1911.01.19
2.290 στίχοι · 18.073 λέξεις · 154 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 8.
τῆς 19 Ἰανουαρίου 1911
(Τετάρτη).
Προεδρία προσωρινὴ κ. Ἀθ. Κατριβάνου Γενομένης ἀπαρτίας περὶ ὥραν 10 καὶ 40′ π.μ., παρόντων 186 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ἀφοῦ προηγουμένως διωρθώθησαν κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν αὐτῶν.
Εἶτα προσέρχονται καὶ ὁρκίζονται ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὁριζόμενον ὅρκον οἱ μὴ ὁρκισθέντες βουλευταὶ κ. κ. Ἀλέξ. Παπαποστόλου, Εὐθ. Βελλιανίτης, Ἀχιλ. Χοϊδᾶς καὶ Ι. Χριστοδουλιᾶς.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθησαν αἱ ἐκθέσεις τῶν τμημάτων Αʹ, Γʹ, Εʹ καὶ Ϛʹ δι’ ὅλας τὰς ὑπολοίπους ἐκλογάς, Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, Ἀρκαδίας, Μεσσηνίας, Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας. (Ἰδὲ ἐκθέσεις ἐν Παραρτ. Βʹ διπλῆς Ἀναθ. Βουλῆς). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐκλογὴ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας. (Ὁ προσωρινὸς Γραμματεὺς κ. Δ. Βρατσᾶνος ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς).
§2Γ. ΠΩΠ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς ἐκλογῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν ἐν τῷ τμήματι ἐπελήφθησαν τοῦ ζητήματος τῆς κυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, λόγῳ τῆς ἡλικίας ἑνὸς τῶν ἐπιτυχόντων, ἢ ἂν δὲν ὑπεβλήθη ἔνστασις, διότι κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔχω, ἐγένετο συζήτησις περὶ τῆς ἐνηλικότητος ἑνὸς ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων.
§3Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἐνώπιον τοῦ τμήματος οὐδεμία ἔνστασις ὑπεβλήθη κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας δι’ ἔλλειψιν προσόντων ὡς πρὸς τὸν ἐπιτυχόντα κ. Φαρμάκην, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸ τμῆμα ἐλέχθη τοιοῦτόν τι. Πλὴν δὲ τούτου εἶναι βεβαιωμένον ἐν τῷ τμήματι, ὅτι ὁ βουλευτὴς κ. Φαρμάκης ὑπῆρξε βουλευτὴς καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Συνέλευσιν, συνεπῶς τὸ τμῆμα δὲν εἶχεν ἀφορμὴν νὰ ἀσχοληθῇ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀφοῦ μάλιστα ἐπρόκειτο περὶ πραγματικῶν γεγονότων, εἰς τὰ ὁποῖα αὐτεπαγγέλτως τὸ τμῆμα δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν, ἂν δηλαδὴ ὁ κ. Φαρμάκης εἶχε τὴν νόμιμον ἡλικίαν ἢ οὔ.
§4Γ. ΠΩΠ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι προέβην εἰς τὴν παρατήρησιν ἁπλῶς, διότι δὲν ἔχω ἔνστασιν κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, καθ’ ὅσον φρονῶ, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ συναδέλφου ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, μόλις ἄγοντος τὸ 23ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, πολὺ δικαίως καὶ ὀρθῶς, μὴ προβαλλομένης καὶ ἐνταῦθα ἐνστάσεως ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν, πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ καὶ ἡ ἐκλογὴ αὕτη.
§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, ὅτι εἶναι ἤδη ἀποφασισμένον ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει, ὅτι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἣν ἡ ἡλικία τοῦ ἐκλεξίμου ὁρίζεται εἰς τριακονταετίαν, θὰ ὑποβιβασθῇ εἰς 25 ἔτη. Νομίζω δὲ ὅτι, οὐδεμιᾶς ὑπαρχούσης ἀμφιβολίας ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ θέλει ὁρίσει τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας τοῦ ἐκλεξίμου, καθῆκον ἔχομεν ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν ἡλικίαν αὐτήν, ἐάν τις ἐκ τῶν ἐκλεχθέντων ἤδη ἔχῃ τὴν ἡλικίαν ταύτην. Ὑποθέτω δέ, ὅτι διὰ τὸν κ. Φαρμάκην δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναι 25 ἐτῶν.
§6Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, οὐχὶ διότι θέλω νὰ εἴπω γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἡλικίας τοῦ Βουλευτοῦ, περὶ οὗ ἡ συζήτησις, ἀλλ’ ἵνα διαφωνήσω ῥιζικώτερον πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν ἐγίνετο δεκτὴ ἡ σύστασις αὐτοῦ, ὅτι, ἀφοῦ ὡρίμασεν ἡ κοινὴ συνείδησις περὶ ἐλαττώσεως τοῦ ὁρίου ἡλικίας τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ὑπεβλήθη πρότασις νὰ περιορισθῇ αὐτὸ ἀπὸ τοῦ 30 εἰς τὸ 25 ἔτος, δὲν ἠθέλομεν μόνον φωραθῇ ὡς καταπατοῦντες τὸ Σύνταγμα ὡς πρὸς τὴν διάταξιν περὶ προσόντων τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ ἠθέλομεν, μέχρις ὅτου αἱ μεταρρυθμίσεις τοῦ Συντάγματος λάβωσι νόμιμον κῦρος διὰ τῶν νομίμων τύπων, καταλήξει — ἐπὶ τῇ βάσει, ἣν ἀναγνωρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, — καὶ ἐν τῷ δικαστικῷ καὶ οὐχὶ ἐν τῷ συντακτικῷ τῆς Βουλῆς σταδίῳ εἰς καταπάτησιν πασῶν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος τῶν ὑπὸ ἀναθεώρησιν. Καὶ τοιαῦται δύνανται νὰ εἶναι καὶ πᾶσαι. Καὶ εἶναι πιθανὸν νὰ φθάσωμεν, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι θέλομεν μεταρρυθμίσει τὰς διατάξεις περὶ ἀπαρτίας, νὰ σχηματίζωμεν σήμερον ἀπαρτίαν μὲ 40 π. χ. Βουλευτὰς καὶ νὰ δικάζωμεν τὰς ἐκλογάς. Καὶ ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι θὰ δυνάμεθα διὰ νέας διατάξεως νὰ λαμβάνωμεν ἀποφάσεις διὰ τῆς παρουσίας 50 Βουλευτῶν νὰ ἀποφασίζωμεν ἀπὸ τοῦδε διὰ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ καὶ περὶ τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς, ἧς τὴν τήρησιν συνέστησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, διότι φρονῶ, ὅτι, καίτοι εἶναι ὑπὸ ἀναθεώρησιν αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Συντάγματος, εἶναι σεβασταὶ μέχρι τῆς ἀναθεωρήσεώς των.
§7Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν ἐσκόπουν οἱ κ. κ. προλαλήσαντες νὰ λάβωσιν εὐκαιρίαν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἵνα εἴπωσιν, ὅσα εἶπον, τότε ἐδημιούργησαν μόνον εὐκαιρίαν χωρὶς νὰ θίξωσιν οὐδὲν πραγματικὸν γεγονὸς ἐφ’ ὅσον ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Φαρμάκης ἦτο ὑποψήφιος ἀπὸ τοῦ 1906. Ἐὰν νομίζωσιν οἱ κ. κ. συνάδελφοι, ὅτι ἐκτεθεὶς ἀνεκηρύχθη εἰς ἡλικίαν 15 ἐτῶν, τότε ἄλλος ὁ λόγος. Ἐξετέθη πάλιν καὶ ἐξελέγη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, ὑπάρχει δὲ ἐξ αὐτῆς δεδικασμένον, διότι ἐπεκυρώθη τότε ἡ ἐκλογή του. Ἐκτὸς δὲ τούτων οὐδεμία ἔνστασις ὑπεβλήθη ἐνώπιον τοῦ τμήματος, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ προχειρότης πρὸς προσκόμισιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν ἀνταποδεικτικῶν μέσων.
§8Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῇ τοιουτοτρόπως σήμερον τὸ ζήτημα, ὡς ὁ κ. Βοζίκης λέγει· διότι προκειμένου περὶ τῆς ἡλικίας τῶν Βουλευτῶν ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἐφήρμοζεν αὐστηρῶς τὴν πολιτικὴν διάταξιν, ἡ δὲ κοινὴ συνείδησις ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἤδη φαίνεται παραδεχομένη τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας. Ὑποθέτω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ παίζωμεν ἀκυροῦντες ἐκλογάς, αὐτὰς ἐκείνας, αἵτινες θὰ ἔχωσι κῦρος αὔριον ἢ μεθαύριον μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῆς σχετικῆς συνταγματικῆς διατάξεως. Πρόκειται δὲ εἰδικῶς περὶ περιπτώσεως ἀνέκαθεν μὴ ἐξεταζομένης αὐστηρῶς. Ἑπομένως ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δέον νὰ γίνῃ ἀσπαστή, διότι περιλαμβάνεται καὶ εἰς τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον διενεμήθη καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ ὡς ὀρθὸν κατὰ τὸ μέρος τοῦτο, ἀπὸ τοῦδε δέον νὰ ἰσχύσῃ.
§9Κ. ΜΕΡΜΗΓΚΑΣ. Ἤκουσα χθὲς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀντιπροσωπεύοντος τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰπόντος ὅτι ἄτεγκτος ὁ νόμος καὶ πιστὴ ὀφείλει νὰ εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο ἐπὶ ἄλλης ἐκλογῆς. Προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης δυνάμεθα νὰ ἐπαναλάβωμεν, ὅτι ἄτεγκτος ὁ νόμος καὶ πιστὴ ἡ ἐφαρμογή του. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι πρόκειται νὰ μεταρρυθμισθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, συμφωνῶ μετὰ τοῦ κ. Βοζίκη, ὅτι ἀπὸ τοῦδε δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναιρέσωμεν βάσιν τοῦ ὑπάρχοντος Συντάγματος.
§10Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ. Καθ’ ὅσον ἔχομεν σήμερον νόμον, ὁ νόμος οὗτος πρέπει νὰ εἶναι σεβαστός. Ὁ λαὸς τῆς 28ης Νοεμβρίου εἶπε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ, κακοδαιμονῶν ἰδίως, διότι δὲν ἐτηρήθησαν οἱ νόμοι. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἐτροποποιήθησαν ἢ δὲν κατηργήθησαν οἱ νόμοι, πρέπει νὰ λειτουργήσωσι. Θὰ ἦτο δὲ κάκιστον παράδειγμα, τὰ ὁποῖον θὰ ἔδιδεν ἡ Βουλή, παραβλέπουσα τοὺς νόμους κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν δικαστικῶν καθηκόντων, εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχάς.
§11Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ παρεξηγήθη· δὲν ὑπέδειξεν οὗτος εἰς τὴν Βουλὴν τὴν καταπάτησιν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλά, διερμηνεύων τὴν κοινὴν γνώμην ὡς διετυπώθη ἐν τῷ προσχεδίῳ, ὑπέδειξεν, ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον νὰ ἀποπέμψωμεν ἐκ τοῦ περιβόλου τούτου μέλη τοῦ Κοινοβουλίου, τὰ ὁποῖα μετ’ ὀλίγον αἱ μεταρρυθμιζόμεναι διατάξεις δὲν θὰ ἐπέτρεπον νὰ ἀποπέμψωμεν. Ἐάν τις λοιπὸν ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν ἔχῃ συμπληρώσει τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας, ἄδικον θὰ εἶναι νὰ ἀποπεμφθῇ, ἀφοῦ μετ’ ὀλίγον θὰ θεωρηθῇ ὡς ἔχων τὰ προσόντα.
§12ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ μία διευκόλυνσις.
§13Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δηλαδὴ τὸ ζήτημα εἶναι πραγματικόν.
§14ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ὄχι· εἴμεθα διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ συγγνώμη πρὸς μίαν παράβασιν τοῦ Συντάγματος οὐσιαστικήν, νομίζω ὅτι εὐχερέστερον εἶναι νὰ ὑπάρξῃ διόρθωσις τοῦ Κανονισμοῦ. Θὰ ἐτόλμων νὰ προτείνω εἰς διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὅπως, πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς ἐπικύρωσιν ἢ ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, προβῶμεν εἰς διόρθωσιν τοῦ Συντάγματος, καὶ θὰ ἐτόλμων ἀκόμη νὰ προτείνω, ὅπως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δηλώσῃ τίνας θεωρεῖ ὡριμασάσας ἐν τῇ ἐθνικῇ συνειδήσει καὶ ἄλλας συνταγματικὰς διατάξεις καὶ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ μεταρρυθμισθῶσι καὶ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν μεταρρύθμισιν. Τοῦτο θὰ ἐθεώρουν πολὺ συμφωνότερον πρὸς τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν πολίτευμα, διότι δὲν ἤθελεν ὑπάρξει ἐπιβολὴ ἐκ τῶν προτέρων ἐπὶ τῆς γνώμης ἡμῶν. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἔρχηται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπὸ χρόνου ἱκανοῦ πρότερον νὰ δηλοῖ τίνας νομίζει ἀσφαλῶς ὡριμασάσας ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει συνταγματικὰς διατάξεις καὶ πῶς αὗται θέλουσι μεταρρυθμισθῆ, τοῦτο νομίζω πολὺ περισσότερον ἢ μᾶλλον κυρίως ἀντικείμενον πρὸς τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν πολίτευμα. Ἐὰν εἴμεθα, Κύριοι, ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅλοι, τότε θὰ ἀποφασίσωμεν ὅλοι. Εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται, πρὶν ἢ σχηματίσῃ γνώμην ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Σώματος, πρὶν ὑποβληθῇ τὸ προσχέδιον τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Σώματος, πρὶν γίνῃ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ: «Ταύτας θεωρῶ ἄνευ ἐλαχίστης ἀμφιβολίας ὡς ὡριμασάσας γνώμας». Καὶ λέγω ταῦτα, κύριοι Βουλευταί, διότι πλέον παντὸς ἄλλου φρονῶ καὶ πιστεύω, ὅτι ἐξεδηλώθη ἀληθῶς μεγάλη ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ προβαίνῃ εἰς κατάχρησιν τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν εἰς αὐτὸν ἔδωκεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐγένετο συζήτησις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀντικείμενον συζητήσεως καὶ χωρὶς νὰ ἐπιτρέπῃ ὁ Κανονισμὸς νὰ γίνῃ συζήτησις. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν ἐζήτησεν ἁπλῶς πληροφορίαν, ἡ πληροφορία ἐδόθη, μετὰ δὲ τὴν πληροφορίαν ταύτην δὲν ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἀλλὰ μετὰ τὴν πληροφορίαν ἐπῆλθε συζήτησις, καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ ἴδωμεν ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα πρόκλησιν τρικυμίας ἐν ποτηρίῳ ὕδατος. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι κατενοήθη. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φρονῇ, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσωσι, δύναται νὰ πεισθῇ, ὅτι οὐχὶ ἡ ἡλικία τῶν 25 ἐτῶν ὡς κατώτερον ὅριον πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ἀλλ’ ἡ ἡλικία τοῦ 21ου ἔτους, ὅπως εἶναι ἐν Ἀγγλίᾳ, ἢ 20 ἐτῶν, ὅπως εἶναι ἐν Ἑλβετίᾳ, θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐμποδίσῃ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν παραδοχὴν γνώμης ἀντιθέτου πρὸς τὴν ἰδικήν του. Ἡ ἐξενεχθεῖσα γνώμη ὑπῆρξεν ἁπλῶς μία ὑπόδειξις, σύμφωνος πρὸς τὴν ἐπιείκειαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξεν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ εἰς πολλὰς περιστάσεις καὶ ὅλαι αἱ Βουλαὶ τοῦ Κόσμου ἔδειξαν τοιαύτην ἐπιείκειαν· διότι αἱ διατάξεις περὶ τῆς ἡλικίας εἶναι ὑποδείξεις ἁπλαῖ καὶ ὄχι ἀποκλειστικαί, οὐδὲ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς νὰ ἀπαιτῇ τὸ Σύνταγμα διὰ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐκλογίμου. Δὲν ἔπρεπε λοιπὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, διότι πρόκειται περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐθίμου, τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν εἰς πᾶσαν πεπολιτισμένην χώραν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταπατηθῇ ἀπὸ ἡμᾶς.
§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ Ψαρῶν ἐγένετο ὑπαινιγμός τις, ὅτι εἷς τῶν κ.κ. Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων τὴν ἐκλογὴν πρόκειται νὰ ἐπικυρώσῃ ἡ Βουλή, δὲν ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πραγματικὸν ζήτημα, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἢ νὰ κυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Φαρμάκη, διότι πλὴν τοῦ ὑπαινιγμοῦ τούτου οὔτε ῥητή τις ἔνστασις ὑπεβλήθη περὶ τοῦ ὅτι δὲν ἔχει ὁ κ. Φαρμάκης τὴν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἀπαιτουμένην ἡλικίαν, οὔτε ἀπόδειξις προσήχθη ἐνώπιον τοῦ τμήματος οὔτε ἐνώπιον τοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρῶν ἠθέλησε νὰ κάμῃ καὶ ἄλλον ὑπαινιγμόν, ὅτι ἐκαλύψαμεν ἤδη μίαν παρανομίαν χθές, ἐπικυρώσαντες ἐκλογήν, τὴν ὁποίαν ὠφείλομεν νὰ ἀκυρώσωμεν. Διὰ τοῦτο ἔλαβον τὸν λόγον, ἵνα εἴπω, ὅτι κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν ἡ κοινὴ γνώμη οὐ μόνον τοῦ Σώματος τούτου ἀλλὰ καὶ τοῦ πρὸ μικροῦ διαλυθέντος, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔχει σαφῶς ἐκδηλωθῆ ὑπὲρ τῆς ἀνάγκης νὰ καταβιβασθῇ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ κανονίζον τὸ ἐκλόγιμον τοῦ Βουλευτοῦ. Εἶπον δὲ τοῦτο, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ ἀφήσω νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἤμην ἐν ἀντιφάσει πρὸς ἐμαυτόν, ὅτε ἐκήρυσσον πρὸς ὅλους τοὺς φίλους, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μὲ ἐπισκεφθῶσιν, ἐρωτώμενος περὶ τοῦ σταδίου τῶν ἐξελέγξεων, ὅτι κρίνω ἀπαραίτητον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αὐστηρῶς οἱ νόμοι. Δὲν ἠθέλησα λοιπὸν νὰ ἀφεθῇ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐζήτουν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ὅπου τοῦτο συνέφερεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς τὸ πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἡγῶμαι, καὶ ὅτι ἔχω ἑτέραν γνώμην, ὅταν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ πολιτικοῦ κόμματος ἡμῶν. Χθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀναπληρῶν με ἀπουσιάζοντα, σᾶς εἶπεν, ὅτι πρὸς τὸν κ. Σκοῦφον, προκειμένου νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ἐρωτήσαντά με, ἀπήντησα, ὅτι θὰ ἐθεώρουν κόσμημα τὴν ἀναγραφὴν τοῦ ὀνόματός του εἰς τὸ ψηφοδέλτιον τοῦ κυβερνητικοῦ συνδυασμοῦ Κυκλάδων, ἀλλ’ ὅτι ἐγνώριζον ὅτι εἶναι καθηγητὴς καὶ ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ ἐμπροθέσμως, ἵνα ἡ ἐκλογή του εἶναι νόμιμος. Καὶ ὅτε μοὶ διεμήνυσεν, ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι σπουδαῖον καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ παραιτηθῇ μετὰ τὴν ἐκλογήν, τῷ ἐμήνυσα, ὅτι πρέπει νὰ γνωρίζῃ, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ μοὶ κάμῃ τὴν τιμὴν νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξέθετον ἐνώπιον αὐτῆς, ἐγὼ θὰ ἐπέμενον καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή του, διότι εἶναι σαφεῖς οἱ νόμοι, καθ’ οὓς ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ ὡρισμένας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς. Διὰ τοῦτο δὲν ἠθέλησα νὰ ἀφήσω νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ὁ ὑπαινιγμὸς, ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος ἡλικίας, δὲν εἶμαι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας διεκήρυξα. Καὶ ἐπειδὴ εἶναι προφανές, ὅτι εἰς τὸν περίβολον τοῦτον ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ συγκαταλέγωμεν ἡμεῖς οἱ πρεσβύτεροι ἱκανοὺς νεωτέρους, καὶ νεωτέρους, εὐτυχῶς δι’ αὐτούς, μὴ ἔχοντας τὴν ἡλικίαν τοῦ 30οῦ ἔτους, εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομισθῇ, ὅτι εὑρίσκομαι ἐν ἀντιφάσει, ἐὰν θὰ ὑπερασπισθῶ τὴν ἐκλογὴν παντὸς Βουλευτοῦ, ἔχοντος ἡλικίαν κατωτέραν τῶν 30 ἐτῶν, ἀνωτέραν ὅμως τῶν 25, διότι φρονῶ, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τοῦ Σώματος. Δὲν ἐζήτησα νὰ κηρύξωμεν κατηργημένας τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ θὰ ἤμην εὐτυχής, ἐὰν ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν ἀπὸ ἐτῶν ἐνταῦθα βουλευομένων, ἄν ποτε δὲν ἐψήφισεν ὑπὲρ ἐπικυρώσεως ἐκλογῆς Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Ἔχω δὲ τὸ δικαίωμα νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, συγχρόνως δὲ καὶ τὴν γνώμην, ἣν ἔχω καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὡς ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος. Ἀναγνωρίζων δέ, ὅτι οὐχὶ ἡ προσήλωσις πρὸς τοὺς τύπους, ἀλλ’ ἡ ἀποσκόπησις πρὸς τὴν οὐσίαν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διέπῃ τὰς ἐργασίας καὶ τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν, ἐνόμισα ὅτι θὰ ἤμην ἀσυνεπὴς πρὸς ἐμαυτόν, ἐὰν ἔλεγον πρὸς τὴν Βουλήν: ψηφίζω ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς συναδέλφου, ἔχοντος ἡλικίαν 26 ἐτῶν, ἂν καὶ γνωρίζω ὅτι ἔχει τὴν ἡλικίαν ταύτην τῶν 26 ἐτῶν, διότι θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἔχει ἡλικίαν 30 ἐτῶν. Δὲν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδεχθῇ τοιαύτην τακτικήν. Ἔρχομαι καὶ λέγω μετ’ εὐθύτητος: θὰ ψηφίσω καὶ συνιστῶ εἰς τοὺς φίλους μου νὰ ψηφίσωσιν ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἡλικίαν 25 ἐτῶν, διότι πέποιθα ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις εἶναι τελείως μεμορφωμένη ὑπὲρ τῆς καταβιβάσεως τῆς ἡλικίας κάτω τῶν 30 ἐτῶν, πάντως δὲ ὄχι καὶ ἄνω τοῦ 25ου ἔτους. Εἶπεν ἕτερος τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἐκ τῆς πλευρᾶς ταύτης, ὅτι κάμνω κατάχρησιν τῆς δυνάμεως, ἣν μοὶ ἔδωκεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι κάμνω κατάχρησιν τῆς θέσεώς μου. Καὶ ἠξεύρετε ποία εἶναι αὐτὴ ἡ κατάχρησις τῆς θέσεώς μου, κύριοι Βουλευταί; Τοῦτο περίπου ἐζητήθη νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι, ἐπειδὴ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ συγκεντρώσω περὶ ἐμὲ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τόσῳ σαφῶς ἐκδηλωθεῖσαν, δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ μὴ ἔχω ἐγὼ γνώμην περὶ τῶν δημοσίων πραγμάτων. Διότι εἶπον, ὅτι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ἐμήν, πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸς ὡς ἔχων τὰ νόμιμα προσόντα ὁ Βουλευτὴς ὁ ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ 25ον ἔτος τῆς ἡλικίας του, δι’ αὐτὸ διέπραξα ἓν σφάλμα καὶ ἔκαμα κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας μου. Δὲν εἶπον ἐγώ, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ ὁρίσῃ ἄλλο ὅριον ἡλικίας, εἶπον μόνον ποία εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, καὶ αὐτὸ εἶχον καὶ δικαίωμα, ἀλλ’ εἶχον καὶ καθῆκον, νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ τοῖς ἀκροατηρίοις).
