1911.02.15
2.467 στίχοι · 18.778 λέξεις · 200 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30.
Τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1911
(Τρίτη).
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 188 Βουλευτῶν).
(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ὁ Ἰ. Σπίνουλας ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 17 τοῦ Συντάγματος· 2) Οἱ καλλιεργηταὶ μοναστηριακῶν κτημάτων τῶν δήμων Θορικίων καὶ Κρωπίας ζητοῦσι μείωσιν τοῦ μισθώματος· 3) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Εὐρυτανίας ὑποβάλλει ὑπόμνημα, δι’ οὗ ἐκφράζει γνώμην, ζητηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ δικηγόρων· 4) Οἱ Ἀλ. Φαρμάκης ἰατρὸς καὶ Β. Οἰκονομίδης κτηματίας, μέλη τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου Εὐρυτανίας, ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ Εὐρυτανίας Κ. Ζαργάνου, κλείσαντος αὐθαιρέτως τὰ σχολεῖα τῆς ἐπαρχίας· 5) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ζακύνθου κηρύσσεται ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικηγόρων καὶ ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων περὶ ἐφέσεως κατὰ προδικαστικῶν ἀποφάσεων, περὶ περιορισμοῦ τῶν λόγων τῆς ἀναιρέσεως, περὶ δικονομικῶν ἀκυροτήτων κλπ., καὶ θεωρεῖ ταῦτα λυσιτελῆ· 6) Διάφοροι φορολογούμενοι ἐξ Ἀθηνῶν ζητοῦσι παράτασιν προθεσμίας πρὸς καταβολὴν τοῦ φόρου ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν· 7) Οἱ ἱερεῖς τοῦ δήμου Ὠλένης ζητοῦσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ͵ΓΧϞϚʹ περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν· 8) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ἰθάκης ζητοῦσι μετριασμὸν τῆς ποινῆς· 9) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Τρικκάλων ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐν σχέσει πρὸς τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια· 10) Οἱ κάτοικοι Ἄρτης ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ ἀμβύκων· 11) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Χατζημισίου τῆς Λαρίσης ζητοῦσιν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων· 12) Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Θεοδωρίδης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ ἄρθρων τινῶν τοῦ Συντάγματος· 13) Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Πετρέας ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 5, 12 καὶ 14 τοῦ Συντάγματος. Ἀμφότεραι αἱ τροπολογίαι θέλουσι παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος· 14) Ὁ βουλευτὴς κ. Χρ. Δικαῖος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· 15) Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Σπυρόπουλος, Ν. Γαρδικιώτης, Μ. Μπουφίδης, Γ. Τσαξίρης; Ἀθ. Βαβυλόπουλος, Μ. Φωτιάδης, Π. Ζωγλοπίτης, Β. Γρίβας, Ἰ. Κοτίκας, Χρ. Βλάτσιος, Κ. Σταμούλης, Εὐθ. Μαντόπουλος, Π. Ἀγγελίδης κ.λ.π. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος νόμου». Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχ. 10,578,273 καὶ 35 ο)ο ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910». Τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ συζήτησις θέλει ἀναβληθῆ, καθόσον ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπὴ δὲν ὑπέβαλεν εἰσέτι τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ κ. Φουρίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§2ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ὑπ’ ἀριθμὸν 11 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει ἀναγραφῆ ἡ συζήτησις τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς δὲν ἔχει διανεμηθῆ εἰσέτι, ἀπαιτεῖται δὲ χρόνος τις, ὅπως τὴν μελετήσωμεν καὶ σχηματίσωμεν μίαν ἰδέαν, θὰ παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν 11, τότε δύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν ἀναβολήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴμεθα εἰς τὸ πρῶτον καὶ νὰ ζητήσητε νὰ ἀναβληθῇ τὸ 11ον. Ὅταν εἰσερχώμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, δύναται νὰ ζητῆται προτίμησις, ἀλλ’ ἡ ἀναβολὴ ζητεῖται, ὅταν φθάσωμεν ἐκεῖ.
§4ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κύριε Πρόεδρε.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ζητήσητε πρόταξιν;
§6ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Μάλιστα. Εἶναι ἐγγεγραμμένη πρότασις νόμου ὑπ’ ἀριθ. 21, ἀφορῶσα εἰς παράτασιν τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων ἀροτριώντων κτηνῶν, ἀμπέλων, ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν τῶν χρήσεων 1909 καὶ 1910. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγένετο δήλωσις ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὅτι θὰ δοθῇ παράτασίς τις, μέχρις οὗ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη τοῦ νόμου. Ἀλλ’ οἱ ταμίαι εἰς ὅλον τὸν νομὸν Φθιώτιδος ἐκδίδουσιν ἐντάλματα καὶ συλλαμβάνονται πολλοὶ ὀφειλέται οἵτινες ὑποφέρουσι τὰ πάνδεινα, καὶ πολλοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ πωλήσωσι τὰ κτήματά των ἄλλοι δὲ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Ἀμερικήν· ἤδη δὲ εἶναι εἰς τὰς φυλακὰς πολλοὶ ἄνθρωποι διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων αὐτῶν συνεπείᾳ ἐνταλμάτων.
§7Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις, κύριε Πρόεδρε.
§8ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, κύριε Πρόεδρε, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ προτιμηθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 22 πρότασις νόμου «περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀνανεώσεως τῶν μέχρι τοῦ 1909 καθυστερουμένων καὶ ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον χρεῶν», καθόσον συμβαίνει τὸ ἑξῆς: Πολλοὶ τῶν καταδιωκομένων ἔχουσι πληρώσει φόρους τοῦ 1902 καὶ 1903 καὶ ἔτυχε νὰ χάσωσι τὰ διπλότυπά των, καὶ ἐν τούτοις καταδιώκονται. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἔχει μεγάλην σημασίαν, παρακαλῶ νὰ προτιμηθῇ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: δέχεται νὰ μεταβληθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις; Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§10ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Παρεδέχθη.
§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ μεταβάλῃ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ζητημάτων τοιούτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν Βουλήν, εἶναι ἀνάγκη νὰ δηλωθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὴν τοιαύτην μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀφοῦ ὑπεσχέθη ἤδη, ὅτι θὰ φέρῃ ῥύθμισιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει. (Ψηφίζονται εἶτα εἰς αʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ ἑξῆς νομοσχέδια): αʹ) «Περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχ. 65,141 καὶ 65% ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909». βʹ) «Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 1,135,000 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910». γʹ) «Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχ. 336,537 καὶ 50% ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909».
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Δεκεμβρίου 1910 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις δραχ. 13,280,653 καὶ 40 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910» ἀναβάλλεται, καθόσον δὲν ὑπέβαλεν εἰσέτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τὴν οἰκείαν ἔκθεσιν. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΒʹ τῆς 5ης Νοεμβρίου 1909 καὶ ͵ΓΥΙʹ τῆς 16ης Νοεμβρίου 1909». Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἔχει ὁ κ. Πὼπ.
§13Γ. ΠΩΠ. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν λόγῳ τῆς ἐσπευσμένης συζητήσεως δὲν ἠδυνήθην νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινάς, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ σημαντικωτάτην ὑπόθεσιν, αὐτὴν ταύτην τὴν στρατολογίαν, καὶ ἐν τούτοις, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διατετυπωμένον, δὲν δύναται νὰ γίνῃ στρατολογία, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος περὶ στρατολογίας. Εἶναι δύο διάφοροι νόμοι, ὁ εἷς «περὶ προεκπαιδεύσεως» καὶ ὁ ἕτερος «περὶ στρατολογίας». Οἱ νόμοι οὗτοι τοῦ ἔτους 1909 εἶναι βεβαίως συναφεῖς. Ἀλλ’ ἐλησμονήθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ νόμος ᾼΦΚΗʹ τοῦ 1887, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΚΒʹ τοῦ 1906, ἔχει ἐντελῶς καταργηθῆ δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ τροποποίησις. Εἶναι ἐμφανὲς καὶ ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως καὶ ἐκ τῶν δύο ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται, ὅτι ζητεῖται ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ 1909 ͵ΓΥΒʹ, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος, διὰ τοῦ ἄρθρου ἀκριβῶς, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, διὰ τοῦ ἄρθρου 134 καὶ προηγουμένων λέγει, ὅτι καταργεῖται ὁ νόμος ᾼΦΚΗʹ, ὡς ἐτροποποιήθη οὗτος, καὶ πᾶσα διάταξις, ἡ ὁποία ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον τοῦτον. Συνεπῶς κατὰ ποῖον σύστημα εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ στρατολογία, κατὰ ποῖον σύστημα θ’ ἀναγραφῇ εἰς αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἡ πίστωσις ἡ ἀπαιτουμένη καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὴν στρατολογίαν, κατὰ ποῖον σύστημα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ διατάξῃ ὅλην τὴν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία θὰ προηγηθῇ τῆς στρατολογίας, καὶ ποῖαι ἔσονται αἱ ποιναί, αἵτινες θὰ ἐπακολουθήσωσιν ἄνευ νόμου περὶ στρατολογίας, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀρνηθῶσι πολῖται Ἕλληνες νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις ταύτας; Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ συνέβη τοιοῦτόν τι. Ἀλλ’ ἐκεῖνος δὲν ἦτο οὔτε νόμος, οὔτε ἐντὸς τοῦ νόμου ἐγένετο ἡ ἐφαρμογὴ νόμου καταργηθέντος, διότι τὸ ἄρθρον 134 τοῦ νόμου, τοῦ ψηφισθέντος τῷ 1909, λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει): «καταργεῖται ὁ νόμος ᾼΦΚΗʹ τοῦ ἔτους 1887». Ὁ νόμος λοιπὸν οὗτος δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἐν τούτοις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται, καὶ διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἐμφανίζεται ὁ οὕτω καταργηθεὶς νόμος. Θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἐλάμβανε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιστρέψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅπως αὕτη ἐπιφέρῃ τὰς ἀναγκαίας τροποποιήσεις.
§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνησυχεῖ κατὰ τίνα νόμον θὰ γίνῃ ἡ στρατολογία, ἐὰν ἤθελε ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἡ ἀπάντησις εἶναι εὐχερής. Θὰ γίνῃ κατὰ τὸν νόμον τὸν νῦν ἰσχύοντα, τοιοῦτος δὲ δὲν εἶναι ἐκεῖνος, τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ὁποίου προτείνεται ἡ ἀναστολή. Ὁ κύριος Βουλευτής, ἐπειδὴ ὁ νόμος τοῦ 1909 καταργεῖ προγενέστερον νόμον, ἀνησυχεῖ μήπως ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, μείνωμεν ἄνευ στρατολογικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἡ ἀνησυχία τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν εἶναι βάσιμος, διότι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νέος νόμος, ὁ προγενέστερος μένει ἐν πλήρει ἰσχύϊ.
§15Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω ὅτι τὸ ἄρθρον 134 τοῦ νόμου τοῦ 1909 λέγει ῥητῶς· «καταργεῖται ὁ νόμος ᾼΦΚΗ τοῦ 1887»· ἑπομένως πῶς εἶναι δυνατὸν νόμος καταργηθεὶς ν’ ἀναγεννηθῇ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος κατήργησεν αὐτόν; Ἐγὼ ἤθελον παρατηρήσει εἰς τὸν κύριον Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι ἄλλη διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου θὰ παρεῖχεν ἐντελῶς ἀλλοίαν λύσιν. Βεβαίως δὲ μὲ ἀνησυχεῖ ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν φρονῶ ὀρθὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ διὰ τοιούτων μέσων νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ παραβιάζωμεν τὸν νόμον.
§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλπίζω ὅτι αἱ ὀλίγαι ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα, ἐφώτισαν ἐντελῶς τὴν Βουλήν. Αἱ ἀνησυχίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀσύστατοι.
§17ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια, βέβαια. (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§18Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶναι ἐμφανὲς ὅτι πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον τοῦ 1887, καθ’ ὃν τρόπον ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1906. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐπαναφέρεται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος ᾼΦΚΗʹ τοῦ 1887, ὡς ἔχει οὐσιωδῶς τροποποιηθῆ. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν ἤθελον νὰ κάμω.
§19ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἀκριβολογία μοὶ ἐπιβάλλει νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν πρόκειται διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν οὐδεὶς ἕτερος νόμος ἢ ὁ ὑπάρχων, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς ἐφαρμογήν. Πρόκειται δὲ μόνον ν’ ἀναβάλωμεν, διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὸν ἐνδεχόμενον θάνατον τοῦ νόμου αὐτοῦ. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως ἐδαφίων τινῶν τοῦ νόμου ͵ΓΥΛΒ (3432) περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν ἐφεδρείας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ».
§21ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἄλλην ἡμέραν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς 5ης § τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νόμου ͵ΓΤΟΔʹ (3374)».
§23Γ. ΠΩΠ. Ἔχω ζητήσει, κύριε Πρόεδρε, πληροφορίας τινὰς παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον διενεμήθη μὴ τροπολογηθέν. Ἤθελον νὰ γνωρίζω, ἂν προσεκομίσθησαν αἱ πληροφορίαι αὗται καὶ ποῖαι εἶναι. Ἐζήτησα πληροφορίας ὅσον ἀφορᾷ πρῶτον τὰς ἐνοικιάσεις ἀκινήτων ἀνηκόντων εἰς τὸ μετοχικὸν ταμεῖον, ἐπίσης ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὰς ἐπειγούσας ἀνάγκας ἐπιστρατεύσεως καὶ γενικῶν γυμνασίων καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνοικίασιν ἀκινήτων πρὸς χρῆσιν τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ. Φρονῶ ὅτι αἱ διατάξεις αὗται εἶναι κακῶς διατετυπωμέναι. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν εἶχε τὴν καλωσύνην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὅτι πρόκειται περὶ καταστημάτων πρεσβειῶν ἢ προξενείων.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ προχθὲς ἔδωκα αὐτὰς τὰς πληροφορίας καὶ ἄλλας. Ἐάν τι περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι εἶπον προχθὲς χρειάζεται εἰς τὸν κύριον Βουλευτήν, παρακαλῶ νὰ μοὶ τὸ διατυπώσῃ ἐγγράφως, ἵνα ἴδω τί ἀκόμη θέλει.
§25Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρεξηγεῖ· ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἱκανοποιήσω περιέργειαν ἰδικήν μου· ἐγὼ ἠθέλησα νὰ διευκρινίσω νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι διατετυπωμένον ἀρχικῶς, διαπλάττει τοιαύτην σύγχυσιν πραγμάτων διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὥστε εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ἀντιγραφῇ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, νὰ μεταγραφῇ καὶ νὰ συζητηθῇ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁμιλεῖ περὶ ἀκινήτων ἀνηκόντων εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ἔδωκεν ἀρκετὰς δηλώσεις. Ἀλλὰ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ἔχει μόνον ἐν Ἀθήναις ἱδρύματα γνωστὰ τρία τὸν ἀριθμόν. Πρόκειται περὶ ἐνοικιάσεως αὐτῶν τῶν ἱδρυμάτων ἢ πρόκειται τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον νὰ ἀναλάβῃ ἐπιχείρησιν ἀνοικοδομήσεως ἄλλων ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα νὰ ἐνοικιάσῃ εἰς τὸ Δημόσιον; Καὶ αὕτη ἦτο ἡ μία ἀπορία, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἐξόχως σημαντικὴ καὶ διὰ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τοῦ χρήματος τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, καὶ διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν τὸ Δημόσιον νὰ προβῇ εἰς ἐνοικιάσεις ἱδρυμάτων, ἔστω καὶ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὄντως ἵδρυμα χρησιμώτατον. Ἑτέρα ἀπορία ἦτο, ἂν τὰ κτήματα τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου θὰ εὑρίσκωνται ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, διότι διέλαθε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ καὶ ἀκίνητα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δυνάμει νόμου ἰσχύοντος. Καὶ τρίτη ἀπορία εἶναι ὅτι ὁσάκις πρόκειται περὶ μισθώσεως ἀκινήτων πρὸς χρῆσιν τοῦ Δημοσίου ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πῶς θὰ ἐνοικιάσῃ ἱδρύματα ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ; Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ἱδρύματα καὶ εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσιν; Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν ὅτι πρόκειται περὶ Προξενείων καὶ Πρεσβειῶν, καὶ λέγω ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἐνοικιάσωμεν στρατῶνας καὶ στρατιωτικὰ ἱδρύματα παρὰ τὰ διπλωματικὰ τοιαῦτα, θὰ ἦτο ἁρμόζον νὰ συνυπογράψῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἔκαμον δ’ ἐγὼ τὴν ἐπιφύλαξιν καὶ εἶπον ὅτι, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ μυστικὰ τοῦ Κράτους, δὲν θὰ εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή, οὐδὲ θὰ ἐζήτουν τοῦτο, ἵνα ἀναγκάσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ μυστικόν τι. Ἀλλ’ ἡ ἐνοικίασις Πρεσβειῶν δὲν εἶναι τῆς δικαιοδοσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὔτε εἶναι μυστικὸν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως μεταβάλῃ τὴν διατύπωσίν του καὶ διευκρινήσῃ αὐτὸ τὸ περίεργον πρᾶγμα τῆς ἐνοικιάσεως ἱδρυμάτων ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ. Μήπως πρόκειται περὶ ἐγκαταστάσεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποστέλλονται δι’ εἰδικὰς ἀποστολάς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐγκαθίστανται εἰς ἰδιαίτερα ἱδρύματα; Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης ὁρμώμενος ἐζήτησα τὰς πληροφορίας ταύτας, καὶ ὄχι ἵνα ἱκανοποιήσω προσωπικὴν περιέργειαν, ἡ ὁποία οὐδεμίαν θὰ εἶχε σημασίαν δι’ ἐμὲ καὶ διὰ τὴν Βουλήν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ᾼΧΚΗʹ τοῦ ἔτους 1887 περὶ ἀποζημιώσεως ὁδοιπορικῶν ἐξόδων τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου, «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1911». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις «Περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος». Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προτοῦ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, κύριοι Βουλευταί, τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω πληροφορίας τινὰς εἰς τὴν Βουλὴν σχετικῶς μὲ τὴν χθεσινήν μου δήλωσιν, ἡ ὁποία, ὡς ὑπεβλήθη, παρεξηγήθη. Χθὲς δηλαδή, προκειμένου νὰ ἀναγραφῇ σήμερον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἡ συζήτησις τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, εἶπον ὅτι ἡ συζήτησις θὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς ἂν ἡ Κυβέρνησις εἰς ὡρισμένην περίστασιν θὰ ἐνόμιζεν ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ, ὅπως ληφθῇ ὡς βάσις τὸ ἰδικόν της σχέδιον. Ὑπετέθη διὰ τούτου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ὑπ’ ὄψει εἶχε νὰ θέτῃ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην διατύπωσιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω ὅτι τοιαύτη δὲν εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλά, ἐνῷ τοιαύτη γενικῶς δὲν εἶναι ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι φυσικὸν ὅτι, ὅπου θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ τεθῇ ὡς βάσις συζητήσεως ὡρισμένως ἡ ἰδική της διατύπωσις, ὅτι θὰ ἐζήτει τοιοῦτόν τι παρὰ τῆς Βουλῆς, μενούσης ταύτης ἐλευθέρας νὰ κρίνῃ ποίαν ἐκ τῶν δύο ἰδεῶν θέλει νὰ προτιμήσῃ, ἐκτὸς τῶν περιστάσεων ἐκείνων, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐθεώρει ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν πλάστιγγα τῶν ἐπιχειρημάτων τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης συζητήσεως καὶ τὴν παραμονὴν αὐτῆς ἐν τῇ θέσει τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι φυσικὸν τοῦτο, καίτοι πρόκειται περὶ θεσπίσεως Συντάγματος, καίτοι πρόκειται περὶ θεσμοῦ οὐχὶ προσκαίρου, ἀλλὰ διὰ μακρὸν χρόνον ψηφιζομένου, εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ ὑπάρξωσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἀνησύχει περὶ τῆς ἐκβάσεως τῆς ψηφοφορίας, θὰ ἐθεώρει ὅτι εἶναι στοιχειῶδες αὑτῆς καθῆκον νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐναντία ψῆφος δὲν θὰ ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν τὴν παραμονὴν αὐτῆς ἐν τῇ θέσει τῆς Κυβερνήσεως. Πρόχειρον παράδειγμα ἐνδεχομένης τοιαύτης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως θὰ παρουσιάζετο εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν αὕτη θὰ ἐνόμιζεν ὅτι θὰ ἦτο ἐνδεχόμενον ἡ Βουλή, ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἤκουε, νὰ παρασυρθῇ νὰ ψηφίσῃ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὴ παῦσις ἐφημερίδος διοικητικὴ οὐσιαστικῶς, ὅτε βεβαίως καθῆκον στοιχειῶδες θὰ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ παραμονὴ αὐτῆς ἐν τῇ θέσει της. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῶσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶναι ὑποχρεωμένη καὶ πάλιν νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα παραμονῆς αὐτῆς ἐν τῇ ἀρχῇ, ὅπως θὰ ἦτο ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν τυχὸν θὰ ἐζητεῖτο παρά τινος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἀναθεώρησις διατάξεως, ἥτις κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκ τῶν θεμελιωδῶν, ἐφ’ ὧν οὐδεμίαν ἐντολὴν τὸ παρὸν συνέδριον ἔχει νὰ συζητήσῃ, καὶ ἑπομένως καὶ τότε θὰ ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ συνταυτίσῃ τὴν τύχην της πρὸς τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἀπόφασιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Αὐτὰς τὰς ἐξηγήσεις εἶχον καθῆκον νὰ δώσω πρὸς τὴν Βουλήν. Βάσις κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ ληφθῇ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκτὸς ὅπου ἐξαιρετικῶς ἡ Κυβέρνησις ἤθελε ζητήσει ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἰδικοῦ της σχεδίου, τῆς Βουλῆς μενούσης ἐλευθέρας νὰ κρίνῃ, ποῖον ἐκ τῶν δύο σχεδίων ἐπιθυμεῖ νὰ προτιμήσῃ, εἰς τὰς ἐξαιρετικὰς δὲ ταύτας περιπτώσεις ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιφυλάξῃ εἰς ἑαυτὴν τὴν ἐκπλήρωσιν στοιχειώδους καθήκοντος, ὅπως συνταυτίσῃ τὴν τύχην της εἰς τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπασχολήσωσιν αὐτήν.
