1911.02.09
3,085 rows · 23,322 words · 223 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 25.
Τῆς 9ης Φεβρουαρίου 1911
(Τετάρτη).
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 45′ μ.μ. παρόντων 186 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: 1) Ὁ ἄπορος φοιτητὴς Ν. Ῥάλλης παρακαλεῖ, ὅπως ἐγγραφῇ δωρεὰν εἰς τὸ Ἐθν. Πανεπιστήμιον. 2) Οἱ ἱερεῖς Λοιδωρικίου παρακαλοῦσιν ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος περὶ ἐνοριῶν. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ἐγγράφεται ὅπως ὁμιλήσῃ ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου. 3) Οἱ κ. κ. Ι. Λουκόπουλος καὶ Κ. Γιαούρτας ἐνοικιασταὶ κοινοτικῶν λειβαδίων ἐν τῷ Νομῷ Λακωνίας παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς χαρισθῇ τὸ ἥμισυ τοῦ μισθώματος καθόσον ἐζημίωσαν ἕνεκα τῆς ξηρασίας. Ζητοῦσι τὸν λόγον οἱ κ. κ. Ἀθ. Χριστίδης, Θ. Παπαϊωάννου, Κ. Λιδωρίκης καὶ Ι. Γιαμαρέλος. 4) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀμφίσσης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνασταλῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ ἔτος 1910. 5) Οἱ ξενοδόχοι τῶν ξενοδοχείων ὕπνου Ἀθηνῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως διὰ νόμου προστατευθῶσι κατὰ τῶν δυστροπούντων ὀφειλετῶν. 6) Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Στυρέων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων τοῦ ἔτους 1910. 7) Οἱ καπνεργάται Βόλου παραπονοῦνται κατὰ τῶν ἐργοδοτῶν ὡς ἀθετησάντων τὴν ὑποχρέωσίν των. Ἐγγράφονται ὅπως ὁμιλήσωσιν οἱ κ. κ. Μ. Μπουφίδης, Θ. Πετμεζᾶς, καὶ Θ. Κουτούπης. 8) Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Ἀμφίσσης συνελθὼν ἐκηρύχθη παμψηφεὶ κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. 9) Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Λαμίας ζητοῦσι τὴν ἀπονομὴν Β. Χάριτος, καὶ 10) Οἱ κατάδικοι Ἀγρινίου ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν περὶ τοῦ μέτρου τοῦ συμβατικοῦ τόκου. Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Σ. Λάσκαρης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ μεταλλαγῆς εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας εἰσφερομένων καὶ ἐκ παροχῶν εἰσφερομένων εἰς τρίτους ἐκπροσωποῦντας τὴν Λατινικὴν Μητρόπολιν Κερκύρας». Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἐπίσης ὑποβάλλει ἑτέραν πρότασιν νόμου «περὶ ἀνασταλτικῆς ἰσχύος τῆς ἀνακοπῆς κατὰ προσκλήσεων πρὸς πληρωμὴν μεταλλαγῶν περιελθουσῶν δυνάμει τοῦ ᾼΦΙʹ νόμου εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας». Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Δαζέας ὑποβάλλει τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων κλπ.» Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Θεοδωρίδης ὑποβάλλει πρότασιν «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 3ου τοῦ Συντάγματος». Ἡ πρότασις παραπέμπεται πρὸς μελέτην εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. (Ἰδὲ τροπολογίαν καὶ πρότασιν. Παράρτημα Βʹ. Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς ἐργασίας. Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν ἡ πρότασις νόμου «περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν τυχόντων ἀναβολῆς κατατάξεως κληρωτῶν». Ψηφίζεται ἔπειτα εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ὑπολογισμοῦ τοῦ μέχρι τοῦ ἀμετακλήτου τῆς ἀποφάσεως χρόνου τῆς φυλακίσεως ἐν τῇ καταγινωσκομένῃ ποινῇ». Αʹ. συζήτησις τοῦ σχεδίου Νόμου «περὶ τῶν νομοπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπειῶν». Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§2ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὡς ἔχετε ὑπ’ ὄψει καὶ ὡς βλέπετε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, πολλαὶ κατὰ καιροὺς συνεστήθησαν ἐπιτροπεῖαι, καὶ μεγάλαι ἐγένοντο δαπάναι διὰ τὴν κατάρτισιν τῶν δικαστικῶν νόμων. Ἐγένοντο νόμοι τινές, ἀλλ’ ἐν τῷ συνόλῳ ἡ δικαστηριακὴ νομοθεσία δὲν εἶναι ἡ προσήκουσα καὶ ἡ ἀνάλογος πρὸς τὴν ἐποχὴν καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς. Ἡ ἀρχὴ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι τὸ Β. Διάταγμα. Ἀπηρτίσθησαν ἐπιτροπαὶ ἀπὸ τοὺς μεγίστους τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος νομομαθεῖς καὶ οὐδέποτε τοῦτο ἐγένετο διὰ νόμου. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὑπερβολὴ τὸ γιγνόμενον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ ἐπιζητούμενον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω θερμότατα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μελετήσῃ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τὸ ζήτημα, ὅτι νομοσχέδια δὲν ὑπεβλήθησαν προκειμένου περὶ τῶν ἀειμνήστων Οἰκονομίδου καὶ Καλλιγᾶ· ἕνεκα τούτων προσήκει ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐπιφυλάττομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§3ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον μοὶ φαίνεται δεόμενον, μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς, παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν τινα καὶ διότι τὸ θέμα, εἰς ὃ ἀποβλέπει, εἶναι σπουδαῖον καὶ ἀσύνηθες καὶ διότι ὁ τρόπος τῆς νομοθετήσεως αὐτοῦ ἔχει τι τὸ ἰδιόρρυθμον, ὡς ὀρθῶς παρετηρήθη ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος. Βάσις τοῦ νόμου, ἢ εἰσήγησις τοῦ νόμου εἶναι διάταγμα. Ἐὰν δέ τις ἐνδιατρίψῃ περισσότερον εἰς τὰ τοῦ διατάγματος καὶ τοῦ νομοσχεδίου, θέλει ἴδει ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκεται καὶ ἔγκρισις καὶ ἀπ’ εὐθείας νομιμοποίησις τοῦ διατάγματος. Πρόκειται τὸ διάταγμα νὰ λάβῃ θέσιν νόμου διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχει διὰ τοῦτο ἰδιόρρυθμον ἀποτέλεσμα ἡ ψήφισις τοῦ διατάγματος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον καθ’ ὃν τὰ ἄλλα θέλουσιν ὑπὸ τοῦ νόμου κυρωθῆ, θέλουσι κυρωθῆ καὶ οἱ διορισμοὶ τῶν προσώπων, οἵτινες περιλαμβάνονται ἐν τῷ διατάγματι, καθ’ ὅσον οὐδεμία διαστολὴ ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὸ διάταγμα δὲν στηρίζεται εἰς νόμον, διότι παραπέμπει μόνον εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου δευτέρου τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ 1833 «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Γραμματείας ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης». Ἀλλ’ ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ δεύτερον ἐδάφιον ἔχει τὴν αὐτὴν ἀξίαν, ὡσεὶ ἐγένετο παραπομπὴ εἰς τὰ ἄλλα ἐδάφια τοῦ διατάγματος ἐκείνου τοῦ ἔχοντος ἰσχὺν νόμου. Διότι ἐν τῷ ἐδαφίῳ ἐκείνῳ,— τῇ παραγράφῳ 1 τοῦ ἄρθρου δευτέρου—δὲν περιέχεται τὸ ἐξουσιοδοτοῦν τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἵνα ἐκδώσῃ διάταγμα ὡς εἰς βάσιν ἐπὶ τοῦ εἰρημένου ἐδαφίου στηριζόμενον. Τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ἐπέχον θέσιν νόμου, ἐν ἄρθρῳ δευτέρῳ ἐδαφίῳ πρώτῳ ἔχει τὰ ἑπόμενα: «εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Γραμματείας ὑπάγονται· α) ἡ καθίδρυσις, διόρθωσις καὶ ἐπιστασία ὅλων τῶν διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς δικαιοσύνης εἰς πολιτικὰς καὶ ἐγκληματικὰς ὑποθέσεις ἀναγκαίων καταστημάτων, ὁ διοργανισμὸς τῶν δικαστηρίων, αἱ περὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν προτάσεις, καὶ ἡ ἐπ’ αὐτὰ ἐπαγρύπνησις, ἡ διατήρησις τῶν περὶ δικαστηρίων νόμων, καὶ ἡ ἀνεξαρτησία τοῦ δικαστικοῦ ὑπουργήματος. Ταῦτα εἶναι τὰ μόνα, ὅσα περιλαμβάνονται ἐν τῷ ἐδαφίῳ τούτῳ. Ἀλλ’ εἰς ταῦτα δὲν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἄδεια, ἥτις ἐθεωρήθη ὅτι ἐκ τοῦ ἐδαφίου τούτου ἦτο ἐπιτετραμμένη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐκδώσῃ, ὅπερ ἐξέδοτο διάταγμα. Δὲν κατακρίνω τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος ἐκείνου, ὅπερ ἀποβλέπει εἰς σκοποὺς ἀξίους ἐγκρίσεως πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον· ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦτο τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὰ τέλη Ἰανουαρίου ἠδύνατο ἴσως νὰ περιμείνῃ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τὸ ὅλον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιληφθῇ, μετὰ δὲ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὁ Ὑπουργὸς προβῇ εἰς διορισμὸν τῶν προσώπων τῶν μελλόντων νὰ ἀπαρτίσωσι τὰς ἐπιτροπείας. Αἱ ἐπιτροπεῖαι ὡς ἀπετελέσθησαν ὑπὸ τῶν ἐν τῷ διατάγματι κατονομαζομένων προσώπων μοὶ φαίνεται ὅτι καλῶς κατηρτίσθησαν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν τὰ πράγματα ἐγένοντο κανονικῶς. Καὶ ἕτερον ζήτημα· ἂν δὲν εἶναι ὀρθὸν ταύτην τὴν ὥραν μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου νὰ παραπεμφθῇ τοῦτο εἰς ἐπιτροπήν, εἰς ἣν νὰ ταχθῇ βραχυτάτη προθεσμία, ὅπως ἀνιχνεύσῃ διάταγμα καὶ νομοσχέδιον καὶ παραγάγῃ, ὅ,τι ἀπαιτεῖται νομοθετικόν, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς διὰ Β. διατάγματος ἔπειτα διορίσῃ ἐκείνους, οὓς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβωμεν ἐν τῇ ἐγκρίσει νομοσχεδίου εἰς ἐπικύρωσιν τοῦ προεκδεδομένου διατάγματος διορίζοντες οὕτω ἐκ τοῦ κοινοβουλίου τὰς ἐπιτροπὰς·—διότι εἰς τοῦτο θέλει καταλήξει τὸ πρᾶγμα. — Διὰ τοῦτο θεωρῶ συμφορώτερον νὰ προβῶμεν καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξα· ἐλπίζω δέ,—διότι οὐδὲν πρόσκομμα πρόκειται νὰ παρεμβληθῇ εἰς τὸ ἔργον, τὸ ἀληθῶς ὠφέλιμον, ὅπερ ἐπιδιώκει ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ἵνα, μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς, παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν κατάλληλον καὶ ἐκεῖθεν, ἐντὸς προθεσμίας τεσσάρων ἡμερῶν—γινομένης τῆς ἐπεξεργασίας, νὰ ἐπανέλθῃ ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον ἕτοιμον πρὸς ψήφισιν.
§4Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τῷ παρελθόντι, Κύριοι Βουλευταί, ἐξεδόθησαν πολλὰ διατάγματα τοιαύτης ὕλης καὶ τοιούτου περιεχομένου. Διατάγματα τουτέστι καθιστῶντα ἐπιτροπείας νομοπαρασκευαστικάς, πάντα δέ, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, εἶχον ἐκδοθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διατάξεως, ἣν καὶ τὸ παρὸν Διάταγμα ἐπικαλεῖται· τοῦ Βασιλικοῦ δηλονότι Διατάγματος, τοῦ ἰσχὺν νόμου ἔχοντος περὶ τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Γραμματείας. Ἄν ὑπῆρχε βεβαιότης παρ’ ἐμοί, ὅτι ἡ τακτικὴ αὕτη ἦτο ἀπολύτως σύντομος, καὶ ὅτι ἤρκει Β. Διάταγμα ἐπὶ τοῦ νόμου ἐκείνου στηριζόμενον νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν ἐπιτροπείαν καὶ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπῃτοῦντο πρὸς ὀργάνωσιν καὶ λειτουργίαν καὶ περάτωσιν τῶν ἔργων, βεβαίως δὲν ἤθελον προβῆ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἤδη ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτοῦ, ὅτι ἀμφιβολία τις πρόκειται περὶ τοῦ ἂν τὸ Β. Διάταγμα ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον στηριζόμενον θὰ ἦτο ἐπαρκές, δι’ αὐτὸ ὑπέβαλον τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον. Εὐτυχῶς περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ ὅλου ἔργου —λέγω δὲ ἔργον τὸ Β. Διάταγμα ἐν συναφείᾳ πρὸς τὸν γενησόμενον νόμον—δὲν φιλονεικεῖται, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ φιλονεικηθῇ ποτὲ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσι πεῖραν τοῦ παρελθόντος, τοῦ παρελθόντος, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ γεννηθῇ ἀκλόνητος ἡ πεποίθησις, ὅτι ἄνευ τοιαύτης συστηματοποιήσεως τοῦ ἔργου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχωμεν ποτὲ νομοθεσίαν ἀνταποκρινομένην εἰς τὰς συγχρόνους κοινωνικάς, πολιτικὰς καὶ συναλλακτικὰς ἀνάγκας. Παρετήρησεν ὁ πρῶτος τῶν ἀξιοτίμων ἀγορευσάντων ὅτι τοιαύτη σοβαρὰ μέριμνα καὶ νομοθετικὴ πρόνοια δὲν ἐλήφθη ἄλλοτε. Τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ σφάλμα τοῦ παρελθόντος καὶ αὐτὸ τὸ σφάλμα προτίθεται νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, δὲν θὰ εἶχον καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ δεχθῶ ταύτην, ἂν εἰλικρινῶς δὲν ἐφοβούμην ὅτι θὰ ἔτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου ἁπλουστάτης ὕλης καὶ ἔτι ἁπλουστέρου περιεχομένου.
§5ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει πλέον λόγος κύριοι Βουλευταί, νὰ ἀναμείνω τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Πρόκειται, κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ ἔχῃ τὴν εὐθύνην ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰδικῶς ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς τοῦ διορισμοῦ τῶν προσώπων, ἀλλὰ ν’ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην ταύτην ἡ Βουλή. Θὰ ἐρωτήσω πάντας ὑμᾶς: Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι οἱ ἀναλαβόντες νὰ συντάξωσι δικαστηριακοὺς νόμους πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν γνῶσιν τῶν νόμων ἐκείνων ἀπὸ μελέτης καὶ πείρας; Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἀναλάβει νὰ συντάξῃ ἀστικὸν νόμον καθ’ ἑλληνικὴν ἀντίληψιν, πρέπει νὰ εἶδε καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον τὸν μέχρι σήμερον ἰσχύοντα παρ’ ἡμῖν ἀστικὸν νόμον ἐφαρμοζόμενον; Δὲν νομίζετε, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ λεχθῇ περὶ νεανίου, ὅστις δὲν συνεπλήρωσεν ἀκόμη τὰς σπουδάς του εἰς τὴν Εὐρώπην, ἀδιάφορον καὶ ἂν ἐπαρουσίασεν ἐξαιρετικὴν ἐπίδοσιν εἰς μελέτας περὶ τοῦ Ἀττικοῦ δικαίου, τοῦ ἀρχαίου, λέγω, Ἀττικοῦ δικαίου; Νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συντάξῃ ἀστικὸν Κώδικα καθ’ ἑλληνικὴν ἀντίληψιν νεανίας, ὅστις δὲν ἔζησε;...
§6Δ. ΑΝΔΡΕΟΥ. Εἶναι ἔξοχος ἐπιστήμων.
§7ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἔξοχον. Ἔξοχος πιθανῶς εἶναι εἰς τὸ ἀρχαῖον Ἀττικὸν δίκαιον, ἀλλὰ εἰς τὸ Ἀστικὸν δίκαιον, ὁποῖον ὑπῆρξε μέχρι σήμερον παρ’ ἡμῖν.
§8Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Γνωρίζετε τὰς συγγραφάς του;
§9ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὰς γνωρίζω ὅσον καὶ σεῖς.
§10Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἂν ἔτυχε νὰ τὰς ἰδῆτε.
§11ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καὶ ἔπρεπε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν κύριε Ὑπουργέ, διότι μὲ γνωρίζετε καλῶς, ὅτι ἐπὶ θεμάτων, καὶ μάλιστα προσωπικῶν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λάβω τὸν λόγον χωρὶς νὰ γνωρίζω ὅσα γνωρίζετε καὶ σεῖς.
§12Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά.
§13ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νεανίας λοιπόν, ὅστις δὲν ἔζησε κἂν ἐν Ἑλλάδι, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν ἡλικίαν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀντίληψιν τοῦ παρ’ ἡμῖν κοινωνικοῦ βίου, ὅλων τῶν σχέσεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ῥυθμίζει ὁ ἀστικὸς νόμος καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀποφασίζουσι τὰ δικαστήρια, δύναται νὰ καταρτίσῃ Ἀστικὸν Κώδικα; Νομίζετε, ἀκόμη περισσότερον, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν σύνταξιν Πολιτικῆς Δικονομίας, τουτέστι θεσμῶν κατ’ ἐξοχὴν πρακτικῆς φύσεως ὁ υἱὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις τὴν δικαιοσύνην πάντοτε τὴν εὗρε τρυφερωτάτην μητέρα, ὅστις οὐδαμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ συναντήσῃ...
§14Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μὰ δὲν ἐπιτρέπονται αὐτά, κύριε Πρόεδρε.
§15ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπονται, κύριε Βουλευτά. Ὁ υἱὸς τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸ ἐτῶν ἀπεστάλη ὑπότροφος εἰς Εὐρώπην, ἵνα σπουδάσῃ πολιτικὰς ἐπιστήμας, Πολιτικὴν Οἰκονομίαν, καὶ ἐπιστρέψας ἐξ Εὐρώπης εὑρέθη ἐσπουδακὼς Πολιτικὴν Δικονομίαν! Ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγείρῃ κατ’ αὐτοῦ ἀγωγήν, ὅπως πληρώσῃ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ δαπανηθέντα εἰς Εὐρώπην, διότι βεβαίως δὲν τὰ ἐδαπάνησε προσηκόντως, ἀφοῦ ἐστάλη νὰ σπουδάσῃ πολιτικὰς ἐπιστήμας καὶ εὑρέθη σπουδάσας Πολιτικὴν Δικονομίαν, ἡ Κυβέρνησις τὸν διορίζει μέλος τῆς ἐπιτροπείας νὰ συντάξῃ Πολιτικὴν Δικονομίαν. Ὁ ἄλλος νεανίας οὗτος μόλις ἦλθεν ἐξ Εὐρώπης ἐγένετο ὑφηγητής, ἀπήγγειλεν ἕνα περιεργότατον λόγον, ἐν ᾧ πλὴν ἄλλων ἀνέφερε καὶ Ἀγγλικήν τινα λέξιν, ἥτις σημαίνει τὰς λαϊκὰς παραδόσεις, αἵτινες εἰς Ἀγγλικὴν γλῶσσαν λέγονται Feorhklor, ἐψηφίσθη καθηγητής, διωρίσθη ἔμμισθος δικηγόρος διαφόρων Τραπεζῶν, ἐγένετο ἑκατομμυριοῦχος, καὶ ἤδη πρόκειται νὰ γίνῃ καὶ συντάκτης Πολιτικῆς Δικονομίας διὰ νὰ λάβῃ καὶ 15000 δραχ. Νομίζετε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνόρθωσις καὶ ἡ κατάλυσις τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ πρῶτος κατακρίνω δριμύτερον παντὸς ἄλλου; Νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναί τις ἀπησχολημένος εἰς μελέτας περὶ Ποινικοῦ δικαίου, ὁσηνδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ ἐπίδοσιν εἰς τὸ Ποινικὸν δίκαιον, ἰδίως εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, ὁσασδήποτε μελέτας ἀξίας λόγου ἂν ἔχῃ κάμει ἐπὶ θεμάτων μόνον τοῦ ποινικοῦ νόμου, νομίζετε, ὅτι εἶναι εἰδικός, μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ πρῶτος ἀναγνωρίζω, νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὴν σύνταξιν Ποινικῆς Δικονομίας, ὅταν δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὑπερήσπισέ ποτε μίαν ποινικὴν ὑπόθεσιν; Ὅστις τὸ νομίζει δύναται νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ ὅμως θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν τὸ νομίζω. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσω, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις δὲν παρηκολούθησε ποινικὰς ὑποθέσεις εἰς τὴν εἰσαγγελίαν, εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐνώπιον τῶν συμβουλίων, εἰς τὰ δικαστήρια, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συντάξῃ προσήκουσαν Ποινικὴν Δικονομίαν καθ’ ἑλληνικὴν ἀντίληψιν.
§16ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
§17ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὁ ἀξιόλογος ἐπιστήμων καὶ ἀξιόλογος μελετητὴς τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὁ συνάδελφος ἡμῶν κ. Τιμ. Ἠλιόπουλος.
§18Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε συνάδελφε, ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς γίνεται συζήτησις περὶ προσώπων.
§19ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.
§20Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἄσχετος πρὸς τὰ πρόσωπα. Ἂν ἐμὲ δὲν μὲ εὑρίσκετε κατάλληλον δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐκλέξῃ ἄλλο πρόσωπον. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ διορίσῃ τὰ πρόσωπα.
§21Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ ζητεῖ καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἔλεγχος ἐπὶ τῶν προσώπων προκαλεῖται ἕνεκα τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου.
§23ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ὁ προσήκων τρόπος, ὅπως ἔλθῃ νομοσχέδιον τοιοῦτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἦτο ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτής, ὁ κ. Δραγούμης, μετὰ δὲ τὸν νόμον νὰ διορίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ πρόσωπα καὶ νὰ ὑπέχῃ ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην, διότι τέλος πάντων πρέπει νὰ τελειώσωσιν αἱ σχέσεις μὲ τοὺς κυρίους υἱοὺς τῶν διαφόρων προέδρων τῶν Δικαστηρίων, πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ τελειώσωσιν αἱ σχέσεις αὗται.
§24Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ἡ ἀναστολὴ τῆς ἰσοβιότητος.
§26Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶμαι τελείως πεπεισμένος, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀναμένει παρ’ ἐμοῦ συνηγορίαν ὑπὲρ τῶν προσώπων, κατὰ τῶν ὁποίων ἐρρίφθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπιστημονικαὶ ἢ ἄλλου εἴδους αἰτιάσεις. Ἔχω ἀκλόνητον τὴν πεποίθησιν, ὅτι πᾶσα ἀπόπειρα συνηγορίας θὰ ἦτο αὐτόχρημα ἀδικία ἐκ μέρους μου πρὸς ἐκείνους. Ὡμίλησε περὶ εὐθύνης ὁ κ. Βουλευτής, ἀγνοῶν ἢ προσποιούμενος ὅτι ἀγνοεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἰδιαίτατα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ προκαλέσας τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, βεβαίως ἔχει ἀμέριστον τὴν εὐθύνην. Ἐφ’ ὅσον τὸ Διάταγμα τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἐπιτροπειῶν φέρει τὴν ὑπογραφήν του, ὡς ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, αὐτὸς φέρει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων. Ὁ νόμος προεκλήθη ὡς ἔπρεπε νὰ προκληθῇ, οὐχὶ ὅπως κυρώσῃ τὴν γενομένην ἐκλογὴν τῶν προσώπων, ἀλλὰ διὰ νὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἀμοιβῆς καὶ τῶν δαπανῶν. Ἐπαναλαμβάνω, καὶ ἐννοῶ νὰ ἐμμείνω εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον, ὅτι θὰ ἦτο ἀδίκημα πρὸς ἐμὲ αὐτόν, θὰ ἦτο ἀδίκημα πρὸς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸ Β. Διάταγμα, ἂν καὶ μίαν ἀκόμη λέξιν ἤθελον εἴπει ὑπὲρ αὐτῶν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία προηγεῖται ὡς παρεμπίπτουσα.
§28ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν πρότασιν τὴν ὑπέβαλον ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ ὅτι θὰ ἦτο ἀποδεκτή, βεβαίως δὲ δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα καὶ προσκόμματα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§30ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος ὅ,τι ἤθελε βεβαίως λεχθῆ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἂν παρεπέμπετο ἐκεῖ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἑπομένης διατάξεως· «ἡ ἀμοιβὴ τῶν κατὰ τὸ ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου 1911 Β. Δ. καταρτισθεισῶν ἐπιτροπειῶν ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 15.000». Ἀλλὰ κατὰ τὸ Β. Δ. τοῦ Ἰανουαρίου αἱ ἐπιτροπεῖαι περιλαμβάνονται εἰς τ’ ἄρθρα 1, 2, 3, καὶ 4. λέγοντες δὲ ὅ,τι λέγεται ἐνταῦθα κυροῦμεν πάντα ταῦτα τὰ ἄρθρα τοῦ Διατάγματος, καὶ κυροῦντες ταῦτα, κυροῦμεν καὶ τοὺς γενομένους διορισμούς, εἴτε θέλομεν εἴτε δὲν θέλομεν, ἀτόπως. Λοιπόν, λέγω, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸν διορισμὸν προσώπων. Ἂν δὲ ζητηθῇ ἐναντίον τῆς τοιαύτης ἀρχῆς νὰ προέλθωμεν εἰς ψηφοφορίαν περὶ διορισμοῦ προσώπων, θὰ γεννηθῶσιν ἐνταῦθα ζητήματα, ἅτινα δὲν γνωρίζομεν μετὰ πόσων ὡρῶν κατανάλωσιν θὰ δυνηθῶμεν νὰ λύσωμεν. Εἶναι δὲ τὸ πρᾶγμα πρωτοφανές, καὶ ὅτι εἶναι πρωτοφανὲς δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ μάρτυρα ἄλλον ἢ αὐτὸν τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· διότι βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἂν ἔχῃ νὰ δείξῃ ἓν παράδειγμα ὅμοιον θὰ εἶναι ἕτοιμος, μετὰ τὴν γενομένην ἤδη μελέτην, νὰ προσκομίσῃ αὐτὸ εἰς ἡμᾶς. Τὴν δυσχέρειαν παρακάμπτομεν, ἐὰν τῆς ἀρχῆς ἀποσπάσωμεν ἓν ἕκαστον ἄρθρον καὶ καταρτίσωμεν ἓν ἄλλο ἄρθρον, ἐν ᾧ νὰ λέγηται αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ λέγεται ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ τοῦ Διατάγματος, ὅτι συνιστῶνται τόσαι ἐπιτροπεῖαι διακεκριμένως, δι’ αὐτὸν ἢ ἐκεῖνον τὸν σκοπόν. Οὕτω δὲν ὁμιλοῦμεν καθόλου περὶ προσώπων. Κυροῦμεν οὕτω τὰς ἐπιτροπείας καὶ ἔπειτα δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ Διάταγμα οὐδὲν δὲ ἔχει ν’ ἀπολέσῃ· οὓς θέλει θὰ διορίσῃ, οὓς δὲν θέλει δὲν θὰ διορίσῃ· μόνον δὲ τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν μένει εἰς ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο προτείνω τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ καταρτισθῇ οὕτω, καὶ ἂν δὲν καταρτισθῇ θέλω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν προσκομίσει ἐγὼ τὴν τροπολογίαν. Νὰ ὁρίζηται ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὅτι θὰ διορισθῶσι τόσαι ἐπιτροπεῖαι, καὶ νὰ παραλειφθῇ ἡ μνεία τοῦ Διατάγματος τοῦ Ἰανουαρίου, ὅπερ, καθὼς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμολόγησε, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου τοῦ 1833.
§31Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διορισθῶσι τὰ πρόσωπα διὰ τοῦ νόμου, τὸ νομοσχέδιον θὰ περιεῖχεν ἐν συνόλῳ τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐκδοθέντος Διατάγματος. Ἀλλ’ αἱ ἐπιτροπαὶ διωρίσθησαν ὑπὸ τοῦ Διατάγματος ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· αἱ ἐπιτροπαὶ εἶναι κατηρτισμέναι· τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν εἰς αὐτὰς εἶναι ἤδη καθωρισμένα διὰ τοῦ Βασ. Διατάγματος. Περὶ ἑνὸς καὶ μόνου πρόκειται ἤδη. Νὰ κανονίσῃ ὁ νόμος τὰς δαπάνας τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ περὶ ὡρισμένης δαπάνης ἀπαιτουμένης δι’ ἐργασίαν ὡρισμένην, τῆς ὁποίας τὴν ἐκτέλεσιν διέταξεν ἤδη ὁ Ὑπουργός. Νομίζω δὲ εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν ἄποψιν ταύτην, δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν σπουδαίαν· ἀντίρρησις δὲ σπουδαία δὲν εἶναι ἡ πρωτοτυπία τοῦ πράγματος, ἣν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτής.
