Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Συνεδρίαση 41

1911.03.04

3.707 στίχοι · 26.224 λέξεις · 1 πίνακας · 242 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1911.03.04
Προεδρεία
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Περίοδος
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Σύνοδος
—
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α1 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41.

τῆς 4ης Μαρτίου 1911.

(Παρασκευή)

Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.

(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 187 Βουλευτῶν.

Ἀναγινώσκονται καὶ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Αἴτησιν κατοίκων πόλεως Ἀθηνῶν παρακαλούντων ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ συντηρήσεως τῶν ἄλλοτε δημοσίων ὁδῶν. 2) Διάφοροι κάτοικοι Ἀθηνῶν ζητοῦσιν, ὅπως ματαιωθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου. 3) Ὁ σύλλογος τῆς Λαϊκῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ παροχῆς διὰ τοῦ Συντάγματος ἐλευθερίας εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐκπαίδευσιν. 4) Μέτοχοι «Ἀμοιβαίας» ἐκ Βόλου ζητοῦσιν ἀνάκλησιν Β. Διατάγματος ἱδρύσεως ταύτης. 5) Οἱ κατάδικοι Ῥίου ζητοῦσιν ἀραίωσιν ὡς ἀποθανόντων τριῶν ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ. 6) Ὁ δήμαρχος Ἰθώμης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ λαοῦ ζητοῦντος βελτίωσιν τῆς καταστάσεως του, ὡς μὴ ἐπαρκούντων τῶν ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργημένων κτημάτων. 7) Μέτοχοι «Ἀμοιβαίας» ἐκ Γαλαξειδίου ζητοῦσιν ἀνάκλησιν Β. Διατάγματος ἱδρύσεως ταύτης. 8) Κατάδικοι Παλαιοῦ Στρατῶνος ζητοῦσι χάριν τοῦ ἑνὸς τρίτου τῆς ποινῆς των. 9) Κοινότης Ἑλλήνων διαμαρτυρομένων ἐκ Πατρῶν ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ διατάξεως περὶ θρησκείας. 10) Ἐκ τοῦ Βροῦκλιν (Ν. Ὑόρκης) Ἕλληνες φυλακισθέντες δι’ ἐνόχους πράξεις διευθύνσεως Ὑπερωκεανείου ζητοῦσι προστασίαν. 11) Ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου καλεῖ τὸ Προεδρεῖον καὶ ἅπαντας τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς εἰς τὴν τελετὴν τῆς παραδόσεως τῶν Ἀκαδημαϊκῶν ἀρχῶν. 12) Διάφοροι κάτοικοι Πλατάνου Ναυπακτίας διαμαρτύρονται κατὰ τηλεγραφητοῦ αὑτῶν Δ. Παπαθανασίου. 13) Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Χηνιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος, ἥτις θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι ἡ λῆψις ἀποφάσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ οὗ ἐπερατώθη ἡ συζήτησις ἀπὸ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως. Ὑπὸ ψηφοφορίαν τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ἄρθρον 9 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀναφέρωνται ἐγγράφως πρὸς τὰς ἀρχάς, ὑποχρεουμένας εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν ἢ ἠτιολογημένην ἀπόρριψιν, πάντως δὲ εἰς ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον ἐντὸς μηνός. Μόνον μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς πρὸς ἣν ἡ ἀναφορὰ ἀρχῆς καὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέπεται ἡ ζήτησις εὐθυνῶν παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν διὰ παραβάσεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας».

§2Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως θὰ γίνῃ ψηφοφορία; Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου;

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν ἦσθε παρών, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νέος Κανονισμός, ὅστις ἀπαγορεύει τὴν δικαιολογίαν τῆς ψήφου.

§4Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας.

§5ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πότε τέλος πάντων, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἔχωμεν τετυπωμένον τὸν νέον Κανονισμόν;

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ θέσω καὶ ἐγώ, διότι τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ἂν καὶ πρὸ δέκα ἤδη ἡμερῶν ἔδωκα διαταγὰς πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκτυπώσῃ τοῦτον ἀκόμη. Ἀπεκδύομαι πλέον πάσης εὐθύνης, Κύριοι.

§7Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πίστωσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ἐξ αὐτῆς, ἵνα τὸν τυπώσωμεν εἰς ἰδιωτικὸν τυπογραφεῖον;

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἔχει στοιχειοθετήσει πλέον τὸν Κανονισμὸν καὶ ἔχουσι γίνει ἐπανειλημμέναι διορθώσεις, καὶ ἐδόθη διαταγὴ πρὸς ἐκτύπωσιν. Μετέβην ἐπανειλημμένως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀναγνωρίζων τὸ δίκαιον διέταξεν αὐστηρότατα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Τυπογραφείου νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτύπωσιν, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἐξετυπώθη. Δηλῶ ταῦτα, διότι εἶναι δυσάρεστον εἰς ἐμὲ νὰ μὲ ἐρωτῶσι περὶ τούτου ἑκάστοτε οἱ κ. κ. συνάδελφοι, διότι ἐγὼ ἐνήργησα ὅ,τι ἐξῃρτᾶτο ἀπ’ ἐμοῦ.

§9Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὁ νέος Κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὴν δικαιολογίαν τῆς ψήφου ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι τετυπωμένος ὁ Κανονισμός, δικαιολογήσατε τὴν ψῆφόν σας. Ἂς γίνῃ αὕτη ἡ παράβασις.

§11Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχομεν δύο σχέδια, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅπως τὸ ἔχει διατυπώσει ἡ ἐπιτροπή. Τοῦτο ὅμως τὸ θεωρῶ ἀδύνατον, τὸ θεωρῶ δ’ ἀδύνατον, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ἀφ’ ὅτου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνέπιπτε νὰ εἶναι Γενικὸς Γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κατεγίνετο νὰ ἱδρύσῃ γραφεῖον πληροφοριῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ. Τοῦτο ἐστάθη ἀδύνατον. Ἐὰν δὲ ὑποχρεώσωμεν τοὺς λαμβάνοντας τὰς ἀναφορὰς ὑπαλλήλους, ἵνα ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου ἠτιολογημένως εἰδοποιῶσι τὸν ἀναφερόμενον περὶ τῆς ἀπορρίψεως τῆς ἀναφορᾶς του ἢ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς, ἀμφιβάλλω ἂν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τῶν διαφόρων γραφείων θὰ ἐπαρκῶσι διὰ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἔχει διατυπωθῆ ἐν αὐτῷ, καὶ εὔχομαι, ἵνα διὰ νόμου κανονισθῶσιν αἱ διάφοροι ὑποχρεώσεις τῶν ὑποχρέων διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν τοιούτων ἀναφορῶν.

§12ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ τὴν ἐπιείκειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐξηγήσω τὴν διατύπωσιν, ἥτις ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ συνιστῶμεν, ὅπως ληφθῇ ὡς βάσις τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἐδάφιον αὐτῆς ἀποσύρομεν τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅτι μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν πρέπει μόνον νὰ γίνηται ἡ καταδίωξις, καὶ δεχόμεθα ὅτι καλῶς ἔχει ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τοῦτο εἶναι μᾶλλον φιλελεύθερον, καὶ προσχωροῦμεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος, συνιστῶμεν νὰ μὴ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ λέξις «ἠτιολογημένως»· ἐπίσης δὲ νὰ παραλειφθῇ καὶ ὁ χρόνος, διότι ἀμφότερα εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνα, καὶ δὲν γνωρίζομεν ποῦ θὰ μᾶς φέρωσι· νὰ εἴπωμεν δὲ ὅτι ἡ ἐπιδίωξις τοῦ δικαιώματος γίνεται κατὰ τὸν σχετικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ ὑποβληθῇ, ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι διάφορα θέματα ὀργανοῦσιν. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου.

§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν περιλαμβάνονται αἱ αἰτήσεις πληροφοριῶν.

§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλέχθη, καὶ νομίζω ὅτι δύναται νὰ γραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι, ὅταν λέγωμεν ἀναφοράν, ἐννοοῦμεν τὴν προσφυγὴν πρὸς ἀρχὴν προϊσταμένην, οὐχὶ δὲ τὴν αἴτησιν πληροφοριῶν, διὰ τὴν παροχὴν τῶν ὁποίων πάντως εἶναι ἠθικῶς ὑπεύθυνος ἑκάστη ἀρχή, ἀλλὰ χωρὶς νὰ δύναται ν’ ἀναγνωρισθῇ τοῦτο ὡς ὑποχρέωσις συνταγματική, διότι δύναται νὰ γίνῃ καὶ κατάχρησις τοῦ τοιούτου δικαιώματος, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν.

§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπή, κύριοι συνάδελφοι, ἐθεώρησε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου σπουδαιοτάτην καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ πρώην Σύνταγμα, προήρχοντο ἀπειράριθμοι καὶ μέγισται καταχρήσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ὁ ἀναγκαῖος δεσμὸς τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἕνεκα τούτου ὥρισε προθεσμίαν πρὸς ἀπάντησιν ἑνὸς μηνός. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀντίρρησιν. Προετάθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα προθεσμίαν τριῶν μηνῶν, ὁ δὲ μέλλων νόμος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καταστήσῃ καὶ βραχυτέραν καὶ μακροτέραν τὴν προθεσμίαν ταύτην, οὕτω δὲ τέλος πάντων— διότι εἶναι ἀνθρωπίνως ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ψηφισθῇ νόμος —νὰ ἔχωμεν μίαν προθεσμίαν τριῶν μηνῶν τοὐλάχιστον. Καὶ ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν ποία λογικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν παραδοχὴν τοιαύτης προτάσεως; Ἀφοῦ ὁ νόμος θὰ ψηφισθῇ, ὡς λέγει ἡ Κυβέρνησις, ἂς ἐπεκτείνῃ εἰς ἓν ἔτος τὴν προθεσμίαν, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν μίαν προθεσμίαν, ἀφοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ὑπεσχέθητε νὰ φέρητε τὸ νομοσχέδιον.

§16Γ. ΠΩΠ. Μετὰ τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δηλώσεις ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἔντιμον συνάδελφον, τὸν ὑποβαλόντα τὴν πρότασιν περὶ ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, νὰ ἀποσύρῃ ταύτην, διότι εἶναι ἐμφανὲς ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξωσι πολλοὶ ἄλλοι ἔχοντες τὴν αὐτὴν ἀντίρρησιν. Μετὰ τὴν διατύπωσιν δὲ τὴν τελευταίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἱκανοποιοῦνται πᾶσαι τυχὸν αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις. Ἐὰν ὑπάρχῃ μία ἢ δύο, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἥρμοζεν ἴσως ἀρίθμησις τῆς Βουλῆς καὶ πάλιν σήμερον, ἐνῷ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἐμφανῶς προγεγραμμένον διὰ τὴν Βουλήν. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν τὸν ὑποβαλόντα τὴν πρότασιν ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὅπως ἀποσύρῃ ταύτην, καὶ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου δι’ ἀναστάσεως ἐμφανοῦς ὄντος ἀπὸ τοῦ νῦν τοῦ ἀποτελέσματος.

§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, κύριε Πρόεδρε, πόσον προθύμως ὑπακούω εἰς τὰς παρακλήσεις τοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐντὸς τῆς Βουλῆς θέλω νὰ μὲ πείθῃ, ὄχι νὰ μὲ παρακαλῇ. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἔπεισεν.

§18Γ. ΠΩΠ. Θὰ σὲ πείσῃ ἡ ψηφοφορία.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιμένετε εἰς τὴν ψηφοφορίαν;

§20Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα.

§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ἔχουσιν ὑποβληθῆ διάφοροι τροπολογίαι. Πρῶτον θέλει ἀναγνωσθῆ ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Δελακοβία, ἡ ὁποία μόλις σήμερον διανέμεται, διότι μόλις προχθὲς τὴν παρέδωκεν.

§22Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη ἐπ’ αὐτῆς.

§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶχεν ἐπιληφθῆ, ἤθελον ἐρωτήσει ἂν κρίνει ταύτην ἡ Βουλὴ παραχρῆμα ἀπορριπτέαν ἢ παραπεμπτέαν κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζομεν τοῦ Κανονισμοῦ· ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει ὑποβάλει ἔτι ἔκθεσιν καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ ψηφίζει, τοῦτο θὰ ἐρωτήσω ἀκριβῶς ἐγώ.

§24Κ. ΜΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεπέμφθη, κύριε Πρόεδρε!

§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι τὸν Κανονισμὸν γνωρίζω ἐξ ἴσου καλῶς ὡς ὑμεῖς. Ἀφήσατέ με λοιπὸν νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν, διότι μόνον σύγχυσιν προκαλεῖτε καὶ τίποτε περιπλέον. Λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δελακοβία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Εἰς τὸ 9ον ἄρθρον πρέπει νὰ προστεθῇ διάταξις ὅτι ὁ πολίτης ὁ ἀδικούμενος ἐκ τῆς σιωπῆς τῆς ἀρχῆς δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, αὕτη δὲ νὰ ὑπόκειται εἰς τὰς παρὰ τοῦ νόμου εἰδικὰς ποινάς». Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἡ τροπολογία ἀπορριφθῇ παραχρῆμα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατὰ συνέπειαν ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία. Κατόπιν ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Μπουρνιᾶ, ἐφ’ ἧς ἀπεφάνθη ἤδη ἡ ἐπιτροπή, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται ἐγγράφως πρὸς τὰς Ἀρχὰς ὑποχρεουμένας πρὸς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς τὸ πολύ· ἄλλως τιμωροῦνται πειθαρχικῶς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Ἀκρίδα ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἡ διὰ τοῦ προσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένη ἀναθεώρησις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Συντάγματος νὰ συμπληρωθῇ οὕτω. Πρὸ τῆς λέξεως «ἐγγράφως» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «προφορικῶς ἤ». Καὶ μετὰ τὴν λέξιν «ἀναφερόμενον» νὰ προστεθῇ «προφορικῶς ἢ ἐγγράφως διὰ τῆς ἐγγυτέρας πρὸς τὴν κατοικίαν ἢ διαμονήν του δημοσίας ἢ δημοτικῆς Ἀρχῆς ἐντὸς ἀναλόγου προθεσμίας» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Κατόπιν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χριστίδου ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ν’ ἀναφέρωνται προφορικῶς ἢ ἐγγράφως πρὸς τὰς Ἀρχάς, ὑποχρεουμένας πρὸς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον πάντοτε ἐνώπιον αὐτοῦ τούτου ἀπ’ εὐθείας ἢ διὰ τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς τῆς κατοικίας ἢ διαμονῆς του». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τῶν τροπολογιῶν τούτων ἀπορριφθεισῶν ἐρχόμεθα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ ἄρθρον ἔνατον ἔχει ὡς ἑξῆς, Κύριοι. «Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀναφέρωνται ἐγγράφως πρὸς τὰς ἀρχάς, ὑποχρεουμένας εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Μόνον μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς πρὸς ἣν ἡ ἀναφορὰ ἀρχῆς καὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέπεται ἡ ζήτησις εὐθυνῶν παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν διὰ παραβάσεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας».

§26ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ πείσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. συνάδελφον, διὰ νὰ μὴ ἀπολέσῃ μίαν ὥραν ἡ Βουλή; Δύο λεπτά.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ δύο λεπτὰ ἀποτελοῦσιν ἀπόλυτον καταρράκωσιν τοῦ Κανονισμοῦ.

§28ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον ἔνατον τὸ θεωρῶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, τὸ σπουδαιότατον πάντων, καὶ θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, ὡς ἐγὼ τὸ ἐννοῶ.

§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη θέλει γίνει ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Τίθεται τὸ ζήτημα, Κύριοι. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγουσι «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι». Νὰ ἔλθωσι, παρακαλῶ, ὡς ψηφολέκται, οἱ κύριοι Ν. Δελακοβίας καὶ Ἰ. Πατσουράκος. (Ἐνεργεῖται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Νικ. Α. Στράτος ΝΕ. Λαμπρακάκης
Νικ. Χρυσόγελος ΝἸωάν. Κανάβος Ν
Δ. Παπαφώτης Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν
Δ. Γρίβας ΝΝ. Ε. Σπετσέρης
Σερ. Ψύχας Ι. Τσιγκόλης Ο
Π. Καρασεβᾶς ΝΣτέφ. Γρανίτσας
Ἐπ. Σουλτάνης ΝΝ. Ἰατρίδης
Γ. Ποῦλος Ἰωάν. Κουρκουμέλης Ν
Ι. Φαρμάκης Ἰωάν. Παπαθανασιάδης
Ἀντ. Ῥοντήρης Ἰωάν. Χριστοδουλίδης
Α. Τριγώνης ΟἸωάν. Ἀκρίδας
Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Γεώργ. Στρατούλης Ν
Ἐμμ. Ῥέπουλης ΝΚ. Μᾶνος Ν
Δημ. Καλέργης Τιμ. Ἡλιόπουλος Ν
Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΔημ. Βενιζέλος
Γεώργ. Νέζος Μιχ. Γαλανὸς
Παν. Ἀραβαντινὸς ΝΑ. Παναγιωτόπουλος
Ἰωάν. Τερζάκης ΝΓεώργ. Πολίτης Ν
Παν. Φραντζῆς Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν
Γεώργ. Παπασπυρόπουλος Γεώργ. Νικολαΐδης
Γεωργαντᾶς Θρόνος ΝΛουκᾶς Μπέλλος
Γεώργ. Παρασκευόπουλος Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν
Νικ. Κόνδης ΝἈλέξ. Ἀναστασιάδης
Ἀθ. Σωτηριάδης ΝΚωνστ. Δεμερτζῆς Ν
Κωνστ. Οἰκονομόπουλος ΝΘρ. Πετμεζᾶς Ν
Κωνστ. Καζαντζῆς ΝΓεώργ. Καζανόβας Ν
Γερ. Νοταρᾶς Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
Δημ. Κούζης ΝΓεώργ. Σταμπάδος
Ἀνδρ. Σκαρλῆς ΝΘεμ. Μιχαλόπουλος Ν
Δημ. Ῥοῦσσος ΝΔημ. Ἀνδρέου Ν
Νικολ. Δελλακοβίας ΟΔημ. Ζαβογιάννης
Νικολ. Σακελλαρίου ΝἘμμ. Κυτταρίλος Ν
Γεώργ. Βλάσης ΝΒασ. Κυρέλλος
Χαρ. Σπηλιόπουλος ΝἈριστοτ. Σακελλαρίου Ν
Νικ. Δημητρακόπουλος ΝΝικ. Σπηλιώτης Ν
Ἀναστ. Βάρβογλης ΝΣπυρ. Παπαχατζῆς Ν
Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος ΝΣάββας Βαρβιτσιώτης Ν
Ἰω. Π. Μανέτας ΝΛουκ. Κουτσοπέταλος
Δ. Πλαπούτας Νικ. Ἀνδρεαδάκης
Ἀλ. Παπαναστασίου ΝΔημ. Λαζαρῆς
Ἰωάν. Μπακόπουλος ΝΣπυρ. Θεοδωρόπουλος
Δημ. Χηνιάδης ΝἈθ. Πουλῆς
Δημ. Καρέλας ΝΝικολ. Ῥούσης Ν
Ἀθ. Πετρόπουλος ΝΣτέφ. Ν. Δραγούμης Ν
Χαρ. Στασινόπουλος Ἀλέξ. Ζαΐμης
Κωνστ. Ῥεβελιώτης Δ. Γκλαβάς
Ν. Τριανταφυλλάκος ΟΑ. Μιχαλακόπουλος Ν
Α. Κατριβάνος ΝΑ. Θ. Ῥοῦφος Καγκλάρης Ν
Ἡλ. Φλέσσας Κωνστ. Γόντικας Ν
Ἰωάν. Πολίτης ΝΝ. Κοντογούρης Ν
Παν. Δεληβορριᾶς Ἰωάν. Βέρροιος
Σπυρ. Τσαγκάρης Πολ. Πολυχρονιάδης Ο
Θ. Πέρρος ΝΠαν. Ζαΐμης Ν
Χαρ. Βοζίκης ΝΔ. Μάρκου Ν
Ἀντ. Βούτσης Γεώργ. Κατσιμπίρης Ν
Νικ. Χαρδούβαλης Σπηλ. Ἀγαπητὸς
Περ. Ἀλεξάκης ΝΑ. Φωτῆλας Ο
Θεόδ. Γρηγορίου Α. Χοϊδᾶς
Σπυρ. Σῖμος ΝΘεόδ. Ψυχαλινὸς
Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΓ. Παπακυριακόπουλος Ν
Περ. Κ. Καραπάνος ΝΒασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν
Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Α. Καφετζόπουλος Ν
Ἡρ. Καραπάνος Δ. Φλαμῆς Ο
Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Κωνστ. Παναουτσόπουλος Ν
Ἐλ. Βενιζέλος ΝΝικ. Συριόπουλος Ν
Ἐμμ. Μπενάκης ΝΘάν. Πετραλιᾶς
Φωκ. Νέγρης ΝΠ. Ἡλιόπουλος Ο
Παν. Χαροκόπος Χρ. Κορύλος
Κ. Ῥακτιβάν ΟΞεν. Σταυρουλόπουλος
Μιλτ. Νεγροπόντης ΝΠαν. Βουρλούμης Ν
Γ. Ζερβουδάκης Νικ. Ῥαφτόπουλος Ν
Λάμπρος Κορομηλᾶς ΝΧρ. Μεϊτάνης Ο
Π. Λαγοπάτης ΝΔιον. Πολυζωγόπουλος Ν
Ἰωάν. Δογάνης ΝΤριαντ. Παπαδὰμ Ν
Γεώργ. Λαμπρινόπουλος ΝΘωμᾶς Σκάσης Ν
Γεώργ. Ἀβέρωφ Ἰάκ. Ἀβάζος Ν
Νικόλ. Σταματιάδης ΝΔημ. Ζαμᾶνος Ν
Δημ. Χρυσοστάλης ΝΝικ. Καμπάνης Ν
Εὐάγ. Γεωργιάδης Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν
Ἰωάν. Μπουρνιᾶς ΝἈλέξ. Μαλασπίνας
Νικόλ. Ἀβέρωφ Γεώργ. Γαϊτᾶνος
Γεώργ. Μπένος Ἀντ. Ῥεβίνθης Ν
Νικόλ. Κάραλης Μάρκ. Βαλληνδράς
Κωνστ. Χατζηγιάννης ΝΝικ. Καλβοκορέσης Ν
Δημ. Βάχλας Κωνστ. Ἀλαβάνος
Γεώργ. Κοσόνας Δημ. Πετσετάκης Ν
Ἀπόστ. Ἀποστολίδης ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος
Μιχ. Σφακιανάκης ΝἜμμ. Πατρίκιος Ν
Πλούτ. Μαυρίκης ΝἸωάν. Μαμάης Ν
Βασίλ. Ἀθανασούλας Ἰωάν. Κασδόνης Ν
Κωνστ. Χατζάκος Ἀντ. Φραγκίσκος
Γεώργ. Γαζέπης ΝΔημ. Καΐρης
Νικόλ. Πετσάλης Θαλ. Κουτούπης
Ἰωάν. Λούντζης ΝΓεώργ. Φικιώρης
Διον. Κουλούμπαρδος ΝΚωνστ. Μέρμηγκας Ν
Ἀναστ. Λούντζης ΝΓεώργ. Οἰκονόμου Ν
Καῖσαρ Ζέζας Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ο
Διον. Κλάδης ΝἸωάν. Λιμπερόπουλος Ν
Νικ. Παπαδάτος ΝΝικ. Πετροπουλάκης
Κωνστ. Ζαβιτσάνος ΝΓεώργ. Τσοχώνης Ν
Παναγ. Πετροπουλάκης Ν
Νικ. Βάρθης ΝΠαν. Κουμάνταρος Ν
Ἀναστ. Σκιαδαρέσης ΝἸωάν. Ἀθηνογένης Ο
Σπυρ. Χατζάρης ΝΒασίλ. Μιχαλέας Ν
Παν. Μανωλίτσης ΝἸωάν. Βαββανάκος
Σπ. Κογεβίνας ΝἸωάν. Πατσουράκος Ο
Ἀνδρ. Κεφαληνός Χρ. Πετρέας Ν
Σπυρ. Βλαντῆς ΝΠέτρ. Μαυρομιχάλης
Εὐθ. Α. Βελλιανίτης Ἰωάν. Φουρίδης
Χρ. Καποδίστριας Ἀναστ. Ἀβέρωφ
Ἀνδρ. Κρητικός Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ο
Λαυρ. Μαβίλης ΝΔημ. Οἰκονόμου Ν
Κωνστ. Κατηφόρης Μιλτ. Μπουφίδης Ν
Σπυρ. Λάσκαρις ΝΝικ. Γεωργιάδης
Βασίλ. Πουλιάσης Ἀγαμέμνων Σλήμαν Ο
Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Δημ. Κουκιάδης
Διον. Βινιερᾶτος ΝΓεώργ. Τσαξίρης Ν
Παν. Λιβιερᾶτος Γεώργ. Σχινᾶς
Σπυρ. Ἰγγλέσης ΝΓεώργ. Δρίβας Ν
Νικ. Χαριτάτος ΝἈλέξ. Κασσαβέτης
Ἀνδρ. Μονοκροῦσος ΝΚωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν
Πέτρ. Βασιλόπουλος Γεώργ. Βλάχος
Ἀνδρ. Βαλσαμάκης ΝΠελ. Ἀγγελίδης Ν
Νικ. Ἀλιβιζάτος ΝΚωνστ. Γιαννακόπουλος
Σπ. Φορέστης Φίλ. Ζαρζάμπας
Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος Χ. Μωραΐτης Ν
Ὄθ. Τετενές ΝΝικ. Παπαϊωάννου
Γεώργ. Μουσούρης ΝΜιχ. Φωτιάδης Ν
Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιεράτος Βασίλ. Σηλυβρίδης Ν
Θ. Κοντομίχαλος Περ. Ἀποστολίδης Ν
Λεων. Ἐμπειρίκος Λεων. Ἀναγνώστου
Σταμ. Βαφειαδάκης ΝΚωνστ. Ζησόπουλος
Δημ. Μάνθος Χ. Δικαῖος Ν
Περ. Γρυπάρης ΝΣ. Ντολιόπουλος
Κωνστ. Καλομενόπουλος
Παν. Φλέσσας ΝΧρ. Καρᾶς Ν
Π. Κασίμης Α. Θονόπουλος Ν
Ν. Παπαλέξης Νικ. Γιουβρῆς
Δημ. Κάβουρας ΝΧρ. Βλάτσιος
Μ. Δέζας ΟΓεώργ. Καθάργιος
Α. Πετρομανιάτης ΝΔημ. Κουκουλέτσος
Ἀθ. Περρωτῆς ΝΓεώργ. Σπυρόπουλος
Π. Ἰατρόπουλος Ἀλέξ. Γιαννούσιος ΤάκηςΝ
Π. Καράπαυλος ΝΓεώργ. Ράμμος
Ἀνδρ. Κοκκέβης ΝΕὐθ. Μαντόπουλος
Εὐστ. Μπαρδόπουλος ΝΛάμπρος Περιστέρης
Γεώργ. Κορομηλᾶς ΝΘεμ. Ραφαηλίας
Δημ. Κανελλόπουλος Κυρ. Κυριαζόπουλος
Ἀθ. Αἰλιανός Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
Ἀντ. Ζησιμόπουλος Παναγ. Βερβενιώτης
Θεμ. Κουτσομητόπουλος ΝΓεώργ. Καλλίτσης Ν
Γεώργ. Σπηλιόπουλος ΝἸωάν. Μᾶνος Ο
Κωνστ. Τριγγέτας ΝΣπυρ. Ματσούκας
Γεώργ. Ράλλης ΝῬήγας Χατζηρήγας Ν
Γεώργ. Μποῦτος ΝΙ. Παπαλουκᾶς Ν
Ἰωάν. Κουρτάκης ΝἸωάν. Τσιριμῶκος Ν
Φώτ. Βακαλόπουλος ΝΜιλτ. Σακελλαρίου
Ἀθ. Παπαχελᾶς ΝΚ. Λιδωρίκης
Μεν. Πιπιλῆς Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
Χρ. Καραβίτης Ν. Ξηρός Ν
Παν. Μερόπουλος Νικ. Φραγκίστας Ν
Ἰωάν. Λεωνίδας Ἰωάν. Γιδογιάννος
Πέτρος Γκίνης Νάκος Πολιτόπουλος
Ἀλέξ. Διομήδης ΝΚωνστ. Περιβολιώτης Ν
Ἀνδρ. Ἀναργύρου ΝἸωάν. Γιακμαρέλος Ν
Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς Ἀνδρ. Μαρλᾶς
Ἀλέξ. Παπαποστόλου Δημ. Δεδούσης Ν
Δημ. Θεοδοσόπουλος Γεώργ. Συγγούρης
Παυσ. Ζωγλοπίτης ΝΣτέφ. Σομμαρίπας Ν
Γεώργ. Ζούκας Ν
Κωνστ. Σταμούλης ΝΚωνστ. Δημοκωστούλας Ν
Ἰωάν. Κοττίκας Ἰωάν. Γραμματίκας Ν
Βασίλ. Γρίβας ΝἩρ. Βελλόπουλος Ν
Α. Ἀθανασίου ἢ ΒαθυλόπουλοςΝἈθ. Χριστίδης Ν
Ν. Γαρδικιώτης ΝΓεώργιος Πὼπ Ν
Δημ. Μπούσδρας Δημ. Βρατσᾶνος Ν
Γεώργιος Τάγιας Ἐμμ. Παγκάρης
Κωνστ. Παπακυρίτσης

§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 207, 190 εἶπον ναί, 17 ὄχι. Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον 9 τοῦ προσχεδίου, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο δεκτόν, ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ν’ ἀναφέρωνται ἐγγράφως πρὸς τὰς Ἀρχάς, ὑποχρεουμένας εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Μόνον μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς πρὸς ἣν ἡ ἀναφορὰ Ἀρχῆς καὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέπεται ἡ ζήτησις εὐθυνῶν παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν διὰ παραβάσεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας». Ἐπίσης ὑπεβλήθη σχέδιον δηλώσεως διὰ τὰ Πρακτικὰ ἑρμηνευτικῆς ἔχον ὡς ἑξῆς: «Ἀναφορὰ ἐννοεῖται ὑπὸ τὴν τεχνικὴν ἔννοιαν τῆς προσφυγῆς εἰς Ἀρχὴν προϊσταμένην τῆς ἀδικησάσης τὸν ἀναφερόμενον ἢ τῆς ὀλιγωρησάσης περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της ὑποδεεστέρας ἀρχῆς». Ἐὰν συγκατανεύῃ ἡ Βουλή, νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά.

§31ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ ὀλιγωροῦντος;

§32ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ εἰδίκευσις εἶναι ἐπικίνδυνος.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἐθεωρήσατε σεῖς τὸ σχέδιον;

§34ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ εἰδίκευσις, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι εὐρύ. Ἐὰν τοῦτο γίνῃ δεκτόν, περιορίζομεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι!

§35ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἀκόμη περισσότερον, ὅταν πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ, ποία θὰ εἶναι ἡ ἀνωτέρα ἀρχή;

§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν προσθήκην «κατὰ τὸν νόμον» τὸ ἄρθρον εἶναι ἄρτιον. Ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ἐξήγησις, ὄχι διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι περιορίζεται εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις εἰς ἀπάντησιν. Ἐπειδὴ ὅμως λέγομεν «κατὰ τὸν νόμον», ἂς ἀφήσωμεν τὸν νόμον νὰ κανονίσῃ.

§37ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τεθῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ὅτι ἀπερρίφθη αὐτὴ ἡ δήλωσις.

§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία δήλωσις θὰ τεθῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ οὔτε θὰ γίνῃ λόγος εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικά.

§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε.

§40Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γραφῇ εἰς τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικά.

§41Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὰ ἐστενογραφημένα δὲν περιλαμβάνουσι τοιαύτας δηλώσεις.

§42Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐκεῖ νὰ μὴ τεθῇ τίποτε.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούσδρας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος, ὡς τοῦτο διετυπώθη ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς.

§44ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ταύτας τὰς ἡμέρας, ἀναγκαζόμεθα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ ἐπανερχώμεθα ἐπὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐξητάσθησαν καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Αἱ τροπολογίαι αὗται εἶναι ἁρμόζουσαι ὡς τροπολογίαι κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν σταλῶσιν εἰς ἡμᾶς, θὰ εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ συντάξωμεν νέας ἐκθέσεις, ὅπως κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ αὐτά, ἢ νὰ λέγωμεν ὅτι ἐξητάσθησαν πάντα ταῦτα. Εἶναι μία ἀργοπορία ἐκ μέρους ἡμῶν καὶ ἀπώλεια χρόνου ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου ἀναγκαζομένου νὰ παραπέμπῃ τὰς τροπολογίας εἰς ἡμᾶς. Θὰ ἦτο φρόνιμον νὰ ἀνεπτύσσοντο ἐνταῦθα αἱ τροπολογίαι καὶ ἔπειτα νὰ γίνηται ἀποστολὴ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ νέων πραγμάτων καὶ οὐχὶ τῶν ἐξητασμένων καὶ διατετυπωμένων οὕτως ἢ ἄλλως κατ’ ἀπόρριψιν ἢ ἀποδοχὴν ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτόν.

§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρατηρήσει, ὅτι αἱ τροπολογίαι ὑποβάλλονται ἀθρόως καί τινες μάλιστα ἐπὶ ἄρθρων ψηφισθέντων ἤδη. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθόν, ἂν οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι ἔχουσι καταγίνει εἰς μελέτας συνταγματικὰς τὰς ἡμέρας ταύτας, θέλωσι νὰ ὑποβάλλωσι προσθήκας ἢ τροπολογίας εἴτε ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς εἴτε ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ ὑποβάλωσι ταύτας ἐγκαίρως καὶ πρὶν ἢ ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν διαφόρων κεφαλαίων τοῦ Συντάγματος, ἵνα μὴ ἐπανέρχηται ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τὰ αὐτὰ θέματα καὶ χάνῃ πολύτιμον χρόνον. Ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἐὰν οἱ κ. συνάδελφοι ἤθελον ἀναπτύσσει τὰς τροπολογίας των, καθ’ ἣν στιγμὴν ὑποβάλλονται, ἤθελεν ἀπολεσθῆ χρόνος τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο ἀπὸ σήμερον ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ἤθελον ζητήσει, ἵνα αἱ τροπολογίαι αἱ ἐπὶ τοῦ προσχεδίου, οὐχὶ ὅμως καὶ αἱ προσθῆκαι διατάξεων, διότι, ὅταν πρόκειται περὶ προσθήκης, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀποστείλω ταύτην εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα αἱ τροπολογίαι αἱ ἐπὶ τοῦ προσχεδίου ἀποστέλλωνται εἰς ἐκτύπωσιν, ὅταν δ’ ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς ψηφίσεως, νὰ καλῆται πρὸς ἀνάπτυξιν τούτων ὁ ὑποβαλὼν αὐτάς, καὶ νὰ ζητῆται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, μόνον δ’ ὅταν αὕτη νομίσῃ τὴν τροπολογίαν βάσιμον, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἐπέμβασιν, τότε νὰ ἀποστέλληται εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διακοπτομένης τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου μέχρις ὅτου ἀποφανθῇ αὕτη καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀσχολῆται ἐν τῷ μεταξὺ εἰς ἄλλα ζητήματα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως· οὕτω δὲ πράττοντες δὲν θ’ ἀπασχολῶμεν τὴν ἐπιτροπήν, ἐπαναφέροντες αὐτὴν εἰς πράγματα, περὶ τῶν ὁποίων ἀπεφήνατο γνώμην.

§46Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ τὸ διατυπώσητε εἰς τὰ Πρακτικά.

§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμω προσωπικῶς τὴν διατύπωσιν αὐτῆς ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, διότι εἶναι ἀπόφασις ἑρμηνευτικὴ τοῦ Κανονισμοῦ. Κύριοι· ὑπάρχουσι προσθῆκαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 τῶν βουλευτῶν κ. κ. Δελακοβία καὶ Μπουρνιᾶ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν διετύπωσεν ἄρθρον 10. Κατὰ συνέπειαν ἡ προσθήκη εἶναι εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἔλαβεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν της τὴν προσθήκην ταύτην τοῦ κ. Δελακοβία καὶ ἀποφαίνεται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐγγυήσεις, ἃς ὑποδεικνύει ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, δὲν κρίνονται σκόπιμοι, οὐδὲ περιληπτέαι ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 τοῦ Συντάγματος». Ὁ κ. Δελακοβίας ἔχει τὸν λόγον.

§48Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ πολυτιμότερον καὶ ἱερώτερον δικαίωμα τοῦ Ἕλληνος πολίτου, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπῆρξεν ἄνευ ἐγγυήσεως ἐπαρκοῦς. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἔθιξε κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὅτι πολλάκις τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τὴν ἱερότητα τούτου ἐξεμηδένισαν ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ κινδύνου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος ἀναγράφει: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἂν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν οἱ κατοικοῦντες εἰς πρωτευούσας τῶν νομῶν ἔσχον τὸ ἀτύχημα νὰ γίνωσι μάρτυρες τῆς καταχρήσεως τῆς περιόδου «ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». Δηλαδὴ διὰ τὸ πολυτιμότερον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ πολίτης τοῦ συνέρχεσθαι, πολλάκις ἀστυνομεύων ἁπλοῦς χωροφύλαξ εἰς μεμακρυσμένα μέρη τοῦ Κράτους ἐμηδένισε διαλύων συνάθροισιν πολιτῶν ἡσύχως συνερχομένων, ἵνα ἐκφράσῃ πολιτικὰς γνώμας. Ὁ χωροφύλαξ αὐτὸς βεβαίως ἐν γνώσει ὅτι ἡ συνάθροισις δὲν θὰ διετάρασσε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀλλὰ διότι ἐξετέλει διαταγὰς φίλων του πολιτικῶν, διδοὺς ἐνδιεφέρετο, διέλυε τὴν συνάθροισιν στερῶν οὕτω τοὺς πολίτας τοῦ δικαιώματος νὰ ἐκφράζωσι τὰ φρονήματά των ἐλευθέρως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν πολλοὶ νόμοι ἐψηφίσθησαν, διὰ τῶν ὁποίων ἠσφαλίσθησαν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν μέχρι σήμερον δὲν ἐκάμομεν, εἶναι νὰ ἀσφαλίσωμεν καὶ νὰ δώσωμεν ἐγγυήσεις εἰς τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν τὴν γενομένην ἐπὶ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἔδωκα τὴν ψῆφον ἀρνητικήν, διότι ἐφρόνουν ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἔπρεπε νὰ ὑποχρεῶται ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ὡρισμένου νὰ ἀπαντᾷ, ἵνα μὴ ἡμεῖς τυραννώμεθα περιφερόμενοι εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, διὰ νὰ ἐρωτῶμεν τί ἀπέγινεν ἡ αἴτησις ἢ ἡ ἀναφορὰ τοῦ α ἢ β συμπολίτου μας. Νομίζω κατάλληλον κυρίως τὴν στιγμὴν καὶ τὴν περίστασιν, ἵνα ἡ Βουλὴ σκεφθῇ σοβαρῶς ἀσφαλίζουσα τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας μου, δι’ ἧς ἀσφαλίζεται τὸ δικαίωμα τῶν πολιτῶν νὰ συνέρχωνται καὶ νὰ ἐκφράζωσι τὰ διανοήματά των, ἄνευ κινδύνου νὰ διαλύωνται ἄνευ νομίμου λόγου καὶ αἰτίας. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 παρατηρῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι εἶναι ἄνευ ἐγγυήσεως· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ὅτι ἡ διάλυσις τῶν ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεων δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ μετὰ ἔγγραφον γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτοπίου δικαστικῆς καὶ διοικητικῆς Ἀρχῆς, καὶ ἐν ἐλλείψει δικαστικῆς, τῆς δημοτικῆς· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλὰ δέον νὰ ἀναγράφωσι καὶ ποιναὶ κατὰ τῶν αὐθαιρέτως διαλυόντων τὰς συναθροίσεις ταύτας καὶ πρὸ παντὸς στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων».

§49ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατὸν νὰ συγχύσητε τὰς ἐξουσίας τόσον, ὥστε νὰ ἐξαρτήσητε τὰ ἔργα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῆς δικαστικῆς;

§50Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ὑπόληψιν εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν.

§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε θέλετε νὰ ἀνατρέψητε τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου διεπόμεθα.

§52Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Δυστυχῶς γίνονται παρανομίαι τοσαῦται, ὥστε δὲν τολμῶ νὰ προτιμῶ τὴν διάλυσιν μιᾶς συναθροίσεως πολιτῶν ἀπὸ αὐτὸν τὸν δήμαρχον παρὰ ἑνὸς χωροφύλακος. Μήπως σήμερον δὲν τιμωροῦσιν οἱ νόμοι τοὺς χωροφύλακας παρανομοῦντας; Ἐν τούτοις δὲν ἐμποδίζει τούτους ἀπὸ τοῦ νὰ παρανομῶσιν. Ἐὰν ὅμως διὰ συνταγματικῆς διατάξεως ἀσφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία αὕτη, ὁ χωροφύλαξ ἢ πᾶν ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας γνωρίζων ὅτι θὰ τιμωρηθῇ διὰ στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων του, ἐὰν ἄνευ λόγου διέλυε τὴν συνάθροισιν, ἀσφαλῶς θὰ προσέχῃ πρὶν προβῇ εἰς διάλυσιν οἱασδήποτε συναθροίσεως. Αὐτὴν τὴν προσθήκην εἶχον νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, διότι, ἂν ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὅπως ἔχει, θὰ ἐξακολουθήσῃ ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ εἰκονικότης τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ τοῦ συνέρχεσθαι ἐλευθέρως ν’ ἀναγράφηται μόνον ἐν τῷ Συντάγματι.

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουρνιᾶς ἔχει τὸν λόγον.

§54Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Παραιτοῦμαι.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δελακοβία ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει), «Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 παρατηρῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι εἶναι ἄνευ ἐγγυήσεως· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ὅτι ἡ διάλυσις τῶν ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεων δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ μετὰ ἔγγραφον γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτοπίου δικαστικῆς καὶ διοικητικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐν ἐλλείψει δικαστικῆς, τῆς δημοτικῆς· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, δέον ν’ ἀναγραφῶσι καὶ ποιναὶ κατὰ τῶν αὐθαιρέτως διαλυόντων τὰς συναθροίσεις ταύτας, καὶ πρὸ παντὸς στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους, ὁσάκις προτείνουσι τροπολογίας, νὰ διατυπῶσιν αὐτὰς ὡς διατάξεις καὶ οὐχὶ ἐν εἴδει ὑπομνήματος, διότι αὐτὴ εἶναι ὑπόμνημα συνοπτικόν. Ὑπάρχει ἡ πρότασις τοῦ κ. Μπουρνιᾶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μπουρνιᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κάβουρας. Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον.

§56ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν. Συνεταιρισμός τις δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως».

§57Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριοι Βουλευταί· ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ προσχεδίου προτείνει, ἵνα ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἐν ἰσχύϊ, προστεθῇ καὶ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν «οἱ συνεταιρισμοὶ καὶ πολιτικοὶ σύλλογοι οἱ συνιστώμενοι ἄνευ ἀδείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς διαλύονται μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως». Τὴν τοιαύτην προσθήκην, Κύριοι, ἐν τῷ Συντάγματι θεωρῶ οὐ μόνον ἀνωφελῆ, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνον διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐνεργεῖ κατόπιν ὡρισμένης παραβάσεως τῶν κειμένων νόμων, ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐνεργεῖ βραδέως καὶ ὄχι ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, αἵτινες δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ταχεῖαν ἐνέργειαν πρὸς διάλυσιν συνεταιρισμῶν, οἵτινες εἶναι ἐκτὸς τῶν νόμων καὶ ἐκτὸς τῶν προϋποθέσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας συνεστάθησαν, νομίζω δέ, ὅτι πρὸς διάλυσιν τοιούτων συνεταιρισμῶν καὶ πολιτικῶν συλλόγων, οἵτινες παρεξετράπησαν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν συνεστάθησαν ἢ δι’ ὃν ἐπιδιώκονται σκοποὶ παράνομοι, ἁρμοδία ἀρχὴ πρὸς διάλυσιν εἶναι ἀρχὴ δυναμένη νὰ δρᾷ προληπτικῶς ἐναντίον τοιούτων συλλόγων, τοιαύτη δὲ ἀρχὴ εἶναι μόνον ἡ διοικητικὴ ἀρχή. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι τρέχομεν κίνδυνόν τινα ἐκ τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, οὔτε τρέχει κίνδυνον ἡ ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζεσθαι· τοῦτο τοὐλάχιστον μαρτυρεῖ συνταγματικὸς βίος 50 ἐτῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον οὐδὲν παράδειγμα παρανόμου ἐνεργείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἔχομεν. Καὶ δὲν ὑπῆρξε, Κύριοι, παράδειγμα τοιοῦτον εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε πλήρης συγκέντρωσις, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν τὰ κατώτερα ὄργανα, τὰ διοικητικά, ἦταν ἐξαρτήματα τοῦ κέντρου. Ἀλλ’ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν, εἰς τὴν ὁποίαν τοιαύτη ὑπάρχει ἀποκέντρωσις, ὥστε ὑποθέτω, ὅτι τινὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀγαπῶσιν ἔστω καὶ προσωπικῶς τὸν ἀρχηγόν, ἐπὶ παραδείγματι, τῆς Χωροφυλακῆς, νομίζω ὅτι οὐδένα διατρέχομεν κίνδυνον, ἂν ἀναθέσωμεν τὴν διάλυσιν τῶν συνεταιρισμῶν τῶν παρανόμως δρώντων καὶ ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Καὶ ὅτε, Κύριοι, ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 τοιαύτη πρότασις προεβλήθη καὶ οὕτως εἶχε διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον ὡς διατυποῦται σήμερον ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἀνεπτύχθησαν καὶ τότε διάφοροι γνῶμαι, ἀλλ’ ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη ὅτι δὲν πρέπει ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ περιβληθῇ μὲ τοιαῦτα δικαιώματα, καὶ ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη αὐτὴ εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν οὔτε ἡ συνταγματικὴ πεῖρα 50 ἐτῶν ὑπῆρχεν οὔτε ἡ ἀποκέντρωσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον. Ἀλλὰ δὲν βλέπω, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ θελήσωμεν νὰ προασπίσωμεν τόσον ἀπολύτως συνεταιρισμοὺς τοιούτους καὶ πολιτικοὺς συλλόγους, ἀφοῦ ζῶμεν ὑπὸ τὸ ἐλεύθερον συνταγματικὸν πολίτευμα. Οἱ τοιοῦτοι σύλλογοι οἱ πολιτικοὶ καὶ συνεταιρισμοὶ σκοπὸν ἔχουσιν, ἐὰν ὑφίστανται ὑπὸ τὰ ἀπολυταρχικὰ πολιτεύματα, διότι ὑπὸ τὰ πολιτεύματα ταῦτα δύνανται νὰ δρῶσι καὶ ἐνεργῶσι πρὸς ἀνάκτησιν τῆς λαϊκῆς ἐλευθερίας, ἥτις δὲν δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἄλλως ἢ διὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ τοῦ βήματος τοῦ ἐθνικοῦ. Ἀλλ’ ἂν δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων συλλόγων καὶ συνεταιρισμῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ συλλόγων οὐχὶ πολιτικῶν, ἀλλ’ ἐχόντων σκοπὸν τὴν ἐπιδίωξιν κοινωνικῶν σκοπῶν καὶ οὐχὶ καθαρῶς πολιτικῶν, τότε δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί θὰ παρεκτραπῇ ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ μὲ τὴν ὑφισταμένην σήμερον ἀποκέντρωσιν εἰς τὴν διάλυσιν τοιούτων συλλόγων, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος, χωρὶς νὰ παραβαίνωσιν οὗτοι τὰς κειμένας διατάξεις τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, αἴφνης εἷς τοιοῦτος σύλλογος παρεκτρέπηται τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν συνεστάθη ἢ διὰ τὸν ὁποῖον ὑποτίθεται τοὐλάχιστον ὅτι συνεστάθη καὶ σκοπεύει τὴν ἐξόντωσιν τῆς Πολιτείας, τὴν ἐξόντωσιν τοῦ πολιτικοῦ καθεστῶτος, τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος, τότε πῶς θέλετε νὰ δράσῃ προληπτικῶς ἡ δικαστικὴ ἀρχή; Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναμείνωμεν τὴν διάλυσιν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως; Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμείνωμεν τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία διὰ νὰ ἐκδοθῇ, ἀπαιτεῖται ἀνάκρισις, δίκη καὶ καταδίκη τῶν ἀτόμων τῶν ἀποτελούντων τὸν σύλλογον, ἐνῷ ὁ κίνδυνος δύναται νὰ εἶναι ἄμεσος καὶ ἐπικείμενος;

§58Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ νόμος δὲν εἶπε τί ἀπαιτεῖται, ἵνα ἐκδοθῇ ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις.

§59Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ὑποθέσατε αἴφνης, Κύριοι, ὅτι συνιστᾶται πολιτικὸς σύλλογος, ὁ ὁποῖος σκοπὸν ἔχει τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος, καὶ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου ἀποφασίζει τὸν φόνον διαφόρων προσώπων καὶ τὴν ἀνάρρωσιν εἰς τὴν ἀρχὴν ἑτέρων προσώπων. Ὁ σκοπὸς τοῦ Συλλόγου τούτου ψιθυρίζεται εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ· πότε ἔχει καιρὸν ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ ἐπεμβῇ καὶ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν; Ναὶ μὲν τὸ ἄρθρον 114 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ συνωμοσίας, προνοεῖ περὶ τῶν στασιαζόντων ἀτόμων, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ δὲν δύναται νὰ παρεμβῇ πρὶν γίνῃ τοὐλάχιστον ἀρχὴ ἐκτελέσεως τῆς μελετωμένης πράξεως. Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην δραστηριότητα καὶ ταχύτητα ἡ δικαστικὴ ἀρχή, ἵνα ἐμποδίσῃ τὸν παράνομον σκοπόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιδιώκῃ ὁ Σύλλογος, διότι, ἵνα ἐπιληφθῇ ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, πρέπει ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἔχῃ ῥητὰς καὶ ὡρισμένας παραβάσεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὑπ’ ὄψει, ἀλλὰ τότε θὰ εἶναι ἀργά. Ἐνῷ, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν διοικητικὴν Ἀρχήν, δὲν ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ αὕτη πρὸς διάλυσιν τοῦ συλλόγου, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὡρισμένας ἀποδείξεις, ἀλλὰ καὶ μὲ ἁπλᾶς ἐνδείξεις δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ Συλλόγου καὶ νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐπικίνδυνα ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Μὴ ὑπολογίσητε ὅτι σήμερον μόνον ἰσχύει τὸ Σύνταγμα. Νὰ ὑπολογίσητε τὰς συνεπείας μετὰ 50 ἔτη, διὰ νὰ ἴδητε ὁποίους κινδύνους διατρέχει ἡ Πολιτεία ἐφ’ ὅσον ἐμποδίζει τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν. Συνοψίζω ὅ,τι εἶπον εἰς δύο λέξεις. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑφιστάμενος πολιτικὸς σύλλογος ἀποφασίσῃ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν ψηφισθῇ ὡς ἔχει τροποποιηθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, δηλαδὴ νὰ δύναται νὰ διαλυθῇ ὁ σύλλογος μόνον κατόπιν δικαστικῆς ἀποφάσεως, τότε, λέγω, δὲν δύναται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ δράσῃ προληπτικῶς, νὰ προλάβῃ τὰ δυσάρεστα καὶ ἐπικίνδυνα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ κατὰ νοῦν ὁ πολιτικὸς αὐτὸς σύλλογος. Ἐνῷ, ἂν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον ἔχει ἡ διοικητικὴ Ἀρχή, διότι, καίτοι ἀμφισβητεῖται τοῦτο, ἐγὼ θεωρῶ ὅτι τὸ ἔχει, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῶν συλλόγων τούτων, τότε δύναται αὕτη νὰ προλάβῃ ὅλα τὰ ἄτοπα καὶ τοὺς ἐνδεχομένους κινδύνους. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον διατί νὰ στερήσωμεν τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν καὶ τὴν Πολιτείαν ἑνὸς τοιούτου δικαιώματος. Ἐὰν παρεκτραπῶσι τὰ ὄργανα τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς, θὰ εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ λόγον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Πολιτείας, ἐνῷ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ εἶναι τελείως ἀνεύθυνος διὰ τὰς ἀποφάσεις αὑτῆς. Ἀφοῦ ἄλλως κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὰς συναθροίσεις ἐφ’ ὅσον ἐπίκειται κίνδυνος διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως, πῶς θέλετε νὰ στερήσωμεν τὴν Πολιτείαν τοῦ δικαιώματος, ἵνα διὰ τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς διαλύῃ τοὺς τοιούτους συνεταιρισμούς, οἵτινες εἶναι μᾶλλον ἐπικίνδυνοι πρὸς τὴν Πολιτείαν; Ἄλλως, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ προτεινομένη προσθήκη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι καὶ ἄσκοπος καὶ περιττή, διότι, ἂν διὰ ταύτης θέλωμεν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῶν συλλόγων καὶ τῶν συνεταιρισμῶν, κατόπιν ῥητῆς παραβάσεως τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων, τότε ἡ τοιαύτη διάταξις εἶναι, λέγω, περιττή, διότι, καὶ ἂν ἀφαιρεθῇ, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ ἐπεμβῇ καὶ διαλύσῃ τοὺς συνεταιρισμούς, ἂν ὑπέπεσαν εἰς παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 124 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν λοιπὸν ταύτην εἶναι περιττὴ τελείως ἡ προσθήκη, ἐὰν δὲ καὶ διὰ τῆς προτεινομένης προσθήκης θέλωμεν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἀρχὴν τὴν δικαστικὴν νὰ προβαίνῃ ἄνευ ῥητῆς παραβάσεως τῶν νόμων, τότε δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι λίαν παρακεκινδυνευμένον τοῦτο καὶ ὅτι δίδομεν εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν δικαιώματα κυριαρχικὰ νὰ κρίνῃ οὐχὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλ’ αὐθαιρέτως τελείως καὶ δὲν θὰ εἶναι παρακεκινδυνευμένη ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ἐφ’ ὅσον κρίνει οὕτως αὐθαιρέτως; Ὁπωσδήποτε περιττὸν εἶναι νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ προτεινομένη προσθήκη, καθόσον, ἐὰν ἀναγραφῇ ἡ τοιαύτη διάταξις, θὰ εἶναι καὶ μᾶλλον ἐπικίνδυνος, διότι τὰς ἀποφάσεις τὰς δικαστικὰς οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξελέγξῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εὑρίσκονται ἐν πλάνῃ οἱ νομίζοντες ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν Πολιτείαν τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῶν τοιούτων συλλόγων καὶ νὰ δοθῇ τοῦτο εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, ἥτις εἶναι τελείως ἀνεύθυνος διὰ τὰς ἀποφάσεις αὑτῆς.

§60ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐκπονήσεως τοῦ σχεδίου τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ περιλάβῃ εἰς τὰ ἀναθεωρητέα ἄρθρα καὶ τοῦτο, ἵνα προσθέσῃ αὐτὴν κυρίως τὴν διάταξιν, ὅτι ἡ διάλυσις τοιούτων συνεταιρισμῶν δύναται νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μόνον κατόπιν ἀποφάσεως δικαστικῆς. Νομίζω ἐν τούτοις ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος εἶναι ἄξια προσοχῆς. Ἡ σύγχυσις τῆς ἐξουσίας τῆς δικαστικῆς πρὸς τὴν τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς διοικητικῆς πρέπει ν’ ἀποφεύγηται ἐπιμελῶς, δὲν διστάζω δὲ νὰ εἴπω ὅτι οἱ τακτικοὶ δικασταὶ καὶ μάλιστα οἱ τῆς ἀστικῆς Δικαιοσύνης εἶναι ἀκαταλληλότατοι ν’ ἀποφαίνωνται ἐπὶ ζητημάτων πολιτικῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν εὐρυτέραν τινὰ ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ἐπαναλέγω, ἀκαταλληλοτάτους τοὺς δικαστάς, μάλιστα τοὺς πολιτικούς, διὰ τὴν στενὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς λειτουργίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀπησχολημένοι. Ἀλλ’ ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν θέλει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παρεισαγάγῃ, καθιεροῦται μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ὑπ’ αὐτῆς. Θὰ προέτεινον λοιπὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ διάλυσις τοῦ συνεταιρισμοῦ ἐπέρχεται μόνον κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, δηλαδὴ διοικητικοῦ Δικαστηρίου.

§61ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, πρὶν ἀποφανθῶμεν γνώμην περὶ αὐτοῦ.

§62Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δι’ αὐτὸ καθωρίσθη ὅτι διὰ «δικαστικῆς ἀποφάσεως» δύναται νὰ διαλυθῇ συνεταιρισμός τις καὶ ὄχι δι’ ἀποφάσεως τῶν «τακτικῶν» Δικαστηρίων.

§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε δυνάμεθα νὰ τὸ δεχθῶμεν ἀμέσως. Ἂν ἔλειπε τοῦτο, θὰ προέτεινον ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου μέχρις ὅτου ἀποφασίσωμεν τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, ὅτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἤδη ὅμως μετὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει.

§64Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐνοοῦμεν δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς, δι’ ἀποφάσεως ἀρχῆς ὠργανωμένης μὲ δικαστικὰς ἐγγυήσεις.

§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά· τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι δι’ ἀποφάσεως διοικητικῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς καὶ ὄχι τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων.

§66Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι δι’ ὅλους τοὺς συνεταιρισμούς.

§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως· ὄχι δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσιν οἰκονομικοὺς σκοπούς. Βεβαίως ὅπου ἀπαιτεῖται ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συσταθῇ συνεταιρισμός, ἡ ἄρσις τῆς ἀδείας εἶναι φυσικὸν ὅτι ἐπιφέρει τὴν διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ· καὶ τοῦτο τὸ λέγω διὰ τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας.

§68Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ζήτημα ἂν ἐξαιροῦνται αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι ἀπὸ τὴν διάταξιν αὐτήν.

§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως ἐξαιροῦνται, οὐδ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προνοήσῃ τὸ Σύνταγμα, ὅπως λάβῃ ἐγγύην συνταγματικὴν διὰ συνεταιρισμοὺς ἄλλους, παρ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσι σκοποὺς εἴτε πολιτικούς, εἴτε καλλιτεχνικούς, εἴτε οἱουσδήποτε ἄλλους, ὄχι ὅμως οἰκονομικούς.

§70Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἐμπορικούς.

§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδὲ ὑποθέτω ὅτι ἡ διάθεσις τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ὅπως ἐμβάλῃ ἐμπόδια πρὸς ἄρσιν τῶν τοιούτων ἀδειῶν τῶν παρεχομένων ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς οἰκονομικοὺς συνεταιρισμούς, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν τυχὸν τὸ Καταστατικόν των, ἢ διέπραξαν ἄλλο τι μὴ νόμιμον, ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπησχόλησαν καὶ τὴν Βουλὴν ταύτην τελευταίως.

§72ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μετὰ τὰς διασαφήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 11 ἄρθρ. τοῦ Συντάγματος, παρέλκει, νομίζω, ἡ μακρὰ συζήτησις. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν προαγορεύσαντα κ. Βουλευτήν, ὅστις ἐμέμφθη τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἀποδεχθείσης ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος τὴν λύσιν ἐκείνην, ἣν σήμερον αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι καθιέρωσαν, δηλ. ὅτι ἡ διάλυσις τῶν συνεταιρισμῶν πρέπει νὰ ἀπαγγέλληται πάντοτε μόνον κατόπιν δικαστικῆς ἀποφάσεως. Οἱ νόμοι οἱ τελευταίως ψηφισθέντες εἰς τὰ πλεῖστα Κράτη ἀπαγορεύουσιν εἰς τὴν Διοίκησιν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἄλλοτε κρατοῦντα τὴν κατ’ ἐλευθέραν κρίσιν ἐνέργειαν αὐτῆς ἐπὶ τῶν συνεταιρισμῶν, ἀναγνωρίζουσι δὲ ὡς ἁρμοδίας ν’ ἀποφαίνωνται ἐπ’ αὐτῶν Ἀρχαὶ δικαστικῶς ὠργανωμέναι. Ἀποτελεῖ δὲ σπουδαίαν πρόοδον ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ παρελθόντος μὲ ὅλας τὰς μοιραίως παρακολουθούσας ὑπερβασίας. Ἐὰν αἱ δικαστικῶς ὠργανωμέναι αὐταὶ Ἀρχαὶ θ’ ἀνήκωσιν εἰς τὴν ἱεραρχίαν τῆς Διοικήσεως ἢ θὰ εἶναι ἐκ τῶν Ἀρχῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι μέρος τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἐκ λόγων καθαρᾶς σκοπιμότητος. Οἱ μὲν δέχονται τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια ὡς ἁρμόδια, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, ἐνῷ ἐν Γερμανίᾳ ἐκδικάζουσι καὶ τῶν συνεταιρισμῶν ὑποθέσεις διοικητικὰ Δικαστήρια. Παρ’ ἡμῖν τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, ὑφ’ ὃ νόημα ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864, ἐσκόπει μόνον— καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεκρούσθη ἡ διάταξις τῆς διαλύσεως διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως—νὰ περιφρουρήσῃ διὰ συνταγματικῆς ῥήτρας τοὺς πολιτικοὺς κυρίως συλλόγους, τοῦτο δὲ πρακύπτει ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ, διότι ἀκριβῶς τὸ δικαίωμα τῶν πολιτῶν τοῦ συγκροτεῖν πολιτικοὺς συνεταιρισμοὺς ἐτίθετο ἐν ἀμφιβόλῳ κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους. Περὶ τῶν συνεταιρισμῶν, περὶ ὧν σήμερον πρωτίστως ἐνδιαφερόμεθα καὶ οἵτινες σήμερον εἶναι ἀντικείμενον σπουδαίας μερίμνης ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, περὶ αὐτῶν δὲν ἐσκέπτετο ἡ Συνέλευσις τότε, διότι τὸ ζήτημα ἐν τῇ σημερινῇ του σπουδαιότητι δὲν εἶχε γεννηθῆ.

§73Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Μακρὰ συζήτησις ἐγένετο ἐν τῇ Συνελεύσει περὶ τῶν νομικῶν συνεταιρισμῶν.

§74Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Περὶ τῶν ἀποβλεπόντων εἰς ἀγαθοεργοὺς σκοπούς. Ἀλλὰ τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα ἦσαν νομικὰ πρόσωπα προστατευόμενα ὑπὸ τοῦ ἀστικοῦ νόμου καὶ μὴ ἔχοντα ἀνάγκην συνταγματικῆς περιφρουρήσεως.

§75Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγένετο μεγάλη συζήτησις περὶ συνεταιρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσι κοινωνικοὺς σκοπούς, ὄχι δὲ περὶ νομικῶν προσώπων.

§76Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ δὲν ἐνόουν τοὺς συνεταιρισμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κυρίως καὶ πρωτίστως ἐνδιαφέρουσι σήμερον τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Κοινωνίαν, δηλαδὴ τὰ ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεκρούσθη ἡ καὶ τότε προταθεῖσα τροπολογία περὶ ἀπαγγελίας καὶ διαλύσεως διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ὡς ἄσκοπος ἀσφάλεια. Τὰ ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα δὲν περιελαμβάνοντο εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 συμφώνως πρὸς τὴν θέλησιν τῶν νομοθετῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν περιελαμβάνοντο δέ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι οὐδ’ ἐσκέφθησαν περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος τότε, μὴ ὑπαρχούσης πρὸς τοῦτο ἀνάγκης, ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τὰ ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα δὲν ἀπήλαυον τῆς εὐμενείας τῶν τότε Κυβερνήσεων· ἀπ’ ἐναντίας διέκειτο πολὺ δυσπίστως ἡ Πολιτεία πρὸς τοὺς ἐπαγγελματικοὺς συλλόγους, θεωροῦσα αὐτοὺς ὡς παρεμποδίζοντας τὴν ἐλευθέραν ἐξέλιξιν τῶν ἀτόμων, ὑπαγομένων διὰ τῶν ἐπαγγελματικῶν σωματείων εἰς δεσμὰ μὴ ἀναγνωριζόμενα εἰσέτι ὡς χρήσιμα, ἀλλ’ ὡς βλαβερά. Σὺν τῇ ἀναπτύξει ὅμως τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας καὶ παρ’ ἡμῖν ἔτι ὑπήχθησαν σιωπηλῶς καὶ οἱ ἐπαγγελματικοὶ αὐτοὶ συνεταιρισμοὶ ὑπὸ τὴν εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ζητοῦμεν τὴν ἔτι μᾶλλον περιφρούρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἱδρύειν ἐπαγγελματικοὺς συνεταιρισμούς. Διὰ τῆς διατάξεως ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ὑπὸ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ μόνον ἀπαγγελλομένης τῆς διαλύσεως διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, προτιθέμεθα, ἀναγνωρίζοντες τὰ ἀγαθὰ ἐκ τῶν συνεταιρισμῶν ἀποτελέσματα, νὰ προασπίσωμεν ἔτι μᾶλλον αὐτούς. Εἶναι δὲ ἡ διάταξις αὕτη εὐεργετικὴ καὶ ὑπὲρ τῶν συνεταιρισμῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον, ὅταν διοικητικῶς πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ ζητημάτων τοιούτων, εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐξ ἀσθενείας δὲν ἐνεργεῖ καὶ μέχρι τοῦδε σχεδὸν οὐδέποτε ἐνήργησεν, οὐδὲ νομίζω ὅτι εἰς τοῦτο δύναταί τις νὰ μὲ διαψεύσῃ ἐξ ὅσων διαχειρίσθησαν τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν ἄλλοτε καὶ σήμερον. Ὑπῆρξαν πάντοτε δυσκολίαι μεγάλαι ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν σωματείων, τὰ ὁποῖα παρέβησαν καὶ ἐπανειλημμένως καὶ καταφώρως καὶ τοὺς νόμους καὶ τὰ ἴδια αὑτῶν καταστατικά.

§77Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε διελύθη σωματεῖον.

§78ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, καὶ τοῦτο ἐξ εὐλόγων ἐνδοιασμῶν τῶν διαχειριζομένων τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.

§79Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐπίσης δὲν ὑπάρχει τρόπος ἀποτελεσματικῆς διαλύσεως τῶν συνεταιρισμῶν ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν συνεταιρισμόν, καὶ τὰ ὁποῖα δυσαρέστως βλέπουσι τὴν πολλάκις αὐθάδη παραβίασιν τοῦ Καταστατικοῦ, τὴν γενομένην ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀδιαφοροῦσι διὰ τὸν ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, ἀλλὰ γνωρίζουσι κάλλιστα νὰ ἐκμεταλλεύωνται αὐτὸν καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτει. Ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἐγγύησις τῆς διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως διαλύσεως, καὶ ἡ διοίκησις δὲν θὰ ἔχῃ πλέον νὰ ἀναμιχθῇ ἀμέσως ἡ ἰδία εἰς τίποτε ἄλλο, εἰμὴ μόνον εἰς τὸ νὰ θέσῃ εἰς κίνησιν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, διὰ νὰ προβῇ αὐτὴ κατὰ τοὺς διαγεγραμμένους τύπους καὶ κανόνας εἰς διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ ἀφοῦ προηγουμένως πεισθῇ ἐκ τῆς ἐνώπιόν της διεξαχθησομένης διαδικασίας, ἥτις πρέπει διὰ σχετικοῦ νόμου νὰ καθορισθῇ ὅτι πρόκειται ὄντως περὶ γεγονότων καὶ πράξεων, αἵτινες ἐπιβάλλουσι τὴν διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ, διὰ τοῦ τρόπου τούτου θὰ καταστῇ τέλος δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐκποδὼν κἄτι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἐμπόδιον, κἄτι, τὸ ὁποῖον ἦτο σαπρὸν καὶ ἐξεμεταλλεύετο εἰς βάρος τῶν πολλῶν δύναμιν μὴ ἀνήκουσαν αὐτῷ. Ἀλλὰ καὶ τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἄλλην προστασίαν σήμερον, εἰμὴ τὴν προσφυγὴν εἰς τὴν Διοίκησιν, δηλαδὴ εἰς τὸν νομάρχην, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τί πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ, καὶ διότι δὲν ἔχει ἀποτελεσματικὸν μέσον ἐνεργείας εἰς τὴν ἐξουσίαν του καὶ διότι ἡ ἐξουσία του εἶναι πολὺ περιωρισμένη, τότε καὶ τὰ μέλη αὐτὰ θὰ δύνανται, ὑποβάλλοντα αἴτησιν πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν δικαστικήν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ, θὰ δύνωνται καὶ αὐτὰ νὰ ζητήσωσι τὴν διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἐφ’ ὅσον ὁ συνεταιρισμὸς εἴτε παραβιάζει τοὺς νόμους, εἴτε παραβιάζει καὶ αὐτὸ τὸ Καταστατικόν. Οἱ συνεταιρισμοὶ οἱ ἐπαγγελματικοὶ κύριον σκοπὸν ἔχουσι τὴν προαγωγὴν τῶν κοινῶν ἐπαγγελματικῶν συμφερόντων διὰ τῆς ἐπὶ τὸ αὐτὸ συμπράξεως ὁμοτέχνων, ἰδίως δὲ διὰ τῆς ἀθροίσεως χρηματικῶν πόρων πρὸς ἀλληλοβοήθειαν ἐν καιρῷ ἀνάγκης ἢ δυστυχημάτων. Τί παρατηρεῖται ὅμως; Παρετηρήθη πάντοτε καὶ παρατηρεῖται καὶ σήμερον ὅτι οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοὶ συναθροίζοντες ἓν ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν διαθέτουσι τοῦτο συχνότατα εἰς κάθε ἄλλο παρὰ εἰς τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει συσταθῆ ὁ συνεταιρισμός, καταστρεφομένου οὕτω τοῦ τε ἰδίου σκοποῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἐξ οὗ ἄπειρα ἀγαθὰ εὐλόγως πρέπει νὰ προσδοκᾷ ἡ κοινωνία. Ὅσα μέλη τυχὸν δὲν εἶναι σύμφωνα μὲ διάθεσιν τοιαύτην τῆς περιουσίας τοῦ σωματείου, εἴτε διότι ἐξετοπίσθησαν εἴτε ἐξ ἀγαθῆς συνειδήσεως εἴτε δι’ οἱονδήποτε ἄλλον καλὸν ἢ κακὸν λόγον, εὑρίσκονται σήμερον ὅλως ἀνυπεράσπιστα, διότι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἀπαντᾷ μὲ διαφόρους ὑπεκφυγάς, μὴ γνωρίζουσα τί νὰ κάμῃ. Διὰ τῆς νέας διατάξεως καὶ τὰ μέλη αὐτὰ θὰ δύνανται, προσφεύγοντα εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, νὰ ὑποχρεώσωσιν αὐτὴν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία θὰ διαγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἂν πράγματι τὸ σωματεῖον ἐκεῖνο διέπραξε παραβάσεις θὰ ἀπαγγείλῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τὴν διάλυσιν τούτου.

§80Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ὥστε καὶ οἱ νομάρχαι δὲν ἀναμιγνύονται, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος;

§81Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει σήμερον σχετικὴ νομοθεσία, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη, ἀναθέτουσα τὴν ἐξουσίαν τῆς διαλύσεως ῥητῶς εἰς τοὺς νομάρχας, πάλιν οἱ νομάρχαι, ὡς καθαρῶς διοικητικοὶ ἄρχοντες, θὰ εὑρίσκοντο εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν νὰ διαλύσωσι τὸν συνεταιρισμόν, διότι θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τῆς διοικήσεως ἐπὶ σχέσεων, αἵτινες ἅπτονται ὄχι μόνον πολιτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων. Ζητοῦμεν τὴν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ, διότι ἐννοοῦμεν νὰ λείψῃ ἡ διακριτικὴ ἐξουσία ἀπὸ τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐξόχως εἶναι λεπτὰ καὶ θίγουσι εὐρυτάτας τάξεις πολιτῶν. Ἡ διάλυσις πρέπει νὰ ἀπαγγέλληται οὐχὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ δι’ ἀποφάσεως, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ᾐτιολογημένη καὶ ἡ ὁποία νὰ γίνηται μετὰ διαδικασίαν κατ’ ἀντιμολίαν γενομένην. Ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως ταύτης, ἡ ὁποία εἰς ὅλα τὰ Κράτη καθιερώθη, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀσφάλεια ὑπὲρ τῶν συνεταιρισμῶν καὶ δὲν θὰ δύνανται οὗτοι νὰ προαχθῶσιν εὐρύθμως καὶ μετ’ ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων. Οἱ συνεταιρισμοὶ θὰ πολλαπλασιάζωνται καθημερινῶς ἐπεκτεινόμενοι εἰς ὅλας τὰς τάξεις καὶ εἰς ὅλα τὰ συμφέροντα, θὰ αὐξάνωσι τὰ οἰκονομικὰ αὐτῶν μέσα καὶ αἱ σχέσεις αὐτῶν, ἀλλὰ θὰ ἐλλείπῃ ἀπολύτως ἡ ἀσφάλεια ἀπ’ αὐτῶν, ἐὰν ῥητῶς δὲν θεσπισθῇ ἡ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ἀνάμιξις καὶ ἡ ἀπόκρουσις οἱασδήποτε ἐπ’ αὐτῶν διακριτικῆς ἐξουσίας τῆς διοικήσεως. (Χειροκροτήματα).

§82Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀφορμώμεθα ἀπὸ μιᾶς ἐσφαλμένης βάσεως καὶ τὸ πόρισμα θὰ εἶναι ἐσφαλμένον. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον διαδέχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἀφωρμήθη ἀπὸ τῆς ἐσφαλμένης βάσεως ὅτι δὲν εἶναι σήμερον δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κρατούντων νόμων νὰ ἐπιτευχθῇ δικαστικῶς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Καταστατικοῦ συνεταιρισμοῦ τινος ἢ ν’ ἀρθῶσι δικαστικῶς κωλύματα παρεμπίπτοντα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Καταστατικοῦ τῶν σωματείων. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι κατὰ τὸν ἀστικὸν νόμον ἔχουσιν ἀγωγὴν τὰ μέλη πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Καταστατικοῦ.

§83Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὰ μέλη προσωπικῶς ἢ ἡ συνέλευσις;

§84Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἡ συνέλευσις τῶν μελῶν καὶ τὰ μέλη. Ἕκαστον τῶν μελῶν ἔχει ἀγωγὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Καταστατικοῦ. Τὸ Καταστατικὸν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, κύριε συνάδελφε, ἢ ἡ σύμπτωσις τῶν γνωμῶν τῶν μελῶν· εἶναι συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωτικὸν δι’ ὅλα τὰ μέλη. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν, ἡ βάσις ἡ δικαιολογητική, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Συντάγματος κατέφυγεν εἰς τὴν διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ διάλυσιν τῶν συλλόγων, τῶν συνεταιρισμῶν, δὲν ἔχει πλέον ὑπόστασιν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμέ, καὶ ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, εἶναι κινδυνῶδες. Θὰ ἐδεχόμην ἴσως τὴν ἐξάρτησιν τῆς διαλύσεως τῶν σωματείων — πρώτιστα δὲ πάντων τῶν ἐργατικῶν, τῶν ἐπαγγελματικῶν σωματείων — ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς καθαρῶς δικαστικῆς, ὄχι ἐκείνης τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία πιθανῶς νὰ δημιουργηθῇ, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι ἄλλο τι ἢ διοικητικὴ δικαστικὴ ἀρχή, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ ἄλλη τις παρεμφερής. Θὰ ἦτο ἀνελεύθερον, Κύριοι, νὰ συζητῶμεν σήμερον, ἂν πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν συνεταιρισμῶν, πρώτιστα δὲ πάντων τῶν συνεταιρισμῶν, ἐπαναλαμβάνω, τῶν ἐργατικῶν, τῶν ἐπαγγελματικῶν, οἱ ὁποῖοι συχνά, συχνότατα ἔρχονται εἰς ἀντιπιπτούσας γνώμας πρὸς τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν παραδοθῇ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν συνεταιρισμῶν, ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω ὅτι αὐτὸ θὰ ἀπετέλει ἀναίρεσιν τοῦ δικαιώματος τῶν συνεταιρισμῶν.

§85ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως, ἐὰν ἀνετίθετο εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.

§86Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὴν καθαρῶς ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.

§87ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅταν λέγωμεν ἀρχὰς δικαστικῶς ὠργανωμένας, ἐννοοῦμεν διοικητικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ ἀποφαίνωνται ἐπὶ ζητημάτων ἀστικοῦ δικαίου, ἀλλὰ ν’ ἀποφαίνωνται ἐπὶ ζητημάτων τοῦ λεγομένου ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, νὰ ὑπάρχωσι δηλαδὴ Δικαστήρια ὠργανωμένα καθ’ ὃν τρόπον εἶναι ὠργανωμέναι αἱ ἀρχαὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδικάζωσιν ὑποθέσεις ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, διότι αἱ ὑποθέσεις αὗται εἶναι καθαρῶς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ· ἔχουσι δηλαδὴ καὶ χαρακτῆρα δημοσίου δικαίου.

§88Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπονοοῦμεν ὅλοι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.

§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἄλλα.

§90Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν τύπον καὶ τὰ ἄλλα συγκεκροτημένα.

