1911.02.26
4,563 rows · 35,160 words · 269 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 36.
τῆς 26ης Φεβρουαρίου 1911.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 184 Βουλευτῶν).
(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ κάτοικοι Βουρῶν τῆς Αἰγιαλείας παρακαλοῦσιν, ὅπως διατηρηθῇ ὁ ἀστυνομικὸς αὐτῶν σταθμάρχης· 2) Οἱ κατάδικοι Χαλκίδος ζητοῦσι χάριν· 3) Οἱ κτηματίαι Ἀθηνῶν ζητοῦσιν, ὅπως ἐπανέλθῃ ὁ νόμος περὶ συλλήπτρων· 4) Οἱ κάτοικοι Κύμης παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἀποκλεισθῇ μειοδοσία πρὸς ἐνοικίασιν Ἀστυνομίας εἰς οἰκίαν Χροναίου· 5) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Αἰγίνης ζητοῦσι χάριν· 6) Ὁ Ι. Χριστάκης συνιστᾷ τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν· 7) Οἱ ἔμποροι τῆς Σελινίτσης τοῦ δήμου Λεύκτρου ζητοῦσιν, ὅπως συσταθῇ Ὑποτελωνεῖον ἐν τῇ κωμοπόλει των· 8) Οἱ κατάδικοι Ῥίου ζητοῦσι δικαιοσύνην ὡς ὑπερμέτρως καταδικασθέντες· 9) Οἱ κάτοικοι Καΐτσης τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης ζητοῦσιν, ὅπως τὸ χωρίον των ὑπαχθῇ διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς τῷ νομῷ Φθιώτιδος· 10) Οἱ κάτοικοι Στεβενίκου τῆς Λεβαδείας ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων χρήσεως 1910. 11) Ὁ ἐν Λαμίᾳ Σύλλογος τῶν Μακεδόνων ζητεῖ, ὅπως καθιερωθῇ ἡ καθαρεύουσα καὶ 2ον ὅπως ἡ ἐκπαίδευσις παρέχηται δωρεάν. 12) Ὑπόμνημα τῶν ὑπαλλήλων τῶν δημοσίων ἔργων τῶν ἀπολυθέντων ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐκκαθαρίσεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Πρῶτον ἀντικείμενον αὐτῆς ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§2Κ. ΜΑΝΟΣ. Κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας στιγμάς, ὅταν εἰς τὴν μεθόριον ἡμῶν γραμμὴν συμβαίνουν τόσα σοβαρὰ ἐπεισόδια, ἡ περὶ γλώσσης συζήτησις εἶναι Βυζαντινισμὸς ὑπὸ τὴν χειρίστην σημασίαν τῆς λέξεως.
§3ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Βυζαντινισμὸς εἶναι ἔνδοξος ἱστορία. Ὁ Βυζαντινισμὸς εἶναι δόξα τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§4Κ. ΜΑΝΟΣ. Ἀλλ’ αἱ συζητήσεις αἱ θεολογικαὶ κατὰ τὰς στιγμάς, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κατακτητὴς ἐστρατοπέδευε πρὸ τῶν τειχῶν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δὲν εἶναι δόξα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διὰ τοῦτο μετὰ δυσφορίας ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ὑπόσχομαι νὰ εἶμαι βραχύς. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅταν βλέπω τοὺς ἁπλοϊκοὺς αὐτοὺς κυρίους, τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, τοὺς ἀμοίρους πάσης γλωσσολογικῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ ὑποστηριζομένους ὑπὸ πολλῶν μελῶν τοῦ Συνεδρίου τούτου, ἐρχομένους καὶ ἀναπτύσσοντας πρωτοτύπους καὶ πρωτοφανεῖς γλωσσολογικὰς θεωρίας καὶ ταυτίζοντας τὸν ἐθνισμὸν μὲ τὴν καθαρεύουσαν, ὡσεὶ μόνοι αὐτοὶ γνωρίζουν τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς, ὡσεὶ μόνοι αὐτοὶ προέταξαν τὰ στήθη των εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν, ὡσεὶ ἡ γλῶσσα τῆς ἀρματωλικῆς ποιήσεως τοῦ Σολωμοῦ καὶ τοῦ Βαλαωρίτου εἶναι ἀντεθνικὴ καὶ ὡσεὶ πάντες οἱ δημοτικισταὶ εἶναι ἢ ἀμαθεῖς καὶ μωροὶ ἢ πουλημένοι εἰς ξένον χρῆμα. Τί ζητοῦν αὐτοὶ οἱ Κύριοι; οἱ πρωτότυποι; Τίποτε ὀλιγώτερον τοῦ νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις, ὅτι ἡ καθαρεύουσα εἶναι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους. Φέρεται δὲ ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα ἀνεγράφησαν εἰδικαὶ περὶ γλώσσης διατάξεις. Ἀλλὰ τοῦτο ἐγένετο εἰς χώρας, ὅπου ὑφίστανται πλείονες τῆς μιᾶς ἐθνικότητες καὶ ὅπου ἐπρόκειτο νὰ ἐπισημοποιηθῇ ἡ γλῶσσα τῆς ἐπικρατεστέρας, ὅπως ἐν Τουρκίᾳ καὶ Κρήτῃ, ἢ νὰ ἐπισημοποιηθῶσιν αἱ γλῶσσαι πλειόνων ἐθνικοτήτων, ὅπως ἐν Αὐστρίᾳ, Ἑλβετίᾳ καὶ Βελγίῳ, ἢ ὅπου ἕνεκα ἱστορικῶν λόγων ἐχρησίμευεν ὡς ἐν μέρει ἐπίσημος γλῶσσα ξένη γλῶσσα, ὡς ἐν Ἰταλίᾳ. Τοῦτο, ἐννοεῖται, οὐδεμίαν δύναται νὰ εὕρῃ παρ’ ἡμῖν ἐφαρμογήν, ὅπου ὑφίσταται μία καὶ μόνη ἐθνικότης. Ἀλλὰ ποία καθαρεύουσα ζητοῦσιν οἱ Κύριοι αὐτοὶ νὰ ἐπισημοποιηθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος; Ἡ καθαρεύουσα τοῦ κ. Μιστριώτου, ἢ τοῦ κ. Κόντου, ἢ τοῦ κ. Βερναρδάκη, ἢ τοῦ κ. Βλάχου (θόρυβος). Ὅσοι Ἕλληνες λόγιοι ὑπάρχουν, τόσαι καὶ καθαρεύουσαι ὑφίστανται. Διὰ τοῦτο ὀρθῶς νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν εἰς τὸν χάριν τοῦ ζητήματος τούτου ἐπισκεφθέντα αὐτὸν κ. Μιστριώτην, ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἴσως νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ γραμματικὴ τῆς καθαρευούσης, διὰ νὰ ψηφισθῇ αὕτη ὑφ’ ἡμῶν καὶ μὴ ὑποπίπτουν οἱ Ἕλληνες πολῖται ἐν ἀγνοίᾳ αὐτῶν εἰς ἐγκλήματα ἐσχάτης προδοσίας.
§5Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.
§6Κ. ΜΑΝΟΣ. Ἔτσι ἐγράφη εἰς τὰς ἐφημερίδας. Ἐξέφρασε τὴν γνώμην του, καὶ ὑποθέτω ἡ γνώμη τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ ὡς Βενιζέλου, ἂν ὄχι ὡς Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι καὶ αὐτὴ σεβαστή.
§7Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὴν υἱοθετεῖτε ὑμεῖς.
§8Κ. ΜΑΝΟΣ. Τὴν υἱοθετῶ, μάλιστα. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω δὲ πόσον ὀλίγον σταθερὰ εἶναι ἡ γραμματικὴ τῆς καθαρευούσης, θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα, τὸ παράδειγμα μιᾶς λέξεως, τὴν ὁποίαν συνεχῶς ἀνεγίνωσκον εἰς τὰς ἐφημερίδας κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Ἔβλεπον συνεχῶς τοὺς τύπους «τὴν ἀπόκρεω· τῶν ἀπόκρεω, τῶν ἀποκρέω, τὰς ἀπόκρεω», οὐδαμοῦ δέ, ἀκούσατε, οὐδαμοῦ ἀπήντησα τοὺς ὀρθοὺς τύπους, τοὺς ὁποίους οἱ πλεῖστοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν γνωρίζουν, τοὺς τύπους «τὴν ἀπόκρεων, τῶν ἀπόκρεων, τὰς ἀπόκρεως» κτλ. Θὰ ἠδύναντο οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται τοὺς τύπους αὐτούς, νὰ μετεχειρίζοντο ἁπλούστατα τοὺς τύπους «ἡ ἀποκρηά, τῆς ἀποκρηᾶς, τὴν ἀποκρηάν» (θόρυβος), τοὺς ὁποίους μεταχειρίζεται ὁ κ. Πὼπ, ὁ μόνος ἴσως τῶν καθαρευουσιάνων. Νομίζω, ὅτι ἐὰν ἔγραφον τοὺς τύπους αὐτούς, θὰ ἔμπλεκαν ἴσως μὲ τὸν κ. Μιστριώτην, ἀλλὰ δὲν θὰ ἔμπλεκαν βεβαίως μὲ τὴν γραμματικήν. Διαρκὴς δὲ τάσις τῶν ὑπερμάχων τῆς καθαρευούσης εἶναι νὰ παριστάνουν ὅτι, ἐὰν ἐπικρατήσῃ ἡ δημοτική, ἡ γλῶσσα διασπᾶται εἰς διαλέκτους. Οὐδὲν ψευδέστερον τούτου, κύριοι Βουλευταί. Ἄλλο γλῶσσα καὶ ἄλλο διάλεκτος. Ἡ γλῶσσα λαλεῖται καὶ νοεῖται ὑπὸ τῆς ὁλότητος ἑνὸς ἔθνους. Ἡ διάλεκτος εἶναι ἰδίωμα περιωρισμένης χρήσεως. Ἐκ τῶν διαλέκτων μιᾶς χώρας σχηματίζεται ἡ κοινὴ γλῶσσα διὰ τῆς ἐπικρατήσεως κατὰ τὸ πλεῖστον μιᾶς ἐκ τῶν διαλέκτων. Οὕτω ἐν τῇ ἀρχαίᾳ Ἑλλάδι ἐπεκράτησεν ἐξ ὅλων τῶν διαλέκτων ἡ Ἀττικὴ καὶ ἐκ ταύτης ἐγεννήθη ἡ κοινὴ κατὰ τοὺς Μακεδονικοὺς χρόνους καὶ ὄχι ὡς εἶπε χθὲς ὁ κ. Πατσουράκος.
§9Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ παρακολουθῆτε.
§10Κ. ΜΑΝΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά σας, νὰ μὲ ἀντικρούσητε. Ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι ἐξ ὅλων τῶν διαλέκτων ἐπεκράτησε κατὰ τὸ πλεῖστον ἡ δημοτικὴ τῆς Ἠπειρωτικῆς ποιήσεως, ἐξ ἧς ἐγεννήθη ἡ κοινὴ δημοτική, ἡ ὁποία ἀληθῶς ὑπάρχει καὶ ἔχει καὶ Τυρρηνικὴν γραμματικήν. Ἡ Ἰταλικὴ γλῶσσα ἐγεννήθη ἐκ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς Τοσκανικῆς διαλέκτου, ἡ Γαλλικὴ ἐγεννήθη ἐκ τῆς langue d’ oïl διαλέκτου τῆς βορείου Γαλλίας, ἡ Ἱσπανικὴ ἐκ τῆς ἐπικρατήσεως τῆς Καστιλλιανῆς διαλέκτου κλπ. Δὲν ὑπάρχει δὲ κωμικωτέρα ἀπαίτησις ἐκείνης, τοῦ νὰ δεσμεύσωμεν τὰς ἐπερχομένας γενεὰς διὰ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα εἶναι ἡ καθαρεύουσα. Λησμονοῦν οἱ Κύριοι αὐτοί, ὅτι κατὰ τὰ διδάγματα τῆς ἐπιστήμης ἡ γλῶσσα εἶναι ζῶν ὀργανισμός, καὶ ὅτι ὑφίσταται τὰς περιπετείας ὀργανισμοῦ ζῶντος. Μόνον αἱ νεκραὶ γλῶσσαι δὲν μεταβάλλονται πλέον, ὡς λόγου χάριν ἡ ἀρχαία Ἀττική. Εἶναι ἀπολιθώματα.
§11Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὰ ὁποῖα σέβεται ὅλος ὁ κόσμος καὶ τὰ ὁποῖα μανθάνει.
§12Κ. ΜΑΝΟΣ. Εἶναι νεκραὶ γλῶσσαι. Ἐγὼ σέβομαι περισσότερον ἀπὸ ὑμᾶς τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς, διότι μετέφρασα καὶ ἀρχαίους συγγραφεῖς, ὑπέστην δὲ καὶ τὸ πῦρ. Καὶ πολλοὶ τῶν φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίον τῆς καθαρευούσης, μετέβησαν καὶ ἐχειροκρότησαν προχθὲς τὴν «Ἀντιγόνην» εἰς τὸ Βασιλικὸν θέατρον.
§13ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πάντες οἱ φοιτηταὶ ὀρθοφρονοῦσιν.
§14Κ. ΜΑΝΟΣ. Ἡ δὲ ἀπαίτησις τοῦ νὰ ἀπολιθώσωμεν τὴν καθαρεύουσαν διὰ τοῦ Συντάγματος ἐνέχει τὴν αὐτὴν κωμικότητα, τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεῖχε τὸ Ὁμηρικὸν συνέδριον τῶν Ἀχαιῶν, ἐὰν ἐθέσπιζον, ὅτι ἐπίσημος αὐτῶν γλῶσσα θὰ ἦτο ἐσαεὶ ἡ γλῶσσα τῶν ὁμηρικῶν ἐπῶν, καὶ κατήργει οὕτω διὰ μιᾶς προκαταβολικῆς μονοκονδυλιᾶς καὶ Αἰσχύλον καὶ Σοφοκλῆ καὶ Εὐριπίδην καὶ Πλάτωνα καὶ πρὸ πάντων Ξενοφῶντα, ὅστις, ὡς γνωστόν, μεταχειρίζεται πλείστας βαρβαρικὰς λέξεις, ὡς λόγου χάριν τὸν «ἀκινάκην», τοὺς «παρασάγγας», τοὺς «παραδείσους», τοὺς ὁποίους μεταχειρίζεται καὶ ὁ κ. Πατσουράκος, καὶ τὰ ἀληθῶς θαυμάσια ὅμοια.
§15Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Δὲν εἶναι, κύριοι Βουλευταί, οἱ ἐχθροὶ ἀνὰ τὴν μεθόριον γραμμὴν οὐδὲ πέρα αὐτῆς, ὡς νομίζει ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος, κρίνων ἄκαιρον καὶ ὡς Βυζαντινὴν τὴν συζήτησιν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· ὄχι! οἱ ἐχθροὶ ἡμῶν, οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος εἶναι ἐν τῇ πατρίδι ἡμῶν, ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, μεταξὺ ἡμῶν. Καὶ ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἐχθρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα σήμερον, ἐναντίον αὐτῶν συζητοῦμεν. Καὶ τὸ συνέδριον τοῦτο δὲν ἦλθε βεβαίως οὐδὲ συνῆλθεν, ἵνα ἀνορθώσῃ τὴν Πολιτείαν διὰ νομοθετημάτων ἁπλῶν. Δὲν ἦλθε, διὰ νὰ ψηφίσῃ μόνον νόμους, εἴτε δικαστικούς, εἴτε διοικητικούς, εἴτε οἰκονομικούς. Βεβαίως καὶ οἱ νόμοι οὗτοι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἀνάπλασιν καὶ ἀναμόρφωσιν τῆς κοινωνίας, ἀλλ’ ἦλθε νὰ θέσῃ θετικὰς βάσεις διὰ τὴν πραγματικὴν τῆς πατρίδος ἡμῶν ἀνόρθωσιν, καὶ αἱ πραγματικαὶ βάσεις δὲν κεῖνται εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν, διότι οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι εἷς χάρτης, ὁ ὁποῖος μόνος δὲν ἐνέχει τὴν ζωὴν καὶ τὴν δύναμιν, ὅπως ἀναπλάσῃ καὶ ἀναμορφώσῃ τὴν χώραν ἡμῶν. Πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς τοὺς νόμους αὐτοὺς ζωήν, καί, ὅπως δώσωμεν ζωὴν εἰς αὐτούς, πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν παράγοντας ὀργανικούς, πρέπει νὰ δημιουργήσωμεν πολίτας, τοὺς ὁποίους σήμερον, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν εἰλικρινῶς, πολίτας μὲ ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, δὲν ἔχομεν. Δὲν εἶναι λοιπὸν συζήτησις, ἡ ὁποία διεξάγεται, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ἐν Βυζαντινῇ Βουλῇ. Εἶναι συζήτησις ἐφ’ ἑνὸς τῶν σπουδαιοτέρων θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει καὶ ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ συζητήσῃ ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Μὴ λαμβάνετε ἁπλῶς τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως γλωσσολογικῆς. Λάβετε τὸ ζήτημα ἀπὸ ἀπόψεως γενικωτέρας. Ἠκούσθη ἡμέραν τινὰ μία ἔντονος φωνή, μία διαμαρτυρία, ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Λακωνίας, ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐκμυζῶσι τὸν ἱδρῶτα τοῦ λαοῦ διὰ παντοίων μέσων. Ἀποτελοῦσιν ὁμάδας ἰσχυράς, συνησπισμένας, αἵτινες κατώρθωσαν διὰ τῶν πολλαπλῶν μέσων, ἅτινα διαθέτουσι, θεμιτῶν καὶ ἐν πολλοῖς ἀθεμίτων, ὅπως διαφθείρωσι τὰς ὑλικὰς δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κινδυνώδεις βεβαίως αἱ ἑταιρεῖαι αὗται, ἀλλὰ κινδυνωδέστεραι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι διαφθείρουσι τὴν ψυχήν, τὸ ἦθος καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τὴν ἑνότητα αὐτοῦ. Τοιοῦτοι δὲ δέον νὰ θεωρηθῶσι καὶ οἱ παραφθείροντες καὶ διαστρεβλοῦντες τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν. Εἶπον χθὲς οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ἀπεκάλεσαν τοὺς ἐχθροὺς τούτους ἀνισορρόπους, τοὺς ἀπεκάλεσαν ἐκφύλους. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι οὔτε ἔκφυλοι εἶναι οὔτε ἀνισόρροποι, διότι ἄχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμίαν φρενολογικὴν ἀπόδειξιν ἔχομεν περὶ αὐτῶν. (Γέλωτες). Ἴσως ἕνεκα τῆς μεγάλης καὶ ἐπιμόχθου αὐτῶν διανοητικῆς ἐργασίας πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐπονειδίστου αὐτῶν ἔργου κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, ἴσως κύτταρά τινα τοῦ ἐγκεφάλου αὐτῶν ὑπέστησαν ἐκφύλισίν τινα, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ ἡ ἐγκεφαλική των λειτουργία εἶναι ὑγιής. Κύριοι Βουλευταί· βεβαίως ἦτο φυσικὸν ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἡ ἐθνικὴ νὰ ὑποστῇ ποικίλας μεταβολὰς κατὰ τὴν μακρὰν καὶ τυραννικὴν δουλείαν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἀπὸ τὸν δεινὸν κατακτητήν· ἦτο φυσικὸν τοῦτο, νὰ γίνωσι διάλεκτοι καὶ ἰδιώματα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἡ γλῶσσα ἀπώλεσε τὸν οὐσιώδη καὶ τὸν κύριον αὐτῆς χαρακτῆρα. Εἶχεν ἡ γλῶσσα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ ἡμῶν τὴν ὑπερτάτην αὐτῆς δύναμιν, διὰ τῆς ὁποίας συνεκρατεῖτο ὁλόκληρον τὸ γένος, ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ φυλή. Ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ γλῶσσα τῶν θείων ὑμνῳδιῶν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία συνεκράτησε τὸ γένος, διατηρήσασα αὐτό, καὶ ἡ ὁποία συνετέλεσε νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς διὰ τῶν πατέρων ἡμῶν τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν σήμερον. Ὅτε ὅμως ἦλθεν ὁ χρόνος ὁ κατάλληλος, οἱ πεπαιδευμένοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἠθέλησαν νὰ ἀφήσωσι τὴν γλῶσσαν, ἵνα ἀπολεσθῇ, καὶ εἰργάσθησαν μὲ πᾶσαν δύναμιν, διὰ νὰ ἀποβάλωσιν ἀπ’ αὐτῆς πᾶσαν ξενικήν, ὅσον τὸ δυνατόν, λέξιν, πᾶσαν λέξιν βαρβαρικήν. Οἱ ἄνθρωποι τοῦ πνεύματος εἰργάσθησαν ἀδιαλείπτως, οἱ ἄνθρωποι τῶν ὑλικῶν δυνάμεων προσήνεγκον ὁμολογουμένως, ἔδωκαν πάντα τὰ ἀναγκαῖα χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν μεγάλην ταύτην ἐργασίαν. Ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς δύναται νὰ λησμονήσῃ τοὺς μεγάλους μόχθους, τὴν μεγίστην πατριωτικὴν ἐργασίαν τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ; Ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς δύναται νὰ λησμονήσῃ τὰς βασιλικὰς ὄντως χορηγίας τῶν Ζωσιμαδῶν καὶ τῶν ἄλλων εὐεργετῶν τοῦ Γένους; Ἅπαντες χάριν τῆς γλώσσης εἰργάζοντο εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ σημεῖον. Πάντες ἐφιλοτιμοῦντο τίς νὰ ὑπερτερήσῃ τὸν ἄλλον, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ κοινὴ εἶναι ἀναγκαιοτάτη. Ἡ γλῶσσα συνηνωμένη μετὰ τῆς θρησκείας εἶναι τὰ δύο μεγάλα ὅπλα, δι’ ὧν ἐζήτουν οὗτοι τὴν ἀπολύτρωσιν αὑτῶν. Δι’ ὃ καὶ ἐτελεῖτο πρὸ τοῦ ἀγῶνος καὶ κατ’ αὐτὸν ἔτι ἐργασία πρὸς καθαρισμὸν τῆς γλώσσης. Καὶ μετ’ αὐτοὺς μέχρι σήμερον δὲν ἐζήτει τίποτε ἄλλο τὸ πνεῦμα τὸ Ἑλληνικὸν ἢ νὰ καθαρίσῃ τὴν γλῶσσαν ἡμῶν καὶ παρουσιάσῃ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, τὴν ὁποίαν λαλοῦμεν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, εἰς ὅλας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, εἰς ὅλα τὰ ἐκπαιδευτήρια τοῦ Κράτους. Αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα ἡ ἐθνική, ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν καὶ τὴν ὁποίαν ἔρχονται οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος νὰ διαστρεβλώσωσι καὶ ἐξευτελίσωσι καὶ ταπεινώσωσι. Τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, ἀφ’ ἧς, ὡς ἀπὸ πηγῆς ἀνεξαντλήτου καὶ ἀστειρεύτου, ἅπαντα τὰ πεπαιδευμένα καὶ πεπολιτισμένα Κράτη παρέλαβον καὶ ἐτίμησαν, καὶ τιμῶσι τοὺς προγόνους ἡμῶν, καὶ δι’ αὐτῆς καὶ δι’ αὐτῶν τιμῶσι καὶ ἡμᾶς σήμερον· τὴν γλῶσσαν αὐτήν, τὴν τόσον ὑψηλὰ ἱσταμένην, τὴν καθημένην ὄντως ἐπὶ χρυσοῦ θρόνου, τὴν ἐνδεδυμένην μὲ τὴν ἁλουργίδα καὶ τὸ τρισχιλιετὲς ἀδαμάντινον διάδημα, οἱ χυδαϊσταὶ θέλουσι νὰ ἐνδύσωσι μὲ ῥάκη ἐλεεινὰ καὶ νὰ τὴν σύρωσιν εἰς τὸν βόρβορον καὶ τὰς ἀγυιάς. (Χειροκροτήματα). Μᾶς ἔφερεν ὁ κ. προλαλήσας τύπους τινὰς λέξεων καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀπόκρεων ἀποκρηάν.
§16Κ. ΜΑΝΟΣ. Εἶπα ὅτι πρέπει νὰ λέγωμεν ἀπόκρεων καὶ ὄχι ἀπόκρεω.
§17Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις ἐκ τοῦ λεξικοῦ τῶν χυδαϊστῶν καὶ τῆς γραμματικῆς αὐτῶν. Θὰ ἀκούσητε δὲ λέξεις ἐμποιούσας τὴν φρίκην καὶ τὸν ἀποτροπιασμόν. Εἶπε χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅτι, προκειμένου νὰ ἀναφέρωσι τὸ ὄνομα, τὸ εἴδωλον ἐκεῖνο τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, τὸ ὁποῖον θέλουσι νὰ ταπεινώσωσι καὶ ἐξευτελίσωσι, τὸ ὄνομα τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ὀνομάζουσιν αὐτὸν Κωστῆν Παληοκουβένταν.
§18Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Ψεῦδος. Μὲ τοιαῦτα ψεύδη θέλετε νὰ συκοφαντῆτε.
§19Κ. ΜΑΝΟΣ. Οὐδεὶς εἶπεν αὐτό.
§20Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Γνωρίζετε πῶς ὀνομάζουσι τὸν Πηλέα; Λασπιᾶ. Τὴν Ἠλέκτραν; Κεχριμπάραν.
§21ΣΤ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Ποῦ τὰ εὑρήκατε αὐτά; Δὲν εἶναι ἀληθῆ. Εἶναι ψεύδη καὶ συκοφαντίαι. (Θόρυβος).
§22Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Καί, ὅτε πρόκειται νὰ ταπεινώσωσι τὴν γλῶσσαν τὴν ἐθνικήν, δὲν ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ αὐτῆς; Δὲν ἔχει τοιαύτην ὑποχρέωσιν, ὅταν μάλιστα βλέπῃ, ὅτι οἱ ἐχθροὶ οὗτοι τῆς πατρίδος, κατέχοντες τὰ ὑψηλότερα πολλάκις ἀξιώματα τῆς Πολιτείας, προσπαθοῦσι δι’ αὐτῶν νὰ μεταδώσωσι τὴν χυδαϊκὴν γλῶσσαν εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν; Ὅτε ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἐργαστήριον πρὸς δημιουργίαν τῆς γλώσσης ἡμῶν, πρὸς μόρφωσιν καὶ διάπλασιν τοῦ ἤθους καὶ τοῦ χαρακτῆρος, καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι συνηγοροῦσι καὶ συμπράττουσι καὶ ἐνθαρρύνουσι τὸν χυδαϊσμόν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἔχει καθῆκον ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ θέσῃ φραγμόν, ἵνα ἐν τῷ μέλλοντι παρεμποδίσῃ τὸν χείμαρρον αὐτόν; Ὅτε εἰς τὴν Μέσην Ἐκπαίδευσιν ὑπάρχουσι καθηγηταὶ καὶ γυμνασιάρχαι βοηθοῦντες τοὺς χυδαϊστάς, ὅτε ἐν τῇ Κατωτάτῃ Ἐκπαιδεύσει ὑπάρχουσι διδάσκαλοι καὶ γραμματισταὶ τῶν χυδαϊστῶν, δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία νὰ θέσῃ φραγμόν; Ὅτε ἐξ ἄλλου ἔξω τῶν ὁρίων τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους ἐνισχύουσι παντοιοτρόπως τὸν χυδαϊσμόν, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἀναγκάζεται ὁ Ἐθνάρχης νὰ λάβῃ μέτρα ἀμύνης, καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὸ ἐλεύθερον βασίλειον ἀρωγὴν καὶ βοήθειαν, δὲν ἔχει καθῆκον ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία νὰ θέσῃ φραγμὸν ἐν τῷ πολιτεύματι; Τίς ὁ δυνάμενος νὰ ἀρνηθῇ τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ, ὅτε εὑρίσκεται ἐν διπλῇ Βουλῇ; Ἔχομεν λοιπὸν ὑποχρέωσιν νὰ θέσωμεν φραγμόν, ὄχι ἵνα παρεμποδίσωμεν αὐτοὺς νὰ ἐκδηλώσωσι τὰ συναισθήματα καὶ αἰσθήματα καὶ νὰ γράφωσιν ὅ,τι θέλουσιν, ἀλλ’ ἵνα μὴ εἶναι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, ἵνα μὴ ἐνθαρρύνωνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας εἰς τὸ ἀνόσιον αὐτῶν ἔργον. Καὶ ἐνθαρρύνονται, ἀφοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐβράβευσεν αὐτοὺς καὶ ἐπαρασημοφόρησεν ἡ Πολιτεία. Καὶ δὲν δεικνύει τοῦτο, ὅτι αὐτὴν τὴν στιγμὴν τιμῶνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας; Λαμβάνουσι μίαν ἠθικὴν ὑποστήριξιν, ἵνα μετὰ θάρρους περισσοτέρου προβαίνωσιν εἰς τὸ ἀπαίσιον αὐτῶν ἔργον.
§23Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πολλοὶ ἀνάξιοι λαμβάνουσι παράσημα’ αὐτὸ δὲν εἶναι σπουδαῖον.
§24Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἔχω τὴν ἐλπίδα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι σύσσωμος ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἐξετάζουσα τὸ ζήτημα ὄχι ἁπλῶς ἀπὸ γλωσσικῆς ἀπόψεως, ἀλλ’ ἀπὸ γενικωτέρας πολιτικῆς ἀπόψεως, διότι ἀπὸ γλωσσικῆς ἀπόψεως δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως, θὰ ἐκπληρώσῃ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς, καὶ εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπάρχουσι μαλλιαροὶ χυδαϊσταί· ἴσως νὰ ὑπῆρξαν, ἴσως νὰ ὑπάρχωσιν, ἀλλ’ οὗτοι εἰσὶ πεπλανημένοι, οὐδὲ δύναμαι νὰ θεωρήσω ὅτι καὶ αὐτοί εἰσι μεμυημένοι εἰς τὸ ἀπαίσιον αὐτὸ καὶ καταχθόνιον ἔργον κατὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν, πρὸς κατάπτωσιν τῆς γλώσσης ἡμῶν, ἥτις εἶναι συνηνωμένη μὲ τὴν θρησκείαν, διότι εἰς οὐδεμίαν ἄλλην φυλήν, εἰς οὐδένα ἄλλον λαὸν ἡ πατρὶς δὲν εἶναι συνδεδεμένη μετὰ τῆς θρησκείας τοσοῦτον στενῶς· μόνος ὁ Ἑλληνισμὸς ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ εἶναι ἀρρήκτως συνδεδεμένος μὲ τὸν Χριστιανισμόν, διὰ τοῦτο δὲ καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνισμὸς ἄνευ Χριστιανισμοῦ, καὶ δι’ αὐτὸ ἴσα ἴσα ἐδόθη τὸ προνόμιον ὑπὸ τοῦ Θεανθρώπου, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ὄργανον τῆς μεγάλης ἀποστολῆς. Εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικὴν ἐγράφη τὸ Εὐαγγέλιον, εἰς τὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικὴν ἐγράφησαν αἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων καὶ ὅτε ὁ Θεάνθρωπος ἐπρόκειτο νὰ δεχθῇ τοὺς Ἕλληνας εἶπε τὸ βαρυσήμαντον ἐκεῖνο ῥῆμα· «ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, ἵνα δοξασθῇ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Δὲν χάνεται λοιπὸν ὁ Ἑλληνισμός, διότι ἀπὸ θείας δυνάμεως ἀντλεῖ τὴν ἠθικήν του δύναμιν· ἀλλ’ ὅτε κατὰ τῆς γλώσσης αὐτῆς τίθενται τοιαῦται βάσεις, αἵτινες κινδυνεύουσι νὰ σύρωσιν αὐτὴν εἰς τὸν βόρβορον, ἔχει ἓν καθῆκον ἡ Πολιτεία, νὰ ἀμυνθῇ. Δὲν εἶναι, ὅπως ἴσως τινὲς ὑποθέτουσιν, ἔργον τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἕνεκα κενοδοξίας τινός, ἵνα γένωνται αἱρεσιάρχαι εἰς τὴν γλῶσσαν· ὄχι, διότι τὸ ἔργον αὐτὸ ἀπῄτησε καὶ ἀπαιτεῖ δαπάνας κολοσσιαίας, καὶ βλέπετε ὅτι εἰς διάστημα μιᾶς τριακονταετίας ἐπετέλεσαν ἔργα γιγάντεια. Πρὸ τριακονταετίας ἀκριβῶς χρονολογεῖται ἡ ἐργασία τῶν χυδαϊστῶν καὶ σήμερον κατέχουσιν οὗτοι τὰς ὑψηλοτέρας θέσεις τῆς Πολιτείας. Ἐλπίζω λοιπὸν ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία θὰ θέσῃ τὸν πρέποντα φραγμόν, ἵνα παρεμποδισθῶσιν εἰς τὸ ἐφεξῆς οἱ ἐχθροὶ οὗτοι τῆς πατρίδος. Ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν ἁπάντων ὑμῶν. Μὴ λαμβάνετε αὐτὸ ὡς ζήτημα ἁπλῶς γλωσσολογικόν· νὰ τὸ ὑποθέσητε ὡς ζήτημα καθαρῶς πολιτικόν, πατριωτικόν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἐπικαλοῦμαι πρὸ παντὸς τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ θεωρήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς ὅλως ἁπλοῦν καὶ πάρεργον, διότι εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γεννήσῃ πολλὰ πράγματα. Δὲν εἶναι συγκεχωρημένον εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀφήνωμεν τὸν λαὸν νὰ ἐξεγείρηται πρὸς ἄμυναν καὶ ὑπεράσπισιν τῶν ἱερῶν καὶ τῶν ὁσίων αὐτοῦ. Πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐγένετο τοιαύτη ἐξέγερσις, ἡ ὁποία εἶχε λυπηρὰ ἀποτελέσματα· ἐφονεύθησαν συμπολῖται ἡμῶν, ἔπεσε Κυβέρνησις ἡ ὁποία εἶχε μεγίστην πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ ἔγινε θῦμα ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας...
§25Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐξιλαστήριον.
§26Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. .. καὶ ὡς ἐξιλαστήριον θῦμα, διότι ἂς τὸ ὁμολογήσω μετὰ παρρησίας, δὲν εἰσῆλθε διὰ τῆς μεγάλης πύλης εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, ἐπεβλήθη καὶ ἐγένετο. Τοιαῦτα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς τὰ ἐξετάζει ἀπὸ βαθυτέρας ἀπόψεως, διότι δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο παρὰ τὴν θρησκείαν αὐτοῦ καὶ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ, δέον νὰ μὴ διέρχωνται ἄνευ παρατηρήσεως βαθείας. Καὶ ἂν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ὅπερ οὐδέποτε δύναμαι νὰ φαντασθῶ, θελήσῃ νὰ παρέλθῃ αὐτὸ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι παρέλκει τοιαύτη ἀπαγορευτικὴ διάταξις, ἵνα τεθῇ ἐν τῷ Καταστατικῷ ἡμῶν Χάρτῃ, ἂν ἡ Κυβέρνησις, οὐχὶ ὡς Κυβέρνησις, ἀλλ’ ὡς μέλη, τὰ ὁποῖα εἶναι Βουλευταί, θελήσῃ καὶ αὐτὴ νὰ ἀντιπαρέλθῃ, ἄν, Κύριοι, συμβῇ τοιοῦτό τι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς τὸ εἴπω μετὰ παρρησίας, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα θὰ λύσῃ ὁ κυρίαρχος λαός. (Εὖγε, εὖγε). Δὲν δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀφήσῃ ἐγκαταλελειμμένα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει ἱερὰ καὶ ὅσια ἐν τῇ ψυχῇ αὐτοῦ. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι θὰ πρυτανεύσῃ ὁ πατριωτισμός, θὰ βασιλεύσῃ ἡ φρόνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία εἰς τὴν ἔκτακτον αὐτὴν περίστασιν ἀπαιτεῖται, διότι, ἂν ἀφήσωμεν, κύριοι Βουλευταί, νὰ παρέλθῃ τοῦτο ἐν σιγῇ χωρὶς νὰ λάβωμεν τὰ προσήκοντα μέτρα, ἴσως, ὅταν κατισχύσῃ ὁ χυδαϊσμός, ὅταν κατισχύσῃ τὸ μέσον ἐκεῖνο, δι’ οὗ διαλύεται πᾶς δεσμὸς ἐθνικός, ἴσως ἡ Ἑλλὰς γεωγραφικῶς νὰ μὴ ἀπολέσῃ τὴν θέσιν αὑτῆς, ἀλλὰ βεβαιωθῆτε πάντες ὅτι οἱ κατοικοῦντες ἐν αὐτῇ δὲν θὰ καλῶνται Ἕλληνες. (Χειροκροτήματα).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σῖμος εἶναι ἀντιλέγων;
§28Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὄχι.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§30Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πρὸ παντός, κύριοι συνάδελφοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἰς μέγιστον βαθμὸν μὲ παρεξένευσεν ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον διεξήχθη χθὲς ἡ συζήτησις, τὸ πάθος καὶ ἡ καταφορά, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη ἐκ μέρους μερικῶν συναδέλφων ἐναντίον ὄχι μόνον μιᾶς ὁμάδος λογίων, ἀλλ’ ἐναντίον ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἔχω συνηθίσει εἰς τοιοῦτο πάθος καὶ τοιαύτην καταφορὰν ἐναντίον πολιτικῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ πολιτικῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπεστηρίχθησαν ἀκόμη ἐπαρκῶς εἰς τὸν τόπον μας. Ἐναντίον τοιούτων ἰδεῶν ἡ ἐμπαθὴς καταφορὰ εἶναι ἐν μέρει δικαιολογημένη, διότι καὶ ἡ ἀμάθεια εἶναι δικαιολογημένη. Ἀλλ’ ἀναφορικῶς εἰς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα τὸ πάθος δὲν ἦτο δικαιολογημένον, ἐπειδὴ ἡ ἀμάθεια δὲν ἦτο δικαιολογημένη, διότι ἀναφορικῶς εἰς αὐτὸ ὑπάρχει ὁλόκληρος βιβλιοθήκη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν· ὑπάρχει πλῆθος ἐπιστημόνων, οἱ ὁποῖοι ἐνέκυψαν ἐπιτυχῶς εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐκφέρουν τὰς γνώμας των ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐν σχέσει πρὸς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ λάβωσι γνῶσιν ἔστω καὶ ἐλαχίστου μέρους τῆς μεγάλης αὐτῆς φιλολογικῆς κινήσεως. Καὶ ἐγώ, κύριοι συνάδελφοι, ὑπῆρξα θιασώτης τῆς καθαρευούσης ἀδιάλλακτος, ὅπως θιασῶται τῆς καθαρευούσης εἴμεθα πάντες, ὅταν ἐξερχόμεθα ἀπὸ τὸ Γυμνάσιον, διότι ἐκεῖ δὲν διδασκόμεθα τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ μελετῶμεν, ὅπως διδασκόμεθα νὰ μελετῶμεν εἰς τὸ Γυμνάσιον, τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς· οὐδὲ κἂν τὴν χρῆσιν τῆς σήμερον γραφομένης Ἑλληνικῆς γλώσσης διδασκόμεθα, παρὰ τὴν σοφὴν γνώμην τοῦ ἀειμνήστου Κοραῆ, ὅτι «ἀναγκαιοτέρα εἶναι εἰς ἡμᾶς ἡ γραμματικὴ θεωρία καὶ πρᾶξις τῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν λαλοῦμεν καθ’ ἑκάστην, παρὰ τῆς γλώσσης, ἡ ὁποία μᾶς ἀναγκάζει νὰ μανθάνωμεν ἡ κατάληψις τῶν συγγραμμάτων τῶν ἡμετέρων προγόνων». Ἀλλ’ ὅταν καὶ ἐγὼ ἐτελείωσα τὰς Πανεπιστημιακὰς μου σπουδὰς καὶ ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ τὸ παρακολουθήσω, ἔμαθον ὅτι ἡ σημερινὴ διγλωσσία δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς σατανικῆς ἐνεργείας ὀλίγων ἀργυρωνήτων λογίων, ἀλλ’ ἕλκει τὴν καταγωγήν της ὄχι πρὸ 50, 100 ἢ 200 ἐτῶν, ἀλλὰ πρὸ χιλιετηρίδων. Εἰς τὸν 2ον αἰῶνα μ.Χ. ἀπαντῶμεν τοὺς τύπους: «οἱ γυναῖκες», «τὰς τιμές», «ὁ ἀέρας», «ὁ ἀρραβῶνας», «ἀδέλφια», «εἶχα», «γράψε», «ἔπλεξες», «παροδῖτες» κλπ. Τοῦτο δὲ ἦτο συνέπεια αὐτῆς τῆς φύσεως τῆς γλώσσης, ἡ ὁποία δὲν εἶναί τι ἀμετάβλητον, νεκρόν, ἀλλ’ εἶναί τι ζῶν καὶ μεταβαλλόμενον, ὅπως εἶναι ζῶντες καὶ μεταβαλλόμενοι καὶ ἐξελισσόμενοι οἱ ὀργανισμοί, οἵτινες τὴν δημιουργοῦν. Ἔμαθον ἀκόμη ἐκ τῶν μελετῶν μου, ὅτι δὲν εἶναι ἡ λεγομένη δημοτικὴ γλῶσσα ἀποτέλεσμα τῆς μακρᾶς δουλείας, τῆς ἀμαθείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἶναι τοὐναντίον ἡ γραφομένη γλῶσσα ἀποτέλεσμα τῆς μακρᾶς δουλείας, τῆς δημιουργικῆς ἀδυναμίας αὐτοῦ. Ἡ δημιουργικὴ αὕτη ἐξασθένησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ λόγους ἱστορικοὺς προεκάλεσεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν προσήλωσιν πρὸς τὰ ἀρχαῖα κλασσικὰ πρότυπα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν τελείαν παραμέλησιν τῆς γλώσσης τῆς ζωντανῆς, τῆς γλώσσης τῆς ὁμιλουμένης, ἡ ὁποία εἶναι θαυμαστὴ διὰ τὴν ἁπλότητα τῆς διασκευῆς της, τὴν ζωηρότητα τῆς ἐκφράσεώς της καὶ ἡ ὁποία, ἂν καὶ οὐδέποτε ἔγινε δεκτὴ εἰς τὰ σχολεῖα καὶ τὸν ἐπίσημον βίον, ἔδειξεν ἐν τούτοις ἀπαράμιλλον ἀντοχήν, διατηρηθεῖσα καὶ ἐξελιχθεῖσα διὰ μέσου πολλῶν αἰώνων. Ἡ παραμέλησις δὲ τῆς ὁμιλουμένης καὶ πράγματι ζώσης αὐτῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἔγινε πρὸς βλάβην ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἰδοὺ δὲ τί περὶ τούτου λέγει μέγιστος τῶν παρ’ ἡμῖν ζώντων φιλολόγων, ὁ καθηγητὴς τῆς γλωσσολογίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ κ. Χατζιδάκις. (Ἀναγινώσκει): «Πόσον ἡ ἀληθὴς οὐσία καὶ δύναμις τῆς γλώσσης παρηλλάγη κατὰ τοὺς μεταγενεστέρους καὶ Βυζαντιακοὺς χρόνους κατανοεῖ τις εὐκόλως, ἂν ἐνθυμηθῇ, ὅτι δύο τὰ σπουδαιότερα μέρη τοῦ ἀνθρωπίνου βίου, ἡ θρησκεία καὶ ἡ πολιτεία τῶν Ἑλλήνων, ἐξεβλήθησαν ὑπὸ τῶν ἐπικρατησάντων ξενικῶν θεσμῶν. Καὶ εἰσῆλθον μὲν κατ’ εὐτυχίαν ἥ τε θρησκεία καὶ ἡ πολιτική, στρατιωτική, διοικητική, δικαστική, κλπ. ἐνέργεια εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἀλλ’ οὐχ ἧττον νέας καὶ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ξένας ἰδέας καὶ συνηθείας καὶ λέξεις ἐνέβαλον εἰς τὴν γλῶσσαν καὶ μετέδωκαν εἰς τὸ ἔθνος. Ἀγνοοῦντες οἱ μεταγενέστεροι Ἕλληνες τὰς ἱστορικὰς αὐτὰς ἀνάγκας καὶ αἰτίας ἀνέλαβον ἐνωρὶς μέγαν ἀγῶνα κατὰ τῆς εἰσβολῆς καὶ ἐπικρατήσεως τῶν ξενικισμῶν τούτων καὶ πρὸς ἐπίτευξιν λόγου κατὰ πρῶτον μὲν καθαρῶς Ἑλληνικοῦ, ἔπειτα δὲ διὰ τὰς μεγάλας τῶν Ἀττικῶν συγγραμμάτων ἀρετὰς καθαρῶς Ἀττικοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἀγὼν οὗτος ἐναυάγησε, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, ἀφοῦ τοιαύτην μεταβολὴν τῆς γλώσσης ἐπέβαλε τὸ πνεῦμα τῶν αἰώνων καὶ τὰ μεγάλα ἱστορικὰ γεγονότα. Σχεδὸν δὲ οὐδὲν ἄλλο κατώρθωσεν ὁ οὕτως ἀναπτυχθεὶς Ἀττικισμὸς ἢ νὰ κατασκευάσῃ γραπτὴν γλῶσσαν διάφορον τῆς λαλουμένης καὶ νὰ διατηρήσῃ αὐτὰς κεχωρισμένας κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἀπὸ δύο χιλιάδων ἐτῶν μέχρι σήμερον. Διὰ τὴν ἐπικράτησιν ταύτην τῆς πρὸς τὸν Ἀττικισμὸν τάσεως οἱ μὲν λογιώτεροι Ἕλληνες παντὶ σθένει διὰ πάντων τῶν αἰώνων ἐπεμελοῦντο νὰ μανθάνωσι νὰ γράφωσι καὶ λαλῶσι κατὰ δύναμιν ἀρχαιοτέραν τινὰ τῆς γλώσσης φάσιν, καὶ οὕτως ἔσῳζον τὴν λογίαν παράδοσιν τῆς γλώσσης· οἱ δὲ ἀπαίδευτοι ἐλάλουν κατὰ πάντας τοὺς αἰῶνας ἄλλην γλῶσσαν καὶ οὕτως ἔσωζον οὗτοι κατ’ ἐξοχὴν τὴν προφορικὴν παράδοσιν. Ὅτι ὁ χωρισμὸς οὗτος δὲν ἐγίνετο πρὸς ὠφέλειαν τοῦ ἔθνους, εἶναι φανερόν, ἀφοῦ ἡ γλῶσσα ἐκτὸς ἄλλων ὀφείλει καὶ πᾶσαν ἰδέαν περὶ φιλοπατρίας, περὶ θρησκείας, περὶ τέχνης, περὶ ἐπιστήμης, περὶ πολιτείας, περὶ ἐμπορίας, περὶ γεωργίας κλπ. νὰ μετοχετεύῃ μέχρι τῆς ἐσχάτης καλύβης τοῦ χωρικοῦ, καθὰ τὰ αἱματοφόρα ἀγγεῖα μεταφέρουσι τὸ αἷμα μέχρι τῶν ἐλαχίστων ἄκρων τοῦ σώματος».
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν λέγει τίποτε.