§32ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Κανονισμοῦ ὁρίζει· «διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς». Ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων. Πρῶτον ζήτημα εἶναι ἤδη, ἐὰν τὰ ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα πρόσωπα πρέπει νὰ λάβωσι τόσα ἢ τόσα χρήματα. Ἀπαιτεῖται λοιπὸν μυστικὴ ψηφοφορία.
§33Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον ἀναμφισβητήτως, κυρουμένου διὰ νόμου τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ κατόπιν εἰς τὸ Διάταγμα οὐδεμία μεταβολή, οὔτε εἰς τὰ πρόσωπα, οὔτε εἰς τὰς λεπτομερείας. Τὸ Διάταγμα θὰ λάβῃ κῦρος νόμου. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νομίζει σκοπιμώτερον καὶ ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα νὰ κυρωθῇ ὁ διορισμὸς αὐτῶν διὰ νόμου; Ἴσως νὰ μὴ ἔχῃ ἄδικον, διότι θὰ πρέπῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ διορισθῶσι καὶ θ’ ἀποτελέσωσι τὰς ἐπιτροπείας, νὰ μένωσι διαρκῶς καὶ μὴ μεταβάλλωνται συχνά, ἵνα κατορθώσωσι νὰ φέρωσιν εἰς πέρας τὴν ἐργασίαν. Γεννῶνται ὅμως τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας κ. συνάδελφος ἀνέφερε περὶ μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν πρέπει ν’ ἀποφαίνηται ἡ Βουλή, ὅταν πρόκειται περὶ προσώπων, καὶ τὰ ζητήματα αὐτὰ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιπαρέλθωμεν. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ζητημάτων γεννῶνται ἀκόμη ἐν ἐμοὶ τοὐλάχιστον καί τινες ἀπορίαι, τὰς ὁποίας νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἤθελον νὰ μάθω, αὐτοί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν ἐπιτροπήν, ὑπὸ τίνα ἰδιότητα θὰ παρίστανται ἢ τίνα ἰδιότητα προσδίδει εἰς αὐτοὺς ὁ διορισμός των ὡς μελῶν τῶν ἐπιτροπῶν; Προσδίδει εἰς αὐτοὺς τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου; Προσδίδει εἰς αὐτοὺς ἑτέραν τινὰ ἰδιότητα, ἔχουσαν σχέσιν ἢ ἐξάρτησιν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου; Ἄλλη ἀπορία. Μέλη τῶν ἐπιτροπῶν διορίζονται καὶ Βουλευταί, ἀλλὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀνατίθενται εἰς τὰς ἐπιτροπὰς, εἶναι ἔργα ἀνατεθειμένα ὑπὸ τοῦ Συντάγματος εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Γεννᾶται δ’ ἡ ἀπορία ἂν εἶναι ὀρθόν, δὲν λέγω, ἀντισυνταγματικόν, ἂν εἶναι ὀρθὸν διὰ Βουλευτὴν νὰ ἐργάζηται ἐντὸς τῶν καθηκόντων του ὡς βουλευτοῦ, διότι ἔργον τοῦ βουλευτοῦ εἶναι τὸ νὰ μελετᾷ καὶ παρασκευάζῃ τὰ σχέδια τῶν νόμων καὶ ὑποβάλλῃ ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, καὶ νὰ ἀμείβηται ἰδιαιτέρως ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Ταμείου δι’ ἐργασίαν νομοπαρασκευαστικήν; Ἐνταῦθα θὰ γεννηθῇ καὶ ἄλλη ἀπορία. Ἡ ἀμοιβὴ αὕτη, ἡ παροχὴ αὐτῆς ἀπὸ τοῦ Δημοσίου ταμείου ἀποκλείει τὸν Βουλευτήν, τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀπὸ τοῦ νὰ λάβῃ τὴν βουλευτικὴν ἀποζημίωσιν; Ταῦτα πάντα πρέπει νὰ καθορισθῶσι. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου παρουσιάζεται καί τι ἀκανόνιστον ἐν τῇ ἐργασίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, διότι μᾶς προτείνεται ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς νομοπαρασκευαστικῆς διὰ νόμου, καθ’ ὃν χρόνον ἔχει τεθῆ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν καὶ συζητεῖται ὁ θεσμὸς τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας.
§34Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν κάμνει κώδικας τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας.
§35Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ μὲ διακόπτητε.
§36Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Διὰ νὰ σᾶς σώσω.
§37Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἀγωνίζομαι νὰ σώσω ὑμᾶς. Ὅταν συνέστη τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, τὸ 1835, ἐν τῶν καθηκόντων τῶν νομοπαρασκευαστικῶν ἦτο ἡ μελέτη περὶ διαρρυθμίσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τῶν κωδίκων, καὶ ὅταν λέγωμεν σήμερον διὰ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ συντάγματος ὅτι τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἔχει προορισμὸν «νομοπαρασκευαστικὸν» ἐννοοῦμεν ὅτι ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσῃ πάντας τοὺς νόμους. Διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ προβάλλεται ἡ κύρωσις Διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστῶνται ἐπιτροπεῖαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσιν ἔργον, προορισμόν, τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν, ἡ ὁποία θὰ ἀναφανῇ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, διότι τότε θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωμεν ἐξαίρεσιν, ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἐκείνη ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς τὰς ἐπιτροπείας αὐτὰς καὶ τότε θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν θέσιν νὰ μὴ ἔχωμεν ἐργασίαν νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὸ συμβούλιον αὐτό. Τὴν λύσιν τῶν ἀποριῶν τούτων, ἄνευ προσπαθείας νὰ μὲ σώσῃ, ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ κάμῃ τὴν χάριν νὰ μοὶ τὴν δώσῃ. Πρὸ πάντων νὰ δώσῃ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν προσώπων, ὡς ἐνεργούντων δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἰδιότητα αὐτῶν καὶ προσέτι νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ἀμοιβή, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα, ὑπάγεται εἰς τὰς ἀμοιβὰς, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι δὲν δύνανται νὰ λαμβάνωσιν οἱ ἔχοντες ἀποζημίωσιν βουλευτικήν.
§38Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπειδὴ πείθομαι ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας δὲν ἐξέφρασε σπουδαίως αὐτὰς τὰς ἀπορίας καὶ ὅτι βασανίζων τὰ πράγματα δὲν θὰ ἔχῃ πλέον τὰς ἀπορίας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι εἶναι κατώτεραι τῆς ἀντιλήψεώς του, δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψωμεν περὶ αὐτῶν.
§39Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεώς του εἰς τὴν Βουλὴν διέκρινε μία τάσις ἀρκετὰ περίεργος δι’ ἡμᾶς, τοὺς παλαιοτέρους πολιτευομένους. Λαμβάνει ὅλα τὰ ζητήματα ὡς ἴδια, καὶ νομίζει ὅτι ὁ ἀντιλέγων εἰς αὐτόν, θίγει αὐτὸν προσωπικῶς. Καὶ νομίζει ὅτι ἐγὼ δὲν ἀπορῶ, δι’ ὅσας ἐξεδήλωσα ἀπορίας, ἀλλὰ κάμνω τοῦτο διατί; Θὰ ἤθελον νὰ πιστεύητε καὶ σεῖς, ὅτι δι’ οἱονδήποτε λόγον καὶ ἂν τὸ ἔπραττον, θὰ εἶσθε ὑπόχρεως ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ δίδητε ἀπάντησιν χωρὶς νὰ ὑπεκφεύγητε, ὄχι διὰ νὰ φωτίσητε ἐμέ, ἀλλ’ ἵνα διαφωτίσητε τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι κατὰ τὸ πλεῖστον θὰ εὑρίσκηται ἐνώπιον τῶν αὐτῶν ἀποριῶν, νὰ φωτίσητε τὴν κοινὴν γνώμην, ἡ ὁποία θὰ θέλῃ νὰ μάθῃ περὶ τίνος πρόκειται. Καὶ περαιτέρω διὰ νὰ τεθῶσιν αἱ βάσεις τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ προκύψωσιν ἀπορίαι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ λυθῶσιν. Μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης μὲ συνδέει ὄχι μόνον ἡ σχέσις ὅτι εἴμεθα ἀμφότεροι ἐν συνδυασμῷ βουλευταὶ ἐκ τοῦ αὐτοῦ νομοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ σχέσις, ἡ ἐκ τοῦ δικηγορικοῦ ἡμῶν ἐπαγγέλματος. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων μας ἐνταῦθα ὀφείλομεν νὰ μὴ ἀναμιγνύωμεν τὰς ἰδιαιτέρας μας σχέσεις, ἀλλὰ νὰ συζητῶμεν ὡς ξένοι. Ἐγὼ σέβομαι καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν κ. Δημητρακόπουλον, σέβομαι τὸ ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον φέρει καί, ὅταν συζητῶ πρὸς τὸν Ὑπουργόν, λησμονῶ πάντα ἄλλον δεσμόν. Εἶναι γνωστή, πανελλήνιος ἡ εὐφυΐα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὸν παρακαλῶ νὰ μὴ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς, νὰ μὴ κάμῃ κατάχρησιν αὐτῆς ἐν τῇ Βουλῇ. Νὰ τὴν λησμονῇ μάλιστα, ὅταν πρόκειται νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἵνα φωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§40Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶπον ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν ἔδωκα πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας ἀρνηθεὶς νὰ ἀπαντήσω, λόγον εἶχε τοὺς ὅρους καὶ τὸν τρόπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον διετύπωσε τὰς σκέψεις αὐτοῦ. Διότι δὲν ἐξεδήλωσεν ἀντίθετον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπόχρεως θὰ ἤμην νὰ ἀνασκευάσω παρέχων τὰς προσηκούσας ἐξηγήσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελεν ἀρθῆ πᾶσα ἀμφιβολία, ἤθελε τεθῆ ἐκποδὼν πᾶς δισταγμός. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας διετύπωσεν ἁπλᾶς ἀπορίας, διετύπωσε δὲ ταύτας κατὰ τρόπον καὶ ὑπὸ τόνον, ὁ ὁποῖος εἰς ἐμέ, ὁμολογῶ, ἐνέβαλε τὴν ὑπόνοιαν ὅτι πράγματι αἱ πεποιθήσεις του δὲν εἶχον κλονισθῆ τὸ παράπαν ἐκ τῶν τοιούτων ἀποριῶν. Βεβαίως δὲ θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἀπαντήσεις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ οὐχὶ εἰς ἀντιθέτους γνώμας, ἀλλ’ εἰς ἀπορίας καὶ ἐρωτήσεις οὐδεμίαν γνώμην διατυπούσας, δὲν εἶναι κοινοβουλευτικῶς ἐπιβεβλημέναι. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα ἐτέθη, ὡς ἐτέθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ δοθῶσιν αἱ ζητηθεῖσαι ἐξηγήσεις. Καὶ ἐρωτᾷ διαπορῶν ὁ κ. βουλευτής, ἐὰν τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπειῶν θὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Βεβαίως δὲν ἀναμένει παρ’ ἐμοῦ καταφατικὴν ἀπάντησιν· διότι αὐτονόητον εἶναι, ἡ ἀνάπτυξις δὲ θὰ ἠδίκει, ἐπαναλαμβάνω, τὴν Βουλήν, ὅτι οὐδεὶς οὐδὲ πόρρωθεν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ δημοσίου ὑπαλλήλου. Εἶναι κατάδηλον, καταδηλότερον δέ, εἰ δυνατόν, ἐγένετο ἐξ ὅσων εἶπον προηγουμένως, ὅτι πρόκειται ἁπλούστατα περὶ ἀναθέσεως ὡρισμένης ἐπιστημονικῆς ἐργασίας, ἐπ’ ἀνταλλάγματι, ἐργασίας ξένης ἀπὸ τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ πάντη ἀλλοτρίας πρὸς τὰ τοῦ Βουλευτοῦ. Τοιουτοτρόπως ἐλύθησαν ὑποθέτω αἱ ἀπορίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Δὲν πρόκειται περὶ διορισμοῦ δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν πρόκειται περὶ Βουλευτῶν ἀμειβομένων. Πρόκειται περὶ ἀναθέσεως ἐργασίας ἐπιστημονικῆς, ἀπαράλλακτα ὡς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ οἱαδήποτε χειρωνακτικὴ ἐργασία εἰς οἱονδήποτε ἄλλον καὶ νὰ ζητηθῇ ἡ ψῆφος καὶ ἡ παρέμβασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἵνα κανονισθῇ τὸ ποσὸν τῆς ἀμοιβῆς τῆς ἐργασίας ἐκείνης. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν, καὶ θὰ θελήσῃ, νομίζω, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὰς ἐξηγήσεις αὐτάς, αἵτινες ἐξαντλοῦσι τὰς ἀπορίας του, ἐκτὸς ἐὰν διέλαθε τὴν προσοχήν μου καὶ ἄλλη τις ἀπορία αὐτοῦ.
§41Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Τὰ πρόσωπα βεβαίως εἶναι ἀναγεγραμμένα ἐν τῷ διατάγματι καὶ ἔχει λάβει γνῶσιν ἡ Βουλὴ ὅλων αὐτῶν. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ἐγὼ ποῖα εἶναι τὰ πρόσωπα αὐτά. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁμόφωνος ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι εἶναι τὰ ἐκλεκτότερα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι εἶναι καθαρῶς προσωπικόν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸ ἕτερον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζήτησα τὸν λόγον, τοῦτο εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὁ κ. Βοζίκης εἶπε, πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ νὰ συμβιβασθῶσι πρὸς τὰ καθήκοντα ἑνός, ὁ ὁποῖος διορίζεται μέλος μιᾶς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφοῦ διορίζεται, πῶς θὰ ἀποζημιωθῇ; Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Βοζίκην, καὶ πολὺ ὀρθῶς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ὅτι δὲν τὸ πιστεύει αὐτό, διότι εἶναι βεβαιωμένον καὶ γνωστόν, ὅτι καὶ δημόσιος ὑπάλληλος, ὅταν ἀναλάβῃ ἑτέραν ὑπηρεσίαν ἄσχετον πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει, δύναται νὰ ἀποζημιωθῇ δι’ ἑτέρας ἀποζημιώσεως καὶ δι’ ἐπιμισθίου ἀκόμη.
§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶπον ἐγὼ ὅτι δὲν δύναται; Εἶπον ἐὰν πρέπει, ἐὰν εἶναι εὐπρεπές.
§43Ι. ΓΙΑΜΑΡΕΛΟΣ. Ὅταν λοιπὸν λάβωμεν τὴν λογικὴν ταύτην βάσιν, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τοῦ νόμου, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν διαφωνίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τουτέστιν ὅτι οὐ μόνον ὁ Βουλευτής, ἀλλὰ καὶ ὁ Δημόσιος ὑπάλληλος δύναται νὰ διορισθῇ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ἀποζημιωθῇ, ἀφοῦ τοῦτο ἐπιτρέπεται καὶ ἐκ τῶν ὑφισταμένων ἐν ἰσχύι Νόμων.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ἤδη ἐγείρεται ζήτημα Κανονισμοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Κανονισμοῦ ἡ διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψηφοφορία γίνεται ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων τῶν ἀφορώντων πρόσωπα ὀνομαστὶ ἀναφερόμενα ἐντὸς ἢ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν διὰ δηλώσεώς τινος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καταχωριζομένης ἐν τοῖς πρακτικοῖς, νὰ δηλωθῇ ὅτι τὸ ἄρθρον 1 περιλαμβάνει τὸν καταρτισμὸν ἐπιτροπείας, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ διορισθέντα πρόσωπα.
§45Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουρ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσ.). Εἶναι προφανέστατον. Ὁ Κανονισμὸς προβλέπει τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐκλέγει πρόσωπα· οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει νομοσχέδιον ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς, ἐν ᾧ δὲν ἀναφέρονται πρόσωπα. Βεβαίως δὲ ποιοῦμαι καὶ τὴν δήλωσιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρει ἐπιτροπείας καὶ ὄχι πρόσωπα.
§46ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ τὰ ἐν τῷ Διατάγματι ὑπάρχοντα πρόσωπα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης θεωροῦνται ὡς μὴ γεγραμμένα, κύριε Πρόεδρε;
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προεκάλεσα τὴν ἑξῆς δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἐὰν διὰ τοῦ ἄρθρου 1 ἐννοεῖ μονιμοποίησιν τῶν ἐπιτροπειῶν ἢ τῶν διορισθέντων πρὸς συγκρότησιν αὐτῶν προσώπων, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται διὰ Διατάγματος νὰ καταρτίσῃ ἐπιτροπείας καὶ νὰ διορίσῃ πρόσωπα ὡς μέλη ἐπιτροπειῶν. Τὸ ἓν ζήτημα εἶναι κεχωρισμένον τοῦ ἄλλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι συναινεῖ εἰς τὴν δήλωσιν ὅτι ἐννοεῖ διὰ τοῦ ἄρθρου 1 μονιμοποίησιν τῶν ἐπιτροπειῶν, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν διορισθέντων προσώπων. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχομεν ψηφοφορίαν περὶ τῶν προσώπων, τῶν ἀποτελεσάντων τὰς ἐπιτροπείας, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἐπιτροπειῶν τῶν κατηρτισμένων διὰ Β. Διατάγματος.
§48ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιζητοῦμεν νὰ μονιμοποιηθῶσιν αἱ ἐπιτροπεῖαι ἀνεξαρτήτως προσώπων;
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαιότατα.
§50ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς βραδύτερον δύναται νὰ προκαλέσῃ ἄλλο Διάταγμα, νὰ διορίσῃ ἄλλα πρόσωπα;
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναμφισβητήτως.
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν ἐξήγησιν, κύριοι Βουλευταί. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν ὅτι, ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐν προσεχεῖ μέλλοντι σύνταξις τῶν σχεδίων τῶν δικαστικῶν κωδίκων, ἔπρεπε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ῥυθμισθῇ, καθ’ ὃν ἐρρυθμίσθη τρόπον, διὰ διατάγματος. Νὰ ζητηθῇ δὲ καὶ ἡ κύρωσις τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τούτου αὔριον. Ἐνόμισε συγχρόνως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἡ μονιμοποίησις καὶ τοῦ προσωπικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνατίθεται ἡ ἐκπόνησις τῶν προσχεδίων καὶ ὕστερον τῶν σχεδίων—μολονότι προσχέδια θὰ εἶναι καὶ ταῦτα, διότι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τύπον σχεδίου νόμου εἰς τὴν Βουλὴν—θὰ συνέβαλλε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν περαιτέρω περάτωσιν τοῦ ἀνατεθειμένου αὐτῇ ἔργου. Πρέπει, Κύριοι, νὰ μὴ παροραθῇ, ὅτι μία ἀπὸ τὰς πράξεις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, τὰς μᾶλλον σπουδαίας, τὰς μᾶλλον ἀξίας λόγου, ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἀποδίδει μεγίστην σημασίαν, εἶναι ἡ ταχεῖα ἐκπόνησις καὶ παρασκευὴ σχεδίων νόμων, ἀλλὰ καὶ ἡ κατάρτισις τῶν δικαστικῶν κωδίκων μας, ἡ ὁποία νὰ δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν προσεχῆ περίοδον τῆς Βουλῆς, ὅπως καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ πλήρης καὶ ταχεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης μετὰ 3–4 ἔτη, ὁπόταν θεωρήσῃ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ ἰσχύσωσιν, ἵνα δοθῇ χρόνος ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τοὺς περὶ τὰ δικαστικὰ ἀσχολουμένους νὰ μάθωσι τὸ νέον Δίκαιον. Συνήθως δὲν ἀποδίδεται ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας ἡ προσήκουσα σημασία, ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Χώρας εἰς τὴν κειμένην Νομοθεσίαν. Εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις, ἂν δὲν ἐγκύψῃ εἰδικώτερον εἰς τὴν μελέτην τοῦ πράγματος, ποῖαι εἶναι αἱ πέδαι, τὰς ὁποίας τὸ ἰσχῦον δίκαιον, τό τε οὐσιαστικὸν καὶ τὸ τυπικόν, παρεμβάλλει εἰς τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν, εἰς τὰς συναλλαγὰς αὐτῶν καὶ ἐν γένει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Ἐθνικῆς οἰκονομίας. Διεπόμεθα, Κύριοι, ὑπὸ οὐσιαστικοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον χρονολογεῖται ἀπὸ 15 αἰώνων, ἵνα μὴ εἴπω ἀρχαιότερον, διότι ἁπλῶς μία κωδικοποίησις ἐγένετο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰουστινιανοῦ. Εἶναι ἀρκετὸν τοῦτο, ἵνα ἐννοήσῃ τις ποῖα εἶναι τὰ τραύματα, τὰ ὁποῖα ἡ ἐφαρμογὴ ἑνὸς τοιούτου δικαίου φέρει εἰς τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν, ὅταν μάλιστα, ὡς συνέβη παρ’ ἡμῖν, τὸ δίκαιον ἐφηρμόσθη ὑπὸ τῶν δικαστηρίων οὐχὶ κατὰ τὴν ἐνδοτέραν αὐτοῦ ἔννοιαν, ἀλλὰ κατὰ τοὺς ἐξωτερικοὺς καὶ ξηροὺς πολλάκις τύπους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐθυσιάσθη συχνότατα τὸ ἀληθὲς δίκαιον (χειροκροτήματα). Οἱ ἐγκύπτοντες εἰς τὰ τῆς συγκριτικῆς νομοθεσίας, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς δικαστικοὺς κώδικας, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ καταπλαγῶσι πρὸ τῆς ὀπισθοδρομήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα ὅσον ἀφορᾷ ἰδίως τὰ ἀστικὸν καὶ διαδικαστικὸν δίκαιον ἐν σχέσει πρὸς τὰς προόδους, τὰς ὁποίας ἐπετέλεσεν ἀλλαχοῦ ἡ συστηματοποίησις αὐτοῦ. Δὲν ὑπάρχει Κράτος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν τελευταῖον αἰῶνα, ἀφ’ ἧς εἰσήχθησαν οἱ κώδικές μας, πολλάκις καὶ κατ’ ἐπανάληψιν νὰ μὴ ἐπέφερε ῥιζικὰς μεταρρυθμίσεις εἰς τὸ Δίκαιον, οἱ δὲ γνωρίζοντες ἰδίᾳ ἐν Γερμανίᾳ ὅτι τὸ διαδικαστικὸν δίκαιον εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀλληλουχίᾳ καὶ ἐπαφῇ καὶ συσχετίσει πρὸς τὸ ἀστικὸν δίκαιον, τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν καλεῖται νὰ κάμῃ τὸ διαδικαστικὸν δίκαιον, δὲν δύνανται νὰ μὴ καταπλαγῶσι πῶς κατώρθωσε νὰ διαβιώσῃ τὸ Κράτος τοῦτο ἐπὶ 80 ἔτη χωρὶς οὐ μόνον νὰ μεριμνήσῃ πρὸς παρασκευὴν σχεδίων νόμων, ἀλλὰ τὸ ἔργον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μακρῶν δεκαετηρίδων ἐγένετο ἀντιληπτόν, πῶς δὲν κατώρθωσε νὰ τὸ φέρῃ εἰς πέρας. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχὴν ὡς πολιτικὸν κόμμα εἶχε διακηρύξει ὡς πρώτιστον κεφάλαιον τοῦ πολιτικοῦ της προγράμματος τὴν κωδικοποίησιν τῶν δικαστικῶν νόμων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νεωτέρων ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουσι πανταχοῦ σήμερον τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Ἦτο λοιπὸν φανερὸν ὅτι δὲν ἠδύνατο παρὰ ἐν τοῖς πρώτοις νὰ μεληθῇ, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐν προσεχεῖ μέλλοντι ἀνακαίνισιν τῶν δικαστικῶν ἡμῶν νόμων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἔχων ἐν τούτῳ σύμφωνον καὶ τὴν γνώμην τῆς ὅλης Κυβερνήσεως, ἔκρινεν ὅτι οὐ μόνον ἔδει νὰ καθιερώσῃ μέθοδόν τινα ἐργασίας, ἡ ὁποία νὰ ἀγάγῃ εἰς τάχιον πέρας, ἀλλὰ νὰ ἀσφαλίσῃ καὶ νομοθετικῶς τὴν μονιμότητα τῶν προσώπων, τῶν διορισθέντων διὰ Διατάγματος, ὅπως μὴ ἐνδεχομένη κυβερνητικὴ μεταβολὴ διακόψῃ τὸ ἔργον τοῦτο καὶ φέρῃ νέα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσι φυσικὰ δυσκολίαν εἰς τὴν ταχεῖαν περαίωσιν τοῦ ἔργου. Τούτων οὕτως ἐχόντων ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ ἀντίρρησις, ἡ φερομένη ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον πρέπει ἐν σχέσει πρὸς τὴν μονιμοποίησιν τῶν προσώπων νὰ ἐγκριθῇ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, εἶναι εὔλογος· Πρὸς ἀποφυγὴν ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ ἀμφιβολιῶν καὶ ἀντιρρήσεων παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν.
§53ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρὸς ἀποφυγὴν ὅλων αὐτῶν ἔπρεπε νὰ γραφῇ ἡ διάταξις αὕτη, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν ἐπιτροπῶν δὲν παύεται πρὶν ἢ περατώσῃ τὴν ἀνατεθεῖσαν ἐν ἑκάστῃ ἐπιτροπῇ ἐργασίαν καὶ ἐκδώσῃ ὁ Ὑπουργὸς διάταγμα καὶ οὕτω νὰ μὴ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν ψηφοφορίαν.
§54ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Βουλευτά, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι αὐτὸ θὰ εἶναι μία προσπάθεια πρὸς περικάλυψιν τῶν πραγμάτων. Καλλίτερον νὰ προβῶμεν ἀπ’ εὐθείας καὶ ἂς χάσωμεν ὀλίγην ὥραν, ὅση ἀπαιτεῖται διὰ μίαν μυστικὴν ψηφοφορίαν.
§55Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι αὐτὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία καὶ ὑποδηλοῦται σαφῶς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Βεβαίως πρόκειται νὰ μονιμοποιηθῶσιν αὐταὶ αἱ ἐπιτροπαί, καὶ τὰ συνιστῶντα ταύτην πρόσωπα. Ἐπειδὴ ὅμως ἠγέρθη ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἀνάγκης μυστικῆς ψηφοφορίας καὶ ἐπειδὴ ἐκρίθη σκοπιμώτερον πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας νὰ γείνῃ τοιαύτη, νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ ἐξοικονομηθῇ ἄλλως, κατὰ τρόπον διευκολύνοντα τὴν δυσχέρειαν καὶ κυροῦντα τὴν ἔννοιαν, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἂς ψηφισθῇ ἤδη τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν, διὰ Βασ. Διατάγματος, ἐφ’ ἅπαξ ἐκδιδομένου, ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, δικαιοῦται ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς νὰ καταρτίσῃ τὰς ἐπιτροπείας, διορίζων τὰ πρόσωπα ἑκάστης αὐτῶν.
§56ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ προτείνω πρὸς ὑμᾶς. Νὰ ψηφίσωμεν τὰς ἐπιτροπάς, καὶ ὕστερον διὰ Διατάγματος νὰ ὁρίσητε τὰ πρόσωπα.
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δηλῶ λοιπὸν ὅτι θὰ περιληφθῇ τροπολογία τοιαύτη. Ἤδη δὲ δηλοῦται ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ψηφίζονται καὶ οὐχὶ τὰ πρόσωπα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ψηφοφορίας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ καὶ τὰ ἄρθρα 2ον–4ον).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον (Ἀναγινώσκεται).
§60Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸ 5ον ἄρθρον ὑπάρχει τυπογραφικὸν σφάλμα· ὁρίζονται δρχ. 1,000 ἐνῷ πρέπει νὰ τεθῇ 10,000.
§61ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὥστε ἔχομεν 28,000 καὶ 10,000 ἐν ὅλῳ 38,000. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν νέαν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι, λόγῳ τοῦ τύπου, ὃν δίδει εἰς τὸ γραφεῖον αὐτὸ τὸ διάταγμα, ἴσως θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ καθορίσῃ τοὺς βαθμοὺς καὶ τὰς θέσεις, διότι πρόκειται νὰ διανεμηθῶσι χρήματα μεταξὺ ὑπαλλήλων, διοριζομένων μονίμως καὶ εἶναι ὀρθὸν κατὰ γενικὸν κανόνα, νὰ γείνῃ διάκρισις μεταξὺ αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων, ὥστε καὶ προσόντα νὰ ἔχωσι καὶ βαθμόν, ἵνα γνωρίζῃ τις ὅτι ὁ γραφεὺς θὰ λαμβάνῃ ἀποζημίωσιν γραφέως, ὁ γραμματεὺς γραμματέως καὶ ὁ τμηματάρχης τμηματάρχου. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5ον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ 6ον καὶ 7ον καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Μπουρνιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν δύο πρώτων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθηκῶν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1ον, 2ον καὶ 3ον τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§63Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 4 ἐδάφιον, ὅπου λέγεται (ἀναγινώσκει): «διατελοῦντος ἐν καταστάσει κλπ.», ὀφείλω νὰ σημειώσω ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη δὲν εἶναι εὔστοχος καὶ χρήζει τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἐπιφυλάσσομαι νὰ κάμω εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐπίσης τὸ (ἀναγινώσκει): «Ἐφ’ ὅσον ἡ κατάστασις αὕτη κλπ.». δὲν εἶναι διατετυπωμένον συμφώνως πρὸς τὸ Ἰταλικὸν ἄρθρον 586, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐλήφθη ἡ ἔννοια αὕτη. Αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις θέλω κάμει, αἵτινες συμφωνοῦσι καὶ πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συντάξεως τοῦ ἀστικοῦ κώδικος, τῆς ὁποίας ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέλος, ὡς γραμματεύς.