§91ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τῆς Ἐπικρατείας θὰ εἶναι ἡ ἀνωτέρα βαθμίς, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εἰσάγωνται αἱ ὑποθέσεις αὗται οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας, ἀλλὰ μετὰ προσφυγήν. Ὑποτίθεται δηλαδὴ ὅτι θὰ ὑπάρξωσι καὶ κατώτερα διοικητικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ὅμως, διὰ νὰ ὑπάρχωσι καὶ πληρῶσι τὸν προορισμόν των, πρέπει νὰ εἶναι ὠργανωμένα ὡς εἶναι καὶ τὰ πολιτικὰ ἢ ποινικὰ Δικαστήρια, δηλαδὴ νὰ παρέχωσι τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχουσι καὶ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαί· ἐὰν δὲ διακρίνω τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, τοῦτο γίνεται μόνον ὡς ἐκ τῆς διαφόρου ἀσχολίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ κοινὰ Δικαστήρια, τριβόμενα περὶ ζητήματα τοῦ ἀστικοῦ κυρίως δικαίου καὶ λεπτολογίας δικονομικὰς καὶ ὡς ἐκ τούτου ἴσως ἀκατάλληλα νὰ λύωσι ζητήματα τοῦ δημοσίου δικαίου, ζητήματα ἀλλοίαν ἀπαιτοῦντα εἰδικότητα.

§92Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀκόμη περισσότερον θὰ τοὺς ἐπιβαρύνωμεν μὲ ἐργασίας. Ἐγὼ ἔχω δυσπιστίαν πρὸς τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται ὁπωσδήποτε ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καθ’ ἑαυτὰ καθωσιωμένα εἰς τὸ δικαστικὸν ἐπάγγελμα, ἰδίᾳ δὲ ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὁπωσδήποτε διατελοῦσιν εἰς ποιάν τινα ἐξάρτησιν ἀπὸ τοὺς διαχειριζομένους τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἶναι δὲ ἀναμφήριστον ὅτι ὅλα τὰ διοικητικὰ Δικαστήρια ὑφ’ οἱασδήποτε ἐγγυήσεις καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ τὰ συγκροτήσωμεν, διατελοῦσιν ἐν τούτοις ὑπό τινα, ἔστω ἐλαφράν, ἐξάρτησιν ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.

§93Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετε, θὰ παρετήρουν ὅτι ὑπάρχουσι συστήματα διοικητικῶν Δικαστηρίων παρέχοντα ἃς ἐπιθυμεῖτε ἐγγυήσεις, ὁποῖα εἶναι τὰ μικτά, ἅτινα ἀπαρτίζονται καὶ ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ δικαστικὴν μόρφωσιν καὶ ἐξ αἱρετῶν μελῶν. Αὐτὴ δὲ εἶναι μία ἐγγύησις, ὑποθέτω, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστῶν.

§94Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ θὰ ἦτο κινδυνῶδες ν’ ἀποφασίζωμεν σήμερον περὶ ἀναθέσεως εἰς Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ, δὲν γνωρίζει οὔτε κατὰ τίνα τρόπον θὰ συσταθῶσιν, οὔτε κατὰ τίνα διαδικασίαν θὰ ἀσκήσωσι τὴν διαδικασίαν των.

§95Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἡμεῖς αὐτὸ εἴχομεν ὑπ’ ὄψει καὶ διὰ τοῦτο ἐνοήσαμεν μόνον νὰ θέσωμεν τὴν ἐγγύησιν τῆς διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἀπολύσεως, διὰ νὰ δώσωμεν μίαν κατεύθυνσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ μέλλοντος νὰ κανονίσῃ αὐτὰ τὰ πράγματα. Ὅταν δὲ ἐπιληφθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα ποία ἀρχὴ θὰ εἶναι ἁρμοδία, ἂν ἡ δικαστικὴ ἢ ἡ διοικητικὴ ἐξουσία, καὶ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ λειτουργῇ ἡ διοικητικὴ δικαιοδοσία, τότε ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα θὰ λυθῶσι, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ λυθῶσι κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον.

§96Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ τὰ λύσῃ ἡ ἁπλῆ νομοθετικὴ ἐξουσία· δὲν θὰ τὰ λύσῃ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει σήμερον ἐξουσίαν νὰ ῥυθμίζῃ τὰ τοῦ Συντάγματος.

§97Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σήμερον διὰ τῆς προτεινομένης προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 11 ἐξέρχεται τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῶν σωματείων ὑπαγόμενον εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐγγύησις, καὶ περὶ τούτου καὶ μόνον καλούμεθα νὰ σκεφθῶμεν.

§98Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πολὺ καλά. Ἔπειτα θὰ εἶχον καὶ ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ φύσει ἐφικτοῦ τοῦ πράγματος. Τί θὰ σημαίνῃ μία διάλυσις ἐπαγγελματικοῦ συνεταιρισμοῦ, περὶ τῶν ὁποίων κυρίως μεριμνῶμεν; Ἡ διάλυσις θὰ ἔχῃ μόνον περιουσιακὴν ἔννοιαν· δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν πραγματικὴν τοιαύτην. Ἐὰν θέλωμεν σοβαρῶς νὰ συζητῶμεν διάλυσιν πραγματικήν, διάλυσιν ἡ ὁποία θὰ καταστήσῃ τὸ σωματεῖον ἀνύπαρκτον καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, δὲν θὰ ἔχωμεν διὰ τῆς διαλύσεως τῆς ἀπαγγελλομένης παρ’ οἱασδήποτε ἀρχῆς, τῆς διοικητικῆς ἢ καὶ τῆς δικαστικῆς ἔστω.

§99Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς διαλύσεως γνωρίζετέ τινα ἄλλην;

§100Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Γνωρίζω τὴν διάλυσιν, ἡ ὁποία σκοπεῖ ν’ ἀναιρέσῃ τὸν ἀπώτερον σκοπὸν τοῦ σωματείου. Μία διάλυσις λοιπὸν οἱαδήποτε, εἰς οἱανδήποτε ἀρχὴν καὶ ἂν τὴν ἀναθέσωμεν, δὲν θὰ ἔχῃ παρὰ συνεπείας περιουσιακάς· διότι κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ διαλυθῇ τὸ σωματεῖον, ἐπανέρχονται πάλιν τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὸ μέλη ὑπὸ τὴν αἰγίδα τοῦ Συντάγματος, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δύνανται καὶ πάλιν νὰ συνεταιρισθῶσιν. Τοῦτο εἶναι ἀναντίρρητον, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ εἶναι καὶ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἀντίθετος πρὸς τοῦτο· δὲν θὰ ἐννοῇ δηλαδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἀναιρεῖται πλέον τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν πολίτην τοῦ ἀποτελέσαι νέον συνεταιρισμόν, τοῦ ἀποτελέσαι συνεταιρισμὸν ἔχοντα τὸν αὐτὸν θεμιτὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἶχε καὶ διαλυθεὶς ὁ συνεταιρισμὸς ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἢ οἱασδήποτε ἄλλης ἀρχῆς. Μόνον λοιπὸν ἡ διάλυσις τῆς περιουσιακῆς ὀντότητος τοῦ συνεταιρισμοῦ ἐπέρχεται, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἤξιζε τὸν κόπον νὰ σκεπτώμεθα καὶ τόσον πολὺ περὶ τῆς περιουσιακῆς διαλύσεως τῶν σωματείων καὶ νὰ προκαλῶμεν ἓν ζήτημα περὶ αὐτῆς τῆς τύχης τῶν σωματείων ἐφεξῆς, ἐνῷ ἔχομεν, ὅπως ἀνέφερα καὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, διατάξεις ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ, καθ’ ἃς τὰ μέλη τῶν σωματείων θὰ ἠδύναντο δικαστικῶς νὰ ἐπετύγχανον τὴν διαρρύθμισιν τῶν περιουσιακῶν ὑποχρεώσεων τῶν διοικούντων τὸ σωματεῖον.

§101ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἀμφισβητεῖται ποτέ.

§102Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν κατὰ ἀντιλογίαν νὰ λύσωμεν μερικὰ πράγματα.

§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ναί, ἀλλὰ τότε δὲν τελειώνομεν. Κατὰ διαλογικὸν τρόπον θὰ συζητῶμεν;

§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταλαμβάνετε τὴν σειρὰν τῶν ἄλλων ἀγορητῶν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό.

§105Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄλλως τε δὲ ἤμην ἐντελῶς εἰς τὸ τέλος.

§106ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τελειώσατε.

§107Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως λοιπόν, Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἐὰν μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν ἐν τῷ παλαιῷ Συντάγματι, ἔχομεν πλήρεις τὰς συνταγματικὰς ὑπὲρ τῶν συνεταιρισμῶν ἐγγυήσεις, διότι, ὡς εἶπον εἰς ὑμᾶς, δύνανται αἱ μὲν περιουσιακαὶ σχέσεις νὰ ῥυθμίζωνται κατὰ τὸν ἀστικὸν νόμον, τὸ δὲ ζήτημα τῆς διαλύσεως, τὸ καθ’ αὑτό, τὸ ἀφορῶν εἰς προσωπικὴν διάλυσιν τοῦ σωματείου, εἶναι ἀνέφικτον κατὰ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἔθεσα, ἐκτὸς ἐὰν πάλιν νομίζητε ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς αἰωνίας διαλύσεως αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῆς διαλύσεως, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἐπετρέπετο νὰ συστήσωσι τὸν αὐτὸν καὶ πάλιν σύλλογον, ὃν καὶ πρότερον εἶχον· κατὰ τῆς τοιαύτης ὅμως ἐννοίας θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαμαρτυρηθῶ δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς μου ὡς ἀπολύτως ἀνελευθέρου.

§108ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀνεκόπη ἡ ὁρμή μου, διότι ὑπώπτευσα, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόει ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως θὰ ἀπομένῃ εἰς τὰ κοινὰ Δικαστήρια. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως δηλοῖ τώρα ὅτι δὲν ἐνόει τοῦτο. Ἐνόει νὰ ἀναθέσῃ τὴν διάλυσιν τῶν σωματείων αὐτῶν εἰς τὰ διοικητικὰ Δικαστήρια;

§109Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ κανονίσῃ τὸ εἶδος τῶν Δικαστηρίων.

§110ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ νὰ μὴ ἀναθέσῃ εἰς διοικητικά, ἀλλ’ εἰς κοινά;

§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς κοινά.

§112Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ τότε, ἐὰν θὰ ὑποβληθῇ πρότασις διὰ τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, θὰ ζητήσω τὸν λόγον, διότι ἕως τώρα δὲν ἔχομεν πρότασιν τοιαύτην.

§113ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ ὑποστηρίξω νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἐντελῶς. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀνελευθέραν τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν θὰ ἀνετίθετο ἡ διάλυσις σωματείων καὶ εἰς διοικητικὰ ἀκόμη Δικαστήρια. Ἐγὼ χαρακτηρίζω ἀνελευθέραν ταύτην τὴν διάταξιν, ἐὰν ἀνετίθεντο οὐχὶ μόνον εἰς διοικητικά, ἀλλὰ καὶ εἰς κοινά, καὶ ἀκόμη περισσότερον μάλιστα, διότι νομίζω ὅτι εἶναι σεβαστοτέρα ἡ ἐλευθερία τοῦ συνόλου ἀπὸ τὴν τοῦ μέρους.

§114Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶπον. Νὰ μὴ ἀνατεθῶσι πουθενά.

§115Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ ἐπιτροπή, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ. Νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν ἀσφαλίζεται κατὰ τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους δυνατὸν νὰ παρουσιάσωσι τοιοῦτοι συνεταιρισμοί, τοιαῦτα σωματεῖα, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀμέσως ἐπεμβαίνουσα νὰ διαλύῃ τὰ σωματεῖα αὐτά, τοὺς συνεταιρισμοὺς αὐτούς. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἀνατεθῇ καὶ εἰς διοικητικὸν ἀκόμη Δικαστήριον τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν σωματείων τούτων, καὶ πάλιν δὲν ἀσφαλίζεται πλήρως ἡ Πολιτεία, διότι, διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν τὸ διοικητικὸν Δικαστήριον, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ὡρισμένη παράβασις ὡρισμένων νόμων, πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἀθέμιτος προσβολή. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ἀπόφασις διοικητικοῦ ἀκόμη Δικαστηρίου εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι παράκαιρος· εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ κακὸν νὰ ἔχῃ συντελεσθῆ ἤδη κατὰ τῆς Πολιτείας. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὁ κίνδυνος ἀποσοβεῖται παραυτίκα. Εὐθὺς ὡς ἡ Πολιτεία ἀντιληφθῇ σωματεῖόν τι ἐπιδιῶκον σκοποὺς ἀθεμίτους, ἔχει τὸ δικαίωμα ἀμέσως ἐπεμβαίνουσα νὰ τὸ διαλύσῃ, καὶ ἡ σοβαρὰ ἀντίρρησις κατὰ τούτου εἶναι αὕτη, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅταν ἔχῃ ἡ διοικητικὴ ἐξουσία τοῦτο τὸ δικαίωμα, νὰ διαλύῃ δηλαδὴ τοὺς συνεταιρισμούς, εἶναι ἐνδεχόμενον, λέγω, νὰ προβῇ εἰς καταχρήσεις, νὰ διαλύσῃ σωματεῖα ἐπιδιώκοντα σκοποὺς μὴ συμφέροντας πρὸς αὑτήν, νὰ διαλύσῃ σωματεῖα ἀναπτύσσοντα καὶ διαδίδοντα ἰδέας, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσι νὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς της. Ὁ κίνδυνος, λέγω, εἶναι οὗτος, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον γὰ ἐπέλθῃ κατάχρησις τῆς ἐξουσίας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ὁ κίνδυνος αὐτὸς ἔχει ὡς ἀντίρροπον κἄτι ἄλλο· ἔχει ὡς ἀντίρροπον τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ταύτην τὴν γνώμην ὑπεστήριξε, Κύριοι, καὶ κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864 ὁ Καλλιγᾶς.

§116Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶδες τί ἔπαθεν ἀπὸ τὸν Σαρίπολον (Γέλωτες).

§117Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, διότι δύναται νὰ ἐπέλθῃ μετὰ ταῦτα, ἓν ἔτος μετὰ τὴν διάλυσιν.

§118Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἓν ἔτος μετὰ ταῦτα;

§119Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Βεβαίως· ἠμπορεῖ νὰ μὴ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή.

§120Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Λησμονεῖτε τὸ σχετικὸν ἄρθρον, καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ συγκαλεῖται καθ’ ὡρισμένας χρονικὰς περιόδους, εἰς τρόπον ὥστε οὐδέποτε θὰ παρέλθῃ τόσῳ μέγα χρονικὸν διάστημα.

§121Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Ὑποθέσατε ὅτι παρῆλθε πολὺ διάστημα...

§122Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁπωσδήποτε τὸ Δικαστήριον θὰ βραδύνῃ ἐπὶ μᾶλλον. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος ἀρκούντως ἀσφαλίζει ἀπὸ τῆς ἐνδεχομένης ταύτης καταχρήσεως. Οὐδέποτε θὰ ὑπάρξῃ, καὶ προηγουμένως, νομίζω, ἤκουσα ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀκόμη παράδειγμα διαλύσεως συλλόγου. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ, λέγω, ποτὲ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ διαλύσῃ σωματεῖον, διότι σκοπεῖ τὴν διάδοσιν ἀρχῶν ἀντιθέτων πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας πρεσβεύει αὐτός. Νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τότε θὰ διαλύσῃ σωματεῖον, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός, ὅταν ἀνακαλύψῃ, ὅτι τὸ σωματεῖον αὐτὸ πρεσβεύει ἀρχὰς ἀθεμίτους, ὅτι προτίθεται ἀθέμιτα. Ἐκτὸς δὲ τούτου, Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἐὰν δὲν ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή, καὶ τὴν ἀφήσωμεν, ὅπως προτείνει ἡ ἐπιτροπή, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ ἀνατεθῇ εἰς τὰ διοικητικὰ Δικαστήρια, ὁπότε εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι ὑπάρχει ποιά τις ἐξασφάλισις, ἀλλ’ εἰς τὰ κοινὰ Δικαστήρια, καὶ τὸ πρᾶγμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο τερατῶδες, καὶ τὸ πρᾶγμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἦτο κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην τερατῶδες κυριολεκτικῶς. Ὁ κοινὸς δικαστὴς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβλέψῃ· ἔχει τὸ δικαίωμα μόνον νὰ βεβαιώσῃ ὡρισμένον γεγονός, καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν παραβάσεως ὡρισμένου νόμου νὰ ἐκτελέσῃ ὅ,τι ὁ νόμος τῷ ἐπιτάσσει.

§123Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ προβλέψῃ.

§124Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅταν ἴδῃ, ὅτι ἓν σωματεῖον δὲν ἔχει καλὸν σκοπόν, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅταν ἴδῃ, ὅτι ἓν σωματεῖον θέλει νὰ σαλεύσῃ τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ ταράξῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, ὅτι ἔχει σκοπόν, κατὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀμυνθῇ. Τότε προβλέπει ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ ὑποχρεοῦται μάλιστα ὡς ἐκ τοῦ σκοποῦ καὶ προορισμοῦ αὐτῆς νὰ κάμῃ τὴν πρόβλεψιν ταύτην. Ὁ κοινὸς ὅμως δικαστὴς δὲν δύναται νὰ προβλέπῃ. Ὁ κοινὸς δικαστὴς θὰ ἀναμείνῃ τὴν παράβασιν τῶν κειμένων νόμων, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὸ ἀδίκημα θὰ ἔχῃ τελεσθῆ. Ἐκτὸς τούτου, διὰ νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις σωματείου, πρέπει νὰ ἀπαγγελθῇ καταγγελία κατὰ τῶν μελῶν αὐτοῦ καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν αὐτὰ εἰς δίκην, καὶ τότε, ὅταν ἀποδειχθῶσιν, ὅτι παρεβίασαν τὸν νόμον, θὰ διατάξῃ τὴν διάλυσιν τοῦ σωματείου τοῦ ἀπὸ τοιαῦτα ἀπαρτιζομένου μέλη τὸ κοινὸν Δικαστήριον. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ταῦτα εἶναι ἀρκοῦντα ἐχέγγυα, διὰ νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν Πολιτείαν, καί, ὅταν ὁμιλῶ περὶ Πολιτείας, ὁμιλῶ περὶ συνόλου πολιτῶν, περὶ πλειονότητος πολιτῶν, ἡ ὁποία πλειονότης θὰ εὑρίσκετο εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ποσοστὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπετέλει τὸ σωματεῖον. Τοῦτο τὸ μέγα ἐλάττωμα παρουσιάζει τὸ κοινὸν Δικαστήριον, διὰ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν σωματείων. Κύριοι, νόμοι ἐπιτρέποντες, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς τηρήσεως τῶν διατάξεων αὐτῶν, τὴν σύστασιν σωματείων δὲν ὑπάρχουσι. Συνεπῶς τὸ Δικαστήριον τί θὰ βεβαιώσῃ; Ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος ἐπιτρέπων τὴν σύστασιν; Βεβαίως ὄχι. Ὅτι ἐπιδιώκει σκοπὸν ἀθέμιτον; Οὔτε τοῦτο δύναται νὰ βεβαιώσῃ.

§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί;

§126Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ διοικητικὸν Δικαστήριον, καὶ τὸ κοινὸν ἀκόμη περισσότερον, νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι ἐπληροφορήθη ὅτι τοῦτο τὸ σωματεῖον ἐπιδιώκει σκοπὸν ἀθέμιτον. Τὸ κοινὸν ὡς καὶ τὸ διοικητικὸν Δικαστήριον εἶναι Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναμένῃ τὴν παράβασιν κοινῶν διατάξεων καὶ ἔπειτα θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παρεμβαίνῃ. Τί θὰ βεβαιώσῃ λοιπόν, Κύριοι, τὸ Δικαστήριον; Μήπως κοινὸν ἀδίκημα; Ἀλλὰ τότε περιττὴ ἡ διάταξις. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ βεβαιώσῃ παρὰ παραβίασιν ὡρισμένης διατάξεως, καὶ τότε νομίζω ὅτι μετὰ τὴν παραβίασιν αὐτὴν ἡ διάλυσις τοῦ σωματείου θὰ εἶναι περιττὴ καὶ ἄχρηστος. Ταῦτα, Κύριοι, ἤθελον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὸ συζητούμενον ἄρθρον, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι προτείνω ἀνελεύθερόν τι. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν περισσότερον νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ συνόλου παρὰ τὴν ἐλευθερίαν τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπαρτίζωσι τὸ σωματεῖον. Μία διάταξις εἶναι περισσότερον φιλελευθέρα, ὅταν περιφρουρῇ τοὺς πολλούς, καὶ ὀλιγώτερον τοιαύτη, ὅταν περιφρουρῇ τοὺς ὀλίγους. Ἐπίσης, Κύριοι θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Τὸ ἄρθρον 11 λέγει: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν». Σήμερον ὑπάγεται εἰς ποικίλην κυβερνητικὴν ἄδειαν ἡ σύστασις ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ νομιμοποιήσωμεν κάτι τι παρανόμως σήμερον γινόμενον.

§127ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἄδειαν· ὑπάγονται εἰς τὴν ἔγκρισιν. Ἄλλο ἔγκρισις καὶ ἄλλο ἄδεια.

§128Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι μεγάλη.

§129Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι μεγάλη ἡ διαφορά.

§130Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ταυτίζεται ὅμως ὁ σκοπός. Ἀλλ’ ἔστω, δὲν ἐπιμένω, καὶ ἐπανερχόμενος θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀνατεθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια ἡ διάλυσις τῶν σωματείων. Πρέπει τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι ἐνταῦθα ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει. Τότε μόνον δὲν θὰ ἐξασφαλίζῃ, ἐὰν ἀπολέσωμεν τὸ θάρρος νὰ ἐλέγξωμεν Ὑπουργόν, Ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς μερίδα, πρὸς ἣν τυχὸν φίλα φρονοῦμεν. Ἐμὲ ὅμως, ὁμολογῶ, οὐδέποτε θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ θάρρος.

§131Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 11 κατ’ ἐπίσημον ἀναγραφὴν εἰς τὰ Πρακτικὰ γενομένην ἀποφάσει τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 — καὶ λαμβάνω ἐκ τούτου ἀφορμὴν νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι προχθὲς ἐθεωρήθη ὅτι δὲν εἶναι συνταγματικὸν νὰ ζητήσω, ὅπως ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ἐπὶ ἄλλου ἄρθρου —, ἡ γνώμη λοιπὸν τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 ἐπισήμως εἰς τὰ Πρακτικὰ ἀναγραφεῖσα εἶναι, ὅτι: «Οἱ ὁρισμοὶ τοῦ ἄρθρου 11 δὲν ἐπεκτείνονται εἰς πολιτικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἑταιρείας, ἀλλ’ αὗται θέλουν διέπεσθαι καὶ τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὸ ἰσχῦον ἀστικὸν καὶ ἐμπορικὸν δίκαιον». Ἐξαιροῦνται λοιπὸν αἱ ἑταιρεῖαι ἀστικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ καὶ περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 11 οἱ πολιτικοὶ συνεταιρισμοί, οἱ πολιτικοὶ σύλλογοι. Ἀλλ’ ἔχομεν σήμερον τοὺς ἐπαγγελματικοὺς συλλόγους, συνεταιρισμοὺς τοὺς ὁποίους ἀσφαλῶς ἡ Συνέλευσις τοῦ 1864 δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει της. Οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοί, οἱ ἐπαγγελματικοὶ σύλλογοι, δὲν ἔχουσι πολιτικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ἀστικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ ἑταιρεῖαι, ἀποβλέπουσι δὲ συνήθως εἰς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ συνόλου τῶν ἐπαγγελματιῶν τῆς τάξεώς των καὶ ἀλληλοβοήθειαν. Καὶ ἀφοῦ δὲν εἶναι ἐμπορικαὶ ἢ ἀστικαὶ ἑταιρεῖαι, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρ. 11 καὶ νὰ συνιστῶνται ἄνευ προηγουμένης ἀδείας. Εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἐπεκράτησε νὰ ζητῶσιν ἐν εἴδει ἀδείας τὴν ἔγκρισιν τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῶν οἱ τοιοῦτοι σύλλογοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἀρκεῖ ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ σύστασίς των δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κυβερνητικῆς ἀδείας ἢ ἐγκρίσεως. Ἀλλὰ συνιστώμενοι ἄνευ κυβερνητικῆς ἀδείας καὶ ἄνευ ἐγκρίσεως κυβερνητικῆς, ὡς ἔχουσι τὸ δικαίωμα, θὰ ἔπρεπεν οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοὶ νὰ διέπωνται ὑπό τινων διατάξεων νόμων, διατάξεων συντελουσῶν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουσιν οἱ σύλλογοι. Ἀλλ’ ἐν τοῖς νόμοις δὲν ὑπάρχει διάταξις καθορίζουσα τὰ τῶν συνεταιρισμῶν τούτων, τὰ τῶν συλλόγων. Συνιστῶνται δυνάμει ἑνὸς Καταστατικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἀναγράφωσιν ὅ,τι θέλουσι καὶ δύνανται ἐξ ὅσων ἀναγράφουσι νὰ ἐκτελῶσιν ὅσα θέλουσι. Καὶ νὰ τὰ ἐκτελῶσι ποῖοι; Οἱ συνελθόντες καὶ ἀναγράψαντες ταῦτα εἰς τὸ Καταστατικόν; Βεβαίως ὄχι. Ὡς γίνεται συνήθως, συνέρχονται οἱ σύλλογοι π. χ. τῶν ἀρτοποιῶν, τῶν ὑποδηματοποιῶν κλπ. καὶ καταρτίζουσιν ἓν συμβούλιον διοικητικόν, ψηφίζουσιν ἓν Καταστατικὸν καὶ παραδίδουσιν αὐτὸ εἰς τὸ συμβούλιον καὶ ἀπέρχονται. Τὸ συμβούλιον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δρᾷ διὰ τὸν σύλλογον, συνέρχεται δὲ ἡ συνέλευσις κατὰ μακρὰς περιόδους, διὰ νὰ ἐγκρίνῃ ὅσα ἔχει ἀποφασίσει τὸ συμβούλιον. Παρετηρήθη ἐσχάτως, ὅτι οἱ ἡγηθέντες τῶν τοιούτων σωματείων παρεξέκλιναν τοῦ προορισμοῦ των πρὸς βλάβην τῶν σωματείων. Παρετηρήθη, ὅτι δὲν ἐτήρησαν τοὺς ὅρους τοὺς ἀναγεγραμμένους εἰς τὰ Καταστατικὰ αὐτῶν, καὶ παρετηρήθη, ὅτι ἐπεχείρησαν ἐκμετάλλευσιν τῶν τοιούτων συλλόγων διὰ σκοποὺς ποικίλους.

§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ πολιτικοὺς σκοπούς.

§133Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον πολιτικοὶ σκοποί, ἀλλὰ καὶ οἰκονομικοί, διότι εἰσῆλθον εἰς αὐτὰ διαφόρων εἰδῶν διαχειρισταὶ ἀνεξέλεγκτοι. Αὐτοὶ οἱ Κύριοι μάλιστα κατορθώνουσι νὰ κάμωσι μίαν πλειονοψηφίαν πάντοτε καὶ ἔχοντες αὐτὴν ἐν τῷ συμβουλίῳ καὶ ἐν τῇ συνελεύσει κάμνουσιν ὅ,τι θέλουσι πέρα τοῦ προορισμοῦ των. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ἐπιτρέπουσα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ῥυθμίσῃ διὰ νόμου τὰ τῆς λειτουργίας τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν, διότι ἐν τῇ διατάξει τῇ συνταγματικῇ, ὡς ἔχει εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, δὲν εὑρίσκεται ὅτι δίδεται τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὸ τὸ «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» ἡρμηνεύθη, ὅτι ἀναφέρεται εἰς τοὺς νόμους τοὺς ποινικούς, εἰς τοὺς νόμους τῆς δημοσίας τάξεως, ὅτι δηλ. δὲν δύνανται οἱ πολῖται νὰ συνέρχωνται κατὰ παράβασιν τῶν τοιούτων νόμων.

§134Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ νόμων κανονιστικῶν τῶν συνεταιρισμῶν.

§135Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δοθῇ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν σεῖς δίδετε. Εἶμαι σύμφωνος μαζί σας καὶ ἐπιθυμῶ νὰ ἀναγραφῇ μάλιστα ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν λέγετε, εἰς τὰ Πρακτικά· ἐπειδὴ ὅμως ὑπεστηρίχθη τὸ ἐναντίον, ἐγὼ ἐπρότεινα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκ συμφώνου μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ῥυθμίζεται ὑπὸ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, διὰ νὰ δώσω τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν συλλόγων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν διαφόρων ἐπιτηδείων. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὑπεστήριξα ἐπὶ τοσοῦτον ἀτέχνως τὴν πρότασίν μου, ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς ἀντίθετον συμπέρασμα, ἀπορρίψασα τὴν πρότασίν μου καὶ δεχθεῖσα ὅτι δὲν διαλύονται ἢ δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον ὅτι, ἐνῷ ὑπεστήριζον τὴν διὰ νόμου ῥύθμισιν τῶν συλλόγων, εὑρέθην εὐχαριστημένος ἐκ τῆς ἀντιθέτου ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐπείσθην ὅτι, ἀφοῦ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ διὰ νόμου τὸν τρόπον τῆς διαλύσεως τῶν συλλόγων καὶ τὴν δικονομίαν, ἣν θὰ ἀκολουθήσωσι τὰ Δικαστήρια διὰ τὴν διάλυσιν αὐτῶν, κατ’ ἀνάγκην ἐν τῷ νόμῳ θὰ ἀναγραφῶσι ῥυθμιστικαὶ διατάξεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας θὰ τεθῶσιν οἱ σύλλογοι. Καὶ οὕτως ἔχω τὸ ζητούμενον.

§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι δικαίωμα τῆς Πολιτείας εἶναι διὰ νόμου νὰ κανονίζῃ τοὺς ὅρους τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας τῶν διαφόρων συνεταιρισμῶν, ὑπὸ ἕνα μόνον περιορισμόν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ προηγουμένην ἄδειαν αὐτῆς ἡ σύστασις αὐτῶν. Καθ’ ὅλα τὰ λοιπὰ εἶναι πλήρης ἡ ἐξουσία τῆς Πολιτείας νὰ ὁρίσῃ τοὺς ὅρους τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας τῶν συνεταιρισμῶν.

§137Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος. Πρὸς τοῦτο δὲ θὰ ζητήσω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, διότι ὑπάρχουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες. Ἕνεκα τούτου συνετάχθην καὶ ἐγὼ μὲ τὴν γνώμην ὅτι πρέπει δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως νὰ ἐπέρχηται ἡ διάλυσις ἕνεκα παραβάσεως διατάξεων οἱωνδήποτε καὶ συνεπῶς καὶ τῶν ῥυθμιστικῶν νόμων, διότι οὕτως ἐπιτυγχάνεται ἡ διὰ νόμου ῥύθμισις τῶν συλλόγων καὶ ἀκόμη καὶ ἡ διάλυσις αὐτῶν διὰ παράβασιν τῶν νόμων. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι οὐδέποτε μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις, ὅσον ἂν ἐπηγγέλλοντο ὅτι εἶχον σταθερὰν τὴν χεῖρα, ἐτόλμησαν νὰ διαλύσωσι συλλόγους καὶ ἀνακαλέσωσι τὸ Διάταγμα τῆς ἐγκρίσεως διὰ παραβάσεις νόμων· ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπογεγραμμένα Διατάγματα ἀνακαλοῦντα προηγουμένας ἐγκρίσεις, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτόλμησαν νὰ δημοσιεύσωσι.

§138Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἴσως διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς δημοσιεύσεώς των.

§139Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι. Ἡ Διοίκησις καὶ διὰ τοὺς παρακολουθοῦντας καὶ πεπειραμένους περὶ τὰ τοιαῦτα εἶναι φανερὸν ὅτι εὐλόγως δὲν ἐτόλμα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάκλησιν, διότι αἱ πράξεις αὐτῆς θὰ ἐξητάζοντο μὲ πνεῦμα πολιτικὸν καὶ θὰ ἀπεδίδετο εἰς τὴν Διοίκησιν φατριασμός, ἦτο δὲ δυνατὸν κατὰ τῆς πράξεως τῆς Διοικήσεως νὰ προκληθῇ καὶ ἐξέγερσις, ὑφ’ ἣν νὰ καλύπτωνται καὶ ἄλλοι σκοποὶ καὶ δάκτυλοι. Ἡ Διοίκησις ἔχει προορισμὸν νὰ μεριμνᾷ καὶ περὶ τῆς δημοσίας τάξεως, ἀνάκλησις δὲ Διατάγματος πολυμελοῦς σωματείου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ εἰς διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐθεωρήθη ὅτι καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ὄχι δι’ ἀτολμίαν τῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀποφυγὴν καταχρήσεων θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἰς τὴν Διοίκησιν, ἀλλὰ νὰ δοθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια, τὴν ἀπόφασιν δὲ αὐτῶν νὰ ἐκτελῇ ἡ Διοίκησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι τὰ Δικαστήρια δὲν εἶναι κατάλληλα, ὅτι οἱ δικασταὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου δὲν εἶναι κατάλληλοι νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές. Οἱ δικασταὶ εἶναι οἱ μόνοι ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσιν ἂν παρεβιάσθησαν διατάξεις τοῦ νόμου ἢ ὄχι, διότι τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς λέγει· «Συνεταιρισμὸς δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως». Δυνάμεθα δὲ νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι μόνον τὰ Δικαστήρια εἶναι κατάλληλα νὰ βεβαιώσωσι τὰς παραβάσεις τοῦ νόμου. Ποία ἄλλη ἀρχὴ εἶναι εἰδικωτέρα ἀπὸ τὰ Δικαστήρια νὰ κρίνῃ περὶ τοιούτων παραβάσεων; Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ἀναγραφῆς διατάξεων, τῶν ὁποίων ἡ κατανόησις νὰ ἀπαιτῇ γνώσεις εἰδικάς, ἐμπειρίαν τινὰ κοινωνικήν, τῆς ὁποίας ὁ τακτικὸς δικαστὴς δὲν δύναται νὰ μετέχῃ· ὁ δικαστὴς ἔχει νὰ ἐξετάσῃ καὶ κρίνῃ ἂν παρεβιάσθη ὡρισμένη τοῦ νόμου διάταξις. Ἁπλούστατον. Οὐδεὶς συνεπῶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ εἰδικότητος τῶν δικαστῶν. Ἐν ᾧ δὲ δὲν ἀπαιτεῖται εἰδικότης, πρέπει ἐξ ἄλλου νὰ ἀνατεθῇ ἡ τοιαύτη κρίσις εἰς τὰ Δικαστήρια διὰ τὰς μεγαλειτέρας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας μᾶς παρέχουσι ταῦτα, ὅτι θὰ κρίνωσιν αὐστηρῶς, δικαίως, ἀμερολήπτως. Ἀλλὰ μᾶς ἐκπλήσσει τὸ ἀόριστον τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος διὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ νομοθετήσῃ σχετικῶς μὲ τὸ θέμα τοῦτο τὴν δικονομίαν. Ἡ δικονομία αὕτη δὲν θὰ εἶναι οὔτε πολιτικὴ οὔτε ποινική· θὰ εἶναι δικονομία διοικητική, ἀνάλογος πρὸς τὰς δικονομίας, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἀνέγραψαν, ὅτε εὗρον ἐν τῷ Συντάγματι τοιούτου εἴδους διατάξεις. Οἱ δικασταὶ εἶναι ἰσόβιοι καὶ δὲν ἀπολύονται εἰμὴ δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δύναται νὰ λεχθῇ ποίου εἴδους δικαστικὴ ἀπόφασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἐκδοθῇ, καὶ ποία ἡ δικονομία, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσῃ ὁ δικαστὴς πρὸς ἔκδοσιν ἀποφάσεως ἀπολύσεως. Καὶ ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ ἀποχωρήσεως ἰσοβίων δικαστῶν καὶ ἀνέγραψεν ὅτι συνέρχεται τὸ Δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐξετάζει τὰ πράγματα ὡς θέλει καὶ ἀποφαίνεται δι’ ἀποφάσεως ἂν ὁ δικαστὴς εἶναι ἀπολυτέος. Δύναται ὁ νόμος νὰ ἀναγράψῃ ὅτι συνέρχεται τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν ἢ τῶν Ἐφετῶν καὶ ἐκτιμᾷ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὸ εἴτε ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως εἴτε ὑπὸ ἄλλης Ἀρχῆς καὶ κρίνει ἂν ὑπάρχει παράβασις διατάξεώς τινος ἢ ὄχι. Οὕτω θὰ ἔχωμεν δικαστικὴν ἀπόφασιν, καίτοι πλέον δὲν θὰ δύναται νὰ ἀποταθῇ εἰς φατριασμὸν τῆς Διοικήσεως ἡ λῆψις τοιούτου ἢ τοιούτου μέτρου, θὰ δύναται δὲ ἡ Διοίκησις μετὰ μείζονος θάρρους νὰ προβαίνῃ εἰς διάλυσιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ ζήτημα τόσον φοβερόν, ὥστε νὰ καταργῇ τὸ ἱερὸν δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Πρόκειται περὶ οἰκονομικῆς διαλύσεως, ἵνα ἐξαναγκάσωμεν τὸν σύλλογον, ἐὰν θέλῃ, νὰ διατηρηθῇ, νὰ συνέλθῃ ἐκ νέου καὶ ἐργασθῇ κατὰ τὸ Καταστατικόν. Δὲν πρόκειται περὶ φυλακίσεως οὔτε περὶ παραβάσεως τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, συνεπαγομένης μεγάλας ποινάς. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον παρετηρήθη ἐσχάτως, καὶ ὑπ’ ἐμοῦ παρετηρήθη μετ’ ἐλπίδων, ὅτι τὸ λαϊκὸν πνεῦμα ἐπεδίωξεν οὐχὶ ἁπλῶς τὸν συνεταιρισμὸν διὰ τῆς ἐξυπηρετήσεως σκοπῶν ἀφορώντων εἰς τὸ ἐπάγγελμά των μόνον, ἀλλὰ προέβη καὶ περαιτέρω, καὶ ἀποδεικνύει τοῦτο τὴν πρόοδον τοῦ λαοῦ ἐν τῇ πολιτικῇ μορφώσει, ἐπελήφθη τῆς ἐνασκήσεως καὶ ἄλλων δικαιωμάτων, καὶ κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ποδηγετήσωμεν τὸν λαὸν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν τοιούτων δικαιωμάτων, ἐὰν θέλωμεν νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν ὑπὸ τῶν ἐπιτηδείων ἐκμετάλλευσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἀλλὰ, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν λαὸν εἰς τὴν πρόοδον καὶ νὰ ἔχωμεν ἀληθῆ καὶ γνησίαν λαϊκὴν θέλησιν, ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ποδηγετήσωμεν αὐτὸν καὶ νὰ διωργανώσωμεν τὰς ἑνώσεις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ, γνησίαν καὶ πρὸ παντὸς ἀνεκμετάλλευτον λαϊκὴν θέλησιν.

§140ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνέμενον νὰ ἀκούσω, κύριοι συνάδελφοι, ἦτο ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ὡς ἀνελευθέρας.

§141Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶπεν αὐτό;

§142ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βήματος. Προκειμένου νὰ κρίνῃ περὶ τῆς διατηρήσεως ἑνὸς σωματείου ἢ διοικητικὴ ἢ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἐκείνη ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία παρέχει τὰ περισσότερα ἐχέγγυα ὅτι θέλει κρίνει χωρὶς βλέψεις πολιτικάς, χωρὶς ἐξωτερικὸν ἐπηρεασμὸν οἱονδήποτε, εἶναι ἡ δικαστικὴ ἀρχή. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἐξέλιξις τῆς ἀναμίξεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἰς τὰ τῶν σωματείων εἶναι ἀπόδειξις τούτου. Τὸ σύστημα τῶν κανονιστικῶν ὅρων τῶν σωματείων, τὸ ὁποῖον εἶναι προϋπόθεσις τῆς ἀναμίξεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἰς τὰ τῶν σωματείων, ἅτινα ὑπηνίχθη ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος κ. Βοζίκης, εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε τὸ σύστημα τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἀρχῆς, καὶ τὰ ἀντικατέστησε διὰ δύο λόγους. Πρῶτον διότι παρετηρήθη ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν κρίνει πάντοτε ἀμερολήπτως προκειμένου περὶ τῶν σωματείων, περὶ τῆς διατηρήσεως καὶ συστάσεως αὐτῶν, πρὸς τούτοις δὲ καὶ κυρίως, διότι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅπως προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων, τῶν μετεχόντων διαφόρων συνεταιρισμῶν. Ἐλευθερία δὲ τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν σημαίνει μόνον ἀπόλυτον ἐλευθερίαν τοῦ προσέρχεσθαι εἰς συνεταιρισμούς, ἀλλὰ καὶ προστασίαν τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα μετέχουσι συνεταιρισμοῦ τινος, ἥτις προστασία δὲν παρέχεται μόνον διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ Δικαστήρια πρὸς διάλυσιν σωματείου τινός, ἀλλὰ καὶ διὰ διαφόρων ἄλλων κανονισμῶν περιφρουρούντων τὰ δικαιώματα τῶν ἀτόμων τῶν μετεχόντων τῶν συνεταιρισμῶν π. χ. τὸ δικαίωμα τοῦ συμμετέχειν τῶν γενικῶν συνελεύσεων καθ’ ὡρισμένους τύπους, τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ τηρεῖν ἰσολογισμούς, ἡ παράβασις τῶν ὁποίων συνεπάγεται ὡρισμένας ὑποχρεώσεις καὶ τὴν διάλυσιν ἀκόμη τοῦ σωματείου. Εἶναι δὲ εὐνόητον, διότι ὁ κ. Βοζίκης, ὅστις ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀτομικῶν συμφερόντων, προσεχώρησεν εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τῷ ἐφάνη μὲν κατ’ ἀρχὰς ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἀκριβῶς, ὡς καὶ ὁ ἴδιος ἐπείσθη, εἶναι ἡ μόνη κατάλληλος, ὅπως προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα καὶ αὐτὸς ἐπεθύμει νὰ προστατευθῶσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησεν ὅτι καὶ εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅπως τροποποιεῖται σήμερον, δὲν πρέπει νὰ ὑπάγωνται αἱ οἰκονομικαὶ ἑνώσεις. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ἡ προστασία, ἡ ὁποία περιλαμβάνεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, ἔχει κυρίως σημασίαν διὰ τὰς οἰκονομικὰς ἑνώσεις καὶ ὄχι διὰ τὰς πολιτικὰς ἑνώσεις, διότι ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἑνώσεων σπανίως θὰ παρουσιασθῇ περίστασις νὰ προσφύγῃ μέλος τι εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, ὅπως διαλυθῇ ἡ πολιτικὴ ἕνωσις ἢ ὅπως κριθῶσιν ὡρισμέναι διατυπώσεις τῆς λειτουργίας αὐτῆς, ἐνῷ κυρίως ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἑνώσεων, εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνονται αἱ ἐπαγγελματικαὶ ἑνώσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέπτυξε τὰ δέοντα ὁ κ. Διομήδης, παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη τῆς πραστασίας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διότι ἐπὶ τῶν ἑνώσεων τούτων παρετηρήθη καὶ ἀλλαχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὅπου ἔχει καθορισθῆ δυνάμει εἰδικῶν διατάξεων, εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκής, ὅπως προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῶν διαφόρων μελῶν τῶν ἑνώσεων, ἰδίως τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Βεβαίως ἡ ἀναγραφὴ συνταγματικῆς διατάξεως, ὅπως κανονισθῶσι καὶ τὰ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν καθ’ ὅμοιον τρόπον ὅπως καὶ τῶν πολιτικῶν συλλόγων, δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἑνώσεων δὲν δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πολιτικὸν συμφέρον ἢ ὡρισμέναι πολιτικαὶ ἰδέαι, ὅπως δι’ ὡρισμένων μεταρρυθμίσεων ἐπιβάλῃ καὶ εἰς τὰς ἀνωνύμους Ἑταιρείας καὶ ἐν γένει εἰς ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς συνεταιρισμοὺς τὴν τήρησιν ὡρισμένου συστήματος κανονιστικῶν ὅρων, ὅπως καὶ εἰς τοὺς πολιτικοὺς συλλόγους, ἀλλ’ ἐν τούτοις νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 11, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅλαι αἱ οἰκονομικαὶ ἑνώσεις, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἑνώσεων παρίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναμίξεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ ἰδίως ἡ ἀνάγκη τῆς εἰσαγωγῆς συστήματος κανονιστικῶν ὅρων, κατ’ ἀντίθεσιν τοῦ ἄλλου συστήματος τῆς ἐγκρίσεως τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπηρχαιωμένον καὶ ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὲς νὰ προστατεύσῃ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων.

§143Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς φαντάζεσθε ἐπερχομένην τὴν διάλυσιν τοῦ πολιτικοῦ συλλόγου διὰ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς;

§144Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπον ὅτι σπανίως θὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη περίστασις. Σεῖς, φαίνεται, εἶσθε ἀντίθετος τῆς διατάξεως.

§145Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπαλείψεως.

§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπίσης δὲν περιέμενον νὰ θεωρηθῇ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἄκρως φιλελευθέρα, ὅτι νὰ δύναται νὰ δημιουργήσῃ κινδύνους εἰς τὴν Πολιτείαν, διότι προκειμένου περὶ συστάσεων, περὶ συνωμοσιῶν καὶ τῶν τοιούτων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη διαλύσεως τοῦ σωματείου, ὅπως ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα καὶ προφυλάξῃ τὴν Πολιτείαν ἀπὸ ἐνδεχομένων κινδύνων. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐπὶ ὡρισμένων γεγονότων νὰ προβαίνῃ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ εἰς τὴν διάλυσιν συλλόγων, ὅταν ὅμως ὑπάρχωσιν ὡρισμένα γεγονότα, τότε δύναται νὰ ἐπέμβῃ ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν ἐνόχων μελῶν τῶν συλλόγων. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ διάλυσις τοῦ σωματείου καθ’ ἑαυτὴν καὶ μόνην δὲν προφυλάσσει τὴν Πολιτείαν ἀπὸ κινδύνου σωματείων τοιοῦτον σκοπὸν ἐχόντων. Ἀκριβῶς ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι οὐδέποτε ἡ ἀπαγόρευσις ἠμπόδισε τὴν σύστασιν τοιούτων συλλόγων. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, καθ’ ἣν πολλάκις ἀπηγορεύθησαν ὡρισμέναι κατηγορίαι συλλόγων, οἱ ὁποῖοι μολαταῦτα ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ ἔδρασαν περισσότερον. Δὲν εἶναι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς συστάσεως ὡρισμένων σωματείων, ἡ ὁποία προφυλάσσει τὴν Πολιτείαν, ἀλλ’ ἡ καταδίωξις ἐπὶ ὡρισμέναις παραβάσεσι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ διάταξις ἔχει μείζονα σημασίαν διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς συνεταιρισμούς, εἰς τοὺς ὁποίους περιλαμβάνονται καὶ αἱ ἐπαγγελματικαὶ ἑνώσεις.

§147Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τοὺς κειμένους νόμους δὲν ἔχετε τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις;

§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνεταιρισμοὺς ὄχι· δὲν δύναται τὸ μέλος τοῦ σωματείου νὰ κάμῃ ἀγωγήν, ὅπως π.χ. ἀκυρωθῇ ἀπόφασις τῆς γενικῆς συνελεύσεως παρατύπως ληφθεῖσα.

§149Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ διαλύσεως πρόκειται. Δὲν φρονεῖτε ὅτι περιττεύει ἡ ἀναγραφὴ διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι προκειμένου περὶ ζητημάτων ἀστικῆς φύσεως;

§150ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅπως ὁ κ. Βοζίκης σᾶς εἶπεν, ἡ ἐφαρμογὴ τοιαύτης διατάξεως ἔχει προϋπόθεσιν σειρὰν νόμων, οἱ ὁποῖοι λεπτομερῶς θέλουσιν ἀναγράφει τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τῶν διαφόρων σωματείων. Ὥστε ἡ συζητουμένη διάταξις ἀποτελεῖ τὸ προανάκρουσμα οὕτως εἰπεῖν μιᾶς νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως, καὶ ὡς τοιαύτην τὴν θεωρῶ σκόπιμον.

§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ ὀργανικῶν νόμων οὐδὲν γίνεται.

§152Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ καταλήγετε;

§153Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καταλήγω, ἵνα διὰ ῥητῆς δηλώσεως περιληφθῶσιν ὅλοι οἱ οἰκονομικοὶ συνεταιρισμοί.

§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινός.

§155Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰς ἀμοιβαίως δοθείσας ἐξηγήσεις μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ἡγουμένου τῆς πλειονοψηφίας τοῦ συνεδρίου τούτου, καὶ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς βεβαίως θὰ παρεῖλκε πᾶς περαιτέρω λόγος διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ τοποθέτησιν τοὐλάχιστον τῶν ζητημάτων· ἔχω ὅμως τὴν ἰδέαν ὅτι ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγονται μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα καταχωρίζονται εἰς τὰ Πρακτικά, δὲν ὀφείλομεν οἱ ἔχοντες ἀντιθέτους γνώμας σιγῇ νὰ παρερχώμεθα τὰ λεχθέντα. Τοῦτο λέγω ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ἀγόρευσιν ἐντίμου συναδέλφου, ὅστις εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι πρέπει ἡ διάταξις τοῦ βʹ ἐδαφίου ὡς λίαν φιλελευθέρα νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι τὸ συμφέρον τῆς ὁλότητος ὀφείλει νὰ προηγῆται καὶ πρέπει νὰ κύψῃ τὸ συμφέρον τῆς ἐλευθερίας τῶν σωματείων εἰς τὸ συμφέρον τῆς ὁλότητος.

§156Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω ὅτι μία διάταξις εἶναι περισσότερον φιλελευθέρα...

§157Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς ἤκουσα, κύριε Φωτήλα· ἀκούσατε τώρα καὶ σεῖς ἐμέ, χωρὶς νὰ διακόπτητε. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἐσφαλμένη, καὶ εἶναι περίεργον ὅτι εἰς τὰ 1911 εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν γνωστὰς καὶ τετριμμένας ἀληθείας. Ἀκριβῶς τὸ συμφέρον τῆς ὁλότητος δικαιολογεῖ τὴν ἄκραν φιλελευθερίαν εἰς τοὺς συλλόγους, διότι, ὡς παρατηροῦσιν οἱ ἱστορικοὶ καὶ οἱ φιλόσοφοι, ὅπως π.χ. ὁ Tocqueville dans les pays où les associations sont libres, les sociétés secrètes sont inconnus» εἰς τὰ Κράτη δηλαδή, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐλεύθεροι οἱ συνεταιρισμοί, οἱ μυστικοὶ συνεταιρισμοὶ εἶναι ἄγνωστοι, οἱ μυστικοὶ δὲ συνεταιρισμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσβάλλουσι τὰς Πολιτείας, ὄχι οἱ φανεροὶ οἱ ἔχοντες τὴν ἐλευθερίαν τῆς δράσεως. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω, διὰ νὰ μὴ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον τὸ λεχθέν.

§158ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ὑπάρχωσι φανεροὶ σύλλογοι ἔχοντες κρύφια διανοήματα;

§159Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τῶν διανοημάτων οὐκ ἔστι ποινή· ἂς ἔλθωσι νὰ δράσωσι καὶ τότε θὰ κριθῶσι καὶ θὰ τιμωρηθῶσι κατὰ τὰς πράξεις αὐτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προτεινομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τροποποίησιν, αὕτη ἐθεωρήθη σκόπιμος διὰ δύο λόγους· εἰσάγεται μία ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ δύο σκοπούς, ἕνα σκοπὸν πολιτικὸν καὶ ἕνα σκοπὸν κοινωνικόν. Καὶ τοῦ σκοποῦ μὲν τοῦ πολιτικοῦ, τὴν προστασίαν δηλαδὴ τῶν συνεταιρισμῶν ἀπὸ τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως, ὅπως διαλύωσιν αὐτόν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι δὲν κατέστη συνειδητὴ ἡ ἀνάγκη, καθότι δὲν ἐπιστοποιήθη ἕως σήμερον κατάχρησις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας πρὸς διάλυσιν συνεταιρισμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθανον ἢ μᾶλλον δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις ὅτι δυνατόν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ προτεινομένη συνταγματικὴ διάταξις, νὰ εὑρεθῶσιν ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ μέλλοντι, τὰ ὁποῖα νὰ διαλύσωσιν αὐθαιρέτως συλλόγους.

§160ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποτέ.

§161Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολίτευμα μᾶς προστατεύει κατὰ τῶν τοιούτων αὐθαιρεσιῶν· εἶναι ἀναντίρρητον. Ἀλλ’ ἀδύνατον δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἐξυπηρετεῖ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ ἕνα κοινωνικὸν σκοπόν, ἐννοεῖ δηλ. νὰ προστατεύσῃ τὴν μειονοψηφίαν τῶν μελῶν τοῦ συνεταιρισμοῦ κατὰ τῆς καταδυναστεύσεως ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας τῶν μελῶν τοῦ συνεταιρισμοῦ, τοῦτο δὲ παρετηρήθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν, ὅτι πολλάκις καὶ Καταστατικὰ κατεστρατηγήθησαν καὶ γνῶμαι τῶν μελῶν τῶν σωματείων δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν ὑπῆρχε κανὲν μέσον, ὅπως ἐπανέλθωσι τὰ σωματεῖα εἰς τὴν τροχιὰν τὴν διαγραφομένην ὑπὸ τῶν Καταστατικῶν των. Ὁ ἐκ Λαρίσης ἔντιμος συνάδελφος εἶπε: καὶ δὲν ἔχομεν τὴν ἀγωγήν, κατὰ τὸ σήμερον ἰσχῦον δίκαιον, τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐναγάγωσι καὶ ἐπὶ διαλύσει τοῦ σωματείου; Βεβαίως ἔχουσι τὰ μέλη τοῦ σωματείου ἀγωγὴν καὶ δύνανται νὰ ἐναγάγωσι τὸ σωματεῖον, ἀλλ’ ὑπὸ τὰς προϋποθέσεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου καὶ τῆς ἀστικῆς Δικονομίας, ἐδῶ δὲ δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὰ ἀστικὰ δικαιώματα τῶν μελῶν, ἀλλ’ εἰς τὰ δικαιώματα δημοσίου δικαίου, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἀπροστάτευτα σήμερον. Περὶ τῶν δικαιωμάτων τούτων ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἕνα κλασσικὸν συγγραφέα τοῦ δικαίου τοῦ συνεταιρισμοῦ, τὸν μέγαν Gierke, τὸν ὁποῖον ἔλαβον ἀπὸ τὴν Βιβλιοθήκην. Ἀκριβῶς τοῦτο λέγει ὁ Gierke, ὅτι τὰ δίκαια ταῦτα δὲν διεκδικοῦνται διὰ τῆς τακτικῆς διαδικασίας, οὔτε ὑπάρχει ἀγωγὴ πρὸς προστασίαν αὐτῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ προστατεύονται. Ἡ εἰσαγωγὴ διαδικασίας τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, ἀφοῦ ἡ προστασία διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τῶν ἐκτελεστικῶν ὀργάνων ἐν Ἑλλάδι δείκνυται ἐλλιπής, θὰ ἠδύνατο δὲ ἐνδεχομένως νὰ καταστῇ καὶ ἐπικίνδυνος, εἶναι βεβαίως ἐγγύησις διὰ τὰ μέλη τῶν σωματείων, τὰ ὁποῖα καταδυναστεύονται ὑπὸ μιᾶς πλειονοψηφίας ἢ τῶν ἀρχηγῶν τῶν σωματείων ἢ βλέπουσι τὰς διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ παραβιαζομένας καὶ δὲν ἔχουσι μέσον προσφυγῆς, διὰ νὰ διατηρηθῇ τὸ Καταστατικόν.

§162Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν ἐπιτρέπητε τὸ ἑξῆς.

§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπει διακοπάς.

§164Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς ἐπιτρέπω, διότι καὶ εἰς ἐμὲ ἐπετρέψατε.

§165Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τί ἐξασφαλίζεται ἡ προστασία τῶν δημοσίων δικαίων τῶν μελῶν τῶν σωματείων διὰ τῆς διατάξεως τῆς ἐπιτρεπούσης τὴν διάλυσιν τῶν σωματείων ὑπὸ Δικαστηρίων διοικητικῶν κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιτροπείας;

§166Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διότι ἡ διάταξις αὕτη, κύριοι συνάδελφοι, ὑποδεικνύει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅτι ὀφείλει νὰ θέσῃ νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ περιέχῃ κανονιστικὰς διατάξεις ῥυθμιζούσας καὶ τὴν σύστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν σωματείων, ἡ παράβασις δὲ τῶν διατάξεων τούτων θὰ δίδῃ δικαίωμα εἰς τὸ μέλος, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ὁποίου παρεβιάσθη ὁ νόμος, νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ ζητῇ κατὰ πρῶτον λόγον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων θὰ προΐδῃ ὁ νόμος, τὴν διάλυσιν τοῦ σωματείου, διάλυσιν δικαστικήν, ὄχι διοικητικήν, δυναμένην νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ κομματικῶν ἢ ἄλλων λόγων.

§167Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ἄνευ αὐτῆς τῆς ὑποδείξεως, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, ἠδύνατο ἀξιόλογα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ῥυθμίσῃ τὸν τρόπον.

§168Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν τὸ ἔκαμεν ἕως τώρα. Ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ, τῷ προστεθέντι εἰς τὸ ἄρθρ. 11, περιελάβομεν πάντας τοὺς συνεταιρισμούς, καὶ κατ’ ἐμὴν γνώμην βεβαίως τὸ ἐδάφιον τοῦτο πάντας τοὺς συνεταιρισμοὺς περιλαμβάνει. Ὁ ἐκ Λαρίσης ἔντιμος συνάδελφος εἶχε καὶ ἑτέραν παρατήρησιν. Λέγει ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄσκοπος, διότι διὰ τῆς διαλύσεως τοῦ συνεταιρισμοῦ δὲν ἐμποδίζομεν τὴν ἀνασύστασιν αὐτοῦ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος συγχέει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι πρὸς τὸν ὑπάρχοντα συνεταιρισμόν. Ἡ διάταξις ἔχει ταύτην τὴν σκοπιμότητα· διαλυομένου τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ ὑπὸ τὸ ὑπάρχον δίκαιον αἴρεται ἡ νομική του προσωπικότης, ἡ ὁποία εἶναι καὶ περιουσιακή, ἀλλὰ καὶ δημοσίας φύσεως. Ἡ κατάργησις λοιπὸν τῆς νομικῆς προσωπικότητος τοῦ συνεταιρισμοῦ τίθεται ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἡ ὑπὸ τοιαύτην δ’ ἐγγύησιν ἐνεργουμένη κατάργησις τῆς νομικῆς προσωπικότητος ἔχει σημασίαν, ἀνεξαρτήτως τοῦ δικαιώματος τῶν μελῶν τοῦ διαλυθέντος νομικοῦ προσώπου, ὅπως ἐκ νέου συνεταιρισθῶσιν. Ἐν γένει δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι, ὅταν τὸ ἄρθρον 11 εἰς τὸ 1ον ἐδάφιον ἐξασφαλίζῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, βεβαίως δὲν ἐξασφαλίζει εἰς αὐτοὺς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνιστᾷν νομικὸν πρόσωπον ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς ἀρχῆς. Τὸ ζήτημα ἐγεννήθη καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ οὕτως ἡρμηνεύθη τὸ ἄρθρον ἐν Βελγίῳ. Τὸ νομικὸν πρόσωπον δύναται ἡ Πολιτεία, ἐν τῷ συμφέροντι καὶ ἑαυτῆς καὶ τῆς κοινωνίας, νὰ τὸ ἐξαρτήσῃ ἐξ ὅρων καὶ προϋποθέσεων, καλλίτεροι δὲ ὅροι καὶ προϋποθέσεις δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ἔγκρισις καὶ ἡ ἄδεια τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ ἡ νομοθετικὴ ῥύθμισις. Δύναται προσέτι ἡ Πολιτεία καὶ νὰ διαλύσῃ τὸ νομικὸν πρόσωπον μετὰ συνεπειῶν. Ἐὰν διαλυθῇ ὁ συνεταιρισμὸς κατ’ ἀκολουθίαν τοῦ εἰσαγομένου δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου, βεβαίως θὰ δύνανται νὰ συνέλθωσιν ἐκ τῶν μελῶν του ὅσα θέλουσιν ἐκ νέου, ἀλλὰ νομικὴν προσωπικότητα δὲν θὰ ἔχῃ ὁ διαλυθεὶς σύλλογος, ἡ δὲ περιουσία του κατὰ τοὺς κανόνας τῆς διαδοχῆς τῶν θνησκόντων νομικῶν προσώπων θὰ περιέρχηται ὅπου ὁ νόμος ὁρίζει. Βεβαίως ἡ διάταξις δὲν φαίνεται τόσον φιλελευθέρα, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ δηλώσωμεν τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ ἐργατικὸν κόμμα, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴμεθα γνωστοὶ καὶ διὰ τὴν ἰδιαιτέραν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν συμπάθειάν μας εἰς τοὺς ἀγῶνάς μας ὑπὲρ τῆς ἐργατικῆς κινήσεως, πονοῦμεν περισσότερον παντὸς ἄλλου διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐγκατάλειψιν τῆς κινήσεως ταύτης, τῆς κατ’ ἀνάγκην συλλογικῆς, ἀνοργανώτου. Ἡμεῖς περισσότερον παντὸς ἄλλου πονοῦμεν διὰ τὴν ἔλλειψιν νομοθετικῆς ὀργανώσεως τῶν ἐργατικῶν συλλόγων· καὶ θέλομεν τὴν ἐργατικὴν κίνησιν νὰ προβῇ ὄχι ἐν ἀναρχίᾳ, ἀλλὰ ὠργανωμένη καὶ νομοθετικῶς συγκεκρατημένη.

§169Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἤθελον νὰ μάθω τὸ ἑξῆς, ἀφοῦ εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι νὰ αἴρῃ τὴν ἔγκρισιν, ἡ ἄρσις τῆς ἐγκρίσεως δὲν ἀποτελεῖ διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ; Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν, ὅπως ἡ αὐτὴ ἀρχή, ἡ ὁποία θὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἐγκρίσεως, νὰ κανονίζῃ καὶ τὰ τῆς διαλύσεως.

§170Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διατί σᾶς φαίνεται παράδοξον τὸ πρᾶγμα; Μήπως ὁ Βασιλεὺς δὲν διορίζει τὸν δικαστήν, ἀλλ’ οὗτος ἅπαξ διορισθεὶς παύεται διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως; Καὶ διατί ὁμιλεῖτε περὶ ἀδείας; Παρ’ ἡμῖν μόνον διὰ τὰς ἀνωνύμους ἐμπορικὰς ἑταιρείας ἀπαιτεῖται ἄδεια, διότι ἀκολουθεῖ ὁ Ἐμπορικὸς νόμος σύστημα τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδεμίαν ἄλλην νομοθεσίαν. Καὶ ἐλπίζω ὅτι, ἂν ἀναθεωρηθῇ ὁ Ἐμπορικός μας νόμος, θέλουσι κανονισθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου οἱ ὅροι τῆς συστάσεως τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ὥστε οὔτε δι’ αὐτὰς νὰ μὴ ἀπαιτῆται ἔγκρισις.

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.

§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν.

§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πόσοι εἶναι ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι;

§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕξ.

§175ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς διακόψωμεν διὰ τὰς 10.

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10ην μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.

§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.

§178ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφοῦ τέλος πάντων, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συνεδρίασις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐπιβεβλημένον εἶναι καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11. Τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι σοβαρόν, εἶναι πολυσχιδές, εἶναι ὑφῆς λεπτοτάτης. Εἶναι ἀνάγκη τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 νὰ τὴν ἐξετάσωμεν καὶ ἱστορικῶς ἐν τῇ ἐσωτερικῇ αὐτῆς ἐννοίᾳ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σκοπιμότητος αὐτῆς. Πρὸ τούτου ἔχω ἀνάγκην, κύριοι συνάδελφοι, νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως μοῦ ἀκούσητε μετὰ πάσης ἐπιεικείας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης ὑπομονῆς, τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς πάντα ἐξ ὑμῶν διακοπήν. Ἀλλὰ πρὸ τούτου παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε τὴν συνέχειαν τοῦ λόγου ἄνευ διακοπῆς. Τὸ ἄρθρον 11 κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν». Τρεῖς εἶναι αἱ ἔννοιαι αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο· πρῶτον ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρισμοῦ, δεύτερον ἡ ἔννοια, ὅτι δέον νὰ τηρῶνται οἱ νόμοι, τρίτον ἡ ἔννοια ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ὑπάγεται εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν. Ἀνάγκη εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς μίαν τὰς τρεῖς ταύτας ἐννοίας. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρισμοῦ πρῶτον ἐν γένει καὶ δεύτερον ἐν τῷ ἄρθρῳ 11; Ἐν γένει ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρισμοῦ εἶναι ἐν τῇ ἑνώσει πλειόνων πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἑνὸς σκοποῦ. Αἱ ἑνώσεις αὗται τῶν πλειόνων προσώπων τῶν ἐπιδιωκόντων ἕνα σκοπὸν κυριώτατα πάλιν διαιροῦνται εἰς δύο, εἰς τὰς ἑνώσεις ἐκείνας, αἵτινες δὲν ὑπάρχουσιν ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων, καὶ εἰς τὰς ἑνώσεις ἐκείνας, αἵτινες νοοῦνται ἐν τῇ ἑνώσει ὡς ἀνεξάρτητοι τῶν προσώπων. Ἔχετε μίαν ἐμπορικὴν ἑταιρείαν ὁμόρρυθμον, ὅπως λέγει τὸ Ἐμπορικὸν δίκαιον. Ἡ ἑταιρεία ἐκείνη δὲν νοεῖται ἀνεξάρτητος πρὸς τὰ πρόσωπα· πᾶσα πρᾶξις τῆς ἑταιρείας ἐκείνης εὐθύνει τὰ πρόσωπα κατὰ πάντα τρόπον, καὶ ποινικῶς καὶ ἀστικῶς. Ἔχετε μίαν ἄλλην, τὴν καλουμένην ἀνώνυμον ἑταιρείαν. Ἐν τῇ ἑνώσει ἐκείνῃ ἔχετέ τι ἀνεξάρτητον τῶν προσώπων ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως, διότι πᾶσα πρᾶξις ἀξιόποινος τῆς ἑταιρείας ἐκείνης εὐθύνει τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ περιουσιακῶς δὲν εὐθύνονται τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ μόνον τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρείας ἐκείνης. Αὐτὴ εἶναι γενικώτατα ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρισμοῦ, ὡς, τὸ γε νῦν ἔχον, ἐνώπιον ὑμῶν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δέον νὰ τεθῇ ἡ ἔννοια αὕτη. Εἰδικώτερον αἱ ἑνώσεις αὗται εἶναι σύλλογοι πολιτικοί, σύλλογοι ἐπιδιώκοντες σκοποὺς ἐπιστημονικούς, σκοποὺς φιλανθρωπικούς, σύλλογοι ἐπαγγελματικοί, ὡς εἶναι αἱ συντεχνίαι, ἑταιρεῖαι ἐμπορικαί, ἑταιρεῖαι τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Ἐξετάσωμεν ἤδη· ἡ ἔννοια ἡ περιλαμβανομένη εἰς τὸ ἄρθρον 11 ἐν τῇ φράσει «δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι» περιλαμβάνει πάσας τὰς ἑνώσεις ἢ περιλαμβάνει ὡρισμένας ἑνώσεις; Ἀνεπτύχθη ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι οἱ συντάσσοντες κατὰ τὸ 1864 τὸ ἄρθρον 11 δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὰς ἐπαγγελματικὰς ἑνώσεις, τὰς ἑνώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς σήμερον ἐν Ἑλλάδι δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ἐντελέστερον, ἐὰν τὰς ὀνομάσωμεν συντεχνίας, καὶ μάλιστα ὡμολογήθη ὀρθῶς, ὅτι οἱ συντάσσοντες τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο ἠγνόουν τὰς ἑνώσεις. Καὶ ἱστορικῶς ἀποδεικνύεται τοῦτο· διότι οἱ συντάσσοντες, Κύριοι, τὰ Συντάγματα ἡμῶν τοῦ 1844 καὶ 1864 ἐνεπνέοντο κυριώτατα ἐκ τῶν ἰδεῶν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ἡ ὁποία ἐπανάστασις εἶχεν ἐκραγῆ τότε ὅπως καταστρέψῃ καὶ πολιτικῶς καὶ κοινωνικῶς τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ μεσαίωνος ἐν Εὐρώπῃ, κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς οἱ πολῖται δὲν ἐπροστατεύοντο ἐπαρκῶς ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὴν ἀσφάλειαν αὑτῶν εὕρισκον ὑπὸ τὸ Κράτος ἑνὸς τιμαριούχου· ὅτε δὲ συνέβαινε νὰ ἐξέλθωσι τοῦ Κράτους ἑνὸς τιμαριούχου—καὶ κυρίως συνέβαινε τοῦτο, ὅτε ἐξήρχοντο τοῦ ἀγροτικοῦ βίου—, εὑρίσκοντο ἐντελῶς ἀπροστάτευτοι καὶ ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην συνεταιρισμῶν, διὰ νὰ προστατεύωσιν ἑαυτοὺς καὶ νὰ ἀμύνωνται κατὰ πάσης ἐξωτερικῆς προσβολῆς καὶ νὰ προστατεύωσι τὰ συμφέροντα ἀλλήλων· ἀλλὰ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον προαγόμεναι αἱ συντεχνίαι ἐκεῖναι ἀπετέλεσαν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ἕνα δημόσιον κίνδυνον, διότι τόσον πολὺ εἰς ἑαυτὰς ἀφωσιώθησαν αἱ ἑνώσεις ἐκεῖναι, ὥστε ἀπετέλεσαν χωριστοὺς τοῦ συνόλου τῆς κοινωνίας συλλόγους καὶ συνησθάνθησαν ἴδια συμφέροντα, τὰ ὁποῖα δὲν συνεβιβάζοντο κατὰ πᾶσαν περίστασιν πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ συνόλου. Τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, λέγω, ἦλθε καὶ διέλυσεν ἡ Γαλλικὴ ἐπανάστασις, ἐκ τῶν ἰδεῶν τῆς ὁποίας ἐμπνεόμενοι οἱ συντάκται τῶν ἡμετέρων Συνταγμάτων βεβαίως δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τοιαύτας ἑνώσεις. Ἀλλ’ ἀκριβῶς κατὰ τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς συνετάσσετο τὸ Σύνταγμα ἡμῶν τοῦ 1864, ἤρχισαν ἐπικρατοῦσαι ἐν Εὐρώπῃ αἱ ἰδέαι αἱ σοσιαλιστικαί, ἀκριβῶς πάλιν ἕνεκα τοῦ λόγου ὅτι οἱ πολῖται, οἱ ἐπαγγελματίαι οἱ διάφοροι, οἱ ἐργάται ἰδιαίτατα, δὲν ᾐσθάνοντο ἐπαρκῆ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα, ἐν Εὐρώπῃ τοὐλάχιστον, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν οἱ τοιοῦτοι συνεταιρισμοὶ ἔχουσι προαχθῆ εἰς ἀκμήν, ἀλλὰ καὶ εἰς σπουδαιοτάτην συναίσθησιν ἰδίων δικαιωμάτων. Τοιαῦται ἀντιλήψεις ἤρξαντο ἐπικρατοῦσαι ἱκανῶς καὶ παρ’ ἡμῖν. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἀναπτυχθεῖσαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπίσης διὰ τῆς φράσεως «δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι» δὲν περιεῖχε καὶ ἔννοιαν, καθ’ ἣν ἐκανονίζετο ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ὁ καταρτισμὸς ἄλλων ἑνώσεων, ἑνώσεων ἐμπορικῶν, διότι, ἐὰν περιεῖχε τοιαύτην ἔννοιαν, δὲν θὰ ἀπῃτεῖτο καὶ ἔκτοτε ἡ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἔγκρισις τῆς συστάσεως τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι ἡ ἔγκρισις εἶναί τι διάφορον τῆς ἀδείας. Νομικῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὡς διάφορόν τι ἡ ἔγκρισις τῆς ἀδείας, ἀλλ’ ἐνώπιον πολιτικοῦ Σώματος νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον. Εἶναι βραχὺς ὁ χρόνος, ὅστις μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένος, καὶ ἡ ὥρα ἀκατάλληλος νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Πρακτικώτερον ὅμως θὰ τὸ ἐξετάσω. Τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῇ εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν». Ἐὰν ἡ ἔγκρισις ἦτο διάφορόν τι τῆς ἀδείας, τότε λαμβάνει ὑπόστασιν τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 11, ὁ συνεταιρισμὸς τουτέστι, καὶ κατόπιν ἐπέρχεται ἡ ἔγκρισις; λαμβάνει ὑπόστασιν ἄνευ ἀδείας; ὑπάρχει τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο; πῶς ὑπάρχει; κατὰ ποῖον τρόπον; Ἐὰν ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις. Καὶ ἐὰν ἡ ἔγκρισις εἶναι διάφορον τῆς ἀδείας, τότε κατόπιν τῆς ἐγκρίσεως ἔχει τὰ αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, ὥστε νὰ εἶναί τι ἀνάξιον λόγου καὶ ἀνάξιον πάσης προσοχῆς ἡ ἔγκρισις; ἢ μεταβάλλει ὑπόστασιν; Τότε ἄλλο εἶναι τὸ πρόσωπον τὸ πρὸ τῆς ἐγκρίσεως καὶ ἄλλο τὸ μετὰ τὴν ἔγκρισιν; Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἄλλο ἡ ἄδεια καὶ ἄλλο ἡ ἔγκρισις. Ἡ ἔγκρισις εἶναι ἡ ἄδεια ἀπό τινος χρόνου, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ. Εἶπον πάντα ταῦτα, Κύριοι, διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον εἶναι σκόπιμον εἰς τὴν διάταξιν ταύτην νὰ δώσωμεν σήμερον εὐρυτέραν ἔννοιαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχε πρότερον. Ὡμολογήθη, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι μέχρι τοῦ νῦν ἡ διάταξις ἐνόει συνεταιρισμοὺς πολιτικοὺς συλλόγους μόνον, δὲν ἐνόει ἐπαγγελματικοὺς συνεταιρισμούς, διότι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τοῦ 1864 ἠγνόει αὐτούς· δὲν ἐνόει συνεταιρισμοὺς ἐμπορικούς, διότι ἄφησεν αὐτοὺς κανονιζομένους κατὰ τοὺς νόμους τοὺς κειμένους, τοὺς συνήθεις νόμους, τοὺς νόμους τοὺς ἀστικούς, τοὺς νόμους τοὺς ἐμπορικούς. Καὶ πῶς ἐκανόνισε τοὺς συλλόγους ἐκείνους ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τοῦ 1864; Ἕνα καὶ μόνον ἔθηκε περιορισμόν. Εἶπε «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Ποία ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους»; Εἶναι ἡ ἔννοια ὅτι ἐκ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τῶν συνεταιρισμῶν ἐκείνων; εἶναι ἡ ἔννοια ὅτι ἐκ τῆς μὴ τηρήσεως τῶν νόμων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις τῶν συνεταιρισμῶν ἐκείνων; Ὄχι, Κύριοι. Ἐντελῶς ὄχι, Κύριοι. Τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνεταιρίζωνται· τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους οἱ Ἕλληνες πολῖται, λέγει τὸ ἄρθρον 9, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται ἐγγράφως εἰς τὰς Ἀρχάς· εἰς τὸ ἄρθρον 10, ὅπου κανονίζεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, δὲν λέγεται «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», ἀλλὰ λέγεται ὅμως «ἡσύχως καὶ ἀόπλως», καὶ ἀφοῦ συνέρχονται «ἡσύχως καὶ ἀόπλως», δὲν πρόκειται βεβαίως παρὰ νὰ λαλήσωσι, καὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λαλήσωσι κατὰ τὸ ἄρθρον 14 προφορικῶς, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Τί σημαίνει ἡ ἔκφρασις «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» εἰς πάντα τὰ ἄρθρα ταῦτα; Σημαίνει ὅτι δὲν δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι, διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συνερχώμεθα, διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συνεταιριζώμεθα, διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφερώμεθα, ἐκ τούτου ἕπεται ὅτι δυνάμεθα νὰ παραβαίνωμεν τοὺς νόμους καὶ νὰ εἴπωμεν ἀκολούθως, ὅτι, ὅ,τι ἂν ἐπράξαμεν, δὲν τὸ ἐπράξαμεν ὡς συνεταιρισμοί, τὸ ἐπράξαμεν ὡς συνελθόντες ἐν δικαιώματι, τὸ ἐπράξαμεν ὡς ἀναφερθέντες ἐν δικαιώματι. Ταύτην τὴν ἔννοιαν ἔχει, διότι εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἐκ τοῦ νόμου ὑπάρχει ὁ συνεταιρισμός, ὑπάρχει κατὰ δικαίωμα ὁ συνεταιρισμός, καὶ ὁ συνεταιρισμὸς εἶναί τι ἀνεξάρτητον τῶν προσώπων. Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐκ τῶν συνεταιριζομένων, ὅτι, ἐὰν ἔπραξά τι, δὲν τὸ ἔπραξα ὡς ἄτομον, δὲν εἶναι πρᾶξις ἐμή, εἶναι πρᾶξις τοῦ συνεταιρισμοῦ, εἶναι πρᾶξις τοῦ νομικοῦ προσώπου. Ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν ἀπορρέει τὸ ἀνέγκλητον ἀπέναντι τοῦ νόμου. Ταύτην τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἔκφρασις «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Τὰ πρόσωπα, μολονότι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνεταιρίζωνται, δὲν δύνανται νὰ ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν τοῦ δικαιώματος ἐκείνου καὶ νὰ εἴπωσι «τί ἐγκαλεῖτε ἡμᾶς, δι’ ὅ,τι ἂν εἴπωμεν ἐν τῷ συλλόγῳ, δι’ ὅ,τι ἂν ἀπεφασίσαμεν; Συνεκλήθημεν, συνεζητήσαμεν καὶ ἀπεφασίσαμεν κατὰ δικαίωμα ἀπορρέον ἐκ τοῦ Συντάγματος». Δὲν δύναται ὁ ἀνήκων εἰς τὸν σύλλογον νὰ εἴπῃ, ὡς ὁ Βουλευτής, ἔχω τὴν ἀσυλίαν. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ἡ ἔκφρασις «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», ὅτι ἐκ τῆς τηρήσεως ἢ μὴ τῆς διατάξεως ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις ἢ ἡ μὴ ὕπαρξις τοῦ συνεταιρισμοῦ, διότι, ἐὰν ἐδίδετο τοιαύτη ἔννοια, ὅτι ἐκ τῆς διατάξεως ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις ἢ ἡ μὴ ὕπαρξις τοῦ συνδέσμου, θὰ κατελήγετε νὰ θεωρήσητε τὴν διάταξιν ὁλόκληρον τοῦ ἄρθρου 11 ὡς τραγελαφικήν. Παρακολουθήσατέ με, παρακαλῶ. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 11; Λέγει ὅτι ὁ σύλλογος ὑπάρχει χωρὶς νὰ ἐρωτᾷ τινα, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾷ τὴν σύστασιν, τὴν ὕπαρξίν του ἐκ τῆς ἀδείας τινός. Ἀφοῦ ὁ σύλλογος γεννᾶται, ὑφίσταται, δρᾷ, προοδεύει, χωρὶς νὰ ἐρωτᾷ τινα, χωρὶς νὰ ζητῇ τὴν ἄδειάν τινος, πῶς θὰ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα, χωρὶς νὰ δημιουργῇ αὐτόν, νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτόν, καταλύω τὴν ὕπαρξίν σου; Ἀλλά, καὶ ἂν εὑρίσκετό τις καὶ ἔλεγε: καταλύω τὴν ὕπαρξίν σου τὴν ἑνδεκάτην παρὰ δέκα, ποῖος θὰ ἀπηγόρευε τὴν ἑνδεκάτην παρὰ ἐννέα λεπτὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸν πρώην σύλλογον, ἀφοῦ δὲν ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τοῦ συλλόγου ἐκ τῆς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εἴπωσιν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ αὖθις; Θὰ ἦτο λοιπὸν τραγελαφικόν, ἂν εἰς τὴν ἔκφρασιν «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» ἐδίδομεν τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ἀλλὰ τοιαύτης οὔσης τῆς ἐκφράσεως «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ἄρθρον 11 περιλαμβάνει καὶ ἐπαγγελματικὸν συνεταιρισμόν, περιλαμβάνει καὶ ἀνώνυμον ἑταιρείαν, περιλαμβάνει καὶ ὁμόρρυθμον ἑταιρείαν, περιλαμβάνει πᾶσαν τοιαύτην ἕνωσιν τοῦ δημοσίου καὶ ἰδιωτικοῦ δικαίου; Βεβαιότατα ὄχι. Καὶ διατί ἠθέλησεν ὁ συντακτικὸς νόμος τοῦ 1864 νὰ θέσῃ διάταξιν προστατεύουσαν μόνον τοὺς συνεταιρισμούς, οἵτινες εἰδικώτερον καλοῦνται πολιτικοὶ σύλλογοι; Διότι ἑπόμενον ἦτο μόνον τοιοῦτοι σύλλογοι νὰ ἔλθωσιν εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸ ὑπάρχον πολιτικὸν καθεστώς, μόνον τοιοῦτοι σύλλογοι εἶχον ἀνάγκην προστασίας ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἴπομεν, ὅτι τοὺς ἐπαγγελματικοὺς συλλόγους τοὺς ἠγνόει ὁ νόμος ἐκεῖνος, δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπετίθετο κατ’ αὐτῶν καὶ κατὰ σύστημα, ὥστε νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ προστατευθῶσιν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως συνεταιρισμοὶ ἐμπορικοί, συνεταιρισμοὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Ποῖος ὑπῆρξε λόγος, ποία παρουσιάζεται ἀνάγκη ἐμπορικῶν συνεταιρισμῶν, νὰ προστατευθῶσι καταντικρὺ τῆς Κυβερνήσεως; Μόνον πολιτικοὶ σύλλογοι ἦτο ἀνάγκη νὰ προστατευθῶσι καταντικρὺ τοῦ κυβερνητικοῦ καθεστῶτος. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ὁ νόμος δικαιοῦται νὰ κανονίσῃ τοὺς ὅρους τῆς συστάσεως καὶ τῆς λειτουργίας τῶν συνεταιρισμῶν, δηλαδὴ νὰ καθορίσῃ ὁ νόμος τοὺς ὅρους, καθ’ οὓς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ ἡ ὕπαρξις ἑνὸς συνεταιρισμοῦ. Ἐὰν τοῦτο λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὴν γνώμην περὶ τοῦ ἄρθρου 11, ὅτι δὲν περιλαμβάνει συνεταιρισμὸν ἐμπορικόν, συνεταιρισμὸν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου 11 περιλαμβάνονται παντὸς εἴδους συνεταιρισμοί, καὶ ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς διάταξις, ἡ περιλαμβανομένη εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου «συνεταιρισμός τις δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων, εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως». Τὴν ἀπόφασιν, λέγουσι, τῆς διαλύσεως, ὑποθέτω, στενοχωρηθέντες ἀπόψε, θὰ ἐκδίδῃ σῶμά τι ἔχον δικαστικὴν τὴν ὑπόστασιν, δικαστικὴν τὴν μορφήν, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ εἶναι τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δυνατὸν νὰ εἶναι Δικαστήριον δικάζον τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου 11 ὑπάρχωσιν ὅλων τῶν εἰδῶν συνεταιρισμοί, ἐὰν τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφαίνηται περὶ διαλύσεως, θὰ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ ὑποθέσεις, τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο θὰ κρίνῃ καὶ περὶ διαλύσεως ἀνωνύμων καὶ ὁμορρύθμων ἑταιρειῶν; Τότε δὲν μεταθέτομεν εἰς τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δικάζωσι τὰ κοινὰ Δικαστήρια;

§179Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις λέγει ὅτι δὲν περιλαμβάνονται. Ῥητῶς λέγει· «οὐδαμῶς ἀφορᾷ καὶ εἰς τοὺς ὅρους τῆς ὑπάρξεως τῶν νομικῶν προσώπων καὶ τοὺς διέποντας ταῦτα κανόνας, οἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου».

