Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Α ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ› Sitting 21

1910.10.11

2,910 rows · 20,861 words · 1 table · 152 turns

Date
1910.10.11
Presidency
ΚΩΝΣΤ. ΕΣΛΙΝ
Period
Α ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗ
Session
—
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1911)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21

τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1910.

(Δευτέρα).

Προεδρία κ. Κωνσταντίνου Ἔσλιν.

(Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν καταλόγου, ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 202 Βουλευτῶν).

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικά, Κύριοι Βουλευταί, θ’ ἀναγνωσθῶσι κατόπιν, διότι δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι. Σήμερον εἶναι ἡμέρα ἐπερωτήσεων. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Δερλερές, καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ κ. Γιολδάσης.

§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταξις ὡρισμένη ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἀλλὰ κατὰ τὰ καθεστῶτα, ὁσάκις περατοῦται μία συνεδρίασις, χωρὶς νὰ περατωθῇ καὶ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία αὕτη. Καὶ ἂν ἡ ψηφοφορία εἶναι ἐπὶ ζητήματος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, βεβαίως προηγοῦνται ἐπερωτήσεις. Ὁπόταν ὅμως εἰσέρχηται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τότε κανονίζει καὶ τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ζήτημα, ὅπερ ἠγέρθη, δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Λαμβανομένης δὲ ὑπ’ ὄψιν τῆς σοβαρότητος αὐτοῦ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς ψηφοφορίας, ἥτις δὲν ἐπετεύχθη ἐλλείψει ἀπαρτίας.

§3ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ ἕνα τῶν κ. Ἀντιπροέδρων νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ. (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Ἰ. Ἐπ. Κρεστενίτης).

§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ψηφοφορίας νὰ εἴπω πρὸς αὐτὴν δύο λέξεις. Διαρκούσης τῆς συζητήσεως, ἥτις προηγήθη τῆς ψηφοφορίας τῆς ματαιωθείσης διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν ἔληγεν ἡ συνεδρίασις τοῦ Σαββάτου χωρὶς νὰ δοθῇ ψῆφος ῥητὴ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐθεώρει καθῆκον αὐτῆς νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν της πρὸς τὸν Βασιλέα. Εἶναι λοιπὸν φανερὸν ὅτι, μὴ κατορθωθείσης τῆς ἐκφράσεως ψήφου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸ Στέμμα τὴν παραίτησιν αὐτῆς. Τοῦτο καὶ ἔπραξα ἀνελθὼν εἰς τὰ Ἀνάκτορα τὴν Κυριακήν. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἠρνήθη νὰ δεχθῇ, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας, ἡ καταδηλωθεῖσα κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τὴν ἐπακολουθήσασαν τὴν συζήτησιν περὶ ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἠρνήθη, λέγω, νὰ δεχθῇ ὅτι ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας ἀπετέλει ἀπόδειξιν σαφῆ καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ συνεργασία τοῦ παρόντος Σώματος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἠξίωσε δὲ παρ’ αὐτῆς, ὅπως προσέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητήσῃ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία, ὅπως καταδηλωθῶσι σαφέστερον αἱ διαθέσεις τοῦ Σώματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶχε δηλώσει, ὅτι θὰ παρῃτεῖτο, ἂν δὲν ἐπετυγχάνετο ψῆφος ἐμπιστοσύνης κατὰ τὸ Σάββατον, προσέρχεται καὶ πάλιν σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν. Ἔχω καθῆκον νὰ δώσω ἀκόμη ὀλίγας τινὰς ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω ἤδη καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ἂν καὶ ἀπολαύουσα τῆς πλήρους καὶ ἀπεριορίστου ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος, ἂν καὶ ἔχουσα τὴν συναίσθησιν ὅτι ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης σαφῶς ἐκπεφρασμένης, δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν Κυβέρνησιν κοινοβουλευτικὴν καὶ δὲν δύναται ἑπομένως νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἀρχὴν συνεργαζομένη μετὰ Βουλῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν θὰ εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν ὑπὲρ ἑαυτῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ Βουλῇ δὲν θὰ ἐξεδηλοῦτο ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ψῆφος ἐμπιστοσύνης εὐθύς, ὡς ἤθελεν ἀμφισβητηθῆ ἡ κοινοβουλευτικὴ αὐτῆς ἐμφάνισις. Εἶναι περίεργον ὅτι προχθὲς ἡ ἐπιμονή μου ὅπως τύχω τοιαύτης ψήφου ἐμπιστοσύνης κατήντησε νὰ παρεξηγηθῇ καὶ ὑποτεθῇ ὡς ἓν εἶδος ἐκβιασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἤθελον δῆθεν ἐγὼ νὰ ἐπιβάλω εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, ἐνῷ ἀκριβῶς ἡ δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, οὔτε εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ σεβομένη τὸ καθεστὼς πολίτευμα ἔχει ἀνάγκην καὶ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης ὑμῶν, ἵνα παρίσταται ἐν τῷ Σώματι ὡς Κυβέρνησις, εἶναι δήλωσις, ἥτις ἀποδεικνύει τὴν πλήρη εὐλάβειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ Σώματος τούτου. Εἶναι ἐνδεχόμενον, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑπάρχῃ εἰς ὡρισμένην περίστασιν σύμπτωσις καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος καὶ τῆς κοινῆς γνώμης πρὸς ὡρισμένην κατεύθυνσιν, καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Σώματι συμφωνία πρὸς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Ἀλλ’ ὑπάρχει τότε συνταγματικὴ ἀνωμαλία, ἥτις προνοεῖται ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, ὅπως λύεται κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον. Ἡ ψῆφος, ἥτις ἐζητήθη ἐκ μέρους ἡμῶν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ὑποβληθείσης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, πρόκειται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἂν αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν ἐμφανιζόμενος τὸ πρῶτον ἐνώπιον ὑμῶν νὰ ἀναγνώσω ἢ ἀπαγγείλω, ἂν αἱ δηλώσεις αὗται τυγχάνουσι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Σώματος καὶ ἂν τὸ Σῶμα δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.

§6Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε παραιτεῖσθε τῆς δευτέρας δηλώσεως.

§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.

§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡ ψῆφος τῆς ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία ζητεῖται παρὰ τοῦ Σώματος, περιλαμβάνει ἐπίσης τὴν ἔγκρισιν ὅλων ἐκείνων τῶν πολιτειακῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐξαιρουμένης μόνον ἐκείνης, ἥτις ἀφορᾷ τὴν συνέχεια τῆς συζητήσεως περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω μίαν ἀκόμη ἐξήγησιν πρὸς τὸ Σῶμα τοῦτο. Διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν της, συνεργαζομένη μετὰ τοῦ Σώματος τούτου, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ σαφῆ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ συνεργασία αὕτη εἶναι ἀληθῶς δυνατὴ καὶ ὅτι εἶναι δυνατὴ συνεργασία εἰλικρινής. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑπέχῃ τὰς εὐθύνας τῆς ἀρχῆς εἰς περιστάσεις τόσον κρισίμους διὰ τὴν χώραν, ἂν δὲν εἶναι ἀπολύτως βεβαία, ὅτι ὑπὸ τοῦ Σώματος ὑποστηρίζεται οὐχὶ κατ’ ἀνοχήν, ἀλλὰ κατ’ ἐμπιστοσύνην. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ Σώματος δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ πολιτικοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τοῦτο δὲν κωλύει τὰ κόμματα, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μετὰ τῶν ἀνεξαρτήτων καὶ τῶν ἄλλων ὁμάδων τῆς Συνελεύσεως ἀποτελοῦσι τὴν πολλὴν δύναμιν τοῦ Σώματος τούτου, δὲν κωλύει εἰς τὴν εἰδικὴν ταύτην περίπτωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰδικοῦ προγράμματος, ὅπερ ἐξετέθη ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ὅπερ διὰ τοῦτο ὑπῆρξε τοσοῦτον μετριόφρον, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ Σώματος, τίποτε δὲν κωλύει, ὅπως αὐτὴ ἡ μεγάλη ὁμὰς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν πλειονοψηφίαν αὐτῆς, διαδηλώσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγράμματος αὐτῆς καὶ τῶν δηλώσεων, ἃς ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ κάμῃ πρὸ ὑμῶν, διαδηλώσῃ, λέγω, τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν τύχῃ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξήγει αὕτη ὡς σημαίνουσαν ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι διατεθειμένον νὰ παράσχῃ πᾶσαν τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ, ὅπως αἱ ἐργασίαι αὐτοῦ, αἱ ἐργασίαι αἱ κύριαι, δι’ ἃς ἐκλήθη τὸ Σῶμα τοῦτο, περατωθῶσι ταχέως καὶ ἀπροσκόπτως, καὶ ὅτι ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου ἡ Κυβέρνησις θὰ εὕρῃ πᾶσαν ἠθικὴν ὑποστήριξιν ὁσάκις λάβῃ ἀνάγκην αὐτῆς διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς τάξεως ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἄν, λέγω, δὲν εἶναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο θέλει εὕρει εἰλικρινῆ τὴν διάθεσιν, ὅπως ὑποστηρίζῃ αὐτήν, ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ σεβομένη τὸ πολίτευμα τὸ καθεστώς, ἀλλὰ θὰ ἦτο Κυβέρνησις συμπράττουσα εἰς τὴν νοθείαν τοῦ πολιτεύματος, ἂν ἐδέχετο νὰ παραμείνῃ καὶ μίαν ἀκόμη στιγμὴν εἰς τὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ ἔχω ἀκόμη ἀνάγκην νὰ δηλώσω εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, ὅτι οἱαδήποτε ψῆφος καταφατικὴ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν προτάσεως τῆς ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία θὰ ἐδίδοτο μετ’ ἐπιφυλάξεως οἱασδήποτε, θὰ ἦτο ψῆφος βεβαίως, ἡ ὁποία θὰ ἐδήλου σαφῶς καὶ καθαρῶς ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὴς ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ψῆφος εἰκονική.

§9Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Σωστά!

§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὖγε!

§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην ἀκόμη καὶ ἄλλην ἐξήγησιν νὰ δώσω πρὸς τὸ Σῶμα. Ἡ Κυβέρνησις θὰ θεωρήσῃ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἀρχὴν ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ Σώματος, ὄχι ἂν θὰ ἐτύγχανε μιᾶς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία πάλιν ἐν συνόλῳ θὰ ἦτο εἰκονική, ἀλλὰ ἐξεταζομένη κατ’ οὐσίαν θὰ ἀπεδείκνυε τὴν ἀνυπαρξίαν ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τοῦ Σώματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ταύτην. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι θὰ ἐπανελαμβάνετο καὶ σήμερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ χθές, ὅτι δηλαδὴ ὁλόκληρα κόμματα θὰ ἀπεχώρουν τῆς αἰθούσης ταύτης κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας, ὑποθέσατε δὲ μόνον ὅτι ἐτύγχανε νὰ μείνωσιν 20 ἀκόμη ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας, καὶ ὅτι κατωρθοῦτο τοιουτοτρόπως νὰ ὑπάρξῃ μία ἀπαρτία, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ εὑρίσκετο ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν. Εἶναι φανερόν, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν τοιοῦτό τι μόνον κατωρθοῦτο, ἡ ψῆφος ὑμῶν δὲν θὰ ἀπεδείκνυεν ὅτι ὑπάρχει τῳόντι ἐμπιστοσύνη ἐκ μέρους τοῦ Σώματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ ὅτι δύναται ἀληθῶς μεθ’ ὅλου τοῦ κύρους τοῦ ἐπιβαλλομένου νὰ παραμένῃ εἰς τὴν Ἀρχήν.

§12Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε, κύριε Πρωθυπουργέ, καλλίτερον τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως;

§13ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἀνακαλέσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς τὴν τάξιν. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἡ γλῶσσα τῆς εἰλικρινείας φαίνεται ἐμποιοῦσα τόσῳ κακὴν ἐντύπωσιν εἰς ἓν μέρος τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν. Διατί, κύριοι Βουλευταί, ἐκπλήττεσθε διὰ τὴν γλῶσσαν αὐτὴν τῆς εἰλικρινείας; Διατί δὲν θέλετε νὰ ἀκούσητε ἀκεραίαν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ; Διατί νὰ πτοῆσθε πρὸς τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς ἀληθείας; Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ δώσητε τὴν ἀπάντησίν σας εἰς ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐνώπιον ὑμῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι οὕτω πρὸς τὸ κῦρος τοῦ Σώματος τούτου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔχει βεβαίως πλειονοψηφίαν φίλων, δὲν εἶναι οὕτω πρὸς τὸ κῦρος τοῦ Σώματος τούτου, ἐὰν ἐδέχετο Κυβέρνησιν νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν της, ἥτις θὰ ἐστερεῖτο τῆς ὑποστηρίξεως τούτου, καὶ θὰ ἦτο Κυβέρνησις ἀντικοινοβουλευτική, δεχομένη νὰ νοθεύηται τὸ πολίτευμα. Αὗται ἦσαν αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ δώσω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ἡ ψῆφος, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ, δὲν ἤθελεν εἶναι ψῆφος σύμφωνος πρὸς ὅσα ἐξέθηκα, βεβαίως καθῆκον ἡμῶν θὰ ἐθεώρουν νὰ παρακαλέσω τὸ Σῶμα νὰ διακόψῃ καὶ πάλιν τὰς συνεδρίας, διὰ νὰ τραπῶ τὴν πρὸς τὰ Ἀνάκτορα, ὅπως ὑποβάλω, ἐὰν μοῦ ζητηθῇ, τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελε λυθῆ ἡ ἐμφιλοχωροῦσα κρίσις.

§14Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Κατόπιν τῶν σαφῶν καὶ εἰλικρινῶν δηλώσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Βενιζέλος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεώς του.

§15Κ. ΜΑΝΟΣ. Καίπερ ἀρνούμενος πρὸς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως.

§16ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Εἰς τὴν προηγουμένην ψηφοφορίαν ἐψήφισα ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀκολουθῶν πρὸ δύο ἐτῶν τὴν ἐπαναστατικὴν ὁδὸν τῆς ἀνορθώσεως ἤμην πεπεισμένος, ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ νῦν Πρωθυπουργοῦ συνεβολίζετο ἡ ἀνόρθωσις. Κατόπιν ὅμως τῶν γεγονότων καὶ τῶν παρασκηνιακῶν τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ ψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ αἵρεσιν, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ ἀναμορφωτὴς ὀφείλει νὰ βαδίσῃ εὐθέως πρὸς τὸν σκοπόν, ὅστις ἐπιτυγχάνεται διὰ τῆς διαλύσεως τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ γνήσιον φρόνημα τοῦ λαοῦ.

§17ΦΩΝΑΙ. Εὖγε, εὖγε.

§18Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη γλῶσσα τῆς εἰλικρινείας.

§19Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐγκαινίσω τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ποιήσωμαι τὴν ἀπαρχὴν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον μ’ ἔφερεν ἐπὶ τῆς θέσεως ταύτης. Ἀνέμενον τὴν ἀφορμὴν ἐξ ἑτέρου ζητήματος, γενικωτέρου καὶ εὐρυτέρου καὶ ἐπιστημονικωτέρου, τοῦ ζητήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως ἀπὸ προχθές, καὶ ἐπὶ τούτου εἶχον δηλώσει ὅτι θὰ λάβω τὸν λόγον, ἐνεγράφην δ’ ἐν τῷ οἰκείῳ καταλόγῳ ὑπ’ ἀριθμὸν 34. Ἀτυχῶς ὅμως, Κύριοι, τὰ γεγονότα τὰ λαβόντα χώραν ἀπὸ τῆς νυκτὸς τοῦ Σαββάτου μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ διὰ τὰ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου λαμβάνοντα χώραν καὶ διὰ τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἀρτίως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν ὁποῖον ἄλλως τιμῶ καὶ ὑπολήπτομαι. Ἀλλὰ μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα παρ’ αὐτοῦ καινὰς θεωρίας, καινὰ δαιμόνια, ἤκουσα τουτέστι πρωτότυπον συνταγματικὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς κοινῆς γνώμης ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ...

§20Μ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ. Τὸ Στέμμα μὲ ποῖον θὰ εὑρίσκηται ἐν ἁρμονίᾳ;

§21Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ τὸ ἀκούσητε αὐτό, θὰ τὰ ξεκαθαρίσωμεν... Ὅτι, λέγω, ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς κοινῆς γνώμης θέλει νὰ ἐξακριβώσῃ ἂν εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ καὶ μετὰ τοῦ Σώματος τούτου.

§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δηλαδή.

§23Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μάλιστα· ἡ Κυβέρνησις. Πρέπει λοιπόν, Κύριοι, νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ποία εἶναι αὐτὴ ἡ πολυθρύλητος κοινὴ γνώμη. Ἡμεῖς, οἵτινες εἴμεθα ἐδῶ, ἀπὸ ποῦ εἴμεθα; Ἀπὸ τὴν Ἀλγερίαν ἢ ἀπὸ τὴν Τυνησίαν;! Κατὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1864 διαπρεπὴς ῥήτωρ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διετύπωσε μέγα ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω. Εἶπε τουτέστιν, ὅτι ὁ λαὸς σύσσωμος εὑρίσκεται συγκεντρωμένος ἐνταῦθα. Ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι ἐκτὸς τῆς Συνελεύσεως εἶναι ἄτομα· τὸ ἔθνος ὁλόκληρον εἶναι παρὸν ἐνταῦθα καὶ διατάσσει. Ὁ μὴ ὑπακούων εἰς τὰς διαταγάς του εἶναι ἀντάρτης. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι διατείνονται ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν κοινὴν γνώμην; Ἀποτελοῦσι τὴν κοινὴν γνώμην οἱ πεντακόσιοι ἢ πεντακισχίλιοι πολῖται τῆς πρωτευούσης ἢ αἱ πεντακόσιαι χιλιάδες τῶν ἐκλογέων τοῦ ὅλου Κράτους, οἱ ὁποῖοι ἀπέστειλαν ἡμᾶς εἰς τὸν περίβολον τοῦτον; Ὑπῆρξε θλιβερὰ ἐποχή, Κύριοι, διὰ τὴν Ἑλλάδα· ὑπῆρξε πολιτευτής, ὅστις εἶχε πολλὰς καὶ μεγάλας ἀρετάς, πολλὰ καὶ μεγάλα πλεονεκτήματα, ὁ ἀείμνηστος Δηλιγιάννης, ὁ ὁποῖος ἀτυχῶς παρέσυρε πολλάκις εἰς διαδηλώσεις ἀνὰ τὰς ἀγυιὰς τῆς πρωτευούσης τὰ πλήθη, ἵνα ἐπιβάλῃ τὴν δῆθεν θέλησιν τῆς κοινῆς γνώμης εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀντεπροσώπευε τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα καὶ τοὺς καρποὺς τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν καὶ τῶν τοιούτων διαδηλώσεων καὶ τῶν τοιούτων ἐπιδείξεων ἐδοκιμάσαμεν πικρῶς. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, τὰ συμβάντα κατὰ τὸ ἔτος 1878· μὴ λησμονεῖτε τὰ συμβάντα κατὰ τὸ ἔτος 1885, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε ἐγένοντο αἱ προσφωνήσεις πρὸς τοὺς Ἀρκάδας καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς· μὴ λησμονεῖτε τὴν ἐποχὴν τοῦ 1897· μὴ λησμονεῖτε τὰ τελευταῖα γεγονότα. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους κυριαρχία ἐν τῷ Σώματι τούτῳ, καὶ πρέπει ὄχι νὰ τὸ διαλύσητε, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλά, ἂν δύνασθε, νὰ τὸ καταργήσητε, καὶ νὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ ἐπίκουρος ὑμῶν. Πρέπει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ὑπάρξῃ Κράτος, νὰ λείψωσιν ἅπαξ διὰ παντὸς αἱ ἐκδηλώσεις αὐταὶ τῶν συλλαλητηρίων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς οἱ οἰκειότερον ἔχοντες, ὡς ζῶντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, πρὸς τὸν λαὸν γνωρίζομεν καὶ πῶς καταρτίζονται καὶ τίνων φρονήματα ἐκδηλοῦσιν.

§24Μ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ. Εἶναι αὐθόρμητα.

§25Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὰ ἠξεύρετε καὶ τὰ ἠξεύρομεν.

§26Μ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ. 30 χιλιάδες ἄνθρωποι δὲν παρασύρονται.

§27Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν γνωρίζομεν ἂν ἦσαν 30 χιλιάδες ἄνθρωποι. Τοὺς εἴδομεν πόσοι ἦσαν καὶ ἂς μὴ ἐπιζητῶμεν νὰ κολακεύωμεν τὸν λαὸν εἰς τὰ ὀλισθήματά του, κύριε συνάδελφε, διότι θὰ κτυπήσωμεν τὴν κεφαλήν μας. Διακρίνω μίαν ὀλιγαρχίαν εἰς τὰς διαδηλώσεις αὐτάς, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις θὰ μεταβληθῶσι καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐνεργοῦνται σήμερον αἱ διαδηλώσεις αὐταὶ καὶ ἴσως τὸν εὐαρεστοῦσι, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ στραφῶσιν ἐναντίον του, καὶ τότε, εἴτε δίκαιον θὰ ἔχῃ εἴτε ἄδικον, δὲν θὰ ἔχῃ λόγους νὰ μένῃ εὐχαριστημένος ἐκ τῶν διαδηλώσεων τούτων. Εἶναι κατάστασις, Κύριοι, ἓν ἐθνικὸν Συνέδριον ἐκ 362 ἀντιπροσώπων πεντακοσίων χιλιάδων ἐκλογέων νὰ περικυκλοῦται ἀπὸ εὐαρίθμους πολίτας πρὸς ἐπιβολὴν τῆς θελήσεώς των; Ἄν, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς συζητήσεως, τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως ἀναγνωρίζει καὶ περιφρουρεῖ τὸ Σύνταγμα διὰ τὸν τελευταῖον πολίτην, δὲν τὸ ἔχομεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ὑπὸ πίεσιν, Κύριοι, θὰ ἐργασθῶμεν ἐδῶ; Ὑπὸ ἀπειλάς, Κύριοι, θὰ ἐργασθῶμεν; Ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς!... Ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν!... ἀκούομεν. Ποῖος ἀντιπροσωπεύει τὸν λαὸν αὐτόν; Ἔχω, Κύριοι, ὑπ’ ὄψει τηλεγραφήματα δημοσιευθέντα μονάδων ἢ ὁμάδων. Εἷς Κύριος ἐξ Αἰγίνης, εἷς Κύριος ἐκ Καΐρου, εἷς Κύριος ἐκ Τρικκάλων, ἄλλος ἐκ Καρδίτσης καὶ πέντε ἐξ Αἰγίου... Ὁ λαός! Ποῖος λαός; Οἱ Κύριοι αὐτοὶ τί ἀντιπροσωπεύουσιν;

§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ φρόνημά των.

§29Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ φρόνημά των μάλιστα, ἀλλ’ ὄχι καὶ τὸ φρόνημα τῶν ἐπαρχιῶν. Κύριοι, πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὁ λαὸς αὐτός, ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς προερχόμεθα, τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα ὑπὲρ πάντα ἄλλον σεβόμεθα, πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὁ λαὸς αὐτὸς τέλος πάντων, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιορίζηται ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν δικαιωμάτων του, διότι ἐξερχόμενος τοῦ κύκλου τούτου προσβάλλει τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, δημιουργεῖ τὴν ἀναρχίαν. Οἱ Σύνδεσμοι, οἱ Σύλλογοι, αἱ Συντεχνίαι καὶ λοιπαὶ ποικιλώνυμοι ἑνώσεις ἀνάγκη νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸν κύκλον, τὸν ὁποῖον ὁρίζει τὸ Καταστατικόν των. Τὰ Καταστατικὰ τῶν διαφόρων Συνδέσμων, Συλλόγων, Συντεχνιῶν καὶ τόσων ἄλλων τιτλοφόρων σωματείων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη ἐγένοντο τοῦ συρμοῦ, τὰ Καταστατικὰ αὐτῶν ὁρίζουσι ῥητῶς τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμόν των. Καὶ οὗτος εἶναι ἄλλος. Ἐὰν θέλωσι νὰ ἐκδηλώνωσι — καὶ μόνον νὰ ἐκδηλώνωσι — γνώμας πολιτικὰς συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, ἔχουσι βεβαίως δικαίωμα ἀναμφισβήτητον, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ μεταβληθῶσιν εἰς πολιτικοὺς συλλόγους συμμεταβάλλοντες καὶ τὰ Καταστατικά των. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν λ. χ. συντεχνίαν ἰχθυοπωλῶν, συντεχνίαν κρεοπωλῶν, ἔχομεν συγχρόνως καὶ Καταστατικόν, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ῥητῶς τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμὸν τῆς συντεχνίας ταύτης. Διὰ νὰ ἐκδηλώνωσι λοιπὸν τὰς γνώμας των οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐπὶ τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων, ἂς συγκροτηθῶσιν εἰς συλλόγους πολιτικούς, ἵνα τὰς ἐκδηλώνωσι συνταγματικῶς καὶ νομίμως καὶ συμφώνως πρὸς τὰ Καταστατικά των, καὶ θὰ ἐκδηλώνωσιν οὑτωσὶ τὰς γνώμας των, ὅταν περιορισθῶσιν εἰς ἐκεῖνα μόνον τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζονται ὑπὸ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. Δὲν δύνανται νὰ ἔρχωνται ἑκάστοτε νὰ καθορίζωσι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς Βουλῆς οἱ Κύριοι αὐτοί, διότι οὔτε ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ των, οὔτε ἐκ τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἐκ τῶν νόμων ἔχουσι τοιοῦτον δικαίωμα. Δὲν δύνανται νὰ ἐπεμβαίνωσι, καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε νὰ κανονίζωσι τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ λέγωσι τουτέστιν: Αὐτὸν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις ἢ εἷς τῶν Βουλευτῶν, τὸν θέλομεν ἢ δὲν τὸν θέλομεν, αὐτὸν δὲ τὸν νόμον δὲν τὸν θέλομεν, διότι δὲν μᾶς ἀρέσει. Ἐάν, Κύριοι, ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ περιέχηται ἡ ἔγκρισις τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα, ἐγὼ δὲν δύναμαι, διαφωνῶν πρὸς ἐμὲ αὐτόν, νὰ ὑπερψηφίσω ταύτης. Ἐὰν περιέχῃ τὴν ἔννοιαν ἐμπιστοσύνης μόνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, προθύμως καὶ εὐχαρίστως θὰ ὑπερψηφίσω, καὶ οὕτω νομίζω ὅτι καὶ τὸ πλεῖστον μέρος τῆς Συνελεύσεως θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τοιαύτης προτάσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εἶναι Κυβέρνησις τῶν περιστάσεων, καὶ πρέπει νὰ διοικήσῃ, ἵνα ἴδωμεν πάντες ἐκ τῶν ἔργων της καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἂν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ηὐχήθη καὶ ἤλπισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Χειροκροτήματα).

§30Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἐνόμιζον ὅτι κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν θὰ προηγεῖτο πάσης ἄλλης συζητήσεως ἡ ψηφοφορία ἡ διακοπεῖσα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου. Ἅπαξ ὅμως πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως δι’ ὀλίγων δικαιολογήσωσι τὴν ψῆφόν των, κρίνω καὶ ἐγὼ ἐπιβεβλημένον μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις σχετικὰς πρὸς τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον θὰ δώσω, καθόσον θεωρῶ τὴν παροῦσαν ψηφοφορίαν ὡς σοβαρωτάτην. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8ης Αὐγούστου ὑπέδειξεν εἰς τοὺς ἐκλεκτούς του, ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς δημιουργήσωσι κόμματα ἀρχῶν, καταργήσωσι δὲ τοῦ λοιποῦ τὰ προσωπικὰ κόμματα. Τὸ τοιοῦτον προῆλθεν ἐκ τῶν ἀτυχημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα παρέσυραν τὴν πατρίδα τὰ παλαιὰ συστήματα τῶν προσωπικῶν κομμάτων· ὄχι διότι ἔπταισαν ἀπολύτως οἱ ἡγούμενοι τῶν κομμάτων ἐκείνων, οὔτε διότι ἔπταισαν ὡς ἄτομα οἱ περὶ αὐτούς, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ εἰς οἱονδήποτε Ἕλληνα πατριωτισμόν, ἀλλὰ διότι τὸ σύστημα ἦτο τοιοῦτο· τὸ σύστημα δηλονότι τῆς διατηρήσεως τοῦ κόμματος καὶ τῆς διοικήσεως τῶν Κυβερνήσεων ὑπῆρξε πάντοτε ἡ ἀφορμὴ τῶν δεινῶν, εἰς τὰ ὁποῖα περιέπεσεν ἡ ἀτυχὴς πατρὶς ἡμῶν. Εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ὀφείλομεν, προτοῦ δώσωμεν ψῆφον, νὰ ἐξετάσωμεν κυρίως ἂν διὰ τῆς ψήφου μας ταύτης δὲν θὰ ἀπαρνηθῶμεν ἡμᾶς αὐτούς, δὲν θὰ παραβῶμεν ῥητὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, καὶ ῥητὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν ὅλοι ὅσοι κατήλθομεν εἰς τὸν ἀγῶνα μὲ τὸ πρόγραμμα τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἐθεωρήσαμεν πάντοτε, ὅτι μόνον μία Συντακτικὴ Συνέλευσις δύναται ῥιζικῶς νὰ βελτιώσῃ ἐν γένει τὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν πράγματα. Μὲ αὐτὸ τὸ πρόγραμμα ἐπολιτεύθην, πᾶσαν δὲ ἀθέτησιν αὐτοῦ ἐκ μέρους μου θεωρῶ ἀπάρνησιν τῆς ἰδίας μου συνειδήσεως. Ἕνεκα τούτου κρίνω ἐπιβεβλημένον καὶ στοιχειῶδες καθῆκον, παρ’ ὅλην ἴσως τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον νὰ ἐψήφιζον ὑπὲρ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ νὰ συνετέλουν οὕτω καὶ ἐγὼ διὰ τῆς ἁπλῆς ψήφου μου εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβεν ὁ διαπρεπὴς ἐκ Κρήτης πολιτευτής, κρίνω, λέγω, ἐπιβεβλημένον μοι νὰ ψηφίσω συμφώνως πρὸς τὰς ἐκδηλωθείσας ἤδη πολιτικάς μου ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀντιτίθενται πρὸς τὰς τῆς Κυβερνήσεως. Θεωρῶ ὅτι ἡ ὑπακοὴ εἰς τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεως εἶναι ἀνωτέρα πάσης ἄλλης ὑποχρεώσεως. Ἔθνη μὲ πολιτικοὺς εὐσυνειδήτους καὶ ἐμμένοντας εἰς τὰς ἀρχάς των προοδεύουσιν, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου ἔθνη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες μετέβαλλον κόμματα καὶ ἀρχὰς δίκην ἐπενδύτου, ἄλλοτε συντασσόμενοι μὲ τὸν μέν, ἄλλοτε δὲ μὲ τὸν δέ, ἔθνη τοιαῦτα οὐδένα προορισμὸν δύνανται νὰ ἐπιτελέσωσιν. Ἐκηρύχθην ἀνέκαθεν ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ συζητήσω περὶ Συντακτικῆς ἢ Ἀναθεωρητικῆς Συνελεύσεως. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, νὰ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτε πρόκειται νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας ὁ Πρόεδρος ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδέποτε κατῆλθεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα μὲ πρόγραμμα Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἐγώ, ὡς συντακτικός, θὰ θεωρήσω ἐμαυτὸν ἀνακόλουθον, ἐὰν δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς ἄνδρα πρεσβεύοντα ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη δέον νὰ εἶναι Ἀναθεωρητική. Δὲν γνωρίζω ποῖοί εἰσιν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύουσιν εἴς τινα πολιτικὴν μερίδα τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ὡς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὴν γνώμην τῆς ὁποίας ἴσως τάσσονται καὶ ἄλλοι ἱστάμενοι ὑψηλότερον καὶ περιβεβλημένοι τὸ ἀνεύθυνον, νὰ προτιμῶσι τὴν Ἀναθεωρητικὴν Συνέλευσιν ἀπὸ τὴν Συντακτικήν. Ἐγὼ ἁπλούστατα πρεσβεύω, ὅτι οἱ οὕτω σκεπτόμενοι πράττουσιν οὕτω, διότι...

§31ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἔχουσι Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία τοὺς συμβουλεύει αὐτά.

§32Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω οὕτω τὸ ζήτημα. Εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις...

§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε διὰ τὴν ἀνεύθυνον Ἀρχὴν ἂν σκέπτεται οὕτως. Ἐφ’ ὅσον ἔχει Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτας ἀρχάς, εἶναι φανερὸν ὅτι ἐπιδοκιμάζει τὰς ἀρχὰς τῆς Κυβερνήσεώς Της.

