1911.02.11
2.715 στίχοι · 20.806 λέξεις · 173 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27.
τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1911.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ ὥρᾳ 4 καὶ 40′ μ. μ. παρόντων 185 Βουλευτῶν). (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: 1) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Μπάνης τῆς Ἄρτης ὑποβάλλουν ἀναφορὰν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος· 2) Οἱ κάτοικοι Σελλάδων τοῦ δήμου Πέτας ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἐγγράφεται ὅπως ὁμιλήσῃ ἐπ’ ἀμφοτέρων ὁ κ. Σῖμος. 4) Ὁ Κτημ. Σύλλογος Κυμαίων παρακαλεῖ, ὅπως ἐπαναληφθῇ ἡ διακοπεῖσα συγκοινωνία Βόλου–Σκιάθου–Σκοπέλου–Σκύρου καὶ Κύμης. Ἐγγράφονται, ὅπως ὁμιλήσουν, οἱ κ. κ. Μαυρίκης, Μπουρνιᾶς, Μπένος καὶ Χρυσοστάλης. 4) Ὁ Γ. Μπλῖτος κάτοικος Ἄρτης ὑποβάλλει ἀναφορὰν διὰ διάφορα ἀγροτικὰ ζητήματα καὶ περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἀμβύκων. Ἐγγράφονται οἱ κ. κ. Σῖμος, Δογάνης καὶ Μαμάης. 5) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Καλαμῶν ἐκφράζει εὐχήν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μεταξὺ τῶν ἄλλων της μέτρων συμπεριλάβῃ καὶ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ δικαστικοῦ Σώματος ἀναστέλλουσα τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ Συντάγματος· 6) Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Σπάρτης παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῶσι τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια· 7) Οἱ κάτοικοι Σκουροχωρίου παρακαλοῦσιν, ὅπως τακτοποιηθῇ ἡ κοίτη τοῦ χειμάρρου «Κυρᾶς Λαγκάδι»· 8) Διάφοροι φοιτηταί, οἵτινες διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεώς των δὲν ἐπρόφθασαν ν’ ἀνανεώσουν τὴν ἐγγραφήν των, παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ τοῦτο. Ἐγγράφεται ὅπως ὁμιλήσῃ ὁ κ. Μαυρίκης· καὶ 9) Ἐπιτροπὴ ἐκ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ ἄλλων ὑποβάλλει ἀναφορὰν ἐν σχέσει πρὸς τὸ γλωσσικὸν ζήτημα. Ἐγγράφονται, ὅπως ὁμιλήσουν οἱ κ.κ. Ε. Κουλουμβάκης, Δ. Γκλαβᾶς, Δ. Κλάδης, Μ. Μπουφίδης, Ι. Πατσουράκος, Ἀρ. Φωτήλας, Δ. Κουλούμπαρδος, Ι. Βέρροιος, Α. Πετρομανιάτης, Θ. Σκάσης, Σ. Θεοδωρόπουλος, Ἀρ. Θεοδωρίδης, Θ. Γρηγορίου, Ἀθ. Χριστίδης, Κ. Μᾶνος, Σ. Σῖμος, Ἀλ. Παπαναστασίου, Β. Μιχαλέας, Θρ. Πετμεζᾶς, Β. Κυρέλλος, Π. Ἀραβαντινός, Σπ. Ἰγγλέσης, Α. Καφετζόπουλος, Ν. Δελακοβίας, Θ. Μιχαλόπουλος, Λ. Μαβίλης καὶ Θ. Κουτούπης. Ἐπίσης ἀνακοινοῦται ὅτι ὑπεβλήθησαν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι καὶ προτάσεις νόμων, αἵτινες θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· 1) τοῦ βουλευτοῦ κ. Ῥακτιβὰν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 201, 807 καὶ 808 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». 2) Τοῦ κ. Παπαναστασίου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν». 3) Τοῦ κ. Χριστίδου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων» καὶ ἑτέρα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων», 4) Τοῦ κ. Τσιριμώκου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν». 5) Τοῦ κ. Ἀραβαντινοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν ποινικῶν δικογράφων προσώπων». 6) Τοῦ κ. Πέρρου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθηκῶν». 7) Τοῦ κ. Δαζέα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθηκῶν». 8) Τοῦ κ. Μπρισιμιτζάκη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν ποινικῶν δικογράφων προσώπων». 9) Πρότασις νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς διοικητικῶς τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ εἰς τὸν νομὸν Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος» ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν κ. κ. Τσιριμώκου, Ξηροῦ, Φωτιάδου, Φραγκίστα καὶ Γραμματίκα, καὶ 10) Τοῦ κ. Πετρομανιάτου ἐπὶ τοῦ προσχεδίου τοῦ Συντάγματος. Αὔτη παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ἀνακοινῶ ὡσαύτως πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Φικιώρης ζητεῖ δύο μηνῶν ἄδειαν διὰ τὸ Ἐξωτερικόν. Ἡ Βουλὴ συναινεῖ, ὅπως δοθῇ;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ αἴτησις τοῦ κ. Φικιώρη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§4Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἶχον ὑποβάλει χθὲς πρότασιν νόμου περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς ἐγγραφῆς τῶν ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς φοιτητῶν. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις εἶναι κατεπείγουσα, σᾶς παρεκάλεσα νὰ τὴν ἀναγράψητε εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν αὔριον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐστάλη πρὸς ἐκτύπωσιν καί, ἐὰν ἐκτυπωθῇ ἐντὸς τῆς ἡμέρας, θὰ ἀναγραφῇ αὔριον. Λοιπὸν βʹ συζήτησις νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας, ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910 ἐκ δραχμῶν 4,288,637,36». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§6Γ. ΠΩΠ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐμφαίνεται ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου εὗρεν αὐτὸ δεδικαιολογημένον καὶ προέτεινε τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ταυτοχρόνως ὅμως εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικά, διότι, φαίνεται, τὴν ὥραν ἐκείνην ἔτυχε νὰ ἀπουσιάζω, βλέπω ὅτι ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ τὰς σχετικὰς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αἰτηθείσας πληροφορίας, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαντᾷ ἀμέσως: «λίαν προθύμως». Πρόκειται περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως εἶναι πρωτοφανὲς ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ μεθόδῳ τῆς ἐπιψηφίσεως πιστώσεως καὶ ἰδίᾳ πιστώσεως ἀναπληρωματικῆς. Πρόκειται περὶ παρατυπίας ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Ὄχι βεβαίως. Πρόκειται περὶ βάρους τινὸς ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῆς εὑρισκομένου, ὅτι ἀνεῦρε δεδικαιολογημένον καὶ προέτεινε τὴν ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶχε τοιαύτας ἐλλείψεις, ὥστε ἠνάγκασε τὸν πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ ταυτοχρόνως ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμφανίζεται ὅτι καὶ ὁ ἴδιος εἶχε κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἐβασάνιζε τὴν συνείδησίν του, καὶ τὸ ὁποῖον προθύμως θὰ ἤθελε νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς, ἵνα ἐλαφρώσῃ ἑαυτόν. Ἤθελον συνεπῶς παρακαλέσει μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα ἴδωμεν ποῖαι εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ προηγουμένως ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι ὑπάρχει πᾶς λόγος, ἵνα ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ γεγονὸς φρονῶ ὅτι εἶναι σημαντικόν, διότι πρόκειται περὶ χρηματικῆς διαχειρίσεως τοῦ Κράτους.
§7ΜΙΛ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἥτις ἐγένετο χθές, τινὰ τῶν μελῶν, καὶ ἰδίᾳ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς κ. Κουλουμβάκης ἐζήτησε πληροφορίας τινὰς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν ἐθεώρησεν ὀρθὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα ἐπιψηφισθῇ εἰς αʹ καὶ βʹ ἀνάγνωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ζητηθῶσι δὲ αἱ πληροφορίαι ἐντὸς τῆς Βουλῆς, διότι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ θέμα ἦτο λίαν ἐπεῖγον. Τὰ περισσότερα τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶχον ζητήσει καμμίαν πληροφορίαν: οὐχ ἧττον ὅμως ἐγὼ ἐθεώρησα ὅτι ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ζητήσω τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν εἷς Βουλευτής, χωρὶς νὰ ἀναβάλω τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§8ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, συζητήσεως γενομένης μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τινὲς συνάδελφοι εὕρομεν καὶ δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅτι πιστώσεις τινὲς ζητούμεναι πρὸς ἐπικύρωσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐγένοντο διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπεκταθείσης τῆς ὑπηρεσίας, ἢ μᾶλλον ἐγεννήθη ἡ ἀπορία μὴ ἐγένοντο ἐπεκταθείσης τῆς ὑπηρεσίας, καθ’ ἣν εἴχομεν τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀντίληψιν. Ἐπίσης ἐγένετο συζήτησις ὅτι πιστώσεις τινὲς δὲν εἶναι ἐπαρκῶς δεδικαιολογημέναι, π. χ. ἡ ἔκθεσις πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀορίστως διατετυπωμένη καὶ κεφαλαιώδης, χωρὶς νὰ δίδῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ Βουλὴ θὰ ἐπείθετο ὅτι αἱ πιστώσεις ἐδόθησαν, χωρὶς νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν ἀφεώρων αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι. Ἔχων ὑπ’ ὄψει τὴν συζήτησιν ἐκείνην ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐνόμισεν ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ ζητηθῶσιν αἱ πληροφορίαι, αἵτινες ἐζητήθησαν, ἵνα τὸ μὲν διαφωτισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ ψήφισις ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται, τὸ δὲ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ προσάγῃ τοιαῦτα νομοσχέδια μὲ ὅλα τὰ δικαιολογητικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ πείθωσι τὴν Βουλὴν ὅτι καθ’ ὅλους τοὺς τύπους καὶ καθ’ ὅλας τὰς ἀπαιτήσεις τῶν νόμων διαχειρίζονται τὰ δημόσια χρήματα.
§9ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγώ, ὤν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἤμην ἐκ τῶν χθὲς συνελθόντων πρὸς ὑποβολὴν τῆς προτάσεως διὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλω ἐξηγήσεις τινὰς πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐγένετο πρότασις, ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ κάμῃ διπλᾶς ἀρχαιρεσίας, ἡ πλειονοψηφία χωριστὰ καὶ ἡ μειονοψηφία χωριστά.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδὴ τοῦ εἰσηγητοῦ.
§11ΣΠ. ΣΙΜΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ πρὸς ἀποφυγὴν τούτου ἐκρίθη εὔλογον, ὅπως ἀμφότερα τὰ μέρη ἐκλέξωσι τὸν αὐτὸν πρόεδρον καὶ τὸν αὐτὸν εἰσηγητήν. Τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας συνεφώνησαν μετὰ τῶν μελῶν τῆς μειονοψηφίας ὅτι ἦτο δεδικαιολογημένον νὰ ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αἱ πληροφορίαι αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὰ κονδύλια τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν προήλθομεν καὶ εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσιν αὗται καὶ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Συνεπῶς, ἐὰν πρόκειται νὰ κριθῇ τὸ ἔργον τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τὸ μέρος τῆς πλειονοψηφίας, ἐγὼ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι τὰς πληροφορίας τὰς ἐζητήσαμεν διὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§12Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται ἀναμφισβητήτως περὶ παρεξηγήσεως. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ μάθω ποία εἶναι ἡ γνώμη τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι, προκειμένου περὶ τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχομεν τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἤθελον νὰ γνωρίζω ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ πόσον εἶναι σοβαραὶ αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι, καὶ κατὰ πόσον εἰς ἡμᾶς θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, πρὶν ἢ λάβωμεν γνῶσιν τῶν λεπτομερειῶν αὐτῶν, καὶ ἐὰν αἱ πληροφορίαι αὐταὶ αἱ παρεχόμεναι θὰ εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ ὑφίσταται ἐπαρκὴς χρόνος νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν, νὰ τὰς μελετήσωμεν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν συμφώνως πρὸς τὸ ἐπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ ἐπεθύμουν ἐγὼ τὴν ἀναβολήν, ὄχι διὰ τὴν αὔριον, ἀλλὰ μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὥστε, διδομένων τῶν πληροφοριῶν, νὰ προβῶμεν εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν βʹ καὶ αὔριον εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, διότι ἴσως πρόκειται περὶ τυπικοῦ ἐντελῶς ζητήματος.
§13Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Σήμερον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ οἱ κατὰ τῆς συζητήσεως ὁμιλοῦντες δὲν ἀναφέρουσιν εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσιν αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι ὡρισμένως καὶ σαφῶς.
§14ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον, ἡ ἀξίωσις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου, ὅπως ἀναβληθῇ ἢ μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἣν θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μέχρι τῆς Δευτέρας, θὰ ἦτο ὀρθοτάτη. Δεδομένου ὅμως ὅτι ἡ ψήφισις εἰς βʹ ἀνάγνωσιν δὲν ἀποκλείει τὴν συζήτησιν, διότι ἀπόκειται καὶ συζήτησις εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, δεδομένου δὲ ἔτι πλέον, ὅτι, ἐὰν ἤθελον δοθῆ αἱ πληροφορίαι ἢ ἤθελον κατατεθῆ ἐγγράφως σήμερον, διότι δὲν θὰ εἶχε κἂν τὸν καιρὸν ἡ Βουλὴ νὰ τὰς μελετήσῃ....
§15Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλω νὰ εἴπω καὶ ἐγώ, ὅτι δυνατὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἀναβολῆς, διότι ἴσως νὰ πρόκειται περὶ τυπικοῦ ζητήματος.
§16ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἑπομένως αἱ ζητούμεναι πληροφορίαι, εἴτε ἐὰν εἶναι τυπικαί, εἴτε ἐὰν εἶναι οὐσιώδεις, μὴ διδόμεναι σήμερον κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν δὲν δίδουσι δεδομένον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἀναβάλῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ἐφ’ ὅσον, ὡς εἶπον ἀπόκειται καὶ γʹ ἀνάγνωσις.
§17Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζομεν ποῖαι πληροφορίαι ἐζητήθησαν.
§18ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν σημαίνει τίποτε, ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ γʹ ἀνάγνωσιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἄνευ ἀναβολῆς. Εἰς τοῦτο συνᾴδει καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, ἥτις ἀπὸ τῆς ὥρας τῆς καταθέσεως αὐτοῦ ἀπεδέχθη, ὅπως ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος καὶ πρὶν διανεμηθῇ ἔτι πρὸ 24ώρου, ὅπως ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Συνεπείᾳ τούτου ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ χθὲς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, ἐπεφυλάχθη δὲ νὰ ζητήσῃ τὰς πληροφορίας κατόπιν. Ἡ Βουλὴ ἔχει καιρόν, ὅπως τὰς πληροφορίας, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην, λάβῃ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, ὁπότε εἶναι καὶ ἡ οὐσιαστικὴ ἐπιψήφισις αὐτοῦ. Μετὰ τοῦτο νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Ι. Ἀκρίδας ὑποβάλλει πρότασιν «περὶ ἀναθεωρητέας διατάξεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Συντάγματος». Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). 2) Βʹ) συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ στρατοῦ εἰς ἀλλοτρίας πρὸς αὐτὸν ὑπηρεσίας». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον). 3) Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ μέχρι τοῦ ἀμετακλήτου τῆς ἀποφάσεως χρόνου τῆς φυλακίσεως ἐν τῇ καταγινωσκομένῃ ποινῇ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§22Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κύριοι Βουλευταί, καθιεροῦται μία εὐεργετικὴ ἀρχὴ τοῦ συνυπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἀναιρέσεως καθὼς καὶ τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως τοῦ νόμου. Ἀλλά, ἐνῷ ἡ εὐεργετικὴ αὕτη ἀρχὴ καθιεροῦται διὰ τοὺς μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1892 φυλακισθέντας καὶ καταδικασθέντας, ἀφήνει εἰς τὰς φυλακὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892. Ὑπάρχουσι δὲ τοιοῦτοι εἰς τὰς φυλακάς, καὶ ἐνῷ ἔληξεν ἡ ποινή των, διὰ τὴν ὁποίαν κατεδικάσθησαν, ἐκτίνουσι σήμερον τὴν ποινὴν τῆς προφυλακίσεως. Εἶναι λοιπὸν ἄδικον, Κύριοι, ἀφοῦ λαμβάνομεν ἓν γενικὸν εὐεργετικὸν μέτρον, πολὺ δικαίως, διὰ τοὺς μετὰ τὸν νόμον τοῦ 1892 καταδεδικασμένους, νὰ ἐγκαταλείψωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι καταδεδικασμένοι πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892 καὶ ἐκτίνουσιν ἤδη τὴν ποινὴν τῆς προφυλακίσεως. Ὑποβάλλω λοιπὸν τροπολογίαν, ἥτις δύναται ἢ νὰ τεθῇ ὡς δεύτερον ἄρθρον εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν σχέδιον νόμου ἢ νὰ προστεθῇ εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τούτου ὡς ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ ͵ΒΙΔʹ νόμου τοῦ ἔτους 1892 ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῶν ἐκ τούτων καταγνωσθεισῶν ποινῶν, ὧν ἡ διάρκεια δὲν ἔληξεν ἔτι». Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου διὰ τούτους καθιέρωσε τὴν ἀντίθετον ἀρχήν, καθ’ ἣν δὲν ἐφηρμόσθη κατὰ τὸ παρελθὸν ὁ εὐεργετικὸς νόμος τοῦ συνυπολογισμοῦ τῆς ὑποδικίας, ἀκριβῶς ἕνεκα ἀντιθέτων πρὸς τὴν διὰ τῆς τελευταίας παραγράφου καθιερουμένης ἀρχῆς διατάξεων, καθ’ ἃς ὁ συνυπολογισμὸς ἔδει νὰ γίνεται διὰ τῆς καταγιγνωσκούσης τὴν ποινὴν ἀποφάσεως. Ἀλλὰ σήμερον δίκαιον εἶναι καὶ πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχὰς τῶν περὶ περιορισμῶν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας θεωριῶν συνάδει, ὅπως αὕτη ἐφαρμοσθῇ καὶ διὰ τοὺς πρὸ τοῦ 1892 καταδικασθέντας. Δυστυχῶς ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον χθές, δὲν διενεμήθη ἀκόμη· ἔχει ὅμως αὕτη οὕτως (ἀναγινώσκει): «Αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ καταγινωσκομένῃ ποινῇ ͵ΒΙΔʹ νόμου ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν καταδικασθέντων πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, ὧν ἡ ποινὴ δὲν ἔληξεν εἰσέτι». Ἡ Βουλὴ, ἀναγνωρίζουσα τὸ δίκαιον τῆς τροπολογίας μου, ἥτις ἄλλως ἔχει τὴν αὐτὴν δικαιολογητικὴν βάσιν, ἣν ἔχει καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ὑποβληθὲν σχέδιον νόμου, περὶ συνυπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ἀναιρέσεως καὶ τῆς ἀναδρομικῆς δυνάμεως τοῦ νόμου, ἐλπίζω ὅτι θέλει δεχθῆ ταύτην, παρέχουσα τὴν ἐλευθερίαν εἰς πολίτας σηπομένους εἰς τὰς τρώγλας τῶν φυλακῶν.
§23ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐθεώρησα καλὸν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου νὰ ποιήσωμαι τὴν ἑξῆς προσθήκην (ἀναγινώσκει): «Ὡς ἐπίσης καὶ ὁ χρόνος τῆς φυλακίσεως τῆς συνεπείᾳ ἐρήμην τελεσιδίκου ἀποφάσεως τοῦ Πλημμελειοδικείου ὑπολογίζεται ἐν τῇ κατ’ ἀνακοπὴν ταύτης καταγνωσθησομένῃ ποινῇ». Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἄλλοι μὲν τῶν εἰσαγγελέων δέχονται καὶ συμψηφίζουν τὴν ποινήν, ἄλλοι δὲ δίδουσιν ἑτέραν ἑρμηνείαν. Καλὸν εἶναι νὰ δοθῇ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία περὶ τούτου.
§24Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Φρονῶ ὅτι θεμελιώδης βάσις παντὸς εὐνομουμένου Κράτους εἶναι ἡ ἰσότης πάντων τῶν πολιτῶν ἀπέναντι τῶν νόμων καὶ ἡ ἰσότης τῆς δικαιοσύνης πρὸς ὅλους. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐπιστολὴν ἐκ μέρους δύο συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν πρὸ τοῦ 1892. Οἱ νόμοι δὲν γίνονται οὔτε διὰ ἕνα οὔτε διὰ δύο, ἀλλὰ δι’ ὅλους τους πολίτας. Οἱ εἰρημένοι συμπολῖταί μου εἶχον καταδικασθῆ εἰς εἰκοσαετῆ δεσμά, εἶχον κάμει τὴν σχετικήν των ἀναίρεσιν ἡ ὁποία ἐξεδικάσθη μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τῆς γενομένης αἰτήσεως, συνεπῶς ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἀπὸ τῆς αἰτήσεως τῆς ἀναιρέσεως μέχρι τῆς ἀπορρίψεως κατελογίσθη εἰς βάρος τῶν κατηγορουμένων. Τώρα εἶναι δίκαιον τοῦτο; Εἶναι πρέπον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς ἐξεπλήρωσαν τὴν ποινήν των, νὰ παραμένωσιν ἐν τῇ φυλακῇ περισσότερον χρόνον, ὅταν ἡ Πολιτεία εἶναι ὑπαίτιος τῆς βραδύτητος τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἀναιρέσεως; Ἐδικάσθησαν 20 ἔτη, συνεπῶς θὰ κάμουν 21 καὶ ½. Πρέπει λοιπὸν χάριν τῆς ἰσότητος τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος τῶν πολιτῶν νὰ ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου καὶ εἰς τοὺς πρὸ τοῦ 1892, διότι θὰ εἶναι σκληρὸν καὶ ἄδικον καθ’ ἣν στιγμὴν λέγομεν ὅτι πνέει ἄνεμος φιλελευθέρων ἀρχῶν νὰ φαινώμεθα ὀπισθοδρομικοὶ ὡς πρὸς τοῦτο. Δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ υἱοθετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν πρότασιν ἔστω καὶ ἐκ φιλανθρωπίας.
§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.) Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, νομίζω ὅτι δι’ αὐτῆς παρεισάγει εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον διάταξις ἐντελῶς παρέλκουσα καὶ περιττή· διότι ἡ λύσις, ἡ ὁποία ἐπιδιώκεται διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης, ἡ λύσις, λέγω, αὕτη προκύπτει ἐκ τῆς κειμένης νομοθεσίας, εἶναι δὲ ἡ μόνη ὀρθή. Ἄν που συνέβη κατὰ παρερμηνείαν νὰ δοθῇ ἄλλη λύσις, δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν ὅτι ἀπαιτεῖται παρέμβασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα δοθῇ ἑρμηνεία ἀναιροῦσα πεπλανημένην ἀντίληψιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς πρῶτος τῶν ἀγορευσάντων ἀνέπτυξε, λυποῦμαι, διότι παρὰ πάσας τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς φιλανθρωπίας, ἀκριβῶς δὲ ἐκ λόγων ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης ὀφειλομένης πρὸς πάντας, δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀποδεχθῶ, διότι θεωρῶ ταύτην ξένην ὅλως καὶ ἀλλοτρίαν ἀπὸ τὴν δικαιολογικὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ὑπέβαλον. Εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὑποβάλλων τὸ νομοσχέδιον, ὅτι, ἀφοῦ κατὰ τὸ 1892 ἐξεδόθη ὁ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως πρέπει νὰ ὑπολογίζηται εἰς τὴν καταγινωσκομένην ποινὴν καὶ ἐκπίπτεται, ἀφοῦ εἰσήχθη ὁ νόμος αὐτός, ἔγινε τὸ ἄτοπον ὅτι ὁ καταδικαζόμενος, ὁ ὁποῖος μετεχειρίζετο τὸ ἔνδικον μέσον τῆς ἀναιρέσεως, ἂν ἀπετύγχανε κατὰ τὴν προσφυγὴν ταύτην, ἔμενεν εἰς τὰς φυλακὰς προσθέτως ἐπὶ ὅλον ἐκεῖνον τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος ἐμεσολάβει μεταξὺ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς ἀναιρέσεως καὶ τῆς ἀπορρίψεως ταύτης. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἄδικον, ἀλλὰ καὶ ἀντίθετον εἰς τὴν δικαιολογικὴν βάσιν καὶ τὴν ἀντίληψιν, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἤχθη ὁ νομοθέτης τοῦ 1892. Ἐφ’ ὅσον ὅμως εἶχον ἐνώπιόν μου τὴν νομολογίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου, κατ’ ἐμὲ οὐχὶ ἐπιτυχῆ, ἡ ὁποία ἄλλως ἔλυε τὸ ζήτημα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκαταστήσω τὴν ὀρθὴν λύσιν ἄλλως ἢ δι’ εἰδικοῦ νόμου. Τὸ νομοσχέδιον ἑπομένως, τὸ ὁποῖον εἰσηγήθην εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἀπονέμει χάριν εἰς τοὺς καταδίκους, διότι αὐτοὶ ἀπέτισαν καὶ ἀποτίνουσι τὴν ποινὴν ὁλόκληρον, κρατούμενοι εἰς τὰς φυλακὰς κατὰ τὸν ἐν τῷ μεταξὺ χρόνον. Συμβαίνει ὅμως ἆράγε τοῦτο καὶ διὰ τοὺς πρὸ τοῦ 1892 καταδεδικασμένους ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως αὐτῶν; Ὑπάρχουσιν ἴσως πολλοὶ εἰς τὰς φυλακὰς ἀποτίνοντες ποινὴν καταγνωσθεῖσαν πρὸ τοῦ ἔτους ἐκείνου. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ὅμως ἐκείνην, ὅτε ἡ νομοθεσία δὲν ἐπέτρεπε τὸν συνυπολογισμὸν τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως, οἱ δικασταὶ ἐκδικάζοντες ἑκάστην ὑπόθεσιν εἶχον ὑπ’ ὄψει των καὶ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἔμεινε προφυλακισμένος ὁ καταδικαζόμενος, καὶ συνυπελόγιζον αὐτὸν κατὰ συνείδησιν καὶ ἐξέπιπτον αὐτὸν καταδικάζοντες εἰς τὸ ὑπόλοιπον. Ἂν ὁ δικαστής, ὁ πρὸ τοῦ 1892 δικάζων, ἔβλεπεν ὅτι ἡ πρᾶξις, περὶ ἧς ἐπρόκειτο, ἔπρεπε νὰ κολασθῇ διὰ ποινῆς, λ. χ. δέκα ἐτῶν εἱρκτῆς, καὶ εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ἐξ ἄλλου ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη ὁλόκληρα ἔμεινεν ὡς ὑπόδικος, διότι ἀτυχῶς καὶ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον παρετείνετο τότε ἡ ὑποδικία, ὑπελόγιζεν ἐν τῇ συνειδήσει του καὶ τὸν χρόνον τοῦτον καὶ κατεγίνωσκε ποινὴν ὀκτὼ ἐτῶν. Λοιπὸν κατ’ οὐσίαν δὲν ἀδικοῦνται οἱ πρὸ τοῦ 1892 καταδικασθέντες. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν λόγων τούτων φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον, οὐδὲ ὑπάρχει ταυτότης δικαιολογικῆς βάσεως, ὅπως τὸ ἤδη συζητούμενον νομοσχέδιον προνοήσῃ καὶ διὰ τοὺς πρὸ τοῦ 1892 καταδεδικασμένους.