§180Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν λέγει αὐτό. Μάλιστα σᾶς ὑπενθυμίζω καὶ τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐγένετο ψηφοφορία, καὶ ἀπορῶ, πῶς ἡ ἔκθεσις δὲν περιλαμβάνει τρόπον τινὰ τὸ Πρακτικὸν τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ψηφοφορησάντων ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς γνώμης, διότι ἡ πλειονοψηφία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀπεφάνθη, ὅτι περιλαμβάνονται ἐν τῇ διατάξει παντὸς εἴδους συνεταιρισμοί.

§181Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.

§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς ἐξακολουθήσῃ.

§184Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λέγει «ἑτέρωθεν». Δεχόμενοι, λέγω, ὅτι περὶ τῆς διαλύσεως τῶν συνεταιρισμῶν θὰ ἀποφαίνηται Δικαστήριον, ὅπερ θὰ δικάζῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου δὲν περιλαμβάνεται συνεταιρισμὸς παντὸς εἴδους. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ εἴπω καὶ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου συνεταιρισμοὶ ἐπιστημονικοί. Ἀλλὰ προκειμένου, Κύριοι, περὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν θὰ εἶχον δισταγμόν, διότι οἱ ἐπαγγελματικοὶ συνεταιρισμοὶ προήχθησαν προβαίνοντος τοῦ σοσιαλισμοῦ. Ἐσκέφθησαν ὀρθῶς οἱ σοσιαλισταί, ὅτι ὑπάρχει ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργατῶν, οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐπιδρῶσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, οἱ κεφαλαιοῦχοι ἔχουσι μέσα πολλὰ καὶ μεγάλα, καὶ εἶπον οἱ σοσιαλισταί· «πῶς θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀμυνθῶμεν κατ’ αὐτῶν;». Συνιστῶντες τοὺς ἐργάτας εἰς συνεταιρισμούς, ἀναπτύσσοντες τὸ αἴσθημα τοῦ κοινοῦ συμφέροντος εἰς τοὺς ἐργάτας, συγκεντροῦντες αὐτοὺς διὰ τῆς ἀλληλοβοηθείας καὶ ἀλληλοϋποστηρίξεως καὶ ἀντιτάσσοντες κατὰ τῶν κεφαλαίων τοὺς συναισθανομένους κοινότητα συμφερόντων. Καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐτελέσθησαν πολλαὶ πρόοδοι, ἐξυπηρετήθησαν σπουδαιότατα συμφέροντα καὶ ἐπολεμήθησαν πολλαὶ ἀδικίαι καὶ καταχρήσεις. Ἀλλὰ δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐγένοντο καὶ πολλαὶ παρεκτροπαί. Τὰ ζητήματα ταῦτα, ὡς γνωρίζετε πάντες, εἶναι μεγάλα, συνεζητήθησαν λεπτομερέστατα ἀλλαχοῦ, καί, ἂς ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ καταλήξωσιν εἰς συμφιλίωσιν γενικὴν τῆς κοινωνίας μίαν ἡμέραν, ὥστε νὰ πληρωθῇ ἡ εὐχὴ ὅλων ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ ἴδωσι τὴν ἀνθρωπότητα μίαν ποίμνην ὑπὸ ἕνα ποιμένα. Ἀλλ’ αἱ ἰδέαι αὗται, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπιθυμηταί, εἰσῆλθον εἰς τὸ νεώτερον πνεῦμα ὁλοκλήρως, καί, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, ὁ σοσιαλισμὸς ὑπάρχει σήμερον ἐκ τῆς κτηθείσης οὕτως εἰπεῖν ταχύτητος, διότι ὑπῆρξε κατὰ κόμμα. Νομίζω ὅτι ἤρχισε νὰ ἐπικρατῇ ἓν πνεῦμα, τὸ πνεῦμα τὸ νεώτερον, τὸ ὁποῖον ἐν ἱκανῷ μέτρῳ προῆλθε καὶ ἐκ τοῦ σοσιαλισμοῦ, καθόσον ἐν τούτῳ ἦτο δυνατὸν οὗτος νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, ἐὰν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη μου, τίνα λόγον ἔχει ὁ σοσιαλισμὸς παρ’ ἡμῖν ὡς αἵρεσις, ὡς κόμμα; Διατί νὰ δεχθῶμεν τὸν σοσιαλισμὸν ὡς κόμμα καὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν τὸ πνεῦμα τὸ νεώτερον, τὸ πνεῦμα τὸ γενικὸν τῆς προόδου;

§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, ἐδέχθη τὴν παράτασιν τῆς ἀγορεύσεως μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ταχέως θὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα. Βλέπω ὅμως τώρα, ὅτι ἐξῆλθε τοῦ θέματός του, διότι ὁμιλεῖ περὶ σοσιαλισμοῦ.

§186Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καθὼς πάντοτε δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἐννοήσωμεν ἀλλήλους, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἐννοούμεθα, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὸ τέρμα τῆς ἀγορεύσεώς μου. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πάντοτε βιάζεσθε εἰς τὰς ἀντιλήψεις σας, καὶ διὰ τοῦτο συμβαίνει συχνὰ νὰ ὑποπίπτητε εἰς σφάλματα. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι τὸ νεώτερον πνεῦμα ὄχι, πρέπει νὰ κρατήσῃ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἤρχισε νὰ κρατῇ, καὶ ἑπομένως ἐγὼ δὲν φοβοῦμαι παντάπασιν, εἴτε ὅτι τὸ πνεῦμα τὸ σοσιαλιστικὸν θὰ φθάσῃ εἰς παρεκτροπὰς παρ’ ἡμῖν, εἴτε ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ κρατοῦντος καθεστῶτος θὰ πολεμήσῃ τὰς νεωτέρας ἰδέας καὶ γνώμας. Ἔχω ἐλπίδα, ἢ μᾶλλον πᾶσαν πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν ἔχουσι νὰ φοβηθῶσι συνεργατικοὶ συνεταιρισμοὶ ἐκ τῆς Κυβερνήσεως Κράτους φιλελευθέρου, ὡς τὸ ἡμέτερον, ἐκ τῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν θὰ καταρτίσῃ τὸ Κοινοβούλιον ἡμῶν. Ἔχω πᾶσαν πεποίθησιν, ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν θὰ εἶναι φιλελευθέρα, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς φιλελευθέρως καὶ φιλανθρώπως θὰ ἐφαρμόζηται ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη συνταγματικῆς ἐγγυήσεως. Νὰ ἀφήσωμεν τὴν ῥύθμισιν τῶν μόλις ἀναφυομένων παρ’ ἡμῖν συνεταιρισμῶν τούτων, τῶν μόλις πρὸ μικροῦ, θέλω νὰ εἴπω, διαμορφουμένων, εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ διαγράψωμεν ἑπομένως τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου, ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι, ἐὰν δὲν διαγράψωμεν αὐτήν, ἄγει εἰς τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἶπον προηγουμένως, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι δικάζει Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον δικάζει ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ Δικαστηρίων, αὐτὰ βεβαίως πρέπει νὰ διαλύωσι τὰς ἀνωνύμους καὶ τὰς ἄλλας ἐμπορικὰς ἑταιρείας, ἀλλ’ εἶναί τι τερατῶδες καὶ ἐκτροπώτατον νὰ ἐξαρτήσωμεν ἀπὸ τῶν Δικαστηρίων τὴν ὕπαρξιν πολιτικῶν συλλόγων. Αὐτὸ εἶναι αὐτόχρημα ἀναχρονισμὸς ἀνελευθερώτατος, δεσμὰ διὰ τὴν πολιτικὴν πρόοδον τοῦ τόπου.

§187Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν ἀποδέχομαι, κύριοι Βουλευταί, ὅλας τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. προαγορεύσας· οὐχ ἧττον ὅμως συμφωνῶ εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτοῦ. Κρίνω δηλαδὴ καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ προσθήκη, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 11, ἠδύνατο καὶ νὰ μὴ τεθῇ. Καὶ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζω τοῦτο, εἶναι ὅτι ἡ μέχρι σήμερον πρακτικὴ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ οὐδένα κίνδυνον ἐπαρουσίασεν, οὐδὲν ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου διάταξις, ἡ ὁποία μὲ τὴν διαδικασίαν τῆς διαλύσεως τῶν συνεταιρισμῶν, οὓς εἰσάγει, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ, ὅτι καθιστᾷ προβληματικὴν τὴν ἐγγύησιν τοῦ πρώτου μέρους τοῦ ἄρθρου, ἤτοι τὸ ὅτι δὲν χρειάζεται προηγουμένη ἄδεια διὰ τοὺς συνεταιρισμούς. Ἅμα τεθῶσι περιορισμοὶ περιττοί, ἀπειλοῦντες τὴν ἐνέργειαν, τὴν δρᾶσιν τῶν ἑνώσεων αὐτῶν, πρὸς τί ἡ μὴ προηγουμένη ἄδεια; Ποῦ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συνεταιρίζωνται οἱ πολῖται ἄνευ ἀδείας, ὅταν μετὰ δέους θὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν ποινὴν τῆς διαλύσεως; Καὶ φοβοῦμαι πολὺ ὅτι θὰ ματαιωθῇ, ὅταν μάλιστα ἐνδέχηται καὶ εἰς διοικητικὸν Δικαστήριον νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ νὰ κρίνῃ τὰς περιπτώσεις τὰς ἐπιβαλλούσας τὴν διάλυσιν διὰ παραβάσεις τοῦ νόμου. Ἀναγιγνώσκω δ’ ἐνταῦθα δυνάμει τοῦ νόμου. Ποῖος εἶναι ὁ νόμος αὐτός;

§188Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι λάθος. Εἰς τὴν ἔκθεσιν εἶναι τῶν νόμων.

§189Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Οὐχ ἧττον ἐρρήθη ἐνταῦθα ὅτι πρόκειται περὶ εἰδικοῦ νόμου, ὅστις θὰ κανονίσῃ τὰς περιστάσεις, πῶς καταρτίζονται οἱ σύλλογοι καὶ τὰ Καταστατικά των καὶ ποῖαι παραβάσεις τοῦ Καταστατικοῦ ἐκφέρουσι διάλυσιν, ὡς καὶ τὴν διαδικασίαν, καθ’ ἣν θὰ διαλύηται ὁ σύλλογος, καὶ τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίζῃ. Ὁ συνεταιρισμός, Κύριοι, αἱ ἑνώσεις ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον, ἰδίως δὲ αἱ ἐπαγγελματικαί, καθόσον καὶ αὐτὰς θὰ συμπεριλάβῃ τὸ ἄρθρον καὶ τὰς ἐπαγγελματικὰς ἑνώσεις, οὐ μόνον οὐδὲν κακὸν παρήγαγον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἡ ἱστορία των, ἡ ζωὴ τῶν μέχρι τοῦδε ἐδίδαξε τὸ ἑξῆς, ὅτι δηλ. διὰ τῶν ἑνώσεων αὐτῶν τῶν ἐπαγγελματικῶν, διὰ τοῦ συσχετισμοῦ τῶν πολιτῶν, τῆς ἐπικοινωνίας τῶν ἰδεῶν ἀνεπτύχθη ἐσχάτως πνεῦμα πολιτικόν, πνεῦμα πολίτου, πνεῦμα φροντίδας περὶ τῶν κοινῶν, ἄνω τῶν ταπεινῶν ἐκείνων κομματικῶν ἑνώσεων, μία ἀντίληψις ἑνὶ λόγῳ τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτῶν τὴν ἀληθῆ, ἤτοι τὴν τῆς πραγματώσεως τῶν δικαιωμάτων ὄχι τῆς ξηρᾶς ἀναγραφῆς των ἐν τῷ Συντάγματι. Διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἀρκετὰ ἐβουκολίσθημεν μὲ τὰς κενὰς λέξεις περὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων· ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν εἴχομεν καὶ πολιτικὰ δικαιώματα. Ἐρωτῶ ὑμᾶς εἰς τί ὀφείλεται ἡ ἀθλία κατάστασις, εἰς ἣν περιήλθομεν καὶ ἣν θέλομεν νὰ διορθώσωμεν, ἢ εἰς τὸ ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἦσαν ἰδανικὰ καὶ οὐδεὶς εἶχε συναίσθησιν τῶν πραγματικῶν δικαιωμάτων του. Καὶ ὅτε ἐν μέσῳ τῆς κοινωνίας ἀνεφάνη διὰ τῶν συντεχνιῶν μία κίνησις πολιτική, μία ἐλπίς, κἄτι καλόν, αἰφνιδίως μᾶς συμβουλεύουσι νὰ ἀνακόψωμεν τὸ γενόμενον εἰς τὰς ἑνώσεις ταύτας, νὰ δυσπιστῶμεν, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο κακὸν διὰ τὸν τόπον. Δὲν βλέπω ὅμως τίποτε κακόν. Καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν, διότι ὑπὸ πολλῶν ἤδη ἀνελύθη καὶ ἡ ὥρα παρῆλθε, περιορίζομαι νὰ εἴπω ὅτι χρειάζεται προσοχή, μήπως στραγγαλίσωμεν τὸ πνεῦμα τῶν συνεταιρισμῶν, τὸ πνεῦμα τῶν ἀνεξαρτήτων ἑνώσεων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πολλὰ καλὰ προμηνύει διὰ τὴν χώραν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς πάσης διαδικασίας διαλύσεως αὐτῶν.

§190Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἤθελε θίξει τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 11, θὰ ἤμην ἐντελῶς ἐναντίος, διότι φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀναθεωρήσῃ διατάξεις τοῦ Συντάγματος μὴ περιεχομένας εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τῆς 10 Φεβρουαρίου 1910. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅμως ταύτην ὀφείλεται ἔπαινος, διότι, χωρὶς νὰ θίξῃ κἂν τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος, προσέθηκε διάταξιν καθιστῶσαν φιλελευθερωτέραν τὴν διάταξιν αὐτοῦ καὶ ἐξασφαλίζουσαν τὴν τήρησιν αὐτῆς. Εἰς τοὺς συνεταιρισμούς, περὶ ὧν ὁ λόγος, δύο ὁμάδες ἀντιτίθενται, καὶ πιθανὸν ἡ προσθήκη αὕτη νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔχει ὀπωσδήποτε ἀνελεύθερον σκοπόν, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα καθίσταται φιλελεύθερον εἰς τὴν ἄλλην ὁμάδα, ἥτις εἶναι ἡ μείζων καὶ ἀποτελεῖ συνήθως τὰ θύματα τῶν ἐπιτηδείων. Καὶ δι’ αὐτὸ πολὺ ὀρθῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινε περὶ τῆς διαλύσεως δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως. Φρονῶ ὅτι, ὅταν συγκρούηται ἡ ἀληθὴς ἐλευθερία μιᾶς ὁμάδος μετὰ τῆς κακῶς ἐννοουμένης ἐλευθερίας ἄλλης ὁμάδος, πρέπει νὰ ἀποκλίνωμεν πρὸς τὴν πλειονότητα, ἥτις ἐν τοῖς συνεταιρισμοῖς εἶναι ἡ τῶν θυμάτων. Διὰ τοῦτο παραδέχομαι τὴν προσθήκην.

§191Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).

§192Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, εἶναι μᾶλλον ἀπὸ θεωρητικῆς παρὰ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ἄξιον προσοχῆς, θεωρῶ δὲ καὶ πιστεύω, ὅτι εἰς μάτην ἐχάθη ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος ἀπωλέσθη καὶ ὅλως κατὰ μείζονα λόγον ὁ μέλλων νὰ ἀπολεσθῇ. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι, ἐνῷ ἀναγνωρίζομεν πάντες ὅτι ἡ ὑπάρχουσα διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 ἐπὶ τόσα ἔτη ἦτο ἀτελής, ἐν τούτοις οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἠσθάνθη ἡ Πολιτεία τὴν ἀνάγκην τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνταγματικῆς αὐτῆς προστασίας, διὰ νὰ ἄρῃ ἓν κακόν, τὸ ὁποῖον ἠπειλεῖτο ἔκ τινος οἱουδήποτε καὶ οἱουδήποτε χαρακτῆρος συνεταιρισμοῦ. Καὶ ἂν δὲν περιελαμβάνετο τὸ ἄρθρον 11 εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ εἴπω ὅτι, οἵαν ἀξίαν καὶ οἵαν θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι θὰ εἶχον τὰ λοιπὰ φυσικὰ δίκαια τοῦ ἀνθρώπου, τὴν αὐτὴν θέσιν θὰ εἶχε καὶ τὸ δίκαιον τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ὅπως θὰ ἐλέγομεν ὅτι, καὶ ἂν οὐδεμία συνταγματικὴ ἐγγύησις ἐξησφάλιζε τὸ δικαίωμα αὐτό, θὰ παρεβίαζεν αὐτοὺς τοὺς κανόνας τοῦ φυσικοῦ δικαίου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τῆς Πολιτείας, ἄν, ἐλευθέρα παντὸς συνταγματικοῦ δεσμοῦ, θὰ ἤθελε νὰ εἴπῃ εἰς τὰ μέλη αὐτῆς ὅτι στερεῖ αὐτὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ὅπως δὲν δύναται κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ εἴπῃ ὅτι «δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἄνθρωπος νὰ ζῇ κοινωνικῶς», οὕτω δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι διὰ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ὑπάρχει δικαίωμα συνεταιρισμοῦ, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀκριβῶς διότι ὑπάρχει κοινωνικὴ φύσις. Ἐν τῷ μέσῳ τοῦ κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ κοινωνικοῦ Σώματος, δὲν ὑπάρχει μόνον τὸ ἄτομον, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν οἱ μικροοργανισμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς ἀποτελοῦσιν ἐνίσχυσιν τῆς ἀτομικῆς δυνάμεως πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ ἐπιδιώκει ὁ κοινωνικὸς βίος. Οἱ μικροοργανισμοὶ ἐκεῖνοι εἶναι οἱ συνεταιρισμοί. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν ὑπάρχει καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καμμία διάκρισις μεταξὺ τῶν διαφόρων συνεταιρισμῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοινωνικὴν αὐτῶν σημασίαν. Ἐὰν ἔχῃ ἀξίαν ὁ πολιτικὸς συνεταιρισμός, ἐὰν ἔχῃ σημασίαν ὁ ἐπαγγελματικὸς συνεταιρισμός, τὴν αὐτήν, ἵνα μὴ εἴπω μείζονα, σημασίαν ἔχουσιν οἱ οἰκονομικοὶ συνεταιρισμοί. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι μοὶ ἐφάνη ἄπορον, ὅτε ἤκουσα ἀναπτυσσόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε πραγματικὴν σχέσιν πρὸς τοὺς φόβους τοὺς προκαλέσαντας τὰ σκέψεις τῶν νομοθετῶν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἀλλ’ ἄλλο τι, τουτέστιν ὅτι θετικῶς καὶ ῥητῶς ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 εἶχε σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ μόνον τοὺς πολιτικοὺς συνεταιρισμούς, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ οἰκονομικοῦ συνεταιρισμοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἐσήμαινεν, ἂν ἦτο ἀληθές, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ εἴπῃ «δὲν ἐπιτρέπω παντάπασιν οὐδένα οἰκονομικὸν συνεταιρισμόν». Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ συγχύζωμεν τὴν κυριωτέραν ἀνάγκην, τὴν ὑπαγορεύσασαν ἄλλοτε τὴν σκέψιν περὶ παροχῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης συνταγματικῆς προστασίας, πρὸς τὴν ὀρθότητα, ἡ ὁποία πρέπει νὰ μᾶς καθοδηγήσῃ σήμερον, οὐδὲ προσῆκον εἶναι νὰ κηρύσσωμεν ὡς συνταγματικὴν ἀρχὴν ἢ ἀξίωμα τὸ ὅτι ἡ συνταγματικὴ προστασία δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ δεδομένη εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀσχέτως πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ συνεταιρισμός. Ἀλλ’ ἂν θελήσωμεν νὰ κατατάξωμεν κατὰ χαρακτῆρα τοὺς συνεταιρισμούς, θὰ ἴδωμεν, ὅτι οὗτοι ἀνάγονται εἰς δύο καὶ μόνον κατηγορίας· εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν, οἵτινες ἐπιδιώκουσιν οἰκονομικοὺς σκοπούς, καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσι σκοποὺς ἠθικούς, σκοποὺς ἐκδηλουμένους ὑπὸ ποικίλας ἐκφάνσεις τῆς κοινωνικότητος, τῆς πολιτικότητος, τῆς φιλανθρωπίας κ. λ. π., δηλονότι ὅλους τοὺς σκοποὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιδεκτικοὶ τοῦ γενικοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ ἠθικοῦ σκοποῦ. Ἐνῷ λοιπὸν καθιεροῦμεν τὴν συνταγματικὴν ἐγγύησιν τοῦ καθόλου δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ὑπέχομεν καὶ μίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν, ἵνα ἔλθωμεν καὶ συμπληροῦντες καταστήσωμεν ἐφαρμοστὴν τὴν συνταγματικὴν ἐγγύησιν διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς Πολιτείας. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐμερίμνησε μέχρι σήμερον καὶ ἐρρύθμισε κατὰ τὸ δυνατὸν τοὺς ὅρους τῆς συστάσεως καὶ τῆς λειτουργίας τῶν οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν. Ἀφῆκεν ὅμως ἀρρύθμιστα τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν σύστασιν καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν λοιπῶν συνεταιρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσιν ἀποκλειστικῶς ἠθικοὺς σκοπούς. Καὶ γεννᾶται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: μέχρι τίνος σημείου θὰ δύναται νὰ ἐκταθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἔργου τῆς ῥυθμίσεως τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας τῶν συνεταιρισμῶν αὐτῶν; Ἔχει πᾶσαν ἐξουσίαν πρὸς τοῦτο, τείνουσαν πρὸς ἐπιτυχίαν ἑνὸς σκοποῦ, ὁ ὁποῖος κεῖται πάντοτε ἐντὸς σφαίρας, πέρα τῆς ὁποίας ὑπάρχει τὸ ὅριον τῆς συνταγματικῆς ἐνεργείας. Ἐφ’ ὅσον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δρῶσα ἐντὸς τῆς σφαίρας ταύτης, ῥυθμίζει, κατὰ τρόπον μὴ αἴροντα αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ, τὴν προσήκουσαν ἐνάσκησιν αὐτοῦ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ κοινωνικοῦ σκοποῦ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐννόμου τάξεως, ἡ ὁποία ἔχει μεγίστην σχέσιν μὲ τοὺς ὀργανισμοὺς αὐτούς, ἡ νομοθετική, λέγω, ἐξουσία ἐνεργεῖ συμφώνως πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, ἀνακύπτει ἀμέσως τὸ ζήτημα, ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ῥυθμίζουσα τοὺς ὅρους τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας τῶν συνεταιρισμῶν τούτων, πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα, ὥστε νὰ ῥυθμίζῃ καὶ τὰς περιπτώσεις, τὰς προϋποθέσεις τῆς διαλύσεως αὐτῶν. Καὶ σκεπτόμεθα τὴν στιγμὴν αὐτήν, μήπως ἆρά γε εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν κοινὸν νομοθέτην τὴν ἐνάσκησιν τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ ἔργου, τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ: «ἐὰν συμβῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, θέλω νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις τοῦ συνεταιρισμοῦ, καὶ τὸ σπουδαιότερον, ἀναθέτω τὴν ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ ἔργου εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν»; Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα. Ἐκφράζω φόβους ὄχι διὰ τὰς ἄλλας περιπτώσεις, ὄχι διὰ τὴν περίπτωσιν ἑνὸς φιλανθρωπικοῦ, ἑνὸς πνευματικοῦ συνεταιρισμοῦ, ἑνὸς συνεταιρισμοῦ μὴ πολιτικοῦ, ἀλλὰ διὰ τὸν κίνδυνον τὸν ἀναφερόμενον εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καὶ δὴ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διάλυσιν τῶν πολιτικῶν συλλόγων κατὰ τρόπον αὐθαίρετον. Διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ φόβου τούτου, δυνάμεθα κάλλιστα νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ Συντάγματι τὴν διάταξιν, καθ’ ἥν, ὅταν πρόκειται περὶ διαλύσεως, ἄλλη ἐξουσία τοῦ Κράτους νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῇ τὸ ἔργον αὐτὸ παρὰ μόνον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Εἰς ὅσα στάδια, εἰς ὅσα σημεῖα αἰσθανθῇ ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος τὴν ἀνάγκην καὶ τὸν φόβον μὴ τυχὸν γίνωσι καταχρήσεις ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, παρατηρεῖται πάντοτε ἡ τάσις, ἵνα προσεγγίζῃ τις περισσότερον καὶ παρέχῃ ἐμπιστοσύνην μεγαλειτέραν εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Ἄς δεσμεύσωμεν λοιπὸν συνταγματικῶς τὸν κοινὸν νομοθέτην, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιληφθῇ πάντως τῆς ῥυθμίσεως τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἂς δώσωμεν αὐτῷ πάσας τὰς ἄλλας ἐξουσίας πλὴν τῆς ἐξουσίας νὰ χορηγήσῃ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν ὅλων τῶν συνεταιρισμῶν καὶ πρὸ πάντων τῶν πολιτικῶν συνεταιρισμῶν. Οὐδεμίαν ὑπόστασιν ἔχει κατὰ τὴν γνώμην μου τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον πολλοὶ μετεχειρίσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὲρ τῆς παροχῆς τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τουτέστι τὸ ἐπιχείρημα τὸ συνιστάμενον εἰς τὸ ὅτι θὰ ἦτο ἀνάγκη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐνεργήσῃ παραχρῆμα, ἵνα προλάβῃ ἕνα κίνδυνον, ὁ ὁποῖος θὰ προέλθῃ ἀπὸ ἕνα τοιοῦτον συνεταιρισμόν. Καὶ δὲν ἔχει, λέγω, ὑπόστασιν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διότι, ἐφ’ ὅσον ὁ συνεταιρισμὸς εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ νόμου, οἱ ὁποῖοι φρουροῦσι τὴν ἔννομον τάξιν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀκριβῶς ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ ἐπέμβασις αὐτῆς θὰ ἦτο ἐπικίνδυνος. Ἅμα ὅμως ὁ συνεταιρισμὸς ἐξέλθῃ τῶν ὅρων, τὰ ὁποῖα ἡ ἔννομος τάξις χαράσσει, ἡ ἐπέμβασις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ὡς μόνης ἁρμοδίας προκαλεῖται ἐξ ἄλλων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Νομίζω, λοιπόν, Κύριοι ὅτι, ἂν καὶ ὁμολογουμένως τὸ πρᾶγμα δὲν κέκτηται μεγάλην πρακτικὴν σημασίαν, ὀφείλομεν, ἕνεκα τοῦ ἀνωτέρω φόβου, νὰ μὴ συζητῶμεν περὶ διαγραφῆς τῆς ἀπασχολούσης ἡμᾶς διατάξεως περὶ δικαστικῆς διαλύσεως τῶν συνεταιρισμῶν ἐκ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος.

§193ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἕν πρᾶγμα εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ διαφωνοῦμεν διὰ τὸν τρόπον. Παρηκολούθησα μετὰ μεγίστης προσοχῆς τὰ ἐπιχειρήματα τῶν προλαλησάντων. Τινὲς νομίζουσιν ὅτι διὰ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία προστίθεται, ἀσφαλίζονται ἀκριβῶς αἱ ἐλευθερίαι τοῦ πολίτου. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν συμφωνῶ. Νομίζω τοὐναντίον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἔχῃ τὰ ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Ὅλοι συμφωνοῦσι, νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ εἶναι ἀπόλυτον. Τουλάχιστον τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη συζήτησιν δὲν ἐπιδέχεται. Ἄν τοῦτο παραδεχθῶμεν, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι τοῦτο πηγάζει ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἡ διάταξις, ἡ ὁποία προσετέθη, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου ἐλέχθη, δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλο ἀποτέλεσμα εἰμὴ νὰ διαλύσῃ συνεταιρισμόν, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ ὄνομα Α καὶ ὁ ἴδιος συνεταιρισμὸς νὰ συσταθῇ ὑπὸ ἄλλο ὄνομα Β. Καὶ ἀληθῶς ἤθελεν εἶσθαι ἀστεῖον, ἂν ἐν τῷ Συντάγματι ἐθέτομεν διάταξιν τοῦτον καὶ μόνον ἔχουσαν τὸν σκοπόν. Ἀλλά, Κύριοι, θεωρῶ ὅτι ἡ διάταξις εἶναι μὲν περιττή, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀθῴα, ὅπως ἐλέχθη. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι μάχαιρα, ἥτις δίδεται εἰς τὴν Πολιτείαν, ἵνα ἀποκόψῃ τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Καὶ ὅπως τοῦτο ἀποδείξω, Κύριοι, θὰ λάβω παράδειγμα συγκεκριμένον, διότι, ἐνόσῳ μένομεν εἰς τοὺς λόγους, οὐδὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδείξωμεν. Ὡς παράδειγμα λαμβάνω τὸν σύνδεσμον τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων· ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ φροντίδι αὑτῆς ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων κρίνει ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ποινὴν διαλύσεως τοῦ συνδέσμου ἐν περιπτώσει παρεκτροπῶν προερχομένων ἐξ ἀπεργίας. Ἴσως, Κύριοι, ἠθέλετε μοὶ εἴπει ὅτι, ἂν πρόκειται περὶ παρεκτροπῶν, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ἀξιότιμος συνάδελφος, ἂς τιμωρηθῶσιν οἱ παρεκτρεπόμενοι· ἀλλ’ ἐρωτῶ· τοῦτο εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς προστιθεμένης διατάξεως; Καὶ ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, τοὺς κοινωνιολόγους ταῦτα ἐσκέπτοντο ὑπεραμυνόμενοι τῆς διατάξεως; Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ ἀτιμωρήτου τῶν παρεκτροπῶν τῶν ἀπεργιῶν, ἂν νομίζω καὶ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἶναι δικαίωμα ἀπόλυτον τῶν ποιουμένων χρῆσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ νομίζω ἐπίσης ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ὁδηγῇ εἰς παρεκτροπάς. Ἀλλὰ ἐρωτῶ· τοῦτο δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἀπεργία κατέληξεν εἰς παρεκτροπάς, εἰς τὸ μέλλον εἶναι καταδεδικασμένοι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸν σύνδεσμον, οὐδένα πλέον νὰ ἔχωσι νὰ φροντίζῃ ὑπὲρ τῶν κοινῶν αὐτῶν συμφερόντων; Εἶναι τοῦτο ἐλευθερία, Κύριοι, ἢ καταδικάζομεν χιλιάδας πολιτῶν ὡς νὰ μὴ εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου; Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι ἀπὸ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ συμβῶσιν; Εἶπον καὶ ἕτεροι πρὸ ἐμοῦ ὅτι μέχρι τῆς σήμερον οὐδεμία Κυβέρνησις ἀπετόλμησεν οὐδὲ θέλει ἀποτολμήσει εἰς τὸ μέλλον νὰ διαλύσῃ σύνδεσμον, καὶ ἂν ἀκόμη παραδεχθῆτε νὰ θεωρηθῇ ὁ σύνδεσμος νομικὸν πρόσωπον. Ἀλλ’ ὅταν θὰ θέτωσιν εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι δύναται ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ πράξῃ τοῦτο θὰ ἴδητε τὴν Κυβέρνησιν προσκαλοῦσαν τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ ζητοῦσαν ἀπὸ αὐτὴν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐφαρμοζομένου τοιούτου νόμου ἀφαιρεῖται ἡ ἰσότης, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἔχει ἐξασφαλίσει εἰς ὅλους τοὺς πολίτας. Ἐνταῦθα, Κύριοι, εἶναι ὁ κίνδυνος. Βεβαίως, ἂν μείνῃ τὸ ἄρθρον ἄνευ τῆς διατάξεως, τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι οὐδεμία οὐδέποτε Κυβέρνησις δὲν θέλει προβῆ εἰς διάλυσιν συνδέσμου ἐπαγγελματικοῦ. Ἀλλ’ ἤκουσα ἀξιότιμον συνάδελφον λέγοντα, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἐπεζητήθη ἄλλο τι· βεβαίως ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ πρόθεσις ἦτο ἁγνή, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ἐζήτουν νὰ εὐεργετήσωσι· καὶ ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ προλάβωσιν; Ἐλέχθη ὅτι πολλάκις δυστυχῶς ἐξελέγη ἓν προεδρεῖον συνδέσμου καὶ μετ’ ὀλίγον ἐξελέγετο ἕτερον προεδρεῖον διὰ τὸν αὐτὸν σύνδεσμον, καὶ οὕτω διεσπᾶτο ὁ σύνδεσμος εἰς δύο πρὸς ζημίαν τῶν κοινῶν συμφερόντων. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, προέρχεται ἐκ τοῦ νόμου; Ἂς ὁμολογήσωμεν ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐκ φιλοδοξίας, τὴν ὁποίαν ὅλοι δυστυχῶς ἔχομεν, οἱ Ἕλληνες ἰδίως, καὶ ἴσως πέρα τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Καὶ πρέπει, Κύριοι, ἐπειδὴ τὸ ἐλάττωμα τοῦτο προέρχεται ἐκ τῶν ἀτόμων, πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ φέρωμεν διατάξεις, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι τόσον σκληρὰς συνεπείας; Σπανιώτατα, Κύριοι, θὰ γίνῃ συζήτησις περὶ τοῦ ταμείου τοῦ συνδέσμου. Θὰ σχηματισθῶσι δύο ταμεῖα, δύο σύνδεσμοι διὰ τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα. Τοῦτο οὐδεὶς νόμος θὰ ἐμποδίσῃ. Τοῦτο ἔγκειται εἰς τὰ ἤθη ἡμῶν· μὴ ζητῶμεν λοιπὸν θέλοντες νὰ διορθώσωμεν ἓν κακόν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐξ ἐλαττωμάτων ἡμῶν καὶ δὲν ἐπιδέχεται διόρθωσιν διὰ τῶν νόμων, μὲ ἕτερον κακὸν ῥιζικώτερον, τὸ ὁποῖον τοῦτο προέρχεται ἐξ ἐλαττωμάτων τοῦ νόμου.

§194Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην διατεθειμένος, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λάβω ποσῶς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου, διότι ἤλπιζον ὅτι ἐκ τῆς γενομένης μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης συζητήσεως ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπεστήριξαν τὴν ἀναγραφὴν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, θὰ ἀπέσυρον τὴν πρότασιν πειθόμενοι ὅτι τὸ προστεθὲν ἐδάφιον οὔτε ἀναγκαῖον οὔτε σκόπιμον εἶναι. Δυστυχῶς ὅμως τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα παρήλασαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὄχι μόνον δὲν ἐπείσθησαν, ἀλλὰ καὶ προσεπάθησαν νὰ πείσωσι καὶ ἡμᾶς περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γενικὴν πάντων ἀντίληψιν δὲν ἦτο ἀνάγκη οὐδὲ καὶ πόρρωθεν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὡς μία ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων ἢ ὡς μία ἐκ τῶν κεφαλαιωδῶν ἐκείνων ἐγγυήσεων τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἡ ὁποία πρέπει νὰ περιβληθῇ διὰ συνταγματικῆς κυρώσεως. Πρόκειται ἁπλῶς, καθὼς σᾶς ἀνέπτυξαν οἱ πρὸ ἐμοῦ συνηγορήσαντες ὑπὲρ τοῦ ἐδαφίου τούτου, περὶ τῆς διαλύσεως τῶν οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν καὶ περὶ τῆς προστασίας τῆς περιουσίας αὐτῶν, δηλαδὴ περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς ἀστικῆς φύσεως, καὶ δὲν ἠρνήθησαν οὐδ’ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν προσθήκην ταύτην τοῦ 11ου ἄρθρου, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι δίδουσι τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε μέλος τοιούτου συνεταιρισμοῦ νὰ ἐπιζητήσῃ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ τήν τε διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ τὴν διανομὴν τῆς συνεταιρικῆς αὐτοῦ περιουσίας. Πρόκειται λοιπὸν περὶ μιᾶς ἐπαναλήψεως, περὶ μιᾶς προσθέτου διατάξεως, ἡ ὁποία, καὶ ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ, ὑφίσταται ἤδη εἰς τοὺς κειμένους νόμους καὶ ἡ ὁποία κατ’ οὐσίαν δὲν θὰ βελτιώσῃ ποσῶς τὴν ὑφεστῶσαν κατάστασιν. Μᾶς ὡμίλησαν ὅτι, μολονότι τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ὡμίλει περὶ τῶν συνεταιρισμῶν ἐν γένει, ὅτι οὗτοι ὤφειλον νὰ διέπωνται ὑπὸ τῶν κειμένων νόμων, ἐν τούτοις κειμένη νομοθεσία, ἡ ὁποία νὰ προνοῇ περὶ τῆς συστάσεως, ὀργανώσεως καὶ ἐν γένει περὶ τοῦ βίου τῶν σωματείων τούτων, δὲν ἐγένετο καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν τοῦτο μέχρι σήμερον διάστημα. Πλήν, ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι, ὅπως καὶ πράγματι ἀπεδείχθη, δὲν εἶχον ἀναφυῆ τοιαῦτα ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα, οἰκονομικῆς ὅλως φύσεως. Σήμερον ὅμως μὲ τὸ νεώτερον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἤρχισεν ἐπικρατοῦν εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς ἐπαγγελματικῆς ἀλληλεγγύης, ἤρχισαν οἱ σύλλογοι οὗτοι νὰ πολλαπλασιάζωνται ὁσημέραι καταπληκτικῶς. Κατ’ ἀνάγκην λοιπόν, καὶ ἂν θέσωμεν συνταγματικὴν διάταξιν, ἥτις νὰ διατάσσῃ τὸν νομοθέτην νὰ ἐπιληφθῇ τῆς προστασίας τῶν τοιούτων ἐπαγγελματικῶν σωματείων, ἡ κοινωνικὴ ἀνάγκη θὰ ἀπαιτήσῃ, ὥστε νὰ ἐπεμβῇ ὁσονούπω καὶ δὴ ταχύτατα ὁ νομοθέτης πρὸς προστασίαν τῶν ἐπαγγελματικῶν ἢ οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν, ἑνὶ λόγῳ τῶν συντεχνιῶν. Ἂς μὴ φοβῶνται λοιπὸν οἱ φίλοι κοινωνιολόγοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν, οὕτως εἰπεῖν, νὰ κεντρίσωσι τὸν νομοθέτην, ὥστε νὰ προέλθῃ εἰς ἐξασφάλισιν τῶν οἰκονομικῶν τούτων συνεταιρισμῶν, ἃς μὴ φοβῶνται ὅτι δὲν θέλει συμβῆ τοῦτο, διότι εἶναι τόση ἡ κίνησις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται σήμερον εἰς τὰ ἐργατικὰ ἰδίως σωματεῖα καὶ τοὺς λοιποὺς ἐπαγγελματικοὺς συλλόγους, εἶναι τοιαύτη, λέγω, ἡ κίνησις καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἑλλάδος, ὥστε πολὺ ἐνωρὶς ὁ νομοθέτης θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ἀναπόδραστον, ἀκριβῶς ἵνα προλάβῃ καταχρήσεις καὶ ἐκμεταλλεύσεις, ὡς ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ἐν τοῖς τοιούτοις σωματείοις, νὰ προέλθῃ ἀκριβῶς πρὸς ῥύθμισιν τελειοτέραν καὶ ἀρτιωτέραν τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν. Δὲν βλέπω λοιπὸν κανένα λόγον ὑπαγορεύοντα τὴν τοιαύτην διάταξιν οὔτε κανένα κίνδυνον ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τοῦ ἐδαφίου τούτου οὔτε ἄλλως τε προσήκει τὰς ἁπλᾶς περιουσιακὰς σχέσεις τῶν σωματείων τούτων νὰ τὰς θεωρήσωμεν ἀξίας συνταγματικῆς κυρώσεως, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν συμφώνως μὲ τὴν ῥῆσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἥτις ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς «τηροῦντες τοὺς κειμένους νόμους», νὰ ἀφήσωμεν, λέγω, τὸ δικαίωμα εἰς τὸν νομοθέτην ἑκάστοτε νὰ ῥυθμίζῃ καὶ νὰ ἀποφασίζῃ.

§195ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ νὰ διαλύῃ διὰ διοικητικῆς πράξεως;

§196Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ κρίνῃ καὶ περὶ τούτου.

§197ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι εἶναι καλλιτέρα ἐγγύησις ἡ δικαστική;

§198Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται ὁ νομοθέτης νὰ κρίνῃ ἂν εἶναι καλλιτέρα αὐτὴ ἡ ἐγγύησις καὶ νὰ τὸ θεσπίσῃ οὕτως. Δύναται ὅμως νὰ κρίνῃ καὶ ἄλλως. Ἀφήσατέ το εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἑκάστοτε νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἀποφασίζῃ.

§199Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μάχαιρα, τὸ νὰ ἀφήσωμεν τοῦτο εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν.

§200Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, εἰς ἓν καὶ μόνον νὰ προσέξωμεν, εἰς τοῦτο· νὰ μὴ θέλωμεν τοὺς εὐσεβεῖς ἡμῶν πόθους καὶ τοὺς ἐνδομύχους ἡμῶν στοχασμούς, ὡς ἐπίσης καὶ τὰς θεωρητικὰς γνώμας, ἃς ἀναγινώσκομεν εἰς διάφορα ξένα συγγράμματα, νὰ τοὺς ἐνσφηνώσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν πρέπει νὰ καταστῇ πανδοχεῖον ὅλων τῶν νέων θεωριῶν, καὶ τῶν νέων δοξασιῶν, ἃς διδάσκουσι τὰ ξένα συγγράμματα, ἀλλ’ ἀκριβῶς πρέπει νὰ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ περιέχῃ μόνον τὰς ἀναγκαιοτέρας διατάξεις, ἐκείνας αἱ ὁποῖαι πρέπει πρὸ παντὸς καὶ ἀπαραιτήτως νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ Συντάγματι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸ 1864, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο εὐλόγως κατεκρίθη, ἦτο ὅτι οἱ πατέρες ἡμῶν ἀκριβῶς ἐκ τοῦ φόβου νὰ μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρελθόν, ἐκ τοῦ φόβου τῆς ἀπολυταρχικῆς διοικήσεως τοῦ Ὄθωνος, παρεισήγαγεν ἐν αὐτῷ πολλὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντικείμενον ἁπλῆς νομοθετικῆς προνοίας. Καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν αὐτῶν σκέψεων στηριζόμενος εἶχον τὴν τόλμην νὰ ἀνέλθω καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὴν γνώμην περιέχει ἁπλῶς δικονομικὰς διατάξεις, αἵτινες, ὡς γνωστόν, εἶναι ἀντικείμενον ἁπλῆς νομοθετικῆς προνοίας, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ἄρθρου 4 ἀναγνωρίζεται συνταγματικῶς τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔρχομαι νὰ συστήσω, ἐφ’ ὅσον δὲν βλέπω ἀναγκαίαν καὶ σκόπιμον τὴν ἀναγραφὴν νέων ἐδαφίων καὶ νέων διατάξεων, νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς τοῦτο ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι εἴδομεν ἓν σύγγραμμα, δὲν ἠξεύρω τίνος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἢ ἐν Γερμανίᾳ ἡ συζήτησις ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ὑπεστήριξε τὴν διάλυσιν τῶν ἐργατικῶν σωματείων διὰ τῆς δικαστικῆς ἢ τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων, ἢ δὲν ἠξεύρω διὰ τίνων ἄλλων συνδυασμῶν. Δὲν εἶναι ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ ἀπασχολῶσι σοβαρῶς μίαν Ἐθνοσυνέλευσιν. Οὐδ’ ἔχει σκοπὸν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος νὰ προσθέσῃ λέξεις ἐπὶ πλέον, λέξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ζήτημα τῆς νομοθετικῆς προνοίας τῆς καθημερινῆς, τῆς διαρκοῦς, τῆς ῥεούσης, ἥτις μεταβάλλεται ἑκάστοτε συμφώνως μὲ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ συνθήκας, διότι τότε αἱ προσθῆκαι αὗται θὰ ὦσιν ἐπωφελέστεραι, διότι θὰ εἶναι ἀντικατοπτρισμὸς τῶν συνθηκῶν τῶν κοινωνικῶν, αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς ἐδημιούργησαν τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως τῶν νόμων, ἐνῷ σήμερον εἶναι διατάξεις ἐκ τῶν προτέρων, οἵτινες δυνατὸν ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς πορείας τῶν ἐπαγγελματικῶν αὐτῶν σωματείων, περὶ ὧν προκαταβολικῶς σήμερον λαμβάνομεν τὴν πρόνοιαν, ἐν τῇ ἐξελίξει, λέγω, καὶ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ ἐπιστήμη νὰ ἐξεύρῃ ἄλλον τινὰ τρόπον πρὸς τελειοτέραν ῥύθμισιν τῶν σωματείων τούτων ἀναφερομένων πρὸ πάντων εἰς τὰς περιουσιακὰς αὐτῶν σχέσεις καὶ ἐν γένει περὶ τὴν τελειοτέραν ῥύθμισιν τῶν καθηκόντων, ἀλλὰ καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπορρίψωμεν τὴν προσθήκην ταύτην, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν εἶναι οὔτε ἀναγκαία οὐδὲ τὸ παράπαν σκόπιμος.

§201Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῶν ὁποίων μᾶλλον θὰ προσπαθήσω νὰ μεταδώσω ὑμῖν, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅσοι εἶναι καὶ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἔπραξαν, τὰς σκέψεις τὰς ἐμὰς καὶ τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι διημείφθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διότι νομίζω ὅτι αὗται θέλουσιν εἶσθαι καταλληλότεραι διαδηλούμεναι ἐνώπιον ὑμῶν νὰ μεταδώσωσιν εἰς ὑμᾶς σαφῆ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, ἥτις ἀπεδόθη εἰς αὐτό, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὰς συζητήσεις ἡμῶν τῶν μελῶν αὐτῆς. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11, ὅπως καὶ ἄλλος τις τῶν κ. κ. συναδέλφων εἶπεν ἐνταῦθα, προστατεύουσι τὴν ἐκ τῆς κοινωνικότητος τῶν ἀνθρώπων ὑπάρχουσαν τάσιν τοῦ συνέρχεσθαι μετ’ ἀλλήλων. Τὸ μὲν πρῶτον τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι μετ’ ἄλλων ὁμοίων, πρὸς ἐκδήλωσιν γνωμῶν, ἐπὶ προσωρινόν τινα χρόνον, τὸ δὲ δεύτερον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἤτοι τοῦ συνέρχεσθαι ἐπὶ διαρκέστερον χρόνον. Καθ’ ἃς ἐποχὰς ἐγένετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 βεβαίως ἔλαβον χώραν διάφοροι συζητήσεις, καὶ εἰς τὰς συζητήσεις ἐκείνας ἀπεσαφήθη ὅτι τὸ ἄρθρον 11 περιελάμβανε τὸ δικαίωμα τῶν πολιτικῶν συνεταιρισμῶν, μὴ ὑπαγομένων τούτων εἰς τὴν προηγουμένην ἄδειαν τῆς Ἀρχῆς, ἀλλ’ ἐπίσης ἀπεσαφήθη ὅτι δὲν περιελαμβάνοντο ἐν τούτῳ οἱ συνεταιρισμοὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, εἴτε ἀστικοὶ εἴτε ἐμπορικοί. Δὲν ἐγένετο τότε ποσῶς λόγος ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι περὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν, δὲν ἐγένετο δὲ λόγος προδήλως, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1844 πρὸ πάντων, ὅτε ἐψηφίσθη ἡ πρώτη διάταξις, ἡ οὖσα ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἡ κίνησις, τὴν ὁποίαν βλέπομεν σήμερον ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τῶν ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν δὲν ὑπῆρχε. Σήμερον ὅμως, Κύριοι, ἡ κίνησις αὕτη εἶναι ἀναμφισβήτητος, εἶναι κατάδηλος, εἶναι ζωηρὰ καὶ ἐνεργός, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπισπάσῃ σοβαρὰν τὴν προσοχὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐκαλεῖτο, ἵνα σκεφθῇ, ἄν, οἷον θὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 11, θὰ περιελάμβανεν ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτοῦ ἀναμφισβητήτως μὲν τοὺς πολιτικοὺς συνεταιρισμούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπαγγελματικοὺς τοιούτους. Προτοῦ ὅμως, Κύριοι, ἐρευνηθῇ τοῦτο, ἐὰν θὰ περιελαμβάνοντο καὶ οἱ ἐπαγγελματικοὶ συνεταιρισμοί, ἠρευνήθη τὸ ἕτερον, ἂν ἀποκλείεται ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὑφ’ οἵαν τοὐλάχιστον ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε νὰ δώσῃ ἔννοιαν, πᾶς συνεταιρισμὸς ἀνήκων εἰς τὸ ἀστικὸν καὶ τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον, οἷον ἐμπορικαὶ ἑταιρεῖαι. Ἐννοοῦμεν ὅλοι ὅτι οἱ συνεταιρισμοὶ οὗτοι εἶναι διάφοροι ὅλως τῶν ἐπαγγελματικῶν, ὅτι πρόκειται περὶ πραγμάτων, ἅτινα εἶναι σαφῶς διακεκριμένα ἀπ’ ἀλλήλων, ἀλλά, ἐνῷ τὸ ἐννοοῦμεν, ἴσως δὲν ἔχομεν χαράξει ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν τὰ χαρακτηριστικὰ ἑκάστου ἐκ τῶν συνεταιρισμῶν, περὶ ὧν ἀσχολεῖται τὸ ἄρθρον. Καὶ ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λεχθῶσί τινα περὶ τούτων, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τοῦ μὲν πολιτικοῦ συνεταιρισμοῦ τὰ χαρακτηριστικὰ εἶναι καταφανῆ ἐκ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ, τοῦ ἐμπορικοῦ ὅμως καὶ τοῦ ἀστικοῦ συνεταιρισμοῦ τὰ χαρακτηριστικὰ εὑρίσκονται εἴς τινα συνάφειαν, εἴς τινα ἐπαφὴν μετὰ τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἐπαγγελματικοῦ συνεταιρισμοῦ τοιαύτην, ὥστε καὶ ἐντεῦθεν ἤκουσα ἀπαγγελλομένας ἰδέας καὶ γνώμας, περιεχούσας συγχύσεις τινὰς τῶν ὁρίων μεταξὺ τῶν δύο συνεταιρισμῶν. Πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι οἱ ἐπαγγελματικοὶ συνεταιρισμοὶ εἶναι ἴδιον εἶδος τῶν κοινωνικῶν συνεταιρισμῶν, πάντως ὅμως δὲν εἶναι συνεταιρισμοὶ χρηματικοί, οἰκονομικοί. Ὑπὸ τὴν τεχνικὴν ἔννοιαν, τὴν σήμερον τοὐλάχιστον παραδεδεγμένην, τῶν ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν, δὲν ἐννοοῦμεν, τοὐναντίον ἀποκλείομεν ῥητῶς, καθ’ ἃ ἔχουσι παραδεχθῆ ὅπου ἵδρυσαν τοὺς ἐπαγγελματικούς συνεταιρισμούς, ἀποκλείομεν, λέγω, ῥητῶς πάντα συνεταιρισμόν, ὅστις σκοπὸν ἔχει τὴν ἐπιδίωξιν καὶ διανομὴν χρηματικῶν κερδῶν μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ἐννοοῦμεν ἐπαγγελματικὸν συνεταιρισμὸν τὸν συνδυασμὸν προσώπων, μετερχομένων πάντων τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα ἢ ἐπαγγέλματα συναφῆ, σκοπὸν δ’ ἐχόντων τὴν προαγωγὴν τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν αὐτῶν συμφερόντων, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν ἐπιτυχίαν χρηματικοῦ κέρδους. Ἑταιρεῖαι τοὐναντίον σκοπὸν ἔχουσαι τὸ οἰκονομικὸν κέρδος, τὸ χρηματικὸν κέρδος, δὲν εἶναι ἐπαγγελματικοὶ συνεταιρισμοί, δὲν εἶναι συντεχνίαι, ἀλλ’ ἑταιρεῖαι διεπόμεναι ἀπὸ τὸ ἀστικὸν δίκαιον ἢ ἀπὸ τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον. Ταύτας τὰς τελευταίας δὲν περιλαμβάνει τὸ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅτι ἡ σημερινὴ τάσις τῶν νομοθεσιῶν, ἰδίᾳ τῶν νομοθεσιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπέμειναν νεκραί, ὡς ἡ ἡμετέρα, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν δεκαετηρίδων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τούτων συνεταιρισμῶν τοῦ ἀστικοῦ ἢ τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, ἡ σημερινή, λέγω, τάσις εἶναι νὰ μὴ ὑπάγωνται καὶ αὗται εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Ἀρχῆς. Τοῦτο ὅμως, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιφρουρήσωμεν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, διὰ συνταγματικῆς ἐγγυήσεως παρ’ ἡμῖν· δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ παρ’ ἡμῖν ἀνάπτυξις καὶ ἐξέλιξις τῶν ἑταιρειῶν τούτων, τῶν χρηματικὸν ἐπιδιωκουσῶν σκοπόν, δὲν ἔχει συντελεσθῆ ὁμαλῶς καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποφασίσωμεν ἂν πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ περιφρουρήσωμεν διὰ συνταγματικῆς ἐγγυήσεως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἢ ἂν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ ῥυθμίζῃ τὰ τῶν συνεταιρισμῶν τούτων, ζητῶν, ἢ μὴ ζητῶν, κατὰ τὰς περιστάσεις, τὴν προηγουμένην ἔγκρισιν τῆς Ἀρχῆς. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπῆρξα μειοψηφία τις, ἐν τῇ ὁποία κατετάσσετο καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος, ἥτις δὲν διεφώνει μὲν κατ’ οὐσίαν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, διότι καὶ αὕτη, ἐὰν ἐνομοθέτει, ἤθελεν ἐξαιρέσει τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως τῆς ἀρχῆς, τὰς ἱδρύσεις ἑταιρειῶν, διεφώνει ὅμως μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐφρόνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τῶν συνταγματικῶν διατάξεων τὸ θέμα τῶν χρηματικῶν ἑταιρειῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολούμεθα. Ἀλλ’ ἐνταῦθα, Κύριοι, γενομένου λόγου περὶ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῶν ὅρων ἀδείας καὶ ἐγκρίσεως, νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ διασαφήσω ὅτι αἱ ἔννοιαι αὗται εἶναι σαφῶς διακεκριμέναι ἀπ’ ἀλλήλων· διότι, ἐὰν συνεταιρισμός τις ἔχῃ ἀνάγκην προηγουμένης ἀδείας, ὅπως ὑφίσταται ὡς συνεταιρισμός, τότε, προτοῦ ἐπέλθῃ ἡ ἄδεια, δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια καὶ ἡ ὑπόστασις αὐτοῦ, ὡς νομικοῦ προσώπου, καὶ συνεπῶς αἱ σχέσεις, τὰς ὁποίας συνῆψαν οἱ συνελθόντες, εἶναι σχέσεις μηδενικαί, νεκραί, εἶναι ἄκυροι ἐν τῇ σφαίρᾳ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἐὰν τοὐναντίον ὑποθέσητε ὅτι ἀπαιτεῖται μόνον ἡ ἔγκρισις τῆς Ἀρχῆς, τότε τὰ γενόμενα καλῶς ἔχουσιν, ἡ δὲ ἐπερχομένη ἔγκρισις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν εἰμὴ ἑρμηνευτικήν, ὅτι τὰ γενόμενα καλῶς ἔχουσι καὶ δὲν ἀντίκεινται εἰς διάταξίν τινα ἀπαγορεύουσαν ταῦτα. Ἀπεκλείσθη λοιπόν, Κύριοι, ἐκ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, τὸ σωματεῖον ἐκεῖνο, ὁ συνεταιρισμὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος σκοπὸν ἔχει οἰκονομικόν, ἁπτόμενον τῶν διατάξεων τοῦ ἀστικοῦ ἢ τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, τοὐναντίον δὲ περιελήφθησαν οἱ κοινωνικοὶ ἢ ἐπαγγελματικοὶ συνεταιρισμοί. Περὶ τούτων δὲ νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμον, ὅπως καὶ οὗτοι περιβληθῶσι διὰ τῆς συνταγματικῆς ἐγγύης. Εἶπον κοινωνικῶν ἢ ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν, διότι ἕτερον ἑκάτερον· ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἐννοιῶν, διότι εἶναι κοινωνικὸς συνεταιρισμὸς λ. χ. ὁ σκοπῶν κοινωφελές τι ἢ φιλανθρωπικὸν ἔργον ἢ ὁ σκοπῶν τὴν ἐπιδίωξιν καλλιτεχνικοῦ τινος ἔργου. Ἐνῷ ὁ ἐπαγγελματικὸς ἄλλα σκοπεῖ. Ἐάν, Κύριοι, θέλωμεν νὰ ἀσπασθῶμεν τὰς παραδεδεγμένας ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ γνώμας, εἰς μὲν τοὺς συνεταιρισμοὺς τοὺς κοινωνικοὺς δύνασθε νὰ ἔχητε πρόσωπα διαφόρων ἐπαγγελμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν σκοποῦσι τὴν προαγωγὴν τῶν κοινωνικῶν καὶ ἠθικῶν συμφερόντων τάξεώς τινος ὡρισμένης, ἀλλὰ γενικοὺς σκοπούς, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει τῶν ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν ἔχετε τοὐναντίον ἕνωσιν ἐπαγγελματιῶν ὁμοτέχνων ἢ τοὐλάχιστον ὁμοιοτέχνων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καὶ οἱ κοινωνικοὶ συνεταιρισμοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπαγγελματικοί, πρέπει νὰ περιβληθῶσι διὰ τῆς συνταγματικῆς ἐγγύης, τῆς ἄνευ ἀδείας συστάσεως.

§202Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Τί ἐννοεῖτε λέγοντες κοινωνικοὶ συνεταιρισμοί, κύριε συνάδελφε;

§203ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ διέκρινα ἐγώ. Ὄχι κομματικοί.

§204Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ. Εἶναι ἓν ἀόριστον.

§205ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι οἱ ἐπαγγελματικοί, οἱ σήμερον κατηρτισμένοι ἁπανταχοῦ, καὶ ἐνταῦθα δὲ ἀπό τινων ἐτῶν. Οὗτοι, ἐνίοτε μάλιστα κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἀλλήλους, ἀγωνίζονται, ὅπως ὑπερασπίσωσι καὶ προστατεύσωσι τὰ ἰδιαίτερα αὑτῶν ἐπαγγελματικὰ συμφέροντα, ἅτινα ὡς συμφέροντα ὁμάδος εἰσερχόμενα εἰς τὸν κύκλον τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων αὐτῆς μετὰ τῆς Πολιτείας κατ’ ἀνάγκην ἐκ τούτου μεταλαμβάνουσι χροιάν τινα οἰκονομικὴν πολιτικήν, ἥτις ἀδύνατον νὰ μὴ ἐνδιαφέρῃ τὴν Πολιτείαν, καὶ δυνατόν ποτε νὰ φέρῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἀνάγκην σκέψεως περιστολῆς ἀνωμάλων ἐνεργειῶν τοῦ συνδέσμου, θέλοντος διὰ τούτων ν’ ἀντιδράσῃ κατὰ τῶν σκοπῶν τῆς Πολιτείας. Κατ’ ἀνάγκην λοιπόν, εὐθὺς ὡς ἀποχωρίσητε τῶν ἄλλων συνεταιρισμῶν τὰς ἑνώσεις ταύτας, ἐμφανίζεται ἡ ὑποχρέωσις προνοίας περὶ ἐξαρτήσεως τῆς διαλύσεως ἀπὸ δικαστικῆς ἀποφάσεως πρὸς ἀποφυγὴν αὐθαιρεσιῶν τῆς διοικήσεως.

§206Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐνομίσαμεν οὐχὶ ἄνευ συζητήσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ἡ συζήτησις ἰδίᾳ ἀφορμὴν ἔλαβεν ἐκ τῆς τελευταῖον παρατηρηθείσης τάσεως, ὅπως οἱ συνεταιρισμοὶ οὗτοι οἱ διάφοροι, αἱ συντεχνίαι, ἐπιληφθῶσιν ἔργων οὐ μόνον ἁπλῶς προαγωγικῶν τῶν ὑλικῶν καὶ οἰκονομικῶν αὐτῶν συμφερόντων, οὐχὶ μόνον ἀμυντικῶν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως αὐτῶν καὶ τῶν ποικίλων συμφερόντων αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπιληφθῶσι καὶ ἔργων, τὰ ὁποῖα ἔτεινον πρὸς τὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν...

§207Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁποῖον δὲν ἔβλαψεν.

§208Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἠθελήσαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν διὰ τῆς συνταγματικῆς ἐγγύης τὸ ἔργον.

§209ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐρυτέραν πολιτικήν. Ὄχι στενῶς.

§210Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι στενήν. Ὄχι κομματικήν. Εὐρυτέραν κατεύθυνσιν γενικῶν ἰδεῶν. Καὶ ταύτην μόνον ἐννοῶ πολιτικήν. Ἐνομίσαμεν λοιπὸν ὅτι ἔπρεπε καὶ ἡ συνταγματικὴ ἐγγύη νὰ ἐκταθῇ καὶ ἐπὶ τοὺς συνεταιρισμοὺς τούτους. Ὡς παρετήρησέ τις ἐκ τῶν προαγορευσάντων ἐνταῦθα συναδέλφων, οἱ κοινωνικοὶ οὗτοι συνεταιρισμοὶ — λέγων δὲ νῦν κοινωνικοὶ δὲν ἐννοῶ τούτους ὑπὸ τὴν τεχνικὴν πλέον σημασίαν, ἀλλ’ ἐννοῶ τοὺς περιλαμβάνοντας κύκλον τινὰ εἴτε ὁμοτέχνων εἴτε μὴ — ἀναμφισβητήτως ἔρχονται εἰς σύγκρουσιν πολλάκις πρὸς ἀλλήλους ἢ πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἰδιαίτατα δὲ τοῦτο συμβαίνει διὰ τοὺς ἐπαγγελματικοὺς συνεταιρισμούς, διότι τὸ ἐπιδιώκειν τὴν ἐξύψωσιν τῶν ἰδίων συμφερόντων δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρῃ καὶ προστριβήν τινα πρὸς τὰ τοῦ ἄλλου καὶ μείωσίν τινα τῶν συμφερόντων τοῦ ἄλλου. Ὅταν δὲ ἔρχωνται εἰς σύγκρουσίν τινα πρὸς γενικώτερά τινα συμφέροντα οἱ συνεταιρισμοὶ οὗτοι, κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, δὲν μένει ἢ ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ῥυθμιστὴς ὅλων τῶν συγκρούσεων, νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα αὑτῆς καὶ νὰ ἐξομαλίσῃ τὰς συγκρούσεις καὶ προλάβῃ ταύτας. Ἀλλὰ τὰ δικαιώματα τῆς Πολιτείας ταῦτα δύνανται νὰ εἶναι διττά, προληπτικὰ καὶ κατασταλτικά. Εἴπομεν καθ’ ἡμᾶς αὐτούς· ἆρά γε εἶναι φρόνιμον νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ ἀπαιτήσῃ δικαιώματα προληπτικά, ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν ἄδειαν ἢ τὴν ἔγκρισιν πρὸς σύστασιν τοιούτων συνεταιρισμῶν; Καὶ ἐσκέφθημεν, Κύριοι, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι τοῦτο δὲν ἤθελεν εἶσθαι πολιτικόν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι δίκαιον, δὲν ἤθελεν εἶσθαι σύμφωνον πρὸς πνεῦμα φιλελεύθερον, πρὸς τὸ καθ’ ὅλου σήμερον ἁπανταχοῦ τοῦ πολιτισμένου κόσμου διῆκον εὐμενὲς πνεῦμα ὑπὲρ τῶν συνεταιρισμῶν τούτων. Ἐξ ὅλων τῶν ἄνω σκέψεων, Κύριοι, προῆλθε τὸ συμπέρασμα, ὅπερ ἐτέθη ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι ἡ συνταγματικὴ διάταξις περιλαμβάνει οὐ μόνον τοὺς πολιτικοὺς συλλόγους, ἀλλὰ καὶ τὰ κοινωνικοὺς σκοποὺς διώκοντα σωματεῖα. Ἀλλ’ ἡ λέξις σωματεῖα ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκλείσῃ ἄλλους συνεταιρισμούς. Δὲν ἔχομεν σαφῶς καθορίσει εἰσέτι τί ἐστι σωματεῖον ἢ συντεχνία ἤ, κατ’ ἐμέ, ἐπαγγελματικὸς συνεταιρισμός. Διὰ νὰ ἀποκλείσωμεν λοιπὸν πᾶσαν ἀντίθετον ἑρμηνείαν ἀσύστατον, πᾶσαν ἐξαίρεσιν ἄστοχον, προσεθέσαμέν τι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἴσως περιττόν· «καὶ πᾶσαν ἐν γένει ἕνωσιν πλειόνων πρὸς οἱονδήποτε θεμιτὸν σκοπόν». Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, ἀνεγράφη ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς πλειονοψηφίας τουλάχιστον, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περιφρουροῦσα τὸ δικαίωμα καθ’ ἑαυτὸ τοῦ συνεταιρισμοῦ «οὐδαμῶς ἀφορᾶ καὶ εἰς τοὺς ὅρους τῆς ὑπάρξεως τῶν νομικῶν προσώπων καὶ τοὺς διέποντας ταῦτα κανόνας, οἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου κτλ.» Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἤδη, ἀφοῦ ἀπεκλείσθη τὸ προληπτικὸν μέτρον τῆς ἀδείας πρὸς σύστασιν, ἆρά γε συμφέρον θὰ ἦτο ἡ διάλυσις τῶν σωματείων τούτων νὰ ἐδίδετο εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἢ ἔπρεπε διὰ τὴν διάλυσιν νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύη τις μείζων, ἐγγύη συνταγματική; Ἀλλὰ προκειμένου περὶ διαλύσεως ἤκουσα, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπῆρχε κἂν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νομοθέτου τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντάγματος, ὅπως χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα, ἵνα δύναται νὰ διαλύσῃ ἡ ἐξουσία, ἀδιάφορον ποία, τὸ ἅπαξ συσταθὲν σωματεῖον, ἔστω καὶ ἂν τοῦτο δὲν τηρῇ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἡ ἱστορία, ὅμως, Κύριοι, ἐξ ἧς παρήχθη τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ τὸ ἀνάλογον καὶ εἰς αὐτὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, δὲν δεικνύει ὅτι ὡρμήθη ἀπὸ τοιούτων σκοπῶν ὁ θεσμοθέτης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οὔτε ἀπὸ τοιούτων βλέψεων. Οὐδαμῶς ἐνόησε νὰ καθιερώσῃ τὸ ἀδιάλυτον τῶν συνεταιρισμῶν. Ἡ κατάστασις τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας ἐν τῇ ἐποχῇ τοῦ 1844 καὶ 1864, νομοθεσίας ἐκ τῆς ὁποίας ἐπηρεάσθησαν οἱ νομοθέται ἡμῶν, ἦτο κατάστασις περιέχουσα διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηγόρευον τὴν ἕνωσιν πλειόνων τῶν εἴκοσι προσώπων, διατάξεις τῶν ἄρθρων 292 καὶ ἑπομένων Γαλλικοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ αἱ λαβοῦσαι συνεχῶς χώραν συζητήσεις περὶ καταργήσεως τῶν διατάξεων τούτων ὡς ἀνελευθέρων, ἀφοῦ εὐθὺς ὡς συνήρχοντο 21 πρόσωπα, τοῦτο καὶ μόνον ἀπετέλει ἀδίκημα, ἐπηρέασαν τοὺς συντάξαντας τὸν Συνταγματικὸν ἡμῶν Χάρτην. Καὶ ταύτας τὰς συζητήσεις ἔχοντες ὑπ’ ὄψει εἶπον ὅτι ἐπιτρέπεται πλείονα πρόσωπα ἄνευ ἀδείας νὰ συνέρχωνται, νὰ συνεταιρίζωνται, ἀδιάφορον ἂν εἶναι 21 ἢ 221. Ἀλλ’ εἶπον συνάμα ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ· «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Δὲν ἐνόησαν βεβαίως νὰ περιορίσωσι καὶ τὴν κατασταλτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους μέχρι μόνον τοῦ ὁρίου τοῦ τιμωρεῖν τοὺς παρεκτρεπομένους. Ἐὰν τοῦτο ἐνόουν, θὰ ἐβλέπομεν θεσμοθέτην, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εἶσθαι ἀνακόλουθος, θεσμοθέτην, ὁ ὁποῖος μεταχειρίζεται κατασταλτικὰ μέτρα κατὰ τῶν ἀτόμων, τιμωρῶν αὐτά, δὲν μεταχειρίζεται ὅμως τοιαῦτα κατὰ τῶν συνεταιρισμῶν. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν τῆς διαλύσεως οὐδαμῶς ἀπεκλείσθη ἐκ τῶν διατάξεων τούτων τῶν συνταγματικῶν, οὔτε ἐκ τοῦ γράμματος, οὔτ’ ἐκ τῆς ἱστορικῆς ἢ ἄλλης ἑρμηνείας αὐτῶν. Ἀλλά, Κύριοι, πρὸς ἐπίρρωσιν τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ διέλθῃ ἐκ τῆς διανοίας τῶν νομοθετῶν τοῦ 1864 τὸ δύνασθαι τὴν Πολιτείαν διαλύειν τοὺς συνεταιρισμούς, ἐφευρέθη ἓν ἐπιχείρημα ὑπό τινων τῶν προλαλησάντων. Εἶπον πρὸς ἡμᾶς· τί θὰ ἠμπόδιζεν εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν διελύετο τὸ σωματεῖον ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν —ἀδιάφορον ποίαν, ἐπαναλαμβάνω—, τί θὰ ἠμπόδιζε τὴν ἀνασύστασιν αὐτοῦ μετὰ πάροδον ἑνὸς ἢ δύο λεπτῶν; οὐδέν. Ἰδοὺ ἄρα, εἶπον πρὸς ἡμᾶς οἱ προκγορεύσαντες, ὅτι οὐδόλως πρακτικὴ θὰ ἦτο ἡ διάλυσις. Λησμονοῦμεν ὅμως ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν καὶ τὴν ἀνασύστασιν δὲν θὰ ἐπρόκειτο πλέον περὶ συστάσεως τοῦ παλαιοῦ, ἀλλὰ νέου σωματείου· καὶ ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα· διότι τὰ σωματεῖα καὶ οἱ συνεταιρισμοὶ ἔχουσι καὶ περιουσίαν καί, ἂν ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις νομίμως, ἡ περιουσία ἐκείνη μεταβαίνει ἐκεῖ ὅπου ὁρίζει ὁ νόμος ἢ τὸ Καταστατικὸν τοῦ σωματείου. Δὲν τὴν λαμβάνει τὸ νέον σωματεῖον. Δὲν εἶναι λοιπόν, Κύριοι, ἐπιχείρημα σοβαρὸν τὸ λεχθὲν ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ σωματείου δύναται νὰ ἀνασυσταθῇ τὸ σωματεῖον. Δύνανται νὰ συνέλθωσι τὰ αὐτὰ πρόσωπα ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ εἶναι σωματεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ παλαιοῦ. Καὶ νομικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ κοινωνικῇ ἀντιλήψει καὶ ἐκτιμήσει, τοῦτο εἶναι οὐσιαστικῶς σπουδαῖον. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως δὲν πρέπει διὰ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξάγεται ἐνταῦθα, νὰ θεωρηθῇ ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ νομοθέτου.

