1911.03.05
2,991 rows · 22,793 words · 183 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 5ης Μαρτίου 1911
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 186 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Κατάδικοι τῶν φυλακῶν Παλαμηδείου ζητοῦσι χάριν. Θ’ ἀποσταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§2Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργός.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ γνῶσιν, διότι θ’ ἀποσταλῇ ἀμέσως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. 2) Οἱ ἐν Αἰγίνῃ καπνοπῶλαι καὶ καπνεργάται ζητοῦσιν ὅπως ἐπιβληθῇ φόρος εἰς τὰς σιγαροποιητικὰς μηχανάς· 3) Ὁ κατάδικος τῶν φυλακῶν Καλαμῶν Δ. Παπαμικρούλης ζητεῖ ἀναθεώρησιν τῆς δίκης του. 4) Ὁ ἐν Ἀγρινίῳ ἀπόστρατος μοίραρχος Κ. Εὐθυμίου αἰτεῖται, ὅπως διορθωθῇ ἐν τῷ μητρῴῳ ἡ ἡλικία του καὶ ἐπαναχθῇ ἐν ἐνεργείᾳ. 5) Οἱ ἐν Τρικάλοις μέτοχοι «Ἀμοιβαίας» ζητοῦσιν ἀνάκλησιν Β. Διατάγματος ἱδρύσεως ταύτης. 6) Κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ῥίου διαμαρτύρονται διὰ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Φωτήλα περὶ τοῦ ἐπιστάτου Σοφιανοπούλου λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ. 7) Ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τοῦ δήμου Δρυμίας κηρύσσεται κατὰ νομοσχεδίου δεκάτης. 8) Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Ἰ. Κουρτάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ εἰδικοῦ ταμείου ὁδοποιίας τοῦ δήμου Ἀλαγονίας. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. 9) Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Ἀθ. Τριγώνης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 95 καὶ 101 τοῦ Συντάγματος. Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. (Ἰδὲ τροπολογίας ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθ. Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§4Ν. ΒΡΑΪΛΑΣ ΒΑΡΘΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς κ. Βάρθης ζητεῖ, ὅπως ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐκκαθαρισθέντων ἀξιωματικῶν.
§6ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω κατὰ ποίαν ἡμέραν δύναται νὰ γίνῃ ἡ τοιαύτη συζήτησις, ἔχομεν δὲ τόσα ἄλλα ἐπείγοντα ἀντικείμενα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, πρὸ παντὸς δὲ τὸ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ὥστε θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ σήμερον ἡμέρα συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης.
§7Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ νὰ ἀναβληθῇ ὁ ὁρισμὸς τῆς ἡμέρας πρὸς συζήτησιν, δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει τὸν λόγον.
§9Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ μᾶλλον ἐπεῖγον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καί, ἐνῷ τοῦτο εἶναι κατὰ κοινὴν ἀναγνώρισιν τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον, ἔχομεν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὅλως διάφορον, Ἡμερησίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας προτάσσονται τὰ δικαστικὰ καὶ ἄλλα νομοσχέδια. Δὲν λέγω ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν εἶναι ἄξια συζητήσεως. Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, ἔργον τῆς διπλῆς Βουλῆς, δι’ ὃ ἐκλήθη αὕτη, τὸ μᾶλλον κατεπεῖγον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς πρέπει νὰ περατωθῇ, εἶναι τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Τὰ ἄλλα εἶναι δυνατὸν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ ἡ ἐργασία ἐκείνη, ἡ ὁποία κρατεῖ τὴν Βουλὴν διπλῆν ἐνταῦθα, ἡ δὲ τήρησις τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἐλέχθη καὶ ἄλλοτε, δὲν εἶναι τὸ κανονικόν, εἶναι τι ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκλίπῃ τὸ ταχύτερον. Μᾶς εἶναι ἄλλως δυνατόν, ἀφοῦ περατώσωμεν τὴν ἐργασίαν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἂν ἔχωμεν καιρόν, νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν νομοθετικῶν μέτρων, μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν πρέπει νὰ λήξῃ ἡ Βουλὴ αὕτη, νὰ λήξῃ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως, ἵνα εἰσέλθωμεν εἰς τὸν ἁπλοῦν, τὸν κανονικὸν δρόμον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ δέκα, ἐὰν ὑπάρχωσι δέκα, νὰ ζητήσωσι τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, μεταβολὴν ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ, ἵνα προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Καὶ συμφωνῶ ὅτι ἡ ποικιλία ἐν τῇ συζητήσει χρησιμεύει, ψυχολογικῶς, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα πρὸ τοιούτου κατεπείγοντος, ὁμολογηθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ποικιλίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ σήμερον μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως.
§11ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως θέλω ἐξετάσει ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως. Χθὲς τὴν ἑσπέραν μάλιστα ἐκυκλοφόρησεν ἡ φήμη μεταξὺ Βουλευτῶν, παρὰ τῶν ὁποίων τὸ ἔμαθον καὶ ἐγώ, ὅτι σήμερον ἐπρόκειτο ἡ Ἡμερησία Διάταξις νὰ ὑποστῇ μεταβολήν, ἐκτοπιζομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ προτασσομένων τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐφάνην διατεθειμένος νὰ δώσω πίστιν εἰς τὴν φήμην ταύτην καὶ ἔσπευσα παρὰ τῷ κ. Προέδρῳ τῆς Βουλῆς, ἀνεκοίνωσα εἰς αὐτὸν τὴν φήμην ταύτην, τὸν παρεκάλεσα νὰ διαβιβάσῃ τὴν παράκλησίν μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐκτοπίζουσα, ὡς εἶπον, τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ προτάσσουσα τὴν ψήφισιν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Προσέθηκα μάλιστα καὶ τὸν λόγον ὅτι πολλοὶ Βουλευταί, μεταξὺ τῶν ὁποίων πρὸ πάντων ἐγώ, μὴ φανταζόμενοι ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ Ἡμερησία Διάταξις νὰ ὑποστῇ τοιαύτην μεταβολήν, δὲν ἐκρίναμεν ἄξιον καὶ ἀναγκαῖον νὰ μελετήσωμεν τὸ προτασσόμενον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νομοσχέδιον καὶ συνεπῶς ὅτι δὲν εἴμεθα παρεσκευασμένοι διὰ τὴν προσήκουσαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν, ὅπερ μάλιστα συζητεῖται εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν, ὡς ἐτροπολογήθη. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔκρινεν ἄξιον νὰ διαβιβάσῃ τὴν παράκλησίν μου ταύτην, σήμερον ὅμως εὑρισκόμεθα πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, μεταβολῆς φύσεως τοιαύτης, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ὤφειλε νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ μεταβολὴ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως δὲν εἶναι μόνον ἀντικοινοβουλευτική, ἀλλ’ εἶναι αὐτόχρημα ἀντισυνταγματική. Δὲν γνωρίζω ἂν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τοὺς κυρίους Προέδρους, τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν οὗτοι ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ μοὶ ἀπαντήσωσιν ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τίνες οἱ λόγοι, οἵτινες ἠνάγκασαν αὐτούς, ποῖα τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα παρέσυραν αὐτοὺς εἰς τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, τίνες αἱ σκέψεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν εἰς τὴν λῆψιν ἀποφάσεως, διὰ τῆς ὁποίας μετεβλήθη ἡ Ἡμερησία Διάταξις, ἐξετοπίσθη ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος καὶ προετιμήθησαν τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια. Ἀλλ’, ἂν δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἔχω ὅμως ἓν ἕτερον δικαίωμα ὡς Βουλευτής, δικαίωμα τὸ ὁποῖον τοῦτ’ αὐτὸ εἶναι καθῆκον. Ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, πόθεν ἤντλησε τὸ δικαίωμα, ἵνα μεταβάλῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, νὰ παραγκωνίσῃ δὲ καὶ ὀπισθοδρομήσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ μᾶς ῥίψῃ εἰς τὴν συζήτησιν δικαστικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σύμπας ὁ δικηγορικὸς κόσμος, πάντες οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι ἀπεκήρυξαν καὶ ἀπέρριψαν. Καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, πόθεν ἤντλησε τὸ δικαίωμα αὐτό. Εἶναι γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι κατὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα εἰς τὰς ἁπλᾶς τακτικὰς Βουλὰς τὸ δικαίωμα τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐρωτῶ· προκειμένου περὶ διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἔχει ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τῆς μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως διὰ τοῦ παραγκωνισμοῦ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος; Ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ προβαίνει εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι, ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ὑποβάλλονται εἰς τὴν ἔγκρισιν ἢ τὴν κύρωσιν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως. Ἄρα ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῇ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ τοιαύτην, ὁποίαν ἔχει ἐν τῇ ἁπλῇ τακτικῇ Βουλῇ, ἐν ᾗ ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, συνεπῶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διακανόνισιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως· ἀλλά, καὶ ἂν ὑποτεθῇ πρὸς στιγμὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ διακανονισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, προκειμένου καὶ περὶ διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτοπίζῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἀπασχολῇ τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν εἰς τὴν συζήτησιν δικαστικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον, ἔτυχον τῆς γενικῆς ἀποδοκιμασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§12Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὁ σύλλογος τῶν Πατρῶν ἐκηρύχθη ὑπέρ.
§13ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Σᾶς τὸν χαρίζω τὸν σύλλογον τῶν Πατρῶν; Ἄλλο εἶναι τὸ θέμα μου. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὡς εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ νὰ διακανονίζῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα, ὡς εἶπον, νὰ ἐκτοπίζῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον δύναται νὰ προτείνῃ τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως ὡρισμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἀντ’ ἄλλων διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἤθελε κρίνει ἀναγκαίους. Ἀλλ’ οὔτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις ἔχει, ἀμφιβάλλω δ’ ἀκόμη ἂν τὸ ἔχει καὶ αὐτὴ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἀμφισβητῶ, κύριοι Βουλευταί, ἂν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ σταματήσωμεν, νὰ ἀναχαιτίσωμεν τὴν πρόοδον τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Μόνον ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀλλὰ πῶς; Ἐντὸς τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, προτάσσουσα τὸ ἓν ἀντ’ ἄλλου, μεταβάλλουσα τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἀσχοληθῇ.
§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐψηφίσαμεν Κανονισμόν. Δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ τούτου δύναται νὰ κανονίσῃ καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Βουλὴ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§15ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας....
§16Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Νομίζω ὅτι ἐλείψατε ἐπὶ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς Βουλῆς. Ποῦ ἦτο ἡ προθυμία σας, ἵνα συζητήσητε ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων;
§17ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγνώριζον ὅτι ἦσθε σεῖς πρόθυμος καὶ θὰ μὲ ἀνεπληροῦτε.
§18Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Ἐγὼ εἶμαι τακτικώτατος.
§19ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τοιαύτης φύσεως διακοπαὶ δὲν ἐπιτρέπονται. Δὲν θὰ τεθῶμεν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον πότε θὰ ἐργαζώμεθα καὶ πῶς. Καὶ ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας ἀπαιτοῦσι τὴν ταχίστην περάτωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ ῥιπτόμενοι, Κύριοι, εἰς τὰς συζητήσεις τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων θὰ ἀπολέσωμεν πολύτιμον χρόνον. Διατί; Τίς εἶναι ὁ λόγος νὰ ἀπολέσωμεν τὸν χρόνον τοῦτον, τὸν ὁποῖον κάλλιστα δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος; Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ καὶ ψηφίσῃ πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ μεταβληθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἡ μεταβληθεῖσα καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὰ ἔργα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος.
§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἔχει βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ, ὡς κατέληξε τὸν λόγον του, τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἀλλὰ μόνον εἰς ἀπειρίαν κοινοβουλευτικὴν δύναται νὰ ἀποδοθῇ τὸ ὅτι κατηγόρησε τὸν τε Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ παραβάσει κοινοβουλευτικῶν κανόνων, ἀκόμη καὶ αὐτοῦ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, διατί, χωρὶς νὰ ἐρωτήσωσιν ἰδιαιτέρως καὶ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, κατήρτισαν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς σήμερον. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συμβουλευθῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, λέγει ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐρωτῶν τὴν Βουλήν, ἂν πρέπει νὰ λήξῃ μία συνεδρίασις, ὁρίζει συγχρόνως, ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, καὶ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς ἑπομένης, καθιερώθη δὲ διὰ μακρᾶς συνηθείας νὰ μὴ ἀσχολῆται εἰδικώτερον καὶ εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τεκμηρίου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἐθεωρήθη πάντοτε ὅτι ἡ Ἡμερησία Διάταξις καταρτίζεται ἐκ συνεννοήσεως τοῦ Προέδρου τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὑποτίθεται, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διερμηνεύει ἐν τούτῳ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Συμφώνως πρὸς ταῦτα ἐγένετο καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως διὰ τὴν σήμερον. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἑπομένως καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκονται ἐν τάξει, καὶ εἶναι παράδοξον πῶς ἠκούσθησαν αἱ κατηγορίαι αὗται ἐπὶ ἀντικοινοβουλευτικότητι καὶ ἐπὶ ἀντισυνταγματικότητι. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἀπαντῶν ἢ μὴ ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ ἔδωκε τὴν ἐξήγησιν τοῦ πράγματος διατί ἐζήτησε σήμερον τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ διατί κατεφέρθη τόσον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Φαίνεται ὅτι ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν ἀπουσίαζεν ἀπὸ τῆς Βουλῆς καὶ δὲν παρηκολούθησε τὰς συζητήσεις, ὁπότε θὰ ἔβλεπεν ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ἀφορῶντος τὰς ἐρημοδικίας, ἡ Κυβέρνησις ἀνεξαρτήτως πάσης γνώμης ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ἐθεώρησεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν τούτου, ὡς σχετιζομένου στενῶς μετὰ τῆς ἐπιθυμίας αὐτῆς, ἵνα διευκολύνῃ τὴν ἐπίσπευσιν τῆς ἐλαττώσεως τῶν δικῶν ἐν γένει. Ἐὰν λοιπὸν παρίστατο ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, θὰ ἔβλεπεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις φθάσασα μέχρι τῆς γʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἡ ὁποία καὶ ἤρξατο, καὶ ἡ ὁποία διεκόπη, διότι δὲν προέφθασε νὰ τελειώσῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραιτήσῃ αὕτη τὸ νομοσχέδιον, διότι τυχὸν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐξεδηλώθη γνώμη ἐναντία ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, γνώμη τὴν ὁποίαν περὶ πολλοῦ ποιοῦμαι, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν εἶναι γνώμη ἀποφασιστικὴ διὰ τὴν Κυβέρνησιν οὐδὲ διὰ τὸ συνέδριον τοῦτο. Σήμερον λοιπὸν διὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἐζητήθη νὰ προταχθῇ ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τῶν ἐρημοδικιῶν, νὰ γίνῃ ἡ γʹ συζήτησις τοῦ συναφεστάτου νομοσχεδίου τῶν ἐπιδόσεων καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ ἄλλο δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Συγχρόνως νὰ γίνῃ ἡ γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθηκῶν, τὸ ὁποῖον, ἂν ἐπὶ ὀγδοηκονταετίαν δὲν κατωρθώθη νὰ τροποποιηθῇ, δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο βεβαίως ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν ἐπειγόντων νομοσχεδίων. Ἐζητήθη συγχρόνως νὰ γίνῃ εἰς αʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων, διότι βλέπετε πόσα προσκόμματα παρεμβάλλονται εἰς τὰς ἐργασίας ἡμῶν διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ Τυπογραφείου. Ἐπίσης δὲ νὰ γίνῃ καὶ εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 201, 807 καὶ 808 τῆς Πολιτ. Δικονομίας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὰς μεγάλας ἀντιρρήσεις, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ προκαλέσῃ καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἀντιρρήσεις. Ἐπακολουθεῖ ἀμέσως ἡ συνέχισις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὁ πόθος τοῦ νὰ περατώσωμεν τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐργασίαν τοῦ διπλοῦ Σώματος, ἵνα ἀπερίσπαστοι ἀπὸ ταύτης εἰσέλθωμεν ὁριστικῶς εἰς τὸ νομοθετικὸν ἔργον τὸ εὐρύ, τὸ ὁποῖον ἀναμένει τὸ συνέδριον τοῦτο, εἶναι πόθος, τὸν ὁποῖον συμμερίζεται ἡ Κυβέρνησις, εἴπερ τις καὶ ἄλλος, προφανῶς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ ἡ διπλῆ ἔχει τὸ δικαίωμα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν νὰ διακόπτῃ αὐτὴν τὴν μονοτονίαν τῆς συζητήσεως τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἵνα προσφεύγῃ εἰς ἐκείνην τὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐνόμιζε, καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἐνέκρινεν ὡς δυναμένην νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει δεχθῆ ὅτι ἡ πρότασις περὶ μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Θὰ προσθέσω ἀκόμη τοῦτο. Δύναται καὶ ὁ ἀξιότιμος προκαλήσας καὶ ὁ λαβὼν κατόπιν τὸν λόγον νὰ κάμῃ οἱανδήποτε συζήτησιν, διότι εἶναι δικαίωμά του ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος αὐτοῦ ζητήματος, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὴ λαμβάνωσιν αἱ ἀγορεύσεις τὴν μορφὴν μομφῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἐπισπεύδει τὸ ἔργον τῆς διπλῆς Βουλῆς καὶ ἀποφεύγει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Οἱ ἀξιότιμοι προκαλήσαντες καὶ ὅσοι θὰ ὁμιλήσωσι κατόπιν, ἀγόμενοι ἀπὸ τὴν αὐτὴν προϋπόθεσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκεται ὡς Κυβέρνησις ἐδῶ, ἀπολαύει τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Σώματος καὶ δικαιοῦται τοὐλάχιστον νὰ κανονίζῃ τὴν διαδικασίαν, τὸ τυπικὸν μᾶλλον τῶν ἐργασιῶν μας, τὴν πρόταξιν ἢ μὴ προτάσεώς τινος, θὰ ἐννοήσωσιν ὅτι μακρὰ ἀπώλεια χρόνου δὲν θὰ συνετέλει εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον εἰς παρακώλυσιν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, διὰ τὸ ὁποῖον τάχα ἐκεῖνοι μεριμνῶσι περισσότερον ἡμῶν.
§21Γ. ΠΩΠ. Ἡ τελευταία παρατήρησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ προληπτικὴν διαμαρτυρίαν δι’ ὅσα τυχὸν ἐπρόκειτο νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς, θὰ μᾶς εὕρῃ ἀντιθέτως συμφώνους πρὸς τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μορφὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ἐγὼ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς δὲν ἠθέλησα νὰ διακρίνω ὅρια συντακτικοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς καὶ νομοθετικοῦ ἔργου αὐτῆς. Ἐγὼ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς εἶπον, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον διερρυθμίσθησαν τὰ πράγματα καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐγένοντο αἱ προκληθεῖσαι καὶ γενόμεναι ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δηλώσεις περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ ἐργασθῇ συντακτικῶς καὶ νομοθετικῶς, εἴχομεν ἀποκομίσει τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐν τῷ συντακτικῷ ἔργῳ τὸ Σῶμα τοῦτο θὰ κυροῖ, κατόπιν συζητήσεως, τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι σύμφωνα πρὸς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον διαφωνεῖ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ παρεμβαίνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ θέτῃ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης πᾶσαν συνταγματικὴν διάταξιν. Ὅτε δὲ τοιοῦτον δικαίωμα ἐδώκαμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐρχόμεθα καὶ ἐπιτιθέμεθα, διατί μετέβαλε σήμερον τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§22Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν μετεβλήθη. Ὑπάρχει σύγχυσις. Δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως· πρόκειται περὶ καταρτισμοῦ αὐτῆς.
§23Γ. ΠΩΠ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἦτο ἄλλως χθὲς συντεταγμένη.
§24Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ Κανονισμός.
§25Γ. ΠΩΠ. Ἄριστα ἐπράξατε νὰ καταρτίσητε τὴν σημερινὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, μεταβληθείσης τῆς χθεσινῆς, διότι, μεταβαλλομένης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, μετεβλήθη καὶ ἡ μορφὴ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἠθέλησεν ὀρθότατα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νὰ παραστήσῃ ὁ ἐξ Ἄρτης συνάδελφος. Διότι χθὲς ἡ Βουλὴ αὕτη ἦτο Σῶμα συντακτικόν, σήμερον δὲ εἶναι Σῶμα νομοθετικόν. Διαφέρει ἡ χθεσινή της ἐνέργεια καὶ μορφή, διότι χθὲς ἀπεφάσιζε μὴ ἔχουσα ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τοῦ Στέμματος, σήμερον δὲ αἱ ἀποφάσεις της εἶναι ἀποφάσεις νομοθετικοῦ ἁπλῶς Σώματος καὶ ἑπομένως ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τοῦ Στέμματος. Συνεπῶς δὲν μετεβλήθη μόνον κατὰ γράμμα καὶ κατὰ τύπους ἡ Ἡμερησία Διάταξις, ἀλλὰ συγχρόνως μετεβλήθη καὶ ἡ μορφὴ τοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν ἀμφισβητῶ τὰ σημεῖα ταῦτα τῆς συζητήσεως· ἐγὼ θὰ ἀμφισβητήσω ἄλλο σοβαρόν, θὰ ἀμφισβητήσω τὴν αἰτίαν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν αἰτίαν τὴν προκαλέσασαν τὴν γενομένην μεταβολήν, τὸν καταρτισμόν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§26Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μεταβολὴ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ζητεῖτε ἔχοντες δικαίωμα.
§27Γ. ΠΩΠ. Ὑποτίθεται ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ ὀλιγώτερον μαλλιαρός, καὶ πάντοτε βεβαίως, ὅταν ὁμιλῶ τὴν Ἑλληνικήν, τὴν ὁμιλῶ μετὰ τοῦ τύπου τοῦ μὴ μαλλιαροῦ, ἀδιάφορον ἂν δὲν γίνωμαι ἀπό τινος ἀντιληπτός.
§28Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις γεννᾶται καὶ θνήσκει αὐθημερόν.
§29Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ τὰ γεγονότα παραμένουσιν ὁποῖα πράγματι εἶναι, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὁμιλῶ. Ἑπομένως, κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ ἔρχομαι ἀκριβῶς εἰς τὴν αἰτίαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀφορμὴ εἰς τὸν τοιοῦτον καταρτισμὸν τὸν μεταβαλόντα τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἡ αἰτία, τὴν ὁποίαν ἐπαρουσίασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι διπλῆ· ἡ μία αἰτία ἀφορᾷ τὰς ψυχικὰς ἡμῶν διαθέσεις καὶ ἀφορᾷ τὴν ποικιλίαν τῆς ἐργασίας, ὅπως ἀπαλλαγῶμεν τῆς μονοτονίας τοῦ ἑνὸς ἔργου. Δὲν θὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ μακρὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι εἶναι καθαρῶς ψυχαγωγικὸν καὶ νομίζω ὅτι ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τῆς ἐμῆς κρίσεως. Θὰ προσηλώσω τὴν προσοχήν μου εἰς τὸ δεύτερον σημεῖον, τὸ σημεῖον τὸ σπουδαιότατον τῆς ἐξαγγελθείσης διπλῆς αἰτίας. Διότι κατὰ τὴν δευτέραν αὐτὴν αἰτιολογίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ὡς μᾶλλον ἐπείγοντα καὶ ὡς μᾶλλον σπουδαῖα τὰ νομοσχέδια τὰ προτασσόμενα, τὰ περὶ ἐρημοδικιῶν ἐν γένει, ἵνα ἐπισπευσθῶσιν αἱ δίκαι, καὶ δὲν ἐθεώρησε σπουδαίας συνταγματικὰς διατάξεις, οἷαι πρὸ πάντων αἱ τρεῖς ἐρχόμεναι πρὸς συζήτησιν, ἡ περὶ Τύπου, ἡ περὶ ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ ἀγροτικοῦ τῆς Θεσσαλίας ζητήματος, ὡσανεὶ αἱ δίκαι ἔπνιξαν τὴν Ἑλλάδα καὶ οἱ φυγόδικοι τὴν περιτρέχουσι πανταχοῦ, εἶναι δὲ ἀνάγκη, ὅπως περισταλῇ αὐτὴ ἡ μανία τοῦ ἐγκλήματος καὶ τιμωρηθῶσιν οἱ φυγοδικοῦντες καὶ προσαχθῶσιν ἁθρόοι εἰς τὰ Δικαστήρια. Ἀλλ’ ἐγὼ ἄλλην ἔχω ἀντίληψιν, καὶ τὴν ἀντίληψιν ταύτην θά μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον αὐτῆς ἡ Βουλή· ἄλλην ἔχω ἀντίληψιν περὶ τῶν πραγμάτων τῶν συμβαινόντων ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν. Καὶ ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀναμένει τὴν στιγμὴν ταύτην ἀποφάσεις τοιαύτας, ὡς φρονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι ἀντιπροσωπεύω τὴν στιγμὴν ταύτην μέγα μέρος τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία ποθεῖ νὰ ἴδῃ ἐξερχόμενον μιᾶς δεινῆς ἐθνικῆς περιπλοκῆς, συνταγματοποιηθείσης, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὰ Πατριαρχεῖα, τὸ ζήτημα τῆς περιπλοκῆς τῆς μεγίστης, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ αὐτὴ λόγῳ σπουδῆς. Διότι βεβαίως θὰ προελαμβάνετο τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἐὰν ἡ ὥρα δὲν διηύθυνε τὰς ἐργασίας ἡμῶν κατὰ δευτερόλεπτα. Ὅτε δὲ ἔχομεν τοιαύτης σημασίας γεγονός, ὅτε ἔχομεν ὁλόκληρον ἐξέγερσιν, εἰς τὴν ὁποίαν παρίσταται πόλις τῆς Ἑλλάδος ἑτοίμη εἰς ἐξέγερσιν, ἔχουσα ἐπὶ κεφαλῆς τὸν ἀρχηγὸν τῆς θρησκείας, ὅτε ἔχομεν ἐκπαιδευτικὰ ἱδρύματα διαμαρτυρόμενα, λαὸν συνερχόμενον εἰς συλλαλητήρια, εἶναι ἆρά γε μικρὸν τὸ θέμα καὶ εἶναι σπουδαιότερον νὰ διορίσωμεν 300 κλητῆρας πρὸς ἐπίδοσιν δικογράφων ἢ εἶναι σπουδαιότερον νὰ ἀπαλλάξωμεν τῶν κινδύνων, τῶν πραγματικῶν κινδύνων τὴν χώραν; Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερον μέγα ζήτημα, τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ἐρχόμενον εἰς ἔρευναν εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τὸν συνταγματικὸν διακανονισμὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως. Μὴ νομισθῇ δέ, ἀφοῦ ἴσως καὶ θὰ ἐπαναληφθῇ, ὅτι ἀποτελεῖ μόνον χορδὴν συγκινήσεως ἡ ἀνάμνησις τῆς Θεσσαλίας ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Ὅταν πρόκειται νὰ συνδεθῇ μὲ ζητήματα τοιαῦτα ἡ ἀνάμνησις τῆς Θεσσαλίας, προκαλεῖ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν συγκινήσεως χορδήν, διότι ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀνεκινοῦτο ἐνταῦθα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παράσχῃ τὸ αἴσθημα τῆς ἀσφαλείας εἰς τὸν λαόν, ἀντιθέτως ἐμανθάνομεν ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλίαν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον τεράστιον· καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν πρόκειται νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις ἀγροτῶν καὶ τσιφλικιούχων, ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν νὰ τὰ ἀφήσωμεν αὐτά, διότι ταῦτα πάντα παρέλκουσι καὶ πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν διακανόνισιν τῶν διαθηκῶν ἐπειγόμενοι πρὸς εἴσπραξιν μυστηριωδῶν κληρονομιῶν. Τίνα κίνδυνον διατρέχει τὸ Κράτος, ἐὰν αἱ διαθῆκαι, μετὰ 85 ἐτῶν ὁλόκληρον βίον, δὲν συγγραφῶσι καθ’ ὃν τρόπον ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ὄχι σήμερον, ἀλλ’ αὔριον; Τοιαύτη εἶναι, κύριοι συνάδελφοι, ἡ ἔννοια, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὰ νομοθετήματα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων καὶ προτεταγμένα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ μὴ ὁμολογήσῃ ὅτι πραγματικῶς ἡ πατρὶς διέρχεται περίοδον ἀληθοῦς ἐσωτερικῆς συγκινήσεως. Ποῦ θὰ ἐκσπάσῃ ἡ συγκίνησις αὐτή, ὅταν περιβληθῇ τὸ ἔνδυμα καὶ φανατισμοῦ τινος εὐλόγου καὶ δικαίου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογίσωμεν τὰς συνεπείας τοιούτων γεγονότων, ὅτε ἀφήνομεν ἀφ’ ἑνὸς τὸ σπέρμα τῆς ἀμφιβολίας, ἀφ’ ἑτέρου ἴσως ὅτε φαντάζεται ἡ Κυβέρνησις ὑποδαυλίσεις ἄλλων, πρὸ πάντων ὅτε ἀφήνομεν τὴν εἰλικρινῆ ἐξέγερσιν ὑπὲρ θρησκείας καὶ γλώσσης ἐν τοιαύτῃ ἀμφιβολίᾳ; Ἐγώ, Κύριοι, ὑπὸ τὰς ἐντυπώσεις ταύτας, κατερχόμενος τοῦ βήματος θὰ ὑπεμίμνῃσκον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις καὶ ἐκεῖνος βεβαίως τὰς μελέτας αὐτοῦ ἐκ τῶν μαθημάτων τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων θὰ ἤντλησε, τὴν ὡραίαν ἐκείνην σκηνὴν τοῦ θανάτου τοῦ Μεγάλου Περικλέους. Ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ κατὰ τὴν ὑστάτην του στιγμήν, περιστοιχούμενος ὑπὸ τῶν φίλων του, ἤκουε τὸ ἐγκώμιον αὐτοῦ πλεκόμενον καὶ ἀνωμολόγουν ὅτι ἔδωκε νίκας καὶ δάφνας εἰς τὴν πόλιν, ἀνωμολόγουν ὅτι ἔδωκε τὸν αἰῶνα τῆς ἐπιστήμης καὶ τοῦ πνεύματος, καὶ ὑπεγειρόμενος ἐπὶ τῆς κλίνης αὐτοῦ, εἶπεν: Ἐλησμονήσατε τὴν μεγαλειτέραν μου ἀρετήν· ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου οὐδεὶς πολίτης τῶν Ἀθηνῶν ἐπένθησεν. Οὕτω πράττουσιν οἱ ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων καὶ οὕτω κυβερνᾷ τις, ὅταν κυβερνᾷ συμφώνως πρὸς τὸ ἐθνικὸν φρόνημα καὶ τὰς θελήσεις τοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα)
§30Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις ἀκόμη. Ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἐφ’ ὅσον δὲν περατώσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ εἰς νομοθετικὴν ἐργασίαν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Διότι ψηφίζοντες σήμερον νόμους ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ κρίνωμεν, πρὶν ἢ ψηφίσωμεν αὐτούς, ἂν οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλὰ Σύνταγμα δὲν ὑφίσταται σήμερον, τὸ Σύνταγμα διατελεῖ ὑπὸ αἵρεσιν· συνεπῶς δὲν γνωρίζομεν ποίας διατάξεις αὔριον θὰ ψηφίσωμεν, ποίας θὰ μεταρρυθμίσωμεν καὶ ποίας θὰ παραλείψωμεν, ὥστε νὰ γνωρίζωμεν ἂν οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν σήμερον, θὰ προσκρούσωσιν αὔριον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι καὶ εὐπρεπὲς εἶναι καὶ κοινοβουλευτικὸν εἶναι καὶ πολιτικὸν καὶ ἐθνικὸν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος καὶ κατόπιν ἔχομεν καιρὸν νὰ ἐργασθῶμεν καὶ διὰ νομοθετικὰ ἔργα.