§26ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρκιτοῦμαι πάσης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεώς μου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μαμάης. Ἀλλὰ πρὸ τούτου νὰ προσέλθωσι νὰ ὁρκισθῶσι δύο νέοι συνάδελφοι, οἱ κ. κ. Χαντζάρης καὶ Νέζος. (Ἐνταῦθα προσέρχονται καὶ δίδουσιν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ νεωστὶ προσελθόντες βουλευταὶ κ. κ. Σπ. Χαντζάρης καὶ Γ. Νέζος).
§28ΙΩ. ΜΑΜΑΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε. Ἐνόμιζον ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, καὶ διὰ τοὺς πρὸ τοῦ 1892. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω κώλυμα, θὰ ἐπρότεινον νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐγκληματήσουν εἰς τὸ μέλλον.
§29Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς ἀπόκρουσιν τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, μοὶ φαίνεται ὄχι καὶ πολὺ σοβαρόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἰσχυρίσθη, ὅτι τὰ Δικαστήρια τῶν συνέδρων ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποδικίαν, καὶ συνεπῶς, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ποινήν, ἐξέπιπτον τὴν ὑποδικίαν ἀπὸ τῆς ποινῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπιβάλει εἰς τοὺς κηρυσσομένους ἐνόχους. Τὸ τοιοῦτον δὲν φαίνεται νὰ συνέβη ἐν πληρεστάτῃ γραμμῇ καὶ τάξει. Ἐὰν ὑπῆρξαν καί που Δικαστήρια συνέδρων, τὰ ὁποῖα ἐφέρθησαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὑπῆρξαν ἀλλαχοῦ ἄλλα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑποδικίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ θὰ εὕρῃ ἀποφάσεις τῶν συνέδρων καταδικαστικὰς καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι οἱ κύριοι σύνεδροι ἐπέβαλλον τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς ποινῆς, καίτοι ὁ καταδικασθεὶς εἶχε διανύσει προφυλάκισιν οὐχὶ μηνῶν, ἀλλ’ ἔτους καὶ πλέον. Καὶ ἐρωτῶ πλέον, ὅτε τοιαῦτα ἔχομεν παραδείγματι, τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ ἀπορρίψῃ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν; Κύριοι Βουλευταί· γνωρίζετε, διότι πολλοὶ ἔχετε ἐξασκήσει τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου, ὅτι αἱ καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις πρὸ τοῦ 1892 δὲν ἐρρυθμίζοντο ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ τῆς προφυλακίσεως, ἀλλ’ οἱ κύριοι σύνεδροι πάντοτε εἶχον ὑπ’ ὄψει εἴτε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἡ διαδικασία ἔδιδε πρὸς αὐτούς, εἴτε τὸ ἤπιον τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν τούτων τῶν συνέδρων, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὥριζον τὴν ποινήν. Ἐγὼ ἔχω παραδείγματα τοιαῦτα οὐχὶ ἕν, ἀλλὰ πλείονα τοῦ ἑνός, ὅτι δηλαδὴ Δικαστήρια τῶν συνέδρων ἐπέβαλον τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς ποινῆς εἰς διανύσαντας προφυλάκισιν πλέον τοῦ ἔτους. Φρονεῖτε, ὅτι εἶναι τοῦτο ἔργον δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ 1892 ἡ Πολιτεία ἐνόμισεν, ὅτι ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἔπρεπε νὰ προσμετρῆται ὡς ποινὴ καὶ νὰ ἀφαιρῆται ἀπὸ τὴν καταδίκην ἡ ποινὴ αὕτη; Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δι’ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν πρὸ τοῦ 1892 καὶ ἀπὸ τοὺς ὁποίους δὲν ἀφῃρέθη ἡ προφυλάκισις, ἀφοῦ εἴκοσιν ὅλα ἔτη διήνυσαν ἐν ταῖς φυλακαῖς· καὶ ὄχι νὰ λέγωμεν πρὸς αὐτούς: καθίσατε νὰ ἐκτίσητε καὶ τὴν ποινὴν τῆς προφυλακίσεως, ἀφοῦ ἡ κοινὴ συνείδησις εἶπεν ἀπὸ τοῦ 1892, ὅτι ἡ προφυλάκισις πρέπει νὰ προσμετρῆται ὡς χρόνος προφυλακίσεως καὶ ποινῆς. Νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι μία ἀνισότης μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν πρὸ τοῦ 1892, καὶ ἐκείνων, οἵτινες κατεδικάσθησαν μετὰ τὸ 1892, ἐὰν δὲν δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§30Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι, οἱ καταδικασθέντες ἀπὸ τὸ 1892 μέχρι σήμερον προϋποτίθεται ὅτι ἀπέτισαν ποινὴν δέκα ἐννέα περίπου ἐτῶν. Συνεπῶς, διὰ νὰ εὑρίσκωνται σήμερον εἰς τὰς φυλακάς, προϋποτίθεται, ὅτι κατεδικάσθησαν πέρα τῶν δέκα ἐννέα ἐτῶν, δηλαδὴ εἴκοσιν ἔτη. Καὶ κατ’ ἀρχὴν ἐξετάζω τὸ ζήτημα ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως. Φρονεῖτε ὑμεῖς, ὅτι μετ’ ἀπότισιν ποινῆς δέκα ἐννέα περίπου ἐτῶν, ὅτι οἱ ἐγκλεισθέντες εἰς τὰς φυλακάς, τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζομεν, φρονεῖτε, λέγω, ὑμεῖς, ὅτι ἐκεῖνοι ἐξερχόμενοι τῶν φυλακῶν θὰ εἶναι στοιχεῖα ἐπικίνδυνα διὰ τὴν κοινωνίαν; Φρονεῖτε ὑμεῖς, ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἐν αἷς ζῶσιν, ἐν φυλακαῖς, αἱ ὁποῖαι ἴσως ἴσως ἀποτελοῦσι τὸ μεγαλείτερον στίγμα τῆς ἑλληνικῆς πολιτείας, φρονεῖτε, λέγω, ὑμεῖς, ὅτι ἐξερχόμενοι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι θέλουσι καταστῆ στίγμα διὰ τὴν κοινωνίαν; Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπω, ὅτι ἄνθρωποι ζήσαντες ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῶν φυλακῶν ἐξερχόμενοι θὰ εἶναι ἐντελῶς ἀκίνδυνοι διὰ τὴν κοινωνίαν.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν.
§32Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι σκοπὸς τῆς ποινῆς εἶναι ἡ ἠθικὴ βελτίωσις τοῦ κατηγορουμένου καὶ συνεπῶς ὁ σωφρονισμὸς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον προσθέτω μίαν νεωτέραν θεωρίαν, ὅτι ἡ ἀπομόνωσις τοῦ κατηγορουμένου ἀπὸ τῆς κοινωνίας εἶναι, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν μὴ πλήξῃ τὴν κοινωνίαν. Τοῦτο εἶναι νεωτέρα θεωρία. Δὲν θέλω, λέγω, νὰ πιστεύσω καὶ πάλιν, καὶ τοῦτο τονίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει ἐπιμείνει εἰς τὴν πρότασιν τῆς μὴ ἀποδοχῆς τῆς τροπολογίας τοῦ κ. ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτοῦ, διότι θὰ εἶναι ἐντελῶς ἄνισον, θὰ εἶναι ἄνισον, διότι, ἐνῷ λαμβάνει ὁ κ. Ὑπουργὸς μέτρον προνοίας διὰ τοὺς καταδικασθέντας ἀπὸ τοῦ 1892, διὰ τοὺς καταδικασθέντας πρὸ τοῦ 1892 ἡ Πολιτεία διὰ τῆς Δικαιοσύνης φαίνεται ἐντελῶς ἄστοργος. Ἄλλως τε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει τῶν ἐνόρκων ἢ τῶν συνέδρων ἐξέπιπτεν ἡ φυλάκισις ἀφ’ ἑνὸς καὶ ὁ χρόνος τῆς προφυλακίσεως ἀφ’ ἑτέρου, φρονῶ, ὅτι τὸ τοιοῦτον, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ διὰ τὴν ἑλληνικὴν δικαιοσύνην καὶ μάλιστα πρὸ τοῦ 1892 δὲν εἶναι ἀληθές. Διότι δυνατόν, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ 1892 τὸ σύστημα τῶν ἐνόρκων δικαστῶν νὰ ἐλειτούργει, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀπροσκόπτως καὶ ῥυθμικῶς, διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀγλάϊσμα διὰ τὴν νεωτέραν ἑλληνικὴν Πολιτείαν, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἐνόρκων δικαστῶν. Γνωρίζομεν δὲ ὑπὸ ποίας συνθήκας συνεκροτοῦντο τὰ Δικαστήρια πρὸ τοῦ 1892, γνωρίζομεν μὲ ποῖα σταθμὰ καὶ μέτρα ἐδίδετο καὶ ἐχορηγεῖτο ἡ δικαιοσύνη. Γνωρίζομεν ἐπίσης πόσαι ἐπεμβάσεις ἐγένοντο ὄχι πρὸς τιμὴν τῆς δικαιοσύνης κατὰ τὸ στάδιον τῶν διαφόρων δικῶν. Συνεπῶς, ἐὰν εἷς ἐπὶ πλέον λόγος συνηγορῇ, ὅπως λάβῃ μέριμναν ἡ Πολιτεία καὶ διὰ τοὺς πρὸ τοῦ 1892 καταδικασθέντας, εἶναι ἀκριβῶς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον κρατεῖ πρὸ τοῦ 1892 σχετικῶς πρὸς τὸ σύστημα τῶν ἐνόρκων δικαστῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, ὅταν τὸ κατηγορητήριον εἶναι ἀναίρεσις ἄνευ οὐδενὸς ἐλαφρυντικοῦ καὶ πραγματικῶς τὸ Δικαστήριον τῶν ἐνόρκων δέχηται ἀναίρεσιν ἄνευ ἐλαφρυντικῶν καὶ τὸ Δικαστήριον τῶν συνέδρων ἐπιβάλλῃ εἰς τοὺς κατηγορουμένους τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς ποινῆς, δηδαδὴ εἴκοσιν ἐτῶν ποινήν, φρονεῖτε σεῖς, ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν τῶν δικαστῶν ἐκείνων ἐξέπεσεν ἡ ἰδέα τῆς προφυλακίσεως, ἀφοῦ δὲν εἶχεν ἀνώτατον ὅριον προφυλακίσεως, ἀφοῦ δὲν εἶχεν ἀνώτατον ὅριον νὰ ἐπιβάλῃ; Θὰ ἦτο ἄστοργον διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ διὰ τὴν δικαιοσύνην νὰ μὴ ῥίψῃ τέλος πάντων βλέμμα ἐπιεικείας καὶ φιλανθρωπίας πρὸς τοὺς κατηγορουμένους αὐτοὺς ἀνθρώπους. Ἄλλως τε φρονῶ καὶ τοῦτο θὰ τὸ παραδεχθῆτε ὅλοι, ὅτι Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀποδιώκει ἀπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ τὴν ἀνισότητα, εἶναι Κράτος προνομιούχων, εἶναι Κράτος καταδυναστευομένων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι Κράτος ἔκφυλον καὶ συνεπῶς μὴ βιώσιμον.
§33ΕΠ. ΣΟΥΛΤΑΝΗΣ. Τὰ Δικαστήρια, κύριοι συνάδελφοι, πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1892 δὲν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου. Ὁ νομοθέτης συνεῖδεν, ὅτι τὰ Δικαστήρια, δὲν ἐλάμβανον καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν, μὴ ἐπιτρέποντος τοῦ νόμου, τὸν χρόνον τῆς προφυλακίσεως, καὶ ἐσκέφθη νὰ ὑποχρεώσῃ ταῦτα πρὸς τοῦτο διὰ τοῦ νομοθετήματος τοῦ 1892, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν προέβλεψε καὶ διὰ τοὺς πρὸ τοῦ νόμου τούτου καταδικασθέντας. Δὲν θὰ εἶναι ἄδικον νὰ μὴ λάβωμεν καὶ ἡμεῖς ὑπ’ ὄψιν τοὺς καταδικασθέντας πρὸ τοῦ 1892, ἀφοῦ ὁ αὐτὸς λόγος συντρέχει; Ἐπὶ τούτοις φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ αὐτοὶ νὰ τύχωσι τοῦ αὐτοῦ εὐεργετήματος χάριν τῆς ἰσότητος.
§34Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἰς τὴν νομοθεσίαν μας ὑπάρχει συχνὴ δυσαρμονία, μέχρις ἀντινομίας ἐξικνουμένη, ὑπάρχει δυσχέρεια ἀνυπέρβλητος πλειστάκις περὶ τὴν εὕρεσιν τῶν διατάξεων τῶν διαφόρων νόμων. Τοῦτο δὲν προέρχεται κυρίως ἐκ τοῦ ἐλαττωματικοῦ τρόπου, καθ’ ὃν νομοθετοῦμεν, ὅστις καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καταδηλοῦται. Θέλομεν εἰς ἕκαστον νόμον, ὁ ὁποῖος ψηφίζεται, νὰ παραθέσωμεν ὅλας τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐν νῷ ἐπὶ τῆς ὅλης νομοθεσίας, τῆς ὁπωσδήποτε σχετιζομένης πρὸς τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον. Ἐν προκειμένῳ οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἔχων ἀντίθετον γνώμην πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπεστήριξαν ἢ ὑποστηρίζουσι τὴν προβαλλομένην τροπολογίαν. Ἀλλ’ ἐπίσης πιστεύω, ὅτι οἱ πάντες κατανοοῦσιν, ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη δὲν εἶναι τοῦ παρόντος, διότι καὶ ἡ δικαιολογικὴ βάσις, καὶ ὁ σκοπός, καὶ ἡ καθόλου νομοθετικὴ πρόνοια, ἣν λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ πρόκειται σήμερον νὰ ψηφίσωμεν, εἶναι ἐντελῶς ἀλλοία, ἐντελῶς ἀλλοτρία πρὸς τὸν σκοπόν, πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς τροπολογίας τῶν κ. Βουλευτῶν. Εἶμαι συμφωνότατος πρὸς αὐτοὺς καὶ θὰ ὑποστηρίξω νομοσχέδιον τοιοῦτον, ἴσως μάλιστα ἀναλάβω καὶ τὴν πρωτοβουλίαν νὰ τὸ συντάξω· ἀλλὰ βεβαίως σήμερον δὲν εἶναι ὁ χρόνος, καθ’ ὃν πρέπει νὰ παρεισαχθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον διάταξις τοιαύτη.
§35Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§36Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὰς ἀναπτύξεις, ἃς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τι οὐσιῶδες. Κατὰ συνείδησιν νομίζω ὅτι ἡ προβαλλομένη τροπολογία ἀνεξαρτήτως τῶν φιλανθρώπων σκέψεων, ὑφ’ ὧν ὑπηγορεύθη, δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν δικαιολογικὴν βάσιν καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγοῦμαι. Ἐπίσης δὲν ὑπαγορεύεται ὑπὸ τῶν κανόνων τῆς ἰσότητος, οὓς οἱ προαγορεύσαντες ἐπεκαλέσθησαν. Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς καί, πρέπει νὰ εἴπω, μετά τινος ἐκπλήξεως, ὅτι ὑπάρχουσι παραδείγματα ἀποφάσεων ἐκδοθεισῶν πρὸ τοῦ 1892 καὶ ἐπιβαλουσῶν τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς ποινῆς, καίτοι οἱ δικασταὶ εἶχον ὑπ’ ὄψει των 1 ἢ 2 ἐτῶν ὑποδικίαν, διότι ἦσαν μακρόταται τότε αἱ ὑποδικίαι. Δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην τῆς ἀνακριβείας τοῦ πράγματος, καθόσον οἱ ὑποστηρίζοντες τοῦτο βεβαίως θὰ ἔχωσιν ἰδίαν γνῶσιν. Ἓν μόνον ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἔχων τὴν γνώμην, ἣν διετύπωσα, συμφώνως πρὸς αὐτὴν θὰ κανονίσω τὴν ψῆφόν μου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι ἐνδείκνυται μέτρον τι εὐρύτερον, περιλαμβάνον καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ, ἡ Βουλὴ θὰ κανονίσῃ τὴν ψῆφόν της συμφώνως πρὸς τὴν τοιαύτην τροπολογίαν. Ἐὰν τοιαύτη ἀντίληψις ἐπικρατήσῃ, νομίζω ὅτι ἡ ἄλλως ἄριστα παρατηρηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης δυσαρμονία τῆς τροπολογίας πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου εἶναί τι δευτερεῦον, μὴ δυνάμενον νὰ ἀναλώσῃ τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος.
§37ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καλῶς λέγω ὅτι ἐπίστευον ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ καταστήσῃ περιττὴν τὴν ἐμὴν ἀνάμιξιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν. Ἀλλὰ δι’ ἣν περίπτωσιν, παρὰ τὴν ἐλευθερίαν, ἣν παρέσχεν εἰς τοὺς βουλομένους ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ προσαρμόσωσι τὴν τροπολογίαν ἐνταῦθα, δὲν ὑπῆρχε τυχὸν πλειονοψηφία ὑπὲρ τῆς τροπολογίας ταύτης, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβάλω ταύτην τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μόνον καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ καθαρᾶς προφυλακίσεως, δὲν ἀνατρέχει πέρα τοῦ 1892· καθ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ φυλακίσεως μετατρεπομένης σήμερον ἐκ τοῦ νόμου εἰς προφυλάκισιν, προβαίνει καὶ πέρα τοῦ 1892, ὥστε ἓν μέγα μέρος ἔχομεν ἤδη κεκτημένον. Νομίζω δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται καὶ ἄνευ τοῦ δισταγμοῦ, ὃν ἐνταῦθα ἐξέθηκε — καὶ τιμῶ τὴν εὐσυνειδησίαν αὐτοῦ—νὰ προχωρήσῃ περισσότερον· καί, ἀντὶ νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῶν Βουλευτῶν τὴν δοκιμὴν μήπως ἡ τροπολογία αὕτη προσαρμοζομένη ἐνταῦθα δύναται νὰ τύχῃ ψηφίσεως, ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ἀποβλέπων εἰς τοῦτο, ὅπερ εἶναι αὐτοὶ οἱ λόγοι, οὓς πρό τινος χρόνου εἶπεν ἐνταῦθα, ὅτι ἐργάζεται, σκέπτεται καὶ φιλοτίμως καὶ ὀρθῶς μεριμνᾷ περὶ διευθετήσεως τοῦ δικαιώματος τῶν χαρίτων. Ἀπλούστερος καὶ δικαιότερος τρόπος τούτου, ὅστις ἐνταῦθα προτείνεται, ὅπως ἀποδοθῇ χάρις διὰ τῆς μετατροπῆς τῆς προφυλακίσεως καὶ τῆς ἐκπτώσεως αὐτῆς εἰς τοὺς πρὸ 20 ἢ 30 ἐτῶν ἐκτίνοντας ποινήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Καὶ ἴσως τοῦτο θέλει συνηγορήσει περισσότερον ὑπὲρ δικαίας προτάσεως, ἥτις λαμβάνουσα πρόνοιαν περὶ τῶν πρὸ τοσούτων χρόνων ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐν ταὐτῷ ἀποδίδει εἰς τὴν κοινωνίαν ἀνθρώπους, οἵτινες οὔτε δύναμιν οὔτε διάθεσιν ἔχουσι νὰ φαγῶσιν εἰς αὐτὴν βλαβεροί.
§38Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐζητεῖτο ὁ λόγος ἐπὶ τῆς σήμερον καταστάσεως, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι τὰ Δικαστήρια γενικῶς θὰ ἐδέχοντο τὰς ἀποφάσεις συμφώνως πρὸς τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Διότι τὸ σχέδιον νόμου λέγει ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόζεται καὶ ἐπὶ τῶν πρὸ τοῦ νόμου τούτου καταγνωσθεισῶν ποινῶν, ὧν ἡ διάρκεια δὲν ἔληξεν. Ἀλλὰ πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτὸ τείνει καὶ ἡ γενομένη ἔκθεσις. Εἶμαι κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος μὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. συνάδελφος· νομίζω ὅμως ὅτι δέον ν’ ἀποκρούσω τὴν ὑπό τινων ἐκφρασθεῖσαν γνώμην, καθ’ ἣν ἐν τῇ τροπολογίᾳ ταύτῃ ὑπονοεῖται δῆθεν ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ὁ νόμος ὑπὲρ τῶν καταδικασθέντων, δὲν ἐφαρμόζεται, δὲν ἐπεκτείνεται καὶ πέρα τῶν τοῦ ἔτους 1892 καταδίκων. Φρονῶ ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς εἶναι γενικῶς σύμφωνον, ὅπως ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἡ ἀνεγνωρισμένη ἐκ τοῦ νόμου, ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτούς. Δὲν πιστεύω κανεὶς νὰ ἀποκρούσῃ τοῦτο.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης.
§40Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§41ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι παραιτοῦνται.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δελακοβία ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Αἱ διατάξεις τοῦ περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεως ἐν τῇ καταγινωσκομένῃ ποινῇ τοῦ ͵ΒΙΔʹ νόμου ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν καταδικασθέντων πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου, ὧν ἡ ποινὴ δὲν ἔληξεν εἰσέτι». Ἐπειδὴ ἡ τροπολογία αὕτη προτείνεται, ὅπως προστεθῇ ὡς δεύτερον ἄρθρον, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ἄρθρον μόνον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δελακοβία παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πολλοὶ Βουλευταί). Δὲν διακρίνω ἐπακριβῶς. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Κατὰ συνέπειαν τὸ ἄρθρον μόνον γίνεται ἄρθρον πρῶτον, καὶ ἡ τροπολογία ἄρθρον δεύτερον. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹἀνάγνωσιν). Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Φουρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4ου τοῦ Συντάγματος. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Πετμεζᾶς καὶ Ἀραβαντινὸς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ μὴ ἐνεργείας ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς».
§43Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὑπὸ τίνων ὑπεβλήθη;
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ Βουλευτῶν. Ποιοῦμαι δὲ τὴν παρατήρησιν διὰ τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα ὅτι ἡ ἐκ Βουλευτῶν προτεινομένη πρότασις πρέπει νὰ τιτλοφορῆται «πρότασις νόμου», διότι σχέδια νόμων τιτλοφοροῦνται τὰ ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ὑποβαλλόμενα.
§45Γ. ΕΞΑΡΧΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ἐκ τοῦ θανάτου ἑπτὰ Βουλευτῶν καὶ τῶν ἀκυρωτικῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς δι’ ἑτέρους τέσσαρας, ἐπίκειται ἡ ἐνέργεια ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν εἰς ἐννέα νομοὺς τοῦ Κράτους μετὰ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας τῶν Νέων Ψαρῶν. Συναισθανόμενοι ὅτι, διὰ διαφόρους λόγους, εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ πρὸς πλήρωσιν τῶν κενωθεισῶν θέσεων ἐν τῇ Βουλῇ ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, ἵνα εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ῥιφθῇ τὸ Κράτος εἰς ἐκλογικοὺς ἀγῶνας καὶ ὑποστῇ δαπάνην ὑπερβολικήν, ἀφοῦ φαίνεται βραχὺς ὁ βίος τῆς παρούσης Βουλῆς καὶ ταχέως θὰ κληθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρὸ τῶν καλπῶν. Ἄλλως ἐν μιᾷ Συνόδῳ καὶ μόνῃ θὰ περατώσῃ ἡ παροῦσα Βουλὴ τὸ ἔργον της, καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ ἰσχύσῃ ἀπὸ τοῦδε ἡ ἐν τῷ σχεδίῳ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος διάταξις, καθ’ ἥν: «διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς τελευταίας Συνόδου δὲν προκηρύσσονται ἐπαναληπτικαὶ ἐκλογαί». Ἐπὶ πᾶσιν ὅμως νομίζω ὅτι ἔχομεν πάντες ὑποχρέωσιν νὰ θέτωμεν ἐκποδὼν πᾶν ἐμπόδιον ἐπιπροσθοῦν εἰς τὴν ἀπρόσκοπτον περάτωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἀσφαλῶς δὲ αὗται θὰ παραλύσωσι, διότι οἱ Βουλευταί, εἰς ὧν τὰς περιφερείας θὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαί, θὰ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μεταβῶσι πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ὑποψηφίων, καὶ δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἐνταῦθα ἀριθμός, ὅπως ἀπροσκόπτως γίνωνται αἱ συνεδριάσεις. Δι’ αὐτὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχουσι κατὰ σειρὰν οἱ κ. κ. Ἰ. Τσιριμῶκος, Ἀλ. Παπαναστασίου, Σ. Σῖμος, Π. Ἀλεξάκης, Στ. Δραγούμης, μετ’ αὐτοὺς δὲ οἱ κ. κ. Γ. Πὼπ καὶ Κ. Ζαβιτσᾶνος. Οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον ἐλπίζω ὅτι συναινοῦν, ὅπως προηγηθῇ ὁ κ. Δραγούμης.