§211Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.

§212Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις ἐκ μέρους ὑμῶν, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄλλοθεν καὶ δὴ ἀπὸ πρόσωπα οὐχὶ μὴ κατέχοντα θέσιν, ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν ἔποψιν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομίζωμεν τοῦτο ἀνελεύθερον, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Νέγρης. Τὸ Γαλλικὸν ἔθνος εἶναι φιλελευθερώτατον, καὶ ὅμως ὁ νόμος ὁ Γαλλικὸς τοῦ 1884, εἰσάγων τὴν ῥύθμισιν τῶν σωματείων καὶ καταργῶν τὰς ἀνελευθέρους ὑπαρχούσας ἐν Γαλλίᾳ προηγουμένας διατάξεις προέβλεψε καὶ περὶ τῶν περιπτώσεων τῆς διαλύσεως τῶν σωματείων τούτων, τῶν ἐπαγγελματικῶν, προέβλεψε καὶ περὶ τῶν ἐρίδων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐπέλθει μεταξὺ τῶν μελῶν. Διότι ἐσκέφθησαν ἐκεῖ, Κύριοι, πολιτικώτατα, ὅτι τὰ κοινωνικὰ ταῦτα πρόσωπα τὰ νομικά, οἱ συνεταιρισμοὶ οὗτοι, τοὺς ὁποίους διὰ τῆς νομοθετικῆς ῥυθμίσεως ἀνάγομεν πλέον καὶ εἰς κοινωνικὰ νομικὰ πρόσωπα, οἱ συνεταιρισμοί, οἱ ἀποτελοῦντες μίαν ὀργάνωσιν ἰδιαιτέραν, χρῄζουσι πρὸ πάντων καὶ διοργανισμοῦ ἐσωτερικοῦ, πρὸς ὁμαλὴν αὐτῶν λειτουργίαν, χρῄζουσι πειθαρχικῶν διατάξεων. Ἡ δὲ παράβασις τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων, τὰς ὁποίας θέτει ὁ νόμος, δύναται νὰ φέρῃ ἄλλοτε μὲν ἀκύρωσιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ συμβουλίου τούτου, ἐὰν τοῦτο καταχρᾶται τῇ θελήσει τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἄλλοτε δὲ τὴν ἀκύρωσιν ἀποφάσεων αὐτῆς ταύτης τῆς ὁλομελείας τοῦ συλλόγου, ἐὰν αὗται ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς κειμένας διατάξεις, ἄλλοτε δέ, ἐὰν αἱ πράξεις αἱ ἀντιπειθαρχικαί, εἰς τὰς ὁποίας ἤθελε προβῆ, εἶναι καὶ ποινικῶς κολάσιμοι, τὴν πρόσθετον ἐπέμβασιν τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς. Βλέπομεν λοιπὸν ὅτι ἀλλαχοῦ καὶ ἐν Πολιτείᾳ βιούσῃ ὑπὸ τὸ μᾶλλον φιλελεύθερον πνεῦμα, ὅπου εἶναι ὑπεράγαν ἀνεπτυγμένον τὸ δικαίωμα τῶν συνεταιρισμῶν, δὲν ἠρνήθησαν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν ἐπιβλαβῶν συνεταιρισμῶν. Τὸ ἀντίθετον, Κύριοι, ἤθελεν εἶσθαι ὑπεροχὴ ἀδικαιολόγητος καὶ ἐπικράτησις τῆς ἰσχύος τῶν σωματείων αὐτῶν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ὅτε ἦσαν βέβαιοι οἱ ἀποτελοῦντες ταῦτα, ὅτι, οἱανδήποτε καὶ ἂν διαπράξωσι πρᾶξιν, δὲν θὰ διέλυεν αὐτὰ ἡ Πολιτεία. Δὲν εἶναι λοιπὸν παράλογον, ἐρωτῶ, νὰ ὑποστηρίζηται ὅτι οὐδέποτε καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύνανται τὰ σωματεῖα νὰ διαλύωνται; Δὲν εἶναι ἄρνησις τῆς ἐννοίας τοῦ Κράτους; Δύνανται νὰ διαλύωνται, ὅταν εἶναι ἐπιβλαβὴς γενικῶς ἡ δρᾶσίς των, ἀλλὰ διὰ τὴν τοιαύτην περίπτωσιν πρέπει νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν περὶ τὸ συνεταιρίζεσθαι διὰ διατάξεως ἐπαρκοῦς προλαμβανούσης πᾶσαν κατάχρησιν. Ἡ πολιτικὴ ἐξουσία θὰ εὑρεθῇ ἴσως εἰς σύγκρουσιν μετὰ τῆς κοινωνικῆς ἐκείνης ὁμάδος, ἡ κοινωνικὴ ὁμὰς ἐπιδιώκει ἴδια συμφέροντα· ἄλλα συμφέροντα, γενικὰ ἢ μερικά, βλάπτονται ἢ μειοῦνται ἕνεκα τούτου. Ἡ Πολιτεία εὑρίσκεται ὡς ῥυθμιστὴς ἔναντι τῶν συγκρούσεων τούτων, ἀλλ’ ὁ ῥυθμιστὴς ἐπεμβαίνων εὑρίσκεται εἰς σύγκρουσιν ἀπέναντι τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων τῆς συνεταιρικῆς ὁμάδος· εὑρισκόμενος δὲ εἰς σύγκρουσιν εἶναι ἐνδεχόμενον, χάριν ἐπιτυχίας τῆς ἡσυχίας τῶν πλειόνων, νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας τοῦ διαλύειν ἀπέναντι τοῦ ἐπαγγελματικοῦ σωματείου. Καί, ἐκπληροῦντες ἔργον προνοίας, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν κατάχρησιν ταύτην, τὴν ἐνδεχομένην, διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν διὰ συνταγματικῆς ἐγγύης τοῦτο, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις μόνον ἕνεκα δεδικαιολογημένων λόγων, ἀπειλούντων γενικώτερα καὶ πολυτιμότερα συμφέροντα, πρέπει νὰ μὴ ἐμπιστευθῶμεν ταύτην εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἥτις ἐν τῇ δράσει αὑτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς ὑπερβασίας, ἀλλὰ νὰ καταφύγωμεν εἰς ἐκείνην τὴν Ἀρχήν, ἥτις ἐτάχθη ἐν τῷ Κράτει διὰ νὰ αἴρῃ τὰς συγκρούσεις μεταξὺ ὁμάδων καὶ ἀτόμων, πρὸς ἄλληλα ἢ πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν — εἰς τὴν δικαστικὴν δηλαδὴ ἐξουσίαν. Ἡ διάταξις λοιπόν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνελεύθερος, εἶναι τοὐναντίον ἄγαν φιλελεύθερος· εἶναι ἡ προστατεύουσα καὶ τὴν Πολιτείαν, ἵνα ἐπιδιώξῃ τὴν διάλυσιν, ἂν λόγοι δίκαιοι συντρέχωσι, καὶ τοὺς ἐπαγγελματικοὺς γενικώτερον συνεταιρισμοὺς κατὰ πάσης καταχρήσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις ὑποπτεύουσα ἐπικίνδυνον τυχὸν τὴν δρᾶσιν τοιούτων τινῶν συνεταιρισμῶν καὶ σωματείων ἤθελεν ἴσως ἀκαίρως καὶ ἀδίκως παρεμβῆ, ἵνα παρανόμως διαλύσῃ αὐτούς. Ἡ διάταξις αὕτη, οὖσα ἀποτέλεσμα μακρᾶς μελέτης καὶ πείρας ἀλλαχοῦ ὑπαρξάσης, ἐξασφαλίζει ὄχι μόνον τὴν μὴ ἄκαιρον καὶ παράνομον διάλυσιν, ἀλλ’ ἐξασφαλίζει ἀκόμη καὶ τὴν κοινωνικὴν ἡσυχίαν, διότι μόνον ἡ δικαστικὴ ἔρευνα παρέχει ταύτην εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον, εἰς τὸν πολίτην. Καὶ εἶναι διάταξις ἀναμφισβητήτως προστατεύουσα τὰ σωματεῖα, καὶ δικαίως· διότι θὰ ἦτο ἄντικρυς ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀντίληψιν τὴν ὑπάρχουσαν ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου περὶ τῆς σημερινῆς κινήσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν νὰ θελήσωμεν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐμποδίσωμεν τούτους, ἢ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν αὐθαίρετον κρίσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας περὶ τὴν διάλυσιν αὐτῶν. Ἀντὶ τούτου, Κύριοι, ἂς διοργανώσωμεν καταλλήλως τοὺς ἐπαγγελματικοὺς συνεταιρισμούς, καί, διὰ τῆς καταλλήλου νομοθετικῆς ὀργανώσεως, προστατεύοντες αὐτοὺς ἂς προστατεύσωμεν συνάμα τὴν ἐπιδιωκομένην παρ’ αὐτῶν προαγωγὴν τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν συμφερόντων αὐτῶν, ἃς προστατεύσωμεν τὴν κοινωνικὴν πρόοδον, ἥτις ἀσφαλῶς προάγει καὶ τὴν Πολιτείαν. Τοιοῦτο, Κύριοι, εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιστήμης, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως, ὡς διερρυθμίσθη. Καὶ νομίζω ἀδιστάκτως ὅτι μόνον κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβοηθηθῇ ἡ πρόοδος καὶ ἡ τάσις, ἥτις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ παρ’ ἡμῖν εὐδοκίμως ἀναπτυσσομένη παρατηρεῖται, καὶ διὰ τῆς ὁποίας, προσηκόντως ῥυθμιζομένης διὰ τῆς νομοθετικῆς ὁδοῦ, θὰ ἐπιτευχθῇ εἷς τῶν ὡραιότερων σκοπῶν, ἡ ἐξύψωσις τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ μικροῦ ἐπαγγελματίου εἰς ἐπίπεδον κοινωνικὸν καὶ ἐπαγγελματικὸν καὶ πολιτικόν, εἰς οἷον πρέπει νὰ τάσσωνται καὶ οὗτοι ἐξ ἴσου μετὰ τῶν ἄλλων πολιτῶν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).

§213Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι· τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλευθέρως συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι εἶναι αὐτὴ ἡ κοινωνικότης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Συνέλευσις φρονῶ ὅτι ὀφείλει νὰ εἶναι εὔνους εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ νὰ μὴ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς κανένα περιορισμόν, καθόσον φρονῶ ὅτι τὰ πλεῖστα μέλη αὐτῆς εἶναι τέκνα τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν. Τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, εἰς οὐδένα ἀπολύτως περιορισμὸν ὑποβάλλει τὸν θεσμὸν τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἐὰν ὑπῆρξεν ἀνάγκη καὶ κατέφυγον πρὸς ἔγκρισιν συνεταιρισμῶν, τοῦτο μᾶλλον προῆλθεν ἐκ νομικῆς πλάνης καὶ οὐχὶ ἐξ ὑποχρεώσεως, καθόσον, ὡς ἀπεδείχθη, δὲν ὑπάρχει παράδειγμα παρεμβάσεως τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς πρὸς διάλυσιν συνεταιρισμοῦ τινος. Ἀλλά, ἐνῷ εἰς οὐδένα περιορισμὸν ὑποβάλλεται διὰ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν κάμνομεν, τοῦ ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς διαλύσεως ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, ἐμμέσως παρέχομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ψηφίσῃ νόμον, καθορίζοντα τὸν τρόπον τῆς λειτουργίας τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν καὶ διαλύσεως τούτων. Κατὰ συνέπειαν δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετήσῃ καὶ περιορισμούς, καὶ οὕτω τὰ μέχρι τοῦδε ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὸ ὑποβάλλομεν εἰς περιορισμούς. Ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελφος λίαν ὀρθῶς, οἱ τοιοῦτοι συνεταιρισμοὶ διαλύονται διὰ τῆς ἐναντίας θελήσεως τῶν μελῶν, καὶ μένει ἑπομένως τὸ ζήτημα τῆς περιουσίας, ὅπερ δύναται νὰ ῥυθμισθῇ κατὰ τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Ὅθεν διὰ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ κάμωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, τουτέστι νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ διαλύῃ τοὺς συνεταιρισμούς, φοβοῦμαι πολὺ ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς ὅλως ἀντίθετον ἀποτέλεσμα. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ὡμίλησαν ἐκ τοῦ βήματος τούτου, καὶ δὲν φρονῶ, ὡς ὁ ἀξιότιμος κ. Δικαῖος φρονεῖ, ὅτι ὁ χρόνος ἀπέληξεν ἐπὶ ματαίῳ. Ἤκουσα ἰδίως καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, ὅτι πρέπει νὰ φοβώμεθα μήπως κρύπτεται τίποτε ἄλλο.

§214Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπὸ τὸν μανδύαν;

§215Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τυχὸν ὑποκρύπτεται ἡ μάχαιρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν προσθήκην αὐτήν; Ἐὰν χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν μέλλουσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τουτέστιν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ῥυθμίσῃ τὸν τρόπον τοῦ νὰ ἱδρύωνται καὶ νὰ διαλύωνται οἱ συνεταιρισμοί, εἶναι φόβος, ὄχι ἐνδεχόμενος, ἀλλὰ θετικώτατος, νὰ συμβῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην, διὰ τὴν ὁποίαν νὰ προστεθῇ ἡ προσθήκη αὐτὴ ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ. Μὴ θελήσητε, κύριοι ἀντιπρόσωποι, νὰ στερήσητε τὴν χώραν ἡμῶν τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864. Φοβοῦμαι πολὺ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τοὺς ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς διαδεχθῶσι, πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ σκεφθῶσι νὰ νομοθετήσωσι τοὺς νόμους περὶ συνεταιρισμῶν, τῆς διαλύσεως καὶ ἱδρύσεως τούτων.

§216ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά...

§217Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ διεκόψατε προχθές, καθ’ ἥν στιγμήν...

§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρήσεις δὲν ἐπιτρέπονται εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.

§219Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πάντες οἱ ἀγορεύοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς παραδέχονται καὶ ἐπ’ αὐτῆς συζητοῦσι, διότι αὐτὴ θέλει χρησιμεύσει ὡς πηγὴ καὶ ἑρμηνεία τοῦ Συντάγματος.

§220Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον νὰ ἐννοήσω, ἂν ἀντιτάττεσθε κατὰ τῆς προσθήκης τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς;

§221Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀντιτάσσομαι. Ἡ προσθήκη λέγει: «Οἱ συνεταιρισμοὶ δὲν δύνανται νὰ διαλυθῶσιν ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως».

§222ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄνευ τῆς προσθήκης αὐτῆς θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ῥυθμίσῃ τὰ τῆς διαλύσεως κατὰ πάντα τρόπον. Τοῦτο γίνεται διὰ τῆς προσθήκης. Περιορίζεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ῥυθμίσῃ. Δι’ αὐτὸ ἐπεθύμουν νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ τοῦ πράγματος. Ἡ ἐπιτροπὴ προσθέτει κἄτι τι, διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.

§223Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τῆς γνώμης ἡμῶν καὶ τῆς γνώμης τῶν ἀντιθέτων. Φρονῶ, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ δώσῃ ἄλλην ἔννοιαν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν λέγετε ὑμεῖς. Ἠκούσατε καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου καὶ τοῦ κ. Μπουφίδου καὶ πολλῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐγκυμονεῖ ἡ προσθήκη αὐτή. Ἀλλά, ἐὰν ληφθῇ ἡ ἀνάγκη νὰ προστατευθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὑπ’ Ἀρχῆς τινος, βεβαίως φρονῶ, ὅτι ἡ μόνη Ἀρχή, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα, εἶναι μόνον ἡ ἠθικὴ ἐξουσία, ἡ δικαστική. Οὐχὶ καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν τοιοῦτον δικαίωμα τὸ χορηγήσωμεν εἰς τὴν ὑλικὴν ἐξουσίαν, τὴν ἐκτελεστικήν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ γνωστῶν ὀργάνων, ἅτινα σπανίως θέλουσιν ἀντιτάξει ἠθικὰς δυνάμεις κατὰ τῆς ὅλως ἠθικῆς δυνάμεως τῆς ἰδέας.

§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.

§225Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ εἰς τὴν παράγραφον δευτέραν ἀντὶ «νόμου» νὰ διορθωθῇ «νόμων».

§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δελακοβία ἔχουσα οὕτω: Νὰ προστεθῇ «ἐκτὸς ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, τραπεζῶν καὶ ἑταιρειῶν προμηθείας ὅπλων καὶ πολεμεφοδίων». Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ τροπολογία δέον νὰ ἀπορριφθῇ παραχρῆμα, χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ αὕτη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἀνακοινῶ τὸ ἄρθρον ὡς διωρθώθη. Ἄρθρον 11.— Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσιν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν. Συνεταιρισμός τις δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως». Ἔχει καλῶς;

§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀρχόμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ 12 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: Ἄρθρον 12 — Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων τιμωροῦνται ἐπὶ καταχρήσει τῆς ἐξουσίας τῆς Ἀρχῆς, ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος καὶ προσέτι ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν ἑκατόν».

§228Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Δὲν θὰ εἴπω βεβαίως καινόν τι λέγων, ὅτι πᾶσαι αἱ μεγάλαι ἐπαναστάσεις καὶ ἰδίᾳ ἡ μεγάλη Γαλλικὴ ἐπανάστασις κύριον καὶ πρώτιστον σκοπὸν προέθεντο τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου (droits de l’ homme). Κρηπὶς δὲ πάντων τῶν δικαιωμάτων τούτων εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Ἀλλὰ μέγαν περιορισμὸν θὰ ὑφίστατο ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία, ἐὰν δὲν περιωμάρτει αὐτῷ ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου, τῆς οἰκογενειακῆς ἑστίας, ἥτις καὶ παρ’ ἀρχαίοις ἦτο ἱερά. Πλήρης προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἄνευ τοῦ δικαιώματος τῆς ἀσυλίας τοῦ οἴκου. Τὴν σπουδαιότητα τῆς ἀσυλίας τοῦ οἴκου τοῦ κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἰδιωτικοῦ τούτου καὶ ἀπορθήτου φρουρίου ἐμφανῶς ἐνδεικνύει καὶ τὸ Ἀγγλικὸν λόγιον «my home is my castle» (ὁ ἐμὸς οἶκος ἐμὸν φρούριον». Διὰ τοῦτο καὶ πάντα τὰ φιλελεύθερα πολιτεύματα ἀναγνωρίζουσι καὶ προστατεύουσι τὴν ἀσυλίαν τοῦ οἴκου, ἐξαίρεσις δὲ μόνον λαμβάνει χώραν διὰ τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης εἰς ἐκείνας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας διὰ τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης παραβιάζεται τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας χάριν τῆς δημοσίας τάξεως, ὅταν ἡ κατοικία αὕτη δύναται νὰ καταστῇ φωλεὰ ἀδικοπραγιῶν ἢ ὁρμητήριον προσβολῆς τῶν δικαιωμάτων τῶν τρίτων ἢ τῆς κοινωνίας ὅλης, ὡς ἐπιτρέπεται καὶ ἡ στέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὅταν αὕτη εἰσέρχηται εἰς τὸν κύκλον τῆς ἐλευθερίας τρίτου καταπατοῦσα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἢ τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ πάντα τὰ φιλελεύθερα πολιτεύματα τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν ὑποβάλλουσιν εἰς ὡρισμένας διατυπώσεις, ὅπως μὴ ἐπέρχωνται καταχρήσεις καὶ ὅπως μὴ ἀσυστόλως παραβιάζηται ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου, ἡ ὁποία ἀναποσπάστως συνδέεται μετὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας. Τὸ τοιοῦτον ἄσυλον ἀναγνωρίζεται καὶ προστατεύεται ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ὅπερ ἐν ἄρθρῳ 12 ὁρίζει: «Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον· ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει». Δυστυχῶς παρ’ ἡμῖν δὲν ἐψηφίσθη ποτὲ νόμος περὶ κατ’ οἶκον ἐρεύνης συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἑπομένως αὕτη διέπεται ὑπὸ τῶν πεπαλαιωμένων καὶ ὑπὸ ἀπολυταρχικοῦ πνεύματος ἐμπνεομένων διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καθ’ ἃς ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐπιτρέπεται εἰς πάντας τοὺς ἐπὶ τῆς προανακρίσεως ὑπαλλήλους, ἐν οἷς ἡ αὐτὴ Δικονομία καταλέγει καὶ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τῆς χωροφυλακῆς, ἐνῷ εἰς ὅλα τὰ φιλελεύθερα καὶ πεπολιτισμένα Κράτη καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Γαλλίαν ἀκόμη καὶ ἐπὶ Αὐτοκρατορίας, ἧς ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἰσχύει ἐνίοτε καὶ νῦν, δικαίωμα κατ’ οἶκον ἐρεύνης χορηγεῖται εἰς μόνον τὸν τακτικὸν ἀνακριτήν, δύναται δὲ οὗτος νὰ ἀναθέσῃ τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν εἰς εἰδικοὺς ἀστυνόμους, τοὺς λεγομένους ἐκεῖ commissaires de police aux délégations judiciaires, οὐδέποτε δὲ εἰς ὑπενωμοτάρχας καὶ χωροφύλακας. Ὁ διαπρεπὴς συνταγματολόγος Διομήδης Κυριακὸς ἐν τῷ περισπουδάστῳ αὐτοῦ συνταγματικῷ δικαίῳ λόγον ποιούμενος περὶ τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης ἀναγράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «ἀπαιτεῖται μεγίστη ὑπομονὴ καὶ ἐπιείκεια ἐκ μέρους τοῦ ἐνεργοῦντος αὐτήν· διὸ ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα δέον ν’ ἀνατίθηται εἰς πρόσωπα σπουδαίου καὶ δεδοκιμασμένου χαρακτῆρος». Πῶς δὲ ἐνεργεῖται παρ’ ἡμῖν ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων πάντες γνωρίζομεν, ὁποῖον δὲ σεβασμὸν ἔχουσι τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας τὰ οὐδέποτε διδαχθέντα τὰ καθήκοντά των καὶ τὴν ἀποστολήν των πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀσυλίαν τοῦ οἴκου εἶναι εἰς πάντας γνωστόν, πολλὰ δὲ σχετικὰ ἐν προκειμένῳ ἐξετέθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς Πολιτείας εἶναι ἀνατεθειμένη παρ’ ἡμῖν καὶ ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα, δι’ ἧς εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις ἐπιτρέπεται νὰ παραβιάζηται τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἐν τῇ πρακτικῇ ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα θεωρεῖται, ἐπιδοκιμαζούσης καὶ τῆς ἐξεταστικῆς ἀρχῆς, μέτρον ἀστυνομικόν, ἐνῷ καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς πεπαλαιωμένας διατάξεις τῆς ἡμετέρας Ποινικῆς Δικονομίας εἶναι μέτρον ἀνακριτικὸν συνεπῶς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λάβῃ χώραν χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς ἀνάκρισις. Καὶ ἐν τούτοις παρ’ ἡμῖν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα εἰσέρχονται, ἢ μᾶλλον εἰσελαύνουσιν, εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ κυρίως εἰς τὰ χωρία, εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν, εἰς ἃς πολλάκις δὲν εὑρίσκουσι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἢ γυναικόπαιδα, χωρὶς οὐδεμία νὰ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς ἀνάκρισις, εἰσελαύνουσι δὲ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς καὶ ἀκόμη καὶ ἐν καιρῷ νυκτός, ἐνθρονιζόμενα οὐχὶ σπανίως εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ταύτας οἰκίας δίκην κατακτητῶν διὰ τῶν λεγομένων καταλυμάτων. Ποῦ εἶναι ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου παρ’ ἡμῖν; Ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ ἰδίως εἰς τὰ χωρία εἶναι οὐτοπία, ἐνῷ εἰς πάντα τὰ συνταγματικὰ καὶ πεπολιτισμένα Κράτη αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις δὲν ἀναγράφονται ὡς οὐτοπίαι καὶ χίμαιραι, ἀλλ’ ἔχουσι σάρκα καὶ ὀστᾶ· ἐκεῖ οἱ πολῖται συναισθάνονται τὴν δύναμιν τῶν ἐξασφαλιζουσῶν αὐτοὺς διατάξεων τοῦ Συντάγματος, συναισθάνονται ὅτι εἶναι συνταγματικοὶ πολῖται, οὕτω δ’ ἐξαίρεται τὸ φρόνημα αὐτῶν ὡς πολιτῶν Κράτους φιλελευθέρου. Εἰς τὰ φιλελεύθερα Κράτη τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας δὲν φέρονται σκαιῶς καὶ ἀποτόμως πρὸς τοὺς πολίτας, δὲν καταπατοῦσι τὰ δικαιώματα τὰ ὑπὸ τῶν νόμων καὶ διὰ τοῦ θεμελιώδους νόμου ἀναγνωριζόμενα δίκαια τῶν πολιτῶν· ἐὰν δέ ποτε τὸ πράξωσι, τιμωροῦνται αὐστηρῶς, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τὸ ἐναντίον συμβαίνει, ἵνα μὴ δῆθεν μειωθῇ τὸ κῦρος τῆς Ἀρχῆς, ὅπερ τοὐναντίον μειοῦται, ὅταν τὰ ὄργανα αὐτῆς παραβιάζωσι νηποινεί τοὺς νόμους, καὶ δὴ τὸν θεμελιώδη νόμον. Εἰς τὰ φιλελεύθερα Κράτη τὰ ἔχοντα καὶ ἀστυνομίας ἀξίας τοῦ ὀνόματος, τὸ δικαίωμα τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης δὲν χορηγεῖται εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, ἀλλ’ εἰς μόνον τὸν τακτικὸν ἀνακριτήν, ὁ ὁποῖος καὶ λόγῳ τῆς ἀνατροφῆς του καὶ λόγῳ τοῦ ἀξιώματός του, τῆς ἐπιστημονικῆς του μορφώσεως καὶ κοινωνικῆς του πείρας (διότι ἐκεῖ ἀνακριταὶ διορίζονται οἱ ἱκανώτεροι καὶ μᾶλλον πεπειραμένοι τῶν δικαστῶν) εἶναι ὁ μόνος, ὅστις δύναται μετὰ περισκέψεως νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις καὶ νὰ κρίνῃ ἂν πράγματι ὑπάρχει λόγος, ἵνα παραβιασθῇ τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας διὰ τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης, ἡ ὁποία εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐνεργεῖται μεθ’ ὑπομονῆς καὶ ἐπιεικείας κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἡμετέρου Διομήδους καὶ οὐχὶ σκαιῶς καὶ ἀποτόμως. Παρ’ ἡμῖν τὸ δικαίωμα τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης ἠδύνατο ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν ἐν γένει, ὡς εἶχε προτείνει ὁ πληρεξούσιος καὶ νομομαθὴς Ῥοντήρης εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864, καὶ μέχρι τοῦ κατωτάτου βαθμοῦ τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, οὕτω δὲ καὶ πταισματοδίκαι καὶ εἰρηνοδίκαι ὡς καὶ οἱ ἀναπληροῦντες αὐτοὺς θὰ ἠδύναντο νὰ προβαίνωσιν εἰς κατ’ οἶκον ἐρεύνας, ἃς θὰ ἐνήργουν μετὰ περισκέψεως καὶ κατὰ τρόπον διάφορον ἐκείνου, μεθ’ οὗ προβαίνουσιν αὐτοβούλως καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Οὐδὲ τὸ ὅτι, ὡς ἤκουσα κάποτε λεγόμενον, δὲν θὰ ἦτο πάντοτε εὐχερὴς ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς, ἕνεκα τῶν ἀποστάσεων τῶν ἑδρῶν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, καὶ δὴ τῶν εἰρηνοδικῶν καὶ πταισματοδικῶν ἀπὸ τοῦ τόπου, ἔνθα θὰ λάβῃ χώραν ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα, ἔχει ἐπιρροήν τινα, διότι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις δὲν ἐφαρμόζονται ἀναλόγως τῶν ἀποστάσεων, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῶν ἀπωτάτων σημείων τῆς Ἐπικρατείας. Μήπως εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη οἱ ἀνακριταὶ ἑδρεύουσιν εἰς πάσας τὰς κωμοπόλεις καὶ χωρία; Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν σημερινὴ ἐποχήν, ὑπὸ τὸ κράτος πολιτεύματος ἄγαν φιλελευθέρου, ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα νὰ ἀνήκῃ εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, δυνάμενα χωρὶς κἂν νὰ ὑφίσταται ἐκκρεμὴς ἀνάκρισις κατὰ τὸ δοκοῦν νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν καὶ δὴ καὶ ἐν καιρῷ νυκτός, ἐνῷ εἰς ὅλα τὰ φιλελεύθερα καὶ εὐνομούμενα Κράτη δικαίωμα κατ’ οἶκον ἐρεύνης ἐν καιρῷ νυκτὸς δὲν ἔχει οὔτε ὁ ἀνακριτής, δηλαδὴ οὐδ’ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Οὕτω προστατεύεται ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου, ἥτις παρ’ ἡμῖν μένει γράμμα κενόν. Δυστυχῶς δὲ καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ δὲν δίδει τὴν πρέπουσαν σημασίαν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος, δὲν προστατεύει τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας, διότι καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος δογματίζει ὅτι, καὶ ἐὰν δὲν λάβῃ χώραν ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα συμφώνως πρὸς τὰς νομίμους διατυπώσεις, δὲν ὑπάρχει λόγος ἀναιρέσεως, διότι πρόκειται περὶ παραβάσεως δικονομικῶν διατάξεων μὴ τεθειμένων ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος. Εἶναι ὄντως παράδοξον πῶς ὁ Ἄρειος Πάγος τοιαῦτα ἀποφαίνεται, διότι, ὅταν τὸ Σύνταγμα λέγῃ, ὅτι ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, δὲν εἶναι παράβασις αὐτοῦ τοῦ θεμελιώδους νόμου τῆς Πολιτείας ἡ παρὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου γενομένη κατ’ οἶκον ἔρευνα; Ταῦτα πάντα ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ἔκρινα ὅτι προκειμένης νῦν ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ὅπως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12 λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ, εἶναι ἐπάναγκες ν’ ἀναγραφῶσιν ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι οὐσιώδεις διατάξεις, δι’ ὧν νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ περὶ ἀσυλίας τῆς οἰκιακῆς ἑστίας συνταγματικὴ διάταξις, διὸ καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος, τὴν ἑξῆς τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 12: «Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, οὐδέποτε δ’ ἐν καιρῷ νυκτός, πάντοτε δ’ ἐν περιπτώσει πλημμύρας, πυρκαϊᾶς ἢ κραυγῆς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς βοήθειαν, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος». Πάντως τὸ λεκτικὸν δεῖται διαρρυθμίσεως, διότι προκειμένου περὶ πυρκαϊᾶς, πλημμύρας ἢ κραυγῆς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ δὲν λαμβάνει χώραν κατ’ οἶκον ἔρευνα, ἀλλ’ εἴσοδος εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν. Ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῆς γνώμης μου, ὡς ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, ἐκ λόγων δὲ πρακτικῆς δυσχερείας ἀπέκρουσε τὴν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴν αὐτῆς ἐκφράσασα τὴν εὐχὴν ἵνα ἀποτελέσῃ τὰς βάσεις νομοθετικοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐδέξατο δὲ τὴν προσθήκην, ἣν προέτεινεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Χρυσοβελόνης, ὅπως οἱ παραβάται τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Συντάγματος τιμωρῶνται διὰ τῶν περὶ καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας τῆς Ἀρχῆς διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καταδικάζωνται δὲ οὐ μόνον εἰς ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ καὶ ἱκανοποίησιν τοῦ παθόντος διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, οὐδέποτε δ’ ἐλάσσονος τῶν ἑκατὸν δραχμῶν. Παραπλησίας πρὸς τὴν ἐμὴν προτάσεις εἶχον ὑποβάλει εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864 οἱ πληρεξούσιοι καὶ νομομαθεῖς Ῥοντήρης καὶ Κωνσταντόπουλος, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἔκρινεν ὅτι, ἀφοῦ ἐτέθη ἐν τῷ Συντάγματι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀσυλίας τοῦ οἴκου, ἡ διαρρύθμισις τῶν περαιτέρω ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἔκτοτε, καίτοι παρῆλθον 47 ἔτη, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία οὐδὲν διερρύθμισεν, ὡς δὲν ἐφρόντισέ ποτε νὰ διαρρυθμίσῃ οὔτε τὴν διοικητικὴν οὔτε τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος, οὕτω δὲ τὸ Σύνταγμα ἔμεινε κεφαλὴ ἄνευ ποδῶν, καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ πολίτευμα ἄγαν φιλελεύθερον μὲ νομοθεσίαν ἐκδοθεῖσαν εἰς ἐποχὴν ἀπολύτου μοναρχίας. Καὶ ὄχι μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἐφρόντισε νὰ διαρρυθμίσῃ τὴν νομοθεσίαν συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐνομοθέτησε παραβιάζουσα τὸ Σύνταγμα, ὡς ἔπραξε διὰ τοῦ περὶ ὁδοποιίας νόμου τοῦ 1887, ὅστις ἐπιτρέπει τὴν κατάληψιν τῆς ἰδιοκτησίας προηγουμένης προσωρινῶς καὶ διοικητικῶς κανονιζομένης ἀποζημιώσεως, ἐνῷ ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος εἶναι νὰ προηγηθῇ πλήρης ἡ ἀποζημίωσις πρὸ τῆς καταλήψεως τῆς ἰδιοκτησίας, διὰ τοῦτο νῦν προτείνεται καὶ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος ἐν σχήματι πρωθυστέρῳ συμφώνως πρὸς τὸν περὶ ὁδοποιίας ἀντισυνταγματικὸν νόμον, τὸ αὐτὸ δ’ ἔλαβε χώραν καὶ μὲ τὸν τελωνιακὸν νόμον, καθ’ ὅν, ὁσάκις νομοσχέδιον περὶ τελωνιακοῦ δασμοῦ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ἄρχεται ἡ εἴσπραξις τοῦ δασμοῦ ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως ἐναντίον τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος μὴ ἐπιτρέποντος εἴσπραξιν φόρου πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ νόμου, ἤδη δὲ προτείνεται ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος συμφώνως πρὸς τὸν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη λειτουργοῦντα ἀντισυνταγματικὸν τοῦτον νόμον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπολύτως ἐπιτακτική, ὅπως ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφῇ διάταξις, δι’ ἧς νὰ λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει τὸ πολίτευμα καὶ ἡ ὁποία συνδέεται ἀναποσπάστως πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Βεβαίως εἰς πάντα τὰ Συντάγματα ἀναγράφονται ἀρχαί, αἱ δὲ λεπτομέρειαι κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων, πλὴν παρ’ ἡμῖν μακρὰ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι τοῦτο δὲν συμβαίνει καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη τὸ Σύνταγμα νὰ περιλάβῃ καὶ οὐσιώδεις διατάξεις, δι’ ὧν ἐξασφαλίζεται ἡ ἐφαρμογή του, ὡς ἐγένετο διὰ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Εἰς οὐδὲν τῶν Συνταγμάτων, ὅσα τοὐλάχιστον ἐγὼ γνωρίζω, ἀνεῦρον διάταξιν, καθ’ ἣν οἱ παραβάται τῶν περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας διατάξεων καταδικάζονται εἰς ἀποζημίωσιν καὶ ἱκανοποίησιν τοῦ παθόντος διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου καὶ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου. Ταῦτα διαρρυθμίζονται ὑπὸ ἑτέρων νόμων. Παρ’ ἡμῖν ἔδει νὰ τεθῶσι, καὶ ὀρθῶς ἐτέθησαν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὡς προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ συναδέλφου κ. Χρυσοβελόνη, περὶ τιμωρίας τῶν παραβατῶν τοῦ ἄρθρου 12, διὰ τῶν περὶ καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας τῆς Ἀρχῆς διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου καὶ περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ἱκανοποιήσεως διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ. Ἀφοῦ δὲ τοιαύτας ἀναγράφομεν ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεις, διατί νὰ μὴ διαγράψωμεν καὶ λεπτομερείας οὐσιωδεστάτας ἐξασφαλιζούσας τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ μένωσι γράμμα κενόν; Ἐξ ἄλλου ἡ προτεινομένη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τροπολογία κατὰ τί δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι οἱ παραβάται τοῦ ἄρθρου τούτου τιμωροῦνται κατὰ τὰς περὶ καταχρήσεων τῆς ἐξουσίας τῆς Ἀρχῆς διατάξεις; Ἀφοῦ ὁ Ποινικὸς Νόμος περιέχει τοιαύτην διάταξιν, διατί νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα; Ἐὰν δὲν ἐτιμωρήθησάν ποτε οἱ παραβάται, διότι ἐκράτησεν ἡ σκέψις ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας πρέπει νὰ ἐνισχύωνται ἀπέναντι τῶν κακοποιῶν, ἐνῷ καὶ ἀπέναντι οιουδήποτε κακοποιοῦ πρέπει νὰ τηρῶνται πάντες οἱ νόμοι, ἰδίᾳ δὲ αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, τὰ δὲ ὄργανα τῆς Πολιτείας δέον νὰ ἐνισχύωνται διὰ τῆς αὐστηρᾶς τιμωρίας τῶν κακοποιῶν καὶ οὐχὶ διὰ παραβάσεις τῶν νόμων, ἐάν, λέγω, δὲν ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀναγραφομένη εἰς τὸ Σύνταγμα; Ἐξ ἄλλου αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν ἀποζημίωσιν καὶ ἱκανοποίησιν τοῦ παθόντος ἐπὶ παραβάσει τῆς διατάξεως τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης ὁριζομένου καὶ τοῦ κατωτάτου ὅρου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται διὰ τὴν ἠθικὴν ἀνόρθωσιν, μέχρι 100 δραχμῶν, ποίαν πρακτικὴν σημασίαν καὶ ὠφέλειαν θὰ ἔχωσι; Διότι, ἐὰν ἤθελεν ἔχει τὰ μέσα ὁ παθὼν (ἐνῷ μάλιστα συνήθως αἱ τοιαῦται παραβάσεις λαμβάνουσι χώραν κατ’ ἀπορωτέρων καὶ ἀδυνάτων) νὰ ὑποστῇ τὴν δαπάνην μιᾶς δίκης, ποῦ θ’ ἀνεύρῃ, ὅταν τύχῃ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, τὰ παρανομήσαντα ὄργανα τῆς Ἀρχῆς, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν; Ποῦ θ’ ἀνεύρῃ περιουσίαν, ἐὰν ὑπάρχῃ πρὸς κατάσχεσιν, ἀφοῦ ἡ μισθοδοσία δὲν κατάσχεται; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δέον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις ἐξασφαλίζουσα τὴν κατ’ οἶκον ἀσυλίαν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον εἰς Κράτος φιλελεύθερον τὸ δικαίωμα κατ’ οἶκον ἐρεύνης ν’ ἀσκῆται ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ ἐν πάσῃ ὥρᾳ δυναμένων νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν καὶ δὴ καὶ ἐν καιρῷ νυκτός. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, δὲν εἶναι κἂν εὐπρεπὲς εἰς Κράτος φιλελεύθερον αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος νὰ μένωσιν ἀναγεγραμμέναι ὡς οὐτοπίαι καὶ χίμαιραι.

§229Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ καλυφθῶσιν ὅλοι οἱ κίνδυνοι, οὓς ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ οἵτινες εἰς ὅλους μας εἶναι γνωστοί, εἶναι ἔργον φρονήσεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθησαν ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ δὲν ἐγένετο μέχρι σήμερον, νὰ λάβωμεν πρόνοιαν νὰ θέσωμεν ἡμεῖς εἰς τὸ Σύνταγμα, δηλαδὴ ἐκτενεστέραν διάταξιν περὶ τῆς κατ’ οἶκον ἀσυλίας χάριν τῆς ἀσφαλείας καὶ προστασίας τῶν πολιτῶν.

§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπαρατώθη.

§231ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.

§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Κουλουμβάκη, νὰ ὁμιλήσητε.

§233ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος ἀφορῶντος σπουδαῖον δικαίωμα τοῦ πολίτου, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἂν ἡ αἴθουσα αὕτη ἦτο πλήρης καὶ ἂν τὰ ζητήματα ἐτίθεντο ὅπως ἔπρεπεν, ἂν ἐτονίζετο ἡ σπουδαιότης τῆς διατάξεως πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὅλην αὐτῶν τὴν ἀκμὴν καὶ ἠδύναντο νὰ προσέξωσιν εἰς τὰς ἐννοίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνεπτύσσοντο ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, θὰ διηγείρετο καὶ ζωηρὸν διαφέρον. Ἀλλὰ ζωηρὸν διαφέρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναπτυχθῇ μεταξὺ ἀνθρώπων καταπεπονημένων, ὀλίγων βιαζομένων νὰ ἀποχωρήσωσι τῆς αἰθούσης. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπρεπέστατον τὸ θέαμα ὀλίγων ἀνθρώπων παρακαθημένων ἐνταῦθα καὶ κανονιζόντων τὰς μεγαλειτέρας ἐλευθερίας τοῦ πολίτου.

§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν. Ἠδύνασθε νὰ φέρητε ὅσας ἐνστάσεις ἠθέλετε, ἀλλ’ ὄχι νὰ ὁμιλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.

§235ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἄλλους τέσσαρας.

§236Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα τὰ ἄρθρα ἀπόψε.

§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἐζήτησε τὸν λόγον. Πρὸ τούτου ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν τῶν βουλευτῶν κυρίων Χ. Πετρέα, Ν. Ξηροῦ, Ἰ. Μπουρνιᾶ, Ἀ. Θεοδωρίδου, Μ. Γαλανοῦ καὶ Ν. Δελακοβία. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Τίθεται εἰς ψηφοφορίαν πρῶτον ἡ πρότασις τοῦ κ. Δελακοβία, ἔχουσα οὕτως: «Ἀπαγορεύονται τὰ καταλύματα ἐκτὸς ἐν καιρῷ πολέμου». Οἱ παραδεχόμενοι ὡς κατ’ ἀρχὴν ἀπορριπτέαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Δελακοβία παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πετρέα ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Μὴ ἀπαιτουμένης ἀδείας τινὸς πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς περὶ ἀποζημιώσεως ἱκανοποιήσεως ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων».

§238ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.

§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Χριστίδου ἔχουσα οὕτω: «Πάντοτε ἐν ἡμέρᾳ, ἐπικειμένου δὲ κινδύνου προφανοῦς ἐνεργεῖται ἡ ἔρευνα καὶ ἐν νυκτί». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Κερκύρας κ. Λάσκαρι ἔχουσα οὕτως: «Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται ὑπὸ μόνης τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσῃ, οὐδέποτε δ’ ἐν καιρῷ νυκτός, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος. Ἐπιτρέπεται δὲ ἡ εἴσοδος εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν ἐν πάσῃ ὥρᾳ εἰς τὴν Ἀρχὴν καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς ἐν περιπτώσει πλημμύρας, πυρκαϊᾶς καὶ κραυγῆς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ εἰς βοήθειαν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λάσκαρι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.

§240ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): Ἄρθρον 12.—«Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται εἰμὴ ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει. Οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων τιμωροῦνται ἐπὶ καταχρήσει τῆς ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς, ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος καὶ προσέτι ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν ἑκατόν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ εἰς λύσιν τῆς συνεδριάσεως.

