1911.02.14
3,092 rows · 23,895 words · 250 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29.
τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1911.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 190 Βουλευτῶν).
(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Κεφαλληνίας ζητοῦσι χάριν. Τὸν λόγον λαμβάνουσιν οἱ κ.κ. Καβαλλιεράτος, Τριγώνης καὶ Μουσούρης. 2) Οἱ ἀδελφοὶ Δημήτριος καὶ Ἀθανάσιος Κοντογεώργου κρατούμενοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδείου ζητοῦσι χάριν. 3) Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Νεμέας ζητεῖ, ὅπως σταλῇ κυβερνητικὴ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἐκ τῆς θεομηνίας ζημιῶν καὶ πληρωμῆς φόρων. Τὸν λόγον λαμβάνει ὁ κ. Χριστόπουλος. 4) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Κεφαλληνίας κηρύσσεται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου. Τὸν λόγον λαμβάνει ὁ κ. Καβαλλιεράτος. 5) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Λαμίας κηρύσσεται κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. 6) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Κορίνθου κηρύσσεται κατὰ τῶν νομοσχεδίων περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου, περὶ ἐρημοδικίας καὶ περὶ ἀνεκκλήτου. 7) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Λαρίσης κηρύσσεται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 201,450, 530, 807 καὶ 808 τῆς Πολιτ. Δικονομίας, τοῦ νομοσχεδίου περὶ δικαστικοῦ ἐνσήμου καὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐρημοδικιῶν. 8) Ὁ Μακεδονικὸς σύλλογος «Μέγας Ἀλέξανδρος» κηρύσσεται ὑπὲρ τῆς καθαρευούσης. 9) Ὁ ἐν Βερσοβᾷ Αἰγείρας σύλλογος ἀλληλοβοηθείας «Ἅγιοι Ἀπόστολοι» παρακαλεῖ, ὅπως κατασκευασθῇ ἁμαξιτὸς ὁδὸς ἀπὸ Βερσοβᾶ μέχρι παραλίας. 10) Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν τροχιοδρόμων ζητοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας τοῦ ἐπιτηδεύματος. 11) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Πύλου ζητοῦσι χάριν. 12) Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Κλεωνῶν ἐπὶ τῷ ἀκούσματι ὅτι αἱ δημόσιαι ἀρχαὶ δὲν ἐβεβαίωσαν πλήρη καταγραφὴν σιτηρῶν τοῦ 1910 παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτὸν παντὸς φόρου διὰ νόμου. 13) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Βόλου ζητοῦσι χάριν. 14) Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀγαπητὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος. 15) Ἐπίσης οἱ βουλευταὶ κ.κ. Τριγώνης καὶ Γαλανὸς ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, αἵτινες παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. 16) Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Μιχαλόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ ἄρθρων τινῶν τοῦ Συντάγματος, αἵτινες παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. 17) Ὁ βουλευτὴς κ. Τριγώνης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ διοικητικῆς καὶ δικαστικῆς ὑπαγωγῆς τοῦ δήμου Παρακαμπυλίων. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων κλπ.
§2Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης.
§4Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ παρελθὸν Σάββατον, κ. Πρόεδρε, ἐνεχείρισα θέματά τινα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα ἀφεώρων τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Γεωργίας καὶ τῆς Παιδείας, καὶ μετ’ ἀπορίας βλέπω, ὅτι ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένα. Ἐπειδὴ δὲ τὰ θέματα εἶναι ἐπείγοντα λίαν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον ὄχι μόνον νὰ ἐρευνήσῃ πῶς δὲν ἀνεγράφησαν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἀλλὰ καὶ νὰ μοὶ δοθῇ ὁ λόγος, ἵνα διαπραγματευθῶ σήμερον τὰ θέματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγγράφως ἐνεχείρισα τὸ παρελθὸν Σάββατον, ὡς εἶπον, εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαντῶ παραχρῆμα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας. Ἡ αἰτία τῆς μὴ ἐγγραφῆς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν σημειωμάτων του ἔγκειται εἰς αὐτὰ τὰ σημειώματά του, ἐγὼ δὲ αὐτὸς διέγραψα ἐκ τοῦ πίνακος ταῦτα. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἔχομεν ἐρωτήσεις, συστάσεις καὶ ἐπερωτήσεις. Ὁ κ. Ἀλεξάκης παρὰ τὴν πολυχρόνιον πεῖράν του ἐνεχείρισεν εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς ἓν σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἔχω αὐτούσιον καὶ τὸ ὁποῖον λέγει: «Κύριον Ὑπουργὸν Γεωργίας. Διὰ τὴν δασονομικὴν σχολὴν Βυτίνης.—κ. Ὑπουργὸν Ἐσωτερικῶν. Περὶ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Λαγκαδίων κλπ. Π. Ἀλεξάκης» Τί εἶναι αὐτό; Ζητεῖ κατάθεσιν ἐγγράφων; Ζητεῖ πληροφορίας; Ζητεῖ ἔλεγχον; Οὐδὲν ὁρίζει. Κατὰ συνέπειαν λόγῳ ἀοριστίας διεγράφησαν ἐκ τοῦ πίνακος. Παρακαλῶ αὐτὸν νὰ καταρτίσῃ τὰ σημειώματα συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν.
§6Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§8Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως μάλιστα.
§10Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρῶτον εἶναι τοῦτο, μία παράλειψις τοῦ Προεδρείου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐμερίμνησε νὰ τυπώσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ τὸν διανείμῃ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βέβαια, βέβαια.
§12Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσδύσωμεν ἡμεῖς εἰς τὸ πνεῦμα ἐκείνου καὶ εἰς τὸν σκοπὸν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν αὐτὰς τὰς προτάσεις καὶ νὰ γνωρίζωμεν τὰς διακρίσεις αὐτάς, τὰς ὁποίας δὲν γνωρίζω πόθεν ἤντλησε καὶ τὰς ὠνόμασεν ἐπερωτήσεις, ἐρωτήσεις καὶ συστάσεις. Δὲν γνωρίζω δέ, ἂν ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως ἐκείνης ὑπῆρξεν ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, χαρακτηρίζουσα ἀορίστους τὰς προτάσεις, ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἤδη μᾶς δίδει τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἀπέρριψε τὰ σημειώματα καὶ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου. Δὲν εἶναι δυνατόν, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἔλεγχος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἐὰν δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἑρμηνεύωμεν τὸν Κανονισμόν, ὁ ἔλεγχος διαγράφεται ἐντελῶς, καὶ θὰ εἶναι ἀξιοπρεπέστερον νὰ εἴπωμεν σαφῶς, ὅτι δὲν ἐπιτρέπομεν ἔλεγχον. Καὶ δύναμαι καταφεύγων εἰς πολυλογίαν καὶ ἐπιλαμβανόμενος ἄλλων θεμάτων νὰ ἀναφέρω καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιθυμῶ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ προσῆκον. Τὰ θέματα πρέπει νὰ εἶναι σύντομα, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἕκαστος λαμβάνων τὸν λόγον δέον νὰ συζητῇ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μοὶ εἴπητε, πῶς ἐγένετο αὐτὴ ἡ διάκρισις εἰς ἐρωτήσεις, συστάσεις καὶ ἐπερωτήσεις. Δύνασθε νὰ μοὶ τὸ εἴπητε τώρα αὐτό;
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς τὸ εἴπω.
§14Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον, διότι ὅλα τὰ θέματα, ἐφ’ ὧν ἐζήτησα τὸν λόγον, ἀφορῶσι τὸν ἔλεγχον τὸν κυβερνητικόν. Ἤδη πληροφοροῦμαι μετ’ ἀπορίας, ὅτι ἐχαρακτηρίσατε ταῦτα ἐλαττώματα καὶ συστάσεις, καὶ ἐρωτῶ δυνάμει τίνος δικαιώματος οὕτως ἐπράξατε;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ.
§16Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐξάγεται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, οὐδὲ ἐκ τῆς σοφωτάτης αὐτῆς ἐφευρέσεως, ὅτι ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ ἀπορρίπτῃ ὡς ἀόριστα τὰ διάφορα θέματα τὰ σκοποῦντα ἔλεγχον κυβερνητικῶν πράξεων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ζητεῖτε ὑποβολὴν κατηγορητηρίου κατὰ τοῦ Προέδρου, διὰ νὰ κατέλθω τῆς ἕδρας.
§18Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς δὲν ἐτυπώθη ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐργασίας, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, ὡς ἐκ τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Δὲν γνωρίζω, ἂν ὁ Κανονισμὸς εἶναι σοφὸς ἢ ἄσοφος. Γνωρίζω μόνον ὅτι ὁ Κανονισμὸς οὗτος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἐφαρμόζεται. Ὁ Κανονισμὸς διακρίνει ἐρωτήσεις, συστάσεις καὶ ἐπερωτήσεις. Αἱ διατάξεις αὐταὶ τοῦ Κανονισμοῦ εἰσι τυπωμέναι καὶ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς καὶ δύναται πᾶς Βουλευτὴς νὰ ἔχῃ πρόχειρον τὸ δελτίον τῶν Πρακτικῶν τῆς ἡμέρας ἐκείνης. Οὕτω θὰ εἶναι δυνατὸν πᾶς τις νὰ κανονίζῃ ποία ἡ ἐρώτησις, ποία ἡ σύστασις καὶ ποία ἡ ἐπερώτησις. Ἰδοὺ τί ὁρίζει ὁ Κανονισμός: «ἡ ἐρώτησις συνίσταται εἰς αἴτησιν πληροφορίας, ἂν περιστατικόν τι εἶναι ἀληθές, ἂν εἴδησίς τις εἶναι ἀληθὴς καὶ ἂν ἔλαβε γνῶσιν ταύτης ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα χρήσιμα ἢ ὄχι· ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἢ μέλλει νὰ λάβῃ ἀπόφασίν τινα περὶ ὡρισμένου ἀντικειμένου». Ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορηθῇ τὸ Προεδρεῖον ὅτι ἀφῄρεσε παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν, διότι αὐτὴ ἡ σινδών, ἡ ὁποία λέγεται Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων ἀναγράφει 86 Βουλευτὰς ζητήσαντας τὸν λόγον ἐπὶ ἐπερωτήσεων, δὲν ἦτο δὲ δύσκολον νὰ ἀναγραφῇ καὶ ὁ κ. Ἀλεξάκης 87ος. Δὲν ἦτο λοιπὸν ζήτημα νὰ ἀφαιρεθῇ παρ’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν, οὔτε οἰκονομία τις χρόνου ἐπεδιώχθη. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας μοὶ ἐφάνη περίεργον πῶς δὲν συνέταξε τακτικὰ τὸ σημείωμά του, καίτοι ἔχει πεῖραν μακράν.
§20Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Χρειάζεται νέα πεῖρα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ οἱ ἔχοντες τὴν παλαιὰν πεῖραν προσαρμόζονται εὐκολώτερον πρὸς τὴν νέαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπέβαλε σημείωμα, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν λέγει τίποτε. Ζητεῖ πληροφορίας ἆρά γε; Ὑποβάλλει γνώμας περὶ διορθώσεως τῶν κακῶς ἐχόντων; Ἐφ’ ὅσον δὲν λέγει τίποτε ὡρισμένον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδυνάμην νὰ πράξω, ἦτο νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργείων διὰ τὸν κ. Βουλευτήν, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν θὰ εἶχεν ἀποτέλεσμα, ἐφ’ ὅσον τὸ αὐτούσιόν του σημείωμα δὲν λέγει τίποτε. Τὸ Προεδρεῖον λοιπόν, πρὸ τοιούτου σημειώματος εὑρεθέν, ἐδίστασε νὰ τὸ ἀναγράψῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§22Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸν λόγον.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις, διότι δὲν ἑρμηνεύεται ὁ Κανονισμός.
§24Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν βλέπω τινὰς συναδέλφους ἐγγραφέντας ὅπως ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἐντοπίων τηλεγραφητῶν, ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ναοῦ «Εὐαγγελιστρίας».
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι ὁ ἐπερωτήσας ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἐλέγξῃ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§26Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τί ἄλλο ἐδείκνυον ἐγώ;
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ μαντεύσω.
§28Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὲ τὰς δύο λέξεις, τὰς ὁποίας ἔγραψα, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοήσητε. Ἄλλως τε ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρόεδρος ὅτι, ὅτε ἐγένοντο αἱ μεταβολαὶ τοῦ Κανονισμοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, ἐφηρμόζετο ὁ παλαιὸς Κανονισμὸς μέχρι καὶ μιᾶς ἡμέρας μετὰ τὴν διανομὴν τοῦ νέου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπῆρξε τοιαύτη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§30Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§32Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὄχι, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατεῖχε τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπαξίως κατέχετε, ὁ κ. Ῥώμας, ὅστις, γενομένων παρατηρήσεων, εἶπεν ὅτι μέχρις οὗ τυπωθῇ ὁ νέος Κανονισμὸς δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ διατάξεις τοῦ παλαιοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος παρασυρθείς, φαίνεται, ἀπὸ τὰς νέας ἰδέας ἀφῆκε τὰς παλαιὰς καὶ ἀκολουθεῖ τὰς νέας καὶ συμμορφοῦται μὲ τὰς συστάσεις τῶν νεωτέρων συναδέλφων, τῶν ὁποίων αἱ γνῶμαι ἐγένοντο νόμοι τῆς Βουλῆς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, νεώτερος καθ’ ἡλικίαν τοῦ κ. Ῥώμα, ἀκολουθεῖ τὰς νεωτέρας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουσιν ὅτι, ἀφ’ ἧς ψηφισθῶσι τὰ Πρακτικά, ἰσχύει ὁ νόμος ὁ ἐν τοῖς Πρακτικοῖς ἀναγραφόμενος.
§34Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ Κανονισμός, τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος, ὁρίζει ἀπὸ τί συνίσταται ἡ ἐρώτησις, ἡ ἐπερώτησις καὶ ἡ σύστασις, ἀλλὰ δὲν κανονίζει κατὰ τίνα τρόπον θὰ γραφῇ ἡ περίληψις, ἥτις θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐὰν δὲ θεωρηθῇ— καὶ ταῦτα δὲν εἶναι λεπτολογήματα—ὅτι θὰ πρέπῃ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ ταύτῃ Διατάξει ὁλόκληρος ὁ ὁρισμὸς τῆς συστάσεως ἢ τῆς ἐπερωτήσεως, ὁ ἀναγραφόμενος ἐν τῷ Κανονισμῷ, καὶ πάλιν ἀπομένει σπουδαῖον ζήτημα, τίς εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ κρίνῃ, ἂν αἴτησίς τις πρὸς ἀναγραφὴν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἶναι ὡρισμένη ἢ ἀόριστος καὶ τίς δικαιοῦται νὰ ἀπορρίψῃ ταύτην ἐπ’ ἀοριστίᾳ. Διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ παρέχουσα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τοιοῦτον δικαίωμα δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη. Τί ἔχομεν μόνον; Ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ νέου διδασκόμεθα ὅτι, ὅτε πρό τινων ἡμερῶν ἐγεννήθη ζήτημα, ὅτι ἀορίστως εἶχεν ἀναγραφῆ ἐπερώτησίς τις καὶ ὅτι, ἕνεκα τῆς ἀοριστίας ταύτης, ἐπεξετάθη συζήτησις ἐπὶ πολλῶν σχετικῶν θεμάτων, ἐκρίθη ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ, ὅπως διὰ τοῦ Προεδρείου διαγράψῃ τὴν ἀόριστον ἐπερώτησιν. Ἡ πεῖρα λοιπὸν ἢ ἡ νομολογία, ἐὰν θέλητε, εἶναι ὅτι ἀποφάσει τῆς Βουλῆς γίνεται ἡ διαγραφή, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ πρᾶγμα μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου δὲν θὰ ἔχῃ σημασίαν ἤδη, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι δίδομεν ἐκ τῶν προτέρων τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, πᾶσαν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος ἤθελε κρίνει ἀόριστον, νὰ τὴν ἀπορρίπτῃ καὶ νὰ μὴ τὴν ἀναγράφῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει νὰ τὸ δώσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν Πρόεδρον;
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔχει ὁ Πρόεδρος ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ὅστις λέγει ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τηρεῖ ἴδιον βιβλίον καὶ ἐγγράφει τοὺς γνωστοποιοῦντας καὶ τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως ὡρισμένως διατυπούμενον.
§36Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει διαφωνία περὶ τοῦ ὅτι πρέπει τὸ θέμα νὰ εἶναι ὡρισμένως διατετυπωμένον. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ σήμερον συμβαίνοντος. Ὁμιλῶ διὰ τὰ περαιτέρω. Τίς θὰ κρίνῃ ἂν εἶναι ὡρισμένον τὸ θέμα ἢ ὄχι; Κρίνει ὁ Πρόεδρος; Τοιοῦτον συμπέρασμα δύναται νὰ ἐξαχθῇ ἐκ πρώτης ἐντυπώσεως. Καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι παρεβίαζε τὸν Κανονισμόν, κρίνων περὶ τοῦ ἀορίστου ἢ μή. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπιμένω ὅτι πρόκειται περὶ κενοῦ τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διορθώσῃ ἡ Βουλή. Λέγω δὲ ταῦτα, διότι φοβοῦμαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἐν τῷ μέλλοντι Πρόεδροι...
§37ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸς ὁ Κανονισμὸς θὰ ἰσχύσῃ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν.
§38Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀλλὰ πιθανὸν ἡ ἐξ αὐτῆς νομολογία νὰ μεταπέσῃ καὶ εἰς τὸν τακτικὸν Κανονισμόν. Θέλω ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, διότι ἡ ἐκκρεμότης του δύναται νὰ γεννήσῃ ζήτημα.
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι τοῦτο· ὑπεβλήθη ὑπό τινος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον σημείωμά τι, δι’ οὗ ἐλέγετο ὅτι ζητοῦνται τί; Πληροφορίαι; Πρόκειται νὰ γίνῃ ἐπερώτησις; Οὐδὲν ἐσαφηνίζετο ἐν τῷ σημειώματι ἐκείνῳ, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος εὑρεθεὶς εἰς ἀπορίαν, τί θέλει ὁ κ. Βουλευτής, δὲν ἐνήργησέ τι, δηλαδὴ οὔτε εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐπερωτήσεων ἐνέγραψε τὸ σημείωμα, διότι δὲν ἐφέρετο σαφῶς, ἂν θέλει νὰ ἐπερωτήσῃ ὁ κ. Βουλευτής, οὔτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον παρέπεμψε τὸ σημείωμα ὡς ἀναφοράν, διότι ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀπαντήσῃ διὰ τὴν ἀοριστίαν του. Δὲν πρόκειται λοιπὸν ἢ περὶ διαγραφῆς ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου σημειώματος λόγῳ ἀοριστίας.
§40Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε ἐτελείωσε τὸ ζήτημα.
§41ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω ὅτι εἰς πᾶσαν περίστασιν ὁ κ. Πρόεδρος ἐνόμισεν ὅτι ἐφαρμόζει τὸν Κανονισμόν. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν, ὅπως ὁ πίναξ αὐτός, ὅστις ἀποτελεῖ εἶδος Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων, δύναται νὰ καταρτίζηται ὑφ’ ἑκάστου ἐξ ἡμῶν. Ἡ Βουλὴ διὰ τὴν κανονικὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἔχει ὡρισμένον πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ Πρόεδρος αὐτῆς. Ὅπως δὲ ὁ Πρόεδρος δύναται νὰ διευθύνῃ τὰς συζητήσεις αὐτῆς ἐφαρμόζων τὸν Κανονισμὸν καὶ εἰς πᾶσαν περίστασιν, καθ’ ἣν ἀναφύονται ἀντιρρήσεις ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν ἐφαρμόζει τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ τὸν παραβαίνει, καλεῖται νὰ ἀποφαίνηται ἡ Βουλή, ἂν ἐξακολουθεῖ περιβάλλουσα αὐτὸν δι’ ἐμπιστοσύνης, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν μικροτάτην ἐξουσίαν εἰς τὸν Πρόεδρον, ὅπως λαμβάνων σημείωμά τι κρίνῃ, ἂν πρόκειται περὶ ἐρωτήσεως ἢ ἐπερωτήσεως, καὶ ἀναγράφῃ ἑπομένως εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐπερωτήσεων ἐκεῖνα τὰ σημειώματα, ἅτινα φέρουσι τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς ἐπερωτήσεως, παραμένοντος, ἐννοεῖται, τοῦ δικαιώματος εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅστις νομίζει ὅτι κακῶς ὁ Πρόεδρος δὲν τὸν ἐνέγραψεν εἰς τὸν πίνακα, νὰ ἐπερωτήσῃ περὶ τούτου. Ἐὰν θέλητε μάλιστα, δυνάμεθα νὰ καθιερώσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὴν νομολογίαν νὰ ἀναγράφηται πρῶτος ὁ τοιοῦτος Βουλευτὴς πρὸ τῶν ἄλλων ἐπερωτήσεων.
§42Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀναγνώσατε, κύριε Πρόεδρε, τὸ σημείωμά μου.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σημείωμα ὑμῶν δὲν προκαλεῖ ἀμέσως τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι δὲν λέγει οὔτε «Πρὸς τὸν Πρόεδρον» οὔτε «Κύριε Πρόεδρε», οὔτε τίποτε, ἀλλὰ λέγει «Κύριον Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας. Διὰ τὴν δασονομικὴν σχολὴν Βυτίνης. Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Περὶ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Λαγκαδίων. Ὁ Βουλευτὴς Ἀρκαδίας Π. Ἀλεξάκης.» Εἴπατέ μοι, σᾶς παρακαλῶ, ἂν τοιούτου εἴδους ἔγγραφα ἀπευθύνονται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὑπὸ Βουλευτοῦ καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν σημειώσεις γραφόμεναι ἐπὶ τοῦ γόνατος. Ἐγὼ καταγίνομαι δυστυχῶς ἐπὶ πολὺ νὰ ἐξελέγχω προσωπικῶς ὅλα τὰ τοιαῦτα αἰτήματα, διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἔλεγχος κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§44Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὥστε, ἂν ἐτίθετο ἡ λέξις ἐπερώτησις...
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, διότι προέβησαν καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἰς τοῦτο καὶ μετωνόμασαν τὰς ἐρωτήσεις εἰς ἐπερωτήσεις, ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν ἀνεγράφησαν. Πρέπει νὰ ἀναγραφῇ τοῦτο: Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας διὰ τὴν δεῖνα πρᾶξιν ἢ τὴν δεῖνα παράλειψιν.
§46Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἰδοὺ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς ἐπερωτήσεως (ἀναγινώσκει): «Περὶ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ ναοῦ Εὐαγγελιστρίας».
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ τὸ αἴτημα, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς, λέγει ὅτι: ζητῶ νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας». Ὑμεῖς δὲν γράφετε τίποτε. Ἔχετε δώσει ἓν πρόχειρον σημείωμα καὶ οὐδὲν ὁρίζετε. Ἀλλὰ πρέπει, νομίζω, ἐφ’ ὅσον ζητεῖτε ἐργατικότητα παρὰ τοῦ Προεδρείου νὰ καταβάλλιτε καὶ σεῖς τὴν αὐτὴν ἐπιμέλειαν.
§48Γ. ΠΩΠ. Ὁ τρόπος, Κύριε Πρόεδρε, καθ’ ὃν δίδεται ἡ ἑρμηνεία τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι προυκάλεσαν τὸν νέον Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Ὁ σκοπὸς τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἦτο ἡ ἀποφυγὴ μακρηγοριῶν, εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσαμεν ὅτι δύναται ἡ ἀναφορὰ τοῦ τελευταίου καταδίκου νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς 10 λεπτά, νὰ μὴ παρέχωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα Βουλευτὴν νὰ εἰσηγῆται τὰς γνώμας αὑτοῦ εἴτε ἐρωτῶν εἴτε ἐπερωτῶν. Ἡ συζήτησις ἡ κυρία, ἡ ὁποία ἐγένετο, εἶναι περὶ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὃ θὰ διήρκει ἡ μία ἐρώτησις ἢ ἐπερώτησις, ἀλλ’ ἡ ἀσάφεια προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι παρελείφθη ὁ τύπος τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρελείφθη· τυποῦται ὁ Κανονισμός.
§50Γ. ΠΩΠ. Πᾶς νόμος ἔχει ἀνάγκην δημοσιεύσεως· ἡ δημοσίευσις δὲ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος του. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ ἡ πολιτικὴ φυσιογνωμία, τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ἀλεξάκη, ἔπρεπε νὰ σᾶς παράσχῃ τὸ ἐνδόσιμον νὰ πιστεύσητε, ὅτι δὲν ἤθελεν οὔτε νὰ θωπεύσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας οὔτε νὰ χαριεντισθῇ μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἀλλ’ ἤθελε νὰ ἐλέγξῃ. Γενομένης τοιαύτης ἐπερωτήσεως, θὰ ἦτο ὀρθὸν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἤθελε δημοσιευθῇ τὸ κείμενον τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν κ. Ἀλεξάκην νὰ ἐπερωτήσῃ, καί, ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργὸς ἀπησχολημένος πρὸς ἄλλα παραγωγικὰ ἔργα δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπαντήσῃ, ἠδύνατο νὰ ἀναβληθῇ δι’ ἄλλην ἡμέραν ἡ ἀπάντησις, ἀλλ’ εἶναι δίκαιον, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ καὶ νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐπ’ αὐτοῦ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, καὶ δὲν διστάζω νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἀποφανθῇ, ὅπως λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Ἀλεξάκης προκειμένου νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀποφύγῃ ἔλεγχον ὁπωσδήποτε προερχόμενον ἰδίως ἀπὸ ἐλέγχοντα Βουλευτὴν τῆς περιωπῆς καὶ τοῦ κύρους τοῦ κ. Ἀλεξάκη.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ μεταβολῆς. Ἄλλως τε ἐγὼ ἔχω ἀντίθετον γνώμην περὶ τοῦ παρακαθημένου πρὸς τὸν προλαλήσαντα περὶ τοῦ κ. Ἀλεξάκη, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ἐκ μικρᾶς πείρας ὅτι ὁ κ. Ἀλεξάκης ἀγριεύων θωπεύει καὶ μειδιῶν δάκνει. Δὲν ἐγνώριζον δὲ ἐγὼ ἂν ἤθελε νὰ δήξῃ ἢ νὰ θωπεύσῃ, διότι δὲν εἶχον ἴδει καὶ τὴν φυσιογνωμίαν του.
§52Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἂς λείψωσιν αὐτά.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν....
§54Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μεταβολή.
§56Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διότι κατὰ τὸν Κανονισμὸν δικαίωμα τοιοῦτον δὲν ἔχετε. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν καλῶς διεγράφη ἡ ἐπερώτησίς μου ἢ οὔ, ἂν πρέπει νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, ἢ ὄχι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: ἔχει ὀρθῶς ἡ σύνταξις τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως;
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα· μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἔχει ὀρθῶς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§60Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ ἐρώτημα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· θὰ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κατέλθω τῆς ἕδρας. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν συναινεῖ νὰ λάβῃ τὸν λόγον ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§62ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι· ὄχι.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἀλεξάκης παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§64Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σᾶς συγχαίρω.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καταθέτει ἀπάντησιν εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Εὐβοίας κ. Λάσκαρι γενομένην ἐπερώτησιν. Ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθηκῶν». Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Ῥακτιβὰν εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς ἔχει τὸν λόγον.