§17Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ εἰλικρίνεια τῶν συζητήσεων ἐπιβάλλει νὰ καθορίζωνται τὰ ζητήματα κατὰ τρόπον μὴ συντελοῦντα εἰς τὴν ἐσφαλμένην ἀντίληψιν ὑπὸ τῶν ἀκουόντων. Δὲν ἀνεμίχθην ποσῶς εἰς τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα, οὐδὲ γνωρίζω τὸν κ. Βουλευτήν, περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ ὁποίου πρόκειται, οὔτε τὰ κατὰ τὴν ἐκλογὴν αὐτήν. Ἐζήτησα ὅμως τὸν λόγον, ἵνα διαμαρτυρηθῶ κατὰ μιᾶς ἀρχῆς γενικῆς, τὴν ὁποίαν διεκήρυξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐξήτασα τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐκ τῆς ἀφορμῆς, ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡρμήθη ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ οὐχὶ ἵνα δικάσω ἐπὶ τοῦ πράγματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐλέχθη· ἤτοι, ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας εἶπον καὶ ἐπαναλέγω, δὲν δυνάμεθα νὰ διακηρύξωμεν ὡς ἀρχήν, ὅτι διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εὑρισκομένας ὑπὸ ἀναθεώρησιν, εἴτε ἐν προσχεδίῳ τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐν τῷ προσχεδίῳ ἐκείνῳ τῷ ψηφισθέντι ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης, εἴτε ἐν ἄλλῳ τινί, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὡς διατυπούσας τὴν κοινὴν συνείδησιν, καὶ ἀκολουθήσωμεν ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐν τῷ δικαστικῷ μας σταδίῳ τὰς προτάσεις αὐτὰς ὡς συνταγματικὰς διατάξεις. Ἡ κοινὴ συνείδησις δύναται νὰ εἶναι ὁσονδήποτε ἐκδεδηλωμένη ὑπὲρ τῆς καταργήσεως διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ εἶναι συνείδησις, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν, ἐφ’ ὅσον δὲν τὴν εἴδομεν ἐκδεδηλωμένην διὰ τῶν νομίμων τύπων, ἐψηφισμένην καὶ δημοσιευμένην. Καὶ τὸ εἶπον, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ καὶ νέα παραβίασις. Ἐπειδὴ δὲ προεκλήθην ὡς παλαιὸς πολιτευόμενος νὰ εἴπω ἄν ποτε συνέβη νὰ ψηφίσω ἐκλογὴν ἀνηλίκου, κάμνω ταύτην τὴν δήλωσιν, καίτοι τὸ ἐρώτημα τοῦτο ἀποτελεῖ παρέκκλισιν ἀπὸ τοῦ θέματος, ὅτι οὐδέποτε ἐτολμήθη νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραβιασθῇ τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ κοινὴ συνείδησις ἀνέχεται τοῦτο, ἀλλ’ ὁσάκις αἱ παρελθοῦσαι Βουλαὶ ἔκαμαν κατάχρησιν σχετικὴν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας, τὴν ἔκαμαν πάντοτε ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ, οἱ Βουλευταὶ δέ, οἱ ὁποῖοι ἐψήφιζον, ἐψήφιζον, διότι ἐκ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων ἐπίστευον ὅτι ἐξήγετο τοῦτο. Ὁμολογῶ, ὅτι εἰσήχθησαν εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς ἀνήλικοι καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι μία ἐκ τῶν πράξεων τῶν παρελθουσῶν Βουλῶν, τὰς ὁποίας πολλάκις κατηγόρησα, εἶναι μία τῶν λεπτομερειῶν τοῦ συνόλου, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὴν κακοδαιμονίαν, τὴν ὁποίαν ἐκλήθη νὰ ἀνορθώσῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τοῦτο εἰς οὐδεμίαν Βουλὴν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ διαπράξῃ τοιαύτην παρανομίαν, στηριζομένην εἰς προηγούμενον, εἰς δεδικασμένον. Ταῦτα τὰ προηγούμενα πρέπει νὰ διορθωθῶσιν.
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπεκαλέσθην τὸ προηγούμενον.
§19Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σεῖς ἐζητήσατε νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ἄν ποτε συνέβη νὰ ψηφίσω τοιαύτην ἐκλογήν. Τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων σας αὐτῶν διερμηνεύω ἐγώ, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι εἰσήχθησαν πολλάκις εἰς τὴν Βουλὴν ἀνήλικοι, ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προηγούμενον, ὡς βάσις συζητήσεως. Αὐτὰ ἀκριβῶς πρέπει νὰ τεθῶσιν ἐκποδών· αὐτῶν ἐπηγγέλθετε τὴν διόρθωσιν.
§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπεκαλέσθην καθόλου τὰ προηγούμενα οὔτε τὸ δεδικασμένον, ἵνα συστήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως τοὺς ἔχοντας ἡλικίαν 25 ἐτῶν δεχθῇ ὡς Βουλευτάς. Ἔκαμα τὴν σύστασιν ταύτην ἀποβλέψας εἰς αὐτὴν τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων, καθόσον, καὶ ὑποτιθεμένου ὅτι θὰ ἠκυροῦτο ἡ ἐκλογὴ συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ 27 ἔτος τῆς ἡλικίας, καὶ διετάσσετο ἡ ἐπαναληπτικὴ ἐκλογή, ἦτο πολὺ φυσικόν, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ σπεύδοντες εἰς τὰς ἐργασίας μας καὶ τροποποιοῦντες τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην τότε, ἐκλεγομένων τῶν αὐτῶν συναδέλφων, νὰ τοὺς δεχθῶμεν, διότι θὰ εἶχε πλέον τροποποιηθῆ αὐτὴ ἡ διάταξις. Πρὸς ἀποφυγὴν λοιπὸν αὐτῶν τῶν περιπετειῶν σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἔχω τὸ θάρρος νὰ συστήσω εἰς τὴν πλειονοψηφίαν νὰ δεχθῇ τοὺς τοιούτους συναδέλφους, τοὺς ἔχοντας τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας των.
§21Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν θὰ ἔχητε ὅμως τὸ θάρρος νὰ συστήσητε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ παραβῇ διατάξεις εὑρισκομένας ἐν τῷ Συντάγματι, τὰς ὁποίας ὅμως κατὰ τὸ προσχέδιόν σας ἢ κατ’ ἄλλο προσχέδιον θεωρεῖτε μεταρρυθμιστέας.
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐσκέφθην τοιοῦτόν τι. Ἔκαμα τὴν σύστασιν αὐτὴν διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, διότι πρόκειται νὰ γίνωσι πάλιν ἐκλογαί, μετὰ τὰς ὁποίας οἱ αὐτοὶ Βουλευταὶ ἐκλεγόμενοι θὰ ἔχωσι πλέον τὰ προσόντα τοῦ Βουλευτοῦ.
§23Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοιαύτην τινὰ ἔννοιαν τῶν δηλώσεών σας ἠθέλησα νὰ ἀποκλείσω.
§24Γ. ΠΩΠ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, οὐδένα ἔρριψα ὑπαινιγμόν. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ σᾶς ἐξηγηθῶσι γεγονότα τινά, ἵνα φθάσωμεν εἰς τὰ συμπεράσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφθάσαμεν. Ἤθελον νὰ γίνῃ δηλαδὴ γνωστὸν προκειμένου περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς σχετικῶς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν ὡρισμένης συνταγματικῆς διατάξεως καὶ ὅτι συγχρόνως ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ ἀνηλίκου, καὶ ἐξηγεῖται, διότι ἔχομεν ἤδη τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας, καθ’ ἥν, ὁσάκις συνταγματική τις διάταξις ἔχει ὥριμον δημοσίαν γνώμην ἀντίθετον, τότε δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ συνταγματικὴ αὕτη διάταξις, ἀλλ’ ἡ ὥριμος δημοσία γνώμη ἡ ἀντιστρατευομένη πρὸς τὴν διάταξιν ταύτην. Τοῦτο ἤθελον νὰ γνωρίζω.
§25Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐὰν ὑπῆρξε σφάλμά τι εἰς τὰς σκέψεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἕν θέμα καθαρῶς εἰδικόν, ἐντετοπισμένον εἰς εἰδικὴν ὑπόθεσιν, τὸ ἀνήγαγεν εἰς γενικὴν ἀρχήν, καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι πᾶσα διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία κατὰ κοινὴν συνείδησιν δὲν στέκει καλὰ εἰς τὰ πόδια της, εἶναι ἀπορριπτέα. Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὰ ἐκ τῆς ἡλικίας προσόντα τῶν ἐκλογίμων ἐκρίθησαν πάντοτε ἐπιεικῶς, ἤδη δὲ προτείνεται ἡ μείωσις τῆς ἡλικίας εἰς 25 ἔτη κατὰ ὁμόθυμον καὶ γενικὴν ἐπὶ τούτου συνείδησιν καὶ γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγε γενικῶς, ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις ἐπικρατεῖ γενικῶς ἀντιθέτων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἂν δὲν προηγούμην εἰς διαμαρτυρίαν, ἀλλὰ θὰ ἔσπευδον νὰ συνταχθῶ μετὰ τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας κ. συναδέλφου, ἀκριβῶς διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὅλαι αἱ ἁμαρτίαι τοῦ παρελθόντος ὀφείλονται εἰς τὸ ὅτι εἶχον δώσει εἰς ἑαυτοὺς τὸ δικαίωμα οἱ διαχειριζόμενοι οἱανδήποτε ἐξουσίαν τοῦ Κράτους νὰ ὑποκαθιστῶσι τὴν ἰδίαν συνείδησιν, τὴν ἰδίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ καθεστῶτος, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν εἴχομέν ποτε Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν εἴχομέν ποτε νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐφηρμόσθησαν, ἀλλ’ εἴχομεν τοὺς ἐντεταλμένους τὴν ἐφαρμογὴν καὶ νόμων Συντάγματος ἐφαρμόζοντας ἑκάστοτε τὴν ἰδίαν βούλησιν, τῆς ὁποίας τὰ ἐλατήρια δὲν ἦσαν πάντοτε ἀπηλλαγμένα καὶ μικροσυμφερόντων καὶ πολλάκις μεροληψιῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν εἰδικῶς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἡλικίαν τοῦ ἐκλογίμου, τοῦτο ἔχει ἤδη ὡριμάσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ὁ κ. ἐκ Λακωνίας Βουλευτὴς ἐταράχθη, ἁπλῶς διότι τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφισβητεῖ, τὸ ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐὰν μοὶ ἔδιδε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ταραχῆς τοῦ ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ, θ’ ἀνελάμβανον ἐγὼ νὰ ὑποστηρίξω πρῶτος, ὅτι ἡ κοινὴ συνείδησις ἀπὸ πολλοῦ ἤδη εἶναι ὥριμος καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος ἡ ἀφορῶσα— καὶ τοῦτο καλῶς σημειωτέον—εἰς ἓξ ὑποκειμένου προσόν, οἷόν ἐστὶν ἡ ἡλικία, καὶ ὄχι εἰς ἓξ ἀντικειμένου ἀνικανότητα, οἷα εἶναι ἡ ἰδιότης τοῦ ὑπαλλήλου, ἔχει ἤδη καθορισθῆ, καὶ εἰς τοῦτο ἐγὼ θὰ ἐπεκαλούμην τὸ παρελθόν, θὰ ἐπεκαλούμην τὴν ἐπικρατήσασαν τακτικὴν εἰς τὰς παρελθούσας Βουλὰς, ὄχι, δι’ ὄνομα Θεοῦ, ἵνα ἐκεῖθεν λάβωμεν παραδείγματα καὶ κανονίσωμεν τὰς ἰδίας πράξεις, ἀλλὰ διότι ἐξ αὐτῶν θέλω νὰ συμπεράνω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 ἐξέλεγε Βουλευτὰς μὴ συμπληρώσαντας τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ ὅτι οἱ Ἕλληνες Βουλευταὶ ἐπεκύρουν τὰς ἐκλογὰς τῶν οὑτωσὶ ἐκλεγομένων. Τοῦτο εἶναι ἀσφαλῶς ὄχι τεκμήριον, ἀλλ’ ἀπόδειξις σαφής, ὅτι εἶναι ἤδη ὥριμος καὶ ἐκπεφρασμένη ἡ βούλησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης. Μὴ ταρασσέσθω λοιπὸν ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, ὅτι ἐντεῦθεν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ ἄτοπον, ἵνα παρορῶμεν πᾶσαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἐκ τῶν περιστάσεων ἑκάστοτε ἠθέλομεν θεωρήσει ὅτι ἔχει ἐκπέσει εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἀλλ’ εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίπτωσιν ὁ κ. Πρόεδρος ὑπεστήριξε, καὶ ὑπεστήριξε προλαμβάνων τὰς γνώμας καὶ τῶν φίλων του καὶ τῶν ἀντιπάλων—εἶμαι βέβαιος—κατὰ συνείδησιν σκεπτομένων, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Φαρμάκη εἶναι ἐπικυρωτέα, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παγίως, ὁμοιομόρφως, ἄνευ οὐδεμιᾶς διαμαρτυρίας ἐδήλωσε τοιαύτην τινὰ γνώμην. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§26Ν. ΒΑΡΘΗΣ. Τότε νὰ τοὺς βάλωμεν ὅλους.
§27Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐντεῦθεν δὲν πρέπει νὰ μεταπέσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἄτοπον καὶ νὰ βάλωμεν καὶ τοὺς μπεμπέδες τυχὸν μέσα, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἡλικίαν τινὰ ἀνεγνωρισμένην καὶ πάλιν ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει θὰ δύνανται νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των χωρὶς νὰ ἐκθέτωσι τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς συμπαριστάμενοι ἐδῶ μετὰ τῶν ἄλλων.
§28ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἕνεκα τῆς εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν ὁλοψύχως αἰσθάνομαι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ ἀκούσω τὴν συμβουλήν του καὶ νὰ ὁμιλήσω εἰλικρινῶς, ἀλλὰ κατὰ πάντα εἰλικρινῶς. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν Βουλευτὴς εἶπεν ὅσα εἶπε καὶ τὰ εἶπεν ὡς τὰ εἶπε, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Φωτήλα. Ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργός, δὲν θέλω νὰ τὸ εἴπω.... (Θόρυβος). Πρόκειται περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Βουλευτοῦ Μεσσηνίας κ. Ντολιοπούλου, ὑπὲρ οὗ ἐνδιαφέρεται ἡ Κυβέρνησις. Αὕτη εἶναι ἡ εἰλικρίνεια.
§29Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει ἔνστασις, κύριε Πρόεδρε; Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητῇ ἀορίστως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Δʹ τμῆμα τῆς Βουλῆς λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰ Πρακτικὰ τῆς ψηφοφορίας καὶ διαλογῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, τὰς ἐκθέσεις τῶν ἀντιπροσώπων τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ πάντα τὰ λοιπὰ ἔγγραφα τ’ ἀφορῶντα τὴν ἐκλογὴν ταύτην, ἐν οἷς οὐδεμία ὑπεβλήθη ἔνστασις κατὰ τοῦ κύρους αὐτῆς, οὐδενὸς δὲ προσελθόντος συμφώνως τῇ γενομένῃ ὑπὸ τοῦ τμήματος προσκλήσει πρὸς ὑποβολὴν ἐνστάσεων κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ταύτης, προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιοι, ἄξιοι.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἀνακηρύσσει ὡς νομίμους Βουλευτὰς τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας τοὺς κ. κ. 1) Ν. Στράτον, 2) Ν. Μακρῆν, 3) Ν. Χρυσόγελον, 4) Λ. Παπαφώτην, Α. Γρίβαν, 6) Σερ. Ψύχαν, 7) Π. Καρασεβδᾶν, 8) Ἐπ. Σουλτάνην, 9) Γ. Ποῦλον, 10) Ι. Φαρμάκην, 11) Ἀντ. Ῥοντήρην, 12) Ἀ. Τριγώνην, 13) Ἐ. Λαμπρακάκην, 14) Ἰ. Καναβόν, 15) Ἰ. Καλαντζόπουλον, 16) Ἐλ. Σπετσέρην, 17) Ἰ. Τσιγκόλην, 18) Στέφ. Γρανίτσαν, 19) Γ. Ἰατρίδην, 20) Ἰ. Κουρκουμέλην, 21) Ἰ. Παπαθανασιάδην, 22) Ἰ. Χριστοδουλιᾶν, 23) Ἰ. Ἀκρίδαν, καὶ 24) Θεοφ. Θεοδωρόπουλον. Ἐρχόμεθα ἤδη εἰς τὴν ἐκλογὴν Λακωνίας. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πετρέας.
§33ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Λακωνίας, Κύριοι, γενικῶς καμμία ἔνστασις δὲν ὑπεβλήθη, ὑπεβλήθη μόνον ἔνστασις ἐκ μέρους τοῦ κ. Μουτζουρίδου, πρώτου ἐπιλαχόντος, κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Φουρίδου, τελευταίου ἐπιτυχόντος, ὅσον ἀφορᾷ τὸν δῆμον Ἀσωποῦ, διότι ἐν τῷ τμήματι τοῦ δήμου ἐκείνου εὑρέθησαν 111 πλεονάζουσαι ψῆφοι εἰς τὴν κάλπην τοῦ κ. Μουτζουρίδου, αἱ ὁποῖαι ἀφαιρεθεῖσαι ἔφεραν αὐτὸν ὡς ἀποτυχόντα διὰ ψήφων 43, ὡς ἠκούσατε ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ τμήματος. 10 μέλη τοῦ τμήματος προτείνουσι τὴν ἀκύρωσιν ὁλοκλήρου τῆς ἐκλογῆς δι’ ὅλους ἐν γένει τοὺς ἐπιτυχόντας, ἐνῷ ἡ ἀπόστασις ἡ χωρίζουσα τὸν τελευταῖον ἐπιτυχόντα ἀπὸ τὸν πρὸ αὐτοῦ εἶναι ἄνω τῶν 500 ψήφων. Ἐν τούτοις τὰ δέκα μέλη τοῦ τμήματος προτείνουσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ἀπροσεξία τις παρεισέφρησε περὶ τὴν ἔκφρασιν, διότι δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι τὰ δέκα μέλη ἐν πλήρει συνειδήσει τοῦ πράγματος προτείνουσι τὴν ἀκύρωσιν ὁλοκλήρου τῆς ἐκλογῆς, ἀφοῦ τὸ ἀποτέλεσμα ἀλλοιοῦται μόνον ὡς πρὸς τὸν τελευταῖον ἐπιτυχόντα. Προτείνω λοιπόν, ἵνα τὸ Προεδρεῖον θέσῃ τὸ ζήτημα διαιρετῶς, ὑποβάλῃ δηλαδὴ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς πρῶτον ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς Λακωνίας, ὡς πρὸς τοὺς 17 ὑποψηφίους, καὶ ἔπειτα ἀποφανθῇ καὶ περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν τελευταῖον ἐπιτυχόντα.
§34Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος ἔχετε γνώμην, ἂν εἶναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τοὺς δύο;
§35ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο: ἐὰν ἡ Βουλὴ δεχθῇ, ὅτι τὰ 111 σφαιρίδια ἐρρίφθησαν ὑπὸ ἐχθρικῆς χειρός, τότε αὐτὴ θὰ κρίνῃ.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνα γνώμην ἔχετε περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς; Ἐγένετο νοθεία;
§37ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Δὲν εἶχον μέρος ἐγὼ εἰς τὸ τμῆμα. Ζητεῖτε τὴν γνώμην μου προώρως, καθόσον δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὸ τμῆμα καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἀνεπτύχθη κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, τότε θὰ ἀποφανθῶ. Ἤδη λοιπὸν προτείνω, ἵνα χωρισθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ πρῶτον ὅσον ἀφορᾷ τοὺς 17 ὑποψηφίους καὶ εἶτα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λοιπούς.
