1911.02.03
3.294 στίχοι · 24.909 λέξεις · 152 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20.
Τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1911
(Πέμπτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 20′ μ.μ. παρόντων 195 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῶν δύο προηγουμένων συνεδριάσεων).
§1Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ παρατήρησις ἡ γενομένη καὶ χθές, ὅπως μὴ τὰ Πρακτικὰ ἐκτείνωνται ἐν τῷ ἀπείρῳ, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ τυπογραφείῳ δυσχεραίνει.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικὰ γίνονται ἐκτενέστερα, διότι ἐξεφράσθη ἐπανειλημμένως τοιαύτη ἐπιθυμία. Ἀλλά, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ, δύνανται νὰ γίνωνται συντομώτερα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: 1) Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Ἀσλάναγα τοῦ δήμου Ἄριος παρακαλοῦν, ὅπως διορισθῇ σχολάρχης εἰς τὸ ἐκεῖ σχολαρχεῖον· 2) Οἱ κάτοικοι Βαλτεσινίκου τῆς Γορτυνίας παραπονοῦνται κατὰ τοῦ Εἰσαγγελέως Τριπόλεως· 3) Οἱ ὑπάλληλοι τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων παρακαλοῦσιν, ὅπως συσταθῇ ἐπιτροπὴ μόνιμος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξ ἐγκρίτων προσώπων, εἰς ἣν νὰ ὑποβάλωσιν οἷα ἔχουσι παράπονα· 4) Οἱ κάτοικοι Ἁλμυροῦ ζητοῦσι νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ ἀσφάλιστρα, τὰ ὁποῖα ἔχουν καταβάλει εἰς τὴν ἀσφαλιστικὴν ἑταιρείαν «ἡ Ἀμοιβαία». 5) Οἱ παντοπῶλαι, κρεοπῶλαι καὶ λαχανοπῶλαι Λαρίσης παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐπιμελητείας τῆς 1ης Μεραρχίας ὅτι δὲν προεκήρυξε μειοδοτικὴν δημοπρασίαν διὰ τὴν προμήθειαν τῶν τροφίμων τοῦ στρατοῦ· 6) Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Καλομενόπουλος, Ἐμ. Κυταριόλος Ὄθ. Τετενές, Γ. Ἐξαρχόπουλος, Δ. Καρέλας, Ἰωάν. Κασδόνης, Μ. Μπουφίδης, Ἰ. Μπρισιμιτζάκης καὶ Ἰ. Χρυσοβελόνης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου περὶ μὴ ἐνεργείας ἐκλογῶν, διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ· (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). 7) Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Κουλουμβάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ προβιβασμοῦ εἰς ἀνθυπασπιστὰς ὑπαξιωματικῶν μαθητῶν τοῦ Σχολείου τῶν Ὑπαξιωματικῶν. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). 8) Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Π. Ἰατρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων. Θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). 9) Τὸ Ἐκπαιδευτικὸν τμῆμα τῆς Ἑνώσεως τῶν Ἑλληνίδων παρακαλεῖ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας χορηγία ὑπὲρ τοῦ Διδασκαλείου τῶν νηπιαγωγῶν ἐκ δρ. 10,000 καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν χορηγία ὑπὲρ τοῦ νηπιοτροφείου ἐκ δρ. 5,000· 10) Ἡ ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Βιβλιοθήκης ὡς καὶ πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 77 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ 25 βουλευτῶν ὑπεβλήθη τροπολογία ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος ἀφορῶσα τὸ 17ον ἄρθρον αὐτοῦ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΠΕʹ τῆς 24ης Φεβρουαρίου 1910 περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Νοεμβρίου 1910 Βασιλικοῦ Διατάγματος «περὶ ἐκτάκτου συγκλήσεως τοῦ Ἀνωτέρου Συμβουλίου τῶν Μεράρχων». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΓΧΙΗʹ 3618 τῆς 3 Μαρτίου 1910 «περὶ ἀναθέσεως διαχειρίσεων ὑλικοῦ Σωμάτων». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ προβιβασμοῦ εἰς ἀνθυπασπιστὰς ὑπαξιωματικῶν μαθητῶν τοῦ Σχολείου τῶν Ὑπαξιωματικῶν.
§4Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐθεώρησα καθῆκον ἐπιβεβλημένον, ἵνα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συγχαρῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ ὑπὸ ἐπιψήφισιν νομοσχεδίου περὶ προβιβασμοῦ εἰς ἀνθυπασπιστὰς ὑπαξιωματικῶν εἰσελθόντων εἰς τὴν Σχολὴν δι’ ἐξόχους ὑπηρεσίας καὶ μὴ δυναμένους διὰ πολλοὺς λόγους νὰ παρακολουθήσωσι τὰ ἐν ταύτῃ μαθήματα. Ὄντως ἐξόχους ὑπηρεσίας προσέφεραν οἱ ἐν λόγῳ ὑπαξιωματικοὶ καὶ οὐχὶ ἁπλῶς ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν Βουλευτής, διότι οἱ ἔντιμοι οὗτοι ὑπαξιωματικοὶ ἐκποδὼν θέντες τὰς ἑαυτῶν ὑποχρεώσεις ἀπέβλεψαν μόνον εἰς τὸ ἐθνικὸν ὄφελος θέντες ἐν κινδύνῳ καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν των, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον ἐπιβεβλημένον νὰ ἀμείψῃ τούτους. Ἀλλά, ἵνα ἀποκατασταθῇ πλήρης ἡ δικαιοσύνη, εἶναι ἀνάγκη, ὅπως τοῦ αὐτοῦ εὐεργετήματος τύχωσι καὶ οἱ ἐν Κρήτῃ ὑπηρετοῦντες Ἕλληνες ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, ἂν μὴ ἀνωτέρας ὑπηρεσίας προσέφεραν, προσέφεραν ὅμως καὶ αὐτοὶ ὄντως ἐξόχους ὑπηρεσίας. Ἀπὸ τριετίας κατελθόντες εἰς Κρήτην ὑπεβλήθησαν εἰς ἀτρύτους μόχθους καὶ πόνους πρὸς ὀργάνωσιν τοῦ ἐκεῖ στρατεύματος· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν των ἔθηκαν ἐν κινδύνῳ καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν κήρυξιν τῆς ἑνώσεως καὶ κατὰ τὸ ζήτημα τῆς καταβιβάσεως τῆς σημαίας, καὶ πλείστων ἔτυχον εὐαρεσκειῶν καὶ ἐπαίνων καὶ παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τῆς Κρητικῆς Πολιτείας καὶ παρὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Διεθνῶν στρατευμάτων Γάλλου στρατηγοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλου, διαμένοντος τότε ἐν Κρήτῃ, ὅστις μάλιστα ὑπεσχέθη εἰς αὐτοὺς ὅτι θὰ εἰσηγεῖτο παρὰ τῇ τότε Κυβερνήσει, ἵνα τύχωσι καὶ αὐτοὶ ποιᾶς τινος ἠθικῆς ἀμοιβῆς. Καὶ ὅμως οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι ἀλλ’ ἔντιμοι ὑπαξιωματικοὶ παραμένουσιν ἐν Κρήτῃ μὲ ἄδηλον τὸ μέλλον, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο ἀδικοῦνται. Οἱ ἐνταῦθα παραμένοντες ὑπαξιωματικοὶ τυγχάνουσιν ἐπαίνων καί, ἂν καὶ οἱ περισσότεροι εἶναι ἀγράμματοι καὶ ἀμόρφωτοι, ἐν τούτοις προάγονται ἀπὸ βαθμοῦ εἰς βαθμὸν διὰ τὰς ἐξόχους αὐτῶν ὑπηρεσίας. Οἱ δὲ δυστυχεῖς ἐν Κρήτῃ ὑπαξιωματικοί, καίτοι ἐγγράμματοι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν καὶ μεμορφωμένοι, ἐν τούτοις θέλοντες νὰ ἔλθωσιν, ὅπως δώσωσι καὶ αὐτοὶ ἐξετάσεις διὰ τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν, δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἄριστον μέτρον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν τοῦ αὐτοῦ εὐεργετήματος ἐτύγχανον καὶ οἱ ἐν Κρήτῃ Ἕλληνες ὑπαξιωματικοί, οὓς ἀμείβοντες δυνάμεθα νὰ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι ἀμείβομεν ὑπαξιωματικούς, οἵτινες ὄντως ἐξόχους ὑπηρεσίας ἐθνικὰς προσέφεραν καὶ προσφέρουν, καὶ οἵτινες ἐργάζονται δι’ ἀτρύτων κόπων πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ἐθνικοῦ μας πόθου. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐγγράφως σχετικὴν τροπολογίαν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ, θὰ διανεμηθῇ καὶ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ἑτέρου τινὸς μὴ ζητήσαντος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§6Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δίδεται εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐκείνους, τοὺς προσενεγκόντας ἐξόχους ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, μία ἠθικὴ ἱκανοποίησις προβιβαζομένων τούτων εἰς ἀνθυπασπιστάς. Εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι νῦν ἀνθυπασπισταὶ καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κεκτημένον τὸ ἀξίωμα τοῦτο κατόπιν ἐξετάσεων, εἶναι δὲ καὶ αὐτοὶ μεταξὺ τῶν ὑπαξιωματικῶν τῶν προσενεγκόντων τὰς αὐτὰς ἐξόχους ὑπηρεσίας τῇ πατρίδι, ὁποία ἱκανοποίησις δίδεται;
§7ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ ὑπολοχαγοῦ. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἐγένετο ἡ παρατήρησις: διατί αὐτοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον, ἵνα προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ; Ἀπαντῶ εἰς τοῦτο, ὅτι, ἂν ἐπετρέπετο εἰς τούτους μετὰ πάροδον ἑνὸς ἔτους αὐτοδικαίως νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ, τότε οἱ τυγχάνοντες τοῦ ἐξαιρετικοῦ αὐτοῦ εὐεργετήματος θὰ προήγοντο ἓν ἔτος ταχύτερον ἐκείνων, οἵτινες θὰ ἐξήρχοντο τακτικῶς ἀπὸ τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις δέχομαι ὡς βάσιμον ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη τὴν 11 Φεβρουαρίου 1910, ὥριζεν ὅτι οἱ μέχρι τῆς 15ης Ἰανουαρίου 1910 κριθέντες ὡς παρασχόντες ἐξόχους ὑπηρεσίας, αὐτοί, δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν ἄνευ ἐξετάσεων. Ὅτι δηλαδή, ἐνῷ ὁ νόμος ὥριζεν αὐτὸ τὸ ὅριον, ὕστερον ὁ νομοθέτης ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο ὀρθὸν νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τοὺς κριθέντας ὡς παρασχόντας τοιαύτας ὑπηρεσίας καὶ καθ’ ὅλον τὸν Φεβρουάριον, καὶ ἐδημοσιεύθη πρὸς τοῦτο νόμος τῆς 27ης Φεβρουαρίου 1910. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀπεκλείσθησαν τοῦ εὐεργετήματος τούτου ὅσοι ἠγνόουν τὸν νεώτερον τοῦτον νόμον. Διὰ τοῦτο προτείνω τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον 6 ἔχουσαν οὕτως: «Ἄρθρον 6. Ὑπαξιωματικοὶ τοῦ Στρατοῦ ἐπιλοχίαι ἢ λοχίαι καὶ ὑπαξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς, ἐνωμοτάρχαι αʹ ἢ βʹ τάξεως, ἐξόχους προσενεγκόντες ὑπηρεσίας ἀσχέτους πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ἐπιτρέπεται μετὰ προηγούμενον ἔλεγχον τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν τούτων παρ’ ἐπιτροπῆς νὰ προβιβασθῶσιν ἄνευ διαγωνισμοῦ εἰς ὑπεραρίθμους ἐπίσης ἀνθυπασπιστάς, μονίμους ἢ μή, ὡς ἤθελον δηλώσει ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τοῦ προβιβασμοῦ των. Αἱ αἰτήσεις τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων μετὰ τῶν ἀποδεικτικῶν περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν των ἐγγράφων, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, δέον νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐντὸς προθεσμίας ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, πέρα τῆς ὁποίας οὐδεμία τοιαύτη ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ δεκτή».
§8Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Οἱ ἀνθυπασπισταὶ δὲν θὰ προαχθῶσιν; Εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς δίδεται μία ἠθικὴ ἀμοιβὴ διὰ τῆς προαγωγῆς εἰς ἀνθυπασπιστάς. Ἀλλ’ ὅσοι εἶναι ἀνθυπασπισταί, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ προσέφεραν τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας καὶ ἀπέκτησαν τὸ ἀξίωμα δι’ ἐξετάσεων, ποίαν ἀμοιβὴν θὰ λάβωσιν;
§9ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Σημειωτέον ὅτι δι’ αὐτοὺς ἐγένετο καὶ μία ἄλλη ἐξαίρεσις, ὅτι εἰσήχθησαν εἰς τὴν σχολήν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσάγονται μόνον ὑπαξιωματικοί. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοῖς δίδεται, εἶναι τὸ δικαίωμα νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ ἀνθυπολοχαγοῦ. Αὐτὸ εἶναι ἀρκετόν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἡ διεξαγομένη, Κύριοι, ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 5 καὶ ὄχι τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρον 3. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ψηφίσωμεν πρῶτον τὰ προηγούμενα ἄρθρα καί, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 5, τότε συνεχίζεται ἡ συζήτησις. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4.) Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§11Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀκούσατε, κύριοι Βουλευταί, τὸν τραγέλαφον. Τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ἔλεγε ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τοὺς μέχρι τῆς 15 Ἰανουαρίου κριθέντας ὡς παρασχόντας ἐξόχους ὑπηρεσίας ἀσχέτως τῇ δημοσίᾳ ἀσφαλείᾳ ἀνθυπασπιστάς, λοχίας, ἐπιλοχίας, ἐνωμοτάρχας αʹ καὶ βʹ τάξεως εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Ὑπαξιωματικῶν ἄνευ εἰσιτηρίων ἐξετάσεων. Ὑπῆρχεν ὡρισμένος ἀριθμὸς τοιούτων ὑπαξιωματικῶν παρασχόντων ἀληθῶς ἐξόχους ὑπηρεσίας ἀσχέτους πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν». Ὅσοι εἶχον προλάβει νὰ δηλώσωσιν εἰσήχθησαν· ὅσοι φυσικῶς δὲν προέλαβον δὲν εἰσήχθησαν. Ἐκ τῶν εἰσαχθέντων ἄλλοι ἐγένοντο ἀνθυπασπισταὶ καὶ ἀπεχώρησαν τοῦ σχολείου, ὑπηρετοῦντες εἰς τὰ σώματά των· ἄλλοι ἐγένοντο ἀνθυπασπισταὶ ὑπηρετοῦντες εἰς τὰ σώματά των καὶ μαθητευόμενοι, καὶ ἐξερχόμενοι μὲν τοῦ σχολείου φέρουσι τὴν στολὴν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, εἰσερχόμενοι δὲ φέρουσι τὴν τοῦ λοχίου μαθητοῦ. Ἄλλοι ἐγένοντο ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ἐξερχόμενοι τῶν σχολείων φέρουσι τὴν στολὴν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ· ἄλλοι ἐγένοντο ἀνθυπασπισταὶ κατὰ τὸν νόμον τῶν εὐεργετικῶν, κατόπιν ἐξετάσεων, ἄλλοι ἐγένοντο ἀνθυπασπισταί, ὡς ἀνδραγαθήσαντες, προσενεγκόντες τὰς αὐτὰς ἐξόχους ὑπηρεσίας—εἷς μάλιστα ἐκ τούτων εἶχεν ἀφυπηρετήσει, εἶχε μεταβῆ εἰς Ἀμερικήν, διετάχθη τηλεγραφικῶς νὰ ἔλθῃ ἐξ Ἀμερικῆς καὶ προήχθη ὡς ἀνδραγαθήσας. Οἱ προαγόμενοι ὡς ἀνδραγαθήσαντες, ὡς εἶναι γνωστόν, μετὰ ἓν ἔτος προάγονται εἰς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ βαίνουσι πρὸς τὴν βαθμίδα τοῦ στρατηγοῦ. Οἱ προαγόμενοι κατὰ τὸν νόμον τῶν εὐεργετικῶν φθάνουσιν ἐν ἐνεργείᾳ μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ, εἰς ἣν κατηγορίαν ὑπάγονται καὶ οἱ δηλοῦντες ὅτι θὰ μένωσι μόνιμοι ἀνθυπασπισταί, οἵτινες ὅμως μένουσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ μόνιμοι καὶ λαμβάνουσι σύνταξιν λοχαγοῦ. Λοιπὸν ἔχει δημιουργηθῆ ἀληθὴς τραγέλαφος, ἐνῷ ἅπαντες καὶ ὁμοίως προσήνεγκον, κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας. Ἄν μάλιστα ἤθελέ τις ἐξετάσει τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἤθελεν ἀποκαλυφθῆ ὅτι τινές, προαχθέντες ὡς ἀνδραγαθήσαντες, ἴσως προσήνεγκον ὀλιγωτέρας ὑπηρεσίας σχετικῶς, πάντως ἐξόχους, ἀλλά τινες ἐξοχωτέρας, τινὲς ὀλιγώτερον ἐξόχους.
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐλησμονήσατε νὰ προσθέσητε ὅτι πολλοὶ δὲν προήχθησαν.
§13Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν τὸ ἐλησμόνησα, ἀλλὰ σεῖς ἐλησμονήσατε νὰ μὲ προσέξητε. Λοιπὸν νομίζω ὅτι εἶχον ἐντελῶς δίκαιον, εἰπών, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι δημιουργεῖται ἀληθὴς τραγέλαφος. Λαμβάνω δὲ τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ἡ ὁποία, καθ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, φέρει τὰ πράγματα ὁπωσδήποτε εἰς μίαν ἰσότητα. Ἡ τροπολογία μου θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ προσεχῶς καὶ θέλετε λάβει γνῶσιν αὐτῆς. Τό γε νῦν ἔχον, εἰς ἀπάντησιν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεχθέντων, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: οἱ προαχθέντες, εἶπεν, εἰς ἀνθυπασπιστάς, διὰ τοῦ νόμου περὶ εὐεργετικῶν ἀξιωματικῶν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ γίνωνται ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοὶ καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προαχθῶσιν ἀπὸ τοῦδε εἰς ἀνθυπολοχαγούς, διότι θέλει συμβῆ τὸ ἄτοπον νὰ προαχθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ μὴ δυνηθέντες νὰ παρακολουθήσωσι τὰ μαθήματα τοῦ σχολείου, πρωτύτερα ἢ οἱ δυνάμενοι νὰ παρακολουθήσωσιν αὐτά. Δὲν θέλει ὑπάρξει ἄτοπον, κύριοι Βουλευταί, διότι ἐκεῖνοι μὲν θὰ προαχθῶσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ἐνῷ οἱ ἄλλοι, οἵτινες θὰ δύνανται νὰ παρακολουθήσωσι τὰ μαθήματα, βαίνουσι πρὸς τὴν βαθμίδα τοῦ στρατηγοῦ, ὥστε εἶναι ἐντελῶς ἄνισος ἡ θέσις αὐτῶν, ἐνῷ ἐὰν οὗτοι προαχθῶσιν ἀπὸ τοῦδε εἰς ἀνθυπολοχαγούς, τότε ἐπέρχεται ἰσότης διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: διότι μέχρι τοῦ νῦν, αὐτοὶ διὰ τὰς ἐξόχους αὑτῶν ὑπηρεσίας οὐδαμῶς ἠμείφθησαν· ἔγιναν ἀνθυπασπισταὶ κατόπιν ἐξετάσεων, οὐχὶ διὰ τὰς ἐξόχους αὐτῶν ὑπηρεσίας, καὶ θὰ εἶναι ἄτοπον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἤδη ἀνθυπασπισταί, νὰ μὴ προάγωνται διὰ τὰς ἐξόχους αὐτῶν ὑπηρεσίας εἰς ἀνθυπολοχαγούς. Τοιουτοτρόπως νομίζω ὅτι ἐξοικονομοῦνται τὰ πράγματα καὶ ἐξοικονομεῖται μάλιστα καὶ ἄλλη δυσχέρεια, εἰς τὴν ὁποίαν θέλει εὑρεθῆ ἡ δημοσία ὑπηρεσία, δυσχέρεια δηλαδὴ εἰς τὸ νὰ ἀμειφθῶσι καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ οἱ ἄλλοι, οἱ μὴ προσενεγκόντες ἐξόχους ὑπηρεσίας, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ μακρὸν τὸ στράτευμα καὶ διὰ τοὺς ὁποίους καὶ προέβλεψεν ὁ νόμος περὶ εὐεργετικῶν ἀξιωματικῶν. Διότι, ἐὰν μείνωσιν ὅλοι οἱ ἀνθυπασπισταί, οἱ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μέλλοντες νὰ προαχθῶσιν, ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπεραρίθμων θὰ εἶναι ὑπεράριθμος καὶ θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ λειτουργήσῃ κατὰ τὸ πνεῦμά του ὁ νόμος περὶ εὐεργετικῶν ἀξιωματικῶν. Ἐσκόπουν νὰ εἴπω καὶ ἄλλα τινά, ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς σχετικὰ μὲ τὴν ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν μου καὶ τὰ ἀφήνω κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, πλὴν ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχῃ τὴν καλωσύνην, ὡς ἐλπίζω, νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου, καὶ καταστῇ ἡ ὁμιλία μου κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἐντελῶς περιττή. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§14Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ ὑψηλοῦ τούτου βήματος, ἵνα παραστήσω εἰς ὑμᾶς ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα δι’ ὅλους τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐγνώριζεν ὅτι διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν προήχθησαν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Ζορμπᾶ (ἱλαρότης), τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐξ Ἀττικῆς κ. Βουλευτοῦ, ὑπαξιωματικοί, δὲν θὰ ὑπέβαλλε τοιοῦτον νομοσχέδιον, διὰ νὰ πληγώσῃ τὴν καρδίαν ὑπαξιωματικῶν, οἵτινες πράγματι ἀντεμετώπισαν τὸν θάνατον εἰς τὰ ὄρη. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον ὑποβάλλεται, καὶ τὸ ἄρθρον 5ον, διὰ τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὸν λόγον, οὐδεμίαν ἠθικὴν ἱκανοποίησιν δίδει, διότι, ἐὰν εἰς τοὺς λοιποὺς ὑπαξιωματικοὺς λέγομεν ὅτι, ἐξερχόμενοι τῆς σχολῆς, λαμβάνουσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, οἱ ἀνθυπασπισταί, οἱ ὁποῖοι προσήνεγκον τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας, ἐξερχόμενοι τῆς σχολῆς, μένουσιν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Ὅταν ὅμως μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὑπάρχωσιν ἀξιωματικοὶ ἔχοντες βαθμὸν ἀνώτερον, τὸν ὁποῖον ἀπέκτησαν δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ περὶ λῃστείας, ὅταν, κύριοι συνάδελφοι, διὰ τὴν αὐτὴν αἰτίαν ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι προσήνεγκον τὰς αὐτὰς ὑπηρεσίας, νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν πρέπει νὰ ἀδικήσῃ τοὺς πράγματι προσενεγκόντας ἐξόχους ὑπηρεσίας ὑπαξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ κατέλθωσιν εἰς μέσα παρὰ τοῖς διευθυνταῖς τότε τῆς ἐπαναστάσεως, ὅπως τύχωσι καὶ αὐτοὶ τοῦ εὐεργετήματος. Πρέπει λοιπὸν τοὺς τοιούτους ὑπαξιωματικοὺς νὰ τοὺς πλήξωμεν καὶ νὰ τοὺς ἀφήσωμεν στασίμους; Ἂς ἔχῃ πεποίθησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι, ἐὰν καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς προαγάγῃ, ὅπως προήχθησαν καὶ οἱ ἄλλοι, ἂς ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, λέγω, ὅτι θὰ προσφέρῃ μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸ στράτευμα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Κουλουμβάκης, εἶναι λογικωτάτη καὶ νομιμωτάτη, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ταύτης καὶ ἐγὼ στηρίζομαι, καὶ ἀποδέχομαι αὐτήν.
§15Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μίαν λέξιν ἤθελον νὰ εἴπω. Ἐκ τοῦ ὅτι, ἐπειδὴ ὑπῆρξαν ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο πρότερον ἀνθυπασπισταί, οἱ δὲ ὑπαξιωματικοί, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, θὰ προαχθοῦν βραδύτερον, δὲν βλέπω οὐδὲν ἄτοπον ἐκ τοῦ ὅτι βραδύτερον θὰ ἀναγνωρισθῶσι τὰ δίκαιά των. Τοιοῦτον ἄτοπον ὑπάρχει καὶ εἰς τὸν νόμον περὶ ληστείας, κατὰ τὸν ὁποῖον προάγονται καθ’ ὑποχρέωσιν οἱ ἀνδραγαθήσαντες, εἰς τὸν ὁποῖον οὐχ ἧττον δὲν ὑπάρχει προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὀφείλει νὰ κάμῃ τὰς προαγωγάς. Ἐκ τούτου μάλιστα γεννᾶται καὶ τοῦτο τὸ κακόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ χρόνος, ἐξ οὗ ἄρχεται καὶ ἡ παραγραφή, καὶ τὸ Δημόσιον εἶναι ἐκτεθειμένον νὰ πληρώνῃ ἀποζημιώσεις δι’ ἀνδραγαθίας πρὸ δέκα πέντε ἐτῶν. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἀδικία οὐσιαστικὴ δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ὑπάρχει μόνον ἄτοπον ἐκ τοῦ ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι ἐκτεθειμένον εἰς εὐθύνας ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον περὶ ἀνδραγαθίας, περὶ ληστείας καὶ παροχῆς πολυτίμων ὑπηρεσιῶν, ἴσως ἐντεῦθεν θὰ ἔπρεπε νὰ δοθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσῃ ἂν δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια καθορίζουσα προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ κρίνηται ἂν εἶναι ἢ μὴ προβιβαστέοι οἱ τοιαύτας ὑπηρεσίας προσενεγκόντες.
§16Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πάντες οἱ ὑπαξιωματικοί, καὶ οἱ προαχθέντες πρὸ ἑνὸς καὶ δύο ἐτῶν καὶ οἱ εἰσαχθέντες πέρυσιν εἰς τὴν σχολήν, προσέφεραν τὰς αὐτὰς ἐξόχους ὑπηρεσίας, ἀσχέτως πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Παρατηρεῖται ὅμως διαφορὰ μέτρου ὡς πρὸς τὴν ἀμοιβὴν τῶν μὲν ἐξ αὐτῶν καὶ τῶν δέ. Τινὲς μὲν ἐξ αὐτῶν προήχθησαν πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους εἰς ἀνθυπασπιστὰς διὰ τὰς ἐξόχους αὐτῶν ὑπηρεσίας καὶ σήμερον κατέχουν τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ θὰ φθάσουν μέχρι τοῦ στρατηγοῦ. Τινὲς δ’ ἐκ τῶν προσεγκόντων ἐξόχους ὑπηρεσίας εἰσήχθησαν εἰς τὴν σχολὴν καὶ παρέμειναν ἐν αὐτῇ ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος. Αὐτοὶ ἤδη οἱ ὑπαξιωματικοὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐξαναγκάζονται, ἵνα ἐξέλθουν τῆς σχολῆς καὶ μὴ προβιβασθῶσιν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ καὶ τύχωσι τῶν αὐτῶν εὐεργετημάτων, ἀλλὰ νὰ προαχθῶσιν ὡς εὐεργετικοὶ καὶ φθάσουν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ μόνον. Ἐνῷ λοιπὸν οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἐσπούδασαν ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος καταδικάζονται νὰ μείνουν εὐεργετικοὶ ἀξιωματικοί, ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀγράμματοι, θὰ φθάσουν μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ στρατηγοῦ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ ἐπεθύμουν νὰ ληφθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον δι’ ὅλους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταψηφίσεως εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας ἢ μηνυτὰς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων.
§18Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Προκειμένου, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας ἢ μηνυτὰς» μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ φέρω τὸν λόγον πρῶτον ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἃς εὐηρεστήθη κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ὑποβάλλων τὴν δευτέραν σειρὰν τῶν νομοσχεδίων τῶν δικαστικῶν, νὰ ποιήσηται πρὸς τὴν Βουλήν. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι θέλει εὐρεῖαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης τῆς εὐρείας θὰ ἐκλέξῃ ὅ,τι νομίσῃ χρήσιμον, καὶ ἐπωφελούμενος αὐτῆς θὰ δεχθῇ πᾶσαν τροπολογίαν μὴ ἀναιροῦσαν τὸν σκοπὸν τῶν νομοσχεδίων, ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἐννοεῖ τὴν ἐπιστημονικὴν συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργός, μέχρι τοῦ σημείου τούτου ἐννοεῖ τὴν ἀπὸ θεωρίας βάσανον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς ὁλοκληρωτικὸν μέρος τοῦ ὅλου κυβερνητικοῦ προγράμματος, καὶ δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ δεχθῇ οὐδεμίαν γνώμην ἀντιπίπτουσαν πρὸς τὴν ἰδικήν του. Εἶμαι ὑπεχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς θεωρίας αὐτῆς, θεωρίας, ἡ ὁποία φρονῶ ὅτι παραβιάζει πάντα τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα τὰ μέχρι τοῦδε κρατήσαντα (ἐπιδοκιμασίαι). Οὐδὲ συμφωνῶ μετ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑπολαμβάνουσι τὴν αἴθουσαν αὐτὴν στάδιον ἀκάρπων ἐπιστημονικῶν θεωριῶν, αἵτινες δύνανται κατὰ συγκατάβασιν νὰ εἶναι ἀνεκταὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπέρμαχοι καὶ θιασῶται τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι τὰς κλίμακας τῶν Ὑπουργείων, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ζηλωταὶ τῶν ἰδεῶν των, οἱ ὁποῖοι εἶναι ζηλωταὶ τῶν θεωριῶν, τὰς ὁποίας νομίζουσιν ἀληθεῖς. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἀρχὴν τῶν δικαστικῶν του νομοσχεδίων θεωρήσῃ πάντοτε ὡς ζήτημα πολιτικόν, ἐννοεῖ ἆρά γε διὰ τούτου νὰ φιμώσῃ τὰ στόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πλείστην ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις ἔχουσι γνώμην ἀντιπίπτουσαν εἰς τὴν ἀρχὴν ἑνὸς ἐνθουσιωδεστάτου νομοσχεδίου, ἑνὸς νομοσχεδίου ἀφορῶντος τὴν ἐπίδοσιν δικαστικῶν ἐγγράφων, ἑνὸς νομοσχεδίου ἀφορῶντος τὴν καταψήφισιν δικαστικῶν ἐξόδων; Πρέπει ἆρά γε ἡμεῖς πάντες, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν τὴν τιμὴν — καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω καυχώμενος διὰ τοῦτο — νὰ ὑποστηρίζωμεν τὸ ἔργον τὸ ἀνορθωτικὸν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ κύπτωμεν πρὸ τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης τὴν κεφαλὴν καὶ νὰ λησμονῶμεν καὶ ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις καὶ ἐπιστήμην καὶ ἀληθείας; (ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ζωηρά). Ὁ ἐπιστημονικὸς ἔλεγχος ἑκόντος ἢ ἄκοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ χωρήσῃ βεβαίως· ὁ ἐπιστημονικὸς ἔλεγχος ὅμως δὲν θὰ χωρήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἐν αἰθούσῃ ἀκαδημαϊκῇ· θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τοῦ πορίσματος καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ πορίσματος δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ἔχω ἀλλοίαν γνώμην ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀπὸ θεωρίας συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, καὶ ἐν τούτοις δὲν θέλω παύσει ἔχων ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ἔργον τὸ ἀνορθωτικὸν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θέλω παύσει θεωρούμενος, κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε κρατοῦσαν ἐκδοχήν, φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθήσω νὰ εἶμαι φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ φίλος τῶν ἀληθειῶν τῆς ἐπιστήμης (εὖγε, εὖγε). Τοσαῦτα ἐνόμιζον, ὅτι εἶχον καὶ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον, νὰ εἴπω ἀρχόμενος τοῦ λόγου, διότι ἐννοῶ ἀπὸ τοῦδε νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, ἡ ὁποία θὰ εἶναι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐνδεικνύῃ, οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον, ὅτι ἐμειώθη ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ τιμή, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν. Ἤδη θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ βραχέων, ὡς βραχὺς πάντοτε εἶμαι, ἀφ’ ἧς ἠρξάμην νὰ ὁμιλῶ ἐν δημοσίαις συνεδριάσεσιν. Ὅταν ἀνέγνωσα τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, καὶ ἐνέκυψα εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ, ἠρώτησα ἐμαυτόν, τίνες ἆρά γε λόγοι ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα εἰσηγηθῇ μίαν τοιαύτην καινοτομίαν ἐν τῇ ποινικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ. Ἠρώτησα ἐμαυτόν: ἆρά γε μὴ τυχὸν ἡ πατρὶς ἡμῶν εἶναι χαλκεῖον ψευδῶν μηνύσεων, ὡς ὑπενόησεν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς καὶ προσφιλὴς φίλος κ. Κουλουμβάκης; Δικηγορῶ, Κύριοι, ἐπὶ τριάκοντα συναπτὰ ἔτη, δικηγορῶ δὲ κατ’ ἐξοχὴν ἐν τοῖς Ποινικοῖς Δικαστηρίοις, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν εὗρον τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν χαλκεῖον ψευδῶν μηνύσεων, δὲν συνήντησα συχνὰ εἰς τὴν σταδιοδρομίαν τοῦ ἔργου μου αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς τὰ χείλη τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ τὴν βαρεῖαν, τὴν βαρυτάτην ταύτην μομφὴν κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§19ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶπον, ὅτι εἰς πρωτευούσας τινάς· ὄχι εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§20Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Καὶ εἰς πρωτευούσας νομῶν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀγορεύων ἐπέτρεψε διακοπήν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐπιτρέπω ἐγώ, διότι βλέπω ὅτι ἔχομεν διακοπὰς τῶν διακοπῶν!