§47ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§49ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω δισταγμούς τινας περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς παραδοχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἴσως πρὸ τούτου θὰ ἦτο ὠφέλιμον, ἂν εἴχομεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ, διότι, ἂν ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως συνέπιπτε πρὸς τοὺς δισταγμούς, οὓς ἐγὼ ἔχω, ἡ περαιτέρω συζήτησις θὰ ἦτο περιττή. Ἀλλά, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἔρχομαι νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, δι’ οὓς διστάζω περὶ τοῦ παραδεκτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸν κείμενον νόμον ἐπαναλαμβάνονται αἱ ἐκλογαὶ αἱ ἀκυρωθεῖσαι ἢ διὰ τὰς κενωθείσας θέσεις. Πρόκειται νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸν νόμον τοῦτον ἡμεῖς, διπλῆ Βουλὴ Ἀναθεωρητικὴ ἐκ περιστάσεως νομοθετοῦσα, διότι βεβαίως, ἂν τὰ πράγματα δὲν εἶχον ἔλθει ὅπως ἦλθον, θὰ ἦτο ἀνωμαλία ἡ ὑπὸ τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐνάσκησις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Οὕτω νομοθετοῦντες ἐρχόμεθα πρὶν ἢ ἐκτελεσθῇ τὸ ἔργον τὸ ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐν ᾗ ἀναθεωρήσει περιλαμβάνεται καὶ ἡ διάταξις, περὶ ἧς ἐνταῦθα ἐγένετο λόγος, ἐρχόμεθα καὶ τὴν διπλῆν Βουλήν, ἣν ὑπελόγισεν ὁ συντάκτης τοῦ Συντάγματος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐψήφισε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐρχόμεθα καὶ τὴν ὑποβιβάζομεν εἰς ἀριθμὸν κατώτερον τοῦ διπλασίου. Καὶ ἐρωτῶ: ἂν ἔχοντες ἡμεῖς τοιαύτην ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐντολὴν διπλάσιοι νὰ ἀποφαινώμεθα ἐπὶ τῶν διατάξεων τῶν μὴ θεμελιωδῶν τοῦ Συντάγματος, ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβιβάσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς νομοθετικῶς εἰς ὑποδιπλασίους; Νομίζω ὅτι οὐδὲν ἄτοπον ἤθελε πραχθῆ, ἂν προετάσσετο ἐξ ἀρχῆς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος, ὅπως κανονίσῃ ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ πέρα καὶ ἐφεξῆς τὰ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὁριστικῶς, ὅπως ἴσως καὶ διὰ προσθέτου τινὸς παραγράφου δείξῃ, ὅτι ἐν ὥραις ἀνάγκης ἐπιτρέπεται καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἐπιτρέπεται δὲ καὶ ὁ περιορισμὸς τῆς διπλῆς Βουλῆς εἰς τὰ ὑπολειπόμενα αὐτῆς μέλη. Ἂν τοῦτο ἐγίνετο, θὰ ἐπετυγχάνετο τὸ ἄλλο, ὅπερ προτείνεται, καὶ προτείνεται μετὰ πολλοῦ λόγου, διότι βεβαίως ταύτην τὴν στιγμὴν εἰς ἐννέα νομοὺς ἐπανάληψις ἐκλογῶν ἤθελεν εἶναι μεγάλη ἀνωμαλία. Ἀλλὰ τοιοῦτό τι δὲν ἐγένετο, καί, ἐνόσῳ δὲν ἔχομεν τοῦτο, πολὺ διστάζω, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ πράξωμεν ὅ,τι συμβουλεύει ὁ κ. συνάδελφος. Ὁ κ. συνάδελφος ἐξέθηκεν ἐνταῦθα ἐπιχείρημα, ὅπερ φαίνεται πειστικόν, ἀλλ’ ὅπερ εἰς ἐμὲ ἐνεποίησε τὴν ἐντύπωσιν παραπειστικοῦ. Διότι εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος: «ἐκκρεμὲς εἶναι τὸ σχέδιον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ σχέδιον, ὅπερ ἐπιτρέπει τὴν μὴ ἐπανάληψιν τῶν ἐκλογῶν, τὴν μὴ συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων, καθ’ ὃν τρόπον περιλαμβάνεται ἐν τῇ διατάξει· ἑπομένως ἀπὸ τοῦδε δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτό». Ἀλλά, ἂν τοῦτο πράξωμεν, ἡ κατωφέρεια εἶναι μεγάλη. Ἀρκεῖ τοῦτο νὰ πράξωμεν ἐνταῦθα, ὅπως ἔπειτα δώσωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὴν ἄδειαν τὸ πᾶν νὰ πράξωμεν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω πρὸς αὐτήν, ὅτι ἡ κορυφὴ τῶν Πολιτειολόγων, ὁ πρόγονος ἡμῶν Ἀριστοτέλης εἰς τὰ Πολιτικὰ αὐτοῦ ἐδίδαξε κατὰ τρόπον, οὗτινος σαφέστερον ἄλλου καὶ εἰκονικώτερον ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἔδωκε τὴν ὑποθήκην, τὴν ἐσαεὶ τηρητέαν, νὰ φυλάττῃ τις τοὺς νόμους καὶ πρὸ πάντων νὰ φροντίζῃ ἐν κεκραμένῃ Πολιτείᾳ—τοῦτο λέγει ῥητῶς· κεκραμένη δὲ Πολιτεία εἶναι ἡ συνταγματική—πρὸ πάντων νὰ φροντίζῃ τις νὰ μὴ παραβιάζῃ αὐτοὺς εἰς τὰ μικρὰ καὶ «μάλιστα, λέγει, τὸ μικρὸν φυλάττειν». Διατί; Διότι, λέγει, ὁ μὴ ἀκολουθῶν τὴν ὑποθήκην ταύτην περιέρχεται εἰς τὴν θέσιν ἐκείνου, ὅστις δαπανῶν τὸ χρῆμα εἰς μικρὰ καὶ συχνὰ καταναλίσκει ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν, μὴ αἰσθανόμενος, ὅτι ἀπώλεσεν αὐτήν. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, λέγει ὁ Ἀριστοτέλης, ὅτι, ἂν κινῇ τις εἰς τὰ μικρὰ τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας, σὺν τῷ χρόνῳ ἡ ἐπανάληψις γίνεται τοσοῦτον μεγάλη καὶ τοσοῦτον πυκνή, ὥστε ἀποτέλεσμα ἐπέρχεται ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον ὁ πυκνὰ δαπανῶν εἰς μικρὰ ἀπώλεσε τὴν περιουσίαν αὐτοῦ λεληθότως, οὕτω λεληθότως καὶ οἱ τοιαῦτα ποιοῦντες ἐν τῇ Πολιτείᾳ θέλουσιν ἀπολέσει τὴν Πολιτείαν. Προσέθηκεν ὁ Ἀριστοτέλης, ὅτι ὑπάρχει λόγος σοφιστικός, καθ’ ὃν τὰ μικρὰ ἀθροιζόμενα εἶναι πάντοτε μικρά, ἀλλ’ ὅπως ἀπαντήσῃ ὅτι τὸ σόφισμα τοῦτο εἶναι ἀνάξιον, διότι ἂν ἓν καθ’ ἓν τὰ μικρὰ εἶναι μικρά, ὅμως ἀθροιζόμενα εἰς ἓν ὅλα πάντα γίνονται μεγάλα εἰς ὄλεθρον τῆς Πολιτείας.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τσιριμῶκος.
§51ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ δισταγμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι σεβαστοί. Δὲν μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων προσκρούει εἰς διάταξίν τινα τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα δὲν κανονίζει τὰς προθεσμίας, κατὰ τὰς ὁποίας καλοῦνται οἱ ἐκλογεῖς, ὅπως ἐκλέξωσι τοὺς Βουλευτὰς ἐν περιπτώσει κενώσεως θέσεως. Τὸ Σύνταγμα δὲν κανονίζει ἀκόμη, ἂν εἶναι ἀνάγκη, κενωθείσης θέσεως, νὰ συμπληρωθῇ αὕτη κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον ἢ μή, καί, ἐφ’ ὅσον τοῦτο οὐδὲν κανονίζει, δὲν ἀπαγορεύεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ λάβῃ μέτρον, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ κρίνηται ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ συμπλήρωσις τῆς θέσεως, ἂν πρόκειται ὀλίγος νὰ ὑπολείπηται χρόνος πρὸς περάτωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἄν ὅμως ταῦτα νομίζω προκειμένου περὶ τακτικῆς Βουλῆς, ἂν νομίζω ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα, οὕτω πως νὰ κανονίσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὴν καὶ οὕτω πως νὰ ῥυθμίσῃ διὰ νόμου τὰ τῆς συμπληρώσεως ἢ μὴ τοῦ Σώματος ἐν περιπτώσει κενώσεως θέσεως, πολλῷ μᾶλλον πρέπει ἕκαστος νὰ φρονῇ, ὅτι προκειμένου περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας τὸ ἔργον ἀναγκαίως θὰ τελεσθῇ ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἀπὸ τόσον ἀριθμὸν ἀντιπροσώπων, ἔδει νὰ ληφθῇ πρόνοια εὐθὺς ἀμέσως περὶ τῶν περιπτώσεων, αἱ ὁποῖαι ἦτο φυσικὸν νὰ γεννηθῶσι λόγῳ τοῦ πολυαρίθμου τοῦ Σώματος. Ἡ δὲ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων πληροῖ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, προλαμβάνουσα τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα καὶ ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς ὡμολόγησε, τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος σχεδὸν καὶ λόγῳ μάλιστα τῆς εὐρείας περιφερείας, τῆς κινήσεως ὁλοκλήρου τοῦ Βασιλείου διὰ χρονικὸν διάστημα, πάντοτε μικρόν. Ἐν τοσούτῳ ὅμως, διὰ νὰ ἀρθῶσι πάντες οὗτοι οἱ δισταγμοί, διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι προσκρούομεν εἰς συνταγματικήν τινα διάταξιν, ἐνόμισα, ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν ταύτην Βουλὴν νὰ μεταβάλωμεν τὰς προθεσμίας τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, μεταβάλλοντες δὲ τὰς προθεσμίας τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου νὰ φθάσωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σκοπεῖται διὰ τῆς προτάσεως, χωρὶς καμμία ἀνάγκη νὰ εἶναι νὰ σπεύσωμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς ἀναθεώρησιν τοῦ ἄρθρου 107, οὐδὲ νὰ ἐγερθῇ φωνή τις ὅτι ἀντισυνταγματικῶς βαίνομεν ἐπὶ τὰ ἔργα ἡμῶν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν «διαρκουσῶν τῶν ἔργων τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ ἐκλογὴ πρὸς ἀναπλήρωσιν Βουλευτοῦ ἀποβιώσαντος, παραιτηθέντος, καταστάντος ἀνικάνου κλπ.—μὲ ὅλας τὰς περιπτώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ πρότασις—ἢ πρὸς ἀναπλήρωσιν Βουλευτοῦ, οὗτινος ἡ ἐκλογὴ ἠκυρώθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἕνεκα ἐλλείψεως προσόντων, διατάσσεται μετὰ πάροδον ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς κενώσεως τῆς θέσεως».
§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά!
§53ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οὕτω πως τιθέμενοι τοιαύτην προθεσμίαν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ ἀναθεωρουμένου Συντάγματος καὶ ἐπιτυγχάνομεν τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν, νὰ μὴ ἀναστατώσωμεν τὸ Κράτος διὰ νέων ἐκλογῶν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαναστασίου.
§55Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἡ εὐκολία, κύριοι συνάδελφοι, δὲν εἶναι ὁ καλλίτερος ὁδηγὸς πρὸς λύσιν τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, διότι ἡ εὐκολία εὐχερῶς ὁδηγεῖ εἰς τὴν παρανομίαν. Ὑπάρχουσι τύποι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν οὐσίαν, ὑπάρχουσιν ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι προστατεύουσι θεμελιώδη δικαιώματα, τοὺς τύπους δὲ τούτους καὶ τὰς ἀρχὰς αὐτὰς πᾶσα Βουλὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ σέβηται, κατὰ μείζονα δὲ λόγον ἔχει τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἡ Συνέλευσις ἡμῶν ὄχι μόνον ἕνεκα τῆς ἀνωτέρας δικαιοδοσίας της, ἀλλὰ καὶ ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, ὑφ’ ἃς συνεκλήθη, ἕνεκα τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἀντιπροσωπεύει, καὶ ἐπὶ πλέον ἕνεκα τῆς παμψηφίας τῆς κυβερνητικῆς, τὴν ὁποίαν περικλείει καὶ ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ εὕρῃ ἀντίστασιν εἰς σοβαρὰν ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ ἀντιπολίτευσιν. Μία ἀπὸ τὰς ἀρχὰς αὐτὰς εἶναι, ὅτι πάντες οἱ πολῖται ἑκάστου νομοῦ δικαιοῦνται νὰ ἔχωσιν ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν ἴσους ἀντιπροσώπους εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἑπομένως καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ἀρχὴ δὲ αὕτη καθιεροῦται καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 68 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλά, καὶ ἂν δὲν ἦτο καθιερωμένη εἰς τὸ ἄρθρον 68 τοῦ Συντάγματος καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν δι’ εὐφυοῦς διατυπώσεως νὰ παρακάμψωμεν καὶ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ἄρθρον 68 τοῦ Συντάγματος, πάλιν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι ἔπρεπε νὰ διστάσωμεν, νὰ σκεφθῶμεν πολύ, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἀποδοχὴν τῆς προτάσεως τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ μὴ ἐνεργείας ἐκλογῶν, διότι, ὅσῳ καὶ ἂν δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον ὅτι αἱ ἐπαναληπτικαὶ ἐκλογαὶ ἤθελον μεταβάλει τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν, ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τοὺς πολίτας τινῶν ἐκ τῶν νομῶν τοῦ Κράτους τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπευθῶσι δι’ ἀναλόγου πρὸς τὸ πλῆθος αὐτῶν ἀριθμοῦ Βουλευτῶν. Εἶναι μὲν οἱ Βουλευταὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν τοπικῶν συμφερόντων τῶν ἐκλογέων των, εἶναι δὲ ἐνδεχόμενον ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπροσώπων νομοῦ τινος νὰ μὴ προστατευθῶσιν ἐπαρκῶς τὰ ἰδιαίτερα ἑκάστου τόπου συμφέροντα. Ἐν τούτοις εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἕνεκα πολλῶν ἀτυχημάτων πρόκειται ἡ μὲν κοινωνία νὰ ὑποστῇ τὸν σάλον, τὸ δὲ Κράτος τὰς δαπάνας γενικῶν ἐκλογῶν, ὅπως οὕτως ἐπιτευχθῇ ἀντιπροσώπευσις τῶν μειονοψηφιῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶμαι τῆς ἰδέας ὅτι πρέπει νὰ εὕρωμεν μίαν διέξοδον, διὰ τῆς ὁποίας ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ πολῖται τῶν νομῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων τινὲς ἀντιπρόσωποι εἴτε ἀπέθανον εἴτε λόγῳ ἀκυρότητος τῶν ἐκλογῶν ἀπεκλείσθησαν τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ στερηθῶσι τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ τῶν ἀντιπροσώπων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ περιορισθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ ἐνέργεια ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν. Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ κάμωμεν ὡρισμένας διακρίσεις. Ἔχομεν κενὰς θέσεις λόγῳ ἀκυρότητος τῶν ἐκλογῶν· τὴν ἐκ τῆς ἀκυρότητος ἔλλειψιν βεβαίως, κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, δὲν δυνάμεθα νὰ παρακάμψωμεν διὰ τῆς ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς. Ἔχομεν καθῆκον καὶ ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων καὶ ἀπέναντι ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἠκυρώθησαν αἱ ἐκλογαί, νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἐνέργειαν ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν, ὅπως ἐξακριβωθῇ τὸ γνήσιον φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκενώθησαν ἐκ θανάτου ἢ παραιτήσεως Βουλευτῶν, δυνάμεθα νὰ παρακάμψωμεν τὸν σκόπελον τῶν ἐκλογῶν, παραδεχόμενοι ἀρχὴν ἄλλην παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παραδεχόμεθα περὶ συμπληρώσεως τῶν κενουμένων βουλευτικῶν θέσεων, καὶ τοιαύτη πρόσφορος ἀρχὴ εἶναι ἡ πρόσκλησις εἰς τὰς οὕτω κενουμένας θέσεις τῶν πρώτων ἐπιλαχόντων ὑποψηφίων Βουλευτῶν. Βεβαίως, Κύριοι, γνωρίζω ὅτι ὁ τρόπος οὗτος, ὁ ὁποῖος ἐφηρμόσθη ἄλλοτε εἰς τὴν Νορβηγίαν διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τῶν κενουμένων βουλευτικῶν θέσεων καὶ ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται παρ’ ἡμῖν σήμερον προκειμένου περὶ ἀναπληρώσεως κενουμένων θέσεων δημοτικῶν συμβούλων, δὲν εἶναι ὁ καταλληλότερος πρὸς ἀναπλήρωσιν κενουμένων βουλευτικῶν θέσεων, διότι ἡ βουλευτικὴ ἐκλογὴ δὲν περιστρέφεται περὶ τὴν ἀξίαν τῶν προσώπων, ὁπότε βεβαίως ἡ ἀναπλήρωσις διὰ τῆς προσκλήσεως τῶν πρώτων ἐπιλαχόντων θὰ ἦτο ὀρθή, ἀλλὰ περιστρέφεται περὶ πολιτικὰς ἀρχὰς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀποδεχθῶμεν ὡς γενικὸν κανόνα τὴν πρόσκλησιν τῶν πρώτων ἐπιλαχόντων· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου συντρέχουσιν ἐξαιρετικοὶ ὅροι, οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦσι τὴν ἀποδοχὴν τῆς τοιαύτης ἀρχῆς. Αἱ τελευταῖαι ἐκλογαὶ διεξήχθησαν εἰς τοὺς πλείστους νομοὺς μεταξὺ ὁμοφρόνων προσώπων, ἕνεκα τῆς ἀποχωρήσεως τῶν παλαιῶν κομμάτων, ἑπομένως καὶ ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν ἐστράφη περὶ τὴν προσωπικὴν ἀξίαν τῶν ὑποψηφίων καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιτρέπεται, ὡς εἶπον, ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς, ἣν ἐξέθεσα. Εἰς ἐκείνους δὲ τοὺς νομούς, ὅπου ὑπῆρξε πράγματι πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς καὶ ὅπου ὁμολογῶ, ὅτι εἰς οἱανδήποτε ἄλλην περίπτωσιν δὲν ἤθελεν εἶσθαι ὀρθὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἐν λόγῳ ἀρχή, συντρέχει τὸ ἐξαιρετικὸν γεγονὸς τοῦ ἐντελοῦς ἀποκλεισμοῦ τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν Κυβέρνησιν κομμάτων, ἑπομένως καὶ διὰ τούτους τοὺς νομοὺς ἐπιβάλλεται, δύναμαι νὰ εἴπω, ἡ συμπλήρωσις τῶν κενωθεισῶν θέσεων διὰ προσκλήσεως τῶν πρώτων ἐπιλαχόντων. Δι’ οὐδὲν τῶν ἐπιλαχόντων ἐνδιαφέρομαι, ἐπιθυμῶ μόνον νὰ μὴ στερηθῶσιν ὡρισμένοι νομοὶ τοῦ Κράτους τοῦ νομίμου ἀριθμοῦ ἀντιπροσώπων.
§56Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Φυσικὴ συνέπεια, κύριε Πρόεδρε, εἶναι, ἀφοῦ ἅπαξ δεχόμεθα πρότασιν πρὸς συζήτησιν, ἡ ὁποία ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ γράμμα καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ θεμελιώδους ἡμῶν νόμου, νὰ προτείνωνται διάφοροι ῥετσέτσαι. Καὶ ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα ὁ ἀγαπητός μοι φίλος καὶ εὐφυὴς βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ ἔδωκε τὴν πρώτην λύσιν. Ἔδωσε μίαν προθεσμίαν, ὅπως ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ ἀναπληρωματικαὶ τοιαῦται, ὁπόταν δὲν γνωρίζω ποῦ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θὰ εὑρίσκηται. Ἀλλ’ ἦλθε κατόπιν αὐτοῦ ὁ ἤδη κατελθὼν τοῦ βήματος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἐσέρβιρε δευτέρας ῥετσέτας. Εὗρε λύσιν νὰ ἔρχωνται ἀναπληρωταὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶναι πρῶτοι ἐπιλαχόντες κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογάς. Μάλιστα ἠπόρησα, πῶς κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτὸ ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου, διότι ἐν τῷ προλόγῳ τῆς ὁμιλίας του ἔθηκεν ἀρχὴν τοιαύτην, ἐπὶ τῆς ὁποίας προσεδόκων νὰ ἀκούσω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως. Ἀλλὰ παρ’ ἐλπίδα, ἐνῷ λέγει, ὅτι πρέπει νὰ σεβώμεθα τὸ καθεστώς, νὰ μὴ παραβαίνωμεν τοὺς νόμους, ὁ ἴδιος λησμονῶν ταῦτα συνιστᾷ, ὅπως λόγῳ ἀνάγκης εἰσέλθωσιν οἱ πρῶτοι ἐπιλαχόντες. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς τοιαῦτα ἄτοπα θὰ φθάνωμεν διαρκῶς ἐφ’ ὅσον παρουσιάζονται εἰς συζήτησιν προτάσεις νόμου, αἵτινες ἀντίκεινται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ὀρθὸν καὶ δίκαιον ἡμεῖς νὰ ἀποκλείσωμεν τοὺς νομοὺς τῶν νομίμων αὐτῶν ἀντιπροσώπων; Καὶ ἐὰν ὑποθέσωμεν, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐκλείπουσι πάντες ἐξ ἑνὸς νομοῦ, τί θὰ συμβῇ; Θὰ μείνῃ ὁ νομὸς αὐτὸς ἄνευ ἀντιπροσώπων. Τίς θὰ ἔχῃ πλέον τὸ θάρρος νὰ προβαίνῃ εἰς συζήτησιν ὁμοίας προτάσεως καὶ νὰ ζητῇ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ διαγράψωμεν τὰς ἀντιπροσωπείας τῶν νομῶν; Ἀλλὰ λέγει, καὶ φαίνεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῆς προτάσεως, ὅτι ἀφοῦ πρόκειται κατόπιν νὰ ἀποφασισθῇ, ὅτι, ἂν κενοῦται θέσις, κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον ἑκάστης Βουλευτικῆς Περιόδου, δὲν πρέπει νὰ ἐνεργῆται ἐκλογή, οὐδ’ ἐν τῷ παρόντι πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ τοιαύτη. Καὶ ἡ αἰτιολογία αὐτὴ σαθρὰ μοὶ φαίνεται, διότι πρῶτον δὲν γνωρίζομεν ἂν ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τοῦτο. Δεύτερον ἀγνοοῦσιν οἱ συντάξαντες τὴν πρότασιν αὐτήν, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἀπὸ μίαν ἀποτελεῖται Σύνοδον, δὲν δύναται δὲ νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὰς ἄλλας Βουλὰς καὶ ἀμέσως θέλει νὰ ἀποκλείσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν νομῶν, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ χάσωσιν αὐτούς; Ἀλλ’ ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς ἄλλο ζήτημα: Ἡ Βουλὴ ἔχει ἀκυρώσει ἐκλογὰς δύο Βουλευτῶν εἰς τρία τμήματα. Πρόκειται περὶ ὅλων;
§57ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν. Ὅλας τὰς ἀναφέρει.
§58Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ πρότασις θὰ γίνῃ δι’ αὐτάς;
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐταὶ θὰ ἐξαιρεθῶσιν.
§60Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δέχεσθε ὅτι θὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκεῖ· καὶ ποῖος λογικὸς εἱρμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις σᾶς ἔπεισεν εἰς τὰς προτάσεις αὐτάς, ὥστε νὰ ἀποκλείσητε νομὸν ἀπὸ νομίμους ἀντιπροσώπους αὐτοῦ καὶ νὰ περιορίσητε τούτους;
§61ΔΗΜ. ΜΑΡΚΟΥ. Ἡ πρότασις αὕτη, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται, δὲν ἀντίκειται, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ Σύνταγμα; Ἐὰν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι συζητήσιμος; Ἐγὼ νομίζω, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἀπαράδεκτον θὰ συζητηθῇ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§63Γ. ΠΩΠ. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ὑπεβλήθη πρότασις ἀπαραδέκτου ἐγὼ δὲν ἔχω τὸν λόγον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος.
§65Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μιχαλακόπουλος.
