Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Συνεδρίαση 35

1911.02.25

4.545 στίχοι · 33.107 λέξεις · 1 πίνακας · 360 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1911.02.25
Προεδρεία
ΝΙΚΟΛΑΟΥ Α. ΣΤΡΑΤΟΥ
Περίοδος
Β ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Σύνοδος
—
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, ΤΟΜΟΣ Α1 (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35.

τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1911.

(Παρασκευή)

Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.

(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, ὥρᾳ 12 καὶ 5 τῆς πρωίας, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 188 Βουλευτῶν). Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;

§2Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν φόρων ἐζήτησα νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως Τρικκάλων τοῦ φόρου πάσης οἰκοδομῆς, καὶ οὕτως ἀπεφασίσθη, διότι παντὸς εἴδους οἰκοδομὴ κατεστράφη ὑπὸ τῆς πλημμύρας. Παρακαλῶ ἀντὶ τῆς λέξεως «οἰκία» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «οἰκοδομή».

§3Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὴν σελίδα 8 προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ψηφισθέντος χθές, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι τὸ ἔτος ὑπολογίζεται ἀπὸ Αὐγούστου εἰς Αὔγουστον, ἡ λέξις «παρελθὸν» παρέλκει.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τῶν κ. Βουλευτῶν. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Χαλκίδος κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς ἀναστολῆς τοῦ περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου μέχρι τῆς ἐκκαθαρίσεως αὐτῶν· 2) Οἱ ἐν Ἄργει μέτοχοι τῆς «Ἀμοιβαίας» ζητοῦσιν ἀνάκλησιν Β. Διατάγματος ἱδρύσεως ταύτης καὶ ἐκκαθάρισιν αὐτῆς· 3) Ὁ ἀπόστρατος ἀνθυπομοίραρχος Ἐπ. Μαγκανάρος ζητεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ σύνταξις, διότι ἦτο μέτοχος, ἀλλὰ δὲν συνεπλήρωσε συμμετοχήν· 4) Κτηματίαι Τυρνάβου παρακαλοῦσιν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ φόρου ἀμπέλων τῶν ἀροτριώντων χρήσεως 1910· 5) Οἱ γραμματεῖς καὶ γραφεῖς πρωτοδικείου Καλαμῶν κηρύσσονται ὑπὲρ νομοσχεδίου δικαστικοῦ ἐνσήμου. 6) Οἱ ἱερεῖς τῆς Ἀμφιλοχίας ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐν τῇ πόλει των· 7) Οἱ ἀπολυθέντες τηλεγραφικοὶ καὶ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκκαθαριστικῶν ἀποφάσεων. Τὸν λόγον ζητοῦσιν οἱ κ. κ. Σταμούλης καὶ Καρᾶς. 8) Ὁ κατάδικος Αἰγίνης Θ. Ἀνδριώτης ζητεῖ ἀπονομὴν Β. χάριτος. Τὸν λόγον ζητεῖ ὁ κ. Φ. Νέγρης. 9) Ἡ ὀρφανὴ θυγάτηρ τοῦ Ἱερολοχίτου Χοϊδᾶ ζητεῖ αὔξησιν τῆς συντάξεώς της. 10) Ὁ βουλευτὴς κ. Κάραλης ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ ἀδείας. Τὴν χορηγεῖ ἡ Βουλή;

§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραχωρεῖται ἡ ἄδεια. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν Θὰ γίνῃ ψηφοφορία περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ἄρτης δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§7Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀντιπροσωπεύω τὴν γνώμην πολλῶν, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι τὸ ἔργον τῆς παρούσης Ἐθνοσυνελεύσεως εἶναι πολλῷ ἀνώτερον καὶ ὑψηλότερον, παρ’ ὅσον ὑποτίθεται, καὶ δὲν πρέπει νὰ κατατρίβηται ἡ Βουλὴ εἰς προσωπικὰ ζητήματα, καὶ ζητήματα φιλοτιμιῶν.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖα εἶναι αὐτά;

§9Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ὁμιλῶ διὰ τοὺς ὑποβαλόντας τὴν αἴτησιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Νομίζω ὅτι ἀντιπροσωπεύω τὴν γνώμην πολλῶν, ἐὰν ζητήσω δι’ ὑμῶν παρὰ τῶν ὑποβαλόντων τὴν αἴτησιν νὰ χαρίσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ὁλόκληρον συνεδρίασιν, τὴν ὁποίαν πάντες θὰ ἀπολέσωμεν.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν αἴτησιν.

§11Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐὰν οἱ ὑπογράψαντες ἔχωσιν ἀλλοίαν γνώμην, ἀλλάσσει τὸ ζήτημα.

§12Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι παρόντες;

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος παραιτεῖται τῆς ψηφοφορίας;

§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.

§15ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι παρόντες πλέον τῶν 10;

§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀπὸ χθὲς ἡ ψηφοφορία ἐγένετο κεχωρισμένως, διότι ἡ Βουλὴ ἠρωτήθη περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ Πύρ. Καραπάνου. Ἐγένετο ψηφοφορία δι’ ἀναστάσεως, ἀλλ’ ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ αὐτῆς διὰ σήμερον. Θὰ γίνῃ λοιπὸν ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως διὰ τὸν κ. Πύρρον Καραπᾶνον. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν θὰ ἀναγνωσθῶσι πρῶτα τὰ ὀνόματα τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ὑπέβαλον τὴν αἴτησιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Προσκαλῶ ὡς ψηφολέκτας τοὺς κ. κ. Δελακοβίαν καὶ Καρασεβδᾶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσι ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία, κατὰ τὸ ἑξῆς πρωτόκολλον.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Νικ. Α. Στράτος Ν Ι. Φαρμάκης
Νικ. Χρυσόγελος Ἀντ. Ῥοντήρης Ο
Λ. Παπαφώτης Α. Τριγώνης Ν
Α. Γρίβας Ε. Λαμπρακάκης
Σερ. Ψύχας Ἰωάν. Καναβός
Π. Καρασεβδᾶς Ο Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ο
Ἐπ. Σουλτάνης Ν Ε. Σπετσέρης
Γ. Ποῦλος Ι. Τσιγκολίτης Ν
Στέφ. Γρανίτσας Ο
Γ. Ἰατρίδης Ν Κ. Ῥακτιβὰν Ν
Ἰωάν. Κουρκουμέλης Μιλτ. Νεγροπόντης Ν
Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Ν Γ. Ζερβουδάκης
Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Λάμπρος Κορομηλᾶς Ο
Ἰωάν. Ἀκρίδας Π. Λαγοπάτης Ν
Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Ο Γεώργ. Στρατούλης Ο
Ἐμμ. Ῥέπουλης ἀρν Κ. Μᾶνος παρὼν
Δημ. Καλέργης Ν Κωνστ. Ἀραβαντινός
Ἀθ. Χριστόπουλος Ν Τιμ. Ἠλιόπουλος ἀρν
Γεώργ. Νέζος Δημ. Βενιζέλος Ν
Παν. Ἀραβαντινός Ο Μιχ. Γαλανός Ο
Ἰωάν. Τερζάκης Α. Παναγιωτόπουλος ἀρν
Παν. Φραντζῆς Γεώργ. Πολίτης Ν
Γεώργ. Παπασπυρόπουλος Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν
Γεωργαντᾶς Θρόνος Ν Γεώργ. Νικολαΐδης
Γεωργ. Παπασπυρόπουλοςἀρν.
Νικ. Κόνδης Ν Λουκᾶς Μπέλλος Ν
Ἀθ. Σωτηριάδης Ν Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ο
Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Ν
Κωνστ. Καζαντζῆς Ν Κωνστ. Δεμερτζῆς ἀρν
Γερ. Νοταρᾶς Ν Θρ. Πετμεζᾶς Ο
Δημ. Κούζης Γεώργ. Καζανόβας Ν
Ἀνδρ. Σαρλῆς Ο Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ο
Δημ. Ῥοῦσος Ν Γεώργ. Σταμπάδος Ο
Νικόλ. Δελακοβίας Ν Θεμ. Μιχαλόπουλος Ν
Νικόλ. Σακελλαρίου Ν Δημ. Ἀνδρέου Ν
Γεώργ. Βλάσης Δημ. Ζαβογιάννης Ν
Χαρ. Σπηλιόπουλος Ἐμμ. Κυταριόλος Ν
Νικ. Δημητρακόπουλος ἀρν Βασ. Κυρέλλος
Ἀναστ. Βάρβογλης Ν Ἀριστοτ. Σακελλαρίου
Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Νικ. Σπηλιώτης
Ἰω. Π. Μανέτας Ν Σπυρ. Παπαχατζῆς Ο
Σάββας Βαρβιτσιώτης Ν
Δ. Πλαπούτας Λουκ. Κουτσοπέταλος
Ἀλ. Παπαναστασίου Ο Νικ. Ἀνδρεαδάκης Ν
Ἰωάν. Μπακόπουλος Δημ. Λαζαρῆς ἀρν
Δημ. Χηνιάδης Σπυρ. Θεοδωρόπουλος Ο
Δημ. Καρέλας Ν Ἀθ. Πουλῆς
Ἀθ. Πετρόπουλος Νικόλ. Ῥούσης Ο
Χαρ. Στασινόπουλος Στέφ. Ν. Δραγούμης ἀρν
Κωνστ. Ρεβελιώτης Ἀλέξ. Ζαΐμης
Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Δ. Γκλαβᾶς
Α. Κατριβᾶνος Ν Α. Μιχαλακόπουλος Ο
Ἠλ. Φλέσσας Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Ο
Ἰωάν. Πολίτης Ν Κωνστ. Γόντικας
Παν. Δεληβοριᾶς Ν. Κοντογούρης Ο
Σπυρ. Τσαγκάρης Ο Ἰωάν. Βέρροιος Ν
Θ. Πέρρος Ν Πολ. Πολυχρονιάδης Ο
Χαρ. Βοζίκης Παν. Ζαΐμης Ν
Ἀντ. Βούτσης Δ. Μάρκου
Νικ. Χαρδούβαλης Γεώργ. Κατσιμπίρης
Περ. Ἀλεξάκης Σπηλ. Ἀγαπητὸς ἀρν
Θεόδ. Γρηγορίου Ν Α. Φωτήλας ἀρν
Σπυρ. Σίμος Ο Α. Χοϊδᾶς
Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Θεόδ. Ψυχαληνός
Περ. Κ. Καραπᾶνος Ν Γ. Παπακυριακόπουλος
Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν
Πύρ. Καραπᾶνος Α. Καφετζόπουλος
Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Λ. Φλαμῆς
Ἐλ. Βενιζέλος Ο Κωνστ. Πανουτσόπουλος
Ἐμμ. Μπενάκης ἀρν Νικ. Συριόπουλος Ο
Φωκ. Νέγρης Ν
Παν. Χαροκόπος
Θάν. Πετραλιᾶς Ν Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιερᾶτος
Π. Ἡλιόπουλος Θ. Κοντομίχαλος
Χρ. Κορύλος Λεων. Ἐμπειρίκος Ο
Ξεν. Σταυρουλόπουλος Σταμ. Βαφειαδάκης Ν
Παν. Βουρλούμης Ν Δημ. Μάνθος
Νικ. Ραφτόπουλος Ο Περ. Γρυπάρης Ν
Χρ. Μεϊτάνης Ν Κωνστ. Καλομενόπουλος Ν
Διον. Πολυζωγόπουλος Τριαντ. Παπαδὰμ
Ἰωάν. Δογάνης Θωμᾶς Σκάσης Ν
Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ο Ἰάκ. Ἀβάζος Ν
Γεώργ. Ἀβέρωφ Ν Δημ. Ζαμᾶνος Ν
Νικόλ. Σταματιάδης Νικ. Καμπάνης
Δημ. Χρυσοστάλης Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος
Εὐάγ. Γεωργιάδης Ν Ἀλέξ. Μαλασπίνας Ν
Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ν Γεώργ. Γαϊτᾶνος
Νικόλ. Ἀβέρωφ Ν Ἀντ. Ρεβίνθης
Γεώργ. Μπένος Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς
Νικόλ. Κάραλης Ν Νικ. Καλβοκορέσης Ν
Κωνστ. Χατζηγιάννης Κωνστ. Ἀλαβάνος
Δημ. Βάχλας Δημ. Πετσετάκης Ν
Γεώργ. Κοσόνας Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος
Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Ἔμμ. Πατρίκιος Ο
Μιχ. Σφακιανάκης Ν Ἰωάν. Μαμάης Ν
Πλούτ. Μαυρίκης Ν Ἰωάν. Κασδόνης ἀρν.
Βασίλ. Ἀθανασούλας Ο Ἀντ. Φραγκίσκος
Κωνστ. Χατζάκος Δημ. Καΐρης Ν
Γεώργ. Γαζέπης Θαλ. Κουτούπης Ο
Νικόλ. Πετσάλης Ν Γεώργ. Φικιώρης
Ἰωάν. Λούντζης Κωνστ. Μέρμηγκας ἀρν.
Διον. Κουλούμπαρδος Ν Γεώργ. Οἰκονόμου Ν
Ἀναστ. Λούντζης Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ν
Καῖσαρ Ζέζας Ἰωάν. Λιμπερόπουλος Ο
Διον. Κλάδης Ν Νικ. Πετροπουλάκης ἀρν.
Νικ. Παπαδάτος Γεώργ. Τσοχώνης Ο
Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Παναγ. Πετροπουλάκης Ο
Νικ. Βάρθης Ν Παν. Κουμάνταρος
Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Ἰωάν. Ἀθηνογένης Ο
Σπυρ. Χατζάρης Ν Βασίλ. Μιχαλέας
Παν. Μανωλίτσης Ἰωάν. Βαββανάκος Ο
Σπ. Κογεβίνας Λεων. Καπετανάκης
Ἰωάν. Πατσουράκος Ν
Σπυρ. Βλαντῆς Ν Χρ. Πετρέας Ο
Εὐθ. Α. Βελλιανίτης Ν Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ν
Χρ. Καποδίστριας Ἰωάν. Φουρίδης Ν
Ἀνδρ. Κρητικός Ν Ἀναστ. Ἀβέρωφ
Λαυρ. Μαβίλης Ο Ἰωάν. Χρυσοβελόνης
Κωνστ. Κατηφόρης Ο Δημ. Οἰκονόμου Ν
Σπυρ. Λάσκαρις ἀρν.Μιλτ. Μπουφίδης ἀρν.
Βασίλ. Πουλιάσης Νικ. Γεωργιάδης Ν
Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Ἀγαμέμνων Σλήμαν Ν
Διον. Βινιερᾶτος Ν Δημ. Κουκιάδης
Παν. Λιβιερᾶτος Γεώργ. Τσαξίρης
Σπυρ. Ἰγγλέσης Γεώργ. Σχινᾶς ἀρν.
Νικ. Χαριτᾶτος Γεώργ. Δρίβας
Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Ο Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν
Πέτρ. Βασιλόπουλος Κωνστ. Χρυσοχοΐδης
Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Γεώργ. Βλάχος
Νικ. Ἀλιβιζάτος Ν Πελ. Ἀγγελίδης Ν
Σπ. Φορέστης Κωνστ. Γιαννακόπουλος ἀρν.
Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος Ν Φίλ. Ζαρζάμπας
Ὄθ. Τετενές Ο
Γεώργ. Μουσούρης
Χ. Μωραΐτης Α. Ἀθανασίου ἢ Βαβυλόπουλος
Νικ. Παπαϊωάννου Ν Ν. Γαρδικιώτης Ν
Μιχ. Φωτιάδης Ν Δημ. Μπούσδρας
Βασίλ. Σηλυβρίδης Ν Γεώργιος Τάγιας Ν
Περ. Ἀποστολίδης Ν Κωνστ. Παπακυρίτσης
Λεων. Ἀναγνώστου Ν Χρ. Καρᾶς ἀρν.
Κωνστ. Ζησόπουλος Ν Α. Θανόπουλος
Χ. Δικαῖος Ο Νικ. Γιουβρῆς Ν
Σ. Ντολιόπουλος Ν Χρ. Βλάτσιος Ν
Παν. Φλέσσας Ο Γεώργ. Καθάργιος
Π. Κασίμης Δημ. Κουκουλέτσος Ο
Ν. Παπαλέξης Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος Ο
Δημ. Κάβουρας Ο Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
Μ. Δαζέας Ο Γεώργ. Ράμμος
Α. Πετρομανιάτης Ο Εὐθ. Μαντόπουλος Ν
Ἀθ. Περρωτής Λάμπρος Περιστέρης Ν
Π. Ἰατρόπουλος Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
Π. Καράπαυλος Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος Ν
Ἀνδρ. Κοκκέβης Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν Παναγ. Βερβενιώτης
Γεώργ. Κορομηλᾶς Γεώργ. Καλλίτσης Ν
Δημ. Κανελλόπουλος Ἰωάν. Μᾶνος Ο
Ἀθ. Αἰλιανὸς Σπυρ. Ματσούκας
Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ο Ρήγας Χατζηρήγας
Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ι. Παπαλουκᾶς
Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ο Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
Κωνστ. Τριγγέτας Μιλτ. Σακελλαρίου Ν
Γεώργ. Ράλλης Ν Κ. Λιδωρίκης
Γεώργ. Μποῦτος Ν Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
Ἰωάν. Κουρτάκης Ο Ν. Ξηρός
Φώτ. Βακαλόπουλος Ο Νικ. Φραγκίστας
Ἀθ. Παπαχελᾶς Ἰωάν. Γιδογιάννος
Μεν. Πιπιλῆς Νάκος Πολιτόπουλος
Κωνστ. Περιβολιώτης Ν
Ἰωάν. Λεωνίδας Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ν
Πέτρος Γκίνης Ν Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν
Ἀλέξ. Διομήδης Ν Δημ. Δεδούσης Ν
Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ν Γεώργ. Συγγούρης
Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς Στέφ. Σομμαρίπας
Ἀλέξ. Παπαποστόλου Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
Δημ. Θεοδοσόπουλος Ν Ἰωάν. Γραμματίκας
Παυσ. Ζωγλοπίτης Ἡρ. Βελλόπουλος
Γεώργ. Ζούκας Ἀθ. Χριστίδης
Κωνστ. Σταμούλης Ν Γεώργιος Πὼπ Ν
Ἰωάν. Κοττίκας Δημ. Βρατσᾶνος Ν
Βασίλ. Γρίβας Ἐμμ. Παγκάρας

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 196, ἐξ ὧν 120 ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, 55 κατὰ τοῦ κύρους καὶ 21 ἠρνήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἐκλογὴ διὰ τὸν κ. Καραπᾶνον εἶναι ἔγκυρος, μένει δὲ ἡ ἐκλογὴ διὰ τὸν κ. Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶν. (Ἐπικυροῦται εἶτα καὶ ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τὸν κ. Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶν δι’ ἀναστάσεως). Συζήτησις «περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος». Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἕνεκα λάθους περὶ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ σχεδίου περὶ φόρων τοῦ εἰσοδήματος διέταξε νέαν ἐκτύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ θὰ διανεμηθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ νέα διανομὴ ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.

§18Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμός, καίτοι παρῆλθον 10 ἡμέραι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς του, ἀκόμη δὲν ἐδημοσιεύθη!

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς κατετέθη σήμερον καὶ δύναται πᾶς τις νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βουλῆς. Αὔριον δὲ θὰ γίνῃ ἡ διανομή, διὰ νὰ μὴ προκύψωσι παράπονα.

§20Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μετὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3–17 τοῦ Συντάγματος, παρεπέμφθησαν εἰς αὐτὴν διάφοροι ἔτι προτάσεις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν, αἱ μὲν εἰς τὴν ὑπόδειξιν νέων διατάξεων θεμελιωδῶν, ἰδιαιτέρως περὶ γλώσσης, τὰς ὁποίας οἱ προτείνοντες ἤθελον νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ ἀναθεωρουμένῳ Συντάγματι, αἱ δὲ ἕτεραι ἀποβλέπουσιν εἰς τροπολογίας αὐτοῦ τούτου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς σχεδίου, ὑπεδείκνυον δηλαδὴ ἀλλοίωσιν τῶν προτάσεων τῆς ἰδίας ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν ἠσχολήθη κατὰ προτίμησιν ἡ ἐπιτροπή, ὅπως διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπεξειργάσθη ἡ ἐπιτροπή, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ εἰς αὐτὰ ἀναφερόμεναι τροπολογίαι. Ἐν συνόψει ἡ ἐργασία αὕτη ἡ πρόσθετος συνίσταται εἰς τὰ ἑξῆς: Κατὰ πρῶτον παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θ. Μιχαλοπούλου, ὁ ὁποῖος προτείνει τὴν προσθήκην ἰδίου ἄρθρου ἐν τῷ Συντάγματι, προστατεύοντος τὴν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας· ὑπέβαλε δὲ καὶ ἑτέραν πρότασιν αὐτοτελῆ, προστατεύουσαν τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τούτων ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν ἑξῆς γνώμην: Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 1ου καὶ 2ου ἀναγνωρίζει ἐπισημότατα καὶ προστατεύει καὶ τὴν ὀρθόδοξον θρησκείαν, ὡς ἐπίσημον θρησκείαν τοῦ Κράτους, καὶ τὴν Ἐκκλησίαν καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς διατάξεις. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ γλῶσσα παρίσταται ἀποτελοῦσα μέρος τῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλησίας, προστατεύεται ἀποχρώντως διὰ τῶν θεμελιωδῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 1ου καὶ 2ου, πᾶσα δὲ περαιτέρω ἀνάμιξις τῆς Πολιτείας περιττεύει, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ, ἀφοῦ ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ μέρος τῶν δογμάτων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πρώτη λέξις περὶ τούτου ἀνήκει εἰς αὐτὴν τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐφ’ ὅσον εἶναι τοῦτο βεβαιωμένον, ὅτι ἀποτελεῖ μέρος τῶν θεσμῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν, προστατεύεται ἐπαρκῶς διὰ τῶν ἄρθρων 1ου καὶ 2ου τοῦ Συντάγματος, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τεθῇ ἰδία περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος διάταξις. Ἡ ἑτέρα πρότασις τοῦ ἰδίου κυρίου Βουλευτοῦ ἀφορᾷ τὴν προσθήκην διατάξεων περὶ γλώσσης, εἰς ἃς μάλιστα δίδει καὶ ἀριθμὸν ἄρθρων 4ου καὶ 5ου τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπιζητεῖται: πρῶτον νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους ἡ καθαρεύουσα, δεύτερον νὰ ἀπαγορευθῇ πᾶσα κατ’ αὐτῆς ἐπέμβασις, καὶ τρίτον εἰδικώτερον νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπόλυσις παντὸς ὑπαλλήλου δημοσίου ἢ δημοτικοῦ, ἢ ὑπηρετοῦντος εἰς ἵδρυμα ἀνεγνωρισμένον ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἐπιβουλευομένου τὴν γλῶσσαν ταύτην καὶ ὄντος ἐνόχου ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς γλώσσης ταύτης. Ὁμοίαν πρότασιν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Βέρροιος, ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὡς ἐπίσημος γλῶσσα ἡ ἐθνική, ἡ ἀπηλλαγμένη ὀθνείων λέξεων, ξενισμῶν κλπ. Ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἡ γλῶσσα ἀποτελεῖ ἀναντιρρήτως κτῆμα ἀναφαίρετον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀποτελεῖ ἓν τῶν κυριωτάτων γνωρισμάτων τοῦ ἔθνους τούτου, παρακολουθήσασα αὐτὸ κατὰ πάσας τὰς φάσεις τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου. Ἐν τῇ ἐξελίξει δὲ αὐτῆς, ἡ γλῶσσα συνεμορφώθη βεβαίως, καὶ κατ’ ἀνάγκην ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὰς περιπετείας τοῦ ἔθνους ἡμῶν, ἐπίσης δὲ παρηκολούθησε καὶ συνεμορφώθη πρὸς τὴν πρόοδον καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀναπτύξεως, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε εἰς ὅλας τὰς γλώσσας παρατηρεῖται. Εἰδικῶς δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κράτους, αὕτη διατρανοῦται ἐν τῷ λεκτικῷ τοῦ Συντάγματος εἰς ὅλην τὴν νομοθεσίαν καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν ἐθνικῶν Συνελεύσεων, αἵτινες προηγήθησαν, καὶ εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν δημοσίων ἐγγράφων. Ἑπομένως ἡ ἀναγραφὴ ἰδίας διατάξεως, ἡ ὁποία νὰ προστατεύῃ τὴν γλῶσσαν ταύτην, θὰ ἀπέτρεπεν ἕνα κίνδυνον φανταστικόν, θὰ ἐδημιούργει τὴν ἰδέαν κινδύνου, ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος. (Χειροκροτήματα). Ἔνεκα τούτων ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ ἀναγραφὴ ἰδίας διατάξεως, ἀναγνωριζούσης τὴν γλῶσσαν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι Ἑλληνική, καὶ θὰ εἶναι. Εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ἐπίσης, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τοιαύτη γλῶσσα ἀνεγνωρισμένη διὰ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, πᾶσα παρεκτροπὴ ὑπὸ τοῦ ὑπαλλήλου ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν καθηκόντων αὐτοῦ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν τιμωρίας τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ μέχρι καὶ παύσεως.

§21Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Γνωρίζετε ἂν ὑπάρχει δικαστικὴ ἀπόφασις εἰς γλῶσσαν μὴ καθαρεύουσαν;

§22Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀκριβῶς διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ὑπομιμνήσκει ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὑπήχθη εἰς πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν τῆς προϊσταμένης αὐτοῦ ἁρμοδίας ἀρχῆς· ὑπάρχει δὲ καὶ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος.

§23ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑπάρχει καὶ καθηγητής, ὁ ὁποῖος ἔχει γραμματικήν.

§24Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ καθηγητὴς αὐτὸς δύναται ἁρμοδίως νὰ παυθῇ ἀπὸ τὸν προϊστάμενόν του.

§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι γνωμοδότησις ἐπιστημονικὴ ὅτι πρέπει νὰ παυθῇ ὁ καθηγητὴς αὐτός;

§26Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὂχι, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐτός, ὁ ὁποῖος ὑπέπεσεν εἰς πειθαρχικὸν παράπτωμα, ὑπόκειται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τὴν πειθαρχικὴν τῆς οἰκείας ὑπηρεσίας καὶ δύναται νὰ τιμωρηθῇ καὶ μέχρι παύσεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων αὐτῶν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέκρουσεν ἐπίσης καὶ ἑτέραν πρότασιν τοῦ συναδέλφου κ. Κουλουμβάκη, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ Συντάγματος διάταξις, καθ’ ἣν οἱ θορυβοῦντες κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δεκτοὶ ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ δεχθῇ τὴν ἀναγραφὴν οὐδεμιᾶς τῶν προτάσεων αὐτῶν. Τώρα, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ Συντάγματος, ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μεϊτάνη, προτείνουσα νὰ προστεθῇ, ὅτι ἀποκλείονται τῶν δημοσίων λειτουργιῶν πάντες οἱ Ἕλληνες, οἱ μὴ ἐκπληρώσαντες ἐμπράκτως τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ὑποχρέωσιν, ἐν οἷς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ νόμου ἀπηλλάγησαν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Αὐτὸ ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἄδικον, ἐφ’ ὅσον διὰ λόγους γενικωτέρου συμφέροντος ἡ Πολιτεία ἐξαιρεῖ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ὡρισμένους πολίτας. Ἐὰν πρόκειται περὶ φυγοστράτων, περὶ προσώπων παραβαινόντων τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχουσιν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, βεβαίως ὁ νόμος ἀρκεῖ, ἵνα κολάσῃ τὰς παραβάσεις ταύτας, καὶ πράγματι ἀναγράφει ὅτι ἀκριβῶς οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἀνίκανοι εἰς δημοσίας λειτουργίας. Ἑπομένως καὶ κατὰ τοῦτο δὲν ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ Συντάγματος.

§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσποιοῦνται τὸν ἀσθενῆ καὶ ἐξαιροῦνται.

§28Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ ὄχι τοῦ Συντάγματος. Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Πολυχρονιάδης προέτεινεν ἑτέραν τροπολογίαν εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον 3ον ὡς παρακολούθημα τῆς ἄλλης διατάξεως, τὴν ὁποίαν προτιθέμεθα νὰ θέσωμεν ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ, τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία ἐπιτρέπει κατ’ ἐξαίρεσιν τὴν πρόσληψιν ἀλλοδαπῶν εἰς τὰς δημοσίας λειτουργίας ἐν εἰδικαῖς περιπτώσεσιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ ἀνατεθῇ στρατιωτικὴ λειτουργία ἐν καιρῷ πολέμου εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας. Βεβαίως τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶναι πατριωτικὸν καὶ κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν τύχην τῆς πατρίδος ἡμῶν εἰς ἀλλοδαπούς. Ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν ἀντίθετα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἀλλοδαποὶ ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς τούτους τὸ ἔθνος εἰς κρισιμωτάτας περιστάσεις ἀνέθηκε τὴν διεύθυνσιν καὶ στρατιωτικῆς ἔτι ἐργασίας ἐν πολέμῳ. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ δὲν φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, νὰ ἀφεθῇ δὲ εἰς τὸν νόμον, ἐὰν ὑπάρχωσιν εἰδικαὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀπέχωσι τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν οἱ ἀλλοδαποί, νὰ ἀναγραφῶσι ταῦτα ἐν τῷ σχετικῷ νόμῳ, οὗτινος ἡ ἔκδοσις ἐπιβάλλεται. Ἑπομένως καὶ τὴν τροπολογίαν ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκρινε δεκτήν. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Μουσούρης ὑπέβαλε πλείονας τροπολογίας ἀναγομένας εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντάγματος. Ἐν πρώτοις προτείνει, ἵνα ἡ εἰκοσιτετράωρος προθεσμία, ἡ ὁποία τάσσεται πρὸς προσαγωγὴν τῶν συλλαμβανομένων εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτήν, μειωθῇ εἰς 12 ὥρας. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἤδη, ὅτε κατήρτισε τὸ σχέδιον αὑτῆς, ἐσκέφθη ἂν πρέπει νὰ τεθῇ βραχύτερον ὅριον, φρονεῖ ὅτι τοῦτο εἶναι παρακεκινδυνευμένον ὡς ἐκ τῶν δυσχερειῶν, αἵτινες δύνανται νὰ παρεμπέσωσι μεταξὺ τῆς συλλήψεως καὶ τῆς προσαγωγῆς. Φρονεῖ δὲ μᾶλλον ὅτι δύναται ὁ νόμος νὰ ὁρίσῃ συγκεκριμένας περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐπιβάλληται εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἡ ταχυτέρα προσαγωγή, ἀλλ’ ἐν τῷ Συντάγματι δὲν δύναται νὰ ἀναγραφῇ βραχύτερον ὅριον. Ἄλλως τε καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος Βουλευτὴς εἰς ἑπομένην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε, παραλείπει τοῦτο, λέγων μόνον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον ἡ φράσις «ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον», ἀλλὰ τὸ σχέδιον φέρει «ἐντὸς 24 τὸ πολὺ ὡρῶν», θεωρεῖ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι περιττεύει ἡ φράσις, διότι, ὅταν τίθηται ὡς ἀνώτατον ὅριον 24 ὧραι, ἕπεται οἴκοθεν ὅτι ὁ ὑπάλληλος πρέπει μόνον ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον τῷ παρέχεται. Ἑπομένως καὶ ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν εἶναι χρήσιμος, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσῃ μίαν ἀοριστίαν δι’ ἄλλης πάλιν ἀοριστίας. Ὡσαύτως προτείνει, ἵνα τεθῇ διάταξις τελική, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὰς ἀναγραφομένας ποινὰς καὶ ἀποζημιώσεις ὑπόκεινται οἱ παραβάται πασῶν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων, ἤτοι ἁπασῶν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ διατάξεων. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι περιλαμβάνεται καὶ τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τὸ μὴ τροποποιούμενον διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὄχι μόνον τὸ βʹ ἐδάφιον αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ χωρήσῃ. Ὅταν λέγῃ «εἰς τὰς ἀνωτέρω διατάξεις», προδήλως ἐννοεῖ καὶ τοῦ αʹ καὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου. Ἑπομένως καὶ ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν εἶναι εὔστοχος καὶ δὲν συνιστᾶται ἡ παραδοχὴ αὐτῆς. Ἑτέραν προσθήκην προτείνει ὅτι «ἐν ἐλλείψει τῶν ἀνωτέρω διατυπώσεων οὐδεὶς ὀφείλει ὑπακοήν». Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Βεβαίως δὲν ὀφείλουσιν οἱ πολῖται, ὅταν πρόκειται περὶ καταφώρων παρανομιῶν, νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς ταύτας. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα αὐτῶν τῶν κειμένων ἀπαγορευτικῶν διατάξεων καὶ δὲν χρήζει ἰδιαιτέρας ἀναγραφῆς. Ἑτέρα σχετικὴ τροπολογία ὑπάρχει τῶν βουλευτῶν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Λαμπρακάκη καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ξηροῦ προτεινόντων, ἵνα εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, πάλιν εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἀπαγγέλλει κατὰ τῶν παραβατῶν τὰς ποινὰς τῆς παρανόμου κατακρατήσεως, προστεθῇ ἡ φράσις «μὴ ἀπαιτουμένης δολίας προαιρέσεως». Ἀληθῶς καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἔννοια εἶναι αὕτη, ὅτι ἡ ἀθέτησις τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ ἴδιον ἀδίκημα παρανόμου κατακρατήσεως, καὶ ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς προτείνει, ἵνα ἡ παράβασις αὕτη συνεπάγηται τὰς ποινὰς παρανόμου κατακρατήσεως, ἄνευ οὐδενὸς ἑτέρου ὅρου. Ὁπωσδήποτε εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ ἀποφασίσῃ καὶ ῥητῶς. Καθ’ ἡμᾶς τοῦτο εἶναι ἐπαρκῶς βεβαιωμένον ἐκ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι ἄνευ τινὸς περιορισμοῦ. Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Χαριτᾶτος προτείνει ἐπίσης ἀλλοίαν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐκπαίδευσιν· λέγει δηλαδὴ νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ καθόλου ἐκπαίδευσις παρέχεται δαπάνῃ τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ μὲν στοιχειώδης εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεωτικὴ καὶ παρέχεται δωρεάν, ἡ δὲ μέση καὶ ἀνωτάτη ὑπόκειται εἰς ἀνάλογα τέλη. Τὰς ἀρχὰς ταύτας παρεδέχθη καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἐθεώρησεν ὅμως ὅτι εἶναι τόσον θεμελιώδης καὶ αὐτονόητος ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας νὰ ἱδρύῃ σχολεῖα μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, ὥστε περιττεύει ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ Συντάγματι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐγείρει ἀμφιβολίας, ἦτο ἡ παλαιοτέρα διάταξις, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι παρέχεται δωρεὰν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἡ ἀνωτέρα καὶ μέση ἐκπαίδευσις· αὐτὸ ἀκριβῶς διεγράφη. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ μεταβολὴ τῆς διατυπώσεως, ἣν ἐνέκρινεν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της. Ἡ τελευταία τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ κ. Ἀγαπητοῦ....

§29Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 5 εἶχον ὑποβάλει δύο τροπολογίας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐκάμετε λόγον.

§30Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Λυποῦμαι πολὺ διὰ τὴν παράλειψιν αὐτήν. Δυστυχῶς ὁ γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς ἀπουσιάζει, καὶ δὲν τὴν εἶχον ὑπ’ ὄψει. Θὰ τὰς ἐξετάσω, καὶ θὰ γίνῃ συμπληρωματικὴ ἔκθεσις.

§31ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρὰ τῷ γραμματεῖ τῆς ἐπιτροπῆς κ. Ζαβιτσάνῳ βουλευτῇ ἐκ Κερκύρας ὑπάρχουσι τρεῖς ἢ τέσσαρες τροπολογίαι, αἵτινες, διότι ἠναγκάσθη νὰ ἀναχωρήσῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Πιστεύω ὅτι σήμερον ἢ αὔριον θὰ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. συνάδελφος καὶ θέλομεν δυνηθῆ νὰ λάβωμεν καὶ ταύτας ὑπ’ ὄψιν.

§32Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ τελευταία τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ἀγαπητοῦ, ὅστις ὑποδεικνύει τὴν προσθήκην ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνταχθῆ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίας μνείας περὶ ῥοῆς καὶ πτώσεως οἱωνδήποτε ὑδάτων. Ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὸ προσχέδιον διελάμβανεν ἴδιον ἐδάφιον, καὶ εἰδικοὶ νόμοι ἤθελον καθορίσει τὰ τῶν μεταλλείων, τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τῶν μεταλλικῶν ὑδάτων. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι τὰ θέματα ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη εἰδικῆς μνείας αὐτῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος. Ὀφείλω νὰ προσθέσω τελευταῖον ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16 ἀνάλογον τροπολογίαν προέτεινε καὶ ὁ κ. Κουλουμβάκης περὶ ἀλλοίας διατυπώσεως τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ἐπαρκῆ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς.

§33Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη;

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Συνεχίζεται ἤδη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον. Γνωστοποιῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει ἐξαντληθῆ ἡμίσεια ὥρα ἐκ τῶν τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζομένων διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τρίτου ἄρθρου. Εἶναι 6 καὶ 27 λεπτὰ διὰ τὴν ἀκρίβειαν.

§35ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑποβαλὼν πρότασιν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ τὴν ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ ὀφείλω πρῶτον νὰ τὴν καθορίσω. Ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ εἰς ἓν μόνον ἐδάφιον τοῦ ῥηθέντος ἄρθρου, τοῦ καθιεροῦντος τὴν ἰσότητα τῶν Ἑλλήνων καὶ εἰς ἓν μόνον εἶδος ἰσότητος, τὴν φορολογικήν. Ἀλλ’ ὁ πραγματευόμενος περὶ φορολογικῆς ἰσότητος εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, οὐ μόνον τὴν γενικωτέραν τῆς ἰσότητος ἔννοιαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τοῦ φόρου τὴν φύσιν. Ὡς πρὸς τὰ δύο ὅμως αὐτὰ θὰ περιορισθῶ νὰ τὰ θίξω μόνον, καὶ τοῦτο καθ’ ὅσον ἤθελον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον πρὸς διαφώτισιν τοῦ θέματός μου. Οὔτε αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις οὔτε ὁ βραχὺς εἰς τὴν διάθεσίν μου χρόνος θὰ μοὶ ἐπέτρεπον πλέον τούτου. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος διαλαμβάνει· «Ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ συνεισφέρουσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των». Ἡ πρότασίς μου λέγει: «καὶ συνεισφέρουσιν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς πρὸς τὸ φέρειν ταῦτα δυνάμεώς των». Τέλος ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή, ἀναγνωρίσασα τὸ κατ’ ἀρχὴν ὀρθὸν τῆς τροπολογίας, περιωρίσθη ὅμως ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ «ἀναλόγως» διὰ τοῦ «κατὰ λόγον». Θὰ προσπαθήσω νὰ δείξω ὄχι ὅτι οἱ Ἕλληνες φορολογούμεθα ἀνισώτατα, μεθ’ ὅλην τὴν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴν τῆς ἰσότητος, καθόσον τοῦτο θεωρῶ δεδομένον ἐκ τῆς πανταχόθεν λαϊκῆς διαμαρτυρίας, ἀλλὰ μόνον πῶς καὶ πόθεν εἰσεχώρησεν ἡ ἀνισότης αὕτη, καὶ ὅτι εἶναι ἤδη καλὴ περίστασις καὶ ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ σαφηνισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ ἔννοια τῆς ἀναλογίας, ἄν, ἐννοεῖται, ἤθελε δειχθῆ ὅτι ἐκείνη, ἣν διὰ τῆς τροπολογίας μου τῇ ἀποδίδω, εἶναι ἡ ὀρθή, καθόσον ἄνευ τοῦ τελευταίου τούτου ἡ καινοτομία θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος. Ἐπ’ αὐτῶν λοιπὸν τῶν δύο θὰ ἀσχοληθῶ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐμενῆ ὑμῶν ἀκρόασιν. Ἡ κυρία τῆς ἀνίσου φορολογίας ἀφορμὴ εἶναι ἡ γενομένη παρ’ ἡμῶν κατάχρησις τῶν ἐμμέσων φόρων. Οἱ φόροι οὗτοι, ὡς φόροι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, εἶναι φύσει ἄνισοι, ἀποτελοῦσιν ἄρνησιν τῆς συνταγματικῆς ἀρχῆς περὶ εἰσφορᾶς ἀναλόγου πρὸς τὴν περιουσίαν ἑκάστου, καὶ περιουσίαν λέγοντες ἐννοοῦμεν τὸ εἰσόδημα αὐτῆς. Οἱ φόροι τῆς καταναλώσεως πληρωνόμενοι κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν χρησίμων πραγμάτων δὲν φορολογοῦσι τὸ εἰσόδημα, ἀλλὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου καί, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι βαθμοὶ ἀνάγκης, τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης πράγματα θὰ προμηθευθῇ τις ἀναποφεύκτως, καὶ ἑπομένως τὸ μικρὸν εἰσόδημα θὰ καταναλωθῇ συνήθως ὁλόκληρον εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τούτων, ἐνῷ τὸ μεγαλείτερον ἀρχίζει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν δαπάνης μεγαλειτέρας ἢ μεγαλειτέρας κατὰ τὴν διάθεσιν τοῦ φορολογουμένου, καθόσον ἔχει ἤδη πληρώσει τὰς ἀναποφεύκτους ἀνάγκας, ὥστε ἠμπορεῖ νὰ μὴ δαπανηθῇ ὁλόκληρον, ὅτε τὸ μὴ δαπανηθὲν μέρος αὐτοῦ μένει ἀφορολόγητον. Βεβαίως οὔτε ἄρτον, οὔτε ἅλας, οὔτε πετρέλαιον, θὰ δαπανήσῃ πλειότερον ὁ ἑκατομμυριοῦχος τοῦ ἐργάτου· συμβαίνει μάλιστα τὸ ἐναντίον, διὰ τοῦτο καὶ οἱ φόροι αὐτοὶ ὠνομάσθησαν ἀντιστρόφως ἀναλογικοί. Ὅσον πτωχότερος εἶναί τις, τόσον βαρύτερον φορολογεῖται δι’ αὐτῶν, καί, ὅσον πλουσιώτερος, τόσον ὀλιγώτερον. Ποῦ μένει λοιπὸν τὸ «ἀναλόγως τῆς περιουσίας»; Τοῦτο ἐνοήθη πλέον σήμερον εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἡ ἀδικία αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ. Δὲν εἶναι δὲ ἔργον δικαιοσύνης μόνον, ἀλλ’ ὑπαγόρευσις ἀνάγκης νὰ φορολογηθῇ τὸ εἰσόδημα καὶ ὄχι ἡ κατανάλωσις, πολὺ δὲ πλέον τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, διὰ τὴν κατάχρησιν, ὡς εἴρηται, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως. Ἡ δημοσιονομία μας ἐξέλαβεν ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς ὡς πρὸς τοῦτο δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ἐπρόκειτο νὰ καλυφθῶσιν ἐλλείμματα; Αὕτη ἐγνώριζε καλῶς τὸν δρόμον της· τὸ μέσον ἦτο ἁπλούστατον, νὰ αὐξήσῃ ὀλίγα λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ὁ φόρος τοῦ σίτου, ἢ ὀλίγας δραχμὰς ὁ τοῦ καπνοῦ, καὶ τόσα τοῖς ἑκατὸν τὸ δασμολόγιον, καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἶναι ἀπίστευτον δὲ ποῦ ἐφθάσαμεν εἰς τὸν κατήφορον τοῦτον· ὁ Προϋπολογισμός μας δὲν ἔχει ἄλλον ἐφάμιλλον εἰς τὸν κόσμον ὡς πρὸς τὴν μεταξὺ ἐμμέσων φόρων καὶ τοῦ συνόλου αὐτῶν ἀναλογίαν, θὰ ἀναγκασθῶ δὲ νὰ σημειώσω μερικοὺς ἀριθμούς, διότι εἶναι πολὺ ἐνδεικτικοί. Ὁ ἡμέτερος τοῦ 1910 Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἔσοδον ἐξ ἀμέσων φόρων 24 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐξ ἐμμέσων δὲ 78 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐπὶ συνόλου ἐκ φόρων ἐσόδου δραχμῶν 102 ἑκατομμ. σχεδὸν τὰ 70% εἶναι φόροι καταναλώσεως. Ἀπίστευτον, ἀλλ’ ἀληθές.

§36Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι ἀκόμη περισσότερον, παρελείψατε τὰ μονοπώλια.

§37ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὰ περιλαμβάνω καὶ αὐτά· ὁπωσδήποτε ἀρκοῦμαι εἰς τὸ 70%. Τί εὑρίσκομεν δὲ εἰς τὸν Γαλλικὸν Προϋπολογισμόν; Πόσα ἀναλογοῦσιν ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ συνόλου οἱ ἔμμεσοι φόροι; μόνον 43%, καὶ σημειώσατε ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἴση εἶναι ἡ κατακραυγὴ κατὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐμμέσων φόρων. Δεινῶς λοιπὸν παρεγνωρίσθη ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναλογίας, καὶ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν τέλος πάντων εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδὸν καὶ νὰ ἀντιληφθῶμεν τὴν ἀληθῆ αὐτῆς ἔννοιαν, ἥτις στενῶς συνδέεται πρὸς τὴν καθόλου ἔννοιαν τοῦ φόρου, καθόσον δὲν πρέπει τις πλανώμενος νὰ ὑποθέσῃ ὅτι Πολιτεία τις δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ ἀκινδύνως καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἀκριβῶς μαθηματικὴν ἀναλογίαν ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων, ἀρκεῖ νὰ ἀπέχῃ τῆς φορολογικῆς ἀνισότητος, τὴν ὁποίαν εἴδομεν κρατοῦσαν παρ’ ἡμῖν. Ὄχι, ὁ φόρος δὲν εἶναι ἀσφάλιστρον, ὅπου ὁ ἀσφαλιζόμενος πληρώνει ἀναλόγως τοῦ ἀσφαλισθέντος. Ἡ σημερινή, ἥτις εἶναι καὶ ἡ μόνη ὀρθὴ ἀντίληψις τοῦ φόρου, ὡς κοινωνικοῦ καθήκοντος, δίδει ὅλως διόλου διάφορον μέτρον, τὸ μέτρον δὲ αὐτὸ εἶναι αἱ δυνάμεις ἑκάστου φορολογουμένου πρὸς τὸ φέρειν τὸ φορολογικὸν βάρος. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι μερίς τις φορολογουμένων καί, διὰ νὰ ἐκφρασθῶ σαφέστερον, οἱ πολλοὶ ἠτόνησαν πλέον οἰκονομικῶς καὶ δὲν ἀντέχουσιν εἰς νέους φόρους, ἡ δὲ Πολιτεία ἔχει ἀνάγκην τοιούτων. Ἐρωτᾶται, εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τοὺς ὀλίγους τοὺς δυναμένους νὰ πληρώσωσι νὰ ἀρνηθῶσι τὸν νέον φόρον, διότι τούτου ἀπαλλάσσονται οἱ πτωχότεροι; Βεβαίως ὄχι, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἄρνησις τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης, παραγνώρισις δὲ καὶ αὐτῆς τῆς ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας, ἐν ὀνόματι τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς ὁποίας ἡ ἄρνησις αὕτη θὰ ἐγίνετο, καθόσον καὶ ἡ ἰδιοκτησία μόνον ἐν συντεταγμένῃ κοινωνίᾳ εἶναί τι νοητόν, καὶ ἡ ὕπαρξις Κράτους εἶναι ὅρος ἀναγκαῖος, διὰ νὰ εἶναι ἡ ἰδιοκτησία σεβαστή, καὶ ὄχι λόγος κενός. Θὰ φορολογηθῇ λοιπὸν ὁ ἔχων νὰ πληρώσῃ καὶ πέρα τῆς μαθηματικῆς ἀναλογίας, καὶ τὸ ἴδιον πληρώνει τῳόντι καὶ ἤδη διὰ παντὸς φόρου, φέροντος τὸν τύπον τοῦ προοδευτικοῦ, ἤτοι φορολογοῦντος τὰ μεγαλείτερα εἰσοδήματα μὲ μεγαλείτερον ποσοστόν. Ὥστε ἀκριβῶς εἰπεῖν δὲν πρόκειται εἰσαγωγὴ νεωτερισμοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἀνακηρυχθῇ ἐν τῷ ἄρθρ. 3 σαφῶς καὶ ὡρισμένως ἡ ὀρθὴ περὶ ἀληθοῦς ἀναλογίας ἀρχή, καθόσον, ἂν καὶ ἐφαρμόζεται καὶ ἤδη τόσον ἡ ἀρχὴ τοῦ προοδευτικοῦ φόρου, ὡς ἡ περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ ὡρισμένων φόρων τῶν μικρῶν εἰσοδημάτων, καὶ παράδειγμα ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ἡ ὁποία καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπαλλαγὴ στηρίζεται εἰς τὸν ἴδιον τῆς ἀδυναμίας λόγον, οὐχ ἧττον τὸ πρᾶγμα δὲν ἐγένετο οὔτε γίνεται ἄνευ ἀντιρρήσεων καὶ δὴ τῆς ἐκ τῆς παραβιάσεως τῆς ἀρχῆς τῆς συνταγματικῆς ἰσότητος ὅλων τῶν φορολογουμένων, ἴσως μάλιστα, προκειμένου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθολικοῦ εἰσοδήματος, εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀκουσθῇ καὶ σφοδρότερον ἡ ἰδία αὕτη διαμαρτυρία, αἱ κακαὶ συνήθειαι δυσκόλως ἀποβάλλονται, παρ’ ἡμῖν δέ, μὲ τὸ ἐνεστὼς φορολογικὸν σύστημα, τὰ μεγάλα εἰσοδήματα ἐσυνήθισαν σχεδὸν εἰς ἀσυδοσίαν. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν κηρυσσόμενον ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων μας ἀντισυνταγματικὸν τὸν προοδευτικὸν φόρον. Ἐγένετο τῳόντι τοῦτο πρό τινων ἐτῶν ἐν Ἀμερικῇ καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ καθολικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἐκεῖ τὰ Δικαστήρια ἔχουσι ῥητῶς ἐκ τοῦ ὁμοσπονδιακοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα τοῦ κρίνειν περὶ αὐτοῦ καὶ τῶν νόμων, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν, ἔνθα ἐκ τῆς θεωρίας ἁπλῶς ζητεῖται νὰ συναχθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο, σπανιώτατα καὶ ἐπὶ ἀναμφισβητήτων καὶ λίαν καταδήλων παραβιάσεων ἐξησκήθη ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων μας. Ἀλλά, ἂν δὲν τρέχομεν παρόμοιον κίνδυνον, δὲν πρέπει ὅμως νὰ λησμονῶμεν ὅ,τι πρὸ ὀλίγου εἶπον, δηλαδὴ ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἕξεως τῶν μεγάλων εἰσοδηματιῶν εἰς ἀσυδοσίαν καὶ ὅτι ἡ παρ’ ἡμῖν πλουτοκρατία διὰ τὴν ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέσιν της θὰ ἀντιδράσῃ πάσῃ δυνάμει. Δὲν βλέπετε τί ἐγένετο μὲ τὸν περὶ εἰσοδήματος φόρον; Μόλις ἐπὶ τέλους καὶ μετὰ πολλὰς ἀποτυχούσας προσπαθείας ἐπετεύχθη νὰ ψηφισθῇ, διαρκούσης τῆς ἐπαναστατικῆς περιόδου, εἷς νόμος σχετικός, καὶ ἰδοὺ ὅτι, ἅμα ἐπέστη ὁ χρόνος τῆς ἐφαρμογῆς του, γενικὴ ἐξέγερσις ὅλων ἐκείνων, οἵτινες ἐπρόκειτο νὰ φορολογηθῶσιν, ἐπαρουσιάσθη κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Καὶ τί δὲν εἶπον ἐναντίον του; «Εἶναι ἐρευνητικὸς τῶν μυστικῶν μας, εἶναι πιεστικός, θὰ ἀποδιώξῃ τὸ κεφάλαιον», ἑνὶ λόγῳ τὸ τέλος τοῦ κόσμου (finis mundi), καὶ ὁ νόμος ἔπεσε καὶ θὰ ἀντικατασταθῇ μὲν ἤδη ὑπὸ ἄλλου, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ αὐτὸν ὑποβλέπουσι, καὶ κατ’ αὐτοῦ θὰ ἀντιδράσωσιν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐχαριστηθῶσι μὲ οἱονδήποτε μέτρον φορολογικὸν εἰς βάρος των, καὶ αὐτὸ θὰ συμβαίνῃ ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία τοῖς ἀφήνει τὴν ἐκλογὴν τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας, ἀπαράλλακτα μὲ τὸν κατάδικον, εἰς ὃν ἐδόθη ποτὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ δένδρου τοῦ ἀπαγχονισμοῦ του καὶ ὅστις δὲν εὕρισκεν οὐδὲν κατάλληλον.

§38Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὰ ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ καταδίκης;

§39Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι πᾶσα καταδίκη ἄδικος, ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὴν θέλει, ἂν ἐρωτηθῇ, διὰ τοῦτο καὶ τὸν φόρον δὲν τὸν θέλουσι, καὶ προσπαθοῦσι νὰ τὸν ἀποφύγωσιν, ἐφ’ ὅσον τοῖς ἐπιτρέπεται. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ὀφείλομεν νὰ κόψωμεν πᾶσαν ἐλπίδα ἐξακολουθήσεως τῆς ἀσυδοσίας εἰς τὴν κεφαλαιοκρατίαν καὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ δώσωμεν τὸν τόνον περὶ τῆς ἀληθοῦς φορολογικῆς ἀναλογίας εἰς τὰς μελλούσας Βουλάς, νὰ χαράξωμεν δηλαδὴ τὸν δρόμον, ὃν ὀφείλουσι νὰ ἀκολουθήσωσιν, ἤτοι ὅτι ἡ ἀληθὴς ἀναλογία εἶναι ἡ κατὰ τὴν δύναμιν ἑκάστου, πάντοτε μέν, ἰδίως δὲ παρ’ ἡμῖν, ὅπου οἱ ἔμμεσοι φόροι ἐξήντλησαν τὸν λαόν, καταντήσαντα πλέον εἰς ἀνεπάρκειαν. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον οἱ ἔμμεσοι φόροι εἶναι ἡ μόνη πληγὴ τοῦ μικροῦ λαοῦ; Πολλοὶ καὶ ἐκ τῶν ἀμέσων φέρουσι τὸ ἴδιον τῆς ἀνισότητος ἐλάττωμα, καθόσον φορολογοῦσιν οὐχὶ τὸ καθαρόν, ἀλλὰ τὸ ἀκαθάριστον εἰσόδημα. Ἡ Πολιτεία δὲν ἐσκοτίσθη ποτὲ νὰ εὕρῃ καὶ φορολογήσῃ τὴν καθαρὰν ἑκάστου πρόσοδον· ἥρπασεν ἁπλῶς ὅ,τι εὕρισκε προχειρότερον καὶ ἰδίως ἐπέπεσεν ἀγρία εἰς τὴν φορολογίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς. Τὴν ἐκ τῶν κεφαλαίων πρόσοδον ἀφῆκεν ὅλως ἀφορολόγητον. (Διαμαρτυρίαι).

§40Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Λέγω ἀφορολόγητον καὶ προκαλῶ τοὺς ἐναντιοφρονοῦντας νὰ μοὶ εἴπωσι πῶς φορολογεῖται τὸ κεφάλαιον ὡς τοιοῦτον, ὅταν δηλ. δὲν χρησιμοποιῆται εἰς τὸ ἐμπόριον ἢ τὴν βιομηχανίαν, ὅτε συμμετέχει εἰς τὸν φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἀλλ’ ὅταν τοποθετῆται ἐντόκως ὑπὸ τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Τότε νομίζω δὲν φορολογεῖται ποσῶς.

§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀλλ’ αἱ μετοχαὶ τῶν ἑταιρειῶν;

§42Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν ἑταιρειῶν, καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ ἐλαχίστη ἀπόδοσίς του, ἀλλὰ τὰ πολλὰ κεφάλαια μένουσιν ἀφορολόγητα, ἐπαναλαμβάνω, τὰ τοκοφόρα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὑπάρχει ὅμως, κ. Βουλευταί, εἷς φόρος ἄμεσος, ὅπου πλέον ἡ ἀνισότης καὶ ἡ ἀδικία ἀνακράζει πανταχόθεν. Ἐννοῶ τὴν φορολογίαν τῆς Κορινθιακῆς σταφίδος. Ὁ φόρος αὐτὸς πληρώνεται μὲν κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ἀλλ’ εἶναι φόρος ἔγγειος, εἶδος δεκάτης, ἀλλὰ μὲ τοῦτο κατ’ ἐξαίρεσιν εἰς βάρος τοῦ φορολογουμένου, ὅτι οὐ μόνον φορολογεῖ τὸ ἀκαθάριστον εἰσόδημα, ἀλλὰ δὲν τὸ λαμβάνει εἰς εἶδος, τὸ ἀποτιμᾷ εἰς χρῆμα, καὶ ἡ ἀποτίμησις ἐγένετο εἰς ἐποχήν, ὅτε ἡ σταφὶς εἶχεν ὑψηλὰς τιμάς, διὰ τοῦτο καὶ ὁ φόρος ὡρίσθη ὑψηλός (16–20 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, κατὰ τὴν ἐπαρχίαν, ἐξ ἧς παράγεται), ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τῆς σταφιδικῆς κρίσεως, ὅτε ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ἐξέπεσεν εἰς τὸ τέταρτον, εἰς σημεῖον, ὅπου μόλις ἐκαλύπτετο ἡ παραγωγικὴ δαπάνη. Τί ἤθελε κάμει τότε πᾶν ἄλλο Κράτος, ἐνώπιον τοιαύτης καταστροφῆς τῶν παραγωγῶν, εἶναι εὐνόητον. Θὰ ἠλάττωνε τὸν φόρον, ἀναλόγως πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καθόσον δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἔτους, ἀλλὰ περὶ σειρᾶς τοιούτων. Ἡ κρίσις ἐξακολουθεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893 μέχρι σήμερον, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον ἐξακολουθεῖ τὴν ἰδίαν φορολογίαν, ἂν δὲ θέλητε νὰ μάθητε καὶ τὸ καλλίτερον, τὴν ηὔξησε κατὰ τὴν ἀκμὴν τῆς κρίσεως, εἰσπράξαν τὸν φόρον εἰς χρυσόν. Δὲν τὸ λέγω ἐγὼ τοῦτο· ἔχω πολὺ ἀξιόπιστον μάρτυρα καὶ μάλιστα παρακαθήμενον μεθ’ ἡμῶν τὴν στιγμὴν ταύτην, τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν. Ἰδοὺ τί ἔγραφεν ὁ κ. Κορομηλᾶς ἐν ἔτει 1894 ἐν τῇ πραγματείᾳ αὑτοῦ «Ἔσοδα καὶ φόροι», πραγματευόμενος περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος: «Οὕτω, καθ’ ὃν χρόνον ἐπίεζε τὴν σταφίδα μία τῶν μεγίστων κρίσεων, ἅς ποτε διέτρεξεν αὕτη, καθ’ ὃν χρόνον Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ ὑπεκρίνοντο ὅτι κλαίουσι διὰ τὴν τύχην της καὶ ὅτι θέλουσι νὰ ἔλθωσιν εἰς βοήθειάν της, τὸ Κράτος εἰσέπραξε πράγματι ἐκ τοῦ σταφιδικοῦ δασμοῦ δρ. 5,530,000, δηλαδὴ ποσόν, ὅπερ οὐδέποτε εἰσέπραξεν, οὐδὲ εἰς τοὺς καλλίστους χρόνους». Αὕτη εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀνακούφισις, τὴν ὁποίαν προσεφέραμεν εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ τῇ προσφέρωμεν, διότι τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ σήμερον μετὰ τόσα ἔτη κρίσεως, ἐξαντλησάσης ὁλοτελῶς αὐτήν. Διότι ἅπαξ τὸ Κράτος ἔλαβε μεγάλον φόρον νομίζει δικαίωμά του νὰ τὸν διατηρῇ, καὶ ὅταν αἱ τιμαὶ δὲν ἀνταποκρίνωνται πλέον εἰς αὐτόν. Καὶ ἔμμεσοι λοιπὸν καὶ ἄμεσοι φόροι ὅλοι εἰς βάρος τῶν ἀδυνάτων, καὶ ὁμιλοῦσιν ἀκόμη περὶ ἀναλόγου φορολογίας ἐπὶ τοιαύτης δυσαναλογίας! Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι δὲν πρέπει νὰ χάσωμεν τὴν εὐκαιρίαν μιᾶς ἐπισήμου, μιᾶς πανηγυρικῆς καταδίκης τῶν συμβαινόντων, δι’ ἀναγραφῆς ἐν αὐτῷ τῷ Συντάγματι τῆς ἀρχῆς ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ φορολογῆται ἕκαστος κατὰ τὴν δύναμίν του, εἶναι δὲ ἐπιβλητικὴ ἀνάγκη νὰ ἐννοήσῃ τοῦτο ἡ πλουτοκρατουμένη δημοσιονομία μας ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ ἑξῆς Κράτος, πρέπει αὕτη νὰ στραφῇ ἑκοῦσα ἄκουσα πρὸς τὰ μᾶλλον ἐφωδιασμένα βαλλάντια, ἀφοῦ ἐξήντλησε τόσον καταφανῶς τὰ τοῦ μικροῦ λαοῦ. Τοιαύτη δὲ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Συντάγματι δὲν εἶναι καινοτομία, ἣν πρῶτοι ἡμεῖς νὰ εἰσαγάγωμεν· ὑπὲρ αὐτῆς ἔρχεται καὶ συγκριτικὴ νομοθεσία. Ἀλλὰ πρὶν τὰ περὶ τούτου ἐκθέσω θέλω ἐπικαλεσθῆ μίαν μεγάλην οἰκονομικὴν αὐθεντίαν. Ἰδοὺ τί ἔγραφε πρὸ 200 ἐτῶν ὁ πατὴρ τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας Ἀδὰμ Σμίθ: «Οἱ πολῖται εἰσφέρουσιν εἰς ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως ἕκαστος κατὰ τὸ δυνατόν, ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των· ἡ ἀνισότης ἔγκειται ἢ εἰς τὴν φορολογίαν οὐχὶ καὶ τῶν τριῶν εἰδῶν τοῦ εἰσοδήματος, ἢ καὶ εἰς τὴν ἄνισον ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν». «Ὁ πλοῦτος τῶν ἐθνῶν» Γαλλικὴ μετάφρ. Garnier Τόμ. 3 σελ. 180). Ἡμεῖς πάσχομεν καὶ ἀπὸ τὰ δύο καὶ πολὺ πλειότερον ὀφείλομεν νὰ στραφῶμεν πρὸς τὸ δυνατόν. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη καὶ εἰς τὰ ξένα Συντάγματα. Τὸ ἄρθρον 39 τοῦ Σαξωνικοῦ διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Ὁ φόρος δέον νὰ προσδιορίζηται ὅσον τὸ δυνατὸν δικαιότερον». Τοῦ δὲ Μεξικανικοῦ τὸ ἄρθρον 31 ἐκφράζει τὴν αὐτὴν ἰδέαν, τοῦ ὅτι ἡ ἀναλογία δὲν εἶναι ἀριθμητική· ἔτι σαφέστερον. «Οἱ φόροι, λέγει, βεβαιοῦνται κατὰ δικαίαν ἀναλογίαν ὑπὸ τῶν νόμων ὁριζομένην». Ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν καθιεροῖ ἀρχὴν καὶ ἓν τῶν τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως Συνταγμάτων, τὸ τῆς Τροιζῆνος, λέγον: «Οἱ φόροι καταβάλλονται δικαίως καὶ ἀναλόγως». Τώρα ἂς ἴδωμεν καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Εἶπον ὅτι δέχεται τὴν μεταρρύθμισιν, ἣν ἐπρότεινα, τοῦ ἄρθρου 3 ὡς ὀρθὴν κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὴν διατύπωσιν, ἀρκουμένη εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ «ἀναλόγως» τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος διὰ τοῦ «κατὰ λόγον». Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι δυσκόλως πολὺ δύναταί τις νὰ εὕρῃ τὴν μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὅρων διαφοράν, δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, διατί δεχθεῖσα τὴν οὐσίαν νὰ μὴ δεχθῇ καὶ τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεώς μου, ἀφοῦ εἶναι σαφεστέρα. Συμπεραίνων τις ἐξ ὅσων ἤδη εἶπον δὲν θέλει, φρονῶ, κηρύξει ὡς ματαιοπονίαν τὴν ἀναγραφήν, ἣν προτείνω, ἵνα δηλαδὴ σαφηνισθῇ ἡ ἔννοια τῆς ἀναλογίας ἑκάστου εἰς τὴν διὰ τὰ δημόσια βάρη εἰσφοράν. Ἡ κατὰ δύναμιν συμμετοχὴ εἰς αὐτά, ἐν ᾧ συνταυτίζεται πρὸς τὴν ἔννοιαν τὴν σήμερον περὶ φόρου, ὡς κοινωνικοῦ καθήκοντος, κρατοῦσαν, ἔχει συγχρόνως καὶ ἰδιαίτερον λόγον καθιερώσεώς της παρ’ ἡμῖν, ἤτοι τὴν μεγάλην κατάχρησιν τῶν ἐμμέσων φόρων, ἥτις ἐγένετο εἰς βάρος τῶν ἀσθενεστέρων καὶ ἐξακολουθεῖ γινομένη. Αὐτὴ ὅμως ἡ τακτικὴ δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πλέον· ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ συνηγμένοι ἐκ πάσης γωνίας τῆς χώρας ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ πάσχοντος λαοῦ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν μόνον ἐξισωτὴν τῆς ἀνισότητος, τὸν συμπληρωματικὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, κατὰ προοδευτικὸν τύπον, φόρον καὶ τὸν κηρύξωμεν ὡς σημεῖον προσανατολισμοῦ τῆς δημοσιονομίας μας ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς τὸ ἑξῆς. Αἱ κραυγαὶ τῆς πλουτοκρατίας δὲν πρέπει ποσῶς νὰ μᾶς ἐπηρεάσωσιν· ὁ κίνδυνος ὅτι θὰ φύγωσι τὰ κεφάλαια εἶναι μορμολύκειον, ὁ δὲ πραγματικὸς κίνδυνος εἶναι ὁ κοινωνικός. Ἀποβλέψατε εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἡ τοκογλυφία ἀπερρόφησε τὰ πάντα, καὶ ἡ ἄνισος φορολογία συνεπλήρωσε τὸ ἔργον αὐτῆς. Ὁ λαὸς ἀναμένει ἀνακούφισιν, καθόσον ἐν μέρει μὲν κατέστη ἤδη, ἐν μέρει δὲ τείνει νὰ καταστῇ ἀκτήμων. Καὶ ἂν δὲν εἴχομεν ἄλλην ἀπόδειξιν τῆς ἀπογνώσεως, ὑφ’ ἧς κατέχεται, θὰ ἤρκει ἡ ἀθρόα φυγὴ τοῦ εἰς Ἀμερικήν. Δὲν ἀρκεῖ νὰ τροποποιήσωμεν τὸ Σύνταγμα· ἀνάγκη ἐπιβλητικὴ καὶ ἀναπόφευκτος νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς κυρίως μᾶς ἔστειλεν, ὅσα δηλαδὴ τείνουσι τόσον εἰς τὴν πολιτικήν, ὅσον καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν. Ἀλλοίμονον, ἂν τὸ λησμονήσωμεν καὶ ἐπιστρέψωμεν μὲ κενὰς τὰς χεῖρας· θὰ εἶναι τοῦτο δικαία ἀφορμὴ νὰ χαρῶσιν οἱ ἐχθροὶ τῆς ἀνορθώσεως καὶ νὰ φθάσῃ ὁ τόπος εἰς ἀπελπισίαν. Γνωρίζετε δὲ καλῶς, ὅτι αὕτη εἶναι κακὸς σύμβουλος. Αὐταὶ αἱ σκέψεις ἀπετέλεσαν τὴν ἀφορμήν, συγκεφαλαιοῦσι δὲ καὶ τὴν δικαιολογίαν τῆς προτάσεώς μου.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν σπειρομένων γαιῶν. (Ἰδὲ τροποποιήσεις ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς, ὅστις ἔχει τὸν λόγον, εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον. Ἡ ὥρα εἶναι ἑπτὰ μετὰ μεσημβρίαν.

§44Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· ἡ ἀνάθεσις εἰς ἀλλοδαποὺς τῶν δημοσίων λειτουργιῶν ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος προβλεπομένη δὲν εἶναι ἐκ τῶν δημοσίων δικαίων· συνεπῶς δύναται ἡ Πολιτεία κατὰ τὸ συμφέρον της καὶ μόνον νὰ διαπιστεύηται ταύτας, χωρὶς νὰ προσκρούῃ εἰς τὴν ἰσότητα οὐδὲ νὰ δημιουργῇ ἐξαιρέσεις καὶ προνόμια. Εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα μέχρι σήμερον ἀναγράφει τὴν ἀρχήν, ὅτι μόνον πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας. Ἀλλὰ τὰ πλεῖστα τῶν Συνταγμάτων, καίτοι δέχονται τοῦτο, δέχονται ἐπίσης καὶ ἐξαίρεσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ καὶ εἰς ξένον νὰ ἀνατεθῶσι δημόσιαι λειτουργίαι κατὰ δύο συστήματα εἴτε κατὰ τὸ σύστημα, ὅτι τὰς δημοσίας ταύτας λειτουργίας προσδιορίζει αὐτὸς οὗτος ὁ συνταγματικὸς Χάρτης, εἴτε κατὰ τὸ σύστημα, καθ’ ὃ αἱ δημόσιαι λειτουργίαι ὁρίζονται ἑκάστοτε δι’ εἰδικῶν νόμων. Τὸ μὲν πρῶτον τῶν δύο τούτων συστημάτων παρουσιάζει τὸ ἐλάττωμα ὅτι ὁριζομένων ἐν τῷ Συντάγματι τῶν θέσεων, εἰς ἃς ἐπιτρέπεται διορισμὸς ἀλλοδαπῶν, ἐπαφίεται τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ μόνη ἡ κρίσις τῆς ἐφαρμογῆς, ἥτις συνεπῶς μόνη δύναται νὰ ὁρίσῃ ἑκάστοτε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθέσεως εἰς ξένους τῆς λειτουργίας ταύτης, τὸ δ’ ἕτερον σύστημα, καθ’ ὃ ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ προσδιορίζῃ τὰς θέσεις, ἀφήνει ἑκάστοτε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὡς μᾶλλον ἁρμοδίαν νὰ κρίνῃ τόσον περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθέσεως εἰς ἀλλοδαπούς, ὅσον καὶ τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ λειτουργία θὰ ἀνατεθῇ εἰς ξένους. Ἡ Βουλή, ἡ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος ἀποφασίσασα, ἐθεώρησε καλόν, ὅπως ἀναθεωρηθῇ καὶ τὸ τρίτον ἄρθρον ὁρίσασα, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν μὴ Ἑλλήνων πολιτῶν ἐκ τῶν δημοσίων λειτουργιῶν εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀπαιτοῦντα τὴν ἀνάθεσιν τῆς ὀργανώσεως ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν εἰς ἀλλοδαπόν». Συνεπῶς ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς Βουλῆς καλούμενοι νὰ ἀποφανθῶμεν ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ νὰ δεχθῶμεν ἢ μὴ νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ὀργάνωσιν ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν εἰς ἀλλοδαπούς, ὡς ὁρίζει τὸ προσχέδιον τῆς συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς.

§45Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὥστε μόνον περὶ ὀργανώσεως;

§46Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μάλιστα. Συνεπῶς ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς Βουλῆς τῆς τὴν ἀναθεώρησιν ἀποφασισάσης στηριζόμενος νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάθεσις τῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ οὐχὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων ἐπεζητήθη νὰ ὁρισθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν τροποποίησιν, ὅπως ἐν καιρῷ πολέμου μόνον εἰς ἡμεδαποὺς ἐπιτρέπηται ἡ ἀνάθεσις τῶν στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ οὐχὶ εἰς ἀλλοδαπούς, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τῆς τὴν ἀναθεώρησιν ἀποφασισάσης, ἀνάθεσις τῆς ὀργανώσεως καὶ οὐχὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων ἐπεζητήθη νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἀλλοδαπούς.

§47Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θεωρεῖται ἀπαράδεκτον τὴν τροποποίησιν τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος;

§48Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Τοὐναντίον. Θέλω μόνον νὰ προστεθῇ, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ ἀνατεθῇ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐν καιρῷ πολέμου εἰς μὴ πολίτην Ἕλληνα. Δέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς γενομένην τροποποίησιν, ὅτι μόνον δι’ εἰδικῶν νόμων δύνανται νὰ εἰσάγωνται εἰδικαὶ ἐξαιρέσεις τῆς ἀρχῆς, ὅτι μόνον πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰς δημοσίας λειτουργίας, καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἠκολούθησε τὸ καταλληλότερον σύστημα, διότι διὰ νόμου ἔπρεπε νὰ ὁρίζωνται ἑκάστοτε καὶ ὄχι δι’ ἀναγραφῆς εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ τεθῶσιν αἱ λειτουργίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς ξένους πολίτας. Ἀλλά, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ἐν καιρῷ πολέμου οἱ ἀλλοδαποὶ νὰ ἐκπληρῶσι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐξισώσωμεν τοὺς ἀλλοδαποὺς πρὸς τοὺς ἡμεδαπούς, θὰ ἐδεικνύμεθα ἐπιλήσμονες αὐτῆς ταύτης τῆς ἀρχῆς, ὅτι τοὺς στρατοὺς δὲν ἀναδεικνύουσι νικητὰς μόνον ἡ ἐπιστημονικὴ ἱκανότης καὶ αἱ γνώσεις, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ ἀμοιβή, ἀλλὰ πρωτίστως τὰ ψυχικὰ αἰσθήματα, τὰ ὅλως ἰδιάζοντα εἰς τοὺς ἡμεδαπούς. Θὰ ἐδεικνύμεθα δὲ καὶ παντελῶς ἐπιλήσμονες τῆς Ἱστορίας ἡμῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἔκαμαν ὄντως μεγάλα θαύματα.

§49Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τὰ ἐπιτελεῖα;

§50Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Θὰ ἤμεθα ἐντελῶς ἀμνήμονες τῶν μεγάλων θαυμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἐξετέλεσαν ἐν ὀνόματι ἑνὸς μόνου αἰσθήματος, τοῦ αἰσθήματος τῆς φιλοπατρίας, αἰσθήματος, μόνον εἰς πολίτας Ἕλληνας δυναμένου νὰ ἀναπτυχθῇ. Φιλοπατρία ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀγάπης τῆς πατρίδος κυρίως μόνον εἰς τοὺς Ἕλληνας εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι τὸ αἴσθημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον μόνον εἰς πολίτας Ἕλληνας δύναται νὰ ὑπάρχῃ, εἶναι ἀνώτερον τοῦ ὕψους τῶν εὐγενῶν αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ἀναμφιβόλως θὰ ὑπάρχωσι καὶ εἰς τοὺς φιλέλληνας ἀλλοδαπούς, καὶ ἀνώτερον τοῦ ὕψους τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεων καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο ἡ διατύπωσις νὰ τεθῇ οὕτως, ὥστε οὐδέποτε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐν καιρῷ πολέμου εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας.

§51Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Λησμονεῖτε τὸν Δομοκόν, κύριε συνάδελφε;

§52Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ σεῖς λησμονεῖτε ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας μόνον εἰς στήθη Ἑλλήνων δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ὅτι εἶναί τι διάφορον καὶ ὑπέρτερον τῶν ἄλλων αἰσθημάτων καὶ δὴ τοῦ φιλελληνισμοῦ, ὅστις ποσῶς δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς τοὺς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἀναλαβόντας, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ τροπολογία μου αὐτή, ὡς ἀνέπτυξα. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθεωρ. Βουλῆς).

§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης.

§54Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.

§55Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ Πραξιτέλης ἐπεξεργαζόμενός ποτε ἓν τῶν ἀριστουργημάτων του ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν καὶ σανδαλοποιοῦ τινος, ὅπως ζητήσῃ τὴν γνώμην του, ἂν τὰ ὑποδήματα τοῦ ἀγάλματος ἦσαν τὰ πρέποντα. Ὁ ὑποδηματοποιὸς εἶπε τὴν γνώμην του, τὴν ὁποίαν καὶ ἠσπάσθη ὁ Πραξιτέλης· τότε δ’ οὗτος ἐνθαρρυνθεὶς ἐτόλμησε νὰ ἐκφράσῃ σκέψεις καὶ ὡς πρὸς τὴν λοιπὴν περιβολὴν καὶ τὴν στάσιν τοῦ ἀγάλματος, ὁπότε ὁ Πραξιτέλης τύψας αὐτοῦ τὸν ὦμον εἶπε τὸ περίφημον: «Μὴ ὑπὲρ τὰ σφυρά, ὦ σκυτοτόμε». Τὸ μειδίαμα, ὅπερ προκαλεῖ τὸ πάθημα τοῦ σανδαλοποιοῦ, ἴσως προκαλέσω καὶ ἐγώ, ὅστις, ὡς ὁ σκυτοτόμος ἐκεῖνος, σκυτοτόμος πρὸ τῆς συνταγματολογίας, προσέρχομαι, ὅπως ἐκφέρω γνώμην πρὸς ὑμᾶς τοὺς Πραξιτέλας τῶν νόμων. Πιστεύω ὅμως εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτι ἐν πάσῃ ἐπιστήμῃ ἢ τέχνῃ ἢ καὶ ἐν ἄλλῃ μαθήσει ὑπάρχει τὸ κέντρον, ὁ πυρήν, ἀλλὰ περὶ αὐτὸν ὑπάρχει καὶ τὸ περίβλημα, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται ἄνευ κινδύνου βεβηλώσεως νὰ εἰσχωρήσῃ καὶ ὁ μὴ εἰδικός. Καὶ εἰς πᾶσαν μὲν ἄλλην ἐπιστήμην, μάλιστα δ’ εἰς τὴν νομικὴν καὶ εἰδικῶς εἰς τὴν νομοθετικήν, παρέχεται ἔδαφος τοιοῦτον, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πατήσῃ τις ὡπλισμένος μόνον διὰ τῆς λογικῆς καὶ τῆς ἐγκυκλοπαιδικῆς μαθήσεως. Ἐκ τῆς σκέψεως ταύτης ἀντλῶν θάρρος ἐτόλμησα νὰ μελετήσω, ὄχι δ’ ἁπλῶς ἀναγνώσω, τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἔτι δ’ ἐνόμισα ὅτι ὑπὸ τὴν προφύλαξιν ταύτην ἐκφέρων τὴν γνώμην μου ἦτο ἴσως δυνατὸν νὰ καταστήσω τὴν πτῶσίν μου ἧττον ὀδυνηράν, ἐὰν ἔμελλε ν’ ἀποδειχθῶ μὴ λέγων τὰ ὀρθά. Μελετῶν τὰ διάφορα σχέδια καὶ προτάσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἶδον ὅτι τὴν βάσιν τῆς σκέψεως ἀπετέλεσεν ἡ πρόθεσις, ὅπως ἀνατεθῶσιν ὑπηρεσίαι τινὲς τοῦ Κράτους καὶ εἰς ἀλλοδαπούς. Τοῦτο κυρίως καὶ σαφῶς ἐκδηλοῦται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ κυβερνητικοῦ προσχεδίου, ἔνθα λέγεται ὅτι τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου ἐπιβάλλει ἡ «ἀνάγκη τῆς πληρεστέρας ὀργανώσεως ἐνίων τῶν παρ’ ἡμῖν δημοσίων λειτουργιῶν παρ’ ἀλλοδαπῶν, περιβαλλομένων ἐξουσίαν ὑπευθύνου διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι καὶ διατηρούντων τὴν ἰδίαν ἰθαγένειαν». Οὕτως ἐθεωρήθη ὅτι οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἀπέκλεισαν ἀπὸ τῶν δημοσίων λειτουργιῶν τοὺς μὴ Ἕλληνας. Νομίζω ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὑπάρχει τις σύγχυσις. Ἐλέχθη τότε καὶ συνεζητήθη, μάλιστα δ’ ἐτονίσθη ὑπὸ τοῦ Σαριπόλου, ὅτι «ἡ διάκρισις δὲν γίνεται μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ μὴ Ἑλλήνων, ἀλλὰ μεταξὺ Ἑλλήνων πολιτῶν καὶ Ἑλλήνων μὴ πολιτῶν» (ἰδὲ Πρακτικὰ Ἐθνοσυνελεύσεως 1864 τῆς συνεδριάσεως 12 Αὐγούστου). Ἀλλ’ ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν ἀναγράφεται «.....μόνοι δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνές εἰσι δεκτοὶ εἰς πάσας τὰς δημοσίας λειτουργίας, πλὴν τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς εἰδικοὶ νόμοι ἤθελον ἐπιτρέψει τὴν ἀνάθεσιν ὡρισμένης λειτουργίας εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας». Νομίζω ὅτι ἐν τούτῳ ὑπάρχει τι τὸ διορθωτέον· διότι εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὡς ἐλέχθη, νὰ ἀνατεθῶσιν ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους καὶ εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας. Κατὰ τὸν ὁρισμὸν πολῖται εἶναι οἱ ἀπολαύοντες οὐ μόνον τῶν δημοσίων δικαιωμάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀστικῶν, δηλαδὴ πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ πολιτικὰ δικαιώματα καὶ νὰ μὴ ἔχωσι στερηθῆ αὐτῶν.

§56ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Καὶ ὁ ἐστερημένος πολιτικῶν δικαιωμάτων συνεπείᾳ καταδίκης δύναται νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην. Ἡ ἠκριβωμένη ἔννοια τῆς συνταγματικῆς διατάξεως ἀνάγεται εἰς τὴν ἰθαγένειαν. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν ἐχόντων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν, ὅπου γίνεται λόγος περὶ Ἑλλήνων πολιτῶν.

§57Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Συγγνώμην· ἰδοὺ τί λέγει ὁ Σαρίπολος: «ὅθεν δεῖ τὸν πολίτην μετέχειν δικαίων ἄλλων ἢ ὅ,τι τὰ δημόσιά εἰσι. Καὶ δὴ ἔχει ταῦτα· εἰσὶ δὲ τὰ ὑπὸ τὸ ὄνομα πολιτικῶν δικαίων διακρινόμενα, ὁ δὲ ταῦτα ἔχων ἔχει πάντως τὰ μὲν δημόσια δίκαια ὡς ἄνθρωπος ἁπλῶς, τὰ δ’ ἀστικὰ ὡς ἀστός· ἀνάγκη γὰρ πάντα πολίτην εἶναι καὶ ἀστόν, οὐχὶ ὅμως ἐναλλὰξ καὶ πάντα ἀστὸν πολίτην· ἐκ γὰρ τῶν ἀστῶν οἱ πολῖται, οὐχὶ ὅμως καὶ πάντων».

§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σύγχυσις τῆς ἐννοίας τοῦ Σαριπόλου διὰ τὸν πολίτην καὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Συντάγματος διὰ τὸν πολίτην.

§59Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ πολίτης, λέγει, πρέπει νὰ ἔχῃ οὐ μόνον τὰ δημόσια δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀστικά, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐννοεῖ τὸν πολίτην. Ὥστε πᾶς ὁ μὴ κεκτημένος ἀστικὰ δικαιώματα δύναται νὰ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος κατὰ τὴν τροποποίησιν αὐτήν;

§60ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Σύνταγμα ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ κακῶς μετεχειρίσθη τὸν ὅρον «πολίτης Ἕλλην», ἀντὶ νὰ μεταχειρισθῇ τὸν ὅρον «ἀπολαύων τῆς ἑλληνικῆς ἰθαγενείας». Ἀλλ’ ἐναλλάσσεται ἐν τῇ φρασεολογίᾳ ἡ ἀκριβὴς διατύπωσις ὅτι τὰ δημόσια λειτουργήματα δύνανται νὰ κατέχωσιν οὐ μόνον οἱ ἔχοντες τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Φέρει σύγχυσιν ἡ ἔκφρασις.

§61Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ πρᾶγμα, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἔχωμεν δημοσίους λειτουργοὺς ἐστερημένους τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.

§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ κείμενοι νόμοι ἀποκλείουσιν αὐτούς. Ἐὰν ὅμως οἱ κείμενοι νόμοι δὲν ἀπέκλειον αὐτούς, θὰ ἀνελάμβανον δημοσίας ὑπηρεσίας.

§63Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ γίνωσι νόμοι.

§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν.

§65Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δὲν θὰ τοὺς ἐπηρεάσῃ τὸ ἤδη ψηφιζόμενον Σύνταγμα;

§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μένει ἡ νομοθεσία ἐν ἰσχύϊ, καθόσον δὲν ἀντίκειται εἰς διάταξιν τοῦ Συντάγματος.

§67Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Νῦν ἐπί τι ἄλλο. Λέγετε ὅτι οἱ ἀλλοδαποὶ θὰ ἀναλάβωσιν ὑπευθύνους ὑπηρεσίας. Δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ποῖα ἀντισηκώματα θὰ ἔχῃ τὸ Κράτος ἀπέναντι τῶν ξένων τούτων ὑπηκόων, ἐν ᾗ περιπτώσει ἔμελλέ τις νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του;

§68Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Οἱ νόμοι θὰ τὸ λέγωσιν. Ἐκτὸς ἂν νομίζητε ὅτι ἡ δυσχέρεια πρὸς λῆψιν ἀντισηκωμάτων πρέπει νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς ἀπόκρουσιν τῆς διατάξεως.

§69Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐξ ὅσων γνωρίζω εἶναι τόσον δυσχερὲς εἰς τὰ μικρὰ Κράτη νὰ λαμβάνωσιν ἀντίποινα παρ’ ὑπηκόων ξένου μεγάλου κράτους, ὥστε μὲ ἀναγκάζετε νὰ κάμω τὴν ἐρώτησιν, εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος ἡμῶν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει.

§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὸ συζητήσωμεν, ὅταν θὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται ὁσονούπω.

§71Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Περαίνων τὸν λόγον ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι θὰ ψηφίσω τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀλλ’ οὐχὶ ἄνευ ἄλγους ψυχικοῦ. Ἐπέπρωτο μετὰ τὴν συμπλήρωσιν 90ετοῦς ἐλευθέρου βίου νὰ ἀναθεωρῶμεν καὶ μεταβάλλωμεν τὸ Σύνταγμα ὑπὸ ἔννοιαν, οἵαν δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ φαντασθῶσιν οἱ πρόγονοι ἡμῶν. Ἐπέπρωτο νὰ περιέλθῃ τὸ Κράτος ἡμῶν εἰς κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα ἱκέτιδα πρὸς τοὺς ξένους, οὐχὶ πλέον ὡς παιδίον ἔχον ἀνάγκην χειραγωγήσεως, ὡς τοῦτο συνέβη ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν, ἀλλ’ ὡς ἀνὴρ ὥριμος μέν, παράλυτος δ’ ἐκ τῆς ἀκολασίας καὶ τῶν καταχρήσεων, ἀνὴρ μὴ δυνάμενος μηδὲ νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῶν ἰδίων ποδῶν. Ταῦτα δὲν ἔχουσιν ἀξίαν πρακτικήν, ἀλλὰ μόνον αἰσθηματικήν, καὶ διὰ τοῦτο, καίτοι μετ’ ἄλγους, ὡς εἶπον, θὰ ψηφίσω τὴν διάταξιν ταύτην.

§72ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι κατὰ πάντα σύμφωνος, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὴν γενομένην διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ὅτι ὀρθῶς ἔχει ἡ διάταξις «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου». Ἐπίσης οὐδεὶς δύναται, φρονῶ, νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς διατάξεως «καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη κατὰ λόγον τῆς περιουσίας των». Ἡ ἔκφρασις «κατὰ λόγον» σημαίνει ὁλόκληρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος κ. Θεοδωρίδης εἶπε, διότι σημαίνει κατὰ δύναμιν, σημαίνει ἀναλόγως τῆς περιουσίας καὶ τῶν ἀναγκῶν, ἀναλόγως τῆς περιουσίας καὶ τῶν μὴ ὑπαρχουσῶν ἀναγκῶν· εἶναι ἰσοδύναμος μὲ τὴν ἔκφρασιν τὴν γαλλικὴν «à raison», δηλαδὴ κατὰ λογικὴν διαρρύθμισιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ἐπίσης ὑποθέτω ὅτι πάντες εἴμεθα σύμφωνοι ὑπὲρ τῆς ὀρθότητος τῆς διατάξεως: «Μόνον δ’ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας». Ὡσαύτως «πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς τελευταίας διατάξεως «Εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὔτε ἀπονέμονται οὔτε ἀναγνωρίζονται». Ἀλλ’ ἐπίσης εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ψηφίσω, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὲρ τῆς διατάξεως «πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομένων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων», ἕνεκα τετελεσμένου ἤδη γεγονότος, διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ γεγονὸς τοῦτο, θὰ ἐψήφιζον κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης, καί, ἂν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι Βουλευτής, ὅταν θὰ εἰσάγωνται τοιοῦτοι εἰδικοὶ νόμοι, πάντοτε θὰ καταψηφίζω αὐτούς, διότι δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανώσῃ τὰς παρ’ ἡμῖν ὑπηρεσίας οἱοσδήποτε Εὐρωπαῖος ἢ Ἀμερικανός, ὁσασδήποτε καὶ ἂν ἔχωσι θεωρητικὰς γνώσεις, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσι τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα. Εἰς τὰς θεωρητικὰς αὐτῶν γνώμας, εἰς τὰς γνώμας τὰς ἐκ τῆς πείρας τῶν ἐν τῇ πατρίδι αὐτῶν πραγμάτων, θὰ προσαρμόσωσι τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα, στραγγαλίζοντες τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους ἀκόμη, τοὺς ὁποίους ἀρκετὰ εὐγλώττως καὶ σαφῶς καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνέπτυξεν ὁ ἄλλοτε συμμαθητής μου καὶ σήμερον συνάδελφός μου ἐν τῇ Βουλῇ κ. Μέρμηγκας. Περὶ τούτων, κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἵνα εἴπω πρὸς ὑμᾶς, τί θὰ ψηφίσω, ἂν δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς προσθήκην τινά, ἥτις πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ θέσω ζήτημα γλώσσης· οὐχὶ μόνον, διότι δὲν εἶμαι γλωσσολόγος, ἀλλὰ διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ ἀδικήσῃ τις, νομίζων, ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ ἀτόπου νὰ συζητῶμεν ἐνταῦθα ζητήματα γλωσσολογικά. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ διατάξεως, ἥτις θὰ περιφρουρήσῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν γλῶσσαν. Ἡ γλῶσσα ὑπάρχει, ἐκείνη ἥτις ὑπάρχει, καὶ θὰ ἐξελιχθῇ καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐξελιχθῇ καὶ θὰ ὑπάρχῃ εἰς ἑκάστην ἐποχήν, ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ, οὐδεμία δὲ δύναμις ἰσχύει κατ’ αὐτῆς ἢ ὑπὲρ αὐτῆς. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ ἐνώπιον Σώματος πολιτικοῦ καὶ θὰ θέσω ζήτημα πολιτικόν. Ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεώς μου εἶναι ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ δημοσία ὑπηρεσία ἐναντίον δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες δὲν παρέχουσιν ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, ὅτι θὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν πρεπόντως, ὑπὸ ἔποψιν τάξεως, ἴσως δὲ καὶ ἠθικότητος.

§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε μίαν σύστασιν; Ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3 προτείνεται ὑπὸ συναδέλφων νὰ προστεθῇ ὡς 4 ἢ 5 ἄρθρον σχετικὸν μὲ τὸ ζήτημα αὐτό, ὥστε ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3 θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, ἐὰν εἶσθε σύμφωνοι, νὰ ἐπιφυλαχθῆτε νὰ ὁμιλήσητε εἰς ἐκεῖνο τὸ ἄρθρον, ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς προτεινομένης προσθήκης, ἵνα μὴ δὶς συζητῶμεν περὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων.

§74ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν πρώτοις, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ προσθέσητε δέκα λεπτά.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρία.

§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε ἕν.

§77ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ εἶχον ὅλην τὴν διάθεσιν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν. Ἀλλὰ δύο λόγοι μὲ πείθουσι νὰ μὴ δεχθῶ ταύτην· πρῶτον ὅτι ἡ προσθήκη προσήκει εἰς τὸ ἄρθρον 3, διότι τὸ ἄρθρον 3 λέγει ὅτι «μόνον οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας» καὶ πρόκειται νὰ ἀναπτύξω ποῖοι πολῖται Ἕλληνες δὲν πρέπει νὰ ὦσι δεκτοὶ εἰς τὰς δημοσίας λειτουργίας, ὥστε προσήκει ἡ προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον 3, καὶ δεύτερον, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω ὅτι δὲν θέτω ζήτημα γλωσσικὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ ζήτημα καθαρῶς, ἀκραιφνῶς πολιτικόν. Ἡ πρότασίς μου ἔχει οὕτως: «Οἱ θορυβοῦντες κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δεκτοὶ ὡς δημόσιοι λειτουργοί». (Διάλογοι.) Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Ὑπάρχει τις δημόσιοι ὑπάλληλος καὶ εἶναι ποιητής· ἔχει ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ γράφῃ τὰ ποιήματά του εἰς οἱανδήποτε γλῶσσαν ἂν θέλῃ, νὰ γράφῃ διηγήματα, νὰ γράφῃ ἱστορικά, νομικά, ἰατρικὰ συγγράμματα, εἰς οἱανδήποτε γλῶσσαν ἂν θέλῃ. Οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ, κατὰ τὴν γνώμην μου, σεβόμενος τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων, τὴν ἐλευθερίαν τῆς διανοητικῆς λειτουργίας τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς δημόσιος ὑπάλληλος νὰ λέγῃ: «Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, μεταχειριζόμενον τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται, εἶναι ἠλίθιον, καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ προβαίνουσα ἡ ἠλιθιότης τοῦ ἔθνους, ἐφ’ ὅσον θὰ μεταχειρίζηται τοιαύτην γλῶσσαν· μόνον ἡμεῖς εἴμεθα οἱ σοφοί, ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι βλᾶκες· μόνον ἡμεῖς ἀντικρύσαμεν τὴν ἀλήθειαν· ὅλοι οἱ ἄλλοι εὑρίσκονται εἰς τὸ ψεῦδος· ἡ διανοητικότης τοῦ ἔθνους ὑφίσταται καταστροφὴν ἀπερίγραπτον· εἶναι ἀδύνατον νὰ προκόψωμεν εἰς τὰς ἐπιστήμας, εἰς τὰς τέχνας, εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ ἐπαγγέλματα, ἐφ’ ὅσον θὰ μεταχειριζώμεθα τοιαύτην γλῶσσαν». Τοιαύτη γλῶσσα, τοιαύτη πολεμικὴ κατὰ τοῦ ἔθνους, τοιαύτη σπειρομένη ἀπόγνωσις εἰς τὸ ἔθνος νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη εἰς ἕνα δημόσιον ὑπάλληλον, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη, διότι φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἐνεδείκνυεν ἰσορροπίαν τοῦ ἐγκεφάλου τοῦ τοιούτου δημοσίου ὑπαλλήλου...

§78ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀσφαλῶς.

§79ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. ... καὶ ἑπομένως τοιοῦτος δημόσιος ὑπάλληλος δὲν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του προσηκόντως. Δύναται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γράφῃ ποιήματα, διηγήματα, συγγράμματα εἰς οἱανδήποτε γλῶσσαν ἂν θέλῃ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα γυμνασιάρχην, ἐναντίον τῆς διδασκαλίας τῶν ἄλλων καθηγητῶν, νὰ ἐμπνέῃ εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Γυμνασίου τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὰ διδασκόμενα ὑπὸ τῶν ἄλλων καθηγητῶν. Δύναται ὁ γραμματεὺς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου νὰ γράφῃ εἰς οἱανδήποτε ἂν θέλῃ γλῶσσαν τὰ ποιήματα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διαρκῶς ὑβρίζει τὴν γλῶσσαν τῆς νομοθεσίας, τὴν γλῶσσαν τοῦ Συντάγματος, τὴν γλῶσσαν τῶν δημοσίων ἐγγράφων, ἐφ’ ὅσον ὅλους τοὺς μεταχειριζομένους τὴν γλῶσσαν ταύτην ἀποκαλεῖ ἠλιθίους, ἐφ’ ὅσον διὰ τοῦτο καλεῖται καὶ ὑφίσταται παρατηρήσεις ἐκ μέρους τοῦ προϊσταμένου τῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας καὶ ὅμως ἔχει τὸ θάρρος νὰ λέγῃ—χθὲς τὸ ἔγραφον, αἱ «Ἀθῆναι» ἀναδημοσιεύουσαι μέρη τινὰ— «εἶμαι μαλλιαρός· αὐτὸ εἶναι ἡ τιμή μου», δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένος ὁ θόρυβος οὗτος εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι εὑρίσκονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἐν ἰσορροπίᾳ, διότι εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, κύριοι συνάδελφοι, γλῶσσα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι καὶ θὰ ἐξελιχθῇ ὅπως θὰ ἐξελιχθῇ.....

§80Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Παρελείψατε, κύριε Κουλουμβάκη, καὶ κἄτι ἄλλο, ὅτι συνίστα τὴν μετάφρασιν τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου....

§81ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. .... καὶ εἰς ἑκάστην περίστασιν τοῦ ἐθνικοῦ βίου θὰ εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ εἶναι ἀναμφιβόλως, ἀλλὰ δικαιοῦται, νομίζω, νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν ἀληθῆ διανόησιν τοῦ ἔθνους εἰς μίαν ὡρισμένην περίοδον, ἡ γλῶσσα ἐκείνη, ἥτις εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν πλειόνων, ἡ γλῶσσα τῆς νομοθεσίας, ἡ γλῶσσα τῶν δημοσίων ἐγγράφων, ἡ γλῶσσα, ἥτις δὲν θὰ εἶναι ἴσως μετὰ εἰκοσαετίαν, δὲν ἦτο ἴσως πρὸ εἰκοσαετίας, ἀλλ’ εἰς τὴν ὡρισμένην ἐκείνην ἱστορικὴν περίοδον εἶναι ἡ γλῶσσα τοῦ ὅλου ἔθνους, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. Αἱ ἐλάχισται ἐκεῖναι ἐξαιρέσεις δύνανται νὰ φρονῶσιν οἷα ἂν φρονῶσιν, ἀλλὰ δὲν δικαιοῦνται νὰ ὑβρίζωσι τὸ ὅλον σχεδὸν ἔθνος. Ὑβρίζοντες τὸ ὅλον ἔθνος δὲν σκέπτονται, ὡς σκέπτεται τὸ ὅλον ἔθνος, δὲν εὑρίσκονται ἐν ἰσορροπίᾳ πρὸς τὸ ὅλον ἔθνος, καὶ ἑπομένως ἢ ἐκεῖνοι εἶναι ἀνισόρροποι ἢ τὸ ὅλον ἔθνος, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει μὴ εὑρισκόμενοι ἐν ἰσορροπίᾳ πρὸς τὸ περιβάλλον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετῶσι τὸ περιβάλλον.

§82Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὑπηρετοῦσιν ἀπωτέρους σκοπούς, κύριε Κουλουμβάκη.

§83ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ῥιζικῶς διαφωνοῦσι πρὸς τὸ σύνολον τοῦ ἔθνους, ἐφ’ ὅσον διανοητικῶς εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἔθνος, πῶς εἶναι δυνατὸν προσηκόντως, σκοπίμως, ὠφελίμως νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, νὰ ὑπηρετῶσι τὸ ὅλον ἔθνος; Καὶ ἄν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνοι εὑρίσκωνται ἐν τῇ ἀληθείᾳ, δύνανται ἐπιστημονικῶς νὰ ἀναπτύξωσι τὰς γνώμας των καὶ νὰ προαγάγωσι τὰ δόγματά των, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, Κύριοι, διότι εὑρισκόμενοι καταντικρὺ ὁλοκλήρου ἔθνους, ὑφιστάμενοι τὴν περιφρόνησιν καὶ τὸν χλευασμὸν ὁλοκλήρου ἔθνους, ἐξαγριοῦνται, γίνονται αἱρετικοί, πᾶς δὲ αἱρετικὸς εἶναι φανατικός, καὶ πᾶς φανατικὸς εἶναι ἐπικίνδυνος. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῆτε ποῖα ῥάκη καθίστανται ἀπὸ πάσης ἀπόψεως οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι μετά τινα ἔτη φανατισμοῦ. Γνωρίζω ἰατρὸν ἐπιστήμονα πρώτης τάξεως, ὁ ὁποῖος καίτοι περιηγήθη ὅλας τὰς πόλεις καὶ πλεῖστα χωρία τῆς Ἑλλάδος οὐδαμοῦ κατώρθωσε νὰ παρουσιάσῃ προκοπὴν διὰ τῆς ἐπιστήμης του. Διατί; Διότι ἡμέρας καὶ νυκτὸς ἀσχολεῖται μὲ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, ἐναντίον αὐτῆς τῆς γλώσσης, ἡ ὁποία ἀγνοῶ πόσας δυστυχίας, λέγουσιν, ὅτι κατεργάζεται. Γνωρίζω εἰρηνοδίκην, ὅστις αἰσθάνεται δυστυχίαν ἀφάνταστον, ὅταν εἶναι ἠναγκασμένος ν’ ἀσχοληθῇ μὲ τὰς ὑποθέσεις τῶν διαδίκων. Διαρκῶς ἀσχολεῖται μὲ τὴν γλῶσσαν καὶ συναθροίζει λέξεις. Εἶχεν ἔλθει καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου Μάνην· εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῆτε, πόσον στρεβλῶς ἀντιλαμβάνεται τῶν λέξεων· παραδείγματος χάριν τὸν ἀλεστήν, αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἀλέθει, πῶς, νομίζετε, τὸν διεμόρφωσεν; ἀπαλέτην! (ψιθυρισμοί). Ἀκούω παρατηρήσεις μερικῶν κυρίων συναδέλφων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπανειλημμένως συνέστησα νὰ προσέχωσι, κυρίως νὰ προσέχωσι καὶ μόνον νὰ προσέχωσιν, ὅταν συζητῶμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἀπαλέτης δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Μάνην· ὑπάρχει ἀπαλεστής· ἀπαλεστὴς δὲ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤλεσεν ἤδη. Μετά τινα ἔτη φανατισμοῦ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καθίστανται κυριολεκτικῶς διανοητικὰ ῥάκη· εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι καλὸς εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος, ὅστις αἰσθάνεται ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὴν κόλασιν, ὑποχρεωμένος ὢν ἐνίοτε ν’ ἀπασχοληθῇ καὶ μὲ τὰς ὑποθέσεις τῶν διαδίκων. Τὸ κύριον αὐτοῦ ἔργον ὑπολαμβάνει ὅτι εἶναι νὰ συναθροίζῃ λέξεις τῆς μεγάλης γλώσσης, ἡ ὁποία θὰ δοξάσῃ τὸ ἔθνος τῆς μαλλιαρωσύνης. Λοιπὸν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἑνὸς δημοσίου κινδύνου. Ἠξεύρετε μέχρι πόσου φθάνουσι; Δὲν θέτω ζήτημα γλωσσικόν· λέγω τοῦτο, διότι μοὶ ἐδόθη τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπὶ τοῦ βήματος μία σημείωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἐπώνυμον ἐκείνου, ὅστις ἐκπροσωπεῖ τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη, ἐκείνου, ἐπὶ τῇ ἀναπολήσει τοῦ ὁποίου ὑπὸ συγκινήσεως μυχιαιτάτης καταλαμβάνεται πᾶσα ἑλληνικὴ ψυχή, τὸ ὄνομα ἐκείνου τὸ μεταφέρουσι, τὸ μετατρέπουσι κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον νὰ παραστήσω δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, οὐχὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ οὐδενὸς σημείου τῆς Ἑλληνικῆς γῆς.