§64ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἀπορίαν ἔχω, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ. Τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ὁρίζει τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ διαθέτης εἶναι ἀνίκανος πρὸς σύνταξιν διαθήκης, ἡ τελευταία δὲ παράγραφος τοῦ τελευταίου ἐδαφίου ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀνικανότης κατὰ τὸ ἐδάφιον αʹ, ἀριθ. 2 καὶ 3, ἄρχεται ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῆς αἰτήσεως, ἐφ’ ἧς ἐχώρησεν ἡ ἀπαγόρευσις ἢ ὁ διορισμὸς τοῦ ἀντιλήπτορος». Δηλαδή, μόλις ὑποβληθῇ ἡ αἴτησις περὶ ἀπαγορεύσεως, ὁ ἀπαγορευτέος εἶναι ἀνίκανος πρὸς σύνταξιν διαθήκης. Τὸ ἀμέσως ὅμως ἑπόμενον ἄρθρον ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὴν διάταξιν αὐτήν. Διότι ἀμέσως λέγει τὸ ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ὁ ἀπαγορευθεὶς συνέταξε διαθήκην πρὶν ἢ καταστῇ τελεσίδικος ἡ τὴν ἀπαγόρευσιν ἀπαγγέλλουσα ἀπόφασις, ἡ ἀπαγόρευσις δὲν ἐπιδρᾷ ἐπὶ τοῦ κύρους τῆς διαθήκης, ἂν ὁ ἀπαγορευθεὶς ἀποθάνῃ πρὸ τῆς τελεσιδικίας. Τὸ αὐτὸ ἰσχύει, ἂν ὁ ἀπαγορευθεὶς συνέταξε διαθήκην μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς πρὸς ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως αἰτήσεως καὶ ἡ ἀπαγόρευσις ἤρθη συμφώνως τῇ αἰτήσει. Αἱ διατάξεις τῶν προηγουμένων ἐδαφίων ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τοῦ ἕνεκα ἀσωτείας ὑπὸ δικαστικὸν ἀντιλήπτορα τεθέντος».
§65Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀντιρρήσεις ἐπὶ ὡρισμένων διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ ἀρχὴ ἐψηφίσθη ἀσυζητητί, νὰ ὑποβάλωσι ταύτας εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐγκαίρως, ὅπως τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι. Πρόκειται περὶ νομοθετήματος σπουδαίου, ἐπὶ πασῶν δὲ τῶν τροπολογιῶν θὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Τοῦτο μόνον τονίζω καὶ πάλιν, νὰ μὴ ὑποβληθῇ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν τροπολογία τις, διότι δὲν θὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται οἱ κ. κ. Βουλευταὶ νὰ ὑποβάλωσιν ἐγγράφως τὰς τροποποιήσεις των.
§67ΠΑΝ. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀντινομίας. Εἶναι ἐπανάληψις τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον. Ἡ ἀπόφασις περὶ ἀπαγορεύσεως ἐπιφέρει τὸ ἀποτέλεσμά της, ἅμα τῇ δημοσιεύσει, ἐν τούτοις πάντοτε αὐτὸ ἐξηγήθη ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι εἶναι τελεσίδικος.
§68ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 4ου καὶ τοῦ 1ου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 5ου πρόκειται.
§69ΠΑΝ. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συντάξασα τὸ ἄρθρον τοῦτο παρετήρησεν ὅτι εἶναι λίαν ἐπιρρεπεῖς ἐκεῖνοι, κατὰ τῶν ὁποίων ὑποβάλλονται αἰτήσεις περὶ ἀπαγορεύσεως ἢ θέσεως ὑπὸ ἀντιλήπτορα, εἰς μίση καὶ πάθη κατὰ τῶν ὑποβαλόντων τὴν αἴτησιν, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι πλησιέστεροι συγγενεῖς. Ἐὰν ἀφήναμεν νὰ ἔχῃ κῦρος ἡ διαθήκη των ἡ συνταχθεῖσα πρὶν ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις, ἡ διαθήκη αὕτη θὰ ἦτο ἀποτέλεσμα μίσους καὶ πάθους ἐναντίον τῶν συγγενῶν. Λέγομεν λοιπὸν ὅτι ἡ ἀνικανότης αὕτη ἄρχεται ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀπόφασις τῆς δικαστικῆς ἀντιλήψεως.
§70ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ πάλιν τὰ δύο ἐδάφια.
§71ΠΑΝ. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν, ἂν ἔχῃ ἐκδοθῇ ἀπόφασις τελεσίδικος, ὑπάρχει ἀνικανότης ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅμως ὅτι δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις τελεσίδικος, τὸ γεγονός, ὅτι ὑπεβλήθη αἴτησις, δὲν καθιστᾷ ἀνίκανον τὸν συντάξαντα τὴν διαθήκην. Ὑποχρεοῦται δὲ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσέβαλε τὴν διαθήκην, νὰ ἀποδείξῃ.
§72Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τετάρτην φορὰν λαμβάνετε τὸν λόγον.
§74Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δευτέραν. Ἐὰν θέλητε νὰ μοὶ ἀπαγορεύσητε, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χαριστικῶς σᾶς ἐπιτρέπω.
§76Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ μία παράγραφος πρὸς τὴν ἄλλην εἶναι ἐν ἀντιφάσει, διότι κατὰ τὴν μίαν παράγραφον ἡ ἀπαγόρευσις πρὸς σύνταξιν διαθήκης ἄρχεται ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς αἰτήσεως περὶ ἀπαγορεύσεως.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξεδόθη ἀπόφασις.
§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν ἐξεδόθη ἀπόφασις. Δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα τόσον ἁπλοῦν, ὥστε νὰ μὴ προσέξητε, παρακαλῶ. Ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως πρὸς ἀπαγόρευσιν ἄρχεται ἡ ἀκυρότης τῆς διαθήκης. Τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἄρθρον τί λέγει, παρακαλῶ; Ἐὰν ἀποθάνῃ ὁ διαθέτης πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς τελεσιδικίας πρὸς ἀπαγόρευσιν, δὲν ἐπηρεάζεται τὸ κῦρος τῆς διαθήκης. Κατὰ τὴν μίαν παράγραφον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ κάμῃ διαθήκην, κατὰ δὲ τὴν ἄλλην κυροῦται ἡ διαθήκη, ἐὰν δὲν προφθάσῃ νὰ γίνῃ τελεσίδικος ἡ ἀπόφασις πρὸς ἀπαγόρευσιν.
§79Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρατηρῶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ κ. Μπακόπουλος δὲν θὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτιολογίας τῆς συνταξάσης τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιτροπῆς, τὰς ὁποίας ἐὰν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, θὰ παρατηρήσῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντινομία. Ἐὰν δὲ καὶ μετὰ τὴν μελέτην αὐτὴν δὲν πεισθῇ, τότε βεβαίως ἡ Βουλὴ δύναται νὰ δεχθῇ.
§80Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ ἰσχύωσιν αἱ αἰτιολογίαι.
§81Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ κατετέθησαν εἰς τὸ γραφεῖον διὰ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς αἱ αἰτιολογίαι τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τὰ Πρακτικὰ τῶν συνεδριάσεων τῆς ἐπιτροπῆς τῆς τελευταίας, ἡ ὁποία ἐθεώρησε τὸ παλαιὸν σχέδιον, καὶ ἡ Βουλὴ, ἐὰν θέλῃ, δύναται νὰ ἀναβάλῃ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ὑποβάλωσι τροπολογίας, νὰ ὑποβάλωσι ταύτας ἐγγράφως καὶ ἐγκαίρως.
§83Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Μπακόπουλος, ἔμεινεν ἀσυμπλήρωτος, διότι ἡ ἀνικανότης ἄρχεται ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως. Ἐὰν ἐκδοθῇ ἀπόφασις καταστᾶσα τελεσίδικος ζῶντος τοῦ θεωρουμένου ὡς ἀνικάνου, τότε βεβαίως ἡ διαθήκη αὕτη εἶναι ἄκυρος. Ἀλλά, ἐὰν αὐτὸς ἀποβιώσῃ πρὸ τῆς τελεσιδικίας τῆς ἀποφάσεως, ποία θὰ εἶναι ἡ τύχη τῆς διαθήκης;
§84Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ λέγει τὸ ἄρθρον 5.
§85Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Εἶναι ἔγκυρος;
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως. Συζητεῖτε πρωθυστέρως, κύριε Βουλευτά!
§87Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐὰν εἶναι ἔγκυρος ἡ διαθήκη; Αὐτὸ συνάγεται. Ἐὰν ὅμως ἦτο αὐτὸς πράγματι ἀνίκανος; Τότε δύναται τὸ Δικαστήριον νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν τὴν ἀνικανότητα; Δὲν διασαφηνίζεται.
§88Λ. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΥ. Εἶναι ἄλλος ὁ λόγος τῆς ἀνικανότητος καὶ ἄλλος ὁ λόγος τῆς ἀκυρότητος.
§89Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Δύναται, ἐπαναλαμβάνω, τὸ Δικαστήριον νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν τὴν ἀνικανότητα ἀφοῦ δὲν ἐξήχθη τελεσίδικος ἀπόφασις; Νομίζω ὅτι χρῄζει συμπληρώσεως.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ὅλας αὐτὰς τὰς πληροφορίας.
§91Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωμεν εἰς συνεννοήσεις ἄλλας ἄνευ τῆς τακτικῆς, τὴν ὁποίαν παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ τηρήσῃ. Λοιπὸν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ὑποβάλητε τὰς τροπολογίας σας, ἐπὶ πασῶν δὲ καὶ ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης κατ’ ἰδίαν θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσω τώρα.
§92ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι εὐλογωτάτη ὄχι μόνον διὰ τὰς τροπολογίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἁπλᾶς παρατηρήσεις, διότι ταῦτα πάντα πρέπει νὰ ἐξετασθῶσιν ἰδιαιτέρως μετὰ προσοχῆς, νὰ ἔχωμεν δὲ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἐν γνώσει νὰ ψηφίσωμεν.
§93Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ δηλῶ, ὅτι τοῦτο θὰ κάμω, κύριε Πρόεδρε.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται)
§95Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου, κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§97Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ προσέξητε τὸ τελευταῖον ἐδάφιον. Λέγει: «Διαγραφαί, παρεισγραφαί, ξέσματα ἢ ἄλλα ἐξωτερικὰ ἐλαττώματα δύνανται, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, νὰ ἐπαγάγωσι τὴν ἀκυρότητα τῆς διαθήκης καθ’ ὅλου ἢ ἐν μέρει». Εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, παρακαλῶ, νὰ μὴ ἐμπιστευθῆτε τίποτε χάριν τῆς ἑνότητος τῆς δικαιοσύνης, διότι μίαν διαθήκην θὰ τὴν ἀκυροῖ ὁ δικαστής, ἄλλην θὰ τὴν ἐπικυροῖ, καίτοι ἔχει τὰ αὐτὰ ἐλαττώματα.
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρόκειται περὶ ἐλαφροτέρου βαθμοῦ ἀκυρότητος (θόρυβος καὶ ὁμιλίαι).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παρακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ἄνευ θορύβου καὶ μετὰ προσοχῆς, διότι σπουδαιότερον νομοθέτημα τούτου δὲν ἔχομεν ἰδεῖ ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ μακροῦ.
§100Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος φρονεῖ ὅτι ἀφίεται μεγάλη ἐλευθερία εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ. Μεγάλη ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν ἐτίθετο ὅτι αἱ μὲν παρεισγραφαὶ δὲν θὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν, θεωρούμεναι ὡς μὴ γεγραμμέναι, αἱ δὲ διαγραφαὶ καὶ τὰ ξέσματα θὰ καθιστῶσιν ἄκυρον τὴν διαθήκην, ἐφ’ ὅσον μεταβάλλεται τὸ περιεχόμενον αὐτῆς.
§101Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀρίστη πασῶν. Νομίζω ὅτι μόνον διὰ τῆς διατυπώσεως ταύτης εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν, μεταβάλλοντες ἓν ἀπηρχαιωμένον νομοθέτημα, ὅπερ, ἀντὶ νὰ ἐκφράζῃ τὴν θέλησιν τοῦ τελευτῶντος, ἐχρησίμευεν, ἵνα πᾶσαι αἱ διαθῆκαι τείνωσι πρὸς παγίδευσιν τῆς θελήσεως αὐτοῦ. Ἐὰν αἱ διαγραφαί, αἱ παρεισγραφαί, τὰ ξέσματα ἢ ἄλλα ἐλαττώματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ μὴ δυνάμεθα ἀσφαλῶς ἐκ τοῦ ἐγγράφου νὰ ἀνεύρωμεν τὴν γνησίαν θέλησιν τοῦ διαθέτου, εἶναι τόσον πολλά, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεύρωμεν τί ἀκριβῶς ἤθελεν ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, τότε βεβαίως ὁ δικαστὴς θὰ εἴπῃ: οὐδεμίαν ἔχω διαθήκην, διότι εἶναι τόσον ἀσαφής, ὥστε δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ποία ὡρισμένως ἦτο ἡ θέλησις τοῦ ἀποθανόντος. Ἐὰν ὅμως ὑποθέσωμεν ὅτι ὁσαδήποτε καὶ οἱαδήποτε ἂν εἶναι τὰ ξέσματα, ἐν τούτοις ὁ δικαστὴς δύναται νὰ συναγάγῃ ἀσφαλῶς καὶ ὡρισμένως ποία ἡ θέλησις τοῦ διαθέτου, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἀκυρώσωμεν τὴν διαθήκην· οἱοσδήποτε περιορισμὸς θὰ ἦτο αὐτόχρημα ἐπανάληψις τῶν παγίδων ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας ἐνέπιπτεν ἡ τελευταία θέλησις διὰ τῶν περιορισμῶν, οὓς τὸ καταργούμενον ψήφισμα εἶχε θέσει. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ διατύπωσις αὕτη καὶ μόνη δύναται νὰ ἀρκέσῃ, ὥστε νὰ δύναται νὰ κριθῇ ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ ὁποία εἶναι κατὰ τὸ περιεχόμενον ἡ διαθήκη.
§102Λ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ μίαν ἄλλην διατύπωσιν. Νομίζω ὅτι αἱ τέσσαρες αὐταὶ λέξεις: «ἢ ἄλλα ἐξωτερικὰ ἐλαττώματα» δέον ν’ ἀφαιρεθῶσι καὶ νὰ ὁρίσωμεν τὰς περιπτώσεις· ὅπως λέγει «διαγραφαί, παρεισγραφαί, ξέσματα», νὰ σταματήσῃ ἐκεῖ, διὰ νὰ μὴ ὑπάγωμεν ὑπὸ τὴν ἀόριστον παράθεσιν ἄλλων θεμάτων, διότι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνοίξωμεν πολλὰς θύρας καὶ αἱ τοιαῦται θύραι εἰς τοιοῦτο νομοσχέδιον πρέπει νὰ εἶναι κεκλεισμέναι.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη.
§104Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι ἐπερατώθη πλέον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται),
§106Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ἄρθρον 8 δύναται νὰ διαγραφῇ, διότι καὶ ὁ μὴ δυνάμενος νὰ ἀναγινώσκῃ χειρόγραφα δύναται καλῶς νὰ διατυπώσῃ τὰς σκέψεις του ἐν ἰδιογράφῳ διαθήκῃ. Βέβαια, ἀφοῦ θὰ γράψῃ μόνος του, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ ὑποστῇ ἀπάτην καὶ ὑποβολήν. Ὑποβολὴν καὶ ἀπάτην θὰ ὑποστῇ μόνον, ἐὰν δὲν ἔχῃ σώας τὰς φρένας. Δύναται ὅμως εἴτε καθ’ ὑπαγόρευσιν εἴτε μόνος του νὰ διατυπώσῃ τὰς σκέψεις του, τὰς ὁποίας θὰ γράψῃ ἔπειτα ὁ συμβολαιογράφος. Ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἀποκλείσωμεν τὸν ἀγράμματον τοῦ δικαιώματος νὰ συντάσσῃ αὐτὸς ἰδιόγραφον διαθήκην.
§107ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου, κύριε Πρόεδρε, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγινώσκῃ τὰ χειρόγραφα τοῦ ἑνός, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀναγινώσκῃ τὰ χειρόγραφα τοῦ ἄλλου. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ διαγραφῇ ἢ τοὐλάχιστον νὰ διατυπωθῇ κατὰ ἕνα ἄλλον τρόπον. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ διαγραφῇ καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει, κύριε Πρόεδρε, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ φέρω ἐπ’ αὐτοῦ ἐν καιρῷ καὶ ἐπὶ ἄλλων τινῶν ἄρθρων σχετικὰς τινας τροπολογίας.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§109Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον εἶναι σκοπιμώτατον. Μὴ δυνάμενος νὰ ἀναγνώσῃ χειρόγραφα δὲν δύναται νὰ συντάξῃ διαθήκην. Φαίνεται ὅτι οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δύναταί τις νὰ γράφῃ, καὶ τυφλὸς ὤν, ἀλλὰ νὰ μὴ δύναται νὰ ἀναγινώσκῃ. Θὰ δεχθῶμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγραψεν ἦτο καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελε; Θὰ ἠδύνατο ὁ δικαστὴς νὰ εὕρῃ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ βούλησιν; Εἶναι λοιπὸν σκοπιμώτατον τὸ ἄρθρον καὶ δὲν πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§110Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀχαΐας συναδέλφου, νομίζω ὅτι παρέλκει πᾶσα περαιτέρω συζήτησις. Εἶναι σκοπιμωτάτη ἡ διάταξις αὕτη καὶ αἱ νεώτεραι νομοθεσίαι ἔλαβον πρόνοιαν περὶ τῶν περιπτώσεων, καθ’ ἅς τις, δυνάμενος νὰ γράφῃ, ἀδυνατεῖ, εἴτε ἐπὶ καιρὸν εἴτε παροδικῶς, νὰ ἀναγνώσῃ, διότι στερούμεθα τοιουτοτρόπως τοῦ ἐλέγχου, τὸν ὁποῖον ὁ διαθέτης δύναται νὰ ἐνασκήσῃ, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγραψεν εἶναι καὶ ἡ διαθήκη του, διότι δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰς ἄλλος καὶ νὰ τῷ ὑποβάλῃ ἄλλο περιεχόμενον.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ διατυπωθῶσι μόνον σήμερον αἱ ἀντιλογίαι καὶ αἱ ἀπορίαι ἑκάστου καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ τὰς συζητήσωμεν, διότι, ἐὰν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, δὲν τελειώνομεν καθ’ ὅλην τὴν Σύνοδον! Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 10 (ὡσαύτως). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§112Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω μίαν παρατήρησιν, κύριοι Βουλευταί. Νὰ εἶναι ἄκυρος ἡ ἐγκατάστασις ἐκείνου, ὅστις παρίσταται μάρτυς, τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ νὰ εἶναι ἄκυρος ἡ ἐγκατάστασις καὶ τοῦ συγγενοῦς του ἀκόμη δὲν τὸ ἐννοῶ, διότι πιθανὸν ἐκεῖνος, ὅστις λαμβάνει μέρος ὡς μάρτυς εἰς τὸν συμβολαιογράφον, λαμβάνει μέρος ἐπίτηδες, διὰ νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἄλλου. Ἔχων ὑπ’ ὄψει ὅτι αὐτὸς δὲν θὰ ἐγκατασταθῇ ἀσφαλῶς, λαμβάνει μέρος, διὰ νὰ ἀκυρώσῃ καὶ τοῦ ἄλλου ἐκ πείσματος. Τί πταίει ὁ ἄλλος; Τί πταίω ἐγώ, ἐὰν ὁ πρῶτός μου ἐξάδελφος ἔλαβε μέρος ὡς μάρτυς εἰς μίαν διαθήκην; Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν θὰ τὴν διατυπώσω ἐγγράφως, κύριε Πρόεδρε.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14). Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§114Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ περιληφθῇ, ὅτι ἡ παρουσία παντὸς ἄλλου προσώπου τοῦ διαθέτου καὶ τῶν συμπραττόντων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν τῆς διαθήκης, πρέπει νὰ διαταχθῇ....
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 16 ἕως 43) Ἄρθρον 44 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Π. Γρυπάρη, ἥτις θὰ συζητηθῇ εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 44 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 45). Ἄρθρον 46 (ἀναγινώσκεται).
§116Δ. ΚΑΛΕΡΓΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς μίαν φράσιν ἀσαφῆ, ἡ ὁποία λέγει: «Ἡ Προξενικὴ ἀρχή, παρ’ ᾗ ὑπάρχει διαθήκη, ὀφείλει ἅμα λαβοῦσα γνῶσιν τοῦ θανάτου τοῦ διαθέτου, ἐν ταῖς μὴ χριστιανικαῖς χώραις, ὅπου ἑδρεύουσι Προξενικὰ Δικαστήρια, νὰ δημοσιεύσῃ ταύτην ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τοῦ Προξενικοῦ Δικαστηρίου κατὰ ἐν τῷ ἄρθρῳ 44 ὁριζόμενα· ἐν ταῖς λοιπαῖς χώραις νὰ δημοσιεύσῃ ταύτην ἐν τῷ Προξενικῷ γραφείῳ ἐνώπιον δύο μαρτύρων καὶ τοῦ γραμματέως τοῦ Προξενείου, ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, συντασσομένου Πρακτικοῦ, ἐν ᾧ καταχωρίζεται ὁλόκληρος ἡ διαθήκη. Τὸ Πρακτικὸν ὑπογράφουσιν ὁ προϊστάμενος τῆς Προξενικῆς ἀρχῆς, ὁ γραμματεὺς καὶ οἱ μάρτυρες. Ἐπὶ ἰδιογράφου μυστικῆς ἢ ἐκτάκτου διαθήκης τὸ πρωτότυπον μετὰ τοῦ τυχὸν περικαλύμματος, ἀφοῦ θεωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου τῆς Προξενικῆς ἀρχῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 44, ἐδάφιον τελευταῖον, προσαρτῶνται τῷ Πρακτικῷ καὶ φυλάσσονται ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Προξενείου».
§117Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ φέρω εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 46 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 47 ἕως 59, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§119Α. ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ προθεσμία, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀγωγὰς τὰς γενομένας κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι, ἐὰν δὲν τεθῇ, ἡ ὑπόθεσις ἔρχεται εἰς συζήτησιν εἴτε εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον εἴτε εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, καὶ τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει προετοιμασθῆ. Πρέπει νὰ δοθῇ προθεσμία, διὰ νὰ εἶναι ἐν γνώσει τὸ Δημόσιον τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας δέον νὰ λαμβάνῃ.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 201, 807 καὶ 808 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «Περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν».
§121Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἕνεκεν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ἐξηγέρθησαν ὅλοι οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύναμαι δὲ νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἐξηγέρθησαν, ἕνεκεν ἄλλων λόγων εἰμὴ ἐξ ἐπιστημονικῶν λόγων. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς τὸ κῦρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἐξέγερσιν τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, νομίζω, ὅτι πρέπει τὰ νομοσχέδια νὰ ἀναβληθῶσιν.