§67Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου τῆς συζητήσεως εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι συνδέεται μὲ τὴν κατ’ οὐσίαν ἐξέτασιν τῆς ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν ταύτης προτάσεως· διότι, διὰ νὰ κηρύξητε ἀπαράδεκτον τὸ νομοσχέδιον ἢ κατ’ ἐμέ, τὴν συζήτησιν αὐτοῦ, πρέπει ν’ ἀποφασίσητε συγχρόνως ὅτι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐκεῖνο λοιπόν, ὅπερ ἐξ ἀρχῆς ἴσως θὰ ἔδιδε τὴν ἀπάντησιν εἰς πολλὰ τῶν ἐντεῦθεν λεχθέντων, εἶναι τοῦτο. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἢ κατὰ τὸν νόμον πρέπει νὰ ἐνεργῶνται ἀναπληρωματικαὶ ἐκλογαὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν θέσεων τῶν κενωθεισῶν. Προκειμένου περὶ τούτου, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν μίαν σαφῆ διάκρισιν τῶν διατάξεων τῶν γραπτῶν τοῦ Συντάγματος ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς ἐννοίας, ἤτοι τῆς ὀργανικῆς συνθέσεως αὐτῶν, ὡς συνόλου θεσμῶν κοινοβουλευτικῶν ἀφ’ ἑτέρου· ἐὰν ἤθελέ τις νομίσει ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ἄλλο τι, εἰμὴ χάρτης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι τετυπωμένα γράμματα δεικνύοντα τὴν τοιαύτην ἐπιταγὴν ἢ τὴν τοιαύτην ἀπαγόρευσιν, τότε ὀλίγην ἔννοιαν ἤθελεν ἔχει περὶ τῆς σημασίας τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Τὸ Σύνταγμα εἶναι ἓν ὅλον, τὸ ὁποῖον διατυποῦται εἰς ὡρισμένας προτάσεις, ἀλλ’ ἔχει ἐννοίας βαθυτέρας, καὶ αἱ ἔννοιαι αὗται εἶναι τὸ κύριον καὶ τὸ πρωτεῦον ἐν τῷ συνόλῳ, ἡ δὲ διατύπωσις αὐτῶν ἡ λεκτικὴ εἶναι τὸ δευτερεῦον. Τὰς ἰδέας τὰς κοινοβουλευτικὰς θὰ ἀναφέρωμεν ἐν ταῖς ἐννοίαις τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Συντάγματος, ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῶν θεσμῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, κατὰ τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύεται ὁ λαὸς διὰ τῶν ἐκλεγομένων ἀντιπροσώπων του, ἔγκειται τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ προνοῇ τάχιστα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία προνοεῖ ἄλλως καὶ περὶ ὅλων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ Συντάγματος, νὰ προνοῇ λέγω, περὶ ἐγκαίρου συμπληρώσεως τῶν κενωθεισῶν θέσεων. Τούτου τεθέντος, καὶ ἂν δὲν ἀντίκειται κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἀντίκειται πρὸ παντὸς πρὸς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν τυχὸν ἠθέλομεν ψηφίσει καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναβάλλονται αἱ ἐκλογαί, διὰ νὰ γίνωσι μετὰ ἓξ μῆνας, διότι οὐδεὶς ἐμποδίζει ἡμᾶς νὰ ψηφίσωμεν διάταξιν καὶ ἐν τακτικῇ Βουλῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἀναβάλλωνται αἱ ἐκλογαὶ ἐπὶ τέσσαρας, ἐπὶ ἕξ, ἐπὶ εἴκοσι μῆνας· ἀλλὰ τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν τοιαύτης τινὸς ἰδέας εἶναι κατάδηλον εἰς πάντα. Ἀφοῦ λοιπὸν νομίζω ὅτι ἔγκειται οὐσιωδῶς ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Συντάγματος ἡ συμπλήρωσις τῶν κενουμένων θέσεων τοῦ Κοινοβουλίου, νομίζω ἐπίσης, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ἐκ μέρους τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, εἶναι πρότασις ἀφορῶσα εἰς ψήφισιν ἄρθρου συνταγματικοῦ. Ἀλλά, ἐὰν περὶ τοῦ συμφόρου πολιτικῶς τοιαύτης διατάξεως μείνωμεν σύμφωνοι, δὲν νομίζω ὅτι πρόκειται, ἐὰν ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, νὰ ἀρχίσωμεν διολισθαίνοντες, ὡς ἐφοβήθη ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, διολισθαίνοντες εἰς παρανομίας, διότι τὴν παρανομίαν δὲν ἀποτελεῖ ἡ περιγραφὴ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἀποτελεῖ πρὸ πάντων ἡ δολία περιγραφὴ αὐτοῦ.
§68Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν πρόκειται περὶ περιγραφῆς τότε.
§69ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μέση λέξις ἡ περιγραφὴ, κύριε Ὑπουργέ. Εἶναι ὡς ὁ δόλος. Dolus bonus καὶ dolus malus. Μόνη ἡ ἐπὶ κακῷ σκοπῷ παράκαμψις τῶν θεσμῶν εἶναι πολιτικῶς βλαβερά, οὐχὶ δὲ ἡ σκόπιμος καὶ ὠφέλιμος· ἀρκεῖ καὶ τοῦτο νὰ γίνεται εἰς ὅλως ἐξαιρετικὰς περιστάσεις. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι εἶναι σκόπιμος καὶ ἀγαθὴ ἡ πρότασις, δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα, ὅτι ψηφίζοντες αὐτὴν πράττομέν τι ἄδικον καὶ ἐπιβλαβές, οὔτε ὅτι διολισθαίνομεν πρός τι κακόν, ἀλλ’ οὐδὲ ὅτι κάμνομεν μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀγάγῃ καὶ εἰς ἄλλο ἄτοπον· διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τοῦτο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ πράξωμεν εἶναι ἄτοπον καὶ ἐπιβλαβές, τότε μόνον εἶναι φόβος ἐνδεχόμενος ὅτι τὸ ἄτοπον τοῦτο δύναται νὰ μᾶς ἀγάγῃ καὶ εἰς ἄλλο ἄτοπον. Ἀφοῦ δέ, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρόκειται περὶ ψηφίσεως συνταγματικῆς διατάξεως, ἥτις δὲν θέλει κατ’ οὐσίαν μᾶς φέρει εἰς βλαβερὰν παράβασιν, εἶναι ἐξεταστέα αὕτη· ἐφοβήθη πολὺ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, καὶ φοβηθεὶς ὑπέδειξεν εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἡ εὐκολία δὲν εἶναι καλὸς σύμβουλος, ἀλλ’ ὁ σύμβουλος οὗτος φαίνεται ὅτι ἐπέδρασε καὶ ἐπ’ αὐτὸν τὸν ἀξιότιμον, διότι εἰς εὐκολίαν κατέφυγε καὶ οὗτος ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του, ὑποδείξας τὴν πρόσκλησιν τῶν ἐπιλαχόντων. Εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὅτι εὑρίσκει, ὅτι τὸ διὰ τῆς προτάσεως προτεινόμενον ἀντίκειται εἰς τὴν κατ’ ἴσον λόγον ἀντιπροσωπείαν τῶν πολιτῶν, καὶ ὅτι στεροῦντες πολίτας τινὰς τοῦ δικαιώματος τοῦ ἔχειν ἕνα ἔτι ἀντιπρόσωπον παραβιάζομεν τὸ ἀντιπροσωπευτικὸν πολίτευμα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ βάσις τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ πολιτεύματος συνίσταται εἰς τοῦτο, εἰς τὸ ἔχειν ἴσην ἀντιπροσωπευτικὴν δύναμιν καὶ παράστασιν τὸν λαόν. Ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἴσου ἀληθές, ὅτι ὄχι μόνον εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ οὐδὲ ἀλλαχοῦ ἐφηρμόσθη ἡ γενικὴ αὕτη ἀρχὴ ἐπακριβῶς. Πολλάκις, Κύριοι, ἀρχαὶ δικαίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐν πλήρει τελειότητι, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ μαθηματικοὶ νόμοι, οἱ τόσον ἀκριβεῖς καὶ ψυχροί, ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν ὑφίστανται μείωσίν τινα· διὰ τοῦτο ὄχι μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ δὲν ἐφηρμόσθη ἀκριβῶς ὁ κανὼν τῆς ἴσης ἀντιπροσωπευτικῆς δυνάμεως τοῦ λαοῦ. Γνωρίζει καλῶς ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὅτι καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ ὑπῆρξαν πολῖται 300 ἔχοντες ἕνα ἀντιπρόσωπον καὶ πολῖται 3.000 ἔχοντες ὁμοίως ἕνα ἀντιπρόσωπον, καὶ πολῖται 30.000 ἔχοντες ἕνα ἐπίσης ἀντιπρόσωπον. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ κατ’ ἴσον λόγον ἀντιπροσώπευσις ἐν τῇ ἐφαρμογῇ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατος. Δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα ἐντεῦθεν, ὅτι θέλομεν παραβιάσει πρῶτοι ἡμεῖς τὸν ἄλλως ἀληθῆ κανόνα τῆς ἴσης ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ. Ἤδη, κύριοι συνάδελφοι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ προτάσεως συνταγματικῆς, ἡ πρότασις αὕτη δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ ψηφισθῇ; Μόνον τὸν Κανονισμόν, τὸν προσωρινῶς ψηφισθέντα περὶ τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν, ἔχομεν ἐμπόδιον, καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τούτου, ὡς γνωρίζετε, ἡ πρότασις πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν, καὶ νὰ ταχθῇ ὡρισμένη προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ἐπεξεργασθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν πρότασιν καὶ θὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της, ὁπότε δὲν κωλυόμεθα ποσῶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης. Δὲν νομίζω δέ, ὅτι τοῦτο ἤθελεν ἀντίκεισθαι πρὸς τὸ ὑποδειχθὲν εἰς ἡμᾶς ἀπὸ τὸν πρῶτον λαλήσαντα κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν προκειμένην διάταξιν, χωρὶς συνάμα νὰ ἐξετάσωμεν καὶ μεταρρυθμίσωμεν τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος· εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος δὲν εἴμεθα ἐξ οὐδενὸς λόγου ὑπόχρεοι νὰ ψηφίζωμεν συλλήβδην καὶ κατὰ μαθηματικήν τινα σειράν. Ἂν ἡ σκοπιμότης, ἡ ὁποία πρὸ πάντων πρέπει νὰ διέπῃ τὴν σειρὰν τῶν πράξεων ἡμῶν, ἐπιβάλῃ τὴν πρόταξιν τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἄρθρου, δυνάμεθα νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ τὸ ψηφίζομεν ἐπιφυλαττόμενοι πάντοτε, ὅταν τελειώσῃ τὸ σύνολον τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, νὰ τοποθετήσωμεν ταῦτα οὕτως, ὥστε καὶ ἡ τελικὴ διασκευὴ αὐτοῦ νὰ πληροῖ τοὺς ὅρους τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ἀκριβοῦς συναρμολογήσεως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἠδύνατο κάλλιστα ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ μετὰ τοῦτο, ἐντὸς προθεσμίας βραχυτάτης, δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν. Νομίζω δὲ ὅτι ἐπιψηφίζοντες ταύτην ἠθέλομεν ἀποφύγει καὶ σάλον κοινωνικόν, ἀλλὰ καὶ δαπάνας, ὑπολογιζομένου ὅτι τὸ Κράτος θὰ δαπανήσῃ 20.000–30.000 δραχ. Διὰ τὴν σημερινὴν δὲ ἐποχὴν νομίζω, ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐν τῷ συνόλῳ, δὲν θὰ εἶναι μικρά, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς σημερινῆς τοῦ Κράτους οἰκονομικῆς καταστάσεως.
§70ΤΙΜ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἀποκρούσω τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν, διότι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι ἀντιβαίνει μόνον εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ ἀντιβαίνει καὶ εἰς τὸ γράμμα αὐτοῦ. Κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὁ ἀριθμὸς ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας εἶναι καθωρισμένος, ἐπίσης δὲ εἶναι καθωρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς· δὲν δύναται ἑπομένως νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι προδήλως ἀντισυνταγματικόν. Ἤκουσα ὅμως πολλὰς διεξόδους, διὰ τῶν ὁποίων σκοπεῖται ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρώτη διέξοδος εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα ἐκλογῆς μετὰ ἕξ μῆνας ἀπὸ σήμερον. Ἡ ἐπινόησις αὕτη εἶναι λίαν εὐφυής, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς σοβαρὰ πρότασις, διότι εἶναι φανερὰ καταστρατήγησις τοῦ Συντάγματος, διότι ὁμοιάζει πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, ἅτινα προβάλλονται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ὑπὸ τῶν ὑπερασπιζόντων σαθρὰν ὑπόθεσιν. Δὲν ἐπιτρέπεται δ’ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου διὰ τοιούτων μέσων νὰ θέλωμεν νὰ καταστρατηγήσωμεν ὡρισμένην διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἄλλη διέξοδος, ἡ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀποφύγωμεν τὸν σκόπελον, ἐὰν καλέσωμεν τοὺς ἐπιλαχόντας, νομίζω ὅτι παραβιάζει ἑτέραν θεμελιώδη ἀρχήν, τὴν ἀρχήν, ὅτι μόνον δι’ ἐκλογῆς δύναταί τις νὰ προσκτήσηται τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν τοὺς πρώτους ἐπιλαχόντας, διότι οὗτοι εἶναι ἐπιλαχόντες· πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογὴ καὶ τότε διὰ τῆς ἐκλογῆς θὰ δειχθῇ τίνες θὰ εἶναι οἱ Βουλευταὶ οἱ ἀναπληρώσοντες τοὺς ἐκλιπόντας. Μένει ἡ διέξοδος ἡ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις δὲν εἶναι πρότασις νόμου, ἀλλ’ εἶναι πρότασις μεταρρυθμίσεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ πρότασις, ὡς ὑποβάλλεται, εἶναι πρότασις νόμου, ἀλλὰ καὶ ἂν οἱ ὑποβαλόντες ταύτην παραιτηθῶσι τοῦ χαρακτῆρος τούτου καὶ θελήσωσι νὰ προτείνωσι ταύτην ὡς μεταρρύθμισιν τοῦ Συντάγματος, δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀκολουθήσωμεν τοιαύτην ἀταξίαν ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ Συντάγματος, δὲν θεωρῶ ἐπιτετραμμένον, ἀναλόγως τῆς παρουσιαζομένης ἀνάγκης, νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ λάβῃ ὅσον ἔνεστι σοβαρὸν χαρακτῆρα, πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς βασάνους, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου, πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ ὡρισμένον σύστημα καὶ μέθοδον. Ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ μεταρρυθμίσωμεν σήμερον τοῦτο τὸ μέρος, ἀναλόγως τῆς παρουσιαζομένης ἀνάγκης, καὶ αὔριον τὸ ἄλλο, βεβαίως τοιαύτη ἐργασία, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς συστηματικὴ καὶ σοβαρὰ ἐργασία. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, Κύριοι, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἀποκρούσω ὅλας τὰς προτεινομένας διεξόδους καὶ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι προδήλως ἀπαράδεκτος.
§71Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εὑρέθησαν σύμφωνοι, καίτοι κατέληξαν εἰς διάφορα συμπεράσματα. Εὑρέθησαν σύμφωνοι κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ διάταξις ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος· μόνον ὁ κ. συνάδελφος Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑπεστήριξεν ὅτι ἀντίκειται καὶ εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφωνία. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον, εἶναι ἡ ἐκ δευτέρου ἀνάπτυξις μιᾶς θεωρίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀφοῦ αἱ διπλαῖ Βουλαὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἔχουν ἀναντιρρήτως καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίσουν νόμον ἀντικείμενον κατ’ οὐσίαν εἰς τὸ Σύνταγμα, τὸ μὴ ἀναθεωρηθὲν εἰσέτι, διότι ἡ ψήφισις τοιούτων νόμων θὰ ἀπετέλει ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν δύναμαι νὰ τὴν δεχθῶ καὶ πρὶν ἢ ἰσχυρισθῶ ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ὡς ἀντικειμένη εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ τοιαύτη πρότασις καὶ ὅτι κατ’ οὐσίαν εἶναι ἐπιβλαβὴς εἰς τὸ πολίτευμα προβάλλω ἕτερον ἀπαράδεκτον, οὗτινος ἡ ἐξέτασις κατ’ ἀνάγκην προηγεῖται. Ἂν δεχθῶμεν, ὅτι δυνάμεθα, διπλῆ Βουλή, νὰ ψηφίσωμεν νόμον ἀντικείμενον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἐπειδὴ ὁ νόμος οὗτος ἀποτελεῖ τροποποίησιν τοῦ Συντάγματος, προκύπτει ἀπαράδεκτον ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ὃν πρότασις τείνουσα νὰ τροποποιήσῃ τὴν διάταξιν τοῦ κειμένου Συντάγματος δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἂν δὲν ὑποστῇ τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς Κανονισμὸς διέγραψε. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Πρόεδρον πρὶν ἢ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπαραδέκτου νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ἀπαράδεκτον.
§72Γ. ΠΩΠ. Εἶναι παραδεκτὸν ἢ ἀπαράδεκτον τὸ νομοσχέδιον; Πρέπει νὰ γίνωσιν ἐκλογαὶ ἢ ὄχι, διαρκούσης τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς; Ἠκούσαμεν μέχρι τοῦδε δέκα μονολόγους θαυμασίως ἀναπτυχθέντας καὶ ἀπολήγοντας εἰς διάφορα συμπεράσματα. Καὶ μία ἦτο ἐν τούτοις ἡ πραγματικὴ παρατήρησις, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε πάντες νὰ στραφῶμεν καὶ ἐκεῖ νὰ ἐμμείνωμεν, ἐκείνη ἡ ὁποία ἀπετέλει τὴν ἀρχὴν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτοῦ. Ὁ κ. Δραγούμης ἐν τῇ πείρᾳ αὑτοῦ περὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων διηρώτησε, διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν συζήτησιν: Ἔχομεν πρότασιν νόμου; Πρόκειται νὰ γίνῃ νομοσχέδιον; Δηλαδὴ θὰ τὴν υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις; Καί, ἂν θὰ γίνῃ, δὲν εἶναι τάχα ἀνάγκη, διὰ νὰ γίνῃ ἀπρόσκοπτος ἡ συζήτησις, νὰ ἔχωμεν κατηγορηματικὴν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἂν σοβαρῶς θὰ προβῇ εἰς τὴν υἱοθεσίαν; Ποίους δὲ ἀφορᾷ, ἡμᾶς ἢ τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐκλογῶν; Διότι ἡ ἐμφάνισις τῆς κοινῆς γνώμης ἀποτελεῖ τὴν βάσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ συνταγματικὸν καὶ νομοθετικὸν μέρος τῆς συστάσεως τῆς Βουλῆς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους τὸ νομοσχέδιον, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, παρ’ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον πρὸς τοὺς ὑποβαλόντας αὐτὸ συναδέλφους τρέφω, νὰ τὸ θεωρήσω ἔκθετον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ἓν μέγα ἐλάττωμα, ὅτι, ἐνῷ ἡ αἰτιολογικὴ αὐτοῦ ἔκθεσις εἶναι ἄκρως ἀντισυνταγματική, τὸ κῦρος ὅμως αὐτοῦ ἔχει μορφὴν συνταγματικότητος καὶ δύναται νὰ συζητηθῇ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δύναται νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις καὶ περατωθῇ, διότι δὲν θὰ συμβαίνῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀπαγγέλλῃ ἕκαστος ἕνα ὡραῖον συνταγματικὸν μονόλογον...
§73Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ἠλιόπουλος ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐχαρακτήρισεν ὡς εὐφυᾶ τὴν ὁποίαν προέβαλον πρότασιν, ἀλλ’ ὡς ἀξίαν νὰ ἀκούηται ἐν αἰθούσαις Δικαστηρίων καὶ οὐχὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς. Δὲν γνωρίζω ἀπὸ πόσων ἐτῶν γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος τὴν αἴθουσαν τοῦ Κοινοβουλίου, ὥστε νὰ εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον εἰθισμένος νὰ διακρίνῃ ποῖαι τῶν προτάσεων τῶν συναδέλφων του εἶναι ἄξιαι διὰ τὴν αἴθουσαν τῶν Δικαστηρίων καὶ ποῖαι διὰ τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τούτοις δύναμαι νὰ πιστοποιήσω, εἶναι ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκόμενος πρὸ δώδεκα ἐτῶν δὲν συνέπεσε ν’ ἀντικρύσω τὴν φυσιογνωμίαν τοῦ κ. συναδέλφου. Δὲν γνωρίζω ἐπίσης ποίαν γνώμην ἔχει καὶ περὶ τῶν αἰθουσῶν τῶν Δικαστηρίων, εἶμαι ὅμως βέβαιος ὅτι οὔτε ἐκείνων ἔχει ἀντίληψιν ἀκριβῆ, διὰ νὰ δύναται νὰ κρίνῃ, ἂν τῶν αἰθουσῶν ἐκείνων ἦτο ἡ πρότασίς μου ἀξία. Ἡ πρότασίς μου εἶναι σαφεστάτη καὶ εἰλικρινής. Εἶπον ὅτι, διὰ νὰ ἐκλείψουν οἱ δισταγμοὶ περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος ἢ μὴ τῆς προτάσεως τῶν κυρίων συναδέλφων, πρέπει, ἀποβλέποντες εἰς τὴν οὐσίαν καὶ νομίζοντες ὅτι αἱ ἐκλογαὶ αἱ ἐπαναληπτικαὶ εἶναι ὀλέθριαι διὰ τὸ Κράτος, ὅτι θέλουσι κινήσει ὅλον τὸ Κράτος πρὸς σκοποὺς ἐκλογικούς, ὅτι θέλουσι παραλύσει τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου, ὅτι θέλουσι διαταράξει τὴν ἡσυχίαν 8 ἢ 9 νομῶν ὁλόκληρων, πρέπει, λέγω, νὰ τὰς ἀποφύγωμεν, καὶ διὰ νὰ ἀποφύγωμεν αὐτάς, μὴ προσκρούσωμεν δὲ εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ, δυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὰς προθεσμίας τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Δὲν ἦτο σκοπὸς καταστρατηγήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ καταδολιεύσεως αὐτοῦ. Ἡ πρότασίς μου ἐγένετο ἐπὶ τῷ φανερῷ σκοπῷ, τὸν ὁποῖον ἕκαστος ἡμῶν ἔχει ἐν τῇ συνειδήσει αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν θέλησιν ὅλων ἡμῶν, νὰ ἀποφύγωμεν τὰς ἐκλογάς. Ἀποφεύγοντες δὲ τὰς ἐκλογὰς δὲν νομίζω ὅτι προσβάλλομεν δικαίωμα τοῦ λαοῦ. Ἀπαλλάττομεν μόνον καὶ τὸν λαὸν καὶ τὸ Κράτος ἀπὸ τὰς ἀσκόπους καὶ λίαν ἐπιζημίους ἐκλογικὰς ἐνασχολήσεις.
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα προτείνει τοὺς νόμους ὄχι μόνον ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ πᾶς Βουλευτής. Τούτου τεθέντος βεβαίως ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀκουσθῇ, ἀλλ’ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ δοθῇ μετὰ τὴν ἀκρόασιν ὅλης τῆς συζητήσεως καὶ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γνώμης ἑκάστου ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἴσου ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ προτείνωμεν τὸν νόμον ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξωμεν αὐτόν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ἔπλασε μίαν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα μου, διὰ νὰ λάβῃ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὴν ἀνατρέψῃ. Εἶπε δηλαδὴ ὅτι ἐγὼ εἶχον τάχα εἴπει πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ψηφίζωμεν νόμους ἀντισυνταγματικούς, ἐνῷ ἐγὼ οὔτε ἅπαξ οὔτε δὶς εἶπον τοῦτο, οὐδὲ τὸ διενοήθην κἄν. Εἶπον μόνον ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα, ὡς διπλῆ Βουλὴ νὰ ψηφίζωμεν συνταγματικὰς διατάξεις. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω τὸ πρᾶγμα εἰς ἐκ προθέσεως διαστροφήν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τὸ ἀποδώσω εἰς ἐσφαλμένην ἀντίληψιν, τῆς ὁποίας πάντως ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπαίτιος. Ἐγὼ σαφῶς ὡμίλησα· δὲν εἶπον ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίζωμεν νόμους ἀντισυνταγματικούς, ἀλλ’ εἶπον ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίζωμεν συνταγματικὰς διατάξεις. Ἐρωτᾶται: τὰς συνταγματικὰς αὐτὰς διατάξεις δὲν θὰ τὰς ψηφίσωμεν καταργοῦντες ἢ τροποποιοῦντες τὸ Σύνταγμα κατὰ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις του; Ἂν δὲν ἤλθομεν διὰ τοῦτον τὸν σκοπόν, τότε ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ ὁ ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν νέας συνταγματικὰς διατάξεις καταργοῦντες τὰς ὑπαρχούσας συνταγματικὰς διατάξεις. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἔχει ἐπηρεασθῆ ὑπὸ τῆς πείρας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὥστε ὑπολαμβάνει ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἁπλῇ Βουλῇ, καὶ οὐχὶ ἐν Βουλῇ, ἡ ὁποία ἦλθε πρὸς τὸν ῥηθέντα σκοπόν, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς τροποποιήσεως τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. Τεθέντος λοιπὸν τούτου, ὅτι δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν διατάξεις τροποποιούσας τὸ Σύνταγμα, ἐρωτᾶται: πράττομέν τι ἀντικανονικόν, ὡς λέγει; Καί, ἀφοῦ δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν συνταγματικὰς διατάξεις, εἴμεθα ὑπόχρεοι ἆρά γε νὰ ψηφίσωμεν ταύτας κατὰ σειράν; καὶ κατὰ ποίαν σειράν; Ἤκουσα, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ ποῖον, ὅτι μὴ ψηφίζοντες κατὰ σειρὰν τὰς διατάξεις πράττομέν τι ἀκανόνιστον· ἤκουσα δηλαδὴ ὅτι τὸ Σύνταγμα αὐτὸ εἶναι περίπου ἕν menu καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰ hors d’ oeuvre, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς τὰ desserts, διότι ἄλλως δὲν εὑρισκόμεθα ἐν τάξει. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν δύνανται, Κύριοι, νὰ ὑποστηρίζωνται ταῦτα σοβαρῶς. Ἡ σειρά, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ψηφίζωμεν τὰς τροποποιήσεις τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, μόνον ἀπὸ τὴν σκοπιμότητα ῥυθμίζεται καὶ ἐπιβάλλεται. Ἠκούσθη καὶ ἄλλοτε, ὅτι οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν ὑπέβαλον ταύτην ὡς πρότασιν νόμου καὶ οὐχὶ ὡς πρότασιν συνταγματικῆς διαρρυθμίσεως. Ἀλλά, Κύριοι, οὔτε τὸ ἔνδυμα κάμνει τὸν μοναχόν, οὔτε ἡ ὀνομασία δύναται νὰ ἀλλάξῃ τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου. Ἡμεῖς θὰ κρίνωμεν τὸ περιεχόμενον τῆς πρὸς ψήφισιν νομοθετικῆς διατάξεως, καὶ θὰ κρίνωμεν ἂν εἶναι θεμελιώδης νόμος, δηλαδὴ συνταγματικὴ διάταξις ἢ νόμος ἁπλοῦς. Ἐὰν οἱ συνάδελφοι τὸ ὑποβληθὲν ὠνόμασαν πρότασιν νόμου καὶ οὐχὶ διαρρύθμισιν συνταγματικῆς διατάξεως, τοῦτο οὐδεμίαν ἐπιρροὴν δύναται νὰ ἀσκήσῃ σοβαρὰν διὰ τὴν παροῦσαν διπλῆν Βουλήν.