§66Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς καταθέτω τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν συνέταξεν ἐπὶ ἐννέα ἐκ τῶν πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῷ «περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων» κεφαλαίῳ τοῦ Συντάγματος, ὑποθέτω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἀκούσῃ σήμερον δι’ ὀλίγων τὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠσχολήθη ἡ ἐπιτροπή, ἐπιφυλαττομένης βεβαίως ἐκτενεστέρας ἀναπτύξεως, ὅταν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τῶν κατ’ ἰδίαν ἄρθρων καὶ τῶν τροποποιήσεων, τὰς ὁποίας προτείνει ἡ ἐπιτροπή. Ἡ ἐπιτροπή, εἶχεν ὑπ’ ὄψει αὑτῆς τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν ὑπό τε τῶν κ. Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑπὸ διαφόρων ἄλλων κ. Βουλευτῶν· ἐπίσης εἶχεν ὑπ’ ὄψει πᾶσαν ἐργασίαν, ἡ ὁποία προηγήθη ἐν προκειμένῳ, ὡς καὶ τὰς γνώμας τῶν ἰδίων αὑτῆς μελῶν, πρὸ παντὸς δ’ εἶχεν ὑπ’ ὄψει τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν 18 Φεβρουαρίου 1910 ἐξέδωκεν ἡ Βουλὴ τῆς Βʹ Ἐκτάκτου Συνόδου τῆς ΙΗʹ Βουλευτικῆς Περιόδου, ὅπερ ἀποτελεῖ τὴν ἀφετηρίαν τῆς δοθείσης ἑρμηνείας, περὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, εἰς τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἧς εἰσηγητὴς γενικώτερος εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἐπιτροπή, λαβοῦσα πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, κατέληξεν εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα: Ἐν πρώτοις εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ κεφάλαιον περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, ὅπερ κακῶς οὕτω τιτλοφορεῖται, περιέχει θεμελιώδη ἀξιώματα καὶ θεμελιωδεστάτας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ τροποποιήσεων ὑπ’ ἄλλην ἔννοιαν ἢ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς προσθήκης ἐγγυήσεων, τῆς ἀρτιωτέρας διατυπώσεως καὶ τοῦ ὅσον ἔνεστιν αὐστηροτέρου καθορισμοῦ τῶν ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐνεδεικνύοντο. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐγένοντο ἀληθῶς καὶ πᾶσαι αἱ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ἐργασία αὐτὴ τῆς ἐπιτροπῆς. Προηγεῖται τὸ ἄρθρον 3, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ὡς ἀξίωμα ὅτι «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των». Ἐπὶ τῇ γενομένῃ παρατηρήσει καὶ ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ὅτι τὸ «ἀναλόγως τῆς περιουσίας» παρεξηγήθη ἄλλοτε ὡς ἀποκλεῖον ὡρισμένον τρόπον φορολογικόν, ὡς ὑποδεικνῦον τὴν ἀναλογικήν, ἀποκλεῖον δὲ τὴν προοδευτικὴν λεγομένην φορολογίαν, ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ ἕνα ὅρον ἀόριστον, τὸν ὅρον «κατὰ λόγον», καίτοι καὶ ἡ ἀρχικὴ διατύπωσις δὲν εἶχεν ἄλλην ἔννοιαν ἢ ὅτι οἱ εὐπορώτεροι καταβάλλουσι περισσότερα καὶ οἱ ἀπορώτεροι ὀλιγώτερα, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἠμφισβητήθη αὐτό, ὑποβαλλομένου τοῦ Συντάγματος εἰς νέαν ἔρευναν, ἐθεώρησεν ὀρθὸν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὁρίσῃ ἀκριβέστερον τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἡ ἑτέρα τροποποίησις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό, εἶναι ἐκείνη, ἧς τὴν ἀνάγκην συνησθάνθη ἡ ἡμετέρα Πολιτεία ἐπανειλημμένως, ὁσάκις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῇ τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν ἀλλοδαπῶν ἀνηκόντων εἰς Πολιτείας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὀργανισμοὺς ὑπηρεσιῶν τινων τελειοτέρους ἡμῶν, καὶ ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ οὐχὶ ἁπλῶς συμβουλευτικῶς τὴν ἀρωγήν, ἀλλὰ κατατάττουσα αὐτοὺς εἰς τὴν τάξιν τῶν ὑπαλλήλων, τότε δ’ εὑρέθη πρὸ ἀπροχωρήτου λόγῳ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3 τῆς ἀπαιτούσης, ὅπως ὅλαι αἱ δημόσιαι λειτουργίαι δίδωνται εἰς πολίτας Ἕλληνας. Περιελάβομεν λοιπὸν μίαν ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν διετυπώσαμεν ἀκριβέστερον, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 6 τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, ὡς ἑξῆς: «Μόνον δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας πλὴν τῶν δι’ εἰδικῶν νόμων εἰσαγομένων εἰδικῶν ἐξαιρέσεων». Ἀπῃτήσαμεν τουτέστι καὶ εἰδικὸν νόμον καὶ εἰδικὴν περίπτωσιν καθοριζομένην ἐν τῷ νόμῳ, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἐξαίρεσις ἀπὸ τοῦ κανόνος αὐτοῦ. Ἡ δευτέρα σειρὰ τροποποιήσεων, ἡ ὁποία προτείνεται, ἀφορᾷ τὰς περὶ ἀπαραβιάστου τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας διατάξεις. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος θέτει, ὡς γνωστόν, τὸν κανόνα, ὅτι «Οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Ἀλλὰ μία τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὸν περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας, εἶναι ἡ τῶν εἰκαζομένων αὐτουργῶν ἀδικήματος, καὶ περὶ τούτων προνοοῦσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Συντάγματος, ὧν ἡ πρώτη ὁρίζει ὅτι, ἐξαιρουμένου τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐγκλήματος, οὐδεὶς συλλαμβάνεται οὐδὲ φυλακίζεται ἄνευ ἠτιολογημένου δικαστικοῦ ἐντάλματος ταυτοχρόνως κοινοποιουμένου. Ἐπὶ τοῦ πρώτου τούτου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 5 ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἐν τῇ λέξει «ἔγκλημα» συμπεριλαμβάνονται τὰ πλημμελήματα καὶ τὰ κακουργήματα, οὐχὶ δὲ καὶ πταισματικαὶ παραβάσεις. Τοῦτο συνάγεται καὶ ἐκ τῆς χρήσεως τῆς λέξεως αὐτῆς ἐν ἄλλῳ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ διάταξις ἡ περὶ τοῦ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλληφθέντος προνοοῦσα διατάσσει τὴν προσαγωγὴν τοῦ συλληφθέντος εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτήν. Ἑπομένως περὶ τῶν πταισμάτων δὲν ἔχομεν διάταξιν οὐδὲ δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 τοῦ Συντάγματος ἀναφερομένους. Ἀπ’ ἐναντίας περὶ αὐτῶν πρέπει νὰ ἐκδοθῇ ἰδία νομοθετικὴ πρᾶξις, ἡ ὁποία νὰ θεσπίσῃ ἠπιωτέρους ὁρισμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξαιρέσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπει τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος, διότι λέγει: «Οὐδεὶς καταδιώκεται, συλλαμβάνεται, φυλακίζεται ἢ ἄλλως πως περιορίζεται, εἰμὴ ὁπόταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει». Ἕνεκα τούτου δύναται καὶ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ μία διαδικασία συνοπτικωτάτη ἐπὶ πταισματικῶν παραβάσεων, οὕτως ὥστε ὁσάκις συλληφθῇ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ὁδηγεῖται εἰς τὴν ἀστυνομίαν, ἵνα δώσῃ τὴν ταυτότητά του ἢ ἀνακριθῇ, νὰ ἐνεργῆται δ’ ἡ ἀνάκρισις αὕτη ὡς τάχιστα καὶ νὰ ἀπολύηται παραχρῆμα, ἐφ’ ὅσον δὲν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν τὸν θεσμὸν Δικαστηρίων λειτουργούντων ἐν τῇ Ἀστυνομίᾳ καὶ δυναμένων ἀμέσως νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ἐκδικάσεως τῆς τοιαύτης παραβάσεως. Μετὰ τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην, ὅσον ἀφορᾷ τὰ πταίσματα ἔχομεν τὴν διάταξιν περὶ τῆς ἐπ’ αὐτοφώρῳ συλλήψεως ἕνεκα πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων. Περὶ αὐτῶν τὸ Σύνταγμα ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ὁ ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἢ δι’ ἐντάλματος συλλήψεως κρατηθεὶς προσάγεται ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸν ἁρμόδιον ἀνακριτὴν κ. λ. π.» Αὐτὸ τὸ «ἄνευ ἀναβολῆς» εἶναι ἐντελῶς ἀόριστον, δυνάμενον νὰ ἐπιδέχηται οἱανδήποτε ἔκτασιν, καὶ διὰ τοῦτο λίαν ὀρθῶς προυτάθη, ὅπως ταχθῇ εἰκοσιτετράωρος προθεσμία. Ταυτοχρόνως ὅμως ἡ εἰκοσιτετράωρος προθεσμία δὲν ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκής, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ μεταγωγῆς τοῦ συλληφθέντος εἰς ἑτέραν πόλιν, ὅπου ἑδρεύει ὁ ἀνακριτής, ἕνεκα τούτου δὲ ἐτέθη ὁ περιορισμὸς ὅτι «ἂν δὲ ἡ σύλληψις ἐγένετο ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ ἀνακριτοῦ, ἐντὸς τοῦ ἀπολύτως ἀναγκαίου πρὸς μεταγωγὴν χρόνου». Βεβαίως δὲν εἶναι τέλειος ὁ προσδιορισμὸς αὐτός, ἀλλ’ εἶναι ὁ μόνος ἐφικτὸς τρόπος, διὰ νὰ κανονισθῇ ἡ περίπτωσις αὐτή. Κατόπιν τὸ ἀρχικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος περιέχει τὴν ἑξῆς κύρωσιν: «Παρελθουσῶν τῶν τριῶν ἡμερῶν χωρὶς νὰ ἐκδοθῇ ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ ἔνταλμα φυλακίσεως, πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἶναι εἴτε στρατιωτικός, ὀφείλει νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα». Ἔμενεν ὅμως ἄνευ προστασίας ἡ πρώτη περίπτωσις τῆς προσαγωγῆς ἄνευ ἀναβολῆς, τῆς προσαγωγῆς ἐντὸς εἰκοσιτετραώρου, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη συμπληρωτέα κατὰ τοῦτο ἡ πρόνοια αὕτη τεθέντος ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ ἑξῆς: «Παρελθούσης ἀπράκτου ἑκατέρας τῶν προθεσμιῶν τούτων πᾶς δεσμοφύλαξ ἢ ἄλλος τις ἐπιτετραμμένος τὴν κράτησιν τοῦ συλληφθέντος, εἴτε πολιτικὸς ὑπάλληλος εἴτε στρατιωτικός, ὀφείλει νὰ ἀπολύσῃ αὐτὸν παραχρῆμα». Οὕτως ἔχομεν βεβαίως μίαν διάταξιν ἀρτίαν. Ἀλλ’ ἡ διάταξις εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τηρηθῇ, νὰ ἔχωμεν παραβάσεις· πότε λοιπὸν θὰ εἶναι ἡ κύρωσις αὐτοῦ; Τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν καθὼς καὶ ἄλλαι ἐργασίαι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὑπεδείκνυον τὰ ἑξῆς τρία μέσα κατασταλτικὰ τῶν τοιούτων παραβάσεων: Πρῶτον· τὴν ποινὴν ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει· δεύτερον τὴν πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος καὶ τρίτον τὴν παροχὴν εἰς αὐτὸν ἱκανοποιήσεως χρηματικῆς κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἤδη ἡ ἀρχαία Ῥωμαϊκὴ νομοθεσία καθιέρου καὶ νῦν κατ’ ἐξοχὴν ἡ Ἀγγλικὴ νομοθεσία. Αὐτὰ τὰ τρία μέσα ἐνεκρίθησαν πληρέστατα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία διετύπωσε τὴν διάταξιν ὡς ἑξῆς: «Οἱ παραβάται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τιμωροῦνται ἐπὶ παρανόμῳ κατακρατήσει, ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς τὴν ἀνόρθωσιν πάσης ζημίας προσγενομένης εἰς τὸν παθόντα καὶ προσέτι εἰς ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν δέκα δι’ ἑκάστην ἡμέραν». Ὀφείλομεν, διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι, νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι τὴν πρόνοιαν αὐτὴν περὶ ἱκανοποιήσεως τὴν περιεῖχον τὰ ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου περὶ παρανόμου κατακρατήσεως, διότι ταῦτα ὁρίζουσιν ὅτι ἐπιβάλλεται μία ἀποζημίωσις, ἡ ὁποία ὁρίζεται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἰς δραχμὰς 25 καθ’ ἡμέραν, εἶναι δὲ προφανὲς ὅτι ἐν τῷ εἰκοσιπενταδράχμῳ τούτῳ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ περιέχηται μόνον πραγματικὴ ζημία τοῦ παθόντος, ἂν ἡ ζημία ἦτο ἐλάσσων, ἀλλὰ καὶ ἱκανοποίησις. Ὁπωσδήποτε, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐθεωρήθη ὀρθὸν νὰ γίνῃ διάκρισις ἱκανοποιήσεως καὶ ἀποζημιώσεως, καὶ διότι ἐπεκράτησε παρὰ τοῖς Δικαστηρίοις σκέψις ὅτι δὲν ἐπιδικάζονται αἱ ἀποζημιώσεις εἰμὴ ὅταν ἀποδεικνύηται ὁπωσδήποτε πραγματικὴ ζημία, ὑπάρχουσι δὲ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δύσκολον νὰ ἀποδειχθῇ ἡ ζημία. Μία ἄλλη παρατήρησις ἐγένετο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι ὀρθὸν ἦτο διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Πολιτείας πρὸς νομοθετικὸν περιορισμὸν τῆς μεταναστεύσεως τῶν μὴ ἐκπληρωσάντων τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ὑποχρέωσιν προσώπων, ἵνα μὴ παριστάμεθα εἰς τὸ λυπηρὸν θέαμα, καθ’ ὃ ἐξ ἑκάστης ἀπογραφῆς σχεδὸν τὸ τρίτον νὰ μὴ προσέρχηται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, διότι ἔχει μεταναστεύσει. Παρετηρήθη ὅμως, καὶ ὀρθῶς, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περιλαμβάνεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἁπλῶς ὑποδεικνύεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ὅτι δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τοιοῦτον περιορισμόν, χωρὶς νὰ προσκρούῃ εἰς τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου. Ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἀδικημάτων ἡ ἐν τῷ πρώτῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 6 ὑπάρχουσα διάταξις περὶ ἀποφυλακίσεως ἐπὶ ἐγγυήσει, ἐπειδὴ εἶναι δυνητική, δὲν δημιουργεῖ βεβαίως δικαίωμα θετικὸν ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Ἐφ’ ὅσον ὅμως παρέχεται δι’ αὐτῆς εὐχέρεια εἰς ἐπιεικὲς μέτρον, ἔστω καὶ ἂν τοῦτο ἀπόκειται εἰς τὴν κρίσιν τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὸν ὑπόδικον τῆς προφυλακίσεως δι’ ἐγγυήσεως, μία τοιαύτη πρόνοια ἐθεωρήθη ὅτι δὲν εἶναι ἄσκοπος καὶ διὰ τοῦτο ἐκρίθη διατηρητέα. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι: «Οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων τούτων ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πέραν τῶν 2 μηνῶν ἄνευ δικαστικοῦ βουλεύματος, ὑποκειμένου καὶ τούτου εἰς ἀνακοπήν, οὐδὲ μετὰ τὸ βούλευμα πέραν τῶν 3 μηνῶν». Τὸ ἐδάφιον τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμήν, ὡς γνωστόν, εἰς ἀμφιβολίαν περὶ τῆς χρονικῆς ἀφετηρίας τοῦ δευτέρου τριμήνου, τουτέστιν ἂν ὑπολογίζεται τοῦτο ἀπὸ τοῦ βουλεύματος ἢ ἐξ ἀρχῆς τῆς προφυλακίσεως. Ἐπὶ τῆς ἀμφιβολίας ταύτης καὶ συμφώνως πρὸς ὅλας τὰς γενομένας προτάσεις ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέξατο κατ’ ἀρχὴν τὴν πρότασιν τοῦ σχεδίου τῶν ἓξ Βουλευτῶν, καθ’ ἣν αἴρεται ἡ διχογνωμία αὕτη, καὶ μάλιστα ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον. Φρονοῦσα, ὅμως συνάμα ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι τὸ δίμηνον δέον νὰ ἐκταθῇ εἰς τρεῖς μῆνας προτείνει τὴν ἑξῆς τροποποίησιν ὡς διατύπωσιν τοῦ δευτέρου τούτου ἐδαφίου: «Οὐδέποτε ἐπὶ τῶν ἐγκλημάτων τούτων ἡ προφυλάκισις δύναται νὰ παραταθῇ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν». Προετάθησαν καὶ διάφοροι ἄλλαι νομοθετικαὶ πρόνοιαι σχετιζόμεναι πρὸς τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα. Ἰδίως ἐπεζητήθη, ἵνα ἐξαιρεθῶσι ῥητῶς ὡρισμένα ἀδικήματα ἀπὸ τῶν εὐεργετικῶν τούτων διατάξεων, ἤτοι τὰ κατὰ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἀκεραιότητος τῆς χώρας στρεφόμενα ἐγκλήματα (ἐσχάτης προδοσίας), ὡς καὶ τὰ σύνθετα πολιτικὰ ἀδικήματα, ὁσάκις ἡ συνυπάρχουσα κοινὴ ἀξιόποινος πρᾶξις ὑποβάλλεται καθ’ ἑαυτὴν εἰς τὸ μέτρον τῆς προφυλακίσεως. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὰ σύνθετα πολιτικὰ ἀδικήματα, παρετηρήθη ὅτι, ἐφ’ ὅσον μετὰ τοῦ πολιτικοῦ ἀδικήματος συνυπάρχει καὶ κοινὸν ἀδίκημα, τότε ἐφαρμοστέοι εἶναι οἱ περὶ συρροῆς τοῦ Ποινικοῦ Νόμου κανόνες, οἱ ὁποῖοι προβλέπουσιν αὐτὴν τὴν περίπτωσιν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἕτερον θέμα, ἐπειδὴ τὰ πολιτικὰ ἀδικήματα δὲν εἶναι καθωρισμένα ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν νομοθεσίαν, προετιμήθη, ὅπως μηδὲ ταῦτα ἀναγραφῶσιν ἐν τῷ Συντάγματι, νὰ ἀφεθῇ δὲ ὁ καθορισμὸς τῶν ἐξαιρέσεων τούτων εἰς τὴν ἑρμηνείαν. Κατόπιν ἔχομεν τὸ ἄρθρον 9, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀναφέρεσθαι. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνεγνωρίσθη ἐν ταῖς νεωτέραις Πολιτείαις κατ’ ἀρχήν. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτὸ μένει ἀτελές, ἐφ’ ὅσον δὲν συνδέεται καὶ μὲ ὑποχρέωσιν τῆς ἀρχῆς, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν καὶ ἐκδηλώσῃ τοῦτο εἰς τὸν ἀναφερόμενον, ἔστω καὶ πρὸς σχετικὴν αὐτοῦ ἱκανοποίησιν, ὅτι τὰ παράπονα αὐτοῦ ἠκούσθησαν. Διὰ τοῦτο προετάθη καὶ ἐγένετο δεκτόν, ὅπως ὑποχρεοῦνται αἱ ἀρχαὶ εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν καὶ ᾐτιολογημένην ἀπόρριψιν, πάντως δὲ εἰς ἔγγραφον ἀπάντησιν. Εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην ἐθεωρήθη ὀρθὸν νὰ ταχθῇ καὶ μία προθεσμία, διότι ἄλλως ἠδύναντο ἐπ’ ἄπειρον αἱ ἀρχαὶ νὰ μὴ ἀπαντῶσιν. Ἐθέσαμεν λοιπὸν προθεσμίαν μηνιαίαν, καὶ ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον οὕτως: «Ἕκαστος ἢ πολλοὶ ὁμοῦ ἔχουσι τὸ δικαίωμα τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους νὰ ἀναφέρωνται ἐγγράφως πρὸς τὰς ἀρχάς, ὑποχρεουμένας εἰς ταχεῖαν ἐνέργειαν, ἢ ᾐτιολογημένην ἀπόρριψιν, πάντως δὲ εἰς ἔγγραφον ἀπάντησιν πρὸς τὸν ἀναφερόμενον ἐντὸς μηνός». Παρετηρήθη πολλάκις, δυστυχῶς, τὸ ἑξῆς γεγονός, ὅτι ἀναφερόμενός τις πρὶν ἀκόμη ἀκουσθῇ μεταβάλλεται εἰς ὑπόδικον ἕνεκεν ἀποδιδομένης εἰς αὐτὸν ἐξυβρίσεως ἢ ἑτέρας σχετικῶς πρὸς τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς ἀξιοποίνου πράξεως, συνήθως δὲ τοῦτο γίνεται εἰς ἀναφορὰς κατὰ τῶν ὑφισταμένων, αἵτινες διέρχονται δι’ αὐτῶν, ἵνα φθάσωσι πρὸς τοὺς προϊσταμένους, εἴτε διότι οἱ προϊστάμενοι θεωροῦσι καθῆκόν των νὰ προστατεύσωσι τὰ ὄργανά των ἀπὸ esprit de corps, εὑρίσκεται δὲ περιέχουσα ἡ ἀναφορὰ φράσεις ὑβριστικάς, ἢ ὅ,τι δήποτε ἄλλο τοιοῦτον, ὁπότε πᾶσα μὲν ἄλλη ἐνέργεια ἐπὶ τοῦ περιεχομένου τῆς ἀναφορᾶς ἀδρανεῖ, ὁ δὲ ἀναφερόμενος γίνεται κατηγορούμενος. Διὰ τοῦτο νομίζομεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς περιπτώσεως ταύτης συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη καὶ κατὰ τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864, ἥτις συνέταξε τὸ Σύνταγμα, διότι καὶ τότε προυτάθη ἡ τροπολογία αὕτη, ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, διότι κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου νομίζω ὅτι ἦτο ἀπὼν ὁ ὑποβαλὼν τὴν τροπολογίαν, καὶ συνεπῶς αὕτη δὲν ὑπεστηρίχθη. Λοιπὸν προσεθέσαμεν τὴν ἑξῆς διάταξιν: «Μόνον μετὰ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς πρὸς ἣν ἡ ἀναφορὰ ἀρχῆς καὶ τῇ ἀδείᾳ ταύτης ἐπιτρέπεται ζήτησις εὐθυνῶν παρὰ τοῦ ὑποβαλόντος τὴν ἀναφορὰν διὰ παραβάσεις ἐν αὐτῇ ὑπαρχούσας». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετάζουσα κατὰ σειρὰν τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος ἐσταμάτησεν ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 11, τὸ προνοοῦν περὶ συνεταιρισμῶν, κατόπιν δὲ συζητήσεως ἀπεφήνατο, ὅτι ὁ ὅρος συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνει οὐ μόνον τοὺς πολιτικοὺς συλλόγους, ἀλλὰ καὶ τὰ σωματεῖα τὰ ἐπιδιώκοντα σκοποὺς ἐπαγγελματικοὺς ἢ κοινωνικούς, οἷον τὰς συντεχνίας καὶ αὐτὰς ἀκόμη τὰς ἀστικὰς ἑταιρείας. Προσέτι ἐγένετο ἐπίσης δεκτόν, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἐπεκτείνεται καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως τῶν νομικῶν προσώπων, ἥτις κανονίζεται ὑπὸ τῆς νομοθεσίας ἐλευθέρως, σχετιζομένη πρὸς ἄλλα νόμιμα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μένουν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ νόμου, οὕτως, ὥστε δύναται ὁ νομοθέτης ν’ ἀπαιτήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς διοικήσεως πρὸς ἵδρυσιν νομικοῦ προσώπου, οἷον ἀνωνύμου ἑταιρείας, καὶ ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπ’ αὐτῶν πάλιν τὴν ἰδιότητα τοῦ νομικοῦ προσώπου, χωρὶς νὰ θίξῃ τὰ δικαιώματα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἡ αὐτὴ ὁμοίως ἑρμηνεία κρατεῖ καὶ ἐν Βελγίῳ. «Ἕν ἄλλο σημεῖον ἀμφίβολον παρουσιάζει τὸ αὐτὸ ἄρθρον 11, ὁρίζον ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες δὲν δύνανται νὰ ὑπαγάγωσιν αὐτὸ εἰς προηγουμένην ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη τὸ ζήτημα μήπως δύναται νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν διοίκησιν ἐκ τῶν ὑστέρων νὰ διαλύσῃ τὸν συνεταιρισμὸν ἕνεκα ἀθετήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου. Πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ συμπεράσματος τούτου καὶ προσήκουσαν λύσιν τοῦ ζητήματος ἐκρίθη ὀρθὸν νὰ ὁρισθῇ, ὅπως κατὰ τὴν ἀνωτέρω περίπτωσιν τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου ἡ διάλυσις ἀπαγγέλληται δικαστικῶς, ἀφίηται δὲ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἁρμοδίαν δικαστικὴν ἀρχὴν καὶ τὰς λεπτομερείας τῆς ἀσκήσεως τοῦ ἐν λόγῳ δικαιώματος. Διετυπώθη δὲ οὕτως ἡ διάταξις: Συνεταιρισμός τις ὅμως δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ ἕνεκα παραβάσεως τῶν διατάξεων τῶν νόμων, εἰμὴ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Μετὰ τοῦτο ἔρχεται τὸ ἄρθρον 12, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῆς ἀσυλίας τῆς κατοικίας. Ἐπὶ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ τὴν κύρωσιν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη καὶ ἐπὶ τῆς παρανόμου κατακρατήσεως, ἤτοι ποινικὴν καὶ ἀστικὴν εὐθύνην τοῦ παραβάτου τῶν διατάξεων τούτων, ὑποχρεουμένου εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος καὶ ἱκανοποίησιν αὐτοῦ. Ἐπὶ τούτου προτείνω, ὅπως προστεθῶσιν εἰς ἴδιον ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον 12 τὰ ἑξῆς: Οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων τιμωροῦνται ἐπὶ καταχρήσει τῆς ἐξουσίας τῆς ἀρχῆς, ὑποχρεοῦνται δὲ εἰς πλήρη ἀποζημίωσιν τοῦ παθόντος, καὶ προσέτι ἱκανοποίησιν αὐτοῦ διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ, ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, οὐδέποτε δὲ κατωτέρου τῶν δραχμῶν ἑκατόν. Ἐθέσαμεν ἑκατὸν δραχμὰς ἔχοντες ὑπ’ ὄψει, ὅτι οἱ παραβάται εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον χωροφύλακες καὶ ἄλλα κατώτερα ὄργανα τῆς δημοσίας δυνάμεως· ἄλλως τε εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου ἐναπόκειται νὰ ὁρίσῃ καὶ οἱονδήποτε μεγαλείτερον θέλει ποσόν. Μετὰ τοῦτο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἱκανῶς ἀπησχόλησε τὴν ἐπιτροπήν, εἶναι τὸ ἀφορῶν τὸν Τύπον ἄρθρον 14. Εἶναι γνωστὴ ἡ διάταξις αὐτοῦ, ἡ ὁποία ἀπαγορεύει τὴν λογοκρισίαν ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον, ἐπιτρέπει δὲ μόνον τὴν κατάσχεσιν μετὰ τὴν δημοσίευσιν, ἕνεκα τῆς προσβολῆς τῆς Θρησκείας ἢ προσβολῆς τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως. Ἑτέρα περίπτωσις ὅμως, ἡ ὁποία χρῄζει ἀκόμη ἐντονωτέρας ὑποστηρίξεως διὰ τοὺς κινδύνους, οἵτινες συμπαρομαρτοῦσιν εἰς ταύτην, εἶναι ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν ὁ Τύπος, ἐν τῷ ζήλῳ πρὸς μετάδοσιν εἰδήσεων, δύναται νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον καὶ αὐτὴν τὴν πατρίδα. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου εἶχε προταθῆ ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξομοιωθῇ ἡ περίπτωσις αὕτη πρὸς τὰς περιπτώσεις τῆς προσβολῆς τῆς Θρησκείας καὶ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ προέβη ἔτι περαιτέρω, φρονοῦσα ὅτι δύναται, προκειμένου περὶ ἀσφαλείας τῆς Ἐπικρατείας, νὰ δικαιολογῆται ἡ παραδοχὴ καὶ προληπτικῶν ἀκόμη μέτρων, ἀλλὰ ταυτοχρόνως ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρισθῶσιν εἰδικῶς τὰ δημοσιεύματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ ληφθῇ μία τοιαύτη πρόνοια. Διετύπωσε λοιπὸν τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν προτείνει νὰ τεθῇ εἰς ἴδιον δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 14 οὕτως: Ἐν ὅλως ἐξαιρετικαῖς περιπτώσεσι δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ ἐπὶ ἀπειλῇ κατασχέσεως, ποινικῆς καταδιώξεως καὶ παύσεως τοῦ φύλλου ἡ δημοσίευσις εἰδήσεων ἢ ἀνακοινώσεων, ἀναγομένων εἰς στρατιωτικὰς ἐργασίας ἢ εἰς ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους λόγῳ κινδύνου τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας, καθ’ ὃν τρόπον νόμος ἤθελεν ὁρίσει. Εἰς τὴν κατάσχεσιν ἐφαρμόζονται αἱ ἀνωτέρω διατάξεις, ἡ δὲ παῦσις τοῦ φύλλου ἀπαγγέλλεται ἐπίσης παρὰ τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου.
§67Γ. ΠΩΠ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι πρόκειται νὰ καθιερωθῇ καὶ ἄλλη συνταγματικὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπιτρέπηται ἡ κήρυξις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου;
§68Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μάλιστα. Ἡ διάταξις ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας εἰσέτι δὲν ἠσχολήθημεν, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, θὰ εἶναι γενικωτέρα καὶ θὰ ἀφορᾷ τὰς περιπτώσεις ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου, εἰς τὰς περιστάσεις δὲ ταύτας θὰ ἐπιτρέπηται ἡ ἀναστολὴ διαφόρων διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§69Γ. ΠΩΠ. Ὥστε ἐπ’ ἄπειρον θὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διάταξις.
§70Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ἀφορᾷ εἰδήσεις, τῶν ὁποίων θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις ὡρισμένως νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν δημοσίευσιν, θὰ εἶναι δὲ αἱ ἀφορῶσαι στρατιωτικὰς ἐργασίας ἢ ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, καὶ οὐχὶ ἄλλο τι. Λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι εἶναι δυνατόν, προηγουμένης τοιαύτης εἰδοποιήσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ δημοσίευσις, ὄχι δι’ ἐξασκήσεως λογοκρισίας, ἀλλὰ ἐκ τῶν ὑστέρων θὰ δύναται νὰ προβῇ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ εἰς κατάσχεσιν, ὡς καὶ ἐν ταῖς περιπτώσεσι τῆς προσβολῆς κατὰ τῆς θρησκείας ἢ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως. Εἰς τὴν κατάσχεσιν ἐφαρμόζονται αἱ ἀνωτέρω διατάξεις, αἱ διατάξεις δηλαδὴ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσι τὴν κατάσχεσιν διὰ τὴν προσβολὴν τῆς θρησκείας καὶ τοῦ Βασιλέως, ὁπότε ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπὸ τῆς κατασχέσεως ὀφείλουσι καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ ὑποβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, καὶ τοῦτο νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς διατηρήσεως ἢ τῆς ἄρσεως τῆς κατασχέσεως· ἄλλως ἡ κατάσχεσις αἴρεται αὐτοδικαίως. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους φρονεῖ ἡ ἐπιτροπή, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος πρέπει νὰ ὑποστῇ μίαν τοιαύτην μερικὴν θυσίαν καὶ ὁ Τύπος.
§71Γ. ΠΩΠ. Πᾶς περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου, εἶναι περιορισμὸς ὄχι αὐτοῦ τοῦ Τύπου, ἀλλὰ περιορισμὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ.