§122Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραπέμψῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, ἐὰν εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη νὰ συζητήσῃ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν ταῖς λεπτομερείαις τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§123Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα τῆς ἀνάγκης ἢ μὴ τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν ἐλύθη· διότι ἤδη ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ τοῦτο εἰς ἐπιτροπήν. Θὰ ἐνόμιζον ἑπομένως, ὅτι ἐνδεδειγμένον θὰ ἦτο, σεβόμενοι τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ ἐπαναφέρωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἥλιδος Βουλευτοῦ περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἐξηγέρθησαν οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι, ἤθελον παρατηρήσει πρῶτον, ὅτι δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς τίνες δικηγορικοὶ σύλλογοι ἐξηγέρθησαν καὶ διὰ τίνα λόγον. Ὅτε δὲ λέγω διὰ τίνα λόγον, ἐννοῶ διὰ τίνας ἐπιστημονικοὺς λόγους, εἰδικῶς διὰ τίνας ἀντιρρήσεις σχέσιν ἐχούσας πρὸς τὸ σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν εἰς τὴν Βουλήν. Δύναμαι ἐν τούτοις νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ὁποίου τὸ κείμενον κατὰ τὰ 9/10 σχεδὸν εἶναι τὸ κείμενον προϋπάρχοντος νόμου, ἔχουσιν ἤδη ἀποφανθῆ, ὡς καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν εἶπον, πάντες οἱ εἰσαγγελεῖς τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον δι’ ἐγγράφου μου ἀπευθυνθέντος πρὸ πολλοῦ πρὸς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους τοῦ Κράτους ἐζήτησα τὴν γνώμην αὐτῶν, τὰς σκέψεις των καὶ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἔσχον κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐκείνου. Πολλοὶ τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, τῶν ὁποίων ἔχω ἐνταῦθα τὰς ἀπαντήσεις, ὀκτὼ ἕως δέκα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀπήντησαν ἀμέσως, ἤτοι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου. Οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι, ὅσοι ἀπήντησαν, πάντες ἐνθουσιωδῶς ἐπεκρότησαν τὸν νόμον ἐκεῖνον καὶ ἐζήτησαν τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ ἐν ἰσχύϊ, ἐλέγχοντες μόνον τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, κατὰ τὰ ὁποῖα προσέκρουσαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Αἱ παρατηρήσεις αὗται τῶν δικηγορικῶν συλλόγων συμπίπτουσαι σχεδὸν ἐν συνόλῳ πρὸς τὰς παρατηρήσεις τῶν εἰσαγγελέων ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Ἐὰν δὲ μοὶ ἦτο ἐπιτετραμμένον ἐκ τοῦ χρόνου, ἤθελον καταστήσει δῆλον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι μεταξὺ τῶν διαμαρτυριῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἔλαβον γνῶσιν ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων τοῦ κ. Προέδρου, ὑπάρχουν καὶ διαμαρτυρίαι δικηγορικῶν συλλόγων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἤδη ἀποφανθῆ, καὶ τῶν ὁποίων ἔχω ἤδη τὰ ἔγγραφα ἀντιθέτως ἀποφαινόμενα. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ παρέχεται ἡ εὐκαιρία αὕτη, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκπληρώσω μίαν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπί τινας στιγμάς, ἵνα καταθέσω σχετικάς τινας πληροφορίας λίαν χαρακτηριστικὰς καί, ὡς νομίζω, ἀναγκαίας. Ἡ ἀνάγκη νομοθετήματος, ἀντικείμενον ἔχοντος τὸ περιεχόμενον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, κατεδείχθη παρ’ ἡμῖν σχεδὸν ἀπὸ δεκαετίας. Κατεδείχθη ἐναργῶς ἡ ἀνάγκη νομοθετήματος θέτοντος τέρμα εἰς τὰς ἐρημοδικίας, νομοθετήματος θέτοντος τέρμα εἰς τὰς ἀναβολάς, νομοθετήματος προνοοῦντος περὶ ἀκριβοῦς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων. Ἐπανειλημμέναι προσφυγαὶ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ μέρους δικηγόρων—σημειωτέον δὲ ὅτι σύλλογοι δὲν ὑπῆρχον τότε—, ἐπανειλημμέναι προσφυγαὶ πρὸς αὐτὸ ἐκ μέρους τῶν Εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους ἐπεδείκνυον τὴν ἀνάγκην ταύτην ἐπείγουσαν καὶ ἀναβολῆς ἀνεπίδεκτον. Τὸ πρῶτον κατὰ τὸ ἔτος 1906 εἶχε συγκομισθῆ ὑλικὸν τοιοῦτον ἄφθονον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· γνωρίζω δὲ ὅτι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν εἰς τὴν συγκομιδὴν ταύτην, καὶ ἴσως πλειότερον παντὸς ἄλλου εἶναι καὶ εἷς ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν τῶν ἀποτελούντων τὸ συνέδριον τοῦτο, ὢν τότε Εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑλικοῦ τούτου καὶ εἰς πλήρωσιν τῆς πανταχόθεν ἐκφερομένης εὐχῆς κατηρτίσθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον, πρὶν ἢ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν νομομαθῶν καὶ μετ’ αὐτὴν παρεπέμφθη εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, σχεδὸν ἐκ βάθρων ἀνατρέψασα τοῦτο, κατήρτισε δὲ νέον, τὸ ὁποῖον δι’ ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ καταρτισθέντος ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ μετὰ τοῦ ἐγγράφου ἀκριβῶς τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, πάντα ταῦτα ὑπεβλήθησαν κατὰ τὸ 1906 εἰς τὴν Βουλήν, ὑπάρχουσι δὲ φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς τὰ ἐπίσημα δημοσιεύματα τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Δὲν κατωρθώθη τότε νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους οὔτε ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τὸ Ὑπουργεῖον ὑπέβαλεν, οὔτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1909, δι’ ἐκείνου, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀνέθετο τὴν παρασκευὴν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, κατήρτισε καὶ νομοσχέδιον ἀντικείμενον ἔχον τοιαύτην ὕλην. Ὁ παρασκευάσας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔλαβεν ὡς βάσιν ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ ὁλομέλεια τοῦ Ἀρείου Πάγου κατήρτισε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, μεταρρυθμισθέντος ἐν πολλοῖς, κυριώτατα δὲ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ὑποχρεωτικῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, λέγω, κατηρτίσθη νέον νομοσχέδιον μὲ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, περιέχουσαν ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ πάντα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἤδη ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε πρὸς ψήφισιν κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1909. Τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν· ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξειργάσθη τοῦτο, ἔφερε μεταρρυθμίσεις τινὰς καὶ μετὰ ταῦτα τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους. Ἴσχυσε, Κύριοι, ἐπὶ δύο μῆνας. Ὁμολογῶ δὲ ὅτι εἰς τὴν ἐφαρμογὴν παρενεβλήθησαν τοιαῦτα προσκόμματα, ὥστε κατέστη ἀπαραίτητος ἡ ἄμεσος αὐτοῦ κατάργησις. Συνεργασθεὶς ἐν τῇ παρασκευῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, βαθύτατα δὲ αἰσθανόμενος τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν μεγάλην ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, εὐθὺς ὡς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐπεμελήθην νὰ ἴδω τίνα εἶναι τὰ προσκόμματα ἐκεῖνα τὰ ἀνυπέρβλητα, τὰ ὁποῖα κατέστησαν ἀναγκαίαν τὴν κατάργησιν αὐτοῦ. Ἡ φυσικωτέρα ὁδὸς καὶ μᾶλλον ἀσφαλής, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην καὶ ὤφειλον νὰ ἀκολουθήσω, ἦτο ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησα καὶ τῆς ὁποίας ἔθεσα ἤδη ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰς γενικὰς γραμμάς. Ἀπηυθύνθην τουτέστιν ἐγγράφως πρὸς πάσας τὰς εἰσαγγελικὰς ἀρχὰς τοῦ Κράτους· ἀπηυθύνθην ὁμοίως πρὸς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους τοῦ Κράτους καὶ ἠρώτησα τούτους περὶ τῶν συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον νὰ ὑποβάλουν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀξίαν τοῦ νόμου ἐκείνου, ὅσον ἀφορᾷ τὰ διδάγματα, τὰ ὁποῖα παρέσχεν ἡ δίμηνος αὐτοῦ ἐφαρμογὴ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦσαν ἴσως ἐνδεδειγμέναι, ὅπως ἐπανέλθῃ οὗτος εἰς ἰσχὺν καὶ ἐφαρμοσθῇ ἀπροσκόπτως. Τάχιστα ὑπεβλήθησαν ἀπὸ μέρους πασῶν τῶν Εἰσαγγελιῶν αἱ ἐκθέσεις, ἐνθουσιωδῶς δέ, ὡς βλέπετε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ἐκφράζονται ὑπὲρ τῆς ἐπαναφορᾶς ἐν ἰσχύϊ τοῦ νόμου ἐκείνου. Ὁμολογοῦσι δὲ ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον κατέστη ἀνεφάρμοστος, ἦτο ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἀναγκαία ὀργάνωσις τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐπιτετραμμένου τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, πάντες δὲ παριστῶσιν ὅτι ἀπαραίτητος ἦτο ἡ ἀνάγκη νὰ αὐξηθῶσι τὰ πρόσωπα κατ’ ἀριθμόν, ἐπίσης δὲ νὰ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν, διὰ νὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὰς μεγάλας ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου ἐκείνου, τὰς ἀναγομένας εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Ἐκ τῶν δικηγορικῶν συλλόγων ἀπήντησαν ταχέως ὀκτὼ ἢ ἐννέα, ἀπήντησαν δὲ τότε ἐπιστημονικῶς καὶ εἰδικῶς διαφωτίζοντες τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ δὴ ἀπήντησεν ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ναυπλίου δι’ ἐγγράφου τῆς 30 Ὀκτωβρίου 1910, ὁ ὁποῖος λέγει τάδε (ἀναγινώσκει): «Ὁ νόμος ͵ΓΦΜΖʹ (3547) κατὰ τὴν κρατοῦσαν παρὰ τοῖς ἐνταῦθα δικηγόροις γνώμην ἦτο ἄριστος, διότι διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ ἐξησφαλίζετο ἡ ἀκριβὴς καὶ νόμιμος καθ’ ὅλα ἐπίδοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων, ἀλλ’ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ προσέκοψεν εἰς τὴν ἀνεπάρκειαν τῶν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων. Ὡς γνωστόν, οὗτοι εἶναι ὀλίγοι, πτωχοὶ δὲ βιοπαλαισταὶ συνήθως καὶ οἰκογενειάρχαι καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ συντηρηθῶσι διὰ τοῦ γλίσχρου μισθοῦ δραχμῶν 50 μηνιαίως περιέρχονται εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀσχολῶνται καὶ εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιδόσεις καὶ ἐκτελέσεις πρὸς βιοπορισμόν. Ἐντεῦθεν δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν πολλὴν σχετικῶς ποινικὴν ὑπηρεσίαν. Τούτου δ’ ἕνεκα καὶ δύο τῶν ἐνταῦθα κλητήρων παρῃτήθησαν, τρεῖς δὲ τῶν ἐν Ἄργει ἐπαύθησαν ἀρνηθέντες νὰ ὑπηρετήσωσι, καὶ καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας ἐσκέπτοντο πάντες νὰ παραιτηθῶσιν εἰ μὴ κατηργεῖτο ὁ ἄνω νόμος. Ἐπὶ τούτοις φρονῶ ὅτι ἡ ἐκ νέου ψήφισις τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐστὶν ἀναγκαιοτάτη, ἀρκεῖ νὰ ληφθῇ πᾶν μέτρον ἐξασφαλίζον τὴν ἀκριβῆ αὐτοῦ ἐφαρμογήν».
§124ΧΡ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Σήμερον λέγει τὰ ἀντίθετα;
§125Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠξεύρω ἂν λέγει τὰ ἀντίθετα, ἀλλ’ ἤκουσα ὅτι ἀνηγγέλθη ψήφισμα τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ναυπλίου ἀποφαινομένου συλλήβδην ἐναντίον ὅλων τῶν νομοσχεδίων. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Βόλου δι’ ἐγγράφου τῆς 18 Ὀκτωβρίου 1910 ὡς ἑξῆς διαφωτίζει τὸ Ὑπουργεῖον (ἀναγινώσκει): «Ἡ βραδύτης τὰς ἀπαντήσεως ὀφείλεται εἰς τὰς ζητηθείσας πληροφορίας ὑφ’ ἡμῶν ἀπὸ τὰ ἀπώτατα χωρία τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου μας, διότι εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα ἐτελοῦντο αἱ ψευδεῖς ἐγχειρίσεις τῶν ποινικῶν δικογράφων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ ἐπ’ ὀλίγον ἰσχύσας νόμος ΓΦΜΖʹ (ἀριθ. 3547) εἶχεν ἐπιφέρει εὐάρεστα ἀποτελέσματα, διότι τὰ ποινικὰ δικόγραφα ἐπεδίδοντο πράγματι καὶ ἐλάμβανον γνῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Τὸ πόρισμα τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ καὶ εὐχῆς ἔργον εἶναι νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἀναβίωσις τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ ποιότης τῶν κλητήρων, εἰς οὓς εἶναι ἀνατεθειμένον τὸ ἔργον τοῦτο, καὶ πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου 1) πρέπει νὰ ἐκλέγωνται ἐκ τῶν νέων κλητήρων οἱ ἄριστοι καὶ νὰ πληρώνωνται οὐχὶ δραχ. 1 καὶ 33% καθ’ ἡμέραν, ἀλλὰ νὰ τριπλασιασθῇ ὁ μισθὸς αὐτῶν καὶ 2) νὰ διπλασιασθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐμμίσθων τούτων δικαστικῶν ὑπηρετῶν εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα ἐκεῖνα, ὧν ἡ περιφέρεια ἐκτείνεται εἰς δύο καὶ πολλάκις τρεῖς δήμους. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι ἴδιον νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων.
§126Γ. ΠΩΠ. Ποία θὰ εἶναι ἡ δαπάνη;
§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑπολογίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἰς 110 χιλιάδας δραχμῶν ἐπὶ πλέον. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἄρτης δι’ ἐγγράφου τῆς 12 Νοεμβρίου 1910 διαφωτίζει οὑτωσὶ τὸ Ὑπουργεῖον (ἀναγινώσκει): «Ἀπαντῶν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 28849 καὶ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου ὑμέτερον ἔγγραφον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω ὑμῖν ὅτι, εἰ καὶ ὁ ͵ΓΦΜΖʹ (3547) νόμος ἐπ’ ἐλάχιστον χρόνου διάστημα ἐφηρμόσθη, ἐν τούτοις δύναταί τις ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ ὅτι οὗτος συγκρινόμενος πρὸς τὸν ἤδη ἐν ἰσχύϊ περὶ ἐπιδόσεως ποινικῶν δικογράφων νόμον ἦτο ἀσυγκρίτως τελειότερος καὶ μᾶλλον πρόσφορος πρὸς τὴν ἀληθῆ ἐξυπηρέτησιν τῶν τε συμφερόντων τῆς Πολιτείας καὶ τῶν πολιτῶν ἐπίσης· εὐχῆς δ’ ἤθελεν εἶσθαι ἔργον, ἐὰν ἤθελεν ἐπιδιωχθῆ ἡ ἐπαναφορὰ τούτου· ἀλλά, ὅπως ἐπιφέρῃ τὰ προσδοκώμενα ἀγαθὰ ὁ νόμος οὗτος, δέον ν’ αὐξηθῇ κατά τι ἡ μισθοδοσία τῶν ἐμμίσθων κλητήρων καὶ σχεδὸν νὰ διπλασιασθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστῳ Εἰρηνοδικείῳ ὑπηρετούντων τοιούτων, διότι οἱ νῦν διωρισμένοι δικαστικοὶ κλητῆρες δὲν ἐπαρκοῦσι λόγῳ τῶν μεγάλων περιφερειῶν τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν ἀποστάσεων».
§128Γ. ΠΩΠ. 150,000 θὰ εἶναι ἡ δαπάνη.
§129Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὂχι περισσότερον. Ἀλλὰ δὲν ἐκτιμῶ τὸ ζήτημα κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Πρόκειται περὶ ῥιζικωτάτης μεταρρυθμίσεως, ἡ ὁποία ἐπαγγέλλεται νὰ συντελέσῃ οὐσιωδῶς εἰς τὴν ἐνημερότητα καὶ ἀπονομὴν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Τούτου τιθεμένου τοιοῦτοι μικροϋπολογισμοὶ δὲν εἶναι ὀρθόν, νομίζω, νὰ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλήν. Ἐπίσης οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι Γυθείου, Πατρῶν, Κερκύρας, πάντες ἀποφαίνονται ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ὑποδεικνύοντες ὡρισμένας τινὰς μεταρρυθμίσεις. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπαρκῆ ταῦτα διὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ κατανοηθῇ ὅτι λόγον ἡ ἀναβολὴ οὐδένα ἔχει. Ἐπὶ πασῶν τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν καὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ὑποβληθῆ, θὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Εὑρίσκομαι δὲ εἰς τὴν θέσιν νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πολλαὶ τροπολογίαι ὑπῆρξαν πρόσφοροι καὶ βελτιοῦσαι τὸ νοσμοσχέδιον, καὶ ταύτας θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§130Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς, μολονότι αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην μερικῶν πληροφοριῶν. Ἐπειδὴ ὅμως ἤδη συζητεῖται τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. Πρὸς τοῦτο δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσαγάγῃ πίνακα ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ Κράτει δικαστικῶν κλητήρων, τὰς περιφερείας καὶ τὰ γραφεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπεσπασμένοι, καὶ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῶν.
§131ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μὲ ἔκαμε νὰ πιστεύσω ὅτι παρεξήγησε τὴν πρότασίν μου περὶ ἀναβολῆς. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς διαπνέεται πλειότερον παντὸς ἄλλου ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, ὅπως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καταρτισθῶσι νόμοι τελειότεροι. Ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης ὁρμώμενος ὑπέβαλον τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ἵνα ἔλθωσιν ἐνταῦθα τὰ ὑπομνήματα τῶν δικηγορικῶν συλλόγων.
§132Χ. ΜΕΪΤΑΝΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῶν ὑπομνημάτων αὐτῶν. Ἐδῶ εἴμεθα διακόσιοι δικηγόροι.
§133ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐν ταῖς ἐφημερίσιν εἶδον ὅτι πολλοὶ δικηγορικοὶ σύλλογοι ὑπέβαλον παράπονα κατὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Δὲν ἠθέλησα νὰ μεμφθῶ προκαταβολικῶς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ σκέπτομαι ὅτι ὀφείλομεν εἰς τὴν ἐξέγερσιν τῶν δικηγορικῶν συλλόγων νὰ δώσωμεν σημασίαν, διότι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλο ἐλατήριον ἢ ἐπιστημονικόν.
§134Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως συναινέσῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, οὗτινος αἱ συνέπειαι δύνανται νὰ ἐπανορθωθῶσι. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετεβλήθη κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον τῆς τελευταίας τακτικῆς Βουλῆς εἰς νόμον, καὶ κατ’ αὐτοῦ ἐξηγέρθησαν δικηγορικοὶ σύλλογοι καὶ δικαστικὰ σωματεῖα, πάντα δὲ τὰ Δικαστήρια, οἱ εἰσαγγελεῖς ἐζήτησαν τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, ὅστις καὶ κατηργήθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄνευ ἀντιρρήσεως. Μίαν ὑπενθύμισιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐμὸν συμπολίτην, ὅτι τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ πολὺ ἐμάστιζον τὴν Γόρτυνα καὶ ἐκεῖ εὗρον τὸν τάφον των, δὲν ἤρχισαν τὸ στάδιόν των ἀπὸ μεγάλα ἐγκλήματα, ἀλλ’ ἀπὸ μικροποινάς, πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ὁποίων ἐτράπησαν πρὸς τὰ ὄρη, ὅπου ἀνεδείχθησαν μεγάλοι κακοῦργοι. Τὰς συνεπείας ταύτας θὰ ἔχῃ τὸ νομοσχέδιον μεταβαλλόμενον εἰς νόμον. Καὶ ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς ἀπόρριψιν τῆς ἀναβολῆς τὰ ψηφίσματα τῶν δικηγορικῶν συλλόγων τῶν πεδινῶν μερῶν, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἄγνωστος ἡ χιών. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅταν κλητευθῶσιν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ πατρίδι ἡμῶν καὶ μάρτυρες καὶ κατηγορούμενοι, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου εἰς Τρίπολιν ἐν καιρῷ χιόνος ἢ ἄλλου κωλύματος καὶ δὲν προφθάσωσι νὰ δώσωσι λόγον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τίνα τρόπον θέλει ἐπανορθωθῆ ἡ ἀπόρριψις τῆς ἀνακοπῆς, ὅταν ἡ δευτέρα ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος;
§135Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁμιλεῖτε ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἀναβολῆς;
§136Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα γνωρίζω κάλλιον ὑμῶν. Ἵνα ὑποστηρίξω τὴν ἀναβολήν, πρέπει νὰ φέρω ὡς ἐπιχείρημα τὰ ἐλαττώματα τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην διορθώσεως. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ὡς Βουλευτὴς καὶ ὡς φίλος νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ὀλιγοήμερον ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως ἐπιτροπὴ συναρμολογήσῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ ἀπαλείψῃ τινὰς ἐχούσας σκοπὸν νὰ ἐπαναφέρωσι τὴν λῃστείαν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ του πατρίδι.
§137Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὑποβάλλονται δύο προτάσεις, μία πρότασις ἁπλῆ περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως καὶ ἄλλη ἐπὶ τῷ τέλει παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῶν δύο προτάσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην τῆς ἀναβολῆς καθαρῶς, αὕτη εἶναι ἥκιστα δεδικαιολογημένη. Διότι συζητοῦντες κατ’ ἀρχὴν περὶ τῆς διαρρυθμίσεως τῶν ἀταξίας τινὰς παρουσιασασῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας—τοῦτο εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου—, νομίζω ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν τάξει ζητοῦντες ἀναβολήν, διὰ νὰ σκεφθῶμεν ἂν κατ’ ἀρχὴν αἱ διατάξεις παρέχουσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ πλεῖστα ἐλαττώματα. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀναβολὴ θὰ ἦτο χρήσιμος βεβαίως, διὰ νὰ μελετήσῃ τις ταύτας. Ἀλλ’ εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι, ἐὰν κατὰ τὸν μακρὸν δικηγορικὸν βίον, τὸν ὁποῖον ἔσχον ὅσοι δύνανται νὰ συνεισφέρωσι πρὸς διοργάνωσιν βελτίονα τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ἐσχημάτισαν ἰδέαν τινὰ περὶ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐθεράπευον τὸ κακόν, ἐὰν μετὰ τὴν δίμηνον ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτε ἐγένετο νόμος, δὲν ἐσχημάτισαν νέας πεποιθήσεις, ἐὰν ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ εἰσήγησις τῶν νομοσχεδίων κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ μέχρι σήμερον εἰς αὐτοὺς νὰ μελετήσωσι τὰς λεπτομερείας, ἐὰν ἐπὶ τέλους ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐζητήθη πάλιν ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν, μέχρι σήμερον δὲν ἠδυνήθησαν νὰ σχηματίσωσι γνώμην καὶ ὡρισμένας ἀποφάσεις καὶ πεποιθήσεις περὶ τῶν τροπολογιῶν, ἃς πρέπει νὰ ἐπιφέρωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, οἱαδήποτε ἀναβολὴ δὲν θὰ εἶναι ἱκανὴ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ νὰ σχηματισθῶσι στερεαὶ πεποιθήσεις περὶ τοῦ πράγματος. Περὶ τῆς ἀναβολῆς πρὸς παραπομπὴν εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπὴν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, δύναταί τις ὅμως νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ ἀποφανθῇ ἐκ δευτέρου, ἐὰν παρουσιασθῶσι νέα γεγονότα. Ποῖα νέα γεγονότα παρουσιάσθησαν; Ἤκουσα μίαν ἐξέγερσιν τῶν δικηγορικῶν συλλόγων ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Τὴν εἶδον διατετυπωμένην καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀλλ’ εἶδον μίαν ἐξέγερσιν en bloc, καὶ μάλιστα οὐχὶ σύμφωνον μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ δικηγορικῶν συλλόγων, ὅστις ἐπιβάλλει καὶ ἐπιτρέπει νὰ ὑποδεικνύωσιν οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι τὰς γνώμας αὐτῶν τὰς προσφόρους πρὸς βελτίωσιν τῶν τῆς νομοθεσίας, χωρὶς νὰ ἐξεγείρωνται, δὲν εἶδον ὅμως, μολονότι ἔκτοτε ἐξηγγέλθησαν τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ὡρισμένα ὑπομνήματα τείνοντα εἰς βελτίωσιν ὡρισμένων διατάξεων, καταδεικνύοντα ὡρισμένα ἐλαττώματα καὶ ὑποδεικνύοντα ὡρισμένα μέσα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν. Συνεπῶς καὶ αὐτὸς ὁ λόγος τῆς συσσώμου ἐξεγέρσεως κατὰ τῶν νομοσχεδίων, εἰς ἣν περιλαμβάνεται καὶ αὐτὸ ἔτι τὸ ἀθῷον νομοσχέδιον περὶ διαθηκῶν, δὲν εἶναι βάσιμος. Ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως, παραμένει ὁ λόγος τῆς ἐξελέγξεως. Ὁμολογῶ, ἵνα προλάβω ἐκ τῶν προτέρων διαμαρτυρίας τῶν πεπειραμένων, ὅτι δὲν ἔχω μεγάλην πεῖραν κοινοβουλευτικήν, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἔχω τὴν μακρὰν πεῖραν, ἥτις χαρακτηρίζει πολλὰ τῶν μελῶν τοῦ συνεδρίου τούτου. Διὰ τοῦτο παρακολουθῶ τὰ γενόμενα εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, ἵνα ἴδω κατὰ τίνα τρόπον αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαὶ εἶχον τὰ μέτρα καὶ τὰ σταθμὰ αὐτῶν τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν μελέτην ἐπὶ τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων. Ἐκ συμπτώσεως δὲ παρετήρησα κἄτι τι, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀντιποιεῖται κατὰ τὰ πλεῖστα ὡς πνευματικὸν αὑτοῦ τέκνον ἄλλος τις τέως Βουλευτὴς καὶ ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ Σύρου, καὶ ἐφημερίς τις τῆς πολιτικῆς μερίδος αὐτοῦ ἔγραφεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν πρέπει νὰ καυχᾶται ἡ Κυβέρνησις, ὅτι εἶναι πνευματικὸν αὐτῆς τέκνον, διότι ἐκεῖνος πρῶτος τὸ εἰσήγαγε. Κατεχώρισε δὲ καὶ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ εἰς τὴν ἐφημερίδα «Νέον Ἄστυ». Ὁ Ὑπουργὸς λοιπὸν ἐκεῖνος ἔδιδε μεγάλην δικαιοδοσίαν εἰς τοὺς δικαστὰς διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, δικαιοδοσίαν, ἡ ὁποία ἴσως ἦτο δυνατὸν εἰς πολλὰ ἄτοπα νὰ ὁδηγήσῃ, εἰς διόρθωσιν δὲ τῶν ἀτόπων τούτων θὰ προβῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὡς ἐδήλωσεν. Ἠδύνατο τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας τότε περιεῖχε, νὰ ἐπάγηται τὴν καταδίκην εἰς πενταετῆ φυλάκισιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον λάβει κἂν γνῶσιν τῆς κατηγορίας, διότι δὲν ἐμερίμνα τὸ νομοσχέδιον οὔτε περὶ τῆς ἀκριβοῦς κἂν ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων. Ἐννοεῖτε πάντες ποῖος ἦτο ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος. Ἐνῷ δὲ τόσην πεποίθησιν εἶχεν ἐπὶ τοὺς δικαστάς, ὥστε τοῖς ἐνεπιστεύετο τὴν ἐφαρμογήν, ἐν τούτοις, ὅτε ἄλλοτε συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ψευδομηνυτῶν, ἐγένετο πρότασις νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἧς μετεῖχεν ὁ ἴδιος ἄλλοτε Ὑπουργὸς καὶ Βουλευτὴς Σύρου, ἀπεφάνθη ὅτι πρέπει νὰ μὴ ψηφισθῇ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπέφερεν ἄδικον καταδίκην εἰς φυλακίσεις, ἀλλὰ τὸ πολὺ εἰς πεντήκοντα ἢ ἑκατὸν δραχμάς, καὶ τοῦτο ἐκ φόβου μήπως οἱ δικασταὶ ὑποπέσωσιν εἰς λάθος. Πῶς θέλετε μετὰ τοῦτο νὰ ἔχωμεν πάντοτε πεποίθησιν εἰς τὴν σοφὴν ἐργασίαν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐπιτροπῶν; Ἂς προσθέσῃ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὅ,τι θέλει ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς μαθήσεώς του εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πολλὰ ἐκ τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα ἢ φαίνονται ἢ εἶναι ἄτοπα, θὰ διαλευκανθῶσι καὶ θὰ διορθωθῶσιν ἢ θὰ ἀποδειχθῶσιν ὅτι δὲν εἶναι ἄτοπα. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ τι τὸ τρωτὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, Κύριοι, ἐκ τῆς συνεισφορᾶς ὅλων ἡμῶν θὰ διορθωθῇ καὶ θὰ ἐξέλθῃ τὸ νομοσχέδιον ἀρτιώτερον ἢ ἂν παρεπέμπετο εἰς ἐπιτροπήν.
§138Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ δὲν εἶναι μόνον καλαὶ ὑπὸ τὰς ἄλλας ἐπόψεις, ἀλλὰ καὶ λυσιτελεῖς εἰς τὸ νὰ ἀποτρέψωμεν τὸν λαὸν ἀπὸ τοῦ νὰ διαπράττῃ κολασίμους πράξεις. Ἐκ τούτου εἶμαι πεπεισμένος καὶ θὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, διὰ νὰ πείσω τὴν Βουλὴν νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους.
§139Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι κατέστη μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀναπόδραστος ἡ παραπομπὴ εἰς ἐπιτροπήν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον γενόμενον πέρυσι νόμος ἀπέτυχε διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἐντεταλμένου τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νομοσχέδιον προβλέπον περὶ ἐπαρκείας τοῦ προσωπικοῦ ἐκείνου; Χωρὶς νὰ μελετήσωμεν τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, χωρὶς νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ νὰ τὸ καταστήσωμεν νόμον τοῦ Κράτους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν; Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἢ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τούτου καὶ νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ἄλλου, ἢ πρέπει ἀμφότερα νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα εἴτε εἰς δύο εἴτε εἰς ἓν νομοσχέδιον, διότι ἐκεῖνο ἀποτελεῖ πλέον κατὰ τὴν δικαστικὴν γλῶσσαν προδικαστικὸν ζήτημα. Νομίζω ὅτι κατέστη ἀναπόδραστος ἡ ἀναβολὴ ἢ ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, ἂν θέλωμεν νὰ ἀποδεχθῶμεν τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις ἐβεβαίωσεν ἡμᾶς, ἀνέγνωσεν ἔγγραφα καὶ ἰσχυρίσατο ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ἦτο ἀνεφάρμοστος, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἐπαρκὲς προσωπικόν.
§140Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἀληθῶς ἀνακούφισιν ἠσθάνθην, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰσηγεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἐκ τῆς δικηγορικῆς μου πείρας ἀντελήφθην, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον τοιοῦτον νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἄλλοτε ἴσχυεν ὡς νόμος. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος ὑπῆρξε θνησιγενής, καὶ ὑπῆρξε θνησιγενής, διότι δὲν ἠκολουθεῖτο ὑπὸ τοῦ ἑτέρου νομοσχεδίου τοῦ προνοοῦντος περὶ τῶν ὀργάνων ἐκείνων, ἅτινα ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσωσι τὸν νόμον τοῦτον.
§141Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς συζητοῦμεν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιμένω νὰ ἐντοπισθῶμεν εἰς τὸ θέμα.
§143ΙΩ. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, προτοῦ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, ἐπεξειργάσθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος, τὸ ἀνώτατον τοῦτο Δικαστήριον, ἀπεφάνθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἰσήγετο, ἔδει νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, καὶ κατέστη τοιοῦτος. Ἀλλ’ ὑπῆρξε θνησιγενής, ὡς εἶπον, ἐλλείψει τῶν ὀργάνων ἐκείνων, δι’ ὧν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσαχθὲν καὶ ἄλλοτε, ὡς ἐρρήθη, εἰς τὴν Βουλήν, ἀντὶ νὰ βελτιωθῇ, ἀντιθέτως διὰ τῶν βελτιώσεων, τὰς ὁποίας ἐπεχείρησε τότε ἡ Βουλή, τὸ κατέστησεν ἀνεφάρμοστον, ὑποβαλλόμενον δὲ αὖθις καὶ συμβοηθούμενον ὑπὸ ἑτέρου νομοσχεδίου, ὅπερ καθορίζει τὸν τρόπον καὶ τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ἐπιδόσεις, ἀναμφισβητήτως καθίσταται λίαν ὠφέλιμον, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθισταμένου νόμου, ἀφ’ ἑνὸς θὰ παύσωσιν αἱ ἐρημοδικίαι, ἀφ’ ἑτέρου αἱ ἐπιδόσεις θὰ γίνωνται ὡς πρέπει νὰ γίνωνται, διότι μέχρι σήμερον, Κύριοι, αἱ ἐπιδόσεις γνωρίζετε πῶς γίνονται· ἀρκεῖ ὁ πρῶτος τυχὼν χωροφύλαξ, ὅστις ἀνέλαβε τὴν ἐπίδοσιν, ὁ πρῶτος δικαστικὸς κλητὴρ νὰ τύχῃ νὰ συναντήσωσι τὸν πρῶτον πάρεδρον τοῦ χωρίου, ὅπως παραδίδωσιν αὐτοῖς τὰς πρὸς ἐπίδοσιν κλήσεις, ὅτε αἱ κλήσεις, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, δὲν φθάνουσιν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον. Σήμερον διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου βελτιοῦται ὁ τρόπος τῆς ἐπιδόσεως καὶ αὐξάνονται τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιδώσωσι τὰς κλήσεις, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ, ὅτι αὗται θὰ φθάσωσιν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, ὅπερ προηγουμένως δὲν ἐπετυγχάνετο.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§145ΙΩ. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δι’ ὅλους τοὺς λόγους αὐτούς, ἀναμφισβητήτως λέγω, ὅτι εἶναι τόσον ὥριμον τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν καὶ δέον νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν.