§32Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν προλήψεις, λέγει ἀρκετά· δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν προλήψεις, δὲν λέγει τίποτε. Τὸ χάσμα ὅμως μεταξὺ τῆς γραφομένης γλώσσης καὶ τῆς ὁμιλουμένης ὁλονὲν ἐμεγεθύνετο, εἰς δὲ τὸν ἀγῶνα, ὁ ὁποῖος ἀνεπτύχθη ἀναγκαίως μεταξὺ τῶν δύο γλωσσῶν, ἔπρεπε φυσικὰ νὰ ὑποχωρήσῃ ὁ γραπτὸς λόγος εἰς τὸν λόγον τὸν προφορικόν, τὸν λόγον, ὁ ὁποῖος πράγματι ἔζη καὶ ἀνταπεκρίνετο εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Αἱ πρῶται βαθμίδες ὑποχωρήσεως ἤρχισαν, δι’ ὅσους γνωρίζουν τὴν ἱστορίαν τῆς γλώσσης μας, ἀπὸ τοῦ 11ου αἰῶνος διὰ τῆς ἀποβολῆς ἀφ’ ἑνὸς τῶν ἀρχαϊκωτέρων στοιχείων ἐκ τοῦ γραπτοῦ λόγου καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς αὐτὸν πολλῶν στοιχείων ἐκ τῆς ὁμιλουμένης γλώσσης. Κατὰ τοὺς μετέπειτα μάλιστα χρόνους ἔγιναν ἐπανειλημμένως ἀπόπειραι, ὅπως ὑποταχθῇ τελείως ὁ γραπτὸς λόγος εἰς τὸν προφορικόν. Αἱ ἀπόπειραι αὗται ἀπέτυχον τελείως, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσεπάθησαν νὰ ὑποτάξουν τελείως τὸν γραπτὸν λόγον εἰς τὸν προφορικόν, δὲν εἶχον ἀρκετὴν πρὸς τοῦτο δύναμιν. Ἀπέναντι αὐτῶν δὲν ἵσταντο οἱ ζῶντες λογογράφοι, ἀλλὰ οἱ μεγάλοι νεκροί, οἱ μεγάλοι συγγραφεῖς τῆς ἀρχαιότητος. Μεγαλειτέρα ὑποχώρησις τοῦ γραπτοῦ λόγου ἀπέναντι τοῦ προφορικοῦ ἔγινε κατὰ τὴν ἀναγέννησιν τοῦ ἔθνους μας. Ἕνας ἀπὸ τοὺς κυριωτέρους ἀγωνιστὰς τοῦ συμβιβασμοῦ τοῦ γραπτοῦ καὶ προφορικοῦ λόγου ὑπῆρξεν ὁ Ἀδαμάντιος Κοραῆς, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἐποχήν του κατηγορήθη ἀπὸ τὸν Κοδρικᾶν καὶ ἄλλους, ὄχι ὡς μαλλιαρός, διότι δὲν εἶχεν εἰσέτι ἡ λέξις γεννηθῆ, ἀλλ’ ὡς μὴ ἀναγνωρίζων τὴν μεγάλην σημασίαν τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσης. Τοιουτοτρόπως ἐδημιουργήθη σήμερον ἡ γραφομένη γλῶσσα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ λέξεις —ὄχι πάντοτε εἰς τὴν αὐτὴν σημασίαν— καὶ τύπους τῆς ἀρχαίας κοινῆς γλώσσης καὶ ἀπὸ λέξεις καὶ τύπους τῆς διὰ τῆς ἐξελίξεως τῆς ἀρχαίας γλώσσης κατὰ φυσικὴν ἀναγκαιότητα ἀναπτυχθείσης ὁμιλουμένης γλώσσης, τῆς λεγομένης δημοτικῆς. Μεθ’ ὅλην ὅμως τὴν γενομένην ὑποχώρησιν τὸ χάσμα διετηρήθη. Συνεβούλευσεν ὁ Κοραῆς νὰ διατηρήσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὸ ἀρχαῖον τυπικόν, νὰ προσαρμόσωμεν τὰς λέξεις τῆς δημοτικῆς εἰς αὐτό, νὰ μεταβάλωμεν τὸ μαχαῖρι εἰς μαχαίριον, τὸ ποτῆρι εἰς ποτήριον, ὁ λαὸς ὅμως διετήρησε τὸ τυπικὸν τῆς δημοτικῆς καὶ ἐπεξέτεινε τὴν κυριαρχίαν αὐτοῦ· ἐξηκολούθησε νὰ λέγῃ π.χ. τὸ μαχαῖρι τοῦ μαχαιριοῦ καὶ ὄχι τοῦ μαχαιρίου, τὸ ψάρι τοῦ ψαριοῦ καὶ ὄχι τοῦ ὀψαρίου κλπ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διετηρήθη μεγάλη ἀπόστασις μεταξὺ ἀφ’ ἑνὸς τοῦ λόγου τοῦ προφορικοῦ, τὸν ὁποῖον ἀρχίζομεν νὰ μανθάνωμεν ἀφ’ ὅτου θηλάζομεν τὸ γάλα τῆς μητρός μας, ὁ ὁποῖος μᾶς παρακολουθεῖ εἰς ὅλην μας τὴν ζωήν, μὲ τὸ ὁποῖον ἐκφράζομεν πάντοτε τὴν χαράν μας καὶ τὸν πόνον μας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τοῦ γραπτοῦ λόγου, ὅστις μᾶς ἀναμένει εἰς τὰ σχολεῖα. Μὲ ἄλλους λόγους διετηρήθη ἡ συνύπαρξις δύο γλωσσῶν, διαφερουσῶν ἀπ’ ἀλλήλων ὄχι τόσον κατὰ τὸ λεκτικόν, ὅσον κατὰ τὸ τυπικόν, ἥτις ἐμποδίζει τὴν διανοητικὴν ἐπικοινωνίαν τῶν μορφωμένων τάξεων μετὰ τοῦ λαοῦ, ἐμποδίζει τὴν φυσικότητα καὶ καθαρότητα τῆς σκέψεως καὶ τὴν ἀντικειμενικότητα τῆς παρατηρήσεως, ἐμποδίζει τὴν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἔθνους. Τὸ ἐκ τῆς διγλωσσίας ταύτης κακὸν ἀντελήφθησαν ἐνωρίτερον καὶ βαθύτερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἐκφράσουν ζωηρότερον τὰ αἰσθήματά των, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ὁμιλήσουν εἰς τὴν ψυχὴν τῶν ἀνθρώπων, ὄχι εἰς τὸν νοῦν τῶν μορφωμένων. Διὰ ταῦτο ἔχομεν ἐνθέρμους ὑποστηρικτὰς τῆς δημοτικῆς τὸν Χριστόπουλον, τὸν Βηλαρᾶν, τὸν Σολωμόν, καὶ μετ’ αὐτοῦ ὅλην τὴν ὑπέρλαμπρον πλειάδα τῶν Ἑπτανησίων ποιητῶν, κατὰ τοὺς τελευταίους δὲ χρόνους καὶ ὅλους σχεδὸν τοὺς δοκιμωτέρους λογοτέχνας μας, εἴτε ποιητὰς εἴτε πεζογράφους. Ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα δὲν ἔχει κανόνας, ὅτι εἶναι βάρβαρος. Ἤκουσα πρὸ ὀλίγου λεγόμενον ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπεχείρησαν νὰ ἀνυψώσουν εἰς γραπτὴν τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, ἠθέλησαν νὰ καταβιβάσουν εἰς τὸν βόρβορον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διανοητικῶς. Ἀλλ’ ἰδοὺ πάλιν τί λέγει περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ὄχι ὁ Σολωμός, ὄχι ὁ Πολυλᾶς, ὄχι ὁ Ῥοΐδης, ὄχι τις ἐκ τῶν ὑποστηρικτῶν τῆς δημοτικῆς γλώσσης, ἀλλ’ αὐτὸς πάλιν ὁ κ. Χατζιδάκις. (Ἀναγινώσκει): «Ὁμολογῶ προθύμως, λέγει, ὅτι ἡ θεωρία αὕτη περὶ τῆς εὐγενείας τῶν ἀρχαίων τύπων καὶ τῆς εὐτελείας τῶν νέων εἶναι ἀξιολύπητος πλάνη.... Ὁμοίως δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ δημώδης δὲν εἶναι φυσικὴ ἀπόρροια τῆς ἀρχαίας οὐδὲ φυσικὴ διάδοχος τῶν προγενεστέρων τῆς γλώσσης μορφῶν, ἀλλὰ θλιβερὸν ἐξάμβλωμα τῆς μεγάλης ἐθνικῆς συμφορᾶς τῶν τεσσάρων τῆς δουλείας αἰώνων, οἵτινες τὰ πάντα κατεκερμάτισαν καὶ μετέτρεψαν εἰς σωροὺς ἐρειπίων....Ταῦτα εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ἐσφαλμένα, διότι ἡ δημώδης εἶναι ἀληθῶς φυσικὴ διάδοχος τῶν προγενεστέρων τῆς γλώσσης μορφῶν, προσέλαβε δὲ τὸν νεωτεριστικὸν αὐτῆς τύπον πολλοὺς αἰῶνας πρὸ τῆς δουλώσεως τοῦ ἔθνους ὑπὸ τῶν Τούρκων. Διότι πασιφανὲς εἶναι ὅτι μείζονα ζωτικότητα καὶ ἰσχὺν καὶ εὐτραπελίαν ἔχει καὶ βαθύτερον αἴσθημα ἐκφράζει πάντοτε καὶ πανταχοῦ ἡ δημώδης φράσις τῆς τετορνευμένης....Πῶς λοιπὸν δύναται γλῶσσα ἰσχυρὰ καὶ εὐτράπελος καὶ βαθὺ αἴσθημα ἐκφράζουσα νὰ λέγηται ὅτι δὲν ἔχει σάρκα καὶ νεῦρα, ἀλλὰ μόνον ὀστᾶ, τ. ἔ. ὅτι εἶναι νεκρά; Τουλάχιστον τὰ θαυμάσια ἡμῶν δημοτικὰ ᾄσματα καὶ μέρη τινὰ τῆς Ἐριφύλης καὶ τοῦ Ἐρωτοκρίτου καὶ τῆς Βοσκοπούλας ὤφειλον νὰ μεταδιδάξωσιν αὐτούς.... Ὁμολογῶ προθύμως ὅτι, ἐὰν πρὸ δύο ἢ τριῶν ἑκατονταετηρίδων οἱ Ἕλληνες μετεχειρίζοντο εἰς φιλολογικὰ ἔργα διάλεκτόν τινα οἱανδήποτε καὶ ἔκτοτε ἀκαταπαύστως ταύτης ἐποιοῦντο χρῆσιν, ἡμεῖς σήμερον ἀναμφιβόλως θὰ ἐγράφομεν καὶ θὰ ἐλαλοῦμεν ἄλλην γλῶσσαν ἢ τὴν νῦν. Πρὸς δὲ ὁμολογῶ, ὅτι ἡ γλῶσσα αὕτη θὰ ἦτο ζωηροτέρα, τοὐλάχιστον ἐπί τινα χρόνον, τῆς νῦν γραφομένης, καὶ ὅτι ἐγὼ μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως θὰ ἔβλεπον τὸ φαινόμενον τοῦτο....». Ἀλλαχοῦ δὲ λέγει τὰ ἑξῆς: «Διὰ ταῦτα γενικῶς λέγομεν, ὅτι ἡ νεωτέρα λαλουμένη Ἑλληνική, εἰ καὶ ἐλέγχεται κατωτέρα τῆς ἀρχαίας ὡς πρὸς τὸν πλοῦτον καὶ τὴν σημασίαν τῶν λέξεων καὶ τὴν σύνταξιν αὐτῶν κτλ., οὐχ ἧττον καὶ τῆς ἀρχαίας διέσωσε πλείστας ἀρετὰς καὶ νέας ἀνέπτυξεν οὐκ ὀλίγας, ὥστε δύναται, φρονῶ, νὰ συγκριθῇ πρὸς πᾶσαν ἄλλην εὐρωπαϊκὴν γλῶσσαν. Οὕτω π. χ. διέσωσε...». Καί, ἀφοῦ ἀναφέρει ὁ κ. Χατζιδάκις εὐφήμως πλείστας ὅσας ἀρετὰς τῆς δημοτικῆς γλώσσης, καταλήγει ὡς ἑξῆς: «Τὰς νεωτέρας ἀρετὰς ταύτας καὶ τὰς παραπλησίας κατεφρόνησεν ὁ γραπτὸς ἡμῶν λόγος, τούτου δ’ ἕνεκα φαίνεται ἡμῖν ὁ τῶν γνησίων ἡμῶν δημοτικῶν ᾀσμάτων λόγος ἀνδροπρεπέστερος καὶ εὐφωνότερος. Οὐδεμία δ’ ἀμφιβολία ὅτι, ἂν σήμερον ἄνδρες ἔχοντες τὰς ἀρετὰς τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων συνέτασσον ἐν τῇ νεωτάτῃ γλωσσικῇ φάσει ταύτῃ φιλολογικὰ καλλιτεχνήματα ἀντάξια τῶν ἀρχαίων, αὕτη θὰ καθίστατο ἡ γραπτὴ γλῶσσα τοῦ ἔθνους ὅλου. Ὁ ὅρος οὗτος εἶναι εἰς ἄκρον δύσκολος, ἀλλ’ οὐκ ἔστιν ἄλλως γενέσθαι. Καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ μόνη ἡ ἐργασία θὰ νικήσῃ, καλῶς δὲ θὰ πράξωσιν οἱ συνηγοροῦντες ὑπὲρ τῆς χρήσεως τῆς δημοτικῆς εἰς τὸν γραπτὸν λόγον νὰ μὴ λησμονῶσι τὸν ὅρον τοῦτον». Τὴν συμβουλὴν ταύτην τοῦ κ. Χατζιδάκι ἠκολούθησε κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους μεγάλη μερὶς λογίων, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν νὰ ἐγκαταλίπουν τὰς συζητήσεις περὶ γλώσσης καὶ νὰ ἐργασθοῦν ἐξ ἀντιθέτου εἰς τὸ ἀνυψώσουν τὴν ὁμιλουμένην γλῶσσαν εἰς γλῶσσαν γραπτήν. Ἡ τοιαύτη προσπάθεια ἐξήγειρεν ἐνίοτε θύελλαν γενικήν, ἀλλ’ ἡ ἐξέγερσις εἶχε πάντοτε ἄλλα ἐλατήρια, τελείως ἄσχετα πρὸς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Ἐκ παραλλήλου πρὸς τὴν προσπάθειαν αὐτὴν ὑπὲρ τῆς ὁμιλουμένης γλώσσης προεκλήθη ἐσχάτως καὶ ἐνέργεια πρὸς μεταρρύθμισιν τῆς δημοτικῆς μας ἐκπαιδεύσεως, διότι κατενοήθη πρὸ παντὸς ὅτι ὁ γραπτὸς λόγος τιθέμενος ὡς βάσις τῆς διδασκαλίας εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα συντελεῖ τὰ μέγιστα εἰς τὴν σύγχυσιν τῆς διανοίας τῶν νεαρῶν μαθητῶν καὶ παρακωλύει οὕτω τὴν ταχυτέραν καὶ ἀρτιωτέραν αὐτῶν ἐκπαίδευσιν. Πρὸς μεταρρύθμισιν αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς διδασκαλίας καὶ εἰσαγωγὴν τῆς ὁμιλουμένης γλώσσης ὡς βάσεως διδασκαλίας κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς φοιτήσεως εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον συνεστήθη ὁ «Ἐκπαιδευτικὸς Ὅμιλος», τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ἐκ τῶν μελῶν καὶ τῶν ἱδρυτῶν. Πρὶν ἱδρυθῇ ὁ «Ἐκπαιδευτικὸς Ὅμιλος» ἔγινεν ἀνάλογος προσπάθεια εἰς τὸν Βόλον διὰ τῆς ἱδρύσεως ἀνωτέρου παρθεναγωγείου, κατὰ τῆς ὁποίας προσπαθείας ἐξηγέρθη τώρα, παραπλανηθεῖσα, μία μεγάλη μερὶς τῶν κατοίκων τοῦ Βόλου καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἰδιαιτέρως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Μπουφίδης. Τὸ περίεργον εἶναι ὅτι, ὅπως ἄλλως τε πάντοτε συνέβη εἰς τὰς ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἐξεγέρσεις, ὅτι, λέγω, τὸ σχολεῖον δὲν κατηγγέλθη διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τὴν γλωσσικήν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀντιθρησκευτικὴν καὶ ἀντεθνικὴν δρᾶσιν αὐτοῦ.
§33Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ τοιαῦτα πράγματα.
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεὶς εἶπε τοιοῦτό τι.
§35Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁ διδάσκαλος ὁ διευθύνων εἶναι χυδαϊστής, καὶ τὸ ἀπέδειξα διὰ τῶν ἐκθέσεων τῶν μαθητριῶν.
§36Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔγινεν ἡ ἐπίθεσις διὰ τὸν παιδαγωγικὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον διδάσκονται τὰ θρησκευτικά. Ὁ κ. Μπουφίδης εἶπε χθές, ὅτι τὸ σχολεῖον ἱδρύθη πρὸ ἑνὸς ἔτους, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές· ἱδρύθη πρὸ 2½ ἐτῶν, ἀπὸ τῆς ἱδρύσεώς του δὲ ἐδημοσίευσε τὸ πρόγραμμά του, καὶ τοῦ προγράμματος τούτου εἶχεν ἔκτοτε γνῶσιν ὁ ἐπίσκοπος.
§37Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ μόνον, ὅπως ὁ κ. Παπαναστασίου μὴ λέγῃ ὡς ἰδικάς μου γνώμας πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν λέγω. Τὰς ἰδικάς μου γνώμας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ ἄλλως ἢ ὡς τὰς εἶπον ἐγώ.
§38Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Κατηγγείλατε τὸ σχολεῖον διὰ τὸ ζήτημα τῆς θρησκείας ναὶ ἢ ὄχι;
§39Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ κατήγγειλα ὅτι εἰς τὸ σχολεῖον διδάσκεται μία γλῶσσα ἀκατανόητος· τὸ ἄλλο τὸ εἶπον ἐν παρόδῳ καὶ ὅτι αὐτοῦ δὲν ἤμην μάρτυς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως.
§40Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ θόρυβος, ὁ ὁποῖος ἠγέρθη ἐσχάτως εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ Βόλου, δὲν ἠγέρθη, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὴν γλωσσικὴν μεταρρύθμισιν, διότι ὁ Σεβασμιώτατος ἐπίσκοπος ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ σχολείου ἐπεσκέπτετο αὐτό, τῷ ἐδόθη δ’ ἔκτοτε καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦ σχολείου, τὸ ὁποῖον περιελάμβανε τὴν γλωσσικὴν μεταρρύθμισιν, οὐδεὶς δὲ τότε ἐξηγέρθη κατὰ τοῦ σχολείου. Τώρα ἐσχάτως μόνον ἐξηγέρθη ὁ ἀρχιεπίσκοπος κατὰ τοῦ σχολείου, ἐπειδὴ ἀνεκάλυψεν, ὡς λέγει, ὅτι τὸ μάθημα δὲν ἀρχίζει διὰ τῆς προσευχῆς. Ἀλλὰ τοῦτο γίνεται διὰ λόγους παιδαγωγικούς, καὶ πρὸς βεβαίωσιν τῶν λόγων μου δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν ἀπάντησιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ σχολείου.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§42ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀνάγκη.
§43Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ τοῦ διδασκάλου ἡ ἀπάντησις.
§44Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι πολὺ ἁρμοδιώτερος ἀπὸ ὑμᾶς, κύριε Γκλαβᾶ. (Ἀναγινώσκει:) «Ἡ προσευχὴ ὡς αὐθόρμητος ἐκδήλωσις καὶ ἀνάγκη τῆς ψυχῆς, ὅπως μὴ διὰ παιδία ὡρίμου πλέον ἡλικίας περιπέσῃ εἰς ξηρὸν τύπον, προερχόμενον ἔστω καὶ φαινομενικῶς πολλάκις ἀπὸ ἐξωτερικοῦ ἐξαναγκασμοῦ, ἀπαιτεῖ ἠρεμίαν καὶ μόνωσιν καὶ πρέπει νὰ γίνεται ἢ κατ’ ἰδίαν, ὡς αὐτὸς ὁ Κύριος ἡμῶν ἐπιτάσσει· «σὺ δέ, ὅταν προσεύχῃ, εἴσελθε εἰς τὸ ταμεῖόν σου καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ», ἢ εἰς τοὺς ναούς, τοὺς κοινοὺς δηλαδὴ τόπους λατρείας, ὅπου μεταβαίνει ὁ πιστὸς μὲ μόνον τὸν σκοπὸν νὰ ἐπικοινωνήσῃ πρὸς τὸ θεῖον καὶ ὅπου τὸ ὅλον περιβάλλον διαθέτει αὐτὸν εἰς προσευχήν». Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους εἰς τὸ σχολεῖον ἐκεῖνο γίνεται μὲν μάθημα προσευχῆς, ἀλλὰ δὲν ἀρχίζει τὸ μάθημα διὰ προσευχῆς, ἵνα μὴ περιπέσῃ αὔριον εἰς ξηρὸν τύπον. Αὐτὸς ὁ Ἀρχιεπίσκοπος ὁμολογεῖ εἰς τὸν «Κήρυκα» τοῦ Βόλου, ὅπου ἐδημοσιεύθησαν ὅλαι αἱ κατὰ τοῦ σχολείου τούτου κατηγορίαι, ὅτι, ὅταν ἐξητάσθησαν αἱ μαθήτριαι ἐνώπιόν του εἰς τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα, ἀπήντησαν ἀρκετὰ ἐπιτυχῶς. Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τῆς μερίμνης, ἥτις καταβάλλεται ὑπὲρ τῆς θρησκευτικῆς μορφώσεως τῶν μαθητριῶν θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἄλλην ἔκθεσιν μαθητρίας, παρ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν μᾶς ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος (ἀναγινώσκει): «Τὸ παρελθὸν Σάββατον ἐπήγαμεν ἐκδρομὴν καὶ ἐφθάσαμεν μέχρι τῆς Παναγίας Γορίτσης. Κατέβημεν, διὰ νὰ εἰσέλθωμεν ἐντὸς τοῦ ναοῦ, ἀλλ’ ἦτο κλειστός. Τότε ἦλθεν ὁ καλόγηρος καὶ ἤνοιξεν· ὅταν ἠσπάσθημεν τὰ εἰκόνας, ἐξήλθομεν, καὶ μᾶς διηγήθη ὁ κ. Διευθυντὴς ἕνα ποίημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἤρεσε πολύ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ψῦχος ἀνεχωρήσαμεν. Ἀφοῦ ἐπροχωρήσαμεν ὀλίγα βήματα, συνηντήσαμεν τὸν ἱερέα τῆς ἐκκλησίας· ὁ κ. Διευθυντὴς μᾶς ἐπρότεινεν, ἐὰν θέλωμεν, νὰ ἐπιστρέψωμεν ἡμεῖς ἀμέσως ἐδέχθημεν καὶ ἐπιστρέψαμεν πάλιν εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ ἐστάθημεν μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ἠκούσαμεν τὸν ἑσπερινόν. Ὅταν αἱ ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἐκτύπησαν ἐπάνω εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ἐφαίνετο νὰ ἦτο ὁ ἴδιος ἐντὸς τοῦ σπηλαίου.»
§45ΣΤ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. Αὐτὰ τὰ λέγει ὁ Δελμοῦζος;
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Τὰ γράφει εἰς τὴν ἔκθεσίν της ἡ μαθήτρια, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται πόσον βαθέως ἔχει ῥιζοβολήσει εἰς τὰς μαθητρίας τὸ αἴσθημα τὸ θρησκευτικόν. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἀναπτυχθεῖσαν θεωρίαν τοῦ ἀντιπατριωτισμοῦ, τοῦ ἐκφυλισμοῦ τοῦ κ. Φωτήλα, τοῦ κ. Βερροίου, τοῦ κ. Πατσουράκου καὶ τόσων ἄλλων ῥητόρων τῆς χθὲς καὶ τῆς σήμερον. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰδικῶς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμεῖ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ περιλαμβανομένη εἰς ὡρισμένα κείμενα καθαρεύουσα, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐπισήμου βίου δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ἄλλη ἀπὸ τὴν γραφομένην γλῶσσαν. Ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, ἐκδιωχθεῖσα τελείως ἀπὸ τὸν ἐπίσημον βίον δὲν διεπλάσθη καταλλήλως, δὲν ἐπλουτίσθη ἐπαρκῶς, ὅπως ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐπισήμου βίου, ἀλλ’ ὁ καθορισμὸς εἰδικῶς ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα εἶναι ἡ περιλαμβανομένη εἰς τὰ τάδε καὶ τάδε κείμενα δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτός, διότι ἀντίκειται εἰς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς γλώσσης. Πῶς ἠμπορεῖτε νὰ ἐμποδίσετε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ μεταμορφώσῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὴν γλῶσσάν του; Δύνασθε νὰ ἐκδώσετε οἱασδήποτε θέλετε ἐπιταγάς· δὲν τὰς φοβοῦμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος εἶμαι θαυμαστὴς τῆς δημοτικῆς γλώσσης, διότι ἡ γλῶσσα εἶναι τὸ κατ’ ἐξοχὴν δημοκρατικὸν ἄνθος τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς καὶ δὲν ἀνέχεται κανένα τύραννον. Οὐδεὶς νομοθέτης δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐξέλιξίν της. Δύνασθε νὰ θέσετε τοιαύτας ἐπιταγὰς ὅπως ἡ προτεινομένη, πράττοντες ὅμως τοῦτο σημαίνει ὅτι ἀρνεῖσθε τὴν ζωήν, καὶ ἀρνούμενοι τὴν ζωὴν δὲν κάμνετε ἔργον σοβαρόν. Παρ’ ἄλλου συναδέλφου ὑπεστηρίχθη ὅτι βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα τοιαύτη διάταξις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποπέμψωμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι θορυβοῦν κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης. Ἐπειδὴ ὁ εἰσηγητὴς τῆς τοιαύτης προτάσεως δὲν ἐξεφράσθη ἀρκετὰ σαφῶς, πῶς ἐννοεῖ τὸν θόρυβον κατὰ τῆς γλώσσης, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ τὸ εἴπω μὲ ἓν παλαιὸν παράδειγμα.
§47ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ συζητεῖτε περὶ αὐτῆς τῆς προτάσεως· δὲν πρόκειται περὶ αὐτῆς.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὑπῆρξέ ποτε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ δὲν ἔκαμε τίποτε πρὸς ἀνόρθωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἀπηθανάτιζε τὸ ὄνομά του, ἂν ἀπεσκοράκιζε τέλος πάντων ἀπὸ τὴν ποίησιν τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν, καὶ πρὸς τοῦτο ἐκάλεσεν ἕνα τῶν ἀρίστων ποιητῶν μας, τὸν κ. Παλαμᾶν, καὶ τὸν διέταξεν ἐπὶ ἀπειλῇ παύσεως νὰ μὴ γράφῃ τοῦ λοιποῦ τὰ ποιήματά του ὡς τὰ ἔγραφεν, ἀλλὰ νὰ τὰ γράφῃ εἰς γλῶσσαν ἀρχαϊκωτέραν. Ὁ πρωτότυπος αὐτὸς Ὑπουργὸς εἶναι ὁ κ. Ἀνδρέας Στεφανόπουλος, καὶ τὸ ἐπεισόδιον εἶναι ἀρκετὰ γνωστόν, διότι προεκάλεσε συζητήσεις. Δυστυχῶς τότε παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις, καὶ οὕτως ἡ ἀρχαία γλῶσσα δὲν ἐγκατεστάθη εἰς τὴν σημερινὴν ποίησιν. Ἄν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ἐννοοῦν τὸν θόρυβον καὶ τὴν ἐπιβουλὴν κατὰ τῆς γλώσσης, ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ συμφωνήσω ποτὲ μετ’ αὐτῶν. Ἕτερος συνάδελφος ὑπεστήριξεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἀπὸ τοὺς εἰς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα αἱρετικοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ὑβρίζουν τὸ ἔθνος ἠλίθιον καὶ βλακῶδες, ταῦτα δὲ εἶπεν ἀναφορικῶς εἰς ἕνα τῶν ἀρίστων ποιητῶν μας, ὁ ὁποῖος τυγχάνει νὰ εἶναι καὶ δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. συνάδελφος προεκλήθη νὰ εἴπῃ ποῦ καὶ πότε, εἰς ποῖον ἔργον του ὁ ὑπάλληλος οὗτος ὕβρισεν οὕτω σκαιῶς τὸ ἔθνος, ἵνα συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους ἀποβληθῇ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας· ὅταν, λέγω, οὕτω προεκλήθη, δὲν προσεκόμισεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος οὐδεμίαν ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν του. Ἐξ ὅλων αὐτῶν εἶναι φανερόν, ὅτι οἱ ὑποβαλόντες τὴν περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων πρότασιν εἰς ἓν καὶ μόνον ἀποβλέπουν, εἰς τὸ νὰ ἀποκλείσουν ἀπὸ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας τοὺς ἔχοντας ἀντιθέτους πρὸς τὰς ἰδικάς των γλωσσολογικὰς ἰδέας, τοὺς μεταχειριζομένους εἰς τὰς λογοτεχνικάς των ἐργασίας τὴν ὁμιλουμένην γλῶσσαν. Ἀλλ’ εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο δεκτόν; Οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἰσηγοῦνται τοιαῦτά τινα καὶ οἱ ὁποῖοι δίδουν καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συμβουλὰς εἰς τοὺς ἄλλους νὰ μελετοῦν τὰ κλασσικὰ συγγράμματα καὶ ὄχι φυλλάδες, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ γνωρίζουν τοῦτο τὸ στοιχειῶδες, ὅτι τὸ συμφέρον καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὸ Κράτος εἶναι ν’ ἀκούεται εἰς κάθε ζήτημα ἡ γνώμη τῶν δυναμένων νὰ ἔχουν τοιαύτην καὶ ὅτι ἡ γνώμη τῶν εἰδικωτέρων, τῶν ἐπαϊόντων, πρέπει νὰ βαρύνῃ περισσότερον ἀπὸ τὴν γνώμην τῶν πολλῶν· ἐπαΐοντες δὲ εἰς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα εἶναι βεβαίως οἱ λειτουργοὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ οἱ ἀντιφρονοῦντες θέλουν νὰ ἐμποδίσουν νὰ ἔχουν γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ καὶ προσέτι νὰ μετέχουν ἐνεργῶς τῆς λογοτεχνικῆς δημιουργικῆς κινήσεως. Ἂν θέλετε, δύνασθε βεβαίως νὰ θεσπίσετε διάταξιν, ἐμποδίζουσαν τοὺς ἀνθρώπους καὶ μάλιστα τοὺς εἰδικωτάτους εἰς ἕκαστον θέμα νὰ ἐκφράζουν τοὺς στοχασμούς των, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐμποδίζετε κάθε πρόοδον, διότι πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι τὸ μέγιστον φιλοσοφικὸν πόρισμα εἶναι τοῦτο, ὅτι κάθε γνῶσις εἶναι γνῶσις σχετική, δυναμένη νὰ ἀνατραπῇ δι’ ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων. Κανεὶς δὲν δικαιοῦται νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἰδική του γνώμη εἶναι ἀλάθητος, εἶναι γνώμη μὴ δυναμένη νὰ ἀναιρεθῇ. Ἐπίσης δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι τὸ φιλοσοφικὸν τοῦτο πόρισμα ἔχει τύχει συνταγματικῆς, οὕτως εἰπεῖν, κυρώσεως, διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως, ἥτις περιλαμβάνει καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκφράσεως, ἡ ὁποία ἐλευθερία κατεκτήθη μετὰ μακροὺς ἀγῶνας καὶ κατόπιν πείρας πολλῶν αἰώνων τῆς ἀνθρωπότητος. Ὄχι δὲ μόνον δικαίωμα ἔχει ἕκαστος πολίτης νὰ ἐκφέρῃ τὰς σκέψεις του τὰς ἐπιστημονικάς, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσιν, ἰδίως προκειμένου περὶ ζητήματος τόσον μεγάλης σημασίας διὰ τὸ ἔθνος, ὅπως τὸ γλωσσικόν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θεωρῶ ὡς ἐντελῶς ἀνελευθέραν καὶ ἀσύμφορον διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ τὸ Κράτος τὴν πρότασιν περὶ ἀποβολῆς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἤθελον φωραθῆ θορυβοῦντες κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης, ὡς ἐννοοῦν τὸν θόρυβον τοῦτον οἱ ἀντιφρονοῦντες. Παρέλειψα δὲ νὰ σᾶς εἴπω καὶ τοῦτο, ὅτι ἡ γλωσσικὴ μεταρρύθμισις τοῦ δημοτικοῦ σχολείου δὲν προῆλθεν ἀπὸ τὴν ἔσω Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἔξω Ἑλλάδα, διότι ἐκεῖ ἀκριβῶς οἱ ὁμοεθνεῖς ἡμῶν, εὑρισκόμενοι ἀπέναντι ἰσχυρῶν ἀνταγωνιστῶν, κατενόησαν ὅτι μέγιστον μειονέκτημα τῆς φυλῆς ἡμῶν εἶναι ἡ διγλωσσία, ἡ ὁποία ἐμπόδιζε τὴν πλήρη πνευματικὴν ἐπικοινωνίαν ὅλων τῶν μελῶν τοῦ ἔθνους καὶ ὅτι ἐπίσης μέγιστον μειονέκτημα ἡμῶν εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διδάσκεται ἡ γλῶσσα εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα, διὰ τοῦτο δὲ μετερρύθμισαν τὸ πρόγραμμα αὐτῶν, εἰσαγαγόντες εἰς τὰς πρώτας τάξεις ὡς βάσιν τῆς διδασκαλίας τὴν δημοτικὴν γλῶσσαν. Ἰδοὺ δὲ καὶ τὰ προγράμματα τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων τῆς Μακεδονίας, τὰ ὁποῖα εὐχαρίστως θέτω εἰς τὴν διάθεσιν τῶν βουλομένων νὰ λάβουν γνῶσιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς μεταρρυθμίσεως αὐτῆς.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἡμίωρον ἔληξε.
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἀμέσως, κύριε Πρόεδρε. Κύριοι συνάδελφοι, πρὶν προβῆτε εἰς οἱασδήποτε ἀποφάσεις, σκεφθῆτε ὅτι ὑπάρχουν καὶ ὁμοεθνεῖς ἡμῶν, ὑπὲρ τῶν ὁποίων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ διεκδικήσωμεν τὰς ἐλευθερίας τὰς ἀτομικάς, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκφράσεως τῆς γνώμης καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς γλώσσης. Συλλογισθῆτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ἡμεῖς τὸ παράδειγμα τῆς καταπιέσεως καὶ τῆς ἀνελευθερίας. (Χειροκροτήματα).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γαλανός. Ἤθελον ἕως ὅτου ὁ κ. Γαλανὸς ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παράκλησιν καὶ ἐπίκλησιν εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ μὴ διακόπτωσι, διότι ἡ διακοπὴ εἶναι σκληρότης πρὸς τοὺς ἀγορεύοντας, καθ’ ὅσον χάνουσι τὸν χρόνον, εἶμαι δ’ ἠναγκασμένος ἐγὼ νὰ συγχωρῶ τὴν παρέκβασιν ὀλίγων λεπτῶν ὑπολογίζων τὸν χρόνον τῶν διακοπῶν.
§52Γ. ΠΩΠ. Πόσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι;
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 37.
Ὁ κ. Γαλανὸς ἔχει τὸν λόγον.
§54Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι Βουλευταί, θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ πλάνης τινός, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὴν παρατήρησιν ταύτην θεωρῶ καθῆκόν μου ἀπαραίτητον, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον γνωρίζω καὶ ἐξ ἄλλων ἀναστροφῶν, ὅτι εἶναι πλάνη νεμομένη δυστυχῶς πλείστας, ὡς μὴ ὤφελε, διανοίας. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι, ὁπόταν τις θέλῃ νὰ καταδικάσῃ συζήτησίν τινα ὡς ἀναξίαν παντὸς λόγου, εὑρίσκει πρόχειρον νὰ ἀναφέρῃ ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ὄζει βυζαντινισμοῦ, ὡρισμένως δὲ ἀναφέρει ὅτι οἱ Βυζαντινοὶ κατηναλίσκοντο περὶ τὸ ὁμοούσιον καὶ τὸ ὁμοιούσιον καὶ περὶ τὴν ἐκπόρευσιν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐν ἐποχῇ, καθ’ ἣν ὁ ἐχθρὸς ἠπείλει τὴν ὕπαρξιν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι, ἐὰν τὸ Κράτος τὸ Βυζαντινὸν κατέπεσε, τὸ πταῖσμα προῆλθεν ἐκ τῆς ῥοπῆς ταύτης κατὰ μέγα μέρος. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ πρέπει νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ δοξασία αὕτη ἀποτελεῖ πλάνην ἱστορικὴν ἀσύγγνωστον. Ἡ συζήτησις περὶ ὁμοουσίου καὶ ὁμοιουσίου ἐγένετο ἐπὶ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου, χωρὶς οὗτος νὰ κωλυθῇ ἐντεῦθεν ἀπὸ τοῦ νὰ ἱδρύσῃ τὴν Βυζαντινὴν Αὐτοκρατορίαν καὶ νὰ καταγάγῃ τρόπαια περίδοξα καὶ ἀθάνατα ἐν τῇ Βυζαντινῇ ἱστορίᾳ. Ἡ δὲ συζήτησις περὶ ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος δὲν προήρχετο ἐκ νοσηρότητος τοῦ πνεύματος τῶν Βυζαντινῶν, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀπέναντι τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας καὶ τοῦ ἔθνους ἐπεμβάσεως τῆς Δύσεως. Ἔλεγε δηλαδὴ αὕτη· δέχομαι νὰ σᾶς βοηθήσω ἐν ᾗ περιπτώσει, μεταλλάσσοντες καὶ διαστρέφοντες τὰ δόγματα τῆς πίστεως, δεχθῆτε ἄλλην διατύπωσιν παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ἀνέκαθεν ἡ ἀνατολικὴ Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία σας. Τί ἠθέλετε λοιπὸν νὰ κάμῃ ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία; Ἐὰν ἐδέχετο τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν τῇ προέβαλλε καὶ ἐπέβαλλεν ἡ Δύσις, ὄχι μόνον θὰ ἀντέπιπτε πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῆς πίστεως, ἀλλὰ καὶ θὰ ἔχανε τὴν ἰδίαν της ὑπόστασιν καὶ μετ’ αὐτῆς τὴν δύναμιν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ἠδυνήθη ν’ ἀμυνθῇ καὶ νὰ διασωθῇ κατὰ παντοίων ἐχθρῶν καὶ πολεμίων. Ἡ Ὀρθόδοξος Ἑλληνικὴ Ἐκκλησία, ἀπορροφωμένη ἀλλαχοῦ, ἤθελε παρασύρει ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτῆς ἀπωλείᾳ καὶ τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν. Ἰδοὺ ὑπὸ τίνας ἱστορικὰς συνθήκας ἐδέησεν ὁ Βυζαντινισμὸς νὰ καταγίνῃ περὶ τὴν συζήτησιν τῶν θρησκευτικῶν δογμάτων. Καὶ δὲν εἶναι ἄρα ἀσύγγνωστος ἀδικία, δὲν εἶναι ἐπὶ πλέον διαβολή, δὲν εἶναι συκοφαντία καὶ ἀγνωμοσύνη ἔτι, ὅτε ἡμεῖς, οἱ ἀπόγονοι ἐκείνων, ἐρχόμεθα νὰ ἐπιρρίπτωμεν εἰς αὐτοὺς ὕβριν, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει, καὶ νὰ τοὺς καθιστῶμεν ὑποδίκους ἔνθα ὠφείλομεν νὰ τοὺς ὑμνῶμεν;
§55Κ. ΜΑΝΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀμύνης τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
§56Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀμύνης ὑπῆρξεν ἐκ τῶν περιφανεστάτων. Ἡ Βυζαντινὴ Αὐτοκρατορία διεσείσθη καὶ ἠκρωτηριάσθη ἕνεκα τῶν ἀλλεπαλλήλων πολέμων, τοὺς ὁποίους διεξήγαγε κατὰ ἐχθρῶν μυρίων, οἱ ὁποῖοι ἐλύσσων νὰ ἁρπάσωσι τὸ διάδημα τοῦ κόσμου, τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἀλλὰ καὶ ὁπότε ἡ Αὐτοκρατορία ἐκείνη ἔμεινεν εἰς μόνα τὰ ὅρια τῆς πόλεως, μὲ πληθυσμὸν 70 μόνον χιλιάδων, καὶ ἐπολέμησε μὲ 5½ χιλ. μαχητάς, ἀναλογία, σχετικῶς πρὸς τὸν ὅλον πληθυσμὸν τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν θὰ ἐζήλευε καὶ μία Γερμανικὴ ἐπιστράτευσις, οἱ ὑπερασπισταί της ἐπολέμησαν κατὰ τρόπον ἀπαράμιλλον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν τιμιωτάτων ἡττῶν, ἐκ δὲ τῶν αἱμάτων καὶ τῶν καθηγιασμένων αὐτῶν ὀστῶν ἐξῆλθεν ἡ νεωτέρα Ἑλληνικὴ ἐλευθερία. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης). Καὶ μετὰ τὴν ὑπερβασίαν ταύτην, τὴν ἀπὸ καθήκοντος, ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνῆλθον ἐνταῦθα, καὶ θέλω προσπαθήσει συντομώτατα καὶ ἐντὸς τοῦ τεταγμένου χρονικοῦ διαστήματος νὰ ὁμιλήσω συμφώνως πρὸς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ὀρθότατα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὑπέδειξεν. Ἐν πρώτοις δηλαδὴ θὰ ἐξετάσω, ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις, ἡ ὁποία ζητεῖται, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀμετάφραστον τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὸ νὰ κηρυχθῇ ἡ καθαρεύουσα ἐπίσημος τοῦ Κράτους γλῶσσα. Καὶ δεύτερον, ἐὰν ὁ χρόνος ἐπιτρέψῃ, θέλω ἐξετάσει κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διατύπωσις αὕτη ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον. Καὶ ἐν πρώτοις εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ συζητήσω ἂν ἔχουσι βασιμότητα οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ προέβαλεν, ἀντικρούουσα τὴν εἰσαγωγὴν τοιαύτης διατάξεως. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν προέβαλεν ἔνστασιν ἀπαραδέκτου, ἀλλ’ ἔνστασιν παρέλκοντος, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃν τρόπον διατετυπωμένα τυγχάνουσι, προστατεύουσι καὶ τὴν γλῶσσαν τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, τοῦ ἀποτελοῦντος τὸν θεμέλιον λίθον τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας. Τοῦ ζητήματος οὕτω τιθεμένου, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔνστασις ἀπαραδέκτου, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχει ἔνστασις τοῦ περιττοῦ, θέλει μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ὑπομνήσω εἰς πάντας ὑμᾶς, ὅτι ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ ὑπάρχουσι τόσα περιττὰ πράγματα, ὥστε θὰ ἦτο τοῦτο τὸ ἐλάχιστον περιττόν, περιττὸν δὲ λίαν ἀναγκαῖον. Διότι, ὡς τὰ δύο πρῶτα ἄρθρα εἰσὶ διατετυπωμένα, μὴ καθορίζοντα εἰδικῶς καὶ μὴ καθιεροῦντα τὸ ἀμετάφραστον τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡ μετάφρασις αὐτοῦ εἶναί τι ἐπιτρεπόμενον. Ὅτι δὲ τοιαύτη ὑπάρχει ἀκόμη καὶ ἡ συνείδησις ἐκείνων, οἵτινες προΐστανται τῆς Πολιτείας, ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ἐπεφαίνετο καθ’ ἑκάστην πρωίαν μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου εἰς γλῶσσαν ἀποτρόπαιον καὶ ἀπαισίαν, καὶ ἐν τούτοις οὐδεὶς τῶν ἐπισήμων ἐθεώρησεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτόν, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, νὰ προβῇ εἰς περαιτέρω παρακώλυσιν τῆς δημοσιεύσεως ἐκείνης! Ἐν ᾗ λοιπὸν περιπτώσει δὲν ταχθῇ συνταγματικὴ διάταξις ῥητή, ἡ ὁποία νὰ καθιεροῖ τὸ ἀμετάφραστον τοῦ Εὐαγγελίου, αἱ διατάξεις τῶν δύο ἄρθρων, ὡς ἔχουσιν, εἶναι ἀνεπαρκεῖς εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν διάνοιαν κἂν τῶν ἀρχῶν τὸ καθῆκον τοῦτο. Καὶ ἑπομένως ἐν τῇ γενικότητι τῶν δύο τούτων συνταγματικῶν διατάξεων τὸ Εὐαγγέλιον ἀπὸ ἀπόψεως γλωσσικῆς παραμένει ἀφρούρητον καὶ ἀπροστάτευτον. Ἡ ἐπιτροπὴ προέβη καὶ περαιτέρω. Ἐνόμισεν ὅτι τοιαύτη πρᾶξις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ζητούσης διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ καθιερώσῃ τὸ ἀμετάφραστον τοῦ Εὐαγγελίου, ἀποτελεῖ ἐσωτερικὴν ἐπέμβασιν εἰς ζητήματα ὑπαγόμενα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν σφαῖραν τῆς Ἐκκλησίας. Θέλει μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ ὑπομνήσω ὅτι ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία εἶναι κεκηρυγμένη ἀπ’ αἰώνων διὰ πράξεων ἐπισήμων ἐναντίον πάσης τοῦ Εὐαγγελίου μεταφράσεως. Εἶναι δὲ κεκηρυγμένη ὡσαύτως καὶ ἡ Ἱερὰ τῆς Ἑλλάδος Σύνοδος ἀπὸ ὁλοκλήρων δεκαετηρίδων. Καὶ ἐνθυμεῖσθε πάντως τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ τελευταία αὐτῆς πρᾶξις ἐξηνέχθη, διακηρύττουσα ὅτι τὸ Εὐαγγέλιον πρέπει νὰ εἶναι ἀμετάφραστον. Ἑπομένως, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἤθελεν ἐγκρίνει τὴν τοιαύτην τῆς Ἐκκλησίας πρᾶξιν, δὲν ἤθελεν ἐπιτελέσει καμμίαν ἐσωτερικὴν ἐπέμβασιν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι ἐννοεῖ νὰ προστατεύσῃ πράξεις καὶ ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἤδη ἐκπεφρασμέναι ὑπὸ τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ ἐπιτελέσῃ παρέμβασιν ἔκθεσμον, ἤθελεν ἀποτελέσει προστασίαν εὐσεβῆ. Καὶ ἑπομένως καὶ ὁ λόγος οὗτος, τὸν ὁποῖον προέβαλεν ἡ ἐπιτροπή, ὅπως μὴ εἰσαχθῇ εἰδικὴ συνταγματικὴ διάταξις ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει ὑπόστασιν πραγματικὴν καὶ σοβαράν. Τὸ ἀμετάφραστον τοῦ Εὐαγγελίου, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη ἐπιβεβλημένη. Τὸ Εὐαγγέλιον δύναται νὰ ἑρμηνεύηται, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ μεταφράζηται· διότι ἡ μετάφρασις αὐτοῦ, ἵνα παρουσιασθῇ ὀρθὴ καὶ ἀκριβής, πρέπει νὰ γίνῃ μόνον ἀπὸ Σώματα πολυμελῆ, καταρτιζόμενα ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ἐξ ἀνδρῶν ἐντριβεστάτων περὶ τὰ θεολογικά. Ὅταν ὅμως ἡ ὁδὸς τῆς μεταφράσεως εἶναι ἀνοικτὴ καὶ εἰς πρωτοβουλίας ἄλλας, ὑπάρχει ἄφευκτος ὁ κίνδυνος νὰ μεταφρασθῇ τὸ Εὐαγγέλιον κατὰ τρόπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον νὰ διαφθαρῇ ἡ δογματικὴ ἀλήθειά του καὶ καταλυθῇ ὁλόκληρον τὸ χριστιανικὸν δόγμα. Λαμβανομένου δὲ ὑπ’ ὄψιν ὅτι μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου, γινομένη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, δὲν ἤθελεν ἐμφανίσει τὰς ἀσεβεῖς ἀποπλανήσεις εἰς βάρος τοῦ ἑρμηνευτοῦ, ἀλλὰ θὰ τὰς ἔθετεν εἰς αὐτὸ τὸ στόμα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ μετάφρασις, οὕτω γινομένη, ἀποτελεῖ τὴν θρασυτάτην ὅλων τῶν ἀσεβειῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἶναι Κράτος ἀνεγνωρισμένον ὅτι ἔχει ἀδιάρρηκτον τὸν σύνδεσμον μετὰ τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, τὸ Κράτος αὐτὸ εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ προστατεύσῃ ἰδιαζόντως τὸ ἱερὸν βιβλίον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρωτίστως ἑδράζεται ἡ πίστις καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἡμῶν οἰκοδομή. Καὶ ἤδη ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, ὑπὲρ ἧς ἐζητήθη ἡ προσθήκη συνταγματικῆς διατάξεως. Ἀκολουθῶν πάλιν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς βλέπω ὅτι αὕτη εἶναι ὡρισμένως τεταγμένη ὑπὲρ τῆς χρήσεως τῆς καθαρευούσης, θεωρεῖ ὅμως περιττὴν τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Συντάγματι εἰδικῆς διατάξεως. Διατί δέ; Ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος καὶ ὅτι ἁπλῶς ἤθελεν ἐκδηλωθῆ φόβος ἔνθα οὐδεὶς δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ φόβος. Δέχομαι ἀνεπιφυλάκτως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀντιπροσωπεύει γνήσιον καὶ εἰλικρινὲς τὸ φρόνημα αὐτῆς. Καὶ οὐδεμία ἀπολύτως περὶ τούτου ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες τῆς ἐπιτροπῆς προΐστανται, εἶναι ἄνδρες διακρινόμενοι διὰ τὴν περισσὴν αὐτῶν εὐλάβειαν πρὸς τὴν καθαρεύουσαν ἡμῶν γλῶσσαν. Δὲν συμμερίζομαι ὅμως τὴν σκέψιν τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τοῦ ὅτι δῆθεν δὲν ὑπάρχει φόβος, καὶ ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ τείνοντες νὰ δημιουργήσωμεν αὐτόν. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἦλθον συνάδελφοι ἡμῶν, τοὺς ὁποίους σέβομαι κατὰ πολύ, ἀλλὰ τῶν ὁποίων αἱ ἀγορεύσεις διεπίστωσαν ὅτι ὁ κίνδυνος ὑπάρχει καὶ εἶναι ἐγκαθιδρυμένος ἐν μέσῳ ἡμῶν. Τὸ δὲ γεγονός, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐβεβαιώθη περὶ τοῦ Καταστατικοῦ, ὑπὸ τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπογεγραμμένοι καὶ ἄνδρες ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐξασκοῦσι μεγάλα ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἀξιώματα, ὡσαύτως δὲ καὶ Βουλευταί, παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς καὶ ἄλλοι κατέχοντες ἐξαιρέτους δημοσίας ἢ κοινωνικὰς θέσεις, τί ἄλλο μᾶς ἀποδεικνύει παρὰ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ σκέψις τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος; Ὁ κίνδυνος ὀρθοῦται μέγας καὶ πραγματικός. Ἐὰν δὲ μέχρι τοῦδε ἠδυνήθησαν οἱ πολέμιοι τῆς καθαρευούσης νὰ ἀγρεύωσιν εἰς τὰ δίκτυά των τόσους ἐπισήμους ἄνδρας, τίς δὲν βλέπει ἐμφανῶς ὅτι, ἐὰν τὸ ἔργον ἐξακολουθήσῃ μετὰ τοῦ αὐτοῦ φανατισμοῦ, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ πάντως, ὁ κίνδυνος θὰ ἀποβῇ ἀκόμη σοβαρώτερος; Ἢ μήπως εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσω, ὅτι τῆς Πολιτείας ἴδιον εἶναι ὄχι νὰ ἔρχηται κατόπιν τῶν κινδύνων, ἀλλὰ νὰ προλαμβάνῃ τοὺς κινδύνους; Ἑπομένως, Κύριοι, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἔχουσα δεδομένον ἀναμφισβήτητον ὅτι πρόκειται περὶ κινδύνου, εἶναι ὑπόχρεος πρὸς ἀποφυγὴν αὐτοῦ νὰ μεριμνήσῃ, θεσπίζουσα ὅτι ἡ καθαρεύουσα εἶναι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα. Καὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς προερχόμενα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου θέλουσιν ὁμολογήσει, ὅτι τοῦ κινδύνου ἀποδειχθέντος καθαρώτατα, τροποποιοῦσι τὴν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην των καὶ συμφωνοῦσιν ὅπως ἡ καθαρεύουσα ἀναγορευθῇ ἐπίσημος τοῦ Κράτους γλῶσσα δι’ εἰδικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δεσμεύεται ἡ ἐξέλιξις τῆς γλώσσης, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ παράβασιν ἐλευθερίας θεμελιωδεστάτης καὶ ὅτι εἶναι παραλογισμὸς ἓν νομοθετικὸν Σῶμα νὰ καθίσταται γλωσσολογικὸν συνέδριον, γλωσσικόν, οὕτως εἰπεῖν, ἱεροδικαστήριον. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν βλέπω ἐν τῷ γλωσσικῷ ἔργῳ τῶν ἀντιφρονούντων γεγονὸς καὶ φαινόμενον δυνάμενον νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς γλώσσης. Δὲν ἀγνοεῖτε πάντως, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐκ τῶν ἀσπαζομένων τὴν λεγομένην θεωρίαν τῆς ἐξελίξεως μερίς τις φρονεῖ ὅτι, ἀφοῦ αὕτη χωρήσῃ εἰς τὴν ἀνωτάτην δυνατὴν βαθμίδα τῆς ἀναπτύξεώς της, θέλει προσλάβει ὕστερον κατιοῦσαν φορὰν καὶ κίνησιν, οὕτως ὥστε ἡ ζωικὴ κλῖμαξ, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας σήμερον ἵσταται ὁ ἄνθρωπος, νὰ ἐπαναχθῇ διὰ τῆς διαδοχῆς τῶν κτηνωδῶν μεταμορφώσεων εἰς τὴν κατωτάτην ἐκδήλωσιν τῆς ζωῆς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ἀσπάζομαι τὴν ἐξελικτικὴν τῶν ζωικῶν εἰδῶν ὑπόθεσιν, ἅτε μὴ στηριζομένην μήτε εἰς τὴν μαρτυρίαν τῆς φύσεως τῆς ζώσης μήτε εἰς τὰ μακρὰ καὶ ἐπίμονα πορίσματα τῆς παλαιοντολογικῆς ἐρεύνης. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ εἴπω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰκασιῶν τῆς ἀνωτέρω θεωρίας, ὅτι οἱ ὑπέρμαχοι ἄλλης ἢ ἡ καθαρεύουσα γλώσσης ζητοῦσι τὴν ὀπισθοδρόμησιν αὐτῆς εἰς τὴν πλέον χθαμαλὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἀνθρωπίνης λαλιᾶς. Εὐτυχῶς, Κύριοι, οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι τὸ ῥεῦμα τοῦ λαοῦ φέρεται καθόλου καὶ ἀκατασχέτως πρὸς τὴν καθαρεύουσαν. Ἀρκεῖ τις νὰ ταξιδεύσῃ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ἐγὼ ἐταξίδευσα πολλάκις δι’ αὐτοῦ ἐν τῇ γʹ θέσει, διὰ τὸ μὴ εἶναι τετάρτην, ἵνα κατίδῃ ἐν τῇ ἀμέσῳ συναφείᾳ μετὰ τοῦ λαοῦ, ὅτι οὗτος ἀγαπᾷ νὰ λαλῇ τὴν καθαρεύουσαν μὲ στοργὴν μείζονα τῆς τῶν λογίων. Ἐν ζητήματι τοιούτῳ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ἡ πεῖρά μου δικαιοῦται ἴσως νὰ τύχῃ ἰδιαζούσης προσοχῆς ὡς ἐκ τοῦ ὅτι ἀπὸ 18 ἤδη ἐτῶν περιέρχομαι τὴν Ἑλλάδα κηρύσσων πρὸς τὸν λαόν. Ἀλλὰ καὶ πρὸ τούτου, ἐν τῇ πατρίδι μου Καλύμνῳ ἀναλαβὼν νὰ ὁμιλῶ ἐπ’ ἐκκλησίας, εἶχον νομίσει ἐν ἀρχῇ ὅτι προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἐκανόνιζον τὸ κήρυγμα εἰς γλῶσσαν λαϊκήν, διὰ νὰ εἶμαι πλειότερον καταληπτός. Καὶ ὅμως μοὶ ἀπηυθύνθησαν παρατηρήσεις ἐκ μέρους τῶν ἀκροατῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπροκαλύπτως μοὶ ἐδήλωσαν τὴν ἔκπληξίν των καὶ μὲ παρεκάλεσαν, ὅπως τοῦ λοιποῦ μεταχειρίζωμαι ἐκλεκτοτέραν γλῶσσαν. (Χειροκροτήματα). Περιῆλθον ἀκολούθως πλεῖστα μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐνόμιζον κατὰ τὴν πρώτην μετάβασίν μου εἰς τὰς μικροτέρας πόλεις, ὅτι ὤφειλον νὰ κάμω γλωσσικόν τινα πειραματισμόν. Καὶ τὸ ἔπραττον ὁμιλῶν καὶ εἰς τὴν καθαρεύουσαν καὶ εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν δημοτικιστῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐβράδυνα νὰ πληροφορηθῶ, ὅτι ἡ καθαρεύουσα ἦτο ἡ γλῶσσα, ἡ ὁποία ἥρμοζε πλειότερον εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀκροατηρίου. Καὶ ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι ἐκ λόγων θρησκευτικῆς λεπτολογίας αἰσθάνομαι κατὰ τὰς ὁμιλίας μου τύψιν συνειδήσεως μὴ τυχὸν ὑπάρξῃ εἷς καὶ μόνον ἀκροατής, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ μὲ ἐννοῇ, καὶ ὅτι παρὰ τοῦτο προέκρινον τὴν καθαρεύουσαν, δύνασθε νὰ ἐξαγάγητε τὸ συμπέρασμα περὶ τοῦ ποία εἶναι ἡ γλωσσικὴ προτίμησις καὶ ἡ ἀντίληψις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Εἶπον, Κύριοι, οἱ ὑπέρμαχοι τῆς δημοτικῆς, ὅτι, ἂν οἱ ἐξερχόμενοι ἐκ τῶν ἡμετέρων Γυμνασίων νέοι ἀπέτυχον εἰς τὸ πρακτικὸν στάδιον χωρὶς νὰ μάθωσιν οὐδ’ Ἑλληνικὰ καλά, τὸ σφάλμα εἶναι τῆς καθαρευούσης. Καὶ ὅμως ἐν Καλύμνῳ, ἔνθα λαλεῖται γλῶσσα κατωτάτου ἰδιώματος, ἠδυνάμεθα νὰ παρασκευαζώμεθα οὕτως ὥστε, ἐρχόμενοι εἰς τὰς Ἀθήνας, νὰ τελειώνωμεν τὰς γυμνασιακὰς σπουδάς, ἐν ἡλικίᾳ 15 ἢ 16 ἐτῶν, σκηπτοῦχοι μεταξὺ τῶν μαθητικῶν κύκλων. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι πρὸ ἐτῶν 38—διότι ἤμην τότε 11 ἐτῶν — εἴχομεν ἐν τῇ πατρίδι διδάσκαλον ἀπὸ ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ ψυχὴ ἐνέχει τὴν θερμότητα ὅλην τοῦ ἑλληνικοῦ πυρός, ὅτε δὲ οὗτος παρέδιδε τὸν Δημοσθένη, προσήρχοντο ἐκεῖ ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ἐκ τῶν ὀλίγον μορφωμένων, ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἀποστάσεως ἡμισείας ὥρας, διὰ νὰ ἀκούσωσιν ἱστάμενοι ἔξω τῆς σχολῆς τὸν διδάσκαλον τὸν ἀπαγγέλλοντα, ὡς αὐτὸς ἐγνώριζε, τὰς φλογερὰς τοῦ Δημοσθένους περιόδους.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ κατελάμβανον;
§58Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Διὰ νὰ ἔρχωνται, σημαίνει ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐννοῶσιν ἀρκετά. Ἐνταῦθα, Κύριοι, παρίστανται ἐκ διαφόρων πόλεων, τὰς ὁποίας ἐπεσκέφθην, ὄχι ὀλίγοι ἀντιπρόσωποι, οὗτοι δὲ δύνανται νὰ μαρτυρήσωσιν, ὅτι ἐντὸς ἐκκλησιῶν πρὸ ἀκροατηρίων, ἅτινα ἀνήρχοντο πολλάκις εἰς χιλίους ἢ καὶ δισχιλίους, ὡμίλουν μὲ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν λαλῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ ἐν τούτοις μὲ ἤκουον λίαν εὐχαρίστως ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Καὶ ὑπῆρξαν περιστάσεις, καθ’ ἅς, ἐνῷ ἔξω ἐμαίνετο ἡ βροχὴ καὶ ἐσύριζεν ὁ ἄνεμος, ὁ λαὸς ἐκάθητο ὑπὸ τὰ ἀλεξίβροχα προσπαθῶν ν’ ἁρπάσῃ λέξεις τινὰς ἐκ τῶν ὁμιλιῶν μου. Ἀπέναντι τοιούτων γεγονότων, φρονῶ ὅτι αἱ ἀπόπειραι, αἱ ὁποῖαι γίνονται ἐναντίον τῆς καθαρευούσης, εἶναι ἀπόπειραι μὴ δικαιολογούμεναι ἐκ μηδενὸς ἀπολύτως λόγου, ἀπόπειραι ἐκ πλημμελοῦς τῶν πραγμάτων ἀντιλήψεως, ἔκ τινος ῥοπῆς πρὸς τὸ παράδοξον, τὸ ἀλλόκοτον, τὸ νοσηρόν. Καὶ πρέπει νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ ἐποχή μας διακρίνεται διὰ τοιαύτας νοσηρότητας, ἀφοῦ ἄνδρες διακεκριμένοι ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῶν γραμμάτων ὑπεστήριξαν πολλάκις τὰς ἐκτροπωτέρας καὶ τερατωδεστέρας θεωρίας, ἐν πλήρει ἐπιγνώσει ὅτι δὲν ἦσαν ἀληθεῖς, ἁπλῶς ὑπείκοντες εἰς τὴν μανίαν ὅτι παρουσιάζουσί τι τὸ καινοφανές. Διότι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ, ὅτι φιλόσοφος, ὡς ὁ Σοπενχάουερ, ἐδέχετο εἰλικρινῶς ὅτι ἡ καλλιτέρα πρᾶξις τῶν ἀνθρώπων ἤθελεν εἶναι ἡ αὐτοκτονία. Καὶ δὲν τὸ φρονῶ, διότι αὐτὸς οὗτος, ὅτε ποτὲ ἐνέσκηψε πανώλης εἰς τὴν Γερμανίαν, ἐφρόντισε νὰ ἀποδράσῃ, διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ζωήν του.