§72Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ Σύνταγμα, ὡς γνωρίζετε, ἀπονέμει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκδίδειν ἐφημερίδας εἰς μόνον τοὺς πολίτας Ἕλληνας. Εἶναι σχεδὸν αὐτονόητον. Ἀλλ’ ἐθεώρησεν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ὀρθὸν εἶναι πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας νὰ δηλωθῇ ῥητῶς, ὅτι δὲν ἔχουσιν αὐτὸ οἱ στερηθέντες τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων. Τοιουτοτρόπως τὸ ἐδάφιον τὸ σχετικὸν προτείνεται, ὅπως συμπληρωθῇ οὕτως: Εἰς μόνον πολίτας Ἕλληνας ἀπολαύοντας τῶν πολιτικῶν αὐτῶν δικαιωμάτων ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ἐφημερίδων. Ἕτεραι περιπτώσεις εἶναι τὰ ἀδικήματα τοῦ Τύπου, τὰ ἀφορῶντα τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι ὁ τύπος παρέχει μεγίστην ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τοῦ δημοσίου βίου, καθόσον διὰ τοῦ ἐλέγχου τοῦ τύπου ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ κανονικὴ λειτουργία τοῦ πολιτεύματος καὶ ἡ τήρησις τῶν νόμων καὶ ἡ ἀκριβὴς ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων τῶν δημοσίων ἀρχῶν, ἑπομένως εἰς τοῦτο ὁ τύπος πρέπει νὰ μείνῃ ἐλεύθερος, ἔστω καὶ ἂν παρεκτρέπηται. Ἀλλ’ εἶναι ἓν ἄλλο σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ τύπος γίνεται πρόξενος, δύναμαι εἰπεῖν, δυστυχημάτων, καὶ τοῦτο εἶναι ὁσάκις ὁ τύπος εἰσέρχεται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ὁπότε ἀπέναντι τοῦ τύπου ὁ ἰδιώτης μειονεκτεῖ προφανῶς. Ἐθεώρησε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν νὰ δοθῇ ἀνάλογός τις προστασία πρὸς ἐκείνην, ἥτις ἐδόθη ἐπὶ παρανόμου κατακρατήσεως καὶ προσβολῆς τοῦ ἀσύλου τῆς κατοικίας, καὶ πρὸς τοῦτο σκόπιμον αὖθις ἔκρινε νὰ ἐπιβάλῃ ποινήν, ἀποζημίωσιν καὶ ἱκανοποίησιν, διατυπώσασα ταῦτα διὰ τῶν ἑξῆς διατάξεων (ἀναγινώσκει): «Ὅ τε ἐκδότης ἐφημερίδος καὶ ὁ συγγραφεὺς ἐπιληψίμου δημοσιεύματος, ἀναφερομένου εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, πλὴν τῆς κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐπιβαλλομένης ποινῆς, εἰσὶν ἀείποτε ἀστικῶς καὶ ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι εἰς πλήρη ἀνόρθωσιν πάσης προσγενομένης ζημίας καὶ εἰς ἱκανοποίησιν τοῦ παθόντος διὰ χρηματικοῦ ποσοῦ ὁριζομένου κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, οὐδέποτε δὲ ἐλάσσονος τῶν δραχμῶν διακοσίων». Τὸ ἑπόμενον ἄρθρον 16 τοῦ Συντάγματος προνοεῖ περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, περιέχει δέ, ὡς πάντες γνωρίζετε, τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις παρέχεται ὑπὸ τοῦ Κράτους δωρεάν. Ἡ διάταξις αὕτη ἦτο κατὰ θεωρίαν καὶ κατ’ ἀρχὴν σόλοικος. Βεβαίως εἰς τὸ Κράτος ἀνήκει ἡ ἀνωτάτη ἐποπτεία τῆς Παιδείας, βεβαίως πρέπει νὰ ἱδρύσῃ αὐτὸ πρὸ παντὸς σχολὰς ἀνωτάτης καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἡ παροχὴ ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας τῆς ἐκπαιδεύσεως ταύτης δωρεὰν δὲν συνᾴδει ἴσως πρὸς τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς Πολιτείας ταύτης. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ. Ἀπ’ ἐναντίας πρέπει νὰ δοθοῦν πάντα τὰ μέσα εἰς τοὺς ἔχοντας ἰδιοφυΐαν καὶ ἐπίδοσιν εἰς τὰ γράμματα, νὰ προοδεύσωσιν, ἀλλ’ αὐτοὶ εὑρίσκουσι πάντοτε τὰ μέσα, ὑποθέτω δὲ ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Πολιτεία ἀπαλλαγῇ τοῦ δεσμοῦ τούτου καὶ θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ δίδακτρά τινα, θὰ εἶναι ταῦτα λίαν μέτρια, θὰ συνδέσῃ δὲ τὸ μέτρον τοῦτο δι’ ὑποτροφιῶν ἀναλόγων πρὸς προστασίαν τῶν μαθητῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰ μέσα νὰ καταβάλλωσι τὰ δίδακτρα καὶ τὰς ἐν γένει δαπάνας τῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἡ διάταξις λοιπόν, κατ’ ἀνάγκην, τῆς ὑποχρεωτικῆς παροχῆς τῆς ἐκπαιδεύσεως περιορίζεται εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ἐθέσαμεν τὸν ὅρον ὅτι ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τοὺς πολίτας, παρέχεται δὲ ὑποχρεωτικῶς ἐπίσης ὑπὸ τῆς Πολιτείας δωρεάν. Ὑπεβλήθη τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἡ ἑξῆς πρότασις: «Ἐπειδὴ ἀρχικῶς ἡ στοιχειώδης ἐκπαίδευσις παρείχετο ὑπὸ τῶν δήμων εἰς ἀνάμνησιν τρόπον τινὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ, εἶχε περιληφθῆ καὶ ἡ πρότασις, ὅτι τὸ Κράτος θέλει κανονίσει διὰ νόμου τὴν συμμετοχήν, ἡ ὁποία θέλει ἐπιβληθῆ εἰς τοὺς δήμους». Τὴν πρότασιν ὅμως ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε παρέλκουσαν, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλλῃ οἱανδήποτε φορολογίαν ἂν ἐγκρίνῃ, ὡς ἐπιβάλλει καὶ εἰς τοὺς πολίτας, καὶ εἰς τὰ πρόσωπα αὐτὰ τὰ νομικά, τὰ ὁποῖα εἶναι τρόπον τινὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν δὲ ταύτην παρελείφθη ἡ πρότασις καὶ οὐχὶ ἵν’ ἀφαιρεθῆ τὸ τοιοῦτον δικαίωμα. Ἡ ἑτέρα διάταξις, τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἀρχικῶς, ἡ ἐπιτρέπουσα εἰς τοὺς ἰδιώτας τὴν ἵδρυσιν ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων, προσεθέσαμεν δὲ ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ἵδρυσις ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτικῶν καταστημάτων καὶ εἰς πρόσωπα νομικά, διότι ὑπάρχουσι καὶ σχολεῖα συνιστώμενα ὑπὸ κοινοτήτων καὶ δήμων, πρέπει δὲ καὶ ταῦτα νὰ διέπωνται κατὰ τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα. Σπουδαιότατα ἀπησχόλησε τὴν ἐπιτροπὴν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, ἕνεκα τῶν ποικίλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν ἀναγκαστικὴν αὐτῆς ἀπαλλοτρίωσιν. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ἦτο ἂν ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ὁ ἐν τῷ Συντάγματι ὅρος «δημοσία ἀνάγκη» ἢ ἂν ἔπρεπε νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου καὶ ἰδίως διὰ τῆς «δημοσίας ὠφελείας». Ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν ἐθεώρησεν, ὅτι καὶ ὁ ὅρος «δημοσία ἀνάγκη» καὶ ὁ ὅρος «δημοσία ὠφέλεια» δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τὸν ἀντίστοιχον Γαλλικὸν ὅρον «utilité publique», ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει ἐπιστημονικῶς τὴν ἀνάγκην ταύτην. Ἡ αὐτὴ δὲ ἔννοια ἐκφράζεται δι’ ἀμφοτέρων, καὶ μέχρι σήμερον οὐδέποτε παρενεβλήθη πρόσκομμα εἰς τὴν Πολιτείαν, ὅπως ἐπιτελέσῃ ἔργα κοινῆς χρησιμότητος, ἑπομένως δὲν ἦτο δικαιολογημένη ἡ μεταβολὴ τοῦ ὅρου, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπρόκειτο περὶ οὐσιαστικῆς μεταβολῆς τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως ταύτης. Τὸ Σύνταγμα, ὡς γνωρίζετε, ἐπιτρέπει τὴν κατάληψιν ἰδιοκτησίας λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἡ τήρησις τῆς διατάξεως ταύτης δυστυχῶς δὲν ἀπέβη πάντοτε ἐφικτή, ἰδίως δὲ τὸ κατεπεῖγον ἐπέβαλλε πολλάκις τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης διοικητικῶς, ἕνεκα δὲ τούτου ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὡρίζετο ποσὸν λίαν γλίσχρον, διετάσσετο δὲ ἡ κατάληψις, θεωρουμένου ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἰδιοκτήτου μετατρέπεται εἰς ἐνοχικὴν ἀπαίτησιν ἐπὶ τοῦ καταθέματος, ὡς λέγουσι, καταλαμβάνεται τὸ κτῆμα καὶ κατόπιν ἀνοίγεται δικαστικὸς ἀγὼν περὶ ἀποζημιώσεως, ἐν τῷ μεταξύ, εἴτε διότι ὁ νόμος οὕτως ἔχει, εἴτε κατὰ πλημμελῆ ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἀρνοῦνται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸ τὸ κατατεθὲν ποσόν, ἐνόσω δὲν δηλοῖ, ὅτι δέχεται καὶ νὰ ἐξοφλήσῃ δι’ αὐτοῦ. Πρὸς θεραπείαν τοῦ ἀτόπου τούτου προετάθη, ἵνα ἡ ὁρισθεῖσα ὁπωσδήποτε ἀποζημίωσις καταβάλληται ἀμέσως εἰς τὴν ἰδιοκτήτην πρὸ πάσης καταλήψεως. Ἀλλὰ καὶ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐκρίθη ἐπαρκές, διότι ἡ ἐκτίμησις ἡ μονομερὴς ὑπὸ τῶν ὀργάνων τῆς διοικήσεως ἐνδέχεται νὰ εἶναι πολλοστὸν τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Ἐθεώρησε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπή, ὅτι ἔπρεπεν ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης νὰ ἀνατίθηται εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχήν· καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχει κατεπεῖγον νὰ ὁρίζηται πάλιν, ἔστω καὶ προσωρινῶς, ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, ἥτις δύναται νὰ εἶναι καὶ μονομελὲς δικαστήριον, οἷον πρόεδρος Πρωτοδικῶν, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ κλητευθῇ πάντως, ὅπως ἀκουσθῇ καὶ ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ μόνον μετὰ τὴν πραγματικὴν καταβολὴν τοῦ οὕτω πως ὁρισθέντος ποσοῦ νὰ ἐπέρχηται ἡ κατάληψις τῆς ἰδιοκτησίας. Τὴν διάταξιν λοιπὸν ταύτην μετὰ τῆς ἀνωτέρω τροποποιήσεως ἐδέχθη ἡ ἐπιτροπή, ὅπως ἡ ἐκτίμησις ἐν πάσῃ περιπτώσει προέρχηται ἀπὸ ἀρχὴν δικαστικήν. Δεύτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἦτο περὶ τοῦ ἀντικειμένου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκτείνεται ἡ προστασία αὕτη, ἤτοι ἂν θὰ προστατεύηται ἐξ ἴσου καὶ πᾶν στοιχεῖον περιουσίας· ἐπεκράτησεν ὅμως ἡ γνώμη, ὅπως διατηρηθῇ ὁ ὅρος ὁ ἀρχικὸς τοῦ ἄρθρου 17, ἐμφαίνων ἰδιοκτησίαν κινητῶν ἢ ἀκινήτων, νὰ μὴ ἐπεκταθῇ δὲ καὶ εἰς πᾶν ἐνοχικὸν δικαίωμα. Βεβαίως πάντα ταῦτα τὰ δικαιώματα πρέπει νὰ τύχωσιν ἀναλόγου σεβασμοῦ, καὶ εἶναι βεβαίως κατακριτέος ὁ νομοθέτης, ὁ ὁποῖος εἰσάγει εὐκόλως νόμους προσβάλλοντας κεκτημένα δικαιώματα, ἀλλὰ δὲν δύναται εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τούτων, διότι θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ καταργήσωμεν ὅλους τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὀπισθενεργὸν δύναμιν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ ἀφῆκε τὸν ὅρον «ἰδιοκτησία». Ἐννοεῖται δὲ ὅτι, ὅταν λέγωμεν ἰδιοκτησίαν, ἐννοοῦμεν τὸ δικαίωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου μετὰ τῶν ὅρων καὶ περιορισμῶν, οἵτινες ἐπιβάλλονται ὑπὸ τῶν νόμων. Πάντα ταῦτα συζητήσασα, ὡς εἶπον, ἡ ἐπιτροπή, κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ ἀναγράψῃ τὸν ἀρχικὸν ἐν τῷ Συντάγματι ὅρον τοῦ ἀναπαλλοτριώτου τῆς ἰδιοκτησίας, πλὴν ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης. Ἐθεώρησε δὲ ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς αὐτήν, καὶ ἥτις ἐποιεῖτο μνείαν εἰδικῶς νόμων ἀφορώντων εἰς μεταλλεῖα, ἀρχαιότητας καὶ ἰαματικὰ ὕδατα, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶχε θέσιν ἐν τῷ Συντάγματι, πρῶτον διότι τὰ περὶ τούτων ἀνάγονται εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἐκ τῶν ὑστέρων ὑπὸ τοῦ Συντάγματος κύρωσις προϋπαρχόντων ἤδη νόμων, οἷοι οἱ περὶ μεταλλείων κλπ., ἠδύνατο νὰ παράσχῃ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι μέχρι τοῦδε ὑφίσταντο παρὰ τὸ Σύνταγμα. Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέκρουσε καὶ τὴν ἑτέραν τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς αὐτὴν ὑπὸ μεγάλης ὁμάδος Βουλευτῶν, καὶ ἀφεώρα τὴν προσθήκην εἰδικῆς μνείας ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι εἰδικὸς νόμος θέλει καθορίσει τὰ τῆς ἀπαλλοτριώσεως μεγάλων κτημάτων πρὸς δημιουργίαν μικρῶν ἐν αὐτοῖς ἰδιοκτησιῶν. Ἐθεώρησεν ὅτι δὲν εἶχε τὴν θέσιν της εἰς τὸ Σύνταγμα τοιαύτη διάταξις. Ἐπίσης ἐθεώρησε κατὰ πλειονοψηφίαν ὅτι, ὅταν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐναπόκειται ὁ καθορισμὸς τῆς δημοσίας ἀνάγκης, δύναται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ θεωρήσῃ τυγχάνουσαν ὡς ἔργον δημοσίας ἀνάγκης καὶ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν. Ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν δὲν προεξοφλεῖται ἀπὸ τοῦδε ἡ γνώμη τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· τοῦτο μόνον λέγομεν, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὴ μία τοιαύτη ἀπόφασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Οὕτως ἡ τελικὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 17 εἶναι ἡ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅτε καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Ἡ ἀποζημίωσις ὁρίζεται πάντοτε διὰ τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ. Ἐν περιπτώσει δὲ ἐπειγούσῃ δύναται καὶ προσωρινῶς νὰ ὁρισθῇ δικαστικῶς μετ’ ἀκρόασιν ἢ πρόσκλησιν τοῦ δικαιούχου. Πρὸ τῆς καταβολῆς τῆς ὁριστικῶς ἢ προσωρινῶς ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως διατηροῦνται ἀκέραια πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἰδιοκτήτου, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς καταλήψεως». Τὴν ἐργασίαν ταύτην ἡ ἐπιτροπὴ λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν τελικὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὀφείλω δὲ ἐπίσης νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων ὑπάρχουσι καὶ δύο ἄλλα ἄρθρα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀσχοληθῇ ἀκόμη ἡ ἐπιτροπή, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν πρότασιν. Σήμερον ὑποβάλλεται ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἐννέα ἄρθρα, περιεχόμενα ἐν τῷ κεφαλαίῳ περὶ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, ἀπὸ τῶν ὁποίων βεβαίως δύναται νὰ ἀρχίσῃ ἡ συντακτικὴ ἐργασία τῆς Βουλῆς.
§73ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ διαταχθῇ ἡ ἐκτύπωσις τῆς ἐκθέσεως καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀπὸ τῆς αὔριον ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἢ τοῦ προσχεδίου;
§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ θὰ τὸ ἀποφασίσωμεν αὔριον. Εἶναι ἄρθρα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ζητήσωμεν νὰ τεθῇ ὡς βάσις τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ εἶναι ἄλλα, διὰ τὰ ὁποῖα ὡς βάσις θὰ τεθῇ τὸ σχέδιον τὸ ἰδικόν μας.
§76ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῆς ἐκτυπώσεως τοῦ σχεδίου καὶ ἑπομένως ἔχομεν καὶ πίστωσίν τινα καὶ δὲν θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ προστρέξωμεν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, διὰ νὰ τὸ ἐπιβαρύνωμεν διὰ τῆς ἐργασίας ταύτης. Ἐπίσης ὀφείλω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παράσχῃ τὴν συγγνώμην αὑτῆς, διότι παρὰ τὴν ἐλπίδα, ἣν εἴχομεν, ὅτι ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ προσκομίσωμεν καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ προχθεσινοῦ γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπερατώσαμεν μὲν τὸ ἔργον ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ προσαγάγωμεν αὐτὸ ἐγγράφως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐλπίζω ὅτι αὔριον θέλομεν ὑποβάλει καὶ τοῦτο, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι κυρία νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰ περαιτέρω.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Οἰκονόμου εἶχε ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§78Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Πρὸ πολλῶν ἡμερῶν κατέθεσα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς ὑπεράγαν λεπτομερῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην ἐπερώτησιν. Ἡ ἐπερώτησίς μου ἐκείνη δὲν ἐνεγράφη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν οὔτε τῆς προχθὲς οὔτε τῆς σήμερον. Δὲν κάμνω παράπονον διὰ τὴν μὴ ἐγγραφήν της, θὰ εἶχον ὅμως εὔλογον παράπονον νὰ ὑποβάλω εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν δὲν παρεπέμφθη εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεπέμφθη.
§80Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπειδὴ ὅμως παρῆλθον πολλαὶ ἡμέραι, νομίζω ὅτι δὲν πράττω τι ἄτοπον, ἂν ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως ἐγκαίρως δώσῃ τὰς αἰτουμένας ἐξηγήσεις, διότι πρόκειται περὶ ὑποθέσεως ἄκρως ἐπειγούσης.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑμέτερον σημείωμα ἀπεστάλη εἰς τὸν Ὑπουργὸν αὐθημερόν, ὁ δὲ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἀνέγραψεν ἀκριβῶς διὰ τὸν ἔλεγχον τῆς βραδύτητος τῆς ἀπαντήσεως τῶν Ὑπουργῶν τὴν διάταξιν ὅτι: «ἐπερωτήσεις Βουλευτῶν διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων ἢ τὴν παράλειψιν τῆς παροχῆς πληροφοριῶν ὑπὸ Ὑπουργῶν ἐντὸς 6 ἡμερῶν συζητοῦνται ὡς πρῶτον θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ τὴν πρώτην μετὰ τὴν ὑποβολὴν των συνεδρίαν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου». Ὥστε, ἐὰν θέλωμεν νὰ εἴμεθα ἐν τάξει, θὰ ἦτο ὀρθόν, ἂν ἀπὸ τῆς χθὲς ἦσθε ἐγγεγραμμένος πρὸς ἔλεγχον τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν διὰ τὴν ἐπιβράδυνσιν. Πρὸς ἐφαρμογὴν δὲ ἀκριβῶς τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ ὁ κ. Φλαμῆς ἐνεγράφη πρῶτος ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ὅπως ἐπερωτήσῃ διατί δὲν κατετέθησαν ἔγγραφα ὑπ’ αὐτοῦ αἰτηθέντα.
§82Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ ἐκ Λαρίσης βουλευτὴς κ. Σχινᾶς ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων τινῶν σχετιζομένων μὲ τὰ συλλαλητήρια τὰ λαβόντα χώραν ἐν Καρδίτσῃ, Λαρίσῃ καὶ Φαρσάλοις πέρυσιν. Ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων ὑπῆρχον πολλὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα πάντα κατατίθενται, ἀλλὰ ζητοῦνται καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς Θεσσαλίας, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν καὶ θὰ κατατεθῶσι μετά τινας ἡμέρας.
§83Γ. ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ ταχύτερον νὰ κατατεθῶσι, παρακαλῶ.
§84Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μόλις φθάσουν. Ἐπίσης ὁ κ. Κουλουμβάκης ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς σχέσιν ἐχούσας πρὸς τὴν ἐνεργουμένην ἀνάκρισιν ἐναντίον τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας παρέχω, εἶναι αὗται: ὅτι κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1910 ἤρξατο ἀνάκρισις ἐναντίον τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας, αἱ τότε δὲ ἐνέργειαι τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς ἐστράφησαν, ὡς ἦτο ἑπόμενον ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὸν διορισμὸν πραγματογνωμόνων. Ἔκτοτε εἰργάζοντο καὶ μόλις πρὸ μηνὸς κατέθεσαν τὴν ἔκθεσιν αὑτῶν, ἡ ὁποία εἶναι μακροτάτη, καὶ εἰς τὴν μελέτην τῆς ὁποίας ἀσχολεῖται ἡ ἀνάκρισις καὶ μετὰ τὸ πέρας θὰ προβῇ εἰς τὰς νομίμους ἐνεργείας. Παρέχω ἐπίσης τὴν πληροφορίαν, ὅτι, ἐπειδὴ τμῆμα τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἐδημοσιεύθη εἴς τινα ἐφημερίδα, ἡ δημοσίευσις ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐκάλεσεν εἰς ἀπολογίαν τὸν δημοσιεύσαντα.
§85Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παρελθὸν Σάββατον ὑπέβαλον εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς θέματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω ἂν συστάσεις, ἐρωτήσεις ἢ ἐπερωτήσεις δύνανται νὰ ὀνομασθῶσιν, ἤτοι 1) περὶ μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ΑΦΚʹ περὶ φυλακῶν, 2) τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς τελείας καταστροφῆς τοῦ λιμένος Κατακώλου, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδαπανήθησαν 14,000,000, 3) τί ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις συνεπείᾳ τοῦ ἀθωωτικοῦ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν, δι’ οὗ προτείνεται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Ἑνιαία ὡς παραβᾶσα τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Τὸ βούλευμα καὶ διάφορα ἄλλα ἔγγραφα ἀπεστάλησαν ὑπηρεσιακῶς εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀνέμενον νὰ τὰ ἴδω ἀναγεγραμμένα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὅπως λάβω τὸν λόγον.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε ὑπεβάλετε τὰ ἔγγραφα;
§87Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σάββατον.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ὥραν;
§89Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁρίζεται ἡ ὥρα μὲ τὰ δευτερόλεπτα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐργασία τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κανονίζεται μὲ τὴν ὥραν. Λοιπὸν τὴν Πέμπτην θὰ εἶναι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§91Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ τυπωθῶσι, κύριε Πρόεδρε, σχέδια συστάσεων, ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων, διὰ νὰ γίνωνται εὐκολώτερα καὶ δίδωνται εἰς τὸ Γραφεῖον. Ἰδοὺ λάβετε αὐτάς.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ Γραφεῖον νὰ τὸ δώσετε, ἐγὼ δὲν τὸ δέχομαι.
§93Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν θὰ τὰ ἐπιδίδωμεν διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος;
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαμαρτύρομαι ὅτι μόνον παρὰ δύο, τριῶν Βουλευτῶν ἐγείρονται παράπονα ἐναντίον μου, καὶ ἐκ συστήματος καταφέρονται ἐναντίον τῆς ὑπηρεσίας. Ὅλοι οἱ κύριοι Βουλευταὶ καταφεύγουν καὶ κατὰ τὰς ὥρας τῶν συνεδριάσεων, διὰ νὰ τοὺς πληροφορήσω πῶς νὰ συντάξουν τὰ ἐρωτήματά των, καὶ οὐδεὶς τῶν κ. Βουλευτῶν ἔχει παράπονα ἐκτὸς τῶν δύο, τριῶν. — Ὁ κ. Φλαμῆς ἔχει τὸν λόγον.
§95Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς κ. Γκλαβᾶς, δυστυχῶς ὁμιλῶν περὶ τῶν σεισμοπαθῶν Ἠλείας, ἔθιξεν ἀκαίρως καὶ τὸ ζήτημα τῆς Μανωλάδος. Λέγω δυστυχῶς ὄχι τόσον διὰ τὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν — διότι βέβαια ταῦτα ἦσαν φυσικὴ συνέπεια τῆς μὴ τηρήσεως τοῦ Κανονισμοῦ ἐπακριβῶς εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐκ μέρους τοῦ Προεδρείου — ἀλλὰ διότι ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Γκλαβᾶ ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ ὥστε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ φιλοδωρήσῃ μὲ τὸν τίτλον τοῦ ἀναρχικοῦ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ εἰς τὴν σεβαστὴν Βουλὴν ὅτι οὐδέποτε ὑπῆρξα ἀναρχικός. Ἐζήτησα νὰ τύχω τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν συμπολιτῶν μου, ἵνα εἰσέλθω εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο, ὅπως διὰ τοῦ λόγου καὶ τῆς πειθοῦς ὑπερασπίσω τὰ δίκαια αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ οὐδεμία ἀνάγκη ὑφίσταται νὰ εἰσέλθῃ τις μὲ ἀναρχικὰς προθέσεις, καὶ λέγω τοῦτο, διότι εὐτυχῶς εὑρισκόμεθα πρὸ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι εἶναι τὸ τέκνον τῆς ἐπαναστάσεως. Λέγω τοῦτο, διότι εὐτυχῶς εὑρισκόμεθα πρὸ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαύγασμα αὐτῆς ταύτης τῆς ἐπαναστάσεως. Λέγω τοῦτο, διότι κατ’ εὐτυχῆ σύμπτωσιν προΐσταται τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἀξιότιμος κ. Βενιζέλος, ὁ ὁποῖος κατάγεται ἐκ τῆς ἡρωικῆς Κρήτης, ἔχει δὲ πεῖραν μακρὰν τοῦ τί ἐστὶν ἐλευθερία καὶ τί ἐστι δουλεία. Λοιπὸν πρὸ τοιούτου συνεδρίου νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τις τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν τῶν συμπολιτῶν του διὰ τῆς ἀναρχίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Ἄλλως τε εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὅτι ἐν Ἑλλάδι, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, δὲν ὑπῆρξαν ἀναρχικοί. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ λίαν ἀκαίρως ἔθιξε τὸ ζήτημα ὁ Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν τὸ ζήτημα τῆς Μανωλάδος, ζήτημα σπουδαιότατον, νὰ τύχῃ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ ὡς παρεμπῖπτον ζήτημα ἐπερωτήσεως, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τύχῃ βαθυτάτης ἐρεύνης καὶ συζητήσεως ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ. Εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ αὐτὰς τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον κυρίως ἐνδιαφέρει τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, καὶ ἓν τοιοῦτον ζήτημα βεβαίως ἔπρεπε νὰ τύχῃ τῆς καταλλήλου ἀναπτύξεως καὶ συζητήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον οἱ λόγοι αὐτοί. Ὑπάρχει καὶ σπουδαιότερος, ὅτι πλεῖστα τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ πλεῖστοι τῶν κυρίων συναδέλφων, τὸ πρῶτον ἤδη εἰσῆλθον εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο, καὶ εἶναι πλέον ἢ βέβαιον, ὅτι καὶ τὸ πλεῖστον τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ πλεῖστον τῶν κυρίων συναδέλφων δὲν γνωρίζουσι τί ἐστὶ ζήτημα Μανωλάδος. Καὶ προκειμένου νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ πρῶτον μέλημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται τὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, εἶναι πρωτίστως νὰ ὑπάρξῃ ἡ γνῶσις τοῦ ζητήματος, ἵνα εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνωσι περὶ αὐτοῦ, ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τούτου τοῦ ζητήματος, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τούτου τοῦ δικαίου. Ἡμεῖς δὲν θὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος πρὸς δημοκοπίαν, διότι εἴμεθα γνωστοὶ πρὸ πολλοῦ, καὶ εἰς μάτην ἠθέλησάν τινες ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαπαροτομοῦσι τὰ θυλάκια τῶν ἀφελῶν συμπολιτῶν μας εἰς τοὺς διαδρόμους τῶν Δικαστηρίων, νὰ μεμφθῶσιν ἡμᾶς ὡς δημοκόπους, διότι ἡμεῖς ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα συζητήσωμεν αὐτὸν τοῦτον τὸν νόμον τῆς δωρεᾶς, κατὰ πόσον τουτέστιν οὗτος εἶναι συνταγματικός, κατὰ πόσον οἱ ἐκπροσωποῦντες τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα τὸν Διάδοχον ἐν Μανωλάδι εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου, καὶ κατὰ πόσον συμφέρει, ὄχι τόσον διὰ τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὅσον διὰ τὸ γόητρον τῆς Δυναστείας, ἡ ἐξακολούθησις τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Τὸ ζήτημα τῆς Μανωλάδος δὲν εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει μόνον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος· εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐνδιαφέρῃ ὁλόκληρον τὸ συνέδριον τοῦτο. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι κάτοχος ἐγγράφου ἐπιστολῆς τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου, δι’ ἧς παραιτεῖται μέρους τῆς Μανωλάδος. Βεβαίως πρόκειται περὶ δηλώσεως σοβαρωτάτης, τῆς ὁποίας δυστυχῶς ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι οὔτε κἂν εἴχομεν γνῶσιν. Εἴχομεν ὅμως καὶ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῆς ἐγγράφου αὐτῆς δηλώσεως, καί, ἂν πρόκειται περὶ πραγματικῆς δωρεᾶς ἐκ μέρους τῆς Α. Υ., ἡ ὁποία διευκολύνει τοὺς κατοίκους, ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγνωρίσωμεν ταύτην καὶ ἐκφράσωμεν τὴν εὐγνωμοσύνην ἡμῶν πρὸς τὴν Αὐτοῦ Ὑψηλότητα, ἢ θὰ ἐλαμβάνομεν γνῶσιν ἐκ τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, ὅτι πρόκειται περὶ δωρεᾶς ἀδώρου, ὁπότε θὰ εἴχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπωμεν εἰς ἐκείνους, ὅτι παρῆλθεν ὁ καιρός, καθ’ ὃν ἠδύναντο διὰ τοιούτων πυροτεχνημάτων νὰ καταπνίξωσι τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Ὅπως ἔχομεν καὶ ἡμεῖς, πολὺ περισσότερον καὶ αὐτοὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἶναι εἰλικρινεῖς ἀπέναντι τοῦ λαοῦ τῆς Μανωλάδος, καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν τὴν κατάθεσιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ. Προσέτι ἐζητήσαμεν νὰ λάβωμεν γνῶσιν διὰ ποῖον λόγον ἀπεστάλη ὁμὰς ἀξιωματικῶν εἰς Μανωλάδα πρὸ πολλοῦ, καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, ἵνα ἐν γνώσει τῆς ἐνεργείας αὐτῶν καθορίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ σημεῖα τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ ζητήματος τῆς Μανωλάδος. Δυστυχῶς ὅμως ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἕνεκα πολλῶν ἀσχολιῶν του μέχρι τῆς σήμερον δὲν κατέθηκε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, παρακαλῶν ἐν ταὐτῷ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταθέσῃ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἔγγραφον. Προσέτι, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα της Μανωλάδος θέλει ἀπασχολήσει ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, θὰ παρακαλέσω, ὅπως κατατεθῇ ὁλόκληρος ὁ φάκελος ὁ ἀφορῶν τὴν δωρεὰν τῆς Μανωλάδος, πρωτίστως δὲ κατατεθῇ τὸ σχεδιάγραμμα ὡς καὶ τὸ στέλεχος τῶν παραχωρητηρίων, ἔχω δὲ ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς συζητήσεως, καθ’ ἣν θὰ ὁμιλήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἀριθμῶν, πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ σπεύσῃ νὰ δηλώσῃ ὅτι παραιτεῖται ὁλοτελῶς τῆς Μανωλάδος, εἶναι ἡ Αὐτοῦ Ὑψηλότης ὁ Διάδοχος· διότι δυστυχῶς ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι μεταξὺ λαοῦ καὶ Διαδόχου παρεμβάλλεται Σινικὸν τεῖχος.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀποφεύγητε τοιαύτας ἐκφράσεις.