§75Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, Κύριοι, πρὸ παντὸς ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς κατατεθείσης προτάσεως καὶ χωρὶς νὰ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως.
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἀκουσθῇ.
§77Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀποτελέσῃ πολύτιμον συμβολὴν διὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ ἀκουσθῇ, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Ψαρῶν, ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν συζήτησιν, καὶ νὰ ἀναμείνῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν λόγον, τὸν ἐζήτησα δὲ καὶ ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου λόγῳ ἀντισυνταγματικότητος. Κύριοι, ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ὅτε ὑπέγραψα μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων τὴν κατατεθεῖσαν πρότασιν, προέβλεπον ἀντιρρήσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐνδεχόμεναι, ἂν ἡ Βουλὴ προχωρήσῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν τῆς προτάσεως. Ἀλλὰ δὲν ἀνέμενον ὅτι ἤθελε χαρακτηρισθῆ ἡ πρότασις αὕτη ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ Σύνταγμα. Διατί τάχα εἶναι ἀντισυνταγματικὴ ἡ πρότασις, καὶ διατί πρόκειται νὰ παραβῶμεν τὸν θεμελιώδη νόμον, ὁρίζοντες ὅτι δὲν ἐνεργοῦνται νέαι ἐκλογαὶ διαρκούσης τῆς διπλῆς Βουλῆς; Ὁ κείμενος Καταστατικὸς Χάρτης λέγει ὅτι πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ καλεῖται διπλῆ Βουλή, δὲν ἀναφέρει δ’ ἀριθμὸν Βουλευτῶν. Ἔχει διατάξεις τινὰς ὁριζούσας ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν τοῦ Κράτους πρέπει νὰ εἶναι τόσος ἢ τόσος; Βεβαίως ὄχι. Μόνον τὸν ἀριθμὸν τῶν 150 φέρει ὡς ἀριθμὸν ἐλάχιστον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, διότι ἔκρινεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 1862 ὅτι ἔπρεπε νὰ ὁρίσῃ ἕνα ἐλάχιστον ἀριθμὸν ἀντιπροσώπων, καὶ ὥρισε τὸν ἀριθμὸν 150. Κάτω τοῦ 150 θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὁ ὁρίζων ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι 149 ἢ ἡ διπλῆ 298. Ἐκτὸς τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένος ἄλλος τις ἀριθμὸς ἐν τῷ Συντάγματι, ἡ παράβασις, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ὁποίου ν’ ἀποτελῇ ἀντισυνταγματικότητα; Ἐγὼ δὲν βλέπω τοιοῦτον ἀριθμόν. Ἡ προσήλωσις δὲ εἰς τὸν ἀριθμὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος τοῦ 362, ὅτι πρέπει, διὰ νὰ ἔχωμεν κῦρος καὶ ὕπαρξιν διπλῆς Βουλῆς καὶ ὕπαρξιν νομίμως συγκεκροτημένου Σώματος, ν’ ἀποτελώμεθα ἀπὸ 362 πρόσωπα, εἶναι, νομίζω, ἓν σόφισμα, ἐὰν ἡ Βουλὴ μοὶ ἐπιτρέπῃ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασιν, διότι οἱ 362 αὐτοὶ ἐκ φύσεως πολλάκις καὶ ἐκ περιστάσεων ἀνεξαρτήτων τῆς δυνάμεως τῆς ἀνθρωπίνης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι· διότι ἠκυρώσαμεν ἕνα, ἄρα ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει κῦρος καὶ δὲν δύναται νὰ συνεδριάσῃ ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπαναληφθῇ ἡ ἐκλογή; Εἰς αὐτὸ τὸ ἄτοπον ἄγει αὐτὴ ἡ μεγάλη προσήλωσις εἰς τὸν ἀριθμόν, ὅτι καὶ σήμερον, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσιν ἐν τῇ πραγματικότητι 362 συνάδελφοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐργασθῶμεν. Διότι κατ’ ἀλήθειαν σήμερον ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ 350 μέλη, τάχα αἱ ἀποφάσεις μας καὶ αἱ συνεδριάσεις μας εἶναι ἀντισυνταγματικαί; Δὲν πιστεύω· τὸ σόφισμα ὅμως καταλήγει εἰς αὐτὸ τὸ οὐχὶ λογικὸν συμπέρασμα. Δὲν βλέπω, Κύριοι, ἐν τῷ Συντάγματι καμμίαν ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ μᾶς ἐμποδίζῃ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως. Ἐὰν ἡ πρότασις εἶναι σκόπιμος, ἐὰν ἡ πρότασις ὑπηρετῇ τὸ κοινὸν συμφέρον, ἐὰν εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὸ Κράτος, νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, ἐὰν προχωρήσῃ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν, δὲν θὰ δώσῃ ψῆφον ἐναντίαν, καὶ δὲν θέλω καὶ ἐγὼ ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐξετάζων κατ’ οὐσίαν τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐξαίρων τὴν χρησιμότητα, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἀντελήφθη. Φρονῶ ὅτι ἀντισυνταγματικότης δὲν ὑπάρχει καὶ ὅτι τὸ ἀπαράδεκτον, τὸ λόγῳ ἀντισυνταγματικότητος, εἶναι ἀστήρικτον. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἶπεν ὅτι ἡ πρότασις εἶναι πρότασις συνταγματική. Ὄχι, Κύριοι. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν τὴν ὑπέγραψα ὡς πρότασιν συνταγματικήν. Δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα ἂν ἡ Βουλὴ δύναται πρότασιν συνταγματικὴν νὰ ψηφίσῃ, καίπερ μὴ ἐπιληφθεῖσα τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἁπλῶς πρότασις ἀφορῶσα εἰς μεταρρύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου εἶναι ἀστήρικτος καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ προβῇ εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μιχαλέας· ὁ κ. Βοζίκης παρῃτήθη.
§79Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Λέγω νὰ παραιτηθῶμεν ὅλοι, διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν τοῦ ἀπαραδέκτου.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παραιτηθῶσιν ὅλοι.
§81Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. Παραιτοῦμαι.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστίδης.
§83ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§84ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον, κύριοι Βουλευταί, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἐὰν δὲν προηγούμην ὅλων ὑμῶν τὴν τρίτην ἡμέραν, ἀφ’ ἧς ἤρξατο τὸ συνέδριον τοῦτο τῶν ἐργασιῶν του, νὰ διατυπώσω ποῖαι αἱ γνῶμαί μου περὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου, ποία ἡ ἀποστολὴ αὐτοῦ καὶ ποίαν τακτικὴν ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ εἰς τὰς ἐργασίας αὑτοῦ. Εἶπον τότε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀποστολὴ τοῦ συνεδρίου εἶναι ἡ ἀναθεώρησις τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, καὶ εἶπον τοῦτο, οὐχὶ ἵνα θέσω τάξιν κατὰ τύπους, ἀλλ’ ἵνα διαγράψω τὴν κατ’ οὐσίαν ἔννοιαν τῆς ἀποστολῆς τοῦ συνεδρίου, τουτέστι νὰ διερμηνεύσω τὴν ἔννοιαν τῆς διατάξεως ἐκείνης τοῦ Συντάγματος, δυνάμει τῆς ὁποίας ἤλθομεν ἐδῶ· ἐξωτερικεύεται δὲ ὁ σκοπὸς διὰ τῆς διατυπώσεως ἑνὸς τύπου, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ ἔννοια αὐτῆς. Ἐκλήθημεν, Κύριοι, νὰ ἀναθεωρήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ τὸ πρώτιστον ἡμῶν καθῆκον ἦτο νὰ ἀναθεωρήσωμεν αὐτάς, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν σήμερον, ὥστε νὰ ἀκούωνται διάφοροι γνῶμαι παρ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως εἰς τὴν διατύπωσιν τῶν γνωμῶν των ἔχουσι δίκαιον, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι δίκαιον κατ’ οὐσίαν.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀκούεται ὁ ῥήτωρ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ῥήτωρ δὲν ἀκούεται, διότι δὲν ὁμιλεῖ ἐπὶ τοῦ θέματος. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ ἀπαραδέκτου καὶ ὄχι περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, διότι ἄλλως θὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον. Στενῶς ἐπὶ τοῦ θέματος, παρακαλῶ, διότι εἶναι παρεμπῖπτον τὸ ζήτημα ἐντελῶς.
§87ΑΘ. ΧΡΙΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, εὑρίσκω ὅτι, ὡς διετυπώθη ἡ πρότασις αὕτη τοῦ νόμου, κατὰ τύπους μὲν εἶναι πρότασις νόμου, θέλουσα νὰ μεταβάλῃ διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία μεταβάλλει διάταξιν μὴ θεμελιώδη τοῦ Συντάγματος. Μὴ πλανᾶσθε, Κύριοι, ὅτι ἔπρεπεν ἡ πρότασις αὕτη—καὶ ποσῶς δὲν ἠμποδίζετο τὸ συνέδριον νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῆς—νὰ ἔλθῃ ὡς πρότασις μεταρρυθμίζουσα τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν. Δυνάμεθα, Κύριοι, καὶ ἐπὶ ἄλλων περιστάσεων λόγῳ τοῦ κατεπείγοντος νὰ ἀναθεωρήσωμεν καὶ ἄλλας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅταν πρέπῃ νὰ προηγηθῶσιν, ὅταν ἐπίκειται κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν, δὲν θέλω νὰ εἴπω κίνδυνός τις, ἀλλὰ καὶ μόνον ὅταν ἡ σπουδαιότης ἐπιβάλλῃ κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν νὰ προηγηθῇ ἡ ψήφισίς τινων. Ἐὰν λοιπὸν σήμερον εἴχομεν αὐτὸ τὸ τεμάχιον τοῦ χάρτου μὲ τίτλον ὅτι πρέπει πρωτίστως νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων, τὸ ἐπιβάλλει ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ διατετυπωμένη ἰδέα ἐν τῷ προσχεδίῳ αὐτῷ, θὰ τὸ ἐνόουν. Περὶ τούτου ὅμως, Κύριοι, δὲν πρόκειται σήμερον. Πᾶν ὅ,τι ἐλέχθη, Κύριοι, σήμερον ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐλέχθη μὲν λίαν εὐπρεπῶς, λίαν ἐντέχνως, ἀλλὰ τὰ λεχθέντα ἦσαν ἁπλοῖ ξιφισμοὶ τῆς λεκτικῆς καὶ διάφοροι φράσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδικαιολόγουν τὸν λέγοντα καὶ μόνον. Οὐδεὶς δέ, δύναταί τις εἰπεῖν, κατῆλθε τοῦ βήματος ἡττημένος· πάντες ὑπεστήριξαν τὴν γνώμην των, ἀλλὰ τὴν ὑπεστήριξαν ἐκτὸς τοῦ θέματος. Κύριοι, τὸ συνέδριον ἔχει ἀποστολὴν εἰς ὅλας του τὰς συζητήσεις τοιαύτην, ὥστε ἕκαστον μέλος νὰ ἔχῃ κύκλον τοῦ ἐκφράζεσθαι, κύκλον διατυπώσεως τῶν ἰδεῶν του καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ καταλήγῃ, καθ’ ὃν νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐσιαστικὴ ἀντίρρησις. Δὲν πρόκειται ὁ εἷς νὰ θέλῃ νὰ φαίνηται, ὅτι εἶναι περισσότερον ἠσκημένος τοῦ ἑτέρου εἰς τὴν λεκτικήν, οὔτε ὅτι ἔχει γνώσεις πολλὰς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συζητήσωμεν σήμερον· πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκείνην τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει αὐτῷ ὁ σκοπός, ἵνα εἰσδύσῃ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, νὰ εἰσδύσῃ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Καὶ τίς θέλετε, Κύριοι, νὰ μὴ λάβῃ τὸν λόγον, καὶ νὰ μὴ ψέξῃ τὴν συζήτησιν, ὅτε αὐτὸ τὸ τεμάχιον τοῦ χάρτου, τὸ ὁποῖον εἶναι σεβαστόν, διότι ἔχει τὴν πρόθεσίν του, πρὸς ἣν ἐπιβάλλεται ὁ σεβασμός, δὲν φέρει τὸν τίτλον «Ἀναθεώρησις τῆς δεῖνα διατάξεως τοῦ Συντάγματος», περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται; Ἐάν, Κύριοι, ἔφερε τὸν τίτλον αὐτόν, ὅτε ἐγίνετο ἡ παρατήρησις ὑφ’ ἑνὸς ἐξ ἡμῶν, θὰ ἔλεγεν ὁ ὑποβαλὼν τὴν πρότασιν: τὴν ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη, τὴν ἐπιβάλλουσι τὰ πράγματα. Ὡς πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπόν τινες, ὅτι δὲν συμφέρουν αἱ ἀναπληρωματικαὶ ἐκλογαί, ἀπαντῶ: καὶ τίς εἶπεν, ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ γίνωσιν αἱ ἐκλογαὶ αὗται; Ἀναντιρρήτως δὲν συμφέρουσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα διὰ τῆς μεγάλης πύλης εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ὄχι διὰ τῆς ἀτραποῦ, διὰ τῶν παραθύρων. Ἴσως, Κύριοι, ἦλθε τὸ νομοσχέδιον δοκιμαστικῶς, ἀλλά, διὰ νὰ μὴ θελήσω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν καὶ νὰ μὴ θελήσω νὰ θίξω τὴν φιλοτιμίαν κανενὸς ἐκ τῶν συναδέλφων, λέγω ὅτι ἂς ἀποσυρθῇ καὶ ἂς ἔλθῃ μία πρότασις, ὅτι ἡ ἀνάγκη ἐπιβάλλει νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος περὶ ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν, καὶ θὰ εἴμεθα, Κύριοι, ὅλοι πρόθυμοι νὰ τὴν μεταρρυθμίσωμεν πρὶν ἢ ἐπιληφθῶμεν τῶν ἄλλων διατάξεων, ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τῆς ἐννοίας περὶ ἀρτιότητος τοῦ συνεδρίου καὶ νὰ εἴπωμεν τὸ κατὰ τί συμφέρει ἢ κατὰ τί δὲν συμφέρει νὰ γίνωσιν ἀναπληρωματικαὶ ἐκλογαί· δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ εἰσέλθωμεν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὴν ἐντολὴν ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐντολὴν τῶν ἀντιπροσώπων μιᾶς ἐπαρχίας· οὔτε ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Κοινοβούλιον νὰ λεχθῇ καὶ νὰ ἀκούσωμεν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν οἱ ἐπιλαχόντες, τουτέστιν οἱ ἀποδοκιμασθέντες ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ διοριζόμενοι διὰ τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν· οὔτε μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ θέσωμεν ὅρια ἐφαρμογῆς τῶν νόμων τῶν ἐκλογικῶν τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν ἀδύνατον γενέσθαι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν· οὔτε μᾶς εἶναι ἐπίσης ἐπιτετραμμένον, Κύριοι, νὰ εἴπωμεν, ὡς ὁ τελευταῖος προλαλήσας εἶπεν, ὅτι: ἂν λείψωσι πέντε ἢ δέκα, ἕπεται ὅτι ἡ ἐντολὴ δὲν εἶναι πλήρης ἐξ ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, ἐξ ὅλου τοῦ Κράτους, καὶ αἱ πράξεις ἡμῶν δὲν εἶναι νόμιμοι. Ὄχι, Κύριοι, τοιαῦτα δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῶσι, διότι εἶναι ῥητὸν ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι οὕτω γίνεται ἡ ψηφοφορία, οὕτως ἐκλέγονται οἱ ἀντιπρόσωποι, καὶ ὁσάκις συμβῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δυνάμει τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀπορρέει ἐκ τοῦ Συντάγματος, ὁρίζει ὡρισμένας προθεσμίας πρὸς ἐνέργειαν ἀναπληρωματικῶν ἐκλογῶν καί, ἐκπληροῦσα τὴν διάταξιν αὐτὴν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐκπληροῖ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Ὑπὸ τὴν αἵρεσιν δὲ αὐτὴν τὸ Κοινοβούλιον συνεδριάζει ἐγκύρως καὶ ἐν ἀρτιότητι. Ὅταν δὲ διατάξῃ τὰς ἐκλογάς, βεβαίως τότε θὰ ἔλθωσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔλθωσι, καὶ οὐχὶ οἱ ἀποδοκιμασθέντες ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ὅτε λοιπόν, Κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, μᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβαίνωμεν δι’ ἐπιχειρημάτων εἰς ὑποστήριξιν ἀντικειμένων εἰς τὸ Σύνταγμα γνωμῶν; καὶ δὲν μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ἀνάγκη ὑπαγορεύει νὰ φέρωμεν πρότασιν περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος; Λέγω βεβαίως ναί, καὶ τότε ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ κανεὶς νὰ εἴπῃ τὸ ἐναντίον. Τίς θὰ εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ κάμῃ τὴν εἰσήγησιν αὐτὴν οἱ πάντες τὸ γνωρίζομεν, ἐγὼ δέ, ὁ ὁποῖος ὁμιλῶ ἐκ τῆς θέσεως αὐτῆς, ἔχω τὴν ἀξίωσιν καὶ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην ὅτι οὕτω δέον νὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις, καὶ πέπεισμαι, ὅτι ἡ γνώμη μου θὰ γίνῃ ἀποδεκτή.
§88Χ. ΚΟΡΥΛΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐνταῦθα εἴμεθα κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἤδη συζητοῦμεν περὶ λεπτομερειῶν Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐσεβάσθημεν. Τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ κατὰ τὴν γνώμην μου εἶναι καλὸν νὰ μὴ γίνωσιν ἐκλογαί, διὰ νὰ μὴ γίνωσι καὶ δαπάναι καὶ αἱ ἐργασίαι παύσωσιν. Ἐγώ, ὅσον ἀφορᾷ τὴν γνώμην μου, ἐκ τῆς κατὰ σειρὰν ἐξετάσεως τῶν ἄρθρων, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Μιχαλακόπουλος εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ. Ἐὰν αὔριον κηρυχθῇ πόλεμος καὶ κηρυχθῇ ὁ στρατιωτικὸς νόμος, εἶναι ἀνάγκη νὰ πάρωμεν τὰ ἄρθρα ἀπὸ τὸ πρῶτον μέχρι τέλους, ἢ νὰ ψηφίσωμεν ἓν ἄρθρον; Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ψηφίσωμεν καὶ αὐτό.
§89Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὅσον ἀναμφισβήτητοι εἶναι αἱ δυσχέρειαι, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀνάγκη τῆς πληρώσεως τῶν κενωθεισῶν ἑδρῶν, τόσον ἐπίσης βέβαιον εἶναι, ὅτι ὅλα τὰ θεραπευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τούτῳ προετάχθησαν, ἀντίκεινται προδήλως εἰς τὸ Σύνταγμα. Εἶναι βέβαιον, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ τὸν Βουλευτὴν δι’ ὡρισμένον χρόνον καὶ ἀνανεούμενον ἐφ’ ὅσον ἤθελε κενωθῆ ἡ θέσις αὐτοῦ. Ἐπίσης εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ ἀποτυχόντες ἢ ἐπιλαχόντες δὲν δύνανται νὰ ἔλθωσιν ὡς ἐπιτυχόντες, ἀφοῦ ἀπέτυχον. Ἀπέναντι τῶν ἀνωμαλιῶν αὐτῶν κατ’ ἐμὲ εἶναι μικροτέρα ἡ ἀνωμαλία, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ μὴ κατὰ σειρὰν ψήφισις τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἀνωμαλία, διότι αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις εἶναι ἀλληλένδετοι, ἀλλ’ αὐτὴ τοὐλάχιστον εἶναι ἡ μικροτέρα πάσης ἄλλης ἐκ τῶν προτεινομένων. Ἐπειδὴ δὲ ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν νὰ τροποποιήσωμεν μεταξὺ τῶν ἄλλων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ ἄρθρον 69, ὅπερ κατὰ τὸ ὑποβληθὲν προσχέδιον διατυποῦται οὕτως (ἀναγινώσκει): «Οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται διὰ τέσσαρα συναπτὰ ἔτη ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῶν γενικῶν ἐκλογῶν, ἅμα δὲ τῇ λήξει τῆς τετραετοῦς Βουλευτικῆς Περιόδου διατάσσεται ἡ ἐνέργεια γενικῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν κλπ.», δι’ ἑτέρας δὲ τροπολογίας προτείνεται νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἑξῆς ἐδάφιον (ἀναγινώσκει): «Ἕδρα βουλευτικὴ κενωθεῖσα κατὰ τὸ τελευταῖον τῆς Περιόδου ἔτος δὲν ἀναπληροῦται», φρονῶ ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη δύναται νὰ συμπληρωθῇ καὶ δι’ ἑτέρας ἀκόμη ῥήτρας, ὅτι «τὸ αὐτὸ ἰσχύει», δηλ. ἡ μὴ ἀντικατάστασις τῶν κενουμένων βουλευτικῶν ἑδρῶν, «καὶ διὰ τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν». Προτείνω ὅθεν νὰ παραπεμφθῇ αὐτοτελῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο μετὰ τῶν σχετικῶν αὐτοῦ τροπολογιῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ ἔπειτα νὰ ψηφισθῇ μετὰ τῆς ὡς ἄνω προσθήκης. Ἐὰν δὲ ἤθελε καταργηθῆ τὸ ἄρθρον 107, ὡς πρὸς τὴν συγκρότησιν διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἡ διάταξις αὕτη θὰ εἶναι ἄχρηστος. Αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ προσφορωτέρα λύσις.
§90Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφ’ ὅτου, κύριοι Βουλευταί, ὁ θάνατος ἤρξατο νεμόμενος μετὰ τόσης σκληρότητος τὰς τάξεις μας ἐγεννήθη παρὰ πολλοῖς ἡ σκέψις, ἂν θὰ ἦτο ἀληθῶς σκόπιμον νὰ τεθῇ εἰς κίνησιν ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, διὰ νὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὸ μεγαλείτερον μέρος τῶν νομῶν τοῦ Κράτους. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποφευχθῶσιν αἱ ἐπαναληπτικαὶ ἐκλογαὶ σήμερον, πλὴν τῶν ἐπαρχιῶν, ἐν αἷς ἡ ἐκλογὴ διεξήχθη ἀκύρως, οἱ ὑποστηρίζοντες τοῦτο, λέγω, ἔφεραν ἀληθῶς ἐπιχειρήματα ἄξια μεγάλης προσοχῆς. Ἔφεραν τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος νὰ κάμῃ κατ’ ἐπανάληψιν ἐκλογάς, πρόκειται δὲ νὰ κάμῃ μετ’ ὀλίγον δημοτικὰς ἐκλογὰς καὶ ἐκλογὰς τακτικῆς νομοθετικῆς Βουλῆς. Ἐσκέπτοντο, ἂν δὲν θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ ἀποφευχθῇ ἡ διεξαγωγὴ καὶ πάλιν παρενθέτων ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τοῦτο θὰ ἦσαν ὀλιγώτερον ἐπιβεβλημέναι, ὅτι ἡ σύνθεσις τοῦ παρόντος Σώματος, καὶ τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει ἀμφιβολίαν, ὅτι ἀπὸ τοῦ τοιούτου ἢ τοιούτου ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ φυσιογνωμία αὐτοῦ ἡ πολιτική. Συγχρόνως ὑπεστηρίζετο ὑπὸ τῶν ἐχόντων τὴν γνώμην αὐτήν, ὅτι διὰ τῶν ἐκλογῶν καὶ αἱ ἐργασίαι τοῦ συνεδρίου τούτου, δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι θὰ παρέλυον, ἀλλὰ θὰ ἐδυσχεραίνοντο, διότι εἶναι φυσικόν, ὅτι ἀρκετὸς ἀριθμὸς συναδέλφων θὰ ἀπήρχετο εἰς τὰς ἐπαρχίας διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν. Τελευταῖον ὡς ἐπιχείρημα ἔφεραν, ὅτι διὰ τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν θὰ εἴχομεν δαπάνην ὑπέρογκον διὰ τὸ Κράτος, ὄχι διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν καλπῶν, ἀλλὰ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν δικαστικῶν ἀντιπροσώπων, οἵτινες παρίστανται κατὰ τὰς ἐκλογάς. Αἱ σκέψεις αὗται ἤγαγον, ὡς εἶμαι βέβαιος, τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους εἰς ὑποβολὴν τῆς προτάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ ὁρισθῇ, ὅτι δὲν θὰ γίνωσι διαρκούσης τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἐκλογαὶ ἀναπληρωματικαί. Ἀλλ’ ἐγεννήθη ἀμέσως ἐν τῇ διπλῇ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ τὸ ζήτημα, ἂν ἡ πρότασις αὐτή, ὡς παρουσιάζεται ὡς πρότασις νόμου, εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ καὶ ἂν δὲν ἀντίκειται πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ὑπεστήριξεν εὐγλώττως καὶ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, ὁμολογῶ, μὲ ἔκαμε νὰ πιστεύσω, ὅτι ἔχει μᾶλλον ἐκεῖνος δίκαιον, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ὡρίζετο, ὄχι ὅτι ὅλαι αἱ ἐκλογικαὶ περιφέρειαι δὲν ἔχουσι τὸν ἀνάλογον πρὸς τὸν πληθυσμὸν ἀριθμόν, ἀλλ’ ὅτι αἱ ἐκλογικαὶ περιφέρειαι, αἱ ὁποῖαι ἐξέλεξαν ἀνάλογον ἀριθμὸν Βουλευτῶν καὶ αἱ ὁποῖαι εἶχον τὸ ἀτύχημα νὰ στερηθῶσιν ἑνὸς ἀντιπροσώπου, δύνανται νὰ μείνωσι κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἄνευ ἀντιπροσώπου νέου δι’ ἐπαναληπτικῆς ἐκλογῆς. Ἐν τούτοις, καίτοι κλίνω πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, εἶμαι πιθανῶς διατεθειμένος, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος τρόπος νὰ διεξέλθωμεν τὰς δυσχερείας, θὰ εἶμαι διατεθειμένος νὰ συζητήσω κατ’ οὐσίαν, διότι ἐπιφυλάττω τὴν γνώμην μου μετὰ τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν νὰ τὴν εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν ἑνὸς τοιούτου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ συνέδριον τοῦτο ἔχει διφυᾶ ἐξουσίαν, στενωτέραν καὶ εὐρυτέραν, προβάλλονται δὲ κατὰ τῆς γνώμης ταύτης ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι καὶ αὐταὶ τὴν ἀξίαν ὡς ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξαν τὴν ἀντίθετον ταύτην γνώμην, νομίζω ὅτι τὸ σκοπιμώτερον εἶναι νὰ θέσωμεν εἰς κίνησιν τὴν εὐρυτέραν ἐκείνην ἐξουσίαν τοῦ συνεδρίου τούτου, ὅπως διὰ τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ διαμφισβητηθῇ, εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς οὐσίας τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία, χαρακτηριζομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἀντικειμένη, ὑπὸ τὸ ἔνδυμα αὐτό, πρὸς τὸ Σύνταγμα, νὰ θεωρηθῇ ὡς πρότασις ὑπαγομένη εἰς τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται, λέγω, νὰ ἀμφισβητηθῇ σοβαρῶς. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ λοιπόν, φρονῶ, ὅτι δυνάμεθα νὰ παραπέμψωμεν τὴν πρότασιν ταύτην, ὡς πρότασιν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ὁποία θέτει εἰς κίνησιν τὴν ἀναθεωρητικὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἵνα ἐντὸς πέντε ἡμερῶν συζητήσῃ καὶ μελετήσῃ αὐτὴν καὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως διὰ ψηφίσματος τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς δύναται νὰ κριθῇ, ἂν λόγοι σκοπιμότητος εἶναι ἀρκετοί, ὥστε νὰ ἐπιβάλωσι κατὰ τὸ διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τὴν μὴ πλήρωσιν τῶν κενῶν βουλευτικῶν θέσεων. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ὅπως ἡ ἐν λόγῳ πρότασις παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις ἐντὸς πενθημέρου νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πόρισμα τῆς μελέτης της, διὰ νὰ γνωρίζωσιν οἱ ὑποψήφιοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ πολλοί, ἂν θὰ γίνωσιν ἐκλογαί.
