1911.01.26
3,551 rows · 26,480 words · 197 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13.
τῆς 26 Ἰανουαρίου 1911
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Νικολάου Α. Στράτου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 4 καὶ 30′ μ. μ. παρόντων 187 Βουλευτῶν ἄρχεται ἡ συνεδρίασις).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο τὸ προεξελεγκτικὸν τῆς Βουλῆς ἐστερήθημεν πέντε πολυτίμων συναδέλφων. Ἀπεβίωσεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Γ. Κολοσούκας, ἀπεβίωσεν ὁ βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Ν. Μακρῆς, ἀπεβίωσεν ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Α. Παπαγιαννακόπουλος, ἀπεβίωσεν ὁ βουλευτὴς Κυκλάδων Γ. Κόρπας, καὶ τέλος ἀπεβίωσεν ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Θεμ. Λάζος. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔσπευσεν, ἵνα καταθέσῃ στέφανον ἐπὶ τοῦ νεκροῦ τῶν ἀποβιωσάντων συναδέλφων ἡμῶν. Ἀλλὰ, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο κατηρτισμένη ἔτι νομίμως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκφράσῃ τὰ συλλυπητήρια τοῦ Σώματος εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀπελθόντων τοῦ κόσμου τούτου συναδέλφων ἡμῶν. Εὐελπιστῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συναινέσει, ὅπως τὸ Προεδρεῖον ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς σπεύσῃ εἰς τὴν ἔκφρασιν τῶν συλλυπητηρίων πρὸς τὰς οἰκογενείας τῶν πολυτίμων συναδέλφων, ἐκ τῶν ὁποίων τρεῖς πολύτιμοι συνάδελφοι προσήνεγκον εἰς τὸ ἔθνος μεγάλας ὑπηρεσίας, ἀπεξεδεχόμεθα δὲ πάντες, ὅτι ἤθελον συνεχίσει ταύτας σταδιοδρομοῦντες ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, οἱ δὲ ἕτεροι δύο εἶχον ἐκλεγῆ πρώτην ἤδη φοράν, πάντες δὲ ἠλπίζομεν, ὅτι ἤθελον προσφέρει καὶ οὗτοι σπουδαίας ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀνηγγέλθη ἐκ Λονδίνου ὁ θάνατος τοῦ φιλέλληνος καὶ μεγάλου πολιτευτοῦ τῆς Μεγάλης Βρεττανίας Καρόλου Δίλκε. Τοῦ θανάτου τοῦ ἐξόχου πολιτευτοῦ τῆς Ἀγγλίας δὲν ἔλαβεν ἐπισήμως γνῶσιν ἡ Βουλή, διότι σήμερον μόλις ἄρχεται τῶν ἐργασιῶν της νομίμως κατηρτισμένη εἰς Σῶμα. Σήμερον δὲ μόνον δύναμαι ἐπισήμως νὰ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν θάνατον τοῦ μεγάλου Καρόλου Δίλκε καὶ συγχρόνως τὴν ἀπώλειαν ἑνὸς μεγάλου φιλέλληνος. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐξουσιοδοτήσει τὸ Προεδρεῖον, ἵνα ἐκφράσῃ τὰ συλλυπητήρια τοῦ Σώματος ἁρμοδίως καὶ ἵνα ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του πρὸς τὴν μνήμην πολιτευτοῦ μεγάλου, τῆς φωνῆς τοῦ ὁποίου ὑπερμαχούσης ὑπὲρ τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους στερεῖται σήμερον ἡ πατρὶς ἡμῶν.
§4Ι. ΓΡΥΠΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπὶ τῇ ἀναγγελίᾳ τοῦ θανάτου τοῦ διαπρεποῦς Ἄγγλου πολιτευτοῦ καὶ μεγάλου φιλέλληνος Καρόλου Δίλκε ἡ Κυβέρνησις καθῆκον ἑαυτῆς ἐνόμισε νὰ ἐντείληται ἀμέσως τῷ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβευτῇ, ὅπως διερμηνεύσῃ τὴν βαθεῖαν αὐτῆς λύπην καὶ συμπάθειαν εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποθανόντος καταθέτουσα ἐπὶ τῆς σοροῦ αὐτοῦ στέφανον. Ἡ Κυβέρνησις συμμεριζομένη πάνθ’ ὅσα σήμερον εἰσηγήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ὡς δεῖγμα τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὸν μέγαν φιλέλληνα διατυπώσῃ τὴν μεγάλην αὐτῆς λύπην καὶ συμπάθειαν πρὸς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποθανόντος.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν μὴ ὀμόσας τὸν νενομισμένον ὅρκον παρακαλεῖται νὰ προσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ. (Προσέρχεται καὶ ὁρκίζεται ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου ὁ βουλευτὴς Εὐβοίας κ. Χ. Χατζάκος).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἑξῆς ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως: Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ χθεσινοῦ Β. Διατάγματος δημοσιευθέντος σήμερον διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ διορίσῃ καὶ διώρισεν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Γεωργίας, τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Βιομηχανίας τὸν κ. Ἐμμ. Μπενάκην. Ὁ Πρόεδρος Ἐλ. Βενιζέλος — Ἐπιτροπὴ τῆς κοινότητος Ζαβέρδας ζητεῖ ἀναστολὴν φόρων μέχρι τοῦ προσεχοῦς Αὐγούστου ἕνεκεν καταστροφῆς τῶν προϊόντων των. — Ὁ λαὸς Κυθήρων συνελθὼν εἰς πάνδημον συλλαλητήριον ἐψηφίσατο, ὅπως παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ καταργήσωσιν ἐπιχορήγησιν δι’ ἄγονον γραμμὴν Πειραιῶς–Καψαλίου. — Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τοῦ δήμου Ζακυνθίων παραπονεῖται κατὰ τοῦ νομάρχου ὡς κατηγορήσαντος αὐτὸ καὶ τὸν δήμαρχον ὡς μὴ ἐργαζομένους κατὰ συνείδησιν, ἀλλὰ θέλοντας νὰ φανῶσιν εὐάρεστοι εἰς κόμματα. — Ὁ πρόεδρος τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Βόλου παρακαλεῖ ἐξ ὀνόματος τῆς ἐμπορικῆς καὶ βιομηχανικῆς τάξεως, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ εἰσοδήματος, ἀπειλουμένων ὑψίστων συμφερόντων ἕνεκα τοῦ κινδύνου τῆς ἐχεμυθίας. — Οἱ ἱεροσπουδασταὶ τῆς ἱερατικῆς σχολῆς Τριπόλεως παρακαλοῦσιν, ὅπως κατατάσσωνται ἅμα ἀπολυόμενοι ἢ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον ἢ εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν τοῦ διδασκαλείου. — Ὁ Νικόλ. Μ. Πιθαρᾶς ἀξιωματικός, διερμηνεὺς τοῦ ἐν Κρήτῃ στρατοῦ, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῶσι τὰ μέσα καὶ μεταβῇ εἰς Παρισίους πρὸς συμπλήρωσιν φιλολογικῆς τινος μελέτης περὶ Ὁμήρου καὶ ἄλλων κλασσικῶν συγγραφέων. — Οἱ κάτοικοι Εὐξεινουπόλεως ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν καὶ ἱκετεύουσι τὴν Βουλὴν πρὸς λῆψιν διαφόρων μέτρων, ὧν ἔχουσιν ἀνάγκην. — Οἱ κάτοικοι Ῥαψάνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῶσι μέτρα ἁρμοδίως, ἵνα αἱ ὀθωμανικαὶ ἀρχαὶ ἀφήσωσιν ἐλεύθερα τὰ ὕδατα τῶν πηγῶν τοῦ Ὀλύμπου, ἅτινα ἔχουσι κόψει πρὸ τριῶν μηνῶν, καὶ διατρέχουσιν οὕτω τὸν κίνδυνον λειψυδρίας. — Ὁ κ. Γεώργ. Τούντας παρακαλεῖ, ὅπως ὑποστηριχθῇ πρὸς συμπλήρωσιν τῶν σπουδῶν του. — Οἱ κάτοικοι Κυλλήνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῶσιν ἁρμοδίως μέτρα κατὰ τοῦ ὑποτελώνου Κυλλήνης Ἰωάννου Τσιαπρούνη παραβαίνοντος τὸ καθῆκόν του καὶ ἐργαζομένου φατριαστικῶς. — Ὁ βουλευτὴς Λακωνίας κ. Χ. Πετρέας ὑποβάλλει πρὸς τὴν Βουλὴν σκέψεις τού τινας περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ παρακαλεῖ, ὅπως μετὰ τὴν τύπωσιν αὐτῶν καὶ διανομὴν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν εἰδικὴν ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπήν. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου θέματος, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σῖμος.
§8Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἀπουσιάζει. Δι’ αὐτὸ ἀναβάλλω τὴν ἐπερώτησίν μου διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§9Σ. ΦΟΡΕΣΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀνεγνώσατε ἓν ὑπόμνημα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λάβητε τὸν λόγον· πρέπει πρῶτον νὰ ἐγγραφῆτε.
§11Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος σχέδιον Κανονισμοῦ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Γνωστὸν εἶναι ὅτι ὁ ὑφιστάμενος Κανονισμός, συντεταγμένος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 65 τοῦ ἰσχύοντος Συντάγματος, ἀφορᾷ τὴν ῥύθμισιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ὡς Σώματος πολιτικοῦ καὶ νομοθετικοῦ. Ἡ Ἀναθεωρητικὴ ὅμως Βουλὴ εἶναι Σῶμα διάφορον τῆς ἁπλῆς Βουλῆς· διάφορον κατὰ τὴν σύνθεσιν καὶ κατὰ τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς. Ἔχει ἑπομένως καὶ ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἀνάγκην ἰδίου Κανονισμοῦ πρὸς κανονισμὸν τῶν ἔργων της, ἀνάγκην ἐνδεικνυομένην ἔκ τε τῶν τύπων καὶ ἐκ τῆς οὐσίας· ἐκ τῶν τύπων, διότι δὲν ἔχει Κανονισμὸν καὶ ἔχει ἀνάγκην τοιούτου· ἐκ τῆς οὐσίας, διότι εἶναι Σῶμα ἴδιον, καὶ ἔχει, ὡς εἶπον, διάφορον σύνθεσιν καὶ ἀποστολήν, ἑπομένως Σῶμα τοῦ ὁποίου τὰς ἐργασίας δὲν δύναται νὰ ῥυθμίσῃ ὁ διὰ τὴν ἁπλῆν Βουλὴν Κανονισμός. Τούτων ἕνεκα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀλλαχοῦ ἰσχυόντων συνετάγη ὁ Κανονισμός, τὸν ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος. Βεβαίως βάσις καὶ θεμέλιον τοῦ ὑποβαλλομένου Κανονισμοῦ τῆς διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἀποτελεῖ ὁ ἰσχύων ἤδη διὰ τὴν ἁπλῆν Βουλὴν Κανονισμός. Ἐν τούτοις εἰσὶν ἐνδεδειγμέναι ἐκ τῆς φύσεως καὶ ἀποστολῆς τῶν ἔργων τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ὡρισμέναι μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον σχέδιον. Καὶ κατὰ τὰ παρ’ ἡμῖν καὶ κατὰ τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα Κανονισμοὶ τοιοῦτοι ψηφίζονται ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συγκροτήσεως τῶν Σωμάτων. Τοῦτο θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν· νὰ προκληθῇ καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ ψήφισις τοῦ Κανονισμοῦ, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τούτου γίνῃ ἡ ἐφεξῆς πρόοδος τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Ἐν τούτοις ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι περιελήφθησαν ἐν τῷ ὑποβαλλομένῳ σχεδίῳ καί τινες διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνονται ἀντικείμεναι εἰς τὰς μέχρι τοῦδε κρατούσας ἀρχάς, πρόσφορον ἐκρίναμεν, ὅπως προτείνωμεν, ἵνα τὸ ὑποβαλλόμενον σχέδιον παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν καὶ ὑποβολὴν τῶν συμπερασμάτων αὐτῆς ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας εἰς τὴν Βουλήν. Ἐν τούτοις μία μόνη ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ὑποβαλλομένου Κανονισμοῦ, ἡ τοῦ ἄρθρου 8, δι’ οὗ κανονίζεται ἡ σύστασις συνταγματικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι, νομίζω, ἐπάναγκες νὰ ψηφισθῇ σήμερον. Δὲν ἔχει καμμίαν ἐξαιρετικὴν σπουδαιότητα ἡ διάταξις αὕτη, εἶναι ὅμως ἀπαραίτητον πρὸς ἐξοικονόμησιν χρόνου νὰ ψηφισθῇ τώρα, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ σήμερον ἡ συγκρότησις τῆς ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῇ τὸ μετὰ τινας στιγμὰς ὑποβληθησόμενον ἐνώπιον ὑμῶν σχέδιον μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§12Γ. ΠΩΠ. Ἐκ μέρους τίνος ὑποβάλλεται ἡ πρότασις νόμου περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ;
§13Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ μέρους ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλῇ.
§14Γ. ΠΩΠ. Ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης;
§15Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὡς Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας.
§16Γ. ΠΩΠ. Ὥστε ἐδόθη εἰς ὑμᾶς ὁ λόγος ὡς πρὸς Βουλευτὴν Ἀρκαδίας;
§17Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ναί, ἀλλὰ συμπίπτει νὰ εἶμαι καὶ Ὑπουργός. Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἐπιπροσθεῖ κώλυμα εἰς τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ Κανονισμοῦ, οὔτε τυπικὸν οὔτε οὐσιαστικόν. Διότι, ἀφοῦ τὴν ἐργασίαν ἡμῶν ἤδη διέπει κατὰ σιωπηρὰν συνθήκην ὁ ἰσχύων διὰ τὴν ἁπλῆν Βουλὴν Κανονισμός, τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ τούτου ἐπιτρέπει τὴν ἄμεσον ψήφισιν, συναινούσης, ἐννοεῖται, τῆς Βουλῆς, διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ. Ταῦτα μόνον εἶχον νὰ εἴπω, δὲν νομίζω δὲ ἀναγκαῖον ἤδη νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν εἰς πλειοτέρας ἀναπτύξεις, ἀφοῦ τὸ ὑποβαλλόμενον σχέδιον θέλει παραπεμφθῆ εἰς ἐπιτροπήν. Ἴσως κατὰ τὴν μετὰ ταῦτα γενησομένην συζήτησιν θὰ μοὶ δοθῇ ἡ ἀφορμὴ νὰ παράσχω εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐξηγήσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θὰ θεμελιώσωσι κοινὴν τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀπαραιτήτου ἀνάγκης τῶν ὑποβαλλομένων νέων διατάξεων.
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας...
§19ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς τὸν δίδω.
§21ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἔχετε ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ σᾶς τὸν δώσω.
§23ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Θὰ ζητήσω τὸν λόγον, ὅταν τελειώσῃ ἡ Ἡμερησία Διάταξις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ (κρούων τὸν κώδωνα). Σᾶς παρακαλῶ, καθίσατε· δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§25ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν μετὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ἔχω τὸν λόγον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον ἀναθεωρήσεώς τινων τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως κατεφάνη ταχύτατα, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀπὸ τῶν πρώτων ἐτῶν ἤδη, μετὰ τὴν θέσπισιν τοῦ Καταστατικοῦ ἡμῶν Χάρτου. Ἀλλ’ οἱ συντάκται αὐτοῦ εἶχον ἀποδώσει εἰς τὸ ἔργον των πλειοτέραν σημασίαν ἢ ὅση προσῆκε νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἀνθρώπινον ἔργον, καὶ ὄχι μόνον ἀπέκλεισαν ἐντελῶς πᾶσαν τροποποίησιν τῶν θεμελιωδῶν αὐτοῦ διατάξεων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναθεώρησιν ἀκόμη τῶν μὴ θεμελιωδῶν κατέστησαν ἀνέφικτον, διότι ὑπέβαλον αὐτὴν εἰς διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι πρακτικῶς εἶναι ἀδύνατον σχεδὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι. Διὰ τοῦτο, ὅτε ἐξερράγη τὸ ἐπαναστατικὸν κίνημα τοῦ προπαρελθόντος ἔτους, ἐπρόκειτο δὲ νὰ τερματισθῇ τὸ στρατιωτικὸν μέρος τῆς ἐπαναστάσεως, διὰ νὰ παραδοθῇ εἰς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν ἡ περαιτέρω ἐπιδίωξις τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, ἐκρίθη ὅτι θὰ ἦτο κεφαλαιῶδες πολιτικὸν σφάλμα, ἐὰν δὲν ἐχρησιμοποιεῖτο ἡ ὑπάρχουσα ἐπανάστασις, ὅπως κατορθωθῇ νὰ ἀνοιχθῇ ἐπαναστατικῷ τῷ τρόπῳ διὰ πραξικοπήματος ἡ θύρα ἡ τόσον ἑρμητικῶς κεκλεισμένη τῆς ἀναθεωρήσεως, τοὐλάχιστον τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Εὐτυχῶς κατωρθώθη νὰ συμπέσῃ ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἡ γνώμη ὅλων τῶν πολιτικῶν παραγόντων τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὥστε τὸ πραξικόπημα νὰ ἔλθῃ οὐχὶ ἐν ἀντιθέσει τινῶν ἐκ τῶν παραγόντων τούτων πρὸς ἑτέρους, ἀλλ’ ἐν ἁρμονίᾳ πάντων τούτων, καὶ συμπέρασμα τῆς κοινῆς ταύτης συνεννοήσεως ὑπῆρξεν ἡ σύγκλησις τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἡ ἐκλογὴ τῆς πρώτης ἐκείνης Βουλῆς ἀπέδειξεν, ὅτι ἡ λαϊκὴ ψῆφος ἐνέκρινε καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ γενόμενον πραξικόπημα, ἀλλ’ ἀπέδειξεν ἀκόμη περαιτέρω, ὅτι εἶχεν ὡριμάσει ἐντελῶς ἡ γνώμη εὐρυτέρας ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἐκτεινομένης καὶ πέρα τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα εἶχε χαράξει ἤδη τυπικῶς ἡ Βουλὴ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1910. Ἕνεκα ὅμως τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ ἀνορθωτικὸς ἀγὼν εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 8ης Αὐγούστου εἶχε κατέλθει ἀνοργάνωτος, προέκυψεν ἐκ τῶν ἐκλογῶν ἐκείνων Βουλή, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπῆρχεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀριθμὸς ἀντιπροσώπων διερμηνευόντων τὰς ἰδέας τοῦ παλαιοῦ πολιτικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν νέων ἰδεῶν ἀνοργάνωτοι, ὡς κατῆλθον ἐν ταῖς ἐκλογαῖς, οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ ἐν τῇ Βουλῇ, οὐχὶ ἔχοντες σαφῶς διωργανωμένον πρόγραμμα. Τινὲς μάλιστα τούτων ὤθουν τὰ πράγματα, ὥστε ἡ διπλῆ Βουλὴ νὰ μὴ χρησιμεύσῃ ὡς τέρμα τῆς ἐπαναστατικῆς περιόδου καὶ ἀρχὴ τῆς νέας, τῆς ἀνορθωτικῆς, ἀλλὰ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν ἀρχὴν νέου ἐπαναστατικοῦ ῥιζικωτέρου ἀγῶνος. Ἡ ἀδυναμία δὲ τοῦ Σώματος ὅπως δώσῃ Κυβέρνησιν βιώσιμον εἰς τὸν τόπον κατέστησεν ἀναγκαίαν τὴν διάλυσιν αὐτοῦ καὶ τὴν προσφυγὴν εἰς τὰς ἐκλογάς, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν ἡ παροῦσα Βουλή. Ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἶναι συντεταγμένη ἡ παροῦσα Βουλή, καὶ ἡ σαφὴς ἐκδήλωσις τῆς λαϊκῆς ψήφου, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ γνώμη ἐκείνη εἶναι στερεῶς ἐσχηματισμένη ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀναθεωρήσεως πάσης διατάξεως. Εἶναι εὐτύχημα μάλιστα ὅτι ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν, ὅτε ἐν τῇ Βουλῇ τὸν Μάρτιον τοῦ 1910 ἀπεφασίσθη τὸ πρῶτον ἡ σύγκλησις Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, καὶ ἐκ τῶν ἔκτοτε διαμειφθέντων κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν πρώτων καὶ δευτέρων ἐκλογῶν ἐμορφώθη, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, γνώμη περὶ τοῦ τίνες αἱ ἀναθεωρητέαι αὗται διατάξεις καὶ περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀναθεώρησις αὐτῶν. Ἐὰν ἤθελέ τις ἀποβλέψει μόνον εἰς τὰς κυριωτέρας τῶν διατάξεων τούτων, ὧν ζητεῖται ἡ ἀναθεώρησις,—ὁποία εἶναι, νομίζω, ἡ τοῦ ἄρθρου 3, τὸ ὁποῖον ζητεῖται νὰ τροποποιηθῇ κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ἀλλοδαπὸν ἡ ἀνάληψις ὑπευθύνου διοικήσεως, ἡ τοῦ ἄρθρου 5, ἡ ὁποία μεταρρυθμίζεται κατὰ τρόπον τελειότερον πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας, ἡ τοῦ ἄρθρου 56, ἡ ὁποία κανονίζει τὰ τῆς ἀπαρτίας κατὰ τρόπον εὐκολύνοντα τὸ Σῶμα τοῦτο, ὅπως μὴ φθάσῃ εἰς ἀδυναμίαν ἐκπληρώσεως τῆς ἀποστολῆς του, διὰ τῆς ἀναπτυσσομένης κωλυσιεργίας, ἡ τοῦ ἄρθρου 57, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει τὴν ψήφισιν κατὰ τρόπον εὐκολώτερον κωδίκων νομοθεσίας ἰδίως δικαστικῆς, καὶ ἡ τοῦ ἄρθρου 66, τὸ ὁποῖον καταργεῖ τὰ σφαιρίδια, ἐπιτρέπον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν ἐξεύρεσιν καὶ ἄλλου τρόπου πρακτικωτέρου ἐκλογῆς, καθίσταται τουτέστι δυνατὴ ἡ ἐξεύρεσις ἐκλογικοῦ συστήματος ἀνταποκρινομένου περισσότερον πρὸς τὰς σημερινὰς ἀπαιτήσεις, ἡ τοῦ ἄρθρου 71, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ διπλῆ αὕτη Βουλὴ ἀνταποκρίνεται πρὸς ἐπιθυμίαν διατυπωθεῖσαν ὑπ’ αὐτῆς τῆς στρατιωτικῆς ἐπαναστάσεως, ὅπως ἀποκλεισθῶσι τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς οἱ στρατιωτικοί, ἡ τοῦ ἄρθρου 73, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀνατεθῇ εἰς ἄλλο σῶμα, δικαστικόν, ἡ ἐκδίκασις τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν καὶ ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἄρθρων τῶν σχετικῶν πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ἐπέκτασις δὲ ἀκόμη τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ πέρα τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα καθορίζει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἡ τοῦ ἄρθρου 75, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει τὴν ἰσοβιότητα καὶ εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς, ἀντεισαγγελεῖς, πταισματοδίκας καὶ εἰρηνοδίκας, ἡ τοῦ ἄρθρου 90, τὸ ὁποῖον περιβάλλει διὰ συνταγματικῆς ἐγγύης τὴν ἀποκέντρωσιν, τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ὁ νόμος διὰ τὰ ἀνώτατα δικαστικὰ συμβούλια, ἡ τοῦ ἄρθρου 91, τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις, ἐν περιπτώσει πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως, τὴν κήρυξιν τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, ἡ τοῦ ἄρθρου 102, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει καὶ διὰ συνταγματικῆς ἐγγύης ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἱδρύσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας τὴν μονιμότητα πάντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἢ τοῦ ἄρθρου 105, τὸ ὁποῖον καταργεῖ τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς ἐκλογῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς, ὥστε νὰ δύναται νὰ προσαρμοσθῇ ἐκλογικὸν σύστημα σύμφωνον πρὸς τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν δημοτικῶν ἡμῶν πραγμάτων, τέλος δὲ ἡ τοῦ ἄρθρου 107, διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται εὐχερέστερος τρόπος ἀναθεωρήσεως ἐν τῷ μέλλοντι τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος—ἐάν, λέγω, ἤθελεν ἀποβλέψει τις πρὸς τὰς περισσοτέρας τῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι προτείνονται νὰ παρεμβληθῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἂν ἤθελε λάβει συγχρόνως ὑπ’ ὄψιν ὅτι 45 ἐν ὅλῳ ἄρθρα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, χρήζουσι μεταρρυθμίσεως, θέλει βεβαιωθῇ, ὅτι ἡ σύγκλησις τῆς διπλῆς Βουλῆς πρὸς ἀναθεώρησιν μέρους τοῦ πολιτεύματος, δὲν ἐχρησίμευσεν, ὡς ὑπετέθη, ὡς διέξοδος ἁπλῶς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἓν τέρμα, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ὅπως καταστῇ δυνατὴ ἀναθεώρησις, ἡ ὁποία ἀπὸ μακροῦ, ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων, εἶχε καταστῆ κτῆμα τῆς κοινῆς γνώμης. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι διὰ τῆς ἐξονυχίσεως τοῦ ὑποβαλλομένου σχεδίου ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν τοῦτο θέλει παραπεμφθῆ, καὶ διὰ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ, θέλομεν φθάσει, ὅπως ἐπιφέρωμεν τὰς κριθησομένας ἀναγκαίας τροποποιήσεις εἰς τὸν Καταστατικὸν ἡμῶν Χάρτην, ἐξ ὧν μέλλει νὰ προκύψῃ τίνες θεμελιώδεις νόμοι ἐμψυχούμενοι ἀπὸ τὴν νέαν πνοήν, ἡ ὁποία ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπαναστάσεως διαπνέει τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα, θὰ ἀποτελέσωσι τὸ ἀσφαλὲς θεμέλιον τῆς πολιτικῆς παρ’ ἡμῖν ἀναδιοργανώσεως. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). (Ἰδὲ «σχέδιον περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεών τινων τοῦ ἐν ἰσχύϊ Συντάγματος» ἐν Παραρτήματι Βʹ. Διπλῆς Βουλῆς).
