπτομερῶς τὰς περιπτώσεις. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς οὔτε τὰς λεπτομερείας νὰ ὁρίσωμεν, οὔτε ὅμως καὶ συμφέρον εἶναι, ἐπειδὴ ἀδυνατοῦμεν νὰ ὁρίσωμεν τὰς λεπτομερείας, δι’ αὐτὸ νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀόριστον διατύπωσιν, ὅπως προτείνεται αὕτη, διότι οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἡ ἀόριστος διατύπωσις τῆς τροπολογίας παρὰ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία λαμβάνει εἰς χεῖράς της ἕν ὅπλον, διὰ νὰ καταδιώξῃ πᾶν δυσάρεστον εἰς τοὺς κυβερνῶντας δημοσίευμα, διότι προσβάλλει δῆθεν τὴν δημοσίαν ἠθικήν. Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ τροπολογία γίνῃ δεκτή, πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ περιληφθῇ ὁ ἕτερος περιορισμός, ὅτι διὰ νόμου θὰ καθορισθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι καὶ οἱ ὅροι τῆς ἐφαρμογῆς της.
§74Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
§75Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ νέος νόμος. Αὐτά εἰσι τὰ τρία σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἐξεκαθαρίσθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν. Καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἀστοχία τις περὶ τὴν διατύπωσιν καὶ ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτὴ ὀφείλεται πράγματι εἰς τὸ τάχος, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἐργασία καὶ διὰ τὸ ὁποῖον πρῶτος ἐγώ, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε, διεμαρτυρήθην. Εἶναι ὅμως ἀναντίρρητον, ὅτι τὸ πνεῦμα πάντων ἡμῶν ἦτο φιλελεύθερον καὶ ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψεν ἡ σύμπτωσις γνωμῶν εἰς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐξυπηρετοῦνται συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου οὐδαμῶς περιστέλλεται ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου. Θὰ ἦτο μεγάλη ἀδικία, ἐὰν ἤθελέ τις νὰ ἐπιρρίψῃ μομφὴν εἰς οἱονδήποτε μέλος τῆς Βουλῆς ταύτης, ὅτι δῆθεν δὲν ἐσκέφθη περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς τοῦ λαοῦ, συμπαθῶς, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ μεγαλείτερον εὐεργέτημα, τὴν κατάλυσιν ἑνὸς ὁλοκλήρου καθεστῶτος, ἀδιστάκτως καὶ ἀναντιρρήτως ὀφείλομεν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως, εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Θὰ ἦτο μεγάλη ἀδικία νὰ μᾶς ἐπιρρίψωσι τὴν μομφὴν ὅτι ὅλοι ὅσοι εἴμεθα ἐδῶ δὲν συναισθανόμεθα, ὅτι, ἐὰν δὲν εἴχομεν τὸ φιλελεύθερον πολίτευμα, ὅπερ ἔχομεν, δὲν θὰ διηυκολύνετο ἡ ἐπανάστασις ὑπὸ τόσον ὁμαλὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξετυλίχθη αὕτη. Θὰ ἦτο ἀδικία μεγάλη νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζομεν αὐτὸ τὸ καλὸν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα. Εἴμεθα τέκνα τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου ἡμεῖς οἱ συνελθόντες ἐνταῦθα καὶ πᾶν ἄλλο μέτρον διανοούμεθα νὰ λάβωμεν παρὰ νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν ταύτην.
§76Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Θὰ ἐκπλαγῆτε, κύριοι Βουλευταί, διότι τολμῶ καὶ ἐγὼ ὁ μὴ μεμυημένος εἰς τὰ ἄδυτα τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπὶ συνταγματικῶν ζητημάτων, ἀλλ’ ἡ ἐπιθυμία τοῦ νὰ δώσω μίαν θετικὴν μορφὴν εἰς τὰς ἰδέας περὶ ἐλευθερίας τοῦ τύπου μὲ ἔκαμε νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ εἴπω δι’ ὀλίγων πῶς ἀντιλαμβάνομαι τὴν συζήτησιν καὶ ποίας μοὶ ἐγέννησεν αὕτη ἀπορίας καὶ τίνα θὰ δώσω ψῆφον. Ὁ ῥητορικὸς χείμαρρος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ χθὲς κατέκλυσε τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, νομίζω ὅτι προέρχεται ἐκ παρεξηγήσεως τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωξαν οἱ ἓξ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ προσχέδιον τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Διότι δὲν νομίζω, ὅτι ἐπιδιώκεται διὰ τῶν προτεινομένων συνταγματικῶν διατάξεων ἡ μείωσις τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τύπου, ἀλλ’ ἡ ἀσφάλεια τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, ἡ ἀσφάλεια ὑψίστων συμφερόντων τῆς Πολιτείας ἀπὸ τῆς καταχρήσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τύπου. Διότι δὲν δύναμαι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, νὰ ἐννοήσω πῶς μία Πολιτεία, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ θέλει νὰ ζήσῃ, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀσφαλίσῃ τὸν πολίτην κατὰ πάσης προσβολῆς, δύναται μόνον χάριν τῆς ἀφηρημένης ἰδέας τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου νὰ ἀφήσῃ ἀπροστάτευτα καὶ τὰ ἑαυτῆς συμφέροντα καὶ τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον ὡς μονὰς ἀποτελεῖ μέλος τῆς Πολιτείας. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰς τὰ διάφορα Συντάγματα, τὰ ὁποῖα ἀνεδίφησα καὶ ἐγώ, ἀφοῦ ἡ μοῖρα μὲ ἔρριψεν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ συνταγματικοῦ τούτου κλύδωνος, δὲν λαμβάνεται πρόνοια ἀναγραφῆς συνταγματικῶν διατάξεων τόσον λεπτομερῶν. Ὅλα τὰ Συντάγματα περιωρίσθησαν εἰς τὴν ἀναγραφὴν γενικῆς διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας παρέχεται ἐγγύησις ἐλευθερίας τοῦ τύπου ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς τηρήσεως τῶν νόμων. Τὴν γενικὴν δὲ ταύτην διάταξιν περιέλαβε καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα τοῦ 1864. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅμως ἐκείνης παρῆλθον 47 ἔτη, καὶ δυστυχῶς δὲν εἴδομεν ψηφισθέντας τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ κυρώσωσι τὴν διάταξιν ταύτην καὶ νὰ θέσωσι φραγμὸν εἰς τὰς τυχὸν ὑπερβασίας τοῦ τύπου. Διὰ τοῦτο δέ, μολονότι ὁμολογῶ, ὅτι παρέλκουσιν αἱ συνταγματικαὶ αὗται διατάξεις, διότι ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον εἰδικοῦ νόμου, φοβούμενος μήπως ὁ εἰδικὸς οὗτος νόμος δὲν ψηφισθῇ μέχρι νέας ἴσως ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, θὰ ταχθῶ ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι τῶν διατάξεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἤθελε νομίσει δυναμένας νὰ περιφρουρήσωσι καὶ τὰ μεγάλα τῆς Πολιτείας συμφέροντα καὶ τὰ ἱερὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου. Ἐν τῷ Ἰαπωνικῷ Συντάγματι τοῦ 1889 περιλαμβάνεται ἡ ἑξῆς βραχυτάτη διάταξις, ἡ ὁποία βεβαίως, ἐὰν περιελαμβάνετο καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, θὰ ἦτο ἐπαρκής. Ἡ διάταξις ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Οἱ ὑπήκοοι Ἰάπωνες ἔχουσιν ἐντὸς τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου διαγραφομένων ὁρίων τὸ δικαίωμα τοῦ ὁμιλεῖν, γράφειν καὶ δημοσιεύειν τὰς ἰδέας των». Τί τούτου πληρέστερον, διὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου; Ἀλλὰ βεβαίως οἱ Ἰάπωνες ἔχουσι νόμους, οἱ ὁποῖοι διαγράφουσι τὰ ὅρια τῆς ἐλευθερίας καὶ οἱ ὁποῖοι τιμωροῦσι τὰς ὑπερβασίας τοῦ τύπου. Ἡμεῖς δὲν κατέστη δυνατὸν ἐπὶ μίαν πεντηκονταετίαν νὰ ἀποκτήσωμεν τοιούτους νόμους, καὶ διὰ τοῦτο καὶ οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐπιτροπὴ ἠθέλησαν νὰ ἀναγράψωσιν ἐν τῷ Συντάγματι τὰς περιοριστικὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 14. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, διότι ἀνῆλθον τὸ βῆμα μόνον διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Ἐλέχθησαν καὶ διεξετραγῳδήθησαν τόσα ἀπὸ τῆς χθές, ὥστε ἡ Βουλὴ ἀπέκαμε, καὶ δὲν θέλω ν’ αὐξήσω τὸν κάματον αὐτῆς. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἔχει ἕτοιμον νομοσχέδιον περὶ τύπου, καὶ ὅτι θέλει προσκομίσει τοῦτο εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἵνα ψηφισθῇ ὑπ’ αὐτῆς, θέλει πραγματοποιηθῆ, καὶ ὅτι τὸ ὄντως σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα θέλει ῥυθμισθῆ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, διότι, ἐὰν δὲν καταστῇ δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ τύπου ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ, ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ψηφισθῇ ἄλλοτέ ποτε. Αὐτὴ δ’ ἀκριβῶς ἡ ἀμφιβολία μὲ ἄγει εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς παραδοχῆς τῶν προτεινομένων συνταγματικῶν διατάξεων, διότι νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡμῖν, χωρὶς νὰ μειώσωμεν τὰς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, νὰ θέσωμεν φραγμόν τινα εἰς τὰς ὑπερβασίας αὐτοῦ, προασπίζοντες καὶ τῆς Πολιτείας ὕψιστα συμφέροντα καὶ τοῦ ἀτόμου τὰ ἱερὰ καὶ τὰ ὅσια.
§77Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, φρονῶ, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἔχει ἀρκετὰ ἐξαντληθῆ. Ἀπὸ χθὲς ἀκούομεν νὰ παρατάσσωνται ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ὡς νὰ ὑπῆρξε κανεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ ἐσκέφθη κἂν κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ἡ ὁποία εἶναι ἐλευθερία καθολική, ἡ ὁποία δὲν καθιερώθη χάριν τοῦ συμφέροντος τῶν δημοσιογράφων, ἀλλὰ χάριν τῆς Πολιτείας, τῆς ὁποίας εἶναι καὶ αὐτὴ μία μηχανὴ δρῶσα καὶ ἡ ὁποία ἔχει ἀνάγκην πραγματικῆς προστασίας χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος. Οὐδεὶς ἐφαντάσθη ν’ ἀμφισβητήσῃ καὶ οὐδεὶς ἀρνεῖται τὰς μεγάλας εὐεργεσίας, τὰς ὁποίας ὁ τύπος παρέσχεν εἰς τὴν πατρίδα. Οὐδεὶς ἠρνήθη, ὅτι αἱ εὐεργεσίαι εἶναι τόσον μεγάλαι διὰ τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ὥστε δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ παραβάσεις καὶ ὑπερβασίαι τοῦ τύπου πρέπει νὰ συγχωρῶνται χάριν τοῦ μεγάλου καλοῦ, τὸ ὁποῖον παρέχεται ἐκ μέρους αὐτοῦ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι πρέπει νὰ παραβλέπωμεν καὶ αὐτὰς τὰς παρεκτροπὰς τοῦ τύπου χάριν τῶν ἐκ τῆς ἐλευθεροτυπίας ἀγαθῶν. Ἐν τούτοις, ἂν τοῦτο συμβαίνει εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, ἂν τοῦτο συμβαίνει ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον τῆς λειτουργίας τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ αὐτὸ διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις, διὰ τὰς ἐξωτερικὰς σχέσεις τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν τὸ μικρὸν δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἐν τῷ ὅλῳ κόσμῳ ἀποτελεῖ μικρὸν μέρος, ἓν πρόσωπον ἠθικὸν ἔχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀμύνηται κατὰ παντὸς ἐξωτερικοῦ κινδύνου. Περὶ τούτου τοῦ δικαιώματος τῆς ἀμύνης τοῦ Κράτους κατὰ τοιούτων κινδύνων ἠθελήσαμεν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν. Καὶ ὅτε αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ πρωτοστατοῦντες ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ συνομολογοῦσιν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη προστασίας κατὰ πάσης προσβολῆς τοῦ τύπου κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ οἰκογενειακοῦ βίου, πῶς δὲν ἤκουσα παρ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων φωνὴν προστασίας ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς διακινδυνευούσης πατρίδος; Ἡ δι’ ὅλων τῶν Συνταγμάτων καθιερωθεῖσα ἐλευθεροτυπία εἰς ἕνα κυρίως σκοπὸν ἀποβλέπει, εἰς τὴν προστασίαν τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας. Ὅταν λοιπὸν τὰ συμφέροντα ταῦτα ἐκτίθενται εἰς κίνδυνον ἐξωτερικόν, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Πολιτεία νὰ ἀμύνηται κατὰ τοῦ κινδύνου αὐτοῦ ὡς πᾶν ἄτομον; Ἐάν τις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ διδάγματα τοῦ παρελθόντος, δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὑπῆρξαν περιστάσεις, καθ’ ἃς ὁ τύπος ἕνεκα λόγων οὐχὶ κακοβουλίας, ἀλλὰ τυχαίων περιστατικῶν ἢ μεγάλου ζήλου ἢ ἀβλεψίας ὑπέπεσεν εἰς φοβερὰ ἀδικήματα κατὰ τῆς πατρίδος καὶ ὡρισμένων ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἔδρασαν ἐξωτερικῶς. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς ὑπομνήσω δύο εἰδικὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ὁ τύπος τῆς πατρίδος μας ἐγένετο ὑπαίτιος καταστροφῆς πολλῶν ἀνδρῶν ἀγωνισθέντων ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι 5 ἡμέρας πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου τοῦ 1897 ἀνεχώρησαν ἐκ Βόλου ὑπὸ τὸν Δημαρᾶν καὶ Καραβαγγέλην 150 ἄνθρωποι ἀποφασισμένοι νὰ ἐκτελέσωσι καθῆκον ἱερὸν εἰς τὴν Καβάλλαν. Ἐπεβιβάσθησαν ἀτμοπλοίου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν πλοῦν ἔπαθε βλάβην τινὰ καὶ προσωρμίσθη εἰς τὸ Ξηροχώριον. Οἱ δημοσιογράφοι χωρὶς νὰ φαντάζωνται τὸ ἐμπόδιον τοῦτο καὶ ἔχοντες τὸν ζῆλον νὰ δημοσιεύσωσι τὸ ταχύτερον τὴν εἴδησιν, ἵνα κάμωσιν ἐντύπωσιν εἰς τὸ κοινὸν καὶ γίνωσιν ἀρεστοὶ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τῆς τότε κινήσεως, προέβησαν εἰς δημοσίευσιν ἐν ὅλαις ταῖς λεπτομερείαις τῆς κινήσεως τοῦ σώματος καὶ τῆς ἀποβιβάσεώς των εἰς Καβάλλαν, ἐνῷ τὸ σῶμα δυστυχῶς εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς Ξηροχώριον. Ὅτε δὲ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐκείνης, καθ’ ἣν ἐδημοσιεύετο ἡ εἴδησις αὕτη, ἀπεβιβάζετο τὸ σῶμα εἰς τὴν Καβάλλαν, ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ἐφημερίδων τῶν Ἑλληνικῶν εὑρέθη πρὸ παρεσκευασμένης ἐνέδρας, καὶ ἀπωλέσθησαν μέχρις ἑνὸς οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὸ γενναῖοι ἄνδρες.
§78Γ. ΠΩΠ. Ὑποθέσατε ὅτι μετὰ τὴν δημοσίευσιν εἰδήσεώς τινος κατάσχεται τὸ φύλλον. Ἡ κατάσχεσις ὄχι μόνον δὲν προλαμβάνει τὴν εἴδησιν, ἀλλ’ οὔτε τὰς συνεπείας, διότι προσεπικυροῖ τὴν εἴδησιν.
§79Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Πρόκειται περὶ προληπτικοῦ μέτρου. Ἡ προειδοποίησις (διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τοῦ νὰ δημοσιευθῇ εἴδησίς τις) δὲν δύναται νὰ μὴ χρησιμεύσῃ, ὅπως οἱ δημοσιογράφοι λάβωσι πρόνοιαν νὰ ἀποσιωπηθῇ ἡ εἴδησις.
§80Γ. ΠΩΠ. Ἀλλοίμονον εἰς τὸν τύπον, ὅστις ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης προνοίας!
§81Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὑπάρχει ἀκριβῶς τὸ ἄρθρον 95, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ μέτρων ἐκτάκτων.
§82Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ἐπίσης πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1897, ὅτε οἱ ἐπαναστάται ὑπὸ τὸν λοχαγὸν Καψαλόπουλον ἦσαν συγκεντρωμένοι εἰς τὸ Κουβέλτζι, διὰ νὰ εἰσβάλωσιν εἰς τὴν Μακεδονίαν, πρὶν ἀκόμη ἐξέλθωσι τῶν ὁρίων, οἱ Τοῦρκοι εἰδοποιηθέντες ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων τῶν Ἑλληνικῶν οὐχὶ ἐκ κακοβουλίας, ἀλλ’ ἐκ βίας πρὸς δημοσίευσιν τῆς εἰδήσεως, κατώρθωσαν νὰ μετατοπισθῇ ὅλος ὁ Τουρκικὸς στρατὸς πρὸς τὸ μέρος, ἀφ’ οὗ ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθωσιν οἱ ἐπαναστάται, καὶ μόλις οὗτοι ἐξῆλθον τῶν ὁρίων εὑρέθησαν περικυκλωμένοι καὶ ἔπαθον πανωλεθρίαν.
§83Σ. ΣΙΜΟΣ. Κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897.
§84Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ἦτο ἐποχὴ προγενεστέρα τοῦ πολέμου· ἦτο, βλέπετε, μία ἐκ τῶν ἀφορμῶν τοῦ πολέμου. Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀκριβῶς ἐγέννησε τὸν πόλεμον τοῦ 1897. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι οὐχὶ ἐξ ἐλλείψεως φιλελευθέρων ἀρχῶν, ἀλλ’ ἐξ ἀγάπης πρὸς τὴν πατρίδα ἐφροντίσαμεν νὰ προστατεύσωμεν τὴν Πολιτείαν κατὰ τῶν τοιαύτης φύσεως ἀτοπημάτων τοῦ τύπου, τὰ ὁποῖα προέρχονται οὐχὶ ἐκ κακοβουλίας καὶ δόλου, ἵνα συνεπάγωνται ποινήν, διότι, ἐὰν προήρχοντο ἐκ κακοβουλίας, θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἐγκλήματος ἐσχάτης προδοσίας. Δυστυχῶς τὸ γεγονὸς τῆς δημοσιεύσεως ἄνευ δολίας προαιρέσεως εἰδήσεως δυναμένης νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας διὰ τὴν πατρίδα δὲν εἶναι ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Καὶ ἐκ τούτου ἐπέρχεται καταστροφὴ ἐθνικὴ ἐκ παραπτώματος δημοσιογραφικοῦ, μὴ τιμωρουμένου κἄν· φρονεῖτε δὲ ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τῆς τοιαύτης καταστάσεως;
§85Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἐπλειοδότησα· νὰ ἀπαγορευθῶσιν αἱ στρατιωτικαὶ εἰδήσεις καὶ ἐν εἰρήνῃ.
§86Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν ἐπλειοδότησε καὶ κατ’ αὐτὸ καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ἀλλὰ μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἀπέκρουσεν ὅλα (ἱλαρότης).
§87Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Καὶ προχωρῶ περαιτέρω. Ὅτε δηλοῦμεν τὰς σκέψεις μας ταύτας καὶ ὅτε ὁ σκοπός μας κυρίως ἀπευθύνεται πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σκοποῦμεν πάντες, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν, καὶ περιεπέσαμεν εἰς ἀσάφειαν διατυπώσεως ἐν τῷ προσχεδίῳ, διατί αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι μεγαλειτέραν πεῖραν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, δὲν ἠθέλησαν νὰ συνεργασθῶσι μεθ’ ἡμῶν πρὸς τελειοτέραν ἐκδήλωσιν αὐτῆς τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ τὴν ὁποίαν δὲν διετυπώσαμεν κατ’ αὐτοὺς σαφῶς;
§88Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ θὰ γίνῃ διὰ νόμου.
§89Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Διατί, ἐὰν δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τοῦτο, δὲν σπεύδουσιν ἤδη νὰ ἐπιδοκιμάσωσιν ἔργον, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ πρῶτοι ἔπρεπε νὰ χειραγωγήσωσιν; Εἶμαι δὲ πεπεισμένος ὅτι τοῦτο ἔπρεπε νὰ γίνῃ προκειμένου περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων, διότι οἱ δημοσιογράφοι, ὁσάκις ἐγένοντο πρὸς αὐτοὺς παραστάσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως πρὸς παρασιώπησιν εἰδήσεώς τινος, αὐτοὶ πάντοτε ἐφάνησαν συμφωνότατοι πρὸς τοῦτο. Πῶς θέλουσιν ἤδη νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὴν Πολιτείαν τὸ δικαίωμα νὰ ἀμύνηται κατ’ ἐκείνων τῶν ἰδιοτρόπων ἢ κακοβούλων δημοσιογράφων, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ πεισθῶσι καὶ εἰσακούσωσι τὰς συμβουλὰς τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις παραγγέλλει εἰς αὐτοὺς τὴν παρασιώπησιν εἰδήσεώς τινος, διότι περὶ εἰδήσεως πρόκειται. Ἄλλως τε, ὅτε τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ ἐλευθερίας τῶν στοχασμῶν, ὁ κύκλος τῆς ἐλευθερίας ταύτης δύναται νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν εἰδησεολογίαν; Κατὰ τί περιορίζει τοὺς στοχασμοὺς ἐφημερίδος τινὸς ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ νὰ ἀναγραφῇ ὡρισμένη εἴδησις; Εἶναι αὕτη στοχασμὸς τοῦ δημοσιογράφου; Εἶναι στοχασμὸς αὐτοῦ, ὅταν θελήσῃ νὰ περιγράψῃ τὰ ἀμυντικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα γίνονται π. χ. εἰς τὸ Ταίναρον; Ἢ εἶναι στοχασμός, ὅταν θελήσῃ νὰ περιγράψῃ τὰς κινήσεις τοῦ στρατοῦ ἢ τοῦ στόλου τοῦ ἑλληνικοῦ καὶ τὰ τοιαῦτα; Αὐτὰ ἀνάγονται εἰς τὴν εἰδησεολογίαν καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς στοχασμούς, τοὺς ὁποίους πάντοτε δύναται νὰ ἐκφράζῃ ἐλευθέρως ὁ δημοσιογράφος καὶ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ζητημάτων. (Χειροκροτήματα).
§90ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινούσης τῆς Βουλῆς, διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10ης. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Τριγώνης ἔχει τὸν λόγον.