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἡ προθεσμία εἶναι μεγάλη· μετ’ ὀλίγον ἐπέρχονται διακοπαί.
§93Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ εἴμεθα ἕτοιμοι, ὥστε τὴν Δευτέραν νὰ φέρωμεν καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε ἔχει καλῶς· ἄλλως τε ἐκ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς θὰ λυθῇ κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα.
§95Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω ἁπτὴν εἰς τὴν ἀντίληψίν μου τὴν ἀντισυνταγματικότητα τοῦ σχεδίου νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, καὶ διὰ τοῦτο τολμῶ νὰ λάβω τὸν λόγον, ζητῶν συγγνώμην παρ’ ἐκείνων, μετὰ τὴν αὐθεντίαν τῆς γνώμης τῶν ὁποίων δὲν ὤφειλον νὰ λάβω τὸν λόγον. Κύριοι Βουλευταί, τὸ κείμενον τὸ ὑπὸ μελέτην θίγει τὸ ζήτημα τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Σώματος κατ’ ἀριθμόν. Τοιοῦτον δὲ ζήτημα ἀπόκειται νὰ τὸ κανονίσῃ ἀναμφισβητήτως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Διότι ἡ κυριαρχικὴ ἐξουσία τοῦ ἔθνους ἐναπέθηκεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίζῃ ἑκάστοτε τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν. Ἔθηκεν ὅμως συγχρόνως ῥητὸν ὅρον ἀπαράβατον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν δὲν δύναται νὰ μειωθῇ κάτω τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 150 ἀντιπροσώπων. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον πρόκειται, Κύριοι, νὰ ψηφίσωμεν, ἐφ’ ὅσον μὲν δι’ αὐτοῦ δὲν περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς κάτωθι τοῦ ὅρου τοῦ ὁριζομένου ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται βεβαίως νὰ γίνῃ λόγος περὶ ἀντισυνταγματικότητος αὐτοῦ, ἐὰν ὅμως μοιραίως ἤθελε περιορισθῆ ὁ ἀριθμὸς κάτω ἐκείνου, τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἐκανόνισε, δὲν νομίζετε πλέον ὅτι τότε ἤθελεν εἰσέλθει ὁ τοιοῦτος νόμος εἰς τὴν σφαῖραν τῆς ἀντισυνταγματικότητος φανερῶς; Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑξαμηνίας ἢ πλέον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ διανύσωμεν, ἐπέλθωσι καὶ παραιτήσεις ἢ ἄλλοι θάνατοι καὶ κενωθῶσι 40 ἀκόμη θέσεις...
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄ!
§97Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Τὸ ἀπευχόμεθα βεβαίως, ἀλλ’ ὅμως ἰδοὺ σκέψις, ἀσφαλῶς δυναμένη νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς διακρίβωσιν τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ προβαλλομένου νομοσχεδίου. Διότι ἰδοὺ περίπτωσις, καθ’ ἣν ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς δύναται νὰ περιορισθῇ ἐπὶ ἔλαττον τοῦ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζομένου ἀριθμοῦ. Θέτω ἤδη ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, δι’ ἧς δίδεται ἄλλη τροπὴ πρὸς ἐπίλυσιν τοῦ ἀπασχολοῦντος ἡμᾶς ζητήματος. Δὲν νομίζω ὅτι αὕτη δύναται σοβαρῶς νὰ συζητῆται ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, διότι προσὸν ἀπαραίτητον τῶν ψηφιζομένων νόμων πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἐφαρμόσιμον αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ πρότασις αὕτη ἄγει εἰς ψήφισιν νόμου, τοῦ ὁποίου προσὸν καὶ σκοπὸς εἶναι νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ.
§98ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐγκατελείφθη ἡ ἀρχὴ αὐτή.
§99Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Τότε περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω ἀπασχολῶν ὑμᾶς ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου κηρύσσεται περατωμένη. Ἀνακοινῶ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν κατήρτισε τὸ Προεδρεῖον ὡς συμπέρασμα τῆς γενομένης συζητήσεως ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως: «Ἡ Βουλή, ἀναγνωρίζουσα ὅτι ἡ πρότασις νόμου περὶ μὴ ἐνεργείας ἐπαναληπτικῶν ἐκλογῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος, παραπέμπει ταύτην εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ὁρίζει εἰς αὐτὴν προθεσμίαν πρὸς ὑποβολὴν τῆς οἰκείας ἐκθέσεως μέχρι τῆς 14ης Φεβρουαρίου 1911». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ νομοπαρασκευαστικῶν ἐπιτροπειῶν». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§101Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου πληροφορίας ἐμφαινούσας τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης τῆς γενομένης μέχρι τοῦδε ἐκ μέρους τοῦ Κράτους πρὸς σύνταξιν κωδίκων καί, εἰ δυνατόν, ὡρισμένως κατ’ ἔτος καὶ καθ’ ἕκαστον τῶν μελῶν τῶν διαφόρων ἐπιτροπειῶν.
§102Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. 300,000.
§103Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρέπει ἐπισήμως νὰ τὸ μάθω. Ἐπίσης καὶ τὸ εἶδος καὶ τὸ ποσὸν τῆς ἐργασίας, τὸ ὁποῖον ἔχει γίνει, ἵνα μάθῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἂν ἐδαπανήθη ποσὸν πρὸς ἐργασίαν τοιαύτην, ποῖον ποσόν, τίνες τὸ ἔλαβον καὶ ποίαν ἐργασίαν ἐνήργησαν εἰς ἀντάλλαγμα αὐτοῦ. Νομίζω χρησιμωτάτας τὰς πληροφορίας ταύτας, ὅπως καταλήξωμεν εἰς συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§104Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αἱ πληροφορίαι, ἃς ζητεῖ ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, βεβαίως θὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον προκύπτουσιν ἐκ τῶν σχετικῶν φακέλων τοῦ Ὑπουργείου· ποιοῦμαι ἐν τούτοις τὴν πρόσθετον δήλωσιν ὅτι κατὰ γνώμην, ἣν ἔχω, δὲν σχετίζονται τὸ παράπαν αἱ πληροφορίαι αὗται πρὸς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ἐφ’ ὅσον καταστῇ δυνατὸν νὰ προσαχθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, μέχρις αὔριον θὰ προσαχθῶσιν. Ἀλλά, καὶ ἂν τοῦτο δὲν συμβῇ, πάντως θὰ κατατεθῶσι.
§105Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου πρέπει νὰ τὰς ἔχωμεν, διὰ νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας.
§106Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ τονίσω τὸ ἰδιαίτερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Οὗτος εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀρκαδίας, ὅπως προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατάλογον τῶν γενομένων ἀπὸ τοῦ 1888 καὶ ἐντεῦθεν δαπανῶν διὰ τὴν κατάρτισιν Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ συγχρόνως τὸ ποσὸν τῆς γενομένης ἐργασίας, ἀπεκρίθη, ὅτι, καὶ ἂν προσεκόμιζε τὸν κατάλογον τοῦτον, ἀναμφισβητήτως οὐδεμίαν σημασίαν θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου. Δὲν πρόκειται σήμερον φυσικὰ νὰ εἰσέλθῃ τις εἰς τὴν ἔρευναν τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἡ παρατήρησις, ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρέχει σαφὲς δεῖγμα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη χωρὶς νὰ μελετηθῇ κἂν ὁ φάκελος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔδιδε τὰ δεδομένα, διατί δὲν ἐγένετο ἐργασία καὶ διατί, ἐνῷ τὸ Κράτος ἐδαπάνησε μέχρι τοῦδε ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, μένει ἄνευ Ἀστικοῦ Κώδικος, διότι μόνον περὶ Ἀστικοῦ Κώδικος ἐπρόκειτο καὶ οὐχὶ περὶ ἀνακαθάρσεως τῶν ἄλλων νόμων τοῦ Κράτους. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν περιέργειαν νὰ παρατηρήσῃ τὸν φάκελον ἐκεῖνον, θὰ ἀνεύρισκεν ὅσα ἡμεῖς ἁπλοῖ ἰδιῶται ἀπὸ περιεργείας ἐνίοτε ἀγόμενοι πρὸς ἔρευναν μερικῶν πραγμάτων ἀπὸ μακρᾶς ἤδη σειρᾶς ἐτῶν κατωρθώσαμεν νὰ περισυλλέξωμεν ἐκ τοῦ φακέλου τούτου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι μακροτάτη ἡ ἱστορία τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν καταρτισθεισῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ πολυθρυλήτου Ἀστικοῦ Κώδικος. Καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑποβάλλει νομοσχέδιον προσωπικὸν κατ’ ἀρχάς, θεωρητικὸν μετὰ ταῦτα, νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶναι προσωπικόν, διότι εἶναι χαριστικόν, νομοσχέδιον θεωρητικόν, τὸ ὁποῖον οὐδεμίαν θὰ εἶχε σημασίαν καὶ διὰ τὸ ὁποῖον θὰ δαπανήσῃ τὸ Κράτος 200.000 δραχμῶν ὁλοκλήρων, καθ’ ἣν ἐποχήν, ὡς εἶπεν ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς καὶ μέλος μιᾶς τῶν διορισθεισῶν ἐπιτροπειῶν κ. Μιχαλακόπουλος, τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ δαπανήσῃ 200.000 δραχμῶν, ἵνα ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς καὶ δυνηθῇ οὕτως ἡ Κυβέρνησις νὰ σφυγμομετρήσῃ τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ ἴδῃ κατὰ πόσον ὑπάρχει ὁ πυρετὸς ὑπὲρ τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως καὶ ἂν ἐμειώθη, καὶ διατί καὶ κατὰ πόσον ἐμειώθη. Θλίβομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀντὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀγνοοῦντος οὕτω τὰ πράγματα ἐπὶ τῆς ἱστορίας τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Ὑπάρχουσι δύο ἀκριβῶς κεχωρισμέναι περίοδοι προκειμένου περὶ Ἀστικοῦ Κώδικος. Ἡ πρώτη περίοδος εἶναι ἡ φθάνουσα μέχρι τοῦ 1888, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔχομεν τὸν γερμανικὸν Ἀστικὸν Κώδικα. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέτρεχεν εἰς τὸν φάκελον ἐκεῖνον, εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, θὰ ἀνεύρισκεν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1822, τῆς ἐν Ἑρμιόνη Συνελεύσεως, μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης 8 ὁλόκληροι ἐπιτροπεῖαι κατηρτίσθησαν. Μία τῶν ἐπιτροπειῶν ἐκείνων ἀπηρτίσθη ὑπὸ ἀειμνήστων ἀνδρῶν ἐργασθέντων ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἐπιστήμης, ὑπὸ τοῦ Οἰκονομίδου καὶ τοῦ Καλλιγᾶ, καὶ ἀναφέρω τὰ δύο ταῦτα ὀνόματα, διότι οὗτοι ἦσαν εἰσηγηταί, καταρτίσαντες καὶ ὁλόκληρον σχέδιον Ἀστικοῦ Κώδικος, τὸ ὁποῖον προσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐψηφίσθη. Ἀλλὰ δὲν ἠρώτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διατί εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ δὲν ἐψηφίσθη. Ἀπὸ τοῦ 1870 μεσολαβεῖ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἐγένετο ποικίλη ἐργασία ἀναθεωρήσεως τοῦ σοφοῦ ὄντως ἔργου, τὸ ὁποῖον διέγραψαν διαπρεπεῖς νομοδιδάσκαλοι ἐκεῖθεν, ὅθεν πάντες ἤντλησαν τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα φέρουν μέχρι τοῦ ἐθνικοῦ συνεδρίου. Ἀπὸ τοῦ 1888 ἀρχίζει ἡ κωμῳδία τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, τῆς ὁποίας, πολὺ φοβοῦμαι, μία τῶν πράξεων εἶναι καὶ ἡ ἑτοιμαζομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀρχίζει ἀπὸ τοῦ 1888 ὁλόκληρος ἡ ἱστορία. Διορίζονται ἐπιτροπεῖαι, καὶ ἐν τῷ φακέλῳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὑπάρχουσι μόνον ἐντάλματα πληρωμῶν, διατάγματα διορισμῶν ἐπιτροπειῶν, διατάγματα διορισμῶν γραμματέων, καθ’ ὃν τρόπον περίπου ἀναγράφονται καὶ ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ, μέχρι πέρυσιν ἢ προπέρυσι, μέχρι τοῦ 1909, ὁπότε ὁ ἐξ Αἰγύπτου ὁμογενὴς καλλιεργῶν τότε τὰς νομικὰς ἐπιστήμας καὶ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εἰσέφερε γενναῖον χρηματικὸν ποσόν.
§107ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἔγινεν αὐτό;
§108Γ. ΠΩΠ. Εἶναι γνωστόν, διότι εἶναι πρόσφατος ἡ ἱστορία, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ δωρεὰ ἐκείνη ἐπεστράφη ἢ ἀνεστάλη, ἴσως δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει τὰς λεπτομερείας, ὡς πάντες ἡμεῖς, διότι αὗται ἀπετέλεσαν θέμα καὶ ὀργῆς καὶ εὐθυμίας κατὰ μακρὰν σειρὰν ἑβδομάδων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐργασία, τῆς ὁποίας ἓν χαρακτηριστικὸν σᾶς ἀναφέρω: Νομομαθὴς διακεκριμένος κατοικῶν εἰς ἐπαρχίαν, καθ’ ὃν τρόπον κατοικοῦσιν εἰς ἐπαρχίαν καί τινα τῶν μελῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰς νέας ἐπιτροπείας, τὸ ἠρύσθην ἐκ τοῦ φακέλου, πρὶν ἢ τὸν κομίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔλαβε 2600 δραχμάς, διὰ νὰ καταρτίσῃ νομοσχέδιον περὶ ἐπιμόρτου συναλλαγῆς, καί, ἐπειδὴ ἔτυχεν ὁ ἀτυχὴς νὰ κατάγηται ἐκ Κερκύρας, ἐλησμόνησε καὶ κατήρτισε νομοσχέδιον περὶ ἀγροληψίας ἐν Κερκύρᾳ ἰσχυούσης, τὸ ὁποῖον φυσικὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τοῦ κώδικος. Διότι καὶ τότε οὐδαμῶς ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ Ἀστικὸς κῶδιξ διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶναι νόμος συνήθης, εἶναι κῶδιξ, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχῃ τοπικὰ ὅρια, ἀλλὰ ἐθνικά. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς Κυρίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐλαφρὰν τὴν καρδίαν, ὡς νέοι ὀργῶντες πρὸς τὴν ἐπιστήμην, ἀναλαμβάνουν ἔργον τοσοῦτον βαρύ, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἔκυψαν ὦμοι ὡς τοῦ Καλλιγᾶ, τοῦ Οἰκονομίδου, τοῦ Φρεαρίτου, τοῦ Ῥάλλη, τοῦ Παπαρρηγοπούλου, ἐρωτῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους, διότι ἀτυχῶς, καὶ εἶναι τοῦτο μέγα ἀτύχημα, πέντε συνάδελφοι, τοὺς ὁποίους τιμῶ, τοὺς ὁποίους ἀγαπῶ, μετέχουσι τῆς δωρεᾶς τῆς χαριστικῆς, ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Βουλὴν Ἀνορθώσεως νὰ ἔχῃ μέλη αὑτῆς διοριζόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ καὶ ταύτης τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ λάβωσι 15,000 δρ. ἕκαστος δι’ ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ κάμωσιν (Χειροκροτήματα). Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν πρὸς τὰ ἄνω καὶ πρὸς τὰ κάτω, καθ’ ὃν τρόπον προδιέγραψε τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ὀφείλομεν νὰ λέγωμεν αὐτὴν καὶ ὁριζοντίως, ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου πρὸς ὑμᾶς καὶ ἐκεῖθεν πρὸς τὸ βῆμα. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης ὁρμώμενος νομίζω, ὅτι μόνον ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς βάσεως τῶν πραγμάτων στηριζόμενοι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν. Ποῦ ἠκούσθη ποτὲ νὰ ἀναλαμβάνωνται ἐργολαβικῶς ἔργα ἐπιστημονικά; Διότι πρόκειται περὶ ἐργολαβίας ἄνευ μάλιστα μειοδοτικῆς δημοπρασίας (Χειροκροτήματα). Διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι θὰ ὑπῆρχον ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι, πτωχότεροι ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἐδέχοντο νὰ εἰσφέρωσιν εὐθηνότερον τοὺς κόπους των πρὸς κατάρτισιν τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν νόμων τοῦ Κράτους. Τοιαύτας τινὰς σκέψεις, Κύριοί μου, μοὶ ἐγέννησεν ἡ ἀνάγνωσις ὁλοκλήρου τοῦ φακέλου καὶ ἡ ἀνάγνωσις ἄρθρων καὶ διατάξεων τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς περαιτέρω συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν ὅλας τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὄχι νὰ προχωρήσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐν συνειδήσει ἐργαζομένων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, εἰμὴ πρᾶξις τοιαύτη νὰ ἔχῃ ἀπήχησιν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου οὐχὶ εὐάρεστον, ἡμεῖς δὲ πάντες, μὴ νομισθῇ, ὅτι λέγομεν ταῦτα ἀπὸ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ συμφέρον καὶ καθῆκον ἔχομεν νὰ αὐξήσωμεν τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ χάριν τοῦ κύρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὲρ τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου ἀμυνόμενοι ζητοῦμεν νὰ μὴ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, ἂν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου. (Εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§109Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νέων Ψαρῶν ὁμολογῶ ὅτι μὲ ἐξέπληξε. Κατηνάλωσε μέγα μέρος τῆς εὐγλωττίας αὑτοῦ καὶ ὑπὸ ὕφος ἀποκαλύψεων ἠγωνίσθη νὰ ἀνοίξῃ μίαν πύλην ὀρθάνοικτον. Ἤρχισε νὰ διηγῆται τὴν ἱστορίαν, τὴν περιπετειώδη, ὁμολογῶ, καὶ ἐν πολλοῖς μυθολογικήν, τῶν ἀποπειρῶν πρὸς καταρτισμὸν Ἀστικοῦ Κώδικος καί, διὰ νὰ μὴ λείψῃ ἴσως ἡ κατάπληξις τῆς Βουλῆς, ἀνέφερεν ὑπὸ ὕφος ἀποκαλύψεων γεγονότα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἠγνόησέ ποτε, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα γνωστότερα ἐγένοντο ἀπὸ δύο ἐτῶν, ὁπότε ἀνώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἔσχε τὴν εὐτυχῆ ἔμπνευσιν, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσίν του ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης, νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν δημοσιότητα ἐκ τοῦ φακέλου τοῦ σχετικοῦ καὶ νὰ τὰ δημοσιεύσῃ εἰς ἐφημερίδα, τῆς ὁποίας οὐδαμῶς τυγχάνει ξένος ὁ κ. ἐκ Νέων Ψαρῶν Βουλευτής, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, λέγω, κατέστησαν τὰ πάντα κοινὸν κτῆμα. Δὲν λέγω τοῦτο, διὰ νὰ ἐλέγξω οὔτε τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μετὰ τὴν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του ἀπομάκρυνσιν ἔδωκε τὰς πληροφορίας, οὔτε τὸν κ. ἐκ Νέων Ψαρῶν Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἐπεχείρησε νὰ καταστήσῃ ταῦτα ἤδη κτῆμα τῆς Βουλῆς. Τὸ λέγω μόνον διὰ νὰ ἐλέγξω τὸ ὕφος τῆς ἀποκαλύψεως καὶ τὸν τόνον, ὑφ’ ὃν ἐλέχθησαν τὰ γεγονότα. Ἴσως διέφυγε τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ τὸ γεγονὸς ὅτι, ὅσῳ δεινότερα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπε, καὶ εἶναι ὁμολογουμένως δεινά, τοσούτῳ μᾶλλον στερεὰ καὶ ἀσάλευτος καθίσταται ἡ δικαιολογικὴ βάσις τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα προβάλλομεν. Κολακεύομαι νὰ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐλησμόνησε ὅτι ὑπὸ τὸν αὐτὸν τόνον ὡμίλησα καὶ ἐγὼ εἰσηγούμενος τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια, κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν θὰ ἐλησμόνησεν ἴσως ἡ Βουλὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, ὅτι τουτέστιν ἐβεβαίωσα τὰς συνεχεῖς ἀποτυχίας, εἰς τὰς ὁποίας περιῆλθεν ἡ ἐθνικὴ ἀπόπειρα—τὴν ὀνομάζω οὕτως ἐν ἐπιγνώσει—τοῦ καταρτισμοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος. Περιπετειώδης ὑπῆρξεν ἡ ἱστορία, ἐπὶ δεκαετηρίδας διαρκέσασα· ἐστοίχισεν, ὡς δύναμαι νὰ βεβαιώσω ἐξ ὑπολογισμῶν καὶ ἐκ γνώσεων ἀναλόγων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νέων Ψαρῶν, ἐστοίχισε, λέγω, εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδειχθῇ τι σπουδαῖον καί τι ἄξιον λόγου. Αὐτὰ ἔλεγον τότε πρὸς τὴν Βουλήν. Δυστυχῶς δὲ εἶναι ἀκριβῆ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νέων Ψαρῶν, διότι δαπάναι πολλαὶ ἐγένοντο, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἐγένοντο ἐπὶ ματαίῳ. Ἀλλὰ πότε ἀκριβῶς, πρὸς τίνα ἀκριβῶς πρόσωπα, πρὸς τίνας σκοποὺς καὶ τίνα τὰ ἀποτελέσματα; Αὐτὰ εἶναι ἐρωτήματα, τὰ ὁποῖα ἀμφιβάλλω ἂν ἐν πάσῃ ἀκριβείᾳ εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσιν ἤδη καὶ μάλιστα ἂν ἀνατρέξῃ κανεὶς εἰς πολὺ παρῳχημένην ἐποχήν. Ταῦτα λέγων καὶ ταῦτα εἰπών, καθ’ ὃν χρόνον εἰσηγούμενος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια δὲν ἐνόησα οὐδ’ ἐννοῶ νὰ ἐλέγξω τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν ἑκάστοτε τὰς διαφόρους ἐπιτροπείας πρὸς καταρτισμὸν τῶν σχεδίων Ἀστικοῦ Κώδικος. Εἶπον καὶ τότε, καὶ φέρεται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικά, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν ἰδίαν πεποίθησιν, ὅτι τὸ σύστημα ἦτο κατὰ βάσιν πλημμελές· οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἰργάζοντο, ἦσαν πλημμελεῖς· αἱ δὲ συχναὶ μεταβολαὶ τῶν προσώπων ἦσαν αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς ἀνυπέρβλητα δεινὰ κατὰ τῆς προκοπῆς τῶν ἔργων καὶ κατὰ τῆς συστηματικῆς τούτων διεξαγωγῆς. Ὅλα ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψει, τὴν ματαίωσιν ὅλων τῶν ἀποπειρῶν, λαμβάνων δ’ ἀκριβῶς ὡς δεδομένον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τὴν ἐξακολούθησιν τοιαύτης τακτικῆς νὰ ἐλπίσωμέν ποτε, ὅτι θὰ ἀχθῇ εἰς πέρας ἔργον, ἐπαναλαμβάνω, ἐθνικόν, ἀπεφάσισα νὰ εἰσηγηθῶ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐτίθετο ὁριστικῶς τέρμα καὶ παρείχετο οὐχὶ ἡ βάσιμος προσδοκία, ἀλλ’ ἡ βεβαιότης, ὅτι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀτενίσωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὠνειροπόλησαν, ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔδωκαν τὴν ἐθνικὴν ἐλευθερίαν, δηλαδὴ εἰς τὴν σύνταξιν Ἑλληνικῆς νομοθεσίας. Διὰ τοῦτο, καίπερ συνορῶν τὰς ἀνάγκας τὰς οἰκονομικὰς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ ἀνορθώσεως ἐν γένει καὶ εἰδικώτερον τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, χωρὶς πρώτιστα νὰ σκεφθῇ περὶ συντάξεως νομοθεσίας δικαστικῆς. Θὰ ἦτο ἀστοχία κυβερνητική, θὰ ἦτο στενὴ σκέψις, πεπλανημένη σκέψις ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς πλειστάκις ἐπρυτάνευσαν ἐξ ἀγαθῆς, ἀλλ’ ἐπιπολαίας συνειδήσεως, ὁ δισταγμὸς νὰ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος εἰς μίαν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ὑπελόγισεν εἰς 200,000 δρχ. ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νέων Ψαρῶν, τὴν ὁποίαν ὑπολογίζω εἰς πλείονας ἐγώ, διὰ νὰ ἀποκτήσῃ νέους δικαστικοὺς Κώδικας.