§59Κ. ΜΑΝΟΣ. Ὄχι· τοὐναντίον, τὸ μεγαλείτερον δυστύχημα κατὰ τὸν Σοπενχάουερ ἦτο ἡ αὐτοκτονία.
§60Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ὁ Σοπενχάουερ ἦτο τῆς σχολῆς τῶν ἀπαισιοδόξων καὶ ἐκήρυττε τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν ὡς τὸ μεγαλείτερον τῶν ἀτυχημάτων. Καὶ ἡ ἐποχὴ ἡ ἰδική μας ἐμφανίζει εἰς πολλὰς ὁμάδας τὰς μᾶλλον παραδόξους νοσηρότητας, καὶ ἀπὸ μίαν ἐξ αὐτῶν κατέχονται οἱ πολέμιοι τῆς καθαρευούσης. Συνέβη ποτὲ καθ’ ὁδὸν νὰ συναντήσω τινὰ ἐκ τούτων καὶ ἠθέλησα νὰ κάμω ἔρευνάν τινα τῆς διανοητικῆς ποιότητός του. Εἶπον δὲ πρὸς αὐτόν: γνωρίζω τὸ ἐνδιαφέρον σου ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς· ἂν ἀγαπᾷς λοιπόν, σοὶ ἀνακοινῶ δύο λέξεις, τὰς ὁποίας ἐνεθυμήθην ἀναδιφῶν τὴν μνήμην τῆς μικρᾶς ἡλικίας· ἠξεύρεις πῶς λέγεται ὁ λάρυγξ εἰς τὸν τόπον μας; Μὲ προσέβλεψε συγκεκινημένος. «Τσουρούκαλος», τῷ εἶπον· ὁ δὲ λίθος; «Ματσάκανας». Ἐκεῖνος ἐξήγαγεν ἀμέσως τὸ σημειωματάριόν του, τὰς ἔγραψεν ἐν σπουδῇ καὶ τὰς ἐφύλαξεν ὡς εὕρημα ἀδαμάντινον ἢ ὡς ἀριστουργήματα τοῦ Πραξιτέλους, μὲ ηὐχαρίστησε θερμῶς καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ συνεχίζω ἐνίοτε τὰς τοιαύτας γλωσσικὰς πληροφορίας μου. Ὑποθέτω ὅτι τοιαῦται ἀρέσκειαι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὰς φυσιολογικὰς ἐκδηλώσεις, ἀλλ’ εἰς τὰς παθολογικάς, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἔχει μεταξὺ τῶν καθηκόντων της νὰ μεριμνᾷ φιλανθρωπότερον, δύναται νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν φιλανθρωπίαν της μεριμνῶσα καὶ περὶ τῶν νόσων τούτων. (Ἱλαρότης). Χθές, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεγνώσθη τὸ γνωστὸν Καταστατικόν, ἐν τῷ ὁποίῳ φέρεται καὶ ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας. Ἂν ἡ ὑπογραφὴ αὕτη εἶναι πραγματική, μαρτυρεῖ τὴν ἄκραν σοβαρότητα τοῦ νοσήματος· μοὶ ἐλέχθη ὅμως πρὸ ὀλίγου ὅτι δὲν εἶναι πραγματική, ἀλλὰ πλαστή. Ἂν ἀληθεύῃ τοῦτο, τότε οἱ πολέμιοι τῆς καθαρευούσης δὲν διστάζουσιν οὐδὲ πρὸ τοῦ ἐγκλήματος. Ὅτε ἑπομένως εὑρισκόμεθα πρὸ τοιούτων ἐκδηλώσεων, προερχομένων δ’ ἐκ κύκλων, τῶν ὁποίων ἡ σπουδαιότης ἐπιβάλλει νὰ μὴ θεωρῶμεν τὸν κίνδυνον ἀκίνδυνον, ὑποθέτω ὅτι ἡ σκέψις περὶ τοῦ κενοῦ φόβου δὲν δύναται νὰ μᾶς ἐπαναπαύσῃ, ὁ δὲ λίαν σαφὴς κίνδυνος αὐτὸς ἐπιβάλλει, ὥστε ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα διὰ τῆς καθιερώσεως ἐν τῷ Συντάγματι τῆς καθαρευούσης ὡς ἐπισήμου γλώσσης. Ἀλλ’ ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη τις εἰσαγωγὴ συνταγματικῆς διατάξεως ἀπάδει καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τοὺς ὅρους, κατὰ τοὺς ὁποίους τὰ Συντάγματα καταρτίζονται καὶ ὅτι θέλει εἶναι αὐτόχρημα γελοῖον, Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προνοήσῃ περὶ ὀργανώσεως τοῦ πολιτεύματος, ν’ ἀναγράφῃ γλωσσολογικὰς διατάξεις. Θέλω ὑπενθυμίσει πρῶτον ὅτι ἀνεγνώσθη χθὲς Διάταγμα τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος, τὸ ὁποῖον αὐτόχρημα ἀπετέλει κανόνα καὶ σειρὰν γλωσσολογικῶν διατάξεων.
§61Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐπέχει θέσιν νόμου.
§62Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Καὶ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο δὲν ἐγένετο ὑπὸ ἀνθρώπων ξένων πρὸς τὸν νόμον, ἀλλ’ ὑπὸ ἀνδρῶν ἐντριβεστάτων εἰς τὰ νομικά. Οὐδὲ τὰ Συντάγματα εἶναι κεκλημένα νὰ διατυπώσωσιν ἀποκλειστικῶς πολιτειακὰς ὀργανώσεις καὶ ἀρχάς· τὰ Συντάγματα ἔχουσι τὸ καθῆκον νὰ περιλαμβάνωσιν ἐνίοτε τὴν ἐπίσημον ἀναγόρευσιν καὶ καθιέρωσιν καὶ ἑτέρας φύσεως δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἐθνικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων τὸ ἔθνος δὲν δύναται προσηκόντως νὰ ἐπιτελέσῃ τὸν προορισμόν του. Ὑπὸ τοιούτων ἀρχῶν ἐμπνεόμενοι οἱ ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τοῦ Βασιλείου ἐκπονήσαντες τὰ πολιτικὰ ἡμῶν Συντάγματα προέταξαν αὐτῶν ὡς ὑπερτάτην κορωνίδα θεολογικὰς διακηρύξεις. Οἱ μὲν ἐπὶ τῆς ἐπαναστάσεως προέταξαν εἰς τὰ Συντάγματα τῆς Ἐπιδαύρου, τοῦ Ἄστρους, τῆς Τροιζῆνος: «Ἐν ὀνόματι τῆς ἁγίας καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Ἤθελον σᾶς ἐρωτήσει: ὑπὸ τὰς ἀρχάς, κατὰ τὰς ὁποίας θέλετέ τινες νὰ κρίνωμεν τοὺς ὁρισμοὺς τῶν Συνταγμάτων καὶ τὸ ὑλικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀποκλειστικῶς τὰ Συντάγματα πρέπει νὰ ἀποτελῶνται, τίνα δικαιολογητικὴν βάσιν δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτη διακήρυξις; Ὅτε δὲ κατόπιν, τοῦ Βασιλείου ἀποκαταστάντος ἐν ἐλευθερίᾳ, δύο ἐγένοντο Συντάγματα, τοῦ 1844 καὶ τὸ ἤδη μεταρρυθμιζόμενον, ὁ θεολογικὸς ὁρισμὸς συνεπληρώθη ἔτι ἀκριβέστερον καὶ προσετέθη καὶ τὸ ὁμοούσιον. Διατί; Διότι οἱ νομοθέται ἐκεῖνοι ἠθέλησαν νὰ δηλώσωσι διὰ διακηρύξεως τοιαύτης ὅτι τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικὸν ἐπετέλεσεν ἀπὸ 19 αἰώνων τὴν ἀποστολὴν αὑτοῦ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς Χριστιανικῆς Θεότητος, ἡ ὁποία εἶναι ὑπεράνω ὅλων τῶν δυνατῶν τῆς γῆς, καὶ ἡ ὁποία, κρατοῦσα τὰ νήματα τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως καὶ κινήσεως τῶν ἐθνῶν, κάμνει πολλάκις νὰ ἀντεπεξέρχωνται οἱ ἀδύνατοι ἐναντίον τῶν πιέσεων τῶν ἰσχυρῶν καὶ νὰ κερδίζωσιν αὐτοὶ τὴν δάφνην καὶ τὸν θρίαμβον ἐν τῇ ἀνίσῳ πάλῃ. (Εὖγε, εὖγε! ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρήλθεν ἡ ὥρα.
§64Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἐὰν ἐπιτρέπητε, πέντε λεπτὰ ἀκόμη.
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα· ἕως τὸ πρωί.
§66Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἑκατὸν πέντε λεπτά. Εἶναι διδαχαί.
§67Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἠθέλησαν ἀκόμη νὰ δηλώσωσι διὰ τούτου, ὅτι ὄχι μόνον ἐν ὑστέροις χρόνοις, ἀλλ’ ἀνέκαθεν ἐν γένει, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων ἑλληνικῶν πολιτειῶν, ἡ Πολιτεία ἡ ἑλληνικὴ ἦτο ἀδιαρρήκτως συνδεδεμένη μετὰ τῆς Θρησκείας καὶ ὅτι ἀείποτε τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἔστησε τὰ μεγάλα αὑτοῦ τρόπαια καὶ διῆλθε νικηφόρως τὰς μεγάλας αὑτοῦ δοκιμασίας, ἀναδειχθὲν πολλάκις λαμπρότερον διὰ τοῦ μαρτυρίου δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον, εἰμὴ μόνον διότι τὸ πνεῦμα τὸ ἑλληνικὸν ἐμάχετο ἐν τῷ πνεύματι τῆς ἐλευθερίας, κρατυνομένῳ διὰ τοῦ πνεύματος τῆς πίστεως. Ἀπὸ τοιούτων ἱστορικῶν ἀφορμημάτων οἱ Ἕλληνες νομοθέται ἐνόμισαν εὐλόγως ὅτι, χωρὶς διόλου ν’ ἁμαρτήσωσιν, ἠδύναντο, ἀλλὰ καὶ ὤφειλον, νὰ ἐμφανισθῶσι καὶ ὡς Σῶμα θεολογικῆς τινος ἀποχρώσεως, καὶ τοῦτο ἔπραξαν ἐπανειλημμένως, προτάξαντες τῶν Συνταγμάτων τῶν ἐπὶ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τὴν πᾶν ἄλλο ἢ καθαρῶς πολιτικὴν διακήρυξιν «ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι ὡμολογημένον ὅτι ὄχι μόνον ἡ θρησκεία ὑπῆρξεν ἡ δύναμις, ἡ ὁποία πολλάκις τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐκράτυνε καὶ ἐκλέϊσεν, ἀλλὰ καὶ ἡ γλῶσσα, τίς θὰ ἀρνηθῇ ὅτι εἴμεθα ἐντὸς τοῦ πνεύματος τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς, φροντίζοντες ὥστε ἐκεῖ, ἔνθα ἀσφαλίζομεν καὶ παρέχομεν φόρον τιμῆς πρὸς τὸν ἐθνικοϊστορικὸν ἡμῶν παράγοντα τῆς θρησκείας, νὰ θέσωμεν ἅμα ἀδελφὴν διάταξιν, φόρον τιμῆς καὶ εὐλαβείας καὶ πρὸς τὸν ἕτερον ζωοποιὸν ἡμῶν παράγοντα, τὴν ἀθάνατον τῶν πατέρων ἡμῶν γλῶσσαν; (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§68Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἀριστούργημα, ἀριστούργημα!
§69Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἔπειτα δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ λησμονηθῇ, ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὸ πνεῦμα τῶν προγόνων ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἀπέβη δύναμις ἐκπολιτιστικὴ τῆς ἀνθρωπότητος, ἀλλ’ ὅτι μετὰ τοῦ πνεύματος εἶναι καὶ ἡ γλῶσσα, ὑφ’ ἣν ἐξεδηλώθη. Ἐὰν τὸ πνεῦμα ἁπλῶς ἤρκει μετοχετευόμενον διὰ σχετικῶν πραγματειῶν καὶ μεταφράσεων, τί θὰ ἐβίαζε τοὺς Εὐρωπαίους νὰ θεωρῶσιν ἀπαραίτητον τὴν σπουδὴν καὶ τὴν ἐκμάθησιν τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς; Ἀλλ’ ἀνεγνωρίσθη ὅτι τὸ κέρδος τὸ ἐκ τῶν νοημάτων τῶν Ἑλληνικῶν εἶναι ἀτελές, ἐφ’ ὅσον δὲν κατέχεται συγχρόνως ἡ ἀρχαία ἡμῶν γλῶσσα, καὶ ἐντεῦθεν, ὡς γνωρίζετε, εἰς αἰῶνα, ὅστις ἔχει καύχημα τὸν θετικισμὸν αὐτοῦ, καίτοι δὲν ἐλλείπουσιν αἱ ἀντιδράσεις, ἡ συνείδησις τῶν πεπολιτισμένων ἐθνῶν ἐξακολουθεῖ φρονοῦσα, ὅτι ἡ ἐγκατάλειψις τῶν σπουδῶν τῆς γλώσσης τῆς Ἑλληνικῆς εἶναι αὐτόχρημα ἐγκατάλειψις τοῦ πολιτισμοῦ. Ἤκουσα νὰ λέγωσί τινες, ὅτι οὐδὲν κωλύει, ὅπως οἱ τυχὸν ὀρεγόμενοι τῆς γλώσσης τῶν ἀρχαίων ἐπιτυγχάνωσι τοῦτο, ὡς οἱ Εὐρωπαῖοι, δι’ ἀνωτέρων εἰδικῶν σπουδῶν. Ὡς Ἕλλην διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς γνώμης ταύτης. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀρχαία γλῶσσα ἤθελεν εἶναι διὰ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ὅ,τι καὶ διὰ τοὺς Γερμανοὺς καὶ τοὺς Ἄγγλους· ἤθελε δηλαδὴ θεωρηθῆ καὶ παρ’ ἡμῖν γλῶσσα νεκρὰ κατάλληλος μόνον διὰ τοὺς ἀρχαιοφίλους καὶ ὄχι γλῶσσα ἐθνικῆς ζωῆς, ὅπως ἐλέχθη ἄλλως τε καὶ πρὸ μικροῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαναστασίου, διακηρύξαντος ὅτι οἱ κλασσικοὶ συγγραφεῖς εἶναι μεγάλοι νεκροί. Διαμαρτύρομαι, Κύριοι, καὶ διὰ τὴν ἀτυχεστάτην ταύτην σκέψιν καὶ τὴν ἀποτολμηθεῖσαν ἔκφρασιν. Τὸ Εὐαγγέλιον, προκειμένου περὶ τῶν Πατριαρχῶν τῆς Γραφῆς, διὰ τοῦ στόματος αὐτοῦ τοῦ Ἰησοῦ λέγει ὅτι ὁ Θεὸς δὲν εἶναι Θεὸς νεκρῶν, ἀλλὰ ζώντων. Οὕτω θὰ ἠδύνατο καὶ νὰ λεχθῇ, προκειμένου περὶ τῶν ἀνδρῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλονται τὰ ἀθάνατα ἑλληνικὰ συγγράμματα, ὅτι οὗτοι δὲν εἶναι νεκροί, εἶνε οἱ ζῶντες ἐς ἀεί. (Εὖγε, εὖγε). Ποία συμφορὰ ἐπέρχεται ἐκεῖ, ἔνθα παρακωλύονται αἱ κλασσικαὶ σπουδαί, δύναται νὰ πιστωθῇ περιφανῶς καὶ ἐκ τοῦ γνωστοῦ ἱστορικοῦ γεγονότος ἀνακύπτοντος ἐνώπιον ἡμῶν ἐκ τῆς ἱστορίας τοῦ Χριστιανισμοῦ. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἀνεγνώριζον πρωτίστως, ὅτι ἡ κυριωτάτη δύναμις πρὸς κατίσχυσιν τῆς χριστιανικῆς πίστεως ἦτο ἡ δύναμις ἡ θεία καὶ ἡ ἐσωτερικὴ δύναμις τῶν χριστιανικῶν ἐντολῶν καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ χριστιανικοῦ· ἀλλὰ συνάμα ἀνεγνώριζον ὅτι ἡ ἐπιτυχία τῆς πίστεως ἤθελε προσκόψει εἰς πλείονα ἐμπόδια καὶ ἤθελε γίνει ὀλιγώτερον ἀρτία, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπήρχετο συνεπίκουρος ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνική. Καὶ ὁ Ἰουλιανὸς ὁ παραβάτης, θέλων νὰ κατενέγκῃ βαρὺ κατὰ τοῦ Χριστιανισμοῦ τραῦμα, ἀπηγόρευσεν εἰς τοὺς Χριστιανοὺς τὴν σπουδὴν τῶν Ἑλλήνων συγγραφέων. Ἐναντίον τοῦ διατάγματος τούτου ἐξανέστησαν μὲ ὅλην τὴν ρώμην καὶ τὴν φλόγα τῆς ψυχῆς των ὁ Βασίλειος ὁ Μέγας καὶ ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος· οὗτος ἔλεγε, παριστῶν τὴν μεγάλην συμφοράν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐδοκίμαζεν ἡ Ἐκκλησία, ὅτι: ἐνῷ ὑπάρχουσι τόσαι ἄλλαι αἰτίαι, διὰ τὰς ὁποίας ἡμεῖς οἱ χριστιανοὶ πρέπει νὰ μισήσωμεν τὸν ἐχθρὸν τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ἡ παροῦσα αἰτία εἶναι ἡ μεγαλειτέρα, διότι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σοβαρωτέρα ζημία τῆς Ἐκκλησίας παρὰ ἐὰν οἱ διδάσκαλοι αὐτῆς καὶ οἱ κήρυκες ἤθελον ἀποξενωθῆ τῆς Ἑλληνικῆς παιδεύσεως καὶ παραμείνει ἀμύητοι εἰς τοὺς τρόπους, διὰ τῶν ὁποίων αὕτη διερευνᾷ τὴν ἀλήθειαν καὶ μετὰ τῆς πειθοῦς ἀναφλέγει τὰς καρδίας. Εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἀκόμη πρὸ δύο καὶ τριῶν αἰώνων, συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν ἰδιαζόντως καὶ ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ δουλεῦον ἔθνος, ὑπῆρξαν κυρίως ρήτορες ἐκκλησιαστικοὶ λαμπρῶς κατηρτισμένοι περὶ τὴν ἑλληνικὴν παίδευσιν καὶ ἀκουόμενοι ἐν τῇ γλώσσῃ, τὴν ὁποίαν σήμερον καλοῦμεν καθαρεύουσαν; Ὁ Ἠλίας Μηνιάτης ἦτο ῥητορικώτερος τοῦ Νικηφόρου Θεοτόκη. Καὶ ὅμως ὑπῆρξεν ἥττων ἡ ἐπιβολή του, τοῦτο δ’ ἐξακολουθεῖ καὶ νὰ συμβαίνῃ, δι’ οὐδὲν ἄλλο παρὰ διὰ τὸ ὅτι ἐνόμισεν, ὅτι ἀκολουθῶν σχετικῶς ταπεινότερον ἰδίωμα θὰ ἦτο καταληπτότερος καὶ ἐπωφελέστερος. Καὶ ὅμως ἡ ἑλληνικὴ ψυχὴ κατήντησε νὰ λησμονήσῃ σχεδὸν τὸν Μηνιάτην, οἱ δὲ λόγοι του εἶναι ἔσχατοι ἐν τῇ ζητήσει καὶ κυκλοφορίᾳ, ἐνῷ ὁ Θεοτόκης διατηρεῖ ἀμείωτον τὸ κράτος του, τὰ δὲ Κυριακοδρόμιά του ἔχουσι καταπληκτικὴν τὴν ζήτησιν, καίπερ στοιχίζοντα τὸ ὀκταπλάσιον τῶν ὁμιλιῶν τοῦ Μηνιάτου. Τί ἄλλο ἀποδεικνύει τοῦτο παρὰ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τοῦ ὁποίου ζητοῦσι τὴν παίδευσιν ἐν τῇ χυδαίᾳ, ἔχει σταθερῶς καθωρισμένην τὴν ὁδόν του πρὸς τὴν καθαρεύουσαν; Ἀλλ’ ἐπιμένουσι νὰ τονίζωσιν, ὅτι δῆθεν σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀναγινώσκει, διότι δὲν ἐννοεῖ τὴν καθαρεύουσαν καὶ διότι αὕτη, γλῶσσα τεχνητή, εἶναι ἀνίκανος νὰ διεγείρῃ τὸ ἐνδιαφέρον του. Εἶμαι, Κύριοι, συγγραφεὺς βιβλίων, παρακολουθῶ δὲ τὴν περὶ τὴν κυκλοφορίαν αὐτῶν κίνησιν. Θέλετε λοιπὸν νὰ σᾶς ἀνακοινώσω σχετικὴν πληροφορίαν; Θεολογικὸν διήγημα τοῦ καθηγητοῦ Ἀμβράζη, γραφὲν εἰς τὴν καθαρεύουσαν, ἐν διαστήματι ἕξ μηνῶν ἐκυκλοφόρησεν εἰς δεκακισχίλια ἀντίτυπα. Ἐγὼ ἐξέδωκα τὸν Ἅγιον Ἰωάννην τὸν Χρυσόστομον, τοὺς λόγους αὐτοῦ, ἄνευ τῶν ἑρμηνευτικῶν ὁμιλιῶν του, εἰς τέσσαρας ὀγκώδεις τόμους, οἱ ὁποῖοι ἐτιμῶντο δραχ. 41. Ἐπωλήθησαν ἐξ αὐτῶν τρισχίλια ἀντίτυπα, πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἔκδοσις ἐγένετο εἰς αὐστηρῶς καθαρεύουσαν παράφρασιν καὶ εἰς τὸ ἀρχαῖον κείμενον, ὅτι δὲ συνδρομηταὶ ὑπῆρξαν ὄχι λόγιοι, ὄχι ἐπιστήμονες, ὄχι θεολόγοι, ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ ἐκ τῶν 3,000 συνδρομητῶν αἱ 2,600 ἦσαν ἄνθρωποι τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν τάξεων. Ὅτε λοιπὸν ἔχετε τοιαῦτα δεδομένα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναντίρρητα, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ὁ λαὸς ὁ Ἑλληνικὸς πρέπει νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τῆς καθαρευούσης διότι δὲν τὴν ἐννοεῖ. Ὁ πόλεμος, ὁ ὁποῖος ἐγείρεται ἐναντίον τῆς καθαρευούσης, εἶναι πόλεμος ἀδικαιολόγητος. Καὶ ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία ὀφείλει, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, νὰ μεριμνήσῃ, ὥστε διὰ διατάξεων τιθεμένων ἐντὸς τοῦ Συντάγματος νὰ τεθῇ τέρμα κατὰ τὸ ἐνὸν εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον. Καὶ τὸ ὀφείλει τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἀληθεύει δυστυχῶς ὅτι, ἀνεξαρτήτως ἐξαιρέσεών τινων, οἱ ἐκστρατεύοντες ἐναντίον τῆς καθαρευούσης δὲν πάσχουσιν ἁπλῶς διανοητικήν τινα νοσηρότητα, τῆς ὁποίας γίνονται καὶ ἐπικίνδυνοι φορεῖς, ἀλλ’ ἐν τῷ οἴστρῳ τῶν καινῶν δαιμονίων των, πολέμιοι τῆς γλώσσης, ὑπηρετοῦσιν ἅμα καὶ εἰς πόλεμον ἐναντίον τῆς θρησκείας.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§71Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι, ἐπισκεφθεὶς τὸν Βόλον, πρὶν ἢ ἀνιχνεύσῃ τι κανεὶς ἀρχιερεύς, ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ ὅτι ὁ Δελμοῦζος τοῦ ἐκεῖ ἀνωτέρου παρθεναγωγείου διδάσκει μὲν τὰ θρησκευτικά, ἀλλὰ διὰ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι ἁπλῶς συμβολική! (αἴσθησις).
§72Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ποῦ τὸ γνωρίζετε; (θόρυβος).
§73Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Τὸ γνωρίζω ἀσφαλῶς ἐκ τῶν ἐν Βόλῳ προσωπικῶν πληροφοριῶν μου. Ἐλέχθη δὲ προηγουμένως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ κ. Παπαναστασίου, ὅτι, ἐὰν τὴν προσευχὴν τὴν ἐξώρισεν ὁ κ. Δελμοῦζος ἀπὸ τὸ σχολεῖον, τὸ ἔκαμε φρονῶν ὅτι ἡ σχολειακὴ προσευχὴ εἶναι ἀντιπαιδαγωγική, καθὸ μετέχουσα καταναγκασμοῦ. Καὶ ὅμως ἐν Ἀμερικῇ δὲν συνεδριάζουσιν αἱ Βουλαὶ πρὶν ἢ ἀρχίσωσι καθ’ ἑκάστην διὰ προσευχῆς.
§74Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ.
§75Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ὄχι δὲ μόνον εἰς τὰ κατώτερα σχολεῖα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ λύκεια καὶ τὰ πανεπιστήμια τὰ Ἀμερικανικὰ εἶναι ἀπαραίτητος ἡ διὰ προσευχῆς ἔναρξις. Καὶ ἐχρειάζετο ἡ ἐξοχότης τοῦ Δελμούζου, μὲ τοὺς νέους δῆθεν παιδαγωγικοὺς κανόνας, διὰ νὰ μᾶς κηρύξῃ τὰ καινὰ δαιμόνια τῆς παιδαγωγικῆς τῶν κορασίων ἔξω τῆς θρησκείας καὶ τῆς πίστεως! (Εὖγε, εὖγε! παταγώδη χειροκροτήματα). Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται, Κύριοι, νὰ κάμω κατάχρησιν περαιτέρω τῆς ὑπομονῆς σας. Ὀφείλω ὅμως ν’ ἀπευθύνω πρὸς ὑμᾶς θερμοτάτην ἔκκλησιν. Ἡ συζήτησις ἡμῶν παρακολουθεῖται ὑφ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ ἐγγὺς καὶ τοῦ μακράν, τοῦ ἐλευθέρου καὶ τοῦ δούλου. Καὶ εἶπε μὲν παραδόξως προλαλήσας τις, ὅτι ψηφίζοντες τὴν αἰτουμένην περὶ γλώσσης συνταγματικὴν διάταξιν θέλομεν παράσχει λύπην καὶ ζημίαν εἰς τοὺς ἀδελφοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἰδιαίτερον δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἰδικῆς μας προστασίας. Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐντελῶς διαφορετική. Ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ ψηφίζουσα ὅ,τι ζητεῖται ὑπὲρ τῆς γλώσσης παρ’ αὐτῆς θέλει ὑψώσει ἑαυτὴν ἐν τῇ ὅλῃ ἑλληνικῇ συνειδήσει, καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμός, ἐλεύθερος καὶ δοῦλος, μέχρι καὶ αὐτῆς τῆς Ἀμερικῆς, ὡς εἷς ἄνθρωπος θέλει ἐξεγερθῆ καὶ θὰ ἐπικροτήσῃ, ὅτι τὸ μέλλον τῆς ἐθνότητος ὑπὸ τοιαύτην πρόνοιαν καθίσταται ἀκαταγώνιστον (χειροκροτήματα). Ὀφείλομεν βεβαίως νὰ ἐπιρρώσωμεν τὰς οἰκονομικὰς ἡμῶν δυνάμεις, νὰ ἐνισχύσωμεν τὰς παραγωγικὰς ἡμῶν δυνάμεις, νὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι ἀπαιτεῖται πρὸς σκοπιμωτέραν ῥύθμισιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν καὶ τῆς νομοθεσίας· ἀλλ’ οὐδέποτε πρέπει νὰ παραγνωρισθῇ, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τῆς ἱστορικῆς σκηνῆς νὰ παραμείνωμεν, συνεχίζοντες τὴν ἐθνικὴν ὑπόστασιν καὶ τὰς ἐθνικάς μας παραδόσεις, ἐὰν δὲν στηριζώμεθα ἐπὶ τοῦ θεμελίου τῶν πατέρων μας. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι θὰ σωθῶμεν διὰ τῆς πατραγαθίας. Ἀναγνωρίζω ὑπὲρ πάντα ἄλλον τὴν ἀνάγκην ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιδείξωμεν καὶ τὰς ἰδίας μας ἀνδραγαθίας. Ἀλλ’ οὐδεὶς πρέπει νὰ λησμονῇ ὅτι τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς ἡ ἀνάστασις ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν ἤσκησεν ἡ ἀθάνατος δόξα καὶ ζωὴ τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγόνων. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι καὶ ἐν ἔτει 1897 ἔδραμον ἐνταῦθα φιλέλληνες ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς καὶ ὅτι ἦλθον νὰ ἀγωνισθῶσι καὶ χύσωσιν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ αἷμά των ἀναρχικοὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ κόσμου. Δὲν ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι τοὺς εἵλκυσαν ἐνταῦθα οἱ κηρύττοντες νεκροὺς μεγάλους τοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς ἡμῶν· ὅ,τι τοὺς ἀνέφλεξεν ἦτο ἡ αἴγλη προγόνων ἀθανάτων, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν τὴν διαιώνισιν τῆς ἡμετέρας ζωῆς καὶ ὑποστάσεως (χειροκροτήματα). Ἔχω τὴν πεποίθησιν τὴν ἀσφαλῆ, Κύριοι, ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐν ταῖς προθέσεσι, τῶν ὁποίων ἐμφορεῖται, ἐν τῷ ἀγῶνι, τὸν ὁποῖον διεξάγει, θέλει δυνηθῆ νὰ καταπολεμήσῃ νικηφόρως ὅλας τὰς συκοφαντίας καὶ τὰς σπειρομένας διαβολὰς ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν σπειρομένων γαιῶν. Δὲν ἔχω κανένα δισταγμὸν περὶ τοῦ ὅτι θέλουσιν ἐκραγῆ εἰς τὸ κενὸν ὅλα τὰ μηχανεύματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐννοοῦσι νὰ συνεχίσωσι τὸν ὄλεθρον οἱ πολέμιοι ὄχι ἡμῶν πλέον, ἀλλ’ αὐτοῦ τοῦ μέλλοντος τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ φρονῶ συγχρόνως ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν ἤθελεν ἐπιδείξει ἡ Βουλὴ πᾶσαν αὑτῆς τὴν προσοχήν, τὰ ἐπακόλουθα δύνανται νὰ ἀποβῶσιν ἀνυπολογίστως θλιβερά. Δύο πρὸ παντὸς εἶναι αἱ μέγισται δυνάμεις, διὰ τῶν ὁποίων τὸ ἔθνος ἴσχυσε, καὶ δύο αἱ πτέρυγες, διὰ τῶν ὁποίων ἐρρύθμισε τὴν πτῆσίν του, ἡ γλῶσσα καὶ ἡ θρησκεία. Ὁ δὲ λαὸς δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ ἐννοήσῃ ὅτι δῆθεν συνταγματικοὶ φραγμοὶ μᾶς παρεκώλυσαν τοῦ νὰ μεριμνήσωμεν διὰ τοῦ θεμελιώδους χάρτου εἰς φρούρησιν τῆς γλώσσης. Ἄνευ τῆς μερίμνης ταύτης θὰ κριθῶμεν μόνον διὰ νὰ κατακριθῶμεν. Καὶ ἐπικροτῶ μὲν εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ ἀρχηγοῦ μας, ὅτι ἀξίζει νὰ πίπτῃ τις ὑπὲρ τῆς ἀληθείας, ἐν τῇ βεβαιότητι ὅτι οὕτω θέλει ἀναστῆ λαμπρότερος, ἀλλ’ ὀφείλω καὶ νὰ ὑπομνήσω ὅτι ὑπάρχουσιν ἐδάφη, ἐπὶ τῶν ὁποίων, ὅταν πέσῃ τις, δυσκόλως ἤθελεν ἀναστῆ πλέον. Ὁ λαός, Κύριοι, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν καθαρεύουσαν ἀναγινώσκει, εἰς τὴν καθαρεύουσαν χειροκροτεῖ τοὺς ῥήτορας καὶ τοὺς πολιτικοὺς ἡγέτας του, καὶ τὴν γλῶσσαν τῶν προγόνων του δὲν θεωρεῖ κειμήλιον μόνον τιμιώτατον, ἀλλὰ καὶ δύναμιν πολύτιμον τοῦ μέλλοντος αὑτοῦ, δὲν δύναται νὰ κατηγορηθῇ ὅτι ἄνευ λόγου ἀξιοῖ ἐνεργοτέραν προστασίαν τῆς ἐθνικῆς του γλώσσης. Καὶ ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ εἰσακούσωμεν αὐτὸν καὶ διὰ διατάξεως συνταγματικῆς νὰ καθιερώσωμεν ἐπὶ τοῦ ἐπισήμου ἐδάφους τῆς γλώσσης τὸ ἀπαραβίαστον, ὡς οἱ πατέρες ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς δ’ αὐτοὶ ἤδη τὸ πράττομεν ὡς πρὸς τὴν θρησκείαν, μεταβληθέντες εἰς συνέδριον αὐτόχρημα θεολογικὸν διὰ τῆς προτάξεως: «Ἐν ὀνόματι τῆς ἁγίας, ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος». Ὀφείλομεν νὰ ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν εἰς τὸν λαόν, ὅτι τὰ ἰδικά του ἰδανικὰ εἶναι καὶ ἰδικά μας, ὅτι οἱ παλμοὶ οἱ ἰδικοί του εἶναι καὶ παλμοί μας, ὅτι αἱ κατευθύνσεις, πρὸς τὰς ὁποίας προσβλέπει ἐκεῖνος, εἶναι καὶ ἰδικαί μας, καὶ ὅτι ἡμεῖς, ἡγούμενοι καὶ βουλευόμενοι ἐν ὀνόματι αὐτοῦ, εἴμεθα σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός του, ὀστοῦν ἐκ τῶν ὀστέων του, πνεῦμα ἐκ τοῦ πνεύματός του, ψυχὴ ἐκ τῆς ψυχῆς του, στρατιῶται αὐτοῦ ἅμα καὶ φρουροί. Τότε ἡμεῖς θὰ δυνηθῶμεν, οὕτω χωροῦντες, μετὰ λαοῦ τοιούτου, νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ ἔργον μας καὶ νὰ καθοδηγήσωμεν τὸ Ἔθνος καὶ τὸ Κράτος εἰς πλήρωσιν τῆς μεγάλης ἱστορικῆς ἀποστολῆς του (χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἰδοποιῶ, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι εἶσθε εἰς τὰ θεωρεῖα, ὅτι, ἐὰν ἐπαναλάβητε τὸ ἄτοπον αὐτό, νὰ χειροκροτῆτε, θὰ ἐκδιωχθῆτε αὐτόθεν.
§77Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κατ’ ἐξαίρεσιν χειροκροτοῦσιν. Ἔχουσι καὶ αὐτοὶ νεῦρα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει κατόπιν ὁ κ. Β. Μιχαλέας, ὡς ἀντιλέγων. Ἡ ὥρα εἶναι 7 καὶ 10′ μ. μ.
§79Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Ἀνερχόμενος τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί, ἠρώτησα ἐμαυτόν, διατί καὶ πρὸς τίνα σκοπὸν ἀναβαίνω. Ἠρώτησα ἀκόμη, διατί κατηναλώθη τόσος πολύτιμος χρόνος. Ἐρωτῶ δὲ ἀκόμη, ὁποίαν νὰ ἔχουν ἀντίληψιν μερικοί, οἵτινες διὰ μέσων βεβιασμένων καὶ ἀνεφίκτων προσπαθοῦσι νὰ ἐπιβάλωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ χρόνος θὰ ἐπιβάλῃ. Ἡ ζωὴ διδάσκει, ὅτι ὅλα τὰ ἐπὶ τοῦ κόσμου τούτου ζητήματα ὑπόκεινται εἰς τὸν ἀμείλικτον νόμον τῆς ἐξελίξεως. Συνεπῶς καὶ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα ἀδύνατον νὰ διαφύγῃ τοῦ φυσικοῦ τούτου κανόνος. Εὑρίσκω λοιπὸν ἀβασίμους τοὺς φόβους ἐκείνων, οἵτινες φοβοῦνται, ὅτι ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν γλῶσσα διακινδυνεύει ἀπὸ μίαν τάξιν ἀνθρώπων, ἥτις ἐπενόησε καὶ γράφει γλωσσικὸν ἰδίωμα οὐ μόνον ἀκατάληπτον εἰς τὸν λαόν, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους. Ἓν τοιοῦτον ἀνάπηρον καὶ σαχλὸν ἰδίωμα, εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ κατισχύσῃ καὶ νὰ ἐπιβληθῇ; Καὶ ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ἐγείρηται τόσος θόρυβος καὶ τοιαύτη ν’ ἀποδίδηται σημασία καὶ σπουδαιότης, ὥστε ν’ ἀπασχολῇ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν καὶ νὰ μεταβάλῃ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς εἰς Ἀκαδημίαν ἄνευ ἀκαδημαϊκῶν; Καὶ δὲν ὑπάρχει φόβος, ἢ μᾶλλον βεβαιότης, διὰ τῶν συζητήσεών μας νὰ προκαλέσωμεν μειδιάματα οἴκτου καὶ σαρκασμὸν τῶν ἐπερχομένων γενεῶν κατατρίβοντες τὸν χρόνον εἰς ζήτημα κατ’ οὐσίαν ἀνύπαρκτον καὶ γελοῖον; Καὶ ἐρωτῶ, τίνες ἐπενόησαν καὶ γράφουσι τὴν χλιαρὰν καὶ ἀτροφικὴν μαλλιαρὴν διάλεκτον; Ἐκεῖνοι, οἵτινες κατ’ ἐξοχὴν εἶναι ἀνίκανοι ὡς ἐκ τῆς ἀτελοῦς αὐτῶν μορφώσεως νὰ διακριθῶσιν εἰς τὴν ἀληθινὴν ἡμῶν γλῶσσαν. Ἐκεῖνοι, οἵτινες καταφλέγονται ἀπὸ τὴν φλόγα τῆς ὑστεροφημίας, ἀπὸ τὴν δίψαν νὰ ἐγείρωσι θόρυβον πέριξ τοῦ ὀνόματός των καὶ ἀπὸ τὴν μανίαν καὶ τὸν πόθον ἀπὸ ἀφανεῖς ἀκόπως νὰ καταστῶσι σημαίνοντες. Καὶ δὲν εἶναι ἀστεῖον νὰ συζητῇ τις περὶ μαλλιαρισμοῦ, ὁ ὁποῖος οὔτε ἦτο οὔτε θὰ γίνῃ γλῶσσα; Καὶ ἐκτὸς ὀλίγων ὀπαδῶν αὐτῆς καί τινων ἐξ ἐπαγγέλματος φιλολόγων γνωρίζει ἄλλος ὅτι ὑφίσταται τοιαύτη γλῶσσα; Ὁ λαός, τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ, οὔτε ἔχει περὶ αὐτῆς ἰδέαν, οὔτε καὶ νὰ διαβάσῃ δύναται. Καὶ δὲν εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ ἀγαθὸς διδάσκαλος κ. Πολίτης, διὰ νὰ καταστήσῃ ἀντιληπτὰς μερικὰς παροιμίας τοπικῶν ἰδιωτισμῶν εἰς τὸ λαογραφικόν του σύγγραμμα, ἀναγκάζεται νὰ μεταφράζῃ αὐτὰς εἰς τὴν Ἑλληνικήν; Καὶ χρειάζεται ἄλλη τρανοτέρα ἀπόδειξις ὅτι ἡ μὲν μαλλιαρὴ γλῶσσα εἶναι καταδικασμένη ν’ ἀποθάνῃ, ἡ δὲ ἐθνικὴ νὰ ἐπιζήσῃ καὶ νὰ ἐπιβληθῇ, ἀπὸ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ λαὸς ὅλους ἐκείνους, οἵτινες εἴτε ὀπαδοὶ τῆς μαλλιαρῆς ἦσαν εἴτε ταύτην ὑπεστήριξαν, τοὺς συνέτριψε; Τὸ παλαιὸν «Ἄστυ» δὲν ἐτάφη, διότι ἐμμέσως ηὐνόησε τοὺς μαλλιαρούς; Ἡ «Ἀκρόπολις», αὐτὸς ὁ κολοσσὸς τῆς δημοσιογραφίας, δὲν ὑπέστη ἀνεπανόρθωτον τῆς κυκλοφορίας της μείωσιν καὶ πανωλεθρίαν, διότι ἀνεμίχθη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Εὐαγγελίου; Αὐτὸς ὁ «Νουμᾶς», τὸ κατ’ ἐξοχὴν ὄργανον τῶν μαλλιαρῶν, ἐπὶ ἔτη, δὲν ἀνέγραφεν ὅτι ἐξ ὅλων τῶν φύλλων αὐτὸς ἔχει τὴν ὀλιγωτέραν κυκλοφορίαν; Ἀλλὰ τέλος πάντων, χάριν τῆς ἱστορίας, ἂς ἐξετάσωμεν τὴν ἐξέλιξιν καὶ τὴν πνευματικὴν ἀναγέννησιν τῆς ἡμετέρας γλώσσης τὴν μετὰ τόσης ζωηρότητος ἐπιτελουμένην. Τὸ διήγημα ὑπὸ τὴν μάγον γραφίδα τοῦ Παπαδιαμάντη ἐπετέλεσε καταπληκτικὴν πρόοδον φθάσαν τὸ σχετικῶς τέλειον. Ἡ ποίησις ὑπὸ τοὺς Σολωμόν, Ζαλοκώσταν, Βαλαωρίτην, Παπαρρηγόπουλον καὶ ἄλλους ἐπετέλεσε καταπληκτικὴν πρόοδον. Ἡ κλασσικὴ τραγῳδία ὑπὸ τὸν Βερναρδάκην ἀνεδείχθη, καὶ χαρακτηρίζεται οὗτος ὡς κορυφὴ Πανευρωπαϊκή. Ἀπὸ δὲ τοὺς νεωτέρους ἀδύνατον νὰ μὴ ἐξάρῃ τις τὸ ἔργον τῶν Ξενοπούλου, Τσοκοπούλου, Νικολοπούλου, Ποταμιάνου, Μωραϊτίνη, Δημητρακοπούλου καὶ τόσων ἄλλων. Πάντες σχεδὸν οὗτοι ἔγραψαν εἰς γλῶσσαν ἀνάμικτον. Καὶ ἐὰν δὲν ἐφοβεῖτό τις μήπως χαρακτηρισθῇ ὡς σωβινιστής, θὰ ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς κυριαρχοῦσα ἀπολύτως τῆς Ἀνατολῆς ἐν τῷ πνεύματι διαμφισβητεῖ εἰς τὴν εὐρωπαϊκὴν φιλολογίαν μίαν τῶν πρωτίστων θέσεων. Παρατηρῶν τις καὶ συγκρίνων τὰ νεώτερα πνευματικὰ δημιουργήματα ἄγεται εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πάντα τὰ εἴδη τῆς γλώσσης ἁμιλλῶνται, εὑρίσκεται δὲ ἡ γλῶσσα εἰς μίαν ἁρμονικὴν καὶ ἡφαιστειώδη ἐξέλιξιν, ἥτις δὲν δύναται παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν τελειοποίησιν αὐτῆς, ἄνευ ἐπιβολῶν καὶ ξηρῶν ἀναπλαστικῶν γραμματικῶν κανόνων. Ἀπροκατάληπτος καὶ ἄνευ φανατισμοῦ παρατήρησις πείθει, ὅτι οὔτε τὴν καθαρεύουσαν νὰ υἱοθετήσωμεν δυνάμεθα, οὔτε τὴν δημοτικὴν ν’ ἀποκρούσωμεν, οὔτε καὶ τὴν ὑπερκαθαρεύουσαν ν’ ἀσπασθῶμεν. Ἀδύνατον νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν θείαν τοῦ Πλάτωνος γλῶσσαν, ὅπως ἀδύνατον εἶναι νὰ μιμηθῶμεν τὴν ὡραίαν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ζωήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Περὶ τῆς μαλλιαρῆς ἀπαξιῶ, ἐγὼ Ἕλλην, νὰ κάμω καὶ λόγον. Ἡ σημερινὴ λοιπὸν ἡμῶν γλῶσσα διὰ τῆς ἐξελίξεως, τῆς συναρμολογήσεως, τῆς συνθέσεως, τοῦ ἐκκαθαρισμοῦ καὶ τοῦ ἀλληλοπλουτισμοῦ θὰ καταστῇ τελεία, πλουσία καὶ στιβαρά. Ἄλλως τε μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ ἀκμὴ τῆς γλώσσης συμπίπτει πάντοτε μὲ τὴν ἀκμὴν τοῦ ἔθνους. Ἀντὶ νὰ χρονοτριβῶμεν, Κύριοι, καὶ νὰ ζαλιζώμεθα συζητοῦντες περὶ τῶν ἀφελῶν, ὅσον καὶ ἀγχωδῶν μαλλιαρῶν, ἐξ ὧν συζητήσεων φρονῶ ὅτι μειοῦται ἡ προσήκουσα τοῦ παρόντος ἐθνικοῦ συνεδρίου σοβαρότης, καὶ περὶ τὴν ἀναγραφὴν ἄρθρου ἐν τῷ Συντάγματι πρὸς περιφρούρησιν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν γλώσσης, θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ πατριωτικώτερον ἥ τε Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐνισχύσωσι δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων τοὺς ἀκουράστους καὶ ἐμπνευσμένους ἐκείνους σκαπανεῖς τῆς ἰδέας, οἵτινες ἀντιπαλαίοντες κατὰ μυρίων κωλυμάτων καὶ δοκιμάζοντες πολλαπλᾶς πικρίας καὶ ἀπογοητεύσεις, ἐπιτελοῦσιν ἐν σιγῇ καὶ μετὰ κόπου ἔργον ἀληθῶς τεράστιον, προωρισμένον λεληθότως μέν, ἀλλ’ ἀσφαλῶς, νὰ λαμπρύνῃ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, νὰ ἐπιβάλῃ τὸ Ἑλληνικὸν γένος καθ’ ἅπασαν τὴν Ἀνατολήν, καὶ ν’ ἀναδείξῃ τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν, ὡς τὸ πάλαι, βασιλίδα καὶ κυρίαρχον. Οὐδεμία ἄλλη προπαγάνδα, διὰ τὴν ἑλληνικὴν ἰδέαν, ἐξισοῦται μὲ ἐκείνην, ἣν ἐπιτελεῖ τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα διὰ τοῦ βιβλίου καὶ τοῦ θεάτρου. Καὶ πιστεύω, κ. Βουλευταί, ἀδιστάκτως, ὅτι ὡς ἐν τῷ δίσκῳ τῆς Ἴριδος τὰ πολλὰ χρώματα παράγουσι τὸ ὑπέρλαμπρον ἡλιακὸν φῶς, οὕτω καὶ τὰ διάφορα εἴδη τῆς γλώσσης κατεργαζόμενα καὶ σφυρηλατούμενα θὰ συντεθῶσι καὶ θὰ παραγάγωσι τὸ τέλειον ἐκεῖνο γλωσσικὸν δημιούργημα, δι’ οὗ θὰ ἐπιβληθῇ καὶ θὰ δεσπόσῃ καὶ πάλιν, ἀσφαλῶς, τὸ ἀθάνατον ἑλληνικὸν πνεῦμα.