§28Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς δικαστικὰ νομοσχέδια· 1) Περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν ἑρμηνέων παρὰ τοῖς Πρωτοδικείοις Λαρίσης καὶ Τρικκάλων· 2) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ͵ΓΥΟϚʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3476) νόμου τοῦ ἔτους 1909 περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· 3) Περὶ τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν· 4) Περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων· 5) Περὶ καταψηφίσεως εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας ἢ μηνυτὰς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων· 6) Περὶ διαθηκῶν· Καὶ 7) περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 201, 807 καὶ 808 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ὡς ἦτο ἑπόμενον, Κύριοι, τῶν νομοσχεδίων τούτων προτάσσονται μακραὶ καὶ ἀναλυτικαὶ αἰτιολογικαὶ ἐκθέσεις, ἐξηγοῦσαι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς τε θεωρίας καὶ τῆς πράξεως τοὺς ὑπαγορεύοντας τὰ νομοθετικὰ ταῦτα μέτρα λόγους καὶ καθορίζουσαι τὰς ἀνάγκας ἐκείνας, τὰς ὁποίας καλοῦνται νὰ πληρώσωσι. Συνεπῶς παρέλκει πᾶσα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην εἰδικωτέρα ἐξήγησις καὶ ἀνάπτυξις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. (Ἰδὲ ἐκθέσεις καὶ νομοσχέδια ἐν Παραρτήματι Βʹ. Διπλῆς Βουλῆς). Πρέπει ὅμως νὰ δηλώσω, ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα καὶ ἄλλα πολλά, ἅτινα θέλουσιν ὑποβληθῆ προϊόντος τοῦ χρόνου ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀποτελοῦσι μέρος καὶ στοιχεῖον ὁλοκληρωτικὸν τοῦ ὅλου νομοθετικοῦ καὶ διοικητικοῦ συστήματος, ὑπὸ τὸ ὁποῖον νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν δικαστικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας. Τούτου ἕνεκα, ὅπως φέρῃ κρίσιν καὶ ψῆφον ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων, δὲν ἀρκοῦσιν ἴσως μόνοι οἱ εἰδικώτεροι λόγοι, οἵτινες δικαιολογοῦσι ταῦτα ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεδειγμένον πρὸς προσφορωτέραν ἐκτίμησιν τῆς σημασίας ἢ τῆς ἀναγκαιότητος ἢ τῆς ἐπαρκείας τούτων νὰ διατελῇ ἐν γνώσει ἡ Βουλὴ τοῦ ὅλου συστήματος καὶ τῶν ἀρχῶν, ἐξ ὧν ἀναχωρεῖ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῆς δικαιοσύνης τοῦ Κράτους. Καὶ ἔτι πλέον, νὰ γνωρίζῃ ἔν τινι λεπτομερείᾳ καὶ εἰδικότητι οὐχὶ ἁπλῶς τὰς ἀρχάς, ἐξ ὧν ὁρμώμεθα ἐν τῇ πληρώσει τῶν ἀναγκῶν τούτων, ἀλλὰ καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν καὶ τὰ ὁποῖα θὰ εἰσηγηθῶμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως αἱ ἀρχαὶ μεταβληθῶσιν εἰς ἔργα. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς σκέψεις τινὰς ὅσον εἶναι ἐφικτὸν συντόμους ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα. Δὲν παρίσταται βεβαίως ἀνάγκη νὰ ἀναπτυχθῇ ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης πῶς ἔχουσι τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα. Ὑπὸ τίνας ὅρους καὶ ὑπὸ τίνας προϋποθέσεις ἔν τε τοῖς καθόλου καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα λειτουργεῖ παρ’ ἡμῖν ἡ δικαιοσύνη. Διότι εἰς ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἀμερολήπτως καὶ ὑγιῶς κρίνουσι τὰ κατ’ αὐτήν, σταθερὰ ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι καὶ εἰς τὴν ποινικὴν ἡμῶν δικαιοσύνην καὶ εἰς τὴν ἀστικὴν δὲν δύνανται νὰ καταγνωσθῶσιν αἱ κακίαι καὶ αἱ πλημμέλειαι ἐκεῖναι, αἵτινες ἐπιπολάζουσι δυστυχῶς εἰς ἄλλας χώρας πολὺ μᾶλλον ἡμῶν προηγμένας, εἰς τὰς ὁποίας καὶ οἱ πολιτειακοὶ ὅροι καὶ οἱ νομοθετικοὶ καὶ οἱ οἰκονομικοί, ὑφ’ οὓς λειτουργεῖ ἡ δικαιοσύνη, εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπέρτεροι τῶν παρ’ ἡμῖν. Οἱ ἄλλως κρίνοντες ἢ ἀπὸ χαρακτῆρος καὶ ἐξ ἰδιοσυγκρασίας μεμψιμοιροῦσιν, ἢ διατελοῦσιν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς μέχρις ἐσχάτων ἐλειτούργει καὶ ὑφ’ ὧν ἐδυναστεύετο ἡ Ἑλληνικὴ δικαιοσύνη, τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἀνετράφη καὶ ἔζησε τὸ δικαστικὸν σῶμα· ἢ διατελοῦσιν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πολιτειακῶν καὶ νομοθετικῶν ὅρων καὶ τῆς προνοίας, ἥτις ἐλήφθη εἰς ἄλλας χώρας πρὸς προστασίαν καὶ ἐξασφάλισιν τῆς δικαιοσύνης. Δὲν θέλω νὰ εἴπω διὰ τούτου, ὅτι ἡ δικαιοσύνη τῆς ἡμετέρας πατρίδος εὑρίσκεται καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοιούτων ὑπερβασιῶν εἰς ἐπιθυμητὸν σημεῖον, οὔτε ὅτι δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν τι τὸ μεμπτὸν ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι καθολικὸν νόσημα παρ’ ἡμῖν, καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ αὐτόχρημα ἄρνησιν πάσης δικαιοσύνης, εἶναι ἡ βραδύτης, μὲ τὴν ὁποίαν ἀπονέμεται αὕτη· βραδύτης δύναμαι νὰ εἴπω ἀνήκουστος, ἄγνωστος εἰς οἱανδήποτε πεπολιτισμένην χώραν. Τοῦτο κυρίως τὸ νόσημα αὐτῆς προεκάλεσε πολλάκις δυσμενεῖς τῶν ἀλλοδαπῶν κρίσεις ἐναντίον ἡμῶν. Ἕνεκα τῆς βραδύτητος ταύτης πολλάκις εἴδομεν οὐχὶ ἄνευ ἐρυθήματος εἰς συμβάσεις μετ’ ἀλλοδαπῶν ἀναγραφομένους ὅρους ἁρμοδιότητος μὴ περιποιοῦντας τιμὴν εἰς τὸ ἔθνος ἡμῶν· ἕνεκα ταύτης ἐφυγαδεύθησαν καὶ φυγαδεύονται καθ’ ἑκάστην τὰ ξένα κεφάλαια· ἕνεκα ταύτης εἶδον καὶ ἤκουσα ἐσχάτως ἀπορίαν καὶ ἐκπλήξεις διατυπουμένας παρὰ φιλέλληνος ἀνταποκριτοῦ παγκοσμίου φύλλου. Καὶ τίς ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, δύναται νὰ ἀρνηθῇ, τίς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν; Ἔτη ὁλόκληρα καὶ δεκαετηρίδες πολλάκις ἀπαιτοῦνται, ἵνα ἀποπερατωθῶσιν αἱ ἀστικαὶ δίκαι· δαπάναι κολοσσιαῖαι ὑπερβαίνουσαι οὐχὶ σπανίως καὶ τὸ ἀντικείμενον τῆς δίκης· παρέλκυσις καὶ παράτασις τοῦ δικαστικοῦ ἀγῶνος, ὑπὸ ὅρους ἐνίοτε ἐπίσης ὀδυνηροὺς καὶ διὰ τὸν νικητὴν καὶ διὰ τὸν ἡττηθέντα. Τοιουτοτρόπως ὁ δικαστικὸς ἀγὼν καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκβάσεώς του ἀποβάλλει παρ’ ἡμῖν τὸν προορισμόν του ἐκ τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διεξάγεται. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑποδείξω τὰ τραύματα, ἅτινα ὑφίσταται ἡ χώρα ἡμῶν ἐκ τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Ἐπίσης δεινή, ἂν μὴ δεινοτέρα ὑπό τινας ἐπόψεις, εἶναι καὶ ἡ ἀπονομὴ τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης. Δύναμαι νὰ καταστήσω γνώριμον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐκ τῶν στατιστικῶν πινάκων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης τοῦ ἔτους 1910 προκύπτει ὅτι αἱ ἐκκρεμεῖς ποινικαὶ δικογραφίαι ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 106 χιλιάδων. Καὶ ὁ γιγάντειος οὗτος ἀριθμὸς οὐδεμία ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐλαττωθῇ, ὑπάρχει δὲ βεβαιότης, ὅτι θὰ βαίνῃ εἰς προϊοῦσαν αὔξησιν, διότι ἐκ τῶν στατιστικῶν ἐπίσης πινάκων προκύπτει, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν κατ’ ἔτος ἐκδικαζομένων ὑποθέσεων εἶναι πολὺ μικρότερος τῶν εἰσαγομένων, εἴτε συνεπείᾳ καταγγελιῶν εἴτε ἄλλων τρόπων, ὑφ’ οὓς αἱ καταδιωκτικαὶ ἀρχαὶ ἐπιλαμβάνονται τῆς καταδιώξεως τῶν ἀξιοποίνων πράξεων. Ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων, ὑπὸ τοιούτους ὅρους νομοθετικοὺς καὶ διοικητικοὺς τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας, ἡ βελτίωσις αὐτῆς καὶ ἡ ἐνημερότης εἶναι χίμαιρα. Ἀνάγκη ἑπομένως ῥιζικῶν καὶ συστηματικῶν μέτρων. Τίνα ὅμως τὰ μέτρα ταῦτα; Εἰς τοὺς ὁπωσδήποτε οἰκείως ἔχοντας πρὸς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ καθόλου πρὸς τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα σταθερὰ ὑπάρχει ἡ πεποίθησις, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ ἐπιθυμοῦντος τὴν καθόλου ἀνάπλασιν τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας ἀνάγκη μετ’ ἴσης δυνάμεως καὶ ἐνδελεχείας νὰ στραφῇ περὶ ταῦτα κυρίως. Εἶναι ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως τῆς καθόλου δικαστικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς προνοίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὄργανα, δι’ ὧν ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη· δικαστὰς δηλονότι καὶ δικηγόρους. Ἀνάγκη ὑφίσταται προνοίας ἀναγομένης εἰς τὴν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης, εἰς τὴν ἐποπτείαν τουτέστιν ἐπὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς καὶ τὴν ἐνδελεχῆ ἐξάσκησιν τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῶν τεταγμένων πρὸς τοῦτο Ἀρχῶν καὶ πρὸς δίωξιν τῶν παραπτωμάτων. Εἶναι ἀνάγκη ἐπὶ τέλους νὰ ληφθῇ ῥιζικὴ καὶ σύντονος πρόνοια περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀνεγέρσεως νέων φυλακῶν, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν φυλακῶν καὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ λειτουργίας ὡρισμένου σωφρονιστικοῦ συστήματος. Εἰς πάντα τὰ σημεῖα ταῦτα ἐστράφη, Κύριοι, ἡ προσοχὴ ἡμῶν. Καὶ περὶ πάντων τούτων ἠσχολήθημεν εἰς παρασκευὴν νομοθετικῆς ἐργασίας, ἣν θέλομεν ὑποβάλει ἐνώπιον ὑμῶν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, εἶναι ἐνδεδειγμένον, ὅπως ἀκολουθήσωμεν ὡρισμένην τακτικήν, ὡρισμένον σύστημα ἐγγυώμενον ἐν προσεχεῖ μὲν μέλλοντι τὴν ῥιζικὴν καὶ συστηματικὴν καὶ πλήρη καθ’ ἅπαντα ἐν γένει τὰ σημεῖα ἀναμόρφωσιν τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας, ἐνεστώτως δὲ τὴν θεραπείαν τῶν ἀμέσως ἐπειγουσῶν καὶ ἀμέσου ἐκπληρώσεως δεομένων ἀναγκῶν τῆς δικαιοσύνης. Ἰδού, Κύριοι, συντόμως τὰ μέτρα, δι’ ὧν νομίζομεν ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ τοῦτο. Καὶ ἐν πρώτοις ὡς πρὸς τὴν μεταρρύθμισιν τῆς δικαστικῆς ἡμῶν νομοθεσίας διττὴ εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ πορεία ἡμῶν. Βεβαίως οὐδὲν καινὸν θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐπιζητήσω νὰ ὑποδείξω εἰς αὐτὴν τὴν νομοθετικὴν κατάστασιν, ὑφ’ ἧς δεσποζόμεθα, τοὺς ἀρχαίους θεσμούς, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰς σχέσεις ἡμῶν, χωρὶς νὰ ἀνταποκρίνωνται οὔτε πρὸς τὰς καθ’ ἡμᾶς συναλλακτικὰς καὶ κοινωνικὰς συνθήκας, οὔτε πρὸς τὸν σύγχρονον πολιτισμόν, οὔτε πρὸς τὰς ἀλλαχοῦ ἐπιστημονικὰς καὶ νομοθετικὰς προόδους. Διεπόμεθα εἰσέτι, Κύριοι, ὑπὸ τοῦ Ῥωμαϊκοῦ δικαίου· ἔχομεν δὲ κρατοῦσαν δικονομικὴν ἐν γένει νομοθεσίαν καὶ ποινικὸν νόμον ξένα πρὸς τὴν σύγχρονον ἐπιστημονικὴν καὶ κοινωνικὴν καὶ πολιτειακὴν συνείδησιν, ἀπὸ μακρῶν δὲ ἤδη ἐτῶν εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ ἀνάγκη τῆς ἀνακαθάρσεως τῶν κωδίκων τούτων. Ἀλλ’ αἱ μέθοδοι, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογήν, ἰδίᾳ ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν ἀστικοῦ κώδικος— διότι περὶ τῶν λοιπῶν οὐδὲν σχεδὸν ἐγένετο—δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὴν πλήρωσιν ταύτης καὶ οὐδὲν σχεδὸν ἀποτέλεσμα ἔσχον. Δεκαετία παρῆλθεν ἀφ’ ἧς ἀσχολούμεθα εἰς τὴν σύνταξιν ἀστικοῦ κώδικος χωρὶς ὄχι μόνον νὰ ἔλθῃ τὸ ἔργον εἰς πέρας, ἀλλ’ ἴσως ἴσως χωρὶς κἂν νὰ προαχθῇ εἰς σημεῖον ἄξιον μνείας. Καὶ τοῦτο, ἐνῷ ὁ σχετικὸς φάκελος ὁ εὑρισκόμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀποδεικνύει ὅτι καὶ χρόνος μακρὸς παρῆλθε καὶ ἑκατοντάδες τινὲς χιλιάδων δραχμῶν ἐδαπανήθησαν. Τοῦτο δὲν εὐθύνει τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ εὐθύνει τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν, ἢ μᾶλλον ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν παντὸς συστήματος. Ἐπιθυμοῦντες, Κύριοι, νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας ταύτας, συνορῶντες δὲ ὅτι ἡ κωδικοποίησις τῆς δικαστικῆς ἡμῶν νομοθεσίας, ἡ ῥιζικὴ δηλονότι ἀνακάθαρσις ταύτης καὶ ἡ εἰσαγωγὴ ἀστικοῦ κώδικος, ἡ ἀνακαίνισις τῆς πολιτικῆς δικονομίας, ἡ ἀνακαίνισις τῆς ποινικῆς δικονομίας, ἡ ἀνακαίνισις καὶ μεταβολὴ τοῦ ἰσχύοντος ποινικοῦ νόμου, καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ κώδικος ἡ μεταρρύθμισις θέλουσιν ἀπαιτήσει καὶ χρόνον μακρὸν καὶ μελέτας εἰδικὰς καὶ συντόνους ἀνδρῶν εἰδικῶν πρὸς ἐνασχολήσεις τοσούτῳ σοβαράς, ἀπεφασίσαμεν καὶ προυκαλέσαμεν ἐσχάτως τὴν ἔκδοσιν Βασιλικοῦ Διατάγματος, δι’ οὗ ἱδρύσαμεν τέσσαρας πρὸς τοῦτο ἐπιτροπάς. Διὰ τοῦ Διατάγματος τούτου, καὶ τοῦ νόμου, ὅστις θέλει ἐπακολουθήσει καὶ τὸν ὁποῖον κατ’ αὐτὰς θὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὠργανώσαμεν ὑπὸ σύστημα ὡρισμένον τὰς ἐπιτροπὰς ταύτας, ὑπὸ σύστημα ἀποφεῦγον τὰ σφάλματα τοῦ παρελθόντος καὶ παρέχον οὐχὶ τὴν ἐλπίδα ἁπλῶς, ἀλλὰ βεβαιότητα, ὅτι ἐν προσεχεῖ μέλλοντι θὰ ἔχωμεν νέαν ἐντελῶς δικαστικὴν νομοθεσίαν, πληροῦσαν τὰς παρ’ ἡμῖν νομοθετικὰς ἀνάγκας καὶ προάγουσαν τὰς συναλλαγὰς καὶ τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Διῃρέσαμεν τὰς συσταθείσας ἐπιτροπὰς τὰς ἀσχοληθησομένας εἰς ἕκαστον τῶν κωδίκων εἰς δύο: Εἰς εἰσηγητικὰς ἐπιτροπάς, εἰς ἃς περιελάβομεν τοὺς ἄνδρας, τοὺς ὁποίους ἐνομίσαμεν ἀπὸ ἡλικίας καὶ παιδεύσεως καὶ μορφώσεως καὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς διαθέσεως ἐπαρκοῦς χρόνου ὡς δυναμένους νὰ ἐκτελέσωσι τὸ βαρὺ καὶ χρόνου πολλοῦ δεόμενον ἀρχικὸν καὶ κύριον ἔργον. Αἱ ἐπιτροπαὶ αὗται ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, καθοριζομένου ἐν τῷ σχετικῷ νόμῳ καὶ τῷ Διατάγματι, θέλουσι περατώσει τὰ ἔργα αὑτῶν. Τὰ δὲ σχετικὰ προσχέδια ἐκτυπούμενα θέλουσιν ἀποσταλῆ, κατὰ τὰ καὶ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, εἰς τὴν Νομικὴν σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς τοὺς δικηγορικοὺς συλλόγους τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰ πολυμελῆ δικαστήρια, ὅπως ἐντὸς 5 μηνῶν ὑποβάλωσι τὰς κρίσεις καὶ τὰς σκέψεις καὶ τὰς παρατηρήσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν σχεδίων. Καὶ εἰς ἀναθεωρητικὰς ἐπιτροπὰς μετὰ ταῦτα συγκροτηθησομένας, αἵτινες θέλουσιν ἀποτελεσθῆ ἐκ τῶν εἰσηγητικῶν ἐπιτροπῶν ηὐξημένων διὰ τῶν προσώπων ἐκείνων, διὰ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δυστυχῶς δὲν δυνάμεθα ἐν τῷ παρόντι νὰ χρησιμοποιήσωμεν εἰς τὸ κύριον ἔργον. Ἔχομεν βεβαίως ἐπιστήμονας κρατίστους, οἵτινες ὅμως εἴτε λόγῳ ἡλικίας ἢ ὑγείας, εἴτε ἐξ ἐπαγγελματικῶν ἢ ἄλλων ἐνασχολήσεων, δὲν δύνανται νὰ διαθέσωσι τὸν πολὺν ἐκεῖνον καὶ συνεχῆ χρόνον, τὸν ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἀρχικὴν σύνταξιν τῶν κωδίκων. Τούτους θέλομεν χρησιμοποιήσει διὰ τὸ ἔργον τῆς ἀναθεωρήσεως, τὸ ἀναμφιβόλως ὀλιγώτερον ἐπίπονον καὶ μᾶλλον συμβουλευτικὸν χαρακτῆρα ἔχον. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω βεβαίως τὴν Βουλὴν εἰς τὰς λεπτομερείας, διότι πλεῖσται τούτων φέρονται ἐν τῷ δημοσιευθέντι Διατάγματι, τὰς δὲ λοιπὰς θέλετε ἴδει ἐν τῷ μετά τινας ἡμέρας ὑποβληθησομένῳ πρὸς ὑμᾶς νομοσχεδίῳ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξασφαλίζονται μὲν τὰ μέλη ἀπὸ τῶν μεταβολῶν καὶ τῆς ἀβεβαιότητος, τάσσονται προθεσμίαι, ὁρίζεται δὲ καὶ ἐπαρκὴς ἀμοιβή, ἀνάλογος τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον θέλουσι διαθέσει διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ ἀνάλογος πρὸς τὴν σπουδαιότητα αὐτῆς. Ἀλλ’ ὅμως, Κύριοι, ἡ κωδικοποίησις αὕτη καὶ χρόνον πολὺν θέλει καταναλώσει καὶ μετὰ τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν ἀκόμη τῶν νέων κωδίκων ἕτερον χρόνον, ὡς ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ, μέχρις οὗ ἐφαρμοσθῇ, ἵνα προσαχθῇ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὴν δημοσίαν συνείδησιν, ὅπως αὕτη ἐπακριβῶς γνωρίσῃ καὶ ἐξοικειωθῇ πρὸς τὸ νέον νομοθετικὸν καθεστώς. Ἀλλὰ τί γενήσεται ἐν τῷ μεταξύ; Θὰ παραμείνωμεν ἆρά γε εἰς τὴν ὑπάρχουσαν νομοθετικὴν κατάστασιν; Τοῦτο θὰ ἦτο πολλαχῶς ἐπιβλαβὲς καὶ ἀποδοκιμαστέον. Κατηρτίσαμεν ἑπομένως καὶ θὰ ὑποβάλωμεν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος ὑπὸ τὴν ψῆφον αὐτοῦ διάφορα νομοσχέδια ἀναγόμενα εἰς πάντας τοὺς κλάδους τῆς δικαστικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Ἐνομίσαμεν τοῦτο ἐπιβεβλημένον ἡμῖν ἐκ διττῶν λόγων. Πρῶτον καὶ λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος ὡρισμένων νομοθετικῶν ἀναγκῶν, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα τῆς νομοθεσίας καὶ εἶναι ἀνεπίδεκτοι ἀναβολῆς. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ἐνομίσαμεν τὴν τοιαύτην νομοθετικὴν τακτικὴν ἐνδεδειγμένην καὶ ἐκ λόγων θεωρητικῶν, οὓς ἐκύρωσεν ἡ νομοθετικὴ ἱστορία ἄλλων πεπολιτισμένων χωρῶν. Αὕτη ἀπέδειξεν, ὅτι ἄμεσοι ῥιζικαὶ μεταρρυθμίσεις καὶ νομοθετικαὶ ἀνατροπαί, οἷαι ἐκεῖναι, τῶν ὁποίων ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην, ἀλλαγὴ τουτέστι κωδίκων, ῥιζικαὶ μεταπτώσεις νομοθετικαὶ τοιαῦται οὐδέποτε ηὐδοκίμησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον ὅτε παρεσκευάσθησαν αὗται διὰ βαθμιαίων μεταβολῶν καὶ μεταρρυθμίσεων· διὰ μεταρρυθμίσεων, αἱ ὁποῖαι μεθοδικῶς γινόμεναι, καὶ μετὰ συντηρήσεως ἅμα καὶ προόδου εἰσαγόμεναι, παρασκευάζουσιν ἀδιαταράκτως τοῦ ὅλου τὴν ἀνακαίνισιν. Ἐκ τῶν διττῶν τούτων λόγων ἑπομένως ἐνομίσαμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένον, ὑφ’ ὡρισμένον πάντοτε σύστημα καὶ ὑπὸ ὡρισμένην κατεύθυνσιν πρὸς τὸ νομοθετικὸν τέλος, εἰς ὃ κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν θέλουσι καὶ οἱ κώδικες καταλήξει, νὰ παρασκευάσωμεν καὶ νὰ ὑποβάλωμεν βαθμιαίως ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Ἀναθεωρητικῆς ἢ καὶ τῆς μετὰ ταῦτα Βουλῆς σειρὰν δικαστικῶν νομοσχεδίων ἀναγομένων εἰς τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, εἰς τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν, εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον καὶ εἰς τὸν Ποινικὸν Νόμον. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νὰ κάμω διὰ βραχέων εἰσήγησίν τινα τῶν μέτρων τούτων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς πολιτικῆς Δικονομίας ὑποβάλλομεν σήμερον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ῥυθμίζομεν κατὰ τρόπον προσήκοντα κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν τὸ ζήτημα τῶν ἀκυροτήτων τῶν δικονομικῶν, τὴν μεγίστην ταύτην τῶν πληγῶν, ὑφ’ ἃς δουλεύει ἡ δικαστικὴ πρᾶξις, καὶ τὴν πλουσιωτέραν πηγὴν τῆς στρεψοδικίας καὶ τῆς παρελκύσεως τῶν ὑποθέσεων. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου τροποποιοῦμεν καὶ τὸ ἄρθρον 807 τῆς Πολ. Δικονομίας καὶ καθορίζομεν εἰδικώτερον τοὺς λόγους τῆς ἀναιρέσεως, καθιστῶμεν δ’ ἀδύνατον, ὅπως ἐφεξῆς τὸ Ἀνώτατον Δικαστήριον παρὰ τὸν προορισμόν, τὴν ὑπόστασιν καὶ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ μεταβληθῇ, ὡς μετεβλήθη ἤδη, εἰς δικαστήριον τρίτου βαθμοῦ δικαιοδοσίας. Παρεσκευάσαμεν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἀναβιβάζομεν τὸ ὅριον τοῦ ἀνεκκλήτου τῶν ἀποφάσεων. Τὸ ὅριον τοῦτο ἐπὶ μὲν τῶν εἰρηνοδικειακῶν ἀποφάσεων ἀναβιβάζεται εἰς 100 δραχμάς, ἐπὶ δὲ τῶν πρωτοδικειακῶν ἀποφάσεων εἰς 1500 δραχμάς. Εἶναι αὐτονόητον ἐντεῦθεν ὅτι μέγα μέρος τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπασχολοῦσιν ἤδη τὰ Πρωτοδικεῖα, θέλει ἐκλίπει· μέγα δὲ μέρος τῶν ὑποθέσεων τῶν ἀπασχολουσῶν ἤδη τὰ Ἐφετεῖα θέλει ὡσαύτως παύσει ἀπασχολοῦν ταῦτα. Περιττὸν νὰ προσθέσω, ὅτι αἱ μεταβολαὶ αὗται εἰς τὸ ὅριον τοῦ ἀνεκκλήτου δὲν ὑπαγορεύονται ἐκ μόνης τῆς ἀνάγκης τῆς μειώσεως τῶν ὑποθέσεων καὶ τῆς ταχείας περατώσεως τῶν δικῶν, ἀλλ’ ἐκ λόγων γενικωτέρων ἐν τῷ εἰδικῷ νομοσχεδίῳ ἐκτιθεμένων, ἐκ λόγων, οἱ ὁποῖοι καὶ παρ’ ἡμῖν ἐδιδάχθησαν καὶ ἀλλαχοῦ ἐφηρμόσθησαν, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὅριον τοῦ ἀνεκκλήτου τῶν ἀποφάσεων. Ἕτερον νομοσχέδιον κανονίζον κατὰ τρόπον προσήκοντα τὰς ἐφέσεις κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων. Εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἀναμιγνυομένους εἰς τὰ δικαστηριακά, ὅτι μία ἐκ τῶν δεινοτέρων πληγῶν καὶ μία ἐκ τῶν γονιμωτέρων ἀφορμῶν καὶ πηγῶν τῆς παρελκύσεως τῶν ἀστικῶν δικῶν εἶναι ἡ ἔφεσις καὶ ἡ κατάχρησις τῆς ἐφέσεως κατὰ τῶν προδικαστικῶν ἀποφάσεων. Ὑποβάλλομεν πληθὺν ἄλλων μεμονωμένων νομοσχεδίων, δι’ ὧν πλήττομεν ὡρισμένας διατάξεις, συμπληροῦμεν κενά, αἴρομεν ἀσαφείας, ἁπλουστεύομεν τύπους, ἢ ἄλλους περιττεύοντας καταργοῦμεν, ὡς τὴν αἴτησιν θεραπείας, καὶ ἐν γένει, χωρὶς νὰ μεταβάλλωμεν τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς ἡμετέρας Δικονομίας, προοδοποιοῦμεν τὴν δικονομικὴν ἡμῶν νομοθεσίαν πρὸς τὸ νέον καθεστώς, τὸ ὁποῖον θέλει εἰσαχθῆ ἐν τῷ συνόλῳ, ὅταν ἀπὸ συστήματος ἀνακαινισθῆ ἡ ὅλη δικαστικὴ ἡμῶν νομοθεσία. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ποινικὴν Δικονομίαν ὑποβάλλομεν σήμερον δύο, θέλομεν ὑποβάλει δὲ κατὰ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ ἕτερα νομοσχέδια, δι’ ὧν ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις καὶ ἡ ὑπάρχουσα τερατώδης ἐπιβάρυνσις τῶν ἀνακριτικῶν καὶ εἰσαγγελικῶν ἀρχῶν καὶ ἐν γένει τῶν ποινικῶν δικαστηρίων θέλει ταχέως ἐκλίπει. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι μία ἐκ τῶν ἀφορμῶν, ἡ κυριωτάτη πασῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται ἡ κατάστασις τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, εἶναι αἱ ἐρημοδικίαι καὶ αἱ ἀναβολαί. Ἵνα γνωρίσῃ καλῶς τὴν ἀφορμὴν ταύτην καὶ ἐκτιμήσῃ τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἀκρίβειαν αὐτῆς ἡ Βουλή, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει αὐτῆς χαρακτηριστικάς τινας στατιστικὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας παρέλαβον ἐκ τῶν ἐπισήμων πινάκων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Κατὰ τὸ ἔτος 1909 εἰσήχθησαν πρὸς ἐκδίκασιν ἐν ὅλῳ 113,980 ὑποθέσεις. Ἐκ τούτων ἐξεδικάσθησαν μόνον 76,678, αἱ δὲ λοιπαὶ 37,302 ἀνεβλήθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἐκδικασθεισῶν συνεζητήθησαν κατ’ ἀντιμολίαν μὲν 39,958, αἱ δὲ λοιπαὶ 36,720 ἐρήμην. Ἡ αὐτὴ δὲ περίπου ἀναλογία παρατηρεῖται καθ’ ὅλα τὰ ἔτη. Ἐκ τῶν δεδομένων τούτων συνάγεται κατὰ προσέγγισιν, ὅτι ἐκ τῶν κατ’ ἔτος εἰσαγομένων πρὸς συζήτησιν εἰς τὰ ἀκροατήρια ὑποθέσεων τὸ ⅓ ἀναβάλλονται· ἐκ τῶν ὑπολειπομένων δὲ ⅔ αἱ ἡμίσεις μὲν ἐκδικάζονται κατ’ ἀντιμολίαν, αἱ δὲ λοιπαὶ δικάζονται ἐρήμην καὶ διὰ τῆς ἀνακοπῆς ἐπανέρχονται εἰς νέαν συζήτησιν. Τοιουτοτρόπως κατ’ οὐσίαν καὶ κατ’ ἀλήθειαν τὸ ⅓ εἶναι αἱ ὑποθέσεις αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν δικαιοσύνην τῆς χώρας καὶ ἐκ τῆς εὐκολίας τῶν ἀναβολῶν καὶ τῆς εὐκαιρίας τῶν ἐρημοδικιῶν ὁ ἀριθμὸς οὗτος τριπλασιάζεται. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῇ βάσει πληροφοριῶν καὶ στατιστικῶν δεδομένων ἀναμφισβητήτων, ὅτι λαμβανομένης τῆς προσηκούσης προνοίας, ὅπως λαμβάνεται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, θέλουσι ταχέως ἐλαττωθῆ αἱ ὑποθέσεις, αἵτινες ἀπασχολοῦσι τὴν δικαιοσύνην καὶ τὰς ποινικὰς ἀρχὰς τῆς χώρας κατὰ τὰ ⅔. Ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὰς νῦν ὑφισταμένας, πρὸς τὰς ἤδη ὑπαρχούσας ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν ἐκκρεμεῖς ποινικὰς ὑποθέσεις. Εἶναι ἆρά γε ὅμως ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποθέσεων τούτων ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀλήθειαν ἔδει νὰ ὑφίσταται, καὶ αἱ ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπασχολοῦσιν ἤδη τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην τῆς χώρας, εἶναι ἆρά γε ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἀπασχολῶσιν αὐτήν; Ἐσημείωσα ἤδη, ὅτι 106,000 ποινικαὶ ὑποθέσεις ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Στατιστικοὶ πίνακες ἀλλοδαπῶν Κρατῶν καὶ πρόχειρος σύγκρισις ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι ὅλως τερατώδης καὶ ξένος πρὸς πᾶσαν πεπολιτισμένην ἀντίληψιν ὁ ἀριθμὸς οὗτος. Ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων καὶ δικῶν ἐξεπροσώπει ἀληθῆ καὶ ὑπάρχοντα ἀδικήματα, βεβαίως θὰ παρεῖχε τὴν εἰκόνα Κράτους, εἰς ὃ τὸ ἔγκλημα καὶ ἡ καθόλου σύγκρουσις πρὸς τὸν ποινικὸν νόμον ἀποτελεῖ τὴν κυριωτάτην τῶν πολιτῶν ἐνασχόλησιν. Εὐτυχῶς τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Παρ’ ἡμῖν παρατηρεῖται ἴσως λόγῳ τῶν πολιτικῶν ἠθῶν, ἴσως λόγῳ τῶν κοινωνικῶν ἠθῶν ἢ λόγῳ τῆς νομοθετικῆς εὐκολίας πρὸς ὑποβολὴν μηνύσεων, παρατηρεῖται τερατώδης δυσαναλογία μεταξὺ καταδικαστικῶν καὶ ἀθῳωτικῶν ἀποφάσεων· δυσαναλογία ὀφειλομένη κυρίως εἰς τὴν ὑποβολὴν ψευδῶν μηνύσεων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ παρατηρήσω, Κύριοι, ὅτι τὰ ⅔ τῶν ἀποφάσεων ἐπὶ τῶν ἐκδικαζομένων ὑποθέσεων εἶναι ἀθῳωτικαί, τὸ δὲ ⅓ μόνον εἶναι καταδικαστικαί. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπῃ τις· μήπως ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν ἀθῳωτικῶν ἀποφάσεων ἀποδεικνύει ἆρά γε ἀσφαλῶς, ὅτι δὲν ἀνταποκρίνονται αἱ ἀποδοθεῖσαι μηνύσεις εἰς ἀληθῆ ἀδικήματα; Ἀσφαλὴς καὶ βεβαία ἐν τῷ συνόλῳ τοιαύτη ἀπόδειξις βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Ὑπάρχει ὅμως ἐν τούτῳ τεκμήριον ἐπὶ τοσοῦτον χαρακτηριστικόν, ὥστε παρέχει εἰς ἡμᾶς ἀσφαλῆ δεδομένα, ὅπως προσεγγίσωμεν εἰς τὴν διάγνωσιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνυποστάτου τῶν κατηγοριῶν καὶ τῆς προελεύσεως τούτων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει αὐτῆς ἡ Βουλή, ὅτι ἐκ τῶν στατιστικῶν τούτων προκύπτει, ὅτι κατ’ ἔτος ἐκδικάζονται ὑπὸ τῶν πλημμελειοδικείων καὶ τῶν πταισματοδικείων τοῦ Κράτους δεκαὲξ χιλιάδες ὑποθέσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ ἀποφάσεις εἶναι ἀθωωτικαὶ ἐρήμην τῶν κατηγορουμένων. Δεκαὲξ χιλιάδες ἀποφάσεις ἐκδίδονται κατ’ ἔτος ἀθωωτικαὶ ἐρήμην τῶν κατηγορουμένων! Οἱ γνωρίζοντες τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς ἡ δικαστηριακὴ παρ’ ἡμῖν πρᾶξις, ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς εὐχερείας τῶν ἀνακοπῶν, κρίνει τὰς ἐρήμην τῶν κατηγορουμένων δίκας κατανοοῦσιν εὐκόλως πόσον ἀποδεδειγμένως καὶ τελείως ἀβάσιμοι καὶ ἀνυπόστατοι ἠλέγχθησαν αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι ἤχθησαν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ αἱ ὁποῖαι προυκάλεσαν ἀπόφασιν ἀθωωτικὴν μὴ παρισταμένων τῶν κατηγορουμένων οὔτε ὅπως ἀπολογηθῶσιν.
§29Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§30Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§31Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ἐκ τῶν 16,000 αὐτῶν ὑποθέσεων πόσαι παρεπέμφθησαν διὰ βουλεύματος ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου καὶ πόσαι δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως τοῦ εἰσαγγελέως;
§32Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω τὴν λεπτομέρειαν αὐτήν.
§33Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἶναι οὐσιωδεστάτη αὐτὴ ἡ λεπτομέρεια.
§34Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ χρειασθῇ εἰς τὴν Βουλήν.