§28ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι αἱ ἐξηγήσεις αὗται θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὴν περαιτέρω πρόοδον τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, τοῦ πρωτίστου ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Διότι, ἐννοεῖται, πιστεύω ὅτι, ἐνόσῳ δὲν εἶναι τετυπωμένη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔχει ἀνάγκην μελέτης, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν κατὰ τὴν κοινὴν ὁμολογίαν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τούτων σήμερον. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐλπίζω, ταύτην τὴν ἑσπέραν θὰ εἶναι ἐκτετυπωμένη, διότι ἐγένετο ἡ δευτέρα διόρθωσις μετὰ μεσημβρίαν, ὑποθέτω δὲ ὅτι ἡ τρίτη διόρθωσις θὰ ἔφθασεν εἰς τέλος, καὶ βεβαίως αὔριον θὰ διανεμηθῇ. Ἐπὶ ταύτῃ τῇ ἐλπίδι θέλω μόνον ὁμιλήσει, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον εἶναι χρήσιμον, ὅπως καθορισθῇ τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ θέλομεν σταθῆ, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ἐργασίαν ἡμῶν τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Εὐτυχῶς ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διηυκόλυνε τὸ ἔργον μου, καθ’ ὅσον ἡ δήλωσις αὐτοῦ, εἰς ἣν προέβη ἐκ φόβου μὴ παρεξηγήθησαν οἱ χθεσινοὶ αὐτοῦ λόγοι, ἔθηκε τὰ πράγματα ἀληθῶς ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ ὑγιοῦς, διότι ἡμεῖς μίαν μόνον πρότασιν ἔχομεν ἐνταῦθα, τὴν πρότασιν τὴν ὑποβληθεῖσαν ὑπὸ ἄλλης Βουλῆς εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο, τὴν πρότασιν τὴν ἐν τῷ ψηφίσματι τῆς 18 Φεβρουαρίου 1910. Ἄνευ τοῦ ψηφίσματος τούτου δὲν ἠθέλαμεν εὑρίσκεσθαι συνηγμένοι ἐνταῦθα· συναχθέντες δὲ τοῦτο τὸ ψήφισμα ἔχομεν κύριον ἔργον νὰ ἐξετάσωμεν. Δὲν δεσμευόμεθα ὑπ’ αὐτοῦ. Δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅτι κακῶς παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον ἡμῶν, διότι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀναθεώρησις. Δυνάμεθα νὰ ἀπορρίψωμέν τινα, ἅτινα ἐθεωρήθησαν ἀναθεωρητέα, καὶ ἀφήσωμεν αὐτά, ὅπως ἔχουσιν ἔτι ἐν τῷ Συντάγματι· καὶ τοῦτο δυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ ἐκεῖνο δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, δυνάμεθα δὲ νὰ πράξωμεν—καὶ κοινῶς τοῦτο ἀνεγνωρίσθη ὡς ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἡ ὑπόθεσις ἦλθε διὰ τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης—, δυνάμεθα νὰ πράξωμεν καὶ τοῦτο τὸ παθωμολογημένον, τὸ διακεκηρυγμένον καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς βασιλικοῖς Διαγγέλμασι, νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν ἀναθεώρησιν ἐπὶ παντὸς τοῦ ἐδάφους τοῦ ἐπιδεκτικοῦ ἀναθεωρήσεως λόγῳ μὴ ἀπαγορεύσεως τοῦ Συντάγματος σχετιζομένης πρὸς τὰ θεμέλια αὐτοῦ.
§29Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ζήτημα εἶναι.
§30ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ζήτημα εἶναι· Θὰ εἴπητε τὴν γνώμην ὑμῶν· ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξακολουθήσω λέγων τὴν ἐμήν. Καὶ ἐνταῦθα τοῦ λόγου γενόμενος νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τονίσω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐτόνισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ εὐτυχῶς συμφωνοῦμεν, ὅτι εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις ἀντιληφθῇ, ὅτι ἐπεμβαίνει ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν εἰς τὰ θεμελιώδη, εἰς τὰ ἀπηγορευμένα, ὀρέγεται δηλονότι τοῦ ἀπηγορευμένου καρποῦ, ἔχει τὸ καθῆκον ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἀντιπρόσωπος τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, νὰ ὑπομνήσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχομεν δικαίωμα, οὔτε ἐκείνη οὔτε ἡμεῖς, νὰ θίξωμεν· ἀπαραλλάκτως ὅπως, ἐάν τις ἐξ ὑμῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἤθελε θίξει τὰ θεμελιώδη, θὰ εἴχομεν καὶ ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ἀντείπωμεν· στῆθι· πέρα τοῦ σημείου τούτου οὐδὲ σὺ ἔχεις δικαίωμα. Ἐν τούτῳ ἔχομεν ἴσα δικαιώματα, καὶ ἡ ἐξουσία, ἣν ἀντιπροσωπεύει ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἡ θέσις, ἣν ἔχομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, θέσις Βουλευτῶν ἐλευθέρως βουλευομένων καὶ ἐχόντων τὴν κυρίαν ψῆφον. Εὐθὺς ὡς εἴμεθα σύμφωνοι, κατὰ πλειονοψηφίαν τοὐλάχιστον, δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς πάντα, ὅτι «δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ὑπερπηδήσῃς τὰ ἐσκαμμένα». Ἐν τούτῳ λοιπὸν ἔχω πλήρη ὁμοφωνίαν γνώμης μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ διαφωνοῦμεν—ἐκεῖ, ὅπου εἰς ἐμὲ ἐφάνη ὅτι ἴσως θὰ ἦτο προτιμότερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ προέβαινε προκαταβολικῶς εἰς δηλώσεις — περὶ ἐκείνου, ὅπερ οὐδεὶς ἀμφέβαλλεν ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ κρίσει τῶν χειριζομένων τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν· περὶ τοῦ ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει τοῦτο καὶ ἐκεῖνο συμβῇ, εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ παραιτηθῇ. Ἴσως θὰ ἦτο προτιμότερον τοῦτο νὰ μὴ ὑπεμίμνησκεν ἐνταῦθα ματαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι φοβοῦμαι ὅτι ὑπῆρχεν ἐξακολούθησις ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως τῶν ἔργων τῶν ἐνταῦθα διεξαγομένων, τῆς πορείας τῆς τηρητέας ὑφ’ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν ἐνταῦθα· καθὼς ὅτε, ὄχι διότι δὲν ὑπάρχει δικαίωμα, ἀλλὰ διότι δὲν ἦτο εὔστοχος πρᾶξις πολιτική, οἱ ἓξ Βουλευταί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ὑπέβαλον σχέδιον περιττὸν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Περιττόν, λέγω, διότι οὐδὲν σχέδιον ἦτο ἀναγκαῖον, ὅτε εἴχομεν τὸ σχέδιον τὸ ἀποσταλὲν ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ 1910, σχέδιον μὴ ἐπεκταθὲν εἰς τὰς λεπτομερείας, σχέδιον μὴ διατυποῦν προτάσεις, ἀλλὰ σχέδιον ὑποδεικνῦον τὰ ἀναθεωρητέα. Τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἤρκει, καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ἔδει νὰ παραπεμφθῇ ὡς εἶχεν εἴς τινα ἐπιτροπήν, καταρτιζομένην ὁπωσδήποτε, καὶ ἀπὸ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ζητηθῇ ἡ κατάρτισις τοῦ ψηφιστέου σχεδίου. Τοῦτο ἦτο τὸ ὀρθόν, τοῦτο ἦτο τὸ εὐθύ, τοῦτο ἦτο τὸ μὴ δυνάμενον νὰ γεννήσῃ ἀφορμὰς παρεξηγήσεων—καὶ βλέπετε ὅτι τὸ ἀντὶ τούτου γενόμενον παρεξηγήθη, διότι ἐγένετο ἐνταῦθα πολὺς λόγος περὶ αὐτοῦ.—Τί ἤθελε πραχθῆ ἐνταῦθα, ἐὰν οὕτως, ὡς λέγω, συνέβαινον τὰ πράγματα; Ἤθελε πραχθῆ—τῶν διαφορῶν παραμεριζομένων—ὅ,τι ἐπράχθη κατὰ τὸ 1863–1864. Διώρισεν ἐπιτροπὴν ἡ Συνέλευσις, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ τὴν 23 Δεκεμβρίου 1863 διὰ τοῦ μακαρίτου Ῥήγα Παλαμήδου κατέθηκε τὸ σχέδιον αὑτῆς καὶ ἐπελήφθη ἡ Συνέλευσις τῆς συζητήσεως τοῦ σχεδίου. Ἐνταῦθα τὰ πράγματα εἶναι κατὰ τοῦτο διάφορα, ὅτι δὲν εἴχομεν ἡμεῖς νὰ διορίσωμεν ἐπιτροπήν, ἵνα καταρτίσῃ τὸ σχέδιον, ἀλλ’ εἴχομεν νὰ διορίσωμεν ἐπιτροπήν, ἵνα ἐπεξεργασθῇ τὴν πρότασιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1910 καὶ προτείνῃ ἔπειτα αὐτὴ ὅ,τι ἤθελεν ἐν τῇ συζητήσει κριθῇ προσφορώτερον καταρτίζουσα καὶ τὸ κείμενον τῶν διατάξεων, ἐφ’ οὗ ἔμελλεν ἔπειτα ἐλευθέρως νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλή. Ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ ἡ θέσις τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἤθελεν εἶναι θέσις Βουλευτῶν ἐργαζομένων ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἡ Κυβέρνησις βεβαίως δὲν θὰ ἔπασχεν ἀνυπαρξίαν, ἀλλὰ θὰ ἐφρόντιζεν, ὅπως καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ φροντίσῃ, νὰ μὴ ἐμφανίζηται ἑκάστοτε ἄνευ ἀνάγκης. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει βεβαίως, καὶ ἕκαστον μέλος αὐτῆς καὶ ὅλα ὁμοῦ, ἔχουσι βεβαίως δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωσι τροπολογίας, ἀλλ’ ὀφείλει — καὶ παραπέμπω εἰς τὰ γενόμενα κατὰ τὸ 1864 — μετὰ πάσης περισκέψεως νὰ ἐμφανίζηται ὑποβάλλουσα τροπολογίας ἐκεῖ μόνον, ὅπου εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἐμφάνισις αὐτῆς, ἵνα κατευθυνθῶσι τὰ ἔργα ἡμῶν εἰς τὸ τέρμα, ἐὰν τυχὸν ὑποσκάζωσιν. Εἶναι βεβαίως —καὶ ἐν τούτῳ ἔχει καθῆκον—διευθύντρια τῶν πραγμάτων ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐπὶ θεμάτων τοιούτων εἶναι ἐπικίνδυνον—τοὐλάχιστον λόγῳ τῶν παρεξηγήσεων, αἵτινες δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν—εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἐμφανίζηται συχνὰ ἡ τήβεννος τῆς ἐξουσίας, διότι ἐπὶ ἀναθεωρήσεως Συνταγμάτων ἡ τήβεννος τῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι ἀρεστὴ εἰς τοὺς ἀναθεωροῦντας. Ἀλλὰ ταῦτα ἐλέχθησαν, διότι ἐδόθη ἀφορμὴ ἀπὸ τῆς χθές, ἐλέχθησαν δὲ καὶ διότι παρετηρήθη ὅτι πολλὴ ὑπάρχει δυσπιστία πρὸς γνώμας, ἐρχομένας ἔξωθεν. Καὶ μοὶ ἐνεποίησε περίεργον ἐντύπωσιν τὸ παράδειγμα, ὅπερ πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλαβεν, ὄχι βεβαίως ἐκ τῶν προτάσεων τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ παύσεως τῶν ἐφημερίδων διὰ διοικητικῆς ἀποφάσεως. Πόθεν ἦλθεν ἡ ἰδέα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θέλει ὑπάρξει καὶ εἰς Βουλευτὴς ἐνταῦθα, ὅστις θέλει ἀξιώσει οὐχὶ νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ νὰ συζητηθῇ πρότασις τοιαύτη; Ὑπάρχει καὶ εἷς Ἕλλην, ἀπεδείχθη ὅτι ὑπῆρξέ ποτε; ἀπεδείχθη ὅτι ὑπάρχει σήμερον; Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ μεθαύριον; Ὑπῆρξε κανεὶς Ἕλλην, ἢ ὑπάρχει, ἢ μέλλει νὰ ὑπάρξῃ, ὅστις προέτεινεν ἢ θέλει προτείνει τὴν διὰ διοικητικῆς πράξεως παῦσιν τῶν ἐφημερίδων; Ἔπρεπε πρῶτον νὰ καταργηθῇ ἡ ἀπ’ αἰώνων γνωστὴ φιλελευθερία τοῦ πνεύματος τοῦ ἑλληνικοῦ, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐμωράνθησαν οἱ Ἕλληνες, ὅπως ὑπάρξωσιν οἱ τοιαῦτα ζητοῦντες. Ἀλλ’ οὔτε τὸ φιλελεύθερον πνεῦμα παρ’ ἡμῖν ἠλαττώθη οὔτε ἡ ἐλευθερία· βαίνομεν δὲ μόνον εἰς μεταρρύθμισιν τῆς ἐλευθερίας ἐπὶ τὸ μὴ ἀκόλαστον, ἐκεῖ ὅπου τυχὸν ὑπάρχει τι τὸ ἀκόλαστον· οὔτε ἐμωράνθη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, οὗτινος ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ εἴμεθα ἐνταῦθα ἀντιπρόσωποι. Τὸ σχέδιον τὸ κατατεθὲν χθὲς ἔχει διάταξιν ἀφορῶσαν εἰς τὸν τύπον, διάταξιν, ἥτις μακρὰς ὥρας τῆς ἐπιτροπῆς κατηνάλωσεν ἐν σπουδαιοτάτῃ συζητήσει, μεμετρημένῃ συζητήσει, φιλελευθέρᾳ συζητήσει. Ἐκ τοῦ σχεδίου τούτου προκύπτει, ἐὰν ψηφισθῇ, ὅπως ἐλπίζω, ἡ προστασία τοῦ ἀσύλου τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου ἐναντίον τῆς ἀκολασίας τῆς μέχρι τοῦδε κρατησάσης ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, καὶ δὲν πιστεύω ὅτι ὑπάρχει τις ἐνταῦθα, ὅστις εἰς τοιαύτην πρότασιν θέλει ἀποφασίσει νὰ δώσῃ ψήφων μέλαιναν. Θὰ ἀπεδεικνύετο τόπος ἀκολασίας ἡ Ἑλλάς, ἂν ἐπετρέπετο εἰς οἱονδήποτε, εἴτε διὰ προφορικοῦ εἴτε δι’ ἐγγράφου λόγου, νὰ ἐπεμβαίνῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον εἰς τὸ οἰκογενειακὸν ἄσυλον, ὥστε ἢ νὰ καταστρέφῃ ἢ νὰ ἐκβιάζῃ. Ἤθελέ μοι εἴπει τις—καὶ ἐντεῦθεν φαίνεται ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡρμήθη, ἵνα φαντασθῇ διοικητικὴν παρέμβασιν—ἤθελέ μοι εἴπει τις: ἀλλ’ ἐψηφίσθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διάταξις, καθ’ ἣν παρέχεται ἐν ὥρᾳ δεδομένῃ ἄδεια παύσεως. Ναί, ἐψηφίσαμεν τοιαύτην πρότασιν, ἐψηφίσαμεν μετ’ ἀνταλλαγὴν πολλῶν ἰδεῶν, ἐψηφίσαμεν μετὰ τροποποίησιν τῶν προτέρων ἡμῶν γνωμῶν, διότι ἐπῆλθεν ἡ κοινὴ ἀντίληψις εἰς τοῦτο φέρουσα καὶ ἐπεβλήθη εἰς ὅλους ἡ κοινὴ αὕτη ἀντίληψις, κατέπεισε καὶ ἐμὲ αὐτόν, ὅστις προέβαλον ἐν ἀρχῇ τὴν διαγραφὴν τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως, τῆς διὰ τοὺς «ἐξωτερικοὺς κινδύνους» ἐκ τοῦ ἄρθρου 14ου ἵνα παραπεμφθῇ τὸ ὅλον εἰς τὸ ἄρθρον 91ον, ὅπου γίνεται λόγος περὶ τῆς καταστάσεως πολιορκίας, ἀλλὰ μοὶ ἀντετάχθη ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ ἡ διάταξις ἐκείνη ἐπὶ περιστάσεως ἐμφανιζομένης πρὸ τῆς κηρύξεως πολέμου· καὶ οἱ λόγοι οἱ λεχθέντες ἦσαν σπουδαῖοι· καὶ ἐζήτησα, ἔχων καὶ ἐγώ, ὅπως πάντες ἡμεῖς εἴχομεν, ἰδέας λίαν σταθερὰς περὶ τοῦ ὅτι τὰ παρεμβαλλόμενα εἰς τὴν ἐλευθερίαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον προσκόμματα πρέπει νὰ εἶναι ὅσον οἷόν τε ἐλάχιστα, ἐζήτησα νὰ περιορίσω ἐντὸς κύκλου στενωτέρου τὰ πράγματα, οὕτως ὥστε νὰ ἀποφύγωμεν τὰς συχνοτέρας ἐπεμβάσεις. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο, τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδειχθέν, ἀπεδείχθη ὅτι δὲν ἐπήρκει, ἐπείσθην ὅτι οἱ προτείνοντες τὰ εὐρύτερα εἶχον δίκαιον, πάντες δ’ ἐζητοῦμεν νὰ εὕρωμεν τὰ σημεῖον, ἐφ’ οὗ θέλομεν σταθῆ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τίς τῶν κ. κ. συναδέλφων εὗρεν αὐτό—ὄχι ἐγώ—, καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου πάντες, πλὴν ἑνός, συνεφωνήσαμεν, συνεφώνησα καὶ ἐγώ, ὁ ἐξ ἀρχῆς τὰς δυσχερείας προβαλών, καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο εἶναι αὐτὸ τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ ἄρθρῳ τῷ προτεινομένῳ πρὸς ψήφισιν, ἐν ᾧ ῥητῶς ὁρίζεται πᾶν ὅ,τι ἀρκεῖ, ὅπως πεισθῇ πᾶς τις ὅτι οὐδὲ κατὰ φαντασίαν πρόκειται περὶ λογοκρισίας· ἐνῷ ὁρίζεται ὅ,τι μετὰ τόνου αὐστηροῦ ἐν τῷ κειμένῳ τῆς προτάσεως βλέπετε, ὅτι μόνον ἐν ὅλως ἐξαιρετικαῖς περιπτώσεσι—τὸ «ὅλως» προσετέθη ὑπ’ ἐμοῦ, καίτοι τὸ «ἐξαιρετικαῖς» περιεῖχε τὴν ἔννοιαν, ἂν ἐκ δημοσιευμάτων ἢ ἀνακοινώσεων, μόνον ἐκ δημοσιευμάτων ἢ ἀνακοινώσεων, ἐκ τῶν προτέρων ἀπηγορευμένων διὰ κηρύγματος ἐπισήμου τῆς Κυβερνήσεως— εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσι κίνδυνοι εἰς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας...
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος θὰ τὰ κρίνῃ αὐτά;
§32ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ κρίνῃ τὸ Δικαστήριον. Λοιπὸν μόνον τότε ἐπιτρέπεται ἡ παρέμβασις ἡ δικαστική, ἥτις θέλει κανονισθῆ βεβαίως ἐν τῷ περὶ τύπου νόμῳ, ἵνα ἀποφανθῇ ἂν ὑπάρχει ἡ περίπτωσις πρὸς διατήρησιν κατασχέσεως τυχὸν ἐπιβληθείσης, ἵνα ἀποφανθῇ ἂν ὑπάρχει παραβίασις, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Δικαστήριον πεισθῇ, ὅτι ὄντως ὑπάρχει καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι σπουδαῖον, κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Δικαιοσύνης τῆς ἀνεξαρτήτου, νὰ φθάσῃ καὶ μέχρι παύσεως. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ: «δὲν μοὶ ἀρέσκει τοῦτο»· δύναταί τις νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ διαγραφῇ τοῦτο, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ διάταξις εἶναι πρωτοφανής, ὅτι εἶναι διάταξις ἀνελευθέρα. Εἶναι διάταξις ἐνέχουσά τινα κίνδυνον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἀλλ’ εἶναι κατ’ ἀρχὴν ὀρθὴ καὶ δύναται ἐν παντὶ Συντάγματι νὰ περιληφθῇ, καὶ ὑπάρχει ἀνάλογος εἰς ἄλλα Συντάγματα. Ἀλλὰ ταῦτα τὰ οὕτως ἐκπεφρασμένα: «ἐν ὅλως ἐξαιρετικαῖς περιπτώσεσι δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ ἐπὶ ἀπειλῇ κατασχέσεως, ποινικῆς καταδιώξεως καὶ παύσεως τοῦ φύλλου ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων ἢ ἀνακοινώσεων ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς ἐργασίας ἢ εἰς ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, λόγῳ κινδύνου τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας, καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ἤθελεν ὁρίσει. Εἰς τὴν κατάσχεσιν ἐφαρμόζονται αἱ ἀνωτέρω διατάξεις, καὶ ἡ παῦσις ἀπαγγέλλεται ἐπίσης παρὰ τοῦ δικαστικοῦ Συμβουλίου», θέλουσι συζητηθῆ. Ἐὰν ταῦτα παρεισήγαγον ἐνταῦθα, ἔπραξα μόνον, ὅπως δείξω ὅτι δὲν εἶχεν ἀφορμὴν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἡμῶν τουλάχιστον, νὰ φοβηθῇ τὸ φάσμα τῆς παρεμβάσεως τῆς διοικήσεως.
§33Γ. ΠΩΠ. Ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ φόβους καὶ δισταγμούς, καθ’ ὃν τρόπον ἐξεδήλωσεν αὐτούς; καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Χθὲς ὁ εἰσηγητὴς τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος, εἰς ἐρώτησιν ἰδικήν μου, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παύωνται αἱ ἐφημερίδες εἰς ὡρισμένας περιστάσεις, μοὶ ἀπήντησεν: «ἂς κάμῃ αὐτὴν τὴν θυσίαν ὁ τύπος εἰς τὴν πατρίδα του». Ὅτε δὲ βλέπομεν τὸν εἰσηγητὴν σχεδίου μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ Συντάγματος φρονοῦντα ὅτι αἱ πρὸς τὸν τύπον παρεχόμεναι ἐλευθερίαι εἶναι προνομίαι πρὸς τοὺς σήμερον γράφοντας τὰς ἐφημερίδας καὶ δὲν εἶναι δικαιώματα παρεχόμενα, καθ’ ὃν τρόπον παρέχονται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ τὸ βῆμα, ἐφ’ οὗ εὑρίσκεσθε, καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως, νομίζω, κύριε Βουλευτά, ὅτι εἴχομεν δικαίωμα νὰ φοβηθῶμεν πάντες ὅτι ἄλλο ἦτο τὸ πνεῦμα εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν εἰσήγησιν τοῦ ἄρθρου τούτου.
§34ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι διεσκεδάσθησαν οἱ φόβοι οὗτοι· καὶ ἀπορῶ πῶς ἐγεννήθησαν οἱ φόβοι ἐκ λόγων ἀνδρός, οὗτινος τὸ ἤπιον καὶ τὸ φιλόνομον καὶ τὸ φιλελεύθερον καὶ τὸ ἀγαθὸν εἶναι τοσοῦτον κοινῶς ἀνεγνωρισμένα. Ταῦτα, ἐπαναλέγω, δὲν ἤθελον εἴπει, ἂν δὲν ἐφαίνετο ὅτι ἀστόχως ἐρρίφθη ἐνταῦθα τὸ παράδειγμα περὶ παρεμβάσεως διοικητικῆς εἰς τὰ τοῦ τύπου. Ἂν ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι προέκειτο περὶ παρεμβάσεως διοικητικῆς, τοῦτο θὰ ἀπεδείκνυεν ὅτι τὸ ἔργον ἡμῶν ἐγένετο μετὰ πάσης ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν φιλελευθερίαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἂν τοιοῦτον ἦτο τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ ἐψηφίζετο, ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἤθελε χειρισθῆ τὸ ὅπλον, καὶ εἶναι ὁ ὅρος οὐχὶ συνήθης. Ἀλλὰ τοιαύτη ἰδέα διὰ τῆς κεφαλῆς οὐδενὸς τῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ διῆλθε, καὶ πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιοι ἐκ τῶν προτέρων ὅτι μόνον διότι ἐπείσθημεν ἐκ παλαιοτέρων περιπτώσεων καὶ διότι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ σχεδίῳ, ὅπερ ὑπέβαλεν, ἐδείχθη ὅτι ἔχει ὁμοίους φόβους, μόνον διὰ τοῦτο περιελάβομεν εἰς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ὅπερ ἴσως ἄνευ τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλομεν ἐνθυμηθῆ νὰ θίξωμεν.