§97Λ. ΦΛΑΜΗΣ. Οὐδένα θέλω νὰ προσβάλω· ἐννοῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ ἡ φωνὴ τοῦ λαοῦ ἐκείνου μέχρι τῶν ὤτων τοῦ Διαδόχου. Δυστυχῶς 23 ἔτη παρῆλθον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δωρεᾶς, καὶ ἐν τούτοις οὔτε κἂν ἐπάτησε τὸ ἔδαφος τῆς Μανωλάδος ὁ Διάδοχος, ἡ δὲ ἀντιπροσωπεία τοῦ κτήματος ἀνέκαθεν ἀνετέθη εἰς ἀπομάχους ἐφόρους καὶ πρώην ὑπαξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ δημιουργηθῇ ἡ τοιαύτη κατάστασις εἰς βάρος τοῦ λαοῦ τῆς Μανωλάδος καὶ τοῦ γοήτρου τῆς Αὐτοῦ Ὑψηλότητος τοῦ Διαδόχου. Καταλήγων παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα τὰ σχετιζόμενα μετὰ τῆς δωρεᾶς τῆς Μανωλάδος, καὶ ὁρίσῃ, ἂν εἶναι δυνατόν, μίαν εἰδικὴν συνεδρίασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἵνα δυνηθῶσι καὶ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἄλλων μερῶν νὰ λάβωσι ἀκριβῆ γνῶσιν τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἐκφέρῃ ἕκαστος ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών του τὴν πεφωτισμένην αὐτοῦ γνώμην.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις δέκα Βουλευτῶν περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως. Ἀλλὰ παρατηρῶ ὅτι ἐνταῦθα πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως ἀφορώσης οὐχὶ τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ τὸ θέμα διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν κατέθηκεν ἀκόμη τὰ ζητηθέντα ἔγγραφα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τοὺς κυρίους συναδέλφους ν’ ἀναβάλωσι τὴν πρότασιν μέχρι τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων.
§99ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον «περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ναοῦ τῆς «Εὐαγγελιστρίας». (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κύριος Θ. Παπαιωάννου).
§101ΝΙΚ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀξιότιμοι συνάδελφοι· διέδωκάν τινες τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅτι τὴν ἐπερώτησιν περὶ τοῦ ἱδρύματος τοῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας, καὶ ἰδίᾳ περὶ τῶν μελῶν τῆς διορισθησομένης ἐπιτροπῆς, ἐγκατέλιπον, διότι δὲν ἔτυχον παρὼν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἑβδόμης τρέχ. μηνός, ἵνα ἀναπτύξω ταύτην. Ἡ διάδοσις αὕτη τῶν Κυρίων ἐκείνων ἦτο ἐσφαλμένη καὶ ἐγένετο, διότι εἶχον συμφέρον νὰ μὴ γίνῃ ἡ ἐπερώτησις. Κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς 14 τρέχ. ἡ ἐπερώτησίς μου αὕτη ἦτο κατακεχωρισμένη ὑπ’ αὔξ. ἀριθ. 25, καὶ ἐπί τινων προηγουμένων προεμηνύετο μακρὰ συζήτησις, ἀφοῦ διά τινας εἶχε ζητηθῆ ἡ γενίκευσις, ἑπομένως καὶ κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἐμὴν καὶ τὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἦτο ἀδύνατον νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ αὐτῆς τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, δι’ ὃ καὶ ἀπῆλθον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ, ὡς ἐνθυμεῖσθε πάντες, δηλώσεις τινὲς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περιώρισαν τὴν συζήτησιν τῶν προηγουμένων ἐπερωτήσεων, καὶ ἐξηντλήθη ὁλόκληρος ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ἐξεφωνήθη καὶ ἡ ἐμή, ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν εὑρέθην παρών, ἀνεβλήθη δι’ ἄλλην συνεδρίαν, ὡς ἐκ τούτου δὲ ἐνεγράφη σήμερον, καὶ ἀναπτύσσω ταύτην. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, εἰς ὅσους ἐξ ὑμῶν μετέβητε εἰς Τῆνον, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει ναός τις τιμώμενος ἐπ’ ὀνόματι τῆς Εὐαγγελιστρίας, ὁ ὁποῖος οὔτε εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ναῶν ὑπάγεται οὔτε εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μοναστηρίων, διότι κατὰ τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1834, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὸ ὁποῖον ὥρισε ποῖα μοναστήρια πρέπει νὰ ὑπάρχωσι καὶ ποῖα νὰ διαλυθῶσιν, ὁ ναὸς τῆς Τήνου ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἱερὸν προσκύνημα τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Ὁ χαρακτηρισμὸς δὲ οὗτος πρὸ παντὸς μὲ ἀναγκάζει, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅπως ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος τοῦ διορισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ ὑμῶν, διότι κατὰ τὸ Διάταγμα τῆς 7 Ἀπριλίου 1851, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐξεδόθη κατὰ Δεκέμβριον 1888 ὁ κανονισμὸς ὁ κανονίζων τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ναοῦ, ἔχει χαρακτηρισθῆ ὡς δημόσιον ἵδρυμα, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἴς τινας τῶν ὑπαλλήλων αὐτοῦ ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις περὶ δημοσίων ὑπολόγων. Χιλιάδες, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, ἔκ τε τοῦ Ἐσωτερικοῦ καὶ τοῦ Ἐξωτερικοῦ κατὰ τὴν 25 Μαρτίου καὶ τὴν 15 Αὐγούστου ἑκάστου ἔτους μεταβαίνουσιν εἰς Τῆνον, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς ἐκ τρικυμιῶν καὶ ἄλλων αἰτιῶν κακουχίας, ἵνα προσκυνήσωσι τὴν σεπτὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ προσφέρωσιν ὅ,τι δύναται ἕκαστος, ἀναλόγως τῆς οἰκονομικῆς του καταστάσεως, ἀνερχόμενον εἰς πολλὰς δεκάδας χιλιάδας δραχμῶν· ὡς ἐκ τούτου ἔχει καὶ ἴδιον ὀργανισμόν, ὡς εἶπον. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον, ὁ ὁποῖος ἐξεδόθη τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1888 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τῆς 7 Ἀπριλίου 1851, διοικεῖται τὸ ἵδρυμα καὶ ἡ περιουσία αὐτοῦ ὑπὸ ἑπταμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἐκ τῆς ὁποίας τὰ πέντε μὲν μέλη εἶναι τακτικά, καὶ αὐτὰ ἔχουσι τὴν διαχείρισιν, τὰ δ’ ἕτερα δύο ἀναπληρωματικά, ἀναπληροῦντα τὰ τυχὸν κωλυόμενα ἐκ τῶν τακτικῶν. Ὅπως δέ τις διορισθῇ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὀργανισμοῦ νὰ εἶναι δημότης ἑνὸς τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Τήνου, ἡλικίας 30 ἐτῶν καὶ νὰ ἔχῃ ἀκίνητον περιουσίαν τοὐλάχιστον 5000 δραχμῶν. Διὰ τὸν διορισμὸν τῆς ἑπταμελοῦς ταύτης ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸ ἄνω Β. Διάταγμα καὶ τὸν ὀργανισμόν, ὁ Νομάρχης Κυκλάδων κατ’ ἔτος, ἐν ἀρχῇ ἑκάστου ἔτους—διότι ἀρχικῶς μὲν ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο διετής, κατόπιν ἐγένετο μονοετής, εἶτα πάλιν διετὴς καὶ ἤδη εἶναι μονοετής—ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προτείνῃ πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλ. Ὑπουργεῖον διπλάσιον ἀριθμὸν προσώπων κεκτημένων τὰ ἄνω προσόντα τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ἐπιτροπήν· σήμερον δὲ νὰ προτείνῃ 14, καὶ ἐκ τούτων ἐκλέγει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πέντε, ὡς εἶπον, τακτικά, τῶν ὁποίων τὸ πρῶτον, κατὰ τὸ Β. Διάταγμα, δι’ οὗ διορίζεται, ἐκτελεῖ καὶ καθήκοντα Προέδρου, καὶ δύο ἀναπληρωματικά. Ἡ ὑπηρεσία τῆς οὕτω διορισθείσης ἐπιτροπῆς κατὰ τὸ 1910 ἔληξε τὴν 31 Δεκεμβρίου 1910, διὸ καὶ τὴν 10, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Ἰανουαρίου, ὁ Νομάρχης Κυκλάδων κ. Ἀλεξανδρόπουλος ὑπέβαλε πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργεῖον δύο ἔγγραφα σχετικὰ πρὸς τὰ μέλη, ἐξ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ κατήρτιζε τὸ Β. Διάταγμα διὰ τοὺς ἀποτελέσοντας τὴν νέαν ἐπιτροπήν. Διὰ τοῦ πρώτου ἐγγράφου του ὑποθέσας ὁ κ. Νομάρχης ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διοικοῦσα τὸ ἵδρυμα δὲν εἶναι ἑπταμελής, ἀλλὰ πενταμελής, ὅπως ἦτο κατὰ προηγούμενον Β. Διάταγμα, προέτεινε δέκα μόνον πρόσωπα, ἀλλὰ κατόπιν, συνεπείᾳ παραγγελίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἢ καὶ οἰκειοθελῶς, δὲν γνωρίζω, ἀνακαλύψας τὸ νεώτερον Β. Διάταγμα, καθ’ ὃ ἔδει νὰ προτείνῃ 14 πρόσωπα, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἦτο ἑπταμελής, προέτεινε καὶ ἕτερα τέσσαρα τοιαῦτα, καὶ οὕτως ἀπετελέσθη ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς τῶν 14, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸς ὑπεχρεοῦτο νὰ ἐκλέξῃ τὰ ἑπτά. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, εἶναι τὸ πρῶτον ἔγγραφον τοῦ κ. Νομάρχου Κυκλάδων, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεδεικνύοντο τὰ πρόσωπα· διότι ὁ κ. Νομάρχης δὲν ἠρκέσθη ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ὑποδείξῃ τὰ 14 πρόσωπα, ἀλλὰ κατέταξε ταῦτα ἐν τῷ ἐγγράφῳ του κατὰ σειρὰν ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς φερεγγυότητος στηριχθεὶς ἐπὶ βασίμων πληροφοριῶν.
§102Ι. ΚΑΣΔΟΝΗΣ. Ἀπὸ ποῖον τὰς ἔλαβε;
§103Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Ἀπὸ τὸ γραφεῖον.
§104Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι. Δὲν ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ Γραφεῖον.
§105Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Ὑποθέτω.
§106Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ μὴ ὑποθέτητε, διότι ἐγὼ δὲν συζητῶ ἐπὶ ὑποθέσεων· ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν ὑπευθύνους πληροφορίας παρ’ ἐντίμου καὶ ἠθικοῦ δημοσίου ἐν Τήνῳ ὑπαλλήλου.
§107Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐγγράφως;
§108Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§109Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Τὸ ἔκαμνον καὶ οἱ προκάτοχοί του;
§110Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί ἔκαμνον οἱ προκάτοχοί του καὶ πῶς ἐσκέπτοντο ἐκεῖνοι. Ὁ ἤδη Νομάρχης κ. Κ. Ἀλεξανδρόπουλος εἶναι γνωστὸς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος διὰ τὸν ἀδαμάντινον χαρακτῆρά του, τὴν δραστηριότητα καὶ ἐργατικότητα, τὴν τιμιότητά του καὶ τὴν μετὰ θρησκευτικῆς εὐλαβείας ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του· εἶναι γνωστὸς εἰς πάντας διὰ τὰς ἐπιστημονικάς του γνώσεις· εἶναι γνωστὸς τέλος, διότι εἶναι Κέρβερος τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν χρημάτων καὶ ἐν γένει τῆς περιουσίας τῶν διαφόρων εὐαγῶν οἴκων, καὶ διὰ τοῦτο ἐφρόνει, ὅτι εἶχεν ὑποχρέωσιν οὐ μόνον ὡς Νομάρχης, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄτομον, προτείνων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ διοικήσωσι τὴν μεγάλην περιουσίαν τοῦ ἱεροῦ ἱδρύματος τῆς Τήνου, νὰ ὑποδείξῃ πρόσωπα, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ λεχθῇ οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον, καὶ νὰ συγκαταλέγωνται μεταξὺ τῶν πρώτων οὐ μόνον ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ περιουσιακῆς. Ὡς ἐκ τῆς μικρᾶς του δὲ διαμονῆς ἐν Ἑρμουπόλει μὴ γνωρίζων ὁ ἴδιος τοὺς ἐν Τήνῳ τὰ πρῶτα φέροντας ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐὰν ἐζήτει τοιαύτας παρὰ τῶν Τηνίων, βεβαίως θὰ ἦτο ἀξιοκατάκριτος, διότι αἱ πληροφορίαι του δὲν θὰ ἦσαν ἀσφαλεῖς, καθόσον, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐν τῇ Τήνῳ εἶναι τὰ κόμματα, ὡς γνωρίζουσι τοῦτο οἱ κ. συνάδελφοι ἐκ Τήνου καὶ τὸ γνωρίζω καὶ ἐγώ, διότι ἔχω δεκαετίαν ὁλόκληρον, καθ’ ἣν παραθερίζω ἐν Τήνῳ καὶ γνωρίζω καὶ μὲ γνωρίζουσι πάντες οἱ Τήνιοι θεωροῦντές με ὡς συμπολίτην των, καὶ ἐὰν ἐστρέφετο εἰς τὸ κόμμα Α, θὰ τῷ ἔδιδε πληροφορίας περὶ τῶν φίλων τοῦ κόμματος, εἰς ὃ ἀνήκει, ἐὰν δὲ εἰς τὸ Β, θὰ τῷ ἔδιδε πληροφορίας περὶ τῶν φίλων του, καὶ οὕτω δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προτείνῃ τὰ ἄριστα τῶν προσώπων διὰ τὴν ἐπιτροπήν. Δὲν ἔπραξε λοιπὸν τοῦτο ὁ κ. Νομάρχης, καὶ εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων. Δὲν εἶχεν, ἀφοῦ ὁ ἴδιος δὲν ἐγνώριζε τὰ πρόσωπα, ἄλλο μέσον νὰ μάθῃ ταῦτα ἢ νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τοὺς ἐν Τήνῳ δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς μὴ συνδεδεμένους μὲ τὰ πολιτικὰ κόμματα, καὶ παρ’ αὐτῶν νὰ ζητήσῃ πληροφορίας, ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχουσι τὴν ἐμπιστοσύνην ὅτι θὰ διαχειρισθῶσι τὸ ποσὸν τῶν 100 περίπου χιλιάδων δραχ. κατ’ ἔτος, ἃς εἰσπράττει ὁ ναὸς τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως. Ἐζήτησε πληροφορίας παρὰ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν αὐτῷ τοιαύτας, ἃς διεβίβασε πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ὑπουργόν. (Διάφοροι διάλογοι ἐν σχέσει πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ κ. Νομάρχου διὰ τὴν πρότασιν τῶν προσώπων). Τὸ Β. Διάταγμα, εἶπον ὑμῖν, ὑποχρεοῖ τὸν κ. Νομάρχην νὰ ὑποδείξῃ 14 πρόσωπα καὶ ἐκ τούτων ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐκλέγει τὰ ἑπτά. Ὁ κ. Νομάρχης, ὑποδεικνύων 14 πρόσωπα, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Β. Διατάγματος καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ, ἐνόει καὶ εἶχε τὸ θάρρος νὰ δώσῃ καὶ τὴν γνώμην αὐτοῦ στηριχθεὶς ἐπὶ τῆς γνώμης δημοσίου ὑπαλλήλου, διότι, ὡς καὶ πρὸ ὀλίγου ἀνέφερα, εἶναι Κέρβερος τῆς δημοσίας καὶ δημοτικῆς περιουσίας, καὶ ἐν γένει τῆς περιουσίας τῶν διαφόρων φιλανθρωπικῶν καταστημάτων. Καὶ ἔρχεται διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ καὶ λέγει πρὸς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ὑπουργόν: «Ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὸ Β. Διάταγμα καὶ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ ἐν Τήνῳ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας προτείνω πρὸς διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῆς περιουσίας αὐτοῦ κατὰ τὸ ἀρξάμενον ἔτος 1911, ἵνα ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπήν, τὰ ἀκόλουθα πρόσωπα κατὰ σειρὰν ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς φερεγγυότητος ἕκαστον.
§111Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούσωμεν τὰ ὀνόματα, κύριε συνάδελφε;
§112Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μίαν στιγμήν, παρακαλῶ. Μὴ βιάζεσθε, κύριε Παπαδάμ. Θὰ σᾶς τὰ εἴπω τὰ ὀνόματα, ἐὰν ἐπιμένητε, καίτοι τοῦτο δὲν ἐπεθύμουν, ἀφοῦ δὲν πρόκειται περὶ προσώπων. Ἐὰν ὁ κ. Νομάρχης Κυκλάδων δὲν εἶχε τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον, βεβαίως δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀπασχολῶ ὑμᾶς.
§113Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀόριστα τελείως. Ὅταν ἔχῃ τὸ θάρρος τῆς γνώμης του, ἔδει ὁ κ. Νομάρχης νὰ ὥριζε καὶ τὰ πρόσωπα.
§114Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μὴ βιάζεσθε, παρακαλῶ, κύριε Ἐμπειρῖκε, καὶ πρὸς χάριν ὑμῶν καὶ τοῦ κ. Παπαδάμ ἀναγινώσκω ταῦτα κατὰ σειράν, ὡς εἶναι ἐν τῷ ἐγγράφῳ, καίτοι εἶναι ἐνδεχόμενον οὐδένα τούτων νὰ γνωρίζητε· λοιπὸν προτείνει τὰ ἀκόλουθα· 1) Ἰάκωβον Μαῦρον μεγαλέμπορον, 2) Ἀλέξ. Γάφον ἐμποροκτηματίαν, 3) Ἀντώνιον Μεσσηνέζην ἰατρόν, 4) Β. Γεωργίου κτηματίαν, 5) Ἄγγελον Κρᾶν παντοπώλην, 6) Νικόλ. Δημητριάδην συνταξιοῦχον, 7) Διον. Καίσαρα ἐμποροκτηματίαν, 8) Πέτρον Γιαννίσην ζαχαροπλάστην, 9) Ἀντών. Μαρκουΐζον ἔμπορον, 10 Μιχ. Λούβαρην ἔμπορον· διὰ δὲ τοῦ μεταγενεστέρου ἐγγράφου του τοὺς 11) Νικ. Γραμμανδάνην, 12) Μηνᾶν Ἀρμακόλαν, 13) Κοσμᾶν Πρίντεζην καὶ 14) Φραγκίσκον Ἀπέργην.
§115Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ ὑποκύπτει εἰς τὸ ἄτοπον ὁ κ. Νομάρχης, ἂν βαθμολογεῖ κατὰ βαθμὸν φερεγγυότητος οὕτως; (Θόρυβος ἐκ μέρους τινῶν τῶν κ. Βουλευτῶν Κυκλάδων).
§116Ι. ΚΑΣΔΟΝΗΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης εἶναι ὁ πρώην Εἰσαγγελεὺς καὶ εἶναι ἄριστος.
§117Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οὐδέποτε ἠμφισβήτησα τὴν ἐντιμότητα τοῦ κ. Δημητριάδου, ὃν σέβομαι καὶ ὑπολήπτομαι θεωρῶν ἱκανώτατον, ἵνα ἀποτελέσῃ μέρος τῆς ἐπιτροπῆς· ἀλλὰ μὴ βιάζεσθε, καὶ τώρα ἀπαγγέλλετε ὅσα ἔχετε νὰ εἴπητε. Παρακαλῶ, Κύριοι.
§118Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι κατάστασις. Προστατεύσατε, τὸν ῥήτορα, κ. Πρόεδρε.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται διακοπὰς ὁ Κύριος.
§120Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αἱ διακοπαὶ δὲν μὲ συγχύζουσιν· ἀρκεῖ μόνον νὰ ἀκούω τί λέγει ἕκαστος τῶν κ. συναδέλφων, ἵνα ἀπαντῶ καταλλήλως.
§121Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Νὰ μὴ διακόπτητε, Κύριοι.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀπαγορεύονται τελείως αἱ διακοπαί.
§123Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Μίαν διακοπήν, παρακαλῶ, κ. Πετροπουλάκη.
§124Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εὐχαρίστως, κ. Μαμάη.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, κ. Μαμάη.
§126Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ὁ κ. Νομάρχης ἔδωκεν ὑμῖν τὰ ἄνω ἔγγραφα;
§127Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι, κ. συνάδελφε· ἔλαβον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἐν ἀντιγράφῳ συνεπείᾳ αἰτήσεώς μου. Ἐξακολουθῶν ἐπαναλαμβάνω ὅτι δικαίως ὁ κ. Νομάρχης ἐν τοῖς ἐγγράφοις του, διότι μεταξὺ τῶν διαφόρων προσώπων, τὰ ὁποῖα προτείνει, ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ καὶ ἀπὸ κοινωνικῆς καὶ ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως, καὶ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα εἰς τὴν προϊσταμένην του ἀρχήν, ζητοῦσαν παρ’ αὐτοῦ πρόσωπα, εἰς ἃ θὰ ἀνετίθετο ἡ διαχείρισις μεγάλης περιουσίας, νὰ ὑποδείξῃ τὰ καλλίτερα πρόσωπα, καὶ δι’ αὐτὸ ἔδωκε τὸν χαρακτηρισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον τῷ ἔδωκε δημόσιος ὑπάλληλος.
§128Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Τὰ κατάλληλα πρόσωπα, κύριε Πετροπουλάκη. Ὄχι νὰ τὰ βαθμολογήσῃ.
§129Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἐζήτησα μίαν ἐρώτησιν καὶ δὲν ἠθελήσατε.
§130Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ τὴν ἀκούσω.
§131Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Εἴπετε ὅτι αὐτὸ τὸ ἵδρυμα ἔχει ἕν καταστατικόν. Εἰς τὸ καταστατικὸν περιλαμβάνεται ἡ ἰδιότης τοῦ Νομάρχου ὑποστηρίζοντος τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ γίνωσιν ἐπιτροπὴ εἰς τὴν Τῆνον; ἢ εἶναι ὑποχρεωμένος μόνον νὰ ὑποβάλῃ τὸν κατάλογον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ αὐτὸς νὰ ἀποφασίσῃ;
§132Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν σχετικὴν περικοπὴν τοῦ ὀργανισμοῦ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω ἄλλην διακοπήν.
§134Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ὀργανισμοῦ ἡ διοίκησις τοῦ ἐν Τήνῳ ἱεροῦ ναοῦ τῆς «Εὐαγγελιστρίας» καὶ ἡ διαχείρισις τῆς περιουσίας, καθὸ δημοσίου καταστήματος, ἀνατίθεται ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐπιτροπὴν συγκειμένην ἐκ πέντε μελῶν τακτικῶν, δύο δὲ ἀναπληρωματικῶν μελῶν, ἅτινα ἐκ διπλοῦ ἀριθμοῦ ὑποψηφίων ὑπὸ τοῦ Νομάρχου προτεινομένων ἐκλέγει καὶ διορίζει ἡ Κυβέρνησις.
§135Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἑπομένως τίνα θέσιν ἔχει ὁ Νομάρχης βαθμολογῶν; Τί λέγει τὸ καταστατικόν;
§136Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν θέλετε νὰ μὲ ἐννοήσητε. Ἢ δὲν μὲ ἐνοήσατε ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς, ὅπως σᾶς εἶπον. Βλέπετε ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος σᾶς εἶπον ὅτι ἐκλέγει μεταξὺ τῶν 14 ἡ Κυβέρνησις.
§137Ι. ΚΑΣΔΟΝΗΣ. Σεῖς, ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρεσθε, δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἐκλεχθέντων προσώπων;
§138Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Κασδόνη, γνωρίζω ὑμῖν ὅτι ἐγὼ περισσότερον καιρὸν μένω ἐν Τήνῳ ἢ ὑμεῖς· ἑπομένως πολὺ καλλίτερον γνωρίζω ἐγὼ τοὺς Τηνίους παρὰ ὑμεῖς, διότι ὑμεῖς ἔρχεσθε ἕνα μῆνα εἰς τὴν πόλιν Τήνου τὸ θέρος, ἐνῷ ἐγὼ οὐ μόνον μένω διαρκῶς ἐν Τήνῳ τρεῖς μῆνας, ἀλλὰ καὶ δικηγορῶ ἐπὶ εἴκοσι δύο ἔτη ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῶν Κυκλάδων, καὶ ὡς ἐκ τούτων ἔχω σχετισθῆ περισσότερον ὑμῶν μὲ τοὺς συμπολίτας ὑμῶν καὶ γνωρίζω τόσον αὐτούς, ὅσον καὶ τὰ πράγματα, καλλίτερον ὑμῶν (θόρυβος καὶ διακοπαί).
§139Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, προστατεύσατε τὸν ῥήτορα. Νὰ γίνῃ ἡσυχία.
§140Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐμέ, φίλε συνάδελφε, αἱ διακοπαί, ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω, δὲν ἐμποδίζουσιν εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μου. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, θὰ τὸ εἴπω, καὶ ἂς μὲ διακόπτωσι. Τοὐναντίον αἱ διακοπαὶ μοὶ ὑπενθυμίζουσι πολλὰ γεγονότα.
§141Ι. ΚΑΣΔΟΝΗΣ. Ἐγὼ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι οἱ πέντε διορισθέντες εἶναι πέντε ἀδάμαντες.
§142Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ δημοσιευθῇ τὸ Β. Διάταγμα περὶ ἐνοριῶν.
§143Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐδημοσιεύθη τὸ Β. Διάταγμα τοῦτο καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἡ ἰδία ἐπιτροπή, ἀλλὰ κατὰ ἑρμηνείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ Β. Διάταγμα περὶ ἐνοριῶν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς Σεπτεμβρίου. Οὕτω δὲν εἶναι, νομίζω, κύριε Ὑπουργέ;
§144ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μάλιστα.
§145Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Λοιπὸν διὰ τῶν ἐγγράφων, ἅπερ ἀνέγνωσα καὶ ἐν οἷς ἀναγράφονται ποῖα πρόσωπα προέτεινεν ὁ νομάρχης Κυκλάδων καὶ ἡ σειρὰ τῆς ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς φερεγγυότητός των...
§146Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ....
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§148Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἀκούω, κ. Ἐμπειρῖκε, τί μὲ ἐρωτᾶτε.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί. Ποῖος σᾶς εἶπε νὰ διακόψητε; Δὲν δυνάμεθα νὰ τελειώσωμεν. Λαμβάνετε τὸν λόγον κατόπιν, ἐὰν γενικευθῇ ἡ συζήτησις, καὶ τὰ λέγετε.
§150Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐάν, ἐπαναλαμβάνω, ὁ κ. Νομάρχης δὲν ὑπεδείκνυε διὰ τῶν ἄνω ἐγγράφων ποία ἡ κοινωνικὴ θέσις καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἠθικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως περιουσιακῆς ἑνὸς ἑκάστου τῶν προτεινομένων προσώπων, βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε δίκαιον ἀνεξέλεγκτον νὰ ἐκλέξῃ οἷα ἤθελε πρόσωπα, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσηγήσεις πολιτῶν περὶ τῶν διαφόρων προσώπων· ὅτε ὅμως εἶχε τὴν ἀπόδειξιν περὶ τῶν προσώπων τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων, ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἐπεβάλλετο αὐτῷ νὰ θέσῃ εἰς ἀνωτέραν θέσιν τὰς πληροφορίας ταύτας τῶν ἐξωδίκων καὶ ἔδει τὸν πρῶτον τοῦ νομαρχιακοῦ καταλόγου, τὸν κ. Ἰάκωβον Μαῦρον, νὰ μὴ τὸν κατατάξῃ ἐν τῷ διατάγματι ὡς πέμπτον καὶ ὡς πρῶτον ἐν τῷ διατάγματι τοῦ διορισμοῦ νὰ θέσῃ τὸν ἕκτον. Νὰ μὴ παραβλέψῃ τὸν δεύτερον, τρίτον, πέμπτον, ἕβδομον καὶ ὄγδοον τοῦ νομαρχιακοῦ καταλόγου καὶ νὰ συμπεριλάβῃ ἐν τῷ Β. Δ. τοῦ διορισμοῦ ἀντὶ τούτων τὸν ἕνατον, ἑνδέκατον καὶ δωδέκατον.
§151Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Ἔμεινεν ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος τρεῖς μῆνας εἰς τὴν....
§152Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ ὁμιλῆτε δυνατώτερα.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§154Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δύναται νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἂς ὁμιλήσωσιν.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει γενικευθῆ ἡ συζήτησις.
§156Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀντὶ νὰ λάβῃ, ἐπαναλαμβάνω, τὰ πρῶτα πρόσωπα, ὡς ὑπεδείκνυεν ὁ κ. Νομάρχης, ἔλαβε τὰ τελευταῖα καὶ κατήρτισε τὴν ἐπιτροπήν, διότι ναὶ μὲν τῷ δίδει τὸ δικαίωμα ὁ ὀργανισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῶν δεκατεσσάρων προσώπων, ἅτινα προτείνει ὁ κ. Νομάρχης, ἀλλ’ ἡ ἐκλογὴ θὰ περιορισθῇ μεταξὺ τῶν καλλιτέρων, καὶ εἰς τοῦτο τὸν ἐβοήθει τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Νομάρχου. Αὐτὴν τὴν σημασίαν ἔχει τὸ ἐκλέγειν ἐν τῷ ὀργανισμῷ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὄχι διότι δὲν ἤθελε νὰ προτείνῃ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τῷ ἀποδίδω δόλον, ἀλλὰ διότι εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἄλλοθεν μὲ ὀπισθοβούλους σκοποὺς ἐγένοντο, φαίνεται, συστάσεις πρὸς καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς ἀναιροῦσαι τὰς συστάσεις τοῦ κ. Νομάρχου. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχεν ἀπὸ τὸν Νομάρχην, διότι ὁ Νομάρχης, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, εἶναι ἀντιπρόσωπος ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρὰ τοῦ Νομάρχου ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ ἐπισήμους πληροφορίας περὶ ὅλων τῶν γεγονότων, ἤκουσεν, ἐπαναλαμβάνω, πρὸς βλάβην τοῦ ἱδρύματος εἰσηγήσεις ξένας, εἰσηγήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπερισχύσωσι τῶν εἰσηγήσεων τοῦ Νομάρχου. Καὶ ἵνα ἀποδείξω ὑμῖν, ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρέλειψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ συμπεριλάβῃ ἐν τῷ διατάγματι τῆς νέας ἐπιτροπῆς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω περὶ τῆς διαχειρίσεώς των καὶ περὶ τῶν ἐργασιῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμον κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας των.
§157Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Αὐτὰ εἶναι προσωπικά.