§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τοῦ συναφοῦς αὐτῷ νομοσχεδίου περὶ δικαστικῶν κλητήρων μεταβάλῃ τὴν σειράν, διὰ νὰ ἀφαιρεθῇ ἓν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα προσάγονται σήμερον ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Κατὰ τὰ λοιπά, Κύριοι, ἔχω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν συνεζητήθη καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐντελῶς δ’ ὁμοία εἶναι ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὅτι εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία θὰ ἀπεκρούετο ἐντονώτερον ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἢ ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπήν, ἐφ’ ὅσον ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς σκοπὸν θὰ εἶχε τὴν ματαίωσιν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλὰ προσάγεται ὑπὸ τῶν ζητούντων τὴν ἀναβολὴν ἢ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν καὶ νέον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς αὐτοὺς ἡ γνώμη ἡ ἀντίθετος πρὸς τὸ παρὸν νομοσχέδιον τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, καὶ θὰ ἤμην διατεθειμένος, Κύριοι, νὰ θεωρήσω τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ὡς σπουδαῖον καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου συζήτησιν, ὅπως προσαχθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὰ φῶτα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀληθῶς εἰς θέσιν νὰ παράσχωσιν οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι. Ἀλλὰ δυστυχῶς μετὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἀπὸ τριῶν μηνῶν τὸ νομοσχέδιον ἀνεκοινώθη πρὸς ἄλλους συλλόγους καὶ πρὸς τὸν δικηγορικὸν σύλλογον Ἀθηνῶν, καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν δὲν κατώρθωσε νὰ ἐκφράσῃ ἐπὶ τόσον χρόνον γνώμην, διότι δὲν κατώρθωσε νὰ ἀποδώσῃ, φαίνεται, μεγάλην σημασίαν εἰς τοῦτο.
§148Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐκτὸς ἂν μὴ ἐπιτραπῇ ἡ διακοπή.
§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέπω τὴν διακοπήν.
§150Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐκ δικηγόρων τὴν γνώμην αὐτῆς περὶ τῶν ἀτελειῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τὴν δίμηνον. Τῆς ἐπιτροπῆς συνέπεσε νὰ προεδρεύω ἐγὼ καὶ ἐκάλεσα τὰ μέλη.....
§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πότε αὐτό;
§152Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἀπὸ καιροῦ πολλοῦ, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§153Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρὸ τεσσάρων μηνῶν.
§154Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἀπάντησις ἦτο, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐφηρμόσθη ποσῶς καὶ ὅτι πορίσματα ἐκ τῆς πείρας δὲν εἴχομεν νὰ ὑποβάλωμεν. Ἀπέμενε νὰ ὑποβάλω ἐγὼ προσωπικήν μου γνώμην, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐζητεῖτο τοιαύτη καὶ δὲν ἐκαλούμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ τῶν ἀτελειῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ τῶν πορισμάτων τῆς πείρας, διὰ τοῦτο δὲν ἀπηντήσαμεν.
§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο βεβαιοῖ ἡ γενομένη διακοπή, ὅτι ἀπὸ μηνῶν ἐζητήθη ἡ γνώμη τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν καὶ δὲν εἶχε δοθῆ μέχρις ὅτου ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν ἔλαβε τὴν ἀφορμὴν νὰ ἀσχοληθῇ συλλήβδην ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι λοιπὸν φανερόν, τούτου τιθεμένου, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, περιλαβόντος καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεταξὺ τῶν ἄλλων πολλῶν, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ὡς μὴ ἄξια συζητήσεως, ἡ γνώμη, λέγω, τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτην σημασίαν διὰ τὸ συνέδριον τοῦτο, ὥστε νὰ ἀναβάλῃ τὰς περαιτέρω ἐργασίας αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ὅπως ἤδη ἐξετέθη εἰς τὴν Βουλήν, συνεζητήθη καὶ ἄλλοτε ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ἐφηρμόσθη ἐπὶ δίμηνον καὶ εἶτα κατηργήθη, διότι δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τοῦτο λυσιτελῶς διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ ἐκτελέσωσι τὴν κοινοποίησιν. Πρόκειται λοιπὸν περὶ νομοθετικοῦ μέτρου, περὶ τοῦ ὁποίου ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει γνώμην ἤδη ἐσχηματισμένην, καὶ δὲν δύναμαι ἑπομένως νὰ θεωρήσω ὅτι ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἢ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν ἔχει ἄλλην σημασίαν παρὰ μόνον προσπάθειαν, ἵνα ματαιωθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐφ’ ὅσον δὲ πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου συνδέει ἡ Κυβέρνησις ἕνα μέγαν σκοπόν, ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει ἐν τῷ δικαστικῷ αὐτῆς προγράμματι, τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῶν ποινικῶν διαφορῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς ἢ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Ὑπεστηρίχθη πλὴν ἄλλων, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ καταστήσωμεν ληστὰς καὶ πάλιν νὰ κλονίσωμεν τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ αἰτία τις, διὰ τὴν ὁποίαν ἡ δημοσία τάξις κλονίζεται, ἂν ὑπάρχῃ αἰτία τις, ἥτις παρεμποδίζει τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως, ἡ αἰτία αὐτὴ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν βραδεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, ἰδιαίτατα δὲ τῆς ποινικῆς (Χειροκροτήματα). Διὰ τὴν ἀποτελεσματικωτέραν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως θὰ ἔχωμεν τὴν ἐπίδρασιν διὰ τῆς ταχείας ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης σχεδὸν παρὰ διὰ τῆς καλῆς ἀπονομῆς αὐτῆς. Βεβαίως μεταχειρίζομαι φράσιν ὑπερβολικήν, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξάρω τὴν σημασίαν, ἣν ἔχει διὰ τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως ἡ ταχεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης παρὰ λαῷ μάλιστα ὁποῖος ὁ ἑλληνικός, ὁ ὁποῖος τὴν συγγνώμην διὰ τὰ γενόμενα τὴν ἔχει τόσον εὔκολον, ὥστε, ὅταν δὲν σπεύδητε ταχύτατα πρὸς τὸν χρόνον τῆς διαπράξεως τοῦ ἀδικήματος νὰ ἔχητε τὴν ἐκδίκασιν, τὴν ἐπιβολὴν ποινῆς καὶ τὴν ἐκτέλεσιν, κινδυνεύετε νὰ ἔχητε τὸν κατηγορούμενον σχεδὸν ἀπολαύοντα τῶν συμπαθειῶν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ σχεδὸν θεωρούμενον ὡς θῦμα. Πῶς λοιπὸν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὰς ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι προσάγονται ἐναντίον τῆς ἀρχῆς ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κυριώτατον ἀποτέλεσμα ἔχει, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἀδικημάτων; Πῶς δύνασθε, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξασφαλίζεται ἡ ἀσφαλὴς ἐπίδοσις τῆς κλήσεως, πῶς δύνασθε κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀποκρούητε τὴν ἐπιψήφισιν, ἀφοῦ ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐν ταῖς λεπτομερείαις νὰ προτείνητε καὶ ἄλλους λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ γίνηται δεκτὴ ἡ ἀνακοπή, ἀφοῦ δεχθῆτε τὴν γνώμην, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐπιμείνῃ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς κατηγορουμένους ἄνευ αἰτίας νὰ ἔρχωνται καὶ νὰ λέγωσι πρὸς τὴν δικαιοσύνην: μὲ ἐδίκασας τὴν πρώτην φοράν· περιφρονῶ τὴν πρώτην σου ἀπόφασιν· πρέπει νὰ ἔλθῃς ἄλλην μίαν φορὰν νὰ μὲ δικάσῃς. Τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώριζε μέχρι τοῦδε ἡ νομοθεσία, τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ καταργηθῇ. Οὔτε εἰσηγεῖται πρὸς ὑμᾶς ἡ Κυβέρνησις καινὰ δαιμόνια· εἰσηγεῖται νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ ἐφηρμοσθέντα ἀπὸ μακροῦ χρόνου ηὐδοκίμησαν καὶ εὑρέθησαν ὡς ἐξυπηρετοῦντα τὴν δικαιοσύνην. Διατί λοιπὸν ἡ ἀντίδρασις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου; Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ἂν δὲν ἔχῃ κύριον σκοπόν, θὰ φέρῃ εἰς ἀποτέλεσμα· καὶ εἷς τῶν σκοπῶν αὐτοῦ εἶναι νὰ περιορίσῃ τὰς δίκας, ἀλλὰ δὲν ὑποθέτω νὰ ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ θεωρήσῃ ὅτι εἶναι ἀτύχημα ὁ περιορισμὸς τῶν ποινικῶν δικῶν. (Χειροκροτήματα).
§156Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Οὔτε νὰ ἀποκρούσῃ κανεὶς τοιοῦτον ἐπιχείρημα δὲν πρέπει.
§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀποκρούσῃ τὴν αἴτησιν καὶ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς παραπομπῆς αὐτοῦ εἰς ἐπιτροπήν. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐδηλώθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἔχει καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ μετὰ πολλῆς προσοχῆς πᾶσαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἤθελεν ὑποβληθῆ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ νὰ μὴ ὑποτεθῇ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἀποδίδω καμμίαν σημασίαν εἰς τὴν παρατηρουμένην ἀντίδρασιν ἐκ μέρους τινῶν κατὰ τοῦ δικαστικοῦ ἀνορθωτικοῦ προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ μέρους μιᾶς τάξεως ἐπαγγελματικῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ φέρωνται αἱ συμπάθειαί μου, διότι καὶ ἐγὼ αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα τὸ δικηγορικὸν ἤσκησα ἐν τῷ παρελθόντι, κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ τρία νομοσχέδια, εἰς τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθησαν νὰ περιορίσωσι τὰς ἀντιρρήσεις των, ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως περιμείνωμεν τὰ φῶτα τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον εἶναι βάσιμα καὶ κατὰ πόσον δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρακτιβὰν ἔχει τὸν λόγον.
§159Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ἤμην ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συνεδριάσεως ταύτης καὶ δὲν παρηκολούθησα τὴν ἐν αὐτῇ συζήτησιν, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ ἐκταθῶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἢ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀπησχολημένος ὢν εἰς τὰ καθήκοντά μου, ὡς προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, ἦλθον ἐνταῦθα καθ’ ἣν στιγμὴν ὡμίλει ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω δὲ ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸ Σῶμα ἐπί τινος σημείου τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἀνακριβῶς παρεστάθη. Δὲν εἶναι ἀκριβές, ὅτι τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον ἀπεστάλη εἰς τὸν σύλλογον πρὸς γνωμοδότησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ δύο ἢ τριῶν μηνῶν μοὶ ἀπηύθυνεν ἔγγραφον, δι’ οὗ ἠρώτα τίνες ἦσαν οἱ λόγοι, ὧν ἕνεκα ἐναυάγησεν ὁ περὶ ἐπιδόσεων νόμος ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς παρελθούσης Βουλῆς καὶ ἀμέσως κατόπιν καταργηθεὶς ὡς ἀνεφάρμοστος. Τὸ ἐρώτημα αὐτό, καθόσον ἄλλως τε δὲν εἶχον πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν, παρέπεμψα εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν τοῦ συλλόγου, τῆς ὁποίας προΐσταται ὁ συνάδελφος κ. Βοζίκης. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ αὕτη δὲν ἔφερεν ἀπάντησιν.
§160Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶπον περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἐζητεῖτο τὸ πόρισμα τὸ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς του, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγνωρίζομεν, ἀφοῦ δὲν ἐφηρμόσθη ποτέ.
§161Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Λοιπὸν οὔτε ἡ ἐπιτροπή, οὔτε ὁ προϊστάμενος τῆς ἐπιτροπῆς μοὶ ἔστειλεν ἀπάντησιν, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ δὲν ἐπέμεινα ἐπὶ τούτῳ, διότι ἐν τῷ μεταξὺ εἶδον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν πληροφοριῶν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι οἱ ἁρμόδιοι εἰσαγγελεῖς, παρ’ ὧν ἐζητήθησαν πληροφορίαι, κατέδειξαν τὰς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἰς τὸν νόμον, καὶ θέλει λάβει τὰς πληροφορίας αὐτῶν ὑπ’ ὄψιν. Τὸ πόρισμα ὅμως τῶν πληροφοριῶν τούτων, τὸ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν συνταχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον, οὐδέποτε ἀπεστάλη εἰς τὸν σύλλογον πρὸς μελέτην. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου, ὡς προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου. Κατὰ τὰ ἄλλα ἤθελον παρακαλέσει καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα δοθῇ καιρὸς πρὸς συζήτησιν αὐτοῦ, διότι ἐνδέχεται νὰ χρήζῃ τροποποιήσεων εἴς τινας διατάξεις. Καὶ προχείρως θὰ ἀναφέρω ἐκείνην, καθ’ ἣν ὁ ἐρήμην δικασθείς, καίπερ ἔχων δικαίωμα ἀνακοπῆς, θὰ ὀφείλῃ νὰ καταβάλῃ ὅλα τὰ ἔξοδα, ἵνα ἀκουσθῇ εἰς τὴν ἐπ’ ἀνακοπὴν δίκην.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§163ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς ἀνακοινώσεις τοῦ κ. συναδέλφου ὡς προέδρου τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φωτήλας ἔχει τὸν λόγον.
§165ΑΡ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν εἶναι μόνον ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι δικηγορικοὶ σύλλογοι ἐπίσης ἀξιόλογοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάνθησαν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Ἀλλὰ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει θέμα περαιτέρω συζητήσεως ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§166ΕΥΣΤ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Πολιτεία περιέστη εἰς κατάστασιν ἀφόρητον ἕνεκα τῶν ἐπανειλημμένων ἀνακοπῶν· ἀλλὰ νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν ἀνακοπὴν χωρὶς νὰ ἔχωμεν δικαίωμα ἐφέσεως εἶναι ἐπίσης ἀφόρητον.
§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν δήλωσιν ἔχω νὰ κάμω, νὰ παρακαλέσω ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὸ προσεχὲς Σάββατον, ὅπως δοθῇ καιρὸς πρὸς μελέτην. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ περὶ ἀναβολῆς συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὁ κ. Καφετζόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§169Α. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, κύριοι συνάδελφοι, καὶ παγκοίνως γνωστόν, ὅτι ἡ διαχείρισις τῆς ποινικῆς παρ’ ἡμῖν δικαιοσύνης προσκόπτει εἰς πολλὰς καὶ μεγάλας ἀτελείας. Εἶναι ἐπίσης ἀναμφισβήτητον, ὅτι αἱ ἐπανειλημμέναι ἀναβολαὶ τῶν ποινικῶν δικῶν, αἱ πολλαπλαῖ ἐρημοδικίαι, αἱ διπλαῖ καὶ τριπλαῖ ἀνακοπαί, αἱ ἐπακολουθοῦσαι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὰς ἐρημοδικίας, ἐπὶ πλέον δὲ αἱ ἀτέλειαι τῶν ἐπιδόσεων τῶν ποινικῶν δικογράφων ἐπολλαπλασίασαν τὰς ποινικὰς παρ’ ἡμῖν δίκας καὶ ἐπλήρωσαν μὲ φόρτον τὰ Εἰσαγγελικὰ γραφεῖα τοῦ Κράτους, ὡς δι’ ἀριθμῶν ἀναμφισβητήτων ἐκτίθεται καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχεδίου. Βεβαίως ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ, ἐφ’ ὅσον ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως μετριασθῇ, ἂν μὴ ἐκλείψῃ ὁλοτελῶς τὸ κακὸν τῶν ἀλλεπαλλήλων τούτων ἀναβολῶν, ἐρημοδικιῶν καὶ ἀνακοπῶν, τὸ μέτρον δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπικροτηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον, λέγω, λαμβάνεται πρόνοια περὶ τελειοτέρας ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων διὰ τῆς εἰσαγωγῆς, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ἐν τῇ πολιτικῇ δικονομίᾳ ἰσχύοντος συστήματος καὶ ἐν ταῖς ποινικαῖς δίκαις δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι ἄξιος ἐπαίνων καὶ πάσης ἐνθαρρύνσεως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὁ εἰσαγαγὼν τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχέδιον. Κατ’ ἀρχὴν λοιπὸν καὶ ἐφ’ ὅσον λαμβάνεται πρόνοια περὶ περιορισμοῦ, ἂν μὴ περὶ καταργήσεως, τῶν ἀναβολῶν καὶ ἀνακοπῶν, εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι βεβαίως μία τελειοτέρα ἐπίδοσις, ὅσον ἀφορᾷ τὰς κλήσεις τῶν μαρτύρων εἴτε ὅσον ἀφορᾷ τὸν κατηγορούμενον, δὲν θὰ δικαιολογῇ ἐφεξῆς οὔτε τὰς διπλᾶς ἀνακοπάς, ἃς κατ’ ἀνάγκην καὶ ὅλως ἐπιεικῶς ἐδέχοντο μέχρι σήμερον τὰ Δικαστήρια, οὔτε τὰς λιπομαρτυρίας, αἵτινες διὰ τὸν αὐτὸν ἐπίσης λόγον ἔμενον ἀτιμώρητοι. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας τοὺς δικηγοροῦντας ἐν τοῖς ποινικοῖς Δικαστηρίοις ὅτι σχεδὸν πάντοτε μὲ ἐλαχίστας ἐξαιρέσεις ἑκάστη ποινικὴ δίκη διατρέχει τὰ ἑξῆς στάδια: 1) τῆς ἐπανειλημμένης ἀναβολῆς διὰ τὴν ἐκ συστήματος ἔλλειψιν τῶν μαρτύρων, 2) τῆς ἐρημοδικίας διὰ τὴν μὴ παρουσίαν τοῦ κατηγορουμένου καὶ 3) τῆς πρώτης καὶ δευτέρας καὶ ἐνίοτε τῆς τρίτης ἀνακοπῆς, καθ’ ἣν συζητεῖται ὁριστικῶς ἡ ποινικὴ μετὰ παρέλευσιν χρόνου μακροῦ καὶ ἄμβλυνσιν τῆς ἐκ τοῦ ἐγκλήματος παραχθείσης κοινωνικῆς ἐντυπώσεως. Ἐντεῦθεν δὲ καὶ ὁ κολοσσιαῖος ἀριθμός, ὃν μᾶς ἐσερβίρισεν ἐν τῇ εἰσηγήσει αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἰλημμένος ἐκ τῶν ἐπισήμων στατιστικῶν πινάκων καὶ ἀνερχόμενος εἰς τὸ ποσὸν τῶν 110,000 ἐκκρεμῶν ποινικῶν δικογραφιῶν. Ἡ κυριωτέρα ὅμως ἀφορμὴ τοῦ κολοσσιαίου τούτου ἀριθμοῦ τῆς μὴ ἐνημερότητος τῶν πινακίων τῶν ποινικῶν παρ’ ἡμῖν δικῶν ὑπῆρξεν ἡ ἀτέλεια τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων, διότι ἐκ ταύτης ἐδικαιολογοῦντο προσηκόντως αἱ ἀναβολαί, διότι ἐκ ταύτης ἐδικαιολογοῦντο αἱ ἐρημοδικίαι, διότι ἐκ ταύτης ἐδικαιολογοῦντο ἐπαρκῶς αἱ δεύτεραι καὶ αἱ τρίται ἀνακοπαὶ τῶν κατηγορουμένων, διότι λόγῳ τῆς ἀτελείας ταύτης δὲν ἐδικάζοντο ποτὲ οἱ λιπομάρτυρες, ἀφοῦ αἱ κλήσεις σχεδὸν σπανιώτατα περιήρχοντο εἰς χεῖρας τῶν ἐνδιαφερομένων ῥιπτόμεναι κατὰ δεσμίδας εἰς τὰ διάφορα χάνια, ὅπου συχνάζουσιν οἱ χωρικοὶ καὶ διδόμεναι εἰς τὸν πρῶτον ἐκεῖ τυχόντα συγχώριον, καὶ τοῦτο χάριν εὐκολίας τῶν κλητήρων, οἵτινες οὕτω πως ἀπηλλάσσοντο τοῦ κόπου τοῦ νὰ μεταβῶσιν αὐτοπροσώπως εἰς τὰ διάφορα χωρία πρὸς ἐπίδοσιν. Κατὰ τὸ πλεῖστον λοιπὸν τὰ συντασσόμενα ὑπὸ τῶν κλητήρων ἐπιδοτήρια ἦσαν εἰκονικά, διὰ νὰ μὴ χαρακτηρίσωμεν ταῦτα κυριολεκτοῦντες ὡς πλαστά. Ἐντεῦθεν ὁ φόρτος τῶν Δικαστηρίων καὶ ἐντεῦθεν ἡ παντελὴς ἀδυναμία τῶν Δικαστηρίων τοῦ νὰ τιμωρήσωσι λιπομάρτυρας ἢ κατηγορουμένους προβάλλοντας τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τῆς γενομένης εἰς αὐτοὺς προσκλήσεως τῆς Ἀρχῆς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον δὲν προνοεῖ μόνον περὶ τῶν ἀναβολῶν καὶ τοῦ κακοῦ, ὅπερ ἐντεῦθεν προσγίγνεται εἰς τὴν Ποινικὴν Δικαιοσύνην διὰ τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων καὶ τῆς παρελκύσεως τοῦ χρόνου πρὸς περάτωσιν ἑκάστης ποινικῆς δικογραφίας, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ παντελοῦς, εἰ δυνατόν, ἐκλείψεως τῶν ἐρημοδικιῶν. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐξετάζων τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, βλέπω ὅτι περιλαμβάνει ὅλως ἀτόπως δύο διακεκριμένα ἀπ’ ἀλλήλων συστήματα, δι’ οὐδενὸς συνεκτικοῦ συνδεόμενα δεσμοῦ. Καὶ ἐνῷ κατ’ ἀρχὴν οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρέθη μὴ κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐπανειλημμένων ἀναβολῶν καὶ ὅπως γίνῃ σταθερῶς δεκτὸν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, ὅτι πᾶσα δευτέρα ἢ τρίτη ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος, εἰς τὸ δεύτερον σημεῖον, ἤτοι εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἐρημοδικιῶν, εἰσὶ πολλοὶ καὶ μεταξὺ τῶν τελευταίων τούτων συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ, οἵτινες ἔχουσι διάφορον γνώμην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἔχομεν ἤδη ἐν ἰσχύϊ τὸν ͵ΓΧΞΘʹ 3669 νόμον περὶ βιβλίου γραφῆς ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων ὡς καὶ περὶ καταγνώσεως τοῦ ἡμίσεος τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τὸν κατ’ ἀντιμολίαν δικαζόμενον κατηγορούμενον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ταπεινήν μου ἀντίληψιν καὶ τὴν μικρὰν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἔχω ὡς δικηγόρος, ἰδίως ἀσχοληθεὶς εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια τῆς ἐπαρχίας μου, νόμος ὁ ὁποῖος σήμερον εἶναι ἐν ἐφαρμογῇ καὶ ἐπέφερεν ἀληθῶς καλὰ ἀποτελέσματα. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν ἔχομεν τὰ τυπικὰ δεδομένα καὶ τῶν Εἰσαγγελιῶν καὶ τῶν δικηγορικῶν συλλόγων τοῦ Κράτους, διὰ τῶν ὁποίων νὰ βεβαιοῦται ἡ ἀνεπίσημος οὕτως εἰπεῖν δήλωσις, τὴν ὁποίαν ποιοῦμαι πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος οὗτος ὑπερέβη καὶ αὐτὰς τοῦ νομοθέτου τὰς προσδοκίας ὡς πρὸς τὸν μετριασμὸν τῶν ἐρημοδικιῶν, πρὸς ὃν ἰδίως ἀπέβλεψε, φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν, ἂν οὐχὶ ὑπόπτως, πάντως ὅμως ἐνδοιαστικῶς πρὸς τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ νὰ εἰσαγάγῃ παρ’ ἡμῖν τὸ ὑπὸ κρίσιν ἡμῶν νομοσχέδιον, ἤ, ἐὰν ἐπιμείνῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργός, πάντως μετὰ μεγάλης περισκέψεως. Διότι τὸ εἰσαγόμενον σύστημα τοῦ τελείου ἀποκλεισμοῦ τῶν ἀνακοπῶν ἐκ τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Δικονομίας δὲν λύει ἁπλῶς, ἀλλὰ θραύει τὸν Γόρδιον δεσμὸν διὰ σκληροῦ καὶ ἀκαμάτου πελέκεως. Τὸ σύστημα τῆς ἐρημοδικίας ἀκριβῶς εἰπεῖν ἐξατμίζεται. Εἶναι τόσον ὀλίγοι οἱ λόγοι τῆς ἀνακοπῆς, τοὺς ὁποίους ἐπιτρέπει τὸ νομοσχέδιον, ὥστε μόνον μία ἀνωτέρα βία δύναται νὰ δικαιολογήσῃ μίαν ἐρημοδικίαν, καὶ τοιουτοτρόπως αἱ ἐρημοδικίαι ἐντελῶς ἀποκλείονται ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ νομοθέτου, ὅστις ἠθέλησε καὶ ὅστις ἀφῆκε πλῆρες καὶ ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ κατηγορουμένου, ὅστις ἐπέτρεψε πᾶσαν ἐλευθερίαν εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ δικασθῇ ἐρήμην μόνον καὶ μόνον διότι οὕτως ἐθεώρησε σκοπιμώτερον εἰς τὴν εὐρυτάτην ὑπεράσπισιν αὐτοῦ. Ὅτε βλέπετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ὁ κατηγορούμενος μετὰ τὴν ὑποβολὴν ἐνστάσεως περὶ ἀναβολῆς ἢ περὶ συνεκδικάσεως μετ’ ἄλλης συναφοῦς πρὸς τὴν κρινομένην δίκης καὶ μετὰ τὴν τυχὸν ἀπόρριψιν τῶν ἐνστάσεων τούτων δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς αἰθούσης καὶ νὰ δικασθῇ ἐρήμην, ἀλλὰ δικάζεται κατ’ ἀντιμολίαν, ὅτε βλέπετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι ἡ περὶ πλαστότητος τῶν ἐπιδοτηρίων ἔνστασις ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συνεπάγεται τὴν ἀναβολὴν τῆς δίκης, ἥτις ἐν τούτοις προχωρεῖ εἰς βάρος τοῦ κατηγορουμένου, δὲν θὰ συνομολογήσητε μετ’ ἐμοῦ ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς ὑπερασπίσεως ἀκρωτηριάζεται; Ὅτε βλέπετε ὅτι ἡ ἀνακοπὴ εἶναι ἀπαράδεκτος ἄνευ τῆς πληρωμῆς οὐχὶ τῶν ἐξόδων τῆς ἐρημοδικίας, ἀλλὰ πάντων τῶν δικαστικῶν ἐξόδων τῆς δίκης, ὅτε βλέπετε ὅτι οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια περὶ τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἐφέσεως, ὁσάκις ἡ ποινὴ ὑπερβαίνει τοὺς τρεῖς μῆνας, δὲν θὰ συνομολογήσητε μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἡ ἀνακοπὴ εἶναι δῶρον ἄδωρον, καὶ ὅτι συνεπὴς πρὸς ἑαυτὸν θὰ ἦτο ὁ νομοθέτης, ἐὰν διεκήρυττεν ἀπεριφράστως ὅτι καταργεῖ τὰς ἐρημοδικίας καὶ ἐξαλείφει ἐκ τῶν ἐνδίκων μέσων τὴν ἀνακοπήν: Δὲν φρονεῖτε λοιπὸν ὅτι κατόπιν τῶν εἰρημένων τὸ νομοσχέδιον ἀποσκοποῦν εἰς τὸν μετριασμὸν τῶν ἐρημοδικιῶν ὑπερηκόντισε τὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου καὶ εἰσήγαγεν αὐτόχρημα τὴν ἀδικίαν ἐν τῷ συστήματι τῆς ὑπερασπίσεως, ὅπερ διέπει καὶ ὅπερ ὀφείλει νὰ διέπῃ τὴν Ποινικὴν ἡμῶν Δικαιοσύνην; Ἀλλὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἰσχῦον ἐν Κρήτῃ, ὡς μᾶς ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔφερεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Καὶ βεβαίως, ἀφοῦ διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἀπεκλείσθησαν ὡς μὴ ἔδει αἱ ἐρημοδικίαι αἱ κατὰ νόμιμον λόγον γιγνόμεναι, ἠθέλετε νὰ μὴ ἔχητε ἐλάττωσιν αἰσθητὴν τῶν ποινικῶν δικῶν; Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο δίκαιον; Συμπολιτεύεται πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Δικονομίας; Εἶναι ἄξιος ἐπαίνων καὶ διθυράμβων ὁ ἀκρωτηριασμὸς καὶ ἡ στρέβλωσις τῆς ἐλευθερίας τῆς ὑπερασπίσεως, ἥτις εἶναι ὁ γνώμων τῆς καλῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης εἰς τὰ εὖ ἠγμένα Κράτη τῆς ὑφηλίου; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἔχω ἐνδοιασμοὺς μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ τροπολογηθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποδεικνυομένων ἀτελειῶν αὐτοῦ, νὰ μοὶ ἐπιτρέπηται νὰ φρονῶ ὅτι, ἐνῷ εἶναι δικαστικῆς φύσεως, δὲν εἶναι καὶ διὰ τοῦτο δίκαιον. Τοὐναντίον ἔχων ὑπ’ ὄψει τὰ ἐπωφελῆ ἀποτελέσματα τοῦ ἐν ἰσχύϊ συστήματος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται ὅλως ἀδικαιολογήτως ἡ κατάργησις, καὶ ἔχων ταῦτα ἐντὸς τοῦ ὀλιγομήνου διαστήματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐλειτούργησε καὶ λειτουργεῖ, διότι οἱ πολῖται ἀποβλέποντες εἰς τὸ ὅτι θὰ πληρώσωσι μόνον τὰ ἡμίση τῶν τελῶν καὶ ἐξόδων ἐγκαλούμενοι προσέρχονται εἰς τὴν δίκην καὶ ἐντεῦθεν αἱ ἐρημοδικίαι ἠλαττώθησαν ἐπαισθητῶς, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, χωρὶς νὰ ἀποδώσῃ τὸ παράπαν εἰς τὸν λόγον μου ἀντιπολιτευτικὸν χαρακτῆρα, νὰ χωρίσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ζητήσῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ κατὰ τὸ πρῶτον αὐτοῦ μέρος, νὰ ἀφήσῃ δὲ χρονικόν τι διάστημα, ἐντὸς τοῦ ὁποίου νὰ δοκιμάσωμεν τὸ κρατοῦν ἤδη σύστημα, καὶ ἐὰν ἴδωμεν ὅτι ἐν τῇ πράξει τοῦτο ἠστόχησεν, ὅπερ ὅμως εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ συμβῇ, χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ ἄκρα, καὶ χωρὶς νὰ στενοχωρήσωμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ὑπεράσπισιν, ὥστε νὰ ἀποκλείηται αὕτη, ὡς τὸ νομοσχέδιον ἀπεργάζεται, τότε δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου νὰ ἐπιζητήσῃ βραδύτερον τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ κατὰ τῶν ἐρημοδικιῶν μέτρου. Εἶναι ἀρκετὸν ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου θὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ ἐπανειλημμέναι ἀναβολαί, εἶναι ἀρκετὸν ὅτι θὰ τιμωρῶνται ἐφεξῆς οἱ λιπομάρτυρες, εἶναι ἀρκετὸν ὅτι θὰ ἐκλείψωσιν αἱ δεύτεραι καὶ τρίται ἀνακοπαί, διότι θὰ ὦσιν ἀπαράδεκτοι, καθόσον θὰ ἔχῃ προηγηθῆ πλήρης καὶ τελεία ἡ ἐπίδοσις τόσον τῶν κλητηρίων θεσπισμάτων, ὡς καὶ τῶν ἐρήμην ἀποφάσεων. Εἶναι ἐπαρκὲς ὅτι λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιφορτισθῶσι τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, διότι καὶ ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν καὶ ὁ μισθὸς αὐτῶν αὐξάνεται καὶ ἑπομένως ἡ ἀτέλεια ἐκείνη, ἥτις ἐπαρουσιάσθη κατὰ τὴν ἄλλοτε ἐφαρμογὴν ἐπὶ δίμηνον τοῦ συστήματος τούτου, δὲν θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι μέχρις ἐδῶ πρέπει νὰ σταθῶμεν καὶ νὰ μὴ ὠθήσωμεν τὰ πράγματα εἰς τὰ ἄκρα, εἰσάγοντες παρακεκινδυνευμένα συστήματα περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν δικῶν, ἐνῷ, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα, αἱ ἐρημοδικίαι πολλάκις συνετέλεσαν εἰς τὴν καλὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ οἱ δικηγόροι, ὁσάκις κατέφυγον εἰς αὐτὴν μεταχειρισθέντες ταύτην ὡς μέσον ὑπερασπίσεως τοῦ πελάτου των καθ’ ὃ εἶχον δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου, ἐὰν συνεσκότισαν ἐνίοτε, πολλάκις ὅμως καὶ διεφώτισαν τὴν Δικαιοσύνην. Ἐνόσῳ μάλιστα δὲν μᾶς πείθει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ σύστημα, ὅπερ εἶναι ἤδη ἐν ἰσχύϊ, τοῦ βιβλίου τῶν ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων, δὲν ἔφερε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἤλπισεν ἐξ αὐτοῦ ὁ νομοθέτης, ἐφ’ ὅσον δὲν μᾶς παρουσιάζει στατιστικὰ δεδομένα ὑπὲρ τῶν ἰσχυρισμῶν του, ἐφ’ ὅσον δὲν μᾶς ὁπλίζει μὲ τὰς γνωμοδοτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων καὶ τῶν δικηγορικῶν συλλόγων, δὲν δυνάμεθα ἀσυζητητὶ νὰ καταδικάσωμεν μέτρον, τὸ ὁποῖον κατὰ βάσιν καὶ θεωρίαν, ἀλλὰ καὶ κατ’ οὐσίαν ἀπεδείχθη λυσιτελὲς διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν εἴχομεν τοιαῦτα δεδομένα, βεβαίως καὶ ἐγὼ θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀποδεχθῶ καὶ τὰ κατὰ τῶν ἐρημοδικιῶν δρακόντεια μέτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου τίποτε ἐπισήμως δὲν κατεδηλώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐφ’ ὅσον οὐδεὶς μᾶς ἐβεβαίωσεν ὅτι αἱ βλέψεις τοῦ νομοθέτου ἐκεῖναι δὲν ἐπηλήθευσαν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ ὅτι τοὐναντίον πᾶσαι αἱ προσδοκίαι αὐτοῦ ἀπεδείχθησαν ἐν τῇ πράξει φροῦδαι καὶ μάταιαι, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, μελετῶν καλλίτερον τὰ πράγματα, δὲν θὰ θελήσῃ νὰ πλήξῃ θανασίμως τὸ διέπον ἡμᾶς σύστημα τῆς ὑπερασπίσεως τῶν κατηγορουμένων, ἀλλὰ θέλει ἀποφασίσει νὰ θυσιάσῃ τὸ μέρος τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιζητῶν τὴν κατὰ τὰ λοιπὰ ἐπιψήφισιν αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἂς βελτιώσῃ τὰ τρωτὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγων τὰς ἀπαιτουμένας καὶ ὑποδειχθείσας ὑπ’ ἐμοῦ κεφαλαιωδῶς τροποποιήσεις εἰς τρόπον ὥστε τὸ κατὰ τῶν ἐρημοδικιῶν πλῆγμα νὰ μὴ καταστῇ τοὐλάχιστον καίριον καὶ ἡ ὑπεράσπισις νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἔστω καὶ χωλαίνουσα, νὰ ἐπιτελῇ τὸν μέγαν αὑτῆς κατὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ποινικῶν δικῶν προορισμόν.