§35ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον ἐλπίσει ὅτι δίδων τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα ἐν ἀρχῇ, θὰ καθίστων περιττὸν τὸν λόγον ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου καὶ σεβαστοῦ Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, λόγον φέροντα εἰς συζήτησιν τὰς χθεσινὰς δηλώσεις μου. Ἀτυχῶς δὲν κατώρθωσα τοῦτο, ἀλλ’ ἔγινα καὶ αἰτία, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς μεμφθῇ καὶ τὴν Κυβέρνησιν—ὀλίγον ἀργὰ ἤδη πλέον, διότι τὸ ζήτημα ἦλθε καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συνεζητήθη διὰ μακρῶν καὶ ἐπῆλθον τότε αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως τυχοῦσαι καὶ τῆς ἐπιδοκιμασίας τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ—ὅπως μεμφθῇ, λέγω, τὴν Κυβέρνησιν ὀλίγον ἀργὰ πλέον, διότι οἱ ἀποτελοῦντες αὐτὴν Βουλευταὶ ἐθεώρησαν ὅτι εἶχον ἐπιβεβλημένον καθῆκον, ὅπως διευκολύνωσι τὸ ἔργον τῆς Συνελεύσεως, ὅπως ἐπιτύχῃ τὸ ἔργον τῆς διπλῆς Βουλῆς, νὰ παρουσιάσωσιν εἰς αὐτὴν καὶ προσχέδιον περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἐξηνέχθη δὲ ἡ θεωρία, κατὰ τὴν ὁποίαν μόνον τὸ θέσπισμα, ὡς ὠνομάσθη, τῆς Βουλῆς τοῦ Μαρτίου τοῦ 1910 ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀφετηρίαν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων αὐτῆς ὡς Ἀναθεωρητικῆς. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονηθῇ ὅτι παρὰ τὸ θέσπισμα ἐκεῖνο τῆς Βουλῆς τοῦ Μαρτίου 1910 ὑπάρχει ὁ βασιλικὸς λόγος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθη ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς δευτέρας διπλῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ ὁποίου βασιλικοῦ λόγου ἐτίθετο πλέον κατὰ μέρος τὸ θέσπισμα ἐκεῖνο τῆς Βουλῆς τοῦ 1910, καὶ ὡρίζετο ὅτι ἡ ἀναθεώρησις δύναται νὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάσας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος πλὴν τῶν θεμελιωδῶν, ὑπῆρχε δὲ καὶ τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκηρύχθη ἡ ἔναρξις τῆς παρούσης διπλῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπανελαμβάνοντο τὰ αὐτά. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, εἶχον ὄχι μόνον δικαίωμα καθὸ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπέστησαν ἐλάττωσιν τῆς πολιτικῆς των καταστάσεως, διότι ἀποτελοῦσι τὴν ὑπεύθυνον ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἶχον ὄχι μόνον δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ στοιχειώδη ὑποχρέωσιν, ὅπως διατυπώσωσιν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ποῖαι κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας καὶ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἀποφαίνεται ὅτι δύναται νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἀναθεώρησις καὶ πέρα τοῦ θεσπίσματος τῆς Βουλῆς τοῦ Μαρτίου τοῦ 1910. Οὕτως ἐνεργήσαντες οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔκαμον κυρίως χρῆσιν δικαιώματος, ἀλλ’ ἐξεπλήρωσαν στοιχειῶδες καθῆκον πρὸς τὴν Βουλήν. Οὐδὲ εἶναι δυνατὸν τὸ Σῶμα τοῦτο νὰ δεχθῇ ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἔχωσιν ἔλασσον δικαίωμα ἀπὸ πάντας τοὺς ἄλλους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὅπως συνεδρεύσωσιν ἐν τῷ Σώματι τούτῳ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἠμφισβήτησε καὶ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις ἡ Κυβέρνησις, ὅπως εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ προσῆγεν ἐνώπιον τοῦ Σώματος, προσέθετε καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τῆς παραμονῆς αὐτῆς ἐν τῇ ἀρχῇ, ὅπως προλάβῃ ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας θὰ ἐθεώρει ὅτι ὑπερέβαινον ἐν τούτῳ τὴν ἐξουσίαν τῆς διπλῆς παρούσης Βουλῆς, διότι τυχὸν ἅπτονται διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὰς θεμελιώδεις. Ἔφερε μάλιστα μακρὸν τὸν λόγον ἐπὶ παρέργου τινὸς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην νὰ κάμω σχετικῶς μὲ τὸ ἄρθρον 14 τοῦ Συντάγματος περὶ ἐλευθερίας τοῦ τύπου. Ἄν τὸ παράδειγμα δὲν ἐξελέχθη καλῶς ὑπ’ ἐμοῦ, θὰ παρεκάλουν νὰ ἐφηρμόζοντο αἱ δηλώσεις μου εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν ἀνταποκρινομένην πρὸς τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἔκαμον ἐγὼ τὰς δηλώσεις μου. Οὐδὲ εἶναι ἡ ὥρα, ὅπως ἐπεκταθῶμεν εἰς συζήτησιν τῆς προτεινομένης ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς παρεμβολῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 τοῦ Συντάγματος, διότι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς συζητήσεως ταύτης, ἐλπίζω ὅτι οἱ Βουλευταὶ θὰ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι δίδοντες τυχὸν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν οἰκείαν αὐτῆς κρίσιν νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ ὡρισμένου ἐξωτερικοῦ ζητήματος, καὶ ἂν ἀνεθέτομεν εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῆς παύσεως, καθιστῶμεν κατ’ οὐσίαν τὴν Κυβέρνησιν κριτὴν καὶ ἐξουσιαστὴν τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐφημερίδων, διότι τὸ δικαστικὸν συμβούλιον δὲν θὰ ἤρχετο παρὰ νὰ βεβαιώσῃ ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι μία ἐφημερὶς ἔγραψε παρὰ τὴν ἀπαγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ἡ Κυβέρνησις. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶπεν ἀκόμη ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ παραγνωρίσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι δυσφόρως τὸ συνέδριον τοῦτο ἔχει πρὸς πᾶσαν ἐκ μέρους τῆς ἐμφάνισιν τῆς κυβερνητικῆς παραστάσεως ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν ἐργασιῶν της ὡς διπλῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις οὐδαμῶς παραγνωρίζει τοῦτο· γνωρίζει ὅτι πᾶς τις, ὁ ὁποῖος θέλει κατά τινα οἱονδήποτε τρόπον νὰ ἀσκήσῃ πίεσίν τινα ἐπὶ τῆς γνώμης Σώματος, τὸ ὁποῖον ὀλίγον ἀπέχει τοῦ κυριάρχου, δὲν εἶναι παντάπασιν ἀρεστός. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν ὅτι καθῆκον αὑτῆς ἀντιπροσωπευούσης τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐν τόσῳ κρισίμοις καιροῖς εἶναι νὰ πράττῃ τὰ ἀρεστὰ εἴτε πρὸς τὸν δῆμον εἴτε καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν ὀφείλει νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της, ὅσον καὶ ἂν γνωρίζῃ ὅτι ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις ἡ ἐμφάνισις τῆς παρατάσεως τῆς παραμονῆς της ἐν τῇ ἀρχῇ ὡς συνδεομένης πρὸς ὡρισμένας ἀποφάσεις τοῦ Σώματος δύναται δυσφόρως νὰ ἀκούηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ παύσῃ, εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπεβάλλετο αὐτῇ νὰ προβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀντίληψιν ταύτην, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἐδίσταζε νὰ πράξῃ τὸ στοιχειῶδες καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει πρὸς τὴν Βουλὴν, ἡ δὲ Βουλὴ εἶναι ἐντελῶς ἐλευθέρα νὰ ἀπαλλαχθῇ τοιαύτης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐφαίνετο καταχρωμένη τῆς ἐξουσίας της. Ἐλπίζω ὅτι ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία θὰ συνδεθῇ πρὸς τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, οὐδέποτε θὰ φέρῃ εἰς τοιαύτην ἀντίθεσιν τὴν Βουλὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω ὅτι οἱ παρακολουθοῦντες τὰ ἐν τῷ τύπῳ γραφόμενα θὰ ἔβλεπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρώτη ἀπὸ πολλοῦ ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀποτελέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἡ διατύπωσις τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, τοῦθ’ ὅπερ ὅμως δὲν κωλύει τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας ἔδωκα πρὸ μικροῦ, ὅπως καὶ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα ἐπικαλῆται, ὁσάκις καιριώτατα συμφέροντα τῆς χώρας θ’ ἀπῄτουν τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου νὰ ἐγίνετο χρῆσις. (Χειροκροτήματα).
§36Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σαφῶς, νομίζω, ἔχει ἀντιληφθῆ ἡ Βουλή, διατί ἐξελέγη τὸ παράδειγμα ἐκ τοῦ προσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ὑποστηριχθῶσιν αἱ γνῶμαι, αἵτινες ὑπεστηρίχθησαν. Δὲν νομίζω καὶ ἐγὼ βέβαια, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, ὅπως παύσῃ ἡ ἐκδήλωσις τῆς ἰδέας, ὅπως καταργηθῇ αὐτόχρημα περιουσία, ὅπως γίνῃ τουτέστι χειρότερόν τι τῆς δημεύσεως· διότι ἑκάστη ἐφημερὶς δὲν ἐκδηλοῖ μόνον ἰδέας, ἀλλ’ ἀποτελεῖ καὶ περιουσίαν, καὶ διὰ τοῦτο, λέγω, κακῶς ἐξελέγη τὸ παράδειγμα, ἵνα καὶ αὖθις ἐκδηλωθῶσι γνῶμαι ἀντίθετοι παντελῶς πρὸς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διέπει καὶ θὰ διέπῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ Βουλή, ὅτι πρὸ ἡμερῶν ἀπηύθυνα πρόκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, πρόκλησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπευθύνει πρὸς αὐτὸν καὶ κατὰ τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον. Ὅτε τὸ πρῶτον τότε παρουσιάζετο ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς δηλώσεις, αἵτινες ἐνόμισα ὅτι δὲν συνεβιβάζοντο πρὸς τὰς γνώμας αὐτοῦ, τῶν ὁποίων ἐνόμιζον ὅτι εἶχον γνῶσιν. Ἔσχον, λέγω, τὴν τιμὴν τότε νὰ προκαλέσω αὐτόν, καὶ μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, δι’ ὧν ἀπήντησεν εἰς τὴν πρόκλησίν μου ἐκείνην ὁ καὶ σήμερον ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπε καὶ ταῦτα, κατὰ τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικά: «Ἡ νομίζει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτή, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν, θὰ ἦτο τοσοῦτον ἐπιλήσμων τῶν καθηκόντων της, θὰ ἦτο τοσοῦτον ἀναξία τῆς ἐμπιστοσύνης, τῆς ὁποίας νομίζει ὅτι ἀπολαύει καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ταύτης, ὥστε τυχούσης ἀνάγκης νὰ ἐδίσταζε νὰ ῥίψῃ εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς συζητήσεως τὴν ὕπαρξιν αὑτῆς, θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἵνα ἐπιτύχῃ ὅ,τι πρέπει αὕτη νὰ ὑποστηρίξῃ, ἂν ὄχι ἐπὶ διατάξεων συνταγματικῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν συνήθων νομοθετικῶν ἐργασιῶν αὐτῆς». Θέλω νομίσει ὡς ὑποχρέωσίν μου, κύριοι συνάδελφοι, ὅπως ἐπαναλάβω δι’ ὀλίγων τὰ ἐπιχειρήματα τῆς γνώμης μου, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα τότε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα παρεμβάσεως κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἀλλὰ πρὸ τούτου θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθην καὶ τότε, τὴν ὑποστήριξιν μιᾶς μεγάλης πολιτικῆς φυσιογνωμίας τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, τὴν ὑποστήριξιν ἑνὸς ἐκ τῶν θεμελιωτῶν τοῦ ἡμετέρου φιλελευθέρου πολιτεύματος. Ἡ μεγάλη αὕτη σκιὰ ἐφορᾷ ἐφ’ ἡμῶν κατὰ τὴν ἱστορικὴν ταύτην συζήτησιν, καθ’ ἣν πρόκειται νὰ κριθῇ ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ κρατῇ ἐν Ἑλλάδι πολίτευμα φιλελεύθερον. Ἡ μεγάλη ἐκείνη φυσιογνωμία ἦτο ὁ Ἐπ. Δεληγεώργης, Πρωθυπουργός, ὅτε κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς αʹ Περιόδου τῆς Βουλῆς, μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, προέκειτο νὰ καταργηθῇ ἢ μὴ καταργηθῇ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἐξαιτοῦμαι εὐλαβῶς συγγνώμην, κύριοι Βουλευταί, διότι θὰ χρησιμεύσω ὡς χρονογράφος τοῦ Ἐπ. Δεληγεώργη, τοῦ ὁποίου θέλω ἀναγνώσει μέρη τῶν ἀγορεύσεων. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ὁ μέγας ἐκεῖνος πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, ὁ ἔξοχος ῥήτωρ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου. «Ἡ αἰτία, δι’ ἣν ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι ἄλλη, νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, ὅπως συζητήσῃ μὲν σήμερον τὸ προκείμενον ἀντικείμενον ὅσον θέλει, ἀλλὰ νὰ μὴ φθάσῃ εἰς μίαν ὁριστικὴν ἀπόφασιν περὶ αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἡ Βουλὴ ἐκπληροῖ ἔργον συντακτικόν, καί, ἐπειδὴ ἔχει τὴν γνώμην ταύτην, νομίζει ὅτι δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τὸ δικαίωμα, νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Κυβερνήσεως. Μολοντοῦτο, Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐφέρθη ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς συζήτησιν σήμερον, καὶ καθῆκον αὑτῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἀπαιτεῖ νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτὸν ὅτι τὸ ζήτημα τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως ἑνὸς θεσμοῦ τοῦ Συντάγματος ἐφέρθη εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πρόκειται νὰ λυθῇ ἀμέσως». Καὶ ἔλεγεν ἐπίσης ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης: «Ἤθελον ζητήσει σήμερον, Κύριοι, νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω χθὲς περὶ διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλά, ἐπειδὴ ἤρχισεν ἤδη ἡ σπουδαία συζήτησις περὶ ἀναθεωρήσεως ἑνὸς θεσμοῦ τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦτον τὸν λόγον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μείνῃ ἡ πρότασις αὕτη δι’ αὔριον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν συζήτησιν περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας θεσμοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἐπαναλαμβάνει καὶ σήμερον τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ἐκφέρῃ χθές. Τὰ ἄρθρα τῆς ἀναθεωρήσεως, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, παρουσιάζουσι διάφορα ἀμφίβολα ζητήματα, ἀλλὰ τόσον εἰς τὴν λύσιν αὐτῶν, καθὼς καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, ἡ Κυβέρνησις θέλει ἀπέχει πάσης ἀναμίξεως εἰς τὰς συζητήσεις καὶ θέλει ἐκπληρώσει μεθ’ ὅλης τῆς εὐσυνειδησίας καὶ τὸ κοινὸν συμφέρον ὑπ’ ὄψει ἔχουσα τὸ ἔργον τοῦ συμβούλου παρὰ τῷ Βασιλεῖ, ὅστις διατηρεῖ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀκέραιον τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἐξήσκησε καὶ ἐπὶ τῆς συντάξεως αὐτοῦ». Καὶ ἔλεγεν ἀκόμη ὁ Ἐπ. Δεληγεώργης, προκαλούμενος ἐπανειλημμένως, πιεζόμενος σφοδρότατα, ὅπως ἐκφράσῃ γνώμην περὶ τῆς συζητήσεως ἐκείνης, ὑπὸ τῶν λεγόντων πρὸς αὐτόν: —«Τί θέλεις πράξει, ἐὰν διαφωνήσῃ ὁ Βασιλεὺς πρὸς τὴν γνώμην σου; Τί θέλεις πράξει, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἀντιπρόσωπον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀντιπρόσωπον τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως ἐκείνης;»: «Δὲν ἦτο κἂν ἀναγκαῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ μὲ ἐρωτήσῃ, διὰ νὰ μάθῃ τί θὰ πράξω, ὅταν παρὰ τῷ Βασιλεῖ εὑρεθῶ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ φαίνεται ὅτι τὸ ἀγνοεῖ, ἐπειδὴ ἔχω εὐλογοφανῆ πρόφασιν ὅτι σήμερον κατέχω ἐπίσημον θέσιν, ἐπειδὴ σήμερον δυνατὸν νὰ συλλογίζωμαι ἄλλως, ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω: «Θέλω ὑποστηρίξει εἰλικρινῶς καὶ μετὰ παρρησίας τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχω παρὰ τῷ Βασιλεῖ, καί, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δὲν δεχθῇ τὴν γνώμην μου, θέλω παραιτηθῆ». Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον καὶ ἄλλας περικοπὰς τῶν θαυμασίων ἐκείνων ἀγορεύσεων τοῦ ἀειμνήστου φιλελευθέρου πολιτικοῦ ἀνδρὸς νὰ ἀναγνώσω, διότι, Κύριοι, κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἡ ἀναθεώρησις ἀποφασίζεται διὰ πράξεως τῆς Βουλῆς. Ἐν ἀρχῇ τὸ σχέδιον εἶχε «διὰ νόμου», ἀλλ’ ἐξηγέρθη ἡ Συνέλευσις ἐκείνη καὶ ἔθεσε «πρᾶξιν», διότι δὲν ἀπαιτεῖται ἡ κύρωσις τοῦ Βασιλέως, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Συντάγματος «ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους», διότι, ὅταν ἀποφασισθῇ ἡ ἀναθεώρησις, ἡ πρόσκλησις τῆς διπλῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρέωσις αὐτοῦ. Ὅτε συνεκροτήθη, Κύριοι, τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ὁ Βασιλεὺς ἔδωκε τὸν ἑξῆς ὅρκον: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ προστατεύω τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν τῶν Ἑλλήνων, νὰ φυλάττω τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ νὰ διατηρῶ καὶ ὑπερασπίζω τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους». Ὅτε ὡρκίζετο ὁ Βασιλεὺς τὸν ὅρκον τοῦτον, ὡρκίζετο καὶ εἰς τὴν τήρησιν τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος. Καλουμένης τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 107, εἰς τὴν τήρησιν τοῦ ὁποίου ὡρκίσθη ὁ Βασιλεὺς, καὶ ἀναθεωρούσης τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἤθελον ἀποφασίσει νὰ ἀναθεωρηθῶσι δύο Βουλαί, ὁ Βασιλεὺς ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῇ τὰς διατάξεις ὡς θὰ εἶχον μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν, ἐκ τοῦ ὅρκου του, διότι εἶχεν ὁρκισθῆ, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν τήρησιν τοῦ ἄρθρου 107, καὶ ἑπομένως ἦτο ὑπόχρεος νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, νὰ καλέσῃ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, νὰ δεχθῇ τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις ὡς καθωρίσθησαν, νὰ τηρήσῃ αὐτὰς ὡς θὰ εἶχον μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν.
§37Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ ὁρίζονται ἐκ τῶν προτέρων.
§38Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἡ πρὶν καὶ ἡ νῦν δὲν ἐκλήθησαν κατὰ τὸ ἄρθρον 107, εἰς τοῦτο ὑπέχει εὐθύνην τινὰ ἡ Βουλὴ ἡμῶν; Βεβαιότατα ὄχι. Ὁ Βασιλεὺς ὀχυρούμενος ὄπισθεν τοῦ πολιτεύματος, ὄπισθεν τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ: Μὴ τηρουμένου τοῦ ἄρθρου 107, δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ καλέσω διπλῆν Βουλήν, δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσω τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ἤθελε καθορίσει τοιαύτη διπλῆ Βουλή. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ὁ Βασιλεὺς ἐδέχθη τὴν σύγκλησιν διπλῆς Βουλῆς, ἀφοῦ προσῆλθεν ἐνώπιον τῆς διαλυθείσης διπλῆς Βουλῆς καὶ ἐκήρυξε διὰ τοῦ βασιλικοῦ Αὑτοῦ λόγου, ὅτι ἀποδέχεται νὰ ὑπερβῇ ἡ διπλῆ Βουλὴ τὰ ὅρια τὰ τεθέντα ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ διέλυσε τὴν Βουλὴν τὴν διπλῆν, τὴν πρώτην, καὶ ἐκάλεσε δευτέραν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους, ὅπως ἐξέλθῃ ἡ διπλῆ Βουλὴ τῶν ὁρίων ἐκείνων, δὲν ἔχει πλέον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ: Ὀχυροῦμαι ὄπισθεν τοῦ ὅρκου μου. Ἀλλ’ ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσῃ τὰς διατάξεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας θέλομεν καθορίσει ἡμεῖς, ὡς θὰ καθορίσωμεν αὐτάς, διότι ἐδέχθη ὁ Βασιλεύς —καὶ μάρτυρας ἔχω τὰ Β. Διατάγματα—, ἐδέχθη ὁ Βασιλεύς, ὅτι ἡ διπλῆ Βουλὴ καὶ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν φορὰν καλεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 107, εἰπών: σᾶς καλῶ, ὡς διπλῆν Βουλὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, ὅπως ἀναθεωρήσητε τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀφοῦ καλούμεθα κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἀφοῦ ὡρκίσθη ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐκ τοῦ ὅρκου του ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ Βασιλεὺς νὰ τηρήσῃ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὡς θὰ ἀναθεωρήσωμεν αὐτὰς ἡμεῖς. Ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ αὐτάς, ὁσαδήποτε καὶ καὶ ἂν ὑπερβῶμεν ὅρια. Συμφώνως μὲ τὸν ὅρκον του ὑποχρεοῦται νὰ τηρήσῃ τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθημεν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐργαζόμεθα καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ καθορίσωμεν τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ διατυπώσωμεν τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις. Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία—ἀπεύχομαι ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία—, ἀλλά, ἐὰν ὑπάρξῃ διαφωνία, διαφωνία θὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Βασιλέως. Οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὑπεύθυνοι ἐκτελεσταὶ τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν διαχειρίζονται, οἱ Ὑπουργοὶ εἰς τοιαύτην πάλην, εἰς τοιαύτην σύγκρουσιν μεταξὺ ἑνὸς ἔθνους καὶ ἑνὸς Βασιλέως δὲν ὑπολογίζονται κἄν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, πῶς πρέπει νὰ λεχθῇ, πῶς πρέπει νὰ ὀνομασθῇ, πῶς πρέπει νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ ὕψωσις τοῦ παραστήματος ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ Ὑπουργῶν ἐν τῇ συγκρούσει ἑνὸς Ἔθνους καὶ ἑνὸς Βασιλέως. Ἐὰν ἐπέλθῃ ἡ σύγκρουσις, ὅπερ ἐπαναλαμβάνω, ἀπεύχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς, ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία δὲν θὰ ἔχῃ τὴν εὐθύνην· τὴν εὐθύνην θὰ ἔχῃ ὁ Βασιλεὺς ἀναμφιβόλως.