§31Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύναταί τις, κύριε Πρόεδρε, σπουδαίως νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τοῦ νὰ κανονίζῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὁ ἀμφισβητῶν τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Συνεπῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπινευούσης τῆς Βουλῆς, εἶχε δικαίωμα νὰ καταρτίσῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὡς κατήρτισεν αὐτήν, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μεμφθῇ αὐτὸν διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦτον. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι τὸ ζήτημα ἂν εἶναι πρόσφορον ἤδη, ἀφοῦ ἠρξάμεθα ἀπὸ ἡμερῶν συζητοῦντες διατάξεις τοῦ Συντάγματος, νὰ ἀνακόψωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων. Τοῦτο εἶναι τὸ ἐξεταστέον, ἂν τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπὸ συζήτησιν καὶ τὰ ὁποῖα προτάσσονται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε ἡ ἀναβολὴ αὐτῶν ἐπὶ ἡμέρας ἢ ἐπὶ μῆνα φέρει ζημίας ἢ καταστροφὰς εἰς τὸν τόπον. Καλῶς πράττει ἡ Κυβέρνησις προτάσσουσα ταῦτα σήμερον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ διακόπτουσα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλά, ἐὰν τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἔχωσι τοιαύτην σημασίαν, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀνακόψωμεν τὴν συνέχειαν τῆς συζητήσεως τῶν συνταγματικῶν διατάξεων καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς συζήτησιν μέτρων νομοθετικῶν. Ἀλλά, ἐὰν ἔλαβον τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἔπραξα τοῦτο, ὄχι διὰ νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς καὶ συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία οὐχὶ κατὰ τεκμήριον πλέον, ἀλλὰ κατ’ ἀριθμὸν ἀντιπροσωπεύει ἀναμφισβητήτως οὐχὶ τὴν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ σχεδὸν τὴν ὁλοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα ποιήσωμαι παρατηρήσεις τινὰς δι’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηρίζων τὸ δικαίωμα αὐτοῦ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὡσεὶ ἠδύνατό τις νὰ ἀμφισβητήσῃ σπουδαίως τὸ δικαίωμα αὐτὸ περὶ καταρτισμοῦ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐδράξατο τῆς εὐκαιρίας αὐτῆς καὶ εἶπεν ὅτι αἱ ἔξωθεν τῆς Βουλῆς γενόμεναι ἐκδηλώσεις οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς τύχης τῶν νομοσχεδίων. Καὶ εὑρίσκω ἐν τῇ δηλώσει ταύτῃ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀντίφασιν πρὸς δηλώσεις τοῦ αὐτοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρό τινος γενομένας. Ἔλεγε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ὡρίμασε καὶ ὅτι δυνάμεθα ἐκ ταύτης ὑπάρχουσαν συνταγματικὴν Διάταξιν νὰ καταλύσωμεν καὶ νὰ θεωρήσωμεν αὐτὴν ὡς μὴ ὑπάρχουσαν. Καὶ ὅτε σήμερον ἐξ ὅλου τοῦ ἐπιστημονικοῦ κόσμου, ἐξ ὅλων τῶν δικηγορικῶν συλλόγων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου μίαν ἔχομεν φωνήν, νὰ μὴ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σήμερον προτάσσονται, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνησε τὴν θεωρίαν τὴν πρὸ μικροῦ περὶ ὡριμάσεως τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἔρχεται καὶ ἐπιμένει, ὡσεὶ ὁ ἐχθρὸς εἰς τὰς πύλας τῆς πόλεως ἠπείλει ταύτην, ἐὰν δὲν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιδόσεως καὶ ἐρημοδικιῶν. Δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν ζητήσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι δέκα Βουλευταὶ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν πρὸς ψηφοφορίαν; Δὲν ὑπάρχουσιν. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν».
§33Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ὅτι θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον καὶ συνεπῶς δὲν παρεσκευάσθην.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν 10 Βουλευταί, ἄλλως δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀκούσω.
§35Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μεσολάβησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς ὁρισθῇ μία ἄλλη ἡμέρα, διότι τὸ θέμα εἶναι ἀρκετὰ σοβαρὸν καὶ διαμαρτυρίαι ἐξ ὅλων τῶν δικηγορικῶν συλλόγων ἐξηγέρθησαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπρισιμιτζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§37Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Πάντες οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι, οἵτινες κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις ἀντιπαρῆλθον τοῦ βήματος τούτου, ἐξήτασαν τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως πῶς ὁ κατηγορούμενος νὰ μὴ θιχθῇ, πῶς ὁ κατηγορούμενος νὰ μὴ ὑποστῇ βλάβην τινά. Οὐδεὶς τούτων ἐξήτασε τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἑτέρας ἀπόψεως, πῶς νὰ διατηρηθῶσι καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ παθόντος, πῶς καὶ ὁ παθὼν νὰ μὴ ὑποστῇ βλάβην τινά. Πάντες, Κύριοι, οἱ ἀναστρεφόμενοι τὰ ποινικὰ Δικαστήρια ἔχουσι τὴν ἀντίληψιν ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἐλαστικὸν τοῦ νόμου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐπιτρέπεται πρὸς αὐτοὺς ἐρημοδικοῦντες νὰ ἀνακόψωσι καὶ νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ κάμωσι καὶ δευτέραν ἀνακοπήν, καραδοκοῦσιν, ὅπως ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης, οὐχὶ ὅταν καλῶνται, ἀλλ’ ὅταν αὐτοὶ θέλωσιν, ὅταν παρασκευασθῶσιν. Εἴτε οὗτοι λάβωσι τὰς κλήσεις εἴτε μή, ὅταν τὸ πρῶτον εἰσάγηται ἡ ὑπόθεσις αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ Δικαστηρίου, δὲν προσέρχονται, καὶ δὲν προσέρχονται ἵνα ἀποφύγωσι τοῦ νὰ παραστῶσιν ἐνώπιον τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας καὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς ἀντιπαράστασιν μετ’ αὐτῶν καὶ διαφύγωσι τὴν προφορικὴν διαδικασίαν ἐκείνην, ἥτις ἀποκαθαίρει τὰ ζητήματα, ἀλλὰ ταυτοχρόνως γνωρίζοντες τὸ πλημμελὲς τῶν δικαστικῶν γραφείων ἐλπίζουσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ παραγραφῇ ἡ κατ’ αὐτῶν ποινικὴ δίκη, διότι ἐνίοτε αἱ δικογραφίαι περιπλεκόμεναι, μετὰ παρέλευσιν δὲ μακροῦ χρόνου ἐρχόμεναι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ὑφίστανται παραγραφήν, ὅταν δ’ ἐκ νέου ἐπανέλθῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἔχομεν τὴν μὲν ὑπεράσπισιν πάνοπλον, τὴν δὲ κατηγορίαν οὐχὶ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ, διότι ἀπολείπονται οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας, οἵτινες ἐξητάσθησαν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ τῶν ὁποίων ἡ κατάθεσις ἀπετυπώθη εἰς Πρακτικά, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πλεῖστον συντάσσονται τραγελαφικῶς. Ἐνῷ λοιπὸν κατὰ τὴν μετ’ ἀνακοπὴν συζήτησιν ἔρχεται πάνοπλος ὁ κατηγορούμενος μὲ ὅλα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως, ἀτυχῶς ἡ κατηγορία δὲν εὑρίσκεται, ὡς εἶπον, ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μὲ τὸν κατηγορούμενον, καὶ βλέπομεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἢ τὸν κατηγορούμενον ἀθωούμενον, ἢ μὴ τιμωρούμενον διὰ τῆς ποινῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐπεβάλλετο αὐτῷ, ἐὰν παρουσιάζετο κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ὅτε ἐκαλεῖτο. Καὶ ὁ παθών, ὑπὸ τοιαύτας περιπτώσεις, βλέπων τὸν κατηγορούμενον τὸ μὲν νὰ μὴ τιμωρῆται ἤ, ἐὰν τιμωρηθῇ, ἡ ποινὴ νὰ μὴ εἶναι ἡ ἀνάλογος ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔδει νὰ ἐπιβληθῇ αὐτῷ, λέγει: Ἄν καὶ ἄλλοτε μοὶ συμβῇ τὸ αὐτό, ἀναμφιβόλως θὰ χειροδικήσω. Καὶ ποῖον ἀποτέλεσμα ἔχομεν; ἀφ’ ἑνὸς κατηγορούμενον ἀποθρασυνόμενον, καὶ ἀφ’ ἑτέρου παθόντα, ὅστις λέγει καὶ αὐτός: «Καὶ ἐγὼ θὰ ἐγκληματήσω», καὶ ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας πολλαπλασιάζονται τὰ ἐγκλήματα. Ἀλλ’ οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τὰς προηγουμένας συζητήσεις ἰσχυρίζονται ὅτι: διατί νὰ ἀφήσωμεν τὸν κατηγορούμενον ἐκτεθειμένον, ἀφοῦ αἱ ἐπιδόσεις τῶν κλήσεων δὲν γίνονται κατὰ τὸ πλεῖστον; Κύριοι, κατὰ γενικὸν κανόνα, ὡς εἶπον, εἴτε λάβῃ ὁ κατηγορούμενος τὴν κλῆσιν εἴτε μή, δὲν θὰ παραστῇ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἀλλὰ θὰ ἀφήσῃ νὰ προσέλθῃ, ὁπόταν αὐτὸς ἑτοιμάσῃ τὴν ὑπεράσπισίν του καὶ εὕρῃ εὔθετον τὸν χρόνον. Ἤδη διὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου γνωρίζομεν πόσον ἀτελῶς γίνονται αἱ ἐπιδόσεις, διὰ τοῦ ὑπὸ ἐπιψήφισιν ὅμως νομοσχεδίου κατὰ πολὺ βελτιοῦνται οἱ τρόποι τῆς ἐπιδόσεως· ἀφ’ ἑνὸς μὲν αὐξάνονται τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, ἅτινα θὰ ἐπιδίδωσι τὰς κλήσεις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν πλειοτέρας ἐγγυήσεις ὅτι ἡ κλῆσις θὰ φθάσῃ ἀσφαλῶς εἰς τὸν κατηγορούμενον. Ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐπισείουσιν, εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιορίζει τὴν ἀνακοπήν. Ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς τῆς ἀνακοπῆς, ὡς ἤδη μετερρυθμίσθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι περιορισμός, διότι ἀναγράφεται ἐν ἄρθρῳ 338, ἐδαφ. 1, ὅτι, ἐὰν δὲν τηρηθῶσιν αἱ περὶ τὰς προθεσμίας διατάξεις, ἐπιτρέπεται ἡ ἀνακοπή, καὶ ἐπιτρέπεται αὕτη ἐπίσης, ὡς ἐν ἐδαφίῳ 2 ἀναγράφεται, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐνεφανίσθη ἕνεκα νομίμου κωλύματος. Νόμιμα κωλύματα καθορίζονται μόνον «αἱ περιπτώσεις ἀνωτέρας βίας ἢ ἄλλα ἀνυπέρβλητα αἴτια». Ἐφ’ ὅσον δὲ ὑπὸ τοῦ νόμου δὲν καθορίζεται ἡ ἀνωτέρα βία, ἀνωτέραν βίαν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὴν ἠθικήν, τὴν πραγματικὴν τοιαύτην. Προσερχόμενος ὅθεν ὁ ἀπουσιάσας κατηγορούμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου μὲ ἓν οἱονδήποτε πιστοποιητικὸν—γνωρίζομεν δὲ πόσον εὔκολος εἶναι ἡ προμήθεια τῶν πιστοποιητικῶν, ταυτοχρόνως δὲ γνωρίζομεν τὸ εὐμάλακτον τοῦ Ἕλληνος δικαστοῦ—οὗτος ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀκουσθῇ ὡς ἀνακόπτων. Ταυτοχρόνως ὅμως ὡς ἐβελτίωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ, προσθεὶς «ἢ ἄλλων ἀνυπερβλήτων αἰτίων», τὸ τοιοῦτον ἀνοίγει πλέον διάπλατα τὴν θύραν τῆς ἀνακοπῆς. Ἀλλὰ καὶ τι πλειότερον προσέθηκεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς παρὰ προθεσμίας καὶ ταυτοχρόνως προσέθηκε καὶ τὴν ἐκπρόθεσμον ἀνακοπήν, ἀποδεκτήν, ἐὰν ἡ προθεσμία παρῆλθεν ἐξ ἀνωτέρας βίας». Ὑπὸ τοιαύτας λοιπόν, Κύριοι, συνθήκας δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον τὸ νομοσχέδιον, ὡς τὸ ἐχαρακτήρισάν τινες. Ψηφιζομένου δὲ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τί θὰ γίνῃ; Θὰ ἔχωμεν ἀφ’ ἑνὸς μείωσιν τῶν μηνύσεων, μείωσιν τῶν ἀναβολῶν, μείωσιν τῶν ἐρημοδικιῶν, καὶ ἑπομένως μείωσιν τῶν ὑποθέσεων. Ὅταν θὰ ἔχωμεν λοιπὸν μείωσιν τῶν ὑποθέσεων, ἀναμφισβητήτως τοῦτο θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως καὶ κανονικωτέραν λειτουργίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Διὰ τοῦτο κατ’ ἀρχὴν ὁλοψύχως κηρύττομαι ὑπὲρ τῶν ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίων, διότι θεωρῶ, ὅτι ταῦτα θέλουσι συντελέσει εἰς ἐμπέδωσιν τῆς τάξεως καὶ ταυτοχρόνως εἰς μείωσιν τῆς ἐγκληματικότητος.
§38ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Βάσις καὶ θεμέλιον πάσης καλῶς διοικουμένης Πολιτείας εἶναι, ὡς ἠκούσατε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, «παροχὴ παιδεύσεως καὶ παροχὴ τῆς δικαιοσύνης». Καὶ πῶς μὲν παρεσχέθη ἀφ’ ἧς ἠλευθερώθη πολιτικῶς τὸ Κράτος ἡ παιδεία εἰς τὸν λαόν, καὶ πῶς παρέχεται εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὑμᾶς, κύριοι πληρεξούσιοι. Ἀρκεῖ μόνον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς ὑμᾶς ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι τὸ δεύτερον Κράτος ἐν Εὐρώπῃ μετὰ τὴν Τουρκίαν, ὅπερ ἀριθμεῖ στατιστικῶς πλείονας ἀγραμμάτους. Πῶς δέ, παρὰ τίνων, καὶ εἰς ποῖα οἰκήματα ἀπονέμεται παρ’ ἡμῖν ἡ δικαιοσύνη, τὸ ἠκούσατε καὶ τοῦτο παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· τοῦτο μόνον ἐγὼ προσθέτω, ὅτι διὰ τὴν τοιαύτην τῆς δικαιοσύνης κατάστασιν πάντες οἱ πρὸς αὐτὴν καταφεύγοντες, οἵ τε νικῶντες καὶ οἱ ἡττώμενοι, φεύγουσιν ἐν τέλει ἀπ’ αὐτῆς ἐν ἀπογοητεύσει. Ἀνέμενεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κατόπιν τῆς τοιαύτης καταστάσεως, εἰσαγωγὴν θεσμῶν τοιούτων, ὥστε νὰ μὴ θεωρῆται πλέον παγὶς ἡ δικαιοσύνη, ἀλλά, τοὐναντίον, περιέχουσα συλλήβδην πάσας τὰς ἀρετάς, νὰ εἶναι ἡ μόνη ἀληθῶς βάσις πρὸς σωτηρίαν τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ἡ οἰκονομία τοῦ ὅλου νομοσχεδίου τούτου καὶ τὰ ἄλλα δικαστικὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου πληροῦσι τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐλλείψεις τῆς δικαιοσύνης ἡμῶν; Ἠκούσατε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγουμένου τῶν νομοσχεδίων περὶ τῆς ποινικῆς μεταρρυθμίσεως· μονονουχὶ τὸ πλῆθος καὶ τὰς αἰτίας τῆς ἐγκληματικότητος παρ’ ἡμῖν ἀποδίδει εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν, ἀλλ’ εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο ἤχθη ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἡ πλημμελὴς στατιστικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου προσεκόμισεν εἰς αὐτόν. Ὅτι δὲ πραγματικῶς δὲν πρέπει νὰ δίδηται ἀπόλυτος καὶ ἀπαρασάλευτος πίστις εἰς τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀνεγνώρισε καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργός, ὅστις συζητῶν προχθὲς περὶ ἄρθρου τινὸς τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος ἠναγκάσθη νὰ τροποποιήσῃ ἐπ’ ὀλίγον τὰς γνώμας του καί, ἀποδίδων τὰς αἰτίας τῆς ἐγκληματικότητος οὐχὶ πλέον εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν, ὡμολόγησεν ὅτι αἱ Ἀρχαὶ ἐν Ἑλλάδι ἐγκληματοῦσι. Καὶ εἶδον μετὰ χαρᾶς τὴν στιγμὴν ἐκείνην σπεύδοντα πρὸς τὸ βῆμα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Κατσιμπίρην, ὅστις συνεχάρη τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν ὁμολογίαν του ταύτην καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ἀναμένει παρ’ αὐτοῦ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν τοιούτων ὑπαλλήλων. Εἰσέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Ἐρωτῶ ὑμᾶς: — Ἀναγνωρίζετε πλέον τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐτροποποιήθη; Ἐνθυμεῖσθε ποία σπουδὴ ἐπεδεικνύετο πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Τί θὰ ἐγίνετο, Κύριοι, ἐὰν δὲν ἠγείροντο οἱ γνωστοὶ ἐκεῖνοι συνάδελφοι, ἵνα παρακαλέσωσι καὶ ἱκετεύσωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐψηφίζετο τοῦτο ὡς εἶχε τότε; Ἀλλά, μολονότι ἐτροποποιήθη τὸ νομοσχέδιον, τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, ἅτινα εὐλόγως συνεκίνησαν οὐχὶ μόνον τὸν νομικὸν κόσμον, οὐχὶ μόνον τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν παραμένουσιν ἀτυχῶς ἐν αὐτῷ. Ἐνθυμεῖται ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι, ὅτε τυχαίως συνηντήθημεν εἰς ἓν ἱστορικὸν μέρος, καθ’ ὃν χρόνον ἐπέστρεφεν ἐκ τῆς πρώτης αὐτοῦ πολιτικῆς ἀνὰ τὴν Γορτυνίαν περιοδείας, ὅτε, λέγω, συνηντήθημεν εἰς τὸ ἱστορικώτατον ἐκεῖνο σημεῖον τῆς Ἠλείας, εἰς τοῦ Λάλα, εὗρον αὐτὸν καθήμενον μόνον εἴς τι πανδοχεῖον, ἐθεώρησα κατάλληλον τὴν περίστασιν ἐκείνην, ὅπως οἱ χωρικοὶ τοῦ μέρους ἐκείνου ἐπικοινωνήσωσι μετὰ τοῦ κ. Δημητρακοπούλου, ὅστις καὶ ἐκεῖ ὅπως καὶ εἰς ὅλον τὸ Πανελλήνιον ἔχαιρε καὶ χαίρει τὴν πρώτην θέσιν ἐν τῷ νομικῷ κόσμῳ. Καὶ προσκαλέσας χωρικούς τινας, οἵτινες ἵσταντο πλησίον ἡμῶν, ἐγνώρισα πρὸς αὐτοὺς τὸν κ. Δημητρακόπουλον. Ἠρωτήσαμεν περὶ διαφόρων τοὺς χωρικοὺς καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων διεπυνθάνετο παρ’ αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀθλίαν ἐν γένει κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης ἐν τοῖς χωρίοις, καὶ ἤκουσε τὰ παράπονα τῶν χωρικῶν, οἵτινες διὰ ζωντανῶν λόγων καὶ παραδειγμάτων διεμαρτύροντο διὰ τὴν ἄνισον καὶ ἄδικον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἤκουσε παρὰ τοῦ στόματος αὐτῶν, ὅτι καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἀκόμη δὲν ὑπέφερεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τόσα, ὅσα νῦν ὑποφέρει. Ἀλλὰ τὰ εὔλογα ἐκεῖνα παράπονα τῶν πολιτῶν δὲν δύνασθε διὰ τῶν παρουσιασθέντων νομοσχεδίων νὰ ἱκανοποιήσητε. Ἡ ἐρημοδικία, Κύριοι, ὅπως ἔχει παρ’ ἡμῖν, εἶναι μία ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν πολιτῶν. Πρὶν θελήσωμεν νὰ καταπολεμήσωμεν τὴν ἐρημοδικίαν, πρέπει καλῶς νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ μάθωμεν ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ δημιουργοῦντες αὐτήν. Τοιοῦτοι λόγοι, ὡς ἠκούσατε, εἶναι τὸ μὲν ὅτι ὁ κατηγορούμενος θέλει νὰ ἀποφεύγῃ τὴν κατ’ ἀντιπαράστασιν ἐξέτασιν μετὰ τοῦ παθόντος, τὸ δὲ ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Δικαστήριον καὶ τρίτον καὶ σπουδαῖον ἡ μὴ προσηκόντως καὶ ἐμπροθέσμως κλήτευσις τῶν κατηγορουμένων. Ἐνῷ δὲ συμβαίνουσι ταῦτα, ἐρχόμεθα καὶ ζητοῦμεν διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ μέσου τούτου, ὡς τακτικοῦ μέσου τῆς ἀνακοπῆς, νὰ στερήσωμεν, νὰ ἄρωμεν τὴν ἐγγύησιν ἐκείνην, καὶ διὰ τίνας λόγους; Διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀσχολῆται περὶ τὴν ἐνέργειαν διαδικασίας, τῶν μέσων τῶν ἀναβολῶν καὶ τὰ τοιαῦτα; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι πρέπον, εἶναι κανονικὸν εἰς τὴν ἐποχὴν ταύτην κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ σκεπτώμεθα; Φρονῶ, ὡς ἔχουσι τὰ παρ’ ἡμῖν — καὶ ἀναλογισθῆτε τὴν ἔλλειψιν συγκοινωνίας, ἀναλογισθῆτε ὅτι κατ’ οὐδένα τρόπον θὰ βελτιωθῇ ἢ καὶ θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀσφαλὴς ἐπίδοσις τῶν δικογράφων τῶν ποινικῶν δικῶν — δὲν πρέπει, νομοθετοῦντες ταῦτα, νὰ δημιουργήσητε διὰ τοιούτου τρόπου ἐγκληματίας. Ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλων σημείων νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ ἡμῶν καὶ ἄλλα νομοσχέδια ἔπρεπε νὰ προσαχθῶσιν εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο. Οἱ πολῖται θέλουσιν, ὅταν ἐπιδίδηται μήνυσις, νὰ ὁρισθῇ προθεσμία τις, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ ὁρίζηται ἡ δίκη. Ζητοῦσιν, ὅταν καταγγέλληταί τις, ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου νὰ ἀποφαίνηται ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτής, καὶ ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου νὰ εἰσάγηται ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων καὶ νὰ ἀποφαίνηται τοῦτο ἐπ’ αὐτῆς. Αὐτὰ τὰ παράπονα βοῶσιν οἱ πολῖται, διότι βλέπουσιν, ὅτι ἐπιδίδονται συγχρόνως μηνύσεις καὶ ἡ μὲν προτιμᾶται καὶ εἰσάγεται, ἡ δὲ ἄλλη μένει καὶ οὐδὲν κατορθοῦται νὰ ἐνεργηθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Αὐτὰ τὰ σημεῖα δέον νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ νὰ μὴ ἀνεχώμεθα νὰ βλέπωμεν τοὺς πολίτας νὰ διαιρῶνται εἰς εὐνοουμένους καὶ μὴ εὐνοουμένους ἀπέναντι τῆς δικαιοσύνης. Ὁμιλῶν ἐπί τινος συνταγματικῆς διατάξεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεγνώρισεν, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ αἰτία τῆς φαινομένης παρ’ ἡμῖν ἐγκληματικότητος δέον ν’ ἀποδοθῇ οὐχὶ εἰς τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν, ἀλλ’ εἰς αὐτὰς ταύτας τὰς Ἀρχάς. Καὶ ἀληθῶς, ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ἓν πινάκιον, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσάγονται ὑποθέσεις εἰς τὸ Δικαστήριον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θέλει ἴδει ἐν αὐτῷ, ὅτι πλεῖσται ἐξ αὐτῶν ἀποσύρονται διὰ τῆς μεθόδου τῶν δικαστικῶν κλητήρων, μεθόδου τὴν ὁποίαν γνωρίζει κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ οὕτω πως δημιουργοῦνται μυρίαι ἀναβολαί. Ἀλλ’ ἀφοῦ τέλος πάντων τὸ μέτρον τῆς ἀνακοπῆς ἀπὸ τακτικοῦ, ὅπως εἶναι καὶ ἔπρεπε νὰ μένῃ, τὸ ἐκάμαμεν ἔκτακτον, διατί ὑποχρεοῦμεν τοὺς πολίτας, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἐξόδων;
§39Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς ἐρήμην;
§40Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, καὶ τῆς ἐρήμην. Ἀφοῦ ἤδη ἡ ἀνακοπὴ ἀπὸ τακτικοῦ μέσου ἐγένετο ἔκτακτον μέσον. Περαίνων, κύριοι συνάδελφοι, τὸν λόγον μου εὔχομαι, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναλογιζόμενος τὴν ὅλην κατάστασιν τῆς παρ’ ἡμῖν Δικαιοσύνης, καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ συνάδελφός του ἐν Γαλλίᾳ κ. Μονὶς σήμερον ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Γαλλικοῦ ἔθνους, λάβῃ παραλλήλως παρόμοια μέτρα πρὸς ἀνακαίνισιν τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν συστήματος καὶ ἀνακούφισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§41Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἐλέχθη καὶ ἐγράφη ἔξωθεν, κύριοι συνάδελφοι, ὑπεστηρίχθη δὲ καὶ πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὅλος ὁ δικηγορικὸς κόσμος ἀποδοκιμάζει τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ τυγχάνω καὶ ἐγὼ μέλος τοῦ δικηγορικοῦ κόσμου καὶ γνωρίζω ἐκ συζητήσεων μετὰ διαφόρων συναδέλφων τὰς γνώμας των, κρίνω ἐπάναγκες νὰ δηλώσω, ὅτι πάντες σχεδὸν οἱ δικηγόροι οὐχὶ ἀποδοκιμάζουσιν, ἀλλὰ ἀποκρούουσι κατ’ ἀρχὴν τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβάλλεται φορολογία.
§42Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἕν εἶναι αὐτό.