§34Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ μάλιστα εὑρίσκονται ἐν τόσῃ ὁμοφωνίᾳ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἐγὼ μίαν σκέψιν μου ἐκφράζω. Ἄν, λέγω, ἐκεῖνοι ἐπιθυμοῦσι τὴν Ἀναθεωρητικὴν ἀντὶ τῆς Συντακτικῆς, τὸ πράττουσιν ἁπλούστατα διότι φοβοῦνται τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, φοβοῦνται δ’ αὐτὴν οὐχὶ λόγῳ τῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων, οὓς πάντοτε ὡς εὔσχημον πρόφασιν εἰς πᾶσαν δύσκολον περίστασιν προβάλλουσιν. Ἡ πατρὶς ἡμῶν ἀνέκαθεν εὑρίσκεται μὲ ἐξωτερικοὺς κινδύνους, ἀφ’ ὅτου ἡ γωνία αὕτη ἐγένετο ἐλεύθερον Βασίλειον· ἄλλοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποιοῦσιν αὐτοῖς τρόμον πρὸ τῆς ἰδέας μιᾶς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Πάντα ταῦτα θὰ ἐξετασθῶσιν εἰς ἄλλην καταλληλοτέραν στιγμήν. Ἐπανέρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τὸ προκαλοῦν τὴν σημερινὴν ψηφοφορίαν. Τὴν διάλυσιν τῆς παρούσης Συνελεύσεως, τὴν ὁποίαν πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων θεωροῦσιν ἐπιβλαβῆ, ἐγὼ οὐδαμῶς θεωρῶ τοιαύτην. Διότι μία διάλυσις τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἐξ ὁμάδων πολλῶν ἄνευ ὡρισμένης τινὸς κατευθύνσεως, κατ’ οὐδὲν θὰ ἐζημίωνε τὸν τόπον. Κάλλιον νὰ κληθῇ ἐκ νέου ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅπως ἀποφανθῇ ῥητῶς ὑπὲρ τῆς Ἀναθεωρητικῆς ἢ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, Κύριοι, κατέρχεται εἰς ἀγῶνα μέγαν ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Πρό τινος χρόνου εἴδομεν τὸ πλεῖστον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τασσόμενον παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν· ἐπίσης δὲ εἴδομεν τοὺς προέδρους τῶν προέδρων ἐν συλλαλητηρίῳ πανδήμῳ αἰτοῦντας βελτίωσιν ἐν γένει τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, καὶ ἀπειλοῦντας γῆν καὶ οὐρανόν. Ἤδη οἱ κύριοι πρόεδροι τῶν προέδρων κηρύσσονται ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐνομίας, ὑπὲρ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ τῆς ὑπὸ τὸν ἔγκριτον ἐκ Κρήτης πολιτευτὴν Κυβερνήσεως, νομίζουσι δέ, ὅτι οὕτω πράττοντες προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν τινὰ εἰς τὸν ἀτυχῆ τοῦτον λαόν, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Ἐπαναστάσεως, τῆς ἐπὶ ἔτος καὶ πλέον διαρκεσάσης, οὐδαμοῦ ἀνεφάνησαν, πλὴν τῆς 14ης Σεπτεμβρίου, καὶ οὐδὲν ἀποτέλεσμα ὠφέλιμον διὰ τὴν πατρίδα ἐπέτυχον. Τώρα οἱ Κύριοι οὗτοι, διά τινος ψηφίσματός των, ἔρχονται κριταὶ ἀνώτεροι τοῦ Σώματος τούτου καὶ οἱονεὶ ἀποτελοῦντες ἑτέραν, δευτέραν Βουλήν. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, καὶ τοῦτο θὰ ἀντελήφθη ἀναμφιβόλως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὰ χθὲς καὶ σήμερον συμβάντα μεταξὺ τῶν διαδηλωτῶν τῶν μαινομένων ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Ἀρχήν, ἀντεπροσωπεύοντο ἐν σεβαστῷ ἀριθμῷ καὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν συνομοταξίαν τῶν θεσιθηρῶν, ὡς καὶ οἱ κατέχοντες τετιμημένην θέσιν ἐν τῇ φάλαγγι τῶν διακονούντων εἴς τε τὴν ὑψηλὴν καὶ τὴν ταπεινὴν συναλλαγήν.

§35Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Διαμαρτύρομαι, κύριε Πρόεδρε, διὰ τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ ῥήτορος ἐναντίον τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Οἱ χθεσινοὶ διαδηλωταὶ ἦσαν πολῖται ἐλεύθεροι ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωσι γνώμην ὑπὲρ τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος.

§36Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐσκέφθην ν’ ἀποδώσω μομφὴν κατὰ τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς χθὲς καὶ προχθὲς δὲν εἶδον τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν τοιοῦτον καὶ τοσοῦτον, ὅσον ἀνέμενα νὰ τὸν ἴδω. Ἵνα ἐπανέλθω, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας λέγω, ὅτι...

§37Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὅταν ἐπαναλαμβάνηται ἡ ψηφοφορία, δὲν ἐπανέρχεται εἰς συζήτησιν τὸ θέμα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δικαιοῦται ὁ Βουλευτὴς εἶναι νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του.

§38Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ κάμνει, αὐτὸ κάμνει.

§39Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἵνα, Κύριοι, καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμα ὑπὲρ τῆς ψήφου μου, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν ἠκολουθοῦμεν πάντοτε τὰς ἀρχὰς ἡμῶν, οὐδέποτε δὲ ἐπηρεαζόμεθα εἴτε ἐξ ἰδίων συμφερόντων, εἴτε ἐξ ἄλλων αἰτίων, εἴτε ἐκ τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία ἴσως ἀγνοεῖ πολλάκις τὰ πράγματα τὰ ἐν τοῖς παρασκηνίοις συμβαίνοντα, ὁσάκις πρόκειται περὶ πολιτικῆς κρίσεως καὶ μεγάλων πολιτειακῶν μεταβολῶν· ὀφείλομεν, λέγω, νὰ ἀκολουθήσωμεν τὰς ἀρχάς μας ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν ἐκδηλουμένων εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε φρονημάτων· τονίζω δὲ τὸ ζήτημα τῶν ἀρχῶν, διότι δύναμαι νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ἄλλοτέ ποτε ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἡμῶν ἱστορίᾳ εἶχον ἀναγνώσει, ὅτι εἷς μέλλων Πρωθυπουργὸς εἶχε κληθῆ ὑπὸ τοῦ Ἄνακτος εἰς ἀκρόασιν, ἢ μᾶλλον εἶχεν ἐκδηλωθῆ αὐτῷ ἡ διάθεσις τοῦ Στέμματος ὅπως καταδειχθῇ καὶ ἡ μεταβολὴ τῶν σκέψεών του περὶ Αὐτοῦ· ἐκεῖνος δὲ ἀπήντησεν: «ἐνδεχόμενον τὸ Στέμμα νὰ ἤλλαξεν ἰδέας περὶ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤλλαξα περὶ Αὐτοῦ τὰς ἰδέας μου». Μετά τινας μῆνας μετεβάλλοντο τὰ πράγματα, ὁ δὲ ὑποψήφιος Πρωθυπουργὸς ἀνερχόμενος εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ δεχόμενος τὸ χαρτοφυλάκιον ἀπήντα βεβαίως διὰ τῆς στάσεώς του αὐτῆς ὅτι: τώρα ἤλλαξα καὶ ἐγὼ γνώμην! Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἀλλάσσομεν τὰς ἀρχάς μας εὐκολώτερον παρ’ ὅ,τι ἀλλάσσομεν ἐνδύματα! Θεωρῶν καὶ πάλιν τὸ τοιοῦτον ὡς ἀπάρνησιν τῆς συνειδήσεώς μου, καὶ πρεσβεύων ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνακολουθίαν διὰ πολιτικὸν ἄνδρα, δηλῶ ὅτι κεκηρυγμένος ὢν ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἀδυνατῶ νὰ δώσω ψῆφον πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.

§40Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς καινά τινα δόγματα τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Καντιάνη, τὰ ὁποῖα μοὶ ἔδωκαν τὸ δικαίωμα νὰ συμπεράνω, ὅτι ἔχει μίαν παράδοξον ἀντίληψιν τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ λειτουργῇ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐξεστράτευσε κατὰ τοῦ δικαιώματος τοῦ λαοῦ νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην. Ἐὰν ὑπῆρξε σφάλμα ἐν τῷ παρελθόντι, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἡ παραφθορὰ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς αὐθαίρετον ὀλιγαρχίαν, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τοῦτο κυρίως ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλλειψιν δημοσίας γνώμης ἀγρύπνου, παρακολουθούσης τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἡ δημοσία γνώμη, ἐκπροσωποῦσα τὴν λαϊκὴν θέλησιν, πρέπει νὰ τονίζῃ τὴν πορείαν καὶ Κυβερνήσεων καὶ καθεστηκυιῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους.

§41Η. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Σεῖς προέρχεσθε ἐκ τοῦ ὄχλου, ἡμεῖς δὲ προερχόμεθα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν. Τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον χθές, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέδεσαν ὁλόκληρον τὸν βίον των μετ’ αὐτοῦ.

§42Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θέλετε νὰ διακόπτητε, διὰ νὰ σᾶς μάθωμεν ὅτι ὀνομάζεσθε κύριος Παπαηλιοῦ; Σᾶς ἐμάθομεν.

§43ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Μὲ ἐγνωρίζετε πρότερον.

§44Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὄχι ἐγώ, ἀλλ’ οἱ κύριοι συνάδελφοι. Ἔλεγον λοιπόν, ἀκριβῶς διότι εἰς τὸ παρελθὸν προηρχόμεθα ἐξ ἀσυντάκτων ὁμάδων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον μίαν σαφῆ ἀντίληψιν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε πολιτειακῶν πραγμάτων, διὰ τοῦτο ἐλησμονοῦμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν ὡς Βουλευτῶν, καὶ διὰ τοῦτο περιηγάγομεν τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, τοὺς ἑκάστοτε κυβερνῶντας, εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην—λυπηράν, λέγω, διότι δὲν ἀρνοῦμαι εἰς αὐτοὺς τὴν φιλοδοξίαν νὰ ἐπολιτεύοντο εὐσυνειδητότερον,—νὰ κυβερνῶσιν ἄνευ προγράμματος, ἀφορῶντες ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἐπὶ μέρους ἀπαιτήσεων τῶν φίλων των, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἀφεώρων εἰς γενικὸν καλόν. Ἄν, Κύριοι, ἡ Ἐπανάστασις ἔσχεν ἀγαθόν τι, δὲν θέλω νὰ εἴπω τὸ μόνον, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ πολυτιμότερον, ἦτο, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὑπέστη ἕνα ἰσχυρὸν κλονισμόν, ἐξ οὗ ἀνένηψε καὶ ἀνεγνώρισε τὸ καθῆκον αὐτοῦ ὡς λαοῦ, καὶ ἠθέλησεν ἐν γνώσει τῆς μεγάλης ὑποχρεώσεως, ἣν εἶχε πρὸς τὴν Πολιτείαν, νὰ στείλῃ ἄνδρας, τῶν ὁποίων ἡ ἐκλογὴ ἤθελεν ἔχει ὡρισμένην σημασίαν. Καὶ ἐν τούτῳ εἶχον τὴν πρωτοβουλίαν πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος αἱ ὁμάδες τῶν Συντεχνιῶν καὶ Σωματείων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὑφ’ ἃς περιστάσεις ἐγένοντο αἱ ἐκλογαί, ὁ λαὸς δὲν ἠδυνήθη ἢ ἀρνητικὴν νὰ ἔχῃ τὴν γνώμην. Δὲν ὑπῆρξεν ὁ εἷς, ὅστις νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, νὰ χειραγωγήσῃ αὐτὴν καὶ νὰ κατευθύνῃ εἰς ὡρισμένον πολιτικὸν πρόγραμμα. Εἶναι εὐτύχημα διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι εὑρέθη νῦν ὁ εἷς οὗτος. Διότι δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ δημοκρατικαὶ πλειονότητες, ἀφιέμεναι εἰς ἑαυτάς, εἶναι ἐκεῖναι, ἐκ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐκπορεύηται ἡ πρόοδος τῆς κοινωνίας, διότι αὕτη ἐξαρτᾶται ἐξ ὑπερόχων μονάδων. Ὅταν μία μᾶζα λαοῦ ἐξ ἑαυτῆς ἐπιχειρῇ νὰ κυβερνᾷ, πάντοτε θὰ πρόκειται περὶ τούτου, ὑπὸ τίνος θέλει νὰ κυβερνηθῇ ἢ ὑπὸ τίνος πρέπει. (Εὖγε, εὖγε). Ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη ὁ κ. συνάδελφος ὅτι θὰ ἔδιδεν, ἂν τὸ ζήτημα ἐτίθετο ἀόριστον καὶ γενικῶς, εἶναι ψῆφος, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔννοιαν θὰ εἶχεν, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐπὶ πλέον θὰ προσέκρουεν εἰς τὴν στοιχειώδη ὑπερηφάνειαν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐπέτρεπον εἰς τὴν ἀξιοπρέπειάν μου νὰ ἔδιδον ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ὅταν δὲν γνωρίζω τίνα τὰ πολιτικὰ δόγματα, τίνες αἱ πολιτικαὶ ἀρχαί, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑπόσχεται ὁ ἐπιζητῶν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νὰ κυβερνήσῃ; Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἰ καὶ ἄπειρος τῶν κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων, ἔδωκα εἰς ἐμαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκπλαγῶ, ὅτε ἤκουσα παρὰ τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων διαμαρτυρίας, διότι ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προσετέθησαν γνῶμαι καθαρῶς πολιτειακαί, γνῶμαι περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἦτο ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ διατυπωθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν σαφέστερον αἱ γνῶμαι αὗται, ὅτε ἠμφισβητήθη σοβαρῶς καὶ ὑπὸ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἐξεπροσώπει τὴν ἰδίαν μόνον γνώμην, ἠμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τῆς ἰσχύος τῶν βασιλικῶν προνομιῶν. Ὅτε μάλιστα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον νὰ προέλθῃ εἰς ἄμεσον ἀπόκρισιν περὶ τῶν σκέψεων αὐτοῦ, ἤκουσε τὴν ἐπίκρισιν, ὅτι ἀφήνει τὸ Στέμμα ἔκθετον. Ὅτε τοιαῦτα ἐλέχθησαν, θ’ ἀφήνετο ἀληθῶς τὸ Στέμμα ἔκθετον, ἂν δὲν ἐπήρχοντο αἱ τόσον σαφεῖς, ἀλλὰ καὶ τόσον ἐνθαρρυντικαὶ δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν τάχα τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν προνομιῶν νὰ ἐτίθετο σαφέστερον καὶ μᾶλλον ὡρισμένον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι διελύετο ἡ Βουλή, ἡ δὲ προκαλέσασα τὴν διάλυσιν ὑπεύθυνος Κυβέρνησις ἐτύγχανε νὰ εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ εἰς τὴν νέαν Βουλήν, δὲν θὰ ἦτο ἑπόμενον νὰ ζητηθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος εὐθύνη διὰ τὴν διάλυσιν καὶ ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως; Καὶ τότε τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἐτίθετο σαφέστερον καὶ ἀμεσώτερον περὶ τῆς ὑπάρξεως ταύτης τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος; (Εὖγε, εὖγε). Ὡς ζήτημα εὐθύνης ἐκ τῶν ὑστέρων, ὡς ζήτημα ὑπάρξεως δικαιώματος. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν, διότι μοι δίδετε τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, ὅτι ζήτημα δικαιωμάτων τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ τιθέμενον ἐν τῇ Βουλῇ, ἐφ’ ὅσον, κατὰ τὸ πολίτευμα, οὐδέποτε ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ πράξῃ τι ἀφ’ ἑαυτοῦ ἄνευ τῆς γνώμης τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Καὶ προστίθεται εἷς ἀκόμη λόγος, διὰ νὰ σχηματίσω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν κοινοβουλευτικῆς ὀρθοδοξίας, ἦσαν προσχήματα πρὸς δημιουργίαν κυβερνητικῆς κρίσεως. Καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐτέθη τὸ ζήτημα, καὶ οἱασδήποτε ἐννοίας καὶ ἂν ἤθελε δώσει ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὐδέποτε ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ζήτημα ἄμεσον δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ θὰ ἦτο πάντοτε ζήτημα πολιτικῶν ἀρχῶν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικώτερον, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ζήτημα ἀποδοχῆς ἢ μὴ τῶν κοινοβουλευτικῶν δογμάτων, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐμφανίζεται ἡ Κυβέρνησις. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὑστέρει εἰς εὐλάβειαν πρὸς τὸ Στέμμα, ἂν δὲν ἔσπευδε νὰ παράσχῃ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν. (Εὖγε, εὖγε). Δὲν γνωρίζω δὲ κατὰ τίνα τρόπον, Κύριοι, εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῶσιν ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς ἰδίας πεποιθήσεις οἱ κύριοι Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ διερρήγνυον τὰ ἱμάτιά των, διότι ἐτίθετο τάχα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Στέμματος, ἐν τούτοις, ἀφοῦ κακῶς ἢ καλῶς ἐτέθη, ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπόσχωσι τῆς ψηφοφορίας. Ἂν ἤθελον εἶσθαι συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς, ὤφειλον νὰ δηλώσωσι τὴν γνώμην των, ἀκριβῶς διότι ἐνόμιζον, κακῶς πάντοτε κατ’ ἐμέ, ἀμφισβητούμενον τὸ δικαίωμα τοῦ Στέμματος, εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, λέγω, νὰ συντρέξωσιν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀπειρίαν, τὴν ὁποίαν ἐπανειλημμένως ἤκουσα καταγιγνωσκομένην κατὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἀλλά, ἂν ἡ ἀπειρία ἔγκειται εἰς τὴν ἄγνοιαν τῶν τερτιπίων τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ τῶν παρασκηνιακῶν μεθόδων, θὰ εὐχηθῶ, Κύριοι, ἀπὸ καρδίας οὐδέποτε νὰ ἀποκτήσω περισσοτέραν πεῖραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός. (Χειροκροτήματα). Δὲν εὑρίσκω ἐπίσης, Κύριοι, πῶς ἠδυνήθησαν νὰ συνδυάσωσι πρὸς τὴν ἰδίαν ἀξιοπρέπειαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ γνώμη τυχὸν πολιτικοῦ ἀνδρὸς περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς ἐνασκήσεως τῆς διαλύσεως εἶναι κάτι τι, τὸ ὁποῖον ἐκβιάζει τοὺς Βουλευτάς. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὑπαλλήλων καὶ οὐχὶ Βουλευτῶν, περὶ ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι τὰ βιοποριστικὰ αὑτῶν μέσα θ’ ἀνέμενον ἐκ τῆς ἐνασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των, θὰ ἐνόουν, ὅτι τοῦτο θὰ εἶχεν ἔννοιάν τινα ἐκβιάσεως, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπηρέται τοῦ λαοῦ, καὶ ὑποτίθεται ἀκόμη ὅτι ἀναλαμβάνομεν τὸ βάρος τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ λαοῦ καὶ τὸ βάρος νὰ δουλεύωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν ἀφορῶμεν εἰς τὸ ἀξίωμα ὡς εἰς ἐπάγγελμα. Ἀλλὰ δὲν ἀδικῶ τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, διότι ἔκρινον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν μέχρι τοῦδε κρατησάντων δογμάτων, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ Βουλευτὴς δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸ ἔθνος, ἀλλ’ εἰς ἑαυτόν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην καλῶς διέγνωσαν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐκβιάσεως. Ἀλλά, Κύριοι, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εὐπειθεῖς εἰς τὴν ῥητὴν τοῦ λαοῦ ἐντολήν, πρέπει ν’ ἀποταχθῶμεν τοῦ παλαιοτέρου τρόπου τοῦ σκέπτεσθαι, τρόπου, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ δεχθῶ ὅτι δὲν ἠκολούθουν εὐχαρίστως οἱ ἰθύνοντες τὰς πολιτικὰς ὁμάδας, πρέπει νὰ θελήσωμεν νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀνωτέρα τῆς ὑπερηφανείας ἡμῶν ἡ ἐπιδίωξις καὶ νέας ἐπιτυχίας, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἐκτελοῦμεν ἓν καθῆκον, καὶ διὰ πολλοὺς καθῆκον πολὺ φορτικὸν διὰ τὰς μεγάλας εὐθύνας. Εἶναι πολὺ ἁπλῆ ἡ ἔννοια αὕτη, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ ἐννοηθῇ.

§45ΖΗΣ. ΙΑΤΡΟΥ. Προσβάλλετε ὅλους τοὺς Βουλευτὰς τόσην ὥραν. Τί τοὺς διδάσκετε; Τὸ Πάτερ ἡμῶν; Τὸ γνωρίζουσι καλλίτερον ἀπὸ σᾶς.

§46ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον, ἐὰν τὸ γνωρίζωσι καὶ δὲν ἐπωφελῶνται τῶν γνώσεών των. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον Ἀρχηγοὶ καὶ ὀπαδοὶ ἀπεκήρυξαν, τὸ ὁποῖον ὡμολόγησαν ὡς καταδικασθὲν ὑπὸ τοῦ λαοῦ· περὶ τοῦ παρελθόντος, τοῦ ὁποίου οὐδένα εὑρίσκω ὑπεύθυνον, διότι εἴμεθα πάντες οἱ ὑπεύθυνοι, ἀλλὰ καὶ τὰ θύματα. Ἀλλά, ἀφορῶν εἰς τὸ ἁμαρτωλὸν τοῦτο παρελθόν, εὑρίσκω ὅτι εἴμεθα ἀδικαιολόγητοι μὴ χειραφετοῦντες ἡμᾶς αὐτοὺς ἀπὸ τῶν συνηθειῶν αὐτοῦ, διότι οὕτω μόνον δυνάμεθα ν’ ἀποβῶμεν χρήσιμοι εἰς τὴν πατρίδα καὶ νὰ προλάβωμεν τὴν καταστροφήν. (Χειροκροτήματα).

§47Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ χαρᾶς ὅλοι παρατηροῦμεν, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἀπεφάσισεν ἐνεργότερον νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἐργασίαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Διὰ τοῦτο ἔχομεν πρόσθετον ὑποχρέωσιν, ὅπως δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφόν μας. Τοῦτο λέγω, διότι καὶ σήμερον ἀκόμη ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγραφήματα ἐκ Θεσσαλίας, ὅπως ὑπερψηφίσω τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὅμως οἱ ἐκλογεῖς μου ἐγνώριζον ἐπακριβῶς τὰ συμβαίνοντα, πιστεύω, ὅτι διαφόρως ἤθελον μοὶ τηλεγραφήσει. Ὅλοι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων καὶ μετ’ ἰδιαιτέρας εὐχαριστήσεως θὰ ἐβλέπομεν βεβαίως πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ ἐχάραττε τὴν λεωφόρον τῆς ἀνορθώσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀνόρθωσις δὲν εἶναι ἁπλῆ λέξις· προϋποθέτει θετικὴν ἐργασίαν.

§48ΙΩ. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ἐκ μέρους τῆς Θεσσαλικῆς ὁμάδος ὁμιλεῖτε;

§49Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ὁμιλῶ μόνον διὰ τὴν ψῆφόν μου. Ἀνόρθωσις, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι κενή τις ἔννοια. Ἀλλὰ σήμερον πλανᾶται ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦσα νὰ ἐγκαινίσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως διὰ τῆς μειώσεως τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ ἐπιδιώκει, ὥστε ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ν’ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὸ Στέμμα δικαίωμα ἀνύπαρκτον. Διότι καὶ ἡ ἐπιστήμη διδάσκει καὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος συνάγεται, ὅτι τὸ Στέμμα δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν διπλῆν Βουλήν. Καίτοι δὲ ὑποστηρίζω πᾶσαν Κυβέρνησιν, τείνουσαν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, εἴτε Κυβέρνησις Βενιζέλου εἶναι αὕτη εἴτε ἄλλη, ἐν τούτοις, ἐφ’ ὅσον ἀτόπως ἡ ὑπὸ τὸν κ. Βενιζέλον Κυβέρνησις συνδέει τὴν τύχην αὑτῆς πρὸς τὴν ἀδικαιολόγητον ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος, θὰ καταψηφίσω αὐτῆς. Προφανῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπιζητεῖ τὴν ἄωρον διάλυσιν τοῦ Σώματος, ταύτην ὅμως καὶ πρακτικῶς θεωρῶ ἐπιζήμιον εἰς τὴν χώραν, διότι, ἀντὶ νὰ ῥίψωμεν τὸν τόπον εἰς νέον ἐκλογικὸν σάλον, εἶναι προτιμότερον νὰ συζητήσωμεν σὺν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ Συντάγματος καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα, ἅτινα συνταράσσουσι τώρα τὴν πατρίδα. Τουλάχιστον διὰ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ἡ θεσσαλικὴ ὁμὰς ἔχει πρὸς συζήτησιν ἑτοίμην ἐργασίαν. Διὰ δὲ τῆς διαλύσεως διατρέχομεν τὸν κίνδυνον ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπίλυσιν καὶ νὰ διαιωνίσωμεν οὕτω φλέγοντα ζητήματα.

§50Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1892 πρὸς τὰ 1893, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ ἐθνικοῦ ἐκηρύχθη ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἰς κατάστασιν χρεοκοπίας ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐκράτει καὶ ἐλειτούργει παρ’ ἡμῖν, ἦτο σύστημα πλημμελὲς καὶ δεόμενον μεταβολῆς καὶ τὴν μεταβολὴν ταύτην ἀνεύρισκον μόνον εἰς μίαν ἐπανάστασιν. Ἔκτοτε ἐκηρύχθην ἐπαναστάτης πεποιθώς, ὅτι διὰ μιᾶς ἐπαναστάσεως, ὡς κατακλεῖδα ἐχούσης μίαν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἠδυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι διεῖπον ἡμᾶς ἕως τότε, καὶ ὅτι ἠδύναντο νὰ τεθῶσι βάσεις ἑδραῖαι καὶ ὑγιεῖς, ὅπως ἀναγεννήσωσι τὴν Πολιτείαν. Γνωρίζετε, ὅτι δύο εἰσὶν οἱ σταθμοί, κύριοι Πληρεξούσιοι, εἰς τοὺς ὁποίους σταθμεύουσιν, ἵστανται οἱ λαοὶ καὶ ἐκεῖθεν ὡς ἀπ’ ἀφετηρίας ὁρμῶσι πρὸς τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμόν. Ἢ μία σύρραξις ἐξωτερικὴ ἢ μία ἐπανάστασις ἔδει νὰ γίνῃ. Ἤλπισα, ὅτι, ὅτε ὁ ἀτυχὴς πόλεμος τοῦ 1897 ἐπέσκηψεν, ὅτι ἦλθε τέλος ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἔδει νὰ συνέλθωμεν καὶ νὰ συνετισθῶμεν, πρὸς δὲ καὶ νὰ τραπῶμεν τὴν ὁδὸν τῆς προόδου. Ἀτυχῶς ὅμως καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἔχυσεν εἰς τὰς φλέβας ἡμῶν νέον αἷμα παρὰ ἐξηκολούθει ἡ ἰδία ἀποτελμάτωσις, τὸ ἴδιον σύστημα, αἱ ἴδιαι φατρίαι. Ἀτυχῶς, ἀντὶ καὶ ἡ ἐπανάστασις νὰ ἐξατμίσῃ τὴν γνώμην μου ταύτην, τοὐναντίον ἐπέρρωσεν αὐτήν. Δὲν εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἔδει νὰ ἐκδηλωθῇ ὡς ἐξεδηλώθη τὴν 15ην Αὐγούστου 1909. Εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἔπρεπε νὰ εἶναι λαϊκὴ καὶ νὰ μὴ προΐστατο ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Ἀτυχῶς τὰ γεγονότα ἦσαν ὑπέρτερα τῶν σκέψεών μου καὶ ἐπέσκηψεν ἡ ἔνοπλος αὐτὴ διαμαρτυρία· καίτοι δ’ ἐχαρακτήρισα τὴν ἐπανάστασιν ὡς νόθον καὶ ἔκφυλον, ἤλπιζον καὶ ἐκεῖθεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὰ στοιχεῖα, δι’ ὧν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις τάς τε ἐξωτερικὰς καὶ τὰς ἐσωτερικάς. Ἀτυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἐπανάστασις τῆς 15 Αὐγούστου, καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη, μετεβλήθη εἰς νόθον καὶ ἔκφυλον. Ἀπεφασίσθη τέλος πάντων νὰ συνέλθῃ μία Συνέλευσις, ἥν, ὡς ἐκλήθη καὶ συνῆλθε, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιληφθῶμεν ἄλλως παρὰ ὡς Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Διότι διὰ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐσχημάτισα πεποίθησιν, ὅτι δυνάμεθα τοὐλάχιστον, καίτοι βραδέως, νὰ συνετισθῶμεν καὶ ἀνανήψωμεν καὶ νὰ ἀναγεννήσωμεν τὸν τόπον. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐκ πόνου, τὸν ὁποῖον αἰσθάνομαι, ὅπως πάντες ὑμεῖς αἰσθάνεσθε, πρὸς τὴν πατρίδα, ἤλπισα, ὅτι μετὰ τὴν νέαν τέλος πάντων κατάστασιν, μετὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως ἤθελον αἰσθανθῆ τὴν ἀνακούφισιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται πᾶς πατριώτης, ὅτι δηλαδὴ ἡ νέα Κυβέρνησις, ἐρχομένη ἐνώπιον ἡμῶν, θὰ ἔτεινε χεῖρα φιλικήν, συμβιβαστικήν, ἠπίαν καὶ ἤθελεν ὑποβάλει ἐνώπιον ἡμῶν μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ ἀντικρύσωσι τὰς ἐθνικὰς συμφορὰς καὶ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἠπατήθην εἰς τοῦτο, διότι οὐδὲν ἄλλο βλέπω παρὰ πῶς νὰ ἀνασυσταθῶσι τὰ παλαιὰ κόμματα καὶ πῶς νὰ ἱδρυθῶσι νέα. Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παρουσιάσῃ καὶ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξωμεν, διὰ νὰ ἀνακαινίσωμεν τὴν χώραν; Τὰ μέτρα αὐτὰ οὐδὲν ἄλλο ἦσαν εἰμὴ μία ἀόριστος φράσις περιοριζομένη εἰς τὰς λέξεις «ἀνορθωτικὸς ἀγών». Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ φράσις εἶναι ἔννοια ἀφῃρημένη. Ἔχομεν ἡμεῖς ὑπ’ ὄψει μας τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προσκομίσῃ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἅτινα βεβαίως, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐπιζήσῃ, θέλομεν ὑποβάλει ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῆς. Ἐπηγγέλθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ πατάξῃ τὴν ἀναρχίαν καὶ θὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐγκύκλιος ἀνωτέρου διοικητικοῦ ὑπαλλήλου τὸ πρῶτον ἀναλαμβάνοντος τὴν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνει εἰς τὰς κατωτέρας ἀρχάς. Τοῦτο εἶναι ἔργον στοιχειῶδες. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ εἶναι φιλειρηνική, διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πρόοδον μεταξὺ τῶν Κρατῶν τῆς Ἀνατολῆς. Δὲν μᾶς εἶπέ τι νέον· πάλιν ἐπανήλθομεν εἰς τὴν ἄψογον στάσιν. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλομεν ἀπομακρύνει ἅμα καὶ κόψει τὴν χεῖρα ἐκείνην ἐν ἀνάγκῃ, ἥτις καθ’ ἑκάστην κολαφίζει τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ταῦτα ἀνέμενον νὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς ἡ νέα Κυβέρνησις. Ἐφ’ ὅσον δὲν πείθεσθε, ὅτι ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ πράξῃ τι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ διαλυθῇ, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει νὰ μεταβληθῇ εἰς Συντακτικὴν προβαίνουσαν εἰς ἀνορθωτικὴν ἐργασίαν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα καὶ ἀνακουφίσωμεν ἐν ταὐτῷ καὶ τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν καταντήσει παράφρονα. Ὁ εἷς τῷ λέγει «θὰ σὲ σώσω», χωρὶς νὰ τῷ λέγῃ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ τὸν σώσῃ· ὁ ἄλλος τὸν διαβάλλει, καὶ τὸν παραπλανᾷ, καὶ οὕτω μετεβλήθη ὁ τόπος εἰς ἓν φρενοκομεῖον. Εἰς πάντα δὲ ταῦτα τὰ μάλιστα συνετέλεσε καὶ ἡ νέα Κυβέρνησις. Ἐγὼ λυποῦμαι διὰ τοῦτο.

§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικά.

§52Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μελετήσητε τὸ ἄρθρον 29 τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ ἐπαναφέρητε ἐν ἰσχύϊ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ ματαίῳ.

§53Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος εἰς ψηφοφορίαν. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Κανονισμοῦ δύο Βουλευταὶ δύνανται νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν, ὅτι παραβιάζεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὑπέβαλον πρότασιν στηριζομένην εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀπορῶ διατί ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἡ πρότασις αὕτη παρορᾶται. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτηθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ συζήτησις εἶναι σκόπιμος ἢ ὄχι. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ θέσωμεν τὴν πρότασιν εἰς ψηφοφορίαν.

§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθηκεν ὑπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν, ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἔθνους, ὕψιστα ζητήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ δικαιολογία τῆς ψήφου ἡμῶν. Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ζητοῦσι ψῆφον παρὰ τῶν Σωμάτων τῶν κοινοβουλευτικῶν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ, ἂν δύνανται νὰ κυβερνήσωσι μετὰ κύρους τὸν τόπον. Ἀλλ’ ἀπὸ σήμερον πρόκειται νὰ κριθῇ καὶ ἂν ζητεῖται ἡ ψῆφος τῶν Κοινοβουλίων, ὅπως κριθῇ ἂν αὐτὰ θὰ ἔχωσι τὸ κῦρος τῆς ὑπάρξεώς των. Ἀνατρέπεται καὶ διαστρέφεται ὅλον τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἑπομένως ἡ δικαιολογία τῆς ψήφου δὲν ἔχει τι τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν, οὐδὲ εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν δὲν δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, τότε βεβαίως εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος, ἐκτὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, καθὼς εἴμεθα καὶ ὑπὸ τὸ κράτος ἀχαλινώτου ὀχλοκρατίας.

§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἀντελήφθη, ὅτι ἕκαστος τῶν κ. Βουλευτῶν ἐζήτησε τὸν λόγον, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του.

§56Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι ὅμως νὰ ἀγορεύσῃ διὰ μακρῶν.

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά.

§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι θὰ γεννηθῇ ἕτερον ζήτημα.

§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐπρότεινε νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλή.

§60Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἐνόσῳ εἶναι ἐγγεγραμμένοι Βουλευταὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δεσμεύει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος.

§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἐζητήσαμεν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἥτις σιωπηρῶς, ἀλλὰ σαφῶς ἐδόθη. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ ὅλων τῶν ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι νὰ ἐκφέρωσι κρίσεις ἐπὶ τῶν δηλώσεων, πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ἴσου σεβαστή, μολονότι εὔχομαι νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις τὸ ταχύτερον, καὶ μολονότι δηλῶ ἐκ νέου ὅτι ἡ περάτωσις καὶ τῆς συνεδριάσεως ταύτης, χωρὶς νὰ τύχῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνεπιφυλάκτου ἐμπιστοσύνης, θὰ ἐσήμαινεν ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος. Συνεχιζομένης ὅμως τῆς συζητήσεως, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. ῥήτορας νὰ εἶναι συντομώτεροι.

§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατατίθεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἐπιψήφισιν πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 724 χιλιάδων δι’ ἀποζημίωσιν τῶν κ. κ. Βουλευτῶν τῆς διπλῆς Βουλῆς.

§63Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἀναγνώσητε εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ σειρὰν τοὺς ῥήτορας, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὁμιλήσωσι, διὰ νὰ λείψῃ ἡ ἀταξία.

§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰ. Στάϊκος, Ἰ. Ῥάλλης, Π. Λιβαδᾶς.

§65Π. ΛΙΒΑΔΑΣ. Παραιτοῦμαι.

§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν. Μαζαράκης, Χ. Πωλογεώργης, Κ. Καλομενόπουλος, Κ. Γιολδάσης, Α. Πετρομανιάτης, Ἡρ. Νεόφυτος, Γ. Παπαβασιλείου, Γ. Καπετανάκης, Κ. Σαλταμπάσης, Π. Δρακούλης, Θ. Παπαϊωάννου.