§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἐννοεῖτε; (Θόρυβος καὶ διακοπαί).

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.

§86ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι· διὰ μυριοστὴν φοράν, τονίζω ὅτι δὲν θέτω ζήτημα γλωσσικόν, ἀλλὰ θέτω ζήτημα πολιτικόν. Διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, Κύριοι, μέχρι πόσου παρουσιάζεται ὁ κίνδυνος, ἀκούσατε: Νομικοὶ διακεκριμένοι, διακεκριμένοι νομικοὶ καὶ μελετηρότατοι καὶ προσεκτικώτατοι, τοὐλάχιστον θεωρητικῶς, ἀπὸ τοῦδε ἀριστεῖς ἐν τῇ ἐπιστήμῃ των, κατεδείχθησαν ἀνίκανοι ν’ ἀντιληφθῶσι, προκειμένου περὶ τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς, ἐκ μέρους ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν χωρεῖ νομικὸς ἔλεγχος. Ὁ Ὑπουργός, ὁ ἀσκῶν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλεγχθῇ, ὅτι κακῶς ἐξετίμησε τὰ πράγματα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλεγχθῇ, ὅτι ἔσπευσεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τὴν πραγματικήν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τις ὁ ὑπὲρ αὐτόν, ὅστις θὰ τὸν ἐλέγξῃ νομικῶς. Τῆς στοιχειωδεστάτης ταύτης νομικῆς ἐννοίας καθίστανται διακεκριμένοι νομικοὶ ἀνίκανοι ν’ ἀντιληφθῶσι, διότι, δημοτικισταὶ ὄντες, περισσότερον συμφωνοῦσι πρὸς τοὺς μαλλιαροὺς παρὰ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες λέγουσιν «ἔχομεν μίαν γλῶσσαν· ἡ γλῶσσα αὐτὴ ἐξειλίχθη ὡς ἐξειλίχθη, καὶ θὰ ἐξελιχθῇ ὡς θὰ ἐξελιχθῇ· οἱ νομικοὶ διὰ τὰ νομικά, οἱ ἰατροὶ διὰ τὰ ἰατρικά, οἱ φιλόλογοι διὰ τὰ φιλολογικά, ἀφήσατε τὸ ἔθνος μὲ τὴν καθ’ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον γλῶσσάν του καὶ μὴ ἐνσπείρετε ἐν μέσῳ αὐτοῦ τὴν ἀπόγνωσιν. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ κινδύνου, σᾶς βεβαιῶ. Δημόσιος ὑπάλληλος, ὅστις πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ καὶ ἰδίᾳ ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν θὰ εἶχεν ὅλον τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ σεβασμὸν καὶ ὑπόληψιν ἐκ μέρους παντὸς πολίτου καὶ διὰ τὴν θέσιν τὴν δημοσίαν, τὴν ὁποίαν κατεῖχε, καὶ διὰ τὴν οἰκογένειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκεν, ὁ δημόσιος ἐκεῖνος ὑπάλληλος ἀσχολούμενος ἐπὶ ἔτη μετὰ φανατισμοῦ εἰς τὸ νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γλῶσσα τῶν μαλλιαρῶν, ἐπὶ τοσοῦτον ἠθικῶς διεστράφη, ὥστε νὰ παρίσταται ἐν ἡμέρᾳ Χριστιανικῇ ἱερωτάτῃ ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, περιφρονῶν τὰ δημόσια ἤθη.

§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;

§88ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐντελῶς διάδοσις τὰ λεγόμενα περὶ ὑποστηρίξεων (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, κύριε Διομήδη, διότι περὶ ὑμῶν εἶναι βέβαιον ὅτι, πλανώμενος καὶ παραπλανώμενος ἀπὸ τὰς νομικάς σας σπουδὰς εἰς τὰς φιλολογικάς, ἀνήκετε εἰς τὸ «περιβόητο σχολειό». (ἱλαρότης). Μὴ γελᾶτε, διότι θὰ ἔλθῃ καιρός, ὅταν ὡριμάσητε περισσότερον, νὰ κλαύσητε. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· πρόκειται περὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐγένοντο ὄργανα πρὸ ὀκταετίας νὰ παρουσιασθῇ ἓν ἐπαναστατικῇ ὄψει ἡ πρωτεύουσα, νὰ φονευθῶσι πτωχοὶ οἰκογενειάρχαι, νὰ πέσῃ μία Κυβέρνησις, νὰ κλαίῃ γοερῶς εἷς Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ὅμως τὰ ὄργανα τῆς πράξεως ἐκείνης προστατεύονται μέχρι σήμερον, κατ’ ἐξοχὴν προστατεύονται καὶ ὁ σύζυγος καὶ ἡ σύζυγος καὶ κατέχουσι λαμπρὰς θέσεις (ἱλαρότης). Μὴ γελᾶτε, Κύριοι· πρόκειται περὶ σοβαρωτέρου παρ’ ὅσον φαντάζεταί τις ζητήματος. Παραπλανηθέντες ἔφηβοι πρὸ ἔτους περίπου ἐξέδωκαν ἐν μέσαις Ἀθήναις περιοδικὸν ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀνεμώνη» ὑμνοῦντες τί νομίζετε; Ἐκτρόπους ὁρμάς, ὑμνοῦντες καὶ ἀνακηρύσσοντες αὐτὰς κατὰ τρόπον ἀληθῶς ἀπίστευτον. Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα δὲν πρόκειται, λέγω, νὰ θίξωμεν ζήτημα γλωσσικόν· ἡ γλῶσσα εἶναι ἐκείνη, ἥτις εἶναι καὶ θὰ ἐξελιχθῇ ὡς θὰ ἐξελιχθῇ. Πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ μιάσματος ἀνθρώπων, οἵτινες ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εὑρίσκονται διανοητικῶς ἐν ἰσορροπίᾳ πρὸς τὸ ὅλον τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο θέτω τὴν πρότασιν, ὡς θέτω αὐτήν, ἵνα εἶναι ἐλεύθεροι νὰ ὑποστηρίζωσι τὰς φιλολογικὰς δοξασίας των, ἵνα εἶναι ἐλεύθεροι νὰ γράφωσι τὰ ἔργα των εἰς οἱανδήποτε ἂν θέλωσι γλῶσσαν, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωσι τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν νὰ ὑπηρετῆται ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες διανοητικῶς ἰσορροποῦσι πρὸς τὸ ὅλον τοῦ ἔθνους. (Εὖγε, εὖγε).

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, διότι περιλαμβάνεται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κυρίου Ῥακτιβάν.

§90ΜΙΧ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· θὰ προσπαθήσω νὰ ἐκφράσω συντόμως, ἀλλὰ καὶ σαφῶς τὴν ταπεινήν μου γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 3ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου, οὐδεὶς βεβαίως ὑπάρχει ὁ μὴ ἐπικροτῶν εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην. Καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ πράξει τὴν παραβιάζουσιν, ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως ἀναγνωρίζουσι τὸ κῦρός της. Φρονῶ ἐν τούτοις ὅτι τὸ ἡμέτερον Σῶμα δὲν εἶναι ἁπλῶς πολιτικὸν Σῶμα, ἀλλὰ καὶ συνέδριον ἐθνικόν, καὶ ὅτι ἑπομένως ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ πρέπον εἶναι νὰ ἀκούωνται αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ καταστῇ πρακτική, πολιτικὴ καὶ ἐθνικὴ ζωή. Ἡ ἰσότης τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τοῦ νόμου δὲν ἀσφαλίζεται ἁπλῶς διὰ τῆς ἀναγραφῆς αὐτῆς ἐντὸς τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ὅρων, κατὰ τοὺς ὁποίους εἶναι διαπεπλασμένοι οἱ ἄρχοντες τῆς Πολιτείας, καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διαμορφοῦται ὁ λαός. Ὀφείλομεν ἐντεῦθεν νὰ συμβάλωμεν πάντες, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦμεν τὴν Βουλήν, ὅπως διαχυθῇ πλουσίως εἰς τὸν πολιτικοκοινωνικὸν καὶ ἐθνικὸν ὀργανισμόν μας τὸ πνεῦμα τῆς ζωῆς. Κυρίως δι’ αὐτοῦ θὰ φωτισθῶσιν αἱ διάνοιαι, θὰ καθαρθῶσιν αἱ καρδίαι καὶ θὰ διαμορφωθῶσι τὰ ἤθη τὰ χρηστὰ τὰ φέροντα πρὸς βίον ἀπηλλαγμένον πάσης ἀνισότητος καὶ πάσης καταδυναστεύσεως. Καὶ εἶναι ὑπέρτατον καθῆκον νὰ τονισθῇ καὶ ἐξαρθῇ ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύτης θέσεως, ὅτι οἱ πολιτικοὶ θεσμοὶ μένουσι νεκρὸν γράμμα, ἔνθα δὲν ζωοποιοῦνται ὑπὸ τοῦ παράγοντος γενναίας ἠθικῆς πνοῆς, καὶ ὅτι ἄνευ τῆς ἠθικοκοινωνικῆς ἀνακαινίσεως εἶναι ἀδύνατον ἡ ξηρὰ τοῦ Συντάγματος διάταξις νὰ καταστήσῃ ζῶσαν καὶ πραγματικὴν τὴν ἰσότητα τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν ἀπέναντι τοῦ νόμου. Προκειμένου περὶ τοῦ ὅτι «οἱ Ἕλληνες συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των» ὑπεστηρίχθη, ὡς γνωστόν, ὅτι ἀνάγκη ἡ φράσις «ἀναλόγως τῆς περιουσίας των» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς «κατὰ λόγον τῆς περιουσίας των». Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ προταθεῖσα αὕτη μεταβολὴ οὐδένα ἔχει λόγον. Ἀνοίγοντες προχείρως οἱονδήποτε λεξικὸν θέλομεν ἴδει ὅτι τὸ «ἀναλόγως» καὶ τὸ «κατὰ λόγον» εἶναι ἐντελῶς ταυτόσημα. Τί θὰ εἴπῃ «κατὰ λόγον»; Ὁ λεξικογράφος ἀπαντᾷ: Ἐν ἀναλογίᾳ, κατ’ ἀναλογίαν, ἀναλόγως. Ἑπομένως ἡ ἀντικατάστασις τοῦ ἑνὸς διὰ τοῦ ἄλλου θέλει εἶναι παιγνιώδης μόνον. Καὶ φρονῶν ὅτι ἀτυχὴς ὑπῆρξεν ἡ τοιαύτη σκέψις καὶ εἰσήγησις ὑποστηρίζω ἅμα ὅτι μᾶλλον ἀτυχὴς θὰ εἶναι ἡ τυχὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς παραδοχὴ προτάσεως μεταβολῆς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ὁ συνηγορῶν. Ὀφείλω ὡσαύτως νὰ δηλώσω, ὅτι ἀσπάζομαι ἐν πᾶσι τὰς περὶ εἰσφορᾶς τῶν πολιτῶν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀρχάς, ὁποίας τὰς ἀνέπτυξεν ὁ φίλος καὶ συνάδελφος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θεοδωρίδης. Προσθέτω ὅμως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, ὅτι ἡ ἐπίτευξις καὶ πραγματοποίησις φορολογίας λογικωτέρας καὶ δικαιοτέρας ἤρτηται τὰ μέγιστα ἐξ ὑγιοῦς διαμορφώσεως πολιτικῶν ἠθῶν. Ἡ φορολογικὴ κατανομὴ τότε θέλει λάβει τὴν μᾶλλον προσήκουσαν διαρρύθμισιν, ὅταν οἱ κυβερνῶντες καταστῶσι γνήσιοι ὑπέρμαχοι τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας καὶ δικαιοσύνης, ὅταν αἱ λαϊκαὶ τάξεις, ἀναλαμβάνουσαι μείζονα τῶν καθηκόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν συνείδησιν, θὰ καταστῶσιν ἰσχυρότερος καὶ συστηματικώτερος παράγων ἐν τῇ καθόλου κοινωνικῇ καὶ πολιτειακῇ ζωῇ. Οὐδὲ πρέπει νὰ παραλειφθῇ ὅτι, ὅπως καταστῇ πραγματικότης ἡ κατὰ προοδευτικὸν τρόπον τῆς φορολογίας διαρρύθμισις, ἀνάγκη νὰ δεχθῶσιν ἀφθονώτερα καὶ καθαρώτερα τὰ φῶτα αἱ διευθύνουσαι λεγόμεναι τάξεις καὶ νὰ ἁγνισθῶσιν ἐπὶ μᾶλλον εἰς τὰ αἰσθήματα καὶ εἰς τὰ ἤθη των. Καὶ πρέπει πάντες νὰ ἐμπνευσθῶμεν ἀπὸ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἄνευ παιδεύσεως, ἥτις νὰ ἀποκαθιστᾷ ἀνθρωπινωτέρους τοὺς πολίτας, καὶ ἄνευ Ἐκκλησίας ζώσης, ἡ ὁποία, ἀνταξία τῆς ἱερᾶς ἀποστολῆς της, νὰ σπείρῃ τὴν ἠθικὴν ζωὴν ἐντὸς τῆς κοινωνίας διὰ τῶν ἁγιαστικῶν αὑτῆς δυνάμεων καὶ τῶν ἠθοπλαστικῶν της μέσων, ἡ ἁπλῆ διατύπωσις περὶ φορολογίας προσηκούσης ἐντὸς τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου θὰ εἶναι σύμφυρμα λέξεων, ἐλαχίστην εὑρίσκον πραγματικὴν ἐκδήλωσιν ἐν τῇ πολιτικῇ διοργανώσει καὶ ζωῇ. Ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ὅτι δύναται νὰ ἀνατεθῇ καὶ εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας δημοσία ὑπηρεσία, ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἤμην ἐναντίος, ἐὰν δὲν ἀνεγνώριζον τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν προσθήκην ταύτην. Ἀλλά, ὡς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, κρίνω καὶ ἐγὼ καθῆκον νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν θλῖψίν μου ἐπὶ τῷ ὅτι, μετὰ βίον τόσων δεκαετηρίδων ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Βασιλείου, εὑρισκόμεθα ἄνευ ὀργανώσεως, καὶ διατελοῦμεν ὑπὸ τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς ἀλλοδαποὺς ὀργανωτάς. Καὶ μόνη αὕτη ἡ ἀδυναμία, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐκληροδότησε τὸ παρελθὸν —παρ’ ὅλην τὴν προσοχήν μου, ὅπως μὴ χαρακτηρίζω μὲ βαρείας φράσεις— εἶναι ἱκανὴ νὰ δείξῃ ὅτι παρελθὸν τοιοῦτο πρέπει νὰ ταφῇ διὰ παντός. Ἀλλά, ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὴν πρόσκλησιν τῶν ξένων τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν ὀργανωτῶν, φρονῶ, προκειμένου περὶ ἐμπολέμου ὥρας, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ παροχὴ τῶν ὑπηρεσιῶν των, ἐκτὸς μιᾶς καὶ μόνης ἐξαιρέσεως. Ἐὰν δηλαδὴ οἱ ξένοι οὗτοι στρατιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ ἦσαν τόσον ἀφωσιωμένοι εἰς τὰ ἐθνικά μας δίκαια καὶ ἐνεπνέοντο ὑπὸ τοσούτου φιλελληνισμοῦ, ὥστε πρὸς παροχὴν τῶν πολυτίμων ὑπηρεσιῶν αὐτῶν δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ ζητήσωσι τὴν ἑλληνικὴν πολιτογράφησίν των. Θὰ μοὶ ὑπεμίμνησκέ τις ἴσως ὅτι οἱ φιλέλληνες προσήνεγκον ἀλησμονήτους ὑπηρεσίας εἰς τὸν μέγαν ἐθνικὸν ἀγῶνά μας, καὶ ὅτι αἷμα αὐτῶν πολύτιμον ἐξεχύθη ἐπὶ τῶν πεδίων τῶν ἑλληνικῶν μαχῶν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν ἤδη περὶ ξένων, ἐρχομένων ἐξ αἰσθήματος οἰκείου νὰ προσφέρωσι τὴν ζωήν των ὁλοκαύτωμα ὑπὲρ τοῦ ἡμετέρου ἔθνους μὲ πλήρη ἀδιαφορίαν ἂν θὰ ἡγῶνται ἢ θὰ διατάσσωνται· ἔχομεν δ’ ὑπ’ ὄψει μας περίπτωσιν ἀνδρῶν ἀπεσταλμένων ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν καὶ μὴ δυναμένων νὰ λησμονῶσι τὴν ἰδιότητά των ταύτην. Καὶ δὲν θέλω μὲν νὰ ἐξετάσω ὁποία τις ὑπάρχει ἡ ἀπέναντι ἡμῶν πολιτικὴ τῶν ξένων Κυβερνήσεων, νομίζω ὅμως καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ μὴ ἀποκρύψω, ὅτι δυστυχῶς αἱ ἐθνικαί μας ὑποθέσεις, προκειμένου μάλιστα νὰ τὰς διεκδικήσωμεν δι’ ὅπλων, δὲν θεωροῦνται ὑπ’ αὐτῶν μὲ εὐμενὲς ὄμμα. Ἐὰν εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δεχθῶμεν τοὺς ξένους, τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνάγκην, ἀλλ’ ἀνάγκην, ἥτις πρέπει νὰ περιορισθῇ κατὰ τὸ δυνατόν. Καὶ φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ὥστε μόνοι οἱ πολιτογραφούμενοι ὡς Ἕλληνες νὰ μένωσιν ἐν τῇ ἑλληνικῇ ὑπηρεσίᾳ κατὰ τὰς κρισίμους ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ δεήσῃ νὰ κριθῶσι διὰ τῶν ὅπλων αἱ ἐθνικαί μας τύχαι. Περὶ δὲ τῆς μὴ ἀπονομῆς τίτλων εὐγενείας καὶ ἄλλων τοιούτων διακρίσεων τί νὰ εἴπω; Ἐξαίρω τὸ ἐλεύθερον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται εἰς τὰ νεώτερα Συντάγματα τοιαύτας διατάξεις, ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι οὐσιαστικῶς ὁ κίνδυνος δὲν ἀποσοβεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν μόνον διὰ τῆς προνοίας, ὅπως τὰ Συντάγματα ἀπαγορεύουσι τοὺς τίτλους τούτους καὶ τὰς διακρίσεις. Καὶ ἀπὸ τοῦ κινδύνου δὲν δύνανται νὰ διαφυλαχθῶσι καὶ αὐταὶ αἱ δημοκρατικαὶ κοινωνίαι, ἐὰν δὲν ἐφρόντισαν νὰ προσαρμόσωσι πρὸς τοὺς περὶ ἰσότητος θεσμοὺς τοῦ πολιτεύματος τὰ ἤθη αὐτῶν καὶ τὸν βίον. Ἡ ἀνθρωπίνη ματαιοφροσύνη, ἡ δύναμις τοῦ πλούτου καὶ τὰ ὕψη τῶν ἀξιωμάτων δημιουργοῦσιν ὄγκους ὑπερηφανείας καὶ ποικίλων διακρίσεων, οὕτω δ’ ἀποβαίνει ἐντελῶς χαρτίνη ἡ διακήρυξις ἰσότητος, ἥτις δὲν ζωοποιεῖται δι’ ἐλευθέρας ἠθικῆς ἀνατροφῆς καὶ δὲν περιφρουρεῖται ὑπὸ τῆς ἀδελφότητος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶναι ἱκανὴ νὰ προκαλῇ καὶ νὰ ἀσφαλίζῃ μόνη ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη. Καὶ ἰδοὺ διατί οἱ διοικοῦντες τοὺς λαοὺς ὀφείλουσι νὰ τοὺς παιδαγωγῶσιν. Ἐπιτελοῦντες ὡς νομοθέται τὸ καθῆκόν μας θὰ ἐκτελέσωμεν καὶ τὰς λοιπὰς ὑποχρεώσεις μας. Ἀνελεύθεροι τίτλοι καὶ προνόμια πρέπει νὰ ὑποστῶσι πλήρη διωγμόν. Καὶ θὰ ἐκλίπωσι τότε μόνον, ὅταν δι’ ἀληθοῦς χριστιανικῆς μορφώσεως διαπλασθῶσι χαρακτῆρες φεύγοντες πᾶσαν ματαιότητα καὶ βδελυσσόμενοι πᾶσαν τάσιν ὑπερηφανείας, πρόθυμοι δὲ νὰ ἐφαρμόζωσι τὸ ἀπαραμίλλως ἐλεύθερον καὶ φονεῦον πᾶσαν μωρίαν καὶ ματαιοφροσύνην ῥητὸν τοῦ Παύλου «τῇ τιμῇ προηγούμενοι ἀλλήλους», ἤτοι ἁμιλλώμενοι ἀναμεταξὺ ὑμῶν ποῖος πρῶτος νὰ ἐπιδείξῃ εἰλικρινεστέραν καὶ περισσοτέραν τὴν τιμήν του πρὸς τοὺς ἄλλους. Γενεαί, δυνάμεναι νὰ αἰσθανθῶσι τὸ μεγαλεῖον μιᾶς τοιαύτης ταπεινοφροσύνης, εἶναι αἱ μόναι ἱκαναὶ νὰ πραγματοποιήσωσι συμβίωσιν ἀγάπης καὶ ἰσότητος, ἀπηλλαγμένην ἀπὸ πάντα ψευδότιτλον εὐγενείας καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας διακρίσεις, τὰς ὁποίας δημιουργεῖ ἡ νόσος τοῦ ἐγωισμοῦ τοῦ μαστίζοντος ὑπὸ τὰ παντοῖα πολιτεύματα τοὺς λαοὺς τοὺς ζῶντας ὑπὸ τὸν δεσποτισμὸν τῆς ἁμαρτίας.

§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπροτάθη, κύριοι Βουλευταί, ὅπως ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ διὰ τοῦ σχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑφ’ ἡμῶν καὶ διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον τοῦτο δέχεται ἡ Κυβέρνησις, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τῶν συζητήσεών μας, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα ἐπιτραπῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως διὰ νόμων ἑκάστοτε ἐπιτρέπῃ τὴν πρόσληψιν καὶ ἀλλοδαπῶν διατηρούντων τὴν ἰθαγένειάν των, ἐπροτάθη, λέγω, ὅπως περιληφθῇ ἡ ἐξαίρεσις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀλλοδαποὶ δὲν θὰ ἦσαν δεκτοὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐν καιρῷ πολέμου. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποκρούσῃ τὴν ζητουμένην ταύτην προσθήκην, ὄχι διότι νομίζω ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶμεν ἡμεῖς τὴν συνδρομὴν ἀλλοδαπῶν εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἀλλὰ διότι ἡ ἱστορία τῆς δημιουργίας αὐτοῦ τοῦ Κράτους καὶ ὅλη ἡ ἔκτοτε ἱστορία τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων τοῦ Κράτους αὐτοῦ καὶ τοῦ ἔθνους ἐμποδίζει εἰς τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον νὰ περιλάβῃ διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἀληθὴς ἀγνωμοσύνη πρὸς τὰς ἀλήστους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ξένοι φιλοῦντες τὴν Ἑλλάδα, ὅσον τοὐλάχιστον καὶ ἡμεῖς, προσήνεγκον εἰς τὸν τόπον τοῦτον καὶ εἰς τὸ ἔθνος τοῦτο. Ἐάν τις εἶχέ τινα ἀνησυχίαν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ παρεχομένου δικαιώματος εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἐπιτρέπῃ τὴν πρόσληψιν ἀλλοδαπῶν, δύναμαι νὰ δώσω ταύτην τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ ξένα φῶτα καὶ εἰς τὴν ξένην ἐπιστήμην, ἰδίως τὴν στρατιωτικήν, πρὸς ἀνοργάνωσιν καὶ πρὸ παντὸς ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατεύματός μας, ἡ ἀποστολή, λέγω, μᾶς ἐδόθη ὑπὸ τὸν κυριώτατον ὅρον ὅτι, ἐὰν τὸ Κράτος ἤθελε περιστῆ εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, οἱ προσερχόμενοι ὅπως συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνοργάνωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατεύματός μας θὰ ἀποχωρήσωσιν ἀμέσως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μας. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ «ἀναλόγως» καὶ «κατὰ λόγον», τοῦ σχετιζομένου πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των, καὶ δέχομαι ἀληθῶς ὅτι τὸ προσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον τίθεται ὡς βάσις τῆς συζητήσεως ἐνώπιον ὑμῶν, εἰς τὸ ἄρθρον 3 δὲν μεταβάλλει οὐδόλως τὴν ὑπάρχουσαν διάταξιν, διότι τὸ «ἀναλόγως» εἶναι ἐντελῶς ὅμοιον, ἀντίστοιχον, ἰσοδύναμον πρὸς τὸ «κατὰ λόγον». Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ὑποστηρίξω ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ δημοσιονομική μας πολιτικὴ ὑπῆρξεν ἀντιοικονομική, δὲν ἔπταισεν εἰς τοῦτο τὸ δυστυχὲς ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, οὔτε θὰ ἦτο διάφορος ἡ κατάστασίς μας, ἐὰν διαφόρως ἦτο συντεταγμένον τὸ ἄρθρον 3. Καὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι, καίτοι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι πᾶσα τροπολογία, ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐξασφαλίζει εἰς ἡμᾶς τὴν βεβαίωσιν περὶ τοῦ ὅτι ἡ δημοσιονομική μας πολιτικὴ θὰ εἶναι καλλιτέρα, ἐν τούτοις θεωρῶ καθῆκόν μου, τοῦ ζητήματος, ἅπαξ ἐγερθέντος ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, νὰ διακηρύξω ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοὐλάχιστον, ἡ ὁποία ἔχει τὴν τιμὴν σήμερον νὰ προΐσταται τῶν κοινῶν, εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ φορολογία πρέπει νὰ ἐπιβάλληται οὐχὶ ἀναλόγως τῆς περιουσίας ἢ τοῦ εἰσοδήματος—τῆς ἐκφράσεως λαμβανομένης ἐν αὐστηρῶς γραμματικῇ ἐννοίᾳ—, ἀλλ’ ὅτι ἡ φορολογία πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς δυνάμεις τῶν πολιτῶν, πρὸς τὰς δυνάμεις τῶν φορολογουμένων, ἰσχυρίζομαι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 οὐδαμῶς ἐκώλυε τὸν νομοθέτην ἡμῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης ῥυθμίσῃ τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν καὶ ἀποφύγῃ, ὅπως δώσῃ τόσην ἔκτασιν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, οἱ ὁποῖοι πλήττουσι τόσον δυσαναλόγως τὰς πενεστάτας τάξεις, καθιεροῦντες ἀντίστροφον προοδευτικὴν φορολογίαν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Ἐν τούτοις ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν, ἀφοῦ εἶναι σύμφωνος ἐπὶ τοῦ πράγματος, νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν κατὰ τοῦτο, τοῦ ἄρθρου 3, τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Θεοδωρίδου, ὅπως δηλαδὴ λεχθῇ ὅτι: «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των». Ἡ φράσις ὑποθέτω ὅτι ἀνταποκρίνεται ἐντελῶς πρὸς τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον κυριαρχεῖ ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, καὶ πρὸς τὴν γνώμην, κατὰ τῆς ὁποίας οὐδεμία ἠκούσθη ἀντίρρησις, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ οἱαδήποτε διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν ἐξασφαλίζει ἡμᾶς περὶ τοῦ ὅτι ἡ δημοσιονομική μας πολιτικὴ θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον καλλιτέρα. Ἐλπίζω ὅτι θὰ εἶναι καλλιτέρα εἰς τὸ μέλλον ἡ δημοσιονομικὴ πολιτική μας, ἀλλ’ ἄλλοι θὰ εἶναι οἱ λόγοι τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τὸ γλωσσικόν, μανθάνω ὅτι ἀπεσύρθη ἡ πρότασις, ὅπως ἔλθῃ κατόπιν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ 4ου ἄρθρου. Κατὰ ταῦτα παρακαλῶ, ὅπως ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα ὡς βάσιν τὸ ἄρθρον 3ον ἐπιψηφίσῃ τοῦτο μὲ τὰς τροποποιήσεις τὰς ζητηθείσας ἀπὸ τὸν κ. Θεοδωρίδην.

§92Γ. ΠΩΠ. Μίαν διασάφησιν θέλω. Δὲν πρόκειται περὶ προτάσεως ἀναγραφῆς ῥητῆς τινος διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι. Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι συμβαίνει ἄτοπόν τι, ἄτοπον ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ὁμοιομόρφου εἰσφορᾶς ὑπὸ ὅλων τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων. Θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως διὰ δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως, γραφομένης ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς, καταστῇ γνωστόν, ἂν τὸ Στέμμα ἀπαλλάσσεται τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ ἂν τὰ μέλη τῆς Βασ. Οἰκογενείας ἀπαλλάσσονται ἢ δὲν ἀπαλλάσσονται τῶν ἀμέσων ἢ ἐμμέσων φόρων. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου καὶ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ νόμου, ἀναμφισβητήτως δὲ ἐκ τῶν ὑψηλότερα ἱσταμένων ὀφείλομεν νὰ προσδοκῶμεν τὴν ὑποταγὴν εἰς τοὺς νόμους, ὅπως ὀφείλουσι νὰ μὴ φαίνωνται ὅτι παρέχουσιν εὐεργεσίαν ἢ χάριτας, ἀσκουμένας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ θεωρῶσί τινα ὑπέρτερον τοῦ νόμου οἱ τεταγμένοι πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ. Ἀκριβῶς τοῦτο συμβαίνει μέχρι τοῦδε, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἄδικος ἡ παρατήρησίς μου, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι καὶ ἄσκοπος πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσι κυρίως πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀξιωμάτων καὶ ἐξουσιῶν καὶ οὐχὶ πρὸς τῶν ἀτόμων τῶν ἑκάστοτε τὰς διαθέσεις, ἐὰν ἐδηλοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ Στέμμα καὶ τὰ μέλη τῆς Βασ. Οἰκογενείας εἶναι ἀσύδοτα καὶ ἀπαλλάσσονται τῶν ἀμέσων καὶ ὑποβάλλονται εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους, ὅτι εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι θὰ ἔχω σύμφωνον πρὸς τὴν παρατήρησίν μου ταύτην καὶ τὴν Βουλήν, διότι δὲν πρόκειται περὶ προσθήκης διατάξεως συνταγματικῆς, ἡ ὁποία θὰ δύναται νὰ παρεξηγηθῇ ὡς ἀπευθυνομένη ὑπὸ τοῦ Σώματος ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν ἀνεύθυνον ἀρχὴν καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι χαρίζονται κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρεπόμενον, παραβαίνοντες τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι πρὸς τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ θελήσῃ νὰ φανῇ σύμφωνος, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι παρέχει πράγματι ὑπηρεσίαν πρὸς ἐκείνους, ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν ἀξιωμάτων τῶν ὁποίων ἔχομεν τὴν ἐντολὴν νὰ μεριμνῶμεν πάντες ἡμεῖς. (Ἐπιδοκιμασίαι).

§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν πλανῶμαι, πρόκειται περὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἄλλη τις τροπολογία δὲν ἐπροτάθη, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω γνώμην, ἀλλ’ ἐν μέσῳ τῆς συζητήσεως περὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου 3 ζητεῖται νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐρώτησις ἢ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν παραπέμπω εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ἔλθῃ εἰς συζήτησιν κανονικῶς. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ψαρῶν θέλῃ νὰ ἐρωτήσῃ ἢ ἐπερωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τί σκέπτεται, νὰ τὸ κάμῃ εἰς ἡμέραν ἐπερωτήσεων· σήμερον ἱκανὸν χρόνον ἐχάσαμεν, διὰ νὰ εἰσέλθωμεν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ κύριον ἔργον, δι’ ὃ ἐκλήθημεν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ, ὅπως παρεκτραπῶμεν ἀπὸ τοῦ κυρίου ἔργου. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς ἡμέραν ἐπερωτήσεων, τότε εἶναι δικαίωμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν.

§94Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀπευθύνω ἐρώτησιν ἢ ἐπερώτησιν, δὲν ἐπρόκειτο κἂν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, καὶ θὰ ἐπεθύμουν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ χρόνου καὶ περὶ προθεσμιῶν εἰς ἐργασίαν, νὰ μὴ παρέχῃ μετὰ τόσης ἀφειδίας τὰς συμβουλάς του πρὸς ἡμᾶς τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπασχολοῦμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ ματαίῳ οὔτε ἐπὶ μακρόν. Ἀπηύθυνα οὐχὶ ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἀπηύθυνα παράκλησιν, δύναμαι νὰ εἴπω, δηλώσεως εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον διατυπουμένη παρέχει μίαν καὶ μόνην σκέψιν καὶ ἐπὶ τῇ σκέψει ταύτῃ ζητεῖ, ὅπως ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην ἡμέραν ἡ συζήτησις. Τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀπαράσκευος νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι δὲν ἔτυχεν ἴσως νὰ συζητήσῃ μετ’ Ἐκείνου, ὅστις συνέπραττε κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προσκομίζεται ἐδῶ, διὰ νὰ ἀναθεωρηθῇ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ παρασκευασθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀναμφιβόλως θὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἑπομένως οὐχὶ ὁ φόβος ἀπωλείας χρόνου, ἀλλ’ ἡ παροχὴ ἐκ μέρους ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἀπαιτουμένης προθεσμίας, ὅπως παρασκευασθῇ, καὶ ἣν μόνην φαίνεται νὰ ζητῇ, γίνεται ἀφορμὴ νὰ μὴ συνεχίσωμεν τὴν ἐπὶ τοῦ θέματος συζήτησιν, ἀναβάλλοντες ταύτην δι’ ἄλλην ἡμέραν κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως.

§95Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, καὶ κατὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ εὑρίσκεται ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν, ὅτι, ὡς μέχρι τοῦδε καθιερώθη, διὰ τῶν δηλώσεων τῆς Βουλῆς, διατυπουμένων διὰ τοῦ στόματος τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, δηλώσεων τὰς ὁποίας ἀποδέχεται ἡ Βουλή, δηλώσεων ἀναγραφομένων εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά, γίνεται ἡ ἑρμηνεία καὶ τῶν νόμων καὶ τῶν Συνταγμάτων. Ὅταν δὲ ζητῆται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ὡς νὰ ζητῆται ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ δηλώσῃ τὴν ἔννοιαν διατάξεώς τινος, ὡς νὰ ζητῆται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἑρμηνεία τῆς διατάξεως ταύτης. Δὲν εἶναί τι νέον, οὔτε ἔχει σχέσιν μὲ τὸν ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων οὔτε μὲ τὰς σκέψεις μιᾶς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ τῶν προηγηθεισῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, θέλετε ἴδει ὅτι πολλαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἑρμηνεύονται διὰ τοιούτων δηλώσεων. Τοιαύτην δέ τινα δήλωσιν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ζητήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐν ἀπαραδέκτῳ πράττων τοῦτο, δήλωσιν ἁπλουστάτην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐζήτουν ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ἐὰν δὲν παρενέπιπτεν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τοιαύτη δήλωσις εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἤθελον νὰ ζητήσω νὰ διασαφηνισθῇ ὅτι διὰ τῶν φράσεων ὅτι δι’ εἰδικοῦ νόμου θέλουσι κανονισθῆ τὰ κατὰ τὴν πρόσληψιν ἀλλοδαπῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, δηλαδὴ διὰ τῆς φράσεως «πλὴν τῶν ἐν εἰδικῷ νόμῳ ἀναγραφομένων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων» δὲν ἐννοοῦμεν κατάργησιν τοῦ Προξενικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι μὲν εἰδικός, ἀλλὰ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν φράσιν τῶν εἰδικῶν ἐξαιρέσεων. Εἶναι εἰδικὸς καὶ ἀφορᾷ εἰς εἰδικὰς περιπτώσεις, διότι ἔχομεν ἀλλοδαποὺς ὑπαλλήλους ἀμίσθους. Ἤθελον λοιπὸν τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν καταργεῖται ὁ νόμος.

§96Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν καταργεῖται.

§97ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν, τῆς ὁποίας ἠρξάμεθα, συζητοῦμεν καὶ ἀποφασίζομεν ἐπὶ διατάξεων, αἵτινες θὰ ἰσχύωσιν ὡς ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, συζητοῦμεν καὶ ἀποφασίζομεν ἐπὶ δηλώσεων, αἵτινες θὰ ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, εἴτε ὡς ἑρμηνεία συνταγματικῶν διατάξεων εἴτε ὡς ἰσοδύναμοι πρὸς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἐπὶ τῶν δηλώσεων τούτων δύναται νὰ προκληθῇ ἡ γνώμη παντὸς Βουλευτοῦ, οὐδέποτε ὅμως ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ὡς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην μόνον ὡς Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἐμὲ ἀπολύτως δὲν ἔχει δικαίωμα παρὰ μόνον νὰ ψηφίσῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν διάταξιν, νὰ κάμῃ, λέγω, ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν δήλωσιν εἰς τὰ Πρακτικὰ καὶ νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην· ἐφ’ ὅσον εἶναι Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα. Ἀλλά, καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν ἀπέβαλε τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, δύναται νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην ὡς Βουλευτής, οὐδέποτε ὅμως νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην ὡς Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Ἑπομένως ἐὰν ἐζητήθη νὰ τεθῇ τι ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, εἴτε ὡς ἑρμηνεία τῶν συνταγματικῶν διατάξεων εἴτε ὡς ἰσοδύναμον πρὸς συνταγματικὰς διατάξεις, τοῦτο ἔδει νὰ προταθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφασίσῃ ὡς ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει θέσιν νὰ εἴπῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο ὡς ἐκπροσωποῦσα τὴν πλειονοψηφίαν, διότι ἕκαστος ἡμῶν συζητεῖ ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἕκαστος ἔχει τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ἐλευθέραν γνώμην, καὶ δὲν ὑπάρχουσιν εἰσηγηταὶ πλειονοψηφιῶν ἢ εἰσηγηταὶ μειονοψηφιῶν, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐλευθέρα γνώμη καὶ ἡ ἐλευθέρα ψῆφος ἑκάστου ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, διότι ἡμεῖς ἐν ἐλευθέρᾳ γνώμῃ ἤλθομεν νὰ καταρτίσωμεν τὸ νέον πολίτευμα τῆς πατρίδος ἡμῶν, νὰ δώσωμεν τοὺς νέους κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους θέλει ῥυθμισθῆ ὁ ἱστορικὸς καὶ πολιτικὸς ἡμῶν βίος. Ἡμεῖς ὅλοι καὶ εἷς ἕκαστος καὶ οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκφέρει τὴν γνώμην αὐτῆς, διότι ἄλλως δὲν γνωρίζω ποίαν θέσιν θὰ εἴχομεν οἱ Βουλευταὶ ἐνταῦθα.

§98ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ δευτέραν φορὰν ματαιοῦται ἡ περάτωσις τῆς συζητήσεως.

§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη παρεῖλκε.

§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον διὰ σᾶς, Κύριε Δραγούμη.

§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· νομίζω ὅτι ἕκαστος κατέχει ἐνταῦθα θέσιν, ἵνα πράττῃ τὸ εἰς αὐτὸν προσῆκον, καὶ ὅτι ἔχει δικαίωμα, ὅπως, πρὶν περατωθῇ ἡ συζήτησις, ἐξενέγκῃ γνώμην ἐπὶ θεμάτων, ὁποῖα τὰ προκείμενα. Νομίζω ὅτι τοὐλάχιστον διὰ τοῦτο ἡ παρατήρησις, ἣν ὑπεβάλετε πρὸ ὀλίγου, παρεῖλκε.

§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον ὑπενθύμισιν ὑπέβαλον.

§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης πρόκειται νὰ κανονισθῇ ἡ περαιτέρω πορεία ἡμῶν ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῇ λοιπῇ. Καὶ πρέπει μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ νὰ ἀκούωμεν τὰ λεγόμενα καὶ νὰ φροντίζωμεν, ὥστε, ἂν ἐρρίφθη ἐνταῦθα λόγος ἄξιος ὑποστηρίξεως, νὰ μὴ ἀφήνωμεν αὐτὸν νὰ καταπέσῃ ἄνευ τῆς προσθήκης τῆς ἡμετέρας συναινέσεως. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Λακωνίας εἶναι ἡ παράστασις αὐτῆς τῆς ἀληθείας καί, ἂν δὲν εἶχε προλάβει ἐκεῖνος νὰ εἴπῃ ταῦτα, ἤθελον βεβαίως ἐγερθῆ ἐγὼ εἰς ὥραν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελον τύχει τῆς τιμῆς νὰ λάβω τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐνταῦθα συνεδρεύομεν ἀναθεωροῦντες τὸ Σύνταγμα, διότι τοιαύτη ἐδόθη εἰς ἡμᾶς ἐντολή, τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Βουλῆς τῆς ψηφισάσης, ἄνευ ὑποβολῆς κυβερνητικῆς, τὸ ψήφισμα τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως, ὑπὸ τῆς παραγγελίας τοῦ εἰς τὰς κάλπας συναχθέντος λαοῦ, νὰ συνέλθωμεν ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ διπλάσιοι ἐν διπλῇ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ νὰ κανονίσωμεν ὅλοι ὁμοῦ καὶ εἷς ἕκαστος τὸ καθ’ ἑαυτὸν τὰ τῆς περαιτέρω τοῦ Συντάγματος μορφῆς. Ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ διάκρισις μεταξὺ ἡμῶν δὲν ὑπάρχει· εἴμεθα 362 Βουλευταὶ ἐνταῦθα, συνεργαζόμενοι ὅλοι ὁμοῦ εἰς εὕρεσιν τοῦ ὀρθοῦ καὶ ἐπανόρθωσιν τῶν πλημμελῶν καὶ συμπλήρωσιν τῶν ἐλλειπόντων, ἐν τῷ ἔργῳ δὲ τούτῳ ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δηλώσῃ ὁ τιδήποτε ἀναγραπτέον εἰς τὰ Πρακτικά, ἀλλ’ οὐδεὶς ἡμῶν ἔχει δικαίωμα νὰ δηλώσῃ ὁ τιδήποτε ἀναγραπτέον εἰς τὰ Πρακτικὰ πρὸς ἑρμηνείαν. Τὴν ἑρμηνείαν θέλουσιν εὕρει οἱ ἐφιέμενοι, ὅταν ἐπιμελῶς παρακολουθῶσιν ἐμβλέποντες εἰς τὸ κείμενον τῶν νέων ἄρθρων καὶ ἀνατρέχοντες εἰς τὰ ἐνταῦθα λεχθέντα καὶ φροντίζωσι νὰ φωτισθῶσιν ἐξ αὐτῶν ἀναγνωρίζοντες πρὸ πάντων ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου ὁ θεσμοθέτης τοῦ ἄρθρου ἐκείνου διὰ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἀπέθανε. Θὰ ἦτο λίαν ἐπικίνδυνον, ἂν ἐγίνετο ἐρώτημα οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν τῷ παραδείγματι, ὅπερ ἐτέθη ἐνώπιον ἡμῶν, ἵνα ζητηθῇ ἀφ’ ἡμῶν ἐπίσημος ἐξήγησις ἀναγραπτέα εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς ἐπίσημος ἀπάντησις εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην. Ἕκαστος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐρωτᾷ καὶ ἕκαστος ἔχει δικαίωμα ἴσως καὶ καθῆκον νὰ ἀπαντᾷ· ἀλλ’ ἕκαστος θέλει ἀπαντήσει ὡς Βουλευτὴς τῆς διπλῆς Βουλῆς, καὶ τὰ Πρακτικὰ τὰ Ἐπίσημα καὶ ἐπιβοηθητικῶς τὰ ἐστενογραφημένα θὰ ἔλθωσι νὰ περιλάβωσι τὴν γνώμην αὐτοῦ ἁπλῶς ὡς πᾶσαν γνώμην. Ὅταν μόνον ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι ὑπάρχει εἰδική τις περίπτωσις, ἵνα δώσῃ αὐτὴ ὁλόκληρος ἐν ὁμοφωνίᾳ διασάφησίν τινα, τότε μόνον δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος ἐγγραφῆς ἐπισήμου εἰς τὰ Πρακτικὰ δηλώσεως ἑρμηνευτικῆς· καὶ ἐν τούτῳ δὲ ἀπαιτεῖται νὰ εἴμεθα πολὺ φειδωλοί, ὅπως ὑπῆρξαν πολὺ φειδωλοὶ οἱ πρὸ ἡμῶν καὶ κατὰ τὸ 1864 καὶ κατὰ τὸ 1844. Εἶναι ἀνάγκη μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Λακωνίας νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς πορείας ἡμῶν, καὶ νὰ ἀπαντήσωμεν ὅτι πορεία ἄλλη τις ἢ ἐκείνη, ἣν διατυποῦμεν, εἶναι σφαλερὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ προορισμοῦ ἡμῶν καὶ τῆς ἐντολῆς, ἣν ἐλάβομεν. Θὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα ἔχοντες βεβαίως τὴν Κυβέρνησιν ὁδηγὸν μόνον κατὰ τὰς ὥρας, καθ’ ἃς ὁ Κανονισμὸς ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν νὰ παρεμβαίνῃ, ἀλλὰ μὴ ἔχοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐνταῦθα θέτουσαν ζητήματα τοιαῦτα, ἅτινα ἐπὶ συζητήσεως θέματος, ὁποῖον ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, δὲν χωροῦσι. Διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ζήτημα σύνηθες νομοθετικὸν περιέχον πολιτικὴν ἔννοιαν ἀντιπροσωπευομένην ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς πλειονοψηφίας. Θέλομεν ἐνταῦθα συζητήσει ἐλευθέρως καὶ θέλομεν βεβαίως ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ ταύτῃ ἀξιώσει νὰ ἀκουώμεθα πάντες, ὅπως ἀκούονται καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες κατέχουσι τὰ ἑδώλια τὰ κυβερνητικά, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἔρχωνται ἐνταῦθα οἱ κυβερνῆται, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν θεμάτων, εἰς ἃ καλοῦνται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐκφέρωσι γνώμας λέγοντες πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ γνῶμαι αὗται εἶναι αἱ γνῶμαι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι, ἂν τυχὸν αὗται δὲν γίνωσιν ἀποδεκταί, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ἄλλο νὰ ἐκπληρώσῃ. Δὲν εἶπεν εὐτυχῶς τοῦτο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ταύτην τὴν ἑσπέραν· ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἄλλων ἐπιχειρημάτων ἀπεμάκρυνε τὴν ἀποταθεῖσαν εἰς αὐτὸν ἐρώτησιν, ἀλλ’ ἐπιλαμβάνομαι τοῦ θέματος μετὰ τὸν ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴν μόνον καὶ μόνον, ἵνα καταστήσω καταληπτὸν κατὰ ποῖον τρόπον ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἔχομεν πάντες καθῆκον ἐνταῦθα νὰ ἐργασθῶμεν καὶ κατὰ ποῖον τρόπον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμφωνήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι καὶ μόνον κατ’ αὐτὸν πρέπει ἐνταῦθα νὰ συμμετάσχῃ τῆς συζητήσεως.

§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἀρκετὰ σαφῶς πρό τινων ἡμερῶν ἐξ ἀφορμῆς ὁμοίας ἐδήλωσα, ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη καὶ πάλιν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν περὶ αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀπόψε τελούμενα εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν.

§106Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Μετὰ τοῦ σθένους, τὸ ὁποῖον τὸν διακρίνει...

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἀπέσυρε τὴν πρότασιν.

§108Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι προσπαθοῦσιν ἀπό τινος χρόνου νὰ εἰσαγάγωσιν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν καινοὺς θεούς. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αἰσθάνομαι ἀνεπάρκειαν νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ ὕψος τῶν ἰδεῶν ἢ νοημάτων αὐτοῦ. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, δέον νὰ εἶναι συντεταγμένον καθ’ ὅλους τοὺς τύπους καὶ τοὺς κανόνας τῆς γραμματικῆς καὶ τοῦ συντακτικοῦ τῆς γλώσσης μας. Παρατηρῶ λοιπὸν ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον ὑπάρχει παράγραφος, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ τὴν τοιαύτην προσπάθειαν, τῶν πολιτῶν ὅλων εἰς τὸ νὰ γράφωσι καλλιεπῶς καὶ εὐλήπτως τὴν γλῶσσαν ἡμῶν, τὴν παράγραφον αὐτήν, ἡ ὁποία μετεφράσθη ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ, ὡς ἔχει τὸ κείμενον τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία λέγει «πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομένων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων» Ἡ ἰδική μας μετάφρασις λέγει ὅτι «πλὴν τῶν διὰ διοικητικῶν νόμων εἰσαγομένων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων». Παρακαλῶ τὸν κ. Δραγούμην, ὡς εἰδήμονα παρὰ πάντα ἄλλον τῆς Ἑλληνικῆς, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἐπιτρέπεται τοιαύτη ταυτολογία ἐν τῇ αὐτῇ φράσει. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἡ μετάφρασις αὐτὴ ἀποτελεῖ....

§109ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δώσω μίαν διασάφησιν εἰς τὸν ἔντιμον φίλον μου. Εὐχαριστῶ ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητά μου περὶ τὴν ἑλληνικὴν γλῶσσαν. Δυστυχῶς ἡ φράσις αὕτη εἶναι ἔργον ἴδιον, ἐγὼ τὴν ἐπεσκεύασα καὶ εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ τὴν ἴδω παμψηφεὶ γινομένην ἀποδεκτὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἀπέβλεψα εἰς τὴν γλωσσολογικὴν αὐτῆς ἀξίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀκρίβειαν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπανέλαβον μὲ τὴν αὐτὴν φράσιν, καὶ τοῦτο ἀνεγνωρίσθη ὀρθὸν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ συνάδελφος νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ δεχθῇ νὰ τεθῇ ἡ φράσις αὐτή.

§110Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἁπλῶς θὰ παρατηρήσω ἐπὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι μόνον ἐκεῖναι αἱ γνῶμαι ἔχουσιν ὑποχρεωτικὴν σημασίαν, αἱ ὁποῖαι λαμβάνονται ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ὁμοψηφία εἶναι περιττή, ἀρκεῖ καὶ ἡ πλειονοψηφία.

§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι: πρῶτον ἡ τροπολογία τῶν ἓξ Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀποσύρεται· δεύτερον ἡ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θεοδωρίδου.....

§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὴ συνεχωνεύθη.

§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ γίνῃ διατύπωσις, παρακαλῶ.

§114ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναλόγως τῶν δυνάμεων συνεισφέρουσι.

§115ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ εἶναι ἀσφαλέστερον νὰ ἀφήσητε τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι.

§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως καὶ κατὰ δύναμιν εἰς τὰ δημόσια βάρη.

§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.

§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως καὶ κατὰ δύναμιν εἰς τὰ δημόσια βάρη.

§119ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἵνα μὴ δημιουργηθῇ ἐκ τῆς πρώτης ὄψεως ἀσάφεια εἰς τὴν ἔκφρασιν καὶ ἀκατανοησία ἀκόμη ἐκ τοῦ «ἀδιακρίτως καὶ κατὰ δύναμιν» νὰ τεθῇ «καὶ συνεισφέρουσι πάντες κατὰ δύναμιν ἕκαστος εἰς τὰ δημόσια βάρη».

§120Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ἀδιακρίτως καὶ κατὰ δύναμιν ἔχουν ἱστορικὴν ἀξίαν. Αὐτὰς τὰς φράσεις δὲν τὰς κατεσκευάσαμεν ἡμεῖς.

§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν σχέσει πρὸς τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος εἶχον τὴν τιμὴν ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπω ὅτι ὅλοι μένομεν σύμφωνοι, ὅτι ἐννοοῦμεν τὴν φορολογίαν οὐχὶ ἀναλογικὴν πραγματικήν, ἀλλ’ ὅτι τὴν ἐννοοῦμεν ἐν σχέσει πρὸς τὴν δύναμιν ἑκάστου. Ἐν τούτοις εἶπον ὅτι δεχόμεθα τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Θεοδωρίδου, ὅπως κατὰ δύναμιν ἕκαστος συνεισφέρῃ, ἐνόμισα δὲ ὅτι ἀνταποκρίνομαι καὶ πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς συνιστῶν νὰ γίνῃ αὕτη δεκτή. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ πολυπραγμονῶμεν περαιτέρω διὰ τὴν ἔκφρασιν, καὶ ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τροποποιουμένου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Θεοδωρίδου, «καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των».

§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ κ. Πολυχρονιάδου, καθ’ ἣν μετὰ τὴν πρώτην φράσιν τοῦ 3 ἄρθρου, μετὰ τὰς λέξεις «εἰδικῶν ἐξαιρέσεων», προτείνεται νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς φράσις «οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ ἀνατεθῇ ἐν καιρῷ πολέμου στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μεϊτάνη.

§123Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Παραιτοῦμαι.

§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ἄλλη τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ κ. Βερροίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἄλλη τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ κ. Χριστίδου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χριστίδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη οὔτε ταύτην οὔτε τὰς ἄλλας. Κατὰ συνέπειαν ἀνακοινῶ τὸ 3 ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη. «Ἄρθρον 3. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των· μόνοι δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας, πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομένων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Εἰς πολίτας ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὔτε ἀπονέμονται, οὔτε ἀναγνωρίζονται». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἰδὲ τροπολογίας ἐν Παραρτ. Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς) Νὰ διακόψωμεν;

§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν συναινεῖ κόψωμεν διὰ τὴν δεκάτην ὥραν.

§127ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον εἰς τὰς δέκα. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10 μ.μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις τὴν 10 καὶ 20′ μ. μ.).

§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἔχει ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θ. Μιχαλοπούλου πρότασις περὶ προσθήκης ἄρθρων 4 καὶ 5 τοῦ Συντάγματος ἀφορώντων εἰς τὸν καθορισμὸν τῆς καθαρευούσης γλώσσης ὡς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Θ. Μιχαλόπουλος ὡς εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως, κατόπιν δὲ θέλει τηρηθῆ ἡ σειρὰ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.

§130Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι ὥριμος ἀκόμη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι δὲν διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ ἴδωμεν τοὺς λόγους καὶ κατόπιν νὰ συζητήσωμεν.

§131ΘΑΛ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἦτο ἁρμοδία νὰ εἰσέλθῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τοὺς λόγους δὲ τοὺς ἐξέθεσεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς καὶ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Κ. Ῥακτιβάν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀφοῦ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπέφυγε νὰ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ἡ συζήτησις γίνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.

§132Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος, δὲν ἔχομεν δὲ καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἔλθῃ αὕτη εἰς ἄλλην συνεδρίασιν. Οὐδεμία συνάφεια ὑπάρχει τοῦ τρίτου ἄρθρου πρὸς τὸ ὑποβληθὲν αὐτὴν τὴν στιγμὴν αὐτοτελὲς ἄρθρον. Ἐδῶ πρόκειται περὶ μιᾶς αὐτοτελοῦς προτάσεως ἢ ἄρθρου μεριμνῶντος περὶ γλώσσης. Ἴσως ἐπικαιρότατον θὰ ἦτο νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ δεκάτου ἕκτου ἄρθρου περὶ ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θ. Μιχαλόπουλος δὲν θὰ ἐπιμένῃ νὰ συζητηθῇ ἀπόψε ἡ πρότασίς του.

§133Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι θὰ γίνῃ συζήτησις, διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις.

§134Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Φρονῶ, ὡς καὶ ἐφρόνουν ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιοῦτον ζήτημα, ὅτι οὐδεμία συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ γίνῃ, διότι τοιαύτη συζήτησις, κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην, εἶναι ἀπαράδεκτος κατ’ ἀρχήν.

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαράδεκτον ὑπάρχει ἐφ’ ὅσον προσκρούει μία πρότασις εἰς θεμελιῶδες ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.

§136Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Αὐτὸ φρονῶ καὶ αὐτὸ συμβαίνει ἐνταῦθα, καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ τὸ προτείνω, ὅπως καὶ σεῖς. Φρονῶ, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐὰν ἐν τῷ Συντάγματι δὲν ἀνεγράφετο ἡ διάταξις, καθ’ ἣν πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, ἡ τοιαύτη διάταξις θὰ προέκυπτε μόνη της ἐξ αὐτῆς τῆς μορφῆς καὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ πολιτεύματος· οὕτω καὶ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ λύεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ λεκτικοῦ ὕφους, εἰς ὃ εἶναι γραμμένον τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἔχομεν δικαίωμα καὶ ἁρμοδιότητα νὰ καταλύσωμεν τὴν λαϊκὴν δημοκρατίαν τῆς γλώσσης· τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι τοῦ λαοῦ, οὔτε συμφέρει τῇ πατρίδι νὰ δεικνύωμεν ὅτι ὑπάρχουν ἐχθροὶ τῆς γλώσσης ἐν Ἑλλάδι· εἶναι δὲ ἐντροπὴ νὰ φωνάζωμεν ὅτι μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι διέδωκαν τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὸν κόσμον, ὑπάρχουσιν ἐχθροὶ τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ οἱ Ἑλληνόπαιδες διδασκόμενοι τὰ τοιαῦτα, νὰ λησμονῶσι τοὺς πραγματικοὺς ἐχθροὺς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς χώρας, τοὺς πέρα τῶν συνόρων....

§137Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μετεφράσθη ὅμως τὸ Εὐαγγέλιον.

§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.

§139Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος ἔχω τὸν λόγον. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς αὐτά, τὰ ὁποῖα γίνονται, νομίζω δὲ ὅτι ἀντιπροσωπεύω τὴν γνώμην τῆς μεγαλειτέρας ὁμάδος τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δυσανασχετεῖ δι’ αὐτά, τὰ ὁποῖα γίνονται. Μὲ σχολειὰ καὶ μὲ παραφράσεις καὶ μὲ τέτοια τίποτε δὲν γίνεται. Αὐτὸ λέγεται παραφροσύνη, καὶ μάλιστα ὅταν γίνωνται ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι εὐυπόληπτα καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν θέσιν των.

§140Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐὰν προεχώρει ἡ συζήτησις καὶ ἐτίθετο τὸ ζήτημα πρὸς ψηφοφορίαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς ἔθηκα αὐτό, προσηκόντως θὰ ἤρχετο ἡ συζήτησις μετὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 3, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὡς καὶ προηγουμένως εἶπον αὐτό, τὸ ἄρθρον 3 καθορίζει ὅτι οἱ Ἕλληνες πολῖται εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Πρόκειται διὰ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν προτείνω πρὸς ὑμᾶς διὰ τῆς τροπολογίας τῶν προτάσεων τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, νὰ καθορισθῇ μία ἐξαίρεσις εἰς τὸν κανόνα τοῦτον, μία ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ προσὸν ἀρνητικόν, ὅπερ ἀξιολογώτατα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ καὶ ὑπὸ νόμου, ὡς ἐτίθεντο ὑπὸ πολλῶν νόμων προσόντα διαφόρων ὑπαλλήλων θετικά, οὕτω καὶ ὑφ’ ἑνὸς νομοσχεδίου ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ἓν προσὸν ἀρνητικόν. Τοῦτο τὸ προσόν, τὸ ἀρνητικόν, ζητοῦμεν νὰ τεθῇ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὡς μία ἐξαίρεσις εἰς τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἔθηκεν ἤδη τὸ ἄρθρον 3. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων εὐχερῶς νὰ διεξαχθῇ μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀντίρρησιν, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμε δι’ ἄλλην ἡμέραν καὶ νὰ τὸ συζητήσωμεν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τὸ ζήτημα.

§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ἀπόψε.

§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψει. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὔτε εἶπον οὔτε ὑπηνίχθην κινδύνους οἱουσδήποτε, τοὺς ὁποίους δῆθεν διατρέχομεν ἢ εἶναι δυνατὸν καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ διατρέξῃ ἡ γλῶσσα. Οἱ κίνδυνοι μικροὶ μέν, ἀλλὰ σημαντικοί, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἀξίζει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, εἶναι ὅτι θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ μάλιστα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ἄνθρωποι, οἵτινες κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας, διότι, ἐνῷ εἶναι ὑπηρέται τοῦ συνόλου, ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι ὑπέρτεροι τοῦ συνόλου. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσῃ κύριος νὰ ἀνεχθῇ ὑπηρέτην, ὅστις λέγει διαρκῶς αὐτῷ: «Ἐγὼ εἶμαι πνευματικῶς ἀνώτερός σου»; Τοῦτο ζητοῦμεν. Τὸ ἔθνος, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι κατώτερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τοιούτους ὑπηρέτας. Θὰ εὕρῃ ὑπηρέτας ἰσορροποῦντας πρὸς τὸ ἔθνος. Περὶ τούτου πρόκειται. Ποίαν ἐγὼ περὶ τούτου ἔχω γνώμην τὸ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐπαναλαμβάνω διὰ μυριοστὴν φοράν, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, ὅτι ἐτόνισα καὶ τονίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθῶσι νὰ παραμένωσι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται ἐν ἰσορροπίᾳ πρὸς τὴν διανόησιν τοῦ ἔθνους.

§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὸν κ. Παλαμᾶν λέγετε αὐτά;

§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα. Καὶ δι’ αὐτόν.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ γίνηται, Κύριοι, ἡ συζήτησις χωρὶς νὰ ἀναφέρωμεν πρόσωπα καὶ ὀνόματα, διότι ἀπέναντι τοῦ ζητήματος καὶ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους τὰ ὀνόματα εἶναι ἄσχετα καὶ ἀσήμαντα. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἀφορᾷ εἰς καθορισμὸν τῆς καθαρευούσης γλώσσης ὡς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους καὶ κύρωσιν τοῦ καθορισμοῦ τούτου ἀφορῶσαν εἰς τοὺς δημοσίους καὶ τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς τῶν φιλανθρωπικῶν σωματείων. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κ. Κουλουμβάκη περιοριζομένη εἰς μόνον τοὺς δημοσίους καὶ δημοτικοὺς ὑπαλλήλους. Πρόκειται λοιπὸν περὶ καθορισμοῦ ἀσυμβιβάστου διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Δὲν ὑπάρχει ἀπαράδεκτον, διότι, ἂν ἐφρόνουν τοῦτο, θὰ τὸ ἐπρότεινον. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ προχωρήσῃ. Δεύτερον ζήτημα εἶναι τὸ τῆς ἀναβολῆς, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Μπουφίδης· νομίζω, ὅτι παρέλκει ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, καθόσον αὕτη ἀπεφάνθη μετὰ παραπομπὴν εἰς αὐτὴν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνωμοδότησεν, ὅτι δὲν εὑρίσκει λόγον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι τοιαύτη διάταξις. Θὰ ἀναπτυχθῇ λοιπὸν πρῶτον ἂν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἡ διάταξις καὶ δεύτερον ἂν αὕτη εἶναι ὀρθή. Ὅσοι θέλουσι νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος δὲν ἔχουσι νὰ δεσμευθῶσιν ἐκ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς.

§146Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν προέβαλον πρότασιν ἀπαραδέκτου.

§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον δι’ ὑμᾶς· τὸ εἶπον διὰ τὸν κ. Πετραλιᾶν.

§148Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὔτε ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως προέβαλον. Δὲν εἶχον σχέσιν αἱ παρατηρήσεις σας, διότι ἐγὼ δὲν προέβαλον ἔνστασιν ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως διὰ τὴν μὴ διανομὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς· ἐγὼ οὔτε προέβαλον τοιαύτην πρότασιν, οὔτε ἠδυνάμην νὰ προβάλω τοιαύτην, διότι δὲν στηρίζεται οὔτε εἰς τὸν Κανονισμὸν οὔτε εἰς τὴν λογικήν.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, περὶ ἀναβολῆς εἶπον καὶ ἐγώ.

§150Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Προέβαλον τὴν ἀναβολήν, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἀπέρριψε τὰς τροπολογίας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ ὅτι πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου ἢ κατ’ οὐσίαν, ἐγὼ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ μετάσχω αὐτῆς.

§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μιχαλόπουλος.

§152Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προσπαθήσω, κύριοι συνάδελφοι, ὅσον ἔνεστι διὰ βραχέων νὰ κάμω τὴν εἰσήγησιν τῶν περὶ γλώσσης προτάσεών μου, τὰς ὁποίας ἔχετε ἤδη ἐντύπους ἐνώπιον ὑμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἐκ τούτων, τὴν ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Ἱ. Εὐαγγελίου, περὶ ταύτης ἔκαμα εἰσήγησιν εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν καὶ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω τι νέον περὶ αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην πρότασιν, αὗται εἶναι διατετυπωμέναι ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 4. Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ καθαρεύουσα ἐθνικὴ γλῶσσα, ἐν ᾗ καὶ πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως ἐγράφησαν τὰ ψηφίσματα τῶν ἐθνικῶν Συνελεύσεων καὶ μετ’ αὐτὴν οἱ νόμοι καὶ τὰ Β. Διατάγματα καὶ ἐν ᾗ γράφονται μέχρι τοῦδε ἅπαντα τὰ ἔγγραφα τῆς δημοσίας καὶ τῆς δημοτικῆς ὑπηρεσίας». «Ἄρθρον 5. Πᾶσα κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους ἐπέμβασις, τείνουσα νὰ δημιουργήσῃ κοινὸν σκάνδαλον, ἀπαγορεύεται· Δημόσιος δὲ ἢ δημοτικὸς ὑπάλληλος ἢ ὑπάλληλος φιλανθρωπικῶν ἢ ἄλλων ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους διατελούντων ἱδρυμάτων φωρώμενος ἔνοχος τοιαύτης ἐπεμβάσεως ἀπολύεται καὶ τιμωρεῖται». Δὲν εἶναι πρωτοφανὲς τὸ φαινόμενον ἀνθρώπων διαφωνούντων, εἴτε ἀτόμων εἴτε ὁμάδων, καὶ πολλάκις διαφωνούντων ἀδιαλλάκτως. Τοὐναντίον εἶναι καὶ φυσικόν. Περὶ ὅσων οἱ ἄνθρωποι ἀντιλαμβάνονται διὰ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τῶν ὤτων καὶ ἐν γένει διὰ τῶν αἰσθήσεων αὐτῶν, περὶ τούτων δὲν διαφωνοῦσι. Σπανιώτατα μόνον εἶναι δυνατὸν καὶ περὶ τούτων νὰ διαφωνῶσι, διότι ὁ εἷς ἴσως ἀκούει κακῶς ἢ δὲν βλέπει καλῶς, καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη ὑπάρχει ἕνεκα τῆς κακῆς τῶν αἰσθήσεών των κατασκευῆς. Εἶναι γνωστὸν τὸ παθολογικὸν ὀπτικὸν φαινόμενον τοῦ Δαλτωνισμοῦ, καθ’ ὃ τὰ ἐρυθρὰ ἀντικείμενα βλέπει τις ὡς μὴ ἐρυθρά, ἀλλὰ μαυροπράσινα, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα ἐπίσης παθολογικὰ ὀπτικὰ φαινόμενα, αἱ ὑπὸ τῶν ξένων καλούμεναι ἀχρωματοψίαι, εἴτε μερικά, ὡς ὁ μνημονευθεὶς δαλτωνισμὸς καὶ ἡ ἀκυανοβλεψία, εἴτε καθολικά, γενικά· ὁμοίως δὲ καὶ ἄλλα ἀναφερόμενα εἰς ἄλλας αἰσθήσεις. Εὐτυχῶς ἐνταῦθα ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται τοῦ γενικοῦ κανόνος, καὶ ἡ μεγάλη τῆς κοινωνίας πλειονότης λύει ὅλας τὰς διαφορὰς αὑτῆς καὶ πιστεύει ὅτι τὸ ῥόδον δὲν ἔχει τὸ χρῶμα μαυροπρασίνης φιάλης, ὡς ἀντιλαμβάνονται αὐτὸ οἱ δαλτωνικοί, ἀλλ’ εἶναι ἐρυθρόν, οἷον δηλονότι ἡμεῖς τὸ βλέπομεν, οἵτινες εἴμεθα καὶ οἱ περισσότεροι. Ἀλλὰ πολὺ περισσότεραι εἶναι αἱ διαφοραὶ τῶν ἀνθρώπων, ὁσάκις ἐπιχειροῦσι νὰ γνωρίσωσι τὴν οὐσίαν καὶ τὸ βάθος τῶν πραγμάτων καὶ ἐν γένει πᾶν ὅ,τι περὶ αὐτῶν δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν ἄμεσον αἴσθησιν. Περὶ τοῦ ἡλίου οὐδεὶς εἶπεν αὐτὸν τετράγωνον· πάντες εἶναι σύμφωνοι, ὅτι εἶναι στρογγύλος, ἀλλὰ περὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ, ἂν εἶναι στερεὸς ἢ ὑγρὸς ἢ ἀέριος, ὅλαι αἱ γνῶμαι, καὶ αὐταὶ αἱ μάλιστα ἀντίθετοι, ἐξηνέχθησαν.

§153Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ ἔλυσεν ἡ ἀστρονομία τελευταίως.

§154Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε ὅτι τελευταίως λέγετε· αὐτὸ μαρτυρεῖ ὅτι καὶ καθ’ ὑμᾶς ἀντίθετοι περὶ τούτου γνῶμαι ἐπεκράτουν, καὶ ὅτι μέχρις ἐσχάτων τὸ ζήτημα αὐτὸ ἦτο ἄλυτον. (Ἱλαρότης). Καὶ ἐδῶ αἱ διαφωνίαι ὀφείλονται τὸ μὲν εἰς ἀτελῆ παρατήρησιν, τὸ δὲ εἰς κακὸν συλλογισμόν. Εἰς τὰς ἐπιστήμας ἔχομεν ἀφθονίαν τοιούτων παραδειγμάτων. Δὲν εἶναι δὲ ἄσχετον πρὸς τὸ θέμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω, διότι ἐφαρμόζεται πιστῶς καὶ εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ.

§155Π. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἡ προσθήκη διατάξεως εἶναι προσβλητικὴ διὰ τὴν γλῶσσάν μας.

§156Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ τοὐναντίον, ὅτι εἶναι τιμητική, ἀφοῦ δὲν προσβάλλομεν, ἀλλὰ τοὐναντίον προστατεύομεν τὸν ἐθνικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ὑπάρχει καὶ περὶ τῆς γλώσσης διαφωνία. Ἐὰν ὑμεῖς φρονῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει, ὑποστηρίξατε τὴν γνώμην σας. Ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ παρατήρησις ὑμῶν μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρξιν τῆς διαφωνίας. Ἔλεγον λοιπόν, Κύριοι, ὅτι αἱ διαφωνίαι αὗται ὀφείλονται τὸ μὲν εἰς ἀτελῆ, εἰς κακὴν παρατήρησιν, τὸ δὲ εἰς κακὸν συλλογισμόν. Συχνότατα ἔχομεν εἰς τὸ παράδειγμα τῆς ὡραίας αὐτῆς ἐπιστήμης, τῆς ἀστρονομίας, τὸ φαινόμενον, καθ’ ὃ νεώτεραι, ἀκριβέστεραι παρατηρήσεις ἔλυσαν τὰς μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων ὑπαρχούσας διαφορὰς γνώμης καὶ ἐπέφεραν τὴν ὁμοφωνίαν. Ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπῆρξαν καὶ εἰς αὐτὰς τὰς θετικωτάτας ἐπιστήμας, τὰς λεγομένας ἀκριβεῖς ἐπιστήμας, διαφωνίαι, διότι τὰ πρῶτα δεδομένα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθησαν αἱ γνῶμαι καὶ αἱ θεωρίαι, ἦσαν ἀτελεῖς παρατηρήσεις, ἄλλοτε δέ, διότι ἐπὶ ἀκριβῶν δεδομένων ἐστηρίχθη κακὸς συλλογισμός. Διὸ ἀπαραίτητον, νομίζω, εἶναι καὶ εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, ὅπως προσέξῃ τις εἰς ταῦτα τὰ δύο· πρῶτον νὰ γνωρίσῃ, τί ἔχει πρὸ αὑτοῦ, τὰ πράγματα, καὶ δεύτερον νὰ συλλογισθῇ ἐξ αὐτῶν καὶ νὰ συμπεράνῃ λογικῶς. Ἀλλὰ τὸ ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι εὔκολον, τοῦτο ἀποδεικνύουσιν αἱ μέχρι σήμερον ὑπάρχουσαι καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἐπιστήμας μεγάλαι διαφωνίαι προκειμένου περὶ θεωρητικῶν ἀληθειῶν. Πολὺ δὲ περισσότεραι ὑπάρχουσι διαφωνίαι, προκειμένου περὶ θρησκευτικῶν ἀληθειῶν καὶ ἔτι μᾶλλον δεδικαιολογημέναι· ὑπάρχουσι δὲ προσέτι διαφωνίαι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ ὡς πρὸς τὰς πρακτικὰς ἀληθείας, περὶ τοῦ πρακτέου, δηλαδὴ τῶν δεόντων γενέσθαι. Καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἡμῶν παρουσιάζει ἐπίσης τὴν ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος, ἡ ὁποία συχνότατα περὶ τῶν πρακτέων, τῶν δεόντων γενέσθαι, διαφωνεῖ. Εἶναι πολὺ φυσικὸν τοῦτο. Ἂν καὶ τὰ δεδομένα, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζοντο οἱ συλλογισμοί, ἦσαν πλήρη καὶ ἀκριβῆ, καὶ ἂν ὁ συλλογισμὸς ἦτο ὀρθός, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία· καὶ παρατηροῦμεν πράγματι πολλάκις, ὅτι τοῦτο συμβαίνει. Εἶναι μία ἀκόμη περίπτωσις, καθ’ ἣν οἱ ἄνθρωποι δὲν συμφωνοῦσι πρὸς ἀλλήλους, ὄχι διότι τὰ δεδομένα των εἶναι ἐσφαλμένα ἢ ἀνεπαρκῆ, ὄχι διότι οἱ συλλογισμοί των δὲν τοὺς βοηθοῦσιν, ἀλλὰ διότι, ὡς συμβαίνει ἐνίοτε εἰς τοὺς κατωτέρους συνήθως ἀνθρώπους καὶ εἰς τοὺς πονηρούς, ἔχουσιν ἀντιθέτους σκοποὺς καὶ ἀντίθετα συμφέροντα. Εἶναι μία περίπτωσις αὕτη, ἡ ὁποία βεβαίως εἰς τοὺς ἀπὸ τοῦ πνεύματος τῆς ἀληθείας ὁρμωμένους δὲν προβάλλει καὶ δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει. Ἀλλά, ὁσάκις τοῦτο ὑπάρχει, εἶναι βεβαίως εἷς λόγος, ὅστις φέρει τὴν διαφωνίαν. Καὶ τότε; «οὐ μὲ πείσεις κἄν με πείσῃς». Ὅταν ὁ λέγων, ὁ ἰσχυριζόμενός τι καὶ προβάλλων αὐτό, ἔχῃ ἄλλον πρὸς τοῦτο λόγον κρύφιον, φυσικὰ τότε ἡ συζήτησις εἶναι περιττή. Ἀλλά, ἐπαναλέγω, εἰς τὴν ἀπασχολοῦσαν ἡμᾶς νῦν περίπτωσιν δὲν συμβαίνει τοῦτο. Τὰς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων διαφωνίας, εἴτε προκειμένου περὶ θεωρητικῶν ἀληθειῶν εἴτε περὶ πρακτικῶν, τὰς λύει ἡ συζήτησις. Ὡραῖα παραδείγματα ἔχομεν εἰς τοὺς Σωκρατικοὺς διαλόγους, ἐν οἷς καταλήγουσι πάντες εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ ἀληθοῦς. Ἡ συζήτησις βεβαίως διαλευκαίνει, ὑποθέτω δέ, ὅτι οὕτω θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα. Ἀλλ’ αἱ συζητήσεις, προκειμένου περὶ γλωσσικῶν ὑποθέσεων καὶ ζητημάτων ἢ περὶ θρησκευτικῶν τοιούτων, βεβαίως δὲν διεξάγονται ἐν ταῖς Βουλαῖς· διότι ἡ Πολιτεία δὲν ἀναλαμβάνει νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα ἢ τῆς Ἀστρονομίας ἢ τῆς Γεωλογίας ἢ τῆς Γλωσσολογίας ἢ οἱαδήποτε ἄλλα ζητήματα. Ταῦτα θὰ τὰ λύσῃ ἡ κοινωνία καὶ ἰδίως ἡ μερὶς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὅσοι ἐνδιαφέρονται καὶ ἀσχολοῦνται περὶ τὰ τοιαῦτα, ἡ δὲ Πολιτεία ὡς μήτηρ μετ’ εὐχαριστήσεως βλέπει διεξαγομένας τὰς συζητήσεις αὐτάς. Δὲν θὰ λύσωμεν ἡμεῖς τὸ ζήτημα ἂν κατοικεῖται ὁ Ἄρης, ναὶ ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐνῷ οὐδεμίαν ἔχει ἀφορμὴν ἀναμίξεως ἡ Πολιτεία προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, οὐδ’ εἶναι κατὰ τὴν ταπεινήν μου ἀντίληψιν ἡ κεκλημένη νὰ λύσῃ οἱαδήποτε θρησκευτικὰ ἢ ἐπιστημονικὰ ζητήματα, ἔχει ὅμως, νομίζω, καθῆκον, ἂν αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι διεξάγονται εἰς τὴν κοινωνίαν, ἂν αὗται προσλαμβάνωσι χαρακτῆρα ὀξύν, ἂν ἐξέρχωνται ὡρισμένων ὁρίων, ἂν ἀπειλῶσι τὴν δημοσίαν τάξιν, ἂν παράγωσι κοινὸν σκάνδαλον, ἂν ἀπειλῶσι νὰ διαιρέσωσι καὶ νὰ προξενήσωσι τοιαῦτα κακὰ καὶ νὰ ταράξωσι τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἡσυχίαν τῆς κοινωνίας, τότε ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ μὴ ἀδιαφορήσῃ. Παρατηρῶ δὲ καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν — διότι αἱ ἀφορμαὶ πιθανὸν νὰ ὦσι ποικίλαι, τὰ ζητήματα εἶναι ὅμοια, ἀδιάφορον ἂν ἡ ἔρις καὶ ἡ διαφωνία καὶ αἱ συγκρούσεις μεταξὺ μερίδων τῆς κοινωνίας ἢ ἀτόμων ἀνηκόντων εἰς τὸ αὐτὸ Κράτος ἔχουσιν ἀφορμὴν τὴν γλῶσσαν ἢ τὴν θρησκείαν ἢ ἴσως τὸ ἱπποδρόμιον ἢ οἱονδήποτε ἄλλο — ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀδιάφορος εἰς τὴν μορφήν, ἣν θὰ λάβῃ ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος καὶ εἰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἤθελε φέρει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Παρατηρῶ εἰς τὸ ἑλβετικὸν Σύνταγμα ὅτι «τὰ καντόνια καὶ ἡ ὁμοσπονδία ἡ ἑλβετικὴ δύνανται νὰ λάβωσι τὰ ἀναγκαῖα μέτρα διὰ τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς εἰρήνης μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν διαφόρων θρησκευτικῶν κοινοτήτων». Εἰς τὸ ἄνω Σύνταγμα βλέπει κανεὶς καὶ μίαν ἔτι αὐστηροτέραν διάταξιν, προκειμένου περὶ μιᾶς τάξεως ἀνθρώπων θεωρουμένων ὅτι διαταράσσουσι διὰ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν τὴν εἰρήνην καὶ τὴν γαλήνην εἰς τὸν ἑλβετικὸν λαόν, καὶ ἡ τάξις αὕτη εἶναι ἡ τῶν Ἰησουϊτῶν, περὶ ὧν τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι δὲν τοῖς ἐπιτρέπει νὰ μένωσιν εἰς τὸ Κράτος. Τὸ ἑλβετικὸν Σύνταγμα δὲν συνιστᾷ θρησκείας, δὲν κηρύσσεται ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς θρησκείας, δὲν λύει θρησκευτικὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξιν τῆς Πολιτείας καὶ τὴν πρέπουσαν, τὴν ἐν καιρῷ γενομένην δρᾶσιν τῆς Πολιτείας πρὸς πρόληψιν ζημιῶν εἰς τὸ Κράτος, εἶναι δὲ αἱ διαιρέσεις τῶν πολιτῶν κατὰ τὴν ταπεινήν μου ἀντίληψιν μία ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας ζημίας εἰς Κράτος καὶ μάλιστα ὀλιγοπληθές, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην ἑνώσεως, πλήρους συνεργασίας τῶν δυνάμεων αὐτοῦ πρὸς ἐπιτέλεσιν τοῦ δυσχεροῦς αὐτοῦ ἔργου. Πᾶσα ἀνακίνησις ζητήματος εἴτε γλωσσικοῦ εἴτε θρησκευτικοῦ, καὶ μάλιστα ἐν οὕτω χαλεποῖς καιροῖς, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀδίκημα πρὸς τὸ ἔθνος καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ Κράτους καὶ ζημία. Ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος, ἐπαναλέγω, μέχρις ὁρίων καὶ τὸ ἑλληνικὸν Κράτος καὶ ἡ ἑλληνικὴ συνείδησις ἐπροστάτευσαν πάντοτε καὶ προστατεύουσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως, σέβονται τὴν ἐλευθερίαν τοῦ αἰσθήματος καὶ τοῦ συναισθήματος, τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν διανοημάτων, ἀλλά, λέγω, μέχρις ὁρίων· διότι ἐκεῖ, ἔνθα ἡ ἐλευθέρα δρᾶσις ἀτόμου ἢ μερίδος συναντᾷ τὴν σφαῖραν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἄλλου, ἐκεῖ βεβαίως εἶναι ἔργον τῆς Πολιτείας νὰ ἐπεμβῇ. Εἶναι δικαία ἀξίωσις τοῦ ἀτόμου, ἐπίσης δὲ καὶ παντὸς λαοῦ, τὸ νὰ ἀξιοῖ νὰ σέβηται πᾶς τις πρῶτον τὰ εἰς αὐτὸν ἀνήκοντα, τὰ ἰδικά του κτήματα, ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα εἰργάσθη καὶ ἐφ’ ὧν διὰ τοῦ κόπου καὶ τοῦ αἵματός του ἐπέθηκε τὴν σφραγῖδά του, ἀλλὰ μετ’ αὐτὰ τὰ διανοητικὰ καὶ τὰ ἠθικά, τὰ πνευματικὰ δηλαδὴ προϊόντα, ἀλλὰ καὶ τὰς ἠθικὰς πράξεις των, τὴν τιμὴν τούτων· ὅπως δὲ παρὰ τοῖς ἀτόμοις, οὕτω καὶ παρά τινι λαῷ· ἔχουσι καὶ οἱ λαοὶ τὰ ὑλικὰ καὶ τὰ ἠθικὰ ἀγαθά, τὰ προϊόντα τῆς ἐνεργείας των, ὄχι μόνον τὰ ἐπιστημονικὰ προϊόντα, ἀλλὰ καὶ ὅσα ὁ βίος αὐτῶν ἐδημιούργησε, τὸ δίκαιον, τὰ ἤθη, τὴν θρησκείαν καὶ τὴν γλῶσσαν. Εἶναι καὶ ἡ γλῶσσα ἓν ἐκ τῶν μεγίστων ἀγαθῶν ἔθνους τινός, εἶναι αὐτὴ ἡ ψυχὴ τοῦ ἔθνους, καὶ δικαίως πᾶς τις ἔχεται τῆς γλώσσης αὐτοῦ καὶ συζῇ μετ’ αὐτῆς, διότι ἡ γλῶσσα ἑνὸς λαοῦ εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς ψυχῆς αὐτοῦ καὶ τὸ ὄργανον, δι’ οὗ δρᾷ διανοητικῶς τε καὶ ἠθικῶς. Δὲν εἶναι λοιπόν τι τυχαῖον, δὲν εἶναι ἔνδυμα, τὸ ὁποῖον λαμβάνει καὶ ἀποβάλλει εὐχερῶς· εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ τὴν ψυχήν, εἶναι πλάσμα τῆς ψυχῆς καὶ ὄχι πλάσμα τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ πλάσμα γενεῶν, τὸ ὁποῖον αἱ γενεαὶ ἐκληροδότησαν εἰς τὰς γενεάς. Εἶναι ἓν μέγα ἀγαθόν, εἶναι μέγα κτῆμα τοῦ ἔθνους, καὶ ὀρθῶς ὁ λαὸς αἰσθάνεται ὅτι προσβάλλεται, ὅταν τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν αὐτὸς θεωρεῖ καλὴν καὶ πατροπαράδοτον, τὴν βλέπῃ προσβαλλομένην. Τοιοῦτο κτῆμα καὶ θησαυρὸν θεωρεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον καὶ τὴν γλῶσσαν, ἐν ᾗ ἐγράφη, πᾶσαν δὲ προσβολὴν τὴν αἰσθάνεται ὡς προσβολὴν τοῦ εἶναι, τῆς οὐσίας αὐτοῦ. Ἐξετάζω πῶς ἔχει ψυχολογικῶς καὶ ἠθικῶς παρὰ τῷ λαῷ τὸ πρᾶγμα· αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, αὐτὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα, εἰς τὸ ὁποῖον θέλοντες καὶ μὴ θέλοντες ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν. Διὰ τοῦτο, λέγω, ὁ λαὸς ἠσθάνθη ὡς προσβολὴν κατὰ τοῦ αἰσθήματος αὐτοῦ τοῦ ἐθνικοῦ καὶ τοῦ θρησκευτικοῦ ὅσα ἄλλοτε ἐν Ἀθηναϊκῷ φύλλῳ εἴδομεν ὑπὸ τύπον δῆθεν μεταφράσεως τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ἐν ᾗ τὴν Μ. Πέμπτην ὁ Χριστὸς ἔκαμε «κρυφὸ τσιμποῦσι» καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε περὶ γλώσσης νέας, εἶναι γνωστὸν ὅτι μετ’ ἀηδίας καὶ περιφρονήσεως τὰ ἤκουσεν ὁ λαός, κατ’ ἀρχὰς μὲ γέλωτας καὶ καγχασμούς. Πρῶτος εἰσηγητὴς αὐτῆς τῆς νέας γλώσσης ἦτο ὁ Μελαγχροινός, ὁ ὁποῖος πλάττων νέας ἰδιορρύθμους καὶ ἀστείας λέξεις τῆς ἐπινοίας του προυκάλει διὰ τὸ παράδοξον αὐτῶν τὴν εὐθυμίαν καὶ τοὺς γέλωτας κατ’ ἀρχὰς στενοῦ κύκλου φιλοπαιγμόνων Ἀθηναίων φίλων του. Ὀλίγον βραδύτερον εἴδομεν παρ’ ἄλλων πλήθη νέων λέξεων, ἀγνώστων λέξεων. Τότε εἴδομεν τὴν ὑποτείνουσαν λεγομένην «ἀποκατινὴν τεντώστραν» καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα παρήγαγον εἰς τὸν λαὸν δυσάρεστον αἴσθησιν καὶ βδελυγμίαν καὶ ἐθεωρήθησαν, σοβαρῶς λεγόμενα, ὡς προσβάλλοντα τὸ ἐθνικὸν αὑτοῦ αἴσθημα καὶ τὸν ἐθνικὸν αὑτοῦ χαρακτῆρα. Πληθὺν τοιούτων λέξεων γνωρίζετε ὑμεῖς, διότι οἱ πλεῖστοι, πιστεύω, θὰ ἠκούσατε, καὶ κρίνω περιττόν, ὅσον καὶ ἀηδές, νὰ τὰς ἐπαναλάβω· ἀλλὰ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτοῦ ἐγεννήθη, ἦτο μία ἀηδία, μία ἀγανάκτησις, μία ὀργή. Εὑρισκόμεθα πραγματικῶς ἐνώπιον μιᾶς ὅλως νέας γλώσσης, πηγὴν ἐχούσης γνωστὸν στενὸν κύκλον ἀνθρώπων, τῶν ἐπικληθέντων μαλλιαρῶν, ὅστις διὰ τῶν πλουσίων ὄντως μέσων αὑτοῦ ζητεῖ νὰ γίνῃ εὐρύτερος, ἐνώπιον ἑνὸς φαινομένου, τὸ ὁποῖον μόνον εἰς τοὺς ἀγρίους λαούς, ἂν ἐρευνήσωμεν, τὸ βλέπομεν. Εἰς τὰ βάθη τῆς Βραζιλίας, εἰς τὰς ἀποκέντρους χώρας τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς, εἰς τοὺς ἀγρίους, τοὺς βαρβάρους λαοὺς μόνον βλέπομεν ὅμοια φαινόμενα. Ὡς ἀναφέρουσιν οἱ περιηγηταί, εἰς τὴν Βραζιλίαν παρὰ τοῖς ὅλως ἀπαιδεύτοις καὶ ἀγρίοις ζῶσι φυσικῶς λαοῖς (ἀναγινώσκει): «ἡ γλωσσικὴ κίνησις καὶ μεταβολὴ εἶναι ἐξόχως ταχεῖα καὶ ζωηρά· ἐπικρατεῖ ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Βραζιλίας μία τόσον μεγάλη γλωσσικὴ διαφορά, ὥστε κατὰ μῆκος ἑνὸς ποταμοῦ εἰς ἔκτασιν 400 περίπου χιλιομέτρων ἀπαντᾷ τις 8 ὅλως διαφόρους ἀπ’ ἀλλήλων γλώσσας». Οἱ γνῶσται τῶν χωρῶν ἐκείνων ἰδοὺ πῶς ἐξηγοῦσι τὸ φαινόμενον, ὅτι, ἐνῷ κάθηνται οἱ ἰθαγενεῖς πλησίον τῆς πυρᾶς των, διέρχονται τὴν ὥραν των ἐπινοοῦντες νέας λέξεις· ὅσῳ δὲ περισσοτέραν ἐντύπωσιν κάμωσι καὶ παράδοξοι φανῶσιν αὗται εἰς τοὺς ἀκροατάς, τόσῳ ἀκρατήτους προκαλοῦσι γέλωτας, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀναγράφονται εἰς τὸ λεξιλόγιόν των. Ὅμοιον φαινόμενον παρατηρεῖται εἰς τὴν Νότιον Ἀφρικήν. Πολλάκις τὰ παιδία ἐγκαταλελειμμένα ὑπὸ τῶν γονέων ἠναγκάσθησαν νὰ πλάσωσι νέαν διάλεκτον, ὥστε μετὰ μίαν γενεὰν ἱεραπόστολοι, ἐπιστρέφοντες καὶ ἐπισκεπτόμενοι ἐκ νέου τὴν χώραν ἐκείνην, νὰ εὑρίσκωσι νέαν γλῶσσαν. Τόσον συχνὴ εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τῆς γλώσσης ἐκεῖ· τοῦτο δὲ κινδυνεύομεν νὰ πάθωμεν καὶ ἡμεῖς μὲ τὴν ὑπὸ γνωστοῦ κύκλου ἀνθρώπων ἐπίμονον ἐπινόησιν νέων χυδαίων ἢ χυδαιοπρεπῶν λέξεων καὶ τὴν πολιτογράφησιν αὐτῶν εἰς τὰ δι’ ἁδρᾶς δαπάνης ἐκδιδόμενα ὑπ’ αὐτῶν βιβλία.

§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, τὸ ἡμίωρον πλησιάζει νὰ λήξῃ.

§158Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ ἐξαντληθῇ ὁ χρόνος, θὰ σταματήσω καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ λάβω καὶ ἐκ δευτέρου βραδύτερον τὸν λόγον. Ἰδοὺ τί λέγει περὶ τῶν τοιούτων λαῶν καὶ τῶν λόγων τῆς τοιαύτης γλωσσικῆς βαθμίδος ὁ ἔξοχος γλωσσολόγος Max Müller. Πρῶτον ὅμως ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἔξοχος ψυχολόγος Lazarus (ἀναγινώσκει): «ὅτι μεγίστης προσοχῆς ἄξιον εἶναι, ὅτι, ὅσῳ ἀτελεστέρα εἶναι ἡ γλωσσικὴ δημιουργία λαοῦ τινος, τόσῳ ταχυτέρα εἶναι ἡ μεταβολὴ αὐτῆς». Ὁ δὲ διάσημος γλωσσολόγος Max Müller λέγει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Παρὰ τοῖς ἀγρίοις καὶ ἀπολιτίστοις λαοῖς τῆς Σιβηρίας, τῆς Ἀφρικῆς καὶ τοῦ Σιὰμ παρετηρήθη ὅτι ἀρκοῦσι δύο ἢ τρεῖς γενεαί, ὅπως τὴν ὅλην ὄψιν τῶν διαλέκτων αὐτῶν μεταβάλωσι. Θὰ πιστεύσῃ τις ὅτι ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Cook πέντε ἐκ τῶν δέκα ἁπλῶν ἀριθμητικῶν ὀνομάτων ἐν τῇ γλώσσῃ τῆς Ταΐτης ἀπεβλήθησαν καὶ διὰ νέων ἀντικατεστάθησαν; Καὶ ὅμως τοῦτο ἐγένετο». «Ἡ τοιαύτη ἀποβολὴ καὶ ἀπώλεια τῶν προγενεστέρων γλωσσικῶν δημιουργημάτων—παρατηρεῖ ὁ βαθὺς ψυχολόγος καὶ φιλόσοφος Lazarus—εὐθὺς ὡς οἱαδήποτε ὁρμὴ ἐδημιούργησε νέα, θεωρητέα ἀσφαλὲς γνώρισμα κατωτέρου πολιτισμοῦ. Τοὐναντίον δὲ ἀνώτερος πολιτισμὸς ἐκδηλοῦται ἐν τῇ διατηρήσει καὶ τῶν ἀρχαίων τύπων...Οἱ παλαιοὶ οὗτοι τύποι συντελοῦσιν, ἔνθα ὑφίσταται σταθερὰ παράδοσις, ὅπως προσλαμβάνωσι ἀρχαϊκόν τινα χαρακτῆρα, ὅστις παρέχει εἰς αὐτοὺς ὡρισμένην, ὅσῳ καὶ λεπτὴν εἰδικὴν ἀξίαν. «Μεμορφωμένοι λαοὶ εἶναι ἱστορικοὶ καὶ τἀνάπαλιν, ἱστορικοὶ λαοὶ εἶναι μεμορφωμένοι. Ἀλλ’ ἀμφότερα ὅμως ταῦτα, μόρφωσις καὶ ἱστορία, συντόμως εἰπεῖν, ἐρείδονται ἐπὶ τούτου, ὅτι αἱ προγενέστεραι μορφαὶ τοῦ βίου καὶ τῆς δημιουργικῆς δράσεως δὲν ἐξαφανίζονται, ἐνῷ νέαι δημιουργοῦνται». Ὀρθῶς δὲ παρατηρεῖ καὶ ὁ Γεώργιος Κούρτιος ὅτι «χαρακτὴρ τοῦ γλωσσικοῦ βίου, ὅστις ἔχει ὑψίστην σπουδαιότητα διὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ γλωσσικοῦ οἰκοδομήματος, εἶναι ἡ γνησίως συντηρητικὴ τάσις τοῦ διατηρεῖν παρὰ τοῖς νεωτέροις γλωσσικοῖς δημιουργήμασι τὰ παλαιότερα. Ἡ γλῶσσα σπανίως ἐγκαταλείπει τι ἐντελῶς, ὅπερ ποτὲ εἶχεν. Ὅπως τὸ νέον προσάπτεται πάντοτε πρὸς τὸ παλαιόν, οὕτω καὶ τὸ παλαιὸν δυσκόλως παύει ἐντελῶς νὰ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐκτὸς τοῦ συρμοῦ» Ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ Κουρτίου, λέγει ὁ πολὺς Lazarus, εἶναι τελείως ἐπιτυχής, ἂν λεχθῇ ἰδίως διὰ τὴν γλῶσσαν τῶν μεμορφωμένων λαῶν· ἴσως μάλιστα δύναται νὰ ὑψωθῇ καὶ εἰς γνώρισμα τούτων». Ἀλλὰ τὸ γνώρισμα ὅμως τοῦτο, ὅπερ ἔχει ὁμολογουμένως καὶ ἡ νεωτέρα ἡμῶν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ γλῶσσα, ἣν πάντες αἰσθανόμεθα καὶ δι’ ἧς σήμερον ἅπαντες οἱ Ἕλληνες, καὶ οἱ τὰ μάλιστα ἀπ’ ἀλλήλων τοπικῶς ἀφιστάμενοι, ἐπικοινωνοῦσι πρὸς ἀλλήλους, ἡ γλῶσσα αὕτη, εἰς ἣν καὶ ἡμεῖς τὴν στιγμὴν ταύτην ἐκφράζομεν τὰ διανοήματα, τὰ συναισθήματα καὶ τὰς βουλήσεις ἡμῶν, ἡ δικαίως διὰ πάντα ταῦτα καλουμένη ἐθνικὴ ἡμῶν γλῶσσα, τὸ πολύτιμον, λέγω, τοῦτο γνώρισμα αὐτῆς ἐπιζητοῦσι ν’ ἀφαιρέσωσι βιαίως ἀπ’ αὐτῆς οἱ ἐχθροὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν γλώσσης.

§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἡμίωρον ἐξηντλήθη.

§160ΘΕΜ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα ὡς εἰς εἰσαγωγὴν εἰς τὴν πρότασίν μου, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅταν μοὶ δοθῇ ὁ λόγος δευτέραν φοράν, νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερεστέραν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. (Ἰδὲ τροπολογίαν ἐν Βʹ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ).

§161Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὸ ἄρθρον ὡς ἔχετε διατυπώσει αὐτό;

§162Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι πᾶσαν δυνατὴν ἐπὶ τὸ βέλτιον τροπολογίαν.

§163Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐάν, Κύριοι, διετυποῦτο ἡ ἀξίωσις, ἵνα ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφῇ διάταξις, καθ’ ἣν θ’ ἀπηγορεύετο εἰς τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας, διότι ἐπ’ αὐτῶν θὰ ἐξετείνετο τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος, ἡ χρῆσις οἱασδήποτε γλώσσης, οἱουδήποτε γλωσσικοῦ ἑλληνικοῦ ἰδιώματος, βεβαίως τοιαύτη τις διάταξις δὲν ἤθελεν εἶναι δυνατὸν ἵνα γένηται εὐμενῶς ἀποδεκτή, καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις ἤθελεν εἶναι ἐντελῶς ἀλλοτρία τοῦ σκοποῦ, τοῦ προορισμοῦ τοῦ συνεδρίου τούτου, συνελθόντος οὐχὶ ἵνα καταλύσῃ, ἀλλ’ ἵνα ἀναστηλώσῃ τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Ἡ διατύπωσις ὅμως τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτοῦ κ. Μιχαλοπούλου, συμπληρουμένης, ὡς συνεληρώθη, διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς κ. Κουλουμβάκης, οὐ μόνον προσήκει μετὰ σοβαρότητος νὰ μελετηθῇ, ἀλλὰ νομίζω καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρουσθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Συντάγματι ἀνακήρυξις γλώσσης ἐπισήμου δὲν εἶναι πρωτοφανές τι, οὐδ’ ἀλλότριον πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν τοῦ συνεδρίου τούτου. Ἐφ’ ὅσον ἡ φύσις αὐτὴ τῶν πραγμάτων καὶ τὰ ἐκ τῆς Ἱστορίας δεδομένα μᾶς διδάσκουσιν ὅτι ἐν τῇ λαλουμένῃ γλώσσῃ εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ ἀπόλυτος ταυτότης τύπων, ἀπόλυτος ταυτότης καταλήξεων καὶ ἑνότης ἐν τῇ προφορᾷ, ἐξ ὧν καὶ ἄλλων ἔτι λόγων προκύπτουσι τὰ γλωσσικὰ ἰδιώματα, καταδήλως προκύπτει ἡ ἀνάγκη μιᾶς κοινῆς γλώσσης ἐχούσης τοὺς ἐκλεκτοτάτους τῶν τύπων, τὰς ἑλληνικωτάτας τῶν λέξεων καὶ τὴν κατακηλοῦσαν τὴν ἀκοὴν καλλιφωνίαν ἐν τῇ προφορᾷ. Τοιαύτη κοινὴ πάντων τῶν Ἑλλήνων γλῶσσα εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν σχολείων, τοῦ ἄμβωνος, τῶν δικαστηρίων, τῆς Βουλῆς, ἡ γλῶσσα τέλος ἡ γραφομένη.

§164Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ γλῶσσα ἡ αἰσθανομένη.

§165Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ γλῶσσα ἡ αἰσθανομένη μοὶ ψιθυρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἡ συγκινοῦσα θέλει ἴσως νὰ εἴπῃ, καὶ γλῶσσα τοιαύτη εἶναι ἡ γλῶσσα, εἰς τὴν ὁποίαν πάντες οἱ Ἕλληνες, Στερεοελλαδῖται, Θεσσαλοί, Πελοποννήσιοι, νησιῶται, δοῦλοι, ἐλεύθεροι, συνεννοοῦνται. Ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι, κ. συνάδελφε, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν μόνον γνωρίζουσιν ὅσοι ἐδημιούργησαν αὐτήν, καὶ τὴν ἐδημιούργησαν κατὰ τρόπον στρεβλωτικὸν τῆς γλώσσης τῆς κρατούσης (χειροκροτήματα), κατὰ τρόπον ἀναιρετικὸν τῆς αἰωνίας ἰδέας τοῦ καλοῦ, τῆς ἑνιαίας γνώμης σύμπαντος τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὅλου τοῦ σοφοῦ κόσμου, διὰ μυρίων στομάτων καὶ δι’ ὅλων τῶν αἰώνων διακηρύττοντος ὅτι τὸ ἰδεῶδες καλὸν εὕρηται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι). Ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ τῇ ἀρχαίᾳ, τῇ εὐλογηθείσῃ διὰ τοῦ Εὐαγγελίου, κεῖται τὸ ἰδεῶδες καλόν· πρὸς ἐκεῖνο τὸ ἰδεῶδες καλὸν τὸ ἀμιγῶς ἑλληνικὸν δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀποκόψωμεν τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία μᾶς ἄγει ἐκεῖ.

§166Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Σύρριζα.

§167Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ τὴν ἀποκόψητε σεῖς, οἱ ὁποῖοι λέγετε αὐτὴν τὴν λέξιν, ἀλλὰ θὰ μετανοήσητε σεῖς πρῶτος, ἐὰν ἐπικρατήσητε....

§168Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μὲ παρεξηγήσατε. Ἐγὼ συμφωνῶ μεθ’ ὑμῶν· εἶμαι σύμμαχος ὑμῶν.