§80Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἤκουσα, Κύριοι, παρά τινων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῇ ἐθνικῇ Συνελεύσει. Ἤκουσα παρ’ ἄλλων ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο φέρει γλωσσικὸν καὶ ἐπιστημονικὸν χαρακτῆρα καὶ ὅτι δὲν ἔχει θέσιν ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐν τῇ ὑποδούλῳ χώρᾳ, ἐν τῷ μεγάλῳ ἐκείνῳ κέντρῳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὁ ἀρχηγὸς τῆς χριστιανικῆς συνειδήσεως κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου συμπάσης τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐν τῇ ἑστίᾳ τῶν φώτων καὶ τῶν γραμμάτων, ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, ὑψοῦται ἡ σημαία ζητοῦσα προστασίαν καὶ ἄμυναν ὑπὲρ τῆς ἑνότητος τῆς γλώσσης, ὅτε ἐν τῷ ἀνωτάτῳ ἐκείνῳ δικαστικῷ μεγάρῳ ὁ ἀνώτατος λειτουργὸς τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἐξαναγκάζεται δι’ ἐγκυκλίου νὰ παρατηρήσῃ δικαστικὸν ὑπάλληλον διότι ἠθέλησε νὰ διαφθείρῃ καὶ καταστρέψῃ τὴν γλῶσσαν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ τόπος ἡμῶν, αἱ Ἀθῆναι, αἱ ἐπαρχίαι, ἡ Ἑλλὰς σύμπασα, τὸ ἔθνος ὅλον παρακολουθεῖ μετ’ ἐνδιαφέροντος τὴν συζήτησιν ταύτην, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, λέγω, τὸ ζήτημα δὲν φέρει γλωσσικὸν χαρακτῆρα, δὲν φέρει ἐπιστημονικόν, ἀλλὰ φέρει καθαρῶς ἐθνικὸν χαρακτῆρα (εὖγε). Θὰ ἦτο δὲ παράλειψις στοιχειώδους ὑποχρεώσεως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, θὰ ἦτο παράλειψις τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν ἀπέναντι αὐτοῦ, ἐὰν κατὰ τὰς μεγάλας ταύτας καὶ ἐπισήμους στιγμὰς τοῦ ἐθνικοῦ βίου, καθ’ ἃς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον πρόκειται ν’ ἀσχοληθῇ περὶ τόσων μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων, νὰ θεωρήσῃ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης εἶναι μικρᾶς καὶ ἀσημάντου ἀξίας. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς ἀντιπροσωπεύων ἓν τμῆμα τῆς Ἑλληνικῆς γῆς θὰ ἐθεώρουν ὅτι παρέβαινον τὸν προορισμόν μου.
§81Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ἀντιπροσωπεύετε ἓν τμῆμα, ἀλλὰ τὸ ἔθνος.
§82Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Βεβαίως τὸ ἔθνος, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως ἓν τμῆμα τῆς ἑλληνικῆς χώρας. Θὰ ἐθεώρουν, λέγω, ὅτι θὰ παρέβαινον τὴν ἐντολὴν τοῦ λαοῦ προκειμένου περὶ τόσον σοβαροῦ ζητήματος, ἐὰν καὶ διὰ ζώσης δὲν ἐξέφερον τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Γνωρίζω ἐκ τῆς Ἱστορίας καὶ ἐκ τῆς μελέτης, ὅτι ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι κατασκεύασμα ὡρισμένης ὁμάδος ἀνθρώπων, ὅτι ἡ γλῶσσα ἀναπτύσσεται, ὅπως ὁ ὀργανισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, καὶ παρακολουθεῖ ὡρισμένην ἐξέλιξιν καὶ εἶναι ἔκφρασις τῆς πνευματικῆς καταστάσεως ἑνὸς λαοῦ. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ὅτε ὑπούλως καὶ δολίως ἐκ μέρους ὡρισμένων ἀνθρώπων κατεχόντων ἐν τῇ Πολιτείᾳ περιφανῆ θέσιν διατίθενται τοιαῦτα μέσα ἄνευ οὐδενὸς λόγου καὶ ἀνάγκης, καὶ κόποι καταβάλλονται, ἵνα δημιουργήσωσι γλῶσσαν φαντασιώδη καὶ ἀνύπαρκτον, ὅτι ἡ γλῶσσα τρέχει κίνδυνον καὶ ὅτι ὑποχρεοῦται τὸ ἐθνικὸν συνέδριον νὰ λάβῃ μέτρα ἀπέναντι τοῦ κινδύνου τούτου. Ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ πόλει ταύτῃ ὡμίλησεν ὁ Ὀλύμπιος Περικλῆς, ἡ γλῶσσα, εἰς τὴν ὁποίαν συνέγραψαν ὁ θεῖος Πλάτων καὶ οἱ λοιποὶ περιφανεῖς συγγραφεῖς τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος καὶ ὅλος ἐκεῖνος ὁ μαγευτικὸς τῆς ἀρχαιότητος χορός, ὅστις κινεῖ τὸν θαυμασμὸν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, σήμερον ὑπὸ βεβήλων καὶ ἱεροσύλων ζητεῖται νὰ καταστραφῇ διὰ παρεισαγωγῆς λέξεων καὶ φράσεων ἐντελῶς ἀνυπάρκτων καὶ φαντασιωδῶν. Ἤκουσα παρά τινος τῶν κ. συναδέλφων ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι αἱ λέξεις, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν ἀναγνωρίζονται ὑπὸ τῶν μαλλιαρῶν. Ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλω εἰς τὸν συνάδελφον κ. Πατσουράκον, δίτομον, σύστημα ὠργανωμένον, τὸ ὁποῖον διδάσκει τοὺς ἑλληνόπαιδας πῶς πρέπει νὰ μανθάνωσι τὴν Γραμματικὴν τῆς Ῥωμηοσύνης. Σταχυολογῶ δέ τινα ἐξ αὐτοῦ. Ἠκούσατέ ποτε εἰς γωνίαν τινὰ τῆς ἑλληνικῆς γῆς νὰ λέγηται ἡ διάλεκτος «Ντοπολαλιά»; Καὶ ὅμως εἶναι σύγγραμμα τυπωμένον, δι’ ὃ ἐξωδεύθησαν χιλιάδες δραχμῶν διὰ νὰ τυπωθῇ—, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου βλέπει τις πολλοὺς ἀληθεῖς συγγραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀναλογιζόμενοι τὰ ἔξοδα τῆς ἐκτυπώσεως τῶν ἔργων των διστάζουσι νὰ προβῶσιν εἰς αὐτήν—, σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον διαιρεῖ τὴν διάλεκτον εἰς «Τσακωνική», «Λάζικη» καὶ Νοτιοϊταλική. Τὸ αὐτὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Φιλήντα λέγει ὅτι ἡ γλῶσσα «ἔχει δυὸ λογιῶ φτόγγους, λέφτερους ἢ ἄτριφτους καὶ μή», οἱ ὁποῖοι διαιροῦνται πάλιν εἰς τρία εἴδη, «τοὺς ἄτριβους, τοὺς τριμμένους, καὶ τοὺς μισότριβους» (γέλωτες), καὶ κατωτέρω, Κύριοι, ὁ συγγραφεὺς οὗτος ἰδοὺ πῶς διαιρεῖ τὰ σύμφωνα· «σὲ μπροστινά, μεσιανά, καὶ πισινά». (Αἴσθησις). Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι βεβαίως, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, ἀνισόρροποι.
§83Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ὁ συγγραφεὺς τοῦ βιβλίου αὐτοῦ εἶναι καθηγητὴς εἰς Γυμνάσιον.
§84Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι εἰς Κύζικον.
§85ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ τοὺς συκοφαντεῖτε· δι’ αὐτοὺς ἐδόθη μία νέα ὀνομασία ἐκ μέρους τοῦ κ. Γκλαβᾶ, ἐθνικοὶ ἀρουραῖοι.
§86Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ὅταν οἱ γονεῖς θ’ ἀποστέλλωσι τὰ τέκνα των εἰς τὰ σχολεῖα, διὰ νὰ μανθάνωσι τὴν ἐξόχως δραματικὴν καὶ μελαγχολικὴν ἱστορίαν τοῦ Οἰδίποδος, τ’ ἀθάνατα ἐκεῖνα καὶ μεγαλοπρεπῆ ἔργα καὶ μνημεῖα, ἅτινα ἐδόξασαν καὶ δοξάζουσι μέχρι σήμερον τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμόν, θὰ ὑπάρχῃ ἴσως σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον θὰ λέγῃ ὅτι ἡ ἱστορία τοῦ Οἰδίποδος ἐφεξῆς πρέπει νὰ καλῆται ἱστορία τοῦ «Πρησκοπόδη». Ὅταν καταστραφῇ ἡ ἱερὰ ἰδέα τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἱερὰ ἰδέα τοῦ παρελθόντος, ὅταν καταστραφῇ τὸ ἐθνικὸν ὄνομα Κωνσταντίνου τοῦ Παλαιολόγου, ὅταν καταστραφῶσιν οἱ συγγραφεῖς, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν ἱστορίαν καὶ δόξαν τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑπάρχει Ἑλλὰς καὶ Ἑλληνισμός; Καὶ δὲν ἔχει δικαίωμα τὸ ἐθνικὸν συνέδριον ν’ ἀσχοληθῇ σοβαρῶς, ἐνῷ φροντίζει νὰ περιφρουρήσῃ τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου διὰ τόσων αὐστηρῶν διατάξεων, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ περιφρουρήσῃ τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία διέδωκε τὰ ἀθάνατα ἔπη τοῦ χριστιανισμοῦ, ἡ ὁποία συνεκράτησε μετὰ τῆς θρησκείας ἡνωμένην τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν καθ’ ὅλους τοὺς μακραίωνας τῆς δουλείας χρόνους καὶ ὑπὸ τοὺς θόλους τῆς ἐκκλησίας, καὶ ὑπὸ τοὺς τοίχους τῶν σχολείων καὶ ὑπὸ τὰ κρησφύγετα ἔτι τῶν καταδιωκομένων προγόνων ἡμῶν, καὶ πρέπει νὰ ἀφήσῃ αὐτὴν ἀπεριφρούρητον; Ὑπάρχει μεγαλείτερος κίνδυνος ἐκείνου, ἀπὸ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν γλῶσσαν ἐν τῷ Συντάγματι; Καὶ τί εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου; Δὲν ἐκπροσωποῦσι τὴν κοινὴν ἐθνικὴν γνώμην; Καὶ ὅτε σύμπασα ἡ Ἑλλάς, ἡ ἔσω καὶ ἡ ἔξω, κραυγάζει καὶ ζητεῖ παρ’ ἡμῶν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς γλώσσης, δὲν νομίζετε ὅτι εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῶν καθηκόντων μας καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ λάβωμεν ἀμέσως μέτρα περὶ τῆς γλώσσης ἡμῶν;
§87Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κινδυνεύει ἡ γλῶσσα;
§88Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πρὸ δέκα περίπου ἐτῶν, ἴσως καὶ περισσότερον, ὅτι γελοία ἐθεωρήθη ἡ διάλεκτος αὕτη τὸ πρῶτον· ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε ἔγραφον ταύτην παιδιά, οὐδεμίαν ἐδίδομεν προσοχήν. Ἤδη ὅμως, ὅτε καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἐπιβάλλουσι τὴν γλῶσσαν ταύτην εἰς τοὺς παῖδας, ὅτε ἄνθρωποι κατέχοντες ἐπίσημον θέσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ νομίζουσιν ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς αὐτούς, ἵνα τοιαύτης γλώσσης ποιῶνται χρῆσιν, δὲν νομίζετε ὅτι ὑπάρχει φόβος, μήπως οἱ παῖδες ὑμῶν, ἂν ὄχι ἐξ ἄλλου τινός, ἀλλ’ ἐκ συνηθείας προσαρμοσθῶσιν εἰς ταύτην; Δὲν νομίζετε ὅτι ἡμεῖς αὐτοί, ἐὰν ἠκούομεν καθ’ ἡμέραν μίαν λέξιν ἀσυνήθη καὶ τερατώδη, ἐκ τῆς συνηθείας θὰ ἐμανθάνομεν αὐτὴν χωρὶς νὰ θέλωμεν;
§89Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Τοὺς ἀπεδοκίμασεν ἡ κοινὴ συνείδησις.
§90Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Μετὰ ταῦτα λέγετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι διαδόσεις ἡ γλῶσσα αὐτῶν, ὅτι εἶναι θρῦλοι! Ὄχι, δὲν εἶναι διαδόσεις, ἀλλ’ εἶναι βιβλία τετυπωμένα, τὰ ὁποῖα τυποῦνται, χωρὶς νὰ κερδίζωσιν ἐκ τῆς κυκλοφορίας οἱ συγγραφεῖς αὐτῶν οὐδὲ κἄν τὰ ἔξοδα αὐτῶν. Ἐκ τούτου δὲν εἶναι εὐνόητον, ὅτι ὁ σκοπὸς αὐτῶν εἶναι δόλιος, εἶναι ἀντεθνικός, εἶναι ὕπουλος, εἶναι ἐγκληματικός; Ἀλλά, Κύριοι, καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον ἐξετάσεως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὰς ξένας Πολιτείας, εἰς τὰ ξένα Κράτη παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ ἐπαρουσιάσθη ὑπὸ διάφορον τύπον, ὑπὸ ἀλλοίαν μορφήν, καὶ τοῦτο, διότι αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐθνῶν ἐκείνων ἦσαν διάφοροι· ἡ ἀρχὴ ὅμως καὶ ἡ ἰδέα τῆς προστασίας ὑπῆρξε μία καὶ ἡ αὐτή, καὶ τοῦτο, διότι εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα ὑπάρχουσι διάφοροι ἐθνότητες. Τὸ Ἑλβετικὸν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 116 καθιεροῖ ὡς ἐπισήμους γλώσσας εἰς τὸ Κράτος τρεῖς, τὴν Γαλλικήν, τὴν Γερμανικὴν καὶ τὴν Ἰταλικήν. Τὸ Τουρκικὸν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 18 καθιεροῖ ὅτι, ἵνα διορισθῇ τις εἰς δημοσίαν θέσιν, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν Τουρκικήν. Τὸ Ῥωσικὸν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 3 καθιστᾷ ὑποχρεωτικὴν εἰς ὅλους τοὺς δημοσίους ὀργανισμούς, εἰς τὸν στρατὸν καὶ τὸν στόλον τὴν Ῥωσικήν. Τὸ Νορβηγικὸν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 92 καθιεροῖ ὅτι διορίζονται εἰς δημοσίας θέσεις οἱ γνωρίζοντες τὴν ἐθνικὴν γλῶσσαν. Τὸ Ἰταλικὸν Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 62 καθορίζει ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τῶν νομοθετικῶν σωμάτων εἶναι ἡ Ἰταλική. Τὰ Συντάγματα ἐκεῖνα ἔλαβον τοιαύτην πρόνοιαν, διότι ὑπῆρχε διάφορος λόγος, διάφοροι ἀνάγκαι. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, Κύριοι, νὰ εἴπω ὑμῖν, ὅτι τὸ ζήτημα, ὅπερ παρουσιάζεται ἐν Ἑλλάδι εἶναι σπουδαιοτέρας ἀξίας. Οἱ Ἕλληνες εἰς ὅλον τὸν μακραίωνα χρόνον τῆς δουλείας διετήρησαν τὴν ἐθνότητα αὐτῶν, καίτοι ἦσαν ὑπὸ τὴν δεσποτείαν ξένων Κρατῶν. Ἤδη ὅμως, ὅτε οἱ Ἕλληνες φροντίζουσι νὰ δημιουργήσωσι γλῶσσαν δῆθεν Ἑλληνικήν, διατρέχει μέγιστον κίνδυνον, ἵνα χαθῇ, κίνδυνον νὰ κατατμηθῇ καὶ καταστραφῇ αὕτη· καὶ ἐὰν τὰ Συντάγματα τῶν ξένων Ἐπικρατειῶν καθιέρωσαν τὰς διατάξεις περὶ γλώσσης οὕτω, τὰς καθιέρωσαν, διότι τοιαύτη ἀνάγκη ἐπαρουσιάσθη εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα. Δὲν εἶναι λοιπόν τι καινοφανὲς ἡ διατύπωσις διατάξεως συνταγματικῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἔψεξάν τινες πολλάκις τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, διότι περιέλαβε διάταξιν περὶ θρησκείας περιττήν, δι’ ἧς καθιεροῖ ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν ἐν Ἑλλάδι τὴν ὀρθόδοξον καὶ ἀπαγορεύει τὸν προσηλυτισμόν. Ἀγνοοῦσιν ὅμως ὅτι ἡ θρησκεία μετὰ τῆς γλώσσης τῆς Ἑλλάδος ἀποτελοῦσι τὴν ὑπόστασιν καὶ ὕπαρξιν αὐτῆς. Τίς δύναται νὰ ψέξῃ, ὅταν περιληφθῇ διάταξις ὅτι παρὰ τὴν προστασίαν τῆς θρησκείας ἐπίσημος Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἡ καθαρεύουσα;
§91Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ Ἑλληνική, ἡ ἄλλη εἶναι ἡ Κινέζικη.
§92Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Ἡ γλῶσσα εἶναι πάντοτε μία καὶ ἡ αὐτή, ἀλλὰ φυσικὸν εἶναι νὰ μὴ ὁμιλῆται ὑπὸ τῶν διαφόρων κοινωνικῶν τάξεων ὁμοιομόρφως. Καὶ κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἀκόμη χρόνους ἄλλως ἐλάλει τὴν γλῶσσαν ὁ θεῖος Πλάτων καὶ ἄλλως ὁ λαός· ἄλλως ὁ ἐπιστήμων καὶ ἄλλως ὁ ἐργάτης· ἄλλως ὁ δικηγόρος καὶ ἄλλως ὁ ἁλιεύς, ἀλλὰ πάντες ὡμίλουν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γλῶσσαν. Παρατηρήσατε τὴν ἀφετηρίαν καὶ τὸν σκοπόν, ἐξ ὧν ὁρμῶνται οἱ Κύριοι οὗτοι, παρατηρήσατε τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα διαθέτουσι, παρατηρήσατε ὅτι θέλουσι νὰ δημιουργήσωσι γλῶσσαν νέαν, πόρρω ἀπέχουσαν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, παρατηρήσατε ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀφετηρίαν καὶ τὸν εὐγενῆ σκοπόν, ἐξ ὧν ὁρμῶνται ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐπιστήμης, ἡ εὐγενὴς τοῦ Πανεπιστημίου νεολαία, ὅλοι ἡμεῖς οἱ λοιποὶ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι συνηγοροῦμεν ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης, καὶ κρίνατε. Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι καθιεροῦντες τὴν γλῶσσαν ταύτην ὡς ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους θέλομεν φανῆ σύμφωνοι πρὸς τὰς ἱερὰς παραδόσεις τῆς Ἑλλάδος· καθιεροῦντες τὴν γλῶσσαν ταύτην θέλομεν φανῆ ὅτι μεριμνῶμεν περὶ τῆς ἀποστολῆς τῆς μεγάλης ἡμῶν πατρίδος, περὶ τοῦ μεγαλείου τῆς Ἑλλάδος, περὶ τῆς ἑνότητος τῆς γλώσσης, περὶ τῆς ἑνότητος τῆς φυλῆς ἡμῶν, περὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ ἐκ τῶν θεωρείων).
§93ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὴν γνώμην μου τὴν ἐξεδήλωσα ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπιφορτισμένης τὴν προπαρασκευὴν προσχεδίου ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, τῆς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέλος. Ἡ γνώμη μου δὲ ἡ ἐπιστημονικὴ εἶναι, ὅτι διάταξις τοιαύτη, οἵα ἡ προτεινομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ θέσιν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Συντάγματι. Δὲν θὰ ὑποστηρίξω δι’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῇ συζητήσει παρενεβλήθησαν πλεῖστα ὅσα ζητήματα, ἐπειδὴ ὀφείλω νὰ μὴ ὀχυρωθῶ, ἀπέναντι ὑμῶν, ἐκδηλῶν τὴν γνώμην μου, εἰς τὴν μορφὴν τῶν αἰτιολογιῶν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω ἀπέναντι ὑμῶν ἐλευθέρως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φρονῶ περὶ τοῦ ζητήματος, νομίζω, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσω ὡρισμένα σημεῖα τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς χθὲς διεξάγεται ἐνώπιον ἡμῶν. Εἶναι εὔκολον, Κύριοι, νὰ δρέπῃ τις χειροκροτήματα δημιουργῶν φανταστικοὺς κινδύνους καὶ παρουσιαζόμενος ὡς πρόμαχος τῆς κινδυνευούσης θρησκείας, τῆς κινδυνευούσης γλώσσης. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προηγήθησαν ἐμοῦ ἐν τῷ θέματι τούτῳ, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπω νὰ διεκδικήσῃ περισσότερον ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει πᾶς Ἕλλην πολίτης, νὰ ὑπερασπίζῃ τοὺς θεσμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι βαθέως ἐρριζωμένοι εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ἀντιπρόσωπος. Πρέπει οἱ ἀντιφρονοῦντες, Κύριοι, νὰ σέβωνται τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν, ὅπως καὶ ἡμεῖς σεβόμεθα τὰς πεποιθήσεις ἐκείνων. Δὲν πρέπει δὲ διὰ τοῦ χρωματισμοῦ τῶν ἀγορεύσεών των νὰ παρουσιάζωσιν ἡμᾶς τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον γνώμην ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνάγκην τῆς θέσεως ἐν τῷ Συντάγματι τῆς περὶ ἧς πρόκειται διατάξεως, ὡς δῆθεν ὀλιγωροῦντας ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος, τὸ ὁποῖον πράγματι ἀναγνωρίζω εἰς πάντα παρακαθήμενον ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, καθήκοντος τοῦ νὰ προστατεύῃ θεσμοὺς στενῶς καὶ βαθύτατα συνδεδεμένους πρὸς τὸν λαόν, τοῦ ὁποίου ἔχει τὴν τιμὴν νὰ εἶναι ἀντιπρόσωπος. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ γλῶσσα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι κτῆμα αὐτοῦ ἀναφαίρετον, εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἄλλος τις παρὰ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ δὲν αἰσθάνομαι, Κύριοι, ὅτι ἔχω τὴν ἱκανότητα νὰ ἀντιπροσωπεύω τὴν ὁμάδα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ μέγα μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργήσῃ ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ. Δὲν αἰσθάνομαι τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλω ἐγώ, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν γνώμην μου εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι αὕτη. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μόνος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, Κύριοι, λύει τὸ ζήτημα, τὸ λύει βαθμηδόν, ἀφ’ ἧς ἰδίως ἐποχῆς τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνακύπτει περισσότερον, διότι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης περισσότερον ἀναρριπίζεται ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,—ἀπὸ τῆς ἐποχῆς δηλονότι τῆς Ἑλληνικῆς παλινορθώσεως. Καὶ τὸ λύει κατὰ κανόνας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνώτεροι ἡμῶν, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ νομοθετήσωμεν, διότι εἶναι ἀίδιοι κανόνες, εἶναι οἱονεὶ φυσικοὶ κανόνες, εἶναι οἱ κανόνες τῆς ἐξελίξεως, τῆς προόδου. Δὲν ἔχω ἐγώ, Κύριοι, τὴν δύναμιν ὡς ἄλλος Πάπας νὰ ἐπιβάλω τὴν θέλησίν μου ἐπὶ ὁλοκλήρου λαοῦ, δὲν δύναμαι νὰ δεσμεύσω τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ εἰς οὐδένα ἀναγνωρίζω ἀνάστημα, Κύριοι, τοιοῦτον, ὥστε ἐξαιρόμενος ὑπεράνω τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὸς τὴν θέλησίν του, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτος, εἴτε Μιστριώτης εἶναι οὗτος εἴτε Ψυχάρης. Οἱαδήποτε ἀτομικότης φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ὑποκύψῃ πρὸ τοῦ μεγάλου ὄγκου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ Μιστριώτου, δὲν καταδέχομαι νὰ εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ Μιστριώτου, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ ὀπαδὸς τοῦ Ψυχάρη. Εἶμαι μέλος τῆς ὁλότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὀπαδὸς μόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρόκειται ὑμεῖς, Κύριοι, νὰ λύσητε ἐνταῦθα τὸ ζήτημα τὸ γλωσσικόν; Μὲ ποίαν ἁρμοδιότητα; Μὲ ποίας γνώσεις; Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν οἱ προαγορεύσαντες ἔχουσι τοιαύτας γνώσεις, ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον στεροῦμαι αὐτῶν. Τὸ γλωσσικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα ἐπιστημονικόν· τὸ γλωσσικὸν ζήτημα εἶναι ζήτημα ἐθνικόν. Περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ὡς ἐπιστημονικοῦ ζητήματος, δὲν ἔχω γνώμην μετὰ κύρους· περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ὡς ἐθνικοῦ ζητήματος, δὲν ἔχω τὴν δύναμιν νὰ ἐκφέρω γνώμην ἐπιβαλλομένην ἐπὶ τῆς ὁλότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ θέλετε, Κύριοι, ὑμεῖς νὰ λύσητε τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς μιᾶς ἀπόψεως ἢ ἀπὸ τῆς ἄλλης; Τὸ λύετε ἀπὸ τῆς μιᾶς ἀπόψεως; Μεταβάλλετε τὸ συνέδριον τοῦτο εἰς ἀκαδημίαν. Τὸ λύετε ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀπόψεως; Δεσμεύετε τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ δεσμεύσῃ τὸν λαόν, νὰ θέσῃ πέδας εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. (Χειροκροτήματα). Τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης εἶναι κἄτι τι ζωντανόν, εἶναι μέρος τοῦ ζῶντος ὀργανισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἶναι κἄτι τι παρακολουθοῦν τὴν ἐξέλιξιν τῆς διαμορφώσεως καὶ τῆς προόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι διαφεύγει τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, τῆς ἁρμοδιότητος πάσης λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας. Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀντιπροσωπεύει τὰς πολιτικὰς τάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἀντιπροσωπεύει ὅμως τὴν ἐθνότητα ὡς ἐθνότητα, δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀνάπτυξιν, τὴν ζωτικότητά της, νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐξέλιξίν της, πᾶς δὲ ἄλλα φρονῶν ἐπιβάλλει θέλησιν δεσπότου ἐπὶ τῶν ἀντιφρονούντων. Δὲν εἰσέρχομαι ἑπομένως, Κύριοι, εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, κηρυσσόμενος ἀναρμόδιος ὅπως ἐπιληφθῶ τῆς λύσεως αὐτοῦ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα ἀντιπροσώπου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως δὲ ταύτης, οὐχὶ ὀλιγώτερον ἢ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, τῆς διατυπουμένης ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι περὶ τῆς γλώσσης. (Χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ, θόρυβος ἐν τοῖς ἀκροατηρίοις).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθῶσιν ἀμέσως τὰ δύο πρὸς δεξιὰ θεωρεῖα. Ὁ κ. Σκάσης ἔχει τὸν λόγον. (Ἄρχεται ἡ ἐκκένωσις τῶν δύο θεωρείων).
§95Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ κενώσητε τὰ θεωρεῖα. Τρεῖς μαλλιαροὶ εἶναι, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσι τὰς ἀταξίας αὐτάς.
§96ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ ἀνακαλέσητε, κύριε Πρόεδρε, παρακαλοῦμεν τὴν διαταγὴν αὐτήν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε Βουλευτά, διότι ἐκεῖ ἐπάνω συνεπλέκοντο. (Τὰ δύο πρὸς δεξιὰν θεωρεῖα κενοῦνται).
§98Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· καθῆκόν μου θεωρῶ, ἀνακινουμένου ἐν τῇ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ὅπως ἐκφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὡς ὑπερτάτην δύναμιν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν. Καὶ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχει θέσιν ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ συνεδρίῳ. Δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος γλωσσολογικοῦ, ὅπως θέλουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες νὰ παραστήσωσιν ἡμᾶς ἀγωνιζομένους, ἀλλὰ περὶ ζητήματος καθαρῶς ἐθνικοῦ, ἀποφεύγουσι δ’ οὗτοι ν’ ἀντιμετωπίσωσιν ἡμᾶς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου, ἢ διότι δὲν ἐθεώρησαν τὸ ἔδαφος τοῦτο ἀσφαλὲς δι’ αὐτούς, ἢ διότι ἡ ψύχωσις αὐτῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ θέλωσι νὰ τὸ ἐννοήσωσι. Δὲν θὰ ξενίσῃ ὑμᾶς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐγὼ ἰατρὸς ἐπεχείρησα ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ λάβω τὸν λόγον, καθότι ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ, ὡς γνωστόν, ἐστρατήγησεν ὁ ἀείμνηστος Κοραῆς, ἰατρὸς καὶ οὗτος, καὶ ἐκ τῶν νεωτέρων ἰατρῶν πλεῖστοι ὅσοι εὐδοκίμως ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἠσχολήθησαν καὶ συνέγραψαν συγγράμματα, τὰ ὁποῖα ἄριστα ἠδύναντο νὰ ληφθῶσιν ὡς πρότυπα τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν γλώσσης. Οὐδὲ θεωρῶ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα ἴδιον τῶν περὶ τὰ γράμματα ἀσχολουμένων· εἶναι ζήτημα ἀφορῶν πάντα Ἕλληνα καὶ ἰδίως ἐκείνους τῶν Ἑλλήνων, οἵτινες, τυχόντες ἀνωτέρας ἐγκυκλοπαιδικῆς ἐκπαιδεύσεως, ᾐσθάνθησαν ὁποῖον ἀριστοτέχνημα εἶναι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ὁποῖον κάλλος περιέχει ἐν ἑαυτῇ πρὸς ἔκφρασιν ἐπιστημονικῶν ἢ τεχνικῶν ὅρων (χειροκροτήματα). Τὸ γλωσσικὸν ζήτημα παρ’ ἡμῖν, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ζήτημα ἐθνικόν, ἐθνικώτατον. Φρίττει δέ τις ἀληθῶς προσβλέπων ἐκείνους, οἵτινες ὑπερμαχοῦσι τῶν χυδαϊκῶν ἰδιωμάτων, καθ’ ὃν χρόνον οἱ μὲν ἐχθροὶ ἀπειλοῦσιν, οἱ δὲ φίλοι ὀλιγωροῦσιν, ἀποπειρώμενοι οὕτω νὰ διασπάσωσι τὴν ἑνότητα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς (εὖγε, εὖγε), τὴν ἑνότητα τῆς φυλῆς ἐκείνης, τῆς ὁποίας ἡ σημαία ἐπὶ τρεῖς χιλιετηρίδας κυματίζει ἐνδόξως ἐπὶ τῶν ἐπάλξεων τοῦ πολιτισμοῦ, καὶ ἥτις, ἡττηθεῖσα ὑπὸ τῶν Ῥωμαίων, ἐνίκησε τὸν ἀγέρωχον νικητήν, εἰσαγαγοῦσα τὰς τέχνας καὶ τὰς ἐπιστήμας εἰς τὸ ἀγροῖκον Λάτιον διὰ τοῦ ὑπερόχου ἑλληνικοῦ πνεύματος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Κατὰ τὸν μακρὸν τῆς δουλείας χρόνον, κύριοι Βουλευταί, τὸ Ἑλληνικὸν γένος δὲν ἔπαυσε λαλοῦν τὴν γλῶσσαν τῶν προγόνων αὐτοῦ, οὐδ’ ἡ γλῶσσα αὐτοῦ ὑπέστη τοιαύτην μεταμόρφωσιν, ὥστε σοβαρῶς τις σήμερον νὰ αἰσθάνηται τὴν ἀνάγκην τῆς μορφώσεως αὐτῆς διὰ τῆς ἐξελίξεως αὐτῆς. Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ καθαρεύουσα γλῶσσα, ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν γλῶσσα δὲν εἶναι θυγάτηρ τῆς ἀρχαίας, ὅπως εἶναι θυγατέρες τῆς Λατινικῆς αἱ διάφοροι γλῶσσαι τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, ἀλλ’ εἶναι αὐτόχρημα αὐτὴ αὕτη ἡ ἀρχαία γλῶσσα. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οἱ αὐτοὶ κανόνες οἱ ἰσχύσαντες διὰ τὴν ἐξέλιξιν ἄλλων γλωσσῶν ἰσχύουσι καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, διότι τοὺς νόμους αὐτοὺς περὶ ἐξελίξεως ὑπέστη ἤδη ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα καὶ κατέληξεν εἰς τὴν ὑπέρλαμπρον Ἀττικὴν γλῶσσαν, τῆς ὁποίας ἁπλουστέρα ἐκδήλωσις εἶναι ἡ σήμερον ὁμιλουμένη καθαρεύουσα. Δικαίως ἑπομένως ὁ ἔνδοξος τῆς Ἀγγλίας πολιτευτὴς Γλάδστων ἔλεγεν, ὅτι θαυμάζει τὸ Ἑλληνικὸν γένος, διότι ἐν τῷ βραχυτάτῳ διαρρεύσαντι χρόνῳ ἀπὸ τῆς ἀναστάσεως αὐτοῦ κατώρθωσε νὰ ἀποκαθάρῃ διὰ τῶν λογίων τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ. Ἡ διατήρησις τῆς γλώσσης, κύριοι Βουλευταί, συνεπάγεται καὶ τὴν διατήρησιν τῆς φυλῆς ἡμῶν. Δυστυχῶς ὅμως εὑρέθησαν καὶ εὑρίσκονται καὶ παρ’ ἡμῖν ἄνδρες, οἵτινες, καίτοι ἐθήλασαν τὸ γάλα τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἐγένοντο ἀμείλικτοι διῶκται αὐτῆς, μὴ συναισθανόμενοι τὸ μέγιστον κακόν, τὸ ὁποῖον κάμνουσιν εἰς τὴν πατρίδα, ἀπαραλλάκτως ὅπως τὰ βρέφη ἐκεῖνα, ἅτινα, ἀφοῦ θηλάσωσι καὶ κορεσθῶσι γάλακτος, δάκνουσιν εἶτα τοὺς μαστοὺς τῶν μητέρων αὐτῶν. (Χειροκροτήματα). Ἀφοῦ λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐν μέσῳ βαρβάρων καὶ ἐν μέσῳ δεινῶν περιστάσεων κατώρθωσε νὰ διατηρήσῃ καὶ τὸν ἐθνικὸν αὐτῆς τύπον καὶ τὴν ἐθνικὴν ἐπωνυμίαν, ἤδη, ὅτε ἀπηλλάγη τῶν νόθων λέξεων καὶ χυδαϊσμῶν, χωρεῖ εἰς τὴν προτέραν αὐτῆς κομψότητα καὶ τελειότητα, ἤδη, ὅτε ἡ ἑλληνικὴ ἐπιστήμη ἐξήπλωσεν ἀνὰ πάσας τὰς τάξεις τὰ φῶτα αὐτῆς, εἶναι δυνατόν, κύριοι Βουλευταί, ἡμεῖς παραγνωρίζοντες τὸ οἰκεῖον καλὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν, ἕνεκα παραφόρων τινῶν ἐραστῶν τῆς ἀκαθάρτου λαλιᾶς, νὰ ἐπιτρέψωμεν, λέγω, ἵνα καταστραφῇ ἡ γλῶσσα τῶν προγόνων ἡμῶν; Οὐχί, κύριοι Βουλευταί. Ἡ γλῶσσα εἶναι ἡ ἀκρόπολις καὶ ἡ ἔπαλξις τῆς σωτηρίας τοῦ ἔθνους, καὶ ἡμεῖς δὲ ἐνταῦθα ἐτάχθημεν στρατιῶται καὶ ὑπέρμαχοι τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ διατηρήσεως αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι σκόπιμον, ἵνα ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ Συντάγματος τεθῇ ἰδιαιτέρα διάταξις περιφρουροῦσα τὴν γλῶσσαν ἡμῶν, Θεωρῶ δὲ σκόπιμον τοῦτο, διότι τὰ Συντάγματα δὲν εἶναι συλλογὴ πλατωνικῶν ἰδεῶν, ἀλλ’ εἶναι ἡ ἔκφρασις τῶν ἀναγκῶν ἑκάστου λαοῦ. Ὅτι δὲ ἀνάγκη διὰ τὸν ἡμέτερον λαὸν εἶναι ἡ διατήρησις τῆς γλώσσης αὐτοῦ, φρονῶ ὅτι οὐδεὶς φιλόπατρις, οὐδεὶς φιλοτίμως ἐχόμενος τῆς ἐθνικῆς ἰδέας δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ. Φρονῶ ὅτι οὐδεμία δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπὸ τῆς χθὲς γενομένης συζητήσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεκαλύφθησαν τὰ ἔργα τῶν χυδαϊστῶν, σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἐν ἀγανακτήσει ἐζήτησε τὴν περιφρούρησιν τῆς γλώσσης καὶ τὴν τιμωρίαν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ὁμοθύμως τάσσομαι ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ’ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτοῦ κ. Μιχαλοπούλου, ὁμοθύμως τάσσομαι ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης ὁπωσδήποτε τροποποιουμένης, ἀρκεῖ, εἴτε ἐμμέσως εἴτε ἀμέσως, νὰ περιφρουρηθῇ ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν γλῶσσα. Ναί, καθῆκον καὶ πρέπον εἶναι, Ἕλληνες Βουλευταί, ἵνα περιφρουρήσωμεν τὸ πολύτιμον πατρῷον ἡμῶν κειμήλιον, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν εἰς τὴν ἀκμὴν καὶ ἐγέννησε τὴν φιλοσοφίαν εἰς τοὺς κόλπους τῆς πατρίδος μας, τὸ κειμήλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐστεφάνωσε τὰς ἕδρας τῶν Ἀκαδημιῶν, τὸ ὁποῖον ἐτίμησε τοὺς θρόνους τῶν Αὐτοκρατόρων διὰ τῶν νόμων τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐκόσμησε τὰς Ἀκαδημίας διὰ τῶν δαφνῶν αὐτοῦ, τὸ κειμήλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὰς ἐλευθέρας τέχνας εἰς τοὺς λαοὺς καὶ ἐκίνησε τὸν θαυμασμὸν τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Περιφρουρήσωμεν αὐτό, κύριοι Βουλευταί, διότι εἶναι ἑπόμενον, εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ ψῆφος ἡμῶν δύναται νὰ ἔχῃ σοβαρωτάτας συνεπείας ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι ἡ ψῆφος ἡμῶν, ἐὰν ἤθελεν εἶσθαι ἀρνητική, οὐδόλως ἀπίθανον νὰ καταλήξῃ εἰς ἐθνικὴν τραγῳδίαν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ συναινεῖ, ὅπως διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὰς δέκα.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς διακοπῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα εἴπῃ τινὰ ἐπὶ ἄλλου θέματος.
§102Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸς διευκόλυνσιν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς διὰ τὴν συζήτησιν τῶν δύο φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως συναινέσῃ καὶ διορισθῶσι δύο εἰδικαὶ ἐπιτροπαί, ἵνα παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα πρὸς μελέτην αὐτῶν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συναινέσει, ἵνα ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως συσταθῶσι δύο ἐπιτροπαί, εἰς ἃς νὰ παραπεμφθῶσι τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, δηλαδὴ τὸ περὶ συμπληρωματικοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος καὶ τὸ περὶ φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἵνα κατὰ τὸ διάστημα τῶν συζητήσεων ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται ἐπεξεργασθῶσι τὰ νομοσχέδια ταῦτα, καὶ οὕτως ἄρξηται ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν ἐπιτροπῶν, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ κατὰ τὰ εἰωθότα δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταρτίζω τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ φόρου «περὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν» ἐκ τῶν κ.κ. Ν. Στράτου, Γ. Πούλου, Ἰ. Τσιγκόλη, Ἀθ. Χριστοπούλου, Γ. Παρασκευοπούλου, Ἰ. Πολίτου, Χ. Βοζίκη, Σ. Σίμου, Ἰ. Ἀθανασάκη, Φ. Νέγρη, Δ. Λαζαρῆ, Α. Μιχαλακοπούλου, Π. Βουρλούμη, Μ. Σφακιανάκη, Ὄθ. Τετενέ, Δ. Ζαμάνου, Ἰ. Ἀθηνογένους, Ἰ. Βαββανάκου, Α. Ἀβέρωφ, Μ. Μπουφίδου, Δ. Τσιριμώκου, Θ. Παπαϊωάννου, Κ. Μάνου, Α. Κασσαβέτη, Ν. Παπαλέξη, Δ. Μπούσδρα, Χ. Καρᾶ. Ἐπίσης τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρωματικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος» ἐκ τῶν κ. κ. Σ. Ἀγαπητοῦ, Χ. Μεϊτάνη, Α. Θεοδωρίδου, Μ. Νεγροπόντη, Ἰ. Πολίτου, Λ. Ἐμπειρίκου, Θ. Κουτούπη, Σ. Λάσκαρι, Α. Διομήδους, Κ. Δεμερτζῆ, Κ. Μάνου, Α. Τάκη, Κ. Λιδωρίκη, Γ. Τσαξίρη, Εὐστρ. Κουλουμβάκη, Δ. Μπούσδρα, Λ. Ῥούφου Κανακάρη, Θ. Πέρρου, Ν. Τριανταφυλλάκου, καὶ Ν. Γαρδικιώτου. (Συναινέσει τῆς Βουλῆς διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὰς 10 μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνεδρίασις ἐπαναλαμβάνεται· τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κορόλος. Ἀπών. Κατόπιν ἔρχεται ὁ κ. Ἀραβαντινός. Κύριε Ἀραβαντινέ, εἶσθε ἀντιλέγων τοῦ κ. Σκάση;
§107Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§109Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶμαι ἀντιλέγων, κύριε Πρόεδρε, ὄχι μόνον πρὸς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα συνάδελφον, ἀλλά, δύναμαι νὰ εἴπω, πρὸς πάντας τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους. Ἐννοῶ δὲ νὰ ὑποστηρίξω ἐνταῦθα τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ συντακτικὴ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ τοποθετηθῇ τὸ ζήτημα. Οἱ ἔντιμοι προλαλήσαντες ἐκ τῶν συναδέλφων ἔθιξαν τὴν οὐσίαν τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος καὶ ἐτάχθησαν οἱ μὲν ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης γλώσσης ὡς ἐπισήμου γλώσσης, οἱ δὲ ἀντετάχθησαν πρὸς τὴν ἰδέαν ταύτην. Εἶμαι τῆς γνώμης, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἐκταθῶμεν, παραγνωρίζομεν τὴν ἀποστολὴν τοῦ συνεδρίου τούτου, τὴν συντακτικήν. Ἐκ τῶν κηρυχθέντων ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης γλώσσης οἱ ἔχοντες νομικὴν μόρφωσιν καὶ συνείδησιν κατεῖδον τὸ πρᾶγμα, ὅπως ὁ ἐκ Λακωνίας πρῶτος λαλήσας ἐκ τῶν συναδέλφων καὶ ὁ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ ἠθέλησαν νὰ περιορίσουν τὴν συζήτησιν εἰς μόνην τὴν πολιτικὴν ὄψιν τοῦ ζητήματος καὶ ἐτόνισαν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, ἵνα τὸ Συνέδριον τοῦτο κληθῇ νὰ ἀποφανθῇ γνώμην περὶ τῆς πορείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ γλῶσσα τοῦ λαοῦ, διότι ἡ γλῶσσα τοῦ λαοῦ, ὡς ὑπὸ πολλῶν ῥητόρων ἐλέχθη, καὶ δικαίως, δὲν ὑπάγεται εἰς κανόνας διατυπουμένους ὑπὸ νομοθετικῶν συνεδρίων καὶ ἀναγραφομένους εἰς ἄρθρα νόμων καὶ Συνταγμάτων. Ἡ γλῶσσα τοῦ λαοῦ ἀκολουθεῖ τὴν φυσικὴν αὑτῆς ἐξέλιξιν, τελειοῦται καὶ συμπληροῦται καὶ μεταβάλλεται χωρὶς νὰ ἐπηρεάζεται ἐκ τῶν ἐπιταγῶν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ἂν μοὶ ἐπέτρεπεν ἡ Βουλή, θὰ ἔλεγον ἐν συνόψει τὴν ἐπὶ τῆς οὐσίας γνώμην μου, ἡ ὁποία εἶναι αὕτη: ὅτι ἡ γλῶσσα τοῦ λαοῦ παραβλέπουσα τὰς ἀκρότητας τῶν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν, τοῦ λογιωτατισμοῦ καὶ τοῦ μαλλιαρισμοῦ, ἐξελίσσεται κατὰ φυσικοὺς νόμους, ἐξελίσσεται συναπτῶς πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ ὅλου ἑλληνικοῦ βίου, καὶ τείνει εἰς σύμπτωσιν τοῦ γραπτοῦ πρὸς τὸν προφορικὸν λόγον. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τὸ πρᾶγμα ἄλλως. Ὡς ὅμως εἶπον, συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τῶν συναδέλφων, οἵτινες ἐτοποθέτησαν καὶ περιώρισαν τὸ ζήτημα εἰς μόνην τὴν πολιτικὴν ὄψιν αὐτοῦ, νομίζων ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι σύμφωνος ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ διατάξεως τοῦ Συντάγματος νὰ εἴπωμεν ὅτι αὐτὴ ἢ ἐκείνη θὰ εἶναι ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα, καθὼς προέτεινεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βδιωτίας ἔντιμος συνάδελφος. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ πολιτικὸν ζήτημα, ἂν εἶναι ἁρμόδιον τὸ συνέδριον τοῦτο νὰ θέσῃ περιορισμὸν περὶ τὴν χρῆσιν τῆς γλώσσης, ἀδιάφορον ποίας, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος, περὶ τῆς ὁποίας δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀποφανθῶμεν, περὶ τῆς ὁποίας ἁρμοδία νὰ ἀποφανθῇ θὰ ἦτο μία ἀκαδημία. Τὸ συνέδριον τοῦτο μόνην ἁρμοδιότητα θὰ εἶχε, νὰ θέσῃ συνταγματικὰς ἐγγυήσεις περὶ τὴν χρῆσιν τῆς γλώσσης, ἀλλὰ εἶναι δυνατόν, εἶναι λογικόν, εἶναι ἱστορικῶς παραδεδεγμένον, ἀπορρέει ἐκ τῆς συγκρίσεως ἄλλων Συνταγμάτων ἄλλων Κρατῶν ὅτι ἡ συντακτικὴ τοῦ ἔθνους ἐξουσία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θέτει φραγμὸν καὶ ἐξασφαλίζει διὰ τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γλῶσσαν; Νομίζω Κύριοι, ὅτι ὄχι, ὑπὸ τὴν μορφὴν τοὐλάχιστον ὑπὸ τὴν ὁποίαν ζητεῖται παρ’ ἡμῖν· ὄχι! Ὁ προορισμὸς τῶν συνεδρίων τῶν ἀσχολουμένων μὲ τὰ Συντάγματα εἶναι νὰ κανονίζωσι τὰ ὄργανα τῆς ἐνασκήσεως τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν, εἶναι νὰ κανονίζωσι τὴν ἰσορρόπησιν τῶν λειτουργιῶν τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, εἶναι ἐπίσης νὰ ἐξασφαλίζωσι τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λαοῦ, τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως, ἰδίᾳ δὲ τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεώς του, τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως καὶ τοῦ λόγου, τὴν ἐλευθερίαν τῆς πράξεως. Μεταξὺ τῶν ἐλευθεριῶν τούτων ἀναντίρρητον εἶναι ὅτι περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ λαοῦ, τοῦ νὰ σχηματίσῃ τὴν γλῶσσαν αὐτοῦ, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ λαοῦ, ὄχι τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα ἀτόμου, ὄχι τῆς ἄλφα ἢ βῆτα τάξεως ἐν τῷ λαῷ, ἥτις δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ σχηματίσῃ γλῶσσαν τοῦ λαοῦ. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἐλευθερίας ταύτης κυροῦται συνήθως εἰς τὰ Συντάγματα ἡ ἀρχὴ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ τις μείωσιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων διὰ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην γλῶσσαν, ἣν ὁμιλεῖ. Ἡ ἐλευθερία ἐν τῇ χρησιμοποιήσει τῆς γλώσσης κυροῦται εἰς τὰ Συντάγματα τῶν φιλελευθέρων λαῶν. Ἄν ἠθέλομεν ἡμεῖς νὰ περιβάλωμεν δι’ ἐγγυήσεων τὴν γλῶσσαν ἄλφα καὶ νὰ καθηλώσωμεν αὐτὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ γλῶσσα αὕτη εἶναι ἀμετάβλητος, καὶ ὅτι μόνον οἱ ταύτην ὁμιλοῦντες ἔχουσιν ὡρισμένα δικαιώματα, θὰ ἐπράττομέν τι ἀντίστροφον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πράττουν τὰ φιλελεύθερα Κράτη καὶ πολιτεύματα. Ἄν ἠθέλομεν ἡμεῖς διὰ συνταγματικῆς διατάξεως νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐξέλιξιν τῆς γλώσσης καὶ ἐκ τῆς χρήσεως τῆς ἐν τῷ Συντάγματι γλώσσης νὰ ἐξαρτήσωμεν τὴν ἀπόλαυσιν ὡρισμένων δικαιωμάτων καὶ ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὴν χρῆσιν ἄλλης γλώσσης, θὰ ἐδίδομεν πρῶτοι ἡμεῖς τὸ παράδειγμα περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἡ γείτων Ἐπικράτεια, παρὰ τῇ ὁποίᾳ ὑπάρχουσιν ὁμοεθνεῖς ἡμῶν, οἵτινες ἔχονται ἀπρὶξ τῆς γλώσσης αὐτῶν, οἱ ὁμοεθνεῖς ἡμῶν αὐτοὶ βεβαίως θὰ ἐξηγείροντο καὶ βεβαίως θὰ ἐζήτουν βοήθειαν ἀφ’ ἡμῶν, καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ ἀλληλεγγύῃ τῶν φιλελευθέρων θεσμῶν θὰ ἐζητοῦμεν ὑποστήριξιν τῶν δικαίων τῶν ὁμοεθνῶν ἡμῶν ἀπὸ τῶν φιλελευθέρων Κρατῶν· ἀλλὰ τὰ φιλελεύθερα Κράτη θὰ μᾶς ἔλεγον: ἐν ὀνόματι τίνος ἐλευθερίας ζητεῖτε τὴν ἐλευθερίαν τῶν ὁμοεθνῶν σας ἀφ’ οὗ ἐν τῷ ἰδίῳ ὑμῶν Κράτει δὲν εἶσθε φιλελεύθεροι;
§110ΕΥΣ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ φέρητε αὐτὸ τὸ παράδειγμα.
§111Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν θὰ μοῦ κανονίσετε σεῖς τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ διαπραγματευθῶ τὸ ζήτημα, οὔτε θὰ μὲ περιορίσετε νὰ φέρω παραδείγματα, ἅτινα σᾶς συμφέρουν, καὶ νὰ ἀποσιωπῶ ὅσα δὲν σᾶς συμφέρουν καὶ δὲν συμφέρουν εἰς τὸν λαόν.
§112ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατί δὲν περιορίζεσθε ἐκεῖ ὅπου εἴπετε ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας σας;
§113Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παραπονεῖται, διότι δὲν ἀναπτύσσετε τὴν θεωρίαν τῆς ἀνισορροπίας του.