§241ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 50′ τῆς νυκτός).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41.
2τῆς 4ης Μαρτίου 1911.
3(Παρασκευή)
4Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
5(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 10′ μ. μ. ἡ
6Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 187 Βουλευτῶν.
7Ἀναγινώσκονται καὶ διορθωθέντα ἐπικυροῦνται τὰ Πρα-
8κτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
9§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν:
101) Αἴτησιν κατοίκων πόλεως Ἀθηνῶν παρακαλούντων
11ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ συντηρήσεως τῶν ἄλλοτε δημο-
12σίων ὁδῶν.
132) Διάφοροι κάτοικοι Ἀθηνῶν ζητοῦσιν, ὅπως ματαιωθῇ
14ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου.
153) Ὁ σύλλογος τῆς Λαϊκῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει
16ὑπόμνημα περὶ παροχῆς διὰ τοῦ Συντάγματος ἐλευθερίας
17εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐκπαίδευσιν.
184) Μέτοχοι «Ἀμοιβαίας» ἐκ Βόλου ζητοῦσιν ἀνάκλησιν
19Β. Διατάγματος ἱδρύσεως ταύτης.
205) Οἱ κατάδικοι Ῥίου ζητοῦσιν ἀραίωσιν ὡς ἀποθανόν-
21των τριῶν ἐκ τοῦ συνωστισμοῦ.
226) Ὁ δήμαρχος Ἰθώμης ὑποβάλλει αἴτησιν τοῦ λαοῦ
23ζητοῦντος βελτίωσιν τῆς καταστάσεως του, ὡς μὴ ἐπαρ-
24κούντων τῶν ὑπ’ αὐτῶν καλλιεργημένων κτημάτων.
257) Μέτοχοι «Ἀμοιβαίας» ἐκ Γαλαξειδίου ζητοῦσιν ἀνά-
26κλησιν Β. Διατάγματος ἱδρύσεως ταύτης.
278) Κατάδικοι Παλαιοῦ Στρατῶνος ζητοῦσι χάριν τοῦ
28ἑνὸς τρίτου τῆς ποινῆς των.
299) Κοινότης Ἑλλήνων διαμαρτυρομένων ἐκ Πατρῶν ζη-
30τοῦσιν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ διατάξεως περὶ θρησκείας.
3110) Ἐκ τοῦ Βροῦκλιν (Ν. Ὑόρκης) Ἕλληνες φυλακι-
32σθέντες δι’ ἐνόχους πράξεις διευθύνσεως Ὑπερωκεανείου ζη-
33τοῦσι προστασίαν.
3411) Ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου καλεῖ τὸ Προε-
35δρεῖον καὶ ἅπαντας τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς εἰς τὴν τελετὴν
36τῆς παραδόσεως τῶν Ἀκαδημαϊκῶν ἀρχῶν.
3712) Διάφοροι κάτοικοι Πλατάνου Ναυπακτίας διαμαρ-
38τύρονται κατὰ τηλεγραφητοῦ αὑτῶν Δ. Παπαθανασίου.
3913) Ὁ βουλευτὴς Ἀρκαδίας κ. Χηνιάδης ὑποβάλλει
40τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος, ἥτις θέ-
41λει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
42(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
43Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
44Ἡμερησίαν Διάταξιν
45τὴν νομοθετικήν.
46Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι
47ἡ λῆψις ἀποφάσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
489 τοῦ Συντάγματος, ἐφ’ οὗ ἐπερατώθη ἡ συζήτησις ἀπὸ
49τῆς τελευταίας συνεδριάσεως. Ὑπὸ ψηφοφορίαν τῆς Βου-
50λῆς εἶναι τὸ ἄρθρον 9 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ἔχον
51ὡς ἑξῆς:
52«Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, τη-
53ροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀναφέρωνται ἐγγρά-
54φως πρὸς τὰς ἀρχάς, ὑποχρεουμένας εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν
55ἢ ἠτιολογημένην ἀπόρριψιν, πάντως δὲ εἰς ἔγγραφον ἀπάν-
56τησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον ἐντὸς μηνός.
57Μόνον μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς πρὸς ἣν ἡ ἀνα-
58φορὰ ἀρχῆς καὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέπεται ἡ ζήτησις εὐ-
59θυνῶν παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν διὰ παραβά-
60σεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας».
61§2Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως θὰ γίνῃ
62ψηφοφορία; Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν
63μου;
64§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν ἦσθε παρών, ὅτε
65ἐψηφίζετο ὁ νέος Κανονισμός, ὅστις ἀπαγορεύει τὴν δικαιο-
66λογίαν τῆς ψήφου.
67§4Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρξαμένης τῆς ψηφοφορίας.
68§5ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πότε τέλος πάντων, κύριε Πρόεδρε,
69θὰ ἔχωμεν τετυπωμένον τὸν νέον Κανονισμόν;
70§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ
71θέσω καὶ ἐγώ, διότι τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ἂν καὶ πρὸ
72δέκα ἤδη ἡμερῶν ἔδωκα διαταγὰς πρὸς ἐκτύπωσιν τοῦ
73Κανονισμοῦ, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκτυπώσῃ τοῦτον ἀκόμη.
74Ἀπεκδύομαι πλέον πάσης εὐθύνης, Κύριοι.
75§7Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει πίστωσις τῆς ἐπι-
76τροπῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντά-
77γματος. Δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν ἐξ αὐτῆς, ἵνα τὸν
78τυπώσωμεν εἰς ἰδιωτικὸν τυπογραφεῖον;
79§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἔχει στοιχειο-
80θετήσει πλέον τὸν Κανονισμὸν καὶ ἔχουσι γίνει ἐπανειλημ-
81μέναι διορθώσεις, καὶ ἐδόθη διαταγὴ πρὸς ἐκτύπωσιν. Με-
82τέβην ἐπανειλημμένως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομι-
83κῶν, ὅστις ἀναγνωρίζων τὸ δίκαιον διέταξεν αὐστηρότατα
84τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Τυπογραφείου νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτύ-
85πωσιν, ἀλλ’ ἀκόμη δὲν ἐξετυπώθη. Δηλῶ ταῦτα, διότι εἶ-
86ναι δυσάρεστον εἰς ἐμὲ νὰ μὲ ἐρωτῶσι περὶ τούτου ἑκά-
87στοτε οἱ κ. κ. συνάδελφοι, διότι ἐγὼ ἐνήργησα ὅ,τι ἐξῃρ-
88τᾶτο ἀπ’ ἐμοῦ.
89§9Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὁ νέος
90Κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὴν δικαιολογίαν τῆς ψήφου ἀρξα-
91μένης τῆς ψηφοφορίας.
92§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν εἶναι τετυπωμένος ὁ Κανονι-
93σμός, δικαιολογήσατε τὴν ψῆφόν σας. Ἂς γίνῃ αὕτη ἡ πα-
94ράβασις.
95§11Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχομεν δύο
96σχέδια, τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἐπιτροπῆς. Εὐχῆς ἔργον
97ἤθελεν εἶσθαι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τὸ ἄρ-
98θρον τοῦ Συντάγματος, ὅπως τὸ ἔχει διατυπώσει ἡ ἐπι-
99τροπή. Τοῦτο ὅμως τὸ θεωρῶ ἀδύνατον, τὸ θεωρῶ δ’ ἀδύ-
100νατον, διότι ἐνθυμοῦμαι, ὅτι, ἀφ’ ὅτου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς
101τῶν Ἐσωτερικῶν συνέπιπτε νὰ εἶναι Γενικὸς Γραμματεὺς
102τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κατεγίνετο νὰ ἱδρύσῃ
103γραφεῖον πληροφοριῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐκείνῳ. Τοῦτο
104ἐστάθη ἀδύνατον. Ἐὰν δὲ ὑποχρεώσωμεν τοὺς λαμβάνοντας
105τὰς ἀναφορὰς ὑπαλλήλους, ἵνα ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου ἠτιο-
106λογημένως εἰδοποιῶσι τὸν ἀναφερόμενον περὶ τῆς ἀπορ-
107ρίψεως τῆς ἀναφορᾶς του ἢ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς, ἀμφι-
108βάλλω ἂν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι τῶν διαφόρων γραφείων θὰ
109ἐπαρκῶσι διὰ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν.
110Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερ-
111νήσεως, ὅπως ἔχει διατυπωθῆ ἐν αὐτῷ, καὶ εὔχομαι, ἵνα
112διὰ νόμου κανονισθῶσιν αἱ διάφοροι ὑποχρεώσεις τῶν ὑπο-
113χρέων διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν τοιούτων ἀναφορῶν.
114§12ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω ἀνάγκην νὰ
115ζητήσω καὶ ἐγὼ τὴν ἐπιείκειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἐξηγήσω
116τὴν διατύπωσιν, ἥτις ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
117Βουλῆς.
118Οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ συνιστῶμεν,
119ὅπως ληφθῇ ὡς βάσις τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς
120ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ δεύτε-
121ρον ἐδάφιον αὐτῆς ἀποσύρομεν τὰς ἀντιρρήσεις, τὰς ὁποίας
122εἴχομεν ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅτι μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν πρέ-
123πει μόνον νὰ γίνηται ἡ καταδίωξις, καὶ δεχόμεθα ὅτι κα-
124λῶς ἔχει ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι τοῦτο εἶ-
125ναι μᾶλλον φιλελεύθερον, καὶ προσχωροῦμεν εἰς τὴν ἀντί-
126ληψιν τῆς ἐπιτροπῆς.
127Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος, συνιστῶμεν νὰ μὴ περι-
128ληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ λέξις «ἠτιολογημένως»· ἐπί-
129σης δὲ νὰ παραλειφθῇ καὶ ὁ χρόνος, διότι ἀμφότερα εἶναι
130πολὺ ἐπικίνδυνα, καὶ δὲν γνωρίζομεν ποῦ θὰ μᾶς φέρωσι· νὰ
131εἴπωμεν δὲ ὅτι ἡ ἐπιδίωξις τοῦ δικαιώματος γίνεται κατὰ
132τὸν σχετικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος καὶ θὰ ὑποβληθῇ, ὅπως καὶ
133τόσοι ἄλλοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι διάφορα θέματα ὀργανοῦσιν.
134Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις αὐτὰς πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ
135νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου.
136§13Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον
137ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν περιλαμβάνονται αἱ αἰτήσεις πλη-
138ροφοριῶν.
139§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλέχθη, καὶ νομίζω ὅτι δύναται
140νὰ γραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι, ὅταν λέγωμεν ἀναφοράν,
141ἐννοοῦμεν τὴν προσφυγὴν πρὸς ἀρχὴν προϊσταμένην, οὐχὶ
142δὲ τὴν αἴτησιν πληροφοριῶν, διὰ τὴν παροχὴν τῶν ὁποίων
143πάντως εἶναι ἠθικῶς ὑπεύθυνος ἑκάστη ἀρχή, ἀλλὰ χωρὶς
144νὰ δύναται ν’ ἀναγνωρισθῇ τοῦτο ὡς ὑποχρέωσις συνταγμα-
145τική, διότι δύναται νὰ γίνῃ καὶ κατάχρησις τοῦ τοιούτου
146δικαιώματος, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν.
147§15Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπή, κύριοι συνάδελ-
148φοι, ἐθεώρησε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου σπουδαιοτά-
149την καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως,
150τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ πρώην Σύνταγμα, προήρχοντο ἀπειρά-
151ριθμοι καὶ μέγισται καταχρήσεις τῶν δημοσίων ὑπαλλή-
152λων, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ ὁ ἀναγκαῖος δεσμὸς
153τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν πολιτῶν πρὸς τὴν
154Πολιτείαν. Ἕνεκα τούτου ὥρισε προθεσμίαν πρὸς ἀπάντη-
155σιν ἑνὸς μηνός. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀντίρρησιν.
156Προετάθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσωμεν εἰς τὸ Σύν-
157ταγμα προθεσμίαν τριῶν μηνῶν, ὁ δὲ μέλλων νόμος νὰ
158ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καταστήσῃ καὶ βραχυτέραν καὶ μα-
159κροτέραν τὴν προθεσμίαν ταύτην, οὕτω δὲ τέλος πάντων—
160διότι εἶναι ἀνθρωπίνως ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ψηφισθῇ νόμος
161—νὰ ἔχωμεν μίαν προθεσμίαν τριῶν μηνῶν τοὐλάχιστον.
162Καὶ ἐρωτῶ καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν ποία λογικὴ εἶναι
163ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐμποδίζει τὴν παραδοχὴν τοιαύτης προτά-
164σεως; Ἀφοῦ ὁ νόμος θὰ ψηφισθῇ, ὡς λέγει ἡ Κυβέρνησις,
165ἂς ἐπεκτείνῃ εἰς ἓν ἔτος τὴν προθεσμίαν, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν
166μίαν προθεσμίαν, ἀφοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ὑπεσχέθητε νὰ φέ-
167ρητε τὸ νομοσχέδιον.
168§16Γ. ΠΩΠ. Μετὰ τὰς γενομένας ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς
169Κυβερνήσεως δηλώσεις ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἔντι-
170μον συνάδελφον, τὸν ὑποβαλόντα τὴν πρότασιν περὶ ψηφο-
171φορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, νὰ ἀποσύρῃ ταύτην, διότι
172εἶναι ἐμφανὲς ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξωσι πολλοὶ ἄλλοι ἔχοντες
173τὴν αὐτὴν ἀντίρρησιν. Μετὰ τὴν διατύπωσιν δὲ τὴν τελευ-
174ταίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἱκανοποιοῦνται
175πᾶσαι τυχὸν αἱ γενόμεναι παρατηρήσεις. Ἐὰν ὑπάρχῃ
176μία ἢ δύο, ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ ἥρμοζεν ἴσως ἀρίθμησις τῆς
177Βουλῆς καὶ πάλιν σήμερον, ἐνῷ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἐμ-
178φανῶς προγεγραμμένον διὰ τὴν Βουλήν. Ἤθελον λοιπὸν
179παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν τὸν ὑποβαλόντα τὴν
180πρότασιν ψηφοφορίας δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ὅπως ἀπο-
181σύρῃ ταύτην, καὶ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου δι’
182ἀναστάσεως ἐμφανοῦς ὄντος ἀπὸ τοῦ νῦν τοῦ ἀποτελέσματος.
183§17Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, κύ-
184ριε Πρόεδρε, πόσον προθύμως ὑπακούω εἰς τὰς παρακλή-
185σεις τοῦ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐντὸς τῆς Βουλῆς θέλω
186νὰ μὲ πείθῃ, ὄχι νὰ μὲ παρακαλῇ. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἔπεισεν.
187§18Γ. ΠΩΠ. Θὰ σὲ πείσῃ ἡ ψηφοφορία.
188§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιμένετε εἰς τὴν ψηφοφορίαν;
189§20Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα.
190§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ἔχουσιν ὑποβληθῆ διά-
191φοροι τροπολογίαι.
192Πρῶτον θέλει ἀναγνωσθῆ ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου
193βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Δελακοβία, ἡ ὁποία
194μόλις σήμερον διανέμεται, διότι μόλις προχθὲς τὴν παρέ-
195δωκεν.
196§22Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη ἐπ’ αὐτῆς.
197§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν εἶχεν ἐπιληφθῆ,
198ἤθελον ἐρωτήσει ἂν κρίνει ταύτην ἡ Βουλὴ παραχρῆμα
199ἀπορριπτέαν ἢ παραπεμπτέαν κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον
200ἐφαρμόζομεν τοῦ Κανονισμοῦ· ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν
201ἔχει ὑποβάλει ἔτι ἔκθεσιν καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ ψηφί-
202ζει, τοῦτο θὰ ἐρωτήσω ἀκριβῶς ἐγώ.
203§24Κ. ΜΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεπέμφθη,
204κύριε Πρόεδρε!
205§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, νομίζω ὅτι τὸν Κανο-
206νισμὸν γνωρίζω ἐξ ἴσου καλῶς ὡς ὑμεῖς. Ἀφήσατέ με λοι-
207πὸν νὰ ἐφαρμόσω τὸν Κανονισμόν, διότι μόνον σύγχυσιν
208προκαλεῖτε καὶ τίποτε περιπλέον.
209Λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δελακοβία ἔχει ὡς ἑξῆς:
210«Εἰς τὸ 9ον ἄρθρον πρέπει νὰ προστεθῇ διάταξις ὅτι ὁ
211πολίτης ὁ ἀδικούμενος ἐκ τῆς σιωπῆς τῆς ἀρχῆς δικαιοῦ-
212ται νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν, αὕτη δὲ νὰ ὑπόκειται εἰς τὰς
213παρὰ τοῦ νόμου εἰδικὰς ποινάς».
214Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ἡ τροπολογία ἀπορριφθῇ παρα-
215χρῆμα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισ-
216σότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
217Κατὰ συνέπειαν ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία.
218Κατόπιν ὑπάρχει τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ
219Εὐβοίας κ. Μπουρνιᾶ, ἐφ’ ἧς ἀπεφάνθη ἤδη ἡ ἐπιτροπή,
220ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
221«Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ
222Κράτους, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται ἐγγράφως
223πρὸς τὰς Ἀρχὰς ὑποχρεουμένας πρὸς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ
224ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς τὸ πολύ·
225ἄλλως τιμωροῦνται πειθαρχικῶς».
226Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ
227ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
228Ἐπίσης ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Αἰτωλίας
229καὶ Ἀκαρνανίας κ. Ἀκρίδα ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
230«Ἡ διὰ τοῦ προσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένη
231ἀναθεώρησις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Συντάγματος νὰ συμπλη-
232ρωθῇ οὕτω. Πρὸ τῆς λέξεως «ἐγγράφως» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις
233«προφορικῶς ἤ». Καὶ μετὰ τὴν λέξιν «ἀναφερόμενον» νὰ
234προστεθῇ «προφορικῶς ἢ ἐγγράφως διὰ τῆς ἐγγυτέρας
235πρὸς τὴν κατοικίαν ἢ διαμονήν του δημοσίας ἢ δημοτικῆς
236Ἀρχῆς ἐντὸς ἀναλόγου προθεσμίας»
237Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ
238ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
239Κατόπιν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Χριστίδου ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
240«Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα τη-
241ροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ν’ ἀναφέρωνται προφο-
242ρικῶς ἢ ἐγγράφως πρὸς τὰς Ἀρχάς, ὑποχρεουμένας πρὸς
243ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον
244πάντοτε ἐνώπιον αὐτοῦ τούτου ἀπ’ εὐθείας ἢ διὰ τῆς ἁρ-
245μοδίας Ἀρχῆς τῆς κατοικίας ἢ διαμονῆς του».
246Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ
247ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
248Τῶν τροπολογιῶν τούτων ἀπορριφθεισῶν ἐρχόμεθα εἰς
249τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς,
250ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ
251Συμβουλίου.
252Τὸ ἄρθρον ἔνατον ἔχει ὡς ἑξῆς, Κύριοι.
253«Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, τη-
254ροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, ν’ ἀναφέρωνται ἐγγρά-
255φως πρὸς τὰς ἀρχάς, ὑποχρεουμένας εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν
256καὶ ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον κατὰ τὰς
257διατάξεις τοῦ νόμου. Μόνον μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν
258τῆς πρὸς ἣν ἡ ἀναφορὰ ἀρχῆς καὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέ-
259πεται ἡ ζήτησις εὐθυνῶν παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀνα-
260φορὰν διὰ παραβάσεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας».
261§26ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ πείσω καὶ ἐγὼ
262τὸν κ. συνάδελφον, διὰ νὰ μὴ ἀπολέσῃ μίαν ὥραν ἡ Βουλή;
263Δύο λεπτά.
264§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ δύο λεπτὰ ἀποτελοῦσιν ἀπόλυτον κα-
265ταρράκωσιν τοῦ Κανονισμοῦ.
266§28ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον ἔνατον τὸ
267θεωρῶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, τὸ σπουδαιότατον πάντων, καὶ
268θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου, ὡς ἐγὼ τὸ ἐννοῶ.
269§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη
270θέλει γίνει ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
271Τίθεται τὸ ζήτημα, Κύριοι.
272Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπι-
273τροπῆς, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, λέγουσι
274«ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν «ὄχι».
275Νὰ ἔλθωσι, παρακαλῶ, ὡς ψηφολέκται, οἱ κύριοι Ν.
276Δελακοβίας καὶ Ἰ. Πατσουράκος.
277(Ἐνεργεῖται ἡ ψηφοφορία κατὰ τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
278Νικ. Α. Στράτος ΝΕ. Λαμπρακάκης
279Νικ. Χρυσόγελος ΝἸωάν. Κανάβος Ν
280Δ. Παπαφώτης Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν
281Δ. Γρίβας ΝΝ. Ε. Σπετσέρης
282Σερ. Ψύχας Ι. Τσιγκόλης Ο
283Π. Καρασεβᾶς ΝΣτέφ. Γρανίτσας
284Ἐπ. Σουλτάνης ΝΝ. Ἰατρίδης
285Γ. Ποῦλος Ἰωάν. Κουρκουμέλης Ν
286Ι. Φαρμάκης Ἰωάν. Παπαθανασιάδης
287Ἀντ. Ῥοντήρης Ἰωάν. Χριστοδουλίδης
288Α. Τριγώνης ΟἸωάν. Ἀκρίδας
289Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Γεώργ. Στρατούλης Ν
290Ἐμμ. Ῥέπουλης ΝΚ. Μᾶνος Ν
291Δημ. Καλέργης Τιμ. Ἡλιόπουλος Ν
292Ἀθ. Χριστόπουλος ΝΔημ. Βενιζέλος
293Γεώργ. Νέζος Μιχ. Γαλανὸς
294Παν. Ἀραβαντινὸς ΝΑ. Παναγιωτόπουλος
295Ἰωάν. Τερζάκης ΝΓεώργ. Πολίτης Ν
296Παν. Φραντζῆς Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν
297Γεώργ. Παπασπυρόπουλος Γεώργ. Νικολαΐδης
298Γεωργαντᾶς Θρόνος ΝΛουκᾶς Μπέλλος
299Γεώργ. Παρασκευόπουλος Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ν
300Νικ. Κόνδης ΝἈλέξ. Ἀναστασιάδης
301Ἀθ. Σωτηριάδης ΝΚωνστ. Δεμερτζῆς Ν
302Κωνστ. Οἰκονομόπουλος ΝΘρ. Πετμεζᾶς Ν
303Κωνστ. Καζαντζῆς ΝΓεώργ. Καζανόβας Ν
304Γερ. Νοταρᾶς Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ν
305Δημ. Κούζης ΝΓεώργ. Σταμπάδος
306Ἀνδρ. Σκαρλῆς ΝΘεμ. Μιχαλόπουλος Ν
307Δημ. Ῥοῦσσος ΝΔημ. Ἀνδρέου Ν
308Νικολ. Δελλακοβίας ΟΔημ. Ζαβογιάννης
309Νικολ. Σακελλαρίου ΝἘμμ. Κυτταρίλος Ν
310Γεώργ. Βλάσης ΝΒασ. Κυρέλλος
311Χαρ. Σπηλιόπουλος ΝἈριστοτ. Σακελλαρίου Ν
312Νικ. Δημητρακόπουλος ΝΝικ. Σπηλιώτης Ν
313Ἀναστ. Βάρβογλης ΝΣπυρ. Παπαχατζῆς Ν
314Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος ΝΣάββας Βαρβιτσιώτης Ν
315Ἰω. Π. Μανέτας ΝΛουκ. Κουτσοπέταλος
316Δ. Πλαπούτας Νικ. Ἀνδρεαδάκης
317Ἀλ. Παπαναστασίου ΝΔημ. Λαζαρῆς
318Ἰωάν. Μπακόπουλος ΝΣπυρ. Θεοδωρόπουλος
319Δημ. Χηνιάδης ΝἈθ. Πουλῆς
320Δημ. Καρέλας ΝΝικολ. Ῥούσης Ν
321Ἀθ. Πετρόπουλος ΝΣτέφ. Ν. Δραγούμης Ν
322Χαρ. Στασινόπουλος Ἀλέξ. Ζαΐμης
323Κωνστ. Ῥεβελιώτης Δ. Γκλαβάς
324Ν. Τριανταφυλλάκος ΟΑ. Μιχαλακόπουλος Ν
325Α. Κατριβάνος ΝΑ. Θ. Ῥοῦφος Καγκλάρης Ν
326Ἡλ. Φλέσσας Κωνστ. Γόντικας Ν
327Ἰωάν. Πολίτης ΝΝ. Κοντογούρης Ν
328Παν. Δεληβορριᾶς Ἰωάν. Βέρροιος
329Σπυρ. Τσαγκάρης Πολ. Πολυχρονιάδης Ο
330Θ. Πέρρος ΝΠαν. Ζαΐμης Ν
331Χαρ. Βοζίκης ΝΔ. Μάρκου Ν
332Ἀντ. Βούτσης Γεώργ. Κατσιμπίρης Ν
333Νικ. Χαρδούβαλης Σπηλ. Ἀγαπητὸς
334Περ. Ἀλεξάκης ΝΑ. Φωτῆλας Ο
335Θεόδ. Γρηγορίου Α. Χοϊδᾶς
336Σπυρ. Σῖμος ΝΘεόδ. Ψυχαλινὸς
337Κωνστ. Γ. Καραπάνος ΝΓ. Παπακυριακόπουλος Ν
338Περ. Κ. Καραπάνος ΝΒασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν
339Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Α. Καφετζόπουλος Ν
340Ἡρ. Καραπάνος Δ. Φλαμῆς Ο
341Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Κωνστ. Παναουτσόπουλος Ν
342Ἐλ. Βενιζέλος ΝΝικ. Συριόπουλος Ν
343Ἐμμ. Μπενάκης ΝΘάν. Πετραλιᾶς
344Φωκ. Νέγρης ΝΠ. Ἡλιόπουλος Ο
345Παν. Χαροκόπος Χρ. Κορύλος
346Κ. Ῥακτιβάν ΟΞεν. Σταυρουλόπουλος
347Μιλτ. Νεγροπόντης ΝΠαν. Βουρλούμης Ν
348Γ. Ζερβουδάκης Νικ. Ῥαφτόπουλος Ν
349Λάμπρος Κορομηλᾶς ΝΧρ. Μεϊτάνης Ο
350Π. Λαγοπάτης ΝΔιον. Πολυζωγόπουλος Ν
351Ἰωάν. Δογάνης ΝΤριαντ. Παπαδὰμ Ν
352Γεώργ. Λαμπρινόπουλος ΝΘωμᾶς Σκάσης Ν
353Γεώργ. Ἀβέρωφ Ἰάκ. Ἀβάζος Ν
354Νικόλ. Σταματιάδης ΝΔημ. Ζαμᾶνος Ν
355Δημ. Χρυσοστάλης ΝΝικ. Καμπάνης Ν
356Εὐάγ. Γεωργιάδης Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος Ν
357Ἰωάν. Μπουρνιᾶς ΝἈλέξ. Μαλασπίνας
358Νικόλ. Ἀβέρωφ Γεώργ. Γαϊτᾶνος
359Γεώργ. Μπένος Ἀντ. Ῥεβίνθης Ν
360Νικόλ. Κάραλης Μάρκ. Βαλληνδράς
361Κωνστ. Χατζηγιάννης ΝΝικ. Καλβοκορέσης Ν
362Δημ. Βάχλας Κωνστ. Ἀλαβάνος
363Γεώργ. Κοσόνας Δημ. Πετσετάκης Ν
364Ἀπόστ. Ἀποστολίδης ΝΧαρίλ. Προβελέγγιος
365Μιχ. Σφακιανάκης ΝἜμμ. Πατρίκιος Ν
366Πλούτ. Μαυρίκης ΝἸωάν. Μαμάης Ν
367Βασίλ. Ἀθανασούλας Ἰωάν. Κασδόνης Ν
368Κωνστ. Χατζάκος Ἀντ. Φραγκίσκος
369Γεώργ. Γαζέπης ΝΔημ. Καΐρης
370Νικόλ. Πετσάλης Θαλ. Κουτούπης
371Ἰωάν. Λούντζης ΝΓεώργ. Φικιώρης
372Διον. Κουλούμπαρδος ΝΚωνστ. Μέρμηγκας Ν
373Ἀναστ. Λούντζης ΝΓεώργ. Οἰκονόμου Ν
374Καῖσαρ Ζέζας Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ο
375Διον. Κλάδης ΝἸωάν. Λιμπερόπουλος Ν
376Νικ. Παπαδάτος ΝΝικ. Πετροπουλάκης
377Κωνστ. Ζαβιτσάνος ΝΓεώργ. Τσοχώνης Ν
378 Παναγ. Πετροπουλάκης Ν
379Νικ. Βάρθης ΝΠαν. Κουμάνταρος Ν
380Ἀναστ. Σκιαδαρέσης ΝἸωάν. Ἀθηνογένης Ο
381Σπυρ. Χατζάρης ΝΒασίλ. Μιχαλέας Ν
382Παν. Μανωλίτσης ΝἸωάν. Βαββανάκος
383Σπ. Κογεβίνας ΝἸωάν. Πατσουράκος Ο
384Ἀνδρ. Κεφαληνός Χρ. Πετρέας Ν
385Σπυρ. Βλαντῆς ΝΠέτρ. Μαυρομιχάλης
386Εὐθ. Α. Βελλιανίτης Ἰωάν. Φουρίδης
387Χρ. Καποδίστριας Ἀναστ. Ἀβέρωφ
388Ἀνδρ. Κρητικός Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ο
389Λαυρ. Μαβίλης ΝΔημ. Οἰκονόμου Ν
390Κωνστ. Κατηφόρης Μιλτ. Μπουφίδης Ν
391Σπυρ. Λάσκαρις ΝΝικ. Γεωργιάδης
392Βασίλ. Πουλιάσης Ἀγαμέμνων Σλήμαν Ο
393Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Δημ. Κουκιάδης
394Διον. Βινιερᾶτος ΝΓεώργ. Τσαξίρης Ν
395Παν. Λιβιερᾶτος Γεώργ. Σχινᾶς
396Σπυρ. Ἰγγλέσης ΝΓεώργ. Δρίβας Ν
397Νικ. Χαριτάτος ΝἈλέξ. Κασσαβέτης
398Ἀνδρ. Μονοκροῦσος ΝΚωνστ. Χρυσοχοΐδης Ν
399Πέτρ. Βασιλόπουλος Γεώργ. Βλάχος
400Ἀνδρ. Βαλσαμάκης ΝΠελ. Ἀγγελίδης Ν
401Νικ. Ἀλιβιζάτος ΝΚωνστ. Γιαννακόπουλος
402Σπ. Φορέστης Φίλ. Ζαρζάμπας
403Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος Χ. Μωραΐτης Ν
404Ὄθ. Τετενές ΝΝικ. Παπαϊωάννου
405Γεώργ. Μουσούρης ΝΜιχ. Φωτιάδης Ν
406Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιεράτος Βασίλ. Σηλυβρίδης Ν
407Θ. Κοντομίχαλος Περ. Ἀποστολίδης Ν
408Λεων. Ἐμπειρίκος Λεων. Ἀναγνώστου
409Σταμ. Βαφειαδάκης ΝΚωνστ. Ζησόπουλος
410Δημ. Μάνθος Χ. Δικαῖος Ν
411Περ. Γρυπάρης ΝΣ. Ντολιόπουλος
412Κωνστ. Καλομενόπουλος
413Παν. Φλέσσας ΝΧρ. Καρᾶς Ν
414Π. Κασίμης Α. Θονόπουλος Ν
415Ν. Παπαλέξης Νικ. Γιουβρῆς
416Δημ. Κάβουρας ΝΧρ. Βλάτσιος
417Μ. Δέζας ΟΓεώργ. Καθάργιος
418Α. Πετρομανιάτης ΝΔημ. Κουκουλέτσος
419Ἀθ. Περρωτῆς ΝΓεώργ. Σπυρόπουλος
420Π. Ἰατρόπουλος Ἀλέξ. Γιαννούσιος ΤάκηςΝ
421Π. Καράπαυλος ΝΓεώργ. Ράμμος
422Ἀνδρ. Κοκκέβης ΝΕὐθ. Μαντόπουλος
423Εὐστ. Μπαρδόπουλος ΝΛάμπρος Περιστέρης
424Γεώργ. Κορομηλᾶς ΝΘεμ. Ραφαηλίας
425Δημ. Κανελλόπουλος Κυρ. Κυριαζόπουλος
426Ἀθ. Αἰλιανός Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
427Ἀντ. Ζησιμόπουλος Παναγ. Βερβενιώτης
428Θεμ. Κουτσομητόπουλος ΝΓεώργ. Καλλίτσης Ν
429Γεώργ. Σπηλιόπουλος ΝἸωάν. Μᾶνος Ο
430Κωνστ. Τριγγέτας ΝΣπυρ. Ματσούκας
431Γεώργ. Ράλλης ΝῬήγας Χατζηρήγας Ν
432Γεώργ. Μποῦτος ΝΙ. Παπαλουκᾶς Ν
433Ἰωάν. Κουρτάκης ΝἸωάν. Τσιριμῶκος Ν
434Φώτ. Βακαλόπουλος ΝΜιλτ. Σακελλαρίου
435Ἀθ. Παπαχελᾶς ΝΚ. Λιδωρίκης
436Μεν. Πιπιλῆς Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
437Χρ. Καραβίτης Ν. Ξηρός Ν
438Παν. Μερόπουλος Νικ. Φραγκίστας Ν
439Ἰωάν. Λεωνίδας Ἰωάν. Γιδογιάννος
440Πέτρος Γκίνης Νάκος Πολιτόπουλος
441Ἀλέξ. Διομήδης ΝΚωνστ. Περιβολιώτης Ν
442Ἀνδρ. Ἀναργύρου ΝἸωάν. Γιακμαρέλος Ν
443Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς Ἀνδρ. Μαρλᾶς
444Ἀλέξ. Παπαποστόλου Δημ. Δεδούσης Ν
445Δημ. Θεοδοσόπουλος Γεώργ. Συγγούρης
446Παυσ. Ζωγλοπίτης ΝΣτέφ. Σομμαρίπας Ν
447Γεώργ. Ζούκας Ν
448Κωνστ. Σταμούλης ΝΚωνστ. Δημοκωστούλας Ν
449Ἰωάν. Κοττίκας Ἰωάν. Γραμματίκας Ν
450Βασίλ. Γρίβας ΝἩρ. Βελλόπουλος Ν
451Α. Ἀθανασίου ἢ ΒαθυλόπουλοςΝἈθ. Χριστίδης Ν
452Ν. Γαρδικιώτης ΝΓεώργιος Πὼπ Ν
453Δημ. Μπούσδρας Δημ. Βρατσᾶνος Ν
454Γεώργιος Τάγιας Ἐμμ. Παγκάρης
455Κωνστ. Παπακυρίτσης
456§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 207, 190 εἶπον ναί,
45717 ὄχι. Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον 9 τοῦ προσχεδίου, ὡς
458ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐγέ-
459νετο δεκτόν, ἔχον ὡς ἑξῆς:
460«Ἕκαστος ἢ καὶ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα
461τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ν’ ἀναφέρωνται
462ἐγγράφως πρὸς τὰς Ἀρχάς, ὑποχρεουμένας εἰς τα-
463χεῖαν ἐνέργειαν καὶ ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὸν
464ἀναφερόμενον κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Μό-
465νον μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς πρὸς ἣν ἡ ἀνα-
466φορὰ Ἀρχῆς καὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέπεται ἡ ζή-
467τησις εὐθυνῶν παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν
468διὰ παραβάσεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας».
469Ἐπίσης ὑπεβλήθη σχέδιον δηλώσεως διὰ τὰ Πρακτικὰ
470ἑρμηνευτικῆς ἔχον ὡς ἑξῆς:
471«Ἀναφορὰ ἐννοεῖται ὑπὸ τὴν τεχνικὴν ἔννοιαν τῆς
472προσφυγῆς εἰς Ἀρχὴν προϊσταμένην τῆς ἀδικησάσης τὸν
473ἀναφερόμενον ἢ τῆς ὀλιγωρησάσης περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν
474καθηκόντων της ὑποδεεστέρας ἀρχῆς».
475Ἐὰν συγκατανεύῃ ἡ Βουλή, νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρα-
476κτικά.
477§31ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅταν πρόκειται περὶ
478Ὑπουργοῦ ὀλιγωροῦντος;
479§32ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ εἰδίκευσις εἶναι ἐπικίνδυνος.
480§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἀπεστάλη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν
481ἐθεωρήσατε σεῖς τὸ σχέδιον;
482§34ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ εἰδίκευσις, διότι
483τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι εἶναι εὐρύ. Ἐὰν τοῦτο γίνῃ
484δεκτόν, περιορίζομεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι!
485§35ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἀκόμη περισσότερον,
486ὅταν πρόκειται περὶ Ὑπουργοῦ, ποία θὰ εἶναι ἡ ἀνωτέρα
487ἀρχή;
488§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν προσθή-
489κην «κατὰ τὸν νόμον» τὸ ἄρθρον εἶναι ἄρτιον. Ἐπρόκειτο
490νὰ δοθῇ ἐξήγησις, ὄχι διότι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀναφέρεσθαι
491περιορίζεται εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ἀλλ’ ἡ ὑποχρέωσις
492εἰς ἀπάντησιν. Ἐπειδὴ ὅμως λέγομεν «κατὰ τὸν νόμον», ἂς
493ἀφήσωμεν τὸν νόμον νὰ κανονίσῃ.
494§37ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ τεθῇ εἰς τὰ Πρα-
495κτικὰ ὅτι ἀπερρίφθη αὐτὴ ἡ δήλωσις.
496§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία δήλωσις θὰ τεθῇ εἰς τὰ Πρα-
497κτικὰ οὔτε θὰ γίνῃ λόγος εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικά.
498§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε.
499§40Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γραφῇ εἰς τὰ ἐστενογραφη-
500μένα Πρακτικά.
501§41Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τὰ ἐστενογραφημένα δὲν περιλαμβά-
502νουσι τοιαύτας δηλώσεις.
503§42Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε ἐκεῖ νὰ μὴ τεθῇ
504τίποτε.
505§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούσδρας ὑποβάλλει τροπολογίαν
506ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος, ὡς τοῦτο διετυπώθη
507ἐν τῷ προσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς.
508§44ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης θὰ
509μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς,
510διότι ἐκ τῆς πείρας, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ταύτας τὰς ἡμέ-
511ρας, ἀναγκαζόμεθα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ ἐπανερχώμεθα ἐπὶ
512θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἤδη ἐξητάσθησαν καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς
513τὴν Βουλήν. Αἱ τροπολογίαι αὗται εἶναι ἁρμόζουσαι ὡς
514τροπολογίαι κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἐὰν σταλῶσιν εἰς ἡμᾶς,
515θὰ εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ συντάξωμεν νέας ἐκθέσεις, ὅπως
516κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ
517αὐτά, ἢ νὰ λέγωμεν ὅτι ἐξητάσθησαν πάντα ταῦτα. Εἶναι
518μία ἀργοπορία ἐκ μέρους ἡμῶν καὶ ἀπώλεια χρόνου ἐκ
519μέρους τοῦ Προεδρείου ἀναγκαζομένου νὰ παραπέμπῃ τὰς
520τροπολογίας εἰς ἡμᾶς. Θὰ ἦτο φρόνιμον νὰ ἀνεπτύσσοντο
521ἐνταῦθα αἱ τροπολογίαι καὶ ἔπειτα νὰ γίνηται ἀποστολὴ
522εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ νέων πραγμάτων
523καὶ οὐχὶ τῶν ἐξητασμένων καὶ διατετυπωμένων οὕτως ἢ
524ἄλλως κατ’ ἀπόρριψιν ἢ ἀποδοχὴν ἐν τῷ σχεδίῳ, τὸ ὁποῖον
525ἐγένετο δεκτόν.
526§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρατηρήσει, ὅτι αἱ τροπο-
527λογίαι ὑποβάλλονται ἀθρόως καί τινες μάλιστα ἐπὶ ἄρθρων
528ψηφισθέντων ἤδη. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθόν, ἂν οἱ κύριοι
529συνάδελφοι, ὅσοι ἔχουσι καταγίνει εἰς μελέτας συνταγμα-
530τικὰς τὰς ἡμέρας ταύτας, θέλωσι νὰ ὑποβάλλωσι προσθή-
531κας ἢ τροπολογίας εἴτε ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς
532εἴτε ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, νὰ ὑποβάλωσι ταύτας ἐγκαί-
533ρως καὶ πρὶν ἢ ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ
534τῶν διαφόρων κεφαλαίων τοῦ Συντάγματος, ἵνα μὴ ἐπα-
535νέρχηται ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τὰ αὐτὰ θέματα καὶ χάνῃ πο-
536λύτιμον χρόνον. Ἀφ’ ἑτέρου δέ, ἐὰν οἱ κ. συνάδελφοι ἤθε-
537λον ἀναπτύσσει τὰς τροπολογίας των, καθ’ ἣν στιγμὴν
538ὑποβάλλονται, ἤθελεν ἀπολεσθῆ χρόνος τῆς Βουλῆς. Διὰ
539τοῦτο ἀπὸ σήμερον ἀδείᾳ τῆς Βουλῆς ἤθελον ζητήσει, ἵνα
540αἱ τροπολογίαι αἱ ἐπὶ τοῦ προσχεδίου, οὐχὶ ὅμως καὶ αἱ
541προσθῆκαι διατάξεων, διότι, ὅταν πρόκειται περὶ προσθή-
542κης, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀποστείλω ταύτην εἰς τὴν
543ἐπιτροπήν, ἵνα αἱ τροπολογίαι αἱ ἐπὶ τοῦ προσχεδίου ἀπο-
544στέλλωνται εἰς ἐκτύπωσιν, ὅταν δ’ ἐπιστῇ ἡ ὥρα τῆς ψη-
545φίσεως, νὰ καλῆται πρὸς ἀνάπτυξιν τούτων ὁ ὑποβαλὼν
546αὐτάς, καὶ νὰ ζητῆται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, μόνον δ’ ὅταν
547αὕτη νομίσῃ τὴν τροπολογίαν βάσιμον, ὥστε νὰ προκα-
548λέσῃ τῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἐπέμβασιν, τότε νὰ ἀποστέλληται
549εἰς τὴν ἐπιτροπήν, διακοπτομένης τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρ-
550θρου μέχρις ὅτου ἀποφανθῇ αὕτη καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀσχολῆ-
551ται ἐν τῷ μεταξὺ εἰς ἄλλα ζητήματα τῆς Ἡμερησίας
552Διατάξεως· οὕτω δὲ πράττοντες δὲν θ’ ἀπασχολῶμεν τὴν
553ἐπιτροπήν, ἐπαναφέροντες αὐτὴν εἰς πράγματα, περὶ τῶν
554ὁποίων ἀπεφήνατο γνώμην.
555§46Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Νὰ τὸ διατυπώσητε εἰς τὰ Πρακτικά.
556§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμω προσωπικῶς τὴν διατύπωσιν
557αὐτῆς ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, διότι εἶναι ἀπόφασις ἑρμηνευ-
558τικὴ τοῦ Κανονισμοῦ.
559Κύριοι· ὑπάρχουσι προσθῆκαι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 τῶν
560βουλευτῶν κ. κ. Δελακοβία καὶ Μπουρνιᾶ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν
561διετύπωσεν ἄρθρον 10. Κατὰ συνέπειαν ἡ προσθήκη εἶναι
562εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἔλαβεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν της τὴν προσθή-
563κην ταύτην τοῦ κ. Δελακοβία καὶ ἀποφαίνεται ὡς ἑξῆς
564(ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐγγυήσεις, ἃς ὑποδεικνύει ὁ κ. Βουλευ-
565τὴς διὰ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, δὲν κρίνονται σκό-
566πιμοι, οὐδὲ περιληπτέαι ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 τοῦ Συντάγμα-
567τος».
568Ὁ κ. Δελακοβίας ἔχει τὸν λόγον.
569§48Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ
570πολυτιμότερον καὶ ἱερώτερον δικαίωμα τοῦ Ἕλληνος πο-
571λίτου, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, κατὰ τὸ παρελθὸν
572ὑπῆρξεν ἄνευ ἐγγυήσεως ἐπαρκοῦς.
573Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην
574μου, διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο δὲν ἔθιξε κατὰ τὴν συζήτη-
575σιν, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὅτι πολλάκις τὰ ἀστυ-
576νομικὰ ὄργανα τὴν ἱερότητα τούτου ἐξεμηδένισαν ὑπὸ τὸ
577πρόσχημα τοῦ κινδύνου τῆς δημοσίας ἀσφαλείας.
578Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος ἀναγράφει:
579«Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύχως
580καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύναται
581νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία. Αἱ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις
582δύνανται νὰ ἀπαγορευθῶσιν, ἂν ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται
583κίνδυνος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν».
584Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν οἱ κατοικοῦντες εἰς πρωτευού-
585σας τῶν νομῶν ἔσχον τὸ ἀτύχημα νὰ γίνωσι μάρτυρες τῆς
586καταχρήσεως τῆς περιόδου «ὡς ἐκ τούτων ἐπίκειται κίνδυ-
587νος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». Δηλαδὴ διὰ τὸ πολυτι-
588μότερον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ πολίτης τοῦ συνέρχε-
589σθαι, πολλάκις ἀστυνομεύων ἁπλοῦς χωροφύλαξ εἰς μεμα-
590κρυσμένα μέρη τοῦ Κράτους ἐμηδένισε διαλύων συνάθροι-
591σιν πολιτῶν ἡσύχως συνερχομένων, ἵνα ἐκφράσῃ πολιτικὰς
592γνώμας. Ὁ χωροφύλαξ αὐτὸς βεβαίως ἐν γνώσει ὅτι ἡ συν-
593άθροισις δὲν θὰ διετάρασσε τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἀλλὰ
594διότι ἐξετέλει διαταγὰς φίλων του πολιτικῶν, διδοὺς ἐν-
595διεφέρετο, διέλυε τὴν συνάθροισιν στερῶν οὕτω τοὺς πολί-
596τας τοῦ δικαιώματος νὰ ἐκφράζωσι τὰ φρονήματά των
597ἐλευθέρως.
598Νομίζω, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν
599πολλοὶ νόμοι ἐψηφίσθησαν, διὰ τῶν ὁποίων ἠσφαλίσθησαν
600οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν
601μέχρι σήμερον δὲν ἐκάμομεν, εἶναι νὰ ἀσφαλίσωμεν καὶ νὰ
602δώσωμεν ἐγγυήσεις εἰς τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας τῶν πο-
603λιτῶν. Διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὴν χθεσινὴν ψηφοφορίαν τὴν
604γενομένην ἐπὶ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου ἔδωκα τὴν ψῆφον
605ἀρνητικήν, διότι ἐφρόνουν ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ἔπρεπε
606νὰ ὑποχρεῶται ἐντὸς χρονικοῦ διαστήματος ὡρισμένου νὰ
607ἀπαντᾷ, ἵνα μὴ ἡμεῖς τυραννώμεθα περιφερόμενοι εἰς τὰ
608διάφορα Ὑπουργεῖα, διὰ νὰ ἐρωτῶμεν τί ἀπέγινεν ἡ αἴ-
609τησις ἢ ἡ ἀναφορὰ τοῦ α ἢ β συμπολίτου μας.
610Νομίζω κατάλληλον κυρίως τὴν στιγμὴν καὶ τὴν πε-
611ρίστασιν, ἵνα ἡ Βουλὴ σκεφθῇ σοβαρῶς ἀσφαλίζουσα τὰς
612ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν διὰ τῆς ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας
613μου, δι’ ἧς ἀσφαλίζεται τὸ δικαίωμα τῶν πολιτῶν νὰ συν-
614έρχωνται καὶ νὰ ἐκφράζωσι τὰ διανοήματά των, ἄνευ κιν-
615δύνου νὰ διαλύωνται ἄνευ νομίμου λόγου καὶ αἰτίας.
616Ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ
617τοῦ ἄρθρου 10 παρατηρῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι
618εἶναι ἄνευ ἐγγυήσεως· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ὅτι ἡ
619διάλυσις τῶν ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεων δύναται ν’ ἀπαγο-
620ρευθῇ μετὰ ἔγγραφον γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτοπίου δικαστι-
621κῆς καὶ διοικητικῆς Ἀρχῆς, καὶ ἐν ἐλλείψει δικαστικῆς,
622τῆς δημοτικῆς· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἀλλὰ δέον νὰ ἀνα-
623γράφωσι καὶ ποιναὶ κατὰ τῶν αὐθαιρέτως διαλυόντων τὰς
624συναθροίσεις ταύτας καὶ πρὸ παντὸς στέρησις τῶν πολιτι-
625κῶν δικαιωμάτων».
626§49ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι δυνατὸν νὰ
627συγχύσητε τὰς ἐξουσίας τόσον, ὥστε νὰ ἐξαρτήσητε τὰ ἔργα
628τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τῆς δικαστικῆς;
629§50Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ὑπόληψιν εἰς τὰ
630ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν.
631§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε θέλετε νὰ ἀνατρέψητε τὸ συν-
632ταγματικὸν πολίτευμα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου διεπόμεθα.
633§52Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Δυστυχῶς γίνονται παρανομίαι το-
634σαῦται, ὥστε δὲν τολμῶ νὰ προτιμῶ τὴν διάλυσιν μιᾶς
635συναθροίσεως πολιτῶν ἀπὸ αὐτὸν τὸν δήμαρχον παρὰ ἑνὸς
636χωροφύλακος. Μήπως σήμερον δὲν τιμωροῦσιν οἱ νόμοι τοὺς
637χωροφύλακας παρανομοῦντας; Ἐν τούτοις δὲν ἐμποδίζει
638τούτους ἀπὸ τοῦ νὰ παρανομῶσιν. Ἐὰν ὅμως διὰ συντα-
639γματικῆς διατάξεως ἀσφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία αὕτη, ὁ χωρο-
640φύλαξ ἢ πᾶν ὄργανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας γνωρίζων
641ὅτι θὰ τιμωρηθῇ διὰ στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμά-
642των του, ἐὰν ἄνευ λόγου διέλυε τὴν συνάθροισιν, ἀσφαλῶς
643θὰ προσέχῃ πρὶν προβῇ εἰς διάλυσιν οἱασδήποτε συναθροί-
644σεως.
645Αὐτὴν τὴν προσθήκην εἶχον νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλήν,
646διότι, ἂν ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὅπως
647ἔχει, θὰ ἐξακολουθήσῃ ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ εἰκονι-
648κότης τῆς πολιτικῆς ἐλευθερίας, τὸ δικαίωμα δηλαδὴ τοῦ
649συνέρχεσθαι ἐλευθέρως ν’ ἀναγράφηται μόνον ἐν τῷ Συντά-
650γματι.
651§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουρνιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
652§54Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Παραιτοῦμαι.
653§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δελακοβία ἔχει ὡς
654ἑξῆς: (ἀναγινώσκει), «Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 παρατηρῶ ὅτι τὸ
655δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι εἶναι ἄνευ ἐγγυήσεως· διὰ τοῦτο
656πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ὅτι ἡ διάλυσις τῶν ἐν ὑπαίθρῳ συν-
657αθροίσεων δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ μετὰ ἔγγραφον γνωμο-
658δότησιν τῆς ἐπιτοπίου δικαστικῆς καὶ διοικητικῆς ἀρχῆς,
659καὶ ἐν ἐλλείψει δικαστικῆς, τῆς δημοτικῆς· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ
660τοῦτο, δέον ν’ ἀναγραφῶσι καὶ ποιναὶ κατὰ τῶν αὐθαιρέ-
661τως διαλυόντων τὰς συναθροίσεις ταύτας, καὶ πρὸ παντὸς
662στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων».
663Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
664θῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
665Παρακαλῶ τοὺς κ. συναδέλφους, ὁσάκις προτείνουσι τρο-
666πολογίας, νὰ διατυπῶσιν αὐτὰς ὡς διατάξεις καὶ οὐχὶ ἐν
667εἴδει ὑπομνήματος, διότι αὐτὴ εἶναι ὑπόμνημα συνοπτικόν.
668Ὑπάρχει ἡ πρότασις τοῦ κ. Μπουρνιᾶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου
66910: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἡσύ-
670χως καὶ ἀόπλως· μόνον εἰς τὰς δημοσίας συναθροίσεις δύ-
671ναται νὰ παρίσταται ἡ ἀστυνομία».
672Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μπουρνιᾶ παρα-
673καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ
674δὲν παρεδέχθη.
675Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ προ-
676σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος.
677Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Κάβουρας.
678Νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ ἄρθρον.
679§56ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει).
680«Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι
681τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέ-
682ποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προ-
683ηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν.
684Συνεταιρισμός τις δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παρα-
685βάσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀπο-
686φάσεως».
687§57Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριοι Βουλευταί· ἡ ἐπὶ τοῦ Συντά-
688γματος ἐπιτροπὴ διὰ τοῦ προσχεδίου προτείνει, ἵνα ἐν τῷ
689ἄρθρῳ 11 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἐν ἰσχύϊ, προστεθῇ καὶ
690διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν «οἱ συνεταιρισμοὶ καὶ πολιτικοὶ
691σύλλογοι οἱ συνιστώμενοι ἄνευ ἀδείας τῆς διοικητικῆς ἀρ-
692χῆς διαλύονται μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως».
693Τὴν τοιαύτην προσθήκην, Κύριοι, ἐν τῷ Συντάγματι θε-
694ωρῶ οὐ μόνον ἀνωφελῆ, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνον διὰ τὰ συμ-
695φέροντα τῆς Πολιτείας, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ δικα-
696στικὴ ἀρχὴ ἐνεργεῖ κατόπιν ὡρισμένης παραβάσεως τῶν
697κειμένων νόμων, ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐνεργεῖ βραδέως καὶ
698ὄχι ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, αἵτινες δυνατὸν νὰ ἐπιβά-
699λωσι τὴν ταχεῖαν ἐνέργειαν πρὸς διάλυσιν συνεταιρι-
700σμῶν, οἵτινες εἶναι ἐκτὸς τῶν νόμων καὶ ἐκτὸς τῶν προϋ-
701ποθέσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας συνεστάθησαν, νομίζω δέ, ὅτι
702πρὸς διάλυσιν τοιούτων συνεταιρισμῶν καὶ πολιτικῶν συλ-
703λόγων, οἵτινες παρεξετράπησαν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν συνεστά-
704θησαν ἢ δι’ ὃν ἐπιδιώκονται σκοποὶ παράνομοι, ἁρμοδία
705ἀρχὴ πρὸς διάλυσιν εἶναι ἀρχὴ δυναμένη νὰ δρᾷ προλη-
706πτικῶς ἐναντίον τοιούτων συλλόγων, τοιαύτη δὲ ἀρχὴ εἶ-
707ναι μόνον ἡ διοικητικὴ ἀρχή. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι τρέχομεν
708κίνδυνόν τινα ἐκ τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς διοικητικῆς
709ἀρχῆς, οὔτε τρέχει κίνδυνον ἡ ἐλευθερία τοῦ συνεταιρίζε-
710σθαι· τοῦτο τοὐλάχιστον μαρτυρεῖ συνταγματικὸς βίος 50
711ἐτῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον οὐδὲν παράδειγμα παρανόμου ἐνερ-
712γείας τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἔχομεν. Καὶ δὲν ὑπῆρξε, Κύ-
713ριοι, παράδειγμα τοιοῦτον εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν
714ὑπῆρχε πλήρης συγκέντρωσις, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν τὰ κα-
715τώτερα ὄργανα, τὰ διοικητικά, ἦταν ἐξαρτήματα τοῦ κέν-
716τρου. Ἀλλ’ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχήν, εἰς τὴν ὁποίαν τοι-
717αύτη ὑπάρχει ἀποκέντρωσις, ὥστε ὑποθέτω, ὅτι τινὰ τῶν
718μελῶν τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀγαπῶσιν ἔστω καὶ προσωπι-
719κῶς τὸν ἀρχηγόν, ἐπὶ παραδείγματι, τῆς Χωροφυλακῆς, νο-
720μίζω ὅτι οὐδένα διατρέχομεν κίνδυνον, ἂν ἀναθέσωμεν τὴν
721διάλυσιν τῶν συνεταιρισμῶν τῶν παρανόμως δρώντων καὶ
722ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας εἰς τὴν διοικητι-
723κὴν ἀρχήν.
724Καὶ ὅτε, Κύριοι, ἐψηφίζετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 τοι-
725αύτη πρότασις προεβλήθη καὶ οὕτως εἶχε διατυπωθῇ τὸ ἄρ-
726θρον ὡς διατυποῦται σήμερον ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλ-
727φων τῶν ἀποτελούντων τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγμα-
728τος. Ἀνεπτύχθησαν καὶ τότε διάφοροι γνῶμαι, ἀλλ’ ἐπε-
729κράτησεν ἡ γνώμη ὅτι δὲν πρέπει ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ
730περιβληθῇ μὲ τοιαῦτα δικαιώματα, καὶ ἐπεκράτησεν ἡ γνώ-
731μη αὐτὴ εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν οὔτε ἡ συνταγματικὴ πεῖρα
73250 ἐτῶν ὑπῆρχεν οὔτε ἡ ἀποκέντρωσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει
733σήμερον.
734Ἀλλὰ δὲν βλέπω, κύριοι Βουλευταί, καὶ τὸν λόγον, διὰ
735τὸν ὁποῖον θὰ θελήσωμεν νὰ προασπίσωμεν τόσον ἀπολύτως
736συνεταιρισμοὺς τοιούτους καὶ πολιτικοὺς συλλόγους, ἀφοῦ
737ζῶμεν ὑπὸ τὸ ἐλεύθερον συνταγματικὸν πολίτευμα.
738Οἱ τοιοῦτοι σύλλογοι οἱ πολιτικοὶ καὶ συνεταιρισμοὶ
739σκοπὸν ἔχουσιν, ἐὰν ὑφίστανται ὑπὸ τὰ ἀπολυταρχικὰ πολι-
740τεύματα, διότι ὑπὸ τὰ πολιτεύματα ταῦτα δύνανται νὰ
741δρῶσι καὶ ἐνεργῶσι πρὸς ἀνάκτησιν τῆς λαϊκῆς ἐλευθερίας,
742ἥτις δὲν δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ ἄλλως ἢ διὰ τῆς δημοσιο-
743γραφίας καὶ τοῦ βήματος τοῦ ἐθνικοῦ.
744Ἀλλ’ ἂν δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων συλλόγων καὶ συν-
745εταιρισμῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ συλλόγων οὐχὶ πολιτι-
746κῶν, ἀλλ’ ἐχόντων σκοπὸν τὴν ἐπιδίωξιν κοινωνικῶν σκο-
747πῶν καὶ οὐχὶ καθαρῶς πολιτικῶν, τότε δὲν βλέπω τὸν λό-
748γον διατί θὰ παρεκτραπῇ ἡ διοικητικὴ Ἀρχὴ μὲ τὴν ὑφι-
749σταμένην σήμερον ἀποκέντρωσιν εἰς τὴν διάλυσιν τοιούτων
750συλλόγων, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος, χωρὶς νὰ παρα-
751βαίνωσιν οὗτοι τὰς κειμένας διατάξεις τῶν νόμων.
752Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, αἴφνης εἷς τοιοῦτος σύλλογος παρεκ-
753τρέπηται τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν συνεστάθη ἢ διὰ τὸν ὁποῖον
754ὑποτίθεται τοὐλάχιστον ὅτι συνεστάθη καὶ σκοπεύει τὴν
755ἐξόντωσιν τῆς Πολιτείας, τὴν ἐξόντωσιν τοῦ πολιτικοῦ κα-
756θεστῶτος, τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος, τότε πῶς θέλετε
757νὰ δράσῃ προληπτικῶς ἡ δικαστικὴ ἀρχή; Εἶναι δυνατὸν
758ν’ ἀναμείνωμεν τὴν διάλυσιν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως;
759Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναμείνωμεν τὴν δικαστι-
760κὴν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία διὰ νὰ ἐκδοθῇ, ἀπαιτεῖται ἀνάκρι-
761σις, δίκη καὶ καταδίκη τῶν ἀτόμων τῶν ἀποτελούντων
762τὸν σύλλογον, ἐνῷ ὁ κίνδυνος δύναται νὰ εἶναι ἄμεσος καὶ
763ἐπικείμενος;
764§58Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ νόμος δὲν εἶπε τί ἀπαιτεῖται, ἵνα ἐκ-
765δοθῇ ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις.
766§59Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα. Ὑπο-
767θέσατε αἴφνης, Κύριοι, ὅτι συνιστᾶται πολιτικὸς σύλλογος,
768ὁ ὁποῖος σκοπὸν ἔχει τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος, καὶ
769πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου ἀποφασίζει τὸν φόνον
770διαφόρων προσώπων καὶ τὴν ἀνάρρωσιν εἰς τὴν ἀρχὴν ἑτέ-
771ρων προσώπων. Ὁ σκοπὸς τοῦ Συλλόγου τούτου ψιθυρίζε-
772ται εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῇ· πότε
773ἔχει καιρὸν ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ ἐπεμβῇ καὶ ἐκδώσῃ ἀπό-
774φασιν; Ναὶ μὲν τὸ ἄρθρον 114 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ
775ὁποῖον πραγματεύεται περὶ συνωμοσίας, προνοεῖ περὶ τῶν
776στασιαζόντων ἀτόμων, ἀλλ’ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ δὲν δύνα-
777ται νὰ παρεμβῇ πρὶν γίνῃ τοὐλάχιστον ἀρχὴ ἐκτελέσεως
778τῆς μελετωμένης πράξεως. Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαι-
779τουμένην δραστηριότητα καὶ ταχύτητα ἡ δικαστικὴ ἀρχή,
780ἵνα ἐμποδίσῃ τὸν παράνομον σκοπόν, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιδιώκῃ
781ὁ Σύλλογος, διότι, ἵνα ἐπιληφθῇ ἡ δικαστικὴ Ἀρχή, πρέπει
782ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἔχῃ ῥητὰς καὶ ὡρισμένας παραβάσεις
783τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὑπ’ ὄψει, ἀλλὰ τότε θὰ εἶναι ἀργά.
784Ἐνῷ, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν διοικητι-
785κὴν Ἀρχήν, δὲν ἀπαιτεῖται, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ αὕτη πρὸς διά-
786λυσιν τοῦ συλλόγου, νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὡρισμένας ἀποδεί-
787ξεις, ἀλλὰ καὶ μὲ ἁπλᾶς ἐνδείξεις δύναται νὰ προβῇ εἰς
788τὴν διάλυσιν τοῦ Συλλόγου καὶ νὰ προλαμβάνῃ τὰ ἐπικίν-
789δυνα ἀποτελέσματα αὐτοῦ. Μὴ ὑπολογίσητε ὅτι σήμερον
790μόνον ἰσχύει τὸ Σύνταγμα. Νὰ ὑπολογίσητε τὰς συνεπείας
791μετὰ 50 ἔτη, διὰ νὰ ἴδητε ὁποίους κινδύνους διατρέχει ἡ
792Πολιτεία ἐφ’ ὅσον ἐμποδίζει τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν νὰ
793ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν.
794Συνοψίζω ὅ,τι εἶπον εἰς δύο λέξεις. Ἐν περιπτώσει, κατὰ
795τὴν ὁποίαν ὑφιστάμενος πολιτικὸς σύλλογος ἀποφασίσῃ τὴν
796ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν ψηφισθῇ ὡς ἔχει τροπο-
797ποιηθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος,
798δηλαδὴ νὰ δύναται νὰ διαλυθῇ ὁ σύλλογος μόνον κατόπιν
799δικαστικῆς ἀποφάσεως, τότε, λέγω, δὲν δύναται ἡ δικαστικὴ
800ἐξουσία, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ δράσῃ προληπτικῶς, νὰ
801προλάβῃ τὰ δυσάρεστα καὶ ἐπικίνδυνα ἀποτελέσματα, τὰ
802ὁποῖα θὰ ἔχῃ κατὰ νοῦν ὁ πολιτικὸς αὐτὸς σύλλογος. Ἐνῷ,
803ἂν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον ἔχει ἡ
804διοικητικὴ Ἀρχή, διότι, καίτοι ἀμφισβητεῖται τοῦτο, ἐγὼ
805θεωρῶ ὅτι τὸ ἔχει, ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν δι-
806οικητικὴν Ἀρχὴν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διάλυσιν τῶν συλλό-
807γων τούτων, τότε δύναται αὕτη νὰ προλάβῃ ὅλα τὰ ἄτοπα
808καὶ τοὺς ἐνδεχομένους κινδύνους. Δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον
809διατί νὰ στερήσωμεν τὴν διοικητικὴν Ἀρχὴν καὶ τὴν Πο-
810λιτείαν ἑνὸς τοιούτου δικαιώματος.
811Ἐὰν παρεκτραπῶσι τὰ ὄργανα τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς,
812θὰ εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ λόγον ἀπέναντι
813τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Πολιτείας, ἐνῷ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ εἶναι
814τελείως ἀνεύθυνος διὰ τὰς ἀποφάσεις αὑτῆς. Ἀφοῦ ἄλλως
815κατὰ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ Συντάγματος ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ
816ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὰς συναθροίσεις ἐφ’ ὅσον ἐπί-
817κειται κίνδυνος διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως, πῶς
818θέλετε νὰ στερήσωμεν τὴν Πολιτείαν τοῦ δικαιώματος, ἵνα
819διὰ τῆς διοικητικῆς Ἀρχῆς διαλύῃ τοὺς τοιούτους συνεται-
820ρισμούς, οἵτινες εἶναι μᾶλλον ἐπικίνδυνοι πρὸς τὴν Πολι-
821τείαν;
822Ἄλλως, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ προτεινομένη
823προσθήκη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι καὶ ἄσκοπος καὶ πε-
824ριττή, διότι, ἂν διὰ ταύτης θέλωμεν νὰ δώσωμεν τὸ δικαί-
825ωμα εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διάλυ-
826σιν τῶν συλλόγων καὶ τῶν συνεταιρισμῶν, κατόπιν ῥητῆς
827παραβάσεως τῶν ἐν ἰσχύϊ νόμων, τότε ἡ τοιαύτη διάτα-
828ξις εἶναι, λέγω, περιττή, διότι, καὶ ἂν ἀφαιρεθῇ, ἔχει τὸ
829δικαίωμα ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ νὰ ἐπεμβῇ καὶ διαλύσῃ τοὺς
830συνεταιρισμούς, ἂν ὑπέπεσαν εἰς παράβασιν τῶν διατάξεων
831τοῦ ἄρθρου 124 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
832Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν λοιπὸν ταύτην εἶναι περιττὴ τελείως
833ἡ προσθήκη, ἐὰν δὲ καὶ διὰ τῆς προτεινομένης προσθήκης
834θέλωμεν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἀρχὴν τὴν δι-
835καστικὴν νὰ προβαίνῃ ἄνευ ῥητῆς παραβάσεως τῶν νόμων,
836τότε δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι λίαν παρακεκινδυνευμένον τοῦτο
837καὶ ὅτι δίδομεν εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχὴν δικαιώματα κυ-
838ριαρχικὰ νὰ κρίνῃ οὐχὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ἀλλ’
839αὐθαιρέτως τελείως καὶ δὲν θὰ εἶναι παρακεκινδυνευμένη
840ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς ἐφ’ ὅσον κρίνει
841οὕτως αὐθαιρέτως; Ὁπωσδήποτε περιττὸν εἶναι νὰ τεθῇ
842ἐν τῷ Συντάγματι ἡ προτεινομένη προσθήκη, καθόσον,
843ἐὰν ἀναγραφῇ ἡ τοιαύτη διάταξις, θὰ εἶναι καὶ μᾶλλον
844ἐπικίνδυνος, διότι τὰς ἀποφάσεις τὰς δικαστικὰς οὐ-
845δεὶς δύναται νὰ ἐξελέγξῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εὑρίσκονται
846ἐν πλάνῃ οἱ νομίζοντες ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ τοιοῦτον δι-
847καίωμα εἰς τὴν δικαστικὴν Ἀρχήν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ
848ἀπὸ τὴν Πολιτείαν τὸ δικαίωμα νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν διά-
849λυσιν τῶν τοιούτων συλλόγων καὶ νὰ δοθῇ τοῦτο εἰς τὴν δι-
850καστικὴν Ἀρχήν, ἥτις εἶναι τελείως ἀνεύθυνος διὰ τὰς ἀπο-
851φάσεις αὑτῆς.
852§60ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἡ
853ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἐκπονήσεως τοῦ σχεδίου τῶν ἀναθεωρη-
854τέων διατάξεων ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ περιλάβῃ εἰς τὰ
855ἀναθεωρητέα ἄρθρα καὶ τοῦτο, ἵνα προσθέσῃ αὐτὴν κυρίως
856τὴν διάταξιν, ὅτι ἡ διάλυσις τοιούτων συνεταιρισμῶν δύ-
857ναται νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μόνον κατό-
858πιν ἀποφάσεως δικαστικῆς. Νομίζω ἐν τούτοις ὅτι τὰ λε-
859χθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος εἶναι ἄξια προ-
860σοχῆς. Ἡ σύγχυσις τῆς ἐξουσίας τῆς δικαστικῆς πρὸς
861τὴν τῆς ἐκτελεστικῆς καὶ τῆς διοικητικῆς πρέπει ν’
862ἀποφεύγηται ἐπιμελῶς, δὲν διστάζω δὲ νὰ εἴπω ὅτι οἱ τα-
863κτικοὶ δικασταὶ καὶ μάλιστα οἱ τῆς ἀστικῆς Δικαιοσύνης
864εἶναι ἀκαταλληλότατοι ν’ ἀποφαίνωνται ἐπὶ ζητημάτων
865πολιτικῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν εὐρυτέραν τινὰ ἀντίληψιν
866τῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ἐπαναλέγω, ἀκαταλλη-
867λοτάτους τοὺς δικαστάς, μάλιστα τοὺς πολιτικούς, διὰ τὴν
868στενὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς
869λειτουργίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀπησχολημένοι. Ἀλλ’ ἡ
870ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν θέλει ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παρεισαγάγῃ,
871καθιεροῦται μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ὑπ’ αὐτῆς. Θὰ
872προέτεινον λοιπὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ διάλυσις τοῦ συνεται-
873ρισμοῦ ἐπέρχεται μόνον κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Συμβου-
874λίου τῆς Ἐπικρατείας, δηλαδὴ διοικητικοῦ Δικαστηρίου.
875§61ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ὁμιλή-
876σωμεν περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας, πρὶν ἀποφανθῶμεν
877γνώμην περὶ αὐτοῦ.
878§62Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δι’ αὐτὸ καθωρίσθη ὅτι διὰ «δι-
879καστικῆς ἀποφάσεως» δύναται νὰ διαλυθῇ συνεταιρισμός
880τις καὶ ὄχι δι’ ἀποφάσεως τῶν «τακτικῶν» Δικαστηρίων.
881§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε δυνάμεθα νὰ
882τὸ δεχθῶμεν ἀμέσως. Ἂν ἔλειπε τοῦτο, θὰ προέτεινον ν’
883ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου μέχρις ὅτου
884ἀποφασίσωμεν τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου Ἐπικρατείας,
885ὅτε θὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
886Ἤδη ὅμως μετὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τῆς
887ἐπιτροπῆς καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρα-
888κτικά, δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει.
889§64Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐνοοῦμεν δι’ ἀποφάσεως δικα-
890στικῆς, δι’ ἀποφάσεως ἀρχῆς ὠργανωμένης μὲ δικαστικὰς
891ἐγγυήσεις.
892§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά· τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι
893δι’ ἀποφάσεως διοικητικῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς καὶ ὄχι
894τῶν τακτικῶν Δικαστηρίων.
895§66Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι δι’ ὅλους τοὺς συνεταιρι-
896σμούς.
897§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως· ὄχι δι’ ἐκείνους, οἱ
898ὁποῖοι ἐπιδιώκουσιν οἰκονομικοὺς σκοπούς. Βεβαίως ὅπου
899ἀπαιτεῖται ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα συσταθῇ συνεται-
900ρισμός, ἡ ἄρσις τῆς ἀδείας εἶναι φυσικὸν ὅτι ἐπιφέρει τὴν
901διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ· καὶ τοῦτο τὸ λέγω διὰ τὰς
902ἀνωνύμους ἑταιρείας.
903§68Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι ζήτημα ἂν ἐξαιροῦνται
904αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι ἀπὸ τὴν διάταξιν αὐτήν.
905§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως ἐξαιροῦνται, οὐδ’ εἶναι
906ἀνάγκη νὰ προνοήσῃ τὸ Σύνταγμα, ὅπως λάβῃ ἐγγύην συν-
907ταγματικὴν διὰ συνεταιρισμοὺς ἄλλους, παρ’ ἐκείνους, οἱ
908ὁποῖοι ἐπιδιώκουσι σκοποὺς εἴτε πολιτικούς, εἴτε καλλιτε-
909χνικούς, εἴτε οἱουσδήποτε ἄλλους, ὄχι ὅμως οἰκονομικούς.
910§70Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἐμπορικούς.
911§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδὲ ὑποθέτω ὅτι ἡ διάθεσις τῆς
912Βουλῆς θὰ εἶναι ὅπως ἐμβάλῃ ἐμπόδια πρὸς ἄρσιν τῶν τοι-
913ούτων ἀδειῶν τῶν παρεχομένων ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς
914ἐξουσίας εἰς οἰκονομικοὺς συνεταιρισμούς, οἱ ὁποῖοι παρέ-
915βησαν τυχὸν τὸ Καταστατικόν των, ἢ διέπραξαν ἄλλο τι
916μὴ νόμιμον, ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπησχόλησαν καὶ τὴν
917Βουλὴν ταύτην τελευταίως.
918§72ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μετὰ τὰς διασαφήσεις, τὰς ὁποίας
919ἔδωκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 11 ἄρθρ.
920τοῦ Συντάγματος, παρέλκει, νομίζω, ἡ μακρὰ συζήτησις.
921Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν προαγορεύσαντα κ.
922Βουλευτήν, ὅστις ἐμέμφθη τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἀποδεχθείσης
923ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος τὴν λύσιν ἐκείνην, ἣν σήμερον
924αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι καθιέρωσαν, δηλ. ὅτι ἡ διάλυσις
925τῶν συνεταιρισμῶν πρέπει νὰ ἀπαγγέλληται πάντοτε μό-
926νον κατόπιν δικαστικῆς ἀποφάσεως. Οἱ νόμοι οἱ τελευταίως
927ψηφισθέντες εἰς τὰ πλεῖστα Κράτη ἀπαγορεύουσιν εἰς τὴν
928Διοίκησιν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἄλλοτε κρατοῦντα τὴν
929κατ’ ἐλευθέραν κρίσιν ἐνέργειαν αὐτῆς ἐπὶ τῶν συνεταιρι-
930σμῶν, ἀναγνωρίζουσι δὲ ὡς ἁρμοδίας ν’ ἀποφαίνωνται ἐπ’
931αὐτῶν Ἀρχαὶ δικαστικῶς ὠργανωμέναι.
932Ἀποτελεῖ δὲ σπουδαίαν πρόοδον ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς
933αὐτῆς ἀπέναντι τοῦ παρελθόντος μὲ ὅλας τὰς μοιραίως πα-
934ρακολουθούσας ὑπερβασίας. Ἐὰν αἱ δικαστικῶς ὠργανωμέ-
935ναι αὐταὶ Ἀρχαὶ θ’ ἀνήκωσιν εἰς τὴν ἱεραρχίαν τῆς Διοική-
936σεως ἢ θὰ εἶναι ἐκ τῶν Ἀρχῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι μέρος
937τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἐκ λόγων κα-
938θαρᾶς σκοπιμότητος. Οἱ μὲν δέχονται τὰ πολιτικὰ Δικα-
939στήρια ὡς ἁρμόδια, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, ἐνῷ ἐν Γερμανίᾳ ἐκδι-
940κάζουσι καὶ τῶν συνεταιρισμῶν ὑποθέσεις διοικητικὰ Δικα-
941στήρια.
942Παρ’ ἡμῖν τὸ ἄρθρον 11 τοῦ Συντάγματος, ὑφ’ ὃ νόημα
943ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864, ἐσκόπει μόνον—
944καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεκρούσθη ἡ διάταξις τῆς διαλύσεως διὰ δι-
945καστικῆς ἀποφάσεως—νὰ περιφρουρήσῃ διὰ συνταγματι-
946κῆς ῥήτρας τοὺς πολιτικοὺς κυρίως συλλόγους, τοῦτο δὲ πρα-
947κύπτει ἐκ τῆς ὅλης συζητήσεως τῆς γενομένης ἐν τῇ Συν-
948ελεύσει ἐκείνῃ, διότι ἀκριβῶς τὸ δικαίωμα τῶν πολιτῶν τοῦ
949συγκροτεῖν πολιτικοὺς συνεταιρισμοὺς ἐτίθετο ἐν ἀμφιβόλῳ
950κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους. Περὶ τῶν συνεταιρισμῶν, περὶ
951ὧν σήμερον πρωτίστως ἐνδιαφερόμεθα καὶ οἵτινες σήμερον
952εἶναι ἀντικείμενον σπουδαίας μερίμνης ἐκ μέρους τῆς Πολι-
953τείας, περὶ αὐτῶν δὲν ἐσκέπτετο ἡ Συνέλευσις τότε, διότι
954τὸ ζήτημα ἐν τῇ σημερινῇ του σπουδαιότητι δὲν εἶχε γεν-
955νηθῆ.
956§73Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Μακρὰ συζήτησις ἐγένετο ἐν τῇ Συνε-
957λεύσει περὶ τῶν νομικῶν συνεταιρισμῶν.
958§74Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Περὶ τῶν ἀποβλεπόντων εἰς ἀγαθοερ-
959γοὺς σκοπούς. Ἀλλὰ τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα ἦσαν
960νομικὰ πρόσωπα προστατευόμενα ὑπὸ τοῦ ἀστικοῦ νόμου
961καὶ μὴ ἔχοντα ἀνάγκην συνταγματικῆς περιφρουρήσεως.
962§75Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγένετο μεγάλη συ-
963ζήτησις περὶ συνεταιρισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσι κοινω-
964νικοὺς σκοπούς, ὄχι δὲ περὶ νομικῶν προσώπων.
965§76Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ δὲν ἐνόουν τοὺς συνε-
966ταιρισμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κυρίως καὶ πρωτίστως ἐν-
967διαφέρουσι σήμερον τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Κοινωνίαν, δη-
968λαδὴ τὰ ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπεκρού-
969σθη ἡ καὶ τότε προταθεῖσα τροπολογία περὶ ἀπαγγελίας
970καὶ διαλύσεως διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ὡς ἄσκοπος ἀσφά-
971λεια. Τὰ ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα δὲν περιελαμβάνοντο
972εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11 συμφώνως πρὸς τὴν θέλη-
973σιν τῶν νομοθετῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δὲν περιελαμβά-
974νοντο δέ, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι οὐδ’ ἐσκέφθησαν περὶ αὐτοῦ τοῦ
975πράγματος τότε, μὴ ὑπαρχούσης πρὸς τοῦτο ἀνάγκης,
976ἀλλὰ καὶ διότι κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τὰ ἐπαγγελμα-
977τικὰ σωματεῖα δὲν ἀπήλαυον τῆς εὐμενείας τῶν τότε Κυ-
978βερνήσεων· ἀπ’ ἐναντίας διέκειτο πολὺ δυσπίστως ἡ Πο-
979λιτεία πρὸς τοὺς ἐπαγγελματικοὺς συλλόγους, θεωροῦσα
980αὐτοὺς ὡς παρεμποδίζοντας τὴν ἐλευθέραν ἐξέλιξιν τῶν
981ἀτόμων, ὑπαγομένων διὰ τῶν ἐπαγγελματικῶν σωματείων
982εἰς δεσμὰ μὴ ἀναγνωριζόμενα εἰσέτι ὡς χρήσιμα, ἀλλ’ ὡς
983βλαβερά. Σὺν τῇ ἀναπτύξει ὅμως τῶν ἀναγκῶν τῆς κοι-
984νωνίας καὶ παρ’ ἡμῖν ἔτι ὑπήχθησαν σιωπηλῶς καὶ οἱ
985ἐπαγγελματικοὶ αὐτοὶ συνεταιρισμοὶ ὑπὸ τὴν εὐεργετικὴν
986διάταξιν τοῦ ἄρθρου 11, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ζητοῦμεν τὴν
987ἔτι μᾶλλον περιφρούρησιν τοῦ δικαιώματος τούτου τῶν Ἑλ-
988λήνων τοῦ ἱδρύειν ἐπαγγελματικοὺς συνεταιρισμούς. Διὰ
989τῆς διατάξεως ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ
990ὑπὸ τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ μόνον ἀπαγγελλομένης τῆς δια-
991λύσεως διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως, προτιθέμεθα, ἀναγνω-