§93ΑΘ. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Περὶ τῆς σκοπιμότητος, τῶν ἐλευθεριῶν, τῶν εὐεργετημάτων καὶ τῶν καταχρήσεων τοῦ τύπου ἐλέχθησαν τόσα πολλὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ χθὲς καὶ σήμερον, καὶ ἐγράφησαν τόσα πολλά, ὥστε εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω ἐγώ τι. Πρόκειται ἤδη νὰ συμβουλευθῶμεν τὸ παρελθὸν καὶ ἐκ τῶν ὑποδείξεων τοῦ παρελθόντος νὰ συμπληρώσωμεν τὸ πολίτευμα ἡμῶν περιφρουροῦντες τὰς κεκτημένας ἐλευθερίας δι’ ἀσφαλῶν ἐγγυήσεων. Ἐνόμισα ὅτι τελεσφόρον μέτρον πρὸς καταστολὴν τῶν παρεκτροπῶν τοῦ τύπου, ἐφ’ ὅσον προσβάλλονται τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ ἡ αἰδώς, ὅτι εἶναι καὶ ἡ κατάσχεσις· καὶ ἐπειδὴ περιοριστικῶς τίθεται ἐν τῷ Συντάγματι τὸ μέτρον τοῦτο τῆς κατασχέσεως, ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ περὶ τούτου ἔχω ὑποβάλει ἐγκαίρως τὴν σχετικὴν τροπολογίαν. Περὶ τοῦ μέτρου τούτου τῆς κατασχέσεως καὶ ἄλλαι νομοθεσίαι προέβλεψαν καὶ εἰδικῶς ὁ Ἰταλικὸς νόμος τῆς 28 Ἰουνίου 1906 ῥητῶς περιλαμβάνει τὴν περίπτωσιν ὅτι: «ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις ἐν περιπτώσει προσβολῆς τῶν χρηστῶν ἠθῶν ἢ τῆς αἰδοῦς». Ἀνεξαρτήτως ὅμως τῆς ἐγγυήσεως ταύτης, φρονῶ ὅτι πρέπει τὸ ἐδάφιον δεύτερον τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ τῆς ἑξῆς διατάξεως· μετὰ τὴν φράσιν «ἢ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως» νὰ τεθῇ ἡ φράσις «ἢ ἕνεκα ἀπειλουμένης βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας». Μὲ τὰς φράσεις ταύτας ἐννοῶ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ ἔθνους. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὸ ἔθνος μας δὲν ἔλαβεν ἀκόμη τὴν ἐκ τῶν παραδόσεων καὶ τῆς σκοπιμότητος αὐτοῦ ἀναγκαίαν σύστασίν του, ὅτι μεγάλα τμήματα τοῦ ἔθνους μας εὑρίσκονται ὑπὸ δουλείαν, καὶ τὰ ὁποῖα τείνουσι νὰ ἑνωθῶσι πρὸς ἡμᾶς, καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα τοῦτο μένει ἐκκρεμὲς θὰ ἐπιβαρυνώμεθα μὲ ὑπερβολικὰς δαπάνας καὶ ὑφιστάμενοι τὸ φορτίον τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ τύχωμέν ποτε τοῦ ποθουμένου ἰσοζυγίου εἰς τὸν Προϋπολογισμόν μας. Τὴν κατεύθυνσιν πρὸς ταχυτέραν προπαρασκευὴν τοῦ ἔθνους ὡς πρὸς τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς δυνάμεις αὐτοῦ ἐπεζήτησεν ὁ λαὸς κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ τε Αὐγούστου καὶ τὰς τελευταίας ἐκλογάς, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν κατεύθυνσιν ἀποβλέπον τὸ ἔθνος παρέδωκεν ὁλόκληρον τὴν ἐμπιστοσύνην του εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διαβλέπον εἰς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ τὸν μόνον, ὅστις θὰ ἠδύνατο νὰ ὠθήσῃ αὐτὸ πρὸς ταχυτέραν λύσιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος, ἐντείνων τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικὰς παρασκευὰς εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον, ὥστε νὰ δυνηθῇ τελεσφόρως τὸ ἔθνος ν’ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς περιβάλλοντας αὐτὸ ἐξωτερικοὺς κινδύνους. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἐξετάζων τὸ ζήτημα, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἀπορῶ πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ζητεῖ νὰ ἔχῃ ἀμέριστον τὴν ὑποστήριξιν τοῦ τύπου εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν της, λαμβάνουσα τὰ μέσα πρὸς καταστολὴν πάσης τυχὸν ἀντιπράξεως καθ’ οἱονδήποτε τρόπον γιγνομένης, ἀφ’ ἑτέρου δὲν περισυλλέγει τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τοῦ τόπου καὶ δὲν ὠθεῖ ταύτας πρὸς μόνον τὸν ἱερὸν σκοπόν, δι’ ὃν περιεβλήθη μὲ τὴν ὁμόθυμον ὑποστήριξιν τοῦ ἔθνους. Ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ ἔθνους ἐπανειλημμένως ὑπέστη κινδύνους ἐν Ἑλλάδι. Οἱ παρακολουθήσαντες τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου μας θὰ ἐνθυμῶνται δύο περιστάσεις καιρίας, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ ἔθνος ἀπώλεσεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐπιδιώκει, ἕνεκα τῆς φιλαρχίας τῶν κομμάτων. Δὲν ἐννοῶ ὅτι ὁ τύπος ὁ ἀνεξάρτητος δύναται νὰ παρεκκλίνῃ ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν παρακολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ τύπου τοῦ ἀνεξαρτήτου ὑπάρχει καὶ τύπος κομματικός, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἰδέας κομμάτων, τὰς ὁποίας προκαλεῖ ἡ φιλαρχία τῶν κομμάτων. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, δύο περιστάσεις, τὴν περίστασιν τοῦ 1880 καὶ τὴν τοῦ 1885 ἢ 1886. Κατὰ τὸ 1880 τὸ ἔθνος εὑρίσκετο ἐν ἐπιστρατείᾳ· ἐπεζητεῖτο πανταχόθεν ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης ἡ διάλυσις τῆς ἐπιστρατείας· κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Τουρκία προέβαινεν εἰς ὑποχωρήσεις πρὸς τὴν Ἑλλάδα· εἶναι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη, καθ’ ἥν προσετέθη εἰς τὸ Κράτος μας ἡ Θεσσαλία καὶ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς Ἠπείρου. Ὅλα τὰ κόμματα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρεκίνουν τὴν τότε Κυβέρνησιν τὴν ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Κουμουνδοῦρον νὰ δεχθῇ τὴν ὑποχώρησιν τὴν ὡρισμένην, τὴν ὁποίαν ὑπεδείκνυεν ἡ Τουρκία· ὁ τύπος καὶ ὁ κομματικὸς καὶ ὁ ἀνεξάρτητος τὴν αὐτὴν διαγωγὴν ἐτήρει, ὁ τύπος ὁ ἀνεξάρτητος βεβαίως ἀπὸ καλῆς πίστεως ὁρμώμενος, ἀλλ’ ὁ τύπος ὁ κομματικὸς ἠθέλησε νὰ στήσῃ ἐνέδραν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως. Θὰ ἐνθυμῆσθε βεβαίως ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος διὰ διφορουμένης φράσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶχεν ἀποδοθῆ ὁλόκληρος εἰς τὸ Γαλλικὸν κείμενον, ἠναγκάσθη νὰ ἀποδεχθῇ τὰς προτάσεις ἐκείνας τῆς Τουρκίας, ὅτε δὲ ἐνόησε κατόπιν ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ ἀμέσως, ἀλλὰ νὰ κρατηθῇ ὀλίγον, διότι θὰ ἠδύνατο νὰ κερδίσῃ περισσότερα, διεμαρτυρήθη ὅτι δὲν ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν ἐκείνην. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ κείμενον τὸ Γαλλικὸν ἔλεγεν ὅτι τὴν ἀπεδέχθη, καὶ ἠναγκάσθη ἑκὼν ἄκων νὰ τὴν ἀποδεχθῇ. Ἀλλὰ τὴν ἰδίαν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔδωκε τὴν συγκατάθεσίν του, ἐπέπεσε λάβρος ὁ τύπος ὁ κομματικὸς ἐναντίον του, καὶ ὅσοι κατάγονται ἐκ Θεσσαλίας θὰ ἐνθυμῶνται ὅτι ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν εὐεργέτης διὰ τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὸ τμῆμα τῆς Ἠπείρου, ἀπώλεσε πᾶσαν ἐπιρροὴν εἰς τὸ διαμέρισμα ἐκεῖνο καὶ κατὰ τὰς γενομένας ἐκλογὰς ἠναγκάσθη νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη περίπτωσις, Κύριοι. Κατὰ τὸ 1886 εἰς τὰς ἀρχὰς ἢ διαρκοῦντος τοῦ ἔτους 1885— ἤμην τότε Βουλευτὴς—ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη εἶχε κηρύξει τὴν ἐπιστρατείαν· ὅλα τὰ κόμματα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὄχι μόνον ἐνίσχυον τὴν Κυβέρνησιν Δηλιγιάννη εἰς τὸ νὰ ζητῇ δάνεια, εἰς τὸ νὰ καλῇ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρας ἡλικίας, ἀλλὰ καὶ παρώθουν αὐτὴν εἰς πάντα ταῦτα. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ παράτασις τῆς ἐπιστρατείας ἔφερε μεγάλας δυσκολίας καὶ βλάβας εἰς τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῆς Εὐρώπης, καὶ ἡ Εὐρώπη διὰ τῶν ἀντιπροσώπων της ἐπεδίωκε παντὶ σθένει τὴν διάλυσιν τῆς ἐπιστρατείας. Ἕνεκα ὅμως τῆς ἐπιμονῆς τῆς Κυβερνήσεως τότε καὶ πρὸ πάντων ἕνεκα τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἐπιμονῆς ταύτης ὑφ’ ὅλων τῶν κομμάτων, διότι παρίστατο ἐν ὁμογνωμίᾳ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, ἠναγκάσθη ἡ Τουρκία νὰ προβῇ εἰς ὑποχωρήσεις. Ἔτυχε δὲ περίστασις, τὴν ὁποίαν μετὰ δυσκολίας θὰ ἐκθέσω, διότι δυσκόλως θὰ καταστῶ πιστευτός, καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐὰν ἦτο παρών, νὰ ἐρευνήσῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὅπου ἤθελεν εὕρει πρωτόκολλον τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ὃ ἡ Τουρκία ἔδιδεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀντὶ τῆς ὑποχωρήσεώς της πρὸς διάλυσιν τῆς ἐπιστρατείας τὸ τμῆμα τῆς Ἐλασσῶνος. Ἀλλὰ τί συνέβη; Ὁ μακαρίτης Δηλιγιάννης ἐζήτει τὴν γραμμὴν τοῦ Βερολίνου, καὶ ἤρξαντο διαπραγματεύσεις, ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ τὰς πρώτας διαπραγματεύσεις ἡ ἀντιπολίτευσις ἤλλαξε δρόμον καὶ ἀντὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἤρξατο ἐπιτιθεμένη κατ’ αὐτῆς. Ὑπεδείκνυεν ὅτι αὐτὴ ἐρχομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ τὴν ἐπιστρατείαν· ἕνεκα τούτου ἔπαυσαν ἀποτόμως αἱ διαπραγματεύσεις, ἡ δὲ Τουρκία, λαβοῦσα, τίς οἶδε πόθεν, ὑποσχέσεις ἡσυχαστικὰς δι’ αὑτήν, δὲν ἠθέλησε, καίπερ ἐπανειλημμένως προκληθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συνεχίσῃ τὰς ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας ἀρξαμένας διαπραγματεύσεις. Εἰς ζητήματα λοιπόν, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, ἐὰν θέλωμεν νὰ κερδίσωμέν ποτέ τι, πρέπει νὰ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι, ὡς σᾶς εἶπον, τὸ ἔθνος μας χρήζει συμπληρώσεως, ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι κινδύνων ἐξωτερικῶν καὶ πρέπει νὰ ἐντείνωμεν ὅλας τὰς δυνάμεις μας πρὸς ἀπόκρουσιν αὐτῶν τῶν κινδύνων. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ὅτι «ἐφ’ ὅσον προσβάλλεται ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ λαμβάνῃ κατασταλτικὰ μέτρα κατὰ τοῦ τύπου», ἐννοεῖται, κατὰ τοῦ τύπου τοῦ κομματικοῦ. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην τροπολογίαν, τὴν ἑξῆς· νὰ προστεθῇ ὡς τελευταῖον ἐδάφιον: «λαμβάνεται πρόνοια πρὸς καταστολὴν τῶν παρεκτροπῶν τοῦ τύπου, ἐφ’ ὅσον προσβάλλεται ὁ ἰδιωτικὸς βίος». Ἀλλὰ μὲ τὰ στενὰ αὐτὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, νὰ προστεθῇ καί τι ἄλλο· ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ μία ἐφημερὶς νὰ προσβάλλῃ τὸν ἰδιωτικὸν βίον καὶ ὑφίσταται τιμωρίας ἐπανειλημμένας, πρέπει τὸ ἔθνος ν’ ἀπαιτήσῃ καὶ κἄποιαν ἄλλην ἐγγύησιν, ἐγγύησιν χρηματικὴν διὰ τὴν περαιτέρω ἔκδοσιν τῆς ἐφημερίδος. Τοιαῦται εἶναι, Κύριοι, ἐν τῷ συνόλῳ των αἱ διατάξεις τοῦ προσχεδίου. Μ’ ὅλας τὰς προσθήκας, ἃς ἐκάμαμεν, ἡ ἀρχὴ πρὸ πάντων δὲν ἠλλοιώθη· εἶναι πάντοτε οὐσιωδῶς νόμος ἐλευθερίας ζητῶν ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ μόνῃ, ἐν τῇ ἠθικῇ ἰσχύϊ τῆς κοινῆς γνώμης τὴν ἐγγύησιν κατὰ τῶν καταχρήσεων τοῦ τύπου, τὴν ὁποίαν ἄλλαι νομοθεσίαι ἐζήτησαν εἴτε εἰς νομοθετικὰ τεχνάσματα εἴτε εἰς ὑλικὴν καταστολήν. Θὰ εἶναι τιμή μας νὰ μείνωμεν πιστοὶ εἰς τὴν ἐλευθερίαν εἰς πάσας τὰς περιστάσεις τοῦ βίου μας, καὶ ὅταν κλυδωνίζηται τὸ ἔθνος ὑπὸ τῆς ἀναρχίας, καθ’ ἣν πνεύματα δειλὰ θὰ ἠδύναντο νὰ παρασυρθῶσιν ἐκ συμβουλῶν, φόβου ἢ ὀργῆς. Τὸ μέλλον εἶμαι βέβαιος θὰ δικαιώσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην μας ταύτην.
§94Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Πολὺς λόγος ἐγένετο, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Κατὰ τὸ 1864, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ ἀναθεωρούμενον Σύνταγμα, βεβαίως ὑπῆρχον ἀφορμαί, ὥστε νὰ ὁμιλῇ τις ἐπὶ πολὺ περὶ τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ ἀναγνωρισθέντος μεταξὺ τῶν ἀπολύτων δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου· διότι τότε αἱ Κυβερνήσεις ἐχρῶντο τῇ ἐξουσίᾳ αὐτῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πολλάκις ὁ τύπος δὲν ὑφίστατο ἐν τῇ πραγματικῇ αὐτοῦ ὑποστάσει. Ἀπὸ τοῦ 1864 διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν ἤδη, ἀνεγνωρίσθη τελείως τὸ δικαίωμα τοῦτο ὡς δικαίωμα ἀπόλυτον τοῦ ἀτόμου, ὡς ἔχει ἀναγνωρισθῆ εἰς ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη. Καὶ δὲν ἤκουσα φωνήν τινα ἐντεῦθεν, οὔτε ἀνέγνωσα πρότασίν τινα, εἴτε ἐκ μέρους τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς εἴτε ἐκ μέρους τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Ἑπομένως, ἂν ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, νομίζω, ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν εἶχε θέσιν ἐν προκειμένῳ, διότι οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην περὶ αὐτῆς, ἀπολύτως ἐπιβεβλημένης εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Τὰ μέτρα κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, κύριοι Βουλευταί, ὡς γνωρίζετε, εἶναι προληπτικά, ἀπολύτως προληπτικὰ καὶ κατασταλτικὰ τῶν παρεκτροπῶν αὐτοῦ ἢ πλαγίως προληπτικά. Τὰ μέτρα τὰ καταδικασθέντα ὑφ’ ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν εἶναι τὰ πρῶτα, ἡ λογοκρισία δηλονότι, ἡ ὁποία εἶναι τὸ πρώτιστον προληπτικὸν μέτρον, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ χειρόγραφον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ δημοσιευθῇ πρὶν ἢ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἢ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐπιτροπῆς, πρὶν ἐπεξεργασθῇ καὶ ἐπιτραπῇ ἡ δημοσίευσις αὐτοῦ, εἴτε ὡς ἦτο γεγραμμένον εἴτε ὡς διεμορφώθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἕτερον προληπτικὸν μέτρον, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀπαίτησις ἐγγυήσεως ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐκδώσῃ ἐφημερίδα. Ἕτερον προληπτικὸν μέτρον εἶναι, ὅπως ὁ ἐκδίδων ἐφημερίδα ἔχῃ ὡρισμένην περιουσίαν. Ἕτερον προληπτικὸν μέτρον εἶναι, ὅπως ὁ ἁπλοῦς τυπογράφος ὁ δημοσιεύων τὸ χειρόγραφον εἶναι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνος μετὰ τοῦ συγγραφέως, καὶ ἂν εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἀξιοποίνου τοῦ δημοσιεύματος. Ἕτερον προληπτικὸν μέτρον εἶναι ἡ ἀπαίτησις προσόντων ἀπὸ τῶν ἐκδοτῶν τῶν ἐφημερίδων, προσόντων, ὡς διπλώματος Πανεπιστημίου κλπ. Τὰ τοιαῦτα προληπτικὰ μέτρα ἔχουσι καταδικασθῆ ὑπὸ τῶν νεωτέρων ἀρχῶν, ἀλλὰ τὰ πλάγια προληπτικὰ μέτρα ἢ τὰ κατασταλτικὰ τῶν παρεκτροπῶν, οἷον ἡ κατάσχεσις μετὰ τὴν δημοσίευσιν καὶ τὰ τοιαῦτα, ἔχουσιν ἀναγνωρισθῆ ὑφ’ ὅλων τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, καὶ τὸ 14ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν φιλελεύθερον, ἐδέχθη τὸ μέτρον τῆς κατασχέσεως εἰς δύο ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, προκειμένου περὶ τῶν προσβολῶν κατὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος καὶ περὶ τῶν προσβολῶν κατὰ τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας. Τί ζητεῖται ἤδη διὰ τῶν προσθηκῶν, αἵτινες διὰ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ, τί ζητεῖται, Κύριοι; ἵνα καὶ διὰ τὸ τιμαλφέστερον ἔτι δικαίωμα καὶ διὰ τὰ τιμαλφέστερα συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας ἡμῶν ληφθῇ τὸ πλάγιον κατασταλτικὸν τῶν παρεκτροπῶν τοῦτο μέτρον τῆς κατασχέσεως, διότι τοιοῦτόν τι ἀναγράφει ἡ προσθήκη ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπαγόρευσιν δηλ. ἐπὶ ἀπειλῇ κατασχέσεως, ἐπὶ ἀπειλῇ παύσεως τοῦ φύλλου ἢ ἐπὶ ἀπειλῇ ποινικῆς καταδιώξεως. Θὰ εἰδοποιῆται ὁ μέλλων νὰ δημοσιεύσῃ τι ἀντικείμενον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους τὰ ἐξωτερικά, ἀντικείμενόν τι, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀνακοίνωσις στρατιωτικῆς κινήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε ν’ ἀνακοινωθῇ, θὰ εἰδοποιῆται, ὅτι θὰ κατασχεθῇ τὸ φύλλον ἢ θὰ παυθῇ ἢ θὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ δημοσιεύσῃ. Ἡ ἀπαγόρευσις οὐδένα ἄλλον ἔχει προορισμόν, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἀπολύτως ἡ ἀπαγόρευσις, ἵνα δύναται ἀμέσως ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχὴ νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ καταλαμβάνῃ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ τὸ δημοσιεύσῃ εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἔρχηται εἰς φῶς τὸ δημοσίευμα. Καὶ ἐκ τῶν ἐξαιρετικῶν περιπτώσεων, τὰς ὁποίας ἔλαβε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ὡς πρὸς τὴν Χριστιανικὴν θρησκείαν καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, τί ἔπαθεν ὁ τύπος ἀπὸ τοῦ 1864 ἕως τώρα; Τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν, σᾶς ἔπεισαν, ὅτι ἡ τοιαύτη διάταξις ἐχρησιμοποιήθη ἐπὶ βλάβῃ τῆς πραγματικῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου; Καὶ δὲν ἔχομεν νὰ παρουσιάσωμεν παρακολουθοῦντες τὰς ὑπερβασίας τοῦ τύπου κατὰ κανόνα ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις διὰ τὰς προσβολὰς κατὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος; Ἔχομεν νὰ παρουσιάσωμεν ἄδικόν τινα καταδίωξιν ἐκ τοὐναντίου; ὥστε οὐ μόνον δὲν ἔπαθε κανὲν κακὸν ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου ἐκ τῆς τοιαύτης ἀναγραφῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 τοῦ Συντάγματος, τῆς ἐξαιρετικῆς περιστάσεως περὶ κατασχέσεως τῶν φύλλων, ἀλλὰ καὶ μετὰ μεγάλης ἐπιεικείας ἐκρίθησαν ἀείποτε αἱ ὑπερβασίαι τοῦ τύπου ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τί δὲ ἔπαθε τὸ ἔθνος ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 τοῦ Συντάγματος τῆς περιοριστικῆς διατάξεως, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπετρέπετο καὶ ἡ κατάσχεσις τῶν φύλλων, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐδημοσιεύοντο ἐν ταῖς ἐφημερίσι πράγματα ἀντικείμενα εἰς τὰ τιμαλφῆ συμφέροντα τοῦ Κράτους; Νομίζω ὅτι οἱ προαγορεύσαντες σᾶς ἀνέφεραν παραδείγματα πλεῖστα καὶ κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 καὶ κατὰ τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα βλαβερῶν δημοσιευμάτων. Ἓν δημοσίευμα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι βλαβερόν, κύριοι Βουλευταί; Βεβαίως δύναται νὰ εἶναι βλαβερόν, εἴτε ἐκ δολίας προαιρέσεως τοῦ γράφοντος εἴτε ἐξ ὀλιγωρίας. Τὸ πρῶτον δὲν εἶναι πιθανὸν βεβαίως· προδότας δὲν ἐγέννησεν ἕως τώρα οὔτε θὰ γεννήσῃ ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ ἐὰν ἐξ ὀλιγωρίας γραφῇ τι, τὸ ὁποῖον προσβάλλει εἰς τὰ καίρια τὴν Ἐπικράτειαν, δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ ἡ κατασταλτικὴ διάταξις ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος εἰς τρόπον, ὥστε καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξ ὀλιγωρίας ἐγένετο ὑπαίτιος βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας, νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μετανοῇ καὶ νὰ ὑπολογίζῃ ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὑπῆρχεν ἡ διάταξις, ἵνα μὴ ἀκουσίως γίνῃ αὐτὸς αἴτιος βλάβης εἰς τὴν Ἐπικράτειαν; Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ἀρχὴ νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας της, καὶ καθ’ ὃν χρόνον δημοσίευμα δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ περιλαμβάνῃ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος, νὰ λαμβάνῃ τὰ μέτρα ἐν τούτοις τὰ κατασταλτικὰ τῆς διατάξεως, περὶ τῆς ὁποίας συζητοῦμεν. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, Κύριοι, αἱ Κυβερνήσεις παρ’ ἡμῖν παρατηρεῖται ὅτι δειλῶς προσατενίζουσι πρὸς τὸν τύπον. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἔνδειξις, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον αἱ Κυβερνήσεις εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ κάμωσι κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὑτῶν, ὅπως περιορίσωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι παρουσιάζεται περίστασίς τις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀρχὴ θὰ ἔκαμνε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὐτῆς, ὁποία θὰ ἦτο ἡ βλάβη τοῦ ἔθνους ἐκ τῆς λήψεως τοῦ μέτρου τοῦ σχετικοῦ, ἐὰν τὸ ψηφίσωμεν; Δὲν θὰ ἐδημοσιεύετό τι, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ δημοσιευθῇ εἴτε πρὸς ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ὅπως ἁπλῶς ἀνακοινωθῇ εἰς τὸν λαόν. Ἀλλ’ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος εἶναι διαρκὴς ἐνταῦθα, ἠδύνατο νὰ ἀναπληρώσῃ πᾶν τοιοῦτον δημοσίευμα, καὶ οὐδόλως ὁ λαὸς ἔχει ἀνάγκην νὰ μανθάνῃ ἐν ὅλως ἐξαιρετικαῖς περιστάσεσι τὰς στρατιωτικὰς ἐργασίας καὶ τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν θὰ ἔφθανεν ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, καὶ ἐνδιέφερε τὸν λαὸν ἡ ἀνακοίνωσις σχετικοῦ δημοσιεύματος, ἂς θέσωμεν, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν πλάστιγγα τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεγίγνετο ἐκ τῆς μὴ δημοσιεύσεως ἑνὸς δημοσιεύματος, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῇ, καὶ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται, ἐὰν δημοσιευθῇ τι, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐξ ἐλλείψεως τοιαύτης διατάξεως. Ἂς θέσωμεν εἰς τὴν πλάστιγγα τὰ δύο ταῦτα κακά, καὶ θὰ ἴδωμεν ἀμέσως, τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βαρύνει. Εἶναι προτιμότερον καὶ τὴν κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας ἐν δεδομένῃ περιστάσει νὰ δεχθῶμεν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ πάθῃ μέγα κακὸν ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου, ἢ νὰ μὴ ψηφίσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας θὰ προληφθῶσι βλάβαι τῆς Ἐπικρατείας μεγάλαι. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, Κύριοι, φρονῶ ὅτι δὲν περιορίζεται, ἀλλὰ προστατεύεται ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου. Ὁ τύπος ὁ εὐσυνείδητος, ὁ γράφων καὶ ὑποστηρίζων τὰ συμφέροντα τῆς Κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας, ἐκεῖνος εἶναι ἄξιος τοῦ ἀληθοῦς προορισμοῦ αὐτοῦ, ὁ δὲ τύπος ὁ γράφων ἐν γνώσει ἢ ἐξ ὀλιγωρίας ἢ ἐξ ἀπροσεξίας πράγματα, τὰ ὁποῖα ζημιοῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὁ τύπος ἐκεῖνος εἶναι ἀνελεύθερος. Ἀλλὰ τίνα κίνδυνον ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐὰν τὴν ψηφίσωμεν, διατρέχει ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου; Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην μετὰ τὴν κατάσχεσιν ἰσχύουσιν αἱ ἀνωτέρω διατάξεις τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, κατὰ τὰς ὁποίας ἐντὸς 24 ὡρῶν ὀφείλει ὁ Εἰσαγγελεὺς νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ τὸ συμβούλιον νὰ ἀποφανθῇ διὰ βουλεύματος περὶ τῆς κατασχέσεως τοῦ φύλλου τούτου. Καὶ ὅταν ἔχωμεν τὴν ἐγγύησιν ταύτην, ὅταν ἔχωμεν τὸ δεδομένον, ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἔκαμε κατάχρησιν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, καὶ ἀπηγόρευσε καὶ κατέσχε φύλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔγγραφόν τι ἀντικείμενον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, μόνον ἐπὶ 24 ὥρας πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ ἡ κατάσχεσις, ἐὰν πραγματικῶς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατεχράσθη τὴν ἐξουσίαν αὐτῆς, διότι μετὰ ταῦτα τὸ βούλευμα τὸ δικαστικὸν θέλει βεβαιώσει, ἂν πραγματικῶς ἐγένετο τοιαύτη κατάχρησις. Δὲν δύναται δὲ νὰ εἴπῃ τις ὅ,τι ἄλλοτε ἐλέγετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι καὶ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν δύναται νὰ τὴν ἐπηρεάσῃ ἡ ἐκτελεστική, διότι ἡ δικαστικὴ εἶναι ἀνεξάρτητος τῆς ἐκτελεστικῆς, ἀλλὰ καὶ ἤδη εἶναι πλέον ἢ ἀνεξάρτητος μὲ τοὺς ἀποκεντρωτικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι ψηφισθῆ καὶ ἰσχύουσιν. Οἱ ἀξιότιμοι ἐκ Ψαρῶν καὶ ἐξ Ἄρτης Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ διευθύνωσι καὶ ἐφημερίδας, ἦλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ εἶπον ὅτι: γινόμεθα ὁλοκαύτωμα προκειμένου περὶ τῆς ἀσυλίας τοῦ οἴκου. Καὶ θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ διάταξις τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι τοιαύτη, ὥστε πραγματικῶς χάριν τῆς ἀσυλίας τοῦ οἴκου τοῦ ἰδιώτου μεγάλην θυσίαν ποιοῦνται οἱ ἀξιότιμοι οὗτοι ἀντιπρόσωποι. Ἀλλ’ ὁποία εἶναι ἡ διάταξις αὕτη; Οὔτε περὶ προληπτικοῦ μέτρου πρόκειται οὔτε περὶ μέτρου, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι κἂν ἐφαρμόσιμον, διότι ἡ διάταξις αὕτη μόνον εἰσάγει τὸ ἀλληλέγγυον τοῦ ἐκδότου καὶ τοῦ συντάκτου ὡς πρὸς τὰς πολιτικὰς ἀποζημιώσεις, καὶ μικρὰν ἱκανοποίησιν χρηματικήν, ἐὰν δὲ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν δικῶν τοῦ τύπου, θὰ μάθωμεν ὅτι πάντοτε δὲν ἔχει σοβαρῶς νὰ διακινδυνεύσῃ ὁ τύπος, διότι ἐκδίδονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις εἰς δίκας δρώσας προσβολὰς τῶν ἰδιωτῶν.
§95ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν πταίει ὁ τύπος.
§96Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Δὲν λέγω ὅτι πταίει ὁ τύπος. Λέγω ὅτι δὲν εἶναι μεγάλη θυσία, τὴν ὁποίαν προσφέρουσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Ἐγὼ ἀνέμενον παρὰ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν νὰ ἀνέλθωσι τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι: παραδεχόμεθα καὶ θὰ ψηφίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν διάταξιν τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν θέλομέν ποτε ἐξ ὀλιγωρίας νὰ γίνωμεν ὑπαίτιοι βλάβης εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, καί, ὡς σεβόμεθα τὴν ἀσυλίαν τοῦ οἴκου, ἐννοοῦμεν κατὰ μείζονα λόγον νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἀσυλίαν τῶν ἱερῶν μυστικῶν τῆς Πολιτείας. Ἐὰν τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκήρυσσον, θὰ εἶχον παρὰ τὰ χειροκροτήματα, τὰ ὁποῖα παρηκολούθησαν τὴν δήλωσιν αὐτῶν διὰ τὴν προσβολὴν τῶν ἰδιωτῶν, καὶ τὰ χειροκροτήματα πάσης Ἑλληνικῆς καρδίας.
§97ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ τύπος, Κύριοι, εἶναι ὅπλον τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου εἶναι ἀντιπρόσωπος, καὶ ὅπως τὸ ὅπλον ἐπιτρέπεται νὰ μεταχειρισθῶμεν, ἵνα ὑπερασπίσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν πατρίδα, οὕτω καὶ τὸν τύπον δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν πρέπει νὰ μεταχειριζώμεθα. Δὲν ἐπιτρέπεται τὸ ὅπλον αὐτὸ νὰ σκεφθῶμεν νὰ μεταχειρισθῶμεν ποτὲ ἐναντίον ἰδιώτου ἢ ἐναντίον τῆς πατρίδος μας. Ἡ κοινὴ συνείδησις ἐν Ἑλλάδι ἔχει παραδεχθῆ ὅτι ἔδει νὰ ληφθῇ μέτρον κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος πρὸς περιορισμὸν τῶν παρεκτροπῶν τοῦ τύπου. Οὐδεὶς ἀρνεῖται ὅτι προώδευσε μεγάλως ὁ τύπος καὶ θέλει προοδεύσει ἐπὶ τὸ μᾶλλον, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, νὰ ψηφίσωμεν τὴν διάταξιν, νὰ ψηφίσωμεν τὰς προσθήκας, τὰς ὁποίας ἔθηκεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος εἰς τὸ 14 ἄρθρον, ἀκριβῶς ὅπως τὰς ἔθηκε καὶ ὡς ἔχουσιν αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι εὔκολον νὰ τροποποιῶμεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν.
§98Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσθήκην δύο λέξεων: εἰς μίαν ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 14, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις, ἀναφέρεται ὅτι (ἀναγινώσκει) «Ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις κατ’ ἐξαίρεσιν μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἕνεκα προσβολῆς κατὰ τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας». Ἡ διάταξις αὕτη βεβαίως δὲν ἐτέθη συνεπείᾳ ἀνάγκης, διότι οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει οὔτε θὰ ὑπάρξῃ, νὰ προσβληθῇ ποτε ἡ Χριστιανικὴ θρησκεία. Ἐν τούτοις ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα ὀρθῶς, διότι τὰ Συντάγματα δὲν ἔχουσι μόνον σκοπὸν νὰ ὁρίζωσι καὶ περιορίζωσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν πολιτῶν καὶ τῶν ἐξουσιῶν, ἀλλὰ νὰ δίδωσι καὶ μίαν εἰκόνα τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ πνεύματος καὶ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ ἔθνους κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν τὸ Σύνταγμα συνετάχθη. Ἑπομένως καλῶς ἐτέθη αὐτὴ ἡ διάταξις τότε καὶ πρέπει νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ νέον Σύνταγμα. Ἀλλ’ εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν δὲν ὑπάρχουσι μόνον Ἕλληνες χριστιανοί, ὑπάρχουσι καὶ Ἕλληνες πρεσβεύοντες καὶ ἄλλα θρησκεύματα. Ὑπάρχουσιν Ἕλληνες πρεσβεύοντες τὴν Μωαμεθανικὴν θρησκείαν, ὑπάρχουσι καὶ Ἕλληνες πρεσβεύοντες τὴν Ἰσραηλιτικὴν θρησκείαν. Εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὑπάρχουσι καὶ Πληρεξούσιοι μὴ ὀρθόδοξοι, ἂν δὲ δὲν ὑπάρχουσι σήμερον καὶ μὴ χριστιανοί, ὅπως πολλάκις ὑπῆρξαν ἄλλοτε, τοῦτο βεβαίως ὀφείλεται εἰς σύμπτωσιν. Ἂν δέ, χάρις εἰς τὴν σύμπτωσιν ταύτην, δὲν ὑπάρχουσι σήμερον, θὰ ὑπάρξωσιν εἰς τὸ μέλλον, καὶ ὄχι μόνον ἐλπίζομεν, ἀλλ’ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ ὑπάρξωσι καὶ εἰς πολὺ μάλιστα προσεχὲς μέλλον. Πάντως ὅμως, ἂν δὲν ὑπάρχουσι σήμερον Πληρεξούσιοι ἀλλόθρησκοι, ὑπάρχουσιν ὅμως συμπολῖται ἡμῶν τοιοῦτοι, καὶ νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν προκειμένην διάταξιν τοῦ Συντάγματος μετὰ τὸ «ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις ἕνεκα προσβολῆς κατὰ τῆς Χριστιανικῆς θρησκείας» νὰ προστεθῇ: «ἢ ἄλλης θρησκείας πρεσβευομένης ἐν τῷ Κράτει». Οὐδεὶς κίνδυνος, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει νὰ προσβληθῇ οἱαδήποτε θρησκεία, διότι τὸ ἔθνος ἡμῶν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς παράδειγμα, ὅτι ἀείποτε ἐσεβάσθη πᾶσαν θρησκείαν, καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, λέγω, ὡς παράδειγμα εἰς πολλὰ ἄλλα ἔθνη καὶ μεγαλόσχημα Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιδείξωσι τὴν αὐτὴν ἀνεξιθρησκίαν. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἐπειδή, ὡς προεῖπον, τὸ Σύνταγμα δίδει εἰκόνα τοῦ πολιτισμοῦ τοῦ ἔθνους κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν συντάσσεται, νομίζω ὅτι μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ δείξωμεν, ὅτι ἐξ ἴσου σεβόμεθα πᾶσαν θρησκείαν πρεσβευομένην ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν.
§99ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§100ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρὸ μικροῦ, κύριοι συνάδελφοι, διεξήγετο συζήτησις μεταξὺ δύο συναδέλφων ἡμῶν, ἡ ἑξῆς: ποία, ἔλεγεν ὁ εἷς, διεξάγεται συζήτησις ἐπὶ τῶν λεχθέντων κατὰ τὸ 1864, κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος, καὶ πόσαι ἐπικλήσεις τῶν σοφῶν γνωμῶν τῶν Πληρεξουσίων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης! Καὶ ἀπήντα ὁ ἄλλος: ἡ αὐτὴ ἐπίκλησις θέλει γίνεσθαι τῶν γνωμῶν ἡμῶν μετά τινα ἔτη, κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν, ἥτις θὰ γίνῃ εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ἀνταπήντα ὁ πρῶτος: Φρονῶ, ὅτι θὰ εὑρίσκωνται εἰς τοιαύτην πνευματικὴν κατάστασιν, ὥστε νὰ ἐπικαλῶνται τὰς γνώμας ἡμῶν! Καὶ ἀπήντα ὁ δεύτερος: μὲ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον συντάσσομεν δι’ αὐτούς, ἀναμφιβόλως εἰς τοιαύτην διανοητικὴν θὰ εὑρίσκωνται κατάστασιν.
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μᾶς ὑπεχρέωσες.
§102ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ὑποχρεώσωμεν ἡμεῖς ἐκείνους καὶ θὰ τοὺς ὑποχρεώσωμεν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἀποτελῶμεν ἀναμφιβόλως τραγικὴν εἰρωνείαν. Διότι, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις τὸ ἑξῆς, ὅπερ ἀνέγνων ποτὲ εἰς σοφόν τι βιβλίον: «ὅταν τις δὲν ἐκφράζῃ πᾶν ὅ,τι σκέπτεται, θὰ καταντήσῃ νὰ μὴ σκέπτηται παρὰ ὅ,τι ἐκφράζει». Συζητοῦμεν περὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τύπου, συζητοῦμεν προχείρως, ἀναφέρομεν παραδείγματά τινα καὶ φθάνομεν ἀμέσως εἰς ἓν συμπέρασμα, διότι τέλος πάντων ἐξηντλήθη τὸ θέμα, ἐπερατώθη ἡ συζήτησις!... Καὶ δὲν ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν· μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, δυστυχῶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν ἀντίληψιν, ἐπὶ τοσαύτας ὥρας συζητοῦντες καὶ καταπονούμενοι, ὅτι ἀποφασίζομεν βεβαίως περὶ τῆς διανοητικῆς καταστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἡ συζήτησις, Κύριοι, ἡ διεξαγομένη μεταξὺ ἡμῶν, ὡς διεξάγεται, δὲν γνωρίζω πῶς ἔφερεν εἰς τὴν φαντασίαν μου τὴν ἑξῆς εἰκόνα· φαντάζομαι ἕνα ἀσθενῆ πάσχοντα, συχνὰ ἔστω, ἐκ κεφαλαλγίας, καὶ περὶ αὐτὸν διαφόρους ἰατροὺς συζητοῦντας κατὰ ποῖον τρόπον θὰ κόψωσι τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ, διὰ νὰ μὴ πάσχῃ ἐκ κεφαλαλγίας! Ὁ τύπος διέπραξε παρεκτροπὰς φοβεράς! Ἐνθυμεῖσθε ἓν παράδειγμα εἰς τὸ 1897; ἐνθυμεῖσθε ἐκεῖνο τὸ ἄλλο παράδειγμα διαφωνίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτε καὶ ἔγραψε μίαν εἴδησιν, ἡ ὁποία εἰς ἐμὲ ἐφάνη τρομερά; Ὁ τύπος! Ὁ τύπος ἔχει ὅπλα, ὁ τύπος ἑπομένως πρέπει νὰ γράφῃ ἡσύχως καὶ ἀόπλως κατὰ τὸ «οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως»! Καὶ αὐτὸ ὀνομάζεται συζήτησις, ἐπαναλαμβάνω, περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, αὐτὸ ὀνομάζεται συζήτησις ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ πολιτεύματος, ἥτις καθορίζει τὴν σύστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς ἐξουσίας τῶν ἐξουσιῶν! Διότι κατὰ τὴν θεμελιωδεστάτην διάταξιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 21: «ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους». Ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι εἶναι ἐντολοδόχοι τοῦ ἔθνους, ἐκτελοῦσι τὰς ἐντολὰς τοῦ ἔθνους. Τὸ ἔθνος εἶναι ὁ ἐντολεύς. Ἐφαντάσθη τίς ποτε ἐντολέα, ὅστις παρέχει μίαν ἐντολὴν καὶ δὲν ἐνδιαφέρεται πλέον κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἐντολὴ ἐκείνη, ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐντολῆς; Ἐφαντάσθη τίς ποτε ἐντολέα, ὅστις ἔχει ἐνώπιον αὑτοῦ τὸν ἐντολοδόχον ἐκτελοῦντα τὴν ἐντολὴν καὶ ὅμως ἀδιαφοροῦντα κατὰ ποῖον τρόπον ἐκτελεῖ τὴν ἐντολὴν αὐτοῦ ὁ ἐντολοδόχος; Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ἔθνος ἐλεύθερον, τὸ ὁποῖον ἔχει καταστήσει τὰς ἐξουσίας τοῦ Κράτους καὶ ὅμως δὲν ἐπιβλέπει τὰς ἐξουσίας ἐκείνας, δικαιώματι ἐντολέως, δικαιώματι κυρίου ἀπέναντι τοῦ ὑπηρέτου; Ὁ λαός, ὁ κύριος, ὁ ἐντολεύς, ἐπιβλέπει καὶ συχνὰ διατάσσει, ψηφίζων κατὰ τὰς ἐκλογάς, συνερχόμενος εἰς συλλαλητήρια καὶ διαδηλῶν τὰ φρονήματά του, κυριώτατα δὲ κατὰ τοὺς σημερινοὺς χρόνους, μὴ δυνάμενος ὁλόκληρος ὁ λαὸς Πολιτείας τινὸς νὰ συνέρχηται εἰς τὴν Πνύκα καὶ ἐκδίδῃ αὐτὸς ἀμέσως τὰς ἀποφάσεις του, ἐπιβλέπει διὰ τοῦ τύπου. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ὁ τύπος δὲν εἶναι ἡ τετάρτη ἐξουσία· εἶναι ἡ ἐξουσία τῶν ἐξουσιῶν. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, κατὰ ποῖον τρόπον εἰς ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους εἶναι ἐπιτετραμμένη καὶ παρέχεται ἡ ἀσυλία τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπαγορεύομεν τὴν αὐτὴν ἀσυλίαν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν ἐξουσιῶν, προκειμένου περὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, προκειμένου περὶ τῆς δράσεως τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν; Καὶ νομίζομεν ὅτι ζῶμεν εἰς τὰ 1911 καὶ καθορίζομεν τὴν λειτουργίαν τῆς ἐξουσίας τῶν ἐξουσιῶν, λέγοντες ὅτι ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους; Διὰ τῆς φράσεως «τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» ἐλευθερίαν καθιστᾶτε ἢ δεσμὰ χαλκεύετε; ποῖος εἶναι ὁ νόμος;
§103Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Τί θέλετε νὰ εἴπητε;
§104Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἀμέσως.
§105Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ μὴ τηρῇ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους;
§106Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τηρῇ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ὡς πρὸς ἄλλα, νὰ ἔχῃ ὅμως ἀσυλίαν πραγματευόμενος τὰ ζητήματα τὰ πολιτικὰ καὶ κρίνων τὴν δρᾶσιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Βεβαίως τοῦτο ἤθελον, βεβαίως τοῦτο κρίνω μετὰ παντὸς λόγου.
§107Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν διάταξιν τοῦ Συντάγματός μας ἐν τῷ τύπῳ περὶ ἀσυλίας τοῦ οἴκου, ἐνῷ ὑμεῖς ζητεῖτε ὁ τύπος νὰ εἰσέρχηται ἐλευθέρως ἐν τῷ οἴκῳ καὶ νὰ ἐκθέτῃ τὰ τοῦ οἴκου.
§108ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Βουλευτά, ὅστις συμβαίνει νὰ εἶσθε ἰατρός, λέγω πρὸς πάντα εἴτε ἰατρὸς εἶναι εἴτε ἔμπορος εἴτε δικηγόρος—διότι καὶ οἱ δικηγόροι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι βεβαίως νὰ γνωρίζωσι πάντα τὰ Συντάγματα—ὅτι ἠδύνασθε εὐχερέστατα νὰ ἀναδιφήσητε τὰ διάφορα Συντάγματα καὶ νὰ ἴδητε τὰς ὑπαρχούσας εἰς αὐτὸ διατάξεις τὰς σημερινάς, διὰ νὰ μὴ παραξενεύησθε μὲ τὴν πρότασίν μου.
§109Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν.