§169Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Συγγνώμην· ἐνόμισα ὅτι εἶσθε ἐναντιοφρονῶν. Συμφωνῶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες τὸ γλωσσικὸν ζήτημα θεωροῦσιν ἐθνικόν, καὶ ὅ,τι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἀποτελεῖ τὸν κίνδυνον δὲν εἶναι αἱ μεμονωμέναι ἀπόπειραι νεανιῶν τινων καὶ ἡλικιωμένων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι δύνανται διὰ στρεβλώσεως τῆς γλώσσης, διὰ δημιουργίας ἀκαταλήπτων καὶ βαναύσων ἐντελῶς λέξεων, δι’ ἐκφράσεων ἀσχέτων πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ καλοῦ, τοῦ ἑλληνικοῦ καλοῦ, νομίζουσι, λέγω, καὶ προσπαθοῦσι νὰ δημιουργήσωσιν ἄλλην γλῶσσαν. Αἱ ἀπόπειραί των αὗται θὰ συντριβῶσι βεβαίως. Ἀλλ’ αἱ ἀπόπειραι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι δημοσίας θέσεις, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι διδακτικὰς θέσεις, ἐκείνων αἱ ἀπόπειραι εἶναι ἐπικίνδυνοι. Ἔρχομαι, Κύριοι, ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κίνδυνος αὐτὸς ἐξερράγη ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ὀξύτητι. Ἀπεκαλύφθη ὅτι εἰς τὴν πόλιν τοῦ Βόλου λειτουργεῖ ἓν παρθεναγωγεῖον λεγόμενον ἀνώτερον πρότυπον παρθεναγωγεῖον.

§170ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δημόσιον;

§171Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δημοσυντήρητον, διατελοῦν πάντοτε καὶ ὀφεῖλον νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους. Εἰς τὸ πρότυπον αὐτὸ παρθεναγωγεῖον ἀπεκαλύφθησαν, Κύριοι, δύο κίνδυνοι σπουδαῖοι, ἀπεκαλύφθη εἷς κίνδυνος ἀναγόμενος εἰς προσβολὴν κατὰ τῆς θρησκείας, ἀπεκαλύφθη ἕτερος κίνδυνος ἀναγόμενος εἰς στρέβλωσιν τῆς γλώσσης, εἰς στρέβλωσιν τῆς γλώσσης ἀφορῶσαν τὸ ἀσθενέστερον τῶν φύλων, τὸ φῦλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ μεγίστην ἐπιρροὴν ἐν πᾶσι τοῖς ζητήμασιν, ἰδίως δὲ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς γλώσσης ἐν τῷ οἴκῳ. Εἰς τὸ σχολεῖον αὐτὸ φοιτῶσι κοράσια, τὰ ὁποῖα ἀπεφοίτησαν ἐκ τοῦ πλήρους δημοτικοῦ σχολείου. Τὸ πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν Βʹ τάξιν τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου. Τὸ πρότυπον παρθεναγωγεῖον ἄρχεται ἀπὸ τῆς τρίτης τάξεως τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου. Ἡ μαθήτρια, τῆς ὁποίας εἶδον τὰς ἐκθέσεις ἰδεῶν, εἶναι δωδεκαετὴς τὴν ἡλικίαν, γράφουσα δὲ πέρυσιν ἔκθεσιν ἰδεῶν εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον γράφει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Ὑπομονή. «Ἡμέραν τινὰ δύο χωρικαί, ἡ Εὐαγγελία καὶ ἡ Ἑλένη, μετέβαινον ἐκ τοῦ χωρίου εἰς τὴν πόλιν φέρουσαι ἑκατέρα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἀνὰ ἓν κάνιστρον πλῆρες ὀπωρῶν· καθ’ ὁδὸν ἡ Εὐαγγελία ἐστέναζε καὶ ἐγόγγυζεν, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ Ἑλένη ἐγέλα καὶ ἠστειεύετο· αἴφνης ἡ Εὐαγγελία εἶπεν εἰς τὴν Ἑλένην· «ἀπορῶ πῶς δύνασαι νὰ γελᾷς, ἐνῷ τὸ φορτίον σου ἔχει τὸ αὐτὸ βάρος μὲ τὸ ἰδικόν μου» κτλ. Ἐφέτος ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν τοῦ προτύπου ἑλληνικοῦ παρθεναγωγείου· ἰδοὺ δὲ πῶς γράφει.

§172ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἰδία;

§173Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἰδία. Τὰ τετράδιά της τὰ εἶδον μὲ τοὺς ἰδίους μου ὀφθαλμούς (ἀναγινώσκει): «Ὡς τόσο ὁ γέρο–Γιάννης σηκώνεται καὶ βάζει στὴ τσέπη του τὰ λίγα λεφτάκια ποῦ ὁ σύντροφός του μάζεψε σ’ ἕνα παληὸ φέσι καὶ κοιτάζει ἂν αὐτὴ τὴ βραδειὰ πρέπει νὰ δειπνήσῃ ἢ ἂν θὰ μπορέσῃ νὰ φάῃ καμμιὰ γαβάθα φασούλια καὶ νὰ πιῇ μιὰ κοῦπα κρασὶ κλπ. κλπ.».

§174ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἄξιον λόγου...

§175Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἦτο ἴσως οὐχὶ ἄξιον λόγου, ὅπως εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ἐὰν αὐτὴ ἦτο ἡ γλῶσσα τοῦ παιδίου, ἐὰν ἐγνώριζε νὰ τὴν γράψῃ. Ἀλλ’ ἰδοὺ τί ἀποκαλύπτει ἡ παρατήρησις ἐπὶ τοῦ τετραδίου τοῦ παιδίου αὐτοῦ. Θέμα ἐκθέσεως ἰδεῶν ἐδόθη, κατὰ τὴν φρασεολογίαν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ σχολείου, «πῶς περνοῦν εἰς τὸ σπίτι». Γράφει τὸ κοράσιον· «Πρῶτον εἰς ἡμᾶς ἐξυπνοῦν οἱ γονεῖς μας»· ὁ διδάσκαλος διορθώνει μὲ ἐρυθρὰν μελάνην, διὰ νὰ καταστήσῃ ἐμφανεστέραν τὴν ἐντύπωσιν τοῦ διδασκομένου γλωσσικοῦ ἰδιώματος· «Πρῶτον σὲ μᾶς ξυπνοῦν οἱ γονεῖς μας». Θὰ θαυμάζητε ἴσως πῶς ἀφῆκεν ἀδιόρθωτον τὸ οἱ γονεῖς μας. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ καλὸς αὐτὸς Ἑλληνικὸς καὶ κοινῶς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ παραδεδεγμένος τύπος διέλαθε τὴν προσοχὴν τοῦ διδασκάλου, ὅστις θὰ τὸ ἀντικαθίστα διὰ τοῦ οἱ γονέοι μας, τὰ γονικά μας, ἢ δὲν ἠξεύρω πῶς. Ἡ μαθήτρια γράφει παρακάτω· «πόσον μοῦ ἀρέσει νὰ», ὁ διδάσκαλος διορθώνει μὲ ἐρυθρὰν μελάνην· «πόσο μοῦ ἀρέσει»· ἦτο λάθος γλωσσικὸν τὸ πόσον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διορθώσῃ μὲ ἐρυθρὰν μελάνην, ἵνα μείνῃ ἐντετυπωμένον εἰς τὴν μνήμην τοῦ κορασίου ὁ ἀμείλικτος κατὰ τοῦ τελικοῦ ν πόλεμος, ὃν ἔχει κηρύξει ὁ διδάσκαλος. Ἡ νέα γράφει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γραμματικῆς καὶ τῶν τύπων, τοὺς ὁποίους ἐδιδάχθη εἰς τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον. Γράφει παρακάτω «νὰ χωρισθῶμεν»· ὁ διδάσκαλος διορθώνει μὲ ἐρυθρὰν μελάνην «νὰ χωρισθοῦμε»· δὲν ἐπιτρέπεται, βλέπετε, εἶναι ἀγραμματωσύνη, εἶναι ἔγκλημα νὰ γράψῃ «νὰ χωρισθῶμεν». Τὸ σχολεῖον αὐτό, Κύριοι, λειτουργεῖ ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους ἐκεῖ.

§176ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος τὸ διευθύνει;

§177Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Δελμοῦζος.

§178ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Γνωρίζετε εἰς ποίαν ἑταιρείαν ἀνήκει ὁ κ. Δελμοῦζος; Εἰς τὴν κοινωνιολογικήν!

§179Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐφρόντισα νὰ μάθω οὔτε τὰς γνώμας τοῦ κ. Δελμούζου οὔτε τὰς ἑταιρείας, εἰς ἃς ἀνήκει ἢ εἶναι μέλος. Ὁ κ. Δελμοῦζος δύναται νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν κοινωνιολογικὴν ἑταιρείαν ἢ καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην, νὰ ἔχῃ οἱασδήποτε πεποιθήσεις θέλει περὶ τῶν κοινωνικῶν πραγμάτων, νὰ ἔχῃ οἱασδήποτε γνώμας θέλει περὶ τῶν δημοσιονομικῶν πραγμάτων, νὰ ἔχῃ οἱασδήποτε ἰδέας θέλει περὶ πολιτικῶν πραγμάτων· ὁ κ. Δελμοῦζος, κατ’ ἐμέ, ὅτε εἶναι διδάσκαλος καὶ ὁρκίζεται νὰ διδάξῃ τὴν γλῶσσαν τὴν Ἑλληνικήν, τῆς ὁποίας ἕνα κοινὸν τύπον ἔχομεν πάντες οἱ Ἕλληνες, δὲν ἐδικαιοῦτο οὐδ’ ἐπιτετραμμένον ἦτο εἰς αὐτὸν οὔτε τὸ ἰδίωμά του τὸ Ῥουμελιώτικο νὰ διδάξῃ, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ ἀλαμπουρνέζικο ἰδίωμα, οὗ ἐμνήσθην. (Χειροκροτήματα). Οἱ διδάσκαλοι, Κύριοι, ἀναλαμβάνοντες τὴν μεγάλην ἐντολὴν τῆς διαμορφώσεως καὶ τῆς διαπαιδαγωγήσεως τῶν νέων Ἑλλήνων καὶ τῶν νέων Ἑλληνίδων, δύνανται ν’ ἀποβῶσιν ὀλέθριοι ἀμνημονοῦντες τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν· καὶ ὁ κ. Δελμοῦζος, ἀφοῦ ἠναγκάσθην ἤδη νὰ τὸν ὀνομάσω, διὰ τῆς διδασκαλίας αὑτοῦ κατεδείχθη αἱρεσιώτης ἐπιλήσμων τῶν μεγάλων αὐτοῦ ἐπαγγελματικῶν ὑποχρεώσεων. Δὲν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνέλθῃ τὴν ἕδραν τοῦ διδασκάλου καὶ νὰ διδάξῃ τὸ ἰδίωμά του, τὸ ἰδίωμα τὸ Ῥουμελιώτικο· ἀλλὰ δὲν τῷ ἦτο κατὰ μείζονα λόγον ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνέλθῃ τὴν ἕδραν τοῦ διδασκάλου καὶ νὰ διδάξῃ τὸ ἰδίωμα αὐτό, τὸ στρέβλωμα αὐτό, τό, δὲν γνωρίζω πῶς νὰ τὸ ὀνομάσω, τὸ ἀκατονόμαστον αὐτὸ ἰδίωμα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ διδάξῃ. Καὶ ἐὰν πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν τὰ τέκνα μας εἰς τὸν κόπον τῆς ἐκμαθήσεως τῶν γραμμάτων, ἐὰν πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν τὰ τέκνα μας εἰς τοὺς κόπους τῆς ἐκμαθήσεως γλωσσικῶν κανόνων, ἄ! σᾶς βεβαιῶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδεμίαν στιγμὴν θὰ θυσιάσω τῶν πολυτίμων στιγμῶν τῶν τέκνων μου, ἵνα διδαχθῶσι τὸ ἰδίωμα αὐτό, τὸ στρέβλωμα αὐτό! Ἐὰν οὕτω θέλωσι τὴν διαμόρφωσιν τῶν Ἑλλήνων, ἂς ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν, ὅτι τὸ σχολεῖον εἶναι περιττόν, καὶ ἂς περιέρχωνται οἱ παράδοξοι αὐτοὶ αἱρεσιῶται τὴν Ἑλλάδα διδάσκοντες διὰ ζώσης ἕκαστος τὸ ἰδίωμά του. Καὶ οὕτω θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰδεῶδες τέλειον.

§180Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως φθάνομεν ὅλοι μας, ὅταν τελειώνωμεν τὸ γυμνάσιον.

§181ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὅσοι τελειώνουσι τὸ Γυμνάσιον καὶ εἶναι ἀνίκανοι νὰ γράψωσι μίαν ἐπιστολήν, αὐτοὶ γίνονται ὀπαδοὶ τῆς μαλλιαρῆς, καὶ ἐὰν θέλητε, κύριε Ὑπουργέ, σᾶς ὑποβάλλομεν εἰς δεῖγμα γραφῆς, διὰ νὰ ἴδητε πόσας ἀνορθογραφίας κάμνετε. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγράφετε ποτε, ὅτι ὁ δεῖνα ἀπέθανε γοργῶς!

§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, εἶσθε ταραξίας.

§183ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι ταραξίας, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω μήπως γίνω. (Γέλωτες).

§184Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν θὰ λησμονήσω ποτέ, Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα ἀπὸ τοὺς λεγομένους δημοτικιστάς, πράγματι ὅμως μαλλιαρούς, ἢ δὲν γνωρίζω πῶς ἄλλως θέλουσι νὰ ὀνομάζωνται, ὅταν εἰς ἕνα ἐξ αὐτῶν φίλον μου, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεζήτουν, εἶπον: διατί τώρα καθ’ ἣν στιγμὴν συζητεῖς δὲν μοῦ ὁμιλεῖς τὴν γλῶσσαν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας μάχεσαι; Εἶναι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὁ συνάδελφός μου αὐτὸς ὁ ἀγαπητός; Διότι δὲν τὴν γνωρίζω, μοὶ εἶπε! Δὲν τὴν γνωρίζει ὁ ἴδιος, δὲν δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὰ διανοήματά του εἰς αὐτήν, καὶ ἐν τούτοις ζητεῖ νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν εἰς τὰ τέκνα μας, νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν εἰς τὸ πανελλήνιον. (Χειροκροτήματα)

§185ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;

§186Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ὀνομάσω. Καὶ θέλουσι, Κύριοι, αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ δὲν τὴν γνωρίζουσι, νὰ τὴν διδάξωσιν εἰς τὰ τέκνα μας, ἵνα, ἀγνοοῦντα καὶ τὴν ἀποσκορακισθησομένην καθαρεύουσαν, μὴ ὦσιν εἰς θέσιν νὰ διατυπώσωσι τὰ διανοήματά των, ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ οἱ μετὰ φανατισμοῦ ὑπέρμαχοι αὐτῆς, οὓς βαρύνει τοὐλάχιστον στοιχειώδης ὑποχρέωσις νὰ τὴν ὁμιλῶσι καὶ νὰ τὴν γνωρίζωσι, δὲν διστάζουσι νὰ ὁμολογήσωσιν ὅτι τὴν ἀγνοοῦσιν. Ἐκεῖ λοιπὸν ἐγὼ βλέπω τὸν κίνδυνον καὶ μόνον ἐκεῖ· βλέπω τὸν κίνδυνον εἰς τὴν προτίμησιν αὐτῶν τῶν διαστρεβλωτῶν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης εἰς μεγάλας καὶ δημοσίας θέσεις, καὶ μαχόμενος ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ κινδύνου τοῦ ἐθνικοῦ, τοῦ ἀπειλοῦντος τύφλωσιν πνευματικήν, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ταχθῶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, ἰδίᾳ δὲ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς προέτεινεν, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι τότε καὶ μόνον θὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅταν.....

§187Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι καὶ αὐτὸς μαλλιαρός.

§188Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. ......ὅταν θὰ ἔχῃ γραμματέα τοῦ Πανεπιστημίου τὸν κ. Παλαμᾶν, διότι σήμερον δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐλέγξω. Θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι εἰς τὴν θέσιν τοῦ γραμματέως τοῦ Πανεπιστημίου διατηρεῖ τὸν κ. Παλαμᾶν, κράτιστον μὲν ἑλληνιστὴν ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ μεμελετημένης προαιρέσεως στρεβλωτὴν καὶ ὑβριστήν, δύναμαι νὰ τὸν εἴπω, τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης (εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Θὰ δύναμαι νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διατί δὲν ἀπευθύνει ἓν δριμύ, δριμύτατον ἔγγραφον κατὰ τοῦ πρυτάνεως τοῦ Πανεπιστημίου, πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ ὁποίου γράφεται τὸ ἑξῆς προσκλητήριον ἀπὸ μέρους τῶν φοιτητῶν (ἀναγινώσκει): «Φοιτητικὴ συντροφιά. Κύριοι, σᾶς προσκαλοῦμε τὴν Κυριακὴ 12 τοῦ Δεκέβρη 2 μ.μ. στὰ γραφεῖα τοῦ Νουμᾶ δρόμος Ἱπποκράτη 11, ὅπου θὰ μιλήσῃ ὁ Κωστῆς Παλαμᾶς. Ἀθήνα 10 τοῦ Δεκέβρη 1910. Ἡ ἐπιτροπή». Ἠκούσατε κανένα, Κύριοι, νὰ λέγῃ τὸν Δεκέμβριον Δεκέβρη, τὴν φοιτητικὴν ἕνωσιν φοιτητικὴ συντροφιά, καὶ τέρπει ὑμᾶς τὸ σκαιὸν αὐτὸ ὕφος τοῦ φοιτητικοῦ αὐτοῦ προσκλητηρίου; Ὅταν ἔχω τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀπαγορεύηται νὰ καταλαμβάνωσι δημοσίας θέσεις οἱ οὑτωσὶ ἀσύστολοι στρεβλωταὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, οἱ τοιοῦτοι παραβάται καὶ περιφρονηταὶ τῶν ἑλληνικῶν παραδόσεων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐξερχόμενος τῆς αἰθούσης ταύτης, μετὰ τὸν ἔλεγχον τὸν καυστικόν, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὑποστῆ ἐκ μέρους ἡμῶν, βεβαίως θὰ ἐνόει ὅτι πρῶτον ἔργον του ὀφείλει νὰ εἶναι, ὅταν μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον του, νὰ ὑποβάλῃ τὸ Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως ἑνὸς τοιούτου ὑβριστοῦ τῶν ἑλληνικῶν παραδόσεων ὑπαλλήλου, καὶ θὰ ἠδυνάμην, δυνάμει τῆς διατάξεως ταύτης τῆς συνταγματικῆς, νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατί ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον παρημέλησε νὰ ἐποπτεύσῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ μετέβαινεν ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς εἰς τὸ γραφεῖον του, διὰ νὰ ὑποβάλῃ ἀμέσως τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπελύοντο ὅλαι αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ τοῦ νομοῦ Μαγνησίας, διότι παρεῖδον νὰ ἐποπτεύσωσι τὴν ἐπικίνδυνον διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν διδάσκει ὁ κ. Δελμοῦζος εἰς τὸ ἐν Βόλῳ παρθεναγωγεῖον. Ὅταν ἔχω μίαν τοιαύτην συνταγματικὴν διάταξιν, θὰ δύναμαι νὰ ἐλέγξω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατί ἀφῆκεν ἀνικανοποίητον τὸν ἐπίσκοπον Δημητριάδος, ὅτε μετέβη εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ κ. Δελμούζου καὶ ἐτόλμησεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς θρησκείας, τῆς κρατούσης καὶ προστατευομένης ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἐτόλμησε, λέγω, νὰ παρατηρήσῃ εἰς τὴν διδασκάλισσαν ὅτι ὤφειλε νὰ διδάσκῃ τὰ κοράσια, τὰς μητέρας τοῦ μέλλοντος, μίαν τοὐλάχιστον προσευχήν, κατάπληκτος δ’ ἤκουσε τὴν ἀπαισίαν ἀπάντησιν, ὅτι τοῦτο θ’ ἀπετέλει φασαρίαν (ἀποτελεῖ, Κύριοι, φασαρίαν ἡ προσευχή). Ὅτε ἤκουσεν αὐτό, ἠγέρθη ὁ ἱεράρχης καὶ ἀπεχώρησεν, ἠκούσθη δὲ κατόπιν ὁ διδάσκαλος ἀσεβῶς ἐκφέρων κατ’ αὐτοῦ φράσεις.

§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐξηκριβωμένον αὐτὸ ἢ ἐκ τῶν ἀναγραφῶν τῶν ἐφημερίδων;

§190ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἴδετε τὴν ἀπάντησιν τοῦ Δελμούζου εἰς τέσσαρα φύλλα τῆς «Θεσσαλίας»;

§191Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα.

§192ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐδώκατε πίστιν εἰς ὅσα ἔγραφε;

§193Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα· ἔν τισιν.

§194ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ἐδώκατε πίστιν εἰς ἐκεῖνα, τότε ἀπορῶ διατί ἐπιμένετε λέγοντες ὅσα λέγετε ἐναντίον τοῦ Δελμούζου.

§195Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί λέγουσι τὰ φύλλα;

§196ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω τὰ φύλλα. Ὁ Δελμοῦζος διαψεύδει πάντα ταῦτα· διαψεύδει ὅτι ἐφέρθη ἀσεβῶς πρὸς τὸν ἐπίσκοπον, εἴτε αὐτός, εἴτε ἡ διδασκάλισσα· διαψεύδει ὅτι δὲν διδάσκονται θρησκευτικὰ μαθήματα εἰς τὸ σχολεῖον.

§197Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν διδάσκονται θρησκευτικὰ μαθήματα· εἶπον ὅτι δὲν γίνεται προσευχὴ καὶ ὅτι ἡ διδασκάλισσα εἶπεν εἰς σχετικὴν παρατήρησιν τοῦ ἐπισκόπου, ὅτι αὐτὸ θὰ ἀποτελῇ φασαρίαν κατὰ τὴν διδασκαλίαν.

§198ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ διαψεύδει διαρρήδην εἰς τὰ τέσσαρα φύλλα. Αὔριον, ἐὰν ἔχητε ὑπομονήν, θὰ ἀκούσητε νὰ ἀναγνώσω τὰ φύλλα αὐτά.

§199Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί διαψεύδει ὁ κ. Δελμοῦζος· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαιῶ ἐγώ, εἶναι ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς διδασκαλίας, διεξάγονται ὡς ἐγὼ διετύπωσα αὐτά, τὰ διετύπωσα δὲ ὢν αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος τῶν πραγμάτων· ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς θρησκείας, εἶπον, δὲν τὰ ἤκουσα ἐγώ, μοὶ τὰ ἐβεβαίωσεν ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐν ἐπαγγέλματι, δικηγόρος, πατὴρ τῆς κορασίδος, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπέσυρε τὴν κόρην του ἐκ τούτου τοῦ λόγου, ἐκ τῆς ἀσεβείας, μεθ’ ἧς προσηνέχθη τὸ προσωπικὸν τοῦ σχολείου πρὸς τὸν ἐπίσκοπον. Ἀλλ’ ὅ,τι ἐπίσης γνωρίζω ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν εἶναι τοῦτο, ὅτι πρό τινος χρόνου, ἐνῷ ἐγίνετο ἡ διδασκαλία εἰς τὸ πρότυπον ἐκεῖνο, ἀληθῶς πρότυπον, σχολεῖον, ἐσήμανεν ὁ ἑσπερινός, καί τινα ἐκ τῶν κορασίων, ἰδόντα τὴν μητέρα των νὰ κάμνῃ τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγερθῶσιν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ μαθήματος καὶ κάμωσι τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, ἄλλαι δέ τινες κορασίδες ἐμπεποτισμέναι τὰ νεώτερα διδάγματα ἐγέλασαν ἐπὶ τούτῳ. Ὁ κ. Δελμοῦζος τότε παρετήρησε τὰς σταυροκοπηθείσας κορασίδας, διότι ἠτάκτησαν, προσθεὶς ὅτι αὐτὰ τὰ κάμνουσιν οἱ καλόγηροι καὶ εἶναι φαρισαϊκά· νὰ προσεύχεσθε μόνον καὶ νὰ εἶσθε εἰλικρινεῖς, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα εἶναι φαρισαϊκά. Αὐτὰ εἶναι ἐξηκριβωμένα, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φαντασθῆτε αὐτὸν τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος φέρει καὶ δίπλωμα εἰδικοῦ παιδαγωγοῦ, φαντασθῆτε ὁποῖον σπέρμα ἀσεβείας ἐνεστάλαξεν εἰς τὰς καρδίας τῶν κορασίων, διὰ νὰ καρποφορήσῃ τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὴν μητέρα ὅλων, ἣν μεταβαίνοντα εἰς τὴν οἰκίαν των καὶ θὰ ἔβλεπον ἑκάστοτε σταυροκοπουμένην εἰς τοὺς ἤχους τῶν κωδώνων τῆς ἐκκλησίας· αὐτὴν τὴν παιδαγωγικὴν ἐδιδάχθη ὁ κ. Δελμοῦζος, ἐκεῖ ὅπου ἐσπούδασε (χειροκροτήματα).

§200ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§201ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι (χειροκροτήματα).

§202ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν θέλουσι τὴν διακοπήν, διότι δὲν θέλουσι νὰ ἀκούσωσιν οἱ Κύριοι. Ἐὰν ἐπετρέπετε νὰ ἀκούσητε....

§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.

§204Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπιτρέπω.

§205Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δικαίωμα τοῦ ἀγορεύοντος εἶναι νὰ ἐπιτρέπῃ ἢ ὄχι διακοπάς, καὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι φωνάζουν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πολλάκις διέκοψαν παρὰ τὰς ἀπαγορεύσεις τοῦ κ. Προέδρου.

§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης ἐπιτρέπει τὴν διακοπήν, καὶ τοῦ κ. Μπουφίδου συγκατανεύοντος ἐπιτρέπω καὶ ἐγώ, διὰ νὰ σαφηνισθῇ τὸ ζήτημα.

§207Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰ ἐν Βόλῳ γενόμενα, ἑπομένως οὐδὲν πιστοποιῶ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ συνάδελφος ἡμῶν ὁ ἐκ Βόλου καταγόμενος, ὁ κ. Χρυσοβελώνης, ἔχει κόρην εἰς τὸ σχολεῖον τοῦτο.

§208Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές, ἐγὼ σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐπισήμως.

§209Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ κόρην, εἶναι ἔφορος. Λοιπὸν παρ’ αὐτοῦ ἤντλησα πληροφορίας ὅτι τὸ εἰρημένον Παρθεναγωγεῖον λειτουργεῖ κατὰ τρόπον παιδαγωγικώτατον, εἶναι δὲ ἀναληθέστατα ὅσα ἐγράφησαν κατὰ τοῦ Δελμούζου, ὅτι δὲν διδάσκει τὴν θρησκείαν τὴν χριστιανικὴν καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας.

§210Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ ἐγώ. Ὁ κ. συνάδελφος εἶναι εὐφυέστατος καὶ εὔστροφος Ρουμελιώτης, γνωρίζει δὲ πράγματι κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ διαφεύγῃ τὴν συζήτησιν. Δὲν εἶπα ἐγὼ ὅτι ὁ κ. Δελμοῦζος δὲν διδάσκει θρησκευτικὰ μαθήματα, ἄλλως τε αὐτὸ δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἀλλὰ πράττει κἄτι τι πολὺ ἐπικινδυνωδέστερον ἐκείνου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι τὸν σώζει ὁ κ. Τσιριμῶκος· κλονίζει τὴν θρησκείαν, διδάσκει τὴν ἀσέβειαν πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς καὶ διδάσκει τὴν θρησκείαν καὶ προσευχὴν κατὰ τρόπον φυσιολατρικόν, ὡς τὸν ὀνομάζει αὐτός. Δηλ. ὁδηγεῖ τὰ κοράσια εἰς τὴν ἐξοχὴν καὶ ἐκεῖ τὰ διδάσκει ὅτι πρέπει νὰ λατρεύωσι τὸ σύμπαν καὶ τὸν δημιουργὸν τῆς φύσεως, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διδασκόμενα τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα ἀπομακρύνουσιν ἀπὸ τῶν δογμάτων τῶν θρησκευτικῶν, ἀπὸ τῶν παραδόσεων τῶν χριστιανικῶν, ἀπὸ τῶν παραδόσεων τῶν Ἑλληνικῶν.

§211ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπηυθύνθη παράκλησις νὰ ἐξακριβωθῇ ἂν πρόκειται περὶ ὡρισμένου γεγονότος, ὅτι ἀπηυθύνθη προσβολὴ κατὰ τοῦ προϊσταμένου τῆς Ἐκκλησίας.

§212Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ τὸ ἤκουσα κατὰ τοιοῦτον τρόπον λεγόμενον ἐκεῖ, ὥστε δὲν μοὶ ἔμεινε καμμία ἀμφιβολία ὅτι εἶναι ἀκριβές. Λοιπόν, Κύριοι, διὰ νὰ τελειώσω, κατὰ τοῦ τοιούτου κινδύνου εὑρίσκω ὅτι πρέπει νὰ ἀντιταχθῶμεν. Πρὶν ἢ ἄρξηται ἡ συζήτησις, εἶχον καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην ὅτι δὲν θὰ ἤξιζεν ἴσως τὸν κόπον νὰ θέσωμεν διάταξιν περὶ ἐπισήμου γλώσσης ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλ’ ἤδη, ὅτε βλέπω τοιοῦτον φανατισμὸν ἀπὸ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ὀπαδοὶ τῆς μαλλιαρῆς ἢ τῆς δημοτικῆς γλώσσης, ἀφ’ ἧς παρετήρησα ὅτι ὑπάρχουσιν ἱδρύματα, οἷον τὸ τοῦ Βόλου, ἀφ’ ἧς ἔμαθον ὅτι ὁ Παλαμᾶς ἐξακολουθεῖ ὢν εἰς τὴν θέσιν του καὶ θύει εἰς τὸν βωμὸν τῆς ἀπαισίας πλέον ἐκείνης γλώσσης, διότι ἡ γλῶσσα τοῦ Παλαμᾶ δὲν εἶναι οὔτε δημοτικὴ οὔτε μαλλιαρὴ —ἐγὼ τουλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω οὐδὲν τῶν ἔργων τοῦ Παλαμᾶ—, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ μέριμνα σπουδαία ὑφ’ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι καυχώμεθα ὅτι ἀντιπροσωπεύομεν τὰς συντηρητικὰς ἑλληνικὰς ἰδέας, πρωτίστη τῶν ὁποίων καὶ κορωνὶς καὶ κεφαλὴ καὶ κατακλεὶς εἶναι αἱ θρησκευτικαὶ ἡμῶν καὶ γλωσσικαὶ παραδόσεις, νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον, πρωτοστατούντων τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ μὴ ὀνομάσω Κυβέρνησιν ἐν συνταγματικῇ συζητήσει καὶ οὕτως ἐνοχλήσω τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον ἰδέαν περὶ τῆς δράσεως τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς συνταγματικαῖς συζητήσεσι, νομίζω ὅτι πάντες ἡμεῖς, πρωτίστως δὲ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταί, ὀφείλομεν νὰ ταχθῶμεν ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν παραδόσεων τούτων. (Χειροκροτήματα).

§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ Κανονισμοῦ τὸν ἀγορεύοντα διαδέχεται πάντοτε ὁ ἀντιλέγων κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἀναγραφῆς του. Ὑπάρχουσιν οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον 40 ἐν ὅλῳ· ἐρωτῶ εἶναί τις ἀντιλέγων; Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἀντιλέγει;

§214ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι.

§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαλανός;

§216Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἀναβάλλω.

§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλούμπαρδος;

§218Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Οὔτε ἀντιλέγων οὔτε ὑπέρ.

§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε οὐδέτερος· ὁρίστε.

§220ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Δηλῶ ὅτι δὲν θέλω νὰ ἐκφρασθῶ, δι’ ὅσων θὰ εἴπω, εἴτε ἀπροκαλύπτως, εἴτε λεληθότως, ἐναντίον οὐδενός· θὰ ὁμιλήσω ὡς ἀμερόληπτος μεταξὺ τῶν δύο μερίδων παρατηρητής.

§221ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχουσι μερίδες.

§222ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἀλήθεια· μόνον ἐφόρεσαν τὸ φόρεμα τῆς μερίδος· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μερίδες, καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἑνόουν καὶ μόνοι, ἂν ἠδύναντο μεταξὺ των νὰ συνεννοηθοῦν· λοιπὸν δηλῶ ὅτι θέλω νὰ ὑποδείξω τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀντικρυσθῇ τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τὴν ἐπικαιρότητα καὶ τὴν ἐσωτερικὴν σημασίαν αὐτοῦ, εἰσαγόμενον καὶ συζητούμενον ὑπὸ μιᾶς Βουλῆς. Πρὸ τινων αἰώνων, πρὸ ὀλίγων αἰώνων, διὰ τὴν Ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος, οἱ ἄνθρωποι ὁσάκις ἀντίκρυζον κανένα νευροπαθῆ ἔλεγον: ἄ! ἀπὸ ποῦ ἦλθεν αὐτός; αὐτὸς δὲν εἶναι ἄρρωστος, θέλει ξύλο. Ἰδίως ὁσάκις ἀντίκρυζον ἐκεῖνα τὰ εἴδη τῶν νευρασθενῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς νευροπαθείας των εἶχον πολλὰ συμπτώματα τῆς ἀσθενείας αὐτῶν, τὰ ὁποῖα οἱ ἰατροὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξηγήσωσιν. Ἐπίσης ὁσάκις οἱ ἄνθρωποι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνέβαινε νὰ ὑποστῶσι λιμόν, δηλαδὴ σιτοδείαν, δὲν εἶχον δυσκολίαν νὰ τὸ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν κακὴν φροντίδα τῶν κυβερνώντων αὐτούς, ἢ ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀρτοποιούς, οἱ ὁποῖοι, πολλάκις βλέπομεν ἀπὸ τὴν Ἱστορίαν, ὅτι ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα ἀπὸ τὴν ἰδέαν αὐτὴν τοῦ κόσμου. Ἐπίσης ὅταν ἐνέσκηπτεν εἰς τόπον τινὰ ὁ ἕτερος λοιμός, ἡ ἀσθένεια, τότε δὴ τότε! οἱ ἄνθρωποι ἀπέδιδον τὸν λοιμὸν εἰς πολλὰς καὶ διαφόρους αἰτίας, ἀλλὰ ἡ περιεργοτέρα ἐξ αὐτῶν εἶναι ὅτι τὴν ἀπέδιδον εἰς τὰ ἄστρα! Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι ὅτι σοφός τις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τετραγωνικώτατα ἀπεδείκνυεν ὅτι ὁ λοιμὸς εἶναι ἀποδοτέος εἰς τὴν ἕνωσιν τοῦ Ἄρεως καὶ τῆς Ἀφροδίτης (conjunctio Jovis cum Venere) βασιζόμενος εἰς τὰ δόγματα τοῦ ἀστρονομικοῦ συστήματος τῶν ἐπικύκλων τοῦ Πτολεμαίου καὶ ἔλεγεν· «ἰδοὺ πῶς ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ λοιμὸς εἶναι ἀποδοτέος εἰς τὰ ἄστρα». Εἰς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων, in rerum naturam, τέσσαρες εἶναι αἱ μορφαὶ τῆς ὕλης: ἡ ἀέριος, ἡ γήινος, ἡ ὑγρὰ καὶ ἡ πυρίνη. Λοιπὸν ἀέριος δὲν εἶναι ὁ λοιμός, διότι τότε δὲν θὰ ἔμενεν εἰς τὸ αὐτὸ μέρος· γήινος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι, διότι τότε θὰ ἦτο χειροπιαστός· πύρινος δὲν εἶναι, διότι τότε θὰ ἔκαιε, οὔτε ὑγρός, διότι θὰ ἦτο ῥευστὸς καὶ θὰ κατέβρεχεν. Ἄρα ὁ λοιμὸς προφανέστατα εἶναι ἀποδοτέος εἰς τὴν ἕνωσιν τοῦ Ἄρεως καὶ τῆς Ἀφροδίτης. Καὶ τὸ πρᾶγμα ἀπεδεικνύετο! Ἀργότερον ὅμως ἦλθεν ὁ Σαρκώ, ὁ ὁποῖος εἶπε καὶ ἀπέδειξεν ὅτι οἱ νευροπαθεῖς εἶναι ἀσθενεῖς, καὶ δὲν θέλουν ξύλο, διότι καὶ αὐτὴ ἡ τρέλλα εἶναι ἀσθένεια. Ἦλθεν ὁ Ἀδὰμ Σμίθ, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τοὺς νόμους τῆς δημοσιονομίας, καὶ ἔκτοτε μία σιτοδεία εἶναι ἀποδοτέα εἰς τὰ οἰκονομικὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα ἔχουν πολὺ ἄλλας αἰτίας καὶ ὄχι τοὺς ἀρτοπώλας, ὄχι τοὺς ἐμπόρους, ὄχι τοὺς Ἑβραίους. Ἐπίσης ἦλθεν ὁ Παστέρ, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε τὴν μικροβιολογίαν καὶ δι’ αὐτῆς ἐξήγησε τὰ φαινόμενα τὰ ἔχοντα σχέσιν μετὰ τοῦ λοιμοῦ. Οὕτως ἦλθε καὶ ὁ Μὰξ Μύλλερ, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε τὴν γλωσσολογίαν. Ὁ κλάδος τῆς γλωσσολογίας εἶναι εἷς κλάδος ἐπιστημονικὸς νεώτατος καὶ δυσκολώτατος, διὰ τὸν λόγον ὅτι παραδόξως ἀπαιτεῖ, πρὸς ἀντίληψιν αὐτοῦ τελείαν καὶ πρὸς ἐπίδοσιν εἰς αὐτόν, πνεῦμα στρογγυλόν, ὑπόστασιν ἀνθρωπίνην στρογγυλήν, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀποτελῆται ἀπὸ τὴν μίαν μόνον κατατομὴν τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως, δηλαδὴ ὄχι μόνον ἀπὸ πνεῦμα ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αἴσθησιν καὶ δὴ λεπτοτάτην. Ὁμοιάζει δηλαδὴ πρὸς ἑτέρους τινὰς ἐπιστημονικοὺς κλάδους, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουσι τὸ τοιοῦτον φαινόμενον, ὅπως εἶναι π. χ. ὁ κλάδος τῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Διὰ νὰ εἶναί τις καλὸς μηχανικός, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ πνεῦμα, νὰ κάμνῃ τὰ ἔργα τῆς κατατομῆς τῆς ἀναλυτικῆς τοῦ πνεύματος, νὰ ὑπολογίζῃ· ἀλλά, διὰ νὰ εἶναι ἀρχιτέκτων, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ λεπτοτάτην αἴσθησιν, διότι ἡ ἐπιστήμη αὐτὴ ἀπαιτεῖ ὄχι μόνον ἀνάλυσιν, ἀλλὰ καὶ σύνθεσιν, ἐδῶ δὲ δὲν πρέπει μόνον νὰ λογίζῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ πλάττῃ. Αὐτῆς τῆς σημασίας εἶναι καὶ ὁ κλάδος τῆς γλωσσολογίας καὶ αὐτὰ τὰ προσόντα ἀπαιτεῖ. Πρὸς τούτοις δὲ καὶ ἄλλα στοιχεῖα καὶ γνώσεις γεγονότων παρομοίων ἱστορικῶν περιπτώσεων καὶ ἔρευναν τῶν καθ’ ἡμέραν γινομένων καὶ τῶν καθ’ ἡμέραν πιπτόντων ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ ἐξετάζοντος αὐτά. Αἴ! ὁ κλάδος λοιπὸν αὐτὸς τῆς ἐπιστήμης εἶναι παντάπασι σχεδὸν ἄγνωστος εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης. Οἱ ἕτεροι κλάδοι, ὄντες τῆς πρώτης ἀνάγκης, εἰσήχθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἦσαν ἀπολύτως χρήσιμοι εἰς τὴν ζωήν, ἐνῷ ὁ κλάδος τῆς γλωσσολογίας, ἀποτελῶν οὕτως εἰπεῖν τὸ λοῦσο, τὴν πολυτέλειαν τοῦ βίου, δὲν εἰσήχθη εἰσέτι. Πρέπει νὰ εἴπω ἐν τούτοις, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἷς καὶ μόνος τὸν γνωρίζει αὐτὸν τὸν κλάδον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐτάχθη νὰ τὸν διδάσκῃ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω τὸ εὐγενές, εὐγενέστατον ἄλλως τε ἄχτι μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι καὶ δίκαιον εἶναι τοῦτο. Ὁ κ. αὐτός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει πολὺ λαμπρὰ τὴν ἐπιστήμην αὐτήν (διότι ἠθέλησα νὰ ἀντιληφθῶ ἰδίαις αἰσθήσεσι κατὰ πόσον γνωρίζει τὸν κλάδον αὐτὸν καὶ εἶδον, ὅτι ὄντως τὸν γνωρίζει τελείως, λόγῳ πνεύματος καὶ αἰσθήσεως), δυστυχῶς, ἐνῷ τὴν διδάσκει τόσα ἔτη, δὲν ἠθέλησεν ὁ ἴδιος νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν καρποὺς ἐκ τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ, νὰ ἀποδώσῃ τοσοῦτον τοὐλάχιστον, ὅσον ἀπῃτεῖτο, διὰ νὰ σκέπτηται αὕτη πλησιάζουσά πως πρὸς τὸ ὀρθόν. Ὅπως ἐπὶ παραδείγματι ἠξεύρουν πάντες σήμερον, ὅτι ὁ λοιμὸς δὲν εἶναι ἀποδοτέος εἰς ἐξορκισμὸν καὶ εἰς κακὴν ὥραν, ἀλλὰ εἰς τὰ αἴτια τὰ γνωστά, οὕτω καὶ διὰ τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ σχηματίσῃ ἡ κοινωνία ἐν γένει καὶ κυρίως οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νὰ σχηματίσουν ἕνα κριτήριον ἐπὶ τοῦ θέματος. Αὐτὸ δὲ φαίνεται καταπληκτικῶς ἐκ τῶν σκέψεων αὐτῶν τούτων τῶν μαθητῶν, καὶ πολλοὶ τούτων ὑπάρχουν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Διὰ ποίους λόγους ὁ ἀξιότιμος αὐτὸς Κύριος δὲν ἀπέφερε διὰ τῆς διδασκαλίας του τοὺς δέοντας καρποὺς ἐγὼ δὲν θὰ θελήσω νὰ τὸ ἐξετάσω ἐνταῦθα. Ἐσωτερικῶς ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἔφερε τοὺς καρποὺς δι’ ἕνα λόγον, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ τοῦ κάμνει ἔπαινον ὡς ἄτομον, ἀλλὰ τὸν ἀδικεῖ ὡς ἐπιστήμονα· ἴσως διότι εἶχεν ὑποχρέωσιν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τοῦ παρέσχον εὐεργεσίας, ἀνθρώπους ἀντιθέτους πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὀρθὰς ἰδέας ἔχοντας, καὶ ἴσως θέλει νὰ τηρήσῃ εὐγνωμοσύνην πρὸς αὐτούς. Τοῦτο τὸ παρατηρῶ, διότι, ἐφ’ ὅσον τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐκλείπουν, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ αὐτὸς ἐκφράζεται ἐλευθεροφρονέστερα ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τὰ γλωσσολογικά. Λοιπὸν ὁ κλάδος αὐτὸς τῆς γλωσσολογίας εἶναι δυσκολώτατος καὶ ἄγνωστος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν ὅμως ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι ἦτο γνωστὴ καὶ εἴχομεν τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς ἔστω καὶ ἐν συνόλῳ, χονδρικῶς, ἠξεύρετε ποίαν αἴσθησιν ἠθέλομεν λάβει ἀμέσως ἐκ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἰδού: τὸ νὰ συζητῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ γλωσσικοῦ ζητήματος, καὶ νὰ θέλωμεν νὰ ὁρίσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῷ θεμελιώδει χάρτῃ τῆς χώρας, δὲν ἤθελεν ἔχει οὐδεμίαν διαφορὰν ἀπὸ τοῦ νὰ συζητῶμεν ποίους ὀδόντας πρέπει νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς οἱ νεώτεροι Ἕλληνες, τοὺς μικροὺς μαργαριτοειδεῖς ὀδόντας τῶν Ἀθιγγανίδων ἢ τὰ πλῆκτρα τοῦ πιάνου τὰ κίτρινα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὸ στόμα των τὰ τέκνα τῆς Ἀλβιῶνος; (γέλως, χειροκροτήματα). Νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθεῖαν κατατομὴν τῆς ῥινὸς τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ Πραξιτέλους, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἡμέτεροι πρόγονοι ἢ τὸ μπὸν πρέσσο τοῦ καραβιοῦ, τὸ ὁποῖον συμβαίνει πολλάκις νὰ ἔχωσί τινες ἀντὶ μύτης εἰς τὴν φάτσαν τους σήμερον; (γέλως). Φαίνεται παράδοξον, πολὺ παράδοξον, καὶ βεβαίως καὶ εἰς ἐμέ, ὅτε κατ’ ἀρχὰς μὲ ἔκαμαν νὰ γευθῶ τῶν σχετικῶν γνώσεων, καὶ εἰς ἐμὲ ἐφάνη παράδοξον. Καὶ ὅμως τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτω· ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι τοῦτο μοῦ ἐπροξένησε τὴν αὐτὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐγέννησεν ἡ ἰδέα — ὅταν ἐπρωτοδιδάχθην αὐτήν — καθ’ ἣν ἡ οὐσία ἑνὸς κυττάρου ἢ ἑνὸς πλωτοπλάσματος εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα μὲ τὴν ἑλκυστικὴν παρειὰν μιᾶς ὡραίας νεάνιδος. Τὸ νὰ θέλῃ ἑπομένως νὰ καθορίσῃ τις τὰ στοιχεῖα μιᾶς γλώσσης ἐκ τῶν προτέρων εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ θέλῃ νὰ καθορίσῃ ἀνεξαρτήτως τῆς φύσεως τὴν μορφολογίαν τοῦ ὁμιλοῦντος αὐτήν· διότι ἡ γλῶσσα δὲν εἶναί τι ἀνεξάρτητον τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς φύσεως τῆς κατασκευῆς αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κάποιος γλωσσολόγος, μετὰ τὸν Μὰξ Μύλλερ, ὁ ὁποῖος πλησιέστερον εἰς τὸν φυσιολογικὸν σκελετὸν τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου κατέγινεν, ὁ Zaborowski, ὅπως ὁ Σαρκὼ ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς τοῦ κρανίου ἠδύνατο νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς κατασκευῆς τοῦ ἐγκεφάλου, οὕτω καὶ αὐτὸς ἔχει καθορίσει εἰς ποίας κατασκευὰς φυσικὰς τοῦ στόματος ἀντιστοιχοῦν οἱ διάφοροι φθόγγοι, ἐξ οὗ φθάνει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἂν λαοί τινες δὲν δύνανται νὰ προφέρωσιν ὡρισμένους φθόγγους, τοῦτο δὲν προέρχεται ἁπλῶς ἐξ ἀγωγῆς ἢ ἕξεως, ἀλλ’ ὅτι στεροῦνται τῶν καταλλήλων σχετικῶν διαμορφώσεων τοῦ στόματος καὶ τῶν φωνητικῶν ἐν γένει ὀργάνων. Εἶναι ἑπομένως ἓν ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται, προφανέστατα, ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλ’ οὐ μόνον ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅλου τοῦ περιβάλλοντος· ἐκ τῆς ἀγωγῆς τῶν ἀνθρώπων, ἐκ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ζῶσιν, ἐκ τοῦ κλίματος, ἐκ τῆς ἱστορίας των, ἐκ τῆς θρησκείας των, ἐξ αὐτῆς τῆς τροφῆς των. Λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι διὰ τὸ ὀλίγον τῆς ὥρας θὰ προσπαθήσω ἀπ’ ἐδῶ καὶ κάτω νὰ τὰ εἴπω ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ θὰ πεταχθῶ ἀπὸ τὸν Ἄνναν εἰς τὸν Καϊάφαν καὶ ἀπὸ τὸν Καϊάφαν εἰς τὸ Πραιτώριον. Λοιπὸν σᾶς λέγω, διὰ νὰ θίξω ἓν ἀπὸ τὰ κεφάλαια, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι τὸ μεγαλείτερον, τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ ἐπὶ προκειμένου ν’ ἀντικρύσω, τὰ ἑξῆς. Ἠξεύρετε διὰ ποῖον λόγον εἰς τὴν ἀρχαιότητα αἱ γλῶσσαι ἦσαν ἐν γένει συνθετικαί, ἐνῷ κατ’ ἐξοχὴν σήμερον αἱ γλῶσσαι εἶναι ἀναλυτικαί; Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐν τῇ ἀπειρίᾳ τῶν γλωσσῶν τῶν ἀποτελουσῶν τὸ ἀντικείμενον τῆς γλωσσολογίας εἰς τίποτε γλώσσας ἀγρίων ἐντελῶς ὑπάρχει συνθετική τις τοιαύτη, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ὅλοι γνωρίζομεν, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πάντες ἐδιδάχθημεν, γνωστόν, ὅτι ὅλαι αἱ γλῶσσαι τῶν ὁπωσδήποτε πολιτισμένων λαῶν εἶναι ἀναλυτικαί. Διατί λοιπὸν εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἦσαν συνθετικαί, ἐνῷ σήμερον εἶναι ἀναλυτικαί; Διότι ὅλον τὸ πνεῦμα καὶ ὅλος ὁ βίος ἐφέρετο πρὸς τὴν σύνθεσιν· διότι τότε τὸ δεξιὸν τὸ εἶχον αἱ εἰκαστικαὶ τέχναι· διότι ἡ θρησκεία ἀπετέλει ἓν ζήτημα καὶ αὐτὴ κατ’ ἐξοχὴν συνθετικόν· διότι τότε τὸ δεξιὸν εἶχεν ἡ σμίλη τοῦ ἀγαλματοποιοῦ καὶ οὐχὶ τοῦ ἀνατόμου, ὡς σήμερον· διότι τέλος πάντων ὅλος ὁ βίος ἐφέρετο πρὸς ἐκείνην ἐκ τῶν δύο μεθόδων τοῦ πνεύματος τὴν συνθετικὴν λεγομένην καὶ ὄχι πρὸς τὴν ἑτέραν, τὴν ἀνάλυσιν. «Ἃ δὲ τούτων ἐξαρτῶσιν ἔνιοι διηγήματα, πλάττοντες ἀποκήρυξιν μὲν ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, θάνατον δὲ τῆς μητρὸς ἑκούσιον, δοκεῖ κατεψεῦσθαι», λέγει ὁ Πλούταρχος περὶ τοῦ Θεμιστοκλέους, καὶ ἠθέλησε μὲ αὐτὰς τὰς τέσσαρας λέξεις νὰ ἐξιστορήσῃ ἕνα ὁλόκληρον ἰδιωτικὸν βίον· αὐτὸς δὲ οὗτος ὁ βίος τοῦ Θεμιστοκλέους ἄρχεται ὑπὸ τοῦ Πλουτάρχου οὕτως: «Θεμιστοκλεῖ δὲ τὰ μὲν ἐκ γένους ἀμαυρότερα πρὸς δόξαν ὑπῆρχεν». Ἐὰν δὲν σφάλλωμαι δέ, ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἱστορίας τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου ὑπὸ τοῦ Ξενοφῶντος, συνεχίζοντος τὴν τοῦ Θουκυδίδου ἀρκετὰ ἔτη μετὰ τὸν θάνατον τούτου, ἠξεύρετε πῶς ἄρχεται; «Λύσανδρος δὲ ἐξ Ἀβύδου παρέπλει εἰς Λάμψακον σύμμαχον οὖσαν». Σᾶς παρακαλῶ τώρα: ποῖος ἀρχίζει σήμερον τὸν λόγον του, ἕνα λόγον καινούργιον, μὲ ἕνα δὲ καὶ χωρὶς ἄλλην κουβέντα; Ποῖος ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ λέγει: «Ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος ἀεὶ τὸν κώδωνα κρούει;» (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ γέλωτες). Θὰ τὸν κυττάξουν εἰς τὰ μάτια. Εἶναι δυνατὰ αὐτά; Εἶναι ἀντίληψις σήμερον αὐτή; διατί; Διότι πηγαίνει τὸ πνεῦμα πρὸς ἄλλην φοράν, ὅλως διόλου ἀναλυτικωτέραν. Νὰ μοῦ κάμητε τὴν χάριν, ὅταν θέλετε, νὰ μὲ διακόψετε.

§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ἓν ὁλόκληρον τέταρτον ἀκόμη καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§224Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη ἐπὶ τῆς φορᾶς τοῦ πνεύματος, τῆς συνθετικῆς εἰς τὴν ἀρχαιότητα καὶ τῆς ἀναλυτικῆς εἰς τὴν σημερινήν, πηγάζει μόνον ἐκ τῆς παρατηρήσεως τῆς γλώσσης; Ἀφοῦ ἡ γλῶσσα εἶναι, ὅπως γνωρίζετε, ἓν ἐκ τῶν πλασμάτων, ἓν ἐκ τῶν ἀριστουργημάτων τοῦ συλλήβδην καλλιτέχνου, τοῦ καλλιτέχνου λαοῦ, ὅπως ἀντικρύζεται αὕτη εἰς τὴν φιλολογίαν καὶ τὴν πρακτικὴν φιλοσοφίαν, ἕπεται ὅτι δυνάμεθα τὴν αὐτὴν ἰδέαν νὰ τὴν ἐξαγάγωμεν καὶ ἀπὸ διαφόρους ἄλλας κατατομὰς τῶν εἰκαστικῶν τεχνῶν. Σᾶς παρακαλῶ· ἡ ἑνότης τοῦ τόπου καὶ τοῦ χρόνου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς ἀρχαίας τραγωδίας, κατήντησε σήμερον ἁπλῶς μία ἑνότης ἐνδιαφέροντος. Καὶ βεβαίως, διὰ τοὺς καλῶς ἐννοοῦντας τὰ πράγματα, πάντοτε καὶ τότε δὲν ἐπεδιώκετο ἄλλο παρὰ μία ἑνότης ἐνδιαφέροντος, ἀλλὰ δὲν ἐπιδιώκεται, ὅπως καὶ τότε, σήμερον διὰ τῆς ἑνότητος τοῦ τόπου καὶ τοῦ χρόνου. Σήμερον τὴν ἐπικὴν ποίησιν τὴν ἀντικατέστησε κυριολεκτικῶς τὸ μυθιστόρημα, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὸ μυθιστόρημα ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐπικὴν ποίησιν τῶν ἀρχαίων. Ἰδέτε ὅμως κατὰ ποῖον διάφορον τρόπον, κατὰ ποῖον ἀναλυτικὸν τρόπον. Καὶ τὸ λεχθὲν ἀπὸ τοὺς ἐπαΐοντας —ἔρημους ἐπαΐοντας! συνήθως διὰ τὴν Ἑλλάδα— ὅτι ἡ ῥομαντικὴ σχολὴ δὲν ἦτο ἄλλο τίποτε παρὰ ἡ σχολὴ τῶν πασχόντων καὶ τῶν ἀπογοητευμένων· ἦτο βεβαίως μία μωρία. Διότι ἡ ἐξήγησις εἶναι, ὅτι ἡ νεωτέρα ἐπικὴ ποίησις, τουτέστι τὸ μυθιστόρημα καὶ ὁ ῥομαντισμὸς ἐν γένει ἐγκαταλείψας τὴν μίαν αὑτοῦ βάσιν, ἐφ’ ἧς, ὡς τὰ ἀγάλματα ὑπὸ τὴν κλασσικὴν μορφὴν τοῦ ἔπους, ἵστατο, ἠναγκάσθη, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ὑπάρξῃ ὑπὸ τὴν νέαν αὑτοῦ μορφήν, νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸν μέγαν νόμον τῆς ἀντιθέσεως καὶ ἐπὶ τῆς διπλῆς αὑτοῦ βάσεως, ὡς ἐπὶ ὀκρίβαντος, νὰ στηριχθῇ ὡς ἡ ζωγραφική. Λοιπὸν ἐξ αὐτοῦ φαίνεται, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς γλώσσης δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κριθῶσι τόσον εὐκόλως καὶ μάλιστα παρ’ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀνθρώπων, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι, καὶ δὴ παρ’ ἡμῖν, ἔχουσιν ὦτα βέβηλα δι’ αὐτά! Πῶς εἶναι δυνατόν, παρακαλῶ, νὰ κρίνωσιν ἄνθρωποι τὰ ζητήματα αὐτά, καὶ δὴ ὄχι μεμονωμένως τινὰ τούτων, ἀλλ’ ἐν γένει τὸ ζήτημα μιᾶς ὅλης γλώσσης, ἡ ὁποία ἑπομένως ἀφορᾷ καὶ δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ ὁλόκληρον τὴν ἐπιστήμην; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα ἐπὶ ποδὸς καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους ὅλως διόλου καὶ εἰς τὰ ἐν γένει ἔτι ἀπροσδιονύσους; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῶσι ζητήματα εἰδικῶν ἐπιστημῶν, φρενολογικά, μικροβιολογικὰ κλπ. ἀπὸ ἀνθρώπους μόνον ἔχοντας μίαν ἐγκύκλιον παίδευσιν ἢ καὶ ἐπιστήμονας ἔτι, ἀλλ’ οὐδόλως ἁψαμένους τῶν εἰδικῶν αὐτῶν κλάδων; Ἀκριβῶς, πῶς φαίνεται ἡ ἀδεξιότης τῆς τοιαύτης ὑπ’ αὐτῶν ἐρεύνης, ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ πρώτου καὶ θεμελιωδεστέρου γλωσσολογικοῦ φαινομένου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνάγκην νὰ σταματήσω πρὸς στιγμὴν τὴν προσοχήν μου· ἐκ τοῦ φαινομένου δηλαδὴ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ γλῶσσα κατὰ τὰς διαφόρους αὐτῆς ἐποχάς. Ἡ σημερινὴ λοιπὸν αὐτῆς μορφή, ἀπόρροια τῆς διηνεκοῦς ταύτης μεταβολῆς, ὑπὸ τῶν πλείστων χαρακτηρίζεται ὡς μία χυδαιότης! ἐνῷ οὐδόλως εἶναι μία χυδαιότης· τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς γλωσσολογικοὺς νόμους δὲν θεωρεῖται τοιαύτη. Δὲν θεωρεῖται διάφορος ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς γλώσσης καὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν στοιχείων ἀπὸ ὅ,τι θεωρεῖται ἡ μεταβολὴ τῶν χαλίκων τοῦ αἰγιαλοῦ, τὰ ὁποῖα τρώγονται διηνεκῶς ὑπὸ τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης. Εἶναι μία μεταβολὴ φυσικωτάτη τῆς μορφῆς τῆς γλώσσης, ἀλλ’ οὐδόλως εἷς ἐκχυδαϊσμὸς αὐτῆς. «Διὰ τὸ ἀεὶ στρέφεσθαι τὰ ῥήματα, λέγει ὁ Πλάτων, τοσοῦτον ἡ νυνὶ τῆς πάλαι ποτὲ ὅσον Ἑλληνὶς βαρβαρικῆς φωνῆς διαφέρει». Λοιπὸν βλέπετε ποίαν σημασίαν ἔχει ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα ταμπούρια, εἰς τὰ ὁποῖα, οἱ θέλοντες νὰ εὕρωσι ζητήματα ἐκεῖ, ὅπου οὐδόλως ὑπάρχουσιν, ὀχυροῦνται, καὶ μὲ πόσην ἐσφαλμένην ἐπιστημονικὴν ἀντίληψιν ἀντικρύζουσι τὸ φαινόμενον αὐτό; Δὲν πρόκειται, ἐπαναλέγω, περὶ χυδαϊσμοῦ· πρόκειται περὶ μιᾶς μεταβολῆς ἀενάου, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται ὅλα τὰ ἀνθρώπινα, κατ’ ἐξοχὴν δὲ ἡ γλῶσσα, ἡ ὁποία τὰ συνδέει καὶ φραστικῶς τὰ παριστᾷ, διηνεκῶς καὶ ἀδιακόπως.

§225ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐσφαλμένη ἀντίληψις.

§226ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι οὔτε διὰ τοὺς μὲν οὔτε διὰ τοὺς δέ. Θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἐνδιαφέρωμαι καὶ νὰ λυποῦμαι, διότι ὁ Θεὸς δὲν μὲ συνεβουλεύθη, ὅταν ἔπλασε τὸν κόσμον. Δυνατὸν νὰ ἔκαμε κακά, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν κλαίω διὰ τοῦτο, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐνδιαφέρομαι οὔτε διὰ τὰς γνώμας τῶν μὲν οὔτε καὶ τῶν δέ. Μοῦ φαίνεται, ὅτι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς ὀρθῆς, καὶ διὰ νὰ ἐκφράσω καλλίτερον τὴν ἰδέαν μου καὶ ἀποδώσω ἑκάστῳ τὸ ἴδιον, νομίζω ὅτι καὶ τὰ κεφάλια τῶν καθαριστῶν καὶ τὰ κεφάλια τῶν μαλλιαρῶν οὐδεμίαν μοῦ δίδουσι πεποίθησιν καὶ ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῶν, διὰ νὰ ταχθῶ μὲ τὸ μέρος ἑνὸς ἐξ αὐτῶν.

§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θέλουν κούρευμα!

§228Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Σπάσιμο μᾶλλον (γέλωτες). Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη ὀχλοῦντες, οὕτως εἰπεῖν, εἶναι οἱ καθαρισταί, ἀναγκάζομαι ὅλως διόλου ἀμερολήπτως ἁπλῶς μερικὰς παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῶν καὶ οὕτω θὰ φθάσω καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου. Εἰς τὴν ἔγγραφον αὐτῶν ἀναφοράν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται καταχωρισμένη εἰς τὸ τεῦχος αὐτό, λέγουσι τὰς ἑξῆς ἰδέας, ὅτι: ἡμεῖς μετὰ τὸν ἀγῶνα ἢ ἔστω καὶ ἔτη τινὰ πρὸ τοῦ ἀγῶνος τῆς ἀπελευθερώσεως, ἡμεῖς, δηλαδὴ τὸ ἔθνος, ἀκολουθοῦντες τὰς μεθόδους αὐτὰς τὰς γλωσσολογικάς, τὰς ὑπ’ αὐτῶν ἀσπαζομένας, προσεπαθήσαμεν καὶ ἐκάμαμεν μίαν γλῶσσαν λείαν, ἡ ὁποία δίδει ἓν χρῶμα γενικὸν εἰς τὸ ἔθνος καὶ χρησιμεύει ὡς ὁ σύνδεσμος αὐτοῦ. Σεῖς, οἱ ἀντίθετοι δηλαδή, ἔρχεσθε καὶ κατασκευάζετε ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν μίαν γλῶσσαν ἀποτροπαίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ παρουσιάσῃ τόσους κινδύνους, διότι δύναται νὰ κατατμήσῃ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τὸ ἔθνος καὶ νὰ φέρῃ βεβαίως ὅλα ἐκεῖνα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα φέρει εἰς πᾶσαν περίστασιν ἡ κατάτμησις καὶ ἰδίως εἰς τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Ἰδοὺ τί ἔχω νὰ παρατηρήσω, πάντοτε ἐν τάχει, ἐπ’ αὐτοῦ. Ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ λέγουσιν ὅτι τώρα οἱ ἀντίθετοί των κατεσκεύασαν ἐπὶ ποδὸς —πολλοῦ γε καὶ δεῖ!—, διαφέρει ὑπὸ ἔννοιαν χρονικὴν καταπληκτικὰ ἀπὸ τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμόν. Ἐγὼ βεβαίως ὁμιλῶ, χωρὶς νὰ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰ ἄκρα ἀμφοτέρων, τὰ ὁποῖα εἶναι πολλὰ καὶ διάφορα καί τινα εἰς ἄκρον ἐπίμεμπτα. Κυρίως δὲ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξαν μερικοὶ ἐκ τῶν προλαλησάντων, τὰ ἔχοντα δηλαδὴ σχέσιν πρὸς τὴν θρησκείαν, αὐτὰ καὶ ἐγὼ τὰ ἀποτροπιάζομαι. Λοιπὸν οὔτε τὰ ζητήματα αὐτῶν τὰ ἐκτὸς τοῦ θέματος λαμβάνω οὔτε τὰ ἄκρα αὐτῶν. Θέλω νὰ ἐξετάσω ἐφ’ ὅσον δύναμαι ἐπιστημονικῶς, μόνον τοὺς γλωσσολογικοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν καθαριστῶν. Λοιπὸν κατὰ τὸν ἕκτον αἰῶνα, ὅπως γνωρίζετε, εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν...

§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέντε λεπτὰ ἔχετε ἀκόμη.

§230Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Θὰ παύσω.

§231Κ. ΜΑΝΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.

§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε Μᾶνε· δὲν θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, διότι εἶναι τόσοι οἱ ἀγορεύοντες, ὥστε, καὶ ὅλοι ἐὰν καταστήσωσι τὴν Βουλὴν εὐνοϊκὴν πρὸς τὰ λεγόμενά των, δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Τὸ μέτρον θὰ εἶναι δι’ ὅλους. Τί νὰ γίνῃ;

§233Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Κρατήσατέ μου λογαριασμὸν αὐτῶν τῶν ὀλίγων λεπτῶν.

§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν δευτερολέπτων.

§235Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὸν ἕκτον αἰῶνα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν συνέβη μία στάσις καὶ ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ διαμαρτυρηθῇ ἐναντίον τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὀνομαζομένου Καλαποδίου, ὑπαινισσόμενος αὐτὸν ἔλεγεν εἰς τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανόν, ὁ ὁποῖος ἐζήτει νὰ μάθῃ ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς στάσεως: ὅτι ὁ πλεονεκτῶν με εἰς τὰ τσαγγάρια εὑρίσκεται. Ἑπομένως τὰ καλαπόδια καὶ οἱ τσαγγαράδες ἦσαν ἤδη ἀπὸ τὸν ἕκτον αἰῶνα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἰς τὸν ὄγδοον αἰῶνα ἀναφέρεται, ὅτι ἐπὶ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος Θεοφίλου, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ἡ αὐτοκράτειρα συλληφθεῖσα ἐπ’ αὐτοφώρῳ παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ συζύγου της λατρεύουσα τὰς εἰκόνας, ἔλεγε, καθ’ ἣν ὥραν γονυκλινὴς ἠσπάζετο αὐτάς, ὅτι «αὐτὰ εἶναι τὰ καλά μου νινία». Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν μεμονωμένων τούτων παραδειγμάτων εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐνάτου αἰῶνος ἔχομεν πλήρη εἰκόνα τῆς ὑπὸ τοῦ λαοῦ τότε ὁμιλουμένης γλώσσης, ὅπως δὲ καὶ σήμερον, ἡ γλῶσσα ἐκείνη δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα κρᾶμα, δηλαδὴ μετέχει καὶ τοῦ ἑνὸς τύπου καὶ τοῦ ἄλλου, ἐξαναγκαζομένου ἑκάστου νὰ μεταχειρίζεται τὸ κρᾶμα αὐτὸ ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκφράσεως. Ὅλοι γνωρίζετε τὸν Πτωχοπρόδρομον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕνα ὁλόκληρον μνημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι ἡ γλῶσσα κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐνάτου αἰῶνος ἦτο ἡ σημερινὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ. Εἶναι δὲ ἀκριβῶς ἕνδεκα ὅλοι αἰῶνες ἀπὸ τότε καὶ ὅμως δὲν ἐτράπη ἐπὶ τὸ κλασσικώτερον. Θέλω νὰ εἴπω δι’ αὐτῶν ὅτι δὲν εἶναι ἡ γλῶσσα τοῦ λαοῦ ἕνα κατασκεύασμα περιστατικὸν καὶ καθ’ ὁλοκληρίαν πρόχειρον· εἶναι μία γλῶσσα, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ῥίζαν αὐτῆς βαθύτατα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ ἔθνους. Οἱ δὲ ὑποστηρίζοντες τὴν καθαρεύουσαν καὶ λέγοντες ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ γλῶσσα ἡ γενικὴ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχουσιν ἄδικον καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ καταδείξω πόσον εἶναι δύσκολον τὸ ζήτημα καὶ πόσας ἰδέας καὶ γνώσεις ἀπαιτεῖ ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ κρίνωσι τοῦτο. Πρῶτος ἐγὼ δὲν ἔχω αὐτάς. Ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ᾐσθάνθη τότε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνωτέρας πνευματικῆς ζωῆς, ἀπεπειράθησαν νὰ ἐξοικονομήσωσι τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Τὸ δυστύχημα ἦτο, ὅπως πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε, ὅτι οἱ τότε ἐπαΐοντες ἠκολούθησαν μίαν ὁδὸν ὅλως ἀντίθετον τῆς ὀρθῆς.

§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν. Παρῆλθον πέντε λεπτά. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.

§237Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ὡμίλησε δίς.

§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προσθήκης.

§239ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ (κατερχόμενος τοῦ βήματος). Αὐτὸς εἶναι λόγος κολοβός.

§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον. Εἶναι ἡ ὥρα 12 καὶ 20 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.

§241ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Μιχαλοπούλου καὶ ἐπὶ ταύτης τὸ πρῶτον λαμβάνω τὸν λόγον. Καὶ πάλιν λαμβάνων τὸν λόγον αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος γλωσσικοῦ. Ἡ γλῶσσα, κ. συνάδελφοι, ἦτο τοιαύτη ἢ τοιαύτη πρὸ εἰκοσαετίας, εἶναι τοιαύτη ἢ τοιαύτη σήμερον, θὰ εἶναι τοιαύτη ἢ τοιαύτη μετὰ πεντήκοντα ἔτη, ἀκολουθεῖ καὶ αὕτη τὴν ἐξέλιξίν της ὡς ὅλος ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν βίος. Ἀγνοῶ ἢ μᾶλλον δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν ἦτο καλλιτέρα ἡ γλῶσσα πρὸ εἰκοσαετίας τῆς σήμερον, ἂν καλλιτέρα εἶναι ἡ σήμερον τῆς μετὰ τριάκοντα ἔτη. Ἡ γλῶσσα, λέγω, κ. συνάδελφοι, ἀκολουθεῖ καὶ αὕτη τὴν ἐξέλιξίν της, ὡς ὅλος ὁ ἐθνικὸς βίος, ὑπάρχει τοιαύτη ἢ τοιαύτη καθ’ ὡρισμένην στιγμὴν τοῦ ἐθνικοῦ βίου. Ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ τὴν ὡρισμένην ἐκείνην στιγμὴν ἀποκαλεῖ ἠλίθιον τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζεται μίαν ὡρισμένην γλῶσσαν, δύναται νὰ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος τοῦ ἔθνους ἐκείνου; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ὁσοιδήποτε ἐὰν ἔχητε παρακολουθήσει τὰ πράγματα, ἀγνοεῖτε, ὅτι οἱ Ἕλληνες καλοῦνται Ῥωμηοί, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καλεῖται ὑπ’ αὐτῶν Ῥωμηοσύνη, ὅτι ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος καλεῖται ὑπ’ αὐτῶν ἱστορία τῆς Ῥωμηοσύνης; Καὶ ἀκόμη πλέον, ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐκφράζονται μετὰ περιφρονήσεως περὶ τῆς θρησκείας ἡμῶν; Ἀγνοεῖτε, ὅτι μέλος τῆς Κοινωνιολογικῆς Ἑταιρείας πρό τινων μηνῶν ἔγραψε μελέτην, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπεστήριζεν, ὅτι ὅλα τὰ κακὰ τοῦ ἔθνους, ὅλη ἡ κακοδαιμονία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὀφείλεται εἰς τὴν οἰκογένειαν, τὴν ὁποίαν ἀποκαλεῖ σκαντζόχοιρον!

§242ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;

§243ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ὁ κ. Χαλκοκονδύλης, ὁ διευθυντὴς τῆς «Νέας Ἡμέρας».

§244Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παρήλθεν ὡς μετέωρον αὐτός.

§245Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι δημοτικιστής.

§246ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἔπρεπε, νὰ συναισθάνηται μίαν ἱερὰν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ ἐκχυδαΐζῃ τὰς στήλας τῆς «Νέας Ἡμέρας», τὰς ὁποίας ἐλάμπρυνον οἱ Βυζάντιοι. Ἡ «Νέα Ἡμέρα» δὲν ἔχει πλέον τὴν θαυμασίαν ἐκείνην γλῶσσαν, ἡ ὁποία ἐδίδαξεν ὁλοκλήρους γενεὰς Ἑλληνικάς, τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἦτο τὸ καύχημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς ὅλας τὰς Ἑλληνικὰς χώρας. Ἐγὼ λαμβάνω τὴν «Νέαν Ἡμέραν»—ἀγνοῶ ἂν θὰ τὴν λαμβάνω καὶ μετὰ τὴν ἀποψινὴν ἀγόρευσιν—, τὴν λαμβάνω καὶ αἰσθάνομαι, πιστεύσατέ με, στιγμὰς πικρίας ἀπεριγράπτου, ὅταν τὴν ἀναγινώσκω.

§247ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸς ὁ στενός μου φίλος μοῦ ἐπετέθη ἐν Ἄρτῃ, κ. συνάδελφε.

§248ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι εὐκολώτατον πρᾶγμα, ἐὰν συνεχισθῇ αὔριον ἡ συζήτησις νὰ φέρω τὰ φύλλα τῆς «Νέας Ἡμέρας» καὶ νὰ θρηνήσητε ὅσοι θὰ ἀναγνώσητε τὰ ἄρθρα τοῦ Χαλκοκονδύλη. Ἡ θρησκεία δὲν εἶναι τίποτε, ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι τίποτε, ἡ οἰκογένεια πρέπει νὰ διαλυθῇ, πρέπει ὁ ἐλεύθερος γάμος νὰ κρατήσῃ, ὅλοι οἱ ἄνδρες δι’ ὅλας τὰς γυναῖκας, ὡς κύνες εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ εἰς τὰς πλατείας!

§249Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Χρυσοῦς αἰών!

§250ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ κινδύνου; Ἐρωτῶ τὸν Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτήν, ὅτε ἐγένετο λόγος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν περὶ συνενώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐγένετο, λέγω, μία συζήτησις, ὅπως ἀποτελέσωσι τὰ δύο αὐτὰ Ὑπουργεῖα ἕν, «Ὑπουργεῖον Πολέμου», ἀντετάχθησαν ἢ ὄχι τὰ μέλη τῆς Κοινωνιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ὀνομασθῇ «Ὑπουργεῖον ἀμύνης»; Διότι πρέπει νὰ ψαλιδισθῇ ὁ Δικέφαλος Ἀετός!

§251ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποίαν ἰδέαν ἔχετε διὰ τὴν Κοινωνιολογικὴν Ἑταιρείαν;

§252ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἰδέαν τοῦ μεγάλου Ἑλληνισμοῦ, δὲν αἰσθάνεται τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ.

§253ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχει φιλοπατρίαν;

§254ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει.

§255ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχει τὴν δύναμιν καὶ τὸ σθένος νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ ἴδια καὶ νὰ πολεμήσῃ τὰ ἀντίθετα;

§256ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζουσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Λοιπὸν δὲν νομίζετε, ὅτι αὐτοὶ οἱ νεωτερισταὶ οἱ ἐρχόμενοι ἀπὸ τὴν Γαλλίαν, ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν, ἀγνοοῦντες ἐντελῶς τί γίνεται εἰς τὴν Μεσσηνίαν, εἰς τὴν Λακωνίαν, εἰς τὰ Καλάβρυτα καὶ εἰς τὴν Λαμίαν, ὅτι αὐτοὶ ἀποτελοῦσιν αὐτόχρημα δημόσιον κίνδυνον; Νεωτερισταὶ εἰς τὴν θρησκείαν, νεωτερισταὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν, νεωτερισταὶ εἰς τὴν ἠθικήν, νεωτερισταὶ εἰς τὴν γλῶσσαν, νεωτερισταὶ εἰς τὰ πάντα!

§257Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εἰς τὸν τόπον, ἐν ᾧ ἐκπαιδεύεταί τις, πρέπει νὰ διατηρῇ τὴν ἑλληνικὴν ψυχήν, καίτοι ἀποδημεῖ.

§258ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως. Ἐγὼ ὁμιλῶ δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐτὰς τὰς ἰδέας. Ὅταν βλέπῃ τις ἕνα μαινόμενον ἰατρόν, ὅστις ἔχει ἐγκαταλείψει τὰς ἰατρικάς του ἐργασίας καὶ δὲν ἀσχολεῖται ἡμέραν καὶ νύκτα εἰς ἄλλο τι παρὰ διὰ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, ὅταν ἔχητε ἐνώπιόν σας, ἐπαναλαμβάνω, ἕνα μαινόμενον ἰατρόν, ἐπιτρέπεται νὰ τὸν ἔχητε δημόσιον ὑπάλληλον; Ὅταν ἔχητε αὐτὸν τὸν ἐν Βόλῳ διδάσκαλον, ὅστις μὲ χαίτην περιεπάτει πρό τινος εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν...

§259ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πρώτης τάξεως ἐπιστήμων· δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος.

§260ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος; Αἰσθάνομαι ἐνδόμυχον εὐχαρίστησιν, διότι πληροφοροῦμαι τοῦτο, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος.

§261ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὔτε θέλει νὰ εἶναι.

§262ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ τούτου πρόκειται, Κύριοι. Ἡ γλῶσσα, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἀκολουθήσῃ τὸν δρόμον της. Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι θὰ συμβῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Θὰ ἐξελίσσηται καθ’ ἡμέραν ἡ γλῶσσα ὡς ἐξειλίσσετο μέχρι τοῦδε. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι γράφω καλλίτερον τὴν γλῶσσαν τοῦ σοφωτάτου ἀνδρὸς τῶν τελευταίων αἰώνων τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, τοῦ Κοραῆ. Διατί; Διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει τὰ διδάγματα ἐκείνου καὶ τὰ διδάγματα ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους μου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνου τοῦ σοφοῦ μέχρι σήμερον. Ἔχομεν μίαν πρόοδον ἑκατὸν ἐτῶν ἀπὸ τοῦ Κοραῆ. Πῶς δυνάμεθα νὰ τὴν ἀπορρίψωμεν πᾶσαν; Διατί τότε νὰ μὴ κρημνίσωμεν τὰς οἰκίας πάσας; Διατί νὰ μὴ κόψωμεν τὰ δένδρα τὰ φυτευθέντα ἔκτοτε; Διατί νὰ μὴ σχίσωμεν τὰ βιβλία τὰ ἔκτοτε; Ποία εἶναι ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ καταλήξωμεν; Τοῦτο λέγων δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς γλώσσης οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῶ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιταχθῇ τις εἰς τοῦτο; Ἀλλ’ ἀντιτάσσομαι εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ ἐκ τοῦ παρελθόντος κεφάλαιον. Αὐτὸ θὰ ἦτο καταδίκη τῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως καὶ βεβαίως καταδίκη πάσης προόδου. Δὲν ἐπετρέπετο, κύριε Βουλευτὰ Ζακύνθου, ν’ ἀγνοῆτε ὅτι ὁ Ξενοφῶν ἔχει τὸ «δὲ» εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἱστορίας του διότι συνεχίζει τὴν ἱστορίαν τοῦ Θουκυδίδου.

§263Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ τὸ λέγει.

§264ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συνεχίζομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος· εὑρισκόμεθα εἰς ἓν σημεῖον καὶ εἰς τὴν γλῶσσαν ὡς καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὅλα, καὶ ἐκ τούτων ἐλπιδοφόροι θὰ βαδίσωμεν πρὸς τὸ μέλλον.

§265ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸς τὸ παρελθόν.

§266ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἰσορρόπως ἔχοντας τὸν νοῦν ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι ν’ ἀποκόψωμεν ἀποτόμως τὸ παρελθὸν καὶ ν’ ἀπαλειφθῇ ὁλόκληρον τὸ ἐκ τοῦ παρελθόντος κεφάλαιον. Ἐκεῖνος δέ, ὅστις ὑποστηρίζει ταῦτα, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον δὲν εἶναι δυνατόν, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω διὰ μυριοστὴν φοράν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην ὅτι θὰ ἐκτελῇ προσηκόντως τὰ δημόσια αὑτοῦ καθήκοντα, διότι ὁ ἄνθρωπος οὗτος δὲν σκέπτεται ἀνθρωπίνως, εἶναι ἀνίκανος ν’ ἀντιληφθῇ καὶ τὰς ἁπλουστέρας ἐννοίας, δὲν εἶναι ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις θέλει νὰ χωρισθῇ τοῦ παρελθόντος, διότι, ἂν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον διακρίνει κυρίως τὸν ἄνθρωπον τῶν κτηνῶν, εἶναι ἡ Ἱστορία. Οἱ ἄνθρωποι, ἀποταμιεύοντες ἐν τῷ ἠθικῷ καὶ ὑλικῷ καὶ τῷ πνευματικῷ κόσμῳ ἀρχὰς ἠθικάς, κεφάλαια ὑλικὰ καὶ γνώσεις, δημιουργοῦσι τὴν ἑαυτῶν ἱστορίαν. Ἕκαστον τῶν κτηνῶν ἔχει τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἱστορίαν, διότι οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἀποταμιεύει, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχουσιν ἱστορικὸν βίον. Αὐτή, λέγω, εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν διάκρισις τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τῶν κτηνῶν. Ὁ λέγων ὅτι ἀποτόμως πρέπει νὰ χωρισθῶμεν τοῦ παρελθόντος καὶ ἐν τῇ γλώσσῃ, καθὼς καὶ ἐν παντὶ ἄλλῳ, λέγει τι ἐναντίον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ὁ ἄνθρωπος οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἰσόρροπος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελῇ προσηκόντως τὰ δημόσιά του καθήκοντα. Καὶ εἰς τοῦτο περιστρέφεται ἡ πρότασις ἡμῶν. Οἱ ἐπεμβαίνοντες εἰς τὰ τῆς γλώσσης τοῦ Κράτους κατὰ τρόπον προκαλοῦντα σκάνδαλα ἀπολύονται τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Δὲν θίγεται ἡ ἐλευθερία τινός. Λέγω καὶ νῦν καὶ ἐπανέλαβον αὐτὸ καὶ προηγουμένως, ἐλεύθερος εἶναι νὰ γράψῃ τὰ ποιήματά του εἰς οἱανδήποτε ἂν θέλῃ γλῶσσαν, ὡς καὶ τὰ διηγήματά του καὶ τὰ συγγράμματά του, ἀλλ’ ὄχι νὰ ὑβρίζῃ ὁλόκληρον ἔθνος ὡς βαῖνον εἰς τὴν ἐσχάτην κτηνωδίαν καὶ ἠλιθιότητα διότι δὲν ἀσπάζεται τὰ γλωσσικὰ τερατουργήματα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ τὸ ἔθνος ἐξελισσόμενον γλωσσικῶς ὡς ἐξελίσσεται καὶ καθ’ ὅλα αὑτοῦ τὰ στάδια.

§267Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Ποῦ τὰ εἴδατε αὐτά; Δὲν δύνασθε νὰ μᾶς εἴπετε, νὰ τὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς ἂν ἔγραψεν ὁ Παλαμᾶς αὐτά;

§268ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ ἔχει γράψει χιλιάκις. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ προσκομίζω ἐνταῦθα ὅλα τὰ ἔργα τοῦ Παλαμᾶ καὶ συγχρόνως καὶ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα δι’ αὐτὰ ἀπολυμαντικά. Ἐγὼ ἀηδιάζω καὶ νὰ ἀκούω τὰ ἔργα αὐτοῦ.

§269Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζετε τὸν κύριον Ἰ. Δραγούμην; Εἶναι εἷς τῶν κρατιστέρων διπλωματικῶν ὑπαλλήλων τοῦ τόπου μας, καὶ ἐν τούτοις εὑρίσκεται ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸν σεβαστὸν πατέρα του.

§270ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βλέπετε, κύριε Βουλευτά, προηγουμένως διακόπτων τὸν κύριον Μπουφίδην εἶπον νὰ καλέσῃ τοὺς Κυρίους αὐτοὺς νὰ δώσωσι δεῖγμα γραφῆς καὶ θ’ ἀποδειχθῶσι τότε ὅτι σκοπίμως μεταχειρίζονται τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ μεταχειρίζωνται τὴν γλῶσσαν τοῦ ἔθνους. Λέξις «κρατίστερος» δὲν ὑπάρχει.

§271Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διαγωνιζόμεθα, ἐὰν θέλετε.

§272ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ σεῖς, κύριε Καραπᾶνε, ἔχετε γράψει περὶ τοῦ Ἑρρίκου Ντέρμπουργ ὅτι ἀπέθανε «γοργῶς» κ.τ.λ.

§273Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγώ; Ὄχι, καὶ σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου.

§274ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐπὶ λόγῳ τιμῆς. Ἐγὼ σᾶς ἀγαπῶ ὑπερβαλλόντως, κύριε Καραπᾶνε, ἀλλὰ σεῖς ἐξωθεῖτε τὰ πράγματα. Δυστυχῶς δὲν ἐμάθετε γράμματα.

§275Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔμαθον γράμματα, ἀλλ’ ἔλαβον ἄριστα.

§276ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σεῖς νομίζετε δυστυχῶς ὅτι θὰ μᾶς ἐκπλήξητε ἐνταῦθα, ἐπικαλούμενοι διαφόρους Γερμανικὰς φυλλάδας, ἐνῷ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ μελετήσητε Ἑλληνικά, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ ταμεῖον πάσης σοφίας καὶ ἐξ ὧν ἀπορρέουσιν ὅλοι οἱ κανόνες τοῦ ἀνθρωπισμοῦ, τῆς εὐγενείας καὶ τῆς ἠθικῆς, τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ τόπου σας. Πρὸ παντὸς πρέπει νὰ εἶσθε Ἕλληνες καὶ κατόπιν Γερμανοὶ καὶ κοσμοπολῖται. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ζητήματος ἐπουσιώδους· πρόκειται περὶ μιᾶς διανοητικῆς διαστροφῆς, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προλάβωμεν, ἵνα μὴ ἐξαπλωθῇ εὐρύτερον, διὰ δὲ τοῦ Συντάγματος νὰ τὴν ἐμποδίσωμεν νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τυχαίου· πρόκειται, ἂν ὄχι διά τι ἄλλο, περὶ μιᾶς ἀηδίας, ἥτις ἤρχισε νὰ κατακλύζῃ τὸν τόπον. Δὲν εἶναι κατάστασις, τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπομείνωμεν ἐπὶ πλέον. Προσωπικότης τοῦ Ἑλληνισμοῦ καταντᾷ νὰ νομίζηται ὁ Παλαμᾶς.

§277Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κατηγορῆτε τὸν Παλαμᾶν, διότι εἶσθε ἀμαθέστατος.

§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ ἐξηγήσητε τὴν φράσιν σας, κύριε Μαβίλη.

§279ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προσωπικότης....

§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμείνατε, κύριε Κουλουμβάκη, νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ὁ κύριος Μαβίλης.

§281ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν περιμένω, κύριε Πρόεδρε, ἐξηγήσεις ἀπὸ ἕνα μαλλιαρόν. Προσωπικότης ἀδιατάρακτος εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν κατέχει. Καὶ εἶναι καὶ εὐεργετούμενος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, κατὰ τρόπον παράνομον· ἔχει τὴν θυγατέρα του ὑπότροφον ἐν Εὐρώπῃ σήμερον, καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀκυρώσῃ τὴν ὑποτροφίαν αὐτήν.

§282ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε νὰ ἐλέγξητε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, πρέπει νὰ τὸ φέρητε εἰς μίαν ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.

§283ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, δὲν φέρω τὸ ζήτημα ἀπὸ στενῆς σημασίας καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ταράττησθε, διότι ἀρχίζει ἡ ἐποχὴ τῆς διαμαρτυρίας, καὶ πρέπει σεῖς, ὅστις ἰσχυρίζεσθε ὅτι εἶσθε ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, νὰ ἐνισχύσητε τὴν ἀρξαμένην διαμαρτυρίαν. Δὲν σᾶς ἤλεγξέ τις· ἐγώ, ὁμιλῶν, εἶπον καὶ ἓν παράδειγμα, ἀποδεικνῦον καὶ τοῦτο τοὺς ἰσχυρισμούς μου ἐπὶ πλέον. Δὲν ὑπῆρξε μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σήμερον ἀγνοεῖ ὅτι κατὰ τρόπον παράνομον ἐδόθη ἡ ὑποτροφία ἐκείνη.

§284Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τί πταίει τὸ κορίτσι;

§285ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πταίει, διότι λαμβάνει χρήματα παρανόμως. Ἀλλά, Κύριοι, τοῦτο μόνον λέγω, διότι δὲν θέλω νὰ καταπονῶ τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ζήτημα κατὰ τὴν γνώμην μου ἔχει ἐξαντληθῆ, καὶ ἡμεῖς θὰ ἐπιμένωμεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ τῆς διακεκριμένης ψήφου ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν, τουτέστι θὰ προκαλέσωμεν ὀνομαστικὴν ψηφοφορίαν.

§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης. Ἀπών. Ὁ κ. Πατσουράκος. Δὲν εἶναι ἀντιλέγων. Ὁ κ. Φωτήλας.

§287ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔχω συνείδησιν, Κύριοι, τοῦ δυσκόλου ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνω, νὰ ὁμιλήσω μετὰ τοσούτους ῥήτορας ἀκουσθέντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Αἰσθάνομαι ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Κύριοι· τὴν ἀθάνατον ἡμῶν γλῶσσαν, τὴν γλῶσσαν τοῦ Ὁμήρου καὶ τοῦ Σοφοκλέους καὶ τοῦ Δημοσθένους, τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, δι’ ἧς ἀνεπτύχθη ὅλος ὁ ἀρχαῖος πολιτισμός, τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, ἥτις ἐσόφιζεν ἀείποτε τὴν ἀνθρωπότητα ὅλην, τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐκ θαυμασμοῦ πρὸς τοὺς ἡμετέρους προγόνους καὶ ἐκ σπουδῆς, ὅπως μελετήσωσι δι’ αὐτῆς αὐτούσιον ὁλόκληρον τὸν πολιτισμὸν τῆς ἀρχαιότητος, ὁ ὁποῖος αὐτοφυῶς ἀνεπτύχθη ἐν τῷ Ἑλληνικῷ ἐδάφει καὶ μόνῳ, καὶ τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν λόγων τούτων σπουδάζουσιν οἱ φοιτηταὶ καὶ οἱ σπουδασταὶ ὅλων τῶν Πανεπιστημίων ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας διετηρήθησαν ἀνὰ τοὺς αἰῶνας τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησαν οἱ πρόγονοι ἡμῶν, καὶ τὴν ὁποίαν καθιέρωσαν ὅλοι οἱ μεγάλοι διδάσκαλοι τοῦ γένους καὶ δὴ ὁ ἀοίδιμος Κοραῆς, τὴν γλῶσσαν αὐτὴν ἐφαντάσθησαν ἔκφυλοί τινες καὶ γελοῖοι, ἀλλὰ δυστυχῶς Ἕλληνες.... (Εὖγε).

§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐκφράζησθε οὕτως.

§289Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ δημιουργοῦ αὐτῆς Ψυχάρη.

§290Κ. ΜΑΝΟΣ. Κύριε Βουλευτά.

§291Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν δύναταί τις νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως.

§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκφράσεως;

§293Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Μόνον, ὅταν παραβῶ τὸν Κανονισμόν, δέχομαι παρατηρήσεις. ...Τὴν γλῶσσαν, λέγω, αὐτὴν ἐφαντάσθησαν γελοῖοί τινες...

§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον νὰ μὴ μεταχειρίζησθε τοιαύτας φράσεις.

§295Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀόριστος ἡ φράσις.

§296Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Βεβαίως.

§297Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Παραστήσατε τὸ γελοῖον καὶ τὸ ἀντιλαμβανόμεθα.

§298ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔλεγχον ἐφ’ ὅσον δὲν παραβαίνω τὸν Κανονισμὸν δὲν δέχομαι. ....Ἐφαντάσθησαν, λέγω, νὰ διαφθείρωσι διὰ τοῦ μαλλιαρισμοῦ γινόμενοι ἴσως ὄργανα ξένων μισελλήνων.....

§299ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως.

§300ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. ... ἢ θέλοντες νὰ καινοτομήσωσιν ὡς ῥυθμισταὶ γλώσσης φαινομενικὸν προβάλλοντες ἐπιχείρημα τοῦτο, ὅτι διαφέρει πως ἡ λαλουμέννη γλῶσσα τῆς γραφομένης καὶ ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης συνάγουσιν ὅτι ἐπέρχεται σύγχυσις ἐμποδίζουσα τὰς σπουδὰς καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν νέων. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι πανταχοῦ ἡ λαλουμένη γλῶσσα διαφέρει τῆς γραφομένης, διότι ἡ γλῶσσα δημιουργεῖται μὲν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κλίματος, τῶν ἐθίμων, ἀλλὰ κομψεύεται, ὑποβάλλεται εἰς κανόνας ὑπὸ τῶν λογίων καὶ ἐξιδανικεύεται. Ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνική, τὴν ὁποίαν τόσαι χιλιετηρίδες ἐσεβάσθησαν χρυσοῦς περικλείσασαι αἰῶνας, ἡ γλῶσσα αὐτή, κομψευομένη ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε λογίων εἶχε φθάσει εἰς κάλλος ἔξοχον· ἡ γλῶσσα ὅμως αὐτὴ εἶχε τὸ ἀτύχημα ὡς ἐκ τῆς μακραίωνος δουλείας νὰ παραγεμισθῇ μὲ λέξεις ξένας, μὲ λέξεις κακοφώνους καὶ κακοζήλους. Ὅτε ὅμως τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀνεγεννήθη, μεγάλοι διδάσκαλοι τοῦ Γένους καθιέρωσαν τὴν καθαρεύουσαν, ἥτις, ἀνδρωθεῖσα διὰ τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῶν σχολείων, διὰ τῆς Βουλῆς, κατέστη ἱκανὴ πρὸς ἔκφρασιν παντὸς διανοήματος, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τοῦτο ὑψηλὸν ἢ ἰδεατόν. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, ἡ καθαρεύουσα αὐτὴ τοσοῦτον προκόψασα κατέστη οἰκεία γλῶσσα παντὸς Ἕλληνος, ἐνεφανίσθησαν ἀνισόρροποί τινες, προεξάρχοντος ἀνισορρόπου τινὸς Ψυχάρη ὀνόματι....

§301ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ ὁποῖος ἐπαρασημοφορήθη.

§302Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. ... οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν ἴδιον ἰδίωμα γλώσσης, τὴν γλῶσσαν τῶν μαλλιαρῶν καὶ ἀξιοῦσιν, ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐγκαταλείψῃ τὴν πατροπαράδοτον αὐτοῦ γλῶσσαν καὶ ἐνστερνισθῇ τὴν παράδοξον ταύτην γλῶσσαν, ἡ ὁποία καλεῖται ἰδίωμα τῶν μαλλιαρῶν! Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θέλουσι νὰ ἐνστερνισθῶμεν γλῶσσαν, ἡ ὁποία, ἂν τυχὸν ὑπάρχῃ, διότι ἐγὼ ἀρνοῦμαι ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη γλῶσσα, ὑπῆρξε τέκνον δουλικῆς ἐποχῆς. Συνιστῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, διότι ταύτην λέγουσιν ὅτι ἐχειρίζοντο καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν. Καὶ ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθές, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ταῦτα συνιστῶντες, μοὶ φαίνεται ὅτι συνιστῶσιν ὅτι πρέπει νὰ πολεμήσωμεν τοὺς ἐχθρούς μας μὲ καρυοφύλλια καὶ μὲ πυρπολικά, διότι μὲ ταῦτα ἐπολέμησεν ὁ Κανάρης καὶ ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ἡ λοιπὴ χορεία τῶν ἐνδόξων ἐλευθερωτῶν μας.

§303Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σεῖς θέλετε μὲ ἀσπίδας καὶ μὲ δόρυ.

§304ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε κοινωνιολόγε...

§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι εἰρωνεία νὰ εἶναί τις κοινωνιολόγος.

§306ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀπ’ ἐναντίας, τὸ θεωρῶ τιμητικόν· ἠθέλησα διὰ τοῦ τίτλου αὐτοῦ νὰ τὸν κολακεύσω, διὰ νὰ μὲ ἀφήσῃ νὰ ἐξακολουθήσω.

§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἀπονομῆς τίτλων· ὁ Πρόεδρος σᾶς προστατεύει.

§308ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατὰ τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ τῶν ἀνισορρόπων.... (Εὖγε, εὖγε).

§309Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι ἀσέβεια αὐτή. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται τοὺς ἔχοντας ἀντιθέτους γνώμας νὰ τοὺς ὑβρίζωμεν ἐκφύλους.

§310ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Εἶναι ὁ ἐλαφρότερος χαρακτηρισμός.

§311Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Οἱ χαρακτηρισμοὶ δὲν δίδονται ἐδῶ μέσα.

§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὀρθὸν νὰ συστήσω εἰς τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μετριάσωσι τὰς ἐκφράσεις των περὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐντὸς τῆς Βουλῆς....

§313ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτὸ ἔλειπε, νὰ ἦσαν ἐδῶ.

§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. .... καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀμυνθῶσιν ἀπέναντι βαρειῶν ἐκφράσεων, καὶ πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ λόγος ἕνεκα τῆς ἀσυλίας τοῦ βήματος. Αὐτὴ ἡ ἀσυλία τοῦ βήματος ἐπιβάλλει μετριότητα ἐκφράσεων.

§315ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατὰ τοῦ ἀγῶνος τῶν ἀξιοτίμων αὐτῶν Κυρίων... (Γέλωτες).

§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ λέγητε ἀξιοτίμων καὶ νὰ σημαίνῃ ὅ,τι θέλετε.

§317ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. .. προτείνουσιν ἔντιμοι συνάδελφοι, ὅπως περιλάβωμεν ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὁρίζηται ὡς ἐπίσημος γλῶσσα ἡ καθαρεύουσα. Πρὸς τοῦτο ἐγὼ διαφωνῶ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἄλλον σκοπὸν καὶ ἄλλον προορισμὸν ἔχει· τὸ Σύνταγμα εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος· τὸ Σύνταγμα περιλαμβάνει τὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος, τὰ ὅρια τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν, τὰ δημόσια δίκαια τῶν Ἑλλήνων· τὸ Σύνταγμα ὁρίζει γενικοὺς καὶ ὀργανικοὺς νόμους· τὸ Σύνταγμα ἀσφαλίζει ἀπὸ κινδύνων πραγματικῶν, οὐχὶ ἀπὸ κινδύνων ἀνυπάρκτων καὶ φανταστικῶν. Οὐδέποτε φαντάζομαι ὅτι θέλουσι μωρανθῆ ἐπὶ τοσοῦτον οἱ Ἕλληνες, ὥστε νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν πατροπαράδοτον γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἐσεβάσθησαν ὁλόκληροι αἰῶνες!

§318ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Τὸ αὐτὸ θὰ ἠδύνασθε νὰ εἴπητε καὶ διὰ τὴν Θρησκείαν.

§319ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡμίλησα ἐγὼ περὶ κινδύνων;

§320ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅταν προτείνητε κἄτι τι....

§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φωτήλας σχολιάζει τὴν προσθήκην τοῦ κ. Μιχαλοπούλου.

§322ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἄν σήμερον ἐγερθῇ Γάλλος ζήσας πρὸ χιλίων ἐτῶν, ματαίως θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐννοήσῃ Γάλλον σημερινόν· ἂν ἐγερθῇ ὁ Κικέρων, θὰ ἀπορήσῃ ἀκούων Ἰταλὸν λαλοῦντα τὴν Ἰταλικήν· ἂν ἐγερθῇ Ἄγγλος τῆς Δανικῆς δυναστείας, δὲν θὰ ἐννοήσῃ ἀσφαλῶς Ἄγγλον σημερινόν· ἂν ὅμως ὁ Ὅμηρος ἐγερθῇ ἐκ νεκρῶν καὶ μεταβῇ εἰς τὸ χωρίον καὶ ἀκούσῃ τὸν τελευταῖον χωρικόν, θὰ ἐννοήσῃ τὰς ἰδέας του, καί, μόνον ὅταν ἀκούσῃ μαλλιαρόν, οὐδένα οὐδέποτε θὰ ἐννοήσῃ. (Χειροκροτήματα). Ἀφήσατε, Κύριοι, ἐλευθέραν τὴν ἐξέλιξιν· οὐδέποτε φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἐξέλιξις αὐτὴ θὰ καταντήσῃ εἰς μαλλιαρισμόν. Νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοιαύτης διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι θὰ δώσωμεν σημασίαν ἐκεῖ, ὅπου οὐδεμίαν σημασίαν πρέπει νὰ δώσωμεν. Ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχει διγλωσσία, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει.

§323ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ δημοτικὴ τί εἶναι;

§324ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι παρεφθαρμένη γλῶσσα. Ἐξέλιξις αὐτῆς εἶναι ἡ καθαρεύουσα. Ἄν ἡ δημοτικὴ μᾶς συγκινεῖ, τοῦτο συμβαίνει, διότι συνδέεται πρὸς παραδόσεις ἱστορικάς, ὧν τὴν ἀνάμνησιν ζωηρὰν ἔχει ὁ Ἕλλην. Δὲν εἶναι γλῶσσα τῆς καρδίας, ὡς λέγουσιν. Εἶναι γλῶσσα τῶν πόνων καὶ τῶν στεναγμῶν, γλῶσσα ἐστερημένη ζωῆς. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, κατ’ ἐμέ, ἐγείρεται οὕτω πως: ἢ ἡ γλῶσσα αὐτή, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ μαλλιαροί, δὲν ἠξεύρω πῶς, ἐδημιούργησαν, εἶναι ἱκανὴ νὰ διαδηλώσῃ τὰ αἰσθήματα καὶ τὰ διανοήματα τοῦ λαοῦ, καὶ τότε θὰ ἐπικρατήσῃ καὶ πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ· ἢ ἡ γλῶσσα αὐτὴ εἶναι περίεργον κατασκεύασμα φαντασιῶν νοσουσῶν, καὶ τότε ὁ περὶ αὐτῆς θόρυβος ταχέως θὰ καταπέσῃ, διὰ νὰ ἐπανέλθωσι πάλιν τὰ ἀθάνατα ῥήματα τῶν ἐνδόξων προγόνων μας. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, Κύριοι, θὰ συνίστων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τρία τινά, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κηρύσσομαι μὲν ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης γλώσσης, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι, διότι γνωρίζω, ὅτι ἡ ἐξέλιξις θηρεύουσα τὸ κάλλος θὰ καθιερώσῃ τὴν καθαρεύουσαν ὡς οἰκείαν γλῶσσαν καὶ εἰς τὴν τελευταίαν καλύβην τοῦ τελευταίου ποιμένος, τὰ ἑξῆς, λέγω, τρία. Πρῶτον μέν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἁγνότητα τῆς παιδείας ἀπὸ πάσης κακοβούλου προθέσεως, λαμβάνουσα διοικητικὰ μέτρα ἀπολύτως αὐστηρὰ κατ’ ἐκείνων τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονται τὰς ἰδέας τῶν μαλλιαρῶν καὶ ζητοῦσι τὴν ἐπιβολὴν αὐτῶν· δεύτερον, ὅπως ποιήσηται ἡ Κυβέρνησις διπλωματικὰς παραστάσεις παρὰ τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει διὰ τὸν ἀνισόρροπον Ψυχάρην, παριστῶσα ὅτι ὁ Ψυχάρης δὲν διδάσκει Ἑλληνικά, ἀλλὰ Τουρκικά· τρίτον, ὅπως ληφθῇ πρόνοιά τις διὰ τὰς ὑπαρχούσας ἐν Ἑλλάδι προπαγανδικὰς σχολάς, αἵτινες ἀθρόως σύρουσι τοὺς Ἑλληνόπαιδας, ἀφαιροῦσαι ἀπ’ αὐτῶν πᾶν τὸ Ἑλληνικόν. Αἱ σχολαὶ αὗται ἔχουσαι ὡς δόλωμα τὴν ἐκμάθησιν ξένων γλωσσῶν ἀθρόως προσελκύουσι τοὺς Ἑλληνόπαιδας καὶ ἐκεῖ διαφθείρεται τῶν Ἑλληνοπαίδων καὶ ἡ θρησκεία καὶ ἡ γλῶσσα. Ταῦτα εἶχον νὰ συστήσω καὶ θὰ κατέστρεφον τὸν λόγον, Κύριοι, ἂν δὲν προέβλεπον, ὅτι μετ’ ἐμὲ θέλουσιν ἀγορεύσει—πόσαι δωδεκάδες, κύριε Πρόεδρε;

§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο δωδεκάδες γλωσσῶν.