992ρίζοντες τὰ ἀγαθὰ ἐκ τῶν συνεταιρισμῶν ἀποτελέσματα,
993νὰ προασπίσωμεν ἔτι μᾶλλον αὐτούς. Εἶναι δὲ ἡ διάταξις
994αὕτη εὐεργετικὴ καὶ ὑπὲρ τῶν συνεταιρισμῶν, ἀλλὰ καὶ
995ὑπὲρ αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον, ὅταν διοικητι-
996κῶς πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ ἐπὶ ζητημάτων τοιούτων, εἶναι
997γνωστὸν ὅτι ἐξ ἀσθενείας δὲν ἐνεργεῖ καὶ μέχρι τοῦδε σχε-
998δὸν οὐδέποτε ἐνήργησεν, οὐδὲ νομίζω ὅτι εἰς τοῦτο δύναταί
999τις νὰ μὲ διαψεύσῃ ἐξ ὅσων διαχειρίσθησαν τὴν κυβερ-
1000νητικὴν ἐξουσίαν ἄλλοτε καὶ σήμερον. Ὑπῆρξαν πάντοτε
1001δυσκολίαι μεγάλαι ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν σωματείων, τὰ
1002ὁποῖα παρέβησαν καὶ ἐπανειλημμένως καὶ καταφώρως καὶ
1003τοὺς νόμους καὶ τὰ ἴδια αὑτῶν καταστατικά.
1004§77Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδέποτε διελύθη σωματεῖον.
1005§78ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα, καὶ
1006τοῦτο ἐξ εὐλόγων ἐνδοιασμῶν τῶν διαχειριζομένων τὴν
1007ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.
1008§79Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐπίσης δὲν ὑπάρχει τρόπος ἀπο-
1009τελεσματικῆς διαλύσεως τῶν συνεταιρισμῶν ἐκ μέρους αὐ-
1010τῶν τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν συνεταιρισμόν,
1011καὶ τὰ ὁποῖα δυσαρέστως βλέπουσι τὴν πολλάκις αὐθάδη
1012παραβίασιν τοῦ Καταστατικοῦ, τὴν γενομένην ὑπ’ ἐκείνων,
1013οἱ ὁποῖοι ἀδιαφοροῦσι διὰ τὸν ὑπὸ τοῦ Καταστατικοῦ ἐπι-
1014διωκόμενον σκοπόν, ἀλλὰ γνωρίζουσι κάλλιστα νὰ ἐκμεταλ-
1015λεύωνται αὐτὸν καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ μέσα, τὰ
1016ὁποῖα διαθέτει. Ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἐγγύησις τῆς διὰ δικα-
1017στικῆς ἀποφάσεως διαλύσεως, καὶ ἡ διοίκησις δὲν θὰ ἔχῃ
1018πλέον νὰ ἀναμιχθῇ ἀμέσως ἡ ἰδία εἰς τίποτε ἄλλο, εἰμὴ
1019μόνον εἰς τὸ νὰ θέσῃ εἰς κίνησιν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν,
1020διὰ νὰ προβῇ αὐτὴ κατὰ τοὺς διαγεγραμμένους τύπους καὶ
1021κανόνας εἰς διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ ἀφοῦ προηγου-
1022μένως πεισθῇ ἐκ τῆς ἐνώπιόν της διεξαχθησομένης διαδι-
1023κασίας, ἥτις πρέπει διὰ σχετικοῦ νόμου νὰ καθορισθῇ ὅτι
1024πρόκειται ὄντως περὶ γεγονότων καὶ πράξεων, αἵτινες ἐπι-
1025βάλλουσι τὴν διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ, διὰ τοῦ τρόπου
1026τούτου θὰ καταστῇ τέλος δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐκποδὼν κἄτι,
1027τὸ ὁποῖον ἦτο ἐμπόδιον, κἄτι, τὸ ὁποῖον ἦτο σαπρὸν καὶ
1028ἐξεμεταλλεύετο εἰς βάρος τῶν πολλῶν δύναμιν μὴ ἀνήκου-
1029σαν αὐτῷ. Ἀλλὰ καὶ τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἄλ-
1030λην προστασίαν σήμερον, εἰμὴ τὴν προσφυγὴν εἰς τὴν Διοί-
1031κησιν, δηλαδὴ εἰς τὸν νομάρχην, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τί
1032πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ, καὶ διότι δὲν ἔχει ἀποτελεσματικὸν
1033μέσον ἐνεργείας εἰς τὴν ἐξουσίαν του καὶ διότι ἡ ἐξουσία
1034του εἶναι πολὺ περιωρισμένη, τότε καὶ τὰ μέλη αὐτὰ θὰ
1035δύνανται, ὑποβάλλοντα αἴτησιν πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν δικα-
1036στικήν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ, θὰ δύνωνται καὶ
1037αὐτὰ νὰ ζητήσωσι τὴν διάλυσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἐφ’
1038ὅσον ὁ συνεταιρισμὸς εἴτε παραβιάζει τοὺς νόμους, εἴτε
1039παραβιάζει καὶ αὐτὸ τὸ Καταστατικόν. Οἱ συνεταιρισμοὶ
1040οἱ ἐπαγγελματικοὶ κύριον σκοπὸν ἔχουσι τὴν προαγωγὴν
1041τῶν κοινῶν ἐπαγγελματικῶν συμφερόντων διὰ τῆς ἐπὶ τὸ
1042αὐτὸ συμπράξεως ὁμοτέχνων, ἰδίως δὲ διὰ τῆς ἀθροίσεως
1043χρηματικῶν πόρων πρὸς ἀλληλοβοήθειαν ἐν καιρῷ ἀνάγκης
1044ἢ δυστυχημάτων. Τί παρατηρεῖται ὅμως; Παρετηρήθη
1045πάντοτε καὶ παρατηρεῖται καὶ σήμερον ὅτι οἱ συνεταιρι-
1046σμοὶ αὐτοὶ συναθροίζοντες ἓν ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν
1047διαθέτουσι τοῦτο συχνότατα εἰς κάθε ἄλλο παρὰ εἰς τὸν
1048σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἔχει συσταθῆ ὁ συνεταιρισμός, κα-
1049ταστρεφομένου οὕτω τοῦ τε ἰδίου σκοποῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ
1050πνεύματος τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἐξ οὗ ἄπειρα ἀγαθὰ εὐλόγως
1051πρέπει νὰ προσδοκᾷ ἡ κοινωνία. Ὅσα μέλη τυχὸν δὲν εἶναι
1052σύμφωνα μὲ διάθεσιν τοιαύτην τῆς περιουσίας τοῦ σωμα-
1053τείου, εἴτε διότι ἐξετοπίσθησαν εἴτε ἐξ ἀγαθῆς συνειδήσεως
1054εἴτε δι’ οἱονδήποτε ἄλλον καλὸν ἢ κακὸν λόγον, εὑρίσκονται
1055σήμερον ὅλως ἀνυπεράσπιστα, διότι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ
1056ἀπαντᾷ μὲ διαφόρους ὑπεκφυγάς, μὴ γνωρίζουσα τί νὰ
1057κάμῃ. Διὰ τῆς νέας διατάξεως καὶ τὰ μέλη αὐτὰ θὰ δύ-
1058νανται, προσφεύγοντα εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, νὰ ὑπο-
1059χρεώσωσιν αὐτὴν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία θὰ
1060διαγραφῇ ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ἂν πράγματι τὸ σωματεῖον ἐκεῖνο
1061διέπραξε παραβάσεις θὰ ἀπαγγείλῃ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ τὴν
1062διάλυσιν τούτου.
1063§80Δ. ΜΑΡΚΟΥ. Ὥστε καὶ οἱ νομάρχαι δὲν ἀναμιγνύον-
1064ται, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος;
1065§81Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει σήμερον σχετικὴ νομοθε-
1066σία, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε τοιαύτη, ἀναθέτουσα τὴν ἐξουσίαν
1067τῆς διαλύσεως ῥητῶς εἰς τοὺς νομάρχας, πάλιν οἱ νομάρ-
1068χαι, ὡς καθαρῶς διοικητικοὶ ἄρχοντες, θὰ εὑρίσκοντο εἰς
1069πολὺ δύσκολον θέσιν νὰ διαλύσωσι τὸν συνεταιρισμόν, διότι
1070θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς διακριτικῆς
1071ἐξουσίας τῆς διοικήσεως ἐπὶ σχέσεων, αἵτινες ἅπτονται ὄχι
1072μόνον πολιτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων. Ζητοῦ-
1073μεν τὴν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως διάλυσιν τοῦ συνεται-
1074ρισμοῦ, διότι ἐννοοῦμεν νὰ λείψῃ ἡ διακριτικὴ ἐξουσία ἀπὸ
1075τὰ ζητήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα καὶ ἐξόχως εἶναι λεπτὰ
1076καὶ θίγουσι εὐρυτάτας τάξεις πολιτῶν. Ἡ διάλυσις πρέ-
1077πει νὰ ἀπαγγέλληται οὐχὶ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλὰ δι’
1078ἀποφάσεως, ἡ ὁποία θὰ εἶναι ᾐτιολογημένη καὶ ἡ ὁποία νὰ
1079γίνηται μετὰ διαδικασίαν κατ’ ἀντιμολίαν γενομένην.
1080Ἄνευ τῆς ἐγγυήσεως ταύτης, ἡ ὁποία εἰς ὅλα τὰ Κράτη
1081καθιερώθη, δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀσφάλεια ὑπὲρ τῶν συνεταιρι-
1082σμῶν καὶ δὲν θὰ δύνανται οὗτοι νὰ προαχθῶσιν εὐρύθμως
1083καὶ μετ’ ἀγαθῶν ἀποτελεσμάτων. Οἱ συνεταιρισμοὶ θὰ πολ-
1084λαπλασιάζωνται καθημερινῶς ἐπεκτεινόμενοι εἰς ὅλας τὰς
1085τάξεις καὶ εἰς ὅλα τὰ συμφέροντα, θὰ αὐξάνωσι τὰ οἰκονο-
1086μικὰ αὐτῶν μέσα καὶ αἱ σχέσεις αὐτῶν, ἀλλὰ θὰ ἐλλείπῃ
1087ἀπολύτως ἡ ἀσφάλεια ἀπ’ αὐτῶν, ἐὰν ῥητῶς δὲν θεσπισθῇ
1088ἡ τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν ἀνάμιξις καὶ ἡ ἀπόκρουσις οἱασ-
1089δήποτε ἐπ’ αὐτῶν διακριτικῆς ἐξουσίας τῆς διοικήσεως.
1090(Χειροκροτήματα).
1091§82Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀφορμώμεθα ἀπὸ μιᾶς
1092ἐσφαλμένης βάσεως καὶ τὸ πόρισμα θὰ εἶναι ἐσφαλμένον.
1093Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸν ὁποῖον διαδέχομαι ἐπὶ τὸ
1094βῆμα τοῦτο, ἀφωρμήθη ἀπὸ τῆς ἐσφαλμένης βάσεως ὅτι
1095δὲν εἶναι σήμερον δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κρατούντων
1096νόμων νὰ ἐπιτευχθῇ δικαστικῶς ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Καταστα-
1097τικοῦ συνεταιρισμοῦ τινος ἢ ν’ ἀρθῶσι δικαστικῶς κωλύ-
1098ματα παρεμπίπτοντα ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ Καταστατικοῦ
1099τῶν σωματείων. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι κατὰ
1100τὸν ἀστικὸν νόμον ἔχουσιν ἀγωγὴν τὰ μέλη πρὸς ἐκτέλεσιν
1101τοῦ Καταστατικοῦ.
1102§83Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὰ μέλη προσωπικῶς ἢ ἡ συνέλευσις;
1103§84Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἡ συνέλευσις τῶν μελῶν καὶ τὰ
1104μέλη. Ἕκαστον τῶν μελῶν ἔχει ἀγωγὴν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ
1105Καταστατικοῦ. Τὸ Καταστατικὸν δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο,
1106κύριε συνάδελφε, ἢ ἡ σύμπτωσις τῶν γνωμῶν τῶν μελῶν·
1107εἶναι συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωτικὸν δι’ ὅλα τὰ
1108μέλη. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν, ἡ βά-
1109σις ἡ δικαιολογητική, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ
1110Συντάγματος κατέφυγεν εἰς τὴν διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ
1111διάλυσιν τῶν συλλόγων, τῶν συνεταιρισμῶν, δὲν ἔχει πλέον
1112ὑπόστασιν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμέ, καὶ ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρ-
1113θρον ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος,
1114εἶναι κινδυνῶδες. Θὰ ἐδεχόμην ἴσως τὴν ἐξάρτησιν τῆς
1115διαλύσεως τῶν σωματείων — πρώτιστα δὲ πάντων τῶν ἐρ-
1116γατικῶν, τῶν ἐπαγγελματικῶν σωματείων — ἀπὸ τῆς δικα-
1117στικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς καθαρῶς δικαστικῆς, ὄχι ἐκεί-
1118νης τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία πιθανῶς νὰ δημιουργηθῇ, ἀλλ’ ἡ
1119ὁποία δὲν θὰ εἶναι ἄλλο τι ἢ διοικητικὴ δικαστικὴ ἀρχή,
1120τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ ἄλλη τις παρεμφερής.
1121Θὰ ἦτο ἀνελεύθερον, Κύριοι, νὰ συζητῶμεν σήμερον, ἂν
1122πρέπει νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ
1123δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν συνεταιρισμῶν, πρώτιστα δὲ
1124πάντων τῶν συνεταιρισμῶν, ἐπαναλαμβάνω, τῶν ἐργατι-
1125κῶν, τῶν ἐπαγγελματικῶν, οἱ ὁποῖοι συχνά, συχνότατα ἔρ-
1126χονται εἰς ἀντιπιπτούσας γνώμας πρὸς τοὺς διαχειριζομέ-
1127νους τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν.
1128Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν παραδοθῇ εἰς τὴν ἐκτελε-
1129στικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν συνεται-
1130ρισμῶν, ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω ὅτι αὐτὸ θὰ ἀπετέλει
1131ἀναίρεσιν τοῦ δικαιώματος τῶν συνεταιρισμῶν.
1132§85ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως, ἐὰν ἀνετίθετο εἰς τὴν ἐκ-
1133τελεστικὴν ἐξουσίαν.
1134§86Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Εἰς τὴν καθαρῶς ἐκτελεστικὴν ἐξου-
1135σίαν.
1136§87ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅταν λέγωμεν ἀρχὰς δικαστικῶς
1137ὠργανωμένας, ἐννοοῦμεν διοικητικὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα
1138νὰ μὴ ἀποφαίνωνται ἐπὶ ζητημάτων ἀστικοῦ δικαίου,
1139ἀλλὰ ν’ ἀποφαίνωνται ἐπὶ ζητημάτων τοῦ λεγομένου ἀμ-
1140φισβητουμένου διοικητικοῦ, νὰ ὑπάρχωσι δηλαδὴ Δικαστή-
1141ρια ὠργανωμένα καθ’ ὃν τρόπον εἶναι ὠργανωμέναι αἱ ἀρ-
1142χαὶ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐκδικά-
1143ζωσιν ὑποθέσεις ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, διότι αἱ
1144ὑποθέσεις αὗται εἶναι καθαρῶς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητου-
1145μένου διοικητικοῦ· ἔχουσι δηλαδὴ καὶ χαρακτῆρα δημο-
1146σίου δικαίου.
1147§88Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπονοοῦμεν ὅλοι τὸ Συμβούλιον τῆς
1148Ἐπικρατείας.
1149§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ ἄλλα.
1150§90Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν τύπον καὶ τὰ ἄλλα
1151συγκεκροτημένα.
1152§91ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ Συμβού-
1153λιον ἐκεῖνο τῆς Ἐπικρατείας θὰ εἶναι ἡ ἀνωτέρα βαθμίς,
1154εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εἰσάγωνται αἱ ὑποθέσεις αὗται οὐχὶ ἀπ’
1155εὐθείας, ἀλλὰ μετὰ προσφυγήν. Ὑποτίθεται δηλαδὴ ὅτι θὰ
1156ὑπάρξωσι καὶ κατώτερα διοικητικὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα
1157ὅμως, διὰ νὰ ὑπάρχωσι καὶ πληρῶσι τὸν προορισμόν των,
1158πρέπει νὰ εἶναι ὠργανωμένα ὡς εἶναι καὶ τὰ πολιτικὰ ἢ
1159ποινικὰ Δικαστήρια, δηλαδὴ νὰ παρέχωσι τὰς αὐτὰς ἐγ-
1160γυήσεις, τὰς ὁποίας παρέχουσι καὶ αἱ δικαστικαὶ ἀρχαί·
1161ἐὰν δὲ διακρίνω τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, τοῦτο γίνεται μό-
1162νον ὡς ἐκ τῆς διαφόρου ἀσχολίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσι τὰ
1163κοινὰ Δικαστήρια, τριβόμενα περὶ ζητήματα τοῦ ἀστικοῦ
1164κυρίως δικαίου καὶ λεπτολογίας δικονομικὰς καὶ ὡς ἐκ
1165τούτου ἴσως ἀκατάλληλα νὰ λύωσι ζητήματα τοῦ δημοσίου
1166δικαίου, ζητήματα ἀλλοίαν ἀπαιτοῦντα εἰδικότητα.
1167§92Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀκόμη περισσότερον θὰ τοὺς ἐπιβα-
1168ρύνωμεν μὲ ἐργασίας. Ἐγὼ ἔχω δυσπιστίαν πρὸς τὰ Δικα-
1169στήρια, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται ὁπωσδήποτε ἀπὸ πρόσωπα,
1170τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καθ’ ἑαυτὰ καθωσιωμένα εἰς τὸ δικα-
1171στικὸν ἐπάγγελμα, ἰδίᾳ δὲ ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὁπωσ-
1172δήποτε διατελοῦσιν εἰς ποιάν τινα ἐξάρτησιν ἀπὸ τοὺς
1173διαχειριζομένους τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἶναι δὲ ἀναμ-
1174φήριστον ὅτι ὅλα τὰ διοικητικὰ Δικαστήρια ὑφ’ οἱασδή-
1175ποτε ἐγγυήσεις καὶ ἂν θελήσωμεν νὰ τὰ συγκροτήσωμεν,
1176διατελοῦσιν ἐν τούτοις ὑπό τινα, ἔστω ἐλαφράν, ἐξάρτησιν
1177ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
1178§93Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετε, θὰ παρετή-
1179ρουν ὅτι ὑπάρχουσι συστήματα διοικητικῶν Δικαστηρίων
1180παρέχοντα ἃς ἐπιθυμεῖτε ἐγγυήσεις, ὁποῖα εἶναι τὰ μι-
1181κτά, ἅτινα ἀπαρτίζονται καὶ ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων μὲ
1182δικαστικὴν μόρφωσιν καὶ ἐξ αἱρετῶν μελῶν. Αὐτὴ δὲ εἶναι
1183μία ἐγγύησις, ὑποθέτω, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει τὴν ἀνεξαρτη-
1184σίαν τῶν δικαστῶν.
1185§94Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ θὰ ἦτο κινδυνῶδες ν’
1186ἀποφασίζωμεν σήμερον περὶ ἀναθέσεως εἰς Δικαστήρια, τὰ
1187ὁποῖα ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ, δὲν
1188γνωρίζει οὔτε κατὰ τίνα τρόπον θὰ συσταθῶσιν, οὔτε κατὰ
1189τίνα διαδικασίαν θὰ ἀσκήσωσι τὴν διαδικασίαν των.
1190§95Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ ἡμεῖς αὐτὸ εἴχομεν ὑπ’ ὄψει
1191καὶ διὰ τοῦτο ἐνοήσαμεν μόνον νὰ θέσωμεν τὴν ἐγγύησιν
1192τῆς διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ἀπολύσεως, διὰ νὰ δώσωμεν
1193μίαν κατεύθυνσιν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τοῦ μέλ-
1194λοντος νὰ κανονίσῃ αὐτὰ τὰ πράγματα. Ὅταν δὲ ἐπιλη-
1195φθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα ποία ἀρχὴ
1196θὰ εἶναι ἁρμοδία, ἂν ἡ δικαστικὴ ἢ ἡ διοικητικὴ ἐξουσία,
1197καὶ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ λειτουργῇ ἡ διοικητικὴ δικαιο-
1198δοσία, τότε ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα θὰ λυθῶσι, καὶ δὲν
1199ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ λυθῶσι κατὰ τὸν καλλίτερον τρόπον.
1200§96Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ τὰ λύσῃ ἡ ἁπλῆ νομοθετικὴ ἐξου-
1201σία· δὲν θὰ τὰ λύσῃ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει σήμερον ἐξουσίαν
1202νὰ ῥυθμίζῃ τὰ τοῦ Συντάγματος.
1203§97Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σήμερον διὰ τῆς προτεινομένης
1204προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 11 ἐξέρχεται τῆς ἁρμοδιότητος
1205τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῶν
1206σωματείων ὑπαγόμενον εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὴ
1207εἶναι ἡ ἐγγύησις, καὶ περὶ τούτου καὶ μόνον καλούμεθα νὰ
1208σκεφθῶμεν.
1209§98Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Πολὺ καλά. Ἔπειτα θὰ εἶχον καὶ
1210ἀμφιβολίαν περὶ τοῦ φύσει ἐφικτοῦ τοῦ πράγματος. Τί
1211θὰ σημαίνῃ μία διάλυσις ἐπαγγελματικοῦ συνεταιρι-
1212σμοῦ, περὶ τῶν ὁποίων κυρίως μεριμνῶμεν; Ἡ διάλυσις
1213θὰ ἔχῃ μόνον περιουσιακὴν ἔννοιαν· δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν
1214πραγματικὴν τοιαύτην. Ἐὰν θέλωμεν σοβαρῶς νὰ συζητῶ-
1215μεν διάλυσιν πραγματικήν, διάλυσιν ἡ ὁποία θὰ καταστήσῃ
1216τὸ σωματεῖον ἀνύπαρκτον καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ
1217μέλλοντι, δὲν θὰ ἔχωμεν διὰ τῆς διαλύσεως τῆς ἀπαγγελ-
1218λομένης παρ’ οἱασδήποτε ἀρχῆς, τῆς διοικητικῆς ἢ καὶ
1219τῆς δικαστικῆς ἔστω.
1220§99Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκτὸς αὐτῆς τῆς διαλύσεως γνωρί-
1221ζετέ τινα ἄλλην;
1222§100Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Γνωρίζω τὴν διάλυσιν, ἡ ὁποία σκο-
1223πεῖ ν’ ἀναιρέσῃ τὸν ἀπώτερον σκοπὸν τοῦ σωματείου. Μία
1224διάλυσις λοιπὸν οἱαδήποτε, εἰς οἱανδήποτε ἀρχὴν καὶ ἂν
1225τὴν ἀναθέσωμεν, δὲν θὰ ἔχῃ παρὰ συνεπείας περιουσιακάς·
1226διότι κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ διαλυθῇ τὸ σωματεῖον,
1227ἐπανέρχονται πάλιν τὰ ἀποτελοῦντα αὐτὸ μέλη ὑπὸ τὴν
1228αἰγίδα τοῦ Συντάγματος, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δύνανται καὶ
1229πάλιν νὰ συνεταιρισθῶσιν. Τοῦτο εἶναι ἀναντίρρητον, καὶ
1230ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ εἶναι καὶ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἀντίθε-
1231τος πρὸς τοῦτο· δὲν θὰ ἐννοῇ δηλαδὴ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἀναι-
1232ρεῖται πλέον τὸ δικαίωμα ἀπὸ τὸν πολίτην τοῦ ἀποτελέ-
1233σαι νέον συνεταιρισμόν, τοῦ ἀποτελέσαι συνεταιρισμὸν ἔχον-
1234τα τὸν αὐτὸν θεμιτὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἶχε καὶ διαλυθεὶς
1235ὁ συνεταιρισμὸς ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἢ οἱασδήποτε ἄλλης
1236ἀρχῆς. Μόνον λοιπὸν ἡ διάλυσις τῆς περιουσιακῆς ὀντότη-
1237τος τοῦ συνεταιρισμοῦ ἐπέρχεται, καὶ ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ
1238ἤξιζε τὸν κόπον νὰ σκεπτώμεθα καὶ τόσον πολὺ περὶ τῆς
1239περιουσιακῆς διαλύσεως τῶν σωματείων καὶ νὰ προκαλῶμεν
1240ἓν ζήτημα περὶ αὐτῆς τῆς τύχης τῶν σωματείων ἐφεξῆς,
1241ἐνῷ ἔχομεν, ὅπως ἀνέφερα καὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου,
1242διατάξεις ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ, καθ’ ἃς τὰ μέλη τῶν σω-
1243ματείων θὰ ἠδύναντο δικαστικῶς νὰ ἐπετύγχανον τὴν
1244διαρρύθμισιν τῶν περιουσιακῶν ὑποχρεώσεων τῶν διοι-
1245κούντων τὸ σωματεῖον.
1246§101ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἀμφισβητεῖται ποτέ.
1247§102Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν κατὰ
1248ἀντιλογίαν νὰ λύσωμεν μερικὰ πράγματα.
1249§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ναί, ἀλλὰ τότε
1250δὲν τελειώνομεν. Κατὰ διαλογικὸν τρόπον θὰ συζητῶμεν;
1251§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταλαμβάνετε τὴν σειρὰν τῶν ἄλλων
1252ἀγορητῶν. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτό.
1253§105Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἄλλως τε δὲ ἤμην ἐντελῶς εἰς τὸ
1254τέλος.
1255§106ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τελειώσατε.
1256§107Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως λοιπόν, Κύ-
1257ριοι, νομίζω ὅτι, ἐὰν μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς εἶχεν ἐν τῷ παλαιῷ
1258Συντάγματι, ἔχομεν πλήρεις τὰς συνταγματικὰς ὑπὲρ τῶν
1259συνεταιρισμῶν ἐγγυήσεις, διότι, ὡς εἶπον εἰς ὑμᾶς, δύνανται
1260αἱ μὲν περιουσιακαὶ σχέσεις νὰ ῥυθμίζωνται κατὰ τὸν
1261ἀστικὸν νόμον, τὸ δὲ ζήτημα τῆς διαλύσεως, τὸ καθ’ αὑτό,
1262τὸ ἀφορῶν εἰς προσωπικὴν διάλυσιν τοῦ σωματείου, εἶναι
1263ἀνέφικτον κατὰ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἔθεσα, ἐκτὸς ἐὰν
1264πάλιν νομίζητε ὅτι πρέπει ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ τὴν ἔν-
1265νοιαν τῆς αἰωνίας διαλύσεως αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τῆς
1266διαλύσεως, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἐπετρέπετο νὰ συστήσωσι τὸν
1267αὐτὸν καὶ πάλιν σύλλογον, ὃν καὶ πρότερον εἶχον· κατὰ τῆς
1268τοιαύτης ὅμως ἐννοίας θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαμαρτυρηθῶ
1269δι’ ὅλης τῆς δυνάμεώς μου ὡς ἀπολύτως ἀνελευθέρου.
1270§108ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τῶν μελῶν τῆς ἐπι-
1271τροπῆς ἀνεκόπη ἡ ὁρμή μου, διότι ὑπώπτευσα, ὅτι ἡ ἐπι-
1272τροπὴ ἐνόει ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως θὰ ἀπομένῃ
1273εἰς τὰ κοινὰ Δικαστήρια. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως δηλοῖ τώρα
1274ὅτι δὲν ἐνόει τοῦτο. Ἐνόει νὰ ἀναθέσῃ τὴν διάλυσιν τῶν
1275σωματείων αὐτῶν εἰς τὰ διοικητικὰ Δικαστήρια;
1276§109Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1277καιοσύνης). Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ κανονίσῃ τὸ εἶδος
1278τῶν Δικαστηρίων.
1279§110ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Καὶ νὰ μὴ ἀναθέσῃ εἰς διοικητικά,
1280ἀλλ’ εἰς κοινά;
1281§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς κοινά.
1282§112Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ τότε, ἐὰν θὰ ὑποβληθῇ πρότασις
1283διὰ τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, θὰ ζητήσω τὸν λόγον, διότι
1284ἕως τώρα δὲν ἔχομεν πρότασιν τοιαύτην.
1285§113ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Θὰ ὑποστηρίξω νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διά-
1286ταξις ἐντελῶς.
1287Ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἐχαρακτήρισεν ὡς ἀνελευθέ-
1288ραν τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν θὰ ἀνετίθετο ἡ διάλυσις σωμα-
1289τείων καὶ εἰς διοικητικὰ ἀκόμη Δικαστήρια.
1290Ἐγὼ χαρακτηρίζω ἀνελευθέραν ταύτην τὴν διάταξιν,
1291ἐὰν ἀνετίθεντο οὐχὶ μόνον εἰς διοικητικά, ἀλλὰ καὶ εἰς
1292κοινά, καὶ ἀκόμη περισσότερον μάλιστα, διότι νομίζω ὅτι
1293εἶναι σεβαστοτέρα ἡ ἐλευθερία τοῦ συνόλου ἀπὸ τὴν τοῦ
1294μέρους.
1295§114Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶπον. Νὰ μὴ ἀνατεθῶσι που-
1296θενά.
1297§115Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη,
1298τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ ἐπιτροπή, πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ.
1299Νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν ἀσφαλίζεται κατὰ τῶν κινδύ-
1300νων, τοὺς ὁποίους δυνατὸν νὰ παρουσιάσωσι τοιοῦτοι συνε-
1301ταιρισμοί, τοιαῦτα σωματεῖα, ἐὰν δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ
1302ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀμέσως ἐπεμβαίνουσα νὰ διαλύῃ τὰ
1303σωματεῖα αὐτά, τοὺς συνεταιρισμοὺς αὐτούς. Νομίζω, Κύ-
1304ριοι, ὅτι, ἐὰν ἀνατεθῇ καὶ εἰς διοικητικὸν ἀκόμη Δικα-
1305στήριον τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν σωματείων τού-
1306των, καὶ πάλιν δὲν ἀσφαλίζεται πλήρως ἡ Πολιτεία, διότι,
1307διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν τὸ διοικητικὸν Δικαστήριον, πρέ-
1308πει νὰ ἐπέλθῃ ὡρισμένη παράβασις ὡρισμένων νόμων, πρέ-
1309πει νὰ ἐπέλθῃ ἀθέμιτος προσβολή.
1310Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ἀπόφασις διοικητικοῦ ἀκόμη Δι-
1311καστηρίου εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι παράκαιρος· εἶναι ἐν-
1312δεχόμενον τὸ κακὸν νὰ ἔχῃ συντελεσθῆ ἤδη κατὰ τῆς Πο-
1313λιτείας. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστι-
1314κὴν ἐξουσίαν, ὁ κίνδυνος ἀποσοβεῖται παραυτίκα. Εὐθὺς ὡς
1315ἡ Πολιτεία ἀντιληφθῇ σωματεῖόν τι ἐπιδιῶκον σκοποὺς
1316ἀθεμίτους, ἔχει τὸ δικαίωμα ἀμέσως ἐπεμβαίνουσα νὰ τὸ
1317διαλύσῃ, καὶ ἡ σοβαρὰ ἀντίρρησις κατὰ τούτου εἶναι αὕτη,
1318ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅταν ἔχῃ ἡ διοικητικὴ ἐξουσία τοῦτο
1319τὸ δικαίωμα, νὰ διαλύῃ δηλαδὴ τοὺς συνεταιρισμούς, εἶναι
1320ἐνδεχόμενον, λέγω, νὰ προβῇ εἰς καταχρήσεις, νὰ διαλύσῃ
1321σωματεῖα ἐπιδιώκοντα σκοποὺς μὴ συμφέροντας πρὸς αὑ-
1322τήν, νὰ διαλύσῃ σωματεῖα ἀναπτύσσοντα καὶ διαδίδοντα
1323ἰδέας, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσι νὰ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὰς
1324ἰδέας τὰς ἰδικάς της. Ὁ κίνδυνος, λέγω, εἶναι οὗτος, ὅτι
1325εἶναι ἐνδεχόμενον γὰ ἐπέλθῃ κατάχρησις τῆς ἐξουσίας τῆς
1326διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ὁ κίνδυνος αὐτὸς ἔχει ὡς ἀντίρρο-
1327πον κἄτι ἄλλο· ἔχει ὡς ἀντίρροπον τὸν κοινοβουλευτικὸν
1328ἔλεγχον. Ταύτην τὴν γνώμην ὑπεστήριξε, Κύριοι, καὶ κατὰ
1329τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864 ὁ Καλλιγᾶς.
1330§116Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ εἶδες τί ἔπαθεν ἀπὸ τὸν Σα-
1331ρίπολον (Γέλωτες).
1332§117Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Δὲν ἀρκεῖ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος,
1333διότι δύναται νὰ ἐπέλθῃ μετὰ ταῦτα, ἓν ἔτος μετὰ τὴν
1334διάλυσιν.
1335§118Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἓν ἔτος μετὰ ταῦτα;
1336§119Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Βεβαίως· ἠμπορεῖ νὰ μὴ συνεδριάζῃ
1337ἡ Βουλή.
1338§120Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Λησμονεῖτε τὸ σχετικὸν ἄρθρον, καθ’
1339ὃ ἡ Βουλὴ συγκαλεῖται καθ’ ὡρισμένας χρονικὰς περιό-
1340δους, εἰς τρόπον ὥστε οὐδέποτε θὰ παρέλθῃ τόσῳ μέγα
1341χρονικὸν διάστημα.
1342§121Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Ὑποθέσατε ὅτι παρῆλθε πολὺ διάστημα...
1343§122Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁπωσδήποτε τὸ Δικαστήριον θὰ βρα-
1344δύνῃ ἐπὶ μᾶλλον. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κοινοβουλευτικὸς
1345ἔλεγχος ἀρκούντως ἀσφαλίζει ἀπὸ τῆς ἐνδεχομένης ταύτης
1346καταχρήσεως. Οὐδέποτε θὰ ὑπάρξῃ, καὶ προηγουμένως,
1347νομίζω, ἤκουσα ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀκόμη παράδειγμα διαλύ-
1348σεως συλλόγου. Δὲν θὰ ὑπάρξῃ, λέγω, ποτὲ Ὑπουργός, ὁ
1349ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ διαλύσῃ σωματεῖον, διότι σκοπεῖ τὴν
1350διάδοσιν ἀρχῶν ἀντιθέτων πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας πρε-
1351σβεύει αὐτός.
1352Νομίζω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τότε θὰ διαλύσῃ σωματεῖον,
1353οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὐτός, ὅταν ἀνακαλύψῃ, ὅτι τὸ
1354σωματεῖον αὐτὸ πρεσβεύει ἀρχὰς ἀθεμίτους, ὅτι προτίθε-
1355ται ἀθέμιτα.
1356Ἐκτὸς δὲ τούτου, Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἐὰν δὲν ἀπαλει-
1357φθῇ ἡ διάταξις αὐτή, καὶ τὴν ἀφήσωμεν, ὅπως προτείνει ἡ
1358ἐπιτροπή, τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ μὴ ἀνατεθῇ εἰς τὰ δι-
1359οικητικὰ Δικαστήρια, ὁπότε εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ, ὅτι
1360ὑπάρχει ποιά τις ἐξασφάλισις, ἀλλ’ εἰς τὰ κοινὰ Δικαστή-
1361ρια, καὶ τὸ πρᾶγμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο τερα-
1362τῶδες, καὶ τὸ πρᾶγμα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐπαναλαμ-
1363βάνω, θὰ ἦτο κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην τερατῶδες κυριολε-
1364κτικῶς. Ὁ κοινὸς δικαστὴς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προ-
1365βλέψῃ· ἔχει τὸ δικαίωμα μόνον νὰ βεβαιώσῃ ὡρισμένον γε-
1366γονός, καὶ μετὰ τὴν βεβαίωσιν παραβάσεως ὡρισμένου νό-
1367μου νὰ ἐκτελέσῃ ὅ,τι ὁ νόμος τῷ ἐπιτάσσει.
1368§123Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ
1369προβλέψῃ.
1370§124Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξου-
1371σία, ὅταν ἴδῃ, ὅτι ἓν σωματεῖον δὲν ἔχει καλὸν σκοπόν,
1372ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅταν ἴδῃ, ὅτι ἓν
1373σωματεῖον θέλει νὰ σαλεύσῃ τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας,
1374ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ ταράξῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, ὅτι ἔχει
1375σκοπόν, κατὰ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀμυνθῇ. Τότε προβλέπει
1376ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ ὑποχρεοῦται μάλιστα ὡς ἐκ τοῦ
1377σκοποῦ καὶ προορισμοῦ αὐτῆς νὰ κάμῃ τὴν πρόβλεψιν ταύ-
1378την. Ὁ κοινὸς ὅμως δικαστὴς δὲν δύναται νὰ προβλέπῃ.
1379Ὁ κοινὸς δικαστὴς θὰ ἀναμείνῃ τὴν παράβασιν τῶν κει-
1380μένων νόμων, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὸ ἀδίκημα θὰ ἔχῃ
1381τελεσθῆ. Ἐκτὸς τούτου, διὰ νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις σωματείου,
1382πρέπει νὰ ἀπαγγελθῇ καταγγελία κατὰ τῶν μελῶν αὐτοῦ
1383καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν αὐτὰ εἰς δίκην, καὶ τότε, ὅταν ἀποδει-
1384χθῶσιν, ὅτι παρεβίασαν τὸν νόμον, θὰ διατάξῃ τὴν διάλυ-
1385σιν τοῦ σωματείου τοῦ ἀπὸ τοιαῦτα ἀπαρτιζομένου μέλη
1386τὸ κοινὸν Δικαστήριον. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ταῦτα εἶναι
1387ἀρκοῦντα ἐχέγγυα, διὰ νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν Πολιτείαν, καί,
1388ὅταν ὁμιλῶ περὶ Πολιτείας, ὁμιλῶ περὶ συνόλου πολιτῶν,
1389περὶ πλειονότητος πολιτῶν, ἡ ὁποία πλειονότης θὰ εὑρί-
1390σκετο εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ποσοστὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ
1391ἀπετέλει τὸ σωματεῖον. Τοῦτο τὸ μέγα ἐλάττωμα παρου-
1392σιάζει τὸ κοινὸν Δικαστήριον, διὰ νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτὸ
1393τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν σωματείων. Κύριοι, νόμοι
1394ἐπιτρέποντες, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς τηρήσεως τῶν διατάξεων
1395αὐτῶν, τὴν σύστασιν σωματείων δὲν ὑπάρχουσι. Συνεπῶς
1396τὸ Δικαστήριον τί θὰ βεβαιώσῃ; Ὅτι δὲν ὑπάρχει νόμος
1397ἐπιτρέπων τὴν σύστασιν; Βεβαίως ὄχι. Ὅτι ἐπιδιώκει
1398σκοπὸν ἀθέμιτον; Οὔτε τοῦτο δύναται νὰ βεβαιώσῃ.
1399§125ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί;
1400§126Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ διοικη-
1401τικὸν Δικαστήριον, καὶ τὸ κοινὸν ἀκόμη περισσότερον, νὰ
1402βεβαιώσῃ, ὅτι ἐπληροφορήθη ὅτι τοῦτο τὸ σωματεῖον ἐπι-
1403διώκει σκοπὸν ἀθέμιτον. Τὸ κοινὸν ὡς καὶ τὸ διοικητικὸν
1404Δικαστήριον εἶναι Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀναμένῃ τὴν
1405παράβασιν κοινῶν διατάξεων καὶ ἔπειτα θὰ ἔχῃ τὸ δικαί-
1406ωμα νὰ παρεμβαίνῃ. Τί θὰ βεβαιώσῃ λοιπόν, Κύριοι, τὸ
1407Δικαστήριον; Μήπως κοινὸν ἀδίκημα; Ἀλλὰ τότε περιττὴ
1408ἡ διάταξις. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ βεβαιώσῃ παρὰ παρα-
1409βίασιν ὡρισμένης διατάξεως, καὶ τότε νομίζω ὅτι μετὰ
1410τὴν παραβίασιν αὐτὴν ἡ διάλυσις τοῦ σωματείου θὰ εἶναι
1411περιττὴ καὶ ἄχρηστος.
1412Ταῦτα, Κύριοι, ἤθελον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὸ συζη-
1413τούμενον ἄρθρον, καὶ δὲν νομίζω, ὅτι προτείνω ἀνελεύθερόν
1414τι. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν περισσότερον νὰ
1415περιφρουρήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ συνόλου παρὰ τὴν
1416ἐλευθερίαν τῶν ὀλίγων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπαρτίζωσι τὸ σωμα-
1417τεῖον. Μία διάταξις εἶναι περισσότερον φιλελευθέρα, ὅταν
1418περιφρουρῇ τοὺς πολλούς, καὶ ὀλιγώτερον τοιαύτη, ὅταν πε-
1419ριφρουρῇ τοὺς ὀλίγους.
1420Ἐπίσης, Κύριοι θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Τὸ
1421ἄρθρον 11 λέγει: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ
1422συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτι-
1423νες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα
1424τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν».
1425Σήμερον ὑπάγεται εἰς ποικίλην κυβερνητικὴν ἄδειαν ἡ
1426σύστασις ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ νομιμο-
1427ποιήσωμεν κάτι τι παρανόμως σήμερον γινόμενον.
1428§127ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἄδειαν·
1429ὑπάγονται εἰς τὴν ἔγκρισιν. Ἄλλο ἔγκρισις καὶ ἄλλο
1430ἄδεια.
1431§128Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ διαφορὰ δὲν εἶναι με-
1432γάλη.
1433§129Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι μεγάλη ἡ διαφορά.
1434§130Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ταυτίζεται ὅμως ὁ σκοπός. Ἀλλ’ ἔστω,
1435δὲν ἐπιμένω, καὶ ἐπανερχόμενος θὰ ἤθελον νὰ παρακαλέσω
1436τὴν Βουλήν, ὅπως ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν
1437θὰ ἀνατεθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια ἡ διάλυσις τῶν σωμα-
1438τείων. Πρέπει τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν διοι-
1439κητικὴν ἐξουσίαν. Εἶναι ἐνταῦθα ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγ-
1440χος, ὁ ὁποῖος ἐξασφαλίζει. Τότε μόνον δὲν θὰ ἐξασφαλίζῃ,
1441ἐὰν ἀπολέσωμεν τὸ θάρρος νὰ ἐλέγξωμεν Ὑπουργόν, Ὁ
1442ὁποῖος ἀνήκει εἰς μερίδα, πρὸς ἣν τυχὸν φίλα φρονοῦμεν.
1443Ἐμὲ ὅμως, ὁμολογῶ, οὐδέποτε θὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ θάρρος.
1444§131Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 11 κατ’ ἐπίσημον
1445ἀναγραφὴν εἰς τὰ Πρακτικὰ γενομένην ἀποφάσει τῆς Συνε-
1446λεύσεως τοῦ 1864 — καὶ λαμβάνω ἐκ τούτου ἀφορμὴν νὰ
1447ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι προχθὲς ἐθεωρήθη ὅτι δὲν
1448εἶναι συνταγματικὸν νὰ ζητήσω, ὅπως ἡ γνώμη τῆς Βου-
1449λῆς ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ ἐπὶ ἄλλου ἄρθρου —, ἡ
1450γνώμη λοιπὸν τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864 ἐπισήμως εἰς τὰ
1451Πρακτικὰ ἀναγραφεῖσα εἶναι, ὅτι: «Οἱ ὁρισμοὶ τοῦ ἄρθρου
145211 δὲν ἐπεκτείνονται εἰς πολιτικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἑται-
1453ρείας, ἀλλ’ αὗται θέλουν διέπεσθαι καὶ τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὸ
1454ἰσχῦον ἀστικὸν καὶ ἐμπορικὸν δίκαιον».
1455Ἐξαιροῦνται λοιπὸν αἱ ἑταιρεῖαι ἀστικαὶ καὶ ἐμπο-
1456ρικαὶ καὶ περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου
145711 οἱ πολιτικοὶ συνεταιρισμοί, οἱ πολιτικοὶ σύλλογοι.
1458Ἀλλ’ ἔχομεν σήμερον τοὺς ἐπαγγελματικοὺς συλλόγους,
1459συνεταιρισμοὺς τοὺς ὁποίους ἀσφαλῶς ἡ Συνέλευσις τοῦ
14601864 δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει της. Οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοί,
1461οἱ ἐπαγγελματικοὶ σύλλογοι, δὲν ἔχουσι πολιτικοὺς σκο-
1462πούς, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ἀστικαὶ καὶ ἐμπορικαὶ ἑται-
1463ρεῖαι, ἀποβλέπουσι δὲ συνήθως εἰς προστασίαν τῶν συμφε-
1464ρόντων τοῦ συνόλου τῶν ἐπαγγελματιῶν τῆς τάξεώς των
1465καὶ ἀλληλοβοήθειαν. Καὶ ἀφοῦ δὲν εἶναι ἐμπορικαὶ ἢ ἀστι-
1466καὶ ἑταιρεῖαι, κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ὑποβάλλωνται εἰς
1467τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρ. 11 καὶ νὰ συνιστῶνται ἄνευ προ-
1468ηγουμένης ἀδείας.
1469Εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἐπεκράτησε νὰ ζητῶσιν ἐν εἴδει
1470ἀδείας τὴν ἔγκρισιν τοῦ Καταστατικοῦ αὐτῶν οἱ τοιοῦτοι
1471σύλλογοι παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἀρκεῖ ὅτι κατὰ τὸ Σύν-
1472ταγμα ἡ σύστασίς των δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κυβερνητι-
1473κῆς ἀδείας ἢ ἐγκρίσεως. Ἀλλὰ συνιστώμενοι ἄνευ κυβερ-
1474νητικῆς ἀδείας καὶ ἄνευ ἐγκρίσεως κυβερνητικῆς, ὡς ἔχουσι
1475τὸ δικαίωμα, θὰ ἔπρεπεν οἱ συνεταιρισμοὶ αὐτοὶ νὰ διέ-
1476πωνται ὑπό τινων διατάξεων νόμων, διατάξεων συντελου-
1477σῶν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουσιν
1478οἱ σύλλογοι. Ἀλλ’ ἐν τοῖς νόμοις δὲν ὑπάρχει διάταξις
1479καθορίζουσα τὰ τῶν συνεταιρισμῶν τούτων, τὰ τῶν συλ-
1480λόγων. Συνιστῶνται δυνάμει ἑνὸς Καταστατικοῦ, εἰς τὸ
1481ὁποῖον δύνανται νὰ ἀναγράφωσιν ὅ,τι θέλουσι καὶ δύναν-
1482ται ἐξ ὅσων ἀναγράφουσι νὰ ἐκτελῶσιν ὅσα θέλουσι. Καὶ
1483νὰ τὰ ἐκτελῶσι ποῖοι; Οἱ συνελθόντες καὶ ἀναγράψαντες
1484ταῦτα εἰς τὸ Καταστατικόν; Βεβαίως ὄχι. Ὡς γίνεται συνή-
1485θως, συνέρχονται οἱ σύλλογοι π. χ. τῶν ἀρτοποιῶν, τῶν
1486ὑποδηματοποιῶν κλπ. καὶ καταρτίζουσιν ἓν συμβούλιον
1487διοικητικόν, ψηφίζουσιν ἓν Καταστατικὸν καὶ παραδίδου-
1488σιν αὐτὸ εἰς τὸ συμβούλιον καὶ ἀπέρχονται. Τὸ συμβούλιον
1489εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δρᾷ διὰ τὸν σύλλογον, συνέρχεται δὲ
1490ἡ συνέλευσις κατὰ μακρὰς περιόδους, διὰ νὰ ἐγκρίνῃ ὅσα
1491ἔχει ἀποφασίσει τὸ συμβούλιον. Παρετηρήθη ἐσχάτως, ὅτι
1492οἱ ἡγηθέντες τῶν τοιούτων σωματείων παρεξέκλιναν τοῦ
1493προορισμοῦ των πρὸς βλάβην τῶν σωματείων. Παρετηρήθη,
1494ὅτι δὲν ἐτήρησαν τοὺς ὅρους τοὺς ἀναγεγραμμένους εἰς τὰ
1495Καταστατικὰ αὐτῶν, καὶ παρετηρήθη, ὅτι ἐπεχείρησαν ἐκ-
1496μετάλλευσιν τῶν τοιούτων συλλόγων διὰ σκοποὺς ποικίλους.
1497§132ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ πολιτικοὺς σκοπούς.
1498§133Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι μόνον πολιτικοὶ σκοποί, ἀλλὰ
1499καὶ οἰκονομικοί, διότι εἰσῆλθον εἰς αὐτὰ διαφόρων εἰδῶν
1500διαχειρισταὶ ἀνεξέλεγκτοι. Αὐτοὶ οἱ Κύριοι μάλιστα κα-
1501τορθώνουσι νὰ κάμωσι μίαν πλειονοψηφίαν πάντοτε καὶ
1502ἔχοντες αὐτὴν ἐν τῷ συμβουλίῳ καὶ ἐν τῇ συνελεύσει κά-
1503μνουσιν ὅ,τι θέλουσι πέρα τοῦ προορισμοῦ των. Ἐνόμισα,
1504ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναγραφῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι ἐπι-
1505τρέπουσα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ῥυθμίσῃ διὰ νό-
1506μου τὰ τῆς λειτουργίας τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν, διότι
1507ἐν τῇ διατάξει τῇ συνταγματικῇ, ὡς ἔχει εἰς τὸ Σύντα-
1508γμα τοῦ 1864, δὲν εὑρίσκεται ὅτι δίδεται τοιοῦτον δικαί-
1509ωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Αὐτὸ τὸ «τηροῦντες
1510τοὺς νόμους τοῦ Κράτους» ἡρμηνεύθη, ὅτι ἀναφέρεται εἰς
1511τοὺς νόμους τοὺς ποινικούς, εἰς τοὺς νόμους τῆς δημοσίας
1512τάξεως, ὅτι δηλ. δὲν δύνανται οἱ πολῖται νὰ συνέρχωνται
1513κατὰ παράβασιν τῶν τοιούτων νόμων.
1514§134Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ νόμων κανονιστικῶν τῶν συνε-
1515ταιρισμῶν.
1516§135Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ δοθῇ ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν
1517σεῖς δίδετε. Εἶμαι σύμφωνος μαζί σας καὶ ἐπιθυμῶ νὰ
1518ἀναγραφῇ μάλιστα ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν λέγετε, εἰς τὰ
1519Πρακτικά· ἐπειδὴ ὅμως ὑπεστηρίχθη τὸ ἐναντίον, ἐγὼ ἐπρό-
1520τεινα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐκ συμφώνου μετ’ ἄλλων συναδέλ-
1521φων, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ῥυθμίζεται ὑπὸ
1522τῶν νόμων τοῦ Κράτους, διὰ νὰ δώσω τὸ δικαίωμα εἰς τὴν
1523νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν συλλόγων, οἱ
1524ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσιν τῶν διαφόρων ἐπιτη-
1525δείων. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὑπεστήριξα ἐπὶ τοσοῦτον ἀτέ-
1526χνως τὴν πρότασίν μου, ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς ἀν-
1527τίθετον συμπέρασμα, ἀπορρίψασα τὴν πρότασίν μου καὶ
1528δεχθεῖσα ὅτι δὲν διαλύονται ἢ δυνάμει δικαστικῆς ἀπο-
1529φάσεως.
1530Ἀλλ’ εἶναι περίεργον ὅτι, ἐνῷ ὑπεστήριζον τὴν διὰ νό-
1531μου ῥύθμισιν τῶν συλλόγων, εὑρέθην εὐχαριστημένος ἐκ
1532τῆς ἀντιθέτου ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἐπείσθην
1533ὅτι, ἀφοῦ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξου-
1534σίαν νὰ κανονίσῃ διὰ νόμου τὸν τρόπον τῆς διαλύσεως τῶν
1535συλλόγων καὶ τὴν δικονομίαν, ἣν θὰ ἀκολουθήσωσι τὰ Δι-
1536καστήρια διὰ τὴν διάλυσιν αὐτῶν, κατ’ ἀνάγκην ἐν τῷ
1537νόμῳ θὰ ἀναγραφῶσι ῥυθμιστικαὶ διατάξεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας
1538θὰ τεθῶσιν οἱ σύλλογοι. Καὶ οὕτως ἔχω τὸ ζητούμενον.
1539§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι δὲν
1540δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι δικαίωμα τῆς Πολιτείας εἶ-
1541ναι διὰ νόμου νὰ κανονίζῃ τοὺς ὅρους τῆς συστάσεως καὶ
1542λειτουργίας τῶν διαφόρων συνεταιρισμῶν, ὑπὸ ἕνα μόνον
1543περιορισμόν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐξαρτηθῇ ἀπὸ προηγουμέ-
1544νην ἄδειαν αὐτῆς ἡ σύστασις αὐτῶν. Καθ’ ὅλα τὰ λοιπὰ
1545εἶναι πλήρης ἡ ἐξουσία τῆς Πολιτείας νὰ ὁρίσῃ τοὺς ὅρους
1546τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας τῶν συνεταιρισμῶν.
1547§137Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶμαι συμφωνότατος. Πρὸς τοῦτο δὲ θὰ
1548ζητήσω νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, διότι ὑπάρχουσιν
1549οἱ ἀντιφρονοῦντες. Ἕνεκα τούτου συνετάχθην καὶ ἐγὼ μὲ
1550τὴν γνώμην ὅτι πρέπει δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως νὰ
1551ἐπέρχηται ἡ διάλυσις ἕνεκα παραβάσεως διατάξεων οἱων-
1552δήποτε καὶ συνεπῶς καὶ τῶν ῥυθμιστικῶν νόμων, διότι
1553οὕτως ἐπιτυγχάνεται ἡ διὰ νόμου ῥύθμισις τῶν συλλόγων
1554καὶ ἀκόμη καὶ ἡ διάλυσις αὐτῶν διὰ παράβασιν τῶν νό-
1555μων. Καὶ τοῦτο, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι οὐδέποτε
1556μέχρι τοῦδε Κυβερνήσεις, ὅσον ἂν ἐπηγγέλλοντο ὅτι εἶχον
1557σταθερὰν τὴν χεῖρα, ἐτόλμησαν νὰ διαλύσωσι συλλόγους
1558καὶ ἀνακαλέσωσι τὸ Διάταγμα τῆς ἐγκρίσεως διὰ παρα-
1559βάσεις νόμων· ὑπάρχουσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτε-
1560ρικῶν ὑπογεγραμμένα Διατάγματα ἀνακαλοῦντα προηγου-
1561μένας ἐγκρίσεις, τὰ ὁποῖα δὲν ἐτόλμησαν νὰ δημοσιεύσωσι.
1562§138Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἴσως διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς
1563δημοσιεύσεώς των.
1564§139Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι. Ἡ Διοίκησις καὶ διὰ τοὺς παρα-
1565κολουθοῦντας καὶ πεπειραμένους περὶ τὰ τοιαῦτα εἶναι φα-
1566νερὸν ὅτι εὐλόγως δὲν ἐτόλμα νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάκλησιν,
1567διότι αἱ πράξεις αὐτῆς θὰ ἐξητάζοντο μὲ πνεῦμα πολιτι-
1568κὸν καὶ θὰ ἀπεδίδετο εἰς τὴν Διοίκησιν φατριασμός, ἦτο
1569δὲ δυνατὸν κατὰ τῆς πράξεως τῆς Διοικήσεως νὰ προκληθῇ
1570καὶ ἐξέγερσις, ὑφ’ ἣν νὰ καλύπτωνται καὶ ἄλλοι σκοποὶ
1571καὶ δάκτυλοι. Ἡ Διοίκησις ἔχει προορισμὸν νὰ μεριμνᾷ
1572καὶ περὶ τῆς δημοσίας τάξεως, ἀνάκλησις δὲ Διατάγματος
1573πολυμελοῦς σωματείου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ εἰς δια-
1574τάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως.
1575Ἐθεωρήθη ὅτι καὶ δι’ ἄλλον λόγον, ὄχι δι’ ἀτολμίαν τῆς
1576Διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἀποφυγὴν καταχρήσεων θὰ
1577ἔπρεπε νὰ μὴ δοθῇ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἰς τὴν
1578Διοίκησιν, ἀλλὰ νὰ δοθῇ εἰς τὰ Δικαστήρια, τὴν ἀπόφασιν
1579δὲ αὐτῶν νὰ ἐκτελῇ ἡ Διοίκησις.
1580Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ὅτι τὰ Δικαστήρια δὲν εἶναι
1581κατάλληλα, ὅτι οἱ δικασταὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου δὲν
1582εἶναι κατάλληλοι νὰ κρίνωσιν ἐπὶ τοιούτων περιστάσεων,
1583μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές. Οἱ δικασταὶ εἶναι οἱ
1584μόνοι ἁρμόδιοι νὰ κρίνωσιν ἂν παρεβιάσθησαν διατάξεις
1585τοῦ νόμου ἢ ὄχι, διότι τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς λέγει·
1586«Συνεταιρισμὸς δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεων
1587τῶν διατάξεων τοῦ νόμου εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφά-
1588σεως». Δυνάμεθα δὲ νὰ ὑποστηρίξωμεν ὅτι μόνον τὰ Δι-
1589καστήρια εἶναι κατάλληλα νὰ βεβαιώσωσι τὰς παραβάσεις
1590τοῦ νόμου. Ποία ἄλλη ἀρχὴ εἶναι εἰδικωτέρα ἀπὸ τὰ Δι-
1591καστήρια νὰ κρίνῃ περὶ τοιούτων παραβάσεων; Δὲν πρό-
1592κειται δὲ περὶ ἀναγραφῆς διατάξεων, τῶν ὁποίων ἡ κατα-
1593νόησις νὰ ἀπαιτῇ γνώσεις εἰδικάς, ἐμπειρίαν τινὰ κοινωνικήν,
1594τῆς ὁποίας ὁ τακτικὸς δικαστὴς δὲν δύναται νὰ μετέχῃ· ὁ
1595δικαστὴς ἔχει νὰ ἐξετάσῃ καὶ κρίνῃ ἂν παρεβιάσθη ὡρι-
1596σμένη τοῦ νόμου διάταξις. Ἁπλούστατον. Οὐδεὶς συνεπῶς
1597λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ εἰδικότητος τῶν δικαστῶν.
1598Ἐν ᾧ δὲ δὲν ἀπαιτεῖται εἰδικότης, πρέπει ἐξ ἄλλου νὰ
1599ἀνατεθῇ ἡ τοιαύτη κρίσις εἰς τὰ Δικαστήρια διὰ τὰς με-
1600γαλειτέρας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας μᾶς παρέχουσι ταῦτα, ὅτι
1601θὰ κρίνωσιν αὐστηρῶς, δικαίως, ἀμερολήπτως.
1602Ἀλλὰ μᾶς ἐκπλήσσει τὸ ἀόριστον τῆς διατάξεως τοῦ
1603Συντάγματος διὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θὰ χορηγήσῃ εἰς
1604τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ νομοθετήσῃ σχετικῶς μὲ τὸ
1605θέμα τοῦτο τὴν δικονομίαν.
1606Ἡ δικονομία αὕτη δὲν θὰ εἶναι οὔτε πολιτικὴ οὔτε
1607ποινική· θὰ εἶναι δικονομία διοικητική, ἀνάλογος πρὸς τὰς
1608δικονομίας, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι ἀνέγραψαν, ὅτε εὗρον ἐν
1609τῷ Συντάγματι τοιούτου εἴδους διατάξεις.
1610Οἱ δικασταὶ εἶναι ἰσόβιοι καὶ δὲν ἀπολύονται εἰμὴ δυ-
1611νάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δύναται νὰ
1612λεχθῇ ποίου εἴδους δικαστικὴ ἀπόφασις εἶναι ἐκείνη, ἡ
1613ὁποία θὰ ἐκδοθῇ, καὶ ποία ἡ δικονομία, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκο-
1614λουθήσῃ ὁ δικαστὴς πρὸς ἔκδοσιν ἀποφάσεως ἀπολύσεως.
1615Καὶ ἐπῆλθεν ὁ νόμος περὶ ἀποχωρήσεως ἰσοβίων δικαστῶν
1616καὶ ἀνέγραψεν ὅτι συνέρχεται τὸ Δικαστήριον τοῦ Ἀρείου
1617Πάγου καὶ ἐξετάζει τὰ πράγματα ὡς θέλει καὶ ἀποφαί-
1618νεται δι’ ἀποφάσεως ἂν ὁ δικαστὴς εἶναι ἀπολυτέος. Δύ-
1619ναται ὁ νόμος νὰ ἀναγράψῃ ὅτι συνέρχεται τὸ Συμβούλιον
1620τῶν Πλημμελειοδικῶν ἢ τῶν Ἐφετῶν καὶ ἐκτιμᾷ τὰ πρά-
1621γματα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς αὐτὸ εἴτε ὑπὸ τοῦ
1622εἰσαγγελέως εἴτε ὑπὸ ἄλλης Ἀρχῆς καὶ κρίνει ἂν ὑπάρχει
1623παράβασις διατάξεώς τινος ἢ ὄχι. Οὕτω θὰ ἔχωμεν δικα-
1624στικὴν ἀπόφασιν, καίτοι πλέον δὲν θὰ δύναται νὰ ἀποταθῇ
1625εἰς φατριασμὸν τῆς Διοικήσεως ἡ λῆψις τοιούτου ἢ τοιού-
1626του μέτρου, θὰ δύναται δὲ ἡ Διοίκησις μετὰ μείζονος θάρ-
1627ρους νὰ προβαίνῃ εἰς διάλυσιν. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ ζήτημα
1628τόσον φοβερόν, ὥστε νὰ καταργῇ τὸ ἱερὸν δικαίωμα τοῦ
1629συνεταιρίζεσθαι. Πρόκειται περὶ οἰκονομικῆς διαλύσεως,
1630ἵνα ἐξαναγκάσωμεν τὸν σύλλογον, ἐὰν θέλῃ, νὰ διατηρηθῇ,
1631νὰ συνέλθῃ ἐκ νέου καὶ ἐργασθῇ κατὰ τὸ Καταστατικόν.
1632Δὲν πρόκειται περὶ φυλακίσεως οὔτε περὶ παραβάσεως τοῦ
1633Ποινικοῦ Νόμου, συνεπαγομένης μεγάλας ποινάς. Διὰ τοῦ-
1634τον τὸν λόγον παρετηρήθη ἐσχάτως, καὶ ὑπ’ ἐμοῦ παρε-
1635τηρήθη μετ’ ἐλπίδων, ὅτι τὸ λαϊκὸν πνεῦμα ἐπεδίωξεν οὐχὶ
1636ἁπλῶς τὸν συνεταιρισμὸν διὰ τῆς ἐξυπηρετήσεως σκοπῶν
1637ἀφορώντων εἰς τὸ ἐπάγγελμά των μόνον, ἀλλὰ προέβη καὶ
1638περαιτέρω, καὶ ἀποδεικνύει τοῦτο τὴν πρόοδον τοῦ λαοῦ
1639ἐν τῇ πολιτικῇ μορφώσει, ἐπελήφθη τῆς ἐνασκήσεως καὶ
1640ἄλλων δικαιωμάτων, καὶ κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ποδηγετήσω-
1641μεν τὸν λαὸν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν τοιούτων δικαιωμά-
1642των, ἐὰν θέλωμεν νὰ παρεμποδίσωμεν τὴν ὑπὸ τῶν ἐπιτη-
1643δείων ἐκμετάλλευσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Ἀλλὰ, ἐὰν θέ-
1644λωμεν νὰ ἐνισχύσωμεν τὸν λαὸν εἰς τὴν πρόοδον καὶ νὰ
1645ἔχωμεν ἀληθῆ καὶ γνησίαν λαϊκὴν θέλησιν, ἐν τῷ συνεδρίῳ
1646τούτῳ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ποδηγετήσωμεν αὐτὸν καὶ
1647νὰ διωργανώσωμεν τὰς ἑνώσεις κατὰ τοιοῦτον τρόπον,
1648ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀσφαλῆ, γνησίαν καὶ πρὸ παντὸς ἀνεκμε-
1649τάλλευτον λαϊκὴν θέλησιν.
1650§140ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνέ-
1651μενον νὰ ἀκούσω, κύριοι συνάδελφοι, ἦτο ὁ χαρακτηρισμὸς
1652τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος ὡς ἀνε-
1653λευθέρας.
1654§141Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶπεν αὐτό;
1655§142ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπεστηρίχθη ἀπὸ τοῦ βή-
1656ματος. Προκειμένου νὰ κρίνῃ περὶ τῆς διατηρήσεως ἑνὸς
1657σωματείου ἢ διοικητικὴ ἢ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δὲν ὑπάρ-
1658χει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἐκείνη ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία παρέ-
1659χει τὰ περισσότερα ἐχέγγυα ὅτι θέλει κρίνει χωρὶς βλέψεις
1660πολιτικάς, χωρὶς ἐξωτερικὸν ἐπηρεασμὸν οἱονδήποτε, εἶναι
1661ἡ δικαστικὴ ἀρχή. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἐξέλιξις τῆς ἀναμίξεως
1662τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς εἰς τὰ τῶν σωματείων εἶναι ἀπόδει-
1663ξις τούτου.
1664Τὸ σύστημα τῶν κανονιστικῶν ὅρων τῶν σωματείων, τὸ
1665ὁποῖον εἶναι προϋπόθεσις τῆς ἀναμίξεως τῆς δικαστικῆς
1666ἀρχῆς εἰς τὰ τῶν σωματείων, ἅτινα ὑπηνίχθη ὁ ἐξ Ἀρκα-
1667δίας συνάδελφος κ. Βοζίκης, εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον
1668ἀντικατέστησε τὸ σύστημα τῆς ἐγκρίσεως τῆς ἀρχῆς, καὶ
1669τὰ ἀντικατέστησε διὰ δύο λόγους.
1670Πρῶτον διότι παρετηρήθη ὅτι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν
1671κρίνει πάντοτε ἀμερολήπτως προκειμένου περὶ τῶν σωμα-
1672τείων, περὶ τῆς διατηρήσεως καὶ συστάσεως αὐτῶν, πρὸς
1673τούτοις δὲ καὶ κυρίως, διότι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ δὲν εἶναι
1674ἐπαρκής, ὅπως προστατεύῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων,
1675τῶν μετεχόντων διαφόρων συνεταιρισμῶν. Ἐλευθερία δὲ
1676τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν σημαίνει μόνον ἀπόλυτον ἐλευθε-
1677ρίαν τοῦ προσέρχεσθαι εἰς συνεταιρισμούς, ἀλλὰ καὶ προ-
1678στασίαν τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα μετέχουσι συνεταιρισμοῦ
1679τινος, ἥτις προστασία δὲν παρέχεται μόνον διὰ τοῦ δι-
1680καιώματος τῆς προσφυγῆς εἰς τὰ Δικαστήρια πρὸς διάλυ-
1681σιν σωματείου τινός, ἀλλὰ καὶ διὰ διαφόρων ἄλλων κανο-
1682νισμῶν περιφρουρούντων τὰ δικαιώματα τῶν ἀτόμων τῶν
1683μετεχόντων τῶν συνεταιρισμῶν π. χ. τὸ δικαίωμα τοῦ
1684συμμετέχειν τῶν γενικῶν συνελεύσεων καθ’ ὡρισμένους
1685τύπους, τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ τηρεῖν ἰσολογισμούς, ἡ πα-
1686ράβασις τῶν ὁποίων συνεπάγεται ὡρισμένας ὑποχρεώσεις
1687καὶ τὴν διάλυσιν ἀκόμη τοῦ σωματείου. Εἶναι δὲ εὐνόητον,
1688διότι ὁ κ. Βοζίκης, ὅστις ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς προστα-
1689σίας τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἀτομικῶν συμφερόντων, προσε-
1690χώρησεν εἰς τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία τῷ
1691ἐφάνη μὲν κατ’ ἀρχὰς ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν του,
1692ἀλλ’ ἡ ὁποία ἀκριβῶς, ὡς καὶ ὁ ἴδιος ἐπείσθη, εἶναι ἡ
1693μόνη κατάλληλος, ὅπως προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα, τὰ
1694ὁποῖα καὶ αὐτὸς ἐπεθύμει νὰ προστατευθῶσιν.
1695Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησεν ὅτι καὶ
1696εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅπως τροποποιεῖται σή-
1697μερον, δὲν πρέπει νὰ ὑπάγωνται αἱ οἰκονομικαὶ ἑνώσεις.
1698Κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ἡ προστασία, ἡ ὁποία πε-
1699ριλαμβάνεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν
1700ὁποίαν συζητοῦμεν, ἔχει κυρίως σημασίαν διὰ τὰς οἰκονο-
1701μικὰς ἑνώσεις καὶ ὄχι διὰ τὰς πολιτικὰς ἑνώσεις, διότι
1702ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἑνώσεων σπανίως θὰ παρουσιασθῇ περί-
1703στασις νὰ προσφύγῃ μέλος τι εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν,
1704ὅπως διαλυθῇ ἡ πολιτικὴ ἕνωσις ἢ ὅπως κριθῶσιν ὡρισμέ-
1705ναι διατυπώσεις τῆς λειτουργίας αὐτῆς, ἐνῷ κυρίως ἐπὶ τῶν
1706οἰκονομικῶν ἑνώσεων, εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνονται αἱ
1707ἐπαγγελματικαὶ ἑνώσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἀνέπτυξε τὰ
1708δέοντα ὁ κ. Διομήδης, παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη τῆς πρα-
1709στασίας τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, διότι ἐπὶ τῶν ἑνώσεων τού-
1710των παρετηρήθη καὶ ἀλλαχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν ὅτι ἡ ἀνάμιξις
1711τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ὅπου ἔχει καθορισθῆ δυνάμει εἰδι-
1712κῶν διατάξεων, εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκής, ὅπως προστατεύῃ
1713τὰ συμφέροντα τῶν διαφόρων μελῶν τῶν ἑνώσεων, ἰδίως
1714τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν. Βεβαίως ἡ ἀναγραφὴ συνταγμα-
1715τικῆς διατάξεως, ὅπως κανονισθῶσι καὶ τὰ τῶν ἀνωνύμων
1716Ἑταιρειῶν καθ’ ὅμοιον τρόπον ὅπως καὶ τῶν πολιτικῶν
1717συλλόγων, δὲν εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν
1718ἑνώσεων δὲν δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξου-
1719σίαν πολιτικὸν συμφέρον ἢ ὡρισμέναι πολιτικαὶ ἰδέαι, ὅπως
1720δι’ ὡρισμένων μεταρρυθμίσεων ἐπιβάλῃ καὶ εἰς τὰς ἀνω-
1721νύμους Ἑταιρείας καὶ ἐν γένει εἰς ὅλους τοὺς οἰκονομικοὺς
1722συνεταιρισμοὺς τὴν τήρησιν ὡρισμένου συστήματος κανο-
1723νιστικῶν ὅρων, ὅπως καὶ εἰς τοὺς πολιτικοὺς συλλόγους, ἀλλ’
1724ἐν τούτοις νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν
1725ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 11, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτρο-
1726πῆς, ὅλαι αἱ οἰκονομικαὶ ἑνώσεις, διότι, ἐπαναλαμβάνω,
1727ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἑνώσεων παρίσταται ἡ ἀνάγκη τῆς
1728ἀναμίξεως τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ ἰδίως ἡ ἀνάγκη τῆς
1729εἰσαγωγῆς συστήματος κανονιστικῶν ὅρων, κατ’ ἀντίθεσιν
1730τοῦ ἄλλου συστήματος τῆς ἐγκρίσεως τῆς διοικητικῆς ἀρ-
1731χῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπηρχαιωμένον καὶ ἀπεδείχθη ἀνε-
1732παρκὲς νὰ προστατεύσῃ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τῶν
1733ἀτόμων.
1734§143Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς φαντάζεσθε ἐπερχομένην
1735τὴν διάλυσιν τοῦ πολιτικοῦ συλλόγου διὰ τῆς δικαστικῆς
1736ἀρχῆς;
1737§144Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶπον ὅτι σπανίως θὰ παρου-
1738σιασθῇ τοιαύτη περίστασις. Σεῖς, φαίνεται, εἶσθε ἀντίθετος
1739τῆς διατάξεως.
1740§145Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπαλεί-
1741ψεως.
1742§146Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπίσης δὲν περιέμενον νὰ θεω-
1743ρηθῇ ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἄκρως φιλελευθέρα, ὅτι
1744νὰ δύναται νὰ δημιουργήσῃ κινδύνους εἰς τὴν Πολιτείαν,
1745διότι προκειμένου περὶ συστάσεων, περὶ συνωμοσιῶν καὶ
1746τῶν τοιούτων, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος,
1747δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη διαλύσεως τοῦ σωματείου,
1748ὅπως ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα
1749καὶ προφυλάξῃ τὴν Πολιτείαν ἀπὸ ἐνδεχομένων κινδύνων.
1750Δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐπὶ ὡρισμένων γεγονότων νὰ προβαίνῃ
1751ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ εἰς τὴν διάλυσιν συλλόγων, ὅταν ὅμως
1752ὑπάρχωσιν ὡρισμένα γεγονότα, τότε δύναται νὰ ἐπέμβῃ ἡ
1753καταδιωκτικὴ ἀρχὴ καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν
1754ἐνόχων μελῶν τῶν συλλόγων. Ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ διά-
1755λυσις τοῦ σωματείου καθ’ ἑαυτὴν καὶ μόνην δὲν προφυλάσ-
1756σει τὴν Πολιτείαν ἀπὸ κινδύνου σωματείων τοιοῦτον σκοπὸν
1757ἐχόντων.
1758Ἀκριβῶς ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὅτι οὐδέποτε ἡ ἀπαγό-
1759ρευσις ἠμπόδισε τὴν σύστασιν τοιούτων συλλόγων. Λάβετε
1760ὑπ’ ὄψιν τὴν Γαλλικὴν ἐπανάστασιν, καθ’ ἣν πολλάκις ἀπη-
1761γορεύθησαν ὡρισμέναι κατηγορίαι συλλόγων, οἱ ὁποῖοι μο-
1762λαταῦτα ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ ἔδρασαν περισσότε-
1763ρον. Δὲν εἶναι ἡ ἀπαγόρευσις τῆς συστάσεως ὡρισμένων σω-
1764ματείων, ἡ ὁποία προφυλάσσει τὴν Πολιτείαν, ἀλλ’ ἡ κα-
1765ταδίωξις ἐπὶ ὡρισμέναις παραβάσεσι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι
1766ἡ διάταξις ἔχει μείζονα σημασίαν διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς
1767συνεταιρισμούς, εἰς τοὺς ὁποίους περιλαμβάνονται καὶ αἱ
1768ἐπαγγελματικαὶ ἑνώσεις.
1769§147Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ τοὺς κειμένους νόμους δὲν
1770ἔχετε τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις;
1771§148Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς συνεται-
1772ρισμοὺς ὄχι· δὲν δύναται τὸ μέλος τοῦ σωματείου νὰ κάμῃ
1773ἀγωγήν, ὅπως π.χ. ἀκυρωθῇ ἀπόφασις τῆς γενικῆς συνελεύ-
1774σεως παρατύπως ληφθεῖσα.
1775§149Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ διαλύσεως πρόκειται.
1776Δὲν φρονεῖτε ὅτι περιττεύει ἡ ἀναγραφὴ διατάξεως ἐν τῷ
1777Συντάγματι προκειμένου περὶ ζητημάτων ἀστικῆς φύσεως;
1778§150ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὅπως ὁ κ. Βοζίκης σᾶς εἶ-
1779πεν, ἡ ἐφαρμογὴ τοιαύτης διατάξεως ἔχει προϋπόθεσιν σει-
1780ρὰν νόμων, οἱ ὁποῖοι λεπτομερῶς θέλουσιν ἀναγράφει τὰ
1781ἀναγόμενα εἰς τὴν διοίκησιν τῶν διαφόρων σωματείων.
1782Ὥστε ἡ συζητουμένη διάταξις ἀποτελεῖ τὸ προανάκρουσμα
1783οὕτως εἰπεῖν μιᾶς νομοθετικῆς μεταρρυθμίσεως, καὶ ὡς
1784τοιαύτην τὴν θεωρῶ σκόπιμον.
1785§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ ὀργανικῶν νόμων οὐ-
1786δὲν γίνεται.
1787§152Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ καταλήγετε;
1788§153Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Καταλήγω, ἵνα διὰ ῥητῆς
1789δηλώσεως περιληφθῶσιν ὅλοι οἱ οἰκονομικοὶ συνεταιρισμοί.
1790§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινός.
1791§155Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰς ἀμοι-
1792βαίως δοθείσας ἐξηγήσεις μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
1793βερνήσεως, τοῦ ἡγουμένου τῆς πλειονοψηφίας τοῦ συνεδρίου
1794τούτου, καὶ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς βεβαίως θὰ παρεῖλκε
1795πᾶς περαιτέρω λόγος διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν καὶ τοποθέτη-
1796σιν τοὐλάχιστον τῶν ζητημάτων· ἔχω ὅμως τὴν ἰδέαν ὅτι
1797ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγονται μερικὰ πρά-
1798γματα, τὰ ὁποῖα καταχωρίζονται εἰς τὰ Πρακτικά, δὲν
1799ὀφείλομεν οἱ ἔχοντες ἀντιθέτους γνώμας σιγῇ νὰ παρερχώ-
1800μεθα τὰ λεχθέντα. Τοῦτο λέγω ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ἀγό-
1801ρευσιν ἐντίμου συναδέλφου, ὅστις εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος
1802τούτου ὅτι πρέπει ἡ διάταξις τοῦ βʹ ἐδαφίου ὡς λίαν φιλε-
1803λευθέρα νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι τὸ συμφέρον τῆς ὁλότητος
1804ὀφείλει νὰ προηγῆται καὶ πρέπει νὰ κύψῃ τὸ συμφέρον τῆς
1805ἐλευθερίας τῶν σωματείων εἰς τὸ συμφέρον τῆς ὁλότητος.
1806§156Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Νομίζω ὅτι μία διάταξις εἶναι περισ-
1807σότερον φιλελευθέρα...
1808§157Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς ἤκουσα, κύριε Φωτήλα· ἀκού-
1809σατε τώρα καὶ σεῖς ἐμέ, χωρὶς νὰ διακόπτητε.
1810Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ἐσφαλμένη, καὶ εἶναι περίεργον ὅτι
1811εἰς τὰ 1911 εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν
1812γνωστὰς καὶ τετριμμένας ἀληθείας. Ἀκριβῶς τὸ συμφέρον
1813τῆς ὁλότητος δικαιολογεῖ τὴν ἄκραν φιλελευθερίαν εἰς τοὺς
1814συλλόγους, διότι, ὡς παρατηροῦσιν οἱ ἱστορικοὶ καὶ οἱ φιλόσο-
1815φοι, ὅπως π.χ. ὁ Tocqueville dans les pays où les associa-
1816tions sont libres, les sociétés secrètes sont inconnus»
1817εἰς τὰ Κράτη δηλαδή, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐλεύθεροι οἱ συν-
1818εταιρισμοί, οἱ μυστικοὶ συνεταιρισμοὶ εἶναι ἄγνωστοι, οἱ μυ-
1819στικοὶ δὲ συνεταιρισμοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσβάλ-
1820λουσι τὰς Πολιτείας, ὄχι οἱ φανεροὶ οἱ ἔχοντες τὴν ἐλευθε-
1821ρίαν τῆς δράσεως. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω, διὰ νὰ μὴ παρέλθῃ
1822ἀπαρατήρητον τὸ λεχθέν.
1823§158ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ὑπάρχωσι φανεροὶ σύλλογοι
1824ἔχοντες κρύφια διανοήματα;
1825§159Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τῶν διανοημάτων οὐκ ἔστι ποινή·
1826ἂς ἔλθωσι νὰ δράσωσι καὶ τότε θὰ κριθῶσι καὶ θὰ τιμω-
1827ρηθῶσι κατὰ τὰς πράξεις αὐτῶν.
1828Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προτεινομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τρο-
1829ποποίησιν, αὕτη ἐθεωρήθη σκόπιμος διὰ δύο λόγους· εἰσά-
1830γεται μία ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ δύο σκοπούς, ἕνα
1831σκοπὸν πολιτικὸν καὶ ἕνα σκοπὸν κοινωνικόν. Καὶ τοῦ σκο-
1832ποῦ μὲν τοῦ πολιτικοῦ, τὴν προστασίαν δηλαδὴ τῶν συνε-
1833ταιρισμῶν ἀπὸ τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τῶν ὀργάνων τῆς
1834διοικήσεως, ὅπως διαλύωσιν αὐτόν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑπο-
1835θέσῃ ὅτι δὲν κατέστη συνειδητὴ ἡ ἀνάγκη, καθότι δὲν ἐπι-
1836στοποιήθη ἕως σήμερον κατάχρησις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξου-
1837σίας πρὸς διάλυσιν συνεταιρισμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀπίθα-
1838νον ἢ μᾶλλον δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις ὅτι δυ-
1839νατόν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἡ προτεινομένη συνταγματικὴ διά-
1840ταξις, νὰ εὑρεθῶσιν ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν
1841τῷ μέλλοντι, τὰ ὁποῖα νὰ διαλύσωσιν αὐθαιρέτως συλλόγους.
1842§160ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποτέ.
1843§161Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ κοινοβουλευτικόν μας πολί-
1844τευμα μᾶς προστατεύει κατὰ τῶν τοιούτων αὐθαιρεσιῶν·
1845εἶναι ἀναντίρρητον. Ἀλλ’ ἀδύνατον δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα.
1846Ἀλλ’ ἐξυπηρετεῖ ἡ διάταξις αὐτὴ καὶ ἕνα κοινωνικὸν
1847σκοπόν, ἐννοεῖ δηλ. νὰ προστατεύσῃ τὴν μειονοψηφίαν τῶν
1848μελῶν τοῦ συνεταιρισμοῦ κατὰ τῆς καταδυναστεύσεως ἐκ
1849μέρους τῆς πλειονοψηφίας τῶν μελῶν τοῦ συνεταιρισμοῦ,
1850τοῦτο δὲ παρετηρήθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν, ὅτι πολλάκις
1851καὶ Καταστατικὰ κατεστρατηγήθησαν καὶ γνῶμαι τῶν
1852μελῶν τῶν σωματείων δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν καὶ δὲν
1853ὑπῆρχε κανὲν μέσον, ὅπως ἐπανέλθωσι τὰ σωματεῖα εἰς τὴν
1854τροχιὰν τὴν διαγραφομένην ὑπὸ τῶν Καταστατικῶν των.
1855Ὁ ἐκ Λαρίσης ἔντιμος συνάδελφος εἶπε: καὶ δὲν ἔχομεν
1856τὴν ἀγωγήν, κατὰ τὸ σήμερον ἰσχῦον δίκαιον, τῶν μελῶν,
1857τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐναγάγωσι καὶ ἐπὶ διαλύσει τοῦ
1858σωματείου; Βεβαίως ἔχουσι τὰ μέλη τοῦ σωματείου ἀγω-
1859γὴν καὶ δύνανται νὰ ἐναγάγωσι τὸ σωματεῖον, ἀλλ’ ὑπὸ
1860τὰς προϋποθέσεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου καὶ τῆς ἀστικῆς Δι-
1861κονομίας, ἐδῶ δὲ δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὰ ἀστικὰ δικαιώ-
1862ματα τῶν μελῶν, ἀλλ’ εἰς τὰ δικαιώματα δημοσίου δι-
1863καίου, τὰ ὁποῖα μένουσιν ἀπροστάτευτα σήμερον. Περὶ τῶν
1864δικαιωμάτων τούτων ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἕνα κλασσικὸν συγ-
1865γραφέα τοῦ δικαίου τοῦ συνεταιρισμοῦ, τὸν μέγαν Gierke,
1866τὸν ὁποῖον ἔλαβον ἀπὸ τὴν Βιβλιοθήκην. Ἀκριβῶς τοῦτο
1867λέγει ὁ Gierke, ὅτι τὰ δίκαια ταῦτα δὲν διεκδικοῦνται
1868διὰ τῆς τακτικῆς διαδικασίας, οὔτε ὑπάρχει ἀγωγὴ πρὸς
1869προστασίαν αὐτῶν, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς διαδικασίας τοῦ
1870ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ προστατεύονται.
1871Ἡ εἰσαγωγὴ διαδικασίας τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικη-
1872τικοῦ, ἀφοῦ ἡ προστασία διὰ τῆς ἐνασκήσεως τῆς διακρι-
1873τικῆς ἐξουσίας τῶν ἐκτελεστικῶν ὀργάνων ἐν Ἑλλάδι δεί-
1874κνυται ἐλλιπής, θὰ ἠδύνατο δὲ ἐνδεχομένως νὰ καταστῇ
1875καὶ ἐπικίνδυνος, εἶναι βεβαίως ἐγγύησις διὰ τὰ μέλη τῶν
1876σωματείων, τὰ ὁποῖα καταδυναστεύονται ὑπὸ μιᾶς πλειο-
1877νοψηφίας ἢ τῶν ἀρχηγῶν τῶν σωματείων ἢ βλέπουσι τὰς
1878διατάξεις τοῦ Καταστατικοῦ παραβιαζομένας καὶ δὲν ἔχουσι
1879μέσον προσφυγῆς, διὰ νὰ διατηρηθῇ τὸ Καταστατικόν.
1880§162Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἂν ἐπιτρέπητε τὸ ἑξῆς.
1881§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπει διακοπάς.
1882§164Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς ἐπιτρέπω, διότι καὶ εἰς ἐμὲ
1883ἐπετρέψατε.
1884§165Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κατὰ τί ἐξασφαλίζεται ἡ προστασία
1885τῶν δημοσίων δικαίων τῶν μελῶν τῶν σωματείων διὰ τῆς
1886διατάξεως τῆς ἐπιτρεπούσης τὴν διάλυσιν τῶν σωματείων
1887ὑπὸ Δικαστηρίων διοικητικῶν κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπι-
1888τροπείας;
1889§166Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διότι ἡ διάταξις αὕτη, κύριοι
1890συνάδελφοι, ὑποδεικνύει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅτι
1891ὀφείλει νὰ θέσῃ νόμον, ὁ ὁποῖος θὰ περιέχῃ κανονιστικὰς
1892διατάξεις ῥυθμιζούσας καὶ τὴν σύστασιν καὶ τὴν λειτουρ-
1893γίαν τῶν σωματείων, ἡ παράβασις δὲ τῶν διατάξεων τού-
1894των θὰ δίδῃ δικαίωμα εἰς τὸ μέλος, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ
1895ὁποίου παρεβιάσθη ὁ νόμος, νὰ προσφεύγῃ εἰς τὴν δικαστι-
1896κὴν ἐξουσίαν καὶ ζητῇ κατὰ πρῶτον λόγον τὴν ἐφαρμογὴν
1897τοῦ νόμου καὶ εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων
1898θὰ προΐδῃ ὁ νόμος, τὴν διάλυσιν τοῦ σωματείου, διάλυσιν
1899δικαστικήν, ὄχι διοικητικήν, δυναμένην νὰ ἐπηρεασθῇ ἐκ
1900κομματικῶν ἢ ἄλλων λόγων.
1901§167Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ἄνευ αὐτῆς τῆς ὑπο-
1902δείξεως, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, ἠδύνατο ἀξιόλογα ἡ νομοθε-
1903τικὴ ἐξουσία νὰ ῥυθμίσῃ τὸν τρόπον.
1904§168Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν τὸ ἔκαμεν ἕως τώρα. Ἐν τῷ
1905δευτέρῳ ἐδαφίῳ, τῷ προστεθέντι εἰς τὸ ἄρθρ. 11, περιελά-
1906βομεν πάντας τοὺς συνεταιρισμούς, καὶ κατ’ ἐμὴν γνώμην
1907βεβαίως τὸ ἐδάφιον τοῦτο πάντας τοὺς συνεταιρισμοὺς πε-
1908ριλαμβάνει.
1909Ὁ ἐκ Λαρίσης ἔντιμος συνάδελφος εἶχε καὶ ἑτέραν
1910παρατήρησιν. Λέγει ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἄσκοπος,
1911διότι διὰ τῆς διαλύσεως τοῦ συνεταιρισμοῦ δὲν ἐμποδίζο-
1912μεν τὴν ἀνασύστασιν αὐτοῦ. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος συγχέει
1913τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι πρὸς τὸν ὑπάρχοντα συνε-
1914ταιρισμόν. Ἡ διάταξις ἔχει ταύτην τὴν σκοπιμότητα·
1915διαλυομένου τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ ὑπὸ τὸ ὑπάρχον δίκαιον
1916αἴρεται ἡ νομική του προσωπικότης, ἡ ὁποία εἶναι καὶ
1917περιουσιακή, ἀλλὰ καὶ δημοσίας φύσεως. Ἡ κατάργησις
1918λοιπὸν τῆς νομικῆς προσωπικότητος τοῦ συνεταιρισμοῦ τί-
1919θεται ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἡ ὑπὸ
1920τοιαύτην δ’ ἐγγύησιν ἐνεργουμένη κατάργησις τῆς νομικῆς
1921προσωπικότητος ἔχει σημασίαν, ἀνεξαρτήτως τοῦ δικαιώ-
1922ματος τῶν μελῶν τοῦ διαλυθέντος νομικοῦ προσώπου, ὅπως
1923ἐκ νέου συνεταιρισθῶσιν. Ἐν γένει δὲν πρέπει νὰ λησμο-
1924νήσωμεν ὅτι, ὅταν τὸ ἄρθρον 11 εἰς τὸ 1ον ἐδάφιον ἐξα-
1925σφαλίζῃ εἰς τοὺς Ἕλληνας τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζε-
1926σθαι, βεβαίως δὲν ἐξασφαλίζει εἰς αὐτοὺς καὶ τὸ δικαίωμα
1927τοῦ συνιστᾷν νομικὸν πρόσωπον ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς ἀρχῆς.
1928Τὸ ζήτημα ἐγεννήθη καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ οὕτως ἡρμηνεύθη
1929τὸ ἄρθρον ἐν Βελγίῳ. Τὸ νομικὸν πρόσωπον δύναται ἡ Πο-
1930λιτεία, ἐν τῷ συμφέροντι καὶ ἑαυτῆς καὶ τῆς κοινωνίας,
1931νὰ τὸ ἐξαρτήσῃ ἐξ ὅρων καὶ προϋποθέσεων, καλλίτεροι δὲ
1932ὅροι καὶ προϋποθέσεις δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ἔγκρισις καὶ
1933ἡ ἄδεια τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ ἡ νομοθετικὴ ῥύθμισις. Δύναται
1934προσέτι ἡ Πολιτεία καὶ νὰ διαλύσῃ τὸ νομικὸν πρόσωπον
1935μετὰ συνεπειῶν. Ἐὰν διαλυθῇ ὁ συνεταιρισμὸς κατ’ ἀκο-
1936λουθίαν τοῦ εἰσαγομένου δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου, βε-
1937βαίως θὰ δύνανται νὰ συνέλθωσιν ἐκ τῶν μελῶν του ὅσα
1938θέλουσιν ἐκ νέου, ἀλλὰ νομικὴν προσωπικότητα δὲν θὰ ἔχῃ ὁ
1939διαλυθεὶς σύλλογος, ἡ δὲ περιουσία του κατὰ τοὺς κανόνας
1940τῆς διαδοχῆς τῶν θνησκόντων νομικῶν προσώπων θὰ πε-
1941ριέρχηται ὅπου ὁ νόμος ὁρίζει. Βεβαίως ἡ διάταξις δὲν
1942φαίνεται τόσον φιλελευθέρα, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ δηλώσωμεν
1943τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ ἐργατικὸν κόμμα,
1944ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴμεθα γνωστοὶ καὶ διὰ τὴν ἰδιαιτέραν
1945ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν συμπάθειάν μας εἰς τοὺς ἀγῶνάς μας
1946ὑπὲρ τῆς ἐργατικῆς κινήσεως, πονοῦμεν περισσότερον παν-
1947τὸς ἄλλου διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐγκατάλειψιν τῆς κι-
1948νήσεως ταύτης, τῆς κατ’ ἀνάγκην συλλογικῆς, ἀνοργανώ-
1949του. Ἡμεῖς περισσότερον παντὸς ἄλλου πονοῦμεν διὰ τὴν
1950ἔλλειψιν νομοθετικῆς ὀργανώσεως τῶν ἐργατικῶν συλλόγων·
1951καὶ θέλομεν τὴν ἐργατικὴν κίνησιν νὰ προβῇ ὄχι ἐν ἀναρ-
1952χίᾳ, ἀλλὰ ὠργανωμένη καὶ νομοθετικῶς συγκεκρατημένη.
1953§169Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἤθελον νὰ μάθω τὸ ἑξῆς, ἀφοῦ εἰς
1954τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι νὰ αἴρῃ
1955τὴν ἔγκρισιν, ἡ ἄρσις τῆς ἐγκρίσεως δὲν ἀποτελεῖ διάλυ-
1956σιν τοῦ συνεταιρισμοῦ; Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν,
1957ὅπως ἡ αὐτὴ ἀρχή, ἡ ὁποία θὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἐγκρίσεως,
1958νὰ κανονίζῃ καὶ τὰ τῆς διαλύσεως.
1959§170Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διατί σᾶς φαίνεται παράδοξον τὸ
1960πρᾶγμα; Μήπως ὁ Βασιλεὺς δὲν διορίζει τὸν δικαστήν,
1961ἀλλ’ οὗτος ἅπαξ διορισθεὶς παύεται διὰ δικαστικῆς ἀπο-
1962φάσεως; Καὶ διατί ὁμιλεῖτε περὶ ἀδείας; Παρ’ ἡμῖν μό-
1963νον διὰ τὰς ἀνωνύμους ἐμπορικὰς ἑταιρείας ἀπαιτεῖται
1964ἄδεια, διότι ἀκολουθεῖ ὁ Ἐμπορικὸς νόμος σύστημα τὸ
1965ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς οὐδεμίαν ἄλλην νομοθεσίαν. Καὶ ἐλ-
1966πίζω ὅτι, ἂν ἀναθεωρηθῇ ὁ Ἐμπορικός μας νόμος, θέλουσι
1967κανονισθῆ ὑπὸ τοῦ νόμου οἱ ὅροι τῆς συστάσεως τῶν ἀνω-
1968νύμων ἑταιρειῶν, ὥστε οὔτε δι’ αὐτὰς νὰ μὴ ἀπαιτῆται
1969ἔγκρισις.
1970§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
1971§172ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, διὰ νὰ ἐπα-
1972νέλθωμεν.
1973§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πόσοι εἶναι ἀκόμη
1974ἐγγεγραμμένοι;
1975§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕξ.
1976§175ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς διακόψωμεν διὰ τὰς 10.
1977§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπα-
1978ναληφθῇ τὴν 10ην μ. μ.
1979Μετὰ τὴν διακοπήν.
1980§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
1981Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
1982§178ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφοῦ τέλος πάντων, κύ-
1983ριοι συνάδελφοι, εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ
1984συνεδρίασις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἐπιβεβλημένον εἶναι καὶ
1985εἰς ἐμὲ νὰ ἐκθέσω τὰς σκέψεις μου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11. Τὸ
1986θέμα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι σοβαρόν, εἶναι πολυσχι-
1987δές, εἶναι ὑφῆς λεπτοτάτης. Εἶναι ἀνάγκη τὴν διάταξιν
1988τοῦ ἄρθρου 11 νὰ τὴν ἐξετάσωμεν καὶ ἱστορικῶς ἐν τῇ
1989ἐσωτερικῇ αὐτῆς ἐννοίᾳ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σκοπιμό-
1990τητος αὐτῆς. Πρὸ τούτου ἔχω ἀνάγκην, κύριοι συνάδελφοι,
1991νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως μοῦ ἀκούσητε μετὰ πάσης ἐπι-
1992εικείας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης ὑπομονῆς, τοὐλάχιστον μέ-
1993χρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον,
1994ὅπως ἐπιτρέψῃ εἰς πάντα ἐξ ὑμῶν διακοπήν. Ἀλλὰ πρὸ
1995τούτου παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε τὴν συνέχειαν τοῦ λόγου
1996ἄνευ διακοπῆς.
1997Τὸ ἄρθρον 11 κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἔχει ὡς
1998ἑξῆς: «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρί-
1999ζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως
2000οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς
2001προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν».
2002Τρεῖς εἶναι αἱ ἔννοιαι αἱ περιλαμβανόμεναι εἰς τὸ ἄρ-
2003θρον τοῦτο· πρῶτον ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρισμοῦ, δεύτερον
2004ἡ ἔννοια, ὅτι δέον νὰ τηρῶνται οἱ νόμοι, τρίτον ἡ ἔννοια ὅτι
2005τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ὑπάγεται εἰς προηγουμένην τῆς Κυ-
2006βερνήσεως ἄδειαν. Ἀνάγκη εἶναι νὰ ἐξετάσωμεν μίαν πρὸς
2007μίαν τὰς τρεῖς ταύτας ἐννοίας. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ συν-
2008εταιρισμοῦ πρῶτον ἐν γένει καὶ δεύτερον ἐν τῷ ἄρθρῳ 11;
2009Ἐν γένει ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρισμοῦ εἶναι ἐν τῇ ἑνώσει
2010πλειόνων πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἑνὸς σκοποῦ. Αἱ ἑνώσεις αὗται
2011τῶν πλειόνων προσώπων τῶν ἐπιδιωκόντων ἕνα σκοπὸν κυ-
2012ριώτατα πάλιν διαιροῦνται εἰς δύο, εἰς τὰς ἑνώσεις ἐκείνας,
2013αἵτινες δὲν ὑπάρχουσιν ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων, καὶ
2014εἰς τὰς ἑνώσεις ἐκείνας, αἵτινες νοοῦνται ἐν τῇ ἑνώσει ὡς
2015ἀνεξάρτητοι τῶν προσώπων. Ἔχετε μίαν ἐμπορικὴν ἑται-
2016ρείαν ὁμόρρυθμον, ὅπως λέγει τὸ Ἐμπορικὸν δίκαιον. Ἡ
2017ἑταιρεία ἐκείνη δὲν νοεῖται ἀνεξάρτητος πρὸς τὰ πρόσωπα·
2018πᾶσα πρᾶξις τῆς ἑταιρείας ἐκείνης εὐθύνει τὰ πρόσωπα
2019κατὰ πάντα τρόπον, καὶ ποινικῶς καὶ ἀστικῶς. Ἔχετε
2020μίαν ἄλλην, τὴν καλουμένην ἀνώνυμον ἑταιρείαν. Ἐν τῇ
2021ἑνώσει ἐκείνῃ ἔχετέ τι ἀνεξάρτητον τῶν προσώπων ἀπὸ μιᾶς
2022ἀπόψεως, διότι πᾶσα πρᾶξις ἀξιόποινος τῆς ἑταιρείας ἐκεί-
2023νης εὐθύνει τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ περιουσιακῶς δὲν εὐθύνον-
2024ται τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ μόνον τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρείας
2025ἐκείνης. Αὐτὴ εἶναι γενικώτατα ἡ ἔννοια τοῦ συνεταιρι-
2026σμοῦ, ὡς, τὸ γε νῦν ἔχον, ἐνώπιον ὑμῶν, κατὰ τὴν κρίσιν
2027μου, δέον νὰ τεθῇ ἡ ἔννοια αὕτη.
2028Εἰδικώτερον αἱ ἑνώσεις αὗται εἶναι σύλλογοι πολιτικοί,
2029σύλλογοι ἐπιδιώκοντες σκοποὺς ἐπιστημονικούς, σκοποὺς
2030φιλανθρωπικούς, σύλλογοι ἐπαγγελματικοί, ὡς εἶναι αἱ συν-
2031τεχνίαι, ἑταιρεῖαι ἐμπορικαί, ἑταιρεῖαι τοῦ ἀστικοῦ δι-
2032καίου.
2033Ἐξετάσωμεν ἤδη· ἡ ἔννοια ἡ περιλαμβανομένη εἰς τὸ
2034ἄρθρον 11 ἐν τῇ φράσει «δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι»
2035περιλαμβάνει πάσας τὰς ἑνώσεις ἢ περιλαμβάνει ὡρισμέ-
2036νας ἑνώσεις;
2037Ἀνεπτύχθη ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἑσπέραν
2038ταύτην, ὅτι οἱ συντάσσοντες κατὰ τὸ 1864 τὸ ἄρθρον 11
2039δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὰς ἐπαγγελματικὰς ἑνώσεις, τὰς ἑνώ-
2040σεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς σήμερον ἐν Ἑλλάδι δυνάμεθα
2041νὰ ἐννοήσωμεν ἐντελέστερον, ἐὰν τὰς ὀνομάσωμεν συντε-
2042χνίας, καὶ μάλιστα ὡμολογήθη ὀρθῶς, ὅτι οἱ συντάσσοντες
2043τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο ἠγνόουν τὰς ἑνώσεις.
2044Καὶ ἱστορικῶς ἀποδεικνύεται τοῦτο· διότι οἱ συντάσ-
2045σοντες, Κύριοι, τὰ Συντάγματα ἡμῶν τοῦ 1844 καὶ 1864
2046ἐνεπνέοντο κυριώτατα ἐκ τῶν ἰδεῶν τῆς Γαλλικῆς ἐπανα-
2047στάσεως, ἡ ὁποία ἐπανάστασις εἶχεν ἐκραγῆ τότε ὅπως
2048καταστρέψῃ καὶ πολιτικῶς καὶ κοινωνικῶς τὸ καθεστώς, τὸ
2049ὁποῖον ἐπεκράτησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ μεσαίωνος ἐν
2050Εὐρώπῃ, κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους, καθ’ οὓς οἱ πολῖται
2051δὲν ἐπροστατεύοντο ἐπαρκῶς ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὴν
2052ἀσφάλειαν αὑτῶν εὕρισκον ὑπὸ τὸ Κράτος ἑνὸς τιμαριούχου·
2053ὅτε δὲ συνέβαινε νὰ ἐξέλθωσι τοῦ Κράτους ἑνὸς τιμαριού-
2054χου—καὶ κυρίως συνέβαινε τοῦτο, ὅτε ἐξήρχοντο τοῦ ἀγρο-
2055τικοῦ βίου—, εὑρίσκοντο ἐντελῶς ἀπροστάτευτοι καὶ ᾐσθάν-
2056θησαν τὴν ἀνάγκην συνεταιρισμῶν, διὰ νὰ προστατεύωσιν
2057ἑαυτοὺς καὶ νὰ ἀμύνωνται κατὰ πάσης ἐξωτερικῆς προσβο-
2058λῆς καὶ νὰ προστατεύωσι τὰ συμφέροντα ἀλλήλων· ἀλλὰ
2059βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον προαγόμεναι αἱ συντεχνίαι ἐκεῖ-
2060ναι ἀπετέλεσαν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ἕνα δημόσιον κίν-
2061δυνον, διότι τόσον πολὺ εἰς ἑαυτὰς ἀφωσιώθησαν αἱ ἑνώσεις
2062ἐκεῖναι, ὥστε ἀπετέλεσαν χωριστοὺς τοῦ συνόλου τῆς κοι-
2063νωνίας συλλόγους καὶ συνησθάνθησαν ἴδια συμφέροντα, τὰ
2064ὁποῖα δὲν συνεβιβάζοντο κατὰ πᾶσαν περίστασιν πρὸς τὰ
2065συμφέροντα τοῦ συνόλου.
2066Τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο, λέγω, ἦλθε καὶ διέλυσεν ἡ Γαλλικὴ
2067ἐπανάστασις, ἐκ τῶν ἰδεῶν τῆς ὁποίας ἐμπνεόμενοι οἱ συν-
2068τάκται τῶν ἡμετέρων Συνταγμάτων βεβαίως δὲν εἶχον ὑπ’
2069ὄψει τοιαύτας ἑνώσεις.
2070Ἀλλ’ ἀκριβῶς κατὰ τοὺς χρόνους, καθ’ οὓς συνετάσ-
2071σετο τὸ Σύνταγμα ἡμῶν τοῦ 1864, ἤρχισαν ἐπικρατοῦσαι
2072ἐν Εὐρώπῃ αἱ ἰδέαι αἱ σοσιαλιστικαί, ἀκριβῶς πάλιν ἕνεκα
2073τοῦ λόγου ὅτι οἱ πολῖται, οἱ ἐπαγγελματίαι οἱ διάφοροι, οἱ
2074ἐργάται ἰδιαίτατα, δὲν ᾐσθάνοντο ἐπαρκῆ τὴν προστασίαν
2075τοῦ Κράτους, καὶ σήμερον εὑρισκόμεθα, ἐν Εὐρώπῃ τοὐλά-
2076χιστον, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν οἱ τοιοῦτοι συνεταιρισμοὶ ἔχουσι
2077προαχθῆ εἰς ἀκμήν, ἀλλὰ καὶ εἰς σπουδαιοτάτην συναίσθη-
2078σιν ἰδίων δικαιωμάτων.
2079Τοιαῦται ἀντιλήψεις ἤρξαντο ἐπικρατοῦσαι ἱκανῶς καὶ
2080παρ’ ἡμῖν. Κατὰ τὴν γνώμην τὴν ἀναπτυχθεῖσαν ἀπὸ τοῦ
2081βήματος τούτου, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐπίσης διὰ τῆς φράσεως
2082«δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι» δὲν περιεῖχε καὶ ἔννοιαν,
2083καθ’ ἣν ἐκανονίζετο ὑπὸ τοῦ ἄρθρου τούτου καὶ ὁ καταρ-
2084τισμὸς ἄλλων ἑνώσεων, ἑνώσεων ἐμπορικῶν, διότι, ἐὰν πε-
2085ριεῖχε τοιαύτην ἔννοιαν, δὲν θὰ ἀπῃτεῖτο καὶ ἔκτοτε ἡ ὑπὸ
2086τοῦ Κράτους ἔγκρισις τῆς συστάσεως τῶν ἀνωνύμων ἑται-
2087ρειῶν.
2088Ἀλλ’ ἐλέχθη, ὅτι ἡ ἔγκρισις εἶναί τι διάφορον τῆς ἀδεί-
2089ας. Νομικῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὡς διάφορόν τι ἡ ἔγ-
2090κρισις τῆς ἀδείας, ἀλλ’ ἐνώπιον πολιτικοῦ Σώματος νομίζω
2091ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον.
2092Εἶναι βραχὺς ὁ χρόνος, ὅστις μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένος,
2093καὶ ἡ ὥρα ἀκατάλληλος νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τού-
2094του.
2095Πρακτικώτερον ὅμως θὰ τὸ ἐξετάσω. Τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι
2096τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῇ εἰς προη-
2097γουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν». Ἐὰν ἡ ἔγκρισις ἦτο
2098διάφορόν τι τῆς ἀδείας, τότε λαμβάνει ὑπόστασιν τὸ πρό-
2099σωπον, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 11, ὁ συνεταιρισμὸς του-
2100τέστι, καὶ κατόπιν ἐπέρχεται ἡ ἔγκρισις; λαμβάνει ὑπό-
2101στασιν ἄνευ ἀδείας; ὑπάρχει τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο; πῶς
2102ὑπάρχει; κατὰ ποῖον τρόπον; Ἐὰν ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ
2103δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις. Καὶ ἐὰν ἡ ἔγκρισις εἶναι
2104διάφορον τῆς ἀδείας, τότε κατόπιν τῆς ἐγκρίσεως ἔχει τὰ
2105αὐτὰ δικαιώματα καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, ὥστε νὰ
2106εἶναί τι ἀνάξιον λόγου καὶ ἀνάξιον πάσης προσοχῆς ἡ ἔγ-
2107κρισις; ἢ μεταβάλλει ὑπόστασιν; Τότε ἄλλο εἶναι τὸ πρό-
2108σωπον τὸ πρὸ τῆς ἐγκρίσεως καὶ ἄλλο τὸ μετὰ τὴν ἔγ-
2109κρισιν;
2110Δὲν εἶναι δυνατὸν λοιπὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἄλλο ἡ
2111ἄδεια καὶ ἄλλο ἡ ἔγκρισις. Ἡ ἔγκρισις εἶναι ἡ ἄδεια ἀπό
2112τινος χρόνου, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ.
2113Εἶπον πάντα ταῦτα, Κύριοι, διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι πρέ-
2114πει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον εἶναι σκόπιμον εἰς τὴν διά-
2115ταξιν ταύτην νὰ δώσωμεν σήμερον εὐρυτέραν ἔννοιαν ἐκεί-
2116νης, τὴν ὁποίαν εἶχε πρότερον. Ὡμολογήθη, ἐπαναλαμβάνω,
2117Κύριοι, ὅτι μέχρι τοῦ νῦν ἡ διάταξις ἐνόει συνεταιρισμοὺς
2118πολιτικοὺς συλλόγους μόνον, δὲν ἐνόει ἐπαγγελματικοὺς
2119συνεταιρισμούς, διότι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης τοῦ
21201864 ἠγνόει αὐτούς· δὲν ἐνόει συνεταιρισμοὺς ἐμπορικούς,
2121διότι ἄφησεν αὐτοὺς κανονιζομένους κατὰ τοὺς νόμους τοὺς
2122κειμένους, τοὺς συνήθεις νόμους, τοὺς νόμους τοὺς ἀστικούς,
2123τοὺς νόμους τοὺς ἐμπορικούς.
2124Καὶ πῶς ἐκανόνισε τοὺς συλλόγους ἐκείνους ὁ συνταγμα-
2125τικὸς νομοθέτης τοῦ 1864; Ἕνα καὶ μόνον ἔθηκε περιο-
2126ρισμόν. Εἶπε «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Ποία
2127ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ
2128Κράτους»; Εἶναι ἡ ἔννοια ὅτι ἐκ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων
2129ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τῶν συνεταιρισμῶν ἐκείνων; εἶναι ἡ
2130ἔννοια ὅτι ἐκ τῆς μὴ τηρήσεως τῶν νόμων εἶναι δυνατὸν νὰ
2131ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις τῶν συνεταιρισμῶν ἐκείνων;
2132Ὄχι, Κύριοι. Ἐντελῶς ὄχι, Κύριοι. Τηροῦντες τοὺς νό-
2133μους τοῦ Κράτους ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνεταιρίζωνται·
2134τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους οἱ Ἕλληνες πολῖται,
2135λέγει τὸ ἄρθρον 9, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρωνται
2136ἐγγράφως εἰς τὰς Ἀρχάς· εἰς τὸ ἄρθρον 10, ὅπου κανονί-
2137ζεται τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, δὲν λέγεται «τηροῦντες
2138τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», ἀλλὰ λέγεται ὅμως «ἡσύχως
2139καὶ ἀόπλως», καὶ ἀφοῦ συνέρχονται «ἡσύχως καὶ ἀόπλως»,
2140δὲν πρόκειται βεβαίως παρὰ νὰ λαλήσωσι, καὶ ἔχουσι τὸ
2141δικαίωμα νὰ λαλήσωσι κατὰ τὸ ἄρθρον 14 προφορικῶς,
2142τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
2143Τί σημαίνει ἡ ἔκφρασις «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κρά-
2144τους» εἰς πάντα τὰ ἄρθρα ταῦτα; Σημαίνει ὅτι δὲν δύ-
2145νανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι, διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συν-
2146ερχώμεθα, διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ συνεταιριζώμεθα,
2147διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφερώμεθα, ἐκ τούτου ἕπε-
2148ται ὅτι δυνάμεθα νὰ παραβαίνωμεν τοὺς νόμους καὶ νὰ εἴ-
2149πωμεν ἀκολούθως, ὅτι, ὅ,τι ἂν ἐπράξαμεν, δὲν τὸ ἐπράξα-
2150μεν ὡς συνεταιρισμοί, τὸ ἐπράξαμεν ὡς συνελθόντες ἐν δι-
2151καιώματι, τὸ ἐπράξαμεν ὡς ἀναφερθέντες ἐν δικαιώματι.
2152Ταύτην τὴν ἔννοιαν ἔχει, διότι εἶπον προηγουμένως, ὅτι
2153ἐκ τοῦ νόμου ὑπάρχει ὁ συνεταιρισμός, ὑπάρχει κατὰ δι-
2154καίωμα ὁ συνεταιρισμός, καὶ ὁ συνεταιρισμὸς εἶναί τι ἀνε-
2155ξάρτητον τῶν προσώπων.
2156Δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἐκ τῶν συνεταιριζομένων, ὅτι,
2157ἐὰν ἔπραξά τι, δὲν τὸ ἔπραξα ὡς ἄτομον, δὲν εἶναι πρᾶξις
2158ἐμή, εἶναι πρᾶξις τοῦ συνεταιρισμοῦ, εἶναι πρᾶξις τοῦ νο-
2159μικοῦ προσώπου. Ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι
2160δὲν ἀπορρέει τὸ ἀνέγκλητον ἀπέναντι τοῦ νόμου. Ταύτην
2161τὴν ἔννοιαν ἔχει ἡ ἔκφρασις «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ
2162Κράτους».
2163Τὰ πρόσωπα, μολονότι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνεται-
2164ρίζωνται, δὲν δύνανται νὰ ὀχυρωθῶσιν ὄπισθεν τοῦ δικαιώ-
2165ματος ἐκείνου καὶ νὰ εἴπωσι «τί ἐγκαλεῖτε ἡμᾶς, δι’ ὅ,τι
2166ἂν εἴπωμεν ἐν τῷ συλλόγῳ, δι’ ὅ,τι ἂν ἀπεφασίσαμεν; Συν-
2167εκλήθημεν, συνεζητήσαμεν καὶ ἀπεφασίσαμεν κατὰ δι-
2168καίωμα ἀπορρέον ἐκ τοῦ Συντάγματος». Δὲν δύναται ὁ
2169ἀνήκων εἰς τὸν σύλλογον νὰ εἴπῃ, ὡς ὁ Βουλευτής, ἔχω τὴν
2170ἀσυλίαν. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ «τηροῦντες τοὺς νόμους
2171τοῦ Κράτους».
2172Δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν ἡ ἔκφρασις «τηροῦντες τοὺς νόμους
2173τοῦ Κράτους», ὅτι ἐκ τῆς τηρήσεως ἢ μὴ τῆς διατάξεως
2174ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις ἢ ἡ μὴ ὕπαρξις τοῦ συνεταιρισμοῦ,
2175διότι, ἐὰν ἐδίδετο τοιαύτη ἔννοια, ὅτι ἐκ τῆς διατάξεως
2176ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις ἢ ἡ μὴ ὕπαρξις τοῦ συνδέσμου, θὰ
2177κατελήγετε νὰ θεωρήσητε τὴν διάταξιν ὁλόκληρον τοῦ ἄρ-
2178θρου 11 ὡς τραγελαφικήν. Παρακολουθήσατέ με, παρα-
2179καλῶ. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 11; Λέγει ὅτι ὁ σύλλογος ὑπάρ-
2180χει χωρὶς νὰ ἐρωτᾷ τινα, χωρὶς νὰ ἐξαρτᾷ τὴν σύστασιν,
2181τὴν ὕπαρξίν του ἐκ τῆς ἀδείας τινός. Ἀφοῦ ὁ σύλλογος γεν-
2182νᾶται, ὑφίσταται, δρᾷ, προοδεύει, χωρὶς νὰ ἐρωτᾷ τινα,
2183χωρὶς νὰ ζητῇ τὴν ἄδειάν τινος, πῶς θὰ ἔχῃ τις τὸ δικαί-
2184ωμα, χωρὶς νὰ δημιουργῇ αὐτόν, νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτόν, κα-
2185ταλύω τὴν ὕπαρξίν σου;
2186Ἀλλά, καὶ ἂν εὑρίσκετό τις καὶ ἔλεγε: καταλύω τὴν
2187ὕπαρξίν σου τὴν ἑνδεκάτην παρὰ δέκα, ποῖος θὰ ἀπηγό-
2188ρευε τὴν ἑνδεκάτην παρὰ ἐννέα λεπτὰ εἰς ἐκείνους, οἱ
2189ὁποῖοι ἀπετέλουν τὸν πρώην σύλλογον, ἀφοῦ δὲν ἐξαρτᾶται
2190ἡ ὕπαρξις τοῦ συλλόγου ἐκ τῆς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως,
2191νὰ εἴπωσιν, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ αὖθις; Θὰ ἦτο λοιπὸν τρα-
2192γελαφικόν, ἂν εἰς τὴν ἔκφρασιν «τηροῦντες τοὺς νόμους
2193τοῦ Κράτους» ἐδίδομεν τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐκ τῆς διατάξεως
2194ταύτης ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ἀλλὰ τοι-
2195αύτης οὔσης τῆς ἐκφράσεως «τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ
2196Κράτους» δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ ἄρθρον 11 περι-
2197λαμβάνει καὶ ἐπαγγελματικὸν συνεταιρισμόν, περιλαμβά-
2198νει καὶ ἀνώνυμον ἑταιρείαν, περιλαμβάνει καὶ ὁμόρρυθμον
2199ἑταιρείαν, περιλαμβάνει πᾶσαν τοιαύτην ἕνωσιν τοῦ δημο-
2200σίου καὶ ἰδιωτικοῦ δικαίου; Βεβαιότατα ὄχι.
2201Καὶ διατί ἠθέλησεν ὁ συντακτικὸς νόμος τοῦ 1864 νὰ θέσῃ
2202διάταξιν προστατεύουσαν μόνον τοὺς συνεταιρισμούς, οἵτινες
2203εἰδικώτερον καλοῦνται πολιτικοὶ σύλλογοι; Διότι ἑπόμε-
2204νον ἦτο μόνον τοιοῦτοι σύλλογοι νὰ ἔλθωσιν εἰς σύγκρουσιν
2205πρὸς τὸ ὑπάρχον πολιτικὸν καθεστώς, μόνον τοιοῦτοι σύλλο-
2206γοι εἶχον ἀνάγκην προστασίας ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως,
2207διότι εἴπομεν, ὅτι τοὺς ἐπαγγελματικοὺς συλλόγους τοὺς
2208ἠγνόει ὁ νόμος ἐκεῖνος, δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι
2209ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπετίθετο κατ’ αὐτῶν καὶ κατὰ σύστημα,
2210ὥστε νὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ προστατευθῶσιν ὑπὸ τοῦ Συν-
2211τάγματος ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως συνεταιρισμοὶ ἐμπο-
2212ρικοί, συνεταιρισμοὶ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Ποῖος ὑπῆρξε λό-
2213γος, ποία παρουσιάζεται ἀνάγκη ἐμπορικῶν συνεταιρισμῶν,
2214νὰ προστατευθῶσι καταντικρὺ τῆς Κυβερνήσεως; Μόνον
2215πολιτικοὶ σύλλογοι ἦτο ἀνάγκη νὰ προστατευθῶσι καταν-
2216τικρὺ τοῦ κυβερνητικοῦ καθεστῶτος. Εἶπεν ὁ κ. Πρωθυ-
2217πουργὸς ὅτι ὁ νόμος δικαιοῦται νὰ κανονίσῃ τοὺς ὅρους τῆς
2218συστάσεως καὶ τῆς λειτουργίας τῶν συνεταιρισμῶν, δηλαδὴ
2219νὰ καθορίσῃ ὁ νόμος τοὺς ὅρους, καθ’ οὓς εἶναι δυνατὸν νὰ
2220ἐμφανισθῇ ἡ ὕπαρξις ἑνὸς συνεταιρισμοῦ. Ἐὰν τοῦτο λά-
2221βωμεν ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ κ. Πρωθυ-
2222πουργὸς ἔχει τὴν γνώμην περὶ τοῦ ἄρθρου 11, ὅτι δὲν πε-
2223ριλαμβάνει συνεταιρισμὸν ἐμπορικόν, συνεταιρισμὸν τοῦ
2224ἀστικοῦ δικαίου. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐν
2225τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου 11 περιλαμβάνονται παντὸς εἴδους
2226συνεταιρισμοί, καὶ ὅμως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ ὑπὸ
2227τῆς ἐπιτροπῆς διάταξις, ἡ περιλαμβανομένη εἰς τὴν δευ-
2228τέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου «συνεταιρισμός τις δὲν δύ-
2229ναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων τῶν
2230νόμων, εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως».
2231Τὴν ἀπόφασιν, λέγουσι, τῆς διαλύσεως, ὑποθέτω, στενο-
2232χωρηθέντες ἀπόψε, θὰ ἐκδίδῃ σῶμά τι ἔχον δικαστικὴν τὴν
2233ὑπόστασιν, δικαστικὴν τὴν μορφήν, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ εἶναι
2234τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, δυνατὸν νὰ εἶναι Δικα-
2235στήριον δικάζον τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοι-
2236κητικοῦ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου 11
2237ὑπάρχωσιν ὅλων τῶν εἰδῶν συνεταιρισμοί, ἐὰν τὸ Δικαστή-
2238ριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφαίνηται περὶ διαλύσεως, θὰ εἶναι
2239ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητι-
2240κοῦ ὑποθέσεις, τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο θὰ κρίνῃ καὶ περὶ
2241διαλύσεως ἀνωνύμων καὶ ὁμορρύθμων ἑταιρειῶν; Τότε δὲν
2242μεταθέτομεν εἰς τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο ὑποθέσεις, τὰς
2243ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δικάζωσι τὰ κοινὰ Δι-
2244καστήρια;
2245§179Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις λέγει ὅτι δὲν πε-
2246ριλαμβάνονται. Ῥητῶς λέγει· «οὐδαμῶς ἀφορᾷ καὶ εἰς τοὺς
2247ὅρους τῆς ὑπάρξεως τῶν νομικῶν προσώπων καὶ τοὺς διέ-
2248ποντας ταῦτα κανόνας, οἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν σφαῖραν
2249τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου».
2250§180Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν λέγει αὐτό. Μάλιστα σᾶς
2251ὑπενθυμίζω καὶ τοῦτο, ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐγένετο ψηφο-
2252φορία, καὶ ἀπορῶ, πῶς ἡ ἔκθεσις δὲν περιλαμβάνει τρόπον
2253τινὰ τὸ Πρακτικὸν τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης καὶ τὰ ὀνόματα
2254τῶν ψηφοφορησάντων ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς γνώμης,
2255διότι ἡ πλειονοψηφία ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀπεφάνθη, ὅτι περι-
2256λαμβάνονται ἐν τῇ διατάξει παντὸς εἴδους συνεταιρισμοί.
2257§181Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἡ ἔκθεσις.
2258§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
2259§183ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄς ἐξακολουθήσῃ.
2260§184Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Λέγει «ἑτέρωθεν».
2261Δεχόμενοι, λέγω, ὅτι περὶ τῆς διαλύσεως τῶν συνεταιρι-
2262σμῶν θὰ ἀποφαίνηται Δικαστήριον, ὅπερ θὰ δικάζῃ τὰς
2263ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, εἴμεθα ὑπό-
2264χρεοι νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου δὲν περι-
2265λαμβάνεται συνεταιρισμὸς παντὸς εἴδους.
2266Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ εἴπω καὶ νὰ ὑποστηρίξω,
2267ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου
2268συνεταιρισμοὶ ἐπιστημονικοί.
2269Ἀλλὰ προκειμένου, Κύριοι, περὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν
2270συνεταιρισμῶν θὰ εἶχον δισταγμόν, διότι οἱ ἐπαγγελματι-
2271κοὶ συνεταιρισμοὶ προήχθησαν προβαίνοντος τοῦ σοσιαλι-
2272σμοῦ. Ἐσκέφθησαν ὀρθῶς οἱ σοσιαλισταί, ὅτι ὑπάρχει ἀν-
2273ταγωνισμὸς μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργατῶν, οἱ κεφαλαιοῦ-
2274χοι ἐπιδρῶσιν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, οἱ κεφαλαιοῦχοι ἔχουσι
2275μέσα πολλὰ καὶ μεγάλα, καὶ εἶπον οἱ σοσιαλισταί· «πῶς θὰ
2276δυνηθῶμεν νὰ ἀμυνθῶμεν κατ’ αὐτῶν;». Συνιστῶντες τοὺς
2277ἐργάτας εἰς συνεταιρισμούς, ἀναπτύσσοντες τὸ αἴσθημα τοῦ
2278κοινοῦ συμφέροντος εἰς τοὺς ἐργάτας, συγκεντροῦντες αὐ-
2279τοὺς διὰ τῆς ἀλληλοβοηθείας καὶ ἀλληλοϋποστηρίξεως καὶ
2280ἀντιτάσσοντες κατὰ τῶν κεφαλαίων τοὺς συναισθανομένους
2281κοινότητα συμφερόντων.
2282Καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐτελέσθησαν πολλαὶ πρόοδοι,
2283ἐξυπηρετήθησαν σπουδαιότατα συμφέροντα καὶ ἐπολεμήθη-
2284σαν πολλαὶ ἀδικίαι καὶ καταχρήσεις. Ἀλλὰ δὲν δύναταί
2285τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐγένοντο καὶ πολλαὶ παρεκτροπαί. Τὰ
2286ζητήματα ταῦτα, ὡς γνωρίζετε πάντες, εἶναι μεγάλα,
2287συνεζητήθησαν λεπτομερέστατα ἀλλαχοῦ, καί, ἂς ἐλπίσω-
2288μεν, ὅτι θὰ καταλήξωσιν εἰς συμφιλίωσιν γενικὴν τῆς κοι-
2289νωνίας μίαν ἡμέραν, ὥστε νὰ πληρωθῇ ἡ εὐχὴ ὅλων ἐκεί-
2290νων, οἵτινες θέλουσι νὰ ἴδωσι τὴν ἀνθρωπότητα μίαν ποί-
2291μνην ὑπὸ ἕνα ποιμένα. Ἀλλ’ αἱ ἰδέαι αὗται, καθ’ ὅσον εἶναι
2292δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσι, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ εἶ-
2293ναι ἐπιθυμηταί, εἰσῆλθον εἰς τὸ νεώτερον πνεῦμα ὁλοκλή-
2294ρως, καί, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, ὁ σοσιαλι-
2295σμὸς ὑπάρχει σήμερον ἐκ τῆς κτηθείσης οὕτως εἰπεῖν ταχύ-
2296τητος, διότι ὑπῆρξε κατὰ κόμμα. Νομίζω ὅτι ἤρχισε νὰ
2297ἐπικρατῇ ἓν πνεῦμα, τὸ πνεῦμα τὸ νεώτερον, τὸ ὁποῖον ἐν
2298ἱκανῷ μέτρῳ προῆλθε καὶ ἐκ τοῦ σοσιαλισμοῦ, καθόσον ἐν
2299τούτῳ ἦτο δυνατὸν οὗτος νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐὰν οὕτως ἔχῃ
2300τὸ πρᾶγμα, ἐὰν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη μου, τίνα λόγον ἔχει
2301ὁ σοσιαλισμὸς παρ’ ἡμῖν ὡς αἵρεσις, ὡς κόμμα; Διατί νὰ
2302δεχθῶμεν τὸν σοσιαλισμὸν ὡς κόμμα καὶ νὰ μὴ δεχθῶμεν
2303τὸ πνεῦμα τὸ νεώτερον, τὸ πνεῦμα τὸ γενικὸν τῆς προόδου;
2304§185ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλή, κύριε
2305Πρόεδρε, ἐδέχθη τὴν παράτασιν τῆς ἀγορεύσεως μὲ τὴν
2306ἐλπίδα ὅτι ταχέως θὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα. Βλέπω
2307ὅμως τώρα, ὅτι ἐξῆλθε τοῦ θέματός του, διότι ὁμιλεῖ περὶ
2308σοσιαλισμοῦ.
2309§186Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καθὼς πάντοτε δὲν κατωρθώ-
2310σαμεν νὰ ἐννοήσωμεν ἀλλήλους, καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην
2311δὲν ἐννοούμεθα, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὸ τέρμα τῆς ἀγορεύ-
2312σεώς μου.
2313Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι πάντοτε βιάζε-
2314σθε εἰς τὰς ἀντιλήψεις σας, καὶ διὰ τοῦτο συμβαίνει συχνὰ
2315νὰ ὑποπίπτητε εἰς σφάλματα.
2316Λοιπὸν νομίζω, ὅτι τὸ νεώτερον πνεῦμα ὄχι, πρέπει νὰ
2317κρατήσῃ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἤρχισε νὰ κρατῇ, καὶ ἑπομένως
2318ἐγὼ δὲν φοβοῦμαι παντάπασιν, εἴτε ὅτι τὸ πνεῦμα τὸ σο-
2319σιαλιστικὸν θὰ φθάσῃ εἰς παρεκτροπὰς παρ’ ἡμῖν, εἴτε ὅτι
2320τὸ πνεῦμα τοῦ κρατοῦντος καθεστῶτος θὰ πολεμήσῃ τὰς
2321νεωτέρας ἰδέας καὶ γνώμας.
2322Ἔχω ἐλπίδα, ἢ μᾶλλον πᾶσαν πεποίθησιν, ὅτι οὐδὲν
2323ἔχουσι νὰ φοβηθῶσι συνεργατικοὶ συνεταιρισμοὶ ἐκ τῆς Κυ-
2324βερνήσεως Κράτους φιλελευθέρου, ὡς τὸ ἡμέτερον, ἐκ τῆς
2325νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν θὰ καταρτίσῃ τὸ Κοινοβούλιον ἡμῶν.
2326Ἔχω πᾶσαν πεποίθησιν, ὅτι ἡ νομοθεσία ἡμῶν θὰ εἶναι
2327φιλελευθέρα, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς φιλελευθέρως καὶ φι-
2328λανθρώπως θὰ ἐφαρμόζηται ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνή-
2329σεων. Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη συνταγματικῆς ἐγ-
2330γυήσεως. Νὰ ἀφήσωμεν τὴν ῥύθμισιν τῶν μόλις ἀναφυομέ-
2331νων παρ’ ἡμῖν συνεταιρισμῶν τούτων, τῶν μόλις πρὸ μι-
2332κροῦ, θέλω νὰ εἴπω, διαμορφουμένων, εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ
2333τὴν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ διαγράψωμεν ἑπομένως τὴν δευτέ-
2334ραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου, ὡς διατυποῦται ὑπὸ τῆς ἐπι-
2335τροπῆς, διότι, ἐὰν δὲν διαγράψωμεν αὐτήν, ἄγει εἰς τὰ
2336ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἶπον προηγουμένως, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι
2337δικάζει Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον δικάζει ὑποθέσεις τοῦ ἀμ-
2338φισβητουμένου διοικητικοῦ. Ἐὰν δὲ πρόκειται περὶ Δικα-
2339στηρίων, αὐτὰ βεβαίως πρέπει νὰ διαλύωσι τὰς ἀνωνύμους
2340καὶ τὰς ἄλλας ἐμπορικὰς ἑταιρείας, ἀλλ’ εἶναί τι τερατῶ-
2341δες καὶ ἐκτροπώτατον νὰ ἐξαρτήσωμεν ἀπὸ τῶν Δικαστη-
2342ρίων τὴν ὕπαρξιν πολιτικῶν συλλόγων. Αὐτὸ εἶναι αὐτό-
2343χρημα ἀναχρονισμὸς ἀνελευθερώτατος, δεσμὰ διὰ τὴν πο-
2344λιτικὴν πρόοδον τοῦ τόπου.
2345§187Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν ἀποδέχομαι, κύριοι Βουλευταί,
2346ὅλας τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. προαγορεύσας·
2347οὐχ ἧττον ὅμως συμφωνῶ εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτοῦ. Κρίνω
2348δηλαδὴ καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ προσθήκη, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ
2349τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 11, ἠδύνατο καὶ νὰ μὴ τεθῇ. Καὶ ὁ λό-
2350γος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζω τοῦτο, εἶναι ὅτι ἡ μέχρι σή-
2351μερον πρακτικὴ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ οὐδένα κίνδυνον
2352ἐπαρουσίασεν, οὐδὲν ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἄρῃ
2353ἐκ τοῦ μέσου διάταξις, ἡ ὁποία μὲ τὴν διαδικασίαν τῆς
2354διαλύσεως τῶν συνεταιρισμῶν, οὓς εἰσάγει, ἐπιτρέψατέ μοι
2355νὰ φρονῶ, ὅτι καθιστᾷ προβληματικὴν τὴν ἐγγύησιν τοῦ
2356πρώτου μέρους τοῦ ἄρθρου, ἤτοι τὸ ὅτι δὲν χρειάζεται προ-
2357ηγουμένη ἄδεια διὰ τοὺς συνεταιρισμούς. Ἅμα τεθῶσι πε-
2358ριορισμοὶ περιττοί, ἀπειλοῦντες τὴν ἐνέργειαν, τὴν δρᾶσιν
2359τῶν ἑνώσεων αὐτῶν, πρὸς τί ἡ μὴ προηγουμένη ἄδεια;
2360Ποῦ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συνεταιρίζωνται οἱ πολῖται ἄνευ
2361ἀδείας, ὅταν μετὰ δέους θὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὴν ποινὴν
2362τῆς διαλύσεως; Καὶ φοβοῦμαι πολὺ ὅτι θὰ ματαιωθῇ, ὅταν
2363μάλιστα ἐνδέχηται καὶ εἰς διοικητικὸν Δικαστήριον νὰ
2364δοθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ νὰ κρίνῃ τὰς περιπτώσεις
2365τὰς ἐπιβαλλούσας τὴν διάλυσιν διὰ παραβάσεις τοῦ νόμου.
2366Ἀναγιγνώσκω δ’ ἐνταῦθα δυνάμει τοῦ νόμου. Ποῖος εἶναι
2367ὁ νόμος αὐτός;
2368§188Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι λάθος. Εἰς τὴν ἔκθεσιν εἶναι
2369τῶν νόμων.
2370§189Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Οὐχ ἧττον ἐρρήθη ἐνταῦθα ὅτι πρό-
2371κειται περὶ εἰδικοῦ νόμου, ὅστις θὰ κανονίσῃ τὰς περιστά-
2372σεις, πῶς καταρτίζονται οἱ σύλλογοι καὶ τὰ Καταστατικά
2373των καὶ ποῖαι παραβάσεις τοῦ Καταστατικοῦ ἐκφέρουσι δι-
2374άλυσιν, ὡς καὶ τὴν διαδικασίαν, καθ’ ἣν θὰ διαλύηται ὁ
2375σύλλογος, καὶ τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφασίζῃ.
2376Ὁ συνεταιρισμός, Κύριοι, αἱ ἑνώσεις ὑπὸ οἱονδήποτε τύπον,
2377ἰδίως δὲ αἱ ἐπαγγελματικαί, καθόσον καὶ αὐτὰς θὰ συμ-
2378περιλάβῃ τὸ ἄρθρον καὶ τὰς ἐπαγγελματικὰς ἑνώσεις, οὐ
2379μόνον οὐδὲν κακὸν παρήγαγον, ἀλλὰ τοὐναντίον ἡ ἱστορία
2380των, ἡ ζωὴ τῶν μέχρι τοῦδε ἐδίδαξε τὸ ἑξῆς, ὅτι δηλ. διὰ
2381τῶν ἑνώσεων αὐτῶν τῶν ἐπαγγελματικῶν, διὰ τοῦ συσχε-
2382τισμοῦ τῶν πολιτῶν, τῆς ἐπικοινωνίας τῶν ἰδεῶν ἀνεπτύχθη
2383ἐσχάτως πνεῦμα πολιτικόν, πνεῦμα πολίτου, πνεῦμα φρον-
2384τίδας περὶ τῶν κοινῶν, ἄνω τῶν ταπεινῶν ἐκείνων κομμα-
2385τικῶν ἑνώσεων, μία ἀντίληψις ἑνὶ λόγῳ τῶν δικαιωμάτων
2386τοῦ πολίτου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτῶν τὴν ἀληθῆ, ἤτοι τὴν
2387τῆς πραγματώσεως τῶν δικαιωμάτων ὄχι τῆς ξηρᾶς ἀνα-
2388γραφῆς των ἐν τῷ Συντάγματι. Διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι
2389ἀρκετὰ ἐβουκολίσθημεν μὲ τὰς κενὰς λέξεις περὶ πολιτι-
2390κῶν δικαιωμάτων· ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἂν εἴχομεν καὶ πο-
2391λιτικὰ δικαιώματα. Ἐρωτῶ ὑμᾶς εἰς τί ὀφείλεται ἡ ἀθλία
2392κατάστασις, εἰς ἣν περιήλθομεν καὶ ἣν θέλομεν νὰ διορθώ-
2393σωμεν, ἢ εἰς τὸ ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν ἦσαν ἰδα-
2394νικὰ καὶ οὐδεὶς εἶχε συναίσθησιν τῶν πραγματικῶν δικαι-
2395ωμάτων του. Καὶ ὅτε ἐν μέσῳ τῆς κοινωνίας ἀνεφάνη διὰ
2396τῶν συντεχνιῶν μία κίνησις πολιτική, μία ἐλπίς, κἄτι κα-
2397λόν, αἰφνιδίως μᾶς συμβουλεύουσι νὰ ἀνακόψωμεν τὸ γε-
2398νόμενον εἰς τὰς ἑνώσεις ταύτας, νὰ δυσπιστῶμεν, ὡσανεὶ
2399ἐπρόκειτο κακὸν διὰ τὸν τόπον. Δὲν βλέπω ὅμως τίποτε
2400κακόν. Καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ὑπὸ νο-
2401μικὴν ἔποψιν, διότι ὑπὸ πολλῶν ἤδη ἀνελύθη καὶ ἡ ὥρα
2402παρῆλθε, περιορίζομαι νὰ εἴπω ὅτι χρειάζεται προσοχή,
2403μήπως στραγγαλίσωμεν τὸ πνεῦμα τῶν συνεταιρισμῶν, τὸ
2404πνεῦμα τῶν ἀνεξαρτήτων ἑνώσεων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πολλὰ
2405καλὰ προμηνύει διὰ τὴν χώραν, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ κη-
2406ρύσσομαι ὑπὲρ τῆς διαγραφῆς πάσης διαδικασίας διαλύσεως
2407αὐτῶν.
2408§190Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος
2409ἤθελε θίξει τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου 11, θὰ ἤμην ἐντελῶς
2410ἐναντίος, διότι φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἁρμοδία νὰ
2411ἀναθεωρήσῃ διατάξεις τοῦ Συντάγματος μὴ περιεχομένας
2412εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τῆς 10 Φεβρουαρίου 1910.
2413Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅμως ταύτην ὀφείλεται ἔπαινος, διότι,
2414χωρὶς νὰ θίξῃ κἂν τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος, προσέ-
2415θηκε διάταξιν καθιστῶσαν φιλελευθερωτέραν τὴν διάταξιν
2416αὐτοῦ καὶ ἐξασφαλίζουσαν τὴν τήρησιν αὐτῆς. Εἰς τοὺς συν-
2417εταιρισμούς, περὶ ὧν ὁ λόγος, δύο ὁμάδες ἀντιτίθενται, καὶ
2418πιθανὸν ἡ προσθήκη αὕτη νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἔχει ὀπωσδήποτε
2419ἀνελεύθερον σκοπόν, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα καθίσταται φι-
2420λελεύθερον εἰς τὴν ἄλλην ὁμάδα, ἥτις εἶναι ἡ μείζων καὶ
2421ἀποτελεῖ συνήθως τὰ θύματα τῶν ἐπιτηδείων. Καὶ δι’ αὐτὸ
2422πολὺ ὀρθῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινε περὶ τῆς διαλύσεως δυνά-
2423μει δικαστικῆς ἀποφάσεως. Φρονῶ ὅτι, ὅταν συγκρούηται ἡ
2424ἀληθὴς ἐλευθερία μιᾶς ὁμάδος μετὰ τῆς κακῶς ἐννοουμένης
2425ἐλευθερίας ἄλλης ὁμάδος, πρέπει νὰ ἀποκλίνωμεν πρὸς τὴν
2426πλειονότητα, ἥτις ἐν τοῖς συνεταιρισμοῖς εἶναι ἡ τῶν θυ-
2427μάτων. Διὰ τοῦτο παραδέχομαι τὴν προσθήκην.
2428§191Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
2429§192Χ. ΔΙΚΑΙΟΣ. Ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι τὸ θέμα, τὸ
2430ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, εἶναι μᾶλλον ἀπὸ θεωρητι-
2431κῆς παρὰ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως ἄξιον προσοχῆς, θεωρῶ
2432δὲ καὶ πιστεύω, ὅτι εἰς μάτην ἐχάθη ὁ χρόνος, ὁ ὁποῖος
2433ἀπωλέσθη καὶ ὅλως κατὰ μείζονα λόγον ὁ μέλλων νὰ ἀπο-
2434λεσθῇ. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι, ἐνῷ ἀναγνωρίζομεν πάντες
2435ὅτι ἡ ὑπάρχουσα διάταξις τοῦ ἄρθρου 11 ἐπὶ τόσα ἔτη ἦτο
2436ἀτελής, ἐν τούτοις οὐδ’ ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἠσθάνθη ἡ
2437Πολιτεία τὴν ἀνάγκην τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνταγματικῆς
2438αὐτῆς προστασίας, διὰ νὰ ἄρῃ ἓν κακόν, τὸ ὁποῖον ἠπει-
2439λεῖτο ἔκ τινος οἱουδήποτε καὶ οἱουδήποτε χαρακτῆρος συνε-
2440ταιρισμοῦ.
2441Καὶ ἂν δὲν περιελαμβάνετο τὸ ἄρθρον 11 εἰς τὸ κεφά-
2442λαιον περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, δὲν θὰ εἶχον
2443δυσκολίαν νὰ εἴπω ὅτι, οἵαν ἀξίαν καὶ οἵαν θέσιν ἐν τῷ
2444Συντάγματι θὰ εἶχον τὰ λοιπὰ φυσικὰ δίκαια τοῦ ἀνθρώ-
2445που, τὴν αὐτὴν θέσιν θὰ εἶχε καὶ τὸ δίκαιον τοῦ συνεται-
2446ρίζεσθαι, ὅπως θὰ ἐλέγομεν ὅτι, καὶ ἂν οὐδεμία συνταγμα-
2447τικὴ ἐγγύησις ἐξησφάλιζε τὸ δικαίωμα αὐτό, θὰ παρεβία-
2448ζεν αὐτοὺς τοὺς κανόνας τοῦ φυσικοῦ δικαίου ἡ νομοθετικὴ
2449ἐξουσία τῆς Πολιτείας, ἄν, ἐλευθέρα παντὸς συνταγματικοῦ
2450δεσμοῦ, θὰ ἤθελε νὰ εἴπῃ εἰς τὰ μέλη αὐτῆς ὅτι στερεῖ
2451αὐτὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ὅπως δὲν δύ-
2452ναται κατ’ ἐμὴν γνώμην ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ εἴπῃ
2453ὅτι «δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἄνθρωπος νὰ ζῇ κοινωνικῶς»,
2454οὕτω δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τοιοῦτόν τι διὰ τὸ δικαίωμα
2455τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ὑπάρχει δικαίωμα συνεταιρισμοῦ,
2456κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀκριβῶς διότι ὑπάρχει κοινωνικὴ
2457φύσις.
2458Ἐν τῷ μέσῳ τοῦ κοινωνικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐν τῷ μέσῳ
2459τοῦ κοινωνικοῦ Σώματος, δὲν ὑπάρχει μόνον τὸ ἄτομον,
2460ἀλλ’ ὑπάρχουσιν οἱ μικροοργανισμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀκρι-
2461βῶς ἀποτελοῦσιν ἐνίσχυσιν τῆς ἀτομικῆς δυνάμεως πρὸς
2462ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ ἐπι-
2463διώκει ὁ κοινωνικὸς βίος. Οἱ μικροοργανισμοὶ ἐκεῖνοι εἶναι
2464οἱ συνεταιρισμοί. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν ὑπάρχει καὶ
2465δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καμμία διάκρισις μεταξὺ τῶν δια-
2466φόρων συνεταιρισμῶν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κοινωνικὴν αὐ-
2467τῶν σημασίαν. Ἐὰν ἔχῃ ἀξίαν ὁ πολιτικὸς συνεταιρισμός,
2468ἐὰν ἔχῃ σημασίαν ὁ ἐπαγγελματικὸς συνεταιρισμός, τὴν
2469αὐτήν, ἵνα μὴ εἴπω μείζονα, σημασίαν ἔχουσιν οἱ οἰκονο-
2470μικοὶ συνεταιρισμοί. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι μοὶ ἐφάνη
2471ἄπορον, ὅτε ἤκουσα ἀναπτυσσόμενον ἀπὸ τοῦ βήματος
2472τούτου οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε πραγματικὴν σχέσιν πρὸς
2473τοὺς φόβους τοὺς προκαλέσαντας τὰ σκέψεις τῶν νομοθετῶν
2474τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἀλλ’ ἄλλο τι, τουτέστιν ὅτι
2475θετικῶς καὶ ῥητῶς ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864
2476εἶχε σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ μόνον τοὺς πολιτικοὺς συνε-
2477ταιρισμούς, οὐχὶ δὲ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ οἰκονομικοῦ συνε-
2478ταιρισμοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἐσήμαινεν, ἂν ἦτο ἀληθές, ὅτι
2479ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ νο-
2480μοθετικὴ ἐξουσία νὰ εἴπῃ «δὲν ἐπιτρέπω παντάπασιν οὐ-
2481δένα οἰκονομικὸν συνεταιρισμόν». Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ
2482συγχύζωμεν τὴν κυριωτέραν ἀνάγκην, τὴν ὑπαγορεύσασαν
2483ἄλλοτε τὴν σκέψιν περὶ παροχῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης συν-
2484ταγματικῆς προστασίας, πρὸς τὴν ὀρθότητα, ἡ ὁποία πρέ-
2485πει νὰ μᾶς καθοδηγήσῃ σήμερον, οὐδὲ προσῆκον εἶναι νὰ
2486κηρύσσωμεν ὡς συνταγματικὴν ἀρχὴν ἢ ἀξίωμα τὸ ὅτι ἡ
2487συνταγματικὴ προστασία δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ δεδομένη
2488εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀσχέτως πρὸς τὸν
2489σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ συνεταιρισμός.
2490Ἀλλ’ ἂν θελήσωμεν νὰ κατατάξωμεν κατὰ χαρακτῆρα
2491τοὺς συνεταιρισμούς, θὰ ἴδωμεν, ὅτι οὗτοι ἀνάγονται εἰς
2492δύο καὶ μόνον κατηγορίας· εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν οἰκονο-
2493μικῶν συνεταιρισμῶν, οἵτινες ἐπιδιώκουσιν οἰκονομικοὺς σκο-
2494πούς, καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιδιώκουσι
2495σκοποὺς ἠθικούς, σκοποὺς ἐκδηλουμένους ὑπὸ ποικίλας ἐκ-
2496φάνσεις τῆς κοινωνικότητος, τῆς πολιτικότητος, τῆς φι-
2497λανθρωπίας κ. λ. π., δηλονότι ὅλους τοὺς σκοποὺς ἐκείνους,
2498οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιδεκτικοὶ τοῦ γενικοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ
2499ἠθικοῦ σκοποῦ. Ἐνῷ λοιπὸν καθιεροῦμεν τὴν συνταγματι-
2500κὴν ἐγγύησιν τοῦ καθόλου δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι,
2501ὑπέχομεν καὶ μίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν, ἵνα ἔλθωμεν καὶ συμ-
2502πληροῦντες καταστήσωμεν ἐφαρμοστὴν τὴν συνταγματικὴν
2503ἐγγύησιν διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς Πολιτείας. Ἡ
2504νομοθετικὴ ἐξουσία ἐμερίμνησε μέχρι σήμερον καὶ ἐρρύ-
2505θμισε κατὰ τὸ δυνατὸν τοὺς ὅρους τῆς συστάσεως καὶ τῆς
2506λειτουργίας τῶν οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν. Ἀφῆκεν ὅμως
2507ἀρρύθμιστα τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν σύστασιν
2508καὶ τὴν λειτουργίαν τῶν λοιπῶν συνεταιρισμῶν, οἱ ὁποῖοι
2509ἐπιδιώκουσιν ἀποκλειστικῶς ἠθικοὺς σκοπούς. Καὶ γεννᾶται
2510ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: μέχρι τίνος σημείου θὰ δύναται νὰ
2511ἐκταθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἔργου
2512τῆς ῥυθμίσεως τῆς συστάσεως καὶ λειτουργίας τῶν συνε-
2513ταιρισμῶν αὐτῶν;
2514Ἔχει πᾶσαν ἐξουσίαν πρὸς τοῦτο, τείνουσαν πρὸς ἐπιτυ-
2515χίαν ἑνὸς σκοποῦ, ὁ ὁποῖος κεῖται πάντοτε ἐντὸς σφαίρας,
2516πέρα τῆς ὁποίας ὑπάρχει τὸ ὅριον τῆς συνταγματικῆς
2517ἐνεργείας. Ἐφ’ ὅσον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, δρῶσα ἐντὸς
2518τῆς σφαίρας ταύτης, ῥυθμίζει, κατὰ τρόπον μὴ αἴροντα
2519αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ, τὴν προσήκουσαν
2520ἐνάσκησιν αὐτοῦ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ κοινωνικοῦ σκοποῦ
2521τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐννόμου τάξεως, ἡ ὁποία ἔχει με-
2522γίστην σχέσιν μὲ τοὺς ὀργανισμοὺς αὐτούς, ἡ νομοθετική,
2523λέγω, ἐξουσία ἐνεργεῖ συμφώνως πρὸς τὰς ὑπαγορεύσεις τοῦ
2524Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐδῶ, Κύριοι, ἀνακύπτει ἀμέσως τὸ ζή-
2525τημα, ἂν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ῥυθμίζουσα τοὺς ὅρους τῆς
2526συστάσεως καὶ λειτουργίας τῶν συνεταιρισμῶν τούτων,
2527πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα, ὥστε νὰ ῥυθμίζῃ καὶ τὰς περι-
2528πτώσεις, τὰς προϋποθέσεις τῆς διαλύσεως αὐτῶν. Καὶ σκε-
2529πτόμεθα τὴν στιγμὴν αὐτήν, μήπως ἆρά γε εἶναι ἐπικίν-
2530δυνον νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν κοινὸν νομοθέτην τὴν ἐνάσκη-
2531σιν τοῦ νομοθετικοῦ αὐτοῦ ἔργου, τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ:
2532«ἐὰν συμβῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, θέλω νὰ ἐπέλθῃ διάλυσις τοῦ
2533συνεταιρισμοῦ, καὶ τὸ σπουδαιότερον, ἀναθέτω τὴν ἐκτέ-
2534λεσιν αὐτοῦ τοῦ ἔργου εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν»; Αὐτὸ
2535εἶναι, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα. Ἐκφράζω φόβους ὄχι
2536διὰ τὰς ἄλλας περιπτώσεις, ὄχι διὰ τὴν περίπτωσιν ἑνὸς
2537φιλανθρωπικοῦ, ἑνὸς πνευματικοῦ συνεταιρισμοῦ, ἑνὸς συνε-
2538ταιρισμοῦ μὴ πολιτικοῦ, ἀλλὰ διὰ τὸν κίνδυνον τὸν ἀναφε-
2539ρόμενον εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας, καὶ δὴ ὑπὸ τῆς ἐκτε-
2540λεστικῆς ἐξουσίας, διάλυσιν τῶν πολιτικῶν συλλόγων κατὰ
2541τρόπον αὐθαίρετον.
2542Διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ φόβου τούτου, δυ-
2543νάμεθα κάλλιστα νὰ περιλάβωμεν ἐν τῷ Συντάγματι τὴν
2544διάταξιν, καθ’ ἥν, ὅταν πρόκειται περὶ διαλύσεως, ἄλλη
2545ἐξουσία τοῦ Κράτους νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκτελῇ
2546τὸ ἔργον αὐτὸ παρὰ μόνον ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Εἰς
2547ὅσα στάδια, εἰς ὅσα σημεῖα αἰσθανθῇ ὁ νομοθέτης τοῦ
2548Συντάγματος τὴν ἀνάγκην καὶ τὸν φόβον μὴ τυχὸν γίνωσι
2549καταχρήσεις ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, παρα-
2550τηρεῖται πάντοτε ἡ τάσις, ἵνα προσεγγίζῃ τις περισσότε-
2551ρον καὶ παρέχῃ ἐμπιστοσύνην μεγαλειτέραν εἰς τὴν δικα-
2552στικὴν ἐξουσίαν. Ἄς δεσμεύσωμεν λοιπὸν συνταγματικῶς
2553τὸν κοινὸν νομοθέτην, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιληφθῇ πάντως τῆς
2554ῥυθμίσεως τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἂς δώσωμεν αὐτῷ πά-
2555σας τὰς ἄλλας ἐξουσίας πλὴν τῆς ἐξουσίας νὰ χορηγήσῃ
2556δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ προβαίνῃ εἰς
2557τὴν διάλυσιν ὅλων τῶν συνεταιρισμῶν καὶ πρὸ πάντων τῶν
2558πολιτικῶν συνεταιρισμῶν. Οὐδεμίαν ὑπόστασιν ἔχει κατὰ
2559τὴν γνώμην μου τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον πολλοὶ μετε-
2560χειρίσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὲρ τῆς παροχῆς
2561τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν,
2562τουτέστι τὸ ἐπιχείρημα τὸ συνιστάμενον εἰς τὸ ὅτι θὰ
2563ἦτο ἀνάγκη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐνεργήσῃ παρα-
2564χρῆμα, ἵνα προλάβῃ ἕνα κίνδυνον, ὁ ὁποῖος θὰ προέλθῃ ἀπὸ
2565ἕνα τοιοῦτον συνεταιρισμόν. Καὶ δὲν ἔχει, λέγω, ὑπόστασιν
2566τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, διότι, ἐφ’ ὅσον ὁ συνεταιρισμὸς εὑρί-
2567σκεται ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ νόμου, οἱ ὁποῖοι φρουροῦσι τὴν
2568ἔννομον τάξιν, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἀκριβῶς ἡ ἐκτε-
2569λεστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ ἐπέμβασις αὐτῆς θὰ ἦτο ἐπικίνδυ-
2570νος. Ἅμα ὅμως ὁ συνεταιρισμὸς ἐξέλθῃ τῶν ὅρων, τὰ
2571ὁποῖα ἡ ἔννομος τάξις χαράσσει, ἡ ἐπέμβασις τῆς δικαστι-
2572κῆς ἐξουσίας ὡς μόνης ἁρμοδίας προκαλεῖται ἐξ ἄλλων δια-
2573τάξεων τοῦ Συντάγματος.
2574Νομίζω, λοιπόν, Κύριοι ὅτι, ἂν καὶ ὁμολογουμένως τὸ
2575πρᾶγμα δὲν κέκτηται μεγάλην πρακτικὴν σημασίαν, ὀφεί-
2576λομεν, ἕνεκα τοῦ ἀνωτέρω φόβου, νὰ μὴ συζητῶμεν περὶ
2577διαγραφῆς τῆς ἀπασχολούσης ἡμᾶς διατάξεως περὶ δικα-
2578στικῆς διαλύσεως τῶν συνεταιρισμῶν ἐκ τοῦ προσχεδίου
2579τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος.
2580§193ΦΩΚ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἕν πρᾶγμα εἶναι βέβαιον, ὅτι ὅλοι
2581εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰς ἐλευθε-
2582ρίας τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ διαφωνοῦμεν διὰ τὸν τρόπον.
2583Παρηκολούθησα μετὰ μεγίστης προσοχῆς τὰ ἐπιχειρήματα
2584τῶν προλαλησάντων. Τινὲς νομίζουσιν ὅτι διὰ τῆς διατά-
2585ξεως, ἡ ὁποία προστίθεται, ἀσφαλίζονται ἀκριβῶς αἱ ἐλευ-
2586θερίαι τοῦ πολίτου. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν συμφωνῶ. Νομίζω
2587τοὐναντίον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἔχῃ τὰ ἀντίθετα ἀπο-
2588τελέσματα. Ὅλοι συμφωνοῦσι, νομίζω, ὅτι τὸ δικαίωμα
2589τοῦ συνεταιρισμοῦ εἶναι ἀπόλυτον. Τουλάχιστον τοιαύτη
2590εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη συζήτησιν δὲν
2591ἐπιδέχεται. Ἄν τοῦτο παραδεχθῶμεν, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι
2592τοῦτο πηγάζει ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἡ διάταξις, ἡ ὁποία
2593προσετέθη, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου ἐλέχθη, δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλο
2594ἀποτέλεσμα εἰμὴ νὰ διαλύσῃ συνεταιρισμόν, ὁ ὁποῖος ἔφερε
2595τὸ ὄνομα Α καὶ ὁ ἴδιος συνεταιρισμὸς νὰ συσταθῇ ὑπὸ ἄλλο
2596ὄνομα Β. Καὶ ἀληθῶς ἤθελεν εἶσθαι ἀστεῖον, ἂν ἐν τῷ
2597Συντάγματι ἐθέτομεν διάταξιν τοῦτον καὶ μόνον ἔχουσαν
2598τὸν σκοπόν.
2599Ἀλλά, Κύριοι, θεωρῶ ὅτι ἡ διάταξις εἶναι μὲν περιττή,
2600ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἀθῴα, ὅπως ἐλέχθη. Νομίζω ὅτι ἡ διά-
2601ταξις αὕτη εἶναι μάχαιρα, ἥτις δίδεται εἰς τὴν Πολιτείαν,
2602ἵνα ἀποκόψῃ τὰς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν. Καὶ ὅπως τοῦτο
2603ἀποδείξω, Κύριοι, θὰ λάβω παράδειγμα συγκεκριμένον,
2604διότι, ἐνόσῳ μένομεν εἰς τοὺς λόγους, οὐδὲν δυνάμεθα ν’ ἀπο-
2605δείξωμεν. Ὡς παράδειγμα λαμβάνω τὸν σύνδεσμον τῶν
2606σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων· ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ
2607φροντίδι αὑτῆς ὑπὲρ τῶν γενικῶν συμφερόντων κρίνει ὅτι πρέ-
2608πει νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν
2609ποινὴν διαλύσεως τοῦ συνδέσμου ἐν περιπτώσει παρεκτροπῶν
2610προερχομένων ἐξ ἀπεργίας. Ἴσως, Κύριοι, ἠθέλετε μοὶ εἴπει
2611ὅτι, ἂν πρόκειται περὶ παρεκτροπῶν, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου
2612ἀξιότιμος συνάδελφος, ἂς τιμωρηθῶσιν οἱ παρεκτρεπόμενοι·
2613ἀλλ’ ἐρωτῶ· τοῦτο εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς προστιθεμένης διατά-
2614ξεως; Καὶ ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους, τοὺς κοινωνιολό-
2615γους ταῦτα ἐσκέπτοντο ὑπεραμυνόμενοι τῆς διατάξεως;
2616Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ ἀτιμωρήτου τῶν παρεκτροπῶν
2617τῶν ἀπεργιῶν, ἂν νομίζω καὶ ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπερ-
2618γίας εἶναι δικαίωμα ἀπόλυτον τῶν ποιουμένων χρῆσιν αὐ-
2619τοῦ, ἀλλὰ νομίζω ἐπίσης ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν πρέπει
2620νὰ ὁδηγῇ εἰς παρεκτροπάς. Ἀλλὰ ἐρωτῶ· τοῦτο δίδει εἰς
2621ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ ἀπεργία κα-
2622τέληξεν εἰς παρεκτροπάς, εἰς τὸ μέλλον εἶναι καταδεδικα-
2623σμένοι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸν σύν-
2624δεσμον, οὐδένα πλέον νὰ ἔχωσι νὰ φροντίζῃ ὑπὲρ τῶν
2625κοινῶν αὐτῶν συμφερόντων; Εἶναι τοῦτο ἐλευθερία, Κύ-
2626ριοι, ἢ καταδικάζομεν χιλιάδας πολιτῶν ὡς νὰ μὴ εἶναι
2627ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου; Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τοῦτο,
2628τὸ ὁποῖον εἶπον, εἶναι ἀπὸ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν δύ-
2629νανται νὰ συμβῶσιν; Εἶπον καὶ ἕτεροι πρὸ ἐμοῦ ὅτι μέχρι
2630τῆς σήμερον οὐδεμία Κυβέρνησις ἀπετόλμησεν οὐδὲ θέλει
2631ἀποτολμήσει εἰς τὸ μέλλον νὰ διαλύσῃ σύνδεσμον, καὶ ἂν
2632ἀκόμη παραδεχθῆτε νὰ θεωρηθῇ ὁ σύνδεσμος νομικὸν πρό-
2633σωπον. Ἀλλ’ ὅταν θὰ θέτωσιν εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι δύνα-
2634ται ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ νὰ πράξῃ τοῦτο θὰ ἴδητε τὴν Κυ-
2635βέρνησιν προσκαλοῦσαν τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ ζητοῦ-
2636σαν ἀπὸ αὐτὴν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐφαρμοζο-
2637μένου τοιούτου νόμου ἀφαιρεῖται ἡ ἰσότης, τὴν ὁποίαν τὸ
2638Σύνταγμα ἔχει ἐξασφαλίσει εἰς ὅλους τοὺς πολίτας. Ἐν-
2639ταῦθα, Κύριοι, εἶναι ὁ κίνδυνος. Βεβαίως, ἂν μείνῃ τὸ ἄρθρον
2640ἄνευ τῆς διατάξεως, τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑπάρχει, διότι εἶ-
2641μαι πεπεισμένος ὅτι οὐδεμία οὐδέποτε Κυβέρνησις δὲν θέλει
2642προβῆ εἰς διάλυσιν συνδέσμου ἐπαγγελματικοῦ. Ἀλλ’ ἤκουσα
2643ἀξιότιμον συνάδελφον λέγοντα, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ταύ-
2644της ἐπεζητήθη ἄλλο τι· βεβαίως ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ
2645πρόθεσις ἦτο ἁγνή, ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ἐζήτουν νὰ εὐ-
2646εργετήσωσι· καὶ ποῖον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠθέλησαν νὰ
2647προλάβωσιν; Ἐλέχθη ὅτι πολλάκις δυστυχῶς ἐξελέγη ἓν
2648προεδρεῖον συνδέσμου καὶ μετ’ ὀλίγον ἐξελέγετο ἕτερον
2649προεδρεῖον διὰ τὸν αὐτὸν σύνδεσμον, καὶ οὕτω διεσπᾶτο ὁ
2650σύνδεσμος εἰς δύο πρὸς ζημίαν τῶν κοινῶν συμφερόντων.
2651Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, προέρχεται ἐκ τοῦ νόμου; Ἂς ὁμολο-
2652γήσωμεν ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐκ φιλοδοξίας, τὴν ὁποίαν
2653ὅλοι δυστυχῶς ἔχομεν, οἱ Ἕλληνες ἰδίως, καὶ ἴσως πέρα
2654τῶν ἄλλων ἐθνῶν. Καὶ πρέπει, Κύριοι, ἐπειδὴ τὸ ἐλάττωμα
2655τοῦτο προέρχεται ἐκ τῶν ἀτόμων, πρέπει νὰ φροντίσωμεν
2656νὰ φέρωμεν διατάξεις, αἵτινες δύνανται νὰ ἔχωσι τόσον
2657σκληρὰς συνεπείας; Σπανιώτατα, Κύριοι, θὰ γίνῃ συζήτη-
2658σις περὶ τοῦ ταμείου τοῦ συνδέσμου. Θὰ σχηματισθῶσι δύο
2659ταμεῖα, δύο σύνδεσμοι διὰ τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα. Τοῦτο οὐ-
2660δεὶς νόμος θὰ ἐμποδίσῃ. Τοῦτο ἔγκειται εἰς τὰ ἤθη ἡμῶν·
2661μὴ ζητῶμεν λοιπὸν θέλοντες νὰ διορθώσωμεν ἓν κακόν, τὸ
2662ὁποῖον προέρχεται ἐξ ἐλαττωμάτων ἡμῶν καὶ δὲν ἐπιδέχε-
2663ται διόρθωσιν διὰ τῶν νόμων, μὲ ἕτερον κακὸν ῥιζικώτερον,
2664τὸ ὁποῖον τοῦτο προέρχεται ἐξ ἐλαττωμάτων τοῦ νόμου.
2665§194Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἤμην διατεθειμένος, κύ-
2666ριοι συνάδελφοι, νὰ λάβω ποσῶς τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζη-
2667τουμένου ἄρθρου, διότι ἤλπιζον ὅτι ἐκ τῆς γενομένης μέχρι
2668τῆς στιγμῆς ταύτης συζητήσεως ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπεστήρι-
2669ξαν τὴν ἀναγραφὴν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου, θὰ ἀπέσυρον
2670τὴν πρότασιν πειθόμενοι ὅτι τὸ προστεθὲν ἐδάφιον οὔτε
2671ἀναγκαῖον οὔτε σκόπιμον εἶναι. Δυστυχῶς ὅμως τὰ μέλη
2672τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα παρήλασαν
2673ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὄχι μόνον δὲν ἐπείσθησαν, ἀλλὰ
2674καὶ προσεπάθησαν νὰ πείσωσι καὶ ἡμᾶς περὶ πράγματος,
2675τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γενικὴν πάντων ἀντίληψιν δὲν ἦτο
2676ἀνάγκη οὐδὲ καὶ πόρρωθεν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι
2677ὡς μία ἐκ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων ἢ ὡς μία ἐκ τῶν
2678κεφαλαιωδῶν ἐκείνων ἐγγυήσεων τοῦ δικαιώματος τοῦ συν-
2679εταιρίζεσθαι, ἡ ὁποία πρέπει νὰ περιβληθῇ διὰ συνταγμα-
2680τικῆς κυρώσεως. Πρόκειται ἁπλῶς, καθὼς σᾶς ἀνέπτυξαν
2681οἱ πρὸ ἐμοῦ συνηγορήσαντες ὑπὲρ τοῦ ἐδαφίου τούτου, περὶ
2682τῆς διαλύσεως τῶν οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν καὶ περὶ
2683τῆς προστασίας τῆς περιουσίας αὐτῶν, δηλαδὴ περὶ πρά-
2684γματος, τὸ ὁποῖον εἶναι καθαρῶς ἀστικῆς φύσεως, καὶ δὲν
2685ἠρνήθησαν οὐδ’ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν τὴν προσθήκην
2686ταύτην τοῦ 11ου ἄρθρου, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι δίδουσι τὸ
2687δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε μέλος τοιούτου συνεταιρισμοῦ νὰ
2688ἐπιζητήσῃ διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ τήν τε διάλυσιν τοῦ
2689συνεταιρισμοῦ καὶ τὴν διανομὴν τῆς συνεταιρικῆς αὐτοῦ
2690περιουσίας. Πρόκειται λοιπὸν περὶ μιᾶς ἐπαναλήψεως, περὶ
2691μιᾶς προσθέτου διατάξεως, ἡ ὁποία, καὶ ἐὰν δὲν ἀναγραφῇ,
2692ὑφίσταται ἤδη εἰς τοὺς κειμένους νόμους καὶ ἡ ὁποία κατ’
2693οὐσίαν δὲν θὰ βελτιώσῃ ποσῶς τὴν ὑφεστῶσαν κατάστασιν.
2694Μᾶς ὡμίλησαν ὅτι, μολονότι τὸ ἀντίστοιχον ἄρθρον τοῦ
2695Συντάγματος τοῦ 1864 ὡμίλει περὶ τῶν συνεταιρισμῶν ἐν
2696γένει, ὅτι οὗτοι ὤφειλον νὰ διέπωνται ὑπὸ τῶν κειμένων
2697νόμων, ἐν τούτοις κειμένη νομοθεσία, ἡ ὁποία νὰ προνοῇ
2698περὶ τῆς συστάσεως, ὀργανώσεως καὶ ἐν γένει περὶ τοῦ βίου
2699τῶν σωματείων τούτων, δὲν ἐγένετο καθ’ ὅλον τὸ μακρὸν
2700τοῦτο μέχρι σήμερον διάστημα. Πλήν, ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγέ-
2701νετο, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι, ὅπως καὶ πράγματι ἀπεδείχθη,
2702δὲν εἶχον ἀναφυῆ τοιαῦτα ἐπαγγελματικὰ σωματεῖα, οἰκο-
2703νομικῆς ὅλως φύσεως. Σήμερον ὅμως μὲ τὸ νεώτερον πνεῦμα,
2704τὸ ὁποῖον ἤρχισεν ἐπικρατοῦν εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς ἐπαγ-
2705γελματικῆς ἀλληλεγγύης, ἤρχισαν οἱ σύλλογοι οὗτοι νὰ
2706πολλαπλασιάζωνται ὁσημέραι καταπληκτικῶς. Κατ’ ἀνάγ-
2707κην λοιπόν, καὶ ἂν θέσωμεν συνταγματικὴν διάταξιν, ἥτις
2708νὰ διατάσσῃ τὸν νομοθέτην νὰ ἐπιληφθῇ τῆς προστασίας
2709τῶν τοιούτων ἐπαγγελματικῶν σωματείων, ἡ κοινωνικὴ
2710ἀνάγκη θὰ ἀπαιτήσῃ, ὥστε νὰ ἐπεμβῇ ὁσονούπω καὶ δὴ
2711ταχύτατα ὁ νομοθέτης πρὸς προστασίαν τῶν ἐπαγγελμα-
2712τικῶν ἢ οἰκονομικῶν συνεταιρισμῶν, ἑνὶ λόγῳ τῶν συντε-
2713χνιῶν. Ἂς μὴ φοβῶνται λοιπὸν οἱ φίλοι κοινωνιολόγοι, οἱ
2714ὁποῖοι ἠθέλησαν, οὕτως εἰπεῖν, νὰ κεντρίσωσι τὸν νομοθέ-
2715την, ὥστε νὰ προέλθῃ εἰς ἐξασφάλισιν τῶν οἰκονομικῶν
2716τούτων συνεταιρισμῶν, ἃς μὴ φοβῶνται ὅτι δὲν θέλει συμβῆ
2717τοῦτο, διότι εἶναι τόση ἡ κίνησις, ἡ ὁποία παρατηρεῖται
2718σήμερον εἰς τὰ ἐργατικὰ ἰδίως σωματεῖα καὶ τοὺς λοι-
2719ποὺς ἐπαγγελματικοὺς συλλόγους, εἶναι τοιαύτη, λέγω,
2720ἡ κίνησις καθ’ ὅλα τὰ σημεῖα τῆς Ἑλλάδος, ὥστε πολὺ
2721ἐνωρὶς ὁ νομοθέτης θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ἀνα-
2722πόδραστον, ἀκριβῶς ἵνα προλάβῃ καταχρήσεις καὶ ἐκμε-
2723ταλλεύσεις, ὡς ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ἐν τοῖς τοιούτοις σωμα-
2724τείοις, νὰ προέλθῃ ἀκριβῶς πρὸς ῥύθμισιν τελειοτέραν καὶ
2725ἀρτιωτέραν τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν. Δὲν βλέπω λοι-
2726πὸν κανένα λόγον ὑπαγορεύοντα τὴν τοιαύτην διάταξιν
2727οὔτε κανένα κίνδυνον ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς τοῦ ἐδαφίου
2728τούτου οὔτε ἄλλως τε προσήκει τὰς ἁπλᾶς περιουσιακὰς
2729σχέσεις τῶν σωματείων τούτων νὰ τὰς θεωρήσωμεν ἀξίας
2730συνταγματικῆς κυρώσεως, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν συμφώνως
2731μὲ τὴν ῥῆσιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἥτις ἐπαναλαμ-
2732βάνεται καὶ ἐν τῷ κειμένῳ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς
2733«τηροῦντες τοὺς κειμένους νόμους», νὰ ἀφήσωμεν, λέγω, τὸ
2734δικαίωμα εἰς τὸν νομοθέτην ἑκάστοτε νὰ ῥυθμίζῃ καὶ νὰ
2735ἀποφασίζῃ.
2736§195ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ νὰ διαλύῃ διὰ διοικητικῆς πρά-
2737ξεως;
2738§196Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν εἰς τὸν νομο-
2739θέτην νὰ κρίνῃ καὶ περὶ τούτου.
2740§197ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι εἶναι καλλι-
2741τέρα ἐγγύησις ἡ δικαστική;
2742§198Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναται ὁ νομοθέτης νὰ κρίνῃ
2743ἂν εἶναι καλλιτέρα αὐτὴ ἡ ἐγγύησις καὶ νὰ τὸ θεσπίσῃ
2744οὕτως. Δύναται ὅμως νὰ κρίνῃ καὶ ἄλλως. Ἀφήσατέ το εἰς
2745τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἑκάστοτε νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἀπο-
2746φασίζῃ.
2747§199Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μάχαιρα, τὸ νὰ ἀφή-
2748σωμεν τοῦτο εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν.
2749§200Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει, κύριοι συνάδελφοι,
2750εἰς ἓν καὶ μόνον νὰ προσέξωμεν, εἰς τοῦτο· νὰ μὴ θέλωμεν
2751τοὺς εὐσεβεῖς ἡμῶν πόθους καὶ τοὺς ἐνδομύχους ἡμῶν στο-
2752χασμούς, ὡς ἐπίσης καὶ τὰς θεωρητικὰς γνώμας, ἃς ἀναγι-
2753νώσκομεν εἰς διάφορα ξένα συγγράμματα, νὰ τοὺς ἐνσφηνώ-
2754σωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν πρέπει
2755νὰ καταστῇ πανδοχεῖον ὅλων τῶν νέων θεωριῶν, καὶ τῶν
2756νέων δοξασιῶν, ἃς διδάσκουσι τὰ ξένα συγγράμματα, ἀλλ’
2757ἀκριβῶς πρέπει νὰ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ περιέχῃ μόνον
2758τὰς ἀναγκαιοτέρας διατάξεις, ἐκείνας αἱ ὁποῖαι πρέπει
2759πρὸ παντὸς καὶ ἀπαραιτήτως νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῷ Συντά-
2760γματι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸ 1864, καὶ διὰ τὸ
2761ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο εὐλόγως κατεκρίθη, ἦτο ὅτι οἱ
2762πατέρες ἡμῶν ἀκριβῶς ἐκ τοῦ φόβου νὰ μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ
2763παρελθόν, ἐκ τοῦ φόβου τῆς ἀπολυταρχικῆς διοικήσεως τοῦ
2764Ὄθωνος, παρεισήγαγεν ἐν αὐτῷ πολλὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι
2765εἶναι ἀντικείμενον ἁπλῆς νομοθετικῆς προνοίας. Καὶ ἀκρι-
2766βῶς ἐπὶ τῶν αὐτῶν σκέψεων στηριζόμενος εἶχον τὴν τόλ-
2767μην νὰ ἀνέλθω καὶ πάλιν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ ζη-
2768τήσω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 5, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὴν
2769γνώμην περιέχει ἁπλῶς δικονομικὰς διατάξεις, αἵτινες, ὡς
2770γνωστόν, εἶναι ἀντικείμενον ἁπλῆς νομοθετικῆς προνοίας,
2771ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦ ἄρθρου 4 ἀναγνωρίζεται συνταγματικῶς
2772τὸ δικαίωμα τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν.
2773Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔρχομαι νὰ συστήσω, ἐφ’
2774ὅσον δὲν βλέπω ἀναγκαίαν καὶ σκόπιμον τὴν ἀναγραφὴν
2775νέων ἐδαφίων καὶ νέων διατάξεων, νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς
2776τοῦτο ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι εἴδομεν ἓν σύγγραμμα, δὲν
2777ἠξεύρω τίνος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἢ ἐν Γερ-
2778μανίᾳ ἡ συζήτησις ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ὑπεστήριξε τὴν
2779διάλυσιν τῶν ἐργατικῶν σωματείων διὰ τῆς δικαστικῆς ἢ
2780τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων, ἢ δὲν ἠξεύρω διὰ τίνων ἄλ-
2781λων συνδυασμῶν. Δὲν εἶναι ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ
2782ἀπασχολῶσι σοβαρῶς μίαν Ἐθνοσυνέλευσιν. Οὐδ’ ἔχει σκο-
2783πὸν ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος νὰ προσθέσῃ λέξεις
2784ἐπὶ πλέον, λέξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ζήτημα τῆς νομοθετικῆς
2785προνοίας τῆς καθημερινῆς, τῆς διαρκοῦς, τῆς ῥεούσης, ἥτις
2786μεταβάλλεται ἑκάστοτε συμφώνως μὲ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγ-
2787κας καὶ συνθήκας, διότι τότε αἱ προσθῆκαι αὗται θὰ ὦσιν
2788ἐπωφελέστεραι, διότι θὰ εἶναι ἀντικατοπτρισμὸς τῶν συν-
2789θηκῶν τῶν κοινωνικῶν, αἱ ὁποῖαι ἀκριβῶς ἐδημιούργησαν