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τίνα σχέσιν ἔχουσιν αὐτὰ μὲ τὴν σημερινὴν συζήτησιν;
§40ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχουσι μεγάλην σχέσιν, διότι, ὅταν ὁ Βασιλεὺς λέγῃ δι’ ἀλλεπαλλήλων Διαταγμάτων, καλεῖσθε κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τοῦτο σημαίνει, ὅτι ἐκλήθημεν κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος· ἔχομεν ἄρα καὶ τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσωμεν τὰς ἀναθεωρητέας διατάξεις, νὰ διατυπώσωμεν αὐτὰς κατὰ βούλησιν. Καί, ἐνῷ ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητα, ἤδη δὲν διατυποῦνται αὗται κατὰ τὰς γνώμας ἡμῶν, ἀλλὰ κατὰ τὰς ἐπιθυμίας καὶ κατὰ τὰς ὀρέξεις τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς σας ἔχει παρεκκλίνει ἐντελῶς.
§42ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει παρεκκλίνει οὐδὲ κατὰ κεραίαν, καὶ μάλιστα ἀπορῶ, πῶς ὑμεῖς καὶ πῶς ἡ Κυβέρνησις ἀκόμη δὲν ἐπείσθη, ὅτι τέλος πάντων ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως δυνάμενοι νὰ χειρίζωνται τὸν λόγον προσηκόντως ἐντὸς τῆς εὐλαβείας πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ ἐντὸς τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔχει χαράξει ἡ συζήτησις.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς σᾶς κατηγορεῖ, ὅτι χειρίζεσθε τὸν λόγον μὲ ἔλλειψιν εὐλαβείας πρὸς τὸ πολίτευμα. Ἡ παρατήρησίς μου εἶναι αὕτη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ᾐτήσατο μίαν δήλωσιν προσυζητητικήν, ἐπιφυλάσσεται δὲ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της πρὸς τὴν Βουλήν· οὐδόλως δὲ πρόκειται περὶ διαφωνίας τοῦ Στέμματος πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοιαύτης συγκρούσεως, ταῦτα νομίζω ὅτι θὰ εἶχον τὴν θέσιν των μετὰ τὴν κύρωσιν τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἤδη εἶναι πρόωρα. Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς σήμερον εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ συζήτησις περὶ ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, πέρα δὲ τοῦ θέματος τούτου γέννησις ἄλλου θέματος νέου, ὡς περὶ συγκρούσεως ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ Βασιλέως, δὲν ἔχει τὸν λόγον του.
§44ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε μίαν δήλωσιν προσυζητητικὴν καὶ ἐκ τῆς προσυζητητικῆς δηλώσεως ἐγεννήθη θέμα συζητητικόν. Τὸ θέμα τὸ συζητητικὸν εἶναι τοῦτο: Δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις, εἴτε προσυζητητικῶς, εἴτε συζητητικῶς, εἴτε συμβουλευτικῶς, εἴτε συστατικῶς, εἴτε ἀπολογητικῶς νὰ παρεμβῇ ἐκ τῶν προτέρων, ἐν τῷ μεταξύ, ἐκ τῶν ὑστέρων εἰς τὴν συζήτησιν τὴν συνταγματικὴν καὶ εἰς τὰς ἀποφάσεις τὰς συνταγματικάς, εἰς τὰς ὁποίας θέλει καταλήξει ἡ ἀντιπροσωπεία ἡ ἐθνική;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Στέμμα οὐδεμίαν θέσιν ἔχει ἐνταῦθα.
§46ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκφέρῃ γνώμην.
§47ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα καὶ τοιαύτην γνώμην. Ἀλλὰ λέγει πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργός: μήπως ἡμεῖς οἱ Ὑπουργοὶ ὑπέστημεν ἐλάττωσιν πολιτικῆς καταστάσεως; Ὄχι, δὲν ὑπέστητε, κύριοι Ὑπουργοί, ἐλάττωσιν πολιτικῆς καταστάσεως, ἀλλ’ ὑπέστητε μεταβολὴν πολιτικῆς καταστάσεως. Ἐνῷ πρὶν ἦσθε Βουλευταί, σήμερον εἶσθε Ὑπουργοί· ἐνῷ πρὶν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἦτο τὸ ἓν τριακοσιοστὸν ἑξηκοστὸν δεύτερον τοῦ ἑτέρου μέλους τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, τοῦ ὁλοκλήρου τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐξουσίας, σήμερον εἶσθε ἕκαστος ἐξ ὑμῶν τὸ ἓν ὄγδοον τῆς ὑπευθύνου ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν ὑπέστητε λοιπὸν ἐλάττωσιν πολιτικῆς καταστάσεως, ἀλλὰ ὑπέστητε μεταβολὴν πολιτικῆς καταστάσεως. Πᾶσαι αἱ γνῶμαι ὑμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι γνῶμαι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ὑπ’ ἄλλον τύπον νὰ ἔχητε γνώμας. Κατ’ ἐξαίρεσιν, εἶπον καὶ πρὸ ἡμερῶν, τὸ Σύνταγμα παρέχει εἰς ὑμᾶς ἁπλῶς δικαίωμα ψήφου μετὰ τὰς συζητήσεις, κατ’ ἐξαίρεσιν, καὶ ἡ ἐξαίρεσις, ὡς εἶναι γνωστόν, κυροῖ τὸν κανόνα. Ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον τὸ Σύνταγμα νὰ καθορίσῃ τοῦτο, ὅτι ἔχουσι δικαίωμα ψήφου οἱ Ὑπουργοί, διότι, ἐὰν δὲν ἐτίθετο ἡ διάταξις αὕτη, ἀξιολογώτατα θὰ ὑπεστήριζον, ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα ψήφου οἱ Ὑπουργοί.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δικαίωμα γνώμης.
§49ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δικαίωμα γνώμης, ὡς Ὑπουργοὶ ὅμως, διότι κατὰ πᾶσαν στιγμήν, κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν, κατὰ πᾶσαν ἐνέργειαν εἶναι δυνατὸν νὰ διαφωνήσωσι πρὸς τὸν Βασιλέα, καὶ διαφωνοῦντες πρὸς τὸν Βασιλέα κατὰ πᾶσαν συζήτησιν καὶ κατὰ πᾶσαν ἐνέργειαν θὰ παύσωσι νὰ εἶναι Ὑπουργοί. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν νὰ ἔχωσι προσωπικὴν γνώμην. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἡ γνώμη μου, γνώμη ἀκραιφνοῦς κοινοβουλευτισμοῦ, γνώμη βασιζομένη ἐπὶ τῶν ῥητῶν καὶ σαφῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, βασιζομένη ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς μέχρι τοῦδε, βασιζομένη ἐπὶ τῆς γνώμης τῶν θεμελιωτῶν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Τὸ γνωρίζω, ὅτι συμβαίνει σήμερον νὰ μὴ εἶναι γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ γνωρίζω ἐπίσης, ὅτι τὰς γνώμας τὰς σημερινὰς εἶχε καὶ ἄλλοτε ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ πικρὰ ἔλαβε διδάγματα, πολὺ πικρὰ διδάγματα, καὶ θὰ ἤμην ἴσως διατεθειμένος νὰ ταχθῶ μετὰ τῶν φρονούντων ὅτι, λαβὼν τὰ πικρὰ διδάγματα ἐκεῖνα, ἀνεδείχθη νικητής, πρεπόντως νικητής. Λέγω ὅμως πρὸς αὐτὸν νὰ προσέξῃ, διότι ἄλλαι εἶναι αἱ συνθῆκαι τοῦ πολιτικοῦ βίου ἐνταῦθα καὶ ἄλλαι ἐκεῖ, ὅπου ἔλαβε τὰ πικρὰ διδάγματα. Ἦτο ἄλλοτε ἀντικοινοβουλευτικός, ἐξηναγκάσθη νὰ γίνῃ ἔπειτα ἄκρως κοινοβουλευτικός, ἤδη ἐπανέρχεται εἰς τὴν πρώτην γνώμην του. Ἀλλ’ εἰς τὸ ἐλεύθερον Βασίλειον, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ὡς ὁ πυρὴν τῆς ὅλης Ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καθ’ ἡμέραν ἐπανάστασιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν Θέρισα. Ἐπείγομαι, Κύριοι, νὰ τελειώσω, διότι πιθανὸν νὰ ἀρχίσωσι νὰ λέγωσιν, ὅτι ἀπεραντολογοῦμεν, διότι ἴσως ἀρχίσωσι νὰ μᾶς ὑβρίζωσιν ὡς ἀγέλην, καὶ νὰ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς: «ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη δὲν διάκειται φιλικῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν». Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑβρίζετο ἡ Βουλὴ ὡς ἀγέλη, κατὰ τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς ἡμέραν ὁ ἀδελφὸς τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐφημερίδος ἐκείνης, κατελάμβανεν ἐπίζηλον δημοσίαν θέσιν. (Εὖγε). Γινώσκει καὶ συναισθάνεται τὸ καθῆκόν της ἡ Κυβέρνησις, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ δεχθῶ, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ πιστεύσω. Ἀλλὰ, ἐὰν γινώσκῃ τὸ καθῆκόν της, διατί δὲν τὸ πράττει ἐν καιρῷ, ἀλλὰ προαναγγέλλει τοῦτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, πρὶν ἢ ἀρξώμεθα τῆς συζητήσεως, πρὶν κἂν γνωρίσωμεν, πῶς θέλει προχωρήσει ἡ συζήτησις, εἰς ποῖα πορίσματα θέλει καταλήξει ἡ συζήτησις καὶ εἰς ποίας ἀποφάσεις; Εἶναί τις ἐξ ἡμῶν, ὅστις νὰ ἀγνοῇ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας; Καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἑπομένως διαφωνία μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Βουλῆς, καὶ ἐπιμένῃ εἰς τὴν γνώμην της ἡ Κυβέρνησις, παρὰ τὸ πολίτευμα, τί θέλει συμβῆ; Ἡ Κυβέρνησις θὰ πέσῃ ἢ θὰ διαλυθῇ τὸ Σῶμα ἡμῶν παρὰ τὸ πολίτευμα, ἐναντίον τῶν διατάξεων καὶ τοῦ σαφοῦς πνεύματος αὐτοῦ, ἢ θέλει διαλυθῇ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἀντιπροσωπεία, ἥτις μικρὸν ἀπέχει τῆς κυριαρχίας, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ἡ τοιαύτη δήλωσις πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι, σᾶς ἐρωτῶ, σύστασις, ἢ εἶναι ἀνευλαβὴς ἀπειλή; Ἐὰν πρόκειται τὸ πολίτευμα νὰ καταρτισθῇ κατὰ τὴν συμφωνίαν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν καὶ τοῦ Βασιλέως, τί θέλομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα; Τί ζητοῦμεν; Ζητοῦμεν μόνον νὰ εὑρίσκωμεν εὐκαιρίας, διὰ νὰ συμφωνήσωμεν πρὸς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ὅταν ἀντιλαμβανώμεθα, ὅτι πρόκειται νὰ διαφωνήσωμεν, πρέπει νὰ τρέμωμεν, μήπως φέρωμεν εἰς τὸν τόπον μας καταστροφὴν δεινοτέραν, καὶ νὰ λέγωμεν, ὅτι ὑποχωροῦμεν εἰς τὰς περιστάσεις; Εἴμεθα ἐνταῦθα κατόπιν ἐπαναστάσεως. Γνωρίζετε, Κύριοι, ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἀφῄρεσε λαϊκὰ δικαιώματα; Καὶ ἀφαιρεῖται ὄντως τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ, ὅταν ὁ λαὸς μόνος, ἀπολύτως μόνος, χωρὶς νὰ παρεμβῇ κανείς, δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀναθεωρήσῃ καὶ νὰ συντάξῃ τὸ πολίτευμά του; Οἰκονομοῦμεν, Κύριοι, τὰς περιστάσεις, ἐκάμαμεν δὲ πολλὰς οἰκονομίας μέχρι σήμερον, ὑπολύψαντες εἰς τὴν ὡρίμανσιν τῆς δημοσίας γνώμης, ὑποκύπτοντες ἴσως ἐντὸς μικροῦ εἰς τὸ νὰ προσβάλωμεν τὴν ἀκεραιότητα τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ὑποκύπτομεν ἀκόμη περισσότερον σήμερον. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Δραγούμης περὶ τῶν ἐπανειλημμένων παρανομιῶν ἀπήγγειλε, νομίζω, μίαν ῥῆσιν τοῦ μεγίστου τῶν φιλοσόφων, τοῦ Ἀριστοτέλους. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω τὴν γνώμην τοῦ ἄλλου μεγάλου φιλοσόφου τῆς ἀρχαιότητος, τοῦ Πλάτωνος: «Ἡ γοῦν παρανομία ῥᾳδίως λανθάνει παραδυομένη, ὡς ἐν παιδιᾶς γε μέρει καὶ ὡς κακὸν οὐδὲν ἐργαζομένη. Οὐδὲ γὰρ ἐργάζεται ἄλλο γε ἢ κατὰ σμικρὸν ἐνοικησαμένη ἠρέμα ὑπορρεῖ πρὸς τὰ ἤθη τε καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα· ἐκ δὲ τούτων εἰς τὰ πρὸς ἀλλήλους ξυμβόλαια μείζων ἐκβαίνει, ἐκ δὲ δὴ τῶν ξυμβολαίων ἔρχεται ἐπὶ τοὺς νόμους καὶ πολιτείας σὺν πολλῇ ἀσελγείᾳ, ἕως ἂν τελευτῶσα πάντα ἰδίᾳ καὶ δημοσίᾳ ἀνατρέψῃ». Δυνάμεθα νὰ ἐξοικονομῶμεν τὰς περιστάσεις καὶ νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὸν τόπον μας. Ἀλλ’ ὁ λαός, ἡ πολιτικὴ κοινωνία, ἡ ὁποία δὲν ἐξελίσσεται πολιτικῶς κατὰ τοὺς μεγάλους κανόνας, τοὺς ὁποίους ἐχάραξεν ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῶν λαῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκύρωσεν ἡ ἐπιστήμη, ὁ λαὸς ἐκεῖνος δὲν ἐξελίσσεται πολιτικῶς, ἀλλ’ ἐξελίσσεται κατὰ τρόπον ἀνώμαλον, κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ, κύριε Πρωθυπουργέ, ἀληθῶς τὴν ἀναρχίαν. Δύναται μία χώρα, ἡ ὁποία δυστυχῶς εὑρίσκεται ὑπὸ ξενικὴν κατοχήν, νὰ ἐγείρῃ καθ’ ἡμέραν ἐπαναστάσεις καὶ νὰ μεταβάλλῃ πολιτεύματα, νὰ ἀνατρέπῃ θεσμούς, νὰ βλέπῃ τοὺς ἡγήτορας αὐτῆς μὲ τὸ ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας ἀνὰ τὰ ὄρη, διότι ἡ χώρα αὕτη εὑρίσκεται ἐν διαρκεῖ ἐπαναστάσει, καὶ κανὼν πάσης ἐπαναστάσεως εἶναι αἱ καθ’ ἡμέραν αὐτῆς ἀνάγκαι. Ἀλλὰ χώρα ὑπάρχουσα ἀνεξάρτητος καὶ πολιτικῶς ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ συμφέρον νὰ ὑποκύπτῃ εἰς τοὺς μεγάλους κανόνας, τοὺς ὁποίους ἐχάραξεν ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῶν εὐνομουμένων Κρατῶν καὶ ἐκύρωσεν ἡ πολιτικὴ ἐπιστήμη. Ὁ ἐξοχώτερος, κατὰ τὴν γνώμην μου, συνταγματολόγος τῆς Γαλλίας λέγει: «ἵνα διατηρήσῃ λαός τις τὴν ἐλευθερίαν του, πρέπει αὐτὸς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποί του νὰ εἶναι στερεῶς προσκεκολλημένοι εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ σέβωνται πάντοτε τὸ πολίτευμά των, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ καὶ δι’ ἑαυτοῦ». Δὲν σέβεσθε τὸ πολίτευμα; Μὴ τὸ σέβεσθε, ἀλλὰ συλλογισθῆτε τὴν καθ’ ἡμέραν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνετε, καὶ μὴ νομίζετε ὅτι θὰ μείνητε ἐνταῦθα κυρίαρχοι διαρκῶς καὶ διὰ παντός. Ἐνικήσατε, ἀλλὰ καὶ θὰ ἡττηθῆτε, καὶ τότε πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δύνασθε νὰ ἔχητε τὸν κίνδυνον τῶν συνεπειῶν τῆς παραβιάσεως τοῦ πολιτεύματος, τὸν κίνδυνον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου. (Χειροκροτήματα).
§50Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, ὅτε προώρως εἴχομεν εἰσέλθει εἰς τὴν συζήτησιν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 14. Ἀλλὰ κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας περὶ τοῦ Τύπου, αἵτινες θὰ καθησυχάσωσι τὴν εὐλόγως ἀνησυχήσασαν κοινὴν συνείδησιν, δηλῶ, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον ἐν καιρῷ, ὅτε ἐλπίζω ὅτι θέλει ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς κατατεθεῖσα διάταξις περὶ Τύπου, ἐνῷ ἀφ’ ἑνός, εἶναι κατὰ γράμμα ἀνελεύθερος, εἶναι ἀφ’ ἑτέρου ἀνεφάρμοστος καὶ κατ’ οὐσίαν.
§51ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πάντες τελοῦμεν ὑπὸ τὴν γοητείαν ὁμολογουμένως τῆς ὡραιοτάτης ἀγορεύσεως τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Λακωνίας.
§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι πάντες.
§53ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἠπατήθητε.
§54Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πεποίθησίν μου ἐκφράζω. Νομίζω ὅμως ὅτι μετὰ τὰς σαφεῖς καὶ κατηγορηματικὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἔθεσε τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου ἔπρεπε νὰ τεθῇ, δὲν δυνάμεθα πλέον νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἐπὶ τῶν δηλώσεων αὐτῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι μὴ τηρηθέντος τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ δύο Βουλαὶ ἀποφασίζουσιν ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, σήμερον ἡ Βουλὴ ἔχει ἀπόλυτον ἐλευθερίαν νὰ κρίνῃ ἐπὶ ὅλων τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λίαν ὀρθῶς προεχώρησεν ἔτι περαιτέρω καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ναὶ μέν, ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ διατυπώσῃ γνώμας περὶ τῶν μεταρρυθμιστέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τῶν μὴ θεμελιωδῶν, κατ’ οἰκείαν βούλησιν, ἀλλ’ ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις συναισθανομένη τὴν ὑποχρέωσιν αὑτῆς ἀπέναντι τοῦ τόπου καὶ τοῦ πολιτεύματος ἔχει καθῆκον νὰ συνδέσῃ τὴν τύχην της μὲ τὴν ψήφισιν τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν βεβαίως εὑρισκόμεθα πρὸ Βουλῆς, ἥτις ἤθελε προέλθει ἐκ τῆς πιστῆς καὶ ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 107, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν γνώμην μου οὐδένα θὰ εἶχε λόγον ἐπὶ τῶν συζητουμένων ἄρθρων, διότι αὐτὰ θὰ εἶχον ὑποδειχθῆ ὑπὸ τῶν δύο προγενεστέρων Βουλῶν.
§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ὁ τρόπος τῆς τροποποιήσεως δὲν θὰ εἶχε κανονισθῆ.
§56Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπὶ τοῦ τρόπου θὰ ὁμιλήσω. Ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι εἰς πάντα τὰ Κράτη τὰ κοινοβουλευτικῶς διεπόμενα, ὅταν ὑφίστανται ἀναθεωρητικαὶ Συνελεύσεις, αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνδέωσι τὴν τύχην αὑτῶν πρὸς τὴν ψήφισιν νομοθετικῶν διατάξεων. Τοιοῦτον δὲ ζήτημα ἐγεννήθη καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὸ 1884, ὁπότε ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Ἰούλιος Φερρύ, ἐγερθέντος παρομοίου ζητήματος, ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐ μόνον δικαιοῦται νὰ συζητῇ ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἀλλὰ καὶ ζητήματα ἐμπιστοσύνης νὰ θέτῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διότι αἱ Κυβερνήσεις ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ὡς συναπτόμεναι ἀμέσως μετὰ τοῦ ἀνωτάτου παράγοντος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι εἰς θέσιν πλειότερον παντὸς ἄλλου νὰ κρίνωσι κατὰ πόσον ἡ ψηφιζομένη διάταξις δύναται νὰ ἀσκήσῃ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν κυβερνῶσι. Διὰ τοὺς λόγους τούτους δέον ἡ Βουλὴ ἀσμένως νὰ δεχθῇ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, προβαίνουσα εἰς τὴν μετὰ ζήλου καὶ πατριωτισμοῦ μελέτην καὶ ἐξέτασιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις προκειμένου περὶ τροπολογιῶν, αἵτινες θέλουσι συντελέσει εἰς τελειότερον καθορισμὸν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ εἰς ὁμαλωτέραν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ παράσχῃ, δὲν θὰ φέρῃ οὐδὲν πρόσκομμα εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Διὰ τοὺς λόγους ὅθεν τούτους φρονῶ ὅτι συζήτητις πλέον παρέλκει.
§57Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἴσα δικαιώματα μὲ τοὺς ἄλλους Βουλευτάς, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Δύναται μάλιστα νὰ εἴπῃ τις σχετικῶς πρὸς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅτι ἔχουσι τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως περισσότερα δικαιώματα τῶν ἄλλων, διότι εἶναι ἐκλεκτότερα μέλη ἐκ τῶν ἐκλεκτοτέρων τοῦ Κοινοβουλίου. Ὑπάρχει ὅμως εἰς τὴν εἰδικὴν ταύτην περίπτωσιν λόγος, ὅπως τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀσκήσῃ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τινος περιορισμοῦ. Ἐὰν πρόκειται περὶ ῥιζικῆς τινος διατάξεως, βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἀπειλήσῃ καὶ παραίτησιν, καὶ Βουλευταὶ δύνανται νὰ παραιτηθῶσιν, ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ συμφέρον τῆς χώρας, ὅπως διὰ τῆς παραιτήσεως αὑτῶν κρούσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως αὐτοῦ μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἐφ’ ὅλων τῶν διατάξεων νὰ ἔχῃ γνώμην, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Εἶναι γνωστὸν ὅμως ὅτι ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως πάντοτε ἐξασκεῖ ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας· εἰδικῶς ἐπὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως καὶ παράλογος ἂν εἶναι μέχρι σημείου τινός, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδράσῃ.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε ἐνδείξεις τοιαύτας;
§59Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὄχι. Εἶπον ὅτι, καὶ ἂν εἶναι παράλογος, θὰ σύρῃ τὴν πλειονοψηφίαν ὄπισθέν της.
§60Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ὄχι.