§170Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν κρατήσασαν ἀρχὴν τῆς παρακρατήσεως τῶν πολλῶν λόγων, ἵνα ὑποδείξω, ὅσον δύναμαι συμπερασματικώτερον, ὅσα νομίζω ὅτι δύνανται νὰ ὠφελήσωσιν, ἢ ἁπλῶς ἵνα δώσω ἀφορμὴν τοῖς σοφοῖς, ἵνα σοφώτεροι γένωνται. Σοβαρὰ ἀντίρρησις κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν εὑρίσκω ὅτι δύναται νὰ ὑποβληθῇ καμμία. Καὶ μάλιστα ἔσχον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω, τίνι ποτὲ λόγῳ ἓν ἄτοπον τόσον ἐξ ἑαυτοῦ ἐμφανὲς ἐχρόνιζεν ἐπὶ τοσοῦτον οὐ μόνον ἐπὶ κινδύνῳ βραδείας ἐκδικάσεως τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, τῆς ὁποίας τὴν ἀξίαν τοσοῦτον ἐπικαίρως ἐτόνισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κινδύνῳ τῆς μὴ διαγνώσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῶν ἐντεῦθεν σφαλμάτων περὶ τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, κινδύνῳ ὁ ὁποῖος εἶναι δεινότερος ἐκείνου, ὅστις ἀναφέρεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου. Ἀκριβῶς ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ τῶν σκέψεων ἐνόμισα ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἄλλος τις λόγος, πλὴν τοῦ δυσχεροῦς τῆς ἐπιδόσεως τῶν δικογράφων καὶ τοῦ ἐντεῦθεν τεκμηρίου, ὅτι δὲν λαμβάνουσι κατὰ κανόνα γνῶσιν οἱ καλούμενοι ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὅτι πρέπει, λέγω, νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν ἐρημοδικίαν ὡς δικαίωμα. Δύναταί τις πρῶτον νὰ παρατηρήσῃ ὅτι ὡς δικαίωμα ἡ ἐρημοδικία εἶναι καὶ κατὰ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν. Ἐν τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ ἴσως συντρέχει καὶ ὁ ἑξῆς πρὸς τοῖς ἄλλοις λόγος, τὸν ὁποῖον θὰ ἔθετον ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὸ δικονομικὸν ἡμῶν σύστημα εἶναι δικαίωμα εἰς τοὺς Εἰσαγγελεῖς νὰ εἰσάγωσι δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως ὁτὲ μὲν μετὰ προανάκρισιν, ὁτὲ δὲ καὶ ἄνευ προανακρίσεως.
§171Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπῆλθε τούτου θεραπεία διὰ τοῦ τελευταίου νόμου.
§172Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τεθέντος ἤδη ὅτι τὸ ἄτοπον τοῦτο κατὰ τὸ δυνατὸν ἐθεραπεύθη διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατὰ τοῦτο ἐξακολουθεῖ ἰσχύων, ὅτι ἀπαγορεύει τὴν ἄμεσον δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰσαγωγήν, ἀπομένει πάντως εἷς κίνδυνος, ὁ ἑξῆς, ὅτι ἡ προανάκρισις, ὡς γνωστόν, δὲν διώκει τὸν ἐγκληματίαν οὐδ’ εἶναι προωρισμένη νὰ ἐξακριβώνῃ ἐν πάσαις ταῖς λεπτομερείαις τὴν πρᾶξιν, λεπτομερείαις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραιτήτως χρήσιμοι καὶ διὰ τὴν διάγνωσιν τοῦ μέτρου τῆς εὐθύνης καὶ διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς ἐνοχῆς καὶ διὰ μυρία ἄλλα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἐξηκριβωμένα κατὰ τὸ δυνατὸν ὁ καλούμενος νὰ ἐκδικάσῃ. Ἡ προανάκρισις δὲν δύναται νὰ στραφῇ καθ’ ὡρισμένου κατηγορουμένου, μὴ ἐπιτρεπομένης αὐτῇ τῆς ἀπαγγελίας κατηγορίας. Ἐὰν τοῦτο ἐπετρέπετο, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι, καθιερωθείσης ἤδη τῆς φανερᾶς ἀνακρίσεως, οἱ κατηγορούμενοι λαμβάνουσιν ἐγκαίρως γνῶσιν τῆς καθ’ ἑαυτῶν κατηγορίας καὶ εἶναι εἰς θέσιν καὶ ὀφείλουσι κατὰ πᾶν τεκμήριον νὰ ὦσι παρεσκευασμένοι πρὸς ἐκδίκασιν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ προανάκρισις δὲν στρέφεται καθ’ ὡρισμένου κατηγορουμένου οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὴν νὰ ἀπαγγέλλῃ κατηγορίαν, εἶναι ἐνδεχόμενον — τοῦτο δὲ συνηθέστατα γίνεται ἐν τῇ πράξει — ἢ νὰ μὴ ἐξετάζηται ὅλως ὁ κατηγορούμενος, ἢ νὰ ἐξετάζηται στοιχειωδῶς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ προανάκρισις οὐδὲν ἄλλο πράττει, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ νόμῳ, τουτέστι στοιχειωδῶς νὰ βεβαιοῖ γεγονότα καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος. Εἰς τὴν πλημμελειοδικειακὴν δικαιοσύνην δὲν εἶναι τεθειμένη ἡ ὑποχρέωσις εἰς τοὺς ἐνασκοῦντας τὴν ποινικὴν ἀγωγὴν νὰ κοινοποιῶσι καὶ κατάλογον μαρτύρων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καλεῖταί τις πρὸ τριῶν ἢ ὀκτὼ ἡμερῶν πρὸς δίκην καὶ λαμβάνει μὲν οὕτω πάντως γνῶσιν τῆς προανακρίσεως, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ τίνας θὰ καλέσῃ ὁ Εἰσαγγελεὺς μάρτυρας, τί οἱ μάρτυρες θὰ καταθέσωσι, τί κατ’ αὐτῶν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιτάξῃ. Ἀλλὰ καὶ ὅταν, Κύριοι, οὐχὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως καλῆται ὁ κατηγορούμενος, ἀλλὰ καὶ κατόπιν ἐρεύνης τῆς ὑποθέσεως ὑπὸ τακτικοῦ ἀνακριτοῦ, ὁπότε ἀπαγγέλλεται κατηγορία ἐν τῇ ἀνακρίσει, ὁπότε δίδεται εἰς τὸν κατηγορούμενον τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ μάρτυρας, καὶ ὁπωσδήποτε νὰ παρασκευάζῃ τὴν ἄμυναν, καὶ πάλιν τότε, θὰ δύναταί τις νὰ εἶναι βέβαιος, ὅταν πρόκειται περὶ πράξεως ἐξ ἀρχῆς χαρακτηρισθείσης ὡς πλημμελήματος, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ἐπουσιώδους τῆς ὑποθέσεως δὲν ἐπισύρεται ἡ προσοχὴ τῶν ἀνακριτῶν, ὅτι καὶ πάλιν ἡ ὑπόθεσις δὲν θὰ ἔχῃ εὐκρινισθῆ καὶ ἐξετασθῆ τοὐλάχιστον τοσοῦτον, ὅσον χρειάζεται, ἵνα ὁ κατηγορούμενος εἶναι εἰς θέσιν νὰ παρασκευάσῃ καὶ νὰ ἀντιτάξῃ πλήρη ἢ ἐπαρκῆ τὴν ἰδίαν ἄμυναν.
§173Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποβάλλετε τροπολογίαν;
§174Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ὑποβάλλω ἀνάλογον τροπολογίαν, διότι πᾶσα τοιαύτη θὰ ἀνεφέρετο εἰς τὴν βάσιν καὶ εἰς τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου· ἐγὼ παράκλησιν καὶ ὑπόδειξιν ὑποβάλλω.
§175Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι εἰς τὸ σύστημα· εἰς τὸ περιεχόμενον τοῦ κατηγορητηρίου, ἐὰν θέλητε.
§176Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ ἦτο ἀνάγκη, κύριε Ὑπουργέ, εἰδικοῦ νομοθετήματος, διὰ τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχω ἀπορίας τινάς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπεχείρησα νὰ τὸ συντάξω, χωρὶς νὰ ἔχω τὴν γνώμην καὶ συγκατάθεσιν ὑμῶν, τὴν ὁποίαν θὰ μὲ ὑπεχρεώνετε πολύ, ἐὰν ἠθέλετε νὰ μοὶ τὴν ἐδίδετε εἴτε ἐδῶ εἴτε ἀλλαχοῦ. Ἔχω τὴν ἑξῆς ἀμφιβολίαν. Νὰ καταρτισθῇ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ προανάκρισις νὰ διέπῃ, ὅπως καὶ ἡ τακτικὴ ἀνάκρισις, τὴν κατηγορίαν καὶ νὰ καλῇ εἰς ἀπολογίαν τὸν κατηγορούμενον; Τοῦτο μεταβάλλει ῥιζικῶς τὸ δικονομικὸν ἡμῶν σύστημα. Νὰ ἀφήσωμεν ὑπάρχουσαν τὴν ἐρημοδικίαν, ὡς δικαίωμα, ὡς καὶ νῦν, κατ’ ἐξαίρεσιν μόνον ἐφ’ ὅσον πρόκειται δι’ ἐκδίκασιν πράξεων δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰσαγομένων; Ἴσως τοῦτο θὰ ἦτο συμφωνότερον πρὸς τὸ ὑπάρχον δικονομικὸν ἡμῶν σύστημα. Οὕτω διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπούμενος περιορισμὸς τῶν ἐρημοδικιῶν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ τὰς λοιπὰς περιπτώσεις, ἀλλὰ καὶ πάλιν μὲ πᾶσαν δυνατὴν ἐπιείκειαν, τὴν ὁποίαν πᾶς τις πρέπει νὰ ἀπεκδέχηται. Δὲν θὰ ἔχωμεν ὅμως ὁμοιομορφίαν ἐν τῇ ἐκδικάσει τῶν πράξεων. Ταύτας τὰς γνώμας ἤθελον ἔχει, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν στρέφονται κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· τοὐναντίον ἐπιρρωννύουσι ταύτην, ἂν χρησιμεύσωσιν εἰς διόρθωσιν τοῦ νόμου, καὶ καθιστῶσι τὸν νόμον ἀκριβέστερον καὶ προλαμβάνουσι πᾶσαν περίστασιν, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἀδικηθῇ ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος ὑπέπεσεν εἰς ἓν παράπτωμα. Ἐν ταῖς λεπτομερείαις ὑποβάλλω τροπολογίας τινάς, τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Ἡ σοβαρωτέρα δυσχέρεια πρὸς ἀνεπιφύλακτον παραδοχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἡ καθιστῶσα ἀδύνατον τὴν ἀνακοπήν, τὴν δὲ τελεσιδικίαν τῆς ἐρημοδικίας ἐπιβάλλουσα ὡς ποινὴν πενίας, εὑρίσκω ὅτι προέρχεται ἐκ τῆς διατάξεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναί τις ὑπόχρεως νὰ καταβάλλῃ ὅλα τὰ δικαστικὰ ἔξοδα. Ἐνόμισα θὰ ἐθεραπεύετο καὶ αὕτη, ἂν συμφώνως ἄλλως πρὸς τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἀφίετο ὡς καὶ μέχρι τοῦ νῦν, οὕτως ὥστε, ἐὰν ἀπορριφθῇ ἡ ἀνακοπὴ ὡς ἀπαράδεκτος, τότε νὰ καταψηφίζωνται καὶ τὰ ἔξοδα.
§177Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε κατ’ ἀνάγκην καταψηφίζονται.
§178Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μάλιστα· ἔχετε δίκαιον, δηλαδὴ νὰ μένωσι κατεψηφισμένα.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης ὑπέβαλε τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπίσης καὶ ὁ κ. Παπαϊωάννου. Θὰ τυπωθῶσι, θὰ διανεμηθῶσι καὶ θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§180Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§181Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Συνηγορήσατε διὰ μακρῶν κατὰ τῆς ἀρχῆς. Τώρα εἶσθε ὑπέρ! Δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἐννοήσω!
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κάβουρας ἔχει τὸν λόγον.
§183Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δύο ἐπιδιώκονται σκοποί, ἡ ταχεῖα ἀφ’ ἑνὸς ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικῶν· ὡς μέτρον δὲ συντελεστικὸν πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ τούτου προτείνονται δύο τινά, ὡς ἀναφέρει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· προτείνεται δηλαδὴ ἡ αὐστηρὰ τιμωρία τῶν λιπομαρτύρων ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προτείνεται ἡ κατάργησις τῆς ἐρημοδικίας, ἡ ὁποία μέχρι σήμερον εἶναι θεσμὸς διὰ τοὺς δικαζομένους διὰ πταισματικὰς παραβάσεις καὶ πλημμελήματα. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι Βουλευταί, τὸ πρῶτον μέρος τοῦ νομοσχεδίου, ἤτοι τὴν τιμωρίαν τῶν λιπομαρτύρων, κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ τιμωρῶνται αὐστηρῶς οἱ λιπομάρτυρες, ἵνα μὴ ἐπέρχωνται αἱ ἀλλεπάλληλοι ἀναβολαὶ τῶν δικῶν, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων ἀναβολῶν καὶ μόνον ἐπέρχεται ἡ βραδύτης περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ ἡ πληθώρα τῶν ὑποθέσεων· ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸν θεσμὸν τῆς ἐρημοδικίας, καίτοι προσεπάθησα νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς οὗτος, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ· τοὐναντίον ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς ἐρημοδικίας εἶναι κακὸν ἀναγκαῖον, διὰ τῆς καταργήσεως δὲ τοῦ θεσμοῦ τούτου δὲν ἐπέρχονται τὰ προβλεπόμενα ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου ἀποτελέσματα, δὲν ἐπέρχεται οἰκονομία δαπάνης, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας ὅτι ὁ ἐρήμην δικαζόμενος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐρημοδικίας, ἀφοῦ δὲ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐρημοδικίας, οὐδεμία ἄλλη δαπάνη ἀπομένει εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἐπέρχεται βραδύτης τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης ὡς ἐκ τῆς ὑπάρξεως τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐρημοδικίας, διότι ὁ ἐρήμην δικαζόμενος, ἐφαρμοζομένων τῶν ἄλλων διατάξεων τοῦ νόμου, δὲν ἔχει νὰ κερδίσῃ εἰμὴ προθεσμίαν τὸ πολὺ ἑνὸς ἢ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός, θὰ κερδίσῃ δηλαδὴ τὴν προθεσμίαν, ἥτις θὰ παρέλθῃ ἀφ’ ἧς σταλῇ πρὸς τὸ εἰσαγγελικὸν γραφεῖον ἡ ἀπόφασις τοῦ Πλημμελειοδικείου, καὶ τὴν προθεσμίαν, ἡ ὁποία θὰ παρέλθῃ ἀφ’ ἧς ἐκοινοποιήθη ἡ ἀπόφασις πρὸς αὐτόν, ἡ προθεσμία δὲ αὕτη δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀνωτέρα τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός· ἀλλὰ βραδύτης περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐκ τῆς ἐρημοδικίας, δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, νομίζω, σοβαρῶς ὅτι εἶναι βραδύτης περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἡ βραδύτης περὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ἐπήρχετο οὐχὶ ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐρημοδικίας· ἐπήρχετο ἐκ τῶν συχνῶν ἀναβολῶν τῶν ὑποθέσεων, διότι ἡ ἀναβολὴ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἅπαξ μόνον γενομένη ἐστοίχιζεν εἰς τὰ μεγάλα Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα δικάζουσι πλείστας ὑποθέσεις, ἓν ἔτος πολλάκις, καὶ ἓξ μῆνας, ἐὰν δὲ ἐπήρχετο καὶ δευτέρα καὶ τρίτη ἀναβολή, ὡς συνέβαινε συνήθως, τότε εἴχομεν πάροδον χρόνου τριῶν ἐτῶν, καὶ τότε φυσικὰ ἐπήρχετο ἡ βραδεῖα ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, καὶ τότε ἀπώλλυντο τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἐποχῆς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος ὁ καὶ ἤδη ἰσχύων, πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ὃν ἐτιμωροῦντο οἱ λιπομάρτυρες, αἱ ἀναβολαὶ τῶν ὑποθέσεων δὲν ἐπήρχοντο καὶ ἑπομένως ἐδικάζοντο αἱ ὑποθέσεις, καί, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε μίαν στατιστικὴν τῆς τελευταίας τριμηνίας τοῦ παρελθόντος ἔτους, θὰ ἐπείθετο ὅτι ἐπῆλθεν ἐλάττωσις σπουδαία τῆς ἐρημοδικίας. Ἡ ἐλάττωσις τῆς ἐρημοδικίας ἐπῆλθε καὶ θὰ ἐπέλθῃ περισσότερον οὐχὶ διὰ τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ, ἀλλὰ διότι ἴσχυσεν ὁ νόμος, καθ’ ὃν οἱ προσερχόμενοι κατὰ τὸ πρῶτον κατηγορούμενοι πληρώνουσι μόνον τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων. Ἠλαττώθησαν αἱ ἐρημοδικίαι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὁ ἐρήμην δικαζόμενος καὶ ἐκπροθέσμως ἀνακόπτων ἐπλήρωνε καὶ πρόστιμον ἐκτὸς τῶν ἐξόδων τῆς ἐρημοδικίας πέντε δραχμάς, ἐὰν ἀνέκοπτεν ἅπαξ, καὶ δεκάδραχμον, ἐὰν ἀνέκοπτε δίς.
§184Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πέντε, καὶ ἕνδεκα δραχμάς, διότι εἶναι καὶ ἡ ἐγγραφή.
§185Δ. ΚΑΒΟΥΡΑΣ. Ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ὁ νόμος, καθ’ ὃν ἡ ὑπόθεσις ἐνεγράφετο εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον. Ἀλλ’ ἐὰν, Κύριοι, δὲν ἐπιτυγχάνηται ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς διὰ τῆς καταργήσεως τῆς ἐρημοδικίας, τίνα ἔχει σκοπὸν τὸ νομοσχέδιον, ἀφοῦ ὁ θεσμός, ὡς προεῖπον, εἶναι κακὸν ἀναγκαῖον; Καὶ εἶναι κακὸν ἀναγκαῖον, καὶ πρέπει νὰ ὑφίσταται, διότι συμβαίνει πολλάκις εἴτε νὰ μὴ εὐκολύνηται οἰκονομικῶς ὁ κατηγορούμενος, ὡς ἀνέπτυξε πρὸ μικροῦ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, εἴτε διότι εἰς τὴν ὡρισμένην ἐποχήν, καθ’ ἣν προσδιορίζεται ἡ δίκη, μάρτυρές τινες τῆς κατηγορίας σοβαροὶ δὲν προσέρχονται κατὰ τὴν δίκην, ἐκ τῶν καταθέσεων τῶν ὁποίων πρόκειται ν’ ἀποδειχθῇ ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ προσέρχονται ἄλλοι μάρτυρες, οἱ ὁποῖοι ψευδῆ μόνον καταθέτουσι, καὶ κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, τότε, ὅτι, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ζητήσῃ ἀναβολὴν τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ὅσον τὸ Δικαστήριον ἔχει ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐκ τῶν καταθέσεων ἐκείνων ἀποδεικνύεται ἡ ἐνοχὴ τοῦ κατηγορουμένου, θὰ δώσῃ ἀναβολήν; Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου κατ’ ἀνάγκην ὁ κατηγορούμενος δικάζεται ἐρήμην; Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ μὴ ἔχῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεως; Ἢ δὲν εἶναι δυνατόν, ἐὰν ἔχῃ μάρτυρας ὑπερασπίσεώς του, οὗτοι κατὰ τὸν ὁρισμὸν τῆς δίκης νὰ κωλύωνται ἕνεκα οἱουδήποτε λόγου; Καὶ δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν προσδιωρίσθη ἡ δίκη, νὰ μὴ ὑπάρχωσι μέσα τῆς συγκοινωνίας, ἢ νὰ ἔπαθεν ὁ κατηγορούμενος καθ’ ὁδόν, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ προσέλθῃ καὶ ἀποδείξῃ διὰ τῶν μαρτύρων τὴν ἀθῳότητά του, ἂν εἶναι ἀθῷος; Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρχῃ ὁ θεσμὸς τῆς ἐρημοδικίας, διότι θὰ γίνῃ τὸ μέγα κακόν, ἐνῷ οὐδεμία ὠφέλεια θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς καταργήσεως τοῦ θεσμοῦ, νὰ στραφῇ ὁ κόσμος πρὸς τὴν ψευδορκίαν. Θὰ ἀναγκάζωνται οἱ ἄνθρωποι ἐκ λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των, ἵνα δικαιολογήσωσιν ἀδίκους ἀποφάσεις, νὰ προμηθεύωνται μάρτυρας ὑπερασπίσεως, ὡς συνήθως συμβαίνει, καὶ θὰ συνηθίσωμεν τὸν κόσμον εἰς τὴν ψευδορκίαν. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, ὅτι ὁ κόσμος ἀποφεύγει τὴν ψευδορκίαν, ὁ λαὸς δὲν εἶναι μαθημένος ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ ψευδορκῇ· πολλάκις ὅμως ἀναγκάζεται νὰ πράττῃ τοῦτο, ὅσοι δὲ δὲν γνωρίζουσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσι ταῦτα, ὅτι δηλαδὴ εἶναι συνηθισμένος νὰ ψευδορκῇ. Οὔτε, κύριοι Βουλευταί, αἱ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας προσήγαγεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τῶν διαφόρων δικηγορικῶν συλλόγων μὲ ἔκαμον νὰ μεταβάλω τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν εἶχον, περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ θεσμοῦ τῆς ἐρημοδικίας, διότι αἱ ἐκθέσεις αὗται ἦσαν βεβαίως ἀληθεῖς καὶ ἀκριβεῖς, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὅμως ἐστέλλοντο· ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ἐφηρμόζοντο αἱ ποιναὶ κατὰ τῶν λιπομαρτύρων. Καὶ ῥίπτεται, Κύριοι, καὶ ὑπαινιγμὸς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ὅτι ἔχει ὁ κατηγορούμενος συμφέρον ἐκ τῆς ἐρημοδικίας, ὅτι ἡ ὑπεράσπισις ὠθεῖ τὸν κατηγορούμενον νὰ δικάζηται ἐρήμην, διὰ νὰ ὠφεληθῇ. Ἀλλά, ἀφοῦ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, καθ’ ἃς καὶ μετὰ τὴν ἐρήμην δίκην ὑποχρεωτικῶς καλεῖ ἡ κατηγορία τοὺς παθόντας καὶ τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας, τοὺς σπουδαιοτέρους, τί συμφέρον θὰ ἔχῃ ὁ κατηγορούμενος νὰ δικάζηται ἐρήμην; Ἀλλά, καὶ ἐὰν ἔχῃ συμφέρον, ἐὰν τῷ ἐπιβάλληται ἐξαιρετικῶς εἰς μερικὰς περιστάσεις νὰ δικάζηται ἐρήμην, νομίζετε ὅτι αἱ ἀποφάσεις αἱ ποινικαὶ θὰ εἶναι δίκαιαι, ἐφ’ ὅσον στηρίζονται εἰς τὰς φωνασκίας τῶν παθόντων ἢ εἰς τὰ ψυχρὰ γεγονότα καὶ τὴν λογικήν; Διὰ τοῦτο λοιπὸν φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς ἐρημοδικίας. Πρέπει, καὶ κηρύσσομαι κατ’ ἀρχήν, νὰ ψηφισθῶσιν αἱ διατάξεις αἱ τιμωροῦσαι τοὺς λιπομάρτυρας, οὐχ ἧττον ὅμως νὰ μὴ καταργηθῇ ὁ θεσμός, διότι εἶναι κακὸν ἀναγκαῖον καὶ ἐπιβάλλεται νὰ ὑπάρχῃ.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§187Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἀναβάλλω διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀναμένων τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φουρίδης ἔχει τὸν λόγον.