§38Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, καθ’ ὁλοκληρίαν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, καίπερ ἀμέσως ἐνδιαφερόμενος, διὰ τρεῖς λόγους, πρῶτον διότι ὁ ἐνιστάμενος Μουτζουρίδης εἶναι συγγενής μου, δεύτερον διότι ὁ καθ’ οὗ ἡ ἔνστασις εἶναι συνδημότης μου, καὶ τρίτον διότι καὶ οἱ δύο κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς ἦσαν συνεργάται μου εἰς τὸν καλὸν ἀγῶνα τῶν γνησίων φιλελευθέρων. Ἐξηναγκάσθην νὰ λάβω ὅμως τὸν λόγον ἐκ μιᾶς καὶ μόνης λέξεως ἑνὸς τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων συναδέλφων ἐκ Λακωνίας. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι πάντοτε ὑπῆρξαν ἐκλογαὶ ἁμαρτωλαί, μέχρι τοσούτου μάλιστα χωρήσασαι εἰς τὴν νοθείαν τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ ἐξεγείρωσι καὶ τὴν ἀγανάκτησιν καὶ αὐτῶν τῶν ψυχραιμοτέρων καὶ αὐτῶν τῶν ἐκ φύσεως καὶ χαρακτῆρος ψυχρῶν καὶ ἀδιαφόρων. Ὡσαύτως οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ, ὅτι πάντοτε ὑπῆρξαν ἐκλογαί, αἱ ὁποῖαι, καίτοι δὲν ἦσαν ἁμαρτωλαί, ἐν τούτοις ἐχρίσθησαν ὡς τοιαῦται ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, εἴτε διότι οὗτοι ἤθελον νὰ ἀπαλλαγῶσιν ὀχληροῦ ἀντιπάλου, εἴτε διότι οὗτοι ἐπιέζοντο ἀπὸ ἰσχυροὺς φίλους, εἴτε ἀπὸ πεῖσμα ἀκατανόητον μὲν πολλάκις, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε κάκιστον καὶ ἐπιβλαβές. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον, εἶναι τοῦτο, ὅτι καὶ κατὰ τὰς δύο περιπτώσεις ἐνοθεύθη τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ὅτι καὶ κατὰ τὰς δύο περιπτώσεις περιυβρίσθη καὶ ἐχλευάσθη ἡ θέλησις τῶν ἐκλογέων. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον εἶναι ὡσαύτως ἀναμφισβήτητον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχήν σας εἶναι ἡ δευτέρα περίπτωσις, εἶναι ἡ περίπτωσις ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ φρόνημα τοῦ ἐκλογέως δὲν ἐνοθεύθη ἀπὸ ἕνα κακοήθη ἄνθρωπον, εἴτε ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐνεργήσαντα εἴτε ὄργανον ἄλλων γενόμενον, ἀλλ’ ἐνοθεύθη ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, εἴτε ἐν γνώσει εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ πράξαντας τοῦτο. Καὶ τοῦτο, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀπαρχὴν ἀποσυνθέσεως ἢ καὶ ἐξακολούθησιν τῆς ἀρξαμένης ἀποσυνθέσεως ἑνὸς Κράτους. Δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην ἐκλογὴν καὶ αἱ δύο περιπτώσεις ἐφηρμόσθησαν· λέγω δὲ τοῦτο, διότι πῶς θέλετε νὰ ὀνομάσω τὸ ὅτι εὑρέθη ἐν τῇ ἐκλογῇ Λακωνίας ἀδελφὸς συναδέλφου καθημένου παρὰ τὰ ἑδώλια ταῦτα, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἔρριψε 400 ὅλα σφαιρίδια εἰς τὴν κάλπην τὴν ἰδικήν μου, οὕτω δέ, ἀντὶ νὰ ἔχω 300 ψήφους εἰς τὸ ναί, εὑρέθην χρεωμένος καὶ διὰ τὴν ἑπομένην ἐκλογὴν μὲ 19 ψήφους, τοιουτοτρόπως δ’ ἐνόθευσε τὸ φρόνημα τῶν φιλελευθέρων ἐκλογέων τῆς Σπάρτης κατὰ τρόπον ἀναίσχυντον; Ἀλλὰ συνέβη τοιοῦτόν τι ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει; Ἀλλὰ συνέβη τοιοῦτόν τι ἐν τῷ δήμῳ Ἀσωποῦ; Ὄχι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον τὸν ἑξῆς· διότι ὁ ἐνιστάμενος Μουτζουρίδης ἔλαβε ψήφους 243 εἰς τὸ ναὶ καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν, ἀλλὰ τίς ἐξ ὑμῶν θὰ πιστεύσῃ, ὅτι ὁ νοθεύσας, εἴτε ἀφ’ ἑαυτοῦ ἔπραξε τοῦτο εἴτε ὄργανον ἄλλων γενόμενος, θὰ τῷ ἔρριπτε 111 σφαιρίδια καὶ δὲν θὰ τῷ ἔρριπτε 411;
§39Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Δὲν ἐπρόφθασεν.
§40Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· μὴ λέγετε ὅ,τι θέλετε· δὲν εἶναι λόγος αὐτός. Ἐξ ἄλλου εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ὅτι πάντοτε γίνεται τοῦτο ἐκ προνοίας τῶν ἰδίων ἀντιπροσώπων. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς τὸν δῆμον τὸν ἰδικόν μου καὶ κατὰ τὰς προπαρελθούσας ἐκλογὰς καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας ἐπὶ 600 ψηφοφορησάντων ἐγὼ ἔλαβον 800 ψήφους· κατὰ φυσικὸν λόγον ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὸ ναὶ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ἀλλ’ ἐκτὸς ὅλων τούτων, ἀλλοίμονον, ἐὰν ἡ Βουλὴ καθιερώσῃ τοιοῦτον κάκιστον προηγούμενον, διότι εἷς κακοήθης θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ῥίψῃ, διδομένης εὐκαιρίας, εἰς δύο ἢ τρεῖς κάλπας σωρείαν ψήφων καὶ νὰ ἔχωμεν πάλιν νέας ἐκλογάς.
§41Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Θὰ ἀλλάξῃ τὸ σύστημα.
§42Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ· δὲν ἐπιτρέπω εἰς σᾶς διακοπὰς ἐξαιρετικῶς.
§43Θ. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Εὐχαριστῶ· εἶσθε πολὺ εὐγενής.
§44Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Προκειμένης δηλ. τῆς νοθείας τοῦ φρονήματος τοῦ ἐκλογικοῦ ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς τῆς ἡμέρας, πῶς θέλετε νὰ ὀνομάσω τὸ ὅτι ἐντὸς τοῦ ἐξελεγκτικοῦ τμήματος Βουλευτὴς κεχρισμένος κυβερνητικὸς ἔλεγεν ἀπροκαλύπτως: «Ἐγὼ θὰ ἐργασθῶ ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ τμήματος, διότι ἐνδιαφέρομαι διὰ τὸν Μουτζουρίδην, διότι ὁ υἱός του ἦτο ἀντιπρόσωπός μου εἰς τὸ ἐκλογικὸν τμῆμα τοῦ Ναυπλίου»; Πῶς θέλετε νὰ ὀνομάσω τὸ ὅτι ἐντὸς τοῦ ἐξελεγκτικοῦ τμήματος εὑρίσκετο ὁ ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, κρυφομιλῶν καὶ γλυκοκουβεντιάζων;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀποφεύγητε τὰ προσωπικά, κύριε Βουλευτά.
§46Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Δὲν κατωνόμασα κανένα, ἀλλ’ ἔχω τὸ θάρρος καὶ νὰ κατονομάσω.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ εἶναι οἰκογενειακά.
§48Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Ὄχι· δὲν εἶναι οἰκογενειακά. Πῶς θέλετε νὰ ὀνομάσω τὸ ὅτι ὁ ἰδιαίτερος γραμματεὺς τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, συγγενὴς τοῦ κ. Μουτζουρίδου, εὑρέθη ἐντὸς τοῦ ἐξελεγκτικοῦ τμήματος, συμφώνως πρὸς τὰς παλαιὰς μεθόδους, μειδιῶν καὶ γλυκομιλῶν καὶ κρυφοκουβεντιάζων; Πῶς θέλετε νὰ ὀνομάσω τὸ ὅτι εὑρέθη κυβερνητικὸς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει ἐργολαβικῶς νὰ πατάξῃ τὴν φοβερὰν καὶ τρομερὰν κατάχρησιν, ἡ ὁποία ἐνόθευσε τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων ἐν τῷ δήμῳ Ἀσωποῦ; Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ὀνομάσω τὸ ὅτι εὑρέθησαν δέκα κυβερνητικοὶ Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ἠκύρωσαν τὴν ἐκλογήν, ἐξεγείραντες τὴν ἀγανάκτησιν τῶν ἄλλων τμημάτων; Ἀλλά, ἐπειδὴ δύναταί τις ἐξ ὑμῶν νὰ εἴπῃ, ἢ καὶ ἄλλοι γνωστοὶ νὰ ψιθυρίσωσιν, ὅτι ταῦτα λέγω διότι ἠκυρώθη καὶ ὡς πρὸς ἐμὲ ἡ ἐκλογή, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν πρὸς τὴν Βουλὴν· ἐκ τοῦ ὁλικοῦ ἀποτελέσματος ἐν τῷ νομῷ Λακωνίας ἐγὼ ἔλαβον ἐν ὅλῳ ψήφους 7946, ἰσοψηφήσας πρὸς τὸν κεχρισμένον φιλελεύθερον Καπετανάκην, δέκατος τρίτος κατ’ ἀριθμὸν καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 400 τοῦ δευτέρου τμήματος τῆς Σπάρτης. Ἐὰν λοιπὸν ἀφαιρέσωμεν τὰς 479, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐγώ, ὁ ἡμιορφανὸς εἰς τὸν δῆμον Ἀσωποῦ, θὰ ἔχω ἐν ὅλῳ ψήφους 7,500 περίπου· ὥστε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κινδυνεύει, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπερέβη πάντας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐκλογὴν σχεδὸν ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ ἐξ ἐκτιμήσεως εἰλικρινοῦς. Εἶχον λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σᾶς εἴπω ὅλα ταῦτα, καί, ἂν νομίζητε ὅτι συνέβησαν καλπονοθεύσεις, ἀκυρώσατε καὶ δι’ ἐμέ, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ μὲ ὑποχρεώσητε, διότι ἀπὸ 13ου θὰ ἔλθω 9ος ἢ 10ος. Ἀλλ’ ἤδη πρόκειται περὶ τούτου, περὶ τῆς δευτέρας δηλονότι περιπτώσεως, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα καὶ εἰς τὴν ὁποίαν νὰ προσέξητε πολύ. Οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων ἀπολαύει σήμερον ἀμερίστου τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων διατηρεῖ εἰσέτι ἀμείωτον τὸ γόητρόν της, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν ἀπογοήτευσιν τοῦ παρελθόντος, τὴν δικαίαν· ἂν ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰσέτι, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τοὺς συναδέλφους του τοῦ παρελθόντος ἐνέπνευσε τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν λαόν, εἰς τὸν δυστυχῆ αὐτὸν ῥαγιᾶν, ὅτι θὰ ἀναστηλώσῃ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως καὶ πρὸ παντὸς τὴν δικαιοσύνην. Ἐκ τῆς ἀποφάσεως λοιπὸν ὑμῶν, Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ κριθῇ ὁ Μουτζουρίδης· ἐκ τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν δὲν πρόκειται νὰ κριθῇ ἂν θὰ σωθῇ ἡ πατρίς, ἐὰν θὰ εἰσέλθῃ οὗτος ἢ ἐκεῖνος εἰς τὸ Κοινοβούλιον· ἐκ τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν δὲν πρόκειται νὰ κριθῇ ἂν ἔγινε πλαστογράφησις τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ· ἐκ τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν, Κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ κριθῇ ἂν εἶναι ὀρθὸν καὶ λογικὸν καὶ δίκαιον καὶ ἄξιον μιᾶς Βουλῆς νὰ ἀναστατώσῃ ἓν διαμέρισμα ὁλόκληρον ἑνὸς τόπου, διότι οὕτω τὸ θέλει ὁ Α. ὑποψήφιος, ὑποβαλὼν μίαν ἔνστασιν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ κριθῇ τοῦτο, ἂν συμφώνως πρὸς τὰς παλαιὰς μεθόδους καὶ σήμερον θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ δευτέρα περίπτωσις, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα, νὰ ἐφαρμοσθῇ δηλονότι τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου, ἂν δηλονότι θὰ ἀποδειχθῇ διὰ μυριοστὴν δι’ ἐμὲ φοράν, ὅτι ἡ ἀνόρθωσις, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἀνορθώσεως ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ νέου Ἐπιμενίδου ἐκ Κρήτης δὲν ὑπῆρξε τίποτε ἄλλο παρὰ χίμαιρα.
§49ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐκλογῆς Λακωνίας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ συντόμως νὰ ἐξηγήσω δύο τινὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠσχολήθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας καταλήξας εἰς πολλὰ καὶ ποικίλα συμπεράσματα. Πρῶτον τὸ τμῆμα δὲν ἀπεφάνθη ὁριστικῶς πῶς ἐννοεῖ τὴν προτεινομένην ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ Ἀσωποῦ, διότι τοῦτο ἀφέθη εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι τόσον τὸ μέγεθος τῆς νοθείας ἐν τῷ τμήματι ἐκείνῳ, ὥστε δὲν ἠδύνατο τὸ τμῆμα σαφῶς νὰ καθορίσῃ ἂν ἐννοεῖ τὴν ἀκύρωσιν μόνον ὡς πρὸς τὸν τελευταῖον ἐπιτυχόντα καὶ τὸν πρῶτον ἐπιλαχόντα, ἢ ἂν πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνά τις γενικωτέρα.
§50ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Παρετηρήσατε ὅτι μεταξὺ τοῦ τελευταίου ἐπιτυχόντος καὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ χωρεῖ μία ἀπόστασις 500,600 μέχρι 2000 ψήφων, ὥστε, καὶ ἂν ὅλαι αἱ ψῆφοι ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὰς κάλπας ὅλων τῶν ἄλλων ἡμῶν, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἀλλοιοῦται, ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνηται συζήτησις.
§51ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Παρετήρησα ὅμως καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι εἰς τὸ τμῆμα Ἀσωποῦ, ὅπως εἶχε τὴν ὑπομονὴν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Κουλουμβάκης νὰ ἀσχοληθῇ σήμερον μὲ τὰ Πρακτικὰ τοῦ τμήματος Ἀσωποῦ, ἐπὶ τῶν 59 καλπῶν εἰς τὰς 56 ἔχει παρατηρηθῆ νοθεία, καὶ χρειάζεται μεγάλη λογιστικὴ ἐργασία, διὰ νὰ ἐξεύρητε πόσων καὶ ποίων ἐπηρεάζεται τὸ ἀποτέλεσμα εἰς ἕνα δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐψήφισαν 766.
§52ΧΡ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Λοιπὸν ἀφαιρέσατε ὅσας ἐλάβετε ὅλοι οἱ 17 καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι οὐδεμία ἀλλοίωσις τοῦ ἀποτελέσματος ἐπῆλθεν.
§53ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ νοθείας, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς δυνατὰς περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ συμβῶσιν εἰς τὸ τμῆμα αὐτό. Ποῖος ἐβεβαίωσε τὸ τμῆμα, ὅτι ἐκεῖναι αἱ ψῆφοι, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν λευκαὶ εἰς τὴν κάλπην ἐκείνην, δὲν μετεβιβάσθησαν ἐκεῖ ἀπὸ τὸ ὄχι τῆς κάλπης;
§54ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς ἰδικούς σας ποίων τὸ ἀποτέλεσμα ἐπηρεάζεται καὶ ποίων δὲν ἐπηρεάζεται;
§55ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς αὐτό, πρέπει νὰ μοὶ δώσητε ὡρισμένα διδόμενα.
§56ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἰδική σας φροντίς. Ἰδοὺ ὁ λογαριασμός. Ἐψήφισαν εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον 766, ἐγὼ εἰς τὸν δῆμον ἐκεῖνον ἔλαβον ψήφους 486, τὰς ὁποίας σᾶς χαρίζω. Ἄν μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ εἶμαι μεγαλόδωρος, χαρίζω ἄλλας 486. Ἐψήφισαν 766, χαρίζω καὶ αὐτὰς τὰς ψήφους καὶ χαρίζω ἄλλας τόσας, τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἐπηρεάζεται· εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος ἀκυρώσεως ὅσον ἀφορᾷ ἐμέ;
§57ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Διὰ νὰ ἐντοπίσωμεν τὸ πρᾶγμα ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐνιστάμενον Μουτζουρίδην, τὸ τμῆμα ἢ μᾶλλον οἱ δέκα, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, βεβαίως δὲν προέβησαν εἰς τοῦτο ἄνευ τινὸς λόγου· εἶχον ἀρκετὰ ἐπιχειρήματα ἐκτὸς τῶν ἀναπτυχθέντων ὑπὸ τοῦ ἐνισταμένου, καὶ τὸ σπουδαιότερον ἐπιχείρημα ὑπῆρξεν ἡ ἔκθεσις τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου ἐν τῷ δήμῳ Ἀσωποῦ. Ἰδοὺ πῶς καταλήγει ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος δικηγόρος γνωστὸς ἐξ Ἀθηνῶν (ἀναγινώσκει): «Ὡς ἐκ τοῦ στενοῦ ὅμως τοῦ χώρου τοῦ καταστήματος τῆς ψηφοφορίας τί ἠθέλετε λοιπὸν νὰ πράξωμεν, ὅτε δι’ αὐτῆς ἀκόμη τῆς ἐκθέσεως τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου, ὅστις ἀντελήφθη τὰ πράγματα, ἐπισημοποιεῖται καὶ βεβαιοῦται ἡ νοθεία ἐν τῷ τμήματι ἐκείνῳ;». Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σπουδαιότατα, τὸ ὁποῖον πρωτίστως ἐπηρέασε τὸ τμῆμα ἢ τοὺς ψηφίσαντας ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ Ἀσωποῦ, εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ τελευταίου ἐπιτυχόντος Φουρίδου καὶ τοῦ ἐνισταμένου Μουτζουρίδου· ὁ ἐνιστάμενος Μουτζουρίδης ἀποτυγχάνει διὰ ψήφων 74, ἐκ δὲ τῶν Πρακτικῶν βεβαιοῦται, ὅτι ἀφῃρέθησαν ἐκ τοῦ ναὶ τῆς κάλπης του 111 ψῆφοι. Προσήγαγεν οὗτος καὶ πιστοποιητικόν, ὅτι κατήγγειλεν ὡρισμένα πρόσωπα διὰ τὴν νοθείαν ταύτην.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δικαστικὴν ἀπόφασιν ἔχετε;
§59ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἔχωμεν δικαστικὴν ἀπόφασιν.
§60ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ποῦ ἐστηρίχθητε;
§61ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀσωποῦ.
§62Ι. ΒΑΒΒΑΝΑΚΟΣ. Ὁ δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος συνέτρωγε καὶ συνέπινεν εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰσχυροῦ κομματάρχου φίλου τοῦ Μουτζουρίδου ἐν Ἀσωπῷ καὶ συνέταξε τὴν ἔκθεσίν του δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ ἑπομένως εἶναι ὑποβολιμαία.
§63ΑΡ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἡ ἔκθεσις συνετάχθη ὑπὸ γνωστοῦ δικηγόρου τῶν Ἀθηνῶν, τὸν ὁποῖον σεῖς δύνασθε νὰ καταγγείλητε, ἐὰν διέπραξε τοιαύτην παράβασιν. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τοιοῦτον τὸν ἄνδρα· ὑμεῖς, ἂν τὸν ἐγνωρίζετε, ὠφείλετε νὰ τὸν καταγγείλητε. Ἡμεῖς ὅμως ἐδικαιούμεθα καὶ ὑπεχρεούμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔκθεσίν του.
§64ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἰδοὺ τί ἔχει συμβῆ εἰς τὸν δῆμον Ἀσωποῦ ἀναμφισβητήτως. Ἤμεθα 59 ὑποψήφιοι ἐν Λακωνίᾳ· εἰς τὰς 53 κάλπας εὑρέθησαν πλεονάζουσαι ψῆφοι ἐν τῷ δήμῳ Ἀσωποῦ κατὰ διαφόρους ποσότητας. Οὕτω λ.χ. εἰς τὴν κάλπην τοῦ Οἰκονόμου 41, τοῦ Πετροπουλάκη 40, τοῦ ἄλλου Πετροπουλάκη 32, τοῦ Φικιώρη 38, τοῦ Μουτζουρίδου 111. Λοιπόν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς ὅλας τὰς κάλπας εὑρέθησαν ψῆφοι πλεονάζουσαι, γνωστοῦ ὄντος ὅτι σχεδὸν εἰς πάσας τὰς ἐκλογὰς ὅλου τοῦ Βασιλείου εὑρέθησαν πλεονάζουσαι ψῆφοι, διότι εὑρέθησαν πλεονάζουσαι κατά τι περισσότερον εἰς τὴν κάλπην τοῦ Μουτζουρίδου, διὰ τοῦτο θέλομεν εἴπει ὅτι ἀκύρως διεξήχθη ἡ ἐκλογὴ ἐν τῷ δήμῳ Ἀσωποῦ; Ἐγένετο ἴσως καλπονόθευσις; Ἀλλὰ διατί εἰς τὴν κάλπην τοῦ Μουτζουρίδου καὶ ὄχι εἰς τὴν τοῦ Φικιώρη, τοῦ Ξύδη ἢ ἑνὸς ἄλλου; Ἔχετε δὲ τὴν ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου, ὅτι ἐλάχιστα διήρκεσε τὸ χρονικὸν διάστημα, καθ’ ὃ ἐγένετό τι, διότι οὐδὲν τὸ βέβαιον βεβαιοῖ, ἀλλ’ ὑποθέτει, νομίζει, ἄλλην δ’ ἀπόδειξιν ἀναμφισβήτητον δὲν ἔχετε περὶ τούτου. Λοιπόν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν καὶ τούτου, ὅτι συνηθέστατα οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποψηφίων φιλοτιμοῦνται νὰ παρουσιάζωσι μέγαν ἀριθμὸν ψήφων εἰς τὸ ναί, καὶ συνήθως ῥίπτουσιν οἱ ἴδιοι ψήφους, διὰ νὰ εἴπωσιν ὕστερον εἰς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουσι: «Τί νὰ σοῦ κάμωμεν; Εἴδετε πόσας ἐπήραμεν, ἀλλὰ δυστυχῶς μᾶς ἐγένετο καλπονόθευσις». Αὐτὸ εἶναι συνηθέστατον. Ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς, διότι εἰς μίαν ἐκλογὴν εὑρέθησαν πλεονάζουσαι ψῆφοι, μόνον διὰ τοῦτο, καὶ διότι ὑπάρχει συνταχθεῖσα μετὰ πολλὰς ἡμέρας μία ἔκθεσις ἀντιπροσώπου, ὁ ὁποῖος ὑποθέτει ὅτι κἄτι τι ἐγένετο. Τὸ ἔργον μας εἶναι δικαστικὸν καὶ πρέπει πεποιθότες νὰ ψηφίζωμεν· δὲν ἐπιτρέπεται ἀμφιβολία, διότι πᾶσα ἀμφιβολία εἶναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἀμφιβολία δὲν ὑπάρχει, ἀλλ’ ὑπάρχει βεβαιότης, ὅτι δὲν ἐγένετο νοθεία τις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ συζητήσωμεν.