§22ΜΙΛ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Μοὶ εἶναι εὐχάριστος ἡ διακοπὴ αὐτή, διότι πιστοποιεῖται τῳόντι καὶ παρ’ ἐκείνου ἀκόμη, ὁ ὁποῖος ἐξήνεγκε τὴν γνώμην αὐτήν, ὅτι μία τῶν δικαιολογικῶν βάσεων τοῦ νομοσχεδίου, ἡ τῆς πληθώρας τῶν ψευδῶν μηνύσεων, δὲν εἶναι ἀληθής. Διότι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, διὰ νὰ κληθῶμεν εἰς μίαν καινοτομίαν ἐν τῇ ποινικῇ ἡμῶν νομοθεσίᾳ, πρέπει εἷς σπουδαῖος λόγος νὰ ὑπάρχῃ, πρέπει μία σοβαρὰ ἀφορμὴ νὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τοῦτο. Δικηγορῶ, ὡς εἶπον εἰς ὑμᾶς, ἐπὶ τριάκοντα ἔτη, εἶδον πληθὺν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων, γνωρίζω δὲ ὅτι πολὺ πλέον τῶν 9/10 τῶν ἀθωωτικῶν τούτων ἀποφάσεων εἶναι ἀθωωτικαὶ λόγῳ ἀμφιβολιῶν. Ὁ ἀξιότιμος καὶ εὔγλωττος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος ἀνέπτυξε τοὺς ἄλλους λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἔχομεν τὴν πληθώραν αὐτὴν τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων. Ἀλλά, ἂν αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ἂν πραγματικῶς αἱ ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις ἐκδίδωνται διὰ λόγους, οἱ ὁποῖοι ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν πάντες, δικαιολογεῖται ἆρά γε τότε ἡ ταμιευτικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι — δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας — τὸ νομοσχέδιον εἶναι καθαρῶς ταμιευτικόν; Τί δηλαδὴ θὰ κερδίσῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων κατὰ τῶν ἐγκαλούντων ψευδῶς, ἂν πρόκειται ἡ κατάγνωσις αὐτῶν νὰ λαμβάνῃ χώραν μόνον, ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀδίκου, περὶ δολίας, περὶ ἀδικαιολογήτου ὑποβολῆς μηνύσεως; Εἶναι τόσον εὐτελῆ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα θὰ προσπορισθῇ τὸ Δημόσιον, ὥστε νομίζω τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι δὲν θὰ ἤξιζε τὸν κόπον τὸ ὑπὸ ἔλεγχον νομοσχέδιον ν’ ἀπασχολήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ τὸν ἀπαλλοτριώσῃ — καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔστω — τῶν σπουδαιοτάτων μελετῶν, εἰς τὰς ὁποίας οὗτος καταγίνεται. Ἀλλά, ἂν ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ὁ ταμιευτικός, Κύριοι, δὲν δικαιολογεῖ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ κατ’ ἀρχήν, μήτοι ἆρά γε δικαιολογεῖ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ὁ ἕτερος σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος δι’ αὐτοῦ, ὁ σκοπὸς πρὸς καταστολὴν τῆς ὑποβολῆς τῶν ψευδῶν αὐτῶν μηνύσεων, ἔστω καὶ τὴν ἐλαχίστην; Ἐὰν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν δὲν ὑπῆρχον διατάξεις ἀφορῶσαι εἰς τὴν περιστολὴν τῆς ὑποβολῆς τῶν ψευδῶν μηνύσεων, θὰ ἔλεγον, ὅτι σκέψεις ἀπὸ τοιαύτης τινὸς ἀπόψεως ὡδήγησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ὑπάρχουσι διατάξεις τοιαῦται, καὶ αἱ διατάξεις αὗται ἀργοῦσιν, ὡς ἐβεβαιώθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀργοῦσι δ’ ἐπαναλαμβάνει ἐγκύρως καὶ ἡ μακρὰ δικηγορική μου πεῖρα, ἀλλ’ ἡ ἀργία τῶν περὶ τιμωρήσεως τῆς ψευδοῦς μηνύσεως διατάξεων τοῦ ποινικοῦ νόμου τί σημαίνει ἆρά γε; Σημαίνει τῳόντι, ὅτι ὑπάρχει μία σπεῖρα ἐν οἱοισδήποτε νομοῖς, ἐν οἱοισδήποτε δήμοις, ἡ ὁποία χαλκεύεται τῳόντι ψευδεῖς μηνύσεις ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἀπὸ κακῆς προθέσεως, ὅπως μόνον καὶ μόνον ὑποβάλλῃ μηνύσεις τινὰς πρὸς ἐκδίκησιν ἢ καὶ ἐκβίασιν; Ἀλλά, ἐὰν τοῦτο, Κύριοι, ἦτο ἀληθές, θὰ ἐβλέπομεν, ἂν ὄχι ἴσον πρὸς τὰς ψευδεῖς μηνύσεις, ἀλλὰ πάντως μέγαν ἀριθμὸν καταγγελιῶν ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει ἐκ μέρους τῶν καταγγελλομένων πολιτῶν, ἀφοῦ μάλιστα τὸ ἀδίκημα τῆς ψευδοῦς μηνύσεως διώκεται ἐξ ἐπαγγέλματος. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐξηγήθην ἐπαρκῶς, ἵνα τὸ ἐπιχείρημά μου τὸ καταστήσω κατάδηλον, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ ποινικῷ ἡμῶν νόμῳ, καθ’ ἣν δικαιοῦται ὁ καταγγελλόμενος ψευδῶς καὶ ἀθῳούμενος νὰ καταγγείλῃ τὸν καταγγείλαντα αὐτὸν ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει, ἀδικήματι τιμωρουμένῳ ἀρκετὰ βαρέως· ἐν τούτοις ἐν τῇ πράξει μου τῇ δικηγορικῇ τῇ τριακονταετεῖ, δὲν γνωρίζω ἂν συνήντησα πραγματικῶς τρίς, τετράκις, πεντάκις, ὄχι πλέον τοῦ εἰκοσάκις, ὑποβολὴν μηνύσεως ἀπὸ μέρους ἀθῳωθέντος, ἀδίκως δὲ μηνυθέντος. Τοῦτο σημαίνει, ὅτι εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν οὐ μόνον δὲν ἐμφωλεύει τὸ κακόηθες αὐτὸ αἴσθημα τῆς ὑποβολῆς μηνύσεως ἀνυποστάτου παντελῶς ἀπὸ συστήματος καὶ ἀπὸ προθέσεως, ἀλλ’ ἀπεναντίας κυριαρχεῖ καὶ διαπνέει ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν ἡ γνωστή, ἡ ἄκρα, ἡ παροιμιώδης ἐπιείκεια πρὸς ἀλλήλους τῶν πολιτῶν, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι δὲν ὑποβάλλονται μηνύσεις ἐπὶ ψευδεῖ μηνύσει ἀπὸ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐγκληθέντες ἀδίκως ἠθῳώθησαν καὶ ἔχουσι τὴν συνείδησιν, ὅτι ἀδίκως κατηγγέλθησαν.
§23ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Συνήθως ἐκεῖναι αἱ δίκαι βραδύνουσι τόσον πολύ, ὥστε δὲν δύναται πλέον νὰ κάμῃ μήνυσιν ὁ κατηγορούμενος, διότι ἔχει παραγραφῆ.
§24Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὡς γνωρίζετε, κύριε συνάδελφε, ἡ παραγραφὴ εἶναι πενταετής. Γνωρίζετε δὲ καλῶς, ὅτι σπανιώτατα αἱ δίκαι, τῶν Πλημμελειοδικείων κυρίως, τρέχουσιν ἓν τόσον μέγα διάστημα χρόνου. Δὲν νομίζω λοιπόν, ὅτι καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς στηρίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ. Ἀπομένει μία ἄλλη ἄποψις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐν τῇ πληρότητι τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκεν ἐν τῇ εἰσηγητηρίῳ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, εὗρε καὶ διετύπωσε κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν αὐτὸς γνωρίζει νὰ διατυποῖ, διετύπωσε κατὰ χρωματισμὸν τοιοῦτον, ὥστε πραγματικῶς μία ψευδὴς βάσις νὰ φαίνηται καὶ νὰ παρουσιάζηται ὁμοιαληθής. Εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἀποκρυσταλλούμενον εἰς νόμον θὰ ἀσκήσῃ σπουδαίαν ἠθοπλαστικὴν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς κοινωνίας. Δὲν ἀρνοῦμαι, Κύριοι, ὅτι πλὴν τῶν ἄλλων μεγάλων ἀποστολῶν τῶν Δικαστηρίων μία εἶναι καὶ ἡ ἠθοπλαστικὴ ἐπίδρασις ἐπὶ τῶν πολιτῶν. Ἀλλὰ θὰ συμφωνήσητε πάντες μετ’ ἐμοῦ, ὅτι πρέπει ἀλλοῦ νὰ ζητήσωμεν τὴν ἠθοπλαστικὴν αὐτὴν ἐπιρροὴν ἀπὸ μέρους τῶν Δικαστηρίων· πρέπει νὰ τὴν ζητήσωμεν εἰς τὴν εὐκοσμίαν τῆς διεξαγωγῆς τῶν δικῶν, πρέπει νὰ τὴν ζητήσωμεν εἰς τὴν νηφάλιον συμπεριφοράν, τὴν ὁποίαν οἱ δικασταὶ ὀφείλουσι νὰ δεικνύωσι πρὸς τοὺς κατηγορουμένους, τοὺς μάρτυρας καὶ πάντας τοὺς ἐμφανιζομένους ἐνώπιόν των καθ’ οἱονδήποτε τρόπον (Εὖγε, εὖγε). Τίς θὰ ἀρνηθῇ, Κύριοι, ὅτι πάντες αἰσθανόμεθα πολλάκις ὀδύνην, ἀλλὰ καὶ ἐντροπήν, ὅταν παριστάμεθα εἰς συνεδριάσεις Δικαστηρίου, ὄχι σπανίως, κατὰ τὰς ὁποίας καθυβρίζεται ὁ κατηγορούμενος, προπηλακίζεται ὁ μάρτυς, προπηλακίζεται ὁ δικηγόρος, ὅταν εἶναι συνηθισμένος νὰ δέχηται προπηλακισμούς, προπηλακίζονται οἱ πάντες ὑπὸ τίνος; Ὑπ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀστυνομίαν τοῦ ἀκροατηρίου, ὑπ’ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος πρέπει πάντοτε μέν, ἀλλ’ ἰδίᾳ ἀπὸ τῆς δικαστικῆς ἕδρας νὰ παρέχῃ ἑαυτὸν ὑπόδειγμα εὐπρεπείας, ὑπόδειγμα τάξεως καὶ εὐκοσμίας καὶ ἀμέμπτου συμπεριφορᾶς (Εὖγε, εὖγε). Εἶναι παλαιὰ ἡ ἐποχὴ τῆς ἀπαρχῆς τοῦ δικηγορικοῦ μου σταδίου, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐξαλειφθῇ τῆς μνήμης μου ποτὲ ἕν ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον μοὶ συνέβη, νομίζω, τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς ὁρκωμοσίας μου ὡς δικηγόρου. Προήδρευε δικαστὴς ἀποθανὼν ἤδη, κράτιστος ἐν ταῖς πολιτικαῖς δίκαις, προήδρευεν ἐκεῖνος καὶ ἐκλήθην συμπάρεδρος. Ἐξητάζετο εἷς χωρικός, καὶ ὅταν ἤκουσα ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἔκφρονος ἐκ θυμοῦ προέδρου, Κύριοι, δεινοτάτην ὕβριν κατὰ τοῦ Ἐσταυρωμένου, κατῆλθον τῆς ἕδρας ἀμέσως, καὶ ἐγένετο, ἐνθυμοῦμαι, σπουδαῖον ἐπεισόδιον, διότι κατῆλθον καὶ δὲν ἤθελον νὰ ἀνέλθω μὴ δεχόμενος νὰ συνεδριάσω ἐπὶ τῆς ἕδρας ἐκείνης. Ἐκεῖ θὰ εὕρῃ τὸν τρόπον ὁ μελετηρὸς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ζητήσῃ τὴν ἠθοπλαστικὴν ἐπιρροὴν τῶν Δικαστηρίων ἐπὶ τῶν πολιτῶν. Ἐκεῖ θὰ ζητήσητε τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ ἐκεῖ θὰ εἶναι τὸ γέρας τῆς δόξης σας μέγα, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης. Μὴ λέγετε εἰς ἡμᾶς, ὅτι πρέπει νὰ ψηφίζωμεν τὴν ἀρχὴν παντὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰ μᾶλλον ἐπουσιώδη ζητήματα. Μελετήσατε τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑμεῖς, ὁ ὁποῖος γνωρίζετε νὰ μελετᾶτε, θὰ σᾶς βοηθήσωμεν δὲ καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν ἐπίσης νὰ μελετῶμεν, καὶ τότε πραγματικῶς τὸ ἔργον σας θὰ τύχῃ τῆς ἐπιβραβεύσεως καὶ τῆς ἐπικροτήσεως πάντων ἡμῶν. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§25Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἶχον ἐγγραφῆ, κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν νομοσχεδίου, ἀλλὰ κατὰ τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως, ἐπειδὴ αὕτη ὑπῆρξεν εὐρεῖα, ἐσκέφθην νὰ παραιτηθῶ τούτου, διότι ἐνόμισα, ὅτι σχεδὸν ὑπὸ πάσας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις ἠρευνήθη τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχέδιον. Ἀλλ’ αἱ χθεσιναὶ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης μὲ ἔφεραν εἰς τὸ βῆμα, διότι νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν θὰ φέρω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον τὸν λόγον, διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον ταύτην. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἴθισται πάντοτε, ἐκτίθενται αἱ σκέψεις, ἐξ ὧν ὡρμήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἡ πρώτη σκέψις αὐτοῦ εἶναι, ὅτι τοσοῦτον πολυπληθεῖς εἶναι αἱ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων ὑποθέσεις, ὥστε ἐμπνέουσι τὴν ἐντύπωσιν εἰς πάντα μελετῶντα τὴν στατιστικὴν τούτων, ὅτι οἱ πολῖται Ἕλληνες εὑρίσκονται εἰς διαρκῆ σύγκρουσιν μὲ τὸν Ποινικὸν Νόμον. Ἀλλὰ παρηγορεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, σκεπτόμενος κατωτέρω, ὅτι αἱ περισσότεραι τῶν ἀποφάσεων τῶν Δικαστηρίων εἶναι ἀπαλλακτικαί· συνεπῶς καταλήγει εἰς τὴν σκέψιν, ὅτι αἱ ἀπαλλακτικαὶ ἀποφάσεις ἀντιπροσωπεύουσι καὶ τοσοῦτον ἀριθμὸν ψευδῶν μηνύσεων. Λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἰς τὴν σκέψιν ταύτην. Δὲν εἶναι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἀληθὲς τοῦτο, ὅτι πᾶσαι αἱ ἀπαλλακτικαὶ ἀποφάσεις ἀντιπροσωπεύουσι καὶ τόσας ψευδεῖς μηνύσεις, οὐδὲ εἶναι ἀληθὲς ἐπίσης τὸ ἕτερον γεγονός, ὅτι καὶ τὰ βουλεύματα τὰ ἀπαλλακτικὰ ἀντιπροσωπεύουσιν ἐπίσης ἰσαρίθμους ψευδεῖς μηνύσεις. Ἀλλὰ τίς εἶναι ὁ λόγος, θὰ ἐρωτήσῃ τις, τῆς μεγάλης ἐργασίας τῶν Δικαστηρίων; Ἐὰν βαθύτερον, κύριοι Βουλευταί, θέλωμεν νὰ ἐρευνήσωμεν τὰ αἴτια ταῦτα, θὰ τὰ ἀνεύρωμεν ἀσφαλῶς, διότι τὰ ἀνεῦρον ἄλλοι πολὺ πρὸ ἡμῶν θελήσαντες νὰ μελετήσωσι τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος. Καί, ἐὰν δὲν θελήσωμεν νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν ἀρχαιοτάτην ἐποχήν, διότι πολλοὶ μᾶς ἀρνοῦνται τὴν συνέχειαν τῶν προτερημάτων καὶ ἐλαττωμάτων τῶν ἡμετέρων προγόνων, ἐὰν εἰς τὴν νεωτέραν ἐποχὴν θελήσωμεν νὰ ἀνατρέξωμεν, θὰ ἴδωμεν, ὅτι ὀξυνούστατος Ἁρμοστὴς τῆς Ἑνετικῆς Δημοκρατίας περιελθὼν τὴν Πελοπόννησον καὶ ἐντολὴν ἔχων νὰ ἀναδιοργανώσῃ τὰ Δικαστήρια ταῦτα, ἔγραφε τότε εἰς τὴν Γαληνοτάτην Δημοκρατίαν τὰ ἑξῆς: «Φιλόνεικον ἔθνος .... ἀκάματον εἰς ἀνυποστάτους ἀξιώσεις· ὅλα περιπλέκονται εἰς πικρὰς καὶ ἀδιεξόδους ἐριδομαχίας». Ἰδού, Κύριοι, εἰς τί περισσότερον ὀφείλεται τὸ πλῆθος τῶν μηνύσεων τῶν ὑποβαλλομένων ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ τὸ ὁποῖον πλῆθος εὐλόγως ἀνησύχησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔχει μόνον προσόντα μεγάλα καὶ ἀρετάς, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἐλαττώματα, καὶ πρὸ ἑνὸς τοιούτου ἐλαττώματος εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Λυποῦμαι, διότι δὲν συμφωνῶ μετ’ αὐτοῦ εἰς τὸ ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον φέρει ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν, θὰ εἶναι συντελεστικὸν εἰς τὴν ἐξάλειψιν τοῦ ἐλαττώματος τούτου. Εἶναι λοιπὸν κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν οὐχὶ ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι αἱ μηνύσεις αἱ ὑποβαλλόμεναι ἑκάστοτε ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν εἶναι ψευδεῖς. Εἶναι τοῦτο ἐκ τῶν παλαιοτέρων ἐλαττωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Ἕλλην. Ἀλλὰ πρέπει νὰ παρακολουθήσωμεν, Κύριοι, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἰς τὰς ἄλλας αὐτοῦ σκέψεις. Σκέπτεται, ὅτι, ἀφοῦ αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων κατὰ μίαν μεγίστην ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν σημειοῖ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτοῦ ἐκθέσει, εἶναι ἀθῳωτικαί, δὲν ἔχομεν πλέον ἀνάγκην ἄλλου τινὸς ἀποδεικτικοῦ, ἵνα πεισθῶμεν, ὅτι ψευδεῖς μηνύσεις ὑποβάλλονται ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐὰν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δεδομένον εἰς ἡμᾶς περὶ τῶν ψευδῶν μηνύσεων, εἶναι αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, διότι πᾶσα ἀπόφασις τοῦ Δικαστηρίου βεβαίως δὲν ἐκδίδεται εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε. Προηγεῖται αὐτῆς ἡ βάσανος τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἐπὶ πλέον ἡ προανάκρισις συνηθέστατα, ἐφεξῆς δὲ μάλιστα δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου, θὰ προηγῆται πάντοτε. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν δεδομένον, ὅτι μετὰ δύο βασάνους, τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τῆς ἀνακρίσεως, ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἀκροατήριον, εἶναί τις ὁ ἀμφιβάλλων ὅτι δὲν ὑπάρχουσι στοιχεῖα ἢ ἐνδείξεις ἐνοχῆς, καὶ δύναται ὁ δικαστὴς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι ἀποτέλεσμα ψευδοῦς μηνύσεως; Δι’ αὐτὸ φρονῶ, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἀσφαλὲς δεδομένον, διὰ νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ὑποβάλλονται ψευδεῖς μηνύσεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνέφερε καὶ τὴν πληθὺν τῶν βουλευμάτων, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε ἐκδίδονται ἐπὶ τῇ βάσει ψευδῶν μηνύσεων. Καὶ ποῖον, θὰ ἐρωτήσῃ τις, εἶναι τὸ ποιὸν τῆς πληθύος αὐτῶν τῶν ἀπαλλακτικῶν βουλευμάτων, καὶ ποία ἡ αἰτία αὐτῶν; Εὐτυχῶς οἱ προαγορεύσαντες ἀνέπτυξαν τελείως τὸ θέμα τοῦτο καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι αἰτία εἶναι ἡ ἀτελὴς προανάκρισις καὶ ἡ ἔλλειψις δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλα τινὰ αἴτια. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ Ἕλλην ἔχει τὸ ἰδίωμα νὰ μὴ θέλῃ νὰ καταμαρτυρῇ. Τοῦτο τὸ θεωρεῖ ὡς ἐλάττωμα καὶ ὡς προσὸν θεωρεῖ τὴν ἀπόκρυψιν τῶν ὅσα γνωρίζει. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, ἀλλὰ κατέφυγε καὶ εἰς τὰς ἐρήμην ἀποφάσεις, καὶ συνήγαγε τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἀφοῦ ἐκδίδονται ἐρήμην ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον, ἄρα αἱ μηνύσεις εἶναι ψευδεῖς. Εἰς τοῦτο ἐγὼ δὲν συμφωνῶ. Ἀθωοῦνται οἱ κατηγορούμενοι, διότι πρὸ τῆς δίκης συνηθέστατα συμβιβάζονται μὲ τοὺς μηνυτάς, προσέρχονται οἱ μηνυταὶ καὶ δὲν ζητοῦν τὴν καταδίκην αὐτῶν καὶ οὕτω πως τὰ Δικαστήρια κατ’ ἐπιείκειαν ἀπαλλάττουσιν αὐτούς. Κατὰ τὸ πλεῖστον αἱ ἐρήμην ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις ὀφείλονται εἰς τὰ γεγονότα αὐτά, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω τὸ γεγονὸς τῆς παραγραφῆς. Ἀλλ’ ἐπάγεται καὶ ἄλλας σκέψεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν τοῦ 1909 λέγει, ὅτι ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων τῶν Πταισματοδικῶν ἐξεδόθησαν 2,456 ἀθωωτικαὶ ἀποφάσεις. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι διαφεύγει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον αὐτὸν ἴσχυεν ὁ νεώτερος νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς καθ’ ὅν, ἐὰν ὁ μηνυτὴς ἐβεβαίου ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδίκου, ὅτι ἀπεζημιώθη, ἀναγκαίως θὰ ἐξεδίδοντο ἀπαλλακτικαὶ αἱ ἀποφάσεις καὶ κατ’ ἀνάγκην ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς τῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων ὀφείλεται εἰς τὸ γεγονὸς τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μέμνηται καὶ ἄλλου αἰτίου τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Ἕνεκα, λέγει, κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ ὑποβάλλουσι ψευδεῖς μηνύσεις. Δὲν γνωρίζω ποῦ ἐστήριξε τὴν ἀντίληψιν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ἐγὼ νομίζω ὅμως, ὅτι ἀπό τινων ἐτῶν ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς τελείως ἐσβέσθη εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς ἡμῶν πληθυσμούς· ἀφ’ ἧς μάλιστα ἐψηφίσθησαν οἱ ἀποκεντρωτικοὶ νόμοι, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμός, πλὴν ἐὰν διὰ τοῦ σκοπουμένου νομοσχεδίου περὶ κοινοτήτων καὶ ἐκλογῆς κοινοτικῶν ἀρχῶν ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν. Ἀλλ’ εὐλόγως θὰ μοὶ εἴπῃ τις: δὲν ὑποβάλλονται ἆρά γε ψευδεῖς μηνύσεις ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν; Τίς δύναται νὰ ἀρνηθῇ τοῦτο; Ὑποβάλλονται ἀσφαλῶς ψευδεῖς μηνύσεις κατ’ ἀναλογίαν. Ἀλλὰ κατὰ τῶν μηνυτῶν τούτων, ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία ἔχει τὰ μέσα τῆς ἀντιδράσεως, δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν σπουδαῖόν τι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πολὺ πιθανὸν νὰ ἐπέλθωσι μεγαλείτερα κακὰ τοῦ σκοπουμένου καλοῦ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, τίνα τὰ κακὰ ταῦτα; Πρὸς τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Συνόδου, ἥτις ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτῆς τὸ ἴδιον ἀκριβῶς νομοσχέδιον, διότι ἴσως εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν φέρεται τὸ πρῶτον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 9ης Ὀκτωβρίου 1909 ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ἀπαράλλακτον ἐνώπιον τῆς τότε Βουλῆς διὰ τῆς αὐτῆς μάλιστα καὶ ὁμοιομόρφου ἐκθέσεως αἰτιολογικῆς. Ἡ δὲ Βουλὴ ἐκείνη, ἂν καὶ εὑρισκομένη ὑπὸ πίεσιν ἰσχυράν, ἐνόμισεν ὅτι ὤφειλε νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ πράγματι παρεπέμφθη, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἐκείνη διὰ τῶν ἑξῆς σκέψεων εἰσηγήσατο τὴν ἀπόρριψιν αὐτοῦ (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῶν δύο τούτων ἄρθρων, ὧν αἱ διατάξεις μὴ ἀπαντῶσαι ἐν ἄλλαις νομοθεσίαις θ’ ἀπέβαινον λίαν ἐπικίνδυνοι. Ἐὰν δὲ ἡ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἰσαγομένη καινοτομία δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀπολύτως ἐπικίνδυνος, θ’ ἀπέβαινε πολὺ περισσότερον τοιαύτη καθιερουμένη παρ’ ἡμῖν, ἔνθα πάντες γινώσκομεν πῶς ἔχουσι τὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Ἡ ἐπιβολὴ τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τὸν μηνυτήν, ὁσάκις, μὴ ἀποδεικνυομένης τῆς ἐνοχῆς τοῦ κατηγορουμένου, θὰ ἐκρίνετο ψευδὴς ἡ μήνυσις ἢ δολίως δι’ αὐτῆς παραμορφωμένα τὰ πράγματα, θὰ ἔφραττε τὴν ὁδὸν τῆς δικαιοσύνης εἰς τοὺς ἀδικουμένους καὶ θὰ καθίστα θρασυτέρους τοὺς ἀδικοῦντας. Ἐὰν δὲ εἶναι ἐπαινετὸς ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὸ κακὸν τῶν ψευδῶν μηνύσεων, ἐξ ἄλλου ὅμως τοιαύτη διάταξις θὰ ἐγίνετο ἀναμφιβόλως μείζονος κακοῦ πρόξενος, διότι θὰ καθίστα δύσκολον, εἰ μὴ ἀδύνατον, εἰς τοὺς ἀδικουμένους τὴν προσφυγὴν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Τὸ ἀναφερόμενον δὲ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν κατ’ ἀντιμολίαν δικαζομένων ὑποθέσεων ἀποβαίνουσι ἀθωωτικαί, ἐξ οὗ συνάγεται ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν μηνύσεών εἰσι ψευδεῖς, δὲν παρέχει ἀσφαλὲς περὶ τούτου τεκμήριον, ὅταν μάλιστα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἕτερον σπουδαῖον γεγονὸς καὶ δὴ ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν τοιούτων ἀποφάσεων κηρύσσουσιν ἀθῷον τὸν κατηγορούμενον λόγῳ ἀμφιβολιῶν. Τοῦτο δὲ σημαίνει ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅτι ἐν ταῖς πλείσταις τῶν περιπτώσεων οἱ μηνυταὶ ἀπαντῶσι δυσκολίας περὶ τὴν προσαγωγὴν τῶν ἀποδείξεων, δυσκολίας ἃς συχνάκις οἱ ἀδικοπραγοῦντες δι’ ἀπειλῶν πρὸς μάρτυρας ἢ ἄλλων τοιούτων μέσων παρασκευάζουσι, τοῦτο δὲ ὅτι ἀτελῶς διεξάγεται ἡ προανάκρισις. Διὰ τῆς ἀρχῆς, ἣν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν δικαιοσύνην θ’ ἀπέβαινεν ἀδύνατος εἰς τὸν ἀδικούμενον, ἐὰν δὲν εἶχεν ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένην τὴν βεβαιότητα ὅτι θ’ ἀπεδεικνύετο ἐπ’ ἀκροατηρίῳ ἡ ἐνοχὴ τοῦ κατηγορουμένου. Τοιαύτην ὅμως βεβαιότητα δυσκόλως δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἐκ τῶν προτέρων, γνωστοῦ ὄντος μετὰ πόσης δυσκολίας καταθέτουσι συνήθως οἱ μάρτυρες, ὁσάκις μάλιστα ὁ μὲν ἀδικῶν τυγχάνει πρόσωπον θρασὺ καὶ ἐπικίνδυνον, τοὐναντίον δὲ ὁ ἀδικηθεὶς τυγχάνει ταπεινὸς καὶ ἀπροστάτευτος. Ὁ φόβος δὲ τοῦ κινδύνου, ὃν θὰ διέτρεχον οἱ μηνυταὶ νὰ ὑποστῶσι τὴν δικαστικὴν δαπάνην, μάλιστα οἱ πένητες τοιοῦτοι, ἐάν, κατὰ κακὴν αὐτῶν τύχην, ἐξ οἱουδήποτε περιστατικοῦ — ἐν οἷς ἂς ἐπιτραπῇ νὰ μνημονευθῇ καὶ ἡ ἀνεπαρκὴς ἐξέτασις τῶν μαρτύρων ὡς ἐκ τῆς ἰλιγγιώδους ταχύτητος, μεθ’ ἧς διεξάγεται ἡ ἀποδεικτικὴ διαδικασία ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων — δὲν ἀπεδεικνύετο τὸ βάσιμον τῆς μηνύσεώς των, θὰ καθίστα λίαν διστακτικοὺς τοὺς ἀδικουμένους νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἐντεῦθεν ἕτερον θὰ ἐπήρχετο κακόν, ὅτι οἱ μὲν ἀδύνατοι θὰ ὑφίσταντο ἐν σιγῇ τὸ ἀδίκημα, οἱ δὲ θρασεῖς θὰ ἐχειροδίκουν». Ἀνέγνωσα, εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, διὰ νὰ μὴ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς ποῖοι κατὰ τὴν κρίσιν μου θὰ εἶναι οἱ κίνδυνοι ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἀκριβῶς οἱ κίνδυνοι οὗτοι ἐκτίθενται ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραλείψω, ὅτι καὶ ἄν τις ἐσκέπτετο, ὅτι πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ τοῦ ἐκ τῶν ψευδῶν μηνύσεων ἐνδείκνυται νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ ἐδυσκολεύετο ἀναπολῶν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ὁ κατώτατος ἡμῶν δικαστής· εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν, οὐχὶ βεβαίως ἐξ ὑπαιτιότητος ἰδίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς ταπεινῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἔσχεν ἡ Πολιτεία περὶ τοῦ δικαστοῦ τούτου, ὅστις ἐν τούτοις εἶναι εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων παραγόντων πρὸς ἠθικοποίησιν καὶ διάπλασιν τοῦ πολίτου. Ἀλλὰ γεννᾶται εἰς ἐμὲ ἔτι μᾶλλον ὁ φόβος, ὅταν ἀναλογισθῶ ὅτι εἶναι δυνατόν ποτε ἀγρότης καταγγείλας τινὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ χωρίον αὐτοῦ φέρων ἀντὶ τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως τοῦ καταγγελθέντος ὑπ’ αὐτοῦ καταδικαστικὴν ἀπόφασιν εἰς βάρος αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσω, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα, καθ’ ὃ θὰ ἰσχύῃ ὁ νόμος οὗτος, δὲν θὰ ἐκδοθῇ τοιαύτη τις ἀπόφασις. Δι’ αὐτὸ εὑρίσκω εὔλογον τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο παρὰ τοῦ πταισματοδίκου. Δύναταί τις ὅμως νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι εἰσέρχομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν ταῦτα λέγων, καὶ διὰ τοῦτο παύω. Ἀλλὰ βεβαίως, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶμαι ἐγώ, ὅστις θὰ θεωρήσω ὡς τι ἐθνικὸν δυστύχημα ἢ ὡς ἀξιοθρήνητον δυστυχίαν τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θὰ ἐπεθύμουν μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πρὶν ἢ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του καὶ καθ’ ὃν τρόπον μάλιστα διὰ τῆς δηλώσεώς του τῆς χθὲς ἐννοεῖ νὰ ἐπιμείνῃ, θὰ ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς σκέψεις αὑτοῦ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἀναθεωρήσῃ ταύτας καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν λεπτομερειῶν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ δὲ πάντως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν, διότι, ἀντὶ ὠφελείας, δύναμαι νὰ τὸν βεβαιώσω, βλάβης πρόξενος θὰ γίνῃ πάντοτε.
§26ΙΩ. ΔΟΓΑΝΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§27ΙΩ. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὡς γνωστόν, πᾶν νομοθέτημα πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀποκρυστάλλωσις καὶ ἡ ἐπισημοποίησις μιᾶς ἰδέας γενικῆς, καὶ κατὰ τοῦτο πράγματι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἀποκρυσταλλώσῃ καὶ νὰ ἐπισημοποιήσῃ μίαν ἰδέαν ἐπικρατοῦσαν παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ γενικῶς. Κατὰ τοῦτο βεβαίως ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἡ περιστολὴ τουτέστι τῆς ἀποτροπαίας συνηθείας τῶν ψευδῶν μηνύσεων εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἐξεταστέον ὅμως ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ θὰ πραγματοποιήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖται. Ἔχομεν, Κύριοι, τὰ ἄρθρα 334, 335 καὶ 265 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦσι ποινὰς κρατήσεως, φυλακίσεως, εἱρκτῆς, καὶ ἐν τούτοις παρ’ ὅλας τὰς ἀπειλουμένας τοιαύτας ποινὰς οὐδόλως περιωρίσθη τὸ κακὸν τοῦτο, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ποία εἶναι ἡ αἰτία; Ἡ αἰτία εἶναι ἡ ἀτέλεια τοῦ νόμου. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο πράττει εἰμὴ προσθέτει μίαν ἀσθενῆ χρηματικῆς ποινῆς ἀπειλήν, δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ περιορίσῃ τὰς ψευδεῖς μηνύσεις, διότι ὁ μὲν εὔπορος ψευδομηνυτὴς εἰς οὐδὲν θὰ λάβῃ τὴν μικρὰν ποινήν, ἡ ὁποία θὰ τῷ ἐπιβληθῇ, ὁ δὲ πτωχὸς ἐργάτης πλειστάκις, ἂν ὄχι πάντοτε, θὰ τεθῇ εἰς δίλημμα ἂν πρέπει νὰ ἀποσιωπήσῃ καὶ μὴ καταγγείλῃ τὸ προσγινόμενον ἀληθῶς εἰς αὐτὸν ἀδίκημα μὴ ἐπαρκῶς ὅμως ἀποδεικνυόμενον καὶ συνήθως θὰ αὐτοδικῇ ἢ θὰ σιωπᾷ φοβούμενος τὴν καταψήφισιν τῶν ἐξόδων. Εἰς τὸ δίλημμα τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι πλειστάκις θέλομεν εὑρεθῆ πάντες οἱ δικηγοροῦντες προκειμένου νὰ δώσωμεν συμβουλὴν πρὸς μήνυσιν· ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἡ ὠφέλεια ὡς πρὸς τὴν περιστολὴν τῶν ψευδῶν μηνύσεων θὰ εἶναι ἐλαχίστη καὶ ἡ μὴ καταδίωξις ἀδικημάτων τινῶν ἐπίσης μικρὰ θὰ εἶναι. Ἀλλὰ τότε κατὰ τί θὰ διαφέρῃ τὸ νομοσχέδιον τῶν ἄλλων ἀκαταλλήλων καὶ μὴ περιστελλόντων τὴν ὑποβολὴν τῶν ψευδῶν μηνύσεων νόμων; Νομοσχέδιον ὅμως προερχόμενον ἀπὸ τὴν ἀνορθωτικὴν Κυβέρνησιν, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ῥιζικὴν ἢ κατὰ μείζονα λόγον ἀποτροπὴν τῶν ψευδῶν μηνύσεων δὲν ἀνέμενον νὰ ἴδω. Ἀπομένει ὁ ἕτερος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ ὁποῖος, ὡς καὶ οἱ προλαλήσαντες εἶπον, εἶναι καθαρῶς φορολογικὸς καὶ οἰκονομολογικός. Ὡς πρὸς τὴν βάσιν ταύτην δικαίως ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ δικαιολογεῖται ἐπαρκῶς, διότι τὸ Δημόσιον ὑφιστάμενον δαπάνας βεβαίως πρέπει νὰ τὰς ἐπιβάλλῃ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἐγένετο ἕνεκα τοῦ δόλου ἢ τῆς ἀμελείας του αἴτιος τῶν δαπανῶν τούτων καὶ συνεπῶς· ὑπὸ τοιαύτην ἔποψιν δικαιολογεῖται τὸ νομοσχέδιον, ἐγὼ δέ, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, θὰ ψηφίσω τοῦτο ὡς φορολογικὸν καὶ ὄχι διὰ τὴν ἄλλην αὐτοῦ βάσιν.
§28Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας μόνον λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι, διότι νομίζω ὅτι ὑπερμέτρω παρετάθη ἡ συζήτησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἐκ τῆς συζητήσεως, εἶναι ὅτι παρεξηγήθη τελείως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐθεωρήθη ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ τιμωρία τῶν ψευδῶν μηνυτῶν καὶ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητεῖται ἡ περιστολὴ τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Ὄχι, Κύριοι· δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὸ νομοσχέδιον μίαν καὶ μόνην ἔχει ἀρχήν, ὅτι τὸ Δημόσιον ζημιούμενον ἐκ τῆς ψευδοῦς μηνύσεως δικαιοῦται νὰ ἀποζημιωθῇ ἀπὸ τὸν ψευδῶς μηνύοντα. Δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὀρθότητα τῆς ἀρχῆς ταύτης; Δὲν ἤκουσα κανένα ἐκ τῶν ἀγορευσάντων νὰ πράξῃ τοῦτο. Ἡ ἀρχὴ δ’ αὕτη, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἀπόρροια ἄλλης γενικωτέρας ἀρχῆς. Ἀληθῶς ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ὑπάρχει διαφωνία περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἐγκλήματος τῆς ψευδοῦς μηνύσεως καὶ περὶ τῆς συστηματικῆς κατατάξεως αὐτοῦ. Ἡ ψευδὴς μήνυσις εἶναι ἐκ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα προσβάλλουσι τὴν τιμὴν τοῦ προσώπου ἢ εἶναι ἔγκλημα ἀπευθυνόμενον κατὰ τῆς Πολιτείας, κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Ἐν Γερμανίᾳ κατίσχυσεν ἡ γνώμη ὅτι τὸ ἔγκλημα τῆς ψευδοῦς μηνύσεως ἀπευθύνεται κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, διότι παραπλανᾷ ταύτην, διότι ὑποβάλλει αὐτὴν εἰς ματαίας ἐρεύνας πρὸς ἀναζήτησιν ἐνόχων φαντασιωδῶν. Ἡ ἀντίθετος γνώμη δέχεται, ὅτι τὸ ἔγκλημα τῆς ψευδοῦς μηνύσεως ἀπευθύνεται κατὰ τῆς τιμῆς τοῦ προσώπου, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρίτη γνώμη, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι καὶ ἡ ὀρθοτέρα, ὅτι τὸ ἔγκλημα τῆς ψευδοῦς μηνύσεως ἀπευθύνεται μὲν κατὰ τῆς τιμῆς τοῦ προσώπου, ἀλλὰ προσβάλλει συνάμα καὶ αὐτὴν τὴν Πολιτείαν, περιέχει τουτέστι προσβολὴν κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἡ τελευταία δ’ αὕτη ἐκδοχὴ ἐκράτησε καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ποινικῇ νομοθεσίᾳ, διότι ἐν τῷ Ποινικῷ νόμῳ πλὴν τῶν διατάξεων, καθ’ ἃς τιμωρεῖται ἡ ψευδὴς μήνυσις κατ’ ἔγκλησιν τοῦ παθόντος, ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ψευδὴς μήνυσις τιμωρεῖται καὶ ἐξ ἐπαγγέλματος· εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 271 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται ἐλαφροτέρα ποινὴ μέχρις ἑνὸς μηνὸς φυλακίσεως, μέχρις 100 δραχ. χρηματικῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸν ὑποβαλόντα ψευδῆ μήνυσιν...
§29Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν μαρτυροῦντα εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχάς.
§30Τ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· δὲν γίνεται καμμία διάκρισις. Ἐκ τῆς ἀρχῆς ταύτης τῆς καθιερουμένης καὶ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν πηγάζει κατὰ φυσικὸν λόγον καὶ ἡ ἀρχὴ ὅτι τὸ Δημόσιον δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὰς δαπάνας, εἰς ἃς ὑπεβλήθη ἕνεκα τῆς ψευδοῦς μηνύσεως. Ματαία λοιπὸν εἶναι ἡ ἀπόπειρα, ἵνα ἑρμηνεύσωμεν τὰς στατιστικάς, τὰς ὁποίας ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις περιέχει. Ματαία εἶναι ἡ ἐπίθεσις κατὰ τοῦ δικαστικοῦ σώματος, διότι, καὶ ἂν πρὸς στιγμὴν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ χιλιάδες τῶν ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων εἶναι ἀποδοτέαι εἰς τὴν ἀνικανότητα καὶ ἀνεπάρκειαν τῶν δικαστικῶν ὀργάνων, πάλιν ἡ ἀρχή, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, μένει ὀρθία. Καὶ ἂν μία καὶ μόνη ψευδὴς μήνυσις ἐδόθη, τὸ Δημόσιον δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τὴν δαπάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη ἕνεκα τῆς ψευδοῦς ταύτης μηνύσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἠδύνατο, νομίζω, νὰ εἶναι τελειοτέρα, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἐπιφέρῃ τροποποιήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου του. Ἤθελον κυρίως νὰ παραλειφθῇ ἐντελῶς ἡ δολία παραμόρφωσις τῶν γεγονότων καὶ νὰ διατυπωθῇ τὸ κείμενον τοῦ νόμου συμφώνως πρὸς τὸ κείμενον τῆς Γερμανικῆς Δικονομίας. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τοῦ κειμένου τῆς Γερμανικῆς Ποινικῆς Δικονομίας. Νομίζω ὅτι ἡ καταδίκη εἰς τὰ ἔξοδα δέον νὰ ἐπέρχηται μόνον ὅταν ἡ μήνυσις ἀποδεικνύηται τελείως ψευδής, οὐχὶ δὲ καὶ ὅταν παρεμορφώθησαν τὰ γεγονότα, διότι βεβαίως ἡ παραμόρφωσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐγένετο δολίως καὶ δυνατὸν εἶναι καὶ ἀκουσίως τοῦ μηνυτοῦ νὰ ἐπέλθῃ τοιαύτη παραμόρφωσις. Ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ συνδυασθῇ ἡ καταδίκη εἰς τὰ ἔξοδα πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὴν ὁποίαν προανέφερα, διὰ προσθήκης τῆς φράσεως «ἐπιφυλασσομένης καὶ τῆς ποινικῆς καταδιώξεως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». Αὐτὰ Κύριοι εἶχον νὰ παρατηρήσω, νομίζω δὲ ὅτι ἐξηντλήθη τελείως τὸ θέμα καὶ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη περαιτέρω συζητήσεως.
§31ΔΙΟΝ. ΚΛΑΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὴν τελείαν ἐξονύχισιν, τὴν ὁποίαν ὑπέστη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ, φρονῶ ὅτι εἶναι περιττὸς πᾶς ἐπὶ πλέον μακρὸς λόγος, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐκηρύχθην καὶ κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ φρονῶ ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις διὰ μακρῶν ἀγορεύσεων καὶ ὁ πόλεμος κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀφήνωμεν εἰς αὐτὸ τὸ βῆμα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διεξάγουσι τὸν πόλεμον καὶ μὴ κουράζωμεν τὴν Βουλὴν καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου συνεδυάσθη μὲ τὸ ποιὸν ὀλίγων τινῶν δικαστῶν ἐν Ἑλλάδι· καὶ διότι πολὺ δικαίως καὶ πολὺ ὀρθῶς ἐθεωρήθη ἡ κατὰ τοιοῦτον τρόπον πολεμικὴ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς στρεφομένη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§32ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς λέγετε αὐτό;
§33Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Σέβομαι τοὺς πάντας καὶ ἐκτιμῶ τοὺς πάντας. Ἐπειδὴ ὅμως ἔχω τὸ ἐλάττωμα νὰ θυμώνω ὀλίγον, καὶ αὐτὸς ὁ θυμὸς θὰ μὲ κάμῃ νὰ μὴ τελειώσω ποτέ, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε.
§34ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§35Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Ἔχω τὴν διάθεσιν νὰ εἴπω πολὺ ὀλίγα, διότι ἐπὶ 17 ἔτη τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ μου βίου ἤκουσα πολλὰς ἀγορεύσεις, ἀλλὰ δὲν ἔκαμα καμμίαν. Ἐγὼ ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα σοβαρὸν περὶ τῆς δικαστικῆς δράσεως ἐν Ἀθήναις, τὸ ὁποῖον ἀκόμη ἀπασχολεῖ τὴν κοινωνίαν, παράδειγμα σχετικὸν πρὸς τὰ ὡς λάθη θεωρούμενα τῶν δικαστῶν, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τῆς κοινωνίας θεωροῦνται λάθη, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι λάθη. Ἰδοὺ τὸ παράδειγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον κατὰ σατανικὴν σύμπτωσιν ἀναφέρεται εἰς τὴν δρᾶσιν τοῦ κυρίου Ζαβιτσάνου, ὡς ἀντεισαγγελέως ἐν Ἀθήναις. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἀποκαλύπτομαι πρὸ τοῦ συναδέλφου ἡμῶν ἐκ Κερκύρας κ. Ζαβιτσάνου καὶ τιμῶ τὸν ἀδαμάντινον χαρακτῆρά του. Τὸν ἐγνώρισα ἐν Κερκύρᾳ ὡς δικηγόρον, ὅπου ἐγὼ ἤμην εἰρηνοδίκης· ὑπάρχουν βεβαίως πολλοὶ ἐν Κερκύρᾳ ἔντιμοι καὶ ἀκέραιοι, δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω ἀνεπιφυλάκτως, ὅτι οὐδεὶς εἶναι ὑπέρτερος αὐτοῦ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω λοιπὸν τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ἐν σχέσει μὲ τὰ κατὰ τῆς Δικαιοσύνης παράπονα. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὸ θέρος τοῦ 1905 ἀπεβίωσεν ἐν Βιέννῃ ὁ συμβολαιογράφος Γαϊτᾶνος. Χιλιόδας πολλὰς εἶχον ἐμπιστευθῆ εἰς τὰς χεῖράς του διάφοροι πελάται του, μία δὲ σπεῖρα ἐπιτηδείων, ἐκ τῶν ὁποίων γέμουσιν αἱ Ἀθῆναι, τὸν περιέπλεξαν εἰς διαφόρους ἐπιχειρήσεις, καὶ ἔπρεπε νὰ ἀποθάνῃ ὁ συμβολαιογράφος ἐκεῖνος, ἵνα φανῇ ὅτι αἱ χιλιάδες εἶχον πετάξει. Ἐγένετο ἀνάκρισις κατὰ διαφόρων, καὶ τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως ὑπέβαλεν ὁ κ. Ζαβιτσᾶνος δι’ ἀπαλλακτικῆς προτάσεως ἐνώπιον τοῦ συμβουλίου, καὶ παμψηφεὶ τὸ συμβούλιον ἐδέχθη τὴν πρότασιν ἐκείνην, διότι ὁμολογουμένως ἡ πρότασις ἐκείνη ἠδύνατο νὰ ἀποτελέσῃ μέρος συγγράμματος ποινικοῦ. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε (δὲν ὁμιλῶ διὰ τοὺς ἁπλοῦς ἐκείνους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τὰς χιλιάδας των): ἐάν τις ἐξ ὑμῶν ἦτο θῦμα τοῦ Γαϊτάνου καὶ ἔχανε τὰς χιλιάδας του, θὰ ἐχειροκρότει τὸν κ. Ζαβιτσᾶνον προχθές; ὄχι βεβαίως. Καὶ ἐν τούτοις ἐπιστημονικῶς ἀποδεικνύεται καὶ εἶναι δεδικασμένον καὶ τὸ ἀπεδέχθη ὁλόκληρος ὁ ἐπιστημονικὸς κόσμος τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι τὸ ὡς σκάνδαλον καὶ λάθος θεωρηθὲν τότε δὲν δύναται νὰ ἀποδοθῇ εἰς βάρος τῆς δικαιοσύνης. Καὶ ἐν τούτοις ἡ κοινωνία ἐξακολουθεῖ νὰ βοᾷ. Πρὸς τί ἄλλα παραδείγματα; ἄλλα παραδείγματα κατὰ τῶν δικαστῶν τῶν ἄλλων Πρωτοδικείων τῶν Πατρῶν ἢ τῆς Λαμίας, τὰ ὁποῖα καταλογίζονται εἰς τὸ σῶμα τῶν δικαστῶν; Ἐνδέχεται νὰ συνέβη καὶ ἐκεῖ αὐτό, τὸ ὁποῖον συνέβη καὶ ἐν Ἀθήναις. Θεωρῶ λοιπόν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον σκοπιμώτατον καὶ λυσιτελέστατον καὶ διὰ τὴν ἐξυγίασιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ διὰ τὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι, ἐφ’ ὅσον παραδεχόμεθα ὅλοι, ὅτι ὑποβάλλονται ψευδεῖς μηνύσεις, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι χρειάζεται ἓν μέτρον, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν, ὅτι ὑπάρχει εἷς νόμος ἐναντίον του καὶ ὅτι πρέπει νὰ σέβηται καὶ τὸν νόμον, καὶ τὰς ἀρχάς, καὶ τὰ ἄτομα, πρὸ παντὸς δὲ νὰ σέβηται τὸν ἑαυτόν του καὶ μὴ προβαίνῃ εἰς πράξεις κακῆς πίστεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν μέρος τῆς συζητήσεως, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Σύλλογος, δὲν εἶναι ἐπιστημονικὸν Σωματεῖον, ἀλλ’ εἶναι πρὸ παντὸς πολιτικὸν Σῶμα, καί, ὅταν ἡ Κυβέρνησις προτείνῃ μέτρα τοιαῦτα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐπιμένει, καὶ τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς κυβερνητικὰ μέτρα, ἀποτελοῦντα μέρος τοῦ προγράμματος αὐτῆς, ὀφείλει νὰ παραδέχηται τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν διὰ τῆς πλειονοψηφίας της ὑποστηρίζῃ τὴν Κυβέρνησιν.
§36ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· σκοπὸς καὶ ἀντικείμενον τῆς Ποινικῆς νομοθεσίας παντὸς Κράτους καὶ πάσης Πολιτείας εἶναι γνωστὸν ποῖος εἶναι: ἡ πρόληψις τῶν ἀδικημάτων, ἡ τιμωρία αὐτῶν καὶ ἡ ἱκανοποίησις τῶν ζημιωθέντων. Ὅτι δὲ ἡ ἡμετέρα Ποινικὴ νομοθεσία δὲν προνοεῖ, δὲν προβλέπει περὶ τῶν τριῶν τούτων ἐπακριβῶς, πάντες ἐπίσης γινώσκομεν, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς τὸ ὡμολόγησε. Διὰ τοῦτο περιεμένομεν, ὅτι ὁ ἀνακαινιστὴς Ὑπουργός, εἰσηγούμενος διαφόρων νομοσχεδίων ἐπὶ τῆς ὄντως ἀτελοῦς καὶ ἀνεπαρκοῦς ἡμῶν νομοθεσίας, δὲν ἤθελε περιορισθῆ μόνον εἰς τὴν ὁμολογίαν ταύτην, ἀλλὰ συγκρίνων τὸν ἀτελέστατον παρ’ ἡμῖν Ποινικὸν Νόμον πρὸς τὰς ἐξόχους ποινικὰς νομοθεσίας ἄλλων Κρατῶν ἤθελε προσκομίσει ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ ἐθνικοῦ τούτου συνεδρίου νομοσχέδια θεραπεύοντα τὰς ἀτελείας ταύτας, καὶ συντελοῦντα ἀληθῶς καὶ ἀναμφηρίστως εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς ποινικῆς ἡμῶν δικαιοσύνης. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τοὐλάχιστον ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἴδομεν τοιαύτην τινὰ ἐνέργειαν αὐτοῦ. Βεβαίως τὸ ἔργον τοῦτο ἔχει ἀνάγκην καὶ χρόνου μακροῦ καὶ φροντίδων μακρῶν. Καὶ νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην τοῦ χρόνου δικαιούμεθα ν’ ἀποδώσωμεν τὴν βραδύτητα ταύτην ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι αἱ προσδοκίαι ἡμῶν θέλουσιν ἐκπληρωθῆ. Σκοπὸς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου κατὰ τὴν γνώμην καὶ κρίσιν τὴν ἐμὴν εἶναι διττός: τὸ μὲν ἠθικός, τουτέστι προνοεῖ πρὸς πρόληψιν τῶν ἀδικημάτων, τὸ δὲ ὑλικός, ἤτοι ταμιευτικός· προσπαθεῖ δηλαδὴ νὰ δημιουργήσῃ ἄλλους πόρους πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς δικαιοσύνης, ἢ καὶ ἄλλων ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Καί, ἐφ’ ὅσον μὲν ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἠθικός, δὲν θὰ ἠδυνάμην βεβαίως ἢ νὰ κηρυχθῶ κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ αὐτοῦ, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅμως, ὅτι θέλει γίνει δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἔχει σκοπὸν ταμιευτικόν, προσπαθεῖ δηλαδὴ νὰ δημιουργήσῃ πόρους πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἔστω καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς δικαιοσύνης, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ κηρυχθῶ κατ’ αὐτοῦ, διότι βλέπω, ὅτι τείνει οὐχὶ πρὸς περιορισμόν, οὐχὶ πρὸς μείωσιν τῶν μηνύσεων, ἀλλὰ τείνει πρὸς τὸν περιορισμὸν πολὺ σπουδαίου δικαιώματος: τοῦ ἀναφέρεσθαί τινα, καὶ δὴ περὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς ζωῆς αὐτοῦ, πρὸς τὴν τρίτην ἐκείνην ἀρχήν, τὴν τρίτην ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, τὴν δικαστικήν, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἀναμένει νὰ ἔχῃ ἀπέναντι τῶν φόρων, οὓς πληρώνει, πλουσιοπάροχον καὶ ἀφειδῆ. Ἠκούσαμεν πολλὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην περὶ τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν θέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι εἰς τὰ μέγαρα τῆς Θέμιδος ἐν Γερμανίᾳ εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν εἴσοδον Ἑλληνιστὶ τὸ ῥητόν: Ἑκάστῳ τὸ ἴδιον. Δυνάμεθα ἆρά γε νὰ εἴπωμεν τὸ αὐτὸ καὶ ἡμεῖς; Καὶ ἔχει ἆρά γε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν πεποίθησιν, ὅτι πραγματικῶς τὰ Δικαστήριά του καὶ οἱ δικασταί του ἀπονέμουν ἑκάστῳ τὸ ἴδιον; Ὡς βάσιν δὲ τῆς ἐργασίας του παρουσίασεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν στατιστικὴν ἐκείνην, τοὺς ἀριθμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῆ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι λίθοι καὶ πλίνθοι καὶ κέραμοι ἀτάκτως ἐρριμμένοι. Καὶ ἐνθυμεῖται βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, καθ’ ἣν ὥραν εἰσηγεῖτο τὸ νομοσχέδιον, διέκοψεν αὐτὸν ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ προχωρήσῃ, διότι οἱ ἀριθμοὶ ἐκεῖνοι δὲν ἦσαν ἱκανοὶ νὰ φωτίσουν οὔτε αὐτὸν οὔτε τὴν Βουλήν. Εἶναι δὲ καιρός, νομίζω, νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τοῦ Ὑπουργείου, ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι τοὐλάχιστον, νὰ δυνάμεθα νὰ εὑρίσκωμεν ἀσφαλῶς, ποῦ εἶναι τὸ ἔγκλημα καὶ πῶς δυνάμεθα νὰ τὸ προλάβωμεν ἢ νὰ τὸ τιμωρήσωμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀποδίδει εἰς τὴν πληθὺν τῶν ψευδῶν μηνύσεων τὸ πλῆθος τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, καὶ εὑρίσκει τόσον διεφθαρμένους παρ’ ἡμῖν τοὺς ἀγρότας, ὥστε δὲν ἔχουσι τίποτε ἄλλο, κατ’ αὐτόν, νὰ σκέπτωνται ἢ πῶς νὰ δημιουργῶσι καταγγελίας, καὶ τοῦτο, ὅπως μεταβαίνωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια τῶν ἐπαρχιῶν, ἵνα προσπορίζωνται τί, Κύριοι; τὰ μεγάλα ἐκεῖνα ποσὰ τῶν ὁδοιπορικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐπιδικάζει τὸ Δικαστήριον εἰς τοὺς μάρτυρας! Λησμονεῖ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις δικηγορεῖ ἐπὶ τόσα ἔτη, ὅτι ἀκριβῶς αὐτοὶ οἱ δεινῶς ὑπ’ αὐτοῦ κατασυκοφαντούμενοι ἀγρόται εἶναι καὶ οἱ ὑποφέροντες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς Δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν. Λησμονεῖ ὁποίαν πικρὰν πεῖραν τῶν παρ’ ἡμῖν Δικαστηρίων ἔχουσιν οἱ ἀγρόται, οἵτινες, καὶ ὅταν ἀναγκασθῶσι νὰ ὑποβάλωσι μήνυσίν τινα εἰς τὴν δικαιοσύνην τῆς πατρίδος των, γνωρίζουσιν ἐκ προηγουμένων παραδειγμάτων, ὅτι πρέπει πολλάκις νὰ ἀναμείνωσι μέχρι πέρατος τῆς ζωῆς των, ἵνα ἐκδικασθῇ ἡ ὑπόθεσίς των. Ἀλλ’ ἐλησμόνησε πάντα ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ τὸ σπουδαιότερον ἔλαβε τὴν ὅλως ἀντίστροφον ὄψιν τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀληθείας, καὶ ἔφθασεν εἰς τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθασεν. Θὰ ἠδύνατο ἴσως, Κύριοι, νὰ κριθῇ καὶ ὡς ἐντελῶς περιττὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι καὶ περὶ τούτου προβλέπει ὁ ἡμέτερος Ποινικὸς Νόμος. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 82 τῆς Ποινικῆς ἡμῶν Δικονομίας ἀναγράφεται, ὅτι «ὁ ἡττώμενος καταδικάζεται εἰς τὰ ἔξοδα» Θὰ ἠδυνάμεθα λοιπόν, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς πολυνομίας καὶ ἀντινομίας, ἥτις ἕνεκα τῶν πολλῶν καὶ ἀλληλοσυγκρουομένων νόμων μαστίζει τὸν τόπον μας, καὶ καταντᾷ νὰ λέγηται, ὅτι δὲν δύναται νὰ ζήσῃ τις ἐν Ἑλλάδι εἰμὴ μόνον ἐὰν εἶναι δικηγόρος ἢ βουλευτής, θὰ ἠδυνάμεθα, λέγω, νὰ μεταρρυθμίσωμεν, ἐπειδὴ δὲν ἐφαρμόζονται αὐτεπαγγέλτως ἐν Ἑλλάδι αἱ διατάξεις περὶ ψευδοῦς καταμηνύσεως, τὸ ἄρθρον 82 τῆς ἡμετέρας Ποινικῆς Δικονομίας. Ἀλλά, τέλος πάντων, ἀφοῦ εἰσήχθη τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀφοῦ ἐβασανίσθη τοσοῦτον ἡ Βουλή, καὶ ἀφοῦ κατ’ ἀρχήν, ὅπως δέχομαι καὶ ἐγώ, θέλει τοῦτο χρησιμεύσει πρὸς βελτίωσιν τῶν ἠθῶν, ἂς τὸ δεχθῶμεν καὶ ἂς τὸ ψηφίσωμεν. Ἀλλ’ ὅμως, πρὸς Θεοῦ, πῶς δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ νομοσχεδίου, καθ’ ἣν θὰ ἔχωσι δικαίωμα τὰ διάφορα δικαστικὰ συμβούλια νὰ καταδικάζωσιν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δίκης αὐτὸν τὸν δυστυχῆ μηνυτήν, διότι δὲν εἶχε τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις καὶ τὴν φρόνησιν νὰ δώσῃ τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν μήνυσιν; Μὴ δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! Γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι jus novit curia, ἤτοι ὅτι ὁ δικαστὴς γνωρίζει τὸν νόμον, ὁ δικαστὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ δώσῃ τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἰς μίαν πρᾶξιν. Ἐφονεύθη ποτέ, Κύριοι, ὁ σύζυγος πτωχῆς τινος γυναικός, καὶ ἡ χήρα ἀνέθηκεν εἰς ἐμὲ νὰ συντάξω τὴν μήνυσιν. Ἐχαρακτήρισα τὴν πρᾶξιν, ὡς ἦτο πραγματικῶς, ἀναίρεσιν, ἀλλὰ τὸ Δικαστήριον τῶν Κακουργιοδικῶν τὴν ἀναίρεσιν, ἐν τῷ δικαιώματί του, τὴν ἔκαμεν ἄδικον ἐπίθεσιν. Διότι λοιπὸν παρεμορφώθησαν ἴσως τὰ γεγονότα, πρέπει καὶ νὰ καταδικάζωμεν εἰς τὰ ἔξοδα τοὺς μηνυτάς; Γνωρίζετε πάντες, Κύριοι, τί βάσανα ὑφίσταται εἷς δικηγόρος, καὶ ὁ μᾶλλον πεπειραμένος, ὅταν πρόκειται νὰ δώσῃ τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἴς τινα ὑπόθεσιν. Τὴν μελετᾷ ὁ μηνυτής, τὴν μελετᾷ ὁ δικηγόρος, τὴν μελετᾷ ὁ εἰσαγγελεύς, παραπέμπεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ Συμβούλιον, καὶ ἐν τούτοις εἶναι γνωστὸν πόσαι μεταξὺ αὐτῶν ἀναφύονται διαφωνίαι πρὸς χαρακτηρισμὸν τῆς πράξεως. Καὶ θέλει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου διαφωνοῦσι πολλάκις κυρίως καὶ οἱ πεπειραμένοι δικασταί, νὰ τὸ γνωρίζῃ καὶ ὁ ἀγρότης καὶ πᾶς πολίτης Ἕλλην; Εἴθε νὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν. Ἀλλὰ δυστυχῶς νομίζω ὅτι ἀπέχομεν πολύ. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀπαλειφθῇ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἡ διάταξις, καθ’ ἣν καὶ αὐτὰ τὰ Πταισματοδικεῖα δύνανται νὰ καταδικάζουν εἰς τὰ ἔξοδα τὸν μηνυτήν. Καὶ ἄλλο τι ἐπίσης ἤθελον προτείνει εἰς τὴν Βουλήν, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θέλει γίνει δεκτόν: «νὰ μὴ ἔχῃ προηγουμένως καταδικασθῆ ὁ κατηγορούμενος, ἔστω καὶ ἐρήμην». Ἡ διάταξις αὕτη θὰ περιώριζε κατὰ τὴν γνώμην μου πολὺ τὰς ἐρημοδικίας. Πρὸς τούτοις τολμῶ νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς καὶ ἄλλην τινὰ γνώμην, νὰ ἐπιτρέπηται δηλαδὴ εἰς ὡρισμένου εἴδους ἐγκλήματα νὰ παρίσταται ὡς πολιτικὸς ἐνάγων ὁ μηνυτὴς δι’ ἁπλῆς δηλώσεως ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου. Τοῦτο πάντως ἤθελε συμβάλει εἰς τὴν διαφώτισιν τοῦ Δικαστηρίου, τοῦτο πάντως ἤθελε συμβάλει καὶ εἰς τὴν τιμωρίαν διαφόρων ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα διαφεύγουσι τὴν προσοχὴν τοῦ Δικαστηρίου. Ἐννοῶ δηλαδὴ νὰ παρίσταται πάντοτε ὁ μηνυτὴς καὶ ὁ κατηγορούμενος μὲ τὸν συνήγορόν του, διότι τοῦτο ἤθελε βεβαίως συντείνει εἰς πληρεστέραν διαφώτισιν τῆς δικαιοσύνης. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, κύριοι συνάδελφοι, ὅσα ἠκούσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς δὲν θέλει ἀποδώσει πολιτικὴν χροιὰν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ θέλει στέρξει εὐχαρίστως, ἵνα γίνωσι δεκταὶ τροπολογίαι ἀναγκαῖαι καὶ χρήσιμοι, συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα, τὰς βιοτικὰς ἀνάγκας καὶ τὸν κοινωνικὸν ἡμῶν χαρακτῆρα.