§61Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐξαιρῶ ὑμᾶς, κ. συνάδελφε.
§62Δ. ΛΑΖΑΡΗΣ. Πῶς ἐκφράζεσθε τοιουτοτρόπως;
§63Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι Κυβέρνησίς τις δύναται νὰ ἔχῃ παράλογον γνώμην. Πολλαὶ Κυβερνήσεις ἔσχον παραλόγους ἰδέας. Βεβαιωθῆτε ὅτι σεῖς δὲν θὰ ἦσθε ἐνταῦθα, ἐὰν πολλαὶ Κυβερνήσεις δὲν εἶχον παραλόγους ἰδέας. Αὐταὶ σᾶς ἔφεραν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην. Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὁπωσδήποτε ἐκδηλουμένη πρέπει νὰ εἶναι γνώμη τοῦ κόμματος, ἐξ οὗ συνίσταται. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθεσεν ὡς ἀρχὴν ἀξιέπαινον, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ ἀναδείξῃ κόμμα ὄχι προσωπικόν, ἀλλὰ ἀρχῶν, καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον θὰ ἐπιζητήσῃ τὴν σύστασιν πολιτικῶν συλλόγων, ὥστε τὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ, τὸ πνεῦμα τοῦ κόμματος ν’ ἀντιπροσωπεύῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὄχι τὰς ἰδίας της ἰδέας. Εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην προκειμένου περὶ τοῦ Συντάγματος συνῆλθεν ἐπιτροπὴ ἐκ 30 μελῶν καὶ 6 ἀναπληρωματικῶν, ἐξ ὧν πάντες φίλα φρονοῦσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Οὗτοι μετ’ ἐπιμελείας ἐξήτασαν τὸ κυβερνητικὸν προσχέδιον, οἱ πλεῖστοι δὲ τούτων ἦσαν διατεθειμένοι νὰ ἀποδεχθῶσι τοῦτο, ἀλλὰ κατόπιν συζητήσεως ἤλλαξαν κατά τι γνώμην. Νομίζω λοιπὸν ὅτι περισσότερον δύναται νὰ ἔχῃ τις πεποίθησιν εἰς τοὺς 36 Βουλευτάς, οἱ περισσότεροι τῶν ὁποίων εἶναι ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἢ εἰς τὴν γνώμην τῶν 6 Βουλευτῶν, οἵτινες ὡς Ὑπουργοὶ ὑπέγραψαν τὸ προσχέδιον. Τὸ παράδειγμα περὶ Τύπου νομίζω ὅτι εἶναι παράδειγμα, τὸ ὁποῖον πολὺ εὐθηνὰ ἡ Κυβέρνησις μετεχειρίσθη, ὅπως δείξῃ τὰς φιλελευθέρους ἀρχάς της κατὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἔδειξε δῆθεν οὐχὶ φιλελευθέρους ἀρχάς. Νομίζω, ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν θὰ λάβῃ τὴν ἀνάγκην νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὴν ἐπιτροπήν, διότι ἐφρόντισεν αὕτη νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου.
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιωθῆτε ὅτι οὐδαμῶς ἐνέκειτο ἐν τῷ πνεύματί μου ἡ πρόθεσις νὰ ἐπικρίνω τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἐκτὸς ὀλίγων ἄρθρων. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῶ εἰς τὴν ἐξήγησιν, διότι ἐνόμισα ὅτι ἡ ἐξήγησις αὕτη θὰ προελάμβανε μακροὺς λόγους· δυστυχῶς ὅμως δὲν τὸ κατώρθωσα. Ἀλλά, ἐπειδὴ εἶχον μάθει ὅτι παρεξηγήθησαν αἱ δηλώσεις μου, μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ εἴπω ὅτι οὐδαμῶς τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἀπορρίπτει ἡ Κυβέρνησις θεωροῦσα τὸ ἴδιόν της σχέδιον ὡς καλλίτερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, οὐδαμῶς προτίθεται αὕτη κατ’ ἀρχὴν νὰ παρεμβάλλῃ τοιαῦτα ζητήματα κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐν τοιαύτῃ ἢ τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ δεσμευθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσκήσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐν ταὐτῷ εἶναι καὶ ὑποχρεώσεις της.
§65Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θέλω ἴσα ἴσα ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὸ ζήτημα τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος νὰ μὴ ὑποστῇ μείωσιν τοῦ κύρους, τὸ ὁποῖον ἐξασκεῖ. Διότι παρετήρησα ὅτι κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ κυβερνητικοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ καταλογισμοῦ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τὸν ψευδομηνυτὴν πολλὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ἔσχον ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη χάρις εἰς τὴν ἐπιμονὴν αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ἡ ἐπιμονὴ αὕτη δὲν ηὔξησε τὸ κῦρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ οὔτε τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἀπὸ τοιαύτης ζημίας θέλω νὰ προφυλαχθῇ ἡ Κυβέρνησις. Νομίζω, ὅτι ὅσον ἡ ἐπέμβασίς της εἰς τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος εἶναι ὀλιγωτέρα, τόσον περισσότερον θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ κύρους της.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μιχαλέας.
§67Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παρέρχομαι, κύριοι Βουλευταί, τὰ αἴτια, ἅτινα ὤθησαν τοὺς δύο πρώτους ἀγορεύσαντας ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ ἀγορεύσωσιν ὡς ἠγόρευσαν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ εἴπω καὶ νὰ παρατηρήσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἀμφότεροι ἐπεκαλέσθησαν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, λησμονοῦσιν ὅμως, ὅτι τὸ παρελθόν, ὅταν προβάλληται, δὲν προβάλλεται πρὸς ἀπομίμησιν οὔτε πρέπει νὰ ἀπομιμῆταί τις τὸ παρελθόν, ἀλλὰ νὰ τὸ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τότε μόνον, ὅταν ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔχῃ νὰ ἀντλήσῃ διδάγματά τινα ἐπωφελῆ. Ἠκούσαμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης περιέργους θεωρίας, καί, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀκατανοήτους. Θέλουσί τινες, ἵνα ἡ Κυβέρνησις μὴ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην, ἵνα ἡ Κυβέρνησις μηδεμίαν ἀσκῇ ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας. Ταῦτα λέγοντες οὐ μόνον προσπαθοῦσι νὰ μειώσωσι τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἐκσφενδονίζουσι καὶ ὕβριν κατὰ τῆς πλειονοψηφίας, διότι ἡμεῖς τέλος πάντων, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦμεν τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, ἀκολουθοῦμεν αὐτὰς ἀπὸ πεποιθήσεως, διότι φρονοῦμεν ὅτι παρακολουθοῦντες τὴν Κυβέρνησιν ἐξυπηρετοῦμεν τὰ κοινὰ τῆς πατρίδος συμφέροντα. Καὶ εἶναι περίεργον ἀληθῶς πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ πλειονοψηφία, ὅταν αὕτη δὲν εἶναι συμπαγὴς καὶ πειθαρχοῦσα. Κατηγορεῖται τὸ Στέμμα, ὅτι ἐξήσκησε πίεσίν τινα ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, κατηγορήθη καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὅτι ἐξεβίασεν οὕτως εἰπεῖν τὴν ἐλευθερίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι κατελύθησαν αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ. Εἰς τὴν στοιχειώδη, Κύριοι, λογικὴν προσπίπτει τὸ ἑξῆς, ὅτι τὰ Συντάγματα καὶ οἱ νόμοι ἕνα μόνον σκοπὸν ἔχουσι, πῶς εἶναι δυνατὸν δι’ αὐτῶν νὰ λειτουργῇ καὶ νὰ ἀκμάζῃ ἔθνος τι. Ἀλλ’ ἡ ἀκμή, τὸ μεγαλεῖον καὶ ἡ εὐρωστία ἑνὸς λαοῦ δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν δικανικῶν λόγων, ἀλλὰ διὰ τῆς ὀρθοφροσύνης καὶ τῆς πραγματικῆς δράσεως· καὶ ἔχομεν παράδειγμα τὴν ἱστορίαν, καθ’ ἣν ἐκ Κοινοβουλίων, τὰ ὁποῖα κατεγίνοντο μόνον εἰς λόγους καὶ θεωρίας, συνετελέσθη ὥστε νὰ ἐξαφανισθῶσι Κράτη καὶ νὰ ὑποδουλωθῶσιν Ἔθνη.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§69Γ. ΠΩΠ. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως, κύριε Πρόεδρε, πολλῷ μᾶλλον ἐγώ, ὅστις εἶχον ἤδη προαπαντήσει εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκήρυξα τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως περατωμένην.
§71Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλητε νὰ ὁμιλήσητε ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§73Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἠρώτων τώρα καὶ τὸν κ. Ὑπουργόν.....
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἠρωτήσατε τὸν κ. Ὑπουργόν;
§75Γ. ΠΩΠ. Ἂν πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ τις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλώσεις ποίας φύσεως;
§77Γ. ΠΩΠ. Προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναβολῆς.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς ζητεῖτε τὸν λόγον;
§79Γ. ΠΩΠ. Ἂν θέλητε, νὰ τὸ μεταφέρωμεν τὸ ζήτημα.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκήρυξα περατωμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§81Γ. ΠΩΠ. Ἂν νομίζῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν εὐχερῶς συζητῶν τις ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς νὰ φθάσῃ εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νομίζω ὅτι λησμονεῖ τὴν κοινοβουλευτικὴν πεῖραν εἰς τὰ ἐνταῦθα συμβαίνοντα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι ὅμως τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον, ὅταν δὲν ὁμιλῆτε ἐπὶ τοῦ θέματος.
§83Γ. ΠΩΠ. Ὅταν πρόκειται νὰ συζητήσῃ τις περὶ τῆς ἀναβολῆς ἑνὸς ζητήματος, ἀναμφισβητήτως θὰ συζητήσῃ περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον, ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοιοῦτόν τινα σκοπὸν ἔτεινον. Ἐγὼ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι, προκειμένου νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι, τοὐλάχιστον ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ, εἶχον ἤδη ἀπαντήσει εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος, ὁπότε καὶ ὑπεδείκνυον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀναλάβῃ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τὴν ψήφισιν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Τοῦτο ἐδήλωσεν ἀπόψε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μὲ σοβαρὰς ἐπιφυλάξεις, αἱ ὁποῖαι ὅμως παρέσχον αἰφνιδιασμὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Δραγούμην τὸν τὴν ἑσπέραν ἐκείνην συμφωνήσαντα μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπόψε πτοηθέντα πρὸ τῆς τηβέννου τῆς κυβερνητικῆς, μὴ πτοηθέντα δὲ τότε, ὅτε σὺν τῇ τηβέννῳ τῇ κυβερνητικῇ ἐνεφανίζετο καὶ ἡ ἡγεμονικὴ πορφύρα ἐν τῇ ψηφίσει τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Ἵνα μὴ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ ἂν εἶναι διατεθειμένος νὰ συνεχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος αὔριον, διότι, καθ’ ἣν περίπτωσιν εἶναι διατεθειμένος νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν αὔριον, ὁπότε θὰ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις μετὰ τῶν προσχεδίων, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐξακολουθήσωμεν συζητοῦντες ἀσκόπως.
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δηλῶ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος, ὅπως μὴ δεχθῶ τὴν ἀναβολήν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ συνέπειαν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος ἀναβάλλεται δι’ αὔριον καὶ θὰ ἀναγραφῇ πρώτη μετὰ τὰ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν στρατιωτικὰ νομοσχέδια. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον). Ιʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν». Πρὶν ἢ δώσω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ ὑπέβαλεν ἔκθεσιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν μὴ ἐνέργειαν τῶν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀποφαίνεται διὰ ψήφων 13 κατὰ 10 ὑπὲρ ἐκδόσεως ψηφίσματος προσωρινοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, καθορίζοντος τὴν μὴ ἐνέργειαν τῶν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν προσωρινῶς. Δυστυχῶς δὲν βλέπω διατύπωσίν τινα καὶ παρακαλῶ νὰ μοὶ δοθῇ ἐξήγησις ἂν ἡ ἐπιτροπὴ θὰ προσαγάγῃ διατύπωσίν τινα, ἢ θὰ ἀφεθῇ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§86ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ ἀνήκω εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδιάφορον. Ὡς πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἐξήγησιν.
§88ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ γνώμη καθοδηγεῖ εἰς τὸν τύπον ἑνὸς ὀλιγοστίχου ψηφίσματος, ὅπερ θέλει ὡς ἀναθεωρητικὴ πρᾶξις ψηφισθῆ ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ διατυπωθῇ οὕτως. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. εἰσηγητής, ὅστις ἀνήκει εἰς τὴν μειονοψηφίαν ἐν τῷ θέματι, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ ὑποβάλῃ. Ἀλλά, καὶ ἂν παραστῇ ἀνάγκη συνεργασίας μετὰ τῆς μειονοψηφίας, δὲν θέλομεν ἀρνηθῆ ταύτην.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Πέρρος).
§90Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§91Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ἐὰν καὶ τὴν ἐλαχίστην πεῖραν ἔχῃ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀπονέμεται σήμερον ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη, ὅτι πραγματικῶς ὁ θεσμὸς τῆς ἐρημοδικίας ἐξέκλινεν εἰς κατάχρησιν αὐτοῦ καὶ ὅτι πραγματικῶς ἀπετέλεσε πληγὴν εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει τόσον διὰ τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει του ἀναφέρει, ὅτι δηλαδὴ διὰ τῆς ὑπερπληθώρας τῆς ἐρημοδικίας αὐξάνεται καὶ ὑπερβαρύνεται ἡ ἐργασία τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἀπονομὴν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης ὀργάνων, ὅσον διότι, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐν τῇ ἐρημοδικίᾳ δέον νὰ ἀναζητήσωμεν τὴν ὑπερπληθώραν τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν ἡ αἰτία τῆς εἰσηγήσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου, τοῦ περὶ καταψηφίσεως τῶν ποινικῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας μηνυτάς. Τονίζω καὶ λέγω ὅτι ἡ ὑπερπληθώρα τῶν ἐρημοδικιῶν εἶναι ἡ αἰτία τῆς ὑπερπληθώρας τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων. Διότι, ἐνῷ ὁ θεσμὸς τῆς ἐρημοδικίας ἐθεσμοθετήθη κατ’ ἀρχὴν ὅπως προστατεύσῃ τοὺς ἀδυνάτους νὰ ἐμφανισθῶσι καὶ δώσωσι λόγον ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, πράγματι ἐγένετο ἀντικείμενον καταχρήσεων ἐκ μέρους τῶν κατηγορουμένων, ὅπως ἐκτρέψωσιν αὐτὸν εἰς ὄφελός των. Οἱ κατηγορούμενοι ταχέως ἀντελήφθησαν τὰς ἀτελείας, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ ἀπονομὴ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν, καὶ ἐζήτησαν διὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐρημοδικίας νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἀθώωσιν αὐτῶν. Ἀντελήφθησαν ὅτι τὰ Πρακτικὰ τῶν ἐρημοδικιῶν, ὡς συντάσσονται παρ’ ἡμῖν, πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ πιστὴ ἀντιγραφὴ τῆς ἀληθείας, καὶ τοιουτοτρόπως ἐπεζήτησαν διὰ τῆς ἐρημοδικίας νὰ ἐμφανίζωνται καὶ δίδωσι λόγον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης ἐρήμην τῶν μηνυτῶν, ἐρήμην τοῦ παθόντος. Καὶ πράγματι οὕτω βλέπομεν ὑπεραυξηθεῖσαν τὴν ἐρημοδικίαν, καὶ μέγας ἀριθμὸς ἐκ τῶν πρωτοεισάκτων ὑποθέσεων εἰσάγεται ἐρήμην. Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅμως τούτου, ὅπερ ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τὴν σκέψιν ὅτι πρέπει πράγματι νὰ καταστείλωμεν τὴν τοιαύτην τάσιν τῶν κατηγορουμένων, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀχθῶμεν εἰς τὸ ἕτερον ἄκρον, οὕτως ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν τελείαν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀνακοπῆς. Διότι, ὡς διατυποῦται τὸ νομοσχέδιον, νομίζω, ὅτι πράγματι ἀγόμεθα εἰς τελείαν κατάργησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς.
§92Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὴν τροπολογίαν;
§93Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ποίαν τροπολογίαν;
§94Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅτι ἐκτὸς ἀνωτέρας βίας καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις ἐπιτρέπεται ἡ ἀνακοπή.
§95Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Δὲν τὴν ἔλαβον. Τότε μάλιστα. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιτραπῇ ἀπολύτως τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀνακοπῆς, καὶ διὰ τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 338 καὶ δι’ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους νὰ δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ Δικαστήριον, διότι νομίζω ὅτι ἐκτὸς τῶν κωλυμάτων τῆς ἀνωτέρας βίας ὑπάρχουν καὶ ἄλλα κωλύματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ κατηγορούμενοι, οἱ καλῆς πίστεως, εἴτε ἕνεκα λόγων γεωργικῆς ἐργασίας εἴτε ἕνεκα ἄλλων σπουδαίων λόγων, ὄντως νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐμφανισθῶσι, καθόσον ἡ ἐμφάνισις αὐτῶν δύναται νὰ εἶναι ἐπιζημιωτέρα τῆς καταδίκης. Ὅταν λοιπὸν τεθῇ οὕτω τὸ ζήτημα, νὰ ἐπιτρέπηται εἰς αὐτοὺς ἀπολύτως τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς...
§96Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι ἀπολύτως, ἀλλ’ ἐξ ἀνυπερβλήτων τινῶν περιπτώσεων μόνον.
§97Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἐπίσης νομίζω ὅτι δέον νὰ μεταρρυθμισθῇ καὶ τὸ ἕτερον ζήτημα τῶν ἐξόδων.
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ ἐκεῖνο ἐτροπολογήθη.
§99Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς τροπολογίας. Αὐτὰ ἤθελα νὰ ὑποστηρίξω.
§100ΓΕΩΡ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος, κύριοι συνάδελφοι, μὲ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Κερκύρας, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν ἤδη ὁμιλήσαντα κ. Χρυσοχοΐδην, εἶμαι ἔτι μᾶλλον σύμφωνος μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη καταργήσεως τοῦ συστήματος τῆς ἐκδικάσεως τῶν ποινικῶν δικῶν, διότι οὔτε τὰ λεχθέντα περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὔτε τὰ γραφέντα περὶ αὐτοῦ οὔτε αὐτὸ τὸ ἐκτενὲς ὑπόμνημα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἀθηνῶν ἠδυνήθησαν νὰ μὲ πείσουν ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσουν οἱ κατηγορούμενοι ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ μὴ προσέρχωνται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καθ’ ἣν ἡμέραν καλοῦνται, ὅπως λογοδοτήσουν ἐνώπιον αὐτοῦ δι’ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον κατηγοροῦνται ὅτι διέπραξαν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι ἔχω τοιαύτην ἰδέαν, ἀκριβῶς διὰ τοῦτο εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ ἔχω καὶ τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὸν πόθον, ἵνα τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταργήσῃ τὸ ἐσφαλμένον κατ’ ἐμὲ καθεστώς, περιβάλληται μὲ τοιαύτας ἐγγυήσεις, ὥστε νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, ὥστε νὰ εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ κατάργησις τοῦ καταδικαζομένου καθεστῶτος. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν ἐμελέτησα τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ ὑπάρχον σύστημα, δὲν ἐξήτασα τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν χορηγοῦντες εἰς τὸν κατηγορούμενον τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἐμφανίζηται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλ’ ἐμελέτησα μόνον ἂν μὲ τὸ ποσόν, μὲ τὸ ὁποῖον αὐξάνει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Τέσσαρα, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τῶν κλητήρων, τὸ δεύτερον ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, καὶ ἄλλα δύο μέτρα, περὶ τῶν ὁποίων κατόπιν θὰ κάμω λόγον. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω πρὸ παντὸς τί ποσὸν θὰ ἀπομείνῃ διὰ τὴν προσθήκην κλητήρων, μετὰ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας τῶν ἤδη διωρισμένων. Ἐξήτασα μετὰ μεγίστης ἐπιμελείας καὶ εὗρον ὅτι διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ἤδη διωρισμένων κλητήρων ἀπαιτοῦνται 47,400 δραχμαί, ἀπομένει δὲ διὰ μισθοδοσίαν τῶν διορισθησομένων κλητήρων, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῶν ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 110,000, καθ’ ἅς, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, αὐξάνει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης πρὸς ἐφαρμογὴν ἀμφοτέρων τῶν μέτρων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ τῆς αὐξήσεως δηλ. τοῦ μισθοῦ καὶ τοῦ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων, ἀπομένει, λέγω, διὰ μισθοδοσίαν τῶν διορισθησομένων ποσὸν μόνον 62,600 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἤδη· ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων πρέπει νὰ αὐξήσῃ εἰς ἕκαστον τῶν δικαστικῶν γραφείων τοῦ Κράτους κατὰ ἕνα τοὐλάχιστον, διότι, ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων, δὲν εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ νοηθῇ αὔξησις μικροτέρα τοῦ ἑνός....
§101Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς μερικὰ γραφεῖα δὲν ἀπαιτεῖται οὔτε εἷς.
§102Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ εἰς ἄλλα ἀπαιτοῦνται τρεῖς.