§326ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πλεῖστοι ῥήτορες ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἐβασάνισα, Κύριοι, τὸν νοῦν μου μήπως εὕρω τρόπον τινά, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσω καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς μαλλιαρῆς.

§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὲρ τῆς μαλλιαρῆς ὑποθέτω ὅτι δὲν ἀγωνίζεται κανείς.

§328ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ φίλος μου κ. Μαβίλης.

§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀκούσητε τί θὰ ἀναπτύξῃ ἕκαστος Βουλευτὴς κάμνετε καλὰ νὰ μὴ κάμνητε τὸν νοομάντιν καὶ γεννήσητε ζητήματα.

§330ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πολὺ καλά. Ἐβασάνισα, λέγω, τὸν νοῦν μου, ὅπως εὕρω μίαν μέσην ὁδόν, διὰ νὰ συμβιβάσω τὰ διεστῶτα, καὶ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ πτωχῇ μου διανοίᾳ κατώρθωσα νὰ ἀνακαλύψω—ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις αὕτη— τοῦτο: ὅπως ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ποιήσηται τὸ ἀκόλουθον ψήφισμα· «Ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων λαμβάνουσα εὐκαιρίαν ἐκ τῆς ἐν αὐτῇ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις κανονίζουσα τὴν ἐπίσημον τοῦ Κράτους γλῶσσαν ἀποδοκιμάζει τοὺς λεγομένους μαλλιαροὺς καὶ ἐλπίζει καὶ εὔχεται, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐξελισσομένη τείνει πάντοτε εἰς τὸ ἀρχαῖον κάλλος». (Ἐπιδοκιμασίαι). (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).

§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πατσουράκος.

§332Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ἄνθρωπος διαφέρει τῶν λοιπῶν ἀλόγων ζῴων κατὰ τὸν νοῦν, τὸ μόνον δὲ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου καθιστᾷ κοινωνοὺς τοὺς λοιποὺς ὁμοφύλους του τῶν ἐνεργειῶν καὶ ἀποτελεσμάτων τοῦ νοῦ εἶναι ἡ γλῶσσα. Ἑκάστης λοιπὸν γλώσσης ὁ γραπτὸς λόγος, διότι περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται ἐν τῇ προκειμένῃ ἐθνικῇ συζητήσει, διαιρεῖται εἰς δύο μεγάλα γένη, εἰς τὴν ποίησιν καὶ τὸν πεζὸν λόγον. Ἐκ τῶν δύο τούτων γενῶν τὸ μὲν πρῶτον, ἡ ποίησις τουτέστιν, εἶναι ἔργον τῆς φαντασίας, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν παιδικὴν τοῦ λαοῦ ἡλικίαν καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ γλῶσσα τότε ἦτο ῥευστή, μεταβλητὴ δηλονότι καὶ κατὰ γράμματα καὶ συλλαβὰς ἀκόμη. Τὸ ἕτερον τῶν δύο τούτων γενεῶν, ὁ πεζὸς δηλονότι λόγος εἶναι ἔργον τῆς κρίσεως, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὴν ἀνδρικὴν ἑκάστου λαοῦ ἡλικίαν, μᾶς ἀναγκάζει νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου ἀρχίζει ἡ γλῶσσα παντὸς λαοῦ νὰ μονιμοποιῆται καὶ νὰ παγιῶται. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου καὶ ἐφεξῆς ἐμφανίζονται αἱ διάφοροι διάλεκτοι, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον μὲν καὶ πρίν, ἀλλ’ ἐν τῷ ἀγνώστῳ, ἐμφανίζονται αἱ διάφοροι διάλεκτοι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ ἰδιώματα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς γλώσσης ἀνάλογα πρὸς τὸ περιβάλλον — ἐὰν δηλονότι τὸ περιβάλλον εἶναι τραχύ, τραχεῖα εἶναι καὶ ἡ διάλεκτος, ἐὰν τὸ περιβάλλον εἶναι ἥμερον, ἥμερος εἶναι καὶ ἡ διάλεκτος, εὐγενὴς καὶ λεπτή. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου, ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου δηλαδὴ καὶ ἐφεξῆς ἀναπτυσσόμενα καὶ μορφούμενα τὰ διάφορα φῦλα καὶ συνδεόμενα πρὸς ἄλληλα διὰ τῆς συγκοινωνίας, αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως μιᾶς κοινῆς γλώσσης, μιᾶς κοινῆς διαλέκτου, διὰ τῆς ὁποίας νὰ συνεννοῶνται πρὸς ἄλληλα. Τὴν φυσικὴν λοιπόν, Κύριοί μου, ταύτην ἐξέλιξιν ἀκολουθήσασα καὶ ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐμφανίζεται τὸ πρῶτον ἐν τῇ ποιήσει, τὴν ὁποίαν ὅλος ὁ κόσμος θαυμάζει, καίπερ ἀναπτυχθεῖσαν κατὰ τὴν παιδικὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡλικίαν, ἐν τοῖς ἔπεσι τοῦ Ὁμήρου, τὰ ὁποῖα θαυμάζει ὁ κόσμος τόσον διὰ τὴν ἀφέλειαν καὶ ἁπλότητα αὐτῶν, ὅσον καὶ διὰ τὴν περιγραφικότητα καὶ ἠθοποιΐαν. Ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου αἰῶνος πρὸ Χριστοῦ ἀναπτυχθέντος ὁπωσδήποτε τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐμφανίζεται καὶ ὁ πεζὸς λόγος ἐν πρώτοις διὰ τῶν λογοποιῶν ἢ λογογράφων. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἄρχονται ἐμφανιζόμενα καὶ τὰ διάφορα ἰδιώματα τῆς γλώσσης, τὰ ὁποῖα εἶναι πολλά, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὁποίων τρία εἶναι τὰ σπουδαιότερα, τὸ Ἰωνικόν, τὸ Αἰολικὸν καὶ τὸ Δωρικόν, διαφέροντα ἀπ’ ἀλλήλων παρασάγγας ὁλοκλήρους. Τὰ κάλα λέγει ὁ Δωριεύς, τὰ ξύλα λέγει ὁ Ἴων, ἀπορίομες λέγει ὁ Σπαρτιάτης, ἀποροῦμεν λέγει ὁ Ἀθηναῖος. Ἄγετ’, ὦ Σπάρτας εὐάνδρω κῶροι πατέρων πολιατᾶν, ........................ ἔλεγεν ὁ Σπαρτιάτης. «Ἴτε Σπάρτης εὐάνδρου παῖδες πατέρων πολιτῶν ...................... θὰ ἔλεγεν ὁ Ἀθηναῖος». Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου καὶ ἐφεξῆς μορφούμενα καὶ ἀναπτυσσόμενα τὰ διάφορα φῦλα ἀναγκάζονται, πιέζονται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἵνα συνεννοηθῶσι πρὸς ἄλληλα νὰ διαρρυθμίσωσι μίαν γλῶσσαν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἱκανὴ πρὸς κοινὴν συνεννόησιν τῶν διαφόρων ἑλληνικῶν φύλων. Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, ποία εἶναι ἡ καταλληλοτέρα πρὸς μόρφωσιν τῆς γλώσσης διάλεκτος, διὰ τῆς ὁποίας θὰ συνενοοῦντο τὰ διάφορα φῦλα; Βεβαίως ἡ εὐγενεστέρα τῶν ἄλλων, καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ Ἰωνική. Ἀλλὰ τὸ ἔργον τοῦτο τὸ βαρὺ τῆς δημιουργίας τῆς μιᾶς κοινῆς γλώσσης εἰς τίνας ἔπρεπε νὰ ἀνατεθῇ; Βεβαίως εἰς τοὺς μᾶλλον μεμορφωμένους, εἰς τοὺς μᾶλλον ἀνεπτυγμένους, εἰς τοὺς μᾶλλον πεπολιτισμένους, καὶ ἀνετέθη εἰς τοὺς Ἴωνας. Βλέπομεν λοιπὸν ἀπὸ τῆς Ἰωνικῆς οὕτω παραγομένην ἀμέσως τὴν Ἀττικὴν διάλεκτον, τὴν ὁποίαν θαυμάζει ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἐν τοῖς συγγράμμασι τοῦ Θουκυδίδου, τοῦ Ξενοφῶντος, τοῦ Δημοσθένους τοῦ «βασιλέως τοῦ λόγου» καλουμένου ὑπὸ πάντων τῶν ἐθνῶν. Ἔδρασεν ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ κοινοῦ, κύριοι Βουλευταί, πρὸς ἐκπολίτισιν καὶ ἄλλων λαῶν ἐν Ἀσίᾳ. Ἀλλ’ ὅπως ἕκαστον πρᾶγμα ἔχει ἀκμὴν καὶ παρακμήν, οὕτω καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀκμάσας ἤρχισε νὰ παρακμάζῃ. Εὐτυχῶς ὅμως διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, ἄλλο φῦλον ἤρχισεν ἀναφαινόμενον ἀπὸ βορρᾶ, φῦλον γνησίως ἑλληνικόν, τὸ μακεδονικόν, ἰσχυρὸν εἰς τὰ ὅπλα, ἀλλ’ ἀνίκανον νὰ ὑπερισχύσῃ, διότι τὸ ἐχώριζεν ἡ γλῶσσα καὶ δι’ αὐτὸ τὸ ἀπεκάλουν καὶ βάρβαρον οἱ ἐν τῇ κυρίως Ἑλλάδι οἰκοῦντες. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσεν ὁ μέγας ὄντως βασιλεὺς αὐτοῦ Φίλιππος, τὸ κατώρθωσεν ὁ υἱὸς αὐτοῦ Ἀλέξανδρος. Κατέλαβε, τεθεὶς ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἑλληνικοῦ ὄγκου, τὸν κόσμον ὁλόκληρον, ὡς γνωρίζομεν. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου καὶ ἐφεξῆς τὸ φῦλον ἐκεῖνο αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ συνεννοηθῇ πρὸς τὰ ἄλλα φῦλα, ἵνα ἀσκῇ ἐπίδρασιν ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ ἰδίωμα, τὸ ὁποῖον ἐλάλει, ἦτο βάρβαρον. Ἡ παραβολὴ ὀλίγων λέξεων δύναται νὰ σᾶς πείσῃ περὶ τοῦ βαρβαρισμοῦ τοῦ ἰδιώματος ἐκείνου. Βάραθρον ἔλεγον οἱ Ἴωνες, βέρεθρον οἱ Αἰολεῖς, ζέρεθρον οἱ Μακεδόνες. Βλέπετε ποία διαφορὰ μεταξὺ βαράθρου καὶ ζερέθρου. Ἠσθάνθησαν λοιπὸν τὴν ἀνάγκην, διότι διεφθάρη τὸ ἰδίωμα, ὃ ἐλάλουν, ἔτι περισσότερον διὰ τῆς κατακτήσεως, ἠσθάνθησαν, λέγω, τὴν ἀνάγκην οἱ κατακτηταὶ νὰ δημιουργήσωσι κοινὴν γλῶσσαν πρὸς συνεννόησιν τῶν διαφόρων φύλων καὶ τὴν ἐπιβάλωσιν, ὅπως καὶ τὴν ἐπέβαλον, ὡς ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ ἀπεράντου Κράτους, καὶ ἡ γλῶσσα αὕτη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία παρεδόθη εἰς ἡμᾶς διὰ τῆς ὀνομασίας τῆς «κοινῆς». Ἡ γλῶσσα ἐκείνη ἡ κοινὴ ἐπὶ Ἀλεξάνδρου, ἡ καὶ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἶναι αὐτή αὕτη, ἡ ὁποία κατόπιν διὰ τοῦ Εὐαγγελίου παρεδόθη μέχρι ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς κατὰ τὸ διάστημα τῶν αἰώνων τῆς δουλείας, τῶν ἀλλεπαλλήλων μάλιστα δουλειῶν, τὰ διάφορα ἰδιώματα τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης διαφθειρόμενα μικρὸν κατὰ μικρὸν καὶ καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἐπανῆλθον εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν. Ὑπῆρχεν ὅμως καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς χιλιετοῦς δουλείας συνδετικὸς κρίκος ὡς γλῶσσα ὅλου τοῦ Γένους, ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων. Ὅτε ἐγεννᾶτο, ὅτε ἠρραβωνίζετο, ὅτε ἐνυμφεύετο ὁ Ἕλλην, ἤκουε πανταχοῦ τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν, τὴν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἐθνικὴ γλῶσσα οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ὁ συνδετικὸς κρίκος τῶν διαφόρων ἑλληνικῶν φύλων κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δουλείας. Ἔρχεται μετὰ ταῦτα ἡ στιγμὴ τῆς ἀναγεννήσεως, καὶ πάλιν ἐμφανίζεται ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐν τῇ φύσει εἰς τὰ δημοτικὰ τραγούδια. Ἀναγεννᾶται ὁ Ἕλλην, ἔρχεται πάλιν ἡ ἐμφάνισις τοῦ πεζοῦ λόγου, ἀναφαίνονται ὅμως συγχρόνως καὶ τὰ ἰδιώματα, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατον νὰ συνεννοηθῶσι πρὸς ἀλλήλους ὁ Κρὴς μὲ τὸν Μανιάτην, ὁ Θεσσαλὸς μὲ τὸν Ἑπτανήσιον, ὁ Στερεοελλαδίτης πρὸς τὸν Πελοποννήσιον. Εὑρίσκονται λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δημιουργήσωσι κοινὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ πρὸς τοῦτο κατάλληλοι; Κατὰ τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν τὴν δημιουργίαν τῆς γλώσσης ἀνέλαβον οἱ μᾶλλον μεμορφωμένοι, οἱ μᾶλλον πεπολιτισμένοι, οἱ Ἴωνες, καὶ τότε λοιπόν, κατ’ ἀνάγκην φυσικήν, οἱ λόγιοι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι ἀνέλαβον νὰ δημιουργήσωσι τὴν κοινὴν γλῶσσαν καὶ πρὸς τοῦτο ἤρχισε μεγάλη καὶ κολοσσιαία ὄντως ἐργασία. Ἀλλὰ τί εἶχον ἐνώπιόν των οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι παντὸς σεβασμοῦ καὶ ὄχι ἄξιοι ὕβρεων βωμολόχων ἢ μερικῶν ἀνοήτων; Ἐρείπια μόνον. Ἀλλ’ εἶπον —ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὰς λέξεις πιάτο, τσάρι, τσανάκι σκουτέλι, τσουμί—, ποία ἐξ αὐτῶν εἶναι λέξις ἑλληνική; Οὐδεμία! Πόθεν θὰ ἀντλήσωμεν λοιπὸν τὴν λέξιν, διὰ τῆς ὁποίας θ’ ἀναπληρώσωμεν αὐτὰς τὰς κακοήχους καὶ βαρβαροφώνους λέξεις; Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν πηγὴν ἀκένωτον, τὴν γλῶσσαν τῶν πατέρων μας, τὴν ὁποίαν θαυμάζουσιν ὅλοι καὶ χάριν αὐτῆς τιμῶσιν ἡμᾶς καὶ ἐλευθέρους καὶ δούλους, διατί νὰ μὴ λάβωμεν ἐξ αὐτῆς τῆς πηγῆς τῶν λέξεων, ἥτις ἐλλείπει καὶ νὰ εἴπωμεν πινάκιον; (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα). Ἐξηκολούθησε λοιπὸν ἡ ἐκκαθάρισις μικρὸν κατὰ μικρὸν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ ἔφθασε μέχρι ἑνὸς σημείου. Καθαίρεται ἡ γλῶσσα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καὶ τείνει νὰ φθάσῃ εἰς σημεῖον προσεγγίζον πως τὴν ἀρχαίαν καὶ κατὰ τὸ κάλλος, τὸ ὁποῖον βλέπομεν καὶ σήμερον ἀκόμη, εἰς τὴν γλῶσσαν τῶν ἐφημερίδων. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐμφανίζεται ἓν κόμμα, ἢ μᾶλλον μία ἀπόφυσις τῆς κοινῆς γλώσσης, τῆς ὁποίας ἡγοῦνται καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ἄνθρωποι δηλονότι τῶν γραμμάτων, οἱ ὁποῖοι εἶπον δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν πινάκιον, ἀλλὰ τσανάκι, πιάτο, τσάρι, τσουμί, λέξεις, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου γνωρίζουσι ποῦ τὰς εὗρον καὶ τί αὐταὶ αὗται μᾶς ὑπομιμνήσκουσι. Καὶ ἐδῶ ἐγεννήθη κατὰ φυσικὸν λόγον ἡ ἀντίδρασις, παρουσιάσθη ἑτέρα ἀπόφυσις, ἡ ἀμέσως ἄγουσα εἰς τὴν ἀρχαίαν· δηλαδὴ εἴχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὰ «ἐντουφεκίστηκα» καὶ «ὑπαινίχτηκα» καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὰ «ἐμαχεσάμην καὶ ὑπηνιξάμην». Ἀλλ’ ἡ γλῶσσα ἔβαινε καθαιρομένη ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, καὶ ἐβάδιζε τὴν ὁδόν της. Τώρα παρακαλῶ νὰ μὲ προσέξητε καὶ παρακολουθήσητε εἰς τοῦτο. Λέγει ὁ Α καθηγητής, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος παντὸς ἐπαίνου, διότι εἶναι εὐγενὴς ἡ προσπάθειά του ἐκείνη, διότι αὐτὸς εἶναι κάτοχος τοῦ κάλλους τῆς ἀρχαίας Ἀττικῆς, λέγει ὑπηνιξάμην καὶ χορταίνει, ὅτε τὴν ἔλεγεν ὁ Κόντος καὶ ὅταν σήμερον τὴν λέγῃ ὁ Μιστριώτης. Ἀλλ’ ἡ εὐγενὴς προσπάθεια ἐκείνη ἦτο προωρισμένη νὰ ἀποτύχῃ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν κατώρθωσαν νὰ σκεφθῶσιν ἀμέσως ὅτι διὰ τὸ παρὸν εἶναι βαρεῖαι αἱ λέξεις αὐταὶ διὰ τὸν πολὺν Ἑλληνικὸν λαόν. Πάντως ὅμως, σημειώσατε καλῶς, ὑπῆρξεν εὐγενὴς προσπάθεια ἀξία καὶ ἐπαίνου, ἀλλὰ καὶ εὐγνωμοσύνης. Ἐπιτραπήτω μοι ἤδη νὰ ἔλθω καὶ εἰς τὴν ἑτέραν ἀπόφυσιν, εἰς τὸν ἕτερον πόλον. Τί ἀκριβῶς ἐπιζητοῦσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ἐὰν τοὺς πατήσητε, θεωροῦντες τοῦτο καλαισθητικώτερον, ἀντὶ τοῦ «προσέχετε, Κύριε,» νὰ λέγωμεν: «ἄνοιξε τὰ στραβά σου, ῥέ»! (Γέλωτες καὶ χειροκροτήματα). Ὁμιλοῦσι, Κύριοι, περὶ καλαισθησίας· ὁμιλοῦσι περὶ λέξεων, περὶ φράσεων, τὰς ὁποίας ἰσχυρίζονται ὅτι αἰσθανόμεθα, ὅταν ὁμιλῶμεν, ὡς εἰς τὴν λέξιν «μάννα». Καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, Κύριοι, προχθὲς εἰς τὴν κηδείαν τοῦ μακαρίτου Βάφα ὁμιλῶν ἐκ μέρους τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἐξ ὀνόματός του μάλιστα, ὡμίλησεν εἰς τόσον χυδαίαν γλῶσσαν, ὥστε ἐγέννησε τὴν ἀηδίαν!

§333ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος;

§334Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ Φωκᾶς. Ἐκεῖνοι λοιπόν, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦσι περὶ καλαισθησίας, διότι αἰσθάνονται, ὡς ἰσχυρίζονται, τὴν λέξιν «μάννα», ἀκούσατε, ἂν τοὺς πατήσητε, τί ἀπαιτοῦσι νὰ λέγωμεν· ὄχι «προσέχετε, Κύριε», ἀλλὰ «ἄνοιξε τὰ στραβά σου, ῥέ»! Τί ἐπιζητοῦσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀκολουθοῦντες τὴν ὁδὸν αὐτήν, ἀκολουθοῦντες τὴν κατωφέρειαν αὐτήν, διότι περὶ κατωφερείας πρόκειται ἀκριβῶς; Διότι, σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, καὶ σᾶς ἐρωτῶ πρὸς στιγμήν· ὅτε τὰ Ἑλληνικὰ φῦλα ἔβαινον ἀπὸ τῶν ἰδιωμάτων πρὸς τὴν κοινήν, ἔβαινον ἀπὸ τῆς βαρβαρότητος πρὸς τὸν πολιτισμὸν ἢ ὄχι; Σᾶς ἐρωτῶ, λέγω· ὅτε τὰ Ἑλληνικὰ ἰδιώματα κατὰ τὴν ἀναγέννησιν τοῦ ἔθνους ἔβαινον ἀπὸ τῶν ἰδιωμάτων πρὸς τὴν κοινήν, τὴν καθαιρομένην καὶ τὴν μέχρι σήμερον ἐξακολουθοῦσαν νὰ καθαίρηται, ἔβαινον ἀπὸ τοῦ βαρβαρισμοῦ πρὸς τὸν πολιτισμὸν ἢ τἀνάπαλιν; Βεβαίως θὰ εἶναι κανεὶς ἀνόητος ἵνα πιστεύσῃ ὅτι τὸ βαίνειν ἀπὸ τῶν ἰδιωμάτων πρὸς τὴν κοινὴν εἶναι μετάβασις ἀπὸ τοῦ πολιτισμοῦ εἰς τὴν βαρβαρότητα! Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἐξελίξεως, Κύριοι, τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Καὶ ἕως ἐδῶ ἔχει καλῶς τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ ἤδη παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω καὶ δι’ ἓν ζήτημα σοβαρὸν καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦσι τὴν κατωφέρειαν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, τὸ νὰ προχωρῇ εἷς λαὸς ἀπὸ τῶν ἰδιωμάτων πρὸς τὴν κοινήν, χωρεῖ ἀπὸ τοῦ χείρονος πρὸς τὸ βέλτιον, τοὐναντίον δέ, βαίνει ἀπὸ τοῦ βελτίονος πρὸς τὸ χεῖρον. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ τῶν ἀνοήτων ἢ τῶν μισθάρνων ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον παρουσιάσθησαν ὡς στρεβλωταὶ τῆς γλώσσης, ἠδύνατό τις νὰ δικαιολογήσῃ πως τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν αὐξάνονται καὶ πληθύνονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί· καὶ δὲν παρατηρεῖ τις δυστυχῶς μόνον τοῦτο, ἀλλὰ βλέπει ὅτι καὶ ἀμείβονται καὶ ὑποστηρίζονται κατ’ ἐξαίρεσιν οὗτοι ὑπὸ τῆς Πολιτείας, τουτέστιν, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Πολιτεία εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀποφύσεως ἐκείνης.

§335Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας!

§336Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς τὸν ἔντιμον ἐκεῖνον μαλλιαρόν! Καταγγέλλω λοιπόν, Κύριοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καταγγέλλω, λέγω, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοὺς καθηγητὰς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ Πολίτην καὶ Λάμπρον ὡς ὄντας ἀνέκαθεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ κόμματος ἐκείνου, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀποφύσεως ἐκείνης τῆς σκοπούσης τὴν διαφθορὰν τῆς γλώσσης ἡμῶν. Ἀκούσατε, Κύριοι. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τῶν ἔργων τοῦ ἀξιοτίμου πρώτου, διότι καὶ ἄλλοτε σᾶς ἀπησχόλησα καὶ τὴν Δευτέραν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται, Κύριοι, διότι θὰ σᾶς καταπονήσω, ἵνα σᾶς ἀναγνώσω ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς «Ἀθήνας» τὴν 23 Μαΐου 1908, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται τρανότατα ὅτι εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς οὗτος τῶν μαλλιαρῶν, καὶ δι’ οὗ τῷ καταγγέλλεται ὅτι «ἐξυπηρετεῖ σκοποὺς δολίους καὶ ἀντεθνικούς», καὶ αὐτὸς σιωπᾷ ὁμοιάζων πρὸς τὸν καλόγηρον ἐκεῖνον, ὅστις ἔλεγε: «βαρεῖτε, ἀλλὰ μὴ τραβᾶτε!» Δὲν θὰ σᾶς καταπονήσω, Κύριοι, ἀναγινώσκων ἐνώπιον ὑμῶν μίαν πραγματείαν—ἂς τὴν εἴπω οὕτως ἢ μᾶλλον— ἓν ἄρθρον ἐν ταῖς «Ἀθήναις» τῆς 11 Μαΐου 1908, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ Ῥήγας Νικολαΐδης, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιστημονικὴν ἱκανότητα κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅσον καὶ ἂν εἶναι ἐχθρός του, ἀποδεικνύει ἐπιστημονικώτατα— καὶ σᾶς παραπέμπω νὰ τὸ ἀναγνώσητε—ὅτι οὗτος οὔτε τι πλέον οὔτε τι ἔλαττον εἶναι παρ’ ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος κ. Φωτήλας εἶπε, τουτέστιν ἀνισόρροπος. Δὲν εἶναι ὕβρις, Κύριοι· τοῦτο εἶναι ἐπιστημονικὴ ἀπόδειξις. Ἀκούσατε ὅμως, Κύριοι, καὶ περαιτέρω, διότι αὐτὰ μὲν γίνονται ἐν τῇ ἔσω Ἑλλάδι· ἀκούσατε καὶ περαιτέρω, λέγω, καὶ εἴπατέ μοι, ἂν ἔχω δίκαιον νὰ ὀργίζωμαι, καὶ ἴσως παρεξετράπην καὶ προηγουμένως. Ὑπάρχει ἕτερος καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, Νικόλαος Πολίτης καλούμενος, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῆς λαογραφίας, τὴν ὁποίαν ἐκδίδει, καὶ ἡ ὁποία ὡς προερχομένη ἐκ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου θεωρεῖται ὡς σπουδαῖον σύγγραμμα, γράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὑ Γιαννάκς», «Νιὰ φουρὰ ἦταν νιὰ γναῖκα, κ’ ἔφκειαν οὔλου πδιά. Λέει, Θιουλάκι μ, δὲ μ’ δίνς......» Δηλαδὴ μᾶς σερβίρει—ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις, Κύριοι—ἐν τῷ γραπτῷ λόγῳ τὰ ἀνωτέρω, τὰ ὁποῖα μόνον προφέρονται οὕτως ἐν Αἰτωλίᾳ, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα οὐδ’ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λαλοῦντας ἐγράφησαν, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γραφῶσί ποτε. Τί δὲ ἐπιχειρεῖ δι’ αὐτῶν ὁ γνωστὸς ἐν τῷ κόσμῳ τῶν γραμμάτων ὡς ἀγράμματος ἔντιμος αὐτὸς καθηγητὴς ἀτυχῶς καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κ. Πολίτης; Ἁπλούστατον. Ἐπιχειρεῖ μωρῶς καὶ ἀντεθνικῶς ἐργαζόμενος νὰ μᾶς ἀγάγῃ ἀπὸ τῆς «κοινῆς» εἰς τὰ «ἰδιώματα», θέλει δηλαδὴ διὰ τῆς βίας νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ τὸ Αἰτωλικόν, ἢ οἱονδήποτε ἄλλο ἰδίωμα, τὸ ὁποῖον, Κύριοι, καὶ ὡς ἰδίωμα, δὲν γράφεται οὕτως, ἀλλὰ μόνον προφέρεται. Διότι βεβαίως ὅταν γράφῃ ὁ Αἰτωλός, δὲν γράφει οὕτω. Μόνον προφέρει οὕτω. Καὶ αὐτὸ τὸ σύγγραμμα, Κύριοι, ἀποστέλλεται εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ θαυμάζεται ὡς γραφόμενον ὑπὸ...«σκαπανέως τῆς ἐπιστήμης»! Ἀκούσατε καὶ περαιτέρω, Κύριοι, ἓν σοβαρόν. Ὑπάρχει ἕδρα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Λειψίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐδίδασκον δύο καθηγηταί, ὁ K. Dieterich καὶ ὁ Weigand, τὴν Βουλγαρικὴν καὶ τὴν Ῥωμουνικὴν γλῶσσαν. Ὁ ἔντιμος αὐτὸς πατριώτης καὶ καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κ. Πολίτης ἐνήργησε καὶ ἐκ τοῦ κονδυλίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκόπη ἔνταλμα 10.000 φράγκων κατ’ ἔτος, ἵνα δίδωνται 5.000 φράγκων εἰς ἕκαστον ὡς μισθὸς ἐτησίως, ἵνα διδάσκωσι, σᾶς παρακαλῶ, τί νομίζετε; Τὴν...«ἱστορίαν τῆς Ῥωμῃοσύνης»!

§337Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δίδονται ἀκόμη;

§338Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εὐτυχῶς χάρις εἰς τοὺς ἐκεῖ Ἕλληνας φοιτητὰς ὄχι. Λοιπὸν αὐτὸς ὁ κ. καθηγητής, ὁ κ. Πολίτης δηλαδή, ἐνήργησε καὶ ἐκόπησαν αὐτὰ τὰ κονδύλια! Ἀλλ’ οἱ φοιτηταὶ τῆς Λειψίας ἐξεγείρονται, τηλεγραφοῦσιν εἰς τὸν πρεσβευτὴν ἐν Βερολίνῳ, διαρρηγνύουσι τὰ ἱμάτιά των, ἀπειλοῦσιν ὅτι θὰ προβῶσιν εἰς σκηνάς, αἱ ὁποῖαι θὰ τοὺς ἀγάγωσιν εἰς καταστροφήν, καὶ οὕτως ἐξηναγκάσθη ὁ πρεσβευτὴς νὰ διαμαρτυρηθῇ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ σταματήσῃ τὸ πρᾶγμα ἕως ἐκεῖ. Ἀλλὰ τί νομίζετε ὅτι ἔκαμε μετὰ τοῦτο ὁ ἔντιμος ἐκεῖνος καθηγητὴς «τῆς ἱστορίας τῆς Ῥωμῃοσύνης»; Ἀρχίζει ἓν ὑβρεολόγιον, ἕνα ἐξάψαλμον ἐναντίον πρεσβευτοῦ καὶ φοιτητῶν, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς Γερμανικὰς ἐφημερίδας καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου σχετικὰ ἔγραψαν καὶ αἱ ἰδικαί μας, καὶ γράφει πλεῖστα ὅσα ἐναντίον τῶν φοιτητῶν, λέγω, καὶ ἐναντίον τοῦ πρεσβευτοῦ, καὶ τὰ λοιπά, τὰ ὁποῖα εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον γνωστά. Ἀλλ’ ἀφήνομεν αὐτοὺς κατὰ μέρος· καίτοι πρὸς αἶσχος τῆς Πολιτείας εἶναι καθηγηταὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἔλθωμεν τώρα καὶ εἰς τοὺς νεωτέρους. Οἱ ὁμόφρονες αὐτῶν, κύριοι Βουλευταί, κατέφυγον εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ εἰς Σμύρνην καὶ εἰς τινας ἄλλας πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀφοῦ ἀσπλάγχνως ἐξεδιώχθησαν ἐντεῦθεν, ἀκούσατε δὲ καὶ ποία εἶναι καὶ ἡ πρώτη ἀφορμή, δι’ ἣν ὁ Πατριάρχης ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ σοβαρὰ μέτρα. Ἀπό τινος χρόνου ἤρχισαν ἐπὶ θαυμασίου χάρτου νὰ δημοσιεύωνται ἐν Κωνσταντινουπόλει τοιαῦτα βρωμερὰ βιβλία, τὰ ὁποῖα κατέκλυσαν τὰ ἐκεῖ σχολεῖα καὶ τὰς οἰκογενείας. Ἀκούσατε ἓν ποίημα ἐξ αὐτῶν, τὸ ὁποῖον τιτλοφορεῖται «Χρυσορρόη». Ἀκούσατε, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ἓν τεμάχιον ἐξ αὐτοῦ, ἵνα μοὶ εἴπητε ἐν εἰλικρινείᾳ τὰς ἐντυπώσεις σας ἐκ τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος δι’ αὐτῶν ἐπιδιώκεται (ἀναγινώσκει): «Κ’ εἶναι ἐδαῦτα, σκουλαρίκια στράφτα δαχτυλίδια ἴδια ὡς τηρογυάλια καὶ χαρχάλια μὲ καθάρια λυχνιτάρια Σὲ τριώδια λέει τὰ ζώδια ὅπου σὲ ὡροσκόπι ἐσκόπει ................................. Θὰ τὸν περιλαμπώσῃς ποθοπλάνταχτη στὰ ῥοδόμαγα τοῦ ὕπνου ................................. ποὺ αὔλει μὲς τὴν ἄχνη ἀδράχνει ........... ........... ὡς σφυρίζει πῶς χιμίζει στοῦ ἀχνοῦ τὸ χνάρι τοῦ καϋμοῦ τὸ σμάρι καὶ παγέργιες βέργιες ὡς πετιοῦνται ὀρχιοῦνται!!! .................. Ἀλλὰ οἱ ἴδιοι στενοχωροῦνται, Κύριοι, ἵνα γράφωσιν αὐτά, διότι δὲν πρόκειται περὶ τυχαίων προσώπων, σημειώσατε.

§339ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι;

§340Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οἱ ἴδιοι γράφοντες στενοχωροῦσι τὸν ἑαυτόν των, Κύριοι, πρὸς τοῦτο.

§341ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι;

§342Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπω; Τοὺς γνωρίζομεν, πολὺ καλὰ δέ, ὅτι χειρίζονται ἄριστα τὸν κάλαμον καὶ τὴν γλῶσσαν, ὅ,τι δὲ γνωρίζω εἶναι ὅτι χθὲς πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἐνῷ ἦσαν πτωχοί, σήμερον εἶναι πλούσιοι.

§343ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι;

§344Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἀφήνω νὰ στενοχωρῆσθε, διότι θὰ σᾶς εἴπω τὰ ὀνόματα ἓν πρὸς ἕν. Ἰδοὺ καὶ ἄλλος τί γράφει πρὸς τὸν Κωστῆν Παλαμᾶν μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «χαῖρε» (ἀναγινώσκει): «Φέρε τὴν πράσινη σιωπή, ὦ τῶν ματιῶν σου φέρε με τὴ λούφα κἄτι ἀξεδιάλυτο στὸν ἴσκιο τους ξεχάστηκε σὰν τῆς ζωῆς μου ὁ θρύλλος, τούφα»! Ὁρίστε; Σᾶς ἀρέσουν; (γέλωτες).

§345Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κἄποιος δάσκαλος.

§346Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μήπως τὰ ἔγραψα ἐγώ, κύριε Τσιριμῶκε; Τώρα θὰ σᾶς εἴπω καὶ ποῖοι ἔγραψαν καὶ γράφουσιν οὕτω!

§347Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πάντοτε δάσκαλος.

§348Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πάντως θὰ εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ ναυτικοῦ, ὁ ἔντιμος ἐν τοῖς μαλλιαροῖς μαλλιαρὸς ἀδελφός σας δηλαδή! (Αἴσθησις). Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, προκειμένου περὶ τόσον σπουδαίου ζητήματος, ἐφ’ ὅσον ἠκούσατε τοὺς Ντρίντριχ καὶ Δάϊγκαν, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν τί λέγει καὶ ὁ καθηγητὴς κ. E. Drerup, τοῦ ὁποίου τὰ λεγόμενα εἶναι σοβαρὰ καὶ ἄξια ἐπιστήμονος. Ἰδού (ἀναγινώσκει): «Ἡ καθαρεύουσα Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ὁ ἰδανικὸς δεσμός, δι’ οὗ ἐθνικῶς συνέχεται ὁ σύμπας πολιτικῶς διεσπασμένος ἑλληνικὸς λαός, τὸ σύμβολον ἅμα κραταιοῦ πολλῶν χιλιετηρίδων παρελθόντος, ὅπερ τῷ ἑλληνικῷ λαῷ, καίπερ διεσπασμένῳ, περιάπτει ἐν τοῖς λαοῖς τῆς Εὐρώπης δόξαν μεγάλου ἔθνους. Ἡ καθαρεύουσα εἶναι ὁ φύλαξ τοῦ θρησκευτικοῦ βίου, ἅτε καθιστᾶσα τῷ λαῷ καταληπτὰς τὰς ἱερὰς τοῦ χριστιανισμοῦ βίβλους ἐν τῷ πρωτοτύπῳ· ὡς Ὀρθόδοξος καθολικὸς εἰς τοῦτο κλίνω νὰ ἀποδίδω διαφέρουσαν ἀξίαν. Ἡ καθαρεύουσα τέλος εἶναι ἡ τελεσφορωτάτη τοῦ λαοῦ διδάσκαλος, ἀποκαλύπτουσα αὐτῷ τοὺς ἀπείρους τῆς ἀρχαίας ἐθνικῆς γραμματείας θησαυροὺς εἰς ἄκοπον σχεδὸν ἀπόλαυσιν καὶ ἀέναον δαψιλεστάτης διδασκαλίας πηγὴν. Εἴθε ἡ Ἑλλὰς μηδέποτε νὰ ἐπιλάθηται, τί ὑπὲρ τοῦ κόσμου ποτὲ ὑπῆρξεν, ἀλλὰ καὶ τί τὸ ἐνεστὼς τῷ ἰδίῳ μεγάλῳ παρελθόντι ὀφείλει». Αὐτὰ γράφει ὁ Drerup. Ἀκούσατε καὶ ἕνα ἄλλον διὰ δύο λέξεων, τὸν I. Dawes (ἀναγινώσκει). «Ἡ Ἑλληνικὴ ἐκκλησία ἀεὶ ὑπῆρξεν ὁ φύλαξ τῆς ἐθνικῆς γλώσσης, συνδέεται δὲ τόσον στενῶς μετ’ αὐτῆς, ὥστε ταύτης διαλυομένης καὶ ἡ φυλὴ καὶ ἡ ἐκκλησία θέλουσιν ὑποστῆ μεγάλην καὶ ἀνήκουστον συμφοράν.....Καλὸν δὲ θὰ ἦτο νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Α. Θ. Π. ὁ Πατριάρχης, ὅπως μὴ διορίζῃ εἰς κανὲν σχολεῖον διδάσκαλον, ὅστις δὲν δύναται νὰ γράψῃ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ τὴν καθαρεύουσαν. Πρὸς δὲ τούτοις ἔπρεπε καὶ τὰ διὰ τὰ παιδία βιβλία νὰ γραφῶσιν ἐν τῇ ἁπλῇ καθαρευούσῃ». Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιβεβλημένον πλέον, κύριοι Βουλευταί, Κυβέρνησις, Βουλὴ καὶ Ἐκκλησία νὰ πατάξωσιν ἅπαξ διὰ παντὸς ὅλους αὐτοὺς τοὺς χυδαϊστὰς ἐχθροὺς τοῦ γένους ἡμῶν ἀσπόνδους, ἀφοῦ ἄλλως τε αὐτὰ ἐγγράφως σοφοὶ ἐπιστήμονες, ξένοι, συμβουλεύουσιν ὡς γνήσιοι Ἕλληνες, γνησιώτεροι καὶ ἡμῶν αὐτῶν ἴσως;

§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα εὑρίσκεται πρὸς τὸ τέλος. Βλέπω ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπεθύμει νὰ σᾶς ἀκούσῃ μέχρι τέλους. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐπιτρέπει;

§350ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§351ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀκούσατε, Κύριοι, παρακαλῶ ἤδη, τί γράφει καὶ ὁ Πατριάρχης.

§352Κ. ΜΑΝΟΣ. Δὲν ἠρωτήθη ἡ Βουλή· διατί νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις;

§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφισβητεῖτε τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προεδρείου; Ἠρώτησα τὴν Βουλὴν καὶ ἐδέχθη, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας.

§354ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ Η ΒΟΥΛΗ. Μάλιστα, μάλιστα.

§355ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λοιπὸν χθὲς ἀκριβῶς, μετὰ τὰ γεγονότα αὐτὰ καὶ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ σύμπαντος καὶ τοῦ ἔσω καὶ τοῦ ἔξω, ἀκούσατε, Κύριοι, δημόσιος ὑπάλληλος τί ἔσχε τὸ ἀκατονόμαστον θράσος νὰ γράψῃ χθές (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τοῦ Νουμᾶ......Ἀθήνα, Κεριακή, 20 τοῦ Φλεβάρη 1911. Στὴν «Πρόοδο» τῆς Πόλης ποῦ κάποτ’ ἔχει τὴν καλοσύνη νὰ μοῦ τὴ στέλνει κάποιος μου φίλος διάβασα τώρα τελευταῖα γιὰ τὴν τελετὴ πούγινε στὴ Μεγάλη Σχολὴ τοῦ Γένους ἀνήμερα τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶνε. Αὐτοῦ εἶδα τὸ λόγο τοῦ Πατριάρχη μας καὶ τὸν ἐπίλογο ξεχωριστὰ μιλημένο πρὸς τοὺς μαθητὲς τῆς Σκολῆς... .....Ξέρω πὼς ὁ μαλλιαρισμὸς «βασιλεύει»; Ξέρω πὼς ἀπὸ τὴ στενοχώρια τοῦ φαντασμένου καθαρευουσάνου κι ἀπ’ τὴν ἀλαφροσύνη τοῦ ἀνίδεου, πού, καθὼς ἀδράχνει τὸ παιδὶ τὴ πέτρα γιὰ νὰ πετροβολήσῃ τὸ δέντρο, ἀδράξαν τὸ πρῶτο δημοσιογραφικὸ χωρατὸ γιὰ νὰ χτυπήσουνε μὲ κεῖνο. Ξέρω πὼς μαλλιαροὶ λέγουνται ὅσοι, δέξια ἢ ἀδέξια, μὲ βαθιοχάραχτη βούλα ἀπὸ τοὺς πολύπειρους τεχνῖτες τοῦ λόγου ἴσια μὲ τοὺς ἀγίνωτους παραγεμιστὲς τοῦ χαρτιοῦ, δὲν περιορίζονται νὰ τὸ μιλᾶνε, σὰν κάθε Ρωμιὸς γύρο του στὸ βρόντο. Κι ἀπάνου ἀπόλα ξέρω πῶς εἶμαι στρογγυλὰ καὶ χτυπητὰ «μαλλιαρὸς ἀπολύτως», καὶ πὼς βλέποντας ποιοὶ σημαδευτήκαν καὶ ποιοὶ σημαδεύονται μὲ τὴν ἐτικέττα τούτη, τὸ θεωρῶ ἔπαινό μου καὶ τὸ λογαριάζω δόξα μου «μαλλιαρὸς» νὰ κράζομαι. Καὶ ὁ «μαλλιαρισμὸς» τὸ εἶπα καὶ τὸ ξαναλέω, εἶναι ἡ ἀρετή μου! κ.λ.π. (ὑπογρ. Κωστῆς Παλαμᾶς) Ὁρίστε; Σᾶς ἀρέσει, Κύριοι; Καὶ αὐτὸς ὁ θρασὺς εἶναι γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἡ κόρη του σπουδάζει εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ κληροδοτήματος εἰς βάρος μας καὶ μάλιστα παρανόμως!

§356ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.

§357Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι μαλλιαρός.

§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριε Πετραλιᾶ!

§359ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Γράφει πάρα κάτω (ἀναγινώσκει): «Ὁ Ὑπουρργός!.... Φίλε Νουμᾶ· Σὰν τὸν Πέτρο, ὁ κ. Ἀλεξαντρῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀπαρνιέται τὸν «Ἐκπαιδευτικὸ Ὅμιλο» καὶ τὸ σπουδαιότερο καταγγέλνει τοὺς ἱδρυτές του πὼς τοῦ κλέψανε τὴν ὑπογραφή του, πὼς δὲν ὑπόγραψε τὸ Καταστατικό, πὼς δὲν τοὺς γνωρίζει καθόλου. Ὅταν στὸν Ὅμιλο μέσα βρίσκεται ἕνας Πετροκόκκινος, ἕνας Ἴδας, καὶ τόσοι ἄλλοι Κύριοι, ὄχι μόνο δὲν πιστεύω ὅσα καταγγέλνει ὁ κ. Ἀλεξαντρῆς, μὰ τὸ ἐναντίο, κλαίω γιὰ λογαριασμὸ τοῦ κ. Βενιζέλου ποὺ ἔχει τέτιους Ὑπουργοὺς—τέτια παληκάρια ποὺ τὸ βάζουνε στὰ πόδια μόλις τὰ στραβοκοιτάξει κανένας, ποὺ ἀρνιοῦνται ἀκόμα καὶ τὴν ὑπογραφή τους, ὅπως θαρνηθοῦνε ἄβριο κι αὐτόνε τὸν ἴδιο ἅμα βροῦνε ἀλλοῦ τὸ συφέρο τους! Πρόθυμός σου Φυγόστρατος» Διὰ τοῦ ὁποίου βεβαιοῖ ὅτι ὁ πρὸς τὸ παρὸν ἀποχωρήσας κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι ὁ πρόεδρός των. Αὐτὰ ἀκριβῶς λέγει ὁ κ. Παλαμᾶς. Καὶ ἓν ἄλλο ἔχω νὰ σᾶς προσθέσω δι’ ὀλίγων λέξεων. Γνωρίζετε ὅτι κατ’ ἔτος ἐκδίδεται ἡ ἐπετηρὶς τοῦ Πανεπιστημίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ γράφονται ἄρθρα τῶν σπουδαιοτέρων ἀνδρῶν καὶ ἡ ὁποία στέλλεται εἰς ὅλα τὰ Πανεπιστήμια τοῦ κόσμου καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ φαίνεται ὡς ἐν κατόπτρῳ ἡ πνευματικὴ κίνησις καὶ ἀνάπτυξις τῶν νεωτέρων Ἑλλήνων. Ἀκούσατε ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ πρύτανις τότε κ. Πολίτης τί ἔπραξε καὶ τί ἔστειλε καὶ ποίους ἀναγνωρίζει ὡς σπουδαίους συγγραφεῖς μὲ ἀναίδειαν μυρίων πιθήκων ἐν σχέσει πρὸς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Γράφει ἐν σελ. 407 (ἀναγινώσκει): «Γλωσσικὸν ζήτημα». Ἐπὶ κεφαλῆς. Ἀκούσατε καὶ τὰ ὀνόματα τῶν συγγραφέων. 1) Ἀκροπολίτης γράμμα του ἀπὸ τὴν Πόλη (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 260). 2) Ὁ Τανταλίδης καὶ οἱ δασκάλοι (αὐτ. ἀρ. 244). 3) Ἀντρεάδη Χ. Ὁ διαγωνισμὸς τοῦ Φωτιάδη (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 233). 4) Βηλαρᾶ. Οἱ φιλολογικὲς γραφές (Προπύλαια σ. 177 –179). 5) Γεραγιώτη. Γλωσσικὸ παζάρι (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 269). 6) Γιαννίδη. Τὸ σκολειό (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 251–3). 7) Γιαννίδη Ἐλ. Ἔκδοσις τοῦ ἀδελφάτου τῆς ἐθνικῆς γλώσσας. Δρχ. 2. 8) Γιαννίδη Ἐλ. Γλώσσα καὶ ζωὴ (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 260 –265). 9) Ἐφταλιώτη Ἀργύρη. Τὸ γλωσσικὸ ζήτημα στὴν Πρίγκηπο (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 262). Οἱ πολίτες γιὰ τὸ γλωσσικὸ ζήτημα (αὐτ. 239). 10) Ἴδα (Δραγούμη Ἰ.). Τί εἶναι τὸ γλωσσικό (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 275). 11) Κουταλιανοῦ Κωστῆ. Γράμματα ἀπ’ τὴν Κούταλη (Νουμᾶς Εʹ 262–5) 12) Ψυχάρη Ι. Ρόδα καὶ μῆλα. Τόμος Δʹ. Ἀθήνα, Βιβλιοπουλειὸ τῆς «Ἑστίας». 13) Φιλήντα Μ. Γραμματικὴ τῆς ρωμαίϊκης γλώσσας. 14) Βουτιερίδη Ἠλ. Ὁ δάσος κ’ ἡ ἀναδουλειά (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 259) κ.λ.π.». Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἀχρείου αὐτοῦ, μὴ λησμονεῖτε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνώτερος ἢ κατώτερος, δὲν γνωρίζω, Ἰωάννης Δραγούμης, εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς «Φοιτητικῆς Συντροφιᾶς», ἡ ὁποία ἐξέδωκε καὶ φυλλάδιον ἀναιδές, τὸ ὁποῖον κτυπᾷ κατὰ πρόσωπον καὶ τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ, καὶ ἓν ἄλλο ὄνομα, «Σωτηριάδης», τὸν ὁποῖον πληρώνομεν ἀντὶ 500 δρχ. κατὰ μῆνα καὶ ὅστις εἶναι ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἀκούσατε λοιπὸν τί γράφει τὸ κάθαρμα αὐτὸ ἐν ἐπιστολῇ πρὸς τὸν Κρούμβαχερ, τὸν ἐπὶ κεφαλῆς, εὐτυχῶς μακαρίᾳ τῇ λήξει, τῶν μαλλιαρῶν. Γράφει ἐν ἐπιστολῇ ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἂν ἐπρόσεξες εἰς μερικὰ ἄρθρα μου ποὺ ἔστειλα κατὰ καιρούς, γνωρίζεις ὅτι καὶ ἐγὼ θανάσιμα μισῶ τὴν καθαρεύουσα, δὲν λέω τὴν καθαρεύουσα τοῦ Κόντου, Βάση, Χατζιδάκι, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴν κατὰ τὸ φαινόμενο ἁπλούστερη, ἀλλὰ πάντοτε «ἀττικίζουσαν» τῶν ἐφημερίδων. Οὔτε ζωή, οὔτε δύναμι, οὔτε μέλλον—ἂν θὰ ἔχῃ μέλλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος—(ἀκούετε, Κύριοι, τί γράφει αὐτὸ τὸ κάθαρμα;) ἀναγνωρίζω εἰς αὐτά». Ἠκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, τί γράφει αὐτὸς ὁ κακοήθης ὑπάλληλος τοῦ κακομοιριασμένου αὐτοῦ Κράτους; Ἐνοήσατε τί γράφει αὐτὸς ὁ ὄφις, τὸν ὁποῖον τρέφει εἰς τοὺς κόλπους του τὸ Κράτος; «ἐὰν ἔχῃ μέλλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος». Τὸ γράφει αὐτό, λέγω, Κύριοι, ὑπάλληλος: «ἐὰν θὰ ἔχῃ μέλλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος». Εἶναι ἀποκάλυψις αἰσχρὰ αὕτη. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη τὸ τοιοῦτον νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν σύμπαν, διὰ νὰ νοήσῃ ἂν οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἐχθροὶ ἢ μὴ τοῦ γένους. Θέλω νὰ σᾶς εἴπω καὶ κἄτι σπουδαῖον ἀκόμη καὶ ἄξιον λόγου, τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ συγχωρήσῃ ἡ Βουλή. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 ἐπέχει θέσιν νόμου. Ἀκούσατε δὲ οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι Γερμανοί, προκειμένου λόγου νὰ ἀποκαθάρωσι τὴν γλῶσσαν τοῦ ἔθνους, ἀκούσατε, λέγω, τί ἔγραψαν εἰς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τοῦ 1836 (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 70. Ἰδιαιτέρα φροντὶς θέλει καταβάλλεσθαι «περὶ τῆς μορφώσεως τοῦ γραφικοῦ ὕφους», τὸ ὁποῖον ἀνάγκη πᾶσα νὰ τελειοποιηθῇ μέχρι τινὸς εἰς τὰ διάφορα εἴδη τοῦ λόγου». Αὐτὰ ἔλεγον οἱ Γερμανοί. Ἀκούσατε ὡσαύτως ἐν ἄρθρῳ 72ῳ (ἀναγινώσκει): «Μεγίστη προσοχὴ θέλει γίνεσθαι εἰς τὴν σειρὰν καὶ τὸν σύνδεσμον τῶν ἰδεῶν, εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τὴν θέσιν τῶν λέξεων καὶ θέλουσιν ἀσκεῖσθαι οἱ μαθηταὶ ἰδίως ὑποχρεούμενοι νὰ μεταχειρίζωνται εἰς τὰς μεταφράσεις φράσιν καθαρῶς Ἑλληνικήν». Ἄρθρον 74ον (ἀναγινώσκει): «Πρὸς μόρφωσιν «τοῦ ὕφους εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἐκτὸς τῆς μεγίστης προσοχῆς εἰς τὰς προφορικὰς μεταφράσεις θέλουσι γίνεσθαι αἱ γραπταὶ μεταφράσεις ἐκ τῶν καλλιτέρων τεμαχίων τῶν Ἀρχαίων......» Ἄρθρον 81ον. Τοῦτο ὁρίζει δύο ὥρας καθ’ ἑβδομάδα διὰ γύμνασιν εἰς τὸ γράφειν Ἑλληνιστί. Ἄρθρον 91ον (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐπιθυμῶν νὰ λάβῃ ἀποδεικτικὸν (ἀπολυτήριον) Γυμνασίου χρεωστεῖ νὰ γράψῃ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν μὲ κομψὴν φράσιν καὶ μὲ καθαρὰν ὀρθογραφίαν ἔκθεσίν τινα κ.λ.π.........». Ἀκούσατε, Κύριοι, καὶ περὶ τῶν βιβλίων των, ἀκούσατε, λέγω, τί ἐπιβάλλεται νὰ σᾶς εἴπω. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, δίτομος γραμματικὴ τῆς.... Ῥωμαίϊκης γλώσσας! (δεικνύει ἓν βιβλίον). Τοῦτο εἶναι ἄλλο (δεικνύει ἕτερον βιβλίον), τόσον χυδαῖον, ὅσον καὶ κακόηθες, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκδώσει εἷς καθηγητής, Κ. Σουρέας ὀνόματι, πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν προαχθείς, εἰς Σπάρτην. Γνωρίζετε ὡσαύτως ἐκ τῶν ἐφημερίδων, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «Δελτίο τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου», τὸ ὁποῖον θέλετε ἀκούσει τί γράφει (ἀναγινώσκει): «Τὸν περασμένο Μάρτη, μερικοί, κρίνοντας ὅτι ἔφτασε ὁ καιρός, ἐξωτερίκεψαν τὸν πόθο πολλῶν γιὰ τὴν ἀναμόρφωση τῶν σχολείων μὲ τὴν ἀκόλουθη ἐγκύκλιο........ κι ἀκόμα νὰ αἰσθανθεῖ πραγματικὴ ὄρεξη νὰ συμπληρώσει τὰς γνώσεις του, ἢ μόνος του ὡς πελάτης, ἢ καὶ ἀκολουθῶντας τὴν εἰδικὴ μόρφωση γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ποὺ ἡ φυσική του προδιάθεση καὶ ἡ κοινωνική του θέση τὸν προώρισε». Κάμνει διάκρισιν δηλονότι τῆς φυσικῆς προδιαθέσεως ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνικῆς θέσεως ἑκάστου πολίτου· δηλαδὴ ὁ υἱὸς τοῦ φούρναρη φούρναρης καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Δραγούμη Δραγούμης! Μὴ χειρότερα!... «Ἀποφασίσαμε, λοιπόν, νὰ ἱδρύσουμε καὶ ἐπιμεληθοῦμε τὸ σκολειὸ ποὺ θὰ δώσει στὸν τόπο μας τὸ πρότυπο ἀλφαβητάριο, τὰ βοηθητικὰ τοῦ δασκάλου βιβλία κ.λ.π..... Μὲ ὑπόληψη–Ἀθήνα Μάρτης 1910 ................... Ἂν θὰ γίνετε μέλος νὰ ὑπογράψετε τὴν ἐσώκλειστη ἀπάντηση καὶ νὰ τὴν στείλετε στὸν Κο Ἰω. Δραγούμη ποὺ ἀνέλαβε χρέη Ταμία, κατὰ τὴν ἀπουσία στὸ ἐξωτερικὸ γιὰ μερικοὺς μῆνες τοῦ Κου Δ. Π. Πετροκόκκινου..... Ἀθήνα 30 Ἀπρίλη 1910. Τοῦτο τὸ Καταστατικὸ τὸ ἔστειλε πρὸς τὰ μέλη ἡ ἐπιτροπὴ μὲ τὸ ἀκόλουθο γράμμα. «Λαβαίνετε τυπωμένο τὸ Καταστατικὸ ὑπογραμένο ἀπὸ τὰ μέλη ποὺ τὸ ψήφισαν τὸν περασμένο Μάη καὶ θεωροῦνται Ἱδρυταί. Νὰ μᾶς σημειώσετε τὰ ὀνόματα ὅλων αὐτῶν καὶ τὸν τόπο ποὺ μένουν γιὰ νὰ γνωρίσουμε καὶ μεῖς τοὺς συνεργάτες μας, ἢ ἐκείνους ποὺ μὲ κατάλληλη ἐνέργεια μποροῦν ἀργότερα νὰ γείνουν. Μᾶς ἔστειλαν καὶ γενναῖες δωρεές, κ’ ἔτσι μαζεύτηκε ἕνα ποσὸ ποὺ καταθέσαμε στὴν Τράπεζα Σαμιωτάκη καὶ Σας». Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον ὅτι ὑπάρχει μία συνομοταξία ζῴων ἐν τῷ Κράτει, ἡ ὁποία ἔχει τὴν προσωνυμίαν τῶν «μαλλιαρῶν», καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐπιδιώκει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴν διὰ τῆς διαφθορᾶς καταστροφὴν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, διότι αὐτὴ εἶναι ὁ ἐθνικὸς δεσμὸς τῶν διαφόρων φύλων τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῆς διὰ τοῦ ἀηδοῦς χυδαϊσμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔφθασε μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ διαφθείρῃ καὶ αὐτὸ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ εἶναι γνωστότατον, ὡς πλὴν τῶν ἄλλων μαρτυροῦσι καὶ οἱ ἐκ «Πρόβιντενς» τῆς Ν. Ὑόρκης γράφοντες εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι μετέβησαν πρό τινος εἰς τὴν ἐκεῖ βιβλιοθήκην, καὶ εὗρον μόνον τὴν μετάφρασιν τοῦ ἐλεεινοῦ Πάλλη καὶ Σας καὶ ἀνέγνωσαν τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὸ χυδαῖον αὐτὸ ἰδίωμα. Γνωρίζετε δέ, Κύριοι, τί λέγει ἐδῶ; (Ἀναγινώσκει): «Ὁ πρῶτος ὑπογεγραμμένος ὡς ἱδρυτὴς τοῦ ἐλεεινοῦ αὐτοῦ τόπον, ὅσον καὶ ἀντεθνικοῦ Σωματείου, εἶναι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας Ἀποστόλης Ἀλεξανδρῆς! Τώρα πιθανὸν ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς νὰ ἀρνηθῇ, ἀκριβῶς διότι θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἐπίορκος, συνεπῶς θὰ ἀπαλλαγῇ ὡς ἀνάξιος καί, δύναταί τις εἰπεῖν, καὶ ὡς προδότης τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἐν τοσούτῳ χαλεποῖς καιροῖς τῷ ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία. Ἀλλὰ τούτου δοθέντος πάντες οἱ συνυπογεγραμμένοι κατ’ ἀνάγκην εἶναι τῆς χειρίστης ὑποστάθμης πλαστογράφοι. Ἀλλ’ ἡμεῖς πρὸς χάριν αὐτοῦ δεχόμεθα τὸ δεύτερον. Ἀλλὰ καὶ τούτου δοθέντος ἆρά γε θὰ ἔχῃ τὴν θρασύτητα ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀρνηθῇ ὅτι εἶναι αὐτὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος ἔγραφεν ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον «Φρουγκεβίρης» ἐκ Παρισίων εἰς τὸν τύπον τοῦ Βόλου μαλλιαρὰς ἀνταποκρίσεις; Θὰ ἀρνηθῇ ὅτι εἶναι ὁ αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπὲρ τῆς γλώσσης τῶν μαλλιαρῶν; ἐνῷ ἀπεστάλη δι’ εἰδικὸν σκοπόν, περὶ οὗ εἰδικῶς θὰ κάμωμεν λόγον, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξώργισεν, ὡς ἔχω πληροφορίας, καὶ τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην; Θὰ ἀρνηθῇ ὅτι εἶναι ὁ αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶπεν εἰς συντάκτην ἐφημερίδος Ἀθηναϊκῆς καὶ ὁ ὁποῖος ἀκροᾶται ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ ζωντανή, ἡ μαλλιαρὴ δηλονότι, προώρισται νὰ συντελέσῃ μόνη εἰς ἀνάπτυξιν καὶ σωτηρίαν τοῦ ἔθνους; (Ἀναγινώσκει): Ἰδού, κ. Βουλευταί, καὶ οἱ ἱδρυταὶ τοῦ Ὁμίλου, ὅπως παραδοθῶσιν εἰς τὸ ἐθνικὸν ἀνάθεμα: 1) Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς, 2) Π. Ἀποστολίδης, 3) Π. Ἀργυρόπουλος, 4) Β. Γαβριηλίδης, 5) Χρ. Γκόφας, 6) Ἀλέκ. Δελμοῦζος, 7) Λουκ. Δελμοῦζος, 8) Κ. Δεμερτζῆς, 9) Ἀλ. Διομήδης, 10) Ἰω. Δραγούμης, 11) Ἰω. Θεοδωρίδης, 12) Ν. Καζαντζάκης, 13) Περ. Καραπᾶνος, 14) Α. Καρκαβίτσας, 15) Κ. Κατσίμπαλης, 16) Α. Κεφαλληνός, 17) Ἀρ. Κουρτίδης, 18) Γ. Καφαντάρης, 19) Κλ. Λάκων, 20) Λ. Μαβίλης, 21) Ν. Μαυρουδῆς, 22) Κ. Μελᾶς, 23) Α. Μυλωνᾶς, 24) Α. Πανταζῆς, 25) Α. Παπαναστασίου, 26) Ν. Πάππος, 27) Κ. Πασαγιάννης, 28) Δ. Πετροκόκκινος, 29) Θρ. Πετμεζᾶς, 30) Χρ. Ῥάγκος, 31) Δ. Σαράτσης, 32) Μ. Στελλάκης, 33) Γ. Σωτηριάδης, 34) Κ. Τοπάλης, 35) Μ. Τσιριμῶκος, 37) Κ. Τριανταφυλλόπουλος, 37) Δ. Φωκᾶς, 38) Φ. Φωτιάδης. Ἰδοὺ ἐνώπιον ὑμῶν, Κύριοι, οἱ ἀληθεῖς ἐχθροὶ τοῦ Γένους!

§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 καὶ ¼ μετὰ τὸ μεσονύκτιον).