§65Ι. ΦΟΥΡΙΔΗΣ. Τὴν ἔνστασιν τοῦ κ. Μουτζουρίδου περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ δήμῳ Ἀσωποῦ ἐνόμισα ὡς ἐστερημένην σοβαρότητος, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῷ τμήματι ἐθεώρησα ταύτην μετ’ ἀδιαφορίας καὶ δὲν ἀνέπτυξα ἐπαρκῶς τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ τῆς ἐνστάσεως ταύτης, καθ’ ὅσον ἐπίστευον, ὅτι ἐκ τῆς γνώσεως τοῦ νόμου συνδυαζομένης πρὸς τὴν μελέτην τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων θὰ ἀπεφαίνοντο τὰ ἀξιότιμα μέλη τὰ ἀποτελοῦντα τὸ τμῆμα ὑπὲρ τῆς νομιμότητος καὶ τοῦ κύρους αὐτῆς. Ἐπειδὴ ὅμως τὰ πλεῖστα τῶν μελῶν δὲν ἔσχον ἴσως τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἵνα μελετήσωσιν ἐπισταμένως τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ διάφορα δηλαδὴ Πρακτικὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου, ὅπως μορφώσωσιν ἀσφαλῆ καὶ θετικὴν γνώμην καὶ παρουσιάσωσιν ἐνώπιον ὑμῶν δεδικαιολογημένην ἀπόφασιν, διὰ τοῦτο θὰ ἀναπτύξω σήμερον τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα ἀποφασίσητε ἀσφαλῶς καὶ ἐν πεποιθήσει. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἐνστάσεως ταύτης, εἶναι ἡ ἔκθεσις τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου. Ἡ ἔκθεσις αὕτη συνετάχθη μετὰ 12 ὁλοκλήρους ἡμέρας καὶ δὲν ἀναφέρει τίποτε θετικόν· λέγει δηλαδή, ὅτι ὑπὸ ἀγνώστου χειρὸς ἐρρίφθησαν ψῆφοι εἰς τὸ ὄχι τῶν πλείστων ἐκ τῶν καλπῶν, αἱ ὁποῖαι ὑποθέτει ὅτι ἐρρίφθησαν κατὰ τὸν περὶ τὴν ἑσπέραν γενόμενον θόρυβον, καὶ τοῦτο ἵνα εὑρισκόμεναι ὡς πλεονάζουσαι ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ναί. Καὶ πραγματικῶς εἰς τὰς 53 ἐκ τῶν 59 καλπῶν εὑρέθησαν πλεονάζουσαι ψῆφοι, εἰς ἄλλην 15, εἰς ἄλλην 50, εἰς ἄλλην 79 καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀντιθέτως δὲ συνηγοροῦσιν ὑπὲρ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς ταύτης τὰ ἑξῆς· αʹ ὅτι τὰ Πρακτικὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τὰ ὑπογεγραμμένα ὑφ’ ὅλων τῶν μελῶν, ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὑποψηφίων καὶ ὑπὸ τοῦ δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου, τὰ ὁποῖα—καὶ τονίζω τοῦτο—συνετάχθησαν αὐτὴν ταύτην τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς, τὰ Πρακτικὰ ταῦτα, Κύριοι, οὔτε λέξιν ἀναφέρουσιν ἐξ ὅσων μᾶς διηγεῖται ὁ ἀξιότιμος δικαστικὸς ἀντιπρόσωπος· τὰ Πρακτικὰ ταῦτα οὐδόλως ἀναφέρουσιν, ὅτι ἐγένετο θόρυβος ἢ ὅτι συνέβη κἄτι τι ἔκτροπον, ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον· καὶ βʹ ὅτι ἔχομεν τὸν νόμον συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς νομιμότητος, καθ’ ὅσον ῥητῶς λέγει, ὅτι αἱ πλεονάζουσαι ψῆφοι ἀφαιροῦνται ἐκ τοῦ ναί, ἐπειδὴ τεκμαίρεται, ὅτι ἐρρίφθησαν ὑπὸ φιλικῆς χειρὸς καὶ ὄχι ὑπὸ ἐχθρικῆς. Θὰ δυνηθῇ λοιπὸν μία ὑπόνοια, μία ἀόριστος ὑποψία ἑνὸς δικαστικοῦ ἀντιπροσώπου, ὅστις συνέταξε τὴν ἔκθεσίν του μετὰ 12 ἡμέρας καί, ὡς ἠκούσατε, συνέτρωγε καὶ συνδιεσκέδαζε μετὰ τῶν φίλων τοῦ ἐνισταμένου, νὰ προσβάλῃ καὶ ἀνατρέψῃ τὸν νόμον καὶ τὰ ἄλλα ἐπίσημα Πρακτικά; Κατὰ τὴν συνείδησίν μου, Κύριοι, καὶ τὸ λέγω ἀπεριφράστως, ἐὰν ἐθεώρουν, ὅτι εἶναι ἁμαρτωλὴ ἡ ἐκλογὴ αὕτη, δὲν θὰ ἠρχόμην ἐνώπιόν σας· εἶμαι νέος πολιτευτὴς καὶ θέλω νὰ εἰσέλθω καὶ παρακαθίσω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ τῆς θύρας τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀληθείας. Φρονῶ δέ, ὅτι μεθ’ ὅλα ταῦτα ἡ Βουλὴ θὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν θεωροῦσα ταύτην ὡς νομιμωτάτην.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§67Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, θὰ εἴπω δύο λέξεις. Εἰς τὴν κάλπην τοῦ ἐνισταμένου εὑρέθησαν, Κύριοι, 111 σφαιρίδια, ἀλλ’ ὁ νόμος προβλέπει τὴν περίστασιν καὶ ὁρίζει ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὰ σφαιρίδια ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸ ὄχι. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Βουλὴ ἀντίθετόν τι παρὰ τὸ τεκμήριον, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος, πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἀποδείξεις, τεκμήρια ἐπισημότερα τοὐλάχιστον, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πιθανολογεῖται, ὅτι ἡ καλπονόθευσις ἐγένετο ὄχι χάριν τοῦ ὑποψηφίου, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ τὸν ἀντιπρόσωπόν του καὶ ἐπετήρει τὴν κάλπην του, ἀλλ’ ἐναντίον αὐτοῦ. Τοιαῦται ἀποδείξεις ἢ τεκμήρια ἢ πιθανολογίαι δὲν παρουσιάζονται ἐπὶ τοῦ προκειμένου, μόνη δὲ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀντιπροσώπου δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅπως στηριχθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς, διὰ νὰ θεωρήσῃ ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπαρκεῖς ἀποδείξεις, μάλιστα μετὰ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς διαλογῆς οὐδεμία ἀναφέρεται παρατήρησις. Νομίζω λοιπόν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Λακωνίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Λακωνίας καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὡς νομίμων βουλευτῶν τῶν ἑξῆς, ἐχόντων τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα: 1) Θ. Κουτούπη, 2) Γ. Φικιώρη, 3) Κ. Μέρμηγκα, 4) Γ. Οἰκονόμου, 5) Εὐστρ. Κουλουμβάκη, 6) Ἰω. Λιμπεροπούλου, 7) Νικολ. Πετροπουλάκη, 8) Γ. Τσοχώνη, 9) Παν. Πετροπουλάκη, 10) Π. Κουμαντάρου, 11) Ἰ. Ἀθηνογένους, 12) Β. Μιχαλέα, 13) Ἰωάν. Βαββανάκου, 14) Λ. Καπετανάκη, 15) Ἰω. Πατσουράκου, 16) Χ. Πετρέα, 17) Π. Μαυρομιχάλη καὶ 18) Ἰω. Φουρίδου. Ἔρχεται ἤδη ἡ ἐκλογὴ Λαρίσης. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§70Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Τὸ τέταρτον τμῆμα τῆς Βουλῆς ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν—καὶ ὀρθῶς τοῦτο—, ὅτι ἡ ἐκλογὴ Λαρίσης εἶναι ἔγκυρος ὡς πρὸς ἅπαντας τοὺς ἐπιτυχόντας Βουλευτάς.
§71ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Λέγετε «κατὰ πλειονοψηφίαν, καὶ ὀρθῶς». Ὥστε εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ τμήματος δὲν ἀντιτίθεσθε.
§72Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ὄχι.
§73ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τότε δὲν βλέπω διατί νὰ ὁμιλήσητε, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§74Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν θεωρίαν ὅτι αἱ διακοπαὶ παρατείνουσι τὴν συζήτησιν! (Μειδιάματα).
§75Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ὑπάρχει γνώμη ἀντίθετος.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ διαλογικαὶ συζητήσεις ἀπαγορεύονται, κύριε Βουλευτά, σᾶς παρακαλῶ.
§77Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Εἶναί τις, ὁ ὁποῖος θὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τῆς ἀποφάσεως; Ἂς προηγηθῇ.
§78Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ὡς πρὸς τοῦτο.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ δίδετε ἀπαντήσεις.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§81Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, παραιτοῦμαι.
§82Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ ἂν ὁ κ. Δάλλας εἶναι ἔμμισθος ὑπάλληλος ἢ ὄχι. Ὅπως δὲ προέβημεν προχθὲς εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σκούφου, ὄντος ἐμμίσθου ὑπαλλήλου, θὰ προβῶμεν καὶ εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης; Ἡ ἐμὴ γνώμη εἶναι ὅτι, ἀφοῦ ἔχομεν τὸ προηγούμενον περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἐμμίσθων ὑπαλλήλων, ταχθέντος μάλιστα ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, πρέπει ἀναμφισβητήτως καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Δάλλα νὰ ἀκυρωθῇ.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατί;
§84Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀληθῶς ὁ ἐκλεγεὶς Δάλλας εἶναι συμβολαιογράφος ἐν Ἀθήναις, συνεπὴς δὲ πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διετύπωσα καὶ χθές, ἔχω καὶ σήμερον καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, καίτοι ὑπάρχει διαφορά τις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἔμμισθον ἢ μὴ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἔχω, λέγω, τὴν γνώμην, ὅτι καὶ ἡ ἐκλογὴ ὡς πρὸς τὸν κ. Δάλλαν εἶναι ἄκυρος καὶ ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα τοῦ ἐκλογίμου. (Πολλοὶ ζητοῦσι τὸν λόγον).
§85Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Παρακαλῶ· προηγοῦμαι ἐγώ.
§86Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Νὰ διακόψωμεν. Τὸ ἀπόγευμα ἢ αὔριον. Θὰ ὁμιλήσω καὶ ἐγώ.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς ἔχει τὸν λόγον ὡς εἰσηγητής. Προηγεῖται ὁ εἰσηγητής.
§88Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομίζω ὅτι πᾶς λόγος εἶναι περιττός (ἀντιρρήσεις). Ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶναι ἀξία ἑαυτῆς, ἐὰν ἔχῃ ἐνταῦθα δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐξετέθη καὶ δὲν παρῃτήθη, ὡς εἶπον, δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἐδῶ. (Νέαι ἀντιρρήσεις δεξιόθεν). Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ἵνα ὡς εἰσηγητὴς τοῦ τμήματος ἐκθέσω τὴν γνώμην, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ πλειονοψηφία ἐδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα, ἐπίσης δὲ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐκθέσω καὶ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, ἥτις προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα. Οὐδεὶς, οὔτε ἐκ τῆς πλειονοψηφίας οὔτε ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ἠμφισβήτησε τὴν ὕπαρξιν τοῦ νόμου τῆς 19 Μαρτίου 1910, δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ Βουλευτὴς ὁ συμβολαιογράφος. Ἡ ὕπαρξις τοῦ νόμου τούτου οὐδαμῶς ἠμφισβητήθη· ἠμφισβητήθη ὅμως ἂν ὁ νόμος οὗτος τῆς 19 Μαρτίου 1910 ἀντίκειται ἢ δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ὑπεστηρίχθησαν δύο γνῶμαι, ἡ μία ἡ δεχθεῖσα τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς λόγῳ τοῦ ὅτι ὁ νόμος ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἡ ἑτέρα ἡ δεχθεῖσα τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὁ νόμος δὲν ἀντιβαίνει. Κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος καθιεροῦται τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου. Τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦτο μόνον ἀναγράφει καὶ οὐδὲν πλέον· δὲν ἀναγράφει ὅτι οὔτε ὁ ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ, ἀλλ’ ἀναγράφει μόνον, ὅτι ὁ ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος ἐκλεγεὶς Βουλευτὴς δὲν δύναται συγχρόνως νὰ εἶναι καὶ δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ἐκλέξῃ ἓν ἐκ τῶν δύο τούτων ἀξιωμάτων, ἢ τὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἢ τὴν θέσιν τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου. Τοῦτο καὶ μόνον ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα τὸ αὐτὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ ἄρθρου 66 καθορίζει, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος θέλει καθορίσει τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ τις, διὰ νὰ ἐκλεχθῇ. Ἐνῷ λοιπὸν βλέπομεν, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 71 δὲν καθιεροῦται προνόμιον ὑπὲρ τῶν ἀμίσθων ὑπαλλήλων, ὅπως πολιτεύωνται καὶ ἐκλέγωνται Βουλευταί, διότι τοιαύτη δὲν ἦτο ἡ πρόθεσις τοῦ Συντάγματος — καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν Πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως ἐξάγεται τὸ τοιοῦτον —, διὰ τοῦ ἄρθρου 66 ῥητῶς λέγεται ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος θέλει καθορίσει τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ τις, διὰ νὰ ἐκλεχθῇ Βουλευτής· καὶ πραγματικῶς ὁ ἐκλογικὸς νόμος τοῦ 1876 καθώρισε τὰ προσόντα, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεκλείοντο καὶ αὐτοὶ οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπὸ τοῦ νὰ ἐκλέγωνται Βουλευταί. Ἐὰν ὁ νόμος τοῦ 1876 αὐτὸς θεωρηθῇ ἀντισυνταγματικός, πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντισυνταγματικὸς καὶ διὰ τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους. Τοιοῦτον δὲ ζήτημα οὐδέποτε ἠγέρθη, διότι πάντοτε οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι ὑπεχρεοῦντο νὰ ὑποβάλωσι τὴν παραίτησίν των, διὰ νὰ ἐκλεγῶσι Βουλευταί, οὐδεὶς δὲ ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος προσῆλθέ ποτε εἰς τὴν Βουλήν, διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἀντισυνταγματικός, ἀκόμη δὲ καὶ χθὲς ἠκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς αἱ ἐκλογαὶ δύο δημοσίων ὑπαλλήλων χωρὶς οὗτοι νὰ ἐρωτηθῶσιν ἂν ἀποδέχονται τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα ἢ προτιμῶσι νὰ εἶναι ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἀφοῦ λοιπὸν ἔχομεν ῥητῶς τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀφ’ ἑνὸς δὲν δέχεται προνόμιον ὑπὲρ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ πολιτεύωνται, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ῥητὸν τὸ ἄρθρον τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ἀποκλείει τῆς πολιτικῆς αὐτούς, λέγον ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκλέγωνται οἱ ἄμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἐν οἷς καὶ οἱ συμβολαιογράφοι, δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον θὰ χαρακτηρήσητε τὸν νόμον τῆς 19 Μαρτίου τοῦ 1910 ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς. Ἀκριβῶς, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ συνηθείας ἢ ἐθίμου κοινοβουλευτικοῦ νὰ πολιτεύωνται οἱ συμβολαιογράφοι, ὡς τοῦτο ἐδέχθη ἡ Βουλὴ προκειμένου περὶ ἀνηλίκων Βουλευτῶν, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἔχει ὡριμάσει ἐν τῇ κοινῇ συνειδήσει νὰ πολιτεύωνται καὶ οἱ ἔχοντες κατωτέραν ἡλικίαν, ἴσως ἡ μειονοψηφία τοῦ τμήματος δὲν ἤθελε προτείνει τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Μ. Δάλλα. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ ὅτι ἡ μειονοψηφία ἔχει στήριγμα αὐτὸν τὸν νόμον, ὅτι ἔχει πεποίθησιν ὅτι δὲν ἀντιβαίνει πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου τῆς 19 Μαρτίου τοῦ 1910, ἀφ’ ἑτέρου ἡ μειονοψηφία δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ πολιτεύωνται οἱ συμβολαιογράφοι ἐκ λόγου συμφέροντος. Φαντασθῆτε, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσέλθωσιν ὅλοι οἱ συμβολαιογράφοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, φαντασθῆτε εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ περιήρχετο ὁ κλάδος αὐτὸς τῶν συμβολαιογράφων, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθησαν τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους! Καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν σκοπιμότητα τῆς διατάξεως, ἡ μειονοψηφία ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ πολιτεύωνται οἱ συμβολαιογράφοι. Δὲν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι μόνον οἱ συμβολαιογράφοι ἔχουσι τὴν διάταξιν ἀπὸ τοὺς κειμένους νόμους νὰ παρίστανται εἰς τὰς συναλλαγὰς τῶν διαφόρων προσώπων. Καὶ τοῦτο ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι παρίστανται εἰς τὰς συναλλαγὰς διαφόρων προσώπων, θὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν σκοπιμότητα τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἀπέκλεισε τοὺς συμβολαιογράφους ἀπὸ τοῦ νὰ πολιτεύωνται. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν συγχρόνως, ὅτι οἱ συμβολαιογράφοι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ἐκτελοῦσι πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διὰ τοῦ κύρους δὲ αὐτῶν δίδουσι πλείστας ὅσας σημασίας εἰς διαφόρους ἐννόμους σχέσεις. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν κληθῶσιν ὅλοι οἱ συμβολαιογράφοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ! Διὰ τοὺς λόγους τούτους ἡ μειονοψηφία τοῦ τμήματος εἶναι τῆς γνώμης, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Μ. Δάλλα. Ἡ μειονοψηφία ἐβασίσθη καὶ ἐπὶ τοῦ σαφοῦς γράμματος τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῆς ἀναντιρρήτου ἀληθείας, ὅτι ὁ νόμος δὲν προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα.
§89ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἐπὶ τοῦ νόμου βεβαίως ἐστηρίχθη ἡ μειονοψηφία τοῦ τμήματος ἀποφηναμένη περὶ τοῦ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα, ἀλλὰ καί, ἡ πλειονοψηφία ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐστηρίχθη ἀποφηναμένη περὶ τοῦ ἐγκύρου αὐτῆς. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἰσχυρίσθη, ὅτι σκόπιμος εἶναι ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου, καὶ ἐπειδὴ εἶναι σκόπιμος ἡ διάταξις, διὰ τοῦτο καὶ μόνον δέον νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§90Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ἐπικουρικῶς.
§91ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν εἶναι βάσιμα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ μειονοψηφία προτείνασα τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς, σχετικῶς δηλαδὴ πρὸς τὴν ἀπαγόρευσιν, ἥτις διὰ τοῦ νόμου ἐτέθη διὰ τοὺς συμβολαιογράφους τοῦ νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκλεγῶσι Βουλευταί, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ὡσαύτως τὸ βάσιμον τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς ἔφερε, διὰ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου δὲν προσκρούει εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι διάταξις ἀντισυνταγματική. Κατὰ τὸ ῥητὸν καὶ σαφὲς γράμμα τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι μόνον ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, λέγω δὲ μόνον, διότι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι περιοριστική, τὸ ὅτι δὲ εἶναι περιοριστικὴ ἐξάγεται ἀκόμη καὶ ἐκ τοῦ ἀκολούθου ἄρθρου 72, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπανέρχεται ἐμμονώτερον καὶ διατυποῖ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ διοριζόμενοι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐμμίσθους πολιτικὰς ὑπηρεσίας παύονται τῶν πολιτικῶν καθηκόντων. Ἐκ τούτου κατ’ ἀντιδιαστολὴν ἐξάγεται, ὅτι, ἐὰν εἰς τὸν ἐκλεγέντα Βουλευτὴν ἀνατεθῇ ἄμισθος ὑπηρεσία, ὁ Βουλευτὴς αὐτὸς δύναται νὰ ἐξακολουθῇ ἀσκῶν τὰ βουλευτικὰ αὐτοῦ καθήκοντα, καίτοι ἀνετέθη εἰς αὐτὸν ἡ δημοσία αὕτη ὑπηρεσία. Ἀλλὰ τὸ ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἐν τῷ 71 ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος περιεχομένη εἶναι διάταξις περιοριστικὴ ἐξάγεται καὶ ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς δευτέρας ἐν Ἀθήναις Συνελεύσεως, ἐξ ὧν καταφαίνεται, ὅτι, καίτοι ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Συνελεύσεως περιείχετο διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀνετίθετο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἀρχὴν νὰ φέρῃ ἐξαιρέσεις εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοὺς καθιερουμένους διὰ τοῦ ἄρθρου 71, ἐνῷ δηλαδή, ἂν τὸ σχέδιον ἐψηφίζετο, θὰ ἠδύνατο ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ προσθέσῃ διὰ νόμου καὶ ἄλλους λόγους ἢ νὰ ἀφαιρέσῃ ἐκ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι προσκρούουσι πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, ἡ Συνέλευσις ἀπέρριψε τὸ σχέδιον τοῦτο. Πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη τότε ἐνώπιον τῆς Βʹ Συνελεύσεως, ἐξάγεται, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης ἔτεινεν εἰς τὸ νὰ περιορίσῃ μόνον τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 71, ἀλλ’ οὐχὶ ποτὲ ν’ αὐξήσῃ τοὺς περιορισμοὺς διὰ τῆς προσθήκης νέων λόγων ἀσυμβιβάστου πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα. Ἀλλὰ μήπως καὶ τὸ σχέδιον τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις θέλει φέρει ἐνώπιον ἡμῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἤδη ἔχει ἐκτυπωθῆ, δὲν ἀρκεῖ τοῦτο καὶ μόνον, διὰ νὰ βεβαιωθῇ ἡ Βουλή, ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος δὲν ἀπαγορεύει εἰς τοὺς ἀμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ Βουλευταί; Κύριοι· ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἀναφέρεται ἐπὶ τῶν ἄρθρων 71 καὶ 72, ὅτι ἡ νομοθετικὴ συνείδησις τῆς χώρας ἐπαρκῶς ἐξεδηλώθη ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως καὶ ἄλλων τινῶν ἀσυμβιβάστων, ἐξ οὗ βεβαιοῦται, ὅτι ἡ νομοθετικὴ συνείδησις τῆς χώρας δὲν ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ νόμον, διότι ὁ νόμος αὐτὸς θ’ ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμα. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιθυμία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξεδηλώθη, ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ σχεδίῳ προσθήκην μεταβάλλουσαν τὸ ἄρθρον 71 καὶ νὰ περιλάβῃ ἐν αὐτῷ καὶ τοὺς ὑποθηκοφύλακας καὶ τοὺς συμβολαιογράφους.
§92Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀγόρευσίς σας ἐπὶ πολύ, τότε καλὸν εἶναι νὰ διακόψωμεν διὰ τὴν 4 μ. μ.