§103Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἂν ὑποθέσωμεν, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσωμεν κατὰ ἕνα εἰς ἕκαστον γραφεῖον τὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων, τί ποσὸν νομίζετε ὅτι ἀπαιτεῖται διὰ τὴν μισθοδοσίαν τῶν κλητήρων τούτων; 160,200 δραχμαί· καὶ ἑπομένως διὰ τῶν ὑπαρχουσῶν 62,600 δραχμῶν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῇ δικαστικὸς κλητὴρ εἰμὴ μόνον εἰς τὸ ἓν τρίτον τῶν δικαστικῶν γραφείων τοῦ Κράτους. Καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Μοὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἰς μερικὰ γραφεῖα δὲν θὰ χρειασθῶσι κλητῆρες, ἀλλ’ ἡ πεῖρα δὲν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ θεωρήσω τοῦτο ὀρθόν. Γνωρίζετε ὅλοι σχεδόν, διότι εἶσθε οἱ περισσότεροι νομικοί, ὅτι ἡ κοινοποίησις τῶν δικαστικῶν ἐγγράφων ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως ἀπ’ εὐθείας, διὰ τῶν παρ’ αὐτῷ κλητήρων, ἰδίως εἰς τὰς πόλεις, εἰς δὲ τὰ χωρία ἀποστέλλονται αἱ κλήσεις εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦσι τὰς κοινοποιήσεις αὐτῶν. Μέχρι τοῦδε ἑπομένως, ὅτε δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐνεργεῖται ἡ κοινοποίησις, ἡ ὑπηρεσία ἔχει φροντίσει, ὥστε εἰς ἕκαστον τῶν δικαστικῶν γραφείων νὰ ἔχῃ τόσους κλητῆρας, ὅσοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν κοινοποιήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐνεργοῦνται σήμερον· ἤδη, ὅτε κατ’ ἀνάγκην ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τοῦ συστήματος αὐξάνει ἡ ἐργασία ἑκάστου δικαστικοῦ γραφείου, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι ὁ κλητὴρ ἐκεῖνος δύναται νὰ ἐκτελῇ τοσούτῳ μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ σήμερον; Δέχομαι ὅτι εἰς τὸ εἰρηνοδικεῖον τῆς Κιμώλου ἢ τῆς Φολεγάνδρου καί τινα ἄλλα πολὺ μικρὰ δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀπόλυτος ἀνάγκη προσθήκης ἄλλου κλητῆρος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἄλλα εἰρηνοδικεῖα καὶ τὰς εἰσαγγελίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ τοσούτῳ μεγάλη ὑπηρεσία διὰ τῶν ὑπαρχόντων κλητήρων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι εἰς τὰ πλεῖστα ἐκ τῶν δικαστικῶν γραφείων θὰ ἀπαιτηθῇ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν κλητήρων πολὺ περισσοτέρα τοῦ ἑνός; Δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι κατὰ ἕνα θὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων τῆς εἰσαγγελίας τῶν Ἀθηνῶν, τῶν Πατρῶν, τοῦ Μεσολογγίου, Τριπόλεως, Καλαμῶν κλπ., αἱ ὁποῖαι ἔχουν τόσας ἐργασίας; Δὲν τὸ φαντάζομαι. Ὥστε πιστεύω ὅτι ὁ ὑπολογισμός, τὸν ὁποῖον κάμνω ἐγώ, ὅτι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον θὰ ἀπαιτηθῇ αὔξησις τόσου ἀριθμοῦ κλητήρων, ὅσα εἶναι τὰ δικαστικὰ γραφεῖα τοῦ Κράτους, διὰ τῶν ὁποίων ἐνεργοῦνται αἱ κοινοποιήσεις, ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος εἶναι λίαν ἐπιεικὴς καὶ ἔχει ἐν ἑαυτῷ ὅλας τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν· καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστικῶν κλητήρων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἢ μόνον εἰς τὸ ἓν τρίτον τῶν δικαστικῶν γραφείων. Ἂν δὲ ὑποτεθῇ ὅτι εἰς τὰ δικαστικὰ ταῦτα γραφεῖα, ὅπου αὐξάνει κατὰ ἕνα ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων, θὰ ἐνεργῶνται τακτικῶς αἱ κοινοποιήσεις, εἰς τὰ δικαστικὰ ὅμως γραφεῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ ἔχουν τὸ αὐτὸ προσωπικὸν τῶν κλητήρων, ἀναμφισβητήτως εἰς τὰ γραφεῖα ταῦτα θὰ ἐνεργῆται ἐλλιπῶς ἡ ὑπηρεσία. Ἐν τῇ δικαιολογικῇ ἐκθέσει καὶ τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχουν, θὰ μοὶ εἴπῃ τις, καὶ ἄλλα μέτρα τῆς ἐπιτυχίας, καὶ ἓν τούτων εἶναι ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλητῆρος. Εἶπε περὶ τῆς αὐξήσεως ταύτης ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ἀλλὰ προσθέτω καὶ ἐγώ, χωρὶς νὰ ἀναφέρω παραδείγματα, τὰς ἑξῆς σκέψεις. Ἐκτὸς τῆς εἰσαγγελίας καὶ τῶν Πταισματοδικείων Ἀθηνῶν, ἐκτὸς τῆς εἰσαγγελίας καὶ τῶν Πταισματοδικείων ἐξ ἑτέρων εἰσαγγελιῶν, Τριπόλεως, Καλαμῶν, κλπ., ὅπου αὐξάνει ἡ μισθοδοσία τῶν ἐκεῖ διωρισμένων κλητήρων κατὰ 20 δραχ., εἰς ὅλας τὰς ἄλλας ὁ μισθὸς τῶν κλητήρων θὰ εἶναι 60 δραχμαί, εἰς εἰρηνοδικεῖά τινα 50, εἰς ἄλλα εἰρηνοδικεῖα 40 καὶ εἰς ἄλλα πάλιν 30. Οἱ μισθοὶ αὐτοὶ 60, 50, 40, 30 εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι οἱ κλητῆρες οἱ διοριζόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφοσιωθῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν, διότι προδήλως δὲν δύνανται νὰ ζήσωσι μὲ τόσον γλίσχρον μισθόν, καὶ ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην θὰ ἀσχολῶνται καὶ εἰς ἄλλας ἐργασίας, θὰ ἐνεργῶσι κατασχέσεις, προσωπικὰς κρατήσεις, ἐπιδόσεις δικογράφων κλπ. Ὅταν δέ, κύριοι Βουλευταί, ἔχωμεν ἐλλιπὲς προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἐκτὸς τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔχει, τῆς πολλῆς, θὰ ἀναλάβῃ καὶ ἄλλην ἐργασίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας, προσθέσατε δὲ ὅτι οἱ κλητῆρες, ὅταν ἐκτελῶσιν ἰδιωτικὴν ἐργασίαν, εὑρίσκονται κυρίως ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν πελατῶν αὑτῶν ἢ τῶν δικηγόρων, οἵτινες παρέχουσιν εἰς αὐτοὺς ἐργασίαν, καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, οἵτινες εἶναι πτωχοὶ βιοπαλαισταὶ καὶ κερδίζουσι περισσότερα παρὰ τῶν δικηγόρων παρ’ ὅ,τι λαμβάνουν παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν εἶναι δυνατόν, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη κατεπειγούσης ἐνεργείας, ἰδίως ἐπιδόσεων ἀνακοπῶν, κατασχέσεων κλπ., δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θὰ φροντίζωσι περισσότερον διὰ τὰς κοινοποιήσεις τῶν κλήσεων πρὸς ἐμφάνισιν ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι, διὰ νὰ ἐπετρέπετο νὰ στηριχθῇ ἐλπὶς εἰς τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν κλητήρων, ἔπρεπεν ὁ μισθὸς οὗτος νὰ ἀνέρχηται τοὐλάχιστον εἰς 100 δραχμάς, διὰ νὰ ἐλπίσωμεν τότε ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰς ἰδιωτικὰς ἐργασίας αὑτῶν, ὅπως ἀφοσιωθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς εἰσαγγελίας, ὅτε ὁ εἰσαγγελεὺς θὰ ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἔχει πληροφορίας τῶν εἰσαγγελέων· ἀλλὰ τίς δύναται νὰ στηριχθῇ εἰς τὰς πληροφορίας ταύτας, ἀφοῦ οἱ κλητῆρες οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν εἰσαγγελίαν, οἱ βεβαρημένοι μὲ ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις, οἱ κλητῆρες οὗτοι δὲν εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ εἰσαγγελέως; Οἱ κλητῆρες οὗτοι πολλάκις ὑπέβαλον παραιτήσεις, πολλάκις προεκάλεσαν τοὺς εἰσαγγελεῖς νὰ τοὺς παύσουν, διότι ἐκεῖνοι ποτὲ δὲν ἐστήριξαν τὰς ἐλπίδας των εἰς τὸν μισθὸν τοῦ Δημοσίου, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ἐργασίας των. Συμπεραίνω, κύριοι Βουλευταί, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο ταῦτα μέτρα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν ἐλπίδας ἐπιτυχίας. Θὰ ἐξακολουθήσω νὰ ἀναπτύξω τὰ ἄλλα δύο προτεινόμενα διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέτρα. Ἀλλὰ πρὶν προχωρήσω εἰς ταῦτα, θεωρῶ καλὸν νὰ κάμω δήλωσιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἦτο τὸ νομοσχέδιον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι θὰ ᾐσθανόμην ψυχικὴν εὐχαρίστησιν, ἂν ἐγίνετο νόμος τοῦ Κράτους καὶ διὰ τῆς ψήφου μου, καὶ θλίβομαι, διότι τὰ πράγματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ θεωρῶ ὅτι πρέπει νὰ δώσω ψῆφον ἀντίθετον πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας εἶχον πάντοτε, καὶ τὰς ὁποίας ἐσχημάτισα μετὰ δύο, τρία ἔτη μετὰ τὴν ἐπίδοσίν μου εἰς τὸ δικηγορικὸν στάδιον, διότι ἐγνώρισα τὰ κακὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κρατοῦντος συστήματος. Λέγει τὸ νομοσχέδιον ὅτι δύνανται οἱ εἰσαγγελεῖς νὰ ἐνεργήσωσι τὴν ἐπίδοσιν καὶ διὰ χωροφυλάκων. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, λάβετε πρὸ παντὸς ὑπ’ ὄψιν ὅτι τοῦτο, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἀναγράφει ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, τοῦτο δὲν εἶναι νέος θεσμός, τοῦτο ἰσχύει κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, ἡ κατάστασις δέ, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ἡ πλαστότης δηλ. τῶν ἐπιδοτηρίων, ἡ ἔλλειψις πάσης ἐπιδόσεως δὲν προέρχεται ἐκ δολίας θελήσεως τῶν εἰσαγγελέων ἢ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων, δὲν προέρχεται κἂν ἐξ ἀμελείας αὐτῶν· προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι εἶναι ἀνεπαρκὲς τὸ προσωπικόν. Οἱ εἰσαγγελεῖς δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἐσκέφθησαν καὶ ὅτι προσεπάθησαν νὰ θέσωσιν εἰς ἐφαρμογὴν ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία παρέχει εἰς αὐτούς, ὅπως δυνηθῶσι νὰ ἐνεργῶσι τὰς ἐπιδόσεις τακτικῶς, διότι ἐκ τοῦ ὅτι σήμερον δὲν εἶναι ἐξηναγκασμένος ὁ κλητὴρ νὰ λαμβάνῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ πρὸς ὃν ἡ ἐπίδοσις δὲν ἕπεται ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ μὴ ἐνεργῇ κοινοποιήσεις, δὲν ἕπεται ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ αὐτὸν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, διότι ἀπέστελλε κλήσεις εἰς τὰ μαγαζεῖα τῶν χωρίων καὶ συνέτασσεν ἐπιδοτήρια δίχως νὰ κοινοποιῇ ταύτας εἰς τοὺς πρὸς οὓς ἡ ἐπίδοσις. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη. Καίτοι οἱ εἰσαγγελεῖς ἐγνώριζον ὅτι ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιήσωσι τοὺς χωροφύλακας, καίτοι οἱ εἰσαγγελεῖς ἐγνώριζον ὅτι ἠδύναντο νὰ μεταχειρίζωνται τοὺς ἀμίσθους κλητῆρας, καίτοι ἠδύναντο νὰ φροντίσωσι νὰ ἀντικαταστήσωσι τοὺς κλητῆρας τῆς εἰσαγγελίας, ἔβλεπον ὅτι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ μὲ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν μεγίστην αὐτὴν ὑπηρεσίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργῶνται τακτικῶς κοινοποιήσεις. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, κύριοι Βουλευταί, νομίζετε ὅτι χωροφύλακες εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσωσι τὰς ἐπιδόσεις ταύτας; Καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσητε. Οἱ χωροφύλακες εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κληρωτοί. Οἱ ὑπηρετοῦντες μάλιστα εἰς τὰς ἀστυνομικὰς ὑποδιευθύνσεις καὶ τοὺς ἀστυνομικοὺς σταθμοὺς εἶναι κληρωτοὶ τελείως ἀγράμματοι, διότι δὲν ὑπάρχει βεβαίως διάταξις εἰς τὸν περὶ στρατολογίας νόμον, ἡ ὁποία νὰ ὁρίζῃ, ὅτι μόνον οἱ ἐγγράμματοι Ἕλληνες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ στρατεύωνται. Ἀπὸ ἀγραμμάτους ἀνθρώπους εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργῶνται τοιαῦται κοινοποιήσεις; Σημειώσατε ὅτι ἡ κοινοποίησις δὲν θὰ γίνεται ὅπως κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντα. Θὰ μεταβαίνῃ ὁ κλητήρ, θὰ συντάσσῃ ἐπιδοτήριον, θὰ ὑπογράφῃ αὐτὸ ὁ πρὸς ὃν κοινοποιεῖται, καί, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν τὸν εὕρῃ, θὰ γράψῃ, ὅτι «μὴ εὑρὼν ἐκεῖ αὐτὸν ἐπέδωκα εἰς τὴν σύζυγόν του» ἢ «ἐτοιχοκόλλησα». Ἀπαιτοῦνται γνώσεις τοιαῦται, τὰς ὁποίας δὲν ἔχουσιν οἱ περισσότεροι τῶν κληρωτῶν ἡμῶν, ἀπαιτοῦνται γνώσεις, τῶν ὁποίων στεροῦνται καὶ πολλοὶ δικαστικοὶ κλητῆρες. Καὶ τὰ προσόντα ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι δικαστικοὶ κλητῆρες, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι θὰ ἔχωσι, διὰ τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, ἀγράμματοι χωροφύλακες; Ἀλλά, ἀνεξαρτήτως πάντων τούτων, ἐπίστευον ὅτι θὰ ηὔξανεν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, καὶ ἤλπιζον ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀνορθώσεως ἤθελε φροντίσει, ὅπως αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν αὐτόν, διὰ νὰ ἐκτελῆται τακτικῶς ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία, καὶ μάλιστα τοσοῦτον, ὥστε ταῦτα νὰ ἀναλάβωσι καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας, καὶ οὕτω προστατευθῇ καὶ ἡ ἰδιοκτησία τῶν πολιτῶν, ἡ ὁποία εἶναι τελείως ἐγκαταλελειμμένη καὶ ἥτις εὑρίσκεται εἰς τὴν διάκρισιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων, ἤδη μάλιστα, μετὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ νόμου τῆς ἀγροφυλακῆς, φρονῶ δέ, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον τὰ ὄργανα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεπαρκῆ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεπαρκῆ πρὸς περιφρούρησιν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, ὅτι ταῦτα πρέπει νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ δι’ ἄλλας ὑπηρεσίας, πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν καὶ δι’ ἐπίδοσιν δικαστικῶν ἐγγράφων! Ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι εἶναι ἀνίκανοι, ἠθικοὶ λόγοι, λόγοι πολιτικοί, τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας ἐπιβάλλει νὰ ἀφήσωμεν αὐτὰ εἰς τὰ ἔργα των καὶ νὰ μὴ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν εἶναι τεταγμένα νὰ ἐκτελέσωσιν. Τέταρτον μέτρον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τὸ τῆς κοινοποιήσεως δι’ ἀμίσθων κλητήρων. Πρὶν γίνωσιν αἱ τροποποιήσεις καθιεροῦτο ἐνταῦθα διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου εἷς θεσμὸς ἀγγαρείας. Ἀλλ’ ἤδη δίδεται εἰς αὐτοὺς δεκάλεπτον δι’ ἑκάστην κοινοποίησιν, διὰ τῆς γενομένης τροπολογίας.
§104Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ὅλους· ἐμμίσθους, ἀμίσθους καὶ χωροφύλακας.
§105Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Εἰς ὅλους. Εὐχαριστῶ, κύριε Βουλευτά. Πρὸ παντὸς λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου, ἐκτὸς τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου, ἐπιβάλλεται νέα φορολογία εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§106Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τέλος αὐτὸ εἶναι εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου.
§107Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Καὶ ὁ κατηγορούμενος, ἀξιότιμε κύριε Βουλευτά, εἶναι Ἕλλην πολίτης, ὅστις πρέπει νὰ τιμωρηθῇ διὰ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν, οὐχὶ δὲ νὰ ἐπιβαρύνηται μὲ δικαστικὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας εἶναι εἰς αὐτὸν ἀδύνατον νὰ πληρώσῃ.
§108Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ μὲ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, κύριε συνάδελφε, πληρώνει μίαν δραχμὴν ὁ κατηγορούμενος.
§109Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Θὰ τὴν πληρώνῃ καὶ τώρα.
§110Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὄχι.
§111Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἀπορῶ, κύριοι Βουλευταί, μὲ τὴν διακοπὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἐζήλευσα τοῦτον διὰ τὴν τέχνην καὶ τὴν δύναμιν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁμιλεῖ, ἀλλὰ δὲν ἐπίστευον ὅτι θὰ μοὶ ἔκαμνε καὶ τὴν παρατήρησιν ταύτην. Κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἰσχύοντας πληρώνει τὴν μίαν δραχμήν.
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δύο, δύο.
§113Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ὅ,τι καὶ ἂν πληρώνῃ. Δέχομαι. Ἀλλὰ μήπως ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ ἢ ἐν ἄλλῳ τινί, ὅτι καταργεῖται ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου, καθ’ ἣν ὁ κατηγορούμενος θὰ πληρώνῃ τὸ ποσὸν τοῦτο; Θὰ τὸ πληρώνῃ καὶ θὰ πληρώνῃ, καὶ τὰ δέκα ἢ τὰ εἴκοσι λεπτὰ δι’ ἑκάστην κοινοποίησιν, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐκ νέου εἰς βάρος του.
§114Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἔχετε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε;
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν ἔχω ἐγώ.
§116Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας, οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν διότι καὶ αὐτήν, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἐδεχόμην προθυμότατα, ἐὰν ἤλπιζον ὅτι θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ κοινοποίησις διὰ τῆς φορολογίας ταύτης. Ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι κατὰ τὸ νομοσχέδιον οἱ ἄμισθοι κλητῆρες κοινοποιοῦσι δικόγραφα μόνον εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἑδρεύουσι καὶ εἰς 2 χιλιομέτρων ἀπόστασιν, καὶ παραδέχομαι ὅτι εἰς τὰς πόλεις θὰ ἐνεργῆται τακτικῶς ἡ κοινοποίησις διὰ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ἀλλ’ εἰς τὰς ἐξοχάς, εἰς χωρία, εἰς περιοχὰς ὁλοκλήρους, ὅπου δὲν ὑπάρχουσι κλητῆρες—καὶ ὑπάρχουσι πολλαὶ τοιαῦται περιοχαὶ τοὐλάχιστον ἐν Κεφαλληνίᾳ—εἰς τὰ μέρη αὐτὰ πῶς θὰ ἐνεργῆται ἡ κοινοποίησις; Ἐξ ὅλων τούτων, ἐπαναλαμβάνω, ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν τακτικὴν κοινοποίησιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Καὶ τοῦτο, ἡ μὴ κανονικὴ ἐνέργεια τῶν κοινοποιήσεων, γνωρίζετε ποῖα θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα; Τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι νὰ ἐκδίδωνται καὶ νὰ ὑπάρχωσι καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις τελεσίδικοι ἐναντίον ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἔμαθον ὅτι εἶναι κατηγορούμενοι· τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι νὰ ὑπάρχωσιν ἀποφάσεις κατὰ μαρτύρων, ἐπιβάλλουσαι πρόστιμον εἰς αὐτούς, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἐνεφανίσθησαν, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐκλήθησαν, ὅπως μαρτυρήσωσιν ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου ἢ τοῦ Πλημμελειοδικείου, χωρὶς οὐδέποτε νὰ μάθωσιν ὅτι ἦσαν μάρτυρες. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι Βουλευταί, τοιαῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μὲ ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον, ὅπως δώσω ψῆφον ὑπὲρ αὐτοῦ, αἰσθάνομαι ὅτι δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ δώσω τὴν ψῆφον ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μελετήσῃ καλῶς τὰ πράγματα, καὶ οὐδέποτε μὲν νὰ σκεφθῇ νὰ ἀποσύρῃ διὰ παντὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐφ’ ὅσον θὰ εἶναι Ὑπουργός, ἀλλὰ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἐξετάζων καὶ δικηγόρους ἀνιμιγνυομένους εἰς τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις, καὶ ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ μάθῃ ἀκριβῶς πόσα χρήματα χρειάζονται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, καὶ ἀφοῦ κατορθώσῃ νὰ ἐξεύρῃ τὰ μέσα ταῦτα, καὶ ἀφοῦ βεβαιωθῇ καὶ ἐκεῖνος καὶ δύναται νὰ βεβαιώσῃ καὶ ἡμᾶς, καὶ πεισθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι πραγματικῶς θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ κανονικὴ καὶ ὀρθὴ ἐφαρμογὴ τοῦ νομοσχεδίου, τότε νὰ ψηφίσωμεν τοῦτο, διότι, ἐὰν ψηφίσωμεν αὐτὸ ὅπως ἔχει, πεισθῆτε, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ κάμωμεν νόμον, δὲν θὰ εἶναι νόμος σωτήριος, ὅπως τὸν ἀπεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει, ἀλλὰ θὰ εἶναι νόμος ἐπιβλαβής, νόμος ὀλέθριος. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς εἶναι ἕτεροι ἕξ συνάδελφοι νὰ ἀγορεύσωσιν. Ἤθελον ἀποτολμήσει τὴν πρότασιν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ νὰ παραιτηθῶσιν οἱ ὑπολειπόμενοι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, διότι βλέπω, ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησις ἤρχισε νὰ μὴ ἔχῃ καὶ πρακτικὸν σκοπόν.
§118Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δικαίωμα ἑκάστου εἶναι.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ἤθελον ἀποτολμήσει· Τοιουτοτρόπως νομίζω ὅτι ἤθελον συζητηθῇ τὰ ἄρθρα κατὰ τρόπον κρείσσονα καὶ μᾶλλον μεμελετημένον καὶ διασκευασθῇ τὸ νομοσχέδιον καλλίτερον.
§120ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβάλωμεν δι’ αὔριον.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι δι’ αὔριον. Ἡ συνεδρίασις ἐξακολουθεῖ. Ἐκτὸς ἐὰν θέλητε τετάρτην συζήτησιν! Εἴμεθα πρόθυμοι. Ἐὰν ἐμένετε σύμφωνοι ὅλοι νὰ παραιτηθῆτε τοῦ λόγου καὶ νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῶν ἄρθρων, θὰ ἦτο πρακτικώτερον. Ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον. Εἰδοποιῶ ὅμως τοὺς Κυρίους, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κουρασμένη. Τοῦτο ὑπὲρ τῶν ῥητόρων τὸ λέγω. Εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου.
§122ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ καθῆκόν μας θὰ κάμωμεν.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως τὸ καθῆκόν σας νὰ κάμητε, ἀλλὰ κατὰ τὴν ὥραν.
§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Δὲν εἶναι δυνατόν. Ὁμιλήσατε, κύριε Λιδωρίκη.
§126Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ἡ ἀντίληψίς σας, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ὅτι εἶναι κουρασμένη ἡ Βουλή;
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι κουρασμένη οὐχὶ ἐκ τοῦ συνόλου, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ συζητήσεως. Λοιπὸν θὰ τὴν κουράσωμεν περισσότερον, ἐὰν ἐπανέλθωμεν καὶ ἀρχίσωμεν τὴν αὐτὴν συζήτησιν. Ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.