§37Σ. ΒΛΑΝΤΗΣ. Καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν προκειμένην ἠκροάσθην ἀξιοτίμων συναδέλφων ἀγορευσάντων ἐναντίον τοῦ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου. Ἐκτιμῶ τὸ κῦρος καὶ τὴν νομικὴν αὐτῶν ἀξίαν, ἀλλ’ ἀδυνατῶ νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην των, διότι τὸ νομοσχέδιον καὶ ἀπὸ τῆς θεωρητικῆς αὐτοῦ ἀπόψεως κρίνω ὀρθὸν καὶ δίκαιον, καὶ ἀπὸ τῶν πρακτικῶν αὐτοῦ ἀποτελεσμάτων ὠφέλιμον καὶ λυσιτελές. Καὶ ἀπὸ μὲν τῆς θεωρητικῆς ἀπόψεως, ὅταν, Κύριοι, ὁ μηνυτὴς δι’ ἑνὸς φύλλου χάρτου δύναται νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὸν ἄλλον τὴν διάπραξιν οἱασδήποτε ἀξιοποίνου πράξεως, καίπερ διατελῶν ἐν πλήρει γνώσει τῆς ἀθῳότητος αὐτοῦ, ὅταν δολίως παραμορφώνῃ τὰ πραγματικὰ περιστατικά, ὅταν παρεμβάλλῃ ἐν τῇ μηνύσει πρόσωπα ἐντελῶς ἀλλότρια καὶ ξένα πρὸς τὴν πρᾶξιν, πρόσωπα μὴ μετασχόντα ταύτης, μὴ δόντα συμβουλήν, μὴ λαβόντα κἂν γνῶσιν ταύτης, καὶ τοῦτο πράττει, εἴτε διότι ἐπιδιώκει τὴν ἐξόντωσιν ὁλοκλήρου τῆς οἰκογενείας τοῦ προσβαλόντος αὐτόν, εἴτε διότι ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποκλείσῃ ἐκείνους ἐκ τῶν ἀθώων μηνυομένων, οἵτινες θὰ ἠδύναντο, ἐξεταζόμενοι ὡς μάρτυρες, νὰ διαφωτίσωσι τὴν δικαιοσύνην, τί δικαιότερον, Κύριοι, εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, τί λογικώτερον, τί ὀρθότερον παρά, ἀφοῦ ὁ δόλιος αὐτὸς μηνυτὴς ἐξηνάγκασε τὰς ἀρχὰς νὰ ἐπιληφθῶσιν ἐρευνῶν καὶ ἀνακρίσεων ματαίων καὶ ὑπέβαλε τὸ Δημόσιον εἰς τὴν πληρωμὴν δαπανῶν πρὸς τοῦτο, τί δικαιότερον, λέγω, παρὰ νὰ καταδικασθῇ τοὐλάχιστον εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ἐκ τοῦ δόλου του ὑπέστη τὸ Δημόσιον; Διότι—καὶ πρέπει φρονῶ νὰ τονισθῇ τοῦτο εἰς ὅσους ἐκ τῶν κ. κ. συναδέλφων δὲν εἶναι νομικοὶ—δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ποινῆς· πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ Δημοσίου, δι’ ἄδικον ζημίαν προσγενομένην εἰς αὐτό. Περὶ τῆς ποινῆς προέβλεψαν ἄλλαι διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, αἱ διατάξεις περὶ ψευδοῦς καταμηνύσεως, αἵτινες εὐκταῖον ἴσως εἶναι νὰ διαρρυθμισθῶσι, καὶ εὐελπιστῶ ὅτι κατὰ τὴν ἀνακαίνισιν τὴν πλήρη τῆς νομοθεσίας ἡμῶν θὰ διαρρυθμισθῶσιν ἐπὶ τὸ ἐπιεικέστερον, ἵνα μὴ ἐφαρμόζηται εἰς αὐτάς, ὡς ἐπὶ τόσων ἄλλων διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ Γαλλικὸν λόγιον ὅτι: «αἱ λίαν αὐστηραὶ διατάξεις αὐτοκτονοῦσιν». Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῶν πρακτικῶν ἀποτελεσμάτων θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ἐνδεικνυόμενον ὡς χρήσιμον. Ὅσοι ἐξ ἡμῶν, Κύριοι, ἐνήσκησαν ἢ ἐνασκοῦσι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου γνωρίζουσιν ἐκ πείρας ὁπόση κατάχρησις τῶν ψευδῶν μηνύσεων γίνεται· ἐμὲ τοὐλάχιστον μακροχρόνιος τριακονταετὴς πεῖρα ἐδίδαξεν ὅτι, ἐὰν αἱ ἐντελῶς ψευδεῖς, αἱ ἐντελῶς ἀβάσιμοι καὶ ὅλως φαντασιώδεις μηνύσεις δὲν εἶναι σπάνιαι, σπανιώτατα ὅμως συμβαίνει ὁ μηνυτὴς νὰ μὴ παραμορφώσῃ τὰ γεγονότα, ὅπως δώσῃ εἰς τὴν πρᾶξιν βαρύτερον χαρακτηρισμόν, καὶ νὰ μὴ παρεμβάλῃ εἰς τὴν μήνυσιν πρόσωπα ἐντελῶς ἀλλότρια πρὸς τὴν πρᾶξιν. Κατὰ τῆς τοιαύτης καταχρήσεως δέον νὰ τεθῇ φραγμός, καὶ φρονῶ ὅτι ἐν μέρει τοὐλάχιστον τὸν φραγμὸν τοῦτον τίθησι τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν νομοσχέδιον. Δὲν φοβοῦμαι δέ, Κύριοι, ὅτι οἱ ἄδολοι καὶ εἰλικρινεῖς μηνυταὶ θὰ δειλιάσωσι νὰ καταγγείλωσι τὰς καθ’ ἑαυτῶν ἐνεργουμένας ἀξιοποίνους πράξεις, φόβῳ μὴ τυχὸν ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς δικαστικὰς δαπάνας, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ Δικαστήρια θὰ κάμωσι λίαν περιεσκεμμένην καὶ μεμελετημένην χρῆσιν τῆς ἐξουσίας, ἣν παρέχει αὐτοῖς τὸ νομοσχέδιον. Ὅσοι ἐξ ἡμῶν παρηκολουθήσαμεν τὰς ποινικὰς συνεδριάσεις, γνωρίζομεν ὅτι τὸ Δικαστήριον τὸ ποινικόν, κηρύσσον ἀθῷον τὸν κατηγορούμενον, δὲν προβαίνει συνήθως εἰς τὴν τοιαύτην κρίσιν, διότι πείθεται περὶ τῆς πλήρους ἀθῳότητος τοῦ κατηγορουμένου, ἀλλὰ προβαίνει εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν ἀκριβῶς, διότι δὲν πείθεται ἀκραδάντως περὶ τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ. Εἰς τὰς περιστάσεις λοιπὸν ταύτας, τῶν ἀμφιβολιῶν, βεβαίως τὸ Δικαστήριον οὐδέποτε θὰ καταψηφίσῃ τὰ ἔξοδα εἰς βάρος τοῦ μηνυτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Πρὸς τῇ πεποιθήσει τοῦ Δικαστηρίου περὶ τῆς πλήρους ἀθῳότητος τοῦ κατηγορουμένου ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ πεποίθησις αὐτοῦ ἡ ἀκράδαντος περὶ τοῦ δόλου τοῦ μηνυτοῦ. Μόνον λοιπὸν εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας, αἵτινες φρονῶ ὅτι δὲν θὰ εἶναι συχναί, μόνον εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας τῆς συνδρομῆς τῶν δύο αὐτῶν πεποιθήσεων θὰ ἐπιβάλληται ἡ δικαστικὴ δαπάνη εἰς τὸν ψευδῆ μηνυτήν. Ἐν τούτῳ, ἂν συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διαφωνῶ ἴσως πρὸς αὐτὸν ὡς πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν εὐεργετικῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης φρονῇ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς καὶ διὰ τοῦ ἄλλου συναφοῦς περὶ ἐρημοδικιῶν, θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια ἡ πλήρης ἐνημερότης, ἐγώ, Κύριοι, δὲν τολμῶ νὰ τὸ ἐλπίσω. Ἡ πλήρης ἐνημερότης θὰ ἐπέλθῃ, ὅταν ἐν Ἑλλάδι βελτιωθῇ τὸ ἀνακριτικὸν σύστημα, καὶ ἐν τούτῳ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ ὅσα προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διεξετραγώδησε διαπρεπὴς φίλος μου, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς κ. Ζαβιτσᾶνος, συμφωνῶ, λέγω, μὲ ὅσα ἐξέθηκε περὶ τῆς ἀθλίας καταστάσεως τοῦ ἀνακριτικοῦ ἡμῶν συστήματος· ἀλλὰ διαφωνῶ καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν διαπρεπῆ φίλον μου ὡς πρὸς τὸ δυνατόν, ἐν τῷ παρόντι τοὐλάχιστον, τῆς βελτιώσεως τοῦ ἀνακριτικοῦ συστήματος, διότι τὸ ἀνακριτικὸν ζήτημα, ὅπως τόσα ἄλλα ζητήματα ἀτελείας διοικητικῆς, δικαστικῆς, τελωνειακῆς καὶ καθεξῆς, ἐν Ἑλλάδι εἶναι, νομίζω, ζήτημα οἰκονομικόν, καὶ ἴσως εἶναι ζήτημα κοινωνικῶν ἠθῶν. Ὅταν ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, ἢ ἐν Ἰταλίᾳ, ἔνθα κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ ἀνάκρισις ἔχει φθάσει εἰς τὸ ὑπέροχον σημεῖον τῆς τελειότητος, ὅταν ἐκεῖ ὁ ἀνακριτὴς ἐπιλαμβάνηται τῆς ἀνακρίσεως ἑνὸς φόνου ἢ οἱουδήποτε ἄλλου ἀδικήματος σοβαροῦ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ μέχρι τῆς ἀποπερατώσεως τῆς ἀνακρίσεως, ὁ ἀνακριτὴς ἐκεῖνος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τίποτε ἄλλο. Ἀλλ’ ὁ ἀνακριτὴς ἐκεῖνος ἔχει ἄλλα τρία σπουδαῖα βοηθήματα· τὰς πρώτας ἐνδείξεις τοῦ ἀδικήματος τὰς ἔχουσι περισυλλέξει ἤδη ἀστυνομικοὶ ὑπάλληλοι, ὁποῖοι, θὰ εἴμεθα λίαν εὐτυχεῖς, ἐὰν ἦσαν οἱ τακτικοὶ ἀνακριταὶ ἐν Ἑλλάδι, καὶ αὐτοὶ ἔχουσιν ἤδη ἐξασφαλίσει τὰ πρῶτα ἴχνη τοῦ ἐγκλήματος καὶ ὁ ἀνακριτὴς δὲν ἔχει παρὰ νὰ συμπληρώσῃ καὶ ἐπιστεγάσῃ τὸ ἔργον του. Ἀλλ’ ὁ ἀνακριτὴς ἐκεῖνος ἔχει συγχρόνως ἄλλο βοήθημα. Ἔχει τοὺς φιλονόμους πολίτας, οἵτινες αὐθορμήτως προσέρχονται εἰς τὸ ἀνακριτικὸν γραφεῖον, ἵνα ἀνακοινώσωσιν εἰς αὐτὸν πᾶν ὅ,τι σχετικὸν γνωρίζουσι μὲ τὸ ἔγκλημα, ἀντιθέτως πρὸς ὅ,τι συμβαίνει ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα ἡ ἀντίληψις ἡμῶν εἶναι ὅτι ἡ τοιαύτη αὐθόρμητος ἀνακοίνωσις ἀποτελεῖ οἱονεὶ προδοσίαν. Ἔχει ἐπὶ πλέον ὁ ἀνακριτὴς ἐκεῖνος καὶ τὸ ἄλλο βοήθημα, ὅτι δύναται νὰ προβῇ ἀνεξελέγκτως σχεδὸν καὶ ἀφειδῶς εἰς οἱανδήποτε δαπάνην, ἐνῷ ὁ ἡμέτερος ἀνακριτὴς ὄχι μόνον δὲν τολμᾷ νὰ δαπανήσῃ 10 δραχμάς, ὁσάκις νομίζει ὅτι ἀναγκαιοῦν πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς ἀληθείας, ὄχι μόνον δὲν βοηθεῖται παρ’ οὐδενός, οὔτε παρὰ τῆς ἀστυνομίας, οὔτε παρὰ τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ὅταν εἰσέρχηται εἰς τὸ γραφεῖον του καὶ εὑρίσκῃ ἐκεῖ ἑκατοντάδας, συνηθέστατα δὲ καὶ χιλιάδας, ποινικῶν δικογραφιῶν, αἵτινες ἀπὸ αὐτὸν καὶ μόνον περιμένει νὰ περατωθῶσι, ἐνῷ ἔξωθι τοῦ γραφείου του ἀναμένουσιν εἰκοσὰς μαρτύρων, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ἐκάλεσε πρὸς ἐξέτασιν, οὐχὶ σπανίως συμβαίνει ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν νὰ τὸν καλῇ, διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ Δικαστήριον εἰς τὴν πολιτικὴν συνεδρίασιν. Ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν πιστεύω ὅτι δι’ αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων συναφῶν θὰ ἐπέλθῃ ἡ πλήρης ἐνημερότης, ἀλλά, ἂν δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς αὐτήν, τοὐλάχιστον θὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὴν ἐνημερότητα, καὶ εἶναι σπουδαῖον κέρδος, Κύριοι, ἔστω καὶ ἡ προσέγγισις εἰς τὴν ἐνημερότητα. Διότι μόνον ὅταν ἡ ποινὴ ἐπιβάλληται ἐνόσῳ εἶναι ἀκόμη ζωηρὰ ἡ ἐντύπωσις τῶν πολιτῶν ἐκ τῆς διασαλεύσεως τῆς ἐννόμου τάξεως διὰ τοῦ ἀδικήματος, τότε μόνον ἐπιτυγχάνεται τὸ ἀποτέλεσμα, εἰς ὃ ἀπέβλεψεν ὁ θεσπίσας ταύτην νομοθέτης. Περαίνων, κύριοι Βουλευταί, τὸν λόγον, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν ἀνέφερα πάντα τὰ ἀνωτέρω, ἵνα σᾶς διδάξω, διότι δύνασθε ὅλοι νὰ μὲ διδάξητε. Ἠθέλησα ὅμως νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι μετὰ τὰς χθεσινὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἐπειδὴ ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐπὶ δικαστικῶν νομοσχεδίων ἡ συζήτησις πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε εὐρεῖα, μετὰ τὰς δηλώσεις ἐκείνας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἠθέλησα νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ὑπερψηφίσω τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα μὴ νομισθῇ ὅτι ὑπερψηφίζω αὐτοῦ μόνον κατόπιν τῶν δηλώσεων ἐκείνων.
§38Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος, τὰς ὁποίας κατὰ βάθος συμμερίζομαι, ἐμελέτησα τὸ ὑποβληθὲν καὶ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διαπνεόμενος ἐκ τοῦ διακαοῦς πόθου νὰ προσφέρω τὰς δυνάμεις μου εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γνωμῶν τούτων κατέληξα εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν τιμὴν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιον ὑμῶν, φρονῶν ἀδιστάκτως, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ στοιχειώδη ὑποχρέωσιν καὶ ἀπέναντι τοῦ τόπου καὶ ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προφανῶς ζητοῦσα τὴν συνεργασίαν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν φίλων αὐτῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιθυμῇ, ὅπως οὗτοι ἐκφράζουν γνώμας ἀντιθέτους ἐκείνων, τὰς ὁποίας πραγματικῶς ἔχουν, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἥκιστα φιλελεύθερον καὶ συνᾷδον πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν φιλελευθέρων ἀρχῶν, ἀφοῦ μάλιστα αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις ἐδήλου, ὅτι τὴν τελευταίαν βάσανον τὰ νομοσχέδια της ἔδει νὰ ὑποστῶσιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Τὸ ἀντίθετον, Κύριοι, θὰ ἦτο καὶ ὑποκριτικὸν καὶ δυσάρεστον βεβαίως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ἥκιστα δὲ φιλικὸν πρὸς αὐτήν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι στάσις φιλικὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑποδεικνύει τὴν λῆψιν μέτρων ἀντιθέτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα φρονεῖ ὁ δηλῶν, ἔστω καὶ ἂν ταῦτα θεωρῇ ἀσύμφορα καὶ ἄδικα. Παραδόξως ὅμως, κύριοι Βουλευταί, χθὲς βράδυ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁμιλῶν ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ἐδήλωσεν ὅτι τὴν ἀρχὴν τῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβεβλημένων νομοσχεδίων θεωρεῖ ὡς συνδεομένην πρὸς τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως, διότι, εἶπε, τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἀποτελοῦν ὁλοκληρωτικὸν μέρος τοῦ ὅλου ἀνορθωτικοῦ τῆς Κυβερνήσεως ἔργου. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἐξεπλάγην πρὸ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς, ἥτις ἵσταται εἰς ἄκραν ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος, καὶ λέγω, ὅτι ἐξεπλάγην κυρίως, διότι αὐτὰ ἐλέγοντο ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ μετὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐννοήσω, κύριοι Βουλευταί, πῶς ἐπετρέπετο εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ φρονῇ καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ, ὅτι ὡρισμέναι τροποποιήσεις εἰδικῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἢ τῆς ποινικῆς ἐν γένει νομοθεσίας ἀποτελοῦν ὅρον τῆς παραμονῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἄλλως τε, Κύριοι, καὶ ὁ τρόπος, ὁ ὁποῖος ὑπεδείχθη εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οὗτοι θὰ ἠδύναντο νὰ ὑποβάλουν ὡρισμένας τροπολογίας κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν σχετικῶν ἄρθρων, χωρὶς νὰ ἀμφισβητήσωσι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ τρόπος οὗτος δὲν ἦτο συνεπὴς πρὸς αὐτὴν τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν ἔθετο ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν ἦτο συνεπὴς ὁ τρόπος αὐτός, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διότι ἡ ὑποβολὴ μιᾶς ἢ πλειόνων τροπολογιῶν συντελοῦν ἀναμφισβητήτως εἰς τὴν μετατροπὴν αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, ἂν φέρ’ εἰπεῖν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ μέτρῳ καὶ τῇ ὁδῷ, τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ἡ Κυβέρνησις, ἤθελον ὑποστηρίξει ὡρισμένην τροπολογίαν καὶ ἤθελον ἐπιμείνει εἰς αὐτήν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐπιφυλάσσεται εἰς ἑαυτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐγκρίσεως τῆς τοιαύτης τροπολογίας, ἐκ τῶν ὑστέρων δὲν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἐρωτῶ, ποία θὰ ἦτο ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἀπέναντι τῶν φίλων αὐτῆς καὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἀκολουθῇ τὴν ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἡ ἰδία Κυβέρνησις διέγραψεν; Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι ἡ θέσις μου ὡς Βουλευτοῦ καὶ ὡς πιστοῦ ὀπαδοῦ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καθίσταται λίαν δυσχερής, διότι ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ ἄρω τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ἀπόλυτον, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὁμολογῶ καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι αὕτη ἐπιτελεῖ τὸν προορισμόν, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθη, πιστῶς καὶ κατὰ γράμμα κατὰ τὰ λοιπά. Καὶ βεβαίως ἡ θέσις μου εἶναι δυσχερής. Ἀλλὰ τίθεμαι, Κύριοι, πρὸ τοῦ διλήμματος, ἂν εἶναι δίκαιον ἐγὼ νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφόν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κρίσιν μου ὀφείλει καὶ δέον νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἀρχήν, ἢ πρέπει νὰ ἀρνηθῶ τὰς ἀρχάς μου, τὰς ὁποίας ἐξεδήλωσα καὶ νὰ ψηφίσω παρὰ πεποίθησιν νομοσχέδιον, ἀρνούμενος οὕτω τὸν ἑαυτόν μου. Τὸ δίλημμα εἶναι πολὺ σοβαρόν, διότι οὔτε τὸν ἑαυτόν μου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶ, οὔτε τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταψηφίσω, καὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους δηλῶ ὅτι ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ ταύτῃ θέλω ἀρνηθῆ ψῆφον, ἀδιαφορῶν τελείως διὰ τὴν σημασίαν, ἡ ὁποία ἤθελε δοθῆ εἰς τὴν ἄρνησιν ταύτην. Διότι, Κύριοι ἐγὼ ἐν πεποιθήσει φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ὀφείλει νὰ παραμένῃ ἐν τῇ ἀρχῇ, διότι ἐπιτελεῖ πιστῶς καὶ κατὰ γράμμα τὴν ἐντολὴν δι’ ἣν ἐκλήθη. Δηλῶ δὲ ὅτι ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω πρόσωπα, ἀλλ’ ἀρχάς, καὶ θὰ ἐξακολουθήσω ὑποστηρίζων αὐτὰς καὶ ἑπομένως καὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι πέποιθα, ὅτι αὕτη δὲν ἀπεμακρύνθη τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, τοὐλάχιστον ἐν τῷ συνόλῳ, τὰς ὁποίας ἐπιδιώκει καὶ ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ εὐδαιμονία τοῦ ἔθνους.
§39ΚΩΝ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἴσως μετὰ τὰ ὑπὸ τόσων λεχθέντα, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ εἰσαχθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομοσχεδίου πρὸς συζήτησιν θὰ ἦτο περιττὸς πᾶς λόγος καὶ γνώμη προερχομένη ἐξ ἐμοῦ. Ἀλλὰ θεωρῶ ἐπιβεβλημένον καθῆκον, καθῆκον τὸ ὁποῖον ἔχω πρὸς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύω, ὡς πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τοῦ συνεδρίου, διὰ τὴν ἀνορθωτικὴν ἐργασίαν, δι’ ἣν προωρίσθημεν, νὰ λάβω τὸν λόγον, τοσούτῳ δὲ μᾶλλον, καθ’ ὅσον νομοσχέδιον, οἷον τὸ παρὸν ὑπὸ συζήτησιν, δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξεν ὁ λαὸς τὰς ἐλπίδας του, δὲν εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν ἀνόρθωσιν, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα στρέφονται κατὰ τοῦ λαοῦ, οὐδ’ ἐξ αὐτοῦ παρίστατο ἀνάγκη νὰ ἄρξηται ἡ ἀνορθωτικὴ ἐργασία τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἄλλοθεν, καὶ δὴ ἐκ τῶν ἄνω. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ὅπερ ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὑπέβαλε πρὸς περιστολὴν τοῦ ἐκ ψευδῶν μηνύσεων κακοῦ, στηρίζει εἰς ὑπολογισμοὺς ἐπὶ ἀποφάσεων ἀθωωτικῶν συνεπείᾳ ψευδῶν δῆθεν μηνύσεων, ὡς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐπάγεται. Ἀλλ’ ἐσφαλμένως καὶ ἀτόπως συνήγαγε τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους ὁ κ. Ὑπουργός. Ἡ παρατηρητικότης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἡ ἐγνωσμένη νομομάθεια ἔπρεπε νὰ προβλέψωσιν, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον δὲν θὰ τείνῃ εἰς καμμίαν βελτίωσιν τῆς κοινωνικῆς καὶ πολιτειακῆς καταστάσεως καὶ οὐδαμῶς εἰς διάπλασιν τῶν ἠθῶν τοῦ λαοῦ, ὡς ἀσμένως ἰσχυρίζεται ἐν τῇ ἐκθέσει ὅτι θέλει συμβῆ. Δὲν εἶναι δὲ οὐδαμῶς συντελεστικὸν τοῦ σκοποῦ, ὃν ὁ νομοθέτης ἐπιδιώκει, διότι οὐ μόνον δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς παροχῆς τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ θὰ ἐπιδεινώσῃ ἔτι περισσότερον τὴν κοινωνικὴν καὶ τὴν ὑπὸ τῆς Δικαιοσύνης καταδίωξιν ἐντονώτερον τῶν ἀδικουμένων πολιτῶν. Ἴσως ὑπελόγισε, καὶ πολὺ εὐλόγως, ὅπως περιστείλῃ τὴν ὁρμὴν τοῦ λαοῦ πρὸς τὰ Δικαστήρια, ὅπως ἐλαφρώσῃ καὶ ἀπαλλάξῃ τὴν Δικαιοσύνην ἀπὸ ἐνοχλήσεις, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ. Ἀλλ’ ἔδει νὰ προβλέψῃ, ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ, ὃν θέτει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τοῦ τοιούτου φάσματος, ὅπερ πρὸς τοὺς μηνυτὰς ἐπαπειλεῖ, τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων ἐν περιπτώσει ἀθῳώσεως τοῦ κατηγορουμένου, διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ, λέγω, περιφρουρεῖ καὶ περικλείει, ὡς μὴ ἔδει, τὴν Δικαιοσύνην ἐντὸς κλωβοῦ σιδηροφράκτου. Ἐκ τοῦ ἐγκλεισμοῦ δὲ τούτου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς στερήσεως ἐλευθέρας καὶ ἀφόβου προσφυγῆς τῶν ἀτόμων εἰς αὐτὴν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντικρύσῃ ἕτερον μέγιστον κακόν, ὅπερ ἀναγκαίως θέλει προκύψει ἐξ αὐτῶν, θὰ παραστῇ πρὸ τοῦ θεάματος, καθ’ ὃ ἡ Δικαιοσύνη τοῦ Κράτους θὰ τρέχῃ ὄπισθεν τῶν ἀτόμων εἰς τὰ ὄρη καταδιώκουσα πλέον αὐτὰ διὰ κακουργήματα καὶ χειροδικίας. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν καλῶς, ὅτι περιοριζομένου τοῦ Ἕλληνος οὕτως εἰς τὸ νὰ καταφεύγῃ εἰς τὸ Δικαστήριον, ὅπως ζητήσῃ κατὰ πάσης ἀδικίας τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ καταπέλτου τοῦ νόμου, ἐξ ἀδυναμίας ἀποδεικτικῶν μέσων ἑνὸς κακουργήματος οἱουδήποτε ἢ ἑνὸς πταίσματος ἢ πλημμελήματος, θὰ μείνῃ ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ ἄσπονδον τὸ μῖσος τῆς ἀντεκδικήσεως, καὶ θὰ παραστῶμεν πρὸ τῆς συχνῆς συγκρούσεως τῶν πολιτῶν πρὸς ἀλλήλους, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι δυνατὸν καὶ βέβαιον νὰ συμβῇ καὶ μὲ τὸν φορολογικὸν αὐτὸν τοῦ νομοσχεδίου τύπον, λόγῳ τοῦ εὐεξάπτου καὶ ὀξέος χαρακτῆρος τοῦ Ἕλληνος. Δὲν δύναται κανεὶς ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀνάγκην τὴν ἀνεγνωρισμένην, ὅτι, ὡς σήμερον ἐν τῇ ποινικῇ Δικαιοσύνῃ ἔχουσι τὰ πράγματα, ἡ πληθώρα τῶν πολλῶν μηνύσεων καὶ ἡ μεγάλη ἀπασχόλησις τῆς Δικαιοσύνης ἐξ αὐτῶν βραδύνουσιν, ἂν μὴ καθιστῶσι προβληματικὴν τὴν ἀπονομὴν ταχέως τοῦ δικαίου πρὸς πάντας τοὺς πολίτας. Ἀλλ’ ὡς τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπιψήφισιν, ὅπως καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, δὲν δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀνορθωτικὴν ἐργασίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐκλήθημεν πάντες ἐδῶ, ὅπως συντελέσωμεν. Δι’ αὐτὸ ἀναμιμνήσκομαι καὶ ἄλλων πολλῶν εἰσηγησαμένων γνώμην σπουδαίαν, τῆς ὁποίας ἔπρεπε τὴν συμβολὴν ἐπ’ ἀγαθῷ νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ τόσον αἰσθητὴν ἔλλειψιν ἐν τῇ ἠθικοποιήσει τοῦ λαοῦ δυνάμενον νὰ πληρώσῃ, τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ὅπερ βεβαίως ἀπὸ ὀρθῆς καὶ ἀγαθῆς καὶ εὐλόγου προθυμίας δύναταί τις νὰ ἐπιζητήσῃ ὅπως καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης μεταβολῆς καὶ τροποποιήσεως, ὥστε δίκαιον καὶ ἐπιβεβλημένον εἶναι, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπείαν, καὶ μετὰ τοῦτο ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν, καί, εἰ δυνατόν, μετὰ συναφῶν νομοθετημάτων ἁπλουστέρων διατυπώσεων διὰ τὴν ἀνάκρισιν. Ἴσως φανῶσιν ὑμῖν παράδοξα ταῦτα, Κύριοι. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δύναται νὰ ἰσχυρίζηται τὸ ἀλάθητον τοῦ Πάπα, προκειμένου μάλιστα νὰ ἐπιθυμῶμεν πάντες, ὅπως βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ἡμῶν. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις τόσον πεισμόνως ἐπιμένει, ὡς χθὲς ἔθεσε τὸ ζήτημα εἰσηγούμενος ἕτερα νομοσχέδια, εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νόμου τοιούτου ὡς σχετικοῦ μὲ τὴν ἀνορθωτικὴν ἐργασίαν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ νομίζῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος θὰ καταδειχθῇ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐπιβλαβὴς καὶ ἀτελέστατος, καὶ θὰ κλονίσῃ σπουδαίως τὴν κοινωνίαν. Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ τῆς νομικῆς αὑτοῦ ἐπιβολῆς ἀγόμενος ἐνόμισεν, ὅτι νομοθέτημα, οἷον τὸ παρόν, προϊόν μελετῶν μακρῶν, ὡς δὲν ἀμφισβητοῦμεν, δύναται καὶ πρέπει νὰ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους ἀσυζητητί, διότι θ’ ἀποβῇ ὠφέλιμος τῇ Πολιτείᾳ. Νομίζω ὅμως ὅτι ὁ προορισμὸς καὶ ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν ἐνταῦθα δὲν εἶναι ν’ ἀποδεχώμεθα ἀσυζητητὶ τὰς γνώμας τῶν ἄλλων· οὐδ’ εἶναι σύμφωνον τοῦτο πρὸς τὴν ἐργασίαν τῶν κοινοβουλευτικῶς νομοθετούντων Κρατῶν. Ἄλλως δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Κανονισμὸς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὅστις προνοητικῶς συνιστᾷ τὰς διαφόρους ἐπιτροπείας, δὲν θὰ εἶχε οὐδένα σκοπόν, ἂν δὲν ἐπέτρεπε νὰ συνιστῶνται ἐπιτροπεῖαι, αἵτινες διὰ τῆς ἐνδελεχοῦς καὶ λεπτομεροῦς ἐξετάσεως καὶ ἀκριβεστέρας ὑπὸ τρίτων ἐξελέγξεως καὶ κρίσεως τῶν διαφόρων νομοσχεδίων καθιστῶσι ταῦτα τελειότερα καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐγγύτερον τείνοντα εἰς πλήρωσιν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκουσι. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπόν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι πάντες οἱ ἐνταῦθα ὀρθῶς φρονοῦντες καὶ πάντες οἱ ἱκανῶς γνωρίζοντες τὰ πράγματα τῆς Δικαιοσύνης θέλουσι συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἐν τῷ σκοπῷ διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς καὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὑπέβαλεν αὐτό, παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπείαν, καὶ γίνῃ ἡ ἀπαιτουμένη καὶ ἀναγκαία προεπεξεργασία αὐτοῦ. Ἄλλως ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον, πιεστικὸν τῆς ἐλευθερίας τῶν ἀδικουμένων πολιτῶν καὶ καταδήλως φορολογικὸν αὐτῶν τούτων ἐπίσης, θέλω καταψηφίσει ὡς οὐδαμῶς συνᾷδον πρὸς τὸν ἀνορθωτικὸν καὶ ἐξυγιαστικὸν προορισμὸν τῆς ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ κατ’ ἐλάχιστον συντελεστικὸν εἰς τὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν ἀδικημάτων, ἐξ ὧν αἰτιολογεῖται.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρίδης ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς πάντοτε.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται, παραιτεῖται.