§43Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι συνάδελφοι, ἐνόμιζον, ὅτι ἐξ ὅλων τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων πάντως τὸ περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται φορολογία, ὡρισμένως θὰ προεκάλει ὄχι μόνον διαμαρτυρίας, ἀλλὰ καὶ ἀντιδράσεις ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ ἐκτὸς ταύτης. Διότι ἡ φορολογία ἡ ἐπιβαλλομένη δὲν ἐπιβάλλεται ὡς δύνασθε καὶ σεῖς νὰ κρίνητε εἰς τοὺς δικηγόρους, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν λαόν. Δὲν ἤλπιζον δὲ ποτέ, ὅτι τὰ ἄλλα νομοσχέδια τὰ ἔχοντα ὀρθὴν βάσιν καὶ ἰδίως τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὅτι ἦτο δυνατόν ποτε νὰ προκαλέσῃ διαμαρτυρίας μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἀποκρουσθῇ ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ, νὰ πολεμηθῇ ἡ δικαιολογητικὴ αὐτοῦ βάσις καὶ νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ σκοπιμότης του. Δὲν ἠδυνήθην, κύριοι συνάδελφοι, νὰ παρακολουθήσω τὰς κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν συζητήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἀκούσω τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα οἱ προλαλήσαντες καὶ ἀποκρούσαντες τὸ νομοσχέδιον ἀντέταξαν κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, ἐξ ὅσων ὅμως ἀντελήφθην ἐκ τῆς τελευταίας συζητήσεως, καθ’ ἣν πολλοὶ συνάδελφοι ἔλαβον τὸν λόγον καὶ οἱ πλεῖστοι τούτων ἀπέκρουσαν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, πλήν, νομίζω, τοῦ κ. Θεοδωρίδου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καί τινος ἄλλου, οὗτινος δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα, συμπεραίνω, ὅτι καὶ οἱ πρῶτοι καὶ οἱ τελευταῖοι ἠρύσθησαν τὰ ἐπιχειρήματα αὑτῶν ἐκ τῶν καθ’ ἕκαστα λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκ τῆς τελευταίας ταύτης συζητήσεως δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω ἐμαυτὸν νὰ μεταβάλῃ γνώμην, διότι οὐδὲν ἐπιχείρημα ἐκείνων ἠδυνήθη νὰ σαλεύσῃ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, οὗτινος αἱ λεπτομέρειαι ἔχρῃζον διορθώσεως καὶ εἰσέτι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην χρῄζουσι τοιαύτης, ἐξακολουθῶ δὲ νὰ φρονῶ, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι τὸ μόνον κατάλληλον μέσον πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει, ἀφοῦ ἄλλο οὔτε παρουσιάζεται οὔτε ὑποδεικνύεται. Ἓν δέ, τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη δειλῶς πως ἐκ μέρους τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ κατέληγεν εἰς χειρότερα ἀποτελέσματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐκ τοῦ ἰσχύοντος συστήματος. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ψηφιζόμενον, φρονῶ, ὅτι θέλει θεραπεύσει τὸ κακόν, τὸ προερχόμενον ἐκ τῆς πληθώρας τῶν ἀδικημάτων καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν ὑποφέρει καὶ πάσχει μόνον ἡ Δικαιοσύνη, ἀλλὰ καὶ ἡ Πολιτεία αὐτή. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, τουτέστιν ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ τελείως τὸ κακόν, πάντως θὰ περιορίσῃ τὴν πηγὴν αὐτοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας προήχθη καὶ προάγεται, ἐσχηματίσθη καὶ σχηματίζεται καθ’ ἑκάστην τὸ τέλμα τῆς ἐγκληματικότητος. Ἐγράφησαν καὶ ἐλέχθησαν πολλὰ καὶ ὑπ’ ἀνθρώπων ἀσχολουμένων εἰς τὰ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑπὸ δημοσιολόγων, πολιτειολόγων καὶ δημοσιογράφων εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν· ἐμελετήθη δέ, ἠρευνήθη, καὶ ἐξητάσθη δεόντως τὸ ζήτημα καὶ εὑρέθησαν καὶ καθωρίσθησαν αἱ αἰτίαι τοῦ κακοῦ, αἵτινες εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, τουτέστιν αἱ ἀναβολαὶ ἀφ’ ἑνὸς καὶ αἱ ἐρημοδικίαι ἀφ’ ἑτέρου. Αὐτὸ μέλλει νὰ θεραπευθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ ὅσον δὲν παρουσιάζονται ἄλλα καταλληλότερα μέσα. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ὑπάρχει καὶ εἷς ἄλλος λόγος πολὺ σπουδαῖος, ὅπως καὶ οἱ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφερόμενοι λόγοι, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῆς παραγραφῆς. Μετὰ τὴν ψήφισιν, κύριοι συνάδελφοι, τοῦ νέου νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου περιωρίσθησαν αἱ παραγραφαὶ τῶν ἐγκλημάτων, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τοὺς ἡμίσεις τῶν καταγγελλομένων νὰ ἀπολύωνται εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν λόγῳ παραγραφῆς, καθόσον παρετήρησα, ὅτι ἐν συνεδριάσει τοῦ Πλημμελειοδικείου μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νέου νόμου 15 καὶ 20 κατηγορούμενοι ἀπελύθησαν λόγῳ παραγραφῆς, τώρα πολὺ περισσότεροι θὰ ἀπολύωνται, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ τὸ κακὸν αὐτό. Μολονότι ὅμως κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὰς λεπτομερίας ἐρχόμενος εὑρίσκω ἀσαφείας τινάς. Καὶ ἐν πρώτοις εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 336, ὑπάρχει ἀσάφεια καὶ τῆς διατάξεως αὐτοῦ. Διὰ τῆς ἀσαφείας τῆς διατάξεως ταύτης φρονῶ ὅτι προσγίνεται ἀδίκημα εἰς τὸν κατηγορούμενον, θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ προσοχήν, διότι ὁ κατηγορούμενος ὁ δικαζόμενος ἐρήμην, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα βεβαίως τῆς ἀνακοπῆς, θὰ συλληφθῇ καὶ θὰ τεθῇ εἰς τὰς διὰ χρέη φυλακὰς πρὶν ἢ τῷ κοινοποιηθῇ αὕτη ἢ πρὶν ἐκπνεύσῃ ἡ προθεσμία πρὸς ἀνακοπήν, διότι ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας ὀφείλει ὁ γραμματεὺς νὰ πέμψῃ ἀποσπάσματα ἢ ἀντίγραφα πρὸς τὸν εἰσαγγελέα καὶ πρὸς τὸν ταμίαν. Ἐπειδὴ δὲ ταμίας συνήθως ἑδρεύει ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας, ἔνθα ἑδρεύει καὶ τὸ Δικαστήριον, τότε οὗτος θὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα, ἢ θὰ δώσῃ τὸν κατάλογον πρὸς τὸν χωροφύλακα, διὰ νὰ καταδιώξῃ τὸν ὀφειλέτην, ἐνῷ ἐνδεχόμενον εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ μὴ δυνηθῇ ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς τασσομένης διὰ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου νὰ κοινοποιήσῃ τὴν ἀπόφασιν, ἕνεκα διαφόρων λόγων, καὶ σᾶς ἀναφέρω ἐν παραδείγματι δύο δήμους ὀρεινοὺς ὑπαγομένους εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Κορίνθου, τοὺς δήμους Φενεοῦ καὶ Στυμφαλίας, ὧν οἱ κάτοικοι κατέρχονται εἰς τὰ περίχωρα τῆς Κορίνθου πρὸς ἐργασίαν. Ὁ ταμίας λαμβάνων τὸ ἀπόσπασμα ἐκδίδει ἔνταλμα καὶ ἐνεργεῖται ἡ σύλληψις τοῦ ὀφειλέτου πρὶν ἢ οὗτος λάβῃ κἂν γνῶσιν τῆς ὀφειλῆς του πρὸς τὸ Δημόσιον. Αὐτὸς τότε θὰ κλεισθῇ εἰς τὰς διὰ χρέη φυλακὰς.
§44Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Καὶ δι’ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὰ πληρώσῃ.
§45Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ὄχι πάντοτε.
§46Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Εἶναι ἀπαράδεκτος ἡ ἀνακοπή, ἐὰν δὲν καταβάλῃ τὰ ἔξοδά της.
§47Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ναί. Ὁ ἐργατικὸς αὐτός, ὁ ἐργαζόμενος διὰ νὰ ἀγοράσῃ τὸν ἄρτον του, θ’ ἀναγκασθῇ εἰς πρόωρον καταβολήν, ἣν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀδυνατεῖ νὰ ἐκτελέσῃ, διότι πρόκειται νὰ πληρώσῃ 15 δραχμὰς καὶ μὲ διάφορα ἄλλα ἔξοδα θὰ πληρώσῃ 30 δραχμάς, μάλιστα ὅταν ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι συγκατηγορούμενοι.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν· 11 μόνον.
§49Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔχω πληρώσει 32 δραχμάς, διότι προστίθενται καὶ τὰ ἄλλα ἔξοδα τῶν τυχὸν συγκατηγορουμένων.
§50Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ 90 δραχ. δύναται νὰ πληρώσῃ.
§51Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν αὐτὸς θὰ κλεισθῇ εἰς τὰς διὰ χρέη φυλακὰς καὶ τότε θὰ ἀναγκασθῇ νὰ κάμῃ ἀντιρρήσεις πρὸς τὸ Δικαστήριον, διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῶν πολιτικῶν φυλακῶν, καὶ μίαν ἄλλην δίκην μετὰ ταῦτα διὰ τὴν ἀνακοπήν του. Ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ καταστήσῃ ἀκόμη κἄπως ἐλαστικωτέραν τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ δευτέρου λόγου τῆς ἀνακοπῆς.
§52Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ γίνεται πάντοτε δεκτή.
§53Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ὄχι, διότι καὶ μὲ τὴν προσθήκην τοῦ δευτέρου λόγου, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατε, κ. Ὑπουργέ, φρονῶ ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἐβελτιώθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ὁ Γιάννης δὲν θὰ παύσῃ νὰ λέγεται Γιάννης, ἢ τὸ πολὺ θὰ μεταβληθῇ εἰς Γιαννάκην, δηλαδὴ τὸ πρᾶγμα μένει ὡς εἶχε καὶ πρὸ τῆς δῆθεν προσθήκης τοῦ δευτέρου λόγου.
§54Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὑποκοριστικόν.
§55Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Διότι βία καὶ ἀνυπέρβλητα προσκόμματα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἐὰν ἀφήσητε, κύριε Ὑπουργέ, τὰ ἀνυπέρβλητα προσκόμματα καὶ τὴν βίαν μετὰ τῆς εἰδικῆς αἰτιολογίας, ἡ ὁποία εἶναι φοβερά...
§56Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὁποία θὰ εἶναι πάντοτε ἐπιεικής.
§57Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. ... καὶ δὲν μετριάσητε ὀλίγον τὴν αὐστηρότητα αὐτῆς θέτοντες εἴτε ὅτι, ἐὰν δὲν παρουσιάζηται ὁ κατηγορούμενος δι’ ἀποχρῶντα λόγον ἢ διὰ δεδικαιολογημένην αἰτίαν....
§58Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐξ ἀπειθείας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴχομεν πρότερον.
§59Ν. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. ... καὶ δὲν ἀφήνητε νὰ κρίνῃ ὁ δικαστής, τότε ὑποθέτω ὅτι θὰ καταστήσητε ὅλους τοὺς κατηγορουμένους φυγοποίνους καὶ εἶτα φυγοδίκους. Ἐὰν δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ προμηθευθῆτε στατιστικὰς λεπτομερεῖς, θὰ ἐβλέπετε, ὅτι οἱ φυγόδικοι ἐκεῖνοι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ φυγόποινοι κατὰ τὰ ¾ καὶ κατόπιν ἐκτρέπονται εἰς ἄλλας πράξεις καὶ προάγονται μόνοι των γινόμενοι ἀνθυπολοχαγοί, ὑπολοχαγοὶ καὶ οὕτω καθεξῆς καὶ φθάνουσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ στρατηγοῦ, ἤτοι γίνονται ληστοφυγόδικοι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ μετριασθῇ ἡ αὐστηρότης αὐτή, διὰ νὰ μὴ καταστῶσιν ὅλοι φυγόδικοι, καὶ τότε θὰ ἀπαλλάξητε τὰ Πλημμελειοδικεῖα ἀπὸ ὑποθέσεις, καὶ θὰ συσσωρεύσητε ταύτας εἰς τὴν ἀνάκρισιν καὶ τὰ Κακουργιοδικεῖα καὶ τὰς ἄλλας καταδιωκτικὰς Ἀρχὰς καὶ θὰ καταλήξητε εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Παρετήρησα ἓν ἄλλο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ ἑξῆς: διὰ τοῦ ἄρθρου 8 καταργοῦνται τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5 τοῦ ΓΧΞΘʹ νόμου περὶ βιβλίου ἐγγραφῆς. Φρονῶ ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 5 ἰδίως δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι τὸ μέσον αὐτό, τουτέστιν ἡ ἰσχὺς τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ σχετικοῦ, κατώρθωσε νὰ ἐλαττώσῃ τὰς ἐρημοδικίας, καθόσον ὁ μὴ ἀπολειπόμενος κατηγορούμενος ὑπεχρεοῦτο εἰς τὸ ἥμισυ τῆς καταβολῆς τῶν ἐξόδων, καὶ τοῦτο ἐχρησίμευεν ὡς δέλεαρ. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁρμᾶται ἀπὸ τῆς ἀγαθῆς ἰδέας νὰ προσελκύσῃ τὸν κατηγορούμενον, ἵνα προσέρχηται καὶ δικάζηται κατ’ ἀντιμολίαν, καλὸν θὰ ἦτο νὰ μὴ καταργηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5ου, τουτέστι νὰ μὴ καταργηθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν ὁ νόμος αὐτός, ἀφοῦ διατηροῦνται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ἢ νὰ καταργηθῇ μόνον ὡς πρὸς τὸ ἄρθρον 4. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ νὰ μὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, ἀλλὰ νὰ βελτιώσῃ τοῦτο.
§60Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν πολλὰς ἤγειρε τὰς συζητήσεις τεινούσας εἰς καταπολέμησιν τῆς κατὰ βάσιν παραδοχῆς του. Νομίζω ὅτι ἐν ταῖς συζητήσεσι τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος, ἵνα αὗται ἀποβαίνωσιν ἐποικοδομητικαὶ καὶ λυσιτελεῖς, πρέπει νὰ τίθενται τρεῖς βάσεις, λέγω δὲ ὅτι πρέπει νὰ τίθενται αἱ βάσεις αὗται, τὰς ὁποίας ἀμέσως θὰ εἴπω, ἵνα αἱ συζητήσεις ἀποβῶσιν ἐπωφελεῖς προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου τόσης σπουδαιότητος, ὅσης τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν καὶ συνδεόμενον ἀρρήκτως μὲ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ τιμὴν τοῦ πολίτου. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς, Κύριοι, περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος νομικὰ δικαιώματα ἢ ἀστικὰς σχέσεις ἐπιδεκτικὰς οἱασδήποτε ἀνορθώσεως. Διὰ τοῦτο προκαλῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, τὴν προσοχὴν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐξιδιασμένην καὶ ἔντονον, ἀλλὰ καὶ ἐνδελεχῆ. Αἱ βάσεις καὶ αἱ διακρίσεις, αἱ ὁποῖαι νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὰς συζητήσεις τοιούτων νομοσχεδίων, εἶναι αὗται. Πρώτη βάσις: Δέχονται αἱ σκέψεις αἱ τείνουσαι πρὸς καταπολέμησιν τῆς κατὰ βάσιν παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι τὸ ὑπάρχον διαδικαστικὸν σύστημα τῶν ἐπιδόσεων καὶ ἐρημοδικιῶν ἦτο ἄπταιστον καὶ ὡς τοιοῦτον πρέπει νὰ μείνῃ ἄθικτον; Κατ’ ἐμὴν γνώμην ἀναμφισβητήτως οὐχί. Τὸ ὑπάρχον σύστημα δεῖται διορθώσεως. Δευτέρα βάσις: Ἐπὶ τῇ ἀρνητικῇ τοῦ ἐρωτήματος τοῦ πρώτου ἐκδοχῇ ὑποδεικνύεται σύστημα ἄλλο πληροῦν τὰ κενὰ τοῦ νόμου; Τοῦτο εἶναι ἐξεταστέον καὶ προκαταβολικῶς ἀπαντῶν ἀρνοῦμαι ὅτι τὸ ὑποδεικνυόμενον πληροῖ τοῦ νόμου τὰ κενά. Τρίτη βάσις: Τὸ ὑποδεικνυόμενον νομοσχέδιον εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ πληροῖ ὅλα τὰ κενὰ τοῦ νόμου καὶ μήπως ἐν τῇ ὑποτιθεμένῃ ταύτῃ πληρότητι προβλέπεται τόσον τραχύ, ὥστε νὰ προκύψωσιν ἀδικίαι; Δυστυχῶς ἐπὶ τούτου ὁμόφωνον ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωσε γνώμην. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι οἱ νόμοι συντάσσονται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κοινῆς περὶ δικαίου ἀντιλήψεως τῶν πολιτῶν· διότι τοῦτο εἶναι νόμος· ἡ ἀποκρυστάλλωσις τῆς κοινῆς συνειδήσεως ὅτι εἶναί τι δίκαιον. Νόμος, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἔλειπεν ἡ πεποίθησις ἡ κοινὴ ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὸ δίκαιον, θὰ ἐστερεῖτο βάσεως δικαιολογικῆς. Νόμος τοιοῦτος εἶναι προωρισμένος νὰ ἀποτύχῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του καὶ νὰ καταργηθῇ. Γνωρίζω ὅτι ἡ γενέτειρα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ὅτι ἐπεξειργάσθησαν τὸ νομοσχέδιον πρόσωπα ὑψηλῆς νομικῆς περιωπῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὃν ἀπολύτως σέβομαι ὡς νομομαθῆ καὶ ἐκτιμῶ οὐ μόνον ἐγώ, ἀλλ’ ὅλος ὁ νομικὸς κόσμος καὶ αὐτὴ ἡ ὡς ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἐξεγειρομένη σήμερον Βουλή. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν δύνανται ἢ νὰ ἀποκομισθῶσιν ἐκ τῆς ὑψηλῆς αὐτοῦ δικηγορικῆς περιωπῆς, ὅπως καὶ αἱ παρατηρήσεις τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρ. Πάγου δὲν γίνονται παρὰ ἐκ τῶν μεγάλων ὑποθέσεων, τῶν σοβαρῶν, ἐκείνων δηλαδή, ἐφ’ ὧν αἱ ῥυθμιζόμεναι σχέσεις διὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐδεμίαν ἢ ἐλαχίστην σημασίαν ἔχουσι. Δὲν ζυγίζουσι λοιπόν, λέγω, καὶ τὰ δύο ταῦτα, καὶ ἡ σύμπραξις δηλονότι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἡ ἔμπνευσις τοῦ νομομαθοῦς Ὑπουργοῦ, ὅσον ζυγίζει ἡ ὁμόφωνος τῶν νομικῶν γνώμη, ὅσον ζυγίζει ἡ ἀντίθετος κοινὴ συνείδησις, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ἡμεῖς καὶ μόνον οἱ παρεδρεύοντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦμεν αὐτήν, τὴν κοινὴν δηλαδὴ συνείδησιν. Ἀλλ’ ἴσως εἴπῃ τις ὅτι: ἀφοῦ τοιοῦτον πόλεμον εὗρε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διατί τάχα δὲν θὰ καταψηφισθῇ; Εἰς τοῦτο τὸ τυχὸν ἐρώτημα θὰ ἀπαντήσω τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ἐκπροσωπῶν. Ἀπαντῶ ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει πολιτικὴν σημασίαν εἰς τοιοῦτον νομοσχέδιον, βεβαίως δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τὸ καταψηφίσω, διότι οὐδέποτε θὰ θελήσω νὰ ἀμφισβητήσω τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς ψήφου μου, ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς μου γνώμης, ἡ ὁποία συμβαίνει νὰ εἶναι ἀντίθετος πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐφ’ ἑνὸς δικαστικοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ κατάστασις παρ’ ἡμῖν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν θὰ ηὔχετό τις. Ἡ βραδυτάτη αὐτῆς ἀπονομὴ κατήργησε τὸ Κράτος τοῦ νόμου, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον ἐν τῇ Ποινικῇ διαδικασίᾳ εἶναι ἡ ταχεῖα δίωξις τοῦ ἀδικήματος εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἱκανοποιῆται τὸ περὶ δικαίου αἴσθημα τῶν πολιτῶν, νὰ ἐμπεδῶται ἡ διασαλευθεῖσα ἐκ τοῦ ἀδικήματος δημοσία τάξις καὶ νὰ ἐπανέρχηται καὶ ἐπιβάλληται τὸ παραβιασθὲν Κράτος τοῦ νόμου. Ὁμολογῶ ἐπίσης ὅτι ἀφορμὴν σπουδαίαν εἰς τὴν παραλυσίαν ταύτην τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ἔδιδεν ἡ εὐκολία τῶν ἐρημοδικιῶν. Αἱ ἐρημοδικίαι αὐξάνουσιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἐπασχόλησιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, τῶν Δικαστηρίων τῶν ποινικῶν καὶ τῶν γραφείων τῶν εἰσαγγελικῶν, συντελοῦσι δὲ ἐξ ἄλλου εἰς σπουδαίαν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους καὶ εἰς ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας. Βεβαιότατα τὰ ἄψυχα Πρακτικὰ δὲν εἶναι ἱκανὰ ὥστε νὰ φωτίσωσι τὸν δικάζοντα δικαστὴν περὶ τῶν στοιχείων τῆς ἐνοχῆς ἢ τῆς ἀθῳότητος τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ μᾶλλον συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀπόκρυψιν τῆς ἀληθείας καὶ ἐνίοτε καὶ εἰς διαστροφὴν αὐτῆς. Οἱ συντάσσοντες ταῦτα γραμματεῖς ἐκ τῆς ταχύτητος, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, ταχύτητος, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνταγωνίζονται οἱ δικασταί, ταχύτητος, ἡ ὁποία ἀξίζει ἕνα θαυμασμὸν ἢ μίαν τιμωρίαν, δὲν συντάσσουσι ταῦτα ὅπως πρέπει. Οἱ συντάσσοντες τὰ Πρακτικὰ γραμματεῖς εἴτε ἐκ ταχύτητος, εἴτε ἐξ ἀμελείας, εἴτε ἐκ κακοήθων λόγων διαστρέφουσι τὰ πράγματα, συντελοῦσι δὲ οὕτως εἰς ἀπόκρυψιν ἢ διαστροφὴν τῆς ἀληθείας. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐρημοδικία ἐπιστημονικῶς μόνον διὰ δύο λόγους δικαιολογεῖται εἴτε διὰ τὴν ἔλλειψιν πεποιθήσεως περὶ τὴν ἀσφαλῆ ἐπίδοσιν τοῦ κλητηρίου ἐγγράφου, εἴτε διότι ὁ κατηγορούμενος δὲν ἠδυνήθη νὰ παραστῇ εἰς τὴν πρώτην δίκην ἐκ λόγων ἀνωτέρας βίας. Εἰς τοῦτο εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς. Ταύτην τὴν ἀντίληψιν ἔχων καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν ἐν ἀρχῇ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέτρεπε τὴν ἀνακοπὴν μόνον, καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ κατηγορούμενος δὲν εἶχε παραστῆ κατὰ τὴν δίκην ἐκ λόγων ἀνωτέρας βίας, ἀλλὰ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν εἰσήγαγε τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας σὺν τῷ λόγῳ ἐκείνῳ προσέθηκε καὶ ἄλλον, τὸν λόγον τῶν ἀνυπερβλήτων κωλυμάτων, τὴν ἀόριστον ἔκφρασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον πολλοὺς λόγους ἔχω νὰ φοβῶμαι καὶ ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ πολὺ ὀλίγον διαφέρει τῆς ἀνωτέρας βίας. Ἀκριβῶς ὅμως ἡ ὑποβληθεῖσα αὐτὴ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξαν αἱ ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ θάρρος νὰ ὁμιλήσω σήμερον, διότι ἐπείσθην ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐνδιαφέρεται μόνον ὑπὲρ τῆς γνώμης του, ὡς ἠθέλησάν τινες νὰ εἴπωσιν. Ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς καταρτίσεως νόμων, οἱ ὁποῖοι νὰ συγκεντρῶσιν ὅσον ἔνεστι τελειοτέραν τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Συνεφώνησα εἰς τὴν ζημίαν τὴν πολλαπλῆν, ἥτις προέρχεται ἐκ τῶν ἐρημοδικιῶν. Ἀλλὰ διαφωνῶ εἰς τὰ μέσα τῆς διορθώσεως. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀπασχολεῖ σοβαρῶς τὸ φαινόμενον τῶν ἐρημοδικιῶν καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ αἴτια τῆς ἐρημοδικίας, ὁπότε ἀποκόπτων πρόρριζα ταῦτα θὰ ἔβλεπε τὸ φαινόμενον τῆς ἐρημοδικίας ἐντελῶς νὰ ἐκλείπῃ. Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια τῆς ἐρημοδικίας; Πρῶτον ἡ ἔλλειψις πραγματικῆς ἐπιδόσεως τῶν κλητηρίων ἐγγράφων. Μέχρι τοῦδε ἡ Πολιτεία δὲν ἦτο βεβαία ἂν τὸ ἔγγραφον εἶχε παραδοθῆ εἰς τὸν καλούμενον. Σήμερον ὅμως διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, τοῦτο ἐξασφαλίζεται. Ἐκλείπει μία αἰτία ἐρημοδικίας ἀνωδύνως. Δεύτερον αἴτιον ἐρημοδικίας εἶναι ὁ φόβος τῆς ἀντιπαραστάσεως τοῦ κατηγορουμένου μετὰ τῆς κατηγορίας. Ἀλλὰ καὶ ταύτην τὴν αἰτίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξαφανίζει διατάσσων τὴν κλήτευσιν τῶν μαρτύρων καὶ τοῦ μηνυτοῦ καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ δίκῃ. Τρίτος λόγος ἐρημοδικίας εἶναι ἡ ἔλλειψις πεποιθήσεως πρὸς τοὺς δικαστάς. Ὄντως, Κύριοι, ὑπάρχουσι δικασταί, οἵτινες πάντα ἔχοντα τὸ ἀτύχημα νὰ φθάσῃ μέχρι τῶν ἑδωλίων τοῦ κατηγορουμένου θεωροῦσι κακοῦργον. Ὑπάρχουσι δικασταί, καὶ εὐτυχῶς τοιοῦτοι εἶναι ἐλάχιστοι, οἵτινες ὅλως πάρεργον ἔχουσι τὸ κύριον αὑτῶν ἐπάγγελμα περὶ ἄλλα τυρβάζοντες. Καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις πρόκειται νὰ δικασθῇ ὑπὸ τοιούτου δικαστοῦ, τίς θὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα νὰ ἐρημοδικήσῃ; Εἶναι ὑπεύθυνος ὁ πολίτης νὰ ὑποστῇ αὐτὰς τὰς ἀτελείας τῆς Πολιτείας καὶ νὰ τὰς πληρώσῃ διὰ τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας; Διότι ἀτέλεια τῆς Πολιτείας εἶναι ἡ ὕπαρξις τῶν ὀλίγων αὐτῶν δικαστῶν. Ταύτην τὴν αἰτίαν τῆς ἐρημοδικίας δὲν ἀναιρεῖ τὸ νομοσχέδιον, συνεπὴς δὲ πρὸς τοῦτο εἶναι ἡ ὕπαρξις τοῦ δικαιώματος τῆς ἐρημοδικίας. Ἑτέρα αἰτία, Κύριοι, ἐρημοδικίας εἶναι ἡ ἔλλειψις χρηματικῶν μέσων. Συνήθως, Κύριοι, τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην δὲν ἀπασχολοῦσιν οἱ πλούσιοι, ἀλλ’ οἱ πτωχοί, οἱ ἀγρόται. Διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ δικασθῇ εἷς χωρικός, ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, ὅπως πληρώσῃ δικηγόρον, ἔξοδα δίκης, ἔξοδα διαμονῆς του, καὶ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις δὲν ἔτυχε νὰ ἔχῃ χρήματα, δὲν ἔτυχε νὰ εἶναι τόσον εὔπορος, ὥστε νὰ ἔχῃ νὰ ἐφοδιασθῇ μὲ τόσα χρήματα, εἰς ἐκεῖνον πρέπει νὰ ἀρνηθῇ ἡ Πολιτεία τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολογηθῇ; Ἑτέρα αἰτία τῆς ἐρημοδικίας εἶναι βαρεῖα ἀσθένεια τοῦ καλουμένου ἢ καὶ μέλους τινὸς τῆς οἰκογενείας του. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω εἰς ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὑπὸ πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλὰ, Κύριοι, αἱ αἰτίαι, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, συμβαίνει ὥστε νὰ μὴ ὑπάγωνται οὔτε εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀνωτέρας βίας οὔτε εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἀνυπερβλήτου κωλύματος, ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι σπουδαῖα κωλύματα, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τὸν πολίτην τὸ δικαίωμα νὰ ἐρημοδικήσῃ, διότι δὲν ἐδημιουργήθησαν ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτοῦ τοῦ πολίτου, ἀλλ’ ἐδημιουργήθησαν ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Πολιτείας ἢ εἶναι ἀνεξάρτητα οἱασδήποτε ὑπαιτιότητος. Αἱ ἐρημοδικίαι λοιπὸν κατὰ τεκμήριον ἔχουσι σοβαρώτατον λόγον καὶ ὁ νομοθέτης ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν πρώτην ἀνακοπὴν ὡς δικαίωμα, ὅπως τὴν δίδει εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον, ὅπου οὔτε ἡ προσωπικὴ παράστασις τοῦ δικαζομένου εἶναι ἀναγκαία οὔτε κρίνεται ἡ προσωπική του ἐλευθερία, οὔτε ἡ τιμή του οὔτε ἡ ἠθική του ὑπόστασις. Εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δημιουργεῖ ἡ ἀνάγκη. Τοὺς περιορισμοὺς τῆς πρώτης ἀνακοπῆς πρέπει νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν δευτέραν, ν’ ἀφήσῃ δὲ ἐλευθέραν τὴν ἐνάσκησιν τῆς πρώτης. Ἕτερον, Κύριοι, τρωτὸν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ἐντελῶς ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἀνακοπήν. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἄδικον. Μέχρι τοῦδε ὁ ἀνακόπτων θὰ ἐδικάζετο τὴν ἑπομένην τῆς συντάξεως τῆς ἀνακοπῆς. Σήμερον ὅμως διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς συντάξεως τῆς ἀνακοπῆς μέχρι τῆς δίκης πρέπει νὰ παρέλθωσι 15 ὅλαι ἡμέραι· καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ διάστημα τῶν 15 ἡμερῶν νὰ ἀσθενήσῃ σοβαρῶς ὁ κατηγορούμενος, νὰ ἀναισθητήσῃ...
§61Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸν κλείσῃ τὸ χιόνι.