§128Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὅτι, κύριοι Βουλευταί, σκοπεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ περιστολὴ τῶν ἐρημοδικιῶν καὶ τῶν ἀναβολῶν εἶναι φανερόν· ὅτι δὲ τοῦτο εἶναι εὐκταῖον, νομίζω, ὅτι οὔτε κἂν σκέψις δύναται νὰ χωρήσῃ περὶ συζητήσεως τοῦ τοιούτου. Ἀλλ’ ὅ,τι εἶναι συζητήσιμον, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἶναι, ἂν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου βάλλουσιν εὐθὺ εἰς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ ἢ μόνον τυχὸν τραυματίζουσι καὶ διαδίκους, τοὺς ὁποίους νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχει ἡ Πολιτεία νὰ προστατεύῃ. Ὅ,τι ἰδίως κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι συζητήσιμον δὲν εἶναι τὸ ὅλον τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀναμφισβητήτως ἐν αὐτῷ περιέχονται καὶ διατάξεις λίαν ὠφέλιμοι εἰς τὴν περιστολὴν καὶ τῶν ἐρημοδικιῶν καὶ τῶν ἀναβολῶν. Ὅ,τι ἰδίως φρονῶ ὅτι εἶναι συζητήσιμον εἶναι ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς ὁποίας καθιεροῦται δικονομικὸν μέτρον μέχρι τοῦδε ἄγνωστον εἰς τὴν Ποινικὴν ἡμῶν Δικονομίαν· εἶναι ἡ διάταξις ἡ ἀπαγορεύουσα εἰς τὸν κατηγορούμενον τὸ δικαίωμα ἢ ἡ ἀποστεροῦσα αὐτὸν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς. Εἶναι δυνατὸν εἰς τοῦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἀντιταχθῇ, ὅτι εἰς ἄλλας νομοθεσίας καθιερώθη τὸ τοιοῦτον. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι, ἐπειδὴ τυχὸν εἰς ἄλλας νομοθεσίας καθιερώθη ἡ διάταξις, ἄρα ὠφέλιμον εἶναι καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ καθιερωθῇ. Ἀλλ’ ἃς ἴδωμεν, ὡς εἶπον, ψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ἂν δὲν τραυματίζει τοὺς διαδίκους, τοὺς ὁποίους ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ προστατεύῃ. Πρὸς τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρακολουθήσω τὴν κλῆσιν πρὸς τὸν κατηγορούμενον εὐθὺς ὡς ἐξέλθῃ τοῦ εἰσαγγελικοῦ Γραφείου.
§129Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι θέαμα τοῦτο Βουλῆς. Εἴμεθα δώδεκα ἄνθρωποι ἐν συνόλῳ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπουσιάζει, καὶ εἷς Βουλευτὴς ἀγορεύει ἐπὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς 10. Ἡμεῖς κατηγορούμεθα καθ’ ἑκάστην, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως. Ἂς διακόψωμεν καί, ὅταν θὰ ἐπανέλθωμεν, μένομεν μέχρι τοῦ μεσονυκτίου.
§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μείνωμεν μέχρι τῆς ἐνάτης.
§131Γ. ΠΩΠ. Νὰ ἐπανέλθωμεν τὴν ἐνάτην καὶ νὰ ἐργασθῶμεν μέχρι τῆς πρωΐας, διότι δὲν εἶναι θέαμα τοῦτο, ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ μὲ δώδεκα Βουλευτάς.
§132Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὑποβάλητε ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§133Γ. ΠΩΠ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν ὑμῶν ὡς ἀντιπροσώπων ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ ὡς καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν παρέστητε ἐνώπιον ὁμοίου θεάματος Κοινοβουλίου κενοῦ ἀντιπροσώπων, κενοῦ ἀντιπροσώπων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῶσιν αἱ ἐργασίαι. Ὑπὸ τὰς συνθήκας δὲ αὐτὰς δὲν ἐπιτρέπεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐπιρρίπτῃ μομφήν, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἐργασθῶμεν.
§134Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὴ διαμαρτύρεσθε, διότι θὰ ἐπανέλθῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς μαστιγώσῃ.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεμία ὑποχρέωσις ὑπάρχει, ὥστε νὰ παρίσταται ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς παρίσταται.
§136Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀλλὰ ἂς παρακολουθήσωμεν, λέγω, κύριοι Βουλευταί, τὴν κλῆσιν πρὸς τὸν κατηγορούμενον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τοῦ εἰσαγγελικοῦ Γραφείου. Δύναταί τις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι πολλάκις οὔτε αὐτὴ ἡ κλῆσις ἐξέρχεται τοῦ εἰσαγγελικοῦ Γραφείου πρὸς κοινοποίησιν ἀρτία, δὲν εἶναι δὲ σπάνιον τὸ φαινόμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον σημειοῦνται ἐν τῇ κλήσει συνωνυμίαι καὶ παρωνυμίαι καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι δύσκολον νὰ ἔχῃ τις ἐκ τῶν προτέρων πεποίθησιν, ὅτι ἀσφαλῶς πρὸς τὸν πραγματικῶς καλούμενον θὰ κοινοποιηθῇ ἡ κλῆσις. Ἀλλ’ ἂς παραβλέψωμεν τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ ἂς παρακολουθήσωμεν τὴν κλῆσιν βαίνουσαν πρὸς τὸν διάδικον. Ἀποστέλλεται λοιπὸν αὕτη αἰσίως εἰς τὸν εἰρηνοδίκην καὶ πρόκειται νὰ παραδοθῇ εἰς τὸν κλητῆρα, ὅπως τὴν κοινοποιήσῃ εἰς τὸν κατηγορούμενον. Ὡς γνωρίζετε πάντες, δύο εἰδῶν κλητῆρες ὑπάρχουσιν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἢ ὑπάρχουσι κλητῆρες ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος καὶ οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὸν νόμον καὶ προσπαθοῦσιν ἐφ’ ὅσον τοῖς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἢ ὑπάρχουσι κλητῆρες, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσι πῶς εἶναι δυνατὸν δι’ ὀλιγωτέρου κόπου καὶ ἐργασίας νὰ φανῶσιν ὅτι ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν ἢ μᾶλλον ἂς δεχθῶμεν, ὅτι οἱ κλητῆρες ἐκπληροῦσιν εὐσυνειδήτως τὸ καθῆκόν των. Λαμβάνει ὁ κλητὴρ παρὰ τοῦ εἰρηνοδικείου τὴν κλῆσιν, ὅπως τὴν κοινοποιήσῃ πρὸς τὸν κατηγορούμενον καὶ λαμβάνει ὁ κλητὴρ τὴν ἄγουσαν ἀμέσως πρὸς τὸ χωρίον, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς σύγκειται, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἐκ χωρίων κατὰ τὸ πλεῖστον. Λαμβάνει λοιπὸν τὴν ἄγουσαν πρὸς τὸ χωρίον καὶ εἰσέρχεται ὁ κλητὴρ ἐντὸς αὐτοῦ. Νομίζετε, ὅτι ὁ διάδικος θὰ ἵσταται εἰς τὸ κατώφλιον τῆς οἰκίας του, διὰ νὰ ὑποδεχθῇ τὸν κλητῆρα καὶ νὰ παραλάβῃ τὴν κλῆσιν; Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κλητὴρ ἀπὸ τὸν νόμον νὰ μεταβῇ εἰς ἐργάσιμον ἡμέραν καὶ ὄχι εἰς ἑορτάσιμον. Καὶ γνωρίζετε πάντες ὅσοι κατάγεσθε ἀπὸ ἐπαρχίας, ὅτι οἱ χωρικοί μας τὰς καθημερινὰς καταγίνονται εἰς τὰς ἐργασίας των, ἢ σκάπτουσι τοὺς ἀγροὺς αὐτῶν καὶ τὰς ἀμπέλους αὐτῶν καὶ ποτίζουσι μὲ τὸν ἱδρῶτα αὐτῶν τὴν ἑλληνικὴν γῆν, ἢ θὰ εἶναι ἀπησχολημένοι εἰς τὸ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν πλησιεστέραν ἀγοράν, διὰ νὰ ἀγοράσωσι τὰ τρόφιμα τῆς οἰκογενείας των ἢ νὰ πωλήσωσι τὰ προϊόντα τῆς ἐργασίας των, ἢ θὰ μετέβησαν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον, ὅπου ἐκλήθησαν δι’ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι συχνάκις ἀπασχολοῦσι τοὺς χωρικούς μας. Εἰς τοιαύτην περίστασιν τί θὰ κάμῃ ὁ κλητήρ; Ὁρίζει ὁ νόμος, ὅτι πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ εἰς τὸν ἱερέα ἢ εἰς τὸν πάρεδρον, ἢ νὰ τὴν θυροκολλήσῃ εἰς τὴν θύραν τοῦ κατηγορουμένου, ἡ ὁποία ἵσταται παντὶ ἀνέμῳ ἀναπεπταμένη. Ἀλλὰ μήπως μένει εἰς τὸ χωρίον ὁ ἱερεύς, διὰ νὰ ἀναπέμπῃ διαρκῶς εὐχὰς πρὸς τὸν Ὕψιστον ὑπὲρ τῶν χωρικῶν; Καὶ ὁ ἱερεὺς συνηθέστατα ἢ μᾶλλον πάντοτε ἀπουσιάζει τὰς ἐργασίμους ἡμέρας ἀπὸ τοῦ χωρίου του· εἶναι καὶ οὗτος καὶ εὐτυχῶς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐργάτης. Ἀλλὰ διατάσσει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι πρέπει ὁ κλητὴρ νὰ μεταβῇ καὶ εἰς τὸν πάρεδρον. Ἀλλὰ νομίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὑπάρχουσι πάντοτε οἱ πάρεδροι εἰς τὰ χωρία των; Καὶ ἂν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, θὰ εἶναι ἐργατικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἀπησχολημένοι καὶ οὗτοι εἰς τὰς ἐργασίας των. Ἀλλὰ τί μέλλει γενέσθαι εἰς τοιαύτην περίστασιν; Ὁρίζει ὁ νόμος, ὅτι πρέπει νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ἀστυνομικὸν σταθμόν, διὰ νὰ εἰδοποιήσῃ, ὅτι ἐνήργησε κοινοποίησιν ἔν τινι χωρίῳ. Ὅταν τις ἀναγινώσκῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι πρέπει νὰ μεταβῇ ὁ κλητὴρ εἰς τὸν ἀστυνομικὸν σταθμόν, φαντάζεται ὅτι ὑπάρχει κάποιος ὑπαξιωματικός, ὁ ὁποῖος παραμένει διαρκῶς εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα καὶ τὸν ὁποῖον δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ εὕρῃ ὁ κλητήρ, ὅπως τὸν εἰδοποιήσῃ, διὰ νὰ εἰδοποιήσῃ οὗτος πάλιν τὸν κατηγορούμενον. Οἱ ἀστυνομικοὶ σταθμάρχαι εἶναι ὑπενωμοτάρχαι συνήθως, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν δὲν ἔχωσιν ἰδιαιτέραν κλῆσιν εἰς τὸ νὰ ἐπιθεωρῶσι τοὺς ὀρνιθῶνας τῶν χωρίων, εἶναι ἀπησχολημένοι κατόπιν ἐντόνων καὶ ἐπιτακτικῶν διαταγῶν πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἐνταλμάτων προσωπικῆς κρατήσεως ἢ περιοδεύουσι πρὸς καταδίωξιν τῶν κακοποιῶν στοιχείων. Τί θὰ κάμῃ εἰς τοιαύτην περίστασιν ὁ κλητήρ; Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἐπάνοδον τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου ἢ νὰ παραδώσῃ τὸ σημείωμα εἰς τὸν ἀναπληροῦντα αὐτὸν χωροφύλακα. Ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, ἂς παρακολουθήσωμεν τέλος πάντων τὸ σημείωμα τοῦτο, διότι ἓν τῶν μεγάλων ἐλαττωμάτων τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καὶ ὅτι ἡ ἐπίδοσις ἀνατίθεται καὶ εἰς τὸν κλητῆρα καὶ εἰς τὸν ἱερέα καὶ εἰς τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην καὶ τὸν πάρεδρον, ὁπότε εἶναι ἀδύνατος ἡ ἀσφαλὴς ἐπίδοσις, καθόσον δὲν ἔχομεν τὸν ὑπεύθυνον διὰ τὴν ἐπίδοσιν τῆς κλήσεως. Τέλος πάντων λαμβάνει τὸ σημείωμα αὐτὸ εἴτε ὁ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, εἴτε ὁ χωροφύλαξ, εἴτε ὁ ἱερεύς, εἴτε ὁ πάρεδρος, εἴτε οἱοσδήποτε ἄλλος. Τί νομίζετε, κατὰ τὴν κοινὴν πεῖραν, ἡ ὁποία εἶναι εἰς πάντας ἡμᾶς γνωστή, ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ; Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἀστυνομικὸς σταθμάρχης νὰ ἔχῃ τόσην δύναμιν χωροφυλάκων, ὥστε νὰ ἀποσπάσῃ τινὰς ἐξ αὐτῶν, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ χωρία καὶ ἀνακοινώσωσιν, ὅτι καλοῦνται οἱ δεῖνα καὶ οἱ δεῖνα ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ θὰ κατέλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ θὰ φροντίσῃ νὰ εὕρῃ συγχώριόν τινα τῶν καλουμένων, διὰ νὰ εἰδοποιήσῃ αὐτόν, ὅτι καλεῖται εἰς τὸ ἀστυνομικὸν κατάστημα. Γνωρίζετε ὅτι οἱ χωρικοὶ ἡμῶν τρέφουσι περισσὴν εὐλάβειαν δεδικαιολογημένην ἐκ πολλῶν περιστάσεων πρὸς τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ εἴπωσι πρὸς τὸν ἀστυνόμον, ὅτι δὲν θὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ χωρίον ταχέως ἢ ὅτι δὲν ἀναλαμβάνουσι τὴν εὐθύνην τῆς τοιαύτης ἐπιδόσεως, πολλάκις δ’ εἶναι ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποκρύπτωσι τὸ ἀληθὲς αὐτῶν δρομολόγιον ἀπὸ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τέλους ἀναλαμβάνουσι νὰ μεταφέρωσιν εἰς τὸ χωρίον των τὴν εἰδοποίησιν πρὸς τοὺς καλουμένους.
§137ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη, ἡ κλῆσις θὰ ἐπιδίδηται εἰς τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην τοῦ τόπου τῆς ἐπιδόσεως.
§138Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι εἰς κάθε χωρίον ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, ἀπορῶ δὲ πῶς ἀγνοεῖτε τοῦτο, ὅτι εἰς τὰ χωρία μας δὲν εἶναι παντοῦ σταθμάρχαι. Λοιπὸν παραδίδεται εἰς τὸν χωρικὸν ἡ κλῆσις, διὰ νὰ τὴν μεταφέρῃ εἰς τὸ χωρίον. Σημειώσατε, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ διέρρευσαν ἀρκεταὶ ἡμέραι.
§139Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀποδίδετε κἄποιαν ἔννοιαν, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ πάρεδρος, ἱερεὺς ἢ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, θὰ ὑπάρχῃ διδάσκαλος.
§140Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Διδάσκαλος, πολὺ ὀρθῶς.
§141Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτροποποιήθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐτέθη ἡ λέξις «διδάσκαλος»· ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν σας.
§142Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τοῦτο εἶναι πολὺ ὀρθόν. Θὰ παρεκάλουν μάλιστα νὰ μὴ ἐπιδίδηται εἰς τὸν ἀστυνομικὸν σταθμάρχην τὸ σημείωμα, ἀλλ’ εἰς τὸν δήμαρχον. Ὁ δήμαρχος καὶ εὐθύνην ἔχει καὶ πάντοτε δὲν θὰ ἀνεχθῇ νὰ πάθωσιν οἱ συνδημόται του.
§143Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ καταργηθῶσιν οἱ δῆμοι.
§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ ἐθέσαμεν προέδρους τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων.
§145Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι δήμαρχοι παντοῦ;
§146Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Οὔτε δημοδιδάσκαλοι οὔτε δήμαρχοι παρίστανται παντοῦ καὶ συνεχῶς, ὁ δὲ κλητὴρ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην, καὶ τοῦτο θὰ εἶναι τὸ συνήθως γινόμενον, μεταβαίνων καὶ μὴ εὑρίσκων τὸν πρόεδρον τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου εἴτε τὸν δήμαρχον νὰ ἀφήνῃ τὰ σημειώματά του ὅπου τύχῃ.
§147Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν κοινοτικὰ συμβούλια εἰς τὴν Θεσσαλίαν.
§148Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὄχι καὶ εἰς τὴν Στερεάν. Σημειώσατε ὅτι ὁ κλητὴρ θέλων νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν δήμου θὰ διέλθῃ πρῶτον ἐξ ὅλων τῶν χωρίων αὐτοῦ, διότι δὲν θὰ τῷ εἶναι δυνατὸν ἐξ ἑκάστου χωρίου νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ νὰ ἀφήνῃ ἐκεῖ τὰ σημειώματα, τὰ ὁποῖα θὰ διαπέμπῃ ὁ ἐντεταλμένος ἐκ τοῦ νόμου εἰς τὰ διάφορα χωρία. Θὰ περιέλθῃ λοιπὸν τὰ διάφορα χωρία καὶ θὰ φθάσῃ τέλος εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἀπαιτοῦνται πολλαὶ ἡμέραι. Τοῦτο θὰ συμβαίνῃ συνήθως, ἐπιθυμῶ δὲ τὸ νομοσχέδιον νὰ προλάβῃ καὶ τὰς σπανιωτάτας περιστάσεις, ἀφοῦ ἀπαγορεύεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς εἰς τὸν κατηγορούμενον.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐγένετο ἡ τροπολογία «ἐξ ἀνυπερβλήτου κωλύματος», ἀπομένει εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ νὰ προστατεύσῃ καὶ τὴν περίστασιν ταύτην.
§150Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν θὰ κρίνωμεν ἐγώ, σεῖς ἢ οἱ κ. συνάδελφοι τὸ ἀνυπέρβλητον κώλυμα. Γνωρίζετε ποίαν ἑρμηνείαν δίδουν εἰς τὰ ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια τῶν χωρικῶν ἐπαρχιακὰ Δικαστήρια;
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δίδουν ἐπιεικεστάτην ἑρμηνείαν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς; Ἐὰν λοιπὸν ἤνοιξαν πύλην ὀρθάνοικτον εἰς δευτέραν καὶ τρίτην ἀνακοπήν, δὲν θὰ εἶναι ἐπιεικῆ, ὅταν λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐτονίσατε;
§152Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὅταν ἔχητε τοιαύτην γνώμην, διατί νὰ μὴ καθιερώσητε στενωτάτας περιστάσεις ἐμπροθέσμου ἀνακοπῆς;
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γίνηται ὅ,τι καὶ τώρα.
§154Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὄχι· διότι τώρα θὰ γνωρίζῃ ὁ δικαστὴς ὅτι στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς ὁ διάδικος.
§155Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὸ καθεστὼς ἔχει τοῦτο ὑπ’ ὄψει του, ὅτι στερεῖται τοῦ δικαιώματος δευτέρας ἀνακοπῆς, καὶ ὅμως τῷ δίδει τὸ δικαίωμα.
§156Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τώρα θὰ φρονῇ ὁ δικαστὴς ὅτι γίνεται ἀσφαλεστέρα ἡ ἐπίδοσις.
§157Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸν κρεμάσουν; Ἀποδίδετε ὑπερβολικὴν αὐστηρότητα.
§158Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἶμαι προκατειλημμένος ὑπὲρ τῶν νομοσχεδίων σας, ἀλλ’ ἀποδίδω μεγαλειτέραν σημασίαν εἰς τὴν αὐστηρότητα τῶν διατάξεων τούτων, διότι ἔχω πικρὰν πεῖραν.
§159Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἀνεφέρατε, δὲν δύνανται νὰ ἀποδειχθῶσιν εἰς τὸ Δικαστήριον, διότι φαίνεται ὅτι ὁ κλητὴρ μετέβη εἰς τὸ χωρίον, ἐτοιχοκόλλησεν εἰς τὴν θύραν, ἐνεχείρισεν ἀντίγραφον εἰς τὸν ἱερέα ἢ τὸν διδάσκαλον ἢ τὸν πάρεδρον καὶ ἔκθεσιν, ἀλλ’ ὁ κατηγορούμενος δὲν εὑρέθη. Τότε τὸ Δικαστήριον, ὡς ἔχει ἡ διάταξις, δὲν θὰ δεχθῇ τὴν ἀνακοπήν.
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ πιστοποιήσῃ τὰ γεγονότα ὁ ἀνακόπτων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀγορεύων.
§161Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ φέρῃ μάρτυρας ἀπὸ ἀποστάσεως 30 ὡρῶν;
§162Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ὁ κλητὴρ βραδέως θὰ φθάσῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, ἵνα παραδώσῃ τὰ σημειώματα ταῦτα εἰς τὸν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἁρμόδιον, προσέθεσα δὲ καὶ τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι ἐνυπάρχουσιν, ὅπως ὁ ἑκάστοτε ἁρμόδιος ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου εἰδοποιήσῃ τοὺς ἐν τοῖς χωρίοις καλουμένους. Σᾶς ἀνέφερα περίστασιν, καθ’ ἣν ἔτυχεν αἱ κλήσεις νὰ παραδοθῶσιν εἰς ἔντιμον καὶ ἔχοντα συνείδησιν τῶν καθηκόντων του δικαστικὸν κλητῆρα. Ἀλλ’ ἐκ πείρας γνωρίζομεν ὅτι δυστυχῶς οἱ κλητῆρες δὲν εἶναι πάντοτε ἐκεῖνοι, οὓς ἀνέφερα προηγουμένως, ἀλλ’ εἶναι οἱ κλητῆρες, οἵτινες ἔχουσιν ἐν νῷ πῶς εἶναι δυνατὸν καταστρατηγοῦντες τοιαύτας διατάξεις δι’ ὀλιγωτέρων κόπων καὶ ἀσχολιῶν νὰ φανῶσιν ὅτι ἐπιτελοῦσι τὸ καθῆκόν των. Νομίζετε ὅτι ὁ τοιοῦτος κλητὴρ θὰ περιέλθῃ τὰ χωρία, ἵνα ἐπιδώσῃ τὰς κλήσεις; Ἢ θὰ μεταβῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου, θὰ συντάξῃ ἐκεῖ τὰ ἐπιδοτήρια ὅτι δῆθεν ἐθυροκόλλησε τὰς κλήσεις, διότι γνωρίζει ὁ κλητὴρ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι οἱ χωρικοὶ σπανιώτατα μένουσιν εἰς τὰς οἰκίας των; Θὰ συντάξῃ λοιπὸν ἐκεῖ τὰ ἐπιδοτήρια καὶ θὰ τὰ παραδώσῃ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ δήμου εἰς τὸν ἐντεταλμένον νὰ παραλαμβάνῃ τὰ σημειώματα. Καὶ ἐὰν τρεῖς κλητῆρες ἔστω εὑρεθῶσιν ἀνὰ τὸ Κράτος οὕτως ἀντιλαμβανόμενοι τῶν καθηκόντων των, τί γίνονται οἱ οὕτω καλούμενοι; Ἢ καὶ ἂν φθάσῃ τὸ σημείωμα εἰς τὰ χωρία, εἶναι ἀρκετὸν νὰ εἰδοποιηθῶσιν οἱ πραγματικῶς καλούμενοι; Τὸ σημείωμα θὰ μεταδοθῇ ἠλλοιωμένον κατ’ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον, ὥστε θὰ εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοηθῇ τίς καλεῖται ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Ὑπάρχει ἐν τῇ φύσει τῶν πραγμάτων δυσκολία, ἐν τῇ τοιαύτῃ κοινοποιήσει τῇ ἐχούσῃ ἀνάγκην πολλαπλῶν ὀργάνων. Ἀλλ’ ἂς ἐρευνήσωμεν καὶ τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ κλητὴρ μεταβαίνει καὶ εὑρίσκει εἰς τὴν οἰκίαν του τὸν κατηγορούμενον καὶ ἐπιδίδει εἰς αὐτὸν τὴν κλῆσιν τοῦ εἰσαγγελέως. Πρέπει δὲ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ὁ κλητὴρ δὲν θὰ φθάσῃ πάντοτε πρὸ 8 ἡμερῶν εἰς τὸ χωρίον, ἵνα κοινοποιήσῃ τὰς κλήσεις, ἀλλ’ εἰς προθεσμίαν, ἥτις θὰ ἀφήνῃ μόλις κενόν τι διάστημα εἰς τὸν καλούμενον νὰ μεταβῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ἀπέχοντος καὶ εἴκοσι καὶ τριάκοντα ὥρας πολλάκις ἀπὸ τοῦ χωρίου τοῦ κατηγορουμένου. Μεταβαίνει λοιπὸν ὁ κλητὴρ καὶ ἐπιδίδει εἰς αὐτὸν τὸν καλούμενον τὰς κλήσεις. Ἀλλ’ ὁ χωρικὸς εἰς ἐκείνην τὴν στιγμὴν εὑρίσκεται ἔξω ἑαυτοῦ, εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε εἶναι ἀμφίβολον ἂν καὶ διὰ κανονιοβολισμῶν ἐπεδίδετο εἰς αὐτὸν ἡ κλῆσις, ἂν θὰ ἐλάμβανε γνῶσιν. Κατάκειται ἀσθενὴς ἡ σύζυγός του. Καὶ εἶναι τόσον σπουδαῖον ἐμπόδιον τοῦτο, ὥστε νὰ μὴ λάβῃ γνῶσιν τῆς κλήσεως. Πρέπει νὰ ἀναλογισθῆτε ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ χωρικοῦ δὲν εἶναι ἡ γλυκεῖα καὶ τερψίθυμος σύντροφος τοῦ βίου, ὅπως εἰς τὰς πόλεις. Εἶναι ἐργάτης καὶ σύμμαχος τοῦ συζύγου ἐν τῷ δεινῷ ἀγῶνι κατὰ τῆς φύσεως, τὴν ὁποίαν δαμάζει ὁ χωρικός, ποτίζουσα καὶ αὐτὴ διὰ τοῦ ἱδρῶτός της τὴν ἄρουραν, διὰ ν’ ἀναβλαστήσωσιν ἐξ αὐτῆς καὶ οἱ δημόσιοι φόροι, ἐργαζομένη παρὰ τὸ πλευρὸν αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ αὐτὸν πολλάκις εἶναι ὅ,τι πολύτιμον δι’ αὐτὸν ἡ ζωὴ αὐτῆς. Ἀναλογίζεται οὗτος τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν λαμβάνει τὴν κλῆσιν, ὅτι δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ καλέσῃ ἰατρὸν διὰ τὴν σύζυγόν του.