§35Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ προσαχθῇ, ἂν ὑπάρχῃ εἰς τοὺς ἐπισήμους πίνακας τοῦ Ὑπουργείου. Ἐνομίσαμεν, Κύριοι, ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ λάβωμεν πρὸς ἀποτροπὴν τῆς καταστάσεως ταύτης τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ ληφθέντα ἔφερον τὰ προσήκοντα ἀποτελέσματα. Καὶ εἰσάγομεν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν περιπτώσει ἀθωώσεως τοῦ κατηγορουμένου τὰ ἔξοδα τῆς δίκης ἐπιβάλλονται εἰς τὸν μηνυτὴν εἰς ἐκείνας τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὰ συμβούλια ἢ τὸ δικαστήριον ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἐκ δολίας προαιρέσεως ἢ ἐκ βαρείας καὶ ἀσυγγνώστου ἀμελείας ψευδῶς ὑπεβλήθη μήνυσις. Ἀνάλογος θεσμὸς λειτουργεῖ εὐδοκίμως ἐν Γερμανίᾳ· κατὰ μίμησιν δ’ ἐκείνου παρέσχομεν εἰς τοὺς τοιούτους μηνυτάς, οἱ ὁποῖοι χωρὶς νὰ ἀκουσθῶσι κατεδικάσθησαν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς δίκης, μέσον τι προσφυγῆς, μέσον τι μέμψεως κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν δικαστηρίων ἢ κατὰ τοῦ βουλεύματος τοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον τῷ ἐπέβαλε τὰ ἔξοδα· ἓν ἁπλούστερον τουτέστιν ἔνδικον μέσον, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Γερμανικὴ ποινικὴ νομοθεσία, μέσον διὰ τοῦ ὁποίου δικαιοῦνται οἱ οὕτω καταδικασθέντες νὰ ἀκουσθῶσι καὶ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ συμβουλίου ἢ τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασιν, τὰ παράπονά των. καὶ ἂν οὗτοι δὲν παρισταθῶσιν. Ἕτερον νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ θέλομεν προκαλέσει τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι νομοσχέδιον ἀναγόμενον εἰς τὴν ῥύθμισιν τῆς προφυλακίσεως. Εἶναι δεινή, Κύριοι, ἡ νομοθετικὴ κατάστασις, εἰς ἣν δουλεύομεν σήμερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ὅρων καὶ τῆς εὐχερείας, ὑφ’ ἣν ἐπιτρέπεται ἡ προφυλάκισις, ἀλλ’ εἶναι δεινοτέρα, εἰ δυνατόν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν δυσχερειῶν, ὑφ’ ἃς ἐπιτρέπεται ἡ προσωρινὴ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις. Ἡ Γερμανική, ἡ Γαλλική, ἡ Ἰταλικὴ νομοθεσία εἰσήγαγον διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων μεθοδικώτερον ἐπροστάτευσαν ἀφ’ ἑνὸς τὴν δημοσίαν τάξιν ὑφ’ ὅλους τοὺς προσήκοντας ὅρους, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπροστάτευσαν τὸ ἄτομον ἰδιαίτατα κατὰ τὸ στάδιον τῆς προδικασίας. Καὶ ἐκεῖ καὶ μόνον ἐκεῖ μετὰ πάσης αὐστηρότητος καὶ προνοίας προέβησαν εἰς τὴν προφυλάκισιν, ἢ ἀπηγόρευσαν τὴν δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσιν, ἔνθα ἀνάγκη ἀναπότρεπτος τῆς τηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας ἐπέβαλλε τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον συνταχθὲν κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν περιορίζει τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐπιβάλλεται ἢ ἐπιτρέπεται ἡ προφυλάκισις, εὐρύνει δὲ οὐσιωδῶς τὰς περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ὑφ’ ὡρισμένας προϋποθέσεις καὶ ὡρισμένας προφυλάξεις καὶ προνοίας εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ δι’ ἐγγυήσεως ἀπόλυσις, καὶ εἰς ἐκείνας τὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς πρόκειται περὶ κακουργημάτων τιμωρουμένων δι’ εἱρκτῆς. Ἕτερον νομοσχέδιον, ἐφ’ οὗ θέλομεν προκαλέσει τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος, εἶναι νομοσχέδιον αἶρον νομολογίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν δουλεύουσιν οἱ καταδικαζόμενοι καὶ προφυλακιζόμενοι, νομολογίαν κυρωθεῖσαν καὶ ὑπὸ τῆς ψήφου τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου. Κατ’ αὐτὴν ὁ χρόνος ὁ μεσολαβῶν ἀπὸ τῆς ὁριστικῆς καταδίκης μέχρι τῆς ἐκδικάσεως τῆς ἀναιρέσεως, εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν καταφύγῃ εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστήριον, ὁ χρόνος οὗτος, ὅστις συμβαίνει, ὡς σήμερον τὰ πράγματα ἔχουσι, νὰ ἀνέρχηται καὶ εἰς μῆνας ὁλοκλήρους, δὲν ὑπολογίζεται εἰς τὴν ποινήν. Ἐνομίσαμεν, ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ διορθώσωμεν τὸ ἄτοπον διὰ τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ χρόνος οὗτος, χαρακτηριζόμενος ὡς χρόνος προφυλακίσεως, καταλογίζεται καὶ ἐκπίπτει ἐκ τῆς ποινῆς. Ἐπίσης θέλομεν εἰσηγηθῆ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου εἰσάγεται καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν ποινῶν. Τὸ νομοσχέδιον συνετάγη ἐπὶ τῇ βάσει κυρίως τοῦ Βελγικοῦ νόμου τοῦ 1888, ὑπὸ ὡρισμένας τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἐνομίσαμεν ἀναγκαίας καὶ ἐνδεικνυομένας παρ’ ἡμῖν διὰ θεσμὸν πρωτείσακτον. Εἰς τὸ εὐεργέτημα τοῦτο ὑπάγονται μόνον οἱ τὸ πρῶτον καταδικαζόμενοι εἰς ποινὴν κρατήσεως ἢ φυλακίσεως μὴ ὑπερβαίνουσαν τοὺς τρεῖς μῆνας. Ἰδίαν τάξιν ἀποτελοῦσι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θέλομεν εἰσαγάγει εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τὴν διοργάνωσιν καὶ τὴν διαρρύθμισιν τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ σύστημα τὸ γενικόν, τὸ ὁποῖον πρὸς ἀναδιοργάνωσιν τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας ἀκολουθοῦμεν, καὶ αἱ ἐπὶ τῶν φυλακῶν μεταρρυθμίσεις εἶναι διττῆς κατηγορίας, διττῆς μορφῆς, διττῆς ἀποστολῆς. Εἶπον ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην νέων κτιρίων φυλακῶν, νέων ὀργανισμῶν φυλακῶν πρὸς εἰσαγωγὴν συστήματος σωφρονιστικοῦ. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ἔργον τοῦτο δὲν γίνεται ἀπὸ μιᾶς ἡμέρας εἰς ἄλλην. Θὰ ἀρχίσῃ βεβαίως ὑπ’ ἀμφοτέρας τὰς ἐπόψεις ἀπὸ τοῦδε, ἀλλ’ ἀναγκαίως ἡ μεταβολὴ τοῦ σωφρονιστικοῦ συστήματος, ἡ ἀνέγερσις φυλακῶν εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἡ ἀνέγερσις φυλακῶν ὑποδίκων καὶ ἐλαφροποίνων εἰς τὰ 26 Πρωτοδικεῖα, ἡ ἀνέγερσις κεντρικῶν φυλακῶν καὶ ἐν γένει, ἐπαναλαμβάνω, ἡ πλήρης ἀναδιοργάνωσις καὶ ἵδρυσις φυλακῶν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος καὶ ἡ ἐν αὐταῖς λειτουργία τοῦ εἰσαχθησομένου σωφρονιστικοῦ συστήματος, εἶναι ἔργον πολλῶν ἐτῶν. Πανταχοῦ, ὅπου ἐπεχειρήθη ἡ ἀνακαίνισις τοῦ σωφρονιστικοῦ συστήματος καὶ ἡ ἀνέγερσις νέων φυλακῶν πρὸς λειτουργίαν τούτου, κατ’ ἀνάγκην ἐπὶ χρόνον μακρὸν συνεβάδισαν δύο συστήματα· τὸ ἕν, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη καὶ τὸ ὁποῖον βαθμηδὸν ἐπεκράτησε, καὶ τὸ παλαιόν, τὸ ὁποῖον βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἐξετοπίζετο. Παρ’ ἡμῖν δὲ συντρέχουσι καὶ πρόσθετοι λόγοι, ἐπιβάλλοντες τὴν τακτικὴν ταύτην. Οὐχὶ μόνον ἡ ἔλλειψις τῶν οἰκονομικῶν μέσων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἔλλειψις τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τὸ νέον σύστημα θὰ διευθύνῃ τὰς φυλακὰς ἢ θὰ ἐπιτηρῇ ἐν αὐταῖς. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ὑφισταμένην, ὡς εἶπον, οὐχὶ μόνον παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ πανταχοῦ, ὅπου ἀνεκαινίσθη τὸ σωφρονιστικὸν σύστημα, τοιαύτη ἐτηρήθη τακτική. Καὶ μνημονεύω εἰδικῶς τῆς Γαλλίας. Θὰ ἀκολουθήσωμεν ἑπομένως διττὴν πορείαν. Θέλομεν εἰσηγηθῆ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτρέπηται ἡ βαθμιαία ἀνέγερσις νέων κτιρίων φυλακῶν, ἐπίσης δὲ καὶ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον θέλομεν εἰσηγηθῆ διὰ τὰς νέας φυλακὰς καὶ τὸ νέον σύστημα. Ἀλλὰ συγχρόνως θὰ λάβωμεν μέτρα νομοθετικά, διὰ τὰς ὑπαρχούσας φυλακάς, αἱ ὁποῖαι ἐφ’ ἱκανὸν εἰσέτι χρόνον θὰ λειτουργήσωσι, μέχρις οὗ βαθμηδὸν ἐκτοπισθῶσιν ὑπὸ τῶν νέων. Ἀνεξαρτήτως τῶν σημείων τούτων, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν δικονομικὴν νομοθεσίαν, θέλομεν εἰσηγηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἀριθμόν τινα νομοσχεδίων, ἀναγομένων εἰς τὸ ἰσχῦον Ἀστικὸν δίκαιον. Καὶ ἐν πρώτοις ποιοῦμαι μνείαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διαθηκῶν, τὸ ὁποῖον σήμερον λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ ὁποίου καταλύεται ἡ δυναστεία τοῦ σχετικοῦ ψηφίσματος τοῦ Κυβερνήτου περὶ διαθηκῶν. Θέλομεν εἰσηγηθῆ πλὴν τούτου προσεχῶς εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ συμβατικὸς τόκος καταβιβάζεται κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς 10%· νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου μεταρρυθμίζονται αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου περὶ τοκογλυφίας καὶ καθίσταται δυνατὴ καὶ ἡ ποινικὴ καταδίωξις τῶν ἀπλήστων δανειστῶν· νομοσχέδιον προνοοῦν ἐν γένει περὶ τῶν αἰσχροκερδῶν συμβάσεων ὑπὸ ἔποψιν ἀστικοῦ δικαίου καὶ ὑπὸ ἔποψιν ποινικήν. Δὲν εἶναι προσῆκον τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι ἤθελον ἴσως πολὺν χρόνον τῆς Βουλῆς ἐπὶ ματαίῳ καταναλώσει, ὅπως ἀναπτύξω ὑπὸ τίνας ὅρους δουλεύουσιν οἱ ἀγροτικοὶ ἰδίᾳ πληθυσμοί, ὑπὸ τὸ βάρος διαφόρων συμβάσεων, αἰσχροκερδῶν καὶ πλεονεκτικῶν, εἴτε ἐκ τοῦ ἐμφανοῦς εἴτε κεκαλυμμένως. Τὸ νομοσχέδιον, συντεταγμένον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καὶ ἀλλαχοῦ εὐδοκίμως λειτουργούντων ὁμοίων θεσμῶν, προστατεύει ῥιζικῶς καὶ τελεσφόρως ἅπαντα τὸν πληθυσμὸν τῶν δυναστευομένων τάξεων. Δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου καταργοῦμεν τὰς ἀπηρχαιωμένας διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ δικαίου ἐκ τοῦ ἀναστασιανοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος οὐδένα πλέον πληροῖ σκοπόν, ἢ μᾶλλον πληροῖ σκοπὸν κωλύοντα πολλάκις τὰς ἐντίμους συναλλαγάς. Θέλομεν εἰσηγηθῆ πλὴν τούτου νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ νομιζομένη εὐεργετικὴ πρόνοια ὑπὲρ τῶν γυναικῶν ἡ ἐκ τοῦ βελειανείου δόγματος καὶ τῆς γνωστῆς νεαρᾶς καταργεῖται· διότι παρὰ τὸν ἀρχικὸν αὐτὸν προορισμὸν μετεβλήθησαν καὶ διεφθάρησαν, καὶ ἀντὶ νὰ προστατεύωσιν ἀληθῆ τούτων συμφέροντα ἀπέναντι τῶν ἰδίων ἀνδρῶν ἢ ἀπέναντι τρίτων, ἐχρησίμευσαν πάντοτε σχεδὸν εἰς δημιουργίαν στρεψοδικιῶν καὶ καταπιεστικῶν δικῶν καὶ εἰς παγίδευσιν ἀδόλων πιστωτῶν, πλήξασαι καιρίως τὴν καλὴν πίστιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναλλαγῶν. Θέλομεν εἰσηγηθῆ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον αἱ νέαι πρόοδοι καὶ παρ’ ἡμῖν κατέστησαν ἐνδεδειγμένον· σχέδιον νόμου κανονίζον τὰς ποινικὰς καὶ τὰς ἀστικὰς εὐθύνας τῶν βλαβῶν, αἱ ὁποῖαι προξενοῦνται εἰς πρόσωπα ἢ πράγματα ἐκ τῶν αὐτοκινήτων. Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν, Κύριοι, καὶ τὰ νομοθετικὰ Σώματα καὶ ὁ ἐπιστημονικὸς κόσμος, ἐξηγέρθησαν ἀνένδοτοι εἰς ἐνδελεχῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην πρόνοιαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν γενομένων ἐν Εὐρώπῃ, ἰδίᾳ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Δανίᾳ, καὶ ἐν Γερμανίᾳ ἐπιστημονικῶν καὶ νομοθετικῶν ὡς πρὸς τοῦτο ἐργασιῶν, καὶ τοῦ νομοσχεδίου ὅπερ ὑπὸ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς Ῥαϊστάγ. Αἱ διατάξεις τοῦ ἰσχύοντος ποινικοῦ νόμου δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τὰς νέας ἀνάγκας, καὶ δὲν ἀνταποκρίνονται πρὸς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους λειτουργοῦσι τὰ αὐτοκίνητα. Ἀλλὰ καὶ ὁ ὑπάρχων ἀστικὸς νόμος, ὁ κανονίζων τὰς ἀποζημιώσεις, εἶναι σχεδὸν ἀνεφάρμοστος καὶ ἀπολύτως ἀνεπαρκής, ἵνα προστατεύσῃ τὴν κοινωνίαν τὴν δουλεύουσαν καὶ πλειστάκις ἀδικουμένην. Ἡ νεωτέρα ἐπιστημονικὴ καὶ νομοθετικὴ ἀντίληψις καθιεροῖ ἐν τούτῳ νέα τεκμήρια πταίσματος καὶ ἀπαγγέλλει εὐθύνας πρὸς ἀποζημίωσιν, καὶ ἐν περιπτώσει ἀκόμη μὴ ἀποδείξεως τῆς ὑπαιτιότητος. Ἐκ τῆς ὕλης τῆς ἀναγομένης εἰς τὸν ποινικὸν νόμον θέλομεν ὑποβάλει ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὡρισμένα νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα νομίζομεν ὅτι ἀνταποκρίνονται καὶ παρ’ ἡμῖν εἰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐπιτακτικῶς ἀπαιτεῖ ἡ δημοσία συνείδησις. Θέλομεν εἰσηγηθῆ ἐν πρώτοις νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κολάζεται ὡς ἀδίκημα ἡ ἀπιστία τῶν διαχειριστῶν ξένης περιουσίας καὶ κατάχρησις ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἀθετοῦσι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀποδόσεως κινητῶν πραγμάτων, τὴν ἐξ ὡρισμένης νομικῆς σχέσεως πηγάζουσαν. Τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ ῥυθμίζει οὐσιώδη κοινωνικὴν καὶ συναλλακτικὴν ἀνάγκην μὴ προστατευομένην ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος ποινικοῦ νόμου. Ὅσοι παρ’ ἡμῖν ἀνεμίχθημεν εἰς σχετικὰ ζητήματα γνωρίζομεν τὴν πληγήν, ἡ ὁποία λυμαίνεται τὰς συναλλαγὰς ἐκ τῆς παραπομπῆς εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια ὑποθέσεων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τὸν λόγον ἔπρεπε πρωτίστως νὰ ἔχῃ ὁ εἰσαγγελεύς. Εἰσάγομεν ἐπίσης νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῶν ἀλλαχοῦ κρατούντων μεταρρυθμίζονται αἱ σχετικαὶ διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀποπλάνησιν εἰς ἀσέλγειαν, τοῦ ἐν ἄρθρῳ 247 τοῦ ποινικοῦ νόμου ὁρίου τῶν δώδεκα ἐτῶν ἡλικίας ἀναβιβαζομένου εἰς 15 ἔτη. Πλὴν τούτου ἀναγράφεται ὡς ἴδιον ἀδίκημα ἡ ἀποπλάνησις εἰς ἀσέλγειαν καὶ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν συνεπληρώθη τὸ 15 ἔτος, οὐχὶ δὲ τὸ 21ον, ἐὰν ἡ ἀποπλάνησις κόρης ἀμέμπτων ἠθῶν ἐγένετο δι’ ἀπατηλῶν μέσων καὶ εἰδικώτερον δι’ ὑποσχέσεως γάμου. Τὸ ἀδίκημα δὲ αἴρεται καὶ ἡ πρᾶξις μένει ἀτιμώρητος ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ γάμος τελεσθῇ. Δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου θέλομεν ἐπιδιώξει ἀνάλογον μεταρρύθμισιν καὶ τῶν περὶ ἀπαγωγῆς διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἰδίως ὅταν αὕτη γίνηται ἐπὶ σκοπῷ γάμου. Ἀντικείμενον ἑτέρου νομοσχεδίου μετὰ τοῦ ὅλου ἐκλογικοῦ νόμου ὑποβληθησομένου θὰ ἀποτελέσωσι τὰ λεγόμενα ἐκλογικὰ ἀδικήματα. Δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκεται τελεσφόρως ἡ προστασία τῆς νομιμότητος, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς ἐκλογῆς. Θέλομεν εἰσηγηθῆ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μακρὸν ἀπησχόλησεν ἡμᾶς καὶ ἐπὶ μακρὸν ἔτι θέλει μᾶς ἀπασχολήσει, νομοσχέδιον προνοοῦν περὶ ἐξυβρίσεως καὶ περὶ τύπου (ἐπιδοκιμασίαι). Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ τεθῇ τέρμα εἰς κατάστασιν πολλαχῶς τυραννικὴν καὶ πολλαχῶς ἐπιζημίαν (εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης)· νὰ τεθῇ τέρμα εἰς κατάστασιν ἐπιζημίαν εἰς τὸν ἀνεξάρτητον καὶ ἐλεύθερον τύπον, ἐξ ἴσου δὲ καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν (ἐπιδοκιμασίαι). Τὰ ζητήματα τοῦ τύπου κεῖνται παρ’ ἡμῖν ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις πλημμελῶς. Ὁ τύπος δουλεύει ὑπὸ νόμον ἀνελεύθερον, νόμον ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐλεύθερος τύπος ἔχει τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ κοινωνία δουλεύει ὑπὸ νόμον ἀτελῆ, καὶ ἀτελέστατα προστατεύεται ἐκ τῶν παντοειδῶν ὑπερβασιῶν αὐτοῦ. Ἀλλαχοῦ, ὅπου ὁ τύπος ἀνυψώθη εἰς τὴν περιωπὴν μεγάλου τῆς Πολιτείας καὶ τῆς κοινωνίας διδασκάλου, ἐλήφθησαν μέτρα προστατευτικὰ καὶ τούτου τοῦ ἀνεξαρτήτου καὶ ἐλευθέρου τύπου, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας· προστατευτικὰ τοῦ τύπου ἀπέναντι ἰδίᾳ τῶν παρεκτροπῶν καὶ τῶν καταπιέσεων ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ καὶ τῆς κοινωνίας, ἀπέναντι τοῦ τύπου καὶ πρὸς τοῦτον ἀμέσως ἢ ἐμμέσως σχετιζομένων. Ὅταν ἡ περὶ τούτου ἐργασία ἡμῶν συντελεσθῇ καὶ πρὶν ἢ ὑποβάλωμεν αὐτὴν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, θέλομεν μεριμνήσει νὰ ζητήσωμεν ἐπὶ ταύτης τὰς γνώμας τῶν μελῶν τοῦ ἐπιστήμονος καὶ τοῦ στρατευομένου τύπου, ὅπως ὑπὸ πάσας τὰς μερίμνας καὶ τὰς ἐγγυήσεις εἰσηγηθῶμεν τὸ σπουδαιότατον τοῦτο νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Θέλομεν εἰσηγηθῆ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἔχω δι’ ἐλπίδος ὅτι λαμβάνεται ῥιζικὴ καὶ ἀποτελεσματικὴ νομοθετικὴ πρόνοια κατὰ τοῦ χαρτοπαιγνίου. (Εὖγε, εὖγε). Θέλομεν εἰσηγηθῆ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνεται συστηματικὴ πρόνοια περὶ τῆς φυγοδικίας. Δι’ αὐτοῦ ἡ φυγοδικία ἀποκαθίσταται εἰς ἰδιώνυμον ἀδίκημα, αὐτοτελές, ἰδίας ἐπαγόμενον ποινάς, ἀναλόγους τοῦ χρόνου ἐφ’ ὃν παρατείνεται αὕτη, τῆς κατ’ αὐτὸν διαγωγῆς τοῦ φυγοδίκου κ.λ.π. Ἀναγράφονται ποιναὶ καὶ ἀμοιβαὶ ἐπὶ τῇ καταδιώξει καὶ τῇ συλλήψει φυγοδίκου. Κηρύσσονται ἄκυροι αἱ ὑπὸ φυγοδίκου ἐνεργούμεναι πράξεις μεταβιβάσεως τῆς περιουσίας του, καὶ ἐν γένει λαμβάνονται ἐξαιρετικαὶ πρόνοιαι, ὅπως ἐξαλειφθῇ ἡ πληγὴ αὕτη, ἥτις τοσοῦτον δεινῶς μαστίζει παρ’ ἡμῖν τὴν κοινωνίαν καὶ τὴν Πολιτείαν. Θέλομεν ὑποβάλει ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου λαμβάνεται ἐξαιρετικὴ πρόνοια κατὰ τοῦ ἀδικήματος τῆς ζωοκλοπῆς, τοῦ τοσοῦτον ἐπιπολάζοντος παρ’ ἡμῖν, ἰδίᾳ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Εἶναι γνωστὸν ὅτι, ἂν ἡ κτηνοτροφία καὶ ἡ δημοσία ἀσφάλεια εὑρίσκεται εἰς τοσοῦτον δυσάρεστον σημεῖον, ὁ λόγος δύναται ν’ ἀποδοθῇ κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν ζωοκλοπήν. Ἡ νομοθετικὴ συνείδησις ἀπὸ ἐτῶν εἶναι ἐκδεδηλωμένη ὑπὲρ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐπιτάσεως τῶν ποινῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, τῆς ὑποτροπῆς, τῶν περὶ ἀποδόσεως τοῦ κλαπέντος προϋποθέσεων καὶ συνεπειῶν καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἄλλων τινῶν ἐξαιρετικῶν μέτρων, περὶ ὧν προνοοῦμεν διὰ τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Θέλω ὑποβάλει ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος καὶ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰς ἐξωτερικὰς διατυπώσεις καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως θέλει φανῆ καινόν. Νομοσχέδιον, Κύριοι, διὰ τοῦ ὁποίου καθίσταται δυνατὴ ἡ μετὰ τὴν καταδίκην μετατροπὴ τῶν μικρῶν ποινῶν τῆς κρατήσεως, ἢ τῆς φυλακίσεως εἰς χρηματικὰς εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπετίθη ἤδη τὸ ἥμισυ τῆς ποινῆς. Ἀνεχωρήσαμεν ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς, τὴν ὁποίαν ἐκύρωσεν ἡ νεωτέρα νομοθετικὴ συνείδησις ἐξ ἀπόψεως ποινικοῦ δικαίου, τῆς ἀρχῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ μικραὶ ποιναὶ κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας εἶναι σκοπιμώτερον νὰ ἀντικατασταθῶσι διὰ χρηματικῶν ποινῶν. Τοιαύτας δὲ ἔχουσιν ἀναγράψει οἱ νεώτεροι ποινικοὶ κώδικες πρὸς κύρωσιν τῆς ἀρχῆς ἐκείνης. Τοιαύτη μεταβολὴ ἐν τῷ συστήματι τοῦ ἰσχύοντος παρ’ ἡμῖν ποινικοῦ δικαίου εἶναι ἐνδεδειγμένη καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι τοιαύτη θέλει ἐπικρατήσει κατὰ τὴν γενησομένην ἀνακαίνισιν τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὡμίλησα. Ἀλλὰ τοιαύτη μεταβολή, Κύριοι, δὲν δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἑνὸς νομοσχεδίου· πλήττει πλείστας ὅσας διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἐπηρεάζει τὸ ὅλον αὐτοῦ σύστημα. Ἐσκέφθημεν ἑπομένως ὅτι τοῦθ’ ὅπερ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐκ τῶν προτέρων, διὰ μεταβολῆς πασῶν κατ’ ἰδίαν τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, οὐδαμῶς εἶναι πλημμελές, ἵνα γίνῃ ἐκ τῶν ὑστέρων. Εἰς περίστασιν ἑπομένως, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται περὶ ποινῆς κατὰ τὸν ἰσχύοντα Ποινικὸν Νόμον ἐπιβληθείσης, ποινῆς δὲ ἀνωτέρας τῆς μιᾶς ἑβδομάδος κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ μικροτέρας τοῦ ἑνὸς ἔτους φυλακίσεως ἢ κρατήσεως, καθίσταται δυνατόν, ὅπως μετὰ τὴν ἀπότισιν τοῦ ἡμίσεος τῆς ποινῆς ὁ καταδικασθεὶς ζητῇ τὴν μετατροπὴν ταύτης ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης κλίμακος καὶ ὡρισμένης διαδικασίας, καὶ ὡρισμένων προϋποθέσεων, αἱ ὁποῖαι καθιεροῦνται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Δὲν παραλείπω νὰ εἴπω ἢ μᾶλλον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τοὺς ἐν αὐτῇ εἰδήμονας, ὅτι πολλαχοῦ ἐπεκράτησε καὶ εἰσήχθη ὁ θεσμὸς τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπολύσεως. Μετὰ τὴν καταδίκην καὶ μετὰ τὴν ἀπότισιν ὡρισμένου χρόνου ποινῆς, ἰδίως τῶν δύο τρίτων, ἐπιτρέπεται ἡ ἀπόλυσις ὑπὸ ὅρον καὶ ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου παρ’ ἡμῖν εἶναι βεβαίως ἀδύνατος ἤδη καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλὰ κυρίως, διότι ἐλλείπει παρ’ ἡμῖν τὸ σωφρονιστικὸν σύστημα, μετὰ τοῦ ὁποίου συμπαρεδρεύει καὶ ἀσκεῖται. Ἀλλά, συνδυάζοντες τοῦτον τὸν θεσμὸν τῆς ἐκ τῶν ὑστέρων συνδρομῆς εἰς τοὺς καταδικασθέντας πρὸς τὰς μνησθείσας ἤδη ἀρχὰς καὶ τάξεις τῶν νεωτέρων ποινικῶν νόμων ὡς πρὸς τὰς χρηματικὰς ποινάς, κατελήξαμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν καιρῷ ὑπὸ πλήρη αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν θέλομεν ὑποβάλει ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀνεξαρτήτως ὅλως πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλομεν μεριμνήσει, ὅπως κανονίσωμεν τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος. Εἶναι γνωστὸν ποίας δυσχερείας παρουσιάζει τοῦτο, εἰς ποίας δὲ καταχρήσεις ἔδωκεν ἀφορμήν. Νομίζομεν ὅτι θέλομεν ἀνταποκριθῆ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ἐὰν ἠθέλομεν ἐπιζητήσει τρόπον τινὰ κανονιστικὸν τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος, καθιστῶντα ἀδύνατον ἢ μᾶλλον σχεδὸν ἀδύνατον πᾶσαν ἐν τούτῳ κατάχρησιν. Τὰ νομοθετήματα ταῦτα, Κύριοι, εἶναι τὰ κυριώτερα ἐκ τῶν ἀναγομένων εἰς τοὺς τέσσαρας θεμελιώδεις κλάδους τῆς δικαστικῆς ἡμῶν νομοθεσίας. Ἀλλ’ εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, εὑρίσκομαι δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς προνοίας καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὄργανα, διὰ τῶν ὁποίων ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη· τὰ δικαστήρια τουτέστι, τοὺς δικαστὰς καὶ τοὺς δικηγόρους. Θέλομεν εἰσηγηθῆ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιοῦνται οἱ ἰσχύοντες νόμοι περὶ προσόντων καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους. Οἱ πέρυσιν εἰσαχθέντες ἀποκεντρωτικοὶ δικαστικοὶ νόμοι ηὐδοκίμησαν κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν καὶ κατὰ γενικὴν ὁμολογίαν. Ἔχω ἐν μνήμῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας παρὰ πλείστων ἐκ τῶν παρακαθημένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν προερχομένων δικηγόρων ἔλαβον, πληροφορίας κατὰ τὰς ὁποίας εὐλογεῖται ἡ νομοθετικὴ τοῦ Κράτους ἐξουσία διὰ τὰ ἀποκεντρωτικὰ ἐκεῖνα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν δικαιοσύνην τῆς χώρας. Ἀλλὰ τὸ ἔργον ἔχει ἀνάγκην συμπληρώσεως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἰδίᾳ τοὺς κατωτέρους δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, ἰδιαίτατα δὲ τοὺς εἰρηνοδίκας, διὰ τοὺς ὁποίους θέλει εἰσαχθῆ νομοσχέδιον, χειραφετοῦν καὶ τούτους πλέον ἐντελῶς καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ διορισμοῦ ἀπὸ τῶν χειρῶν καὶ τῆς ἐξουσίας τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν. Θέλομεν εἰσηγηθῆ ἐπίσης νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται οἱ μισθοὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων κατὰ 5% ἐν διαστήματι μιᾶς τριετίας. Θέλομεν εἰσηγηθῆ τελευταῖον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δικηγόρων· περὶ κανονισμοῦ τῶν προσόντων, τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῶν ὅρων τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτῶν, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζομεν ὅτι εἰσάγονται καινοτομίαι μεγάλης πολιτειακῆς καὶ κοινωνικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς χρησιμότητος καὶ ἀποστολῆς. Ἀλλ’ ἡ νομοθετικὴ παρέμβασις δὲν θέλει σταματήσει μέχρι τοῦ σημείου τούτου. Διότι ὑπάρχει ἀνάγκη νομοθετικῆς προνοίας καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς διοικήσεως τῆς δικαιοσύνης, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τουτέστι τῆς ἐποπτείας ἐπὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ ταύτην, Κύριοι, ἥτις ἐπίσης προεκάλεσε τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν ἡμῶν, θέλομεν εἰσηγηθῆ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνακαινίζεται ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, νομοσχέδιον συνταχθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀλλαχοῦ κρατούντων καὶ εἰδικώτερον ἐν Γαλλίᾳ. Τὰ κυριώτερα σημεῖα τοῦ νέου ὀργανισμοῦ εἶναι, πλὴν ἄλλων καινοτομιῶν, ἡ εἰσαγωγὴ διατάξεων προστατευτικῶν τῶν ὑπαλλήλων, τῶν μὴ ἰσοβίων, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα θεσμοῦ, ὅστις ἀπὸ πολλοῦ λειτουργεῖ εὐδοκίμως ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Παρισίων· ἡ ὀργάνωσις τμήματος στατιστικῆς διὰ τὴν ἀστικὴν δικαιοσύνην, τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην καὶ τὰς φυλακάς. Τὰς λεπτομερείας τούτου θέλει ἴδει ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ ἐν τῷ σχετικῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον θέλομεν λάβει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν ὑπὸ τὴν ψῆφον καὶ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς, ἀλλὰ θέλει ἴδει καὶ ἐν τῇ ἐπετηρίδι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία συσταθεῖσα διὰ Β. Διατάγματος καὶ εἰκονίζουσα τὴν ἐργασίαν, ἡ ὁποία ἤρξατο ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου ἐ. ἔ., θέλει περιέχει τὰς λεπτομερείας καὶ τὰς πληροφορίας ἐκείνας, ἐκ τῶν ὁποίων θέλει πεισθῆ ἡ Βουλή, ὅτι πρόκειται περὶ συστηματικοῦ καὶ ἐπιστημονικοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον, πλὴν τῆς γενικωτέρας αὐτῆς καὶ πολλαπλῆς χρησιμότητος, πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ μεγάλως τὴν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης τῆς χώρας. Θέλομεν εἰσηγηθῆ ἐπίσης νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου μεταρρυθμίζονται αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπίσης ἔν τινι μέτρῳ αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις περὶ ἐπιθεωρήσεως τῶν δικαστικῶν γραφείων. Ὑπολείπεται, Κύριοι, νὰ ὑποδείξω ὑμῖν διὰ βραχέων ἄλλα τινὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλήν· μέτρα οὐ μόνον τείνοντα εἰς βελτίωσιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, ἣν κυρίως καὶ πρωτίστως σκοποῦσιν, ἀλλὰ πρὸς ταύτη ὑπηρετοῦντα καὶ ἐξεύρεσιν τῶν δαπανῶν ἐκείνων, ἃς θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ ὅλη δικαστικὴ ἀναδιοργάνωσις. Εἰς τὴν σειρὰν ταύτην ἀνήκει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καταργοῦνται τὰ ὑπὸ μακρᾶς συνηθείας καθιερωθέντα ἀντιγραφικὰ δικαιώματα. Ὑποβάλλονται δὲ τὰ ἀντίγραφα εἰς τέλος γραφῆς καταβαλλόμενον δι’ ἐπικολλήσεως εἰδικοῦ ἐνσήμου τοῦ Κράτους, ὀνομαζομένου δικαστικοῦ ἐνσήμου καὶ ὁριζομένου εἰς δραχμὴν μίαν κατὰ φύλλον. Τὰ ἐντεῦθεν ἔσοδα, ἅτινα ὑπολογίζονται εἰς 550 χιλ. δραχμῶν ἐτησίως, διαιροῦνται εἰς δύο. Τὸ ἥμισυ διανέμεται καθ’ ὡρισμένας ἀναλογίας εἰς τοὺς ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς· τὸ δὲ ἄλλο περιέρχεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, χρησιμεῦον καὶ πάλιν διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ πάντων ἐν γένει τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς κατανοοῦσιν εὐκόλως ὅσοι γνωρίζουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς δικαστικὰ πράγματα, δὲν δίδεται ἁπλῶς ἓν ἔσοδον εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ προστατεύεται ἡ ἐργαζομένη τάξις τῶν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων, ἡ δουλεύουσα ἤδη εἰς γραμματεῖς ἐκμεταλλευομένους τὴν ἐργασίαν αὐτῶν. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταλύεται ἡ δυναστεία τῶν γραμματέων καὶ ἡ κερδοσκοπία αὐτῶν ἐκ τῆς ἐργασίας τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων. Μετὰ τούτου θέλομεν ὑποβάλει νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνονται τὰ τέλη τῶν προτάσεων κατὰ κλίμακα, ὅταν αὗται ὑπερβῶσιν ὡρισμένον ἀριθμὸν φύλλων. Ἐπίσης αὐξάνονται τὰ τέλη τοῦ χαρτοσήμου τῶν διεξαγωγῶν μετὰ τὴν ἐξέτασιν ὡρισμένου ἀριθμοῦ μαρτύρων. Ἐπίσης λαμβάνεται ἡ ἐκ τῆς φύσεως τοῦ πράγματος ἐνδεδειγμένη, ἢ ἐκ λόγων ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης ὑπαγορευομένη νομοθετικὴ πρόνοια, ὅπως εἰς τὰς ἀγωγάς, ὧν τὸ ἀντικείμενον ὑπερβαίνει τὰς δέκα χιλιάδας δραχμῶν, ἐπιβάλληται τέλος δραχμῶν δέκα. Ὁσάκις δὲ ὑπερβαίνει τὰς πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν, ἐπιβάλλεται τέλος δραχμῶν πεντήκοντα κατὰ πᾶσαν προσθήκην ἀπὸ κλάσματος δραχμῆς μέχρις εἴκοσι πέντε χιλιάδων δραχμῶν. Μακραὶ αἰτιολογικαὶ ἐκθέσεις προτασσόμεναι τῶν νομοσχεδίων, ἐλπίζομεν ὅτι καὶ τοὺς μὴ εἰδήμονας θέλουσι πείσει, ὅτι τὰ οἰκονομικὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀποτελέσματα εἶναι δευτερεύοντα ὅλως ἀπέναντι τῆς κυρίας ἀποστολῆς αὐτῶν, τῆς σκοπούσης τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Τοιοῦτον περίπου, Κύριοι, εἶναι εἰς γενικὰς πάντοτε γραμμὰς τὸ ὅλον νομοθετικὸν καὶ διοικητικὸν σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶναι εἰς ἡμᾶς ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ῥιζικὴν δικαστικὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς χώρας. Καὶ τοιαῦτα εἶναι τὰ κυριώτερα τῶν νομοθετημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἄμεσος ἐνδείκνυται καὶ ἀμέσως θέλει προκληθῆ παρ’ ἡμῶν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἡ παρέμβασις. Εἶναι ἴσως ἀνάγκη νὰ μὴ παραλίπω νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ νομοθετήματα ταῦτα, τινὰ τῶν ὁποίων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι πρόχειρα κατασκευάσματα τῶν ὑπουργικῶν ἀντιθαλάμων· εἶναι προϊόντα ἐργασίας τοῦ σπουδαστηρίου· ἔργα μακρᾶς θεωρητικῆς καὶ πρακτικῆς μελέτης τῶν ἀναγκῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων περιβάλλεται παρ’ ἡμῖν ἡ δικαστικὴ τοῦ Κράτους ἐξουσία· προϊόντα πείρας κτηθείσης ἐν παραλλήλῳ καὶ ἰσοδυνάμῳ λειτουργίᾳ θεωρίας καὶ ἐφαρμογῆς. Ἴσως εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω ἀκόμη, ὅτι ἐν τῇ καταρτίσει τῶν νομοσχεδίων τούτων ἀνεζητήσαμεν κατὰ τὸ ἐφικτὸν καὶ ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν μέχρι τοῦδε προγεγενημένην νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν, δι’ ἧς ἐναργέστερον ἐξεδηλώθη ἡ νομοθετικὴ τοῦ ἔθνους συνείδησις. Εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω πρὸς τούτοις, ὅτι ἐφροντίσαμεν νὰ ἐπωφεληθῶμεν, καὶ ἐπωφελήθημεν ἐκ τῶν δεδηλωμένων γνωμῶν καὶ ἐκ τῆς πείρας καὶ ἐκ τῆς μελέτης τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας. Εἶναι ἀνάγκη πρὸς τούτοις νὰ καταστήσω γνωστόν, ὅτι ἐπεμελήθημεν νὰ ζητήσωμεν τὴν συνδρομὴν τῶν ἀπὸ θεωρίας καὶ πράξεως ἁρμοδίων παρ’ ἡμῖν ἀνδρῶν, καὶ νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἔρευναν αὐτῶν τὰς γνώμας καὶ τὰς μελέτας καὶ τὰς ἐργασίας ἡμῶν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, κατηρτίσθησαν καὶ καταρτίζονται ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων νύξιν ἔδωκα, καὶ τὰ ὁποῖα προσεχῶς θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα θὰ ὑποστῶσι τὴν τελευταίαν αὐτῶν βάσανον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ὑπόσχομαι ὅτι θέλω παρακολουθήσει μετ’ ἐνδελεχοῦς ἐπιμελείας καὶ προσοχῆς τὰς συζητήσεις, θέλω δὲ προππαθήσει νὰ ἐπωφεληθῶ ἐκ τῶν παρατηρήσεων καὶ ἐκ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι θέλουσι τυχὸν ὑποβληθῆ, ἀγόμενος ἐκ τῆς ἐπιθυμίας ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν καταστῶσι τελειότερα τὰ προτεινόμενα μέτρα. Τοιουτοτρόπως φρονῶ ὅτι ἡ δικαστικὴ ἀναβίωσις τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν προβάλλει καὶ τὴν ὁποίαν θέλει ὑποδείξει ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἀποβῇ μὲν εἰσήγησις καὶ πρωτοβουλία ταύτης, ἔργον δὲ τοῦ ἐπιστήμονος κόσμου, καὶ κοινὸν τῆς ὅλης ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀγώνισμα. Ἴσως δὲν εἶναι ἐντελῶς ἄσκοπον, πρὶν ἢ καταλίπω τὸ βῆμα τοῦτο, νὰ ἐξάρω τὴν ἰδιαιτέραν ὅλως σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει, κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν, παρ’ ἡμῖν κυρίως διὰ τὴν καθόλου ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, τῆς δικαιοσύνης ἡ ἀνόρθωσις. Δὲν θὰ ἔλεγόν τι καινόν, ἐὰν ὑπεδείκνυον ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ δημόσια ἡμῶν πράγματα, καὶ ἤδη καὶ ἐπὶ πολὺν ἀκόμη χρόνον, τὸ κέντρον πάσης κυβερνητικῆς μερίμνης θὰ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις τῆς χώρας. Οὔτε σπουδαῖαι μεταρρυθμίσεις εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσιν, οὔτε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἔθνους εἶναι δυνατὰ ἄνευ ἀνορθώσεως τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἴσως δὲν κατενοήθη παρ’ ἡμῖν ἐπαρκῶς, ὅτι πανταχοῦ μέν, κατ’ ἐξοχὴν ὅμως παρ’ ἡμῖν, βάσις καὶ θεμέλιον τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως εἶναι ἡ δικαστικὴ ἀνόρθωσις· καὶ ὅτι ἄνευ δικαστικῆς ἀνορθώσεως χίμαιρα πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐπιδιωκομένη οἰκονομικὴ ἀνόρθωσις. Ὅσοι ἐμελέτησαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ἐπήρειαν, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ τῶν συναλλαγῶν, τὰ καίρια πλήγματα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται αἱ συναλλαγαὶ ἐκ τῆς βραδείας καὶ ἐνίοτε ἀτελοῦς ἀπονομῆς τῆς ἀστικῆς δικαιοσύνης· ὅσοι ἠρεύνησαν τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἡ τοιαύτη τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης ἀπονομὴ ἤσκησεν ἐπὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας· ὅσοι ἐσπούδασαν τοὺς ὅρους, τὰς προϋποθέσεις, τὰς αἰτίας καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῆς μεταναστεύσεως· ὅσοι συνέκριναν τοὺς Προϋπολογισμοὺς καὶ τοὺς Ἀπολογισμοὺς τοῦ Κράτους, καὶ διεῖδον τὰ ἀγεφύρωτα χάσματα, τὰ ὁποῖα διαχωρίζουσι πολλάκις τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα ἀπὸ τὰ βεβαιωθέντα, καὶ ταῦτα ἀπὸ τὰ εἰσπραχθέντα, οὗτοι δὲν ἀμφιβάλλουσιν, ὅτι ἡ βελτίωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἔχει τὸν πρῶτον καὶ δυσκαταγώνιστον αὐτῆς ἀντίπαλον εἰς τὴν ἀσθένειαν τῆς καθόλου ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν διόρθωσις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἀληθὴς διόρθωσις, ῥιζικὴ διόρθωσις ἀδύνατος ἀποβαίνει ἄνευ τῆς δικαστικῆς ἀνορθώσεως. Οὐδεὶς, Κύριοι, ἀρνεῖται τὰς ῥιζικὰς ἀτελείας τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν συστήματος. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἀγνοοῦνται αἱ πλημμέλειαι τοῦ καθόλου ἡμῶν δημοσιονομικοῦ συστήματος. Ἀλλὰ πρέπει καλῶς νὰ κατανοηθῇ, ὅτι οἱαδήποτε φορολογικὰ μέτρα καὶ τὸ τελειότερον φορολογικὸν σύστημα εἶναι προωρισμένα οἰκτρῶς νὰ ἀποτύχωσιν ὑπὸ τὴν παροῦσαν δικαστικὴν κατάστασιν. Δύνανται ὡρισμένα φορολογικὰ μέτρα νὰ ἐπιφέρωσι συμπτωματικὴν θεραπείαν. Ἀλλὰ φυσιολογικὴν θεραπείαν, ἐσωτερικὴν καὶ ἀληθῆ ἐξυγίασιν τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχωμεν ἄνευ τῆς δικαστικῆς ἀνορθώσεως. Ὑπὸ τοιαύτην ἀντίληψιν καὶ τοιαύτην σειρὰν ἰδεῶν καὶ σκέψεων νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο τολμηρὸν ὁ εἰσηγούμενος νομοσχέδια δικαστικὰ νὰ χαρακτηρίσῃ ταῦτα συγχρόνως καὶ ὡς μέτρα οἰκονομικά. Τοιαύτη, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, εἶναι ἡ ἀνάγκη, οὐχὶ μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης καθ’ ἑαυτήν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τῆς οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως, τῆς δικαστικῆς ἀνορθώσεως. Καὶ εἰς ἔργον τοιαύτης ἀποστολῆς καὶ τοιαύτης σπουδαιότητος καλεῖται νὰ συγκεντρώσῃ πᾶσαν αὑτοῦ τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν, ὅλας αὑτοῦ τὰς δυνάμεις καὶ ἀμέριστον τὴν συνδρομήν του τοῦτο τὸ μέγιστον συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ καταργήσεως τῶν θέσεων τῶν ἑρμηνέων παρὰ τοῖς πρωτοδικείοις Λαρίσης καὶ Τρικκάλων· 2) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ͵ΓΥΟϚʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3476) νόμου τοῦ ἔτους 1909 περὶ συμπληρώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· 3) Περὶ τῆς ἐπιδόσεως τῶν ποινικῶν δικογράφων καὶ τῶν κατὰ τὰς ποινικὰς δίκας ἐρημοδικιῶν· 4) Περὶ τῶν ἐπιτετραμμένων τὴν ἐπίδοσιν τῶν ποινικῶν δικογράφων προσώπων· 5) Περὶ καταψηφίσεως εἰς τοὺς ἐγκαλοῦντας ἢ μηνυτὰς τῶν δικαστικῶν ἐξόδων· 6) Περὶ διαθηκῶν καὶ 7) Περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 201, 807 καὶ 808 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Ὁ κ. Καλαντζόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§37ΙΩ. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναβάλω τὴν ἐπερώτησίν μου διὰ προσεχῆ συνεδρίασιν καὶ μὲ ἀναγράψητε μετὰ τὸν κ. Βουλευτὴν Ἄρτης.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§39Λ. ΜΠΕΛΛΟΣ. Δὲν διακόπτομεν, κύριε Πρόεδρε, πέντε λεπτά;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή;
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. (Μετὰ τὴν διακοπήν).