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 35.
2τῆς 25ης Φεβρουαρίου 1911.
3(Παρασκευή)
4Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
5(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου, ὥρᾳ 12 καὶ 5 τῆς πρω-
6ίας, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 188 Βουλευτῶν).
7Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνε-
8δριάσεως).
9§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
10§2Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 3
11τοῦ νόμου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν
12φόρων ἐζήτησα νὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως
13Τρικκάλων τοῦ φόρου πάσης οἰκοδομῆς, καὶ οὕτως ἀπεφασίσθη, διότι
14παντὸς εἴδους οἰκοδομὴ κατεστράφη ὑπὸ τῆς πλημμύρας.
15Παρακαλῶ ἀντὶ τῆς λέξεως «οἰκία» νὰ τεθῇ ἡ λέξις «οἰκο-
16δομή».
17§3Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἰς τὴν σελίδα 8 προκειμένου
18περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ψηφισθέντος χθές, ἀφοῦ ὁ κ.
19Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι τὸ ἔτος ὑπολογίζε-
20ται ἀπὸ Αὐγούστου εἰς Αὔγουστον, ἡ λέξις «παρελθὸν» πα-
21ρέλκει.
22§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται συμφώνως πρὸς
23τὰς παρατηρήσεις τῶν κ. Βουλευτῶν.
24Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς:
251) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Χαλκίδος κηρύσσεται ὑπὲρ
26τῆς ἀναστολῆς τοῦ περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστικῶν ὑπαλ-
27λήλων νόμου μέχρι τῆς ἐκκαθαρίσεως αὐτῶν·
282) Οἱ ἐν Ἄργει μέτοχοι τῆς «Ἀμοιβαίας» ζητοῦσιν
29ἀνάκλησιν Β. Διατάγματος ἱδρύσεως ταύτης καὶ ἐκκαθά-
30ρισιν αὐτῆς·
313) Ὁ ἀπόστρατος ἀνθυπομοίραρχος Ἐπ. Μαγκανάρος ζη-
32τεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ σύνταξις, διότι ἦτο μέτοχος, ἀλλὰ
33δὲν συνεπλήρωσε συμμετοχήν·
344) Κτηματίαι Τυρνάβου παρακαλοῦσιν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ
35φόρου ἀμπέλων τῶν ἀροτριώντων χρήσεως 1910·
365) Οἱ γραμματεῖς καὶ γραφεῖς πρωτοδικείου Καλαμῶν
37κηρύσσονται ὑπὲρ νομοσχεδίου δικαστικοῦ ἐνσήμου.
386) Οἱ ἱερεῖς τῆς Ἀμφιλοχίας ζητοῦσιν ἐφαρμογὴν τοῦ
39νόμου περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐν τῇ πόλει των·
407) Οἱ ἀπολυθέντες τηλεγραφικοὶ καὶ ταχυδρομικοὶ ὑπάλ-
41ληλοι ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκ-
42καθαριστικῶν ἀποφάσεων.
43Τὸν λόγον ζητοῦσιν οἱ κ. κ. Σταμούλης καὶ Καρᾶς.
448) Ὁ κατάδικος Αἰγίνης Θ. Ἀνδριώτης ζητεῖ ἀπονομὴν
45Β. χάριτος.
46Τὸν λόγον ζητεῖ ὁ κ. Φ. Νέγρης.
479) Ἡ ὀρφανὴ θυγάτηρ τοῦ Ἱερολοχίτου Χοϊδᾶ ζητεῖ
48αὔξησιν τῆς συντάξεώς της.
4910) Ὁ βουλευτὴς κ. Κάραλης ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ
50ἀδείας. Τὴν χορηγεῖ ἡ Βουλή;
51§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
52§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραχωρεῖται ἡ ἄδεια.
53Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
54Ἡμερησίαν διάταξιν
55Θὰ γίνῃ ψηφοφορία περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Ἄρτης
56δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
57§7Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀντιπροσωπεύω τὴν γνώ-
58μην πολλῶν, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι τὸ ἔργον τῆς παρού-
59σης Ἐθνοσυνελεύσεως εἶναι πολλῷ ἀνώτερον καὶ ὑψηλότερον,
60παρ’ ὅσον ὑποτίθεται, καὶ δὲν πρέπει νὰ κατατρίβηται ἡ
61Βουλὴ εἰς προσωπικὰ ζητήματα, καὶ ζητήματα φιλοτι-
62μιῶν.
63§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖα εἶναι αὐτά;
64§9Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ὁμιλῶ διὰ τοὺς ὑποβαλόντας τὴν αἴ-
65τησιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Νομίζω ὅτι ἀντιπροσω-
66πεύω τὴν γνώμην πολλῶν, ἐὰν ζητήσω δι’ ὑμῶν παρὰ τῶν
67ὑποβαλόντων τὴν αἴτησιν νὰ χαρίσωσιν εἰς τὴν Βουλὴν
68μίαν ὁλόκληρον συνεδρίασιν, τὴν ὁποίαν πάντες θὰ ἀπολέ-
69σωμεν.
70§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν
71αἴτησιν.
72§11Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Ἐὰν οἱ ὑπογράψαντες ἔχωσιν ἀλλοίαν
73γνώμην, ἀλλάσσει τὸ ζήτημα.
74§12Δ. ΒΙΝΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι παρόντες;
75§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος παραιτεῖται τῆς
76ψηφοφορίας;
77§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
78§15ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι παρόντες πλέον τῶν 10;
79§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀπὸ χθὲς ἡ ψηφοφορία ἐγένετο
80κεχωρισμένως, διότι ἡ Βουλὴ ἠρωτήθη περὶ τοῦ κύρους τῆς
81ἐκλογῆς τοῦ Πύρ. Καραπάνου. Ἐγένετο ψηφοφορία δι’ ἀνα-
82στάσεως, ἀλλ’ ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλή-
83σεως. Ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ αὐτῆς διὰ σήμερον. Θὰ γίνῃ
84λοιπὸν ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως διὰ τὸν κ.
85Πύρρον Καραπᾶνον. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν θὰ ἀναγνωσθῶσι
86πρῶτα τὰ ὀνόματα τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες ὑπέβαλον τὴν
87αἴτησιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Προσκαλῶ ὡς ψηφολέ-
88κτας τοὺς κ. κ. Δελακοβίαν καὶ Καρασεβδᾶν. Οἱ παραδε-
89χόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς λέγουσι ναί, οἱ μὴ παρα-
90δεχόμενοι λέγουσι ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία, κατὰ τὸ
91ἑξῆς πρωτόκολλον.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
92Νικ. Α. Στράτος Ν Ι. Φαρμάκης
93Νικ. Χρυσόγελος Ἀντ. Ῥοντήρης Ο
94Λ. Παπαφώτης Α. Τριγώνης Ν
95Α. Γρίβας Ε. Λαμπρακάκης
96Σερ. Ψύχας Ἰωάν. Καναβός
97Π. Καρασεβδᾶς Ο Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ο
98Ἐπ. Σουλτάνης Ν Ε. Σπετσέρης
99Γ. Ποῦλος Ι. Τσιγκολίτης Ν
100 Στέφ. Γρανίτσας Ο
101Γ. Ἰατρίδης Ν Κ. Ῥακτιβὰν Ν
102Ἰωάν. Κουρκουμέλης Μιλτ. Νεγροπόντης Ν
103Ἰωάν. Παπαθανασιάδης Ν Γ. Ζερβουδάκης
104Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶς Λάμπρος Κορομηλᾶς Ο
105Ἰωάν. Ἀκρίδας Π. Λαγοπάτης Ν
106Θεοφ. Θεοδωρόπουλος Ο Γεώργ. Στρατούλης Ο
107Ἐμμ. Ῥέπουλης ἀρν Κ. Μᾶνος παρὼν
108Δημ. Καλέργης Ν Κωνστ. Ἀραβαντινός
109Ἀθ. Χριστόπουλος Ν Τιμ. Ἠλιόπουλος ἀρν
110Γεώργ. Νέζος Δημ. Βενιζέλος Ν
111Παν. Ἀραβαντινός Ο Μιχ. Γαλανός Ο
112Ἰωάν. Τερζάκης Α. Παναγιωτόπουλος ἀρν
113Παν. Φραντζῆς Γεώργ. Πολίτης Ν
114Γεώργ. Παπασπυρόπουλος Ἰωάν. Ἀθανασάκης Ν
115Γεωργαντᾶς Θρόνος Ν Γεώργ. Νικολαΐδης
116Γεωργ. Παπασπυρόπουλοςἀρν.
117Νικ. Κόνδης Ν Λουκᾶς Μπέλλος Ν
118Ἀθ. Σωτηριάδης Ν Ἀριστομ. Θεοδωρίδης Ο
119Κωνστ. Οἰκονομόπουλος Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης Ν
120Κωνστ. Καζαντζῆς Ν Κωνστ. Δεμερτζῆς ἀρν
121Γερ. Νοταρᾶς Ν Θρ. Πετμεζᾶς Ο
122Δημ. Κούζης Γεώργ. Καζανόβας Ν
123Ἀνδρ. Σαρλῆς Ο Ἰωάν. Μπρισιμιτζάκης Ο
124Δημ. Ῥοῦσος Ν Γεώργ. Σταμπάδος Ο
125Νικόλ. Δελακοβίας Ν Θεμ. Μιχαλόπουλος Ν
126Νικόλ. Σακελλαρίου Ν Δημ. Ἀνδρέου Ν
127Γεώργ. Βλάσης Δημ. Ζαβογιάννης Ν
128Χαρ. Σπηλιόπουλος Ἐμμ. Κυταριόλος Ν
129Νικ. Δημητρακόπουλος ἀρν Βασ. Κυρέλλος
130Ἀναστ. Βάρβογλης Ν Ἀριστοτ. Σακελλαρίου
131Ἰωάν. Μαλλιαρόπουλος Νικ. Σπηλιώτης
132Ἰω. Π. Μανέτας Ν Σπυρ. Παπαχατζῆς Ο
133 Σάββας Βαρβιτσιώτης Ν
134Δ. Πλαπούτας Λουκ. Κουτσοπέταλος
135Ἀλ. Παπαναστασίου Ο Νικ. Ἀνδρεαδάκης Ν
136Ἰωάν. Μπακόπουλος Δημ. Λαζαρῆς ἀρν
137Δημ. Χηνιάδης Σπυρ. Θεοδωρόπουλος Ο
138Δημ. Καρέλας Ν Ἀθ. Πουλῆς
139Ἀθ. Πετρόπουλος Νικόλ. Ῥούσης Ο
140Χαρ. Στασινόπουλος Στέφ. Ν. Δραγούμης ἀρν
141Κωνστ. Ρεβελιώτης Ἀλέξ. Ζαΐμης
142Ν. Τριανταφυλλάκος Ν Δ. Γκλαβᾶς
143Α. Κατριβᾶνος Ν Α. Μιχαλακόπουλος Ο
144Ἠλ. Φλέσσας Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Ο
145Ἰωάν. Πολίτης Ν Κωνστ. Γόντικας
146Παν. Δεληβοριᾶς Ν. Κοντογούρης Ο
147Σπυρ. Τσαγκάρης Ο Ἰωάν. Βέρροιος Ν
148Θ. Πέρρος Ν Πολ. Πολυχρονιάδης Ο
149Χαρ. Βοζίκης Παν. Ζαΐμης Ν
150Ἀντ. Βούτσης Δ. Μάρκου
151Νικ. Χαρδούβαλης Γεώργ. Κατσιμπίρης
152Περ. Ἀλεξάκης Σπηλ. Ἀγαπητὸς ἀρν
153Θεόδ. Γρηγορίου Ν Α. Φωτήλας ἀρν
154Σπυρ. Σίμος Ο Α. Χοϊδᾶς
155Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος Θεόδ. Ψυχαληνός
156Περ. Κ. Καραπᾶνος Ν Γ. Παπακυριακόπουλος
157Εὐάγ. Γαρουφαλλιᾶς Βασίλ. Ἀντωνόπουλος Ν
158Πύρ. Καραπᾶνος Α. Καφετζόπουλος
159Ἀντ. Γαρουφαλλιᾶς Λ. Φλαμῆς
160Ἐλ. Βενιζέλος Ο Κωνστ. Πανουτσόπουλος
161Ἐμμ. Μπενάκης ἀρν Νικ. Συριόπουλος Ο
162Φωκ. Νέγρης Ν
163Παν. Χαροκόπος
164Θάν. Πετραλιᾶς Ν Σωκρ. Ἄν. Καβαλλιερᾶτος
165Π. Ἡλιόπουλος Θ. Κοντομίχαλος
166Χρ. Κορύλος Λεων. Ἐμπειρίκος Ο
167Ξεν. Σταυρουλόπουλος Σταμ. Βαφειαδάκης Ν
168Παν. Βουρλούμης Ν Δημ. Μάνθος
169Νικ. Ραφτόπουλος Ο Περ. Γρυπάρης Ν
170Χρ. Μεϊτάνης Ν Κωνστ. Καλομενόπουλος Ν
171Διον. Πολυζωγόπουλος Τριαντ. Παπαδὰμ
172Ἰωάν. Δογάνης Θωμᾶς Σκάσης Ν
173Γεώργ. Λαμπρινόπουλος Ο Ἰάκ. Ἀβάζος Ν
174Γεώργ. Ἀβέρωφ Ν Δημ. Ζαμᾶνος Ν
175Νικόλ. Σταματιάδης Νικ. Καμπάνης
176Δημ. Χρυσοστάλης Γεώργ. Ἐξαρχόπουλος
177Εὐάγ. Γεωργιάδης Ν Ἀλέξ. Μαλασπίνας Ν
178Ἰωάν. Μπουρνιᾶς Ν Γεώργ. Γαϊτᾶνος
179Νικόλ. Ἀβέρωφ Ν Ἀντ. Ρεβίνθης
180Γεώργ. Μπένος Μᾶρκ. Βαλληνδρᾶς
181Νικόλ. Κάραλης Ν Νικ. Καλβοκορέσης Ν
182Κωνστ. Χατζηγιάννης Κωνστ. Ἀλαβάνος
183Δημ. Βάχλας Δημ. Πετσετάκης Ν
184Γεώργ. Κοσόνας Ν Χαρίλ. Προβελέγγιος
185Ἀπόστ. Ἀποστολίδης Ἔμμ. Πατρίκιος Ο
186Μιχ. Σφακιανάκης Ν Ἰωάν. Μαμάης Ν
187Πλούτ. Μαυρίκης Ν Ἰωάν. Κασδόνης ἀρν.
188Βασίλ. Ἀθανασούλας Ο Ἀντ. Φραγκίσκος
189Κωνστ. Χατζάκος Δημ. Καΐρης Ν
190Γεώργ. Γαζέπης Θαλ. Κουτούπης Ο
191Νικόλ. Πετσάλης Ν Γεώργ. Φικιώρης
192Ἰωάν. Λούντζης Κωνστ. Μέρμηγκας ἀρν.
193Διον. Κουλούμπαρδος Ν Γεώργ. Οἰκονόμου Ν
194Ἀναστ. Λούντζης Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ν
195Καῖσαρ Ζέζας Ἰωάν. Λιμπερόπουλος Ο
196Διον. Κλάδης Ν Νικ. Πετροπουλάκης ἀρν.
197Νικ. Παπαδάτος Γεώργ. Τσοχώνης Ο
198Κωνστ. Ζαβιτσᾶνος Παναγ. Πετροπουλάκης Ο
199Νικ. Βάρθης Ν Παν. Κουμάνταρος
200Ἀναστ. Σκιαδαρέσης Ἰωάν. Ἀθηνογένης Ο
201Σπυρ. Χατζάρης Ν Βασίλ. Μιχαλέας
202Παν. Μανωλίτσης Ἰωάν. Βαββανάκος Ο
203Σπ. Κογεβίνας Λεων. Καπετανάκης
204 Ἰωάν. Πατσουράκος Ν
205Σπυρ. Βλαντῆς Ν Χρ. Πετρέας Ο
206Εὐθ. Α. Βελλιανίτης Ν Πέτρ. Μαυρομιχάλης Ν
207Χρ. Καποδίστριας Ἰωάν. Φουρίδης Ν
208Ἀνδρ. Κρητικός Ν Ἀναστ. Ἀβέρωφ
209Λαυρ. Μαβίλης Ο Ἰωάν. Χρυσοβελόνης
210Κωνστ. Κατηφόρης Ο Δημ. Οἰκονόμου Ν
211Σπυρ. Λάσκαρις ἀρν.Μιλτ. Μπουφίδης ἀρν.
212Βασίλ. Πουλιάσης Νικ. Γεωργιάδης Ν
213Κωνστ. Ἀρβανιτάκης Ἀγαμέμνων Σλήμαν Ν
214Διον. Βινιερᾶτος Ν Δημ. Κουκιάδης
215Παν. Λιβιερᾶτος Γεώργ. Τσαξίρης
216Σπυρ. Ἰγγλέσης Γεώργ. Σχινᾶς ἀρν.
217Νικ. Χαριτᾶτος Γεώργ. Δρίβας
218Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Ο Ἀλέξ. Κασσαβέτης Ν
219Πέτρ. Βασιλόπουλος Κωνστ. Χρυσοχοΐδης
220Ἀνδρ. Βαλσαμάκης Γεώργ. Βλάχος
221Νικ. Ἀλιβιζάτος Ν Πελ. Ἀγγελίδης Ν
222Σπ. Φορέστης Κωνστ. Γιαννακόπουλος ἀρν.
223Νικ. Δ. Ῥαφτόπουλος Ν Φίλ. Ζαρζάμπας
224Ὄθ. Τετενές Ο
225Γεώργ. Μουσούρης
226Χ. Μωραΐτης Α. Ἀθανασίου ἢ Βαβυλόπουλος
227Νικ. Παπαϊωάννου Ν Ν. Γαρδικιώτης Ν
228Μιχ. Φωτιάδης Ν Δημ. Μπούσδρας
229Βασίλ. Σηλυβρίδης Ν Γεώργιος Τάγιας Ν
230Περ. Ἀποστολίδης Ν Κωνστ. Παπακυρίτσης
231Λεων. Ἀναγνώστου Ν Χρ. Καρᾶς ἀρν.
232Κωνστ. Ζησόπουλος Ν Α. Θανόπουλος
233Χ. Δικαῖος Ο Νικ. Γιουβρῆς Ν
234Σ. Ντολιόπουλος Ν Χρ. Βλάτσιος Ν
235Παν. Φλέσσας Ο Γεώργ. Καθάργιος
236Π. Κασίμης Δημ. Κουκουλέτσος Ο
237Ν. Παπαλέξης Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος Ο
238Δημ. Κάβουρας Ο Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης
239Μ. Δαζέας Ο Γεώργ. Ράμμος
240Α. Πετρομανιάτης Ο Εὐθ. Μαντόπουλος Ν
241Ἀθ. Περρωτής Λάμπρος Περιστέρης Ν
242Π. Ἰατρόπουλος Θεμ. Ῥαφαλιᾶς
243Π. Καράπαυλος Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος Ν
244Ἀνδρ. Κοκκέβης Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης
245Εὐστ. Μπαρδόπουλος Ν Παναγ. Βερβενιώτης
246Γεώργ. Κορομηλᾶς Γεώργ. Καλλίτσης Ν
247Δημ. Κανελλόπουλος Ἰωάν. Μᾶνος Ο
248Ἀθ. Αἰλιανὸς Σπυρ. Ματσούκας
249Ἀντ. Ζησιμόπουλος Ο Ρήγας Χατζηρήγας
250Θεμ. Κουτσομητόπουλος Ι. Παπαλουκᾶς
251Γεώργ. Σπηλιόπουλος Ο Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
252Κωνστ. Τριγγέτας Μιλτ. Σακελλαρίου Ν
253Γεώργ. Ράλλης Ν Κ. Λιδωρίκης
254Γεώργ. Μποῦτος Ν Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
255Ἰωάν. Κουρτάκης Ο Ν. Ξηρός
256Φώτ. Βακαλόπουλος Ο Νικ. Φραγκίστας
257Ἀθ. Παπαχελᾶς Ἰωάν. Γιδογιάννος
258Μεν. Πιπιλῆς Νάκος Πολιτόπουλος
259 Κωνστ. Περιβολιώτης Ν
260Ἰωάν. Λεωνίδας Ἰωάν. Γιαμαρέλος Ν
261Πέτρος Γκίνης Ν Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν
262Ἀλέξ. Διομήδης Ν Δημ. Δεδούσης Ν
263Ἀνδρ. Ἀναργύρου Ν Γεώργ. Συγγούρης
264Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς Στέφ. Σομμαρίπας
265Ἀλέξ. Παπαποστόλου Κωνστ. Δημοκωστούλας Ν
266Δημ. Θεοδοσόπουλος Ν Ἰωάν. Γραμματίκας
267Παυσ. Ζωγλοπίτης Ἡρ. Βελλόπουλος
268Γεώργ. Ζούκας Ἀθ. Χριστίδης
269Κωνστ. Σταμούλης Ν Γεώργιος Πὼπ Ν
270Ἰωάν. Κοττίκας Δημ. Βρατσᾶνος Ν
271Βασίλ. Γρίβας Ἐμμ. Παγκάρας
272§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 196, ἐξ ὧν 120 ὑπὲρ
273τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, 55 κατὰ τοῦ κύρους καὶ 21 ἠρ-
274νήθησαν ψῆφον. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἐκλογὴ διὰ τὸν κ. Κα-
275ραπᾶνον εἶναι ἔγκυρος, μένει δὲ ἡ ἐκλογὴ διὰ τὸν κ. Ἀντ.
276Γαρουφαλλιᾶν.
277(Ἐπικυροῦται εἶτα καὶ ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τὸν κ. Ἀντ.
278Γαρουφαλλιᾶν δι’ ἀναστάσεως).
279Συζήτησις «περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συν-
280τάγματος».
281Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
282νομικῶν ἕνεκα λάθους περὶ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ σχεδίου περὶ
283φόρων τοῦ εἰσοδήματος διέταξε νέαν ἐκτύπωσιν τοῦ νομο-
284σχεδίου, ὅπερ θὰ διανεμηθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην. Πρέπει
285λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ νέα διανομὴ ὑπὸ τῶν κ. κ.
286Βουλευτῶν.
287§18Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ Προϋπολογισμός, καίτοι παρῆλ-
288θον 10 ἡμέραι ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς του, ἀκόμη δὲν ἐδημο-
289σιεύθη!
290§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Προϋπολογισμὸς κατετέθη σήμερον καὶ
291δύναται πᾶς τις νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐν τῷ γραφείῳ τῆς Βου-
292λῆς. Αὔριον δὲ θὰ γίνῃ ἡ διανομή, διὰ νὰ μὴ προκύψωσι
293παράπονα.
294§20Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μετὰ τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν
295ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3–17 τοῦ Συντά-
296γματος, παρεπέμφθησαν εἰς αὐτὴν διάφοροι ἔτι προτάσεις
297τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν, αἱ μὲν εἰς
298τὴν ὑπόδειξιν νέων διατάξεων θεμελιωδῶν, ἰδιαιτέρως περὶ
299γλώσσης, τὰς ὁποίας οἱ προτείνοντες ἤθελον νὰ περιληφθῶ-
300σιν ἐν τῷ ἀναθεωρουμένῳ Συντάγματι, αἱ δὲ ἕτεραι ἀπο-
301βλέπουσιν εἰς τροπολογίας αὐτοῦ τούτου τοῦ ὑποβληθέντος
302ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς σχεδίου, ὑπεδείκνυον δηλαδὴ ἀλλοίωσιν
303τῶν προτάσεων τῆς ἰδίας ἐπιτροπῆς. Ἐπὶ τῶν προτάσεων
304αὐτῶν ἠσχολήθη κατὰ προτίμησιν ἡ ἐπιτροπή, ὅπως διευ-
305κολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
306προβῇ εἰς συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπεξ-
307ειργάσθη ἡ ἐπιτροπή, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν καὶ
308αἱ εἰς αὐτὰ ἀναφερόμεναι τροπολογίαι. Ἐν συνόψει ἡ ἐρ-
309γασία αὕτη ἡ πρόσθετος συνίσταται εἰς τὰ ἑξῆς:
310Κατὰ πρῶτον παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τῆς
311Βουλῆς πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ.
312Θ. Μιχαλοπούλου, ὁ ὁποῖος προτείνει τὴν προσθήκην ἰδίου
313ἄρθρου ἐν τῷ Συντάγματι, προστατεύοντος τὴν γλῶσσαν
314τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς Ἐκκλησίας· ὑπέβαλε δὲ καὶ ἑτέραν
315πρότασιν αὐτοτελῆ, προστατεύουσαν τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν
316τοῦ Κράτους.
317Ἐπὶ τούτων ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν ἑξῆς γνώμην:
318Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν διὰ τοῦ ἄρθρου 1ου καὶ 2ου ἀναγνω-
319ρίζει ἐπισημότατα καὶ προστατεύει καὶ τὴν ὀρθόδοξον θρη-
320σκείαν, ὡς ἐπίσημον θρησκείαν τοῦ Κράτους, καὶ τὴν Ἐκκλη-
321σίαν καθ’ ὅλας αὐτῆς τὰς διατάξεις. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ γλῶσ-
322σα παρίσταται ἀποτελοῦσα μέρος τῶν θεσμῶν τῆς Ἐκκλη-
323σίας, προστατεύεται ἀποχρώντως διὰ τῶν θεμελιωδῶν δια-
324τάξεων τῶν ἄρθρων 1ου καὶ 2ου, πᾶσα δὲ περαιτέρω ἀνάμι-
325ξις τῆς Πολιτείας περιττεύει, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ, ἀφοῦ
326ἡ γλῶσσα τοῦ Εὐαγγελίου ἀποτελεῖ μέρος τῶν δογμάτων
327τῆς Ἐκκλησίας, ἡ πρώτη λέξις περὶ τούτου ἀνήκει εἰς αὐ-
328τὴν τὴν Ἐκκλησίαν. Ἐφ’ ὅσον εἶναι τοῦτο βεβαιωμένον,
329ὅτι ἀποτελεῖ μέρος τῶν θεσμῶν τῶν ἐκκλησιαστικῶν, προ-
330στατεύεται ἐπαρκῶς διὰ τῶν ἄρθρων 1ου καὶ 2ου τοῦ Συν-
331τάγματος, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τεθῇ ἰδία περὶ
332αὐτοῦ τοῦ θέματος διάταξις.
333Ἡ ἑτέρα πρότασις τοῦ ἰδίου κυρίου Βουλευτοῦ ἀφορᾷ τὴν
334προσθήκην διατάξεων περὶ γλώσσης, εἰς ἃς μάλιστα δίδει
335καὶ ἀριθμὸν ἄρθρων 4ου καὶ 5ου τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ
336τῶν ὁποίων ἐπιζητεῖται: πρῶτον νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἐπί-
337σημος γλῶσσα τοῦ Κράτους ἡ καθαρεύουσα, δεύτερον νὰ
338ἀπαγορευθῇ πᾶσα κατ’ αὐτῆς ἐπέμβασις, καὶ τρίτον εἰδι-
339κώτερον νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπόλυσις παντὸς ὑπαλλήλου δημο-
340σίου ἢ δημοτικοῦ, ἢ ὑπηρετοῦντος εἰς ἵδρυμα ἀνεγνωρισμέ-
341νον ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἐπιβουλευομένου τὴν γλῶσσαν ταύ-
342την καὶ ὄντος ἐνόχου ἐπεμβάσεως κατὰ τῆς γλώσσης ταύ-
343της. Ὁμοίαν πρότασιν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὁ ἀξι-
344ότιμος βουλευτὴς κ. Βέρροιος, ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύν-
345ταγμα ὡς ἐπίσημος γλῶσσα ἡ ἐθνική, ἡ ἀπηλλαγμένη
346ὀθνείων λέξεων, ξενισμῶν κλπ.
347Ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν γνώ-
348μην, ὅτι ἡ γλῶσσα ἀποτελεῖ ἀναντιρρήτως κτῆμα ἀναφαί-
349ρετον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀποτελεῖ ἓν τῶν κυριωτάτων
350γνωρισμάτων τοῦ ἔθνους τούτου, παρακολουθήσασα αὐτὸ
351κατὰ πάσας τὰς φάσεις τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου. Ἐν τῇ ἐξε-
352λίξει δὲ αὐτῆς, ἡ γλῶσσα συνεμορφώθη βεβαίως, καὶ κατ’
353ἀνάγκην ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὰς περιπετείας τοῦ ἔθνους ἡμῶν,
354ἐπίσης δὲ παρηκολούθησε καὶ συνεμορφώθη πρὸς τὴν πρόο-
355δον καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ
356βίου καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀναπτύξεως, τὸ ὁποῖον ἄλλως
357τε εἰς ὅλας τὰς γλώσσας παρατηρεῖται.
358Εἰδικῶς δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ Κρά-
359τους, αὕτη διατρανοῦται ἐν τῷ λεκτικῷ τοῦ Συντάγματος
360εἰς ὅλην τὴν νομοθεσίαν καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν ἐθνικῶν
361Συνελεύσεων, αἵτινες προηγήθησαν, καὶ εἰς τὴν γλῶσσαν
362τῶν δημοσίων ἐγγράφων. Ἑπομένως ἡ ἀναγραφὴ ἰδίας δια-
363τάξεως, ἡ ὁποία νὰ προστατεύῃ τὴν γλῶσσαν ταύτην, θὰ
364ἀπέτρεπεν ἕνα κίνδυνον φανταστικόν, θὰ ἐδημιούργει τὴν
365ἰδέαν κινδύνου, ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος. (Χειροκρο-
366τήματα). Ἔνεκα τούτων ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ, ὅτι εἶναι πε-
367ριττὴ ἡ ἀναγραφὴ ἰδίας διατάξεως, ἀναγνωριζούσης τὴν
368γλῶσσαν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι Ἑλληνική, καὶ θὰ εἶναι.
369Εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἡ ἐπι-
370τροπὴ παρατηρεῖ ἐπίσης, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τοιαύτη
371γλῶσσα ἀνεγνωρισμένη διὰ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, πᾶσα
372παρεκτροπὴ ὑπὸ τοῦ ὑπαλλήλου ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν κα-
373θηκόντων αὐτοῦ δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν τιμωρίας τοῦ
374ὑπαλλήλου αὐτοῦ μέχρι καὶ παύσεως.
375§21Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Γνωρίζετε ἂν ὑπάρχει δικαστικὴ
376ἀπόφασις εἰς γλῶσσαν μὴ καθαρεύουσαν;
377§22Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀκριβῶς διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν,
378τὴν ὁποίαν μοὶ ὑπομιμνήσκει ὁ δικαστὴς ἐκεῖνος, ὑπήχθη εἰς
379πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν τῆς προϊσταμένης αὐτοῦ ἁρμο-
380δίας ἀρχῆς· ὑπάρχει δὲ καὶ γνωμοδότησις τοῦ Εἰσαγγελέως
381τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος.
382§23ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὑπάρχει καὶ καθηγητής, ὁ
383ὁποῖος ἔχει γραμματικήν.
384§24Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ καθηγητὴς αὐτὸς δύναται ἁρμοδίως
385νὰ παυθῇ ἀπὸ τὸν προϊστάμενόν του.
386§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
387καιοσύνης). Εἶναι γνωμοδότησις ἐπιστημονικὴ ὅτι πρέπει
388νὰ παυθῇ ὁ καθηγητὴς αὐτός;
389§26Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὂχι, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ὁ ὑπάλληλος αὐ-
390τός, ὁ ὁποῖος ὑπέπεσεν εἰς πειθαρχικὸν παράπτωμα, ὑπό-
391κειται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τὴν πειθαρχικὴν τῆς οἰκείας
392ὑπηρεσίας καὶ δύναται νὰ τιμωρηθῇ καὶ μέχρι παύσεως.
393Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων αὐτῶν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέκρου-
394σεν ἐπίσης καὶ ἑτέραν πρότασιν τοῦ συναδέλφου κ. Κου-
395λουμβάκη, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 3ον
396τοῦ Συντάγματος διάταξις, καθ’ ἣν οἱ θορυβοῦντες κατὰ
397τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δεκτοὶ ὡς
398δημόσιοι ὑπάλληλοι. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, δι’ οὓς
399ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ δεχθῇ τὴν ἀνα-
400γραφὴν οὐδεμιᾶς τῶν προτάσεων αὐτῶν.
401Τώρα, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ Συντάγματος,
402ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλι-
403δος κ. Μεϊτάνη, προτείνουσα νὰ προστεθῇ, ὅτι ἀποκλείον-
404ται τῶν δημοσίων λειτουργιῶν πάντες οἱ Ἕλληνες, οἱ μὴ
405ἐκπληρώσαντες ἐμπράκτως τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ὑπο-
406χρέωσιν, ἐν οἷς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δυνάμει τοῦ νόμου
407ἀπηλλάγησαν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Αὐτὸ ὅμως ἡ
408ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ἄδικον, ἐφ’ ὅσον διὰ λόγους γενικωτέρου
409συμφέροντος ἡ Πολιτεία ἐξαιρεῖ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρε-
410σίας ὡρισμένους πολίτας. Ἐὰν πρόκειται περὶ φυγοστράτων,
411περὶ προσώπων παραβαινόντων τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἔχουσιν
412ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, βεβαίως ὁ νόμος ἀρκεῖ, ἵνα κολάσῃ
413τὰς παραβάσεις ταύτας, καὶ πράγματι ἀναγράφει ὅτι ἀκρι-
414βῶς οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἀνίκανοι εἰς δημοσίας λειτουργίας.
415Ἑπομένως καὶ κατὰ τοῦτο δὲν ἔχει νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ
416ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ Συντάγματος.
417§27ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ
418ὁποῖοι προσποιοῦνται τὸν ἀσθενῆ καὶ ἐξαιροῦνται.
419§28Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἐφαρμογῆς τοῦ νό-
420μου καὶ ὄχι τοῦ Συντάγματος.
421Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Πολυχρονιάδης
422προέτεινεν ἑτέραν τροπολογίαν εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον 3ον ὡς
423παρακολούθημα τῆς ἄλλης διατάξεως, τὴν ὁποίαν προτιθέ-
424μεθα νὰ θέσωμεν ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ, τῆς διατάξεως, ἡ
425ὁποία ἐπιτρέπει κατ’ ἐξαίρεσιν τὴν πρόσληψιν ἀλλοδαπῶν
426εἰς τὰς δημοσίας λειτουργίας ἐν εἰδικαῖς περιπτώσεσιν. Ὁ
427κ. Βουλευτὴς φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι οὐδέποτε
428δύναται νὰ ἀνατεθῇ στρατιωτικὴ λειτουργία ἐν καιρῷ πο-
429λέμου εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας. Βεβαίως τὸ αἴσθημα, τὸ
430ὁποῖον ὑπαγορεύει τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, εἶναι
431πατριωτικὸν καὶ κατ’ ἀρχὴν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐμπιστευ-
432θῶμεν τὴν τύχην τῆς πατρίδος ἡμῶν εἰς ἀλλοδαπούς. Ἀλλὰ
433τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν ἀντίθετα παρα-
434δείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἀλλοδαποὶ ἠγωνίσθησαν ὑπὲρ
435τοῦ ἔθνους, καὶ εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς τούτους τὸ ἔθνος εἰς
436κρισιμωτάτας περιστάσεις ἀνέθηκε τὴν διεύθυνσιν καὶ
437στρατιωτικῆς ἔτι ἐργασίας ἐν πολέμῳ. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπι-
438τροπὴ δὲν φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντά-
439γματι ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, νὰ ἀφεθῇ δὲ εἰς τὸν νόμον, ἐὰν
440ὑπάρχωσιν εἰδικαὶ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει
441νὰ ἀπέχωσι τῆς ἐνασκήσεως τῶν καθηκόντων αὑτῶν οἱ ἀλ-
442λοδαποί, νὰ ἀναγραφῶσι ταῦτα ἐν τῷ σχετικῷ νόμῳ, οὗ-
443τινος ἡ ἔκδοσις ἐπιβάλλεται. Ἑπομένως καὶ τὴν τροπολο-
444γίαν ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκρινε δεκτήν.
445Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Μουσούρης ὑπέβαλε πλεί-
446ονας τροπολογίας ἀναγομένας εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ Συντά-
447γματος. Ἐν πρώτοις προτείνει, ἵνα ἡ εἰκοσιτετράωρος προ-
448θεσμία, ἡ ὁποία τάσσεται πρὸς προσαγωγὴν τῶν συλλαμβα-
449νομένων εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτήν, μειωθῇ εἰς 12 ὥρας.
450Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἤδη, ὅτε κατήρτισε τὸ σχέ-
451διον αὑτῆς, ἐσκέφθη ἂν πρέπει νὰ τεθῇ βραχύτερον ὅριον,
452φρονεῖ ὅτι τοῦτο εἶναι παρακεκινδυνευμένον ὡς ἐκ τῶν δυσ-
453χερειῶν, αἵτινες δύνανται νὰ παρεμπέσωσι μεταξὺ τῆς
454συλλήψεως καὶ τῆς προσαγωγῆς. Φρονεῖ δὲ μᾶλλον ὅτι δύ-
455ναται ὁ νόμος νὰ ὁρίσῃ συγκεκριμένας περιπτώσεις, κατὰ
456τὰς ὁποίας θὰ ἐπιβάλληται εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἡ
457ταχυτέρα προσαγωγή, ἀλλ’ ἐν τῷ Συντάγματι δὲν δύναται
458νὰ ἀναγραφῇ βραχύτερον ὅριον. Ἄλλως τε καὶ αὐτὸς ὁ
459ἴδιος Βουλευτὴς εἰς ἑπομένην πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε,
460παραλείπει τοῦτο, λέγων μόνον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον
461ἡ φράσις «ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον», ἀλλὰ τὸ σχέδιον
462φέρει «ἐντὸς 24 τὸ πολὺ ὡρῶν», θεωρεῖ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι
463περιττεύει ἡ φράσις, διότι, ὅταν τίθηται ὡς ἀνώτατον ὅριον
46424 ὧραι, ἕπεται οἴκοθεν ὅτι ὁ ὑπάλληλος πρέπει μόνον
465ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ νὰ ἐξαντλήσῃ τὸ χρονικὸν διάστημα,
466τὸ ὁποῖον τῷ παρέχεται. Ἑπομένως καὶ ἡ τροπολογία αὐτὴ
467δὲν εἶναι χρήσιμος, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ πρόκειται νὰ
468ἀντικαταστήσῃ μίαν ἀοριστίαν δι’ ἄλλης πάλιν ἀοριστίας.
469Ὡσαύτως προτείνει, ἵνα τεθῇ διάταξις τελική, κατὰ τὴν
470ὁποίαν εἰς τὰς ἀναγραφομένας ποινὰς καὶ ἀποζημιώσεις
471ὑπόκεινται οἱ παραβάται πασῶν τῶν ἀνωτέρω διατάξεων,
472ἤτοι ἁπασῶν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ διατάξεων. Ὑπὸ
473τὴν ἔννοιαν ὅτι περιλαμβάνεται καὶ τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρ-
474θρου τὸ μὴ τροποποιούμενον διὰ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτρο-
475πῆς καὶ ὄχι μόνον τὸ βʹ ἐδάφιον αὐτοῦ. Ἀλλὰ περὶ τούτου
476οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ χωρήσῃ. Ὅταν λέγῃ «εἰς
477τὰς ἀνωτέρω διατάξεις», προδήλως ἐννοεῖ καὶ τοῦ αʹ καὶ
478τοῦ βʹ ἐδαφίου. Ἑπομένως καὶ ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν
479εἶναι εὔστοχος καὶ δὲν συνιστᾶται ἡ παραδοχὴ αὐτῆς.
480Ἑτέραν προσθήκην προτείνει ὅτι «ἐν ἐλλείψει τῶν ἀνω-
481τέρω διατυπώσεων οὐδεὶς ὀφείλει ὑπακοήν». Ἀλλὰ καὶ
482αὐτὴ δὲν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα. Βεβαίως
483δὲν ὀφείλουσιν οἱ πολῖται, ὅταν πρόκειται περὶ καταφώρων
484παρανομιῶν, νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς ταύτας. Αὐτὸ εἶναι δι-
485καίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον ἐπακολούθημα αὐτῶν
486τῶν κειμένων ἀπαγορευτικῶν διατάξεων καὶ δὲν χρήζει
487ἰδιαιτέρας ἀναγραφῆς. Ἑτέρα σχετικὴ τροπολογία ὑπάρ-
488χει τῶν βουλευτῶν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Λαμ-
489πρακάκη καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Ξηροῦ προ-
490τεινόντων, ἵνα εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, πάλιν εἰς τὸ τελευ-
491ταῖον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἀπαγγέλλει κατὰ τῶν παραβα-
492τῶν τὰς ποινὰς τῆς παρανόμου κατακρατήσεως, προστεθῇ
493ἡ φράσις «μὴ ἀπαιτουμένης δολίας προαιρέσεως». Ἀλη-
494θῶς καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ἔννοια εἶναι αὕτη, ὅτι ἡ ἀθέτησις
495τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ Συντάγματος ἀποτελεῖ ἴδιον ἀδίκημα
496παρανόμου κατακρατήσεως, καὶ ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου ἐν
497τῇ ἐκθέσει αὐτῆς προτείνει, ἵνα ἡ παράβασις αὕτη συνεπά-
498γηται τὰς ποινὰς παρανόμου κατακρατήσεως, ἄνευ οὐδενὸς
499ἑτέρου ὅρου. Ὁπωσδήποτε εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόκειται νὰ ἀπο-
500φασίσῃ καὶ ῥητῶς. Καθ’ ἡμᾶς τοῦτο εἶναι ἐπαρκῶς βεβαι-
501ωμένον ἐκ τῆς διατάξεως, ἡ ὁποία εἶναι ἄνευ τινὸς περιο-
502ρισμοῦ.
503Ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Χαριτᾶτος προτείνει ἐπί-
504σης ἀλλοίαν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ Συντάγματος
505τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἐκπαίδευσιν· λέγει δηλαδὴ νὰ ὁρισθῇ
506ὅτι ἡ καθόλου ἐκπαίδευσις παρέχεται δαπάνῃ τοῦ Κρά-
507τους. Καὶ ἡ μὲν στοιχειώδης εἶναι δι’ ἅπαντας ὑποχρεω-
508τικὴ καὶ παρέχεται δωρεάν, ἡ δὲ μέση καὶ ἀνωτάτη ὑπό-
509κειται εἰς ἀνάλογα τέλη. Τὰς ἀρχὰς ταύτας παρεδέχθη
510καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἐθεώρησεν ὅμως ὅτι εἶναι τόσον θεμελιώ-
511δης καὶ αὐτονόητος ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας νὰ ἱδρύῃ
512σχολεῖα μέσης καὶ ἀνωτάτης ἐκπαιδεύσεως, ὥστε περιτ-
513τεύει ἡ ἀναγραφὴ τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῷ Συντάγματι.
514Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐγείρει ἀμφιβολίας, ἦτο ἡ παλαιο-
515τέρα διάταξις, ἡ ὁποία ἔλεγεν ὅτι παρέχεται δωρεὰν ὑπὸ
516τοῦ Κράτους ἡ ἀνωτέρα καὶ μέση ἐκπαίδευσις· αὐτὸ ἀκρι-
517βῶς διεγράφη. Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι εἶναι περιττὴ
518ἡ μεταβολὴ τῆς διατυπώσεως, ἣν ἐνέκρινεν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ
519τῆς ἐκθέσεώς της. Ἡ τελευταία τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ κ.
520Ἀγαπητοῦ....
521§29Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 5 εἶχον ὑποβάλει δύο τρο-
522πολογίας, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐκάμετε λόγον.
523§30Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Λυποῦμαι πολὺ διὰ τὴν παράλειψιν
524αὐτήν. Δυστυχῶς ὁ γραμματεὺς τῆς ἐπιτροπῆς ἀπουσιάζει,
525καὶ δὲν τὴν εἶχον ὑπ’ ὄψει. Θὰ τὰς ἐξετάσω, καὶ θὰ γίνῃ
526συμπληρωματικὴ ἔκθεσις.
527§31ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρὰ τῷ γραμματεῖ τῆς ἐπιτρο-
528πῆς κ. Ζαβιτσάνῳ βουλευτῇ ἐκ Κερκύρας ὑπάρχουσι τρεῖς ἢ
529τέσσαρες τροπολογίαι, αἵτινες, διότι ἠναγκάσθη νὰ ἀναχω-
530ρήσῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς ἐπιτρο-
531πῆς. Πιστεύω ὅτι σήμερον ἢ αὔριον θὰ εἶναι ἐδῶ ὁ κ. συνά-
532δελφος καὶ θέλομεν δυνηθῆ νὰ λάβωμεν καὶ ταύτας ὑπ’
533ὄψιν.
534§32Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ τελευταία τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ
535βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Ἀγαπητοῦ, ὅστις ὑπο-
536δεικνύει τὴν προσθήκην ἐν τῷ ἄρθρῳ 17 τοῦ Συντάγματος,
537κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶχε συνταχθῆ ὑπὸ τῶν ἀξιοτί-
538μων Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίας
539μνείας περὶ ῥοῆς καὶ πτώσεως οἱωνδήποτε ὑδάτων. Ὡς ἐν-
540θυμεῖσθε, τὸ προσχέδιον διελάμβανεν ἴδιον ἐδάφιον, καὶ εἰ-
541δικοὶ νόμοι ἤθελον καθορίσει τὰ τῶν μεταλλείων, τῶν ἀρ-
542χαιοτήτων καὶ τῶν μεταλλικῶν ὑδάτων. Ἀλλ’ ἡ ἐπι-
543τροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι τὰ θέματα ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὸ
544ἀστικὸν δίκαιον καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη εἰδικῆς μνείας
545αὐτῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος. Ὀφείλω νὰ προσ-
546θέσω τελευταῖον ὅτι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16 ἀνάλογον τροπο-
547λογίαν προέτεινε καὶ ὁ κ. Κουλουμβάκης περὶ ἀλλοίας δια-
548τυπώσεως τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ θεωρεῖ ἐπαρ-
549κῆ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτῆς.
550§33Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη;
551§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Συνεχίζεται ἤδη ἡ συζήτησις
552ἐπὶ τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὁ κ. Θεοδωρί-
553δης ἔχει τὸν λόγον. Γνωστοποιῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχει
554ἐξαντληθῆ ἡμίσεια ὥρα ἐκ τῶν τοῦ Κανονισμοῦ ὁριζομέ-
555νων διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ τρίτου ἄρθρου. Εἶναι 6 καὶ 27
556λεπτὰ διὰ τὴν ἀκρίβειαν.
557§35ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὑποβαλὼν πρό-
558τασιν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος
559αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ τὴν ἀναπτύξω ἐνώπιον
560ὑμῶν, καὶ ὀφείλω πρῶτον νὰ τὴν καθορίσω. Ἡ πρότασίς μου
561ἀφορᾷ εἰς ἓν μόνον ἐδάφιον τοῦ ῥηθέντος ἄρθρου, τοῦ καθιε-
562ροῦντος τὴν ἰσότητα τῶν Ἑλλήνων καὶ εἰς ἓν μόνον εἶδος
563ἰσότητος, τὴν φορολογικήν. Ἀλλ’ ὁ πραγματευόμενος περὶ
564φορολογικῆς ἰσότητος εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει,
565οὐ μόνον τὴν γενικωτέραν τῆς ἰσότητος ἔννοιαν, ἀλλὰ καὶ
566αὐτὴν τοῦ φόρου τὴν φύσιν. Ὡς πρὸς τὰ δύο ὅμως αὐτὰ θὰ
567περιορισθῶ νὰ τὰ θίξω μόνον, καὶ τοῦτο καθ’ ὅσον ἤθελον εἶ-
568ναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον πρὸς διαφώτισιν τοῦ θέματός μου.
569Οὔτε αἱ ἀσθενεῖς μου δυνάμεις οὔτε ὁ βραχὺς εἰς τὴν δι-
570άθεσίν μου χρόνος θὰ μοὶ ἐπέτρεπον πλέον τούτου.
571Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος διαλαμβάνει· «Ὅλοι οἱ
572Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, καὶ συνεισφέρου-
573σιν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των».
574Ἡ πρότασίς μου λέγει: «καὶ συνεισφέρουσιν εἰς τὰ δημό-
575σια βάρη ἀναλόγως τῆς πρὸς τὸ φέρειν ταῦτα δυνάμεώς
576των». Τέλος ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή, ἀναγνωρί-
577σασα τὸ κατ’ ἀρχὴν ὀρθὸν τῆς τροπολογίας, περιωρίσθη
578ὅμως ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἄρθρου νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸ
579«ἀναλόγως» διὰ τοῦ «κατὰ λόγον». Θὰ προσπαθήσω νὰ
580δείξω ὄχι ὅτι οἱ Ἕλληνες φορολογούμεθα ἀνισώτατα, μεθ’
581ὅλην τὴν ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφὴν τῆς ἰσότητος, κα-
582θόσον τοῦτο θεωρῶ δεδομένον ἐκ τῆς πανταχόθεν λαϊκῆς
583διαμαρτυρίας, ἀλλὰ μόνον πῶς καὶ πόθεν εἰσεχώρησεν ἡ
584ἀνισότης αὕτη, καὶ ὅτι εἶναι ἤδη καλὴ περίστασις καὶ ὑπάρ-
585χει ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ σαφηνισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ
586ἔννοια τῆς ἀναλογίας, ἄν, ἐννοεῖται, ἤθελε δειχθῆ ὅτι ἐκείνη,
587ἣν διὰ τῆς τροπολογίας μου τῇ ἀποδίδω, εἶναι ἡ ὀρθή, κα-
588θόσον ἄνευ τοῦ τελευταίου τούτου ἡ καινοτομία θὰ ἦτο
589ἀδικαιολόγητος. Ἐπ’ αὐτῶν λοιπὸν τῶν δύο θὰ ἀσχοληθῶ
590καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν εὐμενῆ ὑμῶν ἀκρόασιν.
591Ἡ κυρία τῆς ἀνίσου φορολογίας ἀφορμὴ εἶναι ἡ γενο-
592μένη παρ’ ἡμῶν κατάχρησις τῶν ἐμμέσων φόρων. Οἱ φόροι
593οὗτοι, ὡς φόροι ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, εἶναι φύσει ἄνι-
594σοι, ἀποτελοῦσιν ἄρνησιν τῆς συνταγματικῆς ἀρχῆς περὶ
595εἰσφορᾶς ἀναλόγου πρὸς τὴν περιουσίαν ἑκάστου, καὶ περι-
596ουσίαν λέγοντες ἐννοοῦμεν τὸ εἰσόδημα αὐτῆς. Οἱ φόροι τῆς
597καταναλώσεως πληρωνόμενοι κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν χρη-
598σίμων πραγμάτων δὲν φορολογοῦσι τὸ εἰσόδημα, ἀλλὰ τὰς
599ἀνάγκας τοῦ ἀνθρώπου καί, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι βαθμοὶ ἀνάγ-
600κης, τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης πράγματα θὰ προμηθευθῇ τις
601ἀναποφεύκτως, καὶ ἑπομένως τὸ μικρὸν εἰσόδημα θὰ κατα-
602ναλωθῇ συνήθως ὁλόκληρον εἰς πλήρωσιν τῶν ἀναγκῶν τού-
603των, ἐνῷ τὸ μεγαλείτερον ἀρχίζει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν
604δαπάνης μεγαλειτέρας ἢ μεγαλειτέρας κατὰ τὴν διάθεσιν
605τοῦ φορολογουμένου, καθόσον ἔχει ἤδη πληρώσει τὰς ἀνα-
606ποφεύκτους ἀνάγκας, ὥστε ἠμπορεῖ νὰ μὴ δαπανηθῇ ὁλό-
607κληρον, ὅτε τὸ μὴ δαπανηθὲν μέρος αὐτοῦ μένει ἀφορολό-
608γητον. Βεβαίως οὔτε ἄρτον, οὔτε ἅλας, οὔτε πετρέλαιον,
609θὰ δαπανήσῃ πλειότερον ὁ ἑκατομμυριοῦχος τοῦ ἐργάτου·
610συμβαίνει μάλιστα τὸ ἐναντίον, διὰ τοῦτο καὶ οἱ φόροι αὐ-
611τοὶ ὠνομάσθησαν ἀντιστρόφως ἀναλογικοί. Ὅσον πτωχό-
612τερος εἶναί τις, τόσον βαρύτερον φορολογεῖται δι’ αὐτῶν,
613καί, ὅσον πλουσιώτερος, τόσον ὀλιγώτερον. Ποῦ μένει λοι-
614πὸν τὸ «ἀναλόγως τῆς περιουσίας»;
615Τοῦτο ἐνοήθη πλέον σήμερον εἰς ὅλον τὸν κόσμον καὶ ἡ
616ἀδικία αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ. Δὲν εἶναι δὲ
617ἔργον δικαιοσύνης μόνον, ἀλλ’ ὑπαγόρευσις ἀνάγκης νὰ φο-
618ρολογηθῇ τὸ εἰσόδημα καὶ ὄχι ἡ κατανάλωσις, πολὺ δὲ
619πλέον τοῦτο ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, διὰ τὴν κατάχρησιν,
620ὡς εἴρηται, τὴν ὁποίαν ἐκάμαμεν τῶν φόρων τῆς κατανα-
621λώσεως. Ἡ δημοσιονομία μας ἐξέλαβεν ὅτι οὐδεὶς περιορι-
622σμὸς ὡς πρὸς τοῦτο δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ἐπρόκειτο νὰ κα-
623λυφθῶσιν ἐλλείμματα; Αὕτη ἐγνώριζε καλῶς τὸν δρόμον
624της· τὸ μέσον ἦτο ἁπλούστατον, νὰ αὐξήσῃ ὀλίγα λεπτὰ
625κατ’ ὀκᾶν ὁ φόρος τοῦ σίτου, ἢ ὀλίγας δραχμὰς ὁ τοῦ κα-
626πνοῦ, καὶ τόσα τοῖς ἑκατὸν τὸ δασμολόγιον, καὶ οὕτω καθε-
627ξῆς. Εἶναι ἀπίστευτον δὲ ποῦ ἐφθάσαμεν εἰς τὸν κατήφο-
628ρον τοῦτον· ὁ Προϋπολογισμός μας δὲν ἔχει ἄλλον ἐφάμιλ-
629λον εἰς τὸν κόσμον ὡς πρὸς τὴν μεταξὺ ἐμμέσων φόρων καὶ
630τοῦ συνόλου αὐτῶν ἀναλογίαν, θὰ ἀναγκασθῶ δὲ νὰ σημει-
631ώσω μερικοὺς ἀριθμούς, διότι εἶναι πολὺ ἐνδεικτικοί. Ὁ
632ἡμέτερος τοῦ 1910 Προϋπολογισμὸς ἀναγράφει ἔσοδον ἐξ
633ἀμέσων φόρων 24 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ἐξ ἐμμέσων δὲ
63478 ἑκατομμύρια, ἤτοι ἐπὶ συνόλου ἐκ φόρων ἐσόδου δρα-
635χμῶν 102 ἑκατομμ. σχεδὸν τὰ 70% εἶναι φόροι κατανα-
636λώσεως. Ἀπίστευτον, ἀλλ’ ἀληθές.
637§36Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι ἀκόμη περισσότερον, παρε-
638λείψατε τὰ μονοπώλια.
639§37ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Τὰ περιλαμβάνω καὶ αὐτά· ὁπωσδή-
640ποτε ἀρκοῦμαι εἰς τὸ 70%. Τί εὑρίσκομεν δὲ εἰς τὸν Γαλ-
641λικὸν Προϋπολογισμόν; Πόσα ἀναλογοῦσιν ἐκεῖ ἐπὶ τοῦ
642συνόλου οἱ ἔμμεσοι φόροι; μόνον 43%, καὶ σημειώσατε ὅτι
643καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἴση εἶναι ἡ κατακραυγὴ κατὰ τῆς αὐξήσεως
644τῶν ἐμμέσων φόρων.
645Δεινῶς λοιπὸν παρεγνωρίσθη ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναλογίας,
646καὶ πρέπει νὰ εἰσέλθωμεν τέλος πάντων εἰς τὴν εὐθεῖαν
647ὁδὸν καὶ νὰ ἀντιληφθῶμεν τὴν ἀληθῆ αὐτῆς ἔννοιαν, ἥτις
648στενῶς συνδέεται πρὸς τὴν καθόλου ἔννοιαν τοῦ φόρου, κα-
649θόσον δὲν πρέπει τις πλανώμενος νὰ ὑποθέσῃ ὅτι Πολιτεία
650τις δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ ἀκινδύνως καὶ αὐτὴν ἀκόμη τὴν
651ἀκριβῶς μαθηματικὴν ἀναλογίαν ἐπὶ τῶν ἀμέσων φόρων,
652ἀρκεῖ νὰ ἀπέχῃ τῆς φορολογικῆς ἀνισότητος, τὴν ὁποίαν
653εἴδομεν κρατοῦσαν παρ’ ἡμῖν. Ὄχι, ὁ φόρος δὲν εἶναι
654ἀσφάλιστρον, ὅπου ὁ ἀσφαλιζόμενος πληρώνει ἀναλόγως τοῦ
655ἀσφαλισθέντος. Ἡ σημερινή, ἥτις εἶναι καὶ ἡ μόνη ὀρθὴ
656ἀντίληψις τοῦ φόρου, ὡς κοινωνικοῦ καθήκοντος, δίδει ὅλως
657διόλου διάφορον μέτρον, τὸ μέτρον δὲ αὐτὸ εἶναι αἱ δυνά-
658μεις ἑκάστου φορολογουμένου πρὸς τὸ φέρειν τὸ φορολογικὸν
659βάρος. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι μερίς τις φορολογουμένων καί,
660διὰ νὰ ἐκφρασθῶ σαφέστερον, οἱ πολλοὶ ἠτόνησαν πλέον οἰ-
661κονομικῶς καὶ δὲν ἀντέχουσιν εἰς νέους φόρους, ἡ δὲ Πολι-
662τεία ἔχει ἀνάγκην τοιούτων. Ἐρωτᾶται, εἶναι ἐπιτετραμ-
663μένον εἰς τοὺς ὀλίγους τοὺς δυναμένους νὰ πληρώσωσι νὰ
664ἀρνηθῶσι τὸν νέον φόρον, διότι τούτου ἀπαλλάσσονται οἱ
665πτωχότεροι; Βεβαίως ὄχι, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἄρνησις τῆς
666κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης, παραγνώρισις δὲ καὶ αὐτῆς τῆς
667ἐννοίας τῆς ἰδιοκτησίας, ἐν ὀνόματι τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς
668ὁποίας ἡ ἄρνησις αὕτη θὰ ἐγίνετο, καθόσον καὶ ἡ ἰδιοκτη-
669σία μόνον ἐν συντεταγμένῃ κοινωνίᾳ εἶναί τι νοητόν, καὶ
670ἡ ὕπαρξις Κράτους εἶναι ὅρος ἀναγκαῖος, διὰ νὰ εἶναι ἡ ἰδι-
671οκτησία σεβαστή, καὶ ὄχι λόγος κενός.
672Θὰ φορολογηθῇ λοιπὸν ὁ ἔχων νὰ πληρώσῃ καὶ πέρα
673τῆς μαθηματικῆς ἀναλογίας, καὶ τὸ ἴδιον πληρώνει τῳόντι
674καὶ ἤδη διὰ παντὸς φόρου, φέροντος τὸν τύπον τοῦ προο-
675δευτικοῦ, ἤτοι φορολογοῦντος τὰ μεγαλείτερα εἰσοδήματα
676μὲ μεγαλείτερον ποσοστόν. Ὥστε ἀκριβῶς εἰπεῖν δὲν πρό-
677κειται εἰσαγωγὴ νεωτερισμοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἀνακηρυχθῇ
678ἐν τῷ ἄρθρ. 3 σαφῶς καὶ ὡρισμένως ἡ ὀρθὴ περὶ ἀληθοῦς ἀνα-
679λογίας ἀρχή, καθόσον, ἂν καὶ ἐφαρμόζεται καὶ ἤδη τόσον
680ἡ ἀρχὴ τοῦ προοδευτικοῦ φόρου, ὡς ἡ περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ
681ὡρισμένων φόρων τῶν μικρῶν εἰσοδημάτων, καὶ παράδει-
682γμα ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ἡ ὁποία καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπαλ-
683λαγὴ στηρίζεται εἰς τὸν ἴδιον τῆς ἀδυναμίας λόγον, οὐχ
684ἧττον τὸ πρᾶγμα δὲν ἐγένετο οὔτε γίνεται ἄνευ ἀντιρρή-
685σεων καὶ δὴ τῆς ἐκ τῆς παραβιάσεως τῆς ἀρχῆς τῆς
686συνταγματικῆς ἰσότητος ὅλων τῶν φορολογουμένων, ἴσως
687μάλιστα, προκειμένου περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ καθολι-
688κοῦ εἰσοδήματος, εἰς τὸ μέλλον θὰ ἀκουσθῇ καὶ σφοδρότε-
689ρον ἡ ἰδία αὕτη διαμαρτυρία, αἱ κακαὶ συνήθειαι δυσκό-
690λως ἀποβάλλονται, παρ’ ἡμῖν δέ, μὲ τὸ ἐνεστὼς φορολογι-
691κὸν σύστημα, τὰ μεγάλα εἰσοδήματα ἐσυνήθισαν σχεδὸν
692εἰς ἀσυδοσίαν. Βεβαίως ἡμεῖς δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ
693ἴδωμεν κηρυσσόμενον ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων μας ἀντισυντα-
694γματικὸν τὸν προοδευτικὸν φόρον. Ἐγένετο τῳόντι τοῦτο
695πρό τινων ἐτῶν ἐν Ἀμερικῇ καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ καθολικοῦ φό-
696ρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ἐκεῖ τὰ Δικαστήρια ἔχουσι
697ῥητῶς ἐκ τοῦ ὁμοσπονδιακοῦ Συντάγματος τὸ δικαίωμα
698τοῦ κρίνειν περὶ αὐτοῦ καὶ τῶν νόμων, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν,
699ἔνθα ἐκ τῆς θεωρίας ἁπλῶς ζητεῖται νὰ συναχθῇ τὸ δικαί-
700ωμα τοῦτο, σπανιώτατα καὶ ἐπὶ ἀναμφισβητήτων καὶ λίαν
701καταδήλων παραβιάσεων ἐξησκήθη ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων
702μας.
703Ἀλλά, ἂν δὲν τρέχομεν παρόμοιον κίνδυνον, δὲν πρέπει
704ὅμως νὰ λησμονῶμεν ὅ,τι πρὸ ὀλίγου εἶπον, δηλαδὴ ὅτι εὑ-
705ρισκόμεθα πρὸ τῆς ἕξεως τῶν μεγάλων εἰσοδηματιῶν εἰς
706ἀσυδοσίαν καὶ ὅτι ἡ παρ’ ἡμῖν πλουτοκρατία διὰ τὴν ἐν
707τῇ Πολιτείᾳ θέσιν της θὰ ἀντιδράσῃ πάσῃ δυνάμει. Δὲν
708βλέπετε τί ἐγένετο μὲ τὸν περὶ εἰσοδήματος φόρον; Μόλις
709ἐπὶ τέλους καὶ μετὰ πολλὰς ἀποτυχούσας προσπαθείας ἐπε-
710τεύχθη νὰ ψηφισθῇ, διαρκούσης τῆς ἐπαναστατικῆς περιό-
711δου, εἷς νόμος σχετικός, καὶ ἰδοὺ ὅτι, ἅμα ἐπέστη ὁ χρόνος
712τῆς ἐφαρμογῆς του, γενικὴ ἐξέγερσις ὅλων ἐκείνων, οἵτινες
713ἐπρόκειτο νὰ φορολογηθῶσιν, ἐπαρουσιάσθη κατὰ τῆς ἐφαρ-
714μογῆς τοῦ νόμου. Καὶ τί δὲν εἶπον ἐναντίον του; «Εἶναι
715ἐρευνητικὸς τῶν μυστικῶν μας, εἶναι πιεστικός, θὰ ἀποδι-
716ώξῃ τὸ κεφάλαιον», ἑνὶ λόγῳ τὸ τέλος τοῦ κόσμου (finis
717mundi), καὶ ὁ νόμος ἔπεσε καὶ θὰ ἀντικατασταθῇ μὲν ἤδη
718ὑπὸ ἄλλου, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ αὐτὸν ὑποβλέπουσι,
719καὶ κατ’ αὐτοῦ θὰ ἀντιδράσωσιν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ εὐχα-
720ριστηθῶσι μὲ οἱονδήποτε μέτρον φορολογικὸν εἰς βάρος των,
721καὶ αὐτὸ θὰ συμβαίνῃ ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία τοῖς ἀφήνει τὴν
722ἐκλογὴν τοῦ τρόπου τῆς φορολογίας, ἀπαράλλακτα μὲ τὸν
723κατάδικον, εἰς ὃν ἐδόθη ποτὲ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ
724δένδρου τοῦ ἀπαγχονισμοῦ του καὶ ὅστις δὲν εὕρισκεν οὐ-
725δὲν κατάλληλον.
726§38Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὰ ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ καταδίκης;
727§39Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι πᾶσα καταδίκη ἄδικος,
728ἀλλὰ κανεὶς δὲν τὴν θέλει, ἂν ἐρωτηθῇ, διὰ τοῦτο καὶ τὸν φό-
729ρον δὲν τὸν θέλουσι, καὶ προσπαθοῦσι νὰ τὸν ἀποφύγωσιν,
730ἐφ’ ὅσον τοῖς ἐπιτρέπεται. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ὀφείλομεν νὰ
731κόψωμεν πᾶσαν ἐλπίδα ἐξακολουθήσεως τῆς ἀσυδοσίας εἰς
732τὴν κεφαλαιοκρατίαν καὶ νὰ φροντίσωμεν νὰ δώσωμεν τὸν
733τόνον περὶ τῆς ἀληθοῦς φορολογικῆς ἀναλογίας εἰς τὰς μελ-
734λούσας Βουλάς, νὰ χαράξωμεν δηλαδὴ τὸν δρόμον, ὃν ὀφεί-
735λουσι νὰ ἀκολουθήσωσιν, ἤτοι ὅτι ἡ ἀληθὴς ἀναλογία εἶναι
736ἡ κατὰ τὴν δύναμιν ἑκάστου, πάντοτε μέν, ἰδίως δὲ παρ’
737ἡμῖν, ὅπου οἱ ἔμμεσοι φόροι ἐξήντλησαν τὸν λαόν, καταντή-
738σαντα πλέον εἰς ἀνεπάρκειαν.
739Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον οἱ ἔμμεσοι φόροι εἶναι ἡ
740μόνη πληγὴ τοῦ μικροῦ λαοῦ; Πολλοὶ καὶ ἐκ τῶν ἀμέσων
741φέρουσι τὸ ἴδιον τῆς ἀνισότητος ἐλάττωμα, καθόσον φορο-
742λογοῦσιν οὐχὶ τὸ καθαρόν, ἀλλὰ τὸ ἀκαθάριστον εἰσόδημα.
743Ἡ Πολιτεία δὲν ἐσκοτίσθη ποτὲ νὰ εὕρῃ καὶ φορολογήσῃ
744τὴν καθαρὰν ἑκάστου πρόσοδον· ἥρπασεν ἁπλῶς ὅ,τι εὕρι-
745σκε προχειρότερον καὶ ἰδίως ἐπέπεσεν ἀγρία εἰς τὴν φορο-
746λογίαν τῶν προϊόντων τῆς γῆς. Τὴν ἐκ τῶν κεφαλαίων πρόσ-
747οδον ἀφῆκεν ὅλως ἀφορολόγητον. (Διαμαρτυρίαι).
748§40Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Λέγω ἀφορολόγητον καὶ προκαλῶ
749τοὺς ἐναντιοφρονοῦντας νὰ μοὶ εἴπωσι πῶς φορολογεῖται τὸ
750κεφάλαιον ὡς τοιοῦτον, ὅταν δηλ. δὲν χρησιμοποιῆται εἰς
751τὸ ἐμπόριον ἢ τὴν βιομηχανίαν, ὅτε συμμετέχει εἰς τὸν
752φόρον τοῦ ἐπιτηδεύματος, ἀλλ’ ὅταν τοποθετῆται ἐντόκως
753ὑπὸ τοῦ κυρίου αὐτοῦ. Τότε νομίζω δὲν φορολογεῖται ποσῶς.
754§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀλλ’ αἱ μετοχαὶ τῶν ἑται-
755ρειῶν;
756§42Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῶν καθαρῶν
757κερδῶν τῶν ἑταιρειῶν, καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ ἐλαχίστη ἀπό-
758δοσίς του, ἀλλὰ τὰ πολλὰ κεφάλαια μένουσιν ἀφορολόγητα,
759ἐπαναλαμβάνω, τὰ τοκοφόρα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
760Ὑπάρχει ὅμως, κ. Βουλευταί, εἷς φόρος ἄμεσος, ὅπου
761πλέον ἡ ἀνισότης καὶ ἡ ἀδικία ἀνακράζει πανταχόθεν.
762Ἐννοῶ τὴν φορολογίαν τῆς Κορινθιακῆς σταφίδος. Ὁ φό-
763ρος αὐτὸς πληρώνεται μὲν κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, ἀλλ’ εἶναι
764φόρος ἔγγειος, εἶδος δεκάτης, ἀλλὰ μὲ τοῦτο κατ’ ἐξαίρεσιν
765εἰς βάρος τοῦ φορολογουμένου, ὅτι οὐ μόνον φορολογεῖ τὸ
766ἀκαθάριστον εἰσόδημα, ἀλλὰ δὲν τὸ λαμβάνει εἰς εἶδος, τὸ
767ἀποτιμᾷ εἰς χρῆμα, καὶ ἡ ἀποτίμησις ἐγένετο εἰς ἐποχήν,
768ὅτε ἡ σταφὶς εἶχεν ὑψηλὰς τιμάς, διὰ τοῦτο καὶ ὁ φόρος
769ὡρίσθη ὑψηλός (16–20 δραχμὰς τὸ χιλιόλιτρον, κατὰ
770τὴν ἐπαρχίαν, ἐξ ἧς παράγεται), ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ἐποχὴ τῆς
771σταφιδικῆς κρίσεως, ὅτε ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ἐξέπεσεν εἰς
772τὸ τέταρτον, εἰς σημεῖον, ὅπου μόλις ἐκαλύπτετο ἡ παρα-
773γωγικὴ δαπάνη. Τί ἤθελε κάμει τότε πᾶν ἄλλο Κράτος,
774ἐνώπιον τοιαύτης καταστροφῆς τῶν παραγωγῶν, εἶναι εὐ-
775νόητον. Θὰ ἠλάττωνε τὸν φόρον, ἀναλόγως πρὸς τὴν νέαν
776κατάστασιν τῶν πραγμάτων, καθόσον δὲν ἐπρόκειτο περὶ
777ἑνὸς ἔτους, ἀλλὰ περὶ σειρᾶς τοιούτων. Ἡ κρίσις ἐξακολου-
778θεῖ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1893 μέχρι σήμερον, ἀλλὰ καὶ τὸ Δη-
779μόσιον ἐξακολουθεῖ τὴν ἰδίαν φορολογίαν, ἂν δὲ θέλητε νὰ
780μάθητε καὶ τὸ καλλίτερον, τὴν ηὔξησε κατὰ τὴν ἀκμὴν
781τῆς κρίσεως, εἰσπράξαν τὸν φόρον εἰς χρυσόν. Δὲν τὸ λέγω
782ἐγὼ τοῦτο· ἔχω πολὺ ἀξιόπιστον μάρτυρα καὶ μάλιστα
783παρακαθήμενον μεθ’ ἡμῶν τὴν στιγμὴν ταύτην, τὸν κ. ἐπὶ
784τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν.
785Ἰδοὺ τί ἔγραφεν ὁ κ. Κορομηλᾶς ἐν ἔτει 1894 ἐν τῇ
786πραγματείᾳ αὑτοῦ «Ἔσοδα καὶ φόροι», πραγματευόμε-
787νος περὶ τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σταφίδος: «Οὕτω, καθ’ ὃν χρό-
788νον ἐπίεζε τὴν σταφίδα μία τῶν μεγίστων κρίσεων, ἅς
789ποτε διέτρεξεν αὕτη, καθ’ ὃν χρόνον Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ
790ὑπεκρίνοντο ὅτι κλαίουσι διὰ τὴν τύχην της καὶ ὅτι
791θέλουσι νὰ ἔλθωσιν εἰς βοήθειάν της, τὸ Κράτος εἰσέπραξε
792πράγματι ἐκ τοῦ σταφιδικοῦ δασμοῦ δρ. 5,530,000, δηλαδὴ
793ποσόν, ὅπερ οὐδέποτε εἰσέπραξεν, οὐδὲ εἰς τοὺς καλλίστους
794χρόνους».
795Αὕτη εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀνακούφισις, τὴν ὁποίαν
796προσεφέραμεν εἰς τὴν σταφιδοπαραγωγὴν καὶ ἐξακολουθοῦ-
797μεν νὰ τῇ προσφέρωμεν, διότι τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ σή-
798μερον μετὰ τόσα ἔτη κρίσεως, ἐξαντλησάσης ὁλοτελῶς αὐ-
799τήν. Διότι ἅπαξ τὸ Κράτος ἔλαβε μεγάλον φόρον νομίζει
800δικαίωμά του νὰ τὸν διατηρῇ, καὶ ὅταν αἱ τιμαὶ δὲν ἀντα-
801ποκρίνωνται πλέον εἰς αὐτόν.
802Καὶ ἔμμεσοι λοιπὸν καὶ ἄμεσοι φόροι ὅλοι εἰς βάρος τῶν
803ἀδυνάτων, καὶ ὁμιλοῦσιν ἀκόμη περὶ ἀναλόγου φορολογίας
804ἐπὶ τοιαύτης δυσαναλογίας! Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι δὲν πρέ-
805πει νὰ χάσωμεν τὴν εὐκαιρίαν μιᾶς ἐπισήμου, μιᾶς πανη-
806γυρικῆς καταδίκης τῶν συμβαινόντων, δι’ ἀναγραφῆς ἐν
807αὐτῷ τῷ Συντάγματι τῆς ἀρχῆς ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ φορο-
808λογῆται ἕκαστος κατὰ τὴν δύναμίν του, εἶναι δὲ ἐπιβλη-
809τικὴ ἀνάγκη νὰ ἐννοήσῃ τοῦτο ἡ πλουτοκρατουμένη δημο-
810σιονομία μας ὅτι, διὰ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ ἑξῆς Κράτος, πρέπει
811αὕτη νὰ στραφῇ ἑκοῦσα ἄκουσα πρὸς τὰ μᾶλλον ἐφωδια-
812σμένα βαλλάντια, ἀφοῦ ἐξήντλησε τόσον καταφανῶς τὰ τοῦ
813μικροῦ λαοῦ.
814Τοιαύτη δὲ ἀναγραφὴ ἐν τῷ Συντάγματι δὲν εἶναι και-
815νοτομία, ἣν πρῶτοι ἡμεῖς νὰ εἰσαγάγωμεν· ὑπὲρ αὐτῆς ἔρ-
816χεται καὶ συγκριτικὴ νομοθεσία. Ἀλλὰ πρὶν τὰ περὶ τού-
817του ἐκθέσω θέλω ἐπικαλεσθῆ μίαν μεγάλην οἰκονομικὴν
818αὐθεντίαν. Ἰδοὺ τί ἔγραφε πρὸ 200 ἐτῶν ὁ πατὴρ τῆς Πο-
819λιτικῆς Οἰκονομίας Ἀδὰμ Σμίθ: «Οἱ πολῖται εἰσφέρουσιν
820εἰς ὑποστήριξιν τῆς Κυβερνήσεως ἕκαστος κατὰ τὸ δυνατόν,
821ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των· ἡ ἀνισότης ἔγκειται ἢ εἰς
822τὴν φορολογίαν οὐχὶ καὶ τῶν τριῶν εἰδῶν τοῦ εἰσοδήμα-
823τος, ἢ καὶ εἰς τὴν ἄνισον ἑνὸς ἑκάστου ἐξ αὐτῶν». «Ὁ
824πλοῦτος τῶν ἐθνῶν» Γαλλικὴ μετάφρ. Garnier Τόμ. 3 σελ.
825180). Ἡμεῖς πάσχομεν καὶ ἀπὸ τὰ δύο καὶ πολὺ πλειότε-
826ρον ὀφείλομεν νὰ στραφῶμεν πρὸς τὸ δυνατόν.
827Ἂς ἔλθωμεν ἤδη καὶ εἰς τὰ ξένα Συντάγματα. Τὸ ἄρ-
828θρον 39 τοῦ Σαξωνικοῦ διαλαμβάνει τὰ ἑξῆς: «Ὁ φόρος
829δέον νὰ προσδιορίζηται ὅσον τὸ δυνατὸν δικαιότερον». Τοῦ
830δὲ Μεξικανικοῦ τὸ ἄρθρον 31 ἐκφράζει τὴν αὐτὴν ἰδέαν,
831τοῦ ὅτι ἡ ἀναλογία δὲν εἶναι ἀριθμητική· ἔτι σαφέστερον.
832«Οἱ φόροι, λέγει, βεβαιοῦνται κατὰ δικαίαν ἀναλογίαν ὑπὸ
833τῶν νόμων ὁριζομένην». Ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν καθιεροῖ ἀρ-
834χὴν καὶ ἓν τῶν τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως Συνταγμά-
835των, τὸ τῆς Τροιζῆνος, λέγον: «Οἱ φόροι καταβάλλονται
836δικαίως καὶ ἀναλόγως».
837Τώρα ἂς ἴδωμεν καὶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βου-
838λῆς. Εἶπον ὅτι δέχεται τὴν μεταρρύθμισιν, ἣν ἐπρότεινα,
839τοῦ ἄρθρου 3 ὡς ὀρθὴν κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὴν δια-
840τύπωσιν, ἀρκουμένη εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ «ἀναλό-
841γως» τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος διὰ τοῦ «κατὰ λόγον». Ἂς
842μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι δυσκόλως πολὺ δύ-
843ναταί τις νὰ εὕρῃ τὴν μεταξὺ τῶν δύο τούτων ὅρων δια-
844φοράν, δὲν βλέπω δὲ τὸν λόγον, διατί δεχθεῖσα τὴν οὐσίαν
845νὰ μὴ δεχθῇ καὶ τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεώς μου, ἀφοῦ
846εἶναι σαφεστέρα.
847Συμπεραίνων τις ἐξ ὅσων ἤδη εἶπον δὲν θέλει, φρονῶ,
848κηρύξει ὡς ματαιοπονίαν τὴν ἀναγραφήν, ἣν προτείνω, ἵνα
849δηλαδὴ σαφηνισθῇ ἡ ἔννοια τῆς ἀναλογίας ἑκάστου εἰς τὴν
850διὰ τὰ δημόσια βάρη εἰσφοράν. Ἡ κατὰ δύναμιν συμμε-
851τοχὴ εἰς αὐτά, ἐν ᾧ συνταυτίζεται πρὸς τὴν ἔννοιαν τὴν
852σήμερον περὶ φόρου, ὡς κοινωνικοῦ καθήκοντος, κρατοῦσαν,
853ἔχει συγχρόνως καὶ ἰδιαίτερον λόγον καθιερώσεώς της παρ’
854ἡμῖν, ἤτοι τὴν μεγάλην κατάχρησιν τῶν ἐμμέσων φόρων,
855ἥτις ἐγένετο εἰς βάρος τῶν ἀσθενεστέρων καὶ ἐξακολουθεῖ
856γινομένη. Αὐτὴ ὅμως ἡ τακτικὴ δὲν δύναται νὰ ἐξακολου-
857θήσῃ ἐπὶ πλέον· ὀφείλομεν ἡμεῖς οἱ συνηγμένοι ἐκ πάσης
858γωνίας τῆς χώρας ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ πάσχοντος λαοῦ
859νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν μόνον ἐξισωτὴν τῆς ἀνισότητος,
860τὸν συμπληρωματικὸν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, κατὰ προ-
861οδευτικὸν τύπον, φόρον καὶ τὸν κηρύξωμεν ὡς σημεῖον προσ-
862ανατολισμοῦ τῆς δημοσιονομίας μας ἀπὸ σήμερον καὶ εἰς
863τὸ ἑξῆς. Αἱ κραυγαὶ τῆς πλουτοκρατίας δὲν πρέπει ποσῶς
864νὰ μᾶς ἐπηρεάσωσιν· ὁ κίνδυνος ὅτι θὰ φύγωσι τὰ κεφάλαια
865εἶναι μορμολύκειον, ὁ δὲ πραγματικὸς κίνδυνος εἶναι ὁ κοι-
866νωνικός. Ἀποβλέψατε εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἡ τοκογλυφία
867ἀπερρόφησε τὰ πάντα, καὶ ἡ ἄνισος φορολογία συνεπλή-
868ρωσε τὸ ἔργον αὐτῆς. Ὁ λαὸς ἀναμένει ἀνακούφισιν, καθό-
869σον ἐν μέρει μὲν κατέστη ἤδη, ἐν μέρει δὲ τείνει νὰ κα-
870ταστῇ ἀκτήμων. Καὶ ἂν δὲν εἴχομεν ἄλλην ἀπόδειξιν τῆς
871ἀπογνώσεως, ὑφ’ ἧς κατέχεται, θὰ ἤρκει ἡ ἀθρόα φυγὴ τοῦ
872εἰς Ἀμερικήν. Δὲν ἀρκεῖ νὰ τροποποιήσωμεν τὸ Σύντα-
873γμα· ἀνάγκη ἐπιβλητικὴ καὶ ἀναπόφευκτος νὰ ἔχωμεν ὑπ’
874ὄψει καὶ τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς
875κυρίως μᾶς ἔστειλεν, ὅσα δηλαδὴ τείνουσι τόσον εἰς τὴν πο-
876λιτικήν, ὅσον καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀνόρθωσιν. Ἀλλοίμο-
877νον, ἂν τὸ λησμονήσωμεν καὶ ἐπιστρέψωμεν μὲ κενὰς τὰς
878χεῖρας· θὰ εἶναι τοῦτο δικαία ἀφορμὴ νὰ χαρῶσιν οἱ ἐχθροὶ
879τῆς ἀνορθώσεως καὶ νὰ φθάσῃ ὁ τόπος εἰς ἀπελπισίαν. Γνω-
880ρίζετε δὲ καλῶς, ὅτι αὕτη εἶναι κακὸς σύμβουλος. Αὐταὶ
881αἱ σκέψεις ἀπετέλεσαν τὴν ἀφορμήν, συγκεφαλαιοῦσι δὲ
882καὶ τὴν δικαιολογίαν τῆς προτάσεώς μου.
883§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπο-
884βάλλει νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογρα-
885φείου. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ.
886Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θεοδωρόπουλος
887ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν σπειρομέ-
888νων γαιῶν.
889(Ἰδὲ τροποποιήσεις ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρητι-
890κῆς Βουλῆς).
891Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς, ὅστις ἔχει τὸν λόγον, εἶναι ἀπών.
892Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης ἔχει τὸν λόγον.
893Ἡ ὥρα εἶναι ἑπτὰ μετὰ μεσημβρίαν.
894§44Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· ἡ ἀνάθεσις
895εἰς ἀλλοδαποὺς τῶν δημοσίων λειτουργιῶν ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου
8963 τοῦ Συντάγματος προβλεπομένη δὲν εἶναι ἐκ τῶν δημο-
897σίων δικαίων· συνεπῶς δύναται ἡ Πολιτεία κατὰ τὸ συμφέρον
898της καὶ μόνον νὰ διαπιστεύηται ταύτας, χωρὶς νὰ προσκρούῃ
899εἰς τὴν ἰσότητα οὐδὲ νὰ δημιουργῇ ἐξαιρέσεις καὶ προνόμια.
900Εἶναι γεγονός, ὅτι τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα μέχρι σήμε-
901ρον ἀναγράφει τὴν ἀρχήν, ὅτι μόνον πολῖται Ἕλληνες εἶ-
902ναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας. Ἀλλὰ τὰ
903πλεῖστα τῶν Συνταγμάτων, καίτοι δέχονται τοῦτο, δέχον-
904ται ἐπίσης καὶ ἐξαίρεσιν, ὅτι εἶναι δυνατὸν δηλαδὴ καὶ εἰς
905ξένον νὰ ἀνατεθῶσι δημόσιαι λειτουργίαι κατὰ δύο συστή-
906ματα εἴτε κατὰ τὸ σύστημα, ὅτι τὰς δημοσίας ταύτας λει-
907τουργίας προσδιορίζει αὐτὸς οὗτος ὁ συνταγματικὸς Χάρτης,
908εἴτε κατὰ τὸ σύστημα, καθ’ ὃ αἱ δημόσιαι λειτουργίαι
909ὁρίζονται ἑκάστοτε δι’ εἰδικῶν νόμων. Τὸ μὲν πρῶτον τῶν
910δύο τούτων συστημάτων παρουσιάζει τὸ ἐλάττωμα ὅτι
911ὁριζομένων ἐν τῷ Συντάγματι τῶν θέσεων, εἰς ἃς ἐπιτρέ-
912πεται διορισμὸς ἀλλοδαπῶν, ἐπαφίεται τῇ ἐκτελεστικῇ
913ἐξουσίᾳ μόνη ἡ κρίσις τῆς ἐφαρμογῆς, ἥτις συνεπῶς μόνη
914δύναται νὰ ὁρίσῃ ἑκάστοτε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθέσεως
915εἰς ξένους τῆς λειτουργίας ταύτης, τὸ δ’ ἕτερον σύστημα,
916καθ’ ὃ ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ προσδιορίζῃ τὰς
917θέσεις, ἀφήνει ἑκάστοτε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὡς μᾶλλον
918ἁρμοδίαν νὰ κρίνῃ τόσον περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθέσεως
919εἰς ἀλλοδαπούς, ὅσον καὶ τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν χρόνον, κατὰ
920τὸν ὁποῖον ἡ λειτουργία θὰ ἀνατεθῇ εἰς ξένους.
921Ἡ Βουλή, ἡ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἡμετέρου Συντάγμα-
922τος ἀποφασίσασα, ἐθεώρησε καλόν, ὅπως ἀναθεωρηθῇ καὶ τὸ
923τρίτον ἄρθρον ὁρίσασα, ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάταξις
924τοῦ ἄρθρου 3 περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν μὴ Ἑλλήνων πολι-
925τῶν ἐκ τῶν δημοσίων λειτουργιῶν εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὰ
926ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀπαιτοῦντα τὴν ἀνάθεσιν τῆς ὀργανώ-
927σεως ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν εἰς ἀλλοδαπόν».
928Συνεπῶς ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης τῆς Βουλῆς καλού-
929μενοι νὰ ἀποφανθῶμεν ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ
930νὰ δεχθῶμεν ἢ μὴ νὰ ἀναθέσωμεν τὴν ὀργάνωσιν ὡρισμένων
931ὑπηρεσιῶν εἰς ἀλλοδαπούς, ὡς ὁρίζει τὸ προσχέδιον τῆς
932συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς.
933§45Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὥστε μόνον περὶ ὀργανώσεως;
934§46Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Μάλιστα. Συνεπῶς ἐπὶ τῆς
935ἀποφάσεως ταύτης τῆς Βουλῆς τῆς τὴν ἀναθεώρησιν ἀπο-
936φασισάσης στηριζόμενος νομίζω, ὅτι ἡ ἀνάθεσις τῆς ὀργα-
937νώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ οὐχὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ὑπηρε-
938σιῶν τούτων ἐπεζητήθη νὰ ὁρισθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ
939διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν τροποποίησιν, ὅπως ἐν καιρῷ
940πολέμου μόνον εἰς ἡμεδαποὺς ἐπιτρέπηται ἡ ἀνάθεσις
941τῶν στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ οὐχὶ εἰς ἀλλοδαπούς,
942διότι τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τῆς τὴν
943ἀναθεώρησιν ἀποφασισάσης, ἀνάθεσις τῆς ὀργανώσεως καὶ
944οὐχὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων ἐπεζητήθη νὰ
945ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἀλλοδαπούς.
946§47Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θεωρεῖται ἀπαράδεκτον τὴν τρο-
947ποποίησιν τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντά-
948γματος;
949§48Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Τοὐναντίον. Θέλω μόνον νὰ
950προστεθῇ, ὅτι οὐδέποτε δύναται νὰ ἀνατεθῇ ἡ στρατιωτικὴ
951ὑπηρεσία ἐν καιρῷ πολέμου εἰς μὴ πολίτην Ἕλληνα. Δέ-
952χομαι κατ’ ἀρχὴν τὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς γενομένην τρο-
953ποποίησιν, ὅτι μόνον δι’ εἰδικῶν νόμων δύνανται νὰ εἰσά-
954γωνται εἰδικαὶ ἐξαιρέσεις τῆς ἀρχῆς, ὅτι μόνον πολῖται
955Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰς δημοσίας λειτουργίας, καὶ
956νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἠκολούθησε τὸ καταλληλότερον
957σύστημα, διότι διὰ νόμου ἔπρεπε νὰ ὁρίζωνται ἑκάστοτε
958καὶ ὄχι δι’ ἀναγραφῆς εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ τεθῶσιν αἱ
959λειτουργίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀνατεθῶσιν εἰς
960ξένους πολίτας. Ἀλλά, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν
961καὶ ἐν καιρῷ πολέμου οἱ ἀλλοδαποὶ νὰ ἐκπληρῶσι τὴν
962στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐξισώσωμεν τοὺς ἀλλοδαποὺς
963πρὸς τοὺς ἡμεδαπούς, θὰ ἐδεικνύμεθα ἐπιλήσμονες αὐτῆς
964ταύτης τῆς ἀρχῆς, ὅτι τοὺς στρατοὺς δὲν ἀναδεικνύουσι
965νικητὰς μόνον ἡ ἐπιστημονικὴ ἱκανότης καὶ αἱ γνώσεις,
966πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ ἀμοιβή, ἀλλὰ πρωτίστως τὰ ψυχικὰ
967αἰσθήματα, τὰ ὅλως ἰδιάζοντα εἰς τοὺς ἡμεδαπούς. Θὰ
968ἐδεικνύμεθα δὲ καὶ παντελῶς ἐπιλήσμονες τῆς Ἱστορίας
969ἡμῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἔκαμαν ὄντως
970μεγάλα θαύματα.
971§49Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Τὰ ἐπιτελεῖα;
972§50Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Θὰ ἤμεθα ἐντελῶς ἀμνήμονες
973τῶν μεγάλων θαυμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ πρόγονοι ἡμῶν ἐξετέ-
974λεσαν ἐν ὀνόματι ἑνὸς μόνου αἰσθήματος, τοῦ αἰσθήματος τῆς
975φιλοπατρίας, αἰσθήματος, μόνον εἰς πολίτας Ἕλληνας δυ-
976ναμένου νὰ ἀναπτυχθῇ. Φιλοπατρία ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς
977ἀγάπης τῆς πατρίδος κυρίως μόνον εἰς τοὺς Ἕλληνας εἶναι
978δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι τὸ αἴσθημα
979τοῦτο, τὸ ὁποῖον μόνον εἰς πολίτας Ἕλληνας δύναται νὰ
980ὑπάρχῃ, εἶναι ἀνώτερον τοῦ ὕψους τῶν εὐγενῶν αἰσθημά-
981των, τὰ ὁποῖα ἀναμφιβόλως θὰ ὑπάρχωσι καὶ εἰς τοὺς
982φιλέλληνας ἀλλοδαπούς, καὶ ἀνώτερον τοῦ ὕψους τῶν ἐπι-
983στημονικῶν γνώσεων καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν. Διὰ τοῦτο
984νομίζω ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο ἡ διατύπωσις νὰ τεθῇ οὕτως,
985ὥστε οὐδέποτε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ ἡ στρατιω-
986τικὴ ὑπηρεσία ἐν καιρῷ πολέμου εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας.
987§51Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Λησμονεῖτε τὸν Δομοκόν, κύριε συνά-
988δελφε;
989§52Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὄχι, ἀλλὰ σεῖς λησμονεῖτε
990ὅτι τὸ αἴσθημα τῆς φιλοπατρίας μόνον εἰς στήθη Ἑλλήνων
991δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ὅτι εἶναί τι διάφορον καὶ ὑπέρτερον
992τῶν ἄλλων αἰσθημάτων καὶ δὴ τοῦ φιλελληνισμοῦ, ὅστις
993ποσῶς δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἰς τοὺς ἀλ-
994λοδαποὺς τοὺς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἀναλαβόντας, καὶ
995διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ τροπολογία
996μου αὐτή, ὡς ἀνέπτυξα.
997(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ. Ἀναθεωρ. Βουλῆς).
998§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης.
999§54Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Παραιτοῦμαι.
1000§55Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ Πραξιτέλης ἐπεξεργαζόμενός
1001ποτε ἓν τῶν ἀριστουργημάτων του ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρο-
1002μὴν καὶ σανδαλοποιοῦ τινος, ὅπως ζητήσῃ τὴν γνώμην
1003του, ἂν τὰ ὑποδήματα τοῦ ἀγάλματος ἦσαν τὰ πρέποντα.
1004Ὁ ὑποδηματοποιὸς εἶπε τὴν γνώμην του, τὴν ὁποίαν καὶ
1005ἠσπάσθη ὁ Πραξιτέλης· τότε δ’ οὗτος ἐνθαρρυνθεὶς ἐτόλ-
1006μησε νὰ ἐκφράσῃ σκέψεις καὶ ὡς πρὸς τὴν λοιπὴν περιβο-
1007λὴν καὶ τὴν στάσιν τοῦ ἀγάλματος, ὁπότε ὁ Πραξιτέλης
1008τύψας αὐτοῦ τὸν ὦμον εἶπε τὸ περίφημον: «Μὴ ὑπὲρ τὰ
1009σφυρά, ὦ σκυτοτόμε». Τὸ μειδίαμα, ὅπερ προκαλεῖ τὸ πά-
1010θημα τοῦ σανδαλοποιοῦ, ἴσως προκαλέσω καὶ ἐγώ, ὅστις,
1011ὡς ὁ σκυτοτόμος ἐκεῖνος, σκυτοτόμος πρὸ τῆς συνταγμα-
1012τολογίας, προσέρχομαι, ὅπως ἐκφέρω γνώμην πρὸς ὑμᾶς
1013τοὺς Πραξιτέλας τῶν νόμων. Πιστεύω ὅμως εἰς τὴν ἀρχήν,
1014ὅτι ἐν πάσῃ ἐπιστήμῃ ἢ τέχνῃ ἢ καὶ ἐν ἄλλῃ μαθήσει
1015ὑπάρχει τὸ κέντρον, ὁ πυρήν, ἀλλὰ περὶ αὐτὸν ὑπάρχει καὶ
1016τὸ περίβλημα, εἰς τὸ ὁποῖον δύναται ἄνευ κινδύνου βεβη-
1017λώσεως νὰ εἰσχωρήσῃ καὶ ὁ μὴ εἰδικός. Καὶ εἰς πᾶσαν μὲν
1018ἄλλην ἐπιστήμην, μάλιστα δ’ εἰς τὴν νομικὴν καὶ εἰδικῶς
1019εἰς τὴν νομοθετικήν, παρέχεται ἔδαφος τοιοῦτον, εἰς τὸ
1020ὁποῖον δύναται νὰ πατήσῃ τις ὡπλισμένος μόνον διὰ τῆς
1021λογικῆς καὶ τῆς ἐγκυκλοπαιδικῆς μαθήσεως. Ἐκ τῆς σκέ-
1022ψεως ταύτης ἀντλῶν θάρρος ἐτόλμησα νὰ μελετήσω, ὄχι
1023δ’ ἁπλῶς ἀναγνώσω, τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἔτι δ’ ἐνόμισα ὅτι
1024ὑπὸ τὴν προφύλαξιν ταύτην ἐκφέρων τὴν γνώμην μου ἦτο
1025ἴσως δυνατὸν νὰ καταστήσω τὴν πτῶσίν μου ἧττον ὀδυνη-
1026ράν, ἐὰν ἔμελλε ν’ ἀποδειχθῶ μὴ λέγων τὰ ὀρθά. Μελετῶν
1027τὰ διάφορα σχέδια καὶ προτάσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου,
1028εἶδον ὅτι τὴν βάσιν τῆς σκέψεως ἀπετέλεσεν ἡ πρόθεσις,
1029ὅπως ἀνατεθῶσιν ὑπηρεσίαι τινὲς τοῦ Κράτους καὶ εἰς ἀλ-
1030λοδαπούς. Τοῦτο κυρίως καὶ σαφῶς ἐκδηλοῦται ἐν τῇ εἰση-
1031γητικῇ ἐκθέσει τοῦ κυβερνητικοῦ προσχεδίου, ἔνθα λέγεται
1032ὅτι τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου ἐπιβάλλει ἡ «ἀνάγκη
1033τῆς πληρεστέρας ὀργανώσεως ἐνίων τῶν παρ’ ἡμῖν δημο-
1034σίων λειτουργιῶν παρ’ ἀλλοδαπῶν, περιβαλλομένων ἐξου-
1035σίαν ὑπευθύνου διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι καὶ διατηρούντων
1036τὴν ἰδίαν ἰθαγένειαν».
1037Οὕτως ἐθεωρήθη ὅτι οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος
1038τοῦ 1864 ἀπέκλεισαν ἀπὸ τῶν δημοσίων λειτουργιῶν τοὺς
1039μὴ Ἕλληνας. Νομίζω ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὑπάρχει
1040τις σύγχυσις. Ἐλέχθη τότε καὶ συνεζητήθη, μάλιστα δ’
1041ἐτονίσθη ὑπὸ τοῦ Σαριπόλου, ὅτι «ἡ διάκρισις δὲν γίνεται
1042μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ μὴ Ἑλλήνων, ἀλλὰ μεταξὺ Ἑλλήνων
1043πολιτῶν καὶ Ἑλλήνων μὴ πολιτῶν» (ἰδὲ Πρακτικὰ Ἐθνο-
1044συνελεύσεως 1864 τῆς συνεδριάσεως 12 Αὐγούστου). Ἀλλ’
1045ἐν τῷ προσχεδίῳ τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βου-
1046λευτῶν ἀναγράφεται «.....μόνοι δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνές εἰσι
1047δεκτοὶ εἰς πάσας τὰς δημοσίας λειτουργίας, πλὴν τῶν
1048περιπτώσεων, καθ’ ἃς εἰδικοὶ νόμοι ἤθελον ἐπιτρέψει τὴν
1049ἀνάθεσιν ὡρισμένης λειτουργίας εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας».
1050Νομίζω ὅτι ἐν τούτῳ ὑπάρχει τι τὸ διορθωτέον· διότι εἶναι
1051δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὡς ἐλέχθη, νὰ ἀνατεθῶσιν
1052ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους καὶ εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας.
1053Κατὰ τὸν ὁρισμὸν πολῖται εἶναι οἱ ἀπολαύοντες οὐ μόνον
1054τῶν δημοσίων δικαιωμάτων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀστικῶν, δη-
1055λαδὴ πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ πολιτικὰ δικαιώματα καὶ νὰ μὴ
1056ἔχωσι στερηθῆ αὐτῶν.
1057§56ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Καὶ ὁ ἐστε-
1058ρημένος πολιτικῶν δικαιωμάτων συνεπείᾳ καταδίκης δύ-
1059ναται νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην. Ἡ ἠκριβωμένη ἔννοια τῆς
1060συνταγματικῆς διατάξεως ἀνάγεται εἰς τὴν ἰθαγένειαν.
1061Πρόκειται λοιπὸν περὶ τῶν ἐχόντων τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγέ-
1062νειαν, ὅπου γίνεται λόγος περὶ Ἑλλήνων πολιτῶν.
1063§57Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Συγγνώμην· ἰδοὺ τί λέγει ὁ Σαρί-
1064πολος: «ὅθεν δεῖ τὸν πολίτην μετέχειν δικαίων ἄλλων ἢ
1065ὅ,τι τὰ δημόσιά εἰσι. Καὶ δὴ ἔχει ταῦτα· εἰσὶ δὲ τὰ ὑπὸ
1066τὸ ὄνομα πολιτικῶν δικαίων διακρινόμενα, ὁ δὲ ταῦτα ἔχων
1067ἔχει πάντως τὰ μὲν δημόσια δίκαια ὡς ἄνθρωπος ἁπλῶς,
1068τὰ δ’ ἀστικὰ ὡς ἀστός· ἀνάγκη γὰρ πάντα πολίτην εἶναι
1069καὶ ἀστόν, οὐχὶ ὅμως ἐναλλὰξ καὶ πάντα ἀστὸν πολίτην·
1070ἐκ γὰρ τῶν ἀστῶν οἱ πολῖται, οὐχὶ ὅμως καὶ πάντων».
1071§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σύγχυσις τῆς ἐν-
1072νοίας τοῦ Σαριπόλου διὰ τὸν πολίτην καὶ τῆς ἐννοίας τοῦ
1073Συντάγματος διὰ τὸν πολίτην.
1074§59Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ὁ πολίτης, λέγει, πρέπει νὰ ἔχῃ
1075οὐ μόνον τὰ δημόσια δικαιώματα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀστικά,
1076καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐννοεῖ τὸν πολίτην. Ὥστε πᾶς ὁ
1077μὴ κεκτημένος ἀστικὰ δικαιώματα δύναται νὰ εἶναι δη-
1078μόσιος ὑπάλληλος κατὰ τὴν τροποποίησιν αὐτήν;
1079§60ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Σύνταγμα ἐν
1080τῷ ἄρθρῳ τούτῳ κακῶς μετεχειρίσθη τὸν ὅρον «πολίτης
1081Ἕλλην», ἀντὶ νὰ μεταχειρισθῇ τὸν ὅρον «ἀπολαύων τῆς
1082ἑλληνικῆς ἰθαγενείας». Ἀλλ’ ἐναλλάσσεται ἐν τῇ φρασεολο-
1083γίᾳ ἡ ἀκριβὴς διατύπωσις ὅτι τὰ δημόσια λειτουργήματα
1084δύνανται νὰ κατέχωσιν οὐ μόνον οἱ ἔχοντες τὴν Ἑλληνικὴν
1085ἰθαγένειαν. Φέρει σύγχυσιν ἡ ἔκφρασις.
1086§61Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ πρᾶγμα,
1087διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἔχωμεν δημοσίους λειτουργοὺς
1088ἐστερημένους τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων.
1089§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ κείμενοι νόμοι
1090ἀποκλείουσιν αὐτούς. Ἐὰν ὅμως οἱ κείμενοι νόμοι δὲν ἀπέ-
1091κλειον αὐτούς, θὰ ἀνελάμβανον δημοσίας ὑπηρεσίας.
1092§63Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ γίνωσι νόμοι.
1093§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν.
1094§65Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Δὲν θὰ τοὺς ἐπηρεάσῃ τὸ ἤδη ψηφι-
1095ζόμενον Σύνταγμα;
1096§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μένει ἡ νομοθεσία
1097ἐν ἰσχύϊ, καθόσον δὲν ἀντίκειται εἰς διάταξιν τοῦ Συντά-
1098γματος.
1099§67Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Νῦν ἐπί τι ἄλλο. Λέγετε ὅτι οἱ ἀλ-
1100λοδαποὶ θὰ ἀναλάβωσιν ὑπευθύνους ὑπηρεσίας. Δυνάμεθα
1101νὰ γνωρίζωμεν ποῖα ἀντισηκώματα θὰ ἔχῃ τὸ Κράτος
1102ἀπέναντι τῶν ξένων τούτων ὑπηκόων, ἐν ᾗ περιπτώσει
1103ἔμελλέ τις νὰ ἀθετήσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του;
1104§68Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1105καιοσύνης). Οἱ νόμοι θὰ τὸ λέγωσιν. Ἐκτὸς ἂν νομίζητε
1106ὅτι ἡ δυσχέρεια πρὸς λῆψιν ἀντισηκωμάτων πρέπει νὰ μᾶς
1107ὁδηγήσῃ εἰς ἀπόκρουσιν τῆς διατάξεως.
1108§69Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἐξ ὅσων γνωρίζω εἶναι τόσον δυσ-
1109χερὲς εἰς τὰ μικρὰ Κράτη νὰ λαμβάνωσιν ἀντίποινα παρ’
1110ὑπηκόων ξένου μεγάλου κράτους, ὥστε μὲ ἀναγκάζετε νὰ
1111κάμω τὴν ἐρώτησιν, εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ τὸ Κρά-
1112τος ἡμῶν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει.
1113§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τὸ συζητήσω-
1114μεν, ὅταν θὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλ-
1115λεται ὁσονούπω.
1116§71Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Περαίνων τὸν λόγον ὀφείλω νὰ δη-
1117λώσω ὅτι θὰ ψηφίσω τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀλλ’ οὐχὶ ἄνευ ἄλ-
1118γους ψυχικοῦ. Ἐπέπρωτο μετὰ τὴν συμπλήρωσιν 90ετοῦς
1119ἐλευθέρου βίου νὰ ἀναθεωρῶμεν καὶ μεταβάλλωμεν τὸ Σύν-
1120ταγμα ὑπὸ ἔννοιαν, οἵαν δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ φαντασθῶσιν
1121οἱ πρόγονοι ἡμῶν. Ἐπέπρωτο νὰ περιέλθῃ τὸ Κράτος ἡμῶν
1122εἰς κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ τείνῃ τὴν χεῖρα ἱκέτιδα
1123πρὸς τοὺς ξένους, οὐχὶ πλέον ὡς παιδίον ἔχον ἀνάγκην χει-
1124ραγωγήσεως, ὡς τοῦτο συνέβη ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπελευθέ-
1125ρωσιν, ἀλλ’ ὡς ἀνὴρ ὥριμος μέν, παράλυτος δ’ ἐκ τῆς ἀκο-
1126λασίας καὶ τῶν καταχρήσεων, ἀνὴρ μὴ δυνάμενος μηδὲ νὰ
1127στηριχθῇ ἐπὶ τῶν ἰδίων ποδῶν. Ταῦτα δὲν ἔχουσιν ἀξίαν
1128πρακτικήν, ἀλλὰ μόνον αἰσθηματικήν, καὶ διὰ τοῦτο, καί-
1129τοι μετ’ ἄλγους, ὡς εἶπον, θὰ ψηφίσω τὴν διάταξιν ταύτην.
1130§72ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι κατὰ πάντα σύμ-
1131φωνος, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὴν γενομένην διατύπωσιν
1132τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, διότι
1133φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ὅτι ὀρ-
1134θῶς ἔχει ἡ διάταξις «Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ
1135νόμου». Ἐπίσης οὐδεὶς δύναται, φρονῶ, νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν
1136περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς διατάξεως «καὶ συνεισφέρουσιν
1137ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη κατὰ λόγον τῆς περιου-
1138σίας των». Ἡ ἔκφρασις «κατὰ λόγον» σημαίνει ὁλόκληρον
1139ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας
1140συνάδελφος κ. Θεοδωρίδης εἶπε, διότι σημαίνει κατὰ δύ-
1141ναμιν, σημαίνει ἀναλόγως τῆς περιουσίας καὶ τῶν ἀναγ-
1142κῶν, ἀναλόγως τῆς περιουσίας καὶ τῶν μὴ ὑπαρχου-
1143σῶν ἀναγκῶν· εἶναι ἰσοδύναμος μὲ τὴν ἔκφρασιν τὴν γαλ-
1144λικὴν «à raison», δηλαδὴ κατὰ λογικὴν διαρρύθμισιν τοῦ
1145φορολογικοῦ συστήματος. Ἐπίσης ὑποθέτω ὅτι πάντες εἴ-
1146μεθα σύμφωνοι ὑπὲρ τῆς ὀρθότητος τῆς διατάξεως: «Μόνον
1147δ’ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας
1148λειτουργίας». Ὡσαύτως «πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτησαν ἢ
1149ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ τοὺς νόμους
1150τοῦ Κράτους».
1151Ἐπίσης, κύριοι συνάδελφοι, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς τελευ-
1152ταίας διατάξεως «Εἰς πολίτας Ἕλληνας τίτλοι εὐγενείας
1153ἢ διακρίσεως οὔτε ἀπονέμονται οὔτε ἀναγνωρίζονται».
1154Ἀλλ’ ἐπίσης εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ψηφίσω, κύριοι συνά-
1155δελφοι, ὑπὲρ τῆς διατάξεως «πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων
1156εἰσαγομένων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων», ἕνεκα τετελεσμένου ἤδη
1157γεγονότος, διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ γεγονὸς τοῦτο, θὰ ἐψή-
1158φιζον κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης, καί, ἂν ἔχω τὴν τιμὴν
1159νὰ εἶμαι Βουλευτής, ὅταν θὰ εἰσάγωνται τοιοῦτοι εἰδικοὶ
1160νόμοι, πάντοτε θὰ καταψηφίζω αὐτούς, διότι δὲν νομίζω,
1161Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανώσῃ τὰς παρ’ ἡμῖν ὑπη-
1162ρεσίας οἱοσδήποτε Εὐρωπαῖος ἢ Ἀμερικανός, ὁσασδήποτε
1163καὶ ἂν ἔχωσι θεωρητικὰς γνώσεις, ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν
1164νὰ γνωρίζωσι τὰ παρ’ ἡμῖν πράγματα. Εἰς τὰς θεωρητι-
1165κὰς αὐτῶν γνώμας, εἰς τὰς γνώμας τὰς ἐκ τῆς πείρας τῶν
1166ἐν τῇ πατρίδι αὐτῶν πραγμάτων, θὰ προσαρμόσωσι τὰ
1167παρ’ ἡμῖν πράγματα, στραγγαλίζοντες τὰ παρ’ ἡμῖν πρά-
1168γματα. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους ἀκόμη, τοὺς ὁποίους
1169ἀρκετὰ εὐγλώττως καὶ σαφῶς καθ’ ὁλοκληρίαν ἀνέπτυξεν ὁ
1170ἄλλοτε συμμαθητής μου καὶ σήμερον συνάδελφός μου ἐν τῇ
1171Βουλῇ κ. Μέρμηγκας.
1172Περὶ τούτων, κύριοι συνάδελφοι, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν
1173λόγον, ἵνα εἴπω πρὸς ὑμᾶς, τί θὰ ψηφίσω, ἂν δὲν εἶχον σκο-
1174πὸν νὰ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς προσθήκην τινά, ἥτις πρέπει
1175νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, προσ-
1176θήκην, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς
1177τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ θέσω ζήτημα
1178γλώσσης· οὐχὶ μόνον, διότι δὲν εἶμαι γλωσσολόγος, ἀλλὰ
1179διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ ἀδικήσῃ τις, νομί-