2790τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως τῶν νόμων, ἐνῷ σήμερον εἶναι
2791διατάξεις ἐκ τῶν προτέρων, οἵτινες δυνατὸν ἐν τῇ ἐξελίξει
2792τῆς πορείας τῶν ἐπαγγελματικῶν αὐτῶν σωματείων, περὶ
2793ὧν προκαταβολικῶς σήμερον λαμβάνομεν τὴν πρόνοιαν, ἐν
2794τῇ ἐξελίξει, λέγω, καὶ ἡ νομοθεσία καὶ ἡ ἐπιστήμη νὰ
2795ἐξεύρῃ ἄλλον τινὰ τρόπον πρὸς τελειοτέραν ῥύθμισιν τῶν
2796σωματείων τούτων ἀναφερομένων πρὸ πάντων εἰς τὰς περι-
2797ουσιακὰς αὐτῶν σχέσεις καὶ ἐν γένει περὶ τὴν τελειοτέραν
2798ῥύθμισιν τῶν καθηκόντων, ἀλλὰ καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν.
2799Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀπορρίψωμεν τὴν προσ-
2800θήκην ταύτην, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν εἶναι οὔτε ἀναγκαία
2801οὐδὲ τὸ παράπαν σκόπιμος.
2802§201Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω,
2803κύριοι συνάδελφοι, διὰ τῶν ὁποίων μᾶλλον θὰ προσπαθήσω
2804νὰ μεταδώσω ὑμῖν, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσαν-
2805τες ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅσοι εἶναι καὶ μέλη τῆς ἐπιτρο-
2806πῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἔπραξαν,
2807τὰς σκέψεις τὰς ἐμὰς καὶ τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι διημεί-
2808φθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, διότι νομίζω ὅτι αὗται θέλουσιν
2809εἶσθαι καταλληλότεραι διαδηλούμεναι ἐνώπιον ὑμῶν νὰ
2810μεταδώσωσιν εἰς ὑμᾶς σαφῆ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου, ἥτις
2811ἀπεδόθη εἰς αὐτό, ὡς διετυπώθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ
2812τὰς συζητήσεις ἡμῶν τῶν μελῶν αὐτῆς.
2813Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11, ὅπως
2814καὶ ἄλλος τις τῶν κ. κ. συναδέλφων εἶπεν ἐνταῦθα, προ-
2815στατεύουσι τὴν ἐκ τῆς κοινωνικότητος τῶν ἀνθρώπων ὑπάρ-
2816χουσαν τάσιν τοῦ συνέρχεσθαι μετ’ ἀλλήλων. Τὸ μὲν πρῶ-
2817τον τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι μετ’ ἄλλων ὁμοίων,
2818πρὸς ἐκδήλωσιν γνωμῶν, ἐπὶ προσωρινόν τινα χρόνον, τὸ
2819δὲ δεύτερον τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἤτοι τοῦ
2820συνέρχεσθαι ἐπὶ διαρκέστερον χρόνον. Καθ’ ἃς ἐποχὰς
2821ἐγένετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864
2822βεβαίως ἔλαβον χώραν διάφοροι συζητήσεις, καὶ εἰς τὰς
2823συζητήσεις ἐκείνας ἀπεσαφήθη ὅτι τὸ ἄρθρον 11 περιε-
2824λάμβανε τὸ δικαίωμα τῶν πολιτικῶν συνεταιρισμῶν, μὴ
2825ὑπαγομένων τούτων εἰς τὴν προηγουμένην ἄδειαν τῆς Ἀρ-
2826χῆς, ἀλλ’ ἐπίσης ἀπεσαφήθη ὅτι δὲν περιελαμβάνοντο ἐν
2827τούτῳ οἱ συνεταιρισμοὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου, εἴτε ἀστικοὶ
2828εἴτε ἐμπορικοί. Δὲν ἐγένετο τότε ποσῶς λόγος ἐξ ὅσων ἐν-
2829θυμοῦμαι περὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν, δὲν
2830ἐγένετο δὲ λόγος προδήλως, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ
28311844 πρὸ πάντων, ὅτε ἐψηφίσθη ἡ πρώτη διάταξις, ἡ οὖσα
2832ἡ αὐτὴ πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἡ
2833κίνησις, τὴν ὁποίαν βλέπομεν σήμερον ἁπανταχοῦ τοῦ πε-
2834πολιτισμένου κόσμου, τῶν ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν
2835δὲν ὑπῆρχε. Σήμερον ὅμως, Κύριοι, ἡ κίνησις αὕτη εἶναι
2836ἀναμφισβήτητος, εἶναι κατάδηλος, εἶναι ζωηρὰ καὶ ἐνερ-
2837γός, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπισπάσῃ σοβαρὰν τὴν προσοχὴν τῆς
2838ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐκαλεῖτο, ἵνα σκεφθῇ, ἄν, οἷον θὰ ψηφισθῇ
2839τὸ ἄρθρον 11, θὰ περιελάμβανεν ἐν τῇ ἐννοίᾳ αὐτοῦ ἀναμ-
2840φισβητήτως μὲν τοὺς πολιτικοὺς συνεταιρισμούς, ἀλλὰ καὶ
2841τοὺς ἐπαγγελματικοὺς τοιούτους.
2842Προτοῦ ὅμως, Κύριοι, ἐρευνηθῇ τοῦτο, ἐὰν θὰ περιελαμ-
2843βάνοντο καὶ οἱ ἐπαγγελματικοὶ συνεταιρισμοί, ἠρευνήθη τὸ
2844ἕτερον, ἂν ἀποκλείεται ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος,
2845ὑφ’ οἵαν τοὐλάχιστον ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελε νὰ δώσῃ ἔννοιαν,
2846πᾶς συνεταιρισμὸς ἀνήκων εἰς τὸ ἀστικὸν καὶ τὸ ἐμπορικὸν
2847δίκαιον, οἷον ἐμπορικαὶ ἑταιρεῖαι. Ἐννοοῦμεν ὅλοι ὅτι οἱ
2848συνεταιρισμοὶ οὗτοι εἶναι διάφοροι ὅλως τῶν ἐπαγγελματι-
2849κῶν, ὅτι πρόκειται περὶ πραγμάτων, ἅτινα εἶναι σαφῶς
2850διακεκριμένα ἀπ’ ἀλλήλων, ἀλλά, ἐνῷ τὸ ἐννοοῦμεν, ἴσως
2851δὲν ἔχομεν χαράξει ἐν τῇ διανοίᾳ ἡμῶν τὰ χαρακτηριστικὰ
2852ἑκάστου ἐκ τῶν συνεταιρισμῶν, περὶ ὧν ἀσχολεῖται τὸ
2853ἄρθρον. Καὶ ἀνάγκη, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λεχθῶσί τινα
2854περὶ τούτων, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τοῦ μὲν πολιτικοῦ συνεται-
2855ρισμοῦ τὰ χαρακτηριστικὰ εἶναι καταφανῆ ἐκ τοῦ σκοποῦ
2856αὐτοῦ, τοῦ ἐμπορικοῦ ὅμως καὶ τοῦ ἀστικοῦ συνεταιρισμοῦ
2857τὰ χαρακτηριστικὰ εὑρίσκονται εἴς τινα συνάφειαν, εἴς
2858τινα ἐπαφὴν μετὰ τῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ ἐπαγγελμα-
2859τικοῦ συνεταιρισμοῦ τοιαύτην, ὥστε καὶ ἐντεῦθεν ἤκουσα
2860ἀπαγγελλομένας ἰδέας καὶ γνώμας, περιεχούσας συγχύσεις
2861τινὰς τῶν ὁρίων μεταξὺ τῶν δύο συνεταιρισμῶν.
2862Πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι οἱ ἐπαγγελματι-
2863κοὶ συνεταιρισμοὶ εἶναι ἴδιον εἶδος τῶν κοινωνικῶν συνε-
2864ταιρισμῶν, πάντως ὅμως δὲν εἶναι συνεταιρισμοὶ χρηματι-
2865κοί, οἰκονομικοί. Ὑπὸ τὴν τεχνικὴν ἔννοιαν, τὴν σήμερον
2866τοὐλάχιστον παραδεδεγμένην, τῶν ἐπαγγελματικῶν συνε-
2867ταιρισμῶν, δὲν ἐννοοῦμεν, τοὐναντίον ἀποκλείομεν ῥητῶς,
2868καθ’ ἃ ἔχουσι παραδεχθῆ ὅπου ἵδρυσαν τοὺς ἐπαγγελματι-
2869κούς συνεταιρισμούς, ἀποκλείομεν, λέγω, ῥητῶς πάντα
2870συνεταιρισμόν, ὅστις σκοπὸν ἔχει τὴν ἐπιδίωξιν καὶ δια-
2871νομὴν χρηματικῶν κερδῶν μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ἐν-
2872νοοῦμεν ἐπαγγελματικὸν συνεταιρισμὸν τὸν συνδυασμὸν
2873προσώπων, μετερχομένων πάντων τὸ αὐτὸ ἐπάγγελμα ἢ
2874ἐπαγγέλματα συναφῆ, σκοπὸν δ’ ἐχόντων τὴν προαγωγὴν
2875τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν αὐτῶν συμφερόντων, οὐχὶ δὲ
2876καὶ τὴν ἐπιτυχίαν χρηματικοῦ κέρδους. Ἑταιρεῖαι τοὐναν-
2877τίον σκοπὸν ἔχουσαι τὸ οἰκονομικὸν κέρδος, τὸ χρηματικὸν
2878κέρδος, δὲν εἶναι ἐπαγγελματικοὶ συνεταιρισμοί, δὲν εἶναι
2879συντεχνίαι, ἀλλ’ ἑταιρεῖαι διεπόμεναι ἀπὸ τὸ ἀστικὸν δί-
2880καιον ἢ ἀπὸ τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον. Ταύτας τὰς τελευταίας
2881δὲν περιλαμβάνει τὸ ὑπὸ ψήφισιν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
2882Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀργολίδος καὶ
2883Κορινθίας, ὅτι ἡ σημερινὴ τάσις τῶν νομοθεσιῶν, ἰδίᾳ τῶν
2884νομοθεσιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀπέμειναν νεκραί, ὡς ἡ
2885ἡμετέρα, ἐπὶ μακρὰν σειρὰν δεκαετηρίδων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν
2886ῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τούτων συνεταιρισμῶν τοῦ ἀστι-
2887κοῦ ἢ τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, ἡ σημερινή, λέγω, τάσις εἶναι
2888νὰ μὴ ὑπάγωνται καὶ αὗται εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς
2889Ἀρχῆς. Τοῦτο ὅμως, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περι-
2890φρουρήσωμεν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, διὰ συντα-
2891γματικῆς ἐγγυήσεως παρ’ ἡμῖν· δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι
2892ἡ παρ’ ἡμῖν ἀνάπτυξις καὶ ἐξέλιξις τῶν ἑταιρειῶν τού-
2893των, τῶν χρηματικὸν ἐπιδιωκουσῶν σκοπόν, δὲν ἔχει συντε-
2894λεσθῆ ὁμαλῶς καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀποφα-
2895σίσωμεν ἂν πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ περιφρουρήσωμεν διὰ
2896συνταγματικῆς ἐγγυήσεως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζε-
2897σθαι ἢ ἂν πρέπει νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὸν νομοθέτην νὰ ῥυ-
2898θμίζῃ τὰ τῶν συνεταιρισμῶν τούτων, ζητῶν, ἢ μὴ ζητῶν,
2899κατὰ τὰς περιστάσεις, τὴν προηγουμένην ἔγκρισιν τῆς
2900Ἀρχῆς. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὑπῆρξα μειοψη-
2901φία τις, ἐν τῇ ὁποία κατετάσσετο καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρ-
2902γολίδος καὶ Κορινθίας συνάδελφος, ἥτις δὲν διεφώνει μὲν
2903κατ’ οὐσίαν πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, διότι καὶ αὕτη, ἐὰν
2904ἐνομοθέτει, ἤθελεν ἐξαιρέσει τῆς προηγουμένης ἐγκρίσεως
2905τῆς ἀρχῆς, τὰς ἱδρύσεις ἑταιρειῶν, διεφώνει ὅμως μόνον
2906κατὰ τοῦτο, ὅτι ἐφρόνει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ μέ-
2907ρος τῶν συνταγματικῶν διατάξεων τὸ θέμα τῶν χρημα-
2908τικῶν ἑταιρειῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολούμεθα. Ἀλλ’
2909ἐνταῦθα, Κύριοι, γενομένου λόγου περὶ τῆς διαφορᾶς με-
2910ταξὺ τῶν ὅρων ἀδείας καὶ ἐγκρίσεως, νομίζω ὅτι καθῆκον
2911ἔχω νὰ διασαφήσω ὅτι αἱ ἔννοιαι αὗται εἶναι σαφῶς δια-
2912κεκριμέναι ἀπ’ ἀλλήλων· διότι, ἐὰν συνεταιρισμός τις ἔχῃ
2913ἀνάγκην προηγουμένης ἀδείας, ὅπως ὑφίσταται ὡς συνεται-
2914ρισμός, τότε, προτοῦ ἐπέλθῃ ἡ ἄδεια, δὲν ὑπάρχει ἡ ἔννοια
2915καὶ ἡ ὑπόστασις αὐτοῦ, ὡς νομικοῦ προσώπου, καὶ συνεπῶς
2916αἱ σχέσεις, τὰς ὁποίας συνῆψαν οἱ συνελθόντες, εἶναι σχέ-
2917σεις μηδενικαί, νεκραί, εἶναι ἄκυροι ἐν τῇ σφαίρᾳ τοῦ
2918ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἐὰν τοὐναντίον ὑποθέσητε ὅτι ἀπαιτεῖ-
2919ται μόνον ἡ ἔγκρισις τῆς Ἀρχῆς, τότε τὰ γενόμενα καλῶς
2920ἔχουσιν, ἡ δὲ ἐπερχομένη ἔγκρισις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ
2921ἄλλην ἔννοιαν εἰμὴ ἑρμηνευτικήν, ὅτι τὰ γενόμενα καλῶς
2922ἔχουσι καὶ δὲν ἀντίκεινται εἰς διάταξίν τινα ἀπαγορεύου-
2923σαν ταῦτα.
2924Ἀπεκλείσθη λοιπόν, Κύριοι, ἐκ τῆς συνταγματικῆς δια-
2925τάξεως, τὸ σωματεῖον ἐκεῖνο, ὁ συνεταιρισμὸς ἐκεῖνος, ὁ
2926ὁποῖος σκοπὸν ἔχει οἰκονομικόν, ἁπτόμενον τῶν διατάξεων
2927τοῦ ἀστικοῦ ἢ τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου, τοὐναντίον δὲ περιε-
2928λήφθησαν οἱ κοινωνικοὶ ἢ ἐπαγγελματικοὶ συνεταιρισμοί.
2929Περὶ τούτων δὲ νομίζω ὅτι εἶναι σκόπιμον, ὅπως καὶ οὗτοι
2930περιβληθῶσι διὰ τῆς συνταγματικῆς ἐγγύης. Εἶπον κοινω-
2931νικῶν ἢ ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν, διότι ἕτερον ἑκά-
2932τερον· ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ τῶν δύο ἐννοιῶν, διότι
2933εἶναι κοινωνικὸς συνεταιρισμὸς λ. χ. ὁ σκοπῶν κοινωφελές
2934τι ἢ φιλανθρωπικὸν ἔργον ἢ ὁ σκοπῶν τὴν ἐπιδίωξιν καλ-
2935λιτεχνικοῦ τινος ἔργου. Ἐνῷ ὁ ἐπαγγελματικὸς ἄλλα σκο-
2936πεῖ. Ἐάν, Κύριοι, θέλωμεν νὰ ἀσπασθῶμεν τὰς παραδεδε-
2937γμένας ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ γνώμας, εἰς
2938μὲν τοὺς συνεταιρισμοὺς τοὺς κοινωνικοὺς δύνασθε νὰ ἔχητε
2939πρόσωπα διαφόρων ἐπαγγελμάτων, τὰ ὁποῖα δὲν σκοποῦσι
2940τὴν προαγωγὴν τῶν κοινωνικῶν καὶ ἠθικῶν συμφερόντων
2941τάξεώς τινος ὡρισμένης, ἀλλὰ γενικοὺς σκοπούς, ἐν δὲ τῇ
2942δευτέρᾳ περιπτώσει τῶν ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν
2943ἔχετε τοὐναντίον ἕνωσιν ἐπαγγελματιῶν ὁμοτέχνων ἢ τοὐ-
2944λάχιστον ὁμοιοτέχνων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι καὶ οἱ κοινω-
2945νικοὶ συνεταιρισμοί, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐπαγγελματικοί, πρέπει
2946νὰ περιβληθῶσι διὰ τῆς συνταγματικῆς ἐγγύης, τῆς ἄνευ
2947ἀδείας συστάσεως.
2948§202Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Τί ἐννοεῖτε λέγοντες κοινωνικοὶ συνε-
2949ταιρισμοί, κύριε συνάδελφε;
2950§203ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ διέκρινα ἐγώ. Ὄχι κομματικοί.
2951§204Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ. Εἶναι ἓν
2952ἀόριστον.
2953§205ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι οἱ ἐπαγγελματικοί, οἱ σήμε-
2954ρον κατηρτισμένοι ἁπανταχοῦ, καὶ ἐνταῦθα δὲ ἀπό τινων
2955ἐτῶν. Οὗτοι, ἐνίοτε μάλιστα κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἀλλήλους,
2956ἀγωνίζονται, ὅπως ὑπερασπίσωσι καὶ προστατεύσωσι τὰ ἰδι-
2957αίτερα αὑτῶν ἐπαγγελματικὰ συμφέροντα, ἅτινα ὡς συμφέ-
2958ροντα ὁμάδος εἰσερχόμενα εἰς τὸν κύκλον τῶν οἰκονομικῶν
2959σχέσεων αὐτῆς μετὰ τῆς Πολιτείας κατ’ ἀνάγκην ἐκ τού-
2960του μεταλαμβάνουσι χροιάν τινα οἰκονομικὴν πολιτικήν,
2961ἥτις ἀδύνατον νὰ μὴ ἐνδιαφέρῃ τὴν Πολιτείαν, καὶ δυνα-
2962τόν ποτε νὰ φέρῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἀνάγκην σκέψεως περιστο-
2963λῆς ἀνωμάλων ἐνεργειῶν τοῦ συνδέσμου, θέλοντος διὰ τού-
2964των ν’ ἀντιδράσῃ κατὰ τῶν σκοπῶν τῆς Πολιτείας. Κατ’
2965ἀνάγκην λοιπόν, εὐθὺς ὡς ἀποχωρίσητε τῶν ἄλλων συνεται-
2966ρισμῶν τὰς ἑνώσεις ταύτας, ἐμφανίζεται ἡ ὑποχρέωσις
2967προνοίας περὶ ἐξαρτήσεως τῆς διαλύσεως ἀπὸ δικαστικῆς
2968ἀποφάσεως πρὸς ἀποφυγὴν αὐθαιρεσιῶν τῆς διοικήσεως.
2969§206Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐνομίσαμεν οὐχὶ ἄνευ
2970συζητήσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅτι ἔπρεπε νὰ καταλήξωμεν
2971εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ἡ συζήτησις ἰδίᾳ ἀφορμὴν ἔλα-
2972βεν ἐκ τῆς τελευταῖον παρατηρηθείσης τάσεως, ὅπως οἱ
2973συνεταιρισμοὶ οὗτοι οἱ διάφοροι, αἱ συντεχνίαι, ἐπιληφθῶ-
2974σιν ἔργων οὐ μόνον ἁπλῶς προαγωγικῶν τῶν ὑλικῶν καὶ οἰ-
2975κονομικῶν αὐτῶν συμφερόντων, οὐχὶ μόνον ἀμυντικῶν ὑπὲρ
2976τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως αὐτῶν καὶ τῶν ποικί-
2977λων συμφερόντων αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπιληφθῶσι καὶ ἔργων, τὰ
2978ὁποῖα ἔτεινον πρὸς τὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν...
2979§207Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὁποῖον δὲν ἔβλαψεν.
2980§208Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἠθελή-
2981σαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν διὰ τῆς συνταγματικῆς ἐγγύης
2982τὸ ἔργον.
2983§209ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐρυτέραν πολιτικήν. Ὄχι στενῶς.
2984§210Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι στενήν. Ὄχι κομμα-
2985τικήν. Εὐρυτέραν κατεύθυνσιν γενικῶν ἰδεῶν. Καὶ ταύτην
2986μόνον ἐννοῶ πολιτικήν.
2987Ἐνομίσαμεν λοιπὸν ὅτι ἔπρεπε καὶ ἡ συνταγματικὴ
2988ἐγγύη νὰ ἐκταθῇ καὶ ἐπὶ τοὺς συνεταιρισμοὺς τούτους.
2989Ὡς παρετήρησέ τις ἐκ τῶν προαγορευσάντων ἐνταῦθα
2990συναδέλφων, οἱ κοινωνικοὶ οὗτοι συνεταιρισμοὶ — λέγων δὲ
2991νῦν κοινωνικοὶ δὲν ἐννοῶ τούτους ὑπὸ τὴν τεχνικὴν πλέον
2992σημασίαν, ἀλλ’ ἐννοῶ τοὺς περιλαμβάνοντας κύκλον τινὰ
2993εἴτε ὁμοτέχνων εἴτε μὴ — ἀναμφισβητήτως ἔρχονται εἰς σύγ-
2994κρουσιν πολλάκις πρὸς ἀλλήλους ἢ πρὸς τὴν Πολιτείαν,
2995ἰδιαίτατα δὲ τοῦτο συμβαίνει διὰ τοὺς ἐπαγγελματικοὺς
2996συνεταιρισμούς, διότι τὸ ἐπιδιώκειν τὴν ἐξύψωσιν τῶν ἰδίων
2997συμφερόντων δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρῃ καὶ προστριβήν
2998τινα πρὸς τὰ τοῦ ἄλλου καὶ μείωσίν τινα τῶν συμφερόν-
2999των τοῦ ἄλλου. Ὅταν δὲ ἔρχωνται εἰς σύγκρουσίν τινα
3000πρὸς γενικώτερά τινα συμφέροντα οἱ συνεταιρισμοὶ οὗτοι,
3001κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς ἐπιστήμης, δὲν μένει ἢ ἡ
3002Πολιτεία, ἡ ὁποία εἶναι ὁ ῥυθμιστὴς ὅλων τῶν συγκρού-
3003σεων, νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα αὑτῆς καὶ νὰ ἐξομα-
3004λίσῃ τὰς συγκρούσεις καὶ προλάβῃ ταύτας. Ἀλλὰ τὰ δι-
3005καιώματα τῆς Πολιτείας ταῦτα δύνανται νὰ εἶναι διττά,
3006προληπτικὰ καὶ κατασταλτικά. Εἴπομεν καθ’ ἡμᾶς αὐτούς·
3007ἆρά γε εἶναι φρόνιμον νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸν νομοθέτην
3008νὰ ἀπαιτήσῃ δικαιώματα προληπτικά, ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν
3009ἄδειαν ἢ τὴν ἔγκρισιν πρὸς σύστασιν τοιούτων συνεται-
3010ρισμῶν;
3011Καὶ ἐσκέφθημεν, Κύριοι, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι τοῦτο δὲν
3012ἤθελεν εἶσθαι πολιτικόν, δὲν ἤθελεν εἶσθαι δίκαιον, δὲν
3013ἤθελεν εἶσθαι σύμφωνον πρὸς πνεῦμα φιλελεύθερον, πρὸς τὸ
3014καθ’ ὅλου σήμερον ἁπανταχοῦ τοῦ πολιτισμένου κόσμου
3015διῆκον εὐμενὲς πνεῦμα ὑπὲρ τῶν συνεταιρισμῶν τούτων.
3016Ἐξ ὅλων τῶν ἄνω σκέψεων, Κύριοι, προῆλθε τὸ συμπέ-
3017ρασμα, ὅπερ ἐτέθη ἐν τῇ ἐκθέσει, ὅτι ἡ συνταγματικὴ διά-
3018ταξις περιλαμβάνει οὐ μόνον τοὺς πολιτικοὺς συλλόγους,
3019ἀλλὰ καὶ τὰ κοινωνικοὺς σκοποὺς διώκοντα σωματεῖα.
3020Ἀλλ’ ἡ λέξις σωματεῖα ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκλείσῃ ἄλλους
3021συνεταιρισμούς. Δὲν ἔχομεν σαφῶς καθορίσει εἰσέτι τί ἐστι
3022σωματεῖον ἢ συντεχνία ἤ, κατ’ ἐμέ, ἐπαγγελματικὸς συνε-
3023ταιρισμός. Διὰ νὰ ἀποκλείσωμεν λοιπὸν πᾶσαν ἀντίθετον
3024ἑρμηνείαν ἀσύστατον, πᾶσαν ἐξαίρεσιν ἄστοχον, προσεθέ-
3025σαμέν τι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἴσως περιττόν· «καὶ πᾶσαν ἐν γέ-
3026νει ἕνωσιν πλειόνων πρὸς οἱονδήποτε θεμιτὸν σκοπόν».
3027Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, ἀνεγράφη ἐν τῇ ἐκθέσει καὶ ἡ
3028γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς πλειονοψηφίας τουλάχιστον, ὅτι
3029ἡ διάταξις αὕτη περιφρουροῦσα τὸ δικαίωμα καθ’ ἑαυτὸ
3030τοῦ συνεταιρισμοῦ «οὐδαμῶς ἀφορᾶ καὶ εἰς τοὺς ὅρους τῆς
3031ὑπάρξεως τῶν νομικῶν προσώπων καὶ τοὺς διέποντας ταῦτα
3032κανόνας, οἵτινες ἀνάγονται εἰς τὴν σφαῖραν τοῦ ἰδιωτικοῦ
3033δικαίου κτλ.»
3034Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἤδη, ἀφοῦ ἀπεκλείσθη τὸ προληπτικὸν
3035μέτρον τῆς ἀδείας πρὸς σύστασιν, ἆρά γε συμφέρον θὰ ἦτο
3036ἡ διάλυσις τῶν σωματείων τούτων νὰ ἐδίδετο εἰς τὰς χεῖ-
3037ρας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἢ ἔπρεπε διὰ τὴν διάλυσιν
3038νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύη τις μείζων, ἐγγύη συνταγματική; Ἀλλὰ
3039προκειμένου περὶ διαλύσεως ἤκουσα, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπῆρχε
3040κἂν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ νομοθέτου τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ Συντά-
3041γματος, ὅπως χορηγήσῃ τὸ δικαίωμα, ἵνα δύναται νὰ δια-
3042λύσῃ ἡ ἐξουσία, ἀδιάφορον ποία, τὸ ἅπαξ συσταθὲν σωμα-
3043τεῖον, ἔστω καὶ ἂν τοῦτο δὲν τηρῇ τοὺς νόμους τοῦ Κρά-
3044τους. Ἡ ἱστορία, ὅμως, Κύριοι, ἐξ ἧς παρήχθη τὸ ἄρθρον
304511 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ τὸ ἀνάλογον καὶ εἰς
3046αὐτὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, δὲν δεικνύει ὅτι
3047ὡρμήθη ἀπὸ τοιούτων σκοπῶν ὁ θεσμοθέτης τῆς ἐποχῆς
3048ἐκείνης οὔτε ἀπὸ τοιούτων βλέψεων. Οὐδαμῶς ἐνόησε νὰ
3049καθιερώσῃ τὸ ἀδιάλυτον τῶν συνεταιρισμῶν.
3050Ἡ κατάστασις τῆς Γαλλικῆς νομοθεσίας ἐν τῇ ἐποχῇ
3051τοῦ 1844 καὶ 1864, νομοθεσίας ἐκ τῆς ὁποίας ἐπηρεάσθη-
3052σαν οἱ νομοθέται ἡμῶν, ἦτο κατάστασις περιέχουσα δια-
3053τάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀπηγόρευον τὴν ἕνωσιν πλειόνων τῶν εἴ-
3054κοσι προσώπων, διατάξεις τῶν ἄρθρων 292 καὶ ἑπομένων
3055Γαλλικοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καὶ αἱ λαβοῦσαι συνεχῶς χώ-
3056ραν συζητήσεις περὶ καταργήσεως τῶν διατάξεων τούτων
3057ὡς ἀνελευθέρων, ἀφοῦ εὐθὺς ὡς συνήρχοντο 21 πρόσωπα,
3058τοῦτο καὶ μόνον ἀπετέλει ἀδίκημα, ἐπηρέασαν τοὺς συν-
3059τάξαντας τὸν Συνταγματικὸν ἡμῶν Χάρτην. Καὶ ταύτας
3060τὰς συζητήσεις ἔχοντες ὑπ’ ὄψει εἶπον ὅτι ἐπιτρέπεται πλεί-
3061ονα πρόσωπα ἄνευ ἀδείας νὰ συνέρχωνται, νὰ συνεταιρίζων-
3062ται, ἀδιάφορον ἂν εἶναι 21 ἢ 221.
3063Ἀλλ’ εἶπον συνάμα ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ· «τηροῦντες τοὺς
3064νόμους τοῦ Κράτους». Δὲν ἐνόησαν βεβαίως νὰ περιορίσωσι
3065καὶ τὴν κατασταλτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους μέχρι μόνον
3066τοῦ ὁρίου τοῦ τιμωρεῖν τοὺς παρεκτρεπομένους. Ἐὰν τοῦτο
3067ἐνόουν, θὰ ἐβλέπομεν θεσμοθέτην, ὁ ὁποῖος ἤθελεν εἶσθαι
3068ἀνακόλουθος, θεσμοθέτην, ὁ ὁποῖος μεταχειρίζεται κατα-
3069σταλτικὰ μέτρα κατὰ τῶν ἀτόμων, τιμωρῶν αὐτά, δὲν
3070μεταχειρίζεται ὅμως τοιαῦτα κατὰ τῶν συνεταιρισμῶν.
3071Τὸ δικαίωμα λοιπὸν τῆς διαλύσεως οὐδαμῶς ἀπεκλείσθη
3072ἐκ τῶν διατάξεων τούτων τῶν συνταγματικῶν, οὔτε ἐκ
3073τοῦ γράμματος, οὔτ’ ἐκ τῆς ἱστορικῆς ἢ ἄλλης ἑρμηνείας
3074αὐτῶν.
3075Ἀλλά, Κύριοι, πρὸς ἐπίρρωσιν τοῦ ἐπιχειρήματος, ὅτι
3076δὲν ἠδύνατο νὰ διέλθῃ ἐκ τῆς διανοίας τῶν νομοθετῶν τοῦ
30771864 τὸ δύνασθαι τὴν Πολιτείαν διαλύειν τοὺς συνεται-
3078ρισμούς, ἐφευρέθη ἓν ἐπιχείρημα ὑπό τινων τῶν προλαλη-
3079σάντων. Εἶπον πρὸς ἡμᾶς· τί θὰ ἠμπόδιζεν εἰς περίστασιν,
3080κατὰ τὴν ὁποίαν διελύετο τὸ σωματεῖον ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν
3081—ἀδιάφορον ποίαν, ἐπαναλαμβάνω—, τί θὰ ἠμπόδιζε τὴν
3082ἀνασύστασιν αὐτοῦ μετὰ πάροδον ἑνὸς ἢ δύο λεπτῶν; οὐ-
3083δέν. Ἰδοὺ ἄρα, εἶπον πρὸς ἡμᾶς οἱ προκγορεύσαντες, ὅτι
3084οὐδόλως πρακτικὴ θὰ ἦτο ἡ διάλυσις. Λησμονοῦμεν ὅμως
3085ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν καὶ τὴν ἀνασύστασιν δὲν θὰ ἐπρόκειτο
3086πλέον περὶ συστάσεως τοῦ παλαιοῦ, ἀλλὰ νέου σωματείου·
3087καὶ ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα· διότι τὰ σωματεῖα καὶ οἱ
3088συνεταιρισμοὶ ἔχουσι καὶ περιουσίαν καί, ἂν ἐπέλθῃ ἡ διά-
3089λυσις νομίμως, ἡ περιουσία ἐκείνη μεταβαίνει ἐκεῖ ὅπου
3090ὁρίζει ὁ νόμος ἢ τὸ Καταστατικὸν τοῦ σωματείου. Δὲν τὴν
3091λαμβάνει τὸ νέον σωματεῖον. Δὲν εἶναι λοιπόν, Κύριοι,
3092ἐπιχείρημα σοβαρὸν τὸ λεχθὲν ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τοῦ
3093σωματείου δύναται νὰ ἀνασυσταθῇ τὸ σωματεῖον. Δύνανται
3094νὰ συνέλθωσι τὰ αὐτὰ πρόσωπα ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ
3095εἶναι σωματεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ πα-
3096λαιοῦ. Καὶ νομικῶς, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ κοινωνικῇ ἀντιλήψει
3097καὶ ἐκτιμήσει, τοῦτο εἶναι οὐσιαστικῶς σπουδαῖον.
3098Διὰ τοῦτο, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως δὲν
3099πρέπει διὰ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξάγεται ἐνταῦθα,
3100νὰ θεωρηθῇ ὅτι πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ νομοθέτου.
3101§211Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
3102καιοσύνης). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
3103§212Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις
3104ἐκ μέρους ὑμῶν, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄλλοθεν καὶ δὴ ἀπὸ
3105πρόσωπα οὐχὶ μὴ κατέχοντα θέσιν, ὑπὸ τὴν ἐπιστημονι-
3106κὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν ἔποψιν. Δὲν πρέπει δὲ νὰ νομί-
3107ζωμεν τοῦτο ἀνελεύθερον, ὡς εἶπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς ἀξιότι-
3108μος συνάδελφος κ. Νέγρης. Τὸ Γαλλικὸν ἔθνος εἶναι φιλε-
3109λευθερώτατον, καὶ ὅμως ὁ νόμος ὁ Γαλλικὸς τοῦ 1884,
3110εἰσάγων τὴν ῥύθμισιν τῶν σωματείων καὶ καταργῶν τὰς
3111ἀνελευθέρους ὑπαρχούσας ἐν Γαλλίᾳ προηγουμένας διατά-
3112ξεις προέβλεψε καὶ περὶ τῶν περιπτώσεων τῆς διαλύσεως
3113τῶν σωματείων τούτων, τῶν ἐπαγγελματικῶν, προέβλεψε
3114καὶ περὶ τῶν ἐρίδων, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐπέλθει μεταξὺ
3115τῶν μελῶν. Διότι ἐσκέφθησαν ἐκεῖ, Κύριοι, πολιτικώτατα,
3116ὅτι τὰ κοινωνικὰ ταῦτα πρόσωπα τὰ νομικά, οἱ συνεται-
3117ρισμοὶ οὗτοι, τοὺς ὁποίους διὰ τῆς νομοθετικῆς ῥυθμίσεως
3118ἀνάγομεν πλέον καὶ εἰς κοινωνικὰ νομικὰ πρόσωπα, οἱ
3119συνεταιρισμοί, οἱ ἀποτελοῦντες μίαν ὀργάνωσιν ἰδιαιτέραν,
3120χρῄζουσι πρὸ πάντων καὶ διοργανισμοῦ ἐσωτερικοῦ, πρὸς
3121ὁμαλὴν αὐτῶν λειτουργίαν, χρῄζουσι πειθαρχικῶν διατά-
3122ξεων. Ἡ δὲ παράβασις τῶν πειθαρχικῶν διατάξεων, τὰς
3123ὁποίας θέτει ὁ νόμος, δύναται νὰ φέρῃ ἄλλοτε μὲν ἀκύρω-
3124σιν τῶν ἀποφάσεων τοῦ συμβουλίου τούτου, ἐὰν τοῦτο
3125καταχρᾶται τῇ θελήσει τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἄλλοτε δὲ τὴν
3126ἀκύρωσιν ἀποφάσεων αὐτῆς ταύτης τῆς ὁλομελείας τοῦ
3127συλλόγου, ἐὰν αὗται ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰς κειμένας διατά-
3128ξεις, ἄλλοτε δέ, ἐὰν αἱ πράξεις αἱ ἀντιπειθαρχικαί, εἰς τὰς
3129ὁποίας ἤθελε προβῆ, εἶναι καὶ ποινικῶς κολάσιμοι, τὴν
3130πρόσθετον ἐπέμβασιν τῆς καταδιωκτικῆς ἀρχῆς.
3131Βλέπομεν λοιπὸν ὅτι ἀλλαχοῦ καὶ ἐν Πολιτείᾳ βιούσῃ
3132ὑπὸ τὸ μᾶλλον φιλελεύθερον πνεῦμα, ὅπου εἶναι ὑπεράγαν
3133ἀνεπτυγμένον τὸ δικαίωμα τῶν συνεταιρισμῶν, δὲν ἠρνή-
3134θησαν εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῶν ἐπι-
3135βλαβῶν συνεταιρισμῶν. Τὸ ἀντίθετον, Κύριοι, ἤθελεν εἶσθαι
3136ὑπεροχὴ ἀδικαιολόγητος καὶ ἐπικράτησις τῆς ἰσχύος τῶν
3137σωματείων αὐτῶν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ὅτε ἦσαν βέ-
3138βαιοι οἱ ἀποτελοῦντες ταῦτα, ὅτι, οἱανδήποτε καὶ ἂν
3139διαπράξωσι πρᾶξιν, δὲν θὰ διέλυεν αὐτὰ ἡ Πολιτεία. Δὲν
3140εἶναι λοιπὸν παράλογον, ἐρωτῶ, νὰ ὑποστηρίζηται ὅτι
3141οὐδέποτε καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύνανται τὰ σωματεῖα
3142νὰ διαλύωνται; Δὲν εἶναι ἄρνησις τῆς ἐννοίας τοῦ Κρά-
3143τους; Δύνανται νὰ διαλύωνται, ὅταν εἶναι ἐπιβλαβὴς γενι-
3144κῶς ἡ δρᾶσίς των, ἀλλὰ διὰ τὴν τοιαύτην περίπτωσιν
3145πρέπει νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν
3146περὶ τὸ συνεταιρίζεσθαι διὰ διατάξεως ἐπαρκοῦς προλαμ-
3147βανούσης πᾶσαν κατάχρησιν. Ἡ πολιτικὴ ἐξουσία θὰ εὑ-
3148ρεθῇ ἴσως εἰς σύγκρουσιν μετὰ τῆς κοινωνικῆς ἐκείνης ὁμά-
3149δος, ἡ κοινωνικὴ ὁμὰς ἐπιδιώκει ἴδια συμφέροντα· ἄλλα
3150συμφέροντα, γενικὰ ἢ μερικά, βλάπτονται ἢ μειοῦνται
3151ἕνεκα τούτου. Ἡ Πολιτεία εὑρίσκεται ὡς ῥυθμιστὴς ἔναντι
3152τῶν συγκρούσεων τούτων, ἀλλ’ ὁ ῥυθμιστὴς ἐπεμβαίνων
3153εὑρίσκεται εἰς σύγκρουσιν ἀπέναντι τῶν κοινωνικῶν συμ-
3154φερόντων τῆς συνεταιρικῆς ὁμάδος· εὑρισκόμενος δὲ εἰς
3155σύγκρουσιν εἶναι ἐνδεχόμενον, χάριν ἐπιτυχίας τῆς ἡσυχίας
3156τῶν πλειόνων, νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας τοῦ δια-
3157λύειν ἀπέναντι τοῦ ἐπαγγελματικοῦ σωματείου.
3158Καί, ἐκπληροῦντες ἔργον προνοίας, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν
3159τὴν κατάχρησιν ταύτην, τὴν ἐνδεχομένην, διὰ νὰ ἐξασφα-
3160λίσωμεν διὰ συνταγματικῆς ἐγγύης τοῦτο, ὅτι δύναται νὰ
3161ἐπέλθῃ ἡ διάλυσις μόνον ἕνεκα δεδικαιολογημένων λόγων,
3162ἀπειλούντων γενικώτερα καὶ πολυτιμότερα συμφέροντα,
3163πρέπει νὰ μὴ ἐμπιστευθῶμεν ταύτην εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν
3164ἐξουσίαν, ἥτις ἐν τῇ δράσει αὑτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ
3165εἰς ὑπερβασίας, ἀλλὰ νὰ καταφύγωμεν εἰς ἐκείνην τὴν Ἀρ-
3166χήν, ἥτις ἐτάχθη ἐν τῷ Κράτει διὰ νὰ αἴρῃ τὰς συγκρού-
3167σεις μεταξὺ ὁμάδων καὶ ἀτόμων, πρὸς ἄλληλα ἢ πρὸς τὴν
3168ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν — εἰς τὴν δικαστικὴν δηλαδὴ ἐξου-
3169σίαν.
3170Ἡ διάταξις λοιπόν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀνελεύθερος, εἶναι
3171τοὐναντίον ἄγαν φιλελεύθερος· εἶναι ἡ προστατεύουσα καὶ
3172τὴν Πολιτείαν, ἵνα ἐπιδιώξῃ τὴν διάλυσιν, ἂν λόγοι δίκαιοι
3173συντρέχωσι, καὶ τοὺς ἐπαγγελματικοὺς γενικώτερον συνε-
3174ταιρισμοὺς κατὰ πάσης καταχρήσεως τῆς ἐκτελεστικῆς
3175ἐξουσίας, ἥτις ὑποπτεύουσα ἐπικίνδυνον τυχὸν τὴν δρᾶσιν
3176τοιούτων τινῶν συνεταιρισμῶν καὶ σωματείων ἤθελεν ἴσως
3177ἀκαίρως καὶ ἀδίκως παρεμβῆ, ἵνα παρανόμως διαλύσῃ αὐ-
3178τούς. Ἡ διάταξις αὕτη, οὖσα ἀποτέλεσμα μακρᾶς μελέτης
3179καὶ πείρας ἀλλαχοῦ ὑπαρξάσης, ἐξασφαλίζει ὄχι μόνον τὴν
3180μὴ ἄκαιρον καὶ παράνομον διάλυσιν, ἀλλ’ ἐξασφαλίζει
3181ἀκόμη καὶ τὴν κοινωνικὴν ἡσυχίαν, διότι μόνον ἡ δικα-
3182στικὴ ἔρευνα παρέχει ταύτην εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον, εἰς
3183τὸν πολίτην.
3184Καὶ εἶναι διάταξις ἀναμφισβητήτως προστατεύουσα τὰ
3185σωματεῖα, καὶ δικαίως· διότι θὰ ἦτο ἄντικρυς ἀντίθετον
3186πρὸς τὴν ἀντίληψιν τὴν ὑπάρχουσαν ἁπανταχοῦ τοῦ πε-
3187πολιτισμένου κόσμου περὶ τῆς σημερινῆς κινήσεως τῶν
3188ἐπαγγελματικῶν συνεταιρισμῶν νὰ θελήσωμεν ἡμεῖς ἐν
3189Ἑλλάδι νὰ ἐμποδίσωμεν τούτους, ἢ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς
3190τὴν αὐθαίρετον κρίσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας περὶ τὴν
3191διάλυσιν αὐτῶν. Ἀντὶ τούτου, Κύριοι, ἂς διοργανώσωμεν
3192καταλλήλως τοὺς ἐπαγγελματικοὺς συνεταιρισμούς, καί,
3193διὰ τῆς καταλλήλου νομοθετικῆς ὀργανώσεως, προστατεύ-
3194οντες αὐτοὺς ἂς προστατεύσωμεν συνάμα τὴν ἐπιδιωκομέ-
3195νην παρ’ αὐτῶν προαγωγὴν τῶν ἠθικῶν καὶ κοινωνικῶν
3196συμφερόντων αὐτῶν, ἃς προστατεύσωμεν τὴν κοινωνικὴν
3197πρόοδον, ἥτις ἀσφαλῶς προάγει καὶ τὴν Πολιτείαν.
3198Τοιοῦτο, Κύριοι, εἶναι τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιστήμης, τὸ
3199ὁποῖον πρέπει νὰ ἀγάγῃ ἡμᾶς εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατά-
3200ξεως, ὡς διερρυθμίσθη. Καὶ νομίζω ἀδιστάκτως ὅτι μόνον
3201κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβοηθηθῇ ἡ πρό-
3202οδος καὶ ἡ τάσις, ἥτις κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ παρ’
3203ἡμῖν εὐδοκίμως ἀναπτυσσομένη παρατηρεῖται, καὶ διὰ τῆς
3204ὁποίας, προσηκόντως ῥυθμιζομένης διὰ τῆς νομοθετικῆς
3205ὁδοῦ, θὰ ἐπιτευχθῇ εἷς τῶν ὡραιότερων σκοπῶν, ἡ ἐξύψωσις
3206τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ μικροῦ ἐπαγγελματίου εἰς ἐπίπεδον
3207κοινωνικὸν καὶ ἐπαγγελματικὸν καὶ πολιτικόν, εἰς οἷον
3208πρέπει νὰ τάσσωνται καὶ οὗτοι ἐξ ἴσου μετὰ τῶν ἄλλων
3209πολιτῶν. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
3210§213Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι· τὸ δικαίωμα
3211τοῦ ἐλευθέρως συνέρχεσθαι καὶ συνεταιρίζεσθαι εἶναι αὐτὴ
3212ἡ κοινωνικότης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ Συνέλευσις φρονῶ ὅτι
3213ὀφείλει νὰ εἶναι εὔνους εἰς τὸν θεσμὸν τοῦ συνεταιρίζεσθαι
3214καὶ νὰ μὴ ὑποβάλῃ αὐτὸν εἰς κανένα περιορισμόν, καθόσον
3215φρονῶ ὅτι τὰ πλεῖστα μέλη αὐτῆς εἶναι τέκνα τῶν τοιού-
3216των συνεταιρισμῶν.
3217Τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864, εἰς οὐ-
3218δένα ἀπολύτως περιορισμὸν ὑποβάλλει τὸν θεσμὸν τοῦ συνε-
3219ταιρίζεσθαι. Ἐὰν ὑπῆρξεν ἀνάγκη καὶ κατέφυγον πρὸς ἔγ-
3220κρισιν συνεταιρισμῶν, τοῦτο μᾶλλον προῆλθεν ἐκ νομικῆς
3221πλάνης καὶ οὐχὶ ἐξ ὑποχρεώσεως, καθόσον, ὡς ἀπεδείχθη,
3222δὲν ὑπάρχει παράδειγμα παρεμβάσεως τῆς διοικητικῆς
3223Ἀρχῆς πρὸς διάλυσιν συνεταιρισμοῦ τινος. Ἀλλά, ἐνῷ εἰς
3224οὐδένα περιορισμὸν ὑποβάλλεται διὰ τῆς προσθήκης, τὴν
3225ὁποίαν κάμνομεν, τοῦ ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς διαλύσεως ἡ
3226δικαστικὴ Ἀρχή, ἐμμέσως παρέχομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν
3227νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ψηφίσῃ νόμον, καθορίζοντα τὸν
3228τρόπον τῆς λειτουργίας τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν καὶ
3229διαλύσεως τούτων. Κατὰ συνέπειαν δίδομεν τὸ δικαίωμα
3230νὰ νομοθετήσῃ καὶ περιορισμούς, καὶ οὕτω τὰ μέχρι τοῦδε
3231ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τὸ ὑποβάλλομεν
3232εἰς περιορισμούς. Ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Βόλου ἀξιότιμος συνάδελ-
3233φος λίαν ὀρθῶς, οἱ τοιοῦτοι συνεταιρισμοὶ διαλύονται διὰ
3234τῆς ἐναντίας θελήσεως τῶν μελῶν, καὶ μένει ἑπομένως τὸ
3235ζήτημα τῆς περιουσίας, ὅπερ δύναται νὰ ῥυθμισθῇ κατὰ
3236τὰς ἰσχυούσας διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου.
3237Ὅθεν διὰ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ κάμω-
3238μεν εἰς τὸ Σύνταγμα, τουτέστι νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα
3239εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν νὰ διαλύῃ τοὺς συνεταιρισμούς,
3240φοβοῦμαι πολὺ ὅτι θέλομεν φθάσει εἰς ὅλως ἀντίθετον ἀπο-
3241τέλεσμα. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς ὅλους ἐκείνους, οἵτινες
3242ὡμίλησαν ἐκ τοῦ βήματος τούτου, καὶ δὲν φρονῶ, ὡς ὁ ἀξι-
3243ότιμος κ. Δικαῖος φρονεῖ, ὅτι ὁ χρόνος ἀπέληξεν ἐπὶ μα-
3244ταίῳ. Ἤκουσα ἰδίως καὶ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ
3245Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, ὅτι πρέπει νὰ φοβώ-
3246μεθα μήπως κρύπτεται τίποτε ἄλλο.
3247§214Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
3248οσύνης). Ὑπὸ τὸν μανδύαν;
3249§215Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ τυχὸν ὑποκρύπτεται ἡ μάχαιρα
3250τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπὸ τὴν προσθήκην αὐ-
3251τήν; Ἐὰν χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, κύριοι Βουλευταί,
3252εἰς τὴν μέλλουσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τουτέστιν ἡ νομο-
3253θετικὴ ἐξουσία νὰ ῥυθμίσῃ τὸν τρόπον τοῦ νὰ ἱδρύωνται
3254καὶ νὰ διαλύωνται οἱ συνεταιρισμοί, εἶναι φόβος, ὄχι ἐνδε-
3255χόμενος, ἀλλὰ θετικώτατος, νὰ συμβῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
3256εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας
3257συνάδελφος. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην, διὰ τὴν ὁποίαν
3258νὰ προστεθῇ ἡ προσθήκη αὐτὴ ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ. Μὴ θε-
3259λήσητε, κύριοι ἀντιπρόσωποι, νὰ στερήσητε τὴν χώραν
3260ἡμῶν τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἔχομεν διὰ τοῦ
3261Συντάγματος τοῦ 1864. Φοβοῦμαι πολὺ τὴν νομοθετικὴν
3262ἐξουσίαν, τοὺς ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ μᾶς διαδεχθῶσι,
3263πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ σκεφθῶσι νὰ νομοθετήσωσι
3264τοὺς νόμους περὶ συνεταιρισμῶν, τῆς διαλύσεως καὶ ἱδρύ-
3265σεως τούτων.
3266§216ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά...
3267§217Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ διεκόψατε προχθές, καθ’ ἥν
3268στιγμήν...
3269§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρατηρήσεις δὲν ἐπιτρέπονται εἰς τὸν
3270κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
3271§219Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅτι οὐδεμίαν ἔχει σημα-
3272σίαν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πάν-
3273τες οἱ ἀγορεύοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἔκθεσιν
3274τῆς ἐπιτροπῆς παραδέχονται καὶ ἐπ’ αὐτῆς συζητοῦσι,
3275διότι αὐτὴ θέλει χρησιμεύσει ὡς πηγὴ καὶ ἑρμηνεία τοῦ
3276Συντάγματος.
3277§220Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἤθελον νὰ ἐννοήσω,
3278ἂν ἀντιτάττεσθε κατὰ τῆς προσθήκης τῆς προτεινομένης
3279ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς;
3280§221Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἀντιτάσσομαι. Ἡ προσ-
3281θήκη λέγει: «Οἱ συνεταιρισμοὶ δὲν δύνανται νὰ διαλυθῶσιν
3282ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου εἰμὴ διὰ
3283δικαστικῆς ἀποφάσεως».
3284§222ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄνευ τῆς προσθήκης αὐτῆς θὰ εἶχε
3285τὸ δικαίωμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ῥυθμίσῃ τὰ τῆς δια-
3286λύσεως κατὰ πάντα τρόπον. Τοῦτο γίνεται διὰ τῆς προσ-
3287θήκης. Περιορίζεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ῥυθμίσῃ.
3288Δι’ αὐτὸ ἐπεθύμουν νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ τοῦ πράγματος.
3289Ἡ ἐπιτροπὴ προσθέτει κἄτι τι, διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν νομο-
3290θετικὴν ἐξουσίαν.
3291§223Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ
3292τῆς γνώμης ἡμῶν καὶ τῆς γνώμης τῶν ἀντιθέτων. Φρονῶ,
3293ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ δώσῃ ἄλλην ἔννοιαν ἀπὸ ἐκεί-
3294νην, τὴν ὁποίαν λέγετε ὑμεῖς. Ἠκούσατε καὶ τὴν γνώμην
3295τοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου καὶ τοῦ κ.
3296Μπουφίδου καὶ πολλῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν τοὺς
3297κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἐγκυμονεῖ ἡ προσθήκη αὐτή. Ἀλλά,
3298ἐὰν ληφθῇ ἡ ἀνάγκη νὰ προστατευθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὑπ’
3299Ἀρχῆς τινος, βεβαίως φρονῶ, ὅτι ἡ μόνη Ἀρχή, εἰς τὴν ὁποίαν
3300πρέπει νὰ δώσωμεν τοιοῦτον δικαίωμα, εἶναι μόνον ἡ ἠθικὴ
3301ἐξουσία, ἡ δικαστική. Οὐχὶ καὶ ἀλλοίμονον, ἐὰν τοιοῦτον
3302δικαίωμα τὸ χορηγήσωμεν εἰς τὴν ὑλικὴν ἐξουσίαν, τὴν
3303ἐκτελεστικήν, ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύεται ὑπὸ γνωστῶν ὀρ-
3304γάνων, ἅτινα σπανίως θέλουσιν ἀντιτάξει ἠθικὰς δυνάμεις
3305κατὰ τῆς ὅλως ἠθικῆς δυνάμεως τῆς ἰδέας.
3306§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
3307§225Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ εἰς τὴν παράγραφον δευ-
3308τέραν ἀντὶ «νόμου» νὰ διορθωθῇ «νόμων».
3309§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
3310Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δελακοβία ἔχουσα οὕτω:
3311Νὰ προστεθῇ «ἐκτὸς ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, τραπεζῶν καὶ ἑται-
3312ρειῶν προμηθείας ὅπλων καὶ πολεμεφοδίων».
3313Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ τροπολογία δέον νὰ ἀπορριφθῇ
3314παραχρῆμα, χωρὶς νὰ παραπεμφθῇ αὕτη εἰς τὴν ἐπιτροπήν,
3315παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ
3316Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3317Ἀνακοινῶ τὸ ἄρθρον ὡς διωρθώθη.
3318Ἄρθρον 11.— Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ
3319συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτι-
3320νες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσιν τὸ δικαίωμα
3321τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν.
3322» Συνεταιρισμός τις δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παρα-
3323βάσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀπο-
3324φάσεως».
3325Ἔχει καλῶς;
3326§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
3327Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 παρακαλοῦνται νὰ
3328ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
3329δέχθη.
3330Ἀρχόμεθα τῆς συζητήσεως τοῦ 12 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον
3331ἔχει ὡς ἑξῆς:
3332Ἄρθρον 12 — Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Οὐ-
3333δεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ
3334νόμος διατάσσει.
3335»Οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων τιμωροῦνται ἐπὶ
3336καταχρήσει τῆς ἐξουσίας τῆς Ἀρχῆς, ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς
3337πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος καὶ προσέτι ἱκανοποίησιν
3338αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν
3339τοῦ Δικαστηρίου, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν ἑκα-
3340τόν».
3341§228Σ. ΛΑΣΚΑΡΙΣ. Δὲν θὰ εἴπω βεβαίως καινόν τι λέ-
3342γων, ὅτι πᾶσαι αἱ μεγάλαι ἐπαναστάσεις καὶ ἰδίᾳ ἡ με-
3343γάλη Γαλλικὴ ἐπανάστασις κύριον καὶ πρώτιστον σκοπὸν
3344προέθεντο τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώ-
3345που (droits de l’ homme). Κρηπὶς δὲ πάντων τῶν δι-
3346καιωμάτων τούτων εἶναι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία. Ἀλλὰ μέ-
3347γαν περιορισμὸν θὰ ὑφίστατο ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία,
3348ἐὰν δὲν περιωμάρτει αὐτῷ ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου, τῆς οἰκογε-
3349νειακῆς ἑστίας, ἥτις καὶ παρ’ ἀρχαίοις ἦτο ἱερά. Πλήρης
3350προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ἄνευ τοῦ
3351δικαιώματος τῆς ἀσυλίας τοῦ οἴκου. Τὴν σπουδαιότητα
3352τῆς ἀσυλίας τοῦ οἴκου τοῦ κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συν-
3353τάγματος τοῦ 1864 ἰδιωτικοῦ τούτου καὶ ἀπορθήτου φρου-
3354ρίου ἐμφανῶς ἐνδεικνύει καὶ τὸ Ἀγγλικὸν λόγιον «my
3355home is my castle» (ὁ ἐμὸς οἶκος ἐμὸν φρούριον». Διὰ
3356τοῦτο καὶ πάντα τὰ φιλελεύθερα πολιτεύματα ἀναγνωρί-
3357ζουσι καὶ προστατεύουσι τὴν ἀσυλίαν τοῦ οἴκου, ἐξαίρεσις δὲ
3358μόνον λαμβάνει χώραν διὰ τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης εἰς ἐκεί-
3359νας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας διὰ τῆς κατ’ οἶκον
3360ἐρεύνης παραβιάζεται τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας χάριν τῆς
3361δημοσίας τάξεως, ὅταν ἡ κατοικία αὕτη δύναται νὰ κα-
3362ταστῇ φωλεὰ ἀδικοπραγιῶν ἢ ὁρμητήριον προσβολῆς τῶν
3363δικαιωμάτων τῶν τρίτων ἢ τῆς κοινωνίας ὅλης, ὡς ἐπιτρέ-
3364πεται καὶ ἡ στέρησις τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ὅταν
3365αὕτη εἰσέρχηται εἰς τὸν κύκλον τῆς ἐλευθερίας τρίτου κα-
3366ταπατοῦσα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ ἢ τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ
3367πάντα τὰ φιλελεύθερα πολιτεύματα τὴν κατ’ οἶκον
3368ἔρευναν ὑποβάλλουσιν εἰς ὡρισμένας διατυπώσεις, ὅπως μὴ
3369ἐπέρχωνται καταχρήσεις καὶ ὅπως μὴ ἀσυστόλως παρα-
3370βιάζηται ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου, ἡ ὁποία ἀναποσπάστως συν-
3371δέεται μετὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας.
3372Τὸ τοιοῦτον ἄσυλον ἀναγνωρίζεται καὶ προστατεύεται
3373ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος, ὅπερ ἐν ἄρθρῳ 12 ὁρίζει:
3374«Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον· ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα
3375ἐνεργεῖται, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει». Δυστυχῶς
3376παρ’ ἡμῖν δὲν ἐψηφίσθη ποτὲ νόμος περὶ κατ’ οἶκον ἐρεύνης
3377συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἑπομέ-
3378νως αὕτη διέπεται ὑπὸ τῶν πεπαλαιωμένων καὶ ὑπὸ ἀπο-
3379λυταρχικοῦ πνεύματος ἐμπνεομένων διατάξεων τῆς Ποινι-
3380κῆς Δικονομίας, καθ’ ἃς ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐπιτρέπεται
3381εἰς πάντας τοὺς ἐπὶ τῆς προανακρίσεως ὑπαλλήλους, ἐν οἷς
3382ἡ αὐτὴ Δικονομία καταλέγει καὶ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς
3383τῆς χωροφυλακῆς, ἐνῷ εἰς ὅλα τὰ φιλελεύθερα καὶ πεπολιτι-
3384σμένα Κράτη καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Γαλλίαν ἀκόμη καὶ ἐπὶ
3385Αὐτοκρατορίας, ἧς ἡ Ποινικὴ Δικονομία ἰσχύει ἐνίοτε καὶ
3386νῦν, δικαίωμα κατ’ οἶκον ἐρεύνης χορηγεῖται εἰς μόνον τὸν
3387τακτικὸν ἀνακριτήν, δύναται δὲ οὗτος νὰ ἀναθέσῃ τὴν κατ’
3388οἶκον ἔρευναν εἰς εἰδικοὺς ἀστυνόμους, τοὺς λεγομένους ἐκεῖ
3389commissaires de police aux délégations judiciaires,
3390οὐδέποτε δὲ εἰς ὑπενωμοτάρχας καὶ χωροφύλακας. Ὁ δια-
3391πρεπὴς συνταγματολόγος Διομήδης Κυριακὸς ἐν τῷ περι-
3392σπουδάστῳ αὐτοῦ συνταγματικῷ δικαίῳ λόγον ποιούμενος
3393περὶ τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης ἀναγράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώ-
3394σκει): «ἀπαιτεῖται μεγίστη ὑπομονὴ καὶ ἐπιείκεια ἐκ μέ-
3395ρους τοῦ ἐνεργοῦντος αὐτήν· διὸ ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα δέον ν’
3396ἀνατίθηται εἰς πρόσωπα σπουδαίου καὶ δεδοκιμασμένου χα-
3397ρακτῆρος».
3398Πῶς δὲ ἐνεργεῖται παρ’ ἡμῖν ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ὑπὸ
3399τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων πάντες γνωρίζομεν, ὁποῖον δὲ
3400σεβασμὸν ἔχουσι τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας τὰ οὐδέποτε
3401διδαχθέντα τὰ καθήκοντά των καὶ τὴν ἀποστολήν των
3402πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἀσυλίαν τοῦ οἴκου
3403εἶναι εἰς πάντας γνωστόν, πολλὰ δὲ σχετικὰ ἐν προκειμένῳ
3404ἐξετέθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντά-
3405γματος. Εἰς τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς Πολιτείας εἶναι ἀνατε-
3406θειμένη παρ’ ἡμῖν καὶ ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα, δι’ ἧς εἰς ἐξαι-
3407ρετικὰς περιπτώσεις ἐπιτρέπεται νὰ παραβιάζηται τὸ
3408ἄσυλον τῆς κατοικίας. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς
3409ἐν τῇ πρακτικῇ ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα θεωρεῖται, ἐπιδοκι-
3410μαζούσης καὶ τῆς ἐξεταστικῆς ἀρχῆς, μέτρον ἀστυνομικόν,
3411ἐνῷ καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς πεπαλαιωμένας διατάξεις τῆς
3412ἡμετέρας Ποινικῆς Δικονομίας εἶναι μέτρον ἀνακριτικὸν
3413συνεπῶς δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ λάβῃ χώραν χωρὶς
3414νὰ ὑπάρχῃ ἐκκρεμὴς ἀνάκρισις. Καὶ ἐν τούτοις παρ’ ἡμῖν
3415τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα εἰσέρχονται, ἢ μᾶλλον εἰσελαύνουσιν,
3416εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ κυρίως εἰς τὰ χωρία, εἰς τὰς οἰκίας
3417τῶν πολιτῶν, εἰς ἃς πολλάκις δὲν εὑρίσκουσι κατὰ τὴν στι-
3418γμὴν ἐκείνην ἢ γυναικόπαιδα, χωρὶς οὐδεμία νὰ ὑπάρχῃ
3419ἐκκρεμὴς ἀνάκρισις, εἰσελαύνουσι δὲ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς
3420καὶ ἀκόμη καὶ ἐν καιρῷ νυκτός, ἐνθρονιζόμενα οὐχὶ σπα-
3421νίως εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ταύτας οἰκίας δίκην κατακτητῶν
3422διὰ τῶν λεγομένων καταλυμάτων. Ποῦ εἶναι ἡ ἀσυλία τοῦ
3423οἴκου παρ’ ἡμῖν; Ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου εἰς τὰς ἐπαρχίας
3424καὶ ἰδίως εἰς τὰ χωρία εἶναι οὐτοπία, ἐνῷ εἰς πάντα τὰ
3425συνταγματικὰ καὶ πεπολιτισμένα Κράτη αἱ συνταγματικαὶ
3426διατάξεις δὲν ἀναγράφονται ὡς οὐτοπίαι καὶ χίμαιραι,
3427ἀλλ’ ἔχουσι σάρκα καὶ ὀστᾶ· ἐκεῖ οἱ πολῖται συναισθάνονται
3428τὴν δύναμιν τῶν ἐξασφαλιζουσῶν αὐτοὺς διατάξεων τοῦ
3429Συντάγματος, συναισθάνονται ὅτι εἶναι συνταγματικοὶ πολῖ-
3430ται, οὕτω δ’ ἐξαίρεται τὸ φρόνημα αὐτῶν ὡς πολιτῶν Κρά-
3431τους φιλελευθέρου. Εἰς τὰ φιλελεύθερα Κράτη τὰ ὄργανα
3432τῆς ἐξουσίας δὲν φέρονται σκαιῶς καὶ ἀποτόμως πρὸς τοὺς
3433πολίτας, δὲν καταπατοῦσι τὰ δικαιώματα τὰ ὑπὸ τῶν
3434νόμων καὶ διὰ τοῦ θεμελιώδους νόμου ἀναγνωριζόμενα δί-
3435καια τῶν πολιτῶν· ἐὰν δέ ποτε τὸ πράξωσι, τιμωροῦνται
3436αὐστηρῶς, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν τὸ ἐναντίον συμβαίνει, ἵνα μὴ
3437δῆθεν μειωθῇ τὸ κῦρος τῆς Ἀρχῆς, ὅπερ τοὐναντίον μειοῦ-
3438ται, ὅταν τὰ ὄργανα αὐτῆς παραβιάζωσι νηποινεί τοὺς νό-
3439μους, καὶ δὴ τὸν θεμελιώδη νόμον. Εἰς τὰ φιλελεύθερα Κράτη
3440τὰ ἔχοντα καὶ ἀστυνομίας ἀξίας τοῦ ὀνόματος, τὸ δικαί-
3441ωμα τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης δὲν χορηγεῖται εἰς τὰ ἀστυνο-
3442μικὰ ὄργανα, ἀλλ’ εἰς μόνον τὸν τακτικὸν ἀνακριτήν, ὁ
3443ὁποῖος καὶ λόγῳ τῆς ἀνατροφῆς του καὶ λόγῳ τοῦ ἀξιώμα-
3444τός του, τῆς ἐπιστημονικῆς του μορφώσεως καὶ κοινωνικῆς
3445του πείρας (διότι ἐκεῖ ἀνακριταὶ διορίζονται οἱ ἱκανώτεροι
3446καὶ μᾶλλον πεπειραμένοι τῶν δικαστῶν) εἶναι ὁ μόνος, ὅστις
3447δύναται μετὰ περισκέψεως νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς περιστάσεις
3448καὶ νὰ κρίνῃ ἂν πράγματι ὑπάρχει λόγος, ἵνα παραβιασθῇ
3449τὸ ἄσυλον τῆς κατοικίας διὰ τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης, ἡ
3450ὁποία εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐνεργεῖται μεθ’ ὑπομονῆς καὶ
3451ἐπιεικείας κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ ἡμετέρου Διομήδους καὶ
3452οὐχὶ σκαιῶς καὶ ἀποτόμως. Παρ’ ἡμῖν τὸ δικαίωμα τῆς
3453κατ’ οἶκον ἐρεύνης ἠδύνατο ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὴν δικαστικὴν
3454ἀρχὴν ἐν γένει, ὡς εἶχε προτείνει ὁ πληρεξούσιος καὶ νομο-
3455μαθὴς Ῥοντήρης εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864, καὶ μέχρι
3456τοῦ κατωτάτου βαθμοῦ τῆς δικαστικῆς ἱεραρχίας, οὕτω δὲ
3457καὶ πταισματοδίκαι καὶ εἰρηνοδίκαι ὡς καὶ οἱ ἀναπληροῦν-
3458τες αὐτοὺς θὰ ἠδύναντο νὰ προβαίνωσιν εἰς κατ’ οἶκον
3459ἐρεύνας, ἃς θὰ ἐνήργουν μετὰ περισκέψεως καὶ κατὰ τρόπον
3460διάφορον ἐκείνου, μεθ’ οὗ προβαίνουσιν αὐτοβούλως καὶ κατὰ
3461τὸ δοκοῦν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Οὐδὲ τὸ ὅτι, ὡς ἤκουσα
3462κάποτε λεγόμενον, δὲν θὰ ἦτο πάντοτε εὐχερὴς ἡ κατ’ οἶκον
3463ἔρευνα εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς, ἕνεκα τῶν ἀποστάσεων
3464τῶν ἑδρῶν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, καὶ δὴ τῶν εἰρηνοδικῶν
3465καὶ πταισματοδικῶν ἀπὸ τοῦ τόπου, ἔνθα θὰ λάβῃ χώραν ἡ
3466κατ’ οἶκον ἔρευνα, ἔχει ἐπιρροήν τινα, διότι αἱ συνταγμα-
3467τικαὶ διατάξεις δὲν ἐφαρμόζονται ἀναλόγως τῶν ἀποστά-
3468σεων, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῶν ἀπωτάτων σημείων τῆς Ἐπικρα-
3469τείας. Μήπως εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη οἱ ἀνακριταὶ ἑδρεύου-
3470σιν εἰς πάσας τὰς κωμοπόλεις καὶ χωρία; Δὲν εἶναι ἐπι-
3471τετραμμένον εἰς τὴν σημερινὴ ἐποχήν, ὑπὸ τὸ κράτος πο-
3472λιτεύματος ἄγαν φιλελευθέρου, ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα νὰ
3473ἀνήκῃ εἰς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα, δυνάμενα χωρὶς κἂν νὰ
3474ὑφίσταται ἐκκρεμὴς ἀνάκρισις κατὰ τὸ δοκοῦν νὰ εἰσέρ-
3475χωνται εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν καὶ δὴ καὶ ἐν καιρῷ
3476νυκτός, ἐνῷ εἰς ὅλα τὰ φιλελεύθερα καὶ εὐνομούμενα Κράτη
3477δικαίωμα κατ’ οἶκον ἐρεύνης ἐν καιρῷ νυκτὸς δὲν ἔχει οὔτε
3478ὁ ἀνακριτής, δηλαδὴ οὐδ’ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία. Οὕτω
3479προστατεύεται ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου, ἥτις παρ’ ἡμῖν μένει
3480γράμμα κενόν. Δυστυχῶς δὲ καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ
3481δὲν δίδει τὴν πρέπουσαν σημασίαν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν
3482τοῦ Συντάγματος, δὲν προστατεύει τὸ ἄσυλον τῆς κατοι-
3483κίας, διότι καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος δογματίζει ὅτι, καὶ ἐὰν
3484δὲν λάβῃ χώραν ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα συμφώνως πρὸς τὰς
3485νομίμους διατυπώσεις, δὲν ὑπάρχει λόγος ἀναιρέσεως, διότι
3486πρόκειται περὶ παραβάσεως δικονομικῶν διατάξεων μὴ τε-
3487θειμένων ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος. Εἶναι ὄντως παράδοξον πῶς
3488ὁ Ἄρειος Πάγος τοιαῦτα ἀποφαίνεται, διότι, ὅταν τὸ Σύν-
3489ταγμα λέγῃ, ὅτι ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται ὅταν καὶ
3490ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, δὲν εἶναι παράβασις αὐτοῦ τοῦ
3491θεμελιώδους νόμου τῆς Πολιτείας ἡ παρὰ τὰς διατυπώσεις
3492τοῦ νόμου γενομένη κατ’ οἶκον ἔρευνα;
3493Ταῦτα πάντα ἔχων ὑπ’ ὄψει μου ἔκρινα ὅτι προκειμένης
3494νῦν ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ὅπως ἡ διάταξις
3495τοῦ ἄρθρου 12 λάβῃ σάρκα καὶ ὀστᾶ, εἶναι ἐπάναγκες ν’
3496ἀναγραφῶσιν ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι οὐσιώδεις διατάξεις,
3497δι’ ὧν νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ περὶ ἀσυλίας τῆς οἰκιακῆς
3498ἑστίας συνταγματικὴ διάταξις, διὸ καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν
3499ἐπιτροπήν, ἧς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος, τὴν ἑξῆς
3500τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 12:
3501«Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Ἡ κατ’ οἶκον
3502ἔρευνα ἐπιτρέπεται μόνον εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν, ὅταν
3503καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, οὐδέποτε δ’ ἐν καιρῷ νυκτός,
3504πάντοτε δ’ ἐν περιπτώσει πλημμύρας, πυρκαϊᾶς ἢ κραυγῆς
3505ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς βοήθειαν, ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος».
3506Πάντως τὸ λεκτικὸν δεῖται διαρρυθμίσεως, διότι προ-
3507κειμένου περὶ πυρκαϊᾶς, πλημμύρας ἢ κραυγῆς ἐκ τοῦ ἐσω-
3508τερικοῦ δὲν λαμβάνει χώραν κατ’ οἶκον ἔρευνα, ἀλλ’ εἴσο-
3509δος εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν.
3510Ἡ ἐπιτροπὴ ὁμοφώνως ἀνεγνώρισε τὸ ὀρθὸν τῆς γνώ-
3511μης μου, ὡς ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, ἐκ λό-
3512γων δὲ πρακτικῆς δυσχερείας ἀπέκρουσε τὴν ἐν τῷ Συντά-
3513γματι ἀναγραφὴν αὐτῆς ἐκφράσασα τὴν εὐχὴν ἵνα ἀποτε-
3514λέσῃ τὰς βάσεις νομοθετικοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἀντικειμένου
3515τούτου, ἐδέξατο δὲ τὴν προσθήκην, ἣν προέτεινεν ὁ ἀξιότι-
3516μος συνάδελφος κ. Χρυσοβελόνης, ὅπως οἱ παραβάται τοῦ
3517ἄρθρου 12 τοῦ Συντάγματος τιμωρῶνται διὰ τῶν περὶ κα-
3518ταχρήσεως τῆς ἐξουσίας τῆς Ἀρχῆς διατάξεων τοῦ Ποινι-
3519κοῦ Νόμου, καταδικάζωνται δὲ οὐ μόνον εἰς ἀποζημίωσιν,
3520ἀλλὰ καὶ ἱκανοποίησιν τοῦ παθόντος διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ
3521ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, οὐδέποτε δ’ ἐλάσσονος τῶν
3522ἑκατὸν δραχμῶν.
3523Παραπλησίας πρὸς τὴν ἐμὴν προτάσεις εἶχον ὑποβάλει
3524εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864 οἱ πληρεξούσιοι καὶ νομομα-
3525θεῖς Ῥοντήρης καὶ Κωνσταντόπουλος, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις
3526ἔκρινεν ὅτι, ἀφοῦ ἐτέθη ἐν τῷ Συντάγματι ἡ ἀρχὴ τῆς
3527ἀσυλίας τοῦ οἴκου, ἡ διαρρύθμισις τῶν περαιτέρω ἀνήκει
3528εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἔκτοτε, καίτοι παρῆλ-
3529θον 47 ἔτη, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία οὐδὲν διερρύθμισεν, ὡς
3530δὲν ἐφρόντισέ ποτε νὰ διαρρυθμίσῃ οὔτε τὴν διοικητικὴν
3531οὔτε τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς
3532τοῦ πολιτεύματος, οὕτω δὲ τὸ Σύνταγμα ἔμεινε κεφαλὴ
3533ἄνευ ποδῶν, καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ
3534πολίτευμα ἄγαν φιλελεύθερον μὲ νομοθεσίαν ἐκδοθεῖσαν εἰς
3535ἐποχὴν ἀπολύτου μοναρχίας. Καὶ ὄχι μόνον ἡ νομοθετικὴ
3536ἐξουσία δὲν ἐφρόντισε νὰ διαρρυθμίσῃ τὴν νομοθεσίαν συμ-
3537φώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ πολ-
3538λάκις ἐνομοθέτησε παραβιάζουσα τὸ Σύνταγμα, ὡς ἔπραξε
3539διὰ τοῦ περὶ ὁδοποιίας νόμου τοῦ 1887, ὅστις ἐπιτρέπει
3540τὴν κατάληψιν τῆς ἰδιοκτησίας προηγουμένης προσωρινῶς
3541καὶ διοικητικῶς κανονιζομένης ἀποζημιώσεως, ἐνῷ ἡ ἔννοια
3542τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος εἶναι νὰ προηγηθῇ πλή-
3543ρης ἡ ἀποζημίωσις πρὸ τῆς καταλήψεως τῆς ἰδιοκτησίας,
3544διὰ τοῦτο νῦν προτείνεται καὶ ἡ μεταρρύθμισις τοῦ ἄρθρου
354517 τοῦ Συντάγματος ἐν σχήματι πρωθυστέρῳ συμφώνως
3546πρὸς τὸν περὶ ὁδοποιίας ἀντισυνταγματικὸν νόμον, τὸ
3547αὐτὸ δ’ ἔλαβε χώραν καὶ μὲ τὸν τελωνιακὸν νόμον, καθ’ ὅν,
3548ὁσάκις νομοσχέδιον περὶ τελωνιακοῦ δασμοῦ ὑποβληθῇ
3549εἰς τὴν Βουλήν, ἄρχεται ἡ εἴσπραξις τοῦ δασμοῦ ἀπὸ τῆς
3550ὑποβολῆς καὶ πρὸ τῆς ψηφίσεως ἐναντίον τῆς διατάξεως
3551τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγματος μὴ ἐπιτρέποντος εἴσπρα-
3552ξιν φόρου πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ σχετικοῦ νόμου, ἤδη δὲ
3553προτείνεται ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 59 τοῦ Συντάγμα-
3554τος συμφώνως πρὸς τὸν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη λειτουργοῦντα
3555ἀντισυνταγματικὸν τοῦτον νόμον.
3556Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπολύτως ἐπιτακτική, ὅπως
3557ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφῇ διάταξις, δι’ ἧς νὰ λάβῃ
3558σάρκα καὶ ὀστᾶ ἡ ἀσυλία τοῦ οἴκου, τὴν ὁποίαν ἀναγνω-
3559ρίζει τὸ πολίτευμα καὶ ἡ ὁποία συνδέεται ἀναποσπάστως
3560πρὸς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Βεβαίως εἰς πάντα τὰ
3561Συντάγματα ἀναγράφονται ἀρχαί, αἱ δὲ λεπτομέρειαι
3562κανονίζονται δι’ εἰδικῶν νόμων, πλὴν παρ’ ἡμῖν μακρὰ
3563πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι τοῦτο δὲν συμβαίνει καὶ διὰ τοῦτο
3564εἶναι ἀνάγκη τὸ Σύνταγμα νὰ περιλάβῃ καὶ οὐσιώδεις
3565διατάξεις, δι’ ὧν ἐξασφαλίζεται ἡ ἐφαρμογή του, ὡς ἐγέ-
3566νετο διὰ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν. Εἰς οὐδὲν τῶν Συν-
3567ταγμάτων, ὅσα τοὐλάχιστον ἐγὼ γνωρίζω, ἀνεῦρον διάτα-
3568ξιν, καθ’ ἣν οἱ παραβάται τῶν περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας
3569διατάξεων καταδικάζονται εἰς ἀποζημίωσιν καὶ ἱκανο-
3570ποίησιν τοῦ παθόντος διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου
3571καὶ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου. Ταῦτα διαρρυθμίζονται ὑπὸ ἑτέ-
3572ρων νόμων. Παρ’ ἡμῖν ἔδει νὰ τεθῶσι, καὶ ὀρθῶς ἐτέθησαν
3573εἰς τὸ Σύνταγμα, ὡς προτείνεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα
3574γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ συναδέλφου κ. Χρυσοβελόνη,
3575περὶ τιμωρίας τῶν παραβατῶν τοῦ ἄρθρου 12, διὰ τῶν
3576περὶ καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας τῆς Ἀρχῆς διατάξεων τοῦ
3577Ποινικοῦ Νόμου καὶ περὶ ἀποζημιώσεως καὶ ἱκανοποιή-
3578σεως διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ. Ἀφοῦ δὲ τοιαύτας ἀναγράφο-
3579μεν ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεις, διατί νὰ μὴ διαγρά-
3580ψωμεν καὶ λεπτομερείας οὐσιωδεστάτας ἐξασφαλιζούσας
3581τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύμα-
3582τος, αἵτινες δὲν πρέπει νὰ μένωσι γράμμα κενόν; Ἐξ ἄλ-
3583λου ἡ προτεινομένη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τροπολογία κατὰ
3584τί δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 12
3585τοῦ Συντάγματος, ἐὰν ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι οἱ
3586παραβάται τοῦ ἄρθρου τούτου τιμωροῦνται κατὰ τὰς περὶ
3587καταχρήσεων τῆς ἐξουσίας τῆς Ἀρχῆς διατάξεις; Ἀφοῦ ὁ
3588Ποινικὸς Νόμος περιέχει τοιαύτην διάταξιν, διατί νὰ ἀνα-
3589γραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα; Ἐὰν δὲν ἐτιμωρήθησάν ποτε οἱ
3590παραβάται, διότι ἐκράτησεν ἡ σκέψις ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐξου-
3591σίας πρέπει νὰ ἐνισχύωνται ἀπέναντι τῶν κακοποιῶν, ἐνῷ
3592καὶ ἀπέναντι οιουδήποτε κακοποιοῦ πρέπει νὰ τηρῶνται
3593πάντες οἱ νόμοι, ἰδίᾳ δὲ αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, τὰ
3594δὲ ὄργανα τῆς Πολιτείας δέον νὰ ἐνισχύωνται διὰ τῆς
3595αὐστηρᾶς τιμωρίας τῶν κακοποιῶν καὶ οὐχὶ διὰ παραβάσεις
3596τῶν νόμων, ἐάν, λέγω, δὲν ἐφηρμόσθη ἡ διάταξις τοῦ Ποι-
3597νικοῦ Νόμου, θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀναγραφομένη εἰς τὸ Σύνταγμα;
3598Ἐξ ἄλλου αἱ διατάξεις αἱ ἀφορῶσαι τὴν ἀποζημίωσιν
3599καὶ ἱκανοποίησιν τοῦ παθόντος ἐπὶ παραβάσει τῆς διατά-
3600ξεως τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης ὁριζομένου καὶ τοῦ κατωτάτου
3601ὅρου τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται διὰ τὴν ἠθικὴν ἀνόρ-
3602θωσιν, μέχρι 100 δραχμῶν, ποίαν πρακτικὴν σημασίαν καὶ
3603ὠφέλειαν θὰ ἔχωσι; Διότι, ἐὰν ἤθελεν ἔχει τὰ μέσα ὁ πα-
3604θὼν (ἐνῷ μάλιστα συνήθως αἱ τοιαῦται παραβάσεις λαμβά-
3605νουσι χώραν κατ’ ἀπορωτέρων καὶ ἀδυνάτων) νὰ ὑποστῇ
3606τὴν δαπάνην μιᾶς δίκης, ποῦ θ’ ἀνεύρῃ, ὅταν τύχῃ τελε-
3607σιδίκου ἀποφάσεως, τὰ παρανομήσαντα ὄργανα τῆς Ἀρ-
3608χῆς, ἵνα ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν; Ποῦ θ’ ἀνεύρῃ περιουσίαν,
3609ἐὰν ὑπάρχῃ πρὸς κατάσχεσιν, ἀφοῦ ἡ μισθοδοσία δὲν κατά-
3610σχεται;
3611Φρονῶ λοιπὸν ὅτι δέον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι
3612διάταξις ἐξασφαλίζουσα τὴν κατ’ οἶκον ἀσυλίαν. Ἐπανα-
3613λαμβάνω ὅτι δὲν εἶναι πρέπον εἰς Κράτος φιλελεύθερον τὸ
3614δικαίωμα κατ’ οἶκον ἐρεύνης ν’ ἀσκῆται ὑπὸ τῶν ἀστυνο-
3615μικῶν ὀργάνων κατὰ τὸ δοκοῦν καὶ ἐν πάσῃ ὥρᾳ δυναμέ-
3616νων νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν καὶ δὴ
3617καὶ ἐν καιρῷ νυκτός. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, δὲν εἶναι
3618κἂν εὐπρεπὲς εἰς Κράτος φιλελεύθερον αἱ διατάξεις τοῦ
3619Συντάγματος νὰ μένωσιν ἀναγεγραμμέναι ὡς οὐτοπίαι καὶ
3620χίμαιραι.
3621§229Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ καλυφθῶσιν ὅλοι οἱ κίνδυ-
3622νοι, οὓς ἀνέπτυξεν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ οἵτινες εἰς ὅλους
3623μας εἶναι γνωστοί, εἶναι ἔργον φρονήσεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
3624ὑπεσχέθησαν ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ δὲν ἐγένετο μέχρι σήμερον,
3625νὰ λάβωμεν πρόνοιαν νὰ θέσωμεν ἡμεῖς εἰς τὸ Σύνταγμα,
3626δηλαδὴ ἐκτενεστέραν διάταξιν περὶ τῆς κατ’ οἶκον ἀσυλίας
3627χάριν τῆς ἀσφαλείας καὶ προστασίας τῶν πολιτῶν.
3628§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπαρατώθη.
3629§231ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ἐγώ.
3630§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Κουλουμβάκη, νὰ ὁμιλή-
3631σητε.
3632§233ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήμα-
3633τος ἀφορῶντος σπουδαῖον δικαίωμα τοῦ πολίτου, καὶ ἐπι-
3634τρέψατέ μοι νὰ νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ἂν ἡ αἴ-
3635θουσα αὕτη ἦτο πλήρης καὶ ἂν τὰ ζητήματα ἐτίθεντο ὅπως
3636ἔπρεπεν, ἂν ἐτονίζετο ἡ σπουδαιότης τῆς διατάξεως πρὸς
3637ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὅλην αὐτῶν τὴν ἀκμὴν καὶ ἠδύ-
3638ναντο νὰ προσέξωσιν εἰς τὰς ἐννοίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνεπτύσ-
3639σοντο ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, θὰ διηγείρετο καὶ ζωηρὸν δια-
3640φέρον. Ἀλλὰ ζωηρὸν διαφέρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνα-
3641πτυχθῇ μεταξὺ ἀνθρώπων καταπεπονημένων, ὀλίγων βια-
3642ζομένων νὰ ἀποχωρήσωσι τῆς αἰθούσης.
3643Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπρεπέστατον τὸ θέαμα ὀλίγων ἀν-
3644θρώπων παρακαθημένων ἐνταῦθα καὶ κανονιζόντων τὰς με-
3645γαλειτέρας ἐλευθερίας τοῦ πολίτου.
3646§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν
3647τάξιν. Ἠδύνασθε νὰ φέρητε ὅσας ἐνστάσεις ἠθέλετε, ἀλλ’
3648ὄχι νὰ ὁμιλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
3649§235ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω ἄλλους τέσ-
3650σαρας.
3651§236Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω νὰ ψηφισθῶσιν ὅλα
3652τὰ ἄρθρα ἀπόψε.
3653§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἐζήτησε τὸν λόγον.
3654Πρὸ τούτου ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Συν-
3655τάγματος ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν τρο-
3656πολογιῶν τῶν βουλευτῶν κυρίων Χ. Πετρέα, Ν. Ξηροῦ, Ἰ.
3657Μπουρνιᾶ, Ἀ. Θεοδωρίδου, Μ. Γαλανοῦ καὶ Ν. Δελακοβία.
3658Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Τίθεται εἰς ψη-
3659φοφορίαν πρῶτον ἡ πρότασις τοῦ κ. Δελακοβία, ἔχουσα
3660οὕτως:
3661«Ἀπαγορεύονται τὰ καταλύματα ἐκτὸς ἐν καιρῷ πολέ-
3662μου». Οἱ παραδεχόμενοι ὡς κατ’ ἀρχὴν ἀπορριπτέαν τὴν
3663πρότασιν τοῦ κ. Δελακοβία παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
3664(Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3665(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
3666Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πετρέα ἔχουσα ὡς ἑξῆς:
3667«Μὴ ἀπαιτουμένης ἀδείας τινὸς πρὸς εἰσαγωγὴν τῆς
3668περὶ ἀποζημιώσεως ἱκανοποιήσεως ἀγωγῆς ἐνώπιον τῶν
3669πολιτικῶν καὶ τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων».
3670§238ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὴν ἀποσύρω.
3671§239ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Φθι-
3672ώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Χριστίδου ἔχουσα οὕτω:
3673«Πάντοτε ἐν ἡμέρᾳ, ἐπικειμένου δὲ κινδύνου προφανοῦς
3674ἐνεργεῖται ἡ ἔρευνα καὶ ἐν νυκτί».
3675Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ
3676ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
3677Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Κερκύρας κ. Λάσκαρι
3678ἔχουσα οὕτως:
3679«Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα
3680ἐνεργεῖται ὑπὸ μόνης τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ὅταν καὶ ὅπως
3681ὁ νόμος διατάσσῃ, οὐδέποτε δ’ ἐν καιρῷ νυκτός, ἐπὶ ποινῇ
3682ἀκυρότητος. Ἐπιτρέπεται δὲ ἡ εἴσοδος εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν
3683ἐν πάσῃ ὥρᾳ εἰς τὴν Ἀρχὴν καὶ τὰ ὄργανα αὐτῆς ἐν περι-
3684πτώσει πλημμύρας, πυρκαϊᾶς καὶ κραυγῆς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ
3685εἰς βοήθειαν».
3686Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λάσκαρι πα-
3687ρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ
3688δὲν παρεδέχθη.
3689Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς
3690ἐπιτροπῆς.
3691§240ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει):
3692Ἄρθρον 12.—«Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλον. Οὐ-
3693δεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται εἰμὴ ὅτε καὶ ὅπως ὁ
3694νόμος διατάσσει. Οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων τι-
3695μωροῦνται ἐπὶ καταχρήσει τῆς ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς, ὑποχρε-
3696οῦνται δὲ εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος καὶ προσ-
3697έτι ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου
3698κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου
3699τῶν δραχμῶν ἑκατόν.»
3700Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη παρακα-
3701λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
3702Βουλὴ παρεδέχθη.
3703Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ εἰς λύσιν τῆς συνε-
3704δριάσεως.
3705§241ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
3706§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
3707(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 50′ τῆς νυκτός).