§42Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς παραπομπῆς ἢ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§43ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Δύο λέξεις θὰ εἴπω.
§44Γ. ΠΩΠ. Παρενέπεσε κἄποια πρότασις· ἐπ’ αὐτῆς θὰ ὁμιλήσητε;
§45ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ὄχι.
§46ΑΝ. ΚΑΦΕΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον θὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς.
§47Γ. ΠΩΠ. Διατί τὸ θεωρεῖτε περιττὸν νὰ ἐρωτήσητε;
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπόδειξις ἐγένετο. Δὲν ὑπεβλήθη πρότασις περὶ παραπομπῆς εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὁ κ. Παπαναστασίου συνέστησεν, ὅτι πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ πρότασις δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Προεδρεῖον. Ἐξακολουθεῖ λοιπὸν ἡ συζήτησις.
§49ΑΡ. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῶν ἀναπτυχθεισῶν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀντιρρήσεων κατεδείχθη ὅτι ἡμεῖς οἱ ἀναπτύξαντες τοὺς ἐνδοιασμούς, τοὺς ὁποίους εἴχομεν περὶ τῆς χρησιμότητος τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἢ μᾶλλον τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσιν ἐξ αὐτοῦ, δὲν ἦτο οὐδαμῶς ἀνάγκη νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι τὰ Δικαστήριά μας εὑρίσκονται εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ὡς ἐγένετο παρά τινων. Νομίζω δὲ ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω, διότι δὲν ἦτο τὸ ζήτημα ἂν εἶναι τὰ Δικαστήρια εἰς τοιαύτην ἢ τοιαύτην κατάστασιν, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω οὔτε ἁρμοδιότητα νὰ ὁμιλήσω, διότι ὑπάρχει ἐνταῦθα ἄλλος ἁρμοδιώτερος, ὁ ἐπίσημος ἀντιπρόσωπος τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ τὸ ἑξῆς: ποία εἶναι τῆς κοινωνίας ἡ ἰδέα περὶ Δικαστηρίων. Ἡμεῖς ἐδῶ δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καλὴν σχετικῶς ἰδέαν, καὶ ὑποθέτω, ὅτι οἱ περισσότεροι ἔχουσι τὴν ἰδέαν αὐτήν, διότι πραγματικῶς κἄτι συνεκράτησαν τὰ Δικαστήρια αὐτά, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετασθῶσιν. Ἀλλὰ τί κάμνομεν, Κύριοι, τὸν λαόν, τὸν μικρὸν λαόν, ὁ ὁποῖος συνήθισε νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὰ Δικαστήρια, ἰδίως εἰς τὰ κατώτερα, μετὰ δυσπιστίας ὄχι ἀδικαιολογήτου; Ὅταν ἔβλεπε τὸν εἰρηνοδίκην, τὸν πταισματοδίκην, ὄργανον τοῦ ἰσχυροῦ τῆς ἡμέρας, ὅταν ἐδίκαζεν οὗτος κατὰ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὸν παριστάμενον ἀντιπρόσωπον τοῦ ἰσχυροῦ, ποίαν ἰδέαν θέλετε ἡ κοινωνία νὰ μορφώσῃ περὶ τῆς δικαιοσύνης; Ἐδῶ εἶναι λοιπὸν τὸ ζήτημα, ἐδῶ εἶναι οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους διαβλέπω, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ προσέξωμεν ποίαν ἐντύπωσιν τὸ νομοσχέδιον θὰ κάμῃ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς τὴν παρακώλυσιν τῶν μηνύσεων διὰ τῆς ἀπειλῆς τῶν μηνυτῶν διὰ τῶν ἐξόδων. Καὶ ἤκουσα ἄλλον λέγοντα ὅτι, πῶς τὰ Δικαστήρια, εἰς τὰ ὁποῖα προσφεύγει καθ’ ἡμέραν ὁ πολίτης δι’ ἄλλα πολὺ μεγαλείτερα συμφέροντα, δὲν θὰ παρεῖχον ἐγγύησιν διὰ τόσον μικρὸν πρᾶγμα, καὶ θὰ παρακωλυθῇ νὰ προστρέξῃ εἰς αὐτὰ ὁ ἀδικηθείς, φόβῳ τῆς καταψηφίσεως, ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως, τῶν δικαστικῶν ἐξόδων; Πρῶτον, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀδικηθέντος μόνον διὰ νὰ σκεφθῶμεν, ὅτι, καθὼς ἐκεῖνος, ὅστις ἀδικούμενος προσέρχεται εἰς τὸν εἰρηνοδίκην διά τινα πολιτικὴν ὑπόθεσιν, ἀφήνων κατὰ μέρος πάντα δισταγμόν, οὕτω θὰ προστρέξῃ καὶ εἰς τὸν ποινικὸν δικαστήν, ἀφοῦ ὅλος ὁ κίνδυνος εἶναι νὰ καταδικασθῇ εἰς 5– 10–20 δραχμάς, καθόσον, ὡς γνωστόν, τὸ ἡμέτερον δικονομικὸν ποινικὸν σύστημα προκαλεῖ τοὺς πολίτας ὅλους νὰ γίνωσι μηνυταί, τοῖς τὸ ἐπιβάλλει ὡς ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, εἰς μερικοὺς μάλιστα καὶ ἐπὶ ποινῇ, καὶ κατόπιν, Κύριοι, νὰ ἔρχηται ἡ ἰδία ἡ Πολιτεία νὰ τοῖς λέγῃ ὅτι: προσέξατε καλά, διότι ἐγὼ ἡ ἰδία θὰ σᾶς τιμωρήσω! Μὰ εἶναι αὐτό, φρονῶ, ὡς νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι, ἐνῷ ἐγώ, προκειμένου νὰ ταξιδεύσω ἀναχωρῶν ἀπὸ τὴν οἰκίαν μου, τὴν ὁποίαν ἐκλείδωσα, ἐπικαλοῦμαι τὴν συνδρομὴν τῶν γειτόνων καὶ τοῖς λέγω: ὡς γείτονες ὅπου εἶσθε, νὰ ἔχητε κἄποιαν προσοχὴν δι’ αὐτήν. Συγχρόνως νὰ τοῖς προσθέτω: προσέξατε ὅμως καὶ εἰς τοῦτο· μάθετε ὅτι ἐγὼ εἶμαι αὐστηρός, ὅτι ἐγὼ δὲν συγχωρῶ εὐκόλως, καὶ ἐὰν τυχὸν ἀπὸ ζῆλόν σας τύχῃ καὶ μὲ ἐμπλέξητε εἰς καμμίαν κατηγορίαν, εἰς κανὲν παράπονον κατά τινος, ἄ! βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν θὰ τὰ περάσητε καλὰ μαζί μου! Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἠδύνασθε νὰ ἀποτρέψητε μὲ καλλίτερον τρόπον τοὺς γείτονάς σας καὶ νὰ τοὺς κάμητε τελείως ἀδιαφόρους ἢ μᾶλλον νὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ ἀποστρέψωσι τὸ πρόσωπον ἀπὸ τὴν οἰκίαν σας παρὰ λέγοντες τοιοῦτόν τι; Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν του ἐν μέρει τοῦτο κάμνει: λέγει εἰς τοὺς μηνυτάς, τοὺς ὁποίους προκαλεῖ ἡ Δικονομία, ὅτι: τρέχετε κίνδυνον μέγαν καὶ δέον νὰ εἶσθε προσεκτικοί. Ἐνῷ, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς περιώριζε τὴν εὐθύνην μόνον προκειμένου περὶ δόλου, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο διαφορετικόν. Ἀλλά, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, περιλαμβάνει καὶ τὴν ἀμέλειαν, δίδει δὲ τὸ αὐτὸ δικαίωμα τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων καὶ εἰς τοὺς πταισματοδίκας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται οὐδεὶς ἀπολύτως νὰ δεχθῇ. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι τὸ καλόν, τὸ ὁποῖον ἐπαγγέλλεται τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ διὰ τὴν κοινωνίαν ψηφιζόμενον πρέπει νὰ τὸ προφυλάξωμεν ἀπὸ τὰ ἄτοπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται νὰ ἐξοκείλῃ, ἂν ἐψηφίζετο ὡς ἔχει. Ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἶπον, ὅτι δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν μὲ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμελείας εἴτε μικρᾶς εἴτε μεγάλης, νὰ διατυπωθῇ δὲ μόνον εἰς αὐτὸ ὁ δόλος, ὅταν ἀποδειχθῇ δηλαδή, ὅτι ἡ μήνυσις ἐγένετο ἐπίτηδες. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐξίσωσιν δόλου καὶ ἀμελείας καὶ πρὸς τί νὰ ἀναφέρῃ εἰδικὴν περίπτωσιν εὐθύνης, ὅταν ὁ μηνυτὴς περιέλαβεν εἰς τὴν μήνυσιν καὶ πρόσωπα μὴ ἐνεχόμενα μετὰ τῶν ἐνεχομένων. Νομίζω ὅτι θὰ ἤρκει νὰ λέγῃ: «ἐὰν ὁ μηνυτὴς προέβη εἰς τὴν μήνυσιν δολίως». Ἐλπίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει προβῆ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου οὕτω πως, ὥστε νὰ γίνῃ δεκτὸν παρ’ ὅλων, διότι τὸ συμφέρον μας ὅλων εἶναι νὰ μείνῃ ὅ,τι ὑπάρχει ἀγαθὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον, καὶ θὰ τὸ ἐπιτύχωμεν διὰ τῆς συζητήσεως περὶ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κοινὴ ἐπιθυμία, ἡ ἐπίκρισις δὲ δὲν ἔχει οὐδεμίαν πολιτικὴν ἔννοιαν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου μία εἶναι ἡ πολιτικὴ ὅλων μας. Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι πρὸ ὀλίγου παμψηφεὶ ἐξελέγησαν ἀπὸ τὸν λαὸν διὰ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωσιν ἄλλας βλέψεις πλὴν αὐτῆς. Ἐὰν ἠρνούμεθα τὸ ἔργον αὐτό, θὰ ἤμεθα ἀνάξιοι τῆς κλήσεώς μας. Προκειμένου ὅμως περὶ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀσκήσῃ ὀλεθρίαν ἐπιρροὴν εἰς τὴν Πολιτείαν, ἔχομεν καθῆκον, χάριν πάλιν τῆς ἀνορθώσεως, νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ὡμίλησα.
§50Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀρκούντως μακρὰ ἐγένετο ἡ συζήτησις, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται εἰς πάντας ἡμᾶς — οἱανδήποτε καὶ ἂν ἔχωμεν ἕκαστος γνώμην —ὑπὲρ αὐτῆς τῆς ἀγαθῆς ἐκβάσεως τῆς ὑποθέσεως, ἥτις ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὰς συζητήσεις. Ὥρα νῦν νὰ ἔλθῃ λόγος περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν δὲν εἶναι, τοιαύτη δὲ τροπὴ ἐδόθη εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, ὥστε εἷς ἕκαστος ἡμῶν πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἑαυτὸν χαλινόν τινα, ὅπως φθάσωμεν πάντες ἀπὸ κοινοῦ εἰς ἐξεύρεσιν διεξόδου. Δὲν νομίζω, ὅτι πλανῶμαι λέγων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καθ’ ὃν χρόνον ἐζήτουν ἐγὼ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, ὑπέσχετο ὅτι μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θέλει δώσει προθεσμίαν τινὰ ἢ μᾶλλον θέλει ζητήσει νὰ λάβῃ προθεσμίαν τινὰ ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ ἀγαθοῦ, ὅπως μελετήσῃ διαφόρους τροπολογίας, ὅπως δυνηθῇ νὰ συναρμολογήσῃ αὐτάς, νὰ ἀπορρίψῃ, νὰ κλαδεύσῃ, νὰ προσθέσῃ τινὰς καὶ ἀποτελέσῃ ὡς ἀρίστας τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐβεβαιώθη μετὰ τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τούτου οὕτως ἔχοντος, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ στήσωμεν ἐνταῦθα τὸ ἔργον ἡμῶν, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς ἀρχῆς, ἥτις μοὶ φαίνεται ὅτι κάλλιστα μετὰ τοιαύτην συζήτησιν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς δι’ ἁπλῆς ἀναστάσεως, καὶ νὰ ἀναμείνωμεν ἔπειτα, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς μελετήσῃ τὰς διαφόρους τροπολογίας, ἀφοῦ, ἐπαναλαμβάνω, ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν ἐνταῦθα διασταυρωθεισῶν γνωμῶν καὶ ἀποφάσεων προερχομένων ἀπὸ ἀντιπροσώπων πάσης τῆς Ἑλλάδος, καὶ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα διατυπώσεως κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἧς τὴν λεπτομερῆ διήθησιν ἔχομεν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Ἐχρημάτισα, Κύριοι, καὶ ἐγὼ ἐπὶ μακρὰ ἔτη δικαστικός, καὶ ἐπὶ μακρὰ ἔτη παρηκολούθησα τὰ δημόσια πράγματα ὡς δημόσιος ἀνήρ. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι μακρὰ ἔτη δικαστικὰ καὶ μακρὰ ἔτη πολιτικὰ ἀποτελοῦσιν ἡλικίαν γεροντικήν. Ἀλλὰ τὴν πεῖραν ἀπέκτησα εἰς τὰ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῶν διπλῶν τούτων σκοπιῶν, τῆς δικαστικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς· μὲ ἔπεισε δὲ αὕτη, ὅτι δὲν ἦτο τόσον ἄξιος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὥστε νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτὸν τὸ σφάλμα, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἐξέκλινεν ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη. Ἀλλὰ κατὰ τὴν κρίσιν μου ἀλλοῦ πρέπει νὰ ἀναζητηθῶσι τὰ κατακριτέα. Πρόκειται περὶ διαγνώσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μελετήσῃ εὐσυνειδήτως τὰ περαιτέρω ἐν προθεσμίᾳ λίαν ἐπαρκεῖ, ὅπως φθάσῃ εἰς ἀγαθὸν τέρμα, νομίζω, ὅτι, καὶ ἂν ἔχω ἀντίρρησίν τινα, ὀφείλω νὰ μὴ ὑποβάλω αὐτὴν ταύτην τὴν ἑσπέραν, ἀλλ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ συνόλου. Δὲν νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο—νομοσχέδιον ὑπηρεσιακόν, παραληφθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, παρασκευασθὲν ὑπὸ ἄλλου λειτουργοῦ τῆς ὑπηρεσίας—, δὲν νομίζω, ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον εἶναι ἄξιον, ὥστε περισσότερον νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς αὐτὸ καὶ πρὸ πάντων ἄξιον, ὅπως διστάσωμεν, ἀφοῦ τὰ πράγματα οὕτως ἦλθον, νὰ ἀφήσωμεν νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα μετὰ τὰς τροπολογίας τὰς ὑποβληθείσας. Ἂν κακὴ ἐγένετο ἡ διάγνωσις, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γινόμενον νόμος δὲν θὰ ζήσῃ ὁλόκληρον ἔτος· ἂν ἀγαθὴ ἐγένετο ἡ διάγνωσις, τὸ νομοσχέδιον θὰ φέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα καὶ ἑπομένως μὴ ὑπάρχοντος φόβου διὰ τὸ πρῶτον ἐνδεχόμενον ὅτι μεγάλην θὰ πάθῃ ζημίαν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, νομίζω, ὅτι εἶναι ὥρα νὰ παύσωμεν καὶ προβῶμεν, εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. (Εὖγε, εὖγε).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§52Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἄλλοι κατόπιν ὑμῶν, ἀλλὰ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§54Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν του, διότι προτιμᾶται κατὰ τὸν Κανονισμόν. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε.
§55Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Συναισθάνομαι, κύριοι Βουλευταί, βαθέως τὸν κάματον, εἰς τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ Βουλή. Βεβαίως δὲ δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχον τὴν τόλμην νὰ παρατείνω τὴν ἀγωνίαν αὐτῆς καὶ τὰς συζητήσεις ἐπὶ τοιούτου νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τοῦτο. Ἔχω δὲ ὑποχρέωσιν τοιαύτην πρὸς τὴν Βουλήν, ἔχω ὑποχρέωσιν πρὸς ἕνα ἕκαστον τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ἰδιαίτατα πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οἱ ὁποῖοι ἐβασάνισαν αὐτὸ μετὰ πάσης εἰλικρινείας καί, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, μετὰ πάσης ἀγαθῆς προαιρέσεως, οἱ μὲν ἵνα ἀποκρούσωσι τὴν ἐπιψήφισιν τούτου νομίζοντες ταύτην ἐπιβλαβῆ, οἱ δὲ ἵνα συμβάλωσι διὰ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον, εἰς κρείττονα τούτου διαρρύθμισιν. Εἰς ἐκπλήρωσιν τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης καὶ μόνης παρέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα. Πρὶν ἢ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεγχον ὑμῶν τὰς σκέψεις καὶ τὰ πορίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξα παρακολουθῶν τὰς συζητήσεις μετ’ εὐλαβείας πάσης, μετὰ τῆς εὐλαβείας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς τοιαύτας συζητήσεις, ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω δήλωσίν τινα, τὴν ὁποίαν ἐπεθύμουν νὰ ἀποφύγω, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν κατέστησεν ἀναγκαίαν ἡ ὑστάτη ἀγόρευσις, ἡ μόλις προηγηθεῖσα τῆς ἐμῆς ἀνακοίνωσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτοῦ. Ἐρρήθη, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰς τοῦ ὁποίου ἐπιμένω τὴν ἐπιψήφισιν, εἶναι ἁπλῶς ὑπηρεσιακόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ὑπὸ προηγουμένης Κυβερνήσεως, καὶ δὴ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ βεβαίως ἀντεγράφη παρ’ ἐμοῦ, ὅπως προσαχθῇ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν. Εἶχον τὴν ἐλπίδα, ὅτι τοιαῦτά τινα δὲν θὰ ἐλέγοντο, δὲν ἔπρεπε δὲ νὰ ῥηθῶσιν οὑτωσὶ ἀβασανίστως, διὰ νὰ ἀγάγωσιν ἐμὲ εἰς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμω τὴν δήλωσιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη καὶ ἐγράφη ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους παρ’ ἐμοῦ καὶ μόνου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἡ ὁποία μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀναθέσῃ τότε τὴν σύνταξιν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνόμιζον ἐγὼ ὡς συμβάλλοντα εἰς τὴν δικαστικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας. Ὅλη ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἡ μελέτη καὶ συναγωγὴ τῶν στατιστικῶν συμπερασμάτων καὶ ἡ διατύπωσις αὐτοῦ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἶναι ἔργον τῶν ἀσθενῶν μου δυνάμεων (εὖγε, εὖγε). Ἔχω ἤδη τὴν ὑποχρέωσιν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν βάσανον ὑμῶν τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξα μετὰ τὰς ἐνταῦθα γενομένας συζητήσεις. Ἡ συζήτησις διῃρέθη, ὡς ἦν ἑπόμενον, εἰς συζήτησιν ἀρχῆς καὶ συζήτησιν λεπτομερειῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω, ὅτι ὅσα ἐπιχειρήματα ἐρρήθησαν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου δὲν μὲ ἔπεισαν. Ἔχω δὲ τὴν γνώμην καὶ ἐσχημάτισα ἀσφαλῆ πεποίθησιν ἐξ ὅσων ἤκουσα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ὑπῆρξε πλημμελὴς ἀντίληψις, ὅτι ὑπῆρξε σύγχυσις τῆς δικαιολογικῆς βάσεως, τῆς δικαιολογικῆς ἀφετηρίας, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὁρμᾶται τὸ νομοσχέδιον· σύγχυσις τῆς δικαιολογικῆς βάσεως πρὸς τὰ ἀποτελέσματα καὶ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας θέλει ἐπιφέρει ἡ ἐφαρμογὴ τούτου ὡς νόμου τοῦ Κράτους. Ἡ δικαιολογικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ῥητῶς ἐν τῇ σχετικῇ ἐκθέσει ἀναφέρεται, εἶναι μία καὶ μόνη· εἶναι ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ ἡ διέπουσα δημόσιον καὶ ἰδιωτικὸν δίκαιον, ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ ἡ κυρωθεῖσα ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης καὶ πάσης θετικῆς νομοθεσίας, ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἴτε ἐξ ἀμελείας βαρείας εἴτε ἐκ δόλου ἐγένετο ὑπαίτιος ζημίας, εἶναι ὑπόχρεος εἰς ἀνόρθωσιν αὐτῆς. Κατ’ ἐφαρμογὴν τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐκρίθη, ὅτι καὶ ἐκεῖνος, ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ὁποίου, ἐκ δόλου τοῦ ὁποίου ἢ ἐκ βαρείας ἀμελείας τοῦ ὁποίου ἐτέθη εἰς κίνησιν ἐπὶ ματαίῳ ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ τοῦ Κράτους, εἶναι φυσικόν, νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Κράτος τὰς ζημίας ἐκείνας, τὰς δαπάνας ἐκείνας, τὰς ὁποίας τοῦτο ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτοῦ ὑπέστη. Ἐνομίσθη παρά τινος ἐκ τῶν ἀντειπόντων κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὐτὴ κλονίζεται ἐκ τοῦ λόγου ὅτι τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει ὅτι τὰ ἔξοδα ἐπιδικάζονται ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει. Δὲν θὰ ἦτο ἴσως περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι, καὶ ἂν τοῦτο οὕτως εἶχε, καὶ ἂν τοῦτο ἐνόει τὸ νομοσχέδιον διὰ τῆς σχετικῆς διατάξεως, οὐδαμῶς θὰ συνήγετο ἐντεῦθεν ἐπιχείρημα δυνάμενον νὰ κλονίσῃ τὴν βάσιν αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει κἂν οὕτω. Λυποῦμαι δέ, διότι δὲν κατεβλήθη ἐν τῷ ἐλέγχῳ τοῦ νομοσχεδίου ἡ προσήκουσα προσοχή. Ἂν τοῦτο ἐγίνετο, ἂν ἁπλῶς ἀνεγινώσκετο τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου πρώτου, ἤθελε διαγνωσθῆ ἀβιάστως τίνα λόγον ἔχει, τίνα σκοπὸν ἐπιδιώκει καὶ τίνα περίπτωσιν προβλέπει ἡ διάταξις περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει, καὶ εἰδικῶς ἡ περίπτωσις τῆς καταψηφίσεως τούτων ἐν μέρει. Διότι ἐκ τῆς διατάξεως ταύτης προκύπτει, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει τὰ ἔξοδα ὄχι μόνον εἰς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀθωοῦται ὁ κατηγορούμενος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν καταδικάζεται οὗτος· καὶ ἡ περίπτωσις εἶναι ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκ δολίας προαιρέσεως ἢ ἐκ βαρείας ἀμελείας ηὐξήθησαν τὰ πρόσωπα τῶν κατηγορουμένων, περιελήφθησαν μεταξὺ τῶν ἐνόχων καὶ μὴ τοιοῦτοι, ὡς ἡ ἑτέρα περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠλλοιώθησαν, παρεμορφώθησαν τὰ γεγονότα, διὰ νὰ δοθῇ βαρύτερος χαρακτηρισμὸς εἰς τὴν πρᾶξιν. Ἰδοὺ περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἐν μέρει θὰ ἐπιβληθῶσι τὰ ἔξοδα εἰς βάρος τοῦ μηνυτοῦ, διότι ἐν μέρει μόνον προέβη ἡ Πολιτεία εἰς καταδίωξιν ἀδίκως, καὶ ἐν μέρει μόνον ματαίως ἐδαπάνησεν, ἐν μέρει δὲ δικαίως. Ἐὰν αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἡ δικαιολογικὴ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἀνόρθωσις τῆς ἀδίκου ζημίας, ἣν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ μηνυτοῦ ὑπέστη τὸ Κράτος, καὶ εἶναι αὐτὴ καὶ μόνη, βεβαίως τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλει ἐπιτύχει, κατὰ φυσικὸν λόγον εἶναι πρωτίστως οἰκονομικά· εἶναι δὲ οἰκονομικά, διότι ἡ φύσις τῆς ἀποζημιώσεως εἶναι οἰκονομική· εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῆς δαπάνης ἐκείνης, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ Κράτος. Ἀλλά, ἀνεξαρτήτως αὐτῶν τῶν ἀποτελεσμάτων, δύναταί τις νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον θὰ ἔχῃ καὶ συνέπειαν κολασμοῦ τῶν ψευδῶς μηνυόντων, καὶ περιορισμοῦ τῶν ψευδομηνύσεων. Ἀλλὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον, εἴτε ἐπερχόμενον εἴτε μή, δύναται νὰ κλονίσῃ τὰς βάσεις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν οὐδεμίαν πρὸς τὴν βάσιν ταύτην. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, Κύριοι, δὲν ἐπείσθην ὅτι εἶναι πλημμελὴς ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ δικαιολογικὴ βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Ἵνα κλονισθῇ ἡ ἀρχή, καὶ ἄλλη ἐναγώνιος κατεβλήθη προσπάθεια, ἡ προσπάθεια ὅπως ἀποδειχθῇ τὸ ποσὸν τῶν ψευδῶν μηνύσεων κατώτερον ἐκείνου, ὅπερ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὑπολογίζεται. Ὑπῆρξάν τινες, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαίωσαν ὅτι αἱ ψευδεῖς μηνύσεις δὲν εἶναι ὅσαι ὑποτίθεται, ἴσως ἴσως δέ τινες καὶ νομίζουσιν ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τὸ παράπαν ψευδεῖς μηνύσεις. Ἀλλά, ἐὰν δὲν ὑπάρχουσι ψευδεῖς μηνύσεις, δὲν θὰ ὑπάρξωσι καὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιβάλωσι τὰ ἔξοδα εἰς τοὺς μηνυτὰς ἐκείνους· ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ἐπιθέσεως κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεὶς λόγος ἐξάρσεως τῶν κινδύνων, οἵτινες ἀπειλοῦνται δῆθεν ἐκ τούτου. Ἐν τούτοις, ἵνα κατευθύνω τῆς Βουλῆς τὰς σκέψεις καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον, δὲν δύναμαι νὰ μὴ εἴπω ὅτι, ὡς ἐκτίθεται ἐν ἄλλῳ τινὶ νομοσχεδίῳ, καὶ νομίζω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, εἶναι βεβαιωμένον ἐκ τῶν στατιστικῶν ἐρευνῶν τῶν ἐπισήμων πινάκων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι εἰς 16,000 ἐν ὅλῳ ἀνέρχονται κατ’ ἔτος αἱ ἀθῳωτικαὶ ἀποφάσεις τῶν Πλημμελειοδικείων καὶ Πταισματοδικείων τοῦ Κράτους, μόνον αἱ ἐρήμην τῶν κατηγορουμένων. Καί, διὰ νὰ ὑποβοηθήσω ἔτι πλέον ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, θὰ ἠδυνάμην ἴσως νὰ ἀναγνώσω ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ περιεχόμενον ἐγγράφου τινὸς ἑνὸς τῶν κρατίστων εἰσαγγελέων τοῦ Κράτους, τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐν Χαλκίδι Πρωτοδικῶν, ἐγγράφου τινὸς ἐπισήμου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχονται ὡρισμέναι πληροφορίαι (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν δὲ παρείχετο ἡμῖν τε καὶ τοῖς λοιποῖς συναδέλφοις ἡμῶν ὁ ὑλικὸς χρόνος πρὸς ἐξεύρεσιν καὶ ἀποστολὴν τῶν ἔστω καὶ εἰς διάστημα ἔτους ἀπασχολησασῶν τὴν ποινικὴν Δικαιοσύνην καταφώρων ψευδῶν μηνύσεων, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὑπευθύνως τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι θὰ εὑρίσκετο πρὸ ἀφαντάστου ὄγκου ἐκ τοιούτων ἐγκλήσεων, ἐξ ὧν καὶ οἱ ἀνακριτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ τὰ Δικαστήρια πολύτιμον ἀπώλεσαν χρόνον πειρώμενοι τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν κατ’ αὐτὰς καὶ δυστυχεῖς πολῖται ἐπὶ μακρὸν ἐταλαιπωρήθησαν καὶ εἰς μεγίστας ὑπεβλήθησαν δαπάνας, ἀδώρως μετ’ ἀγῶνας ἀπαλλαγέντες. Ἐπί τινων δικογραφιῶν θέλει παρατηρήσει τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ὑποβάλλοντες ταύτας εἰς τὸ Συμβούλιον ἐσημειοῦμεν, ἵνα ἐπιστραφῶσι καὶ παραγγείλωμεν ἀνάκρισιν ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει, ὅπερ πράττομεν ἐπὶ τῶν αὐθαδεστέρων ἐκ τῶν ψευδῶν μηνύσεων. Πλεῖσται ἤδη τοιούτων παραγγελιῶν ἡμῶν ἐκκρεμοῦσιν ἐνώπιον τῶν ἀνακριτικῶν ὑπαλλήλων». Ἀλλὰ στέργω πρὸς στιγμὴν τὰς κρίσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουν ὅτι ἐλάχιστος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ψευδῶν μηνύσεων, καὶ ἐρωτῶ διὰ τελευταίαν φοράν· τίνα σχέσιν ἔχει ἡ παρατήρησις αὕτη καὶ ἡ ἀντίρρησις αὕτη πρὸς τὴν ἀρχήν, πρὸς τὴν δικαιολογικὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, οἵαν διετύπωσα ὑμῖν καὶ οἵα διατυποῦται σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τούτου ἐκθέσει; Ἀλλ’ ἂν ταῦτα οὕτως ἔχουσιν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἀρχῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδωμεν μήπως εἰς τὰς λεπτομερείας σφάλλεταί πως τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐν καταφατικῇ περιπτώσει μήπως ὑπάρχει ἐν αὐτῷ ἔλλειψις τοιαύτη, ἐπηρεάζουσα τὴν ἀρχὴν ἢ καθιστῶσα τὸ νομοσχέδιον ἄχρηστον. Πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν διετύπωσαν διαφόρους τροπολογίας, ὑπεσχέθην δὲ ὅτι θὰ μελετήσω ταύτας, καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἐξεπλήρωσα ἤδη. Ἐπὶ ὥρας παρακολουθῶ τὴν συζήτησιν, διὰ νὰ ἀκούσω τί ἐλέχθη καὶ τί ἐζήτουν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταί, οἱ ὁμιλήσαντες ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ὑπεβλήθη ἐν πρώτοις τροπολογία τις, ἀναπτυχθεῖσα διὰ μακρῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τείνουσα εἰς τὸν σκοπὸν νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τὴν περίπτωσιν τῆς βαρείας ἀμελείας. Δὲν πείθομαι, Κύριοι, ὅτι εἶναι σκόπιμος ἡ ἀφαίρεσις, θὰ ἦτο δὲ ἡ ἀφαίρεσις αὕτη ἀνατροπὴ θεμελιώδους ἀρχῆς, ἡ ὁποία διέπει τὰ ζητήματα τῆς ἀποζημιώσεως ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ποινικῇ Δικονομίᾳ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῇ τις ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας ἐγένετο ὑπαίτιος ζημίας τινός, δὲν πρέπει νὰ εἶναι ὑπόχρεος εἰς ἐπανόρθωσιν αὐτῆς; Ἔπρεπε ῥιζικῶς νὰ μεταβληθῶσιν αἱ ἠθικολογικαὶ ἀντιλήψεις αἱ κρατοῦσαι, αἱ ὁποῖαι οὐδαμῶς μετεβλήθησαν, διὰ νὰ ἀχθῇ τις εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀρχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια, προκειμένου περὶ ἀποδόσεως κολασίμου πράξεως εἰς ὡρισμένον πρόσωπον, ἡ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια ὄχι μόνον δὲν κολάζεται ποινικῶς καὶ δὲν ἐπανορθοῦται διὰ δημοσίας ποινῆς, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὐδὲ αὐτὸ τὸ ἀνώδυνον ἀποτέλεσμα τῆς ἀνορθώσεως τῶν ὑλικῶν ζημιῶν, τῶν ὁποίων πρόξενος ἐγένετο. Ὅμως ἡ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια δὲν φέρεται μόνον ὡς θεμελιώδης ἀρχὴ ἐν τῷ ἰδιωτικῷ δικαίῳ εἰς ἀποκατάστασιν τῶν ζημιῶν, ἀλλ’ οὐχὶ σπανίως ἐπάγεται καὶ δημοσίας ποινάς. Ἤθελον παρακαλέσει λοιπὸν τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν τὴν τροπολογίαν ὡς πρὸς τοῦτο, νὰ ἀποσύρωσι ταύτην. Ὑπεβλήθη καὶ ἄλλη τις τροπολογία ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Μιχαλακοπούλου· τροπολογία, κατὰ τὴν ὁποίαν δυνητικὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ διάταξις. Ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου φέρεται ὁ ὅρος «δύναται» ὡς ὑπάρχων εἰς τὴν ἀντίστοιχον διάταξιν τῆς Γερμανικῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δὲν ἐνόμισα ὅμως προσήκουσαν κατ’ ἀρχὴν τὴν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προσθήκην τοῦ «δύναται». Δὲν ἐθεώρησα ταύτην προσήκουσαν κατ’ ἀρχήν, ἀλλ’ οὐδὲ πρακτικὴν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀποτελεσμάτων. Διότι πάντοτε εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ ἀφίεται ἡ ἐκτίμησις, ἂν συντρέχουσιν αἱ περιστάσεις αἱ πείθουσαι, ὅτι πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ τὰ ἔξοδα. Ἀφίεται εἰς τοῦτον νὰ κρίνῃ καὶ ἀποφανθῇ, ἂν ὁ μηνυτὴς ἀνυπάρκτου ἀδικήματος δὲν κατήγγειλεν ἐκ βαρείας καὶ ἀσυγγνώστου ἀμελείας. Κίνδυνος ἑπομένως πρακτικὸς ἐκ τῆς παραλείψεως τοῦ «δύναται» οὐδεὶς ὑπάρχει· διότι δύναται, ἐπαναλαμβάνω, ἐκτιμωμένων οὕτω τῶν πραγμάτων καὶ βεβαιουμένου ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀσυγγνώστου ἀμελείας ἢ περὶ δόλου, νὰ ἀπαλλάσσηται ὁ μηνυτής. Ἀλλὰ πῶς δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν διατύπωσιν νομοσχεδίου, πῶς εἶναι δυνατόν, χωρὶς νὰ καθιερώσωμεν οὐσιώδη καὶ προφανῆ νομοθετικὴν δυσαρμονίαν, χωρὶς νὰ εἴπωμέν τι μὴ ἐπιστημονικόν, κἄτι τι ἀντιβαῖνον πρὸς τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν, νὰ εἴπωμεν ὅτι, καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ δικαστὴς πείθηται, ὅτι ἐκ δόλου ἢ ἀσυγγνώστου ἀμελείας ἐγένετο ἡ καταγγελία καὶ βεβαιοῖ τοῦτο, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα συγχρόνως νὰ εἴπῃ: ὄχι, δὲν καταδικάζω· ναὶ μὲν πείθομαι, ὅτι ἐξ ἀσυγνώστου ἀμελείας ἢ δόλου ἐγένετο ἡ ψευδὴς μήνυσις, ἀλλ’ ὅμως, ἀφοῦ δύναμαι κατὰ τὸν νόμον νὰ καταδικάσω, δὲν καταδικάζω. Θὰ ἀπετέλει τοῦτο καθιέρωσιν νομοθετικῆς δυσαρμονίας, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ὁποίας ἐνδεδειγμένη εἶναι ἡ ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ ἄρθρου ἀπομάκρυνσις τοῦ ὅρου «δύναται». Ἐλέχθη ἐπίσης, Κύριοι, ὅτι εἰς ματαίωσιν τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους ὑπέδειξαν πολλοὶ τῶν κυρίων Βουλευτῶν, θὰ ἦτο καλὸν νὰ τεθῇ φραγμὸς τις διὰ τῆς ἀπαιτήσεως, ὅπως παμψηφεὶ ἐκδίδηται ἡ περὶ καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων διάταξις. Ἐὰν ἐπειθόμην, ὅτι οἱ κίνδυνοι κακῆς ἐκδικάσεως δικῶν εἶναι ὄντως σοβαροί, οὐδένα θὰ εἶχον δισταγμὸν νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν ταύτην. Παρετήρησα ὅμως, ὅτι σχεδὸν σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἐθεώρησεν οὐχὶ εὔλογον, δύναμαι νὰ εἴπω, οὐχὶ προσήκουσαν τοιαύτην ἐξαιρετικὴν διάταξιν. Καὶ τῳόντι, ἀφοῦ ἐπὶ τῆς κυρίας πράξεως δύναται κατὰ πλειονοψηφίαν νὰ ἀποφανθῇ τὸ Δικαστήριον, θὰ ἦτο ἀνάρμοστον καὶ ἀσυμβίβαστον, προκειμένου περὶ τῆς καταγνώσεως ἀσημάντων δικαστικῶν ἐξόδων νὰ ἀπαιτήσωμεν παμψηφίαν. Ὑπεβλήθησαν πλὴν τούτων καὶ ἕτεραι τροπολογίαι ὑπὸ τριῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Μεσσηνίας, Κυκλάδων καὶ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας· τροπολογίαι σχέσιν ἔχουσαι πρὸς ἀποτροπὴν παντὸς δεδικασμένου, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς καταγνώσεως καὶ καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γεννηθῇ διὰ τὴν κυρίαν δίκην, τὴν ποινικὴν ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει δίωξιν. Ἂν καὶ μεμακρυσμένος κίνδυνος ὑπῆρχε τοιοῦτος, εἴτε πρὸς δημιουργίαν δεδικασμένου εἴτε πρὸς δημιουργίαν προδικαστικοῦ ζητήματος, δὲν θὰ ἤμην βεβαίως ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔφερον δυσχερείας εἰς ἀποδοχὴν τοιαύτης τροπολογίας. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ σπουδαίως, οὐδὲ ὑπεστηρίχθη ἄλλως τε καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν, ὅτι δεδικασμένον ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν νομικὴν δὲν γεννᾶται· ἡ τὰ ἔξοδα δηλαδὴ ἐπιδικάζουσα ἀπόφασις δὲν ὑποχρεοῖ τὸν δικαστὴν τὸν κληθησόμενον πιθανώτατα νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς δίκης τῆς ποινικῆς ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει. Ἀλλά, ἂν δεδικασμένον τοιοῦτον δὲν ὑπάρχῃ, ἆρά γε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ὑφίσταται προδικαστικὸν ζήτημα ἴσης δυνάμεως κατ’ ἀποτέλεσμα ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προβλέπουσι τὰ σχετικὰ ἄρθρα τῆς ποινικῆς καὶ πολιτικῆς Δικονομίας τὰ κανονίζοντα τὰς σχέσεις τῶν ἀποφάσεων τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων ἐπὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν πολιτικῶν καὶ τἀνάπαλιν; Βεβαίως οὔτε τοῦτο δύναται σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἡ μόνη ἄρα συνέπεια ἐκ τῆς ἀποφάσεως ἢ τοῦ βουλεύματος, τὸ ὁποῖον ἤθελε καταγνώσει τὰ δικαστικὰ ἔξοδα, εἶναι ἡ ἑξῆς· ἡ οὐσιαστικὴ καὶ ἠθικὴ ἐπιρροή, τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν τοιαύτη κατάγνωσις νὰ ἀσκήσῃ εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὴν συνείδησιν τοῦ δικαστοῦ, ὅστις ἤθελε κληθῆ ἐν τῇ ἐπὶ ψευδεῖ καταμηνύσει δίκῃ πρὸς ἐπιβολὴν ἢ μὴ δημοσίας ποινῆς. Ἀλλὰ τοῦτο θεωρῶ ὡς ἀρετὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἀρετὴν τοῦ νομοθετικοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον διατί ἡ κρίσις καὶ ἡ ψῆφος τῶν δικαστῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐκτιμήσαντες τὰ πραγματικὰ γεγονότα προῆλθον εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων, διατί νὰ εἶναι ξένη καὶ ἀλλοτρία ἀπὸ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ἐπιρροήν, τὴν ὁποίαν θὰ δύναται νὰ ἀσκήσῃ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν μετέπειτα δικαστῶν. Δὲν πρέπει ἄλλως τε νὰ λησμονῶμεν, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, τὴν οὐσιαστικήν, μικρὰν θὰ ἀσκήσῃ ἐπιρροὴν διὰ τοῦτο κυρίως· ὅτι ὁ δικαστής, ὅστις θέλει κληθῆ νὰ κρίνῃ, ἂν ὑπάρχει ἢ οὐ ἀδίκημα ψευδοῦς καταμηνύσεως, θέλει περιορισθῆ νὰ κρίνῃ ἂν ἐν γνώσει καὶ ἐκ δολίας προαιρέσεως ὑπεβλήθη ἡ μήνυσις, ἐνῷ ἡ κατάγνωσις τῶν δικαστικῶν ἐξόδων θὰ ἐπέρχηται καὶ εἰς περίπτωσιν ἀμελείας ἀσυγγνώστου, περίπτωσιν, ἡ ὁποία εἶναι ξένη καὶ οὐδεμίαν ἀπολύτως σχέσιν ἔχει πρὸς τὴν ψευδῆ καταμήνυσιν τὴν ἐπαγομένην τὴν δημοσίαν ποινήν.