§189ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§190Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Ἐντὸς πέντε λεπτῶν θὰ τελειώσω. Μεθ’ ὅσα καὶ ἂν ἤκουσα, Κύριοι, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ καὶ νὰ κλονισθῇ ἡ ἐν ἐμοὶ πεποίθησις, ὅτι ὁ σκοπὸς καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ δὲν εἶναι λαμπρὸς καὶ δὲν θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ἔκτακτα. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἐλέχθη καὶ ὑπὸ πολλῶν προλαλησάντων, εἶναι διφυές· ἀφ’ ἑνὸς μὲν πραγματεύεται περὶ τῶν ἐπιδόσεων τῶν ποινικῶν δικογράφων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καταργεῖ, τρόπον τινά, τὴν ἐρημοδικίαν. Μέχρι σήμερον ἡ ἐρημοδικία ἐδικαιολογεῖτο, ἐπειδὴ οἱ κλητῆρες, ὡς συχνὰ συνέβαινε,—καὶ περὶ τούτου ἀποδείξεις ἔχομεν πλείστας οἱ δικηγοροῦντες— συνήθιζον, νὰ μὴ ἐπιδίδωσι τὰ διάφορα ἔγγραφα, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ δηλῶσιν, ὅτι ἐπέδωκαν καὶ νὰ συντάσσωσι πλαστὸν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐπιδοτήριον. Ἐπὶ πλέον δὲ ἦτο καὶ ἡ μυστικὴ ἀνάκρισις, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας δὲν ἠδύνατο ὁ κατηγορούμενος νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα στρέφονται ἐναντίον του. Ἐπίσης δὲ ἦτο καὶ ἡ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως εἰσαγωγὴ εἰς τὸ Δικαστήριον, διὰ τῆς ὁποίας δὲν ἐδίδετο χρόνος εἰς τὸν κατηγορούμενον νὰ μάθῃ ποῖοι μάρτυρες ἔλεγον ἐναντίον αὐτοῦ. Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τὰ δικαιολογήματα τῆς ἐρημοδικίας ἤρθησαν, διότι διὰ τῆς φανερᾶς ἀνακρίσεως καὶ διὰ τῆς προεισαγωγικῆς ἀνακρίσεως δύναται ὁ κατηγορούμενος νὰ λάβῃ γνῶσιν πάντων τῶν καταθέσεων τῶν μαρτύρων, δύναται νὰ παρουσιάσῃ μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως καὶ νὰ μεταχειρισθῇ πᾶν μέσον, διὰ νὰ προΐδῃ τί θὰ εἴπωσιν οἱ μάρτυρες ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου. Ἐπὶ πλέον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου βεβαιοῦται καὶ ἡ ἐπίδοσις. Θὰ εἴμεθα βέβαιοι, δηλαδὴ πᾶς κατηγορούμενος θὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι, διὰ νὰ δικασθῇ, ἐξάπαντος πρέπει νὰ ἔχῃ εἰδοποίησιν, καὶ εἰδοποίησιν ἀσφαλῆ ἐκ μέρους τῆς ἀρχῆς· ἀναφέρονται δὲ ἀρκούντως αἱ διατυπωθεῖσαι λεπτομέρειαι, διὰ τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζεται ἡ ἐπίδοσις. Δὲν ἀπομένει κατὰ τὴν γνώμην μου ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθὲς καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἐρημοδικία οὐδὲν ἄλλο ἦτο παρὰ ὑπεκφυγὴ τῆς ἀντιπαραστάσεως μὲ τοὺς μάρτυρας τῆς κατηγορίας, εἶναι ὑπεκφυγὴ ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν. Θὰ εἶναι ἡ ἐρημοδικία διὰ τοὺς προρρηθέντας λόγους ὑπεκφυγὴ τῆς δικαιοσύνης. Πρέπει ἡ ἐρημοδικία νὰ περιορισθῇ, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουσι λόγοι σπουδαῖοι, διὰ τοῦ μέτρου δὲ τούτου ἡ δικαιοσύνη θὰ ἀπονέμηται ταχέως, δικαίως καὶ ὁ φόρτος τῶν ὑποθέσεων, ὁ ὁποῖος δίδεται εἰς τοὺς δικαστάς, θὰ ἐλαφρωθῇ.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Π. Λαγοπάτης, Κ. Λιδωρίκης καὶ Θ. Παπαϊωάννου, ὑποβάλλουν τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§192Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἐπίδοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων, ὅπως διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐξασφαλίζεται, εἶναι ἡ ἀρίστη καὶ ὅτι δυνάμεθα ἀσφαλῶς πλέον νὰ συμπεράνωμεν ὅτι οἱ κατηγορούμενοι θὰ καλῶνται καὶ θὰ λαμβάνωσι γνῶσιν τῶν κλήσεων τῶν εἰς αὐτοὺς στελλομένων. Μάλιστα κατὰ τὴν κρίσιν μου τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον περὶ ἐπιδόσεων τῶν ποινικῶν δικογράφων εἶναι ὑπεράγαν πολυτελὲς ὁρίζον τρόπους πρὸς ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων τούτων ὑπεράγαν λεπτομερεῖς καὶ ἐξασφαλίζοντας ἐντελῶς τὴν ἐπίδοσιν αὐτῶν. Εὑρίσκω λοιπὸν πολυτέλειαν ἐν τῇ ἐπιδόσει αὐτῶν τῶν δικογράφων, καὶ ἡ πολυτέλεια αὕτη μὲ φέρει εἰς φόβους, ὥστε νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐπίδοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων, ὅπως τὸ παρὸν νομοσχέδιον τὴν ζητεῖ. Διότι, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον ἠδυνήθην ἐκ τῆς μελέτης ἀμφοτέρων τῶν νομοσχεδίων, τοῦ τε περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τοῦ περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, νὰ ἐξαγάγω, νομίζω, ὅτι καὶ εἰς τὸ διπλάσιον ἐὰν αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δικαστικῶν κλητήρων, τῶν προωρισμένων διὰ τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων, δὲν θὰ εἶναι δυνατόν ποτε νὰ τηρηθῶσιν οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον. Νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι ἀνεπαρκὲς τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστικῶν κλητήρων νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰ ἀκρότατα χωρία καὶ νὰ ἐνεργῇ τὰς ἐπιδόσεις, ὅπως ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, τί συμβαίνει ἐν λεπτομερείᾳ εἰς τὰς ἄλλας δικαστικὰς περιφερείας, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν δικαστικὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Γυθείου, ἐν ᾧ ὑπηρετῶ ὡς δικηγόρος, δύναμαι νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι, καίτοι αὕτη εἶναι λίαν στενή, εἶναι λίαν περιωρισμένη, ἐν τούτοις λόγῳ τῆς τοπικῆς ἀνωμαλίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου λόγῳ ἐλλείψεως συγκοινωνίας δὲν εἶναι δυνατόν ποτε ὄχι τέσσαρας κλητῆρας, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐνεργοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐπιδόσεων τῶν ποινικῶν δικογράφων, ἀλλὰ καὶ ὀκτὼ κλητῆρας ἐὰν διορίσωσι καὶ δέκα ἐὰν διορίσωσι τοιούτους, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν κοινοποίησιν. Θὰ παρασταθῇ ἡ ἀνάγκη νὰ κοινοποιηθῇ ἓν δικόγραφον εἰς τὸ ἀκρότατον σημεῖον, εἰς τὸ Ταίναρον παραδείγματος χάριν, καὶ πρέπει ὁ κλητὴρ νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ταίναρον, διὰ νὰ ἐπιδώσῃ τὸ δικόγραφον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ οὐδὲν ἄλλο μέσον ἔχει διὰ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ παρὰ τοὺς πόδας του, θὰ μεταβῇ δέκα πέντε ὥρας πεζῇ, ἵνα ἐπιδώσῃ τὴν κλῆσιν, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφοῦ δὲν ἔχει οὔτε θαλασσίαν συγκοινωνίαν, ἀλλ’ οὔτε ἁμαξιτὸν ὁδὸν παρὰ μόνον τοὺς πόδας του, διὰ νὰ μεταβῇ ἐκεῖ, νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ τῷ χρειασθῶσι, διὰ νὰ μεταβῇ καὶ νὰ ἐπανέλθῃ, τέσσαρες ἡμέραι; Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι κλητήρ τις θὰ ἀπασχοληθῇ, διὰ νὰ ἐπιδώσῃ ἔστω καὶ μίαν κλῆσιν, τέσσαρας ἕως πέντε ἡμέρας, ἵνα μεταβῇ καὶ ἐπανέλθῃ. Ἀλλὰ γεννᾶται καὶ ἄλλο ζήτημα. Ὁ κλητὴρ μεταβαίνων καὶ ἐπιδίδων τὴν κλῆσιν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εὕρῃ τὸν κατηγορούμενον προσωπικῶς· ἄλλως, διὰ νὰ ἐπιδώσῃ τὴν κλῆσιν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ τὴν θυροκολλήσῃ. Τὴν ἐθυροκόλλησεν ἔστω, καὶ ἀντίγραφον αὐτῆς δίδει εἰς τὸν ἱερέα ἢ εἰς τὸν εἰδικὸν πάρεδρον, ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, λέγω δὲ ἐὰν ὑπάρχῃ τοιοῦτος, διότι ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχει εἰς κανὲν χωρίον εἰδικὸς πάρεδρος. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ λοιπὸν ἱερεύς, καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος, εἰς ποῖον θὰ τὴν κοινοποιήσῃ;
§193Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Τότε εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐπίδοσις.
§194Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως εἶναι ἀδύνατος. Ὑπάρχουσι χωρία, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰδικὸς πάρεδρος οὔτε ἱερεύς. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπάρχει εἷς ἐξ αὐτῶν καὶ τὸ ἀντίγραφον τῆς κλήσεως ὁ κλητὴρ τὸ ἐπέδωκε, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ εἰδικὸς πάρεδρος ἢ ὁ ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος νὰ εἰδοποιήσῃ περὶ τούτου τὸν κατηγορούμενον καὶ μετὰ τοῦτον τὸν εἰσαγγελέα. Ἀλλὰ πῶς θὰ τοὺς εἰδοποιήσῃ; Ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς ἐκεῖνα τὰ σημεῖα δὲν εἶναι διωργανωμένη ἀτυχῶς· πρέπει ὁ ἴδιος ἀστυνομικὸς ὑπάλληλος ἢ ὁ ἱερεὺς νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Πρωτοδικείου καὶ νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν εἰσαγγελέα. Ἀλλὰ πῶς ἄλλως θὰ τὸν εἰδοποιήσῃ; Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ δὲν εἰδοποιήσῃ τὸν εἰσαγγελέα καὶ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ἡ ὑπόθεσις, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει τὸ δικόγραφον, τί θὰ γίνῃ; Ἡ πρώτη ἔνστασις, ἡ ὁποία θὰ προταθῇ ἐκ μέρους τοῦ δικηγόρου τοῦ κατηγορουμένου, θὰ εἶναι ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ ἐπίδοσις, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως τῆς ὑποθέσεως.
§195Δ. ΠΟΛΥΖΩΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀτυχῶς δὲν εἶναι αὐτὸς λόγος ἀκυρότητος.
§196Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἄκυρος, ἀλλὰ ποῖον Δικαστήριον θὰ ἀναλάβῃ νὰ ἀπορρίψῃ τὴν ἀνακοπήν, ὅταν τῷ προτάξῃ ὁ δικηγόρος, ὅτι δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ κλῆσις; Τί θὰ κάμῃ ὁ δικαστὴς ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Θὰ δεχθῇ τὴν ἀνακοπὴν ἢ ὄχι; Λοιπὸν εἶμαι συμφωνότατος εἰς τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον διαγράφει τὸ παρὸν νομοσχέδιον περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων· ἀλλά, διὰ νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο, πρέπει αἱ τοιούτου εἴδους ἐπιδόσεις νὰ ἐξασφαλισθῶσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν. Ἐγὼ τὴν εὑρίσκω δυσεκτέλεστον τὴν τοιαύτην ἐπίδοσιν, καὶ τότε μόνον φρονῶ ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει ληφθῇ πρόνοια περὶ συγκοινωνίας εἴς τινα μέρη, ἢ ἂν τριπλασιάσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων τοὐλάχιστον εἰς τὰς περιφερείας τὰς δικαστικάς, αἵτινες ὁμοιάζουσιν, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας, πρὸς ἐκείνην, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐγὼ ὑπηρετῶ, ἢ ἐὰν εἰσαγάγωμεν ἄλλο εἶδος ἐπιδόσεως, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι διὰ μιᾶς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλωμεν, δύναται τὸ πρᾶγμα νὰ ἐξοικονομηθῇ, δηλαδὴ νὰ ἐπιδίδωσι τὰ δικόγραφα ταῦτα οἱ ἀγροφύλακες, ἢ οἱ ἀγροτικοὶ ἀστυνόμοι, ἢ οἱ χωροφύλακες. Ἀλλ’ εἶναι δυνατόν ποτε ὁ ἀγροφύλαξ ἢ ὁ χωροφύλαξ νὰ κέκτηται τοιαύτας γνώσεις ἐπιστημονικάς, ὥστε νὰ συντάσσῃ ἐπιδοτήριον ἢ ἔκθεσιν, ὁποίαν ἀκριβῶς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος; Τοῦτο τὸ εὑρίσκω πολὺ δύσκολον καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς πολὺ ἐσκεπτόμην ἂν ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν τροπολογίαν ταύτην, πρὸς ἣν εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ γνώμη τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος καὶ ὁ ὁποῖος σύλλογος προτείνει, ὅπως οἱ ἀγροτικοὶ ἀστυνόμοι ἢ οἱ χωροφύλακες συντάσσωσι τὰ ἐπιδοτήρια. Κύριοι Βουλευταί, πλὴν τῆς βάσεως ταύτης τοῦ νομοσχεδίου ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν ἄλλην βάσιν αὐτοῦ, τῆς ἐρημοδικίας. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττωθῶσιν αἱ ἐρημοδικίαι. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὸ τὸ κομβολόγιον τῶν ἀναβολῶν καὶ τῶν ἀνασυζητήσεων μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ποινικῆς ὑποθέσεως, διότι πιστεύεται ἀπὸ ὅλους τοὺς κατηγορουμένους ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς ὑποθέσεως καὶ ἡ παρέλκυσις εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς ἀπαλλαγῆς. Τοῦτο εἶναι μία γνώμη, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς ὅλους τοὺς κατηγορουμένους. Ὅταν τις νομίζῃ ἑαυτὸν ἔνοχον, ἡ πρώτη σκέψις του εἶναι πῶς θὰ ἀπαλλαγῇ· κατόπιν, ἐὰν δὲν δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀπαλλαγήν του, θὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν δικηγόρον του νὰ ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν, καὶ τὴν ἀναβολὴν τὴν θεωρεῖ σχεδὸν ὡς ἀπαλλαγήν. Εἶμαι λοιπὸν κατὰ τῶν ἀναβολῶν τῶν ὑποθέσεων. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἑξῆς ζήτημα. Ὑποθέσατε, ὅτι παρίσταταί τις ἐνώπιον Δικαστηρίου κατὰ τὴν πρώτην ἐπ’ ἀκροατηρίῳ συζήτησιν καὶ προσάγει ἐνώπιον τοῦ ποινικοῦ Δικαστηρίου ἐπιδοτήρια, ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφαίνεται, ὅτι ἐκάλεσε μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως, ἵνα προσέλθωσι κατὰ τὴν δίκην, προσάγει τὰ ἐπιδοτήρια εἰς τὸ Δικαστήριον καὶ οἱ μάρτυρες τῆς ὑπερασπίσεως δὲν ἐμφανίζονται· τί θὰ κάμῃ; Τί εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Δικαστήριον νὰ κάμῃ; Νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως; Ἐν ᾗ περιπτώσει πεισθῇ τὸ Δικαστήριον, ὅτι ἐκ τῆς δικογραφίας ἐξάγεται ἀσφαλῶς ἡ ἐνοχὴ τοῦ κατηγορουμένου καὶ δὲν ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν, ἐρωτῶ ὑμᾶς πρέπει ὁ κατηγορούμενος ἐκεῖνος νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποχωρήσῃ τῆς συνεδριάσεως καὶ νὰ εἴπῃ: κ. Πρόεδρε, θὰ ἔλθω νὰ δικασθῶ, ὅταν θὰ ἔχω πρόχειρα τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεως; Τί θὰ γίνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅταν ἔλθῃ νὰ κάμῃ ἀνακοπήν; Τὸ Δικαστήριον θὰ τῷ εἴπῃ, ὅτι: ἀπεχώρησας ἀδικαιολογήτως ἅμα τῇ ἐνάρξει τῆς συνεδριάσεως καὶ ἑπομένως θεωρεῖσαι ὡς κατ’ ἀντιμολίαν δικασθείς, καὶ ἡ ἀνακοπή σου εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ἦσο παρὼν καὶ ἠδύνασο καὶ ὤφειλες νὰ δικασθῇς. Μοὶ φαίνεται, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο χρήζει προσοχῆς ἰδιαιτέρας, καὶ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τροποποίησίς τις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Διότι θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἐνδεχόμενον ἕκαστος νὰ κάμῃ καταστρατήγησιν τῆς διατάξεως ταύτης, ἀλλά, καὶ ἂν γίνῃ καταστρατήγησις, εἶναι προτιμότερον νὰ ὑποφέρωμεν αὐτὴν τὴν καταστρατήγησιν τοῦ νόμου παρὰ νὰ ἀποκλείσωμεν ἕνα εἰλικρινῶς ἐπιθυμοῦντα νὰ δικασθῇ, ἀλλὰ νὰ δικασθῇ μὲ τοὺς μάρτυρας, τοὺς ὁποίους ἐκάλεσε πρὸς ὑπεράσπισίν του, συμμορφούμενος πρὸς τὸν νόμον καὶ οἱ ὁποῖοι δι’ οἱονδήποτε λόγον μὴ ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς ἐνεργείας καὶ βουλήσεως τοῦ καλοῦντος κατηγορουμένου δὲν προσῆλθον. Λοιπὸν εἶμαι κατ’ ἀρχὴν σύμφωνος ὡς πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς διεπούσας τὰ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδια, καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστικῶν κλητήρων, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπέλθωσι τοιαῦται τροποποιήσεις, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθοῦν, διότι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἴς τινας δικαστικὰς περιφερείας, τὰς μᾶλλον ὀρεινάς, δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογή των.
§197Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910 ἐκ δραχ. 4.288.637 καὶ 36%». Αἱ ἀναπληρωματικαὶ αὗται πιστώσεις ἀποβλέπουσιν εἰς ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου, τῶν ὁποίων ὁ διακανονισμὸς εἶναι ἐπείγων, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ συζητήσῃ ἀμέσως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα αἱ ὑποχρεώσεις αὗται δυνηθῶσι νὰ κανονισθῶσιν.
§198ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς βάρος τίνος;
§199Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν 50.000, Ὑπουργείου Δικαιοσύνης 97.500, Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν 308.560, Ὑπουργείου Ἐκκλησιαστικῶν 279.580, Ὑπουργείου Στρατιωτικῶν 2.248.300, Ὑπουργείου Ναυτικῶν 50.500. Πλὴν τούτου ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Βασ. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δρχ. 336.537 καὶ 50% ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909. 3) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχ. 65,141 καὶ 65% ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909. 4) Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δρ. 1.135,000 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910. 5) Νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δρ. 10,578,273 καὶ 35% ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1910. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀναφερόμενα εἰς Βασ. Διατάγματα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπείγει καὶ διὰ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν, εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ 1910.
§200Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ Προϋπολογισμοῦ πότε;
§201Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε ὑπομονὴν ὀλίγας ἡμέρας.
§202ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἡ ὁποία δὲν συνῆλθεν ἀκόμη; Δὲν ἠμποροῦν νὰ ψηφισθοῦν, ἐὰν δὲν παραπεμφθοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὔριον τὸ πρωί, ἵνα κάμῃ τὰς ἀρχαιρεσίας της καὶ κατόπιν τὴν ἔκθεσίν της.
§203ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά. Μὲ αὐτὴν τὴν παράκλησιν, νὰ συνέλθῃ τὸ πρωὶ καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ ἀπόγευμα τὴν ἔκθεσίν της.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ νομοσχέδια θέλουσι παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Θὰ διακόψωμεν;
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καλλίτερα νὰ μείνωμεν ἕως τὰς 9, διότι εἶναι δύσκολον νὰ ἔλθωμεν κατόπιν.
§206ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεχίζεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Βέρροιος ἔχει τὸν λόγον.
§208Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἴσως θὰ φανῇ παράδοξον ὅτι ἀναμιγνύομαι εἰς νομοσχέδιον δικαστικόν. Ἐν τούτοις, μεθ’ ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι προκειμένου περὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, δὲν ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ παντελῶς ὅτι τοῦτο θὰ εἶναι ἐπιβλαβὲς καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμῶν. Τοὐναντίον νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἕνα μέγαν σκοπὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἰδίως εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, διότι θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἓν μέτρον ἠθικοποιήσεως τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Ὅταν, κύριοι Βουλευταί, ἀσφαλίζηται ἡ ἐπίδοσις τῶν ποινικῶν δικογράφων, ὅταν ἐξευρεθῇ ὁ κατάλληλος τρόπος διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς κοινοποιήσεως τούτων, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει περὶ καταργήσεως πλέον τῆς ἐρημοδικίας. Καὶ δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ πεισθῶ μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι θὰ καταστῇ ἀδύνατος ἡ ἀσφαλὴς κοινοποίησις τῶν ποινικῶν δικογράφων· διότι ὅλοι γνωρίζομεν τὴν χώραν ἡμῶν καὶ τὰς ἀποστάσεις ἀπὸ τῶν ἑδρῶν τῶν Δικαστηρίων. Ἴσως εἴς τινα σημεῖα τοῦ Κράτους ὑπάρξῃ δυσχέρειά τις, ἀλλά, ἂν προσέξητε, μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθορίζεται σήμερον, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ἀσφαλέστατα νὰ γίνωνται αἱ ἐπιδόσεις τῶν ποινικῶν δικογράφων. Ἂν μάλιστα θέλητε νὰ προσθέσητέ τι πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς κοινοποιήσεως αὐτῶν, ἐκτὸς ἄλλων, ἠμπορεῖτε νὰ προσθέσητε καὶ τὸν δημοδιδάσκαλον, διότι καὶ εἰς τὰ ἐλάχιστα χωρία ὑπάρχουν σχολεῖα ἀγροτικά. Οὐδεμία λοιπὸν δυσκολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν κοινοποίησιν ποινικῶν δικογράφων. Τώρα μένει τὸ ζήτημα τῆς ἐρημοδικίας. Ὅταν εἰς τὸν κατηγορούμενον κοινοποιῆται τὸ ποινικὸν δικόγραφον, λαμβάνει γνῶσιν τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει καὶ ὀφείλει νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, ἵνα δώσῃ λόγον τῆς πράξεως αὑτοῦ. Διατί νὰ διστάζῃ νὰ προσέλθῃ ὁ κατηγορούμενος; Ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἀδίκως κατηγγέλθη, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ψεύδονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸν κατηγοροῦν, δύναται νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ πραγματικά, ὅλους ἐκείνους τοὺς μάρτυρας, τοὺς ὁποίους θὰ καλέσῃ, νὰ τοὺς φέρῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς ἀντιπαράστασιν, διὰ νὰ πεισθῇ τὸ Δικαστήριον περὶ τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’ οἱ κατηγορούμενοι τοῦ παρελθόντος μᾶς ἔχουν ὀλίγον κακοσυνηθίσει, διότι εἰς τὸ παρελθὸν δὲν ἐπεζητεῖτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀναβολὴ εἰς τὰς πλείστας τῶν δικῶν. Ἐὰν εἰς ἓν Πλημμελειοδικεῖον ἔμελλον νὰ ἐκδικασθῶσιν ἑκατόν, λόγου χάριν, ὑποθέσεις, ἀμφιβάλλω ἂν οἱ δέκα κατηγορούμενοι εἶχον τὸ θάρρος νὰ παρουσιασθοῦν· πάντες οἱ ἄλλοι ἐπεδίωκον τὴν ἀναβολήν. Ἡ δὲ ἀναβολὴ ἔχει δι’ αὐτοὺς σπουδαιότατον λόγον, διότι πολλάκις ἡ ἀναβολὴ κατὰ 80% ἦτο ἡ ἀθῴωσις αὐτῶν εἰς τὸ μέλλον, διότι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ μέθοδοι αἱ πολιτικαί, αἱ ὁποῖαι ἐχρησίμευον, διὰ νὰ παρελκύουν τὰς ὑποθέσεις, νὰ τὰς ἀναβάλλουν, νὰ τὰς ὑποκρύπτουν, ὅλαι ἐτίθεντο εἰς ἐνέργειαν καὶ διὰ μίαν στιγμήν, μετὰ πάροδον χρόνου μακροῦ, ἐνεφανίζετο ὁ κατηγορούμενος, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ ἐρήμην εἶχε καταδικασθῆ εἰς φυλάκισιν πέντε ἐτῶν, κατ’ ἀντιμολίαν ἠθωοῦτο, διότι ὑπεκρύπτετο καὶ ἐκαλύπτετο ἡ ἀλήθεια. Λοιπὸν δὲν ἔχει νὰ ὑποστῇ τίποτε ὁ κατηγορούμενος ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι, ἐὰν μὲν εἶναι ἔνοχος τῆς πράξεως, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖται, θὰ δώσῃ λόγον δι’ αὐτήν, ἐὰν δὲ νομίζῃ ὅτι δὲν εἶναι ἔνοχος καὶ ἀδίκως κατηγορεῖται, θὰ ἔχῃ ὅλα τὰ μέσα νὰ ἀθωωθῇ. Ὁ προσερχόμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου καὶ ζητῶν νὰ ἀναβληθῇ ἡ δίκη του, βεβαίως ὁ κατηγορούμενος ἐκεῖνος δὲν πράττει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ εὕρῃ τὰ μέσα τῆς ἀπαλλαγῆς αὑτοῦ ἐν τῷ μέλλοντι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἰς τὸ μέλλον ὄχι μόνον θὰ παύσουν κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ ἐρημοδικίαι, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἀκούωμεν παράπονα παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον παραπονοῦνται καὶ ἐξανίστανται, ἀλλὰ θὰ περιορισθῇ εἰς μέγιστον βαθμὸν τὸ ἔγκλημα εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, διότι, ὅταν τὸ ἔγκλημα τιμωρῆται ταχύτερον, τότε θὰ χρησιμεύῃ ὡς δίδαγμα εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, δίδαγμα μέγιστον, τὸ ὁποῖον θὰ συντελῇ εἰς τὸ νὰ περιορίζωνται τὰ ἐγκλήματα. Θεωρῶ λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς παράγοντα ἰσχυρὸν τῆς ἠθικῆς ἀνυψώσεως τῆς κοινωνίας.