§93ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Εὐχαρίστως.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, θέλει νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 4 μ. μ.;
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 4 μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις). (Μετὰ τὴν διακοπήν).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§98ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἔλεγον, Κύριοι, τὴν πρωίαν, ὅτι ὁ νόμος, ὅστις ἀπαγορεύει εἰς τοὺς συμβολαιογράφους νὰ ἐκλέγωνται Βουλευταί, εἶναι νόμος ἀντισυνταγματικός, διότι προσκρούει πρὸς τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, ὅπερ περιέχει διάταξιν περιοριστικὴν καὶ ὄχι ἐνδεικτικήν. Προσεπιμαρτυρεῖται δὲ τοῦτο καὶ ἐκ τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 72 ἐπαναλαμβανομένης φράσεως, καθ’ ἣν Βουλευτὴς διοριζόμενος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἔμμισθον δημοσίαν ὑπηρεσίαν παύεται τῶν βουλευτικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Οὐδεὶς δὲ θὰ ὑπῆρχε λόγος δικαιολογῶν τὴν ἀναγραφὴν τῆς λέξεως ἔμμισθος, ἐὰν δὲν δοθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 71 καὶ 72 ἡ ἔννοια, ἣν ἰσχυριζόμεθα ὅτι ἔχουσιν, ὅτι δηλαδὴ αἱ διατάξεις των εἶναι περιοριστικαί. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν μόνον τὸ ῥητὸν καὶ σαφὲς γράμμα τοῦ ἄρθρου 71· ἔχομεν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου ὑπὲρ ἡμῶν. Διότι μάλιστα ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως προκύπτει, ὅτι, συζητουμένων τῶν ἄρθρων 71 καὶ 72, μακρὰ ἐγένετο συζήτησις, περιστραφεῖσα ὅμως εἰς τὸ ἂν πάντες οἱ ἔμμισθοι ὑπάλληλοι πρέπει νὰ ἀποκλείωνται τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος ἢ τινὲς ἐξ αὐτῶν. Καὶ μάλιστα ἐν τῷ σχεδίῳ, ὡς εἶπον, ὅπερ ὑπέβαλεν ἡ ἐπιτροπή, ὑπῆρχε διάταξις, καθ’ ἣν ἐπετρέπετο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ εἰσαγάγῃ ἐξαιρέσεις εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν καθιερωμένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 71, ἐξαιρέσεις καθ’ ἃς ὄχι μόνον καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι ἄμισθοι δὲν θ’ ἀποκλείωνται τῶν βουλευτικῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ καί τινες ἐκ τῶν ἐμμίσθων ἠδύναντο νὰ ὦσι συγχρόνως καὶ Βουλευταί, χωρὶς νὰ ἐπέρχηται ἀσυμβίβαστον λόγῳ τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας τῆς ἀνατεθειμένης εἰς αὐτούς, ἀλλὰ τὴν τοιαύτην πρότασιν ἀπέρριψεν ἡ Συνέλευσις καὶ ὡς ἔσχατον ὅριον ἐδέχθη τὸν ἀποκλεισμὸν ὅλων τῶν ἐμμίσθων ὑπαλλήλων. Δὲν δυνάμεθα συνεπῶς ἡμεῖς νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν τοιαύτην ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τὴν πασιφανῶς περιοριστικὴν καὶ ν’ ἀποφανθῶμεν, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται διὰ νόμου νὰ φέρῃ ἐξαιρέσεις ἀποκλείουσα καὶ ἀμίσθους ὑπαλλήλους τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἔχω ὑπὲρ τῆς γνώμης ἡμῶν ἐπίκουρον καὶ τὴν γνώμην αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως; Τοιαύτη βεβαίως γνώμη ἐξάγεται ἐκ τῆς εἰσηγητηρίου ἐκθέσεως τῆς προτασσομένης τοῦ σχεδίου τοῦ ὑποβληθησομένου εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν ἀναθεωρητέων συνταγματικῶν διατάξεων· διότι ἐν αὐτῇ προκειμένου περὶ τῶν ἄρθρων 71 καὶ 72 ἀναφέρεται, ὅτι ὁ δικαιολογητικὸς λόγος τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 71 καὶ διατάξεως περὶ ἀσυμβιβάστου τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὸ ἀξίωμα τῶν συμβολαιογράφων καὶ ὑποθηκοφυλάκων εἶναι τὸ ὅτι ἡ νομοθετικὴ συνείδησις τῆς χώρας ἐπαρκῶς ἐξεδηλώθη ὑπὲρ τῆς καθιερώσεως καὶ ἄλλων ἀσυμβιβάστων. Ὁμολογεῖται δηλαδή, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν ἠδύνατο νὰ καθιερώσῃ καὶ ἄλλα ἀσυμβίβαστα καὶ ὅτι μόνον τάσις ἐξεδηλώθη, ἵνα καθιερωθῶσι τὰ ἀσυμβίβαστα ταῦτα.
§99Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ τὴν νέαν θεωρίαν τῆς κοινῆς συνειδήσεως τῆς ὡριμασάσης πρέπει νὰ ἀκυρώσωμεν τὴν ἐκλογήν, ἀφοῦ εἰς τὴν ἔκθεσιν προτείνεται ἡ διόρθωσις τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς ἐγένετο καὶ ἐπὶ ἀνηλίκων!!
§100ΑΝ. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἐκεῖ ἐπρόκειτο περὶ ἐπιεικοῦς λύσεως, καί πως ἐδικαιολογεῖτο ἀπὸ τοῦδε νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην, ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ τοὐναντίον πρόκειται περὶ διατάξεως ἀποστερούσης δικαιωμάτων καὶ ἄλλας τάξεις πολιτῶν, καὶ δὲν δυνάμεθα ἀπολύτως νὰ ἐφαρμόσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὰς διατάξεις ταύτας, αἵτινες μόνον ἐν σχεδίῳ ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Κατόπιν τούτων δὲν ἔχω τίποτε ἄλλο νὰ προσθέσω, ἵνα μὴ σᾶς ἀπασχολῶ καὶ καταπονῶ ἐπὶ ματαίῳ, παρὰ μόνον νὰ ἐκφράσω τὴν διάπυρον εὐχήν, ὅπως ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων, ἡ κληθεῖσα νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰς ἐπουσιώδεις συνταγματικὰς διατάξεις, πρὸ τούτου πρωτίστως σπεύσῃ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ὑφισταμένας τοιαύτας, διότι ἄλλως θέλομεν ματαιοπονεῖ μεταβάλλοντες τοὺς κειμένους νόμους καὶ νομίζοντες, ὅτι οὕτω θὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις, ἐνῷ δὲν ἐφαρμόζομεν τὰς πρὸ ἡμῶν κειμένας ῥητὰς καὶ σαφεῖς συνταγματικὰς διατάξεις.
§101Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εὖγε!
§102ΝΙΚΟΛ. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Τὸ δεύτερον ἤδη ἔρχεται ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὑπὸ συζήτησιν τὸ θέμα τὸ ἀφορῶν εἰς τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ συμβολαιογράφου πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ. Καὶ κατὰ τὴν ἄλλην Συνέλευσιν οἱ ἐκλογεῖς τοῦ νομοῦ Λαρίσης ἀπέστειλαν τὸν κ. Δάλλαν ἀντιπρόσωπόν των, ὅλως αὐθορμήτως καὶ πανδήμως, δύναταί τις εἰπεῖν. Τότε ὑπεβλήθη ἔνστασις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, ὄχι μόνον τοῦ συμβολαιογράφου Ἀθηνῶν κ. Δάλλα, ἀλλὰ καὶ τοῦ δημάρχου Κουτσοπούλου ἐπίσης ἐκλεγέντος Βουλευτοῦ ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ. Καὶ τότε καὶ ἤδη ὑπεβλήθη ἡ αὐτὴ ἔνστασις καὶ ἐζητεῖτο ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς οὐχὶ δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἤτοι διὰ νοθείαν τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος εἴτε ἐξ ἐπηρείας λόγῳ τῶν θέσεων, ἃς κατεῖχον οἱ δύο ἐκεῖνοι ὑπάλληλοι, εἴτε ἐξ ἄλλων ἐπηρεασμῶν, ἀλλὰ διότι ὑπῆρχε διάταξις τοῦ νόμου, κατὰ παράβασιν τῆς ὁποίας οὗτοι ἐξελέγησαν, ὡς ὑπεστήριζον οἱ τότε καὶ οἱ νῦν ἐνιστάμενοι. Ἡ δὲ Συνέλευσις ἐκείνη εἶπε πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Λαρίσης, ὅτι «ὁ δήμαρχός σας δὲν δύναται νὰ παρακαθήσῃ μεταξὺ ἡμῶν, διότι τὰ καθήκοντα τοῦ δημάρχου εἶναι ἀσυμβίβαστα κατὰ ῥητὴν καὶ σαφῆ διάταξιν τοῦ Συντάγματος πρὸς τὰ τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ὁ συμβολαιογράφος Ἀθηνῶν κ. Δάλλας δύναται νὰ παρακαθήσῃ». Καὶ ἐπέρχεται μετὰ τὴν διάλυσιν ἡ νέα ἐκλογὴ καὶ οἱ ἐκλογεῖς τοῦ νομοῦ Λαρίσης ἀποστέλλουσι καὶ πάλιν τὸν κ. Δάλλαν, καὶ ἰδοὺ τὸ λυθὲν ὑπὸ τῆς πρώτης Συνελεύσεως ζήτημα καὶ πάλιν ὑπὸ συζήτησιν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι μέχρι τῆς 19 Μαρτίου τοῦ 1910, ἐν τῷ ἐκλογικῷ ἡμῶν νόμῳ δὲν ἀνεγράφετο διάταξις, καθ’ ἣν ἡ θέσις τοῦ συμβολαιογράφου ἦτο ἀσυμβίβαστος πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἦτο καὶ ἐπιτετραμμένον ἐξ αὐτῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 71 νὰ παρακάθηνται οἱ ἄλλοι ἄμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἷος καὶ ὁ συμβολαιογράφος, παρεκάθισαν δὲ συμβολαιογράφοι πολλάκις εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ὑποθηκοφύλακες, ὡς ὁ ὑποθηκοφύλαξ Πατρῶν, δι’ ὃν τὴν αὐτὴν γνώμην ἐξήνεγκε καὶ τὸ νομικὸν συμβούλιον, ὅτι συμβιβάζονται ἐν τῷ αὐτῷ προσώπῳ ἀμφότερα τὰ ἀξιώματα, καὶ τὸ τοῦ ὑποθηκοφύλακος καὶ τὸ τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ὅτι δὲν θεωροῦνται ἔμμισθοι ὑπάλληλοι οἱ συμβολαιογράφοι καὶ οἱ ὑποθηκοφύλακες. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ὁ νεώτερος νόμος ὁ ἐκ τῶν 400 ψηφισθέντων κατὰ τὴν τελευταίαν Βουλὴν καὶ διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου καθιέρωσε τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς θέσεως τοῦ συμβολαιογράφου πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἐξεταστέον ἤδη ἂν ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου εἶναι ἰσχυρὰ ἢ οὔ. Καὶ ὁ μὲν εἰσηγητὴς τοῦ προεξελεγκτικοῦ τμήματος σᾶς εἶπε ναί, ἡ πλειονοψηφία εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἰσχυρά. Εἶχον τὴν τιμὴν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας ἐκείνης νὰ εἶμαι καὶ ἐγὼ καὶ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην καὶ τὰς σκέψεις μου, αἵτινες μ’ ἔπεισαν νὰ ὑπερψηφίσω καὶ ἐν τῷ τμήματι καὶ κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Συνέλευσιν ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα. Ὁ κ. εἰσηγητὴς ἐν τῇ ἐκθέσει του ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐκ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος ἐδόθη δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὥστε πλὴν τῶν ἄλλων προϋποθέσεων, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βουλευτοῦ, νὰ καθιερώσῃ καὶ ἄλλα πλὴν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 71 τοῦ Συντάγματος ῥητῶς ἀναφερομένων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. εἰσηγητὴς νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι περιῆλθεν εἰς σύγχυσιν ἐν τῇ διακρίσει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 70 καὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 70 ἀπαιτεῖ προϋποθέσεις τινὰς διὰ τοὺς ἐκλεξίμους, καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἐκλεξίμου ἢ μή, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 71 καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀσυμβιβάστου, τὸ ἄρθρον δὲ τοῦτο, ὡς κατέδειξεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, οὐδὲν δικαίωμα ἀφήνει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον αἱ διατάξεις του εἶναι ἀποκλειστικαὶ καὶ ὁμιλοῦσι μόνον περὶ τῶν ἐμμίσθων ὑπαλλήλων. Δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ ἐφαρμόσωμεν κατ’ ἀναλογίαν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 70, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελεν ἐπέλθει σύγχυσις μεταξὺ τῆς περιπτώσεως τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ τῆς περιπτώσεως τοῦ ἀσυμβιβάστου, αἵτινες διαφέρουσιν οὐσιωδῶς ἡ μία τῆς ἄλλης. Ὁ κ. εἰσηγητὴς πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς γνώμης αὑτοῦ ἐπικαλεῖται καὶ τὸ παράδειγμα τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 99 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου περὶ κληρικῶν, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἐπιτυχὲς τὸ παράδειγμα τοῦτο, διότι ἐκεῖ δὲν πρόκειται περὶ ἀσυμβιβάστου τῆς θέσεως τῶν κληρικῶν, ἀλλὰ περὶ ἐλλείψεως προσόντων, καὶ βεβαίως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὸν καθορισμὸν καὶ ἄλλων πλὴν τῶν ἐν ἄρθρῳ 70 μνημονευομένων προσόντων, οὐχὶ δὲ νὰ δημιουργῇ καὶ ἀσυμβίβαστα ἐκτὸς τῶν ἐν τῷ Συντάγματι ῥητῶς καὶ σαφῶς διατυπουμένων. Πλὴν τούτου δὲ τοὺς κληρικοὺς τοὺς ἀποκρούουσι καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἴσην ἐφαρμογὴν μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τὴν πρωίαν ἤκουσα τοῦ κ. εἰσηγητοῦ ὁμιλοῦντος καὶ περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς διατάξεως περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν συμβολαιογράφων ἀπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἐπρόκειτο σήμερον νὰ συζητήσωμεν περὶ τῆς σκοπιμότητος ἢ μὴ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν συμβολαιογράφων, ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ εὑρισκόμην σύμφωνος μὲ τὸν κ. εἰσηγητήν, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ εἶναι ἀνεξάρτητος καὶ νὰ μὴ ἐξαρτᾶται ἑκάστοτε ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ σήμερον πρόκειται νὰ κρίνωμεν τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, διότι ἄλλως πράττοντες, θὰ προέλθωμεν εἰς τὸ στάδιον τῶν προγραφῶν τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον καθημερινῶς κακίζομεν καὶ καταδικάζομεν.
§103Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ κακόμοιρον τὸ παρελθόν!
§104ΝΙΚ. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς γνώμης τῶν ὑποστηριζόντων τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα ἔρχεται εἰς ἐνίσχυσιν καὶ αὐτὸ τὸ προσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξαν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Βουλευταὶ ἐπὶ τῆς μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν ἄρθρῳ 71 μεταξὺ τῶν περιπτώσεων τοῦ ἀσυμβιβάστου συμπεριλαμβάνουσι καὶ τὴν περίπτωσιν τοῦ συμβολαιογράφου καὶ ὑποθηκοφύλακος· ἐξ οὗ τεκμαίρεται, ὅτι ἔχουσι τὴν γνώμην περὶ τοῦ μὴ συνταγματικοῦ τοῦ νεαροῦ νόμου τοῦ καθιερώσαντος τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς θέσεως τοῦ συμβολαιογράφου πρὸς τὴν τοῦ Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ἴσως νὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι οἱ ἐπεξεργασθέντες τὸ προσχέδιον τοῦτο θέλουσι τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ Συντάγματι τῶν διατάξεων περὶ ἀσυμβιβάστου τῶν συμβολαιογράφων, ἴσως χάριν τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν παρέχει ἡ εἰς τὸ Σύνταγμα ἀναγραφὴ πρὸς περιστολὴν τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ νὰ καταργήσῃ ποτὲ ταύτην. Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, φοβοῦνται τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν μήπως ἐπαναφέρῃ καὶ πάλιν μεταξὺ ἡμῶν τοὺς συμβολαιογράφους καὶ τοὺς ὑποθηκοφύλακας, πῶς δὲν φοβοῦνται ὅτι μίαν ἡμέραν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία θὰ καταχρασθῇ τῆς ἐξουσίας της καὶ θὰ ἀποστερήσῃ τοὺς Ἕλληνας πολίτας τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλεξίμου καὶ θὰ περιορίσῃ τοῦτο εἰς ὡρισμένην τάξιν, εἰς τάξιν προνομιοῦχον, προβαίνουσα οὕτως εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ὡς πρὸς τοὺς ἐκλεξίμους; Ὅτι δὲ δὲν ὑπάρχει κατ’ ἐμὴν γνώμην οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τοῦ νεαροῦ νόμου τῆς 19 Μαρτίου 1910, ἠδύνατο νὰ σᾶς πείσῃ ὅ,τι ἐγένετο πρὸ μικροῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ τότε εἰσήχθη νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νὰ καθιερωθῇ τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὸ τοῦ δικηγόρου, τοῦ διευθυντοῦ ἀνωνύμου ἑταιρείας κλπ. Καὶ τότε σύσσωμος ἡ Βουλὴ εἶπεν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀντέκειτο εἰς ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ τὸ ἀποσύρῃ. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ θελήσῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ἡ τελευταία Συνέλευσις, καὶ τοῦτο, ἵνα μὴ ἀφεθῇ νὰ νομισθῇ εἴτε ὅτι ἐκείνη ὑπῆρξε χαριστικὸν Σῶμα, εἴτε ὅτι ἡ σημερινὴ εἶναι Σῶμα προγραφῶν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κλάδης ἔχει τὸν λόγον.
§106ΔΙΟΝ. ΚΛΑΔΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Δεμερτζῆ, πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ὁποίου πληρέστατα συμφωνῶ, κρίνω περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτά.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετραλιᾶς.
§108ΘΑΝΟΣ ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ. Τὴν πρωίαν, κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας κ. Πατσουράκου, ἤκουσα, ὅτι διεξέφυγε λέξις τις ἢ μᾶλλον ἔμαθον, διότι δὲν ἤκουσα αὐτὴν καλῶς, ὅτι εἶπεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει διακοπὰς ἰδιαιτέρως εἰς ἐμέ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πατσουράκον, τὸν ὁποῖον καθ’ ὅλα ἐκτιμῶ, ὅπως δηλώσῃ ἂν ἔχει ἰδιαίτερον λόγον νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ εἰς ἐμὲ διακοπάς.
§109ΙΩ. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Αἰσθάνομαι ἐμαυτὸν ὑποχρεωμένον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι εἰπὼν ὅτι ἐξαιρετικῶς εἰς ὑμᾶς δὲν ἐπιτρέπω νὰ μὲ διακόπτητε, εἶπον τοῦτο οὐχὶ πρὸς τὸν κ. Πετραλιᾶν, ἀλλὰ πρὸς τὸν διακόψαντά με Βουλευτὴν ἐκ παρεξηγήσεως πάντοτε.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§111ΔΙΟΝ. ΓΚΛΑΒΑΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§112Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ὁ συμβολαιογράφος, κύριοι Βουλευταί, εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος. Ἡ λέξις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν καθορίζει· ἔμμισθος δημόσιος σημαίνει γραμματικῶς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος λαμβάνει μισθὸν παρὰ τοῦ Δημοσίου. Τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ σχετικόν του ἄρθρον, τὸ 71, καθώρισε τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ἀλλὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου. Καὶ πρὸς τοῦτο ἀμέσως ἕπεται ἡ διάκρισις τοῦ δημάρχου, ὁ ὁποῖος εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, ἀλλὰ, ἐπειδὴ λαμβάνει μισθὸν παρὰ τοῦ δήμου, δὲν εἶναι ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος. Ἑπομένως τὸ Σύνταγμα δὲν ἀποκλείει τὸν συμβολαιογράφον ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι καὶ Βουλευτής, καὶ ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα δὲν τὸν ἀποκλείει, τοὐναντίον μάλιστα ἐμπεριέχει καὶ ῥητὴν διάταξιν νὰ εἶναι, δὲν δύναται νόμος νὰ τὸν ἀποκλείῃ ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι καὶ Βουλευτής. Ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπὸ τὸ κράτος ψυχολογικῆς βίας, ἴσως νὰ μὴ εἶχε δολίαν προαίρεσιν, ἀλλ’ ἐψηφίσθη ἐν τόσῳ στενῷ χρόνῳ, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρατηρηθῇ ἡ ἀντισυνταγματικότης αὐτοῦ. Ἔπειτα, ὅτε καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιόν της, πάντες οἱ ἀνεξάρτητοι, ὅλοι, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξαιρουμένου, ὑπερεψήφισαν ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα. Λέγω οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐξαιρουμένου, διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἑξῆς γεγονός. Ἤμην εἰς τὸ Προεδρεῖον, ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ συνθέτου ζητήματος τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα καὶ τοῦ κ. Κουτσοπούλου, τοῦ μὲν συμβολαιογράφου, τοῦ δὲ δημάρχου. Δὲν εἶχεν ὑποβληθῆ πρότασις κατανομῆς τοῦ συνθέτου ζητήματος, οὐδ’ ἦλθεν εἰς ψηφοφορίαν, ὥστε ὁ κ. Πρόεδρος ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ διαιρέσῃ τὸ ζήτημα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀγνοῶν ὅτι τὸ ζήτημα ἔμελλε νὰ διαιρεθῇ, δὲν ἦτο τότε παρών, κατὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν, διότι δὲν ἠθέλησε νὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ δημάρχου· ὅτε μάλιστα ἠρωτήθη περὶ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα, ἰδιαιτέρως εἶπεν, ὅτι ὑπὲρ αὐτοῦ θὰ εἶναι πάντοτε, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψήφισῃ ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ δημάρχου, καὶ ἑπομένως ἀπέχει τῆς ψηφοφορίας, καὶ μάλιστα ἐρωτηθεὶς κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τοῦ δευτέρου ζητήματος, ὅτε ἦτο παρών, εἶπε ναί, νομίσας ὅτι πρόκειται περὶ συμβολαιογράφου, καὶ κατόπιν τὸ διώρθωσεν ὄχι. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀντίληψις ἡ ἰδική μου.
§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐσφαλμένη ἡ ἀντίληψίς σας.
§114Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Ἴσως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν εἶχον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς, οἱ δὲ περὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πάντες ἐψήφισαν ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα. Ἐὰν δὲ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν νομοθετικὴν συνείδησιν τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν διαρρυθμιστέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, θὰ ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἐξεδηλώθη τοιαύτη νομοθετικὴ συνείδησις εἰς τὸ νὰ μὴ εἶναι οἱ συμβολαιογράφοι μέσα, νομοθετικὴ δὲ συνείδησις εἶναι αὐτὸς ὁ λαός, ὁ λαὸς δὲ αὐτὸς εἶπεν ὅτι καλοὶ εἶναι καὶ συμβολαιογράφοι μέσα, καὶ σᾶς ἐξαπέστειλε τὸν κ. Δάλλαν, τὸν πολύτιμον αὐτὸν συνεργάτην. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἔννοια τῆς νομοθετικῆς συνειδήσεως τοῦ λαοῦ, θὰ διαπράξωμεν δὲ ἓν τῶν μεγαλειτέρων ἀδικημάτων, ἐάν, παρορῶντες τὴν τοιαύτην συνείδησιν τοῦ λαοῦ, ἀποπέμψωμεν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης ἕνα πολύτιμον συνεργάτην, ἄνδρα ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ἀκούσητε ἐκφραζόμενον μετὰ πολλῶν καὶ σαφῶν ἐκφράσεων τὸν πόνον τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ εἶναι ὀλίγοι ὡς τὸν κρινόμενον· εἰς οὐδένα θέλω νὰ ἀποδώσω τὴν ἰδιότητα τοῦ ἥσσονος, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Δάλλας εἶναι εἷς ἐκ τῶν ἐντίμων καὶ εὐσυνειδήτων ἐκείνων ἀνδρῶν, οἵτινες θὰ σᾶς διαφωτίσωσι καὶ περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος καὶ περὶ τοῦ πόνου τοῦ λαοῦ ἐκείνου.