§56ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν θὰ ἀναφέρηται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῆς ἀποφάσεως.
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποθέτω, ὅτι ἐφ’ ὅσον οὐχὶ μόνον ὁ δόλος, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀσύγγνωστος ἀμέλεια δικαιολογοῦσιν ἐξ ἴσου τὴν καταψήφισιν τῶν ἐξόδων σπανίως θὰ γίνεται διαστολὴ τούτων εἰς τὰς σκέψεις τοῦ συμβουλίου ἢ Δικαστηρίου. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, καὶ ἐὰν τὸ ἀντίθετον συμβαίνῃ, τοῦτο δὲν εἶναι ἐλάττωμα, ἀλλὰ προτέρημα τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐκ τοιούτων σκέψεων θὰ καθοδηγῆται καὶ ὁ μεταγενέστερος δικαστής.
§58ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λύεται δικαστικῶς τὸ ζήτημα.
§59Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ δὲν τὸ λέγουν τὰ νομικά.
§60ΜΙΛ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ὑπάρχει ἀρχὴ ἐν τῷ ἀστικῷ δικαίῳ ὑποχρεώσεως εἰς ἀποζημίωσιν καὶ ἐκ βαρείας ἀμελείας, actio doli;
§61Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠξεύρω Λατινικά.
§62Μ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἠξεύρετε, καὶ πολλά. Ὑπάρχει ἀρχή, ὅτι ὑποχρεοῦται εἰς ἀποζημίωσιν ὁ ὑποπίπτων εἰς πταῖσμα; Σᾶς ἐρωτῶ.
§63Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἠξεύρω ἢ ὅσα λέγω. Ὑπῆρξαν πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων, οἵτινες ὑπέβαλον τροπολογίαν, δι’ ἧς οὐχὶ τὰ συμβούλια, ἀλλὰ τὰ Δικαστήρια θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἀποφαίνωνται περὶ τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων. Δὲν νομίζω σκόπιμον τὴν τροπολογίαν, ὄχι μόνον διότι τὰ συμβούλια κρίνοντα περὶ σπουδαιοτάτων ζητημάτων, ὡς ἡ παραπομπὴ ἢ μὴ τῶν κατηγορουμένων ἐπὶ τῇ βάσει ἐνδείξεων, παρέχουσι πᾶσαν ἐγγύησιν, ἀλλὰ καὶ διότι ἤδη, ὡς ταῦτα ὑφίστανται καὶ λειτουργοῦσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας, ἔχουσι καὶ καθήκοντα παρεμφερῆ καὶ πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναθέτει εἰς αὐτὰ τὸ νομοσχέδιον. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι τάχα ἀνάγκη νὰ ὑποδηλωθῇ, ὅτι τὰ συμβούλια καὶ ἤδη κανονίζουσι καθαρῶς ἀστικὰς ὑποθέσεις, καθαρῶς ἀστικὰ ζητήματα, ἰδιωτικοῦ δικαίου ζητήματα, εἰς τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς ἀποφαίνονται τὴν ἀπόδοσιν τῶν κατεσχημένων, τῶν πειστηρίων; Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις, καθ’ ἃς ζητήματα περιουσιακὰ πολὺ μείζονος σπουδαιότητος καὶ ἐκτάσεως καὶ μεγέθους κεῖνται καὶ ἤδη ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῶν. Οἱ λόγοι οὗτοι μὲ πείθουσιν, ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκω ἀναγκαίαν τὴν χρονοτριβὴν καὶ τὴν ἀπὸ τῶν συμβουλίων παραπομπὴν τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐξόδων εἰς τὰ τακτικὰ Δικαστήρια, ὡς ὑποστηρίζει ἡ σχετικὴ τροπολογία. Ὑπολείπονται ἤδη ἄλλαι τρεῖς τροπολογίαι, τὰς ὁποίας θεωρῶ σκοπίμους καὶ βελτιούσας τὸ νομοσχέδιον. Τροπολογίαν τινὰ τοιαύτην ὑπέβαλεν ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτής, ὅστις ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ προθεσμία τῶν 14 ἡμερῶν, ἡ τασσομένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ ἦτο ὀρθὸν καὶ προσῆκον νὰ παραταθῇ ἐπὶ 14 ἔτι ἡμέρας λόγῳ ἀποστάσεως εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ καταδικασθεὶς ἤθελεν ἔχει τὴν κατοικίαν του ἐκτὸς τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου. Τὴν τροπολογίαν ταύτην θεωρῶν σκόπιμον περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐπίσης πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ὑπέβαλον τροπολογίας, ἀλλὰ σχεδὸν πάντες ἐξεφράσθησαν ὑπὲρ τῆς γνώμης, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο ὄχι μόνον διὰ τῶν λόγων τῶν διὰ τῆς ἀνακοπῆς κατὰ τῆς καταμηνύσεως κατατιθεμένων νὰ ὑπερασπίζηται ὁ καταδικασθείς, ἀλλὰ καὶ διὰ δικηγόρων νὰ παρίσταται. Τὴν τροπολογίαν ταύτην θεωρῶ σκόπιμον καὶ περιέλαβον ἐπίσης εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία ὁμολογουμένως μείζονος σπουδαιότητος καὶ σοβαρότητος καὶ ἀπὸ θεωρίας καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῶν συνεπειῶν. Ἡ τροπολογία αὕτη, ὑπὲρ ἧς, ἂν καλῶς ἀντελήφθην, ἐνόμισα ὅτι εἶδον συγκεντρουμένην ὁμόθυμον τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην, ἀφορᾷ τὴν καθιέρωσιν κανόνος τινὸς ἰσότητος, καθ’ ὃν οὐχὶ μόνον οἱ ἰδιῶται οἱ ψευδῶς καταγγέλλοντες ἢ ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας καταγγέλλοντες πρέπει νὰ ὑφίστανται τὰς δαπάνας τῆς δολίας ἢ τῆς ἀσυγγνώστου πράξεώς των, ἀλλὰ καὶ τὰ ὄργανα τῆς ἀρχῆς, ὁσάκις ὑπὸ τοιαύτας εὑρίσκονται περιστάσεις (εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Ὅτε διετύπωσα τὸ νομοσχέδιον, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀνεχώρησα ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς, ὅτι τοιαύτη τις προσθήκη, τοιαύτη κατεύθυνσις τῆς νομικῆς ἀντιλήψεως ἀπὸ θεωρίας ἦτο πλήρως δεδικαιολογημένη, διότι δὲν εἶναι κατ’ οὐσίαν διάφορος ἡ λειτουργία τοῦ ὀργάνου τῆς δημοσίας ἀρχῆς ἀπὸ τὴν λειτουργίαν τοῦ πολίτου ἐν τῇ καταδόσει τῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Βεβαίως ὁ ἰδιώτης ὑπηρετεῖ πολλάκις ἴδια τέλη καὶ σκοπούς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι τὸ ὄργανον τῆς δημοσίας ἀρχῆς εἶναι τεταγμένον χάριν τῆς ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας νὰ καταμηνύῃ, δὲν ἕπεται τὸ παράπαν, ὅτι δικαιοῦται δολίως νὰ καταγγέλλῃ ἢ ὅτι δὲν εἶναι ὑπόχρεον νὰ καταβάλλῃ πᾶσαν ἐπιμέλειαν ἐν τῇ προσάψει ἀξιοποίνων πράξεων ἐναντίον πολίτου. Κατὰ θεωρίαν ἀρτίως ἔχει ἡ παρατήρησις, ὅτι πρέπει καὶ τὸ ὄργανον τῆς δημοσίας ἀρχῆς, τὸ δολίως ἢ ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας προσάπτον εἴς τινα πρᾶξιν κολάσιμον, καὶ μάλιστα ἕνεκα τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει, τῆς πλείονος πίστεως, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει, καθιστῶν τὸν πολίτην εὐχερέστερον ὑποχείριον τῶν καταδιώξεων, νὰ ὑφίσταται τὰς συνεπείας τῆς πράξεώς του.
§64Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Αὐστηρότερον μάλιστα.
§65Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἀλλ’ εἶχον σκεφθῆ τότε, ὅτι, ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ οὕτω κατὰ θεωρίαν, δὲν ἐπρόκειτο νὰ προσκομίσῃ πρακτικὰ ἀποτελέσματα. Διότι εἶχον σκεφθῆ, ὅτι τὰ Δικαστήρια σπανιώτατα ἤθελον πεισθῆ, ὅτι ὑπῆρξεν ὄργανον δημοσίας ἀρχῆς δολίως ἢ ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας προβὰν εἰς τοιαύτην κατηγορίαν. Παρήλασαν ὅμως βεβαιώσεις ἔγκυροι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πείσασαι πάντα καλῆς πίστεως συζητητήν, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἰθαγενὲς παρ’ ἡμῖν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, ἐκδηλούμενον εἰς ὡρισμένας τάξεις κατωτέρων ὀργάνων τῆς δημοσίας ἀρχῆς. Φαίνεται δέ, ὅτι ἡ κοινωνία καταδυναστεύεται ἐξ ἰδιοτελῶν ἢ δολίων καταγγελιῶν εἴτε ἐκ καταγγελιῶν ἐξ ἀσυγγνώστου ἀμελείας ὑπὸ τοιούτων ὀργάνων ὑποβαλλομένων, αἵτινες ὑπερβαίνουσι πᾶν ὅριον ἀνοχῆς. Ἐνόμισα ἑπομένως προσῆκον νὰ περιλάβω τὴν τροπολογίαν ταύτην, καὶ τοῦτο γίνεται διὰ τῆς ἁπλῆς καὶ μόνης ἀφαιρέσεως ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τῆς λέξεως «ἰδιῶται». Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω, Κύριοι, ὑπὸ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς.
§66Γ. ΠΩΠ. Περιλαμβάνετε καὶ τὰς ἐκθέσεις καὶ τὰ πρωτόκολλα;
§67Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα. Ἤθελον παρακαλέσει τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ἂν ἐπείσθησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀπαραίτητοι αἱ τροπολογίαι αἱ λοιπαί, ἃς ὑπέβαλον, νὰ τὰς ἀποσύρωσιν, ἐκτὸς ἐκείνων, ἃς περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον οὕτω τροπολογηθὲν θὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Μίαν μόνον παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω καὶ θὰ ἀπαλλάξω τὴν Βουλὴν ἀπὸ πάσης περαιτέρω ἐνοχλήσεως, παρατήρησιν ἀναγομένην εἰς τὸν τόνον, ὁ ὁποῖος ὑπό τινων τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐδόθη εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ εἰς τὴν ἔκτασιν, ἥτις ἐδόθη εἰς ταύτην, ἵνα πολεμηθῇ τὸ νομοσχέδιον. Οὐδεὶς ὁ μὴ στέργων, ὀλιγώτερον δὲ παντὸς ἄλλου ἐγώ, τὴν συζήτησιν ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὑπὸ πᾶσαν ἔκτασιν καὶ αἰτιολογίαν ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐλέγχου τοῦ νομοσχεδίου. Μὲ ἐπίκρανεν ὅμως τὸ γεγονὸς ὅτι ὡς λόγος ἀγῶνος κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐχρησίμευσεν ἡ διατύπωσις ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Δικαιοσύνην τῆς χώρας. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑπερασπίσω ἁπλῶς καὶ μόνον τὸ νομοσχέδιον κατὰ τῆς τοιαύτης ἐπιθέσεως, θὰ ἤρκει νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅ,τι εἶναι ἄλλως τε καὶ αὐτονόητον, μὴ δεόμενον μήτε ἀναπτύξεως μήτε ὑποστηρίξεως, ὅτι, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ Δικαστήρια, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία εἰς ταῦτα ἀναθέτει πολὺ τιμιώτερα δικαιώματα, ἀφοῦ εἰς τὰ Δικαστήρια, ὡς ἔχουσιν, εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ τιμή, ἡ ζωὴ καὶ ἡ περιουσία καὶ τὰ μέγιστα ἀγαθὰ τῶν πολιτῶν, θὰ ἦτό τι παράχορδον νὰ λέγωμεν ὅτι δὲν ἐμπιστευόμεθα ταῦτα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ἄλλα Δικαστήρια, ἵνα ἐμπιστευθῶμεν εἰς αὐτὰ τὴν ἐπιδίκασιν δύο ἢ τριῶν δεκάδων δραχμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο κυρίως, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ παρατηρήσω, διότι ἐξευρέθη τὸ νομοσχέδιον ὡς εὔκαιρος περίστασις, ἵνα ἐκδηλωθῶσι μομφαὶ κατὰ τῆς Δικαιοσύνης ἄδικοι κατὰ τύπους, ἀδικώτεραι, εἰ δυνατόν, κατ’ οὐσίαν. Εἰσηγούμενος τὴν πρώτην σειρὰν τῶν δικαστικῶν νομοσχεδίων ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω τὰς ἰδέας καὶ τὰς γνώμας ἃς ἔχω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου· εἶναι δὲ αὗται οὐχὶ ἐκεῖναι, ἃς ἐσχημάτισα ὡς προϊστάμενος τῆς Δικαιοσύνης τῆς χώρας, ἀλλ’ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ἀνέκαθεν ἔσχον καὶ ἐξεδήλωσα. Δὲν ὑπολείπεται εἰς ἐμὲ ἤδη νὰ εἴπω τι πλέον ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Πρέπει ὅμως νὰ προσθέσω, ὅτι παρετηρήθη δυστυχῶς καὶ ἤδη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρατηρεῖται πάντοτε καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος ἡ θέσις, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα καὶ γενικώτερον καὶ ἀκόμη ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς Δικαιοσύνης. Παρετηρήθη ὅτι ἐλλείπει ἡμῖν τὸ θάρρος διὰ τὴν καταγγελίαν ὡρισμένων παραπτωμάτων καὶ παραβάσεων ἐναντίον ὡρισμένων ἀτόμων, πάντοτε δὲ πλεονάζει ἡ τάσις πρὸς γενίκευσιν τῶν παραπτωμάτων καὶ πρὸς ἀορίστους κατακρίσεις οὐχὶ ὡρισμένων προσώπων ἢ παραβάσεων, ἀλλ’ ἐν γένει τῆς Δικαιοσύνης τῆς χώρας. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, τὸ ὀλέθριον σύμπτωμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον θάλπονται μὲν οἱ κακοὶ καὶ ἀμνηστεύονται τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἐνῷ ἐξ ἄλλου διασύρεται ἡ Δικαιοσύνη τῆς χώρας εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ ὑπονομεύεται τὸ κῦρος καὶ ἡ ὑπόστασις αὐτῆς. Εἰς τὴν τακτικὴν ταύτην, τακτικήν, ἡ ὁποία παρατηρεῖται εἰς τοὺς διαδρόμους τῶν Δικαστηρίων, εἰς τὰς συγκεντρώσεις τῶν ὁπωσδήποτε ἀναμιγνυομένων πρὸς τὰ δικαστικὰ πράγματα, εἰς τὴν τακτικὴν ταύτην, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἔκφανσιν αὑτῆς παντοῦ καὶ πάντοτε, προσετέθη, καὶ τὸ λέγω μετὰ λύπης μου, ἐπὶ κινδύνῳ παραφθορᾶς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, προσετέθη καὶ ἡ τακτικὴ τῆς αἰθούσης ταύτης. Δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω τίνα σχέσιν ἔχει ἡ λειτουργία τῆς Βουλῆς ὡς πολιτικοῦ καὶ ὡς νομοθετικοῦ Σώματος πρὸς τὸν διασυρμὸν τῆς Δικαιοσύνης τῆς χώρας ἀπὸ ἐπισήμου βήματος κατὰ τοιοῦτον τρόπον γινόμενον. Ἐννοῶ κάλλιστα τὸν ἔλεγχον μεμονωμένων πράξεων, ἐννοῶ κάλλιστα τὴν καταγγελίαν αἴφνης ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἵνα προκαλέσῃ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ θέσῃ εἰς κίνησιν τὴν ἀρχὴν εἰς ἀνακάλυψιν καὶ κολασμὸν ὡρισμένης πράξεως, ἐννοῶ ἄριστα τὸν ἔλεγχον ἐκείνων, οἵτινες εἶναι τεταγμένοι, εἴτε ἐν ἰδιότητι Ὑπουργοῦ εἴτε ἐν ἰδιότητι ἄλλῃ διὰ τὴν δίωξιν τῶν παραπτωμάτων, καὶ παρέλειψαν τὴν δίωξιν ταύτην· ἐννοῶ ἄριστα τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῇ παραλείψει ταύτῃ, ἀλλὰ δὲν δύναμαι οὔτε θὰ δυνηθῶ ποτε νὰ κατανοήσω τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ καθήκοντα, πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς τοιοῦτος γενικὸς διασυρμός, οὐχὶ καταγγελία ὡρισμένων παραπτωμάτων, οὐχὶ καταγγελία ὡρισμένων προσώπων, οὐχὶ κατάδοσις ὡρισμένων πράξεων, ἀλλὰ συλλήβδην ὁ διασυρμὸς τῆς Δικαιοσύνης τῆς πατρίδος. Ἔχω ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀγορεύσεις τοιούτου εἴδους δύνανται νὰ καταπλήττωσι τὴν κοινὴν φαντασίαν, καὶ νὰ προκαλῶσιν ἐπιδοκιμασίας προσκαίρους, ἀλλ’ εἶναι ἀπολύτως βέβαιον, ὅτι εἶναι ἄδικοι κατ’ οὐσίαν, ὅτι παραφθείρουσι τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ὅτι οἱ τοιαύτην τακτικὴν μετερχόμενοι προσφέρουσι χειρίστην ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν πατρίδα (χειροκροτήματα).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τριανταφυλλάκος.
§69Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἂν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἠσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν συγγνώμην, διότι εἰς τοιαύτην ὥραν ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσῃ, σκέπτομαι πόσον μεγάλη πρέπει νὰ εἶναι ἡ ὑποχρέωσις ἐμοῦ νὰ ἐπικαλεσθῶ ὅλην ὑμῶν τὴν ἐπιείκειαν, ὅτι ἐτόλμησα εἰς τόσῳ προκεχωρηκυῖαν ὥραν καὶ μετὰ πολυημέρους συζητήσεις τελευταῖος ἁπάντων νὰ παρέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο. Παρακαλῶ λοιπὸν τοὺς κ. συναδέλφους νὰ μοὶ χαρίσωσιν ἀκρόασιν βραχεῖαν, ἀλλὰ καὶ ἐπιεικῆ συγχρόνως. Δὲν ἐσκεπτόμην νὰ λάβω τὸν λόγον κυρίως, διότι ἐγὼ ἐφρόνουν ὅτι τὸ ὕψιστον τοῦτο συνέδριον ἦτο προωρισμένον ὅπως ἀπασχοληθῇ εἰς τὸ κύριον θέμα, τὸ θέμα τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἡμετέρου πολιτεύματος, ὅπερ ἀπὸ μακροῦ χρόνου εὑρίσκεται ἐν καταστάσει ἀβεβαίᾳ, καὶ εἰς μόνον τοῦτο, μὴ δυνάμενον νὰ νομοθετήσῃ. Τοιαύτην εἶχον τὴν γνώμην καὶ ἐπὶ τοιούτου θέματος ἤθελον ἴσως ἐπικαλεσθῆ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἂν αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς τοῦ Κράτους εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων ἀνήγγειλε, δὲν μὲ ἔπειθον ὅτι πᾶσα συζήτησις εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπος καὶ ματαία. Ματαία, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σαφῶς ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς πράγματα μὲ τοὺς τύπους τῆς νομιμότητος, διότι, ἂν ταῦτα οὕτως ἐξετασθῶσιν, ἀναμφισβητήτως πολλὰ θὰ λεχθῶσιν ὑπὸ τῶν δυναμένων νὰ εἴπωσιν, ἀλλ’ ἀπεριφράστως, εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἐγένετο καὶ πᾶν ὅ,τι γίνεται ἐδημιουργήθη ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, εἶναι ἀποτέλεσμα πραξικοπήματος, ἐπακολούθημα ἐπαναστάσεως, ἡ δ’ ἐπανάστασις δημιουργεῖ δίκαιον· ἑπομένως περιττὸν εἶναι νὰ συζητήσωμεν ἂν τὰ γιγνόμενα ἔχουσι νομίμως. Θεωρῶ λοιπὸν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐντελῶς ἄσκοπον, καὶ ἁπλῶς ἔθιξα τὸ θέμα τοῦτο, ὅπως αἱ ὀλίγαι μου λέξεις χρησιμεύσωσιν ὡς ἁπλῆ διαμαρτυρία ἐναντιοφρονοῦντος. Τοιοῦτοι ἦσαν οἱ δισταγμοί, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐσκεπτόμην νὰ μὴ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλά, ὅτε ἐπείσθην ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἡμετέρας Βουλῆς ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἴσως θὰ εἶναι κυρίως νομοθετικόν, αἰσθάνομαι καὶ ἐγὼ τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ μετάσχω τῶν συζητήσεων οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀντιθέσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐγὼ βεβαίως δὲν φρονῶ φίλα, ἀλλ’ ἐκ πνεύματος ὅπως ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου, ὅπως συνήθισα ἀπὸ εἰκοσκετίας ἀδιαλείπτως παρακαθήμενος ἐνταῦθα νὰ τὸ ἐκτελῶ μετὰ παρρησίας ἀλλὰ καὶ μετ’ εἰλικρινείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀρξώμεθα ἀνορθοῦντες τὰ πράγματα ἡμῶν ἀπὸ τῆς δικαιοσύνης, καὶ εἰς τοῦτο οὐδεὶς δύναται ν’ ἀντιλέξῃ· εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ τὴν ὁποίαν πάντες ὀφείλομεν νὰ ἀκούσωμεν ἐνταῦθα, διότι ἄνευ δικαιοσύνης, ἥτις ἤθελε κολάζει τὰς παντοειδεῖς παρανόμους πράξεις, οὐχὶ μόνον τὰς ἐγκληματικάς, ἀλλὰ καὶ ἐκείνας ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι δὲν φέρουσι τελείως τὸν χαρακτῆρα τὸν ἐγκληματικόν, ἀλλ’ ἐν τούτοις προσπίπτουσιν ἐν μέτρῳ τινὶ εἰς τῆς δικαιοσύνης τὴν λειτουργίαν, δὲν δύναται νὰ ἐλπίσῃ ἀνόρθωσιν οὐδεμιᾶς Πολιτείας, πολλῷ δὲ περισσότερον τῆς ἡμετέρας. Ἀλλά, ἐνῷ περὶ τοσοῦτον μεγάλου σκοποῦ πρόκειται, ἠρξάμεθα, νομίζω, νομοθετοῦντες τμηματικῶς, fragmentarish, ὅπως θὰ ἔλεγον οἱ Γερμανίζοντες, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§70Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν μεταχειρίζεται Γερμανικά· δὲν ἠξεύρει οὔτε Γερμανικὰ οὔτε Λατινικὰ οὔτε τίποτε.