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Παπαναστασίου ἔχει τὸν λόγον.
§44ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Πάντες ἡμεῖς οἱ ὑπογράψαντες τὴν ἐπερώτησιν, κύριοι συνάδελφοι, εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τὰς ἀγαθὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰσαγωγὴν νομοθετικῶν μέτρων ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν. Ἐν τούτοις ἐθεωρήσαμεν καθῆκον ἡμῶν νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας καὶ νὰ προκαλέσωμεν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡρισμένων δημοσίων ὀργάνων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπεργίας τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων, διότι εἴχομεν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἐνέργειαι δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ἡμεῖς πρῶτοι σοβαράς, καὶ διότι ἐλπίζομεν ὅτι ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐνισχυθῇ εἰς πραγματοποίησιν τῶν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν διαθέσεών της, καὶ τὰ κατώτερα δημόσια ὄργανα θὰ διδαχθῶσιν, ὅτι πρέπει εἰς τὸ μέλλον νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν καθηκόντων των, ὄχι κατὰ τρόπον μεροληπτικόν, ὅπως ἐγίνετο εἰς τὸ παρελθόν, ἀλλ’ ὑπὸ πνεῦμα κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἡ ὁποία διαπνέει ὅλους τοὺς πεπολιτισμένους λαούς. Ἔρχομαι εἰς τὰ πράγματα. Ἐπῆλθε ῥῆξις μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων καὶ τῶν ὑπαλλήλων της ἕνεκα τῆς ἀπολύσεως τεσσάρων ἐπιθεωρητῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτύγχανον νὰ εἶναι καὶ σύμβουλοι τοῦ Συνδέσμου τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων, διότι οἱ τροχιοδρομικοὶ ὑπάλληλοι τὴν ἀθρόαν αὐτὴν ἀπόλυσιν τῶν συμβούλων τοῦ Συνδέσμου των ἐθεώρησαν ὡς πρῶτον βῆμα τῆς Ἑταιρείας πρὸς διάλυσιν αὐτοῦ. Καὶ πρὸ τῆς ἀπεργίας καὶ ἀμέσως μετὰ τὴν ἀπεργίαν οἱ τροχιοδρομικοὶ ὑπάλληλοι προσέφυγον εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν παρεκάλεσαν νὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς Ἑταιρείας, ὅπως ἐπέλθῃ συμβιβασμός, καὶ ἀρθῇ ἡ ῥῆξις, ἡ ὁποία προσέβαλλε πλεῖστα κοινωνικὰ συμφέροντα. Ἠξίωσαν οἱ τροχιοδρομικοὶ ὑπάλληλοι, ὅπως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπετάθησαν, προκαλέσῃ τὴν Ἑταιρείαν τῶν τροχιοδρόμων νὰ διορίσῃ ὡρισμένους ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι μετὰ ἀντιπροσώπων ἐπίσης τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων, ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν εἰς θέσιν καὶ ν’ ἀντιληφθῶσι τὰ πράγματα καὶ νὰ τὰ κρίνωσιν ἀμερολήπτως, ἐν συνεργασίᾳ καὶ μετὰ ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξετάσωσι τὸ ἀντικείμενον τῆς διαφορᾶς, ἵνα συμφώνως πρὸς τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως αὐτῆς κανονίσῃ ἡ Κυβέρνησις τὸν τρόπον τῆς ἐνεργείας της, κανονίσῃ τουτέστι ποῖον ἐκ τῶν διαμαχομένων μερῶν πρέπει νὰ ἐπηρεάσῃ διὰ τοῦ κύρους της, ὅπως ὑποχωρήσῃ. Βεβαίως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δὲν εἶχε καμμίαν ἐξ οὐδενὸς ῥητοῦ νόμου ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐνεργήσῃ τοιαύτην τινὰ μεσολάβησιν. Ἀλλ’ εἶχε πάντως τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ἠθικήν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς διασαλευομένης τάξεως καὶ περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς συγκοινωνίας. Καὶ εὐλόγως ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν τοιαύτην μεσολάβησιν, τοσούτῳ μᾶλλον προθυμότερον, ὅσῳ διότι ὁ ἴδιος πρὸ ἡμερῶν εἶχε λάβει καὶ εἶχεν ἀνακοινώσει τὴν ἀπόφασιν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν κατάρτισιν διαιτητικοῦ Δικαστηρίου, προαιρετικοῦ, ὅπως προλαμβάνωνται αἱ ἔριδες μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν, καὶ ἐπιτυγχάνηται ἐν περιπτώσει ῥήξεως ὁ ταχύτερος συμβιβασμός. Δυστυχῶς ἡ Ἑταιρεία τῶν τροχιοδρόμων δὲν ἐδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ δὲν τὴν ἐδέχθη, διότι ἀντέτασσεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητήσῃ μετὰ τῶν ὑπαλλήλων της ζητήματα ἐσωτερικῆς τάξεως. Ἡ τοιαύτη ὅμως γνώμη τῆς Ἑταιρείας δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν περὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν, διότι σήμερον μετὰ ἐπισταμένην ἔρευναν τῶν οἰκονομικῶν φαινομένων, μετὰ ἐξακρίβωσιν τῆς συμβολῆς, τὴν ὁποίαν παρέχει διὰ τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ κεφάλαιον καὶ ἡ ἐργασία, μετὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ τρόπου τῆς γενέσεως τοῦ κεφαλαίου, ὡς καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐλευθερίας τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ κανονισμοῦ τῆς συμβάσεως τῆς ἐργασίας, ἰδίως δὲ μετὰ τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν μόρφωσιν τῶν ἐργατικῶν τάξεων, εἶναι πλέον πρακτικῶς ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ὁ κεφαλαιοῦχος δὲν εἶναι καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀπόλυτος κύριος ἐντὸς τοῦ ἐργοστασίου του. Διάφορα μέτρα ἐθεσμοθετήθησαν καὶ διάφοροι ὀργανισμοὶ ἀνεπτύχθησαν, οἱ ὁποῖοι μετέβαλον τὴν ἀπολυταρχικὴν διοίκησιν τῶν ἐργοστασίων εἰς συνταγματικήν· ἡ τοιαύτη δὲ ἀντίληψις δὲν ἦτο ξένη πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν τροχιοδρόμων, ἡ ὁποία πρὸ ὀλίγου καιροῦ καὶ κατόπιν ἀξιώσεως τῶν ὑπαλλήλων της εἶχεν ἀναγκασθῆ νὰ δημοσιεύσῃ ἐγκύκλιον, καθ’ ἣν οὐδεὶς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων της ἀπολύεται παρὰ μετὰ παράπτωμα καὶ μετὰ προηγουμένην ἀνάκρισιν. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη ἀποτελεῖ οἱονεὶ σύμβασιν τῆς Ἑταιρείας μετὰ τῶν ὑπαλλήλων της· δὲν ἦτο ἐντεῦθεν δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ διαφωνία μεταξὺ αὐτῆς καὶ ὑπαλλήλων της εἰς τὸ ζήτημα τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων ἦτο ζήτημα ὀλιγώτερον σπουδαῖον ἀπὸ τὸ ζήτημα τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας ἢ τῆς μισθοδοσίας ἢ τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας ἐντὸς τοῦ ἐργοστασίου, διὰ τὰ ὁποῖα ζητήματα ἀνεγνώριζεν, ὅτι ὤφειλεν ἐν περιπτώσει ῥήξεως νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῶν ὑπαλλήλων της. Περιπλέον ἡ Ἑταιρεία διισχυρίσθη ὅτι δι’ ὡρισμένα παραπτώματα, παραδείγματος χάριν διὰ χαρτοπαιξίαν κατὰ τὴν παραμονὴν τῆς πρώτης τοῦ ἔτους, προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ ὄχι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς διαλύσεως τοῦ σωματείου των. Δυστυχῶς εἰς τὴν τοιαύτην κἄπως ἄδικον καὶ κἄπως, ἂς τὸ εἴπω, αὐθάδη πρόφασιν τῆς Ἑταιρείας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνόμισε πρέπον νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἐδέχθη ὡς μὴ ἀληθεῖς, ὡς μὴ βασίμους τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν ἐργατῶν καὶ ἐξ ἀντιθέτου ὡς ἀληθεῖς, ὡς ἀποδεδειγμένους τοὺς τῆς Ἑταιρείας, αὐτὴ δὲ ἡ ὑποχώρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ὑπῆρξε μία τῶν αἰτιῶν τῶν ἐπακολουθησασῶν κατόπιν σκηνῶν καὶ ἐπεισοδίων. Ἀλλ’ ἀφήνω τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐδέχθη νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων μετὰ τὴν λύσιν τῆς ἀπεργίας, ἂν δὲ ἤθελε πεισθῆ, ὅτι ἀδίκως ἀπελύθησαν, ὑπεσχέθη νὰ ἐπιβάλῃ ὅλον τὸ κῦρος αὐτοῦ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ὅπως ἐπαναφέρῃ αὐτοὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δυστυχῶς μετὰ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι αἱ ἀξιώσεις τῶν ἀπεργῶν ἦσαν ἄδικοι καὶ ἀβάσιμοι, οἱ ἀπεργοὶ ἐδυσπίστουν καὶ δὲν ἤθελον νὰ συναινέσωσιν, ὅπως λύσωσι τὴν ἀπεργίαν, καθόσον δὲν ἠδύναντο νὰ πεισθῶσιν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἤθελεν ἐνεργηθῆ ἀμερολήπτως. Ἐν τούτοις μετὰ πολλοὺς ἀγῶνας καὶ ἐγὼ καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μου κατωρθώσαμεν νὰ πείσωμεν τοὺς ἀπεργούς, ἢ μᾶλλον τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀπεργῶν, καὶ τὸ συμβούλιον τοῦ κέντρου τοῦ ἐργατικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐβοήθει τὴν ἀπεργίαν, κατωρθώσαμεν, λέγω, νὰ πείσωμεν αὐτοὺς νὰ λύσωσι τὴν ἀπεργίαν. Μετὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τὸ συμβούλιον τῶν ἀπεργῶν καὶ τὸ συμβούλιον τοῦ ἐργατικοῦ κέντρου, μετέβησαν καὶ ἀνεκοίνωσαν τὴν ἀπόφασίν των πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ἀλλὰ κατὰ παράδοξον σύμπτωσιν, ἐνῷ τὸ συμβούλιον τοῦ ἐργατικοῦ κέντρου μετέβαινεν εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ κέντρου, ὅπου ἔξωθι ἦσαν συνηγμένοι οἱ ἀπεργοί, ὅπως ἐνεργήσωσι τὴν παῦσιν τῆς ἀπεργίας, τὰ εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο εὑρισκόμενα ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐνήργησαν ἀθρόαν σύλληψιν διαφόρων ἐκ τῶν ἀπεργῶν κατὰ τὴν δεκάτην ἑσπερινὴν ὥραν. Καθ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, ἐπεμβᾶσα κατὰ τὴν προκεχωρημένην ἐκείνην ὥραν ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχή, ὡς ἐπενέβη, εἰς τὸν τόπον, ὅπου πλεῖστοι ἀπεργοὶ ἦσαν συνηγμένοι καὶ ὅπου πλεῖστα κακοποιὰ στοιχεῖα εἶχον ἀναμιχθῆ μετ’ αὐτῶν, προυκάλεσεν ἀναγκαίως ἀντίδρασιν ἐκ μέρους τοῦ συνηγμένου πλήθους, προυκάλεσε ταραχὴν γενικήν. Μετὰ τὰς ἀθρόας συλλήψεις πλεῖσται ἐπελάσεις ἐγένοντο καὶ κατ’ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μετέβη, ἵνα λύσῃ τὴν ἀπεργίαν, ἐν γένει δ’ ἐπηκολούθησε διασκορπισμὸς τῶν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο συνηγμένων. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα μετέβησαν πάλιν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Συνδέσμου τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ συνέλαβον πάντας τοὺς ἐκεῖ συνεδριάζοντας ἐκ τῶν ἀπεργῶν, ἀλλὰ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τοῦτο μόνον, προέβησαν εἰς τὴν σύλληψιν τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐκείνων ἐκ τῶν ἀπεργῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν συνήνουν νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των. Ἀναγινώσκω αὐτολεξεὶ τί περὶ τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων λέγει ἐφημερίς, φιλικώτατα διακειμένη καὶ πρὸς τὴν Ἑταιρείαν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀντλεῖ τὰς πληροφορίας της ἐκ πηγῆς ἐπισήμου, λέγω ἐπισήμου, διότι καὶ ἄλλην εἴδησιν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει κατωτέρω, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀντλήσῃ ἐκ πηγῆς ἐπισήμου, ἀδιάφορον ἂν ἡ εἴδησις ἀναγράφεται ὀλίγον παραμεμορφωμένη. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ χθεσινὴ «Ἑστία» (ἀναγινώσκει): «Ἐν τῷ μεταξὺ ἐγκρίσει καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐγίνοντο δεκτοὶ εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Ἑταιρείας οἱ προσερχόμενοι ἐκ τῶν ἀπεργῶν πρὸς ἀνάληψιν ὑπηρεσίας, ἀπ’ ἐναντίας δὲ συνελαμβάνοντο οἱ προσερχόμενοι εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Συνδέσμου τῶν τροχιοδρομικῶν ἢ εἰς τὰ προαύλια τῶν ἀποθηκῶν ἢ ἄλλων γραφείων, καθὼς οἱ πλανώμενοι εἰς τοὺς δρόμους ὑπάλληλοι οἱ ἐμμένοντες εἰς ἀπεργίαν. Συνελήφθησαν ἐπίσης πάντες οἱ διανυκτερεύσαντες εἰς τὸ στραταρχεῖον τῶν τροχιοδρομικοὶ ἀνερχόμενοι εἰς 42, μετὰ πολιορκίαν. Ὁ ἀριθμὸς δ’ ἐν ὅλῳ τῶν μέχρι μεσημβρίας συλληφθέντων ἀνῆλθεν εἰς 110, οἵτινες καὶ κρατοῦνται εἰς τὰ ἀστυνομικὰ τμήματα». Παρομοίας δὲ πληροφορίας ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἀπὸ διαφόρους τροχιοδρομικοὺς ὑπαλλήλους. Μετὰ τὴν σύλληψίν των ὡδηγήθησαν οἱ ἀπεργοὶ εἰς ἓν στενὸν διαμέρισμα τοῦ Γʹ ἀστυνομικοῦ τμήματος, ὅπου διενυκτέρευσαν ἐντελῶς ὄρθιοι. Ἐπηκολούθησεν ἀνάκρισις, ἡ ὁποία ἐξακολουθεῖ ἀκόμη, διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῶν παραπτωμάτων τῶν συλληφθέντων. Βεβαίως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ παρεμποδίσῃ οἱανδήποτε παρέκβασιν ἐκ μέρους τῶν ἀπεργῶν, ἢ νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς ἀπεργούς, ἀποπειρωμένους νὰ ἐμποδίσωσιν ἄλλους ἐργάτας, θέλοντας νὰ ἐργασθῶσιν. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Ἀρχῆς πρέπει κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν νὰ γίνηται κατὰ τρόπον σκόπιμον καὶ εὔστοχον οὕτως, ὥστε νὰ μὴ γίνωνται ὑπὸ τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς μεγαλείτερα παραπτώματα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ διέπραττον πιθανὸν οἱ ἀπεργοί, ἂν ἀφήνοντο ἐλεύθεροι. Δὲν γνωρίζω, ἂν νυκτεριναὶ ἐπελάσεις κατὰ ἡσύχως διαμενόντων ἀπεργῶν συντελοῦσιν εἰς τὴν πολεμικὴν μόρφωσιν τοῦ στρατεύματος. Ἀλλ’ εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος, ὅτι δὲν συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς κοινωνικῆς εἰρήνης, εἰς τὴν πολιτικὴν μόρφωσιν τῶν πολιτῶν, εἰς τὴν προστασίαν στοιχειωδῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν. Ἀναφέρω τὸ γεγονός, ὅτι ἐκ τῶν ἑκατὸν καὶ δέκα ἀπεργῶν οὐδεὶς ἔφερεν ὄργανόν τι φονικόν. Δὲν φαντάζομαι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ σκοποῦ, διὰ νὰ διδάξῃ τοὺς ἐργάτας νὰ πειθαρχῶσι, διέταξε τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνηργήθησαν ὑπὸ τῶν κατωτέρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Διότι εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀντίληψιν, ὅτι τοιαύτη παράνομος καὶ σκληρὰ ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων τῶν κατωτέρων ἀστυνομικῶν ὀργάνων ὄχι μόνον δὲν χρησιμεύει εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς πειθαρχίας τῶν ἐργατῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον δημιουργεῖ χάσμα μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν. Ἀναφέρω τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ διαμαρτύρομαι καὶ διὰ τὴν μὴ δικαίαν ἐκτίμησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τῶν ἰσχυρισμῶν καὶ τῶν παραπόνων τῶν ἐργατῶν ἀπέναντι τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν ἐργοδοτῶν. Διαμαρτύρομαι διὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἐπέλασιν καὶ διὰ τὰς ἀθρόας συλλήψεις τῶν ἀπεργῶν καὶ ἐκφράζω τὴν εὐχήν, ὅπως μὴ ἴδῃ ὁ τόπος ἡμῶν εἰς τὸ μέλλον παρομοίας πράξεις.
§45Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δέκα Βουλευταὶ ζητοῦσι τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέκα Βουλευταὶ ζητοῦσι τὴν ἐπέκτασιν τῆς συζητήσεως. Δυνάμει τοῦ Κανονισμοῦ ἡ συζήτησις γενικεύεται. Τὸν λόγον ἔχουσιν οἱ κ. κ. Δ. Γκλαβᾶς, Ε. Κουλουμβάκης, Π. Πετροπουλάκης. Δ. Κλάδης, Λ. Σλῆμαν, Π. Λαγοπάτης, Α. Θεοδωρίδης, Κ. Δεμερτζῆς, Π. Καραπᾶνος καὶ Θ. Παπαϊωάννου. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ἐμ. Ῥέπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§47ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀνέμενον, Κύριοι, μᾶλλον ἔλεγχον διὰ τοὺς λόγους δι’ οὓς ἐβράδυνεν ἡ ἐπανάληψις τῆς τροχιοδρομικῆς συγκοινωνίας, μὴ θεωρῶν πιθανὸν ἔλεγχον διὰ τοὺς λόγους δι’ οὓς καὶ διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐπεβλήθη ὁ νόμος καὶ ἀπεκατεστάθη ἡ συγκοινωνία. Μολονότι δὲ δὲν ἀπηυθύνθη ἐπερώτησις πῶς ἡ Κυβέρνησις ἠνέχθη ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας διακεκομμένην τὴν συγκοινωνίαν, θεωρῶ, ὅτι ὑπέχω ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ δηλώσω, ὅτι ἤδη ἀπὸ τῆς πρωίας τῆς Κυριακῆς ἦτο δυνατὴ ἡ ἐπανάληψις τῆς συγκοινωνίας ἐν μέρει μόνον, δὲν ἐπανελήφθη δὲ τὴν Κυριακήν, διότι εἶχεν ἡ Ἑταιρεία ὀλίγον μόνον προσωπικὸν νὰ διαθέσῃ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, ἐλάβομεν δὲ ὑπ’ ὄψιν τὴν μεγάλην κίνησιν ἕνεκα τῆς ἑορτῆς καὶ ἐθεωρήσαμεν σκόπιμον νὰ προλάβωμεν πιθανὰ πράγματα, ἅτινα ἠδύναντο νὰ γενικευθῶσιν ὡς ἐκ τῆς συρροῆς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ἀνεπαρκοῦς προσωπικοῦ τῆς Ἑταιρείας πρὸς κίνησιν ἐπαρκῶν ἁμαξῶν. Θὰ ἐπανελαμβάνετο διὰ τοῦτο ἀπὸ τῆς πρωίας τῆς Δευτέρας, ἐὰν μὴ ἡ Κυβέρνησις ἔπραττεν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέγχει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὅτι ἀπέφυγε νὰ πράξῃ, τουτέστιν, ἐὰν μὴ ἡ Κυβέρνησις ἐκτιμῶσα δεόντως οὐχὶ τὰς ἀξιώσεις τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ τὴν ἀνάγκην ἀποκαταστάσεως συμβιβασμοῦ, ἀποκαταστάσεως ἁρμονίας τῶν σχέσεων αὐτῶν πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, ἐπεζήτει νὰ εὕρῃ διέξοδον διὰ τοιούτου συμβιβασμοῦ μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐργατῶν. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπεμβὰς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας δὲν ἐπενέβην βεβαίως διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ ἐργοστασιάρχης δὲν εἶναι κύριος ἐν τῷ καταστήματί του, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, διότι ἐφρόνουν πάντοτε καὶ φρονῶ, ὅτι ἕκαστος εἶναι κύριος ἐν τῷ οἴκῳ αὑτοῦ! (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Ἀλλά, ἐνῷ οὕτω φρονῶ καὶ οὕτω πιστεύω, δὲν ἠδυνάμην ὅμως νὰ παραγνωρίσω, οὔτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην προστασίας τῶν ἐργατῶν ἀπέναντι τοῦ ἐργοδότου ὑφ’ ἃς περιστάσεις καὶ ὅρους ἐπιτρέπεται καὶ ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἡ τοιαύτη προστασία. Τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπηρέασεν ἀκριβῶς ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς ἐντεταλμένης τὴν μελέτην νομοσχεδίων προστατευτικῶν τῶν ἐργατικῶν τάξεων· προστατευτικῶν μέσων, οὐχὶ ὅμως, ἐννοεῖται, κατὰ τὸ πνεῦμα καθ’ ὃ δὲν εἶναι κύριος ὁ ἐργοδότης ἐν τῷ οἴκῳ αὑτοῦ! Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ ἐκτεθῶσιν οἱ ὅροι, κατὰ τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Πολιτείαν τοιαύτη ἐπέμβασις καὶ μέριμνα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν. Ἐλπίζω, ὅτι θὰ ὑποβληθῶσιν ἐν καιρῷ ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῆς Γεωργίας τὰ νομοσχέδια τὰ προνοοῦντα περὶ τῶν ἐργατικῶν τάξεων. Ἀλλὰ καὶ πρὸ τῆς ἐκρήξεως τῆς τελευταίας ἀπεργίας, ἐν παραμοναῖς μάλιστα ἐκλογῶν, εἶχεν ἀπειληθῆ ἄλλη ἀπεργία. Ὀφείλω δὲ νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι κατὰ τὸ μικρὸν αὐτὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας μου ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιόν μου καὶ ἕτερον ζήτημα διαφορῶν μεταξὺ ἄλλων ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν. Ὀφείλω ὅμως ἐν ταὐτῷ νὰ δηλώσω, ὅτι ἐκεῖ ὅπου ἔληγε πᾶσα δύναμις τῆς Κυβερνήσεως, πᾶν δικαίωμα ἐπεμβάσεως καὶ ἐπιβολῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ Κυβέρνησις ἔπραττε πᾶν τὸ ἐπ’ αὐτῇ, ὅπως συμβιβάσῃ τὰ πράγματα καὶ ἱκανοποιήσῃ δικαίας, λέγω δὲ τοῦτο ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀξιώσεις τῶν ἐργατῶν. Οἱ ἐργάται ἐκεῖνοι ἠρκέσθησαν εἰς ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις χωρὶς νὰ διαταράξωσι τὴν τάξιν, χωρὶς νὰ ἀπειλήσωσι, χωρὶς νὰ ἐπιχειρήσωσι νὰ ἐπιβάλωσι βίᾳ τὰς ἀξιώσεις των ἐπὶ τῶν ἐργοστασιαρχῶν, καὶ χωρὶς νὰ ἐπιχειρήσωσι κἂν νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἀρνηθείσης νὰ ἐπιβάλῃ βίᾳ τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ἐπιβάλωσιν. Ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἐμπνεομένη ἀρχῶν ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα μάλιστα καὶ μεγαλείτερα δικαιώματα ἐπεμβάσεως προκειμένου περὶ τῶν σχέσεων τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων πρὸς τὴν διευθύνουσαν Ἑταιρείαν, ἔπραξε πᾶν ὅ,τι ὤφειλε καὶ εἶχε νὰ πράξῃ. Ὅτε τὸ πρῶτον μοὶ ἐπαρουσιάσθη ἡ τοιαύτη διαφορά, ἔφθασα μέχρι τοῦ σημείου νὰ παρεμβῶ, ἵνα ἐξετάσω τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ Ἑταιρεία ἔπαυσεν ἕνα ὑπάλληλον καὶ μετέθεσεν ἕτερον. Διότι προεβλήθη ὑπὸ τῶν ἐργατῶν ἡ ἀξίωσις, στηριζομένη ἐπί τινος κανονισμοῦ, ἐπέχοντος τόπον συμβολαίου μεταξὺ Ἑταιρείας καὶ προσωπικοῦ, συνταχθέντος κατὰ παρελθόντα χρόνον. Ἔφθασα δέ, μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους τῆς ἀπολύσεως καὶ μεταθέσεως, διότι, κατὰ τὸν κανονισμὸν ἐκεῖνον, ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐδικαιοῦτο οὐδὲ νὰ μεταθέτῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὑτῆς. Ἡ τοῦ ἀμεταθέτου ἦτο ἀξίωσις προβληθεῖσα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ὅμως φαίνεται ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Ἑταιρεία εὗρε σκόπιμον καὶ ἐξυπηρετοῦσαν τὰ συμφέροντά της, διότι εἶχε λόγον τινὰ νὰ θέλῃ νὰ δεσμευθῇ πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν ὑπαλλήλων, οὕτως ὥστε νὰ ἀντιτάττῃ αὐτὴ τὸ ἀμετάθετον. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐξερράγη ἡ τελευταία ἀπεργία, ἔσπευσα νὰ καλέσω τὴν Ἑταιρείαν καὶ ἐκθέσω εἰς αὐτὴν τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας προέβαλον εἰς ἐμὲ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἀπεργῶν, τὴν ἀξίωσιν τουτέστιν, ὅπως δεχθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ διορίσῃ δύο αὑτῆς ἀντιπροσώπους, οἵτινες ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ σωματείου τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων νὰ ἐξετάσωσι, λαμβάνοντος μέρος καὶ ἀντιπροσώπου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις θὰ ἦτο ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ὑπάλληλος τοῦ ἐλέγχου, ὡς ὁ μᾶλλον ἁρμόδιος, νὰ ἐξετάσωσιν ἂν δικαίως ἢ μὴ ἀπέλυσε καὶ μετέθεσε τοὺς περὶ ὧν ὁ θόρυβος ὑπαλλήλους ἡ Ἑταιρεία. Ἡ Ἑταιρεία ὅμως μετὰ μακρὰν συζήτησιν μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ὑποτάξῃ καὶ τὰ δικαιώματα τῆς πειθαρχικῆς αὐτῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων της εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας νὰ μετέχωσι καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι, ὅτι αὐτὴ ὑπὸ τοιούτους ὅρους οὐδένα εἶχε λόγον ὑπάρξεως πλέον, ὅτι δὲν θὰ ἠδύνατο πλέον νὰ διευθύνῃ, καὶ θὰ ἐπροτίμα νὰ κλείσῃ τὰ ὀχήματα εἰς τὰς ἀποθήκας της καὶ νὰ διακόψῃ πᾶσαν ἐργασίαν. Δὲν διστάζω νὰ δηλώσω καὶ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ὅτι καὶ ἐγώ, προκειμένου περὶ ζητήματος καθαρῶς πειθαρχικοῦ, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἄλλου, δὲν πρόκειται περὶ ἀξιώσεων κανονισμοῦ ὡρῶν ἐργασίας ἢ ἀμοιβῆς, δὲν διστάζω νὰ εἴπω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, ὅτι καὶ ἐγὼ θὰ εὕρισκον ἐπικίνδυνον τὴν τοιαύτην ὑποταγὴν τῆς Ἑταιρείας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπιμείνω. Ἀλλ’ οὔτε ἠδυνάμην κἂν νὰ ἐπιβάλω τοιαύτην ἀξίωσιν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Ἑταιρεία ῥητῶς μοὶ ἐπανέλαβε τὴν δήλωσιν ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐννοῇ νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην ἀξίωσιν ὑποχωρήσεως, αὕτη δηλοῖ, ὅτι θὰ διακόψῃ πᾶσαν ἐργασίαν, διότι ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν δύναται νὰ διευθύνῃ, ὡς δὲ μοὶ ἔλεγε, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην ἁρμόδιος νὰ κρίνω, αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ διεύθυνσις, ἡ μὴ μέχρι τοῦδε αὐστηρὰ καὶ πειθαρχική, αὐτὴ ἔφερε τὴν Ἑταιρείαν εἰς τὸ κακὸν οἰκονομικὸν σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκεται...
§48Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπρόκειτο περὶ διαιτητικῆς ἐπιτροπῆς....
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν δέχεται διακοπάς.
§50ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν πρόκειται περὶ διακοπῆς, διὰ νὰ παράσχω πληροφορίαν, βεβαίως· ἐὰν πρόκειται ὅμως περὶ διακοπῆς, ἥτις ἐπέχει τόσον ἀντιρρήσεως, ὄχι.
§51Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ διαιτητικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ἐχρησίμευεν ὡς διαιτητικὸν Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἤλεγχε τὸ πειθαρχικὸν μέτρον τῆς διευθύνσεως, ἢ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν γεγονότων, διὰ νὰ πορισθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις πληροφορίαν ἀκριβῆ κατὰ πόσον ὑπεῖχεν ἢ δὲν ὑπεῖχεν ἡ Ἑταιρεία εὐθύνην διὰ τὴν διακοπὴν τῆς συγκοινωνίας, διὰ νὰ προβῇ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀπὸ τῆς συμβάσεως.