§158Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν κατέρχομαι εἰς προσωπικὰ καί, ἂν ὡμίλησα περὶ προσώπου, ὑμεῖς μὲ προεκαλέσατε. Κατὰ τὸ ἔτος 1899 ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ἰακώβου Μαύρου, τοῦ καὶ ἤδη ὡς τοιούτου πρώτου προτεινομένου διὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Νομάρχου, ἐπιτροπὴ παρέδωκεν ἀποθεματικὸν εἰς τὴν διάδοχον ἐπιτροπὴν τοῦ 1900 23,000 δραχ., ἀφοῦ ἐξετέλεσε πλεῖστα ὅσα ἔργα ἐν τῷ ναῷ. Κατὰ τὸ 1901–1902, καίτοι ἐδαπανήθησαν ἀρκεταὶ χιλιάδες δραχμῶν διὰ τὴν τέλεσιν ἔργων ὡς ἐν φιλανθρωπικῷ ἱδρύματι λεπτομερῶς ἀναγραφομένων ἐν τῇ πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργεῖον ὑποβληθείσῃ ἐκθέσει, ἣν δὲν ἀναγινώσκω, ἵνα μὴ κουράσω ὑμᾶς, κατέθεσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ 4% διὰ μίαν ἑνδεκαετίαν 45,000 δραχ., ἐξ ὧν λαμβάνει τὸ ἵδρυμα ἐτησίως τόκον 1800 δραχ. (Διακοπαὶ μὴ ἀκουόμεναι). Λυποῦμαι, διότι δὲν ἤκουσα τί εἶπον οἱ ἐκ Κυκλάδων συνάδελφοι, ἵνα δώσω αὐτοῖς τὰς δεούσας ἀπαντήσεις.
§159Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρέπει νὰ γίνωνται διακοπαί, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις.
§160Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ὅτι γίνεται κάποια προσπάθεια ἐκ μέρους ἐνδιαφερομένων, ἵνα διακόψω συγχυζόμενος καὶ οὕτω μὴ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλουσι καὶ δὲν εἶναι συμφέρον νὰ εἴπω.
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς σᾶς ἐμποδίζει.
§162ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐνδιαφέρει ὅλην τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν πρέπει οἱ κύριοι βουλευταὶ ἐκ Κυκλάδων νὰ διακόπτωσι.
§163Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ γίνονται συχνὰ διακοπαί, διότι δὲν τοὺς εὐχαριστοῦσι τὰ λεγόμενα. Παρέδωκε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκτὸς τῶν καταθέσεων τούτων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ 1903 μετρητὰ 4.966.65%, ἤτοι κατὰ τὰ δύο ἔτη περίσσευμα 49.966.65%. Ἐτοποθέτησεν ἐν τῷ ναῷ πλεῖστα τιμαλφῆ ἀξίας 20 χιλ. δραχμῶν καὶ παρέδωκεν εἰς τὴν διάδοχον ἐπιτροπὴν τιμαλφῆ ἀξίας 4.000 δραχμῶν. Ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἰδίου κ. Ἰακώβου Μαύρου κατὰ τὸ 1905 ἀφῆκε περίσσευμα 17.000 δραχ., ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ ἔτος 1910 ὑπὸ τὸν αὐτὸν πρόεδρον κ. Ἰάκωβον Μαῦρον, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸς εἰς ὅσους ἐξ ὑμῶν ζῶσιν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, διότι ἐκεῖ εἶναι μεγαλέμπορος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι δὲ ὁ συνάδελφος κ. Ἀθανασάκης βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δύναται νὰ εἴπῃ περὶ αὐτοῦ ποῖος εἶναι, κατέθεσε, λέγω, ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος εἰς τὴν Τράπεζαν 10.000 δραχ. ἐντόκως καὶ ἀφῆκε τιμαλφῆ ἐν τῷ ναῷ ἀξίας 12.000 δραχ., διὰ τὰ ὁποῖα εἶχε προκηρυχθῆ πλειστηριασμός, ὅστις δὲν γνωρίζω διὰ ποίους λόγους δὲν ἐγένετο, καὶ εἰς τὸ ἀποθεματικὸν 7.000, ἤτοι ἐν ὅλῳ δραχμὰς 29.000 περίπου. Αὐτοὺς τοὺς ἀπολογισμοὺς παρουσιάζει καὶ τὴν διαχείρισιν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐτῶν τούτων. Ἴδωμεν καὶ τοὺς ἀπολογισμοὺς τῶν ἄλλων ἐπιτροπῶν. Αἱ ἐπιτροπαὶ τοῦ 1903, 1904, 1906, 1907, 1908 καὶ τοῦ 1909 παραδίδουσι κατὰ τοὺς ἀπολογισμοὺς ὑπόλοιπον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ 1910, δραχ. 4,236,75)00.
§164Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τὰ ἄλλα τί ἔγιναν;
§165Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω· τοὺς ἀπολογισμοὺς ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ γνωρίζει τί ἐγένοντο, διότι οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀναφέρω, εἶναι βεβαιωμένοι ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα δὲν ἐδαπάνησαν οὔτε ἓν λεπτὸν δι’ ἐπισκευάς, καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε τὸ παρελθὸν θέρος εἶχε τὴν τιμὴν νὰ δεχθῇ τὴν ἐπίσκεψιν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως ἡ νῆσος Τῆνος, ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς παρουσίᾳ μου ἐξέφρασε τὴν ἔκπληξίν του διὰ τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο τὸ ἵδρυμα. Ὄτε λοιπὸν ἔχομεν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἀποτελουμένης ἀπὸ τὸν κ. Ἰάκωβον Μαῦρον, ἀπὸ τὸν κ. Ἀλέξ. Γάφον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Ἀντών. Μεσσηνέζην, τοὺς τρεῖς πρώτους τοῦ ἄνω νομαρχιακοῦ ἐγγράφου, διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ συμπεριλάβῃ τὰ τρία αὐτὰ πρόσωπα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ 1911, εἰμὴ μόνον τὸν κ. Μαῦρον, τὸν ὁποῖον ἔθεσε καὶ τελευταῖον εἰς τὸ Β. Διάταγμα;
§166ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ ἄλλοι.
§167Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν εἶναι ἄμισθος, καὶ δὲν δύναται ὁ τυχὼν νὰ ἐκτελῇ τόσον σοβαρὰν ἐργασίαν, ἄλλως δὲ ὁ ὀργανισμὸς δὲν ἀπαγορεύει τὸν ἐκ νέου διορισμὸν τῶν προϋπηρετησάντων, καὶ ἡ ἄνω διαχείρισις ἐπέβαλλε τὸν διορισμὸν τῶν ἰδίων.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαί.
§169Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Σημειώσατε, ὅτι κατὰ τὰ ἔτη 1906, 1907, 1908 καὶ 1909, ἡ περιουσία τοῦ ναοῦ ηὐξήθη κατὰ χιλιάδας δραχμῶν, διότι ἐγένοντο πρὸς αὐτὸν διάφοροι δωρεαὶ οἰκιῶν κειμένων ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ἐκ τῶν ὁποίων ἐτησίως ἔχει εἰσόδημα περὶ τὰς 5,000 δραχ. Καὶ ἐνῷ ηὐξήθησαν τὰ εἰσοδήματα, ἐνῷ εἶχε τὸ εἰσόδημα τῆς καταθέσεως τῶν 45 χιλ. δρ., ἐν τούτοις αἱ διαχειρίσεις, αἱ κατόπιν τοῦ 1905, οὐδὲν παρουσιάζουσι περίσσευμα, ἄνευ ἐκτελέσεως οὐδενὸς ἔργου. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1910 δὲν ἀφῆκε μόνον τὸ ἄνω περίσσευμα, ἀλλὰ καὶ ἐξετέλεσε διάφορα ἔργα κοσμήσασα τὸν ναόν, ἔφερε πρὸς τούτοις ἐπίτηδες χρυσοχόον ἐντεῦθεν καὶ ἐπηργύρωσε τοὺς πολυελαίους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κατάμαυροι — τοῦτο τὸ βεβαιῶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως — ἐπεσκεύασε πλεῖστα κελλία, εἰς τὰ ὁποῖα εἰσήρχοντο πανταχόθεν τὰ ὕδατα καὶ ἐν γένει ἐφρόντισε νὰ ἐνεργήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα, ὥστε νὰ ὑψώσῃ τὸ ἵδρυμα τοῦτο, καὶ περὶ τῶν ἐργασιῶν καὶ μεριμνῶν αὐτῆς τούτων πλεῖστα ἔγραψεν ὑπὲρ αὐτῶν ὁ Ἀθηναϊκὸς τύπος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν πανήγυριν τῆς 15 Αὐγούστου. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη τοῦ 1910 ἐπὶ πόσον χρονικὸν διάστημα νομίζετε ὅτι εἰργάσθη; Ἀπὸ τοῦ Μαρτίου 1910 μέχρι 31 Δεκεμβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους· μέχρι δὲ τοῦ Αὐγούστου π. ἔ. δὲν εἶχεν ἐγκεκριμένον προϋπολογισμόν, καίτοι εἶχε καταρτίσει καὶ ὑποβάλει ἅμα τῇ ἀναλήψει τῶν καθηκόντων της τοιοῦτον. Καὶ ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τὴν παρέκβασιν ταύτην καὶ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ ταύτης, διότι πιθανὸν νὰ ἔλθῃ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ κ. κ. Μαῦρος, Μεσσηνέζης καὶ Γάφος ἔκαμον καταχρήσεις, ὑπερβάντες τὸν προϋπολογισμόν, καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον κατελόγισεν ἐπ’ αὐτῶν τὰς ὑπερβάσεις. Κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ ἱδρύματος ἡ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ δαπανᾷ προκαταβολικῶς, ἀλλ’ ὑπ’ εὐθύνην αὑτῆς καὶ ζητήσῃ εἶτα τὴν ἔγκρισιν». Εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1910, φοβηθεῖσα τὴν ἀπειλὴν τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Σύρου καὶ Τήνου, ὅτι δὲν θὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἑορτὴν τῆς 15 Αὐγούστου π. ἔ., ἐὰν οἱ ἱερεῖς δὲν ἦσαν ἐνδεδυμένοι ἀξιοπρεπῆ ἄμφια, νὰ παραγγείλῃ τοιαῦτα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα 2193 δραχμαί. Ἐρράφησαν τὰ ἐνδύματα ταῦτα καὶ ἐνεδύθησαν ἀξιοπρεπέστατα οἱ ἱερεῖς, ἀλλ’ ὁ πρώην κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν ἐνέκρινε τὸ κονδύλιον αὐτό, ὡς καὶ ἄλλα τινὰ κονδύλια, ἀφορῶντα εἰς ἐπισκευὰς τῶν κελλίων καὶ τοῦ ναοῦ. Ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐνέκρινε πίστωσιν 1.300 δραχμῶν δι’ ἔξοδα τῆς ὑποδοχῆς τοῦ Βασιλέως, ὅτε μετέβη εἰς Τῆνον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἦσαν πολλά. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι ἤμην ἐκεῖ, περὶ τῶν ἀκολούθων. Ὁ δῆμος Τήνου οὐδὲ λεπτὸν προσέφερε διὰ τὴν εὐπρεπεστέραν ὑποδοχὴν τῆς Α. Μεγαλειότητος, διότι δὲν εἶναι μὲν ἄπορος, ἀλλὰ καὶ οὐδὲν δύναται νὰ διαθέσῃ. Ἠναγκάσθη λοιπὸν ὅλην τὴν δαπάνην τῆς ἀξιοπρεποῦς ὑποδοχῆς νὰ ἀναλάβῃ τὸ ἵδρυμα, ὅπερ δὶς διεκόσμησε τὴν πόλιν, διότι ἐλήφθη πληροφορία ἐκ Μυκόνου, ἔνθα διέμενεν ἐπὶ ἡμέρας ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, ὅτι θὰ ἤρχετο τὴν ἑπομένην, καὶ ἀμέσως ἡ ἐπιτροπὴ προέβη εἰς σημαιοστόλισιν ὁλοκλήρου τῆς μακρᾶς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης εἰς τὸν ναόν, ὡς καὶ τῶν ἔνθεν καὶ ἔνθεν οἰκιῶν καὶ τῶν καφενείων τῆς πλατείας διὰ μυρσινῶν καὶ δαφνῶν, τὰς ὁποίας προυμηθεύθη ἐκ μακρᾶς ἀποστάσεως. Καὶ ἐνῷ ἀνεμένετο ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεύς, ἐλήφθη μετὰ τὸν στολισμὸν τῆς πόλεως ἡ πληροφορία, ὅτι θὰ ἔλθῃ βραδύτερον· ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐλεύσεως τῆς Α.Μ. ἅπας ὁ στολισμὸς κατεστράφη, διότι ἐξηράνθησαν αἱ μυρσίναι καὶ αἱ δάφναι. Μετὰ 5–6 ἡμέρας ἐλήφθη ἐπισήμως πληροφορία, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀφικνεῖται τὴν ἑπομένην. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ ἱδρύματος ἠναγκάσθη τότε νὰ στολίσῃ ἐκ νέου τὴν πόλιν. Νέα προμήθεια μυρσινῶν καὶ δαφνῶν καὶ ἐργάται καὶ μετὰ ἐργασίαν ἡμέρας καὶ νυκτὸς στολίζεται ἐκ νέου ἡ πόλις, ὥστε αἱ 1300 δραχμαὶ ἐδαπανήθησαν διὰ δύο στολισμούς. Τὸ ποσὸν τοῦτο κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην εἶναι ἐλάχιστον, τὸ μὲν διότι ἐγένοντο ἐσπευσμένως καί, ὡς συνήθως, εἰς τοιαύτας περιστάσεις αἱ ἀξιώσεις τῶν προμηθευτῶν καὶ ἐργατῶν εἶναι μεγαλείτεραι, τὸ δὲ διότι αἱ μυρσίναι καὶ αἱ δάφναι μετηνέχθησαν ἐκ μακροτάτης ἀποστάσεως. Διὰ τὴν ὑποδοχὴν ναυάρχου τινός, γενομένην ὑπὸ ἄλλης ἐπιτροπῆς, ἐδαπανήθησαν 500 δραχμαί. Ἐὰν διὰ μίαν ὑποδοχὴν ἐδαπανήθησαν 500 δραχ., διὰ τὸν διπλοῦν στολισμὸν πρὸς ὑποδοχὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἔδει νὰ δαπανηθῶσι καὶ 5000. Τὸ κονδύλιον τοῦτο τῶν 1300 δραχ. ὁ νομαρχῶν θεωρεῖ ὑπερβολικὸν καὶ τὸ ὑποβιβάζει εἰς τὸ ἥμισυ. Ἡ ἐπιτροπὴ ζητεῖ τὴν ἀναθεώρησιν παρὰ τοῦ ἤδη κ. Ὑπουργοῦ διὰ τὰ μὴ ἐγκριθέντα ὑπὸ τοῦ προκατόχου του, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέληξεν ἐπὶ τέλους νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ κονδύλια ἀνερχόμενα εἰς τὸ ποσὸν τῶν 6405 δραχμῶν. Ἀλλὰ σημειώσατε ὅτι εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν συμπεριλαμβάνονται κονδύλια δαπανηθέντα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1910, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ προηγουμένων ἐπιτροπῶν, ἀποτελουμένων ἐξ ἄλλων προσώπων, ὡς γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Κωνσταντῖνος Ἀλαβᾶνος, πρόεδρος τῆς τότε ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1910, ὡς εἶπον, ἀνέλαβε τὴν 20 Μαρτίου π. ἔ., διότι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διηύθυνε ἡ προκάτοχος αὐτῆς, ἥτις εἶχεν ὑπαλλήλους διωρισμένους, τοὺς ὁποίους ἐθεώρησε περιττοὺς ἡ νέα ἐπιτροπή, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ πληρώσῃ καὶ τοὺς μισθοὺς αὐτῶν, τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου. Τὸ κονδύλιον τοῦτο ἀνερχόμενον εἰς δρ. 740 δὲν ἐνέκρινε τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1910 εἶχεν ὑποβληθῆ πρὸς ἔγκρισιν ἀπὸ Μαρτίου π.ἔ., καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτου εἰργάζετο καὶ ἐδαπάνα ἡ ἐπιτροπή. Τέλος ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τὸν Αὔγουστον 1910 ἐγκρίνει τὸν προϋπολογισμὸν καὶ περικόπτει θέσεις τινὰς ὑπαλλήλων ἐργασθέντων καὶ μισθοδοτηθέντων· οἱ μισθοὶ τούτων ἀνέρχονται εἰς δραχ. 1000 ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου ἕως Αὐγούστου 1910. Ὅθεν ἕνεκα τοῦ ἄνω κονδυλίου καὶ ἄλλων τινῶν εὑρέθη ἡ ἐπιτροπὴ δαπανήσασα 6405 δραχ. καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ μόλις ἀνεκοινώθη τὸ τοιοῦτον αὐτῇ, αὕτη κατέθεσεν ἀσυζητητὶ τὸ ποσὸν τοῦτο. Τοιαῦται ὅμως ὑπερβάσεις δὲν παρουσιάσθησαν μόνον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ 1910, παρουσιάσθησαν καὶ εἰς προηγουμένας ἐπιτροπάς, καὶ γνωρίζει τοῦτο ὁ συνάδελφος κ. Ἀλαβᾶνος, διότι ἐκοινοποιήθησαν αὐτῷ ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τοιαύτας ὑπερβάσεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὧν τὸ ποσὸν δὲν κατεβλήθη εἰς τὸν ναόν, ὡς κατέβαλεν ἀμέσως ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1910. Ὅτε λοιπὸν ἔχομεν τοιαῦτα δεδομένα, εὑρίσκεται ἐν τάξει ὁ κ. Νομάρχης ὑποδεικνύων ὅτι τὰ πρόσωπα αὐτὰ πρέπει νὰ ἀποτελέσωσι τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς; Οἱ ἀπολογισμοὶ οὗτοι εὑρίσκονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς εἰσηγήσεις ξένων προσώπων, ἐνδιαφερομένων νὰ καταρτισθῇ ἡ ἐπιτροπή, ὡς κατηρτίσθη, καὶ ὄχι τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ ἀντιπροσώπου του. Εἶμαι λοιπὸν βέβαιος, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος δὲν θὰ εἶναι εὐχαριστημένη νὰ λέγηται, ὅτι ἡ ἀνόρθωσις δὲν ἔφθασε μέχρι τοῦ ἱεροῦ καὶ πανελληνίου ἱδρύματος τῆς Τήνου, ἀλλὰ ἐσταμάτησε, διότι τρικυμία μεγάλη ἠμπόδισεν αὐτὴν νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ἱδρύματος τῆς «Εὐαγγελιστρίας». Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ χάριν τῆς ἀνορθώσεως, ὑπὲρ ἧς ἐκλήθημεν ὅλοι ἐδῶ, καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τοῦ ναοῦ, νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς συστάσεις τῶν ἐνδιαφερομένων, ἀλλὰ καὶ τὰς συστάσεις τοῦ κ. Νομάρχου καί, ὡς συμπεριέλαβεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὸν κ. Μαῦρον, νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὰ δύο ἄλλα πρόσωπα, ἤτοι τὸν δεύτερον καὶ τρίτον τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Νομάρχου, διότι οὕτω καὶ τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα ὑποστηρίζει καὶ τὸ ἵδρυμα τῆς Τήνου, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ἱερὸν προσκύνημα τῶν ἁπανταχοῦ ὀρθοδόξων.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέκα Βουλευταὶ ἐζήτησαν τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως.
§171Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἠκούσατε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ἱερὸν ἵδρυμα τῆς «Εὐαγγελιστρίας» ἐν Τήνῳ διοικεῖται ὑπὸ ἐπιτροπείας, ἥτις κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦ 1888 ἐκλέγεται ὑπὸ 14 πολιτῶν. Οἱ πολῖται οὗτοι πρέπει νὰ εἶναι κάτοικοι τῆς νήσου Τήνου, νὰ ἔχωσιν ἡλικίαν 30 ἐτῶν καὶ ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν 5000, ἐκλέγονται δὲ οὗτοι ἔκ τινος καταλόγου διπλασίου ἀριθμοῦ μελῶν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. νομάρχης ὑποβάλλει ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἐν τῷ ὀργανισμῷ τούτῳ ἐτέθη τοιαύτη διάταξις, ἤτοι ὅπως ὁ Νομάρχης προτείνῃ τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἵνα καθοδηγῆται τὸ Ὑπουργεῖον ποῖα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὰ κατάλληλα προσόντα, διότι τὸ Ὑπουργεῖον μακρὰν εὑρισκόμενον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ ἰδίαν ἀντίληψιν τόσον τῶν προσόντων τῶν διαφόρων μελῶν, ὅσον καὶ τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν καταστάσεως. Ἡ θητεία τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ 1910 ἔληγε κατὰ τὰ τέλη τοῦ Νοεμβρίου. Ὁ Νομάρχης τῇ διαταγῇ τοῦ Ὑπουργείου ὑπέβαλεν εἰς αὐτὸ πρότασιν προσώπων ἐκ Τήνου καταγομένων καὶ ὀφειλόντων νὰ ἔχωσι τὰ προσόντα, ὅπως ἐκλεγῶσιν ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς πρὸς διοίκησιν τοῦ ἱεροῦ ναοῦ. Ὁ κ. Νομάρχης εἰς τὸ πρῶτόν του ἔγγραφον προέτεινε 10 πρόσωπα ἐν συνόλῳ, μὲ μικρὰν παράβλεψιν τοῦ νόμου, διότι, ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ ἑπτὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ ἐκλεγῶσιν, ἔπρεπε νὰ ὑποδείξῃ 14. Ἀπέστειλα δευτέραν διαταγὴν πρὸς τὸν Νομάρχην καὶ κατέστησα εἰς αὐτὸν γνωστόν, ὅτι ἔδει νὰ ὑποδείξῃ ἕτερα 4 πρόσωπα, καὶ ὁ κ. νομάρχης δι’ ἑτέρου ἐγγράφου ὑπέδειξεν ἕτερα 4 πρόσωπα. Ἐν τῷ πρώτῳ ἐγγράφῳ ὁ κ. Νομάρχης προτείνει 10 πρόσωπα, τὰ ἑξῆς: «Ἰάκωβον Μαῦρον, Ἀλ. Γάφον, Ἀντ. Μεσσηνέζην, Β. Γεωργίου, Ἀγγελ. Κρᾶν, Νικόλ. Δημητριάδην, Διον. Καίσαρα, Πέτρον Γιαννίσην, Ἀντ. Μαρκουΐζον, Μιχ. Λούβαρην.
§172Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον εἶχε καὶ ὁ κ. Ν. Πετροπουλάκης.
§173Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶχον ἀντίγραφον ἐκ τοῦ Ὑπουργείου.
§174Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Προτείνων ὁ κ. Νομάρχης τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ 10 πρῶτα, κατὰ σειρὰν ἔθηκε καὶ τὴν λέξιν φερεγγυότατα. Ἡ ἔκφρασις αὕτη ἐν τῷ ἐγγράφῳ, ἂν μή τι ἄλλο, ὤφειλε νὰ φανῇ ὀλίγον τι παράδοξος, διότι ὁ Νομάρχης ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ἔδωκεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς, οὗτος δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα οὗτος πρέπει νὰ ἐκλέξῃ. Τοῦτο οὕτω γενόμενον θὰ ἦτο ἐκ μέρους του νόσφισις ξένων δικαιωμάτων, ὑποκατάστασις εἰς τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς τῷ ἔδωκε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν.
§175Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἠθέλησε νὰ βοηθήσῃ ὑμᾶς, κύριε Ὑπουργέ.
§176Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐν τούτοις, προσχωρῶν ἐγὼ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, Κύριοι, θὰ ἐδεχόμην, ὅπως ὁ κ. Νομάρχης κατὰ τὸ ὅλον ἀναπληρώσῃ ἐμὲ καὶ ὅπως ἐγὼ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δὲν εἶμαι τίποτε ἄλλο παρὰ ὁ διεκπεραιωτὴς τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Νομάρχου, διότι ἐγὼ δέχομαι ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς διοικήσεως εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι βεβαίως κατέχουσι περισσότερον παντὸς ἄλλου τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς ἐρεύνης, τὰ ὁποῖα παρέχουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑποχρέωσιν, ὅπως ἀκούωνται περισσότερον παντὸς ἄλλου εἰς τὰς εἰσηγήσεις αὐτῶν, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν θὰ ἔσπευδον οὐδένα νὰ ἐρωτήσω περὶ τῶν προσώπων τούτων, θὰ παρέτρεχον ἀκόμη τὴν ἔκθεσιν ταύτην τοῦ νομάρχου, ἡ ὁποία ἦτο ὀλίγον ἀτυχής, καὶ θὰ προέβαινον εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων, ὡς ταῦτα εἶχον ὑποδειχθῆ. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω τοῦτο, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸ πράξω, διότι ἐγὼ αὐτός, ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον πρὸ δύο μηνῶν καὶ ζητήσας ὅπως ἴδω ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον πρὸ παντὸς νὰ ἐξετάσω, ἐζήτησα καὶ ἔγγραφόν τι, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὴν διαχείρισιν τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς «Εὐαγγελιστρίας» τῆς Τήνου· τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἦτο ὁ ἀπολογισμὸς τῆς ἐπιτροπείας τοῦ 1910, ἤρχετο δὲ τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς ἐμὲ ὡς αἴτησις ἀναμορφώσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ προηγουμένου μου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος Ὑπουργός, ὁ τότε τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἐξελέγξας τὸν ἀπολογισμὸν τῆς ἐπιτροπείας ἐκείνης εὗρεν αὐτὸν ὅτι εἶχε πολλὰς ἀνωμαλίας περὶ τὴν διαχείρισιν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἐγώ, ἀναθεωρῶν τὸν ἀπολογισμὸν ἐκεῖνον καὶ ἔχων ὅλην τὴν καλὴν διάθεσιν νὰ μὴ φανῶ αὐστηρότερος, πολὺ δὲ ἐπιεικέστερος τοῦ συναδέλφου μου, εἶδον ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ προσχωρήσω εἰς τὴν αἴτησιν τῆς ἀναμορφώσεως, διότι ὑπῆρχον ἀνωμαλίαι τόσον καταφανεῖς, ὥστε ἀφώπλιζον καὶ τὴν μεγαλειτέραν ἐπιείκειαν, καὶ ἠναγκάσθην νὰ καταλογίσω τὴν ἐπιτροπὴν ἐκείνην μὲ ἓν ποσὸν πολὺ μεγαλύτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνέφερε, μὲ τὸ ποσὸν 6700 δραχμῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§177Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. 6405· κατεβλήθη ὅμως ὁλόκληρον αὐτό.
§178ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπῆρξαν αἱ ἀνωμαλίαι ἐκεῖναι, ὀφείλω μάλιστα νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὰ πρόσωπα τῆς ἐπιτροπείας, καθ’ ἃς εἶχον ἐξωδίκους πληροφορίας, εἰς οὐδένα ἔδιδον τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῇ, ὅτι αἱ ἀνωμαλίαι ἐγένοντο ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἦσαν ἀνωμαλίαι περὶ τὴν διαχείρισιν, ἀποδεικνύουσαι, ὅτι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα δὲν ἐπέδειξαν τὴν ἐπιβεβλημένην ὑπὸ τῶν καθηκόντων των μέριμναν καὶ ἐπιστασίαν. Ποῖα ἦταν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα; Τὰ τρία πρῶτα πρόσωπα τῆς προτάσεως τοῦ κ. Νομάρχου, ὁ Ἰάκωβος Μαῦρος, ὁ Ἀ. Γάφος καὶ ὁ Ἀντώνιος Μεσσηνέζης, ἤτοι τὰ μόνα πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα ἤλεγξεν ἐμὲ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὁ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας, καὶ τὰ μόνα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἀξίαν τινὰ διὰ τὴν διαχείρισιν, ἐὰν ἐξελέγοντο ὑπ’ ἐμοῦ, διότι αὐτὰ ὡς πλειονοψηφία θὰ διῴκουν τὴν ἐπιτροπήν, τὰ δὲ δύο ἄλλα πρόσωπα δὲν εἶχον σημασίαν τινὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἐμερίμνησε περὶ αὐτῶν ὁ κ. συνάδελφος.
§179Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι· ὁ κ. Δημητριάδης εἶναι ἄριστον πρόσωπον.
§180ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἠδυνάμην νὰ ἐκλέξω κατόπιν τούτων τὰ πρόσωπα ταῦτα ἐκ νέου, κ. Βουλευταί; Ἀλλ’ ἦτο ἆρά γε μόνη αὐτὴ ἡ παράβλεψις, μόνη αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία, ἡ ὁποία παρουσιάζετο εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ 1910; Δυστυχῶς ὑπῆρξε καὶ ἄλλη πολὺ μεγαλειτέρα ταύτης. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὸν πρῶτον ἀπολογισμὸν τῆς ἄνω ἐπιτροπείας καταφθάνει δεύτερος. Ἦτο κατάστασίς τις τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐδαπανήθησαν κατὰ τὴν ἄφιξιν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐν Τήνῳ, ἀνήρχετο δὲ ἡ κατάστασις αὕτη διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ὑποδοχῆς εἰς δραχμὰς 1360, ἂν δὲν ἀπατῶμαι.
§181Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. 1368.