§110Γ. ΠΩΠ. 195,000.
§111Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ εἶναι καὶ ἄλλα. Θὰ εἶναι πολὺ περισσότερα ἡ δαπάνη, θὰ εἶναι 250,000, θὰ εἶναι ἴσως 300,000 μέχρις οὗ περατωθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα εἰς διάστημα 4 ἢ 5 ἐτῶν. Ἀλλὰ θὰ ἦτο θεμελιώδης ἀστοχία κυβερνητική, θὰ ἠδύνατο δὲ νὰ καταγνωσθῇ ἐπιπολαιότης εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν τὴν δαπάνην τῶν 300,000 δρχ., διὰ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος—τοιαύτην εὐρύτητα καὶ τοιαύτην σημασίαν ἀποδίδω εἰς τὰ μέτρα ταῦτα — νὰ χορηγήσῃ, μετὰ πάροδον τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν, νομοθεσίαν δικαστικὴν πλήρη καὶ ἀρτίαν, ἀνταποκρινομένην πρὸς τὰς συγχρόνους κοινωνικάς, πολιτικὰς καὶ συναλλακτικὰς ἀνάγκας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἰσηγήθην καὶ εἰσηγοῦμαι ὡς ἓν θεμελιῶδες μέτρον ῥιζικὸν τῆς ἀνορθώσεως τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὄψις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐτονίσθησαν λόγοι, ἐν ἀγνοίᾳ βεβαίως, ὅτι, ὅσῳ περισσότερον ἤθελον τονισθῆ οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, ὅτι ὅσῳ μεγαλειτέρα ἔκτασις ἀτόπων ἤθελε δοθῆ εἰς τὸ παρελθόν, τοσοῦτον ἤθελε περισσότερον εὐρυνθῆ τὸ ἔδαφος καὶ στερεωθῆ ὁ στυλοβάτης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θεμελιοῦται τὸ εἰσηγούμενον ἤδη νομοσχέδιον. Ἀκριβῶς τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος, τὰ ὁποῖα δικαίως ἔψεξεν ὁ κ. ἐκ Νέων Ψαρῶν Βουλευτής, αὐτὰ ἀποτελοῦσι τὴν θεμελιώδη δικαιολογικὴν βάσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§112Γ. ΠΩΠ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§113Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς καί τινα σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὰ πρόσωπα. Φαίνεται ὅτι ὁ κ. ἐκ Νέων Ψαρῶν Βουλευτὴς ἓν ἐκ τῶν δύο ἔπαθεν: ἢ ἀγνοεῖ τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον τῆς Ἑλλάδος ἢ δὲν ἐμελέτησε τὸ Β. Διάταγμα καὶ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν ἐγνώριζεν ἀμφότερα ταῦτα, ἤθελεν ἴδει ὅτι κατεβλήθη πᾶσα προσπάθεια νὰ συλλεχθῶσι πάντοθεν καὶ νὰ ἐξευρεθῶσιν ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα συνεκέντρουν ἐν ταὐτῷ τὰ μείζονα ἐχέγγυα, τὰ σπουδαιότερα κεφάλαια τῆς μαθήσεως καὶ τῆς πείρας, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ τις βασίμως, ὅτι μετὰ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ἐσημείωσα ἤδη, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀσφαλῆ σκοπόν. Θὰ ἔβλεπεν ἐπίσης, ὅτι σκέψις, τῆς ὁποίας τὴν βασιμότητα καὶ τὴν σπουδαιότητα οὐδεὶς εὐλόγως δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὑπηγόρευσεν εἰς ἡμᾶς τὴν κατανομὴν τῶν ἔργων εἰς ἐπιτροπείας διττάς, εἰς ἐπιτροπείας εἰσηγητικὰς καὶ ἐπιτροπείας ἀναθεωρητικάς. Αἱ εἰσηγητικαὶ ἐπιτροπεῖαι κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ συγκεντρώσωσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ λόγῳ ἡλικίας καὶ λόγῳ ἀσχολιῶν καὶ λόγῳ μαθήσεως καὶ λόγῳ διαθέσεως χρόνου θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ καταναλώσωσι τὸν χρόνον ἐκεῖνον, τὴν μακρὰν ἐκείνην καὶ σύντονον καὶ ἐνδελεχῆ καὶ συστηματικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἔργον τόσῳ βαρύ, ὅπως ἡ ἀνακαίνισις τῶν ἰσχυόντων κωδίκων. Ἤθελεν ἴδει ὁ κ. Βουλευτής, ἂν παρηκολούθει τὰς σκέψεις ἡμῶν καὶ ἂν ἠδύνατο εἰς ταύτας νὰ ἐμβαθύνῃ, ἤθελεν ἴδει, ὅτι ἐπρυτάνευσαν καὶ παρ’ ἡμῖν αἱ σκέψεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἰς πάντα καλῆς πίστεως ἔδει νὰ πρυτανεύσωσι, καὶ πάντα ἔχοντα ἄρτιον τὸν νοῦν καὶ ἀγαθὴν τὴν πρόθεσιν ἔπρεπε νὰ καθοδηγήσωσιν, ὅτι τὸ ἔργον τῆς εἰσηγήσεως ἔπρεπε νὰ στεφθῇ διὰ τοῦ ἔργου τῆς ἀναθεωρήσεως. Τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως, ῥᾴδιον μὲν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διαθέσεως τοῦ χρόνου καὶ τῆς συντόνου καὶ συστηματικῆς ἐργασίας, βαρὺ δ’ ἐξ ἄλλων ἀπόψεων, εἶναι κεκλημένον ἐκ τῆς φύσεως νὰ ἀνατεθῇ εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἠδύναντο λόγῳ ἡλικίας, λόγῳ ἀσχολιῶν, λόγῳ ὑγείας νὰ διαθέσωσι πολὺν χρόνον καὶ μεγάλην ἐργασίαν· θὰ ἦσαν ὅμως πολύτιμον κεφάλαιον συμβουλῶν καὶ παρατηρήσεων, διὰ νὰ θέσωσι τὴν σφραγῖδα τὴν ὁριστικὴν εἰς τὸ ἔργον τῶν εἰσηγητικῶν ἐπιτροπειῶν. Διὰ τοιούτου τρόπου ἐνομίσαμεν καὶ ἐξακολουθοῦμεν νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἐξησφαλίσαμεν ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον αἱ γενεαί, τὰς ὁποίας ἐσημείωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Νέων Ψαρῶν, δὲν κατώρθωσαν νὰ ἀτενίσωσιν. Εἶμαι δ’ ἠναγκασμένος περατῶν τὰς σκέψεις μου νὰ μνησθῶ τῶν εὐσυνειδήτων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐποιήσατο χθές, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀντιρρήσεων, τὰς ὁποίας ἔφερεν ἐπὶ τῆς διασκευῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα. Καὶ ἐννοῶ ταῦτα λέγων τὸν ἀξιότιμον κ. Δραγούμην εἰπόντα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ εὐσυνειδησία του τῷ ἐπέβαλεν, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐκλογὴ τῶν προσώπων ἐγένετο ἀρίστη. (Χειροκροτήματα).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινός.
§115Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διότι ἐνόμισα, ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο ἐξ ἠθικοῦ καθήκοντος νὰ μὴ ἀφήσω ἄνευ ἀνασκευῆς μερικὰς ἀνακριβείας, αἵτινες ἐλέχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ αἱ ὁποῖαι θίγουσι πρόσωπα τὰ μὲν ἀποθανόντα, τὰ δὲ ζῶντα καὶ πάσης τιμῆς ἄξια. Ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Νέων Ψαρῶν, ὅτι ἐδαπανήθησαν περὶ τὰς 200,000 δραχμῶν· ἄλλοτε ἐγράφη περὶ τὰς 500,000, καὶ ἀφέθη νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι τὰ χρήματα ταῦτα ἐδαπανήθησαν εἰς μάτην. Δὲν γνωρίζω πόθεν ἠρύσθη ὁ ἔντιμος ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος τὰς πληροφορίας αὐτάς· γνωρίζω μόνον ὅτι αἱ πληροφορίαι αὗται δὲν εἶναι ἀκριβεῖς. Μετέσχον κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας ὡς γραμματεὺς τῆς τελευταίας ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀκούσω ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ ἤδη πρεσβευτοῦ ἐν Βιέννῃ, ὅτι μέχρι τοῦ ἔτους 1906 οὐδὲ ἕν ἐκ τῶν μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν τῶν συσταθεισῶν ἔλαβε χρήματα, πλὴν τοῦ κ. Ἀλβάνα· οὔτε ὁ Μομφερρᾶτος, οὔτε ὁ Ξενοφῶν Ψαρᾶς, οὔτε ὁ Ἀλκιβιάδης Κρασσᾶς ἔλαβον ἀμοιβήν τινα διὰ τὴν ἐργασίαν των. Ὁ Ἀλβάνας ἔλαβε τὴν ἀμοιβὴν ὡς ἀποζημίωσιν, διότι ἠναγκάσθη νὰ ἔλθῃ καὶ παραμείνῃ ἐν Ἀθήναις.
§116ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ Ἀλβάνας ἦτο διακεκριμένος καθ’ ὅλα ἐπιστήμων.
§117Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Εἰργάσθη καθ’ ὅλον τὸν βίον τοῦ καὶ ἀπέθανε πένης.
§118Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ ἐχρημάτισα γραμματεὺς προγενεστέρας ἐπιτροπῆς, θεωρῶ καθῆκόν μου, διὰ τὴν ἀκριβῆ διατύπωσιν τῶν γεγονότων, νὰ δηλώσω ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐπληρώθησαν. Πόσα ἐπληρώθησαν δὲν γνωρίζω, ἐν πάσῃ δ’ ὅμως περιπτώσει ἐπληρώθησαν καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐγώ (ἐπιδοκιμασίαι).
§119Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διαστέλλω τὴν ἐποχὴν ἀπὸ τοῦ 1886 μέχρι τοῦ 1905 ἢ 1906.
§120Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Διὰ τὴν πρὸ τοῦ 1906 ἐποχὴν ὁμιλῶ.
§121Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ εἶπον πόθεν ἔχω τὴν πληροφορίαν. Οὐδέποτε ἐπληρώθη ποσὸν 200,000 δραχμῶν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Κατὰ τὰς πληροφορίας τοῦ κ. καθηγητοῦ τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ἐπληρώθησαν 14,000 δραχμῶν καὶ μόνον δι’ ἐργασίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ προσκομισθῇ ἐνταῦθα, περὶ τῆς ἀξίας τῆς ὁποίας ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην, ὅτι ἔχει ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἀξίαν. Αὐτὴν τὴν ἀνακρίβειαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνασκευάσω, ἵνα μὴ νομισθῇ ὅτι ἀσυνειδήτως ἔλαβον χρήματα ἄνδρες ὡς ὁ Ξενοφ. Ψαρᾶς, ὁ Ἀλκιβ. Κρασσᾶς, ὁ Ἀντ. Μομφερρᾶτος, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐκ περιτροπῆς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς.
§122Γ. ΠΩΠ. Εἶναι κακὸν νὰ λάβωσι χρήματα;
§123Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι κακὸν νὰ ἐλάμβανον χρήματα χωρὶς νὰ ἐργασθῶσιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, δὲν θὰ ἀγνοῇ ὁ ἐκ Νέων Ψαρῶν κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ ἐργασία πρὸς παρασκευὴν Ἀστικοῦ Κώδικος σημειοῖ ἕνα σταθμὸν φωτεινὸν κατὰ τὰ ἔτη 1870 καὶ 1874, ὅτι ἐχρειάσθη πολὺν χρόνον, ἵνα παρασκευασθῇ μία μετάφρασις τοῦ Ἰταλικοῦ κώδικος. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον συνετέλεσαν οἱ ἀοίδιμοι νομοδιδάσκαλοι. Ὅτε ἐδημοσιεύθη τὸ πρῶτον σχέδιον τοῦ Γερμανικοῦ κώδικος, κατηρτίσθησαν ἐν ἔτει 1888 καὶ νέαι ἐπιτροπαὶ ἐν Ἑλλάδι, ἵνα ἀφήσῃ τὴν βάσιν τοῦ Ἰταλικοῦ Κώδικος καὶ ἀκολουθήσῃ τὸ σχέδιον τοῦ Γερμανικοῦ. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται εἰργάζοντο, ἀλλ’ εἰργάζοντο δυστυχῶς ἄνευ συστήματος, διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Συνιστῶντο δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς καὶ μετεβάλλοντο ἀναλόγως τῶν περιστάσεων. Μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης ἐπῆλθε μεγάλη διαφωνία, καὶ τὸ ἔργον παρέλυσε. Ἡ τελευταία περίοδος εἶναι ἡ τῶν ὑστάτων χρόνων, τῆς ἐργασίας τῆς ὁποίας ὑπάρχουσι τὰ μαρτύρια, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ τὰ προσκομίσῃ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖται, εἶναι τοῦτο, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἦτο ὠργανωμένη συστηματικῶς ἡ ἐργασία, οὐδένα καρπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ. Ἡ σκέψις αὕτη βεβαίως ἐδικαιολόγει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ σκεφθῇ περὶ τρόπου, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν συστηματικὴν περάτωσιν τοῦ ἔργου. Ἐὰν ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ὁ κατάλληλος ἢ ἄλλος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ εἴπω τὴν προσωπικήν μου γνώμην τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐτίμησε καὶ ἐμὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς ἀναθέσεως τῆς εἰσηγήσεως εἰς μίαν ἐπιτροπήν.
§124Γ. ΠΩΠ. Εἶχον τὴν εὐτυχίαν ν’ ἀκούσω δύο ἀγορεύσεις, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἁρμοδιωτάτου νὰ παράσχῃ πληροφορίας, τὰς ὁποίας, ἐὰν ἐγνώριζεν, ἤθελε παράσχει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, καὶ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συναδέλφου κ. Ἀραβαντινοῦ. Ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πληροφοριῶν φρονῶ ὅτι ἐπῆλθεν εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον περὶ τὰ πράγματα καὶ τὰς ἐννοίας μείζων σύγχυσις ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχον πρότερον, καὶ τὸ πρᾶγμα λαμβάνει ἄλλην μορφήν, ἐντελῶς κοινοβουλευτικὴν πλέον μορφήν, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ βαίνωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ φέρει νέαν ἀντίφασιν μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν εἶπεν ὅτι πρόκειται περὶ προσωπικοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐν τῇ ἀγαστῇ αὐτοῦ εἰλικρινείᾳ ἐδήλωσεν ὅτι πρέπει διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Αἰφνιδίως ὅμως παρενεβλήθη νέον τι δαιμόνιον, προσετέθη ἓν εἶδος προσωπίδος καταλλήλου τῆς ἐποχῆς ταύτης, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, ἄλλη τις διάταξις, νὰ ὑπάρχουν μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ νὰ εἶναι κεκρυμμένα, ὥστε νὰ τὰ βλέπῃ τις ἐφ’ ὅσον δύναται καὶ νὰ τὰ ἀποκαλύψῃ. Αὐταὶ εἶναι αἱ βάσεις, τὰς ὁποίας μᾶς παρέχει σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν περὶ νομοσχεδίου, προκειμένου περὶ προσώπων, καθ’ ὁμοίαν βάσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συνεζητοῦμεν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῆς δαπάνης τῆς ἀπαιτουμένης διὰ τὸ ἔργον τῆς συντάξεως Ἀστικοῦ Κώδικος, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο μωρός τις νὰ ἀντείπῃ; Εἶναι παγκοίνως γνωστόν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴμεθα Κράτος συντεταγμένον, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ἔχομεν Ἀστικὸν Κώδικα, ὅτε αὐτὸ τὸ Μαυροβούνιον ἔχει Ἀστικὸν Κώδικα, καὶ νὰ περιορίσωμεν τὰ ὅρια, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἰς προσωπικὰ καὶ τοπικά. Καὶ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω· τί θὰ γίνῃ, καθ’ ἣν περίπτωσιν κάμνομεν κώδικα ἡμεῖς ἐνταῦθα, καὶ ἄλλο Οἰκογενειακὸν Δίκαιον, καὶ Κληρονομικὸν Δίκαιον, ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἄλλως ἀγωνίζονται; Εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῶσιν ἐκεῖνοι καὶ ποῖον κώδικα θὰ ἔχωσι; Καὶ λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι καὶ ἐν Γερμανίᾳ ἔγινεν ὁ κῶδιξ, ἀφοῦ ἐπερατώθη ἐν συνόλῳ τὸ ἔργον τῆς Γερμανικῆς ἑνότητος; Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὰ τοπικὰ ὅρια τοῦ ἡμετέρου κώδικος περιλαμβάνουσι τὸν Ἑλληνισμὸν καὶ ὄχι τὴν Ἑλλάδα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠδύνατο νὰ μᾶς εἴπῃ: ἔχω ἀνάγκην ὡρισμένων προσώπων πρὸς σύνταξιν ὡρισμένου κώδικος κατὰ τρόπον ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ θέλω νὰ ὑποβάλω. Πέρα τούτου ἡμεῖς θὰ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν μόνον ἀφοῦ χωρισθῇ τὸ θέμα εἰς προσωπικὸν καὶ εἰς θέμα πραγματικοῦ ζητήματος. Γνωρίζει κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τί ἐγένετο ἐν Ἑλβετίᾳ ὡς καὶ ἐν Γερμανίᾳ· γνωρίζει ὅτι καὶ τὰ Σωματεῖα τῶν γυναικῶν μετέσχον καὶ ἔδωκαν γνώμας, καὶ γνώμας σοβαρωτάτας. Ἀπὸ τοιαύτης τινὸς ἐννοίας ὁρμώμενος ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μᾶς καταστήσῃ σοφωτέρους τί θὰ ψηφίσωμεν, πρόσωπα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συντάξωσιν Ἀστικὸν Κώδικα ἢ πρότασιν περὶ συντάξεως Ἀστικοῦ Κώδικος, ἵνα κρίνωμεν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων του.
§125Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προσεκάλεσε καὶ ἐμέ, ἵνα μετάσχω τῆς ἐπιτροπείας τῆς συσταθείσης πρὸς σύνταξιν νέου Ποινικοῦ Κώδικος καὶ Ποινικῆς Δικονομίας, ὁμολογῶ ὅτι ἠσθάνθην εὐχαρίστησιν μέν, διότι θὰ ἠδυνάμην νὰ συνεισφέρω τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις εἰς τὸ ἔργον τοῦτο τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικόν, δυνάμεις τὰς ὁποίας εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἐκτιμήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἀλλ’ ἠσθάνθην καὶ δισταγμόν τινα, διότι μένων μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν θὰ ἤμην ἠναγκασμένος, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀκόμη δὲν ἐξεπλήρουν τὰ καθήκοντά μου ὡς Βουλευτοῦ εἴτε λόγῳ διακοπῆς τῶν συνεδριάσεων εἴτε λόγῳ ὅτι δὲν ἤθελον τιμηθῆ αὖθις διὰ τῆς ψήφου τῶν συμπολιτῶν μου, νὰ μένω ἐπὶ μακρὸν ἐν Ἀθήναις, ἵνα εὐσυνειδήτως συντελέσω τὸ ἔργον τοῦτο. Τοῦτο δὲ μεγίστην ζημίαν ὑλικὴν θέλει ἐπαγάγει εἰς ἐμέ. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι δὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ θὰ ἐγίνετο, ὡς ἐγένετο, ἀπρεπὴς ὑπαινιγμός, ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ προσφέρωσιν ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀποζημιωθῶσι διὰ τὴν κοπιώδη ἐργασίαν των. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι μέμφεταί τις τῶν πολιτικῶν ὄχι μόνον διὰ σφάλματα, ἅτινα πράττουσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ νομιζόμενα σφάλματα, καί, ἐπὶ πλέον, διὰ πράξεις, περὶ τῶν ὁποίων ὁ μεμφόμενος καὶ συκοφαντῶν ἔχει πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι ποσῶς σφάλματα. Ὁμολογῶ ὅτι ᾐσθάνθην πρὸς στιγμὴν μόνον δισταγμὸν ἕνεκα τοῦ λόγου τῆς ἀμοιβῆς, ἵνα μὴ ἐκτεθῶ εἰς δυσφημήσεις, ἀλλ’ ἑτέρωθεν γνωστὸν εἰς ἐμὲ ἦτο ὅτι ἐν μεγάλῳ ἔθνει, τῷ Ἰταλικῷ, ὡρίσθησαν μεγάλαι ἐπιτροπαὶ εἰς πολλὰς περιστάσεις καὶ μετέσχον πρόσωπα, ὄχι μόνον Καθηγηταί, ἀλλὰ καὶ Βουλευταί, ἵνα παρασκευάσωσι νομοσχέδια, καὶ διὰ τὴν πρόσθετον ταύτην ἐργασίαν ἐκρίθη ὅτι θὰ ἀμειφθῶσιν. Ἐν τούτοις γνωρίζω ὅτι ἄνδρες πολιτικοὶ ἐπιβάλλοντες γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν νὰ σέβωνται οἱ ἄλλοι, δὲν εἶναι μόνον οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ βουλευόμενοι, ἀλλὰ καὶ οἱ διευθύνοντες τὴν κοινὴν γνώμην ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου, τὴν γνώμην τὴν ἐκφραζομένην διὰ τῆς τετάρτης δυνάμεως, ὡς ἐκλήθη, ἐν τῷ Κράτει. Καὶ διὰ νὰ μὴ παρίδω τελείως τὴν γνώμην ἐκείνην, ἡ ὁποία, ὅσον δήποτε καὶ ἂν εἶναι ἀσύστατος, εἶχε προδήλως μίαν κακὴν πρόθεσιν νὰ θίξῃ ἐμέ, ὡς καὶ ἄλλους συναδέλφους μετέχοντας τῶν ἐπιτροπειῶν, παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τῆς τιμῆς τοῦ νὰ εἶμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς. Δὲν ἀρέσκομαι, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἐκτίθεμαι εἰς ὕβρεις καὶ συκοφαντίας.
§126Θ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον νὰ ὑποβάλω, κύριε Ὑπουργέ, πρὸς ὑμᾶς τὴν αὐτὴν παράκλησιν. Νομίζω, ὅτι διὰ τῆς παραιτήσεως ἀπὸ τῶν ἐπιτροπῶν ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν διευκολύνεται τὸ ἔργον τῆς συζητήσεως τοῦ παρόντος νομοσχεδίου· διότι πράγματι ἐκλείποντος τοῦ κωλύματος ἐκ τῆς προσωπικότητος, ἡ ὁποία βεβαίως θίγει καὶ ἐμέ, ἐπιτυγχάνεται ἡ συντέλεσις ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ματαιωθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης.
§127Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν περιμένω ποτέ, κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τοὺς νέους ἄνδρας τῆς Ἀνορθώσεως τοιαύτας ἰδέας. Ἐγνώριζον δρόμον μετ’ ἐμποδίων, ἀλλ’ ἀνόρθωσιν μετ’ ἐμποδίων, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ κ. Πὼπ, δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐννοήσω.
§128Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἤμην εὐτυχέστερος, ἂν ἤκουον τοὺς κ. Βουλευτὰς καὶ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν νὰ προσφέρωσιν ἀμισθὶ τὰς ἐργασίας των χωρὶς νὰ παραιτηθῶσιν.
§129Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν τὸ δέχεται αὐτὸ τὸ Κράτος.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§131Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι· νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, διότι καὶ ἐγὼ διατελῶ ἢ μᾶλλον διετέλουν μέλος τῆς ἐπιτροπείας τῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης συσταθείσης, ὀφείλω δὲ καὶ ἐγὼ νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γνώμην τῶν κ. συναδέλφων, οἵτινες ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην, πράττω δὲ τοῦτο ἐκ πνεύματος ἀλληλεγγύης πρὸς τὴν λοιπὴν ἐπιτροπήν, χωρὶς ὅμως νὰ ἀναγνωρίζω ὡς δικαίας καὶ βασίμους τὰς μομφάς, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐκ Νέων Ψαρῶν Βουλευτὴς ἀπηύθυνε κατὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§132Γ. ΠΩΠ. Μομφὰς ἐγώ, Κύριε συνάδελφε; Κάθε ἄλλο.