§62Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. .. δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπέλθῃ τοῦ τόπου τῆς συντάξεως τῆς ἀνακοπῆς καὶ νὰ τὸν ἀποκλείσῃ ἡ χιών, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαλάσῃ ὁ σιδηρόδρομος καὶ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, ὅπου εἶναι τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ τὸν δικάσῃ; Ἡ ἀπαγόρευσις τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς εἶναι αὐτόχρημα ἀδικία, ἣν καθιστᾷ ἔτι μεγαλειτέραν ἡ παραδοχὴ τῶν ἀστικῆς φύσεως ἀξιώσεων, τῶν πολιτικῶν δηλ. ἀποζημιώσεων. Ὑποθέσατε ἕνα ἐξ εὐλόγου αἰτίας ἐρημοδικαζόμενον, κατὰ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἐξῳδημένη πολιτικὴ ἀγωγή, ἥτις φυσικὸν εἶναι ὅτι θὰ γίνῃ παραδεκτή. Ἀφαιρέσατε τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς, καὶ ἰδοὺ ἔχετε διπλοῦν ἀδίκημα· τὸ ἓν στρεφόμενον κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ ἀφαιροῦν αὐτήν· τὸ ἕτερον στεροῦν τὴν περιουσίαν, ἐνῷ ὁ κατηγορηθεὶς ἐνδεχόμενον νὰ ᾖ παντελῶς ἀθῷος.
§63Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, κύριε συνάδελφε, θὰ ἔχῃ γίνει δεκτὴ ἡ πρώτη ἀνακοπὴ καὶ θὰ ἔχῃ ἀκυρωθῆ ἡ ἐρήμην ἀπόφασις.
§64Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀπολύτως ἀπαράδεκτος.
§65Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δευτέρας ἀνακοπῆς.
§66Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Περὶ αὐτῆς ὁμιλῶ.
§67Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δευτέρα ἀνακοπὴ δὲν εἶναι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν· ὅταν εἰσαχθῇ ἀνακοπὴ ἐκπρόθεσμος ἢ ἐμπρόθεσμος καὶ γένηται δεκτή, τότε ἀναβάλλεται ἡ δίκη καὶ ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου ἡ δικάσιμος...
§68Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· αὐτὸ μετερρυθμίσθη.
§69Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι παραδεδεγμένη ἡ πρώτη ἀνακοπὴ καὶ ἀκυροῦται ἡ ἀπόφασις. Δὲν μὲ λανθάνει, ὡς καὶ σεῖς γνωρίζετε, ὅτι, ὅταν γίνῃ ἡ ἀνακοπὴ καὶ ἀπολειφθῇ ὁ κατηγορούμενος κατὰ τὴν νέαν δίκην, θεωροῦσιν ὅτι εἰσάγεται ἡ ἀνακοπὴ καὶ τὴν ἀπορρίπτουσιν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔκνομον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει προχωρήσατε εἰς τὰς σκέψεις σας.
§70Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον θεωρεῖ ἐντελῶς ἀπαράδεκτον.
§71Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀρχικῶς ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλὴν ἐγίνετο ἡ ἀνακοπή, εἰσήγετο εἰς τὸ Δικαστήριον καί, ἂν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ ἀνακοπή, τότε ὡρίζετο ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τῆς ἀνακοπῆς, ἤδη ὅμως κατὰ τὰς μεταβολάς, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γίνεται ἡ ἀνακοπὴ καὶ μετὰ 15 ἡμέρας εἰσάγεται εἰς ἐκδίκασιν. Ἐρωτᾷ ὁ κ. Φωτήλας ἂν ἀπὸ τῆς ἀνακοπῆς μέχρι τῆς δίκης ἀσθενήσῃ ὁ κατηγορούμενος ἢ τέλος πάντων καταστῇ ἀδύνατος ἡ μετάβασίς του καὶ ἀπορριφθῇ ἡ ἀνακοπή του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ δευτέρα ἀνακοπή;
§72Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μετὰ 15 ἡμέρας εἰσάγεται ἡ οὐσία, ὄχι ἡ ἀνακοπή· ἡ ἀνακοπὴ ἐκρίθη.
§73Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· τὸ πρῶτον νομοσχέδιον τὸ εἶχεν οὕτω· τώρα δὲν εἶναι ἔτσι.
§74Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐτροποποιήθη, κύριε Λαγοπάτη.
§75Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἔτσι ἂν εἶναι, πάλιν τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα ἐπέρχονται.
§76Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀκούσατε, κύριε Μπακόπουλε, (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 338 § 1 λόγος τῆς ἀνακοπῆς, γίνεται αὕτη δεκτή, ἀκυροῦται ἡ κατ’ ἐρήμην διαδικασία καὶ ἡ ἀπόφασις καὶ διατάσσεται ἡ ἐπιμελείᾳ τοῦ κατηγόρου νέα τῆς ὑποθέσεως εἰσαγωγὴ κτλ.»
§77Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε συζητεῖται ἡ ἀνακοπή; Πότε εἰσάγεται πρὸς συζήτησιν;
§78Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἂς λείψῃ αὐτὴ ἡ διαλογικὴ συζήτησις.
§79Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Γνωρίζω, Κύριοι, καθ’ ὅσον εἶπον, τί εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ, ὅτι διὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας προτείνω, αἴρεται ἐντελῶς ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας προτείνω, δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἡ ἐλάττωσις τῶν ἀπασχολήσεων τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας προτείνω, δὲν καθίσταται ἐφικτὴ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα βαρύνουσι τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἀλλὰ ταῦτα, ἅτινα ἐνδέχεται νὰ ἀντιταχθῶσιν, εἶναι ἥσσονος σημασίας ἢ οἱ κίνδυνοι, οὓς παρουσιάζει. Ἡ Πολιτεία δαπανᾷ οὐχὶ ἐξ ἰδίων. Εἰσπράττει παρὰ τοῦ λαοῦ καὶ παρέχει δικαιοσύνην. Ὁ λαὸς πληρώνει εὐχαρίστως διὰ τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ ζητεῖ δικαιοσύνην καὶ ὄχι ἀδικίαν. Εἶναι δυνατὸν ἐπίσης νὰ ἀντιταχθῇ, ὅτι διὰ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας προέτεινα ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι, καταργεῖται ἢ μᾶλλον βλάπτεται ἡ λυσιτέλεια τῶν ποινῶν, διότι πρέπει ἀπὸ τῆς διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος μέχρι τῆς ἐκδικάσεως αὐτοῦ νὰ διαρρεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον χρονικὸν διάστημα. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἀπαντῶ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλα μέσα ἐπιταχύνσεως τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ὡς μικραὶ προθεσμίαι, περισσότερα ἐνημερότης τῶν γραφείων καὶ ἄλλα. Ἴσως ἠδύνατο ν’ ἀντιταχθῇ ἀκόμη, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν δηλαδὴ ἡ πρώτη ἀνακοπὴ παρέχηται ὡς δικαίωμα, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας κανονίζει τὸ νέον νομοσχέδιον, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπιδόσεις, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ χωρισθῶσιν αἱ διατυπώσεις τῶν ἐπιδόσεων ἀπὸ τὰς ἐρημοδικίας· τὸ νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ χωρισθῇ εἰς δύο, οὔτε ἔπρεπε νὰ κανονίζωμεν τὰς διατυπώσεις τῆς ἐπιδόσεως ἐκ τῆς αὐστηρότητος, τὴν ὁποίαν τηροῦμεν ἐν τῇ παραδοχῇ τῆς πρώτης ἀνακοπῆς. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιταχθῇ, ὅτι εἰς τοὺς δικαστὰς παρέχομεν πολὺ περισσότερα δικαιώματα, ὅτι οἱ δικασταὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας κρίσεως, νὰ κάμωσι παραδεκτὴν τὴν δευτέραν ἀνακοπὴν καὶ ἐπιβάλωσι ποινὴν μεγαλειτέραν· ἀλλ’ ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ δικάσῃ ἕνα κατηγορούμενον, περισσότερον προσέχει παρ’ ὅταν καλῆται νὰ δώσῃ κῦρος εἰς μίαν ἀπόφασιν τυπικῶς εἰλημμένην ἤδη. Τοῦτο εἶναι ψυχολογικὸν φαινόμενον.
§80Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἀληθῶς.
§81Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ προτείνω ἐν σχέσει πρὸς τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Ἀναγνωρίζω ὅτι, ὅταν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μεταβληθῇ εἰς νόμον, ἀναγνωρίζω ὅτι θὰ ἐπιτευχθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα, ὅσα προβλέπει ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει. Ἀναγνωρίζω ὅτι θὰ ἐλαττωθῶσι σοβαρῶς αἱ ἀπασχολήσεις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ὅτι θὰ ἐλαττωθῶσι σοβαρῶς τὰ ἔξοδα αὐτῆς, ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐκδικάσεως τοῦ ἀδικήματος ἀπὸ τῆς διαπράξεως αὐτοῦ θὰ εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον. Ἀλλὰ πρέπει πρὸ παντὸς ὁ νομοθέτης νὰ φροντίζῃ ὄχι περὶ ταχείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ περὶ ἀπονομῆς δικαιοσύνης. Ἔχω νὰ ὑπομνήσω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ παρακάθηνται εἰς τὰ πρῶτα ἑδώλια τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι οἱ συντάκται τῶν νόμων δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει μόνον τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ οἱ πολῖται ὀφείλουσι νὰ προσαρμόζωνται πρὸς τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ συντάξει τῶν νόμων τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα καὶ τὰς προλήψεις ἀκόμη τῶν πολιτῶν. (Ἐπιδοκιμασίαι ζωηραί).
§82Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι Βουλευταί, ὅτι αἱ ἐπενεχθεῖσαι τροπολογίαι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κατέστησαν ἄρτιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐγὼ δὲ ποσῶς δὲν θὰ ἐλάμβανον πλέον τὸν λόγον, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐδείκνυε ποιάν τινα αὐστηρότητα ὡς πρὸς τὰς ἐκπροθέσμους ἀνακοπὰς ἢ καὶ τὰς δευτέρας τοιαύτας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος λοιπὸν τούτου ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸν παρακαλέσω, ὅπως, εἰ δυνατόν, φανῇ ἐπιεικέστερος, διότι ἐμὲ τοὐλάχιστον μακρὰ πεῖρα δικηγορικὴ καὶ εἰσαγγελικὴ μὲ ἔπεισαν, ὅτι τὸ παραδεκτὸν τῶν ἐκπροθέσμων ἀνακοπῶν ὡς καὶ τῶν δευτέρων ἀνακοπῶν ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐπιβλαβές, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὠφέλιμον διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Δικαιοσύνην. Δὲν εἶναι δὲ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχόλησεν ὅλον τὸν δικαστικὸν κλάδον, ὡς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι καὶ πρὸ πενταετίας κατὰ τὸ 1905, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἐπὶ τίνος Ὑπουργοῦ, τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἰδικιτέρας παραγγελίας, ὄχι ἐμπιστευτικῆς, ἀλλ’ ἡμιεπισήμου πρὸς ὅλους τοὺς εἰσαγγελεῖς, ἐζήτησε τὴν γνώμην των, ἂν πρέπει αἱ ἀνακοπαὶ αἱ ἐκπρόθεσμοι καὶ αἱ δεύτεραι νὰ γίνωνται δεκταὶ καὶ κατὰ πόσον εἶναι ὠφέλιμοι ἢ ἐπιβλαβεῖς. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω τί ἀπήντησαν οἱ ἄλλοι εἰσαγγελεῖς. Ἔχων ὅμως ὑπ’ ὄψει μου ὅτι πρόκειται νὰ συζητηθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἐφρόντισα καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλα τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω. Χρονολογίαν φέρει Ὀκτώβριον 1905 (ἀναγινώσκει): «Σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπὸ 29 Σεπτεμβρίου 1905 ἐγκύκλιον παραγγελίαν τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ παραδεκτοῦ τῶν ἐκπροθέσμων καὶ δευτέρων ἀνακοπῶν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω ὅτι: Ὡς διεξάγονται ἀτυχῶς αἱ κατ’ ἐρήμην δίκαι, καθ’ ἃς κατὰ βούλησιν ἔσθ’ ὅτε τοῦ προέδρου καὶ μόνου ἐπιβάλλονται αἱ καθ’ ὑπερβολὴν διάφοροι ποιναί, οὐ μόνον ἔργον δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ φιλανθρωπίας εἶναι ἡ παραδοχὴ τῶν ἐκπροθέσμων καὶ δευτέρων ἀνακοπῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅστις κατὰ τὸ ἑνδεκαετὲς τοῦ δικηγορικοῦ μου σταδίου διάστημα πικρὰν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πεῖραν εἶχον λάβει, ὑπεστήριξα πάντοτε καὶ ὑποστηρίζω καὶ ἤδη τὸ παραδεκτὸν τῶν ἀνακοπῶν, μὲ τὴν ἀκλόνητον πεποίθησιν, ὅτι πᾶσα ἄλλη ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ γνώμη βάσιν ἔχει τὴν ἀδικαιολόγητον, ἵνα μὴ εἴπω τὴν ἀσυνείδητον, φυγοπονίαν ἐνίων δικαστῶν, οἵτινες παρὰ τὸ σοφὸν ῥητὸν «μηδενὶ δίκην δικάσῃς πρὶν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς» προβαίνουσιν εἰς ἀπορρίψεις ἀνακοπῶν ἀναπολογήτων καὶ πλειστάκις ἀθῴων κατηγορουμένων, γινόμενοι οὕτω πρόξενοι μεγίστων ἠθικῶν καὶ ὑλικῶν ζημιῶν καὶ ἀνεπανορθώτων καταστροφῶν».
§83Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ δυστυχῶς εὑρέθη Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπέλυσε τοιοῦτον εἰσαγγελέα.
§84Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε Γκλαβᾶ, ἀλλά, καὶ ἀπὸ Ἁγίους ἂν εἶχε συγκροτηθῆ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς ἐπαναστάσεως τὸ Συμβούλιον, θὰ ὑπέπιπτεν εἰς πλάνας λόγῳ τῆς τότε καταστάσεως τοῦ Κράτους. Εἶχον τὴν γνώμην ταύτην ἐκ πείρας καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἰδιαιτέρως παρεκάλεσα τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος εὐτυχῶς ὑπέβαλε τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ γίνωνται δεκταὶ αἱ ἐκπρόθεσμοι ἀνακοπαί. Ἐὰν δὲ ἀπεφάσιζε λόγῳ φιλανθρωπίας καὶ δικαιοσύνης νὰ δεχθῇ καὶ τὴν προσθήκην τῆς παραδοχῆς καὶ τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, θὰ καθίστα τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἄρτιον. Παρακαλῶ δέ, ὅπως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς παραδοχῆς τῶν ἐκπροθέσμων καὶ δευτέρων ἀνακοπῶν ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι: «Αἱ ἐκπρόθεσμοι καὶ δεύτεραι ἀνακοπαὶ εἶναι τότε μόνον δεκταί, ὅταν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἐμφανισθῇ ἕνεκα νομίμου κωλύματος, ἤτοι ἕνεκεν ἀνωτέρας βίας ἢ ἄλλων ἀνυπερβλήτων αἰτίων εἰδικῶς ᾐτιολογημένων ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ ἀποδεχομένου τὴν ἀνακοπὴν Δικαστηρίου». Ἐζήτησα τὴν παραδοχὴν τῶν δευτέρων ἀνακοπῶν, διότι ὅσοι ἐξ ὑμῶν δὲν εἶναι νομικοὶ δέον νὰ μάθητε ὅτι αἱ ἀνακοπαὶ γίνονται καὶ διὰ πληρεξουσίου, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς ἔχει οὐ μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἀνακοπὴν εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον μετὰ παρέλευσιν 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συντάξεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κατηγορούμενος δυνατὸν ἐξ ἀνωτέρας βίας νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ προσέλθῃ, ὅτε θ’ ἀπορριφθῇ. Ἐὰν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπαγορευθῇ ἡ ἀνακοπή, θὰ στερηθῇ καὶ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπολογίας του. Συνεπῶς παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς ἐπελευσομένας ζημίας καὶ δεχθῇ, ὡς εἶπον, νὰ ἀναγραφῇ τὸ παραδεκτὸν καὶ τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, ὁρισθῇ δὲ τρίμηνος προθεσμία πρὸς σύνταξιν δευτέρας ἀνακοπῆς διὰ τοὺς ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, πέρα τῆς ὁποίας νὰ εἶναι ἀπαράδεκτος, διὰ δὲ τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρεθῇ ἑτέρα λύσις.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ ματαιοπονεῖτε. Τὰ Δικαστήρια δὲν τὴν δέχονται.
§86Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλὰ Δικαστήρια ἀπέρριψαν τοιαύτας ἀνακοπὰς καὶ ἐγένοντο πρόξενα ζημιῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δέχονται τὰς ἀνακοπάς· διὰ τοῦτο λέγω ὅτι, ἂν ἤθελε δεχθῆ ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ γίνεται δεκτὴ καὶ δευτέρα ἀνακοπὴ ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, εἰς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερα, θὰ ἔπραττεν ἔργον δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατάργησιν τοῦ ἄρθρου 5, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε, νομίζω, καὶ ὁ κ. Σακελλαρίου, παρακαλῶ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι διὰ τοῦ καταργουμένου ἄρθρου καταργεῖται τὸ εὐεργετικὸν δικαίωμα τῆς καταβολῆς τοῦ ἡμίσεος τῶν ἐξόδων εἰς τὸν κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος ἤθελε προσέλθει. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§87Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως πρέπει νὰ καταργηθῇ, διότι δὲν ἔχει λόγον πλέον.
§88Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ὄχι μόνον ταχύτητα περὶ τὴν ἐκδίκασιν τῶν διαφόρων κατηγοριῶν ἐπιτυγχάνομεν, ὄχι μόνον σχηματίζεται πεποίθησις παρὰ τῷ λαῷ ὅτι ἡ δικαιοσύνη δικάζει τὸν κατηγορούμενον, ὅταν ἡ δικαιοσύνη θέλῃ καὶ ὄχι ὅταν θέλῃ ὁ κατηγορούμενος, ἀλλὰ καὶ ὅτι καθιστᾷ τοὺς δικαστὰς προσεκτικωτέρους εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀπαλλάσσει τοὺς κατηγορουμένους ἀπὸ πολλὰς δαπάνας. Διὰ τοῦτο θὰ ὑπερψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου.
§89Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, τοῦ λόγου. Δηλῶ μόνον ὅτι κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως εἶπον καὶ ἄλλοτε, διότι παραδέχομαι ὅτι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας περιέχει περὶ ἐρημοδικιῶν, εἶναι λυσιτελεῖς, καὶ θὰ διδάξωσι τὸν Ἕλληνα, ἵνα ἀποφεύγῃ τὰ ἐγκλήματα, διότι θὰ εἶναι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ σκεπασθῶσιν αἱ δίκαι.
§90Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἡ διαιώνισις τῆς ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων, ἡ μὴ ταχεῖα τιμωρία τῶν ἀδικημάτων, καὶ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν δικῶν ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἰσηγηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ εἶναι ὑπὸ συζήτησιν. Ἀλλὰ τὴν διαιώνισιν τῶν δικῶν καὶ τὸν πολλαπλασιασμὸν αὐτῶν ἐγὼ δὲν τὸν εὑρίσκω ὡς ἔλλειψιν τῆς Ποιν. Δικονομίας, τῶν ἄρθρων δηλαδὴ ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ τροποποίησις ζητεῖται· τὸν ἀντελήφθην ἐκ τῆς μακρᾶς δικηγορικῆς μου πείρας ἀλλαχοῦ. Ἐὰν μετὰ μακρὰ ἔτη εἰσήγοντο εἰς ἐκδίκασιν ποινικαὶ ὑποθέσεις, δὲν ἔπταιεν εἰς τοῦτο ἡ Ποιν. Δικονομία, ἀλλὰ τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα, ἐν τοῖς Ἀρχείοις τῶν ὁποίων ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἦσαν τεθαμμέναι αἱ δικογραφίαι, τὰ γραφεῖα τῶν Εἰρηνοδικῶν καὶ Πταισματοδικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους παρεπέμποντο αἱ ὑποθέσεις πρὸς ἀνάκρισιν, καὶ οἵτινες μετὰ δύο, τρία καὶ πλέον ἔτη ἐπέστρεφον τὰς δικογραφίας περαιωμένας ἢ μή, καί, ὁσάκις εἶχον ὑποπέσει εἰς παραγραφήν, παρενεβάλλετο μία ἁπλῆ σημείωσις, ὅτι ἐκλητεύθησαν μάρτυρες καὶ δὲν προσῆλθον.
§91Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μία χρονολογία.
§92Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν θὰ προλάβῃ πάντα ταῦτα; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὄχι. Δύναται νὰ προλάβῃ τὸ νομοσχέδιον τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν δικῶν, ἐὰν ἤθελεν ἀπαγορεύσει ῥητῶς τὴν ἀνακοπήν, ἀλλὰ τούτου γινομένου θὰ εἴχομεν καθ’ ἑκάστην θύματα, θὰ ἐστέλλοντο καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς φυλακάς, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἄνθρωποι ἀθῷοι. Θὰ ἐκηρυσσόμην, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ ἀπαραδέκτου καὶ τῆς πρώτης ἀνακοπῆς, ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην οἱ δικασταὶ θὰ ἦσαν ἄνθρωποι κρίνοντες ἀνθρωπίνως, ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ ἐξωνύχιζον τὴν ὑπόθεσιν καὶ οὐχὶ ἄλλοι μὲν κοιμώμενοι καὶ ἄλλοι ἀναγινώσκοντες ἐφημερίδας θὰ ἄφηνον τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως εἰς τὸν Πρόεδρον μόνον, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, καὶ δι’ ἓν ῥάπισμα δὲν θὰ ἐπέβαλλον ποινὴν ἑξαμήνου φυλακίσεως.
§93Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀφοῦ ἔχετε αὐτὴν τὴν γνώμην περὶ τῶν δικαστῶν, συζητεῖτε κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου;
§94Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Κύριε συνάδελφε, μακρὰ πεῖρα μὲ ἐδίδαξε ταῦτα, καὶ προσέτι ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην κατεγινώσκετο ἡ προσήκουσα ποινή, θὰ περιωρίζοντο καὶ αἱ ἀνακοπαί.