§110Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα, λέγει, νὰ ἐκφράζωνται προφορικῶς καὶ ἐγγράφως τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ποῖοι θὰ ὦσιν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους; Καθορίζετε τώρα τὰς ἐλευθερίας τοῦ τύπου; Τί παρέχετε εἰς τὸν τύπον; τί παρέχετε εἰς ἐκείνην τὴν δύναμιν, ἥτις συνήγαγεν ἡμᾶς ἐνταῦθα; Τί παρέχετε εἰς ἐκείνην τὴν δύναμιν, ἥτις εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις διὰ τὸν τόπον μὲ ὅλας της τὰς παρεκτροπάς, παρεκτροπὰς αἵτινες δὲν εἶναι παρὰ αἱ παρεκτροπαὶ ὅλων ἡμῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε τύπον, ὅστις διερμηνεύει ἄλλα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὅλοι ἡμεῖς θέλομεν; Θὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἰς τὸ προσχέδιον αὐτῆς ἤθελε νὰ προλάβῃ τοὺς ἐξωτερικοὺς κινδύνους τῆς Ἐπικρατείας, τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὰ μέλη ἄλλοτε κατεσκεύαζον ἀλλαχοῦ Σύνταγμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπῆρχε διάταξις νὰ ἀποφύγωμεν τοὺς ἐσωτερικοὺς κινδύνους τῆς Ἐπικρατείας, τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τρία μέλη κατηγορήθησαν διὰ παρεκτροπὰς τοῦ τύπου, διότι ἐλέχθη ἤδη ὅτι κατηγορήθη ὁ Πρωθυπουργός, κατηγορήθη καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἄλλοτε ἦτο κατηγορούμενος, ἐπὶ ἑξάμηνον ἢ καὶ πλειότερον ἴσως φυγόδικος, διότι εἶπεν ὅτι ἔδει νὰ διορισθῇ καθηγητὴς τῆς Ἀρχαιολογίας ὁ κ. Τσούντας καὶ «εἰς τοῦτο ἔπρεπε νὰ προσέξῃ ὁ Βασιλεύς» καὶ διότι ἔγραψεν ὁ ἀρχισυντάκτης τότε τῆς Ἀκροπόλεως ὅτι «ἔδει νὰ προσέξῃ ὁ Βασιλεύς», διότι δὲν διωρίζετο καθηγητὴς τῆς Ἀρχαιολογίας ὁ Τσούντας, ὅστις ἦτο καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας ἐμοῦ ὁ διαπρεπέστερος τῶν ἀρχαιολόγων, ἐξύβρισε τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἐπὶ ἑξάμηνον φυγόδικος, συνεννοούμενος διά τινος νῦν Βουλευτοῦ μετὰ τῆς «Ἀκροπόλεως», ὅστις ἑλιγμοὺς μακροτάτους ἐπεχείρει ἀνὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν μήπως ἀνακαλυφθῇ ὅτι συνεννοεῖται μετὰ τοῦ ἀρχισυντάκτου τῆς «Ἀκροπόλεως!»...
§111Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἐν τούτοις ἐκλήθη εἰς τὸν ἀνακτορικὸν χορὸν ὑπόδικος ὤν!
§112ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μετὰ μίαν ἑβδομάδα, κύριε συνάδελφε!
§113Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ φαίνεται παράξενον—καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω—διότι πρὸ παντὸς γνωρίζων τὸν τύπον προτείνω νὰ ἔχωμεν τὴν ἐλευθερίαν, ὅπως πραγματευώμεθα τὰ πολιτικὰ ζητήματα καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ, ὅπως κρίνωμεν τὴν λειτουργίαν τῆς Πολιτείας ἡμῶν, χωρὶς νὰ εἴμεθα ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς καταδιώξεις διὰ προσβολὰς κατὰ τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας ἢ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως. Κατὰ τῆς Χριστιανικῆς δὲ Θρησκείας καὶ ἂν μείνῃ καὶ ἂν δὲν μείνῃ ἡ διάταξις τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ αὐτό, διότι οὐδεὶς οὐδέποτε κατεδιώχθη διὰ προσβολὴν κατὰ τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας, μάρτυς μου δὲ ὁ Θεός, ὅτι πολλάκις ἀνέγνωσα εἰς ἐφημερίδας νὰ προσβάλληται πᾶν ὅ,τι ὅσιον καὶ ἱερὸν ὑπάρχει ἐν τῇ Θρησκείᾳ ἡμῶν, καὶ οὐδεὶς ἐσκέφθη νὰ καταδιώξῃ· ἐὰν ἐγένοντο καταδιώξεις, καταδιώξεις μωραί, καταδιώξεις ἐγκληματικαί, καταδιώξεις κακόπιστοι, καταδιώξεις ἀσυνείδητοι, καταδιώξεις ἄτιμοι, καταδιώξεις ἀνυπόστατοι εἰς βαθμὸν ἀφάνταστον, ἐγένοντο διὰ προσβολὰς κατὰ τῆς Βασιλείας. Ἐγὼ κατεδιώχθην ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ Βασιλέως προφορικῶς. Εἰς ὅ,τι ἔχω ἱερὸν καὶ προσφιλὲς εἰς τὸν κόσμον—καὶ δύναμαι νὰ τὸ ἀποδείξω ἄλλως τε καὶ διὰ τῶν κειμένων— ἐξεφράσθην εὐλαβῶς περὶ τοῦ Βασιλέως.
§114Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τὸ βεβαιῶ καὶ ἐγώ, Κύριοι, αὐτό.
§115Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ὅμως κατεδιώχθην ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ τοῦ Βασιλέως! Καὶ θέλετε νὰ ἀφήσητε τοιαύτην διάταξιν;
§116Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
§117Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως τὴν ἡμέραν ἐκείνην, διότι, ἐὰν θέλητε νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἄλλων ἡμερῶν, κλείομεν τὰς θύρας καὶ τότε ἐξομολογούμεθα τὰς ἁμαρτίας ἀλλήλων.
§118Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπήγατε σεῖς εἰς τὴν φυλακήν;
§119Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἐπῆγα ἐγὼ εἰς τὴν φυλακήν, διότι, βεβαιωθῆτε, ἦτο δύσκολον νὰ ὑπάγω εἰς τὴν φυλακήν.
§120Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Διότι δὲν ὑβρίσατε.
§121Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι διότι δὲν ὕβρισα, ἀλλὰ διότι ἠπείλησα, διότι ἐκινδύνευον τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἐγὼ καὶ ἡ οἰκογένειά μου ὁλόκληρος νὰ μείνῃ εἰς τοὺς πέντε δρόμους, ἐὰν κατεδικαζόμην εἰς τριῶν ἡμερῶν φυλάκισιν· περιῆλθον εἰς ἀπόγνωσιν· ἠπείλησα· καὶ ἠπείλησα δεινῶς.
§122Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἴσως ἐπράξατε καὶ αὐτός· ἀλλὰ ἠθωώθητε, διότι ἦσαν εὐσυνείδητοι οἱ δικασταί.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀφήνετε τὰς διακοπάς;
§124Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει μεγίστην σχέσιν διὰ τὸ θέμα αὐτό. Ἐὰν ἦταν εὐσυνείδητοι, Κύριοι, οἱ δικασταί, δὲν θὰ παρεπεμπόμην ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, δὲν θὰ ἐπεκυροῦτο τὸ βούλευμα ὑπὸ τῶν Ἐφετῶν, δὲν θὰ ἐπεκυροῦτο ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀλλὰ ὅλοι κατείχοντο ὑπὸ τρόμου· ὅλοι δ’ ἔλεγον εἰς τοὺς διαδρόμους: «ἀνυπόστατος κατηγορία· εἰς τὸ ἀκροατήριον θὰ ἀθωωθῇ»· παντελῶς ἀνυπόστατος· πῶς σὲ ἔχουν κατηγορούμενον; Περίεργον! Ἀλλά, βλέπεις, εἶναι τυπικὰ πράγματα· καλλίτερον εἰς τὸ ἀκροατήριον νὰ καθαρισθῇ!»
§125Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Διὰ νὰ γίνῃ πανηγυρικωτέρα ἡ ἀθῴωσις.
§126Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρεπέμφθητε εἰς τὸ ἀκροατήριον;
§127Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρεπέμφθην, ἀλλ’ ἠθωώθην. Ἀλλὰ πρέπει νὰ βεβαιωθῆτε ὅτι ἠθωώθην διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον.
§128Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Πολὺ ἄσχημα ἐκάμετε νὰ ἀπειλήσητε, διὰ νὰ ἀθῳωθῆτε. Ἀφοῦ ἦσθε ἀθῷος, ἔπρεπε νὰ περιμένητε τὴν ἀπόφασιν τῆς δικαιοσύνης τῆς πατρίδος σας.
§129Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος εἶπε «πολὺ ἄσχημα»; Πῶς εἴπετε; νὰ μὴ ἀπειλήσω; Νὰ εἶμαι σήμερον κατεστραμμένος ἀτιμότατα καὶ κακοηθέστατα; νὰ μὴ δυσανασχετῇ κανείς, καὶ μάλιστα νὰ μὴ δυσανασχετῇ, ὅτε ὑπῆρξε, τοὐλάχιστον εἰς τὸ παρελθόν, ἐποχή, καθ’ ἣν ἤμεθα παντελῶς σύμφωνοι ἐπί τινων ζητημάτων καὶ ἐπί τινων προσώπων! Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ἔχετε ἕνα τύπον παντελῶς ἐλεύθερον, ὅταν πραγματεύηται τὰ πολιτικὰ ζητήματα, ὅταν ἐξετάζῃ τὴν δρᾶσιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ποίους κινδύνους εἶναι δυνατὸν νὰ διατρέξῃ ἡ Πολιτεία; Ἐὰν πραγματευθῇ ὁ τύπος ζητήματά τινα κατὰ τρόπον ἀδέξιον, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ περιέχῃ ἀνακριβείας, θὰ ὑπάρχωσιν ἄλλαι ἐφημερίδες, αἵτινες θὰ ἐλέγξωσι τὰς ἀδεξιότητας καὶ τὰς ἀνακριβείας. Τοῦτο θὰ εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τύπου, διότι ἡ συζήτησις θὰ εἶναι λεπτομερεστέρα ἐπὶ τῶν ζητημάτων ἐκείνων. Ὑποθέσατε, ὅτι μία ἐφημερὶς ἐξετάζουσα διατί π. χ. κατά τινα ἐποχὴν οἱ αὐλικοὶ εἶχον λάβει εἰς τὸ μερίδιόν των 22 ἀνώτερα τελωνειακὰ ῥουσφέτια, ἤθελεν ἐπιστήσει κατὰ τρόπον αὐστηρὸν τὴν προσοχὴν τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως, ὅτι οἱ αὐλικοί του ἔχουσι λάβει 22 τελωνειακὰ ῥουσφέτια. Νομίζετε, ὅτι τοῦτο, διότι δὲν θὰ ἀπετέλει ἐξύβρισιν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, θὰ εἶναι πρὸς βλάβην τοῦ τόπου;
§130Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καθ’ ἡμέραν γράφονται αὐτά.
§131ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν γράφονται.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐλέγχου τῶν Κυβερνήσεων καὶ οὐδενὸς ἑτέρου.
§133ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι θὰ εὑρίσκετο μία ἐφημερὶς νὰ ἀνεμίγνυε κατὰ τρόπον ἀνοίκειον καὶ ἀπρεπῆ εἰς τὴν πολιτικὴν συζήτησιν τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως· τοῦτο θὰ εἶναι εἰς βλάβην τοῦ τόπου; Εἰς βλάβην τοῦ Θρόνου καὶ τοῦ Βασιλέως; Ὄχι, ἀναμφιβολώτατα. Διότι θέλει προκληθῆ ἀντίδρασις ὑπηρετικὴ καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ Θρόνου καὶ τῆς νομιμοφροσύνης τοῦ τόπου, ἀλλὰ δὲν θέλει ἀποθάνει εἰς τὰς φυλακὰς πτωχὸς οἰκογενειάρχης, τοῦ ὁποίου ἡ χήρα καὶ τὰ τέκνα πρὸ ἡμερῶν ἐζήτουν ἐλεημοσύνην, ἀδίκως καὶ παραλόγως. Ἀλλὰ προληπτικὰ μέτρα δὲν ὑπάρχουσι, μόνον κατασταλτικὰ ὑπάρχουσιν. Ἡ κατάσχεσις εἶναι κατασταλτικὸν μέτρον; Ἀπὸ ποίου σημείου ἄρχεται ἡ κατάσχεσις; Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, λέγουσι; Καὶ πότε εἶναι ἡ δημοσίευσις; Ὅταν περατωθῇ ἡ ἐκτύπωσις; Καὶ ἂν συλλάβωσι τὰ φύλλα εἰς τὸ τυπογραφεῖον, εἶναι τὸ μέτρον προληπτικὸν ἢ κατασταλτικόν; Ἅμα κυκλοφορήσωσι τὰ φύλλα, θὰ γίνῃ ἡ κατάσχεσις; Ἡ κυκλοφορία ἐπῆλθε· δὲν εἶναι πλέον ματαία ἡ κατάσχεσις, δὲν διεγείρει ἐπὶ πλέον τὴν περιέργειαν ἡ κατάσχεσις, ὥστε νὰ ἐπέρχωνται ἀποτελέσματα χειρότερα ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκει ὁ ἐπιβάλλων τὴν κατάσχεσιν; Ἢ εἶναι προληπτικὸν μέτρον ἡ κατάσχεσις, διότι ἐνεργεῖται ἅμα τῇ τυπώσει τοῦ φύλλου, ἢ ὡς μέτρον κατασταλτικὸν εἶναι ἐντελῶς ματαία καὶ ἄγει εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι δὲν διεξάγεται ἡ συζήτησις μετὰ τῆς προσηκούσης σοβαρότητος. Καὶ ἐλέχθη ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀρκετὴ ἐγγύησις, ὅτι θέλει ἀρθῆ ἡ κατάσχεσις μετὰ 24 ὥρας, ὥστε μετὰ 24 ὥρας τὰ φύλλα θὰ τεθῶσιν εἰς κυκλοφορίαν καὶ θὰ εὑρεθῇ ἀγοραστὴς νὰ ἀγοράζῃ τὰ πρὸ 24 ὡρῶν ἐκτυπωθέντα φύλλα;!
§134Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δύναται τὸ δημοσιευθὲν νὰ εἶναι εἰς φύλλον τῆς ἑπομένης.
§135ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ δήμευσιν; Διότι εἶναι περιουσία αὐτή, τὴν ὁποίαν δημεύετε, καὶ τὴν δημεύετε χωρὶς νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὑπῆρξεν ἀδίκημα. Διότι τὰ φύλλα ἐκεῖνα οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσι πλέον.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ λάβῃ ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη μεγαλειτέραν τότε κυκλοφορίαν.
§137ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ λάβῃ μεγαλειτέραν κυκλοφορίαν, ἀλλὰ τότε τί τὴν θέλετε τὴν κατάσχεσιν;
§138Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἡ κατάσχεσις ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς ποινῆς.
§139ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει τὴν ἔννοιαν ποινῆς ἐπιβαλλομένης πρὸ πάσης ἀνακρίσεως καὶ διὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ εἰσαγγελέως καὶ διὰ τὸ πεῖσμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκάλει τὸν κ. Πὼπ καὶ ἐζήτει μετ’ αὐτοῦ συμβιβασμόν. Ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ ὁ νόμος, ὅστις παρέχει εἰς ἡμᾶς πᾶσαν ἐγγύησιν ἐκ τοῦ παρελθόντος τῶν συντακτῶν. Εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος, Κύριοι, καὶ ἐγὼ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι δρακοντείους διατάξεις κατὰ τῶν προσβολῶν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, διότι, καὶ ἂν ἔχῃ κηλῖδας ὁ ἰδιωτικὸς βίος καὶ ἂν ὑπέστη τις ἕν ἀτύχημα, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ διαπομπεύηται ἐνώπιον ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ὑπῆρξά ποτε συνήγορος κατηγορουμένου, ὅστις ἐξετέλεσεν ἔγκλημα ἕνεκα λόγων τιμῆς, καὶ ἐλέχθη κατὰ τὴν διαδικασίαν, ὅτι ἠνείχετο τὴν προσβολὴν τῆς τιμῆς του ἐπὶ ἔτη πολλά. Ὑπερήσπισα αὐτὸν καὶ ὑπεστήριξα καὶ ἐδέχθησαν οἱ ἔνορκοι, ὅτι ἐξετέλεσε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἐν παραφορᾷ, διότι ὁ παθὼν διεπομπεύθη ἐν μέσῃ πλατείᾳ. Καὶ εἶπον εἰς τοὺς ἐνόρκους, ὅτι ὑφίστατο ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ τὸ ὄνειδός του, κρυπτόμενος ἀπὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ κόσμου, ἵνα ἐκπληρώσῃ ἄλλα καθήκοντα. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ ἀτιμάζων ἐπεκόλλησε τὸ αἶσχος εἰς τὸ μέτωπον αὐτοῦ καὶ τὸν περιήγαγε διὰ νὰ τὸν ἴδῃ ὅλος ὁ κόσμος. Ἐξηγέρθη τότε ἡ ψυχή του, καὶ οὕτως ἐξετέλεσε τὸ ἔγκλημα. Εἰς εὐρύτερον κύκλον εἶναι ἐξεταστέον παρ’ ἡμῖν σήμερον τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅτι δύναταί τις νὰ ὑποστῇ πᾶν ἀτύχημα, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διαπομπεύηται ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου. Διὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος νὰ θέσωμεν δρακοντείους διατάξεις κατὰ τῶν προσβολῶν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Ἀλλὰ καταδικάζομεν τὴν πολιτικὴν πρόοδον τοῦ τόπου, οἱονδήποτε, ἔστω καὶ τὸν ἐλάχιστον, ἐὰν θέσωμεν περιορισμόν, ὅταν ἐξετάζῃ ὁ τύπος τὰ πολιτικὰ θέματα καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν. Εἶναι δυνατόν τις νὰ δεχθῇ μίαν καὶ μόνην ἐξαίρεσιν. Ὅταν ὑπάρχῃ ἐπιστράτευσις γενική, νὰ ἀπαγορευθῶσι πᾶσαι αἱ εἰδήσεις ἐπὶ στρατιωτικῶν κινήσεων, αἵτινες δὲν παρέχονται ὑπὸ τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, ἀλλ’ οὐχὶ «ἀπειλουμένου πολέμου». Διότι ἴσως κατὰ πᾶσαν περίστασιν ἀπειλεῖται πόλεμος. Οὐχί, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας γηραιὸς πολιτευτής, «ἐν ἐποχῇ ἐξωτερικῶν ἀνωμαλιῶν».
§140Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Πάντοτε αἱ ἀνωμαλίαι εἶναι διαρκεῖς.
§141ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διότι τοὐλάχιστον, νομίζω, ἀπὸ τριετίας εὑρισκόμεθα ἐν δεινοτάτῃ ἐξωτερικῇ ἀνωμαλίᾳ. Ζητεῖται περιορισμὸς κατὰ ποίου τύπου; Κατὰ τοῦ τύπου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ πρῶτος εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὁμολογήσω τὰς παρεκτροπὰς αὐτοῦ, ἀλλὰ πρωτίστως κατὰ τοῦ τύπου, ὅστις πρὸ ἐλαχίστων ἐτῶν, ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, ἐδέχετο νὰ δημοσιεύῃ εἰδήσεις μόνον ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀπέστελλε πρὸς αὐτὸν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν δι’ ἑνὸς χωροφύλακος ἐντὸς φακέλου καὶ μέχρι τῆς ὀγδόης ὥρας μετὰ μεσημβρίαν. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ καταδιώξῃ ἐπὶ ἀφιλοπατρίᾳ ὅλους τοὺς δημοσιογράφους, οἵτινες εἶναι συγγενεῖς, οἵτινες εἶναι φίλοι μας, οἵτινες εἶναι συμπολῖταί μας, οἵτινες εἶναι αἷμά μας, οἵτινες εἶναι ὅ,τι ἡμεῖς πάντες οἱ ἄλλοι.
§142Γ. ΠΩΠ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Κυβερνήσεως τῆς πρώτης ἐπαναστάσεως, ὅτε ὁλόκληρος ὁ τύπος κατεπολέμει τὴν Κυβέρνησιν μετὰ μανίας, παρεκλήθησαν οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐφημερίδων εἰς οὐδεμίαν στρατιωτικὴν ἀνακοίνωσιν νὰ προβῶσι. Δὲν ὑπῆρξε δὲ δημοσιογράφος ὄχι μόνον καθημερινοῦ φύλλου, ἀλλὰ καὶ φύλλων τινῶν, τὰ ὁποῖα ἐκυκλοφόρουν εἴτε ἡμέραν παρ’ ἡμέραν εἴτε καθ’ ἑβδομάδα, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ δεχθῇ μετ’ εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ τὴν ἐπιταγὴν τῆς Πολιτείας, καίτοι ἤμεθα πάντες ἐν ἀκραδάντῳ πεποιθήσει, ὅτι ἐπρόκειτο σχεδὸν περὶ κωμειδυλλίου (ἱλαρότης).
§143Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀπὸ τοιούτων ἰδεῶν ὁρμώμενος, κύριοι συνάδελφοι, μακρότερον θὰ ἔφερον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλ’ ἐπειγόμενος, θὰ εἴπω τοὐλάχιστον, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, ποίας θετικωτάτας ἰδέας ἔχω περὶ τοῦ τύπου. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ἐν γένει αἱ συζητήσεις δὲν διεξάγονται ὡς θὰ ἐπεθύμουν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι συντομώτατα ἐλάλησα. Θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ δεχθῶ διάταξιν, ἥτις θὰ ἔλεγεν: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα προφορικῶς καὶ ἐγγράφως νὰ ἐλέγχωσιν ἐν πάσῃ ἐλευθερίᾳ τὴν δρᾶσιν τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν». Καὶ νὰ ἔχω μίαν μόνον ἐπιφύλαξιν: «Ὁ νόμος θέλει ὁρίσει τὰ ἀδικήματα καὶ τὰς ποινὰς κατὰ τῆς προσβολῆς τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου». Καὶ νὰ δεχθῶ μόνον τὴν ἐξαίρεσιν, περὶ ἧς ἐλάλησα. Ἐπίσης δὲν ἀποδέχομαι, κύριοι Βουλευταί, τὴν διάταξιν «Πᾶς μὴ Ἕλλην δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἐφημερίδα», οὐχὶ μόνον διότι θεωρῶ, ὅτι ἀντιβαίνει μέχρις ἀνισότητος νὰ ἀπαγορεύηται εἰς τοὺς Ἕλληνας ὅλους νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα νὰ ἐκδίδωσιν ἐφημερίδα, ἀλλὰ καὶ διότι θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀνελεύθερον νὰ ἀπαγορευθῇ νὰ ἔρχηται ἐδῶ πᾶς τις νὰ κηρύξῃ τὰς ἰδέας του, αἵτινες θὰ εἶναι ἰδέαι προόδου καὶ ἐλευθερίας. Ἐσκεπτόμην νὰ προκαλέσω ψηφοφορίαν ὀνομαστικήν, ἀλλ’ αἱ δεύτεραι σκέψεις σοφώτεραι. Θέλω ἀφήσει τὴν εὐθύνην ὅλην εἰς τὸ Βενιζελικὸν κόμμα, ὡς κόμμα, νὰ ψηφίσῃ εἰς τὰ 1911 τοιαύτας διατάξεις.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήνετε τὴν εὐθύνην δηλαδὴ εἰς τὴν παμψηφίαν τῆς Βουλῆς.
§145Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§146Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας εἶπεν ὅτι εἶμαι ἰατρός, ἐνῷ γνωρίζει, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι καὶ ἰατροὶ καὶ δικηγόροι καὶ ἔμποροι.
§147Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἰατρὸς ὀλιγώτερον κατὰ κανόνα ἀσχολεῖται εἰς τὰ συνταγματικὰ ζητήματα, ὥστε τοῦτο λεγόμενον δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ μομφήν.