§114Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀπὸ αὐτῶν τῶν σκέψεων, Κύριοι, ὁρμώμενος ἀποκρούω ἐντελῶς τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Συντάγματι διατάξεως, ὁποία προτείνεται ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ. Ὑπάρχει ὅμως καὶ μία ἄλλη πρότασις νομικωτέρα ὑπὸ διατύπωσιν ὀλιγώτερον ἄτεχνον, ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δύναται τὸ συνέδριον τοῦτο νὰ περιλάβῃ ταύτην ἐν τῷ Συντάγματι, καὶ αὕτη εἶναι ἡ πρότασις τοῦ διακόψαντός με ἐκ Λακωνίας συναδέλφου. Ὁ ἐκ Λακωνίας συνάδελφος προτείνει ἕτερόν τι· εἶναι καὶ αὐτὸς ὀπαδὸς τῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως τῆς γλώσσης, καὶ δὲν ἐννοεῖ νὰ διασαφισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ποία θὰ εἶναι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους.
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ εἶπε αὐτό.
§116Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ εἶπε, καὶ τὸ εἶπε δικαίως, διότι ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδέποτε κινδυνεύει ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν γλῶσσα· ἀδιάφορον, ἂν δὲν ἐξεφράσθη καθαρά, διότι δὲν τὸν συμφέρει νὰ εἴπῃ καθαρά, ὅτι δὲν κινδυνεύει ἡ γλῶσσα μας ἀπὸ κανένα. Ἐζήτησεν ὅμως νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν δὲν ὁρίζομεν, διότι ὅλοι γνωρίζομεν ποία εἶναι καὶ δὲν τρέχει ἀπὸ κανένα κίνδυνον νὰ χαθῇ, ἐζήτησε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐπίσημος αὕτη γλῶσσα ἀπὸ καταχρήσεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων...
§117ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ δημοσία ὑπηρεσία ἀπὸ τῶν ἀνικάνων διανοητικῶς καὶ ἠθικῶς νὰ τὴν ὑπηρετήσωσι...
§118Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βλέπω ὅτι ὁ Κουλουμβάκης ἔχει περισσότερα δικαιώματα ἐδῶ ἀπὸ κάθε ἄλλον.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ φέρητε πρότασιν ἀποδοκιμασίας τοῦ Προέδρου.
§120Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ὄψις, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξετάζω τὸ ζήτημα δὲν δικαιολογεῖ διόλου τὴν ἐμπάθειαν οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἐκεῖθεν, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἀκούσετε μετ’ ἀπαθείας καὶ ψυχραιμίας, ὅπως καὶ ἐγὼ ὁμιλῶ μετ’ ἀπαθείας καὶ ψυχραιμίας. Ἡ πρότασις τοῦ ἐκ Λακωνίας συναδέλφου παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας του εἰς τοῦτο ἐμμέσως τείνει, εἰς τὴν προστασίαν ὄχι τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους, διότι, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ πρότασις αὐτοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς· «οἱ θορυβοῦντες κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δεκτοὶ ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι». Ἡ πρότασις αὕτη ἤχθη καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ πρότασις αὕτη, ἀντιλέγοντος μόνον τοῦ συναδέλφου, ἀπερρίφθη, διότι ἐχαρακτηρίσθη ὅτι εἶναι μία διάταξις πειθαρχική, ἡ ὁποία τιθεμένη εἰς τὸ Σύνταγμα παρέλκει, ὅτι εἶναι μία γενικὴ πειθαρχικὴ διάταξις, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ πάντοτε ὁ ἔχων πειθαρχικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τὴν ὁποίαν ἂν δὲν ἐνασκήσῃ ὁ ἔχων τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, δύνανται οἱ Βουλευταὶ νὰ ἐπερωτήσωσι τὴν κεφαλὴν τοῦ κλάδου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐγένοντο τοιαῦται παραβάσεις, διὰ ποῖον λόγον δὲν τιμωροῦνται οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἐναντίον τῆς ἰδέας τῆς ἑνότητος τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει καὶ ἑνότητα γλώσσης, καὶ ἐκ τῆς ἑνότητος τῆς ὑπηρεσίας καθιεροῦται ἡ ἑνιαία ἐπίσημος γλῶσσα, ἀδιάφορον ἂν εἶναι ἡ ἄλφα ἢ ἡ βῆτα, παραλείπουν τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν ἑνότητα ταύτην. Ταῦτα πάντα ἀνάγονται εἰς τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν καὶ σήμερον ὁ Ὑπουργὸς ἔχει, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἰδιαιτέρα διάταξις. Ἀλλ’ αἱ πειθαρχικαὶ διατάξεις ἀφορῶσι παραπτώματα τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῶν· ἑπομένως μόνον ἡ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ χρῆσις ἀνεπισήμου γλώσσης δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πειθαρχικὸν παράπτωμα. Τοῦτο ὅμως, φαίνεται, δὲν σᾶς ἀρκεῖ. Θέλετε νὰ προβῆτε καὶ περαιτέρω· θέλετε νὰ καταστήσετε ἀνικάνους πρὸς ἀνάληψιν δημοσίας ὑπηρεσίας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς τῆς δημοσίας των ὑπηρεσίας ἔχουσι καὶ ἐκφράζουσι τὴν ἄλφα ἢ τὴν βῆτα γνώμην περὶ τῆς γλώσσης. Ἡ ἀξίωσίς σας αὕτη εἶναι ἀνελευθέρα.
§121Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Καὶ νὰ γράφωσιν· ὄχι νὰ ἔχωσι γνώμην.
§122Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ ἐκφράζουν τὴν γνώμην των γραπτῶς. Δικαίωμά των εἶναι, ὅπως καὶ δικαίωμά σας εἶναι καὶ ἐλεύθερος εἶσθε ν’ ἀπορρίψητε τὸ σύγγραμμα τὸ μαλλιαριστικόν, τὸ ὁποῖον δὲν σᾶς ἀρέσκει ἢ δὲν ἐννοεῖτε. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ πρότασις τείνει εἰς τὸ νὰ προστατεύσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν τῶν Ὑπουργῶν, νομίζω ὅτι εἶναι ἐντελῶς παρέλκουσα ἡ ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴ τοιαύτης διατάξεως· ἐφ’ ὅσον πάλιν τείνει εἰς τὸ ἕτερον, εἰς τὸ νὰ ἐμποδίζῃ τὸν δημόσιον ὑπάλληλον νὰ ἔχῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γνώμην περὶ τῆς γλώσσης, νομίζω ὅτι εἶναί τι ἀνελεύθερον, τεῖνον εἰς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τῆς σκέψεως. Τώρα ἠθέλησαν βεβαίως νὰ δικαιολογήσωσι τὴν πρότασιν ἐκ λόγων ἑτέρων καὶ εἶπον ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσι γλωσσικὰ ἰδιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀσπάζεται ἡ πλειονότης τοῦ λαοῦ, εἶναι ἀνισόρροποι. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἐξ ὅλης τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν μετὰ προσοχῆς παρηκολούθησα, δὲν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω ποῦ ἔγκειται ἡ ἀνισορροπία, ἡ ὁποία κατηγγέλθη ὑπὸ τοῦ ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ. Ἀντελήφθην ὅτι ἀνεμίχθησαν δύο πράγματα· ἀνεμίχθησαν αἱ ὑπερβολαὶ μερικῶν αἱρεσιωτῶν, καὶ ἐπολεμήθη ἡ γλῶσσα ἡ ζωντανή, τὴν ὁποίαν δὲν γράφομεν ὅλοι, ἀλλ’ ὅλοι ὁμιλοῦμεν, δι’ ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἥρμοζον, ἐὰν ἥρμοζον, διὰ νὰ πολεμήσουν μόνην τὴν γλῶσσαν τῶν αἱρεσιωτῶν. Περὶ τοῦ πράγματος ὅμως ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι πολὺ σπουδαιότερον ἢ ὥστε νὰ δύναται δι’ ὕβρεων καὶ δι’ εἰρωνειῶν νὰ λυθῇ, ἔχω δὲ τὴν ἐντύπωσιν ταύτην, διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ἕνα συγγραφέα οὐχὶ κοινόν, τὸν ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ ἐκ Λακεδαίμονος συνάδελφος θὰ ἤθελε καὶ αὐτὸν νὰ κατατάξῃ εἰς τοὺς μαλλιαρούς, ἀλλὰ δὲν τὸν ἀνέφερεν. Εἶναι ὁ Γεώργιος Παπασωτηρίου, ἄλλοτε διευθυντὴς τοῦ Κρητικοῦ διδασκαλείου. Μαλλιαρὸς δὲν εἶναι, ἀλλ’ εἶναι παιδαγωγὸς εἰδικώτατος καὶ σοβαρώτατος, ὁ ὁποῖος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἂν λοιπὸν οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν ἐφάνησαν τόσον εὐεργετικοὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ὅσον ἔπρεπε καὶ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ φαίνωνται, δὲν πταίουσιν αὐτοί. Χωρὶς καμμίαν ἠθικὴν ἐνθάρρυνσιν, χωρὶς ἐλπίδα προαγωγῆς, μὲ συχνὰς καθυστερήσεις μισθῶν, μὲ κίνδυνον ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ ἢ καταργήσεως τοῦ σχολείου, μὲ βίον σκηνίτου ἕνεκα τῶν συχνῶν μεταθέσεων, μὲ σχολεῖα ἐπικίνδυνα εἰς τὴν ὑγίειαν, χωρὶς διδακτικὰ ὄργανα, χωρὶς βοηθητικὰ βιβλία, μὲ βραχυχρόνιον καὶ ἄτακτον φοίτησιν τῶν μαθητῶν, χωρὶς βιβλία γραμμένα εἰς τὴν μητρικὴν γλῶσσαν τῶν παιδίων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φανῶσι δημοδιδάσκαλοι χρησιμώτεροι παρ’ ὅσον φαίνονται σήμερον. Ἂς μάθῃ ταῦτα ἡ κοινωνία καὶ ἂς ἐξαναγκάσῃ τὴν Πολιτείαν νὰ ἐξαφανίσῃ ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ λείψουν ἐκ τῶν αἰτίων τούτων, διὰ νὰ φέρουν τὰ δημοτικὰ σχολεῖα ἀφθόνους καὶ ποικίλους καρπούς». Ὁ Παπασωτηρίου εἶναι βεβαίως ὄχι μαλλιαρός.
§123Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μαλλιαρὸς μὲ κομμένα μαλλιά!
§124Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶσθε ἁρμόδιος νὰ ἀποφανθῆτε, οὔτε ἀνεκαλύψατε τὸ νοόμετρον. Ὅταν λοιπὸν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐτίμησε καὶ τιμᾷ τὴν ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, ῥίπτει αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅτι τὸ δημοτικὸν σχολεῖον ἀποτυγχάνει, διότι δὲν καλλιεργεῖται ἡ μητρικὴ γλῶσσα, ἡ ζωντανὴ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμεν, τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρώτερον ἢ ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται νὰ τὸ παρακάμψωμεν διὰ τῶν ὕβρεων καὶ τῶν εἰρωνειῶν καὶ τῆς ἀγανακτήσεως, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐγέννησαν αἱ ὑπερβολαὶ τῶν ἱδρυτῶν νέας γλώσσης, τῆς μαλλιαρῆς. Ἕτερος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θέλουν νὰ εἶναι ἐντελῶς ἀνίκανοι πρὸς ἀνάληψιν δημοσίας ὑπηρεσίας οἱ ἀσχολούμενοι κατὰ τὰς ὥρας τῆς σχολῆς των ὑπάλληλοι περὶ τὴν οὐχὶ ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους, εἶναι, λέγουν, ἐθνικός. Καὶ πάλιν, Κύριοι, ἐγώ, ὁ ἀμερόληπτος συζητητής, εὑρίσκομαι ἐν δυσκολίᾳ νὰ κρίνω περὶ τοῦ πράγματος καὶ νὰ χαρακτηρίσω ἐθνικὴν ἢ ἀντεθνικὴν τὴν τοιαύτην τάσιν, ὅταν ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἐπίσημον βιβλίον ἐκδεδομένον ὑπὸ τῆς ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης καὶ ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγινώσκω τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Αἱ γλωσσικαὶ ἀσκήσεις διεξάγονται εἰς τὴν ἀφελῆ καὶ ἀνεπιτήδευτον γλῶσσαν τῆς ἐν τῷ καθ’ ἡμέραν βίῳ προφορικῆς συνεννοήσεως τῶν ἐγγραμμάτων ἢ μορφωμένων τάξεων».
§125ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄ! λοιπόν;
§126Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Προσέξατε· τὴν γλῶσσαν τῆς προφορικῆς συνεννοήσεως, ὄχι τὴν γραπτήν (ἀναγινώσκει:) «Ἡ ἀπαίτησις αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν ἄγονον συζήτησιν περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος καὶ τὰς ἀκρότητας, εἰς τὰς ὁποίας τὸ πάθος ἐξώθησε καὶ ἐξωθεῖ τοὺς ἐνεργῶς μετέχοντας αὐτῆς. Εἶναι ἀπαίτησις παιδαγωγική. Χρειαζόμεθα διὰ τὰς γλωσσικὰς ἀσκήσεις τῶν ξενοφώνων παιδίων γλῶσσαν ζωντανὴν καὶ ἀκεραίαν, γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν νὰ μεταχειριζώμεθα πράγματι ἡμεῖς, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ τὴν μεταχειρισθοῦν κατ’ ἀπομίμησιν ἡμῶν καὶ τὰ ξενόφωνα παιδία, καὶ ἡ ὁποία ἑπομένως ὡς ὄργανον συνεννοήσεως τῶν ξενοφώνων πρὸς ἡμᾶς νὰ συμπίπτῃ πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμεν—δὲν γράφομεν—οἱ ἐγγράμματοι».
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα! Ὡραῖα! Διαβάστε το!
§128Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ οὔτε ὡς συνήγορος οὔτε ὡς κατήγορος ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς γλωσσικῆς θεωρίας, ἀλλ’ ἐκθέτω τὰ πράγματα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμάτων, καὶ τὰ πράγματα εἶναι σοβαρά. Προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς ξενοφώνους ὁμοεθνεῖς μας ἀπὸ τὴν ῥουμανικὴν καὶ βουλγαρικὴν προπαγάνδαν, ἀπαιτεῖται νὰ διδάσκωμεν εἰς αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦμεν, ὄχι τὴν γραπτήν, τὴν καθαρεύουσαν.
§129Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Σεῖς δὲν προφέρετε καὶ δὲν γράφετε τὸ ἴδιον;
§130Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως ὄχι, καὶ ἀπορῶ, διότι ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν διγλωσσίαν. Δι’ ὅσων εἶπον νομίζω ὅτι κατεδείχθη, ὅτι τὸ γλωσσικὸν ζήτημα εἶναι ἐθνικῶς σοβαρὸν καὶ ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται νὰ φέρωσιν εἰς συνάφειαν τὴν γραπτὴν πρὸς τὴν ὁμιλουμένην γλῶσσαν, τὴν καθαρεύουσαν πρὸς τὴν δημοτικήν, ὄχι ἀντιστρόφως, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πράττοντές τι ἀντεθνικόν· τοὐναντίον μάλιστα.
§131Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἀποκηρύσσετε τὸν Ὅμιλον τὸν Ἐκπαιδευτικόν; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί ὑποστηρίζετε;
§132Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἐννοεῖτε. Ὑποστηρίζω νὰ μὴ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ ὁποία νὰ εἶναι περιοριστικὴ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ.
§133Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ λαὸς ἔχυσεν αἷμα πρὸ ἕξ ἐτῶν. Οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται τὸν ἀγῶνα τοῦτον, βεβαίως δὲν ἀγωνίζονται ἀντεθνικὸν ἀγῶνα.
§134Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μίαν μόνην ἐξήγησιν εὑρίσκω τοῦ φαινομένου, διὰ τὸ ὁποῖον καταναλίσκομεν ἐνταῦθα ὥρας καὶ συνεδριάσεις πρὸς διάσωσιν καὶ προστασίαν τῆς γλώσσης τῆς μηδένα κίνδυνον διατρεχούσης, καὶ τὴν ἐξήγησιν ταύτην τὴν εὑρίσκω εἰς τὸ αἴσθημα τοῦ ὅτι εἴμεθα ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, αἴσθημα ἱστορικῶς δικαιολογημένον, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι τὸ αἴσθημα τοῦτο κινδυνεύει νὰ καταστήσῃ ἡμᾶς διαρκεῖς ἐπιγόνους καὶ κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν ἀνιάτως ἀπὸ τὸ νόσημα, τὸ ὁποῖον, ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἔθνος, ἂν τὸ πάθωμεν, ἀπὸ ἐπιγονισμόν. Συναισθανόμεθα, ὅτι εἴμεθα ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ διαρκῶς στρέφοντες τὰ βλέμματα ἡμῶν πρὸς τὰ ὀπίσω ζητοῦμεν, ὄχι νὰ ὁμοιάσωμεν ἐσωτερικῶς πρὸς ἐκείνους, ζητοῦμεν νὰ βεβαιώσωμεν ὅλον τὸν κόσμον, ὅτι εἴμεθα ἡμεῖς αὐτοὶ οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες καὶ νὰ πείσωμεν ὅλον τὸν κόσμον ὅτι ὀφείλει δι’ αὐτὸ καὶ μόνον νὰ μᾶς σέβεται.
§135ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαιότατα!
§136Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν εἴμεθα ἀπόγονοι Σλαύων, δὲν εἴμεθα μιγάδες, εἴμεθα Ἕλληνες.
§137Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ μᾶς παρασύρῃ τόσον τὸ αἴσθημα τοῦτο, ὥστε νὰ παραμείνωμεν μόνον ἐπίγονοι. Πρέπει νὰ γίνωμεν καὶ πρόγονοι ἀπογόνων. Αὐτὸ ζητοῦμεν ἡμεῖς. Δὲν λέγω δὲ ταῦτα ἐννοῶν νὰ θίξω μόνον τὴν θεωρίαν τῆς ἐξελίξεως τῆς γλώσσης, ἀλλ’ ἐννοῶν νὰ κτυπήσω ἓν νόσημα, τὸ ὁποῖον μέχρις ἐσχάτων εἶχεν ἐπιπολάσει εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ εἶχε κυριαρχήσει ἐφ’ ὅλου τοῦ Ἑλληνικοῦ βίου. Εἴχομεν ἕως τώρα τὸν λογιωτατισμόν, ὅστις ἐδίδασκεν ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἀσχολούμεθα περὶ στρατοῦ καὶ ναυτικοῦ, περὶ φορολογίας καὶ πρακτικῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ γεωργίας καὶ ἐμπορίου καὶ βιομηχανίας. Ἀρκεῖ ὅτι ἔχομεν τὴν γλῶσσαν, τὰ ἀρχαῖα μνημεῖα καὶ ἰδού, χάρις εἰς αὐτὰ θὰ ἔλθῃ ἡ Εὐρώπη νὰ μᾶς βοηθήσῃ, διότι ὀφείλει νὰ μᾶς βοηθήσῃ, ἡμᾶς τοὺς ἀρχαίους Ἕλληνας, καὶ ἀλλοίμονόν της, ἐὰν δὲν τὸ πράξῃ. Αὐτὴ ἡ ψυχολογία πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ λείψῃ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ συνέδριον τοῦτο μακρὰν τοῦ νὰ σκεφθῇ νὰ καθηλώσῃ ἡμᾶς διὰ τῆς βίας εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, ὀφείλει νὰ θέσῃ τὰς βάσεις τῆς πνευματικῆς, ἠθικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ παύσωμεν πλέον νὰ ἔχωμεν τὸν φακιρισμόν, τὸν ὁποῖον ἐνέπνευσεν ὁ λογιωτατισμός, καὶ τὸν ὁποῖον ἕως τώρα δυστυχῶς παντοῦ ἐπεδείξαμεν, διαρκῶς ὡς Ἰνδοὶ ὀμφαλοσκοποῦντες καὶ ὀνειροπολοῦντες καὶ καυχώμενοι μόνον, διότι εἴμεθα ἀπόγονοι ἐνδόξων προγόνων. Αὐταὶ εἶναι αἱ πεποιθήσεις καὶ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἐμπνέουσιν ἐμὲ καὶ πρέπει νὰ ἐμπνέουν ὅλους ἡμᾶς. Πρὶν δὲ τελειώσω τὸν λόγον, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα, θὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ἰδιαιτέρως εἰς τοὺς ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς εἰδικῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης γλώσσης, ὅτι ἀκριβῶς τοῦτο τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Μιστριώτη, μὲ τὴν ἐλευθερίαν τὴν ὁποίαν καθιεροῖ, ὄχι μόνον δὲν ἠμπόδισεν, ἀλλὰ τοὐναντίον, ὡς ἔχει σήμερον, κατὰ τὴν πεποίθησιν τοῦ κ. Μιστριώτη, αὐτὸ ἐδημιούργησε τὴν καθαρεύουσαν γλῶσσαν· διότι τί ἄλλο λέγει ὁ κ. Μιστριώτης εἰς τὸ διανεμηθὲν εἰς ἡμᾶς δημοσίευμα; Εἶπεν εἰς τὸν Βασιλέα, λέγει, μετὰ κἄμποσας ὁμιλίας: «παρεκάλεσα τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ἵνα πατρικῶς ὑποστηρίξῃ τὴν ἐθνικὴν γλῶσσαν καὶ ἀποκρούσῃ τὰς προσβολὰς τῶν χυδαϊστῶν (ὡραία διαίρεσις τῆς γλώσσης τοῦ λαοῦ εἰς ἀριστοκρατικὴν καὶ χυδαίαν, ὡς ἐὰν ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι ἀριστοκράτας καὶ χυδαίους!). Διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις ἡ ἐθνικὴ γλῶσσα ἐμορφώθη ἐπὶ τῆς βασιλείας τῆς Α. Μ.». Ἡ καθαρεύουσα, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἀμύνεται ὁ κ. Μιστριώτης, ἐμορφώθη, κατὰ τὸν κ. Μιστριώτην, ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Γεωργίου. Θὰ ἠδύνατό τις βεβαίως νὰ ἐρωτήσῃ τὸν κ. Μιστριώτην· καὶ τί ὑπῆρχε πρότερον; ἀλλ’ εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτήν, ἂς ἀπαντήσῃ ὁ ἴδιος. Ἐγὼ τοῦτο βεβαιώνω, ὅτι τὸ Σύνταγμα τὸ ὑπάρχον δὲν ἠμπόδισε διόλου τὴν ἐξέλιξιν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ γλῶσσα. Διὰ ποῖον λοιπὸν λόγον διὰ φαινομενικούς καὶ ὑποθετικοὺς κινδύνους νὰ θέλωμεν ἡμεῖς τώρα νὰ θέσωμεν περιορισμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι δυνατὸν — διότι οἱ περιορισμοὶ εἰς τὰ Συντάγματα εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀρθῶσι πλέον διὰ νόμου, νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μέσον, ὡς ἀμφίστομος μάχαιρα πρὸς καταδυνάστευσιν τῆς γνώμης τῶν πολιτῶν εἴτε δημοτικιστῶν εἴτε σὺν τῷ χρόνῳ καὶ καθαρευόντων;
§138Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τῶν ἐπικινδύνων;
§139Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἐπικίνδυνοι καὶ ποῖοι οἱ ἀκίνδυνοι; Διατί ἐπιμένετε εἰς τὰς ἀοριστολογίας σας; Αὐτὰ εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω ἐμμένων εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ μὴ θεωρῶν ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ἔργον ἢ εἶναι σκόπιμον ἢ εἶναι κἂν ἀκίνδυνον τὸ νὰ θέσωμεν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος περιορισμούς, εἴτε ὅπως τοὺς θέλει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, εἴτε ὅπως τοὺς θέλει ὁ ἐκ Λακωνίας.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον. Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Γρηγορίου.
§141Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Παραιτοῦμαι.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστίδης. Ἡ ὥρα εἶναι 11 καὶ 5 λεπτά!
§143ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Λαμβάνων τὸν λόγον, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία ἐν τῷ ἔσω καὶ ἔξω Ἑλληνισμῷ παλλομένη ἀναμένει τὴν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου, αἰσθάνομαι ὅτι ἐκπληρῶ τὸ ἱερώτερον μέρος τῆς ἀποστολῆς μου. Ζήτημα γλωσσικόν, Κύριοι, ἐγεννήθη ἀπὸ πολλοῦ. Ἀλλ’ οἱ πρὸ ἡμῶν ἔλαβον τὰ μέτρα των καὶ ἔσβυσαν τὰς προσπαθείας ἐκείνων, οἵτινες ἤρξαντο τῆς μελέτης πρὸς ἐπιβολὴν τῆς γλώσσης, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀφῆκαν νὰ ἐξωτερικευθῇ οὐσιωδῶς. Ἀπὸ χρόνου πολλοῦ συνελήφθη ἡ ἰδέα αὕτη, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ὑπὸ πέπλον, ὃν γνωρίζομεν, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀνασύρωμεν τὸν πέπλον τοῦτον καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι πολλαὶ προσπάθειαι κατεβλήθησαν, ὥστε νὰ παραφθαρῇ ἡ γλῶσσα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μετά τινα χρόνον νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ μορφὴ τῆς γλώσσης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον. Καὶ πρὸ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος, Κύριοι, ἐγένοντο προσπάθειαι καὶ ἐστάλησαν ἐδῶ ἐπιτήδειοι καὶ κακόβουλοι, καὶ περιῆλθον τὴν Ἑλλάδα, καὶ συνέλεξαν πληροφορίας ψευδεῖς καὶ τὰς ἐδημοσίευσαν, ἀλλ’ εὑρέθησαν ἄλλοι ἄνθρωποι μᾶλλον φιλέλληνες, οἵτινες συνέλεξαν ἀληθεῖς πληροφορίας περὶ τῆς ἐν Ἑλλάδι λαλουμένης γλώσσης καὶ κατώρθωσαν νὰ ἐπιτιμήσωσιν ἐκείνους, τοὺς σκοποῦντας νὰ βλάψωσι τὸν Ἑλληνισμόν, καὶ τοὺς ἀποστείλωσιν ἐκεῖ, ὅθεν ἐξεπορεύθησαν. Παρῆλθε, Κύριοι, χρόνος ἔκτοτε καὶ ἐν τούτοις δὲν ἔπαυσεν αὐτὸ τὸ δόλιον σπέρμα νὰ εἶναι εἰς τὰς συνειδήσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν αἰσθάνονται τὸ ὕψος τοῦ ἑλληνισμοῦ, καὶ δὲν ἀπέχομεν πολὺ ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας, ἡ ὁποία ἀφῆκεν εἰς τὴν ἱστορίαν ἡμῶν πένθιμον σελίδα. Δὲν ἐχρησίμευσε παρ’ ἐλπίδα ἐκείνη ὡς δίδαγμα, Κύριοι, ἀλλ’ ἐξηκολούθησε μία ὁμὰς ἀνθρώπων εἴτε πλανωμένη, εἴτε πάσχουσα ἀπὸ ψύχωσιν, εἴτε ὠθουμένη καὶ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ εἴπω, καὶ τὸ ὁποῖον ὅλοι τὸ γνωρίζετε, καὶ ἐξωτερίκευσεν ὑπὸ τύπον μικρῶν πραγματειῶν γλωσσικὸν σύστημά τι, καὶ σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ὁποῖον ἦτο;! Ἦσαν διάφοροι λέξεις ἀτέχνως συνηρμολογημέναι, τὰς ὁποίας ἀπαντῶμεν εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀπαιδεύτων, λέξεις παρεφθαρμέναι, καὶ ἠθέλησεν ἡ ὁμὰς ἐκείνη δι’ αὐτῶν νὰ κάμῃ γλωσσικοὺς ὁρισμοὺς καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ πλάσῃ γλῶσσαν συνεννοήσεως. Πᾶν ὅ,τι ἔκτοτε, Κύριοι, ἐγένετο εἶναι ἐπιβουλὴ κατὰ τῆς γλώσσης τῆς καθιερωμένης, τῆς γλώσσης τῆς ἑλληνικῆς, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησαν ὅλοι οἱ ῥήτορες καὶ ἔδωκαν τοὺς προσήκοντας χαρακτηρισμοὺς καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δεσμὸν ἱερὸν τῆς φυλῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἀλλὰ τί λέγουσιν οἱ νεωτερισταί; Κάτω αἱ βιβλιοθῆκαι, κάτω ἡ Ἱστορία, κάτω ἡ γλῶσσα, ἡ γλῶσσα ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τοῖς νόμοις, κάτω ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν σήμερον γράφομεν, καὶ ὅτι πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἡ γλῶσσα ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας τόσα εἶπον οἱ προλαλήσαντες καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω. Θεωρῶ ὅτι θίγω τὰ ὅρια τῆς ἀξιοπρεπείας. Ἓν καὶ μόνον, Κύριοι, ἐπεθύμουν, καὶ τὸ τονίζω μετὰ παρρησίας, ὅτι αὐτὴν τὴν ὥραν ἔπρεπεν ἐπὶ τοσοῦτον νὰ ἔχωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τοὺς ὁμιλοῦντας, ὅ,τιδήποτε καὶ ἂν θέλωσι νὰ λέγωσιν ὑπὲρ τῆς γνώμης των, ὥστε νὰ διαγνώσωμεν τὸν σκοπόν των καὶ πεισθῶμεν ἂν πάσχουσιν ἀπὸ μανίαν ἢ ἀπὸ ψύχωσιν ἢ ἀπὸ ὑπερβολὴν τοῦ πάθους των κηρυσσόμενοι ὑπὲρ τῆς γλώσσης τῆς ἀγνώστου τῶν μαλλιαρῶν· ἀλλ’ ἀντὶ τούτου, Κύριοι, ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν διακόπτομεν τοὺς ὁμιλοῦντας, νομίζοντες ὅτι δὲν εἶναι σοβαρὸν τὸ ζήτημα. Πρέπει ὅλοι νὰ μὴ ἐρωτήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, ἀλλὰ τὴν καρδίαν του ἕκαστος, καὶ θὰ αἰσθανθῇ ὅτι αὐτὴν τὴν ὥραν τὸ ἔδαφος δὲν εἶναι πράγματι ἥσυχον. Εἶναι δὲ ἀληθὲς ὅτι ἡμεῖς ὅλοι, ἐφ’ ὅσον ἕκαστος ἠδύνατο, ἠθελήσαμεν, Κύριοι, νὰ κρατήσωμεν τὸ ἔδαφος μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς νὰ φαίνηται ἥσυχον. Ἐὰν ἡμεῖς μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ἐλέγομεν πρὸς τὸν λαόν: «ἡσυχάσατε σεῖς, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐστείλατε ἐδῶ, καὶ ἡμεῖς θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας· ἡσυχάσατε, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ ἰδέα ἐκείνη, ἡ ὁποία συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος», δὲν θὰ ἤμεθα τῷ ὄντι ἥσυχοι αὐτὴν τὴν στιγμήν. Δὲν γνωρίζω τί ἠδύνατο νὰ γίνῃ, Κύριοι· αὐτὸ δὲν θέλω νὰ τὸ γνωρίζω οὔτε νὰ τὸ πιστεύσω, ἐὰν δὲν ἐλέγομεν τ’ ἀνωτέρω εἰς τὸν λαόν. Λέγω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἕκαστος δύναται νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐντεῦθεν καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν τῶν ἰδεῶν, ἀλλὰ λέγω καὶ ἐξ ἄλλου ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον πρέπει νὰ εἶναι ἡ προσοχή μας ἀκμαία, ὥστε νὰ ἐννοήσωμεν τί πρέπει νὰ θεσπίσωμεν σήμερον, ὅτε ζητεῖται νὰ περιληφθῇ διάταξίς τις ἐν τῷ Συντάγματι προσκρούουσα τῇ γλώσσῃ, τείνουσα νὰ παραφθείρῃ, νὰ στρεβλώσῃ αὐτήν. Τί ἀποτελεῖ, Κύριοι, τὴν γλῶσσαν εἰς ἓν ἔθνος ὅλοι τὸ γνωρίζομεν καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ἐγὼ ὅλους τοὺς ὁρισμούς, τοὺς ὁποίους ἔχουσι πάντες οἱ συγγραφεῖς, ὅσοι ἔγραψαν περὶ γλώσσης ἐθνικῆς εἴτε ὁμιλουμένης εἴτε γραφομένης· οἱ πάντες τὸ γνωρίζομεν· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ σοβαρόν, εἶναι ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν ἱστορίαν ἐθνικὴν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ κόψωμεν τὴν συνοχὴν τοῦ παρόντος πρὸς τὸ παρελθόν, τὸν δεσμόν, ὁ ὁποῖος συγκρατεῖ τὴν φυλὴν ἡμῶν, συγκρατεῖ τὸν ἐθνισμόν, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου δὲν δυνάμεθα καὶ νὰ δηλητηριάσωμεν τὴν νεολαίαν καὶ νὰ τῇ εἴπωμεν ὅτι «εἰς τὸ ἑξῆς οὕτω θὰ σπουδάζῃς καὶ αὐτὸ τὸ μέσον συνεννοήσεως θὰ ἔχῃς», ἐννοῶ τὸ τῶν νεωτεριστῶν, εἴτε γραπτὸν εἴτε προφορικόν· διότι, ἐὰν εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλέχθη, ἔστε βέβαιοι ὅτι μετὰ 50 ἔτη οἱ μεθ’ ἡμᾶς ζῶντες, ἀφοῦ ἡμεῖς δὲν θὰ ζῶμεν, θὰ ἐρωτῶνται: «Γνωρίζετε ποῦ ὑπάρχει ἡ Ἑλλάς; Δὲν γνωρίζομεν, θ’ ἀπαντῶσι. Δὲν γνωρίζετε τίποτε; Διήλθομεν ἀπὸ τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐλέγετο Ἑλλὰς καὶ ἠκούσαμεν γαλλικά, καὶ ἠκούσαμεν γερμανικά, καὶ ἠκούσαμεν μίαν ἄλλην ἄγνωστον γλῶσσαν, ἡ ὁποία δὲν εὑρίσκεται εἰς τὰ κειμήλια ἐκεῖνα τὰ ἱερὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει Ἑλλάς; Ἀγνοοῦμεν!». Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, τὸ ζήτημα εὑρίσκεται εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, ἦλθον διάφοροι ῥήτορες, οἱ ὁποῖοι—καὶ ἀδικεῖ ἐλλόγως κανεὶς τὴν πρόθεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς διετύπωσε—λέγουσιν: ὅτι ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἐλευθερίαν λόγου, ἐλευθερίαν τοῦ σκέπτεσθαι! Ὅλα αὐτὰ τίς τὰ ἀρνεῖται; Ἐλευθερία διατυπώσεως τῆς γνώμης. Καὶ αὐτὸ κανεὶς δὲν τὸ ἀρνεῖται. Μόνον ἓν δὲν ἠθέλησαν νὰ θίξωσι καὶ τὸ ἀπέφυγον μετὰ δεξιότητος, τουτέστι τὴν κυριαρχίαν τοῦ Κράτους, ἐπὶ τούτῳ τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, καὶ εἶπον ὅτι: εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ περιληφθῇ αὐτὸ τὸ περὶ τῆς γλώσσης, ἐννοοῦντες τὴν παράγραφον τὴν προστατεύουσαν τὴν γλῶσσαν ἡμῶν. Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, γέμει διατάξεων περιοριστικῶν καὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς περιουσίας καὶ τῶν πάντων ἐν τῇ κοινωνικῇ δράσει καὶ θέτει ὅρια, πῶς θέλει νὰ ζῇ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ὡς λαὸς καὶ πῶς θέλει νὰ ζῇ ὡς Κράτος καὶ πῶς πρέπει νὰ κρατῇ τὸν δεσμὸν μὲ ὅλους τοὺς ὁμοεθνεῖς του, οἱ ὁποῖοι ζῶσιν εἰς τὰ διάφορα μέρη, τουτέστι μὲ τὰ ἀπώτατα σημεῖα τοῦ τόπου τῆς δράσεώς του, διὰ νὰ εὑρίσκηται ἐν συνοχῇ πρὸς τὸ Κράτος. Διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι περὶ γλώσσης! ἀγωνιζόμενοι λέγουσι! καὶ ἀπαντῶ διατί; τί ἱερώτερον; ποῖος ὁ μεγαλείτερος, ὁ ἱερώτερος δεσμός, ὁ ὁποῖος συνδέει τὸν Ἕλληνα, ὅπου καὶ ἂν συναντηθῇ; Ἡ γλῶσσα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Διὰ τῆς γλώσσης ἐκδηλοῦται ἡ θρησκεία, διὰ τῆς θρησκείας ἡ ἱστορία· ὅλα μαζὶ ἀναπτύσσουσι τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ, τῆς ἀγάπης, τῆς ἀλληλεγγύης τῆς ἐθνικῆς. Ὑπάρχει οἱονεὶ ἓν ῥεῦμα διὰ τῆς γλώσσης τῆς ἐθνικῆς, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ τὸν Ἕλληνα, ὅπου καὶ ἂν εἶναι, καὶ μόλις σταθῇ ἀμέσως αἰσθάνεται ὅτι ἔχει συνοχὴν μὲ τὴν Ἑλλάδα, τὸν τόπον τῆς πατρίδος του· βλέπει τὸν πλησίον ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ἐθνικήν του γλῶσσαν ὁμιλοῦντα καὶ ἀναπτύσσει τὸ αἴσθημα τοῦ ἐθνισμοῦ, ἀναπτύσσει τὸ αἴσθημα τῆς πατρίδος. Καὶ ἐρωτᾶται ὅτι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι αὐτοὶ ἀποτελοῦσιν ὡρισμένην τινὰ γλῶσσαν, κατὰ τί θὰ βλάψωσιν; Εἶπον, Κύριοι, κατὰ τί θὰ βλάψωσιν. Εἶπον ὅτι ὁλόκληρος αὐτὸς ὁ εἱρμὸς τῶν ἰδεῶν τῆς γλώσσης ἡμῶν, αὐτὴ ἡ διατύπωσις, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρεδέχθησαν ἐπὶ αἰῶνας οἱ λαοὶ καὶ καθιέρωσαν οἱ αἰῶνες, ἐρχόμεθα σήμερον νὰ τὸ καταστρέψωμεν, καὶ θέλομεν νὰ παραδώσωμεν αὐτὸ τὸ ἐπίσημον Κράτος, ἵνα μὴ εἴπω τι πλέον, εἰς τὰς διαφόρους τάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ εἷς ἰδιότροπος καὶ ὁ ἄλλος πολυπράγμων! Μὴ νομίζουσιν οἱ Κύριοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται, διὰ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ σύστημα αὐτό, ὅτι πάντες οἱ ἄλλοι δὲν εἶναι ἀγράμματοι καὶ δὲν ἀναγινώσκουσιν ὅσα αὐτοὶ ἀνέγνωσαν; Πρέπει νὰ μάθωσιν ἓν καὶ μόνον, ὅτι ὁ χρόνος τοῖς εἶναι ἀρκετός, ἵνα ἀντλήσωσι κῦρος καὶ ὑποστηρίξωσιν ὅσα ὑποστηρίζουσι, διότι δὲν ἔχουσι παρὰ πέντε ἔτη μόνον εἰς τὸν πρακτικὸν κόσμον. Καὶ ἡ πολυπραγμοσύνη καὶ ἡ προβαλλομένη πολυμάθειά των δὲν ἔχει ἑδραίαν βάσιν. Ἐὰν εἴχομεν, Κύριοι, σήμερον ἀκαδημαϊκοὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι διέρχονται ὅλον τὸν κόσμον, ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἀντιλήψεώς των ἐμόρφωσαν αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν κρίσιν, ἡ ὁποία ἠδύνατο σήμερον νὰ ἐπιβληθῇ, τότε θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς ἀκούοντάς με, «μὲ περισσοτέραν προσοχήν: ἀκούσατε ὅ,τι σᾶς λέγω σήμερον. Τοὺς δὲ σήμερον ἀντιφρονοῦντας τοὺς σέβομαι ὡς μελετητὰς μόνον, ὡς πάσχοντας μανίαν νεωτερισμοῦ καὶ οὐδέποτε δυναμένους νὰ ἐπιβάλωσι τὴν γνώμην των. Διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ δώσῃ τὸ συνέδριον μεγάλην προσοχὴν καὶ νὰ ἐκδώσῃ ἀπόφασιν σοβαράν, ἐθνοσωτήριον· πρέπει δὲ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ ἢ θὰ ἀναγραφῇ εἰς μελανὴν σελίδα, ὅπερ εἶναι ἀδύνατον καὶ τὸ ἀπεύχομαι, ἢ εἰς λευκὴν σελίδα, καὶ τοσοῦτον λευκήν, ὥστε θὰ μείνῃ ἄσβεστος ἡ λατρεία πρὸς τὸ ἰδανικὸν τοῦ δεσμοῦ τῆς φυλῆς ἡμῶν. Καταστρέψατε τὴν γλῶσσαν, λέγουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὰ συγγράμματα, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν νομοθεσίαν, τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν σήμερον ὁμιλοῦμεν καὶ διὰ τῆς ὁποίας διεπλάσαμεν καὶ τοὺς χαρακτῆρας καὶ τὴν νεολαίαν ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἀφήσατε νὰ εἰσέλθωσι νέα δόγματα, νέαι δοξασίαι. Καὶ ἐρωτῶ: δύναται ἡ γνώμη αὐτῶν νὰ ἑδράζηται ἐπὶ τῆς λογικῆς;;! Ἀλλ’ ἐξ ἄλλου λέγουσιν οὗτοι· καὶ πρὸς τί νὰ θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα αὐτὴν τὴν διάταξιν; Ἡ ἀπάντησις, Κύριοι, εἶναι σαφής: διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἀπαντῶμεν εἰς τὰ Δικαστήρια καθ’ ἑκάστην. Τουτέστι δὲν ἔχομεν ῥητὸν νόμον, δὲν δυνάμεθα νὰ τιμωρήσωμεν, ἔχει ἐλευθερίαν ἕκαστος νὰ σκέπτηται καὶ νὰ γράφῃ. Ἔστε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι οἱανδήποτε ἀπόφασιν καὶ ἂν λάβῃ τὸ συνέδριον, μολονότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ λάβῃ ἀπόφασιν τοιαύτην, οἵαν ἐπιβάλλει τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἔθνους, θὰ ἔλθῃ θαρραλέα καὶ πάνοπλος ἡ δημοσιογραφία, ἡ ὁποία διερμηνεύει τὰς θελήσεις τοῦ λαοῦ καὶ θὰ πατάξῃ τοὺς διαφθορεῖς τῆς γλώσσης. Δὲν τὸ ἀπεφάσισεν ἀκόμη, διότι ἀναμένει νὰ προηγηθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ συνεδρίου. Καὶ ὅταν θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀπόφασις αὐτοῦ, ἐὰν εἶναι τοιαύτη, ὡς τὴν ἐχαρακτήρισα ἀρχόμενος τοῦ λόγου, θὰ ἴδητε ποίαν θέσιν θὰ λάβῃ ὁ τύπος, ἡ ἀνεπίσημος αὐτὴ δύναμις τοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία σπουδαίως ἐπιδρᾷ ὡς ἀκοίμητος φρουρὸς ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, καὶ τῶν ἐθνικῶν καὶ τῶν τοῦ Κράτους (χειροκροτήματα).
§144ΣΤΕΦ. ΓΡΑΝΙΤΣΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρανίτσας βεβαίως δὲν ἐνόει ποτὲ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ θίξῃ τὸν κ. Μ. Μπουφίδην. Καὶ ἡ ἰδική μου ἀντίληψις εἶναι, ὅτι παρ’ οὐδενὸς τῶν ῥητόρων ἐγένετο χρῆσις λέξεων βαναύσων, διότι, ἐὰν τοιοῦτό τι συνέβαινε θὰ ἀνεκάλουν τὸν παραβάτην εἰς τὴν τάξιν. Ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι, ὅτι ὑπάρχει ὑπερβολὴ καὶ ὑπερχείλισις αἰσθημάτων ἐξ ἀμφοτέρων τῶν στρατοπέδων. Τῆς Βουλῆς μὴ δυναμένης νὰ δώσῃ συλλήβδην ἀπάντησιν εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. Γρανίτσα, φρονῶ ὅτι συνοψίζω ἀκριβῶς τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς διαδηλῶν ὅτι οὐδεὶς βεβαίως ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἐν τῇ Βουλῇ ἠθέλησε νὰ συγχύσῃ τὴν δημώδη γλῶσσαν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπηθανατίσθησαν ἄθλοι ἀθάνατοι καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐδοξάσθησαν ποιηταὶ μέγιστοι τῆς Ἑλλάδος, πρὸς τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν κατασκευάζουσί τινες. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι ὁ ἔλεγχος διεξάγεται κατὰ τῶν κατασκευαστῶν τῆς γλώσσης καὶ οὐχὶ κατὰ τῶν ἐνδόξων συγγραφέων ὁλοκλήρου περιόδου τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι).
§146Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Διὰ τῶν χειροκροτημάτων ἐμποδίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ἐξεκένωσα τρὶς τὰ θεωρεῖα, τὰ ὁποῖα ἐχειροκρότουν ὑπὲρ τῶν ῥητόρων, οἵτινες ἠγόρευον ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης, οὐδόλως δὲ πρέπει νὰ ὑποθέσητε, ὅτι ἐγὼ μεροληπτῶ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς.
§148Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀναμφισβητήτως ἀληθές, ὅτι τὰ ἀποκαλυφθέντα ἀπὸ μέρους τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐκ Λακωνίας χθὲς τὴν ἑσπέραν ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι εἰς ἐμὲ τουλάχιστον ἐπροξένησαν δυσάρεστον ἐντύπωσιν. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἡμετέρα ἐντύπωσις ἦτο ἐπὶ πλέον δυσάρεστος, ὅτε ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πολλοὶ διατελοῦντες ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς Πολιτείας, τροφοδοτούμενοι ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀπορροφοῦντες τὸ τίμιον αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐλησμόνησαν τὴν ἱερὰν αὑτῶν ἀποστολήν, ἐλησμόνησαν πρὸς στιγμὴν τὸ καθῆκον αὑτῶν καὶ παρεξετράπησαν εἰς ἄλλα καθήκοντα, εἰς τὰ ὁποῖα βεβαίως ἦσαν κάθε ἄλλο ἢ ἁρμόδιοι. Καὶ ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ βεβαίως ὑπὸ οὐδενὸς διεψεύσθη, ὅτι γραμματεὺς τοῦ ἱεροῦ τεμένους τῶν Μουσῶν, τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ Πανεπιστημίου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς τὸ καλλιτεχνικὸν ἐργαστήριον τῆς καλλιεπείας τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, ἐκεῖ, λέγω, ὑπὸ τὴν σημαίαν ἐκείνου στεγάζεται καὶ τροφοδοτεῖται μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ἐνῷ τοῦτο εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ἐνῷ ἡ Πολιτεία πρὸ πολλοῦ ἔχει λάβει γνῶσιν ὅτι ὁ Κύριος αὐτὸς μετέρχεται πᾶσαν τακτικὴν πρὸς στρέβλωσιν τῆς γλώσσης, δυστυχῶς ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀμβλυωποῦσα μέχρι τοῦδε ὄχι μόνον δὲν ἐξεσφενδόνησεν αὐτὸν μακρὰν ἐκ τοῦ οἰκήματος τούτου, ἀλλὰ τοὐναντίον ἤμειψεν αὐτὸν καὶ διὰ παρασήμου. Ὁμολογῶ, ὅτι προκειμένου περὶ παραχωρήσεως καὶ χορηγίας παρασήμων τοῦτο οὐδεμίαν αἴσθησιν μοὶ προξενεῖ, ἐφ’ ὅσον ἔχω ὡς δεδομένον, ὅτι πολλὰ ἀνάξια στήθη φέρουσι τοιαῦτα παράσημα. (Εὖγε, εὖγε). Εἶναι γεγονὸς ἀναντίλεκτον, Κύριοι, ὅτι τελευταίως μία κοινωνικὴ ὁμὰς μετέρχεται πᾶν μέσον, ὅπως τρόπον τινὰ παρουσιάσῃ κοινωνιστικὰ φαινόμενα ἐν τῇ κοινωνικῇ ἐξελίξει, καὶ ἐπὶ πλέον ἡ κοινωνικὴ αὐτὴ ὁμὰς μετεπήδησεν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸ θέατρον καὶ ἐκ τοῦ θεάτρου μετεπήδησεν εἰς τὰ διδακτικὰ σχολεῖα καὶ ἐξ αὐτῶν μετεπήδησεν εἰς τὰ δικαστήρια, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες τὴν ἀπόφασιν τὴν δικαστικὴν ἐν Βόλῳ τοῦ κ. Στελλάκη. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν εἰς ἐμὲ ἰδιαιτέραν αἴσθησιν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ὁμολογῶ εἰσέτι ὅτι διατελῶ ἐν καταπλήξει ἀπολύτῳ, εἶναι ὅτι ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, φέρων εἰς τὰς φλέβας αὑτοῦ τὸ αἷμα τὸ Ἑλληνικόν, ἔγραφεν ἐπιστολὴν πρὸς διάσημον Γερμανὸν Γλωσσολόγον, τὸν πολὺν Κρουμβάχερ, λέγων σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τοῦτο· «ἐὰν ἔχῃ μέλλον ἡ Ἑλλάς». Δὲν γνωρίζω τὸν Κύριον τοῦτον, δὲν θέλω νὰ τὸν γνωρίζω κἄν, φρονῶ ὅμως ὅτι ἡ Πολιτεία ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατηγγέλθη πρὸς αὐτὴν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον, ἐὰν ὑπάρχῃ Πολιτεία ἱσταμένη εἰς τὸ ὕψος αὑτῆς, ἐὰν ὑπάρχῃ Πολιτεία, ἡ ὁποία προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ νὰ μεγαλουργήσῃ, ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον ἡ Πολιτεία αὐτὴ νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον τὰ καταγγελλόμενα ἔχουσι σοβαρότητα καὶ ὑπόστασιν. Καί, ἂν ἔχωσι ταῦτα ὑπόστασιν, αὐτὸν τὸν Κύριον νὰ τὸν ἐκσφενδονήσῃ μακρὰν τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου.
§149Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Μίαν διακοπήν.