1180ζων, ὅτι δὲν ἔχω τὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ ἀτόπου νὰ συζη-
1181τῶμεν ἐνταῦθα ζητήματα γλωσσολογικά. Δὲν πρόκειται
1182λοιπὸν περὶ διατάξεως, ἥτις θὰ περιφρουρήσῃ ταύτην ἢ
1183ἐκείνην τὴν γλῶσσαν. Ἡ γλῶσσα ὑπάρχει, ἐκείνη ἥτις
1184ὑπάρχει, καὶ θὰ ἐξελιχθῇ καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐξελιχθῇ καὶ
1185θὰ ὑπάρχῃ εἰς ἑκάστην ἐποχήν, ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ὑπάρχῃ,
1186οὐδεμία δὲ δύναμις ἰσχύει κατ’ αὐτῆς ἢ ὑπὲρ αὐτῆς.
1187Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ
1188ἐνώπιον Σώματος πολιτικοῦ καὶ θὰ θέσω ζήτημα πολιτι-
1189κόν. Ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεώς μου εἶναι ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ
1190δημοσία ὑπηρεσία ἐναντίον δημοσίων ὑπαλλήλων, οἵτινες
1191δὲν παρέχουσιν ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, ὅτι θὰ
1192ἐκτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν πρεπόντως, ὑπὸ ἔποψιν
1193τάξεως, ἴσως δὲ καὶ ἠθικότητος.
1194§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε,
1195ἐπιτρέπετε μίαν σύστασιν; Ἀμέσως μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ
1196ἄρθρου 3 προτείνεται ὑπὸ συναδέλφων νὰ προστεθῇ ὡς 4
1197ἢ 5 ἄρθρον σχετικὸν μὲ τὸ ζήτημα αὐτό, ὥστε ἡ Βουλὴ
1198μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 3 θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν συζήτη-
1199σιν τοῦ ζητήματος, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε. Θὰ σᾶς παρα-
1200καλέσω λοιπόν, ἐὰν εἶσθε σύμφωνοι, νὰ ἐπιφυλαχθῆτε νὰ
1201ὁμιλήσητε εἰς ἐκεῖνο τὸ ἄρθρον, ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ
1202ζήτημα τῆς προτεινομένης προσθήκης, ἵνα μὴ δὶς συζη-
1203τῶμεν περὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων.
1204§74ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐν πρώτοις, κύριε Πρό-
1205εδρε, νὰ μοὶ προσθέσητε δέκα λεπτά.
1206§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρία.
1207§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε ἕν.
1208§77ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ εἶχον ὅλην τὴν διά-
1209θεσιν, κύριοι συνάδελφοι, νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν. Ἀλλὰ
1210δύο λόγοι μὲ πείθουσι νὰ μὴ δεχθῶ ταύτην· πρῶτον ὅτι
1211ἡ προσθήκη προσήκει εἰς τὸ ἄρθρον 3, διότι τὸ ἄρθρον 3
1212λέγει ὅτι «μόνον οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς
1213ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας» καὶ πρόκειται νὰ ἀνα-
1214πτύξω ποῖοι πολῖται Ἕλληνες δὲν πρέπει νὰ ὦσι δεκτοὶ
1215εἰς τὰς δημοσίας λειτουργίας, ὥστε προσήκει ἡ προσθήκη
1216εἰς τὸ ἄρθρον 3, καὶ δεύτερον, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ το-
1217νίσω ὅτι δὲν θέτω ζήτημα γλωσσικὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς,
1218ἀλλὰ ζήτημα καθαρῶς, ἀκραιφνῶς πολιτικόν.
1219Ἡ πρότασίς μου ἔχει οὕτως:
1220«Οἱ θορυβοῦντες κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κρά-
1221τους δὲν εἶναι δεκτοὶ ὡς δημόσιοι λειτουργοί». (Διάλογοι.)
1222Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Ὑπάρχει τις δημόσιοι ὑπάλλη-
1223λος καὶ εἶναι ποιητής· ἔχει ὅλον τὸ δικαίωμα νὰ γράφῃ
1224τὰ ποιήματά του εἰς οἱανδήποτε γλῶσσαν ἂν θέλῃ, νὰ
1225γράφῃ διηγήματα, νὰ γράφῃ ἱστορικά, νομικά, ἰατρικὰ
1226συγγράμματα, εἰς οἱανδήποτε γλῶσσαν ἂν θέλῃ. Οὐδεὶς
1227ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβῇ, κατὰ τὴν γνώμην μου, σε-
1228βόμενος τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων, τὴν ἐλευθερίαν τῆς
1229διανοητικῆς λειτουργίας τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ νομίζω ὅτι
1230δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς δημόσιος ὑπάλληλος νὰ λέγῃ:
1231«Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, μεταχειριζόμενον τὴν γλῶσσαν,
1232τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται, εἶναι ἠλίθιον, καὶ θὰ ἐξακολου-
1233θήσῃ προβαίνουσα ἡ ἠλιθιότης τοῦ ἔθνους, ἐφ’ ὅσον θὰ
1234μεταχειρίζηται τοιαύτην γλῶσσαν· μόνον ἡμεῖς εἴμεθα οἱ
1235σοφοί, ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι βλᾶκες· μόνον ἡμεῖς ἀντικρύσα-
1236μεν τὴν ἀλήθειαν· ὅλοι οἱ ἄλλοι εὑρίσκονται εἰς τὸ ψεῦδος·
1237ἡ διανοητικότης τοῦ ἔθνους ὑφίσταται καταστροφὴν ἀπε-
1238ρίγραπτον· εἶναι ἀδύνατον νὰ προκόψωμεν εἰς τὰς ἐπιστή-
1239μας, εἰς τὰς τέχνας, εἰς τὸ ἐμπόριον καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ
1240ἐπαγγέλματα, ἐφ’ ὅσον θὰ μεταχειριζώμεθα τοιαύτην
1241γλῶσσαν».
1242Τοιαύτη γλῶσσα, τοιαύτη πολεμικὴ κατὰ τοῦ ἔθνους, τοι-
1243αύτη σπειρομένη ἀπόγνωσις εἰς τὸ ἔθνος νομίζω ὅτι δὲν εἶναι
1244ἐπιτετραμμένη εἰς ἕνα δημόσιον ὑπάλληλον, καὶ δὲν εἶναι
1245ἐπιτετραμμένη, διότι φρονῶ, ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἐνεδείκνυεν
1246ἰσορροπίαν τοῦ ἐγκεφάλου τοῦ τοιούτου δημοσίου ὑπαλλήλου...
1247§78ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀσφαλῶς.
1248§79ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ.... καὶ ἑπομένως τοιοῦτος
1249δημόσιος ὑπάλληλος δὲν ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του προση-
1250κόντως. Δύναται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γράφῃ ποιήματα, διη-
1251γήματα, συγγράμματα εἰς οἱανδήποτε γλῶσσαν ἂν θέλῃ,
1252ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕνα γυμνασιάρχην, ἐναν-
1253τίον τῆς διδασκαλίας τῶν ἄλλων καθηγητῶν, νὰ ἐμπνέῃ
1254εἰς τοὺς μαθητὰς τοῦ ὑπ’ αὐτὸν Γυμνασίου τὴν περιφρόνησιν
1255πρὸς τὰ διδασκόμενα ὑπὸ τῶν ἄλλων καθηγητῶν.
1256Δύναται ὁ γραμματεὺς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου νὰ
1257γράφῃ εἰς οἱανδήποτε ἂν θέλῃ γλῶσσαν τὰ ποιήματα αὐτοῦ,
1258ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διαρκῶς ὑβρίζει τὴν γλῶσσαν τῆς νομοθε-
1259σίας, τὴν γλῶσσαν τοῦ Συντάγματος, τὴν γλῶσσαν τῶν δη-
1260μοσίων ἐγγράφων, ἐφ’ ὅσον ὅλους τοὺς μεταχειριζομένους
1261τὴν γλῶσσαν ταύτην ἀποκαλεῖ ἠλιθίους, ἐφ’ ὅσον διὰ
1262τοῦτο καλεῖται καὶ ὑφίσταται παρατηρήσεις ἐκ μέρους
1263τοῦ προϊσταμένου τῆς ἐκπαιδεύσεως, τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς
1264Παιδείας καὶ ὅμως ἔχει τὸ θάρρος νὰ λέγῃ—χθὲς τὸ ἔγρα-
1265φον, αἱ «Ἀθῆναι» ἀναδημοσιεύουσαι μέρη τινὰ— «εἶμαι
1266μαλλιαρός· αὐτὸ εἶναι ἡ τιμή μου», δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι
1267ἐπιτετραμμένος ὁ θόρυβος οὗτος εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλ-
1268λήλους.
1269Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν νομίζω, ὅτι εὑρίσκονται οἱ ἄν-
1270θρωποι αὐτοὶ ἐν ἰσορροπίᾳ, διότι εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, κύ-
1271ριοι συνάδελφοι, γλῶσσα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι καὶ θὰ
1272ἐξελιχθῇ ὅπως θὰ ἐξελιχθῇ.....
1273§80Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Παρελείψατε, κύριε Κουλουμβάκη, καὶ
1274κἄτι ἄλλο, ὅτι συνίστα τὴν μετάφρασιν τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγ-
1275γελίου....
1276§81ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ..... καὶ εἰς ἑκάστην περί-
1277στασιν τοῦ ἐθνικοῦ βίου θὰ εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ εἶναι ἀναμ-
1278φιβόλως, ἀλλὰ δικαιοῦται, νομίζω, νὰ ἀξιώσῃ, ὅτι ἐκπρο-
1279σωπεῖ τὴν ἀληθῆ διανόησιν τοῦ ἔθνους εἰς μίαν ὡρισμέ-
1280νην περίοδον, ἡ γλῶσσα ἐκείνη, ἥτις εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν
1281πλειόνων, ἡ γλῶσσα τῆς νομοθεσίας, ἡ γλῶσσα τῶν δη-
1282μοσίων ἐγγράφων, ἡ γλῶσσα, ἥτις δὲν θὰ εἶναι ἴσως μετὰ
1283εἰκοσαετίαν, δὲν ἦτο ἴσως πρὸ εἰκοσαετίας, ἀλλ’ εἰς τὴν
1284ὡρισμένην ἐκείνην ἱστορικὴν περίοδον εἶναι ἡ γλῶσσα τοῦ
1285ὅλου ἔθνους, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων. Αἱ ἐλάχισται
1286ἐκεῖναι ἐξαιρέσεις δύνανται νὰ φρονῶσιν οἷα ἂν φρονῶσιν,
1287ἀλλὰ δὲν δικαιοῦνται νὰ ὑβρίζωσι τὸ ὅλον σχεδὸν ἔθνος.
1288Ὑβρίζοντες τὸ ὅλον ἔθνος δὲν σκέπτονται, ὡς σκέπτεται
1289τὸ ὅλον ἔθνος, δὲν εὑρίσκονται ἐν ἰσορροπίᾳ πρὸς τὸ ὅλον
1290ἔθνος, καὶ ἑπομένως ἢ ἐκεῖνοι εἶναι ἀνισόρροποι ἢ τὸ ὅλον
1291ἔθνος, ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει μὴ εὑρισκόμενοι ἐν ἰσορ-
1292ροπίᾳ πρὸς τὸ περιβάλλον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετῶσι
1293τὸ περιβάλλον.
1294§82Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὑπηρετοῦσιν ἀπωτέρους σκοπούς, κύ-
1295ριε Κουλουμβάκη.
1296§83ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ῥιζι-
1297κῶς διαφωνοῦσι πρὸς τὸ σύνολον τοῦ ἔθνους, ἐφ’ ὅσον δια-
1298νοητικῶς εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἔθνος, πῶς
1299εἶναι δυνατὸν προσηκόντως, σκοπίμως, ὠφελίμως νὰ ὑπηρε-
1300τῶσιν ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, νὰ ὑπηρετῶσι τὸ ὅλον ἔθνος;
1301Καὶ ἄν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκεῖνοι εὑρίσκωνται ἐν τῇ ἀληθείᾳ,
1302δύνανται ἐπιστημονικῶς νὰ ἀναπτύξωσι τὰς γνώμας των
1303καὶ νὰ προαγάγωσι τὰ δόγματά των, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυ-
1304νατὸν νὰ ὑπηρετῶσιν ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι, καὶ τοσοῦτο
1305μᾶλλον, Κύριοι, διότι εὑρισκόμενοι καταντικρὺ ὁλοκλή-
1306ρου ἔθνους, ὑφιστάμενοι τὴν περιφρόνησιν καὶ τὸν χλευα-
1307σμὸν ὁλοκλήρου ἔθνους, ἐξαγριοῦνται, γίνονται αἱρετικοί,
1308πᾶς δὲ αἱρετικὸς εἶναι φανατικός, καὶ πᾶς φανατικὸς εἶναι
1309ἐπικίνδυνος.
1310Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῆτε ποῖα ῥάκη καθίστανται
1311ἀπὸ πάσης ἀπόψεως οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ἄνθρωποι μετά τινα
1312ἔτη φανατισμοῦ. Γνωρίζω ἰατρὸν ἐπιστήμονα πρώτης τά-
1313ξεως, ὁ ὁποῖος καίτοι περιηγήθη ὅλας τὰς πόλεις καὶ πλεῖ-
1314στα χωρία τῆς Ἑλλάδος οὐδαμοῦ κατώρθωσε νὰ παρουσιάσῃ
1315προκοπὴν διὰ τῆς ἐπιστήμης του. Διατί; Διότι ἡμέρας
1316καὶ νυκτὸς ἀσχολεῖται μὲ τὸ γλωσσικὸν ζήτημα, ἐναντίον
1317αὐτῆς τῆς γλώσσης, ἡ ὁποία ἀγνοῶ πόσας δυστυχίας, λέ-
1318γουσιν, ὅτι κατεργάζεται. Γνωρίζω εἰρηνοδίκην, ὅστις αἰ-
1319σθάνεται δυστυχίαν ἀφάνταστον, ὅταν εἶναι ἠναγκασμένος
1320ν’ ἀσχοληθῇ μὲ τὰς ὑποθέσεις τῶν διαδίκων. Διαρκῶς ἀσχο-
1321λεῖται μὲ τὴν γλῶσσαν καὶ συναθροίζει λέξεις. Εἶχεν ἔλθει
1322καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν πατρίδα μου Μάνην· εἶναι ἀδύνα-
1323τον νὰ φαντασθῆτε, πόσον στρεβλῶς ἀντιλαμβάνεται τῶν
1324λέξεων· παραδείγματος χάριν τὸν ἀλεστήν, αὐτὸν ὁ ὁποῖος
1325ἀλέθει, πῶς, νομίζετε, τὸν διεμόρφωσεν; ἀπαλέτην! (ψι-
1326θυρισμοί). Ἀκούω παρατηρήσεις μερικῶν κυρίων συναδέλ-
1327φων, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπανειλημμένως συνέστησα νὰ προσέ-
1328χωσι, κυρίως νὰ προσέχωσι καὶ μόνον νὰ προσέχωσιν, ὅταν
1329συζητῶμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης. Ἀπαλέτης δὲν ὑπάρχει
1330εἰς τὴν Μάνην· ὑπάρχει ἀπαλεστής· ἀπαλεστὴς δὲ εἶναι ἐκεῖ-
1331νος, ὁ ὁποῖος ἤλεσεν ἤδη.
1332Μετά τινα ἔτη φανατισμοῦ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καθίσταν-
1333ται κυριολεκτικῶς διανοητικὰ ῥάκη· εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶ-
1334ναι καλὸς εἰρηνοδίκης ἐκεῖνος, ὅστις αἰσθάνεται ὅτι εὑρί-
1335σκεται εἰς τὴν κόλασιν, ὑποχρεωμένος ὢν ἐνίοτε ν’ ἀπα-
1336σχοληθῇ καὶ μὲ τὰς ὑποθέσεις τῶν διαδίκων. Τὸ κύριον
1337αὐτοῦ ἔργον ὑπολαμβάνει ὅτι εἶναι νὰ συναθροίζῃ λέξεις
1338τῆς μεγάλης γλώσσης, ἡ ὁποία θὰ δοξάσῃ τὸ ἔθνος τῆς
1339μαλλιαρωσύνης.
1340Λοιπὸν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἑνὸς δημοσίου κινδύνου.
1341Ἠξεύρετε μέχρι πόσου φθάνουσι; Δὲν θέτω ζήτημα γλωσ-
1342σικόν· λέγω τοῦτο, διότι μοὶ ἐδόθη τὴν στιγμὴν ταύτην ἐπὶ
1343τοῦ βήματος μία σημείωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἄνθρωποι
1344ἐκεῖνοι, τὸ ὄνομα καὶ τὸ ἐπώνυμον ἐκείνου, ὅστις ἐκπροσω-
1345πεῖ τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη, ἐκείνου, ἐπὶ τῇ ἀναπολήσει τοῦ ὁποίου
1346ὑπὸ συγκινήσεως μυχιαιτάτης καταλαμβάνεται πᾶσα ἑλλη-
1347νικὴ ψυχή, τὸ ὄνομα ἐκείνου τὸ μεταφέρουσι, τὸ μετατρέ-
1348πουσι κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον νὰ παραστήσω δὲν εἶναι
1349ἐπιτετραμμένον, οὐχὶ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀλλὰ καὶ
1350ἀπὸ οὐδενὸς σημείου τῆς Ἑλληνικῆς γῆς.
1351§84ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί ἐννοεῖτε; (Θόρυβος καὶ δια-
1352κοπαί).
1353§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, Κύριοι.
1354§86ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι·
1355διὰ μυριοστὴν φοράν, τονίζω ὅτι δὲν θέτω ζήτημα γλωσσι-
1356κόν, ἀλλὰ θέτω ζήτημα πολιτικόν. Διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, Κύ-
1357ριοι, μέχρι πόσου παρουσιάζεται ὁ κίνδυνος, ἀκούσατε: Νο-
1358μικοὶ διακεκριμένοι, διακεκριμένοι νομικοὶ καὶ μελετηρό-
1359τατοι καὶ προσεκτικώτατοι, τοὐλάχιστον θεωρητικῶς, ἀπὸ
1360τοῦδε ἀριστεῖς ἐν τῇ ἐπιστήμῃ των, κατεδείχθησαν ἀνίκα-
1361νοι ν’ ἀντιληφθῶσι, προκειμένου περὶ τῆς ἀσκήσεως τῆς
1362πειθαρχικῆς ἐξουσίας ἐκ μέρους τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς, ἐκ μέ-
1363ρους ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν χωρεῖ νομικὸς ἔλεγχος. Ὁ Ὑ-
1364πουργός, ὁ ἀσκῶν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, εἶναι δυνα-
1365τὸν νὰ ἐλεγχθῇ, ὅτι κακῶς ἐξετίμησε τὰ πράγματα, εἶναι
1366δυνατὸν νὰ ἐλεγχθῇ, ὅτι ἔσπευσεν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τὴν
1367πραγματικήν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τις ὁ ὑπὲρ αὐτόν, ὅστις θὰ
1368τὸν ἐλέγξῃ νομικῶς. Τῆς στοιχειωδεστάτης ταύτης νομι-
1369κῆς ἐννοίας καθίστανται διακεκριμένοι νομικοὶ ἀνίκανοι
1370ν’ ἀντιληφθῶσι, διότι, δημοτικισταὶ ὄντες, περισσότερον
1371συμφωνοῦσι πρὸς τοὺς μαλλιαροὺς παρὰ πρὸς ἐκείνους, οἵτι-
1372νες λέγουσιν «ἔχομεν μίαν γλῶσσαν· ἡ γλῶσσα αὐτὴ ἐξει-
1373λίχθη ὡς ἐξειλίχθη, καὶ θὰ ἐξελιχθῇ ὡς θὰ ἐξελιχθῇ· οἱ νο-
1374μικοὶ διὰ τὰ νομικά, οἱ ἰατροὶ διὰ τὰ ἰατρικά, οἱ φιλόλο-
1375γοι διὰ τὰ φιλολογικά, ἀφήσατε τὸ ἔθνος μὲ τὴν καθ’ ὡρι-
1376σμένην χρονικὴν περίοδον γλῶσσάν του καὶ μὴ ἐνσπείρετε ἐν
1377μέσῳ αὐτοῦ τὴν ἀπόγνωσιν.
1378Πρόκειται, Κύριοι, περὶ κινδύνου, σᾶς βεβαιῶ. Δημόσιος
1379ὑπάλληλος, ὅστις πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἀλλὰ καὶ ἰδίᾳ ἐν τῇ
1380πόλει τῶν Ἀθηνῶν θὰ εἶχεν ὅλον τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσῃ
1381σεβασμὸν καὶ ὑπόληψιν ἐκ μέρους παντὸς πολίτου καὶ διὰ
1382τὴν θέσιν τὴν δημοσίαν, τὴν ὁποίαν κατεῖχε, καὶ διὰ τὴν
1383οἰκογένειαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκεν, ὁ δημόσιος ἐκεῖνος
1384ὑπάλληλος ἀσχολούμενος ἐπὶ ἔτη μετὰ φανατισμοῦ εἰς τὸ
1385νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ γλῶσσα τῶν μαλλιαρῶν, ἐπὶ τοσοῦτον
1386ἠθικῶς διεστράφη, ὥστε νὰ παρίσταται ἐν ἡμέρᾳ Χριστι-
1387ανικῇ ἱερωτάτῃ ἐνώπιον ὁλοκλήρου τῆς πόλεως τῶν Ἀθη-
1388νῶν, περιφρονῶν τὰ δημόσια ἤθη.
1389§87ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
1390§88ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ νομίζετε, Κύριοι,
1391ὅτι εἶναι ἐντελῶς διάδοσις τὰ λεγόμενα περὶ ὑποστηρίξεων
1392(θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, κύριε Διομήδη, διότι περὶ ὑμῶν
1393εἶναι βέβαιον ὅτι, πλανώμενος καὶ παραπλανώμενος ἀπὸ
1394τὰς νομικάς σας σπουδὰς εἰς τὰς φιλολογικάς, ἀνήκετε εἰς
1395τὸ «περιβόητο σχολειό». (ἱλαρότης). Μὴ γελᾶτε, διότι θὰ
1396ἔλθῃ καιρός, ὅταν ὡριμάσητε περισσότερον, νὰ κλαύσητε.
1397Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· πρόκειται περὶ ἐκείνων,
1398οἵτινες ἐγένοντο ὄργανα πρὸ ὀκταετίας νὰ παρουσιασθῇ ἓν
1399ἐπαναστατικῇ ὄψει ἡ πρωτεύουσα, νὰ φονευθῶσι πτωχοὶ
1400οἰκογενειάρχαι, νὰ πέσῃ μία Κυβέρνησις, νὰ κλαίῃ γοε-
1401ρῶς εἷς Πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ὅμως
1402τὰ ὄργανα τῆς πράξεως ἐκείνης προστατεύονται μέχρι σή-
1403μερον, κατ’ ἐξοχὴν προστατεύονται καὶ ὁ σύζυγος καὶ ἡ
1404σύζυγος καὶ κατέχουσι λαμπρὰς θέσεις (ἱλαρότης). Μὴ γε-
1405λᾶτε, Κύριοι· πρόκειται περὶ σοβαρωτέρου παρ’ ὅσον φαν-
1406τάζεταί τις ζητήματος. Παραπλανηθέντες ἔφηβοι πρὸ
1407ἔτους περίπου ἐξέδωκαν ἐν μέσαις Ἀθήναις περιοδικὸν ὑπὸ
1408τὸν τίτλον «Ἀνεμώνη» ὑμνοῦντες τί νομίζετε; Ἐκτρό-
1409πους ὁρμάς, ὑμνοῦντες καὶ ἀνακηρύσσοντες αὐτὰς κατὰ
1410τρόπον ἀληθῶς ἀπίστευτον.
1411Καὶ μεθ’ ὅλα ταῦτα δὲν πρόκειται, λέγω, νὰ θίξωμεν
1412ζήτημα γλωσσικόν· ἡ γλῶσσα εἶναι ἐκείνη, ἥτις εἶναι καὶ
1413θὰ ἐξελιχθῇ ὡς θὰ ἐξελιχθῇ. Πρόκειται νὰ προστατεύσω-
1414μεν τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ μιάσματος ἀνθρώπων,
1415οἵτινες ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν εὑρίσκονται διανοητικῶς
1416ἐν ἰσορροπίᾳ πρὸς τὸ ὅλον τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο θέτω
1417τὴν πρότασιν, ὡς θέτω αὐτήν, ἵνα εἶναι ἐλεύθεροι νὰ ὑπο-
1418στηρίζωσι τὰς φιλολογικὰς δοξασίας των, ἵνα εἶναι ἐλεύ-
1419θεροι νὰ γράφωσι τὰ ἔργα των εἰς οἱανδήποτε ἂν θέλωσι
1420γλῶσσαν, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωσι τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν νὰ
1421ὑπηρετῆται ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες διανοητικῶς ἰσορροποῦσι
1422πρὸς τὸ ὅλον τοῦ ἔθνους. (Εὖγε, εὖγε).
1423§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης ἀπεφάνθη
1424ἡ Βουλή, διότι περιλαμβάνεται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ κυρίου
1425Ῥακτιβάν.
1426§90ΜΙΧ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· θὰ προσπαθήσω
1427νὰ ἐκφράσω συντόμως, ἀλλὰ καὶ σαφῶς τὴν ταπεινήν μου
1428γνώμην ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν 3ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος.
1429Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅτι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ
1430νόμου, οὐδεὶς βεβαίως ὑπάρχει ὁ μὴ ἐπικροτῶν εἰς τὴν ἀρ-
1431χὴν ταύτην. Καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ πράξει τὴν
1432παραβιάζουσιν, ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως ἀναγνωρίζουσι τὸ
1433κῦρός της. Φρονῶ ἐν τούτοις ὅτι τὸ ἡμέτερον Σῶμα δὲν εἶ-
1434ναι ἁπλῶς πολιτικὸν Σῶμα, ἀλλὰ καὶ συνέδριον ἐθνικόν,
1435καὶ ὅτι ἑπομένως ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ πρέπον εἶναι νὰ
1436ἀκούωνται αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων τὸ
1437γράμμα τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ καταστῇ πρακτική,
1438πολιτικὴ καὶ ἐθνικὴ ζωή.
1439Ἡ ἰσότης τῶν πολιτῶν ἐνώπιον τοῦ νόμου δὲν ἀσφαλί-
1440ζεται ἁπλῶς διὰ τῆς ἀναγραφῆς αὐτῆς ἐντὸς τοῦ Συντα-
1441γματικοῦ Χάρτου, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ὅρων, κατὰ τοὺς
1442ὁποίους εἶναι διαπεπλασμένοι οἱ ἄρχοντες τῆς Πολιτείας,
1443καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον διαμορφοῦται ὁ λαός.
1444Ὀφείλομεν ἐντεῦθεν νὰ συμβάλωμεν πάντες, καὶ ἐκεῖνοι οἱ
1445ὁποῖοι εἶναι ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι ἀποτε-
1446λοῦμεν τὴν Βουλήν, ὅπως διαχυθῇ πλουσίως εἰς τὸν πολι-
1447τικοκοινωνικὸν καὶ ἐθνικὸν ὀργανισμόν μας τὸ πνεῦμα τῆς
1448ζωῆς. Κυρίως δι’ αὐτοῦ θὰ φωτισθῶσιν αἱ διάνοιαι, θὰ
1449καθαρθῶσιν αἱ καρδίαι καὶ θὰ διαμορφωθῶσι τὰ ἤθη τὰ
1450χρηστὰ τὰ φέροντα πρὸς βίον ἀπηλλαγμένον πάσης ἀνι-
1451σότητος καὶ πάσης καταδυναστεύσεως. Καὶ εἶναι ὑπέρτα-
1452τον καθῆκον νὰ τονισθῇ καὶ ἐξαρθῇ ἀπὸ τῆς ἐπισήμου ταύ-
1453της θέσεως, ὅτι οἱ πολιτικοὶ θεσμοὶ μένουσι νεκρὸν γράμμα,
1454ἔνθα δὲν ζωοποιοῦνται ὑπὸ τοῦ παράγοντος γενναίας ἠθι-
1455κῆς πνοῆς, καὶ ὅτι ἄνευ τῆς ἠθικοκοινωνικῆς ἀνακαινίσεως
1456εἶναι ἀδύνατον ἡ ξηρὰ τοῦ Συντάγματος διάταξις νὰ κα-
1457ταστήσῃ ζῶσαν καὶ πραγματικὴν τὴν ἰσότητα τῶν Ἑλ-
1458λήνων πολιτῶν ἀπέναντι τοῦ νόμου.
1459Προκειμένου περὶ τοῦ ὅτι «οἱ Ἕλληνες συνεισφέρουσιν
1460ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας
1461των» ὑπεστηρίχθη, ὡς γνωστόν, ὅτι ἀνάγκη ἡ φράσις
1462«ἀναλόγως τῆς περιουσίας των» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς
1463«κατὰ λόγον τῆς περιουσίας των». Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ
1464εἴπω, ὅτι ἡ προταθεῖσα αὕτη μεταβολὴ οὐδένα ἔχει λόγον.
1465Ἀνοίγοντες προχείρως οἱονδήποτε λεξικὸν θέλομεν ἴδει ὅτι
1466τὸ «ἀναλόγως» καὶ τὸ «κατὰ λόγον» εἶναι ἐντελῶς ταυτό-
1467σημα. Τί θὰ εἴπῃ «κατὰ λόγον»; Ὁ λεξικογράφος ἀπαντᾷ:
1468Ἐν ἀναλογίᾳ, κατ’ ἀναλογίαν, ἀναλόγως. Ἑπομένως ἡ
1469ἀντικατάστασις τοῦ ἑνὸς διὰ τοῦ ἄλλου θέλει εἶναι παι-
1470γνιώδης μόνον. Καὶ φρονῶν ὅτι ἀτυχὴς ὑπῆρξεν ἡ τοιαύτη
1471σκέψις καὶ εἰσήγησις ὑποστηρίζω ἅμα ὅτι μᾶλλον ἀτυχὴς
1472θὰ εἶναι ἡ τυχὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς παραδοχὴ προτάσεως με-
1473ταβολῆς, ὑπὲρ τῆς ὁποίας οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει ὁ συνηγορῶν.
1474Ὀφείλω ὡσαύτως νὰ δηλώσω, ὅτι ἀσπάζομαι ἐν πᾶσι
1475τὰς περὶ εἰσφορᾶς τῶν πολιτῶν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀρ-
1476χάς, ὁποίας τὰς ἀνέπτυξεν ὁ φίλος καὶ συνάδελφος βουλευ-
1477τὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Θεοδωρίδης. Προσθέτω
1478ὅμως ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου, ὅτι ἡ ἐπίτευξις καὶ πρα-
1479γματοποίησις φορολογίας λογικωτέρας καὶ δικαιοτέρας
1480ἤρτηται τὰ μέγιστα ἐξ ὑγιοῦς διαμορφώσεως πολιτικῶν
1481ἠθῶν. Ἡ φορολογικὴ κατανομὴ τότε θέλει λάβει τὴν μᾶλ-
1482λον προσήκουσαν διαρρύθμισιν, ὅταν οἱ κυβερνῶντες κατα-
1483στῶσι γνήσιοι ὑπέρμαχοι τῆς ἀληθοῦς ἐλευθερίας καὶ δι-
1484καιοσύνης, ὅταν αἱ λαϊκαὶ τάξεις, ἀναλαμβάνουσαι μεί-
1485ζονα τῶν καθηκόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων αὑτῶν συνεί-
1486δησιν, θὰ καταστῶσιν ἰσχυρότερος καὶ συστηματικώτερος
1487παράγων ἐν τῇ καθόλου κοινωνικῇ καὶ πολιτειακῇ ζωῇ.
1488Οὐδὲ πρέπει νὰ παραλειφθῇ ὅτι, ὅπως καταστῇ πραγματι-
1489κότης ἡ κατὰ προοδευτικὸν τρόπον τῆς φορολογίας διαρ-
1490ρύθμισις, ἀνάγκη νὰ δεχθῶσιν ἀφθονώτερα καὶ καθαρώτερα
1491τὰ φῶτα αἱ διευθύνουσαι λεγόμεναι τάξεις καὶ νὰ ἁγνι-
1492σθῶσιν ἐπὶ μᾶλλον εἰς τὰ αἰσθήματα καὶ εἰς τὰ ἤθη των.
1493Καὶ πρέπει πάντες νὰ ἐμπνευσθῶμεν ἀπὸ τὴν πεποίθησιν
1494ὅτι ἄνευ παιδεύσεως, ἥτις νὰ ἀποκαθιστᾷ ἀνθρωπινωτέρους
1495τοὺς πολίτας, καὶ ἄνευ Ἐκκλησίας ζώσης, ἡ ὁποία, ἀντα-
1496ξία τῆς ἱερᾶς ἀποστολῆς της, νὰ σπείρῃ τὴν ἠθικὴν ζωὴν
1497ἐντὸς τῆς κοινωνίας διὰ τῶν ἁγιαστικῶν αὑτῆς δυνάμεων
1498καὶ τῶν ἠθοπλαστικῶν της μέσων, ἡ ἁπλῆ διατύπωσις περὶ
1499φορολογίας προσηκούσης ἐντὸς τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου
1500θὰ εἶναι σύμφυρμα λέξεων, ἐλαχίστην εὑρίσκον πραγματι-
1501κὴν ἐκδήλωσιν ἐν τῇ πολιτικῇ διοργανώσει καὶ ζωῇ.
1502Ὡς πρὸς τὴν διάταξιν ὅτι δύναται νὰ ἀνατεθῇ καὶ εἰς
1503μὴ πολίτας Ἕλληνας δημοσία ὑπηρεσία, ὁμολογῶ ὅτι θὰ
1504ἤμην ἐναντίος, ἐὰν δὲν ἀνεγνώριζον τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγ-
1505κην, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν προσθήκην ταύτην. Ἀλλά, ὡς
1506ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, κρίνω καὶ ἐγὼ καθῆ-
1507κον νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν θλῖψίν μου ἐπὶ τῷ ὅτι, μετὰ
1508βίον τόσων δεκαετηρίδων ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Βασιλείου,
1509εὑρισκόμεθα ἄνευ ὀργανώσεως, καὶ διατελοῦμεν ὑπὸ τὴν
1510σιδηρᾶν ἀνάγκην νὰ προσφύγωμεν εἰς ἀλλοδαποὺς ὀργανω-
1511τάς. Καὶ μόνη αὕτη ἡ ἀδυναμία, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐκληρο-
1512δότησε τὸ παρελθὸν —παρ’ ὅλην τὴν προσοχήν μου, ὅπως
1513μὴ χαρακτηρίζω μὲ βαρείας φράσεις— εἶναι ἱκανὴ νὰ δεί-
1514ξῃ ὅτι παρελθὸν τοιοῦτο πρέπει νὰ ταφῇ διὰ παντός.
1515Ἀλλά, ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὴν πρόσκλησιν
1516τῶν ξένων τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν ὀργανω-
1517τῶν, φρονῶ, προκειμένου περὶ ἐμπολέμου ὥρας, ὅτι πρέ-
1518πει νὰ παύσῃ ἡ παροχὴ τῶν ὑπηρεσιῶν των, ἐκτὸς μιᾶς
1519καὶ μόνης ἐξαιρέσεως. Ἐὰν δηλαδὴ οἱ ξένοι οὗτοι στρα-
1520τιωτικοὶ καὶ ναυτικοὶ ἦσαν τόσον ἀφωσιωμένοι εἰς τὰ ἐθνι-
1521κά μας δίκαια καὶ ἐνεπνέοντο ὑπὸ τοσούτου φιλελληνισμοῦ,
1522ὥστε πρὸς παροχὴν τῶν πολυτίμων ὑπηρεσιῶν αὐτῶν δὲν
1523θὰ ἐδίσταζον νὰ ζητήσωσι τὴν ἑλληνικὴν πολιτογράφη-
1524σίν των.
1525Θὰ μοὶ ὑπεμίμνησκέ τις ἴσως ὅτι οἱ φιλέλληνες προσή-
1526νεγκον ἀλησμονήτους ὑπηρεσίας εἰς τὸν μέγαν ἐθνικὸν ἀγῶνά
1527μας, καὶ ὅτι αἷμα αὐτῶν πολύτιμον ἐξεχύθη ἐπὶ τῶν πε-
1528δίων τῶν ἑλληνικῶν μαχῶν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν
1529ἤδη περὶ ξένων, ἐρχομένων ἐξ αἰσθήματος οἰκείου νὰ προσ-
1530φέρωσι τὴν ζωήν των ὁλοκαύτωμα ὑπὲρ τοῦ ἡμετέρου ἔθνους
1531μὲ πλήρη ἀδιαφορίαν ἂν θὰ ἡγῶνται ἢ θὰ διατάσσωνται·
1532ἔχομεν δ’ ὑπ’ ὄψει μας περίπτωσιν ἀνδρῶν ἀπεσταλμένων
1533ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων αὐτῶν καὶ μὴ δυναμένων νὰ λησμο-
1534νῶσι τὴν ἰδιότητά των ταύτην. Καὶ δὲν θέλω μὲν νὰ ἐξε-
1535τάσω ὁποία τις ὑπάρχει ἡ ἀπέναντι ἡμῶν πολιτικὴ τῶν
1536ξένων Κυβερνήσεων, νομίζω ὅμως καθῆκον ἀπαραίτητον νὰ
1537μὴ ἀποκρύψω, ὅτι δυστυχῶς αἱ ἐθνικαί μας ὑποθέσεις, προ-
1538κειμένου μάλιστα νὰ τὰς διεκδικήσωμεν δι’ ὅπλων, δὲν
1539θεωροῦνται ὑπ’ αὐτῶν μὲ εὐμενὲς ὄμμα. Ἐὰν εἴμεθα ἠναγ-
1540κασμένοι νὰ δεχθῶμεν τοὺς ξένους, τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνάγ-
1541κην, ἀλλ’ ἀνάγκην, ἥτις πρέπει νὰ περιορισθῇ κατὰ τὸ
1542δυνατόν. Καὶ φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ὥστε μόνοι
1543οἱ πολιτογραφούμενοι ὡς Ἕλληνες νὰ μένωσιν ἐν τῇ ἑλλη-
1544νικῇ ὑπηρεσίᾳ κατὰ τὰς κρισίμους ὥρας, κατὰ τὰς ὁποίας
1545θὰ δεήσῃ νὰ κριθῶσι διὰ τῶν ὅπλων αἱ ἐθνικαί μας τύχαι.
1546Περὶ δὲ τῆς μὴ ἀπονομῆς τίτλων εὐγενείας καὶ ἄλλων τοι-
1547ούτων διακρίσεων τί νὰ εἴπω; Ἐξαίρω τὸ ἐλεύθερον πνεῦμα, τὸ
1548ὁποῖον εἰσηγεῖται εἰς τὰ νεώτερα Συντάγματα τοιαύτας δια-
1549τάξεις, ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπενθυμίσω, ὅτι οὐσιαστικῶς ὁ κίνδυ-
1550νος δὲν ἀποσοβεῖται καθ’ ὁλοκληρίαν μόνον διὰ τῆς προνοίας,
1551ὅπως τὰ Συντάγματα ἀπαγορεύουσι τοὺς τίτλους τούτους
1552καὶ τὰς διακρίσεις. Καὶ ἀπὸ τοῦ κινδύνου δὲν δύνανται νὰ
1553διαφυλαχθῶσι καὶ αὐταὶ αἱ δημοκρατικαὶ κοινωνίαι, ἐὰν
1554δὲν ἐφρόντισαν νὰ προσαρμόσωσι πρὸς τοὺς περὶ ἰσότητος
1555θεσμοὺς τοῦ πολιτεύματος τὰ ἤθη αὐτῶν καὶ τὸν βίον. Ἡ
1556ἀνθρωπίνη ματαιοφροσύνη, ἡ δύναμις τοῦ πλούτου καὶ τὰ
1557ὕψη τῶν ἀξιωμάτων δημιουργοῦσιν ὄγκους ὑπερηφανείας καὶ
1558ποικίλων διακρίσεων, οὕτω δ’ ἀποβαίνει ἐντελῶς χαρτίνη
1559ἡ διακήρυξις ἰσότητος, ἥτις δὲν ζωοποιεῖται δι’ ἐλευθέρας
1560ἠθικῆς ἀνατροφῆς καὶ δὲν περιφρουρεῖται ὑπὸ τῆς ἀδελφό-
1561τητος ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶναι ἱκανὴ νὰ προκαλῇ καὶ νὰ
1562ἀσφαλίζῃ μόνη ἡ χριστιανικὴ ἀγάπη. Καὶ ἰδοὺ διατί οἱ
1563διοικοῦντες τοὺς λαοὺς ὀφείλουσι νὰ τοὺς παιδαγωγῶσιν.
1564Ἐπιτελοῦντες ὡς νομοθέται τὸ καθῆκόν μας θὰ ἐκτελέσω-
1565μεν καὶ τὰς λοιπὰς ὑποχρεώσεις μας. Ἀνελεύθεροι τίτλοι
1566καὶ προνόμια πρέπει νὰ ὑποστῶσι πλήρη διωγμόν. Καὶ θὰ
1567ἐκλίπωσι τότε μόνον, ὅταν δι’ ἀληθοῦς χριστιανικῆς μορφώ-
1568σεως διαπλασθῶσι χαρακτῆρες φεύγοντες πᾶσαν ματαιό-
1569τητα καὶ βδελυσσόμενοι πᾶσαν τάσιν ὑπερηφανείας, πρόθυ-
1570μοι δὲ νὰ ἐφαρμόζωσι τὸ ἀπαραμίλλως ἐλεύθερον καὶ φο-
1571νεῦον πᾶσαν μωρίαν καὶ ματαιοφροσύνην ῥητὸν τοῦ Παύλου
1572«τῇ τιμῇ προηγούμενοι ἀλλήλους», ἤτοι ἁμιλλώμενοι ἀνα-
1573μεταξὺ ὑμῶν ποῖος πρῶτος νὰ ἐπιδείξῃ εἰλικρινεστέραν καὶ
1574περισσοτέραν τὴν τιμήν του πρὸς τοὺς ἄλλους. Γενεαί, δυ-
1575νάμεναι νὰ αἰσθανθῶσι τὸ μεγαλεῖον μιᾶς τοιαύτης ταπει-
1576νοφροσύνης, εἶναι αἱ μόναι ἱκαναὶ νὰ πραγματοποιήσωσι
1577συμβίωσιν ἀγάπης καὶ ἰσότητος, ἀπηλλαγμένην ἀπὸ πάντα
1578ψευδότιτλον εὐγενείας καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας διακρίσεις, τὰς
1579ὁποίας δημιουργεῖ ἡ νόσος τοῦ ἐγωισμοῦ τοῦ μαστίζοντος
1580ὑπὸ τὰ παντοῖα πολιτεύματα τοὺς λαοὺς τοὺς ζῶντας ὑπὸ
1581τὸν δεσποτισμὸν τῆς ἁμαρτίας.
1582§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπροτάθη, κύριοι
1583Βουλευταί, ὅπως ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, ἐν τῷ ὁποίῳ καὶ διὰ τοῦ
1584σχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑφ’ ἡμῶν καὶ διὰ τοῦ σχεδίου
1585τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον τοῦτο δέ-
1586χεται ἡ Κυβέρνησις, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς βάσις τῶν συζη-
1587τήσεών μας, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα ἐπιτραπῇ
1588εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως διὰ νόμων ἑκάστοτε
1589ἐπιτρέπῃ τὴν πρόσληψιν καὶ ἀλλοδαπῶν διατηρούντων τὴν
1590ἰθαγένειάν των, ἐπροτάθη, λέγω, ὅπως περιληφθῇ ἡ ἐξαίρε-
1591σις, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἀλλοδαποὶ δὲν θὰ ἦσαν δεκτοὶ ἐν
1592τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐν καιρῷ πολέμου. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ
1593ἀποκρούσῃ τὴν ζητουμένην ταύτην προσθήκην, ὄχι διότι
1594νομίζω ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶ-
1595μεν ἡμεῖς τὴν συνδρομὴν ἀλλοδαπῶν εἰς τοιαύτας περιστά-
1596σεις, ἀλλὰ διότι ἡ ἱστορία τῆς δημιουργίας αὐτοῦ τοῦ
1597Κράτους καὶ ὅλη ἡ ἔκτοτε ἱστορία τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων
1598τοῦ Κράτους αὐτοῦ καὶ τοῦ ἔθνους ἐμποδίζει εἰς τὸ ἐθνι-
1599κὸν τοῦτο συνέδριον νὰ περιλάβῃ διάταξιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο
1600ἀληθὴς ἀγνωμοσύνη πρὸς τὰς ἀλήστους ὑπηρεσίας, τὰς
1601ὁποίας ξένοι φιλοῦντες τὴν Ἑλλάδα, ὅσον τοὐλάχιστον καὶ
1602ἡμεῖς, προσήνεγκον εἰς τὸν τόπον τοῦτον καὶ εἰς τὸ ἔθνος
1603τοῦτο. Ἐάν τις εἶχέ τινα ἀνησυχίαν ἐξ ἀφορμῆς τοῦ παρε-
1604χομένου δικαιώματος εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅπως
1605ἐπιτρέπῃ τὴν πρόσληψιν ἀλλοδαπῶν, δύναμαι νὰ δώσω
1606ταύτην τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἡ προσφυγὴ εἰς τὰ ξένα φῶτα
1607καὶ εἰς τὴν ξένην ἐπιστήμην, ἰδίως τὴν στρατιωτικήν, πρὸς
1608ἀνοργάνωσιν καὶ πρὸ παντὸς ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατεύμα-
1609τός μας, ἡ ἀποστολή, λέγω, μᾶς ἐδόθη ὑπὸ τὸν κυριώτατον
1610ὅρον ὅτι, ἐὰν τὸ Κράτος ἤθελε περιστῆ εἰς ἐμπόλεμον κατά-
1611στασιν, οἱ προσερχόμενοι ὅπως συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνορ-
1612γάνωσιν καὶ ἐκπαίδευσιν τοῦ στρατεύματός μας θὰ ἀπο-
1613χωρήσωσιν ἀμέσως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μας.
1614Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τοῦ «ἀναλόγως» καὶ «κατὰ
1615λόγον», τοῦ σχετιζομένου πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 3,
1616κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου
1617καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλό-
1618γως τῆς περιουσίας των, καὶ δέχομαι ἀληθῶς ὅτι τὸ προ-
1619σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον τίθεται ὡς βάσις τῆς
1620συζητήσεως ἐνώπιον ὑμῶν, εἰς τὸ ἄρθρον 3 δὲν μεταβάλλει
1621οὐδόλως τὴν ὑπάρχουσαν διάταξιν, διότι τὸ «ἀναλόγως»
1622εἶναι ἐντελῶς ὅμοιον, ἀντίστοιχον, ἰσοδύναμον πρὸς τὸ
1623«κατὰ λόγον». Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ὑποστη-
1624ρίξω ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸ παρελθὸν ἡ δημοσιονομική μας πο-
1625λιτικὴ ὑπῆρξεν ἀντιοικονομική, δὲν ἔπταισεν εἰς τοῦτο τὸ
1626δυστυχὲς ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, οὔτε θὰ ἦτο διάφο-
1627ρος ἡ κατάστασίς μας, ἐὰν διαφόρως ἦτο συντεταγμένον τὸ
1628ἄρθρον 3. Καὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι, καίτοι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι
1629πᾶσα τροπολογία, ἐπὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ Συντάγματος,
1630δὲν ἐξασφαλίζει εἰς ἡμᾶς τὴν βεβαίωσιν περὶ τοῦ ὅτι ἡ δημοσιονομική
1631μας πολιτικὴ θὰ εἶναι καλλιτέρα, ἐν τούτοις θεωρῶ καθῆ-
1632κόν μου, τοῦ ζητήματος, ἅπαξ ἐγερθέντος ἐν τῷ συνεδρίῳ
1633τούτῳ, νὰ διακηρύξω ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοὐλάχιστον, ἡ ὁποία
1634ἔχει τὴν τιμὴν σήμερον νὰ προΐσταται τῶν κοινῶν, εἶναι
1635καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην, ὅτι ἡ φορολο-
1636γία πρέπει νὰ ἐπιβάλληται οὐχὶ ἀναλόγως τῆς περιουσίας
1637ἢ τοῦ εἰσοδήματος—τῆς ἐκφράσεως λαμβανομένης ἐν αὐ-
1638στηρῶς γραμματικῇ ἐννοίᾳ—, ἀλλ’ ὅτι ἡ φορολογία πρέ-
1639πει νὰ εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς δυνάμεις τῶν πολιτῶν,
1640πρὸς τὰς δυνάμεις τῶν φορολογουμένων, ἰσχυρίζομαι, ἐπα-
1641ναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἄρθρον 3 οὐδαμῶς ἐκώλυε τὸν νομοθέτην
1642ἡμῶν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης ῥυθμίσῃ τὴν
1643φορολογικὴν νομοθεσίαν καὶ ἀποφύγῃ, ὅπως δώσῃ τόσην
1644ἔκτασιν εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους, οἱ ὁποῖοι πλήττουσι τόσον
1645δυσαναλόγως τὰς πενεστάτας τάξεις, καθιεροῦντες ἀντί-
1646στροφον προοδευτικὴν φορολογίαν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος
1647ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος. Ἐν τούτοις ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ
1648δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν, ἀφοῦ εἶναι σύμφωνος ἐπὶ τοῦ πρά-
1649γματος, νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν κατὰ τοῦτο, τοῦ ἄρθρου
16503, τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Θεοδωρίδου,
1651ὅπως δηλαδὴ λεχθῇ ὅτι: «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον
1652τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια
1653βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των». Ἡ φράσις ὑποθέτω
1654ὅτι ἀνταποκρίνεται ἐντελῶς πρὸς τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον
1655κυριαρχεῖ ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, καὶ πρὸς τὴν γνώμην, κατὰ
1656τῆς ὁποίας οὐδεμία ἠκούσθη ἀντίρρησις, καίτοι, ἐπαναλαμ-
1657βάνω, ἡ οἱαδήποτε διατύπωσις τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν ἐξα-
1658σφαλίζει ἡμᾶς περὶ τοῦ ὅτι ἡ δημοσιονομική μας πολιτικὴ
1659θὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον καλλιτέρα. Ἐλπίζω ὅτι θὰ εἶναι
1660καλλιτέρα εἰς τὸ μέλλον ἡ δημοσιονομικὴ πολιτική μας,
1661ἀλλ’ ἄλλοι θὰ εἶναι οἱ λόγοι τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζή-
1662τημα τὸ γλωσσικόν, μανθάνω ὅτι ἀπεσύρθη ἡ πρότασις,
1663ὅπως ἔλθῃ κατόπιν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ 4ου ἄρθρου. Κατὰ
1664ταῦτα παρακαλῶ, ὅπως ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα ὡς βάσιν τὸ
1665ἄρθρον 3ον ἐπιψηφίσῃ τοῦτο μὲ τὰς τροποποιήσεις τὰς ζη-
1666τηθείσας ἀπὸ τὸν κ. Θεοδωρίδην.
1667§92Γ. ΠΩΠ. Μίαν διασάφησιν θέλω. Δὲν πρόκειται περὶ
1668προτάσεως ἀναγραφῆς ῥητῆς τινος διατάξεως ἐν τῷ Συντά-
1669γματι. Γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι συμβαίνει ἄτοπόν τι, ἄτοπον
1670ἐν τῇ ἀρχῇ τῆς ὁμοιομόρφου εἰσφορᾶς ὑπὸ ὅλων τῶν πολι-
1671τῶν Ἑλλήνων. Θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως διὰ δηλώσεως τῆς Κυ-
1672βερνήσεως, γραφομένης ἐν τοῖς Ἐπισήμοις Πρακτικοῖς,
1673καταστῇ γνωστόν, ἂν τὸ Στέμμα ἀπαλλάσσεται τῶν ἀμέ-
1674σων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ ἂν τὰ μέλη τῆς Βασ. Οἰκογενείας
1675ἀπαλλάσσονται ἢ δὲν ἀπαλλάσσονται τῶν ἀμέσων ἢ ἐμμέ-
1676σων φόρων. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ, ἀλλὰ περὶ τῆς
1677ἐννοίας τοῦ νόμου καὶ τοῦ σεβασμοῦ τοῦ νόμου, ἀναμφισβη-
1678τήτως δὲ ἐκ τῶν ὑψηλότερα ἱσταμένων ὀφείλομεν νὰ προσ-
1679δοκῶμεν τὴν ὑποταγὴν εἰς τοὺς νόμους, ὅπως ὀφείλουσι νὰ
1680μὴ φαίνωνται ὅτι παρέχουσιν εὐεργεσίαν ἢ χάριτας, ἀσκου-
1681μένας κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ θεωρῶσί τινα ὑπέρτε-
1682ρον τοῦ νόμου οἱ τεταγμένοι πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτοῦ.
1683Ἀκριβῶς τοῦτο συμβαίνει μέχρι τοῦδε, καὶ νομίζω, ὅτι
1684δὲν θὰ εἶναι ἄδικος ἡ παρατήρησίς μου, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι
1685καὶ ἄσκοπος πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀποβλέπουσι κυρίως
1686πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀξιωμάτων καὶ ἐξουσιῶν καὶ
1687οὐχὶ πρὸς τῶν ἀτόμων τῶν ἑκάστοτε τὰς διαθέσεις, ἐὰν
1688ἐδηλοῦτο ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ
1689Στέμμα καὶ τὰ μέλη τῆς Βασ. Οἰκογενείας εἶναι ἀσύδοτα
1690καὶ ἀπαλλάσσονται τῶν ἀμέσων καὶ ὑποβάλλονται εἰς τοὺς
1691ἐμμέσους φόρους, ὅτι εἶναι ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου. Νο-
1692μίζω ὅτι θὰ ἔχω σύμφωνον πρὸς τὴν παρατήρησίν μου ταύ-
1693την καὶ τὴν Βουλήν, διότι δὲν πρόκειται περὶ προσθήκης
1694διατάξεως συνταγματικῆς, ἡ ὁποία θὰ δύναται νὰ παρεξη-
1695γηθῇ ὡς ἀπευθυνομένη ὑπὸ τοῦ Σώματος ἡμῶν καὶ πρὸς
1696τὴν ἀνεύθυνον ἀρχὴν καὶ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι χαρίζονται
1697κατὰ τρόπον μὴ ἐπιτρεπόμενον, παραβαίνοντες τὴν ἐφαρ-
1698μογὴν τοῦ νόμου. Δὲν ἀμφιβάλλω δὲ ὅτι πρὸς τὴν πρότα-
1699σιν ταύτην καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ θελήσῃ
1700νὰ φανῇ σύμφωνος, ἐπὶ τῇ πεποιθήσει ὅτι παρέχει πράγματι
1701ὑπηρεσίαν πρὸς ἐκείνους, ὑπὲρ τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν ἀξιω-
1702μάτων τῶν ὁποίων ἔχομεν τὴν ἐντολὴν νὰ μεριμνῶμεν πάν-
1703τες ἡμεῖς. (Ἐπιδοκιμασίαι).
1704§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν πλανῶμαι,
1705πρόκειται περὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ Συν-
1706τάγματος. Ἄλλη τις τροπολογία δὲν ἐπροτάθη, ἐπὶ τῆς
1707ὁποίας θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω γνώμην, ἀλλ’
1708ἐν μέσῳ τῆς συζητήσεως περὶ τῆς διατυπώσεως τοῦ ἄρθρου
17093 ζητεῖται νὰ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐρώτησις
1710ἢ ἐπερώτησις, τὴν ὁποίαν παραπέμπω εἰς τὰς διατάξεις
1711τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ἔλθῃ εἰς συζήτησιν κανονικῶς. Ἐὰν
1712ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ψαρῶν θέλῃ νὰ ἐρωτήσῃ ἢ ἐπερω-
1713τήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τί σκέπτεται, νὰ τὸ κάμῃ εἰς ἡμέραν
1714ἐπερωτήσεων· σήμερον ἱκανὸν χρόνον ἐχάσαμεν, διὰ νὰ εἰσέλ-
1715θωμεν ἐπὶ τέλους εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντά-
1716γματος, εἰς τὸ κύριον ἔργον, δι’ ὃ ἐκλήθημεν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι
1717δυνατὸν νὰ δεχθῶ, ὅπως παρεκτραπῶμεν ἀπὸ τοῦ κυρίου
1718ἔργου. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς ἡμέραν ἐπερωτήσεων, τότε εἶναι
1719δικαίωμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν.
1720§94Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀπευθύνω ἐρώτησιν ἢ ἐπερώ-
1721τησιν, δὲν ἐπρόκειτο κἂν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, καὶ
1722θὰ ἐπεθύμουν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου
1723περὶ χρόνου καὶ περὶ προθεσμιῶν εἰς ἐργασίαν, νὰ μὴ πα-
1724ρέχῃ μετὰ τόσης ἀφειδίας τὰς συμβουλάς του πρὸς ἡμᾶς
1725τοὐλάχιστον, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπασχολοῦμεν τὴν Βουλὴν ἐπὶ
1726ματαίῳ οὔτε ἐπὶ μακρόν. Ἀπηύθυνα οὐχὶ ἐπερώτησιν, ἀλλ’
1727ἀπηύθυνα παράκλησιν, δύναμαι νὰ εἴπω, δηλώσεως εἰς τὰ
1728Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου
1729τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον διατυπουμένη πα-
1730ρέχει μίαν καὶ μόνην σκέψιν καὶ ἐπὶ τῇ σκέψει ταύτῃ ζη-
1731τεῖ, ὅπως ἀναβληθῇ εἰς ἄλλην ἡμέραν ἡ συζήτησις. Τὴν
1732σκέψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀπαράσκευος νὰ ἀπαντήσῃ
1733ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι δὲν ἔτυχεν ἴσως νὰ συζη-
1734τήσῃ μετ’ Ἐκείνου, ὅστις συνέπραττε κατὰ τὴν σύνταξιν
1735τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον προσκομίζεται ἐδῶ, διὰ νὰ
1736ἀναθεωρηθῇ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ παρασκευασθῇ
1737ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀναμφιβόλως θὰ συζητήσωμεν ἐπ’
1738αὐτοῦ. Ἑπομένως οὐχὶ ὁ φόβος ἀπωλείας χρόνου, ἀλλ’ ἡ
1739παροχὴ ἐκ μέρους ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς ἀπαιτου-
1740μένης προθεσμίας, ὅπως παρασκευασθῇ, καὶ ἣν μόνην φαί-
1741νεται νὰ ζητῇ, γίνεται ἀφορμὴ νὰ μὴ συνεχίσωμεν τὴν ἐπὶ
1742τοῦ θέματος συζήτησιν, ἀναβάλλοντες ταύτην δι’ ἄλλην
1743ἡμέραν κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως.
1744§95Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, καὶ κατὰ τοῦτο νομίζω
1745ὅτι ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ εὑρίσκεται ὁ κ. Βουλευτὴς Ψα-
1746ρῶν, ὅτι, ὡς μέχρι τοῦδε καθιερώθη, διὰ τῶν δηλώσεων τῆς
1747Βουλῆς, διατυπουμένων διὰ τοῦ στόματος τῶν ὑπευθύνων
1748Ὑπουργῶν, δηλώσεων τὰς ὁποίας ἀποδέχεται ἡ Βουλή, δη-
1749λώσεων ἀναγραφομένων εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά, γίνεται
1750ἡ ἑρμηνεία καὶ τῶν νόμων καὶ τῶν Συνταγμάτων. Ὅταν δὲ
1751ζητῆται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ὡς νὰ ζητῆται ἀπὸ τὴν
1752πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ δηλώσῃ τὴν ἔννοιαν διατάξεώς
1753τινος, ὡς νὰ ζητῆται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἑρμηνεία τῆς δια-
1754τάξεως ταύτης. Δὲν εἶναί τι νέον, οὔτε ἔχει σχέσιν μὲ τὸν
1755ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων οὔτε μὲ τὰς σκέψεις
1756μιᾶς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρα-
1757κτικὰ τῶν προηγηθεισῶν Ἐθνοσυνελεύσεων, θέλετε ἴδει ὅτι
1758πολλαὶ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἑρμηνεύονται διὰ τοι-
1759ούτων δηλώσεων. Τοιαύτην δέ τινα δήλωσιν ἐζήτησα τὸν
1760λόγον, ἵνα ζητήσω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν νομίζω ὅτι
1761ἐγὼ εἶμαι ἐν ἀπαραδέκτῳ πράττων τοῦτο, δήλωσιν ἁπλου-
1762στάτην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐζήτουν ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ἐὰν
1763δὲν παρενέπιπτεν ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυ-
1764βερνήσεως, ὅτι τοιαύτη δήλωσις εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἤθε-
1765λον νὰ ζητήσω νὰ διασαφηνισθῇ ὅτι διὰ τῶν φράσεων ὅτι
1766δι’ εἰδικοῦ νόμου θέλουσι κανονισθῆ τὰ κατὰ τὴν πρόσλη-
1767ψιν ἀλλοδαπῶν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, δηλαδὴ διὰ
1768τῆς φράσεως «πλὴν τῶν ἐν εἰδικῷ νόμῳ ἀναγραφομένων
1769εἰδικῶν ἐξαιρέσεων» δὲν ἐννοοῦμεν κατάργησιν τοῦ Προξε-
1770νικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι μὲν εἰδικός, ἀλλὰ δὲν ἀνταπο-
1771κρίνεται εἰς τὴν φράσιν τῶν εἰδικῶν ἐξαιρέσεων. Εἶναι εἰ-
1772δικὸς καὶ ἀφορᾷ εἰς εἰδικὰς περιπτώσεις, διότι ἔχομεν ἀλ-
1773λοδαποὺς ὑπαλλήλους ἀμίσθους. Ἤθελον λοιπὸν τὴν δήλω-
1774σιν, ὅτι δὲν καταργεῖται ὁ νόμος.
1775§96Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
1776οσύνης). Δὲν καταργεῖται.
1777§97ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν,
1778τῆς ὁποίας ἠρξάμεθα, συζητοῦμεν καὶ ἀποφασίζομεν ἐπὶ
1779διατάξεων, αἵτινες θὰ ἰσχύωσιν ὡς ἄρθρα τοῦ Συντάγματος,
1780συζητοῦμεν καὶ ἀποφασίζομεν ἐπὶ δηλώσεων, αἵτινες θὰ
1781ἀναγραφῶσιν ἐν τοῖς Πρακτικοῖς, εἴτε ὡς ἑρμηνεία συν-
1782ταγματικῶν διατάξεων εἴτε ὡς ἰσοδύναμοι πρὸς συντα-
1783γματικὰς διατάξεις. Ἐπὶ τῶν δηλώσεων τούτων δύναται νὰ
1784προκληθῇ ἡ γνώμη παντὸς Βουλευτοῦ, οὐδέποτε ὅμως ἡ
1785γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ὡς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος
1786τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην μόνον ὡς
1787Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἀλλ’ οὐχὶ ὡς Πρόεδρος
1788τῆς Κυβερνήσεως. Κατ’ ἐμὲ ἀπολύτως δὲν ἔχει δικαίωμα
1789παρὰ μόνον νὰ ψηφίσῃ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν διάταξιν, νὰ
1790κάμῃ, λέγω, ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν δήλωσιν εἰς τὰ Πρακτικὰ
1791καὶ νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην· ἐφ’ ὅσον εἶναι
1792Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα. Ἀλλά, καὶ ἐὰν ὑπο-
1793τεθῇ ὅτι δὲν ἀπέβαλε τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, δύνα-
1794ται νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην ὡς Βουλευτής, οὐδέποτε ὅμως νὰ
1795ἐκδηλώσῃ γνώμην ὡς Κυβέρνησις ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν
1796διατάξεων. Ἑπομένως ἐὰν ἐζητήθη νὰ τεθῇ τι ἐν τοῖς
1797Πρακτικοῖς, εἴτε ὡς ἑρμηνεία τῶν συνταγματικῶν διατά-
1798ξεων εἴτε ὡς ἰσοδύναμον πρὸς συνταγματικὰς διατάξεις,
1799τοῦτο ἔδει νὰ προταθῇ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ νὰ
1800ἀποφασίσῃ ὡς ἀποφασίζει ἐπὶ τῶν συνταγματικῶν διατά-
1801ξεων. Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει θέσιν νὰ εἴπῃ τοῦτο ἢ
1802ἐκεῖνο ὡς ἐκπροσωποῦσα τὴν πλειονοψηφίαν, διότι ἕκαστος
1803ἡμῶν συζητεῖ ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος ὡς
1804ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἕκαστος ἔχει τὴν ἰδίαν αὐτοῦ
1805ἐλευθέραν γνώμην, καὶ δὲν ὑπάρχουσιν εἰσηγηταὶ πλειονοψη-
1806φιῶν ἢ εἰσηγηταὶ μειονοψηφιῶν, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐλευθέρα
1807γνώμη καὶ ἡ ἐλευθέρα ψῆφος ἑκάστου ἀντιπροσώπου τοῦ
1808ἔθνους, διότι ἡμεῖς ἐν ἐλευθέρᾳ γνώμῃ ἤλθομεν νὰ καταρ-
1809τίσωμεν τὸ νέον πολίτευμα τῆς πατρίδος ἡμῶν, νὰ δώσω-
1810μεν τοὺς νέους κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους θέλει ῥυθμισθῆ ὁ
1811ἱστορικὸς καὶ πολιτικὸς ἡμῶν βίος. Ἡμεῖς ὅλοι καὶ εἷς
1812ἕκαστος καὶ οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκφέρει τὴν γνώμην αὐτῆς,
1813διότι ἄλλως δὲν γνωρίζω ποίαν θέσιν θὰ εἴχομεν οἱ Βουλευ-
1814ταὶ ἐνταῦθα.
1815§98ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε...
1816§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ δευτέραν φορὰν ματαιοῦται ἡ πε-
1817ράτωσις τῆς συζητήσεως.
1818§100ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· νομίζω ὅτι ἡ παρατή-
1819ρησις αὕτη παρεῖλκε.
1820§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον διὰ σᾶς, Κύριε Δραγούμη.
1821§102ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· νομίζω ὅτι ἕκαστος
1822κατέχει ἐνταῦθα θέσιν, ἵνα πράττῃ τὸ εἰς αὐτὸν προσῆκον,
1823καὶ ὅτι ἔχει δικαίωμα, ὅπως, πρὶν περατωθῇ ἡ συζήτησις,
1824ἐξενέγκῃ γνώμην ἐπὶ θεμάτων, ὁποῖα τὰ προκείμενα. Νο-
1825μίζω ὅτι τοὐλάχιστον διὰ τοῦτο ἡ παρατήρησις, ἣν ὑπε-
1826βάλετε πρὸ ὀλίγου, παρεῖλκε.
1827§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον ὑπενθύμισιν ὑπέβαλον.
1828§104ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης πρό-
1829κειται νὰ κανονισθῇ ἡ περαιτέρω πορεία ἡμῶν ἐν τῇ ἐρ-
1830γασίᾳ τῇ λοιπῇ. Καὶ πρέπει μετὰ πάσης προσοχῆς καὶ νὰ
1831ἀκούωμεν τὰ λεγόμενα καὶ νὰ φροντίζωμεν, ὥστε, ἂν ἐρρί-
1832φθη ἐνταῦθα λόγος ἄξιος ὑποστηρίξεως, νὰ μὴ ἀφήνωμεν
1833αὐτὸν νὰ καταπέσῃ ἄνευ τῆς προσθήκης τῆς ἡμετέρας συν-
1834αινέσεως. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Λακω-
1835νίας εἶναι ἡ παράστασις αὐτῆς τῆς ἀληθείας καί, ἂν δὲν
1836εἶχε προλάβει ἐκεῖνος νὰ εἴπῃ ταῦτα, ἤθελον βεβαίως ἐγερθῆ
1837ἐγὼ εἰς ὥραν, καθ’ ἣν δὲν ἤθελον τύχει τῆς τιμῆς νὰ λάβω
1838τὴν διακοπὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἐνταῦθα συνε-
1839δρεύομεν ἀναθεωροῦντες τὸ Σύνταγμα, διότι τοιαύτη ἐδόθη
1840εἰς ἡμᾶς ἐντολή, τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Βουλῆς τῆς ψηφισά-
1841σης, ἄνευ ὑποβολῆς κυβερνητικῆς, τὸ ψήφισμα τὸ περὶ ἀνα-
1842θεωρήσεως, ὑπὸ τῆς παραγγελίας τοῦ εἰς τὰς κάλπας συν-
1843αχθέντος λαοῦ, νὰ συνέλθωμεν ἐνταῦθα ὡς ἀντιπρόσωποι
1844αὐτοῦ διπλάσιοι ἐν διπλῇ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ νὰ κανονί-
1845σωμεν ὅλοι ὁμοῦ καὶ εἷς ἕκαστος τὸ καθ’ ἑαυτὸν τὰ τῆς
1846περαιτέρω τοῦ Συντάγματος μορφῆς. Ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ
1847διάκρισις μεταξὺ ἡμῶν δὲν ὑπάρχει· εἴμεθα 362 Βουλευταὶ
1848ἐνταῦθα, συνεργαζόμενοι ὅλοι ὁμοῦ εἰς εὕρεσιν τοῦ ὀρθοῦ
1849καὶ ἐπανόρθωσιν τῶν πλημμελῶν καὶ συμπλήρωσιν τῶν
1850ἐλλειπόντων, ἐν τῷ ἔργῳ δὲ τούτῳ ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις
1851οὐδὲν ἔχει δικαίωμα νὰ δηλώσῃ ὁ τιδήποτε ἀναγραπτέον εἰς
1852τὰ Πρακτικά, ἀλλ’ οὐδεὶς ἡμῶν ἔχει δικαίωμα νὰ δηλώσῃ
1853ὁ τιδήποτε ἀναγραπτέον εἰς τὰ Πρακτικὰ πρὸς ἑρμηνείαν.
1854Τὴν ἑρμηνείαν θέλουσιν εὕρει οἱ ἐφιέμενοι, ὅταν ἐπιμελῶς
1855παρακολουθῶσιν ἐμβλέποντες εἰς τὸ κείμενον τῶν νέων ἄρ-
1856θρων καὶ ἀνατρέχοντες εἰς τὰ ἐνταῦθα λεχθέντα καὶ φρον-
1857τίζωσι νὰ φωτισθῶσιν ἐξ αὐτῶν ἀναγνωρίζοντες πρὸ πάν-
1858των ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου ὁ θεσμοθέ-
1859της τοῦ ἄρθρου ἐκείνου διὰ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο ἀπέθανε. Θὰ
1860ἦτο λίαν ἐπικίνδυνον, ἂν ἐγίνετο ἐρώτημα οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν
1861ποία εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τούτου ἐν τῷ παραδείγματι,
1862ὅπερ ἐτέθη ἐνώπιον ἡμῶν, ἵνα ζητηθῇ ἀφ’ ἡμῶν ἐπίσημος
1863ἐξήγησις ἀναγραπτέα εἰς τὰ Πρακτικὰ ὡς ἐπίσημος ἀπάν-
1864τησις εἰς τὴν ἐρώτησιν ταύτην. Ἕκαστος ἔχει δικαίωμα
1865νὰ ἐρωτᾷ καὶ ἕκαστος ἔχει δικαίωμα ἴσως καὶ καθῆκον νὰ
1866ἀπαντᾷ· ἀλλ’ ἕκαστος θέλει ἀπαντήσει ὡς Βουλευτὴς τῆς
1867διπλῆς Βουλῆς, καὶ τὰ Πρακτικὰ τὰ Ἐπίσημα καὶ ἐπιβοη-
1868θητικῶς τὰ ἐστενογραφημένα θὰ ἔλθωσι νὰ περιλάβωσι
1869τὴν γνώμην αὐτοῦ ἁπλῶς ὡς πᾶσαν γνώμην. Ὅταν μόνον
1870ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ νομίσῃ, ὅτι ὑπάρχει εἰδική τις περίπτω-
1871σις, ἵνα δώσῃ αὐτὴ ὁλόκληρος ἐν ὁμοφωνίᾳ διασάφησίν τινα,
1872τότε μόνον δύναται νὰ ὑπάρξῃ λόγος ἐγγραφῆς ἐπισήμου
1873εἰς τὰ Πρακτικὰ δηλώσεως ἑρμηνευτικῆς· καὶ ἐν τούτῳ δὲ
1874ἀπαιτεῖται νὰ εἴμεθα πολὺ φειδωλοί, ὅπως ὑπῆρξαν πολὺ
1875φειδωλοὶ οἱ πρὸ ἡμῶν καὶ κατὰ τὸ 1864 καὶ κατὰ τὸ
18761844. Εἶναι ἀνάγκη μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ
1877Λακωνίας νὰ κανονίσωμεν τὰ τῆς πορείας ἡμῶν, καὶ νὰ
1878ἀπαντήσωμεν ὅτι πορεία ἄλλη τις ἢ ἐκείνη, ἣν διατυποῦ-
1879μεν, εἶναι σφαλερὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ προορισμοῦ ἡμῶν καὶ τῆς
1880ἐντολῆς, ἣν ἐλάβομεν. Θὰ συζητήσωμεν ἐνταῦθα ἔχοντες
1881βεβαίως τὴν Κυβέρνησιν ὁδηγὸν μόνον κατὰ τὰς ὥρας, καθ’
1882ἃς ὁ Κανονισμὸς ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν νὰ παρεμβαίνῃ, ἀλλὰ
1883μὴ ἔχοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐνταῦθα θέτουσαν ζητήματα
1884τοιαῦτα, ἅτινα ἐπὶ συζητήσεως θέματος, ὁποῖον ἡ ἀναθεώ-
1885ρησις τοῦ Συντάγματος, δὲν χωροῦσι. Διότι τὸ ζήτημα τῆς
1886ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ζήτημα σύνηθες
1887νομοθετικὸν περιέχον πολιτικὴν ἔννοιαν ἀντιπροσωπευομέ-
1888νην ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς πλειονοψηφίας. Θέλομεν
1889ἐνταῦθα συζητήσει ἐλευθέρως καὶ θέλομεν βεβαίως ἐν τῇ
1890ἐλευθερίᾳ ταύτῃ ἀξιώσει νὰ ἀκουώμεθα πάντες, ὅπως ἀκού-
1891ονται καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες κατέχουσι τὰ ἑδώλια τὰ κυβερ-
1892νητικά, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ ἔρχωνται ἐν-
1893ταῦθα οἱ κυβερνῆται, ἐκτὸς ἐκείνων τῶν θεμάτων, εἰς ἃ
1894καλοῦνται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐκφέρωσι γνώμας λέ-
1895γοντες πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ γνῶμαι αὗται εἶναι αἱ γνῶ-
1896μαι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι, ἂν τυχὸν αὗται δὲν γίνωσιν
1897ἀποδεκταί, ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον ἄλλο νὰ ἐκπληρώσῃ.
1898Δὲν εἶπεν εὐτυχῶς τοῦτο ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ταύ-
1899την τὴν ἑσπέραν· ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἄλλων
1900ἐπιχειρημάτων ἀπεμάκρυνε τὴν ἀποταθεῖσαν εἰς αὐτὸν
1901ἐρώτησιν, ἀλλ’ ἐπιλαμβάνομαι τοῦ θέματος μετὰ τὸν ἐκ
1902Λακωνίας Βουλευτὴν μόνον καὶ μόνον, ἵνα καταστήσω κα-
1903ταληπτὸν κατὰ ποῖον τρόπον ἡμεῖς ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι
1904ἔχομεν πάντες καθῆκον ἐνταῦθα νὰ ἐργασθῶμεν καὶ κατὰ
1905ποῖον τρόπον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συμφωνήσῃ ἡ Κυβέρ-
1906νησις ὅτι καὶ μόνον κατ’ αὐτὸν πρέπει ἐνταῦθα νὰ συμμε-
1907τάσχῃ τῆς συζητήσεως.
1908§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ἀρ-
1909κετὰ σαφῶς πρό τινων ἡμερῶν ἐξ ἀφορμῆς ὁμοίας ἐδήλωσα,
1910ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ,
1911ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη καὶ πάλιν νὰ ἀπασχολήσω τὴν
1912Βουλὴν περὶ αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἀπόψε τελούμενα εἶ-
1913μαι σύμφωνος μὲ τὸν ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν.
1914§106Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Μετὰ τοῦ σθένους, τὸ ὁποῖον τὸν
1915διακρίνει...
1916§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἀπέσυρε τὴν πρότασιν.
1917§108Π. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι προσπαθοῦσιν ἀπό
1918τινος χρόνου νὰ εἰσαγάγωσιν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν καινοὺς
1919θεούς. Κρίνω περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότι-
1920μος συνάδελφος τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον αἰσθάνομαι ἀνε-
1921πάρκειαν νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ ὕψος τῶν ἰδεῶν ἢ νοημάτων αὐ-
1922τοῦ. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην ὅτι τὸ Σύνταγμα, τὸ πολί-
1923τευμα, τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν, δέον νὰ εἶναι συντεταγμένον
1924καθ’ ὅλους τοὺς τύπους καὶ τοὺς κανόνας τῆς γραμματικῆς
1925καὶ τοῦ συντακτικοῦ τῆς γλώσσης μας. Παρατηρῶ λοιπὸν
1926ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον ὑπάρχει παράγραφος, ἡ ὁποία ἀναιρεῖ
1927τὴν τοιαύτην προσπάθειαν, τῶν πολιτῶν ὅλων εἰς τὸ νὰ
1928γράφωσι καλλιεπῶς καὶ εὐλήπτως τὴν γλῶσσαν ἡμῶν,
1929τὴν παράγραφον αὐτήν, ἡ ὁποία μετεφράσθη ἐκ τοῦ Γαλ-
1930λικοῦ, ὡς ἔχει τὸ κείμενον τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος, ἡ
1931ὁποία λέγει «πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομένων εἰ-
1932δικῶν ἐξαιρέσεων» Ἡ ἰδική μας μετάφρασις λέγει ὅτι
1933«πλὴν τῶν διὰ διοικητικῶν νόμων εἰσαγομένων εἰδικῶν
1934ἐξαιρέσεων». Παρακαλῶ τὸν κ. Δραγούμην, ὡς εἰδήμονα παρὰ
1935πάντα ἄλλον τῆς Ἑλληνικῆς, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἐπιτρέπεται
1936τοιαύτη ταυτολογία ἐν τῇ αὐτῇ φράσει. Παρακαλῶ νὰ
1937μοὶ εἴπῃ, ἂν ἡ μετάφρασις αὐτὴ ἀποτελεῖ....
1938§109ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ δώσω μίαν διασάφη-
1939σιν εἰς τὸν ἔντιμον φίλον μου. Εὐχαριστῶ ὡς πρὸς τὴν
1940βεβαίωσιν ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητά μου περὶ τὴν ἑλληνικὴν
1941γλῶσσαν. Δυστυχῶς ἡ φράσις αὕτη εἶναι ἔργον ἴδιον, ἐγὼ
1942τὴν ἐπεσκεύασα καὶ εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ τὴν ἴδω παμ-
1943ψηφεὶ γινομένην ἀποδεκτὴν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἀπέ-
1944βλεψα εἰς τὴν γλωσσολογικὴν αὐτῆς ἀξίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν
1945ἀκρίβειαν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπανέλαβον μὲ τὴν αὐτὴν φράσιν,
1946καὶ τοῦτο ἀνεγνωρίσθη ὀρθὸν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ διὰ
1947τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ συνάδελφος νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ
1948δεχθῇ νὰ τεθῇ ἡ φράσις αὐτή.
1949§110Γ. ΤΣΑΞΙΡΗΣ. Ἁπλῶς θὰ παρατηρήσω ἐπὶ ἐκείνου, τὸ
1950ὁποῖον διετύπωσεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ὅτι μόνον
1951ἐκεῖναι αἱ γνῶμαι ἔχουσιν ὑποχρεωτικὴν σημασίαν, αἱ
1952ὁποῖαι λαμβάνονται ὁμοφώνως ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ ὁμο-
1953ψηφία εἶναι περιττή, ἀρκεῖ καὶ ἡ πλειονοψηφία.
1954§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἐπὶ
1955τοῦ τρίτου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος κηρύσσεται ἡ συζήτη-
1956σις περατωμένη ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρ-
1957χουσιν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι: πρῶτον ἡ τροπολογία τῶν ἓξ
1958Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀποσύ-
1959ρεται· δεύτερον ἡ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ.
1960Θεοδωρίδου.....
1961§112Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δι-
1962καιοσύνης). Αὐτὴ συνεχωνεύθη.
1963§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ γίνῃ διατύπωσις, παρακαλῶ.
1964§114ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναλόγως τῶν δυνάμεων συνεισ-
1965φέρουσι.
1966§115ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ εἶναι ἀσφαλέστερον νὰ ἀφήσητε
1967τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι.
1968§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως καὶ κατὰ
1969δύναμιν εἰς τὰ δημόσια βάρη.
1970§117ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
1971§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου
1972καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως καὶ κατὰ δύναμιν εἰς τὰ
1973δημόσια βάρη.
1974§119ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἵνα μὴ δημιουργηθῇ ἐκ
1975τῆς πρώτης ὄψεως ἀσάφεια εἰς τὴν ἔκφρασιν καὶ ἀκατα-
1976νοησία ἀκόμη ἐκ τοῦ «ἀδιακρίτως καὶ κατὰ δύναμιν» νὰ
1977τεθῇ «καὶ συνεισφέρουσι πάντες κατὰ δύναμιν ἕκαστος εἰς
1978τὰ δημόσια βάρη».
1979§120Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ ἀδιακρίτως καὶ κατὰ δύναμιν
1980ἔχουν ἱστορικὴν ἀξίαν. Αὐτὰς τὰς φράσεις δὲν τὰς κατε-
1981σκευάσαμεν ἡμεῖς.
1982§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν σχέσει πρὸς
1983τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος εἶχον τὴν τιμὴν ὁμιλῶν πρὸς τὴν
1984Βουλὴν νὰ εἴπω ὅτι ὅλοι μένομεν σύμφωνοι, ὅτι ἐννοοῦμεν
1985τὴν φορολογίαν οὐχὶ ἀναλογικὴν πραγματικήν, ἀλλ’ ὅτι
1986τὴν ἐννοοῦμεν ἐν σχέσει πρὸς τὴν δύναμιν ἑκάστου. Ἐν
1987τούτοις εἶπον ὅτι δεχόμεθα τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Θεοδω-
1988ρίδου, ὅπως κατὰ δύναμιν ἕκαστος συνεισφέρῃ, ἐνόμισα δὲ ὅτι
1989ἀνταποκρίνομαι καὶ πρὸς τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς συνιστῶν
1990νὰ γίνῃ αὕτη δεκτή. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ πολυ-
1991πραγμονῶμεν περαιτέρω διὰ τὴν ἔκφρασιν, καὶ ἑπομένως
1992παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἵνα ἀπο-
1993φανθῇ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν πρώτην
1994περίοδον τροποποιουμένου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τροπολογίας
1995τοῦ κ. Θεοδωρίδου, «καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ
1996δημόσια βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των».
1997§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ κ. Πολυχρο-
1998νιάδου, καθ’ ἣν μετὰ τὴν πρώτην φράσιν τοῦ 3 ἄρθρου, μετὰ
1999τὰς λέξεις «εἰδικῶν ἐξαιρέσεων», προτείνεται νὰ προστεθῇ ἡ
2000ἑξῆς φράσις «οὐδέποτε ὅμως δύναται νὰ ἀνατεθῇ ἐν καιρῷ
2001πολέμου στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἰς μὴ πολίτας Ἕλληνας.
2002Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται
2003νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
2004Ὑπάρχει ἐπίσης τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας
2005καὶ Ἤλιδος κ. Μεϊτάνη.
2006§123Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Παραιτοῦμαι.
2007§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ἄλλη τροπολογία εἶναι ἡ
2008τοῦ κ. Βερροίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην
2009παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ
2010δὲν παρεδέχθη.
2011Ἄλλη τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ κ. Χριστίδου. Οἱ παραδε-
2012χόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Χριστίδου παρακαλοῦνται
2013νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη
2014οὔτε ταύτην οὔτε τὰς ἄλλας. Κατὰ συνέπειαν ἀνακοινῶ τὸ
20153 ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη.
2016«Ἄρθρον 3. Οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ
2017νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια
2018βάρη ἀναλόγως τῶν δυνάμεών των· μόνοι δὲ οἱ πο-
2019λῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας
2020λειτουργίας, πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομέ-
2021νων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων. Πολῖται εἶναι ὅσοι ἀπέκτη-
2022σαν ἢ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τοῦ πολίτου κατὰ
2023τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Εἰς πολίτας ἕλληνας
2024τίτλοι εὐγενείας ἢ διακρίσεως οὔτε ἀπονέμονται, οὔτε
2025ἀναγνωρίζονται».
2026Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρα-
2027καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
2028Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
2029(Ἰδὲ τροπολογίας ἐν Παραρτ. Βʹ Ἀναθεωρ. Βουλῆς)
2030Νὰ διακόψωμεν;
2031§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν,
2032κύριε Πρόεδρε.
2033§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν συναινεῖ
2034κόψωμεν διὰ τὴν δεκάτην ὥραν.
2035§127ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
2036§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον εἰς τὰς δέκα.
2037(Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10 μ.μ.).
2038Μετὰ τὴν διακοπήν.
2039(Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις τὴν 10
2040καὶ 20′ μ. μ.).
2041§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
2042δρίασις. Ἔχει ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ
2043Βοιωτίας κ. Θ. Μιχαλοπούλου πρότασις περὶ προσθήκης
2044ἄρθρων 4 καὶ 5 τοῦ Συντάγματος ἀφορώντων εἰς τὸν καθο-
2045ρισμὸν τῆς καθαρευούσης γλώσσης ὡς ἐπισήμου γλώσσης
2046τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης ἔχει τὸν λόγον
2047ὁ κ. Θ. Μιχαλόπουλος ὡς εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως, κατό-
2048πιν δὲ θέλει τηρηθῆ ἡ σειρὰ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν τῶν ἐγ-
2049γεγραμμένων εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτή-
2050σεων, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
2051§130Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι
2052ὥριμος ἀκόμη ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι
2053δὲν διενεμήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἀναθεώρησιν
2054τοῦ Συντάγματος. Θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ διανεμηθῇ ἡ ἔκ-
2055θεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ ἴδω-
2056μεν τοὺς λόγους καὶ κατόπιν νὰ συζητήσωμεν.
2057§131ΘΑΛ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἰσῆλθεν εἰς
2058τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐνόμισεν, ὅτι δὲν
2059ἦτο ἁρμοδία νὰ εἰσέλθῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τοὺς
2060λόγους δὲ τοὺς ἐξέθεσεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς καὶ
2061βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Κ. Ῥακτιβάν.
2062Νομίζω λοιπόν, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀφοῦ
2063δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπέφυγε νὰ ἀποφανθῇ ἡ ἐπιτροπή,
2064ὅπως ἡ συζήτησις γίνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
2065§132Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν
2066ἔλαβε γνῶσιν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξι-
2067ότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος, δὲν ἔχομεν
2068δὲ καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Νομίζω, ὅτι δύναται νὰ
2069ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ ἔλθῃ αὕτη εἰς ἄλλην συνε-
2070δρίασιν. Οὐδεμία συνάφεια ὑπάρχει τοῦ τρίτου ἄρθρου
2071πρὸς τὸ ὑποβληθὲν αὐτὴν τὴν στιγμὴν αὐτοτελὲς ἄρθρον.
2072Ἐδῶ πρόκειται περὶ μιᾶς αὐτοτελοῦς προτάσεως ἢ ἄρθρου
2073μεριμνῶντος περὶ γλώσσης. Ἴσως ἐπικαιρότατον θὰ ἦτο νὰ
2074ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος κατὰ τὴν
2075συζήτησιν τοῦ δεκάτου ἕκτου ἄρθρου περὶ ἐκπαιδεύσεως.
2076Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ
2077Βοιωτίας κ. Θ. Μιχαλόπουλος δὲν θὰ ἐπιμένῃ νὰ συζητηθῇ
2078ἀπόψε ἡ πρότασίς του.
2079§133Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις
2080πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ, καὶ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι θὰ
2081γίνῃ συζήτησις, διὰ νὰ γίνῃ συζήτησις.
2082§134Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Φρονῶ, ὡς καὶ ἐφρόνουν ἀπὸ τῆς στιγμῆς,
2083καθ’ ἣν ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιοῦτον ζήτημα, ὅτι
2084οὐδεμία συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ πρέπει νὰ γίνῃ, διότι τοι-
2085αύτη συζήτησις, κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην, εἶναι ἀπα-
2086ράδεκτος κατ’ ἀρχήν.
2087§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαράδεκτον ὑπάρχει ἐφ’ ὅσον προσκρούει
2088μία πρότασις εἰς θεμελιῶδες ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.
2089§136Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Αὐτὸ φρονῶ καὶ αὐτὸ συμβαίνει ἐνταῦθα,
2090καὶ κατὰ τὸν Κανονισμὸν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ τὸ προτείνω,
2091ὅπως καὶ σεῖς. Φρονῶ, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ πνεῦμα τῆς
2092λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης
2093καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἐὰν ἐν τῷ Συν-
2094τάγματι δὲν ἀνεγράφετο ἡ διάταξις, καθ’ ἣν πᾶσαι αἱ
2095ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους, ἡ τοιαύτη διάταξις
2096θὰ προέκυπτε μόνη της ἐξ αὐτῆς τῆς μορφῆς καὶ τῆς δια-
2097τυπώσεως τοῦ πολιτεύματος· οὕτω καὶ τὸ ζήτημα τῆς
2098γλώσσης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ λύεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ λεκτικοῦ
2099ὕφους, εἰς ὃ εἶναι γραμμένον τὸ Σύνταγμα. Δὲν ἔχομεν δι-
2100καίωμα καὶ ἁρμοδιότητα νὰ καταλύσωμεν τὴν λαϊκὴν δη-
2101μοκρατίαν τῆς γλώσσης· τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι τοῦ
2102λαοῦ, οὔτε συμφέρει τῇ πατρίδι νὰ δεικνύωμεν ὅτι ὑπάρ-
2103χουν ἐχθροὶ τῆς γλώσσης ἐν Ἑλλάδι· εἶναι δὲ ἐντροπὴ νὰ
2104φωνάζωμεν ὅτι μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι διέδωκαν
2105τὸ Εὐαγγέλιον εἰς τὸν κόσμον, ὑπάρχουσιν ἐχθροὶ τοῦ Εὐαγ-
2106γελίου, καὶ οἱ Ἑλληνόπαιδες διδασκόμενοι τὰ τοιαῦτα, νὰ
2107λησμονῶσι τοὺς πραγματικοὺς ἐχθροὺς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ
2108τῆς χώρας, τοὺς πέρα τῶν συνόρων....
2109§137Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μετεφράσθη ὅμως τὸ Εὐαγγέλιον.
2110§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
2111§139Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος
2112ἔχω τὸν λόγον.
2113Ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς αὐτά,
2114τὰ ὁποῖα γίνονται, νομίζω δὲ ὅτι ἀντιπροσωπεύω τὴν γνώ-
2115μην τῆς μεγαλειτέρας ὁμάδος τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δυσα-
2116νασχετεῖ δι’ αὐτά, τὰ ὁποῖα γίνονται. Μὲ σχολειὰ καὶ μὲ
2117παραφράσεις καὶ μὲ τέτοια τίποτε δὲν γίνεται. Αὐτὸ λέγεται
2118παραφροσύνη, καὶ μάλιστα ὅταν γίνωνται ἀπὸ πρόσωπα,
2119τὰ ὁποῖα εἶναι εὐυπόληπτα καὶ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τεθῶ-
2120σιν εἰς τὴν θέσιν των.
2121§140Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι
2122δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζη-
2123τήματος. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐὰν προεχώρει ἡ συζήτησις καὶ
2124ἐτίθετο τὸ ζήτημα πρὸς ψηφοφορίαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὡς
2125ἔθηκα αὐτό, προσηκόντως θὰ ἤρχετο ἡ συζήτησις μετὰ τὴν
2126συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 3, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὡς καὶ
2127προηγουμένως εἶπον αὐτό, τὸ ἄρθρον 3 καθορίζει ὅτι οἱ
2128Ἕλληνες πολῖται εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας.
2129Πρόκειται διὰ τῆς προσθήκης, τὴν ὁποίαν προτείνω πρὸς
2130ὑμᾶς διὰ τῆς τροπολογίας τῶν προτάσεων τοῦ κ. Μιχαλο-
2131πούλου, νὰ καθορισθῇ μία ἐξαίρεσις εἰς τὸν κανόνα τοῦτον,
2132μία ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ προσὸν
2133ἀρνητικόν, ὅπερ ἀξιολογώτατα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ
2134καὶ ὑπὸ νόμου, ὡς ἐτίθεντο ὑπὸ πολλῶν νόμων προσόντα
2135διαφόρων ὑπαλλήλων θετικά, οὕτω καὶ ὑφ’ ἑνὸς νομοσχεδίου
2136ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ἓν προσὸν ἀρνητικόν. Τοῦτο τὸ προσόν,
2137τὸ ἀρνητικόν, ζητοῦμεν νὰ τεθῇ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος
2138ὡς μία ἐξαίρεσις εἰς τὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον ἔθηκεν ἤδη τὸ
2139ἄρθρον 3. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι δυνατὸν
2140ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων εὐχερῶς νὰ διεξαχθῇ μετὰ τὴν ψή-
2141φισιν τοῦ ἄρθρου 3. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀντίρρησιν,
2142δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμε δι’ ἄλλην ἡμέραν καὶ νὰ τὸ συζη-
2143τήσωμεν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τὸ ζήτημα.
2144§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ἀπόψε.
2145§142Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ
2146τοῦτο ὑπ’ ὄψει. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὔτε εἶπον οὔτε ὑπηνί-
2147χθην κινδύνους οἱουσδήποτε, τοὺς ὁποίους δῆθεν διατρέχο-
2148μεν ἢ εἶναι δυνατὸν καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον νὰ διατρέξῃ ἡ
2149γλῶσσα. Οἱ κίνδυνοι μικροὶ μέν, ἀλλὰ σημαντικοί, καὶ
2150περὶ τῶν ὁποίων ἀξίζει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν, εἶναι ὅτι θὰ
2151εἰσέρχωνται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ μάλιστα εἰς
2152τὴν ὑπηρεσίαν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ἄνθρωποι, οἵτι-
2153νες κατὰ τὴν κοινὴν ἀντίληψιν δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ὑπηρε-
2154τῶσιν εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ ὑπη-
2155ρετῶσιν εἰς δημοσίας ὑπηρεσίας, διότι, ἐνῷ εἶναι ὑπηρέται
2156τοῦ συνόλου, ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶναι ὑπέρτεροι τοῦ
2157συνόλου. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ θελήσῃ κύριος νὰ ἀνεχθῇ
2158ὑπηρέτην, ὅστις λέγει διαρκῶς αὐτῷ: «Ἐγὼ εἶμαι πνευμα-
2159τικῶς ἀνώτερός σου»; Τοῦτο ζητοῦμεν. Τὸ ἔθνος, καὶ ἂν
2160ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι κατώτερον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ
2161τοιούτους ὑπηρέτας. Θὰ εὕρῃ ὑπηρέτας ἰσορροποῦντας πρὸς
2162τὸ ἔθνος. Περὶ τούτου πρόκειται. Ποίαν ἐγὼ περὶ τούτου
2163ἔχω γνώμην τὸ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐπαναλαμ-
2164βάνω διὰ μυριοστὴν φοράν, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ, ὅτι
2165ἐτόνισα καὶ τονίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολου-
2166θῶσι νὰ παραμένωσι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
2167δὲν εὑρίσκονται ἐν ἰσορροπίᾳ πρὸς τὴν διανόησιν τοῦ ἔθνους.
2168§143ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τὸν κ. Παλαμᾶν λέγετε αὐτά;
2169§144Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα. Καὶ δι’ αὐτόν.
2170§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ γίνηται, Κύριοι, ἡ συζήτησις χωρὶς νὰ
2171ἀναφέρωμεν πρόσωπα καὶ ὀνόματα, διότι ἀπέναντι τοῦ ζη-
2172τήματος καὶ ἀπέναντι τοῦ ἔθνους τὰ ὀνόματα εἶναι ἄσχετα
2173καὶ ἀσήμαντα.
2174Ἡ πρότασις τοῦ κ. Μιχαλοπούλου ἀφορᾷ εἰς καθορισμὸν
2175τῆς καθαρευούσης γλώσσης ὡς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ Κρά-
2176τους καὶ κύρωσιν τοῦ καθορισμοῦ τούτου ἀφορῶσαν εἰς τοὺς
2177δημοσίους καὶ τοὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τοὺς τῶν
2178φιλανθρωπικῶν σωματείων. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ
2179κ. Κουλουμβάκη περιοριζομένη εἰς μόνον τοὺς δημοσίους
2180καὶ δημοτικοὺς ὑπαλλήλους. Πρόκειται λοιπὸν περὶ καθο-
2181ρισμοῦ ἀσυμβιβάστου διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Δὲν
2182ὑπάρχει ἀπαράδεκτον, διότι, ἂν ἐφρόνουν τοῦτο, θὰ τὸ
2183ἐπρότεινον. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ προχωρήσῃ.
2184Δεύτερον ζήτημα εἶναι τὸ τῆς ἀναβολῆς, τὸ ὁποῖον ἐζή-
2185τησεν ὁ κ. Μπουφίδης· νομίζω, ὅτι παρέλκει ἡ πρότασις
2186περὶ παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος,
2187καθόσον αὕτη ἀπεφάνθη μετὰ παραπομπὴν εἰς αὐτὴν ἐκ
2188μέρους τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συν-
2189τάγματος δὲν ἀνάγεται εἰς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τοῦ ζη-
2190τήματος. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνωμοδότησεν, ὅτι δὲν εὑρίσκει
2191λόγον νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι τοιαύτη διάταξις.
2192Θὰ ἀναπτυχθῇ λοιπὸν πρῶτον ἂν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ
2193ἡ διάταξις καὶ δεύτερον ἂν αὕτη εἶναι ὀρθή.
2194Ὅσοι θέλουσι νὰ συζητήσωσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητή-
2195ματος δὲν ἔχουσι νὰ δεσμευθῶσιν ἐκ τῆς προτάσεως τῆς
2196ἐπιτροπῆς.
2197§146Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν προέβαλον πρότασιν ἀπα-
2198ραδέκτου.
2199§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον δι’ ὑμᾶς· τὸ εἶπον διὰ τὸν
2200κ. Πετραλιᾶν.
2201§148Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὔτε ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως
2202προέβαλον. Δὲν εἶχον σχέσιν αἱ παρατηρήσεις σας, διότι
2203ἐγὼ δὲν προέβαλον ἔνστασιν ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως
2204διὰ τὴν μὴ διανομὴν τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς· ἐγὼ
2205οὔτε προέβαλον τοιαύτην πρότασιν, οὔτε ἠδυνάμην νὰ προ-
2206βάλω τοιαύτην, διότι δὲν στηρίζεται οὔτε εἰς τὸν Κανονι-
2207σμὸν οὔτε εἰς τὴν λογικήν.
2208§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, περὶ ἀναβολῆς εἶπον καὶ ἐγώ.
2209§150Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Προέβαλον τὴν ἀναβολήν, διὰ νὰ λά-
2210βωμεν γνῶσιν τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις
2211ἀπέρριψε τὰς τροπολογίας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ φρονῇ ὅτι πρέπει
2212νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου ἢ κατ’ οὐσίαν, ἐγὼ
2213δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ μὴ μετάσχω αὐτῆς.
2214§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν παρα-
2215καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν
2216παρεδέχθη. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μιχαλόπουλος.
2217§152Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ προσπαθήσω, κύριοι συνά-
2218δελφοι, ὅσον ἔνεστι διὰ βραχέων νὰ κάμω τὴν εἰσήγησιν
2219τῶν περὶ γλώσσης προτάσεών μου, τὰς ὁποίας ἔχετε ἤδη
2220ἐντύπους ἐνώπιον ὑμῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην ἐκ τού-
2221των, τὴν ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν γλῶσσαν τοῦ Ἱ. Εὐαγγε-
2222λίου, περὶ ταύτης ἔκαμα εἰσήγησιν εἰς προηγουμένην συνε-
2223δρίασιν καὶ δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ προσθέσω τι νέον
2224περὶ αὐτῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην πρότα-
2225σιν, αὗται εἶναι διατετυπωμέναι ὡς ἑξῆς: «Ἄρθρον 4.
2226Ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Κράτους εἶναι ἡ καθαρεύουσα
2227ἐθνικὴ γλῶσσα, ἐν ᾗ καὶ πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως ἐγράφη-
2228σαν τὰ ψηφίσματα τῶν ἐθνικῶν Συνελεύσεων καὶ μετ’ αὐ-
2229τὴν οἱ νόμοι καὶ τὰ Β. Διατάγματα καὶ ἐν ᾗ γράφονται
2230μέχρι τοῦδε ἅπαντα τὰ ἔγγραφα τῆς δημοσίας καὶ τῆς δη-
2231μοτικῆς ὑπηρεσίας».
2232«Ἄρθρον 5. Πᾶσα κατὰ τῆς ἐπισήμου γλώσσης τοῦ
2233Κράτους ἐπέμβασις, τείνουσα νὰ δημιουργήσῃ κοινὸν σκάν-
2234δαλον, ἀπαγορεύεται· Δημόσιος δὲ ἢ δημοτικὸς ὑπάλληλος
2235ἢ ὑπάλληλος φιλανθρωπικῶν ἢ ἄλλων ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν καὶ
2236τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους διατελούντων ἱδρυμάτων φωρώμε-
2237νος ἔνοχος τοιαύτης ἐπεμβάσεως ἀπολύεται καὶ τιμωρεῖται».
2238Δὲν εἶναι πρωτοφανὲς τὸ φαινόμενον ἀνθρώπων διαφωνούν-
2239των, εἴτε ἀτόμων εἴτε ὁμάδων, καὶ πολλάκις διαφωνούντων
2240ἀδιαλλάκτως. Τοὐναντίον εἶναι καὶ φυσικόν. Περὶ ὅσων οἱ ἄν-
2241θρωποι ἀντιλαμβάνονται διὰ τῶν ὀφθαλμῶν καὶ τῶν ὤτων
2242καὶ ἐν γένει διὰ τῶν αἰσθήσεων αὐτῶν, περὶ τούτων δὲν
2243διαφωνοῦσι. Σπανιώτατα μόνον εἶναι δυνατὸν καὶ περὶ
2244τούτων νὰ διαφωνῶσι, διότι ὁ εἷς ἴσως ἀκούει κακῶς ἢ