§148Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ δὲν κάμνω τὸν διδάσκαλον.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαζέας ἔχει τὸν λόγον.
§150Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, οὔτε ὕμνους θὰ ψάλλω εἰς τὸν τύπον, οὔτε θὰ ἐπαναλάβω τὰ λεχθέντα ὑπὸ ἄλλων συναδέλφων. Ἐπειδὴ ὅμως συμβαίνει, ὡς πρὸς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 14, νὰ μὴ ἔχω πεισθῆ ἀκόμη νὰ συντάξω τὴν γνώμην μου μετὰ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἐπιτρέψατέ μοι δι’ ἐλαχίστων νὰ εἴπω ποῦ στηρίζω τὴν ἀντίθετον γνώμην, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ δηλονότι τὴν πρόνοιαν τὴν λαμβανομένην διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ τύπου κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν κείμενον νόμον περὶ ἐξυβρίσεως, καθ’ ὃν δρακόντειοι ὄντως ποιναὶ ἐπιβάλλονται κατὰ τῶν τοιούτων παραβάσεων, ὄχι μόνον ποιναὶ φυλακίσεως, ἀλλὰ καὶ προστίμου μέχρι 2000 δραχμῶν. Καὶ ἐξετάζω, τί ἀπέδειξεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου μέχρι σήμερον; Ὑπῆρξε τάχα ὁ νόμος ἐκεῖνος περὶ ἐξυβρίσεως τοσοῦτον ἐπιεικής, ὥστε νὰ εἶναι ἀνάγκη σήμερον νὰ λάβωμεν μέριμναν βαρυτέραν ἀκόμη συνεπειῶν τῆς τοιαύτης παραβάσεως; Ποῖος ὁ λόγος, δι’ ὃν εἰς τὸν νόμον περὶ ἐξυβρίσεως προστίθεται ἓν ἀκόμη φορτίον, τὸ ὁποῖον μέλλει μάλιστα διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ προστεθῇ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον; Πῶς μέχρι τοῦδε ἐφηρμόσθη ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων ὁ νόμος περὶ ἐξυβρίσεως; Τίνα δεδομένα παρέχει ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ ἐξυβρίσεως ἐξ ὅσων δικῶν διεξήχθησαν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς του ἕως σήμερον ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων; Δὲν ἔχομεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀκόμη στατιστικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἵνα ἐξενέγκωμεν ἀσφαλῆ γνώμην. Ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν πεῖραν πάντων ὑμῶν. Γνωρίζετε, ἂν ὁ νόμος περὶ ἐξυβρίσεως ἐφηρμόσθη ποτὲ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων κατὰ τὸ ἀνώτατον σημεῖον τῶν ποινῶν, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει; Δὲν νομίζετε ὅτι συμβαίνει πάντοτε τὸ ἐναντίον; Συνέβη πολλάκις νὰ δώσωσι συγγνώμην τὰ Δικαστήρια εἰς τοιαύτας παραβάσεις τοῦ τύπου κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, ἕνεκα τῶν αὐστηροτήτων τοῦ νόμου· νὰ δώσωσι συγγνώμην ἀκριβῶς, διότι ἐκτὸς τῆς ποινῆς τῆς φυλακίσεως εἶναι καὶ ἡ συνοδεύουσα ποινὴ προστίμου 100 δραχμῶν τοὐλάχιστον, ἣν ἐθεώρουν βαρεῖαν νὰ ἐπιβάλλωσι, καὶ διὰ τοῦτο συχνὰ ἠθώωσαν τοιούτους κατηγορουμένους. Καὶ ὅτε τὰ Δικαστήρια συμβαίνει πάντοτε νὰ κρίνωσιν αὐστηρὰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὥστε νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἀνάγκην εἴτε νὰ συγγιγνώσκωσι τοῖς κατηγορουμένοις εἴτε νὰ ἐπιβάλλωσι τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς ποινῆς, δὲν νομίζετε ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, τὴν ὁποίαν θέτομεν εἰς τὸ Σύνταγμα σήμερον, παρεμβάλλομεν ἓν ἀκόμη μεγαλείτερον κώλυμα εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου τούτου; Ἂν σήμερον ὀρρωδοῦντα τὰ Δικαστήρια νὰ ἐπιβάλλωσι ποινὴν 100 δραχμῶν ἀναγκάζονται νὰ ἀθῳῶσί τινας τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ ἐξυβρίσει, δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀθῳῶσι πλειοτέρους αὔριον, ὅταν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπιβάλλωσι καὶ 200 δραχμῶν πρόστιμον προσέτι; Τίνα λόγον ἔχει τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ καθιερώσωμεν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως; Καὶ τίς ἡ ἀνάγκη τὸ μέτρον τοῦτο νὰ τεθῇ μεταξὺ τῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος; Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 14 ἐν ἀρχῇ λέγει ὅτι πᾶς τις δύναται νὰ ἐκφράζῃ τὰς σκέψεις αὑτοῦ διὰ τοῦ τύπου σεβόμενος τοὺς κειμένους νόμους. Δύναται ἄρα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐὰν ἤθελε θεωρήσει ἐπάναγκες τὸ μέτρον καὶ ἀνεπαρκῆ τὸν ἰσχύοντα Ποινικὸν Νόμον ὡς πρὸς τὰς ποινάς, νὰ ἐπαυξήσῃ ταύτας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀπόψεως ταύτης τοῦ ζητήματος ἀποβλέπω καὶ εἰς ἄλλην αὐτοῦ ἀπόχρωσιν. Θεωρῶ ὅτι ὁ κύριος σκοπὸς τῆς τοιαύτης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι δὲν τείνει πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων τοιούτων παραβάσεων, δι’ οὓς προβλέπει ἰσχύων εἰδικῶς νόμος βαρείας ὡς εἴρηται ποινὰς ἀπαγγέλλων, ἀλλὰ τείνει εἰς διατίμησιν τῆς προσβληθείσης τιμῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἀνεύρω ἄλλην ἔννοιαν. Σκοπὸς τοιαύτης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι, ἐὰν τεθῇ, εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος νὰ διατιμήσῃ τὴν τιμήν. Ἀλλ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ τοιαύτη καινοτομία, εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνομεν διὰ τοῦ Συντάγματος, εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ ἤθη; Δὲν πιστεύω, Κύριοι, εἰς κανένα ἐξ ἡμῶν νὰ μὴ ἀνέλθῃ τὸ μειδίαμα εἰς τὰ χείλη, ὅταν ἀναγινώσκῃ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ἡ δικαιοσύνη ἄλλων Κρατῶν, εἰς τὰ ὁποῖα ἰσχύουσι παρόμοιαι διατάξεις· δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι ὑπάρχει τις ἐξ ἡμῶν, ὅστις νὰ μὴ μειδιάσῃ, ὅταν ἴδῃ ὅτι διὰ τὴν προσβολὴν τῆς τιμῆς, ὅτι δι’ ἓν φίλημα, ἐπεβλήθη ποινὴ 5 δολλαρίων ἢ 4 λιρῶν. Καί, ὅτε πάντες ἡμεῖς ὑπὸ τοιούτου συναισθήματος καταλαμβανόμεθα ἀπέναντι τοιούτων ποινῶν προκαλουσῶν τὸ μειδίαμα ἡμῶν, δὲν νομίζετε ὅτι δὲν συμμορφούμεθα πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ ἤθη προβαίνοντες εἰς τοιοῦτον ὡς τὸ μελετώμενον διάβημα διατιμήσεως τῆς τιμῆς;
§151Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πρὸ καιροῦ ἀνέγραψεν ἐφημερὶς ὅτι ἔμπορος ἐν Πειραιεῖ ἀνέστειλε τὰς πληρωμάς του. Τοῦτο ἐπέφερε ζημίαν σοβαρὰν εἰς τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἔμπορον. Ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ φόβος τῆς ἐπιβολῆς τιμωρίας 200 π. χ. λιρῶν, θὰ ἀνέγραφε τὴν εἴδησιν ἡ ἐφημερίς;
§152Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Δικαιολογῶ τὴν ἀπορίαν σας, διότι εἶσθε ἄπειρος τῶν νομικῶν θεμάτων.
§153Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εἶναι τὸ συμπέρασμά μου ὀρθόν; Ἂς λείψῃ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἴμεθα δικηγόροι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ συμπεραίνωμεν ὀρθῶς. Εἶναι τὸ συμπέρασμά μου ὀρθόν;
§154Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Περὶ τούτου προβλέπει ἄλλος νόμος ἰσχύων, καταδικάζων τοὺς ὑπαιτίως ζημιοῦντας.
§155Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Νομίζομεν ὅμως ὅτι δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν θετικώτερόν τι τοῦ νόμου ἐν τῷ Συντάγματι.
§156Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ ἀστικὸς νόμος ἀποζημιοῖ οἱανδήποτε θετικὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐπιφέρει τις εἴτε δι’ ἐξυβρίσεως εἴτε ἐξ ἄλλης παραβάσεως;
§157Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμου θέλομεν ἱκανοποίησιν τοῦ παθόντος. Πρέπει νὰ λάβῃ ὁ ἔμπορος ἀποζημίωσιν.
§158Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι σᾶς ἔδωκα ἐπαρκῆ ἐξήγησιν. Φρονῶ ἑπομένως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ συζητουμένη διάταξις, ἡ ὁποία ἄλλως τε δύναται κάλλιστα νὰ μελετηθῇ βραδύτερον καὶ καθιερωθῇ διὰ νόμου, καθόσον ἀφίεται τοιαύτη ἐλευθερία ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, φρονῶ, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, καθισταμένη δυσθεράπευτος, ἐὰν καταδειχθῇ νοσηρά, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον διὰ τῆς διατάξεως ταύτης νὰ συγχωρῶνται πλείονες ἢ ὅσοι μέχρι τοῦδε ἐσυγχωροῦντο ἐκ τῶν ὑπαιτίων ἀδικημάτων ἐξυβρίσεως ἀναγομένων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, καὶ ἑτέρωθεν φρονῶ ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀπομακρυνόμεθα καὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἠθῶν. Τὸ ἄρθρον 14 καθιεροῖ δύο κεφάλαια ἐλευθερίας, τὸ κεφάλαιον τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως καὶ τὸ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Τὸ πρῶτον κεφάλαιον τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως παρέχει κατ’ εὐφημισμὸν ἐλευθερίαν. Ἐκείνη, ἡ ὁποία παρέχεται κατὰ τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἐλευθερία κενὴ καὶ ἀνύπαρκτος, συνταγματικῶς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἔκφρασις, παραδεδομένη εἰς τὰς χεῖρας τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, δυναμένη νὰ κανονίζῃ διὰ νόμου περιορισμοὺς ταύτης ὅσους ἂν θέλῃ. Εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ τῆς κατ’ εὐφημισμὸν ἐλευθερίας ὑπάγεται καὶ ἡ περίπτωσις, ἣν ἀφορᾷ ἡ περὶ ἧς συζητῶ ἤδη διάταξις τοῦ προσχεδίου, καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ καθιερώσῃ τοιούτους περιορισμοὺς ἢ καὶ μεγαλειτέρους, ἐὰν τοῦτο νομίζῃ ἀναγκαῖον. Καὶ ὡς πρὸς τὸ διὰ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος καθιερούμενον ἕτερον κεφάλαιον ἐλευθερίας, ἤτοι ὡς πρὸς τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς λοιπὰς παραγράφους τοῦ 14ου ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος ἔχουσι τεθῆ κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, θεωρῶ τούτους καὶ προσήκοντας καὶ ἐπαρκεῖς. Δὲν πρέπει νὰ περιορίσωμεν ἀκόμη περισσότερον τὸν ἔλεγχον τῶν δημοσίων πράξεων. Ἀλλ’ ἂν ἀτυχήματα τοῦ παρελθόντος ὁδηγοῦσι σήμερον εἰς τὸ μέτρον περιορισμοῦ τοῦ τύπου, δι’ ὡρισμένας δημοσίας πράξεις, ἀφορώσας τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους, οὐδεὶς ὅμως λόγος συντρέχει, ἵνα τὸ πνεῦμα περιορισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τὰς πράξεις τὰς ἀφορώσας τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Διότι καὶ τοῦ ἰδιώτου αἱ πράξεις, ὡς μέλους τῆς Πολιτείας μὲ καθήκοντα περιβεβλημένου, ἐφ’ ὅσον ἀναφέρονται εἰς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ, δύνανται νὰ ἔχωσι δημόσιον χαρακτῆρα, ὅπως καὶ τοῦ δημοσίου ἀνδρὸς αἱ ἰδιωτικαὶ πράξεις ἐπίσης, καὶ ὁ ὑπέρμετρος κολασμὸς τοῦ ἐλέγχου αὐτῶν περιορίζει τὸν ἔλεγχον τοῦ δημοσίου βίου τῆς Πολιτείας ἐν γένει. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ψηφιζομένου τοῦ ἄρθρου 14 καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα μέρη πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ τὴν προσβολὴν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου ἀφορῶσα διάταξις, ἥτις κατὰ τὴν γνώμην μου θὰ ἔχῃ τοιαύτας συνεπείας, ὥστε καίριον τῳόντι νὰ ὑποστῶσι τραῦμα αἱ ἐλευθερίαι τοῦ τύπου, ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἐλέγχου τοῦ δημοσίου βίου ἀρχόντων καὶ ἀρχομένων.
§159Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Χθές, κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠγόρευσα περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον, φαντάζομαι δὲ οἵαν θὰ ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν ἡ ἀγόρευσίς μου, καθόσον ἐγὼ ὁ ἰατρὸς ἐτόλμησα νὰ ἐπιληφθῶ ζητήματος ἀναφερομένου εἰς τὴν νομικὴν ἐπιστήμην. Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, Κύριοι, ἀλλὰ πῶς ἐγὼ ἐτόλμησα ὢν ἰατρός, ὅταν παρακάθηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ ἥλιος τῶν ἡλίων τῆς σημερινῆς πολιτικῆς, τοῦ ὁποίου τὸ γόνατο ἔχει περισσότερον μυαλὸ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία κεφαλὴ εἶναι ἡ πρώτη εἰς τὰ νομικὰ ἐν Ἑλλάδι καὶ διεκδικεῖ μίαν τῶν πρώτων θέσεων ἐν Εὐρώπῃ. Καὶ ἂν ταύτην τὴν στιγμὴν δύναμαι νὰ ὁμιλῶ, εἶναι ὅτι ἐλλείπει ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην ὁ ἥλιος τῶν ἡλίων καὶ ἡ λάμψις αὐτοῦ δὲν μὲ ἐκθαμβώνει, δὲν μὲ κάμνει νὰ σιγῶ.
§160ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔρχεται.
§161Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω πῶς ἐγώ, ἰατρός, ἐτόλμησα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ χειρισθῶ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὴν νομικὴν ἐπιστήμην ἰδίᾳ, καὶ πῶς ἀκόμη ἐτόλμησα νὰ ὁμιλήσω ἐντεῦθεν, ἐνῷ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακάθηται ὁ ἥλιος τῶν ἡλίων τῆς σημερινῆς πολιτικῆς, ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου τὸ γόνατο ἔχει περισσότερον μυαλὸ ἀπὸ τὴν κεφαλὴν ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία κεφαλή, εὐτυχῶς δι’ αὐτὸν καὶ δυστυχῶς δι’ ἐκεῖνον, εἶναι ἡ πρώτη εἰς τὰ νομικὰ ἐν Ἑλλάδι καὶ διεκδικεῖ μίαν τῶν πρώτων θέσεων ἐν Εὐρώπῃ. Ἂς σιγήσωσι τέλος πάντων οἱ ὀπαδοὶ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂς ἀφεθῇ ἡ πεῖρα καὶ ἡ μόρφωσις, τὴν ὁποίαν μόρφωσιν ἤντλησαν εἰς τὰς αἰθούσας τῶν Πλημμελειοδικείων καὶ ἀπὸ τὰ συγγράμματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πᾶς τις, ἔστω καὶ φοιτητὴς τῆς Νομικῆς, δύναται νὰ γνωρίζῃ, ἂς σιγήσῃ ἡ φιλοπατρία, ἂς σιγήσῃ ἡ εὐθύτης, ἂς σιγήσῃ ὁ χαρακτὴρ καὶ ἂς ὁμιλήσῃ καὶ ἂς συμβουλεύσῃ καὶ ἂς νομοθετήσῃ ἡ δημοκοπία, ἥτις ἀνήχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς ἐπιστήμην. Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ τύπος. Εἶπον καὶ χθές, ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι ὁ περιορισμὸς τοῦ τύπου εἰς ἓν συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναί τι ἐπονείδιστον. Ἀλλ’ ἦλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπωσιν ὅτι εἰς τὸν τύπον ὀφείλονται τὰ πλεῖστα κακά, ὅτι εἰς τὸν τύπον ὀφείλεται καὶ ὁ πόλεμος 1897. Ὅσοι βεβαίως δὲν παρηκολούθησαν τὸν πόλεμον ἐκεῖνον δύνανται νὰ ὁμιλῶσιν ὡς ὁμιλοῦσιν, ἐγὼ ὅμως, ὅστις εἶχον τὴν τύχην ἢ τὴν ἀτυχίαν νὰ διατρέξω τὸ ἀπὸ Μελούνας μέχρι Θερμοπυλῶν διάστημα ὡς πανικόβλητος, ἐγὼ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω εἰς ποῖον ὀφείλονται τὰ αἴτια, καί, ἂν εἶχον τὴν τόλμην νὰ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἔλεγον ὡς θὰ εἴπω ἐγώ, διότι ἐγὼ ἐγεννήθην, ἐδιδάχθην, ἀνετράφην νὰ ἀντικρύζω πάντοτε γυμνὴν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ὁ πόλεμος ὠφείλετο εἰς τὴν φιλαρχίαν τῶν κυβερνητῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὸ δὲ ἀποτέλεσμα τοῦ πολέμου εἰς τὴν πολεμικὴν γυμνότητα καὶ τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν σωματαρχῶν ἐκείνων, οἵτινες διατασσόμενοι νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὸν ἐχθρὸν κατελαμβάνοντο ὑπὸ κωλικοπόνων, ὁ πόλεμος ὠφείλετο εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἀπὸ τοῦ ἐξώστου ἐκήρυσσον ὅτι θὰ τεθῶσιν ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 Ἑλλήνων.
§162Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν τὰ ἀφήνετε αὐτὰ νὰ τὰ κρίνῃ ἡ Ἱστορία;
§163Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Κύριε συνάδελφε· ἡμεῖς μόνον χάριν τῆς Ἱστορίας ὁμιλοῦμεν, διότι εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθη καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει λάβει τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς. Χάριν λοιπὸν τῆς Ἱστορίας λέγω ὅτι ἐκεῖνοι οἱ σωματάρχαι μετὰ τὴν σύναψιν τῆς εἰρήνης ἦλθον εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐγένοντο φρούραρχοι, ἐμὲ δὲ ἔστειλαν ἐν ἔτος εἰς τὸν Μενδρεσὲν ἐπὶ ἐξυβρίσει καὶ ἐστέναζον ἐκεῖ.
§164Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἄλλος!
§165Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Καὶ θέλετε, κύριοι Βουλευταί, νὰ παραδώσωμεν τὸν ἔλεγχον τοῦ τύπου εἰς ποίους; Διατί δὲν λέγουσιν: Εἰς ἐκείνους, οἵτινες, ἐνῷ ἡ Ἀγχίαλος μετεβάλλετο εἰς σωρὸν ἐρειπίων, αἱ γυναῖκες ἠτιμάζοντο καὶ οἱ ἄνδρες ἐσφάζοντο, ἐκεῖνοι ἐν Κηφισίᾳ ἐχειροκρότουν καὶ ἀπελάμβανον ἕνα ἑρμαφρόδιτον Ζύπ. Ἔρχεται, Κύριοι, τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἰδικοὶ ἐχειρίσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τουτέστιν ὅτι ὁ τύπος δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Καὶ ἐρωτῶ τί ἔχει νὰ φοβηθῇ ὁ ἐνάρετος πολίτης καὶ ὁ εὐθὺς χαρακτὴρ ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου; Τίποτε, ἀπολύτως τίποτε. Τί ἔχει νὰ φοβηθῇ ὁ πολίτης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ζῇ μόνον διὰ νὰ καταναλίσκῃ τὸ ὀξυγόνον, ἀλλὰ προδίδει σημεῖα ὑπάρξεως ἀπὸ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου; Ἀπολύτως τίποτε. Ἂν δὲν ὑπῆρχε τύπος, εἶμαι βέβαιος, βεβαιότατος, ὅτι θὰ ἤμεθα εἰς πολλῷ χείρονα κατάστασιν τῆς σημερινῆς, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ ἁρπαγὴ καὶ ἡ κλοπὴ ἐλυμαίνετο τὰ δημόσια ποῖος διεμαρτυρήθη ἐκτὸς τοῦ τύπου; Ἴσως πλήττω, ἀλλ’ εἶμαι ἥσυχος, διότι πλήττων δὲν πράττω τοῦτο ἐξ ἰδιοτελείας κινούμενος. Μίαν καὶ μόνην θεωρῶ ἀπαραίτητον τροποποίησιν ἐν τῷ προκειμένῳ ἄρθρῳ, τουτέστιν, ὅταν ἡ χώρα εὑρίσκηται ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει ἢ μᾶλλον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς κηρυχθῇ ὁ πόλεμος, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαγορεύσῃ δημοσίευσιν πολεμικῶν εἰδήσεων.
§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ αὐτοῦ ὑπάρχει εἰδικὸν ἄρθρον, τὸ 91.
§167Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Πολὺ καλά. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἀποφασίσῃ νὰ θέσῃ πέδας εἰς τὸν τύπον, λέγω ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι θὰ εἶναι ἀναξία καὶ τῆς ἀποστολῆς της καὶ τῆς φήμης της.