§52ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ φαίνεται ὅτι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σημείου μέχρι τοῦ ἄλλου δὲν ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις. Ὑμεῖς διὰ τῆς ἐρωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνετε, θέλετε νὰ ἐλέγξητε τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσῃ εἰς ὃ σημεῖον ἔφθασεν, ἂν μὴ ἐπείθετο ὅτι ὤφειλε νὰ δώσῃ τὴν συνδρομὴν αὑτοῦ εἰς τὴν Ἑταιρείαν, καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ ἐξασκήσῃ ὅλον τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Ἑταιρείας ἐπιβολήν, ὅπως ἐπιβάλῃ τὴν ὑποχώρησιν αὐτῆς εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἀπεργῶν, ἄλλως νὰ κλείσῃ τὰ ὀχήματά της εἰς τὰς ἀποθήκας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐξήσκησα πᾶσαν εὔλογον ἐπιβολὴν ἐπὶ τῆς Ἑταιρείας, ὅπως ἐπιτύχω πᾶσαν εὔλογον αὐτῆς ὑποχώρησιν. Εἶπον ὅμως ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος καθαρῶς πειθαρχικοῦ, καὶ οὐδὲν περισσότερον ἠδυνάμην νὰ πράξω, ἐφ’ ὅσον οἱ ὑπάλληλοι ἐνέμενον ἀνένδοτοι εἰς τὴν ἀξίωσίν των. Περὶ τοιούτων διαφορῶν προκειμένου μεταξὺ ἐργοδοτῶν ἢ ἐργατῶν ἔρριψα ἄλλοτε τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμος ἡ σύστασις μονίμου τινὸς συμβουλίου, τὸ ὁποῖον νὰ καλῆται ὁσάκις δίδεται ἀφορμή, μοὶ ἐδόθη δὲ ἀφορμὴ εἰς τοιαύτην πρότασιν ἐκ τῶν ἀναφυομένων ἑκάστοτε ζητημάτων, ἵνα λύῃ, κατὰ τὸ δυνατόν, τὰς διαφοράς. Ἀλλ’ οἱ ἔντιμοι συνάδελφοι θὰ γνωρίζωσιν ὅτι αἱ σχέσεις τῆς Ἑταιρείας καὶ ἐν γένει τῶν σιδηροδρομικῶν Ἑταιρειῶν πρὸς τὸ Κράτος εἶναι πολὺ διάφοροι τῶν σχέσεων τῶν καθαρῶς ἰδιωτικῶν Ἑταιρειῶν πρὸς τὸ Κράτος. Προκειμένου περὶ τῶν καθαρῶς ἰδιωτικῆς φύσεως ἐργασιῶν, εἶπον ὅτι ἁρμόδιοι θὰ ἦσαν αἱ συντεχνίαι νὰ δηλώσωσιν, ἂν ἤθελον νὰ μετάσχωσι τοιούτου συμβουλίου διαιτητικοῦ, καταρτιζομένου καθ’ ὃν τρόπον εἶχον ἐκθέσει καὶ ἀποφαινομένου ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε γεννωμένων διαφορῶν, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου συμβουλίου αἱ ἀποφάσεις βεβαίως δὲν θὰ ἦσαν ἀποφάσεις δυνάμεναι νὰ ἐπιβάλλωνται, συμβουλευτικὴν δὲ καὶ ἐνδεικτικὴν θὰ εἶχον μόνον δύναμιν, ὥστε νὰ διαφωτίζηται ὁ Ὑπουργὸς ἐκ τῶν ἀποφάσεών του περὶ τῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν σιδηροδρομικῶν Ἑταιρειῶν ἄλλη εἶναι καὶ τούτων ἡ θέσις ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ θέσις ἀπέναντι αὐτῶν, διότι ἄλλαι εἶναι καὶ αἱ πρὸς τὴν κοινωνίαν ὑποχρεώσεις των. Μεπερχόμενος δὲ τὸ ὑπουργικὸν δικαίωμα καὶ καθῆκον ἐζήτησα νὰ ἐξακριβώσω καὶ τοὺς λόγους, δι’ οὓς προέβη ἡ Ἑταιρεία εἰς τὴν ἀπόλυσιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τοὺς ὁποίους μοὶ ἀνέφερε δι’ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐδῶ καὶ ἐξ οὗ καταφαίνεται, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἀπολυθέντες εἶχον τιμωρηθῆ διὰ πολὺ περισσότερα πειθαρχικὰ παραπτώματα παρ’ ὅσα ἀνέφερεν εἰς ἐμὲ ἡ διεύθυνσις τῆς Ἑταιρείας ζητηθεῖσα νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ τοὺς λόγους τῆς ἀπολύσεως. Δύναται δὲ πᾶς τις νὰ ἴδῃ εἰς τὰ ἔγγραφα ταῦτα τοὺς λόγους τῆς ἀπολύσεως αὐτῶν. Μετὰ τὴν δήλωσιν τῆς Ἑταιρείας, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνακαλέσῃ τὰς ἀπολύσεις, δὲν ἀπέμενεν εἰς ἐμὲ ἢ μόνον ἡ ὑποχρέωσις νὰ καλέσω τὴν Ἑταιρείαν νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν συγκοινωνίαν, ἀφοῦ μοὶ εἶχε καὶ αὐτὴ ταυτοχρόνως δηλώσει ἢ μᾶλλον προδηλώσει, ὅτι ἠδύνατο, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠγγυᾶτο τὴν προστασίαν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐργασίας, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν συγκοινωνίαν. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως καὶ εἰς πρώτην καὶ εἰς δευτέραν καὶ εἰς τρίτην ἐπιτροπὴν ὑπαλλήλων δὲν ἔπαυσα ἀπευθύνων συστάσεις καὶ συμβουλὰς λογικῶν σκέψεων, καὶ χωρὶς κἂν νὰ εἴπω, ὅτι καταδικάζω τοὺς ἀπολυθέντας ὡς εὐλόγως ἀπολυθέντας, διότι δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω τοῦτο, καὶ χωρὶς νὰ δικαιολογήσω τὴν Ἑταιρείαν διὰ τὴν ἀπόλυσιν, ἀλλὰ λέγω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑταιρεία προβάλλει, ὅτι σᾶς ἀπέλυσε διὰ πειθαρχικὰς πράξεις, ἐπιβάλλεται εἰς σᾶς, ἐπιβάλλεται καὶ εἰς τοὺς ἄλλους ἀπεργοὺς νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ἐργασίαν των καὶ ἴδωμεν τί θὰ γίνῃ περαιτέρω, ἀφοῦ καὶ ἐγὼ ἐξετάσω τὰ πράγματα. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐδέχθην πρότασιν παρ’ ἐντίμων συναδέλφων, πολλῶν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πόσων καὶ ποίων, ἐδέχθην πρότασιν τὴν Δευτέραν παρεμβάσεως καὶ αὐτῶν πρὸς συμβιβασμόν· αὗται δὲ αἱ ἀλλεπάλληλοι προτάσεις καὶ συνεννοήσεις μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἀπεργῶν, αὗται παρεκώλυσαν τὴν ἐπανάληψιν τῆς συγκοινωνίας ἐντὸς τῆς Δευτέρας. Ἡ πρότασις τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἦτο, ὅπως ἡ Κυβέρνησις τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ἀπεκρούσθη ἡ πρώτη πρότασις περὶ συστάσεως διαιτητικῆς ἐπιτροπῆς, ἔδιδε τὴν ὑπόσχεσιν, ὅτι θὰ ἀνελάμβανεν αὐτὴ τὸν διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε πεισθῆ, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι ἀπελύθησαν οὐχὶ δι’ οὓς λόγους; προβάλλει ἡ Ἑταιρεία, ἀλλὰ διότι ἡ ἀπόλυσις ἐσκόπει νὰ πλήξῃ τὸν σύνδεσμον αὐτῶν, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξήσκει ὅλον τὸ κῦρος αὑτῆς, ὅπως ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν πρόσληψιν τῶν ἀπολυθέντων ὑπαλλήλων. Καὶ συνῄνεσα. Διὰ νὰ φθάσω μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, δηλοῦται ἀκριβῶς ἡ διάθεσις, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μηδενὸς τὸ δίκαιον παραβιασθῇ. Ἡ πρότασις αὕτη μετὰ τῆς δηλώσεώς μου ἀνεκοινώθη εἰς τοὺς ἀπεργούς, ὡς ἔμαθον κατόπιν, ὑπὸ ἐντίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀπεργοὶ ἀπέκρουσαν καὶ αὐτήν, καὶ οὕτω παρῆλθε καὶ ἡ Δευτέρα χωρὶς νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συγκοινωνία. Ἐπειδὴ δὲ ἐδυσπίστησαν, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας συνάδελφος, οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὴν τοιαύτην ὑπόσχεσιν, μὴ θέλοντες νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πράγματι θὰ ἐμερίμνα καὶ θὰ ἐξήσκει πᾶν τὸ κῦρος αὐτῆς ἐπὶ τῆς Ἑταιρείας, ἀλλὰ καὶ διότι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν, οἱ πρακτικώτερον σκεπτόμενοι, ἐξεδήλωσαν, ἢ τοὐλάχιστον ὑπεδήλωσαν, διαθέσεις ἐπαναλήψεως τῆς ἐργασίας, καθ’ ἃς εἶχον πληροφορίας, ὑπεβλήθη τὴν ἑσπέραν τῆς Δευτέρας ἑτέρα πρότασις, χάρις εἰς ἐπέμβασιν ἀξιοτίμων συναδέλφων, χάρις εἰς συμβιβαστικὰς διαθέσεις τοῦ κ. Πετμεζᾶ, ὑπεβλήθη πρότασις, ὅπως ἐμφανισθῶσι καὶ ἐνώπιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ἴδωσιν ἂν δύναται νὰ εὑρεθῇ καμμία συμβιβαστικὴ λύσις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπεβεβαίωσε καὶ ἐνίσχυσε διὰ τοῦ κύρους τῆς ὅλης Κυβερνήσεως καὶ τοῦ προσωπικοῦ αὑτοῦ κύρους τὴν δήλωσιν, εἰς ἣν εἶχον ἐγὼ προβῆ. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἀπεργοὶ συγκεντρούμενοι εἰς τὰς ἀποθήκας, συναθροίσαντες μάλιστα πρὸ αὐτῶν, ὡς βεβαιοῦσιν αἱ ἐπίσημοι ἐκθέσεις τῶν Ἀρχῶν, καὶ τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα των, φυσικὰ ἐνίσχυον τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἐπεχείρουν νὰ παρακωλύσωσι βίᾳ πᾶσαν ἀπόπειραν ἐπαναλήψεως τῆς συγκοινωνίας. Τί ἠθέλετε νὰ πράξῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις καὶ αἱ Ἀρχαί; Νὰ ἀφήσωμεν νὰ συγκεντρωθῶσιν ἐκεῖ ὅλα τὰ γυναικόπαιδα, χωρὶς νὰ λάβωμεν πρόνοιαν τοὐλάχιστον νὰ ἀξιώσωμεν παρ’ αὐτῶν νὰ μένωσι μακρὰν τῶν ἀποθηκῶν; Ἀλλ’ ἡ ἐξουσία δὲν ἐπελήφθη καὶ δὲν ἐζήτησε νὰ συλλάβῃ τοὺς ἀπεργούς, ὡς ἀπεργούς· ἡ ἐξουσία ἐφρούρει μόνον ὑπὲρ τῆς τάξεως, καὶ εἶχε καθῆκον νὰ ἀγρυπνῇ, ὅτε, καθ’ ἣν ὥραν διεξήγοντο αἱ συνεννοήσεις πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ συμβιβασμοῦ, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, κατὰ τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ὀργάνων τῆς Ἀρχῆς, τὸν καὶ ἀκριβῆ, προυκάλουν τοὺς ἄλλους εἰς τοιαύτην στάσιν, ἥτις ἐνέπνεεν εὐλόγους φόβους, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῶσιν εἰρηνικῶς εἴτε δι’ ὑποχωρήσεως εἴτε διὰ μὴ ὑποχωρήσεως, ἂν ἐπανελαμβάνετο ἡ συγκοινωνία· ὑπῆρχε δὲ μέγας ἀριθμὸς ὑπαλλήλων, οἵτινες εἶχον δηλώσει, ὅτι προσφέρονται νὰ ἐργασθῶσι. Πῶς δὲ ἐπηκολούθησαν αἱ συλλήψεις; ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον προχθὲς ἤμην εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, οὔτε ποίων τὴν σύλληψιν διέταξεν ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχή, οὔτε διὰ ποίους λόγους διέταξε τὴν σύλληψιν αὐτῶν. Ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρευρεθῇ ἐκεῖ, διότι ἐκινδύνευεν ἡ τάξις ἡ δημοσία· μὴ λησμονεῖτε δέ, Κύριοι, ὅτι μία ἐκ τῶν θλιβερωτέρων ἀναμνήσεων τῶν τελευταίων χρόνων, καὶ δὲν λέγω τοῦτο διὰ νὰ ἀποδώσω εὐθύνην εἰς τὰς Κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος, εἶναι ἡ ὀδυνηρὰ ἐξασθένησις, τὴν ὁποίαν ὑπέστη, οὐχὶ κἂν ἅπαξ μόνον, ὁ νόμος εἰς τὰς ἀγυιὰς τῶν Ἀθηνῶν! (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης). Οὐδεὶς βεβαίως ἐπιθυμεῖ, οὔτε εἶναι δυνατὸν Ὑπουργὸς νὰ ἐπιθυμῇ, οὔτε ὄργανον τῆς ἐξουσίας νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν διὰ τῆς βίας. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ διαχείρισις τοῦ νόμου, ὅσον καὶ ἂν αἰσθάνωνται θλῖψιν ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα δύναται νὰ ἔχῃ σύρραξις πολιτῶν πρὸς τὴν ἐξουσίαν, ὀφείλουσι νὰ ὑπολογίζωσι πρὸ παντός, μήπως ἀπέναντι ὁσωνδήποτε ἄλλων θυμάτων πέσῃ ἓν θῦμα, ὁ Νόμος! (Χειροκροτήματα). Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογηθῇ καί τι ἄλλο, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἀπέδειξαν διαγωγὴν ὄχι ἁπλῶς ἀξιέπαινον, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο ἀξιοθαύμαστον διὰ τὴν ὑπομονήν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ δείξωσι καὶ ἔδειξαν πράγματι ἀπέναντι διαφόρων προκλήσεων, δὲν θέλω νὰ εἴπω κακώσεων, ἀλλ’ οἱωνδήποτε ἐνεργειῶν καὶ πράξεων, ἴσως δὲ ὄχι ἀπεργῶν μόνον, ἀλλὰ καὶ ἄλλων εὑρόντων εὐκαιρίαν νὰ ἀναμιχθῶσι μετὰ τῶν ἀπεργῶν, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ποίων· διότι καὶ ὑβρίζοντο τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, ὡς δὲ ἐπληροφορήθην, καὶ ἐδάγκασαν τὴν χεῖρα ἑνὸς ἀξιωματικοῦ.
§53ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Εἶχε προηγηθῆ αὐτό.
§54ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς στάσεως τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν δευτέραν ἡμέραν. Τὰ ὄργανα εἶχον μίαν διαταγήν, νὰ ὑπερασπίσωσι τὴν περιουσίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσῃ ἡ Πολιτεία, ὡς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ προστατεύσῃ τὴν περιουσίαν παντὸς πολίτου εὑρισκομένου ἐν κινδύνῳ ἀπέναντι οἱωνδήποτε καὶ ὁσωνδήποτε. Διότι μοὶ παρεστάθη, ὅτι ἦτο πιθανὸν ἐν τῇ ὀργῇ καὶ τῇ ἐξάψει, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ γεννήσῃ καὶ εἰς τὰ μᾶλλον φιλήσυχα στοιχεῖα μία ἀπεργία ὑποδαυλιζομένη ὑπὸ ἐλαχίστων μέν, ἀλλ’ εὐκόλως ὑποδαυλιζομένη ὑπὸ τῶν ἐλαχίστων ἐκείνων, οἵτινες εἰς πᾶσαν τάξιν, μικρὰν ἢ μεγάλην, εὑρίσκονται πάντοτε καὶ ἐπιβάλλονται καὶ ὁδηγοῦσι καὶ παρασύρουσι τοὺς ἄλλους, διότι εἰς πᾶσαν τάξιν οἱ θερμοκιμότεροι καὶ θαρραλεώτεροι ἐπιβάλλονται καὶ ὑποκινοῦσι, μοὶ παρεστάθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὰς ἀποθήκας. Πρέπει βεβαίως νὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι οὐδεμίαν ζημίαν ἔπαθεν ἡ Ἑταιρεία, καὶ τοῦτο οἱ ἀπεργοὶ εἶχον δηλώσει, ὅτι οὐδὲν θὰ ἐπιχειρήσωσιν. Ἀλλ’ ἡ ἐξουσία εἶχε καθῆκον νὰ προνοήσῃ, διότι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ μὴ λυθῇ ἡ ἀπεργία καὶ ἡ Ἑταιρεία εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν συγκοινωνίαν καλουμένη εἰς τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν νύκτα τῆς Δευτέρας, δὲν δύναμαι νὰ ὁρίσω ἂν ἦτο ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν ἡ ἐπιτροπὴ εὑρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἐκτελοῦντα, ὡς λέγει ἡ πρὸς ἐμὲ ἔκθεσις, ἐντάλματα τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς καὶ ἐπιχειρήσαντα νὰ συλλάβωσιν ἀπεργούς τινας, εὑρέθησαν ἀπέναντι τῶν ἀπεργῶν πυροβολησάντων κατ’ αὐτῶν. Εὐνόητον εἶναι, ὅτι εἰς τοιαύτην συγκέντρωσιν εἷς πυροβολισμὸς ῥιπτόμενος ὑφ’ οἱουδήποτε δύναται νὰ συνοδευθῇ ὑπὸ πολλῶν ἄλλων. Ἡ ἐξουσία συμφώνως πρὸς τὰς διαταγάς, τὰς ὁποίας εἶχε καὶ τὰς ὁποίας ἦτο δύσκολον εἰς τὸν ἐπὶ κεφαλῆς τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως νὰ ἐπιβάλῃ εἰς πάντας τοὺς στρατιώτας, διότι συμβαίνει εἴς τινα τῶν ὀργάνων νὰ ἐξερεθίζωνται ἢ νὰ δυσφορῶσιν ἐκ τῆς πολλῆς κοπώσεως ἢ ἐξ ἄλλων λόγων νὰ μὴ συγκρατῶνται καὶ νὰ ἀντιπυροβολῶσιν, ἡ ἐξουσία τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εὑρεθεῖσα ἀπέναντι πυροβολισμῶν ἀντεπυροβόλησεν εἰς τὸν ἀέρα, συγκρατηθέντων πάντων τῶν ὀργάνων αὐτῆς ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν διαταγῶν, ἃς εἶχον. Ἐκ τούτου δὲ ἐξηγεῖται, ὅτι οὐδὲν δυστύχημα συνέβη. Οὕτως ἀποκατεστάθη ἡ τάξις καὶ τὸ κῦρος τοῦ νόμου, ἀποκατεστάθη καὶ ἡ συγκοινωνία, ἀποκατεστάθη καὶ ἡ σύνεσις εἰς τὰς κεφαλὰς ἐκείνων, οἵτινες παρηκολούθησαν ἀπὸ ἰδέας, τῶν ὁποίων, φαίνεται, δὲν ἔχουσιν ὁπωσδήποτε ἀκριβῆ ἀντίληψιν ἢ παρασύρονται ὑπὸ ἄλλων, δὲν ἠξεύρω ποίων, διότι ὡς εἶπον, εἰς πᾶσαν τάξιν δύνασθε νὰ εὕρητε τοὺς δυναμένους νὰ ἡγῶνται καὶ προερχομένους ὄχι ἐκ τῆς τάξεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἐξ ἄλλης. Ὡς πρὸς τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς ἀπεργίας ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πλὴν τῶν μέτρων τῶν νομοθετικῶν, περὶ ὧν σκέπτεται καὶ ἐργάζεται ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον τῆς Γεωργίας ἐπιτροπὴ, ὅτι ἡμεῖς ἐσκέφθημεν καὶ περὶ μέτρων διοικητικῶν, δι’ ὧν, ὡς προεῖπον, νὰ ὑπεισέλθωμεν καὶ εἰς τὰς σχέσεις τῶν σιδηροδρομικῶν Ἑταιρειῶν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐγὼ εὗρον κανονισμὸν δημοσιευμένον δυνάμει διατάξεώς τινος τῆς συμβάσεως καὶ κεκυρωμένον ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου κ. Μαυρομμάτη καθορίζοντα τεχνικὰ μόνον ζητήματα, ζητήματα ἀσφαλείας, εὑρέθην ὅμως καὶ ἀπέναντι κανονισμοῦ τῆς Ἑταιρείας σκοποῦντος τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων αὐτῆς πρὸς τὸ προσωπικόν. Πρέπει δὲ νὰ σημειωθῇ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἔχω τὴν γνώμην, στηριζομένην καὶ ἐπὶ τῆς γνώμης αὐτῆς τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ὅτι πρέπει διὰ Βασιλ. Διατάγματος νὰ καθορισθῶσι καὶ τὰ προσόντα τοῦ προσωπικοῦ χάριν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου προσωπικοῦ. Ὁ κανονισμός, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐλέγχου ἡ Ἑταιρεία, ἐφάνη εἰς ἡμᾶς τελείως ἀνεπαρκής, τοιαύτη δὲ ἦτο ἡ διάθεσις, τόση ἡ συνείδησις, ὅτι ὤφειλε καὶ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ ἑνὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν τὰ δίκαια καὶ τὰ εὔλογα ἀπέναντι τῶν Ἑταιρειῶν, ὥστε ἐπέστρεψα τὸν καθαρῶς τυπικὸν ἐκεῖνον κανονισμὸν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἀξιώσας παρ’ αὐτῆς ἀναθεώρησιν, ἀνασύνταξιν καὶ καθορισμὸν διατάξεων, δι’ ὧν πράγματι νὰ ἐξασφαλίζωνται τὰ δίκαια τῶν ὑπαλλήλων ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω περισσότερα, ἂν δὲ τυχὸν οἱ κ. συνάδελφοι ἤθελον ψέξει καὶ ἄλλην τινα ἐνέργειαν ἢ ἀπραξίαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πάλιν εἶμαι πρόθυμος νὰ δώσω ἐξηγήσεις. Καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς καὶ τοῦ κ. Νομάρχου, διότι παρέλειψα νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐστηρίχθημεν μόνον εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἵνα ἐπιδείξωμεν τὴν δύναμιν τῶν ὅπλων πρὸς ἐπιβολὴν τῆς τάξεως, ἀλλ’ ἀπετάθημεν καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Νομάρχην, ὅστις καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς διοικήσεως ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἀρετὰς αὐτοῦ τὰς κοινωνικάς, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ γνωρίζει, διότι ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὑπῆρξεν ἐνταῦθα, ἐθεωρήθη ὡς λίαν ἁρμόδιος, ὅπως ἀπευθύνῃ συμβουλὰς πρὸς τὸ προσωπικὸν καὶ συντελέσῃ εἰς συμβιβασμὸν καὶ προλάβῃ πᾶσαν βίαν, καὶ τὴν ἔκθεσιν ἐκείνου καταθέτω, ὅπως ἴδωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι πῶς παριστάνονται τὰ πράγματα, ἐξ αὐτῆς δὲ θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξηγήσωσι καὶ τὸ σημεῖον τὸ κατ’ αὐτοὺς ἀσαφές, τὸ ὁποῖον ἐγέννησεν εἴς τινας τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεσπόνδησε καὶ ἰδίως ἐγώ, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν κατήρχετο ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἵνα μεταδώσωσι τὴν ἀπόφασιν ὅτι πρέπει νὰ ὑποχωρήσωσι, τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας ἐπετέθησαν κατὰ τῶν ἀπεργῶν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀνέμενον ἔλεγχον διὰ τὴν μὴ ταχεῖαν ἐπανάληψιν τῆς συγκοινωνίας, καὶ οὐχὶ διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ Νόμου, ἐλπίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ ὄχι μόνον εὔστοχον θὰ εὕρῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ θὰ αἰσθανθῇ εἰλικρινῆ χαράν, διότι ἀποκατεστάθη τὸ κῦρος τοῦ Νόμου, καθ’ ὃν μάλιστα ἐπεβλήθη τρόπον. (Χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§55ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν θὰ ἀμφισβητήσω, κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐπηγγέλθη πράγματι ὅτι πρώτη αὐτὴ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε κυβερνησασῶν τὴν ἡμετέραν χώραν Κυβερνήσεων θέλει ἐπιμεληθῆ τῆς ἐργατικῆς προστασίας, ἀκριβῶς διότι ἡ Κυβέρνησις συναισθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἀσθενῶν ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν, διότι ὄντως ἀσθενὴς ἀπέναντι τοῦ ἰσχυροῦ εἶναι ὁ ἐργάτης, ὁ καταρτίζων μετὰ τοῦ ἐργοδότου τὸ συνάλλαγμα τῆς ἐργασίας. Τὴν ἀνάγκην τῆς ἐργατικῆς νομοθετικῆς προστασίας δὲν ἦτο δυνατόν ποτε νὰ ἀρνηθῇ Κυβέρνησις, οἵα, ὡς ἐκ τῆς συγκροτήσεως αὐτῆς, εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ διέπουσα νῦν τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ἡ ὁμὰς ἡμῶν συμμαχεῖ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅτε ἑπομένως ἐζήτησα καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπεργίαν τῶν τροχιοδρομικῶν, δὲν ἀμφέβαλλον περὶ τῶν ἀγαθῶν προθέσεων αὐτῆς. Ἀλλὰ κρίνων ἐξ ἀντικειμένου καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν πορείαν αὐτῆς ἐν δεδομένῳ θέματι εὗρον αὐτὴν ὑπολειπομένην τῶν ἀγαθῶν αὐτῆς διαθέσεων, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶ μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου. Ἔχω δὲ περισσότερον, νομίζω, παντὸς ἄλλου τὸ δικαίωμα αὐτό, διότι περισσότερον ἴσως παντὸς ἄλλου ἐκ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν καὶ ἐγὼ καὶ οἱ μεθ’ ὧν συνεργάζομαι συνάδελφοί μου προσεπαθήσαμεν, ὅπως ἡ ἀπεργία αὕτη λυθῇ εἰρηνικῶς καὶ ἀποσοβηθῇ πᾶσα σύρραξις καὶ παρανομία. Εἰλικρινῶς δ’ ἐργασθεὶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον δύναμαι περισσότερον παντὸς ἄλλου νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἀκριβῶς οἱ εἰσερχόμενοι ἐνταῦθα ὡς προστάται τῶν ἐργατικῶν συμφερόντων δὲν εἰσέρχονται ὡς ἀναρχικοί, ἀλλ’ ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, μέλλοντα νὰ σεβασθῶσι τοὺς κειμένους νόμους, μέλλοντα δ’ ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἐνεργείας, τὸν ὁποῖον δίδει εἰς αὐτοὺς τὸ πολίτευμα, νὰ διεκδικήσωσι τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐργάτης εἰς πάντα πεπολιτισμένον τόπον ἔχει. Ἐγὼ πρῶτος, Κύριοι, θὰ συστήσω νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ κῦρος τοῦ Νόμου καὶ πάντοτε θὰ τὸ ζητήσω, ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι διαβλέπω ὅτι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει δὲν ἐφηρμόσθη ὁ Νόμος, ὡς νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ, διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξιστόρησιν τῶν γεγονότων ἐκείνων, τῶν προηγηθέντων τῆς πρώτης ἐπιθέσεως τῆς Ἀστυνομίας κατὰ τῶν ἀπεργῶν. Καὶ ἡ ἀφήγησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἀρνεῖται τὸ γεγονός, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐσημειοῦτο ἐκ μέρους τῶν ἀπεργῶν προσχώρησις εἰς συνδιαλλακτικὴν λύσιν, ἡ ὁποία ἐξευρέθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀπεργῶν, κατ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν συνέβη ἡ ἐπίθεσις τῆς Ἀστυνομίας. Καὶ ἐρωτῶ τὸν ἴδιον κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, κατὰ πόσον ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀστυνομίας ἦτο νόμιμος, κατὰ πόσον ἡ Ἀστυνομία ἠδύνατο νὰ ἐνεργήσῃ, ὡς ἐνήργησε. Κατὰ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς τῆς Ἀστυνομίας ὡς ἀσκόπου, ὡς ἐπενεγκούσης ἀκριβῶς ὅλα ἐκεῖνα τὰ λυπηρὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀποτραπῶσι, κατὰ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς διαμαρτύρομαι.
§56Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Κανὲν λυπηρὸν ἐπεισόδιον.
§57ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ ἀκούσητε, Κύριοι· μὴ ἀνυπομονεῖτε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Ἀστυνομία ἐνήργησε νομίμως, κατὰ τὰς ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτήν, καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ εἶναι ἐκεῖναι αἱ ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν σήμερον ἔν τινι ἐφημερίδι.
§58ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔκθεσις ἡ ἐπίσημος, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ ὑποβάλω· τὰ γεγονότα εἶναι τὰ ἴδια.
§59ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν προέκειτο κίνδυνος ἀντιστάσεως κατὰ τῆς ἐξουσίας, καὶ ἐναντίον τοῦ κινδύνου αὐτοῦ ἐνήργησεν ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχή. Ἀλλά, Κύριοι, πότε ἐνήργησεν ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ καὶ εἰς τί θὰ ἐστρέφετο ὁ κίνδυνος κατὰ τῆς Ἀστυνομίας; Ἐπρόκειτο νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συγκοινωνία; Μάλιστα. Ἀλλ’ ἡ συγκοινωνία θὰ ἐπανελαμβάνετο τὴν 11ην τῆς νυκτός; Ὑπῆρχέ τις κίνδυνος, ἂν ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀστυνομίας ἀνεβάλλετο μέχρι τῆς ἑπομένης, ὅτε μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ σύρραξις οὐδεὶς θὰ ὑπῆρχεν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ὅπου ἐγένετο ἡ ἐπέλασις τοῦ στρατοῦ; Ἦτο σκόπιμος ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀστυνομίας; Δὲν νομίζω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ τις, ὅστις θὰ θεωρήσῃ σκόπιμον τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, καὶ ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἐνεργείας ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἀξιοθαύμαστον διαγωγὴν ἐπέδειξαν τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές, διότι ἐγώ, μὴ δυνάμενος νὰ ἔχω ἐπισήμους πληροφορίας, ἔχω πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἤντλησα ἐξ ἀμέσου ἀντιλήψεως. Μετέβην εἰς τὸ κρατητήριον, ὅπου ἐκρατοῦντο οἱ διάφοροι συλληφθέντες, καὶ καταγγέλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Ἀστυνομία συλλαβοῦσα αὐτούς, ἀφοῦ προηγουμένως τοὺς ἔδεσε καὶ τοὺς κατέστησεν ἐντελῶς ἀνικάνους πρὸς πᾶσαν ἀντίστασιν, ἤρχισε κτυπῶσα αὐτούς, εἶδον δὲ καὶ ἕνα, ὅστις φέρει ἀκόμη τραῦμα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς του ἐπελθὸν ἐκ πλήγματος ἑνὸς ἀστυνομικοῦ.
§60Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Νὰ τὸ καταγγείλητε, κύριε συνάδελφε.
§61ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὸ ἐγνώριζον αὐτό.
§62ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἔχω καὶ ἄλλο γεγονὸς ἀκόμη, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ κ. ἀνακριτής, ὁ ὁποῖος σήμερον διενεργεῖ τὰς ἀνακρίσεις, προσφέρεται πρὸς τοὺς ἐξεταζομένους κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ἔβλεπε λ. χ. τοὺς τροχιοδρομικούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ σῆμα τοῦ Συνδέσμου, εἰς ὃν ἀνῆκον ...
§63Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀνακριτής;
§64ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἂς τὸ ἐξεύρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Φωκᾶς.
§66ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Φωκᾶς λοιπόν, ἅμα ἔβλεπε τοὺς τροχιοδρομικοὺς ἐξεταζομένους καὶ φέροντας τὸ σῆμα, ἤρχισε νὰ τοὺς εἰρωνεύηται καὶ νὰ τοῖς λέγῃ, ὅτι θὰ τοὺς βάλῃ μέσα, πρὸς ἕνα δ’ ἐκ τῶν συμβούλων τοῦ τροχιοδρομικοῦ Συνδέσμου εἶπε «θὰ πᾶς 15 χρόνια μέσα». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνέργεια τῶν ὀργάνων τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ τῶν ὀργάνων τῆς ἀστυνομικῆς ἐξουσίας. Εἶναι, Κύριοι, ἐκείνη ἡ ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἀνταποκρίνεται πράγματι πρὸς τὰς ἀγαθάς, ἀγαθωτάτας, ἀναγνωρίζω, προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ διαμαρτυρηθῶμεν κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τούτων τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως;
§67Ν. ΡΟΥΣΗΣ. Δὲν παρίστατο μετὰ τοῦ δικηγόρου του;
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Βουλευτά, παρακαλῶ.
§69ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι διὰ τοιαύτης ἐνεργείας ἐπανέρχεται τὸ κράτος τοῦ Νόμου, ὅταν ἐμπνέηται ἡ πεποίθησις εἰς τοὺς πολίτας, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀρχῆς εἶναι ἐνέργεια ἐμπαθής, ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων εἶναι ἐνέργεια ἀνθρώπων δυσαρεστηθέντων τρόπον τινά, διότι ἐπὶ διήμερον ἀπησχολήθησαν ἀπὸ τὰς συνήθεις ἀπολαύσεις τῆς καθημερινῆς ζωῆς; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, Κύριοι, ὅτι 100 ἄνθρωποι ἐνεκλείσθησαν εἰς ἓν μπουδροῦμι, ὅπου οὔτε 10 ἄνθρωποι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκλεισθῶσι, καὶ ἐνεκλείσθησαν ὑπὸ περιστάσεις, καθ’ ἃς ἦτο δυνατόν, ὡς ἐκ τῆς χωρητικότητος τοῦ ἀστυνομικοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον ἐπεσκέφθην καὶ εἶδον, νὰ ἐγκλεισθῶσιν εἰς τὰ διαμερίσματα τοῦ ἀστυνομικοῦ κτιρίου, οὕτως ὥστε, ἐνῷ οὐδεὶς κίνδυνος ἀποδράσεως θὰ ὑπῆρχε, νὰ μὴ ἐκτεθῇ ἡ ὑγεία αὐτῶν εἰς τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐξετέθη. Ὅτε τοιαύτη ἐνέργεια ἐγένετο, ἐρωτῶ, εἶναι αὕτη ἐνέργεια πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ νόμου ἢ εἶναι ἐμπαθὴς ἐνέργεια, ἡ ὁποία προσιδιάζει εἰς ὄργανα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐφαρμόζουσι τὸν Νόμον, ἀλλ’ ἐκδικοῦνται κατὰ τῶν πολιτῶν; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ὤφειλον νὰ διαμαρτυρηθῶ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§71Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐσκόπουν νὰ ἀπευθύνω ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλά, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει, θὰ ἀναβάλω μέχρις οὗ ἔλθῃ.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον.
§73Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δηλώσεις τινές, Κύριοι, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ ἀναγκάζουσι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰς σχέσεις αὐτῆς πρὸς τοὺς ἐργάτας ὡς τὰ τοῦ οἴκου της. Ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. Νικολαΐδην ἐντὸς τοῦ γραφείου του νὰ εἴπῃ μετ’ αὐθαδείας, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει εἰς κανένα, οὐδ’ εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων, διότι θεωρεῖ αὐτὰ ζητήματα ἐντελῶς τῆς ὑπηρεσίας!
§74ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε;
§75Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παρακαλῶ.
§76ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ πρώτη ἐντύπωσίς σας δὲν εἶναι ἀκριβής, διότι ἐγὼ οὐδέποτε εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δικαιοῦται νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις τῆς Ἑταιρείας πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους. Ὡς πρὸς τὸ δεύτερον, σᾶς διέλαθε τὴν ἀντίληψιν ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἑταιρείας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ καὶ τὰ ἐκεῖ πρέπει νὰ λεχθῶσιν ὡς ἐλέχθησαν καὶ ἐδῶ, ὅτι δὲν «ἀναγνωρίζω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι θὰ λάβῃς αὐτὸν ἢ ἐκεῖνον τὸν ὑπάλληλον».
§77Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσέθηκεν, ὅτι δὲν ἔχει καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν καὶ ὅτι καθῆκον εἶχεν ὅπως ὁ Νόμος ἰσχύσῃ καὶ ὅπως μὴ καταπατῆται εἰς τοὺς δρόμους. Ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιτρέπει ἀκόμη, ὅπως καταπατῆται ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν ὁ Νόμος, ἀκριβῶς εἰς τοὺς δρόμους, διότι εἰς τὰς ὁδοὺς τῆς πόλεως αὐτὴ παρανομεῖ. Ὑπάρχει μία σύμβασις, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀφοῦ τῷ ἐδόθη ἀφορμή, ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, καὶ πρὸς τούτοις ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑταιρεία δὲν ἐκπληροῖ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτὴν ἀπειλῶν τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο θέλω νὰ τονισθῇ, ὅτι κατήντησεν, ὥστε ὁ Νόμος νὰ ἐπιβάλληται μόνον κατὰ τῶν ἀνισχύρων, ἀλλὰ προκειμέγου περὶ ἰσχυρῶν νὰ δύναται νὰ κοιμᾶται. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἠθέτησε τὰς ὑποχρεώσεις της· ὅτι βραδέως ἐφήρμοσε τὴν ἠλεκτρικὴν ἕλξιν καὶ ἤνοιξε τὰς νέας γραμμὰς πολὺ βραδύτερον παρ’ ὅ,τι δυνάμει τῆς συμβάσεως ὑπεχρεοῦτο. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπέβαλε τὰ πρόστιμα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποφέρει σημαντικὸν ποσὸν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου.