§150Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὄχι. Σᾶς ἐκτιμῶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον, ἀλλὰ δὲν δέχομαι διακοπάς. Εἶμαι πεπεισμένος ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ Πολιτεία, ἐφ’ ὅσον σήμερον ποδηγετεῖται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, παρ’ ἧς ἐλπίζει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἵνα ἀνατάμῃ μίαν νέαν πολιτικὴν λεωφόρον, δὲν θὰ παρίδῃ τὸ πρᾶγμα, θὰ ἐξετάσῃ ἐπιμελῶς καὶ θὰ ἐρευνήσῃ ἐπισταμένως, καὶ μετὰ μελέτην σοβαρὰν καὶ σπουδαίαν, σαφῆ καὶ ἐρευνητικήν, ἐφ’ ὅσον ἤθελε πεισθῆ ὅτι πραγματικῶς ὁ Κύριος αὐτὸς ἔγραψε τοιαύτην ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Κρουμβάχερ, εἶμαι, λέγω, ἀδιστάκτως πεπεισμένος ὅτι θέλει τὸν ἐκσφενδονήσει μακρὰν τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου πρὸς τιμὴν τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω ὅτι ἡ μορφὴ καὶ ἡ φάσις, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ γλωσσικὸν ζήτημα ἐν τῷ ἐθνικῷ συνεδρίῳ, δὲν ἔχει πλέον τὸν χαρακτῆρα γλωσσικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἔχει χαρακτῆρα καθαρῶς ἐθνικόν. Ὀφείλω ὅμως καὶ πάλιν νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ τονίσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι γλῶσσα, ἥτις διετήρησε τὴν ὑπόστασιν αὑτῆς διὰ μέσου τῶν αἰώνων καὶ τῶν δουλειῶν, ὑποστᾶσα τὴν φοβερωτέραν καὶ σκληροτέραν τῶν δοκιμασιῶν, ἐφ’ ὅσον, λέγω, διετήρησε τὴν ὑπόστασιν αὑτῆς, δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα ἐκείνη, ἥτις σήμερον, ὅτε πλέον καλλιεργεῖται καὶ στεγάζεται ὑπὸ τὸ ἱερὸν τῶν Μουσῶν τέμενος, ὅτι ἡ γλῶσσα ἐκείνη σοβαρῶς καὶ σπουδαίως διατρέχει κρίσιμον κίνδυνον (εὖγε). Ἀλλ’ εἶναι ἀναντίλεκτον ὅτι ὅλη ἡ Ἑλλὰς εἰσελθοῦσα καὶ αὐτὴ εἰς τὴν εὐρεῖαν λεωφόρον τοῦ πολιτισμοῦ εἶναι ἐκ καθήκοντος ὑποχρεωμένη, ἵνα ἐν τῇ ἐκδηλώσει τῶν ἰδεῶν, τῶν ἐπιστημῶν καὶ τῶν τεχνῶν καθιερώσῃ ὅρους, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τῆς γλώσσης τῆς χυδαίας, ἡ ὁποία εἶναι πτωχή, νὰ ἐκδηλώσῃ τοὺς τεχνικοὺς καὶ ἐπιστημονικοὺς ὅρους, πρέπει νὰ τραπῇ πρὸς τὴν λεωφόρον τὴν πλουσίαν, τὴν καθαρεύουσαν. Ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι διὰ τῆς ἐκχυδαΐσεως τῆς γλώσσης καταπίπτομεν ἀπὸ τῆς ἐξάρσεως εἰς τὴν ταπείνωσιν, ὅτι διὰ τῆς ἐκχυδαΐσεως θὰ διασπασθῇ ἡ γλῶσσα, οὐδεμία δὲ φυλὴ κατατέμνεται εἰς ὁμάδας καὶ τμήματα, ἡ δὲ θρησκεία ἀποχωρίζεται ἐκ τῆς γλώσσης, ἐν ᾗ διετυπώθησαν τὰ θεῖα ἐκεῖνα ῥήματα τοῦ μεγάλου Ἐσταυρωμένου, ὁ ὁποῖος, ἐὰν βεβαίως δὲν ἔκαμε τὴν τιμὴν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τὰ πάναγνά Του χείλη, διετυπώθησαν ὅμως τὰ ῥήματά Του εἰς τὴν προνομιοῦχον γλῶσσαν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι δὲν κινδυνεύει ἡ γλῶσσα, ἀλλά, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἡ δημοσία τάξις. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ἔλεγεν ἄλλοτε συμπολίτης μου πολιτευόμενος εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, πρέπει νὰ μελετῶσι τὸ παρελθόν, νὰ γνωρίζωσι τὸ ἐνεστὼς καὶ ἐπὶ τοῦ μετώπου των νὰ αἰσθάνωνται τὰς μυστηριώδεις φωνὰς τοῦ μέλλοντος, διότι ἡ πολιτικὴ εἶναι γνῶσις καὶ πρόγνωσις, δημιουργία καὶ ἔμπνευσις, ὑπολογισμὸς καὶ προόρασις. Διότι οἱ πολιτικοὶ εἶναι ἱεροφάνται, προφῆται· διὰ τοῦτο ἐν τῇ Ἰουδαίᾳ προφῆται ὀνομάζονται οἱ φιλοσοφοῦντες, οἱ ἀληθεῖς πολιτικοί. Ὅτε ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν τραγῳδίαν τῆς 8ης Νοεμβρίου, καθ’ ἣν ἐκλαύσαμεν θύματα πολυάριθμα, καθ’ ἣν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐκκλησίας κατεδικάσθη εἰς ἠθικὸν μαρασμὸν καὶ ἀπέθανεν ἐν ἐξορίᾳ ἐκβιασθεὶς τότε εἰς παραίτησιν, ὅτε ἔχω ἐπίσης ὑπ’ ὄψει μου κατόπιν τὰ τῆς μεταφράσεως τῆς Ὀρεστείας, ὁπότε ἐκλαύσαμεν ἡμεῖς ὄντες τότε φοιτηταὶ τὸν ἀτυχῆ Μαντᾶν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐκ καθήκοντος νὰ προλάβωμεν πᾶσαν ἀπόπειραν πρὸς διατάραξιν τῆς κοινῆς γαλήνης καὶ τάξεως. Ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μακρόθεν παρηκολούθει τὰ τελούμενα τότε, ἀλλ’ ἦλθε στιγμή, καθ’ ἣν ὄχι μόνον τὸ κοινωνικὸν ἔδαφος ἐταράσσετο, ἀλλὰ καὶ ὁ Θρόνος ἐσαλεύετο. Ἤμην τότε μέλος τῆς φοιτητικῆς ἐπιτροπῆς, πτωχὸς ἐγώ, καὶ ὅμως τὸ βασιλικὸν ὄχημα ἤρχετο εἰς τὴν ταπεινήν μου καλύβην, ἵνα σώσω τὸν Θρόνον. Ἤθελον λοιπὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Πολιτεία καὶ αἱ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέπωσι τόσον εἰς τὸ ἐνεστώς, ὅσον εἰς τὸ μέλλον, καὶ νὰ ἔχωσι προνοητικὴν καὶ προληπτικὴν δύναμιν, ἐφ’ ὅσον μάλιστα ἔχουσι τόσα δεδομένα. Δι’ αὐτὸ εἶμαι τῆς ἰδέας, ὄχι χάριν τῆς γλώσσης, ἀλλὰ χάριν τῆς κοινωνικῆς ἰσορροπίας καὶ γαλήνης ὅτι τὸ ἐθνικὸν συνέδριον ὀφείλει νὰ συμπεριλάβῃ καὶ διάταξιν τοιαύτην, ὥστε νὰ περιφρουρῆται ἡ γλῶσσα καὶ τὰ θεῖα τοῦ μεγάλου Ἐσταυρωμένου ῥήματα. Δὲν εἶναι τοῦτο πρωτοφανὲς εἰς συνταγματικὴν διάταξιν. Διετυπώθη οὕτως εἰς τὴν Ἰταλίαν, τὸ Βέλγιον, τὴν Νορβηγίαν, τὴν Τουρκίαν καὶ ἄλλοτε ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ τελευταῖον ἐν τῇ πολυμάρτυρι νήσῳ Κρήτῃ. Καὶ ἴσως εἴπῃ τις, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει λόγος εἰδικός. Ἐν Νορβηγίᾳ ἐτέθη συνταγματικὴ διάταξις λόγῳ τῆς γλωσσικῆς ἐπιβολῆς τῶν Σουηδῶν. Ἐν Τουρκίᾳ λόγῳ τῶν ποικίλων ἐθνικοτήτων αὐτῆς. Ἀλλ’ ἂν ἐν Νορβηγίᾳ ἢ Τουρκίᾳ ὑπῆρξεν ἀνάγκη, ὥστε νὰ διατυπωθῇ τοιαύτη διάταξις, εἶναι μεγαλειτέρα ἀνάγκη προκειμένου περὶ ἡμῶν. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ ἐπίσημος γλῶσσα εἶναι στοιχεῖον τοῦ ἐθνισμοῦ παρ’ ἡμῖν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι ὁ συνεκτικὸς δεσμός, ὅστις συνδέει τὴν δούλην καὶ τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι ὑπάρχουσι Συντάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνουσι τοιαύτας διατάξεις ἢ περιλαμβάνουσι λόγῳ ἐξαιρετικῶν περιστάσεων. Φρονεῖτε, ὅτι τὰ Συντάγματα πρέπει νὰ ἀφομοιῶνται καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν; Ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος μόνον αἱ πλατωνικαὶ ἰδέαι συναντῶνται, τὰ Συντάγματα εἶναι ἀπόρροια τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων. Ἐὰν δὲ δὲν ἔχῃ νὰ ὠφεληθῇ ἡ πατρίς, πάντως ὅμως δὲν ἔχει νὰ χάσῃ, ἐὰν συμπεριλάβῃ διάταξιν περιφρουροῦσαν τρόπον τινὰ τὴν ἐπίσημον ἐθνικὴν γλῶσσαν. Ὑπάρχουσιν οἱ διατεινόμενοι, ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ λεγομένη καθαρεύουσα, ἐὰν πρόκειται νὰ ζήσῃ, θὰ ζήσῃ. Βεβαίως, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες προσπαθοῦσι νὰ δηλητηριάζωσι τὴν κοινὴν ἀντίληψιν, ὥστε τὴν γλῶσσαν ταύτην, τὴν ζωντανήν, νὰ μεταβάλωσιν εἰς νεκράν, τότε τί θὰ εἴπωσιν οἱ Κύριοι οὗτοι; Οἱ τοῦ ἑνὸς στρατοπέδου, οἱ κηρυσσόμενοι ὑπὲρ τῆς χυδαίας γλώσσης, διαθέτουσι μέσα καὶ Πακτωλοὺς χρυσοῦ, δυστυχῶς ὅμως ἡ καθαρεύουσα, ἡ φυσικὴ ἐκείνη γλῶσσα, ἡ ἀποτελοῦσα τὸν συνεκτικὸν δεσμὸν τῆς δούλης καὶ ἐλευθέρας γωνίας δὲν ἔχει προστάτας, οὐδὲ αὐτῆς τῆς Πολιτείας ἐξαιρουμένης.
§151Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἔχει τὸν πανίσχυρον λαόν.
§152Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν πάντες ὅτι ὁ ἥρως ἀλλὰ καὶ μάρτυς τοῦ Βοσπόρου, ἡ ὑπέρτιμος τῆς Ἐκκλησίας κεφαλή, ὁ Ἰωακεὶμ ὁ Γʹ, κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου ἐκεῖθεν· πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι μικρὸν οὔτε ἀστεῖον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ἐντεῦθεν, ὅτι ἔχω τὴν μεγαλειτέραν ὑπόληψιν ἢ ὅσον εἰς πάντα ἄλλον Ἕλληνα πρὸς τὸν ἱεράρχην ἐκεῖνον, διότι, ὅτε τὸ Ἑλληνικὸν τότε δοῦλον καὶ ἐλεύθερον εἶχε καταλάβει τελεία φρενῖτις, ὁ ἱεράρχης ἐκεῖνος ἠδυνήθη διὰ τῶν πρεσβυτικῶν του διόπτρων νὰ κατανοήσῃ περισσότερον παντὸς ἄλλου τὰ πράγματα τῆς ὁμόρου ἐπικρατείας, περισσότερον τοῦ διπλωματικοῦ μονυέλου τῆς ἑλληνικῆς διπλωματίας (χειροκροτήματα). Δι’ αὐτὸ τονίζω, ὅτι ἔχω τὴν μεγαλειτέραν ἐμπιστοσύνην καὶ πεποίθησιν πρὸς τὸ τέκνον ἐκεῖνο τῆς δούλης γῆς, τὸ ὁποῖον προέβαλε τὰ τετιμημένα στήθη πρὸς στήριξιν τῶν προνομίων τοῦ Γένους. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ἀληθῶς, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ἓν στοιχεῖον τῆς ἐθνικῆς ζωῆς, εἶναι ἓν στοιχεῖον τοῦ ἐθνισμοῦ, καὶ ἀπὸ τοιαύτης πεποιθήσεως καὶ ἐγὼ ἐμπνεόμενος ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων θὰ εἴπῃ τὴν τελευταίαν λέξιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἐπὶ δύο τώρα συνεδριάσεις τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἥ τε δούλη καὶ ἐλευθέρα γῆ μετὰ παλμῶν παρακολουθεῖ τὴν ἐκτυλισσομένην ἐνταῦθα συζήτησιν εἶμαι πεπεισμένος, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ δικαιώσῃ ἡμᾶς, καὶ τότε πάντες οἵ τε δοῦλοι καὶ ἐλεύθεροι θέλουσι βροντοφωνήσει «εἷς οἰωνὸς ἄριστος, ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης».
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαβίλης ἔχει τὸν λόγον.
§154ΛΑΥΡ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· ἐξαιτοῦμαι τὴν ἐπιείκειάν σας διὰ τὴν ῥητορικὴν ἀνεπάρκειαν, τὴν ὁποίαν θὰ παρατηρήσετε εἰς τὸν λόγον μου. Τὰς γνώμας μου ὅμως παρακαλῶ νὰ ἐπικρίνετε μεθ’ ὅλης τῆς αὐστηρότητος· ἀρκεῖ ἡ ἐπίκρισις νὰ εἶναι ἰσόρροπος, κατὰ τὴν καθιερωθεῖσαν φράσιν. Εἶμαι, Κύριοι, κατὰ τῆς παραδοχῆς τῶν δύο προτάσεων, αἵτινες ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ εἰσαγωγῆς ἄρθρων εἰς τὸ Σύνταγμα πρὸς περιφρούρησιν δῆθεν τῆς κινδυνευούσης γλώσσης, τῆς Ἐκκλησίας ἀφ’ ἑνός, τῆς Πολιτείας ἀφ’ ἑτέρου· ἐνόμιζον μάλιστα, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποκρουσθῇ δι’ ἀναστάσεως, ὅπως προβλέπει ὁ Κανονισμός, ὡς ἀπαράδεκτος ἡ πρότασις αὕτη. Τοῦτο δέ, ὄχι διότι ἤθελον ἐγὼ ν’ ἀποφύγω τοιαύτην συζήτησιν. Εἶμαι μαθητὴς καὶ ὑπῆρξα ἐπὶ πολλὰ ἔτη φίλος τοῦ Ἰακώβου Πολυλᾶ τοῦ ἑπτάκις ἐκλεγέντος βουλευτοῦ Κερκύρας, ἑνὸς τῶν πολιτευτῶν τῶν ὑποστηριξάντων τὸν πρῶτον Τρικούπην καὶ ἐγκαταλείψαντος αὐτόν, ὅταν μετέβαλε γνώμας, τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος δὲν ἐδέχθη ποτὲ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν ἤθελεν ἴσως νὰ εὑρεθῇ ποτὲ εἰς θέσιν νὰ ἔλθῃ εἰς συμβιβασμὸν μὲ τὴν συνείδησίν του, τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ αὐτὸς ἄκρος φίλος καὶ μαθητὴς τοῦ Διονυσίου Σολωμοῦ τοῦ ποιητοῦ τοῦ ἐθνικοῦ ὕμνου. Ἀνήκω λοιπὸν εἰς τὴν σχολὴν ἐκείνην καὶ ὄχι εἰς τὰς μετέπειτα ἀναφανείσας, σήμερον δέ, ὁπότε τὸ ζήτημα τίθεται εἰς τρόπον, ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι ἐπισείονται φόβητρα ἐρυθρά, ἂν θέλετε, κατὰ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Σολωμοῦ, χρέος τιμῆς θεωρῶ νὰ κατέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὸν καλὸν ἀγῶνα καὶ νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πρὸς ὃ ἀτενίζει ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος, καὶ εἶμαι εὐτυχής, ὅτι δύναμαι νὰ τὸ πράξω, ὅτι εἶμαι δημοτικιστής (χειροκροτήματα).
§155Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους.
§156Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Δὲν ἤθελον νὰ ἔλθῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἀλλ’ οὐχὶ χάριν ἐμοῦ, οὔτε διότι νομίζω, ὅτι ἡ Ἰδέα κινδυνεύει, διότι ἡ Ἰδέα μετὰ πάντα διωγμὸν παρουσιάζεται λαμπροτέρα, καὶ τέσσαρα ἢ πέντε μόλις ἔτη μετὰ τὰς βαρβάρους σκηνὰς τῶν Ὀρεστειακῶν εἴχομεν τὴν παράστασιν τῆς «Ἀντιγόνης» εἰς τὸ Ἑλληνικὸν θέατρον, κατὰ τὴν ὁποίαν πρώτην φορὰν μετὰ χιλιετηρίδας Ἑλληνικαὶ καρδίαι ᾐσθάνθησαν τὸ κάλλος τῆς ἀρχαίας τέχνης (χειροκροτήματα). Οὔτε χάριν τῆς Ἰδέας, ἀλλὰ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς (χειροκροτήματα ἐξ ἑνὸς τῶν ἀκροατηρίων).
§157Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι δύο–τρεῖς μαλλιαροὶ ἐγκάθετοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ταράττουσι συνεχῶς. (Θόρυβος).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τοὺς βγάζητε ὅλους ἔξω. (Θόρυβος καὶ φωναὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων «ἔξω οἱ μαλλιαροί»).
§159Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ κενωθῶσι τὰ θεωρεῖα, κύριε Πρόεδρε· δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
§160Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Νὰ φύγωσιν ὅλοι ἀπὸ τὰ θεωρεῖα.
§161Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ἂν τὰ θεωρεῖα δὲν κενωθῶσιν, ἡ συνεδρίασις δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ, σύρραξις δὲ τῶν ἀντιφρονούντων ἔν τινι τῶν ἀκροατηρίων. Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Στράτος ἀντὶ τοῦ μέχρι τῆς στιγμῆς κατέχοντος αὐτὴν ἀντιπροέδρου κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Μαβίλης ἔχει τὸν λόγον.
§164Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Ἂν ὄχι χάριν ἐμοῦ οὔτε χάριν τῆς Ἰδέας, ἀλλὰ χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, δὲν ἐπετρέπετο τοιαύτη συζήτησις. Καὶ θεωρῶ ἀναξιοπρεπῆ τὴν συζήτησιν ταύτην ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ διὰ τὸ ἀνελεύθερον τῆς προτάσεως.
§165ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί λέγει; (Θόρυβος).
§166ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λέγει τὴν πρότασιν ἀνελεύθερον.
§167ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§168ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μᾶς λέγουν ἀνελευθέρους. (Θόρυβος).
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐννοεῖτε νὰ ἀφήσητε τοὺς ῥήτορας νὰ ἀγορεύωσιν, εἶσθε ἀνελεύθεροι.
§170ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
§171Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Ἐθνικὸν συνέδριον ὡς τὸ ἡμέτερον συντάττει μὲν θεσμοὺς καὶ νόμους, ἀλλὰ παρέχει καὶ εἰς τὰς συγχρόνους καὶ τὰς ἐπερχομένας γενεὰς καὶ εἰς τὴν λοιπὴν ἀνθρωπότητα μίαν εἰκόνα τοῦ πολιτισμοῦ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν τῷ ἔθνει. Καὶ ποίαν ἰδέαν θέλετε νὰ σχηματίσῃ ἡ σύγχρονος καὶ ἡ μέλλουσα ἀνθρωπότης περὶ ἐθνικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀνέχεται νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ εὐγενεστέρα τῶν ἐλευθεριῶν, ἡ ἐλευθερία τῆς γλώσσης; Ἤκουσα πολλοὺς κοπτομένους ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη πολὺ μεγαλείτερον αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἡ πρότασις ἐκείνη. Δὲν πρόκειται πλέον οὔτε περὶ κλεψύδρας οὔτε περὶ φιμώτρου· πρόκειται περὶ ἑνὸς γλωσσοδέτου, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν γλῶσσαν οὐχὶ τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου. (Ἀναγινώσκει): «Πρᾶγμα τῇ ἀληθείᾳ παράδοξον πῶς δὲν ἐσυλλογίσθησαν ποτὲ οἱ μιξελληνίζοντες, ὅτι ἡ γλῶσσα εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ ἀναπαλλοτρίωτα τοῦ ἔθνους πράγματα. Ἀπὸ τὸ κτῆμα τοῦτο μετέχουν ὅλα τὰ μέλη τοῦ ἔθνους μὲ δημοκρατικήν, νὰ εἴπω οὕτως, ἰσότητα· κανείς, ὅσον ἤθελεν εἶσθαι σοφός, οὔτε ἔχει οὔτε δύναται πόθεν νὰ λέξῃ πρὸς τὸ ἔθνος· «Οὕτω θέλω νὰ λαλῇς, οὕτω νὰ γράφῃς». Ὅστις ἐπαγγελλόμενος νὰ γράφῃ εἰς τὴν κοινὴν γλῶσσαν μακρύνεται τόσον ἀπὸ τὸν κοινὸν τρόπον τοῦ λέγειν, ἐκεῖνος ζητεῖ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὐδ’ ὁ σκληρότερος τύραννος εἶναι καλὸς νὰ κατορθώσῃ. Γυμνώνει ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντά του τὸν πολίτην ὁ τύραννος, δύναται καὶ τέκνα καὶ γυναῖκα νὰ τοῦ ἐπάρῃ, ἐμπορεῖ νὰ τὸν ἐξορίσῃ ἢ καὶ νὰ τὸν θανατώσῃ· ἀλλὰ δὲν ἐμπορεῖ νὰ τοῦ ἀλλάξῃ τὴν γλῶσσαν· αὐτὴν λαλεῖ εἰς τὴν πατρίδα του, αὐτὴ τὸν συνοδεύει καὶ εἰς τὴν ἐξορίαν. Μόνος ὁ καιρὸς ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλλῃ τῶν ἐθνῶν τὰς διαλέκτους, καθὼς μεταβάλλει καὶ τὰ ἔθνη· καὶ ὅστις πρὶν τοῦ καιροῦ σπουδάζει μὲ τὴν βίαν νὰ ἀλλάξῃ τὴν γλῶσσαν, εἰς αὐτὸν δύναταί τις νὰ προσαρμόσῃ ὅ,τι ἔλεγεν ὁ ταλαίπωρος Αἵμων πρὸς τὸν τύραννον αὐτοῦ πατέρα: «Ὅστις γὰρ αὐτὸς ἢ φρονεῖν μόνος δοκεῖ, ἢ γλῶσσαν, ἣν οὐκ ἄλλος, ἢ ψυχὴν ἔχειν, οὗτοι διαπτυχθέντες ὤφθησαν κενοί». (Σοφ. Ἀντιγ. 709). Αὐτά, Κύριοι, εἶναι λόγοι μιᾶς δόξης τῆς Ἑλλάδος, τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα συχνὰ ἤκουσα νὰ ἐπικαλοῦνται οἱ τὰ ἀντίθετα φρονοῦντες. Ὄχι μόνον διὰ τὸ ἀνελεύθερον θὰ ἦτο ἀναξιοπρεπὴς ἡ πρότασις, ἀλλὰ διότι ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ ἕνεκα αὐτῆς τῆς προτάσεως χαρακτηρίζεται ἀτιμωρητὶ ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος ἀπὸ ἄκρου εἰς ἄκρον, ἀπὸ Κερκύρας μέχρι τοῦ Καυκάσου, χαρακτηρίζεται ὡς χυδαία. Χυδαία γλῶσσα δὲν ὑπάρχει· ὑπάρχουσι χυδαῖοι ἄνθρωποι, καὶ ὑπάρχουσι πολλοὶ χυδαῖοι ἄνθρωποι ὁμιλοῦντες τὴν καθαρεύουσαν. (Χειροκροτήματα). Ὀνομάζεται ἡ γλῶσσα δουλική, ἐνῷ, ἂν ἐρωτήσητε τὸν μέγιστον τῶν νεοελληνιστῶν, τὸν καθηγητὴν κ. Χατζιδάκιν, θὰ σᾶς εἰπῇ ὅτι ἡ δουλεία ὀλίγιστα ἐπέδρασεν ἐπὶ τῆς γλώσσης, μόνον εἰς τὸ λεκτικόν, τὴν ἐξέλιξιν καὶ τὴν διαμόρφωσιν τῆς ὀνομαζομένης δουλικῆς καὶ χυδαίας ἡμῶν γλώσσης. Ἀναξιοπρεπὲς ἐπίσης—καὶ αὐτὸ εἶναι ἴσως τὸ σπουδαιότερον—διότι ἀνεχόμεθα νὰ ὑποστηρίζηται, ὅτι ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν ὑπάρχουσι προδόται, ἄνθρωποι ἀπεμπολοῦντες τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος των ἀντὶ χρημάτων. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τίποτε ἐξευτελιστικώτερον ἑνὸς ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἐπὶ πολὺν χρόνον ἤθελεν ἀνεχθῆ νὰ συζητῇ ψυχρῶς περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ προδοτῶν, ἴσως καὶ ἐν τῷ χώρῳ τούτῳ, ὅπου ἀντιπροσωπεύεται. Διότι ἐκεῖ καταλήγουσι, Κύριοι, ὅλαι αἱ ἀναφοραὶ καὶ ὅλα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται κατ’ αὐτὰς ὑπὲρ τῆς διασώσεως τῆς καθαρευούσης γλώσσης. Εἰς πᾶσαν ἀναφορὰν καὶ εἰς πᾶν ἄρθρον θὰ εὕρητε παρενθέσεις, ὅτι οἱ πλεῖστοι εἶναι θύματα, ὅτι τινὲς ἐν συνειδήσει, τινὲς ἀσυνειδήτως καταστρέφουσι τὸ ἔθνος των, πάντοτε ὅτι οἱ μὲν εἴμεθα βλᾶκες καὶ ἀνισόρροποι καὶ ἔκφυλοι, οἱ δὲ πουλημένοι. Τὸ σημερινὸν μάλιστα «Σκρίπ», Κύριοι, ἔχει μίαν συνέντευξιν μὲ τὸν γεραρὸν καθηγητὴν τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων κ. Μιστριώτην, ὁ ὁποῖος διατείνεται ὅτι γνωρίζει πολλούς, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι πολλὰς ἐπιταγὰς ἐκ Ῥωσίας. Ὁ κ. Μιστριώτης εἶναι ἀνώτερος ὑπάλληλος, εἰς τὰ μάτια τοῦ λαοῦ, εἶναι ὁ φρουρὸς καὶ ὁ ἀμύντωρ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, καὶ δύνασθε νὰ φαντασθῆτε ὁποίαν ζημίαν κατεργάζεται ἡ ἐνστάλαξις αὐτοῦ τοῦ δηλητηρίου ἐπὶ δωδεκαετίαν ὁλόκληρον εἰς τὰς καρδίας τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πείθεται καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ ἐν ὅλῳ τῷ Κράτει ὑπάρχουσι προδόται κατέχοντες μάλιστα καὶ θέσεις ἀμειβομένας ὑπὸ τῆς Πολιτείας. Ἐρωτῶ, Κύριοι, διατί δὲν λαμβάνεται μέτρον οὐδέν, διὰ νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ κακόν; Διατί δὲν ἐρωτᾶται ὁ κ. καθηγητής, διατί δὲν ἀνακρίνεται πειθαρχικῶς—διότι ἴσως δικαστικῶς δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τοὺς κειμένους νόμους νὰ γίνῃ τοῦτο—, διατί δὲν τῷ ἐπιβάλλεται νὰ καταγγείλῃ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ προδόται νὰ τοὺς τιμωρήσωμεν, νὰ μείνωμεν τοὐλάχιστον ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἀπηλλαγμένοι αὐτῆς τῆς κατηγορίας; Δὲν ἤθελον οὕτω προληφθῆ πολλὰ δυσάρεστα; Ὑπάρχει ἔκθεσις εἰσαγγελέως, Κύριοι, τοῦ μακαρίτου Μπενῆ Ψάλτη, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸν κ. καθηγητὴν ὡς ἀκαταλόγιστον.
§172Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἦτο ἀσέβεια αὐτὸ τοῦ αἰσχίστου εἴδους, ἀσέβεια ἡ ὁποία κατεδικάσθη.
§173ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀσέβεια ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἐτρελλάθη.
§174ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτο τρελλὸς ἔκτοτε.
§175Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ Μιστριώτης εἶναι ἡ δόξα τῆς Ἑλλάδος.
§176Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Ἐν ὅσῳ καταγγέλλει τόσον ἀορίστως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἡ δόξα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις, δυστυχῶς ἔγινε, Κύριοι, καὶ πρέπει νὰ ἐξενέγκω καὶ ἐγὼ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ γλῶσσα τῆς Ἐκκλησίας ποτὲ δὲν ἐκινδύνευσεν οὔτε τώρα κινδυνεύει. Πάντες ἔχομεν, καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει Ἕλλην μὴ σεβόμενος τὴν Ἑλληνικὴν θρησκείαν, πάντες, λέγω, ἔχομεν τὴν θρησκείαν ὡς τὸν συνεκτικὸν δεσμὸν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους; καὶ κατὰ τοὺς αἰῶνας τῆς παρελθούσης δουλείας καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι. Πάντες φρονοῦμεν περὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι καθὼς λέγει εἷς θεσπέσιος στίχος τοῦ Αἰσχύλου: «κρεῖσσον δὲ πύργου βωμός, ἄρρηκτον σάκος». Οὐδείς, οὐδ’ ὁ ἀπιστότερος ἐξ ἡμῶν ἀκόμη, καὶ εἰς τὸ πενιχρότερον ἐρημοκλήσιον τῆς ἐξοχῆς ἀκροώμενος τῶν ἱερῶν φθόγγων τῆς λειτουργίας δὲν δύναται ἢ νὰ συγκινῆται, διότι ἐννοεῖ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην οὐ μόνον ὅτι εἶναι Χριστιανὸς μετὰ τῶν ἄλλων, καὶ ἄνθρωπος καὶ ἀδελφός, ἀλλ’ ὅτι εἶναι καὶ Ἕλλην. Διὰ τοῦτο οὐδεὶς διενοήθη ποτὲ νὰ ἐπιβουλευθῇ τὴν γλῶσσαν τῆς Ἐκκλησίας.
§177Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Δὲν ἐγένετο ἀπόπειρα; Δὲν ἐγένετο μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου;
§178Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Οὐδεὶς διενοήθη ποτὲ νὰ ἐπιβουλευθῇ ἢ νὰ μεταβάλῃ τὴν γλῶσσαν τῆς Ἐκκλησίας· ἀλλὰ τὴν Ἐκκλησίαν τὴν θέλομεν ὑψηλά, ἐκεῖ, ὅπου ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους τὴν ὕψωσε, καὶ ὅπου πάντοτε ἔμεινε, διότι κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἄλλας θρησκείας ἡ ἰδική μας ὑπῆρξε πάντοτε φιλελευθέρα, καὶ δὲν ἀντετάχθη ποτὲ εἰς τὴν πρόοδον τοῦ πνεύματος. Ἀλλά, Κύριοι, δυστυχῶς οἱ ἐχθροὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἐκτελοῦσιν ἔργον ἐθνικὸν καλλιεργοῦντες ἐκτὸς τῆς ἐπισήμου γλώσσης καὶ τὴν οἰκογενειακὴν γλῶσσαν, καὶ τὴν λαϊκὴν γλῶσσαν, τὴν γλῶσσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, εἰς τὴν ὁποίαν ἐξωτερικεύονται τὰ ὡραιότατα καὶ θαυμάσια δημοτικὰ ᾄσματα, οἱ ἐχθροὶ ἐκείνων, μὴ δυνάμενοι διὰ τῶν τετριμμένων πλέον καὶ ἀχρήστων ἐπιχειρημάτων περὶ διασπάσεως τῆς φυλῆς καὶ περὶ ζημίας ἐπικειμένης καὶ ἐπαπειλούσης τὸ ἔθνος, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε καλλιεργηθῆ καὶ αὐτὴ ἡ γλῶσσα, βλέποντες ὅτι οὐδὲν δύνανται πλέον νὰ κατορθώσωσι μὲ ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, πείθουσι τὴν Ἐκκλησίαν, Κύριοι, ὅτι καὶ ἡ γλῶσσα αὐτῆς κινδυνεύει, καὶ φέρουσι, Κύριοι, ἄκουσαν τὴν θρησκείαν ἀντιμέτωπον τοῦ προοδευτικοῦ πνεύματος τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἱστορία ὁλοκλήρου τοῦ πολιτισμοῦ τῆς Δύσεως εἶναι ἡ ἱστορία τῆς πάλης μεταξὺ τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Αὐτὸ οὐδέποτε θὰ συμβῇ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ κόσμῳ, καὶ διαπράττουσιν ἔγκλημα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἵνα ἐπιτύχωσι τοὺς σκοτίους σκοπούς των, μεταχειρίζονται τὴν στυγερὰν συκοφαντίαν ὅτι δημοτικιστὴς σημαίνει καὶ ἄθρησκος.
§179Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ποίους σκοτίους σκοπούς;
§180Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Ἀλλὰ κινδυνεύει, Κύριοι, ἡ γλῶσσα ἡ ἐπίσημος τοῦ Κράτους; Ἐὰν ἤθελε κινδυνεύει, ἡ ἑκάστοτε πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς δύναται ἐλευθέρως νὰ ψηφίσῃ νόμους καὶ ἐφαρμόσῃ νόμους, διότι ἀναγνωρίζω καὶ δὲν δύναμαι νὰ πράξω ἄλλως παρὰ νὰ ἀναγνωρίσω, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει δικαίωμα νὰ διαρρυθμίσῃ τὴν ἐπίσημον αὐτῆς γλῶσσαν. Καὶ ὑπάρχουσι τοιοῦτοι νόμοι. Κατὰ τὸ 1905 εἶχεν ἐκδοθῆ Β. Διάταγμα περὶ ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, τὸ ὁποῖον ἐτιμώρει τοὺς λειτουργοὺς τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, ἐὰν ἀναμιγνύωνται εἰς τὰς ἐγχωρίους πολιτικὰς διαμάχας. Αὐτὸ ἀπηλείφθη, καὶ εἰς τὸ Διάταγμα τοῦ 1908 ἐθεωρήθη καλὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς λειτουργοὺς τῆς Μ. Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἀναμιγνύωνται εἰς τὰς ἐγχωρίους πολιτικὰς διαμάχας, ἀλλ’ ἐπεβλήθησαν πειθαρχικαὶ ποιναὶ εἰς πολλὰς ἄλλας περιστάσεις, καὶ ἐν ἄρθρῳ 14: «ἐὰν δεικνύωσι τάσιν ὁπωσδήποτε ἐξωτερικευμένην κατὰ τῆς προσιδιαζούσης εἴς τε τὰ σχολεῖα καὶ τοὺς λειτουργοὺς αὐτῶν Ἑλληνικῆς γλώσσης». Δὲν τὴν θεωρῶ πολὺ φιλελευθέραν, διότι αὐτὸ τὸ «ὁπωσδήποτε ἐξωτερικευομένην» δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ κατὰ πολλοὺς τρόπους καὶ δύναται καὶ καταχρηστικῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§181Γ. ΠΩΠ. Ἠξεύρετε πῶς ἐφηρμόσθη;
§182Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἑκάστοτε ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους, νὰ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τὰς Κυβερνήσεις νὰ ἐκτελῶσι τοὺς κειμένους νόμους καὶ τὰ Διατάγματα. Ἄλλως καὶ οἱ θεσμοὶ τοῦ Συντάγματος καταπατοῦνται, καὶ ἡ πεποίθησίς μου εἶναι ὅτι πολὺ ὀλίγον ἐλειτούργησε τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς θεσπίσεως αὐτοῦ.
§183Γ. ΠΩΠ. Δι’ αὐτὸ ἔγινε καὶ ἡ ἐπανάστασις.
§184ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βλέπω ὅτι πρόκειται νὰ λήξῃ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις καὶ πρώτην φορὰν ἀνῆλθε τὸ βῆμα καὶ βραδέως ὁμιλεῖ, καὶ ζητῶ ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ ἡμῶν νὰ ἐπιτραπῇ τὸ αὐτὸ προνόμιον καὶ εἰς αὐτόν, ὅπερ καὶ εἰς τὸν κ. Γαλανόν.
§185ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ, κύριε Βουλευτά, χωρὶς νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν προσεμέτρησα τὸν χρόνον τῆς διακοπῆς. Λοιπὸν συναινεῖ ἡ Βουλή, ἵνα παραταθῇ ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Μαβίλη ἐπὶ ἓν τέταρτον εἰσέτι;
§187ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§188ΜΑΒΙΛΗΣ. Εἰπὼν σκοτίους σκοποὺς δὲν ἀνέφερον αὐτὰς τὰς λέξεις δι’ οὐδένα παρόντα, ἐννοεῖται, ἀλλὰ διὰ τοὺς γεννήσαντας τὰς πρώτας φήμας. Δὲν θέλω νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ἐξυβρίσω τινά. Κινδυνεύει ἡ γλῶσσα τοῦ ἐπισήμου Κράτους, Κύριοι, ἐάν, ἀφοῦ δημοκρατούμεθα, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι, ἀφοῦ ἑκάστη ψῆφος καὶ τοῦ τελευταίου ἀγρότου ἀκόμη βαρύνει ἐπὶ τῆς τύχης τοῦ ἔθνους, νομίζουσιν ὅτι πρέπει ὡς τάχιστα νὰ μορφωθῇ αὐτὸ τὸ ἔθνος, καὶ ἐπειδὴ ἐσχημάτισαν τὴν γνώμην, ὅτι, ἀφοῦ αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ μόνον δι’ ἑνὸς ὀργάνου συνεννοήσεως κοινοῦ, καὶ ἀφοῦ ἐπείσθησαν ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον, ἕν ἐκ τῶν δύο πρέπει νὰ συμβῇ, ἢ νὰ ὑψώσῃ κανεὶς ὁλόκληρον τὸ ἐπίπεδον τοῦ ἔθνους τῶν 8 ἢ 10 ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων εἰς τὸ ὕψος, εἰς ὃ εὑρίσκεται ἡ μεμορφωμένη τάξις, ὥστε νὰ δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἀπαιτουμένη ἀνταλλαγὴ ἰδεῶν, αἰσθημάτων—τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον, καθὼς τὸ λέγει ὁ Κοραῆς, διότι τὴν γλῶσσαν ἑνὸς λαοῦ δὲν κατώρθωσε κανεὶς τύραννος νὰ μεταβάλῃ—ἀφοῦ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον, ἐπείσθησαν ὅτι δὲν ὑπάρχει παρὰ ὁ ἄλλος τρόπος τῆς βαθμιαίας ἀνυψώσεως ἀφ’ ἑνὸς τῆς γλώσσης τοῦ λαοῦ, καλλιεργείας τῆς γλώσσης τοῦ λαοῦ, ἀποκαθάρσεως αὐτῆς, καὶ ἐξ ἄλλου μιᾶς προσαρμόσεως βαθμιαίας καὶ αὐτῆς τῆς νῦν ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας θεωρουμένης ὡς ἐπισήμου γλώσσης, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἡ ποθουμένη συνάντησις, τὸ ποθούμενον μῖγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποτελέσῃ τὴν μίαν γλῶσσαν τοῦ ἔθνους, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ἐν ἑαυτῇ ὁλόκληρον τὴν κληρονομίαν τοῦ παρελθόντος, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ καλλιτέρα περγαμηνὴ καὶ ἡ λαμπροτέρα καὶ ἡ ἀφθαρτοτέρα περγαμηνὴ τοῦ ἔθνους ἡμῶν, Κύριοι. Δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν βιβλίων δύναται νὰ μάθῃ καὶ εἷς ξένος ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἡ γλῶσσα ἡ παραδοθεῖσα ἀπὸ πατρὸς εἰς υἱὸν διὰ τῶν αἰώνων. Καὶ δι’ αὐτῆς τῆς γλώσσης μόνον εἶναι δυνατὸν ὄχι μόνον νὰ φωτισθῇ ἡ διάνοια τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ νὰ μορφωθῇ ἡ καρδία του, νὰ μάθῃ νὰ θυσιάζῃ ἓν μέρος τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ τῶν ὑπαρχόντων του ἐν ἀνάγκῃ διὰ τὸ κοινὸν καλόν, νὰ μάθῃ τὴν αὐταπάρνησιν καὶ τὴν αὐτοθυσίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔχει πάντοτε, διότι ἡ ἐνέργεια τοῦ σχολείου εὐτυχῶς ἔμεινε μόνον ἐν τῇ ἐπιφανείᾳ καὶ δὲν ἔθιξε τὰ μυχιαίτατα αὐτοῦ. Ἀλλά, Κύριοι, ἐκεῖνοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέδρασαν ἐπὶ πλειότερον χρόνον τὰ σχολεῖά μας, ἔφεραν τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐκτετυλιγμένην ἐνώπιον ἡμῶν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετηρίδα· ἔχομεν τὰς καταχρήσεις, ἔχομεν τὰς ψευδεῖς καταμηνύσεις, ἔχομεν τὰς συκοφαντίας.
§189Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μὴ τὰ λέγετε αὐτά, κύριε συνάδελφε. Ἡ ἐπίδρασις τῶν σχολείων ἔφερε τὰς καταχρήσεις;!
§190Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Ἔχομεν τοὺς ἀπαλλαγέντας, Κύριοι. Διότι τὸ σχολεῖον ἐγκαταλείπει τὸν μαθητὴν ἀνερμάτιστον καὶ ἢ δὲν μανθάνει νὰ γνωρίζῃ τίποτε ἀνώτερον τοῦ συμφέροντός του καὶ δὲν συνηθίζει νὰ διαβάζῃ οὔτε ἓν ποίημα εἰς ὅλην τὴν ζωήν του καὶ δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ τὸν Παλαμᾶν, ἢ καταφεύγει εἰς τὰ ξένα μυθιστορήματα διδάσκοντα αὐτὸν νὰ μισῇ ὅ,τι ἑλληνικόν.
§191Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τί λέγετε, καλέ; νὰ μισῶσι πᾶν ἑλληνικὸν μανθάνουσιν εἰς τὰ σχολεῖα;!
§192Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Ἄφετε, Κύριοι ἐλευθερίαν, μόνον ἐλευθερίαν ζητοῦμεν εἰς τὰ διάφορα ῥεύματα ἰδεῶν, ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν ὁποίων θέλει γεννηθῆ ὁ σπινθήρ, ὁ ὁποῖος βαθμηδὸν μεγεθυνόμενος θὰ εἶναι ὁ ποιητὴς τῆς φυλῆς, ὁ συνενῶν ἐν ἑαυτῷ πᾶσαν τὴν θερμότητα καὶ ὅλον τὸ φῶς τοῦ παρελθόντος τῆς φυλῆς, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς θερμότητος καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ φωτὸς θὰ καταυγάσῃ καὶ θὰ θερμάνῃ τὴν φυλὴν εἰς τὸν δρόμον της πρὸς τὸν πανύψιστον προορισμόν της. (Χειροκροτήματα).
§193ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ἀπὸ τῆς χθὲς ἀπασχολοῦσα τὸ Σῶμα τοῦτο, εἶναι ἐξηντλημένη. Ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐμὴν ἐκτίμησιν, εἶναι δεδηλωμένη, καὶ τὸ φρόνημα τῆς κοινῆς γνώμης ἐκπεφρασμένον. Δὲν θὰ εἶχον δὲ νὰ προσθέσω τίποτε ἐγὼ οὔτε ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης οὔτε νὰ βαρύνω εἰς τὴν πλάστιγγα τῶν κατὰ τῆς καθαρευούσης. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα μόνον ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καθ’ ὃν τρόπον συνεζητήθη τοῦτο ἐν τῷ συνεδρίῳ ἡμῶν τρεῖς παρουσιάζει ὄψεις, τὴν ἐπιστημονικήν, τὴν ἐθνικήν, τὴν πολιτικήν. Ἐπιστημονικῶς, νομίζω ὅτι δὲν ἔχει τοῦτο θέσιν ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ λυποῦμαι πολύ, Κύριοι, ὅτι, ἀντὶ νὰ ἔλθῃ ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, δὲν ἦλθεν ἀκόμη ἐκεῖ, ὅπου ὤφειλε τοῦτο νὰ εὑρίσκηται. Λυποῦμαι δηλονότι, ὅτι ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν μένουσι κλεισταὶ αἱ πύλαι τοῦ μεγάρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡ μεγάθυμος ψυχὴ μεγάλου εὐεργέτου ἵδρυσεν, ὅπως συζητῶνται τὰ θέματα ταῦτα. Δὲν φρονῶ ἑπομένως ὅτι ἐπιστημονικῶς ὑπάρχει ἁρμοδιότης ἡμῶν εἰς τὸ νὰ κρίνωμεν τὸ ζήτημα ὡς παρουσιάσθη. Παρουσιάζεται ἤδη ἡ δευτέρα μορφή, ἡ ἐθνική. Ἐπιτρέψατε, Κύριοι, εἰς ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔζησε 16 ὅλα ἔτη ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἀπὸ ἐθνικῆς ἀπόψεως σκόπιμον καὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν τῷ Συντάγματι περὶ τῆς γλώσσης. Ζήσας, ὡς εἶπον ὑμῖν, 16 ἔτη ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἤκουον καθ’ ἑκάστην τὸν ἐν δουλείᾳ καὶ ἐν διασπορᾷ Ἑλληνισμὸν λέγοντα, ὅτι ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι τείνομεν εἰς χαλάρωσιν τῶν φυλετικῶν δεσμῶν, καὶ κατεκρίνοντο οἱ ἐνταῦθα ὅτι τὴν ἐθνικὴν γλῶσσαν τὴν ἀφῆκαν ἔρμαιον ἀτόμων ἢ ὁμάδων. Βεβαίως οἱ χρόνοι εἶναι χαλεποὶ καὶ ὀφείλομεν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἠθέλομεν κρίνει σκόπιμον νὰ ἑνώσωμεν τοὺς δεσμοὺς τοῦ ἐν διασπορᾷ καὶ δουλείᾳ ἔθνους, καὶ πρὸ τῆς σκοπιμότητος παραλείπω τὴν ἀξιοπρέπειαν, διότι ἀληθῶς δὲν συνάδει πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ συνεδρίου ἡ μνεία ἐν τῷ Συντάγματι τοιούτου ἄρθρου, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν φρονούντων, ὅτι ἡ γλῶσσα τῶν θεῶν, ἡ γλῶσσα ἡ γαλουχήσασα ἐπὶ τέσσαρας χιλιάδας ἔτη τὸν πολιτισμὸν ὅλου τοῦ κόσμου, οὐδένα κίνδυνον διατρέχει παρ’ οὐδενός. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει ἠγέρθη ἀμφιβολία, ἠγέρθη δυσπιστία, δὲν ἠξεύρω πόθεν, εἴτε ἐκ μέρους τῶν ἀγωνιζομένων ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης εἴτε ἐκ μέρους τῶν μὴ ὀπαδῶν τῆς καθαρευούσης, θὰ εἶναι σκόπιμον νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι τοιαύτη διάταξις. Ἐξεταστέον ἤδη τὸ ζήτημα ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως, καὶ νομίζω ὅτι ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ ἁρμοδιότης τοῦ συνεδρίου τούτου. Κύριοι, ὅταν ἓν Κράτος ῥυθμίζῃ τὸ πολίτευμά του, τὸ ῥυθμίζει ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται. Σκοπὸς δὲ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῆς εἰρήνης, τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐνομίας ἐν τῷ Κράτει. Ὅταν ὑπάρχῃ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσοῦτον διαιρεῖ τὸ ἔθνος, τείνει νὰ διασαλεύσῃ τὴν τάξιν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀφορμὴ λυπηρῶν σκηνῶν καὶ τὸ ὁποῖον βάλλει εἰς κίνδυνον καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν νοημοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν νομίζετε ὅτι κατ’ οὐδὲν ἤθελε παραβλαφθῇ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ συνεδρίου τούτου, ἂν περιελαμβάνετο οἱαδήποτε διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι θέτουσα ἅπαξ διὰ παντὸς τέρμα εἰς κατάστασιν, ἡ ὁποία τείνει νὰ διαιρέσῃ ἀξιοθρηνήτως ἐν τοιαύταις ὥραις τὸ ἔθνος καὶ νὰ δημιουργήσῃ σκηνάς, ἃς ἔχομεν πᾶν συμφέρον νὰ ἀποφύγωμεν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον;
§194ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος.
§195ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ κινδύνου, ἀλλ’ ὁμιλῶ ἐπὶ γεγονότων. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δύναται κατὰ καιροὺς νὰ τὸ ἐκμεταλλεύηται αὐτὴ ἢ ἐκείνη ἡ μερὶς καὶ νὰ ἐμβάλλῃ εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν, νομίζω, ὅτι σκόπιμον εἶναι νὰ παρίδωμεν πρὸς στιγμὴν τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ νὰ τερματίσωμεν τοῦτο διὰ τοῦ Συντάγματος. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀναθεωροῦμεν σήμερον τὸ Σύνταγμα, τὸ ἀναθεωροῦμεν ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Ὅταν ἔλθωσιν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ βλέπωσι τοὺς κινδύνους, οὓς ἔχομεν σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν, καὶ ἀντὶ τρικυμίας θὰ βασιλεύῃ γαλήνη ἐθνική, μεταξὺ τῶν ἄλλων διατάξεων, ἃς ἤθελον νομίσει περιττάς, ἃς ὑπολάβωσι καὶ ταύτην, ἣν προτείνομεν σήμερον. Ἐν τούτοις θὰ μὲ εὕρητε ἀντίθετον ὡς πρὸς τὰς δύο προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν, τόσον ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, διότι ἀκριβῶς καὶ εἰς τὰς δύο αὐτὰς προτάσεις ἐνυπάρχει τὸ αὐτὸ μικρόβιον τῶν ταραχῶν τοῦ μέλλοντος, τῆς ἐκμεταλλεύσεως τουτέστι τοῦ ζητήματος. Διότι, Κύριοι ἂν ἔχομεν μαλλιαροὺς τῆς δημοτικῆς γλώσσης, περὶ τῆς ὁποίας δὲν ἠκούσθη οὐδεὶς ψόγος ἐνταῦθα, ἔχομεν μαλλιαρούς....
§196ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν λέγονται μαλλιαροὶ αὐτοί....
§197ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Μάλιστα, ἔχομεν μαλλιαροὺς καὶ ἐν τῇ καθαρευούσῃ, καὶ εἶναι δυνατὴ ἡ γένεσις ζητήματος εἰς τὸ μέλλον. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον νὰ κατασταλῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον λυμαίνεται αὐτὸν τὸν τόπον καὶ τὸ ὁποῖον συνταράσσει τὸ ἔθνος. Οὐδὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς τὰ 3.000.000 νὰ κανονίσωμεν τὴν γλῶσσαν τῶν 10 ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων. Τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης θὰ ὑποστῇ βεβαίως καὶ αὐτὸ τὴν ἐξέλιξίν του, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν συνετελέσαμεν τὴν ἕνωσίν μας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσωμεν ἐνταῦθα ἡμεῖς τὴν ἕνωσιν τῆς γλώσσης. Ἐκεῖνο μόνον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς σήμερον, εἶναι νὰ περιφρουρήσωμεν ἁπλῶς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν, χωρὶς νὰ παρακωλύσωμεν τὴν προοδευτικὴν αὐτῆς ἐξέλιξιν. Νομίζω ὅτι τὸ καθῆκον τῆς Πολιτείας θὰ εἶναι νὰ προνοήσῃ, ὅπως ἀνοιχθῶσι τὸ ταχύτερον αἱ πύλαι τοῦ μεγάρου τῆς Ἀκαδημίας καὶ νὰ περιορίσῃ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα ἐκεῖ καὶ νὰ μὴ μεταφέρηται εἰς τὰς τριόδους καὶ νὰ περιπλέκηται καὶ νὰ ἐκμεταλλεύηται ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἄλλα ζητοῦσι καὶ ὄχι νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης.
§198ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ μὲ ποίους Ἀκαδημαϊκούς;
§199ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Εἶναι ἐντροπὴ ὅτι οἱ Ῥωμοῦνοι μὴ ἔχοντες γλῶσσαν ἔχουσιν ἀκαδημαϊκούς, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται νυχθημερὸν καὶ ἀποκαθαίρουσι τὴν γλῶσσάν των καὶ ἐργάζονται, καὶ δὲν καθίσταται τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης ζήτημα δημοσίας τάξεως. Κύριοι, ὡς εἶπον, καθῆκον τοῦ συνεδρίου τούτου, καθῆκον καὶ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι νὰ ἐξεύρωσι τρόπον εἰρηνεύσεως ὄχι μόνον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους ὅλου. Εἶναι ζημία ἀνυπολόγιστος ἐθνικὴ τὸ ὅτι εὑρισκόμεθα διῃρημένοι ἐν τοιούτῳ ζητήματι, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, εἶναι πρόωρον, καὶ δὲν λύεται οὔτε διὰ νόμου οὔτε διὰ περιοριστικῶν διατάξεων. Θὰ ἐνόμιζον ὅτι μία πρότασις εἰς οἱονδήποτε ἄρθρον τοῦ Συντάγματος λέγουσα ὅτι «ἡ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγράφη τὸ παρὸν Σύνταγμα», θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας καὶ πρὸς ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις.
§200Γ. ΠΩΠ. Τίνα πρακτικὴν σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη ῥήτρα τιθεμένη ἐν τῷ Συντάγματι; Διότι ἠμπορεῖ νὰ γράφωνται ῥῆτραι, ἀλλὰ νὰ ἔχωσι καὶ πρακτικήν τινα σημασίαν καὶ σκοπιμότητα. Ποίαν λοιπὸν σκοπιμότητα θὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη διατύπωσις;
§201ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Διότι καθορίζεται ὅτι ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἐκείνη, μὲ τὴν ὁποίαν ἐγράφη τὸ σημερινὸν Σύνταγμα.