§182ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τὸ ποσὸν αὐτὸ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐκ πρώτης ὄψεως δὲν φαίνεται μέγα, ἀλλὰ θὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο, ἐκτὸς 25 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι, λέγεται ἐν τῇ καταστάσει, ὅτι ἐδόθησαν διὰ πυροτεχνήματα, καὶ 30 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν διὰ τὴν καθαρειότητα τῆς πόλεως, ὅλον τὸ ἄλλο ποσὸν κατηναλώθη εἰς μυρσίνας καὶ δάφνας. 138 φορτώματα δαφνῶν, 168 ἡμερομίσθια ἀπὸ 6 ἕως 10 δραχμὰς ἕκαστον ἐδόθησαν εἰς ἐργάτας διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν δαφνῶν, 164 ἡμερομίσθια διὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν μυρσινῶν! Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ πρᾶγμα μοὶ ἔκαμε κατάπληξιν. Ἀλλὰ τὸ περίεργον εἶναι, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης ὅτε διεβίβαζε ταῦτα, ἐξέφραζε τὴν αὐτὴν κατάπληξιν διὰ τὰς δαπάνας ταύτας, λέγων ἐν τῷ ἐγγράφῳ: «Κύριε Ὑπουργέ, ἐκφράζω τὴν κατάπληξίν μου διὰ τὰ γραφόμενα». Καὶ ἐν τούτοις ἔρχεται ὁ αὐτὸς κ. Νομάρχης μετὰ τρεῖς μῆνας καὶ ὑποδεικνύει τὰ πρόσωπα ταῦτα ὡς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἶναι μέλη τῆς ἐπιτροπείας! Καὶ ἐπιθυμεῖ ὁ κ. συνάδελφος νὰ προσχωρήσω εἰς τὴν γνώμην αὐτὴν καὶ θὰ εὑρίσκετο Βουλή, ἡ ὁποία θὰ μὲ ἔκρινεν ἄξιον τῆς θέσεως ταύτης, ἐὰν τοιαῦτα πρόσωπα διώριζον; Ὤφειλον λοιπὸν τὰ τοιαῦτα πρόσωπα νὰ τὰ διαγράψω καὶ διαγράφων ταῦτα νὰ ἐκλέξω μεταξὺ τῶν ἄλλων. Οὐδεὶς δ’ ἐξ ἄλλου ἤλεγξεν ἐμὲ ὅτι ἐξέλεξα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἄξια τῆς τιμῆς ταύτης, οὔτε ὁ κ. συνάδελφος ὁ προλαλήσας. Ἀλλὰ πρὸ ὀκτὼ ἢ δέκα ἡμερῶν ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος παρουσίασεν εἰς ἐμὲ δύο πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα ἀπεδείκνυον, ὅτι τὰ πρόσωπα ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶχον ἐγὼ ἐκλέξει ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς «Εὐαγγελιστρίας», δὲν κέκτηνται τὰ προσόντα νὰ ἐκλεχθῶσιν ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τῆς «Εὐαγγελιστρίας», διότι δὲν ἔχουσιν ἀκίνητον κτῆσιν. Ἔσπευσα ἀμέσως νὰ τηλεγραφήσω εἰς τὸν κ. Νομάρχην διατί μοὶ προέτεινε πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον τὰ προϊόντα, τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα, καὶ ὁ κ. Νομάρχης μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι παρεπλανήθη ἀπὸ πρόσωπόν τι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐζήτησε πληροφορίας. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶχεν ὁ κ. Νομάρχης καμμίαν πεποίθησιν περὶ τῶν προσώπων, ἅτινα μοὶ προέτεινε, καμμίαν γνῶσιν ἰδίαν, ἀλλ’ οὐδὲ ἐφρόντισε νὰ μάθῃ τοῦτο, διότι, ἂν ἐφρόντιζε νὰ μάθῃ, δὲν θὰ ἀπήντα οὕτω πως, καθόσον δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι δὲν εἶχον τὰ προσόντα τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα. Τὸ ἀκριβὲς εἶναι ὅτι εἶχον τὰ προσόντα, διότι ἔσπευσαν τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα νὰ μοὶ ὑποβάλωσι τὰ προσόντα αὐτῶν, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται ὅτι εἶναι κάτοχοι περιουσίας καὶ περιουσίας μεγαλειτέρας ἀκινήτου καὶ ἐν Τήνῳ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπως λέγει ὁ δήμαρχος Σωσθενίων, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκε τὸ πιστοποιητικόν. Ἐν τοσούτῳ, Κύριοι, ἐγὼ ὁ τόσον ἐλεγχόμενος ἐντεῦθεν, ὅτι δὲν ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου, ἐθεώρησα καλὸν νὰ συμπεριλάβω ἐν τῷ διορισμῷ καὶ ἕνα τῆς παλαιᾶς ἐπιτροπῆς, ὄχι μόνον ὅπως ἀντιπροσωπεύηται ἡ μειονοψηφία, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἐν αὐτῇ ὁ ἔχων τὴν πεῖραν.
§183Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ παραιτηθῇ.
§184ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἂν παραιτηθῇ, σημαίνει ὅτι δὲν εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ὁποῖον ἐγὼ τὸν ἐθεώρησα ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι, καὶ θὰ λυπηθῶ πρὸς τοῦτο πολύ.
§185Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας οὐδὲν θὰ δύναται νὰ πράξῃ.
§186ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Θὰ δύναται πάντοτε νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα ὡς μειονοψηφία νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, νὰ καταγράφῃ αὐτήν, νὰ φωτίζῃ καὶ νὰ ἐλέγχῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν ἐλάμβανε τὰς γνώμας του ὑπ’ ὄψιν. Παρ’ ὅλας λοιπὸν τὰς ἀνωμαλίας ταύτας, διότι εἶναι ἔντιμος ἄνθρωπος, ὅστις πιθανὸν νὰ παρεσύρθη ἀπὸ τοὺς ἄλλους, ἐθεώρησα καλὸν νὰ συμπεριλάβω τὸν κύριον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσατε· ὅτε δὲ τοῦτο ἔπραξα, ἤτοι νὰ θέσω καὶ μειονοψηφίαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, δὲν ὠφείλετε, κ. συνάδελφε, ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης νὰ μὲ ἐλέγξητε, ἀλλ’ ἐνόμιζον τοὐναντίον, ὅτι εὐχαριστίας θὰ μοὶ ἀπεδίδετε. (Χειροκροτήματα).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον.
§188ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον, δι’ ὃν ἦλθεν ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐνταῦθα καὶ δὲν ἐννοῶ τίνα σκοπὸν ἔχουσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ λέξεις λεγόμεναι ἐνταῦθα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμεν ἕνα διορισμὸν μιᾶς ἐπιτροπῆς, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ εἷς δὲν εὗρε μέσα ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἤθελεν ὁ ἄλλος, διότι δὲν ἔβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς ἰδικούς του, ἐγεννήθη τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ ἐφθάσαμεν νὰ συζητῶμεν, πῶς ἔδρασεν ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος. Ὅπως καὶ ἂν ἔδρασε, δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ τὰ πράγματα. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ πρέπει νὰ περατωθῇ καὶ νὰ λείψουν ὅλα τὰ ἄλλα, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκαμε πολὺ καλὰ τὸ καθῆκόν του.
§189ΣΤ. ΒΑΦΕΙΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε· ἀκούων τις τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας Βουλευτήν, ἐπερωτῶντα περὶ τῶν πραγμάτων τῆς Τήνου, θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ἡ Λακωνία μετεβλήθη εἰς εὐδαίμονα παράδεισον. Ἂν τὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ναοῦ τῆς Τήνου ἔχωσιν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς τὰ ἐξιστόρησε, καὶ βεβαίως οὕτως ἔχουσι, δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ προσθέσωμεν. Ἐκεῖνο ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὸν λόγον, εἶναι ἀκριβῶς ὅπως εἴπω δύο λέξεις, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ὁμιλῶν μᾶς εἶπεν ὅτι δικηγορεῖ ἀπὸ ἐτῶν ἐν Σύρῳ, μᾶς εἶπε τὸ ἐνδιαφέρον του ὑπὲρ τῶν Κυκλάδων, ἀλλ’ ἐλησμόνησε μίαν λεπτομέρειαν νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι συνεργάζεται μετὰ τοῦ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, καὶ ἐντεῦθεν τὸ ἐνδιαφέρον του, ὅπως ὑποστηρίξῃ τὴν παλαιὰν ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς: εἶναι ἁρμόζον σήμερον, προκειμένου περὶ θρησκευτικοῦ καὶ ἐθνικοῦ ἱδρύματος, εἰς τὸ ὁποῖον τόσαι χιλιάδες κόσμου συρρέουσι, νὰ ἐξιστορῶμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα μόνον μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων ἠδύναντο νὰ λεχθῶσι; Διὰ τοῦτο καταλήγων συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὴν ἀληθῆ στοργήν, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἱδρύματος τῆς Τήνου.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλαβάνος ἔχει τὸν λόγον.
§191Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· αἰσθάνομαι πραγματικὴν καὶ βαθεῖαν ὀδύνην, διότι τὸ ἱερὸν τῆς Τήνου, τὸ καύχημα τῆς ὀρθοδοξίας, πρὸς τὸ ὁποῖον προσβλέπει ἅπας ὁ ἐλεύθερος καὶ δοῦλος Ἑλληνισμός, λόγῳ εὐτελοῦς φιλοδοξίας ἐνίων συμπολιτῶν μου, διεσύρθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Κατόπιν τῶν κατηγορηματικῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν. Καὶ πρῶτον εὐγνωμονῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λακωνίας συνάδελφον διὰ τὸ ζωηρὸν ἐνδιαφέρον του, ὅπερ ἐπέδειξεν ὑπὲρ τοῦ νομοῦ Κυκλάδων, καὶ ἰδίᾳ ὑπὲρ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος Τήνου. Πᾶς τις θὰ ἐξεπλήσσετο, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ ἐκ Λακωνίας κ. συνάδελφος ἐζήτησε νὰ ἐλέγξῃ σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰ τοῦ ναοῦ τῆς «Εὐαγγελιστρίας». Ἐγὼ ὅμως ποσῶς δὲν ἐκπλήσσομαι, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς δικηγορεῖ πρὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν ἐν Ἑρμουπόλει, ὡς τοῦτο ὁ ἴδιος πρὸ στιγμῆς ἐδήλωσεν ἀπαριθμῶν τοὺς τίτλους του, εἰς δὲ τὸ Πρωτοδικεῖον τῆς πόλεως αὐτῆς ὑπάγεται ἡ ἐπαρχία Τήνου. Δὲν ἐκπλήσσομαι ἀκόμη, ὅτι ὁ συνάδελφος ἔκαμε τὴν ἐπερώτησιν αὐτήν, διότι γνωρίζω τὸν λόγον, καὶ ὁ ἴδιος τὸ ἐξεδήλωσεν ἐνταῦθα διὰ τοῦ μεγάλου ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἐπεδείξατο, ὅτι συνδέεται διὰ φιλικῶν δεσμῶν μετὰ τῶν ἐν Τήνῳ κομμάτων, τὰ δὲ γεγονότα τὰ ἐκτυλιχθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μὲ πείθουσιν ὅτι οἱ δεσμοὶ οὗτοι δὲν ἐχαλαρώθησαν, μολονότι ὁ ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος ὅλως αἰφνιδίως, πρὸς ἔκπληξίν μας, περιεβλήθη τὴν χλαμύδα τοῦ ἀναμορφωτοῦ.
§192Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ὑμεῖς ἀνήκετε εἰς κόμμα.
§193Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοὶ δίδετε τὴν στιγμὴν ταύτην τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ ἐπερώτησίς σας, ἡ ὁποία εἶναι συνέχεια τῶν σκανδαλωδῶν συστάσεων τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων, ἕνα ἔχει σκοπόν: ἵνα τονώσῃ τὰ ἐν Τήνῳ κόμματα, τὸ ὁποῖα ἰδόντα ὅτι κατελύθησαν, ὅτι οὐδὲν δύνανται ἐναντίον ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι πρῶτοι εἴχομεν τὸ θάρρος μετὰ τοῦ φίλου συναδέλφου κ. Παπαδάμ καί τινων ἄλλων ἐν τῷ νομῷ Κυκλάδων, νὰ ὑψώσωμεν τὴν σημαίαν τῆς ἀνορθώσεως κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς 8 Αὐγούστου, ἔρχονται σήμερον νὰ μεταχειρισθῶσι τοιαῦτα μέσα ἐναντίον ἡμῶν. Τὰ κόμματα αὐτά, βλέποντα ὅτι καταρρέουσι, μεταχειρίζονται πᾶν μέσον, κύριοι Βουλευταί, ἵνα μείνωσιν εἰς τὰς θέσεις των, ἵνα τηρήσωσι τὸ γόητρόν των, ὅπως καὶ οὕτω δυνηθῶσιν, ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ἐλλοχεύοντα, νὰ ὑποσκάψωσι τὸ οἰκοδόμημα τῆς ἀνορθώσεως, πρὸς τὸ ὁποῖον προσβλέπουσι μετ’ ἀγανακτήσεως.
§194Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὰ κόμματα σᾶς ὑπερέβησαν 800 ψήφους.
§195Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Τοῦτο εἶναι ψευδές. Οὐδὲν ἠδυνήθησαν τὰ κόμματα ἐν Τήνῳ παρ’ ὅλον τὸν ἄγριον συνασπισμόν των. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ὑπῆρξε πολὺ ἀτυχής, κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν ἐπερώτησίν του. Ὁ κ. Πετροπουλάκης, ἵνα πετάξῃ ἀπὸ τὴν εὐγενῆ τῶν Λακώνων χώραν εἰς τὴν ἱερὰν τῶν Πανελλήνων γῆν, ἐδανείσθη τὰ πτερὰ τοῦ Ἰκάρου, καὶ ἔπαθε καὶ οὗτος ὅ,τι ἔπαθε καὶ ὁ Ἴκαρος. Ἔπαθε τὸ τέλειον πελάγωμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐζήτησε πρὸ ὀλίγου πάνυ εὐγενῶς νὰ τὸν σώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη οὐδὲ θὰ δυνηθῇ νὰ τὸν σώσῃ. Ὁ Λάκων κ. συνάδελφος μᾶς εἶπε, καὶ ὑπεστήριξε μὲ πόνον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ δεχθῇ τὰς συστάσεις τοῦ Νομάρχου Κυκλάδων. Ἐὰν ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ καὶ ὄχι νὰ διαβάσῃ τὸν Κανονισμόν, θὰ ἔβλεπεν ὅτι ὁ κ. Νομάρχης οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ποίους νὰ διορίσῃ. Ἀκριβῶς αὐτὸ ἔπρεπε νὰ δώσῃ καὶ ἔδωκεν ὑπόνοιαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι κἄποιον λάκκον ἔχει ἡ φάβα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἔπραξε καλῶς ὁ κ. Νομάρχης νὰ κάμῃ τὰς συστάσεις αὐτὰς καὶ προτείνῃ τὰ πρόσωπα αὐτά; Οὔτε καλῶς ἔπραξεν, ἂν ἔκαμε τὰς συστάσεις περὶ τῶν προσώπων αὐτῶν, οὔτε εἶχε δικαίωμα, ἀλλὰ οὔτε καὶ τῷ ἐπεβάλλετο νὰ τὰ ἀναγράψῃ εἰς τὰς προτάσεις, διότι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι παρεβίασαν τὸν ὀργανισμὸν καὶ φέρουσιν ἐπὶ τῆς ῥάχεώς των ὑπουργικὰς ἐκπλήξεις καὶ ἐπιπλήξεις, δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἱδρύματος. Δὲν ἐσυνήθισα ν’ ἀποδίδω αἰτιάσεις καὶ μομφὰς ἀορίστως· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ὑπεισέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας. Τοῦτο μόνον προσθέτω, ὅτι, ἐὰν δὲν παρίστατο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος καὶ γνωρίζει καλῶς τὰ πράγματα, δὲν θὰ ἐτόλμων νὰ ἀποδώσω τὴν αἰτίασιν ταύτην εἰς τοὺς μέχρι τῆς ἑσπέρας ταύτης διοικοῦντας τὸν πανελλήνιον ναόν. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξετέλεσε καλῶς τὸ καθῆκόν του, ἓν δὲ καὶ μόνον ὑπολείπεται ἤδη, νὰ καλέσῃ εἰς ἀπολογίαν τὸν Νομάρχην Κυκλάδων, ὁ ὁποῖος τόσῳ ἀτυχὴς ὑπῆρξεν εἰς τὴν βαθμολογίαν τῶν συμπολιτῶν μου, καὶ τὸν ἐρωτήσῃ: σεῖς, κύριε Νομάρχα, ὁ ὁποῖος μοὶ ὑπέβαλες πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἔγγραφα καυτηριάζοντα τὴν ἐπιτροπήν, πῶς ἔρχεσαι σήμερον καὶ μοὶ συνιστᾷς νὰ διορίσω τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἰδίαν;
§196ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§197Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Αὐτὸ πρέπει νὰ κάμῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι εἶναι πράγματι λυπηρόν, ὅτι ὁ κ. Νομάρχης, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ ἴσως, εἶναι τυφλὸν ὄργανον τῶν ἐν Ἑρμουπόλει κομμάτων. Μὲ τὰ σαθρὰ ταῦτα ἐπιχειρήματα ἀνῆλθε τὸ ἐθνικὸν τοῦτο βῆμα ὁ ἐκ Λακωνίας Βουλευτής. Ὁ κ. Πετροπουλάκης, λησμονήσας ὅτι εἶναι Βουλευτής, ἐνεθυμήθη τὴν δικηγορικήν του τέχνην, καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἐνώπιον Δικαστηρίου, ἵνα συστήσῃ τοὺς πελάτας του, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ νῦν διοικοῦντες τὸ ἵδρυμα καὶ οἱ περὶ αὐτούς· ἀλλ’ ἐλησμόνησε νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν οἱ διοριζόμενοι ἤδη εἶναι ἄξιοι, ἵνα διοικήσωσι τὸ ἵδρυμα, ἢ διωρίσθησαν ἄλλοτε, ὥστε νὰ τοὺς κρίνῃ ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν διωρίσθησαν ἄλλοτε καὶ εἶναι ἄξιοι νὰ διοικήσωσι τὰ τοῦ ναοῦ. Τὸ ὄνομα τοῦ Δημητριάδου, τοῦ Γραμμανδάνη καὶ λοιπῶν ἐπιτρόπων εἶναι μία ἐγγύησις διὰ τὴν ἐπαρχίαν Τήνου, πάντες δὲ οὗτοι ἀπολαύουσι μεγάλου σεβασμοῦ. Τοῦτο ἀκόμη διαβεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἐξ ἀντιθέτου πρὸς τοὺς νῦν διοικοῦντας τῶν κομμάτων, οἱ ὁποῖοι μετεχειρίσθησαν πᾶν μέσον, καὶ ἐκίνησαν γῆν καὶ θάλασσαν, ἵνα μείνωσιν εἰς μίαν θέσιν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει παρὰ εὐθύνας, κόπους καὶ λύπας, καὶ δι’ ὅπερ ἐφρόνουν πάντοτε ὅτι τοῦτο μόνον ἦτο ἀρκετόν, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς πρὸ πολλοῦ νὰ τοὺς εἶχεν ἁρπάσει ἐκ τοῦ ὠτίου καὶ νὰ τοὺς πετάξῃ, ἐξ ἀντιθέτου, λέγω πρὸς αὐτούς, καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Πετροπουλάκην, ἂν δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὸ ἐναντίον, ὅτι οἱ νῦν διορισθέντες δὲν ἤθελον νὰ δεχθῶσι τὴν θέσιν, καὶ ὅτι ἐξησκήσαμεν καὶ ἐγὼ καὶ ὁ συνάδελφός μου ἐκ Τήνου κ. Κασδόνης πᾶσαν ἐπιρροήν, ἵνα τοὺς πείσωμεν νὰ δεχθῶσι τὸ βαρὺ τοῦτο ἔργον. Πρέπει νὰ γνωσθῇ ἀκόμη ὅτι οἱ διορισθέντες δὲν εἶναι ἄνθρωποι ἀνήκοντες εἰς κόμματα, βεβαιῶ δὲ ὅτι ὁ πρόεδρος (κ. Δημητριάδης) καὶ ὁ ἀντιπρόεδρος δὲν προσῆλθον οὔτε νὰ ψηφίσωσιν. Ἀκόμη προκαλῶ τὸν κ. Πετροπουλάκην νὰ μᾶς εἴπῃ: δύναται νὰ ἀποδώσῃ αἰτίασίν τινα κατὰ τῶν προσώπων τῶν διορισθέντων; Δὲν πιστεύω νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος ὁ κ. Πετροπουλάκης νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τοιαῦτα πράγματα. Ἐπιτραπήτω μοι, κ. Βουλευταί, νὰ ἀνακοινώσω ἀκόμη μερικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν συνεπλήρωσεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐπαινεῖ καὶ μοιράζει πιστοποιητικὰ ἀρετῆς τῆς νῦν ἐπιτροπῆς· μᾶς εἶπεν ἀφ’ ἑνὸς ὅτι διοικεῖ πρὸ 15 ἐτῶν, ὅτι ἀφῆκεν ἀποθέματα χιλιάδων δραχμῶν, ὅτι κατέθεσε τόσα εἰς τὰς Τραπέζας δεξιὰ καὶ ἀριστερά· ἀφ’ ἑτέρου δὲ μᾶς εἶπεν ὅτι συνέβη, ὅτε ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἐπισκέφθη τὴν Τῆνον κατὰ τὴν 5 Αὐγούστου, (μὲ τὴν ἐπίσκεψιν δὲ ταύτην σχετίζεται τὸ κονδύλιον τῶν 1460 δραχμῶν διὰ τὴν ὑποδοχήν), ἐξέφρασε τὴν δυσαρέσκειάν Του ὅτι δὲν ἐγένετό τι, ὅτι δὲν εἶχε τὸ ἵδρυμα τζάμια, ὅτι δὲν εἶχε παραθυρόφυλλα. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ τότε ἡ οἰκοκυρευμένη ἐπιτροπὴ αὐτή, ἡ ὁποία εἶχε χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὴν διάθεσίν της, διατί δὲν ἔβαλε τζάμια;
§198Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τί νὰ κάμῃ εἰς 8 μῆνας;
§199Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ὅ,τι δὲν ἔκαμε διοικοῦσα 10 ἔτη· τὴν διόρθωσιν τῶν πρώτων ἀναγκῶν. Ἐπίσης μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πετροπουλάκης, ὅτι ἡ ἐπιτροπή, ἡ νῦν διοικοῦσα, ἀφῆκεν ἀποθεματικὸν μέγα καὶ εἰσέπραττε πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, ἀλλὰ λησμονεῖ ὅτι αἱ εἰσπράξεις τοῦ ἱδρύματος προέρχονται κατὰ τὸ μεγαλείτερον μέρος ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, ἑπομένως αἱ εἰσπράξεις αὗται τότε εἶχον ὑπὲρ αὑτῶν τὴν διαφορὰν τοῦ χρυσοῦ, ὅτε ἐτιμᾶτο τὸ 20φραγκον 35 δραχμὰς, ἐνῷ νῦν 20. Καὶ εἰς αὐτὸ ὀφείλεται, ὅτι αἱ τότε ἐπιτροπαὶ ἄφηνον μεγάλα περισσεύματα· ἀλλ’ ὁ κ. Πετροπουλάκης, ὁ ὁποῖος ἐδιδάχθη καὶ ἦλθε νὰ μᾶς εἴπῃ ἐδῶ ὅ,τι τὸν ἐδίδαξαν, δὲν ἐφρόντισε νὰ μάθῃ καὶ αὐτό. Ἐπίσης μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πετροπουλάκης, ὅτι κατὰ τὸ 1905 δὲν εἰσέπραξε τὸ ἵδρυμα. Τοῦτο εἶναι ἀληθὲς καὶ προῆλθε, διότι τὸ 1905 ἡ Τουρκία παρημπόδισε τοὺς προσκυνητὰς τῆς Σμύρνης. Ὡμίλησε κατόπιν ὁ κ. Πετροπουλάκης περὶ ὑπερβάσεως τοῦ 1909. Τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἐγένοντο ὑπερβασίαι τὸ 1909, ἀλλ’ αἱ ὑπερβασίαι αὐταί, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν παρὰ 1800 δραχμαί, καὶ οὔτε θέλω νὰ ἀποδώσω εἰς τοὺς διοικοῦντας τὸ ἵδρυμα, οἱ ὁποῖοι ἀφῆκαν ὑπερβασίαν 8000 δραχμῶν, μομφήν, διότι τοῦτο συμβαίνει παντοῦ, συμβαίνει καὶ εἰς τὰ Κράτη καὶ εἰς ὅλα τὰ Σωματεῖα, συνίστανται, λέγω, αἱ ὑπερβασίαι αὐταὶ τοῦ 1909 εἰς μικρὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐδόθη διὰ τὴν διατροφὴν τῶν ἀνδρῶν τῆς μουσικῆς, εἰς 282 δραχμὰς καταβληθείσας διὰ τοὺς ὑδροσωλῆνας τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ὑπῆρξε φοβερὰ ἐπιδημία ἐν Τήνῳ τυφοειδοῦς πυρετοῦ, ὅτε ἐστάλη καὶ ἰατροσύνεδρος ἐξ Ἀθηνῶν (ἀναγινώσκει) «πρὸς μελέτην τῆς νόσου, εἰς ἔξοδα τηλεγραφικά, εἰς φόρους οἰκοδομῶν τοῦ ἱδρύματος ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ, εἰς ναύλους ταχ. δεμάτων χρηματικῶν, εἰς ἀσφάλιστρα, εἰς γραφικὴν ὕλην, εἰς πρόσφορα καὶ ἀρτοκλασίας, εἰς ἐνοίκια προσφύγων, ἐνοίκια προσκυνητῶν, εἰς φάρμακα, εἰς ἀξίαν χαρτοσήμων καὶ ἐν γένει εἰς κονδύλια σχετιζόμενα μ’ αὐτὴν ταύτην τὴν λειτουργίαν τοῦ ἱδρύματος, εἰς κονδύλια ἐπείγοντα, περὶ ὧν, ἄλλως τε, προβλέπει καὶ ὁ ὀργανισμός». Αὐτὰ εἶχον, Κύριοι, νὰ εἴπω, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐστηρότατος καὶ ἀμείλικτος, καὶ ἐτήρησεν ὅλους τοὺς τύπους κατὰ τὸν διορισμὸν τῆς ἐπιτροπείας, νὰ τὸν συγχαρῶ, καὶ ἂς εἶναι βέβαιος ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διορισθεῖσα θὰ εἶναι ἀνταξία τοῦ προορισμοῦ της καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§200ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀντελήφθην, Κύριοι, ἐκ τῆς συζητήσεως, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐδήλωσε πρὸς ἡμᾶς, ὅτι δὲν διέταξε τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπείας ἐκείνης, διότι ἐπείσθη, ὅτι οὐχὶ ἐκ προθέσεως ὑπῆρχον αἱ διαχειριστικαὶ ἐκεῖναι ἀνωμαλίαι. Νομίζω, ὅτι θὰ ἐδικαιοῦτό τις, νὰ εἴπῃ, ὅτι τὴν αὐτὴν γνώμην εἶχε σχηματίσει καὶ ὁ κ. Νομάρχης, ὅτι δηλαδὴ οὐχὶ ἐκ προθέσεως παρετηρήθησαν αἱ ἀνωμαλίαι ἐκεῖναι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὁ Νομάρχης ἐγνωμοδότησε περὶ προσώπων καὶ πραγμάτων, τῶν ὁποίων δὲν εἶχε γνῶσιν ἄλλην, παρὰ τὴν ἐκ πληροφοριῶν. Νομίζω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ εἶχε τὴν ἀξίωσιν, ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος νὰ μεταβῇ εἰς Τῆνον καὶ νὰ ἐρευνήσῃ ποῦ καὶ ποῖα ἔχουσι κτήματα οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπείαν, καὶ ὅστις μάλιστα μόλις εἶχε φθάσει εἰς Σῦρον. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι δὲν εἶχεν ἄλλο μέσον παρὰ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας. Ἐὰν ἐπλανήθη εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβε, τὸ πλανᾶσθαι εἶναι πάντοτε ἀνθρώπινον. Ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ θὰ εἶχον ὅλον τὸ θάρρος νὰ προκαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἦτο τοῦτο· νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν— ὑπάρχουσιν ἀναμφιβόλως καὶ ἄλλοι Νομάρχαι ἔντιμοι καὶ ἀξιοπρεπεῖς—νὰ δηλώσῃ, λέγω, πρὸς τὴν Βουλὴν, ἂν εἶναί τις ἀξιοπρεπέστερος καὶ ἐντιμότερος τοῦ Νομάρχου ἐκείνου. Εἶναι παντελῶς ἐσφαλμέναι αἱ πληροφορίαι τῶν συναδέλφων, ὅτι ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος ὑπηρετεῖ παλαιὰ κόμματα. Δὲν ὑπάρχει εἷς, ὅστις ἐγνώρισε τὸν Νομάρχην ἐκεῖνον, ὅστις παρηκολούθησε τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ, ὥστε νὰ τολμήσῃ, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν συνείδησιν ὅτι βλασφημεῖ, νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος δουλεύει εἰς παλαιὰ κόμματα. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς οἱ κ. κ. συνάδελφοι πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος, ὅστις ἦτο πάντοτε αὐστηρὸς τηρητὴς τοῦ καθήκοντός του, θὰ μείνῃ καὶ σήμερον τοιοῦτος καὶ οὔτε εἰς νέα κόμματα θὰ δουλεύσῃ. Δὲν εἶναι ὁ τρόπος οὗτος ὁ καταλληλότερος, ὁ προσήκων εἰς τὴν ἀνόρθωσιν, ὁ προσήκων εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, ἵνα ἀπολυθῇ ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος. Νὰ καταλύσωμεν τὰς παλαιὰς μεθόδους καὶ νὰ ἱδρύσωμεν νέας, ἀλλὰ τοιαῦται νέαι μέθοδοι δὲν εἶναι μέθοδοι βελτιοῦσαι τὰ πολιτικὰ ἤθη, ἀλλ’ εἶναι μέθοδοι καταβαραθροῦσαι τὴν πολιτικὴν εὐπρέπειαν.
§201Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν μοὶ ὑπέμνησε γεγονός τι, τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῶν συχνῶν διακοπῶν παρέλιπον νὰ ἀνακοινώσω. Ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι δύο μέλη, τὰ ὁποῖα προυτάθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Νομάρχου, ἦσαν ἀφερέγγυα, ἢ μᾶλλον ὄχι ἀφερέγγυα, ἀλλὰ δὲν εἶχον ἀκίνητον περιουσίαν, ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ ὀργανισμός, ἀξίας τουλάχιστον 5000 δραχμῶν. Ἀλλά, ὡς σᾶς εἶπον, κύριοι, ὁ κ. Νομάρχης πρὸ τῶν δύο αὐτῶν μελῶν εἶχε προτείνει δέκα ἄλλα. Λοιπὸν ὁ Νομάρχης ἐκεῖνος ἐφρόντισε νὰ μάθῃ, ὥστε μεταξὺ τῆς πρώτης δεκάδος νὰ εἶναι πρόσωπα πρωτίστης τάξεως, καὶ τοιαῦτα προέτεινεν, ὡς σᾶς ἀνέπτυξα πρὸ ὀλίγου. Κατεκρίθη ὁ κ. Νομάρχης ὅτι, ἐνῷ ἔκαμε τοιαύτας συστάσεις, εἶτα ὑπέβαλεν ἔγγραφον καὶ ἐξεπλήσσετο διὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι τὸ ἔγγραφον τῆς μὴ ἐγκρίσεως τῶν 1300 δρ. διὰ τὴν διακόσμησιν τῆς πόλεως καὶ τὰ ἄλλα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἔγκρισιν τῶν ἄλλων κονδυλίων, δὲν εἶναι ἔγγραφα τοῦ Νομάρχου κ. Ἀλεξανδροπούλου, ἀλλὰ τοῦ νομαρχοῦντος, καὶ μόνον τὴν πρότασιν διὰ τὰ πρόσωπα ἔκαμεν ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος. Οὐδεμία λοιπὸν σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ἐγγράφων τοῦ κ. Ἀλεξανδροπούλου καὶ τοῦ νομαρχοῦντος καὶ οὐδεμίαν ἔχει εὐθύνην ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος διὰ τὰς πράξεις τοῦ νομαρχοῦντος. Κατηγορήθησαν τὰ μέλη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος ἐκ Τήνου συναδέλφου κ. Ἀλαβάνου, ὅτι ἔκαμον καταχρήσεις.