§78Ν. ΔΕΛΑΚΟΒΙΑΣ. Αὐτὸ δὲν εὐθύνει τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
§79Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ὑπάρχουσα Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον δὲν ἐφήρμοσαν αἱ προκάτοχοι αὐτῆς, διότι τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως εἰς τὴν Ἑταιρείαν δὲν παρεγράφη. Ἀλλ’ ἂν ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν ἐπιβαρύνει τὴν παροῦσαν, ἀλλὰ τὰς προκατόχους Κυβερνήσεις, θὰ ὑπάρξωσιν ἄλλοι τινὲς βαρύνοντες αὐτήν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία παρεβίασε πολλὰ ἄρθρα τῆς συμβάσεως, περὶ ὧν θὰ κάμω λόγον καὶ ἡ παράβασις τῶν ὁποίων εὐθύνει τὴν νῦν Κυβέρνησιν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ σύμβασις προνοεῖ περὶ ἁπλῶν γραμμῶν μετὰ παρακαμπτηρίων καὶ διπλῶν γραμμῶν, οὐδαμοῦ δὲ περὶ τριπλῶν. Καὶ ἐν τούτοις ἡ Ἑταιρεία ἔχει τριπλᾶς γραμμὰς εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, εἰς τὴν ὁδὸν Ἀκαδημίας.....
§80Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχουσι σχέσιν αὐτὰ μὲ τὴν ἐπερώτησιν.
§81Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐπενέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐπιβάλῃ τὸ κράτος τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δὲν ἐσώθη καὶ προκειμένου περὶ τῶν παρανομιῶν τῆς Ἑταιρείας. Ἂν νομίζητε, ὅτι εἶναι ἄσχετον ἡ παραβίασις τῶν διαφόρων ὅρων τῆς συμβάσεως...
§82Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἀντικείμενον ἰδίου ἐλέγχου.
§83Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Κρίνεται ἡ σύμβασις, κύριε Βουλευτά;
§84Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κρίνεται ἡ παραβίασις τοῦ νόμου.
§85Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δικαιοῦσθε νὰ τὸ κάμητε, ἀλλ’ εἶναι ἀντικείμενον ἰδίας ἐπερωτήσεως.
§86Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂν νομίζητε, ὅτι εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος, δὲν ἐπιμένω, διότι δὲν θέλω τὴν πρώτην ἡμέραν ἀνερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα νὰ ἐξέλθω τοῦ Κανονισμοῦ.
§87ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ζητήσας τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Βουλῆς ἐζήτησα ταύτην, ἵνα ἐπιβάλω τὸν νόμον ἐπὶ ἰσχυροὺς καὶ ἀδυνάτους. Πρωτίστως ἐζήτησα ταύτην ἐπὶ ἰσχυρῶν, ὡς θέλετε πεισθῆ ἐκ τῶν ἐνεργειῶν μου, ὄχι κἂν μόνον ἐπὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων· ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἀκούσω ὅλας τὰς παρατηρήσεις, διότι θὰ ἀπαντήσω.
§88Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ὁμολογηθῇ, ὅτι ἡ Ἑταιρεία παραβιάζει κυριώτατον ὅρον τῆς συμβάσεως, ὅπως διατηρῇ ἐν καλῇ καταστάσει τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς ὁδοῦ, ὅπως γίνεται ὑπὸ τοῦ δήμου διὰ τὸ ἄλλο μέρος. Καὶ ὅμως, ἐνῷ ἡ Ἑταιρεία διὰ τῶν κακῶν της ὀχημάτων κατέστρεψε διάφορα τμήματα καὶ τὰ μετέβαλεν εἰς τέλματα, οὐδεμία ἐγένετο κατ’ αὐτῆς ἐπιβολή, ὅπως διορθώσῃ ταῦτα. Εἶναι γνωστὸν ἐκ τῆς συμβάσεως, ὅτι ἡ Ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ διπλᾶ φρένα, τὸ ἓν χειροκίνητον καὶ τὸ ἄλλο δι’ ἠλεκτρισμοῦ ἢ διὰ πεπιεσμένου ἀέρος. Καὶ ὅμως πλὴν τῶν βαγονίων τῆς γραμμῆς τοῦ Φαλήρου εἰς ὅλα τὰ ἄλλα βαγόνια τῶν λοιπῶν γραμμῶν δὲν ἔχει παρὰ ἁπλᾶ φρένα καὶ εἶναι γνωστὸν πόσον ἀπειλεῖται τὸ κοινόν, ἀφοῦ τόσα τραῖνα ἐξετροχιάσθησαν ἐπὶ κινδύνῳ τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν. Εἶναι γνωστὸν ἐπίσης, ὅτι ἡ Ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ περίπτερα. Καὶ δὲν ἔχει οὔτε ἕν· ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἔχῃ ὑλικὸν πρώτης ποιότητος, καὶ ὅμως ἔφερε τὰ ἄχρηστα βαγόνια τῆς Ἀμβέρσης, τὰ ὁποῖα δι’ ἑνὸς χρωματισμοῦ μετέβαλεν εἰς καινουργῆ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπανέλθωμεν ἐντὸς τοῦ θέματος. Θέμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀπεργίας. Δύνασθε βεβαίως νὰ ἐξετάσητε καὶ νὰ ἐλέγξητε καὶ πᾶσαν ἐνέργειαν τῆς Ἑταιρείας, σχετικῶς πρὸς τὰς σχέσεις της πρὸς τοὺς ἐργάτας, ἀλλ’ οὐχὶ βεβαίως καὶ πᾶσαν ἐνέργειαν τῆς Ἑταιρείας ἄσχετον πρὸς τὸ ἐργατικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ἄν ἔχητε σκοπὸν νὰ ἐλέγξητε τὸ ὅλον ἔργον τῆς Ἑταιρείας, νὰ ἐγγραφῆτε δι’ ἰδίαν ἐπερώτησιν, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψω τοιαύτην παρέκβασιν.
§90Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παύω τὴν ἐξακολούθησιν τῶν παραβάσεων τῆς συμβάσεως καὶ ἀρκοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἤχθην εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἤθελον νὰ δειχθῇ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν.
§91Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἐκβιαστικῶς;
§92Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐφαρμόζων τὸν νόμον. Νομίζετε ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου εἶναι ἀδύνατος; Ἄν ἐφήρμοζε τὴν σύμβασιν, θὰ ἠνάγκαζε τὴν Ἑταιρείαν νὰ μὴ τηρῇ οἵαν τηρεῖ στάσιν ἔναντι τῶν ὑπαλλήλων αὑτῆς θεωροῦσα αὐτοὺς ὅπως θεωρεῖ τοὺς μαγείρους της.
§93Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ καταπονήσω τὴν Βουλήν, ἀφοῦ ἀρκετὰ ἐλέχθησαν σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἤθελον μόνον νὰ προσθέσω μερικὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἴσως νὰ μὴ περιῆλθον εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, γεγονότα σχετικῶς μὲ τὴν ἐνέργειαν τῆς διωκτικῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς προχθές. Φρονῶ καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ὑπῆρξε κάποια ἀντίθεσις καὶ δυσαρμονία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων τῶν ὑφισταμένων, ἐκδηλωθεῖσα εἰς τὴν συμπλοκὴν τὴν πρὸ τῆς ἀποθήκης τῶν τροχιοδρόμων. Τοῦτο πρέπει σαφῶς νὰ γνωσθῇ, καὶ περὶ αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποθέτω ὅτι οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ γνῶσιν, ὅτι 104 τροχιοδρομικοὶ ὑπάλληλοι συνελήφθησαν, 24 μὲν τὴν ἑσπέραν τῶν γεγονότων, τῶν θορυβωδῶν, εὐτυχῶς ὄχι αἱματηρῶν, 34 δὲ τὴν ἑπομένην πρωίαν, ἐγκεκλεισμένοι ἐντὸς τοῦ καταστήματος τοῦ Συνδέσμου, οἱ δὲ ὑπόλοιποι εἰς διάφορα σημεῖα τῆς πόλεως καὶ 4 ἐντὸς αὐτῶν τῶν οἰκιῶν των, παραβιασθέντος τοῦ ἀσύλου τοῦ οἰκογενειακοῦ. Καὶ ὅμως ἐπ’ οὐδενὸς τούτων κατεσχέθη φονικὸν ὅπλον ἢ κἂν ἁπλῆ ῥάβδος. Τοῦτο εἶναι σημαντικὸν γεγονός, ἵνα καταδείξῃ τὸ μέτρον τῆς εὐθύνης καὶ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων ὑπ’ αὐτῶν. Ἕτερον γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ παραβίασις τοῦ ἀσύλου τοῦ Συνδέσμου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κατοικοῦσι καὶ τέσσαρες τροχιοδρομικοὶ ὑπάλληλοι. Ἕτερον γεγονὸς εἶναι, ὅτι ὁ κ. Εἰσαγγελεύς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἢ ὁ περιβόητος Μαρούδας κατέσχε καὶ ἐξέσχισε τὰ βιβλία τοῦ Συνδέσμου, τὸ χαρτὶ τῆς ἀλληλογραφίας, τὸ ἀθῶον καὶ λευκόν, καὶ τοὺς φακέλους, διαρρήξας δ’ ἓν συρτάριον, κατέσχε καὶ ἓν πιστόλι, τὸ ὁποῖον εὑρέθη μὲ ὅλας τὰς σφαίρας του ἐντὸς αὐτοῦ. Ἕτερον γεγονὸς εἶναι, ὅτι κατὰ τὴν ἀπογευματινὴν ἐπίσκεψιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν, τῆς φερούσης τὸν κλάδον ἐλαίας, κατόπιν συνεννοήσεως μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, συνετάχθη ὑπό τινων τῶν συναδέλφων πρωτόκολλον περὶ ἄρσεως τῆς ἀπεργίας, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν μὲν δὲν ὑπεγράφη, ὑπεγράφη ὅμως κατόπιν ὑπὸ τῆς δεκαμελοῦς ἐπιτροπῆς. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο, ἵνα γνωσθῇ κατὰ πόσον ἐπρόκειτο νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀπεργία καὶ τὴν ἑπομένην, καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐπίσης ἕτερον σημεῖον εἶναι, ὅτι, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς κοινωνικῆς εἰρήνης καὶ ἐπαναλήψεως τῆς συγκοινωνίας συνεννοηθεὶς μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου παρεδέχθη τὴν ἐντὸς πενθημέρου διεξαγωγὴν τῆς ἐρεύνης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ οὕτως ἐθεωρήθη ὡς λήξασα ἡ ἀπεργία καὶ ἀνεχώρησεν ἡ ἐπιτροπή, φέρουσα εἰς τοὺς ἀπεργοὺς τὴν ἀναγγελίαν ταύτην, ταυτοχρόνως ἐπέρχεται ἡ ἐνέργεια τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα, ἐκτελοῦντα τὰς διαταγάς, τὰς ὁποίας εἶχον λάβει παραδόξως ἀπὸ τῆς 5ης ἑσπερινῆς ὥρας, ἐπετέθησαν κατὰ τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων. Ταῦτα ἐπεθύμουν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δειχθῇ τὸ μέτρον τῆς ἀσυμφωνίας τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς ἐνεργείας τῶν κατωτέρων ὀργάνων της.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§95ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λάβω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἢ μόνον ὅπως παρακαλέσω, ἵνα προσαχθῇ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Λοβέρδου περὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ἑταιρείας, ἥτις θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γενησομένην γενικὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Ἑταιρείας ταύτης.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§97Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπολαμβάνω, κύριε Πρόεδρε, ὡς δεδομένον, ὅτι ἡ ἀπεργία οὐσιαστικῶς εἶχε λήξει τὴν ἑνδεκάτην ἑσπερινὴν ὥραν, συνεπείᾳ τῆς συνεννοήσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν καὶ τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπίσης ὑπολαμβάνω ὡς δεδομένον, ὅτι, διότι δὲν προέλαβον νὰ διαβιβασθῶσι διαταγαί, ὅπως ἀνασταλῶσι τὰ μέτρα τῆς Ἀστυνομίας κατὰ τῶν ἀπεργῶν, ἐξετελέσθησαν ταῦτα, ἐξετελέσθησαν δὲ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶχον προαποφασισθῆ ἀπὸ τοῦ ἀπογεύματος, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς ἡμέρας ἐκείνης πρὸς πρόληψιν ἀπευκταίας συρράξεως. Ἐπεθύμουν λοιπὸν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δεδομένων νὰ μάθω ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι πρῶτον ἀληθές, ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐνταλμάτων ὑπὸ τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν καὶ εἰς ἄλλας συλλήψεις, ὠφείλετο μόνον εἰς τὴν φροντίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως προλάβῃ ἄλλας παραβάσεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Θὰ ἐρωτήσω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γεγονότων τούτων, ἂν ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν τῶν προληπτικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀπεργίας οὐδένα ἔχουσι πλέον σκοπόν...
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ ἐντάλματα δὲν ἐκτελοῦνται διὰ νὰ προλάβωσι παραβάσεις τοῦ Νόμου.
§99Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ σᾶς ἐξηγήσῃ, διατί ὁμιλῶ οὕτω καὶ ὄχι ἄλλως. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως ἤδη νὰ ἐξηγηθῇ καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἂν εἶχε συστηθῆ εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν ἡ σύλληψις πάντων περὶ ὧν ὑπῆρχεν ὑπόνοια, ὅτι θ’ ἀντετάσσοντο εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς συγκοινωνίας, καὶ ἂν τὰ ἐντάλματα ἐξεδόθησαν ἀκριβῶς ἐκ προνοίας καὶ ὄχι διότι ἐπιστοποιήθη οἱαδήποτε παράβασις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου.
§100ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διετάχθησαν τὰ ὄργανα τῆς Ἀστυνομίας νὰ ἐκτελέσωσιν ὅλα τὰ ἐντάλματα συλλήψεως, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκδώσει ἡ δικαστικὴ ἀρχή, διότι τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο νὰ προβῇ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον περαιτέρω προνοίας, ὥστε νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐνταλμάτων μέχρι τῆς ἑπομένης πρωίας, ὅτε ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ παρακωλυθῇ ἡ ἀνάληψις ἐργασίας ὑπὸ τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων καὶ γίνῃ ἀφορμὴ εἰς νέας συγκρούσεις.
§101Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διετάχθη λοιπὸν ὡς προληπτικὸν μέτρον ἡ ἔκδοσις καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἐνταλμάτων συλλήψεως.
§102ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι.
§103Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Γνωρίζετε ὅ,τι γνωρίζω. Λοιπὸν τοῦτο ἐπεθύμουν νὰ ἐξηγηθῇ, κατὰ πόσον αὐτὸ τὸ προληπτικὸν μέτρον θ’ ἀφεθῇ νὰ μεταβληθῇ εἰς κατασταλτικὸν καὶ ἂν πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν ἕν ἰδιώνυμον ἀδίκημα ἀπεργίας, καὶ τιμωρήσωμεν τοὺς ἀπεργήσαντας διὰ τῆς παρατάσεως τῆς ἐκ προνοίας διαταχθείσης κρατήσεώς των. Ἤθελον λοιπὸν νὰ μάθω, ἂν ἐδόθησαν εἰδικαὶ διαταγαὶ νὰ περατωθῇ τάχιστα ἡ ἀνάκρισις, ὥστε ν’ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι οἱ συλληφθέντες, οὓς οὐδὲν ἀδίκημα βαρύνει.
§104Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχουσι γενικὰς διαταγὰς ἐκ τῆς Δικονομίας νὰ ἐπισπεύδωσιν ὅλα, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἐπερατώθη ἤδη ἡ ἀνάκρισις.
§105Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ἐπερατώθη ἡ ἀνάκρισις, δὲν ἔχω τίποτε νὰ προσθέσω.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περατωθείσης τῆς σειρᾶς τῶν ἐγγραφέντων διὰ τὴν ἐπερώτησιν, ἄρχεται ἡ σειρὰ τῶν ἐγγραφέντων μετὰ τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Ὁ κ. Κουλουμβάκης ἔχει τὸν λόγον.
§107ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Καταδήλως, κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται περὶ πολὺ σπουδαιοτέρου ζητήματος, παρὰ περὶ ἁπλῆς ἔριδος μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐκλεκτῶν καὶ εὐνοουμένων αὐτῆς συμμάχων. Καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο διὰ τοὺς πλείστους ἐξ ἡμῶν ἀπαραίτητος ἡ θαυμαστὴ ἀληθῶς ἐν σαφνείᾳ καὶ εἰλικρινείᾳ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργοῦ, διὰ νὰ ἔχωμεν πεισθῆ πάντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀληθῶς ἐξήντλησεν ὅλην τὴν ἐπιείκειαν, τὴν ὑπαγορευομένην αὐτῇ ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς φιλανθρωπίας. Καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἐπὶ τέλους νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Νόμον, ἵνα ἀποκαταστήσῃ ἀληθῶς τὸ κῦρος τοῦ Νόμου, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πεισθῇ, ὅτι πᾶσα προσωπικότης καὶ οἱαδήποτε ἐξαφανίζεται παντελῶς. Ἀλλά, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξήντλει τὴν ἐπιείκειαν αὐτῆς ὅλην, καὶ πάλιν θὰ ἐλάμβανον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐνέργεια αὐτῆς θὰ ἦτο ἐντελῶς δεδικαιολογημένη. Διότι ἀληθῶς ἀπαιτεῖται ἡ ἐπιείκεια κατὰ πᾶσαν περίστασιν, ἀπαιτεῖται οὐχὶ μόνον ἐκ τῶν ἀρχῶν τῆς φιλανθρωπίας, ἀλλὰ διότι, ὅταν συμβαίνωσι παρεκτροπαὶ συνήθως καὶ κατὰ κανόνα ἐκδηλοῦται ζωή, καὶ πρέπει καὶ ἔχομεν συμφέρον νὰ εἴμεθα ἐπιεικεῖς πρὸ τῆς ἐκδηλουμένης ζωῆς. Ἀλλ’ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην ὅτι, ἂν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἔχομεν πολλὰ καὶ μεγάλα καθήκοντα, ἓν τῶν καθηκόντων τούτων εἶναι ἡ αὐστηρὰ τήρησις τῆς δημοσίας τάξεως. (Ἐπιδοκιμασίαι). Λέγουσί τινες, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν ἔσχε πολλὰ καὶ μεγάλα καὶ δυσανάλογα πρὸς τὰς δυνάμεις αὑτοῦ νὰ ἐπιτελέσῃ καθήκοντα. Λέγουσιν ἄλλοι, ὅτι τὸ Κράτος ἡμῶν παρέβαινε τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα αὑτοῦ καθήκοντα. Συμφωνοῦσι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ, ὅτι εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἐν ἐλλείψει, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μέχρι τοῦδε ἐκπληρωθεῖσαν ἀποστολὴν αὐτοῦ, καὶ ἑπομένως ἀναπόφευκτον ἦτο, νομίζω, ὡς εὑρέθη ἐν ἐλλείψει περὶ πάντων τὸ Κράτος, νὰ εὑρεθῇ ἐν ἐλλείψει καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξιν τελείας καὶ ἀναλόγου πρὸς τοὺς καιροὺς καθ’ οὓς ζῶμεν ἐργατικῆς νομοθεσίας. Ἀλλά, διότι τοιαύτη ἀνάγκη παρίσταται, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται, ἐντὸς τοιαύτης αἰθούσης, ἐνώπιον τοιούτου Σώματος, νὰ διεκδικῇ τὸν τίτλον κατ’ ἐξαίρεσιν δῆθεν προστάτου τῶν ἐργατῶν. Εἶναι ἄξιοι τιμῆς καὶ παντὸς ἐπαίνου οἱ ἔχοντες νέας ἰδέας, εἶναι ἄξιοι τιμῆς καὶ ἐπαίνου οἱ ἐργαζόμενοι νὰ προαγάγωσι τὰς νέας αὑτῶν ἰδέας· ἐν δὲ τῇ ἐργασίᾳ αὐτῶν ταύτῃ θέλουσιν εὕρει πᾶσαν ἀσφάλειαν ὑπὸ τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν πολίτευμα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ δημόσιον συμφέρον ἀποτελεῖται καὶ ἐξεικονίζεται μὲ τὰς ἰδέας τῶν πλειόνων. Ἔχουσιν ἑπομένως πᾶν δικαίωμα νὰ ἐκδηλῶσι τὰς ἰδέας αὑτῶν μὲ οἱονδήποτε χρῶμα, εἴτε κόκκινον, εἴτε πράσινον, εἴτε κυανοῦν, εἴτε οἱονδήποτε ἄλλο, ἀλλά, ὅταν πρόκειται νὰ ἐκδηλῶσι τὰς ἰδέας αὑτῶν μὲ τάσεις καὶ ἐνεργείας, δέον νὰ προσέχωσι, μήπως αἱ τάσεις καὶ αἱ ἐνέργειαι αὗται ἀντίκεινται εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἐξεικονίζουσιν αἱ ἰδέαι τῶν πλειόνων. Ἐπαναλαμβάνω τονίζων, κύριοι Βουλευταί, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν συναισθανόμεθα πάντες τὴν ἀνάγκην ἐργατικῆς νομοθεσίας. Ἔχω δὲ πάντα λόγον νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις θέλει προσκομίσει τὴν προσήκουσαν νομοθετικὴν ἐργασίαν, προκειμένου περὶ ἐξασφαλίσεως καὶ προστασίας τῶν ἐργατῶν. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι δὲν ἠθέλετε θεωρήσει τολμηρὸν νὰ εἴπω, ὅτι καλὸν ἤθελεν εἶναι νὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῶν ἐπαγγελματικῶν ἐκείνων συνεταιρισμῶν. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πᾶσαι εὐτυχῶς παρ’ ἡμῖν αἱ ἐπαγγελματικαὶ τάξεις μεταξὺ τῶν μελῶν αὑτῶν ἔχουσιν ἄνδρας δυναμένους νὰ διοικήσωσι τοὺς συνεταιρισμοὺς τούτους, διότι πρέπει νὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ νὰ θέσῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ἂν δὲν ἤρχισε τέλος πάντων νὰ προσβάλλῃ καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ τὴν δημοσίαν εὐπρέπειαν ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον διοικοῦνται καὶ ἐξωθοῦνται καὶ παρασύρονται οἱ ἐργατικοὶ ἐκεῖνοι συνεταιρισμοὶ ὑπὸ διοικητῶν κειμένων ἐκτὸς τῶν ἐπαγγελματικῶν των τάξεων.
§108ΑΛ. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§109ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι... Δὲν ἐπέτρεψα, κύριοι συνάδελφοι, τὴν διακοπήν, διότι ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου εἶπον, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἀληθῶς σπουδαιότατον, ἀλλ’ ἔχει καὶ μίαν ἄποψιν, τὴν ἄποψιν τῆς ἔριδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐπιλέκτων αὐτῆς συμμάχων. Δὲν ἀνῆλθον ὅμως εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ἵνα καταδηλώσω γνώμας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ κανονίσωσι τὴν περαιτέρω συνεργασίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν συμμάχων αὐτῆς, διότι δὲν ἔχω ἴσως ἐπὶ τούτου ἁρμοδιότητα. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, μίαν ἐπανάληψιν. Εἶναι ἄξιος τιμῆς καὶ ἐπαίνου, ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἔχων νέας ἰδέας καὶ ζητῶν ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ προαγάγῃ τὰς ἰδέας αὑτοῦ. Ἀλλά, ὅταν εἶναι Ἕλλην, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ποῖοι εἶναι αἱ βάσεις τοῦ ἑλληνικοῦ κοινωνικοῦ καθεστῶτος· ὅταν εἶναι Ἕλλην, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, διατί ἐδημιουργήθη τὸ Κράτος τοῦτο· ὅταν εἶναι Ἕλλην, ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις, πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι ὑπῆρξε μὲν ἀληθῶς Βουλή, ἡ ὁποία ἠσθάνετο ἑαυτὴν ἐν τοιαύτῃ καὶ τοσαύτῃ ἀποκλειστικότητι, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ παρὰ τὸ δίκαιον, παρὰ τὰς ἀρχὰς ἐνίοτε τῆς ἠθικῆς, τὴν ἀπόλυτον ἀσυλίαν τῶν ἑαυτῆς μελῶν. Ἀλλὰ θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι σήμερον εἶναι Βουλή, ἡ ὁποία μετὰ πολλῆς προθυμίας θὰ ἔδιδε τὴν ἄδειαν, ἐὰν ἐζητεῖτο ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, νὰ γίνωσι καταδιώξεις μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἐὰν τοιαῦτα μέλη ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. (Χειροκροτήματα).
§110ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§111Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἴπερ τις καὶ ἄλλος εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν τάξεων καὶ ἐργατῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους πάντοτε ἀπέβλεψα καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους πάντοτε ἀποβλέπω. Ἐν τῇ προκειμένῃ ὅμως περιπτώσει δὲν δύναμαι παρὰ νὰ κηρυχθῶ ἀπολύτως κατὰ τῆς στάσεως, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν, διότι πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχω, ὅτι ἀπό τινος χρόνου, αἱ ἐργατικαὶ ἰδίως τάξεις, ἤρξαντο διὰ συλλαλητηρίων καὶ ἀπεργιῶν νὰ ταράττωσι πάντοτε τὴν δημοσίαν τάξιν. Κατήντησαν, Κύριοι, αἱ ἀπεργίαι αἱ συχναί, εἰς τὰς ὁποίας προβαίνουσι, τὸ νόσημα τὸ κοινωνικόν, ὑπὸ τοῦ ὁποίου μαστίζεται ὁλόκληρος ἡ χώρα ἡμῶν καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν παταχθῇ, θὰ γεννήσῃ πράγματα καὶ θέλει φέρει ἀσφαλῶς τὸ Κράτος εἰς τὴν ἀναρχίαν. Τὴν γνώμην μου ταύτην ἐσχημάτισα ἐκ τῆς ἐπιστημονικῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀναλύσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνώπιον ἡμῶν σήμερον ἔκαμε, καὶ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Νομάρχης ὑπέβαλε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀναφέρει, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς ἐτήρησαν πράγματι ἄψογον στάσιν. Θεωρῶ λοιπὸν ἐπιβεβλημένην τὴν στάσιν καὶ τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἐν προκειμένῳ ἡ Κυβέρνησις ἐτήρησεν ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν. Ἂν ὅμως δύναταί τις νὰ ἀνεύρῃ σημεῖόν τι, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔσφαλε, τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι, ὅτι ἐπεδείξατο ὑπερβολικὴν ἀνοχήν. Ἡ ἀνοχὴ τῆς Κυβερνήσεως, Κύριοι, ἐν προκειμένῳ, ὑπῆρξεν ὑπερβολική. Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις φυσικῶς εἶναι ἡ προστατεύτρια τοῦ λαοῦ, ἥτις εἶναι ἐντεταλμένη τὴν φρούρησιν τῶν νόμων, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνεχθῇ, ὅπως μεταξὺ αὐτῆς καὶ τῶν ἐργατῶν μεσολαβήσῃ ἕτερός τις. Πᾶσα μεσολάβησις τρίτου μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐργατῶν ἦτο περιττὴ κατ’ ἐμέ. Θὰ ἠδύναντο οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἔννομον τάξιν, νὰ λείπωσιν ἐντελῶς καὶ ἀζημίως, διότι ἡ παρουσία των δὲν ἦτο ἀναγκαία. Βεβαίως δὲν εἶπον ὅτι οἱ ἐργάται δὲν πρέπει νὰ προστατεύωνται. Οἱ ἐργάται βεβαίως πρέπει νὰ προστατεύωνται, καὶ θὰ ηὐχόμην, ἵνα ἡ Βουλὴ αὕτη ἐλάμβανε μέτρα προστατευτικὰ ὑπὲρ αὐτῶν, θὰ θεωρηθῶ δὲ εὐτυχὴς ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφίσω καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοιούτων προστατευτικῶν νομοσχεδίων. Πάντοτε ὅμως κηρύττομαι ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς αὐτῶν ἀπολύτως.
§112ΔΙΟΝ. ΚΛΑΔΗΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε, τοῦ λόγου. Συμφωνῶ δὲ πληρέστατα μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Κουλουμβάκη, ἵνα, ὁσάκις ἀναμιγνύονται Βουλευταὶ εἰς τὰς ἀπεργίας, ζητῆται ἀμέσως ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς καταδίωξιν τῶν Βουλευτῶν.
§113ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ παρῃτούμην καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, τοῦ λόγου, ἂν ἡ τροπὴ τῆς συζητήσεως δὲν μοὶ ὑπηγόρευε τὴν ἀνάγκην νὰ εἴπω ὅλως διάφορα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐσκεπτόμην νὰ εἴπω ζητήσας τὸν λόγον. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερασπισθῶ τοὺς ἐργάτας ἐναντίον τῆς κατηγορίας τῶν ἀσπόνδων φίλων των. Ἡ ἀξιότιμος ὁμὰς τῶν φιλτάτων συναδέλφων καὶ διακεκριμένων ἐπιστημόνων φρονῶ ὅτι δὲν ἐξέλεξε τὴν καταλληλοτέραν εὐκαιρίαν διὰ τὴν πρώτην αὐτῆς ἐμφάνισιν καὶ ἠδύνατο ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ αἱματόχρουν σύμβολον τῆς ὑπάρξεώς της, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐκλέξει κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου διὰ τῶν ἐρυθρῶν ψηφοδελτίων. Ἀλλά, ἐὰν εἰς τοῦτο μόνον περιωρίζετο τὸ σφάλμα της, θὰ ἦτο καθαρῶς οἰκογενειακῆς φύσεως ἢ ὥστε νὰ ἔχω δικαίωμα καὶ ἐγὼ παρεμβάσεως, ἀλλ’ ἀτυχῶς προυκάλεσαν τὴν συζήτησιν περὶ τῶν ἐργατῶν, ἵνα ἐκθέσωσιν αὐτοὺς εἰς τὴν γενικὴν κατακραυγήν, τὴν ὁποίαν ἡ ὁμόθυμος τῆς Βουλῆς ἐξέγερσις κατ’ αὐτῶν ἐξεδήλωσεν, ἐνῷ δὲν εἶναι ἄξιοι οἱ δυστυχεῖς ἐργάται τῆς τοσαύτης δυσμενείας τῆς Βουλῆς. Οἱ ἐργάται ὑπῆρξαν πάντοτε τάξις, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἰδιωτεύων καὶ τὸ ἐπάγγελμα ἐνασκῶν καὶ τελευταῖον εἰς τὰ τῆς Πολιτείας ἀναμιχθεὶς συμπαθέστατα εἶχον, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἠθέλησα νὰ προστατεύσω καὶ δοθείσης εὐκαιρίας δὲν ἔλειψα νὰ ἀνακηρύξω τὰ δίκαια αὐτῆς, ἀδιαφορῶν ἂν οὕτω καθιστάμην δυσάρεστος εἰς σημαντικὴν τάξιν ἐργοστασιαρχῶν. Καὶ τότε ὑπεστήριξα καὶ νῦν ἐξακολουθῶ φρονῶν, ὅτι ἐργατικὸν ζήτημα ὑφίσταται καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ οὐχὶ κατὰ τὴν παράδοξον τῶν κ. κ. συναδέλφων ἀντίληψιν. Ὑπεστήριξα, λέγω, ὅτι ὑπάρχει ἐργατικὸν ζήτημα, ὅσον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν ὅρων ἀνέσεως, ὅρων ὑγείας, δικαιωμάτων ἀσφαλείας ἀπὸ κινδύνων, προλήψεως τῶν κινδύνων. Ἀλλ’ οὐδέποτε ἐφαντάσθην νὰ ὑποστηρίξω τὸ καὶ θεωρητικῶς ἀκατανόητον καὶ κοινωνικῶς ἀναρχικόν, ὅτι δὲν εἶναί τις κύριος τοῦ ἰδίου κεφαλαίου. Οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὁ ἐργάτης πρέπει νὰ προστατευθῇ. Οὐδεὶς ἐπίσης ἀμφισβητεῖ, ὅτι τὸ κεφάλαιον θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἴς τινας περιορισμούς, ἀλλ’ οὐδέποτε ἤθελον ἔχει τὴν ἀσύγγνωστον ἐπιπολαιότητα νὰ ἐμπνεύσω φανατισμὸν ὑπὲρ τοιούτων ἰδεῶν εἰς τοὺς ἐργάτας, μὴ δυναμένους νὰ ἔχωσι σαφῆ ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων, εὐχερῶς παρασυρομένους ἐκ τοῦ φυσικοῦ μίσους κατὰ τοῦ κεφαλαίου καὶ δραττομένους πάσης εὐκαιρίας, ἵνα τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἐνασκήσωσι κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἐπιδεινοῦται ἡ θέσις αὐτῶν μᾶλλον, ἢ νὰ βελτιοῦται, ἀποβαίνοντες ταυτοχρόνως ἐπικίνδυνοι καὶ εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Καὶ λυποῦμαι πολύ, Κύριοι, ὅτι τοιαύτη δυσμενὴς ἐκδήλωσις τῶν κ. κ. συναδέλφων κατὰ τῶν δυστυχῶν αὐτῶν ἐργατῶν προεκλήθη εἰς παραμονὰς ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδια ἐξασφαλίζοντα τοὺς ἐργάτας, νομοσχέδια οὕτω τολμηρῶς προστατεύοντα αὐτούς, ὥστε δὲν γνωρίζω, ἂν δὲν θὰ χρειασθῇ πρότερον νὰ ληφθῇ συνταγματικὴ πρόνοια, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ἤθελον ἀφορᾶ εἰς τὴν ἐγκατάστασιν ἐπιτροπῆς ξένης πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, τῆς ὁποίας αἱ ἀποφάσεις θὰ ἔχωσι κῦρος ἐκτελέσεως καὶ τῆς ὁποίας ἡ δικαιοδοσία θ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων, τὸν διορισμὸν αὐτῶν, τὴν ἐξασφάλισιν αὐτῶν. Ὅταν τοιαῦτα νομοσχέδια κατέστη γνωστὸν ἤδη ὅτι μελετῶνται καὶ μετ’ οὐ πολὺ θὰ εἰσήγοντο, ἀληθῶς ἐκδούλευσιν ἠθέλομεν παράσχει εἰς τοὺς ἐργάτας, ἂν ἀπετρέπομεν αὐτοὺς ἀπὸ ὀλισθήματος, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς λόγος δικαιολογεῖ.