§202Γ. ΠΩΠ. Ποία εἶναι ἡ συνέπεια;
§203ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Συνέπεια θὰ εἶναι ὅτι δύνασθε κατόπιν διὰ νόμου νὰ προλάβητε αὐτὰς τὰς περιπτώσεις, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ Σύνταγμα αὐτό, ἐξ οὗ θὰ ἀπορρέωσιν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους.
§204Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι ἡ πλάνη, διότι δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ ὁ νόμος ὁ ἁπλοῦς, διὰ νὰ κανονίσῃ τὰ πράγματα. Πρὸ ὀλίγου ἐγένετο μνεία ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συναδέλφου, ὅτι ὑπάρχει Διάταγμα, τὸ ὁποῖον καθορίζει ῥητῶς τὴν ἐμπόδισιν τῆς ἀναμίξεως εἰς γλῶσσαν μὴ ἐπίσημον τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Τὸ Διάταγμα ὑφίσταται ἀπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως, καὶ τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον πρὸ ὀλίγου χρόνου προέτεινε τὸν προβιβασμὸν δημοτικιστοῦ, ἐν γνώσει δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπὸ σχολάρχου ἐγένετο καθηγητὴς Γυμνασίου.
§205ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Τὸ γεγονὸς θὰ εἶναι μονομερές. Νομίζετε ὅτι οἱουσδήποτε ὅρους καὶ ἂν θέσητε ἐν τῷ Συντάγματι, ἂν πρόκειται νὰ παραβιασθῇ τὸ Σύνταγμα εἰς ἄλλα σημεῖα, δὲν θὰ παραβιασθῇ καὶ ἐν τούτῳ; Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχω τὴν γνώμην ὅτι θὰ εἶναι σκόπιμον νὰ παραιτηθῶσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι εἶναι ἀναξιοπρεπὲς νὰ τεθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, νὰ παραιτηθῶσι δὲ τῶν λεπτομερειῶν τῶν ἄκρων καὶ οἱ ἄλλοι καὶ νὰ εὑρεθῇ τρόπος νὰ συμβιβάσωμεν τὰ διεστῶτα, νὰ παύσῃ δὲ αὐτὸς ὁ ἀγών, ὁ διαιρῶν τὸ ἔθνος. Ὁ Χριστὸς λέγει: «καὶ ἂν ὁ ὀφθαλμὸς σκανδαλίζῃ σε ἔξελε αὐτόν». Συνεπῶς, ἂν πρόκειται νὰ εὕρωμεν τὴν ἡσυχίαν μας διὰ μιᾶς τοιαύτης συνταγματικῆς διατάξεως, ἔχομεν καθῆκον, ἔχομεν συμφέρον νὰ τὸ πράξωμεν (χειροκροτήματα ἐκ δεξιῶν).
§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πόσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι ἀκόμη, κύριε Πρόεδρε;
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴκοσι καὶ ἕξ.
§208ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε μὲ 26 ἐγγεγραμμένους, ἐκτὸς ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτηθῶσι.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς μείνωμεν ἀκόμη μίαν ὥραν. Ὁ κ. Κουτούπης.
§210ΘΑΛ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρὸ ἡμερῶν ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπεστήριξα τὴν γνώμην ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν διαφόρων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην αὑτῆς, ὅπως ἀναμιχθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον, ἵνα ἀφεθῇ ἡ Βουλὴ ἐλευθέρα νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της. Κατόπιν τῶν ὅσα ἐγένοντο πρῶτος ἐγὼ ἔρχομαι νὰ μετανοήσω διὰ τὴν γνώμην μου καὶ νὰ συμφωνήσω μὲ ὅ,τι εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, ὅταν ἴδῃ ὅτι ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ θὰ λάβῃ τοιαύτην τροπήν, ὥστε νὰ ἐπεμβῇ, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο. Νομίζω ὅτι κατὰ τὰς δύο τελευταίας ἡμέρας καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, τοῦ ὁποίου ἐκτιμῶ τὴν ἱκανότητα, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν τάξιν κατὰ τὰς πολλάκις θορυβώδεις συζητήσεις, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκαν ἀπροστατεύτους πολλούς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑβρισθῶσι, καίτοι ἀνῆκον εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφῆκεν ὁ Πρόεδρος νὰ ὑβρισθῇ τις ἐνταῦθα;
§212ΘΑΛ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπῆρξαν διάφοροι ῥήτορες, οἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπεκάλεσαν τοὺς ἔχοντας ὡρισμένας ἰδέας ὡς πρὸς τὴν γλῶσσαν ἀνισορρόπους, φρενοβλαβεῖς, ἐκφύλους, καὶ οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι ἐγνώριζον ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ὑπάρχουν δύο διακεκριμένοι ποιηταί, οἵτινες ἔχουν γράψει ποιήματα εἰς τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κατεκεραύνωσαν οἱ μεγάλοι αὐτοὶ πατριῶται. Νομίζω ὅτι εἶναι στιγμή, ὅπως ἡ Κυβέρνησις θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν ἐκτροχιασθεῖσαν αὐτὴν συζήτησιν, διότι εἶναι φόβος μήπως αἱ ταραχαί, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν ἐντὸς τῆς αἰθούσης, ἐπεκταθῶσι καὶ ἐκτὸς τοῦ συνεδρίου τούτου. Θὰ ἠκούσατε, Κύριοι, πιστεύω, μετὰ τὴν ἐκκένωσιν τῶν θεωρείων τὸν θόρυβον, ὁ ὁποῖος ἐγένετο ἐκτός. Βεβαίως εἶναι ἐλεύθερος κανεὶς νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του κατὰ διαφόρους τρόπους, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρέπον νὰ ἀποδίδωνται χαρακτηρισμοὶ κακοὶ κατὰ μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Μολαταῦτα ἐπετράπη εἰς αὐτοὺς νὰ ἀναμίξωσι τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, τῆς θρησκείας, καὶ ἐπετράπη εἰς αὐτοὺς νὰ δημοκοπήσωσιν ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ ὑποστηρικταὶ τῆς θρησκείας καὶ ὅτι ἄλλοι ἔχοντες διάφορον ἰδέαν περὶ τῆς γλώσσης εἶναι καὶ κατὰ τῆς θρησκείας. Ἡ γλῶσσα γνωρίζετε βεβαίως πάντες ὅτι δὲν διατρέχει κανένα κίνδυνον, καὶ δὲν εἶναι βεβαίως τὸ ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς γλώσσης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξέλεξαν τὴν εὐκαιρίαν, ὅπως ὁμιλήσωσι—δὲν λέγω πάντες, ἀλλά τινες ἐκ τούτων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν καθ’ ὃν τρόπον ὡμίλησαν—, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐδυσκολεύθησαν πολὺ νὰ ἀποκαλέσωσι προδότας ἐκείνους, οἵτινες ὑποστηρίζουσιν ἢ τὴν λαϊκὴν ἢ τὴν καθαρεύουσαν γλῶσσαν, διότι μέχρι πρὸ ὀλίγων στιγμῶν οὐδεμία διαφορὰ ὑπῆρχε κατὰ τῶν ἀντιφρονούντων τῆς καθαρευούσης, μεταξὺ τῶν λεγομένων χυδαϊστῶν, τῶν κατασκευαστῶν τῆς γλώσσης, καὶ μεταξὺ τῶν δημοτικιστῶν, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουσι τὴν γλῶσσαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν τὸν ἐθνικόν μας ὕμνον καὶ τὰ κλέφτικα τραγούδια. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπεκαλέσθη προδοτικὸν περιοδικόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα θαυμάσια ποιήματα τοῦ συναδέλφου μας κ. Μαβίλη, καὶ αὐτὸς ἐχαρακτηρίσθη ὡς προδότης, ὡς ἐπιβουλευόμενος τὴν ἐλευθερίαν, ὡς ἐπίσης ὅ,τι ἔχει καλὸν καὶ εὐγενὲς ἡ Ἑλλάς. Ποῖος; ὁ Μαβίλης, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐπώλησε τὴν περιουσίαν του, κατήρτισε σώματα καὶ ἐπολέμησεν εἰς τὴν Κρήτην καὶ τὴν Ἤπειρον! Καὶ ἐχαρακτηρίσθη ἐπίσης ἐχθρὸς τῆς πατρίδος ὁ κ. Μᾶνος, ὁ ὁποῖος ἐγκαταλείψας τ’ ἀγαθά του μετέβη, ἵνα πολεμήσῃ εἰς τὰ Κρητικὰ πεδία. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον, Κύριοι, ἐχαρακτηρίσθη πᾶς μὴ ὀπαδὸς τοῦ κ. Μιστριώτου, ὡς ἐχθρὸς τῆς θρησκείας, ὡς ἐχθρὸς τῆς γλώσσης, ὡς ἐχθρὸς τῆς πατρίδος.
§213Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ποῖος τὰ εἶπεν αὐτά;
§214Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐλέχθησαν, κύριε συνάδελφε. Σεῖς, παραδέχομαι καὶ ἐγώ, ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν διδάσκετε, ἐξ εἰλικρινείας, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε, ἀντλεῖτε ἀπὸ πεποιθήσεως τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα προβάλλετε· ὑπῆρξαν ὅμως καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εὗρον τὴν εὐκαιρίαν νὰ κορέσωσι τὸ πάθος των· τοιοῦτος εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξέφερε τὰς τοιαύτας ὕβρεις, ὅτι εἶναι ἀνισόρροποι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κοινωνιολογικὴν ἑταιρείαν συνάδελφοι, καὶ εἶναι ὁ κ. Κουλουμβάκης, ὁ ὁποῖος εὗρε τὴν εὐκαιρίαν κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου χθές, προελθοῦσαν ἐκ τυχαίου κωλύματος, διαστρέφων ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν εἰς ἄλλην αἴθουσαν τῆς Βουλῆς, νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει ὁμάς, τῆς ὁποίας ἓν μέλος ἐπρότεινεν, ὅπως μετὰ τὴν ἕνωσιν τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων τὸ νέον Ὑπουργεῖον μὴ κληθῇ «Ὑπουργεῖον Πολέμου», ἀλλὰ τῆς «Ἀμύνης», καὶ ἐπρόσθεσεν, ὅτι οὐ μόνον ὁ ὑποστηρίξας τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅλοι οἱ ὁμόφρονες αὐτοῦ ἔχουσιν ἰδέας κατὰ τῆς θρησκείας, ἔχουσιν ἰδέας κατὰ τῆς γλώσσης, διότι ἔχουσιν ἀντίθετον ἰδίαν ἀπὸ τὴν ἰδικήν του. Εἶναι τοῦτο, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, μία δημοκοπία τοῦ χειρίστου εἴδους.
§215Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοῦ χειρίστου εἴδους δημοκοπία εἶναι ἡ ἰδική σας καὶ ἡ γλῶσσά σας καὶ ἡ ἀνατροφή σας καὶ ἡ συμπεριφορά σας. (Θόρυβος).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Κουτούπης καὶ Κουλουμβάκης ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν.
§217Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐλέγετε ταῦτα σεῖς, ἀφοῦ πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἤλθετε, ὅπως ζητήσητε τὴν σύμπραξίν μου καὶ μοῦ εἴπατε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐντρέπομαι νὰ ἐπαναλάβω. Χθές, Κύριοι, ὅταν ἐλέγοντο αὐτὰ καὶ ὅταν ἡ Κοινωνιολογικὴ ἑταιρεία ὑβρίζετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οὐδεὶς εὑρέθη νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος.
§218Ι. ΛΙΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τῶν ἐκλογῶν δὲν λέγετε τί ἔκαμε;
§219Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὀνομάζεται, Κύριοι, «Κοινωνιολογικὴ ἑταιρεία» ὁμὰς Βουλευτῶν γνωστῶν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, τὴν ὁποίαν, διότι ἀποτελεῖται ἀπὸ Βουλευτάς, δὲν ἔχει δικαίωμα κανεὶς νὰ κατακρίνῃ. Τὰ αὐτὰ ἐπιχειρήματα ἐπανελήφθησαν καὶ πρὸ τῶν ἐκλογῶν, καὶ κατηγορήθημεν ἡμεῖς πάντες οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Κοινωνιολογικὴν ἑταιρείαν, ὅτι δὲν ἔχομεν θρησκείαν, ἡμεῖς οἱ ἔχοντες πολὺ μεγαλειτέραν ἰδέαν περὶ θρησκείας ἀπὸ αὐτούς, ὅτι δὲν ἔχομεν κανένα σεβασμὸν πρὸς τὰ πάτρια, ὅτι δὲν ἔχομεν κανὲν αἴσθημα πρὸς τὴν πατρίδα. Εἰς τὰς ὕβρεις αὐτὰς ἀπήντησαν οἱ ἐκλογεῖς τοῦ νομοῦ μου ἐκλέξαντές με πρῶτον. Εἰς τὰς χθεσινὰς ὕβρεις ἀπήντησε σήμερον ἡ Βουλή, ἡ ὁποία ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν στιγμὴν διέκρινεν, ὅτι οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι ὑποστηρικτὴς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λέγονται χυδαϊσταί, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατασκευασταὶ τῆς γλώσσης· ἡ Βουλὴ κατενόησε σήμερον, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι χθὲς κατηγορήθησαν, ἐκεῖνοι, καθ’ ὧν στρέφονται τὰ βέλη, δὲν εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀπαδοὶ οὔτε τοῦ Ψυχάρη οὔτε τοῦ Πάλλη. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι διάφορον γνώμην περὶ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζει ὁ κ. Μιστριώτης, ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν ἕπεται ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰδέας, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ κ. Μιστριώτης εἰς τὰ 1873, τὰς ὁποίας, ἂν ἔχητε ὄρεξιν νὰ ἀκούσητε, θὰ σᾶς ἀναγνώσω.
§220ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§221Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι περικοπαὶ συγγράμματος αὐτοῦ τοῦ 1873· ἦτο καὶ τότε νομίζω ἐπιστήμων, διότι εἶχε τελειώσει τὰς σπουδάς του. Δὲν πιστεύω δὲ τώρα εἰς τὸ γῆράς του νὰ ἀπέκτησε τὴν φιλοπατρίαν του, τὴν ὁποίαν εἰς τὴν νεανικὴν ἡλικίαν δὲν εἶχεν (ἀναγινώσκει χωρία). Κρίσις τοῦ Βουτσιναίου ἀγῶνος τοῦ 1873 ὑπὸ Γεωργίου Μιστριώτου. «.... Ἡ συλλογὴ αὕτη ἀπαρτιζομένη ἐξ ἑπτὰ ᾀσμάτων ἐγράφη ἐν κοινῇ ἢ δημοτικῇ γλώσσῃ, ἥτις ἄλλοτε ἀπεκλείετο τοῦ ἀγῶνος. Αὕτη ἐν τῇ κωμῳδίᾳ καὶ τῇ λυρικῇ ποιήσει εἶναι ἀναγκαία. Αἱ λέξεις, ἃς ἤκουσέ τις παρὰ τῆς μητρὸς καὶ τῶν ἀδελφῶν, αἱ φράσεις, αἵτινες ἐχρησίμευσαν τὸ πρῶτον προγύμνασμα τῶν ψελλισμάτων καὶ λαλημάτων αὑτοῦ, ἔχουσι γλυκείας ἀναμνήσεις, μυστηριώδη καὶ ἄγραφόν τινα ἱστορίαν, ὧν στεροῦνται αἱ λέξεις αἱ ἀντληθεῖσαι ἐκ τῶν λεξικῶν καὶ ταμιευθεῖσαι ἐν τῇ μνήμῃ. Τὰς λέξεις ταύτας ἤκουσέ τις ἄνευ τῶν ἀσπασμῶν καὶ τῶν μειδιαμάτων τῆς μητρός, δὲν συνήντησεν ἐν ταῖς ἀφηγήσεσι τοῦ πατρός, δὲν ἐγνώρισεν ἐν τοῖς μύθοις τῆς γραίας τῆς οἰκογενείας καὶ διὰ τούτων δὲν ἀντήλλαξε τὰ τρυφερὰ τῆς νεανικῆς ἡλικίας αἰσθήματα μετὰ τῶν ὁμηλίκων». Καὶ παρακάτω, ἀφοῦ ψάλλει ὕμνον εἰς τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἠθέλησαν νὰ κατηγορήσουν πολλοί, καὶ τὴν ὁποίαν τώρα ὁ κ. Μιστριώτης καλεῖ ἀντιπατριωτικήν, προδοτικὴν κλπ., προσθέτει: «Τίς δύναται ἐπὶ μακρὸν χρόνον ν’ ἀνεχθῇ διάλογον, καθ’ ὃν ὁ ὁμιλητὴς ἔχει ἐστραμμένον ἀλλαχοῦ τὸ πρόσωπον ἢ τοῦτο κεκαλυμμένον; Καὶ ὅμως τοιαῦται εἶναι αἱ ἐκ τοῦ λεξικοῦ ἀντληθεῖσαι λέξεις. Τούτου ἕνεκα μὴ πλανώμεθα, ὅτι αἱ λέξεις παλμὸς τῆς καρδίας καὶ καρδιοκτύπι, σελήνη καὶ φεγγάρι, τραγοῦδι καὶ ᾆσμα, καλὸς καὶ ὤμορφος, παμμέλας καὶ ὁλόμαυρος, ὀφθαλμοὶ καὶ μάτια, ἐλευθερία καὶ ἐλευθεριά, ἔχουσι τὴν αὐτὴν σημασίαν. Μόνον ἀναίσθητος δύναται νὰ συγχέῃ τὴν σπουδαιοτάτην τῶν λέξεων διαφορὰν οὔτε σημειουμένην οὔτε δυναμένην νὰ σημειωθῇ ἐν τοῖς λεξικοῖς, ὧν τὴν ἀσθένειαν ἐλέγχει». Ἔχομεν λοιπὸν ἡμεῖς, Κύριοι, οἱ ὑβρισθέντες ὀπαδὸν αὐτὸν τὸν κ. Μιστριώτην, ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος συνεννοούμενος μετὰ πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἀποδοκιμασθέντος καταγίνεται, ὅπως γεννήσῃ ζητήματα ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Εἶναι λοιπὸν τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, ὡς παρουσιάζεται σήμερον, ζήτημα ὄχι ἐπιστημονικόν, ἀλλὰ ζήτημα πολιτικόν, ὑποκινούμενον οὐχὶ ὑπὸ ἀνδρῶν φρονούντων ὅτι τρέχει κίνδυνον ἡ γλῶσσά μας, ἀλλὰ ὑπὸ ἐκείνων, οἵτινες ἐνδιαφερόμενοι ν’ ἀνατρέψωσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν προσπαθοῦσι νὰ μεταφέρωσι τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τοὺς δρόμους καὶ ἐπαναλάβουν τὰς λυπηρὰς σκηνὰς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ὁ λαὸς πλανηθεὶς ὅτι ὑπενομεύετο ἡ θρησκεία του προέβη εἰς τὰς αἱματηρὰς ἐκείνας σκηνάς, αἱ ὁποῖαι τόσον μᾶς ζημιοῦν, παριστάνουσαι τὴν χώραν ἡμῶν ὡς ἐχθρὰν τῆς σκέψεως, ἐχθρὰν τῆς ἐλευθερίας, ἐχθρὰν τοῦ ὀρθοῦ λόγου· τὴν χώραν μας, ὅπου ἤκμασεν ἡ σκέψις καὶ ἐβλάστησεν ἡ ἐλευθερία.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἰγγλέσης. Διαγράφεται ὡς ἀπών. Ὁ κ. Καφετζόπουλος. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Δελακοβίας.
§223ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§224Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Οὔτε φιλόλογος εἶμαι, Κύριοι, οὔτε ἠσχολήθην ποτὲ μὲ γλωσσικὰ ζητήματα, ἂν δὲ παρέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, καὶ δὴ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ θέματος ὑπὸ πλείστων εὐγλώττων ῥητόρων, πράττω τοῦτο, διότι φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ σοβαρῶς πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ συζητήσῃ ὑπόμνημα ὑποβληθὲν αὐτῇ περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, ζητήματος ἐθνικοῦ, διὰ τὸ ὁποῖον ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικὸν γένος τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνδιαφέρεται. Ἔχομεν ἑπομένως καθῆκον μετ’ ἐνδιαφέροντος, ἀναλόγου πρὸς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ζήτημα, νὰ συζητήσωμεν, καὶ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν περιφρουρήσωμεν ἀπὸ τὴν ὁσημέραι ἐξαπλουμένην ἐπικινδύνως προπαγάνδαν τῶν μαλλιαρῶν. Ἐν πρώτοις δηλῶ, ὅτι μετὰ λύπης μου ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρ’ ἐγκρίτου συναδέλφου, ὃν ὑπερβαλλόντως ἐκτιμῶ, ὅτι τὸ ὑποβληθὲν ὑπόμνημα ἔχουσιν ὑπογράψει ἁπλοϊκοί τινες καὶ πρωτότυποι Κύριοι, τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν. Λέγω μετὰ λύπης, διότι ὁ ἔγκριτος συνάδελφος δὲν ἔπρεπε ν’ ἀγνοῇ ὅτι ἡ κορυφὴ τῆς Ἐκκλησίας, ὁ Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, ὁ κ. Τσιβανόπουλος, ἡ κορυφὴ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ οἱ σοφοὶ Μιστριώτης, Βάσσης, Διομήδης Κυριακός, ὁ Νομάρχης κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου καὶ λοιποί, κάθε ἄλλο εἶναι ἢ ἄνδρες ἁπλοϊκοὶ καὶ πρωτότυποι. Ἄν ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις Πανεπιστήμιον μὲ Εὐρωπαϊκὴν ὑπόληψιν, ὀφείλεται τοῦτο οὐχὶ εἰς τὰς σχολὰς τῆς νομικῆς καὶ ἰατρικῆς, ὧν τὰ χάλια γνωρίζετε, ἀλλ’ εἰς τὴν φιλοσοφικήν, τῆς ὁποίας οἱ καθηγηταὶ καὶ ἰδίᾳ οἱ κ. κ. Μιστριώτης, Βάσσης, Χατζιδάκις, Βερναρδάκης δὲν περιποιοῦσι τιμὴν μόνον εἰς τὸ Πανεπιστήμιόν μας, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι μίαν πνευματικὴν δόξαν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν δι’ ἄνδρας πανθομολογουμένως σοφούς, ἄνδρας γαλουχήσαντας δύο ὅλας γενεὰς τὰ Ἑλληνικὰ γράμματα νὰ λεχθῶσι φράσεις τοιαῦται. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα καὶ εὖγε). Ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἀμύνης τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν γλώσσης δὲν ἐγείρεται μόνον τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἡμῶν, ἀπὸ τῆς ἀκροπόλεως τοῦ Χριστιανισμοῦ μέχρι τῆς πρωτευούσης τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν ἐλπίδων, καὶ μέχρι τῆς ἀκροπόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ὁλόκληρον τὸ γένος ἡμῶν, ἀλύτρωτον καὶ ἐλεύθερον, ἐκπέμπει φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τῶν ἐκ χυδαϊστῶν τῆς γλώσσης καὶ ζητεῖ, ὅπως διὰ συνταγματικῆς διατάξεως φρουρηθῇ ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν γλῶσσα. Αὐτὸς οὗτος ὁ ἐθνάρχης τοῦ Γένους, ὁ πραγματικὸς Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων (παρατεταμένα καὶ ζωηρὰ χειροκροτήματα καὶ εὖγε) μὴ δὲν συνιστᾷ δι’ ἐπιστολῶν του τὴν ἄμυναν τῆς γλώσσης κατὰ τῶν χυδαϊστῶν, οἵτινες ἥπλωσαν τοὺς πλοκάμους αὑτῶν εἰς ὅλα τὰ κέντρα τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Τοὺς σοφοὺς τῆς φιλοσοφικῆς σχολῆς, οὓς ὠνόμασαν ἁπλοϊκούς, δὲν γνωρίζω προσωπικῶς, ἀλλὰ θὰ ἤμην ἀνάξιος τρόφιμος τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, ἐὰν δὲν διεμαρτυρόμην κατὰ τῆς ἀνευλαβοῦς φράσεως ἀγαπητοῦ συναδέλφου πρὸς ἄνδρας, εἰς οὓς ὀφείλομεν μεγαλύτερον σεβασμὸν νὰ ἔχωμεν λόγῳ τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσιῶν των. Ἐφρόνουν καὶ ἐγώ, Κύριοι, ὅτι οἱ μαλλιαροὶ ἔπρεπε μᾶλλον νὰ τυγχάνωσι περιφρονήσεως ἀντὶ προσοχῆς· πρὸ εἰκοσαετίας δ’ ἀκόμη ἐμετροῦντο εἰς τοὺς δακτύλους οἱ ὀπαδοὶ τοῦ Ψυχάρη· δυστυχῶς ὅμως ἐντὸς εἰκοσαετίας ὄχι μόνον ἐπληθύνθησαν, ἀλλὰ καὶ ἐπικινδύνως σήμερον ἀπειλοῦσι τὴν γλῶσσαν τοῦ ἔθνους, διὰ τῆς ὁποίας ἑνοῦται καὶ συνεννοεῖται τὸ ἀλύτρωτον μὲ τὸ ἐλεύθερον Γένος. Σήμερον δὲν εἶναι μόνον ὁ Ψυχάρης καὶ ὁ «Νουμᾶς» του, ἀλλ’ ὑπάρχουσι σχολεῖα ἐν Ἀθήναις καὶ Βόλῳ· σήμερον δυστυχῶς ὀπαδοὶ τῶν μαλλιαρῶν εἶναι ἔγκριτοι συμπολῖται, ἀνώτεροι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, πληθώρα νεαρῶν δημοσιογράφων καὶ σοβαραὶ ἐφημερίδες συμπαθῶς διακείμεναι πρὸς αὐτούς· σήμερον ἐκδίδουσι περιοδικὰ ἐν Ἀθήναις, Κωνσταντινουπόλει, Σμύρνῃ καὶ Αἰγύπτῳ. Σήμερον ἡ προπαγάνδα τῶν ἐν Παρισίοις διὰ τοῦ Ψυχάρη, διδάσκοντος εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ τοῦ Περνώ, ἐν τῇ σχολῇ τῶν Ἀνατολικῶν γλωσσῶν διδάσκοντος τὴν νεοελληνικὴν τοῦ Ψυχάρη, ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα στρεβλώνεται. Εἰς τοὺς Παρισίους οἱ Γάλλοι σπουδασταὶ σπουδάζοντες τὴν Ἑλληνικὴν ἀντὶ τοῦ κρεοπώλης καὶ τοῦ παντοπώλης μανθάνουσι τὰς λέξεις χασάπης καὶ μπακάλης, λέξεις Τουρκικάς, λέξεις οὐδεμίαν σχέσιν ἐχούσας οὔτε μὲ τὴν δημοτικὴν τοῦ Δροσίνη, γλῶσσαν ἀνεκτὴν διὰ τὴν ποίησιν....
§225Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὸ διαβεβαιῶ καὶ ἐγὼ τοῦτο.
§226Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ἀλλὰ μὴ ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ Πάλλης δὲν δαπανᾷ ἀφειδῶς ὑπὲρ τῆς χυδαϊκῆς ταύτης γλώσσης καὶ εἰς ἀπόκτησιν ὀπαδῶν καὶ εἰς ἔκδοσιν συγγραμμάτων καὶ μεταφράσεων; Ἐπικροτῶ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου κ. Φωτήλα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ συστήσῃ διὰ τῆς ἐν Παρισίοις πρεσβείας ὅτι τὰ ἑλληνικὰ τοῦ Ψυχάρη εἶναι πᾶν ἄλλο ἢ νεοελληνικά, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐδίδασκε τοὐλάχιστον ὁ ἀείμνηστος Legrand ἐν τῷ σχολείῳ τῶν Ἀνατολικῶν γλωσσῶν.
§227Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ.......
§228Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Τὰ Εὐαγγελιακὰ πρὸ ἐτῶν δὲν σᾶς πείθουσιν, ὅτι πρέπει νὰ προλάβωμεν δεύτερα τοιαῦτα; Ποῖος ἀγνοεῖ, ὅτι τρεῖς ἐγένοντο συνεδριάσεις ἐν τοῖς Ἀνακτόροις πρὸς μετάφρασιν τοῦ Εὐαγγελίου, συνεδριάσεις πολύωροι καὶ θορυβώδεις, καθ’ ἃς ὁ ἐπίσκοπος Χαλκίδος ἀείμνηστος Δεπάστας ἀπεχώρησε τῆς συνεδρίας ἠγανακτημένος; Ποῖος ἀγνοεῖ τὰ κύρια ἄρθρα τῆς «Ἀκροπόλεως» ὑπὲρ τῆς μεταφράσεως τοῦ Εὐαγγελίου, ἄρθρα προκαλέσαντα τὸ αἱματοκύλισμα τῶν Ἀθηνῶν πρὸ δεκαετίας; Ὅλα ταῦτα δὲν πείθουσιν ἡμᾶς, ὅτι κίνδυνος, ἂν ὄχι ἐν τῷ παρόντι, εἰς τὸ μέλλον τοὐλάχιστον ὑπάρχει, καὶ ὅτι ἐπιβάλλεται χάριν τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας νὰ πατάξωμεν τὸν ἀντεθνικὸν ἀγῶνα τῶν μαλλιαρῶν; Ὅλα τὰ προλεγόμενα τῶν ἐκδόσεων τοῦ Κοραῆ ποιοῦνται χρῆσιν γλώσσης, ἣν σήμερον θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσιν οἱ ὀπαδοὶ τῆς δημοτικῆς, ἀλλὰ τότε πρὸς τί ὅλοι οἱ ἀγῶνες, τοὺς ὁποίους ἔκαμε καθ’ ὅλον τὸν αἰῶνα ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ διὰ τῶν σχολείων της, τῆς δημοσιογραφίας της, τῶν πολιτικῶν καὶ δικαστικῶν ῥητόρων, διὰ νὰ δημιουργηθῇ ἡ σημερινὴ γλῶσσα, ἣν ἅπαντες σήμερον θαυμάζουσι, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν σχεδὸν ἐξέλιπον ὅλαι αἱ ξενικαὶ λέξεις τῶν κατακτητῶν καὶ ἐξηφανίσθησαν σχεδὸν πᾶσαι αἱ τοπικαὶ διαλέξεις καὶ οἱ βαρβαρισμοί; Τὸν μαλλιαρισμόν, Κύριοι, ἐγὼ διὰ τὸ ἀπώτερον θεωρῶ λίαν ἐπικίνδυνον· εἶναι, ὡς λέγει ὁ Καρολίδης, νόσημα ἠθικὸν καὶ κοινωνικόν· εἶναι ὅ,τι ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀσέβεια ἐν τῇ θρησκείᾳ, καὶ τοῦτο, ἐὰν νομίζητε ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν διὰ συνταγματικῆς διατάξεως, διότι τὰ Συντάγματα περιορίζουσι τὴν νομοθετικὴν καὶ διοικητικὴν ἀναρχίαν, ἀλλὰ δὲν ὁρίζουσι φραγμοὺς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, δυνάμεθα ὅμως νὰ ἐξαφανίσωμεν διὰ συστήματος τῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπερ νομίζομεν ὠφέλιμον εἰς τὸ ἔθνος. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι εἰς τὸ 16ον ἄρθρον, ὅπερ λέγει «ὅτι ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ ἐκπαιδευτικὰ καταστήματα συμμορφούμενος μὲ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους», πρέπει νὰ προστεθῇ· «ἀπαγορεύεται ὅμως ὁ ἀποκλεισμὸς εἰς τε τὰ δημόσια καὶ ἰδιωτικὰ ταῦτα σχολεῖα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, κατὰ τὸ ὑπὸ τῆς ἐπισήμου ὑπηρεσίας ἀνεγνωρισμένον ἰδίωμα αὐτῆς· ἡ παράβασις συνεπάγεται τὴν διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως παῦσιν τοῦ διδάσκοντος καὶ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ 10 ἔτη». Τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὴν Ὀρθόδοξον Ἐκκλησίαν πολλάκις, Κύριοι, ἠπείλησαν οἱ ἐχθροὶ τούτου, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, καταστρέφοντι τὸν λόγον μου, ν’ ἀναφέρω ὑμῖν καὶ ἄλλην ἐποχήν, καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐν τῇ Δύσει ὑπέστη μέγιστον καταδιωγμόν. Ἀλλὰ καὶ τότε, ὡς σήμερον, ὑπῆρξαν οἱ μεγάλοι τοῦ Γένους διδάσκαλοι, οἱ ἐπιφανεῖς ἐκεῖνοι λογάδες καὶ Χρυσόστομοι, οἵτινες καὶ διὰ τῆς γραφίδος καὶ διὰ τῆς γλώσσης ἠγωνίσθησαν τὸν καλὸν καὶ ἐθνικὸν ἀγῶνα, καὶ ἡ γλῶσσα ἡμῶν καὶ ἡ θρησκεία, οἱ δύο οὗτοι πόλοι τῆς ὑπάρξεώς μας, ἐξῆλθον νικήτριαι. Τὸ κειμήλιον δὲ τοῦτο τὸ ἐθνικὸν ἔχομεν καθῆκον νὰ φρουρῶμεν ἐφ’ ὅσον ὑπάρχομεν ὡς ἔθνος. Ἡ ἐποχή, ἣν ἀναφέρω, εἶναι ὁ ἐκ τοῦ Ἐράσμου κίνδυνος. Ἰδοὺ δὲ πῶς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἔγραφεν εἷς τῶν πρώτων κληρικῶν τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς γλώσσης καὶ τοῦ Γένους ἡμῶν: «Οὕτως οἱ Ἕλληνες διέμειναν διὰ παντὸς σταθεροὶ καὶ εἰς τῆς πατρῴας εὐσεβείας τὰ δόγματα καὶ εἰς τὴν ἁγιότητα τῆς λεκτικῆς αὐτῶν ὀρθότητος· καὶ οὔτε ἀπὸ τὰς περὶ τὴν Πίστιν τυραννικὰς καταδρομὰς ἢ τὰς ὑπὸ τῶν σχισμάτων σκευωρίας ἐνικήθησαν, οὔτε ἀπὸ τὰς περὶ τὴν προφορὰν τῆς πατροπαραδότου γλώσσης ξενικὰς καινοτομίας ἐταράχθησαν. Πολυπαθεῖς καὶ γενναῖοι δοξάζουσι τὸν Θεὸν ἁπανταχοῦ ταυτοφώνως καὶ ὁμοτόνως κατὰ τὰ πάτρια δόγματα καὶ ἔθιμα. Εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Ἀσίαν, εἰς πᾶσαν χώραν τῆς Οἰκουμένης, πρὸς ἀνατολάς, πρὸς δυσμὰς καὶ νότον καὶ βορρᾶν, ὅπου ὑπάρχει Ἑλληνικὴ ἐκκλησία, μὲ τὴν αὐτὴν προφορὰν καὶ προσωδίαν ἀπαραλλάκτως ἐκφωνοῦνται ὑπό τε τῶν ἰδιωτῶν καὶ τῶν πεπαιδευμένων ἁπάντων αἱ προσευχαί. Καὶ αὐτὴ ἡ τῶν ἔξω τῆς Ἑλλάδος ἁγίων τόπων, τοῦ Σινᾶ καὶ τῆς Ἱερουσαλήμ, πολυχρόνιος αἰχμαλωσία δὲν ἠμπόρεσεν ἐν μέσῳ τοῦ λυσσῶντος Ἀραβισμοῦ νὰ μεταβάλῃ μηδὲ μίαν κεραίαν τῆς Ἑλληνικῆς προφορᾶς καὶ γλώσσης. Ναοὶ καὶ σχολαὶ καὶ βιβλιοθῆκαι γίνονται πυρὸς ἢ χειρὸς ἐχθρῶν παρανάλωμα, πόλεις καὶ βασιλεῖαι καταστρέφονται ἐκ θεμελίων, τέχναι καὶ ἐπιστῆμαι παρακμάζουσι καὶ παντάπασιν ἀφανίζονται, ἀλλ’ ἡ ἱερὰ γλῶσσα διατηρεῖται ἄθικτος καὶ ἀκήρατος ἐν μέσῳ τῆς ἐλευθερίας καὶ ὑψηλῆς τῶν θείων ἐννοιῶν πολιτείας, διασώζουσα τὸν χαρακτῆρα τῆς ἀφθαρσίας τοῦ αἰωνίου Ὄντος, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἀληθινὴν λατρείαν εἶναι διὰ παντὸς ἀφιερωμένη». Οὕτως ἔγραφεν, ἀπευθυνόμενος πρὸς τὴν Ἑλληνίδα νεότητα καὶ τὴν φιλέλληνα νεολαίαν τῆς Ῥωσίας εἷς τῶν πρώτων καὶ σοφῶν λογάδων τοῦ Γένους, ὁ Κωνσταντῖνος Οἰκονόμου ὁ ἐξ Οἰκονόμων, ὅτε πρὸ αἰῶνος περίπου ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐν τῇ Δύσει ὑφίστατο ἄλλην τότε γλωσσικὴν κρίσιν, τὴν τοῦ Ἐράσμου (περὶ τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης Κεφ. Ἀνακεφ. σελ. 752). Ἐπιτρέψατέ μοι τελευτῶντι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οἱ μαλλιαροὶ τὴν σπονδυλικὴν στήλην ὀνομάζουσι ῥαχόσκοινον· ὄντως ἡ μετάφρασις τῆς λέξεως ταύτης εἶναι ἐπιτυχής, διότι εἰς τὴν ῥάχιν τῶν μαλλιαρῶν προσαρμόζεται, διότι πράγματι ῥαχόσκοινον τοῖς χρειάζεται (παρατεταμένα χειροκροτήματα, καὶ εὖγε).
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραπᾶνος. Ἀπών. Διαγράφεται.
§230Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, ἵνα ἐκφράσω τὴν κατάπληξίν μου, ὅτι εὑρέθησαν ἄνδρες σοβαροὶ καὶ σπουδαῖοι ὑποβαλόντες τὴν ἀναφοράν, τὴν ὑποβληθεῖσαν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐζήτησα δ’ ἐπίσης τὸν λόγον, ἵνα ἐκφράσω τὴν ὀδύνην μου, ὅτι εὑρέθησαν Βουλευταὶ οἰκειοποιηθέντες τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ μεταβαλόντες αὐτὴν εἰς συνταγματικὴν πρότασιν. Νομίζω δὲ ἀκραδάντως ὅτι ὑπὸ τὴν αὐτὴν κατάπληξιν διατελεῖ, ἂν οὐχὶ ἡ μείζων, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἡ ὀρθῶς κρίνουσα μερὶς τῆς Βουλῆς.
§231Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶσθε καὶ σεῖς ἐχθρὸς τῆς καθαρευούσης.
§232Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἐκφράσω τὴν κατάπληξίν μου, διότι ἐστάλη εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην τοῦ ἔθνους ἀναφορά, διὰ τῆς ὁποίας καθορίζονται καὶ διαγράφονται οἱ κανόνες, καθ’ οὓς πρέπει ἡ Ἑλλὰς μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων νὰ σκέπτηται, νὰ βουλεύηται, νὰ γράφῃ, νὰ ὁμιλῇ. Διότι νομίζω καὶ ἀκραδάντως πιστεύω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης ἐν τῇ Βουλῇ ἀποτελεῖ μελαγχολικὴν καὶ θλιβερὰν ἀστειότητα. Πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, ὡς καὶ ὑπ’ ἄλλων ἤδη ἐλέχθη, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα δὲν λύονται διὰ θετῶν νόμων, ἀλλὰ διὰ τῆς ἀενάου ἀνὰ τοὺς αἰῶνας ἐξελίξεως, καὶ ὅτι οὐδεὶς εἶναι τόσον μέγας καὶ ὑψηλός, οὔτε αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε νὰ θέσῃ δεσμοὺς εἰς τὴν πρόοδον τῆς γλώσσης. Τοιοῦτοι δεσμοὶ μοὶ ὑπενθυμίζουσι τοὺς σκοτεινοὺς χρόνους τοῦ μεσαίωνος, οὐδὲν δὲ παράδειγμα τοιούτου ἀνοήτου φραγμοῦ ἀναφέρει ἡ ἱστορία τῶν ἐλευθέρων Κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ζητοῦσι διὰ τῆς ἀναφορᾶς, ὅπως καθορισθῇ ἡ καθαρεύουσα γλῶσσα ὡς γλῶσσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὀφείλω, κύριοι Βουλευταί, ἐν πρώτοις νὰ δηλώσω ὅτι εἰς οὐδὲν ἀνήκω ἰδίωμα καὶ οὐδέποτε ἀνῆκον ἐκ πεποιθήσεως οὔτε εἰς τὴν καθαρεύουσαν οὔτε εἰς τὴν δημοτικήν, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἀνήκω εἰς τὴν μαλλιαρήν, τὴν ὁποίαν ἐπισείουσι δολίως καὶ προβάλλουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὰς ἰδίας αὑτῶν γλωσσικὰς πεποιθήσεις θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσιν ἐπὶ τοῦ λαοῦ κατὰ καταχθόνιον καὶ δημαγωγικὸν τρόπον καὶ διαστρέφουσι τὰ πράγματα, παριστῶντες τὴν δημοτικήν, τὴν ἀληθῆ ταύτην γλῶσσαν ἑκατομμυρίων Ἑλλήνων ὡς τὴν μαλλιαρὴν γλῶσσαν, δηλαδὴ ὡς τὸ ψευδές, τὸ μὴ ζῶν, τὸ τεχνητὸν αὐτὸ κατασκεύασμα σπουδαίων μὲν ἐν τοῖς πλείστοις, ἀλλὰ δεινῶς πλανωμένων ἀτόμων. Ἐξ ἀνατροφῆς καὶ μορφώσεως, κύριοι συνάδελφοι, μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταχειρισθῶ καὶ σχεδὸν νὰ διανοηθῶ εἰς ἄλλην γλῶσσαν ἢ τὴν καθαρεύουσαν. Ἀλλὰ πολλάκις ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ τὸ ἐρώτημα: καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἀναλλοίωτοι νόμοι οἱ διέποντες τὴν καθαρεύουσαν καὶ χωρίζοντες αὐτὴν ἐντελῶς ἀπὸ τῆς δημοτικῆς γλώσσης;
§233Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὑπάρχουσι μερικοί.
§234Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Παρακολουθῶν ἐπὶ ἔτη τὴν γλωσσικὴν ἐξέλιξιν παρατηρῶ ὅτι τοιοῦτοι ἀναλλοίωτοι νόμοι δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε διὰ τὴν καθαρεύουσαν οὔτε διὰ τὴν δημοτικήν. Τύποι καὶ γλωσσικὰ ἰδιώματα τῆς καθαρευούσης ἐγένοντο κτῆμα τῆς δημοτικῆς, ὡσαύτως δὲ τύποι καὶ ἰδιώματα τῆς δημοτικῆς ἐγένοντο ἀναφαίρετον κτῆμα τῆς καθαρευούσης γλώσσης. Ἀλλ’ ὅμως εἶμαι ἀκραδάντως πεπεισμένος, εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος, Κύριοι, καὶ ὀφείλω τούτου ἕνεκα δημοσίᾳ νὰ διακηρύξω, ὅτι κατ’ ἐμὲ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἶναι ἀνεπαρκέσταται ἀμφότεραι αὗται αἱ γλῶσσαι, καὶ ἡ καθαρεύουσα καὶ ἡ δημοτική. Θεωρῶ τελείως ἀνεπαρκῆ τὴν καθαρεύουσαν, οὐχὶ διὰ νὰ ἐκφράσῃ τὴν διάνοιαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, διότι ταύτην δύναται τελείως νὰ ἐκφράσῃ ἡ καθαρεύουσα, ἀλλὰ διότι ἐπείσθην μετὰ μακρᾶς σειρᾶς ἐτῶν παρατηρήσεις, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον ἡ καρδία καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ ἔθνους νὰ ἐκφρασθῇ διὰ γλώσσης, τὴν ὁποίαν ἐννοοῦσι τελείως, ἀλλ’ ἀμυδρῶς αἰσθάνονται, μόνον ἐκεῖνοι, ὅσοι ηὐτύχησαν ἐνδελεχῶς καὶ ἐπὶ μακρὰ ἔτη νὰ σπουδάσωσιν εἰς τὰ ἀνώτερα σχολεῖα. Καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον ἐπείσθην, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ προοδεύσῃ τὸ Ἑλληνικὸν γένος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἀπὸ τοὺς σπουδάσαντας εἰς τὰ ἀνώτερα σχολεῖα, ἐὰν ἡ καθαρεύουσα αὐτοῦ γλῶσσα, ὁ γραπτὸς δηλαδὴ λόγος, διὰ τοῦ ὁποίου διαδίδεται ἡ γνῶσις, προάγεται ἡ σκέψις καὶ συντελεῖται ἡ ἀληθὴς μόρφωσις, δὲν ὑποστῇ τοιαύτην ἐξέλιξιν, δὲν κατέλθῃ πρὸς τὴν δημοτικήν...
§235ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§236Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. ... ὥστε νὰ γίνῃ κτῆμα κοινὸν σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τοῦ ἔθνους τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην οὐχὶ γραμμάτων, ἀλλὰ μορφώσεως τοῦ στοιχειώδους νοῦ καὶ τῆς καρδίας, τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀποτελεῖται μόνον ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον νὰ εὐτυχήσωσιν, ὅπως ἀποκτήσωσιν ἀπολυτήρια καὶ διπλώματα. Ἐπείσθην ὅμως ἐπίσης ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ δημοτικὴ γλῶσσα, καὶ ἐὰν τελείως ἀνταποκρίνηται πρὸς τὴν ψυχὴν καὶ τὴν καρδίαν τοῦ ἔθνους, εἶναι ἀνεπαρκὴς νὰ ἐκφράσῃ τὴν διάνοιαν αὐτοῦ, καὶ ὅτι ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιβληθῇ, ἐὰν δὲν προσεταιρισθῇ στοιχεῖα τῆς καθαρευούσης, τῆς γλώσσης δηλαδὴ ἐκείνης, ἡ ὁποία καὶ αὕτη ἔχει ἱστορικὰ δικαιώματα καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν μεγάλων καὶ πολλῶν τάξεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἔχω δὲ ἕνα μέγαν πόθον, πόθον ὅστις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπληρωθῇ μόνον ὅταν οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ ζωῇ. Ἔχω τὸ ὄνειρον νὰ ἴδω παλαιούσας, ἐξελισσομένας καὶ τέλους συμφιλιουμένας τὰς δύο ταύτας ἀληθεῖς καὶ ζώσας γλώσσας, τὰ πλεῖστα ἐχούσας ἱστορικὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, συμφιλιουμένας μετὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ὁπόταν ἴσως δὲν θὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ ἡ ἀνάμνησις τῶν ὀστέων μας, καὶ συνηνωμένας εἰς μίαν μεγάλην, κοινὴν καὶ ἀδιαίρετον ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Διότι εἶναι ἀναντίρρητον καὶ πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν— ἐὰν δὲ δὲν τὸ ἐννοήσωμεν, κατεστράφημεν κατὰ κράτος— ὅτι οὐδέποτε εἰς οὐδένα αἰῶνα ἡ γλῶσσα ἀπετέλεσε σκοπὸν τοῦ βίου τῶν ἐθνῶν, ἀλλὰ τὸ μέσον, τὸ κύριον μέσον, δι’ οὗ προήχθησαν οἱ λαοί. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προαχθῇ λαός τις μεταχειριζόμενος γλῶσσαν, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσθανθῇ αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν; Ἐθνικὴ εἶναι μόνον ἡ γλῶσσα, ἡ ὁποία ἐκφράζει ὄχι μόνον τὴν διάνοιαν τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ τὴν καρδίαν καὶ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ. Τοιαύτην ὅμως γλῶσσαν δὲν ἔχομεν ἀκόμη· τοιαύτη γλῶσσα εἶναι δυνατὸν νὰ μορφωθῇ μόνον ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ ἐλεύθερον οὐρανὸν καὶ ἐν φιλοτίμῳ ἁμίλλῃ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Κατηγόρησαν ἡμᾶς ὡς μέλη τοῦ «Ἐκπαιδευτικοῦ Ὁμίλου»...
§237ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ναί, ναί.
§238Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. .. Καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι, ἐνῷ μᾶς κατηγόρησαν διὰ τοῦτο, ἐγὼ τοὐλάχιστον αἰσθάνομαι, ὅτι ἡ συμμετοχή μου εἰς τὸν «Ἐκπαιδευτικὸν Ὅμιλον» εἶναι ἡ εὐγενεστέρα πρᾶξις τῆς ζωῆς μου, διὰ τὴν ὁποίαν σεμνύνομαι καὶ θὰ ἐξακολουθῶ νὰ σεμνύνωμαι.
§239ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε!
§240Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διότι πρέπει νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι οὐδέποτε ὁ «Ἐκπαιδευτικὸς Ὅμιλος», οὐδέποτε τὸ Πρότυπον σχολεῖον ἐσκέφθη νὰ δημιουργήσῃ γλωσσικὰ ζητήματα. Νομίζω δέ, ὅτι ἐκφράζω τὴν διαμαρτυρίαν τῶν ἱδρυτῶν τοῦ Προτύπου σχολείου, ἂν εἴπω, ὅτι ὁ μόνος πόθος, ὅστις ἥνωσεν ἡμᾶς ἐπὶ τὸ αὐτό, ἦτο ἡ ἀναμόρφωσις τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος· καὶ βεβαίως οὐδεὶς θὰ εὑρεθῇ, οὐδ’ αὐτὸς ὁ κύριος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, ὅστις ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ εἶναι μᾶλλον ἡμῶν ὑπόχρεος νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα, οὐδείς, λέγω, ἐν συνειδήσει θὰ τολμήσῃ νὰ συζητήσῃ καὶ ἐν καλῇ πίστει νά εἴπῃ, ὅτι τὰ ἐκπαιδευτικὰ ἡμῶν πράγματα ἔχουσι καλῶς. Ποῖος ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι τὸ δημοτικὸν σχολεῖον, ὡς ἔχει, ἀντὶ νὰ προαγάγῃ τὸ ἔθνος, καταστρέφει αὐτὸ κυριολεκτικῶς; Ποῖος θὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἐν τῷ δημοτικῷ σχολείῳ τὰ παιδιὰ τυφλώνονται; Ποῖος θὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ μόρφωσις ἡ διδομένη εἰς τὰ παιδιά μας εἰς τὰ δημοτικὰ σχολεῖα εἶναι ἡ πρέπουσα;
§241Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἄλλο μόρφωσις καὶ ἄλλο γλῶσσα.