§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχουσι καμμίαν σχέσιν αὐτά.
§116Κ. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, προηγουμένως ἐξεφράσθην περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ εἶχον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω καὶ περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ κρινομένου. Ἐξεφράσθην περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος καὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἔμμισθος, διότι ἐπὶ τέλους πληρώνει καὶ ἐπιτήδευμα, οὐδεὶς δὲ δημόσιος ὑπάλληλος πληρώνει ἐπιτήδευμα. Ἀλλὰ δὲν παρέλειψα καὶ νὰ εἴπω ὀλίγιστα περὶ τοῦ ἀνδρός. Αὐτὰ μόνον εἶχον νὰ εἴπω.
§117ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν γνωρίζω ἂν εἰς ὑμᾶς ἐγεννήθη μία σοβαρὰ ἀπορία, ἡ ὁποία τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ ἐγεννήθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὡς ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καὶ ὑπεστήριξε τὴν ἔλλειψιν τῶν προσόντων διὰ τὸν ἐκλεγέντα βουλευτὴν Λαρίσης κ. Δάλλαν, ἂν ἐγεννήθη, λέγω, ἡ ἀπορία πῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐθεντία νομικὴ καὶ διακρίνεται ἐπὶ ὀξύτητι πνεύματος, περιέπεσεν εἰς ἀντίφασιν, διότι, ἐν ᾧ συνυπογράφων τὸ προσχέδιον ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος μὲ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ λοιπὰ μέλη αὐτῆς σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς καὶ ἐν πλήρει ἠρεμίᾳ πνεύματος ὁμολογεῖ ὅτι ἡ θέσις τοῦ συμβολαιογράφου κατὰ τὸ ἰσχῦον μέχρι σήμερον Σύνταγμα εἶναι συμβιβαστὴ πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ.....
§118Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Συνταγματικῶς συμβιβαστὴ εἶναι μέχρι σήμερον, δηλονότι τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ ἀπαγορεύει. Καθιερούμενον τὸ συμβιβαστὸν καὶ ἀσυμβίβαστον, καθιεροῦται εἴτε διὰ τοῦ Συντάγματος εἴτε διὰ τῶν ὀργανικῶν νόμων, διὰ τὸ μέχρι σήμερον δὲ καθεστὼς δὲν καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα ἀσυμβίβαστον, καθιεροῖ ὅμως τοῦτο ὀργανικὸς νόμος. Πρόκειται λοιπὸν περὶ τοῦ συνταγματικῶς συμβιβαστοῦ.
§119ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Μάλιστα· ἐκεῖθεν ὅμως θὰ καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμά μου.
§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὲ δικαιώσητε ὅμως ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀντιφάσεως.
§121ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦτο οὔτε ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Συντάγματος οὔτε ἐμμέσως διαδηλοῦται, οὐδεὶς δύναται διὰ νόμου νὰ ὁρίσῃ τοιοῦτον ἀσυμβίβαστον, καθόσον ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι αὐτόχρημα ἀντισυνταγματικός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει βεβαίως κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι, προκειμένου περὶ διατάξεων δικαίου, αἵτινες ἀποβλέπουσιν εἰς στέρησιν δικαιωμάτων δημοσίων, πάντοτε ἡ ἑρμηνεία εἶναι στενὴ καὶ πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη, εἰδικῶς δὲ προκειμένου περὶ τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι θίγουσι τοιαῦτα δικαιώματα. Ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει, ὅτι καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν, οἵτινες ἐθεσπίσαντο τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον, ἐγνώριζον τὴν γενικὴν ἀρχήν, ἥτις καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ἐν σχέσει πρὸς τὸ προκείμενον θέμα κρατεῖ, τοῦ νὰ εἶναι δηλονότι ἐκλόγιμοι καὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι διὰ τὸν θέσιν Βουλευτοῦ, διότι εἰς πολλὰ τῶν Συνταγμάτων ἀναγνωρίζεται, ὡς γνωστόν, τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ παρακάθηνται εἰς τὰς Βουλάς. Ἀλλὰ θελήσαντες νὰ περιορίσωσι διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ὀρθῶς ὑπελόγισαν καὶ οὓς κρίνω περιττὸν ν’ ἀναπτύξω, τὴν γενικὴν ταύτην ἀρχήν, βεβαίως ἤθελον πολὺ στενῶς, ὀνομαστικῶς νὰ περιορίσωσι τὰ δικαιώματα ἐν σχέσει πρὸς τοὺς πολίτας Ἕλληνας, τοὺς κατέχοντας ἐν Ἑλλάδι δημοσίας θέσεις ἐμμίσθους ἢ ἀμίσθους. Ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ὑφῆς καὶ ἀλληλουχίας τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα πραγματεύονται περὶ τοῦ προκειμένου θέματος, ἀρηδήλως ἐξάγεται, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἐννοεῖ νὰ ἀποκλείσῃ τῆς Βουλῆς μόνον τοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ οὐχὶ τοὺς ἀμίσθους. Ἔμμισθος δὲ δημόσιος ὑπάλληλος δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὁ συμβολαιογράφος, ὡς σήμερόν τινες τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν, ἀναπτύσσοντες νέας θεωρίας περὶ τούτου, ἐρειδομένας εἰς τὸ ὅτι ὁ συμβολαιογράφος λαμβάνει ἐμμέσως μισθὸν διὰ μέσου τῶν τελῶν. Ἀφοῦ δὲ οὕτως ἐθέσπισαν, ῥητῶς δὲ καὶ κατηγορηματικῶς περιώρισαν τὰς ἀπαγορεύσεις εἰς τοὺς ἐμμίσθους καθαρῶς δημοσίους ὑπαλλήλους οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δὲν θέτει ἄμεσον ἢ ἔμμεσον περιορισμὸν διὰ τοὺς ἀμίσθους, δὲν ἔχομεν ἀπαγόρευσιν τῶν ἀμίσθων ὑπαλλήλων, οἵτινες ἔκτοτε δύνανται νὰ παρακάθηνται, καὶ παρακάθηνται εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην, τότε βεβαίως δὲν δύναται Βουλὴ νὰ θεσπίσῃ, ὡς διακόπτων με εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νόμον ὀργανικόν, ὁ ὁποῖος νὰ ἀπαγορεύῃ εἰς τοὺς ἀμίσθους ὑπαλλήλους νὰ εἶναι μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀπὸ τοιαύτης δ’ ἐννοίας ἀρχόμενος τοῦ λόγου, κύριοι Βουλευταί, εἶπον, ὅτι εὑρίσκω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀντιφατικόν, διότι ἐκεῖ καταλήγω πιστεύων ἀκραδάντως ὅτι ὁ νόμος ὁ πέρυσι ψηφισθεὶς ἀσφαλῶς εἶναι ἀντισυνταγματικός. Προκειμένου, κύριοι Βουλευταί, νὰ λάβωμεν οἱανδήποτε ἀπόφασιν ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ, ἥτις ἔχει μέγαν προορισμόν, ἀλλὰ βαρὺ καὶ σοβαρὸν ἔργον, πρέπει νὰ λαμβάνωμεν αὐτὴν μετὰ μεγάλης περισκέψεως καὶ πρωτίστως πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ ψύχραιμοι, πρέπει νὰ βασανίζωμεν τὰς διαφόρους προτάσεις, ὁθενδήποτε καὶ ἂν προέρχωνται αὗται, διότι ἐνίοτε καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἢ καὶ οἱ Ὑπουργοὶ εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα φαίνονται ὅμοια καὶ ἔχουσιν ἀλληλουχίαν τοιαύτην, ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν δύναται ἡ κοινὴ γνώμη νὰ κρίνῃ καλῶς, πολλάκις δὲ καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν τὰ ὅρια τῆς μιᾶς ὑποθέσεως ἀπὸ τῆς ἄλλης, ἀναγκάζονται, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶσιν ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, μηδὲ θεωρηθῶσιν, ὅτι ἐπὶ τῶν αὐτῶν θεμάτων μὲ διάφορα μέτρα κρίνουσι, νὰ ἐξενέγκωσι γνώμας οὐχὶ συμφώνους μὲ τὴν πεποίθησίν των, οὐχὶ συμφώνους μὲ τὸ δίκαιον, ἕνεκα τούτου δὲ ἡ Βουλὴ μίαν πρότασιν ἢ μίαν γνώμην ἑνὸς ἀρχηγοῦ ἢ Ὑπουργοῦ ὀφείλει νὰ τὴν ἐξετάζῃ μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ νὰ μὴ τὴν δέχηται ἀβασανίστως. Ἑπομένως καὶ ἐν τῇ ὑπὸ κρίσιν περιπτώσει, ἡ ὁποία κατὰ τὴν γνώμην τινῶν ἐξ ὑμῶν ταυτίζεται μὲ τὴν προηγουμένην τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σκούφου, δι’ ἣν καὶ προέκυψεν ἀντίθετον ἀποτέλεσμα πρὸς τὰς σκέψεις τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ κύρους αὐτῆς, δὲν πρέπει νὰ κινηθῶμεν ὁμοιομόρφως καὶ παρασυρόμενοι ἀβασανίστως ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, καίτοι αὕτη δὲν ταυτίζεται πράγματι μὲ τὴν προηγουμένην. Διότι, Κύριοι, εὐθὺς ὡς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔφερεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν τὴν προκειμένην ἐκλογήν, διαμαρτυρίαι ἠκούσθησαν ἐκ μέρους τινῶν Βουλευτῶν, ὅτι τὸ θέμα αὐτῆς εἶναι ὅμοιον πρὸς τὸ τῆς προηγουμένης τοῦ καθηγητοῦ κ. Σκούφου καὶ δι’ ὃ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ βασανίσωμεν καλῶς τὸ προκείμενον θέμα, καθόσον τοῦτο, ἐνῷ φαίνεται, ὅτι ταυτίζεται μὲ τὸ προηγούμενον, ἐν τούτοις ἀπέχει κατὰ πολύ, εἶναι πολὺ διάφορον, καὶ δίδει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξενέγκῃ διάφορον γνώμην. Θὰ φανῶσι δὲ πολὺ ὑπερήφανοι ἐκεῖνοι οἱ Βουλευταί, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ φανῇ ἐπιεικὴς πρὸς τοὺς Βουλευτάς, τῶν ὁποίων, ὡς δημοσίων ὑπαλλήλων ἐμμίσθων ἡ ἐκλογὴ ἠκυρώθη, ἀλλὰ μετὰ πόνου ἀπεδέχθησαν τὴν ἀκυρωτικὴν ἀπόφασίν της, θὰ φανῶσι, λέγω, ὑπερήφανοι, ἂν διακρίνωσι τὴν περίπτωσιν ταύτην ἀπὸ ἐκείνης, ἥτις ἀντεστρατεύετο ἀντικρὺς εἰς ῥητὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος, λέγοντες ὅτι ὁ κ. Δάλλας συμφώνως πρὸς τὸ ἰσχῦον Σύνταγμα, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ κατισχύσῃ, κέκτηται τὰ προσόντα τοῦ νὰ παρακαθήσῃ μεταξὺ ἡμῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συμφώνως μὲ τὸ Σύνταγμα. Γενικῶς δὲ ἡ Βουλή, Κύριοι, πρέπει νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν νέαν ὁδόν, τὴν ὁποίαν πάντες εὐχόμεθα καὶ ἐξωτερικεύομεν, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀκολουθήσῃ διὰ πραγμάτων καὶ οὐχὶ διὰ λόγων· διό, ὡς εἶπον πρότερον, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν κατηγορουμένην πρότασιν, ὡς προβαλλομένην μὲ κομματικὴν χροιάν, διότι εὐτυχῶς καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ὅλη σύμφωνος καὶ θὰ συντρέξῃ προθύμως εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν θέτει τὴν πρότασιν ὡς ἄλλοτε ἔθετον αἱ Κυβερνήσεις, οὐδὲ ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀκολουθῶσιν οἱ Βουλευταί, καὶ δὴ ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ τῶν ἐργασιῶν, ἀβασανίστως μίαν πρότασίν της, καθ’ ὅσον τοιαῦται ἀξιώσεις Κυβερνήσεων τοῦ παρελθόντος μᾶς ἔφεραν ἐκεῖ ὅπου μᾶς ἔφεραν. Ὑπῆρξα Βουλευτὴς κατὰ τὸ 1905, ὑπεστήριζον δὲ ἔνστασιν ἀκυρωτικὴν κατὰ ἑνὸς τμήματος τοῦ τότε νομοῦ Καρδίτσης, ἡ ὁποία ἦτο πασιφανῶς ἀποδεδειγμένη καὶ δὲν ἐπετρέπετο νὰ ἀπορριφθῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Ἐπρόκειτο περὶ νοθείας εἰς τμῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἐψήφισαν 450, αἱ κάλπαι ἀντιπάλων μας εἶχον 650 λευκὰς καὶ μηδὲν εἰς τὸ ὄχι, τῶν ὁμοφρόνων μου δὲ 650 μαύρας, δι’ ὧν ἀφῃρέθησαν αἱ εἰς τὸ ναὶ, εἰς ὃ ἔμεινε μηδέν. Ἦτο λοιπὸν ἡ νοθεία καταφανὴς καὶ κραυγάζουσα· ἀλλ’ ἐν τούτοις κατὰ τὴν προκληθεῖσαν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς συζητήσεώς της ἠγέρθη ἡ δεξιὰ πτέρυξ, ἡγουμένου τοῦ κ. Θεοτόκη, καὶ ὑπείκουσα εἰς τὸ νεῦμα αὐτοῦ εἶπεν· «ἔγκυρος ἡ ἐκλογή». Αὐτὴ ἡ ψηφοφορία εἰς ἐμὲ τότε, ἀνεξάρτητον ὄντα, ἔκαμε τοιαύτην ἐντύπωσιν, ὥστε, ἐνῷ ἐσκεπτόμην νὰ καταλήξω εἰς τὸ κόμμα ἐκεῖνο, ἀπεμακρύνθην πολὺ αὐτοῦ. Λοιπὸν ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν ἔδιδον ἄλλοτε οἱ ἀρχηγοὶ εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα διέξοδον, ἀλλὰ φρονῶ, ὡς προεῖπον, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ θέσῃ ζήτημα πολιτικὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ προκείμενον θέμα, οὐδὲ ὅτι ἡ Βουλή, ὑπείκουσα πλέον ὡς ἄλλοτε, θέλει σκεφθῇ ὡς ἐσκέπτοντο αἱ ἄλλαι Βουλαί, ἀλλὰ θὰ διακρίνῃ καλῶς, ὅτι ἡ κατηγορουμένη περίπτωσις δὲν ἀποκλείεται οὔτε ἀμέσως οὔτε ἐμμέσως ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ ὡς τοιαύτη δὲν ἠδύνατο νὰ συμπεριληφθῇ κατόπιν εἰς νόμον δημιουργοῦντα ἀσυμβίβαστα καθηκόντων ἀμίσθων ὑπαλλήλων (συμβολαιογράφου) πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Δὲν πιστεύω, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐκλόνισαν καὶ κατ’ ἐλάχιστον τὴν πεποίθησίν σας τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ τμήματος τῆς ἐκλογῆς ταύτης, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ τὸ ὅτι καταστρέφονται αἱ συναλλαγαί, ἂν θεωρηθῇ συμβιβαστὴ ἡ θέσις συμβολαιογράφου πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν προσέλθωσιν ὅλοι οἱ συμβολαιογράφοι εἰς τὴν Βουλήν! Διότι τοῦτο ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν καὶ διὰ τοὺς δικηγόρους καὶ διὰ τοὺς ἰατρούς, καθ’ ὅσον διὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν ὡς Βουλευτῶν μέγα μέρος τῆς κοινωνίας θὰ ἔμενεν ἐστερημένον δικηγόρων καὶ ἰατρῶν, καὶ ἑπομένως τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τὰ ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς προτεινόμενα, φρονῶ, ὅτι εἶναι μᾶλλον ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεώς της καὶ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν προσόντων τοῦ ἐκλεγέντος πανηγυρικῶς ὑπὸ ἐκλογέων τοῦ νομοῦ Λαρίσης. Κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εὐχαριστήσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπὶ μακρὸν μὲ ἠνέχθη, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἀπαραίτητον ἔχω καταστρέφων τὸν λόγον νὰ εἴπω πρὸς αὐτήν, ὅτι ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸν κ. Δάλλαν ὡς κεκτημένον τὰ νόμιμα προσόντα καὶ βουλεύηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι τότε θὰ ἀρθῇ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς της καὶ θὰ δύναται νὰ σεμνύνηται διὰ τὴν πρᾶξιν αὐτῆς ταύτην.
§122Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν, διότι κυρίως σκοπός μου εἶναι, ὅπως δι’ ὀλίγων δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ θεωρῶ εἰς ἐμὲ ἐπιβεβλημένον νὰ πράξω τοῦτο, καθόσον ἡ ψῆφος, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, δὲν θὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν ἔδωκα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀκριβῶς θέματος. Τοῦτο ἔπραξα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἐν τῇ ἀπολύτῳ πεποιθήσει, ὅτι ὁ νόμος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ σχετικὴ ἔνστασις κατὰ τοῦ κ. Δάλλα, εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀντέκειτο εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἑπομένως ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἤδη ὅμως πρέπει νὰ εἴπω καθαρά, ὅτι ἐπισταμένη ἔρευνα καὶ μᾶλλον ἐξηκριβωμένη μελέτη συνετέλεσαν, ὥστε νὰ ἐξαγάγω τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἀληθῶς ὁ νόμος οὗτος εἶναι νόμος ἀντισυνταγματικός. Εἶναι πασιφανέστατον, ὅτι τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα ἐν τῷ τμήματι αὑτοῦ περὶ Βουλευτῶν, καὶ μᾶλλον συγκεκριμένως διὰ τῶν ἄρθρων 70 καὶ 71, καταφανεστάτην ποιεῖται διαστολὴν μεταξὺ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ ἔχῃ τις, ἵνα εἶναι ἐκλόγιμος, ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῶν ὁποίων συνέπεται τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς, καὶ τῶν περιστάσεων τοῦ ἀσυμβιβάστου πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ἐνῷ ἐκ τῶν προσόντων μνημονεύει τινὰ ἐκ τούτων καὶ ἀφήνει κατόπιν ἐλεύθερον τὸ στάδιον τοῦ ὁρισμοῦ αὐτῶν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὅτε ἐπιλαμβάνεται τῶν ἀξιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἀσυμβίβαστα πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ, περιοριστικῶς μνημονεύει ταῦτα. Ἀρκεῖ αὐτὴ ἡ διαστολή, ἵνα καταλήξῃ τις εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πᾶσα ἐπέκτασις εἰς ἄλλα ἀξιώματα ὡς ἀσυμβίβαστα καταφανέστατα ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος. Καὶ δὲν εἶναι ἡ διαστολὴ μόνον αὕτη, ἀλλά, ἄν τις ἐπισταμένως ἐξετάσῃ, θὰ ἴδῃ, ὅτι καὶ ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα ἔπρεπε νὰ καταλήξῃ, καὶ λέγω τοῦτο, διότι, ὅτε ὑπεβάλλετο ἡ σχετικὴ διάταξις, ἐν τῇ σχετικῇ ἐκθέσει ὡρίζετο, ὅτι ἀφήνετο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐλεύθερον τὸ στάδιον περὶ τὴν ἀναγραφὴν καὶ ἄλλων ἀσυμβιβάστων, τοῦτο ὅμως ἀπήλειψεν ἡ Συνέλευσις, διότι ἠθέλησε στερρῶς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀρχήν, ὅτι περιοριστικῶς ἔδει ν’ ἀναγραφῶσι τὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν διὰ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος καθορίζεται λεπτομερῶς, ὅτι ὁ δημόσιος ὑπάλληλος ὁ ἔμμισθος ἀποκλείεται, argumentum a contrario, συνάγεται ἡ ἀρχή, ὅτι οἱ ἄμισθοι ὑπάλληλοι, ὡς οἱ συμβολαιογράφοι, ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος νὰ ἐκτίθενται, καὶ δὲν ἐθεωρήθη ἀσυμβίβαστον τὸ ἀξίωμα τοῦτο. Ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον τοιοῦτος νόμος ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς θετικὰς καὶ ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀντισυνταγματικός. Τοῦτο ἠθέλησα νὰ εἴπω, καὶ ὁμολογῶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν θεωρῶ ὅτι χρήζει μεγάλης συζητήσεως, διότι εἶναι ζήτημα, ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου λύσεως τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἀπολύτως ἐπιχείρημα σπουδαῖον συντρέχει. Ὀφείλω δὲ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου πῶς νομικὸς τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Δεμερτζῆ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑπεστήριξαν τὸ ἀντίθετον, καὶ μάλιστα ὁ τελευταῖος οὗτος ἔσπευσε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην του χωρὶς νὰ τὴν συνοδεύσῃ μὲ κανὲν ἐπιχείρημα. Ὀφείλω δὲ νὰ παρατηρήσω, ὅτι αἱ δηλώσεις ἐκεῖναι, γενόμεναι ὑπὸ ἐγκρίτου μέλους τῆς Κυβερνήσεως, διττῶς ἐπηρεάζουσι τὸ ζήτημα, τοῦτο μὲν ἐκ τοῦ κύρους τοῦ ἐπιστημονικοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦτο δὲ λόγῳ τοῦ ὅτι δύναται ἴσως ἐκ τῶν δηλώσεων τούτων νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο τὸ καθαρῶς δικαστικὸν ἐννοεῖ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ψῆφον ἡμῶν σημασίαν τοιαύτην, τὴν ὁποίαν βεβαίως δὲν ἐσκέφθη νὰ ἀποδώσῃ.
§123Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Γνώμην ἁπλῆν ἐξέφρασα καὶ ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως.
§124Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὁμολογουμένως δὲ ἀμφότεραι αἱ ἐπιρροαὶ αὗται θὰ ἦσαν ἄδικοι, καὶ ἡ μὲν πρώτη, τουτέστιν ἡ ἐπιρροή, τὴν ὁποίαν ἐνασκεῖ ὡς νομικὸς ἐπιστήμων, ἐφ’ ὅσον ὑπὸ οὐδενὸς ἐπιχειρήματος συνωδεύθη, ἡ δὲ δευτέρα, ἡ ἀπορρέουσα δηλαδὴ ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς μέλους τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων οὐδεμίαν πίεσιν διενοήθη νὰ ἐνασκήσῃ κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, διότι τότε δὲν θὰ ἦτο Κυβέρνησις τῶν φιλελευθέρων, ἐνῷ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς της.