§209Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ὀλίγον μεθ’ ὅσα ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε λαλῶν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου. Οὗτος εἶπεν ὅτι σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ συντόμευσις τῶν προθεσμιῶν πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, διότι τοῦτο ἤθελε παγιώσει τὴν δημοσίαν τάξιν. Δὲν νομίζω ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς ὑπάρχει τις σωφρονῶν, ὅστις νὰ μὴ ἐνδιαφέρηται ὑπὲρ τῆς ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐὰν ἐπρότεινα τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως ἀπέβλεπον, ἀλλὰ τὴν ἐμπέδωσιν διὰ νόμου ἐπιδιώκοντος τὴν τιμωρίαν ὄχι παντὸς κατηγορουμένου, ἀλλὰ μόνον τοῦ ἐνόχου. Καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θὰ ἀρνηθῇ ὅτι καὶ ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων συνηθέστατα ὁδηγοῦνται κατηγορούμενοι, τῶν ὁποίων ἡ ἀθῳότης ἀποδεικνύεται. Πρὸ ὀλίγου καὶ Κυβέρνησις ὁλόκληρος ὡμολόγησε τοῦτο καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ἐκύρωσε διὰ νομοθετήματος, ὅπερ ἐψήφισε διὰ χειροκροτημάτων, ὡς διὰ χειροκροτημάτων ἐδέχετο τοὺς ῥήτορας τοὺς ὁμιλήσαντας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου σκοπὸς ἦτο ἡ περιστολὴ τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν ἀμφιβολία ὅτι ὁδηγοῦνται ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων ἀθῷοι καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀθῳότητός των προέβαλον τὴν ἀναβολήν, ἥτις, ἐὰν ἐγίνετο δεκτή, οἰκονομίαν χρόνου θὰ ἐπέφερε, διότι ἡ ἐπιτροπὴ συνερχομένη εἰς ἓν ἐκ τῶν δωματίων τῆς Βουλῆς ἤθελεν ἀπορρίψει ἴσως τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ συμπολίτης μου κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσαν ὅτι θέλουσι μεταβάλει καὶ ἤθελε συναρμολογήσει τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συζητῶμεν ἐπὶ λεπτομερειῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ συζητήσωμεν, δὲν γνωρίζω πόσας συνεδριάσεις θέλομεν καταναλώσει. Σκοπός μου λοιπὸν ἦτο ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου· ἦτο ἡ πρότασίς μου, ὄχι ὑπεράσπισις τῶν ἐνόχων, ἀλλὰ ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἀθῳότητος τῶν ἀθώων κατηγορουμένων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ τὴν προτελευταίαν Σύνοδον τῆς τακτικῆς Βουλῆς εἶχε μετατραπῆ εἰς νόμον τοῦ Κράτους καὶ ἐφηρμόσθη, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς δὲ αὐτοῦ τὸ Δικαστήριον, εἰς ὃ δικηγορῶ ἐπὶ 31 ἔτη, καὶ ὁ δικηγορικὸς σύλλογος ἐκεῖνος καὶ ὅλοι οἱ δικηγορικοὶ σύλλογοι καὶ τὰ Δικαστήρια ἐξηγέρθησαν κατ’ αὐτοῦ, καὶ ἐκ τούτου προέτεινα ἐγὼ εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς τὴν κατάργησιν τοῦ νομοθετήματος τούτου, καὶ ἡ Βουλὴ παμψηφεὶ ἐδέχθη ταύτην. Ἀλλ’ ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔφερεν ἀκριβὲς ἀντίγραφον τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ καὶ ζητεῖ τὴν ἐπαναφοράν του εἰς νόμον τοῦ Κράτους. Ἐξεταστέον τί θεσπίζεται δι’ αὐτοῦ; Πρῶτον ῥυθμίζεται ἡ ἀκριβὴς κλήτευσις κατηγορουμένων καὶ μαρτύρων. Καὶ τοῦτο ἐπαινῶ, διότι ἡ κλήτευσις τούτων δὲν ἐγίνετο ἄχρι τοῦδε ἐν τῇ πατρίδι μου, καὶ μαρτύρομαι περὶ τούτου ἀξιότιμον συνάδελφον ὑπηρετήσαντα ἄλλοτε εὐδοκίμως ὡς Εἰσαγγελέα ἐν Τριπόλει. Οἱ κλητῆρες οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων εἶναι συγχρόνως καὶ ὑπηρέται τῶν Εἰσαγγελέων Πταισματοδικῶν καὶ Εἰρηνοδικῶν, ἐνῷ δὲ πιστοποιοῦσιν εἰς τὸ ἐπιδοτήριον ὅτι μετέβησαν εἰς τὰ ἀπώτατα μέρη τῆς δικαιοδοσίας των καὶ ἐπέδωκαν δικόγραφα, οὐδεμίαν ἡμέραν ἔλειψαν ἀπὸ τοῦ νὰ ὀψωνίζωσι τὰ τρόφιμα τῶν κυρίων προϊσταμένων. Ἄλλοτε εἶχε κατασχεθῆ ἐν πανδοχείῳ τινὶ τῆς Τριπόλεως σάκκος πλήρης ποινικῶν δικογράφων, τὰ ὁποῖα ὁ κλητὴρ εἶχε δώσει εἰς χωρικὸν νὰ διανεμηθῶσιν εἰς διαφόρους μάρτυρας καὶ κατηγορουμένους. Ἐκ τούτου οὐδέποτε δικαστὴς τολμᾷ νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν εἰς λιπομάρτυρα ἢ νὰ ἀπορρίψῃ ἀνακοπὴν κατηγορουμένου, διότι ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν λαμβάνουσι γνῶσιν τῶν τοιούτων δικογράφων. Ἐπαινῶ λοιπὸν τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τὴν ἐπίδοσιν τῶν δικογράφων, καίτοι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θεωρῶ ἀνεπαρκῆ, τοὐλάχιστον διὰ τὸν ἰδικόν μας νομόν. Ἐκεῖ χρειάζεται ὁλόκληρον ἱππικὸν πρὸς ἐπίδοσιν. Διὰ τῶν κλητήρων μὲ τὴν γλίσχρον μισθοδοσίαν τῶν 30 ἕως 70 δραχμῶν οὐδὲν θέλετε ἐπιτύχει. Μὲ τὰς δραχμὰς ταύτας οὔτε διὰ ξηροῦ ἄρτου δύνανται νὰ τρέφωνται οἱ κλητῆρες, ἵνα δὲ ὁδοιπορῇ τις εἰς τὰ ὄρη τῆς Ἀρκαδίας, τοῦ τόπου τὸν ὁποῖον γνωρίζω, πρὸς ἐπίδοσιν ἐπειγόντων δικογράφων, ὅταν μάλιστα τὰ ὄρη ταῦτα εἶναι χιονοσκεπῆ, πρέπει νὰ μὴ διαμαρτύρηται ὁ στόμαχός του. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἔχει καὶ ἄλλα ἐλαττώματα. Καθορίζει προθεσμίαν τῆς κλητεύσεως τῶν κατηγορουμένων καὶ μαρτύρων. Ὑποθέσατε ὅτι τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς προθεσμίας, καλεῖται ὁ κατηγορούμενος, ὅπως προσέλθῃ ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Πότε θέλει κλητεύσει τοὺς μάρτυρας τῆς ὑπερασπίσεως; Πότε θὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δικαστηρίου, νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ δικηγόρου του, ὅστις κυρίως διευθύνει τὰς ὑποθέσεις τῶν ποιμένων καὶ τῶν ἀγροτῶν καὶ τῶν ἀγραμμάτων, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ δὲν γνωρίζουσι τί εἶναι τὸ παλαιόχαρτον, τὸ ὁποῖον τοῖς δίδει ὁ πεινασμένος κλητήρ; Δὲν δίδετε τοιαύτην προθεσμίαν. Καὶ διὰ μὲν τοὺς ἀνεπτυγμένους μάρτυρας, εἰς οὓς δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ὑπακούωσιν εἰς τὴν πρόσκλησιν τῆς δικαιοσύνης, οἱανδήποτε ποινὴν καὶ ἂν θέσητε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καλῶς τὴν θέτετε, καίτοι ἐκ πείρας εἶμαι πεπεισμένος ὅτι αἱ αὐστηραὶ ποιναὶ δυσκολώτερον ἐφαρμόζονται ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται περὶ ἀγρότου ἐκ τῆς Θαλπούσης, τοῦ ἀπωτάτου δήμου τῆς ἐπαρχίας σας, κ. Ὑπουργέ, καὶ δὲν προφθάσῃ νὰ προσκομίσῃ εἰς Τρίπολιν μάρτυρας—καὶ ὁμιλῶ περὶ τῶν στερουμένων καὶ τοῦ ἐπιουσίου—πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀνακοπῆς του, θέλει αὕτη ἀπορρίπτεσθαι κατὰ τὸ νομοσχέδιον· δὲν ἀφήνετε τὸν δικαστὴν ἐλεύθερον νὰ ἐπιβάλῃ οἱανδήποτε ποινὴν νομίζει πρέπουσαν, ἀλλ’ ὑποχρεοῦτε αὐτὸν νὰ τὸν τιμωρήσῃ διὰ χρηματικῆς ποινῆς καὶ ἐπὶ πλέον νὰ τῷ ἐπιβάλῃ τὰ ἔξοδα τῆς δίκης τῆς ἀναβολῆς! Γνωρίζετε ποῖα τὰ ἔξοδα δι’ ἕκαστον μάρτυρα τῆς εἰκοσαώρου ἀποστάσεως ἀπὸ τῆς Θαλπούσης; Ἀφήσατε τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ νὰ κανονίζῃ τὰς ποινὰς τῶν λιπομαρτύρων κατὰ τοὺς κρατοῦντας ἤδη νόμους. Ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ τοὐλάχιστον, ἐν ᾧ δικηγορῶ, αἱ περισσότεραι ἀναβολαὶ προέρχονται ἐκ τῆς περιφορᾶς τῶν δικογραφιῶν ἀπὸ τῆς Εἰσαγγελίας εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, διότι οἱ μάρτυρες εἴτε ἐξ ἀπειθείας εἴτε μὴ λαμβάνοντες γνῶσιν τῆς κλητεύσεως δὲν ἐμφανίζονται, καὶ αἱ δίκαι ἀναβάλλονται. Ὁ δικαστὴς ἀναλόγως τῆς δικονομικῆς καταστάσεως τῶν κλητευομένων, τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν ἀξιοθρηνήτων τὴν θέαν μαρτύρων ἃς ἐπιβάλλῃ τὰς ποινάς. Ὅταν ὁ δικαστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δικάζῃ πτωχοὺς εἰς πρόστιμον καὶ δικαστικὰ ἔξοδα, ἡ καταδίκη ἰσοδυναμεῖ μὲ ἰσόβια δεσμά, διὰ τὴν ἀδυναμίαν αὐτῶν πρὸς πληρωμὴν τῶν τε ποινῶν καὶ τῶν ἐξόδων τῆς δίκης. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ἐπιχείρημά του ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ ἐκδίκασις τῶν ποινικῶν δικῶν συντομεύεται ἐπὶ πολύ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον θέλει συμβῆ· μηκύνεται ἡ διαδικασία, καὶ γίνεται πολύπλοκος καὶ πολυτελεστέρα διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Πρὶν δὲ εἰσέλθω εἰς τὸν λόγον τῆς ἐξηγήσεως, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ποῖοι οἱ λόγοι τῆς ἐρημοδικίας: Ἀπείθεια τῶν κατηγορουμένων εἰς τὰ μεγάλα ἐγκλήματα, τῶν ὁποίων εὐτυχῶς ὁ νομός μας ἀμοιρεῖ, διότι ἡ δημοσία τάξις ἐκεῖ εὑρίσκεται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν. Τὸ Πλημμελειοδικεῖον καταγίνεται εἰς δασικὰς ἢ σιδηροδρομικὰς παραβάσεις καὶ ἔστιν ὅτε εἰς ζωοκλοπάς. Ἐπὶ τῶν κατὰ τὰς τρεῖς ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος δικαζομένων 80 ἕως 100 πλημμελημάτων καθ’ ἑκάστην τὰ 60 εἶναι δασικαὶ ἢ σιδηροδρομικαὶ παραβάσεις, 20 μικροαιτίαι, τὰς ὁποίας οἱ κατὰ καιροὺς εἰσαγγελεῖς μετονομάζουσιν ἀδίκους ἐπιθέσεις. Πᾶν ἔγκλημα, εἴτε μικρὸν τραῦμα, εἴτε αἰκία, εἴτε ἐξύβρισις φέρεται ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ὡς ἄδικος ἐπίθεσις. Ἡ πληθώρα τῶν ἐρημοδικιῶν ἔχει αἰτίαν τὴν ἀπείθειαν τῶν κατηγορουμένων ἔν τισι μεγάλοις ἀδικήμασιν, ἀλλ’ ὁ συνήθης λόγος, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, τῆς πληθώρας τῶν ἐρημοδικιῶν ἠξεύρετε ποῖος εἶναι; Τὸ ἀνοργάνωτον καὶ ἀνεπαρκὲς τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς. Ἐπὶ διετίαν εἰς τὴν εἰσαγγελίαν Τριπόλεως, ἔχουσαν ἀπέραντον ἔκτασιν 35 δήμων, πλήν τινων, οἱ ὁποῖοι ἀπεσπάσθησαν καὶ ὑπήχθησαν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Εἰσαγγελίας Ναυπλίου, εἴχομεν ἕνα εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος δὲν ἐπρόφθανε νὰ ὑπογράφῃ, διότι, ἂν ὑπολογίσητε 250 δίκας τὰς καθ’ ἑβδομάδα εἰσηγουμένας καὶ τρεῖς μάρτυρας δι’ ἑκάστην δίκην, θέλει 750 ὑπογραφὰς διὰ τοὺς μάρτυρας καὶ 250 διὰ τοὺς κατηγορουμένους, ἐὰν ὑπολογίσητε ἕνα κατηγορούμενον δι’ ἑκάστην δίκην. Ἐσχάτως ἐτοποθετήθη εἷς ἀντεισαγγελεύς· πῶς θέλετε νὰ μελετᾷ τὰς δικογραφίας ὁ ἀντεισαγγελεὺς ἐκεῖνος καὶ νὰ εἰσάγῃ εἰς ἑκάστην χρονικὴν περίοδον τὰς ὑποθέσεις κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἐν τῷ τόπῳ καὶ δύνανται νὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου; Ὅταν ὁ εἰσαγγελεὺς κατὰ Ἰανουάριον προσδιορίζῃ ὑποθέσεις τοῦ Γορτυνίου, ποῦ θὰ εὕρῃ τὸν Γορτύνιον νὰ τὸν κλητεύσῃ; Οἱ Γορτύνιοι εἶναι διεσπαρμένοι εἰς τὰ τέσσαρα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος πολλάκις, δι’ ὃν οἱ μάρτυρες δὲν λαμβάνουσι γνῶσιν τῶν κλήσεων, διότι, ὅταν ὁ κλητὴρ τοῖς τὰ ἐπιδίδῃ, οἱ Γορτύνιοι εἶναι εἰς τὴν Πύλον· ἂν μάλιστα εἶναι ἐκ τοῦ δήμου Τρικολώνων, εἰς τὴν Λάρισαν καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, εἰς Ἀμερικήν, ὅπου ἔχουσι μεταβῆ ὅλοι οἱ νέοι οἱ σφριγῶντες. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος τῶν πολλῶν ἐρημοδικιῶν, ἡ μὴ ἀκριβὴς ἐνέργεια τῶν κλητεύσεων· μαρτύρομαι δὲ τὸν κ. Γιαμαρέλλον εὐδοκίμως ὑπηρετήσαντα ἐπὶ διετίαν εἰς Τρίπολιν καὶ ἀφήσαντα τὰς καλλιτέρας ἀναμνήσεις. Πῶς δύνασθε νὰ μὴ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα κατηγορούμενον ἢ λιπομάρτυρα νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἐρήμην ἀπόφασιν, ὅταν δὲν λαμβάνῃ γνῶσιν τῆς κλητεύσεως, ἀλλὰ θέλετε αὐτόν, ὅταν κάμνῃ ἀνακοπήν, νὰ προσέρχηται ῥιγῶν, πειναλέος, ξυπόλυτος καὶ τρέμων πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀνακοπῆς του, νὰ συνοδεύηται ὑπὸ κουστωδίας μαρτύρων, ἵνα μεταβῇ εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ὅπως ἀποδείξῃ τὸ ἀδύνατον τῆς προσελεύσεως κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐρημοδικίας, ἵνα γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀνακοπή του; καὶ ἐὰν ματαιωθῇ ἡ συνεδρίασις τοῦ Πλημμελειοδικείου; Τότε δώσατε σεῖς τὴν ἀπάντησιν. Εἰς τοῦτο διαφωνῶ, ὄχι δι’ ὃν λόγον εἴπετε σεῖς, κ. Πρωθυπουργέ, διότι καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῆς ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας τάξεως, θέλω ὅμως νὰ πληροφορήσω ὑμᾶς περὶ τοῦ ἀδυνάτου τῆς προσελεύσεως ἐνίων κατηγορουμένων καὶ τῶν ἀθῳοτέρων ἴσως κατὰ τὴν πρώτην δίκην. Δικάζεται εἷς δυστυχὴς ἐπὶ τῇ ὑπονοίᾳ ὅτι ἐπῆρε δύο φορτία καυσόξυλα καί, ἐπειδὴ ὁ χωροφύλαξ λέγει ὅτι συνήντησε τὸν δεῖνα, ὅστις ἔκοψε δύο φορτία καυσόξυλα ἐξ ὑγιοῦς καὶ χρησίμου πρὸς ὑλοτομίαν ἐλάτης, τὸν φέρει ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν δικάζεται εἶναι εἰς τὰ πέρατα τῆς Οἰκουμένης· δὲν θὰ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτὸν τὸν δυστυχῆ κατηγορούμενον διὰ καυσόξυλα, ὄχι διὰ μεγάλην αἰτίαν νὰ ἀνακόψῃ τὴν ἀπόφασιν;
§210ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀφοῦ πληρώσῃ.
§211ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ θὰ πληρώσῃ 11 δραχμάς. Ἀλλὰ τὸν θέλετε μὲ μίαν κουστωδίαν μαρτύρων...
§212ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργὸς εἰσάγει τροπολογίαν, καθ’ ἣν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν δικαστὴν καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν, καθ’ ἣν θὰ ἐπείθετο ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν νὰ δέχηται, τὴν ἀνακοπήν.
§213ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν πληροφορίαν του, θὰ τὸν παρακαλέσω ὅμως νὰ δεχθῇ ὅτι ἐγὼ συζητῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ δὲν συζητῶ ἐπὶ τῶν ἐνδιαθέτων σκέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, αἵτινες δὲν ἐξωτερικεύθησαν.
§214ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφήσατε λοιπὸν τὴν συζήτησιν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ψήφισιν.
§215ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολύ, διότι συνεφώνησα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ μιᾶς ἰδέας, ἀφοῦ μὲ τοῦτον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ διαφωνήσω. Ἀλλά, Κύριοι, τίνι τρόπῳ κανονίζονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αἱ ἐπιδόσεις εἰς τοὺς κατηγορουμένους; Εἶναί τι, ὅπερ δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἢ διὰ καμμιᾶς ἰατρικῆς συνταγῆς τοῦ προαγορεύσαντος φίλου μου ἰατροῦ; Μεταβαίνει ὁ κλητὴρ εἰς τὴν κατοικίαν τοῦ κατηγορουμένου καὶ, ἂν δὲν εὕρῃ ἐκεῖνον ἐκεῖ, εἰδοποιεῖ τὸν ἱερέα ἢ τὸν πάρεδρον, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ εἰδοποιήσωσι τὸν εἰσαγγελέα περὶ τοῦ ὅτι εἰδοποίησαν τὸν κατηγορούμενον. Διὰ τίνων μέσων ὁ ἱερεὺς ἢ ὁ πάρεδρος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν εἰσαγγελέα; Εἶσθε τότε ὑποχρεωμένοι νὰ τοῖς ὀργανώσητε γραφεῖον καὶ κλητῆρας, διὰ νὰ ἐκτελῶσιν ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν. Θὰ βλέπητε καθ’ ἑκάστην εἰς τὸ Μπέλεσι τοῦ δήμου Θαλπούσης—δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς πατρίδος μου, διότι εἶναι πλησίον τῆς Τριπόλεως—νὰ πηγαίνῃ ὁ δικαστικὸς κλητὴρ καὶ νὰ δίδῃ 200 κλήσεις, καὶ ὁ δυστυχὴς ἱερεὺς καὶ ὁ πάρεδρος θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ εἰδοποιῶσι τὸν εἰσαγγελέα· ἀλλὰ διὰ τίνων μέσων; Ἀλλὰ καί τι ἄλλο. Ἔρχεται ὁ λιπομάρτυς ἢ ὁ κατηγορούμενος μὲ τὴν κουστωδίαν τῶν μαρτύρων, διὰ νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅτι, ὅτε κατεδικάσθη ἐρήμην διὰ παράνομον ὑλοτομίαν δύο φορτίων καυσοξύλων, δὲν ἠδύνατο νὰ προσέλθῃ, καὶ βεβαιοῦται τὸ Δικαστήριον ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐξ ὑπερτάτης ἀνάγκης· θὰ προβῇ τὸ Δικαστήριον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προβαίνει καὶ τώρα, εἰς τὴν ἐκδίκασιν τῆς οὐσίας τῆς δίκης; Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, δεκτῆς γενομένης τῆς ἀνακοπῆς, ὁρίζεται ἄλλη δικάσιμος πρὸς ἐκδίκασιν τῆς οὐσίας. Πότε λοιπὸν συντέμνεται ἡ πρὸς ἐκδίκασιν προθεσμία; ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁπότε τὸ Δικαστήριον, ἐκτὸς τῆς ἐξετάσεως τοῦ δικαίου ἢ μὴ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀνακοπῆς, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἀναβάλῃ τὴν δίκην καὶ μετὰ 15 ἡμέρας νὰ ἔχωμεν τὴν αὐτὴν σκοτούραν διὰ τὰ καυσόξυλα, ἢ κατὰ τὸ καθεστὼς καὶ ὡς γίνεται σήμερον, ὅτε δικάζεται ἡ ἀνακοπὴ καὶ ἐκδικάζεται καὶ ἡ οὐσία τὴν ἑπομένην δικάσιμον τῆς κατατάξεως τῆς ἀνακοπῆς, καὶ λήγουσιν οἱ λογαριασμοὶ τοῦ ἀνακόπτοντος μὲ τὴν Δικαιοσύνην, καὶ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος μετὰ 15 ἡμέρας νὰ ἔρχηται πάλιν εἰς τὸ Δικαστήριον διὰ τὴν αὐτὴν ὑπόθεσιν; Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι θὰ συμβῇ. Πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἤμην εἰς Τρίπολιν· εἷς συμπολίτης μου εἶχε καταδικασθῆ εἰς μηνιαίαν φυλάκισιν, ἀνέκοψε τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἐπρόκειτο μίαν Τετάρτην νὰ δικασθῇ κατ’ ἀντιμολίαν, ἀλλ’ ἡ Τετάρτη ἐκείνη ἐξημέρωσε μὲ ἓν μέτρον χιόνι καὶ οὔτε αὐτὸς ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ οὔτε οἱ μάρτυρες· ἡ ἀνακοπή του ἀπερρίφθη, τὴν ἑπομένην δικάσιμον ἦλθεν εἰς τὴν Τρίπολιν, ἀνέκοψεν ἐκ δευτέρου τὴν ὑπόθεσιν, καὶ τὸ Δικαστήριον τὸν ἠθώωσε· ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἤδη καταργεῖται ἡ δευτέρα ἀνακοπή. Καὶ ἂν πρόκειται περὶ σωματικῆς ποινῆς τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ διορθωθῇ διὰ τῆς χορηγήσεως τῆς βασιλικῆς χάριτος· ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι εἰς τὴν δίκην παρίσταται ὡς πολιτικῶς ἐνάγων καὶ πληρώνει τὸ ἔνσημον καὶ ζητεῖ 200,000 δρ. Ἡ ἀγωγὴ γίνεται δεκτὴ εἰς τὴν ἐρήμην δίκην καὶ ἀπορρίπτεται ἡ ἀνακοπή· νὰ μὴ εἶναι δεκτὴ ἡ δευτέρα ἀνακοπή; Ἐκτὸς τῆς φυλακίσεως θὰ ὑποστῇ λοιπὸν καὶ χρηματικὰς ἀποζημιώσεις ἀνεπανορθώτους, τὰς ὁποίας ἡ βασιλικὴ χάρις δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ. Καὶ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ ἐνόμισε μέσον πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἡ καταστροφὴ δὲν ἐνισχύει τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλ’ ἐπιφέρει τὴν ἀπελπισίαν καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὰ ὄρη τοὺς ἀπελπιζομένους.
§216Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἄν συμβῇ τὸ ἴδιον εἰς τὴν δευτέραν ἀνακοπήν, νὰ ἔχῃ καὶ τρίτην;
§217Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, καθόσον κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς δευτέρας ἀνακοπῆς ὁ κατηγορούμενος θὰ κρατῆται εἰς τὰς φυλακάς, ἀλλ’ ἡ πεῖρα μὲ διδάσκει, ὅτι πάντες οἱ δικασταὶ οἱ γνωρίζοντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἔχοντες πεποίθησιν εἰς τὴν νομομάθειάν των καὶ τὴν μόρφωσίν των ἐπεδίωξαν νὰ δικάζωσι κατ’ οὐσίαν, οὐδέποτε δὲ διὰ τυπικοὺς λόγους ἐπεδίωξαν νὰ ὑφίστανται οἱ κατηγορούμενοι τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐνδεχόμενον νὰ εἶναι ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος, ὁπότε τὸ Δικαστήριον δὲν δυσκολεύεται νὰ τοῖς θέση μεγαλειτέραν ποινὴν τῆς ἐπιβληθείσης ἐρήμην· πελάται μου δέ, οἱ ὁποῖοι εἶχον καταδικασθῆ εἰς τρίμηνον φυλάκισιν ἐρήμην, εἰς τὴν κατ’ ἀντιμολίαν ἐδικάσθησαν βαρύτερον. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι σπάνιον, γνωρίζομεν δὲ κατὰ ποῖον τρόπον δικάζονται αἱ ὑποθέσεις ἐρήμην τοῦ κατηγορουμένου. Δὲν γνωρίζω ἂν τὸ γνωρίζετε σεῖς, κύριε Ὑπουργέ, διότι δυστυχῶς διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τοῦ Κράτους, δικηγορεῖτε εἰς μεγάλα Δικαστήρια, ἡμεῖς ὅμως, οἱ ὁποῖοι δικηγοροῦμεν εἰς μικρὰ Δικαστήρια γνωρίζομεν κατὰ τίνα τρόπον δικάζονται ἐρήμην αἱ ὑποθέσεις, ὅταν ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἀπών. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ τόνον εἰς τὴν ὑπόθεσιν, εἶναι ὁ συνήγορος, ὅστις μελετᾷ τὴν ὑπόθεσιν. Ὅταν λείπῃ ὁ δικηγόρος, οἱ δικασταὶ ἀγνοοῦντες τὰ τῆς δικογραφίας ἐπιβάλλουσι ποινάς, ἃς αὐτοὶ ἀναιροῦσιν εἰς τὴν κατ’ ἀντιμολίαν, ὅταν λαμβάνωσιν ἀκριβεστέραν γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Ἄλλοτε συνέβη εἰς τὸ Δικαστήριον Τριπόλεως ἀντὶ τοῦ κατηγορουμένου, πελάτου τοῦ κ. Ἀλεξάκη, νὰ καταδικασθῇ ὁ παθών. Ἐξεφωνήθη τὸ ὄνομα τοῦ κατηγορουμένου, φωνάζει κατὰ λάθος παρὼν ὁ παθών, δικάζεται, ἁρπάζει ὁ χωροφύλαξ τὸν παθόντα καὶ τὸν βάζει εἰς τὴν φυλακήν! Αὐτὰ εἶναι εἰλημμένα ἐκ τῶν πραγμάτων· δὲν λέγω τίποτε ὑπερβολικόν, διότι δὲν μάχομαι ὑπὲρ τῶν ἰδίων οὔτε ἐγὼ οὔτε σεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε θέλω νὰ λάβω τὴν περιουσίαν σας νὰ τὴν θέσω εἰς τὸ θυλάκιόν μου. Ἡ δικαιοσύνη δὲν εἶναι κτῆμά σας οὔτε κτῆμά μου, εἶναι κτῆμα διεθνές, ὅλοι δ’ ἔχομεν τὸ συμφέρον ἐκ τῆς ἀσφαλοῦς ἀπονομῆς τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης, διότι καὶ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα, ἂν ὄχι πλέον ὑμῶν, ἐξ ἴσου μὲ ὑμᾶς διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν, διότι σεῖς ζῆτε ἐν Ἀθήναις, ἡμεῖς δ’ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ ἔχομεν μεγαλειτέραν ἀνάγκην τῆς ἐμπεδώσεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἔχομεν συμφέρον ἐκ τῆς ἐμπεδώσεως αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ δημοσία τάξις δὲν ἐμπεδοῦται διὰ καταστροφῆς ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἴτε διὰ τὸν ἕνα εἴτε διὰ τὸν ἄλλον λόγον ἤχθησαν ἐνώπιον τῆς Ποινικῆς Δικαιοσύνης, ἵνα δώσωσι λόγον δι’ ἀνύπαρκτον κατηγορίαν· ἡ δημοσία τάξις ἐμπεδοῦται διὰ τῆς ἀκριβοδικαίας τιμωρίας τῶν ἐνόχων καὶ διὰ τῆς ἀκριβοδικαίας ἀθωώσεως τῶν μὴ ἐνόχων, καί, ἂν μαχόμεθα αὐτὴν τὴν στιγμήν, μαχόμεθα ὑπὲρ τῶν ἀθώων ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὰς στατιστικάς σας φέρεται ὅτι κατὰ χιλιάδας ὁδηγοῦνται ἐνώπιον τῶν Πλημμελειοδικείων. (Ἐπευφημίαι)
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Βʹ. συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων».
§219ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§220Γ. ΠΩΠ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, κ. Πρόεδρε, εἶναι συναφὲς μὲ τὸ προηγούμενον καὶ ἂς ψηφισθῇ.
§221ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 20′ μ. μ.).