§114ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποίου ὀλισθήματος;
§115ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἀμέσως. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀπεργία δὲν εἶχε λόγον ἐπαρκῶς δικαιολογοῦντα αὐτήν, ὅτε μάλιστα ἀφεώρα εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ παρέλυε πᾶσαν κίνησιν, πᾶσαν ζωὴν τῆς κοινωνίας ὑπὸ τὰς ποικίλας αὐτῆς ἐμφανίσεις Τότε μόνον ἡ ἀπεργία δύναται νὰ ἔχῃ σκοπιμότητα, ὅταν ὑπαγορεύηται ἐκ λόγων, τοὺς ὁποίους πᾶσα συνείδησις ἀποδέχεται καὶ ἀναγνωρίζει τὸ δίκαιον αὐτῶν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν οἱ ἐργάται καὶ οἱ σύμβουλοι πρὸ πάντων αὐτῶν, ὅτι ἡ δύναμις τῆς ἀπεργίας οὐδέποτε κεῖται εἰς τὴν δύναμιν τῶν προσώπων τῶν ἀπεργῶν, ἀλλ’ ἀπορρέει ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς κοινῆς γνώμης καὶ ἔχει μέτρον τὴν συμπάθειαν αὐτῆς. Ὅτε τὸ πρῶτον ἀπήργησαν οἱ τροχιοδρομικοί, οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ εἵλωτες, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο 18 ὥρας, οἱ ὁποῖοι τότε ἀληθῶς ἐδυναστεύοντο, οἱ ὁποῖοι πράγματι τότε ἐδυστύχουν, εἶχον ὅλην τὴν κοινὴν γνώμην ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ οὐδεμία Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶχε τὴν ἀστοργίαν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὰ δίκαια αὐτῶν καὶ οὐδεμία Κυβέρνησις δὲν θὰ εἶχε τὸν ἀνθρωπισμὸν νὰ μὴ συγχωρήσῃ καὶ ὑπερβασίας τῶν ἀπεργῶν. Καὶ τότε ἐπεκράτησαν οἱ ἐργάται καὶ ἐβελτιώθησαν ἐπαισθητῶς οἱ ὅροι τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Ἀλλ’ ὅτε γίνεται ἀπεργία ἢ μελετᾶται ἀπεργία, διότι τὸ δεκάωρον εἶναι ἢ δὲν εἶναι συνεχές, διότι ἐπαύθη οὗτος ἢ ἐκεῖνος—καὶ ἐν τούτῳ θὰ ἐπανέλθω—, ἔπρεπεν ἐξ ἅπαντος νὰ γνωρίζωσιν οἱ δυνάμενοι νὰ ἔχωσι γνώμην ἐπὶ τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, ὅτι θὰ τοὺς ἐξέθετον εἰς τὴν κοινὴν κατακραυγήν, τῆς ὁποίας βλέπετε τὰ λυπηρὰ ἀποτελέσματα, τὴν ὁμόθυμον ἐξέγερσιν τῶν Βουλευτῶν, Κύριοι, τῶν ἀντιπροσώπων ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Εἶπον διὰ τὴν παῦσιν τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν μὲ λανθάνει, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἐπαύθησαν ἐν προσχήματι πειθαρχικῶν παραβάσεων, πράγματι δὲ διότι οὗτοι ἦσαν ἡ ψυχὴ ἀληθῶς τοῦ συνδέσμου τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ καὶ πάλιν οἱ καλοὶ σύμβουλοι θὰ ἔπρεπε νὰ διίδωσιν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑταιρεία ἔφερε νόμιμον δικαιολογίαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἀναγνωρίσῃ πᾶσα Κυβέρνησις, ἔπρεπε νὰ ὑπομείνωσιν.
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν τὸ ἔκαμαν αὐτό;
§117Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Καὶ ἀντὶ τούτου τί ἔπραξαν; Ἀπήργησαν. Ἴσως δικαίως, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἐξ ἴσου σωφρόνως. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρέπει σοβαρῶς ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ γεγονότα. Ἄν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ αἰτία ἡ ἐξωθήσασα αὐτοὺς εἰς ἀπεργίαν δὲν ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον, ἠθέλομεν εἶσθαι ἀφιλοσόφητοι, ἐὰν ἐβλέπομεν μόνον εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Διότι τοῦτο δεικνύει, ὅτι οἱ ἐργάται εὑρίσκονται εἰς τοιαύτην δυσφορίαν ἐκ τοῦ καθεστῶτος, διατελοῦσιν εἰς τοιαύτην ἐξέγερσιν, τοσούτῳ ἀνώμαλον ψυχολογικὴν κατάστασιν, ὥστε καὶ εἰς τὴν μᾶλλον ἀσήμαντον ἀφορμὴν ἀπεργοῦσι διακυβεύοντες καὶ θέσιν καὶ μέλλον καὶ ὕπαρξιν ἴσως. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐνῷ δὲν πρέπει νὰ παύσωμεν συμπαθῶς ἔχοντες πρὸς τοὺς ἐργάτας, μὴ λησμονοῦντες ὅτι δὲν κεῖται ἡ νόσος ἐν τῇ ἀπεργίᾳ, ἀλλ’ ἡ ἀπεργία εἶναι σύμπτωμα λανθανούσης νόσου, πρέπει οἱ δυνάμενοι νὰ διαγιγνώσκωμεν, τί ἐσώτερον κεῖνται ὡς αἴτια. Καὶ θέλετε ἓν τούτων νὰ τὸ ἔχητε ἀποδεδειγμένον; Λάβετε τὴν κυρίαν αἰτίαν τῆς ἀπολύσεως τῶν τεσσάρων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἐπαύθησαν μόνον διότι ἦσαν σύμβουλοι τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα ταῦτα ἐπανέρχομαι εἰς τὴν ἀρχικὴν σκέψιν. Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑταιρεία, κακοπίστως ἔστω, δραττομένη δεδικαιολογημένης ἀφορμῆς προβαίνει καὶ εἰς ἀφιλάνθρωπον μέτρον καθ’ ἑαυτό, ἔστω καὶ μὴ πλήρως ἐκ τῶν πραγμάτων δικαιολογούμενον, θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπομείνωμεν, ἵνα ἐντεῦθεν ἐνθαρρύνωμεν ἐπὶ μᾶλλον τὴν Κυβέρνησιν εἰς λῆψιν εὐνοϊκωτέρων ὅρων ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις, τὰ ὁποῖα ἔχει παρασκευάσει, ἀλλ’ ἐνθαρρύνωμεν καὶ τὴν γνώμην τῶν κυρίων συναδέλφων εἰς ἄμεσον ἀποδοχὴν αὐτῶν. Αὐτὴ μοὶ φαίνεται, Κύριοι, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ ὀρθὴ θέσις τοῦ ζητήματος, ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν γνώμην κύρους καὶ ἐπιβολῆς ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν. Ἐγένετο λοιπὸν ἡ ἀπεργία ἐκ δεδικαιολογημένης αἰτίας, ἀλλ’ ἐξ ἀδικαιολογήτου ἀφορμῆς. Ἔλαβον τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, διότι ἔσχον ἀνάμιξιν εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ μοὶ παρεσχέθη εὐκαιρία ν’ ἀντιληφθῶ ἀμέσως τῶν πραγμάτων. Μετέβην μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διασώσωμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ διασωθῇ διὰ τοὺς ἐργάτας, εὑρισκόμενος πρὸ μιᾶς ῥητῆς δηλώσεως τῆς Ἑταιρείας, ὅτι τίποτε δὲν δέχεται ἐκ τῶν προταθέντων περὶ διαιτησίας ἢ περὶ συστάσεως ἐπιτροπῶν, ὅτι δὲ ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη, καὶ ἐδήλου τοῦτο ῥητῶς, νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κῦρος τῶν νόμων καὶ νὰ προστατεύσῃ τὴν Ἑταιρείαν ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν νομίμων αὐτῆς δικαιωμάτων, πρὸ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ εὕρωμεν διέξοδον εὐσχήμου ὑποχωρήσεως, ἥτις θὰ ἔσωζε τὴν ὑπερηφάνειαν, τὴν φιλοτιμίαν τοῦ σωματείου ἐκείνου. Δὲν ἠγόμην ἁπλῶς ἐκ τῆς ἑλληνοπρεποῦς ἀντιλήψεως τοῦ «φιλοτίμου», ὄχι, ἀλλὰ διότι ἐνόμιζον, ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑταιρεία κατίσχυεν ἀπολύτως, θὰ εὑρίσκετο πλέον πρὸ ἠθικῶν πτωμάτων καὶ θὰ ἐδίδετο εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ μεταχειρίζηται αὐτοὺς ὡς πράγματα, θὰ εἶχε τὴν εὐκαιρίαν, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν ἤγετο ἐκ στοργικῶν αἰσθημάτων πρὸς τοὺς ἐργάτας, νὰ ἐκδηλώσῃ καὶ πραγματοποιήσῃ πᾶσαν κακεντρεχῆ διάθεσιν, ἂν δεχθῶμεν, ὅτι εἶχε τοιαύτην. Καὶ εὗρον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν παράκλησιν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ἐκ τῶν ὑστέρων μεσολάβησιν καὶ ἐξέτασιν τῶν λόγων ἀπολύσεως, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς συγκοινωνίας. Καὶ δὲν ἐτόλμησα, Κύριοι, νὰ διατυπώσω τὴν παράκλησιν ταύτην μὲ τὴν προσθήκην ἵνα τὰς γνώμας καὶ τὰς ἀποφάσεις, τὰς ὁποίας θὰ συνῆγεν ἐκ τῆς ἐξετάσεως ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπιβάλῃ ταύτας εἰς τὴν Ἑταιρείαν, διότι ἐγνώριζον καλῶς, ὅτι ἐκ τῶν συμβάσεων καὶ ἐκ τῶν κειμένων νόμων οὐδὲν τοιοῦτον δικαίωμα εἶχεν ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς πλειοδοτῶν εἰς καλωσύνην οἴκοθεν ἀπεδέχθη καὶ ἐδήλωσεν ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑταιρείας, ὅτι δὲν θὰ διεμήνυεν ἁπλῶς τὴν γνώμην του εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἀλλὰ θὰ τὴν ἐπέβαλλε δι’ ὅλου τοῦ κύρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πλειοδοτῶν ἔτι μᾶς παρέσχε τὸ δικαίωμα νὰ λάβωμεν γνῶσιν τῶν ἐξετάσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἐνήργει, καὶ νὰ ἔχωμεν γνώμην εἰσηγητικὴν καὶ παρ’ αὐτῷ καὶ ἡμεῖς πάντες οἱ ὁπωσδήποτε ἐκπροσωποῦντες τοὺς ἐργάτας, καὶ μᾶς ἔδωκεν ἐπὶ πλέον τὸ δικαίωμα ταῦτα νὰ καταστήσωμεν γνωστὰ εἰς τοὺς ἀπεργούς. Ἔφυγον, Κύριοι, μὲ τὸν ἐνθουσιασμόν, ὅτι ἐπετυγχάνετο κἄτι τι πλειότερον ἢ ὅσον ηὐχόμην καὶ ἔβλεπον ὡς δυνατόν. Ἀτυχῶς οἱ ἀπεργοὶ δὲν ἐπωφελήθησαν τῆς εὐκαιρίας νὰ ὑποχωρήσωσιν. Ἐλησμόνουν, ὅτι μία ἔγκαιρος ὑποχώρησις ἀντιστοιχεῖ πρὸς μίαν νίκην, καὶ ἐπὶ μᾶλλον οὕτως ἀπεξενώθησαν τῶν συμπαθειῶν, τοὐλάχιστον τοῦ κοινοῦ, διότι τῆς συμπαθείας τῶν ἀληθῶν φίλων τῶν ἐργατῶν δὲν ἐστερήθησαν καί, Κύριοι, ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ πιστεύσητε, ὅτι ταῦτα δὲν μοὶ ὑπηγόρευσε νὰ εἴπω πολιτικὸν συμφέρον, διότι τοῦτο θὰ ἐξυπηρέτουν ἀσφαλέστερον, ἂν καὶ ἐγὼ καὶ τότε καὶ νῦν ἐτήρουν ἀδιάλλακτον στάσιν. Ἐκεῖνοι θὰ μὲ ψηφίσωσιν, ὄχι σεῖς. Ἀλλ’ ὅπως, Κύριοι, νομίζω ὅτι βάσις καὶ πανάκεια πάσης ἀνορθωτικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὁ μοναδικὸς ὅρος τῆς τηρήσεως τῶν νόμων, οὕτω καὶ ὡς μοναδικὸς ὅρος τῆς εὐσυνειδήτου ὑπηρεσίας τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι νὰ πολιτεύηται οὐδόλως ἀφορῶν ἢ παρασκευάζων μελλούσας ἐκλογάς. Τὴν γνώμην ταύτην ἔσχον ἤδη εὐκαιρίαν ἀλλαχοῦ πρότερον νὰ διαδηλώσω καὶ θὰ φροντίσω νὰ μὴ ἀποστῶ αὐτῆς. Παρ’ ὅλους λοιπὸν τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἴσως καταστήσωσι μείζονας οἱ ἔχοντες ἀντίθετα συμφέροντα, πρέπει νὰ εἴπω μίαν φορὰν ἀκόμη, ὅτι οἱ ἐργάται δὲν ὑπῆρξαν εὐτυχεῖς εἰς τὰς ἀποφάσεις των καὶ οἱ ἐργάται ὑπῆρξαν ἐπίσης ἀτυχεῖς εἰς τοὺς συμβούλους, τοὺς ὁποίους εἶχον.
§118ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ποῖοι ἦσαν οἱ σύμβουλοι;
§119Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν τοὺς γνωρίζω.
§120ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Φέρετε ὑπαινιγμοὺς ἐναντίον συναδέλφων προλαλησάντων, καὶ ἑπομένως ἀποδίδετε καὶ εἰς ἐμὲ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν.
§121Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁ κώδων τοῦ κ. Προέδρου δὲν μὲ ἀφῆκε νὰ ἀκούσω ἀκριβῶς τί εἴπετε, ἀλλ’ ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, ὅτι τόσον ὑμεῖς, ὅσον καὶ οἱ φίλτατοί μου σύντροφοί σας, φρονοῦσιν ὅτι ὑπονοῶ αὐτούς.
§122ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τότε ποίους ὑπονοεῖτε;
§123Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὑπονοῶ τοὺς οἱουσδήποτε, τοὺς ὁποίους ἔχουσιν. Ἀλλά, Κύριοι, διὰ νὰ εἴμεθα ἐν τάξει καὶ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς, ἐξ ἑαυτῶν ἄγονται οἱ ἐργάται ἢ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ καὶ κατὰ κανόνα πάντοτε εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐκ τῶν ἐπιτηδείων; Δὲν εἶσθε ὑμεῖς, ἀλλ’ οὔτε οἱ ἄλλοι κ. κ. συνάδελφοι· δὲν εἶναι ὁ κ. Θεοδωρόπουλος. Μάλιστα δοθείσης εὐκαιρίας ὀφείλω, Κύριοι, νὰ διακηρύξω, ὅτι κατὰ τὸ στάδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ συνεργάζωμαι μετὰ τῶν κυρίων συναδέλφων, μεταβαίνων παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ εὗρον καὶ παρ’ αὐτοῖς ἐπίσης συνδιαλλακτικὰς διαθέσεις.
§124ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν;
§125Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τοῦτο δὲν ἀποκλείει ὅτι οἱ ἐργάται ἐνεθαρρύνθησαν ὑπὸ προσώπων ξένων, ἀλλ’ ἐπιτηδευομένων τὸν φίλον. Ἴσως ὑμεῖς ἐγγύτερον πρὸς αὐτοὺς ὄντες τοὺς γνωρίζετε, ἀλλ’ ἐγὼ τοὺς ἀγνοῶ.
§126Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐνεφιλοχώρησαν καὶ στοιχεῖα ἀντιπολιτευτικὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἐγιουχάϊζον καὶ ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι μετεδίδομεν διαβεβαιώσεις κυβερνητικάς. Αὐτὰ διατί δὲν τὰ λέγετε, ἀλλ’ ὁμιλεῖτε ἀορίστως;
§127Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἰδοὺ ὅτι τὸ γνωρίζετε. Ἐγὼ εἰλικρινῶς βεβαιῶ, ὅτι τὸ ἠγνόουν. Ἀλλ’ ἔχω αἰτιάσεις κατὰ τῶν φιλτάτων συναδέλφων, διότι ἔφεραν τὸ ζήτημα καὶ παρέσχον—πρέπει δι’ ἑκατοστὴν φορὰν νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ἕως οὗ θελήσωσι νὰ τὸ ἐννοήσωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι—ἀφορμὴν εἰς ὁμόθυμον ἐκδήλωσιν τοσοῦτον δυσάρεστον διὰ τοὺς ἐργάτας.
§128Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Οὐδεμίαν ἐκδήλωσιν.
§129Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὰ πράγματα ἔσχον τοιαύτην μοιραίαν τροπήν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἀληθῶς ἔδειξε στοργὴν μείζονα ἢ ὅσην αἱ σύγχρονοι συνθῆκαι ἀνορθώσεως καὶ ἀποκαταστάσεως τοῦ κύρους τῶν νόμων θὰ ἐδικαιολόγουν. Ἡ Κυβέρνησις ἔδειξεν ὑποχωρητικότητα, τὴν ὁποίαν μόνον μία φιλοσοφημένη τῶν πραγμάτων ἀντίληψις καὶ ἡ ἀρετὴ τοῦ σπεύδειν μέν, βραδέως δέ, κατέστησε δυνατήν. Καὶ ὅτε, Κύριοι, ταῦτα γίνονται προσιτὰ εἰς τὴν ἀντίληψιν πάντων καὶ ὅτε ὁμοθύμως καὶ ὁ τύπος καὶ ἡ κοινὴ γνώμη τοιαύτην γνώμην εἶχον, δὲν προσέφερον χειρίστας ὑπηρεσίας διὰ τοὺς ἐργάτας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταστήσωσιν ἀντικείμενον κοινοβουλευτικῆς συζητήσεως θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγνώριζον πολὺ καλὰ ὅτι θὰ ἡττηθῶσι, καθ’ ὃν τρόπον ἡττήθησαν;
§130ΘΡ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Σεῖς τὸ ἐφέρατε.
§131Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶναι πολὺ λυπηρὸν ὅμως, ἂν ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν, κύριοι συνάδελφοι, θεωρήσητε ἐκ τῆς ἥττης τῶν συνηγόρων των συνηττηθέντας καὶ τοὺς ἐργάτας. Βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι οἱ ἐργάται πάντοτε, ἀλλὰ καὶ νῦν, εἶναι ἄξιοι πάσης ὑμῶν τῆς συμπαθείας καὶ πάσης ὑμῶν τῆς προστασίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§132Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπεθύμουν μετὰ τὸν εἰσηγητήριον λόγον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις θ’ ἀποτελέσῃ ἱστορικὸν γεγονὸς διὰ τὸν τόπον μας, μετὰ τὴν λαμπρὰν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν εἰς ὅλα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς ἔκαμεν ἡ παρουσία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγγείλαντος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπὸ τόσον χρόνον ἐπερίμενεν ἡ Ἑλλάς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ἀνυπομόνως ἐπερίμενε, τουτέστι τὴν ἔναρξιν βελτιώσεως διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔφερε καὶ θὰ φέρῃ εἰς τὸ μέσον, ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ μὴ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν ἀνιαρὰν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε περὶ τῆς ἀπεργίας.
§133Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἐξακολουθεῖ.
§134Α. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἡ συζήτησις ὅμως αὕτη δὲν ἦτο καὶ ἐντελῶς ἄσκοπος, διότι ἐκ τῆς συζητήσεως προέκυψε φῶς, τὸ ζήτημα δέ, ὅπως διὰ τῶν εἰσηγητῶν τῆς ἐπερωτήσεως ἀνεπτύχθη, ἔχει δύο ἐπόψεις, τὴν ἔποψιν τῆς ἀρχικῆς ἀφορμῆς τῆς ἀπεργίας καὶ ἑπομένως τοῦ δικαίου ἢ μὴ τῆς Ἑταιρείας καὶ τὴν ἔποψιν τῶν ἐπακολουθησάντων. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὴν πρώτην ἔποψιν δὲν ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ ἀπεργήσαντες ἦσαν ἐν τῷ ἀδίκῳ, οὔτε αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἠθέλησε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν Ἑταιρείαν, περιορισθεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἦλθεν εἰς φῶς, ἂν τῳόντι ἡ Ἑταιρεία προέβη εἰς τὰς ἀπολύσεις τῶν ὑπαλλήλων της, διὰ νὰ καταπτοήσῃ τοὺς ἐργάτας. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ κρίνῃ τις κατὰ τὴν θεωρίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ κεφάλαιον, ὡς ἰσχυρότερον, εἶναι εἰς θέσιν νὰ καταδυναστεύῃ τὸν ἐργάτην, θὰ εἴχομεν καὶ ἐδῶ ἓν τεκμήριον ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον, ὡς μὴ θετικόν, ἀφήνομεν κατὰ μέρος. Ποῖον ὅμως εἶναι, Κύριοι, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως ἀπετέλεσε τὴν βάσιν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο φῶς; Εἶναι τὸ τί κατὰ τὴν διάλυσιν τῶν ἀπεργῶν ὑπὸ τῆς ἐξουσίας ἔγινε, τὸ πῶς τοῦτο ἐγένετο καὶ διατί ἐγένετο; Καὶ ἐγὼ ἐρωτῶ, ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄλλως; Ὅταν φθάσῃ εἰς τὰς ὁδοὺς ἡ σύγκρουσις ἀντιθέτων συμφερόντων, πολυάριθμοι δὲ συναθροίσεις ἐπιμένωσιν ἀντιμετωπίζουσαι τὴν ἐξουσίαν ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους, τὸ ὀλιγώτερον εἶναι νὰ περιμένῃ κανεὶς αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, καθόσον ἠδύναντο νὰ γίνωσι καὶ χειρότερα. Καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἔλαβον τὸν λόγον, διότι εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν ὑπηρετεῖται τὸ συμφέρον τοῦ ἐργάτου διὰ τοιούτων ἀντιθέσεων πρὸς τὴν ἐξουσίαν. Βεβαίως, Κύριοι, ὄχι οἱ ἐργάται τῶν πόλεων, περὶ τῶν ὁποίων οἱ κ. συνάδελφοι ἔφεραν τὸν λόγον καὶ τὸ δίκαιον τῶν ὁποίων ὑπερήσπισαν τόσον ἐρρωμένως, καὶ καλῶς ποιοῦντες, διότι ὅλοι εἴμεθα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, ὄχι οἱ ἐργάται τῶν πόλεων, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐργάται τῶν ἐπαρχιῶν, οἱ ἐργάται οἱ ἐξοχικοί, καὶ ἐν γένει οἱ παραγωγοί, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι δουλεύουσιν εἰς τὸ κεφάλαιον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι καταδυναστεύονται. (Χειροκροτήματα). Ἔρχομαι εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Μήπως ἡ κατάστασις τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν εἶναι καλλιτέρα ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῶν πόλεων; Εἰς τὰς ἐπαρχίας εἶναι τὸ μέγα κακόν· ἐκεῖ βλέπετε ἀπίστευτον καταδυνάστευσιν τοῦ κεφαλαίου, διὰ τῆς τοκογλυφίας, ἡ ὁποία ἀπαισίαν ἐγείρει τὴν κεφαλήν της. Περιουσίαι καθ’ ἡμέραν ἐκποιοῦνται καὶ τὰ κτήματα περιέρχονται εἰς εὐτελεστάτην τιμὴν εἰς χεῖρας ὀλίγων. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ. Ἀλλ’ ἕπεται ἐκ τούτου, Κύριοι, ὅτι πρέπει τὰ παράπονα αὐτῶν νὰ διατυπῶνται εἰς ἐξεγέρσεις; Ὄχι βεβαίως. Τοὐναντίον ἐγὼ δὲν βλέπω ἄλλην ἐλπίδα σωτηρίας τόσον τῶν ἐργατῶν τῶν πόλεων, ὅσον καὶ τῆς παραγωγῆς ἐν γένει, δὲν βλέπω, λέγω, ἄλλην σωτηρίαν παρὰ τὴν ἐλπιζομένην ἀπὸ γενικωτέρας μεταβολῆς τῶν πραγμάτων, ἀπὸ τὴν μεταβολήν, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται ἡ ἀναμορφωτικὴ Κυβέρνησις. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι προχθὲς ἐστάλημεν ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς μας δι’ ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν τὸν ἀναμορφωτικόν, ὅπως ὑποστηρίξωμεν τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν θὰ τὴν ὑποστηρίξωσι; Διὰ τοῦτο ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσι νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ὑποβαλόντες τὴν ἐπερώτησιν, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἴμεθα καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἡ ἀφορμὴ δὲν ἦτο ἡ κατάλληλος, ἵνα ἐπιληφθῶσι τοῦ ἐργατικοῦ ζητήματος, εἰς περίστασιν δηλαδὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισεν, ὡς ὤφειλε, νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἐνήργησε. Δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ μάλιστα, ὡς εἶπον ἤδη, ὅτι τὰ πράγματα ἐφέροντο εἱμαρμένως εἰς τοιαύτην σύγκρουσιν, εὐτυχῶς δὲ ὅτι δὲν εἴχομεν καὶ θύματα. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ συμφέρον ὅλων ἡμῶν, τῶν ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῆς τάξεως, εἶναι νὰ παρακολουθήσωμεν τὸν δρόμον τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως πρὸς βελτίωσιν ἐν γένει τῶν πραγμάτων. Ἀπὸ τῆς βελτιώσεως αὐτῆς ἐξαρτᾶται καὶ ἡ βελτίωσις τῶν ἐργατῶν. Ἔχω δ’ ἀπόλυτον πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ φέρῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα καὶ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ τείνωσι πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ἤκουσα εὐχαρίστως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐξαγγέλλοντα τόσα πολλὰ καὶ καλά, μεταξὺ δὲ τῶν νομοσχεδίων του, ἤκουσα, ὅτι θὰ εἶναι καὶ τὸ περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἐκ συμβάσεως τόκου καὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τῆς τοκογλυφίας ὡς ἀδικήματος. Πρέπει, Κύριοι, αἱ περιστάσεις νὰ διδάξωσιν ὅλους τοὺς ἐνδιαφερομένους ὑπὲρ τοῦ καλοῦ τοῦ τόπου ἡμῶν καὶ νὰ εἴμεθα ἐφεκτικοὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐξεγέρσεις, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὸ συμφέρον ἡμῶν τῶν ἀνορθωτικῶν εὑρίσκεται ἐν τῇ ὁμαλῇ πορείᾳ τῶν ὑποθέσεων τῶν κυβερνητικῶν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν περιμένομεν τὸ καλὸν τοῦ τόπου. (Χειροκροτήματα).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Καραπᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§136ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἀπών.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαμάης ἔχει τὸν λόγον.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ ἐπιτρέπητε νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του ὁ Πρόεδρος ὅπως τὰ ἀντιλαμβάνεται. Ὁ κ. Μιχαλέας ἔχει τὸν λόγον.
§140Β. ΜΙΧΑΛΕΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§141Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Μία φράσις μου περὶ μεταβολῆς ἀντιλήψεως τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ἐργοστασίων ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς μὲν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγώ, ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἔχω τάσιν νὰ γίνω κύριος τῶν ἐργοστασίων τῆς Ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων, εἰς δὲ τοὺς κ. Βουλευτὰς Λακωνίας καὶ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι εἰσάγω τοιαῦτα καινὰ δαιμόνια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀντίθετα πρὸς τὴν κοινὴν ἀντίληψιν καὶ καταστρέφουσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν. Ὑποθέτω, ὅτι ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἐπίθεσις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν βουλευτὴν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Λαγοπάτην, οὗτος ἐξετέλεσε κατὰ τὴν συνήθειάν του καθῆκον προστασίας τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ οὔτε ἐπιθετικὰς τάσεις ἔδειξα οὔτε ἐξ ὅσων ὑπεστήριξα ἐξέθεσα τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη, ὡς εἶπε παραδόξως ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας. Ἡ ἔννοια τῶν λόγων μου ἦτο ἁπλῆ καὶ εἰς οὐδεμίαν παρεξήγησιν ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀφορμήν. Εἶπον καὶ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ κοινωνικὴ ἐξέλιξις ἔχει φθάσει μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε οἱ ἐργάται ἀπέκτησαν δικαιώματα ἐντὸς τῶν ἐργοστασίων· ἀπέκτησαν δικαιώματα προκειμένου περὶ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων αὐτῶν πρὸς τοὺς ἐργοδότας· κατώρθωσαν οἱ ἐργάται νὰ κανονίσωσι σεβαστὴν τὴν θέλησίν των ἀναφορικῶς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς προσλήψεως καὶ ἀποπομπῆς των ἀπὸ τὰ ἐργοστάσια. Τοῦτο δὲν εἶναι καθόλου ξένον. Καὶ παρ’ ἡμῖν πολλαὶ κατηγορίαι ἐργατῶν ἔχουσιν ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζωσι τὸν τρόπον τῆς προσλήψεως αὐτῶν εἰς τὴν ἐργασίαν. Ἡ ἀντίληψίς μου καὶ ἐν γένει ἡ ἐπιστημονικὴ ἀντίληψις εἶναι, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἰδιοκτησίας σήμερον εἶναι ἐντελῶς διάφορος πρὸς ἐκείνην, ἡ ὁποία ἦτο πρὸ πεντηκονταετίας. Σήμερον εἶναι περιωρισμένη καὶ συνεπείᾳ τῶν καθ’ ἑκάστην λαμβανομένων νομοθετικῶν μέτρων, δι’ ὧν ῥυθμίζονται οἱ ὅροι τῆς ἐργασίας συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἐργατῶν, καὶ συνεπείᾳ τῆς ἐπιρροῆς, τὴν ὁποίαν ὀργανωθέντες ἀπέκτησαν οἱ ἐργάται. Παρεπονέθην κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐδέχθη ἐκ τῶν προτέρων ὡς ἀποδεδειγμένους τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς Ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων, ἐντελῶς δ’ ἀβασίμους τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων, καὶ διότι δὲν ἔκαμεν ὅ,τι ἔπρεπεν, ὅπως ἀναγκάσῃ τὴν Ἑταιρείαν νὰ δεχθῇ τὴν περὶ συστάσεως διαιτητικῆς ἐπιτροπῆς πρότασίν του. Τὸ ὅτι δὲ εἶχε τὸ κῦρος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν συνδιαλλακτικὴν λύσιν καθ’ ὃν τρόπον εἶχον προτείνει οἱ ἐργάται καὶ εἶχε κατ’ ἀρχὰς δεχθῆ ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀνέφερεν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του καὶ ἔχει πεποίθησιν, ὅτι θὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ πρὸς ἐπαναδιορισμὸν τῶν ἀπολυθέντων τροχιοδρομικῶν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ ἀνάκρισις ἀποδείξῃ, ὅτι ἀδίκως ἀπελύθησαν οὗτοι. Ἐκτὸς τούτου κατηγόρησα διαφόρους παραβάσεις τῆς ἐξουσίας, κατέκρινα συλλήψεις ἐργατῶν μὴ ἐπιθυμούντων νὰ ἐπαναλάβωσι τὴν ἐργασίαν, ἐπεκαλέσθην καὶ κατέκρινα τὴν ἄστοχον ἐνέργειαν τῶν ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν κατὰ τὰς νυκτερινὰς ὥρας. Δι’ ὅλα αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔκρινεν ὀρθὸν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ, δὲν ἔκρινεν ὀρθὸν ὅτι ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι θὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, ἀλλὰ περιωρίσθη νὰ εἴπῃ, ὅτι μία πρέπει νὰ εἶναι ἡ μέριμνα τῶν Κυβερνήσεων, νὰ μὴ πέσῃ θῦμα ὁ Νόμος. Εἰς τοῦτο ἔχω ν’ ἀπαντήσω, ὅτι πρώτιστον καὶ κυριώτατον σκοπὸν ἔχει ἡ Πολιτεία τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ζωῆς τῶν πολιτῶν, αἱ δὲ ἐνέργειαι τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς δὲν ἔτεινον πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ πρωτίστου τούτου σκοποῦ. Κατεκρίθημεν ἡμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἐπροκαλέσαμεν τὴν συζήτησιν καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπέκειτο ἡ ὑποβολὴ τῶν ἐργατικῶν νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ ὑποβολὴ τῶν νομοσχεδίων καὶ ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων εἶναί τι διάφορον ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, τὸν σεβασμὸν τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι παρεβίασαν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα. Τίνα σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ ψήφισις ἐργατικῶν νομοσχεδίων, ὅτε γενικώτεροι νόμοι παραβιάζονται ὑπὸ τῆς ἐξουσίας; Τὸ περιεργότερον δὲ ὅλων εἶναι, ὅτι κατηγορήθη καὶ ἡ μεσολάβησις ἡμῶν καὶ ἐρρίφθησαν καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω πόσοι ὑπαινιγμοί.
§142ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ μεσολάβησις ὑμῶν οὐδόλως κατεκρίθη.
§143Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἐκ τῶν συναδέλφων τὸ εἶπεν, ἐνῷ ἐγνωρίζετε, ὅτι ἀκριβῶς παρεκλήθημεν νὰ μεσολαβήσωμεν κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ ὅτι κατεβάλομεν πλείστας προσπαθείας καὶ ἐδρέψαμεν ἀποδοκιμασίας μίαν ἑσπέραν ἐκ μέρους τῶν ἀπεργῶν, διότι ὑπεστηρίξαμεν ἐντόνως, ὅτι ἔπρεπεν οἱ ἐργάται πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης νὰ δεχθῶσι τὰς προτάσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων. Καταλήγων, Κύριοι, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἐφανταζόμην ποτέ, ὅτι τὰ συμπολιτευτικὰ καθήκοντα πλείστων συναδέλφων θὰ ἔφθανον μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε νὰ τοὺς ἀναγκάσωσι νὰ ἀνέλθωσι τὸ βῆμα τοῦτο καὶ νὰ κηρύξωσιν, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον καὶ ἀναγκαῖον νὰ συλληφθῶσιν ἀθῷοι ἐργάται καὶ νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὰ μπουδρούμια τῶν φυλακῶν, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον κατὰ τὰς νυκτερινὰς ὥρας νὰ γίνωσιν ἐπελάσεις, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον νὰ παραταθῇ ἕως σήμερον ἡ ἀνάκρισις διὰ γεγονότα, τῶν ὁποίων ἡ ἐξακρίβωσις ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου. Δὲν ἐφανταζόμην καὶ δὲν ἐπερίμενα ποτέ, ὅτι ἔχοντες πανεπιστημιακὰ διπλώματα καὶ ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ ἐξελθόντες θὰ εἶχον τοιαύτην τινὰ περὶ δικαίου ἀντίληψιν.
§144ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις θέλω νὰ εἴπω μόνον, διὰ νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Λαγοπάτην διὰ τοὺς ὑπαινιγμούς, τοὺς ὁποίους ἔρριψε περὶ τῶν συμβούλων τῶν ἐργατῶν. Χάριν τῆς ἀληθείας ὀφείλω νὰ δηλώσω, καὶ εἰς τοῦτο μοὶ ἔρχεται ἐπίκουρος ἡ σημερινὴ ἀνακοίνωσις τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου, ὅτι ἐξ ἀρχῆς τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον, ἦτο κατὰ τῆς ἀπεργίας καὶ διὰ Πρακτικοῦ ἐξεδήλωσε τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἡ ἀπεργία μέχρις οὗ ἐπέλθῃ συνεννόησίς τις, καὶ ἴσως συμβιβαστικὴ λύσις. Μέχρι δ’ ἐσχάτων ἠγωνίσθην καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, τῶν ἀποτελούντων τὴν ὁμάδα ἐκείνην, μεθ’ ὧν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον, ὅπως λήξῃ ἡ ἀπεργία καὶ μὴ παρατείνηται ἡ ἀνωμαλία. Καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν εἰργάσθην ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους. Ὥστε φρονῶ, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν εἶχε δίκαιον ὑποστηρίξας, ὅτι ἐγὼ ὑπῆρξα ὁ προκαλέσας τὴν ἀπεργίαν τῶν τροχιοδρομικῶν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ἀντιπρόεδρον νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ, διότι ἔχω νὰ ὑποβάλω τι εἰς τὴν Βουλήν.