§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἦτο περιττὸν νὰ προκληθῇ ἡ ἐξήγησις, ὅτι κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, στάδιον κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀσκεῖ δικαστικὰ καθήκοντα, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν πρὸς ὑποστήριξιν τῶν γνωμῶν της νὰ θέσῃ πρὸ τῆς Βουλῆς ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο ἐλλιπὴς τῶν στοιχειωδεστέρων δι’ αὐτὴν καθηκόντων, ἂν κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ἐγειρομένου ζητήματος περὶ τοῦ ἀκύρου ἢ ἐγκύρου ἐκλογῆς τινος, ἔτι δὲ μᾶλλον περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἄν τις τῶν ἐκλεχθέντων ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα, ὅπως εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἄν, λέγω, ἡ Κυβέρνησις παρέλειπε νὰ ἐκθέσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην αὐτῆς ἐπὶ τοῦ συζητουμένου αὐτοῦ ζητήματος, καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτοῦ διὰ βραχυτάτων ἐξετέθη τὴν πρωίαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἡ ὁποία εἶναι καὶ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λαρίσης, ὁ ἐκλεγεὶς ὑπὸ τῶν ἐκλογέων τοῦ νομοῦ Λαρίσης κ. Δάλλας δὲν ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα, ὅπως παρακαθήσῃ εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο. Ὑπεστηρίχθη, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος ὁ σχετικός, ὁ ὁποῖος λύει καθαρῶς τὸ ζήτημα καὶ ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸν Μάρτιον τοῦ 1910, δὲν εἶναι συνταγματικός. Ἀλλ’ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, ἐπὶ τῆς ὁποίας οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νόμου στηρίζουσι τὴν γνώμην των, ἄπορον πῶς δύναται νὰ παρεξηγῆται κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, διὰ τοῦ ἄρθρου 71 ἠθέλησε μόνον νὰ καθορίσῃ συνταγματικῶς τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν καθηκόντων τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὸ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ ὅτε, ὅπως μᾶς ἔδωκε τὴν πληροφορίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, ἐπεζητήθη ἐν τῇ Συνελεύσει, τῇ ψηφισάσῃ τὸ Σύνταγμα, ὅπως ἀφεθῇ εἰς τὴν μέλλουσαν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς κατηγορίας τινὰς ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ Βουλευταί, ὅτε ἐπροτάθη τοιοῦτόν τι, ἡ Συνέλευσις, κατὰ τὴν πληροφορίαν, ἣν μᾶς δίδει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἶναι ἀκριβής, εἶπεν: «ὄχι· ἐννοῶ ἀπὸ τοῦδε νὰ λύσω τὸ ζήτημα τοῦτο ὁριστικῶς, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐπιτρέπω εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ νόμου νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς συμβιβαστὸν τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου πρὸς τὸ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος». Δὲν εἶπεν ὅμως οὐδαμῶς τὸ ἐναντίον· ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, ἐπίσης ἔγκριτος νομομαθής, εἶναι ἄπορον πῶς ἐστηρίχθη ἐπὶ τοῦ λεγομένου argumentum a contrario, ὅπερ γνωρίζει πόσον ἐπικίνδυνον εἶναι ὡς ἑρμηνευτικὸν ἀξίωμα καὶ διὰ τὴν ἑρμηνείαν αὐτῶν τῶν ἁπλῶν νόμων, ὁπότε εἶναι φυσικώτερον ὁ νομοθέτης νὰ ὑποτίθεται, ὅτι ἐμερίμνησε περὶ πάντων καί, περὶ ὅσων δὲν διέλαβε τὴν ἀντίθετον, δὲν ἠθέλησε νὰ ἔχῃ παρὰ ἐκείνην, ἣν ῥητῶς ἐξεδήλωσε, πῶς, λέγω, τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο τὸ ἑρμηνευτικόν, ὅπερ διὰ τὴν ἑρμηνείαν κοινοῦ νόμου παρέχει ἔδαφος τόσον ὀλισθηρόν, ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ τὸ ἐπικαλεσθῇ διὰ τὴν ἑρμηνείαν νόμων συνταγματικῶν, ὅτε γνωρίζει, ὅτι αἱ ψηφίζουσαι τὰ Συντάγματα Συντακτικαὶ Συνελεύσεις δὲν ἔχουσι καθῆκον διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ καθορίσωσιν ἐν τῷ συνόλῳ πάσας τὰς περιπτώσεις, ἀλλ’ ἐκείνας μόνον, ἃς νομίζουσιν ὅτι ὀφείλουσι νὰ περιλάβωσι διὰ συνταγματικῆς ἐγγύης, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν σύνταξιν τῆς Πολιτείας, καὶ γνωρίζετε, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος δὲν ἀνάγεται εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὴν σύνταξιν τῆς Πολιτείας. Τὸ Σύνταγμα λοιπὸν ἐν ἄρθρῳ 71 οὐδὲν ἄλλο ἠθέλησε νὰ εἴπῃ παρὰ τοῦτο, ὅτι διὰ συνταγματικῆς διατάξεως καθιεροῖ ἀσυμβίβαστον μεταξὺ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου· περὶ τοῦ ἄλλου ὅμως, περὶ τοῦ ἀμίσθου, οὐδεμίαν διάταξιν περιέλαβε τὸ Σύνταγμα, ἢ μᾶλλον περιέλαβε τὴν διάταξιν τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 71, ὁρίζοντος ὅτι οἱ ἐκλεγόμενοι ὡς Βουλευταὶ πλὴν τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ ἄρθρον 70, πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀκόμη καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἀφοῦ δὲ ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς ὥρισε δι’ αὐτοὺς τοὺς ἐκλογεῖς προσόντα πολλά, καίτοι καθιεροῖ τὸ Σύνταγμα τὴν καθολικὴν ψηφοφορίαν, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τοῦτο ἀντέκειτο πρὸς τὴν διάταξιν τὴν σχετικὴν τοῦ Συντάγματος τοῦ ἄρθρου 66, καίτοι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὀλιγώτερον σαφὴς ἀπὸ τὴν τοῦ ἄρθρου 70, διότι λέγει, ὅτι ἐκλέγονται «ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν διὰ μέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας», ἐθεωρήθη δέ, ὅτι ἐπαρκῶς σαφηνίζεται διὰ τούτου, ὅτι ὁ νόμος, περὶ οὗ ὁμιλεῖ κατωτέρω τὸ ἄρθρον, θὰ ἐκανόνιζε τοὺς ἔχοντας τὰ προσόντα ταῦτα, πῶς ἀμφισβητεῖται, ὅτι ἠδύνατο ὁ νόμος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 70, ὅπερ ῥητῶς παραπέμπει εἰς τὸν μέλλοντα νὰ ψηφισθῇ νόμον, νὰ ἀπαιτήσῃ καὶ ἄλλα προσόντα ἀπὸ τὸν ἐκλεγόμενον Βουλευτήν; καὶ διατί δὲν ἠθέλετε χαρακτηρίσει τὰ προσόντα τὰ ἀρνητικά —ἂς τὰ εἴπωμεν οὕτω—, οἷον εἶναι καὶ τὸ προκείμενον, ὅπερ συνίσταται εἰς τὸ νὰ μὴ ἔχῃ ὁ Βουλευτὴς ἐξάρτησίν τινα ἢ ἄλλην ὑπηρεσιακὴν σχέσιν πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅτι εἶναι ἓν προσόν;
§126Χ. ΠΕΤΡΕΑΣ. Ἐσκανδάλισεν ἡ λέξις «ἀσυμβίβαστον».
§127ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Τὸ πρωὶ ὁ ἀξιότιμος εἰσηγητὴς ἐξήγησεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα περὶ οὐδενὸς ἄλλου ὁμιλεῖ ἢ περὶ ἀσυμβιβάστου. Δὲν εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, ὀρθότατα δὲ σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν δεχθῆτε τὸν νόμον τοῦ 1910 ὡς ἀντισυνταγματικόν, ὡς ἀντισυνταγματικὸν πρέπει νὰ χαρακτηρίσητε καὶ τὸν νόμον, δι’ οὗ ὡρίσθη, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος, δὲν δύναται νὰ ἐκλεχθῇ παρὰ ἐὰν παραιτηθῇ ὡρισμένας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς, καὶ τότε βεβαίως ἐν τῇ αὐτῇ σειρᾷ τῶν σκέψεων θὰ δεχθῆτε, ὅτι καὶ ἡ ἀπόφασις ἡμῶν, δι’ ἧς ἀπεμακρύναμεν ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦτον τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου κ. Σκοῦφον, εἶναι ἐπίσης ἀπόφασις ἀντισυνταγματική, διότι στηρίζεται εἰς νόμον, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός, ἐὰν ἀντισυνταγματικὸς εἶναι ὁ νόμος, ὅστις ὁρίζει, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος ὀφείλει νὰ παραιτηθῇ ὡρισμένας ἡμέρας πρότερον, διὰ νὰ ἐκλεχθῇ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν.
§128ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον διακρίνει τοὺς ἀμίσθους ἀπὸ τοὺς ἐμμίσθους.
§129ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Σαφέστατα τάσσεται ἡ διαφορά, ἵνα τὸ Σύνταγμα ὁρίσῃ διὰ συνταγματικῆς διατάξεως τὸ ἀσυμβίβαστον. Ἀφήνει κατὰ τὰ λοιπὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσῃ τὰ προσόντα τοῦ ἐκλεξίμου. Ἔχω ἀκόμη ταύτην τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἰς τὴν προηγουμένην διπλῆν Βουλὴν δὲν εἶχον ἀντίθετον γνώμην περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Δὲν ἔτυχε νὰ ψηφίσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ κ. Δάλλα, ἔτυχε νὰ ψηφίσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ δημάρχου ἀκυρωτικῶς· ἀλλὰ καὶ τότε οἱ φίλοι μου γνωρίζουσιν, ὅτι δὲν εἶχον ἀντίθετον γνώμην· ἂν σήμερον λαμβάνω τὸν λόγον καὶ ἂν δὲν ἔσπευσα τότε νὰ λάβω τὸν λόγον, πρέπει νὰ ἀποδοθῇ τοῦτο εἰς τὸ ὅτι ἡ εὐθύνη, ἣν ἔχω ὡς ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας, εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἐκείνης, ἣν εἶχον τότε, ἡγούμενος μικροῦ ἀριθμοῦ φίλων, μὴ δυνάμενος νὰ κανονίζω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Σήμερον εἶναι τὸ καθῆκόν μου μεγαλείτερον, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον τὴν γνώμην μου. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα βεβαίως νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν της ἐλευθέρως.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετρέας.
§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρητήθη.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δεμερτζῆς.
§133ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορίαν, κ. Πρόεδρε.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε δὲν ἔχει κανεὶς τὸν λόγον.
§135Ι. ΠΑΤΣΟΥΡΑΚΟΣ. Κύριοι, δύο λέξεις. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελέσω μέλος τῆς προκειμένης ἐκλογῆς. Καὶ τότε ἀνέπτυξεν ὁ κ. Δεμερτζῆς τοὺς λόγους τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς τὸν κ. Δάλλαν, μᾶς εἶπε δέ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1910 εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, Κύριοι, τί λέγει σαφῶς καὶ ἀπεριφράστως; Ὅτι οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀπαγορεύεται νὰ εἶναι καὶ Βουλευταί, τουτέστι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν βεβαίως νὰ σεβώμεθα, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐν ἰσχύϊ, καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἐγράφη εἰς τὸ γόνυ, ἀλλὰ μετὰ μακρὰν μελέτην ἐψηφίσθη, λέγει ἀπεριφράστως, ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλεγῶσι Βουλευταὶ οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, διαστέλλει τουτέστι σαφέστατα τοὺς ἐμμίσθους ἀπὸ τῶν ἀμίσθων ὑπαλλήλων. Σᾶς ἐρωτῶ ἤδη, Κύριοι: Πᾶς νόμος παρὰ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ψηφισθεὶς εἶναι ἢ ὄχι ἀντισυνταγματικός; Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἐὰν καθιερωθῇ προηγούμενον, καὶ ψηφίζωνται νόμοι παραβιάζοντες αὐτὸ τοῦτο τὸ Σύνταγμα. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, Κύριοι, ἐψήφισα εἰς τὸ τμῆμα ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα καὶ θὰ ψηφίσω καὶ τώρα.
§136Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ζήτημα συνταγματικότητος ἢ ἀντισυνταγματικότητος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τοῦ 1910 δὲν ὑπάρχει. Διάφοροι οἱ σκοποί, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, καὶ διάφορος ὁ σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ νεαρὸς νόμος τοῦ 1910, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δὲν ἐκλέγεταί τις Βουλευτὴς ὢν εἴτε ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος εἴτε ἐξ ὡρισμένης κατηγορίας ἀμίσθων, ἐὰν δὲν ὑποβάλῃ παραίτησιν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος σκοπεῖ νὰ προστατεύσῃ τὸ ἀνεπηρέαστον τῆς γνώμης τοῦ Βουλευτοῦ ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ διὰ τοῦτο κηρύσσει ἀσυμβίβαστον τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὴν ἰδιότητα δημοσίου ὑπαλλήλου λαμβάνοντος μισθόν. Εἰμὶ καὶ ἐγὼ σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἐκ τοῦ σκοποῦ τούτου τοῦ νομοθέτου τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος νὰ συναγάγωμεν ἐξ ἀντιδιαστολῆς ἑρμηνείαν, ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐπιδιώκουσαν ἄλλους σκοπούς, καὶ συγκεκριμένως τὴν προστασίαν τῆς γνησιότητος τοῦ φρονήματος τῶν ἐκλογέων καὶ οὐχὶ τῶν Βουλευτῶν, νὰ θέσῃ καὶ ἑτέρους περιορισμούς, περὶ τῶν ὁποίων δὲν διαλαμβάνει τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος ἐπήγασεν ἐκ τῆς μερίμνης ὅπως οἱ Βουλευταὶ ἐρχόμενοι ἐνταῦθα μὴ ὦσι λόγῳ τῆς σχέσεως τῆς ἐμμίσθου ὑπαλληλίας ὑποχείριοι εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἡ ἱστορία τοῦ ἄρθρου τούτου αὐτὸ ἀποδεικνύει. Πολὺ δὲ ὀρθῶς ἐν ἀντιδιαστολῇ πρὸς τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους δὲν καθορίζει, ὅτι δὲν συμβιβάζονται τὰ καθήκοντα τοῦ ἀμίσθου ὑπαλλήλου πρὸς τὰ τοῦ Βουλευτοῦ, διότι ἐν ταύτῃ τῇ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, ὅπως ἐπηρεασθῇ ἡ γνώμη τοῦ Βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ὁ νομοθέτης τοῦ νόμου τοῦ 1910 δὲν ἀπέβλεψε καὶ δὲν ἐζήτησε νὰ ἀποτρέψῃ αὐτὸν τὸν κίνδυνον, ὥστε νὰ γεννᾶται ζήτημα κατὰ πόσον ὑπερέβη τὰ ὅρια, ἅτινα ἐχάραξε τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ στηριζόμενος εἰς τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συκτάγματος, ὅπερ ἐπέτρεψεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν ἔκδοσιν ἐκλογικοῦ νόμου κανονίζοντος τὸν μηχανισμὸν τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀντιπροσώπων, ἐζήτησε νὰ προστατεύσῃ τὴν γνησιότητα τῆς ἐκλογῆς καὶ εἶπεν, ὅτι: «δὲν ἐπιτρέπω νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀσκῶν δημοσίαν ἐξουσίαν, ἐὰν δὲν παραιτηθῇ πρὸ ὡρισμένου χρόνου, διότι ἔχω φόβον, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καταχρασθῇ τῆς δημοσίας ἐξουσίας του, ὅπως ἐπηρεάσῃ τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων». Ἐνῷ λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς ἀναγνωρίζω ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1910 εἶναι συνταγματικός, ἀκριβῶς ὅμως ἀποβλέπων εἰς τὸν σκοπόν, ἀποβλέπων εἰς τὴν οὐσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον τὴν πρωίαν, πολὺ ὀρθῶς μᾶς ὑπέμνησεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν, καὶ ὄχι εἰς τὸ ξηρὸν γράμμα τοῦ νόμου, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐξετασθῇ ἀντὶ τοῦ θεωρητικοῦ ζητήματος ἂν ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Δάλλα εἶναι σύμφωνος ἢ ὄχι πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, τὸ οὐσιαστικὸν ζήτημα, ἂν ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Δάλλα ἐξησφαλίσθη διὰ καταχρήσεως τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ ὡς συμβολαιογράφου, ἀσκοῦντος τὰ συμβολαιογραφικά του καθήκοντα ἐν Ἀθήναις. Ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν πείθομαι, ὅτι τοιαύτη κατάχρησις τῆς ἐξουσίας ἢ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κ. Δάλλα ἐγένετο, ὑπερπηδῶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, διότι νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις αὐτοῦ ὑπερέβη τὴν ἀληθινὴν πρόθεσιν τοῦ νομοθέτου καὶ παρασύρει εἰς πλημμελῆ ἔννοιαν περὶ τῆς ἐκτάσεως τοῦ σκοποῦ καὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἐφ’ ὅσον ἀνεξαρτήτως τῆς διαφορᾶς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἐν ᾗ ἐξελέγη ὁ συμβολαιογράφος, πρὸς τὴν περιφέρειαν, ἐν ᾗ ἀσκεῖ τὰ δημόσια αὐτοῦ καθήκοντα, τὸ γράμμα τοῦ νόμου φαίνεται θεωροῦν ἄκυρον τὴν ἐκλογήν, ὑπερπηδῶ αὐτὸν τὸν νόμον καὶ δίδω ψῆφον ὑπὲρ τοῦ κ. Δάλλα, ὅπως καὶ γενικῶς θὰ ἔπραττον ὑπὲρ παντὸς ἄλλου δημοσίου ὑπαλλήλου, περὶ οὗ θὰ ἐπειθόμην, ὅτι ἀσκῶν τὰ δημόσια καθήκοντα αὐτοῦ ἐν ἑτέρᾳ περιφερείᾳ ἢ ἐν ἐκείνῃ, ἐν ᾗ ἐξελέγη Βουλευτής, δὲν προέλαβε νὰ παραιτηθῇ καὶ δὲν ἔκαμε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας του ἢ τῆς ὑπηρεσίας του, ὅπως ἐκλεχθῇ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1910 δὲν προσκρούει μὲν εἰς τὸ Σύνταγμα, εἰσάγει ὅμως μίαν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν ὑπὸ διατύπωσιν οὕτως εὐρεῖαν, ὥστε νὰ ὑπερβάλλῃ αὕτη τὸν ἀληθινὸν σκοπὸν τοῦ νομοθέτου. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἐνδείκνυται, ὅπως περιστείλωμεν ἡμεῖς τὸν νόμον εἰς τὰ λογικὰ ὅρια τῆς ἐφαρμογῆς ἑρμηνεύοντες αὐτὸν διὰ τῆς κυριαρχικῆς πράξεως τῆς διπλῆς Βουλῆς ἐπικυρούσης τὴν ὑπὸ κρίσιν ἐκλογήν. Τοῦτο πράττοντες νομίζω ὅτι δυνατὸν μὲν νὰ θεωρηθῶμεν ὅτι παραβαίνομεν τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ δὲν πράττομεν παρὰ τὸ δίκαιον. Ἐξ ἄλλου δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι πηγὴ τοῦ δικαίου δὲν εἶναι μόνον ὁ νόμος, ἀλλ’ ὅπως πολὺ ὀρθῶς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον τὴν πρωίαν καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις, μάλιστα δὲ ἡ ἐκδηλουμένη εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν πρᾶξιν, εἰς τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον.
§137ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι κατὰ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν εἴπετε ὅτι δίδετε εἰς τὸ πρᾶγμα.
§138Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· ἔδωκα μίαν ἑρμηνείαν περισταλτικήν. Ἐν προκειμένῳ μάλιστα τονίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ δίδωμεν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἀρχὴ κοινοβουλευτικοῦ ἐθίμου ἐκ τῆς παρελθούσης ἐκλογῆς, καθ’ ἣν ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν αὐτῶν οὐσιαστικῶν λόγων ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Δάλλα καίπερ μὴ παραιτηθέντος.
§139ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἐπρόκειτο νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον. Καί, ἐπιτρέψατέ μοι, ἐὰν ἀποτελῇ ἐκδήλωσίν τινα τῆς κοινῆς γνώμης ἡ γνώμη τῆς παρελθούσης Βουλῆς, διὰ τοῦτο ὑπεβάλομεν εἰς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς τὸ προσχέδιον, ἔνθα εἰς τὸ ἄρθρον 71 αὐτοῦ πρὸς ἀποφυγὴν αὐτῶν τῶν συζητήσεων, τὰς ὁποίας προεκάλεσεν εἰς τὸ παρελθὸν ἡ συζήτησις αὕτη, προτείνεται ἡ ἑξῆς διάταξις: «Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης παντὸς βαθμοῦ, τοῦ συμβολαιογράφου, τοῦ ὑποθηκοφύλακος καὶ πρὸς τὰ ἔργα μέλους τῶν διοικητικῶν συμβουλίων ἢ τοῦ διευθυντοῦ καὶ ὑποδιευθυντοῦ Τραπεζῶν καὶ ἀνωνύμων ἑταιρειῶν».
§140Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα. Τὸ προσχέδιον ὅμως αὐτὸ ἐξέλαβον ὄχι ὡς ἔργον κυβερνητικόν, ἀλλ’ ὡς σχέδιον ἐκφράζον ἀτομικὰς γνώμας Βουλευτῶν.