§71Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἠρξάμεθα, λέγω, τμηματικῶς νομοθετοῦντες καὶ ἤλθομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς φέροντες σχέδιον νόμου, τοῦ ὁποίου ἡ χρησιμότης ὄχι μόνον ἠμφισβητήθη ὑπ’ ἀξιοτίμων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλ’ ἐθεωρήθη ὡς δυνάμενον νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβῆ τὴν ἐπίδρασιν αὐτοῦ εἰς τὰ τῆς δικαιοσύνης ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεχώρησεν ἀπὸ τῆς πεποιθήσεως ὅτι τὸ πλεῖστον τῶν ποινικῶν δικῶν, αἵτινες τῳόντι εἶναι πολλαὶ ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, αἰτίαν ἔχουσι τὰς ψευδεῖς μηνύσεις, καὶ ἔσχε τὸ θάρρος, ὡς ἐμπρέπει εἰς πολιτευτήν, δημοσίᾳ νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ καὶ μόνη ἢ κυρίως αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἀθλίας καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ποινικὴ ἡμῶν δικαιοσύνη. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἂν πάσχει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία καὶ ἂν τὰ ἡμέτερα βαίνουσι κακῶς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἄλλα μὲν πολλά, ἀλλὰ κυρίως καὶ εἰς τοῦτο τὸ ἐλάττωμα, ὅπερ ἔχομεν, πάντοτε νὰ κατηγορῶμεν τὰ ἡμέτερα καὶ οὐδέποτε νὰ περιοριζώμεθα ἐντὸς τοῦ προσήκοντος μέτρου. Πάντοτε ὁμιλοῦμεν καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν μεθ’ ὑπερβολῆς καὶ πάντοτε νομίζομεν ὅτι εἶναι πρέπον νὰ παριστῶμεν τὸν τόπον αὐτὸν ὡς τόπον, ἐν τῷ ὁποίῳ οὐδὲν ὑπάρχει τὸ ὀρθόν, οὐδὲν τὸ ὑγιές. Καὶ τί θὰ ἔλεγέ τις, Κύριοι, ἄν, λαμβάνων τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀναγινώσκων ταύτην, ἔβλεπεν ὅτι ἐκ τῶν 16 ἢ 17 χιλιάδων ἀθωωτικῶν ἀποφάσεων, ἂν ὄχι ὅλαι, αἱ πλεῖσται ὀφείλονται εἰς ψευδεῖς μηνύσεις; Ποίαν εἰκόνα Κράτους θὰ παριστῶμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μελετῶσι τὰ πράγματα μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι τὰ ἐντεῦθεν λεγόμενα εἶναι ἐξηκριβωμένα, ὅτε θὰ ἔβλεπον, ὅτι κατηγοροῦμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀσχολεῖται ἢ εἰς τοῦτο, νὰ κάμνῃ ψευδεῖς μηνύσεις; Ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κύριοι ἀντιπρόσωποι, ἂν ἔχῃ τι τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ ἐπαινέσῃ, εἶναι ὅτι εἶναι εἰς ἄκρον ἀνεκτικὸς καὶ νομοταγὴς καὶ εἰς ἄκρον ἐργατικὸς καὶ εἰς ἄκρον λιτοδίαιτος καὶ φίλος τῆς ἰσότητος, δὲν ἀσχολεῖται δὲ εἰς ψευδεῖς μηνύσεις. Ἐγὼ ἐν τούτοις, Κύριοι, δὲν θὰ ἀρνηθῶ ὅτι ἐν τῇ σκέψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπάρχει καὶ μόριον ἀληθείας· ἁπανταχοῦ ὑπάρχουσι ψευδεῖς μηνυταί, ἀπόδειξις ἡ παρ’ ἅπασι τοῖς ποινικοῖς νόμοις ὕπαρξις τοῦ ἀδικήματος τῆς ψευδοῦς μηνύσεως· ἀλλὰ τὸ μόριον τοῦτο τῆς ἀληθείας ἐμεγαλύνθη εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ἐπ’ αὐτοῦ ἐθεμελιώθη ὁλόκληρος κατηγορία κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἐνῷ ταῦτα ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καταλήγων τὸν λόγον, ἐνεκάλεσε, δύναμαι νὰ εἴπω, διότι ἔφθασεν εἰς τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων, καὶ ἐπετίμησε σχεδὸν ὑμᾶς δικαίως ὅτι ἐνταῦθα κατηγορήσατε γενικῶς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τί ἄλλο πράττει οὗτος διὰ τοῦ νομοσχεδίου του ἢ νὰ κατηγορῇ γενικῶς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ἂν ἐν τῇ δικαστικῇ ἱεραρχίᾳ ὑπάρχωσι δικασταὶ ἀνίκανοι νὰ κατέχωσι τὸ ὕψιστον αὐτὸ ἀξίωμα, ἔργον τῆς Πολιτείας εἶναι τοῦτο, νὰ ἀποπέμψῃ αὐτούς, καὶ οἱ κείμενοι νόμοι δίδουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργόν, ὁ δὲ ὁμιλῶν εἶχε τὸ θάρρος αὐτὸς πρῶτος κατὰ τὰ 1897 νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον τοῦτο. Ὀρθῶς λοιπὸν τὸν λόγον καταλήγων ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡμίλησεν ὑπὲρ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ὀρθῶς εἶπεν ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐνταῦθα νὰ κάμνωμεν γενικὰς κρίσεις, νὰ κατηγορῶμεν τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν γενικῶς. Ἀλλ’ οὗτος, ὡς προεῖπον, ὑποπίπτει εἰς τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα, νὰ κατηγορῇ γενικῶς ὡς ψευδομηνυτὰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὡς ἄλλοι λίαν εὐκόλως πράττουσι κατηγοροῦντες γενικῶς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, κύριοι συνάδελφοι, εἶναι ὀρθὴ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ πράγματα ἐν μέρει ἔχουσιν οὕτω: Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπε μίαν ἀλήθειαν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ καὶ ἐν τῇ προηγουμένῃ Συνόδῳ εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἔργον αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἐγὼ δὲ τὸ γνωρίζω ὡς Ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλ’ ἡ τύχη τοῦ νομοσχεδίου, εἰσαχθέντος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης εἰς τὴν Βουλήν, ὑπῆρξεν ὅτι ἀπερρίφθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἡ ὁποία ἐξήτασε τὰ τοῦ νομοσχεδίου μετὰ πάσης ἐπιμελείας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πνεύματος φιλικοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ μακρὰ δὲ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἀξιότιμος φίλος μου ἀνέγνωσε πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι ἀξία νὰ μελετηθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§72Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὴν ἐμελέτησα.
§73Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἀλλὰ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις βεβαίως καὶ θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς τὰ τῶν νόμων γνωρίζει κάλλιστα, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἔχει πολλὴν ἐπιμονὴν εἰς τὰς γνώμας αὑτοῦ, καὶ ἀληθῶς νομίζω ὅτι εἰσάγει πρῶτον τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἀκριβῶς διὰ νὰ δείξῃ ὅτι ἡ κρίσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης δὲν ἦτο δικαία. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα, νομίζω, ὅτι πλανᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι θέλων νὰ θεμελιώσῃ τὸ νομοσχέδιον αὑτοῦ ἐπικαλεῖται τὴν γνωστοτάτην ἀρχὴν τοῦ ἀστικοῦ ἡμῶν δικαίου: «ὁ ἐκ δόλου ἢ ἐκ βαρείας ἀμελείας γενόμενος ἔνοχος ἀδίκου ζημίας εἰς ἄλλον εἶναι ὑπεύθυνος εἰς ἀνόρθωσιν». Καὶ τὶς ἀγνοεῖ τὴν θεμελιώδη ταύτην ἀρχὴν τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου; Ἀλλ’ ἐφαρμόζεται ἡ θεμελιώδης αὕτη ἀρχὴ τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου εἰς τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν; ἐννοεῖται, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Πολιτείαν, διότι ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἰδιώτας παντοῦ καὶ πάντοτε τὸ ἀξίωμα ἔχει τὴν ἐφαρμογὴν αὑτοῦ καὶ αὐτὴ ἡ Ποινικὴ Δικονομία μας περιέχει ῥητὴν διάταξιν, ὅτι ὁ ἀθωωθεὶς κατηγορούμενος δύναται νὰ ζητῇ, εὐθὺς ἀμέσως μάλιστα, παρὰ τοῦ μηνυτοῦ τὴν ἀποζημίωσιν· διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ ἰδιώτης μηνύων καὶ ὁ ἰδιώτης κατηγορούμενος ἀγωνίζονται ἐκεῖ ὡς ἰδιῶται καὶ ἔχει ὅλον τὸ δικαίωμα ὁ ἀθωωθεὶς κατηγορούμενος νὰ ζητήσῃ νὰ καταγνωσθῶσι πᾶσαι αἱ ἀποζημιώσεις εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τὸν κατήγγειλεν εἴτε ἐκ δόλου εἴτε ἴσως ἐξ ἀμελείας. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαί, τὰς ὁποίας ἐφαρμόζουσιν ὅλαι αἱ Πολιτεῖαι ἐπὶ τῶν θεμάτων τοῦ ποινικοῦ δικαίου; Γενικὴ ἀρχὴ εἶναι, ὅτι ἡ Πολιτεία ἰδίαις δαπάναις καθιστῶσα τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν εἰς τοῦτο ἀπέβλεψε πρωτίστως τὴν τήρησιν τῆς τάξεως καὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν νόμων θραυομένων διὰ τοῦ ἐγκλήματος, ἐν δευτέρᾳ δὲ μοίρᾳ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς ἀστικῆς δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας κατὰ μέγα μέρος τὰς δαπάνας εἰσφέρουσιν οἱ δικαζόμενοι, διὰ τῶν δικαστικῶν τελῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐσκέφθη ἡ Πολιτεία, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ πρέπον τὰς δαπάνας τῆς ἀνακαλύψεως τῶν ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα συντρίβουσι τὴν ἰδέαν τῆς ἐννόμου τάξεως, νὰ τὰς φέρῃ ὁ ἰδιώτης. Καὶ διὰ τοῦτο οὐδαμοῦ θὰ ἴδητε μέχρι πρό τινος διάταξιν ὁμοίαν πρὸς τὴν συζητουμένην. Τελευταῖον, εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐν τῇ Γερμανικῇ Δικονομίᾳ, ἀλλὰ καὶ ἐν ἄλλαις νομοθεσίαις τῶν πρὸς Βορρᾶν ἐθνῶν, κατὰ τὸ πλεῖστον ἐτέθη ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν πῶς ἐτέθη. Ἐτέθη ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θέτει ταύτην; Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξενίσθη, ὅτε φράσιν γερμανικὴν μετεχειρίσθην, ἵνα τῷ κάμω τὴν χάριν, δὲν θὰ ἀναγνώσω γερμανιστὶ τὸ κείμενον· ἄλλως ὁπωσδήποτε γνωρίζει τὴν Γερμανικὴν γλῶσσαν καὶ θὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ τὸ ἄρθρον 501 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, τοῦ ὁποίου ἡ ἔννοια εἶναι περίπου αὕτη: «ὅτι τὸ Δικαστήριον, ἐὰν πεισθῇ ὅτι ἡ ψευδὴς μήνυσις ἐγένετο εἴτε ἐκ δόλου ἢ βαρείας ἀμελείας, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν τοιοῦτον μηνυτὴν τὴν δικαστικὴν δαπάνην τῆς τε Πολιτείας καὶ τοῦ κατηγορουμένου». Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ «δύναται», τὸ ὁποῖον ῥητῶς λέγει ἡ Ποινικὴ Δικονομία τῶν Γερμανῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης μετὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν αὐτοπεποιθήσεως διέγραψεν. Ἀλλ’ εἶναι πολὺ τολμηρόν, Κύριοι, νὰ θέλωμεν ἡμεῖς ἐνταῦθα, ὅταν ἀπομιμώμεθα ξένας νομοθεσίας, νὰ διαγράφωμεν οὐσιώδη μέρη αὐτῶν, διότι εἶναι ἐντελῶς πεπλανημένον νὰ νομίζωμεν ὅτι πᾶσα λέξις τοῦ κειμένου τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας δὲν ἔχει τὴν μεγίστην αὐτῆς σημασίαν· ὅταν τὸ «δύναται» ἀφαιρεθῇ, ὁ δικαστὴς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταδικάσῃ, ἐὰν εἶναι εὐσυνείδητος δικαστής, ὅταν πεισθῇ, ὅτι ἐκ δόλου ἢ βαρείας ῥαθυμίας προέκυψεν ἡ ψευδὴς μήνυσις. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο εἶναι οὕτως ὀρθόν, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὑποβαλλόμενον, ἐσκέφθητε ὁποία κατάστασις θὰ δημιουργηθῇ; Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος καταγγέλλει, θὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον, ἀθωουμένου τοῦ κατηγορουμένου, νὰ ἴδῃ ἑαυτὸν ὄχι μόνον καταδικαζόμενον εἰς τὴν μικρὰν καὶ ἀσήμαντον δικαστικὴν δαπάνην, ἀλλὰ θὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον, ἀντὶ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τῆς αἰθούσης τοῦ Δικαστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον προσέφυγε ζητῶν ἱκανοποίησιν διὰ τὸ εἰς αὐτὸν γενόμενον ἀδίκημα, ἱκανοποιημένος, θὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ ἐξέλθῃ ἐξηυτελισμένος καὶ μὲ τὸ μέτωπον ὄχι ὑπερήφανον, μὲ τὴν ὑπόληψιν ὄχι ἀκεραίαν, θὰ θεωρηθῇ διὰ τῆς μικρᾶς ἐκείνης καταδίκης, ὅτι εἶναι ψευδομηνυτής, συκοφάντης τοὐλάχιστον. Καὶ ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα; Ὄτι τοῦ λοιποῦ οἱ δικαστικοὶ ἀγῶνες δὲν θὰ ἔχωσιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν Πολιτείαν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸν κατηγορούμενον, τὴν Πολιτείαν ζητοῦσαν τὴν ἀνόρθωσιν τῶν νόμων, τὸν μηνυόμενον φεύγοντα τὴν δικαιοσύνην, θὰ ἔχωμεν ἀντιμετώπους τὸν μηνύοντα καὶ τὸν μηνυόμενον, τὸν μηνυτὴν τρέμοντα μέχρι τελευταίας στιγμῆς, μήπως, ἀντὶ ἱκανοποιήσεως, λάβῃ τὴν μεγίστην τῶν προσβολῶν, τὴν ἀτιμωτικὴν προσβολήν, ὅτι ψευδῶς ἐμήνυσεν, ὅτι συκοφαντεῖ τὸν μηνυόμενον προσπαθοῦντα οὐ μόνον νὰ ἀθωωθῇ, ἀλλὰ καὶ νὰ στιγματίσῃ τὸν μηνυτὴν ὡς συκοφάντην, καὶ τὰ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι, ὅτι οὐδεμία θὰ δύναται πλέον νὰ ἐπέλθῃ καθησύχασις τῶν παθῶν, οὐδεμία θὰ ὑπάρχῃ ἐλπὶς συμφιλιώσεως τῶν ἐριζόντων· ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐδόθη ἡ μήνυσις μέχρι πέρατος τῆς δίκης ἀντιμέτωπος θὰ εἶναι ὁ μηνυτὴς καὶ ὁ παθών, ἑκάτερος τούτων προσπαθῶν νὰ ἐξέλθῃ τοῦ ἀγῶνος νικητής. Τοῦτο ἠνάγκασε τὸν Γερμανὸν νομοθέτην νὰ εἴπῃ ὅτι δύναται τὸ Δικαστήριον νὰ καταδικάσῃ. Διὰ τῆς λέξεως «δύναται», φιλοσοφικῶς τεθείσης, οἱ Γερμανοὶ ἀφῆκαν τὴν ἐλπίδα εἰς ὅλους ὅτι δὲν τρέχουσι τὸν κίνδυνον αὐτόν, τὸν ὁποῖον θὰ τρέξωσιν ἐνταῦθα ἀναμφισβητήτως, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ. Ἀλλὰ θέλετε, κ. Ὑπουργέ, νὰ μάθητε ποία εἶναι ἡ αἰτία τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν δικῶν τῶν ποινικῶν ἐν τῇ ἡμετέρα Πολιτείᾳ; Αὕτη ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν ἀτέλειαν ὄχι μόνον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἀνακρίσεων, τὴν ὁποίαν τόσον καλῶς ἐφωτογράφησαν οἱ ὁμιλήσαντες ἐκ Κερκύρας συνάδελφοι, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἀτέλειαν τῆς νομοθεσίας, διότι, ἀφοῦ ἠθελήσατε τὴν Γερμανικὴν νὰ συμβουλευθῆτε νομοθεσίαν, ἔπρεπε νὰ τὴν λάβητε πλήρη εἰς τὸ μέρος τοῦτο τοὐλάχιστον, διότι ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία συνετέλεσε διὰ τῆς τελειότητος αὐτῆς εἰς τὴν μείωσιν τῶν ἀδικημάτων, διότι ἐκεῖ διέκριναν, ὅπως καὶ παρ’ ἡμῖν διακρίνομεν, τὰ ἀδικήματα εἰς τὰ ἐξ ἐπαγγέλματος διωκόμενα καὶ τὰ κατ’ ἔγκλησιν τιμωρούμενα, ἀλλ’ ἐνῷ παρ’ ἡμῖν κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἢ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅταν δοθῇ ἡ ἔγκλησις τοῦ παθόντος, τὸ πᾶν δι’ αὐτὸν ἐπερατώθη, ἐπελήφθη ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ τῆς δημοσίας ἀγωγῆς καὶ οὐδεὶς συμβιβασμὸς ἐκ μέρους τοῦ παθόντος καὶ τοῦ μηνυτοῦ ἐπιτρέπεται, ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ μιμηθῆτε, ἔχει ῥητὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐγκαλῶν ἐπὶ ἀδικημάτων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔγκλησιν τιμωροῦνται, ἔχει τὸ δικαίωμα μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως τῆς καταδικαστικῆς νὰ εἴπῃ: συγχωρῶ τὸν κατηγορούμενον, ἀνακαλῶ τὴν ἔγκλησιν, καὶ εὐθὺς παύει ἡ ἐνέργεια τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, εὐκόλως ἐννοεῖτε, Κύριοι, πῶς ὑποβοηθεῖ τὴν συμφιλίωσιν τῶν πολιτῶν ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία. Ὁ Γερμανικὸς Ποινικὸς Νόμος δὲν ἐξωθεῖ, ὡς ἡμεῖς θέλομεν νὰ πράξωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ἔριδας μεταξὺ πολιτῶν δι’ ἐλαχίστην ἀφορμήν, δι’ ἐλάχιστα παραπτώματα. Ὅτε ἡ Γερμανικὴ νομοθεσία λέγει ὅτι μέχρι ἐκδόσεως τῆς ἀποφάσεως δύναται ὁ παθὼν νὰ εἴπῃ: συγχωρῶ τὸν ἀδικήσαντά με, ἀποσύρω τὴν ἔγκλησιν, ἐννοεῖτε πῶς ἐκεῖ τὰ ἀδικήματα ἐλαττοῦνται καὶ μειοῦνται, τῆς Πολιτείας συντρεχούσης. (Εὖγε, εὖγε). Ἀλλὰ σκεφθῆτε πρὸς στιγμήν, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν οἱ Γερμανοί, οἱ ψύχραιμοι Γερμανοί, οἱ ὁποῖοι προβαίνουσιν εἰς τὰς πράξεις αὑτῶν—καὶ τὰς καταμηνύσεις, ἐννοεῖται—, ἀφοῦ μελετήσωσιν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἴσως, ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ δώσωσι τοιαύτην διέξοδον εἰς τὴν νομοθεσίαν, πόσον παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀναγκαία ὁμοία διάταξις, παρ’ ἡμῖν, οἱ ὁποῖοι τὰ πάντα ἀποφασίζομεν ἐν σπουδῇ, καὶ αὐτὸ τὸ βουλεύεσθαι καὶ τὸ νομοθετεῖν ἀκόμη! Ἐσκέφθητε ποίαν ἐπιρροὴν θὰ ἐνασκήσῃ παρ’ ἡμῖν ἡ τοιαύτη διάταξις; Διότι πάντες γνωρίζομεν τὰ προτερήματα καὶ τὰ ἐλαττώματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· γνωρίζομεν ὅτι ἐξ ὑπερφιλοτιμίας προβαίνουσιν εἰς καταγγελίας ὄχι ψευδεῖς, ἀληθεῖς· ἀλλ’ ὅταν μετὰ πενθήμερον οἱ συγχώριοι θέλωσι νὰ συμφιλιωθῶσι καὶ προσφεύγωσιν εἰς τοὺς νομικούς, οὗτοι, τὸ καθῆκόν των ἐκτελοῦντες, τοῖς λέγουσιν: «ἡ ἀνάκλησις τῆς μηνύσεως δὲν ἐπιτρέπεται». Συμβουλεύονται αὐτοὺς πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἔρις νὰ σωθῶσιν ἀπὸ τὰς περιπετείας καὶ τὰς ζημίας μιᾶς δίκης. «Ἀδύνατον· δὲν ὑπάρχει τρόπος» εἶναι ἡ νομικῶς ὀρθὴ ἀπάντησις. Καὶ τότε τί συμβαίνει; Ἀντὶ τὰ ἀδικήματα νὰ ἐλαττῶνται, πολλαπλασιάζονται, διότι εἰς τὸ ἀδίκημα τῆς αἰκίας, τοῦ ἀπρομελετήτου τραύματος, τῆς ὕβρεως, ὅταν ἐπέλθῃ ἀληθὴς συμφιλίωσις, προστίθεται τὸ ἔγκλημα τῆς ψευδορκίας· διότι προσέρχονται οἱ συμφιλιωθέντες συγχώριοι, ἀφοῦ ἐπανειλημμένως ἀναβάλουν τὴν δίκην, καί, ἵνα σωθῶσιν ἀπὸ τῆς καταδίκης, ψευδορκοῦσι. Λοιπὸν ἡ νομοθεσία ἡμῶν ὠθεῖ πρὸς τὸ ἔγκλημα καὶ οὐδεμίαν πρόνοιαν λαμβάνει τοὐναντίον περὶ μειώσεως αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν τοιαύτη ἐλαμβάνετο πρόνοια, κύριε Ὑπουργέ, νὰ εἰσαγάγητε τοιαύτας διατάξεις, πρῶτος ἐγὼ θὰ σᾶς ἔλεγον ὅτι ὀρθῶς σκέπτεσθε καὶ πρῶτος θὰ σᾶς ἐχειροκρότουν.
§74Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ποῖος σᾶς λέγει ὅτι δὲν εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς σκέψεις ἡμῶν καὶ τοῦτο;
§75Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐὰν τὸ ἐγνωρίζετε, πρῶτον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάμητε, διὰ νὰ μὴ ἔχητε καμμίαν ἀντίρρησιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§76Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τίνα σχέσιν ἔχει τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο;
§77Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἔχει μεγάλην σχέσιν, διότι τότε—καὶ δικαίως τότε—ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν τόλμην νὰ ἐγκαλέσῃ, εἴτε ψευδῶς εἴτε ἀληθῶς, καὶ ὁ ὁποῖος, ἐνῷ εἶχε τὸ δικαίωμα μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς καταδίκης νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν ἔγκλησίν του καὶ δὲν ἀνακαλεῖ, τότε δικαίως ὁ δικαστὴς νὰ δύναται νὰ τὸν τιμωρήσῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου, ἤ, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐπιμείνῃ, νὰ ἀναβάλῃ τοῦτο μέχρις οὗ προτάξῃ νομοσχέδιον ἐκ τῆς Γερμανικῆς νομοθεσίας, καὶ τοῦτο λαμβανόμενον ὅμοιον πρὸς τὸ ὑπ’ ἐμοῦ ὑποδεικνυόμενον. Εἶναι ἁπλούστατον· περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἄρθρον 64 τοῦ Γερμανικοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεται ὅτι ὁ ἐγκαλῶν εἰς τὰ ἀδικήματα τὰ κατ’ ἔγκλησιν τιμωρούμενα δύναται μέχρι τῆς ἀποφάσεως νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν μήνυσίν του. Ἐὰν τοῦτο πράξῃ, ἐγὼ τοὐλάχιστον τότε θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τότε τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ εἶναι κινδυνῶδες εἰς τὴν χώραν, καὶ θὰ ψηφίσω τότε, ἐὰν τροποποιηθῇ ἐπίσης τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν δυνητικὴν φράσιν «δύναται». Ζητῶ συγγνώμην, Κύριοι, ἂν ὡμίλησα μετὰ γλώσσης οὐχὶ τοσοῦτον ἠρέμου· δὲν ἦτο τοῦτο ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ μου· τοὐναντίον ἐν τῇ ἐπιθυμίᾳ μου ἦτο νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἂν τελευταῖος ὡμίλησα, ἔπραξα τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον δὲν ἐρρήθη ὑπὸ τῶν κ. κ. προλαλησάντων. Αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ὁρμῶμαι ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτευτικοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν ἐπιδοκιμάζω. Ἀλλὰ θὰ πράξω τὸ ἐμὸν καθῆκον μετὰ πάσης παρρησίας καὶ μετὰ πάσης εἰλικρινείας. Θὰ ὑποστηρίξω δὲ τὰ ἀγαθὰ νομοθετήματα τῆς Κυβερνήσεως, ὅσα τείνουσι πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων, καὶ θὰ καταπολεμήσω ὅσα νομίζω ἢ περιττὰ ἢ καὶ ἐπιβλαβῆ. Θὰ εἶμαι, Κύριοι, ὁ εὐτυχέστερος τῶν ἀνθρώπων, ἂν οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δημοσίᾳ ἀγορεύων πρὸ τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος πολλάκις ἐξεδήλωσα, διαψευσθῶσιν ὑπὸ τῶν πραγμάτων, διότι οὐδὲν ἄλλο ἐπιθυμοῦμεν πάντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἢ νὰ ἴδωμεν τὴν ὡραίαν ἡμῶν χώραν ἀνυψουμένην εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ οἱ ἱστορικοὶ αὐτῆς λόγοι καὶ ἡ ὡραία φύσις καὶ ὁ ἀγαθὸς καὶ νοήμων λαὸς δικαίως ἀξιοῦσιν. Ἀλλά, ὅπως ταῦτα ἐπιτύχωμεν, πρέπει νὰ παύσωμεν ἀφειδῶς κατηγοροῦντες τὰ ἡμέτερα πράγματα. Πρέπει πρὸς τοῦτο καὶ μόνον νὰ ἀποβλέπωμεν, πῶς νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ κοινὰ συμφέροντα τοῦ τόπου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐνταῦθα οὐδεὶς ἐχέφρων, οὐδεὶς πατριώτης εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, ἀλλ’ ὅτι τοὐναντίον πάντες προθύμως θὰ συνεισφέρωμεν πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τούτου. (Εὖγε, εὖγε).
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§79Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις ἔχω, Κύριοι, νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Νομίζω, ὅτι ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῷ ἄρθρῳ τῆς ῥήτρας, ὅτι πρέπει ἡ ἀπαλλαγὴ τοῦ καταγγέλλοντος νὰ αἰτιολογῆται εἰδικῶς ἐν τῇ ἀποφάσει ἢ ἐν τῷ βουλεύματι, εἶναι μία ἀναγραφὴ δρακόντειος καὶ ἀδικαιολόγητος. Ὑπάρχει, Κύριοι, τὸ τεκμήριον τῆς ἐντιμότητος, τῆς ἠθικότητος ὑπὲρ παντὸς πολίτου. Διατί νὰ καταστρέψωμεν τὸ τεκμήριον τοῦτο καὶ νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν ὅτι ὑπάρχει τὸ τεκμήριον τοῦ ψεύδους κατὰ παντὸς μηνυτοῦ; Τὸ νὰ ἀναγράψωμεν ἐν τῇ ἀποφάσει τὴν καταψήφισιν τῶν ἐξόδων εἶναι ὀρθόν, διότι εἶναι μία καταδίκη, ἀλλὰ νὰ ἀναγράψωμεν εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν, ὅτι ὁ μηνυτὴς δὲν ἦτο ψευδομηνυτής, μοὶ φαίνεται ὅτι ἀντιβαίνει πρὸς τὴν γενικὴν ἀρχήν, καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ αὐτὴ ἡ ὑποχρέωσις. Ἔχω ὑποβάλει συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο μίαν τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἀπόφασις ἡ καταψηφίζουσα τὰ ἔξοδα δὲν πρέπει νὰ ἀπαγγέλληται ἀμέσως, καὶ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου καὶ τὴν βίαν καὶ τὴν σπουδὴν καὶ μυρίους ἄλλους λόγους γνωστοὺς εἰς τοὺς ἀσχοληθέντας εἰς τὰ πολιτικὰ Δικαστήρια, λόγους, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι λίαν ἐνδεχόμενον νὰ καταψηφισθῶσι τὰ ἔξοδα εἰς βάρος ἑνὸς ἁπλοϊκοῦ μηνυτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρει νὰ ἐκφρασθῇ, ὁ ὁποῖος παρεξηγήθη, καὶ θὰ καταψηφισθῶσιν ἐν βίᾳ, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ Δικαστήριον δὲν ἔχει τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν, ἐνῷ, ἐὰν ἡ καταψήφισις ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ νὰ γίνηται τὴν ἑπομένην συνεδρίαν, τότε φεύγομεν ἀπὸ τὸν κίνδυνον αὐτόν. Ἀναμένω ὅμως καὶ τὴν ἀντίρρησιν ὅτι: ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν θὰ ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν ἐνδιαφερομένους μάρτυρας μηνυτάς; Ἀλλὰ μήπως, ὅταν τὸ Συμβούλιον καταψηφίσῃ τὰ ἔξοδα, θὰ ἔχῃ πρὸ αὐτοῦ ἄλλο τι εἰμὴ τὴν δικογραφίαν; Τὴν αὐτὴν θὰ ἔχῃ, ἀλλὰ δικογραφίαν πληρεστέραν πρὸ αὐτοῦ τὸ Δικαστήριον, ἐὰν τὴν ἑπομένην ἀποφασίσῃ περὶ τῆς καταψηφίσεως τῶν ἐξόδων. Τὰς δύο ταύτας παρατηρήσεις ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§80ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἀπηλείφθη ἡ λέξις ἰδιώτης, δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω.
§81Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν θὰ ἀθῳώνηται κανείς, Κύριοι, εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα. Ἀλλὰ ὅλα τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα εἰς τὰς ἐπαρχίας—καὶ προσέξατέ το καλὰ—θὰ πηγαίνωσιν εἰς τὰ Πταισματοδικεῖα καὶ θὰ ὁρκίζωνται, ἵνα μὴ καταψηφίζωνται τὰ ἔξοδα εἰς βάρος τοῦ ἀστυνόμου ἢ τῶν λοιπῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα καταγγέλλουσι τοὺς χωρικούς. Αὐτὴν τὴν φωνὴν τῆς διαμαρτυρίας θέλω νὰ κάμω μόνον, ἵνα ἀκουσθῇ, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἐπικαλοῦμαι δὲ καὶ τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μελετηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§82Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Νομίζω, ὅτι πρόκειται περὶ παραδρομῆς. Ὡς διατυποῦται τὸ ἄρθρον, δὲν περιέχει μόνον τὴν βαρεῖαν ἀμέλειαν ἢ τὸν δόλον, ἀλλά....
§83Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐτροποποιήθη ὡς ἑξῆς: «ἐκ δόλου ἢ βαρείας ἀμελείας».
§84Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τότε δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω.
§85Χ. ΚΟΡΥΛΛΟΣ. Ὀξύμωρον, Κύριοι, τὸ σχῆμα τοῦ νὰ ἔρχηται ἰατρός, ἵνα ὁμιλήσῃ ἐπὶ νομικοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἂν ἀνομολογεῖται, ὅτι ἡ θεὰ Θέμις πάσχει, βεβαίως ὁ Ἀσκληπιὸς εἶναι ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον αὕτη πρέπει νὰ προσφύγῃ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω, Κύριοι, διὰ τὴν οὐσίαν τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν νομοσχεδίου, διότι εἶναι ἄλλοι ἁρμόδιοι πρὸς τοῦτο, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσω περὶ ἑνὸς πράγματος, τὸ ὁποῖον ἴσως διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸ Σῶμα τὸ Ἰατρικόν, οὗτινος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τυγχάνω μέλος. Πρόκειται περὶ τῶν ἰατρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συντάσσουσι ψευδεῖς καὶ ἀσυστόλους ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ὑπαγορεύουσιν εἰς αὐτοὺς οἱ βλαχοδήμαρχοι (τοὺς ὁποίους παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τοὺς καταργήσῃ καὶ εἰσαγάγῃ τὸ σύστημα τῶν Κοινοτήτων) ἢ οἱ δικολάβοι, καὶ ἐνιαχοῦ, ὅπου ὑπάρχουν εἰς ἀπώτατα σημεῖα Εἰρηνοδικεῖα, καὶ εἰρηνοδίκαι—ἐννοῶ τοὺς τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος.—Εἶναι ἀληθές, ὅτι αἱ ἀμοιβαὶ αἱ διδόμεναι εἰς τοὺς ἰατροὺς εἶναι γλίσχροι καὶ μηδαμιναί, (καὶ δι’ αὐτὸ πάλιν ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν), διότι, ἵνα ἐννοήσητε εἰς ποῖον βαθμὸν εὐτελῆ φθάνουσιν αἱ ἀμοιβαὶ τῶν ἰατρῶν, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι διὰ μίαν νεκροψίαν ἑνὸς ἐκταφέντος νεκροῦ δίδει ἡ Πολιτεία ἕξ δραχμάς. Ἂν σᾶς παρακαλέσουν νὰ γδάρετε ἕνα ψόφιον λαγόν, βεβαίως δὲν θὰ ἀρκεσθῆτε εἰς τὰς 6 δραχμάς. Ὅμως διὰ τοὺς ἰατροὺς δίδουν αὐτὴν τὴν ἀμοιβήν. Καὶ ἐν τούτοις ἔπρεπεν οἱ ἰατροὶ νὰ εἶναι εὐσυνειδητότεροι. Ἐγὼ ὑπῆρξα ἔνορκος ἐπὶ μακρὰ ἔτη, εὐτυχῶς δὲ δὲν ἔκαμα ποτέ μου σχεδὸν ἔκθεσιν, διότι δὲν ἀκούω τόσο ἀπὸ κουβέντες. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπήγαινα νὰ πάρω δύο δραχμὰς διὰ νὰ κάμω ἕνα χαρτί. Ἐν τούτοις οἱ ἰατροί, ὑπείκοντες εἰς ἄλλα, ἀμισθεὶ κάμνουν ἐκθέσεις φοβεράς. Εἶναι ἡ ὥρα περασμένη, ἄλλως θὰ σᾶς ἀνέφερα ἓν μόνον γεγονός, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἔπειθε περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων μου.