§168ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν θὰ ἐπεθύμουν νὰ ζητήσω ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἢ νὰ διακινδυνεύσω ἰδίαν τοιαύτην, διότι ἡ ἐξήγησις αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ἑρμηνείαν διατάξεως, ἣν ἡ ἐπιτροπὴ προσέθηκεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 τοῦ Συντάγματος, ἂν ἡ διάταξις αὕτη ἤθελε γίνει δεκτή. Πρόκειται περὶ τῆς ἀλληλεγγύου εὐθύνης ἐκδότου καὶ συγγραφέως διὰ δημοσιεύματα ἀφορῶντα εἰς τὸν τύπον. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ μέχρι τοῦδε κρατοῦν Σύνταγμα δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἐκδότου καὶ συγγραφέως, ἀλλ’ οὔτε περὶ ὑπευθύνου συντάκτου. Ὁ νόμος περὶ τύπου ὁμιλεῖ καὶ περὶ ὑπευθύνου συντάκτου. Ἡ κρατοῦσα γνώμη εἶναι ὅτι ὑπεύθυνος συντάκτης κατ’ ἀρχὴν δὲν ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἔχει νῦν. Ἀλλὰ δὲν ἰσχύει ὁ περὶ τούτου θεσμός, διότι κατὰ τὸ περιεχόμενον θεωρεῖται ὡς ἀντισυνταγματικός, ἐφ’ ὅσον τάσσει χρηματικὴν ἐγγύησιν καὶ προσόντα, ἅπερ πάντα παρακωλύουσι τὴν ἐλευθεροτυπίαν. Ἂν τὸ περιεχόμενον ἦτο διάφορον καὶ σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα, θὰ ἴσχυεν. Ὅταν ὅμως τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νῦν νὰ ψηφίσωμεν, θὰ ὁμιλῇ μόνον περὶ ἐκδότου καὶ συγγραφέως, εἶναι δυνατόν, ἐξ ἀντιδιαστολῆς, νὰ χωρήσῃ ἑρμηνεία ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἀποκλείεται ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ νομοθετηθῇ εὐθύνη τις καὶ κατὰ ὑπευθύνου συντάκτου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θὰ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Συντάγματος τοιαύτη, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ περὶ ὑπευθύνου συντάκτου διαρρυθμίζουσα τὰ κατ’ αὐτὸν κατὰ τρόπον σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὑποβεβλημένην τροπολογίαν περὶ κατασχέσεως ἐφημερίδος, καὶ ὅταν προσβάλληται ἡ δημοσία ἠθική, ἐνόμισα ὅτι σκοπιμώτερον καὶ ἀκριβέστερον θὰ διετυποῦτο καὶ ἡ ἔννοια καὶ θὰ ἀπεφεύγετο οἱαδήποτε κατάχρησις ἢ παρεξήγησις, ἐὰν ἠθέλομεν δεχθῆ ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις, οὐχὶ ὅπως φέρεται ἐν τῇ τροπολογίᾳ «ἕνεκα προσβολῆς ... τῆς δημοσίας ἠθικῆς», ἀλλ’ εἰς τὴν ἑξῆς περίπτωσιν «ἢ δι’ ἄσεμνα δημοσιεύματα προσβάλλοντα καταφανῶς τὴν δημοσίαν αἰδῶ», ὡς ἐν τῇ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθείσῃ τροπολογίᾳ διατυποῦται. Ὁ ὅρος «προσβολὴ δημοσίας αἰδοῦς» εἶναι ὅρος γνωστὸς εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον, τὸ σύνολον δὲ τῆς φράσεως δεικνύει ὅτι σκοπὸς τοῦ Συντάγματος εἶναι καθαρῶς νὰ περιορίσῃ τὰ καταφανῶς ἄσεμνα δημοσιεύματα, ἤτοι τὰ ἀναφερόμενα καταφώρως εἰς ζῳώδεις ὁρμάς, οὕτω δὲ προφυλάττομεν καὶ τὸν τύπον ἀπὸ τὴν σεμνοτυφίαν τοῦ οἱουδήποτε Εἰσαγγελέως, ὅστις θὰ ἐτύγχανε νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν ταύτην, καὶ ὅστις, ἐν τῷ μέτρῳ ἰδιορρύθμων ἀρχῶν περὶ ἠθικῆς, ἃς ἤθελεν ἔχει, ἠδύνατο νὰ θεωρήσῃ οἱονδήποτε λογοτέχνημα βάσιν ἔχον τὸ ἐρωτικὸν συναίσθημα, καὶ ὡς τοιοῦτο πάντως ἐλευθεριάζον, ὡς προσβάλλον τὴν δημοσίαν ἠθικήν, θὰ διέτρεχε δὲ σοβαρώτατον κίνδυνον ἡ φιλολογία, ὅταν φιλολογικοὺς λογοκριτὰς ἠθέλομεν ἀναγνωρίσει τοὺς ἀστυνόμους καὶ Εἰσαγγελεῖς, οἵτινες κατὰ κανόνα δὲν ἔχουσιν ἀγαθὰς σχέσεις πρὸς οἱανδήποτε φιλολογίαν. Ἐνόμισα λοιπὸν ὅτι θὰ διετυποῦτο ἀκριβέστερον τὸ πνεῦμα τὸ ὑπαγορεῦσαν τὴν τοιαύτην τροπολογίαν, ἂν ἐδεχόμεθα διατύπωσιν αὐτῆς κατὰ τὸν τρόπον, ὃν ἐξέθηκα, πρὸς τοῦτο δ’ ἔλαβον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγγράφως τὴν σχετικὴν τροπολογίαν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πελοπίδας Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§170ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶμαι συντομώτατος, κύριοι Βουλευταί, συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν σας. Δὲν εἶμαι ἐγγὺς πρὸς τὸν τύπον, κύριοι συνάδελφοι, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἶμαι ξένος πρὸς πᾶσαν προκατάληψιν, διότι ὀφείλω ἐπίσης νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἀντιλαμβάνομαι ποιάν τινα προκατάληψιν εἰς τοὺς συζητοῦντας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος καὶ μονονοὺ θέλομεν νὰ ἀποδώσωμεν ὅλας τὰς κακοδαιμονίας τῆς πατρίδος μας εἰς τὸν τύπον λησμονοῦντες τὰς ὑπ’ αὐτοῦ παρασχεθείσας ἄλλως ὑπηρεσίας καὶ μεμονωμένως ἐξετάζοντες τὰ σφάλματα αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ συγχωρήσωμεν τὰ πάντα πρὸς αὐτὸν ἀπέναντι τῆς πανηγύρεως, ἀπέναντι τοῦ θεάματος, τὸ ὁποῖον μᾶς προητοίμασε, διότι, ὡς ἀκριβῶς καὶ παρ’ ἄλλων ὡμολογήθη ἐκ τοῦ βήματος τούτου, ἔργον ἐν πολλοῖς τοῦ τύπου ἦτο καὶ ἡ ἀπελευθέρωσίς μας ἐκ τῶν προσωπικῶν ἐκείνων κομμάτων, καὶ δι’ αὐτό, λέγω, ὀφείλομεν νὰ τὸν συγχωρήσωμεν, ἂν κατά τι ἔπταισε. Ἐκήρυξε τὸν πόλεμον, μᾶς εἶπον, ὁ τύπος κατὰ τὸ 1897, λησμονοῦσιν ὅμως ὅτι ἀνεύθυνος ἀρχὴ διελάλησεν ὅτι ἤθελε τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 Ἑλλήνων, ἵνα ὁδηγήσῃ αὐτούς...
§171ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φήμη ἦτο.
§172Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦλθε τέλος πάντων καὶ ἡ σειρὰ τοῦ ἄρθρου 14 καὶ ἀντὶ νὰ σκεπτώμεθα....
§173ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νὰ θρηνῶμεν.
§174Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε συνάδελφε, θρηνῶ εἴ πέρ τις καὶ ἄλλος, διότι, ἐνῷ θρηνῶ καὶ ἐγὼ διὰ τὴν τρωθεῖσαν ἐθνικὴν φιλοτιμίαν, θρηνῶ ἀφ’ ἑτέρου καὶ διὰ τὴν ἀπώλειαν προσφιλεστάτων ὑπάρξεων ἐκ τοῦ ἀτυχοῦς πολέμου. Ἦλθε, λέγω, καὶ ἡ σειρὰ τοῦ ἄρθρου 14, καὶ τὸ φέρομεν ἐπὶ τῆς τραπέζης ταύτης ὡς ἐπὶ ἄλλης κλίνης Προκρούστου, ἐκτείνομεν αὐτὸ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος, θύομεν ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἵνα διὰ περιφράσεων καταλήξωμεν εἰς περιορισμὸν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τύπου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτε τὸ πρῶτον ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἀνέγνωσε πρὸς ἡμᾶς τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ποίαν ἐντύπωσιν προυξένησεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἑπομένην κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15 Φεβρουαρίου, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀλγεινῶν ἐκείνων ἐντυπώσεων καὶ τῆς κοινῆς ἀκόμη γνώμης, μολονότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι προκατειλημμένη κατὰ τοῦ τύπου, ἐνθυμεῖσθε, λέγω, ὅτι ἔσπευσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδέποτε ἤθελε στέρξει, ἵνα ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο συμφώνως πρὸς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ περίπου ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ τί λέγει κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1911 (ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη δὲν εἶναι τῆς Κυβερνήσεως ἡ πρόθεσις, εἶναι φυσικὸν ὅτι ὅσον θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἡ βάσις τῆς συζητήσεως ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἡ ἰδική της διατύπωσις, θὰ ἐθεώρει ὅτι θὰ ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης συζητήσεως καὶ τὴν παραμονὴν αὐτῆς ἐν τῇ ἀρχῇ». Καὶ παρακολουθοῦντες τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἦλθον ἐντεῦθεν πολλοὶ συνάδελφοι καὶ ὡμίλησαν, καὶ ἠκούσθη πάλιν ἡ φωνὴ τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ἀξιοτίμου συναδέλφου κυρίου Ῥακτιβάν, ὁ ὁποῖος ἀπέδειξεν ὅτι δὲν εἶναι ἐλαφρότερον τὸ σχεδίασμα τῶν Βουλευτῶν, μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐλαφρότερον εἶναι τὸ σχεδίασμα ὡς ἔχει διατυπωθῇ ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ ἠκούσατε καὶ ἄλλο· πόση διαφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς διατύπωσιν τοῦ ζητήματος προέκυψε, πόση διαφωνία μεταξὺ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ σχεδίου τῶν κ. Βουλευτῶν καὶ Ὑπουργῶν. Καὶ ἤδη κατόπιν ὅλων αὐτῶν τῶν διαφωνιῶν, κατόπιν ὅλων αὐτῶν τῶν λεπτομερειῶν, καλεῖται ἡ Βουλή, ἵνα κατ’ ἔφεσιν κρίνῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου. Διὰ τοῦτο ὀφείλει νὰ σταθμίσῃ λέξιν πρὸς λέξιν, γράμμα πρὸς γράμμα τὴν διατύπωσιν ταύτην, ἵνα καλῶς κατανοηθῇ τί ἐμπερικλείουσιν αἱ λέξεις καὶ τὰ κόμματα ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ. Τί ἔπταιε τὸ δυστυχὲς αὐτὸ ἄρθρον καὶ ἐτέθη ἐπὶ τῆς τραπέζης αὐτῆς τοῦ Προκρούστου, ἵνα τὸ περιστείλωμεν κατὰ τὰς ἰδέας μας; Δὲν ἦσαν ἀρκεταὶ αἱ ἐλευθερίαι, μὲ τὰς ὁποίας οἱ πατέρες ἡμῶν μᾶς ἐπροίκισαν; Τί θὰ ἔλεγε σήμερον μία φωνή, ὡς ἡ τοῦ Σαριπόλου, οὗτινος αἱ ἀγορεύσεις ὑπὲρ τῆς ἐλευθεροτυπίας πρόκεινται μνημεῖον λαμπρὸν πολιτικῆς σοφίας καὶ πείρας, καὶ τί θ’ ἀπήντα καὶ τί θ’ ἀπεφάσιζεν ἡ Βουλή; Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ 1864 εἶχεν ἀποφασίσει, ὡς γνωρίζετε, χωρὶς νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν διάταξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἠκούσατε ὅτι προσετέθη μετὰ τὸ δεδικασμένον καὶ κατόπιν ἄλλων συζητήσεων. Καὶ ἀντὶ νὰ ἐρχώμεθα σήμερον ἡμεῖς, ὅπως ἀπαλείψωμεν τὴν διάταξιν ἐκείνην συμφώνως πρὸς τὰς γνώμας τὰς κρατούσας ἔκτοτε παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ λαῷ καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας τὰς κρατούσας παρὰ πᾶσι τοῖς ἐλευθέροις λαοῖς, καθόσον ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἄσκοπος καὶ ἀτυχὴς ἀπεδείχθη, ἐρχόμεθα, ἵνα διὰ περιφράσεων καταστρέψωμεν τὴν ἐλευθεροτυπίαν—διότι τύπος, ὅστις δὲν δύναται νὰ ἐλέγχῃ τὴν στρατιωτικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι τύπος —καὶ παραδώσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἵνα ὠθήσωμεν κατόπιν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν εἰς ἐπανάστασιν. Παράδειγμα δὲ τούτου εἶναι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις ἐξηναγκάσθη ἕνεκα τοῦ ἀπολυταρχικοῦ ἐν Κρήτῃ καθεστῶτος νὰ τραπῇ εἰς τὸ Θέρισον. Εἴδετε τί συνέβη πρό τινων ἡμερῶν εἰς τὴν Γαλλίαν· ἀνέγραψεν ὁ «Χρόνος» τῶν Παρισίων ὅτι εἰς τὴν συνέντευξιν τοῦ Πότσδαμ ἐσφαγιάσθη ἡ ἐλευθερία τῆς Γαλλίας καὶ εἴδετε ὅτι δὲν κατεδιώχθη ὁ «Χρόνος», ἀλλ’ ἀνετράπη ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἐνῷ τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει τὴν λογοκρισίαν καὶ πᾶν προληπτικὸν μέτρον κατὰ τοῦ τύπου, ἤδη ἐγκαθίσταται αὕτη ὑπὸ τὴν χειροτέραν αὑτῆς μορφὴν διὰ τῆς διαρκοῦς ἀπειλῆς περὶ κατασχέσεως, παύσεως καὶ δικαστικῆς καταδιώξεως, καὶ τὸ χείριστον πάντων διευκολύνει εἰς αὐτοὺς τοὺς ξένους ἐπέμβασιν ἐναντίον τοῦ τύπου, ἥτις μέχρι τοῦδε οὐδέποτε συνέβη ἕνεκεν τῆς προστασίας, ἣν παρεῖχε τὸ Σύνταγμα.
§175ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποία εἶναι ἡ διάταξις ἡ περιοριστικὴ τοῦ τύπου ἐν τῇ προτάσει, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή;
§176Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀπειλὴ κατασχέσεως, ἡ ποινικὴ καταδίωξις καὶ παῦσις τοῦ φύλλου εἶναι πλέον ἢ ἱκαναὶ διατάξεις περιοριστικαὶ τοῦ τύπου. Ὁ τύπος εἶναι ἡ τετάρτη δύναμις τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τὸν σοφὸν Sieyès ἡ ἕκτη αἴσθησις τῶν νεωτέρων λαῶν. Ὁ τύπος μᾶς παρέχει ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν, χωρὶς νὰ ζητῇ τίποτε ἀπὸ ἡμᾶς, χωρὶς ν’ ἀφαιμάσσῃ τίποτε ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι οὐδεμία εὔλογος καὶ δεδικαιολογημένη ἀνάγκη ὑπάρχει, ἵνα μεταβληθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἐάν, Κύριοι, θελήσωμεν νὰ περικόψωμεν καὶ πρὸς τοῦτο τὰ δικαιώματα τοῦ τύπου, ἔστε βέβαιοι ὅτι δὲν ὑπολείπεται πλέον νὰ εἴπωμεν τίποτε ἄλλο πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἢ ὅτι τὰ πάντα παρεδώκαμεν εἰς ὑμᾶς, ἤδη ὑπολείπεται εἰς ἡμᾶς μόνον ἡ τιμὴ τῆς ὑποταγῆς.
§177Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Κύριοι, δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πολύ· θὰ τολμήσω κατὰ πρῶτον νὰ ζητήσω συγχώρησιν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, διότι ἐγὼ ὁ ἰατρὸς τολμῶ ν’ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ εἴπω δύο λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσι κατὰ τὴν θεωρίαν του ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς νομικούς, τῶν ὁποίων τὴν γνώμην βεβαίως σεβόμεθα πάντες. Τὴν αὐτὴν συγχώρησιν θὰ τολμήσω νὰ ζητήσω καὶ ἀπὸ τὸν ἕτερον συνάδελφον κ. Δαζέαν, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς ἄλλους εἶπε τὰ αὐτά. Ἐγένετο, κ. Βουλευταί, μία μακρὰ συζήτησις περὶ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τύπου. Πιστεύσατέ με, ὅτι μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἐνόησα καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα καὶ συγχώρησιν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν Λακωνίας, δὲν ἐνόησα ποῦ κινδυνεύουσιν αἱ ἐλευθερίαι αὗται. Θὰ παρεκάλουν τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι παρίστανται ὡς προστάται μεγάλοι τοῦ κινδυνεύοντος τόπου, νὰ μᾶς ὑποδείξωσιν, ἂν ὄντως ἔχασε τὴν ἐλευθερίαν αὑτοῦ, ποῦ εἶναι τὰ δεσμά, ποῦ πρόκειται νὰ τεθῶσιν αἱ πέδαι αὑταὶ εἰς τὸν τύπον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ὁ τύπος νὰ ἐλέγχῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῶν δημοσίων ἀρχῶν. Λέγει που τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ μέλλον ὁ τύπος νὰ ἐλέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως; ὅτι δὲν ἔχει πλέον θέσιν ὁ τύπος ἐν Ἑλλάδι; ὅτι ὁ τύπος εἶναι ὑπὸ δουλείαν, ὅτι τοῦ τύπου ἡ ἐλευθερία παρεμποδίζεται, ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἔρχεται αὐτὴ πρώτη νὰ δεσμεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου; Καὶ διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ ὀπαδὸς τοῦ κόμματος τούτου, τοῦ ὁποίου ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀπορῶ, ἐξίσταμαι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, καὶ δὲν δύναμαι νὰ εὕρω ποῦ εἶναι τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ μέλλον θὰ καταστρέψωσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Ὑπάρχει λογοκρισία καμμία, Κύριοι; Ὄχι, λέγει τὸ ἄρθρον· ἀπαγορεύεται ῥητῶς. Ἔχει τὴν ἐλευθερίαν ὁ τύπος νὰ ἐργάζηται ὡς καὶ μέχρι σήμερον; Βεβαίως. Ἐγώ, Κύριοι, τὸν τύπον τὸν διαιρῶ εἰς δύο μεγάλας τάξεις, καὶ οὕτω πως πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τὸν τύπον. Ὑπάρχει πρῶτον μία μεγάλη μερὶς τοῦ τύπου, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως προσέφερε, προσφέρει καὶ θὰ προσφέρῃ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι μεγίστας ὑπηρεσίας εἰς τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη μερὶς τοῦ τύπου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἠρνήθησαν καὶ αὐτοὶ οἱ κύριοι συνάδελφοι καὶ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσι μεταξὺ ἡμῶν τὸν τύπον τὸν σοβαρόν. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη μερίς, ἡ ὁποία, βεβαίως, Κύριοι, εἶναι ἡ αἰτία, ἕνεκα τῆς ὁποίας ζητοῦνται μερικοὶ περιορισμοὶ πρὸς ἠθικοποίησιν αὐτῆς τῆς ἰδίας μερίδος τοῦ τύπου· διότι ὁ τύπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκπληροῖ τὸ καθῆκον αὑτοῦ ἐλέγχων τὰς πράξεις τῶν κυβερνώντων τὴν χώραν, ἐλέγχων πᾶσαν ἄλλην πρᾶξιν, ἔστω καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδιώτου ἐν τῷ μέτρῳ τῷ προσήκοντι, ὁ τύπος ἐκεῖνος δὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ τίποτε ἀπὸ πᾶν ἐμπόδιον ἐν τῷ ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Κατὰ τῆς ἀκολασίας τοῦ τύπου τίθενται οἱ περιορισμοί, καὶ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ἀκολασίαν αὐτὴν νὰ τὴν περιορίσωμεν. (Χειροκροτήματα). Οἱ περιορισμοί, τοὺς ὁποίους θέλομεν νὰ θέσωμεν κατὰ τοῦ τύπου, εἶναι κατ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος προσβάλλει τὸ ἄτομον, προσβάλλει τὴν οἰκογένειαν, ὁ ὁποῖος εἰσέρχεται εἰς τὰ ἱερὰ τῆς οἰκογενείας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγένετο πρόξενος μεγίστων ἀδικημάτων, ἀδικημάτων τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ προσδιορισθῶσιν. Ἀλλά, ἂν πάντες εἴμεθα σύμφωνοι νὰ θέσωμεν περιορισμόν τινα κατὰ τοῦ τύπου, ὁ ὁποῖος προσβάλλει τὸ ἄτομον, πρέπει καὶ ἔτι μᾶλλον νὰ ὦμεν ὑποχρεωμένοι, ὅταν πρόκειται νὰ προφυλάξωμεν τὰ γενικὰ τῆς πατρίδος συμφέροντα, νὰ θέσωμεν περιορισμόν τινα. Ὄταν ὁ τύπος ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ αὐτοῦ ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, ποία ποτὲ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ἱκανή, ἵνα περιορίσῃ αὐτόν, καὶ ποία ποτὲ Κυβέρνησις ἐν τῷ μέλλοντι θὰ δύναται ἐχθρικῶς φερομένη πρός τινα μερίδα τοῦ τύπου νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα, ἵνα φανῇ ἐπιθετικὴ πρὸς αὐτόν; Διὰ ταῦτα, Κύριοι, δικαιολογῶν τὴν ψῆφόν μου δηλῶ ὅτι θὰ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, διότι ἐν τῷ σχεδίῳ ἐκείνῳ δὲν εὑρίσκω περιορισμόν τινα ὡς πρὸς τὸν τύπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐξυπηρέτησεν, ἐξυπηρετεῖ καὶ θὰ ἐξυπηρετῇ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§178ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προηγουμένως εἶπον, κύριοι συνάδελφοι, περὶ τῶν συναδέλφων ἰατρῶν. Ὁμολογῶ καὶ δὲν δυσκολεύομαι νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁμιλῶν εἶχον λησμονήσει τὴν βουλευτικήν μου ἰδιότητα καὶ ὅτι ἀπηυθυνόμην εἰς τὴν Βουλήν, καὶ μὲ παρέσυρεν εἰς τοῦτο ἡ ἐπαγγελματική μου ἰδιότης ὡς δικηγόρου, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ πιστεύσητε εἰς τοῦτο καὶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ.