§141ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ναί· εἶναι ἀκριβές. Τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι τυγχάνει ἐνταῦθα νὰ διευθύνωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, διὰ τοῦτο δ’ ἐθεώρησα ἐμαυτὸν ὑπόχρεον νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ εἴπω τὰς σκέψεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μὲ ὠθοῦσιν, ἐν πλήρει πεποιθήσει ὅτι οὕτω πράττων πράττω κατὰ τὸ Σύνταγμα, νὰ δώσω ψῆφον ἐπικυρωτικὴν τῆς ἐκλογῆς. Κατὰ τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον διέπει καὶ ἡμᾶς καὶ τοὺς πλείστους πεπολιτισμένους λαούς, σήμερον ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ἐντολοδόχοι, καὶ οἱ ἐκλέξαντες ἡμᾶς εἶναι οἱ ἐντολεῖς. Αὕτη εἶναι ἡ νομικὴ ἔννοια τῆς ἐκλογῆς, ἡ τῆς ἐντολῆς τοῦ δημοσίου δικαίου. Ἀλλ’ οἱ ἐντολοδόχοι πρέπει νὰ ἔχωσιν ὡρισμένα προσόντα, ὡρισμένους ὅρους, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ εἶναι ἐντολοδόχοι. Ἡ ἔλλειψις τῶν ὅρων ἐκείνων, ἐφ’ ὅσον εἶναι ὅροι οὐσιώδεις, ἐπάγεται τὴν ἀνικανότητα πρὸς τὴν ἐντολήν, καὶ ἑπομένως τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς. Παρὰ τοῦτο ὅμως ἐθεωρήθη, ὅτι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ εἶναι ἱκανά, διὰ νὰ εἶναι ἐντολοδόχοι, ἕνεκα ἄλλων λόγων δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσωσι συνάμα καὶ τὰ καθήκοντα ἐντολοδόχου καὶ τὰ καθήκοντα δημοσίου ὑπαλλήλου. Αὕτη ἡ δευτέρα κατηγορία ἀποτελεῖ τὸ ἀσυμβίβαστον. Ἔγκειται ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἀσυμβιβάστου ἡ ἀκυρότης τῆς ἐκλογῆς, ὅπως ἐν τῇ ἐλλείψει τῶν ὅρων τῆς ἱκανότητος; Ἐὰν τοιαύτη ἔννοια πρόκειται νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν νόμον τὸν νεαρόν, βεβαίως ἡ ἔννοια εἶναι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἀντισυνταγματική. Τὸ ἔργον, Κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου ἀποφαίνεται ἡ Βουλή, δὲν εἶναι, ὡς συνήθως ἀκούω, δικαστικόν, ἀλλά, διὰ τὸ προκείμενον θέμα, καθαρῶς πολιτικόν. Ἔργον δικαστικὸν ἐπιτελεῖ ἡ Βουλή, ἐφ’ ὅσον μόνον κρίνει περὶ τῆς ἀψόγου διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦ κύρους αὐτῆς, ἀλλ’ ἐπιτελεῖ τὸ ὕπατον πολιτικὸν ἔργον, ὅταν κρίνῃ περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα, τιμηθέντα ὑπὸ τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων, τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, παρίστανται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς. Εἶναι τὸ πρᾶγμα καταφανές. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ ἐπιστημονικὰς ἱκανότητας καὶ αὐθεντίας πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς ἐκδοχῆς, ἣν ὑποστηρίζω, ἀλλ’ ἔχω ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς ταύτης τὴν κοινὴν συνείδησιν, οὐχὶ ἐκείνην, ἣν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἀξιοῖ ὅτι ἀντιπροσωπεύει διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ γνώμης, ἀλλ’ ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀνεπτύχθη καὶ ὡρίμασεν εἰς ξένα ἔθνη, εἰς ἅπαντα τὸν κοινοβουλευτικῶς ζῶντα κόσμον, καὶ οὕτως ὡριμάσασα ἀπεκρυσταλλώθη εἰς νομοθετήματα. Γνωρίζετε, Κύριοι, καὶ θὰ δοθῇ ἀφορμὴ πρὸς μελέτην, διότι τὸ ζήτημα ἀναφέρεται ἐν τῷ προσχεδίῳ, ὅτι ὑπάρχουσι Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν ἀνατίθεται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Τὸ σύνθημα ἔδωκε πρώτη ἡ Ἀγγλία, κατόπιν δὲ παρεδέχθη τοῦτο ἡ Ἰαπωνία καὶ ἡ Οὑγγαρία. Τί νομίζετε, ὅτι ἔπραξαν; Εἶπον: «Ἀνατίθεμεν εἰς τὰ δικαστικὰ πρόσωπα τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν τῆς ἀψόγου διεξαγωγῆς αὐτῶν, ἀλλ’ ἐπιφυλασσόμεθα εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὴν ἐκδίκασιν τῶν προσόντων τῶν ἐκλογίμων». Διὰ τίνα λόγον; Διότι ἀνεγνώρισαν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πρὸς τὴν ὑπόστασιν αὐτοῦ, νὰ κρίνωσιν οἱ δικασταὶ περὶ τῆς ἐκλογιμότητος· οἱ δικασταὶ κρίνουσι μὲ τὸ ψυχρὸν γράμμα τοῦ νόμου, ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ ἀνάγκαι δὲν πρέπει οὕτω νὰ κρίνωνται. Ἀνεγνώρισαν προσέτι, ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι νομοθετικαὶ ἐξουσίαι, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ κάμωσιν ὑπερβασίας, ὁρίζουσαι ὡς ἀνικανότητας μυρίας περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ περιορίσωσιν οὐσιωδῶς, σχεδὸν νὰ καταστρέψωσι, τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν. Ἐάν, Κύριοι, δεχθῆτε, ὅτι εἶναι δυνατόν, κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, νὰ ὑπάρχωσι νόμοι, διὰ τῶν ὁποίων νὰ τίθενται ἀνικανότητες πρὸς ἐκλογὴν εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς, ποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξωσι Κυβερνήσεις, ὁδηγοῦσαι τὴν πλειονοψηφίαν πρὸς θέσπισιν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξησφαλίζετο ὁ ἀποκλεισμὸς προσώπων, μὴ φιλικῶς διακειμένων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Ἐὰν δεχθῆτε, ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς, νὰ ψηφίζῃ νόμον, διὰ νὰ ἀποκλείῃ τὸν συμβολαιογράφον, διατί νὰ μὴ δεχθῆτε, ὅτι αὔριον θὰ ψηφίσῃ νόμον, ὁ ὁποῖος νὰ ἀποκλείῃ καὶ τοὺς δικηγόρους, καὶ μεθαύριον ἄλλον ἀποκλείοντα τοὺς ἰατροὺς καὶ κατόπιν ἄλλον ἀποκλείοντα τοὺς πτυχιούχους τοῦ Γυμνασίου; Ἐὰν τοιοῦτος νόμος ψηφισθῇ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, ὁ τοιοῦτος νόμος δὲν ἀντίκειται μόνον εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὸ συνταγματικὸν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα.
§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι ὁ ἐκλεγόμενος πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὰ προσόντα τοῦ ἐκλεξίμου, διὰ τὴν ἐκλογὴν δὲ ἀφήνει εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ κανονίσῃ. Ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ εἴπῃ: «Ἀποκλείω τοὺς ἀμίσθους ὑπαλλήλους ἀπὸ τοῦ νὰ ψηφίζωσιν», ὅπως δύναται αὔριον νὰ τὸ εἴπῃ καὶ διὰ τοὺς δικηγόρους.
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κ. Πρόεδρε, διότι δὲν ἔσχον τὴν δύναμιν νὰ ἐξηγήσω σαφέστερον τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην ἐξ ἀρχῆς, καὶ λυποῦμαι, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν ὑμετέραν γνώμην. Ὡμίλησα ἐξ ἀρχῆς περὶ τῶν προσόντων τῶν ἱκανοτήτων καὶ περὶ τῶν ἀσυμβιβάστων, δύο πραγμάτων, κατ’ ἐμέ, ἐντελῶς διακεκριμένων. Ἐὰν πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀσυμβίβαστα, ἐπαγόμενα ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς, ἀσυμβίβαστα, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς τρόπος ὑπάρχει, ὥστε νὰ σταματήσῃ τις ἐκ τῶν προτέρων τὴν ὑπερβασίαν, τότε τὸ ἀσυμβίβαστον εἶναι τελείως ἀντισυνταγματικόν. Ἤθελον ἐρωτήσει ὑμᾶς· εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ μεταρρύθμισις ἡ κοινωνικὴ ἐπὶ τὰ βελτίω τῶν ἀπόρων τάξεων ἀρχίζει νὰ συζητῆται σοβαρῶς, δὲν θὰ ἦτο ἐμπόδιον, δὲν θὰ ἦτο ἀναίρεσις τῆς γνησιότητος τῆς ἀντιπροσωπείας ὅλων τῶν λαϊκῶν τάξεων εἷς τοιοῦτος νόμος καθιερῶν τὸν ἀποκλεισμὸν ἐκείνων ἀκριβῶς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπεθύμουν τὴν μεταρρύθμισιν; Δὲν νομίζετε, ὅτι οἱ τοιοῦτοι νόμοι ἀποτελοῦσι φραγμὸν διὰ τὴν πρόοδον τῶν κοινωνιῶν; Δὲν νομίζετε, ὅτι ἀντίκεινται πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα τὸ βασιζόμενον ἐπὶ τῆς ἐκπροσωπήσεως τῆς λαϊκῆς θελήσεως; Ἔχει ἄρα τὸ ἀσυμβίβαστον οὐχὶ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς. Ὁ νόμος δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀντισυνταγματικός. Εἶναι τελείως ἀντισυνταγματικὸς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ δώσῃ ἡ γνώμη τινῶν τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων, τὴν ἔννοιαν τοῦ ἀκύρου τοῦ ἐκλογῆς. Δὲν εἶναι ὅμως ἀντισυνταγματικός, ὅταν λέγῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι συνάμα ὁ Βουλευτὴς ὑποθηκοφύλαξ ἢ συμβολαιογράφος. Ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος ἀποκλείων τὸ ἀσυμβίβαστον τῶν δύο ἰδιοτήτων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἀπόκειται ὅμως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀσκοῦντα κατὰ τὸν νόμον τὴν ὑπερτάτην πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, νὰ εἴπῃ, ἂν ὁ συμβολαιογράφος, ἀποδεχθεὶς τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα, δύναται νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ συμβολαιογράφος, ἀπόκειται εἰς αὐτὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν παῦσίν του. Τοιουτοτρόπως ὁ νόμος ἐξηγεῖται ὡς ἑδραζόμενος ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῆς συντηρήσεως τῆς πειθαρχίας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλὰ καὶ ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος περὶ ἀσυμβιβάστου τῆς συγχρόνου ἀσκήσεως δύο καθηκόντων πληροῦται τοιουτοτρόπως. Ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως εἶναι ἡ ἀποφυγὴ διπλῶν ἐπιρροῶν, συχνότατα ἀπαντωσῶν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Ἐξαρτᾶται ἡ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ συνέπειαν δύναται νὰ ὑποπέσῃ εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ μὴ τιμωρήσῃ δημόσιον λειτουργόν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν εὐμενῆ ψῆφον αὐτοῦ, ὄντος συνάμα καὶ Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται καὶ ὁ δημόσιος λειτουργὸς ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἔχῃ εὐμενῶς αὐτὸν διατεθειμένον. Καὶ ὁ τοιοῦτος δημόσιος λειτουργός, ἐὰν εἶναι καὶ Βουλευτὴς συνάμα, θέλει παραλείψει τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὀφείλει κατὰ καθῆκον ἱερὸν νὰ ἀσκήσῃ ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ πῶς προέκυψε τὸ ἀσυμβίβαστον· τοῦτο δὲ ἐκλείπει, ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ συμβολαιογράφου εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ὅτι ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς θέλει σπεύσει νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀπόλυσιν τοῦ συμβολαιογράφου. Τοιαύτην ἔχων γνώμην καὶ ἐκτελῶν πρὸ πάντων οὐσιῶδες πολιτικὸν καθῆκον θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ συμβολαιογράφου κ. Δάλλα.
§145Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Αἰσθάνομαι πρῶτος ἐγώ, Κύριοι, στενοχωρίαν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ χαλαρώσω τὴν γοητείαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας, ὡς ὑποθέτω, κατέχεσθε κατόπιν τῆς εὐγλώττου καὶ σθεναρᾶς ἀγορεύσεως τοῦ προλαλήσαντος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος ἔχω νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα ὁ κ. συνάδελφος ἀνέφερεν. Ἀληθῶς, κ. συνάδελφοι, τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος ἀναγράφει ἱκανότητας, θέλον νὰ ἐξασφαλίσῃ ἀντιπρόσωπον δυνάμενον φυσικῶς καὶ ἠθικῶς νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ ἑαυτοῦ ἔργα. Καὶ ἰδοὺ πῶς ἔχει τὸ ἄρθρον τοῦτο: «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτής, ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην», διότι φυσικῶς μόνον ὁ πολίτης Ἕλλην αἰσθάνεται ὅλα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν πατρίδα. Τὸ ἄρθρον ἀναφέρει: «Ἐκ τῆς ἐπαρχίας, παρ’ ἧς ἐκλέγεται». Διότι ὑποτίθεται ὑπὸ τῶν συνταξάντων τὸ πολίτευμα τοῦ 1864, ὅτι οἱ πολῖται τὸν ἐκ τῆς ἐπαρχίας αὑτῶν καταγόμενον δύνανται νὰ ἐκτιμήσωσι προσηκόντως, ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι φυσικῶς ἱκανὸς νὰ ἐπιτελέσῃ τὰ καθήκοντά του. Προσέτι λέγει· «ἢ πρὸ δύο ἐτῶν τοὐλάχιστον ἐγκατεστημένος ἐν αὐτῇ». Διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διότι μετὰ δύο ἔτη θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γνωρίσωσι τὴν ἱκανότητά του οἱ συμπολῖται ἐκλογεῖς του. Ἐπίσης λέγει· «ἀπολαμβάνων πρὸ διετίας τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα». Εἶναι γνωστὸν δὲ τίνες στεροῦνται τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων· τοιοῦτοι εἶναι οἱ παράφρονες, οἱ ἄσωτοι, οἱ καταδικασθέντες εἰς ἐγκληματικὴν ποινὴν καὶ ἐν γένει οἱ φυσικῶς ἢ ἠθικῶς ἀνίκανοι νὰ ἀσκῶσιν ἔργα Βουλευτῶν. Ἀκόμη λέγει· «ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του». Διότι ὑποτίθεται, ὅτι μόνον ὁ ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ 30ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του εἶναι ἱκανὸς νὰ ἐπιτελέσῃ ἔργα Βουλευτοῦ. Προσέτι λέγει· «καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα». Ἀληθῶς λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀλλ’ ἀληθῶς καὶ ἀναμφισβητήτως καὶ τὰ προσόντα ἐκεῖνα θὰ ἦσαν θετικὰ προσόντα, ἱκανότητες τουτέστι φυσικαί, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους. Ἐνῷ λοιπὸν τὸ ἄρθρον 70 ἀναγράφει φυσικὰς ἱκανότητας, περὶ τίνων ἀσχολεῖται τὸ ἄρθρον 71; Τὸ ἄρθρον 71 λέγει, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ φυσικῶν ἱκανοτήτων. Λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὸ 71 ἄρθρον, ὅτι ὑπάρχει ἄνθρωπος ἱκανὸς κατὰ φύσιν νὰ ἐκπληρώσῃ ἔργα ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, ἀλλά, ἐνῷ εἶναι τοιοῦτος, φυσικῶς ἐκτελεῖ καὶ ἄλλα καθήκοντα. Τὰ καθήκοντα τὰ μὲν εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ δέ, καὶ τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦτο ἀπαγορεύει τὸ ἄρθρον 71. Βλέπετε λοιπόν, πῶς εἶναι τοῦτο σαφὲς καὶ εὐκρινές· ἄλλα εἶναι τὰ θέματα, περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται τὸ πρῶτον ἄρθρον, καὶ ἄλλα τὸ ἕτερον ἄρθρον, διότι, ἐὰν δὲν ἦσαν ἄλλα, ἐντελῶς διάφορα, πρὸς τί νὰ ἀναγράφῃ αὐτὰ εἰς δύο ἄρθρα; Διατί νὰ μὴ τὰ ἀναγράφῃ εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἄρθρον; Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ὄντως ἡ Κυβέρνησις ἔχει διάφορον γνώμην; Ἴδετε τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον 70 λέγει: «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις, πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα τοῦ ἐκλεξίμου». Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις; «Ἐάν τις ἐκλεγεὶς Βουλευτὴς — λέγει τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως — χάσῃ τὰ προσόντα τοῦ ἐκλεξίμου, παύει νὰ εἶναι Βουλευτής». Ὥστε βλέπετε, ὅτι οὕτω κανονίζει τὸ πρῶτον θέμα· πῶς κανονίζει τὸ ἄλλο ὅμως θέμα; τὸ κανονίζει καθιεροῦν ἀσυμβίβαστον καθηκόντων καὶ εἰς ἀμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους, τουτέστι συμβολαιογράφους καὶ ὑποθηκοφύλακας, διότι καὶ σαφῆ γνῶσιν ἔχει, ὅτι ἄλλα τὰ μὲν καὶ ἄλλα τὰ δέ, καὶ πρὸς τούτοις τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα. Ὁ νόμος ἑπομένως τοῦ 1910 εἶναι καὶ πρὸς τὸ γράμμα καὶ πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος ἀντικείμενος, τουτέστιν ἀνίσχυρος. Κύριοι Βουλευταί, δύο λέξεις καὶ μόνας, διότι ἐκάη ἀρκετὸς λιβανωτὸς καὶ κατηναλώθη πολλὴ εὐγλωττία. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναμιγνύεται εἰς τὸ δικαστικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀλλά, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, διὰ τοῦ ἠθικοῦ αὐτῆς κύρους περισσότερον ἢ ἀναμιγνύεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνόρθωσις;
§146Γ. ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν γενομένην ἀνάπτυξιν νομίζων ὅτι περιττεύει πᾶσα προσθήκη καὶ ἑρμηνεία ἐπὶ τοῦ ζητήματος περιορίζομαι νὰ ἐξηγήσω τὴν ψῆφόν μου καὶ δηλώσω, ὅτι αὕτη θὰ εἶναι ἐπικυρωτική, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Κυβέρνησις ἀφῆκεν ἐλευθερίαν ἐνεργείας, τοῦτο μέν, διότι τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβολαιογράφου δὲν θεωρῶ ἔμμισθον καὶ ἑπομένως ἀσυμβίβαστον πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, τοῦτο δέ, διότι προϋπῆρξε ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως περὶ τοῦ ἰδίου κ. Δάλλα κατὰ τὴν Βουλὴν τὴν διαλυθεῖσαν, δι’ ἧς ἐπεκυρώθη ἡ ἐκλογή.
§147ΠΕΛ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει κρίνει τὴν ἐκλογὴν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ φόβου καὶ τῶν κινδύνων, οὓς ἀνέπτυξεν ὁ εἰσηγητὴς κ. Δεμερτζῆς. Τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβολαιογράφου οὐδόλως ἐπέδρασεν εἰς τὴν γνησίαν ἐκδήλωσιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ τῆς Θεσσαλίας, καὶ ὄντως κατ’ ἐπανάληψιν ἐξέλεξεν αὐτόν, χωρὶς οὗτος οὐδεμίαν ἐπιθυμίαν νὰ ἐκδηλώσῃ πρὸς τοῦτο, ἀλλ’ ἐστρατολογήθη καθήμενος ἐν Ἀθήναις ὑπ’ ἐκλογέων ἐκτιμώντων τὰ χαρίσματά του, ἅτινα εἶναι γνωστὰ εἰς τοὺς πλείστους ἐξ ὑμῶν, ὡς καὶ ἡ ἐπιβάλλουσα φυσιογνωμία του. Ἐξετάζων τὸ ζήτημα ἀπὸ νομίμου ἀπόψεως λέγω, ὅτι οὐδεὶς νόμος θὰ παραβιασθῇ ἐκ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, διότι τὸ Σύνταγμα ποιεῖται λόγον περὶ προσόντων τῆς Βουλῆς καὶ οὐχὶ τῆς διπλῆς Βουλῆς, καὶ ἑνόσῳ δὲν ὑπάρχει νόμος ἀφορῶν τὰ προσόντα διὰ τὴν διπλῆν Βουλὴν δὲν δύναται εἰμὴ νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Δάλλα.
§148Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Βουλευτής τις ἐκ τῶν κ. προλαλησάντων ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του ἔρριψεν ὑπαινιγμόν τινα, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Σκούφου θὰ εἶναι καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἀκυρωτικοί. Ἐπειδὴ ὁ ὑπαινιγμὸς οὗτος στρέφεται κατὰ τῶν Βουλευτῶν Κυκλάδων, εἰς τὴν χορείαν τῶν ὁποίων καταλέγομαι καὶ ἐγώ...
§149ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§150Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. — Οὕτω τὸ ἀντελήφθην—... ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ εἶμαι ἀκυρωτικός, ὄχι διότι εἶμαι συνάδελφος καὶ συναγωνιστὴς τοῦ κ. Σκούφου, ἀλλὰ διότι ἐπίστευον καὶ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος δὲν διαφέρει τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου εἰμὴ κατὰ τοῦτο, ὅτι οὗτος μὲν προσέρχεται εἰς τὸ ταμεῖον καὶ λαμβάνει εἰς χρῆμα τὸν μισθόν του, ὁ δὲ ἄλλος τὸν λαμβάνει ἀλλέως.
§151Δ. ΚΛΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ μόρφωσις καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἐκλεγομένου δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Δάλλας εἶναι πραγματικῶς ἐντίμου χαρακτῆρος καὶ ἐξόχου μορφώσεως καὶ ἀποτελεῖ τιμὴν διὰ τὸν κλάδον του, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον τὴν πρωίαν διὰ τὸν κ. Φαρμάκην, ὅτι πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή, διότι ἔχει διανεμηθῆ τὸ προσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς θέσεως τοῦ συμβολαιογράφου πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἡ Βουλὴ σήμερον ἐκφράζουσα γνώμην τινὰ θὰ δυνηθῇ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας νὰ ἐκφράσῃ ἀντίθετον. Τοιαύτη συζήτησις δὲν εἶναι σοβαρά, ἀλλ’ ἀνταξία τῶν συγχωρημένων ἐκείνων προγόνων, οἱ ὁποῖοι συνεζήτουν περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καθ’ ὃν χρόνον ὁ Πορθητὴς ἡτοίμαζε τὴν ἔφοδον κατὰ τῆς Πόλεως. Πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Βουλὴ τί θέλει ἡ κοινὴ συνείδησις, καὶ εἶναι ἡ μόνη ἁρμοδία πρὸς τοῦτο καὶ δύναται νὰ προδικάσῃ.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν πρῶτον διὰ τοὺς 23 καὶ εἶτα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κ. Δάλλαν.
§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Γενικῶς θὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα πρῶτον τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς ὡς πρὸς ὅλους, διότι δὲν ἀμφιβάλλομεν ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὸν κ. Δάλλαν εἶναι ἔγκυρος. Ἔπειτα θὰ τεθῇ τὸ ἐρώτημα ὡς πρὸς τὰ προσόντα τῶν ἐκλεχθέντων ἰδιαιτέρως δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸν κ. Δάλλα». «Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς ὅλων καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν νομίμων προσόντων ὡς πρὸς τοὺς 23 Βουλευτάς, ἐκτὸς τοῦ κ. Δάλλα».
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐδόθη ταύτην τὴν στιγμὴν πρότασις ἐκ μέρους 15 Βουλευτῶν, ἵνα γίνῃ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ὁ κ. Δάλλας ἔχει τὰ νόμιμα προσόντα λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Ἐνεργεῖται ψηφοφορία, κληθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κ. κ. Κ. Σταμούλη καὶ Θάνου Πετραλιᾶ. Ληξάσης δὲ τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς ἡ Βουλὴ δὲν εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ). Μὴ ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 καὶ 15′ μ. μ.).