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μᾶς τὸ εἰπῆτε.
§87ΧΡ. ΚΟΡΥΛΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἰατροῦ, ὁ ὁποῖος ἔφερε δύο ἀνθρώπους, πατέρα καὶ υἱόν, μέχρι τοῦ βαθμοῦ τῆς ποινῆς τῶν ἰσοβίων δεσμῶν ἐν γνώσει ὅτι ἔπραττε τὸ ἄδικον. Εἰς ἓν χωρίον τοῦ δήμου Ψωφίδος εἷς χωρικὸς ἀπήγαγε τὴν κόρην ἑνὸς συγχωριανοῦ του. Ὁ πατὴρ τῆς κόρης τὸν κατήγγειλεν, ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐπείθετο ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς νὰ ἄρῃ τὴν καταγγελίαν, οὗτοι ἐπενόησαν σκευωρίαν καὶ ἔκαμαν τὸ ἑξῆς: Ἑσπέραν τινὰ ἐξένισαν ἕνα ἀνθρακέα, ὁ ὁποῖος ἐπερνοῦσε ἀπὸ τὸ σπίτι ἐκεῖνο, ἐκείνην δὲ τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἣν ἔλειπεν ὁ εἰρηνοδίκης, ἐξετέλει δὲ χρέη εἰρηνοδίκου κατὰ τὸν τότε νόμον ὁ συμβολαιογράφος, ὁ ὁποῖος ἦτο συγγενὴς τοῦ ἀπαγωγέως, ἔρριψαν μίαν πιστολιὰν καὶ εἶπον ὅτι ὁ πατὴρ καὶ ὁ ἀδελφὸς τῆς ἀπαχθείσης ἐπῆγαν νὰ φονεύσουν τοὺς συγγενεῖς τοῦ ἀπαγωγέως, καὶ εἰς τοῦτο ἐπεκαλέσθησαν τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἀνθρακέως, εἰς ὃν ἔδειξαν τὴν τρύπιαν φουστανέλλαν καὶ τραῦμα ἄνωθεν τοῦ γόνατος. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος τῆς ξενίας τοῦ ἀνθρακέως. Τῇ ἐπαύριον ἐκάλεσαν τὸν εἰρηνοδικοῦντα συμβολαιογράφον συγγενῆ των, ὡς προείρηται, καὶ ἤρξαντο ἀνακρίσεις. Ἐκλήθη ἰατρός ἐκ γειτονικοῦ χωρίου, ἵνα συντάξῃ ἰατροδικαστικὴν ἔκθεσιν. Ὁ ἰατρός, ὁ ὁποῖος ἦτο εὐτυχῶς εὐσυνείδητος, ἐβεβαίου, ὅτι τὸ τραῦμα δὲν ἦτο τραῦμα πιστολίου, ἀλλ’ ἦτο ἐκδορὰ προξενηθεῖσα δι’ ἑνὸς μικροῦ ἐργαλείου. Ἡ ἔκθεσις τοῦ ἰατροῦ δὲν ἤρεσεν εἰς τοὺς σκευωρούς, οἵτινες ἀνῆκον εἰς τὴν τάξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ λάβωσιν ἀνάλογον ψῆφον, νὰ ἔχῃ δηλαδὴ περισσοτέρας ψήφους ἀπὸ ὅσας ἔχει ὁ χωρικός. Ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις εἰς τὰς Πάτρας. Ὁ ἀνακριτής, πεισθεὶς περὶ τῆς πλεκτάνης, δὲν ἤθελε νὰ καταδιώξῃ τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ σκευωροὶ κατορθώνουν καὶ τοῦ παίρνουν τὴν ἀνάκρισιν καὶ τὴν δίδουν εἰς ἄλλον, ὅστις καλεῖ ἕνα ἰατρόν, ὁ ὁποῖος τί γράφει; Ὅτι ἡ πληγὴ εἶχε βάθος 10% τοῦ μέτρου καὶ ἡ σφαῖρα ἦτο ἐντός, καὶ ἐπεφυλάσσετο διὰ νεωτέρας ἐκθέσεώς του νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῆς. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς συλλαμβάνουν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ τοὺς θέτουν εἰς τὰς φυλακάς, ἀφοῦ πρότερον τὰ ἀποσπάσματα δὲν τοῖς ἀφῆκαν λίθον ἐπὶ λίθου. Ἡμέραν τινὰ συνωμίλουν μὲ ἕνα τῶν σκευωρῶν αὐτῶν, ὅτε διῆλθε πρὸ ἡμῶν ὁ ἐν λόγῳ ἰατρός, καὶ μοὶ λέγει· τὸν βλέπεις αὐτόν; Ἂν θέλω νὰ χαλάσω μισὴ κόλλα χαρτί, τὸν βάζω εἰς τὰς φυλακάς, διότι ἔκαμε μίαν ἔκθεσιν τοιαύτην, καὶ ἠξεύρεις διατί τὸ ἔκαμε; δι’ ἕνα λαγὸν καὶ ἓν δεκάδραχμον. Ἐγὼ τὰ ἤκουσα, ἀλλὰ δὲν ἤξευρα τί συμβαίνει, ὅτε κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς δίκης ἤκουσα ἕνα μάρτυρα ἐλθόντα ἐκ τοῦ χωρίου ἐκείνου νὰ λέγῃ τὸ γεγονός, ὅτι ἦτο ἁπλῆ ἐκδορὰ καὶ ἡ ὅλη ὑπόθεσις σκευωρία. Ἔγραψα τότε εἰς τὸν τότε προεδρεύοντα ἐν Λευκάδι (ἔνθα θὰ ἐγίνετο ἡ δίκη) φίλον μου μακαρίτην ἤδη Ζηλήμονα τὸ γεγονὸς καὶ τῷ εἶπον, ὅτι γνωρίζω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Πράγματι ὁ Ζηλήμων ἐπέστησε τὴν προσοχήν του, καὶ ἐβεβαιώθη, ὅτι ὄντως οἱ ἰατροὶ ἐν Λευκάδι ἐβεβαίωσαν ὅτι τὸ δῆθεν τραῦμα ἦτο ἁπλῆ ἐκδορά, καὶ οὕτως ἐσώθησαν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὴν βαρεῖαν καταδίκην, ἡ ὁποία τοὺς ἐπεκρέματο, καὶ ἦλθον εἰς τὰς Πάτρας πενέστατοι. Ἐν τούτοις κατήγγειλαν τοὺς ψευδομηνυτάς, πατέρα καὶ υἱόν, καὶ ἐγένετο ἡ δίκη εἰς τὰς Πάτρας, ὅπου ἤμην μάρτυς καὶ εἰς τὸ Δικαστήριον ἐξέθεσα αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον. Καὶ αὐτοὶ μὲν κατεδικάσθησαν εἰς δέκα ἐτῶν φυλακήν, ὁ ἰατρὸς ὅμως δὲν ἔπαθε τίποτε. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ βάλῃ καὶ τοὺς ἰατρούς, ὁσάκις οὗτοι ἀποδεικνύονται ὅτι ἐκ κακοηθείας ἔγραψαν ἐκθέσεις ψευδεῖς.
§88Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Δύο παρατηρήσεις ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω. Τῆς πρώτης μὲ ἀπήλλαξεν ὁ κ. Καρασεβδᾶς, ὁ ὁποῖος προεκάλεσε τὴν ἐπέμβασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ δευτέρα παρατήρησις ἀποβλέπει τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπεξετάθησαν αἱ συνέπειαι τῶν μηνύσεων, τὰς ὁποίας ὑποβάλλουν τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ παρατήρησις, ὅτι συνήθως ὑποβάλλονται μηνύσεις προερχόμεναι ἐκ τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων, ἔπεισαν τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας αὐτῆς. Φρονῶ ὅμως ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ ἐπέκτασις τῶν συνεπειῶν καὶ ἑπομένως ἡ ἀναγραφὴ τῶν συνεπειῶν ἐν τῷ σχετικῷ ἄρθρῳ εἶναι ἀνεφάρμοστος καὶ ἐπιζήμιος. Λέγω ἀνεφάρμοστος, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι σπανίως ἢ μᾶλλον οὐδέποτε τὰ Δικαστήρια θὰ καταδικάσουν καταδιωκτικὰ ὄργανα διότι ἐκ μιᾶς ἐπιπολαιότητος ὑπέβαλον μήνυσιν. Στηρίζω τὴν γνώμην αὐτὴν εἰς τὰς παρατηρήσεις, ὅτι ἐπὶ τῶν δικῶν τῶν καταδιωκτικῶν ὀργάνων αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ πάντοτε σχεδὸν εἶναι ἀθῳωτικαί, ἐκ τοῦ φόβου μήπως ψυχρανθῇ ὁ ζῆλος αὐτῶν περὶ τὴν καταδίωξιν. Λέγω δὲ ἐπιζήμιος, διότι ἀρκεῖ αὐτὸ καὶ μόνον, διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα εἰς τὴν ὑποβολὴν διαφόρων μηνύσεων. Ὁ κατώτερος ὑπάλληλος τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς, ὁ ὑπενωμοτάρχης, ὁ χωροφύλαξ, ὁ δασάρχης εἶναι φυσικὸν πρὸ τοῦ φόβου ἐκείνου νὰ μὴ καταγγέλλουν τὰς πράξεις, νομίζω δέ, ὅτι ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὰ καταδιωκτικὰ ὄργανα νὰ καταγγέλλουν οἱανδήποτε πρᾶξιν, ἔρχεται εἰς ποιάν τινα ἀντίφασιν, ἐπιβάλλουσα πληρωμὴν ἐξόδων εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι αὐτὰ ἐνήργησαν ἔστω καὶ ἐξ ὑπερβολικῆς ἀμελείας.
§89Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Θὰ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ προσοχὴν εἴς τινα προσθήκην, τὴν ὁποίαν σκοπεύω νὰ ἐπιφέρω εἰς τὸ τέλος τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ὡς δευτέρα παράγραφος τοῦτο (ἀναγινώσκει).... (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν σκοπιμότητα τῆς τοιαύτης προσθήκης, ἀναχωρῶν ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι θὰ εἶναι ἀνοίκειον καί, οὕτως εἰπεῖν, ἀπρεπὲς ὁ πταισματοδίκης ἢ τὸ τριμελὲς συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν ποινὴν τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς μηνυτήν, τὸν ὁποῖον τὸ πενταμελὲς συμβούλιον τῶν Ἐφετῶν ἐθεώρησεν ὡς προσαγαγόντα ἱκανῶς ἐπαρκεῖς ἐνδείξεις, ὅπως στηριχθῇ ἡ κατηγορία. Ἑπομένως νομίζω ὅτι τοιαύτη προσθήκη δὲν θὰ ἐπερίττευε, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τὴν δεχθῇ.
§90Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εὐχαρίστως θὰ ἐδεχόμην τὴν πρότασιν τοῦ κ. συναδέλφου, ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς ἀνάγκην τινά. Βεβαίως ὑπὸ πρακτικὴν ἔποψιν σπανιωτάτη θὰ εἶναι ἡ περίστασις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ τὸ Δικαστήριον ἐνώπιον κατηγορουμένου παραπεμπομένου ὑπὸ συμβουλίου, νὰ ἐπιβάλῃ τὰ ἔξοδα εἰς τὸν μηνυτήν. Ἀλλὰ σπάνιον δὲν εἶναι καὶ ἀδύνατον νὰ παραπλανηθῇ τὸ συμβούλιον ἀπὸ ψευδεῖς μαρτυρίας. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ κρίσις τῶν Δικαστηρίων εἶναι ἐπαρκής.
§91ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ προκαλέσω μίαν ἐξήγησιν. Θέλω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ ἑξῆς: Κατὰ ποῖον σύστημα θὰ γίνηται αὕτη ἡ προαφαίρεσις μέρους τῶν ἐξόδων ἐν περιπτώσει καταδίκης τοῦ κατηγορουμένου;
§92Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λογιστικὸν σύστημα θέλετε;
§93ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Πῶς θὰ γίνῃ ἐκτελέσιμος ὁ νόμος αὐτός;
§94Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Δικαστήριον νομίζει, ὅτι τὰ ἔξοδα εἶναι 100 δραχμαί, εὑρίσκει ὅτι ὁ καταδικασθεὶς κατηγορούμενος πρέπει νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ 50 δραχμῶν, τὰς δὲ ἄλλας 50 δραχμὰς θὰ τὰς ἐπιβάλῃ εἰς τὸν μηνυτήν, ὁ ὁποῖος ψευδῶς κατεμήνυσε καὶ ὁ ὁποῖος ἔδωκε βαρύτερον χαρακτῆρα.
§95ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἔχει σημασίαν ἡ ἀπάντησίς σας, ὅσην ἔχει σημασίαν καὶ ἡ ἐρώτησίς μου, διὰ τὴν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου.
§96Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὰ τὰ ἀνέπτυξα, ἀλλὰ δὲν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ μὲ προσέξητε.
§97ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ ἐρωτήσω, ἂν θὰ ἐκδίδηται ἡ αὐτὴ ἀπόφασις ἢ ἄλλη ἀπόφασις, καὶ ἄν, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ γράμμα, θὰ ἐκδίδηται μία ἀπόφασις.
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ ἀποσύρητε τὴν ἐρώτησιν. Ὑπάρχουν περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ ἐρωτήσεις ἀποδεικνύουν ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ ἔμενον κεκρυμμέναι.
§99ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου δὲν εἶναι τόσον ἁπλοϊκή, διότι κατὰ τὸ σύστημα τῆς Γερμανικῆς Δικονομίας ἐκδίδεται ἰδικιτέρα ἀπόφασις. Λοιπὸν ἐρωτῶ, τὰ τέλη αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως ποῖος θὰ τὰ πληρώνῃ;
§100Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν θὰ ἐκδίδηται ἰδιαιτέρα ἀπόφασις.
§101ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ γίνῃ τροπολογία, θὰ παρακαλέσω νὰ ἀνατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν, διὰ νὰ εἴμεθα ἐν γνώσει αὐτῆς. Σεῖς, κύριε Πρόεδρε, γνωρίζετε κάλλιον παντὸς ἄλλου ὅτι πάντοτε τοιοῦτον μέτρον λαμβάνεται. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, εἰ δυνατόν, νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ὑποστηρίζει νὰ μὴ γίνωνται ἐρημοδικίαι, ὅπως τὰ Συμβούλια ἐπιβάλλωσι τὰ ἔξοδα εἰς τὸν μηνυτὴν τότε μόνον, ἐὰν δὲν ἐδικάσθη προτέρω ἐρήμην ὁ κατηγορούμενος, διότι θὰ περιστείλωμεν τὰς ἐρημοδικίας. Ἀφοῦ ἅπαξ ἐδικάσθη ὁ κατηγορούμενος ἐρήμην, τὸ Δικαστήριον τὸν εὑρίσκει ἔνοχον, εἶναι κἄτι περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον τὰ συμβούλια. Ἐὰν θέλητε ν’ ἀποφύγητε καὶ νὰ περιστείλητε τὰς ἐρημοδικίας, πρέπει νὰ δεχθῆτε, ὅπως τότε μόνον καταδικάζηταί τις, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος δὲν ἔχῃ δικασθῆ ἐρήμην. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ αὐτὸ πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ἐρημοδικιῶν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, Κύριοι, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§103ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πότε;
§105ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εὐθὺς ἀμέσως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴχετε προσέλθει εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ ἐζητήσατε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§107ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι. Τώρα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε Κουλουμβάκη, δὲν σᾶς ἀντελήφθην, καὶ προέτεινα εἰς τὸν κ. Ἠλιόπουλον. Εἶναι περιττὸν νὰ ἀγριεύητε τόσον πολύ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη.
§109ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι, εἶναι περίεργος ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν τὸ νομοσχέδιον.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καθόλου μάλιστα.
§111ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Εἶναι περιεργότατος, Κύριοι (διαμαρτυρίαι καὶ φωναί). Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους εἶναι δυνατὸν νὰ καταπλήξωσι μὲ τὰς φωνάς. Λοιπὸν κατηναλώσαμεν ὁλοκλήρους ἡμέρας συζητοῦντες ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας πραγματικῶς δὲν ὑπῆρξε διαφωνία. Καὶ ἐνῷ κατηναλώσαμεν ὁλοκλήρους ἡμέρας συζητοῦντες ἐπὶ ἐκείνου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρχε διαφωνία, προκειμένου κατὰ τρόπον πρωτότυπον νὰ ἀσφαλίσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν ἐφαρμόσιμον, ἀποτελεσματικήν, ὠφέλιμον, ἐπειγόμεθα! Ἡ διατύπωσις, Κύριοι, τῶν νόμων δὲν εἶναι εὔκολος.
§112Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Οἱ μὴ ὁμιλήσαντες δὲν εἶναι ὑπαίτιοι. Ὑπαίτιοι εἶναι ὅλοι οἱ ἄλλοι. Ἀφοῦ εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ὡμίλουν ἐπὶ 15 ἡμέρας!
§113ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Σεῖς ἐκλεκτὸς φίλος τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, νὰ λέγητε τοῦτο πρὸς ἐμέ, ὅστις ὑπερήσπισα τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου; Λοιπὸν νομίζω, ὅτι εἶναι περιεργότατος ὁ τρόπος, καθ’ ὃν προβαίνομεν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι σαφὴς εἶναι ἡ ἀντίληψίς μου ὅτι ζητεῖται νὰ ὑπάγωνται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται οἱ παραβαίνοντες τὰς διατάξεις τοῦ μέλλοντος νόμου, διότι εἶναι δίκαιον πρᾶγμα· δὲν ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅμως ὅτι ὑπῆρξε σκέψις καὶ ἐγένετο ἡ συζήτησις ἡ προσήκουσα περὶ τοῦ ἂν τὸ δίκαιον αὐτὸ θέλει ἱκανοποιηθῆ, διότι ἔχω τὴν βαθεῖαν πεποίθησιν, τὴν ἀδιάσειστον γνώμην, ὅτι θέλομεν καταλήξει εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Πρέπει νὰ ἀγνοῇ τις καθ’ ὁλοκληρίαν τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ ἡ Ἑλληνικὴ ποινικὴ δικαιοσύνη παρ’ ἡμῖν, τὰς ἀντιλήψεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντα αὑτῶν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται ἡμῶν, διὰ νὰ σπεύδῃ εἰς τὸ νὰ καθιερωθῇ μία τοιαύτη διάταξις, διότι εἶναι δικαία. Ἐγὼ δὲν παραξενεύομαι διότι τὴν ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς παρεσύρθη ἀπὸ τὴν ὁμοθυμαδὸν ἐκφρασθεῖσαν γνώμην καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς συμβαίνει νὰ ἀγνοῇ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν ἡ ποινικὴ δικαιοσύνη· ἔχει γνῶσιν αὐτῆς κατὰ θεωρίαν, ἔχει γνῶσιν αὐτῆς εἰς γενικότητα, ἀλλὰ δὲν ἔθηκε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων· ὁ κ. Ὑπουργὸς δικηγορῶν ἐν Ἀθήναις, ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ Βασιλείου, ἀνέκαθεν εἶναι κεκλεισμένος εἰς τὸ δικηγορικόν του γραφεῖον, τὸ ὁποῖον κυρίως ἀσχολεῖται εἰς τὴν ἐπιμέλειαν καὶ τὴν ἔρευναν τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων. Ὁσάκις ἔλαβε μέρος εἰς δίκας ποινικάς, ἔλαβε μέρος εἰς δίκας μεγάλας, εἰς δίκας, αἱ ὁποῖαι δὲν παρουσιάζουσιν ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς λειτουργίας τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, τῆς λειτουργίας ὅλων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν. Οὐδὲν κῦρος ἑπομένως ἔχει ἡ γνώμη αὐτοῦ, καὶ δὲν ἔχει ἀκόμη περισσότερον κῦρος ἡ γνώμη τῶν πλειόνων ἐξ ἡμῶν, γνώμη ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, ἀπέβλεψε μόνον εἰς τὸ δίκαιον. Δὲν ἔχει καμμίαν σκοπιμότητα ἡ διάταξις, καὶ θέλει ἀγάγει εἰς ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Ἢ θὰ καταδικάζωνται ἅπαντες οἱ μηνυόμενοι ἐκ μέρους τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν, ἢ θὰ συμβῇ τὸ ἐναντίον, ὁπότε θέλει παραλύσει ἡ δημοσία ὑπηρεσία, διότι οὐδεὶς ὑπὸ τῶν δημοσίων ἐκείνων ὀργάνων θὰ καταγγέλληται. Ἀλλὰ καὶ ἄτοπος εἶναι ἡ διάταξις δι’ ἄλλον λόγον, Κύριοι, διότι ὑπάρχει ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 149 τῆς Ποιν. Δικονομίας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλει εἰς ὅλα τὰ δημόσια ὄργανα, εἰς ὅλους τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ καταγγέλλωσι πρὸς τὰς καταδιωκτικὰς ἀρχὰς πᾶσαν φήμην, ἡ ὁποία ἤθελε φθάσει εἰς τὰς ἀκοάς των περὶ διαπράξεως ἀδικοπραγίας. Ὅταν λοιπὸν τοιοῦτον εἶναι τὸ καθῆκον αὐτῶν, πῶς τολμᾶτε νὰ θέσητε τοιαύτην διάταξιν; Δὲν ἔχει οὔτε δόλον, οὔτε ἀμέλειαν, ἀλλ’ ἀφήνεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ.
§114Π. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὁποῖος δικαστὴς πάντοτε ἐπιεικῶς κρίνει.
§115ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πάντοτε ἐπιεικῶς κρίνει. Ἀλλ’ εἶναι ἄτοπον τὸ πρᾶγμα. Συγκρούονται αἱ δύο διατάξεις ἐν πάσῃ περιπτώσει. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω ἀπὸ τούτου τοῦ μέρους.
§116Δ. ΧΗΝΙΑΔΗΣ. Ἡμεῖς ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἔχομεν πικρὰν πεῖραν ἀπὸ τοὺς δικαστικούς, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἠθώωσαν καταγγελθέντα διὰ διαφόρους ἐγκληματικὰς πράξεις ἀστυνομικὰ ὄργανα καὶ κατεδίκασαν ἀθῴους πολίτας καταγγελθέντας ψευδῶς ἐπὶ ἀντιστάσει ὑπὸ ἀστυνομικῶν ὀργάνων.
§117ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μήπως ἐγὼ εἶμαι ἀπὸ τοὺς Παρισίους; Ἐδικηγόρησα καὶ ἐγὼ ἐπὶ ἔτη εἰς ἐπαρχιακὴν πόλιν. Δὲν δικηγορῶ ἀνέκαθεν ἐν Ἀθήναις. Λοιπὸν ἔχω γνῶσιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας ἔχετε ἐν Ἀθήναις.
§118Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἶμαι ἐγὼ ὁ εἰσηγητὴς τῆς τροπολογίας αὐτῆς...
§119ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὅσον γνωρίζω ἐγὼ νὰ διδάξω κινεζικὴν φιλολογίαν, τόσον καὶ σεῖς γνωρίζετε ἀπὸ αὐτά.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε κατὰ τοιοῦτον τρόπον, κύριε συνάδελφε, ἐπὶ τέλους, ἀπέναντι συναδέλφου.
§121ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διατί; Εἶναι δίκαιον πρᾶγμα....
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι κρίνουσι καὶ ὅλοι συζητοῦσι. Τί εἶναι αὐτά; Δὲν εἶναι τρόπος ἐκφράσεως αὐτός.
§123ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἄς κάμωσι συζήτησιν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς τὸν προεκαλέσατε.
§125ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐγώ; Σᾶς ἐπέτρεψα διακοπήν, κύριε; (Σταυροκοπεῖται. Γέλωτες).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς εἶναι. Οὔτε πρόθεσις ὑπῆρξεν ἐξυβρίσεως, Κύριοι, οὔτε ἄλλο τι. Ἀτυχὴς ἔκφρασις ἦτο ἐν τῷ ἐνθουσιασμῷ τοῦ ῥήτορος.
§127Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Θὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμὲ μίαν διακοπήν;
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ ἐπιτρέψητε, διὰ νὰ τελειώνωμεν.
§129ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Διὰ νὰ τελειώνωμεν, ὡς λέγει ὁ κ. Πρόεδρος, ἂς τελειώνωμεν. Λοιπόν, Κύριοι, μὴ σπεύδετε, σᾶς παρακαλῶ. Ὑπέβαλον δύο τροποποιήσεις· μία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία περιελαμβάνετο εἰς τὴν λέξιν «παμψηφεί»· εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἐξ ἀρχῆς δὲν ἐπέμεινα· ἐπιμένω ὅμως εἰς τὴν δευτέραν τροποποίησιν, καθ’ ἣν δέον νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὐχὶ ἡ παραμόρφωσις τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἡ προσθήκη. Ἡ παραμόρφωσις εἶναι εὐχερὴς καὶ δύναται νὰ γίνῃ κατὰ διαφόρους τρόπους. Ἀπεκρούσθη ἡ τροπολογία μου αὐτή, διότι δῆθεν ἡ παραμόρφωσις δὲν ἐπέρχεται μόνον διὰ προσθήκης, ἀλλὰ καὶ δι’ ἀφαιρέσεως. Δὲν γίνεται μόνον διὰ προσθήκης, καὶ δὲν γίνεται μόνον δι’ ἀφαιρέσεως, ἀλλὰ γίνεται καὶ διὰ προσθήκης ἐν ταὐτῷ καὶ ἀφαιρέσεως. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ ἀποκρουσθῇ ἡ τροπολογία ἡ προταθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ, διότι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ κολάζηται μόνον ἡ προσθήκη, οὐχὶ ἡ ἀφαίρεσις, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ ἐξ ἀμνημοσύνης καὶ ἐξ ἀπροσεξίας καὶ ἐκ κακῆς παραστάσεως τῶν πραγμάτων. Ἡ προσθήκη εἶναι ἐκείνη, ἥτις εἶναι τὸ βαρύτερον εἶδος τῆς παραμορφώσεως. Κύριοι ἡ παραμόρφωσις δύναται νὰ γίνῃ κατὰ διαφόρους τρόπους, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ μόνον τὸ ζωηρὸν ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχει τις ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως. Τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο τὸ ζωηρὸν δὲν τὸ ἔχει ὁ δικαστὴς καὶ εἶναι εὔκολον νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ὑπῆρξε δόλος, ἐνῷ πράγματι δὲν ὑπῆρξε δόλος εἰς τὴν παράβασιν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τοὐλάχιστον αὐτὴ ἡ τροποποίησις πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, διότι εἰς τὴν παραμόρφωσιν ὑπάρχει πολλὴ ἔκτασις, ὑπάρχει μέγα τὸ στάδιον, καὶ ἀπὸ τῆς παραμορφώσεως νομίζω ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν κατάχρησιν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ συζήτησις. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχουσι τροπολογίαι.
§131Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐρωτᾶτε τοὺς κυρίους τοὺς ὑποβαλόντας τὰς τροπολογίας, ἂν ἐπιμένουσιν εἰς αὐτάς;
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι εἶναι ἐδῶ, πολὺ καλά. Ὅσοι δὲν εἶναι ὅμως;
§133Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὅσοι εἶναι.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν.
§135Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πολὺ καλά.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη τροπολογία εἶναι ἡ τοῦ κ. Δεμερτζῆ (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δεμερτζῆ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπίσης τοῦ κ. Ἰατρίδου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἰατρίδου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Καμπάνη (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καμπάνη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Πελ. Ἠλιοπούλου (ἀναγινώσκει)...
§137ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλαι αἱ τροπολογίαι ἀπορρίπτονται.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν. Θὰ μὲ ἀφήσητε νὰ κάμω τὰ καθήκοντά μου; Περίεργον πρᾶγμα! Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἠλιοπούλου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Χαριτάτου (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Χριστίδου (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τῶν κ. κ. Σ. Θεοδωροπούλου καὶ Π. Πετροπουλάκη (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Σίμου (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§139Σ. ΣΙΜΟΣ. Περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ κ. Μπουρνιᾶ (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Λαγοπάτη (Διαμαρτυρίαι)... Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκτελέσω τὸν Κανονισμόν, ἔστω καὶ τυπικῶς. Πῶς τὸ θέλετε; Ὅτε ὡμιλήσατε τρεῖς ἡμέρας, ἦτο καλά! Τώρα δὲν τὸ θέλετε! (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Λαγοπάτη). Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Κουλουμβάκη (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τροπολογία τοῦ κ. Καλομενοπούλου (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ὅρα πάσας τὰς ἀνωτέρω τροπολογίας ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται)... Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Ἀκρίδα.
§141ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει): «ἐκδικάζεται ἡ ἀνακοπὴ κατὰ τὴν ἀμέσως προσεχῆ συνεδρίασιν τοῦ Δικαστηρίου ἢ τοῦ συμβουλίου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ γραμματέως περιεχομένων δικαιολογημάτων, μὴ οὔσης ἀπαραιτήτου κλπ.» Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Δικαστήριον δὲν συνεδριάζει, εἴτε λόγῳ ἐξαιρέσεως ἑορτῆς εἴτε ἄλλου κωλύματος, θεωρῶ καλὸν νὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ καὶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις (ἀναγινώσκει): «ἐκδικάζεται ἡ ἀνακοπὴ κατὰ τὴν ἀμέσως...» (Ἰδὲ Παράρτημα Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς).
§142Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι αὐτονόητον.
§143ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτονόητον.
§144Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας τόσον ἁπλῆς, ὥστε παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε. Πάντοτε γεννῶνται ζητήματα, καὶ αὐτὰ τὰ ζητήματα τὰ λύει ἡ ἑρμηνεία. Ἡ ἑρμηνεία εἶναι φανερά.
§145ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν γνώμην διὰ τὴν ἀμέσως ἑπομένην ἡμέραν.
§146Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§147ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἀπών.
§148Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ζήτημα ἑρμηνευτικόν. Οὐδέποτε δὲ ἡ ἑρμηνεία δύναται νὰ λείψῃ ἐξ οἱουδήποτε νόμου. Παρακαλῶ νὰ πιστεύσητε, ὅτι ἡ ἑρμηνεία θὰ λύσῃ πᾶσαν ἀπορίαν.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 κηρύσσεται περατωμένη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Π. Πετροπουλάκη ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει) ..... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Σ. Λάσκαρι ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει).... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ν. Ξηροῦ ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει).... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ν. Καμπάνη ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει).... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Π. Ἠλιοπούλου ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει)..... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ν. Χαριτάτου ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει)..... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Α. Χριστίδου ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει)..... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Π. Λαγοπάτη ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει).... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχουσιν ἐπίσης τροποποιήσεις τῶν κ.κ. Ἰ. Ἀκρίδα, Ἰ. Παπαλουκᾶ, Δ. Κάβουρα, Ἰ. Μπουρνιᾶ, αἵτινες ἀναγινώσκονται καὶ ἀπορρίπτονται. (Ὅρα πάσας τὰς ἀνωτέρω ἀναγνωσθείσας τροπολογίας ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει)... Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχουσι τροπολογίαι...
§150ΗΡ. ΒΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶνε δυνατόν, κ. Πρόεδρε, τὸ ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν νὰ γίνῃ ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν, διότι οἱ γραφεῖς δὲν ἐπαρκοῦσι, διὰ νὰ συντάξωσι τὰ Πρακτικὰ τῶν ἀποφάσεων.
§151Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἂς γίνῃ ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς δέκα πέντε τὸ πολὺ ἡμερῶν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει ἀκόμη τροπολογία τῶν κ. κ. Π. Πετροπουλάκη καὶ Ἰ. Ἀκρίδα ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Π. Ἠλιοπούλου ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει)... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ὅρα τὰς ἀνωτέρω ἀναγνωσθείσας τροπολογίας ἐν Παραρτήματι Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει προσθήκη εἰς τὸ νομοσχέδιον τῶν κ. κ. Π. Ἠλιοπούλου καὶ Ἀθ. Χριστίδου ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει).... Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ψηφίζεται οὕτω καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ συζήτησιν. Λύω τὴν συνεδρίασιν τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς δι’ αὔριον, 4 μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 καὶ 5′ μ. μ.)