§146ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Παρακαλῶ· ἔχω ζητήσει τὸν λόγον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Πᾶσαι αἱ προτάσεις, ὅσαι δὲν εἶναι προτάσεις νόμου ἢ τροπολογίαι ἢ ὑποτροπολογίαι τοιούτων, ὡς ἐπίσης αἱ προτάσεις αἱ πηγάζουσαι ἐκ τῆς διατάξεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 42, δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἅμα τῇ ὑποβολῇ αὐτῶν καὶ ἀφοῦ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ Γραμματέως». Μόλις, κύριοι συνάδελφοι, ὑπεβλήθη ἡ πρότασις περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Κανονισμοῦ, ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα παρευθὺς ζητήσω τὴν ἀπόρριψιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ κατεπείγοντος, διότι ἡ πρότασις ἐκείνη ἀναμφιβόλως δὲν εἶναι πρότασις νόμου ἢ τροπολογία ἢ ὑποτροπολογία. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος δὲν μοὶ ἔδωκε τὸν λόγον. Καὶ δὲν ἔχω παράπονον, διότι κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς προεδρίας του διέλαθεν αὐτὸν ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ· δὲν ἔχω παράπονον, κύριοι συνάδελφοι, διότι ὁ κ. Πρόεδρος μὲ τιμᾷ διὰ τῆς φιλίας του καὶ ἑπομένως ἀπέδωκα εἰς φιλικὸν θάρρος καὶ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν μοὶ ἔδωκε τὸν λόγον. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ εἴπω, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ διεύθυνσις τοῦ συνεδρίου τούτου ἤρχισε μὲ ἀπροσεξίας περὶ τὸν Κανονισμόν. Συνέδριον δὲ πολιτικόν, ὅταν δὲν ἔχῃ διευθύνοντας διατελοῦντας ἐν πλήρει καὶ βαθυτάτῃ γνώσει καὶ τῶν τελευταίων διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι καταδεδικασμένον νὰ ἀποτύχῃ οἰκτρῶς εἰς τὰς ἐργασίας αὑτοῦ. Καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῇ πᾶς καλῆς πίστεως συζητητής, ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι κατηγορήθημεν, ὅτι ἐτυραννήσαμεν τὸ Σῶμα, πολλάκις ἐφέραμεν αὐτὸ ἐντὸς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐκτὸς τοῦ ὁποίου ἔφεραν αὐτὸ οἱ ἀγνοοῦντες αὐτόν. Μετὰ τὰ λεχθέντα ταῦτα παρακαλῶ καὶ αὖθις τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ δώσῃ τὸν λόγον, ὅπως ἀποκρούσω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§147Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὸ Προεδρεῖον, εἶναι ἡ καταγγελία τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ὅτι ἐγένετο παράβασις τοῦ Κανονισμοῦ, ἔστω καὶ ἐκ φιλικοῦ θάρρους πρὸς αὐτόν.
§148ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὸ φιλικὸν θάρρος τὸ ἀπέδωκα εἰς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν δὲν μοὶ ἐδώκατε τὸν λόγον.
§149Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ καθῆκόν μου θὰ ἐπιτελέσω πάντοτε μετὰ πάσης αὐστηρότητος, ἀδιαφόρως ἂν ἐκεῖνοι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔρχεται εἰς πρόσκρουσιν τὸ Προεδρεῖον, εἶναι φίλοι ἢ μή. Τὸ ἄρθρον 34 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ Ὑπουργοὶ εἰσάγοντες νομοσχέδια ἢ τὸν Προϋπολογισμόν, ὡς καὶ οἱ Βουλευταὶ ὑποβάλλοντες προτάσεις νόμων, δύνανται νὰ ποιῶνται προφορικὴν αὐτῶν εἰσήγησιν, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπηται οἱαδήποτε περαιτέρω μετ’ αὐτὴν συζήτησις». Ὁ ἀξιότιμος κύριος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὡς Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, εἰσήγαγε πρότασιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ καθορισμοῦ διατάξεων τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς προτάσεως ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἀπήντησα πρὸς αὐτόν, ὅτι δὲν δύναται νὰ λάβῃ τὸν λόγον, διότι ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἡ παροχὴ τοῦ λόγου, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀπαντήσεως εἰς εἰσήγησιν Ὑπουργοῦ. Ἐπέμενε, καὶ μετὰ τὴν παρατήρησίν μου, νὰ ζητῇ τὸν λόγον, καὶ ἐπέμεινα καὶ ἐγὼ ἀρνούμενος. Καὶ πάλιν ὅμως ἐπέμεινα καὶ τότε μεθ’ ὕφους ἐντόνου ἀπηγόρευσα εἰς αὐτὸν τὸν λόγον. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν νομίζω ὅτι εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἔπραξά τι ἕτερον εἰμὴ τὸ καθῆκόν μου πρὸς τὸ Σῶμα. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δηλονότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεώς του χαρακτηριζομένης ὡς ἐπειγούσης, ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὁ ἴδιος προυτιθέμην νὰ εἰσαγάγω εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἀνέμενον τὴν προσήκουσαν σειράν, διότι συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν τὸν διέποντα ἡμᾶς, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατήρχετο τοῦ βήματος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ συζήτησις περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἦτο δυνατόν, διότι, διὰ νὰ κηρύξῃ ἡ Βουλὴ πρότασίν τινα ἐπείγουσαν, ἔπρεπε νὰ εὑρίσκετο ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν προτάσεων νόμου, εὑρίσκετο δὲ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀνέμενον λοιπὸν τὸ πέρας τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἐπρόκειτο ἀκριβῶς νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν θεωρεῖ ἐπείγουσαν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ δὲ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, διακόπτων με καὶ ζητῶν ἐπανειλημμένως τὸν λόγον ἐναντίον τῶν συστάσεών μου, εὑρίσκετο ἐν ἀταξίᾳ περὶ τὸν Κανονισμόν, ἐγὼ δέ, ἐφ’ ὅσον ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν μου, εὑρισκόμην ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν νομίσῃ ποτὲ ἡ Βουλή, ὅτι εὑρίσκομαι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἔχει ἢ νὰ ἀποφανθῇ. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§150ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀναγινώσκω καὶ αὖθις τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Πᾶσαι αἱ προτάσεις, ὅσαι δὲν εἶναι προτάσεις νόμου ἢ τροπολογίαι ἢ ὑποτροπολογίαι τοιούτων, ὡς ἐπίσης αἱ προτάσεις αἱ πηγάζουσαι ἐκ τῆς διατάξεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 42, δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἅμα τῇ ὑποβολῇ αὐτῶν καὶ ἀφοῦ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Προέδρου ἢ τοῦ Γραμματέως». Τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀναμφιβολώτατα δὲν ἦτο πρότασις νόμου, διότι δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ πρότασις νόμου ἐκείνη, ἥτις ψηφιζομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς κυρώσεως τοῦ Βασιλέως, ἀναμφιβολώτατα δὲν ἦτο πρότασις μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ μόνον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τοιαύτη πρότασις ἐκείνη, ἥτις ἀναστέλλει καὶ συνταγματικὴν διάταξιν, τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἀφορᾷ τὰς προτάσεις νόμων, οἵτινες καταρτίζονται τῇ συμπράξει τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι νόμος ἐκεῖνο, ὅπερ περιέχει ἀναστολὴν συνταγματικῆς διατάξεως. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ αὖθις νὰ δίδηται μεγαλειτέρα προσοχὴ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ μὴ καταντήσῃ τὸ συνέδριον ἡμῶν Σῶμα ὀχλαγωγικόν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ὀχλαγωγίαν, ἐφήρμοσα τὸν Κανονισμόν, ἡ δὲ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34 λέγει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Πᾶσαι αἱ προτάσεις κλπ. δύνανται νὰ συζητηθῶσιν ἅμα τῇ ὑποβολῇ αὐτῶν καὶ ἀφοῦ ἀναγνωσθῶσι». Δὲν ἀνεγνώσθη ὅμως.
§152ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ ἐζήτησα· ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ προτείνω, ὅπως ἀναγνωσθῇ ἡ πρότασις.
§153Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Εὑρισκόμεθα ἐν εἰδικῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διακοπῇ ἡ εἰδικὴ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων· ἀπορῶ δὲ πῶς δὲν γνωρίζει τοῦτο ὁ κ. Κουλουμβάκης:
§154ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι σαφεστάτη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 34 τοῦ Κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, διότι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 34 (ἀναγινώσκει): «Πᾶσα πρότασις...νόμου, ἢ πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ κλπ., τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς». Λοιπὸν τὸ ἔντυπον διενεμήθη σήμερον.
§155Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε εἶναι τὸ κανονικόν. Ἐν τούτοις, κατ’ ἐξαίρεσιν, δύναται νὰ τὸ ψηφίσῃ ἡ Βουλή, ἐὰν τὸ θεωρήσῃ κατεπεῖγον.
§156Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ πρότασις αὕτη νὰ γίνῃ δεκτή, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ.
§157Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Προτείνετε τὸ ἀπαράδεκτον; Τοῦτο δὲν ἔχει τὴν θέσιν του ἐνταῦθα.
§158Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ἀποκρούσω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως κηρυχθῇ κατεπειγόντως συζητήσιμος ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 καὶ συζητηθῇ κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν.
§159Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν παρῆλθε τὸ εἰκοσιτετράωρον ἀπὸ τῆς διανομῆς τῶν ἐντύπων, δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ κηρύξῃ τὴν πρότασιν ὡς κατεπείγουσαν.
§160Γ. ΠΩΠ. Ἡ γενομένη πρὸ ὀλίγου συζήτησις περὶ τῆς μορφῆς, ἣν ἔχει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, μὲ εὑρίσκει ἐντελῶς σύμφωνον μὲ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, διότι φρονῶ, ὅτι ὄντως εἶναι νόμος ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς καὶ συνεπῶς ὑπόκειται εἰς τὰς διατάξεις τῶν νόμων, καθόσον διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλονται καὶ ποιναί, ὡς εἶναι γνωστόν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ καθ’ ἣν περίπτωσιν νόμος εἰδικὸς δὲν ὁρίζει ταύτην. Συνεπῶς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι πρόκειται περὶ νόμου. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ μορφὴ τοῦ νόμου τούτου; Τοῦτο τὸ ἐξεταστέον καὶ ἂν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συμβῇ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ σχεδίου νόμου πρὸς τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη. Εὐθὺς μόλις ἤρξατο τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἠρωτήθη ὑπ’ ἐμοῦ: «Ποῖος εἶναι ὁ εἰσάγων τὸ σχέδιον τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ;» Καὶ μοὶ ἀπήντησεν: «Ὁ ἐπὶ τοῦ βήματος εὑρισκόμενος». Καί, ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, τὸν ἠρώτησα: «Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης;»—«Ὄχι», ἀπήντησεν, «ἀλλ’ ὁ Βουλευτὴς Ἀρκαδίας». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀνεγνώριζεν, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔπρεπε νὰ εἶναι Πρωτεύς. Νὰ εἶναι πῦρ ἐνώπιον ὑμῶν, ἀλλὰ καὶ ὕδωρ ἐνώπιον τῶν ἄλλων· πῦρ, ἵνα ὑποκαύσῃ τὸν ζῆλον ὑμῶν, ὕδωρ, ἵνα ἀποσβέσῃ τὴν ἡμετέραν διαμαρτυρίαν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι μόνον εἰσηγητὴς ἰδίας προτάσεως, ἀλλὰ προτάσεως καὶ ἄλλων συναδέλφων αὑτοῦ ἐπίσης Βουλευτῶν. Διότι ὡς εἰς τὴν παρατήρησίν μου ὅτι, κληθεὶς ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἠγόρευεν ὡς Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, μοὶ ἀπεκρίθη ὅτι τυχαίως συνέβη τοῦτο, παρατηρῶ, ὅτι ἐπίσης ἔτυχεν οἱ συνυποβαλόντες τὴν πρότασιν, οἱ ὁποῖοι εἶναι καὶ Βουλευταί, νὰ εἶναι καὶ Ὑπουργοί. Καὶ τοῦτο βεβαίως, ἵνα δοθῇ μεῖζον κῦρος εἰς τὴν ἔννοιαν, ὅτι περὶ τῆς Κυβερνήσεως εἰσηγουμένης πρόκειται. Δὲν ἐλησμονήθη μάλιστα καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅστις ἔτυχε καὶ αὐτὸς νὰ εἶναι καὶ ἐπὶ τῆς Γεωργίας Ὑπουργός, ὁ ἀθωότερος βεβαίως πάντων εἰς τὴν διατύπωσιν καὶ ὑποβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ τούτου. Ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ κανονίζῃ οὕτω τὸ ἔργον τῆς ἐσωτερικῆς διαρρυθμίσεως τῶν πραγμάτων τῆς Βουλῆς; Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς προέρχεται ἐκ διατάξεως τοῦ Συντάγματος ὄχι ἁπλῶς τυπικῆς, ἀλλ’ οὐσιαστικῆς, ἀφορώσης εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν αὐτονομίαν τῆς Βουλῆς. Καὶ ἀπορῶ ἀληθῶς πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νομομαθὴς ἔγκριτος, ὅστις ἤρατο πρὸ μικροῦ κοινοβουλευτικὸν θρίαμβον ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἧς ἀποτελεῖ μέλος, εἰσηγούμενος τῶν ὑποβληθησομένων δικαστικῶν νομοσχεδίων, ἅτινα εἰσηγήθη καὶ μετὰ τόλμης καὶ πνεύματος ἀνακαινιστικοῦ, ἀπορῶ πῶς νομομαθὴς τῆς περιωπῆς αὐτοῦ ἠθέλησε νὰ σύρῃ τὴν Βουλὴν εἰς πρᾶξιν ἀναμφισβητήτως ἀντικειμένην πρὸς τὸ κῦρος αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς. Διότι σωματεῖα πολυμελῆ, εἰς τὰ ὁποῖα ὡρίσθη συνταγματικὴ αὐτονομία, δὲν δύνανται καθ’ ὅμοιον τρόπον νὰ ὑποδουλώσωσι τὴν πρωτοβουλίαν των. Ἐγὼ δὲν ἀναφέρομαι παντάπασιν εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ Κανονισμοῦ τούτου, διότι, ἂν ὑπεβάλλετο καὶ ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ, ὡς ὑπεβλήθη ταύτην τὴν στιγμήν, ὁλόκληρος, βεβαίως θὰ ἀνέμενον ἐκ μέρους αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς οὐχὶ νὰ συζητήσῃ περὶ τῶν τύπων ἁπλῶς, ἀλλὰ ν’ ἀπορρίψῃ, καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, τὴν πρότασιν αὐτὴν ὡς καθαρῶς ἀντισυνταγματικήν. Τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο, τὸ παρεχόμενον ὑπὸ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δικαίωμα ἁπλοῦν, ἀλλ’ εἶναι τὸ τιμητικώτερον τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει εἷς Πρόεδρος πολυμελοῦς Σώματος, οἷον ἡ Βουλή, εἶναι δικαίωμα μέγα, ἀφορῶν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου, ὁ ὁποῖος ἀφίεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, τὸν ὁποῖον ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκπροσωπεῖ εἰς παρομοίαν περίπτωσιν. Βεβαίως δέ, ἂν ἐπρόκειτο νὰ κριθῇ ὁλόκληρον τὸ προσχέδιον τοῦτο, τὸ φέρον τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά των ὡς Βουλευτῶν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ κριθῇ ὡς σχέδιον ἀπαράδεκτον, διότι ἀντιτίθεται εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρον εἰδικὸν τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ προσδιορίζει διὰ Κανονισμοῦ πῶς θέλει ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά της. Δὲν ἔλαβε δὲ βεβαίως τὸν κόπον ὁ ὑποβαλὼν τὸ σχέδιον τῆς τροποποιήσεως κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας νὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τὸν ἔγκριτον νομομαθῆ, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας μετὰ τῶν κ. συναδέλφων του Βουλευτῶν, τῶν κατὰ σύμπτωσιν καὶ τούτων τυχόντων νὰ εἶναι καὶ Ὑπουργοί, ὅτι εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία ἀντιτίθεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καὶ εἰς αὐτὸ δὲ τὸ 8ον ἄρθρον, τὸ λόγῳ κατεπείγοντος προβαλλόμενον εὐθὺς ἀπόψε εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐνυπάρχει ἡ ἀντισυνταγματικότης, διότι παρατηρῶ ἔκπληκτος, ὅτι ἀκριβῶς ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου τούτου καταλύεται τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ κανονίζῃ τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς, ἀφοῦ παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκλεχθησομένην ἐπιτροπὴν νὰ μετατρέψῃ αὐτοβούλως δύο ἄρθρα τοῦ ὑπάρχοντος Κανονισμοῦ. Ἐμφανίζεται αἴφνης καὶ νέον Σῶμα, κάτι τι παράδοξον, ἀπόφυσις αἰφνιδία, ἥτις δὲν ἠξεύρω οὔτε πόθεν ἐγεννήθη, οὔτε πῶς ὡρίμασεν, ἵνα ἐξέλθῃ εἰς τὸ φῶς. Ἐμφανίζεται δικαίωμα τῆς Βουλῆς παρεχόμενον ὑπὸ τῶν ὑποβαλλόντων τὴν πρότασιν εἰς ἄλλους ὄχι ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ δικαιώματα αὐτῆς, διότι εἶναι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει δικαίωμα αὕτη νὰ παραχωρῇ, διότι δὲν εἶναι ταύτης μόνον, ἀλλὰ καὶ τῆς Βουλῆς τῆς αὔριον καὶ τοῦ μέλλοντος. Βεβαίως ζητοῦμεν τὴν ἀνόρθωσιν τῆς χώρας, καὶ αἱ κραυγαί, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν πρὸ ὀλίγου ὑπὲρ τοῦ Νόμου ἐν τῇ ὑποθέσει τῶν ἀπεργῶν, εἶναι κραυγαί, τὰς ὁποίας ἀναγνωρίζω εὐλόγους, ἀλλὰ παρακαλῶ τοὺς συνηγόρους ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου, ἵνα καὶ τὴν φορὰν ταύτην ἔλθωσι συνήγοροι ὑπὲρ τοῦ Νόμου, διότι ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Νόμου προκαλῶ τὴν Κυβέρνησιν. Ὅτε δὲ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὴν διακρίνουσαν αὐτὸν εὐγλωττίαν, ὅτι δὲν ἤθελεν ἀφήσει εἰς τὰς ὁδοὺς νὰ πέσῃ ἓν θῦμα, ὁ Νόμος, βεβαίως δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιτρέπωμεν νὰ πέσῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς θῦμα ὁ Νόμος. Διὰ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 8 ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας παρέχει εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις θὰ διορισθῇ, τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως, καθ’ ὃν τρόπον θέλει. Καὶ ποῖον δικαίωμα ἔχει ὄχι ὁ Ὑπουργός, ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ καλούμενοι νὰ ψηφίσωμεν, νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς ἐπιτροπὴν νὰ κανονίζῃ τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς θεσμοθετοῦσα νέα ἄρθρα τοῦ Κανονισμοῦ αὐτῆς;
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§162Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται περὶ τῆς προτάσεως τοῦ ἐπείγοντος. Τὰ δὲ θέματα δὲν τὰ κανονίζει ἰδιαιτέρα τις θεματογραφία, ὡς κανονίζει τὴν ἐκμάθησιν ξένων γλωσσῶν. Προκειμένου περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, κανονίζονται αὗται ἀναλόγως τῶν πραγμάτων. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασιν αὐτοῦ. Ἤθελον δ’ ἐξ ἄλλου παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ὅπως, συνεπὴς πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, συνεπὴς πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῆς, διαφυλάξῃ ταῦτα. Οὕτως ἐκρίθησαν παντοῦ ταῦτα καὶ εἰς τὰ μᾶλλον ἀπολυταρχικὰ Κράτη. Ἂν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑπεμίμνησκεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας— ἀντιθέτως βλέπετε νῦν — τί γίνεται εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, θὰ ἐμάνθανεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ τοιαύτη πρότασις, διότι ἐκεῖ, προκειμένου περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐρωτώμενοι δὲν μετέχουσι τῆς συζητήσεως οἱ Ὑπουργοί. Δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ μετάσχωσι τῆς συζητήσεως, προσφάτως δὲ ἀκόμη ἐπανειλημμένως προκληθεῖσαι Κυβερνήσεις εἰς διάφορα Κοινοβούλια ἠρνήθησαν νὰ δώσωσι γνώμην περὶ ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ, διότι δὲν ἠθέλησαν παντάπασι νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς νὰ προβῶμεν εἰς πρόταξιν τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ ὑποβληθέντος προσχεδίου. Ἤθελον καὶ πάλιν παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συνηγορήσῃ μετ’ ἐμοῦ καὶ ἀποδεχθῇ, ὅπως παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ὁλόκληρον τὸ σχέδιον τοῦτο, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐπεξεργαζομένη φέρῃ τοῦτο αὔριον ἐνώπιον ἡμῶν, δυνάμεθα δ’ ἀμέσως νὰ τὸ ψηφίσωμεν, διότι καὶ ἄλλοτε ἐψηφίσθη ἐν μιᾷ ἑσπέρᾳ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ τόσον ἐπείγουσαν κρίνει τὴν ψήφισίν του ἡ Κυβέρνησις. Πρέπει νὰ ἐνθυμηθῶμεν, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις οὐδέποτε ἐπέτρεψαν εἰς τὰς Κυβερνήσεις, τὰς ὁποίας αὐταὶ αὗται ὥριζαν, νὰ εἰσηγηθῶσι πρότασιν περὶ μεταβολῆς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀνέθετον εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἵνα ὁρίζῃ ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ κομίζῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σχέδιον Κανονισμοῦ. Οὕτω φρονῶ ὅτι δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν ἀληθῆ ὑπηρεσίαν ὑπὲρ τοῦ Νόμου καὶ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δὲν θὰ φανῇ ἀρχομένη τοῦ ἔργου της ὑπὸ τὴν μομφήν, ὅτι ἐξασκεῖ τὸ ἀναμφισβήτητον αὐτῆς κῦρος ἐπὶ τῆς Βουλῆς.
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πρόκειται περὶ ἀργοπορίας.
§164Γ. ΠΩΠ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀργοπορίας μεγάλης. Εἴκοσι τέσσαρες ὧραι ἁπλῶς θὰ μᾶς χωρίσωσι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν τοῦτο θὰ γίνῃ νόμος. Διατί σπεύδομεν ἐκεῖ, ὅπου δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ σπεύδωμεν; Βεβαίως, ὅλοι βαίνομεν πρὸς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀνορθώσεως. Εἶναι κοινὸς πόθος ἡμῶν. Ἀλλὰ διατί νὰ βαίνωμεν ὡς ἁμαξοστοιχία, ἡ ὁποία φοβεῖται σύγκρουσιν; Πρόκειται νὰ εὑρεθῶμεν ἐντὸς 24 ὡρῶν ἐνώπιον συγκρούσεων γνωμῶν ἀντιθέτου φορᾶς; Ἐνώπιον διχονοιῶν; Οὐδεμιᾶς. Ἄς ἀφήσωμεν τὸν Νόμον νὰ λειτουργῇ. Ἐν ὀνόματι τοῦ Νόμου, ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως παρακαλῶ τὴν Βουλήν...
§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως;!
§166Γ. ΠΩΠ. Ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, κύριε Πρόεδρε, ἐν ὀνόματι τοῦ Νόμου καὶ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, παρακαλῶ, ὅπως, εἰ δυνατόν, γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου.
§167Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μίαν ἐξήγησιν παρακαλῶ, διότι ἴσως παρεξηγήθην. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι διὰ νὰ ψηφισθῇ ὁ Κανονισμός, ὡς ὑπεβλήθη ὑπ’ ἐμοῦ, δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ εἰκοσιτετράωρον· ἐγὼ τοὐναντίον, λέγω, ὅτι καλὸν εἶναι νὰ παρέλθωσι καὶ δύο καὶ τρία εἰκοσιτετράωρα. Ἀρκεῖ νὰ ὑπομνήσω, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς ἐζήτησα νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, διὰ νὰ ὑποστῇ τὸν προσήκοντα ἔλεγχον ἐν αὐτῇ καὶ νὰ ὑποβληθῇ εἶτα μετ’ ἰδίας ἐκθέσεως, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ πλήρης ἐξέλεγξις καὶ πλήρης ἀνταλλαγὴ ὅλων τῶν γνωμῶν ἐν τῇ Βουλῇ. Εἶπον τοῦτο μόνον· ὅτι, διὰ νὰ κερδίσωμεν τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ ἀσχολῆται εἰς ἐξέλεγξιν αὐτοῦ, σκόπιμον εἶναι νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον 8, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῶμεν ἀπόψε νὰ καταρτίσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ καταστῇ οὕτω δυνατὸν ἐκ παραλλήλου νὰ συμβαδίζωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος. Ἂν τοῦτο δὲν γίνῃ καὶ ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 8, τὸ ἐπιτρέπον τὴν συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, μετὰ τοῦ λοιποῦ Κανονισμοῦ, θὰ χάσωμεν τρεῖς ἡμέρας καὶ θὰ ἀναγκασθῶμεν μετὰ τρεῖς ἡμέρας, ὅταν θὰ ψηφισθῇ ὁλόκληρος ὁ Κανονισμός, τότε νὰ σχηματίσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν διὰ τὸ Σύνταγμα, καὶ τότε συνεπῶς νὰ ἀρχίσῃ αὕτη τὰς ἐργασίας της.
§168Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν φρονεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ὁ ὑφιστάμενος Κανονισμὸς ἐπιτρέπει εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ διορίσῃ ἐπιτροπήν;
§169Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως αὐτό, προκειμένου περὶ νομοσχεδίων, ἐφηρμόσθη παγίως. Ἀλλ’ ἤδη, ἐπειδὴ τὸ ἄρθρον 8 περιέχει καὶ εἰδικὰς διατάξεις, καθ’ ἃς ἡ τριακονταμελὴς ἢ τριακονταπενταμελὴς ἐπιτροπὴ θὰ ἠδύνατο καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ κανονίζῃ τὰ τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἐνόμισα ὅτι ἁπλούστερον θὰ ἦτο νὰ ἐψήφιζε σήμερον τοῦτο ἡ Βουλή. Ἂν ὅμως δὲν θέλητε νὰ γίνῃ τοῦτο, ἂς ἐπιτρέψῃ ἁπλῶς ἡ Βουλὴ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ σχηματίσῃ τὴν ἐπιτροπήν.
§170Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§171Γ. ΠΩΠ. Μὴ ἐπιμένετε, κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὴν πρότασιν. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§172Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Δύναται νὰ γίνῃ καὶ αὐτό. Ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ μὴ ἐξακολουθῇ ἡ συζήτησις παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος καταρτίσῃ ἀπόψε καὶ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου 8 τὴν τριακονταμελῆ ἢ τριακονταπενταμελῆ ἐπιτροπήν...
§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τριακονταμελῆ μὲ ἓξ ἀναπληρωματικὰ μέλη...
§174Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. Εἰς ἣν νὰ παραπεμφθῇ τὸ προσχέδιον τοῦ Συντάγματος.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§176Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τριακονταμελὴς ἐπιτροπὴ διὰ τὸ προσχέδιον τοῦ Συντάγματος; Τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν.
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κωλυσιεργικὴ τάσις.
§179Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε, παρακαλῶ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον δι’ ὑμᾶς.
§181Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Προχθὲς εἴπετε, ὅτι εἴμεθα τυραννία. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὰ προσέχωμεν πολὺ αὐτά. Ἐδῶ ὑπάρχει ἐλευθερία τοῦ λόγου.
§182ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ὑπάρχει μία διάταξις εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Κανονισμοῦ, καθ’ ἣν «πᾶσα πρότασις περὶ μεταρρυθμίσεως ἢ προσθήκης συνταγματικῆς διατάξεως θεμελιώδους ἀποκρούεται ὡς ἀπαράδεκτος». Πότε ἀποκρούεται ὡς ἀπαράδεκτος;
§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§184Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Πότε, μετὰ τὴν παραπομπήν; Ὑπεβλήθη πρότασις, ὅπως ἐκλεγῇ τριακονταμελὴς ἐπιτροπή, εἰς ἣν νὰ παραπεμφθῇ τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν προσχέδιον συνταγματικῶν μεταρρυθμίσεων, ἀλλ’ αὔριον θὰ ἀρχίσῃ καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ θὰ καταλήξωμεν εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ. Λοιπόν, ἂν ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως ταύτης εἶναι ὅτι τὸ ἀπαράδεκτον τῶν μεταβολῶν καὶ τῶν προτάσεων πρὸς μεταρρύθμισιν συνταγματικῶν διατάξεων θεμελιωδῶν θέλει κρίνεσθαι πρὸ τῆς παραπομπῆς τῶν προτάσεων εἰς ἐπιτροπήν, τότε πῶς θὰ ὑποστῇ τοιοῦτον ἔλεγχον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προσχέδιον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, περιέχει προτάσεις πλείστας πρὸς μετατροπήν, πρὸς ἀνατροπὴν τελείαν πλείστων ὅσων θεμελιωδεστάτων διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, τοιαύτας διατάξεις, τὰς ὁποίας καθιστῶμεν διατάξεις συνταγματικάς;
§185ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἡ ἐπιτροπὴ θὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ.
§186ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε ν’ ἀποσυρθῇ τὸ σχέδιον τῆς μετατροπῆς, διότι δὲν χρησιμεύει. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ κριθῇ, πότε θὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ ἀπαραδέκτου· πρὸ τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ μετὰ τὴν παραπομπήν;
§187ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ἐνώπιον ἡμῶν, εἶναι ἁπλούστατον. Εἶναι δὲ παράδοξον πῶς προυκάλεσε τοιαύτην συζήτησιν, ἡ ὁποία, ἂν δὲν εἶχε σκοπόν, καὶ πείθομαι ὅτι δὲν εἶχε σκοπόν, ἔφερεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ καταναλωθῇ τόσος χρόνος καὶ νὰ κινδυνεύσωμεν νὰ μὴ τελειώσῃ ἀπόψε αὐτὸ τὸ ἁπλούστατον ζήτημα. Ὑπεβλήθη πρότασις τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, δι’ ἧς προτάσεως ὁ ὑποβαλὼν ζητεῖ νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπή, ὅπως ἡ πρότασίς του παραπεμφθῇ πρὸς ἐπεξεργασίαν. Ἀλλὰ ζητεῖ συγχρόνως, ὅπως ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ κηρυχθῇ κατεπείγουσα καὶ ψηφισθῇ καίπερ μὴ οὖσα ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει πρὸς συζήτησιν. Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις, ἐπὶ τῆς ὁποίας οὐσιαστικῶς ἡ Βουλὴ φαίνεται μὴ ἔχουσα ἐναντιοφωνίαν, νὰ συγκροτηθῇ τριακονταμελὴς ἐπιτροπὴ μὲ ἓξ ἀναπληρωματικὰ μέλη, διότι εἶναι δυνατόν τινα νὰ ἀπουσιάζωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῇ τὸ σχέδιον τῶν μεταρρυθμίσεων τοῦ Συντάγματος. Ἂν τοῦτο δὲν γίνῃ ἀπόψε, περιμείνωμεν δὲ νὰ παραπεμφθῶσιν αἱ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ εἰς ἐπιτροπήν, νὰ ἐπεξεργασθῇ ταύτας ἡ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ τὰς φέρῃ εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ἀρχίσῃ δὲ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας, θὰ χάσωμεν πιθανῶς ὁλόκληρον ἑβδομάδα πρὶν ἢ καταρτίσωμεν τὴν ἐπιτροπήν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας νὰ παραπεμφθῇ τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος, ἐνῷ, ἂν ἐγίνετο ἡ ἐπιτροπὴ ἀπόψε, θὰ ἦτο δυνατὸν ὥστε, ὅτε θὰ εἴχομεν τελειώσει τὴν συζήτησιν τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νομοσχεδίων τινῶν, νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ μὴ χάνωμεν τόσας ἡμέρας. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι κοινὸν καθῆκον τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας εἶναι νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν μὴ ἀπώλειαν χρόνου, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐδέχετο ἐρωτωμένη ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν ἡ συγκρότησις ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἀπὸ 30 τακτικὰ καὶ 6 ἀναπληρωματικὰ μέλη, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπεμφθῇ τὸ προσχέδιον.
§188Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα· εἴμεθα ἀπολύτως σύμφωνοι.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§190ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἐνταῦθα τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Θ. Παπαϊωάννου).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Στράτος.
§192Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ (ἀπὸ τοῦ βήματος). Ἔχω νὰ ὑποβάλω, Κύριοι Βουλευταί, πρότασιν περὶ τροποποιήσεως δύο ἄρθρων τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀφορώντων τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ἡ ψήφισις τῶν ἄρθρων τούτων εἶναι ἐπείγουσα, ὅπως δυνηθῶ νὰ ἐφαρμόσω τὴν τάξιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, καθ’ οἷον τρόπον ἀντιλαμβάνομαι ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ τοῦ τρόπου τούτου νομίζω ὅτι ἐδόθησαν δείγματα ἐπαρκῆ εἰς τοὺς διαδρόμους, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ, ὅπως ἀναγραφῇ ἡ πρότασις ἐκτυπουμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς αὔριον ὡς πρῶτον ἀντικείμενον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν ταύτην. (Ἐπανέρχεται εἰς τὴν προεδρικὴν ἕδραν ὁ Πρόεδρος κ. Ν. Στράτος).
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· θὰ ἀναγγείλω τὴν ἐπιτροπήν. Καταρτίζεται ἐπιτροπὴ τριακονταμελής, εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ ὑποβληθὲν προσχέδιον πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, ἐκ τῶν κ. κ. Ἀντ. Ῥοντήρη, Γ. Ἰατρίδου, Δημ. Καλέργη, Π. Ἀραβαντινοῦ, Ν. Τριανταφυλλάκου, Χ. Βοζίκη, Κ. Ῥακτιβάν, Πολ. Λαγοπάτη, Τ. Ἡλιοπούλου, Γ. Πολίτου, Ι. Ἀθανασάκη, Κ. Δεμερτζῆ, Θ. Πετμεζᾶ, Στ. Δραγούμη, Α. Μιχαλακοπούλου, Δ. Ῥούφου Κανακάρη, Γ. Ἀβέρωφ, Κ. Ζαβιτσάνου, Σ. Λάσκαρη, Δ. Βινιεράτου, Κ. Καλομενοπούλου, Θ. Κουτούπη, Ε. Κουλουμβάκη, Ἰ. Χρυσοβελόνη, Ἀγ. Σλῆμαν, Χ. Δικαίου, Ἀλ. Διομήδους, Ἰ. Τσιριμώκου, Κ. Μάνου καὶ Γ. Φικιώρη. Ἀναπληρωματικὰ δὲ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς οἱ κ. κ. Κ. Γόντικας, Π. Πολυχρονιάδης, Ε. Γεωργιάδης, Ν. Καμπάνης, Ν. Γαρδικιώτης καὶ Περ. Καραπᾶνος.
§194ΠΕΡ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ ἀπαλλάξητε τῆς τιμῆς αὐτῆς.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ τοῦ κ. Καραπάνου ὁ κ. Ἀθ. Τριγώνης. Ἐπίσης παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιτρέψῃ, ὅπως καταρτισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς συζήτησιν τοῦ σχεδίου τοῦ Κανονισμοῦ. Ἂν δίδῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἄδειαν, θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ὅπως τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀναλάβω ἐγὼ ὡς Πρόεδρος, ἀφοῦ πρόκειται περὶ Κανονισμοῦ.
§196ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου λοιπὸν καταρτίζεται ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν κυρίων Ἀρ. Θεοδωρίδου, Ἰ. Ἀθηνογένους, Ἀ. Παπαναστασίου, Γ. Πὼπ, Ἰ. Μάνου καὶ Σ. Σίμου. Ἄλλο ἀντικείμενον δὲν ὑπάρχει. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.).