§67Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καιρός, ἵνα παρατείνω τὴν συζήτησιν καὶ καταπονῶ ὑμᾶς. Ἔχω καθῆκον νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων. Ἡ ψῆφος ἡ ἀνεπιφύλακτος, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὑτῆς ἐζήτησε παρὰ τοῦ συνεδρίου τούτου, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ. Εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν καὶ ἐφρόνουν, ὅτι πρέπει νὰ περιβληθῇ μὲ ἀπόλυτον τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν μελῶν ὁλοκλήρου τοῦ συνεδρίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἓν καὶ ἐγὼ μικρὸν μέλος εἶμαι, ἀλλὰ μὲ ψῆφον ἐμπιστοσύνης οὐχὶ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, οὐχὶ ἐπὶ ζητημάτων, δι’ ἅ, Κύριοι, οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ ὅτι καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν αἱ δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου ἐνεῖχον τὸν τύπον τῆς ἐπιβολῆς καὶ τοῦ φόβου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐμπιστοσύνη μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Στέμματος καὶ ἡ κοινὴ γνώμη, τὴν ὁποίαν διερμηνεύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι πραγματική, ἂς εἶναι βέβαιος, ὅτι, διαλυομένου τοῦ Σώματος τούτου, ἡ κοινὴ γνώμη δὲν θὰ εἶναι μόνον ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν περιχώρων, ἀλλὰ θὰ εἶναι γνώμη ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπικαλούμενος τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν, εἶπεν, ὅτι τὸ πρόγραμμα αὑτοῦ εἶναι γνωστὸν εἰς ἡμᾶς. Ἐγώ, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲν πρόγραμμα ἀνέγνωσα, δὲν γνωρίζω δὲ ποσῶς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοὐναντίον, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τονίσω, ὅτι τὰ πρῶτα δείγματα τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς εἶναι τὰ δείγματα τῶν ἐφημερίδων, τῶν τυφλῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὰ δείγματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσιν ἀσφαλῶς τὸ Κράτος εἰς αἱματοκύλισμα. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διέψευδε πραγματικῶς τὰ γραφέντα εἰς τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἀποκηρύξῃ τὸν φίλτατον αὑτοῦ κ. Γεώργιον Πὼπ, τὸν ἰδιοκτήτην καὶ διευθυντὴν τοῦ φύλλου «Ἀθηνῶν», ἐν ᾧ ἐγράφησαν. Ἐάν, Κύριοι, τὸ συνέδριον τοῦτο διευθύνωσι δύο ἢ τρεῖς ἐφημερίδες, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ διαλυθῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ, καί, ἐὰν δὲν διαλυθῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ, πρέπει βεβαίως νὰ κηρυχθῇ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἥτις θὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ εἰς τὴν ἐν γένει ἀναρχίαν... Κεκηρυγμένος λοιπὸν ὑπὲρ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία καὶ μόνη θὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἀνιαρὰν αὐτὴν κατάστασιν, θέλω καταψηφίσει τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὸ θάρρος, τὸ ὁποῖον μὲ διακρίνει, ἀφοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἤδη ἐδήλωσε, δὲν θέλει ψῆφον ἀνοχῆς, δὲν θέλει ψῆφον ἐπιεικείας, ἀλλὰ θέλει ψῆφον καθαράν, θέλει ψῆφον αὐτῶν ἐκείνων τῶν ὀπαδῶν της, οἵτινες ἀκολουθοῦσι πιστῶς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς τὸ ἀφανές.

§68Ν. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι πᾶσα ψῆφος μετ’ ἐπιφυλάξεως θεωρεῖται ὡς καταψήφισις, διὰ τοῦτο ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα δικαιολογήσω διὰ βραχέων τὴν ψῆφόν μου. Ἐπειδὴ δηλαδὴ δὲν ἔχομεν τὴν ἔννοιαν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων ἢ τὴν δόξαν, ἵνα ἔρχωνται οἱ δημοσιογράφοι καὶ ἐρωτῶσιν ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς σοσιαλιστὰς τῆς σήμερον, ἀλλ’ οὔτε ἑκατομμύρια νὰ δαπανῶμεν εἰς τὰ φύλλα μας, διὰ ταῦτα εἴμεθα ὑπόχρεοι ἐνταῦθα νὰ δηλώσωμεν τὴν γνώμην μας. Ταῦτα λέγω, οὐχὶ διότι φοβοῦμαι ἐν περιπτώσει διαλύσεως μήπως ἡ ὁμὰς ἡ σοσιαλιστικὴ τῆς νήσου Κεφαλληνίας δὲν ὑπάρξῃ ἐν μέσῳ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, τοῦθ’ ὅπερ ἀδύνατον, ἐπειδὴ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι πολὺ ἄγνωστος εἶναι ὁ κ. Βενιζέλος, ἰδίως δὲ εἰς τὰ χωρία. Ὁ σοσιαλισμὸς ἐν Κεφαλληνίᾳ ἔχει στήσει τὴν ἕδραν του, ἀγνοεῖ δὲ ὁ σοσιαλισμὸς πρόσωπα καὶ ὑπὸ τὴν γενικωτέραν ἔννοιαν τῆς λέξεως. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀνεπιφύλακτος ψῆφος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς κόμμα τι, ὥστε νὰ θέλω ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως νὰ καταρρίψω τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἔφυγον, ἀλλ’ ἔμεινα καταψηφίσας τὴν Κυβέρνησιν ἐξ ἁγνῆς καὶ μόνης πεποιθήσεως πρὸς τὴν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, οὔτε σήμερον ἀπεχώρησα μέλλων νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν, ἂν καὶ ἐκτιμῶ τὸν κ. Βενιζέλον, ὅστις ἔχει πολλὰ προσόντα, διότι ἔχει καὶ παρελθόν, τὸ ὁποῖον τὸν τιμᾷ σχετικῶς, διότι καὶ ἀδοκίμαστος εἶναι πραγματικῶς ὡς κυβερνήτης τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, διότι καὶ λόγῳ τῆς πραγματικῆς ἀποθεώσεως, τὴν ὁποίαν τῷ ἔδειξεν ἡ κοινὴ γνώμη, θὰ προσπαθήσῃ πάσῃ δυνάμει νὰ φανῇ ἀντάξιος τῆς μεγάλης ταύτης τιμῆς, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπέδωκεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διὰ ταῦτα ἢ ἀπὸ τῶν τοιούτων ἀπόψεων ἐμπιστεύομαι τὸν κ. Βενιζέλον ἁπλῶς, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ κριθῶσι βραδύτερον ὡς ἐκ τῆς ἀναθεωρητικῆς προδεδηλωμένης στάσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἥνπερ μεθ’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ προρρηθέντα θὰ καταψηφίσω εἰλικρινέστατα ὡς δυσπιστῶν κατὰ τὰ λοιπά. Τὸ θρυλούμενον περὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ Στέμμα σήμερον, δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω, διότι ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι πλάσμα καχεκτικόν, ὡς λέγει ἐν ὅρῳ καὶ ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη, πλάσμα, ὅπερ πράγματι δὲν ἀντιπροσωπεύει ἀπολύτως τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Ῥαφαὴλ μίαν φορὰν ἐξέθηκεν εἰκόνα τῆς Παναγίας εἴς τινα προθήκην ἄνευ ὑάλου, παρέθηκε δὲ χρώματα καὶ χρωστῆρα καὶ παραπλεύρως ἔγραψεν, ὅτι «πᾶς διαβάτης εἶναι ἐλεύθερος νὰ διορθώνῃ τὸ τυχὸν ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνεύρισκεν εἰς τὴν εἰκόνα ταύτην», ἧσπερ ὅμως ὅμοιον ἀντίτυπον ἢ πανομοιότυπον εἶχε παραθέσει εἰς τὴν αὐτὴν προθήκην, ἀλλὰ μεθ’ ὑάλου. Καὶ νῦν παρήρχετό τις, ὅστις διώρθωνε τὴν ῥῖνα τῆς Παναγίας, μεθ’ ὃν ἄλλος τοὺς ὀφθαλμούς, ἄλλος τὴν σιαγόνα κτλ., οὕτως ὥστε τέλος ἀντὶ διορθώσεως ἐπῆλθεν ὡς ἀποτέλεσμα ἓν τέρας! Τότε ὁ Ῥαφαὴλ ἀνέγραψεν εἰς μὲν τὴν ἄνευ ὑάλου «Ἰδοὺ ἡ Παναγία τῆς κοινῆς γνώμης», εἰς δὲ τὴν μεθ’ ὑάλου «Ἰδοὺ ἡ Παναγία τοῦ Ῥαφαήλ». Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἐκφράζεται διὰ τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Πέντε χιλιάδες ὀκτακόσιαι ψῆφοι ἐδόθησαν πρὸς ἐμέ, ὅπως εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ ἐδόθησαν πρὸς ἐμέ, ἀφοῦ διὰ τοῦ φύλλου «Φωστῆρος» ἐν Κεφαλληνίᾳ ὑπεστήριζον τὴν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέλευσιν· πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν σήμερον ἐγὼ νὰ ὑποστηρίζω Κυβέρνησιν ἀναθεωρητικήν, καίπερ ἄλλως σεβαστὴν παρὰ τοῖς πολλοῖς; Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ μέγας φιλόσοφος Ἀριστοτέλης λέγει που, ὅτι «ἄμεινον οἱ πολλοὶ κρίνουσιν», ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης καὶ ἀληθέστατον, «ἐπειδὴ παντὶ λόγῳ λόγος παλαίει», ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς νὰ σκέπτηται καλλίτερον ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου εἰδικώτερον ἢ χίλιοι ὁμοῦ, κατὰ τὸ Σωκρατικόν: «εἷς εὖ φρονῶν κρείττων μυρίων μὴ καλῶς φρονούντων» ἐν Πλάτωνος Γοργίᾳ, ἀλλ’ ἐπίσης ἀληθές, ὅτι, «ὅποιος τὸν κόσμ’ ἀκούει, τὰ ὄρη παίρνει» ἢ ὡς ἐπίσης λέγει τὸ Λατινικὸν ῥητόν: «quanta capita, tantae sententiae» (=ὅσαι κεφαλαί, τόσαι γνῶμαι). Ἀλλοίμονον εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ τοὺς ῥήτορας, ἐὰν ἀκολουθῶσι τυφλῶς τὴν κοινὴν γνώμην, ἀντὶ νὰ σχηματίζωσι τοιαύτην ἐκ τῶν διαφόρων ἀγορεύσεων, τῶν ἐπιχειρημάτων, τῶν νομοσχεδίων καὶ τῶν τοιούτων ἐν μέσῳ τοῦ Κοινοβουλίου. Ὁ Γαλιλαῖος ἄλλοτε ἦτο ἐναντίος οὐχὶ μόνον τῆς κοινῆς γνώμης τῆς Ἰταλίας, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὁλοκλήρου τῆς ἀνθρωπότητος τῆς παρελθούσης καί πως μελλούσης. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἐγώ, διότι ἡ κοινὴ γνώμη τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς καὶ τεσσαράκοντα ἓξ Αἰγιαλείας καὶ ἑκατὸν ἐκ Τρικκάλων ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ψηφίσω παρὰ τὴν συνείδησίν μου; Ἐγὼ θὰ προετίμων νὰ διαφωνῶσι πρὸς ἐμὲ ὅλοι οἱ ψηφοφόροι μου ἢ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἑαυτόν του, διότι οὕτω λέγει ὁ Σωκράτης εἰς τὸν Γοργίαν: «Προτιμῶ ὅλοι νὰ εἶναι ἐναντίοι ἢ διαφωνοῦντες πρὸς ἐμέ, παρὰ ἐγώ, ὅστις εἶμαι εἷς, νὰ μὴ εἶμαι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸν ἑαυτόν μου». Εἰποῦσα δὲ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔχει ἀναθεωρητικὸν πρόγραμμα καὶ πρὸς τούτοις εἰποῦσα ὅτι δέχεται τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, εἶναι εἰς θέσιν ἀμφίβολον, ἂν θὰ μείνῃ ἐπίσης εἶτα ἔχουσα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι πιθανὸν νὰ νικήσωσιν οἱ συντακτικοί, διότι πιθανὸν οὕτω νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, διὰ τοῦτο θὰ εἶναι φρόνιμον ἀπὸ σήμερον νὰ δώσω ψῆφον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐὰν δὲν δώσω τὴν ψῆφόν μου κατ’ αὐτῆς σήμερον, θὰ τὴν δώσω μεθαύριον, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος, ὅτε δὲν θὰ δέχηται τὴν Συντακτικὴν καὶ θὰ παραιτηθῇ ἄρα, ἂν αὕτη ἐπικρατήσῃ παρὰ τὸ πρόγραμμά της, ὅπερ ἀφεύκτως εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης δι’ αὐτήν. Λοιπὸν τί σήμερον, τί αὔριον; Τὸ γοργὸν καὶ χάριν ἔχει. (Χειροκροτήματα).

§69Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι διότι ἐπὶ ζητήματος προσωπικοῦ ἐγκαινίζω τὸ βῆμα τοῦ ἐθνικοῦ τούτου συνεδρίου, ἐπὶ ζητήματος προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἧς προΐσταται ὁ ἀξιότιμος συμπατριώτης μου, τὸν ὁποῖον καὶ ὡς συνεργάτην καὶ ὡς ἀντίπαλον ἐγνώρισα κατὰ τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας ἐν Κρήτῃ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἔθηκεν ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, τὸ θεωρῶ ζήτημα λῆξαν ἀμετακλήτως. Ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας, ὀρθῶς ἡρμηνεύθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἀποτελεῖ ψῆφον δυσπιστίας κατ’ αὐτῆς, καὶ δι’ αὐτὸ ἔσπευσε πρὸς τὸν Ἄνακτα καὶ ὑπέβαλε πρὸς Αὐτὸν τὴν παραίτησίν της. Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, παρουσιάζεται ἐνώπιον ἡμῶν μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι καὶ πάλιν θὰ ζητήσῃ ψῆφον καὶ δὴ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ἄνακτος. Ἐρωτῶ, ποῖον θὰ ψηφίσητε, τὸν Ἄνακτα ἢ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν τοῦ Ἄνακτος; Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶμαι ἐντριβὴς ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ· ἀλλά, τουλάχιστον ἐν Κρήτῃ ὁσάκις εἰς τὸν περίβολον τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ συνεδρίου ἐπὶ ζητήματός τινος ἐφέρετο ἡ γνώμη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ, αὐτὸς ὁ κύριος, ὁ νῦν κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, διεμαρτύρετο, καὶ ἀπορῶ πῶς κατόπιν ἐκείνων τῶν διδαγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶχε λάβει ἐν Κρήτῃ, προσέρχεται εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ ζητεῖ ψῆφον κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως. Εἶναι εὐχάριστον δι’ ἐμέ, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισε σήμερον, ὅτι ὁ ἀληθὴς ἀντιπρόσωπος καὶ διερμηνευτὴς τῆς κοινῆς γνώμης εὑρίσκεται εἰς τὸν περίβολον τοῦτον. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλως, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι τοῦτο εἶναι παγκοίνως ἀνεγνωρισμένον, αὐτὸς πρῶτος διεκήρυξε τὸ ἄδολον καὶ εἰλικρινὲς τῶν γενομένων ἐκλογῶν, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ λογικῶς ἢ βασίμως, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι, αἱ πρὸ μικροῦ διεξαχθεῖσαι, δὲν ἦσαν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι οὐδεμίαν ὑπέστησαν νοθείαν. Ἡ ἕνωσις τῶν κομμάτων κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, διαβληθεῖσα ὡς ἐπιβολὴ καὶ δέσμευσις τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογέων, ἀπέβη κατ’ αὐτῶν, δὲν ἐπηρέασε καθόλου τὴν ψῆφον τῶν ἐκλογέων· ἀπεναντίας, κατέστησεν αὐτοὺς μᾶλλον ἀνεξαρτήτους, τοὺς ἔφερε πρὸ τῶν καλπῶν καὶ μᾶλλον ἐνεργητικοὺς ὅπως ψηφίσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπαρουσιάζοντο ἐκτὸς τῶν κομματικῶν συνδυασμῶν ὑποψήφιοι. Ἀλλά, ἀφοῦ ἀνεγνώρισε τοῦτο, βεβαίως θ’ ἀναγνωρίσῃ καὶ τὸ ἑξῆς: ὅτι συνεργασία μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, πρὸς περιφρόνησιν καὶ ἀπειλὴν τῆς νομίμου ἀντιπροσωπείας, εἶναι συνεργασία λίαν ἐπικίνδυνος καὶ διὰ τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον αὐτὸς τονίζει καὶ ἐπικαλεῖται ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καὶ διὰ τὸ μέλλον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον διοικεῖ. Σέβομαι τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλὰ τὴν κοινὴν γνώμην τὴν πεφωτισμένην, τὴν ὁποίαν θέλω νὰ μὴ προέρχηται ἀπὸ σάπιο περιβάλλον μηδὲ νὰ εἶναι προϊὸν δηλητηριωδῶν εἰσηγήσεων, αἱ ὁποῖαι μάλιστα σερβίρονται εἰς αὐτὴν καθ’ ἑκάστην πρωίαν (εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Τὸ σάπιο αὐτὸ περιβάλλον, Κύριοι συνάδελφοι, ἐνθυμηθῆτέ το καλῶς, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὴν ἐγαλούχησεν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διήγειρε τὴν κοινὴν γνώμην, τὴν παρεπλάνησε, τὴν ἐδηλητηρίασε, καὶ προυκάλεσε τὸν ἀτυχῆ καὶ καταστρεπτικὸν πόλεμον τοῦ 1897. (Χειροκροτήματα).

§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.

§71Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ σάπιο αὐτὸ περιβάλλον, κύριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἑδρεύει κυρίως εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ τότε ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως τὰς λέξεις «θὰ τεθῶ ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 Ἑλλήνων καὶ θὰ βαδίσω κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως», λέξεις αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν δυστυχῶς εἰς ἀνταποκριτὴν ξένου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου. Καὶ ὅμως τί συνέβη; Ὄχι μόνον δὲν ἐτέθη ὁ Βασιλεὺς ἐπὶ κεφαλῆς 300,000, ἀλλ’ ὡδήγησεν εἰς τὰ σύνορα τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν ἀσύντακτον, καί, ἀντὶ νὰ βαδίσωμεν κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐβαδίσαμεν κατὰ τῆς Λαμίας, καὶ ἐτέθη ἡ τιμὴ τοῦ Ἕλληνος ὑπὸ τοὺς πόδας τοῦ Τούρκου στρατιώτου. (Εὖγε! εὖγε, καὶ χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Καὶ σήμερον, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος κύριος Πρωθυπουργὸς δι’ ἐπισήμου ἀνακοινωθέντος ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως τὰς λέξεις, ὅτι τίθεται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Ἄς προσέξωμεν μὴ θέτοντες τὸν ἀγῶνα τοῦτον τὸν ἀνορθωτικὸν καὶ πάλιν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς διαβεβλημένης καὶ πεπλανημένης κοινῆς γνώμης ἔχωμεν καὶ πάλιν τ’ ἀποτελέσματα τοῦ 1897. Ἄς προσέξωμεν, ἵνα μὴ ἴδωμεν τὸν ἀγῶνα αὐτὸν μετατρεπόμενον εἰς καθαρὰν δημοκοπίαν, ἡ ὁποία βεβαίως δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν ἐξελέγημεν. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ. Πρωθυπουργόν: ὅταν θὰ παύσῃ νὰ εἶναι ὁ περιβεβλημένος τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, ἐὰν τὴν αὔριον δὲν εἶναι ὁ Πρωθυπουργός, ὁ πρῶτος Σύμβουλος τοῦ Στέμματος, ἤθελον νὰ μάθω παρ’ αὐτοῦ ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, αὐτὸς ἢ ὁ Βασιλεύς; Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀληθῆ των θέσιν, ἂς ἀφήσωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους νὰ μᾶς ὁδηγήσωσιν, ἀγαπητὲ συμπολῖτα, εἰς τὰς πράξεις μας. Δὲν πρέπει νὰ ζητῆτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης μετ’ ἐπιμονῆς ἀπὸ τὸ Σῶμα τοῦτο, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι θετικὰς δυνάμεις, δυνάμεις ἀριθμητικὰς δὲν ἔχετε, πρέπει νὰ ζητῆτε ψῆφον ἀνοχῆς (εὖγε, εὖγε). Ἔπρεπε μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ζητήσητε τὴν συνεργασίαν πάντων τῶν ἀντιπροσώπων, ὅπως πράγματι φθάσωμεν εἰς τὸ αἴσιον τέρμα τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἡμῶν ἀγῶνος (χειροκροτήματα παρατεταμένα). Αἱ ἐπιβολαὶ δὲν δύνανται νὰ ὠφελήσωσι. Θὰ προκαλέσωσιν ἀντίδρασιν, ἡ δὲ ἀντίδρασις ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Τοσούτῳ μᾶλλον εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ ζητῆτε ψῆφον ἀνοχῆς παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἐπαρουσιάσθητε ἐνώπιον αὐτῆς ἄνευ προγράμματος. (Εὖγε, εὖγε). Ἐπαρουσιάσθητε ὄχι μόνον ἄνευ προγράμματος διοικητικοῦ, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἄνευ προγράμματος ἀναθεωρητικοῦ. Δὲν γνωρίζομεν μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ἀξιότιμε συμπατριῶτα, ποία εἶναι ἡ γνώμη σας οὐδὲ περὶ αὐτῶν τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων. Πῶς ἔχετε λοιπὸν τὴν ἀξίωσιν νὰ σᾶς περιβάλωμεν μὲ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, ἀφοῦ δὲν γνωρίζομεν ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαὶ ὑμῶν; (Χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Δὲν εἶναι, κύριε συνάδελφε, ἀξιοθρήνητον προηγούμενον νὰ ἐπανέλθητε εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι λελυμένον; Καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τοὺς πολυπείρους παρακαθημένους ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, ἄν ποτε συνέβη, ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐλθὸν εἰς ψηφοφορίαν καὶ διακοπὲν ἕνεκα ἐλλείψεως ἀπαρτίας, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ τεθῇ πάλιν εἰς ψηφοφορίαν. Πανταχοῦ ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας θεωρεῖται ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ ἐναντίον θὰ ἐδημιούργει προηγούμενον λίαν ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Σώματος τούτου.

§72ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συνέβη καὶ ἄλλοτε.

§73Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠρώτησα πολλούς, καὶ ἐν τούτοις οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ μοὶ δώσῃ τὴν πληροφορίαν αὐτήν. Θὰ ἦτο μάλιστα ἥκιστα ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἡγεῖται τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, νὰ ἔρχηται νὰ ἐγκαινίζῃ τὰ πρῶτα κυβερνητικὰ αὐτοῦ βήματα μὲ τὴν τοιαύτην παραβίασιν τῆς θελήσεως τῶν ἀντιπροσώπων. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα). Ἐξετιμήσατε δεόντως τὴν θέλησιν τοῦ Σώματος τούτου κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου. Διατί ἔρχεσθε πάλιν νὰ ζητῆτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν δὲν ἐλάβετε, τὴν ὁποίαν τὸ Σῶμα τοῦτο σᾶς ἀρνεῖται κατὰ τὰς ἀξιώσεις σας, τὰς ἐπιβλητικὰς καὶ ἀδικαιολογήτους; Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὔτε ψῆφον δύναμαι νὰ σᾶς δώσω, οὔτε δύναμαι νὰ φαντασθῶ, ὅτι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐλύθη ἤδη ἀμετακλήτως, ἐπανερχόμενον εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος ἀντικοινοβουλευτικώτατα ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν θέλησιν τῶν κ. ἀντιπροσώπων. Ἑπόμενος τούτοις θὰ δώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον μαύρην (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).

§74Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἀρχομένης τῆς συνεδριάσεως, θὰ προέβαινεν ἀμέσως ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς ψηφοφορίας ἄνευ ἄλλης συζητήσεως. Ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας ἐνεδεικνύετο, διότι τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Κυβέρνησις αὕτη χαίρει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, δὲν ἐλύθη. Ἡ προχθεσινὴ ψηφοφορία παρέσχε τὴν ἔνδειξιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκδηλοῖ ἐμπιστοσύνην ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὀρθῶς πράττων, ἔκρινεν ὅτι ἡ ἐνδειχθεῖσα πληροφορία ὑπὲρ τῆς προτάσεως δὲν ἦτο ἀρκοῦσα καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο αὐτῷ νὰ δείξῃ, ὅτι ποιεῖται περὶ πολλοῦ τὴν φιλοτιμίαν του καὶ τῆς Βουλῆς τὴν θέσιν, καὶ ἔσπευσε νὰ λάβῃ τὴν πρὸς τὰ Ἄνω, δικαιοῦται ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἡ ματαιωθεῖσα ἐνέδειξε προτίμησιν παραδοχῆς τῆς προτάσεως περὶ ἐμπιστοσύνης. Ἡ ἐπανάληψις λοιπὸν τῆς ψηφοφορίας ἐνεδεικνύετο. Δὲν ἐξετάζω ἂν ἐν διαλόγῳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ μετὰ τοῦ ἀνευθύνου Ἄρχοντος ὑπεδείχθη ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία. Ἡ ὑπόδειξις αὕτη κατ’ οὐδὲν δεσμεύει τὴν Βουλὴν οὔτε τὴν ἐπηρεάζει, καὶ ἄν, Κύριοι, ἡ Βουλή, ὀρθῶς πράττουσα καὶ ἀνεξαρτήτως σκεπτομένη, δὲν ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸν διάλογον ἐκεῖνον, πολὺ ὀλιγώτερον ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰς ἐνθουσιώδεις διαδηλώσεις τῶν συμπολιτῶν μας ὑπὲρ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ λέγων δὲν ἐπηρεάζεται δὲν ἐννοῶ ὅτι ἀποδοκιμάζω τὰς διαδηλώσεις ταύτας. Εἰς τὰς ἐλευθέρας Πολιτείας δικαίωμα ἔχουσιν οἱ πολῖται νὰ διαδηλῶσι τὰ φρονήματα αὐτῶν εἴτε εὐμενῆ εἴτε δυσμενῆ πρὸς τοὺς κυβερνῶντας τὴν χώραν· δικαίωμα τῶν ὁμάδων εἶναι νὰ διαδηλῶσι τὰ αἰσθήματά των. Τὰς διαδηλώσεις ταύτας πρέπει νὰ ἀποδεχώμεθα ὡς ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως τῶν συμπολιτῶν, εἰς ἡμᾶς δ’ ἀπόκειται νὰ κρίνωμεν ἐλευθέρως ἂν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν μεμονωμένων ἀτόμων τὴν γνώμην, ἢ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἀναλόγως νὰ σταθμίσωμεν τὴν γνώμην μας καὶ τὴν ψῆφόν μας, ἀλλὰ δὲν ἀποτελοῦσιν ἐπιβολήν, πολλῷ δ’ ἧττον ἐκβίασιν, ὅπως δὲν γνωρίζω πῶς ἔσχε τὴν ἀτυχῆ ἔμπνευσιν νὰ εἴπῃ τις τῶν κ. κ. προλαλησάντων. Ἐνδείκνυται, Κύριοι, φρονῶ, ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας, ἐνδείκνυται δέ, ἵνα εἴπῃ ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ἐλεύθερος εἶναι, Κύριοι, ἕκαστος νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν ἑαυτοῦ συνείδησιν· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀνεπιφύλακτον πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διὰ δύο λόγους· πρῶτον, διότι ἀντιπρόσωπος ὢν τῶν συμπολιτῶν μου ἐδῶ ἔχω καθῆκον πρώτιστον νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσῃ ὁ τόπος μου μίαν Κυβέρνησιν. Ὅτε δὲ βλέπω ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’ οὓς διατελοῦμεν, ὅτι δὲν δύναται—ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνομαι καὶ ὅπως ἀπέδειξαν τὰ γεγονότα τῶν τελευταίων ἡμερῶν—ν’ ἀποκτήσῃ ὁ τόπος ἄλλην Κυβέρνησιν ἐκτὸς τῆς παρούσης, νομίζω ὅτι ἔχω ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ ἐνισχύσω τὴν Κυβέρνησιν ταύτην διὰ τῆς ψήφου μου. Ἀλλ’ ἔχω ἕτερον λόγον, τὸν ὁποῖον, ἐλπίζω, θὰ συμμερισθῇ ἡ Βουλή, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐκακίσθη, Κύριοι, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐγωιστικῶς δὲν ἠρκέσθη εἰς ψῆφον ἀνοχῆς τοῦ Κοινοβουλίου. Ναί, Κύριοι, ἡ ἱστορία ἡ κοινοβουλευτικὴ τῶν Κρατῶν διδάσκει, ὅτι πολλάκις Πρωθυπουργοὶ ἠρκέσθησαν εἰς ψῆφον ἀνοχῆς καὶ ἐκυβέρνησαν μετὰ τοιαύτην ψῆφον τὸ Κράτος αὐτῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὴν ὥραν ταύτην, ὑφ’ οὓς ὅρους ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελεῖ τὸ Κράτος ἡμῶν, ψῆφος ἀνοχῆς δὲν ἐπιτρέπεται, ψῆφος ἀνοχῆς σημαίνει ψῆφον ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης. Πῶς, κύριε Πρωθυπουργέ, θὰ δεχθῆτε ψῆφον ἀνοχῆς καὶ θὰ ἀντιμετωπίσητε μὲ τὸ πενιχρὸν αὐτὸ ἐφόδιον τὰς ποικίλας περιπετείας, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρίσκεσθε; Διὰ τοῦτο, Κύριοι, κατὰ μείζονα λόγον δίδω ψῆφον ἐμπιστοσύνης, καὶ συγχαίρω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι, καίτοι ἡγεῖται μικρᾶς σχετικῶς ὁμάδος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔσχε τὸ θάρρος, ὡς ἀρχηγὸς τῆς μικρᾶς αὐτῆς ὁμάδος, νὰ εἴπῃ πρὸς τὰς μεγάλας ὁμάδας τοῦ Σώματος τούτου: Κύριοι, ἐμπιστευθῆτέ με ἄνευ ἐπιφυλάξεως νὰ κυβερνήσω κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διευθύνω ἐδῶ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ κυβερνήσω τὸ Κράτος· δὲν θέλω ψῆφον ἀνοχῆς, διότι δὲν θεωρῶ ταύτην συμβιβαζομένην πρὸς τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Διὰ τὸ θάρρος τοῦτο τῆς πολιτικῆς του νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συγχαρῶμεν τὸν κ. Πρωθυπουργόν.

§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ.....

§76Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπε λέξιν, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποτείνεται. Δὲν συνήθισα ποτὲ νὰ θυμιάζω κανένα, διότι φρονῶ ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἐκπληροῖ τις τὸ καθῆκόν του ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου εὐόρκως, δὲν ἐκπληροῖ ἄλλο παρὰ τὸ καθῆκόν του. Ἐγώ, Κύριοι, ὡς μέλος τοῦ Συνεδρίου τούτου καὶ ὡς Ἕλλην συγχαίρω πάντα πολιτικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ θάρρος τῆς γνώμης του, ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἐναντιότητας τῶν περιστάσεων. Ἐάν, δέ, Κύριοι, τὸ θάρρος τοῦτο ἐχαρακτήριζε πάντοτε εἰς τοὺς παρῳχημένους χρόνους τοὺς ἡγέτας τοῦ Κράτους ἡμῶν, δὲν θὰ περιέπιπτε τοῦτο ἀπὸ παραπατήματος εἰς παραπάτημα, καὶ δὲν θὰ ἐθρηνοῦμεν σήμερον ἀποτελέσματα, τῶν ὁποίων τὴν ἐπανόρθωσιν ἀγωνίζεται τώρα καὶ ἐπιποθεῖ νὰ ἐπιτύχῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός (χειροκροτήματα). Διὰ τὸ θάρρος τοῦτο, μὲ τὸ ὁποῖον ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἐζήτησεν ἀνεπιφύλακτον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο......

§77ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἐλησμονήσατε τὸν Τρικούπην;

§78Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἴπετε; Δὲν ἤκουσα τί εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Διέκρινα ὅμως τὴν τελευταίαν λέξιν, ἤτοι τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ. Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν θὰ ἠνείχετο ποτέ, κύριε συνάδελφε, ψῆφον ἀνοχῆς ὁ Χαρίλαος Τρικούπης.

§79Ν. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;

§80Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτητε· αἱ διακοπαὶ παρέχουσι μὲν εἰς ἐμὲ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ διαλέγωμαι μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἀλλὰ παρελκύουσι τὴν συζήτησιν, καθ’ ἣν ὥραν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα συντομώτατοι. Ἀνελθὼν τὸ βῆμα τοῦτο δὲν ἐπίστευον ὅτι θὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τόσας στιγμάς, ὅσας ἤδη τὴν ἀπασχολῶ. Φρονῶ ὅτι ἐδικαιολόγησα τὴν ψῆφόν μου καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸν τόπον μίαν μόνιμον Κυβέρνησιν, καὶ διὰ νὰ δείξῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐπιβραβεύει τὸ θάρρος αὐτὸ τὸ πολιτικόν, ὅπερ τὰ ἄριστα προοιωνίζει διὰ τὴν πατρίδα.

§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἀπόφασίν της. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατ’ αὐτῆς;

§82ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ζήτημα ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ ὑπευθύνως οἱανδήποτε ἄλλην συζήτησιν.

§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις.

§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προκαλεῖτε ἀπόφασιν;

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ ἂν ἔχει ἀντίρρησιν ἡ Βουλή.

§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ προκαλεῖτε ἀπόφασιν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν σοβαρεύεται τὸ Προεδρεῖον.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Ἐρωτῶ: ὑπάρχει ἀντίρρησις;

§88ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον;

§90ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ καθόλου οἱανδήποτε συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.

§91Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καίτοι, κύριοι ἀντιπρόσωποι, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δικαιολογῇ τὴν ψῆφόν του, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ συνέπεσε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίαν νὰ ἀπουσιάζω τῆς Βουλῆς, διότι κατοικῶν εἰς τὸν Πειραιᾶ ἀπῆλθον μὲ τὴν τελευταίαν ἁμαξοστοιχίαν, καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τούτου πιθανὸν νὰ ἐθεωρήθη, ὅτι ἀπέσχον ἀπὸ σκοποῦ τῆς συνεδριάσεως, ἵνα μὴ μετάσχω τῆς ψηφοφορίας, διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐδικαιολόγησα τὴν ψῆφόν μου σήμερον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ συζήτησις ἐπεξετάθη καὶ οἱ διάφοροι ἀντιπρόσωποι παρῆλθον ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκτενέστατα ἐδικαιολόγησαν τὴν ψῆφόν των, φρονῶ ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, μετὰ τὴν δήλωσιν τὴν ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος θὰ ἐξακολουθήσῃ, θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Βενιζέλου εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Καὶ εἶπον ὅτι θὰ ἦτο περιττὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι εἶναι γνωστὴ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἡ πορεία μου. Γνωρίζει πρώτιστα πάντων ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι πολλάκις ὑπεστήριξα τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ, ὅτι ἤμην παρὰ τὸ πλευρόν του εἰς τὸ Θέρισον, καὶ πρῶτος ἐγώ, ὅτε ἦλθεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, τὸν ἐδεξιώθην. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος μὲ ἀπεμάκρυνεν ἀπ’ αὐτοῦ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δηλῶ καὶ πάλιν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι διίσταμαι πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο εἶναι καθαρῶς συντακτικόν, καὶ διότι δὲν ἐτηρήθη τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ διότι τοιοῦτον τὸ ἠθέλησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλά, ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο, εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ πάλιν νὰ τονίσω, ὅτι ἀντίκεινται εἰς τὴν ἀλήθειαν τὰ λεχθέντα οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ κ. Καραϊσκάκη, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ῥητόρων περὶ τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξεδήλωσε χθὲς τὸ φρόνημά του ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε τὸ χθεσινὸν παμμέγιστον συλλαλητήριον, εἶναι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀνέδειξεν ἡμᾶς Βουλευτὰς κατὰ τὴν 8ην Αὐγούστου, εἶναι ὁ λαὸς ὁ ἀνεπηρέαστος, ὁ ἐλεύθερος λαός, συνεπῶς δὲ δὲν εἶναι ὁ λαὸς αὐτὸς λαὸς σάπιος, ὡς ἀπεκλήθη πρὸ ὀλίγου, ἤτοι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠνείχετο ἐπὶ τόσα ἔτη τὴν ὀλιγαρχίαν τῶν κομμάτων.