§202ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐχὶ καταχρήσεις, ἀλλ’ ὑπερβάσεις.
§203Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι εὑρέθησαν ἐλλείμματα, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ 1910 δὲν ἀφῆκεν ἐλλείμματα, ἀλλὰ περισσεύματα χιλιάδων, ἔκαμε μόνον ὑπερβάσεις κατὰ δρ. 6405, ἃς καὶ κατέβαλεν ἀμέσως, ἃ δὲν ἔπραξαν προηγούμεναι ἐπιτροπαὶ ἐνεργήσασαι τοιαύτας ὑπερβάσεις. Καταγγέλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀγνοῶ ὑπὸ τίνος, ἢ μᾶλλον ὑποβάλλονται εἰς αὐτὸν πιστοποιητικὰ τοῦ φύλακος τῶν βιβλίων μεταγραφῶν τοῦ δήμου Τήνου, ὅτι δύο τῶν διορισθέντων μελῶν δὲν εἶχον ἀκίνητον περιουσίαν ὑπὲρ τὰς 5 χιλιάδας, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ ὀργανισμός, καὶ εἰς ἀντίκρουσιν τούτων προσάγεται πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου Σωσθενίων καὶ δύο συμβόλαια, ἐξ ὧν ἐμφαίνεται, ὅτι τὰ δύο ταῦτα μέλη κέκτηνται τὴν ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ ἀπαιτουμένην περιουσίαν.
§204Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τόσον ἐπικερδὲς ἐπάγγελμα εἶναι τὸ τοῦ ἐπιτρόπου;
§205Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ Διάταγμα, τὸ διορίζον τοὺς σημερινοὺς ἐπιτρόπους, ἐδημοσιεύθη τὴν 10 τρέχοντος μηνός, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τὰ δὲ συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων τὰ μέλη ἠγόρασαν περιουσίαν, εἶναι τῆς 11ης καὶ 12ης τρέχοντος μηνός, ἤτοι συνετάχθησαν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Β. Διατάγματος.
§206Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Νὰ ἀναγνώσητε τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου.
§207Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Ἔχομεν λοιπὸν δύο συμβόλαια ἀγοραπωλησιῶν γενομένων μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Διατάγματος, τοῦ διορίζοντος τὰ μέλη. Ἔχομεν καὶ ἓν πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου Σωσθενίων, δι’ οὗ βεβαιοῦται ὅτι ὁ εἷς τῶν διορισθέντων ἔχει ἐκ κληρονομίας περιουσίαν 3.500 δρ. (διὰ τὸ πρόσωπον τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύοντα κ. Ἀλαβᾶνον νὰ βεβαιώσῃ ἂν δύναται νὰ ἐξέλθῃ τῆς οἰκίας του, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ναόν, ἀφοῦ ἅμαξαι εἰς τὴν νῆσον δὲν ὑπάρχουσι, καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν 5000 δραχ. ἠγοράσθη καὶ κτῆμά τι ἀξίας 1500 καὶ πλέον δραχμῶν. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ ἐκτίμησις τοῦ κ. δημάρχου εἶναι δικαία ἢ ἄδικος, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ἀκίνητος περιουσία εὑρισκομένη εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν ἐν Τήνῳ ἔχει ἐλαχίστην ἀξίαν, καθότι δὲν εὑρίσκονται ἀγορασταὶ ἀλλὰ πωληταί, καὶ οἱ ἐνεργοῦντες πλειστηριασμοὺς γίνονται κύριοι τῶν πλειστηριαζομένων ἀντὶ εὐτελοῦς συνήθως ἀξίας.
§208Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ δημάρχου λέγει «διώροφος οἰκία».
§209Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι εἰς τὴν πόλιν τῆς Τήνου ἡ διώροφος οἰκία.
§210Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κατώγι διώροφον.
§211Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως. Νομίζετε, ὅτι εἶναι τὰ διώροφα τῆς ὁδοῦ Σταδίου; Διὰ δὲ τὸ ἕτερον μέλος προσάγεται πωλητήριον, δι’ οὗ ὁ πατήρ του τῷ πωλεῖ ἀκίνητον περιουσίαν. Ταῦτα εἶναι τὰ γεγονότα καὶ οὕτω πως ἀπέκτησαν τὴν περιουσίαν, ἡ ὁποία, σᾶς βεβαιῶ κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω, ὅτι εἶναι ζήτημα ἂν ὑπερβαίνει δι’ ἀμφοτέρους τὰς 3 χιλ. δραχμῶν, χωρὶς νὰ ἐξετάσω, ἂν ὁ κ. δήμαρχος ἔχει νόμιμον δικαίωμα νὰ πιστοποιήσῃ ὅ,τι πιστοποιεῖ, καὶ ἑπομένως ἀναλαμβάνετε μεγίστην ἠθικὴν εὐθύνην, κύριε Ὑπουργέ. Εἶπεν ὅτι εἶναι πελάται μου ὡς δικηγόρου οἱ κ. κ. Μαῦρος, Γάφος καὶ Μεσσηνέζης. Βεβαιῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ἣν πάντοτε σέβομαι, ὅτι οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν εἶναι πελάτης τοῦ δικηγορικοῦ μου γραφείου. Πελάτας ἴσως ἔχει ὁ κ. Ἀλαβᾶνος τοὺς διορισθέντας ἐπιτρόπους. Θέτω εἰς τὴν διάθεσιν παντὸς τὸ δικηγορικόν μου γραφεῖον, καὶ ἂν εὑρεθῇ μία ὑπόθεσις, εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως σχετιζομένη πρὸς τοὺς Κυρίους τούτους, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα πᾶς τις νὰ μὲ κατηγορήσῃ πικρῶς. Ἐγώ, ἂν ὡμίλησα διὰ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ἱδρύματος, δὲν ὡμίλησα ἐξ ἧς αἰτίας ἀνέφερεν ὁ κ. Ἀλαβᾶνος, ἀλλὰ διότι συνδέομαι πρὸς τὴν Τῆνον, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ἀλαβᾶνος, μεθ’ οὗ ἐν πολλαῖς ἐκλογαῖς συνειργάσθημεν ὑπὸ τὰ αὐτὰ πολιτικὰ φρονήματα.
§212Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλαδή;
§213Ν. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κ. Βοζίκη, τὰ ὁποῖα εἴχομεν οἱ περισσότεροι τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένων. Δὲν ὡμίλησα διὰ τὴν ἐπιτροπήν, ἵνα ὑποστηρίξω τὸ ἀντίθετον κόμμα πρὸς τὸν κ. Ἀλαβᾶνον, διότι τὸ κόμμα ἐκεῖνο κατὰ παρελθούσας βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἐπὶ 2 χιλ. ψηφοφορησάντων ὑπερτέρησε τὸν κ. Ἀλαβᾶνον κατὰ 700 ἢ 800 ψήφους, νομίζω. Εἶπεν ὁ κ. Ἀλαβᾶνος ὅτι πρῶτος αὐτὸς ὕψωσε τὴν σημαίαν τῆς ἀνορθώσεως, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀνακριβές, διότι ὁ κ. Ἀλαβᾶνος ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ μέχρι πρὸ ἔτους ἦτο φίλος τοῦ ἐν Τήνῳ ἰσχυροῦ πολιτευτοῦ κ. Καρ. Βιτάλη, ὃν καὶ ἀντεπροσώπευεν ἐν Τήνῳ, πρὸ ἔτους δὲ ἀπομακρυνθεὶς αὐτοῦ, δι’ οὓς λόγους γνωρίζομεν ἀμφότεροι, τοῦ Βιταλικοῦ κόμματος καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ κόμματος τοῦ κυρίου Δημητρίου Βοκοτοπούλου, ἐγένετο εἶτα Μαυρομιχαλικός, καὶ ὑπὸ τὴν σημαίαν ταύτην ἦτο καὶ ὑποψήφιος κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς πρώτης διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ὅτε καὶ ἀπέτυχεν. Ὅτε δ’ ἀνεμίχθη εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς χώρας, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κ. Ε. Βενιζέλος καὶ ὁ κ. Ἀλαβάνος καὶ ἐγὼ ἠσπάσθημεν τὸ πρόγραμμα τῆς ἀνορθώσεως, ἣν διεκήρυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα δὲν πιστεύω νὰ ἀρνῆται ὁ κ. Ἀλαβάνος, καθόσον καὶ μὲ γνωρίζει καὶ τὸν γνωρίζω καλῶς ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ταῦτα νομίζω ὅτι μοὶ ἐπεβάλλοντο νὰ γνωρίσω πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κ. Ὑπουργὸς ἂς πράξῃ ὅ,τι ἐγκρίνει.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχουσι τρεῖς ἕτεροι συνάδελφοι. Τοῦ Κανονισμοῦ μὴ ἐπαρκοῦντος πρὸς περιορισμὸν τῆς συζητήσεως, ἐπικαλοῦμαι τὴν θείαν ἀντίληψιν! Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ τὴν συζήτησιν περατωμένην;
§215ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§216ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Βουλὴ ἀπησχολήθη, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ δύο καὶ ἡμίσειαν ὥρας, ἐὰν δὲν κάμνω λάθος, καὶ ἀπησχολήθη διὰ συζήτησιν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο κοινοβουλευτική, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λακωνίας, ὁ ζητήσας νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διορισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἱεροῦ ναοῦ τῆς «Εὐαγγελιστρίας», τὸν λόγον του ἐστήριξεν εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Ὑπουργός, ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὴν κατὰ νόμον ὑποβληθεῖσαν εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ Νομάρχου πρότασιν περὶ διορισμοῦ διπλασίου ἀριθμοῦ προσώπων παρὰ τὸν ἀναγκαῖον, ἤσκησε τὸ ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς καὶ δὲν ἐξέλεξε τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀρεστὰ πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν. Ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἱκανῶς περιωρισμένη ἐκ τῶν διαφόρων ἀποκεντρωτικῶν λεγομένων νόμων, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουν, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιωθῇ ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην τὴν ὑπολειπομένην ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων τὴν ἀποστερηθῇ ἐπὶ κινδύνῳ νὰ γένηται ὑποκείμενον ἐλέγχου ἐκ μέρους τῶν Βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ εἴπω τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ προλάβω καὶ ἐν τῷ μέλλοντι διασπάθησιν χρόνου πολυτίμου. Κατηναλώσαμεν δύο καὶ ἡμίσειαν ὥρας, διὰ νὰ λεχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Ὑπουργός, ἀσκῶν τὸ δικαίωμά του, δὲν ἔκαμε καλὰ νὰ ἐκλέξῃ τοὺς Α., Β., Γ., ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐκλέξῃ τοὺς Δ., Ε., Ζ., ὄχι διότι τὰ ἐκλεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ πρόσωπα δὲν ἔχουν τὰ προσόντα, ἀλλὰ διότι, κατὰ τὸν κ. Βουλευτήν, μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθοῦν τὰ παραλειφθέντα, περὶ ὧν ἐποίησεν ἤδη λόγον ὁ κ. Ὑπουργός, διατί τὰ παρέλειψε. Θὰ μοὶ εἴπῃ ἴσως ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δύο ἐκ τῶν προσώπων ἐκείνων δὲν ἔχουν τὰ προσόντα δι’ ἔλλειψιν περιουσίας. Ἀλλ’ ὅλος ὁ ἔλεγχος ἐστηρίζετο εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἠκολούθησε τὰς ὑποδείξεις τοῦ κ. Νομάρχου, ὁ ὁποῖος παρέβη στοιχειῶδες καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ περιορισθῇ νὰ ἀναφέρῃ 14 πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀναφέρῃ, καὶ προέβη εἰς περιορισμὸν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ὑπουργοῦ, εἰπὼν ὅτι τὰ πρόσωπα κατατάσσει αὐτὸς κατ’ ἰδίαν κρίσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἠθικῆς αὐτῶν ὑπεροχῆς. Βεβαίως εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν εἶναι κάποιος ἄξιος ἐλέγχου, ἀλλ’ ὁ ἄξιος ἐλέγχου εἶναι ὁ Νομάρχης, καὶ βεβαίως θὰ ἐλεγχθῇ.
§217ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἀρχαῖος σοφὸς ἔλεγεν ὅτι, ὅταν μεταβαίνῃ εἰς μίαν χώραν, δὲν ἐρωτᾷ τίνας νόμους ἔχει, ἀλλ’ ἂν ἐφαρμόζωνται ἀκριβῶς καὶ ἐξ ἴσου ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἔχει. Ὡσαύτως εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι ἕκαστος πολίτης ἐν ἑκάστῳ Κράτει ἔχει καθήκοντα καὶ δικαιώματα. Καὶ τὰ μὲν σπουδαιότερα τῶν καθηκόντων του εἶναι βεβαίως νὰ πείθηται εἰς τοὺς νόμους καὶ νὰ ὑπακούῃ εἰς τὰ κελεύσματα τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων δικαιωμάτων του εἶναι νὰ ἀξιοῖ παρὰ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐποπτείαν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων νὰ ἐφαρμόζωσι τούτους καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ σᾶς ἀπασχολήσω κύριοι Βουλευταί, ἐπ’ ὀλίγον, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐξετέλεσεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς τῷ ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ νόμου. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι ὑπάρχει νόμος ἐν ἰσχύϊ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ὑπ’ ἀριθ. ͵ΓΨΚΑʹ καὶ βεβαίως δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, μέχρι τινὸς θεωρούμενον καὶ αὐθεντίαν νομικήν, ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 7ον, τὸ ὁποῖον λέγει σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κατέχῃ δευτέραν θέσιν, οὔτε δημοσίαν οὔτε ἰδιωτικήν, ἐπὶ ἐπιμισθίῳ, οὐδὲ νὰ ἀσκῇ οἱονδήποτε ἐπιτήδευμα...» Δὲν πιστεύω νὰ ἀγνοῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων του ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ὑπάρχουν καὶ τμηματάρχαι δύο, ὁ Γεωργαντᾶς καὶ ὁ Δροσίνης. Εἶναι γνωστὸν βεβαίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας νὰ ἀσκῶσιν οἱονδήποτε ἐπιτήδευμα. Ἀλλ’ ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὑπάρχει ὑπ’ ἀριθ. 9182 δήλωσις τοῦ Οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ἀττικῆς, ἐν ᾗ ἀναφέρεται ὅτι ὁ Γεωργαντᾶς πληρώνει φόρον ἐπιτηδεύματος ἐκ δρχ. 129,60 ὡς διευθυντὴς τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα, ἀμειβόμενος διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐπιτηδεύματος αὐτοῦ πρὸς δρχ. 300 κατὰ μῆνα; Ἀγνοεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὑπάρχει ἡ ὑπ’ ἀριθ. 4999 δήλωσις τοῦ Οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ἀττικῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ἐμφαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος τμηματάρχης Δροσίνης πληρώνει φόρον ἐπιτηδεύματος κατ’ ἔτος ἐκ δρχ. 140 διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τοῦ γενικοῦ γραμματέως τῆς Ἑταιρείας πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων καὶ ἐποπτείας τῆς Σεβαστοπουλείου σχολῆς κλπ., διὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτήδευμα δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἀμείβεται πρὸς 400 δραχμὰς κατὰ μῆνα; Ἀγνοεῖ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ γραμματεὺς πρώτης τάξεως, ὁ κ. Ἀγγέλου, ὁ ὁποῖος, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, καταφαίνεται ἐκ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4737 δηλώσεως τοῦ Οἰκονομικοῦ ἐφόρου Ἀττικῆς, ὅτι ὁ Κύριος αὐτός, πρῶτος γραμματεὺς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, πληρώνει φόρον ἐπιτηδεύματος κατ’ ἔτος δρχ. 18.20 ὡς ἐργαζόμενος εἰς τὸν «Παρνασσὸν» ἐπὶ ἐπιμισθίῳ, ἐνῷ τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι οὐδεμίαν δημοσίαν ἢ δημοτικὴν θέσιν ἐπὶ ἐπιμισθίῳ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ; Ὡσαύτως ὁ κύριος Ὑπουργὸς θὰ ἀγνοεῖ ὅτι ὁ αὐτὸς νόμος ἔχει καὶ ἄρθρον 10ον, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἀσχοληθῶ, διότι εἶναι καθαρῶς προσωπικὸν καὶ ἐγένετο δι’ ὡρισμένα πρόσωπα, καὶ ἂν ἐκεῖνοι βεβαίως ἔπταισαν, θὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός, τίνα εὐθύνην ἔχω ἐγώ; Ἂν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω καὶ πάλιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προχθὲς ἐτόνισα· δὲν εἶναι λογικὸν δι’ ἕνα Ὑπουργὸν τῆς Ἀνορθώσεως, δὲν εἶναι λογικὸν διὰ μίαν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν περισυνελέξαμεν καὶ ἀπὸ τὰ δύο ἡμισφαίρια, νὰ μᾶς λέγῃ ὅτι δὲν πταίω ἐγώ, διότι ἔπραξε τοῦτο ὁ προκάτοχός μου. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἔπρεπε, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ 10ον, νὰ ὑποβάλῃ ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός του καὶ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν διὰ τὸν διορισμὸν ἑκάστου ἐξ αὐτῶν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ διατάξῃ, ὅπως μοὶ προσκομισθῇ τὸ φύλλον 115 τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 2 Ἰουνίου 1910, διότι τὸ ἐζήτησα καὶ δὲν μοὶ τὸ ἔδωκαν.
§218Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος δὲν σᾶς τὸ ἔδωκε;
§219ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μοὶ εἶπον, ὅτι ἂν τὸ ζητήσητε ἀπὸ τὴν Βουλήν, τότε θὰ σᾶς προσκομισθῇ.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐζητήσατε πρὸ τῆς συνεδριάσεως, καὶ δὲν σᾶς τὸ ἔδωκαν;
§221ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν; Ἀμέσως θὰ σᾶς τὸ φέρουν.
§223ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Γνωρίζετε τί λέγει τὸ φύλλον ἐκεῖνο τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ μὴ σπαταλῶμεν πολύτιμον χρόνον; Λέγει ὅτι περισυνέλεξε τοὺς ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους διώρισεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ἐκ τῶν ὑπαρχόντων καὶ προϋπηρετησάντων ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ, ἐνῷ σαφῶς λέγει τὸ ἄρθρον 10ον ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ δι’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν δι’ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν, διότι τί θὰ ἔλεγε παρακαλῶ διὰ τὸν τμηματάρχην Δροσίνην; (Ἀναγινώσκει).... Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις, δυνάμει τῆς ὁποίας διώρισε τὸ προσωπικὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι λέγει τὸ ἄρθρον 10, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις δι’ ἕκαστον τῶν διορισθέντων ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ τί ἠθέλετε, παρακαλῶ, νὰ εἴπῃ διὰ τὸν Δροσίνην, ἐνῷ μισθοδοτεῖται μὲ 13 χιλ. περίπου δραχμὰς ἐτησίως ἀπὸ τῶν ὑπηρεσιῶν του καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, ἐνῷ οὐδεμίαν ὑπηρεσίαν κάμνει, διότι ὡς τμηματάρχης τῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐρωτῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἐξέδωκε μίαν, ἔστω, ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καθοδηγῶνται εἰς τὸ ἔργον των οἱ διδάσκαλοι; Οὐδεμίαν! Ἀλλὰ βεβαίως πιθανὸν νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὅτι χρησιμεύει ὡς πράκτωρ τῆς διαδόσεως τῶν βιβλίων τῆς Ἑταιρείας τῶν ὠφελίμων βιβλίων, ἡ ὁποία ἐγκατέστη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀπό τινος χρόνου. Ἀλλὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀκριβῶς καὶ διὰ τὰ σκάνδαλα τῆς διατιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν διδακτικῶν βιβλίων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ καταφανῇ τί διέπραξεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἡ ἀποτελουμένη ἀπὸ τοὺς καθηγητὰς Λάμπρον, Πολίτην, Λάμψαν καὶ συντροφίαν, θὰ σᾶς ἀπασχολήσω εἰς εἰδικὴν ἐπερώτησιν. Ἀλλὰ ἔχω καὶ ἕν ἄλλο νὰ ἐρωτήσω: τὸν Ἀγγέλου πῶς τὸν διατηρεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας παρὰ τὸν ῥητὸν νόμον, καὶ εἰς τί στηριζόμενος ἀκριβῶς, ἐὰν ἔχῃ τι νὰ εἴπῃ ἰδιαίτερον περὶ αὐτοῦ; Ὡς γραμματεὺς ὑπηρετεῖ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ 17 ἐτῶν εἶναι συνταξιοῦχος δημοδιδάσκαλος. Ἀλλὰ πλὴν τούτου πότε διωρίσθη ὁ Ἀγγέλου; Ἀκριβῶς κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπῄτει ἡ ἀνορθωτικὴ Κυβέρνησις τῶν μουσοφόρων δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου διὰ τοὺς γραφεῖς! Ἀλλὰ διὰ τὸν Γεωργαντᾶν τί ἄρά γε θὰ ἔχῃ νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ, ἀφοῦ εἶναι γνωστὴ ἡ παρανομία, ἐν τῷ κύκλῳ τῆς ὁποίας ἐξακολουθεῖ καὶ αὐτὸς νὰ εὑρίσκηται, τί θὰ μᾶς εἴπῃ διὰ τὸν Γεωργαντᾶν ὡς ἰδιαίτερον περὶ αὐτοῦ προσόν; Μήπως ἐξέδωκεν ἀναλυτικόν τι πρόγραμμα περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως; Ὄχι, βεβαίως· τὸ γνωρίζω ἐξ ἰδίας πείρας. Μόνον θὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι, ἀφοῦ διώρθωσε τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν τὸν προήγαγεν εἰς τὴν μέσην, διὰ νὰ διορθώσῃ καί... αὐτήν!! Ἄλλο τι θὰ ἐρωτήσω, διὰ τὸν Μιλτιάδην Ἰωαννίδην ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου, ὁ ὁποῖος προήχθη εἰς καθηγητήν, Ἑλληνοδιδάσκαλος ὤν, καὶ ἀπεσπασμένος ἀπὸ δέκα ἐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, προήχθη εἰς καθηγητὴν πότε; Ἀκριβῶς τὴν ἑπομένην τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἐπισκεφθεὶς τὸ Πρακτικὸν Λύκειον διετυμπάνισεν ἀνὰ τὰ πέρατα τῆς Ἑλλάδος ὅτι θὰ τὸ ἀποκαθάρῃ ἀπὸ τῶν ἀχρήστων, τὴν ἑπομένην προσέθετεν ἕνα ἀκόμη παράγοντα ἄχρηστον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ λόγου περὶ τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀπήντα τί ἄρα γίνονται αἱ μεταβολαὶ ἐκεῖναι, καθ’ ἃς προήχθη εἰς καθηγητὴν ἐν Πειραιεῖ ὁ ἀξιότιμος Κουτσουβέλης τοῦ ὁποίου θὰ ἀναλάβῃ ἴσως, ὑποθέτω, τὴν ὑπεράσπισιν, διὰ νὰ τὸν ξετινάξω. Διατί ὁ κ. Τζωρτζόπουλος δὲν μετέβη ἀκόμη εἰς τὴν Σπάρτην; διατί οἱ λοιποὶ καθηγηταὶ ἔμειναν εἰς τὰς θέσεις, καὶ προσετέθη εἷς ὑπεράριθμος, εἰς τὸν ὁποῖον ἠρνήθη ὁ διευθυντὴς τοῦ Πρακτικοῦ Λυκείου νὰ τῷ δώσῃ νὰ διδάξῃ τὰ φυσικά, καθόσον δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν, διότι δὲν ἐδίδαξε ποτέ; Ἀρνεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ διδάξῃ ὁ ἄνθρωπος, διὰ πρώτην φορὰν διοριζόμενος; Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ: δυνάμει τίνος ἐκθέσεως περὶ ἱκανότητος ὁ Μιλτιάδης Ἰωαννίδης προήχθη εἰς καθηγητήν, καὶ ποῖος εἶναι ὁ ἐπιθεωρητής, ὁ θρασὺς ψεύστης, ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ τὸν παραστήσῃ ὡς ἄξιον νὰ προαχθῇ, καὶ ποῦ στηριζόμενος ἔκαμε τοῦτο; Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ μᾶς εἴπῃ: ἔκθεσις ἐπιθεωρητοῦ· τί πρὸς ἐμέ; Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ τονίσω, εἶναι τοῦτο: καταγγέλλω τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὅτι ἐν γνώσει τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου διετήρησε καὶ διατηρεῖ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ προβαίνει καὶ περαιτέρω, περιφρονεῖ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκριβῶς ζητοῦν νὰ τὸν ἐλέγξουν διὰ τὰς πράξεις του. Καλεῖ, Κύριοι, τὴν ἑπομένην ἀκριβῶς τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐπερωτήσεως ἑνὸς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου περὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ νόμου αὐτοῦ, καλεῖ εἰς γεῦμα τοὺς τμηματάρχας ἐκείνους, τοὺς ὁποίους διατηρεῖ παρὰ πάντα νόμον καὶ πᾶσαν ἠθικὴν ἀρχήν, τὴν δὲ ἑπομένην δέχεται γεῦμα παρ’ ἐκείνων! Παύομαι τοῦ λόγου ἐπιφυλασσόμενος, Κύριοι, νὰ σᾶς κάμω καὶ μίαν ἄλλην ἔκπληξιν σχετικὴν πρὸς μακροσκελῆ κατάλογον διορισμοῦ συγγενῶν του, καθὼς καὶ πόσα χρήματα ἔλαβε, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ μετατρέψῃ τῶν Νεοτούρκων τὸ φρόνημα ὑπέρ....τῆς Ἑλλάδος!
§224Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ὁ τμηματάρχης τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως Γεωργαντᾶς, ὅπως συνήθως συμβαίνει εἰς τοὺς τμηματάρχας τοιούτων ὑπηρεσιῶν, ἦτο ἠναγκασμένος νὰ φέρῃ αὐτὸς τὰ βάρη ὅλων τῶν ἀρνήσεων τῶν Ὑπουργῶν εἰς τὰς διαφόρους συστάσεις ἢ ἀξιώσεις νομίμους ἢ μή, καὶ εἶχε κατορθωθῆ νὰ ἐπισύρῃ τὴν μῆνιν ἐναντίον του πολλῶν. Ταῦτα μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπαναστάσεως. Ὅτε τότε ἐψηφίζοντο οἱ διάφοροι νόμοι, καὶ ὑπεβλήθη καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ἐγεννήθη ἡ ἐπιθυμία εἰς τοὺς θέλοντας νὰ περιορίσωσι τὰς ἀποδοχὰς τοῦ Γεωργαντᾶ ἢ εἰς τοὺς θέλοντας νὰ ἐκδικηθῶσι τοῦτον διὰ τὰς ἀρνήσεις του, τοῖς ἐγεννήθη ἡ ὄρεξις νὰ ἐπιζητήσωσι τὴν ἀναγραφὴν διατάξεως, ἡ ὁποία θὰ καθίστα εἰς αὐτὸν ἀδύνατον τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἄλλης αὐτοῦ ὑπηρεσίας εἰς τὸ ὀρφανοτροφεῖον Χατζηκώστα, διότι ἔβλεπον ὅτι εἶχε θέσιν ἐκεῖ, καὶ ἐθεωρεῖτο ὅτι, λαμβάνων δύο μισθούς, πολλὰ ἐκέρδιζε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Εἰς τὸ ἀρχικὸν σχέδιον νόμου δὲν ὑπῆρχε διάταξις τοιαύτη, ἀλλὰ κατὰ τὴν τελευταίαν, νομίζω, ἀνάγνωσιν κατωρθώθη τῇ παρεμβάσει καὶ παραστάσεων προσώπων ἐκτὸς τῆς Βουλῆς νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία ἡ ἀποτελέσασα τὸ ἄρθ. 7 τοῦ νόμου, κατὰ τὸ ὁποῖον μονονουχὶ ὀνομαστὶ ἀπηγορεύετο εἰς τὸν Γεωργαντᾶν νὰ εἶναι διευθυντὴς τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα. Ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς βίας, μεθ’ ἧς διετύπωσαν τὴν διάταξιν, δὲν ἔκαμαν τίποτε, καὶ ὁ Γεωργαντᾶς δὲν ἀπεκλείσθη. Ἡ διάταξις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «καὶ κατ’ αὐτὴν ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου δὲν δύναται νὰ διορισθῇ εἰς ἑτέραν δημοσίαν ἢ δημοτικὴν θέσιν», ἀπεδείχθη δὲ ὅτι ἡ θέσις τοῦ διευθυντοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα δὲν εἶναι δημοτικὴ θέσις καὶ διὰ τοῦτο ἰσχυρίζονται τώρα βασιζόμενοι εἰς τὸ «οὐδὲ νὰ διδάσκῃ ἐν ἰδιωτικῷ ἐκπαιδευτηρίῳ ἢ νὰ ἀσκῇ οἱονδήποτε ἐπιτήδευμα», ὅτι ἡ τοιαύτη ἐργασία του ὡς διευθυντοῦ εἶναι ἄσκησις ἐπιτηδεύματος. Ἀλλ’ ἀσκεῖ ἐπιτήδευμα ὁ Γεωργαντᾶς ἐφ’ ὅσον διατελεῖ διευθυντὴς τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα; Ὑπάρχει δηλαδὴ τάξις ἐπιτηδευματιῶν διευθυντῶν ὀρφανοτροφείων, ἢ ἄλλη τις εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου; Ὑπάρχει τάξις ἐπαγγελματικὴ γενικῶν γραμματέων τοῦ Συλλόγου πρὸς διάδοσιν ὠφελίμων βιβλίων, ἢ πρόκειται περὶ ἐργασίας τοῦ κ. Δροσίνη μὴ ἀποτελούσης ἐπιτήδευμα κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου; Τὸ ζήτημα περιέλαβεν, ὡς διετυπώθη ἐν τῷ νόμῳ, πάντας τοὺς ὑπαλλήλους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου, καὶ ἀκόμη καὶ τὸν ἰατρὸν τῆς ὑγιεινῆς, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὡμίλησε. Τὸ Ὑπουργεῖον ἀπέστειλεν ἐρωτήματα πρὸς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἐπιζητοῦν νὰ μάθῃ, ἂν πρόκειται περὶ ἐπιτηδεύματος, καὶ ἂν ἡ ἄσκησις τοιαύτης τινὸς λειτουργίας τῶν ὑπαλλήλων του ἀντίκειται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου. Ἡ πρώτη ἀπάντησις ἀφορᾷ εἰς τὸν ἰατρὸν τὸν σχολικόν. Ἐρωτᾷ λοιπόν: εἶναι οὗτος δυνατὸν διωρισμένος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὡς ὑπάλληλος νὰ ἀσκῇ καὶ τὸ ἰατρικὸν ἐπάγγελμα; Κατὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου «ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 4, ἐδάφιον βʹ, τοῦ νόμου ΓΨΗʹ......». Εἶχε τεθῆ ἐρώτημα καὶ περὶ τοῦ Ἀγγέλου. Ὁ Ἀγγέλου εἶναι γραμματεύς, δὲν ἠξεύρω τί, εἰς τὸν σύλλογον «Παρνασσόν». Κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου διὰ τὸν Ἀγγέλου, διὰ ψήφων τεσσάρων κατὰ μιᾶς, ὁ διορισμὸς ὡς γραμματέως αʹ τάξεως τοῦ Ἀγγέλου τυγχάνει νόμιμος. Ἡ θέσις τοῦ γραμματέως τῆς Σχολῆς τῶν ἀπόρων παίδων δὲν εἶναι δημοσία οὔτε δημοτική, οὔτε δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἰδιαίτερον ἐπιτήδευμα παρακωλῦον τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καθηκόντων αὐτοῦ ἐκτὸς ἐὰν διδάσκῃ ἐν τῷ Ἐκπαιδευτηρίῳ τῆς Σχολῆς τῶν ἀπόρων παίδων, ὅτε προσκρούει εἰς τὴν ῥητὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7, καὶ ἐλέχθη καὶ περὶ ἐκείνου ὅτι δὲν ἀσκεῖ ἐπιτήδευμα. Ἀληθῶς δὲ ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «ἐπιτήδευμα» ἐνταῦθα δὲν δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ἐπιτηδευμάτων. Δὲν ἕπεται ἐκ τοῦ ὅτι πληρώνει τις φόρον ἐπιτηδεύματος ὅτι ἀσκεῖ καὶ ἐπιτήδευμα ὑπαγόμενον εἰς τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7, διότι, ὡς ὀρθῶς λέγει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον...(θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι ζητήματα, περὶ τῶν ὁποίων, μόνον ὅταν τὰ ἀκούσῃ τις ὁλόκληρα, δύναται νὰ σχηματίσῃ γνώμην.