2245δὲν βλέπει καλῶς, καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη ὑπάρχει ἕνεκα τῆς
2246κακῆς τῶν αἰσθήσεών των κατασκευῆς. Εἶναι γνωστὸν τὸ
2247παθολογικὸν ὀπτικὸν φαινόμενον τοῦ Δαλτωνισμοῦ, καθ’ ὃ
2248τὰ ἐρυθρὰ ἀντικείμενα βλέπει τις ὡς μὴ ἐρυθρά, ἀλλὰ
2249μαυροπράσινα, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα ἐπίσης παθολογικὰ
2250ὀπτικὰ φαινόμενα, αἱ ὑπὸ τῶν ξένων καλούμεναι ἀχρωμα-
2251τοψίαι, εἴτε μερικά, ὡς ὁ μνημονευθεὶς δαλτωνισμὸς καὶ ἡ
2252ἀκυανοβλεψία, εἴτε καθολικά, γενικά· ὁμοίως δὲ καὶ ἄλλα
2253ἀναφερόμενα εἰς ἄλλας αἰσθήσεις.
2254Εὐτυχῶς ἐνταῦθα ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξέρχον-
2255ται τοῦ γενικοῦ κανόνος, καὶ ἡ μεγάλη τῆς κοινωνίας
2256πλειονότης λύει ὅλας τὰς διαφορὰς αὑτῆς καὶ πιστεύει
2257ὅτι τὸ ῥόδον δὲν ἔχει τὸ χρῶμα μαυροπρασίνης φιάλης, ὡς
2258ἀντιλαμβάνονται αὐτὸ οἱ δαλτωνικοί, ἀλλ’ εἶναι ἐρυθρόν, οἷον
2259δηλονότι ἡμεῖς τὸ βλέπομεν, οἵτινες εἴμεθα καὶ οἱ περισ-
2260σότεροι. Ἀλλὰ πολὺ περισσότεραι εἶναι αἱ διαφοραὶ τῶν
2261ἀνθρώπων, ὁσάκις ἐπιχειροῦσι νὰ γνωρίσωσι τὴν οὐσίαν καὶ
2262τὸ βάθος τῶν πραγμάτων καὶ ἐν γένει πᾶν ὅ,τι περὶ αὐ-
2263τῶν δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν ἄμεσον αἴσθησιν. Περὶ τοῦ ἡλίου
2264οὐδεὶς εἶπεν αὐτὸν τετράγωνον· πάντες εἶναι σύμφωνοι, ὅτι
2265εἶναι στρογγύλος, ἀλλὰ περὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ, ἂν εἶναι
2266στερεὸς ἢ ὑγρὸς ἢ ἀέριος, ὅλαι αἱ γνῶμαι, καὶ αὐταὶ αἱ
2267μάλιστα ἀντίθετοι, ἐξηνέχθησαν.
2268§153Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ
2269ἔλυσεν ἡ ἀστρονομία τελευταίως.
2270§154Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε ὅτι τελευταίως λέ-
2271γετε· αὐτὸ μαρτυρεῖ ὅτι καὶ καθ’ ὑμᾶς ἀντίθετοι περὶ
2272τούτου γνῶμαι ἐπεκράτουν, καὶ ὅτι μέχρις ἐσχάτων τὸ
2273ζήτημα αὐτὸ ἦτο ἄλυτον. (Ἱλαρότης). Καὶ ἐδῶ αἱ διαφω-
2274νίαι ὀφείλονται τὸ μὲν εἰς ἀτελῆ παρατήρησιν, τὸ δὲ εἰς
2275κακὸν συλλογισμόν. Εἰς τὰς ἐπιστήμας ἔχομεν ἀφθονίαν
2276τοιούτων παραδειγμάτων. Δὲν εἶναι δὲ ἄσχετον πρὸς τὸ
2277θέμα αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω, διότι ἐφαρμόζεται πιστῶς καὶ
2278εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ.
2279§155Π. ΓΡΥΠΑΡΗΣ. Ἡ προσθήκη διατάξεως εἶναι προσ-
2280βλητικὴ διὰ τὴν γλῶσσάν μας.
2281§156Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ τοὐναντίον, ὅτι εἶναι τι-
2282μητική, ἀφοῦ δὲν προσβάλλομεν, ἀλλὰ τοὐναντίον προστα-
2283τεύομεν τὸν ἐθνικὸν αὐτῆς χαρακτῆρα. Ἐγὼ εἶπον ὅτι
2284ὑπάρχει καὶ περὶ τῆς γλώσσης διαφωνία. Ἐὰν ὑμεῖς φρο-
2285νῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει, ὑποστηρίξατε τὴν γνώμην σας.
2286Ἀλλ’ αὐτὴ αὕτη ἡ παρατήρησις ὑμῶν μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρ-
2287ξιν τῆς διαφωνίας.
2288Ἔλεγον λοιπόν, Κύριοι, ὅτι αἱ διαφωνίαι αὗται ὀφεί-
2289λονται τὸ μὲν εἰς ἀτελῆ, εἰς κακὴν παρατήρησιν, τὸ δὲ
2290εἰς κακὸν συλλογισμόν. Συχνότατα ἔχομεν εἰς τὸ παράδει-
2291γμα τῆς ὡραίας αὐτῆς ἐπιστήμης, τῆς ἀστρονομίας, τὸ φαι-
2292νόμενον, καθ’ ὃ νεώτεραι, ἀκριβέστεραι παρατηρήσεις ἔλυσαν
2293τὰς μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων ὑπαρχούσας διαφορὰς γνώμης
2294καὶ ἐπέφεραν τὴν ὁμοφωνίαν. Ἐπὶ πολὺν χρόνον ὑπῆρξαν
2295καὶ εἰς αὐτὰς τὰς θετικωτάτας ἐπιστήμας, τὰς λεγομένας
2296ἀκριβεῖς ἐπιστήμας, διαφωνίαι, διότι τὰ πρῶτα δεδομένα,
2297ἐφ’ ὧν ἐστηρίχθησαν αἱ γνῶμαι καὶ αἱ θεωρίαι, ἦσαν ἀτε-
2298λεῖς παρατηρήσεις, ἄλλοτε δέ, διότι ἐπὶ ἀκριβῶν δεδομέ-
2299νων ἐστηρίχθη κακὸς συλλογισμός. Διὸ ἀπαραίτητον, νο-
2300μίζω, εἶναι καὶ εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, ὅπως προσέξῃ
2301τις εἰς ταῦτα τὰ δύο· πρῶτον νὰ γνωρίσῃ, τί ἔχει πρὸ αὑ-
2302τοῦ, τὰ πράγματα, καὶ δεύτερον νὰ συλλογισθῇ ἐξ αὐτῶν
2303καὶ νὰ συμπεράνῃ λογικῶς. Ἀλλὰ τὸ ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν
2304εἶναι εὔκολον, τοῦτο ἀποδεικνύουσιν αἱ μέχρι σήμερον ὑπάρ-
2305χουσαι καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἐπιστήμας μεγάλαι διαφω-
2306νίαι προκειμένου περὶ θεωρητικῶν ἀληθειῶν. Πολὺ δὲ πε-
2307ρισσότεραι ὑπάρχουσι διαφωνίαι, προκειμένου περὶ θρη-
2308σκευτικῶν ἀληθειῶν καὶ ἔτι μᾶλλον δεδικαιολογημέναι·
2309ὑπάρχουσι δὲ προσέτι διαφωνίαι μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ
2310ὡς πρὸς τὰς πρακτικὰς ἀληθείας, περὶ τοῦ πρακτέου, δη-
2311λαδὴ τῶν δεόντων γενέσθαι. Καὶ αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἡμῶν πα-
2312ρουσιάζει ἐπίσης τὴν ἀπόδειξιν τοῦ πράγματος, ἡ ὁποία
2313συχνότατα περὶ τῶν πρακτέων, τῶν δεόντων γενέσθαι, δια-
2314φωνεῖ. Εἶναι πολὺ φυσικὸν τοῦτο. Ἂν καὶ τὰ δεδομένα,
2315ἐφ’ ὧν ἐστηρίζοντο οἱ συλλογισμοί, ἦσαν πλήρη καὶ
2316ἀκριβῆ, καὶ ἂν ὁ συλλογισμὸς ἦτο ὀρθός, δὲν ἔπρεπε νὰ
2317ὑπάρξῃ διαφωνία· καὶ παρατηροῦμεν πράγματι πολλάκις,
2318ὅτι τοῦτο συμβαίνει. Εἶναι μία ἀκόμη περίπτωσις, καθ’ ἣν
2319οἱ ἄνθρωποι δὲν συμφωνοῦσι πρὸς ἀλλήλους, ὄχι διότι τὰ
2320δεδομένα των εἶναι ἐσφαλμένα ἢ ἀνεπαρκῆ, ὄχι διότι οἱ
2321συλλογισμοί των δὲν τοὺς βοηθοῦσιν, ἀλλὰ διότι, ὡς συμ-
2322βαίνει ἐνίοτε εἰς τοὺς κατωτέρους συνήθως ἀνθρώπους καὶ
2323εἰς τοὺς πονηρούς, ἔχουσιν ἀντιθέτους σκοποὺς καὶ ἀντί-
2324θετα συμφέροντα. Εἶναι μία περίπτωσις αὕτη, ἡ ὁποία
2325βεβαίως εἰς τοὺς ἀπὸ τοῦ πνεύματος τῆς ἀληθείας ὁρμωμέ-
2326νους δὲν προβάλλει καὶ δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸ ζήτημα,
2327τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει. Ἀλλά, ὁσά-
2328κις τοῦτο ὑπάρχει, εἶναι βεβαίως εἷς λόγος, ὅστις φέρει τὴν
2329διαφωνίαν. Καὶ τότε; «οὐ μὲ πείσεις κἄν με πείσῃς».
2330Ὅταν ὁ λέγων, ὁ ἰσχυριζόμενός τι καὶ προβάλλων αὐτό,
2331ἔχῃ ἄλλον πρὸς τοῦτο λόγον κρύφιον, φυσικὰ τότε ἡ συζή-
2332τησις εἶναι περιττή. Ἀλλά, ἐπαναλέγω, εἰς τὴν ἀπασχο-
2333λοῦσαν ἡμᾶς νῦν περίπτωσιν δὲν συμβαίνει τοῦτο.
2334Τὰς μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων διαφωνίας, εἴτε προκειμένου
2335περὶ θεωρητικῶν ἀληθειῶν εἴτε περὶ πρακτικῶν, τὰς λύει ἡ
2336συζήτησις. Ὡραῖα παραδείγματα ἔχομεν εἰς τοὺς Σωκρα-
2337τικοὺς διαλόγους, ἐν οἷς καταλήγουσι πάντες εἰς τὴν ἀνα-
2338γνώρισιν τοῦ ἀληθοῦς. Ἡ συζήτησις βεβαίως διαλευκαί-
2339νει, ὑποθέτω δέ, ὅτι οὕτω θὰ συμβῇ καὶ μὲ τὸ προκείμενον
2340ζήτημα. Ἀλλ’ αἱ συζητήσεις, προκειμένου περὶ γλωσσικῶν
2341ὑποθέσεων καὶ ζητημάτων ἢ περὶ θρησκευτικῶν τοιούτων,
2342βεβαίως δὲν διεξάγονται ἐν ταῖς Βουλαῖς· διότι ἡ Πολιτεία
2343δὲν ἀναλαμβάνει νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα ἢ τῆς Ἀστρονομίας
2344ἢ τῆς Γεωλογίας ἢ τῆς Γλωσσολογίας ἢ οἱαδήποτε ἄλλα
2345ζητήματα. Ταῦτα θὰ τὰ λύσῃ ἡ κοινωνία καὶ ἰδίως ἡ με-
2346ρὶς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ὅσοι ἐνδιαφέρονται καὶ ἀσχο-
2347λοῦνται περὶ τὰ τοιαῦτα, ἡ δὲ Πολιτεία ὡς μήτηρ μετ’
2348εὐχαριστήσεως βλέπει διεξαγομένας τὰς συζητήσεις αὐτάς.
2349Δὲν θὰ λύσωμεν ἡμεῖς τὸ ζήτημα ἂν κατοικεῖται ὁ Ἄρης,
2350ναὶ ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐνῷ οὐδεμίαν ἔχει ἀφορμὴν ἀνα-
2351μίξεως ἡ Πολιτεία προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων,
2352οὐδ’ εἶναι κατὰ τὴν ταπεινήν μου ἀντίληψιν ἡ κεκλημένη
2353νὰ λύσῃ οἱαδήποτε θρησκευτικὰ ἢ ἐπιστημονικὰ ζητήματα,
2354ἔχει ὅμως, νομίζω, καθῆκον, ἂν αἱ συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι
2355διεξάγονται εἰς τὴν κοινωνίαν, ἂν αὗται προσλαμβάνωσι
2356χαρακτῆρα ὀξύν, ἂν ἐξέρχωνται ὡρισμένων ὁρίων, ἂν ἀπει-
2357λῶσι τὴν δημοσίαν τάξιν, ἂν παράγωσι κοινὸν σκάνδαλον,
2358ἂν ἀπειλῶσι νὰ διαιρέσωσι καὶ νὰ προξενήσωσι τοιαῦτα
2359κακὰ καὶ νὰ ταράξωσι τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἡσυχίαν τῆς
2360κοινωνίας, τότε ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ μὴ ἀδιαφορήσῃ.
2361Παρατηρῶ δὲ καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα ἐξ ἄλλων
2362ἀφορμῶν — διότι αἱ ἀφορμαὶ πιθανὸν νὰ ὦσι ποικίλαι, τὰ
2363ζητήματα εἶναι ὅμοια, ἀδιάφορον ἂν ἡ ἔρις καὶ ἡ διαφω-
2364νία καὶ αἱ συγκρούσεις μεταξὺ μερίδων τῆς κοινωνίας ἢ
2365ἀτόμων ἀνηκόντων εἰς τὸ αὐτὸ Κράτος ἔχουσιν ἀφορμὴν τὴν
2366γλῶσσαν ἢ τὴν θρησκείαν ἢ ἴσως τὸ ἱπποδρόμιον ἢ οἱονδή-
2367ποτε ἄλλο — ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀδιάφορος
2368εἰς τὴν μορφήν, ἣν θὰ λάβῃ ὁ ἀνταγωνισμὸς οὗτος καὶ εἰς
2369συνεπείας, τὰς ὁποίας ἤθελε φέρει εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν.
2370Παρατηρῶ εἰς τὸ ἑλβετικὸν Σύνταγμα ὅτι «τὰ καντό-
2371νια καὶ ἡ ὁμοσπονδία ἡ ἑλβετικὴ δύνανται νὰ λάβωσι τὰ
2372ἀναγκαῖα μέτρα διὰ τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως
2373καὶ τῆς εἰρήνης μεταξὺ τῶν μελῶν τῶν διαφόρων θρησκευ-
2374τικῶν κοινοτήτων».
2375Εἰς τὸ ἄνω Σύνταγμα βλέπει κανεὶς καὶ μίαν ἔτι αὐ-
2376στηροτέραν διάταξιν, προκειμένου περὶ μιᾶς τάξεως ἀν-
2377θρώπων θεωρουμένων ὅτι διαταράσσουσι διὰ τῶν ἐνεργειῶν
2378αὐτῶν τὴν εἰρήνην καὶ τὴν γαλήνην εἰς τὸν ἑλβετικὸν λαόν,
2379καὶ ἡ τάξις αὕτη εἶναι ἡ τῶν Ἰησουϊτῶν, περὶ ὧν τὸ Σύν-
2380ταγμα λέγει, ὅτι δὲν τοῖς ἐπιτρέπει νὰ μένωσιν εἰς τὸ Κρά-
2381τος. Τὸ ἑλβετικὸν Σύνταγμα δὲν συνιστᾷ θρησκείας, δὲν
2382κηρύσσεται ὑπὲρ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς θρησκείας, δὲν λύει
2383θρησκευτικὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξιν τῆς
2384Πολιτείας καὶ τὴν πρέπουσαν, τὴν ἐν καιρῷ γενομένην
2385δρᾶσιν τῆς Πολιτείας πρὸς πρόληψιν ζημιῶν εἰς τὸ Κράτος,
2386εἶναι δὲ αἱ διαιρέσεις τῶν πολιτῶν κατὰ τὴν ταπεινήν μου
2387ἀντίληψιν μία ἀπὸ τὰς μεγαλειτέρας ζημίας εἰς Κράτος
2388καὶ μάλιστα ὀλιγοπληθές, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην ἑνώσεως,
2389πλήρους συνεργασίας τῶν δυνάμεων αὐτοῦ πρὸς ἐπιτέλεσιν
2390τοῦ δυσχεροῦς αὐτοῦ ἔργου. Πᾶσα ἀνακίνησις ζητήματος
2391εἴτε γλωσσικοῦ εἴτε θρησκευτικοῦ, καὶ μάλιστα ἐν οὕτω
2392χαλεποῖς καιροῖς, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀδίκημα πρὸς τὸ
2393ἔθνος καὶ τὸν προορισμὸν τοῦ Κράτους καὶ ζημία. Ἕκαστος
2394εἶναι ἐλεύθερος, ἐπαναλέγω, μέχρις ὁρίων καὶ τὸ ἑλληνικὸν
2395Κράτος καὶ ἡ ἑλληνικὴ συνείδησις ἐπροστάτευσαν πάντοτε
2396καὶ προστατεύουσι τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεως, σέβονται
2397τὴν ἐλευθερίαν τοῦ αἰσθήματος καὶ τοῦ συναισθήματος, τὴν
2398ἐλευθερίαν τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν διανοημάτων, ἀλλά, λέγω,
2399μέχρις ὁρίων· διότι ἐκεῖ, ἔνθα ἡ ἐλευθέρα δρᾶσις ἀτόμου ἢ
2400μερίδος συναντᾷ τὴν σφαῖραν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἄλλου,
2401ἐκεῖ βεβαίως εἶναι ἔργον τῆς Πολιτείας νὰ ἐπεμβῇ. Εἶναι
2402δικαία ἀξίωσις τοῦ ἀτόμου, ἐπίσης δὲ καὶ παντὸς λαοῦ, τὸ
2403νὰ ἀξιοῖ νὰ σέβηται πᾶς τις πρῶτον τὰ εἰς αὐτὸν ἀνήκοντα,
2404τὰ ἰδικά του κτήματα, ἐκεῖνα διὰ τὰ ὁποῖα εἰργάσθη καὶ
2405ἐφ’ ὧν διὰ τοῦ κόπου καὶ τοῦ αἵματός του ἐπέθηκε τὴν
2406σφραγῖδά του, ἀλλὰ μετ’ αὐτὰ τὰ διανοητικὰ καὶ τὰ ἠθικά,
2407τὰ πνευματικὰ δηλαδὴ προϊόντα, ἀλλὰ καὶ τὰς ἠθικὰς
2408πράξεις των, τὴν τιμὴν τούτων· ὅπως δὲ παρὰ τοῖς ἀτόμοις,
2409οὕτω καὶ παρά τινι λαῷ· ἔχουσι καὶ οἱ λαοὶ τὰ ὑλικὰ
2410καὶ τὰ ἠθικὰ ἀγαθά, τὰ προϊόντα τῆς ἐνεργείας των, ὄχι
2411μόνον τὰ ἐπιστημονικὰ προϊόντα, ἀλλὰ καὶ ὅσα ὁ βίος αὐ-
2412τῶν ἐδημιούργησε, τὸ δίκαιον, τὰ ἤθη, τὴν θρησκείαν καὶ
2413τὴν γλῶσσαν. Εἶναι καὶ ἡ γλῶσσα ἓν ἐκ τῶν μεγίστων
2414ἀγαθῶν ἔθνους τινός, εἶναι αὐτὴ ἡ ψυχὴ τοῦ ἔθνους, καὶ δι-
2415καίως πᾶς τις ἔχεται τῆς γλώσσης αὐτοῦ καὶ συζῇ μετ’
2416αὐτῆς, διότι ἡ γλῶσσα ἑνὸς λαοῦ εἶναι τὸ κάτοπτρον τῆς
2417ψυχῆς αὐτοῦ καὶ τὸ ὄργανον, δι’ οὗ δρᾷ διανοητικῶς τε καὶ
2418ἠθικῶς. Δὲν εἶναι λοιπόν τι τυχαῖον, δὲν εἶναι ἔνδυμα, τὸ
2419ὁποῖον λαμβάνει καὶ ἀποβάλλει εὐχερῶς· εἶναι κἄτι τι, τὸ
2420ὁποῖον προῆλθεν ἀπὸ τὴν ψυχήν, εἶναι πλάσμα τῆς ψυχῆς
2421καὶ ὄχι πλάσμα τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ πλάσμα γενεῶν, τὸ
2422ὁποῖον αἱ γενεαὶ ἐκληροδότησαν εἰς τὰς γενεάς. Εἶναι ἓν
2423μέγα ἀγαθόν, εἶναι μέγα κτῆμα τοῦ ἔθνους, καὶ ὀρθῶς ὁ
2424λαὸς αἰσθάνεται ὅτι προσβάλλεται, ὅταν τὴν γλῶσσαν,
2425τὴν ὁποίαν αὐτὸς θεωρεῖ καλὴν καὶ πατροπαράδοτον, τὴν
2426βλέπῃ προσβαλλομένην.
2427Τοιοῦτο κτῆμα καὶ θησαυρὸν θεωρεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
2428καὶ τὸ Ἱερὸν Εὐαγγέλιον καὶ τὴν γλῶσσαν, ἐν ᾗ ἐγράφη,
2429πᾶσαν δὲ προσβολὴν τὴν αἰσθάνεται ὡς προσβολὴν τοῦ εἶ-
2430ναι, τῆς οὐσίας αὐτοῦ. Ἐξετάζω πῶς ἔχει ψυχολογικῶς καὶ
2431ἠθικῶς παρὰ τῷ λαῷ τὸ πρᾶγμα· αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστα-
2432σις, αὐτὸ εἶναι τὸ πρᾶγμα, εἰς τὸ ὁποῖον θέλοντες καὶ μὴ
2433θέλοντες ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν. Διὰ τοῦτο, λέγω, ὁ λαὸς
2434ἠσθάνθη ὡς προσβολὴν κατὰ τοῦ αἰσθήματος αὐτοῦ τοῦ
2435ἐθνικοῦ καὶ τοῦ θρησκευτικοῦ ὅσα ἄλλοτε ἐν Ἀθηναϊκῷ
2436φύλλῳ εἴδομεν ὑπὸ τύπον δῆθεν μεταφράσεως τοῦ Ἱεροῦ
2437Εὐαγγελίου, ἐν ᾗ τὴν Μ. Πέμπτην ὁ Χριστὸς ἔκαμε
2438«κρυφὸ τσιμποῦσι» καὶ ἄλλα τοιαῦτα.
2439Ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἠκούσατε περὶ γλώσσης νέας,
2440εἶναι γνωστὸν ὅτι μετ’ ἀηδίας καὶ περιφρονήσεως τὰ
2441ἤκουσεν ὁ λαός, κατ’ ἀρχὰς μὲ γέλωτας καὶ καγχασμούς.
2442Πρῶτος εἰσηγητὴς αὐτῆς τῆς νέας γλώσσης ἦτο ὁ Μελαγ-
2443χροινός, ὁ ὁποῖος πλάττων νέας ἰδιορρύθμους καὶ ἀστείας
2444λέξεις τῆς ἐπινοίας του προυκάλει διὰ τὸ παράδοξον αὐ-
2445τῶν τὴν εὐθυμίαν καὶ τοὺς γέλωτας κατ’ ἀρχὰς στενοῦ
2446κύκλου φιλοπαιγμόνων Ἀθηναίων φίλων του. Ὀλίγον βρα-
2447δύτερον εἴδομεν παρ’ ἄλλων πλήθη νέων λέξεων, ἀγνώστων
2448λέξεων. Τότε εἴδομεν τὴν ὑποτείνουσαν λεγομένην «ἀπο-
2449κατινὴν τεντώστραν» καὶ ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα παρή-
2450γαγον εἰς τὸν λαὸν δυσάρεστον αἴσθησιν καὶ βδελυγμίαν
2451καὶ ἐθεωρήθησαν, σοβαρῶς λεγόμενα, ὡς προσβάλλοντα τὸ
2452ἐθνικὸν αὑτοῦ αἴσθημα καὶ τὸν ἐθνικὸν αὑτοῦ χαρακτῆρα.
2453Πληθὺν τοιούτων λέξεων γνωρίζετε ὑμεῖς, διότι οἱ πλεῖστοι,
2454πιστεύω, θὰ ἠκούσατε, καὶ κρίνω περιττόν, ὅσον καὶ ἀηδές,
2455νὰ τὰς ἐπαναλάβω· ἀλλὰ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐξ αὐτοῦ
2456ἐγεννήθη, ἦτο μία ἀηδία, μία ἀγανάκτησις, μία ὀργή.
2457Εὑρισκόμεθα πραγματικῶς ἐνώπιον μιᾶς ὅλως νέας
2458γλώσσης, πηγὴν ἐχούσης γνωστὸν στενὸν κύκλον ἀνθρώπων,
2459τῶν ἐπικληθέντων μαλλιαρῶν, ὅστις διὰ τῶν πλουσίων
2460ὄντως μέσων αὑτοῦ ζητεῖ νὰ γίνῃ εὐρύτερος, ἐνώπιον ἑνὸς
2461φαινομένου, τὸ ὁποῖον μόνον εἰς τοὺς ἀγρίους λαούς, ἂν
2462ἐρευνήσωμεν, τὸ βλέπομεν. Εἰς τὰ βάθη τῆς Βραζιλίας, εἰς
2463τὰς ἀποκέντρους χώρας τῆς Νοτίου Ἀφρικῆς, εἰς τοὺς
2464ἀγρίους, τοὺς βαρβάρους λαοὺς μόνον βλέπομεν ὅμοια φαι-
2465νόμενα. Ὡς ἀναφέρουσιν οἱ περιηγηταί, εἰς τὴν Βραζιλίαν
2466παρὰ τοῖς ὅλως ἀπαιδεύτοις καὶ ἀγρίοις ζῶσι φυσικῶς
2467λαοῖς (ἀναγινώσκει): «ἡ γλωσσικὴ κίνησις καὶ μεταβολὴ
2468εἶναι ἐξόχως ταχεῖα καὶ ζωηρά· ἐπικρατεῖ ἐν τῷ ἐσωτε-
2469ρικῷ τῆς Βραζιλίας μία τόσον μεγάλη γλωσσικὴ διαφορά,
2470ὥστε κατὰ μῆκος ἑνὸς ποταμοῦ εἰς ἔκτασιν 400 περίπου
2471χιλιομέτρων ἀπαντᾷ τις 8 ὅλως διαφόρους ἀπ’ ἀλλήλων
2472γλώσσας». Οἱ γνῶσται τῶν χωρῶν ἐκείνων ἰδοὺ πῶς ἐξη-
2473γοῦσι τὸ φαινόμενον, ὅτι, ἐνῷ κάθηνται οἱ ἰθαγενεῖς πλη-
2474σίον τῆς πυρᾶς των, διέρχονται τὴν ὥραν των ἐπινοοῦντες
2475νέας λέξεις· ὅσῳ δὲ περισσοτέραν ἐντύπωσιν κάμωσι καὶ
2476παράδοξοι φανῶσιν αὗται εἰς τοὺς ἀκροατάς, τόσῳ ἀκρα-
2477τήτους προκαλοῦσι γέλωτας, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης
2478ἀναγράφονται εἰς τὸ λεξιλόγιόν των. Ὅμοιον φαινόμενον
2479παρατηρεῖται εἰς τὴν Νότιον Ἀφρικήν. Πολλάκις τὰ παι-
2480δία ἐγκαταλελειμμένα ὑπὸ τῶν γονέων ἠναγκάσθησαν νὰ
2481πλάσωσι νέαν διάλεκτον, ὥστε μετὰ μίαν γενεὰν ἱεραπό-
2482στολοι, ἐπιστρέφοντες καὶ ἐπισκεπτόμενοι ἐκ νέου τὴν
2483χώραν ἐκείνην, νὰ εὑρίσκωσι νέαν γλῶσσαν. Τόσον συχνὴ
2484εἶναι ἡ ἀλλαγὴ τῆς γλώσσης ἐκεῖ· τοῦτο δὲ κινδυνεύομεν
2485νὰ πάθωμεν καὶ ἡμεῖς μὲ τὴν ὑπὸ γνωστοῦ κύκλου ἀνθρώ-
2486πων ἐπίμονον ἐπινόησιν νέων χυδαίων ἢ χυδαιοπρεπῶν λέ-
2487ξεων καὶ τὴν πολιτογράφησιν αὐτῶν εἰς τὰ δι’ ἁδρᾶς δα-
2488πάνης ἐκδιδόμενα ὑπ’ αὐτῶν βιβλία.
2489§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτά, τὸ ἡμίωρον πλησιάζει
2490νὰ λήξῃ.
2491§158Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ ἐξαντληθῇ ὁ χρόνος,
2492θὰ σταματήσω καὶ θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ
2493λάβω καὶ ἐκ δευτέρου βραδύτερον τὸν λόγον.
2494Ἰδοὺ τί λέγει περὶ τῶν τοιούτων λαῶν καὶ τῶν λόγων
2495τῆς τοιαύτης γλωσσικῆς βαθμίδος ὁ ἔξοχος γλωσσολόγος
2496Max Müller. Πρῶτον ὅμως ἰδοὺ τί λέγει ὁ ἔξοχος ψυχο-
2497λόγος Lazarus (ἀναγινώσκει): «ὅτι μεγίστης προσοχῆς
2498ἄξιον εἶναι, ὅτι, ὅσῳ ἀτελεστέρα εἶναι ἡ γλωσσικὴ δημιουρ-
2499γία λαοῦ τινος, τόσῳ ταχυτέρα εἶναι ἡ μεταβολὴ αὐτῆς».
2500Ὁ δὲ διάσημος γλωσσολόγος Max Müller λέγει, ὅτι
2501(ἀναγινώσκει): «Παρὰ τοῖς ἀγρίοις καὶ ἀπολιτίστοις
2502λαοῖς τῆς Σιβηρίας, τῆς Ἀφρικῆς καὶ τοῦ Σιὰμ παρετη-
2503ρήθη ὅτι ἀρκοῦσι δύο ἢ τρεῖς γενεαί, ὅπως τὴν ὅλην ὄψιν
2504τῶν διαλέκτων αὐτῶν μεταβάλωσι. Θὰ πιστεύσῃ τις ὅτι
2505ἀπὸ τῶν χρόνων τοῦ Cook πέντε ἐκ τῶν δέκα ἁπλῶν ἀρι-
2506θμητικῶν ὀνομάτων ἐν τῇ γλώσσῃ τῆς Ταΐτης ἀπεβλήθησαν
2507καὶ διὰ νέων ἀντικατεστάθησαν; Καὶ ὅμως τοῦτο ἐγένετο».
2508«Ἡ τοιαύτη ἀποβολὴ καὶ ἀπώλεια τῶν προγενεστέρων
2509γλωσσικῶν δημιουργημάτων—παρατηρεῖ ὁ βαθὺς ψυχολό-
2510γος καὶ φιλόσοφος Lazarus—εὐθὺς ὡς οἱαδήποτε ὁρμὴ ἐδη-
2511μιούργησε νέα, θεωρητέα ἀσφαλὲς γνώρισμα κατωτέρου
2512πολιτισμοῦ. Τοὐναντίον δὲ ἀνώτερος πολιτισμὸς ἐκδηλοῦ-
2513ται ἐν τῇ διατηρήσει καὶ τῶν ἀρχαίων τύπων...Οἱ παλαιοὶ
2514οὗτοι τύποι συντελοῦσιν, ἔνθα ὑφίσταται σταθερὰ παράδοσις,
2515ὅπως προσλαμβάνωσι ἀρχαϊκόν τινα χαρακτῆρα, ὅστις παρέ-
2516χει εἰς αὐτοὺς ὡρισμένην, ὅσῳ καὶ λεπτὴν εἰδικὴν ἀξίαν.
2517«Μεμορφωμένοι λαοὶ εἶναι ἱστορικοὶ καὶ τἀνάπαλιν,
2518ἱστορικοὶ λαοὶ εἶναι μεμορφωμένοι. Ἀλλ’ ἀμφότερα ὅμως
2519ταῦτα, μόρφωσις καὶ ἱστορία, συντόμως εἰπεῖν, ἐρείδονται
2520ἐπὶ τούτου, ὅτι αἱ προγενέστεραι μορφαὶ τοῦ βίου καὶ τῆς
2521δημιουργικῆς δράσεως δὲν ἐξαφανίζονται, ἐνῷ νέαι δημι-
2522ουργοῦνται».
2523Ὀρθῶς δὲ παρατηρεῖ καὶ ὁ Γεώργιος Κούρτιος ὅτι «χα-
2524ρακτὴρ τοῦ γλωσσικοῦ βίου, ὅστις ἔχει ὑψίστην σπουδαιό-
2525τητα διὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ γλωσσικοῦ οἰκοδομήματος,
2526εἶναι ἡ γνησίως συντηρητικὴ τάσις τοῦ διατηρεῖν παρὰ
2527τοῖς νεωτέροις γλωσσικοῖς δημιουργήμασι τὰ παλαιότερα.
2528Ἡ γλῶσσα σπανίως ἐγκαταλείπει τι ἐντελῶς, ὅπερ ποτὲ
2529εἶχεν. Ὅπως τὸ νέον προσάπτεται πάντοτε πρὸς τὸ πα-
2530λαιόν, οὕτω καὶ τὸ παλαιὸν δυσκόλως παύει ἐντελῶς νὰ
2531εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐκτὸς τοῦ συρμοῦ»
2532Ἡ παρατήρησις αὕτη τοῦ Κουρτίου, λέγει ὁ πολὺς La-
2533zarus, εἶναι τελείως ἐπιτυχής, ἂν λεχθῇ ἰδίως διὰ τὴν
2534γλῶσσαν τῶν μεμορφωμένων λαῶν· ἴσως μάλιστα δύναται
2535νὰ ὑψωθῇ καὶ εἰς γνώρισμα τούτων».
2536Ἀλλὰ τὸ γνώρισμα ὅμως τοῦτο, ὅπερ ἔχει ὁμολογουμέ-
2537νως καὶ ἡ νεωτέρα ἡμῶν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ἡ γλῶσσα, ἣν
2538πάντες αἰσθανόμεθα καὶ δι’ ἧς σήμερον ἅπαντες οἱ Ἕλλη-
2539νες, καὶ οἱ τὰ μάλιστα ἀπ’ ἀλλήλων τοπικῶς ἀφιστάμενοι,
2540ἐπικοινωνοῦσι πρὸς ἀλλήλους, ἡ γλῶσσα αὕτη, εἰς ἣν καὶ
2541ἡμεῖς τὴν στιγμὴν ταύτην ἐκφράζομεν τὰ διανοήματα,
2542τὰ συναισθήματα καὶ τὰς βουλήσεις ἡμῶν, ἡ δικαίως διὰ
2543πάντα ταῦτα καλουμένη ἐθνικὴ ἡμῶν γλῶσσα, τὸ πολύ-
2544τιμον, λέγω, τοῦτο γνώρισμα αὐτῆς ἐπιζητοῦσι ν’ ἀφαιρέ-
2545σωσι βιαίως ἀπ’ αὐτῆς οἱ ἐχθροὶ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν γλώσσης.
2546§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἡμίωρον ἐξηντλήθη.
2547§160ΘΕΜ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα ὡς εἰς
2548εἰσαγωγὴν εἰς τὴν πρότασίν μου, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ὅταν
2549μοὶ δοθῇ ὁ λόγος δευτέραν φοράν, νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομε-
2550ρεστέραν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος.
2551(Ἰδὲ τροπολογίαν ἐν Βʹ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ).
2552§161Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιμένετε εἰς τὸ ἄρθρον ὡς
2553ἔχετε διατυπώσει αὐτό;
2554§162Θ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι πᾶσαν δυνατὴν ἐπὶ τὸ
2555βέλτιον τροπολογίαν.
2556§163Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐάν, Κύριοι, διετυποῦτο ἡ ἀξίωσις,
2557ἵνα ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγραφῇ διάταξις, καθ’ ἣν θ’ ἀπη-
2558γορεύετο εἰς τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας, διότι ἐπ’ αὐτῶν θὰ
2559ἐξετείνετο τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος, ἡ χρῆσις οἱασδή-
2560ποτε γλώσσης, οἱουδήποτε γλωσσικοῦ ἑλληνικοῦ ἰδιώματος,
2561βεβαίως τοιαύτη τις διάταξις δὲν ἤθελεν εἶναι δυνατὸν ἵνα
2562γένηται εὐμενῶς ἀποδεκτή, καὶ ἡ ἐπ’ αὐτῆς συζήτησις
2563ἤθελεν εἶναι ἐντελῶς ἀλλοτρία τοῦ σκοποῦ, τοῦ προορισμοῦ
2564τοῦ συνεδρίου τούτου, συνελθόντος οὐχὶ ἵνα καταλύσῃ, ἀλλ’
2565ἵνα ἀναστηλώσῃ τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Ἡ διατύπω-
2566σις ὅμως τῆς προτάσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ
2567Βοιωτίας βουλευτοῦ κ. Μιχαλοπούλου, συμπληρουμένης, ὡς
2568συνεληρώθη, διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν
2569ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς κ. Κουλουμβάκης, οὐ
2570μόνον προσήκει μετὰ σοβαρότητος νὰ μελετηθῇ, ἀλλὰ νομί-
2571ζω καὶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκρουσθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
2572Ἡ ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Συντάγματι ἀνακήρυξις γλώσσης
2573ἐπισήμου δὲν εἶναι πρωτοφανές τι, οὐδ’ ἀλλότριον πρὸς τὴν
2574ἐθνικὴν ἀποστολὴν τοῦ συνεδρίου τούτου. Ἐφ’ ὅσον ἡ φύσις
2575αὐτὴ τῶν πραγμάτων καὶ τὰ ἐκ τῆς Ἱστορίας δεδομένα
2576μᾶς διδάσκουσιν ὅτι ἐν τῇ λαλουμένῃ γλώσσῃ εἶναι ἀδύνα-
2577τον νὰ ὑπάρξῃ ἀπόλυτος ταυτότης τύπων, ἀπόλυτος ταυ-
2578τότης καταλήξεων καὶ ἑνότης ἐν τῇ προφορᾷ, ἐξ ὧν καὶ
2579ἄλλων ἔτι λόγων προκύπτουσι τὰ γλωσσικὰ ἰδιώματα,
2580καταδήλως προκύπτει ἡ ἀνάγκη μιᾶς κοινῆς γλώσσης ἐχού-
2581σης τοὺς ἐκλεκτοτάτους τῶν τύπων, τὰς ἑλληνικωτάτας
2582τῶν λέξεων καὶ τὴν κατακηλοῦσαν τὴν ἀκοὴν καλλιφωνίαν
2583ἐν τῇ προφορᾷ. Τοιαύτη κοινὴ πάντων τῶν Ἑλλήνων γλῶσσα
2584εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν σχολείων, τοῦ ἄμβωνος, τῶν δικαστη-
2585ρίων, τῆς Βουλῆς, ἡ γλῶσσα τέλος ἡ γραφομένη.
2586§164Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ γλῶσσα ἡ αἰσθανομένη.
2587§165Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ γλῶσσα ἡ αἰσθανομένη μοὶ ψι-
2588θυρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἡ συγκινοῦσα θέλει ἴσως
2589νὰ εἴπῃ, καὶ γλῶσσα τοιαύτη εἶναι ἡ γλῶσσα, εἰς τὴν ὁποίαν
2590πάντες οἱ Ἕλληνες, Στερεοελλαδῖται, Θεσσαλοί, Πελοπον-
2591νήσιοι, νησιῶται, δοῦλοι, ἐλεύθεροι, συνεννοοῦνται. Ἑλλη-
2592νικὴ γλῶσσα δὲν εἶναι, κ. συνάδελφε, ἐκείνη, τὴν ὁποίαν
2593μόνον γνωρίζουσιν ὅσοι ἐδημιούργησαν αὐτήν, καὶ τὴν ἐδη-
2594μιούργησαν κατὰ τρόπον στρεβλωτικὸν τῆς γλώσσης τῆς
2595κρατούσης (χειροκροτήματα), κατὰ τρόπον ἀναιρετικὸν τῆς
2596αἰωνίας ἰδέας τοῦ καλοῦ, τῆς ἑνιαίας γνώμης σύμπαντος
2597τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, ὅλου τοῦ σοφοῦ κόσμου, διὰ
2598μυρίων στομάτων καὶ δι’ ὅλων τῶν αἰώνων διακηρύττοντος
2599ὅτι τὸ ἰδεῶδες καλὸν εὕρηται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ.
2600(Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
2601Ἐν τῇ Ἑλληνικῇ γλώσσῃ τῇ ἀρχαίᾳ, τῇ εὐλογηθείσῃ διὰ
2602τοῦ Εὐαγγελίου, κεῖται τὸ ἰδεῶδες καλόν· πρὸς ἐκεῖνο τὸ
2603ἰδεῶδες καλὸν τὸ ἀμιγῶς ἑλληνικὸν δὲν νομίζω ὅτι πρέπει
2604νὰ ἀποκόψωμεν τὴν ὁδόν, ἡ ὁποία μᾶς ἄγει ἐκεῖ.
2605§166Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Σύρριζα.
2606§167Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ τὴν ἀποκόψητε σεῖς, οἱ ὁποῖοι
2607λέγετε αὐτὴν τὴν λέξιν, ἀλλὰ θὰ μετανοήσητε σεῖς πρῶτος,
2608ἐὰν ἐπικρατήσητε....
2609§168Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Μὲ παρεξηγήσατε. Ἐγὼ συμφωνῶ μεθ’
2610ὑμῶν· εἶμαι σύμμαχος ὑμῶν.
2611§169Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Συγγνώμην· ἐνόμισα ὅτι εἶσθε ἐναν-
2612τιοφρονῶν.
2613Συμφωνῶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες τὸ γλωσσικὸν ζήτημα
2614θεωροῦσιν ἐθνικόν, καὶ ὅ,τι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἀποτελεῖ
2615τὸν κίνδυνον δὲν εἶναι αἱ μεμονωμέναι ἀπόπειραι νεανιῶν
2616τινων καὶ ἡλικιωμένων ἄλλων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι δύ-
2617νανται διὰ στρεβλώσεως τῆς γλώσσης, διὰ δημιουργίας
2618ἀκαταλήπτων καὶ βαναύσων ἐντελῶς λέξεων, δι’ ἐκφράσεων
2619ἀσχέτων πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ καλοῦ, τοῦ ἑλληνικοῦ καλοῦ,
2620νομίζουσι, λέγω, καὶ προσπαθοῦσι νὰ δημιουργήσωσιν ἄλ-
2621λην γλῶσσαν. Αἱ ἀπόπειραί των αὗται θὰ συντριβῶσι
2622βεβαίως. Ἀλλ’ αἱ ἀπόπειραι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι
2623δημοσίας θέσεις, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι διδακτικὰς θέσεις,
2624ἐκείνων αἱ ἀπόπειραι εἶναι ἐπικίνδυνοι. Ἔρχομαι, Κύριοι,
2625ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κίνδυνος αὐτὸς ἐξερ-
2626ράγη ἐν ὅλῃ αὐτοῦ τῇ ὀξύτητι. Ἀπεκαλύφθη ὅτι εἰς τὴν
2627πόλιν τοῦ Βόλου λειτουργεῖ ἓν παρθεναγωγεῖον λεγόμενον
2628ἀνώτερον πρότυπον παρθεναγωγεῖον.
2629§170ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δημόσιον;
2630§171Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δημοσυντήρητον, διατελοῦν πάντοτε
2631καὶ ὀφεῖλον νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους.
2632Εἰς τὸ πρότυπον αὐτὸ παρθεναγωγεῖον ἀπεκαλύφθησαν, Κύ-
2633ριοι, δύο κίνδυνοι σπουδαῖοι, ἀπεκαλύφθη εἷς κίνδυνος ἀνα-
2634γόμενος εἰς προσβολὴν κατὰ τῆς θρησκείας, ἀπεκαλύφθη
2635ἕτερος κίνδυνος ἀναγόμενος εἰς στρέβλωσιν τῆς γλώσσης,
2636εἰς στρέβλωσιν τῆς γλώσσης ἀφορῶσαν τὸ ἀσθενέστερον τῶν
2637φύλων, τὸ φῦλον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ μεγίστην ἐπιρροὴν
2638ἐν πᾶσι τοῖς ζητήμασιν, ἰδίως δὲ εἰς τὴν διαμόρφωσιν τῆς
2639γλώσσης ἐν τῷ οἴκῳ. Εἰς τὸ σχολεῖον αὐτὸ φοιτῶσι κοράσια,
2640τὰ ὁποῖα ἀπεφοίτησαν ἐκ τοῦ πλήρους δημοτικοῦ σχολείου.
2641Τὸ πλῆρες δημοτικὸν σχολεῖον ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν
2642Βʹ τάξιν τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου. Τὸ πρότυπον παρθενα-
2643γωγεῖον ἄρχεται ἀπὸ τῆς τρίτης τάξεως τοῦ ἑλληνικοῦ
2644σχολείου. Ἡ μαθήτρια, τῆς ὁποίας εἶδον τὰς ἐκθέσεις ἰδεῶν,
2645εἶναι δωδεκαετὴς τὴν ἡλικίαν, γράφουσα δὲ πέρυσιν ἔκθε-
2646σιν ἰδεῶν εἰς τὸ δημοτικὸν σχολεῖον γράφει ὡς ἑξῆς (ἀνα-
2647γινώσκει): Ὑπομονή. «Ἡμέραν τινὰ δύο χωρικαί, ἡ Εὐαγ-
2648γελία καὶ ἡ Ἑλένη, μετέβαινον ἐκ τοῦ χωρίου εἰς τὴν πό-
2649λιν φέρουσαι ἑκατέρα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἀνὰ ἓν κάνιστρον
2650πλῆρες ὀπωρῶν· καθ’ ὁδὸν ἡ Εὐαγγελία ἐστέναζε καὶ ἐγόγ-
2651γυζεν, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ Ἑλένη ἐγέλα καὶ ἠστειεύετο· αἴ-
2652φνης ἡ Εὐαγγελία εἶπεν εἰς τὴν Ἑλένην· «ἀπορῶ πῶς δύ-
2653νασαι νὰ γελᾷς, ἐνῷ τὸ φορτίον σου ἔχει τὸ αὐτὸ βάρος μὲ
2654τὸ ἰδικόν μου» κτλ.
2655Ἐφέτος ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἀνωτέραν ἐκπαίδευσιν τοῦ
2656προτύπου ἑλληνικοῦ παρθεναγωγείου· ἰδοὺ δὲ πῶς γράφει.
2657§172ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἰδία;
2658§173Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἡ ἰδία. Τὰ τετράδιά της τὰ εἶδον
2659μὲ τοὺς ἰδίους μου ὀφθαλμούς (ἀναγινώσκει): «Ὡς τόσο
2660ὁ γέρο–Γιάννης σηκώνεται καὶ βάζει στὴ τσέπη του τὰ
2661λίγα λεφτάκια ποῦ ὁ σύντροφός του μάζεψε σ’ ἕνα παληὸ
2662φέσι καὶ κοιτάζει ἂν αὐτὴ τὴ βραδειὰ πρέπει νὰ δειπνήσῃ
2663ἢ ἂν θὰ μπορέσῃ νὰ φάῃ καμμιὰ γαβάθα φασούλια καὶ νὰ
2664πιῇ μιὰ κοῦπα κρασὶ κλπ. κλπ.».
2665§174ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἄξιον λόγου...
2666§175Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Θὰ ἦτο ἴσως οὐχὶ ἄξιον λόγου, ὅπως
2667εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, ἐὰν αὐτὴ ἦτο ἡ γλῶσσα τοῦ παι-
2668δίου, ἐὰν ἐγνώριζε νὰ τὴν γράψῃ. Ἀλλ’ ἰδοὺ τί ἀποκαλύ-
2669πτει ἡ παρατήρησις ἐπὶ τοῦ τετραδίου τοῦ παιδίου αὐτοῦ.
2670Θέμα ἐκθέσεως ἰδεῶν ἐδόθη, κατὰ τὴν φρασεολογίαν τοῦ
2671διευθυντοῦ τοῦ σχολείου, «πῶς περνοῦν εἰς τὸ σπίτι». Γρά-
2672φει τὸ κοράσιον· «Πρῶτον εἰς ἡμᾶς ἐξυπνοῦν οἱ γονεῖς μας»·
2673ὁ διδάσκαλος διορθώνει μὲ ἐρυθρὰν μελάνην, διὰ νὰ κατα-
2674στήσῃ ἐμφανεστέραν τὴν ἐντύπωσιν τοῦ διδασκομένου γλωσ-
2675σικοῦ ἰδιώματος· «Πρῶτον σὲ μᾶς ξυπνοῦν οἱ γονεῖς μας».
2676Θὰ θαυμάζητε ἴσως πῶς ἀφῆκεν ἀδιόρθωτον τὸ οἱ γονεῖς
2677μας. Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ καλὸς αὐτὸς Ἑλληνικὸς καὶ κοι-
2678νῶς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ παραδεδεγμένος τύπος διέλαθε
2679τὴν προσοχὴν τοῦ διδασκάλου, ὅστις θὰ τὸ ἀντικαθίστα
2680διὰ τοῦ οἱ γονέοι μας, τὰ γονικά μας, ἢ δὲν ἠξεύρω πῶς.
2681Ἡ μαθήτρια γράφει παρακάτω· «πόσον μοῦ ἀρέσει νὰ»,
2682ὁ διδάσκαλος διορθώνει μὲ ἐρυθρὰν μελάνην· «πόσο μοῦ
2683ἀρέσει»· ἦτο λάθος γλωσσικὸν τὸ πόσον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε
2684νὰ διορθώσῃ μὲ ἐρυθρὰν μελάνην, ἵνα μείνῃ ἐντετυπωμένον
2685εἰς τὴν μνήμην τοῦ κορασίου ὁ ἀμείλικτος κατὰ τοῦ τελι-
2686κοῦ ν πόλεμος, ὃν ἔχει κηρύξει ὁ διδάσκαλος.
2687Ἡ νέα γράφει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γραμματικῆς καὶ τῶν
2688τύπων, τοὺς ὁποίους ἐδιδάχθη εἰς τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον.
2689Γράφει παρακάτω «νὰ χωρισθῶμεν»· ὁ διδάσκαλος διορ-
2690θώνει μὲ ἐρυθρὰν μελάνην «νὰ χωρισθοῦμε»· δὲν ἐπιτρέ-
2691πεται, βλέπετε, εἶναι ἀγραμματωσύνη, εἶναι ἔγκλημα νὰ
2692γράψῃ «νὰ χωρισθῶμεν». Τὸ σχολεῖον αὐτό, Κύριοι, λει-
2693τουργεῖ ἀπὸ ἑνὸς καὶ πλέον ἔτους ἐκεῖ.
2694§176ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ποῖος τὸ διευθύνει;
2695§177Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κ. Δελμοῦζος.
2696§178ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Γνωρίζετε εἰς ποίαν ἑται-
2697ρείαν ἀνήκει ὁ κ. Δελμοῦζος; Εἰς τὴν κοινωνιολογικήν!
2698§179Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἐφρόντισα νὰ μάθω οὔτε τὰς γνώ-
2699μας τοῦ κ. Δελμούζου οὔτε τὰς ἑταιρείας, εἰς ἃς ἀνήκει ἢ
2700εἶναι μέλος. Ὁ κ. Δελμοῦζος δύναται νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν
2701κοινωνιολογικὴν ἑταιρείαν ἢ καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην, νὰ ἔχῃ
2702οἱασδήποτε πεποιθήσεις θέλει περὶ τῶν κοινωνικῶν πρα-
2703γμάτων, νὰ ἔχῃ οἱασδήποτε γνώμας θέλει περὶ τῶν δημο-
2704σιονομικῶν πραγμάτων, νὰ ἔχῃ οἱασδήποτε ἰδέας θέλει
2705περὶ πολιτικῶν πραγμάτων· ὁ κ. Δελμοῦζος, κατ’ ἐμέ, ὅτε
2706εἶναι διδάσκαλος καὶ ὁρκίζεται νὰ διδάξῃ τὴν γλῶσσαν
2707τὴν Ἑλληνικήν, τῆς ὁποίας ἕνα κοινὸν τύπον ἔχομεν πάν-
2708τες οἱ Ἕλληνες, δὲν ἐδικαιοῦτο οὐδ’ ἐπιτετραμμένον ἦτο
2709εἰς αὐτὸν οὔτε τὸ ἰδίωμά του τὸ Ῥουμελιώτικο νὰ διδάξῃ,
2710ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ ἀλαμπουρνέζικο ἰδίωμα, οὗ ἐμνήσθην.
2711(Χειροκροτήματα).
2712Οἱ διδάσκαλοι, Κύριοι, ἀναλαμβάνοντες τὴν μεγάλην
2713ἐντολὴν τῆς διαμορφώσεως καὶ τῆς διαπαιδαγωγήσεως τῶν
2714νέων Ἑλλήνων καὶ τῶν νέων Ἑλληνίδων, δύνανται ν’ ἀπο-
2715βῶσιν ὀλέθριοι ἀμνημονοῦντες τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν· καὶ
2716ὁ κ. Δελμοῦζος, ἀφοῦ ἠναγκάσθην ἤδη νὰ τὸν ὀνομάσω, διὰ
2717τῆς διδασκαλίας αὑτοῦ κατεδείχθη αἱρεσιώτης ἐπιλήσμων
2718τῶν μεγάλων αὐτοῦ ἐπαγγελματικῶν ὑποχρεώσεων.
2719Δὲν τῷ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνέλθῃ τὴν ἕδραν τοῦ
2720διδασκάλου καὶ νὰ διδάξῃ τὸ ἰδίωμά του, τὸ ἰδίωμα
2721τὸ Ῥουμελιώτικο· ἀλλὰ δὲν τῷ ἦτο κατὰ μείζονα λό-
2722γον ἐπιτετραμμένον νὰ ἀνέλθῃ τὴν ἕδραν τοῦ διδασκάλου
2723καὶ νὰ διδάξῃ τὸ ἰδίωμα αὐτό, τὸ στρέβλωμα αὐτό, τό,
2724δὲν γνωρίζω πῶς νὰ τὸ ὀνομάσω, τὸ ἀκατονόμαστον αὐτὸ
2725ἰδίωμα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ διδάξῃ. Καὶ ἐὰν πρόκειται
2726νὰ ὑποβάλωμεν τὰ τέκνα μας εἰς τὸν κόπον τῆς ἐκμαθή-
2727σεως τῶν γραμμάτων, ἐὰν πρόκειται νὰ ὑποβάλωμεν τὰ
2728τέκνα μας εἰς τοὺς κόπους τῆς ἐκμαθήσεως γλωσσικῶν
2729κανόνων, ἄ! σᾶς βεβαιῶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδεμίαν στι-
2730γμὴν θὰ θυσιάσω τῶν πολυτίμων στιγμῶν τῶν τέκνων
2731μου, ἵνα διδαχθῶσι τὸ ἰδίωμα αὐτό, τὸ στρέβλωμα
2732αὐτό! Ἐὰν οὕτω θέλωσι τὴν διαμόρφωσιν τῶν Ἑλλήνων,
2733ἂς ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν, ὅτι τὸ σχολεῖον εἶναι πε-
2734ριττόν, καὶ ἂς περιέρχωνται οἱ παράδοξοι αὐτοὶ αἱρεσιῶ-
2735ται τὴν Ἑλλάδα διδάσκοντες διὰ ζώσης ἕκαστος τὸ ἰδί-
2736ωμά του. Καὶ οὕτω θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἰδεῶδες τέλειον.
2737§180Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὅπως φθάνομεν ὅλοι μας, ὅταν τε-
2738λειώνωμεν τὸ γυμνάσιον.
2739§181ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον,
2740ὅτι ὅσοι τελειώνουσι τὸ Γυμνάσιον καὶ εἶναι ἀνίκανοι νὰ
2741γράψωσι μίαν ἐπιστολήν, αὐτοὶ γίνονται ὀπαδοὶ τῆς μαλ-
2742λιαρῆς, καὶ ἐὰν θέλητε, κύριε Ὑπουργέ, σᾶς ὑποβάλλομεν
2743εἰς δεῖγμα γραφῆς, διὰ νὰ ἴδητε πόσας ἀνορθογραφίας κά-
2744μνετε. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐγράφετε ποτε, ὅτι ὁ δεῖνα ἀπέ-
2745θανε γοργῶς!
2746§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουλουμβάκη, εἶσθε ταραξίας.
2747§183ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι ταραξίας, ἀλλὰ
2748δὲν ἠξεύρω μήπως γίνω. (Γέλωτες).
2749§184Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν θὰ λησμονήσω ποτέ, Κύριοι,
2750ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤκουσα ἀπὸ τοὺς λεγομένους δημοτικι-
2751στάς, πράγματι ὅμως μαλλιαρούς, ἢ δὲν γνωρίζω πῶς ἄλ-
2752λως θέλουσι νὰ ὀνομάζωνται, ὅταν εἰς ἕνα ἐξ αὐτῶν φίλον
2753μου, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεζήτουν, εἶπον: διατί τώρα καθ’
2754ἣν στιγμὴν συζητεῖς δὲν μοῦ ὁμιλεῖς τὴν γλῶσσαν, ὑπὲρ
2755τῆς ὁποίας μάχεσαι; Εἶναι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτὴν ὁ συνά-
2756δελφός μου αὐτὸς ὁ ἀγαπητός; Διότι δὲν τὴν γνωρίζω, μοὶ
2757εἶπε! Δὲν τὴν γνωρίζει ὁ ἴδιος, δὲν δύναται νὰ ἐκφράσῃ
2758τὰ διανοήματά του εἰς αὐτήν, καὶ ἐν τούτοις ζητεῖ νὰ τὴν
2759ἐπιβάλωμεν εἰς τὰ τέκνα μας, νὰ τὴν ἐπιβάλωμεν εἰς τὸ
2760πανελλήνιον. (Χειροκροτήματα)
2761§185ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι;
2762§186Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ὀνομάσω.
2763Καὶ θέλουσι, Κύριοι, αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ
2764δὲν τὴν γνωρίζουσι, νὰ τὴν διδάξωσιν εἰς τὰ τέκνα μας,
2765ἵνα, ἀγνοοῦντα καὶ τὴν ἀποσκορακισθησομένην καθαρεύου-
2766σαν, μὴ ὦσιν εἰς θέσιν νὰ διατυπώσωσι τὰ διανοήματά των,
2767ἀφοῦ καὶ αὐτοὶ οἱ μετὰ φανατισμοῦ ὑπέρμαχοι αὐτῆς, οὓς
2768βαρύνει τοὐλάχιστον στοιχειώδης ὑποχρέωσις νὰ τὴν ὁμι-
2769λῶσι καὶ νὰ τὴν γνωρίζωσι, δὲν διστάζουσι νὰ ὁμολογήσω-
2770σιν ὅτι τὴν ἀγνοοῦσιν. Ἐκεῖ λοιπὸν ἐγὼ βλέπω τὸν κίνδυ-
2771νον καὶ μόνον ἐκεῖ· βλέπω τὸν κίνδυνον εἰς τὴν προτίμησιν
2772αὐτῶν τῶν διαστρεβλωτῶν τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης εἰς με-
2773γάλας καὶ δημοσίας θέσεις, καὶ μαχόμενος ἐναντίον αὐτοῦ
2774τοῦ κινδύνου τοῦ ἐθνικοῦ, τοῦ ἀπειλοῦντος τύφλωσιν πνευ-
2775ματικήν, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ταχθῶ ὑπὲρ τῆς
2776προτάσεως τοῦ κ. Μιχαλοπούλου, ἰδίᾳ δὲ ὑπὲρ τῆς τροπο-
2777λογίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς
2778προέτεινεν, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι τότε
2779καὶ μόνον θὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξω τὸν κ.
2780Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκ-
2781παιδεύσεως, ὅταν.....
2782§187Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εἶναι καὶ αὐτὸς μαλλιαρός.
2783§188Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς
2784ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως.
2785......ὅταν θὰ ἔχῃ γραμματέα τοῦ Πανεπιστημίου τὸν κ.
2786Παλαμᾶν, διότι σήμερον δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν
2787ἐλέγξω. Θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξω τὸν κύριον Ὑπουρ-
2788γὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι εἰς τὴν θέσιν τοῦ γραμ-
2789ματέως τοῦ Πανεπιστημίου διατηρεῖ τὸν κ. Παλαμᾶν, κρά-
2790τιστον μὲν ἑλληνιστὴν ἐξ ἐπαγγέλματος καὶ μεμελετημέ-
2791νης προαιρέσεως στρεβλωτὴν καὶ ὑβριστήν, δύναμαι νὰ τὸν
2792εἴπω, τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης (εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
2793Θὰ δύναμαι νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλη-
2794σιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, διατί δὲν
2795ἀπευθύνει ἓν δριμύ, δριμύτατον ἔγγραφον κατὰ τοῦ πρυτά-
2796νεως τοῦ Πανεπιστημίου, πρὸ τῶν ὀμμάτων τοῦ ὁποίου
2797γράφεται τὸ ἑξῆς προσκλητήριον ἀπὸ μέρους τῶν φοιτητῶν
2798(ἀναγινώσκει): «Φοιτητικὴ συντροφιά. Κύριοι, σᾶς προσ-
2799καλοῦμε τὴν Κυριακὴ 12 τοῦ Δεκέβρη 2 μ.μ. στὰ γραφεῖα
2800τοῦ Νουμᾶ δρόμος Ἱπποκράτη 11, ὅπου θὰ μιλήσῃ ὁ Κω-
2801στῆς Παλαμᾶς. Ἀθήνα 10 τοῦ Δεκέβρη 1910. Ἡ ἐπι-
2802τροπή».
2803Ἠκούσατε κανένα, Κύριοι, νὰ λέγῃ τὸν Δεκέμβριον Δε-
2804κέβρη, τὴν φοιτητικὴν ἕνωσιν φοιτητικὴ συντροφιά, καὶ
2805τέρπει ὑμᾶς τὸ σκαιὸν αὐτὸ ὕφος τοῦ φοιτητικοῦ αὐτοῦ
2806προσκλητηρίου;
2807Ὅταν ἔχω τὴν διάταξιν τὴν συνταγματικήν, κατὰ τὴν
2808ὁποίαν θ’ ἀπαγορεύηται νὰ καταλαμβάνωσι δημοσίας θέ-
2809σεις οἱ οὑτωσὶ ἀσύστολοι στρεβλωταὶ τῆς ἑλληνικῆς γλώσ-
2810σης, οἱ τοιοῦτοι παραβάται καὶ περιφρονηταὶ τῶν ἑλληνικῶν
2811παραδόσεων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐλέγξω
2812τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς
2813Παιδείας, ἐξερχόμενος τῆς αἰθούσης ταύτης, μετὰ τὸν ἔλεγ-
2814χον τὸν καυστικόν, τὸν ὁποῖον ἤθελεν ὑποστῆ ἐκ μέρους
2815ἡμῶν, βεβαίως θὰ ἐνόει ὅτι πρῶτον ἔργον του ὀφείλει νὰ
2816εἶναι, ὅταν μεταβῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον του, νὰ ὑποβάλῃ τὸ
2817Διάταγμα τῆς ἀπολύσεως ἑνὸς τοιούτου ὑβριστοῦ τῶν ἑλλη-
2818νικῶν παραδόσεων ὑπαλλήλου, καὶ θὰ ἠδυνάμην, δυνάμει
2819τῆς διατάξεως ταύτης τῆς συνταγματικῆς, νὰ ἐλέγξω τὸν
2820κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατί ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον παρη-
2821μέλησε νὰ ἐποπτεύσῃ τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ὁ
2822κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θὰ μετέβαινεν ἀπὸ τῆς θέσεως
2823αὐτῆς εἰς τὸ γραφεῖον του, διὰ νὰ ὑποβάλῃ ἀμέσως τὸ Διά-
2824ταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἀπελύοντο ὅλαι αἱ διοικητικαὶ
2825ἀρχαὶ τοῦ νομοῦ Μαγνησίας, διότι παρεῖδον νὰ ἐποπτεύ-
2826σωσι τὴν ἐπικίνδυνον διδασκαλίαν, τὴν ὁποίαν διδάσκει ὁ
2827κ. Δελμοῦζος εἰς τὸ ἐν Βόλῳ παρθεναγωγεῖον. Ὅταν ἔχω
2828μίαν τοιαύτην συνταγματικὴν διάταξιν, θὰ δύναμαι νὰ
2829ἐλέγξω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατί ἀφῆ-
2830κεν ἀνικανοποίητον τὸν ἐπίσκοπον Δημητριάδος, ὅτε μετέβη
2831εἰς τὸ σχολεῖον τοῦ κ. Δελμούζου καὶ ἐτόλμησεν ὁ ἀντιπρό-
2832σωπος τῆς θρησκείας, τῆς κρατούσης καὶ προστατευομένης
2833ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἐτόλμησε, λέγω, νὰ παρατηρήσῃ εἰς
2834τὴν διδασκάλισσαν ὅτι ὤφειλε νὰ διδάσκῃ τὰ κοράσια,
2835τὰς μητέρας τοῦ μέλλοντος, μίαν τοὐλάχιστον προσευχήν,
2836κατάπληκτος δ’ ἤκουσε τὴν ἀπαισίαν ἀπάντησιν, ὅτι τοῦτο
2837θ’ ἀπετέλει φασαρίαν (ἀποτελεῖ, Κύριοι, φασαρίαν ἡ προσ-
2838ευχή). Ὅτε ἤκουσεν αὐτό, ἠγέρθη ὁ ἱεράρχης καὶ ἀπεχώ-
2839ρησεν, ἠκούσθη δὲ κατόπιν ὁ διδάσκαλος ἀσεβῶς ἐκφέρων
2840κατ’ αὐτοῦ φράσεις.
2841§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐξηκριβωμένον αὐτὸ ἢ ἐκ τῶν
2842ἀναγραφῶν τῶν ἐφημερίδων;
2843§190ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἴδετε τὴν ἀπάντησιν τοῦ Δελ-
2844μούζου εἰς τέσσαρα φύλλα τῆς «Θεσσαλίας»;
2845§191Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα.
2846§192ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐδώκατε πίστιν εἰς ὅσα ἔγραφε;
2847§193Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μάλιστα· ἔν τισιν.
2848§194ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν ἐδώκατε πίστιν εἰς ἐκεῖνα,
2849τότε ἀπορῶ διατί ἐπιμένετε λέγοντες ὅσα λέγετε ἐναντίον
2850τοῦ Δελμούζου.
2851§195Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τί λέγουσι τὰ φύλλα;
2852§196ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω τὰ φύλλα.
2853Ὁ Δελμοῦζος διαψεύδει πάντα ταῦτα· διαψεύδει ὅτι ἐφέρθη
2854ἀσεβῶς πρὸς τὸν ἐπίσκοπον, εἴτε αὐτός, εἴτε ἡ διδασκά-
2855λισσα· διαψεύδει ὅτι δὲν διδάσκονται θρησκευτικὰ μαθή-
2856ματα εἰς τὸ σχολεῖον.
2857§197Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι δὲν διδάσκονται θρη-
2858σκευτικὰ μαθήματα· εἶπον ὅτι δὲν γίνεται προσευχὴ καὶ
2859ὅτι ἡ διδασκάλισσα εἶπεν εἰς σχετικὴν παρατήρησιν τοῦ
2860ἐπισκόπου, ὅτι αὐτὸ θὰ ἀποτελῇ φασαρίαν κατὰ τὴν διδα-
2861σκαλίαν.
2862§198ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ διαψεύδει διαρρήδην
2863εἰς τὰ τέσσαρα φύλλα. Αὔριον, ἐὰν ἔχητε ὑπομονήν, θὰ
2864ἀκούσητε νὰ ἀναγνώσω τὰ φύλλα αὐτά.
2865§199Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί διαψεύδει ὁ κ. Δελμοῦ-
2866ζος· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαιῶ ἐγώ, εἶναι ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς
2867τὰ τῆς διδασκαλίας, διεξάγονται ὡς ἐγὼ διετύπωσα αὐτά,
2868τὰ διετύπωσα δὲ ὢν αὐτόπτης καὶ αὐτήκοος τῶν πραγμά-
2869των· ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς θρησκείας, εἶπον, δὲν τὰ
2870ἤκουσα ἐγώ, μοὶ τὰ ἐβεβαίωσεν ἀξιότιμος συνάδελφός μου
2871ἐν ἐπαγγέλματι, δικηγόρος, πατὴρ τῆς κορασίδος, περὶ
2872τῆς ὁποίας πρόκειται, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπέσυρε τὴν κόρην του
2873ἐκ τούτου τοῦ λόγου, ἐκ τῆς ἀσεβείας, μεθ’ ἧς προσηνέχθη
2874τὸ προσωπικὸν τοῦ σχολείου πρὸς τὸν ἐπίσκοπον. Ἀλλ’ ὅ,τι
2875ἐπίσης γνωρίζω ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν εἶναι τοῦτο, ὅτι
2876πρό τινος χρόνου, ἐνῷ ἐγίνετο ἡ διδασκαλία εἰς τὸ πρότυ-
2877πον ἐκεῖνο, ἀληθῶς πρότυπον, σχολεῖον, ἐσήμανεν ὁ ἑσπερι-
2878νός, καί τινα ἐκ τῶν κορασίων, ἰδόντα τὴν μητέρα των νὰ
2879κάμνῃ τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ
2880ἐγερθῶσιν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ μαθήματος καὶ κάμωσι τὸ ση-
2881μεῖον τοῦ σταυροῦ, ἄλλαι δέ τινες κορασίδες ἐμπεποτισμέ-
2882ναι τὰ νεώτερα διδάγματα ἐγέλασαν ἐπὶ τούτῳ. Ὁ κ.
2883Δελμοῦζος τότε παρετήρησε τὰς σταυροκοπηθείσας κορασί-
2884δας, διότι ἠτάκτησαν, προσθεὶς ὅτι αὐτὰ τὰ κάμνουσιν οἱ
2885καλόγηροι καὶ εἶναι φαρισαϊκά· νὰ προσεύχεσθε μόνον καὶ
2886νὰ εἶσθε εἰλικρινεῖς, ὅλα δὲ τὰ ἄλλα εἶναι φαρισαϊκά. Αὐτὰ
2887εἶναι ἐξηκριβωμένα, τὰ ὁποῖα σᾶς λέγω. Καὶ ἐν τοιαύτῃ
2888περιπτώσει φαντασθῆτε αὐτὸν τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος φέρει
2889καὶ δίπλωμα εἰδικοῦ παιδαγωγοῦ, φαντασθῆτε ὁποῖον
2890σπέρμα ἀσεβείας ἐνεστάλαξεν εἰς τὰς καρδίας τῶν κορα-
2891σίων, διὰ νὰ καρποφορήσῃ τὴν περιφρόνησιν πρὸς τὴν μη-
2892τέρα ὅλων, ἣν μεταβαίνοντα εἰς τὴν οἰκίαν των καὶ θὰ ἔβλε-
2893πον ἑκάστοτε σταυροκοπουμένην εἰς τοὺς ἤχους τῶν κωδώ-
2894νων τῆς ἐκκλησίας· αὐτὴν τὴν παιδαγωγικὴν ἐδιδάχθη ὁ κ.
2895Δελμοῦζος, ἐκεῖ ὅπου ἐσπούδασε (χειροκροτήματα).
2896§200ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
2897§201ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι (χειροκροτήματα).
2898§202ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν θέλουσι τὴν διακοπήν, διότι
2899δὲν θέλουσι νὰ ἀκούσωσιν οἱ Κύριοι. Ἐὰν ἐπετρέπετε νὰ
2900ἀκούσητε....
2901§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
2902§204Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἐπιτρέπω.
2903§205Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δικαίωμα τοῦ ἀγορεύοντος εἶναι
2904νὰ ἐπιτρέπῃ ἢ ὄχι διακοπάς, καὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι φω-
2905νάζουν, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πολλάκις διέκοψαν παρὰ τὰς
2906ἀπαγορεύσεις τοῦ κ. Προέδρου.
2907§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουφίδης ἐπιτρέπει τὴν διακο-
2908πήν, καὶ τοῦ κ. Μπουφίδου συγκατανεύοντος ἐπιτρέπω καὶ
2909ἐγώ, διὰ νὰ σαφηνισθῇ τὸ ζήτημα.
2910§207Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τὰ ἐν Βόλῳ γε-
2911νόμενα, ἑπομένως οὐδὲν πιστοποιῶ, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι
2912ὁ συνάδελφος ἡμῶν ὁ ἐκ Βόλου καταγόμενος, ὁ κ. Χρυσο-
2913βελώνης, ἔχει κόρην εἰς τὸ σχολεῖον τοῦτο.
2914§208Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές,
2915ἐγὼ σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐπισήμως.
2916§209Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν δὲν ἔχῃ κόρην, εἶναι ἔφορος.
2917Λοιπὸν παρ’ αὐτοῦ ἤντλησα πληροφορίας ὅτι τὸ εἰρημένον
2918Παρθεναγωγεῖον λειτουργεῖ κατὰ τρόπον παιδαγωγικώτα-
2919τον, εἶναι δὲ ἀναληθέστατα ὅσα ἐγράφησαν κατὰ τοῦ Δελ-
2920μούζου, ὅτι δὲν διδάσκει τὴν θρησκείαν τὴν χριστιανικὴν
2921καθ’ ὅλους τοὺς κανόνας.
2922§210Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ ἐγώ. Ὁ κ. συνάδελ-
2923φος εἶναι εὐφυέστατος καὶ εὔστροφος Ρουμελιώτης, γνω-
2924ρίζει δὲ πράγματι κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ διαφεύγῃ
2925τὴν συζήτησιν. Δὲν εἶπα ἐγὼ ὅτι ὁ κ. Δελμοῦζος δὲν δι-
2926δάσκει θρησκευτικὰ μαθήματα, ἄλλως τε αὐτὸ δὲν θὰ ἦτο
2927ἐπιτετραμμένον, ἀλλὰ πράττει κἄτι τι πολὺ ἐπικινδυνω-
2928δέστερον ἐκείνου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι τὸν σώζει ὁ κ.
2929Τσιριμῶκος· κλονίζει τὴν θρησκείαν, διδάσκει τὴν ἀσέ-
2930βειαν πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς καὶ διδάσκει τὴν θρη-
2931σκείαν καὶ προσευχὴν κατὰ τρόπον φυσιολατρικόν, ὡς τὸν
2932ὀνομάζει αὐτός. Δηλ. ὁδηγεῖ τὰ κοράσια εἰς τὴν ἐξοχὴν
2933καὶ ἐκεῖ τὰ διδάσκει ὅτι πρέπει νὰ λατρεύωσι τὸ σύμπαν
2934καὶ τὸν δημιουργὸν τῆς φύσεως, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον
2935διδασκόμενα τὰ θρησκευτικὰ μαθήματα ἀπομακρύνουσιν
2936ἀπὸ τῶν δογμάτων τῶν θρησκευτικῶν, ἀπὸ τῶν παραδόσεων
2937τῶν χριστιανικῶν, ἀπὸ τῶν παραδόσεων τῶν Ἑλληνικῶν.
2938§211ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπηυθύνθη παράκλησις νὰ ἐξα-
2939κριβωθῇ ἂν πρόκειται περὶ ὡρισμένου γεγονότος, ὅτι ἀπηυ-
2940θύνθη προσβολὴ κατὰ τοῦ προϊσταμένου τῆς Ἐκκλησίας.
2941§212Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐγὼ τὸ ἤκουσα κατὰ τοιοῦτον τρό-
2942πον λεγόμενον ἐκεῖ, ὥστε δὲν μοὶ ἔμεινε καμμία ἀμφιβο-
2943λία ὅτι εἶναι ἀκριβές. Λοιπόν, Κύριοι, διὰ νὰ τελειώσω,
2944κατὰ τοῦ τοιούτου κινδύνου εὑρίσκω ὅτι πρέπει νὰ ἀντι-
2945ταχθῶμεν. Πρὶν ἢ ἄρξηται ἡ συζήτησις, εἶχον καὶ ἐγὼ
2946τὴν γνώμην ὅτι δὲν θὰ ἤξιζεν ἴσως τὸν κόπον νὰ θέσωμεν
2947διάταξιν περὶ ἐπισήμου γλώσσης ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλ’
2948ἤδη, ὅτε βλέπω τοιοῦτον φανατισμὸν ἀπὸ μέρους ἐκείνων,
2949οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ὀπαδοὶ τῆς μαλλιαρῆς ἢ
2950τῆς δημοτικῆς γλώσσης, ἀφ’ ἧς παρετήρησα ὅτι ὑπάρ-
2951χουσιν ἱδρύματα, οἷον τὸ τοῦ Βόλου, ἀφ’ ἧς ἔμαθον ὅτι ὁ
2952Παλαμᾶς ἐξακολουθεῖ ὢν εἰς τὴν θέσιν του καὶ θύει εἰς
2953τὸν βωμὸν τῆς ἀπαισίας πλέον ἐκείνης γλώσσης, διότι ἡ
2954γλῶσσα τοῦ Παλαμᾶ δὲν εἶναι οὔτε δημοτικὴ οὔτε μαλ-
2955λιαρὴ —ἐγὼ τουλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω οὐδὲν τῶν
2956ἔργων τοῦ Παλαμᾶ—, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια
2957καὶ μέριμνα σπουδαία ὑφ’ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι καυχώμεθα ὅτι
2958ἀντιπροσωπεύομεν τὰς συντηρητικὰς ἑλληνικὰς ἰδέας, πρω-
2959τίστη τῶν ὁποίων καὶ κορωνὶς καὶ κεφαλὴ καὶ κατακλεὶς
2960εἶναι αἱ θρησκευτικαὶ ἡμῶν καὶ γλωσσικαὶ παραδόσεις,
2961νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον, πρωτοστατούντων τῶν Βου-
2962λευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ μὴ
2963ὀνομάσω Κυβέρνησιν ἐν συνταγματικῇ συζητήσει καὶ
2964οὕτως ἐνοχλήσω τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον ἰδέαν περὶ τῆς δρά-
2965σεως τῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς συνταγματικαῖς συζητή-
2966σεσι, νομίζω ὅτι πάντες ἡμεῖς, πρωτίστως δὲ οἱ ἀποτε-
2967λοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταί, ὀφείλομεν νὰ ταχθῶ-
2968μεν ὑπὲρ τῆς προστασίας τῶν παραδόσεων τούτων. (Χειρο-
2969κροτήματα).
2970§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ Κανονισμοῦ τὸν
2971ἀγορεύοντα διαδέχεται πάντοτε ὁ ἀντιλέγων κατὰ τὴν τά-
2972ξιν τῆς ἀναγραφῆς του. Ὑπάρχουσιν οἱ ζητήσαντες τὸν λό-
2973γον 40 ἐν ὅλῳ· ἐρωτῶ εἶναί τις ἀντιλέγων; Ὁ κ. Κουλουμ-
2974βάκης ἀντιλέγει;
2975§214ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι.
2976§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γαλανός;
2977§216Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἀναβάλλω.
2978§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλούμπαρδος;
2979§218Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Οὔτε ἀντιλέγων οὔτε ὑπέρ.
2980§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε οὐδέτερος· ὁρίστε.
2981§220ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Δηλῶ ὅτι δὲν θέλω νὰ
2982ἐκφρασθῶ, δι’ ὅσων θὰ εἴπω, εἴτε ἀπροκαλύπτως, εἴτε
2983λεληθότως, ἐναντίον οὐδενός· θὰ ὁμιλήσω ὡς ἀμερόληπτος
2984μεταξὺ τῶν δύο μερίδων παρατηρητής.
2985§221ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχουσι μερίδες.
2986§222ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἀλήθεια· μόνον ἐφόρεσαν
2987τὸ φόρεμα τῆς μερίδος· ἀλλὰ καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν ὑπάρ-
2988χουσι μερίδες, καὶ τοῦτο θὰ τὸ ἑνόουν καὶ μόνοι, ἂν ἠδύ-
2989ναντο μεταξὺ των νὰ συνεννοηθοῦν· λοιπὸν δηλῶ ὅτι θέλω
2990νὰ ὑποδείξω τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀντι-
2991κρυσθῇ τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τὴν ἐπικαιρότητα καὶ τὴν ἐσω-
2992τερικὴν σημασίαν αὐτοῦ, εἰσαγόμενον καὶ συζητούμενον ὑπὸ
2993μιᾶς Βουλῆς. Πρὸ τινων αἰώνων, πρὸ ὀλίγων αἰώνων, διὰ
2994τὴν Ἱστορίαν τῆς ἀνθρωπότητος, οἱ ἄνθρωποι ὁσάκις ἀντί-
2995κρυζον κανένα νευροπαθῆ ἔλεγον: ἄ! ἀπὸ ποῦ ἦλθεν αὐτός;
2996αὐτὸς δὲν εἶναι ἄρρωστος, θέλει ξύλο. Ἰδίως ὁσάκις ἀντί-
2997κρυζον ἐκεῖνα τὰ εἴδη τῶν νευρασθενῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰς
2998νευροπαθείας των εἶχον πολλὰ συμπτώματα τῆς ἀσθενείας
2999αὐτῶν, τὰ ὁποῖα οἱ ἰατροὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξηγήσωσιν.
3000Ἐπίσης ὁσάκις οἱ ἄνθρωποι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνέ-
3001βαινε νὰ ὑποστῶσι λιμόν, δηλαδὴ σιτοδείαν, δὲν εἶχον δυσ-
3002κολίαν νὰ τὸ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν κακὴν φροντίδα τῶν κυ-
3003βερνώντων αὐτούς, ἢ ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς ἐμπόρους, ἀκόμη δὲ
3004καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀρτοποιούς, οἱ ὁποῖοι, πολλάκις βλέπομεν
3005ἀπὸ τὴν Ἱστορίαν, ὅτι ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα ἀπὸ τὴν ἰδέαν
3006αὐτὴν τοῦ κόσμου. Ἐπίσης ὅταν ἐνέσκηπτεν εἰς τόπον τινὰ
3007ὁ ἕτερος λοιμός, ἡ ἀσθένεια, τότε δὴ τότε! οἱ ἄνθρωποι
3008ἀπέδιδον τὸν λοιμὸν εἰς πολλὰς καὶ διαφόρους αἰτίας,
3009ἀλλὰ ἡ περιεργοτέρα ἐξ αὐτῶν εἶναι ὅτι τὴν ἀπέδιδον εἰς
3010τὰ ἄστρα! Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι ὅτι σοφός τις τῆς ἐποχῆς
3011ἐκείνης τετραγωνικώτατα ἀπεδείκνυεν ὅτι ὁ λοιμὸς εἶναι
3012ἀποδοτέος εἰς τὴν ἕνωσιν τοῦ Ἄρεως καὶ τῆς Ἀφροδίτης
3013(conjunctio Jovis cum Venere) βασιζόμενος εἰς τὰ δό-
3014γματα τοῦ ἀστρονομικοῦ συστήματος τῶν ἐπικύκλων τοῦ
3015Πτολεμαίου καὶ ἔλεγεν· «ἰδοὺ πῶς ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ λοι-
3016μὸς εἶναι ἀποδοτέος εἰς τὰ ἄστρα». Εἰς τὴν φύσιν τῶν
3017πραγμάτων, in rerum naturam, τέσσαρες εἶναι αἱ μορ-
3018φαὶ τῆς ὕλης: ἡ ἀέριος, ἡ γήινος, ἡ ὑγρὰ καὶ ἡ πυρίνη.
3019Λοιπὸν ἀέριος δὲν εἶναι ὁ λοιμός, διότι τότε δὲν θὰ ἔμενεν
3020εἰς τὸ αὐτὸ μέρος· γήινος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι, διότι
3021τότε θὰ ἦτο χειροπιαστός· πύρινος δὲν εἶναι, διότι τότε θὰ
3022ἔκαιε, οὔτε ὑγρός, διότι θὰ ἦτο ῥευστὸς καὶ θὰ κατέβρε-
3023χεν. Ἄρα ὁ λοιμὸς προφανέστατα εἶναι ἀποδοτέος εἰς
3024τὴν ἕνωσιν τοῦ Ἄρεως καὶ τῆς Ἀφροδίτης. Καὶ τὸ πρᾶγμα
3025ἀπεδεικνύετο! Ἀργότερον ὅμως ἦλθεν ὁ Σαρκώ, ὁ ὁποῖος
3026εἶπε καὶ ἀπέδειξεν ὅτι οἱ νευροπαθεῖς εἶναι ἀσθενεῖς, καὶ
3027δὲν θέλουν ξύλο, διότι καὶ αὐτὴ ἡ τρέλλα εἶναι ἀσθένεια.
3028Ἦλθεν ὁ Ἀδὰμ Σμίθ, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τοὺς νόμους τῆς δη-
3029μοσιονομίας, καὶ ἔκτοτε μία σιτοδεία εἶναι ἀποδοτέα εἰς
3030τὰ οἰκονομικὰ φαινόμενα, τὰ ὁποῖα ἔχουν πολὺ ἄλλας αἰ-
3031τίας καὶ ὄχι τοὺς ἀρτοπώλας, ὄχι τοὺς ἐμπόρους, ὄχι τοὺς
3032Ἑβραίους. Ἐπίσης ἦλθεν ὁ Παστέρ, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε τὴν
3033μικροβιολογίαν καὶ δι’ αὐτῆς ἐξήγησε τὰ φαινόμενα τὰ
3034ἔχοντα σχέσιν μετὰ τοῦ λοιμοῦ. Οὕτως ἦλθε καὶ ὁ Μὰξ
3035Μύλλερ, ὁ ὁποῖος ἵδρυσε τὴν γλωσσολογίαν. Ὁ κλάδος τῆς
3036γλωσσολογίας εἶναι εἷς κλάδος ἐπιστημονικὸς νεώτατος καὶ
3037δυσκολώτατος, διὰ τὸν λόγον ὅτι παραδόξως ἀπαιτεῖ, πρὸς
3038ἀντίληψιν αὐτοῦ τελείαν καὶ πρὸς ἐπίδοσιν εἰς αὐτόν,
3039πνεῦμα στρογγυλόν, ὑπόστασιν ἀνθρωπίνην στρογγυλήν, ἡ
3040ὁποία νὰ μὴ ἀποτελῆται ἀπὸ τὴν μίαν μόνον κατατομὴν
3041τῆς ἀνθρωπίνης ὑποστάσεως, δηλαδὴ ὄχι μόνον ἀπὸ πνεῦμα
3042ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αἴσθησιν καὶ δὴ λεπτοτάτην. Ὁμοιάζει δη-
3043λαδὴ πρὸς ἑτέρους τινὰς ἐπιστημονικοὺς κλάδους, οἱ ὁποῖοι
3044παρουσιάζουσι τὸ τοιοῦτον φαινόμενον, ὅπως εἶναι π. χ. ὁ
3045κλάδος τῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Διὰ νὰ εἶναί τις καλὸς μηχα-
3046νικός, ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ πνεῦμα, νὰ κάμνῃ τὰ ἔργα τῆς
3047κατατομῆς τῆς ἀναλυτικῆς τοῦ πνεύματος, νὰ ὑπολογίζῃ·
3048ἀλλά, διὰ νὰ εἶναι ἀρχιτέκτων, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ λεπτο-
3049τάτην αἴσθησιν, διότι ἡ ἐπιστήμη αὐτὴ ἀπαιτεῖ ὄχι μό-
3050νον ἀνάλυσιν, ἀλλὰ καὶ σύνθεσιν, ἐδῶ δὲ δὲν πρέπει μόνον
3051νὰ λογίζῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ πλάττῃ. Αὐτῆς τῆς σημασίας εἶναι
3052καὶ ὁ κλάδος τῆς γλωσσολογίας καὶ αὐτὰ τὰ προσόντα
3053ἀπαιτεῖ. Πρὸς τούτοις δὲ καὶ ἄλλα στοιχεῖα καὶ γνώσεις
3054γεγονότων παρομοίων ἱστορικῶν περιπτώσεων καὶ ἔρευναν
3055τῶν καθ’ ἡμέραν γινομένων καὶ τῶν καθ’ ἡμέραν πιπτόν-
3056των ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ ἐξετάζοντος αὐτά. Αἴ! ὁ κλάδος
3057λοιπὸν αὐτὸς τῆς ἐπιστήμης εἶναι παντάπασι σχεδὸν ἄγνω-
3058στος εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης.
3059Οἱ ἕτεροι κλάδοι, ὄντες τῆς πρώτης ἀνάγκης, εἰσήχθησαν εἰς
3060τὴν Ἑλλάδα, διότι ἦσαν ἀπολύτως χρήσιμοι εἰς τὴν ζωήν,
3061ἐνῷ ὁ κλάδος τῆς γλωσσολογίας, ἀποτελῶν οὕτως εἰπεῖν τὸ
3062λοῦσο, τὴν πολυτέλειαν τοῦ βίου, δὲν εἰσήχθη εἰσέτι. Πρέπει
3063νὰ εἴπω ἐν τούτοις, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα εἷς καὶ μόνος τὸν
3064γνωρίζει αὐτὸν τὸν κλάδον, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ὑπὸ τῆς Πολιτείας
3065ἐτάχθη νὰ τὸν διδάσκῃ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω τὸ εὐγε-
3066νές, εὐγενέστατον ἄλλως τε ἄχτι μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου,
3067διότι καὶ δίκαιον εἶναι τοῦτο. Ὁ κ. αὐτός, ὁ ὁποῖος γνωρίζει
3068πολὺ λαμπρὰ τὴν ἐπιστήμην αὐτήν (διότι ἠθέλησα νὰ ἀντι-
3069ληφθῶ ἰδίαις αἰσθήσεσι κατὰ πόσον γνωρίζει τὸν κλάδον
3070αὐτὸν καὶ εἶδον, ὅτι ὄντως τὸν γνωρίζει τελείως, λόγῳ πνεύ-
3071ματος καὶ αἰσθήσεως), δυστυχῶς, ἐνῷ τὴν διδάσκει τόσα
3072ἔτη, δὲν ἠθέλησεν ὁ ἴδιος νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν
3073κοινωνίαν καρποὺς ἐκ τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ, νὰ ἀποδώσῃ
3074τοσοῦτον τοὐλάχιστον, ὅσον ἀπῃτεῖτο, διὰ νὰ σκέπτηται
3075αὕτη πλησιάζουσά πως πρὸς τὸ ὀρθόν. Ὅπως ἐπὶ παρα-
3076δείγματι ἠξεύρουν πάντες σήμερον, ὅτι ὁ λοιμὸς δὲν εἶναι
3077ἀποδοτέος εἰς ἐξορκισμὸν καὶ εἰς κακὴν ὥραν, ἀλλὰ εἰς τὰ
3078αἴτια τὰ γνωστά, οὕτω καὶ διὰ τῆς διδασκαλίας αὐτοῦ
3079δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ σχηματίσῃ ἡ κοινωνία ἐν γένει καὶ
3080κυρίως οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ νὰ σχηματίσουν ἕνα κριτήριον ἐπὶ
3081τοῦ θέματος. Αὐτὸ δὲ φαίνεται καταπληκτικῶς ἐκ τῶν
3082σκέψεων αὐτῶν τούτων τῶν μαθητῶν, καὶ πολλοὶ τούτων
3083ὑπάρχουν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Διὰ ποίους λόγους ὁ ἀξιό-
3084τιμος αὐτὸς Κύριος δὲν ἀπέφερε διὰ τῆς διδασκαλίας του
3085τοὺς δέοντας καρποὺς ἐγὼ δὲν θὰ θελήσω νὰ τὸ ἐξετάσω
3086ἐνταῦθα. Ἐσωτερικῶς ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἔφερε τοὺς
3087καρποὺς δι’ ἕνα λόγον, ὁ ὁποῖος, ἂν καὶ τοῦ κάμνει ἔπαινον
3088ὡς ἄτομον, ἀλλὰ τὸν ἀδικεῖ ὡς ἐπιστήμονα· ἴσως διότι
3089εἶχεν ὑποχρέωσιν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τοῦ παρέσχον
3090εὐεργεσίας, ἀνθρώπους ἀντιθέτους πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῦ προκει-
3091μένου ὀρθὰς ἰδέας ἔχοντας, καὶ ἴσως θέλει νὰ τηρήσῃ εὐ-
3092γνωμοσύνην πρὸς αὐτούς. Τοῦτο τὸ παρατηρῶ, διότι, ἐφ’
3093ὅσον τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐκλείπουν, ἐπὶ τοσοῦτον καὶ αὐτὸς
3094ἐκφράζεται ἐλευθεροφρονέστερα ὡς πρὸς τὰ ζητήματα τὰ
3095γλωσσολογικά. Λοιπὸν ὁ κλάδος αὐτὸς τῆς γλωσσολογίας
3096εἶναι δυσκολώτατος καὶ ἄγνωστος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐὰν
3097ὅμως ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι ἦτο γνωστὴ καὶ εἴχο-
3098μεν τὴν ἀντίληψιν αὐτῆς ἔστω καὶ ἐν συνόλῳ, χονδρικῶς,
3099ἠξεύρετε ποίαν αἴσθησιν ἠθέλομεν λάβει ἀμέσως ἐκ τοῦ
3100ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς;
3101Ἰδού: τὸ νὰ συζητῶμεν ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τοῦ γλωσσικοῦ
3102ζητήματος, καὶ νὰ θέλωμεν νὰ ὁρίσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο
3103ἐν τῷ θεμελιώδει χάρτῃ τῆς χώρας, δὲν ἤθελεν ἔχει οὐδε-
3104μίαν διαφορὰν ἀπὸ τοῦ νὰ συζητῶμεν ποίους ὀδόντας πρέ-
3105πει νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς οἱ νεώτεροι Ἕλληνες, τοὺς μικροὺς
3106μαργαριτοειδεῖς ὀδόντας τῶν Ἀθιγγανίδων ἢ τὰ πλῆκτρα
3107τοῦ πιάνου τὰ κίτρινα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον
3108εἰς τὸ στόμα των τὰ τέκνα τῆς Ἀλβιῶνος; (γέλως, χειρο-
3109κροτήματα). Νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθεῖαν κατατομὴν τῆς ῥινὸς
3110τοῦ Ἑρμοῦ τοῦ Πραξιτέλους, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἡμέτε-
3111ροι πρόγονοι ἢ τὸ μπὸν πρέσσο τοῦ καραβιοῦ, τὸ ὁποῖον συμ-
3112βαίνει πολλάκις νὰ ἔχωσί τινες ἀντὶ μύτης εἰς τὴν φάτσαν
3113τους σήμερον; (γέλως).
3114Φαίνεται παράδοξον, πολὺ παράδοξον, καὶ βεβαίως καὶ
3115εἰς ἐμέ, ὅτε κατ’ ἀρχὰς μὲ ἔκαμαν νὰ γευθῶ τῶν σχετικῶν
3116γνώσεων, καὶ εἰς ἐμὲ ἐφάνη παράδοξον. Καὶ ὅμως τὸ πρᾶ-
3117γμα ἔχει οὕτω· ὁμολογῶ μάλιστα, ὅτι τοῦτο μοῦ ἐπροξέ-
3118νησε τὴν αὐτὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐγέννησεν ἡ ἰδέα
3119— ὅταν ἐπρωτοδιδάχθην αὐτήν — καθ’ ἣν ἡ οὐσία ἑνὸς κυτ-
3120τάρου ἢ ἑνὸς πλωτοπλάσματος εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα μὲ
3121τὴν ἑλκυστικὴν παρειὰν μιᾶς ὡραίας νεάνιδος. Τὸ νὰ θέλῃ
3122ἑπομένως νὰ καθορίσῃ τις τὰ στοιχεῖα μιᾶς γλώσσης ἐκ
3123τῶν προτέρων εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ θέλῃ νὰ καθορίσῃ
3124ἀνεξαρτήτως τῆς φύσεως τὴν μορφολογίαν τοῦ ὁμιλοῦντος
3125αὐτήν· διότι ἡ γλῶσσα δὲν εἶναί τι ἀνεξάρτητον τοῦ ἀν-
3126θρώπου, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς φύσεως τῆς
3127κατασκευῆς αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι κάποιος γλωσσολόγος,
3128μετὰ τὸν Μὰξ Μύλλερ, ὁ ὁποῖος πλησιέστερον εἰς τὸν φυ-
3129σιολογικὸν σκελετὸν τοῦ ἀνθρωπίνου λόγου κατέγινεν, ὁ
3130Zaborowski, ὅπως ὁ Σαρκὼ ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς
3131τοῦ κρανίου ἠδύνατο νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς κατα-
3132σκευῆς τοῦ ἐγκεφάλου, οὕτω καὶ αὐτὸς ἔχει καθορίσει εἰς
3133ποίας κατασκευὰς φυσικὰς τοῦ στόματος ἀντιστοιχοῦν οἱ
3134διάφοροι φθόγγοι, ἐξ οὗ φθάνει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἂν
3135λαοί τινες δὲν δύνανται νὰ προφέρωσιν ὡρισμένους φθόγ-
3136γους, τοῦτο δὲν προέρχεται ἁπλῶς ἐξ ἀγωγῆς ἢ ἕξεως,
3137ἀλλ’ ὅτι στεροῦνται τῶν καταλλήλων σχετικῶν διαμορφώ-
3138σεων τοῦ στόματος καὶ τῶν φωνητικῶν ἐν γένει ὀργάνων.
3139Εἶναι ἑπομένως ἓν ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης,
3140τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται, προφανέστατα, ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς
3141κατασκευῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλ’ οὐ μόνον ἐξ αὐτοῦ, ἀλλὰ
3142καὶ ἐξ ὅλου τοῦ περιβάλλοντος· ἐκ τῆς ἀγωγῆς τῶν ἀν-
3143θρώπων, ἐκ τῆς ἐποχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ζῶσιν, ἐκ τοῦ
3144κλίματος, ἐκ τῆς ἱστορίας των, ἐκ τῆς θρησκείας των, ἐξ
3145αὐτῆς τῆς τροφῆς των.
3146Λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι διὰ
3147τὸ ὀλίγον τῆς ὥρας θὰ προσπαθήσω ἀπ’ ἐδῶ καὶ κάτω νὰ
3148τὰ εἴπω ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ θὰ
3149πεταχθῶ ἀπὸ τὸν Ἄνναν εἰς τὸν Καϊάφαν καὶ ἀπὸ τὸν
3150Καϊάφαν εἰς τὸ Πραιτώριον.
3151Λοιπὸν σᾶς λέγω, διὰ νὰ θίξω ἓν ἀπὸ τὰ κεφάλαια, τὸ
3152ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι τὸ μεγαλείτερον, τὸ
3153ὁποῖον πρέπει καὶ ἐπὶ προκειμένου ν’ ἀντικρύσω, τὰ ἑξῆς.
3154Ἠξεύρετε διὰ ποῖον λόγον εἰς τὴν ἀρχαιότητα αἱ γλῶσ-
3155σαι ἦσαν ἐν γένει συνθετικαί, ἐνῷ κατ’ ἐξοχὴν σήμερον
3156αἱ γλῶσσαι εἶναι ἀναλυτικαί; Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐν τῇ ἀπει-
3157ρίᾳ τῶν γλωσσῶν τῶν ἀποτελουσῶν τὸ ἀντικείμενον τῆς
3158γλωσσολογίας εἰς τίποτε γλώσσας ἀγρίων ἐντελῶς ὑπάρχει
3159συνθετική τις τοιαύτη, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ὅλοι γνωρίζομεν, ἐξ
3160ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πάντες ἐδιδάχθημεν, γνωστόν, ὅτι ὅλαι
3161αἱ γλῶσσαι τῶν ὁπωσδήποτε πολιτισμένων λαῶν εἶναι
3162ἀναλυτικαί. Διατί λοιπὸν εἰς τὴν ἀρχαιότητα ἦσαν συνθε-
3163τικαί, ἐνῷ σήμερον εἶναι ἀναλυτικαί; Διότι ὅλον τὸ πνεῦμα
3164καὶ ὅλος ὁ βίος ἐφέρετο πρὸς τὴν σύνθεσιν· διότι τότε τὸ
3165δεξιὸν τὸ εἶχον αἱ εἰκαστικαὶ τέχναι· διότι ἡ θρησκεία
3166ἀπετέλει ἓν ζήτημα καὶ αὐτὴ κατ’ ἐξοχὴν συνθετικόν·
3167διότι τότε τὸ δεξιὸν εἶχεν ἡ σμίλη τοῦ ἀγαλματοποιοῦ
3168καὶ οὐχὶ τοῦ ἀνατόμου, ὡς σήμερον· διότι τέλος πάντων
3169ὅλος ὁ βίος ἐφέρετο πρὸς ἐκείνην ἐκ τῶν δύο μεθόδων τοῦ
3170πνεύματος τὴν συνθετικὴν λεγομένην καὶ ὄχι πρὸς τὴν ἑτέ-
3171ραν, τὴν ἀνάλυσιν. «Ἃ δὲ τούτων ἐξαρτῶσιν ἔνιοι διηγή-
3172»ματα, πλάττοντες ἀποκήρυξιν μὲν ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ,
3173»θάνατον δὲ τῆς μητρὸς ἑκούσιον, δοκεῖ κατεψεῦσθαι», λέ-
3174γει ὁ Πλούταρχος περὶ τοῦ Θεμιστοκλέους, καὶ ἠθέλησε μὲ
3175αὐτὰς τὰς τέσσαρας λέξεις νὰ ἐξιστορήσῃ ἕνα ὁλόκληρον
3176ἰδιωτικὸν βίον· αὐτὸς δὲ οὗτος ὁ βίος τοῦ Θεμιστοκλέους
3177ἄρχεται ὑπὸ τοῦ Πλουτάρχου οὕτως:
3178«Θεμιστοκλεῖ δὲ τὰ μὲν ἐκ γένους ἀμαυρότερα πρὸς
3179δόξαν ὑπῆρχεν».
3180Ἐὰν δὲν σφάλλωμαι δέ, ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἱστορίας
3181τοῦ Πελοποννησιακοῦ πολέμου ὑπὸ τοῦ Ξενοφῶντος, συνε-
3182χίζοντος τὴν τοῦ Θουκυδίδου ἀρκετὰ ἔτη μετὰ τὸν θάνατον
3183τούτου, ἠξεύρετε πῶς ἄρχεται; «Λύσανδρος δὲ ἐξ Ἀβύδου
3184παρέπλει εἰς Λάμψακον σύμμαχον οὖσαν». Σᾶς παρακαλῶ
3185τώρα: ποῖος ἀρχίζει σήμερον τὸν λόγον του, ἕνα λόγον
3186καινούργιον, μὲ ἕνα δὲ καὶ χωρὶς ἄλλην κουβέντα; Ποῖος
3187ἀνέρχεται εἰς τὸ βῆμα καὶ λέγει: «Ὁ δὲ κύριος Πρόεδρος
3188ἀεὶ τὸν κώδωνα κρούει;» (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ γέ-
3189λωτες). Θὰ τὸν κυττάξουν εἰς τὰ μάτια. Εἶναι δυνατὰ
3190αὐτά; Εἶναι ἀντίληψις σήμερον αὐτή; διατί; Διότι πηγαί-
3191νει τὸ πνεῦμα πρὸς ἄλλην φοράν, ὅλως διόλου ἀναλυτικω-
3192τέραν. Νὰ μοῦ κάμητε τὴν χάριν, ὅταν θέλετε, νὰ μὲ δια-
3193κόψετε.
3194§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ἓν ὁλόκληρον τέταρτον ἀκόμη καὶ
3195τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
3196§224Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη ἐπὶ τῆς φο-
3197ρᾶς τοῦ πνεύματος, τῆς συνθετικῆς εἰς τὴν ἀρχαιότητα καὶ
3198τῆς ἀναλυτικῆς εἰς τὴν σημερινήν, πηγάζει μόνον ἐκ τῆς
3199παρατηρήσεως τῆς γλώσσης; Ἀφοῦ ἡ γλῶσσα εἶναι, ὅπως
3200γνωρίζετε, ἓν ἐκ τῶν πλασμάτων, ἓν ἐκ τῶν ἀριστουργη-
3201μάτων τοῦ συλλήβδην καλλιτέχνου, τοῦ καλλιτέχνου λαοῦ,
3202ὅπως ἀντικρύζεται αὕτη εἰς τὴν φιλολογίαν καὶ τὴν πρα-
3203κτικὴν φιλοσοφίαν, ἕπεται ὅτι δυνάμεθα τὴν αὐτὴν ἰδέαν
3204νὰ τὴν ἐξαγάγωμεν καὶ ἀπὸ διαφόρους ἄλλας κατατομὰς
3205τῶν εἰκαστικῶν τεχνῶν. Σᾶς παρακαλῶ· ἡ ἑνότης τοῦ τό-
3206που καὶ τοῦ χρόνου, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῆς ἀρ-
3207χαίας τραγωδίας, κατήντησε σήμερον ἁπλῶς μία ἑνότης ἐν-
3208διαφέροντος. Καὶ βεβαίως, διὰ τοὺς καλῶς ἐννοοῦντας τὰ
3209πράγματα, πάντοτε καὶ τότε δὲν ἐπεδιώκετο ἄλλο παρὰ
3210μία ἑνότης ἐνδιαφέροντος, ἀλλὰ δὲν ἐπιδιώκεται, ὅπως καὶ
3211τότε, σήμερον διὰ τῆς ἑνότητος τοῦ τόπου καὶ τοῦ χρόνου.
3212Σήμερον τὴν ἐπικὴν ποίησιν τὴν ἀντικατέστησε κυριολε-
3213κτικῶς τὸ μυθιστόρημα, διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι
3214τὸ μυθιστόρημα ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐπικὴν ποίησιν τῶν
3215ἀρχαίων. Ἰδέτε ὅμως κατὰ ποῖον διάφορον τρόπον, κατὰ
3216ποῖον ἀναλυτικὸν τρόπον. Καὶ τὸ λεχθὲν ἀπὸ τοὺς ἐπαΐον-
3217τας —ἔρημους ἐπαΐοντας! συνήθως διὰ τὴν Ἑλλάδα— ὅτι
3218ἡ ῥομαντικὴ σχολὴ δὲν ἦτο ἄλλο τίποτε παρὰ ἡ σχολὴ
3219τῶν πασχόντων καὶ τῶν ἀπογοητευμένων· ἦτο βεβαίως μία
3220μωρία. Διότι ἡ ἐξήγησις εἶναι, ὅτι ἡ νεωτέρα ἐπικὴ ποί-
3221ησις, τουτέστι τὸ μυθιστόρημα καὶ ὁ ῥομαντισμὸς ἐν γένει
3222ἐγκαταλείψας τὴν μίαν αὑτοῦ βάσιν, ἐφ’ ἧς, ὡς τὰ ἀγάλ-
3223ματα ὑπὸ τὴν κλασσικὴν μορφὴν τοῦ ἔπους, ἵστατο, ἠναγ-
3224κάσθη, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ὑπάρξῃ ὑπὸ τὴν νέαν αὑτοῦ μορ-
3225φήν, νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸν μέγαν νόμον τῆς ἀντιθέσεως καὶ
3226ἐπὶ τῆς διπλῆς αὑτοῦ βάσεως, ὡς ἐπὶ ὀκρίβαντος, νὰ στη-
3227ριχθῇ ὡς ἡ ζωγραφική.
3228Λοιπὸν ἐξ αὐτοῦ φαίνεται, ὅτι τὰ ζητήματα τῆς γλώσ-
3229σης δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κριθῶσι
3230τόσον εὐκόλως καὶ μάλιστα παρ’ ὅλων ἐν γένει τῶν ἀνθρώ-
3231πων, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ πλεῖστοι, καὶ δὴ παρ’ ἡμῖν, ἔχουσιν
3232ὦτα βέβηλα δι’ αὐτά!
3233Πῶς εἶναι δυνατόν, παρακαλῶ, νὰ κρίνωσιν ἄνθρωποι τὰ
3234ζητήματα αὐτά, καὶ δὴ ὄχι μεμονωμένως τινὰ τούτων,
3235ἀλλ’ ἐν γένει τὸ ζήτημα μιᾶς ὅλης γλώσσης, ἡ ὁποία ἑπο-
3236μένως ἀφορᾷ καὶ δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ ὁλόκληρον τὴν
3237ἐπιστήμην; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῶσι τὰ ζητήματα
3238ταῦτα ἐπὶ ποδὸς καὶ ἀπὸ ἀνθρώπους ὅλως διόλου καὶ εἰς
3239τὰ ἐν γένει ἔτι ἀπροσδιονύσους; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κρι-
3240θῶσι ζητήματα εἰδικῶν ἐπιστημῶν, φρενολογικά, μικροβι-
3241ολογικὰ κλπ. ἀπὸ ἀνθρώπους μόνον ἔχοντας μίαν ἐγ-
3242κύκλιον παίδευσιν ἢ καὶ ἐπιστήμονας ἔτι, ἀλλ’ οὐδόλως
3243ἁψαμένους τῶν εἰδικῶν αὐτῶν κλάδων; Ἀκριβῶς, πῶς φαί-
3244νεται ἡ ἀδεξιότης τῆς τοιαύτης ὑπ’ αὐτῶν ἐρεύνης, ἀπο-
3245δεικνύεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ πρώτου καὶ θεμελιωδεστέρου γλωσ-
3246σολογικοῦ φαινομένου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνάγκην νὰ σταμα-
3247τήσω πρὸς στιγμὴν τὴν προσοχήν μου· ἐκ τοῦ φαινομένου
3248δηλαδὴ τῆς μεταβολῆς, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ γλῶσσα
3249κατὰ τὰς διαφόρους αὐτῆς ἐποχάς. Ἡ σημερινὴ λοιπὸν αὐ-
3250τῆς μορφή, ἀπόρροια τῆς διηνεκοῦς ταύτης μεταβολῆς, ὑπὸ
3251τῶν πλείστων χαρακτηρίζεται ὡς μία χυδαιότης! ἐνῷ οὐ-
3252δόλως εἶναι μία χυδαιότης· τοὐλάχιστον κατὰ τοὺς γλωσ-
3253σολογικοὺς νόμους δὲν θεωρεῖται τοιαύτη.
3254Δὲν θεωρεῖται διάφορος ἡ μεταβολὴ αὕτη τῆς γλώσσης
3255καὶ τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν στοιχείων ἀπὸ ὅ,τι θεωρεῖ-
3256ται ἡ μεταβολὴ τῶν χαλίκων τοῦ αἰγιαλοῦ, τὰ ὁποῖα τρώ-
3257γονται διηνεκῶς ὑπὸ τῶν κυμάτων τῆς θαλάσσης. Εἶναι
3258μία μεταβολὴ φυσικωτάτη τῆς μορφῆς τῆς γλώσσης, ἀλλ’
3259οὐδόλως εἷς ἐκχυδαϊσμὸς αὐτῆς. «Διὰ τὸ ἀεὶ στρέφεσθαι
3260τὰ ῥήματα, λέγει ὁ Πλάτων, τοσοῦτον ἡ νυνὶ τῆς πάλαι
3261ποτὲ ὅσον Ἑλληνὶς βαρβαρικῆς φωνῆς διαφέρει».
3262Λοιπὸν βλέπετε ποίαν σημασίαν ἔχει ἓν ἀπὸ τὰ πρῶτα
3263ταμπούρια, εἰς τὰ ὁποῖα, οἱ θέλοντες νὰ εὕρωσι ζητήματα
3264ἐκεῖ, ὅπου οὐδόλως ὑπάρχουσιν, ὀχυροῦνται, καὶ μὲ πόσην
3265ἐσφαλμένην ἐπιστημονικὴν ἀντίληψιν ἀντικρύζουσι τὸ φαι-
3266νόμενον αὐτό; Δὲν πρόκειται, ἐπαναλέγω, περὶ χυδαϊσμοῦ·
3267πρόκειται περὶ μιᾶς μεταβολῆς ἀενάου, τὴν ὁποίαν ὑφί-
3268στανται ὅλα τὰ ἀνθρώπινα, κατ’ ἐξοχὴν δὲ ἡ γλῶσσα, ἡ
3269ὁποία τὰ συνδέει καὶ φραστικῶς τὰ παριστᾷ, διηνεκῶς καὶ
3270ἀδιακόπως.
3271§225ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐσφαλμένη ἀντίληψις.
3272§226ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνδιαφέρομαι
3273οὔτε διὰ τοὺς μὲν οὔτε διὰ τοὺς δέ. Θὰ ἦτο τὸ αὐτὸ ὡς
3274νὰ ἐνδιαφέρωμαι καὶ νὰ λυποῦμαι, διότι ὁ Θεὸς δὲν μὲ
3275συνεβουλεύθη, ὅταν ἔπλασε τὸν κόσμον. Δυνατὸν νὰ ἔκαμε
3276κακά, ἀλλὰ ἐγὼ δὲν κλαίω διὰ τοῦτο, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐν-
3277διαφέρομαι οὔτε διὰ τὰς γνώμας τῶν μὲν οὔτε καὶ τῶν δέ.
3278Μοῦ φαίνεται, ὅτι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ δὲν στηρίζονται ἐπὶ
3279τῆς βάσεως τῆς ὀρθῆς, καὶ διὰ νὰ ἐκφράσω καλλίτερον τὴν
3280ἰδέαν μου καὶ ἀποδώσω ἑκάστῳ τὸ ἴδιον, νομίζω ὅτι καὶ τὰ
3281κεφάλια τῶν καθαριστῶν καὶ τὰ κεφάλια τῶν μαλλιαρῶν
3282οὐδεμίαν μοῦ δίδουσι πεποίθησιν καὶ ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν περὶ
3283τῆς ὀρθότητος αὐτῶν, διὰ νὰ ταχθῶ μὲ τὸ μέρος ἑνὸς ἐξ
3284αὐτῶν.
3285§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θέλουν κούρευμα!
3286§228Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Σπάσιμο μᾶλλον (γέλωτες).
3287Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη ὀχλοῦντες, οὕτως εἰπεῖν, εἶναι οἱ καθα-
3288ρισταί, ἀναγκάζομαι ὅλως διόλου ἀμερολήπτως ἁπλῶς με-
3289ρικὰς παρατηρήσεις νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῶν
3290καὶ οὕτω θὰ φθάσω καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου.
3291Εἰς τὴν ἔγγραφον αὐτῶν ἀναφοράν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται
3292καταχωρισμένη εἰς τὸ τεῦχος αὐτό, λέγουσι τὰς ἑξῆς ἰδέας,
3293ὅτι: ἡμεῖς μετὰ τὸν ἀγῶνα ἢ ἔστω καὶ ἔτη τινὰ πρὸ τοῦ
3294ἀγῶνος τῆς ἀπελευθερώσεως, ἡμεῖς, δηλαδὴ τὸ ἔθνος, ἀκο-
3295λουθοῦντες τὰς μεθόδους αὐτὰς τὰς γλωσσολογικάς, τὰς ὑπ’
3296αὐτῶν ἀσπαζομένας, προσεπαθήσαμεν καὶ ἐκάμαμεν μίαν
3297γλῶσσαν λείαν, ἡ ὁποία δίδει ἓν χρῶμα γενικὸν εἰς τὸ
3298ἔθνος καὶ χρησιμεύει ὡς ὁ σύνδεσμος αὐτοῦ. Σεῖς, οἱ ἀντί-
3299θετοι δηλαδή, ἔρχεσθε καὶ κατασκευάζετε ἐντὸς ὀλίγων
3300ἐτῶν μίαν γλῶσσαν ἀποτροπαίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ παρου-
3301σιάσῃ τόσους κινδύνους, διότι δύναται νὰ κατατμήσῃ ὑπὸ
3302τὴν ἔννοιαν αὐτὴν τὸ ἔθνος καὶ νὰ φέρῃ βεβαίως ὅλα ἐκεῖνα
3303τὰ κακά, τὰ ὁποῖα φέρει εἰς πᾶσαν περίστασιν ἡ κατάτμη-
3304σις καὶ ἰδίως εἰς τὰ ἐθνικὰ ζητήματα.
3305Ἰδοὺ τί ἔχω νὰ παρατηρήσω, πάντοτε ἐν τάχει, ἐπ’
3306αὐτοῦ. Ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ λέγουσιν ὅτι τώρα οἱ
3307ἀντίθετοί των κατεσκεύασαν ἐπὶ ποδὸς —πολλοῦ γε καὶ
3308δεῖ!—, διαφέρει ὑπὸ ἔννοιαν χρονικὴν καταπληκτικὰ ἀπὸ
3309τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμόν. Ἐγὼ βεβαίως ὁμιλῶ, χωρὶς νὰ
3310λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὰ ἄκρα ἀμφοτέρων, τὰ ὁποῖα εἶναι
3311πολλὰ καὶ διάφορα καί τινα εἰς ἄκρον ἐπίμεμπτα. Κυρίως
3312δὲ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξαν μερικοὶ ἐκ τῶν προλα-
3313λησάντων, τὰ ἔχοντα δηλαδὴ σχέσιν πρὸς τὴν θρησκείαν,
3314αὐτὰ καὶ ἐγὼ τὰ ἀποτροπιάζομαι. Λοιπὸν οὔτε τὰ ζητή-
3315ματα αὐτῶν τὰ ἐκτὸς τοῦ θέματος λαμβάνω οὔτε τὰ ἄκρα
3316αὐτῶν. Θέλω νὰ ἐξετάσω ἐφ’ ὅσον δύναμαι ἐπιστημονικῶς,
3317μόνον τοὺς γλωσσολογικοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν καθαριστῶν.
3318Λοιπὸν κατὰ τὸν ἕκτον αἰῶνα, ὅπως γνωρίζετε, εἰς τὴν
3319Κωνσταντινούπολιν...
3320§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πέντε λεπτὰ ἔχετε ἀκόμη.
3321§230Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Θὰ παύσω.
3322§231Κ. ΜΑΝΟΣ. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
3323§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε Μᾶνε· δὲν θὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή,
3324διότι εἶναι τόσοι οἱ ἀγορεύοντες, ὥστε, καὶ ὅλοι ἐὰν κατα-
3325στήσωσι τὴν Βουλὴν εὐνοϊκὴν πρὸς τὰ λεγόμενά των, δὲν
3326θὰ τελειώσωμεν ποτέ. Τὸ μέτρον θὰ εἶναι δι’ ὅλους. Τί νὰ
3327γίνῃ;
3328§233Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Κρατήσατέ μου λογαριασμὸν
3329αὐτῶν τῶν ὀλίγων λεπτῶν.
3330§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν δευτερολέπτων.
3331§235Δ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ. Μάλιστα. Κατὰ τὸν ἕκτον
3332αἰῶνα εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν συνέβη μία στάσις καὶ
3333ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ διαμαρτυρηθῇ ἐναντίον τοῦ Πρω-
3334θυπουργοῦ, ὀνομαζομένου Καλαποδίου, ὑπαινισσόμενος αὐ-
3335τὸν ἔλεγεν εἰς τὸν αὐτοκράτορα Ἰουστινιανόν, ὁ ὁποῖος ἐζή-
3336τει νὰ μάθῃ ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς στάσεως: ὅτι ὁ πλεο-
3337νεκτῶν με εἰς τὰ τσαγγάρια εὑρίσκεται. Ἑπομένως τὰ
3338καλαπόδια καὶ οἱ τσαγγαράδες ἦσαν ἤδη ἀπὸ τὸν ἕκτον
3339αἰῶνα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Εἰς τὸν ὄγδοον αἰῶνα
3340ἀναφέρεται, ὅτι ἐπὶ εἰκονομάχου αὐτοκράτορος Θεοφίλου,
3341ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ἡ αὐτοκράτειρα συλληφθεῖσα ἐπ’ αὐ-
3342τοφώρῳ παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ συζύγου της λατρεύουσα
3343τὰς εἰκόνας, ἔλεγε, καθ’ ἣν ὥραν γονυκλινὴς ἠσπάζετο αὐ-
3344τάς, ὅτι «αὐτὰ εἶναι τὰ καλά μου νινία». Ἀλλ’ ἀνεξαρ-
3345τήτως τῶν μεμονωμένων τούτων παραδειγμάτων εἰς τὰς
3346ἀρχὰς τοῦ ἐνάτου αἰῶνος ἔχομεν πλήρη εἰκόνα τῆς ὑπὸ τοῦ
3347λαοῦ τότε ὁμιλουμένης γλώσσης, ὅπως δὲ καὶ σήμερον, ἡ
3348γλῶσσα ἐκείνη δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἕνα κρᾶμα,
3349δηλαδὴ μετέχει καὶ τοῦ ἑνὸς τύπου καὶ τοῦ ἄλλου, ἐξα-
3350ναγκαζομένου ἑκάστου νὰ μεταχειρίζεται τὸ κρᾶμα αὐτὸ
3351ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐκφράσεως. Ὅλοι γνωρίζετε τὸν Πτωχο-
3352πρόδρομον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἕνα ὁλόκληρον μνημεῖον, τὸ ὁποῖον
3353ἀποδεικνύει ὅτι ἡ γλῶσσα κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἐνάτου
3354αἰῶνος ἦτο ἡ σημερινὴ γλῶσσα τοῦ λαοῦ. Εἶναι δὲ ἀκριβῶς
3355ἕνδεκα ὅλοι αἰῶνες ἀπὸ τότε καὶ ὅμως δὲν ἐτράπη ἐπὶ τὸ
3356κλασσικώτερον. Θέλω νὰ εἴπω δι’ αὐτῶν ὅτι δὲν εἶναι ἡ
3357γλῶσσα τοῦ λαοῦ ἕνα κατασκεύασμα περιστατικὸν καὶ
3358καθ’ ὁλοκληρίαν πρόχειρον· εἶναι μία γλῶσσα, ἡ ὁποία ἔχει
3359τὴν ῥίζαν αὐτῆς βαθύτατα εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ ἔθνους. Οἱ
3360δὲ ὑποστηρίζοντες τὴν καθαρεύουσαν καὶ λέγοντες ὅτι αὐτὴ
3361εἶναι ἡ γλῶσσα ἡ γενικὴ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχουσιν ἄδι-
3362κον καὶ δι’ αὐτὸ ἤθελον νὰ καταδείξω πόσον εἶναι δύσκο-
3363λον τὸ ζήτημα καὶ πόσας ἰδέας καὶ γνώσεις ἀπαιτεῖ ἀπ’
3364ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ κρίνωσι τοῦτο. Πρῶτος ἐγὼ
3365δὲν ἔχω αὐτάς. Ὀλίγα ἔτη πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ
3366ἔθνους, τὸ ὁποῖον ᾐσθάνθη τότε τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνωτέρας
3367πνευματικῆς ζωῆς, ἀπεπειράθησαν νὰ ἐξοικονομήσωσι τὸ
3368γλωσσικὸν ζήτημα. Τὸ δυστύχημα ἦτο, ὅπως πολλοὶ ἐξ