§92ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ ἴδιος εἶναι.

§93Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν μᾶς ἀνέδειξεν ἡμᾶς;

§94Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ὁ λαὸς σήμερον εἶναι εἰς τὴν περιωπὴν αὑτοῦ ἀπελευθερωθεὶς ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῶν κομμάτων. Συνησθάνθη τὰ δικαιώματά του καὶ εἶναι ὕβρις τὸ λεγόμενον ὅτι εἶναι σάπιος ὁ λαὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης παρρησίας ἐκδηλοῖ τὴν γνώμην του.

§95Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τὸν λαὸν σάπιον, ἀλλὰ τὸ περιβάλλον.

§96Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καὶ ἀπὸ ποίους ἀποτελεῖται τὸ περιβάλλον;

§97Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον, ἂν θέλῃ, νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς λόγους μου, ὄχι ὅμως καὶ νὰ τοὺς παρερμηνεύῃ.

§98Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὅσοι ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κατέκριναν τὴν ἐπίδρασιν τῆς κοινῆς γνώμης ἀγνοοῦσιν αὐτὴν τὴν Ἱστορίαν, διότι πάντοτε εἰς τὰς Συνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι καλοῦνται εἰς ἐξαιρετικὰς καὶ μεγάλας περιστάσεις, πάντοτε ἔχει μεγάλην ἐπίδρασιν ἡ κοινὴ γνώμη, οὐδέποτε δ’ αἱ Συνελεύσεις αὗται ἠδυνήθησαν νὰ ἀκολουθήσωσι τὰ προγεγραμμένα ὅρια, τὰ ὁποῖα εἶχον καθορίσει ἀρχικῶς. Ὅτε κατὰ τὸ 1759 συνῆλθεν ἡ μεγάλη Σύνοδος τῶν τάξεων ἐν Γαλλίᾳ, ὅπως κανονίσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν περιωρίσθη ἁπλῶς εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ὑπερέβη τὰ ὅρια αὐτῆς, καὶ διατελοῦσα ὑπὸ τὸ κράτος τῶν πολιτικῶν καὶ φιλοσοφικῶν ἰδεῶν τοῦ αἰῶνος, ἀφοῦ περιέβαλεν ἑαυτὴν διὰ τοῦ κύρους τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, διωργάνωσε τὸ Γαλλικὸν ἔθνος ἐπὶ νέων ὅλως βάσεων, καὶ καθιέρωσε τὴν συνταγματικὴν μοναρχίαν. Οὐδέποτε λοιπὸν ὑπῆρξε περίστασις, καθ’ ἣν αἱ Συνελεύσεις δὲν ὑπέστησαν τὴν ἐπίδρασιν τῆς κοινῆς γνώμης. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ δανεισθῶ παραδείγματα ἐκ τῆς Ἱστορίας τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἐνῷ ταῦτα διδάσκουσιν οἱ πρόγονοι ἡμῶν; Ἐὰν ἀναδιφήσωμεν τὴν Ἱστορίαν, θὰ ἴδωμεν ὅτι οἱ πρόγονοι ἡμῶν εἶχον νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀδιαφορία τῶν πολιτῶν ἐτιμωρεῖτο· εἶχον νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐθεωρεῖτο ἄτιμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος «ἐν στάσει μηδέτερος τῶν μερίδων γενόμενος» δὲν ἐνδιεφέρετο ὑπὲρ τῶν κοινῶν συμφερόντων. Καὶ σήμερον λοιπὸν ἡ μέριμνα τῶν πολιτῶν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Πολιτείας δὲν ἀποτελεῖ εὐχάριστον φαινόμενον; Τὸ ἐνδιαφέρον σήμερον τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι παρακολουθοῦσι μετὰ μεγάλης συγκινήσεως τὰς ἐργασίας ἡμῶν, ζητοῦμεν νὰ τὸ μειώσωμεν; Νομίζω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ παντὸς νὰ τονίσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ λαὸς παρακολουθεῖ μετὰ μεγάλου ἐνδιαφέροντος τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως, καὶ αὐτὸ εἶναι σημεῖον εὐοίωνον, διότι ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ λαὸς αἰσθάνεται καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην τῆς ἀνορθώσεως καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν πραγμάτων. Ἐάν, Κύριοι, αἱ Συντεχνίαι, ἐὰν οἱ ἐμπορικοὶ Σύλλογοι, ἐὰν τὰ Σωματεῖα πάντα, ἐὰν ὁ κόσμος ὅλος δὲν εἶναι λαός, τότε ἐρωτῶ ποῖος εἶναι ὁ λαός; Καὶ ἐὰν ὁ λαὸς οὗτος, ὃν σᾶς ἀνέφερα, δὲν εἶναι κατάλληλος νὰ μεριμνήσῃ μετ’ ἐνδιαφέροντος περὶ τῶν ἔργων τῆς Συνελεύσεως, ποῖος πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηται; Ὅτε κατὰ τὸ 1864 συνῆλθεν ἡ Συνέλευσις, ἵνα συντάξῃ τὸ πολίτευμα ἡμῶν, μετὰ τὴν ἔξωσιν τοῦ τότε Βασιλέως, Συντακτικὴ οὖσα, ἠναγκάσθη νὰ τερματίσῃ τὰ ἔργα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μακρὸν παρετείνοντο ἕνεκα τῆς ἐπιδράσεως τῆς κοινῆς γνώμης. Καί, ἐπειδὴ ἔγινε λόγος περὶ διαλύσεως, νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τὸ προνόμιον τῆς διαλύσεως δὲν ἐξαρτᾶται πρὸ παντὸς κατὰ μέγα μέρος ἐκ τῶν ἔργων τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν μελῶν αὐτῆς; Φρονῶ ὅτι, οἱοσδήποτε καὶ ἐὰν ἤθελε κριθῆ ὁ χαρακτὴρ τῆς Συνελεύσεως, εἴτε συντακτικὸς εἴτε ἀναθεωρητικός, πρὸ παντὸς ἐξαρτᾶται ἡ διάλυσις αὐτῆς ἐκ τῆς πορείας καὶ τῶν ἔργων αὐτῆς, καὶ ὅταν ἡ Συνέλευσις ἐργάζηται καλῶς, ὅταν βαδίζῃ κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτῆς, ὅταν εὐοδῶνται τὰ ἔργα αὐτῆς, νομίζω ὅτι καμμία δύναμις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι «δὲν πρέπει νὰ ἐργασθῆτε, διότι ἐγὼ δὲν τὸ θέλω». Ἐκ τῆς πορείας λοιπὸν τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐκ τῆς στάσεως τῶν μελῶν αὐτῆς ἐξαρτᾶται ἡ διάλυσις αὐτῆς, ἀδιαφόρως τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς. Ἐπειδή, Κύριοι, ἐπίκειται ψῆφος ἐμπιστοσύνης, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καὶ ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθην ὑπὲρ τῶν ἀνορθωτικῶν καὶ τῆς ἀνασυντάξεως τοῦ πολιτεύματος ἰδεῶν καὶ ἦλθον εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐνωτίσθην τῶν παλμῶν καὶ τῶν πόθων αὐτοῦ, νομίζω ὅτι θὰ ἔπραττον παράλειψιν καθήκοντος καὶ δὲν θὰ ἤμην συνεπὴς εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας, ὑφ’ ἃς ἔχω ταχθῆ πρὸ πολλοῦ καὶ ὑφ’ ἃς ἐξελέγην καὶ τὰς ὁποίας σήμερον τό γε νῦν ἔχον νομίζω ὅτι ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἤθελον δώσει πλήρη, ἀκεραίαν καὶ ἀνεπιφύλακτον τὴν ἐμπιστοσύνην μου ὑπὲρ αὐτοῦ.

§99ΗΡ. ΝΕΟΦΥΤΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, πρώτην φορὰν σήμερον λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πειστικὴ καὶ σθεναρὰ δέον ν’ ἀκούηται ἡ φωνὴ τῶν πολιτικῶν ῥητόρων ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρώτην φορὰν ὁ λαὸς τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου μοὶ ἀπένειμε τὸν εὐγενῆ τίτλον τοῦ ἀντιπροσώπου καὶ μοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ παρακαθίσω μεταξὺ ὑμῶν, οἵτινες ἐκπροσωπεῖτε τὴν λαϊκὴν βούλησιν καὶ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Καὶ εἶναι δι’ ἐμὲ ἡ στιγμὴ αὕτη στιγμὴ συγκινήσεως καὶ κατανύξεως πατριωτικῆς· διότι τὸ κτίριον τοῦτο, ἀπὸ τοῦ ὁποίου κυματίζει τὸ ἐθνικὸν ἔμβλημα, θεωρῶ ναόν, ἐν τῷ ὁποίῳ λατρεύεται ἡ πατρὶς καὶ τελεσιουργεῖται ἡ ἐθνικὴ ἰδέα. Τὸ δὲ βῆμα τοῦτο εἶναι ὁ βωμός, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πρέπει ν’ ἀκούηται μόνον ἡ φωνὴ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἡ φωνὴ τοῦ πατριωτισμοῦ, τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς συνειδήσεως. Δὲν εἶχον σκοπόν, Κύριοι, ν’ ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο σήμερον· ἐπεφυλασσόμην νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος ἀφήνων νὰ ὁμιλήσωσιν ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἐμπειρότεροι καὶ ἐπιτηδειότεροι περὶ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπίλυσιν τοιούτων πολιτειακῶν ζητημάτων, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην τοῦ μέλλοντος. Δὲν θ’ ἀνηρχόμην λοιπὸν τὸ βῆμα, ἂν μὴ ἤκουον ἀπ’ αὐτοῦ λόγους παραδόξους καὶ φράσεις, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἀνευλαβεῖς κατὰ τοῦ λαοῦ. Ἤκουσα ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐκδηλοῖ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ νὰ παρακολουθῇ τὰ τελούμενα ἐν τῷ ἐθνικῷ συνεδρίῳ, πρὸς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐστραμμένη ἡ προσοχὴ ὄχι μόνον τῶν ἐλευθέρων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀλυτρώτων Ἑλλήνων, οἵτινες παρακολουθοῦσι μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ προσοχῆς, ἀλλὰ καὶ μετὰ παλμῶν καὶ ἀγωνίας τὰς ἐργασίας αὐτοῦ. Ἐλέχθη, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ λαὸς νὰ ἐκδηλοῖ τὸ φρόνημα αὐτοῦ περὶ οἱουδήποτε πολιτικοῦ ζητήματος. Καὶ ἀρνεῖσθε εἰς τὸν λαὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο, τοῦ συνέρχεσθαι, εἰς τὸν λαόν, ὅστις μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐλάβομεν τὴν ἐντολὴν ὄχι νὰ κατατρίψωμεν τὸν χρόνον περὶ λόγους ἀγόνους, ἀλλ’ ὅπως φροντίσωμεν περὶ τῶν ὑψίστων αὐτοῦ συμφερόντων; Ἀρνεῖσθε εἰς τὸν ἐντολέα λαὸν τὸ δικαίωμα νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐντολοδόχων αὐτοῦ; Ἄγγλος ἱστορικὸς λέγει, ὅτι τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ μεγαλεῖον ὁ ἀγγλικὸς λαὸς ὀφείλει ὄχι τόσον εἰς τοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ εἰς τὸ ἐνδιαφέρον καὶ εἰς τὴν προσοχήν, μετὰ τῆς ὁποίας παρακολουθεῖ οὗτος τὰς ἐργασίας τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι ὁ ἀγγλικὸς λαός, ὡς γνωστόν, δὲν μένει ἀπαθής, ἀδιάφορος καὶ ψυχρὸς διὰ τὰ τελούμενα ἐν τῷ ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ παρακολουθεῖ αὐτά. Καὶ ἠκούσθησαν σήμερον, Κύριοι, ῥήτορες θέλοντες ν’ ἀρνηθῶσι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ λαοῦ καὶ ἀπεκάλεσαν ὄχλον αὐτόν. Ἀλλ’ ἐγώ, ὅστις ἤμην χθὲς αὐτόπτης μάρτυς τοῦ συλλαλητηρίου, δὲν εἶδον ὄχλον, ἀλλὰ τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὅστις παρελάσας πρὸ τῶν καλπῶν τὴν 8ην Αὐγούστου ἀπεδοκίμασε ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς τὸ τέως καθεστώς· ἦτο ὁ λαός, ὅστις ἐβροντοφώνησεν, ὅτι θέλει θεμέλια νέας, ἐθνικῆς, ἀληθινῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὅστις μᾶς ἔστειλεν ἐνταῦθα ὄχι βεβαίως νὰ φατριάσωμεν, ὄχι διὰ νὰ ἐξυπηρετήσωμεν κόμματα, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Εἰς τὸν λαὸν τοῦτον δὲν ἀναγνωρίζουσι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν δρᾶσιν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ἀπ’ αὐτῶν ἐξαρτῶνται αἱ τύχαι τοῦ ἐλευθέρου καὶ τοῦ δούλου Ἑλληνισμοῦ. Εἶμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἐναντίον τῶν πολλῶν λόγων· διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι, ὅπου ὑπάρχουσι πολλοὶ λόγοι, ἐκεῖ εἶναι ἐλάχιστα τὰ ἔργα, καὶ θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐνταῦθα ὀλιγωτέρους λόγους καὶ περισσότερα ἔργα. Ἐπεθύμουν, εἰ δυνατόν, ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ συνεδρίου νὰ προβῶμεν εἰς πράγματα ῥιζικά, εἰς ζητήματα οὐσίας καὶ νὰ μὴ δαπανῶμεν χρόνον πολύτιμον ἀσχολούμενοι περὶ λέξεις, βυζαντινισμοὺς καὶ ζητήματα ἀσήμαντα. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου τὰ πράγματα ἔλαβον τροπὴν σοβαρὰν διὰ τοῦ παρεμπιπτόντως ἀναφυέντος ζητήματος τῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνης τῆς Συνελεύσεως, τὴν Κυβέρνησιν ἣν θέλει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ὑποδεικνύει καὶ ὑποστηρίζει ἡ κοινὴ γνώμη. Καί, ὅταν λέγωμεν λαόν, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον τὸν λαὸν τῆς πρωτευούσης καὶ τὰς συντεχνίας, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν ὁλόκληρον τὸν λαὸν τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου εἶναι ἐκπεφρασμένη ἡ βούλησις. Εἶμαι, Κύριοι, συντακτικός, ἀλλ’ ἐκ πεποιθήσεως, διότι νομίζω, ὅτι διὰ Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως περιβαλλομένης μὲ τὸ κῦρος τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας εἶναι δυνατὸν νὰ παγιωθῇ ἔννομος πολιτειακὴ τάξις· διότι νομίζω, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τοιούτου καὶ μόνου Σώματος θὰ εἶναι ἀπρόσβλητοι καὶ ἔγκυροι εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀποκλείει τοῦ νὰ ἔχω γνώμην περὶ ἀνθρώπου ὑποδεικνυομένου ὑπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων ὡς τοῦ καταλληλοτέρου νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν. Τοὺς περὶ διαλύσεως φόβους δὲν θεωρῶ ἐπαρκῶς δεδικαιολογημένους ἐπὶ τοῦ παρόντος· ἐφ’ ὅσον ἡ Συνέλευσις προβαίνει εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς ὁμαλῶς, νομίμως καὶ ἀπροσκόπτως, οὐδεὶς φόβος διαλύσεως ὑπάρχει· διότι ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν πολιτικὰς συνθήκας ἡ ἀδικαιολόγητος τοῦ Σώματος διάλυσις, ὁποθενδήποτε προερχομένη, ἐπάγεται εὐθύνην, ἂν ὄχι νομικήν, ἀλλ’ ἠθικὴν τοιαύτην, ἀπέναντι τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ τῆς Ἱστορίας, ἥτις ἐπιβάλλει καὶ βαρυτέρας ὑποχρεώσεις. Ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ δώσω ψῆφον ἀπεριορίστου ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἧς ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτής, τοῦ ὁποίου ἐπιδοκιμάζω τὴν στάσιν καὶ ἐπαινῶ τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν εὐθύτητα. Καὶ τοῦτο πράττων πέποιθα ὅτι ἐκτελῶ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα καὶ ἀνταποκρίνομαι πρὸς τὸ φρόνημα τοῦ ἐκλέξαντός με λαοῦ. (Χειροκροτήματα).

§100Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Συμμερίζομαι πληρέστατα, κύριοι Βουλευταί, τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κληθέντος νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ θεωρήσαντος καθῆκον αὑτοῦ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος, καὶ δὴ ἐμπιστοσύνην ἀνεπιφύλακτον. Τοιοῦτον καθῆκον ἦτο ἐπιβεβλημένον ὄντως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ λόγῳ, ὡς προεῖπον, τῆς προελεύσεως αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῶν περιστάσεων καὶ τοῦ δυσβαστάκτου ἔργου, τὸ ὁποῖον αὕτη ἀνέλαβεν. Ὑπῆρξα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐφρόνουν καὶ φρονοῦσιν, ὅτι ῥιζικὴ θεραπεία τῶν παρ’ ἡμῖν κακῶς κειμένων δὲν ἦτο δυνατὸν εὐστόχως νὰ ἐπιτευχθῇ εἰμὴ διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου. Καὶ ἐχάρην πολύ, διότι εἰς τὰς τάξεις, τῶν ὑπὲρ τῆς ἰδέας αὐτῆς ἀγωνισαμένων προσετέθησαν καὶ πολιτευόμενοι, εἰς οὓς περιλαμβάνονται καὶ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαύτας ἔχων πεποιθήσεις δὲν ἠδυνάμην κατ’ ἀκολουθίαν παρὰ ἀπόλυτον νὰ παράσχω τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν προβᾶσαν εἰς δηλώσεις, οἷαι ἐκεῖναι, ἃς ἠκούσαμεν ἐνταῦθα ἐκ στόματος τοῦ Προέδρου αὐτῆς τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν. Εἶπε τότε πρὸς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις, ἐμφανιζομένη πρὸ τοῦ Σώματος, ὅτι πρώτιστον καθῆκον αὑτῆς ἡγεῖται νὰ μετέλθῃ τοιαύτην διοικητικὴν πολιτικήν, ὥστε νὰ ἐκλείψωσι τὰ τελευταῖα ἴχνη τῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Προσέθηκεν ἐπίσης, ὅτι μέλημα αὐτῆς ἔσεται πρὸς τούτοις νὰ παρακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Συνεδρίου τούτου ἐπὶ τῷ τέλει, ὅπως προβῶσιν αὗται ἀπροσκόπτως καὶ ἐπέλθῃ ὅσον ἔνεστι τάχιον τὸ αἴσιον τέρμα αὐτῶν. Εἶπε δ’ ἐπὶ πλέον ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θέλει μετέλθει εἰρηνικὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Πρὸς τοιαύτας δηλώσεις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι οὐδὲν εἶχον νὰ ἀντείπω καὶ οὐδὲν ἀντέλεξα, νομίζω δὲ ὅτι καὶ πάντες ὅσοι μετ’ ἐμοῦ φρονοῦσιν, ὅτι ὄντως ἐκ τοῦ ἔργου τοῦ συνεδρίου τούτου πολλὰ τὰ καλὰ ἀναμένονται διὰ τὸν πολιτικὸν ἡμῶν βίον, ἀμέριστον καὶ ἀνεπιφύλακτον ὀφείλουσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῶν. Ἐρωτᾶται δ’ ὅμως, μὴ αἱ δηλώσεις, ἃς συμπληρωτικῶς ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, εἰσὶ τοιούτου χαρακτῆρος, ὥστε νὰ κλονίσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὰς δηλώσεις τῆς πρώτης ἡμέρας. Ὅπως ἐπὶ τούτου σαφῆ γνώμην ἔχωμεν, δέον ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ αἴτιον, ὅπερ παρεκίνησε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμπληρώσῃ τὰς δηλώσεις αὑτοῦ. Προῆλθε τοῦτο ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτοῦ, ὅστις παρελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος ἐνόησεν οὐ μόνον τὸν χαρακτῆρα τοῦ Σώματος τούτου γενικῶς νὰ διαμφισβητήσῃ, συνεχίζων τὴν διακοπεῖσαν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ συνεδρίου ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ προσθέσῃ, ὅτι, καὶ ἂν Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ οὐχὶ Συντακτικὴ Συνέλευσις ὑποτεθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο, πάλιν δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως. Ἐρωτῶ, ἂν ἡ γνώμη αὕτη, ἔστω καὶ ἀπορρέουσα παρ’ ἀνδρὸς τῆς περιωπῆς τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὅστις παρ’ ὅλην τὴν μετριόφρονα γλῶσσαν, ἣν μετῆλθεν ἐντεῦθεν λαλήσας ὑπεράγαν ἴσως ἐπαινετικῶς περὶ ἡμῶν τῶν νεωτέρων, δὲν παύει ὢν εἷς τῶν πρώτων πολιτειολόγων τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ἄν, λέγω, ἡ γνώμη τοῦ κ. Εὐταξίου ἦτο τοιαύτης ὑφῆς, ὥστε ν’ ἀναγκάσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν οὐ μόνον, ὡς ὤφειλε βεβαίως, ν’ ἀποκρούσῃ τὴν γνώμην ταύτην, ἀλλὰ καὶ νὰ συνδέσῃ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀκαδημαϊκῶς τὴν στιγμὴν ἐκείνην συνεζήτει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτής, μὲ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ἐζήτει παρ’ ἡμῶν; Ὅτε πρὸ μηνὸς καὶ πλέον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον ὑμῶν, ἔφερα τὸν λόγον ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος ἐκείνου, ὅπερ ἐπιστημονικῶς ἠμφισβήτησεν ὁ κ. Βουλευτής. Εἶπον τότε πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, οὐσιαστικῶς ἀποβλέπων εἰς τὴν διαφορὰν μεταξὺ Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, δὲν εὕρισκον, ὡς ἐτίθεντο οὐσιαστικῶς τὰ ζητήματα, ἕτερον γνώρισμα τῆς διαφορᾶς ταύτης εἰμὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ πρότασις Βουλευτῶν ἐκ Κεφαλληνίας ἔθετε τότε ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὸ ψήφισμα τῶν Βουλευτῶν Κεφαλληνίας ἠρνεῖτο εἰς τὸν Ἄνακτα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τοῦ Συνεδρίου τούτου. Ἐθεώρησα τότε καὶ θεωρῶ πάντοτε, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὥστε δὲν ὑπόκειται εἰς εὔλογον ἀμφισβήτησιν. Ἤκουσα καὶ σήμερον ἔτι παρά τινος Βουλευτοῦ, ὅτι συγγραφεῖς τινες ἀρνοῦνται τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, ὅπως διαλύῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐν ταῖς μελέταις, ἃς ἐποιησάμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, οὐδαμοῦ οὐδεμίαν εὗρον γνώμην καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ γράμματος τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος θέτουσαν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἐνάσκησιν τῆς βασιλικῆς προνομίας ἐπὶ τῶν Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν. Εἶναι σαφὲς τὸ γράμμα τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος ἐν ἄρθρῳ 107, ὅπερ ὁρίζει ὅτι, ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως, διαλύεται ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται μία νέα Βουλή, ἥτις ἔχει τοῦτο μόνον τὸ διάφορον τῶν προηγουμένων αὐτῆς, ὅτι ἀπαρτίζεται ἀπὸ διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τονίσω, ὅτι τοιοῦτον Σῶμα δὲν ὑπόκειται κατ’ ἀρχὴν εἰς κανόνας δικαίου συνταγματικοὺς διαφόρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τίθησι τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα εἰς τὰ σχετικὰ προηγούμενα αὐτοῦ ἄρθρα; Καί, ὅτε τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος ἀπεριορίστως καὶ ἀπολύτως λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, διατί ἡμεῖς θὰ ἀξιώσωμεν ἰδιαιτέραν διατύπωσιν παρομοίου δικαιώματος ἐπὶ Βουλῆς οὐδεμίαν διαφορὰν ἐχούσης εἰμὴ μόνον ἐκείνην, ὡς εἶπον, ὅτι ἀπαρτίζεται ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν; Δὲν νομίζω διὰ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδει οὐ μόνον νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὴν ἀντίκρουσιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος, ἀλλ’ ἤθελε ζητήσει εἰδικῶς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοιούτου θέματος καθαρῶς ἐπιστημονικοῦ, ἀποβλέποντος βασιλικὴν προνομίαν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ καὶ μάλιστα τὴν στιγμὴν ταύτην οὔτε ἁρμοδιότητα ἔχει οὔτε θέσιν νὰ ἀποφανθῇ. Διὰ τοῦτο ἦτο εὔκολος ἡ παρεξήγησις ἡ συμβᾶσα μήπως τυχὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς ζητουμένης παρ’ ἡμῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δὲν περιλαμβάνεται μόνον ἡ θεωρητικὴ διδασκαλία, ὅτι ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ οὐδὲν ἕτερον εἶναι παρὰ Βουλὴ καὶ αὐτή, ὡς πᾶσα Βουλή, ὑποκειμένη εἰς τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος, ἀλλ’ ὅτι συνδεομένης τῆς ἐννοίας τοῦ συνταγματικῶς νομίμου μετὰ τοῦ πολιτικῶς εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις πρέποντος ζητεῖται παρ’ ἡμῶν νὰ δώσωμεν ἐμμέσως συγκατάθεσιν εἰς τὸ ὅτι ἡ παροῦσα διπλῆ Βουλὴ δέον νὰ διαλυθῇ ἢ ὅτι τοὐλάχιστον ἐνδείκνυται ἡ τοιαύτη διάλυσις. Πρὸ τοιαύτης ἀπροσδοκήτου δηλώσεως εὑρεθεὶς ἐξεπλάγην ὄντως, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς καθῆκον εἶχον νὰ μὴ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν, ἅτε μὴ ἀποσταλεὶς ἐνταῦθα ὅπως ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσιν ἐν Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ συνεχίσω παλαιὰν πολιτικὴν τοῦ σήκω σὺ νὰ κάτσω ἐγώ, ἀφ’ ἑτέρου προεκαλούμην νὰ ἀποφανθῶ ἐπὶ βλέψεων στενῶν πολιτικῶν, αἵτινες ἀφεώρων τὸν βίον τοῦ ἡμετέρου συνεδρίου. Πρὸ τοιούτου διλήμματος εὑρεθεὶς ἐνόμισα καὶ ἐγὼ καθῆκον νὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφορίας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἐμμείνῃ μὲν εἰς τὰ ὑπ’ αὐτοῦ προχθὲς λεχθέντα, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτὰ ὁπωσδήποτε τὸν τύπον γενικότητος, διατυπώσας τὰς γνώμας αὐτοῦ ἐκείνας ὡς ἀντίληψιν ἐπὶ πολιτειακοῦ ἐν γένει ζητήματος μὴ εἰδικῶς σχετιζομένας πρὸς τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ἠρώτησα ἐμαυτὸν ἂν ὤφειλον νὰ ἐμμείνω πάλιν εἰς τὴν ἀποχήν, εἰς ἣν προέβην κατὰ τὴν παρελθοῦσαν, ὡς εἶπον, συνεδρίασιν, ὁρμώμενος ἀπὸ τὰς ἀμφιβολίας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς. Ἐμμένων εἰς τὴν γνώμην ταύτην ἐσκέφθην ὅτι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκουσα καθαρῶς πλέον τὴν διάλυσιν ζητεῖ καὶ τὴν ψῆφον ἡμῶν ὑπεύθυνον εἰς τοῦτο νὰ καταστήσῃ, ἀναλαμβάνω καὶ ἐγὼ διὰ τῆς ἀποχῆς μου ἢ τῆς καταψηφίσεως τὴν εὐθύνην τοῦ ἐντεῦθεν προκύψοντος πολιτειακοῦ ἀπροχωρήτου, ὅπερ θὰ ὑποδείξω ἀμέσως ὑμῖν. Μετέχω, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐγὼ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἔθνος ὡς τὸ ἡμέτερον, διελθὸν πολλοὺς κλύδωνας, πρὸ οὐδεμιᾶς δυσχεροῦς περιστάσεως πρέπει νὰ ἀποδειλιᾷ, μετέχω δ’ ἀμερίστως τῆς πεποιθήσεως αὐτοῦ ἐπὶ τὸ μέλλον τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Δὲν εἶμαι ἀπογοητευμένος, ἀλλ’ ἀναγνωρίζω τὰς προόδους τοῦ ἔθνους. Μολαταῦτα ἐπὶ τοῦ προκειμένου εὑρίσκομαι πρὸ ἑνός, ὡς εἶπον, πολιτειακοῦ ἀδιεξόδου δεινοτάτης μορφῆς. Ναὶ μὲν ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑφίσταται ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ διαλύῃ τὴν διπλῆν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀσκούμενον ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις κατὰ τῆς ἐνεστώσης διπλῆς Βουλῆς φέρει ἡμᾶς ἀσφαλῶς εἰς ἀδιέξοδον. Διὰ Διαγγέλματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἀναγνωσθέντος κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης Περιόδου τῆς Βουλῆς ἐδόθη πανηγυρικῶς ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι θὰ κληθῶσιν οἱ ἐκλογεῖς νὰ ἀποστείλωσιν ἐνταῦθα Βουλὴν ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, καλουμένην νὰ βουλευθῇ ἐπὶ τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ὡς ἐξήγησα κατὰ τὴν προλαβοῦσάν μου ἀγόρευσιν, θεωρῶ, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος διὰ τοῦ τοιούτου Διαγγέλματος καταλύεται ἐν μέρει, τουτέστι καταλύεται ὡς πρὸς τὴν διάταξιν, ἥτις ἀπαιτεῖ πρὸς σύγκλησιν διπλῆς Βουλῆς προηγουμένην σύμφωνον ἀπόφασιν ληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς δύο συνεχεῖς Περιόδους. Δὲν καταλύει ὅμως διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν Βουλὴ καλεῖται εἰδικῶς πρὸς τοῦτο, τουτέστιν ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Νομίζω δ’ ὅτι ἡμεῖς, μὴ κληθέντες ὅπως νέαν ἐπανάστασιν δημιουργήσωμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὅπως τὸ ἐπαναστατικὸν καθεστὼς ἐκ τοῦ μέσου ἄρωμεν, εὕρομεν καταναλωθεῖσαν πρὸ ἡμῶν τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 107, δὲν ἔχομεν δὲ τὸ δικαίωμα, ἐπαναστατοῦντες πάλιν, νὰ ἐγκρίνωμεν ἐκ τῶν προτέρων νέαν τοιαύτην. Ἐὰν τοῦτο τὸ Συνέδριον διαλυθῇ, ποῖον Σῶμα θὰ κληθῇ; Θὰ κληθῇ ἁπλῆ ἢ διπλῆ Βουλή; Ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ἂν τὸ Σῶμα διαλυθῇ, ἀπαραιτήτως θὰ κληθῇ διπλῆ Βουλή. Ἀλλὰ ποῖον εἶναι τὸ πολιτειακὸν ἔδαφος, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργηθῇ ἐκ νέων ἐκλογῶν πρὸς ἐκλογὴν διπλῆς Βουλῆς; Καὶ ἀφοῦ σήμερον, ὡς ἀνέπτυξα ἐν πλάτει κατὰ τὴν προλαβοῦσαν ἀγόρευσίν μου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐσιαστικῶς οὐδὲν ἔδαφος πρὸς κατάλυσιν τῆς καθεστηκυίας συνταγματικῆς τάξεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς οὐσιαστικὸς λόγος ὅπως ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ ἐν ὅλῃ αὑτῆς τῇ ἐκλάμψει ἀναλάβῃ ἀπολύτως τὰ δικαιώματα αὑτῆς καταλυομένου τοῦ συνταγματικοῦ καθεστῶτος, ἐκινδυνεύσαμεν νὰ μεταστῶμεν εἰς δημιουργίαν Σώματος συντακτικοῦ, ποῖος, λέγω, δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἐπαναλαμβανομένων τῶν ἐκλογῶν πρὸς ἐκλογὴν δευτέρας Βουλῆς, μετὰ νέαν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 107, καὶ αἰρομένων μάλιστα τῶν ἔστω καὶ προσωπικῶν ἐγγυήσεων, αἵτινες ὑφίσταντο ἐπὶ τῆς πορείας τοῦ ἡμετέρου Σώματος, ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ Βουλῇ δὲν θὰ ἔλθῃ πλέον γυμνὴ ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ νὰ τεθῇ ἀπρόσκοπτος ὑπεράνω πάσης βασιλικῆς προνομίας καὶ πάσης ἐν γένει διατάξεως θεμελιώδους τοῦ πολιτεύματος; Ἀλλ’ εἶναι σήμερον αἱ ἐσωτερικαὶ καὶ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις τοιαῦται, ὥστε ἀδαῶς ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τοὺς ἐντεῦθεν προκύψοντας κινδύνους, ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν ὡς ἁπλῶς ἐνδεχομένους θεωρουμένους; Κατ’ ἐμὲ μάλιστα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐνδεχόμενοι οἱ κίνδυνοι οὗτοι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι εὐχερῶς δυνατὸν νὰ νοηθῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θ’ ἀποστείλῃ κατὰ πλειονοψηφίαν ἐνταῦθα μετὰ νέας ἐκλογὰς ἀντιπροσώπους, οἵτινες τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ ἐνασκοῦντες θέλουσι θεωρήσει καταλυθεῖσαν πλέον πᾶσαν συνταγματικὴν ἔννομον τάξιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐσωτερικαὶ οἰκονομικαὶ καὶ διοικητικαὶ ἐν γένει συνθῆκαι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐξωτερικαὶ περιπέτειαι, ἀπόλυτον τὴν πολιτειακὴν ἠρεμίαν θὰ ἐπέβαλλον. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρεσβεύων ὅτι ἐκ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς πολλά, ὡς εἶπον, ἔχει τὸ ἡμέτερον Κράτος νὰ ἀναμείνῃ, ἀπὸ τοιαύτης δ’ ἑδραίας ἐλπίδος ἐργασθεὶς μάλιστα ἐν τῇ ἐπεξεργασίᾳ προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας δυναμένης νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ Σῶμα, διστάζω νὰ ἀναλάβω διὰ τῆς ψήφου μου εὐθύνην δημιουργίας τοιούτου πολιτειακοῦ ἀδιεξόδου, οἷον τὸ ἀναπτυχθέν. Καί, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀπαιτεῖ ἀνεπιφύλακτον ψῆφον, τῇ λέγω, ὅτι θὰ δώσω αὐτῇ τοιαύτην, ἀλλὰ μόνον διότι δὲν ἀποτολμῶ νὰ ἀναλάβω μετ’ αὐτῆς τὴν εὐθύνην δημιουργίας τοιαύτης πολιτειακῆς ἀδιεξόδου. Νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν περὶ ἀνεπιφυλάκτου ψήφου δὲν ἀπέκλεισε βεβαίως ψήφους τοιαύτας, οἵα ἡ ἐμή, ψήφους τουτέστι λεγούσας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· «παρέχω σοι τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ διόλου, ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξας, εἶναι θεωρία οὐ μόνον συνταγματικῶς ὀρθή, ἀλλὰ καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ ἐπιτρέπεται κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις». Τὸν περιορισμὸν τοῦτον εἰς τὴν ἐμὴν ψῆφον προσθέτων πράττω ἔργον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν ἐμὴν συνείδησιν, εὔχομαι δὲ νὰ θεωρηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ψῆφος οἵα ἡ ἐμὴ ὡς ψῆφος ἀνεπιφυλάκτου ἐμπιστοσύνης, ἵνα μὴ διὰ διαλύσεως τοῦ Σώματος δημιουργήσωμεν κινδύνους, οὓς ἀποδειλιῶ ν’ ἀναμετρήσω καὶ ἐκ τῶν ὁποίων εὔχομαι ἄτρωτον νὰ ἐξέλθῃ τὸ ἡμέτερον Κράτος. (Χειροκροτήματα).