§225ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὔριον δύναται τὸ Νομικὸν Συμβούλιον νὰ γυρίσῃ τὸν φοῦρνον ἀλλοιώτικα!
§226Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Λέγει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, λέγω καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτοῦ: ἐπιβάλλεται φόρος ἐπιτηδεύματος εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἰδιωτικῆς ἁμάξης. Οἱ ἰδιοκτῆται ἰδιωτικῆς ἁμάξης ὑπόκεινται καὶ εἰς εἰδικὸν φόρον μάλιστα εἴκοσι δραχμῶν δι’ ἑκάστην ἅμαξαν, οἱ δὲ ἰατροὶ οἱ ἔχοντες ἰδίας ἐπισκέψεις ὑποβάλλονται εἰς τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου. Δύναταί τις νὰ μοὶ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ἰδιωτικῆς ἁμάξης ἀσκεῖ ἐπιτήδευμα ἁμαξηλάτου, διότι πληρώνει φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ ἕνεκα τούτου δὲν δύναται νὰ διορισθῇ δημόσιος ὑπάλληλος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει αὐτοκίνητον· ἀσκεῖ ἐπιτήδευμα, τὸ ὁποῖον τὸν παρεμποδίζει τοῦ νὰ εἶναι Ὑπουργός; Ἀλλ’ ἔχομεν φόρον ἐπιτηδεύματος, τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν ἰδιοκτῆται ἀτμοπλοίων. Αὐτοὶ πληρώνουσιν ἐπιτήδευμα· νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπάγγελμα αὐτὸ παρακωλῦον ἄλλην δημοσίαν ὑπηρεσίαν; Ἰδιοκτήτης λειτουργοῦντος μεταλλείου εἶναι ἐπιτήδευμα παρεμποδίζον τὸν διορισμὸν εἰς θέσιν δημοσίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν; Θέλω νὰ εἴπω, ἀναφέρων ταῦτα ὡς παραδείγματα, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «ἐπιτήδευμα», τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ὁ νόμος, δὲν ἐννοεῖ λειτουργίας τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου· ἐννοεῖ ἐπιτηδεύματα, τὰ κυρίως ἐπιτηδεύματα, ἐπιτηδεύματα παρακωλύοντα τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου ἢ καθιστῶντά τι ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν θέσιν καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν κρίνων εὑρίσκω ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν οὐδεμίαν παράβασιν καθήκοντος διέπραξε μὴ ἐπιληφθεὶς περαιτέρω ἐξετάσεως τοῦ θέματος· τοὐναντίον εἶναι ἐντὸς τῶν καθηκόντων του ἤδη· θὰ γεννηθῇ δὲ ζήτημα, ἂν θὰ μείνῃ ἐντὸς τῶν καθηκόντων του καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπιχειρήσῃ νὰ χαρακτηρίσῃ τὸν γενικὸν γραμματέα τοῦ Συλλόγου πρὸς διάδοσιν τῶν ὠφελίμων βιβλίων ἢ τὸν διευθυντὴν τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα ὡς ἐπαγγελματίας. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Ἰωαννίδην, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς ὑπηρέτει ἐπὶ ἑξαετίαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ μετὰ τοῦτο διωρίσθη καθηγητὴς τῆς Χημείας, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς, τῶν ὁποίων ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶχε γνῶσιν ὁ κ. συνάδελφος, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ γνῶσιν αὐτῶν καὶ διὰ τοῦτο προέβη εἰς ὅσας προέβη παρατηρήσεις. Ὁ Ἰωαννίδης εἶναι διδάκτωρ τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν· ὑπηρέτησεν ἐπὶ τρία ἔτη ὡς βοηθὸς τοῦ ἐπιμελητοῦ τοῦ Χημείου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ· ἐσπούδασεν ἐπὶ 2½ ἔτη τὴν Χημείαν εἰς τὴν Λειψίαν καὶ τὸ Μόναχον, διετέλει δὲ διωρισμένος Ἑλληνοδιδάσκαλος ἐπὶ 5½ ἔτη εἰς τὸ Εʹ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον Ἀθηνῶν· ἀλλὰ δὲν ὑπηρέτησε καὶ κατὰ τὰ 5½ ἔτη ὡς διδάσκαλος· κατὰ τὰ τρία πρῶτα ἔτη ἐδίδαξεν εἰς τὸ Εʹ Σχολεῖον Ἀθηνῶν. Ἔχει δὲ πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐζήτησα ἐγὼ καὶ τὸ ἔφερε σήμερον, μὲ σημερινὴν χρονολογίαν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐδίδαξεν ὡς διδάσκαλος κατὰ τὰ σχολικὰ ἔτη 1905–1906, 1906–7 καὶ 1907–1908 τὰ Φυσικὰ μαθήματα εἰς τὸ Εʹ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον ἐν Ἀθήναις· ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον ἐδίδασκεν εἰς τὸ Εʹ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον διετέλει ἀπεσπασμένος καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰργάζετο καὶ εἰς αὐτὸ ἄνευ ἐπιμισθίου, δηλαδὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐδίδαξε μόνον τὰ Φυσικὰ μαθήματα εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, δὲν τῷ ἀνετέθησαν δὲ Ἑλληνικὰ ὡς Ἑλληνοδιδασκάλῳ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔβλεπεν ἡ ὑπηρεσία ὅτι εἶχε διαθεσίμους ὥρας καὶ δὲν εἶχε πολλὴν ὥραν ἐργασίαν, τὸν προσεκόλλησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸν μετεχειρίζετο ὡς γραφέα· ἀφοῦ δὲ συνεπληρώθη ἡ τριετία —ἤθελε δὲ καὶ αὐτὸς νὰ ὑπηρετήσῃ διδάσκων κατὰ τὴν τριετίαν, διότι μόνον οὕτως ἀπέκτα τὰ προσόντα πρὸς προαγωγὴν εἰς τὸν βαθμὸν καθηγητοῦ—, ἔπαυσε νὰ διδάσκῃ εἰς τὸ Σχολεῖον καὶ παρέμεινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον γραφεὺς μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ Ἑλληνοδιδασκάλου. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία ἐκράτησε τότε. Μετὰ τοῦτο πρὸ μηνῶν τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον θεωρῆσαν ὅτι ἡ ὑπηρεσία του παρεῖχε προσόντα πρὸς προαγωγήν, εἶχε δὲ ὑπ’ ὄψει τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα, τὰς σπουδὰς τοῦ νέου τὰς εἰδικὰς εἰς τὴν Χημείαν, τὴν ὑπηρεσίαν του ὡς ἐπιμελητοῦ καὶ τὴν ὑπηρεσίαν του ὡς διδασκάλου ἀπεφάσισε τὴν προαγωγήν του. Ἐρωτῶ: ὑπάρχει παρανομία ἐν τούτῳ δυναμένη νὰ δικαιολογήσῃ ἔλεγχον κατὰ τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας;
§227Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εὑρίσκω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐλεγχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι διατηρεῖ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, καὶ εἶναι ζήτημα, ἂν δύναται καὶ νὰ παύσῃ ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀσκοῦσι λειτουργίας μὴ δυναμένας νὰ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὸν ὅρον «ἐπιτήδευμα» εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἔχει τὸν λόγον.
§229ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρό τινος χρόνου, κύριοι Βουλευταί, πολίτης τις εὐηρεστήθη νὰ μοὶ καταγγείλῃ ὅτι ὁ τμηματάρχης τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως κ. Φίλιππος Γεωργαντᾶς διετέλει ἐν ταὐτῷ καὶ διευθυντὴς τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα· μοὶ ἐγνώριζε δὲ ὅτι ἡ διεύθυνσις αὕτη ἐγίνετο ἐπὶ μισθῷ ἢ ἐπὶ ἐπιμισθίῳ, καὶ ὅτι συνεπῶς ἡ θέσις αὐτοῦ ὡς τμηματάρχου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως δὲν συνεβιβάζετο μὲ τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ὀρφανοτροφείου. Μόλις ἔλαβον τὴν αἴτησιν ταύτην, ἐζήτησα ἀμέσως νὰ ἴδω τὸ καταστατικὸν τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα, τὴν διαθήκην τοῦ διαθέτου, καὶ ὅτε εἶδον πραγματικῶς, ἐξετάσας τὸ καταστατικὸν καὶ τὴν διαθήκην, ὅτι τὸ Ὀρφανοτροφεῖον τοῦτο, τὸ ἀδελφᾶτον, διευθύνεται καὶ ὑπὸ τριῶν συμβούλων δημοτικῶν, ἐσχημάτισα τὴν προσωπικὴν γνώμην, ὡς νομικός, ὅτι τὸ Ὀρφανοτροφεῖον Χατζηκώστα εἶναι δημοτικὸν ἵδρυμα, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 114 τοῦ Δημοτικοῦ νόμου ἐν συνδυασμῷ μὲ τὰ 1 καὶ 2 τοῦ Διατάγματος τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἐπέχει ἰσχὺν νόμου, τὰ ἀδελφᾶτα, ἐφ’ ὅσον διοικοῦνται εἴτε ἀπὸ τὸν δήμαρχον εἴτε ἀπὸ δημοτικοὺς συμβούλους, ἐξομοιοῦνται μὲ δημοτικὰ ἱδρύματα. Μόλις ἐσχημάτισα τὴν γνώμην ταύτην ἐκάλεσα τὸν τμηματάρχην κ. Γεωργαντᾶν, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπον ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἡ θέσις αὐτοῦ ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ εἶναι θέσις ἀσυμβίβαστος πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα καὶ ὅτι ἢ ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ ἀμέσως ἢ ἐγὼ θὰ κάμω ὅ,τι τὸ καθῆκον μοὶ ὑπαγορεύει. Ὁ κ. τμηματάρχης εἰς ἀπάντησιν δὲν ἠρνήθη ὅτι εἶναι διευθυντὴς τοῦ Ὀρφανοτροφείου Χατζηκώστα. Μοὶ εἶπεν ὅμως ὅτι αὐτός, μὴ ὢν νομικός, ἐζήτησε τὴν γνώμην νομικῶν, οἱ ὁποῖοι διὰ γνωμοδοτήσεως ἀπεφάνθησαν ὅτι ἡ θέσις αὕτη δὲν εἶναι ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν θέσιν τοῦ τμηματάρχου τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν εἶναι θέσις δημοτική. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶναι ἀδελφᾶτον, ἀγαθοεργὸν κατάστημα, εἶναι ἀληθὲς ὅτι διοικεῖται ἀπὸ τρεῖς συμβούλους, ἀλλ’ οἱ σύμβουλοι αὐτοὶ ὁρίζονται ἀπὸ τὸν διαθέτην συνεπῶς δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 114 τοῦ νόμου. Εἶπον εἰς αὐτὸν ἐπίσης ὅτι ἀσκεῖ ἐπάγγελμα καὶ ἐπιτήδευμα καὶ ὅτι συνεπῶς ἐκ τούτου δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ θέσις αὐτοῦ ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Μοὶ ἀπήντησεν ὅτι καὶ πάλιν δὲν παραβαίνει τὸν νόμον καὶ πρὸς τοῦτο προσήγαγε γνωμοδοτήσεις ἐκ τῶν κρατίστων νομομαθῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν Ἀθήναις, οἱ ὁποῖοι τὴν ἐναντίαν ἔδιδον λύσιν. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, ποτὲ νὰ θεωρηθῶ αὐταρχικὸς εἰς τὰς ἀποφάσεις μου· ἐπεθύμησα πάντοτε αἱ ἀποφάσεις μου νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τοῦ δικαίου, καὶ ποτὲ νὰ μὴ ἀμφιβάλλητε ὅτι αὕτη προέρχεται ἀπὸ τὴν πεποίθησιν τοῦ δικαίου, καὶ εἶπον τούτου ἕνεκα εἰς τὸν τμηματάρχην ὅτι θὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην ταύτην τὴν ἰδικήν σου καὶ τὴν ἰδικήν μου ἐπιδιαιτητικῶς εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ὁλόκληρον, διὰ νὰ ἴδωμεν ποίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχει τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἐτάχθη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων. Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀκόμη δὲν ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ὅταν ἀποφανθῇ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, θέλω πράξει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει. Ἐπιθυμῶ νὰ μελετήσω τὴν γνώμην τοῦ Νομ. Συμβουλίου, διὰ νὰ ἴδω πῶς θὰ δυνηθῇ νὰ εἶναι τυχὸν ἀντίθετος ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὴν ἐμήν.
§230Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὅτι εἶναι δημοτικὴ θέσις;
§231ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὅτι εἶναι δημοτικὴ καὶ ὅτι ἀσκεῖ ἐπιτήδευμα. Ἤλπιζον, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν αὐτὴν ἐνίσχυσιν νὰ λάβω καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Λακωνίας, ὁ ὁποῖος ἦλθε νὰ μὲ καταγγείλῃ ἐνταῦθα, τὴν ἐνίσχυσιν ὅτι καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι τοιαύτας κατέχουσι θέσεις ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου, νὰ περιμένῃ δὲ τὴν ἰδικήν μου ἐνέργειαν ἐκ τῶν καταγγελιῶν τούτων, διὰ νὰ ἔλθῃ κατόπιν νὰ μὲ ἐλέγξῃ· ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας καθ’ ὃ ἔχει σύστημα, προτοῦ νὰ ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, προτοῦ νὰ ζητήσῃ νὰ πληροφορηθῇ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τούτου, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἂν ἔχομεν ἄλλοθεν τοιαύτας, ἦλθε καὶ ἐζήτησε νὰ συγχύσῃ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ταύτης μὲ τὴν εὐθύνην ἄλλων Κυβερνήσεων καὶ νὰ ζητήσῃ εὐθύνας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, διότι διατηρεῖ ὁμοίους ὑπαλλήλους εἰς θέσεις δημοσίας χωρὶς νὰ βεβαιώσῃ μόνος ἢ τοὐλάχιστον νὰ φέρῃ γνώμην ἄλλων ἐνταῦθα, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐν γνώσει, ὅτι ὁ κ. Δροσίνης μισθοδοτεῖται ἀπὸ τὸν «Σύλλογον τῶν ὠφελίμων βιβλίων» ἢ ἀπὸ τὸν «Παρνασσόν». Καί, ἐνῷ μὲ καταγγέλλει, ἐν ταὐτῷ δὲν μοὶ ἀφήνει οὔτε στιγμὴν ἐνεργείας, ἀλλὰ ἐπιτίθεται λαῦρος ἐναντίον μου καὶ λέγει: «Ταῦτα πράττετε, κ. Ὑπουργέ, καὶ τοιοῦτος εἶσθε καὶ δὲν εἶσθε ἄξιος τῆς θέσεώς σας!». Ἤκουσα, Κύριοι, πολλάκις Βουλευτὰς ἐλέγχοντας Ὑπουργούς, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἤλεγξα τοιούτους, ἀλλ’ εἴχομεν κἄτι τι, εἰς τὸ ὁποῖον ἐστηριζόμεθα, βάσιν τινὰ καὶ ὄχι μόνον τὰ πάθη καὶ μίση ἡμῶν.
§232Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιτίθεται προσωπικῶς ὁ κ. Ὑπουργός. Δὲν διεκδικῶ ἐγὼ ἐδῶ μέσα οὔτε ἴδια πάθη οὔτε ἴδια μίση.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμύνης.
§234ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Πρώτην φορὰν εἶδον ἐνταῦθα νὰ ἔρχηται Βουλευτής, ἐνῷ πρόκειται περὶ θέματος σαφῶς καθωρισμένου ἐν τῷ πίνακι τῶν ἐπερωτήσεων, ὅστις νὰ παρουσιάζῃ ζητήματα ἐξαπίνης ζητῶν εὐθύνας διὰ τὸ Πρακτικὸν Λύκειον, ἐνῷ τοιοῦτον θέμα δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, διὰ νὰ μὲ καταλάβῃ ἐξ ἀπροόπτου καὶ νὰ μὲ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐγὼ ἐνεργῶ ἐκτὸς τοῦ νόμου καὶ τῆς λογικῆς. Εὔχομαι νὰ ἔλθῃ ἡμέρα ἐνταῦθα, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ δώσω λόγον διατί ἐνήργησα οὕτω πως εἰς τὸ Πρακτικὸν Λύκειον, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ Πρακτικὸν Λύκειον ἦτο ἓν πρυτανεῖον, ἀπὸ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ ὁποίου ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ ἔφερα εἰς τὸ Κράτος οἰκονομίαν 50,000 δραχμῶν καταργήσας δεκατέσσαρας θέσεις καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἄεργοι ἐκεῖ. Καὶ ἀντὶ ἐπιδοκιμασίας, διότι ἔπραξα τὸ καθῆκόν μου, εὑρέθη εἷς Βουλευτὴς νὰ μὲ ἐλέγξῃ. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι τὴν ἑπομένην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν κατήργησα τὰς δεκατέσσαρας θέσεις εἰς τὸ Πρακτικὸν Λύκειον, διώρισα τὸν Ἰωαννίδην ἐν τῷ Πρακτικῷ Λυκείῳ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ ταύτης τῆς πληροφορίας, τῆς ὁποίας ἔχω γνῶσιν, ὡς ὑπεύθυνος Ὑπουργός, κρίνῃ τις καὶ περὶ τῶν ἄλλων αἰτιάσεων τοῦ κ. Βουλευτοῦ, φοβοῦμαι ὅτι οὐδὲν τὸ ἀκριβὲς συνεκόμισεν εἰς τὴν Βουλήν. Διότι ὁ κ. Ἰωαννίδης, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, εἶναι ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἓξ ἔτη εἰργάσθη ὡς ἑλληνοδιδάσκαλος, ἐπαρουσίασε δὲ ὁ κ. συνάδελφος καὶ πιστοποιητικά, ὅτι εἶναι ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε δύο καὶ ἥμισυ ἔτη ὡς ἑλληνοδιδάσκαλος, ὅτι ἐν Εὐρώπῃ ἐσπούδασε τὴν Φυσικήν, καὶ ὅτι ἐπὶ ἑξαετίαν ὑπηρέτησεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἐν τῷ Ἀστεροσκοπείῳ. Ἐπειδὴ δὲ εὑρέθην ἐγὼ καὶ ὑπέγραψα ἐκ τοῦ νόμου αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου, κατηγοροῦμαι ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ σήμερον καὶ διὰ τοῦτο. Εἶναι ἡ μόνη πρᾶξις ἡ τόσον νόμιμος, διὰ τὴν ὁποίαν φέρω εὐθύνην καὶ δύναται νὰ μὲ ἐλέγξῃ ἡ Βουλή. Καὶ ἡ πρᾶξις αὐτὴ συνανεμίχθη μετ’ ἄλλων Ὑπουργῶν, καὶ παρεσύρθη ὁ Ἰωαννίδης εἰς τὸν χείμαρρον αὐτὸν τῶν κατηγοριῶν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ. Αὐταὶ εἶναι αἱ πράξεις, καὶ αὐτὰς ἔχει νὰ ἐλέγξῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας. Ὀφείλω δ’ ἐν τέλει νὰ γνωρίσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, μεθ’ ὅσης ἁβρότητος ὑπηνίχθη ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι φέρομαι πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους μου μετὰ ἴσης αὐστηρότητος γνωρίζω καὶ νὰ τιμωρῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγμάτων καὶ ὄχι τῶν λόγων, ὅταν παραβαίνωσι τὸ καθῆκόν των.
§235Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὅσον ἀφορᾷ τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 7 μᾶς εἶπε προπαρεσκευασμένος, ὅπως ὑπερασπίσῃ τοὺς κυρίους Γεωργαντᾶν καὶ Δροσίνην καὶ λοιποὺς ἑταίρους, καὶ δὲν μᾶς εἶπεν οὐδὲν ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως. Ὡς νομικὸς εἶπεν, ὅτι ἔχει τὴν γνώμην, ὅτι ἡ μία θέσις δὲν συμβιβάζεται πρὸς τὴν ἄλλην. Ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν θέλει νὰ εἶναι αὐταρχικός, ἠρώτησε τὸ νομικὸν Συμβούλιον ἐπ’ αὐτοῦ. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, τὴν ὁποίαν θὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, δὲν γνωρίζω δέ, ἂν ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ τὴν ἀπέκρυψε, διότι τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐρωτηθὲν εἶπεν, ὅτι οἱ κ. κ. Γεωργαντᾶς καὶ Δροσίνης ὡς προϋπάρξαντες τοῦ νόμου δὲν ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τοῦ ἐν λόγῳ νόμου κλπ. Ἀλλά, πῶς αἱ ἀποφάσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐκδίδονται, ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ γνωρίζομεν πάντες. Ἔχομεν μίαν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου· ἔχομεν καὶ δευτέραν ἀπόφασιν αὐτοῦ συγκρουομένην πρὸς τὴν πρώτην. Περὶ τούτου ἔχομεν ἀποδείξεις πλείστας ὅσας. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν, ἡ ὁποία θὰ σᾶς κάμῃ ἐντύπωσιν. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Παιδείας ὑπάρχει, κ. συνάδελφε ἐξ Ἀρκαδίας, κληροδότημα τοῦ ἀειμνήστου Βόζου, ὁ ὁποῖος ἔγραψεν εἰς τὴν διαθήκην του, ὅτι ἀφήνει ὡρισμένον ποσόν, διὰ νὰ ἀποστέλλωνται νέοι Ἕλληνες ἰθαγενεῖς κ. τ. λ. εἰς τὴν Εὐρώπην, διὰ νὰ σπουδάζωσιν. Ἀλλ’ ἐλήφθη ἡ ἀνάγκη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προκάτοχόν του, καὶ τὸ γνωρίζει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός, διότι πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅλην τὴν μηχανὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἐλήφθη ἀνάγκη νὰ σταλῇ ἡ δεσποινὶς Λασκαρίδου εἰς τὴν Εὐρώπην. Ἀλλὰ πῶς νὰ σταλῇ; Ἐξ ἰδίων της; Ἢ δὲν εἶχεν ἢ δὲν ἤθελε νὰ δαπανήσῃ. Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἓν κονδύλιον, καὶ τὰ κονδύλια αὐτά, τὰ ὁποῖα εὐχερῶς εὑρίσκονται, εἶναι τὰ κονδύλια τῶν κληροδοτημάτων. Ζητεῖται ἡ γνώμη τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἂν εἶναι δυνατὸν συμφώνως πρὸς τὸ κληροδότημα νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ δεσποινίς, καὶ ἀπαντᾷ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅτι εἶναι ἀδύνατον, διότι ὁ διαθέτης λέγει ἀπεριφράστως καὶ ῥητῶς, ὅτι πρέπει νὰ ἀποστέλλωνται νέοι εἰς τὴν Εὐρώπην. Κατόπιν ὁ νομικὸς σύμβουλος τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου κατόπιν εἰσηγήσεως ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας συνεζήτησε τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ ἔρχεται τὸ ἴδιον Νομικὸν Συμβούλιον καὶ ἐκδίδει δευτέραν ἀπόφασιν καὶ λέγει: ἐπειδὴ ὁ ἀείμνηστος διαθέτης, καθ’ ὃν χρόνον ἔζη, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του, ὅτι ἡ γυνὴ θὰ ἔφθανε μέχρι τοσαύτης ἀναπτύξεως... (χειροκροτήματα ἐκ τῶν θεωρείων).
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κενωθῶσι τὰ δύο θεωρεῖα.
§237Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ἄφες τὸν ἀτυχῆ τὸν λαὸν νὰ ἐκφράζῃ ὅ,τι αἰσθάνεται, διότι εἶναι καὶ ὁ εἰλικρινέστερος ὅλων.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἰδική μου δουλειά.
§239Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ναί, ἀλλὰ τὰ ἁγνότερα συναισθήματα εἶναι αὐτὰ δυστυχῶς. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ γυνὴ δὲν ἤλπιζεν, ὅτι θὰ ἔφθανεν εἰς τοσοῦτον σημεῖον ἀναπτύξεως, ὥστε νὰ ἐξέλθῃ τῶν ὁρίων ἀτυχῶς τῆς οἰκίας, δὲν θὰ ἀντιστρατεύηται ἄντικρυς πρὸς τὴν γνώμην τοῦ διαθέτου, ὁ ὁποῖος, ἐὰν ἔζη σήμερον, θὰ ἔγραφε καὶ «νέαι». Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀποφάσεις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται ἀτυχῶς καθ’ ὑπαγόρευσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τῷ ἐπετέθη ἐξαπίνης, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα ἐγὼ τῷ ὑπέβαλον σαφεστάτην ἐπερώτησιν, διότι σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, πόθεν κατάγομαι, καὶ τί φρονῶ, καὶ τί πρεσβεύω. Ἐγὼ γράφω, ὅτι θὰ κάμω ἐπερώτησιν ἐπὶ τοῦ νόμου ͵ΓΨΚΑʹ καὶ εἰδικῶς ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 7: δηλαδὴ ὡσὰν νὰ λέγω· κ. Ὑπουργέ, προπαρασκευασθῆτε, διὰ νὰ ἀπαντήσητε εἰς τὴν κατηγορίαν τὴν καθ’ ὑμῶν ὡς ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, διότι διατηρεῖτε ἄνθρωπον ἐναντίον τοῦ νόμου. Λοιπὸν μετὰ τὴν φάσιν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει τὸ ζήτημα, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπανέλθω καὶ πάλιν καὶ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι, ἀφοῦ εἶναι ἡ γνώμη ῥητὴ καὶ ἀπερίφραστος, ὅτι δὲν πρέπει ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι θὰ θεωρῆται ἀργόμισθος, διότι ὁ ὑπάλληλος πρέπει νὰ ἐργάζηται ἀπὸ πρωίας μέχρι μεσημβρίας καὶ ἀπὸ τῆς 2ας μέχρι τῆς 6ης μ. μ., αὐτὸς ποίαν ὑπηρεσίαν θὰ κάμῃ; Θὰ εἶναι ἀργόμισθος· Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς νομικῆς θὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐλησμόνησεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὴν ἑπομένην τῆς εἰσόδου του εἶπε συγκαλέσας παρ’ ἑαυτῷ πάντας τοὺς ὑπαλλήλους. Θὰ τὸ ὑπενθυμίσω ἐγὼ εἰς αὐτόν, διὰ νὰ μὴ τὸν κουράσω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καλέσας πάντας τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου του τοῖς εἶπε: Προσέξατε καλῶς, διότι, ἐὰν ἐξακολουθήσητε τὴν αὐτὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν καὶ πρότερον εἴχετε ἀκολουθήσει, θὰ σᾶς πετάξω ἀπὸ τὸ παράθυρον.
§240Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§241Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αὐτὸ εἶπε πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους του ὁ κ. Ὑπουργός, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ἐρίφιδες ἐδέχθησαν τὴν προσβολὴν καὶ παρέμειναν εἰς τὰς θέσεις των παρὰ τὸν νόμον. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἀποκάλυψιν ταύτην καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἐλπίζω, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν ἓν ἐκ τῶν δύο ἐπαγγελμάτων, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν παρὰ τοῦ λαοῦ νὰ σέβηται τοὺς νόμους καὶ τὰς ἀρχάς. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ἂν ὄντως τὸ τοιοῦτον εἶναι ἀληθές, ὅπως καὶ εἶναι, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιβάλλεται νὰ πετάξῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπὸ τὸ παράθυρον.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ὑποβάλλει ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κυρίου Τριγώνη.
§243Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καταθέτω ἀντίγραφον τῆς ζητηθείσης ἐπιστολῆς τῆς Α. Υ. τοῦ Διαδόχου πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν ἀπὸ 25 Ἀπριλίου 1910, δι’ ἧς παρεχώρει τὰς καλλιεργησίμους ἐκτάσεις τῶν ἐν Ἀχαΐᾳ καὶ Ἤλιδι κτημάτων του εἰς τοὺς χωρικοὺς τοὺς ἐντὸς τῆς ζώνης τῶν κτημάτων τούτων ἐπὶ ἀνταλλάγματι ἐπαφιεμένῳ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. Ι. Χρυσοβελόνη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθηκῶν». Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Κατατίθενται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης κ. Δημητρακοπούλου τὰ ζητηθέντα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Σχινᾶ ἔγγραφα. Θέλει ἤδη ἡ Βουλὴ νὰ διακόψωμεν διὰ τὰς δέκα;
§245Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς αὔριον εἶναι ὡρισμένη.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως ἐγένετο συζήτησις περὶ προτάξεως τῆς συνταγματικῆς συζητήσεως αὔριον, καὶ ἠκούσθησαν ἀντιρρήσεις.
§247Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄς ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς αὔριον τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, καὶ ὁμιλοῦμεν αὔριον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§248Γ. ΜΟΥΣΟΥΡΗΣ. Ἔφερεν ἀντιρρήσεις ὁ κ. Πὼπ ἀπουσιάζων ἤδη, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ σήμερον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν.
§249Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἄλλως τε καὶ Τρίτη.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγραφῇ ἡ συνταγματικὴ συζήτησις, καὶ αὔριον ἀποφασίζομεν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 μ. μ.).