3369ὑμῶν γνωρίζετε, ὅτι οἱ τότε ἐπαΐοντες ἠκολούθησαν μίαν
3370ὁδὸν ὅλως ἀντίθετον τῆς ὀρθῆς.
3371§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν. Παρῆλθον
3372πέντε λεπτά. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
3373§237Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ὡμίλησε δίς.
3374§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προσθήκης.
3375§239ΔΙΟΝ. ΚΟΥΛΟΥΜΠΑΡΔΟΣ (κατερχόμενος τοῦ βήμα-
3376τος). Αὐτὸς εἶναι λόγος κολοβός.
3377§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον. Εἶναι
3378ἡ ὥρα 12 καὶ 20 μετὰ τὸ μεσονύκτιον.
3379§241ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολο-
3380γίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Μιχαλοπού-
3381λου καὶ ἐπὶ ταύτης τὸ πρῶτον λαμβάνω τὸν λόγον. Καὶ
3382πάλιν λαμβάνων τὸν λόγον αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ
3383εἴπω, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος γλωσσικοῦ. Ἡ
3384γλῶσσα, κ. συνάδελφοι, ἦτο τοιαύτη ἢ τοιαύτη πρὸ εἰκο-
3385σαετίας, εἶναι τοιαύτη ἢ τοιαύτη σήμερον, θὰ εἶναι τοι-
3386αύτη ἢ τοιαύτη μετὰ πεντήκοντα ἔτη, ἀκολουθεῖ καὶ αὕτη
3387τὴν ἐξέλιξίν της ὡς ὅλος ὁ ἐθνικὸς ἡμῶν βίος. Ἀγνοῶ ἢ
3388μᾶλλον δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, ἂν ἦτο καλλιτέρα ἡ γλῶσσα
3389πρὸ εἰκοσαετίας τῆς σήμερον, ἂν καλλιτέρα εἶναι ἡ σή-
3390μερον τῆς μετὰ τριάκοντα ἔτη. Ἡ γλῶσσα, λέγω, κ.
3391συνάδελφοι, ἀκολουθεῖ καὶ αὕτη τὴν ἐξέλιξίν της, ὡς ὅλος ὁ
3392ἐθνικὸς βίος, ὑπάρχει τοιαύτη ἢ τοιαύτη καθ’ ὡρισμένην
3393στιγμὴν τοῦ ἐθνικοῦ βίου. Ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ τὴν ὡρι-
3394σμένην ἐκείνην στιγμὴν ἀποκαλεῖ ἠλίθιον τὸ ἔθνος, τὸ
3395ὁποῖον μεταχειρίζεται μίαν ὡρισμένην γλῶσσαν, δύναται νὰ
3396εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος τοῦ ἔθνους ἐκείνου; Τοῦτο
3397εἶναι τὸ ζήτημα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: ὁσοιδήποτε ἐὰν ἔχητε
3398παρακολουθήσει τὰ πράγματα, ἀγνοεῖτε, ὅτι οἱ Ἕλληνες
3399καλοῦνται Ῥωμηοί, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καλεῖται ὑπ’ αὐτῶν
3400Ῥωμηοσύνη, ὅτι ἡ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος καλεῖται ὑπ’
3401αὐτῶν ἱστορία τῆς Ῥωμηοσύνης; Καὶ ἀκόμη πλέον, ἀγνο-
3402εῖτε, ὅτι ἐκφράζονται μετὰ περιφρονήσεως περὶ τῆς θρη-
3403σκείας ἡμῶν; Ἀγνοεῖτε, ὅτι μέλος τῆς Κοινωνιολογικῆς
3404Ἑταιρείας πρό τινων μηνῶν ἔγραψε μελέτην, ἐν τῇ ὁποίᾳ
3405ὑπεστήριζεν, ὅτι ὅλα τὰ κακὰ τοῦ ἔθνους, ὅλη ἡ κακοδαι-
3406μονία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὀφείλεται εἰς τὴν οἰκογένειαν,
3407τὴν ὁποίαν ἀποκαλεῖ σκαντζόχοιρον!
3408§242ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτός;
3409§243ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ὁ κ. Χαλκοκονδύ-
3410λης, ὁ διευθυντὴς τῆς «Νέας Ἡμέρας».
3411§244Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Παρήλθεν ὡς μετέωρον αὐτός.
3412§245Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶναι δημοτικιστής.
3413§246ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἔπρεπε,
3414νὰ συναισθάνηται μίαν ἱερὰν ὑποχρέωσιν, νὰ μὴ ἐκχυδαΐζῃ
3415τὰς στήλας τῆς «Νέας Ἡμέρας», τὰς ὁποίας ἐλάμπρυνον
3416οἱ Βυζάντιοι. Ἡ «Νέα Ἡμέρα» δὲν ἔχει πλέον τὴν θαυ-
3417μασίαν ἐκείνην γλῶσσαν, ἡ ὁποία ἐδίδαξεν ὁλοκλήρους γε-
3418νεὰς Ἑλληνικάς, τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἦτο τὸ
3419καύχημα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς ὅλας τὰς Ἑλληνικὰς χώρας.
3420Ἐγὼ λαμβάνω τὴν «Νέαν Ἡμέραν»—ἀγνοῶ ἂν θὰ τὴν
3421λαμβάνω καὶ μετὰ τὴν ἀποψινὴν ἀγόρευσιν—, τὴν λαμβάνω
3422καὶ αἰσθάνομαι, πιστεύσατέ με, στιγμὰς πικρίας ἀπερι-
3423γράπτου, ὅταν τὴν ἀναγινώσκω.
3424§247ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸς ὁ στενός μου φίλος μοῦ
3425ἐπετέθη ἐν Ἄρτῃ, κ. συνάδελφε.
3426§248ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι εὐκολώτατον
3427πρᾶγμα, ἐὰν συνεχισθῇ αὔριον ἡ συζήτησις νὰ φέρω τὰ
3428φύλλα τῆς «Νέας Ἡμέρας» καὶ νὰ θρηνήσητε ὅσοι θὰ
3429ἀναγνώσητε τὰ ἄρθρα τοῦ Χαλκοκονδύλη. Ἡ θρησκεία δὲν
3430εἶναι τίποτε, ἡ γλῶσσα δὲν εἶναι τίποτε, ἡ οἰκογένεια
3431πρέπει νὰ διαλυθῇ, πρέπει ὁ ἐλεύθερος γάμος νὰ κρατήσῃ,
3432ὅλοι οἱ ἄνδρες δι’ ὅλας τὰς γυναῖκας, ὡς κύνες εἰς τὰς
3433ὁδοὺς καὶ εἰς τὰς πλατείας!
3434§249Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Χρυσοῦς αἰών!
3435§250ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε, Κύριοι,
3436ὅτι πρόκειται περὶ κινδύνου; Ἐρωτῶ τὸν Πρόεδρον τῆς
3437ἐπιτροπῆς καὶ σεβαστὸν ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτήν, ὅτε ἐγέ-
3438νετο λόγος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν περὶ συνενώσεως τοῦ Ὑπουρ-
3439γείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυ-
3440τικῶν, ἐγένετο, λέγω, μία συζήτησις, ὅπως ἀποτελέσωσι
3441τὰ δύο αὐτὰ Ὑπουργεῖα ἕν, «Ὑπουργεῖον Πολέμου», ἀντε-
3442τάχθησαν ἢ ὄχι τὰ μέλη τῆς Κοινωνιολογικῆς Ἑταιρείας
3443καὶ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ὀνομασθῇ «Ὑπουργεῖον ἀμύνης»;
3444Διότι πρέπει νὰ ψαλιδισθῇ ὁ Δικέφαλος Ἀετός!
3445§251ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ποίαν ἰδέαν ἔχετε διὰ τὴν Κοι-
3446νωνιολογικὴν Ἑταιρείαν;
3447§252ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἰδέαν
3448τοῦ μεγάλου Ἑλληνισμοῦ, δὲν αἰσθάνεται τὰς αὐτὰς ὑπο-
3449χρεώσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
3450§253ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχει φιλοπατρίαν;
3451§254ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχει.
3452§255ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἔχει τὴν δύναμιν καὶ τὸ σθέ-
3453νος νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ ἴδια καὶ νὰ πολεμήσῃ τὰ ἀντίθετα;
3454§256ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζουσι τὰ καθή-
3455κοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Λοιπὸν δὲν
3456νομίζετε, ὅτι αὐτοὶ οἱ νεωτερισταὶ οἱ ἐρχόμενοι ἀπὸ τὴν
3457Γαλλίαν, ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν, ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, ἀπὸ τὴν
3458Ἰταλίαν, ἀγνοοῦντες ἐντελῶς τί γίνεται εἰς τὴν Μεσσηνίαν,
3459εἰς τὴν Λακωνίαν, εἰς τὰ Καλάβρυτα καὶ εἰς τὴν Λαμίαν,
3460ὅτι αὐτοὶ ἀποτελοῦσιν αὐτόχρημα δημόσιον κίνδυνον; Νεω-
3461τερισταὶ εἰς τὴν θρησκείαν, νεωτερισταὶ εἰς τὴν οἰκογέ-
3462νειαν, νεωτερισταὶ εἰς τὴν ἠθικήν, νεωτερισταὶ εἰς τὴν
3463γλῶσσαν, νεωτερισταὶ εἰς τὰ πάντα!
3464§257Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Εἰς τὸν τόπον, ἐν ᾧ ἐκπαιδεύεταί τις,
3465πρέπει νὰ διατηρῇ τὴν ἑλληνικὴν ψυχήν, καίτοι ἀποδημεῖ.
3466§258ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαίως. Ἐγὼ ὁμιλῶ
3467δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐτὰς τὰς ἰδέας. Ὅταν βλέπῃ
3468τις ἕνα μαινόμενον ἰατρόν, ὅστις ἔχει ἐγκαταλείψει τὰς
3469ἰατρικάς του ἐργασίας καὶ δὲν ἀσχολεῖται ἡμέραν καὶ νύ-
3470κτα εἰς ἄλλο τι παρὰ διὰ τὸ ζήτημα τῆς γλώσσης, ὅταν
3471ἔχητε ἐνώπιόν σας, ἐπαναλαμβάνω, ἕνα μαινόμενον ἰα-
3472τρόν, ἐπιτρέπεται νὰ τὸν ἔχητε δημόσιον ὑπάλληλον;
3473Ὅταν ἔχητε αὐτὸν τὸν ἐν Βόλῳ διδάσκαλον, ὅστις μὲ χαί-
3474την περιεπάτει πρό τινος εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν...
3475§259ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι πρώτης τάξεως ἐπιστήμων·
3476δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος.
3477§260ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δημόσιος ὑπάλ-
3478ληλος; Αἰσθάνομαι ἐνδόμυχον εὐχαρίστησιν, διότι πληρο-
3479φοροῦμαι τοῦτο, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ εἶναι δημόσιος ὑπάλ-
3480ληλος.
3481§261ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Οὔτε θέλει νὰ εἶναι.
3482§262ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Περὶ τούτου πρόκειται,
3483Κύριοι. Ἡ γλῶσσα, ἐπαναλαμβάνω, θὰ ἀκολουθήσῃ τὸν
3484δρόμον της. Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι θὰ συμβῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο.
3485Θὰ ἐξελίσσηται καθ’ ἡμέραν ἡ γλῶσσα ὡς ἐξειλίσσετο μέ-
3486χρι τοῦδε. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, ὅτι γράφω καλλίτερον τὴν
3487γλῶσσαν τοῦ σοφωτάτου ἀνδρὸς τῶν τελευταίων αἰώνων τῆς
3488Ἑλληνικῆς ἱστορίας, τοῦ Κοραῆ. Διατί; Διότι ἔχω ὑπ’
3489ὄψει τὰ διδάγματα ἐκείνου καὶ τὰ διδάγματα ὁλο-
3490κλήρου τοῦ ἔθνους μου ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνου τοῦ σοφοῦ
3491μέχρι σήμερον. Ἔχομεν μίαν πρόοδον ἑκατὸν ἐτῶν ἀπὸ
3492τοῦ Κοραῆ. Πῶς δυνάμεθα νὰ τὴν ἀπορρίψωμεν πᾶσαν;
3493Διατί τότε νὰ μὴ κρημνίσωμεν τὰς οἰκίας πάσας; Διατί
3494νὰ μὴ κόψωμεν τὰ δένδρα τὰ φυτευθέντα ἔκτοτε; Διατί
3495νὰ μὴ σχίσωμεν τὰ βιβλία τὰ ἔκτοτε; Ποία εἶναι ἡ κατά-
3496στασις, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ καταλήξωμεν; Τοῦτο λέγων
3497δὲν ἀντιτάσσομαι εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς γλώσσης οὔτε εἶναι
3498δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῶ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιταχθῇ
3499τις εἰς τοῦτο; Ἀλλ’ ἀντιτάσσομαι εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι
3500δυνατὸν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὸ ἐκ τοῦ παρελθόντος κεφά-
3501λαιον. Αὐτὸ θὰ ἦτο καταδίκη τῆς θεωρίας τῆς ἐξελίξεως
3502καὶ βεβαίως καταδίκη πάσης προόδου.
3503Δὲν ἐπετρέπετο, κύριε Βουλευτὰ Ζακύνθου, ν’ ἀγνοῆτε
3504ὅτι ὁ Ξενοφῶν ἔχει τὸ «δὲ» εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἱστορίας του
3505διότι συνεχίζει τὴν ἱστορίαν τοῦ Θουκυδίδου.
3506§263Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ τὸ λέγει.
3507§264ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συνεχίζομεν καὶ ἡμεῖς
3508τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος· εὑρισκόμεθα εἰς ἓν σημεῖον
3509καὶ εἰς τὴν γλῶσσαν ὡς καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὅλα, καὶ ἐκ τού-
3510των ἐλπιδοφόροι θὰ βαδίσωμεν πρὸς τὸ μέλλον.
3511§265ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸς τὸ παρελθόν.
3512§266ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνα-
3513γνωρίσωμεν ἰσορρόπως ἔχοντας τὸν νοῦν ἐκείνους, οἵτινες
3514θέλουσι ν’ ἀποκόψωμεν ἀποτόμως τὸ παρελθὸν καὶ ν’ ἀπα-
3515λειφθῇ ὁλόκληρον τὸ ἐκ τοῦ παρελθόντος κεφάλαιον. Ἐκεῖ-
3516νος δέ, ὅστις ὑποστηρίζει ταῦτα, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐ-
3517λάχιστον δὲν εἶναι δυνατόν, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω διὰ μυ-
3518ριοστὴν φοράν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνέῃ ἐμπιστο-
3519σύνην ὅτι θὰ ἐκτελῇ προσηκόντως τὰ δημόσια αὑτοῦ καθή-
3520κοντα, διότι ὁ ἄνθρωπος οὗτος δὲν σκέπτεται ἀνθρωπίνως,
3521εἶναι ἀνίκανος ν’ ἀντιληφθῇ καὶ τὰς ἁπλουστέρας ἐννοίας,
3522δὲν εἶναι ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις θέλει νὰ χωρισθῇ τοῦ
3523παρελθόντος, διότι, ἂν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον διακρίνει κυ-
3524ρίως τὸν ἄνθρωπον τῶν κτηνῶν, εἶναι ἡ Ἱστορία. Οἱ ἄνθρω-
3525ποι, ἀποταμιεύοντες ἐν τῷ ἠθικῷ καὶ ὑλικῷ καὶ τῷ πνευ-
3526ματικῷ κόσμῳ ἀρχὰς ἠθικάς, κεφάλαια ὑλικὰ καὶ γνώσεις,
3527δημιουργοῦσι τὴν ἑαυτῶν ἱστορίαν. Ἕκαστον τῶν κτη-
3528νῶν ἔχει τὴν ἰδίαν αὑτοῦ ἱστορίαν, διότι οὐδὲν ἐξ αὐ-
3529τῶν ἀποταμιεύει, καὶ ἑπομένως δὲν ἔχουσιν ἱστορικὸν βίον.
3530Αὐτή, λέγω, εἶναι ἡ κατ’ ἐξοχὴν διάκρισις τοῦ ἀνθρώπου
3531ἀπὸ τῶν κτηνῶν. Ὁ λέγων ὅτι ἀποτόμως πρέπει νὰ χω-
3532ρισθῶμεν τοῦ παρελθόντος καὶ ἐν τῇ γλώσσῃ, καθὼς καὶ ἐν
3533παντὶ ἄλλῳ, λέγει τι ἐναντίον τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως. Ὁ
3534ἄνθρωπος οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἰσόρροπος, δὲν
3535εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπνέῃ ἐμπιστοσύνην, δὲν εἶναι δυνατὸν
3536νὰ ἐκτελῇ προσηκόντως τὰ δημόσιά του καθήκοντα. Καὶ
3537εἰς τοῦτο περιστρέφεται ἡ πρότασις ἡμῶν. Οἱ ἐπεμβαίνον-
3538τες εἰς τὰ τῆς γλώσσης τοῦ Κράτους κατὰ τρόπον προκα-
3539λοῦντα σκάνδαλα ἀπολύονται τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας.
3540Δὲν θίγεται ἡ ἐλευθερία τινός. Λέγω καὶ νῦν καὶ ἐπανέ-
3541λαβον αὐτὸ καὶ προηγουμένως, ἐλεύθερος εἶναι νὰ γράψῃ τὰ
3542ποιήματά του εἰς οἱανδήποτε ἂν θέλῃ γλῶσσαν, ὡς καὶ τὰ
3543διηγήματά του καὶ τὰ συγγράμματά του, ἀλλ’ ὄχι νὰ
3544ὑβρίζῃ ὁλόκληρον ἔθνος ὡς βαῖνον εἰς τὴν ἐσχάτην κτη-
3545νωδίαν καὶ ἠλιθιότητα διότι δὲν ἀσπάζεται τὰ γλωσσικὰ
3546τερατουργήματα αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖ τὸ ἔθνος ἐξελισσό-
3547μενον γλωσσικῶς ὡς ἐξελίσσεται καὶ καθ’ ὅλα αὑτοῦ τὰ
3548στάδια.
3549§267Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Ποῦ τὰ εἴδατε αὐτά; Δὲν δύνασθε νὰ
3550μᾶς εἴπετε, νὰ τὰ ἴδωμεν καὶ ἡμεῖς ἂν ἔγραψεν ὁ Παλα-
3551μᾶς αὐτά;
3552§268ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὰ ἔχει γράψει χιλιάκις.
3553Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ προσκομίζω ἐνταῦθα ὅλα τὰ ἔργα
3554τοῦ Παλαμᾶ καὶ συγχρόνως καὶ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα δι’
3555αὐτὰ ἀπολυμαντικά. Ἐγὼ ἀηδιάζω καὶ νὰ ἀκούω τὰ
3556ἔργα αὐτοῦ.
3557§269Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Γνωρίζετε τὸν κύριον Ἰ. Δραγού-
3558μην; Εἶναι εἷς τῶν κρατιστέρων διπλωματικῶν ὑπαλλή-
3559λων τοῦ τόπου μας, καὶ ἐν τούτοις εὑρίσκεται ἐν διαφωνίᾳ
3560πρὸς τὸν σεβαστὸν πατέρα του.
3561§270ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βλέπετε, κύριε Βου-
3562λευτά, προηγουμένως διακόπτων τὸν κύριον Μπουφίδην εἶ-
3563πον νὰ καλέσῃ τοὺς Κυρίους αὐτοὺς νὰ δώσωσι δεῖγμα
3564γραφῆς καὶ θ’ ἀποδειχθῶσι τότε ὅτι σκοπίμως μεταχειρί-
3565ζονται τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, διότι δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ
3566μεταχειρίζωνται τὴν γλῶσσαν τοῦ ἔθνους. Λέξις «κρατί-
3567στερος» δὲν ὑπάρχει.
3568§271Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διαγωνιζόμεθα, ἐὰν θέλετε.
3569§272ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀλλὰ σεῖς, κύριε Κα-
3570ραπᾶνε, ἔχετε γράψει περὶ τοῦ Ἑρρίκου Ντέρμπουργ ὅτι
3571ἀπέθανε «γοργῶς» κ.τ.λ.
3572§273Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγώ; Ὄχι, καὶ σᾶς τὸ βεβαιῶ
3573ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου.
3574§274ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς τὸ βεβαιῶ
3575ἐπὶ λόγῳ τιμῆς. Ἐγὼ σᾶς ἀγαπῶ ὑπερβαλλόντως, κύριε
3576Καραπᾶνε, ἀλλὰ σεῖς ἐξωθεῖτε τὰ πράγματα. Δυστυχῶς
3577δὲν ἐμάθετε γράμματα.
3578§275Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔμαθον
3579γράμματα, ἀλλ’ ἔλαβον ἄριστα.
3580§276ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σεῖς νομίζετε δυστυχῶς
3581ὅτι θὰ μᾶς ἐκπλήξητε ἐνταῦθα, ἐπικαλούμενοι διαφόρους
3582Γερμανικὰς φυλλάδας, ἐνῷ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ μελετή-
3583σητε Ἑλληνικά, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ ταμεῖον πάσης σοφίας
3584καὶ ἐξ ὧν ἀπορρέουσιν ὅλοι οἱ κανόνες τοῦ ἀνθρωπισμοῦ,
3585τῆς εὐγενείας καὶ τῆς ἠθικῆς, τοὐλάχιστον ἐκ τοῦ σεβα-
3586σμοῦ πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ τόπου σας. Πρὸ παντὸς πρέ-
3587πει νὰ εἶσθε Ἕλληνες καὶ κατόπιν Γερμανοὶ καὶ κοσμο-
3588πολῖται.
3589Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ζητήματος ἐπουσιώδους·
3590πρόκειται περὶ μιᾶς διανοητικῆς διαστροφῆς, τὴν ὁποίαν
3591πρέπει νὰ προλάβωμεν, ἵνα μὴ ἐξαπλωθῇ εὐρύτερον, διὰ
3592δὲ τοῦ Συντάγματος νὰ τὴν ἐμποδίσωμεν νὰ εἰσέρχηται
3593εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τυ-
3594χαίου· πρόκειται, ἂν ὄχι διά τι ἄλλο, περὶ μιᾶς ἀηδίας,
3595ἥτις ἤρχισε νὰ κατακλύζῃ τὸν τόπον. Δὲν εἶναι κατάστασις,
3596τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπομείνωμεν ἐπὶ πλέον. Προ-
3597σωπικότης τοῦ Ἑλληνισμοῦ καταντᾷ νὰ νομίζηται ὁ Πα-
3598λαμᾶς.
3599§277Λ. ΜΑΒΙΛΗΣ. Δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κατηγορῆτε τὸν
3600Παλαμᾶν, διότι εἶσθε ἀμαθέστατος.
3601§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ ἐξηγήσητε τὴν φράσιν σας,
3602κύριε Μαβίλη.
3603§279ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Προσωπικότης....
3604§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμείνατε, κύριε Κουλουμβάκη, νὰ
3605δώσῃ ἐξηγήσεις ὁ κύριος Μαβίλης.
3606§281ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν περιμένω, κύριε
3607Πρόεδρε, ἐξηγήσεις ἀπὸ ἕνα μαλλιαρόν. Προσωπικότης
3608ἀδιατάρακτος εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν κα-
3609τέχει. Καὶ εἶναι καὶ εὐεργετούμενος ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς
3610Πολιτείας, κατὰ τρόπον παράνομον· ἔχει τὴν θυγατέρα του
3611ὑπότροφον ἐν Εὐρώπῃ σήμερον, καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυ-
3612βέρνησις ν’ ἀκυρώσῃ τὴν ὑποτροφίαν αὐτήν.
3613§282ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν θέλητε νὰ
3614ἐλέγξητε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, πρέπει νὰ
3615τὸ φέρητε εἰς μίαν ἡμέραν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
3616§283ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρωθυπουργέ, δὲν
3617φέρω τὸ ζήτημα ἀπὸ στενῆς σημασίας καὶ διὰ τοῦτο
3618σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ταράττησθε, διότι ἀρχίζει ἡ ἐποχὴ
3619τῆς διαμαρτυρίας, καὶ πρέπει σεῖς, ὅστις ἰσχυρίζεσθε ὅτι
3620εἶσθε ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, νὰ ἐνισχύσητε
3621τὴν ἀρξαμένην διαμαρτυρίαν. Δὲν σᾶς ἤλεγξέ τις· ἐγώ,
3622ὁμιλῶν, εἶπον καὶ ἓν παράδειγμα, ἀποδεικνῦον καὶ τοῦτο
3623τοὺς ἰσχυρισμούς μου ἐπὶ πλέον. Δὲν ὑπῆρξε μομφὴ κατὰ
3624τῆς Κυβερνήσεως, τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον εἶμαι πεπει-
3625σμένος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σήμερον ἀγνοεῖ ὅτι κατὰ τρό-
3626πον παράνομον ἐδόθη ἡ ὑποτροφία ἐκείνη.
3627§284Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τί πταίει τὸ κορίτσι;
3628§285ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πταίει, διότι λαμβάνει
3629χρήματα παρανόμως. Ἀλλά, Κύριοι, τοῦτο μόνον λέγω,
3630διότι δὲν θέλω νὰ καταπονῶ τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ζήτημα
3631κατὰ τὴν γνώμην μου ἔχει ἐξαντληθῆ, καὶ ἡμεῖς θὰ ἐπιμέ-
3632νωμεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ τῆς διακεκριμένης ψήφου
3633ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν, τουτέστι θὰ προκαλέσωμεν ὀνο-
3634μαστικὴν ψηφοφορίαν.
3635§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης. Ἀπών. Ὁ κ. Πατσουρά-
3636κος. Δὲν εἶναι ἀντιλέγων. Ὁ κ. Φωτήλας.
3637§287ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔχω συνείδησιν, Κύριοι, τοῦ δυσκό-
3638λου ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνω, νὰ ὁμιλήσω μετὰ τοσού-
3639τους ῥήτορας ἀκουσθέντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Αἰ-
3640σθάνομαι ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ
3641τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Κύριοι· τὴν
3642ἀθάνατον ἡμῶν γλῶσσαν, τὴν γλῶσσαν τοῦ Ὁμήρου καὶ
3643τοῦ Σοφοκλέους καὶ τοῦ Δημοσθένους, τὴν γλῶσσαν ἐκεί-
3644νην, δι’ ἧς ἀνεπτύχθη ὅλος ὁ ἀρχαῖος πολιτισμός, τὴν
3645γλῶσσαν ἐκείνην, ἥτις ἐσόφιζεν ἀείποτε τὴν ἀνθρωπότητα
3646ὅλην, τὴν γλῶσσαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐκ θαυμασμοῦ πρὸς
3647τοὺς ἡμετέρους προγόνους καὶ ἐκ σπουδῆς, ὅπως μελετήσωσι
3648δι’ αὐτῆς αὐτούσιον ὁλόκληρον τὸν πολιτισμὸν τῆς ἀρχαιό-
3649τητος, ὁ ὁποῖος αὐτοφυῶς ἀνεπτύχθη ἐν τῷ Ἑλληνικῷ
3650ἐδάφει καὶ μόνῳ, καὶ τὴν ὁποίαν ἐκ τῶν λόγων τούτων
3651σπουδάζουσιν οἱ φοιτηταὶ καὶ οἱ σπουδασταὶ ὅλων τῶν
3652Πανεπιστημίων ὅλου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τὴν
3653γλῶσσαν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας διετηρήθησαν ἀνὰ τοὺς
3654αἰῶνας τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν γλῶσ-
3655σαν, τὴν ὁποίαν ἐκληροδότησαν οἱ πρόγονοι ἡμῶν, καὶ τὴν
3656ὁποίαν καθιέρωσαν ὅλοι οἱ μεγάλοι διδάσκαλοι τοῦ γένους
3657καὶ δὴ ὁ ἀοίδιμος Κοραῆς, τὴν γλῶσσαν αὐτὴν ἐφαντάσθη-
3658σαν ἔκφυλοί τινες καὶ γελοῖοι, ἀλλὰ δυστυχῶς Ἕλλη-
3659νες.... (Εὖγε).
3660§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐκφράζησθε οὕτως.
3661§289Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ δημιουργοῦ αὐτῆς
3662Ψυχάρη.
3663§290Κ. ΜΑΝΟΣ. Κύριε Βουλευτά.
3664§291Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν δύναταί τις νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευ-
3665θερίαν τῆς συζητήσεως.
3666§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐκφράσεως;
3667§293Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Μόνον, ὅταν παραβῶ τὸν Κανονισμόν,
3668δέχομαι παρατηρήσεις.
3669...Τὴν γλῶσσαν, λέγω, αὐτὴν ἐφαντάσθησαν γελοῖοί τινες...
3670§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον νὰ μὴ μεταχειρίζησθε τοιαύ-
3671τας φράσεις.
3672§295Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαι-
3673οσύνης). Εἶναι ἀόριστος ἡ φράσις.
3674§296Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Βεβαίως.
3675§297Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Παραστήσατε τὸ γελοῖον καὶ τὸ
3676ἀντιλαμβανόμεθα.
3677§298ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἔλεγχον ἐφ’ ὅσον δὲν παραβαίνω τὸν
3678Κανονισμὸν δὲν δέχομαι.
3679....Ἐφαντάσθησαν, λέγω, νὰ διαφθείρωσι διὰ τοῦ μαλ-
3680λιαρισμοῦ γινόμενοι ἴσως ὄργανα ξένων μισελλήνων.....
3681§299ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Βεβαίως.
3682§300ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ.... ἢ θέλοντες νὰ καινοτομήσωσιν ὡς
3683ῥυθμισταὶ γλώσσης φαινομενικὸν προβάλλοντες ἐπιχείρημα
3684τοῦτο, ὅτι διαφέρει πως ἡ λαλουμέννη γλῶσσα τῆς γρα-
3685φομένης καὶ ὡς ἐκ τῆς διαφορᾶς ταύτης συνάγουσιν ὅτι
3686ἐπέρχεται σύγχυσις ἐμποδίζουσα τὰς σπουδὰς καὶ τὴν ἀνά-
3687πτυξιν τῶν νέων.
3688Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι πανταχοῦ ἡ λαλουμένη γλῶσσα
3689διαφέρει τῆς γραφομένης, διότι ἡ γλῶσσα δημιουργεῖται
3690μὲν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κλίματος, τῶν ἐθί-
3691μων, ἀλλὰ κομψεύεται, ὑποβάλλεται εἰς κανόνας ὑπὸ τῶν
3692λογίων καὶ ἐξιδανικεύεται.
3693Ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνική, τὴν ὁποίαν τόσαι χιλιετηρίδες
3694ἐσεβάσθησαν χρυσοῦς περικλείσασαι αἰῶνας, ἡ γλῶσσα
3695αὐτή, κομψευομένη ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε λογίων εἶχε φθάσει
3696εἰς κάλλος ἔξοχον· ἡ γλῶσσα ὅμως αὐτὴ εἶχε τὸ ἀτύχημα
3697ὡς ἐκ τῆς μακραίωνος δουλείας νὰ παραγεμισθῇ μὲ λέξεις
3698ξένας, μὲ λέξεις κακοφώνους καὶ κακοζήλους. Ὅτε ὅμως τὸ
3699Ἑλληνικὸν ἔθνος ἀνεγεννήθη, μεγάλοι διδάσκαλοι τοῦ Γέ-
3700νους καθιέρωσαν τὴν καθαρεύουσαν, ἥτις, ἀνδρωθεῖσα διὰ
3701τῆς Ἐκκλησίας, διὰ τῶν σχολείων, διὰ τῆς Βουλῆς, κα-
3702τέστη ἱκανὴ πρὸς ἔκφρασιν παντὸς διανοήματος, ὁσονδήποτε
3703καὶ ἂν εἶναι τοῦτο ὑψηλὸν ἢ ἰδεατόν.
3704Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, ἡ καθαρεύουσα αὐτὴ τοσοῦτον προκό-
3705ψασα κατέστη οἰκεία γλῶσσα παντὸς Ἕλληνος, ἐνεφανί-
3706σθησαν ἀνισόρροποί τινες, προεξάρχοντος ἀνισορρόπου τινὸς
3707Ψυχάρη ὀνόματι....
3708§301ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ ὁποῖος ἐπαρασημοφορήθη.
3709§302Α. ΦΩΤΗΛΑΣ.... οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν ἴδιον ἰδίωμα
3710γλώσσης, τὴν γλῶσσαν τῶν μαλλιαρῶν καὶ ἀξιοῦσιν, ὅπως
3711ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐγκαταλείψῃ τὴν πατροπαράδοτον αὐτοῦ
3712γλῶσσαν καὶ ἐνστερνισθῇ τὴν παράδοξον ταύτην γλῶσσαν,
3713ἡ ὁποία καλεῖται ἰδίωμα τῶν μαλλιαρῶν! Οἱ ἄνθρωποι
3714αὐτοὶ θέλουσι νὰ ἐνστερνισθῶμεν γλῶσσαν, ἡ ὁποία, ἂν
3715τυχὸν ὑπάρχῃ, διότι ἐγὼ ἀρνοῦμαι ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη
3716γλῶσσα, ὑπῆρξε τέκνον δουλικῆς ἐποχῆς. Συνιστῶσιν οἱ
3717ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν γλῶσσαν ἐκείνην,
3718διότι ταύτην λέγουσιν ὅτι ἐχειρίζοντο καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν.
3719Καὶ ἂν τοῦτο ἦτο ἀληθές, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ταῦτα συνιστῶν-
3720τες, μοὶ φαίνεται ὅτι συνιστῶσιν ὅτι πρέπει νὰ πολεμή-
3721σωμεν τοὺς ἐχθρούς μας μὲ καρυοφύλλια καὶ μὲ πυρπο-
3722λικά, διότι μὲ ταῦτα ἐπολέμησεν ὁ Κανάρης καὶ ὁ Κολο-
3723κοτρώνης καὶ ἡ λοιπὴ χορεία τῶν ἐνδόξων ἐλευθερωτῶν μας.
3724§303Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σεῖς θέλετε μὲ ἀσπίδας καὶ μὲ
3725δόρυ.
3726§304ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κύριε κοινωνιολόγε...
3727§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι εἰρωνεία νὰ εἶναί τις κοινωνιο-
3728λόγος.
3729§306ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἀπ’ ἐναντίας, τὸ θεωρῶ τιμητικόν·
3730ἠθέλησα διὰ τοῦ τίτλου αὐτοῦ νὰ τὸν κολακεύσω, διὰ νὰ μὲ
3731ἀφήσῃ νὰ ἐξακολουθήσω.
3732§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην ἀπονομῆς τίτλων· ὁ
3733Πρόεδρος σᾶς προστατεύει.
3734§308ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατὰ τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ τῶν ἀνισορ-
3735ρόπων.... (Εὖγε, εὖγε).
3736§309Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι ἀσέβεια αὐτή. Καὶ ἐγὼ εἶ-
3737μαι ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἐπιτρέ-
3738πεται τοὺς ἔχοντας ἀντιθέτους γνώμας νὰ τοὺς ὑβρίζωμεν
3739ἐκφύλους.
3740§310ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Εἶναι ὁ ἐλαφρότερος χαρακτηρισμός.
3741§311Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Οἱ χαρακτηρισμοὶ δὲν δίδονται
3742ἐδῶ μέσα.
3743§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὀρθὸν νὰ συστήσω εἰς τοὺς κ. συνα-
3744δέλφους νὰ μετριάσωσι τὰς ἐκφράσεις των περὶ προσώπων,
3745τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐντὸς τῆς Βουλῆς....
3746§313ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτὸ ἔλειπε, νὰ ἦσαν ἐδῶ.
3747§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ..... καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀμυνθῶσιν ἀπέ-
3748ναντι βαρειῶν ἐκφράσεων, καὶ πρὸς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυ-
3749νατὸν νὰ δοθῇ λόγος ἕνεκα τῆς ἀσυλίας τοῦ βήματος. Αὐτὴ
3750ἡ ἀσυλία τοῦ βήματος ἐπιβάλλει μετριότητα ἐκφράσεων.
3751§315ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Κατὰ τοῦ ἀγῶνος τῶν ἀξιοτίμων αὐ-
3752τῶν Κυρίων... (Γέλωτες).
3753§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ λέγητε ἀξιοτίμων καὶ νὰ ση-
3754μαίνῃ ὅ,τι θέλετε.
3755§317ΑΛ. ΦΩΤΗΛΑΣ... προτείνουσιν ἔντιμοι συνάδελφοι, ὅπως
3756περιλάβωμεν ἐν τῷ Συντάγματι διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας
3757νὰ ὁρίζηται ὡς ἐπίσημος γλῶσσα ἡ καθαρεύουσα. Πρὸς
3758τοῦτο ἐγὼ διαφωνῶ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ Σύνταγμα
3759ἄλλον σκοπὸν καὶ ἄλλον προορισμὸν ἔχει· τὸ Σύνταγμα εἶ-
3760ναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τοῦ πολιτικοῦ οἰκοδομήματος· τὸ
3761Σύνταγμα περιλαμβάνει τὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος, τὰ
3762ὅρια τῶν πολιτικῶν ἐξουσιῶν, τὰ δημόσια δίκαια τῶν Ἑλ-
3763λήνων· τὸ Σύνταγμα ὁρίζει γενικοὺς καὶ ὀργανικοὺς νόμους·
3764τὸ Σύνταγμα ἀσφαλίζει ἀπὸ κινδύνων πραγματικῶν, οὐχὶ
3765ἀπὸ κινδύνων ἀνυπάρκτων καὶ φανταστικῶν.
3766Οὐδέποτε φαντάζομαι ὅτι θέλουσι μωρανθῆ ἐπὶ τοσοῦ-
3767τον οἱ Ἕλληνες, ὥστε νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν πατροπαρά-
3768δοτον γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ἐσεβάσθησαν ὁλόκληροι αἰῶνες!
3769§318ΑΘ. ΠΑΠΑΧΕΛΑΣ. Τὸ αὐτὸ θὰ ἠδύνασθε νὰ εἴπητε
3770καὶ διὰ τὴν Θρησκείαν.
3771§319ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡμίλησα ἐγὼ περὶ κιν-
3772δύνων;
3773§320ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὅταν προτείνητε κἄτι τι....
3774§321ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φωτήλας σχολιάζει τὴν προσθήκην
3775τοῦ κ. Μιχαλοπούλου.
3776§322ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἄν σήμερον ἐγερθῇ Γάλλος ζήσας
3777πρὸ χιλίων ἐτῶν, ματαίως θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐννοήσῃ Γάλ-
3778λον σημερινόν· ἂν ἐγερθῇ ὁ Κικέρων, θὰ ἀπορήσῃ ἀκούων
3779Ἰταλὸν λαλοῦντα τὴν Ἰταλικήν· ἂν ἐγερθῇ Ἄγγλος τῆς
3780Δανικῆς δυναστείας, δὲν θὰ ἐννοήσῃ ἀσφαλῶς Ἄγγλον ση-
3781μερινόν· ἂν ὅμως ὁ Ὅμηρος ἐγερθῇ ἐκ νεκρῶν καὶ με-
3782ταβῇ εἰς τὸ χωρίον καὶ ἀκούσῃ τὸν τελευταῖον χωρικόν,
3783θὰ ἐννοήσῃ τὰς ἰδέας του, καί, μόνον ὅταν ἀκούσῃ μαλλια-
3784ρόν, οὐδένα οὐδέποτε θὰ ἐννοήσῃ. (Χειροκροτήματα).
3785Ἀφήσατε, Κύριοι, ἐλευθέραν τὴν ἐξέλιξιν· οὐδέποτε φο-
3786βοῦμαι ὅτι ἡ ἐξέλιξις αὐτὴ θὰ καταντήσῃ εἰς μαλλιαρι-
3787σμόν. Νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἀναγραφῆς τοιαύτης διατάξεως
3788ἐν τῷ Συντάγματι θὰ δώσωμεν σημασίαν ἐκεῖ, ὅπου οὐ-
3789δεμίαν σημασίαν πρέπει νὰ δώσωμεν. Ἀναγνωρίζομεν
3790ὅτι ὑπάρχει διγλωσσία, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει.
3791§323ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ δημοτικὴ τί εἶναι;
3792§324ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Εἶναι παρεφθαρμένη γλῶσσα. Ἐξέ-
3793λιξις αὐτῆς εἶναι ἡ καθαρεύουσα. Ἄν ἡ δημοτικὴ μᾶς συγ-
3794κινεῖ, τοῦτο συμβαίνει, διότι συνδέεται πρὸς παραδόσεις
3795ἱστορικάς, ὧν τὴν ἀνάμνησιν ζωηρὰν ἔχει ὁ Ἕλλην. Δὲν
3796εἶναι γλῶσσα τῆς καρδίας, ὡς λέγουσιν. Εἶναι γλῶσσα τῶν
3797πόνων καὶ τῶν στεναγμῶν, γλῶσσα ἐστερημένη ζωῆς.
3798Τὸ ζήτημα, Κύριοι, κατ’ ἐμέ, ἐγείρεται οὕτω πως: ἢ ἡ
3799γλῶσσα αὐτή, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ μαλλιαροί, δὲν ἠξεύρω
3800πῶς, ἐδημιούργησαν, εἶναι ἱκανὴ νὰ διαδηλώσῃ τὰ αἰσθή-
3801ματα καὶ τὰ διανοήματα τοῦ λαοῦ, καὶ τότε θὰ ἐπικρα-
3802τήσῃ καὶ πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ· ἢ ἡ γλῶσσα αὐτὴ εἶναι
3803περίεργον κατασκεύασμα φαντασιῶν νοσουσῶν, καὶ τότε ὁ
3804περὶ αὐτῆς θόρυβος ταχέως θὰ καταπέσῃ, διὰ νὰ ἐπανέλ-
3805θωσι πάλιν τὰ ἀθάνατα ῥήματα τῶν ἐνδόξων προγόνων μας.
3806Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, Κύριοι, θὰ συνίστων εἰς τὴν
3807Κυβέρνησιν τρία τινά, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κηρύσ-
3808σομαι μὲν ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης γλώσσης, ἀλλὰ δὲν εἶ-
3809μαι ὑπὲρ τῆς ἀναγραφῆς τῆς διατάξεως ἐν τῷ Συντάγματι,
3810διότι γνωρίζω, ὅτι ἡ ἐξέλιξις θηρεύουσα τὸ κάλλος θὰ
3811καθιερώσῃ τὴν καθαρεύουσαν ὡς οἰκείαν γλῶσσαν καὶ εἰς
3812τὴν τελευταίαν καλύβην τοῦ τελευταίου ποιμένος, τὰ ἑξῆς,
3813λέγω, τρία. Πρῶτον μέν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἁγνότητα
3814τῆς παιδείας ἀπὸ πάσης κακοβούλου προθέσεως, λαμβά-
3815νουσα διοικητικὰ μέτρα ἀπολύτως αὐστηρὰ κατ’ ἐκείνων
3816τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀσπάζονται τὰς ἰδέας τῶν μαλ-
3817λιαρῶν καὶ ζητοῦσι τὴν ἐπιβολὴν αὐτῶν· δεύτερον, ὅπως
3818ποιήσηται ἡ Κυβέρνησις διπλωματικὰς παραστάσεις παρὰ
3819τῇ Γαλλικῇ Κυβερνήσει διὰ τὸν ἀνισόρροπον Ψυχάρην, πα-
3820ριστῶσα ὅτι ὁ Ψυχάρης δὲν διδάσκει Ἑλληνικά, ἀλλὰ
3821Τουρκικά· τρίτον, ὅπως ληφθῇ πρόνοιά τις διὰ τὰς ὑπαρ-
3822χούσας ἐν Ἑλλάδι προπαγανδικὰς σχολάς, αἵτινες ἀθρόως
3823σύρουσι τοὺς Ἑλληνόπαιδας, ἀφαιροῦσαι ἀπ’ αὐτῶν πᾶν τὸ
3824Ἑλληνικόν.
3825Αἱ σχολαὶ αὗται ἔχουσαι ὡς δόλωμα τὴν ἐκμάθησιν ξέ-
3826νων γλωσσῶν ἀθρόως προσελκύουσι τοὺς Ἑλληνόπαιδας καὶ
3827ἐκεῖ διαφθείρεται τῶν Ἑλληνοπαίδων καὶ ἡ θρησκεία καὶ
3828ἡ γλῶσσα.
3829Ταῦτα εἶχον νὰ συστήσω καὶ θὰ κατέστρεφον τὸν λόγον,
3830Κύριοι, ἂν δὲν προέβλεπον, ὅτι μετ’ ἐμὲ θέλουσιν ἀγο-
3831ρεύσει—πόσαι δωδεκάδες, κύριε Πρόεδρε;
3832§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο δωδεκάδες γλωσσῶν.
3833§326ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πλεῖστοι ῥήτορες ἐπὶ τοῦ ζητήματος
3834αὐτοῦ. Ἐβασάνισα, Κύριοι, τὸν νοῦν μου μήπως εὕρω τρό-
3835πον τινά, ὥστε νὰ ἱκανοποιήσω καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀγω-
3836νίζονται ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης, καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
3837ἀγωνίζονται ὑπὲρ τῆς μαλλιαρῆς.
3838§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὲρ τῆς μαλλιαρῆς ὑποθέτω ὅτι δὲν
3839ἀγωνίζεται κανείς.
3840§328ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ φίλος μου κ. Μαβίλης.
3841§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀκούσητε τί θὰ ἀναπτύξῃ ἕκαστος
3842Βουλευτὴς κάμνετε καλὰ νὰ μὴ κάμνητε τὸν νοομάντιν
3843καὶ γεννήσητε ζητήματα.
3844§330ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πολὺ καλά.
3845Ἐβασάνισα, λέγω, τὸν νοῦν μου, ὅπως εὕρω μίαν μέσην
3846ὁδόν, διὰ νὰ συμβιβάσω τὰ διεστῶτα, καὶ νομίζω, ὅτι ἐν
3847τῇ πτωχῇ μου διανοίᾳ κατώρθωσα νὰ ἀνακαλύψω—ἂν εἶ-
3848ναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις αὕτη— τοῦτο: ὅπως ἡ
3849διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ποιήσηται τὸ
3850ἀκόλουθον ψήφισμα· «Ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ τῶν
3851Ἑλλήνων λαμβάνουσα εὐκαιρίαν ἐκ τῆς ἐν αὐτῇ συζητή-
3852σεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν πρέπει νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ
3853Συντάγματι διάταξις κανονίζουσα τὴν ἐπίσημον τοῦ Κρά-
3854τους γλῶσσαν ἀποδοκιμάζει τοὺς λεγομένους μαλλιαροὺς
3855καὶ ἐλπίζει καὶ εὔχεται, ὅπως ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐξελισσο-
3856μένη τείνει πάντοτε εἰς τὸ ἀρχαῖον κάλλος». (Ἐπιδοκι-
3857μασίαι).
3858(Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
3859§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πατσουράκος.
3860§332Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι
3861Βουλευταί, ὅτι ὁ ἄνθρωπος διαφέρει τῶν λοιπῶν ἀλόγων
3862ζῴων κατὰ τὸν νοῦν, τὸ μόνον δὲ μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου
3863καθιστᾷ κοινωνοὺς τοὺς λοιποὺς ὁμοφύλους του τῶν ἐνερ-
3864γειῶν καὶ ἀποτελεσμάτων τοῦ νοῦ εἶναι ἡ γλῶσσα. Ἑκά-
3865στης λοιπὸν γλώσσης ὁ γραπτὸς λόγος, διότι περὶ τούτου
3866ἀκριβῶς πρόκειται ἐν τῇ προκειμένῃ ἐθνικῇ συζητήσει,
3867διαιρεῖται εἰς δύο μεγάλα γένη, εἰς τὴν ποίησιν καὶ τὸν
3868πεζὸν λόγον. Ἐκ τῶν δύο τούτων γενῶν τὸ μὲν πρῶτον,
3869ἡ ποίησις τουτέστιν, εἶναι ἔργον τῆς φαντασίας, τὸ ὁποῖον
3870ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν παιδικὴν τοῦ λαοῦ ἡλικίαν καὶ μᾶς
3871ἀναγκάζει νὰ πιστεύωμεν ὅτι ἡ γλῶσσα τότε ἦτο ῥευστή,
3872μεταβλητὴ δηλονότι καὶ κατὰ γράμματα καὶ συλλαβὰς
3873ἀκόμη.
3874Τὸ ἕτερον τῶν δύο τούτων γενεῶν, ὁ πεζὸς δηλονότι λό-
3875γος εἶναι ἔργον τῆς κρίσεως, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχοῦν πρὸς
3876τὴν ἀνδρικὴν ἑκάστου λαοῦ ἡλικίαν, μᾶς ἀναγκάζει νὰ δε-
3877χθῶμεν ὅτι ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου ἀρχίζει ἡ γλῶσσα παν-
3878τὸς λαοῦ νὰ μονιμοποιῆται καὶ νὰ παγιῶται. Ἀλλ’ ἀπὸ
3879τοῦ σημείου τούτου καὶ ἐφεξῆς ἐμφανίζονται αἱ διάφοροι
3880διάλεκτοι, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον μὲν καὶ πρίν, ἀλλ’ ἐν τῷ
3881ἀγνώστῳ, ἐμφανίζονται αἱ διάφοροι διάλεκτοι, αἱ ὁποῖαι
3882δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ ἰδιώματα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς
3883γλώσσης ἀνάλογα πρὸς τὸ περιβάλλον — ἐὰν δηλονότι τὸ
3884περιβάλλον εἶναι τραχύ, τραχεῖα εἶναι καὶ ἡ διάλεκτος,
3885ἐὰν τὸ περιβάλλον εἶναι ἥμερον, ἥμερος εἶναι καὶ ἡ διάλε-
3886κτος, εὐγενὴς καὶ λεπτή. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου,
3887ἀπὸ τοῦ χρόνου τούτου δηλαδὴ καὶ ἐφεξῆς ἀναπτυσσόμενα
3888καὶ μορφούμενα τὰ διάφορα φῦλα καὶ συνδεόμενα πρὸς ἄλ-
3889ληλα διὰ τῆς συγκοινωνίας, αἰσθάνονται τὴν ἀνάγκην τῆς
3890ὑπάρξεως μιᾶς κοινῆς γλώσσης, μιᾶς κοινῆς διαλέκτου, διὰ
3891τῆς ὁποίας νὰ συνεννοῶνται πρὸς ἄλληλα. Τὴν φυσικὴν λοι-
3892πόν, Κύριοί μου, ταύτην ἐξέλιξιν ἀκολουθήσασα καὶ ἡ Ἑλ-
3893ληνικὴ γλῶσσα ἐμφανίζεται τὸ πρῶτον ἐν τῇ ποιήσει, τὴν
3894ὁποίαν ὅλος ὁ κόσμος θαυμάζει, καίπερ ἀναπτυχθεῖσαν κατὰ
3895τὴν παιδικὴν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡλικίαν, ἐν τοῖς ἔπεσι
3896τοῦ Ὁμήρου, τὰ ὁποῖα θαυμάζει ὁ κόσμος τόσον διὰ τὴν
3897ἀφέλειαν καὶ ἁπλότητα αὐτῶν, ὅσον καὶ διὰ τὴν περιγρα-
3898φικότητα καὶ ἠθοποιΐαν.
3899Ἀπὸ τοῦ ἑβδόμου αἰῶνος πρὸ Χριστοῦ ἀναπτυχθέντος
3900ὁπωσδήποτε τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐμφανίζεται καὶ ὁ πε-
3901ζὸς λόγος ἐν πρώτοις διὰ τῶν λογοποιῶν ἢ λογογράφων.
3902Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου ἄρχονται ἐμφανιζόμενα καὶ
3903τὰ διάφορα ἰδιώματα τῆς γλώσσης, τὰ ὁποῖα εἶναι πολλά,
3904ἀλλ’ ἐκ τῶν ὁποίων τρία εἶναι τὰ σπουδαιότερα, τὸ Ἰωνι-
3905κόν, τὸ Αἰολικὸν καὶ τὸ Δωρικόν, διαφέροντα ἀπ’ ἀλλήλων
3906παρασάγγας ὁλοκλήρους. Τὰ κάλα λέγει ὁ Δωριεύς, τὰ ξύλα
3907λέγει ὁ Ἴων, ἀπορίομες λέγει ὁ Σπαρτιάτης, ἀποροῦμεν
3908λέγει ὁ Ἀθηναῖος.
3909Ἄγετ’, ὦ Σπάρτας εὐάνδρω
3910κῶροι πατέρων πολιατᾶν,
3911........................
3912ἔλεγεν ὁ Σπαρτιάτης.
3913«Ἴτε Σπάρτης εὐάνδρου
3914παῖδες πατέρων πολιτῶν
3915......................
3916θὰ ἔλεγεν ὁ Ἀθηναῖος».
3917Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου καὶ ἐφεξῆς μορφούμενα
3918καὶ ἀναπτυσσόμενα τὰ διάφορα φῦλα ἀναγκάζονται, πιέ-
3919ζονται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, ἵνα συνεννοηθῶσι πρὸς ἄλληλα νὰ
3920διαρρυθμίσωσι μίαν γλῶσσαν, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἱκανὴ πρὸς
3921κοινὴν συνεννόησιν τῶν διαφόρων ἑλληνικῶν φύλων. Ἀλλά,
3922σᾶς παρακαλῶ, ποία εἶναι ἡ καταλληλοτέρα πρὸς μόρφω-
3923σιν τῆς γλώσσης διάλεκτος, διὰ τῆς ὁποίας θὰ συνενοοῦντο
3924τὰ διάφορα φῦλα; Βεβαίως ἡ εὐγενεστέρα τῶν ἄλλων, καὶ
3925τοιαύτη ἦτο ἡ Ἰωνική. Ἀλλὰ τὸ ἔργον τοῦτο τὸ βαρὺ τῆς
3926δημιουργίας τῆς μιᾶς κοινῆς γλώσσης εἰς τίνας ἔπρεπε νὰ
3927ἀνατεθῇ; Βεβαίως εἰς τοὺς μᾶλλον μεμορφωμένους, εἰς τοὺς
3928μᾶλλον ἀνεπτυγμένους, εἰς τοὺς μᾶλλον πεπολιτισμένους,
3929καὶ ἀνετέθη εἰς τοὺς Ἴωνας. Βλέπομεν λοιπὸν ἀπὸ τῆς
3930Ἰωνικῆς οὕτω παραγομένην ἀμέσως τὴν Ἀττικὴν διά-
3931λεκτον, τὴν ὁποίαν θαυμάζει ὁλόκληρος ὁ κόσμος ἐν τοῖς
3932συγγράμμασι τοῦ Θουκυδίδου, τοῦ Ξενοφῶντος, τοῦ Δη-
3933μοσθένους τοῦ «βασιλέως τοῦ λόγου» καλουμένου ὑπὸ
3934πάντων τῶν ἐθνῶν. Ἔδρασεν ὁ Ἑλληνισμὸς ἀπὸ κοι-
3935νοῦ, κύριοι Βουλευταί, πρὸς ἐκπολίτισιν καὶ ἄλλων λαῶν
3936ἐν Ἀσίᾳ. Ἀλλ’ ὅπως ἕκαστον πρᾶγμα ἔχει ἀκμὴν καὶ
3937παρακμήν, οὕτω καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀκμάσας ἤρχισε νὰ
3938παρακμάζῃ. Εὐτυχῶς ὅμως διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, ἄλλο φῦ-
3939λον ἤρχισεν ἀναφαινόμενον ἀπὸ βορρᾶ, φῦλον γνησίως ἑλ-
3940ληνικόν, τὸ μακεδονικόν, ἰσχυρὸν εἰς τὰ ὅπλα, ἀλλ’ ἀνί-
3941κανον νὰ ὑπερισχύσῃ, διότι τὸ ἐχώριζεν ἡ γλῶσσα καὶ δι’
3942αὐτὸ τὸ ἀπεκάλουν καὶ βάρβαρον οἱ ἐν τῇ κυρίως Ἑλλάδι
3943οἰκοῦντες. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσεν ὁ μέγας
3944ὄντως βασιλεὺς αὐτοῦ Φίλιππος, τὸ κατώρθωσεν ὁ υἱὸς
3945αὐτοῦ Ἀλέξανδρος. Κατέλαβε, τεθεὶς ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἑλ-
3946ληνικοῦ ὄγκου, τὸν κόσμον ὁλόκληρον, ὡς γνωρίζομεν.
3947Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου καὶ ἐφεξῆς τὸ φῦλον ἐκεῖνο
3948αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ συνεννοηθῇ πρὸς τὰ ἄλλα φῦλα,
3949ἵνα ἀσκῇ ἐπίδρασιν ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ ἰδίωμα, τὸ ὁποῖον
3950ἐλάλει, ἦτο βάρβαρον. Ἡ παραβολὴ ὀλίγων λέξεων δύναται
3951νὰ σᾶς πείσῃ περὶ τοῦ βαρβαρισμοῦ τοῦ ἰδιώματος ἐκείνου.
3952Βάραθρον ἔλεγον οἱ Ἴωνες, βέρεθρον οἱ Αἰολεῖς, ζέρεθρον οἱ
3953Μακεδόνες. Βλέπετε ποία διαφορὰ μεταξὺ βαράθρου καὶ
3954ζερέθρου. Ἠσθάνθησαν λοιπὸν τὴν ἀνάγκην, διότι διεφθάρη
3955τὸ ἰδίωμα, ὃ ἐλάλουν, ἔτι περισσότερον διὰ τῆς κατακτή-
3956σεως, ἠσθάνθησαν, λέγω, τὴν ἀνάγκην οἱ κατακτηταὶ νὰ
3957δημιουργήσωσι κοινὴν γλῶσσαν πρὸς συνεννόησιν τῶν δια-
3958φόρων φύλων καὶ τὴν ἐπιβάλωσιν, ὅπως καὶ τὴν ἐπέβαλον,
3959ὡς ἐπίσημον γλῶσσαν τοῦ ἀπεράντου Κράτους, καὶ ἡ
3960γλῶσσα αὕτη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία παρεδόθη εἰς ἡμᾶς διὰ
3961τῆς ὀνομασίας τῆς «κοινῆς». Ἡ γλῶσσα ἐκείνη ἡ κοινὴ
3962ἐπὶ Ἀλεξάνδρου, ἡ καὶ ἐπίσημος γλῶσσα τοῦ Ἑλληνικοῦ
3963Κράτους, εἶναι αὐτή αὕτη, ἡ ὁποία κατόπιν διὰ τοῦ Εὐαγ-
3964γελίου παρεδόθη μέχρι ἡμῶν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς κατὰ τὸ διά-
3965στημα τῶν αἰώνων τῆς δουλείας, τῶν ἀλλεπαλλήλων μά-
3966λιστα δουλειῶν, τὰ διάφορα ἰδιώματα τῆς ἑλληνικῆς γλώσ-
3967σης διαφθειρόμενα μικρὸν κατὰ μικρὸν καὶ καθ’ ἑκάστην
3968ἡμέραν ἐπανῆλθον εἰς τὴν προτέραν κατάστασιν. Ὑπῆρχεν
3969ὅμως καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς χιλιετοῦς δουλείας συν-
3970δετικὸς κρίκος ὡς γλῶσσα ὅλου τοῦ Γένους, ἡ γλῶσσα τοῦ
3971Εὐαγγελίου καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κανόνων. Ὅτε ἐγεννᾶτο,
3972ὅτε ἠρραβωνίζετο, ὅτε ἐνυμφεύετο ὁ Ἕλλην, ἤκουε πανταχοῦ
3973τὴν ἐπίσημον γλῶσσαν, τὴν γλῶσσαν τοῦ Εὐαγγελίου. Αὐτὴ
3974λοιπὸν ἡ ἐθνικὴ γλῶσσα οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ὁ συνδετικὸς
3975κρίκος τῶν διαφόρων ἑλληνικῶν φύλων κατὰ τοὺς χρόνους
3976τῆς δουλείας. Ἔρχεται μετὰ ταῦτα ἡ στιγμὴ τῆς ἀναγεν-
3977νήσεως, καὶ πάλιν ἐμφανίζεται ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα ἐν τῇ
3978φύσει εἰς τὰ δημοτικὰ τραγούδια. Ἀναγεννᾶται ὁ Ἕλλην,
3979ἔρχεται πάλιν ἡ ἐμφάνισις τοῦ πεζοῦ λόγου, ἀναφαίνονται
3980ὅμως συγχρόνως καὶ τὰ ἰδιώματα, διὰ τῶν ὁποίων εἶναι
3981ἀδύνατον νὰ συνεννοηθῶσι πρὸς ἀλλήλους ὁ Κρὴς μὲ τὸν
3982Μανιάτην, ὁ Θεσσαλὸς μὲ τὸν Ἑπτανήσιον, ὁ Στερεοελ-
3983λαδίτης πρὸς τὸν Πελοποννήσιον. Εὑρίσκονται λοιπὸν εἰς τὴν
3984ἀνάγκην νὰ δημιουργήσωσι κοινὴν γλῶσσαν, ἀλλὰ ποῖοι
3985εἶναι οἱ πρὸς τοῦτο κατάλληλοι; Κατὰ τὴν ἀρχαίαν ἐπο-
3986χὴν τὴν δημιουργίαν τῆς γλώσσης ἀνέλαβον οἱ μᾶλλον με-
3987μορφωμένοι, οἱ μᾶλλον πεπολιτισμένοι, οἱ Ἴωνες, καὶ τότε
3988λοιπόν, κατ’ ἀνάγκην φυσικήν, οἱ λόγιοι καὶ οἱ πεπαιδευ-
3989μένοι ἀνέλαβον νὰ δημιουργήσωσι τὴν κοινὴν γλῶσσαν καὶ
3990πρὸς τοῦτο ἤρχισε μεγάλη καὶ κολοσσιαία ὄντως ἐργασία.
3991Ἀλλὰ τί εἶχον ἐνώπιόν των οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι
3992εἶναι ἄξιοι παντὸς σεβασμοῦ καὶ ὄχι ἄξιοι ὕβρεων βωμο-
3993λόχων ἢ μερικῶν ἀνοήτων; Ἐρείπια μόνον. Ἀλλ’ εἶπον
3994—ἔχομεν ἐνώπιόν μας τὰς λέξεις πιάτο, τσάρι, τσανάκι
3995σκουτέλι, τσουμί—, ποία ἐξ αὐτῶν εἶναι λέξις ἑλληνική;
3996Οὐδεμία! Πόθεν θὰ ἀντλήσωμεν λοιπὸν τὴν λέξιν, διὰ τῆς
3997ὁποίας θ’ ἀναπληρώσωμεν αὐτὰς τὰς κακοήχους καὶ βαρ-
3998βαροφώνους λέξεις; Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν πηγὴν ἀκένωτον, τὴν
3999γλῶσσαν τῶν πατέρων μας, τὴν ὁποίαν θαυμάζουσιν ὅλοι
4000καὶ χάριν αὐτῆς τιμῶσιν ἡμᾶς καὶ ἐλευθέρους καὶ δούλους,
4001διατί νὰ μὴ λάβωμεν ἐξ αὐτῆς τῆς πηγῆς τῶν λέξεων, ἥτις
4002ἐλλείπει καὶ νὰ εἴπωμεν πινάκιον; (Εὖγε, εὖγε καὶ χειρο-
4003κροτήματα). Ἐξηκολούθησε λοιπὸν ἡ ἐκκαθάρισις μικρὸν
4004κατὰ μικρὸν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπελευθερώσεως τοῦ
4005Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ ἔφθασε μέχρι ἑνὸς σημείου. Καθαί-
4006ρεται ἡ γλῶσσα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν καὶ τείνει νὰ φθάσῃ
4007εἰς σημεῖον προσεγγίζον πως τὴν ἀρχαίαν καὶ κατὰ τὸ κάλ-
4008λος, τὸ ὁποῖον βλέπομεν καὶ σήμερον ἀκόμη, εἰς τὴν γλῶσ-
4009σαν τῶν ἐφημερίδων.
4010Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐμφανίζεται ἓν κόμμα, ἢ μᾶλλον
4011μία ἀπόφυσις τῆς κοινῆς γλώσσης, τῆς ὁποίας ἡγοῦνται
4012καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου, οἱ ἄνθρωποι δηλονότι τῶν
4013γραμμάτων, οἱ ὁποῖοι εἶπον δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν
4014πινάκιον, ἀλλὰ τσανάκι, πιάτο, τσάρι, τσουμί, λέξεις, τὰς
4015ὁποίας αὐτοὶ οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου γνωρίζουσι
4016ποῦ τὰς εὗρον καὶ τί αὐταὶ αὗται μᾶς ὑπομιμνήσκουσι.
4017Καὶ ἐδῶ ἐγεννήθη κατὰ φυσικὸν λόγον ἡ ἀντίδρασις, πα-
4018ρουσιάσθη ἑτέρα ἀπόφυσις, ἡ ἀμέσως ἄγουσα εἰς τὴν
4019ἀρχαίαν· δηλαδὴ εἴχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὰ «ἐντουφεκίστηκα» καὶ
4020«ὑπαινίχτηκα» καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τὰ «ἐμαχεσάμην
4021καὶ ὑπηνιξάμην». Ἀλλ’ ἡ γλῶσσα ἔβαινε καθαιρομένη ἀπὸ
4022ἡμέρας εἰς ἡμέραν, καὶ ἐβάδιζε τὴν ὁδόν της. Τώρα πα-
4023ρακαλῶ νὰ μὲ προσέξητε καὶ παρακολουθήσητε εἰς τοῦτο.
4024Λέγει ὁ Α καθηγητής, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄξιος παντὸς ἐπαί-
4025νου, διότι εἶναι εὐγενὴς ἡ προσπάθειά του ἐκείνη, διότι
4026αὐτὸς εἶναι κάτοχος τοῦ κάλλους τῆς ἀρχαίας Ἀττικῆς,
4027λέγει ὑπηνιξάμην καὶ χορταίνει, ὅτε τὴν ἔλεγεν ὁ Κόντος
4028καὶ ὅταν σήμερον τὴν λέγῃ ὁ Μιστριώτης.
4029Ἀλλ’ ἡ εὐγενὴς προσπάθεια ἐκείνη ἦτο προωρισμένη νὰ
4030ἀποτύχῃ, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν κατώρθωσαν
4031νὰ σκεφθῶσιν ἀμέσως ὅτι διὰ τὸ παρὸν εἶναι βαρεῖαι αἱ
4032λέξεις αὐταὶ διὰ τὸν πολὺν Ἑλληνικὸν λαόν. Πάντως ὅμως,
4033σημειώσατε καλῶς, ὑπῆρξεν εὐγενὴς προσπάθεια ἀξία καὶ
4034ἐπαίνου, ἀλλὰ καὶ εὐγνωμοσύνης.
4035Ἐπιτραπήτω μοι ἤδη νὰ ἔλθω καὶ εἰς τὴν ἑτέραν ἀπό-
4036φυσιν, εἰς τὸν ἕτερον πόλον. Τί ἀκριβῶς ἐπιζητοῦσιν ἐκεῖ-
4037νοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ἐὰν τοὺς πατήσητε, θεωροῦντες
4038τοῦτο καλαισθητικώτερον, ἀντὶ τοῦ «προσέχετε, Κύριε,»
4039νὰ λέγωμεν: «ἄνοιξε τὰ στραβά σου, ῥέ»! (Γέλωτες καὶ
4040χειροκροτήματα). Ὁμιλοῦσι, Κύριοι, περὶ καλαισθησίας·
4041ὁμιλοῦσι περὶ λέξεων, περὶ φράσεων, τὰς ὁποίας ἰσχυρί-
4042ζονται ὅτι αἰσθανόμεθα, ὅταν ὁμιλῶμεν, ὡς εἰς τὴν λέξιν
4043«μάννα». Καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, Κύριοι, προ-
4044χθὲς εἰς τὴν κηδείαν τοῦ μακαρίτου Βάφα ὁμιλῶν ἐκ μέ-
4045ρους τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἐξ ὀνόματός του μάλιστα,
4046ὡμίλησεν εἰς τόσον χυδαίαν γλῶσσαν, ὥστε ἐγέννησε τὴν
4047ἀηδίαν!
4048§333ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος;
4049§334Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ Φωκᾶς.
4050Ἐκεῖνοι λοιπόν, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦσι περὶ καλαισθησίας,
4051διότι αἰσθάνονται, ὡς ἰσχυρίζονται, τὴν λέξιν «μάννα»,
4052ἀκούσατε, ἂν τοὺς πατήσητε, τί ἀπαιτοῦσι νὰ λέγωμεν·
4053ὄχι «προσέχετε, Κύριε», ἀλλὰ «ἄνοιξε τὰ στραβά σου, ῥέ»!
4054Τί ἐπιζητοῦσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀκολουθοῦντες τὴν ὁδὸν
4055αὐτήν, ἀκολουθοῦντες τὴν κατωφέρειαν αὐτήν, διότι περὶ
4056κατωφερείας πρόκειται ἀκριβῶς; Διότι, σᾶς παρακαλῶ,
4057Κύριοι, καὶ σᾶς ἐρωτῶ πρὸς στιγμήν· ὅτε τὰ Ἑλληνικὰ
4058φῦλα ἔβαινον ἀπὸ τῶν ἰδιωμάτων πρὸς τὴν κοινήν, ἔβαι-
4059νον ἀπὸ τῆς βαρβαρότητος πρὸς τὸν πολιτισμὸν ἢ ὄχι;
4060Σᾶς ἐρωτῶ, λέγω· ὅτε τὰ Ἑλληνικὰ ἰδιώματα κατὰ τὴν
4061ἀναγέννησιν τοῦ ἔθνους ἔβαινον ἀπὸ τῶν ἰδιωμάτων πρὸς
4062τὴν κοινήν, τὴν καθαιρομένην καὶ τὴν μέχρι σήμερον ἐξα-
4063κολουθοῦσαν νὰ καθαίρηται, ἔβαινον ἀπὸ τοῦ βαρβαρισμοῦ
4064πρὸς τὸν πολιτισμὸν ἢ τἀνάπαλιν; Βεβαίως θὰ εἶναι κα-
4065νεὶς ἀνόητος ἵνα πιστεύσῃ ὅτι τὸ βαίνειν ἀπὸ τῶν ἰδιωμά-
4066των πρὸς τὴν κοινὴν εἶναι μετάβασις ἀπὸ τοῦ πολιτι-
4067σμοῦ εἰς τὴν βαρβαρότητα! Αὕτη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἐξε-
4068λίξεως, Κύριοι, τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης. Καὶ ἕως ἐδῶ ἔχει
4069καλῶς τὸ πρᾶγμα.
4070Ἀλλ’ ἤδη παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπα-
4071σχολήσω καὶ δι’ ἓν ζήτημα σοβαρὸν καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ
4072ὁποῖοι ἀκολουθοῦσι τὴν κατωφέρειαν, διότι, ἐπαναλαμβάνω,
4073Κύριοι, τὸ νὰ προχωρῇ εἷς λαὸς ἀπὸ τῶν ἰδιωμάτων πρὸς
4074τὴν κοινήν, χωρεῖ ἀπὸ τοῦ χείρονος πρὸς τὸ βέλτιον, τοὐ-
4075ναντίον δέ, βαίνει ἀπὸ τοῦ βελτίονος πρὸς τὸ χεῖρον. Ἐὰν
4076ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ τῶν ἀνοήτων ἢ τῶν μισθάρνων ἀν-
4077θρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον παρουσιάσθησαν ὡς
4078στρεβλωταὶ τῆς γλώσσης, ἠδύνατό τις νὰ δικαιολογήσῃ
4079πως τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν αὐξάνονται
4080καὶ πληθύνονται οἱ ἄνθρωποι αὐτοί· καὶ δὲν παρατηρεῖ τις
4081δυστυχῶς μόνον τοῦτο, ἀλλὰ βλέπει ὅτι καὶ ἀμείβονται
4082καὶ ὑποστηρίζονται κατ’ ἐξαίρεσιν οὗτοι ὑπὸ τῆς Πολι-
4083τείας, τουτέστιν, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Πολι-
4084τεία εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀποφύσεως ἐκείνης.
4085§335Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας!
4086§336Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Θὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς τὸν ἔντιμον
4087ἐκεῖνον μαλλιαρόν!
4088Καταγγέλλω λοιπόν, Κύριοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ
4089ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, καταγγέλλω, λέγω, ἀπὸ
4090τοῦ βήματος τούτου τοὺς καθηγητὰς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ
4091Πολίτην καὶ Λάμπρον ὡς ὄντας ἀνέκαθεν ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ
4092κόμματος ἐκείνου, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἀποφύσεως ἐκείνης
4093τῆς σκοπούσης τὴν διαφθορὰν τῆς γλώσσης ἡμῶν. Ἀκού-
4094σατε, Κύριοι. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ τῶν ἔργων τοῦ
4095ἀξιοτίμου πρώτου, διότι καὶ ἄλλοτε σᾶς ἀπησχόλησα καὶ
4096τὴν Δευτέραν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω. Δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται,
4097Κύριοι, διότι θὰ σᾶς καταπονήσω, ἵνα σᾶς ἀναγνώσω ἄρθρον,
4098τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς «Ἀθήνας» τὴν 23 Μαΐου
40991908, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται τρανότατα ὅτι εἶναι
4100ἐπὶ κεφαλῆς οὗτος τῶν μαλλιαρῶν, καὶ δι’ οὗ τῷ καταγ-
4101γέλλεται ὅτι «ἐξυπηρετεῖ σκοποὺς δολίους καὶ ἀντεθνι-
4102κούς», καὶ αὐτὸς σιωπᾷ ὁμοιάζων πρὸς τὸν καλόγηρον ἐκεῖ-
4103νον, ὅστις ἔλεγε: «βαρεῖτε, ἀλλὰ μὴ τραβᾶτε!»
4104Δὲν θὰ σᾶς καταπονήσω, Κύριοι, ἀναγινώσκων ἐνώπιον
4105ὑμῶν μίαν πραγματείαν—ἂς τὴν εἴπω οὕτως ἢ μᾶλλον—
4106ἓν ἄρθρον ἐν ταῖς «Ἀθήναις» τῆς 11 Μαΐου 1908, ἐν τῷ
4107ὁποίῳ ὁ Ῥήγας Νικολαΐδης, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιστημονι-
4108κὴν ἱκανότητα κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅσον
4109καὶ ἂν εἶναι ἐχθρός του, ἀποδεικνύει ἐπιστημονικώτατα—
4110καὶ σᾶς παραπέμπω νὰ τὸ ἀναγνώσητε—ὅτι οὗτος οὔτε
4111τι πλέον οὔτε τι ἔλαττον εἶναι παρ’ ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος
4112προλαλήσας συνάδελφος κ. Φωτήλας εἶπε, τουτέστιν ἀνι-
4113σόρροπος. Δὲν εἶναι ὕβρις, Κύριοι· τοῦτο εἶναι ἐπιστημο-
4114νικὴ ἀπόδειξις.
4115Ἀκούσατε ὅμως, Κύριοι, καὶ περαιτέρω, διότι αὐτὰ μὲν
4116γίνονται ἐν τῇ ἔσω Ἑλλάδι· ἀκούσατε καὶ περαιτέρω,
4117λέγω, καὶ εἴπατέ μοι, ἂν ἔχω δίκαιον νὰ ὀργίζωμαι, καὶ
4118ἴσως παρεξετράπην καὶ προηγουμένως.
4119Ὑπάρχει ἕτερος καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, Νι-
4120κόλαος Πολίτης καλούμενος, ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῆς λαογρα-
4121φίας, τὴν ὁποίαν ἐκδίδει, καὶ ἡ ὁποία ὡς προερχομένη ἐκ
4122καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου θεωρεῖται ὡς σπουδαῖον
4123σύγγραμμα, γράφει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὑ Γιαννάκς»,
4124«Νιὰ φουρὰ ἦταν νιὰ γναῖκα, κ’ ἔφκειαν οὔλου πδιά. Λέει,
4125Θιουλάκι μ, δὲ μ’ δίνς......» Δηλαδὴ μᾶς σερβίρει—ἐπιτρα-
4126πήτω μοι ἡ λέξις, Κύριοι—ἐν τῷ γραπτῷ λόγῳ τὰ ἀνω-
4127τέρω, τὰ ὁποῖα μόνον προφέρονται οὕτως ἐν Αἰτωλίᾳ,
4128ἀλλὰ τὰ ὁποῖα οὐδ’ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς λαλοῦντας ἐγράφη-
4129σαν, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ γραφῶσί ποτε.
4130Τί δὲ ἐπιχειρεῖ δι’ αὐτῶν ὁ γνωστὸς ἐν τῷ κόσμῳ τῶν
4131γραμμάτων ὡς ἀγράμματος ἔντιμος αὐτὸς καθηγητὴς ἀτυ-
4132χῶς καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ κ. Πολίτης; Ἁπλούστατον.
4133Ἐπιχειρεῖ μωρῶς καὶ ἀντεθνικῶς ἐργαζόμενος νὰ μᾶς
4134ἀγάγῃ ἀπὸ τῆς «κοινῆς» εἰς τὰ «ἰδιώματα», θέλει δη-
4135λαδὴ διὰ τῆς βίας νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ τὸ Αἰτωλικόν, ἢ οἱον-
4136δήποτε ἄλλο ἰδίωμα, τὸ ὁποῖον, Κύριοι, καὶ ὡς ἰδίωμα,
4137δὲν γράφεται οὕτως, ἀλλὰ μόνον προφέρεται. Διότι βεβαίως
4138ὅταν γράφῃ ὁ Αἰτωλός, δὲν γράφει οὕτω. Μόνον προφέρει
4139οὕτω. Καὶ αὐτὸ τὸ σύγγραμμα, Κύριοι, ἀποστέλλεται εἰς
4140τὴν Εὐρώπην καὶ θαυμάζεται ὡς γραφόμενον ὑπὸ...«σκα-
4141πανέως τῆς ἐπιστήμης»!
4142Ἀκούσατε καὶ περαιτέρω, Κύριοι, ἓν σοβαρόν. Ὑπάρ-
4143χει ἕδρα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Λειψίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ
4144ἐδίδασκον δύο καθηγηταί, ὁ K. Dieterich καὶ ὁ Weigand,
4145τὴν Βουλγαρικὴν καὶ τὴν Ῥωμουνικὴν γλῶσσαν. Ὁ ἔντι-
4146μος αὐτὸς πατριώτης καὶ καθηγητὴς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ
4147κ. Πολίτης ἐνήργησε καὶ ἐκ τοῦ κονδυλίου τοῦ Ὑπουργείου
4148τῶν Ἐξωτερικῶν ἐκόπη ἔνταλμα 10.000 φράγκων κατ’
4149ἔτος, ἵνα δίδωνται 5.000 φράγκων εἰς ἕκαστον ὡς μισθὸς
4150ἐτησίως, ἵνα διδάσκωσι, σᾶς παρακαλῶ, τί νομίζετε;
4151Τὴν...«ἱστορίαν τῆς Ῥωμῃοσύνης»!
4152§337Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δίδονται ἀκόμη;
4153§338Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εὐτυχῶς χάρις εἰς τοὺς ἐκεῖ Ἕλ-
4154ληνας φοιτητὰς ὄχι. Λοιπὸν αὐτὸς ὁ κ. καθηγητής, ὁ κ.
4155Πολίτης δηλαδή, ἐνήργησε καὶ ἐκόπησαν αὐτὰ τὰ κονδύ-
4156λια! Ἀλλ’ οἱ φοιτηταὶ τῆς Λειψίας ἐξεγείρονται, τηλε-
4157γραφοῦσιν εἰς τὸν πρεσβευτὴν ἐν Βερολίνῳ, διαρρηγνύουσι
4158τὰ ἱμάτιά των, ἀπειλοῦσιν ὅτι θὰ προβῶσιν εἰς σκηνάς,
4159αἱ ὁποῖαι θὰ τοὺς ἀγάγωσιν εἰς καταστροφήν, καὶ οὕτως
4160ἐξηναγκάσθη ὁ πρεσβευτὴς νὰ διαμαρτυρηθῇ εἰς τὴν Ἑλ-
4161ληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ σταματήσῃ τὸ πρᾶγμα ἕως
4162ἐκεῖ. Ἀλλὰ τί νομίζετε ὅτι ἔκαμε μετὰ τοῦτο ὁ ἔντιμος
4163ἐκεῖνος καθηγητὴς «τῆς ἱστορίας τῆς Ῥωμῃοσύνης»; Ἀρ-
4164χίζει ἓν ὑβρεολόγιον, ἕνα ἐξάψαλμον ἐναντίον πρεσβευτοῦ
4165καὶ φοιτητῶν, ὁ ὁποῖος ἐδημοσιεύθη εἰς τὰς Γερμανικὰς
4166ἐφημερίδας καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου σχετικὰ ἔγραψαν καὶ αἱ
4167ἰδικαί μας, καὶ γράφει πλεῖστα ὅσα ἐναντίον τῶν φοιτη-
4168τῶν, λέγω, καὶ ἐναντίον τοῦ πρεσβευτοῦ, καὶ τὰ λοιπά, τὰ
4169ὁποῖα εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον γνωστά. Ἀλλ’ ἀφήνομεν αὐ-
4170τοὺς κατὰ μέρος· καίτοι πρὸς αἶσχος τῆς Πολιτείας εἶναι
4171καθηγηταὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ἔλθωμεν τώρα καὶ εἰς
4172τοὺς νεωτέρους.
4173Οἱ ὁμόφρονες αὐτῶν, κύριοι Βουλευταί, κατέφυγον εἰς
4174τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ εἰς Σμύρνην καὶ εἰς τινας ἄλ-
4175λας πόλεις τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, ἀφοῦ ἀσπλάγχνως ἐξεδιώ-
4176χθησαν ἐντεῦθεν, ἀκούσατε δὲ καὶ ποία εἶναι καὶ ἡ πρώτη
4177ἀφορμή, δι’ ἣν ὁ Πατριάρχης ἠναγκάσθη νὰ λάβῃ σοβαρὰ
4178μέτρα. Ἀπό τινος χρόνου ἤρχισαν ἐπὶ θαυμασίου χάρτου
4179νὰ δημοσιεύωνται ἐν Κωνσταντινουπόλει τοιαῦτα βρωμερὰ
4180βιβλία, τὰ ὁποῖα κατέκλυσαν τὰ ἐκεῖ σχολεῖα καὶ τὰς οἰ-
4181κογενείας. Ἀκούσατε ἓν ποίημα ἐξ αὐτῶν, τὸ ὁποῖον τιτλο-
4182φορεῖται «Χρυσορρόη». Ἀκούσατε, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι,
4183ἓν τεμάχιον ἐξ αὐτοῦ, ἵνα μοὶ εἴπητε ἐν εἰλικρινείᾳ τὰς
4184ἐντυπώσεις σας ἐκ τοῦ σκοποῦ, ὁ ὁποῖος δι’ αὐτῶν ἐπιδιώ-
4185κεται (ἀναγινώσκει):
4186«Κ’ εἶναι ἐδαῦτα,
4187σκουλαρίκια στράφτα
4188δαχτυλίδια
4189ἴδια
4190ὡς τηρογυάλια
4191καὶ χαρχάλια
4192μὲ καθάρια
4193λυχνιτάρια
4194Σὲ τριώδια
4195λέει τὰ ζώδια
4196ὅπου σὲ ὡροσκόπι
4197ἐσκόπει
4198.................................
4199Θὰ τὸν περιλαμπώσῃς ποθοπλάνταχτη
4200στὰ ῥοδόμαγα τοῦ ὕπνου
4201.................................
4202ποὺ αὔλει
4203μὲς τὴν ἄχνη
4204ἀδράχνει
4205...........
4206...........
4207ὡς σφυρίζει
4208πῶς χιμίζει
4209στοῦ ἀχνοῦ τὸ χνάρι
4210τοῦ καϋμοῦ τὸ σμάρι
4211καὶ παγέργιες
4212βέργιες
4213ὡς πετιοῦνται
4214ὀρχιοῦνται!!!
4215..................
4216Ἀλλὰ οἱ ἴδιοι στενοχωροῦνται, Κύριοι, ἵνα γράφωσιν
4217αὐτά, διότι δὲν πρόκειται περὶ τυχαίων προσώπων, ση-
4218μειώσατε.
4219§339ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι;
4220§340Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Οἱ ἴδιοι γράφοντες στενοχωροῦσι
4221τὸν ἑαυτόν των, Κύριοι, πρὸς τοῦτο.
4222§341ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι;
4223§342Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπω; Τοὺς
4224γνωρίζομεν, πολὺ καλὰ δέ, ὅτι χειρίζονται ἄριστα τὸν κά-
4225λαμον καὶ τὴν γλῶσσαν, ὅ,τι δὲ γνωρίζω εἶναι ὅτι χθὲς
4226πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, ἐνῷ ἦσαν πτωχοί, σήμερον εἶναι πλούσιοι.
4227§343ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι;
4228§344Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ἀφήνω νὰ στενοχω-
4229ρῆσθε, διότι θὰ σᾶς εἴπω τὰ ὀνόματα ἓν πρὸς ἕν. Ἰδοὺ καὶ
4230ἄλλος τί γράφει πρὸς τὸν Κωστῆν Παλαμᾶν μὲ τὴν ἐπι-
4231γραφὴν «χαῖρε» (ἀναγινώσκει):
4232«Φέρε τὴν πράσινη σιωπή,
4233ὦ τῶν ματιῶν σου φέρε με τὴ λούφα
4234κἄτι ἀξεδιάλυτο στὸν ἴσκιο τους ξεχάστηκε
4235σὰν τῆς ζωῆς μου ὁ θρύλλος, τούφα»!
4236Ὁρίστε; Σᾶς ἀρέσουν; (γέλωτες).
4237§345Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κἄποιος δάσκαλος.
4238§346Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μήπως τὰ ἔγραψα ἐγώ, κύριε
4239Τσιριμῶκε; Τώρα θὰ σᾶς εἴπω καὶ ποῖοι ἔγραψαν καὶ γρά-
4240φουσιν οὕτω!
4241§347Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Πάντοτε δάσκαλος.
4242§348Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Πάντως θὰ εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ
4243ναυτικοῦ, ὁ ἔντιμος ἐν τοῖς μαλλιαροῖς μαλλιαρὸς ἀδελφός
4244σας δηλαδή! (Αἴσθησις).
4245Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, προκειμένου περὶ τόσον
4246σπουδαίου ζητήματος, ἐφ’ ὅσον ἠκούσατε τοὺς Ντρίντριχ
4247καὶ Δάϊγκαν, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν τί λέγει
4248καὶ ὁ καθηγητὴς κ. E. Drerup, τοῦ ὁποίου τὰ λεγόμενα
4249εἶναι σοβαρὰ καὶ ἄξια ἐπιστήμονος. Ἰδού (ἀναγινώσκει):
4250«Ἡ καθαρεύουσα Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἶναι ὁ ἰδανικὸς δε-
4251σμός, δι’ οὗ ἐθνικῶς συνέχεται ὁ σύμπας πολιτικῶς διε-
4252σπασμένος ἑλληνικὸς λαός, τὸ σύμβολον ἅμα κραταιοῦ πολ-
4253λῶν χιλιετηρίδων παρελθόντος, ὅπερ τῷ ἑλληνικῷ λαῷ, καί-
4254περ διεσπασμένῳ, περιάπτει ἐν τοῖς λαοῖς τῆς Εὐρώπης δό-
4255ξαν μεγάλου ἔθνους. Ἡ καθαρεύουσα εἶναι ὁ φύλαξ τοῦ
4256θρησκευτικοῦ βίου, ἅτε καθιστᾶσα τῷ λαῷ καταληπτὰς
4257τὰς ἱερὰς τοῦ χριστιανισμοῦ βίβλους ἐν τῷ πρωτοτύπῳ·
4258ὡς Ὀρθόδοξος καθολικὸς εἰς τοῦτο κλίνω νὰ ἀποδίδω δια-
4259φέρουσαν ἀξίαν. Ἡ καθαρεύουσα τέλος εἶναι ἡ τελεσφορω-
4260τάτη τοῦ λαοῦ διδάσκαλος, ἀποκαλύπτουσα αὐτῷ τοὺς ἀπεί-
4261ρους τῆς ἀρχαίας ἐθνικῆς γραμματείας θησαυροὺς εἰς ἄκο-
4262πον σχεδὸν ἀπόλαυσιν καὶ ἀέναον δαψιλεστάτης διδασκα-
4263λίας πηγὴν. Εἴθε ἡ Ἑλλὰς μηδέποτε νὰ ἐπιλάθηται, τί
4264ὑπὲρ τοῦ κόσμου ποτὲ ὑπῆρξεν, ἀλλὰ καὶ τί τὸ ἐνεστὼς τῷ
4265ἰδίῳ μεγάλῳ παρελθόντι ὀφείλει».
4266Αὐτὰ γράφει ὁ Drerup. Ἀκούσατε καὶ ἕνα ἄλλον διὰ
4267δύο λέξεων, τὸν I. Dawes (ἀναγινώσκει). «Ἡ Ἑλληνικὴ
4268ἐκκλησία ἀεὶ ὑπῆρξεν ὁ φύλαξ τῆς ἐθνικῆς γλώσσης, συν-
4269δέεται δὲ τόσον στενῶς μετ’ αὐτῆς, ὥστε ταύτης διαλυο-
4270μένης καὶ ἡ φυλὴ καὶ ἡ ἐκκλησία θέλουσιν ὑποστῆ μεγάλην
4271καὶ ἀνήκουστον συμφοράν.....Καλὸν δὲ θὰ ἦτο νὰ ἐνεργήσῃ
4272ἡ Α. Θ. Π. ὁ Πατριάρχης, ὅπως μὴ διορίζῃ εἰς κανὲν σχο-
4273λεῖον διδάσκαλον, ὅστις δὲν δύναται νὰ γράψῃ καὶ νὰ ὁμι-
4274λήσῃ τὴν καθαρεύουσαν. Πρὸς δὲ τούτοις ἔπρεπε καὶ τὰ
4275διὰ τὰ παιδία βιβλία νὰ γραφῶσιν ἐν τῇ ἁπλῇ καθαρευ-
4276ούσῃ».
4277Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιβεβλημένον πλέον, κύριοι Βουλευταί,
4278Κυβέρνησις, Βουλὴ καὶ Ἐκκλησία νὰ πατάξωσιν ἅπαξ διὰ
4279παντὸς ὅλους αὐτοὺς τοὺς χυδαϊστὰς ἐχθροὺς τοῦ γένους
4280ἡμῶν ἀσπόνδους, ἀφοῦ ἄλλως τε αὐτὰ ἐγγράφως σοφοὶ ἐπι-
4281στήμονες, ξένοι, συμβουλεύουσιν ὡς γνήσιοι Ἕλληνες, γνη-
4282σιώτεροι καὶ ἡμῶν αὐτῶν ἴσως;
4283§349ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα εὑρίσκεται πρὸς τὸ τέλος. Βλέπω
4284ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐπεθύμει νὰ σᾶς ἀκούσῃ μέχρι τέ-
4285λους. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἐπιτρέπει;
4286§350ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
4287§351ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἀκούσατε, Κύριοι, παρακαλῶ
4288ἤδη, τί γράφει καὶ ὁ Πατριάρχης.
4289§352Κ. ΜΑΝΟΣ. Δὲν ἠρωτήθη ἡ Βουλή· διατί νὰ γίνεται
4290αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις;
4291§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμφισβητεῖτε τὴν ἀντίληψιν τοῦ Προε-
4292δρείου; Ἠρώτησα τὴν Βουλὴν καὶ ἐδέχθη, ὅπως ἐξακολου-
4293θήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας.
4294§354ΟΛΟΚΛΗΡΟΣ Η ΒΟΥΛΗ. Μάλιστα, μάλιστα.
4295§355ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Λοιπὸν χθὲς ἀκριβῶς, μετὰ τὰ
4296γεγονότα αὐτὰ καὶ τὴν ἐξέγερσιν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ σύμ-
4297παντος καὶ τοῦ ἔσω καὶ τοῦ ἔξω, ἀκούσατε, Κύριοι, δημό-
4298σιος ὑπάλληλος τί ἔσχε τὸ ἀκατονόμαστον θράσος νὰ γράψῃ
4299χθές (ἀναγινώσκει): «Ἐκ τοῦ Νουμᾶ......Ἀθήνα, Κεριακή,
430020 τοῦ Φλεβάρη 1911. Στὴν «Πρόοδο» τῆς Πόλης ποῦ
4301κάποτ’ ἔχει τὴν καλοσύνη νὰ μοῦ τὴ στέλνει κάποιος μου
4302φίλος διάβασα τώρα τελευταῖα γιὰ τὴν τελετὴ πούγινε
4303στὴ Μεγάλη Σχολὴ τοῦ Γένους ἀνήμερα τῶν Τριῶν Ἱεραρ-
4304χῶνε. Αὐτοῦ εἶδα τὸ λόγο τοῦ Πατριάρχη μας καὶ τὸν ἐπί-
4305λογο ξεχωριστὰ μιλημένο πρὸς τοὺς μαθητὲς τῆς Σκολῆς...
4306.....Ξέρω πὼς ὁ μαλλιαρισμὸς «βασιλεύει»; Ξέρω πὼς ἀπὸ
4307τὴ στενοχώρια τοῦ φαντασμένου καθαρευουσάνου κι ἀπ’
4308τὴν ἀλαφροσύνη τοῦ ἀνίδεου, πού, καθὼς ἀδράχνει τὸ παιδὶ
4309τὴ πέτρα γιὰ νὰ πετροβολήσῃ τὸ δέντρο, ἀδράξαν τὸ
4310πρῶτο δημοσιογραφικὸ χωρατὸ γιὰ νὰ χτυπήσουνε μὲ κεῖνο.
4311Ξέρω πὼς μαλλιαροὶ λέγουνται ὅσοι, δέξια ἢ ἀδέξια, μὲ
4312βαθιοχάραχτη βούλα ἀπὸ τοὺς πολύπειρους τεχνῖτες τοῦ
4313λόγου ἴσια μὲ τοὺς ἀγίνωτους παραγεμιστὲς τοῦ χαρτιοῦ,
4314δὲν περιορίζονται νὰ τὸ μιλᾶνε, σὰν κάθε Ρωμιὸς γύρο
4315του στὸ βρόντο.
4316Κι ἀπάνου ἀπόλα ξέρω πῶς εἶμαι στρογγυλὰ καὶ χτυ-
4317πητὰ «μαλλιαρὸς ἀπολύτως», καὶ πὼς βλέποντας ποιοὶ
4318σημαδευτήκαν καὶ ποιοὶ σημαδεύονται μὲ τὴν ἐτικέττα
4319τούτη, τὸ θεωρῶ ἔπαινό μου καὶ τὸ λογαριάζω δόξα μου
4320«μαλλιαρὸς» νὰ κράζομαι. Καὶ ὁ «μαλλιαρισμὸς» τὸ εἶπα
4321καὶ τὸ ξαναλέω, εἶναι ἡ ἀρετή μου! κ.λ.π.
4322(ὑπογρ. Κωστῆς Παλαμᾶς)
4323Ὁρίστε; Σᾶς ἀρέσει, Κύριοι; Καὶ αὐτὸς ὁ θρασὺς εἶναι
4324γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἡ κόρη του σπουδά-
4325ζει εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ κληροδοτήματος εἰς βάρος μας καὶ
4326μάλιστα παρανόμως!
4327§356ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζω ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ δια-
4328βιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
4329§357Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι
4330μαλλιαρός.
4331§358ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, κύριε Πετραλιᾶ!
4332§359ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Γράφει πάρα κάτω (ἀναγινώ-
4333σκει): «Ὁ Ὑπουρργός!.... Φίλε Νουμᾶ· Σὰν τὸν Πέτρο,
4334ὁ κ. Ἀλεξαντρῆς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀπαρνιέται
4335τὸν «Ἐκπαιδευτικὸ Ὅμιλο» καὶ τὸ σπουδαιότερο καταγ-
4336γέλνει τοὺς ἱδρυτές του πὼς τοῦ κλέψανε τὴν ὑπογραφή
4337του, πὼς δὲν ὑπόγραψε τὸ Καταστατικό, πὼς δὲν τοὺς γνω-
4338ρίζει καθόλου. Ὅταν στὸν Ὅμιλο μέσα βρίσκεται ἕνας
4339Πετροκόκκινος, ἕνας Ἴδας, καὶ τόσοι ἄλλοι Κύριοι, ὄχι μόνο
4340δὲν πιστεύω ὅσα καταγγέλνει ὁ κ. Ἀλεξαντρῆς, μὰ τὸ
4341ἐναντίο, κλαίω γιὰ λογαριασμὸ τοῦ κ. Βενιζέλου ποὺ ἔχει
4342τέτιους Ὑπουργοὺς—τέτια παληκάρια ποὺ τὸ βάζουνε στὰ
4343πόδια μόλις τὰ στραβοκοιτάξει κανένας, ποὺ ἀρνιοῦνται
4344ἀκόμα καὶ τὴν ὑπογραφή τους, ὅπως θαρνηθοῦνε ἄβριο κι
4345αὐτόνε τὸν ἴδιο ἅμα βροῦνε ἀλλοῦ τὸ συφέρο τους!
4346Πρόθυμός σου
4347Φυγόστρατος»
4348Διὰ τοῦ ὁποίου βεβαιοῖ ὅτι ὁ πρὸς τὸ παρὸν ἀποχωρήσας
4349κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας εἶναι ὁ πρόεδρός των. Αὐτὰ
4350ἀκριβῶς λέγει ὁ κ. Παλαμᾶς.
4351Καὶ ἓν ἄλλο ἔχω νὰ σᾶς προσθέσω δι’ ὀλίγων λέξεων.
4352Γνωρίζετε ὅτι κατ’ ἔτος ἐκδίδεται ἡ ἐπετηρὶς τοῦ Πανε-
4353πιστημίου, ἐν τῇ ὁποίᾳ γράφονται ἄρθρα τῶν σπουδαιοτέ-
4354ρων ἀνδρῶν καὶ ἡ ὁποία στέλλεται εἰς ὅλα τὰ Πανεπι-
4355στήμια τοῦ κόσμου καὶ ἐν τῇ ὁποίᾳ φαίνεται ὡς ἐν κα-
4356τόπτρῳ ἡ πνευματικὴ κίνησις καὶ ἀνάπτυξις τῶν νεωτέρων
4357Ἑλλήνων. Ἀκούσατε ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου καὶ
4358πρύτανις τότε κ. Πολίτης τί ἔπραξε καὶ τί ἔστειλε καὶ
4359ποίους ἀναγνωρίζει ὡς σπουδαίους συγγραφεῖς μὲ ἀναίδειαν
4360μυρίων πιθήκων ἐν σχέσει πρὸς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα.
4361Γράφει ἐν σελ. 407 (ἀναγινώσκει): «Γλωσσικὸν ζήτημα».
4362Ἐπὶ κεφαλῆς. Ἀκούσατε καὶ τὰ ὀνόματα τῶν συγγραφέων.
43631) Ἀκροπολίτης γράμμα του ἀπὸ τὴν Πόλη (Νουμᾶς
4364Εʹ ἀρ. 260).
43652) Ὁ Τανταλίδης καὶ οἱ δασκάλοι (αὐτ. ἀρ. 244).
43663) Ἀντρεάδη Χ. Ὁ διαγωνισμὸς τοῦ Φωτιάδη (Νουμᾶς
4367Εʹ ἀρ. 233).
43684) Βηλαρᾶ. Οἱ φιλολογικὲς γραφές (Προπύλαια σ. 177
4369–179).
43705) Γεραγιώτη. Γλωσσικὸ παζάρι (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 269).
43716) Γιαννίδη. Τὸ σκολειό (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 251–3).
43727) Γιαννίδη Ἐλ. Ἔκδοσις τοῦ ἀδελφάτου τῆς ἐθνικῆς
4373γλώσσας. Δρχ. 2.
43748) Γιαννίδη Ἐλ. Γλώσσα καὶ ζωὴ (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 260
4375–265).
43769) Ἐφταλιώτη Ἀργύρη. Τὸ γλωσσικὸ ζήτημα στὴν
4377Πρίγκηπο (Νουμᾶς Εʹ ἀρ. 262). Οἱ πολίτες γιὰ τὸ γλωσ-
4378σικὸ ζήτημα (αὐτ. 239).
437910) Ἴδα (Δραγούμη Ἰ.). Τί εἶναι τὸ γλωσσικό (Νουμᾶς
4380Εʹ ἀρ. 275).
438111) Κουταλιανοῦ Κωστῆ. Γράμματα ἀπ’ τὴν Κούταλη
4382(Νουμᾶς Εʹ 262–5)
438312) Ψυχάρη Ι. Ρόδα καὶ μῆλα. Τόμος Δʹ. Ἀθήνα, Βι-
4384βλιοπουλειὸ τῆς «Ἑστίας».
438513) Φιλήντα Μ. Γραμματικὴ τῆς ρωμαίϊκης γλώσσας.
438614) Βουτιερίδη Ἠλ. Ὁ δάσος κ’ ἡ ἀναδουλειά (Νου-
4387μᾶς Εʹ ἀρ. 259) κ.λ.π.».
4388Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ἀχρείου αὐτοῦ, μὴ λησμονεῖτε, κύριοι
4389Βουλευταί, ὅτι καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀτ-
4390τικῆς καὶ ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν,
4391ἀνώτερος ἢ κατώτερος, δὲν γνωρίζω, Ἰωάννης Δραγούμης,
4392εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς «Φοιτητικῆς Συντροφιᾶς», ἡ ὁποία ἐξέ-
4393δωκε καὶ φυλλάδιον ἀναιδές, τὸ ὁποῖον κτυπᾷ κατὰ πρόσω-
4394πον καὶ τὸν ἑλληνικὸν λαόν.
4395Ἀκούσατε, σᾶς παρακαλῶ, καὶ ἓν ἄλλο ὄνομα, «Σωτη-
4396ριάδης», τὸν ὁποῖον πληρώνομεν ἀντὶ 500 δρχ. κατὰ μῆνα
4397καὶ ὅστις εἶναι ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων. Ἀκούσατε λοιπὸν
4398τί γράφει τὸ κάθαρμα αὐτὸ ἐν ἐπιστολῇ πρὸς τὸν Κρούμβα-
4399χερ, τὸν ἐπὶ κεφαλῆς, εὐτυχῶς μακαρίᾳ τῇ λήξει, τῶν
4400μαλλιαρῶν. Γράφει ἐν ἐπιστολῇ ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἂν
4401ἐπρόσεξες εἰς μερικὰ ἄρθρα μου ποὺ ἔστειλα κατὰ καιρούς,
4402γνωρίζεις ὅτι καὶ ἐγὼ θανάσιμα μισῶ τὴν καθαρεύουσα,
4403δὲν λέω τὴν καθαρεύουσα τοῦ Κόντου, Βάση, Χατζιδάκι,
4404ἀλλὰ καὶ αὐτὴ τὴν κατὰ τὸ φαινόμενο ἁπλούστερη, ἀλλὰ
4405πάντοτε «ἀττικίζουσαν» τῶν ἐφημερίδων. Οὔτε ζωή, οὔτε
4406δύναμι, οὔτε μέλλον—ἂν θὰ ἔχῃ μέλλον τὸ Ἑλληνικὸν
4407ἔθνος—(ἀκούετε, Κύριοι, τί γράφει αὐτὸ τὸ κάθαρμα;) ἀνα-
4408γνωρίζω εἰς αὐτά». Ἠκούσατε, κύριοι συνάδελφοι, τί γρά-
4409φει αὐτὸς ὁ κακοήθης ὑπάλληλος τοῦ κακομοιριασμένου
4410αὐτοῦ Κράτους; Ἐνοήσατε τί γράφει αὐτὸς ὁ ὄφις, τὸν
4411ὁποῖον τρέφει εἰς τοὺς κόλπους του τὸ Κράτος; «ἐὰν ἔχῃ
4412μέλλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος». Τὸ γράφει αὐτό, λέγω, Κύ-
4413ριοι, ὑπάλληλος: «ἐὰν θὰ ἔχῃ μέλλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος».
4414Εἶναι ἀποκάλυψις αἰσχρὰ αὕτη. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη τὸ
4415τοιοῦτον νὰ ἀκουσθῇ ἀπὸ τὸ ἑλληνικὸν σύμπαν, διὰ νὰ νοήσῃ
4416ἂν οἱ τοιοῦτοι εἶναι ἐχθροὶ ἢ μὴ τοῦ γένους. Θέλω νὰ σᾶς
4417εἴπω καὶ κἄτι σπουδαῖον ἀκόμη καὶ ἄξιον λόγου, τὸ ὁποῖον
4418θὰ μοὶ συγχωρήσῃ ἡ Βουλή. Τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 ἐπέ-
4419χει θέσιν νόμου. Ἀκούσατε δὲ οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι Γερμανοί,
4420προκειμένου λόγου νὰ ἀποκαθάρωσι τὴν γλῶσσαν τοῦ ἔθνους,
4421ἀκούσατε, λέγω, τί ἔγραψαν εἰς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο τοῦ
44221836 (ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 70. Ἰδιαιτέρα φροντὶς θέ-
4423λει καταβάλλεσθαι «περὶ τῆς μορφώσεως τοῦ γραφικοῦ
4424ὕφους», τὸ ὁποῖον ἀνάγκη πᾶσα νὰ τελειοποιηθῇ μέχρι τι-
4425νὸς εἰς τὰ διάφορα εἴδη τοῦ λόγου».
4426Αὐτὰ ἔλεγον οἱ Γερμανοί. Ἀκούσατε ὡσαύτως ἐν ἄρθρῳ
442772ῳ (ἀναγινώσκει): «Μεγίστη προσοχὴ θέλει γίνεσθαι εἰς
4428τὴν σειρὰν καὶ τὸν σύνδεσμον τῶν ἰδεῶν, εἰς τὴν ἐκλογὴν
4429καὶ τὴν θέσιν τῶν λέξεων καὶ θέλουσιν ἀσκεῖσθαι οἱ μα-
4430θηταὶ ἰδίως ὑποχρεούμενοι νὰ μεταχειρίζωνται εἰς τὰς
4431μεταφράσεις φράσιν καθαρῶς Ἑλληνικήν».
4432Ἄρθρον 74ον (ἀναγινώσκει): «Πρὸς μόρφωσιν «τοῦ ὕφους
4433εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἐκτὸς τῆς μεγίστης προσοχῆς εἰς τὰς
4434προφορικὰς μεταφράσεις θέλουσι γίνεσθαι αἱ γραπταὶ
4435μεταφράσεις ἐκ τῶν καλλιτέρων τεμαχίων τῶν Ἀρ-
4436χαίων......»
4437Ἄρθρον 81ον. Τοῦτο ὁρίζει δύο ὥρας καθ’ ἑβδομάδα διὰ
4438γύμνασιν εἰς τὸ γράφειν Ἑλληνιστί.
4439Ἄρθρον 91ον (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐπιθυμῶν νὰ λάβῃ
4440ἀποδεικτικὸν (ἀπολυτήριον) Γυμνασίου χρεωστεῖ νὰ γράψῃ
4441εἰς τὸ Ἑλληνικὸν μὲ κομψὴν φράσιν καὶ μὲ καθαρὰν ὀρ-
4442θογραφίαν ἔκθεσίν τινα κ.λ.π.........».
4443Ἀκούσατε, Κύριοι, καὶ περὶ τῶν βιβλίων των, ἀκούσατε,
4444λέγω, τί ἐπιβάλλεται νὰ σᾶς εἴπω. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι,
4445δίτομος γραμματικὴ τῆς.... Ῥωμαίϊκης γλώσσας! (δεικνύει
4446ἓν βιβλίον). Τοῦτο εἶναι ἄλλο (δεικνύει ἕτερον βιβλίον),
4447τόσον χυδαῖον, ὅσον καὶ κακόηθες, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ἐκ-
4448δώσει εἷς καθηγητής, Κ. Σουρέας ὀνόματι, πρὸ τεσσάρων
4449ἡμερῶν προαχθείς, εἰς Σπάρτην. Γνωρίζετε ὡσαύτως ἐκ
4450τῶν ἐφημερίδων, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὑπάρχει βιβλίον,
4451τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται «Δελτίο τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ὁμίλου»,
4452τὸ ὁποῖον θέλετε ἀκούσει τί γράφει (ἀναγινώσκει): «Τὸν
4453περασμένο Μάρτη, μερικοί, κρίνοντας ὅτι ἔφτασε ὁ καιρός,
4454ἐξωτερίκεψαν τὸν πόθο πολλῶν γιὰ τὴν ἀναμόρφωση τῶν
4455σχολείων μὲ τὴν ἀκόλουθη ἐγκύκλιο........
4456κι ἀκόμα νὰ αἰσθανθεῖ πραγματικὴ ὄρεξη νὰ συμπληρώσει
4457τὰς γνώσεις του, ἢ μόνος του ὡς πελάτης, ἢ καὶ ἀκολου-
4458θῶντας τὴν εἰδικὴ μόρφωση γιὰ τὸ ἐπάγγελμα ποὺ ἡ φυσική
4459του προδιάθεση καὶ ἡ κοινωνική του θέση τὸν προώρισε».
4460Κάμνει διάκρισιν δηλονότι τῆς φυσικῆς προδιαθέσεως
4461ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνικῆς θέσεως ἑκάστου πολίτου· δηλαδὴ ὁ
4462υἱὸς τοῦ φούρναρη φούρναρης καὶ ὁ υἱὸς τοῦ Δραγούμη Δρα-
4463γούμης! Μὴ χειρότερα!... «Ἀποφασίσαμε, λοιπόν, νὰ ἱδρύ-
4464σουμε καὶ ἐπιμεληθοῦμε τὸ σκολειὸ ποὺ θὰ δώσει στὸν τόπο
4465μας τὸ πρότυπο ἀλφαβητάριο, τὰ βοηθητικὰ τοῦ δασκάλου
4466βιβλία κ.λ.π.....
4467Μὲ ὑπόληψη–Ἀθήνα Μάρτης 1910
4468...................
4469Ἂν θὰ γίνετε μέλος νὰ ὑπογράψετε τὴν ἐσώκλειστη
4470ἀπάντηση καὶ νὰ τὴν στείλετε στὸν Κο Ἰω. Δραγούμη ποὺ
4471ἀνέλαβε χρέη Ταμία, κατὰ τὴν ἀπουσία στὸ ἐξωτερικὸ γιὰ
4472μερικοὺς μῆνες τοῦ Κου Δ. Π. Πετροκόκκινου.....
4473Ἀθήνα 30 Ἀπρίλη 1910.
4474Τοῦτο τὸ Καταστατικὸ τὸ ἔστειλε πρὸς τὰ μέλη ἡ ἐπι-
4475τροπὴ μὲ τὸ ἀκόλουθο γράμμα.
4476«Λαβαίνετε τυπωμένο τὸ Καταστατικὸ ὑπογραμένο ἀπὸ
4477τὰ μέλη ποὺ τὸ ψήφισαν τὸν περασμένο Μάη καὶ θεωροῦν-
4478ται Ἱδρυταί.
4479Νὰ μᾶς σημειώσετε τὰ ὀνόματα ὅλων αὐτῶν καὶ τὸν
4480τόπο ποὺ μένουν γιὰ νὰ γνωρίσουμε καὶ μεῖς τοὺς συνερ-
4481γάτες μας, ἢ ἐκείνους ποὺ μὲ κατάλληλη ἐνέργεια μπο-
4482ροῦν ἀργότερα νὰ γείνουν.
4483Μᾶς ἔστειλαν καὶ γενναῖες δωρεές, κ’ ἔτσι μαζεύτηκε
4484ἕνα ποσὸ ποὺ καταθέσαμε στὴν Τράπεζα Σαμιωτάκη
4485καὶ Σας».
4486Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι καὶ ἄλλοτε σᾶς
4487εἶπον ὅτι ὑπάρχει μία συνομοταξία ζῴων ἐν τῷ Κράτει,
4488ἡ ὁποία ἔχει τὴν προσωνυμίαν τῶν «μαλλιαρῶν», καὶ ἡ
4489ὁποία δὲν ἐπιδιώκει τίποτε ἄλλο, παρὰ τὴν διὰ τῆς δια-
4490φθορᾶς καταστροφὴν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, διότι αὐτὴ
4491εἶναι ὁ ἐθνικὸς δεσμὸς τῶν διαφόρων φύλων τῶν Ἑλλήνων
4492καὶ τὴν ἀντικατάστασιν αὐτῆς διὰ τοῦ ἀηδοῦς χυδαϊσμοῦ,
4493ὁ ὁποῖος ἔφθασε μέχρι τοσούτου, ὥστε νὰ διαφθείρῃ καὶ
4494αὐτὸ τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, καὶ εἶναι γνωστότατον, ὡς πλὴν
4495τῶν ἄλλων μαρτυροῦσι καὶ οἱ ἐκ «Πρόβιντενς» τῆς Ν. Ὑόρ-
4496κης γράφοντες εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι μετέβησαν πρό τινος
4497εἰς τὴν ἐκεῖ βιβλιοθήκην, καὶ εὗρον μόνον τὴν μετάφρασιν
4498τοῦ ἐλεεινοῦ Πάλλη καὶ Σας καὶ ἀνέγνωσαν τὸ Εὐαγγέ-
4499λιον εἰς τὸ χυδαῖον αὐτὸ ἰδίωμα. Γνωρίζετε δέ, Κύριοι, τί
4500λέγει ἐδῶ; (Ἀναγινώσκει): «Ὁ πρῶτος ὑπογεγραμμένος
4501ὡς ἱδρυτὴς τοῦ ἐλεεινοῦ αὐτοῦ τόπον, ὅσον καὶ ἀντεθνικοῦ
4502Σωματείου, εἶναι ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας Ἀπο-
4503στόλης Ἀλεξανδρῆς! Τώρα πιθανὸν ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς νὰ
4504ἀρνηθῇ, ἀκριβῶς διότι θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἐπίορκος,
4505συνεπῶς θὰ ἀπαλλαγῇ ὡς ἀνάξιος καί, δύναταί τις εἰπεῖν,
4506καὶ ὡς προδότης τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιώματος, τὸ ὁποῖον ἐν το-
4507σούτῳ χαλεποῖς καιροῖς τῷ ἐνεπιστεύθη ἡ Πολιτεία.
4508Ἀλλὰ τούτου δοθέντος πάντες οἱ συνυπογεγραμμένοι κατ’
4509ἀνάγκην εἶναι τῆς χειρίστης ὑποστάθμης πλαστογράφοι.
4510Ἀλλ’ ἡμεῖς πρὸς χάριν αὐτοῦ δεχόμεθα τὸ δεύτερον. Ἀλλὰ
4511καὶ τούτου δοθέντος ἆρά γε θὰ ἔχῃ τὴν θρασύτητα ὁ κ.
4512Ὑπουργὸς νὰ ἀρνηθῇ ὅτι εἶναι αὐτὸς οὗτος, ὁ ὁποῖος ἔγρα-
4513φεν ὑπὸ τὸ ψευδώνυμον «Φρουγκεβίρης» ἐκ Παρισίων εἰς
4514τὸν τύπον τοῦ Βόλου μαλλιαρὰς ἀνταποκρίσεις; Θὰ ἀρνηθῇ
4515ὅτι εἶναι ὁ αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ ὁμιλήσῃ καὶ
4516ἐν Κωνσταντινουπόλει ὑπὲρ τῆς γλώσσης τῶν μαλλιαρῶν;
4517ἐνῷ ἀπεστάλη δι’ εἰδικὸν σκοπόν, περὶ οὗ εἰδικῶς θὰ κά-
4518μωμεν λόγον, καὶ τὸ ὁποῖον ἐξώργισεν, ὡς ἔχω πληροφο-
4519ρίας, καὶ τὸν Οἰκουμενικὸν Πατριάρχην; Θὰ ἀρνηθῇ ὅτι
4520εἶναι ὁ αὐτὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶπεν εἰς συντάκτην ἐφη-
4521μερίδος Ἀθηναϊκῆς καὶ ὁ ὁποῖος ἀκροᾶται ταύτην τὴν
4522στιγμήν, ὅτι ἡ γλῶσσα ἡ ζωντανή, ἡ μαλλιαρὴ δηλονότι,
4523προώρισται νὰ συντελέσῃ μόνη εἰς ἀνάπτυξιν καὶ σωτηρίαν
4524τοῦ ἔθνους; (Ἀναγινώσκει):
4525Ἰδού, κ. Βουλευταί, καὶ οἱ ἱδρυταὶ τοῦ Ὁμίλου, ὅπως
4526παραδοθῶσιν εἰς τὸ ἐθνικὸν ἀνάθεμα: 1) Ἀπ. Ἀλεξαν-
4527δρῆς, 2) Π. Ἀποστολίδης, 3) Π. Ἀργυρόπουλος, 4) Β. Γα-
4528βριηλίδης, 5) Χρ. Γκόφας, 6) Ἀλέκ. Δελμοῦζος, 7) Λουκ.
4529Δελμοῦζος, 8) Κ. Δεμερτζῆς, 9) Ἀλ. Διομήδης, 10) Ἰω.
4530Δραγούμης, 11) Ἰω. Θεοδωρίδης, 12) Ν. Καζαντζάκης,
453113) Περ. Καραπᾶνος, 14) Α. Καρκαβίτσας, 15) Κ. Κα-
4532τσίμπαλης, 16) Α. Κεφαλληνός, 17) Ἀρ. Κουρτίδης, 18)
4533Γ. Καφαντάρης, 19) Κλ. Λάκων, 20) Λ. Μαβίλης, 21)
4534Ν. Μαυρουδῆς, 22) Κ. Μελᾶς, 23) Α. Μυλωνᾶς, 24) Α.
4535Πανταζῆς, 25) Α. Παπαναστασίου, 26) Ν. Πάππος, 27)
4536Κ. Πασαγιάννης, 28) Δ. Πετροκόκκινος, 29) Θρ. Πετμε-
4537ζᾶς, 30) Χρ. Ῥάγκος, 31) Δ. Σαράτσης, 32) Μ. Στελλά-
4538κης, 33) Γ. Σωτηριάδης, 34) Κ. Τοπάλης, 35) Μ. Τσιρι-
4539μῶκος, 37) Κ. Τριανταφυλλόπουλος, 37) Δ. Φωκᾶς, 38)
4540Φ. Φωτιάδης.
4541Ἰδοὺ ἐνώπιον ὑμῶν, Κύριοι, οἱ ἀληθεῖς ἐχθροὶ τοῦ Γέ-
4542νους!
4543§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
4544(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 καὶ ¼ μετὰ τὸ μεσονύ-
4545κτιον).