§179Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑπεβλήθη τροπολογία, ὅπως ἐν τῷ αʹ ἐδαφίῳ μετὰ τὴν λέξιν «θρησκείας» προστεθῇ «ἢ κατὰ τῆς δημοσίας ἠθικῆς». Τὴν τροπολογίαν ταύτην, δυναμένην νὰ μεταρρυθμισθῇ καὶ καθ’ ὃν τρόπον πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Λαγοπάτης ὑπέδειξεν, ἐπεθύμουν νὰ ὑποστηρίξω καὶ ἐγὼ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Φρονῶ δὲ ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ προσθήκη τῆς τροπολογίας ταύτης, καθ’ ὅσον ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν μεγίστην ζημίαν, ἥτις προσγίγνεται εἰς τὴν κοινωνίαν, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τὴν νέαν γενεὰν ἐκ τῶν δημοσιευμάτων, ὅσα προσβάλλουσι τὴν δημοσίαν αἰδῶ καὶ τὴν δημοσίαν ἠθικήν. Πανταχοῦ λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως μειωθῶσι τὰ ἐκ τῶν τοιούτων δημοσιευμάτων προσγιγνόμενα εἰς τὴν νεολαίαν κακά, διότι, ὅπως αἱ ἀνθυγιειναὶ τροφαὶ καὶ τὰ ἀνθυγιεινὰ ποτὰ βαθμηδὸν δηλητηριάζουσι καὶ καταστρέφουσι τὸ σῶμα, τοιουτοτρόπως καὶ τὰ ἄσεμνα καὶ αἰσχρὰ ἀναγνώσματα καὶ θεάματα ἐπενεργοῦσι δηλητηριωδῶς ἐπὶ τὸ αἴσθημα, τὴν διάνοιαν καὶ τὸ ἦθος τῶν νέων. Ἐπὶ τούτῳ ἐπίκαιρον νομίζω ὅτι εἶναι νὰ ἀκούσωμεν τί περὶ τῶν τοιούτων θεαμάτων καὶ ἀκουσμάτων ἐφρόνει καὶ ἐν τῇ αὐτῇ ταύτῃ πόλει ἐδίδασκε σοφὸς ἡμῶν πρόγονος, ὁ βαθὺς παρατηρητὴς καὶ φιλόσοφος, πατὴρ δὲ τῆς πολιτικῆς, Ἀριστοτέλης (ἀναγινώσκει): «Ὄλως μὲν οὖν αἰσχρολογίαν ἐκ τῆς πόλεως, ὥσπερ τι ἄλλο, δεῖ τὸν νομοθέτην ἐξορίζειν, μάλιστα μὲν οὖν ἐκ τῶν νέων, ὅπως μήτε λέγωσι μήτε ἀκούωσι μηδὲν τοιοῦτον (ἐκ τοῦ γὰρ εὐχερῶς λέγειν ὁ, τιοῦν τῶν αἰσχρῶν γίνεται καὶ τὸ ποιεῖν σύνεγγυς....Ἐπεὶ δὲ τὸ λέγειν τι τῶν τοιούτων ἐξορίζομεν, φανερὸν ὅτι καὶ τὸ θεωρεῖν ἢ γραφὰς ἢ λόγους ἀσχήμονας. Ἐπιμελὲς μὲν οὖν ἔστω τοῖς ἄρχουσι μήτε ἄγαλμα μήτε γραφὴν εἶναι τοιούτων πράξεων μίμησιν..., τοὺς δὲ νεωτέρους οὔτε ἰάμβων οὔτε κωμῳδίας θεατὰς θετέον, πρὶν ἢ τὴν ἡλικίαν λάβωσιν ἐν ᾗ...τῆς ἀπὸ τῶν τοιούτων γινομένης βλάβης ἀπαθεῖς ἡ παιδεία ποιήσει πάντας». Φρονῶ προσέτι ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὴν προσθήκην ἑτέρου συναδέλφου, καθ’ ἣν μετὰ τὰς λέξεις «δημοσίας ἠθικῆς» νὰ τεθῇ «ὡς εἰδικὸς νόμος θέλει ὁρίσει». Ἐπίσης σκόπιμον θεωρῶ νὰ ἀφηρεῖτο ἡ λέξις «διατριβῶν» καὶ νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἔκφρασιν τοῦ σχεδίου «ἄλλων δημοσιευμάτων», ἄνευ τοῦ «διατριβῶν».
§180Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ἐπιλαμβάνομαι τῆς συζητήσεως περὶ ἐλευθερίας τοῦ τύπου οὐχὶ ἐκ λόγων ἐπαγγελματικῶν. Ἀλλ’ ἐπιλαμβάνομαι τῆς συζητήσεως ταύτης, διότι ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου εἶναι ἀναφαίρετον δικαίωμα τοῦ λαοῦ, ἐπιλαμβάνομαι κυρίως τῆς συζητήσεως ταύτης, κατὰ τὴν ὁποίαν πνέει πανταχόθεν ἄνεμος φιλελεύθερος. Εἶδον μετὰ λύπης μου Κυβέρνησιν φιλελεύθερον καὶ ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ φιλελευθέρων ἀνδρῶν νὰ λησμονήσωσι τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πρὸς τὸν τύπον, διότι ἡ κατάστασις ἡ δημιουργηθεῖσα σήμερον εἶναι δημιούργημα αὐτοῦ τοῦ τύπου. Ἀντὶ νὰ αἰσθανθῶμεν, Κύριοι, τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τοῦ τύπου, θέλομεν νὰ φιλοδωρήσωμεν εἰς αὐτὸν πέδας, διὰ τῶν ὁποίων δὲν πράττομεν ἄλλο τι παρὰ νὰ ἐπανερχώμεθα ὁλοταχῶς εἰς τὸ παρελθόν. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὅπως καὶ κατὰ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα εὑρίσκετο, διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, δὲν πράττομεν ἄλλο τι, παρὰ νὰ σπείρωμεν ὀδόντας δρακόντων. Γνωρίζετε δὲ κάλλιον ἐμοῦ τί ἐκ τούτων θέλετε συλλέξει. Μὴ θέλετε νὰ δημιουργήσητε κατάστασιν ἐν τῷ Συντάγματι, τὴν ὁποίαν δυστυχῶς δὲν θὰ δυνάμεθα μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος νὰ ἐπανορθώσωμεν. Ἀφήσατε πάντα περιορισμὸν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ μόνη ἱκανὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι δυστυχῶς Ἐθνοσυνελεύσεις δὲν θὰ ἔχωμεν καθημερινῶς· ἀλλὰ πράττοντες τοῦτο, περιορίζοντες τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, δίδετε δικαίωμα εἰς τὸν λαὸν νὰ πιστεύσῃ ὅτι τοῦ λοιποῦ πρέπει νὰ σκέπτηται, ἂν πρέπει νὰ ἐπαναστατήσῃ, διότι διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς 15ης Αὐγούστου ἀντὶ νὰ τύχῃ ἐλευθεριῶν δυστυχῶς βλέπει μετὰ λύπης ὅτι περιορισμῶν ἀπολαμβάνει.
§181ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ σπουδαιότεραι τῶν τροποποιήσεων ἢ μᾶλλον τῶν προσθηκῶν εἰς τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος, αἱ ὁποῖαι προετάθησαν ἐνώπιον τῆς διπλῆς Βουλῆς, εἶναι πρῶτον ἡ ἀφορῶσα τὴν μὴ δημοσίευσιν εἰδήσεων ἀναγομένων εἰς κινήσεις στρατιωτικάς, δεύτερον ἡ ἀφορῶσα τὰς πολιτικὰς εὐθύνας τοῦ ἐκδότου ἐφημερίδος καὶ τοῦ συγγραφέως ἐπιληψίμου ἄρθρου, ὁσάκις θίγει τὸν ἰδιωτικὸν βίον, καὶ τρίτον ἡ θέλουσα νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν κατάσχεσιν, καὶ ὁσάκις πρόκειται περὶ δημοσιευμάτων ἀσέμνων. Ἄρχομαι ἀπὸ τῆς πρώτης, τῆς ἀφορώσης τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τοῦ ἐκδότου ἀλληλεγγύως μετὰ τοῦ συντάκτου δημοσιεύματος, θίγοντος τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ὡς διεκήρυξα, κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει τὸν τόπον της εἰς τὸ Σύνταγμα. Πρέπει νὰ προσθέσω ὅτι δὲν ἀποκρούω τὴν ψήφισιν αὐτῆς· ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Βουλῆς φαίνεται ἐντελῶς ἐσχηματισμένη ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ δοθῇ αὐτῇ ἡ προστασία πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Μέλη δὲ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ διακεκριμένοι ἀντιπρόσωποι τοῦ τύπου δὲν ἀπέκρουσαν τὴν ἀνάγκην τῆς προνοίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἐπείγουσαν, διότι προστατεύει ἀκριβῶς τὸν τύπον τὸν ἱστάμενον εἰς τὴν θέσιν του κατὰ φύλλων λαθροβίων, τὰ ὁποῖα ἐκμεταλλεύονται τὴν δύναμιν τοῦ τύπου πρὸς διάπραξιν αὐτῶν τῶν κολασίμων πράξεων. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο ἐγὼ νὰ εἰσηγηθῶ τοιαύτην πρότασιν, οὐδέποτε θὰ τὴν εἰσηγούμην, διότι οὐδένα συνταγματικὸν χαρακτῆρα ἔχει καὶ διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, παρ’ ὅλην τὴν προσοχήν, ἡ ὁποία κατεβλήθη διὰ τὴν διατύπωσιν αὐτῆς, ἡ διατύπωσις αὕτη νὰ μὴ εἶναι ἐντελῶς ἐπιτυχὴς καὶ νὰ μὴ εἶναι εὔκολος ὕστερον ἡ μεταβολή της διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης. Ἔρχομαι εἰς τὴν διάταξιν περὶ ἀπαγορεύσεως δημοσιεύσεως εἰδήσεων ἀφορωσῶν στρατιωτικὰς κινήσεις. Νομίζω δέ, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη διατυπωθῇ κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι ἀποδίδει πλειότερον τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ἐνῷ συγχρόνως ἀφαιρεῖ καὶ κάθε κώδικα κατασχέσεων, ἐάν, λέγω, διατυπωθῇ ἡ διάταξις αὕτη οὕτω (ἀναγινώσκει): «Δύναται, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος θέλει ὁρίσει, νὰ ἀπαγορευθῇ ἐπ’ ἀπειλῇ κατασχέσεως καὶ ποινικῆς καταδιώξεως ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων, ἀναγομένων εἰς κινήσεις στρατοῦ ἢ εἰς ἔργα ὀχυρώσεως τῆς χώρας», δύναται ἡ διάταξις αὕτη, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἄνευ τινὸς κινδύνου, μόνον δὲ ἔλλειψις προσοχῆς καὶ προκατάληψις ἀνεξήγητος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν διάταξις αὐτὴν πρόθεσιν πρὸς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Διότι δὲν πρέπει νὰ παραβλέπωμεν ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου πρόκειται νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας ἐκδηλώσεως τῶν ἐνδιαθέτων σκέψεων εἴτε προφορικῶς εἴτε διὰ τῶν ὀργάνων τοῦ τύπου, ἀλλ’ οὐδεμίαν σχέσιν καὶ συνάφειαν ἔχει μὲ τὴν δημοσίευσιν εἰδήσεων, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀντίκεινται εἰς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς πράξεις κολάσιμοι, τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦ τύπου, ὁ ὁποῖος εἶναι μᾶλλον ἐπικίνδυνος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ καταλληλοτέρα διατύπωσις εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσα. Φεύγομεν καὶ ἀπὸ τὴν διατύπωσιν τοῦ ἐπικειμένου πολέμου, διότι οὐχὶ μόνον ἐν περιπτώσει ἐπικειμένου πολέμου δύναται νὰ ἀπαγορεύηται ἡ δημοσίευσις τοιούτων εἰδήσεων· διότι ὑποθέσατε ὅτι μέρη τῆς χώρας προστατεύονται διὰ καταβυθίσεως τορπιλλῶν καὶ γίνεται τοῦτο, καὶ ὅταν δὲν ἀπειλῆται οὐδεὶς πόλεμος, δὲν νομίζετε ὅτι θὰ εἶναι δικαίωμα τῆς Πολιτείας νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν δημοσίευσιν τοιούτων εἰδήσεων, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἄλλο συμφέρον παρὰ τὸ συμφέρον ἐνδεχομένου πολέμου πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσωσι; Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη οὐδεμίαν σοβαρὰν ἀντίρρησιν δύναται νὰ προκαλέσῃ, διότι δὲν θίγει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, δηλ. τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλευθέρου ἐλέγχου καὶ τῆς κρίσεως, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ὁ τύπος. Ἡ ἄλλη προσθήκη, ἡ ὁποία προτείνεται νὰ προστεθῇ, εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὴν δημοσίαν ἠθικήν. Ἡ τελευταία διατύπωσις, ἡ τοῦ κ. Λαγοπάτη, μὲ μικράν τινα τροποποίησιν, νομίζω ἐπίσης ὅτι δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὡς ἑξῆς πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀπειλεῖται ἡ κατάσχεσις, ὁσάκις πρόκειται περὶ τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας, περὶ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, καὶ τρίτον «κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου...» — πάλιν θὰ βάλωμεν, κύριοι Βουλευταί, τὴν περίπτωσιν τοῦ νόμου, ἵνα ὁρισθῇ ἀκριβέστερον ἐκεῖ ἡ ἔννοια αὐτῶν τῶν δημοσιευμάτων, τῶν πορνογραφικῶν λεγομένων — «κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας περιπτώσεις ἕνεκα ἀσέμνων δημοσιευμάτων, προσβαλλόντων καταφανῶς τὴν δημοσίαν αἰδῶ». Ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὸ Σύνταγμα προέρχεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα τοῦ 1864 δὲν περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ κηρύξῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν παντὸς προληπτικοῦ μέτρου ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ κολασμοῦ κατὰ νόμον τῶν παρεκτροπῶν τοῦ τύπου, ἀλλὰ πλὴν τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς λογοκρισίας ἠθέλησε νὰ ἀπαγορεύσῃ καὶ τὴν κατάσχεσιν τὴν μετὰ τὴν δημοσίευσιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν λογοκρισίαν οὔτε καὶ πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπαγορεύει τὴν κατάσχεσιν, πλὴν εἰδικῶν τινων περιπτώσεων, ἦτο ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις αὕτη, διότι κυρίως εὑρίσκω ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν εἶναι χρήσιμος ἡ κατάσχεσις, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι διὰ τῶν ἀσέμνων δημοσιευμάτων, ὄχι τῶν διὰ τοῦ λόγου δημοσιευομένων, ἀλλὰ τῶν δι’ εἰκονικῶν παραστάσεων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται καὶ αὐτὰ εἰς τὰ τοῦ τύπου, ὅταν ἔχητε εἰκόνας ἀσεμνοτάτας, κατ’ οὐδένα ἄλλον τρόπον δύνασθε νὰ προλάβητε τὴν ἐντεῦθεν βλάβην, παρὰ μόνον ἐπιτρέποντες τὴν κατάσχεσιν. Ἐννοεῖται ὅτι ἡ κατάσχεσις θὰ ἐπιτρέπηται ὄχι μόνον κατὰ τῶν ἀσέμνων αὐτῶν παραστάσεων, τῶν εἰκονικῶν, ἀλλὰ καὶ ἄλλων δημοσιευμάτων τοῦ τύπου. Καὶ ἐλπίζω ὅτι οἱ παριστάμενοι ἐδῶ ἀντιπρόσωποι τοῦ τύπου δὲν θὰ φαντασθῶσί ποτε ὅτι δύναται ἡ διάταξις αὕτη νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τοῦ σοβαροῦ τύπου, ἀλλὰ μόνον κατὰ τῶν ἀνηθίκων ἐκείνων περιοδικῶν, τὰ ὁποῖα ἀπευθύνονται συνήθως εἰς τὴν νεαρωτάτην ἡλικίαν, σκοποῦντα ἀκριβῶς νὰ ἐξάπτωσι πάθη, τὰ ζωικώτερα ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου, ἐπὶ χρηματισμῷ ὅλως διόλου ἀθεμίτῳ. Πανταχοῦ δὲ τελευταῖον ἤρχισε λαμβανομένη πρόνοια κατ’ αὐτῶν τῶν πορνογραφικῶν δημοσιευμάτων, τὰ ὁποῖα κατακλύζουσι τὰς ἄλλας ἀγοράς, δὲν γνωρίζω ἂν καὶ ἐδῶ ἔχει φθάσει τόσον πολὺ τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐὰν δὲν ἐφθάσαμεν ἕως τώρα εἰς τοῦτο τὸ κακόν, προσεχῶς νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ τοιούτου κατακλυσμοῦ καὶ ἐκμεταλλεύσεως ἑπομένως τῆς δυνάμεως τοῦ τύπου εἴτε διὰ τοῦ γραπτοῦ λόγου εἴτε διὰ τῶν εἰκονικῶν παραστάσεων πρὸς ἐμπορίαν ἐκ τῶν αἰσχροτάτων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ὑπὸ τοιούτους ὅρους, δύναται ἐπίσης νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ προσθήκη αὕτη, ἀφοῦ πάλιν λαμβάνεται ἡ πρόνοια, ὅπως εἰδικὸς νόμος καθορίσῃ λεπτομερέστερον ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ κολάσιμα δημοσιεύματα, τὰ προφανῶς προσβάλλοντα τὴν δημοσίαν αἰδῶ. Ὅταν, Κύριοι, οὕτω διαρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον 14ον, δὲν νομίζω ὅτι θὰ εὑρεθῇ κανείς, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἠθέλησε νὰ θέσῃ περιορισμὸν εἰς τὸν τύπον. Ὁ τύπος μένει ἐλεύθερος, προστατεύεται ἀπὸ τὴν φιλελευθερωτέραν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 14 καὶ λαμβάνεται μόνον πρόνοια σήμερον, ὅπως προληφθῶσι ζημίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐπέλθωσι διὰ καταχρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας δύναται νὰ ὑποπέσῃ ὁ τύπος καὶ κατὰ τῶν ὁποίων ἔχομεν καθῆκον ἐγκαίρως νὰ προνοήσωμεν, ὅπως κολασθῶσιν ἐπαρκῶς διὰ τῆς προνοίας τοῦ Συντάγματος. Κρίνω δὲ περιττὸν νὰ εἴπω καὶ πάλιν ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ πρόνοιαι, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται, δὲν ἀφορῶσι τὸν σοβαρὸν τύπον, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος πράγματι ἐλέγχει ἔστω καὶ παρεκτρεπόμενος ἀκόμη, διότι τοῦτο εἶναι χρήσιμος καὶ ἀναγκαιότατος παράγων διὰ τὴν λειτουργίαν ἐλευθέρου πολιτεύματος, διότι βεβαίως ἄνευ τῆς ἐλευθερίας αὐτῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἐλευθερία, ἀπὸ αὐτὰς τὰς ὁποίας ἐπιδιώκει νὰ μᾶς ἐξασφαλίσῃ τὸ Σύνταγμα.
§182Γ. ΠΩΠ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι συνάδελφοι, νὰ κάμω ὑστάτην τινὰ προσπάθειαν, ὅπως ἐπιτύχω καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὑποχωρήσεις τινὰς εἰσέτι, αἱ ὁποῖαι βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θὰ παρενοχλήσωσι παντάπασι τὰς ἀγαθὰς ὄντως προθέσεις, τὰς ὁποίας πάντες ἔχετε, ὅπως ἐνθαρρύνητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου. Ἀκριβῶς δὲ, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως ἐνισχύσω τὴν μερίδα ἐκείνην τοῦ τύπου, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἐπεθύμουν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐν τῇ τροπολογίᾳ τῇ νέᾳ, καθ’ ὃν τρόπον αὕτη ὑπεβλήθη, νὰ ἀφαιρεθῇ παντελῶς ἡ ἔννοια τῆς κατασχέσεως, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε ἔχει χαρακτῆρα προληπτικῆς λογοκρισίας, νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἔννοια αὕτη τῆς κατασχέσεως καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν προσβολὴν κατὰ τῆς δημοσίας αἰδοῦς καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς στρατιωτικὰς κινήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς τροπολογίαν περὶ δημοσίας αἰδοῦς, ἐγὼ σύμφωνος καὶ συνεπὴς πρὸς ὅσα διετύπωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤθελον νὰ ἀπαλλάξω ἐντελῶς τὸν σοβαρὸν τύπον τοιαύτης μομφῆς, διότι ὁ ἀληθὴς τύπος, ὁ ἀξιοπρεπὴς τύπος, ἔχει κυριώτατον ἐλεγκτὴν αὑτοῦ τοὺς ἀναγνώστας αὑτοῦ, ἐνῷ ἐξ ἄλλου θὰ ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ στραφῶσιν αἱ πρὸς κολασμὸν ὁμοίων ἀνηθίκων παραστάσεων κατὰ τῶν ἐμψύχων, διότι εἴδομεν τοιαύτας ἀπὸ σκηνῆς θεάτρου ἐμφανιζομένας κατὰ τρόπον ἀνοικειότατον καὶ πρὸς βλάβην τῆς δημοσίας ἠθικῆς. Θὰ παρακαλέσω συνεπῶς, ὅπως ἀπὸ τῆς τροπολογίας ταύτης ἀφαιρεθῇ ὁ ἡμερήσιος τύπος καὶ ἐξεύρωμεν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ λέγωμεν ὅτι χωρίζεται......
§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Χωρίζεται ἐκ τῶν πραγμάτων.
§184Γ. ΠΩΠ. Δὲν φθάνει νὰ χωρίζηται ἐκ τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐπικαλοῦμαι ἰδιαζόντως τὴν ἐπὶ τοῦτο προσοχήν σας. Ἡ καλὴ σας πίστις καὶ ἡ ἀγαθὴ πρόθεσις, ὅπως ἐπωφελέστερον ἐφαρμόσητε τὴν τοιαύτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, γίνεται ἀφορμὴ νὰ παράσχητε ὅπλον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ διοικήσωσιν ἀπὸ ἀγαθῆς προθέσεως καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ὁ πρῶτος ἐχθρὸς τῆς Πολιτείας θὰ εἶναι ὁ τύπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐκπληρῶν τὸ καθῆκόν του ἐλέγχει αὐτούς.
§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέσατε ὅτι δημοσιεύονται ἄσεμνοι κυρίως, δι’ εἰκόνων, παραστάσεις, καὶ γίνεται τοῦτο ὑπὸ τὸν τύπον ἐφημερίδος ἡμερησίας, ἐξακολουθεῖ ἡ δημοσίευσις ἐπὶ 5 ἡμέρας, μεθ’ ὃ διακόπτεται καὶ λέγει ὅτι «ἐξέδωκα μίαν ἐφημερίδα καὶ κατόπιν ἔπαυσα». Βλέπετε ὁποίους κινδύνους ἐγκλείει αὐτό;
§186Γ. ΠΩΠ. Σᾶς ἀνησυχοῦσιν αἱ εἰκόνες;
§187ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κυρίως ἀποβλέπω εἰς τὰς εἰκόνας. Ὑπῆρξαν καὶ ἐδῶ φύλλα, τὰ ὁποῖα διὰ τοιούτων δημοσιευμάτων ἀπηυθύνοντο εἰς αὐτὰ τὰ ζωωδέστερα ἔνστικτα τοῦ ἀνθρώπου καὶ δὴ εἰς τὴν νεαρὰν ἰδίως ἡλικίαν. Δὲν νομίζετε ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ προνοήσωμεν περὶ αὐτῆς;
§188Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο.