§95Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Φρονεῖτε ὅτι, ἐὰν ἦσαν τοιοῦτοι δικασταί, θὰ μετεβάλλοντο εἰς τὴν κατ’ ἀντιμολίαν δίκην;
§96Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Βεβαίως. Θὰ σᾶς εἴπω ποῖον θὰ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα, κύριε Ὑπουργέ. Εἶπον ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην ἐπεβάλλετο ἡ προσήκουσα ποινή, θὰ προελαμβάνοντο αἱ ἀνακοπαί. Ἰδοὺ τί συμβαίνει, τὸ ὁποῖον ἐκ πείρας γνωρίζω. Ἐὰν δι’ ἓν ῥάπισμα ὁ δικαστὴς ἐπέβαλλε τὴν προσήκουσαν ποινήν, δηλαδὴ 3–7–10 ἡμερῶν φυλάκισιν, οἱ κατηγορούμενοι ὅσοι ἀνεγνώριζον ἑαυτοὺς ἐνόχους δὲν θὰ ἔκαμνον ἀνακοπήν, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἀπηλλάσσετο καὶ ἡ ὑπηρεσία τῆς Εἰσαγγελίας ἀπὸ τὴν ἀλληλογραφίαν καὶ τὰ Δικαστήρια τῶν Πλημμελειοδικῶν ἀπὸ τὴν ἐκδίκασιν τὸ δεύτερον τῆς αὐτῆς ὑποθέσεως. Ἀλλὰ πόθεν προέρχονται αἱ ἐρημοδικίαι; Τίς ὁ λόγος αὐτῶν; Κύριοι, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω σχηματίσει ἐκ τῆς μακρᾶς δικηγορικῆς μου πείρας, ὁ κύριος λόγος τῶν ἐρημοδικιῶν εἶναι, ὅτι ὁ κατηγορούμενος διστάζει νὰ ἀντιμολήσῃ, ἐξεταζομένων τῶν μαρτύρων αὐτοῦ κατ’ ἀντιπαράστασιν πρὸς τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας, διότι κατὰ κανόνα τὰ Δικαστήρια τοὺς μὲν μάρτυρας τῆς κατηγορίας, οἱασδήποτε ποιότητος καὶ ἂν εἶναι οὗτοι, ὁποθενδήποτε καὶ ἂν προέρχωνται, κρίνουσιν ὡς εἰλικρινεῖς, τοὺς δὲ μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως θεωροῦσι κατὰ 90% ὡς ψευδομένους. Τοῦτο εἶναι, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τοὺς κατηγορουμένους νὰ μὴ τολμῶσι νὰ ἀντιμολήσωσι. Δὲν ἐδίστασα, Κύριοι, γινομένης ποτὲ συζητήσεως μεταξὺ ἐμοῦ καὶ δικαστῶν περὶ τοῦ αἰτίου τῆς ἐρημοδικίας, νὰ εἴπω πρὸς αὐτούς: Σεῖς εἶσθε ἡ αἰτία τῶν ἐρημοδικιῶν ὡς ἐκ τῆς ἐσφαλμένης κρίσεως, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὡς ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως, διότι, ἀφοῦ οἱ μάρτυρες τῆς κατηγορίας καὶ οἱ τῆς ὑπερασπίσεως εἶναι ἐκ τοῦ αὐτοῦ χωρίου, πολλάκις δὲ ἐκ τῆς αὐτῆς γειτονιᾶς, διὰ τίνα λόγον τοὺς μὲν μάρτυρας τῆς κατηγορίας θεωρεῖτε ὡς εἰλικρινεῖς, ὡς ἀληθῆ λέγοντας, τοὺς δὲ τῆς ὑπερασπίσεως μετὰ καταφρονήσεως ἀποβάλλετε; Ἐὰν ὁ μὲν ἦτο ἐξ Ἀθηνῶν, ὁ δὲ ἕτερος ἐκ Λακωνίας, ἠδύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ὁ Ἀθηναῖος εἶναι εἰλικρινέστερος τοῦ Λάκωνος; Ἀλλά, ἀφοῦ καὶ οἱ δύο εἶναι ἐκ Λακωνίας ἢ ἐξ Ἀθηνῶν, διατί τὸν μάρτυρα τῆς κατηγορίας τὸν θεωρεῖτε φιλαλήθη, τὸν δὲ τῆς ὑπερασπίσεως ψευδόμενον; Αὐτὴ εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία τῶν ἐρημοδικιῶν. Ἐὰν ἡ αἰτία αὕτη ἔφευγεν ἐκ τοῦ μέσου καὶ ἐὰν ἐσχημάτιζε τὴν ἰδέαν ὁ κατηγορούμενος ὅτι ἀντιμετωπίζων τὸν παθόντα θὰ εὕρισκε δικαιοσύνην, τιθέμενος εἰς ἴσην πρὸς αὐτὸν μοῖραν, δὲν θὰ ἐδυσκολεύετο νὰ προσέλθῃ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐν τῇ μικρᾷ ἐξασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός μου συνεβούλευσα τοὺς κατηγορουμένους, ὁσάκις ἐπειθόμην περὶ τῆς εὐθυκρισίας τοῦ Δικαστηρίου, νὰ προσέλθωσι, διότι ἔβλεπον ὅτι δὲν εἶχε φόβον νὰ ἀδικηθῇ ὁ κατηγορούμενος ὁ ἔχων τὸ σθένος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν κατήγορον, ὁ ἔχων τὸ σθένος νὰ διαψεύσῃ κατὰ πρόσωπον τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας. Ὁσάκις ὅμως ἀμφέβαλλον περὶ τῆς εὐθυκρισίας τοῦ Δικαστηρίου, ὑπεδείκνυον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρημοδικήσωσι, διότι ἀνελάμβανον εὐθύνην ἀπέναντί των. Ἑτέρα αἰτία, Κύριοι, εἶναι ἡ ἀδυναμία, τοὺς λόγους δὲ τῆς ἀδυναμίας δὲν θὰ τοὺς ἐπαναλάβω, διότι διεξετραγῴδησαν αὐτοὺς ἕτεροι πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντες. Ἑτέρα αἰτία εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ κρατῆσαν μέχρι τοῦδε σύστημα ὁ κατηγορούμενος ἤλπιζεν ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ ὑπόθεσίς του νὰ διαιωνισθῇ ἐπ’ ἄπειρον, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ τεθαμμένη εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Εἰσαγγελίας, καὶ ἔλεγεν: ἐρημοδικῶ σήμερον καὶ Κύριος οἶδεν ἂν μετὰ 2 ἢ 3 ἔτη δὲν θὰ ῥιφθῇ εἰς τὰ ἄχρηστα καὶ δὲν θὰ τύχω ἀπαλλαγῆς λόγῳ παραγραφῆς. Καθ’ ἥσσονα δὲ λόγον αἰτία τῆς ἐρημοδικίας εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς προσηκούσης κλητεύσεως τοῦ κατηγορουμένου. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι πολλάκις κλητῆρες ὑπέβαλλον πλαστὰ ἐπιδοτήρια, βεβαιοῦντα ὅτι ἐκλήτευσαν κατηγορούμενον καὶ μάρτυρας, χωρὶς νὰ μεταβῶσι κἂν εἰς τὸ χωρίον των. Ἀλλὰ τοῦτο εἰς ἐλαχίστας περιστάσεις συνέβη, καὶ κυρίως τὸ νὰ μὴ λάβῃ γνῶσιν ὁ κατηγορούμενος, διότι, καὶ ἐὰν δὲν τῷ ἔστειλε τὴν κλῆσιν ὁ κλητήρ, πάντως, εἴτε διότι θὰ ἐκαλοῦντο οἱ μάρτυρες, εἴτε διότι θὰ ἐψιθυρίζετο μεταξὺ τῶν γειτόνων, ἐξ ὧν, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, προήρχοντο οἱ τῆς κατηγορίας μάρτυρες, θὰ ἐλάμβανε γνῶσιν. Αὐτὸς ὅμως τὸ ἐπ’ ἐμοὶ εἶναι ὁ ἔσχατος λόγος τῶν ἐρημοδικιῶν. Σήμερον, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, θὰ προληφθῇ ὁ πολλαπλασιασμὸς τῶν δικῶν; Θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ταχεῖα τῶν ὑποθέσεων ἐκδίκασις; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ ὄχι. Ἐὰν σύντονος μέριμνα δὲν ληφθῇ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ τε σήμερον ἐπαξίως προϊσταμένου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὡς καὶ τῶν διαδόχων αὐτοῦ, ἵνα οἱ Εἰσαγγελεῖς ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκον αὐτῶν ἀνελλιπῶς καὶ εἰσάγωσι τάχιστα τὰς ὑποθέσεις, τὸ κακὸν δὲν θὰ διορθωθῇ. Ἀλλ’ ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ εὑρίσκω τὴν παρακώλυσιν τῆς ταχείας ἐκδικάσεως τῶν ὑποθέσεων. Εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου πολυτέλεια ἐπιδόσεων, ἥτις τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἠδύνατο νὰ λείψῃ ἀπὸ τοῦ μέσου, ἀρκουμένου τοῦ νομοθέτου εἰς τὴν ἐπίδοσιν, ὡς γίνεται ἡ ἐπίδοσις τῶν πολιτικῶν δικογράφων, διότι, ἐὰν ὁ κλητὴρ εἶναι ἠναγκασμένος—καὶ θὰ εἶναι βεβαίως, ἐὰν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον—νὰ τηρήσῃ τὴν διαδικασίαν τῆς βʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 145, ἔστε βέβαιοι ὅτι πολλάκις δὲν θὰ φθάσωσιν ἐγκαίρως τὰ ἔγγραφα εἰς τὰ Εἰσαγγελικὰ γραφεῖα, ἵνα εἰσαχθῶσιν αἱ ὑποθέσεις κατὰ τὴν ὡρισμένην δικάσιμον. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, πλήν τινων μεταρρυθμίσεων, γενομένων ἤδη, ἐγένετο πρὸ ἑνὸς ἔτους νόμος τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ του ἀπέτυχεν οἰκτρῶς. Ὁ τότε Εἰσαγγελεὺς Καλαμῶν κ. Μανουσόπουλος, ὁ νῦν Εἰσαγγελεὺς Ἠλείας, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀποσύρῃ εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις δεκάδας ὑποθέσεων, διότι δὲν ἔφθασαν ἐγκαίρως αἱ ἀπαιτούμεναι ἀποδείξεις περὶ τῆς κλητεύσεως τῶν κατηγορουμένων καὶ τῶν μαρτύρων, καὶ ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης συνιστῶν ἵνα ταχίστη ληφθῇ πρόνοια ἢ νὰ πολλαπλασιασθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων, ὥστε νὰ ὦσιν ἐπαρκεῖς εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων, τῶν κλήσεων καὶ τῶν κλητηρίων θεσπισμάτων ἢ νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος διὰ νέου νόμου. Ἀλλ’ οὔτε διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ ὑπηρεσία ἐνήμερος. Δὲν συμφωνῶ δὲ μὲ τὴν γνώμην οὔτε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ οὔτε τῶν ὑποστηριξάντων ὅτι αἱ ἐπιδόσεις εἶναι δυνατὸν καὶ πρέπει νὰ γίνωνται καὶ διὰ χωροφυλάκων. Ἀλλοίμονον Κύριοι, ἂν θὰ ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐπιδοτήρια τῶν χωροφυλάκων. Τότε πρέπει νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ οἱ κατηγορούμενοι δὲν θὰ κλητεύωνται· διότι οἱ χωροφύλακες ἀτυχῶς ἀναμιγνύονται εἰς τὰ τοπικά, καὶ ἐὰν μὲν ὁ χωροφύλαξ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐδόθη ἡ ἐντολὴ νὰ ἐπιδώσῃ ἓν κλητήριον θέσπισμα πρὸς ἕνα κατηγορούμενον, διάκειται εὔνους πρὸς αὐτόν, θὰ φροντίσῃ παντὶ σθένει νὰ τὸ ἐπιδώσῃ· ἐὰν τοὐναντίον διάκειται δυσμενῶς, ἢ διάκειται δυσμενῶς ὁ ἀστυνόμος, τὸ κλητήριον θέσπισμα δὲν θὰ ἐπιδίδηται, ἢ θὰ ἐπιδοθῇ τότε, ὅταν ὁ κατηγορούμενος δὲν θὰ ἔχῃ τὸν προσήκοντα χρόνον, ἵνα λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ὑπεράσπισιν αὑτοῦ. Θὰ συνίστων εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀφήσῃ τὸ νομοσχέδιον νὰ κοιμηθῇ, νὰ λάβῃ δὲ αὐστηρὰν πρόνοιαν, σύντονον καὶ δραστηρίαν μέριμναν, ἵνα οἱ Εἰσαγγελεῖς εἰσάγωσι ταχέως τὰς ὑποθέσεις πρὸς ἐκδίκασιν, νὰ συστήσῃ εἰς τὰ Δικαστήρια νὰ ἀποφεύγωσι τὴν παροχὴν ἀσκόπων ἀναβολῶν, διότι ὁ δικαστὴς εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ πότε ἡ ἀναβολὴ εἶναι σκόπιμος καὶ πότε δὲν εἶναι. Νὰ συστήσῃ προσέτι, ἵνα, κατὰ τὴν ἐρήμην συζήτησιν, οἱ δικασταὶ ὦσι προσεκτικώτεροι, ἢ ὅσον θὰ εἶναι, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἐδικάζετο κατ’ ἀντιμολίαν καὶ νὰ ἐπιβάλλωσι κατὰ τὴν ἐρήμην δίκην τὴν προσήκουσαν ποινήν. Ἐὰν ὅμως ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὑποβάλλω τὴν ταπεινήν μου γνώμην νὰ ἀπαλειφθῇ τελείως ἡ βʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 145, νὰ ἀπαλειφθῇ προσέτι τὸ ἐδάφιον 2ον καὶ 3ον τοῦ ἄρθρου 339, κατὰ τὸ ὁποῖον, (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 338 § 1 λόγος τῆς ἀνακοπῆς, γίνεται αὕτη δεκτή, ἀκυροῦται ἡ κατ’ ἐρήμην διαδικασία καὶ ἡ ἀπόφασις καὶ διατάσσεται ἡ ἐπιμελείᾳ τοῦ κατηγόρου νέα τῆς ὑποθέσεως εἰσαγωγὴ καὶ ὁ προσδιορισμὸς αὐτῆς εἰς ἑτέραν δικάσιμον ὁριζομένην ἐν τῇ ἀποφάσει...». Διότι ἡ διαδικασία αὕτη εἶναι περιττὴ πολυτέλεια καὶ δύναται νὰ ἀφεθῇ ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τῆς Δικονομίας ἡ μέχρι σήμερον ἰσχύουσα, κατὰ τὴν ὁποίαν, γινομένης δεκτῆς τῆς ἀνακοπῆς, θεωρεῖται ὡς μὴ ὑπάρχουσα ἡ ἐρήμην ἀπόφασις, καὶ τὸ Δικαστήριον προβαίνει εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας. Διότι τοιουτοτρόπως ἔχομεν νὰ κερδίσωμεν μίαν δίκην· νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, ἵνα μὴ μετὰ τὴν διάταξιν κρεισσόνων ἀποδείξεων ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ κατηγορούμενος νὰ δικάζηται καὶ αὖθις ἐρήμην, διότι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως εἶδον ὅτι διετάχθησαν κατ’ ἐπανάληψιν κρείσσονες ἀποδείξεις καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν, δι’ ἧς διετάσσοντο κρείσσονες ἀποδείξεις, ὁ κατηγορούμενος ἐδικάσθη ἐρήμην πρώτην, δευτέραν καὶ τρίτην φοράν, διότι τρεῖς φορὰς διετάχθησαν κρείσσονες ἀποδείξεις, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ὑπόθεσις παρειλκύσθη ἐπὶ ὁλόκληρα ἔτη. Προσέτι δὲ νὰ ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ ἄρθρου 379 καὶ ἡ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν (ἀναγινώσκει): «κλητευθέντος μάρτυρός τινος καὶ μὴ ἐμφανισθέντος, τὸ Δικαστήριον δύναται, προτείνοντος τοῦ Εἰσαγγελέως, καὶ τοῦ κατηγορουμένου, ἐνόσῳ δὲν ἐξητάσθη εἰσέτι ὁ πρῶτος μάρτυς, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς κατηγορίας εἰς ὑστέραν τινὰ συνεδρίασιν», διότι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης δίδεται ἀφορμὴ εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ προκαλῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως.
§97ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ἀποτείνομαι πρὸς Βουλὴν συνισταμένην σχεδὸν κατὰ τὸ ὅλον ἐκ νομικῶν, ἐξ ἄλλου δὲ ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ μακρὸν διεξήχθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, θέλω εἶσθαι πολὺ σύντομος καὶ ἰδίως θέλω περιορισθῆ εἰς σημεῖα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην οὐδεὶς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἔθιξε. Δὲν ἤλπιζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατόπιν τοῦ πρὸ ἑνὸς ἔτους ψηφισθέντος νόμου, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του, σοφοῦ νόμου, τὸ λέγω δὲ πρὸς τιμήν του, διότι εἶναι ἔργον τοῦ ἰδίου Ὑπουργοῦ, ὅτι ἤθελεν ἐπιζητήσει τόσον ταχέως τὴν ἀντικατάστασιν ἐκείνου διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου, τολμῶ εἰπεῖν, γενομένου νόμου, πολλαὶ τῶν διατάξεων κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του θέλουσιν ἀποτύχει, ὡς ἀπέτυχον αἱ αὐταὶ διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΓΦΜΖʹ τοῦ 1909, τοῦ μετὰ δίμηνον λειτουργίαν ἀντικατασταθέντος διὰ τοῦ ͵ΓΧΞΑʹ τοῦ 1910 ἰσχύοντος ἤδη, καὶ τοῦτο θέλω ἀποδείξει ἐξετάζων δι’ ὀλίγων τὸ ὑπὸ συζήτησιν μετὰ τοῦ ἀμέσως ἑπομένου αὐτῷ ἐπικουρικοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποιν. δικογράφων προσώπων», ὡς ἐχόντων ἀμφοτέρων τῶν νομοσχεδίων τούτων σχέσιν πρὸς ἄλληλα καὶ ὄντων συναφῶν. Καὶ κατὰ πρῶτον, κ. Βουλευταί, ἐπιβεβλημένην θεωρῶ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου καὶ ἰδίᾳ σχετικῆς τινος καὶ λίαν οὐσιώδους διατάξεως αὐτοῦ καὶ κατὰ δεύτερον τὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ἵνα διὰ τῆς συμπαραβολῆς τῶν συναφῶν τούτων νομοθετημάτων ἀποφασίσῃ τις ἀσφαλῶς καὶ ἐπακριβῶς περὶ τοῦ ἂν καὶ κατὰ πόσον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἤθελεν ἀποβῆ ἐπωφελέστερον τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Πάντες σχεδὸν γνωρίζομεν ὅτι ἡ εὐεργετικὴ διάταξις τοῦ ἰσχύοντος νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κατ’ ἀντιμολίαν καταδικαζόμενος καὶ τὸ πρῶτον ἐμφανιζόμενος κατηγορούμενος πληρώνει μόνον τὸ ἥμισυ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, περιώρισε τὰς ἐρημοδικίας κατὰ πολύ, καὶ εἰς ἀπόδειξιν δύναμαι νὰ σᾶς φέρω τὰς ὑποθέσεις τοῦ Πλημμελειοδικείου Λαμίας, ἔνθα καὶ δικηγορῶ· ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἰσχύοντος νόμου αἱ ἐρημοδικίαι τοῦ Δικαστηρίου τούτου περιωρίσθησαν κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ πλέον· σχεδὸν πάντα τὰ φέροντα ἐλαφρὸν χαρακτῆρα πλημμελήματα, διότι περὶ πλημμελημάτων κυρίως πρόκειται, ἐκδικάζονται κατ’ ἀντιμολίαν, ἐρημοδικάζονται δὲ ἐκεῖνα καὶ μόνα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τοῦ βαρέος χαρακτῆρός των, ὡς ἐκ τῆς σοβαρότητος αὐτῶν θέλουσιν ἐκδικάζεσθαι ἐρήμην καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου γενομένου νόμου· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ ὅλας τὰς περιοριστικὰς καὶ αὐστηρὰς διατάξεις περὶ τῆς ἐρημοδικίας, ἃς διαλαμβάνει τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ὁ κατηγορούμενος ὁ διατρέχων τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῇ ποινὴν φυλακίσεως ἑνὸς ἔτους, δύο ἢ καὶ πλέον, νὰ τολμήσῃ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν παθόντα, ἀλλὰ πάντως θὰ ἐρημοδικασθῇ καὶ μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι ὁ τοιοῦτος θέλει κατορθώσει τὸ παραδεκτὸν τῆς ἀνακοπῆς διὰ τῶν ἀφθόνων ἀποδεικτικῶν μέσων, ἅτινα θέλει προσκομίσει ἐν καιρῷ. Ἐν τούτοις τὴν εὐεργετικὴν ταύτην διάταξιν, δι’ ἧς περιωρίσθησαν αἱ ἐρημοδικίαι κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ πλέον, τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καταργεῖ εἰς ἀντίφασιν καὶ αὐτοῦ τοῦ διὰ τοῦ ἰδίου τούτου νομοσχεδίου ἐπιδιωκομένου σκοποῦ. Ἤδη δὲ ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Ἤκουσα πολλῶν συναδέλφων παρελθόντων τὸ βῆμα ὅτι ἡ ἐπίδοσις τῶν ποιν. δικογράφων δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, καθόσον τὰ ἐπιτετραμμένα ταύτην πρόσωπα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσι λόγῳ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν καὶ ἰδίᾳ τῆς μικρᾶς ἀμοιβῆς καὶ δι’ ἄλλους πολλοὺς γνωστοὺς λόγους, συγκοινωνίας, ποιότητος τῶν δικαστικῶν τούτων ὀργάνων κλπ., ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς πρὸς θεραπείαν τούτων ἔσπευσε νὰ βελτιώσῃ τὴν ἀμοιβὴν τῶν κλητήρων δι’ αὐξήσεως αὐτῆς, ἐλπίζοντος τούτου ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης αὐξήσεως θέλει ἀσφαλισθῆ τὸ ἀκριβὲς καὶ ἔγκυρον τῆς ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων, καὶ οὕτως ἡ ἐρημοδικία θέλει εἶσθαι ἀδικαιολόγητος ἐπὶ τῷ λόγῳ τούτῳ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς μὲ τὴν τροπολογίαν ταύτην τῆς αὐξήσεως τῆς ἀμοιβῆς τῶν δικαστικῶν τούτων ὀργάνων, ἤτοι μὲ τὸν μισθὸν τῶν 50 ἢ καὶ 60 δραχ. μηνιαίως καὶ μὲ τὸ δεκάλεπτον ἀνὰ ἕκαστον τῶν ἐπιδιδομένων ποιν. δικογράφων, πλανᾶται ἐλπίζων ὅτι ἡ ἐπίδοσις οὕτω θέλει ἐπιτευχθῆ. Καὶ ἐρωτῶ, πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ δικαστικὸς κλητὴρ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἐπίδοσιν μεταβαίνων ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον πεζῇ, ἀφοῦ κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ ἀπ’ ἀλλήλων ἀποστάσεις τῶν χωρίων ἀπὸ τῆς ἕδρας ἀπέχουσι τρεῖς καὶ τέσσαρας πολλάκις ὥρας, ἂν ὄχι καὶ πλέον; Πάντως, ἵνα ἐνεργήσῃ οὗτος τὴν ἐπίδοσιν, ὡς τὸ νομοσχέδιον διαλαμβάνει καὶ ὡς ἐμπρέπει, προκειμένου νὰ καταδικασθῇ τις εἰς φυλάκισιν μηνῶν καὶ ἐτῶν ἄνευ ἀπολογίας, ἔχει ἀνάγκην ἵππου, ἀλλά, ἵνα διατηρῇ ἵππον ὁ κλητήρ, πρέπει νὰ μισθοδοτῆται μηνιαίως μὲ δραχ. 150 τοὐλάχιστον.
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ ἔχῃ δραχμὰς διακοσίας κατόπιν τῆς τροπολογίας, ἣν ἐπήνεγκον.
§99ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα σᾶς ἀποδείξω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι σφάλλεσθε καὶ εἰς τοῦτο, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας καὶ ὁμιλήσω ἀναλυτικώτερον. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν εἶναι δυνατὸν π. χ. εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Λαμίας, συνεδριάζον δὶς τῆς ἑβδομάδος, νὰ εἰσαχθῶσιν ὑποθέσεις πλέον τῶν 250, δι’ ἑκάστην δὲ τούτων κατὰ μέσον ὅρον, ἂν ὄχι καὶ ἀνώτατον, ὡς συνήθως, κοινοποιητέα δικόγραφα θέλομεν ἔχει τρία, ἄρα τὸν μῆνα ἐν ὅλῳ 750· συνεπῶς πρὸς δέκα λεπτὰ ἕκαστον ἔχομεν δραχ. 75 μηνιαίως ἐκ τούτων· ἀλλὰ τὴν ἐπίδοσιν τῶν 750 δικογράφων πάντως θέλουσιν ἐνεργήσει δύο ἢ καὶ τρεῖς συνήθως κλητῆρες· ἑπομένως ἡ ἀμοιβὴ τῶν 75 δραχ. κατατεμνομένη ἀναλογεῖ εἰς ἕκαστον τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 25, ὅπερ προστιθέμενον εἰς τὸν μηνιαῖον μισθὸν τοῦ ἐμμίσθου κλητῆρος μᾶς δίδει τακτικὸν ὁλικὸν μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 85 ἢ καὶ 100 δραχμάς. Ἄρα ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ κλητῆρος μὲ τὴν προσγενομένην διὰ τῆς προσθήκης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὔξησιν θ’ ἀνέρχηται εἰς δραχ. 200, ἐλέγχεται ἐσφαλμένος κατὰ τὰ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ ἀκριβῶς ὡς ἄνω εἴρηται ἐκτιθέμενα.
§100Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν ἔχωμεν τρεῖς συνεδριάσεις τὴν ἑβδομάδα ἀνὰ 50 ὑποθέσεις εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν, τότε θέλομεν ἔχει 600 ὑποθέσεις.
§101Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ μῆνα πόσας φορὰς συνεδριάζουσι τὰ Πλημμελειοδικεῖα ἐν γένει;
§102ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δύο ἢ τρία τῶν Πλημμελειοδικείων συνεδριάζουσι τρὶς τῆς ἑβδομάδος, ὡς ἐπίσης τὰ πλείονα τούτων δὶς καί τινα ἅπαξ· ἑπομένως αἱ εἰσακτέαι ὑποθέσεις κυμαίνονται μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 160, 280 καὶ 360, καθόσον τὰ μὲν συνεδριάζοντα ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδικάσωσιν εἰς ἑκάστην συνεδρίασιν πλέον τῶν 40, τὰ δὲ δὶς πλέον τῶν 70 καὶ τὰ τρὶς πλέον τῶν 90 τὴν ἑβδομάδα ὑποθέσεις, καὶ τοῦτο ἕνεκα τῶν ἤδη προσκομμάτων περὶ τὴν ἐπίδοσιν καὶ τῶν πολλῶν διατυπώσεων, ἃς διαλαμβάνει πρὸς ἀσφάλειαν τῆς ἀκριβοῦς ἐπιδόσεως τὸ νομοσχέδιον, ὡς παρετηρήθη ἄλλως τε τοῦτο καὶ κατὰ τὸν ἐπὶ δύο μῆνας ἰσχύσαντα παρόμοιον νόμον τοῦ 1909, καθ’ ὃν αἱ εἰσακτέαι ὑποθέσεις πρὸς ἐκδίκασιν εἶχον περιορισθῆ κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν ὅσαι πρὸ τοῦ νόμου ἐκείνου εἰσήγοντο· συνεπῶς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀρθοῦ καὶ ἀκριβοῦς τούτου ὑπολογισμοῦ τῶν εἰσακτέων ὑποθέσεων πολλαπλασιάζοντες ταύτας μὲ τὸν ἀριθμὸν 3 τῶν κοινοποιητέων δικογράφων θέλομεν ἔχει μηνιαίως τοιαῦτα ἐν ὅλῳ διὰ μὲν τὰ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος συνεδριάζοντα Πλημμελειοδικεῖα 480, διὰ τὰ δὶς 740 καὶ διὰ τὰ τρὶς 1080, ἤτοι ἀμοιβὴν κατὰ δεκάλεπτον ἑκάστου κοινοποιητέου μηνιαίαν δραχ. 48, ἢ 74, ἢ 108.
§103Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δέον παρακαλῶ νὰ πολλαπλασιάσητε μὲ τὸ 20 καὶ οὐχὶ μὲ τὸ 10λεπτον.
§104ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς προσγενομένης προσθήκης τὴν ἀμοιβὴν τοῦ κλητῆρος ηὔξησε κατὰ δεκάλεπτον ἑκάστου κοινοποιητέου δικογράφου.
§105Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ἤδη ἀνεβίβασεν αὐτὴ εἰς εἰκοσάλεπτον.
§106ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔστω καὶ μὲ τὴν νέαν ταύτην αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἤκουσα λεγομένην παρὰ τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ, ἀλλ’ ἤδη τὸ πρῶτον ἀπὸ ὑμᾶς ἀκούω, ὁ μισθὸς τοῦ κλητῆρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβῇ τὰς 100 ἢ καὶ 120 δραχμ., διότι τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων τούτων ὅλων δὲν θὰ ἐνεργῇ εἷς καὶ δύο κλητῆρες, ἀλλὰ πάντως τρεῖς καὶ τέσσαρες πολλάκις, καὶ ἑπομένως ἡ ἀμοιβὴ θὰ κατατέμνηται, καὶ δι’ ἕκαστον κλητῆρα οὕτω θ’ ἀναλογῇ μόνον τὸ ποσὸν τῶν 20 ἕως 30 δραχμ. μηνιαίως ἐκ τῆς προσθήκης καὶ αὐξήσεως τῆς ἀμοιβῆς ταύτης.
§107Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἕκαστον Πλημμελειοδικεῖον πόσα Πταισματοδικεῖα ὑπάγονται;
§108ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς ἐννοῶ, τί θέλετε μὲ τὴν ἐρώτησιν ταύτην νὰ εἴπητε· ἴσως θὰ ἐννοῇ ὁ διακόψας με κ. συνάδελφος ὅτι οἱ κλητῆρες οὗτοι θέλουσιν ἀπολαμβάνει καὶ ἀπὸ τὰ κοινοποιούμενα δικόγραφα τῶν Πταισματοδικείων· ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος λησμονεῖ, φαίνεται, ὅτι πολλὰ τῶν ὁρισθέντων πλημμελημάτων ἑκάστης συνεδριάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπιδίδονται καὶ ὑπὸ τῶν ἐκτὸς τῆς ἕδρας τῶν Πλημμελειοδικῶν, ὑπὸ τῶν ἑκασταχοῦ ἀνὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ Πταισματοδικεῖα δικαστικῶν κλητήρων, καὶ οὕτως ἡ ὁρισθεῖσα, ὡς ἄνω, ἀμοιβὴ ἑκάστου τούτων θὰ μειοῦται· πρὸς δὲ λησμονεῖ ἐπίσης ὅτι πάντα τὰ ἐντὸς τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου κοινοποιούμενα δικόγραφα δὲν ἀμείβονται ποσῶς, καὶ αὐτὸ τοῦτο διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον.
§109Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, καὶ μίαν ἐρώτησιν ἀκόμη.
§110ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαρίστως, ἀλλὰ μὲ τὰς διακοπὰς τοῦ τοιούτου εἴδους δὲν θὰ τελειώσωμέν ποτε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει ἀναφέρει δύο λόγους πρὸς δικαιολογίαν, καὶ ὡς πρῶτον μὲν λόγον φέρει τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ὡς δεύτερον δὲ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν δαπανῶν τοῦ Δημοσίου καὶ ὅτι ἀμφότεροι οἱ λόγοι οὗτοι ἐπιτυγχάνονται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὡς μᾶς εἶπεν εἰσηγούμενος αὐτό. Καὶ διὰ μὲν τὸν πρῶτον λόγον δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω τῶν ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων ἢ τοῦτο καὶ μόνον ὅτι δύναται ὁ κύριος Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου πρὸς τοὺς Εἰσαγγελεῖς συνιστῶν αὐτοῖς τὴν ταχεῖαν ἐπίδοσιν τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, ἀρκεῖ ἐντὸς 20 ἡμερῶν ἢ καὶ μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αἱ ἐρήμην ἀποφάσεις ν’ ἀποστέλλωνται εἰς τοὺς ἑκασταχοῦ Εἰρηνοδίκας πρὸς κοινοποίησιν, οὗτοι δὲ ἐντὸς δέκα ἡμερῶν νὰ ἐπιμελῶνται ταύτης, ὁπότε μετὰ μῆνα ἢ καὶ ὀλιγώτερον αἱ ἀνακοπαὶ κατὰ τῶν ἐρήμην τούτων ἀποφάσεων, αἵτινες θέλουσιν ἐπακολουθήσει ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως αὐτῶν, θέλουσιν εἰσαχθῆ πρὸς ἐκδίκασιν, καὶ οὕτως ἐντὸς δύο ἢ τὸ πολὺ τριῶν μηνῶν θέλομεν ἔχει τελεσιδικίαν — τὴν περαίωσιν τῆς τε ἐρήμην καὶ κατ’ ἀνακοπὴν συζητήσεως ἑκάστης ποινικῆς ὑποθέσεως — ἤτοι ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ χρόνου, ὅστις θέλει χρησιμεύσει καὶ μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὡς μάλιστα ἐτροποποιήθη τοῦτο κατ’ ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι δικαίωμα καὶ ἡ ὁποία σπανίως ἀπαντᾷ, ὡς πρὸς ταύτην καὶ μόνην οἱ ὁριζόμενοι δικαιολογητικοὶ λόγοι τῆς ἀδυναμίας δέον αὐστηρῶς νὰ ἐξετάζωνται ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ αὐτῆς καὶ ἡ ὁποία δευτέρα ἄλλως ἀνακοπὴ ἵνα συνταχθῇ, ὡς γνωρίζομεν πάντες, δέον ὁ ἀνακόπτων νὰ κρατῆται ἐν ταῖς φυλακαῖς. Καὶ οὕτω καθιερουμένων τῶν διατάξεων τούτων καὶ τῆς ἐπιμελείας τῶν Εἰσαγγελέων συνισταμένη ἡ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης θέλει ἐπέρχεσθαι ταχέως. Θέλω νὰ εἴπω δι’ ὅλων τούτων ὅτι, ἂν ἡ Δικαιοσύνη ἀπονέμεται ἤδη βραδέως, δὲν πταίει τόσον ἡ ἐρημοδικία, ὅσον ἡ μὴ καταβαλλομένη προσοχὴ ἐκ μέρους τῶν Εἰσαγγελικῶν Ἀρχῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς προεῖπον, προβάλλει καὶ τὸν δεύτερον λόγον, τὸν τῆς δαπάνης τοῦ Δημοσίου, ἣν ὑφίσταται τοῦτο ἐκ τῶν ἐρημοδικιῶν. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ, ὡς θέλω ἀποδείξει. Κατὰ τὴν σχετικὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου ἀναφέρεται ὅτι κατὰ τὸ 1909 ἐρημοδικάσθησαν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος περὶ τὰς 36 χιλιάδας τῶν εἰσαχθεισῶν ὑποθέσεων, καίτοι δὲ ὁ ἀριθμὸς οὗτος, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβής, καθόσον πολλαὶ τούτων ὑποθέσεις ἀφορῶσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν, ἴσως μεταξὺ τούτων νὰ συμπεριλαμβάνωνται καὶ αἱ τῶν λιπομαρτύρων, ἀλλ’ ἐγὼ πρὸς στιγμὴν παραδέχομαι τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν ἀκριβῆ. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Βουλευταί: Ἐκ τῶν 35 τούτων χιλιάδων αἱ 30 χιλιάδες ἐρήμην ἀποφάσεις δὲν θ’ ἀνακοπῶσι; βεβαίως, ἀλλ’ ἑκάστη τούτων ἀνακοπτομένη στοιχίζει διὰ τὸν κατηγορούμενον δραχ. 12, τὰ τέλη, ἅτινα πρὸ πάσης συζητήσεως τῆς ἀνακοπῆς ὑποχρεοῦται ὁ ἀνακόπτων νὰ καταβάλῃ ἀμελλητὶ καὶ ἀνεπιστρεπτί, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν θ’ ἀθωωθῇ ἢ καταδικασθῇ, πολλάκις δὲ τὸ ποσὸν τῶν τοιούτων τελῶν ὑπερβαίνει καὶ τὰς 12 δραχμάς, ὁσάκις τύχῃ οἱ ἀνακόπτοντες νὰ ὦσι δύο καὶ τρεῖς ἢ καὶ πλειότεροι, ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐρήμην 30 χιλιάδων ἀποφάσεων πολλαπλασιαζόμενος μὲ τὸν ἐλάχιστον ὅρον τῶν 12 δραχμῶν μᾶς δίδει τὸ ποσὸν τῶν 360 χιλ. δραχμῶν. Ἂν δὲ εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο προστεθῶσι καὶ τὰ πρόστιμα, ὡς ἔχει ἤδη ὁ ἰσχύων νόμος, ἤτοι λόγῳ μὲν τοῦ ἐκπροθέσμου τῆς ἀνακοπῆς δραχμ. 5 καὶ λόγῳ τῆς δευτέρας δραχμ. 10 δι’ ἕκαστον τῶν ἀνακοπτόντων κατηγορουμένων, πάντως τὸ ἐκ τῶν τελῶν τῶν ἐρημοδικιῶν ποσὸν θέλει ἀνέλθει τοὐλάχιστον εἰς τὸ ποσὸν τῶν 450 χιλιάδων δραχμῶν ἀνεξαρτήτως τῶν τελῶν τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων τῶν Πταισματοδικείων, διότι περὶ τούτων δὲν ὁμιλεῖ, νομίζω, ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Ὑπουργόν, τὸν καὶ ἰδιαίτερόν μου φίλον, τοῦ ὁποίου ἄλλως τὰς νομικὰς γνώσεις σέβομαι καὶ τὴν νομικὴν ἱκανότητα ἀναγνωρίζει ἅπας ὁ παρ’ ἡμῖν νομικὸς κόσμος, δικαίως, ἂν βλάπτεται τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν ἐρημοδικιῶν, ἢ διὰ τῆς καταργήσεως αὐτῶν θέλει στερηθῆ τοῦτο τῆς ἀσφαλεστάτης ταύτης προσόδου τῶν 450 δραχμῶν.