§133Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Διότι ἀποτελεῖ ἀληθῆ μομφὴν τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ψαρῶν πῶς ἐδέχθησαν οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἀποτελέσωσι μέρος τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, ἐνῷ συγχρόνως εἶναι καὶ Βουλευταί. Τοῦτο βεβαίως ἀποτελεῖ μομφήν, διότι ἐλέχθη ἢ μᾶλλον ἠθέλησε νὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν πῶς ἐδέχθημεν νὰ λάβωμεν ἀμοιβήν, ἐνῷ συγχρόνως ἐκπληροῦμεν καὶ βουλευτικὰ καθήκοντα.
§134Γ. ΠΩΠ. Οὔτε αὐτὸ εἶπον.
§135Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αὐτὸ εἴπετε.
§136Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς εἴπετε ὅτι ἐδέχθημεν δωρεάν· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην δωρεῶν.
§137Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀκατάλληλος οἱοσδήποτε Βουλευτὴς νὰ ὁμιλῇ ἐφ’ οἱουδήποτε θέματος, ἀλλ’ ἄς μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν ὑπῆρξεν ἀκαταλληλότατος νὰ θίξῃ τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν ἐνόμισεν ὅτι ἀκριβῶς αἱ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι συνεστάθησαν, συνεστάθησαν ἁπλῶς ὅπως συντελέσωσιν ἐργασίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ἤδη συντελεσθῆ.
§138Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶπον τοιαῦτα πράγματα.
§139Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Ἔχετε πληρέστατον δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε ἐκ τρίτου, ἂν σᾶς ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, καὶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν ὑπηνίχθη, ὅτι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβον νὰ κάμωσιν αἱ ἐπιτροπαί, εἶναι συντετελεσμένη ἤδη, ἀκριβῶς δὲ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐζήτησεν, ὅπως προσκομισθῶσιν ὅλοι οἱ φάκελοι καὶ ὅλαι αἱ συντελεσθεῖσαι μέχρι σήμερον ἐργασίαι, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἐκεῖ ἔτεινεν, ὅπως ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι συνεστάθησαν ἐπιτροπαὶ εἰς τὸ παρελθὸν πρὸς σύνταξιν τῶν κωδίκων, ἡ δὲ σήμερον συνιστωμένη ἐπιτροπὴ οὐδὲν ἄλλο πρόκειται νὰ πράξῃ ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤδη συνετελέσθη. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ εἴπω, ὅτι μέχρι σήμερον οὐδὲν συνετελέσθη ὅσον ἀφορᾷ τὴν κωδικοποίησιν τῆς ἐν γένει νομοθεσίας ἡμῶν. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι μονομερῶς δὲν ἐγένοντο διάφοροι ἐργασίαι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου· εἶναι αὐταπόδεικτον καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ συσταθεῖσαι ἐπὶ εἰκοσαετίαν ἐπιτροπαὶ εἰργάσθησαν, καὶ εἰργάσθησαν τελεσφόρως ἐπὶ μερῶν τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ τελείως ἀτελεσφόρως, εἰς δὲ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης οὐδεμίαν θὰ εὕρητε συστηματικὴν ἐργασίαν τῶν τοιούτων ἐπιτροπῶν. Ἡ ἔλλειψις πάσης ἐργασίας συστηματικῆς προέρχεται ἀκριβῶς ἐκ τοῦ λόγου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠθέλησε νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Βεβαίως καὶ μετὰ τὴν ὑπ’ ἐμοῦ δοθεῖσαν παραίτησιν δὲν θὰ μὲ παρεξηγήσητε, ἂν εἴπω ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ συνταχθῇ ἀστικὴ νομοθεσία, ποινικὴ νομοθεσία, ἐμπορικὴ νομοθεσία μὴ καταβάλλοντος τοῦ Κράτους τὰς δαπάνας πρὸς σύνταξιν τῶν νομοθεσιῶν τούτων, καὶ βεβαίως, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι γλισχροτάτη ἡ ἀμοιβή, τὴν ὁποίαν ὥρισεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.
§140Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.
§141Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διότι εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι, διὰ νὰ καταγίνῃ τις εἰς τὴν σύνταξιν τοιούτων ἔργων, πρέπει νὰ ἀφιερώσῃ μέρος τοῦ βίου του, ἐφ’ ὅσον δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν δὲν κατηγορεῖ ἢ δὲν δύναται νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς ἐπὶ ἀσυνειδησίᾳ, θὰ ἐννοῇ βεβαίως ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν παρὰ τοῦ Κράτους, θὰ τὰ θυσιάσωμεν ἐξ ἄλλης ἐργασίας μας, διότι ἐργαζόμεθα καὶ ἡμεῖς, ὅπως καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρῶν ἐργάζεται, ὅπως πορισθῶμεν τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἀναγκαῖα. Ἐφ’ ὅσον δὲν μᾶς κατηγορεῖ ἐπὶ ἀσυνειδησίᾳ, ἐφ’ ὅσον ὑπολαμβάνει ὅτι ἐπιλαμβανόμενοι τοῦ ἔργου θὰ ἐργαζώμεθα εὐσυνειδήτως, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ποιούμεθα θυσίαν ἀναλαμβάνοντες τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Καὶ πάλιν τονίζω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ συνταχθῇ ἀστικὴ νομοθεσία, ποινικὴ νομοθεσία, ἐμπορικὴ νομοθεσία, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν κατανοήσῃ, ὅτι τὸ ὕψιστον αὐτῆς καθῆκον εἶναι, ὅπως ἁδρότατα ἀμείψῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐργασίαν. Πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν ἡ Βουλή, ὅτι ἡ τοιαύτη ἀμοιβή, τὸ τοιοῦτον χρῆμα, ὅπερ θὰ καταβάλῃ τὸ Δημόσιον, θὰ εἶναι τὸ μᾶλλον τελεσφόρον χρῆμα, ὅπερ ἐδαπανήθη ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια θὰ αὐξηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ἂν ὅλοι οἱ συναλλασσόμενοι ἀποκτήσωσι πίστιν εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ ὅλοι γνωρίζομεν ὅτι οὐδεὶς τῶν συναλλασσομένων ἔχει ἀπόλυτον πίστιν εἰς αὐτοὺς καὶ ὅτι αἱ συναλλαγαὶ κατήντησαν εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον κατήντησαν, διότι οἱ συναλλασσόμενοι δὲν ἔχουσι καμμίαν πεποίθησιν εἰς τοὺς νόμους καί, τολμῶ νὰ εἴπω, εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος. Δὲν ἔχουσι πεποίθησιν εἰς τὴν δικαιοσύνην, οὐχὶ διότι δὲν ἔχομεν τοὺς ἁρμοδίους δικαστάς· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι οἱ δικασταὶ τῆς Ἑλλάδος ἐν τῷ συνόλῳ εἶναι τὸ ἰδανικὸν τῶν δικαστῶν, τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἔχῃ πεπολιτισμένον Κράτος. Διὰ τούτων δὲν θέλω νὰ προδικάσω τὴν γνώμην μου, ὁποία θὰ εἶναι αὕτη ἀπέναντι τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπασχολήσῃ σοβαρώτατα τὴν Βουλήν, ἂν καὶ κατὰ πόσον πρέπει τὰ εἰσχωρήσαντα εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον ἀνίκανα καὶ διεφθαρμένα στοιχεῖα ν’ ἀποκοπῶσιν ἐκ τοῦ κλάδου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἔλλειψις δικαιοσύνης εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν προέρχεται ἐξ ἐλλείψεως προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποδώσωσι δικαιοσύνην, ἀλλ’ ἐξ ἐλλείψεως νόμων, τοὺς ὁποίους νὰ ἐφαρμόσωσι τὰ κεκλημένα πρὸς ἐφαρμογὴν πρόσωπα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὔτε ἀστική, οὔτε ἐμπορική, οὔτε ποινικὴ νομοθεσία, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τοὺς προσήκοντας νόμους. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Εἶναι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ καταρτισθῇ νομοθεσία ἄνευ μεγάλης καὶ πολλῆς θυσίας, καὶ βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι τὸ πρῶτον ἀληθῶς ἀνορθωτικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν ταύτην ψηφίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§142Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προυκλήθη, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δώσω δι’ ὀλίγων λέξεων διασαφήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις οὐδέποτε ἐλέγχονται πράξεις Βουλευτῶν· ἐγὼ ἤλεγξα τὴν Κυβέρνησιν· ἂν ὑπάρχῃ τι, τὸ ὁποῖον θίγεται ἐκ τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ἔκαμον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, βεβαίως τοῦτο δὲν ἀφορᾷ τοὺς Βουλευτὰς ὡς τοιούτους, ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ διορίσῃ διὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῆς Βουλῆς μέλη πρὸς σύνταξιν τῶν Κωδίκων. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἓν μέρος τῆς λήθης τῶν κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων, τῆς ὁποίας θύματα ἔπεσαν διακεκριμένοι καὶ συμπαθέστατοι συνάδελφοι. Τὸ δεύτερον μέρος τῆς λήθης εἶναι ὅτι παρῃτήθησαν, ἐνῷ δὲν ἦσαν διωρισμένοι, διότι δὲν παρῃτήθησαν, ἀλλ’ ἐπαύθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. — Ἐπαύθησαν μετὰ τὴν χθεσινὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. δηλώσαντος ὅτι δὲν ὑφίσταται διὰ τοῦ νέου νομοθετήματος τὸ Διάταγμα τῆς 22 Ἰανουαρίου.
§143Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι, κύριε Βουλευτά.
§144Γ. ΠΩΠ. Διότι, ἐὰν δὲν ἐδηλοῦτε αὐτό, κύριε Ὑπουργέ, θὰ ἐμένομεν εἰς τὴν μυστικὴν ψηφοφορίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξεν ὀρθότατα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἑπομένως οἱ κ. συνάδελφοι παρῃτήθησαν θέσεως, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον. Αὐτὰ ἤθελον νὰ ὑποδείξω εἰς τοὺς κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐφρόνησαν ὅτι ἐγεννήθη ζήτημα προσωπικὸν ὄχι βεβαίως ἐκ μέρους μου, ἀλλ’ ἐκ μέρους τοῦ εἰσηγηθέντος τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃν τρόπον πρωτοφανῆ τὸ εἰσηγήθη εἰς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχουσι κατὰ σειρὰν οἱ κ. κ. Κουλουμβάκης καὶ Γκλαβᾶς. Συναινοῦσι νὰ προηγηθῇ ὁ κ. Δραγούμης;
§146Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μάλιστα.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δραγούμης.
§148ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λυπηρὸν ὑπῆρξε, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι νομοσχέδιον τοιοῦτο, ὁμολογουμένως ἄξιον κατὰ τὴν βάσιν αὐτοῦ πάσης ἐγκρίσεως ὑπὸ συσσώμου τῆς Βουλῆς, διότι ἀληθῶς ἀποτελεῖ τὴν πρώτην θετικὴν καὶ σπουδαίαν ἀπόπειραν πρὸς ἀπόκτησιν ὁλοκλήρου τοῦ Σώματος τῶν κωδίκων, οὗτινος στερούμεθα ἢ σχεδὸν στερούμεθα, λυπηρὸν ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ λεχθῶσιν ἐνταῦθα, βεβαίως ἄνευ προαιρέσεως δυσμενοῦς, ἀλλ’ ἐν τῇ φορᾷ τοῦ λόγου, πράγματα, ἅτινα θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν ἂν διεγράφοντο ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης καὶ κατὰ τὸ μέρος τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κατηγορήσαντος τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὸ μέρος ἐκείνων, οἵτινες ὑπ’ εὐγενοῦς αἰσθήματος παραφορᾶς παρασυρθέντες ἦλθον ἐνταῦθα νὰ δηλώσωσιν ὅσα λυπηρὰ καὶ οὗτοι ἐδήλωσαν. Τὸ κατ’ ἐμέ, δὲν θέλω νὰ ἐνθυμηθῶ ὅ,τι συνέβη, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτὸς ἐκεῖνος, ὅστις ἐγένετο παραίτιος τῆς τοιαύτης παρεκτροπῆς τῆς Βουλῆς, λυπεῖται, διότι ἀκουσίως ἔδωκε τὴν ἀφορμήν, καὶ ἔρχομαι ἐνταῦθα νὰ εἴπω μόνον τοῦτο—καὶ εἶναι παράπονον—ὅτι, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτε προχθὲς ὑπέδειξα εἰς αὐτόν, ἐδέχετο ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὴν τροπολογίαν, ἣν ἐπὶ τέλους ἐδέχθη, καὶ ἀνέβαλλεν εἰς τὴν γʹ συζήτησιν, ταῦτα πάντα δὲν ἤθελον συμβῆ. Εἶναι δὲ λυπηρόν, καὶ ἔχω παράπονον διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν ἐδέχθη ἀμέσως τὴν τροπολογίαν, ἣν ἔπειτα ἐνέκρινε καὶ αὐτὸς κατ’ ἀρχὴν καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ παρέπεμψεν αὐτὴν εἰς ψήφισιν κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν, καὶ οὕτως ἐξηκολούθησε νὰ ἔρχηται τὸ νομοσχέδιον ἐμπεριλαμβάνον μνείαν σεβαστῶν τῳόντι ὀνομάτων, καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς καὶ ἐνταῦθα καλῶς ἐκλελεγμένων, τοιουτοτρόπως συζητούμενον, ὥστε νὰ γεννήσῃ ζητήματα περὶ τῶν ὀνομάτων τούτων, διότι ἦτο ἀδύνατον, ὅπως ἦλθεν ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον, νὰ μὴ ἐπέλθωσι τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα.
§149Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μόνον τὴν διατύπωσιν ἀνέβαλον διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν· τὴν τροπολογίαν τὴν ἐδέχθην.
§150ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ οὔτε τοῦτο δὲν ἦτο ἀναγκαῖον, ἦτο τόσον ἁπλοῦν τὸ πρᾶγμα, ὥστε, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅτι ὑποβάλλω διατετυπωμένην τροπολογίαν, θὰ δυνηθῶ, γράψας κατὰ τρόπον λίαν δυσανάγνωστον, νὰ ὑποβάλω ταύτην τὴν ἑσπέραν πρότασιν, ὅπως ψηφισθῇ κατὰ τύπους, ἔπειτα δὲ διασκευασθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐδήλωσεν ὅτι ἐδέχθη τὴν ἰδέαν περὶ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως καὶ ὅτι νέον Βασ. Διάταγμα θέλει ἐκδοθῆ πρὸς διορισμὸν τῶν μελῶν, καθ’ ὃ θέλει ἔχει πᾶσαν ἐλευθερίαν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἴτε νὰ ἀποβλέψῃ πρὸς τοὺς παραιτηθέντας εἴτε νὰ προσλάβῃ ἄλλους. Περὶ τούτου, ἂν ἐξέλειπε πραγματικῶς ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἑσπέρας ἐκ τοῦ νομοσχεδίου ἡ διάταξις, ἡ περὶ τῶν ὀνομάτων, καὶ καθίστατο ὄντως ἄσκοπος πλέον ὁ περὶ αὐτῶν λόγος, ἂν τοῦτο οὕτως ἐγίνετο ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς, οὐδεὶς πλέον θὰ ἐνεθυμεῖτο, ὅτι προέτρεξεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς διορισμὸν προσώπων ἐπὶ θέματος, ἐφ’ οὗ ἐσκόπει νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, οὐδεὶς θὰ ἐσκέπτετο νὰ φέρῃ τὸν λόγον περὶ προσώπων, διότι τὰ πρόσωπα θὰ ἦσαν ἤδη διαγεγραμμένα καὶ θὰ εἴχομεν ἐνώπιον ἡμῶν αὐτὴν καὶ μόνην τὴν διάταξιν περὶ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς. Θὰ παρακαλέσω πάντας τοὺς ἐν ὥρᾳ εὐνοήτου ἐρεθισμοῦ κρίναντας, ὅτι ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς παραίτησιν, νὰ μὴ ἐμμείνωσιν εἰς ὅσα ἐδήλωσαν, ἀλλὰ νὰ διαγράψωσι καὶ αὐτοὶ τὰ λεχθέντα, ἀφήσωσι δὲ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθ’ ἑαυτήν, ἀναβάλλοντες, ἐάν ποτε ζητηθῇ λόγος περὶ τοῦ πῶς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο ἐγένετο, νὰ εἴπωσι καὶ ἐκεῖνοι τότε ὅσα θέλουσιν ἀρκέσει πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἀληθείας. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ἀποδεχόμενοι τότε τὸν τυχὸν γενησόμενον διορισμόν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ τοὺς πάντας νὰ πείσωσιν, ὅτι τὰ γενόμενα καλῶς καὶ κατὰ νόμον καὶ κατὰ τὸ Βασ. Διάταγμα ἐγένοντο. Προτείνω, Κύριοι, ἀπὸ ταύτης τῆς ὥρας τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): Καθιστῶνται τέσσαρες ἐπιτροπαὶ πρὸς σύνταξιν προσχεδίων Ἀστικοῦ Κώδικος, Ὀργανισμοῦ Δικαστηρίων, Πολιτικῆς Δικονομίας, Ἐμπορικοῦ Νόμου, Ποινικοῦ Νόμου καὶ Ποινικῆς Δικονομίας. Ἀπὸ ἑκάστου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου προτείνω νὰ διαγραφῇ ἡ μνεία τοῦ Διατάγματος. Κατὰ τοῦτον τὸν τρόπον ἐκ μὲν τοῦ πρώτου ἄρθρου θέλουσιν ἐξαλειφθῆ αἱ λέξεις (ἀναγινώσκει).... Ἀπὸ τοῦ 4ου ἄρθρου θέλει διαγραφῆ ἐκ τῆς τελευταίας παραγράφου ἡ φράσις (ἀναγινώσκει).... Ἀπὸ τοῦ 5ου ἄρθρου θέλει διαγραφῆ ἡ φράσις (ἀναγινώσκει).... Τὸ 6ον ἄρθρον θέλει τροποποιηθῆ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὰ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων κανονισθήσονται διὰ Βασ. Διατάγματος». Καὶ ἀπὸ τοῦ 7ου ἄρθρου θέλει ἀφαιρεθῆ ἡ φράσις: «τὰς συσταθείσας διὰ Βασ. Διατάγματος ἐπιτροπὰς» καὶ θὰ τεθῇ «τὰς ἄνω ἐπιτροπάς». Αὐταὶ αἱ μεταβολαὶ εἶναι δυνατὸν ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ ψηφισθῶσιν, ἵνα ἐκλίπῃ παντελῶς πᾶς λόγος περὶ τῶν γενομένων, καὶ ἔχωμεν ἐψηφισμένον τὸ νομοσχέδιον τὸ δεύτερον ταύτην τὴν ἑσπέραν, ὅπως κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν δυνηθῶμεν νὰ ἴδωμεν αὐτὸ ἀνατετυπωμένον καὶ τὸ ψηφίσωμεν.
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ ὀφείλω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν· ὅτι κατ’ ἀρχήν, ὅπως ἄλλως τε ἐδήλωσα καὶ ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, διὰ νὰ ἐκλίπῃ ἡ ἀφορμὴ τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ὅπως ἐκδοθῇ νέον Βασ. Διάταγμα καθορίζον τὰ πρόσωπα τῶν ἐπιτροπῶν. Εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον ἐστράφησαν αἱ παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ καθορισμοῦ τῶν προσώπων, οὐχὶ δὲ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διὰ Διατάγματος διορισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν ἐν γένει καὶ ἔτι πλέον, ἢ μᾶλλον ἔτι ὀλιγώτερον, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ τῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπιτροπῶν. Ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, δὲν ἐφιλονικήθη ὅτι καλῶς διὰ Διατάγματος συνεστάθησαν αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ καλῶς ἐκανονίσθη ὁ τρόπος καὶ οἱ ὅροι τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν.
§152ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐλέχθη ὅτι ἐπράξατέ τι παράνομον.
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἢ τοὐλάχιστον δὲν ὑπεστηρίχθη ὅτι τὴν σύστασιν ἐπιτροπῶν, ἁπλῶς, ἄνευ καθορισμοῦ προσώπων, καὶ τὸν κανονισμὸν τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν, δὲν ἦτο δυνατόν, ἢ δὲν ἦτο προσῆκον, ἔστω καὶ κατὰ τύπους, νὰ κυρώσῃ ἐπακολουθῶν νόμος. Αὐτὸ δὲν ὑπεστηρίχθη. Ὑπεστηρίχθη μόνον ὅτι δὲν ἦτο προσῆκον ὁ ἐκ τῶν προτέρων καθορισμὸς τῶν προσώπων καὶ ἡ εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀναφορὰ τοῦ εἰσαγομένου νομοσχεδίου. Διὰ τοῦτο περιώρισα καὶ περιορίζω εἰς αὐτὸ τὰς παρατηρήσεις τοῦ σεβαστοῦ πολιτευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, τὰς ὁποίας ἀποδέχομαι. Ἐν ἄλλαις λέξεσι δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ καὶ ἀπόψε νὰ ψηφισθῇ ἡ τροπολογία κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν, ἵνα καλλίτερον διατυπώσῃ ταύτην κατὰ τὴν αὐριανὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Εἰς τὸ ἄρθρον 6ον π. χ., ἔνθα κανονίζονται αἱ ἐργασίαι τῶν ἐπιτροπῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Βασ. Διατάγματος, νὰ προστεθῇ ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον καὶ ἀπὸ τοῦδε διατυπῶ προχείρως, ἀφοῦ ἔλαβον ἤδη τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ διατυπώσω τοῦτο καλλίτερον εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν (ἀναγινώσκει): «Διὰ Βασ. Διατάγματος, ἐφάπαξ ἐκδοθησομένου, ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, θέλουσιν ὁρισθῆ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελέσωσι τὰς ἐπιτροπάς». Νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀφήσω τὸ Διάταγμα ἄρτιον κατὰ τὰ λοιπά, καθόσον κανονίζει τοὺς ὅρους τῶν ἐργασιῶν, εἰς τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἔχει ἀντίρρησιν καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς.
§154ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε....
§155ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ παρακαλέσω ἐγὼ τὸν κ. Βουλευτὴν τὰ περαιτέρω νὰ ἀφεθῶσιν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§156ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Δύο λέξεις θὰ ἔλεγον.
§157ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια συνήθως ἀνατυποῦνται, ἐφ’ ὅσον τροπολογοῦνται ἀπὸ τὸν ἴδιον Ὑπουργὸν κατὰ τρόπον ἐπιβάλλοντα τὴν ἀνατύπωσιν. Ἀλλ’ ἡ προσθήκη μιᾶς διατάξεως τοιαύτης δὲν καθιστᾷ ἀναγκαίαν τὴν ἀνατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι πρόκειται περὶ δύο γραμμῶν. Ἡ δὲ τροπολογία τοῦ κ. Δραγούμη, ἐὰν ὁ κ. Δραγούμης ἐπιμένῃ εἰς τὴν διατύπωσίν της, τότε θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ.
§159ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὴ εἶναι ἡ τροπολογία· αὐταὶ αἱ τρεῖς λέξεις.
§161ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον τί τὸ ἔχομεν;
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον εἶναι διὰ νὰ τυπώνωμεν, ἀλλά, ὅταν τυπώνωμεν διὰ κάθε ψύλλου πήδημα, τότε βεβαίως δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ.
§163ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θέλω νὰ ὑποδείξω μερικὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχω καιρὸν νὰ ὑποβάλω αὔριον. Ἡ βλάβη, Κύριοι, ἡ ὁποία προσγίγνεται ἐκ τοῦ ἀπηρχαιωμένου τῆς νομοθεσίας μας εἶναι πανθομολογουμένη, ὥστε πᾶσα προσπάθεια πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου καὶ τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου καὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου δὲν δύναται νὰ προσκόψῃ εἰς σοβαρὰν ἀντίρρησιν. Τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀποκατέστημεν ἐθνικῶς δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ σοβαρὸν ἐμπόδιον πρὸς μεταρρύθμισιν τῆς νομοθεσίας μας. Ἡ Κρήτη συνέταξε κώδικας, τοῦτο δὲ οὐδόλως συνετέλεσε νὰ μειωθῇ τὸ ἐθνικὸν της αἴσθημα. Ἡ ἀνάγκη ἑπομένως τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς νομοθεσίας μας δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συζητηθῇ, εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ τοιαύτη μεταρρύθμισις. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀποβλέπει, πλὴν τῶν ἄλλων, καὶ εἰς τὴν μετὰ μεγάλης σπουδῆς συμπλήρωσιν τοῦ μεταρρυθμιστικοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν, προκειμένου ἰδίως περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, τὸ ὁποῖον θίγει μέγιστα κοινωνικὰ συμφέροντα καὶ τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν ἀπορρέει ἐκ τῆς νομικῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προβῶμεν μετὰ μεγίστης προσοχῆς. Εἰς τὴν Γερμανίαν πρὸ τῆς συστάσεως τῆς πρώτης ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία συνέταξε τὸ πρῶτον σχέδιον τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, εἶχε διορισθῇ μία προεπιτροπή, ἡ ὁποία ἐργασθεῖσα ἐπὶ ἓν ἔτος καθώρισε τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τῆς κυρίας ἐπιτροπῆς.
§164ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ὥρα νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§165ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Θέλετε νὰ τὰ εἴπω αὔριον;
§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὔριον τὰ λέγετε.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης.
§168Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουλουμβάκης.
§170ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται ἡ συζήτησις περατωμένη. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1ον, 2ον καὶ 3ον τοῦ νομοσχεδίου).
§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Καταθέτω ἔγγραφον ἀπάντησιν εἰς ἐπερώτησιν περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1911.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 8 καὶ 50′ μ. μ.).