§101Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Χωρὶς νὰ τὸ εἴπῃ τις, ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅτι πάντας ἡμᾶς ἄγει ἐθνικὸν καθῆκον ἐνταῦθα. Ἀλλ’ ἡ ἐκπλήρωσις αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς μορφώσεως ἑκάστου καὶ τῶν ἰδεῶν καὶ τῆς μελέτης τῆς ἐθνικῆς καταστάσεως. Καὶ ἂν ἀκούονται ἐντεῦθεν ἐπιστημονικαὶ ἰδέαι, αὗται ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα τοῦ συγγραφέως, ὃν ἑκάστοτε ὁ ἀγορητὴς ἀκολουθεῖ. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ ἐπιστήμη προοδεύει καὶ αἱ ἔν τινι συγγράμματι ἰδέαι εἶτα ἀνατρέπονται, ἐκφέρονται δὲ ἐν ἄλλῳ ἄλλαι ὀρθότεραι, αἵτινες ἀξιοῦνται τότε προτιμήσεως. Ἀληθῶς ἀκούει τις διαρκῶς ἐδῶ παρὰ πολλῶν «ὁ λαός, ὁ λαός», ἀλλὰ καὶ τούτου καὶ τῶν ἄλλων παραγόντων ἑκάστης Πολιτείας αἱ ἐνέργειαι ἔχουσιν ὅρια. Ἄλλοτε ἴσχυεν ἡ ἀρχή, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ ἦσαν ὑπόχρεοι ἑκάστοτε νὰ ἀκούωσι τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Σήμερον ὅμως κρατεῖ ἡ ἀρχὴ ἡ λεγομένη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Οἱ ἀντιπρόσωποι ἀναγνωρίζονται ἀπαραβίαστοι, σεβαστοί. Τὰ δὲ λεγόμενα περὶ λαοῦ εἶναι ὀρθὰ μόνον, καθ’ ὅσον ἐνέχουσι τὴν ἰδέαν τοῦ συνέρχεσθαι ἐλευθέρως καὶ αὐτοδικαίως ἑκάστοτε τὸν λαόν, ἀλλ’ οὗτος, μόλις ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτοῦ, ὀφείλει νὰ τοὺς ἀφήνῃ ἐλευθέρους, διότι ἄλλως ἀναιρεῖ τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐρείδεται. Ἡμᾶς, ἐὰν ὡς Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἢ ὡς Συνέλευσιν ἐξέλεξεν ὁ λαός, ἔχει καθῆκον ἔξοχον νὰ σεβασθῇ, διότι ἄλλως ἀνατρέπει τὴν βάσιν τῆς ἐλευθερίας, ἐφ’ ἧς ἐρείδεται. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐδῶ, εἴτε ἀναθεωρητικοὶ εἴτε συντακτικοί, ὀφείλομεν συγχρόνως νὰ μὴ ἐνθαρρύνωμεν τὸν λαὸν εἰς ἀμαύρωσιν τῆς βάσεως, ἐφ’ ἧς ἐξέλεξεν ἡμᾶς. Ἐπίσης ἔχομεν καθῆκον πάντες, ἐκ τοῦ καλῶς ἐννοουμένου κοινοβουλεύεσθαι, νὰ σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτούς, διότι ἐξευτελίζοντες καθ’ ἑκάστην ἡμᾶς δίδομεν κακὸν παράδειγμα εἰς τὸν λαόν. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἀντιπροσωπεύωμεν τὰ προτερήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ οὐχὶ τὰ ἐλαττώματα. Καί, ἐὰν ἔχωμεν διάφορον γνώμην, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ διαφορὰ τῶν ἰδεῶν νὰ συνοδεύηται μὲ περιφρόνησιν τῶν ὀπαδῶν αὐτῶν. Ἡ κακολογιῶν διάδοσις, ἄδικος ἑκάστοτε καὶ ἐπίμονος, εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία, ἐξ ἧς ἐγεννήθη ἡ καταφορὰ κατὰ τῶν πολιτευομένων. Ἐγὼ οὐδέποτε ἐξήνεγκον ὑβριστικὰς ἰδέας, διότι τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα παντοῦ διαδίδονται. Καὶ προχθὲς ἠγέρθη ζήτημα περὶ τῆς Πολωνίας, ἡ δ’ ἀναφώνησίς μου ἐκείνη ὑπὲρ αὐτῆς «Ζήτω ἡ Πολωνία!» ἔφθασε καὶ εἰς Παρισίους, ὁπόθεν ἔλαβον καὶ συγχαρητήριον ἐπιστολὴν ἐκ μέρους Πολωνῶν, γραφόντων «Ζήτω ἡ Ἑλλάς!» Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ ψήφου ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ ἐννοῶ διδομένην τοιαύτην, οὕτως ὥστε νὰ τηρῇ τις τὸ κομματικὸν ἐγὼ ἢ τὸ ἐθνικόν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἑτέραν δήλωσίν του, ἐγώ, μὴ ἀνήκων εἰς κόμμα, ὀφείλω πᾶσαν ἀγαθὴν καὶ ἐθνωφελῆ πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιδοκιμάζω, πᾶσαν δὲ ἄλλην κρίνων ὀφείλω ἐν γένει τὴν ψῆφόν μου νὰ ἐκφέρω δεδικαιολογημένην. Ψῆφον ἐμπιστοσύνης πάλιν ὀφείλω νὰ δώσω, διότι ἕκαστος πρέπει νὰ πολιτεύηται θετικῶς, νὰ δίδῃ Κυβέρνησιν εἰς τὴν πατρίδα του, διότι τὸ ἀκυβέρνητον εἶναι ἡ μεγίστη κατηγορία κατὰ λαῶν, οἵτινες ἔχουσιν ἐλεύθερον πολίτευμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν πρέπει νὰ περιμένῃ συγχώνευσιν τῶν κομμάτων, ὅταν ταῦτα τὸν ὑποστηρίζωσιν, οὔτε συγχώνευσιν ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ὀφείλουσι νὰ ὑποστηρίζωσι ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἰδέαν ἢ ἄλλο πρόγραμμα. Ὁ πολιτικὸς εἶναι πρόγραμμα πλῆρες οὐχὶ μόνον ἀρχῶν, ἀλλὰ καὶ λεπτομερειῶν. Δὲν κατηγορῶ ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργόν, μὴ εἰπόντα ἀκόμη τοιοῦτο, διότι οἱ ἐθνικοὶ καιροὶ ἐκτάκτως τὸν ἔφεραν ἐνταῦθα. Καὶ μάλιστα μετὰ συγκινήσεως καὶ εὐέλπιδος ὑπερηφανείας ἀναλογίζομαι, ὅτι ἐκτὸς τοῦ θετοῦ νόμου ὑπάρχει καὶ ἄλλος ὑψηλότερος, ὁ ἐθνικός, ὅστις ἔφερεν ἐκ Κρήτης τὸν κ. Πρωθυπουργόν, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν συνοχὴν καὶ τὸ ἀδιαίρετον τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Μάλιστα ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8ης Αὐγούστου βλέπομεν ἐνταῦθα καὶ δύο ἄλλους συναδέλφους ἐκ τῶν μερῶν, ὅπου δρᾷ ὁ Ἑλληνισμός. Ἐξέχοντα δὲ ἴδετε τὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφον κ. Ζερβουδάκην, μίαν τῶν μεγάλων ἐκδηλώσεων τῆς δυνάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ!... Ἐπίσης τὸν κ. Μπενάκην!... Ἀλλ’ ἐλέχθησαν ἐδῶ καὶ ἄλλαι ἰδέαι χρήζουσαι ἀπαντήσεως. Κατηγορήθησαν αἱ συντεχνίαι καὶ τὰ σωματεῖα, ὅτι ἐξῆλθον τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν, ἀλλὰ ταῦτα ὡς ὁμάδες ἀπετέλεσαν μέγαν πολιτικὸν σύλλογον, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλω καὶ ἐγὼ τὴν ὑποψηφιότητά μου. Ἄνευ τοῦ συλλόγου τούτου δὲν θὰ καθίστατο δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῇ ἡ λαϊκὴ ἐκλογικὴ δύναμις καὶ νὰ γίνωσιν ὅσα ἐγένοντο. Καὶ κατωρθώθη ἐπὶ τέλους νὰ εἰσπηδήσῃ ἐκ τῆς κάλπης μία ἰδέα ἁγνὴ νικήτρια. Ἀλλά, ἐὰν ἐνταῦθα ἀντιπροσωπεύω, ὡς πρέπει, τὰς ἀρετὰς τοῦ λαοῦ, οὐδέποτε θὰ ὑβρίσω τοῦτον ἢ ἐκεῖνον. Μόνον θὰ προσπαθήσω καὶ νῦν, ὡς πάντοτε, νὰ ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, ἐξ οὗ δικαιοῦται νὰ μὲ κρίνῃ ὁ λαὸς αὐστηρῶς. Δηλῶ, ὅτι ἐξ ἐθνικῶν λόγων δίδω ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ψῆφον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος ἡμῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ὕψιστος σκοπὸς τῆς Πολιτείας!

§102ΠΛ. ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα ἀπόψε, δὲν εἶναι διότι θέλω ν’ ἀκολουθήσω τὸν συρμόν, τὸν ἐπικρατήσαντα εἰς τὸ Συνέδριον τοῦτο, καθ’ ὃν ἕκαστος Βουλευτὴς θεωρεῖ πρέπον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του. Εἶναι εἰδικὴ περίπτωσις, ἡ ὁποία μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἐξηγήσω διατί ὑποστηρίζω τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ψῆφός μου ὑπὲρ αὐτῆς εἶναι ψῆφος ἐμπιστοσύνης, οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἀνοχῆς, ὡς δίδουσιν αὐτὴν τὰ κόμματα, ἀλλ’ οὔτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ Φιλελευθέρου κόμματος, διότι, ὡς γνωρίζετε, εἶμαι σοσιλιαστής. Φιλελεύθερος σημαίνει φίλος τῆς ἐλευθερίας, ἐγὼ δὲ εἶμαι στρατιώτης τῆς ἐλευθερίας, λάτρης τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀνάγκην φίλων, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην στρατιωτῶν καὶ λατρευτῶν. Ἐξ ἄλλου ἡ Σοσιαλιστικὴ Ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑπηρετοῦμεν, οὔτε ὀπαδοὺς οὔτε ἀρχηγὸν κόμματος ὑποθέτει· τοσοῦτο δὲ μᾶλλον μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐξηγήσω τὴν ψῆφόν μου, καθόσον προχθὲς τὸ Σάββατον δύο ἐκ Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης συνάδελφοί μου, μετὰ τῶν ὁποίων συναντῶμαι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν αὐτῶν ἰδεωδῶν, ἐψήφισαν διαφορετικὰ ἀπὸ ἐμέ, κατεψήφισαν δηλαδὴ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ ἐγὼ ἔδωκα ψῆφον ὑπὲρ αὐτῆς. Πολλοὶ μὲ ἠρώτησαν καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, διατί ἐγώ, σοσιαλιστὴς ὤν, ὑποστηρίζω Κυβέρνησιν, καὶ ὀφείλω νὰ δώσω ἐξήγησιν. Τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ πρόκειται νὰ γίνῃ ψηφοφορία, εἶναι σοβαρὸν καὶ δύσκολον, καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ αἰσθάνωμαι δυσκολίαν, ἀφοῦ ὅλαι αἱ γενόμεναι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ εὔγλωττοι ἀγορεύσεις δὲν κατώρθωσαν νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα διατί συνήλθομεν καὶ ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ ἐκλογὴ τῆς 8ης Αὐγούστου. Θὰ σᾶς εἴπω δι’ ὀλίγων λέξεων πῶς ἐννοῶ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ψήφου μου καὶ πῶς ἐννοῶ τὴν ἀνόρθωσιν, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ, ὀφείλω δὲ τοῦτο νὰ εἴπω τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐγὼ δὲν εἶμαι πολιτευόμενος οὔτε δικηγόρος, μεθ’ ὅλας δὲ τὰς παλαιὰς καὶ ἀγαθὰς σχέσεις μου μὲ τὴν δημοσιογραφίαν δὲν εἶμαι οὔτε δημοσιογράφος· εἰς τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς εἴπω, δὲν θὰ εὕρητε οὔτε τὸ ἀγχίστροφον τοῦ πολιτευομένου, οὔτε τὴν δικανικότητα τοῦ δικηγόρου, οὔτε τὴν ἐπινοητικότητα τοῦ δημοσιογράφου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶμαι, δὲν ἐντρέπομαι νὰ τὸ εἴπω. Διότι κατὰ τοὺς τελευταίους δεκαπέντε μῆνας διεφημίσθη τόσον ἡ λέξις ἐπανάστασις, ὥστε δὲν θὰ τρομάξῃ κανείς, ὅταν εἴπω, ὅτι εἶμαι ἐπαναστάτης.

§103Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅπως ἔγινεν ἡ ἐπανάστασις, βεβαίως δὲν εἶναι τρομακτική.

§104ΠΛ. ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ. Ὄχι βέβαια· μάλιστα ἐγὼ δὲν φρονῶ, ὅτι ἔλαβε χώραν πράγματι καμμία ἐπανάστασις. Ἀλλὰ μὲ τὴν λέξιν ταύτην ἁπλῶς ἐννοῶ τὸ ἀντιπλουτοκρατικὸν ἐκεῖνο φρόνημα, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως ὑπάρχει ἐν τῇ χώρᾳ ἀπό τινων ἐτῶν. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πνεῦμα τὸ ἀντιπλουτοκρατικὸν εἶναι τὸ προκαλέσαν τὰ γενόμενα κατὰ τοὺς τελευταίους δεκαπέντε μῆνας, καὶ ἡ πᾶσα ἐξέγερσις ἔχει ὡς βάσιν της τὸν σφοδρὸν πόθον τοῦ παραγωγικοῦ κόσμου ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς κεφαλαιοκρατίας. Ἂν εἶμαι ἐχθρὸς τῶν κομμάτων, δὲν εἶμαι διότι τὰ μέμφομαι αὐτὰ καθ’ ἑαυτά, ὡς ἔνοχα. Εἶναι ὑπεράνω αὐτῶν ὁ κεφαλαιοκρατικὸς ζυγός, τοῦ ὁποίου τὰ κόμματα εἶναι τυφλὰ ὄργανα. Εἶναι ὁ κεφαλαιοκρατικὸς ζυγός, ὑπὸ τὸν ὁποῖον στενάζει ὄχι μόνον ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ καὶ πᾶσα ἄλλη χώρα τῆς Οἰκουμένης. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον συμβαίνει, ὥστε ἐπὶ τρεῖς γενεὰς μέχρι σήμερον Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι οὐδεμίαν ἄλλην σημασίαν εἶχέ ποτε ἢ τὴν σημασίαν ὁμίλου ἐπιτηδείων ἡμιανεπτυγμένων ἀνθρώπων ἐντολοδόχων τῆς διεθνοῦς κεφαλαιοκρατίας στηριζόντων τὴν ἰσχύν των ἐπὶ τῆς ἀμαθείας καὶ ἐπὶ τῆς νάρκης τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν αἱ Κυβερνήσεις οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ εἶναι ἢ ὄργανα τῆς κεφαλαιοκρατίας. Ἡ ἅμιλλα αὐτῶν ἦτο ὄχι νὰ προάγωσι τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ διασπαθῶσι τὸν πλοῦτον αὐτῆς. Τὰ πρῶτα συμπτώματα μιᾶς νευρικῆς ἀνησυχίας τοῦ λαοῦ κατὰ τῆς διαγωγῆς ταύτης τῶν πολιτευομένων ἐδόθησαν κατὰ τὸ τέρμα τοῦ 1908, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀτυχῆ ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως τῆς Κρήτης. Πρώτην τότε φορὰν ὁ παραγωγικὸς κόσμος ἐνεφανίσθη ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς ἀξιῶν νὰ μετέχῃ τῆς διευθύνσεως τῶν κοινῶν. Ἀλλ’ ἡ κεφαλαιοκρατία ῥᾳδιουργικώτατα ἀντενήργησε καὶ ἐματαίωσε τὴν ἐκδήλωσιν ταύτην, ἐπιδεξίως στρέψασα τὴν πλάστιγγα ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐνόσῳ οἱ κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν ἀπεριφράστως εἰς τὸν λαὸν ὅτι ἡ πατρίς μας φενακίζεται ἀπὸ τοὺς πλουτοκράτας, εἰς οὐδὲν ἄλλο δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰμὴ ν’ ἀποβαίνωσιν ὄργανα τῆς Πλουτοκρατίας. Οὐδείς ποτε ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ ἠγέρθη νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ζυγοῦ, ὑπὸ τὸν ὁποῖον στενάζουσιν αἱ ἐργατικαὶ τάξεις. Ὑπῆρχε καὶ τὸ κόμμα τῶν κληθέντων Ἰαπώνων. Ἤμην μακρὰν τῆς Ἑλλάδος τότε, ἀλλὰ παρηκολούθησα τὴν δρᾶσίν του. Ἀπὸ τῆς ὁμάδος ἐκείνης πολλοὶ ἤρχιζαν νὰ ἐλπίζωσι τὴν καταστροφὴν τῶν προσωπικῶν κομμάτων πρὸς ὄφελος τῶν παραγωγικῶν τάξεων, ἀλλὰ δὲν ἐβράδυνεν ἡ Πλουτοκρατία νὰ τὴν ἐμπλέξῃ εἰς τὰ δίκτυά της, καὶ τὸ ἔμβρυον πρὶν ἢ ἐνδυναμωθῇ διερράγη ὡς πομφόλυξ. Τὸ πνεῦμα τῆς ἐπαναστάσεως περιεφέρετο ἔκτοτε ἀναμέσον ἡμῶν καὶ ἐλλείψει ὀργάνου κατέφυγεν εἰς τὸν στρατόν, ὁ δὲ λαός, εἴτε διότι εἶχε πίστιν εἰς τὸν στρατόν, εἴτε διότι δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι ἐπιδράσεις καθοδηγοῦσαι αὐτόν, ἐταύτισε τὴν τύχην του μὲ τὴν ἐξέγερσιν τῆς 14ης Αὐγούστου. Κατόπιν διετυπώθη ἡ ὅλη ζύμωσις εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἀνορθώσεως καὶ μετ’ ὀλίγον ἐμφανίζεται ἐπὶ τῆς σκηνῆς ὁ κ. Βενιζέλος, ὡς ἐνσάρκωσις τῆς ἀπαιτήσεως ταύτης. Τώρα θὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς ἐννοῶ ἐγὼ τὴν ἀνόρθωσιν καὶ ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν ὑποστηρίζω τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βενιζέλου. Ἀνόρθωσις, κατ’ ἐμέ, σημαίνει ἱκανοποίησιν τοιαύτην τοῦ ἀντιπλουτοκρατικοῦ πνεύματος, ὥστε νὰ ἐπιβαρυνθῶσι μόνον οἱ πλούσιοι μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας καὶ ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν φόρων ὁ ἐργατικὸς κόσμος. Οὐδένα τῶν ῥητόρων ἐνταῦθα ἠκούσατέ ποτε νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἀνακούφισιν τῶν παραγωγικῶν τάξεων. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐννοῶ τὴν ἀνόρθωσιν, ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐννοῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ. Τὴν ἀνόρθωσιν ταύτην μοὶ ὑπόσχεται ὁ κ. Βενιζέλος, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι πιστεύω εἰς τὰς ὑποσχέσεις του. Θὰ ψηφίσω τὰ μέτρα του, τὰ ὁποῖα θὰ τείνωσιν εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Κεφαλαιοκρατίας, ἀλλὰ θὰ καταψηφίσω πᾶν μέτρον, τεῖνον εἰς ἐνίσχυσιν τῆς Κεφαλαιοκρατίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς παρούσης Βουλῆς, τὸ ὁποῖον προυκάλεσεν ἀκαδημαϊκὰς διαφωνίας μεταξὺ τῶν συναδέλφων μου ἐκ Κεφαλληνίας καὶ ἐμοῦ, εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς κ. Βασιλείου ἀνέφερεν, ἡμεῖς οἱ τρεῖς ἐκ Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης Βουλευταὶ ὑπεβάλομεν ψήφισμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ παροῦσα Συνέλευσις δὲν ὑπόκειται εἰς διάλυσιν· ἀλλά, Κύριοι, τότε ἦτο ἡ πρώτη ἑβδομάς, καθ’ ἣν συνήλθομεν ἐνταῦθα, καὶ πράγματι ἐφρόνουν, ὅτι ἐξελέγησαν ἄνδρες ἔμφρονες, σοβαρῶς σκεπτόμενοι νὰ ἐργασθῶσι καὶ νὰ μεταβάλωσιν ἐκ θεμελίων τὸ ὑπάρχον φαῦλον καθεστώς. Ἡ πεῖρα ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔσχον ἔκτοτε περὶ τῶν ἀτασθαλιῶν τοῦ παρόντος Συνεδρίου, μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἡ διάλυσις αὐτοῦ εἶναι εὐχῆς ἔργον, καὶ φρονῶ ὅτι, ὅσῳ ταχύτερον διαλυθῇ, τόσῳ συμφερώτερον εἶναι διὰ τὸν τόπον. Δὲν ἐκπροσωπεῖ κἂν τὸ ἀντιπλουτοκρατικὸν φρόνημα τῆς χώρας ἡ Συνέλευσις αὕτη, ἀφοῦ εἶναι πλήρης πλουτοκρατῶν, ἀντιδραστικῶν καὶ σοφιστῶν. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, εἶναι ἐρείπια καὶ χάος. Τρεῖς γενεαὶ πολιτευομένων ἔπραξαν ὅ,τι τοῖς ἦτο δυνατόν, διὰ νὰ μεταβάλωσι τὰ ὄνειρά μας εἰς ἐφιάλτας καὶ νὰ ἐξοβελίσωσι πᾶσαν ἐλπίδα ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως. Ὁ κολοφὼν τῆς οὐτιδανότητος αὐτῶν ἦτο ἡ ἀπεμπόλησις τῆς μοναδικῆς εὐκαιρίας, ἣν ἔσχομεν περὶ ἑνώσεως τῆς Κρήτης κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1908, καὶ ἡ ἀπαλλαγὴ τῶν πλουσίων ἀπὸ παντὸς βάρους διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ λαοῦ ἐξηντλήθη, καὶ διὰ τῆς μεγάλης ἐκείνης διαδηλώσεως εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως διετρανώθη ἡ κραυγή· «Ἐρρέτωσαν τὰ προσωπικὰ κόμματα, ἐρρέτω ἡ σκωρία τοῦ παρελθόντος». Ἡ ἐξέγερσις ἐκείνη θὰ μείνῃ ἱστορική, διότι θὰ δικαιολογηθῇ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἅτινα θὰ ῥυθμίσῃ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία συγκαλουμένη ὑπὸ κρείσσονας οἰωνούς. Εἰς τοιαύτην ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν ἀτενίζουσιν αἱ ἐργατικαὶ τάξεις τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἐλπὶς ἑνὸς ἑκατομμυρίου μοχθούντων, ἀδικουμένων καὶ περιφρονουμένων Ἑλλήνων ἐργατῶν εἶναι ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις θὰ δώσῃ τοιαύτην κατεύθυνσιν εἰς τὰ πράγματα ἡμῶν, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ μετατεθῇ ἀπὸ τῆς ὀπισθοπορείας τοῦ πολιτισμοῦ εἰς τὴν πρωτοπορείαν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ· καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐλπίδος ταύτης θὰ δώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. (Χειροκροτήματα).

§105Κ. ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ θέσῃ ἁπλοῦν καὶ καθαρὸν ζήτημα ἐμπιστοσύνης, νὰ μὴ περιλάβῃ δ’ ἐν αὐτῷ τὰς δηλώσεις του τὰς ὑπεχούσας τὴν ἔννοιαν περὶ τῆς διαλύσεως ἢ μὴ διαλύσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Οὕτω δὲ τιθεμένου τοῦ ζητήματος, φρονῶ ὅτι πάντες ἢ οἱ πλεῖστοι τῶν ἀντιπροσώπων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγώ, θὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι ὁ κ. Βενιζέλος εἶναι ὁ πολιτικὸς τῆς ἡμέρας, ὅστις ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ὁδηγήσῃ τὸ κλυδωνιζόμενον ἐθνικὸν σκάφος εἰς ἀσφαλῆ λιμένα, τὸ ὁποῖον ὅλοι εὐχόμεθα καὶ ποθοῦμεν· ἐκτὸς τούτου ἔχει ὁ κ. Βενιζέλος ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τὸν λαόν, ὃν χθὲς εἴδομεν συγκεντρωθέντα πρὸ τῶν Ἀνακτόρων καὶ ὑποβαλόντα θεσπίσματα περὶ τοῦ ποῖος πρέπει νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ λαός, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐξέλεξε τοὺς ἀντιπροσώπους του, ἀνέθετο εἰς αὐτοὺς τὴν ἀντιπροσωπείαν του, οἱ ἀντιπρόσωποι δὲ θὰ ψηφίσωσι κατὰ τὰς πεποιθήσεις των καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων συζητήσεων, διότι ἡ ἀλήθεια προκύπτει ἐκ τῶν συζητήσεων, ἐκ τῆς συγκρούσεως δὲ τῶν γνωμῶν παράγεται ὁ σπινθὴρ τῆς ἀληθείας. Ἡ δύναμις ὅμως τῶν πραγμάτων εἶναι ἀνωτέρα καὶ τῆς λογικῆς καὶ τῆς θελήσεως τῶν ἀτόμων καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν τείνοντα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ πολίτευμα τῶν ἀρχαίων, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ δῆμος συνερχόμενος εἰς τὴν Πνύκα ἐβουλεύετο καὶ ἀπεφάσιζε περὶ τῶν κοινῶν συμφερόντων. Καὶ μήπως δὲν εἴδομεν χθὲς τὸν λαὸν συνελθόντα καὶ διατάσσοντα τὸ Στέμμα καὶ τοὺς Βουλευτὰς ποῖος πρέπει νὰ εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ τίνα ψῆφον πρέπει νὰ δίδωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι; Ἀλλ’ ἐνῷ θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ψῆφον ὅμως ἁπλῆς καὶ καθαρᾶς ἐμπιστοσύνης, διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐξεπλάγην μάλιστα ἀκούσας τὸν κ. Θεοτόκην, ἐντριβῆ περὶ τὰ συνταγματικὰ καὶ κοινοβουλευτικὰ ζητήματα, ὑποστηρίζοντα ὅτι τὸ Στέμμα ἔχει ἀδιακρίτως τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσκληθεὶς εἰς τὰ Ἀνάκτορα, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶπεν ὅτι, ἐὰν τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον χαρακτηρισθῇ ὡς Συνέλευσις Συντακτική, εἶναι ἀπαραβίαστον, ἐὰν δὲ χαρακτηρισθῇ ὡς Ἀναθεωρητική, ὑπόκειται εἰς διάλυσιν. Μέχρι σήμερον, Κύριοι, δὲν ἐδόθη ἆρά γε οὐδεὶς χαρακτηρισμὸς εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην; Ἀπαντῶ, ὅτι ὁ χαρακτηρισμὸς ἐδόθη, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις· ἐκλήθημεν ὡς διπλῆ Βουλή, ὅπως ἀναθεωρήσωμεν τὰς συνταγματικὰς ἐκείνας διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡ τελευταία Βουλὴ διὰ τῆς γνωστῆς ἐκείνης πράξεώς της καθώρισεν. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅμως ἡ Συνέλευσις διῃρέθη εἰς δύο μερίδας, εἰς συντακτικοὺς φρονοῦντας ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις περιλαμβάνει τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Σώματος καὶ εἰς ἀναθεωρητικούς. Οἱ ὀπαδοὶ δὲ τῆς Ἀναθεωρητικῆς διῃρέθησαν εἰς δύο ἀποχρώσεις· εἰς τοὺς ἰσχυριζομένους, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ πρᾶξις τῆς τελευταίας Βουλῆς καθώρισε, καὶ εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῶν ὁρίων ἐκείνων. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Δραγούμης, Πρόεδρος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ Διαγγέλματος καὶ ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου προκύπτει, ὅτι δὲν ἀποκλείονται οἱ ἀντιπρόσωποι ἵνα ἐπεκτείνωσι τὰ ὅρια τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ πέρα τῆς ἐντολῆς· ὁ δὲ κ. Ῥάλλης, ἐρωτηθεὶς τίνα ἰδέαν ἔχει περὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος, ἀπήντησε: «τὸ θεωρῶ σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ καὶ δώσῃ μίαν λύσιν». Δὲν ἐνόει προδήλως ὁ κ. Ῥάλλης, ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα ἄρθρα περὶ λύσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὅτι ἡ Συνέλευσις ὡς ἀσκοῦσα νομοθετικὴν ἐξουσίαν θέλει ἐπιληφθῆ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὅλοι ὅσοι παρῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, συντακτικοὶ καὶ ἀναθεωρητικοί, ἀνεγνώρισαν ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἐναντιοφωνίας, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Σῶμα νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα, ἀθίκτου τηρουμένης τῆς μορφῆς αὐτοῦ, νὰ ἀσκήσῃ δὲ καὶ ἔργα νομοθετικά· ἀφοῦ δὲ τοιαύτην ἀνεγνώρισαν ἐξουσίαν εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀφοῦ καὶ συντακτικοὶ καὶ ἀναθεωρητικοὶ εὑρέθησαν σύμφωνοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει κυριαρχικὴν ἐξουσίαν, δὲν ὑπάρχει λόγος διαιρέσεως εἰς συντακτικοὺς καὶ ἀναθεωρητικούς. Τὸ ὄνομα τὸ ἁρμόζον εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο εἶναι Ἐθνοσυνέλευσις, διότι μόνον ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἔχει κυριαρχικὴν ἐξουσίαν. Ἡ Συνέλευσις αὕτη ἐκλήθη ὡς διπλῆ Βουλή, ἵνα ἀναθεωρήσῃ ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Πῶς παρέβη τὴν ἐντολὴν αὐτήν; Πῶς ὅλοι ἀπεφάνθησαν, ὅτι εὐρυτάτην ἔχει τήν τε ἀναθεωρητικὴν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν; Διότι μόνον ὡς Ἐθνοσυνέλευσις κέκτηται τὸ δικαίωμα νὰ μεταρρυθμίσῃ τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας ὡς καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει ἀπέλθει. Ἐν τῇ ἰδίᾳ ἀμηχανίᾳ εὑρέθη ἡ Γαλλία, ὡς καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἀνέφερα, κατὰ τὴν σύγκλησιν τῶν γενικῶν τάξεων. Εἶχον κληθῆ τότε αἱ τάξεις μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ψηφίσωσι φόρους καὶ ἐξεύρωσι χρηματικοὺς πόρους πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος· οἱ ἀντιπρόσωποι ὅμως τῶν τάξεων, κατορθωθείσης τῆς ἑνώσεως αὐτῶν, παρέβησαν τὴν ἐντολὴν καὶ προέβησαν εἰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι κατέστησαν τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην τὴν ἐνδοξοτέραν πασῶν, ὡς προβᾶσαν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ σαθροῦ καθεστῶτος καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν νέου, ἐρειδομένου ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἰσότητος, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Ἐπικρινόμενοι δὲ οἱ πρωτοστατήσαντες εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς νέας Πολιτείας ἀντιπρόσωποι τῆς τρίτης τάξεως καὶ ἐπερωτώμενοι ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ κλήρου ἐν τίνι δικαιώματι ὑπερβάντες τὴν ἐντολὴν προέβησαν εἰς τοιαύτας πράξεις ἀπήντησαν: ἐν τῷ δικαιώματι, δι’ οὗ μᾶς περιέβαλεν ὁ λαός. Ὁ λαὸς δὲν ἀπέστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα, διὰ νὰ ψηφίσωμεν φόρους καὶ νὰ καλύπτωμεν ἐλλείμματα! Καὶ μέχρι σήμερον οἱ πολῖται ἐγκρίνουσιν, ἐπιδοκιμάζουσι καὶ ἐπευφημοῦσι τὰς πράξεις ἡμῶν. Οἱ ἀντιπρόσωποι ὅμως τῆς Γαλλίας προέβησαν εἰς τὸ ἔργον τῶν ῥιζικῶν μεταβολῶν, ἀφοῦ προηγουμένως ἔδωκαν εἰς τὴν πολυάριθμον ἐκείνην ὁμήγυριν τὸ ὄνομα «Ἐθνοσυνέλευσις». Ἡμεῖς ὅμως χαρακτηρίσαντες τὸ Σῶμα τοῦτο ὡς Ἐθνοσυνέλευσιν εὑρισκόμεθα εἰς καλλιτέραν θέσιν, διότι οὐδεὶς ἐπαρουσιάσθη ἀντιλέγων. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶναι ἐξουσία ἀνωτέρα τῆς τε ἐκτελεστικῆς καὶ νομοθετικῆς· ἀφ’ ἑαυτῆς δὲ ῥυθμίζει τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας της καὶ κρίνει περὶ τοῦ χρόνου τῆς περατώσεως τῶν ἐργασιῶν της. Ἀπεριόριστος ἦτο ἄλλως καὶ ἡ δοθεῖσα ἡμῖν ἐντολή. Τίς λοιπὸν δικαιοῦται νὰ διαλύσῃ μίαν Ἐθνοσυνέλευσιν; Τὸ Στέμμα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ δὲν τὸ ἔχει, διότι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἐξουσία ἀνωτέρα τῆς ἐκτελεστικῆς· διότι τὸ Στέμμα κατὰ τὸ Σύνταγμα μόνον τὴν Βουλὴν δικαιοῦται νὰ διαλύσῃ, οὐχὶ δὲ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Μόνον τὴν ἐπιθυμίαν Αὐτοῦ δύναται νὰ διαγγείλῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν ταύτην ἀντιπροσωπείαν, ὅπως περατώσῃ τὰς ἐργασίας της, ἐὰν ἤθελε κρίνει ὅτι αὗται ὑπὲρ τὸ μέτρον παρατείνονται. Ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξουσία ὑπερτέρα τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀναχωροῦντες οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Γαλλίας οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα τοῦ 1848 περιέλαβον ἐν αὐτῷ αὐστηροτάτην διάταξιν περιεχομένην ἐν τῷ ἄρθρῳ 68, ὅπερ ἔχει ὡς ἑξῆς: Πᾶν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας διαλύει τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἀναβάλλει τὰς ἐργασίας της, ἢ παρεμβάλλει πρόσκομμα εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐντολῆς της, εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης προδοσίας. Μόνον διὰ τῆς πράξεως ταύτης καθίσταται ἔκπτωτος, οἱ δὲ πολῖται ὀφείλουσι νὰ ἀρνηθῶσιν ὑπακοήν. (Χειροκροτήματα).