§242Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἔχω τὸ εὐτύχημα νὰ εἶμαι οἰκογενειάρχης καὶ νὰ ἔχω τέκνα, εἰς οὐδένα δὲ ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα νὰ νομίζῃ, ὅτι δύναται νὰ ἀγαπᾷ καὶ νὰ μεριμνᾷ περισσότερον ἐμοῦ διὰ τὰ τέκνα μου. Ἐγὼ δέ, ὁ ὁποῖος δυστυχῶς δὲν ἔχω πλέον τὴν ἡλικίαν, ὥστε νὰ ἀποσταλῶ εἰς καλλίτερον δημοτικὸν σχολεῖον, θὰ στείλω τὰ τέκνα μου εἰς ἐκεῖνο τὸ σχολεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ παρέχῃ τὰς ἐγγυήσεις, ὅτι ἡ κατωτέρα στοιχειώδης παιδεία καὶ ἡ μόρφωσις τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδίας των εἶναι ἀνταξία τῶν σημερινῶν ἀπαιτήσεων τῆς ζωῆς. Σᾶς δηλῶ καὶ πάλιν, καὶ τὸ λέγω, οὐχὶ διὰ νὰ ὑπερασπίσω τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ Πρότυπον ἑλληνικὸν σχολεῖον, διότι ἀκραδάντως νομίζω ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀνάγκην ὑπερασπίσεως, διότι, τονίζω, καὶ οὗτοι, συγκρινόμενοι πρὸς τοὺς ἀντιθέτους, ἔχουσι τοὐλάχιστον τὴν αὐτὴν φιλοπατρίαν, τὸν αὐτὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν καὶ τὴν αὐτὴν τάσιν πρὸς τὴν πρόοδον, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἱδρυσάντων τὸ σχολεῖον, ὅτι σκοπὸς αὐτοῦ ἦτο οὐχὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον γλωσσικόν, ἀλλὰ πρότυπον ἐκπαιδευτικὸν σχολεῖον. Ἂς μοῦ ἐπιτρέψωσι δὲ οἱ κύριοι ἐκ Λακωνίας Βουλευταί, ὅπως, ἐκφράζων γνώμην περὶ τῆς διδακτέας ἐν τῷ Προτύπῳ δημοτικῷ σχολείῳ γλώσσης, παρεκκλίνω τῆς ἐντελῶς ἀδιαλλάκτου γνώμης αὐτῶν, διότι πρέπει νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ προαχθῇ τὸ Δημοτικὸν σχολεῖον ἐν Ἑλλάδι, ἐφ’ ὅσον ἐν αὐτῷ διδάσκεται ἡ ἀμιγὴς καθαρεύουσα. Εἰς τὰ σχολεῖα ἐκεῖνα πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ διδαχθῇ γλῶσσα ἁπλουστέρα, διότι τοιαύτη εἶναι καὶ ἡ διάνοια τοῦ παιδίου καὶ τοιαύτη ἡ ἐν τῷ οἴκῳ προπαρασκευὴ αὐτοῦ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐννοήσωσι τὰ τέκνα μας καὶ νὰ αἰσθανθῶσι τὰ διδασκόμενα, ἐὰν ἡ διδασκαλία δὲν γίνεται κατὰ σύστημα ἁπλούστερον, ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν πέριξ αὐτῶν παλλομένην ζωήν· εἶναι δὲ ἀδύνατον τὸ σύστημα τοῦτο νὰ βασισθῇ ἐπὶ τῆς ἀμιγοῦς καθαρευούσης, ἡ ὁποία εἶναι γλῶσσα τῶν ὀλίγων, τῶν φωτισμένων, καὶ ἀπέχει πολὺ τῆς στοιχειώδους διανοίας τῶν μικρῶν παιδιῶν μας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκρούσω καὶ τὴν ἑτέραν κατηγορίαν, ἡ ὁποία ἀπεδόθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τῆς Βουλῆς, καὶ λυποῦμαι, διότι ἡ κατηγορία αὕτη ἀπεδόθη πρὸς ἡμᾶς ὁμοιοτύπως καὶ στερεοτύπως ὑπὸ διαφόρων προλαλησάντων. Κατηγορήθημεν ἅπαντες ἡμεῖς, οἱ μὴ ἀσπαζόμενοι τὸ ἀναμάρτητον τῆς καθαρευούσης, ὅτι διαφθείρομεν ἢ τείνομεν νὰ διαφθείρωμεν καὶ τὴν θρησκείαν ἡμῶν. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ μὴ εἴπῃ τις κενὰς λέξεις, νὰ μὴ εἴπῃ λέξεις καὶ μόνον λέξεις, εἴπατέ μοι, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ, εἰς ποίαν συνάφειαν εὑρίσκεται ἡ θρησκεία ἡμῶν πρὸς τὴν ἁπλοποίησιν τῆς γραφομένης γλώσσης, πρὸς τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ ἔθνος ἡμῶν πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν καὶ μόνην κοινὴν καὶ ἀδιαίρετον ἑλληνικὴν γλῶσσαν;
§243ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως;
§244ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι! Ὄχι!
§245Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Καὶ ποίας, Κύριοι, ἀποδείξεις ἔφεραν ἐνώπιον ὑμῶν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατηγόρησαν ἡμᾶς ἐπὶ ἀρνήσει τῆς θρησκείας ἡμῶν;...
§246Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τὸ Δελτίον.
§247Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μήπως ἐνόμισαν, ὅτι αὐτοὶ ἔχουσι τὸ προνόμιον νὰ προάγωσι τὴν θρησκείαν καὶ νὰ σέβωνται τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον; Ἐγὼ λέγω—καὶ διερμηνεύω ἐν τούτῳ τὰς γνώμας ἡμῶν ὅλων—ὅτι εἰς οὐδένα ἐξ ὑμῶν ἀναγνωρίζομεν μείζονα σεβασμὸν καὶ μείζονα μέριμναν πρὸς προστασίαν τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς θρησκείας. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει τὴν ἀνεξιθρησκίαν, καὶ τούτου ἕνεκα ἀναγνωρίζονται καὶ πᾶσαι αἱ λοιπαὶ ἀνεγνωρισμέναι θρησκεῖαι, θέλετε, Κύριοι, νὰ ἔλθητε σεῖς καὶ νὰ θέσητε διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα αὐστηροτέραν καὶ αὐτῆς τῆς περὶ θρησκείας διατάξεως, καὶ θέλετε νὰ ἐξοβελίσητε διὰ παντὸς τὴν ἀνεγνωρισμένην γλῶσσαν τοῦ λαοῦ, τὴν γλῶσσαν τὴν λαλουμένην, τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία ἔζησεν ἐπὶ ἑκατονταετηρίδας, τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία θὰ ζήσῃ, καὶ ἐὰν τεθῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα οἱαιδήποτε μωραὶ καὶ ἀνόητοι διατάξεις ἐναντίον αὐτῆς;...
§248Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Αὐτὴν τὴν γλῶσσαν ὁμιλεῖτε;
§249Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Πράττετε δὲ τοῦτο ἀκολουθοῦντες τὰς ἰδίας τάσεις καὶ κλίσεις καὶ παραπλανῶντες ἀσεβῶς τὸν λαόν, διὰ νὰ ἐπιβάλητε τὰς ἰδίας σας γνώμας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ἄλλο εἶναι τὸ ὕπατον καθῆκον τῶν Βουλευτῶν καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἡγοῦνται ἢ τῳόντι ἡγοῦνται εἰς τὰ γράμματα καὶ τὰς ἐπιστήμας. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δικαιοῦται νὰ ἀκολουθήσῃ τὰς ἰδίας προσωπικὰς κλίσεις καὶ τάσεις, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἀποβλέπῃ πάντοτε εἰς τὸ γενικώτερον συμφέρον τοῦ ἔθνους, καὶ θυσιάζων πολλάκις τὰς ἰδίας αὐτοῦ συμπαθείας. Καὶ πρὸς τὸ γενικώτερον τοῦτο συμφέρον ἀποβλέπω ἐγώ, ὁ ὁποῖος καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάγω, ὅτι οὐδέποτε θὰ δυνηθῶ, καὶ ἂν θελήσω, νὰ γράψω καὶ νὰ προσοικειωθῶ διάφορον τῆς καθαρευούσης γλῶσσαν.
§250Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζομεν.
§251Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, καὶ πάλιν λέγω, ὅτι θὰ ἦτο ἄρνησις κυριολεκτικῶς τῆς ἐλευθερίας, ἂν ἠθέλομεν θέσει ἐν τῷ Συντάγματι τοιαύτην διάταξιν, δι’ ἧς νὰ ἀναγνωρίζηται ἡ καθαρεύουσα ὡς ἡ γλῶσσα τοῦ Κράτους.
§252Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς ἡ ἐπίσημος.
§253Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ ἦτο ἄρνησις τῆς ἐλευθερίας, Κύριοι, ὄχι μόνον διὰ τὸ περιεχόμενον τοιαύτης διατάξεως, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ψυχολογικὴν στιγμὴν καὶ τὴν ψυχολογικὴν βίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῷ Συντάγματι. Καὶ ἡ Βουλὴ αὕτη, ἡ πρώτη Βουλὴ ἡ κληθεῖσα μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν, θέλει στιγματίσει ἑαυτήν, ἂν ἡ πρώτη πρᾶξις, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκάμνομεν, θὰ ἦτο ἡ ἄρνησις τῆς ἐλευθερίας. (Διαμαρτυρίαι).
§254Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Θὰ τιμήσῃ ἑαυτήν.
§255Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ζητεῖτε, Κύριοι, νὰ τεθῇ συνταγματικὴ διάταξις, ἡ ὁποία οὐδένα ἄλλον προορισμὸν ἔχει παρὰ μόνον διακανονισμὸν ὡρισμένης γλώσσης ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ. Ἀλλὰ μήπως ἐκ τῶν κειμένων νόμων δὲν ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις; Καὶ βεβαίως εἶναι σφάλμα οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, ἂν μέχρι τοῦδε, ἂν καὶ ἐφ’ ὅσον παρουσιάσθησαν περιπτώσεις, δὲν ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτῆς. Θὰ ἦτο τὸ στοιχειῶδες καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ ἁρμοδίου, ἄν ποτε ἀντιληφθῇ ὅτι ὑπάλληλός τις δὲν μεταχειρίζεται τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, ἡ ὁποία καθιερώθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ ὅτι καθίσταται πολέμιος τῆς γλώσσης ταύτης, νὰ φέρῃ τὸν ὑπάλληλον εἰς τὴν κανονικὴν τροχιὰν ἢ νὰ τὸν ἀπολύσῃ. Δὲν νομίζετε ὅτι ὁ Ὑπουργός, ὁ ἔχων τὴν πειθαρχικὴν ἐποπτείαν, δύναται νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν τοιαύτην γλῶσσαν ὡς παράβασιν τῆς ὀφειλομένης πειθαρχίας; Καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν θεωρῶ, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λακωνίας, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τοὺς θορυβοῦντας, οὐδένα λόγον ὑπάρξεως ἔχει. Ἡ πρότασις αὐτὴ εὐφυῶς ἐγένετο ὑπὸ πολιτικὸν τύπον, διὰ νὰ μὴ προταχθῇ ἡ πρότασις ἡ ἄλλη, ἡ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ ἐγένετο ἡ πρότασις αὐτή, διὰ νὰ ἀφαρπάσῃ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ψευδῶς παριστῶσιν, ὅτι εὑρέθησαν δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι μετεχειρίσθησαν γλῶσσαν ἀλλοίαν ἐν δημοσίοις ἐγγράφοις. Διαβάλλουσι δὲ καὶ συκοφαντοῦσιν, ἵνα ἐπιτύχωσιν οἱανδήποτε περὶ γλώσσης διάταξιν, διὰ νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ ἔθνους ἠθέλησε τὸν περιορισμὸν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς γλώσσης καὶ ἐπεδοκίμασε τὰς γλωσσικὰς αὐτῆς συνηθείας. Ἀλλ’ ὅμως ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους εἶναι τοιαύτη, Κύριοι, ὥστε εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν τοιαύτην διάταξιν, ἀναιροῦσαν αὐτὴν ταύτην τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα ἐν τοιούτῳ καιρῷ, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐμφωλεύουσι καὶ καιροφυλακτοῦσιν ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τῆς δημιουργηθείσης νέας καταστάσεως.
§256Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Εἶναι πολιτικὸς σκοπός· ὁ Μιστριώτης εἶναι ὄργανον.
§257Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶμεν τοιαύτην διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀνόητον καὶ μωρὸν κατασκεύασμα ἀνοήτων γλωσσοληπτῶν, οἵτινες ἐκμεταλλεύονται ἀνοσίως τὴν θρησκείαν καὶ τὸν ἁγνὸν πατριωτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τοὺς ὁποίους ἐκμεταλλεύονται ὅλοι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐδημιούργησαν τὴν κατάστασιν τοῦ παρελθόντος. Αὐτοὺς ὅμως ἐστιγμάτισεν ἡ νέα κατάστασις, ὑφ’ ἣν συνεκλήθη ἡ παροῦσα Βουλή, καὶ νομίζω ὅτι θὰ τοὺς στιγματίσῃ καὶ πάλιν, ἀποδοκιμάζουσα τὰς ἀντεθνικὰς αὐτῶν προσπαθείας. (Χειροκροτήματα).
§258Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑπόχρεον ὡς ἐκ τῆς ἐπαγγελματικῆς ἰδιότητος, τὴν ὁποίαν τέως εἶχον, νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως ταύτης, ἵνα εἴπω τὴν ἐμὴν γνώμην περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ἀληθῶς γλωσσικοῦ ζητήματος, γνώμην ἀπορρέουσαν ἐκ μελέτης καὶ πείρας μακρᾶς, καθόσον ὑπηρετήσας ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν ὁλόκληρον εἰς πάσας τὰς βαθμίδας τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως παρηκολούθησα, ὡς εἰκός, μετ’ ἐνδιαφέροντος ἐπαγγελματικοῦ καὶ προσοχῆς πολλῆς τὰς καὶ μέχρι διασαλεύσεως τῆς δημοσίας τάξεως ἐξικομένας ἄλλοτε γλωσσικὰς διαμάχας, τὰς ἀντεγκλήσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τῶν φανατικῶν ὀπαδῶν τοῦ χυδαϊσμοῦ καὶ τῶν θερμῶν τῆς καθαρευούσης ὑπερασπιστῶν. Ὡς ἐκ τούτου ἠδυνήθην νὰ σχηματίσω ἀσφαλῆ τὴν γνώμην καὶ στερρὰν τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἔργον, ὅπερ μετὰ παραλόγου πείσματος νεοφωτίστων ἀπεργάζονται οἱ χυδαϊσταί, οἱ μαλλιαροὶ ἐπικληθέντες, εἶναι οὐ μόνον ἀνόσιον καὶ ἀντεθνικόν, ἀλλὰ καὶ ἐπιζημιώτατον ἀπὸ ἐθνολογικῆς ἀπόψεως, τεῖνον νὰ φθείρῃ καὶ τέλεον καταστρέψῃ κεκτημένον ἐθνικὸν ἀγαθόν, ὄντως ἀνεκτίμητον καὶ πολλοῦ ἄξιον, οἷον εἶναι ἡ μόρφωσις καὶ καθολικὴ σχεδὸν χρῆσις τῆς καθαρευούσης γλώσσης, ὑπὸ τὸν σημερινὸν αὐτῆς τύπον τὸν ἀδιαλείπτως τελειούμενον. Χαίρω, κύριοι Βουλευταί, βλέπων μετὰ πόσης σοβαρότητος ἐπελήφθη τοῦ ἐθνικωτάτου τούτου ζητήματος ἡ Διπλῆ αὕτη Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ ὁμολογῶ, ὅτι μετ’ ἀνακουφίσεως εὐχαρίστου εἶδον τόσους ἐπιλέκτους συναδέλφους παρελάσαντας ἀπὸ τοῦ πανελληνίου τούτου βήματος, ἀναπτύξαντας αὐτὸ μετ’ εὐγλωττίας καὶ ἐπιχειρημάτων ἀκαταμαχήτων καὶ ὑποδείξαντας τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως ἐπὶ τέλους μέτρων αὐστηρῶν κατὰ τῶν χυδαϊστῶν, τῶν ἀνεπιγνώστως ἴσως ἐπιζητούντων τὴν διάσπασιν καὶ τὸν ὄλεθρον τῆς ἡμετέρας φυλῆς διὰ τῆς βεβήλου φθορᾶς, ἣν κατὰ τῆς ἐθνικῆς γλώσσης ἀπὸ τριακονταετίας περίπου ἀποπειρῶνται. Διότι εἰς τοιοῦτον ὀλέθριον ἀποτέλεσμα ἄγουσιν ἡ ὑπονομευτικὴ τῶν χυδαϊστῶν ἐργασία καὶ αἱ ἄκαρποι εὐτυχῶς ἄχρι τοῦδε προσπάθειαι αὐτῶν πρὸς εἰσαγωγὴν καὶ ἐπικράτησιν τοῦ γελοίου, ἀλλοκότου καὶ ἀκαταλήπτου γλωσσικοῦ ἰδιώματος, ὅπερ ἡ νοσηρὰ αὐτῶν διάνοια ἐξεκόλαψε καὶ τὸ ὁποῖον παντὶ σθένει καὶ πάσῃ μηχανῇ ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωσιν ὡς ζωντανὴν δῆθεν γλῶσσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔτι δὲ μᾶλλον χαίρω, διότι ἄνδρες διαπρεπῆ κατέχοντες θέσιν ἐν τοῖς γράμμασι, τῇ πολιτείᾳ καὶ τῇ κοινωνίᾳ, ὧν ἡγεῖται ὁ ἐπιφανὴς τῶν Ἑλληνικῶν γραμμάτων καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κ. Γ. Μιστριώτης, σθεναρῶς ὑπὲρ τῆς πατρίου γλώσσης ἀμυνόμενοι, ἀπετέλεσαν τὴν μεγάλην ἐπιτροπείαν, ἥτις ἐπέδωκε τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ τῆς Βουλῆς τὴν ἀναφοράν, ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὁποίας ἀνεκινήθη λίαν ἐπικαίρως καὶ ἐν τῷ ἐθνικῷ τούτῳ περιβόλῳ τὸ ζωτικώτατον τοῦτο ζήτημα τὸ ἐπὶ διήμερον ἤδη ἀπασχολοῦν ἡμᾶς. Ἔχων δι’ ἐλπίδος, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ φρονῶ, ὅτι δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ συντελέσω, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, διὰ τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων εἰς μόρφωσιν ἀσφαλεστέρας γνώμης ὑμῶν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν εἰδικοῦ θέματος περὶ τῆς γλώσσης λαμβάνω τὴν τιμὴν καὶ τὸ θάρρος νὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως μετ’ εὐμενείας ἀκροασθῆτε τῶν λόγων μου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει ὅτι δὲν παρῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως δρέψω δάφνας ῥητορικάς, ἀλλ’ ὅπως ἐκπληρώσω στοιχειῶδες καὶ ὕψιστον ἅμα καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα καὶ τὰ γράμματα, ὧν ἁπλοῦς ἐργάτης ἐπὶ μακρὸν διετέλεσα. Τρεῖς εἶναι, ὡς γνωστόν, κύριοι Βουλευταί, οἱ κυριώτεροι τῶν δεσμῶν τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως καὶ ἑνότητος παντὸς λαοῦ, πάσης φυλῆς, καὶ δὴ τῆς Ἑλληνικῆς, ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων μέχρι καὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς: Ἡ κοινὴ καταγωγή, ἡ αὐτὴ θρησκεία καὶ ἡ αὐτὴ γλῶσσα. Ἄνευ τούτων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ζήσῃ ἐπὶ μακρὸν χρόνον οὐδὲν τῶν ὑπὸ τὸν ἥλιον ἐθνῶν μικρῶν ἢ μεγάλων. Καὶ περὶ μὲν τῶν δύο πρώτων ὅρων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποστάσεως οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γένηται, καθόσον καὶ οὐδείς ποτε σοβαρῶς ἠμφισβήτησεν οὐδέτερον τούτων, πλὴν τοῦ ἐκκεντρικοῦ ἐκείνου Γερμανοῦ ἱστορικοῦ, ὅστις δὲν παρεδέχετο τὸ γνήσιον τῆς φυλῆς ἡμῶν, διότι ὑποβαλὼν εἰς χημικὴν οἱονεὶ ἀνάλυσιν τὸ αἷμα τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων δὲν εὕρισκεν, ὡς φαίνεται, διὰ τοῦ κριτικοῦ αὐτοῦ φακοῦ τὰ ἐρυθρὰ καὶ λευκὰ αἱμοσφαίρια αὐτοῦ ἐν τῇ προσηκούσῃ ἀναλογίᾳ πρὸς τὰ τῶν ἀρχαίων! Ἔγραψε λοιπὸν τὰς γνωστὰς ἐκείνας μωρὰς θεωρίας, δι’ ὧν ἠρνεῖτο τὴν γνησιότητα τῆς ἡμετέρας φυλῆς, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀναμφισβήτητον ἱστορικὸν γεγονός, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ εἶχεν ἐν ταῖς φλεψὶν αὑτῆς τοσαύτην πληθώραν προγονικοῦ αἵματος καὶ τοσαύτην ζωτικότητα, ὥστε, καίπερ ἐπιμιγεῖσα μετὰ πολλῶν ἄλλων βαρβαρικῶν ὀρδῶν, ὅσαι κατὰ διαφόρους ἐποχὰς κατέκλυσαν τὴν χώραν ταύτην καὶ ἰδίᾳ τὴν Πελοπόννησον, κατώρθωσεν ἐν τούτοις διὰ τῆς μεγάλης, τῆς θαυμασίας αὐτῆς ἀφομοιωτικῆς δυνάμεως νὰ ἑλληνοποιήσῃ ἀπὸ πάσης ἀπόψεως τοὺς ἐπιδρομεῖς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν θρησκείαν, τὸν ἰσχυρότατον τοῦτον ἐξ ἴσου μετὰ τῆς γλώσσης συνεκτικὸν δεσμὸν τοῦ ἐθνισμοῦ ἡμῶν, τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ σπουδαίως, ὅτι τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα δὲν εἶναι βαθύτατα ἐρριζωμένον εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, παρ’ ὅλην τὴν ἀπαιδευσίαν καὶ τὴν ἄλλην οἰκτρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν ἀτυχῶς εὑρίσκεται ὁ ἡμέτερος κλῆρος; Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν δὲν συνεκινήθη, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπὶ τῶν ναυτικῶν πραγμάτων διακεκριμένος πλοίαρχος τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Σπετσῶν συνάδελφος κ. Γκίνης, ἐτόνισεν ὅτι τὰ πληρώματα τοῦ στόλου ἡμῶν ἔχουσι, πλὴν τῶν ἄλλων αὐτῶν ναυτικῶν ἰδιοτήτων καὶ δεξιοτήτων, πίστιν πρὸς τὸν Θεόν; Ἡ θρησκεία, Κύριοι, καὶ ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνική, εὑροῦσαι ἄσυλον μετὰ τὴν ἀποφράδα ἡμέραν τῆς εἰκοστῆς ἐνάτης Μαΐου 1453 ἐν ταῖς Μοναῖς καὶ ταῖς ἱδρυθείσαις βραδύτερον περιωνύμοις σχολαῖς τοῦ Γένους, ὑπῆρξαν κατὰ τοὺς μακροὺς καὶ ζοφεροὺς τῆς δουλείας χρόνους αἱ δύο μεγάλαι καὶ ἀκατάβλητοι ἠθικαὶ δυνάμεις, αἵτινες παρεῖχον παρηγορίαν καὶ στήριγμα τῷ δουλεύοντι Γένει κατὰ παντὸς ἐξωτερικοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ ἐχθροῦ καὶ διετήρησαν ἄσβεστα καὶ ἀκμαῖα τὰ στοιχεῖα τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως, τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν πίστιν παρὰ τῶν προγόνων τοῖς ἐπιγόνοις παραδιδόμενα ὡς σύμβολα ἱερώτατα τῆς μελλούσης ἐθνεγερσίας. Ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἀπὸ τριῶν χιλιάδων ἐτῶν λαλουμένη καὶ ἀποτελοῦσα ἀνέκαθεν τὸν χαλύβδινον κρίκον, τὴν ἀδαμαντίνην ἅλυσιν (ἵνα μεταχειρισθῶ τὴν ὡραίαν εἰκονικὴν φράσιν τοῦ γεραροῦ καθηγητοῦ καὶ σθεναροῦ τῆς γλώσσης προμάχου), τὴν συνδέουσαν ἡμᾶς ἀδιαρρήκτως μετὰ τῶν ἐνδόξων προγόνων, ὑπῆρξε τὸ ἀκαταγώνιστον ἀμυντήριον ὅπλον καὶ τῶν ξένων ἐπιδρομῶν, εἶναι καὶ θὰ εἶναι πάντοτε ὁ ἰσχυρότερος ἑνωτικὸς δεσμός, δι’ οὗ τὰ ἁπανταχοῦ τῆς γῆς διεσπαρμένα τμήματα τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς διετήρησαν καὶ διατηροῦσιν ἀλώβητον τὴν ἐθνικὴν αὐτῶν ὑπόστασιν μὴ ἀφομοιούμενα ὑπὸ τῶν συνοίκων ἢ περιοίκων λαῶν, ἀλλὰ καὶ ἀφομοιοῦντα αὐτούς. Τοιαύτας καὶ τόσον πολυτίμους ὑπηρεσίας παρέσχε καὶ ἐξακολουθεῖ παρέχουσα, κύριοι Βουλευταί, ἡ θεία ἡμῶν γλῶσσα πρὸς διατήρησιν καὶ διάσωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους. Ἀλλ’ ἐπειδή, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ὑπέστη διὰ μέσου τῶν αἰώνων τὰς φυσικὰς καὶ ἀναγκαίας τροποποιήσεις, ὅσας καὶ πᾶσα ἄλλη γλῶσσα ὑφίσταται, διεφθάρη καὶ παρεμορφώθη, ἰδίᾳ κατὰ τοὺς μαύρους τῆς δουλείας χρόνους, μέχρι τοσούτου βαθμοῦ, ὥστε νὰ καταστῇ ἄθροισμα μόνον θραυσμάτων τῆς ἀρχαίας γλώσσης, μεστὸν βαρβαρικῶν λέξεων καὶ τύπων, ἀπέβη δὲ βαθμηδὸν πτωχοτάτη καὶ δουλοπρεπής, τὸ ἔθνος καὶ πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ ἀοιδίμου Κοραῆ πρωτοστατήσαντος, καὶ μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς μικρᾶς ταύτης γωνίας πρὸς τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμὸν γοργῶς φερόμενον, κατεῖδεν ἐν τοῖς πρώτοις τὴν ἀπαραίτητον ἀνάγκην νὰ δημιουργήσῃ εὐγενεστέραν, πλουσιωτέραν καὶ τελειοτέραν γλῶσσαν, ὡς ἥρμοζεν ἐλευθέροις πλέον πολίταις. Ὅθεν ἀνέλαβον καὶ τὰ σχολεῖα κυρίως καὶ οἱ λόγιοι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐφεξῆς τὸν βαρὺν καὶ ἐπίπονον ἀγῶνα τῆς ἀποκαθάρσεως τῆς γλώσσης ἀπὸ παντὸς χυδαίου καὶ ξενικοῦ στοιχείου καὶ τῆς ἄλλης πολλαπλῆς φθορᾶς, ἥτις καθίστα αὐτὴν ἀνίκανον οὐ μόνον πρὸς τελείαν ἔκφρασιν τῶν διανοημάτων καὶ αἰσθημάτων τῶν λαλούντων αὐτήν, ἀλλὰ καὶ πρὸς δήλωσιν τεχνικῶν καὶ ἐπιστημονικῶν ὅρων. Οὕτω δι’ ἐργασίας συστηματικῆς καὶ ἐναμίλλου ἐπὶ ὁλόκληρον αἰῶνα ἐπανιδρύθη καὶ ηὐτρεπίσθη τὸ τέως κατηρειπωμένον γλωσσικὸν οἰκοδόμημα τῶν προγόνων, ὅπερ ἡ ἀνέφικτος πλέον σήμερον δημιουργικὴ πρωτοτυπία ἐκείνων παρήγαγε, καὶ ἀνεβλάστησεν ἐκ τοῦ εὐχύμου κορμοῦ τῆς παλαιᾶς Ἑλληνικῆς γλώσσης πλήρης ζωῆς καὶ χάριτος, κομψὴ καὶ εὐσταλὴς ἡ νεωτέρα ἡμῶν ἐθνικὴ γλῶσσα, ἡ καθαρεύουσα λεγομένη, ὡς γνησία θυγάτηρ ἢ ἀδελφὴ ἐκείνης. Τὴν γλῶσσαν ταύτην, τὴν ἐπιδεκτικὴν μείζονος ἔτι πλουτισμοῦ διὰ τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς συνθέσεως ἐκ τῆς ἀκενώτου πηγῆς τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς, τὸ καλλιτεχνικὸν τοῦτο δημιούργημα τῆς μακροχρονίου ἐργασίας πολλῶν καὶ διαφόρων παραγόντων, ἤτοι τῶν σχολείων, τῶν λογίων, τῶν ἀκαμάτων ἐργατῶν τοῦ καθημερινοῦ καὶ περιοδικοῦ τύπου, τῶν δοκίμων συγγραφέων τῆς νεωτέρας ἐθνικῆς φιλολογίας καὶ τῶν ῥητόρων τοῦ βουλευτικοῦ καὶ δικανικοῦ βήματος, τὸ πολυτίμητον τοῦτο τέλος ἐθνικὸν ἀγαθόν, ὑποσκάπτουσι καὶ καταπολεμοῦσιν, ἀναφανδὸν πλέον ἀπό τινος χρόνου, οἱ ὀπαδοὶ τοῦ χυδαϊσμοῦ, ἵνα δῆθεν πλάσωσιν ἄλλην γλῶσσαν ἁπλουστέραν, τὴν δημοτικήν, ὡς ὀνομάζουσιν αὐτήν, τὴν μαλλιαρήν, ὡς ὠνόμασεν αὐτὴν εὐφυῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Οἱ ὑπονομεύοντες κατ’ ἀκολουθίαν καὶ φθείροντες τὴν ἐθνικὴν γλῶσσαν, τὴν καθαρεύουσαν, ἣν ἐθεμελίωσεν ὁ σοφώτερος τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων, ὁ μέγας Χῖος, καὶ ἐφιλοτέχνησαν ἐπιμόχθως οἱ καλαισθητικώτεροι λογάδες τοῦ ἀναγεννηθέντος ἔθνους καὶ ἐφ’ ἧς θέτει τὸ ἀναμφισβήτητον ἐπιστημονικὸν κῦρος ὁ διαπρεπὴς τῆς Γλωσσολογίας καθηγητὴς κ. Χατζιδάκις, διαπράττουσιν ἔγκλημα κατὰ τῆς ἰδίας αὑτῶν πατρίδος ἀποτρόπαιον καὶ παρασκευάζουσι τῷ ἔθνει κακὸν ἀνήκεστον, τὴν διάσπασιν δηλαδὴ καὶ τὸν ὄλεθρον τῆς ἡμετέρας φυλῆς. (Χειροκροτήματα). Ἵνα δὲ γνωρίσητε, κύριοι Βουλευταί, τίνα γνώμην εἶχε περὶ τῆς νέας Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐπιφανὴς πολιτευτὴς καὶ συνταγματολόγος, ὁ ἀείμνηστος Θεόδωρος Φλογαΐτης, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω ὑμῖν περικοπήν τινα ἔκ τινος λόγου αὐτοῦ, ὃν ἀπήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀκταετίας, ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ συστάσεως ἐμπορικῶν σχολῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πάτραις, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Μομφερρᾶτος. (Ἀναγινώσκει): «Ἐθεωρήθη, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ καταρτίσωμεν οἱονεὶ γλῶσσαν καθαρεύουσαν, φεύγοντες ἐξ ἑνὸς τὸν ἀηδῆ χυδαϊσμόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετηθῶσιν αἱ ἐπιστημονικαὶ ἀνάγκαι, προστρέχοντες δὲ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον εἰς τὴν ἀρχαίαν ἡμῶν γλῶσσαν». Καὶ κατωτέρω: «Διὰ τὴν Ἑλλάδα θὰ ἦτο τῷ ὄντι ὑπηρετικώτατον τὸ νὰ κατορθώσωμεν, ὥστε νὰ γράφωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον πάντες οἱ Ἕλληνες, ὥστε νὰ ἐννοώμεθα ὑπὸ τῶν ἀλλογενῶν Ἑλληνιστῶν. Τοῦτο θὰ συνδέσῃ ἡμᾶς πρὸς αὐτοὺς πολὺ στενώτερον καὶ πολὺ σφιγκτότερον καὶ θὰ ἔχωμεν ἐκ τούτου πολὺ θερμοτέραν τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἀλλογενῶν Ἑλληνιστῶν καὶ ἐν γένει τῆς Εὐρωπαϊκῆς κοινῆς γνώμης... Ἂς λάβωμεν δ’ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἐὰν δὲν κατορθωθῇ νὰ βαδίσωμεν πρὸς τὴν ἀρχαίαν γλῶσσαν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ καταστῇ νοητὴ παρὰ πᾶσι τοῖς Εὐρωπαίοις ἡ γλῶσσα ἡμῶν καὶ θελήσωμεν μάλιστα ν’ ἀκολουθήσωμεν ἄλλην ὁδόν (τὴν δημοτικὴν ἐννοεῖ ὁ ἀείμνηστος ἀνήρ), θὰ συμβῇ μετά τινα ἔτη νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ ἐκεῖ ἡ ἀρχή, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐκ τῶν διδασκομένων γλωσσῶν, ὡς γλῶσσα νεκρά, ὅπερ δι’ ἡμᾶς ἔσεται ἐξαλοθρευτικόν. Κατ’ ἐμὲ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἦτο, εἶναι καὶ ἔσεται ζῶσα, οὐδέποτε δὲ ὑπῆρξε νεκρά, ὡς κακῶς ἐξέλαβόν τινες. Ἀπὸ τῆς φρονήσεως δὲ, φιλοπατρίας καὶ δραστηριότητος ἡμῶν ἤρτηται νὰ δώσωμεν ἔτι μείζονα ζωὴν εἰς αὐτήν, συντείνοντες διὰ τῆς μείζονος προσεγγίσεως ἡμῶν ἐν τῷ λαλεῖν καὶ ἐν τῷ γράφειν αὐτὴν νὰ ἑδραιωθῇ καὶ γενικευθῇ ἐν πάσῃ τῇ Εὐρώπῃ. Ἡ Λατινικὴ γλῶσσα βεβαίως ἀπέθανεν· ἔδωκε μὲν ζωὴν εἰς καλλιμόρφους θυγατέρας, ἀλλὰ δὲν ζῇ. Ἡ Ἑλληνικὴ ὅμως ἔζη, ζῇ καὶ ζήσεται εἰς τοὺς αἰῶνας». Ἀλλ’ οἱ χυδαϊσταί, κύριοι Βουλευταί, προσπαθοῦντες νὰ στερήσωσι τὸ ἔθνος τοῦ μεγίστου τούτου ἀγαθοῦ, καταφέρουσι συγχρόνως καὶ ἐμμέσως καιριώτατον πλῆγμα καὶ κατὰ τῆς θείας ἡμῶν θρησκείας, τὴν ὁποίαν ἀσεβῶς ἐπεχείρησαν πρό τινων ἐτῶν νὰ ταπεινώσωσι καὶ διακωμῳδήσωσι μᾶλλον διὰ τῆς ἀποτυχούσης εὐτυχῶς ἀποπείρας αὑτῶν νὰ μεταφράσωσι τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον εἰς τὸ κωμικὸν καὶ ἐξαμβλωματικὸν γλωσσικὸν αὐτῶν ἰδίωμα. Ἵνα μὴ νομίσητε δὲ ὅτι λέγω ὑπερβολάς, ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναγνώσω τὰς μεταφράσεις ὀλίγων φράσεων γνωστοτάτων καὶ ἁγιωτάτων τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» μετέφρασαν «Θυμήσου με, ἀφέντη μου, ὅταν θἀρθῇς στὰ πράμματα». Τὸ «Τὰς κεφαλὰς ὑμῶν κλίνατε» μεταφράζουσι «Κάτω τὶς κοῦτρες σας». Τὸ «Καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο» μετέφρασαν «Καὶ ἡ κουβέντα ἔγινε κρέας».
§259Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Σᾶς λέγω ἐπισήμως ὅτι δὲν εἶναι ἀληθῆ αὐτά.
§260Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Εἰς τὴν ἄλλοτε ἐκδιδομένην ἐφημερίδα «Καθημερινὴν» ἐδημοσιεύθη ἡ μετάφρασις τοῦ Εὐαγγελίου ὑπὸ τοῦ κ. Πάλλη καὶ σᾶς παραπέμπω, κύριε συνάδελφε νὰ τὴν ἀναγνώσητε. Ἔκ τινος βιβλίου, τὸ ὁποῖον περιέπεσεν εἰς χεῖράς μου, ὡς γυμνασιάρχου ἐν Σύρῳ, ἐπιγραφομένου «Γραφτὴ καὶ Δημοτικὴ καὶ τὸ Γλωσσικὸ ζήτημα στὴν Ἑλλάδα. Ἀθήνα. Σποριᾶς 1906»....
§261ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἐννοεῖ; Ποῖος μὴν εἶναι;
§262Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. .. Ἠρωτήσατέ με δικαίως ὡς φιλόλογον. Κατώρθωσα ν’ ἀνακαλύψω, διότι ἀτυχῶς δὲν ἐξεδόθη ἀκόμη τὸ Λεξικόν των, ὅτι εἶναι ὁ Σεπτέμβριος, ἀλλὰ καὶ ὁ Ὀκτώβριος· ἑπομένως ἀντιπροσωπεύει δύο μῆνας! Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἀνάγνωσις ὀλίγων περικοπῶν ἐκ τοῦ βιβλίου τούτου, ἐκδοθέντος Γερμανιστὶ ὑπὸ Karl Brucman καὶ μεταφρασθέντος ὑπό τινος Λέκα (= Ἀλεξάνδρου) Ἀρβανίτη, ἵνα ἔχητε ὑποδείγματα καὶ τῆς χυδαϊκῆς λογοτεχνίας, καθόσον ὀφείλω νὰ εἴπω ὑμῖν ὅτι τὸ βιβλίον τοῦτο εἶναι ὁ τύπος καὶ ὁ κανὼν τῆς δημοτικῆς γλώσσης, ἣν οἱ χυδαϊσταὶ κατασκευάζουσιν, ὅπως ὁ Ξενοφῶν εἶναι τῆς Ἀττικῆς διαλέκτου. Ἀκούσατε λοιπὸν καὶ κρίνατε (ἀναγινώσκει): «Μὲ τὰ ἔθνη τὰ πολιτισμένα ποῦ λέμε βρίσκεται δίπλα στὶς ντοπιολαλιὲς καὶ μιὰ γλῶσσα κοινή, βγαλμένη συνήθως μέσα ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τους. Εἶναι εἶδος ἰδανικὸς κανόνας ποὺ καρτεροῦμε πὼς ὡς πρὸς τὴ γραφὴ θὰ συμμορφώνεται μαζί του τὸ σύνολο τοῦ λαοῦ κ’ ὡς πρὸς τὴ λαλιὰ οἱ γραμματισμένοι τοὐλάχιστο, ἀληθινὰ ὅμως περιοριζόμαστε στὸ νὰν τὸν κυνηγᾶμε (τί εὐφωνία γλώσσης!) μοναχὰ τὸν κανόνα κ’ ἡ ζωὴ δείχνει παντοῦ πολυποίκιλα σκαλοπάτια». Καὶ κατωτέρω: «Πὼς ἕνα ἔθνος ποὺ τὸ τρώει γλῶσσα γραφτὴ σκουριασμένη, ἂν τὴν ξεφορτωθῇ κ’ ἂν ξαναπιασθῇ ἀπὸ τὴ φυσικιὰ τοῦ λαοῦ λαλιά, μπορεῖ ἄξαφνα νὰ κατορθώσῃ τρανοδύναμο νοῦ ξαναβλάστημα». Καὶ κατωτέρω: «Κ’ εἶναι ξάστερο ἀκόμα πὼς ἔτσι ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Πρῶτα, εἶναι τοῦτο φυσικιὰ κατάντια τοῦ καλοκαρδιστικοῦ ξαπλωμοῦ ποῦ πῆρε στὴν Ἑλλάδα ἡ παιδεία». Ἐννοεῖτε τίποτε ἐκ τούτων, κύριοι συνάδελφοι; Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὁσάκις ἐπεχείρησα ν’ ἀναγνώσω εἰς τὴν γλῶσσαν ταύτην, τὴν ζωντανήν (!), ἢ τὰ ποιήματα τοῦ κ. Παλαμᾶ, εἰς ἅ, πλὴν τοῦ γλωσσικοῦ ἰδιώματος, προστίθεται καὶ ὁ συμβολισμός, εἰς ὃν τόσον ἀρέσκεται ὁ ὄντως ἐμπνευσμένος ποιητής, οὐδὲν ἐννοῶ καὶ προσπαθῶ νὰ πείσω ἐμαυτὸν ὅτι εἶμαι ἀγράμματος, οὐ γιγνώσκων ἃ ἀναγινώσκω. Καὶ ταῦτα τὰ ἀνόσια παραληρήματα ἐκστομίζουσι καὶ δημοσιεύουσιν, ἄνευ φόβου νὰ θεωρηθῶσι μίσθαρνα ὄργανα τῆς πανσλαυιστικῆς Ἑταιρείας, ταῦτα ἀποτολμῶσι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀναγινώσκει καὶ κατανοεῖ ἄριστα τὰ ἐν καθαρευούσῃ γλώσσῃ ἐκδιδόμενα βιβλία, τὰς ἐφημερίδας καὶ τὰ περιοδικὰ καὶ αὐτὸ τὸ εἰς τὴν Μακεδονικὴν ἢ κοινὴν λεγομένην γλῶσσαν γεγραμμένον Εὐαγγέλιον. Οὐδεμίαν ἄρα ὑπερβολὴν λέγομεν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι οἱ παράδοξοι καὶ αὐθαίρετοι οὗτοι γλωσσοπλάσται ἐπιβουλεύονται ἀνοσίως καὶ ἀντεθνικῶς καὶ τὴν θρησκείαν καὶ τὴν φυλετικὴν ἡμῶν ὕπαρξιν, εἴτε ἀνεπιγνώστως, ὡς εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, εἴτε καὶ ἐκ προθέσεως, ὡς ἄλλοι ἰσχυρίζονται. Ἀλλ’ ἀδυνατῶ νὰ πιστεύσω τὸ δεύτερον δι’ Ἕλληνας τείνω μᾶλλον νὰ παραδεχθῶ ἐλαφρυντικῶς, χάριν τῶν Κυρίων τούτων, ὅτι ματαία μόνον κενοδοξία καὶ ἐγωισμὸς ὑπερφίαλος ἐλαύνουσιν αὐτοὺς εἰς τὸ παράβολον ἐγχείρημα, ὅπερ προώρισται καὶ νῦν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐπενέγκῃ ἀνυπολόγιστον βλάβην καὶ μεγάλα προσκόμματα εἰς τὴν φυσιολογικὴν τῆς γλώσσης ἐξέλιξιν. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ χαρακτηρίσω ὡς ἀνόσιον καὶ ἀντεθνικὸν τὸ ἔργον τῶν χυδαϊστῶν, ἀνθρώπων ὁμοφύλων καὶ ὁμοδόξων καὶ ἴσως ἐν πλάνῃ εὑρισκομένων, συγγνωστῇ ἄλλως τε πάντοτε. Ἀλλ’ ὁ χαρακτηρισμὸς οὗτος δικαίως προσήκει αὐτοῖς, ἐφ’ ὅσον τυφλώττοντες ἐμμένουσι μετὰ πείσματος εἰς τὰς στρεβλὰς αὑτῶν θεωρίας καὶ τὴν ῥυπαρὰν ὁδὸν τῆς γλωσσικῆς χυδαιότητος, ἐφ’ ὅσον δι’ ἐργασίας συστηματικῆς, ὑπούλου καὶ φανατικῶς ἐπιμόνου, ὡς συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς αἱρέσεις εἴτε θρησκευτικάς, εἴτε πολιτικάς, εἴτε φιλολογικάς, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπιδιώκουσι νὰ κατασπιλώσωσι διὰ τοῦ βορβορώδους πηλοῦ τοῦ χυδαϊσμοῦ τὸ καλλιπρεπὲς μέγαρον τῆς ἀθανάτου πατρίου γλώσσης, τῆς εὐήχου, γλυκείας καὶ ἁρμονικῆς, εἰς ἣν καὶ οἱ θεοὶ θὰ ὡμίλουν, ἐὰν εἶχον ἀνάγκην γλώσσης, ὡς εἶπέ τις τῶν παλαιῶν, καὶ δι’ ἧς «ἂν δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι ἐλάλησεν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἐκηρύχθη καὶ ἐγράφη καὶ διετηρήθη ὁ λόγος αὐτοῦ», κατὰ τὸ πατριαρχικὸν ἔγγραφον, τὸ ἐν τῇ «Ἐκκλησιαστικῇ Ἀληθείᾳ» δημοσιευθέν.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Γαϊτᾶνε, ἐτελείωσεν ἡ ἡμίσεια ὥρα καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐπιτρέψω πλέον τὸν λόγον.
§264Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἕως τώρα, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀπησχόλησα ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων τὴν Βουλήν, οὐδὲ σκοπῶ νὰ ἀπασχολήσω αὐτήν, πλὴν τῶν ἐκπαιδευτικῶν. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ μοὶ χορηγήσητε πέντε λεπτὰ ἀκόμη, ἵνα τελειώσω. ...Καὶ τίνες εἶναι οὗτοι οἱ μεγαλοφυεῖς γλωσσοπλάσται, ὑπὸ τίνων ὑποστηρίζονται, τίνα τὰ ἐλατήρια αὐτῶν καὶ τίνα μέσα διαθέτουσι; Τίνες εἶναι οἱ ἐφευρέται τοῦ χυδαίου γλωσσικοῦ ἰδιώματος, τοῦ ἀηδοῦς αὐτοῦ κατασκευάσματος, ὅπερ οὐδὲν ἄλλο εἶναι εἰμὴ σύμφυρμα εἰδεχθὲς καὶ ἀνούσιον λέξεων καὶ φράσεων καὶ τύπων, οἰκτρῶς καὶ ἀκαλαισθήτως ἠκρωτηριασμένων, δι’ ὧν μολύνουσι τὸν κάλλιστον τύπον τῆς καθεστώσης γλώσσης, ἥτις κανονικῶς ἐξελισσομένη κατὰ τὸν τύπον τῆς ἀρχαίας καὶ ἐκ ταύτης πλουτιζομένη βαδίζει ὁσημέραι εἰς στενωτέραν πρὸς τὴν ἀρχαίαν προσέγγισιν καὶ καθίσταται θαυμάσιον ὄργανον τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ τεκμήριον ἀσφαλὲς τῆς κοινωνικῆς καὶ πνευματικῆς τοῦ ἔθνους προόδου; Εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα ἀπήντησαν ἤδη πολλοὶ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, καυτηριάσαντες ὡς ἔδει καὶ προσηκόντως χαρακτηρίσαντες τοὺς ἐπιπολαίους, ἵνα μή τι ἄλλο βαρύτερον εἴπω, ἀδιορθώτους καὶ χυδαιόφρονας αὐτοὺς Κυρίους. Ἀπαντῶσιν οὐχ ἧττον καὶ πάντες οἱ ἀληθῶς λόγιοι, οἱ δόκιμοι δημοσιογράφοι τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ διδάσκαλοι τοῦ Κράτους, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, καὶ οἱ φερέλπιδες φοιτηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, ἅπαντες μετ’ ἀποτροπιασμοῦ καὶ ἀγανακτήσεως ἀποδοκιμάζοντες τὰς γνώμας καὶ τὰς πράξεις τῶν νέων τούτων Ἡροστράτων, τῶν ἐπιζητούντων νὰ καταστρέψωσι πολυτιμότατον ἐθνικὸν ἀγαθόν, ὅπερ αὐτομάτως, οὕτως εἰπεῖν, ἀπεκτήσαμεν ἀπὸ τῆς ἐλευθερώσεως καὶ ἐντεῦθεν, τὴν καθαρεύουσαν ἐθνικὴν ἡμῶν γλῶσσαν. Ἀπαντῶσιν οἱ ὑποβαλόντες τὴν ἀναφορὰν ἀξιότιμοι καὶ φιλοπάτριδες συμπολῖται ἡμῶν, οἱ διιδόντες τὸν κίνδυνον καὶ συνιστῶντες νὰ ληφθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔννομα μέτρα κατὰ τῶν χυδαϊστῶν, περισταλτικὰ τῆς θρασύτητος καὶ ἰταμότητος, μεθ’ ἧς ἐπὶ τὸ ἀντεθνικὸν αὐτῶν ἔργον χωροῦσιν· ἀπαντᾷ τέλος ὁ κ. Μιστριώτης διὰ τοῦ ἀρτίως ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πανεπιστημίου ἐκφωνηθέντος λόγου αὐτοῦ, ὅστις εἰς φυλλάδιον ἐκδοθεὶς διενεμήθη τοῖς κ. Βουλευταῖς καὶ τὸ ὁποῖον ἐμελέτησαν, ὡς πιστεύω, οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Τούτων ἕνεκα κρίνω περιττὸν νὰ καταπονήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλὴν ἐν οὕτω προκεχωρηκυίᾳ ὥρᾳ τῆς νυκτός, διότι ἴσως ἐποιησάμην κατάχρησιν τῆς εὐμενείας αὐτῆς μακρηγορήσας, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος, περισσότερον τοῦ δέοντος. Καταστρέφων ἐνταῦθα τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί (ἃς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ μαλλιαρίζοντες συνάδελφοι τὴν φράσιν), καθῆκον ἔχω νὰ συστήσω εἰς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίᾳ τῷ ἀξιοτίμῳ Προέδρῳ αὐτῆς καὶ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῆς Παιδείας, ὡς ἁρμοδιωτέρῳ, ὅπως ἄνευ ἀναβολῆς λάβωσι τὰ προσήκοντα μέτρα κατὰ τῶν χυδαϊστῶν διὰ τῆς προσθήκης συνταγματικῆς διατάξεως ἐν τῷ ὑπὸ ἀναθεώρησιν Συντάγματι, συμφώνως τῇ προτάσει τῇ ὑποβληθείσῃ ὑπὸ τοῦ διττῶς συναδέλφου μου ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Θ. Μιχαλοπούλου, καὶ διὰ τῆς ψηφίσεως εὐθὺς ἀμέσως νόμου εἰδικοῦ, ὅστις δι’ αὐστηρῶν διατάξεων καὶ ποινῶν νὰ περιφρουρήσῃ τὴν κινδυνεύουσαν γλῶσσαν καὶ τὴν φυλὴν ἡμῶν. Ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι μικρός, οὐδ’ οἱ φόβοι τῶν ὑπὲρ τῆς πατρίου γλώσσης ἀμυνομένων χιμαιρικοί.
§265ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κάμνετε ἔκκλησιν πρὸς ἐμέ· τί νὰ κάμω; Ὅσον τὸ ταχύτερον τελειώσητε, τόσον ταχύτερον θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ.
§266Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Διαβεβαιῶ πάντας ὑμᾶς ὅτι καὶ ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας, οὐχὶ βεβαίως ἐν τῷ παρόντι, ἀλλ’ ἐν τῷ ἀπωτέρῳ μέλλοντι, καὶ οἱ φόβοι ἡμῶν τῶν ἀντιφρονούντων πραγματικοί. Διότι οἱ χυδαϊσταὶ καταλαβόντες ὑψηλὰς καὶ ἐπικαίρους θέσεις ἐν τῇ Παιδείᾳ ἀμείβουσι γενναίως τοὺς ὁμογνώμονας καὶ ἀμειλίκτως καταδιώκουσι τοὺς ἀντιφρονοῦντας, διαθέτουσι χρήματα πολλά, ἱδρύουσι σχολεῖα καὶ συλλόγους, συντηροῦσιν ἐφημερίδας καὶ ἔχουσιν ἐκδώσει ἄχρι τοῦδε ὁλόκληρον βιβλιοθήκην εἰς τὸ ἰδίωμα αὐτῶν. Μὴ λησμονῶμεν δέ, κύριοι Βουλευταί, τὸ τοῦ βαθυγνώμονος Θουκυδίδου σοφώτατον γνωμικὸν «οὐ τὸ κτήσασθαι, ἀλλὰ τὸ φυλάξασθαι χαλεπόν». Ἐκτησάμεθα τὸ ἀξιολογώτατον ἀγαθὸν τῆς δημιουργίας τοῦ ὡραίου οἰκοδομήματος τῆς καθαρευούσης γλώσσης. Μὴ ἀφήσωμεν αὐτὸ ἔκθετον εἰς τὴν διάθεσιν τῶν χυδαϊστῶν, οἵτινες χάριν σκοπῶν ἀνομολογήτων ἀνέλαβον τὸ ἄχαρι καὶ ἐπονείδιστον ἔργον τῆς κατεδαφίσεως αὐτοῦ (χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετραλιᾶς.
§268ΘΑΝ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατόπιν τῆς διημέρου εὐεργετικῆς τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἀνέμενον σήμερον τὴν πρωίαν νὰ ἴδω εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως φαρδειὰν πλατειὰν τὴν παραίτησιν αὐτοῦ, εἰς δὲ τὸ δεύτερον αὐτῆς φύλλον ἀνέμενον τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἀνωτάτων λειτουργῶν τῆς Παιδείας Λάμπρου, Πολίτου, Παλαμᾶ. Δὲν τὸ εἶδον αὐτό. Ἐλπίζω ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θέλει ὑπερψηφίσει τῆς προτάσεως τοῦ κ. Κουλουμβάκη· ἐλπίζω ὡσαύτως ὅτι ἡ μειονοψηφία, ἥτις εὐτυχῶς μετρεῖται εἰς τοὺς δακτύλους τῆς ἀριστερᾶς χειρός, θέλει ἀναγραφῆ εἰς στήλην ἀναθηματικήν—θὰ ἀποκληθῶσιν οὗτοι στηλῖται—, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει λύσει τὸ ζήτημα, ἵνα μὴ λυθῇ τοῦτο εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 2 καὶ 35′ π. μ.).