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἰσχυρισθῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου ὅτι εἶναι ἀσθενὴς ἡ σύζυγός του.
§164Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θὰ γίνῃ πιστευτός; Ἢ τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ ὁ δικαστής, θὰ εἶναι τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ ἰατροῦ; Ὁ χωρικὸς θὰ διαμαρτύρηται ὅτι δὲν εἶχε τὰ μέσα νὰ καλέσῃ ἰατρόν, ὅστις εὑρίσκετο 10 ὥρας μακράν, θὰ λέγῃ ὅτι τῷ ὤφειλε προηγουμένας ἐπισκέψεις κ. λ. π. Καὶ ἂν τυχὸν εὑρεθῇ κανεὶς ἐξ ἐκείνων τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι καταγίνονται νὰ μελετῶσι τὰς συνθήκας, ὑφ’ ἃς ἐξελίσσεται ὁ βίος τῶν χωρικῶν, θὰ τὸν δικαιώσῃ, ἀλλ’ ἐὰν τύχῃ κανεὶς ἐκ τῶν εὐπαρύφων ἐκείνων δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀσχάλλουσι, διότι μετετέθησαν ἐκ τῆς πρωτευούσης, ὅπου ἦσαν παντοῖαι διασκεδάσεις, εἰς τὴν ἐπαρχίαν τὴν μονότονον, θὰ εἴπῃ εἰς τὸν χωρικόν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ πιστοποιητικὸν ἰατροῦ, καὶ θὰ ἀπορρίψῃ τὴν ἀνακοπήν του. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνη αὐτὴ ἡ περίστασις, ἥτις δύναται νὰ μᾶς ἐμβάλῃ εἰς φόβους ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ ἐρήμην εἷς κατηγορούμενος. Καὶ θὰ σᾶς εἴπω ποίαν μεγίστην σημασίαν ἔχει νὰ καταδικασθῇ τις ἐρήμην. Εἶναι ὡς νὰ κρεμασθῇ. Ἀλλ’ ὑποτεθείσθω ὅτι ὅλα τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας τοῦ χωρικοῦ ὑγιαίνουσι καὶ ὅτι δὲν ἔχει οὗτος ἄλλο τι ἢ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν σύζυγόν του νὰ τῷ ἑτοιμάσῃ τὰ ἐνδύματά του, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου. Νομίζετε ὅτι δὲν ἔχει τίποτε ἄλλο νὰ σκεφθῇ ὁ χωρικὸς ὁ καλούμενος; Τῷ χρειάζονται 30 δραχμαὶ τοὐλάχιστον, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου.
§165Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν θὰ ὑπάγῃ ποτέ.
§166Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Αὐτὸ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτε δὲν ἐκαλοῦντο οἱ χωρικοὶ καθ’ ἡμέραν, ὅτε δι’ ἐλαχίστας πράξεις δὲν ἐκαλοῦντο ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, χαρακτηριζομένων καὶ τῶν πταισμάτων ὡς πλημμελημάτων. Ὅταν δι’ ὑπόθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν δύναται καὶ ὁ ἀστυνόμος νὰ τῷ ἐπιβάλλῃ μικρὸν πρόστιμον, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν «δὲν θὰ ὑπάγῃ ποτέ». Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἄλλο ἐμπόδιον ὁ καλούμενος ἐκτὸς τῆς ἐλλείψεως τῶν 30 δραχμῶν. Νομίζετε δὲ ὅτι εἶναι μικρὰ ἡ δυσχέρεια αὕτη, ὅταν καλῆται ἐντὸς δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν; Νομίζω ὅτι εἰς μικροτέραν δυσχέρειαν θὰ εὑρίσκετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἐὰν ἐκαλεῖτο εἰς διάστημα τριῶν ἡμερῶν νὰ προσκομίσῃ 30,000,000· τόση θὰ εἶναι ἡ δυσχέρεια τοῦ χωρικοῦ, ὅστις ἔχει νὰ σπεύσῃ εἰς ὅλους τοὺς συγχωρίους αὑτοῦ ἐκλιπαρῶν καὶ ἐξαιτῶν τὰς 30 δραχμάς, ἔχει νὰ σπεύσῃ πρὸς τὸν πλησιέστερον τοκογλύφον τοῦ χωρίου, διὰ νὰ εὕρῃ τὰς 30 δραχμάς, ἔχει νὰ σπεύσῃ εἰς τὸν δήμαρχον, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε φίλος, διὰ νὰ εὕρῃ τὰς 30 δραχμάς, καί, ἂν εὑρεθῇ πρὸ δυσχερειῶν τοιούτων, θὰ ἀγωνισθῇ μέχρι τῆς παραμονῆς τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν πρέπει νὰ ἀναχωρήσῃ, διότι χρειάζονται δύο ἡμέραι καὶ πολλάκις τρεῖς, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου, καί, ὅταν ταύτας δὲν ἐξοικονομήσῃ, θὰ ἐξαπλωθῇ εἰς μίαν γωνίαν τῆς καλύβης του καὶ θὰ εἴπῃ: ἃς μὲ κόψουν· δὲν κατώρθωσα νὰ εὕρω τὰς 30 δραχμάς. Καὶ ὅταν μεταβῇ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ἀναφέρῃ ὅτι πρὸ τοιαύτης δυσχερείας εὑρέθη ὁ κατηγορούμενος, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῆτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν πιστεύσωσι; «Μικροπονηρίαι χωρικαί»—θὰ εἴπῃ δικαστής τις φιλοσοφῶν ἐκ τοῦ προχείρου. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἀναφέρων πολλὰ ὅμοια παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ καλούμενος νὰ δικασθῇ χωρικὸς θὰ εὑρεθῇ εἰς τοιαύτην δυσχέρειαν.
§167Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀντίθετον· ἓν ἐπὶ τοῖς χιλίοις θὰ συμβῇ αὐτό.
§168Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω ποῦ κατοικεῖτε, κύριε συνάδελφε, σᾶς λέγω ὅμως ὅτι τὰ παραδείγματα αὐτὰ δὲν εἶναι ἓν ἐπὶ τοῖς χιλίοις· δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἶναι καθημερινά, εἶναι συνήθη. Δὲν θέλω, λέγω, κύριοι Βουλευταί, νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἀναφέρων εἰς ὑμᾶς πολλὰ ἄλλα περιστατικά, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν θὰ δυνηθῇ ὁ κληθεὶς νὰ παραστῇ ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως, ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον, ὅτε δὲν ἔχομεν ἀσφαλίσει ἐν τῇ Πολιτείᾳ τὴν εὐρυθμίαν ἐκείνην, ἥτις προϋποθέτει τὴν παγίωσιν τοιούτων θεσμῶν, ὅτε δὲν ἔχομεν ἀσφαλίσει ἐκεῖνα τὰ μέσα τὰ δικαστικά, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ καλούμενος δὲν θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος ἑκάστοτε νὰ προστρέχῃ εἰς τὰ Δικαστήρια. Ὅτε ἔχομεν ἀπέναντι ἡμῶν τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος, ἃς τὸ εἴπωμεν, ῥέπει εἰς τὰς δίκας, ὅτε ἔχομεν πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψει, φρονῶ ὅτι εἶναι τολμηρόν, εἶναι ἐπικίνδυνον, εἶναι ἐπιβλαβὲς νὰ καθιερώσωμεν τοιοῦτον θεσμόν. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς πρὸ ἡμερῶν ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο: «εἷς ἐκ τῶν ὅρων τοῦ πολιτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ καθιέρωσις τῆς διατάξεως ταύτης, ἥτις στερεῖ τὸν κατηγορούμενον τοῦ δικαιώματος τῆς ἀνακοπῆς». Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἂν εἶναι ὀρθὸν νὰ τίθενται ὡς ὅροι ἀμετάβλητοι πολιτικῶν προγραμμάτων θεσμοὶ τοιοῦτοι ἀναγόμενοι εἰς νομοσχέδια ὑπηρεσιακῆς φύσεως, ὅ,τι ὅμως ἤθελον νὰ εἴπω εἶναι ὅτι ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔκαμε σύγχυσιν τοῦ εὐκταίου μὲ τὸ πραγματοποιήσιμον, ὅπερ συνήθως, κύριοι Βουλευταί, γίνεται παρ’ ἡμῖν. Εὐχόμεθα ἡμεῖς πάντες νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ στόλον, ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἔχωμεν δίκτυον συγκοινωνίας πλῆρες ἀνὰ τὴν χώραν ἡμῶν, ἀλλ’ εἶναι τοῦτο πραγματοποιήσιμον; Εὐκταῖον βεβαίως εἶναι νὰ περισταλῶσιν εἰς τὸ ἐλάχιστον αἱ ἀνακοπαί, διὰ νὰ μὴ ἀπασχολῶνται τὰ διάφορα ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ πρέπει βεβαίως νὰ ἐρευνήσωμεν ἂν εἶναι τοῦτο πραγματοποιήσιμον ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν ἢ, μὴ θέλοντες νὰ σπεύσωμεν εἰς μεταφύτευσιν ξένων θεσμῶν, πρόκειται νὰ ἐπιφέρωμεν βλάβην καιρίαν εἰς τὸν ἑλληνικὸν λαόν. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, κύριοι Βουλευταί, τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοιαύτης μεταφυτεύσεως. Τὰ ἐδάφη ἐκεῖνα, ἐξ ὧν μεταφυτεύομεν τοὺς τοιούτους θεσμοὺς, (τὰ ἔχει βαθέως διασχίσει τὸ ἄροτρον τῆς προόδου τῆς τε πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς, καὶ ἂν ἡμεῖς θελήσωμεν τοὺς τοιούτους θεσμοὺς νὰ τοὺς μεταφέρωμεν εἰς τὸ ἄγονον καὶ αὐχμηρὸν ἔδαφος ἡμῶν, ἀσφαλῶς θὰ ἀποτύχωσιν.
§169ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν ἀντελήφθη κανεὶς τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅτι ἐγὼ ἐξεφράσθην ὑβριστικῶς περὶ τῆς Κρήτης, διότι νομίζω ὅτι μετὰ πολλῆς εὐλαβείας ἐξεφράσθην.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι εὐλαβῶς ὡμιλήσατε.
§171ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τις ἔχων διάφορον γνώμην, οἱανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχῃ, καὶ οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι οὗτος, ἀδιαφορῶ παντελῶς.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤθελον νὰ γνωρίζω ἐκ τίνος ἀφορμῆς προυκλήθη τὸ ἐρώτημα.
§173Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, κύριε Πρόεδρε.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ παρουσιάζωνται τοιοῦτοι μονόλογοι, διότι ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ ἀντελήφθην τὸν κ. Κουλουμβάκην μετὰ πάσης εὐλαβείας ὁμιλήσαντα περὶ Κρήτης καὶ οὐδένα θίξαντα καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναμαι νὰ ἀντιληφθῶ πῶς προῆλθε τοῦτο. Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§175ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§176Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ κ. Θεοδωρίδης.
§177Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι· ἐμείναμεν τὴν στιγμὴν ταύτην ὄντως πολὺ ὀλίγοι, ἀλλὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν ἀπαλλάσσει κανένα τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τόσον σοβαροῦ νομοθετήματος, ὅσον εἶναι τὸ προκείμενον, καὶ τοῦτο πράττω καὶ ἐγώ, διότι, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι τὸ προκείμενον νομοθέτημα εἶναι ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἀφ’ ὅσα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν κρίσιν ἡμῶν. Παρηκολούθησα, Κύριοι, μετὰ πολλῆς προσοχῆς, ὅπως καὶ ὑμεῖς ὅλοι, τὰ λεχθέντα, τὴν διονύχισιν, ὁμολογῶ, ἡ ὁποία ἐγένετο τοῦ ζητήματος, ὀφείλω ὅμως νὰ σᾶς ὁμολογήσω ὅτι, ἐνῷ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα τὰ προσενεχθέντα ἐπιχειρήματα εἶναι σοβαρὰ καὶ ἄξια νὰ προκαλέσωσιν ὅλην τὴν προσοχὴν καὶ ἡμῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ταῦτα δὲν ἠδυνήθησαν νὰ κλονίσωσι τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξ ἀρχῆς εἶχον, ὅτι ἡ ἀρχή του δὲν εἶναι πλημμελής. Λέγων ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐννοῶ πρὸ πάντων τὸ ζήτημα περὶ ἀνακοπῆς ἀναχθείσης ὑπὸ τῶν ἀντιφρονούντων εἰς δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου εἰς οὐδένα ὑποκείμενον ἔλεγχον, λόγῳ τοῦ ὅτι ἄλλως ἐνδέχεται καὶ ὁ ἀθῷος νὰ δικασθῇ ὁριστικῶς ἐρήμην. Εἶπον ὅτι δὲν ἐπείσθην, καὶ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον. Ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐξηνέχθησαν, εἶναι κυρίως ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα, ἀνάγονται εἰς τοὺς κινδύνους τοὺς ἐκ ταῦ νομοσχεδίου, ὡς διεσκευάσθη τοῦτο, δυναμένους νὰ προκύψωσιν. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ κύριον θέμα, τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἓν μόνον ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ, ὅτι παρεστάθη ἡ ἀνακοπὴ ὡς δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ κατηγορούμενος ἀνεξέλεγκτον τὸ δικαίωμα νὰ δικασθῇ ἐρήμην καὶ νὰ ἀνακόψῃ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ ταῦτα ὑποστηρίξαντες νὰ διαφωνήσω. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀπείθεια αὐτὴ νὰ εἶναι δικαίωμα.
§178ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὑρίσκετε ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ τιμωρῆται ὁ κατηγορούμενος μὲ τὴν ποινὴν τῆς πράξεως διὰ μίαν ἁπλῆν ἀπείθειαν;
§179Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἀφοῦ τὸ γνωρίζει, διατί ὄχι; Ἄλλως τε ὅλη ἡ προσοχὴ δέον νὰ στραφῇ εἰς τὰ καθέκαστα. Αὐτὰ τῳόντι χρήζουσι τροποποιήσεως, χωρὶς δ’ ὅμως νὰ ἕπηται ἐντεῦθεν ὅτι δέον νὰ πέσῃ τὸ νομοσχέδιον διότι δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι οἱ κατηγορούμενοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ δικάζωνται ἐρήμην. Δὲν ἀγνοῶ καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ σεῖς δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι εἰς τὰς πλείστας νομοθεσίας ἀνεκηρύχθη τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορουμένου νὰ δικασθῇ ἐρήμην, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν ἰσχυρὸν πρὸς τοῦτο λόγον τὸν προβαλλόμενον, ὅτι δέον νὰ δικάζηταί τις ἀνέτως, διότι ὅλα τὰ λεχθέντα κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τοῦτο συνοψίζονται, εἰς τοῦτο καταντῶσιν, ὅτι πρέπει ὁ κατηγορούμενος νὰ ἔχῃ τὴν ἄνεσίν του κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς ὑποθέσεως, νὰ μὴ βιάζηται. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς τοῦτο λέγοντας· ἂν δεχώμεθα τὸν κατηγορούμενον λέγοντα: δὲν βιάζομαι κατὰ τὴν πρώτην πρόσκλησιν, διατί δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψωμεν νὰ τὸ εἴπῃ καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην πρόσκλησιν; Ἔχομεν παραδείγματα δύο καὶ τριῶν ἀνακοπῶν, καὶ οὐδόλως παράδοξον ὅτι ὑπάρχουσι κατηγορούμενοι θέλοντες νὰ κάμωσι χρῆσιν, διότι τοῖς ἐπιτρέπει ὁ νόμος τὸ δικαίωμα τοῦτο. Βλέπετε ποῦ ὡδήγησε τὸ κρατοῦν σύστημα καὶ ἰδοὺ διατί ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὀρθὴ καὶ ὅτι ἡ ἀντίρρησις, ἡ ὁποία παριστᾷ οἱονεὶ δικαίωμα τὴν ἀνακοπήν, δὲν εἶναι πολὺ βάσιμος. Τώρα βεβαίως, Κύριοι, ὅταν ἔλθῃ τις εἰς τὰ καθέκαστα, ὅταν πρόκειται νὰ ἴδῃ τί πρέπει νὰ γίνῃ, διὰ νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακοπῆς καὶ πραγματοποιηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως, τότε τὸ πρᾶγμα ἀλλάσσει, ὡς πρὸς τοῦτο δὲ καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τῶν προλαλησάντων, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔλαβε τὴν προσήκουσαν πρόνοιαν. Ἀπαριθμεῖ περιπτώσεις τινάς, κατὰ τὰς ὁποίας μόνον ἐπιτρέπεται ἀνακοπή, καὶ ἐν τούτῳ ἔσφαλε, διότι ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ ἐλευθερώτερον τὸν δικαστήν. Καὶ καλῶς μέν, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, ἀπέβλεψεν εἰς τὴν Γερμανικὴν νομοθεσίαν, ἡ ὁποία παρεδέχθη τοῦτο, ἀλλ’ ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργός, παρακολουθῶν ἐπίσης τὴν Γερμανικὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν συνεβουλεύθη, νὰ παρακολουθήσῃ καὶ τὸ νέον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη εἰς αὐτὴν καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ παραμελήσας προθεσμίαν τινὰ διάδικος δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν εἰς ἀκέραιον ἀποκατάστασιν, ἂν ἄνευ ὑπαιτιότητος δὲν προσῆλθε καὶ ἐδικάσθη.
§180Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροπολογία, καθ’ ἣν γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνακοπή, ὅτε ἐξ ἀνυπερβλήτου αἰτίας δὲν ἠδυνήθη νὰ προσέλθῃ ὁ κατηγορούμενος, ἐκεῖ καταλήγει.
§181Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Νὰ σημειωθῶσιν αὐτά, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά.
§182ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαῖον, ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκτιμήσεως ἀπὸ τὸ Δικαστήριον.
§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἀπομένει· δὲν ὁρίζονται ἐν τῷ νόμῳ αἱ περιπτώσεις· ἄρα ὁ δικαστὴς θὰ κρίνῃ.
§184ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, ζητοῦμεν, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθόν, νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν ὁ δικαστὴς νὰ κρίνῃ καὶ νὰ δέχηται τὴν ἀνακοπήν, ἂν ἡ μὴ ἐμφάνισις προῆλθεν ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας δεδικαιολογημένης, οὐχὶ δὲ ἐξ ἀπειθείας, διότι αὐτὸς πρέπει νὰ εἶναι ὁ σκοπός, νὰ ἀποκλεισθῇ μόνη ἡ ἀπείθεια, ἀλλ’ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου δὲν προκύπτει τοῦτο.
§185ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐξ ἀμελείας καὶ τὸ ἐξ ἀπειθείας ποῖος θὰ τὸ κρίνῃ καὶ κατὰ τίνα τρόπον;
§186ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κατὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ εἴπῃ: ἠπείθησα καὶ δὲν παρουσιάσθην, διότι οὕτως ἤθελον· ἀλλ’ ὅτι θὰ κρίνῃ ὁ δικαστὴς καὶ εἰς τοῦτο, καὶ τὸ συμπεραίνω δεχόμενος τὴν ἀρχήν του.
§187Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἀλλὰ δὲν φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ καὶ ἡ προδικασία;
§188ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐξεφράσθησαν καὶ τοιαῦται ἰδέαι. Συζητοῦντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἤδη ὑπὸ τὴν διασάφησιν αὐτὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν βλέπω νὰ τρέχωμεν κίνδυνον.
§189Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διασάφησις αὐτὴ ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡς ἐτροπολογήθη πρὸ τῆς γʹ ἀναγνώσεως.
§190ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Καὶ ἓν ἄλλο· δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κύριος Ὑπουργὸς προέβη εἰς τροπολογίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα.
§191Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγινε τροπολογία· τὰ τέλη μόνον.
§192ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω ἄλλην γνώμην, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἔξοδα πρέπει νὰ λείψῃ καθ’ ὁλοκληρίαν ἡ διάταξις.
§193ΙΩ. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Οὔτε τὰ τέλη;
§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ σήμερον ὑπάρχει.
§195ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἂν ἀθωωθῇ ὁ κατηγορούμενος;
§196Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀλλ’ ἐδικάσθη ἐρήμην.
§197ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Νὰ μὴ εἶναι τόσα τὰ ἔξοδα, ὥστε νὰ μὴ δύναται ὁ κατηγορούμενος νὰ τὰ καταβάλῃ.
§198Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα δραχμαὶ εἶναι.
§199ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτὴν περὶ τελῶν καὶ μὲ τὴν ἄλλην, ὅτι μένει ἀπολύτως εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ τὸ νὰ δεχθῇ ἢ νὰ μὴ δεχθῇ τὴν ἀνακοπὴν δικαιολογουμένην, κηρύσσομαι ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 5′ μ. μ.).