§111Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτὸς τοῦ νομοσχεδίου.
§112ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχετε δίκαιον, κ. συνάδελφε, καθόσον ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως συνάγεται καὶ ὁμολογεῖται καὶ τοῦτο.
§113Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν.
§114ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν καὶ ὡς πρὸς τὸν δεύτερον λόγον, ὅτι δῆθεν ζημιοῦται τὸ Δημόσιον ἐκ τῶν ἐρημοδικιῶν, σᾶς ἀπέδειξα, νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι τοὐναντίον θέλει συμβῆ ὑπερψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου· θέλουσι μειωθῆ αἱ πρόσοδοι τοῦ Δημοσίου κατὰ 450 χιλ. δραχ. καὶ πλέον ἐτησίως. Ἐν τέλει δέ, ἐπὶ πλέον τῶν ὅσα σᾶς εἶπον, ἔρχομαι νὰ εἴπω τινὰ εἰσέτι καὶ ἐπὶ τοῦ τελευταίου ἄρθρου 8 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐθεώρησε καλὸν νὰ καταργήσῃ καὶ ἐκείνην τὴν διάταξιν, ἣν ἐν ἀρχῇ σοφὴν ἀπεκάλεσα, τὴν ἰσχύουσαν ἤδη, καὶ διὰ τῆς ὁποίας διατάξεως λόγῳ τοῦ εὐεργετήματος, οὗτινος ἀπολαύουσιν οἱ κατ’ ἀντιμολίαν καὶ ἅμα τὸ πρῶτον καλούμενοι καὶ ἀμέσως ἐμφανιζόμενοι κατηγορούμενοι ἐν περιπτώσει καταδίκης των νὰ καταβάλωσι μόνον τὸ ἥμισυ τῆς ὅλης δικαστικῆς δαπάνης, καὶ διὰ τῆς καταργήσεως ταύτης μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον φωρᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντιφάσκων πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, καθόσον ὁ σκοπὸς τῆς ἐν ἰσχύϊ ἐκείνης διατάξεως εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει ἢ εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐρημοδικιῶν, καὶ τοῦτο, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες τὸ ἀπηντήσατε, ὅσοι ἐξ ὑμῶν περὶ τὰ ποινικὰ ἀσχολεῖσθε, ὅτι αἱ ἐρημοδικίαι, ὡς καὶ ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἠλαττώθησαν κατὰ πολὺ ὡς ἐκ τῆς εὐεργετικῆς καὶ σοφῆς ἐκείνης διατάξεως, τὴν ὁποίαν καὶ ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καταργεῖ. Ταῦτα πάντα εἶχον νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ παρακαλέσω κατόπιν τούτων, ὅπως διὰ τῆς ψήφου της καταψηφίσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὡς πάντη ἄσκοπον καὶ ἐπιζήμιον εἴς τε τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τοὺς πολίτας, οἵτινες πολλάκις ἀναγκάζονται νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὴν ἐρημοδικίαν οὐχὶ ἐξ ἀπειθείας, ἀλλ’ ἐξ ἀνεχείας, καὶ ἄλλοτε ὡς ἐκ τῶν γεωργικῶν τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας ἕνεκα τῶν καιρικῶν περιστάσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταλείψωσι καὶ ἐμφανισθῶσιν ἀμέσως κατὰ τὴν κλήτευσίν των ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ἐπὶ ἀνυπολογίστῳ αὐτοῖς ζημίᾳ.
§115Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένον νὰ λάβω τὸν λόγον, καίτοι πολλοὶ πρὸ ἐμοῦ ἠγόρευσαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπείσθην, ὅτι ἐν αὐτῷ περιέχονται διατάξεις τινές, αἵτινες θὰ καταλήξωσιν εἰς τὸ ἀσφαλὲς συμπέρασμα, νὰ ὑπάρξωσι περιστάσεις, καθ’ ἃς κατηγορούμενοι θὰ καταδικασθῶσιν ἀναπολόγητοι. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἀθῷοι θὰ καταδικασθῶσιν ἀναπολόγητοι, ὅπερ ἀδυνατῶ νὰ χαρακτηρίσω, ἀλλὰ δι’ ἐμὲ ἀρκεῖ τὸ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς κατηγορούμενοι, ἔστω καὶ ἔνοχοι, θὰ καταδικασθῶσιν ἀναπολόγητοι, διὰ νὰ χαρακτηρίσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνελεύθερον, καὶ ἀνάξιον νὰ ψηφισθῇ ἐν εἰκοστῷ αἰῶνι, καὶ μάλιστα ὑπὸ Βουλῆς ἀξιούσης ὅτι ἐκπροσωπεῖ φιλελευθέρους ἰδέας. Θὰ προσπαθήσω νὰ καταδείξω ὀλίγας τινὰς τῶν περιπτώσεων ἐκείνων, καθ’ ἃς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ καταδίκη ἀναπολογήτων ἀνθρώπων, καὶ μετὰ τοῦτο θὰ ἀφεθῶ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐὰν δὲν θελήσῃ νὰ ἀποδεχθῇ τροπολογίας αἰρούσας τὸ ἄτοπον τοῦτο, ἢ ἐπὶ τέλους εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν θὰ ἐγκρίνῃ τὴν τροπολογίαν ταύτην. Σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐρημοδικίας. Πράγματι εἶναι ὀρθὴ ἡ ἀρχὴ νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐρημοδικίας. Ἡ ἐρημοδικία καὶ κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, καὶ ὡς γνωρίζομεν ὅλοι, ἐπιβλαβῶς δρᾷ ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης. Δύο δὲ ἐπιβλαβεῖς συνέπειαι ἀνωμολογήθησαν, καὶ ὑπὸ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, εἰς τὴν ὑπερπληθώραν τῆς ἐρημοδικίας. Πρῶτον μὲν ἡ κακὴ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ὅσον οἱ κατηγορούμενοι ἐπωφελούμενοι τῶν διαφόρων ἀτελειῶν τῆς διαδικασίας, δικαζόμενοι ἐρήμην τῶν μηνυτῶν καὶ κατηγορούντων αὐτοὺς ἐπιτυγχάνουσιν ἀθωωτικὰς ἀποφάσεις. Κατ’ ἐμὴν δὲ γνώμην ἡ τοιαύτη ζημία τῆς Δικαιοσύνης εἶναι καὶ ἡ οὐσιωδεστέρα, δευτέρα δὲ ζημία τῆς Πολιτείας ἐκ τῆς ὑπερπληθώρας τῶν ἐρημοδικιῶν εἶναι καὶ ἡ χρηματική, καθόσον ἕνεκα ταύτης, ὡς ἰσχυρίζεται ἡ ἔκθεσις, ὑποβάλλεται τὸ Κράτος εἰς προσθέτους δαπάνας. Ἡ πρώτη ἐπιζήμιος συνέπεια τῆς ἐρημοδικίας ὡς πρὸς τὴν Δικαιοσύνην, κατ’ ἐμέ, εἶναι ἡ βαρυτέρα, διότι πραγματικῶς ἐπιδρᾷ ἐπ’ αὐτῆς τῆς οὐσίας τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ περίπτωσις αὕτη δηλαδὴ τῶν ἐρημοδικιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ κακοβουλίας, ἐκ προθέσεως, ὅπως οἱ κατηγορούμενοι μὴ δώσωσι λόγον κατ’ ἀντιπαράστασιν τῶν μηνυτῶν, ὅπως ἐπωφεληθῶσι τῆς ἀπουσίας τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας καὶ διὰ τῶν μαρτύρων τῆς ὑπερασπίσεως διαστρεβλοῦντες τὰ πράγματα ἐπιτύχωσι τὴν ἀθῴωσιν, ὁ πρῶτος, λέγω, λόγος, ὁ ὁποῖος προυκάλει τὰς τοιαύτας ἐρημοδικίας, θεραπεύεται διὰ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν περιέχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τοῦ νὰ καλῆται ἐν τῇ κατ’ ἀνακοπὴν δίκῃ ὁ μηνυτής, ὁ παθών, καὶ δύο ἢ πλείονες τῶν μαρτύρων τῆς κατηγορίας κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου. Ὅταν ὁ κατηγορούμενος ὁ ἀπὸ τοιαύτης δολίας προαιρέσεως ἀποφασίζων νὰ ἐρημοδικήσῃ γνωρίσῃ καὶ βεβαιωθῇ, ὅτι καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἐπ’ ἀνακοπῇ δίκην θὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς βαρείας συνεπείας, τὰς ὁποίας θέλει νὰ ἀποφύγῃ, ἤτοι τὸν μηνυτήν του καὶ τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας, τοῦ ἀφαιροῦμεν τὸν κυριώτατον λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐρημοδικήσῃ, καὶ συνεπῶς ἀφαιροῦμεν τὸν λόγον τῆς κακοβούλου ἐρημοδικίας καὶ συντελοῦμεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς Δικαιοσύνης διὰ πραγματοποιήσεως πάντοτε τῆς πράγματι κατ’ ἀντιμολίαν δίκης, διότι κατ’ ἀντιμολίαν δίκη εἶναι, ὅταν ὄχι μόνον ὁ κατηγορούμενος, ἀλλὰ καὶ ὁ παθὼν πραγματικῶς παρίσταται πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαίων του. Ἀλλὰ προστίθεται ὅτι ἐκ τῶν ἐρημοδικιῶν ἐπιβαρύνεται ἐξ ἄλλου τὸ Κράτος καὶ μὲ δαπάνας· τοῦτο δὲ βεβαίως πρέπει νὰ λεχθῇ, διότι εἶναι ὁ λόγος, ὅστις ἐπιδρᾷ καὶ ἐπὶ τῶν ἐρημοδικιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἄλλην αἰτίαν, τὴν ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου ἀδυναμίαν τοῦ νὰ ἐμφανισθῇ ὁ κατηγορούμενος νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ νομοσχέδιον ἐθεώρησεν ὅτι τὰς τοιαύτας περιπτώσεις τῆς ἐξ ἀδυναμίας ἐμφανίσεως τῶν κατηγορουμένων ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης τὰς προβλέπει καὶ τὰς θεραπεύει διὰ τῆς ἀναγραφῆς, ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ἀνακοπή, ἐὰν «δὲν ἐνεφανίσθη ἐκ νομίμου κωλύματος»· ἐπεξηγοῦν δὲ τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι: «νόμιμα κωλύματά εἰσι μόνον περιπτώσεις ἀνωτέρας βίας, ἢ ἄλλων ἀνυπερβλήτων αἰτίων, εἰδικῶς ἠτιολογημένων ἐν τῇ ἀποφάσει τοῦ ἀποδεχομένου τὴν ἀνακοπὴν Δικαστηρίου». Ἡ δευτέρα αὕτη φράσις προσετέθη ἐν τῇ τελευταίᾳ τροπολογίᾳ, διότι κατὰ τὰς δύο πρώτας συζητήσεις τὸ νομοσχέδιον ἔφερε μόνον τὴν περίπτωσιν ἀνωτέρας βίας. Ἀνεγνωρίσθη διὰ τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ πλεῖσται ἄλλαι περιπτώσεις μὴ δυνάμεναι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς περιπτώσεις τῆς ἀνωτέρας βίας, πράγματι ὅμως καὶ κατ’ οὐσίαν ἀποτελοῦσι λόγον ἀδυναμίας. Ἀλλὰ διὰ τῆς φράσεως ὅτι ἀναγνωρίζονται ὡς κώλυμα καὶ ἄλλαι ἀνυπέρβλητοι αἰτίαι εἰδικῶς ἠτιολογημέναι ἐν τῇ ἀποφάσει καὶ συνεπῶς ἐξαρτώμεναι ἐκ τῆς κυριαρχικῆς κρίσεως τοῦ Δικαστηρίου, τοῦτο εἶναι ἀνυπέρβλητον κώλυμα ἢ ὄχι, νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἀκριβῶς θεραπεύονται αἱ περιπτώσεις ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας πλεῖστοι ὅσοι τῶν προαγορευσάντων ἐξέθηκαν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ αἱ ὁποῖαι πράγματι ἀποτελοῦσιν ἀδυναμίαν καὶ κώλυμα πρὸς ἐμφάνισιν; Ἀνεπτύχθη ἐνώπιον ἡμῶν ὅτι κώλυμα δύναται νὰ εἶναι πολὺ καλὰ μία γεωργικὴ σοβαρωτάτης ἐπιχειρήσεως ἐργασία τοῦ κατηγορουμένου ἀγρότου· ἡ συλλογὴ τῆς μετάξης, ὅσοι γνωρίζετε τὰ περὶ σηροτροφίας.
§116Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί τὸν θερισμὸν δὲν λέγετε;
§117Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Τὸν θερισμόν, τὸν τρυγητόν. Καὶ ἵνα μὴ ἀπασχολῶ ὑμᾶς ἀκούοντας ἐκεῖνα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, ὑπάρχουσι τοσαῦται καὶ τηλικαῦται ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι πραγματικῶς κατ’ οὐσίαν καὶ διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὰ πράγματα ἐντελὴς ἀδυναμία διὰ τοὺς ἀγρότας. Καὶ ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον καὶ σᾶς λέγει: τὸ ἀνυπέρβλητον αὐτὸ κώλυμα ὀφείλετε νὰ τὸ θέσητε ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ! Ὁμιλῶν πρὸς πλείστους συναδέλφους ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος ἐνταῦθα θὰ ὑπομνήσω εἰς ὑμᾶς τὸ πολλάκις εἰρωνικὸν, δύναμαι νὰ εἴπω, πνεῦμα, μετὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Πλημμελειοδικείου καθήμενοι ἀθάνατοι δικασταὶ ὑποδέχονται τὰς διαφόρους δικαιολογίας τοῦ ἀτυχοῦς κατηγορουμένου ἀγρότου. Δὲν θὰ σᾶς διέφυγεν ἐν τῇ δικηγορίᾳ, Κύριοι, πλειστάκις ὅτι, ὅταν ὁ κατηγορούμενος ἀγρότης διισχυρισθῇ ἕν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον διὰ τοὺς γνωρίζοντας τὰ πράγματα, τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἅς ζῇ, εἶναι δεδικαιολογημένον, πόσον κινεῖ τὸ εἰρωνικὸν μειδίαμα τῶν ἀθανάτων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν πράγματι ἐνέκυψαν εἰς τοὺς νόμους, δὲν ἐφρόντισαν ὅμως νὰ μελετήσωσι τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ζῇ ὁ λαός, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκλήθησαν ν’ ἀπονείμωσι τὴν δικαιοσύνην, καὶ ἂν νομίζω, Κύριοι, ὅτι πράγματι χωλαίνει ἔν τισιν ἡ ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης, εἷς λόγος εἶναι καὶ ὅτι οἱ δικασταὶ οἱ καλούμενοι νὰ ἀπονείμωσι δικαιοσύνην δὲν φροντίζουσι νὰ μελετήσωσι πρῶτον τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἅς ζῇ ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀπονείμωσι δικαιοσύνην, τὰ ἤθη, τὰ ἔθιμα τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Ἐρχόμεθα λοιπὸν πρὸς αὐτοὺς τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ὄχι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀλλ’ πάντοτε εἶναι κάτοικοι πόλεων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὡρισμένας συνθήκας, ὑφ’ ἃς ζῶσιν, ὡρισμένον κύκλον σκέψεων νὰ ἀφήσωμεν κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ νὰ κρίνωσιν ἂν ἐκείνη ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν θὰ εἴπῃ ὁ ἀτυχὴς ἀγρότης ἢ ὁ ἀτυχὴς χωρικός, θὰ εἶναι δι’ αὐτὸν ἀνυπέρβλητον κώλυμα καὶ θὰ ἀφήσωμεν τὴν κυριαρχικὴν ἐκτίμησιν τοῦ δικαστοῦ ἐκείνου εἴτε καλῇ τῇ πίστει εἴτε ἐξ ἐπιπολαιότητος νὰ κρίνῃ ὅτι εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀνυπέρβλητον κώλυμα! Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἀφήνεται ἐν τῇ κυριαρχικῇ ἐκτιμήσει τοῦ δικαστοῦ νὰ κρίνῃ ἂν πράγματι εἶναι ἀνυπέρβλητον τὸ κώλυμα ἢ μή, ἀλλ’ ὀφείλει οὕτω νὰ αἰτιολογήσῃ καὶ τὸ αἴτιον τῆς παραδοχῆς τοῦ κωλύματος ἐν τῇ ἀποφάσει. Καὶ ἐρχόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν ἤδη: ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ σύμφυτον τὴν ἐπιείκειαν, θὰ τολμήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ τὸ κώλυμα ἐν τῇ ἀποφάσει, ὅταν πεισθῇ ὅτι ὁ ἀτυχὴς χωρικὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐμφανισθῇ, διότι παραδείγματος χάριν ἠσθένησεν ἡ ἀγελάς του; Διότι πολλοὶ γνωρίζετε ὅτι ἡ ἀσθένεια ἢ ὁ κίνδυνος τῆς ἀγελάδος τοῦ χωρικοῦ, ἥτις εἶναι τὸ πᾶν δι’ αὐτόν, πολύτιμος ὅπως καὶ τὸ τέκνον του, εἶναι σοβαρώτατον ζήτημα. Καὶ ὅταν εἶναι δικαστής, λέγω, ὅστις ἀποβλέπων εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ χωρικοῦ ἤθελε πεισθῇ ὅτι πράγματι ἡ ἀσθένεια τῆς ἀγελάδος του ἦτο ἀνυπέρβλητον δι’ αὐτὸν κώλυμα, θὰ εἶναι πρέπον νὰ ἀναγράψῃ αὐτὸ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς; καὶ ὅταν ἔλθῃ αὔριον ὁ ἐπόπτης αὐτοῦ, ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ψυχρότατα νὰ ἐλέγξῃ τὰ πράγματα, νὰ ἀναγνώσῃ τὰ Πρακτικά, νὰ ἴδῃ ὡς ἀνυπέρβλητον κώλυμα ὅτι ἡ ἀγελὰς τοῦ χωρικοῦ ἠσθένησε, δὲν νομίζετε ὅτι τίθεται ὑπὸ ἀμφιβολίαν ὁ δικαστής; καὶ θὰ σκεφθῇ ὅτι δυνατὸν νὰ ἐξελεγχθῇ ὑπὸ τοῦ ἐπόπτου εἰσαγγελέως ὅτι ἐξ ἐπιπολαιότητος δέχεται ἀνακοπάς, τὰς ὁποίας δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῇ, ἀφοῦ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ περιορίσωμεν τὰς ἀνακοπάς; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Εἶναι ἀκριβῶς ἐπίσης μέγα κώλυμα ἡ ἁπλῆ ἔλλειψις τῶν χρηματικῶν μέσων, ὅπως δυνηθῇ ὁ κατηγορούμενος νὰ καλέσῃ τοὺς μάρτυράς του ἢ τοῖς πληρώσῃ τὰ ἡμερομίσθια καὶ ἐμφανισθῶσιν, ἢ δὲν ἔχει τὰ χρήματα νὰ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, πληρώσῃ δικηγόρον κ.λ.π. Ἀλλὰ θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλην περίπτωσιν. Καλεῖτε τοὺς μάρτυρας καὶ ἐμφανίζεσθε ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου καὶ δὲν ἔρχονται οἱ μάρτυρές σας· ὁ κατηγορούμενος ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκ τῶν μαρτύρων αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ ἀθώωσίς του, ὑπάρχει δὲ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, τὸ 336, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἐμφανισθεὶς ἀποχωρήσῃ ὁποτεδήποτε, λογίζεται ὡς κατ’ ἀντιμολίαν δικαζόμενος. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς καὶ πάντα δικηγορήσαντα· ποσάκις δὲν ἐζητήθησαν ἀναβολαὶ δικῶν, διότι ἐκλητεύθησαν μάρτυρες καὶ δὲν ἦλθον, τὸ δὲ Δικαστήριον δὲν τὰς ἐδέχθη καὶ τὰς ἀπέρριψε; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· Θὰ συμβουλεύσητέ ποτε τὸν κατηγορούμενον πελάτην σας, ὅταν δὲν ἐμφανισθῶσιν οἱ μάρτυρες, καίπερ κλητευθέντες, νὰ ἐμφανισθῇ καὶ νὰ ζητήσητε τὴν ἀναβολὴν καὶ νὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ ἀπορριφθῇ αὕτη, ὁπότε δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ πελάτης ὑμῶν νὰ ἀποχωρήσῃ; Ἐγὼ θὰ συνεβούλευον πάντοτε, ἀφοῦ δὲν ἐκλητεύθησαν οἱ μάρτυρες, νὰ μὴ ζητήσῃ ὁ κατηγορούμενος τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, ἀλλὰ νὰ ἐρημοδικήσῃ. Ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀξιοῦν ἀνυπέρβλητον κώλυμα, ὅταν ὁ κατηγορούμενος ἐν τῇ κατ’ ἀνακοπὴν δίκῃ ὁμολογήσῃ εἰλικρινῶς τὸν λόγον τῆς ἐρημοδικίας του — πάντοτε δὲ πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν εἰλικρίνειαν καὶ ὄχι νὰ προτρέψωμεν τὸν λαὸν νὰ προπαρασκευάζῃ ψευδεῖς λόγους ἐρημοδικίας καὶ ψευδεῖς μάρτυρας —, ὅταν, λέγω, ὁ κατηγορούμενος εἰλικρινῶς εἴπῃ ὅτι ἐρημοδίκησε διότι δὲν ἦλθον οἱ μάρτυρές του, δὲν νομίζετε ὅτι κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀκούσῃ παρὰ τοῦ δικαστοῦ ὅτι «ἔπρεπε νὰ ἐμφανισθῇς καὶ νὰ ζητήσῃς ἀναβολήν, ἀφοῦ εἶχες κλητεύσει μάρτυρας καὶ διὰ τοῦτο εὑρίσκω ἀδικαιολόγητον τὴν ἐρημοδικίαν σου»;
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρίστανται οἱ κατηγορούμενοι πλειστάκις καὶ εἰρωνεύονται οὕτως εἰπεῖν τὸ Δικαστήριον.
§119Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ὀρθὴ εἶναι ἡ διάταξις, ὅπως ἐμφανιζόμενός τις μὴ ἀποχωρῇ, διότι εἶναι εἰρωνεία τῆς δίκης ἡ ἐμφάνισις καὶ ἡ ἀποχώρησις. Ὁμιλῶ περὶ τῶν μὴ ἐμφανιζομένων. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι πρέπει νὰ καταδικάσωμεν καὶ ἕνα ἀναπολόγητον.
§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ τὸ ἐκτιμήσῃ τοῦτο τὸ Δικαστήριον; Ὑμεῖς ἀρχίζετε ἀπὸ ἀφετηρίας πεπλανημένης. Ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας ὅτι εἶναι τὸ Δικαστήριον εἰς ἐχθρότητα, εἴτε ἐκ κακοβουλίας εἴτε ἐξ ἀμελείας ἀπέναντι τῶν κατηγορουμένων. Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, αὐτὴ ἡ ἐχθρότης θὰ ἐκδηλωθῇ εἰς μᾶλλον ἐπικίνδυνον βαθμὸν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν. Διατί θεωρεῖτε τόσῳ ἐπικίνδυνον μόνον τὸ πρὸς ἀναβολὴν δικαίωμα; Διότι, ὡς βλέπω, ὅλους τοὺς φόβους σας ἐμπνέει καὶ ὅλας τὰς συζητήσεις σας τονίζει ἓν πνεῦμα δυσπιστίας, κατ’ ἐμὲ ἀδικαιολογήτου, πρὸς τὰ Δικαστήρια. Ἐὰν πρὸς στιγμὴν ὑποτεθῇ τοῦτο ἀληθές, ἐρωτῶ· δὲν εἶναι τὰ Δικαστήρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ κρίνωσι κατ’ οὐσίαν τὴν ὑπόθεσιν; Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, διατί τὴν δυσπιστίαν σας πρὸς τὰ Δικαστήρια τὴν δηλοῦτε εἰς τὸ μικρὸν ζήτημα τῆς ἀναβολῆς ἢ μὴ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπικίνδυνον τὴν ἐπὶ τοῦτο ἐξουσίαν του, ἐνῷ ἐξ ἄλλου ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ Δικαστηρίου ἤρτηται αὐτὴ ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως.
§121Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Δὲν ἀποδίδω κακοβουλίαν, ἀλλὰ πλάνην καὶ σπουδὴν ἀδικαιολόγητον ἐνίοτε καὶ ἐφ’ ὅσον θεωρῶ καὶ νομίζω, ὅτι ζήτημά τι ἐκτιμήσεως καθίσταται ὑποκειμενικόν, θεωρῶ δυνατὸν ὅτι, ὅπως ἀναγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις, θὰ συμβῇ οὕτως ὥστε ἡ ἰδία περίπτωσις, τὸ ἴδιον πραγματικὸν γεγονὸς νὰ γίνεται δεκτὸν ὡς ἀνυπέρβλητον κώλυμα ἀπὸ ἓν Δικαστήριον π.χ. τοῦ Βόλου διὰ τὸν Α κατηγορούμενον, καὶ διὰ τὸ αὐτὸ κώλυμα νὰ εὑρεθῇ ἄλλο Δικαστήριον, π.χ. τῶν Πατρῶν, νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν τὸ θεωρεῖ ἀνυπέρβλητον. Καὶ δὲν δημιουργοῦμεν οὕτως ἀνισότητα ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς Δικαιοσύνης; Καὶ ὅμως προχθὲς ἐκυρώσαμεν εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατ’ οὐσίαν ἐκτίμησιν δὲν φοβοῦμαι τόσον καὶ δὲν ἀποδίδω εἰς τοὺς δικαστὰς κακοβουλίαν· πολλάκις βεβαίως γίνονται λάθη, ἀλλ’ ἐξ ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως καὶ ἐξ ὑποκειμενικῶν λόγων καὶ σκέψεων. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατ’ ἀντιμολίαν συζήτησιν θὰ συμβῇ νὰ ἀθωωθῇ ὁ κατηγορούμενος, ὅταν ἔλθῃ ὁ μάρτυς καὶ ἀποδείξῃ τὸ ἄλλοθι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τῷ ἐπιτραπῇ νὰ φέρῃ τὸν μάρτυρα καὶ ὄχι νὰ δικασθῇ ἀνυπεράσπιστος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπιμένω καὶ λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἀνακοπὴ ἢ μᾶλλον νὰ ἀναγραφῇ ὡς γενικὴ διάταξις τὸ περιωρισμένον δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ συνοψισθῇ ὁ χρόνος τῆς πορείας τῶν δικῶν καὶ νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ οἰκονομικὸν μέρος. Συμφωνῶ, ὅτι ἴσως ἐπιβαρύνεται τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ πεντήκοντα ἢ καὶ ἑκατὸν χιλιάδας δραχμῶν λόγῳ τοῦ ὅτι αἱ ἐρημοδικίαι ἔχουσιν ὑπερπλεονάσει, ἀλλὰ καὶ ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτοῦ ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω τροπολογίαν, ἡ ὁποία θεραπεύει τὸ ἄτοπον αὐτό. Ἀναγράψατε ἀπεριορίστως καὶ ἄνευ δικαιολογίας ὡς δικαίωμα τὴν ἀνακοπὴν καὶ ζητήσατε παράβολα. Ἡ ἄρνησις νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ τοιοῦτον θὰ χορηγῇ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸν κατηγορούμενον καὶ εἰς πάντα πολίτην καὶ εἰς ἐμὲ ὡς ἀντιπροσωπεύοντα τὸ δίκαιον αὐτῶν νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Πολιτείαν· «διατί λέγεις, ὅτι τὰς δαπάνας τὰς ὑφίστασαι ἕνεκα τῶν ἐρημοδικιῶν, ἀφοῦ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ καταβάλωμεν ἀνάλογον παράβολον; Διατί, Πολιτεία, μὲ θεωρεῖς ἐμὲ τὸν κατηγορούμενον ὡς στρεψόδικον κατὰ κανόνα λόγῳ τῆς ἐρημοδικίας καὶ δὲν μοὶ δίδεις τὸ δικαίωμα νὰ σοὶ προσφέρω τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἕνεκα κωλύματός μου ὑπέστην; Ἐγὼ ὁ κατηγορούμενος σοὶ προσφέρω 11 δραχ. διὰ τέλη ἐρημοδικίας καὶ προσθέτως διὰ παράβολον δραχμὰς δύο μέχρι δέκα». Ἔρχομαι καὶ λέγω εἰς σὲ τὴν Πολιτείαν· «διατί ἀρνεῖσαι δικαιοσύνην εἰς ἐμὲ τὸν κατηγορούμενον, διατί ἀρνεῖσαι νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνή μου, ἀφοῦ σὺ ἡ Πολιτεία, ἂν ἔχῃς ἓν καθῆκον ὑπέρτατον, τοῦτο εἶναι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης;». Καὶ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ἀπαγορεύει καὶ τὴν δευτέραν ἀνακοπήν! Καὶ ἀντετάχθη ὅτι διὰ τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς θὰ περιέλθωμεν εἰς τὴν πολλαπλῆν ἀνακοπήν. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ποσῶς σοβαρὰ ἡ ἀντιλογία αὐτή. Ὅτι εἶναι δυνατόν τις δικαιολογημένως ν’ ἀναγκασθῇ νὰ κάμῃ δευτέραν ἀνακοπήν, σᾶς τὸ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος συνάδελφος. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μετὰ τὴν γενομένην ἀνακοπὴν μέχρι τῆς ἐκδικάσεώς της ὀξεῖα νόσος καὶ ὡς ἐκ τούτου νὰ δικασθῇ καὶ πάλιν ἐρήμην ἡ ἀνακοπή του, καὶ ἐν τούτοις κηρύσσεται ἀπαράδεκτος ἡ δευτέρα ἀνακοπή. Δὲν ἐπιτρέπεται δηλαδὴ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι τοὐλάχιστον τὸ δεύτερον κώλυμα ἦτο δεδικαιολογημένον. Δὲν ἀκούεται ποσῶς. Καὶ φαντασθῆτε ἕνα ἀθῷον φέροντα ἐρημοδικίαν δύο ἐτῶν καὶ ἀγόμενον εἰς τὰς φυλακὰς χωρὶς νὰ τῷ ἐπιτρέπηται ν’ ἀκουσθῇ, ἐνῷ αὐτὸς ἔρχεται καὶ λέγει· «δίδω δέκα, εἴκοσι δραχμάς, ὅσας θέλετε ἐπὶ τέλους πρόστιμον, ἀλλὰ νὰ μὲ δικάσητε ἀπολογούμενον». Καὶ ἔρχονται οἱ ἀντιλέγοντες καὶ λέγουσιν, ὅτι θὰ περιέλθωμεν οὕτως εἰς τὴν τρίτην, τετάρτην ἢ χιλιοστὴν ἀνακοπήν. Τοῦτο εἶναι εἰρωνεία.