§106ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τοῦ Σαββάτου ἔδωκα ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι αὕτη ἐδήλωσεν, ὅτι ἐδέχετο ψῆφον, ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος περὶ τοῦ ἂν τὸ Στέμμα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Κατόπιν ὅμως τῶν σημερινῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑποστηρίζοντος καὶ ἀπὸ θεωρίας καὶ ἀπὸ πολιτικοῦ ἀκόμη συστήματος ὅτι τὸ Στέμμα ἔχει ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, διαφωνῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μεταβάλω γνώμην καὶ νὰ ἀρνηθῶ εἰς αὐτὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι κατὰ τὴν σαφεστάτην ἔννοιαν τοῦ ἄρθρ. 107 τοῦ Συντάγματος δικαίωμα διαλύσεως δὲν ἔχει τὸ Στέμμα καὶ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τοῦτο μὲν διότι τὸ ἄρθρ. 107 ἔχει τὴν λέξιν «διαλύεται» χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὸν Βασιλέα, τὸ δὲ διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἐξ ἀναλογίας ἡ ἐπέκτασις τοῦ προνομίου τοῦ Στέμματος καὶ ἐπὶ τῆς διπλῆς Βουλῆς, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ὅλως ἄλλου Σώματος καὶ ὄχι περὶ Βουλῆς. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863 δὲν ἐσκέφθη νὰ ὑποτάξῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν μάχαιραν τῆς Βασιλείας, ἥτις ἠδύνατο νὰ ὑποτάξῃ τὸ Σῶμα καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ πειθήνιον εἰς τὰ νεύματα Αὐτῆς. Καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τοῦτο, ὅτε ὁ εἰσηγητὴς τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὡμολόγησε προχθὲς ὅτι πρόκειται περὶ ἄλλου Σώματος, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἄλλον σκοπὸν παρὰ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἔχει δικαίωμα τὸ Στέμμα νὰ διαλύσῃ τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, καὶ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι πιέζεται ἡ Συνέλευσις νὰ δηλώσῃ γνώμας, ἃς δὲν ἔχουσιν οἱ κ. κ. Βουλευταί, διὰ τὸν λόγον τοῦτον δηλῶ, ὅτι θέλω καταψηφίσει τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θ’ ἀρνηθῶ εἰς αὐτὴν τὴν ζητουμένην ψῆφον ἐμπιστοσύνης.

§107ΙΩ. ΡΑΛΛΗΣ. Θεωρῶ ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ δικαιολογήσω καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου διὰ βραχέων, τοῦτο δέ, διότι, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἡ ψῆφός μου δὲν θὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ψῆφον, ἣν θέλει δώσει τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω (διότι ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι πρέπει νὰ ἀνήκῃ τις εἰς κόμμα, διότι ἄλλως τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα μεταβάλλεται εἰς ὀχλοκρατίαν). Καὶ θὰ δώσω ψῆφον, ὡς ἔλεγον, διάφορον πρὸς τὴν ψῆφον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, διότι τὸ κόμμα τοῦτο θέλει, νομίζω, ἀρνηθῆ ψῆφον, ἐνῷ ἐγὼ ἀνεπιφυλάκτως θέλω καταψηφίσει τὴν Κυβέρνησιν.

§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.

§109ΙΩ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα οἱ φρονοῦντες ὅτι ἡ ἄρνησις ψήφου εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ καταψηφίζειν. Ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ὄχι, πρὸ πάντων μάλιστα ἐν τῇ παρούσῃ περιπτώσει. Καὶ ὀφείλω καὶ τοῦτο νὰ προσθέσω, ὅτι θέλω πράξει ἀντιθέτως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον πράξει τὴν ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου, διότι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως αἱ ἀκουσθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μοὶ ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταψηφίσω Κυβέρνησιν, ἧς ἡγεῖται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει τὸ παράδειγμα τῆς περιφρονήσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν νομίμων (ἀριστερόθεν φωναί· Εὖγε, εὖγε). Διότι εἶναι περιφρόνησις τῶν κοινοβουλευτικῶν νομίμων ἡ φωνὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀλίγου, κατὰ τὴν ὁποίαν Βουλευταί, οἵτινες προχθὲς εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ψηφίσωσιν ὑπὸ ἐπιφύλαξιν, Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταψηφίσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὤφειλον ἐντὸς 48 ὡρῶν νὰ μεταβάλωσι τὰς πεποιθήσεις αὑτῶν, νὰ συρθῶσιν ὄπισθεν τοῦ ἅρματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μόνον διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπεδείχθη τὸ φόβητρον τῆς διαλύσεως.

§110Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Οὐδεὶς μετέβαλε τὰς πεποιθήσεις του.

§111ΙΩ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι δὲν μετέβαλέ τις τὰς πεποιθήσεις του, διότι ἕκαστος ἔχει ἀλλοίαν ἀντίληψιν τῆς ἀξιοπρεπείας του, ἀλλοίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οὐδεμία ἀπειλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαναγκάσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν γνώμην προχθὲς ἀκόμη ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ δώσωσι ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωσι τοιαύτην ὑπὸ ἐπιφύλαξιν, νὰ δώσωσιν ἤδη ψῆφον ἄνευ ἐπιφυλάξεως μόνον καὶ μόνον διότι ὑπάρχει κίνδυνος διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον λόγον θέλω καταψηφίσει τὴν Κυβέρνησιν· διότι φρονῶ, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ὑπεύθυνος Σύμβουλος τοῦ Στέμματος ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, πρέπει τὸ ταχύτερον νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως. Ὀρθῶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Πωλογεώργης, ὅτι ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει Βασιλεὺς ὑπεύθυνος, ὑπάρχει Κυβέρνησις ὑπεύθυνος, ἐφ’ ὅσον δὲ τοῦτο εἶναι βέβαιον καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο λόγον περὶ τοῦ Βασιλέως καὶ περὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ Βασιλέως, καὶ τοῦτο ὡς ἰδεῶν μὴ ἀντιπροσωπευουσῶν τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἰδέας. Ἂν ἡ κοινὴ γνώμη κατὰ τὴν πεποίθησιν τοῦ ὑπευθύνου Συμβούλου τοῦ Βασιλέως εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἐκπεφρασμένην γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐκφρασθεῖσαν, ὡς ἀντελήφθη αὐτὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις προχθὲς ἀκόμη, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, τότε διατί ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς χρήσεως τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως, δὲν ποιεῖται χρῆσιν τοῦ προνομίου τούτου; Διατί δὲν εἰσηγεῖται ταῦτα εἰς τὸν Βασιλέα, καί, ἂν εὑρεθῇ σύμφωνος πρὸς αὐτόν, δὲν δημοσιεύει τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως; Ἂν δὲ τοὐναντίον, διατί δὲν παραιτεῖται; Μὴ πράττουσα τοῦτο ἐξέρχεται τῶν κοινοβουλευτικῶν νομίμων, καὶ ἐξερχομένη τούτων ἀποδεικνύει ὅτι οὐδεμίαν τῶν ἐπαγγελιῶν, ἃς προχθὲς ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, θέλει ἐκτελέσει, ὅτι δὲν θέλει ἐπαναφέρει τὴν τάξιν, ἥτις ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου δὲν ὑφίσταται, ὅτι τοὐναντίον θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς ἀναρχίας, διὰ τῆς τελείας καταπατήσεως, τῆς καταφώρου, τῶν κοινοβουλευτικῶν νομίμων, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ τελευταία ἐπανάστασις, κατὰ τύπους τοὐλάχιστον, ἐσεβάσθη.

§112Κ. ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι συνάδελφοι, ἵνα δικαιολογήσω τὴν διαφωνίαν, ἡ ὁποία ἐνεφιλοχώρησε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου κ. Δρακούλη, ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἀπὸ προχθές, ὅτε συνεζητοῦντο τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνεζητοῦντο, μοὶ ἐφάνησαν πολὺ παράδοξα ὅσα ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω πῶς ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ἣν ἔννοιαν ἀπαιτεῖ αὕτη, ὅτε τὸ θεμελιῶδες στοιχεῖον τῆς ὡς ἐμπρέπει γνώμης τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, τουτέστι τὴν ἐλευθερίαν περὶ τὸν σχηματισμὸν αὐτῆς, αὐτὴν τὴν ἠρνεῖτο εἰς ἡμᾶς, διότι βεβαίως ἠρνεῖτο ἐλευθερίαν γνώμης εἰς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Κρήτης πολιτευτοῦ, ἀξιοῦσα νὰ συνδέσωμεν τὴν περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς συναίνεσίν μας μὲ γνώμας πολιτικάς, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐννοοῦμεν νὰ ἔχωμεν ἐλευθερίαν γνώμης. Δὲν ἦτο δέ, φρονῶ, ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέση ἡμᾶς εἰς δύσκολον θέσιν, νὰ ἐγκαταλείψωμεν πολιτικὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἔχομεν, χάριν ἄλλων γνωμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἤδη ἐδηλώσαμεν ὅτι θὰ προσχωρήσωμεν. Σήμερον δὲ ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω, ὅτι ἔτι μᾶλλον ἐμμένω εἰς τὰς γνώμας ἐκείνας, εἰς τὴν ψῆφον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ αἱ σημεριναὶ δηλώσεις καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν χθὲς καὶ σήμερον, ἐπιβάλλουσιν εἰς ἐμὲ νὰ πράξω τοῦτο, καὶ δὲν μὲ πτοεῖ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε εἶπεν, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Μάλιστα, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀμφισβητήσω καὶ τὰ δύο ταῦτα....

§113Μ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ. Ἆ! Ὄχι.

§114Κ. ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. ... νὰ ἀμφισβητήσω ταῦτα οὐχὶ ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους ἐκείνου ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ μᾶς ἀπασχολεῖ. Διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ ὑπ’ αὐτὸν Κυβέρνησις ἔρχονται ἐνταῦθα μὲ μίαν σημαίαν, τὴν σημαίαν τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Συνέδριον τοῦτο εἶναι Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ συνελθοῦσα νομίμως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ἐρωτῶ: Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη καὶ τοῦ Βασιλέως; Πᾶν τοὐναντίον. Ὁ Βασιλεὺς εἰς ἀνταποκριτὴν Εὐρωπαϊκῆς ἐφημερίδος εἶπε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ ἤμην», λέγει ὁ Βασιλεύς, «ἐναντίον τῆς συγκλήσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως μετὰ μίαν μόνην διάλυσιν, καὶ εἶμαι καὶ σήμερον ἀκόμη κατὰ τῆς γενομένης παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος». Ὅτε, Κύριοι, ὁ Βασιλεὺς ταῦτα λέγει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης Του ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἡ ὁποία ἔρχεται μὲ ἀντίθετον πρόγραμμα; Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, πρό τινων ἐτῶν, ὅτε ἐκλήθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν Ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, ἠρνήθη νὰ πράξῃ τοῦτο, μέχρις ὅτου δὲν διεψεύδοντο ὅσα εἶπε περὶ τῶν λόγων τοῦ Βασιλέως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀπεδοκιμάζετο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἡ πορεία ὅλων τῶν πρὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτοῦ Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ οὐ μόνον πρὸς τὸ Στέμμα διαφωνεῖ—καὶ νομίζω ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλλει νὰ μὴ εὑρίσκηται εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸν Βασιλέα—οὐ μόνον, λέγω, πρὸς τὸ Στέμμα διαφωνεῖ κατὰ τοῦτο τὸ θεμελιῶδες ζήτημα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν κοινὴν γνώμην. Ἐχαρακτηρίσθη ἡ ἐκλογὴ τῆς 8ης Αὐγούστου ὡς δημοψήφισμα ὑπὲρ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κρήτης πολιτευτοῦ· ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κρήτης πολιτευτὴς ἐπανελθὼν ἐξ Εὐρώπης εἶπε· «Μὰ ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ παμβενιζελισμός;» Καὶ δικαίως εἶπε τοῦτο, διότι ἐκ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8ης Αὐγούστου δὲν γνωρίζω ἂν ἐξελέγησαν Βουλευταί, παρακολουθοῦντες αὐτόν, περισσότεροι τῶν 20–25. Σημειώσατε, ὅτι, ὅπως αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε προχθές, ἡ κοινὴ γνώμη μόνον διὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἐκδηλοῦται. Καὶ βεβαίως ἡ κοινὴ γνώμη μόνον διὰ τοῦ Κοινοβουλίου ἐκδηλοῦται, μολονότι δὲν ἀποκλείεται τὸ γεγονός, νὰ ἔχωσιν οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀντίθετον πρὸς τοὺς πολίτας γνώμην, ἀλλὰ τότε ἓν ἐπιβάλλεται, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν, ἡ χρῆσις τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως σήμερον. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν κατ’ ἐμὲ νὰ γίνῃ χρῆσις ταύτης, οὐ μόνον διότι ἡ Συνέλευσις αὕτη εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις, διὰ λόγους ἐπιστημονικοὺς καὶ διὰ λόγους πραγματικούς, ἐπειδὴ δηλονότι καὶ τὰ γνωστὰ γεγονότα, ὅπως ἐξειλίχθησαν, ἤγαγον τὴν Συνέλευσιν ταύτην κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε παρήγαγον αὐτὴν ὡς Συνέλευσιν ἐπαναστατικήν, Συνέλευσιν Συντακτικήν, ἀλλὰ καὶ διότι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρ. 107 τοῦ Συντάγματος, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέλθῃ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ὄχι διότι εἶναι δύσκολον νὰ συγκληθῇ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ κατὰ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ὁ οὐσιαστικὸς ὅρος, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα, ὁ δὲ οὐσιαστικὸς ὅρος εἶναι ἡ διάκρισις τῶν θεμελιωδῶν ἀπὸ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων. Ἀλλά, ἐνῷ ποιεῖται τὴν διάκρισιν ταύτην, δὲν ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ποῖαι αἱ μὴ θεμελιώδεις. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἀναφέρει τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ οὔτε τοὐλάχιστον ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ ἡ ἁρμοδία νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις καὶ ποῖαι αἱ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις. Λαμβάνων δ’ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ τὸ ἄρθρ. 110 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ πᾶς πολίτης ὑποχρεοῦται νὰ τηρῇ τὸ Σύνταγμα, ἐρωτῶ, ἐὰν μία Βουλὴ ἢ ἓν Δικαστήριον ἀποφανθῇ, ὅτι διάταξίς τις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἢ δὲν εἶναι θεμελιώδης, τίς θὰ ἐμποδίσῃ ἄλλην Βουλὴν ἢ ἄλλο Δικαστήριον νὰ ἐκφράσωσιν ἀντίθετον γνώμην;

§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος;

§116Κ. ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. Καὶ διότι λοιπὸν φρονῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατος συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος ἡ σύγκλησις Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη εἶναι Συντακτικὴ καὶ μόνον Συντακτικὴ δύναται νὰ εἶναι. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου φρονῶ ὅτι, καὶ Ἀναθεωρητικὴ ἂν ἦτο, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ χρῆσις κατ’ αὐτῆς τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀναθεωρητικὴ αὕτη Βουλὴ συνέρχεται μὲν καὶ ἐργάζεται αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἄνευ τινὸς ἀναμίξεως τοῦ Βασιλέως, δὲν ἔχει δ’ ἔτι περατώσει τὰς ἐργασίας αὑτῆς, τὴν ἀναθεώρησιν δηλαδὴ τῶν ἄρθρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀναθεωρηθῶσιν. Διὰ τούτους τοὺς λόγους, Κύριοι, ἐγὼ ἔδωκα ψῆφον δυσμενείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μολονότι τὴν Κυβέρνησιν ταύτην δὲν ἀρνοῦμαι νὰ ὑποστηρίξω. Ἐὰν ἐτίθετο καθαρῶς ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτήν, τότε θὰ ἔδιδον ὑπὲρ αὐτῆς ψῆφον. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ὑπερψηφίσω αὐτῆς, ὅτε τὸ ζήτημα τίθεται, ὡς ἐτέθη, συνδεδεμένον δηλ. μὲ τοιαύτας γνώμας πολιτικάς, μὲ τοιαῦτα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ ἰδίας πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας φρονῶ ὅτι εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῇ νὰ θυσιάσωμεν διότι τὸν συμφέρει. Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω ὅτι, ὅπως προχθές, καὶ σήμερον θὰ δώσω ψῆφον δυσμενείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.

§117Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, γῆν ὁρῶμεν τέλος. Ἰδοὺ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ὀλισθήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἰς ὃ κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ὑπέπεσεν. Καὶ τότε ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ ἡ ἀπορία πῶς ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου τῶν συντακτικῶν, ὅπου πλεῖστοι ὅσοι καὶ ἐντριβεῖς καὶ μαχηταὶ τοῦ λόγου εἶναι, δὲν ἀντελήφθησαν τὸ ἔδαφος, ὅπερ παρείχετο εἰς αὐτοὺς πρὸς πλήρη ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπεδίωκον, καὶ ἠπόρουν, Κύριοι, πῶς οἱ τῆς πτέρυγος ἐκείνης δὲν ἐπελαμβάνοντο τῆς εὐκαιρίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναιτίως, ἄνευ λόγου, ἄνευ ἀφορμῆς παρέσχε, ἵνα ἀναλάβωσι τὸν ἀγῶνα καὶ φέρωσιν εἰς πέρας τὸν σκοπὸν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι τὸ ὀλίσθημα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκ νέου ὑπέπεσεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν νέων του δηλώσεων, δίδει καὶ πάλιν τὸ δικαίωμα εἰς ὑμᾶς νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῆτε, διότι καὶ τὴν ὑμετέραν δήλωσιν ὅτι θὰ ἔλθητε ἐπίκουροι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν δηλώσεών του δὲν ἀποδέχεται, ὡς μὴ ἐμπρέπουσαν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο πράττων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπομακρύνει ἀφ’ ἑαυτοῦ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὴν διάθεσιν νὰ ἀνεχθῶσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι νὰ ἀνεχθῶσιν, ἀλλὰ νὰ κρατήσωσιν αὐτὴν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἵνα τὰς ἐπαγγελίας της, τὰς μετὰ τοσούτῳ θορυβώδους τρόπου εἰς τὸν λαὸν ἐξαγγελθείσας πραγματοποιήσῃ. Ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· σήμερον τί μέλλει νὰ συμβῇ; Σήμερον μετὰ τὴν ψῆφον τὴν δυσμενῆ, τὴν ὁποίαν ἡ μερὶς τῶν Θεσσαλῶν, ἡ μερὶς τῶν ἑτέρων συντακτικῶν....

§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς προεξοφλεῖτε τὴν γνώμην τῶν Θεσσαλῶν;

§119Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Οὕτω πως νομίζω. Ἀλλὰ μὴ τοῦτο μόνον συμβαίνει; Καὶ μὴ δὲν ἔρχεται πλέον εἰς τὸν νοῦν ἑκάστου ἐξ ἡμῶν τῶν ἐνταῦθα παρακαθημένων νὰ σκέπτηται, καὶ ἐὰν εἶναι ἀναθεωρητικός, ἂν πρέπει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν; Φρονῶ ὅτι ἡμεῖς, ἀφ’ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ ἔλαβε τὴν ἰδιαιτέραν συνέντευξιν μετὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν σύμφωνοι εἰς τὸ ἀνακοινωθὲν πρὸς Αὐτὸν πρόγραμμα, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡμεῖς μέχρι σήμερον στερούμεθα καὶ τῶν στοιχείων ἀκόμη, ὁ δὲ Βασιλεὺς ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο μέχρις ἐσχάτων ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν, φρονῶ ὅτι ἡμεῖς καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀπωλέσαμεν πᾶν δικαίωμα ὑπάρξεως ἐνταῦθα, καὶ ἀπωλέσαμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι ἐκ τοῦ τρόπου ἐκείνου κατελύθη ἡ ὕπαρξίς μας, διότι πρὸς ἡμᾶς τοὺς ὑπευθύνους ἀπέναντι τοῦ λαοῦ ἢ πρὸς ἡμᾶς ὑπεύθυνος οὖσα Κυβέρνησις οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἐξήγγειλεν, ἀλλὰ μετὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος σκεπτομένη καὶ καθορίζουσα τὸν τρόπον τῆς ἀνορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων ἐν τῷ Κράτει, μετ’ Αὐτῆς θέλει νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο. Ἀλλὰ καὶ μόνον τοῦτο ἦτο τὸ ὀλίσθημα τῆς Κυβερνήσεως — καὶ ὄχι τὸ ὀλίσθημα, ἀλλὰ τὸ ἁμάρτημα —, τὸ ὁποῖον εἰς πάντα κοινοβουλευτικὸν ἄνθρωπον, εἰς πάντα, ὅστις ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ἐκ τῶν συμπολιτῶν του νὰ προστατεύσῃ τὰ κείμενα καὶ τοὺς συνταγματικοὺς νόμους, μόνον αὐτὸ τὸ ζήτημα γεννᾷ τὴν ὁδὸν τῆς μεταστροφῆς τῶν πραγμάτων; Ὄχι, Κύριοι! Ἡ μέχρι σήμερον πολιτεία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τοιαύτη, ὑπῆρξε πολιτεία αὐθαίρετος, ὑπῆρξε πολιτεία, ἡ ὁποία, ἐὰν δὲν ἐκδηλοῦται, ἔχει ὅμως πολλὰ στοιχεῖα ἐν αὐτῇ τοῦ δικτατωρισμοῦ, καὶ ἔχει καὶ ἕτερα στοιχεῖα ἀκόμη, ἔχει τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἄλλοι Πρωθυπουργοὶ τῶν παλαιῶν ἐποχῶν πρὸς τὸν λαὸν μετεχειρίζοντο· ἔχει τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, λέγω, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ ἐπιρρίπτωσι τὴν μομφήν, θέλουσι νὰ ἐπιρρίπτωσι τὰς εὐθύνας τῶν σφαλμάτων εἰς τοὺς ἄλλους. Καὶ ὅτε ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐξαγγέλλει ὅτι συνώμοσαν τὰ κόμματα, διὰ νὰ ἐπιφέρωσι τὴν δυσχέρειαν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ὑπέπεσε, παραδοξότερον ὅλων ἐν τῇ παρούσῃ Κυβερνήσει εὑρίσκω τὸν ἀξιότιμον τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ καὶ διαμαρτυρόμενος ἤλεγξε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα καὶ ἀνεφώνησεν: «ὄχι τὰ συνταγματικά, ἀλλὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ τοὺς κοινοβουλευτικοὺς τρόπους».

§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.

§121Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης: ἦτο τρόπος κοινοβουλευτικὸς αὐτός, κατὰ τὸν ὁποῖον μόνον ὁ Μεγαλειότατος γνωρίζει τί μέλλει νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; Καὶ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν Μεγαλειότατον ἔχει περισσοτέραν εὐθύνην ἢ πρὸς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτάς, τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ; Καὶ μόνον τοῦτο, Κύριοι; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποτεινόμενος πρὸς τὸ Κοινοβούλιον ὁμιλεῖ πρὸς ὡρισμένην ὁμάδα καὶ λέγει: πρὸς σᾶς ἀποτείνομαι τοὺς ἀναθεωρητικούς. Ἀλλ’ ἐγνώριζεν ἆρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀναθεωρητικοί, διότι καὶ ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν τὸ λαϊκὸν φρόνημα, καὶ ἴσως περισσότερον πολλῶν ἐνταῦθα καθημένων; Βεβαίως οὐχί, καὶ διὰ ταῦτα πάντα, κύριοι Βουλευταί, τὴν εὐθύνην παντὸς συμβησομένου ἀναλαμβάνων, δηλῶ ἐπισήμως ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης κηρύσσομαι συντακτικὸς καὶ θέλω πράξει τὸ καθῆκόν μου ὡς συντακτικός.

§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία, ψηφοφορία.

§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλω δώσει ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι ἐμμένω εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην κατὰ τὴν συνεδρίαν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου.

§124Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Συμφώνως μὲ τὰς σκέψεις, ἃς ἐξέθηκα πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίαν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, θέλω ἀπόσχει τῆς ψηφοφορίας παραμένων ἐν τῇ αἰθούσῃ διὰ τὴν ἀπαρτίαν. Λυποῦμαι δέ, διότι αἱ σκέψεις ἐκεῖναι μοὶ ὑπαγορεύουσι νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι ποτὲ δὲν μετῆλθε Πρόεδρος Κυβερνήσεως τὴν ἀνευλαβῆ γλῶσσαν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, τὴν ὁποίαν μετῆλθεν ὁ σήμερον Πρωθυπουργός.

§125ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν ὀνόματι τῶν φίλων, τῶν ὁποίων διερμηνεύω τὰς γνώμας, ὅτι κατόπιν τῶν σημερινῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες ἐπέτειναν ἔτι μᾶλλον τὰς προχθεσινὰς δηλώσεις, κατόπιν τῶν θεωριῶν καὶ γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀντιτάσσονται ἄρδην πρὸς τὸ συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν καθεστώς, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταψηφίσωμεν τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως.

§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Σλῆμαν. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Σλῆμαν ἔχει οὕτως: «Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναί...

§127Δ. Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τῆς προτάσεως, κύριε Πρόεδρε.

§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία.

§129Δ. Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἤρχισε. Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ψῆφον ἀνεπιφύλακτον, κατόπιν τῶν ἐπακολουθησασῶν δηλώσεων τῶν ἀξιοτίμων ἀρχηγῶν τῶν τριῶν κομμάτων, κατόπιν τῶν ἀλλεπαλλήλων δηλώσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων συντακτικῶν, νομίζω ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐγένετο καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀναγνωρίσῃ τοῦτο καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν.

§130Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην του ἀνεξάρτητον ἀπὸ κάθε ἄλλην γνώμην καὶ ὀφείλει νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Τί πράγματα εἶναι αὐτά;

§131Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Εἰς ψηφοφορίαν, κύριε Πρόεδρε.

§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σλῆμαν λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.

§133Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Καλούμενος νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου δηλῶ, ὅτι παρέχω ταύτην εὐμενῆ ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ χάριν τῶν κρισίμων ἐθνικῶν περιστάσεων καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ἁπλῆς ἐμπιστοσύνης, ἀσχέτως πρὸς τὰς γεγομένας δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.

§134Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ σημεριναὶ κρισιμώταται καὶ ἀπὸ ἐσωτερικῆς καὶ ἀπὸ ἐξωτερικῆς ἀπόψεως περιστάσεις τῆς πατρίδος ἐπιβάλλουσιν ἐπιτακτικῶς τὴν παραμονὴν καὶ τὴν διατήρησιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως εἰς τὴν τῶν κοινῶν διεύθυνσιν, διὰ τοῦτο λέγω ναί.

§135Κ. ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗΣ. Συμφώνως πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ ψηφίζω πρότασιν ἁπλῆς καὶ καθαρᾶς ἐμπιστοσύνης λέγων ναί.

§136ΜΑΝ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἐπειδὴ ἐξετέθην μὲ σημαίαν συντακτικήν, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶναι ἀναθεωρητική, διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὰς πολιτικὰς ἰδέας καὶ καταψηφίζω αὐτήν.

§137Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῶ τὸ παράπαν ἀπὸ τὴν δήλωσιν, ἣν ἔκαμον εἰς τὴν προχθεσινὴν ψηφοφορίαν, λέγω ναί.

§138ΑΝΤ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Καίτοι διίσταμαι πρὸς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ διαλυτοῦ τοῦ Σώματος, ἐν τούτοις ψηφίζω ναί.

§139Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ψήφου ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν διετύπωσα, λέγω ναί.

§140Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κυβέρνησιν διανοηθεῖσαν, ἐν συμπνοίᾳ μετὰ τοῦ Στέμματος, πραξικόπημα κατὰ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καταψηφίζω λέγων ὄχι. (Ἀποδοκιμασία ἐκ λαϊκοῦ θεωρείου. Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ).

§141Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Φέρετε τὴν εὐθύνην σεῖς, κύριε Πρόεδρε, δι’ αὐτά.

§142Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ποῦ εἶναι ὁ ἀξιωματικὸς νὰ συλλάβῃ τὸν αὐθάδη;

§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζετε ὅτι ἡ ἀστυνομία τοῦ Βουλευτηρίου ἀνήκει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον. Μὴ θέλετε νὰ μὲ καταστήσητε ὑπεύθυνον.

§144ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδέποτε διετέθη ἐκ προνοίας τῆς Κυβερνήσεως τόση δύναμις πρὸς φύλαξιν τοῦ Βουλευτηρίου.