§189ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὅλη ἡ κοινωνία ἔχει λόγους νὰ ἀνησυχῇ δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα, ἀνησυχεῖτε σεῖς ὡς εἰδικώτερον ἀνήκων εἰς τὸν τύπον μεθ’ ὅλην τὴν εἰλικρινῆ διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχετε ἐκ μέρους μου, ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ποτε κατὰ ἡμερησίου τύπου, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐλεγκτὴν τὴν δημοσίαν γνώμην;
§190Γ. ΠΩΠ. Βεβαιωθῆτε ὅτι τὴν φορὰν αὐτὴν δὲν ὁμιλῶ κἂν περὶ κινδύνου, ὅτι δύναται τοῦτο νὰ συμβῇ πρὸς σοβαρὰ τινα φύλλα καὶ εἰς ἐφημερίδα, τὴν ὁποίαν τυχὸν ἀντιπροσωπεύω ἐγώ, οὔτε τοιαύτη τις ἔννοια ἐνυπῆρχεν εἰς τὴν παρατήρησίν σας. Διότι ἐγὼ τοσοῦτον σκέπτομαι καὶ εὐλαβοῦμαι τὴν ἔννοιαν τῆς δημοσίας ἠθικῆς, ὥστε δὲν δημοσιεύω οὔτε ἀνακοινώσεις ἰατρῶν, ἀναφερομένας εἰς εὐνοήτους τινὰς θεραπείας. Συνεπῶς ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν τῆς προστασίας τῆς δημοσίας αἰδοῦς, καὶ χωρὶς κἂν ὁ νόμος νὰ μοὶ ἐπιβάλῃ τοῦτο, ἐγὼ μόνος προέβλεψα, θεσμοθετήσας, διότι οὕτως ἐνόμισα ὅτι καὶ ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ὑλικοῦ συμφέροντος συναφοῦς πάντοτε πρὸς τὸ ἠθικὸν μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ πράξω. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι ἡ κατάσχεσις καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἀποτελεῖ μέσον καθαρῶς προληπτικόν, διότι, ἐὰν δὲν ἀποτελῇ μέσον καθαρῶς προληπτικόν, ἀποτελεῖ μέσον ἄσκοπον, καὶ ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τὸν πατριωτισμόν σας καὶ τὴν ὀξύτητα τῆς ἀντιλήψεως, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ἡ ὁποία εἶναι ἐλευθερία τοῦ λαοῦ.
§191ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ πορνογραφήματα δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἐλευθερίας.
§192Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται περὶ τῆς καταχρήσεως. Δὲν θέλετε; Θέσατέ το οὕτως. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ. Θὰ ἐπεθύμουν συνεπῶς νὰ σᾶς ὑποδείξω, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ θελήσητε τὴν ἀπειλὴν τῆς κατασχέσεως νὰ τὴν περιορίσητε εἰς ποινικὴν δίωξιν μόνον. Εἶναι ἀρκετὴ αὕτη, ὅταν θὰ εὑρεθῇ ἀνευλαβὴς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν πατρίδα δημοσιογράφος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ὄργανον αὑτοῦ εἰς σκοποὺς μὴ ἀπέχοντας τῆς προδοσίας. Ἀλλὰ πλὴν τούτου θὰ ἐπεκαλούμην ἐπὶ ἄλλου σημείου τὴν ὑμετέραν προσοχήν. Θὰ ἐπεθύμουν, ἀφοῦ γίνεται ἀντιγραφὴ σχεδὸν τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος τῆς Γερμανίας, τὸ ὁποῖον πρόκειται παρ’ ἡμῖν νὰ γίνῃ συνταγματικὴ διάταξις εἰς τὸ εἰδικὸν τοῦτο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἂν ἦτο δυνατὸν ἐκ τῆς ἀντιγραφῆς τοῦ ἄρθρου ἐκείνου νὰ μὴ παραλειφθῇ σημεῖόν τι σημαντικόν· ἡ ἀπειλὴ νὰ γίνεται «μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπισήμως διατυπουμένη πρὸς τοὺς διευθυντὰς τῶν ἐφημερίδων», διότι ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου τῆς Γερμανίας, τοῦ εἰδικῶς ἀφορῶντος τὰ ἐγκλήματα τοῦ τύπου, ἡ ἀναγγελία γίνεται δημοσίᾳ ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀρχικαγκελλαρίου, συνεπῶς γίνεται καὶ ὑπὸ διττὴν εὐθύνην, εὐθύνην στρεφομένην καὶ πρὸς τὴν ἀνεύθυνον Ἀρχὴν διὰ τοιαύτην πίεσιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τύπου ἐν Γερμανίᾳ. Θὰ παρεκάλουν λοιπόν, ὅπως μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς κατασχέσεως καὶ πρὸς μείζονα ἔτι ἐγγύησιν προστεθῇ πάντοτε ὅτι ἡ ἀπειλὴ γίνεται μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διατυπουμένη.
§193ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ λέγωμεν «ὡς θὰ ὁρίσῃ ὁ νόμος», καὶ ἑπομένως θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις.
§194Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ πείθομαι ὅτι οὕτω θὰ τεθῇ ὁ νόμος. Ἀλλὰ πιθανὸν τὸν νόμον τοῦτον τίς οἶδεν ὑπὸ ποίας συνθήκας νὰ μεταβάλωσιν ἐν μιᾷ νυκτὶ ἄλλοι, εἶδον δὲ νόμους ἀντισυνταγματικοὺς ψηφιζομένους ἐν μιᾷ νυκτί.
§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς εἴπωμεν «καὶ ἐν εἰρήνῃ».
§196Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἐπλειοδότησα καὶ εἶπον «καὶ ἐν εἰρήνῃ», καὶ ἀφοῦ μάλιστα θὰ γίνῃ καὶ χρῆσις τῆς λέξεως «κατάσχεσις» νὰ γίνῃ δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§197ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ νόμος θὰ προνοήσῃ.
§198Γ. ΠΩΠ. Ἢ θὰ τὰ διασκευάσωμεν ὅλα διὰ νόμου, ὅπως ἔπρεπεν, ἢ πρέπει τοὐλάχιστον μὴ γινομένων ἁπάντων διὰ νόμου νὰ μεριμνήσωμεν, ὅπως μὴ ᾖ δυνατὸν νόμος γινόμενος ὑπὸ Κυβερνήσεως ἀνελευθέρου νὰ πιέσῃ καὶ καταδυναστεύσῃ τὸν τύπον. Αὐτὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι. Ἂς ἐπιλέξῃ καὶ ὁ κύριος Πρόεδρος καὶ τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ μέρος τῆς τροποποιήσεως καὶ ἂς συστήσῃ μὲ τὸ κῦρος τῆς γνώμης αὐτοῦ ὅ,τι θελήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, τῆς ὁποίας καὶ πάλιν ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν, ὅτι ὁ μέγας κίνδυνος εἶναι, ἐὰν ἀφεθῇ ἔστω καὶ ἡ παραμικροτέρα ὀπὴ πρὸς εἰσβολὴν τῆς καταδυναστεύσεως τοῦ λαοῦ διὰ τῆς καταπιέσεως τοῦ τύπου. Διότι εἰς οἱονδήποτε σημεῖον περισταλῇ ἡ ἐλευθερία τῆς διανοίας, βεβαίως θὰ ὑποδουλωθῇ ταυτοχρόνως καὶ ὁ τύπος εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἡμέρας.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Νὰ ἀρχίσωμεν, Κύριοι, ἀπὸ τῶν τροπολογιῶν.
§200Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως δύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου. Ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ὄχι, διότι πρέπει νὰ εἶσθε 15. Πρὸς τὸ παρὸν θὰ καθαρίσωμεν τὸ ἔδαφος ἀπὸ τῶν τροπολογιῶν. Λοιπὸν οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Ἀραβαντινὸς καὶ Π. Λαγοπάτης ὑπέβαλον τροπολογίας. Ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Π. Ἀραβαντινοῦ ἔχει οὕτως: «Ἐπιτρέπεται δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ κατάσχεσις μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἕνεκα προσβολῆς κατὰ τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας ἢ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως ἢ κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἕνεκα ἀσέμνων δημοσιευμάτων, προσβαλλόντων καταφανῶς τὴν δημοσίαν αἰδῶ». Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Λαγοπάτη ἀποσύρεται ὑπ’ αὐτοῦ, ἔχει δὲ οὕτως: Ἡ ὑποβεβλημένη τροπολογία περὶ κατασχέσεως καὶ «ἕνεκα προσβολῆς.... τῆς δημοσίας ἠθικῆς» νὰ διατυπωθῇ καὶ τροποποιηθῇ ὧδε: «ἢ δι’ ἄσεμνα δημοσιεύματα προσβάλλοντα καταφανῶς τὴν δημοσίαν αἰδῶ».
§202ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὰς ἀποσύρετε; Περιελήφθησαν.
§203Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Περιελήφθησαν αἱ τροπολογίαι μας καὶ φυσικὰ τὰς ἀποσύρομεν.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιελήφθησαν αἱ δύο αὐταὶ τροπολογίαι εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· ἑπομένως αἱ τροπολογίαι αὗται ἀποσύρονται. Ἔχομεν τροπολογίαν τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Πετρέα, ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: Ἐκ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀπαλειφθῶσι· αʹ). Ὁλόκληρον τὸ ἐδ. εʹ καὶ ϛʹ, ἤτοι ἀπὸ τὰς λέξεις «Ἐπιτρέπεται δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν κλπ.» μέχρι τῶν λέξεων «οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα» συμπεριλαμβανομένων. βʹ). Ὁλόκληρος ἡ § «Ἐν ὅλως ἐξαιρετικαῖς περιπτώσεσι κλπ.» μέχρι τῶν λέξεων «παρὰ τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου» συμπεριλαμβανομένων. Νὰ προστεθῶσι δὲ τὰ ἑξῆς· «Ἐν περιπτώσει κηρύξεως πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως, ἕνεκεν ἀπειλουμένης κηρύξεως πολέμου, ἀπαγορεύεται ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων ἢ ἀνακοινώσεων ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς ἐργασίας ἐπὶ ἀπειλῇ κατασχέσεως τοῦ φύλλου, ποινικῆς καταδιώξεως καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ἤθελεν ὁρίσει».
§205Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἀποσύρεται.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀποσύρετε, κύριε Πετρέα;
§207Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Μάλιστα.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Πατσουράκου.
§209ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀποσύρεται.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ τὴν ἀποσύρῃ ὁ ἴδιος. Δὲν δύνανται νὰ τὴν ἀποσύρωσιν ἄλλοι. Δὲν εἶναι ἐδῶ. Ἔχει ὡς ἑξῆς· Νὰ προστεθῇ ἐν τέλει: «Δι’ ἀδικήματα τοῦ τύπου δὲν ἐπιτρέπεται προφυλάκισις».
§211Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι τὸ μέλλον νὰ εἰσαχθῇ ἐνώπιον ἡμῶν νομοσχέδιον θὰ περιέχῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ζήτημα τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Πατσουράκου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§213Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλαδὴ τὴν ἀπορρίπτει ὡς δυναμένην νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον νόμου.
§214ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πάντοτε ὁσάκις ἀπορρίπτομέν τι δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ὅτι τοῦτο θὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον νόμου, ἀλλὰ προνοίας συνταγματικῆς, χωρὶς νὰ προδικάζωμεν καὶ τὸ ἀντίθετον. Εἶναι ἐλευθέρα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία.
§215Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ ἴδω.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ κ. Τριγώνη, ὡς προσθήκη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ κατάσχεσις μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἕνεκα.... ὡς καὶ ἕνεκα προσβολῆς τῶν χρηστῶν ἠθῶν ἢ τῆς αἰδοῦς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Σ. Σίμου, Δ. Κλάδη, Ν. Κοντογούρη, Κ. Ἀλαβάνου, Π. Ἠλιοπούλου, Μ. Μπουφίδου, Π. Καραπάνου, Α. Πετρομανιάτου καὶ Σ. Γρανίτσα, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Ἀντὶ τοῦ ἐδαφίου «Εἰς μόνον πολίτας Ἕλληνας κλπ.», νὰ τεθῇ «Εἰς μόνον Ἕλληνας μὴ ὑποπεσόντας εἰς τὰς ὑπὸ τῶν ἄρθρων 22 καὶ 24 τοῦ Ποιν. Νόμου προβλεπομένας ποινὰς ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ἐφημερίδων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§217Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν ἤθελον νὰ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν διὰ τὴν ἀπώλειαν χρόνου. Νὰ τὴν ἀναγνώσητε, παρακαλῶ, ἄλλην μίαν φοράν.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, καὶ κατ’ ἀντίθετον τρόπον. Ἐπειδὴ ὁ κ. Σῖμος ἐξέφερε τὴν ὑπόνοιαν ὅτι δὲν ἦτο ἀκριβὴς ἡ ἀντίληψις τοῦ Προεδρείου περὶ τῆς ψηφοφορίας, θὰ θέσω τὸ ζήτημα καὶ ἀντιστρόφως. Αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Ἀναγινώσκω δὲ ἅπαξ ἔτι αὐτήν, διὰ νὰ εἶναι σαφεστέρα ἡ ἀντίληψις τῆς Βουλῆς: Ἀντὶ τοῦ ἐδαφίου «Εἰς μόνον πολίτας Ἕλληνας κλπ.» νὰ τεθῇ: «Εἰς μόνον Ἕλληνας μὴ ὑποπεσόντας εἰς τὰς ὑπὸ τῶν ἄρθρων 22 καὶ 24 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου προβλεπομένας ποινὰς ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ἐφημερίδων». Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§219ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐτέθη καλῶς τὸ ζήτημα.
§220Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐνοήσαμεν.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔκαμον δύο ψηφοφορίας. Πῶς θέλετε νὰ τὸ θέσω, διὰ νὰ ἐννοήσητε; Τροπολογία τοῦ κ. Δελακοβία ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Αἱ ὑπάρχουσαι ἐφημερίδες διατηροῦνται· εἰς τὸ μέλλον ὁ ἐκδότης ἐφημερίδος δέον νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην, πρὸ δεκαετίας ἐγκατεστημένος, νὰ λάβῃ ἄδειαν παρὰ τοῦ Δικαστηρίου ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ πανεπιστημιακοῦ διπλώματος καὶ ἐγγυήσεως χρηματικῆς ὁριζομένης ὑπὸ τοῦ νόμου διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν συνδρομητῶν καὶ τῶν προστίμων». Φρονῶ, ὅτι ἀφοῦ ζητοῦσι διὰ τοὺς διδασκάλους προσόντα, πρέπει ν’ ἀπαιτήσωμεν τοιαῦτα διὰ τοὺς διδασκάλους τῆς κοινωνίας. Ἐξουσία οἵα εἶναι ὁ τύπος δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἀκανόνιστος εἰς ἀνθρώπους ἀμαθεῖς καὶ πολλάκις ἀγνώστου προελεύσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Χριστίδου, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 νὰ προστεθῇ ἐδάφιον αʹ, τὸ ἑξῆς: «Ἡ ἔννοια τῆς φράσεως «στοχασμούς του» ἐμφαίνει τὸ ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὰς κρίσεις τοῦ δημοσιεύοντος περὶ τῆς ἀληθείας τῶν στοχασμῶν του. § ἐδάφ. βʹ «Ἀπαγορεύεται πᾶν δημοσίευμα, δι’ οὗ ἀπειλοῦνται ἐσωτερικοὶ ἢ ἐξωτερικοὶ κίνδυνοι». ἐδάφ. γʹ) «Ἀπαγορεύεται ἡ δημοσίευσις γεγονότων ἐπιβλαβῶν εἰς τὸ πρόσωπον ἢ τὸ ἐπάγγελμα ἢ τὸ ἠθικὸν τοῦ πολίτου, ἢ ἁπλοῦ ἰδιώτου, ἐὰν τὸ γεγονὸς δὲν ἔχῃ πιστοποιηθῆ ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς ἢ δικαστικῆς ἀποφάσεως».
§222Α. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἀποσύρεται.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὖγε, κύριε Χριστίδη! Τροπολογίαι τοῦ κ. Ἰ. Μπρισιμιτζάκη, ἔχουσαι οὕτω: Φρονῶ ὅτι ἡ πρώτη παράγραφος ἀπὸ τὰς λέξεις: «Ἐπιτρέπεται δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν κτλ.» δέον νὰ μεταρρυθμισθῇ ὡς ἑξῆς: «Ἐπιτρέπεται δὲ κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ κατάσχεσις μετὰ τὴν δημοσίευσιν, ἕνεκα προσβολῆς κατὰ τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας, ἢ τῶν δημοσίων ἠθῶν, ἢ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως· ἐπιτρέπεται δ’ ὡσαύτως ἡ κατάσχεσις καὶ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, ἕνεκα ἀνακοινώσεων ἀναφερομένων εἰς στρατιωτικὰς μετακινήσεις ἢ εἰς μέσα ἀμύνης, ὧν ἡ δημοσίευσις ἀπηγορεύθη πρότερον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀπειλουμένου, κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῆς, πολέμου. Ἐν περιπτώσει οἱασδήποτε κατασχέσεως ὀφείλουσιν ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπὸ ταύτης καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον κτλ.». Μετὰ τὴν ἄνω διατύπωσιν ἡ δευτέρα παράγραφος καθίσταται ἀπαλειπτέα. Τὴν ἀπειλὴν παύσεως τῶν φύλλων θεωρῶ ὑπεράγαν ἀπολυταρχικὴν καὶ ἄδικον περιορίζουσαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, φοβερὸν δ’ ὅπλον εἰς χεῖρας ἀπολυταρχικῶς κυβερνώντων, δι’ ὃ κηρύττομαι κατ’ αὐτῆς. Τὸ πρὸς ἀποζημίωσιν ὡς ἐλάχιστον ὅριον καθοριζόμενον ποσὸν τῶν δρ. 200 δέον νὰ ἀπαλειφθῇ, καθόσον τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον νόμου· ἄλλως νὰ καθορισθῇ καὶ τὸ ἀνώτατον ὅριον μέχρι δρ. τριῶν χιλιάδων.
§224Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἀποσύρονται.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ κ. Δ. Μπούσδρα.
§226ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀποσύρεται.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὸ εἴπῃ ὁ κ. Μπούσδρας αὐτό. Νὰ μὴ φωνάζητε ὅλοι «ἀποσύρεται», διότι δυνατὸν νὰ κάμω κανὲν λάθος. Νὰ τὴν ἀναγνώσω. Ἔχει ὡς ἑξῆς: Τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 14, ὅπερ ἄρχεται ἀπὸ τῆς φράσεως «ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει» καὶ λήγει «οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὸν εἰσαγγελέα» νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἑξῆς: «Εἰδικὸν Συμβούλιον, ὅπερ νόμος ἤθελεν ὁρίσει, θέλει κρίνει τῇ εἰσηγήσει τοῦ οἰκείου Ὑπουργοῦ περὶ τοῦ ἐπιληψίμου δημοσιεύματος». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Ἀθ. Τριγώνη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: Μετὰ τὰς λέξεις «ἢ κατὰ τοῦ Βασιλέως» νὰ τεθῇ ἡ φράσις «ἢ ἕνεκα ἀπειλουμένης βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας». Νὰ τεθῇ 5ον ἐδάφιον ἔχον ὡς ἑξῆς: «Πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ὑποχρεώσεων τούτων ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιβληθῇ ἐν περιπτώσει ὑποτροπῆς κατάθεσις ἐγγυήσεως ὡς ὅρος τῆς ἐκδόσεως τῆς ἐφημερίδος περαιτέρω».
§228Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Ἀποσύρεται.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεσύρθη.
§230ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αἱ ἰδικαί μου τροπολογίαι ὕστερον, μεθὸ νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς τὸ ἄρθρον αἱ ἰδικαί σας.
§232ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ψηφισθῶσιν ὡς τροπολογίαι. Τροπολογίαι εἶναι καὶ αὐταί. Τὸ ἄρθρον εἶναι τὸ ἀντίθετον τῶν τροπολογιῶν καὶ ἂν δὲν ψηφισθῶσι κεχωρισμένως αἱ τροπολογίαι τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς τότε θὰ ἀπορριφθῇ. Ὥστε νὰ τεθῇ ὑπὸ ψήφισιν τὸ ἄρθρον ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι βάσις τῆς συζητήσεώς μας ἦτο τὸ ἄρθρον τῆς ἐπιτροπῆς.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη.
§234ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι τροπολογία. Ἐξήγησα ἁπλῶς ὅτι κατατίθεται, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν τροπολογίαν τῆς προτάσεως.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, καθ’ ἣν ἐν τῷ εʹ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 14 μετὰ τὴν φράσιν «.... ἢ κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως» προστίθεται ἡ φράσις: «ἢ κατὰ τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένας περιστάσεις ἕνεκεν ἀσέμνων δημοσιευμάτων προσβαλλόντων καταφανῶς τὴν δημοσίαν αἰδῶ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἥν: Τὸ αʹ ἐδάφιον τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 14, κατὰ τὸ κείμενον τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἤτοι τὸ «Ἐν ὅλως ἐξαιρετικαῖς περιπτώσεσι δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ, ἐπ’ ἀπειλῇ κατασχέσεως, ποινικῆς καταδιώξεως καὶ παύσεως τοῦ φύλλου, ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων ἢ ἀνακοινώσεων ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς ἐργασίας ἢ εἰς ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, λόγῳ κινδύνου τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ἤθελεν ὁρίσει», μεταβάλλεται εἰς «δύναται, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ἤθελεν ὁρίσει, ν’ ἀπαγορευθῇ, ἐπ’ ἀπειλῇ κατασχέσεως καὶ ποινικῆς καταδιώξεως, ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων ἢ ἀνακοινώσεων ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς κινήσεις ἢ εἰς ἔργα ὀχυρώσεων τῆς χώρας».
§236ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. «στρατιωτικὰς κινήσεις» νὰ τεθῇ.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγώ. Περιλαμβάνει τὸ ὅλον.
§238Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). «στρατιωτικὰς κινήσεις» ἐτέθη.
§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§240Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ ἦτο καλλίτερον νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, διὰ νὰ ἐκφρασθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἡ ἑρμηνεία ἐπὶ τῆς φράσεως «στρατιωτικὰς κινήσεις», ὥστε νὰ μὴ γεννᾶται ἀμφιβολία;
§241ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τώρα μετὰ τὴν τροποποίησιν, ἥτις ἔγινε, καὶ κατόπιν τῶν παρατηρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας δὲν μένει καμμία ἀμφιβολία. Ἡ τροποποίησις ἔγινεν ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ γεννῶνται ἀμφιβολίαι περὶ τοῦ ἄρθρου. Αὐτὰ εἶναι γεγραμμένα εἰς τὰ Πρακτικά, καὶ δὲν χρειάζεται ἄλλο τι.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία μετὰ τὰς δοθείσας ἐξηγήσεις. Πρόκειται περὶ κινήσεων στρατοῦ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης.
§243Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ....
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἐὰν εἴπωμεν ὅτι περιλαμβάνει πᾶσαν ὀχύρωσιν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης. Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἀείποτε».
§245Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐδάφιον εἶναι μέρος τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ αὔριον.
§246ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὔριον θὰ ψηφισθῇ;
§247ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ ψηφισθῇ καὶ τώρα.
§248ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προλαμβάνω νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ σημειώσητε, ὥστε ἡ δεκάτη τρίτη παράγραφος, ἥτις λέγει: «Εἰς μόνον πολίτας Ἕλληνας ἀπολαύοντας τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ἐφημερίδων», νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος, διότι κατὰ λάθος παρενετέθη μεταξὺ τῶν δύο τροπολογιῶν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τεθῇ ὡς τετάρτη παράγραφος.
§250ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἀείποτε».
§252ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§254Γ. ΠΩΠ. Τῇ προτάσει τῇ ἐμῇ ἡ ψηφοφορία νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐγένοντο δεκταί ....
§256Γ. ΠΩΠ. Θέλετε νὰ ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμά μου;
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ κάμνω παράκλησιν. Ἐγὼ θεωρῶ ὀρθὸν νὰ τυπωθῇ τὸ ἄρθρον αὔριον. Αὔριον εἰς τὰς 2 μ. μ. θὰ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις καὶ παρακαλῶ νὰ εἶσθε ὅλοι παρόντες ἐγκαίρως. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 35′ τῆς νυκτός).