§122Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γίνεται δεκτὸς νὰ ἀνακόψῃ ἐκ δευτέρου, ἐὰν δὲν εἶναι εἰς τὰς φυλακάς.
§123Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἡ Πολιτεία ἔχει τὴν ἀπόφασιν. Ἐὰν ἔχῃ τὰ μέσα ἡ Πολιτεία νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ κῦρός της εἰς τὴν ἀπόφασιν, θὰ τὸν συλλάβῃ καὶ θὰ τὸν στείλῃ εἰς τὰς φυλακάς. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ὁ κατηγορούμενος λέγει «πληρώνω πρόστιμον, ἀλλ’ ὄχι νὰ μὲ καταδικάσητε ἀναπολόγητον.» Διατί θέλετε λοιπὸν νὰ στερήσητε αὐτὸν ἀπὸ τὴν δευτέραν ἀνακοπήν; Ὅταν ὑπάρχωσιν αὐταὶ αἱ διατάξεις, ὅπως τὰς προτείνω διὰ τῶν τροπολογιῶν μου, ὅταν κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δημιουργήσητε αὐστηρὰ ἔστω παράβολα, τὰ ὁποῖα ἄλλως οἰκονομολογικῶς θὰ συντελέσωσιν ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ὁ κατηγορούμενος πληρώνῃ πᾶσαν ζημίαν εἰς χρῆμα, ὅταν ἀφαιρέσωσιν ἀπὸ τὰς ἐρημοδικίας τὰς κακοβούλους τὸ ὅπλον τῆς ἀπουσίας μηνυτοῦ καὶ μαρτύρων, νομίζω ὅτι πληροῦται τελείως ὁ σκοπός, ὃν ἐπιθυμοῦμεν. Θὰ εἶναι ὅμως ἡ χειροτέρα ἀνελευθερία τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος, ὅταν ψηφισθῇ τοιοῦτόν τι μέτρον, ὅπως τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναγραφόμενον, καὶ μάλιστα ὑπὸ κόμματος φιλελευθέρου (χειροκροτήματα).
§124ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρὸ ἐλαχίστου χρόνου, κύριοι συνάδελφοι, ἐψηφίσθη νομοσχέδιον, κυρωθὲν ἤδη ὑπὸ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ δημοσιευθὲν ὡς νόμος τοῦ Κράτους ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, «περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ψευδεῖς μηνυτάς». Ἐρωτῶ: ποία ἦτο ἡ προϋπόθεσις, ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, τοῦ ἤδη γενομένου νόμου; Ὅτι πλεῖστοι καταγγέλλουσι ψευδῶς ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, ὅταν τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡμῶν ἔχῃ ληφθῇ ὡς δεδομένον ἀναμφισβήτητον, ὅταν, λέγω, ἡμεῖς αὐτοί, κύριοι Βουλευταί, ἐλάβομεν ὡς δεδομένον, ὅτι ἐνώπιον τῶν Ἑλληνικῶν ποινικῶν Δικαστηρίων δικάζωνται πλεῖσται ὅσαι ὑποθέσεις παντελῶς ἀνυπόστατοι, πῶς τότε ἀπαιτοῦμεν.....
§125Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. ... νὰ μὴ ἀκούωνται οἱ κατηγορούμενοι;
§126ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. .. νὰ μὴ ἀκούωνται οἱ κατηγορούμενοι, νὰ μὴ προσάγωσιν ὅλα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ προσαχθῶσι, νὰ μὴ μεταχειρίζωνται ὅλα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θέλουσι πείσει τοὺς δικαστάς, ὅτι εἶναι ἀθῷοι; Ἐρωτῶ, λέγω, τὴν Βουλήν: εὑρισκόμεθα πρὸ ἀσυγγνώστου ἀνακολουθίας. Ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἦτο ἑπόμενον, διότι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἤδη ἐγένετο νόμος, ἦτο ἔργον τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νῦν συζητοῦμεν, δὲν εἶναι ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι ἔχει ἤδη ἀποδειχθῆ, κατὰ τρόπον μὴ καταλείποντα ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, ὅτι εἶναι ἔργον τοῦ κ. Βοκοτοπούλου, τοῦ ἄλλοτε Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πλανᾶσθε, κ. Βουλευτά. Ἐξήγησα τὸ πρᾶγμα ἐπαρκῶς εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν. Καὶ εἶπον ὅτι ἀνάλογον νομοσχέδιον εἰσήχθη τότε· ἐστάλη ὅμως καὶ ὑπέστη γενικὴν μεταρρύθμισιν ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Τοῦτο τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον μεταρρυθμισθὲν ὑπ’ ἐμοῦ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν.
§128ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ἐδημοσίευσεν ἐν παραβολῇ τὰ δύο νομοσχέδια εἰς τὴν ἐφημερίδα «Νέον Ἄστυ». Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις περὶ ἐρημοδικίας, περὶ τῶν ὁποίων μέχρι τοῦδε ἐγὼ εἶπον καὶ θὰ λαλήσω, ὅτι εἶναι αὐταί.....
§129Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὰ ἀνεγνώσατε.
§130ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ ἄλλα δὲν μὲ ἐνδιαφέρουσιν οὔτε συζητῶ.
§131Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε μὴ ἀναμιγνύετε ζητήματα, ἀφοῦ δὲν κατανοεῖτε ταῦτα.
§132ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρῶτον σᾶς λέγω, ὅτι τέλος πάντων πρέπει νὰ σέβησθε τὸ ἀξίωμά σας· δεύτερον δὲ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ εἰς τὰ γόνατα ἔχω περισσότερον νοῦν ἢ ὅσον ἔχετε σεῖς εἰς τὴν κεφαλήν σας.
§133Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§134ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ μοὶ φαίνεται ὅτι μέχρι τοῦδε τὸ ἀπέδειξα ἀναμφιβόλως, καὶ εἰς τὸ μέλλον, σᾶς βεβαιῶ, θὰ τὸ ἀποδείξω κατὰ πάσας τὰς συνεδριάσεις, καθ’ ἃς θὰ συζητῶνται ἐν τῇ Βουλῇ τὰ νομοσχέδιά σας. Καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην ἕνεκα τοῦ χαρακτῆρος ὑμῶν, ὅστις εἶναι γνωστὸς ἀνὰ τὸ Ἑλληνικὸν ἅπαν, λησμονεῖτε, ὅτι πρέπει εὐλαβέστερον νὰ ὁμιλῆτε πρὸς ἕκαστον Βουλευτήν.
§135Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Σὺ ἀνευλαβέστατα ὁμιλεῖς.
§136ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως δὲν ἀναμένει ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Χηνιάδην ἢ μόνον ὅτι εἶναι Χηνιάδης. (Θόρυβος).
§137Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ἀδάμας. Ἂς τὸ εἴπῃ ὅλη ἡ Βουλή, ἡ ὁποία μὲ γνωρίζει.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε τὴν φράσιν σας ἐναντίον συναδέλφου.
§139ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν Ὑπουργὸς ὁμιλῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὀφείλει πρῶτον ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν φράσιν του.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσεβάλετε ἕνα συνάδελφόν σας.
§141ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ κ. Χηνιάδου;
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§143ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν ἀνακαλῶ.
§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ φράσις μου «δὲν ἐννοεῖτε» οὐδὲν ἔχει τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν. Δύναμαι νὰ τὴν ἐπαναλαμβάνω ἐν δεδομένῃ περιπτώσει, χωρὶς οὐδένα νὰ προσβάλω.
§145ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχετε δώσει μαθήματα εἰς ἄλλους κ. κ. Βουλευτὰς καὶ τὰ ἐδέχθησαν, διότι τὰ ἐδέχθησαν. Εἰς αὐτοὺς δύνασθε καὶ περαιτέρω νὰ δίδητε μαθήματα. Ἐγὼ δὲν δέχομαι μαθήματα, διότι τὸ κοινοβουλευτικῶς ἐκφράζεσθαι γνωρίζω κάλλιον παντὸς ἄλλου.
§146Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ λέγω ὅτι δὲν κατενοήσατε διάταξίν τινα, νὰ ὑποστηρίζω ὅτι δὲν κατενοήσατε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, καὶ ὑποστηρίζων τοῦτο νὰ μὴ εἶμαι ἐκτὸς τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐκφράσεων.
§147ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ, κύριε Πρόεδρε, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Νὰ ἀπευθύνηται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ὄχι πρὸς ἐμέ.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς λέγει....
§149ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ μοὶ λέγῃ τίποτε.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ φράσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶχέ τι τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν ἢ προσβλητικόν. Παρακαλῶ νὰ εἶσθε εἰς τὰς ἐκφράσεις σας προσεκτικώτερος.
§151ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει, σᾶς παρακαλῶ, νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤρξατο χειρῶν ἀδίκων καὶ θὰ εἶχον ἀξίωσιν εὔλογον νὰ μὲ ἱκανοποιήσητε.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσεβάλετε τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ πρέπει καὶ σεῖς καὶ πᾶς τις νὰ προσέχητε εἰς τὰς ἐκφράσεις σας.
§153ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε...
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, δὲν ἐννοῶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ὑπεθέσατε.
§155ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εὐχαριστῶ, κ. Πρόεδρε, διότι ἀναμφιβόλως τὸ λεχθὲν ὑφ’ ὑμῶν, ἐν τῇ εὐθυκρισίᾳ καὶ ἀμεροληψίᾳ σας, ἀποτελεῖ δι’ ἐμὲ πλήρη ἱκανοποίησιν.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, προχωρήσατε εἰς τὸν λόγον σας.
§157ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπανέρχομαι, κ. κ. Βουλευταί, εἰς τὸ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ἐπιχείρημα. Ἐνῷ πρὸ ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν νομοσχέδιον, ἔχον προϋπόθεσιν ὅτι πολλαὶ ὑποθέσεις ἀνυπόστατοι δικάζονται ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων, σήμερον ἐμποδίζομεν τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως εἰς ἐκείνους, οἵτινες εἶναι κατηγορούμενοι, τοιουτοτρόπως. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἀνακολουθίας ταύτης, τῆς κατ’ ἐμὲ ἀσυγγνώστου, ἀπὸ ἀπόψεως νομοθετικῆς, ὑπάρχει τις καὶ τραγελαφικὸν ἀκόμη ἐν τῷ τρόπῳ, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔχουσι διατυπωθῆ ἅπαντα τὰ ἐνώπιον ἡμῶν προκείμενα νομοσχέδια, τὰ ἀποτελοῦντα δῆθεν νομοθετικόν τι ὅλον, διότι ἔχει ὁμολογηθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γενόμενον πέρυσι νόμος τοῦ Κράτους ἀπέτυχεν. Καὶ διατί; Διότι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐπίδοσις τῶν δικογράφων, καὶ τοῦτο εἶναι ὡμολογημένον. Ἔχει ἤδη ἀσφαλισθῆ ἡ ἐπίδοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων; Ἔχομεν, λέγουσιν, ἄλλο νομοσχέδιον, προβλέπον περὶ τῶν προσώπων τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Αἴ, Κύριοι, προκειμένου νὰ καταλυθῶσι κανόνες μεγάλοι τοῦ δικαίου, κανόνες ὑπάρχοντες ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, προκειμένου νὰ εἰσαχθῇ σύστημα, ἀφορῶν τὰ μέγιστα τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, τοιούτου συστήματος τὴν ἐπιτυχίαν τὴν θεωροῦμεν ἐκ τῶν προτέρων ἀσφαλῆ, διότι ἀσφαλῆ θεωροῦμεν τὴν ἐπιτυχίαν καὶ ἄλλων νομοσχεδίων, ἐὰν γένωνται νόμοι τοῦ Κράτους; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θεωρῶ τολμηρὸν τὸ πρᾶγμα, διότι πρέπει νὰ δεχθῶσιν ἱκανοὶ τὸν ἀριθμὸν Ἕλληνες πολῖται νὰ γίνωσι δικαστικοὶ κλητῆρες, πρέπει νὰ ὦσι κατάλληλοι οἱ κλητῆρες ἐκεῖνοι, πρέπει τὸ σύστημα ἐν γένει, τὸ καθιερούμενον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου νὰ εὐδοκιμήσῃ, καὶ ἀκολούθως νὰ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἔχομεν ἐξασφαλίσει τὴν προσήκουσαν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Δὲν νομίζετε, ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ γένηται νόμος τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὑπὸ τοῦ Κράτους τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς ἐπιδόσεως, νὰ ἴδωμεν τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, νὰ πεισθῶμεν ὅτι ἡ ἐπίδοσις γίνεται ταχεῖα καὶ προσήκουσα κατὰ τὸ κρατοῦν ὡς πρὸς τὰ ἄλλα σύστημα, νὰ ἔχωμεν ἐξασφαλίσει δηλαδὴ ἐπαρκῆ ἀριθμὸν κλητήρων, προσηκόντως ἐργαζομένων, καὶ ἀκολούθως τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς πολυδικίας ἐν τοῖς ποινικοῖς Δικαστηρίοις νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλα νομοσχέδια, καὶ εἰς ἄλλους νόμους; Διότι, ἐπαναλαμβάνω καὶ τονίζω πρὸς τὴν Βουλήν, ἡ ἐπιτυχία τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς ἐπιτυχίας ἄλλων νομοσχεδίων. Δύο σπουδαῖα ἐλαττώματα, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, παρατηροῦνται κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν νόμων παρ’ ἡμῖν. Τοὺς νόμους παρ’ ἡμῖν τοὺς καταρτίζουσιν ἢ καθαρῶς θεωρητικοὶ ἄνθρωποι ἢ καθαρῶς πρακτικοί. Οἱ καθαρῶς θεωρητικοί, ἀγνοοῦντες τὰ πράγματα, κατασκευάζουσι κανόνας δικαίου κατὰ θεωρίαν ὀρθούς, συνηρμολογημένους ἔστω ἀριστοτεχνικῶς, μὴ προσαρμοζομένους ὅμως εἰς τὰ πράγματα. Οἱ καθαρῶς πρακτικοὶ μελετῶντες τὰ πράγματα εἰς τὰς λεπτομερείας ἐπείθοντο ἔκ τινων παραδειγμάτων, ὀλιγωτέρων ἢ πλειοτέρων, καὶ κατήρτιζον νομοσχέδια μετὰ πάσης προχειρότητος, ὅπως πολεμήσωσι τὰ συμπτώματα, τὰ ὁποῖα προσέπιπτον εἰς τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ ἐκ τῶν ὁποίων εἶχον συλλέξει τὰς παρατηρήσεις των. Καὶ τὸ πρῶτον σύστημα ἐσφαλμένον καὶ τὸ δεύτερον ἐμπειρικὸν καὶ ἀνάπηρον. Ἐν προκειμένῳ δέ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, παραγνωρίζονται καὶ τὰ δύο, καὶ ἡ θεωρία καὶ ἡ παρατήρησις. Καὶ ἡ θεωρία, διότι, Κύριοι, τίθεται εὐθὺς ἀμέσως κανὼν ἐπιτρεπτικός, ἕνεκα ἀπολύτου ἀδυναμίας. Ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ ἀνωτέρα βία, ὅταν ὑπάρχῃ τὸ ἀδύνατον, δὲν ζητεῖται εὐθύνη, λέγουσιν ὅλοι οἱ νομικοὶ τοῦ κόσμου. Πῶς ἐθεωρήθη ἀνάγκη νὰ ἀναγραφῇ τοῦτο εἰς τοὺς νόμους; Τοῦτο εἶναι ἀξίωμα, εἶναι δόγμα παγκοσμίως παραδεδεγμένον. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς νομοθεσίας· ἀναγνωρίζεται ἁπλῶς τοῦτο ὑπ’ αὐτῆς. Ὅλαι αἱ νομοθεσίαι τοῦ κόσμου ἀνέκαθεν εἶπον: ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἀδυναμία, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τὴν ἀναγνωρίσω; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσω εὐθύνας ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀδυναμία;
§158Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ ὁ νόμος τὴν ἀναγνωρίζει.
§159ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄλλο δόγμα ἐπίσης παραγνωρίζεται, ἀντικαθιστάμενον ὑπὸ τῆς διατάξεως ταύτης: Οὐδεὶς δικάζεται ἀνήκουστος. Δόγμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐκτίσθη ὁ κόσμος. Καὶ γνωρίζετε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ὅτε διεπράχθη τὸ πρῶτον ἔγκλημα ἐν τῷ κόσμῳ ἡμῶν, ἐζητήθη ἀπολογία. Ὅτε ἡμάρτησεν ὁ Ἀδὰμ καὶ ἡ Εὔα, ὁ Θεὸς ἐζήτησεν ἀπολογίαν. Ἤθελε νὰ μάθῃ τὸ ἔγκλημα αὐτῶν ὁ Θεός; Ὄχι. Τὸ ἐγνώριζε βέβαια τὸ ἔγκλημά των, ἀλλ’ ἐζήτησεν ἀπολογίαν παρ’ αὐτῶν. Ἡ Ἑλληνικὴ ἀρχαιότης, τόσον πολὺ ἐσέβετο τὸ δόγμα τοῦτο, ὥστε ὡρκίζοντο οἱ δικασταὶ εἰς τὴν τήρησιν αὐτοῦ. Ἐν τῷ ὅρκῳ τῶν ἡλιαστῶν περιελαμβάνετο «τὸ ὁμοίως ἀμφοῖν ἀκροᾶσθαι», διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ στερήσωσί τινα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας κλπ., χωρὶς νὰ τὸν ἀκούσωσιν. Ἀλλὰ βεβαίως, Κύριοι, ἔχει καὶ ἡ κοινωνία τὰ συμφέροντά της· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀχυρωθῇς ὄπισθεν τοῦ δόγματος τούτου καὶ νὰ λέγῃς: Θὰ ἔλθω νὰ δικασθῶ, ὅταν ἐγὼ θέλω. Ἀλλὰ μήπως τοῦτο δὲν ἀσφαλίζεται ὑπὸ τῆς κειμένης νομοθεσίας; Δικάζεταί τις ἐρήμην, κοινοποιεῖται πρὸς αὐτὸν ἡ ἀπόφασις, ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ὑποχρεοῦται νὰ ἀνακόψῃ αὐτήν· ἐὰν δὲν ἀνακόψῃ αὐτὴν κηρύσσεται ὁριστική, καὶ ἀκολούθως συλλαμβάνεται ὡς φυγόποινος. Ἐὰν ἔχωμεν τὴν ἀνακοπὴν ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου τασσομένης, δὲν προσέλθῃ δὲ ὁ δικασθεὶς ἐρήμην νὰ δικασθῇ κατ’ ἀντιμολίαν, ἀπορίπτεται ἡ ἀνακοπή του καὶ ἡ ἀπόφασις ἡ ἐρήμην εἶναι πάλιν ὁριστική, καὶ πάλιν καταδιώκεται ὡς φυγόποινος καὶ θὰ συλληφθῇ πλέον. Πῶς εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἐπ’ ἄπειρον ὁ κατηγορούμενος νὰ ἀποφεύγῃ τὴν Δικαιοσύνην; Ἂς ψηφίσωμεν τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Ἂς ἀσφαλίσωμεν τὴν ἐπίδοσιν ταχυτέραν. Ἂς ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, κατὰ τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦνται τὰ ποινικὰ Δικαστήρια, τὰ Πλημμελειοδικεῖα, ἐντὸς 24 ὡρῶν νὰ συντάσσωσι τὰ Πρακτικὰ τῆς δίκης καὶ τὰς ἀποφάσεις. Ἂς κοινοποιῶνται αἱ ἀποφάσεις ταχέως. Ἂς συλλαμβάνωνται οἱ φυγόποινοι ταχέως. Ἂς λειτουργήσῃ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον τὸ γενόμενον νόμος, τὸ περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων. Ἂς ἐλαττωθῶσιν ἕνεκα τούτου αἱ ὑποθέσεις, ἃς λειτουργήσῃ προσηκόντως καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη καὶ τότε, ἂν ἴδωμεν ὅτι καὶ πάλιν ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ ἀκαταστασία, ἂς λάβωμεν μέτρα, καὶ τότε ὅμως ὄχι μέτρα εἰς τὸ παρόν, ὥστε νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν ἐρημοδικίαν καὶ νὰ τὴν ἐπιτρέπωμεν ἐξ ἀρχῆς μόνον λόγῳ ἀπολύτου ἀδυναμίας, ὡς ἐὰν ἦτο δυνατόν ποτε ἢ ἐὰν θὰ εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἐρημοδικία ἕνεκα ἀπολύτου ἀδυναμίας. Ἀλλὰ πόθεν τὰ συμβάντα, πόθεν τὰ μέχρι τοῦ νῦν συμβαίνοντα τέλος πάντων; Ἰδού, Κύριοι Βουλευταί· ὑπάρχει διάταξις ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ, ἡ τοῦ ἄρθρου 166, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ μάρτυρας καὶ νὰ προτείνῃ αὐτοὺς πρὸ τῆς δίκης εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς πειθόμενος περὶ τῆς χρησιμότητος, εἴτε κατὰ εἴτε ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, τῶν προτεινομένων μαρτύρων καλεῖ αὐτούς, οὕτως ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκωνται οἱ μάρτυρες ἐκεῖνοι ὑπὸ τὴν προκατάληψιν ὅτι εἶναι μάρτυρες ὑπερασπίσεως, ἄρα, κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν δικαστικὴν ἀντίληψιν, ψεύδορκοι. Γνωρίζει τις ἐκ τῶν κ. συναδέλφων δικηγόρων ἐφαρμοσθεῖσαν τὴν διάταξιν ταύτην;
§160ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδέποτε.
§161ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναμφιβόλως οὐδέποτε. Ἀλλὰ νὰ μὴ εἴπητε, Κύριοι συνάδελφοι δικηγόροι, καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη· γνωρίζετέ ποτε νὰ ἐκλήθη ὑπό τινος εἰσαγγελέως μάρτυς ἐξετασθεὶς κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, ὅστις κατέθηκέ τι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου;
§162ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποτέ.
§163ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐξετάζονται, Κύριοι συνάδελφοι Βουλευταὶ μὴ δικηγόροι, ἐπὶ παραδείγματι 55 μάρτυρες κατὰ τὴν ἀνάκρισιν· οἱ 50 μάρτυρες καταθέτουσι γεγονότα σοβαρά, πείθονται ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, οἱ πέντε μάρτυρες λέγουσί τινα, εἴτε σοβαρὰ εἴτε μή, κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Τί νομίζετε ὅτι θὰ συμβῇ; Θὰ κληθῶσιν οἱ πέντε καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν 50. Τετρακοσίας ἀναφορὰς καὶ ἂν ὑποβάλητε πρὸς τὸν εἰσαγγελέα νὰ κλητεύσῃ τινὰς ἐκ τῶν 50, ἀδύνατον νὰ σᾶς ἀκούσῃ· ἂν κλητεύσητε τοὺς 50 μάρτυρας σεῖς, καὶ κατὰ τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν μέχρι σήμερον, καθ’ ὃ οὐδέποτε καταδικάζεται λιπομάρτυς, δὲν προσέλθῃ κανείς, φοβούμενοι δὲ νὰ δικασθῆτε κατ’ ἀντιμολίαν, ἂν προσέλθητε ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ζητήσητε τὴν ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως, διότι εἴχετε κλητεύσει, λέγω, 50 μάρτυρας ἐξετασθέντας κατὰ τὴν ἀνάκρισιν, καὶ ἐὰν δὲν εἰσακουσθῆτε καὶ ἀναγκασθῆτε νὰ ἀποχωρήσητε, δικάζεσθε κατ’ ἀντιμολίαν, δικάζεσθε ὁριστικῶς, λέγει τὸ νομοσχέδιον. Νομίζετε, ὅτι ταῦτα εἶναι λογικὰ καὶ ἐπιτρεπόμενα ὑπὸ Πολιτείας, τῆς ὁποίας τὰς λειτουργίας χειρίζονται ἄνθρωποι; Πόθεν προέρχεται τὸ μέγα πλῆθος τῶν ἐρημοδικιῶν; Ἡμεῖς οἱ δικηγόροι πολλάκις, πλειστάκις, συμβουλεύομεν τοὺς πελάτας ἡμῶν νὰ ἀποχωρήσωσι καὶ νὰ δικασθῶσιν ἐρήμην. Διατί; Διότι συνηθέστατα εἰς τὰ Πλημμελειοδικεῖα τῆς δικογραφίας λαμβάνομεν γνῶσιν τὴν πρωίαν τῆς δίκης—δὲν εἶναι δυνατὸν πρότερον νὰ ἔλθωσιν οἱ χωρικοὶ ἀπὸ τὰ χωρία των ἀπέχοντα πολλὰς ὥρας, ἡμέρας πολλάκις—τὴν πρωίαν τῆς δίκης βλέπομεν τὴν δικογραφίαν, βλέπομον γεγονότα κατὰ τοῦ κατηγορουμένου μαρτυρούμενα ὑπὸ τῶν κλητευθέντων μαρτύρων, ἀλλὰ βλέπομεν καὶ γεγονότα ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου σοβαρώτατα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐκλητεύθησαν μάρτυρες, μάρτυρες, ἐπαναλαμβάνω, πλειστάκις ἐξετασθέντες κατὰ τὴν ἀνάκρισιν. Τί θέλετε νὰ γνωρίζῃ ὁ χωρικὸς ἐκεῖνος ὁ ἀγράμματος, ὁ ἁπλοϊκός, ἐρχόμενος ἀπὸ τὸ χωρίον του; Ποῦ νὰ γνωρίζῃ ποῖοι μάρτυρες ἐξητάσθησαν καὶ ποῖα γεγονότα κατέθεσαν; Βλέπων λοιπὸν ὁ δικηγόρος μίαν τοιαύτην κατάστασιν συμβουλεύει τὸν πελάτην του νὰ ἀποχωρήσῃ καὶ νὰ δικασθῇ ἐρήμην, διὰ νὰ εὕρῃ τοὺς μάρτυράς του καὶ νὰ προσαγάγῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του. Νὰ ζητήσητε, ἐλέχθη, ἀναβολήν, καί, ἂν δὲν σᾶς τὴν δώσῃ τὸ Δικαστήριον, δὲν ἔχετε νὰ παραπονῆσθε. Διατί; Διότι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ἀπόκειται αὐτό, καθὼς εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ἀπόκειται καὶ ὅλη ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως. Ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου. Πρῶτον εἰς τὴν κρίσιν τοιούτου Δικαστηρίου, διότι δὲν ἔχομεν ἄλλο τι νὰ πράξωμεν. Δεύτερον δὲ ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ἡ οὐσία, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν οὐσίαν θὰ ἀναλύσωμεν, θὰ συζητήσωμεν, θὰ πολεμήσωμεν μὲ ὅλα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχονται ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ νῦν ἰσχύοντος. Ἀλλὰ βλέπετε ὅτι εἶναι συνηθέστατον εἰς τοὺς Κυρίους ἐκείνους, ὅταν λέγωμεν, ὑποστηρίζοντες τὴν ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως, τὰ ἐπιχειρήματα, νὰ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς «ἀφήσατέ τα αὐτά· εἶναι τὰ συνηθισμένα τῆς ὑπερασπίσεως· δὲν περνοῦν εἰς ἡμᾶς!», διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ ἔξυπνοι, τὰ ὄντα τὰ ὑπέροχα. Ὅταν ἔρχηται ἡ ὑπόθεσις καὶ ἐξετάζηται κατ’ οὐσίαν, πλειστάκις λέγομεν καὶ ἡμεῖς πρὸς αὐτούς: «ἐνθυμεῖσθε, ὅτε σᾶς ἐλέγομεν νὰ προσέξητε; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἴχομεν ἄδικον!», τὸ ὁμολογοῦσιν, ἀλλὰ τὴν ἑπομένην πράττουσι τὸ αὐτό.....! Ὅταν τοιουτοτρόπως καὶ ὑπὸ τοιούτων δικαστῶν ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι, λάβετε ὅλα τὰ προφυλακτικὰ μέτρα· παρασκευάσατε τὸ ἔδαφος πρῶτον, κ. Ὑπουργέ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνητε σεῖς οἱ Τιτᾶνες τῆς δικαστικῆς ἀναμορφώσεως τοῦ τόπου. Θέσατε τοὺς πρώτους λίθους, θέσατε τὰ θεμέλια, προειδοποιήσατε, παρασκευάσατε τὸ ἔδαφος τῆς δικαστικῆς ἀναμορφώσεως, καὶ ἡ δόξα ὑμῶν θὰ εἶναι μεγάλη, μεγαλειτέρα παντὸς ἄλλου, διότι ὑμεῖς θὰ θέσητε τὰ θεμέλια, καὶ ὁ ἀνεγείρων τὸ οἰκοδόμημα ἐπὶ στερεῶν θεμελίων ἐκεῖνος θὰ ἔχῃ οἰκοδόμημα· ἐκεῖνος ὅμως, ὅστις θέτει θεμέλια σαθρά, δὲν πράττει τι ἄτοπον αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, ἀλλὰ καταδικάζει καὶ τὸ ἔργον τῶν μεταγενεστέρων εἰς ἀποτυχίαν ἀσφαλῆ (ἐπιδοκιμασίαι).
§164Α. ΤΡΙΓΩΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ μέθοδος, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ τὸ παρὸν συνέδριον, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν εἰς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔγιναν νόμοι, δὲν μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δύναται νὰ φέρῃ καλοὺς καρπούς. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον ἀκολουθεῖ τὴν ὁμοιοπαθητικὴν θεραπείαν, τὴν θεραπείαν τὴν συμπτωματικὴν καὶ οὐχὶ τὴν ῥιζικήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ ὁ νομοθέτης, νὰ εἶναι καλά, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εἶναι λίαν ἐπιβλαβῆ. Τὸ δικαίωμα, Κύριοι, τῆς ἀνακοπῆς εἶναι δικαίωμα ἱερόν, εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον συνοδεύει τὴν ὑπεράσπισιν· πᾶς περιορισμός, ὁ ὁποῖος τίθεται εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς, εἶναι ἄρνησις τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπορῶ πῶς εὑρέθησαν Βουλαὶ νὰ ψηφίσωσι μέτρα περιοριστικὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς καὶ πῶς προκαλεῖται καὶ σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναλάβῃ τοιαῦτα μέτρα. Εἰς καμμίαν Πολιτείαν τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς δὲν περιβάλλεται μὲ τοὺς περιορισμούς, τοὺς ὁποίους ἐθέσαμεν ἡμεῖς, ὑποχρεοῦντες τοὺς κατηγορουμένους νὰ καταβάλωσι προηγουμένως τὰ τέλη καὶ ζητοῦντες σήμερον, ὅπως ὁ κατηγορούμενος ἀποδείξῃ ἀνωτέραν βίαν ἢ ἀνυπέρβλητα προσκόμματα, ἵνα γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή του. Αἱ ἀνακοπαί, αἱ ἐρήμην δίκαι ἐπολλαπλασιάσθησαν εἰς τὰ Δικαστήρια, ὡς ἐγὼ γνωρίζω ἅτε δικηγορῶν ἀπὸ τοῦ 1863, διὰ δύο λόγους. Δὲν εἶναι ὁ λόγος αὐτός, ὁ ὁποῖος προτάσσεται τῆς ἀτελοῦς ἢ πλημμελοῦς κοινοποιήσεως τῶν κλήσεων πρὸς τοὺς κατηγορουμένους. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀπώτερος λόγος· οἱ λόγοι οἱ σπουδαῖοι εἶναι ἄλλοι. Ἐρημοδικίαι κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη καὶ ἰδίως πρὸ τοῦ 1880 ἦσαν ἐλάχισται, ἦσαν δὲ ἐλάχισται, διότι ὑπῆρχεν ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν, ἀφ’ ὅτου ὅμως εἰσήχθη ἡ πολιτικὴ εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις εἰς τοὺς κατηγορουμένους, ὅτι οἱ δικασταὶ εὐνοοῦσιν ὡρισμένους πολιτευομένους καὶ καταδιώκουσιν ἄλλους, οἱ κατηγορούμενοι παρασυρόμενοι καὶ ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἐπεζήτουν νὰ εὕρωσι δικαστὰς εὐνοϊκούς, ἵνα προσέλθωσι νὰ δικασθῶσι, διότι εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ ἀποδεικνύοντες τὴν ἀθῳότητά των δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀθῳωθῶσι. Καὶ ἔχομεν ἄπειρα τοιαῦτα παραδείγματα κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἀφ’ ἧς ἐγκαθιδρύθη τὸ δικαστικὸν συμβούλιον καὶ ἐξησφαλίσθησαν οἱ δικασταί, τὸ κακὸν αὐτὸ ἐξέλιπεν. Ὑπάρχει δὲ καὶ δικαιολογία ἑτέρα, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ προδικασία δὲν γίνεται πλήρης. Εἰς πολλὰς δίκας ὁ κατηγορούμενος εὑρίσκεται ἀπέναντι μαρτύρων κατηγόρων, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζει τί θὰ καταθέσωσι, διότι δὲν ἐξητάσθησαν εἰς τὴν προδικασίαν ἢ δὲν ἐξητάσθησαν ἐνόρκως· ἐν τοιαύτῃ περιστάσει εὑρισκόμενος ἔχει συμφέρον νὰ μάθῃ τί θὰ μαρτυρήσωσιν οὗτοι, ἵνα κανονίσῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως. Ἠμφισβητήθη τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς καὶ εἰς τὰς ποινικὰς καὶ εἰς τὰς πολιτικὰς δίκας, ἀλλ’ ἡ ἀμφισβήτησις ὑπῆρξεν ἐλαχίστη καὶ εἰς οὐδεμίαν νομοθεσίαν ἐγένετο δεκτή. Εἶναι δικαίωμα ἱερὸν καὶ εἰς οὐδεμίαν νομοθεσίαν ἐπιτρέπεται νὰ θέσῃ οἱονδήποτε περιορισμόν. Ἀλλά, λέγουσιν, ἐπολλαπλασιάσθησαν αἱ δίκαι· ἀλλ’ εἰς τοῦτο πταίει ἡ Πολιτεία· τίς ἡ ἀνάγκη αἱ δίκαι περὶ ὑλοτομίας, αἱ δίκαι περὶ παρανόμου βοσκῆς, αἱ δίκαι σιδηροδρομικῶν παραβάσεων νὰ δικάζωνται ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον; Ἀφαιρέσατε τὰς δίκας ταύτας ἀπὸ τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἀναθέσατε αὐτὰς εἰς τὸν Εἰρηνοδίκην ἢ καταρτίσατε μονομελῆ Πρωτοδικεῖα εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τότε δὲν θὰ ἔχητε πολλὰς δίκας. Ἐδημιουργήθη ἰδιαίτερον ἔγκλημα, τὸ τῆς ἀδίκου ἐπιθέσεως, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδεμίαν περίστασιν ἐφαρμόζεται, καὶ ἐν τούτοις τὰ Δικαστήριά μας τὸ ἐφαρμόζουσιν εἰς ὅλας τὰς ὑποθέσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐπιβάλωσι ποινήν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ τὰς παραδόσεις τοῦ ἀειμνήστου καθηγητοῦ Πήλικα, ὅτι ἐξετάζων τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ ποινικοῦ νόμου ἔλεγεν ὅτι ὁ νομοθέτης ὁ ποινικὸς προέβλεψε περὶ ὅλων τῶν ἐγκλημάτων, δι’ ὅλας τὰς περιπτώσεις, φοβούμενος ὅμως μήπως παρεῖδε περίπτωσίν τινα, ἔθεσε τὸ ἔγκλημα αὐτό, ἀλλ’ ἐξετάζων τὸν ἐγκληματικὸν ποινικὸν νόμον ἀπεδείκνυεν, ὅτι ὁ νομοθέτης ἦτο πλήρης, καὶ δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἔγκλημα τῆς ἀδίκου ἐπιθέσεως. Ὅταν λοιπὸν ἀραιώσητε τὰς δίκας τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Πλημμελειοδικείου, ὅταν τὸ ἔγκλημα αὐτὸ τῆς ἀδίκου ἐπιθέσεως τὸ θέσητε ἐκποδών, θὰ ἴδητε ὅτι αἱ δίκαι θὰ εἶναι πολὺ ὀλίγαι καὶ δὲν θὰ ἐπιβαρύνητε τὰ Πλημμελειοδικεῖα καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ καταργήσητε ἢ περιορίσητε τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς. Αὐτὰ εἶχον νὰ σᾶς εἴπω καὶ σᾶς δηλῶ, ὅτι ἐγὼ θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον.
§165Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δώσῃ μικρὰν προσοχὴν εἰς τὴν μόνην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω. Οἱ κύριοι συνάδελφοι τὰ ἐξέθεσαν τόσον ὡραῖα, ὥστε πᾶσα ἰδική μου ἀγόρευσις περιττεύει. Ἐγὼ θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον μόνον ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μοὶ ὑποσχεθῇ νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συστήσῃ Ταχυδρομεῖα εἰς ὅλα τὰ χωρία τοῦ Κράτους, διότι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς ἀναφέρῃ εἰς τὸ ἄρθρον 145 «Οἱ πρὸς οὓς ἐγένετο ἡ παράδοσις αὕτη ὀφείλουσι νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν κληθέντα ἀμελλητὶ καὶ νὰ ἀναφέρωσι τὰ τῆς εἰδοποιήσεως εἰς τὴν καλέσασαν Ἀρχὴν δι’ ἀναφορᾶς ἀνοικτῆς παραδιδομένης εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν ἀτελῶς», παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ποῖα ταχυδρομεῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὰ χωρία τὰ ἰδικά μου;
§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπου ὑπάρχουσι.
§167Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὥστε εἰς ἄλλα χωρία θὰ ἐφαρμόζηται ἡ διάταξις καὶ εἰς ἄλλα ὄχι!
§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος περὶ ἀγροτικῶν διανομέων τίθεται προσεχῶς εἰς ἐφαρμογήν.
§169Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, προκειμένου νὰ περιορίσωμεν τὰ δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν μας, βεβαίως πᾶς τις ἐξ ἡμῶν πρέπει νὰ προσέξῃ. Ὡς ἐκ τούτου ἠναγκάσθην καὶ ἐγὼ νὰ παρακολουθήσω μετὰ μεγάλης προσοχῆς τὰ λεχθέντα, ἐπείσθην δὲ ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης στηρίζει τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν βεβαιότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει, ὅταν αἱ κοινοποιήσεις ὑπὸ τῶν κλητήρων θὰ γίνωνται εἰς τὸ μέλλον ἀσφαλῶς, ἀλλὰ τοιαύτην βεβαιότητα δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν; Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ κλητῆρες, ὁσάκις δύνανται νὰ κοινοποιήσωσιν ἀθρόας καὶ εὐκόλως τὰς κλήσεις, θὰ τὰς κοινοποιήσωσιν. Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς παρουσιάζεται δυσκολία—καὶ τοιαύτη πάντοτε θὰ παρουσιάζηται εἰς τὰ χωρία—εἶναι ἀναμφίβολον ἐπίσης ὅτι ὁ κλητὴρ θὰ πράξῃ ὅ,τι πράττει δυστυχῶς μέχρι τοῦδε, διότι οὐδένα ἐξ αὐτῶν εἴδομεν τιμωρούμενον. Κύριοι, ἔχομεν ἑπτὰ παραδείγματα τῆς κακοπιστίας τινῶν κλητήρων. Ὁ νόμος ὥρισεν ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐφόρων ἐπὶ τῶν φορολογικῶν καταλόγων, ὀφείλουσι νὰ κοινοποιῶνται εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν διὰ κλητήρων. Γνωρίζω τοὺς ἐντιμοτέρους τῶν συμπολιτῶν μας, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐβεβαίωσαν ὅτι ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὸν Ἔφορον καὶ τὸν ἠρώτησαν πῶς δὲν ἐκοινοποίησεν εἰς αὐτοὺς τὰς ἀποφάσεις του, ὅπως παρουσιάσωσιν ἐν καιρῷ τὰς ἐνστάσεις των, καὶ ὁ Ἔφορος ὑπέδειξεν εἰς αὐτοὺς τὰ ἐπιδοτήρια τῶν κοινοποιήσεων ὑπογεγραμμένα ὑπὸ τοῦ κλητῆρος καὶ μαρτύρων: Καὶ διατί τοῦτο, Κύριοι; Διότι ὁ κλητὴρ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἔχει τοσαύτας ἐπιδόσεις νὰ κάμῃ, ὥστε δὲν ἐπήρκει, ἀλλ’ ἐνόμισεν ὅτι τῷ ἦτο εὔκολον ἐντὸς τοῦ δωματίου αὐτοῦ νὰ τὰς τελειώσῃ ὅλας τῇ βοηθείᾳ καὶ ἑνὸς ψευδομάρτυρος. Ἐρωτῶ λοιπόν, κατὰ τί θέλομεν ἐξασφαλισθῆ ἤδη ἀπέναντι τῆς ἐξακολουθήσεως τοῦ ἀτόπου τούτου; Ἐὰν τῳόντι εἶχον ἀκούσει ὅτι ἐτιμωρήθησαν οἱ κλητῆρες ἐκεῖνοι, ἐὰν τῳόντι εἶχον ἀκούσει ὅτι εἷς καὶ μόνος εἶχε τιμωρηθῆ, κἄποιαν ἐλπίδα θὰ εἶχον ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι αἱ ἐπιδόσεις αὗται θὰ γίνωνται κανονικῶς. Τὴν σήμερον ὅμως οὐδὲν ἔχοντες τοιοῦτον παράδειγμα, οὐδεμίαν ἔχομεν ἀσφάλειαν. Λοιπὸν ἡ βάσις δι’ ἐμέ, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ οἰκοδόμημα αὐτοῦ, ὅπως περιορίσῃ τὰ δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν μας, εἶναι σαθρά, ὡς ἐκ τούτου δὲ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον.
§170ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσαν οἱ προηγούμενοι κ. κ. ἀγορηταί.
§171Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ μόνον δύο λέξεις θὰ εἴπω, ἵνα δικαιολογήσω καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου. Εἶμαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ βάσιν. Ἤκουσα πολλοὺς ῥήτορας, οἵτινες συνεφώνησαν πάντες ὡς πρὸς τὸ κατὰ βάσιν ἀτυχῶς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, τῆς ὁποίας τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ὡς ὀγκόλιθοι, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα δὲν ἀνετράπησαν ὑπ’ οὐδενός. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ἐπεδίωκε τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ τῶν ἐρημοδικιῶν, ἄλλο ἦτο τὸ μέσον, ὅπως ὑποδεικνύει καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν, ἵνα θεραπεύσῃ τὰ κακὰ τῆς ἐρημοδικίας, καὶ τὸ μέσον ἐκεῖνο δὲν περιέχεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, οὔτε ὡς ἐτροποποιήθη πρὸ τῆς γʹ ἀναγνώσεως. Περιέχει ὅμως τὸ νομοσχέδιον, καὶ ὡς ἐτροποποιήθη καὶ πρὸ τῆς γʹ συζητήσεως ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι καταδικάζονται ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ἀρχὰς ἀνελευθέρους, ἀρχὰς ἀφιλοσοφήτους, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν συνάδουσι πρὸς τὴν νέαν τάσιν τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ τῆς ἐπιστήμης τῆς Ποιν. Δικονομίας. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ἐσφαλμένον κατὰ βάσιν καὶ ἄστοχον καὶ ἀνεπιστημονικὸν καὶ ἀφιλοσόφητον, καὶ θέλω καταψηφίσει αὐτό.
§172ΙΩ. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι· τὸ θέμα εἶναι ἐξηντλημένον καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εἶχον νὰ προσθέσω νέον τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἠκούσθη ὑπὸ τῶν προλαλησάντων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογῶν τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ αʹ ἀναγνώσει εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι παρεμφερὲς πρὸς τὴν Δικονομίαν τὴν κρατοῦσαν ἐν Κρήτῃ. Ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω τὴν Κρητικὴν Δικονομίαν. Κατ’ αὐτήν, ἄρθρον 367: «Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος κλητευθεὶς κατὰ πρῶτον δὲν ἐνεφανίσθη οὔτε αὐτοπροσώπως οὐδὲ κατὰ τὴν περίστασιν τοῦ ἄρθρου 25 διὰ πληρεξουσίου, τότε ἐξετάζονται οἱ παρόντες μάρτυρες καὶ ἀναβάλλεται ἡ περαιτέρω συζήτησις τῆς ὑποθέσεως μέχρι τῆς νέας κλητεύσεως τοῦ τε κατηγορουμένου καὶ τῶν ὡς οὐσιωδῶν ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου κριθέντων μαρτύρων. Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἐμφανισθῇ κατὰ τὴν νέαν δικάσιμον, ἐξετάζονται καὶ οἱ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ἀπόντες μάρτυρες ἢ ἀναγινώσκονται αἱ κατὰ τὴν προδικασίαν καταθέσεις αὐτῶν, ὡς καὶ τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Κατὰ τὰ λοιπὰ πράττονται ὅσα καὶ ἐν τῇ κατ’ ἀντιμολίαν συζητήσει. Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος καὶ αὖθις δὲν ἐμφανισθῇ, καίτοι ἐκλητεύθη νομίμως, τότε, μετὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν μαρτύρων ἢ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν καταθέσεων αὐτῶν καὶ τῶν Πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδρίας δικάζεται καὶ καταδικάζεται ἐρήμην. Ἐρήμην οὔσης τῆς δίκης, ἀποφασίζεται ἐν τῇ αὐτῇ ἀποφάσει ἡ πρᾶξις καὶ ἡ ἐφαρμοστέα ποινή». Ἐνῷ λοιπὸν τοιαύτη ἐγγύησις λαμβάνεται ἐν τῇ Κρητικῇ Δικονομίᾳ, δηλαδὴ ἀναβάλλεται ἡ δίκη τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον δικάζεται κατ’ ἀντιμολίαν, λαμβάνεται καὶ ἄλλη πρόνοια: ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως ὁ κατηγορούμενος κατὰ τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως ἐνώπιον τῶν ἐφετῶν συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 370.
§173Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡραιότατα.
§174Ι. ΤΣΙΓΚΟΛΗΣ. Τοῦτο εἶναι σπουδαιοτάτη ἐγγύησις ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἐν Κρήτῃ ὑπάρχουσι δύο Ἐφετεῖα ἱδρυμένα εἰς μικρὰν περιφέρειαν, καὶ εἶναι καὶ εὔκολον ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι νὰ ποιῶνται χρῆσιν τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως· ἐδῶ ὅμως ἀποκλείεται τοῦτο. Καὶ ἂν ἀκόμη τὸ εἴχομεν, θὰ ἦτο διὰ πολλὰς περιφερείας δῶρον ἄδωρον. Παραδείγματος χάριν ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας ὑπάγεται εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἐφετείου Πατρῶν· ἂν δώσητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως, δὲν δύναται ὁ κάτοικος τῆς Εὐρυτανίας νὰ μεταβῇ εἰς Πάτρας ἀπεχούσας 3–4 ἡμέρας καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς συγκοινωνίας, ἵνα κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐφέσεως. Ἀλλὰ δὲν τὸ δίδει αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν. Διατί λοιπὸν θέλετε νὰ μᾶς στερήσητε τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς, εἰδικῶς δὲ καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς; Ἐγὼ θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα εἰς τὴν ἐμὴν περιφέρειαν, τὸ ὁποῖον μοὶ συνέβη ἐσχάτως, καὶ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὲ προσέξῃ. Κατὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων δὲν προσδιορίζονται δικάσιμοι εἰς ὅλα τὰ Πλημμελειοδικεῖα τοῦ Κράτους· οὕτως ἐγένετο καὶ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Εὐρυτανίας. Συνέπεσε κατὰ τὴν τελευταίαν δικάσιμον νὰ δικασθῇ ἐρήμην δήμαρχός τις δήμου τινὸς τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας. Ἐπεσπεύσθη ἡ κατάρτισις τῆς ἀποφάσεως, ἀπεστάλη καὶ ἐπεδόθη. Ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία εἶναι μηνιαία κατὰ τὸν ἰσχύοντα νέον νόμον, παρήρχετο πρὸ τῆς 8 Ἰανουαρίου. Δικάσιμοι δὲν ἦσαν προσδιωρισμέναι. Μοὶ ἔστειλεν ὁ δήμαρχος αὐτὸς πληρεξούσιον, ἵνα κάμω ἀνακοπὴν κατὰ τῆς ἀποφάσεως· εἶχον κάμει καὶ ἄλλοι δικηγόροι ἀνακοπὰς ἐν τῷ μεταξὺ αὐτῷ, διὰ πληρεξουσίων καὶ αὐτοί, καὶ κατὰ τὴν κρατοῦσαν συνήθειαν προσδιορίζονται διὰ κλήσεως ἐκ μέρους τῶν εἰσαγγελέων, ἐξαιρετικῶς ὅμως διὰ τὸν δήμαρχον Δολόπων, διότι ἦτο δήμαρχος μεγάλης περιφερείας δήμου, ἐλήφθη τὸ μέτρον ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὴν 8 Ἰανουαρίου, χωρὶς νὰ εἶναι ἄλλαι δίκαι προσδιωρισμέναι εἰς τὸ Δικαστήριον, εἰσήγαγεν ἐξαιρετικῶς τὴν ἀνακοπὴν αὐτὴν τοῦ δημάρχου, συνεκρότησε Δικαστήριον—διότι τὴν ἀνακοπὴν τὴν ἔκαμε τὴν 6 Ἰανουαρίου, ἦτο δὲ ἀδύνατον νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν δήμαρχον, διότι μόνον δι’ ἀεροστάτου ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς Καρπενίσιον—καὶ ἀπέρριψε τὴν ἀνακοπὴν τοῦ κατηγορουμένου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐρήμην δεδικασμένος εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν διὰ μίαν ἁπλουστάτην ὑπόθεσιν. Τώρα λοιπὸν διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, ἔχει δικαίωμα αὐτὸς νὰ κάμῃ δευτέραν ἀνακοπήν; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ Δικαστήριόν ποτε νὰ δεχθῇ τοιαύτην ἀνακοπήν, διότι δὲν ἦλθεν ὁ δήμαρχος; Τί ἔπταισεν; Ἐὰν ἤρχετο αὐτοπροσώπως νὰ κάμῃ ἀνακοπήν, ὁ κ. εἰσαγγελεὺς θὰ τῷ ἔλεγεν ὅτι δὲν εἶναι δίκαι προσδιωρισμέναι. Διότι δὲν ἦλθε καὶ ἔστειλε πληρεξούσιον πρὸς δικηγόρον, ἄρα ὁ δήμαρχος πρέπει νὰ καταδικασθῇ εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἀκουσθῇ! Νομίζω λοιπὸν δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἀποκρουστέον τὸ νομοσχέδιον· δὲν πρέπει νὰ στερηθῶμεν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐρημοδικίας, ἐκτὸς ἂν δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐφέσεως. Πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς καὶ πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ἡ ἀποδοχὴ ἢ μὴ τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς.
§175Θ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, διότι διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ἰδίως διὰ τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Εὐρυτανίας, οἵτινες κατὰ τὰ ¾ παραχειμάζουσιν εἰς μέρη, τὰ ὁποῖα ἀπέχουσιν ἐκ τῆς πρωτευούσης 3–4 ἡμέρας, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον καὶ νὰ κλητευθῶσι καὶ ἀδύνατον νὰ προσέλθωσι, καὶ θὰ δικασθῶσιν ἐρήμην, καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν θὰ καταστῶσι φυγόποινοι.
§176Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Εἶναι, Κύριοι, ἐξηντλημένον ἐντελῶς τὸ θέμα, καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ κατ’ αὐτῆς ἐξετέθησαν ἐνώπιόν σας ἐν πλάτει. Ἤδη ἔρχομαι μόνον ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἰδίᾳ εἰς τὸ ἄρθρον 8 δεχθῇ νὰ μὴ περιληφθῇ ἡ κατάργησις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ͵ΓΧΕΘʹ, καθ’ ὃ οἱ ἀμέσως κατ’ ἀντιμολίαν δικαζόμενοι κατηγορούμενοι πληρώνουσι τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων.
§177Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν θὰ φθάσωμεν ἐκεῖ, ὑποβάλλετε τὴν τροπολογίαν σας. Τώρα εἴμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§178Ι. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἔχω νὰ εἴπω ταῦτα τὰ ὀλίγα, ὅτι βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν εἰς ταύτην. Εἶναι πανθομολογημένον ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι μέτρα κατὰ τῶν ἀδικαιολογήτων ἐρημοδικιῶν· ἔχω τὴν γνώμην ὅμως ὅτι, ἐνῷ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ ἡ ἀρχὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου εἶναι ὀρθή, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ εὐκόλως ἐν Ἑλλάδι. Αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας βιοῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἀσφαλῶς θὰ ἐπέλθωσιν ἀδικίαι μεγάλαι ἐν τῇ πράξει τῶν Δικαστηρίων. Ἐκτὸς τούτων μετὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν γενομένην ἤδη οἱ δικασταὶ γνωρίζοντες τὰς ἀνάγκας τῶν κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔρχωνται ἐνώπιον αὐτῶν, ἐπιεικῶς θὰ κρίνωσι τὴν διάταξιν περὶ τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας καὶ τῶν ἀνυπερβλήτων κωλυμάτων, καὶ μὲ πιστοποιητικὸν ἰατροῦ καὶ δύο μάρτυρας ὑπερασπίσεως θὰ βεβαιῶσιν ἓν ἀνυπέρβλητον κώλυμα, καὶ τοιουτοτρόπως αἱ ἀνακοπαὶ θὰ γίνωνται ἀείποτε δεκταί, ὅπως καὶ πρότερον, καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου οὕτως ἐκλείπει καὶ ὁ σκοπός, ἕνεκα τοῦ ὁποίου εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπιζητεῖται ἡ ψήφισις αὐτοῦ, δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ. Ἐκτὸς τούτου οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες θὰ κοινοποιῶσι καὶ πάλιν τὰ δικόγραφα, ὡς τὰ ἐκοινοποίουν· ὡς πρότερον, οὕτω καὶ τώρα θὰ εὑρίσκωσι τὸν κατάλληλον ἄνθρωπον, θὰ παραδίδωσιν εἰς αὐτὸν τὰς κλήσεις, θὰ τὰς στέλλωσιν εἰς τὰ χωρία, θὰ λαμβάνωσι γνῶσιν οἱ χωρικοί, ἀλλὰ τὰ ἐπιδοτήρια θὰ τὰ συντάσσωσιν εἰς τὰ εἰρηνοδικεῖα, διότι εἶναι ἀδύνατον, ὅπως γνωρίζομεν πάντες, οἱ κλητῆρες νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν κοινοποίησιν τῶν δικογράφων, ὡς τὸ νομοσχέδιον ἐπιτάσσει. Καὶ πρότερον μὲ τὴν ὑπάρχουσαν Ποινικὴν Δικονομίαν οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες ὤφειλον νὰ μεταβαίνωσιν ἐπὶ τόπου καὶ νὰ κοινοποιῶσι τὰ δικόγραφα, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, νομίζω, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ βεβαιοῦται τελείως ὅτι ὁ κλητὴρ μετέβη πραγματικῶς ἐπὶ τόπου καὶ ἐκοινοποίησεν, ὡς ἀπαιτεῖ ἡ Ποινικὴ Δικονομία, τὸ κλητήριον, τὸ ὁποῖον παρεδίδεται εἰς τὸν κλητῆρα ὑπὸ τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς. Ὅ,τι ἐγίνετο πρότερον, τὸ αὐτὸ θὰ ἐπαναληφθῇ καὶ πάλιν. Οἱ κατηγορούμενοι δὲν θὰ λαμβάνωσι κανονικῶς γνῶσιν, ἀλλὰ μανθάνοντες τοῦτο οἱ δικασταὶ οἱ δικάζοντες τὰς ἀνακοπὰς θὰ εἶναι ἐπιεικεῖς ἐν τῇ παραδοχῇ τῶν λόγων τῆς ἀπολύτου ἀδυναμίας ἢ τοῦ ἀνυπερβλήτου κωλύματος, καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἤμεθα καὶ πρότερον, ἀλλὰ θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα μὲ ποίαν διαφοράν; Μὲ τὸ ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Κράτος μὲ δαπάνην μεγάλην, διότι θὰ ἐκδοθῇ τὸ πρῶτον Βασ. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ διορίσῃ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας. Κατόπιν θὰ τοὺς αὐξήσῃ βεβαίως, διότι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν θ’ ἀποδειχθῇ μικρός, καὶ ἀφοῦ αὐξήσῃ τούτους ἐφάπαξ, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι δύναται καὶ μετὰ ταῦτα διὰ Β. Διατάγματος καὶ πάλιν νὰ αὐξάνηται ὁ ἀριθμός, θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἀσφαλῶς ἡ ὑπηρεσία νὰ προκαλέσῃ καὶ νέον, καὶ τρίτον, καὶ τέταρτον, διὰ τῶν ὁποίων θὰ αὐξήσῃ ἐπὶ πολὺ τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ἴσως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα τῆς μεγάλης αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, ἐνῷ δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἴσως εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην μετ’ ὀλίγον χρόνον νὰ εἰσηγηθῶμεν ἐντεῦθεν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου τούτου. Ἐὰν κατ’ ἀρχὴν ἐπέμενεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνακοπὴ κατ’ οὐδένα λόγον, θὰ ἐνόουν ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι μία ἀρχὴ ἐπιβεβλημένη, εἶναι ἓν νέον θεσμοθέτημα, τὸ ὁποῖον δοκιμαζόμενον πρόκειται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα. Ἀλλά, ὡς ἐτροπολογήθη ἤδη τὸ νομοσχέδιον, σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἴμεθα πάλιν εἰς τὸ πρώην καθεστώς, καί, ἐνῷ εἴμεθα πάλιν εἰς τὸ πρώην καθεστώς, θὰ αὐξήσωμεν τὰς δαπάνας τοῦ Δημοσίου, καθ’ ὃν χρόνον νομίζω ὅτι πρέπει πάντες νὰ φροντίζωμεν περὶ τοῦ περιορισμοῦ αὐτῶν.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει αἴτησις περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνοματικῆς κλήσεως.
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. (Γενομένης ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως, ἠγέρθη ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ἀποτελέσματος).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, ὑπάρχει δὲ καὶ πρότασις διαφόρων Βουλευτῶν περὶ ὀνοματικῆς κλήσεως, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐνεργήσω ὀνοματικὴν κλῆσιν. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ δέχεται νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψηφοφορία εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας.
§182ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 9 μ. μ.).