§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα τὴν ἐκκένωσιν τοῦ θεωρείου. Καθίσατε κύριοι Βουλευταί, εἰς τὰς θέσεις σας. (Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Πολυγένους καὶ Κ. Σταμούλη, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ κατὰ τὸ ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας:)

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κωνσταντῖνος Τρικούπης Ν Ἰωάν. Καλούτσης
Νικόλαος Α. Στράτος Ν Ἀλ. Παπαναστασίου Ν
Ἀλ. Γαρδικιώτης Γρίβας Ν Σπυρ. Τσαγκάρης Ν
Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Γ. Μινόπουλος
Ξενοφ. Μαυρομμάτης Ν Θεόδ. Ζέρβας
Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Ν Δ. Πλαπούτας Ν
Λεωνίδας Δεληγεώργης Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος
Περ. Σισμάνης Στέφ. Σακελλαριάδης παρὼν
Ἐπ. Σουλτάνης Ν Χαρ. Στασινόπουλος Ν
Ἰωάν. Στάϊκος Ο Παν. Σπυράκης Ο
Γ. Μακρυκώστας Ἀριστ. Ἀντωνόπουλος Ν
Ἰωάν. Φαρμάκης Ν Γ. Παπαπετρόπουλος
Νικόλ. Παπαϊωάννου Ν Παν. Δεληβοριᾶς
Δ. Κατσᾶνος Ο Θ. Πέρρος Ν
Κωνστ. Σ. Ζῶτος Δ. Γεωργίτσας
Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Α. Κατριβᾶνος Ν
Βασίλ. Καραπᾶνος Ν Χ. Βοσυνιώτης
Π. Καρασεβδᾶς Ν Ἰω. Π. Μανέτας παρὼν
Ἰωάν. Καναβός Ν Ἠλ. Κοσονάκος
Δημήτριος Γ. Τσιτσάρας Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης παρὼν
Δημ. Καραγιάννης Σπυρ. Σῖμος Ν
Σπυρ. Ράγκος παρὼνἈντ. Γαρουφαλλιᾶς Ν
Δημ. Τσάτσος Ο Σπυρ. Μήλιος Ν
Στέφ. Γρανίτσας Ν Εὐάγγ. Γαρουφαλλιᾶς
Ἀθ. Χριστόπουλος Ν Περ. Κ. Καραπᾶνος Ν
Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
Σωτ. Γρ. Κροκιδᾶς Ἐλ. Βενιζέλος ἀρν.
Ἐμμ. Ρέπουλης ἀρν. Ἐμ. Μπενάκης Ν
Παναγ. Τσαλδάρης παρὼν
Παναγ. Δ. Πετρίδης Ν Γ. Στρατούλης Ν
Γεώργιος Πολυγένης Ν Γ. Ζερβουδάκης Ν
Περικλ. Μεντζελόπουλος Ν Κ. Μᾶνος Ν
Ἠλίας Παπαηλιοῦ παρὼνΚ. Ἔσλιν Ν
Γεώργιος Καρπετόπουλος Ν Γ. Ζωγράφος
Κωνστ. Βασιλείου Ν Νεοκλ. Καζάζης Ο
Ἰωάν. Κοφινιώτης Στέφ. Ν. Δραγούμης Ν
Ἰωάν. Τσουτσάνης Δημήτριος Γ. Ράλλης παρὼν
Δημ. Οἰκονόμου Ν Γ. Παπαβασιλείου
Δημ. Ξύδης Ν
Νικόλ. Σκαρπέτης Α. Παναγιωτόπουλος Ν
Θεμ. Οἰκονομόπουλος παρὼνΚ. Ρακτιβάν Ν
Παναγ. Λαλάκας Ν Γ. Νικολαΐδης Ν
Δημ. Καλέργης Ν Π. Λαγοπάτης Ν
Ἀναστ. Κακκαβᾶς Κ. Γιολδάσης Ν
Γεώργ. Κορυζῆς Ν Χ. Πωλογιώργης Ο
Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο Γ. Πασπάτης Ν
Νικ. Τριανταφυλλάκος Ν Νικόλ. Λεβίδης
Νικ. Δημητρακόπουλος ἀρν. Γ. Καπετανάκης Ν
Β. Δημητρακόπουλος Ναπολ. Κανάρης Ν
Σπυρ. Τσακόπουλος παρὼν
Θεόδ. Γ. Ῥετσίνας Ν Ἀλέξ. Οἰκονόμου
Θ. Πετμεζᾶς Ν Δημ. Χρυσοστάλης
Ἰω. Δ. Ῥάλλης Ο Νικόλ. Σταματιάδης Ν
Θεόδωρος Λέκας Ν Νικόλ. Πετσάλης Ν
Ἐμμ. Στεφανίδης Ν
Γ. Ἀναστασόπουλος Ν Νικόλ. Ἀβέρωφ Ν
Βασίλ. Ἀθανασούλας Ν
Δ. Πουρῆς Ο Βασίλειος Βουδούρης Ν
Ἀλέξανδρος Σκουζὲς Ν Γεώργ. Μερκάτης
Γ. Τζεβᾶς Ν Κωνστ. Δ. Ἀργ. Λομβάρδος Ν
Ἀντ. Ζυγομαλᾶς παρὼνἈλέξ. Σ. Κ. Ῥώμας
Σάββας Βαρβιτσιώτης Ν Νικόλ. Τζαν. Μουζάκης
Α. Ψύλλας Δημ. Στεφάνου Ν
Μ. Κατσούλης Ν Διον. Μυλωνᾶς Ο
Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος Κωνσταντ. Ζαβιτσᾶνος Ν
Γεώργ. Ν. Θεοτόκης Ν
Γ. Βοῦρος παρὼνΣπυρ. Χαντζάρης παρὼν
Ν. Τσολάκος Ν Εὐθ. Α. Βελλιανίτης Ν
Α. Κανελλόπουλος παρὼνΚυρ. Κυρίτσης παρὼν
Λάμπρος Καλλιφρονᾶς παρὼνΜιχαὴλ Ν. Θεοτόκης Ν
Α. Μιχαλακόπουλος Ν Πέτρος Π. Φίλιππας
Ἀλέξ. Ζαΐμης Σπυρ. Καποδίστριας Ο
Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Ν
Ν. Κοντογούρης Ν Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν
Α. Χοϊδᾶς Ν Θεόδ. Τσαρλαμπᾶς
Α. Φωτήλας Ν Ἰω. Βαλαωρίτης Ν
Δημ. Γούναρης Ἀνδρ. Δενδρινὸς Ν
Δ. Γκλαβᾶς Ν Εὐστ. Βερροιώτης Ν
Λ. Φλαμῆς Ν Περ. Βαλαωρίτης Ν
Α. Καφετζόπουλος Ν Σπυρ. Παϊπέτης Ν
Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Ν Παν. Λιβιεράτος Ν
Παν. Ζαΐμης Ν Ἡρ. Νεόφυτος Ν
Σ. Δουκάκης παρὼνἈθ. Πινιατῶρος Ν
Π. Ἠλιόπουλος Ν Π. Δρακούλης Ν
Ἰω. Ἐπ. Κρεστενίτης παρὼνΝικόλ. Γερουλᾶνος Ν
Γ. Παπαλυριακόπουλος Ν Παναγ. Καββαδίας Ν
Α. Σ. Παναγιωτόπουλος Ν Μιλτ. Ἄνν. Καβαλλιεράτος Ν
Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Παν. Λιβαδᾶς Ν
Α. Τσέλος Διον. Βινιεράτος Ν
Ἀνδρ. Ι. Στεφανόπουλος Ν Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ν
Ἄγγ. Πετραλιᾶς Νικόλ. Μαζαράκης Ο
Δ. Μάρκου Σπ. Τυπάλδος Φορέστης Ν
Κ. Μανιάκης Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Ν
Χ. Τριάντης Κωνστ. Δεστούνης Ο
Ἀριστόβ. Λ. Πετμεζᾶς Γεώργιος Κόρπας Ν
Ἰωάν. Ι. Στεφανόπουλος Κωνστ. Τσιροπινᾶς
Κωνστ. Γκότσης Ν Κωνστ. Καλομενόπουλος Ν
Λ. Οἰκονομίδης Δημ. Βοκοτόπουλος
Ἰω. Ν. Σισίνης Ἐμμ. Λαδόπουλος
Ἄγγ. Ἀγγελόπουλος Ἰω. Ν. Καλαμάρης
Ἰωάν. Τσερτίδης Νικόλ. Καμπάνης Ν
Κωνστ. Μητρόπουλος παρὼνἈντ. Βιτάλης
Εὐάγ. Γεωργιάδης Ν Φρ. Βάλληνδας παρὼν
Ζήσης Ἰατροῦ Ο Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Ν
Γεώργ. Ἀβέρωφ Ν Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ν
Μιχ. Στεφανίδης παρὼνΛουδοβ. Λιμπρίτης
Νικόλ. Καλογερόπουλος Ν Πέτρ. Πρωτοπαπαδάκης
Νικόλ. Βασιλείου Ν Ἀλέξ. Πετρίτσης
Νικόλ. Κάραλης Ν Κωνστ. Σαλταμπάσης Ν
Ἰω. Βογιατζῆς Ν Τριαντ. Παπαδὰμ Ν
Δημ. Νικολαΐδης Ν Ἰωάν. Μαραγκός Ν
Σπυρ. Κριεζώτης Ἀλέξ. Μαλασπίνας Ν
Βασίλ. Μαρκεζίνης Παναγ. Π. Σάκκης
Ἐμμ. Πατρίκιος Ν Ἰωάν. Γ. Σπέντζας
Μανοῦσος Δερλερὲς Ο Παν. Φλέσσας Ν
Γεώργ. Ῥεδιάδης Ν Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ν
Γεώργ. Καρυστινάκης Α. Πετρομανιάτης Ν
Γεώργ. Παπαδάκης Ν Δημ. Ἀναστασόπουλος
Ἰωάν. Μαμάης Ν Εὐστ. Κοκκέβης Ν
Χριστόφορος Ἀσιμῆς παρὼνΜ. Δαζέας Ν
Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Ο Νικόλ. Δαγρὲς Ν
Γεώργ. Φικιώρης Ν Ι. Ψηλογαλάνης
Παναγ. Κοσονάκος Περικλ. Μποῦτος Ν
Πέτρος Κ. Μαυρομιχάλης Μ. Παπατσώρης Ν
Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ο Γ. Οἰκονομόπουλος
Γεώρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο Θεόδ. Μοσχούλας Ν
Παναγ. Λ. Πετροπουλάκης Ο Ν. Παπαλέξης Ν
Δημ. Α. Πετροπουλάκης Ο Ν. Χριστόπουλος
Σπυρ. Ξύδης Ν Νικόλ. Λεωνίδας
Δημ. Παπαμιχαλόπουλος Ν Ἰωάν. Λεωνίδας
Χαρίλ. Τζαννετάκης Ο Γεώργ. Μπούμπουλης
Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Ἰάσων Μπούμπουλης Ν
Ἰωάν. Α. Ἀντωνόπουλος Ν Γεώργ. Χατζηδημητρίου Ν
Νικόλ. Λεωτσάκος Ο Ν. Γαρδικιώτης Ν
Κωνστ. Σαλταφέρος Ο Χρ. Τεγόπουλος Ν
Θεόδ. Ῥίτσος Δημ. Μπούσδρας Ν
Βρασίδας Λεώπουλος Μιχ. Δημάκης Ν
Ἠλίας Δ. Κατσάκος Ο Χρ. Ἀλαμανῆς Ν
Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν Κωνστ. Σταμούλης Ν
Γεώργ. Φιλάρετος Ο Μ. Κοτρῶτσος Ν
Ἀγαμέμνων Σλῆμαν Ν Α. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ
Μιλτ. Δάλλας Γεώργ. Καραϊσκάκης Ο
Δημ. Οἰκονόμου Ν Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης Ν
Μιλτ. Μπουφίδης Ν Παυσ. Ζωγλοπίτης Ν
Σοφοκλ. Τριανταφυλλίδης Ο Βασίλ. Γρίβας
Σωκρ. Μαρκίδης Ν Ἀχ. Δ. Ἔξαρχος
Νικόλ. Ζαρλῆς Ν Γεώργ. Ῥάμμος Ν
Διαμ. Ζαχαριάδης Χρ. Καρᾶς ἀρν.
Δημ. Χατζηγιάννης Ο Π. Ἀκριβὸς ἢ Παπαποστόλου Ν
Λεων. Ἀναγνώστου Ν Δημ. Κουκουλέτσος Ν
Νικόλ. Ἀξελὸς Ν Κωνστ. Παπακυρίτσης Ν
Μιλτ. Δηλιγιάννης Ν Ἀντ. Καπάλας Ν
Ντῖνος Νούσιας Θεόδ. Φίλιος Ν
Ἰωάν. Βασιλάκης Ἰωάν. Θεοδωρόπουλος Ν
Κωνστ. Κοντογεωργίου Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος Ν
Παναγ. Παπαδόπουλος Ν Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς ἀρν.
Γεώργ. Ἀθανασιάδης Ν Παναγ. Βερβενιώτης Ν
Δημ. Τομπάζης Ν
Δημ. Μανωλόπουλος Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος Ν
Γεώργ. Φίλωνος Ν Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
Ἐλευθ. Γκόλτσιος Νικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ν
Γ. Τσαξιρόπουλος ἢ ΤσαξίρηςΝ Ἰωάν. Μᾶνος Ν
Παν. Μερλόπουλος Ν Ἀθανάσιος Εὐταξίας Ο
Κων. Α. Κουμουνδοῦρος Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
Π. Κασίμης Ν Ν. Ξηρὸς Ν
Σ. Ντολιόπουλος Ν Ι. Παπαλουκᾶς Ν
Π. Ἰατρόπουλος Ν Νικόλ. Βελέντζας Ο
Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο Νικόλ. Χατζῖσκος Ν
Γ. Καντιάνης Στ. Σομμαρίπας Ν
Χ. Δικαῖος Ν Νικόλ. Α. Σιμόπουλος Ν
Ἀντ. Παπαγεωργίου Ν Κ. Λιδωρίκης παρὼν
Π. Καράπαυλος Νικόλ. Κρίτσας Ν
Ἠλ. Π. Μαυρομιχάλης Χαράλ. Εὐταξίας
Π. Σταματελάκης Ν Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
Μ. Γαλανός Ν Γ. Ἀγαθοκλῆς Ν
Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν Χρόνης Γαρδίκης
Ι. Δημοκωστούλας Ν Ν. Δεστερλῆς Ν
Νικόλ. Γαζῆς Ν Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
Μιλ. Γ. Λιδωρίκης Ν Γεώργιος Πὼπ Ν
Ἰωάν. Δελμοῦζος Ν Θεμιστ. Μ. Κανάρης Ν
Δημ. Κρεμεζῆς Ἀνδρ. Χατζηκυριάκος

§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 266, ἐξ ὧν 208 εἶπον ναί, 31 εἶπον ὄχι, 22 ὄντες παρόντες δὲν μετέσχον τῆς ψηφοφορίας, καὶ 5 ἠρνήθησαν ψῆφον. Συνεπῶς ἡ πρότασις τοῦ κ. Σλῆμαν ἐγένετο δεκτή. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς;

§147Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν ἀπὸ 724,000 δραχ. εἰς 651,600 δραχ. συμφώνως πρὸς τὸ Σύνταγμα.

§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.

§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ πρότασις τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς γίνεται δεκτὴ μὲ τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.

§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά.

§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί· τῆς Κυβερνήσεως ἐχούσης ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἐν σχέσει πρὸς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἀπόψε, παρακαλῶ ὅπως ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ καὶ ἐπικυρωθῶσι, διότι θὰ δεήσῃ ἴσως νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ καθυστερήσῃ ἡ κύρωσις αὐτῶν. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).

§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.)

Η ΔΙΑΛΥΣΙΣ ΤΗΣ Αʹ. ΔΙΠΛΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Συμφώνως ταῖς δηλώσεσι τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Τὴν δὲ ἀκόλουθον ἐξεδόθη καὶ ἐδημοσιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὸ κάτωθι περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ περὶ συγκλήσεως νέας τοιαύτης Βασιλικὸν Διάταγμα:

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος, διαλύομεν τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν τούτου διατάξεων συγκληθεῖσαν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Συμφώνως δὲ ταῖς διατάξεσι ταύταις Καλοῦμεν τοὺς ἐκλογεῖς τὴν 28ην τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἐ. ἔ., ἵνα ἐκλέξωσι διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν, τὴν δὲ διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἐν Ἀθήναις τὴν 8ην τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1911. Ὁ Ἡμέτερος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δημοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ Διάταγμα τοῦτο. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ὀκτωβρίου 1910.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ

Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον

ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ

Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
2τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1910.
3(Δευτέρα).
4Προεδρία κ. Κωνσταντίνου Ἔσλιν.
5(Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ τῶν Βουλευτῶν κατα-
6λόγου, ὥρᾳ 4 καὶ 35′ μ. μ, ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ,
7παρόντων 202 Βουλευτῶν).
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ Πρακτικά, Κύριοι Βουλευταί, θ’ ἀνα-
9γνωσθῶσι κατόπιν, διότι δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι.
10Σήμερον εἶναι ἡμέρα ἐπερωτήσεων.
11Τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Δερλερές, καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ κ.
12Γιολδάσης.
13§2Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διάταξις ὡρι-
14σμένη ἐν τῷ Κανονισμῷ. Ἀλλὰ κατὰ τὰ καθεστῶτα, ὁσά-
15κις περατοῦται μία συνεδρίασις, χωρὶς νὰ περατωθῇ καὶ ἡ
16ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφο-
17ρία αὕτη. Καὶ ἂν ἡ ψηφοφορία εἶναι ἐπὶ ζητήματος τῆς Ἡ-
18μερησίας Διατάξεως, βεβαίως προηγοῦνται ἐπερωτήσεις.
19Ὁπόταν ὅμως εἰσέρχηται ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διά-
20ταξιν, τότε κανονίζει καὶ τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας. Ἀλλ’
21ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ζήτημα, ὅπερ ἠγέρθη, δὲν ἀφορᾷ
22εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Λαμβανομένης δὲ ὑπ’ ὄψιν
23τῆς σοβαρότητος αὐτοῦ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χωρήσῃ ἡ
24Βουλὴ εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς ψηφοφορίας, ἥτις δὲν ἐπε-
25τεύχθη ἐλλείψει ἀπαρτίας.
26§3ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
27§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου
28καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ ἕνα τῶν κ. Ἀντιπροέδρων νὰ μὲ
29ἀναπληρώσῃ.
30(Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ
31Ἀντιπρόεδρος κ. Ἰ. Ἐπ. Κρεστενίτης).
32§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν
33Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ πρὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῆς ψηφο-
34φορίας νὰ εἴπω πρὸς αὐτὴν δύο λέξεις.
35Διαρκούσης τῆς συζητήσεως, ἥτις προηγήθη τῆς ψηφο-
36φορίας τῆς ματαιωθείσης διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας, εἶχον
37λάβει τὴν τιμὴν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἐὰν
38ἔληγεν ἡ συνεδρίασις τοῦ Σαββάτου χωρὶς νὰ δοθῇ ψῆφος
39ῥητὴ ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις θὰ
40ἐθεώρει καθῆκον αὐτῆς νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ
41ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν της πρὸς τὸν Βασιλέα. Εἶναι λοι-
42πὸν φανερὸν ὅτι, μὴ κατορθωθείσης τῆς ἐκφράσεως ψήφου
43ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὴν συνεδρίασιν
44τοῦ Σαββάτου, αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ
45ὑποβάλῃ εἰς τὸ Στέμμα τὴν παραίτησιν αὐτῆς. Τοῦτο καὶ
46ἔπραξα ἀνελθὼν εἰς τὰ Ἀνάκτορα τὴν Κυριακήν. Ἀλλ’ ὁ
47Βασιλεὺς ἠρνήθη νὰ δεχθῇ, ὅτι ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας, ἡ κα-
48ταδηλωθεῖσα κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τὴν ἐπακολουθήσασαν
49τὴν συζήτησιν περὶ ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἠρ-
50νήθη, λέγω, νὰ δεχθῇ ὅτι ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας ἀπετέλει ἀπό-
51δειξιν σαφῆ καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ
52συνεργασία τοῦ παρόντος Σώματος μετὰ τῆς Κυβερνήσεως,
53ἠξίωσε δὲ παρ’ αὐτῆς, ὅπως προσέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν
54Βουλὴν καὶ ζητήσῃ νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία, ὅπως
55καταδηλωθῶσι σαφέστερον αἱ διαθέσεις τοῦ Σώματος πρὸς
56τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν ἡ Κυβέρνη-
57σις, ἥτις εἶχε δηλώσει, ὅτι θὰ παρῃτεῖτο, ἂν δὲν ἐπετυγχά-
58νετο ψῆφος ἐμπιστοσύνης κατὰ τὸ Σάββατον, προσέρχεται
59καὶ πάλιν σήμερον ἐνώπιον ὑμῶν.
60Ἔχω καθῆκον νὰ δώσω ἀκόμη ὀλίγας τινὰς ἐξηγήσεις
61πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ
62δηλώσω ἤδη καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου, ἂν
63καὶ ἀπολαύουσα τῆς πλήρους καὶ ἀπεριορίστου ἐμπιστοσύ-
64νης τοῦ Στέμματος, ἂν καὶ ἔχουσα τὴν συναίσθησιν ὅτι
65ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης σαφῶς ἐκπεφρασμέ-
66νης, δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὴν Κυβέρνησιν κοινοβου-
67λευτικὴν καὶ δὲν δύναται ἑπομένως νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν
68ἀρχὴν συνεργαζομένη μετὰ Βουλῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν θὰ
69εἶχε τὴν πλειονοψηφίαν ὑπὲρ ἑαυτῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ Βουλῇ
70δὲν θὰ ἐξεδηλοῦτο ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ψῆφος ἐμπιστο-
71σύνης εὐθύς, ὡς ἤθελεν ἀμφισβητηθῆ ἡ κοινοβουλευτικὴ
72αὐτῆς ἐμφάνισις.
73Εἶναι περίεργον ὅτι προχθὲς ἡ ἐπιμονή μου ὅπως τύχω
74τοιαύτης ψήφου ἐμπιστοσύνης κατήντησε νὰ παρεξηγηθῇ
75καὶ ὑποτεθῇ ὡς ἓν εἶδος ἐκβιασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἤθελον
76δῆθεν ἐγὼ νὰ ἐπιβάλω εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο, ἐνῷ ἀκριβῶς ἡ
77δήλωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἀρκεῖται εἰς τὴν ἀπόλυ-
78τον ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, οὔτε εἰς τὴν ὑποστήριξιν
79τῆς κοινῆς γνώμης, ἀλλὰ σεβομένη τὸ καθεστὼς πολίτευμα
80ἔχει ἀνάγκην καὶ τῆς ψήφου τῆς ἐμπιστοσύνης ὑμῶν, ἵνα
81παρίσταται ἐν τῷ Σώματι ὡς Κυβέρνησις, εἶναι δήλωσις,
82ἥτις ἀποδεικνύει τὴν πλήρη εὐλάβειαν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς
83τὰ δικαιώματα τοῦ Σώματος τούτου.
84Εἶναι ἐνδεχόμενον, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑπάρχῃ εἰς ὡρι-
85σμένην περίστασιν σύμπτωσις καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ
86Στέμματος καὶ τῆς κοινῆς γνώμης πρὸς ὡρισμένην κατεύ-
87θυνσιν, καὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Σώματι συμφωνία πρὸς
88τὴν κατεύθυνσιν ταύτην. Ἀλλ’ ὑπάρχει τότε συνταγματικὴ
89ἀνωμαλία, ἥτις προνοεῖται ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, ὅπως
90λύεται κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον.
91Ἡ ψῆφος, ἥτις ἐζητήθη ἐκ μέρους ἡμῶν ἐπὶ τῆς προτά-
92σεως τῆς ὑποβληθείσης κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόν-
93τος Σαββάτου, πρόκειται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν,
94ἂν αἱ δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν ἐμφανιζόμε-
95νος τὸ πρῶτον ἐνώπιον ὑμῶν νὰ ἀναγνώσω ἢ ἀπαγγείλω,
96ἂν αἱ δηλώσεις αὗται τυγχάνουσι τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Σώ-
97ματος καὶ ἂν τὸ Σῶμα δύναται νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστο-
98σύνην του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
99§6Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε παραιτεῖσθε τῆς δευτέρας
100δηλώσεως.
101§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
102§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡ ψῆφος τῆς ἐμ-
103πιστοσύνης, ἡ ὁποία ζητεῖται παρὰ τοῦ Σώματος, περιλαμ-
104βάνει ἐπίσης τὴν ἔγκρισιν ὅλων ἐκείνων τῶν πολιτειακῶν
105γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ
106βήματος τούτου, ἐξαιρουμένης μόνον ἐκείνης, ἥτις ἀφορᾷ
107τὴν συνέχεια τῆς συζητήσεως περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ
108Σώματος.
109Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ κάμω μίαν ἀκόμη ἐξήγησιν πρὸς
110τὸ Σῶμα τοῦτο. Διὰ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ παρα-
111μείνῃ εἰς τὴν θέσιν της, συνεργαζομένη μετὰ τοῦ Σώματος
112τούτου, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ σαφῆ τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ
113συνεργασία αὕτη εἶναι ἀληθῶς δυνατὴ καὶ ὅτι εἶναι δυνατὴ
114συνεργασία εἰλικρινής. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις
115νὰ ὑπέχῃ τὰς εὐθύνας τῆς ἀρχῆς εἰς περιστάσεις τόσον κρι-
116σίμους διὰ τὴν χώραν, ἂν δὲν εἶναι ἀπολύτως βεβαία, ὅτι
117ὑπὸ τοῦ Σώματος ὑποστηρίζεται οὐχὶ κατ’ ἀνοχήν, ἀλλὰ
118κατ’ ἐμπιστοσύνην. Δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις, ὅτι
119ἡ πλειονοψηφία τοῦ Σώματος δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ πολιτι-
120κοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ τοῦτο δὲν κωλύει τὰ
121κόμματα, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μετὰ τῶν ἀνεξαρτήτων καὶ τῶν
122ἄλλων ὁμάδων τῆς Συνελεύσεως ἀποτελοῦσι τὴν πολλὴν
123δύναμιν τοῦ Σώματος τούτου, δὲν κωλύει εἰς τὴν εἰδικὴν
124ταύτην περίπτωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰδικοῦ προγράμματος,
125ὅπερ ἐξετέθη ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ὅπερ διὰ τοῦτο ὑπῆρξε το-
126σοῦτον μετριόφρον, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ἐπιδοκιμασίαν τοῦ
127Σώματος, τίποτε δὲν κωλύει, ὅπως αὐτὴ ἡ μεγάλη ὁμὰς τῆς
128Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν πλειονοψηφίαν αὐ-
129τῆς, διαδηλώσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προ-
130γράμματος αὐτῆς καὶ τῶν δηλώσεων, ἃς ἔλαβε τὴν τιμὴν
131νὰ κάμῃ πρὸ ὑμῶν, διαδηλώσῃ, λέγω, τὴν ἐμπιστοσύνην
132αὐτῆς.
133Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν τύχῃ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης,
134τὴν ὁποίαν θὰ ἐξήγει αὕτη ὡς σημαίνουσαν ὅτι τὸ Σῶμα
135εἶναι διατεθειμένον νὰ παράσχῃ πᾶσαν τὴν συνδρομὴν
136αὐτοῦ, ὅπως αἱ ἐργασίαι αὐτοῦ, αἱ ἐργασίαι αἱ κύριαι, δι’
137ἃς ἐκλήθη τὸ Σῶμα τοῦτο, περατωθῶσι ταχέως καὶ ἀπροσ-
138κόπτως, καὶ ὅτι ἐνώπιον τοῦ Σώματος τούτου ἡ Κυβέρνησις
139θὰ εὕρῃ πᾶσαν ἠθικὴν ὑποστήριξιν ὁσάκις λάβῃ ἀνάγκην
140αὐτῆς διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς τάξεως ἐν τῷ ἐσωτερικῷ, ἄν,
141λέγω, δὲν εἶναι βεβαία ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο
142θέλει εὕρει εἰλικρινῆ τὴν διάθεσιν, ὅπως ὑποστηρίζῃ αὐτήν,
143ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ Κυβέρνησις
144κοινοβουλευτικὴ σεβομένη τὸ πολίτευμα τὸ καθεστώς, ἀλλὰ
145θὰ ἦτο Κυβέρνησις συμπράττουσα εἰς τὴν νοθείαν τοῦ πο-
146λιτεύματος, ἂν ἐδέχετο νὰ παραμείνῃ καὶ μίαν ἀκόμη στι-
147γμὴν εἰς τὴν ἀρχήν.
148Ἀλλ’ ἔχω ἀκόμη ἀνάγκην νὰ δηλώσω εἰς τὸ Σῶμα τοῦτο,
149ὅτι οἱαδήποτε ψῆφος καταφατικὴ ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης
150εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν προτάσεως τῆς ἐμπιστοσύνης, ἡ ὁποία
151θὰ ἐδίδοτο μετ’ ἐπιφυλάξεως οἱασδήποτε, θὰ ἦτο ψῆφος βε-
152βαίως, ἡ ὁποία θὰ ἐδήλου σαφῶς καὶ καθαρῶς ὅτι δὲν εἶναι
153ἀληθὴς ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ
154ψῆφος εἰκονική.
155§9Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Σωστά!
156§10ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὖγε!
157§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην ἀκόμη καὶ ἄλ-
158λην ἐξήγησιν νὰ δώσω πρὸς τὸ Σῶμα. Ἡ Κυβέρνησις θὰ
159θεωρήσῃ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἀρ-
160χὴν ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ Σώματος, ὄχι ἂν θὰ ἐτύγχανε
161μιᾶς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία πάλιν ἐν συνόλῳ θὰ ἦτο εἰ-
162κονική, ἀλλὰ ἐξεταζομένη κατ’ οὐσίαν θὰ ἀπεδείκνυε τὴν
163ἀνυπαρξίαν ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τοῦ Σώματος πρὸς τὴν
164Κυβέρνησιν ταύτην.
165Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι θὰ ἐπανελαμβάνετο καὶ σήμε-
166ρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο καὶ χθές, ὅτι δηλαδὴ ὁλό-
167κληρα κόμματα θὰ ἀπεχώρουν τῆς αἰθούσης ταύτης κατὰ
168τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας, ὑποθέσατε δὲ μόνον ὅτι ἐτύγ-
169χανε νὰ μείνωσιν 20 ἀκόμη ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν κατὰ
170τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας, καὶ ὅτι κατωρθοῦτο τοιου-
171τοτρόπως νὰ ὑπάρξῃ μία ἀπαρτία, ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ εὑ-
172ρίσκετο ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν.
173Εἶναι φανερόν, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν τοιοῦτό τι μόνον κατωρ-
174θοῦτο, ἡ ψῆφος ὑμῶν δὲν θὰ ἀπεδείκνυεν ὅτι ὑπάρχει τῳ-
175όντι ἐμπιστοσύνη ἐκ μέρους τοῦ Σώματος πρὸς τὴν Κυβέρ-
176νησιν, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ
177θεωρήσῃ ὅτι δύναται ἀληθῶς μεθ’ ὅλου τοῦ κύρους τοῦ
178ἐπιβαλλομένου νὰ παραμένῃ εἰς τὴν Ἀρχήν.
179§12Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε, κύριε Πρωθυ-
180πουργέ, καλλίτερον τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως;
181§13ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ
182ἀνακαλέσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν εἰς τὴν τάξιν.
183Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἡ γλῶσσα τῆς εἰλικρινείας φαί-
184νεται ἐμποιοῦσα τόσῳ κακὴν ἐντύπωσιν εἰς ἓν μέρος τῶν
185ἀξιοτίμων Βουλευτῶν. Διατί, κύριοι Βουλευταί, ἐκπλήττεσθε
186διὰ τὴν γλῶσσαν αὐτὴν τῆς εἰλικρινείας; Διατί δὲν θέλετε
187νὰ ἀκούσητε ἀκεραίαν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως περὶ
188τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ; Διατί νὰ πτοῆ-
189σθε πρὸς τὸ φῶς, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς ἀληθείας;
190Εἰς ὑμᾶς ἀπόκειται νὰ δώσητε τὴν ἀπάντησίν σας εἰς ὅλα
191τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα τίθενται ἐνώπιον ὑμῶν ὑπὸ τῆς Κυ-
192βερνήσεως. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι οὕτω πρὸς τὸ κῦρος
193τοῦ Σώματος τούτου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἡ παροῦσα Κυ-
194βέρνησις δὲν ἔχει βεβαίως πλειονοψηφίαν φίλων, δὲν εἶναι
195οὕτω πρὸς τὸ κῦρος τοῦ Σώματος τούτου, ἐὰν ἐδέχετο Κυ-
196βέρνησιν νὰ παραμένῃ εἰς τὴν θέσιν της, ἥτις θὰ ἐστερεῖτο
197τῆς ὑποστηρίξεως τούτου, καὶ θὰ ἦτο Κυβέρνησις ἀντικοι-
198νοβουλευτική, δεχομένη νὰ νοθεύηται τὸ πολίτευμα. Αὗται
199ἦσαν αἱ ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ δώσω πρὸς τὴν
200Βουλήν. Ἐὰν ἡ ψῆφος, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ, δὲν
201ἤθελεν εἶναι ψῆφος σύμφωνος πρὸς ὅσα ἐξέθηκα, βεβαίως
202καθῆκον ἡμῶν θὰ ἐθεώρουν νὰ παρακαλέσω τὸ Σῶμα νὰ
203διακόψῃ καὶ πάλιν τὰς συνεδρίας, διὰ νὰ τραπῶ τὴν πρὸς
204τὰ Ἀνάκτορα, ὅπως ὑποβάλω, ἐὰν μοῦ ζητηθῇ, τὴν γνώ-
205μην μου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἤθελε λυθῆ ἡ ἐμφιλο-
206χωροῦσα κρίσις.
207§14Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Κατόπιν τῶν σαφῶν καὶ εἰλικρινῶν
208δηλώσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς
209Βουλῆς ὁ Πρωθυπουργὸς κ. Βενιζέλος, λαμβάνω τὴν τιμὴν
210νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ τῆς Κυβερνή-
211σεώς του.
212§15Κ. ΜΑΝΟΣ. Καίπερ ἀρνούμενος πρὸς τὸν Βασιλέα τὸ
213δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως θὰ ψηφίσω ὑπὲρ
214τῆς Κυβερνήσεως.
215§16ΣΠΥΡΟΣ ΜΗΛΙΟΣ. Εἰς τὴν προηγουμένην ψηφοφορίαν
216ἐψήφισα ἀνεπιφυλάκτως ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀκο-
217λουθῶν πρὸ δύο ἐτῶν τὴν ἐπαναστατικὴν ὁδὸν τῆς ἀνορθώ-
218σεως ἤμην πεπεισμένος, ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ νῦν Πρω-
219θυπουργοῦ συνεβολίζετο ἡ ἀνόρθωσις. Κατόπιν ὅμως τῶν
220γεγονότων καὶ τῶν παρασκηνιακῶν τῆς ψηφοφορίας ἐκεί-
221νης εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δηλώσω, ὅτι θὰ ψηφίσω τὴν
222Κυβέρνησιν ὑπὸ αἵρεσιν, διότι φρονῶ, ὅτι ὁ ἀναμορφωτὴς
223ὀφείλει νὰ βαδίσῃ εὐθέως πρὸς τὸν σκοπόν, ὅστις ἐπιτυγ-
224χάνεται διὰ τῆς διαλύσεως τῆς παρούσης Συνελεύσεως, ἡ
225ὁποία δὲν ἀντιπροσωπεύει τὸ γνήσιον φρόνημα τοῦ λαοῦ.
226§17ΦΩΝΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
227§18Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη γλῶσσα τῆς εἰ-
228λικρινείας.
229§19Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι Βουλευταί, νὰ
230ἐγκαινίσω τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ποιήσωμαι τὴν ἀπαρχὴν τῶν
231κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων ἐξ ἀφορμῆς τοῦ ἀντικειμένου, τὸ
232ὁποῖον μ’ ἔφερεν ἐπὶ τῆς θέσεως ταύτης. Ἀνέμενον τὴν
233ἀφορμὴν ἐξ ἑτέρου ζητήματος, γενικωτέρου καὶ εὐρυτέρου
234καὶ ἐπιστημονικωτέρου, τοῦ ζητήματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον
235ἀπασχολεῖ τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως ἀπὸ προχθές,
236καὶ ἐπὶ τούτου εἶχον δηλώσει ὅτι θὰ λάβω τὸν λόγον, ἐνε-
237γράφην δ’ ἐν τῷ οἰκείῳ καταλόγῳ ὑπ’ ἀριθμὸν 34.
238Ἀτυχῶς ὅμως, Κύριοι, τὰ γεγονότα τὰ λαβόντα χώραν
239ἀπὸ τῆς νυκτὸς τοῦ Σαββάτου μὲ ἠνάγκασαν νὰ ἀνέλθω
240τὸ βῆμα τοῦτο, διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ διὰ τὰ ἐκτὸς
241τοῦ περιβόλου τούτου λαμβάνοντα χώραν καὶ διὰ τὰς θε-
242ωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ἀρτίως ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος
243τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸν ὁποῖον ἄλλως τιμῶ καὶ
244ὑπολήπτομαι. Ἀλλὰ μετ’ ἐκπλήξεως ἤκουσα παρ’ αὐτοῦ
245καινὰς θεωρίας, καινὰ δαιμόνια, ἤκουσα τουτέστι πρωτό-
246τυπον συνταγματικὴν θεωρίαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρισκο-
247μένη ἐν ἁρμονίᾳ μετὰ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς κοινῆς
248γνώμης ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ...
249§20Μ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ. Τὸ Στέμμα μὲ ποῖον θὰ εὑρίσκη-
250ται ἐν ἁρμονίᾳ;
251§21Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ τὸ ἀκούσητε αὐτό, θὰ τὰ ξεκα-
252θαρίσωμεν... Ὅτι, λέγω, ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη ἐν
253ἁρμονίᾳ μετὰ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς κοινῆς γνώμης θέ-
254λει νὰ ἐξακριβώσῃ ἂν εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ καὶ μετὰ τοῦ
255Σώματος τούτου.
256§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις
257δηλαδή.
258§23Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μάλιστα· ἡ Κυβέρνησις. Πρέπει λοι-
259πόν, Κύριοι, νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ποία εἶναι αὐτὴ ἡ
260πολυθρύλητος κοινὴ γνώμη. Ἡμεῖς, οἵτινες εἴμεθα ἐδῶ, ἀπὸ
261ποῦ εἴμεθα; Ἀπὸ τὴν Ἀλγερίαν ἢ ἀπὸ τὴν Τυνησίαν;! Κατὰ
262τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τοῦ 1864 διαπρεπὴς ῥήτωρ τῆς ἐπο-
263χῆς ἐκείνης διετύπωσε μέγα ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον εἶμαι
264ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω. Εἶπε τουτέστιν, ὅτι ὁ λαὸς
265σύσσωμος εὑρίσκεται συγκεντρωμένος ἐνταῦθα. Ἐνταῦθα
266ὑπάρχει ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι ἐκτὸς τῆς
267Συνελεύσεως εἶναι ἄτομα· τὸ ἔθνος ὁλόκληρον εἶναι παρὸν
268ἐνταῦθα καὶ διατάσσει. Ὁ μὴ ὑπακούων εἰς τὰς διαταγάς
269του εἶναι ἀντάρτης. Ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι
270διατείνονται ὅτι ἀποτελοῦσι τὴν κοινὴν γνώμην; Ἀποτε-
271λοῦσι τὴν κοινὴν γνώμην οἱ πεντακόσιοι ἢ πεντακισχί-
272λιοι πολῖται τῆς πρωτευούσης ἢ αἱ πεντακόσιαι χιλιάδες
273τῶν ἐκλογέων τοῦ ὅλου Κράτους, οἱ ὁποῖοι ἀπέστειλαν ἡμᾶς
274εἰς τὸν περίβολον τοῦτον;
275Ὑπῆρξε θλιβερὰ ἐποχή, Κύριοι, διὰ τὴν Ἑλλάδα· ὑπῆρξε
276πολιτευτής, ὅστις εἶχε πολλὰς καὶ μεγάλας ἀρετάς, πολλὰ
277καὶ μεγάλα πλεονεκτήματα, ὁ ἀείμνηστος Δηλιγιάννης, ὁ
278ὁποῖος ἀτυχῶς παρέσυρε πολλάκις εἰς διαδηλώσεις ἀνὰ τὰς
279ἀγυιὰς τῆς πρωτευούσης τὰ πλήθη, ἵνα ἐπιβάλῃ τὴν δῆθεν
280θέλησιν τῆς κοινῆς γνώμης εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βου-
281λῆς, ἡ ὁποία ἀντεπροσώπευε τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλ-
282ληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ τὰ ἀποτελέσματα καὶ τοὺς καρποὺς
283τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν καὶ τῶν τοιούτων διαδηλώσεων καὶ
284τῶν τοιούτων ἐπιδείξεων ἐδοκιμάσαμεν πικρῶς. Μὴ λησμο-
285νεῖτε, Κύριοι, τὰ συμβάντα κατὰ τὸ ἔτος 1878· μὴ λη-
286σμονεῖτε τὰ συμβάντα κατὰ τὸ ἔτος 1885, τὴν ἐποχὴν
287ἐκείνην, ὅτε ἐγένοντο αἱ προσφωνήσεις πρὸς τοὺς Ἀρκάδας
288καὶ τοὺς Ἀχαιοὺς· μὴ λησμονεῖτε τὴν ἐποχὴν τοῦ 1897·
289μὴ λησμονεῖτε τὰ τελευταῖα γεγονότα. Δὲν δύναται νὰ
290ὑπάρξῃ ὑπὸ τοιούτους ὅρους κυριαρχία ἐν τῷ Σώματι τούτῳ,
291καὶ πρέπει ὄχι νὰ τὸ διαλύσητε, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουρ-
292γικοῦ Συμβουλίου, ἀλλά, ἂν δύνασθε, νὰ τὸ καταργήσητε,
293καὶ νὰ ἔλθω καὶ ἐγὼ ἐπίκουρος ὑμῶν.
294Πρέπει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, ἐὰν θέλωμεν νὰ
295ὑπάρξῃ Κράτος, νὰ λείψωσιν ἅπαξ διὰ παντὸς αἱ ἐκδηλώσεις
296αὐταὶ τῶν συλλαλητηρίων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς οἱ οἰκειότερον
297ἔχοντες, ὡς ζῶντες ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, πρὸς τὸν λαὸν γνω-
298ρίζομεν καὶ πῶς καταρτίζονται καὶ τίνων φρονήματα ἐκ-
299δηλοῦσιν.
300§24Μ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ. Εἶναι αὐθόρμητα.
301§25Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὰ ἠξεύρετε καὶ τὰ ἠξεύρομεν.
302§26Μ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ. 30 χιλιάδες ἄνθρωποι δὲν παρασύ-
303ρονται.
304§27Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν γνωρίζομεν ἂν ἦσαν 30 χιλιάδες
305ἄνθρωποι. Τοὺς εἴδομεν πόσοι ἦσαν καὶ ἂς μὴ ἐπιζητῶμεν
306νὰ κολακεύωμεν τὸν λαὸν εἰς τὰ ὀλισθήματά του, κύριε
307συνάδελφε, διότι θὰ κτυπήσωμεν τὴν κεφαλήν μας. Διακρίνω
308μίαν ὀλιγαρχίαν εἰς τὰς διαδηλώσεις αὐτάς, ἡ ὁποία θέλει
309νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις θὰ με-
310ταβληθῶσι καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ
311Συμβουλίου, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐνεργοῦνται σήμερον αἱ δια-
312δηλώσεις αὐταὶ καὶ ἴσως τὸν εὐαρεστοῦσι, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα,
313κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ στραφῶσιν ἐναντίον του, καὶ τότε, εἴτε
314δίκαιον θὰ ἔχῃ εἴτε ἄδικον, δὲν θὰ ἔχῃ λόγους νὰ μένῃ
315εὐχαριστημένος ἐκ τῶν διαδηλώσεων τούτων.
316Εἶναι κατάστασις, Κύριοι, ἓν ἐθνικὸν Συνέδριον ἐκ 362
317ἀντιπροσώπων πεντακοσίων χιλιάδων ἐκλογέων νὰ περικυ-
318κλοῦται ἀπὸ εὐαρίθμους πολίτας πρὸς ἐπιβολὴν τῆς θελή-
319σεώς των; Ἄν, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς
320συζητήσεως, τῆς ἐλευθερίας τῆς βουλήσεως ἀναγνωρίζει καὶ
321περιφρουρεῖ τὸ Σύνταγμα διὰ τὸν τελευταῖον πολίτην, δὲν
322τὸ ἔχομεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Ὑπὸ
323πίεσιν, Κύριοι, θὰ ἐργασθῶμεν ἐδῶ; Ὑπὸ ἀπειλάς, Κύ-
324ριοι, θὰ ἐργασθῶμεν;
325Ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς!... Ὁ λαὸς τῶν
326ἐπαρχιῶν!... ἀκούομεν. Ποῖος ἀντιπροσωπεύει τὸν λαὸν αὐ-
327τόν; Ἔχω, Κύριοι, ὑπ’ ὄψει τηλεγραφήματα δημοσιευ-
328θέντα μονάδων ἢ ὁμάδων. Εἷς Κύριος ἐξ Αἰγίνης, εἷς Κύριος
329ἐκ Καΐρου, εἷς Κύριος ἐκ Τρικκάλων, ἄλλος ἐκ Καρδίτσης
330καὶ πέντε ἐξ Αἰγίου... Ὁ λαός! Ποῖος λαός; Οἱ Κύριοι
331αὐτοὶ τί ἀντιπροσωπεύουσιν;
332§28ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ φρόνημά των.
333§29Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ φρόνημά των μάλιστα, ἀλλ’ ὄχι
334καὶ τὸ φρόνημα τῶν ἐπαρχιῶν.
335Κύριοι, πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὁ λαὸς αὐτός, ἐκ τοῦ ὁποίου
336καὶ ἡμεῖς προερχόμεθα, τοῦ ὁποίου τὰ δικαιώματα ὑπὲρ
337πάντα ἄλλον σεβόμεθα, πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὁ λαὸς αὐτὸς
338τέλος πάντων, ὅτι ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ περιορίζηται
339ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν δικαιωμάτων του, διότι ἐξερχόμενος
340τοῦ κύκλου τούτου προσβάλλει τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὰ δι-
341καιώματα τῶν ἄλλων, δημιουργεῖ τὴν ἀναρχίαν. Οἱ Σύν-
342δεσμοι, οἱ Σύλλογοι, αἱ Συντεχνίαι καὶ λοιπαὶ ποικιλώ-
343νυμοι ἑνώσεις ἀνάγκη νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸν κύκλον, τὸν
344ὁποῖον ὁρίζει τὸ Καταστατικόν των. Τὰ Καταστατικὰ
345τῶν διαφόρων Συνδέσμων, Συλλόγων, Συντεχνιῶν καὶ τό-
346σων ἄλλων τιτλοφόρων σωματείων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὰ τε-
347λευταῖα ταῦτα ἔτη ἐγένοντο τοῦ συρμοῦ, τὰ Καταστατικὰ
348αὐτῶν ὁρίζουσι ῥητῶς τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμόν των.
349Καὶ οὗτος εἶναι ἄλλος. Ἐὰν θέλωσι νὰ ἐκδηλώνωσι — καὶ
350μόνον νὰ ἐκδηλώνωσι — γνώμας πολιτικὰς συμφώνως πρὸς
351τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, ἔχουσι βεβαίως δικαίωμα
352ἀναμφισβήτητον, ἀλλ’ ὀφείλουσι νὰ μεταβληθῶσιν εἰς πο-
353λιτικοὺς συλλόγους συμμεταβάλλοντες καὶ τὰ Καταστα-
354τικά των.
355Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν λ. χ. συντεχνίαν ἰχθυοπωλῶν, συντε-
356χνίαν κρεοπωλῶν, ἔχομεν συγχρόνως καὶ Καταστατικόν, τὸ
357ὁποῖον ὁρίζει ῥητῶς τὸν σκοπὸν καὶ τὸν προορισμὸν τῆς
358συντεχνίας ταύτης. Διὰ νὰ ἐκδηλώνωσι λοιπὸν τὰς γνώμας
359των οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐπὶ τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων, ἂς
360συγκροτηθῶσιν εἰς συλλόγους πολιτικούς, ἵνα τὰς ἐκδηλώ-
361νωσι συνταγματικῶς καὶ νομίμως καὶ συμφώνως πρὸς τὰ
362Καταστατικά των, καὶ θὰ ἐκδηλώνωσιν οὑτωσὶ τὰς γνώμας
363των, ὅταν περιορισθῶσιν εἰς ἐκεῖνα μόνον τὰ δικαιώματα,
364τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζονται ὑπὸ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντά-
365γματος.
366Δὲν δύνανται νὰ ἔρχωνται ἑκάστοτε νὰ καθορίζωσι τὴν
367πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς Βουλῆς οἱ Κύριοι αὐτοί,
368διότι οὔτε ἐκ τοῦ Καταστατικοῦ των, οὔτε ἐκ τοῦ Συντά-
369γματος, οὔτε ἐκ τῶν νόμων ἔχουσι τοιοῦτον δικαίωμα. Δὲν
370δύνανται νὰ ἐπεμβαίνωσι, καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, εἰς
371τὰς ἐργασίας τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε νὰ κανονίζωσι τὰς ἐρ-
372γασίας τῆς Βουλῆς, νὰ λέγωσι τουτέστιν: Αὐτὸν τὸν νό-
373μον, τὸν ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις ἢ εἷς τῶν Βουλευτῶν,
374τὸν θέλομεν ἢ δὲν τὸν θέλομεν, αὐτὸν δὲ τὸν νόμον δὲν τὸν
375θέλομεν, διότι δὲν μᾶς ἀρέσει.
376Ἐάν, Κύριοι, ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ περιέχηται ἡ ἔγ-
377κρισις τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ὅτι ἡ Συνέ-
378λευσις ἔχει ἀναθεωρητικὸν χαρακτῆρα, ἐγὼ δὲν δύναμαι,
379διαφωνῶν πρὸς ἐμὲ αὐτόν, νὰ ὑπερψηφίσω ταύτης. Ἐὰν
380περιέχῃ τὴν ἔννοιαν ἐμπιστοσύνης μόνον πρὸς τὴν Κυβέρ-
381νησιν, προθύμως καὶ εὐχαρίστως θὰ ὑπερψηφίσω, καὶ οὕτω
382νομίζω ὅτι καὶ τὸ πλεῖστον μέρος τῆς Συνελεύσεως θὰ ψη-
383φίσῃ ὑπὲρ τοιαύτης προτάσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ
384εἶναι Κυβέρνησις τῶν περιστάσεων, καὶ πρέπει νὰ διοι-
385κήσῃ, ἵνα ἴδωμεν πάντες ἐκ τῶν ἔργων της καὶ τῶν ἀπο-
386τελεσμάτων, ἂν εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ηὐχήθη καὶ ἤλ-
387πισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. (Χειροκροτήματα).
388§30Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἐνόμιζον
389ὅτι κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν θὰ προηγεῖτο πάσης
390ἄλλης συζητήσεως ἡ ψηφοφορία ἡ διακοπεῖσα κατὰ τὴν
391παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου. Ἅπαξ ὅμως πολ-
392λοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων ἔλαβον τὸν λόγον, ὅπως δι’
393ὀλίγων δικαιολογήσωσι τὴν ψῆφόν των, κρίνω καὶ ἐγὼ ἐπι-
394βεβλημένον μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις σχετικὰς πρὸς τὴν
395ψῆφον, τὴν ὁποίαν μετ’ ὀλίγον θὰ δώσω, καθόσον θεωρῶ
396τὴν παροῦσαν ψηφοφορίαν ὡς σοβαρωτάτην. Ὁ Ἑλληνικὸς
397λαὸς διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 8ης Αὐγούστου ὑπέδειξεν εἰς
398τοὺς ἐκλεκτούς του, ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς δημιουργήσωσι κόμ-
399ματα ἀρχῶν, καταργήσωσι δὲ τοῦ λοιποῦ τὰ προσωπικὰ
400κόμματα. Τὸ τοιοῦτον προῆλθεν ἐκ τῶν ἀτυχημάτων, εἰς
401τὰ ὁποῖα παρέσυραν τὴν πατρίδα τὰ παλαιὰ συστήματα
402τῶν προσωπικῶν κομμάτων· ὄχι διότι ἔπταισαν ἀπολύτως
403οἱ ἡγούμενοι τῶν κομμάτων ἐκείνων, οὔτε διότι ἔπταισαν
404ὡς ἄτομα οἱ περὶ αὐτούς, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ
405εἰς οἱονδήποτε Ἕλληνα πατριωτισμόν, ἀλλὰ διότι τὸ σύ-
406στημα ἦτο τοιοῦτο· τὸ σύστημα δηλονότι τῆς διατηρήσεως
407τοῦ κόμματος καὶ τῆς διοικήσεως τῶν Κυβερνήσεων ὑπῆρξε
408πάντοτε ἡ ἀφορμὴ τῶν δεινῶν, εἰς τὰ ὁποῖα περιέπεσεν ἡ
409ἀτυχὴς πατρὶς ἡμῶν.
410Εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ὀφείλομεν, προτοῦ δώσωμεν
411ψῆφον, νὰ ἐξετάσωμεν κυρίως ἂν διὰ τῆς ψήφου μας ταύ-
412της δὲν θὰ ἀπαρνηθῶμεν ἡμᾶς αὐτούς, δὲν θὰ παραβῶ-
413μεν ῥητὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔδωκεν ὁ Ἑλληνικὸς
414λαός, καὶ ῥητὰς ὑποσχέσεις, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν ὅλοι ὅσοι
415κατήλθομεν εἰς τὸν ἀγῶνα μὲ τὸ πρόγραμμα τῆς Συντα-
416κτικῆς Συνελεύσεως. Ἐθεωρήσαμεν πάντοτε, ὅτι μόνον μία
417Συντακτικὴ Συνέλευσις δύναται ῥιζικῶς νὰ βελτιώσῃ ἐν
418γένει τὰ τῆς πατρίδος ἡμῶν πράγματα. Μὲ αὐτὸ τὸ πρό-
419γραμμα ἐπολιτεύθην, πᾶσαν δὲ ἀθέτησιν αὐτοῦ ἐκ μέρους
420μου θεωρῶ ἀπάρνησιν τῆς ἰδίας μου συνειδήσεως. Ἕνεκα
421τούτου κρίνω ἐπιβεβλημένον καὶ στοιχειῶδες καθῆκον, παρ’
422ὅλην ἴσως τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον νὰ ἐψήφιζον
423ὑπὲρ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, καὶ νὰ συνετέλουν οὕτω
424καὶ ἐγὼ διὰ τῆς ἁπλῆς ψήφου μου εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα, τὸν
425ὁποῖον ἀνέλαβεν ὁ διαπρεπὴς ἐκ Κρήτης πολιτευτής, κρίνω,
426λέγω, ἐπιβεβλημένον μοι νὰ ψηφίσω συμφώνως πρὸς τὰς
427ἐκδηλωθείσας ἤδη πολιτικάς μου ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις,
428αἱ ὁποῖαι ἀντιτίθενται πρὸς τὰς τῆς Κυβερνήσεως. Θεωρῶ
429ὅτι ἡ ὑπακοὴ εἰς τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεως εἶναι ἀνωτέρα
430πάσης ἄλλης ὑποχρεώσεως. Ἔθνη μὲ πολιτικοὺς εὐσυνει-
431δήτους καὶ ἐμμένοντας εἰς τὰς ἀρχάς των προοδεύουσιν,
432ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου ἔθνη, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες
433μετέβαλλον κόμματα καὶ ἀρχὰς δίκην ἐπενδύτου, ἄλλοτε
434συντασσόμενοι μὲ τὸν μέν, ἄλλοτε δὲ μὲ τὸν δέ, ἔθνη
435τοιαῦτα οὐδένα προορισμὸν δύνανται νὰ ἐπιτελέσωσιν.
436Ἐκηρύχθην ἀνέκαθεν ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως.
437Δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νὰ συζητήσω περὶ Συντα-
438κτικῆς ἢ Ἀναθεωρητικῆς Συνελεύσεως. Ἐπιφυλάσσομαι,
439ὅταν ἔλθῃ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ συζήτησις, νὰ ἀναπτύξω τὰς γνώ-
440μας μου ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ταύ-
441την, ὅτε πρόκειται νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς Κυ-
442βέρνησιν, τῆς ὁποίας ὁ Πρόεδρος ῥητῶς ἐδήλωσεν, ὅτι οὐδέ-
443ποτε κατῆλθεν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα μὲ πρόγραμμα
444Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἐγώ, ὡς συντακτικός, θὰ θεω-
445ρήσω ἐμαυτὸν ἀνακόλουθον, ἐὰν δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύ-
446νης εἰς ἄνδρα πρεσβεύοντα ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη δέον νὰ
447εἶναι Ἀναθεωρητική.
448Δὲν γνωρίζω ποῖοί εἰσιν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύου-
449σιν εἴς τινα πολιτικὴν μερίδα τῆς παρούσης Συνελεύσεως,
450ὡς καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μὲ τὴν γνώμην τῆς ὁποίας ἴσως
451τάσσονται καὶ ἄλλοι ἱστάμενοι ὑψηλότερον καὶ περιβεβλη-
452μένοι τὸ ἀνεύθυνον, νὰ προτιμῶσι τὴν Ἀναθεωρητικὴν
453Συνέλευσιν ἀπὸ τὴν Συντακτικήν. Ἐγὼ ἁπλούστατα πρε-
454σβεύω, ὅτι οἱ οὕτω σκεπτόμενοι πράττουσιν οὕτω, διότι...
455§31ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διότι ἔχουσι Κυ-
456βέρνησιν, ἡ ὁποία τοὺς συμβουλεύει αὐτά.
457§32Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω οὕτω τὸ ζή-
458τημα. Εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις...
459§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε διὰ τὴν
460ἀνεύθυνον Ἀρχὴν ἂν σκέπτεται οὕτως. Ἐφ’ ὅσον ἔχει Κυ-
461βέρνησιν, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτας ἀρχάς, εἶναι φανερὸν ὅτι
462ἐπιδοκιμάζει τὰς ἀρχὰς τῆς Κυβερνήσεώς Της.
463§34Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἀφοῦ μάλιστα εὑρίσκονται ἐν
464τόσῃ ὁμοφωνίᾳ, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Ἐγὼ μίαν σκέψιν
465μου ἐκφράζω.
466Ἄν, λέγω, ἐκεῖνοι ἐπιθυμοῦσι τὴν Ἀναθεωρητικὴν ἀντὶ
467τῆς Συντακτικῆς, τὸ πράττουσιν ἁπλούστατα διότι φοβοῦν-
468ται τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν, φοβοῦνται δ’ αὐτὴν οὐχὶ
469λόγῳ τῶν ἐξωτερικῶν κινδύνων, οὓς πάντοτε ὡς εὔσχημον
470πρόφασιν εἰς πᾶσαν δύσκολον περίστασιν προβάλλουσιν. Ἡ
471πατρὶς ἡμῶν ἀνέκαθεν εὑρίσκεται μὲ ἐξωτερικοὺς κινδύνους,
472ἀφ’ ὅτου ἡ γωνία αὕτη ἐγένετο ἐλεύθερον Βασίλειον· ἄλλοι
473εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποιοῦσιν αὐτοῖς τρόμον πρὸ τῆς
474ἰδέας μιᾶς Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Πάντα ταῦτα θὰ
475ἐξετασθῶσιν εἰς ἄλλην καταλληλοτέραν στιγμήν. Ἐπανέρ-
476χομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα τὸ προκαλοῦν τὴν σημερινὴν
477ψηφοφορίαν.
478Τὴν διάλυσιν τῆς παρούσης Συνελεύσεως, τὴν ὁποίαν
479πολλοὶ τῶν κ. κ. συναδέλφων θεωροῦσιν ἐπιβλαβῆ, ἐγὼ οὐ-
480δαμῶς θεωρῶ τοιαύτην. Διότι μία διάλυσις τῆς παρούσης
481Συνελεύσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἐξ ὁμάδων πολλῶν
482ἄνευ ὡρισμένης τινὸς κατευθύνσεως, κατ’ οὐδὲν θὰ ἐζημί-
483ωνε τὸν τόπον. Κάλλιον νὰ κληθῇ ἐκ νέου ὁ Ἑλληνικὸς
484λαός, ὅπως ἀποφανθῇ ῥητῶς ὑπὲρ τῆς Ἀναθεωρητικῆς ἢ τῆς
485Συντακτικῆς Συνελεύσεως.
486Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, Κύριοι, κατέρχεται εἰς ἀγῶνα
487μέγαν ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Πρό
488τινος χρόνου εἴδομεν τὸ πλεῖστον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ
489τασσόμενον παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν ὑποστηριζόντων τὴν Συν-
490τακτικὴν Συνέλευσιν· ἐπίσης δὲ εἴδομεν τοὺς προέδρους τῶν
491προέδρων ἐν συλλαλητηρίῳ πανδήμῳ αἰτοῦντας βελτίωσιν
492ἐν γένει τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, καὶ ἀπει-
493λοῦντας γῆν καὶ οὐρανόν. Ἤδη οἱ κύριοι πρόεδροι τῶν προέ-
494δρων κηρύσσονται ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐνομίας, ὑπὲρ
495τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς καὶ τῆς ὑπὸ τὸν ἔγκριτον ἐκ
496Κρήτης πολιτευτὴν Κυβερνήσεως, νομίζουσι δέ, ὅτι οὕτω
497πράττοντες προσφέρουσιν ὑπηρεσίαν τινὰ εἰς τὸν ἀτυχῆ τοῦ-
498τον λαόν, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Ἐπα-
499ναστάσεως, τῆς ἐπὶ ἔτος καὶ πλέον διαρκεσάσης, οὐδαμοῦ
500ἀνεφάνησαν, πλὴν τῆς 14ης Σεπτεμβρίου, καὶ οὐδὲν ἀπο-
501τέλεσμα ὠφέλιμον διὰ τὴν πατρίδα ἐπέτυχον. Τώρα οἱ
502Κύριοι οὗτοι, διά τινος ψηφίσματός των, ἔρχονται κριταὶ
503ἀνώτεροι τοῦ Σώματος τούτου καὶ οἱονεὶ ἀποτελοῦντες
504ἑτέραν, δευτέραν Βουλήν. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, καὶ τοῦτο
505θὰ ἀντελήφθη ἀναμφιβόλως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως,
506κατὰ τὰ χθὲς καὶ σήμερον συμβάντα μεταξὺ τῶν διαδη-
507λωτῶν τῶν μαινομένων ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς Κυβερ-
508νήσεως εἰς τὴν Ἀρχήν, ἀντεπροσωπεύοντο ἐν σεβαστῷ ἀρι-
509θμῷ καὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν συνομοταξίαν τῶν θεσιθηρῶν,
510ὡς καὶ οἱ κατέχοντες τετιμημένην θέσιν ἐν τῇ φάλαγγι
511τῶν διακονούντων εἴς τε τὴν ὑψηλὴν καὶ τὴν ταπεινὴν συν-
512αλλαγήν.
513§35Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Διαμαρτύρομαι, κύριε Πρόεδρε, διὰ
514τὰ λεγόμενα ὑπὸ τοῦ ῥήτορος ἐναντίον τοῦ λαοῦ τῶν Ἀ-
515θηνῶν. Οἱ χθεσινοὶ διαδηλωταὶ ἦσαν πολῖται ἐλεύθεροι
516ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωσι γνώμην ὑπὲρ τῶν πρα-
517γμάτων τῆς πατρίδος.
518§36Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν ἐσκέφθην ν’ ἀποδώσω μομ-
519φὴν κατὰ τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς χθὲς καὶ
520προχθὲς δὲν εἶδον τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν τοιοῦτον καὶ το-
521σοῦτον, ὅσον ἀνέμενα νὰ τὸν ἴδω.
522Ἵνα ἐπανέλθω, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ψηφοφορίας
523λέγω, ὅτι...
524§37Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ὅταν
525ἐπαναλαμβάνηται ἡ ψηφοφορία, δὲν ἐπανέρχεται εἰς συζή-
526τησιν τὸ θέμα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δικαιοῦται ὁ Βουλευτὴς
527εἶναι νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆφόν του.
528§38Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὐτὸ κάμνει, αὐτὸ κάμνει.
529§39Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἵνα, Κύριοι, καταλήξω εἰς τὸ
530συμπέρασμα ὑπὲρ τῆς ψήφου μου, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εὐχῆς
531ἔργον θὰ ἦτο, ἐὰν ἠκολουθοῦμεν πάντοτε τὰς ἀρχὰς ἡμῶν,
532οὐδέποτε δὲ ἐπηρεαζόμεθα εἴτε ἐξ ἰδίων συμφερόντων, εἴτε ἐξ
533ἄλλων αἰτίων, εἴτε ἐκ τῆς κοινῆς γνώμης, ἡ ὁποία ἴσως ἀγνοεῖ
534πολλάκις τὰ πράγματα τὰ ἐν τοῖς παρασκηνίοις συμβαί-
535νοντα, ὁσάκις πρόκειται περὶ πολιτικῆς κρίσεως καὶ με-
536γάλων πολιτειακῶν μεταβολῶν· ὀφείλομεν, λέγω, νὰ ἀκο-
537λουθήσωμεν τὰς ἀρχάς μας ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν ἐκδη-
538λουμένων εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε φρονημάτων· τονίζω δὲ τὸ ζή-
539τημα τῶν ἀρχῶν, διότι δύναμαι νὰ σᾶς φέρω ἓν παρά-
540δειγμα. Ἄλλοτέ ποτε ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἡμῶν ἱστορίᾳ
541εἶχον ἀναγνώσει, ὅτι εἷς μέλλων Πρωθυπουργὸς εἶχε κληθῆ
542ὑπὸ τοῦ Ἄνακτος εἰς ἀκρόασιν, ἢ μᾶλλον εἶχεν ἐκδηλωθῆ
543αὐτῷ ἡ διάθεσις τοῦ Στέμματος ὅπως καταδειχθῇ καὶ ἡ
544μεταβολὴ τῶν σκέψεών του περὶ Αὐτοῦ· ἐκεῖνος δὲ ἀπήντη-
545σεν: «ἐνδεχόμενον τὸ Στέμμα νὰ ἤλλαξεν ἰδέας περὶ ἐμοῦ,
546ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἤλλαξα περὶ Αὐτοῦ τὰς ἰδέας μου». Μετά
547τινας μῆνας μετεβάλλοντο τὰ πράγματα, ὁ δὲ ὑποψήφιος
548Πρωθυπουργὸς ἀνερχόμενος εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ δεχόμενος
549τὸ χαρτοφυλάκιον ἀπήντα βεβαίως διὰ τῆς στάσεώς του
550αὐτῆς ὅτι: τώρα ἤλλαξα καὶ ἐγὼ γνώμην! Τοῦτο ἀπο-
551δεικνύει, ὅτι ἀλλάσσομεν τὰς ἀρχάς μας εὐκολώτερον παρ’
552ὅ,τι ἀλλάσσομεν ἐνδύματα! Θεωρῶν καὶ πάλιν τὸ τοιοῦτον
553ὡς ἀπάρνησιν τῆς συνειδήσεώς μου, καὶ πρεσβεύων ὅτι τοῦτο
554ἀποτελεῖ ἀνακολουθίαν διὰ πολιτικὸν ἄνδρα, δηλῶ ὅτι κε-
555κηρυγμένος ὢν ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἀδυ-
556νατῶ νὰ δώσω ψῆφον πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν.
557§40Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐζήτησα τὸν λόγον,
558διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς καινά τινα δόγματα τοῦ ἀξιοτίμου
559συναδέλφου κ. Καντιάνη, τὰ ὁποῖα μοὶ ἔδωκαν τὸ δικαίωμα
560νὰ συμπεράνω, ὅτι ἔχει μίαν παράδοξον ἀντίληψιν τῶν
561ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ λειτουργῇ τὸ κοινο-
562βουλευτικὸν πολίτευμα. Ἐξεστράτευσε κατὰ τοῦ δικαιώ-
563ματος τοῦ λαοῦ νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην. Ἐὰν ὑπῆρξε σφάλμα
564ἐν τῷ παρελθόντι, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλεται ἡ παραφθορὰ τοῦ
565κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς αὐθαίρετον ὀλιγαρχίαν,
566ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τοῦτο κυρίως ὀφείλεται εἰς τὴν ἔλ-
567λειψιν δημοσίας γνώμης ἀγρύπνου, παρακολουθούσης τοὺς
568πολιτικοὺς ἄνδρας. Ἡ δημοσία γνώμη, ἐκπροσωποῦσα τὴν
569λαϊκὴν θέλησιν, πρέπει νὰ τονίζῃ τὴν πορείαν καὶ Κυβερ-
570νήσεων καὶ καθεστηκυιῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους.
571§41Η. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Σεῖς προέρχεσθε ἐκ τοῦ ὄχλου, ἡμεῖς
572δὲ προερχόμεθα ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν. Τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν
573δὲν ἀντιπροσωπεύουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον χθές, ἀλλ’
574ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέδεσαν ὁλόκληρον τὸν βίον των μετ’
575αὐτοῦ.
576§42Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Θέλετε νὰ διακόπτητε, διὰ νὰ σᾶς
577μάθωμεν ὅτι ὀνομάζεσθε κύριος Παπαηλιοῦ; Σᾶς ἐμάθομεν.
578§43ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Μὲ ἐγνωρίζετε πρότερον.
579§44Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὄχι ἐγώ, ἀλλ’ οἱ κύριοι συνάδελφοι.
580Ἔλεγον λοιπόν, ἀκριβῶς διότι εἰς τὸ παρελθὸν προηρχόμεθα
581ἐξ ἀσυντάκτων ὁμάδων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον μίαν σαφῆ ἀν-
582τίληψιν ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε πολιτειακῶν πραγμάτων, διὰ
583τοῦτο ἐλησμονοῦμεν τὰ καθήκοντα ἡμῶν ὡς Βουλευτῶν, καὶ
584διὰ τοῦτο περιηγάγομεν τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων,
585τοὺς ἑκάστοτε κυβερνῶντας, εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην—λυ-
586πηράν, λέγω, διότι δὲν ἀρνοῦμαι εἰς αὐτοὺς τὴν φιλοδοξίαν
587νὰ ἐπολιτεύοντο εὐσυνειδητότερον,—νὰ κυβερνῶσιν ἄνευ προ-
588γράμματος, ἀφορῶντες ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἱκανοποίησιν
589τῶν ἐπὶ μέρους ἀπαιτήσεων τῶν φίλων των, αἱ ὁποῖαι οὐ-
590δέποτε ἀφεώρων εἰς γενικὸν καλόν. Ἄν, Κύριοι, ἡ Ἐπανά-
591στασις ἔσχεν ἀγαθόν τι, δὲν θέλω νὰ εἴπω τὸ μόνον, ἀλλ’
592ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ πολυτιμότερον, ἦτο, ὅτι ὁ Ἑλληνι-
593κὸς λαὸς ὑπέστη ἕνα ἰσχυρὸν κλονισμόν, ἐξ οὗ ἀνένηψε καὶ
594ἀνεγνώρισε τὸ καθῆκον αὐτοῦ ὡς λαοῦ, καὶ ἠθέλησεν ἐν
595γνώσει τῆς μεγάλης ὑποχρεώσεως, ἣν εἶχε πρὸς τὴν Πολι-
596τείαν, νὰ στείλῃ ἄνδρας, τῶν ὁποίων ἡ ἐκλογὴ ἤθελεν ἔχει
597ὡρισμένην σημασίαν. Καὶ ἐν τούτῳ εἶχον τὴν πρωτοβουλίαν
598πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος αἱ ὁμάδες τῶν Συντεχνιῶν καὶ
599Σωματείων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὑφ’ ἃς περιστάσεις ἐγένοντο
600αἱ ἐκλογαί, ὁ λαὸς δὲν ἠδυνήθη ἢ ἀρνητικὴν νὰ ἔχῃ τὴν
601γνώμην.
602Δὲν ὑπῆρξεν ὁ εἷς, ὅστις νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὴν γνώμην
603τοῦ λαοῦ, νὰ χειραγωγήσῃ αὐτὴν καὶ νὰ κατευθύνῃ εἰς ὡρι-
604σμένον πολιτικὸν πρόγραμμα. Εἶναι εὐτύχημα διὰ τὸν
605Ἑλληνικὸν λαόν, διότι εὑρέθη νῦν ὁ εἷς οὗτος. Διότι δὲν
606ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι αἱ δημοκρατικαὶ πλειονότητες, ἀφιέ-
607μεναι εἰς ἑαυτάς, εἶναι ἐκεῖναι, ἐκ τῶν ὁποίων δύναται νὰ
608ἐκπορεύηται ἡ πρόοδος τῆς κοινωνίας, διότι αὕτη ἐξαρ-
609τᾶται ἐξ ὑπερόχων μονάδων. Ὅταν μία μᾶζα λαοῦ ἐξ ἑαυ-
610τῆς ἐπιχειρῇ νὰ κυβερνᾷ, πάντοτε θὰ πρόκειται περὶ τού-
611του, ὑπὸ τίνος θέλει νὰ κυβερνηθῇ ἢ ὑπὸ τίνος πρέπει.
612(Εὖγε, εὖγε). Ἡ ψῆφος ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη
613ὁ κ. συνάδελφος ὅτι θὰ ἔδιδεν, ἂν τὸ ζήτημα ἐτίθετο ἀό-
614ριστον καὶ γενικῶς, εἶναι ψῆφος, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἔν-
615νοιαν θὰ εἶχεν, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐπὶ πλέον θὰ προσέκρουεν εἰς
616τὴν στοιχειώδη ὑπερηφάνειαν τῆς Βουλῆς. Κατὰ τίνα τρό-
617πον θὰ ἐπέτρεπον εἰς τὴν ἀξιοπρέπειάν μου νὰ ἔδιδον ψῆ-
618φον ἐμπιστοσύνης, ὅταν δὲν γνωρίζω τίνα τὰ πολιτικὰ
619δόγματα, τίνες αἱ πολιτικαὶ ἀρχαί, ὑπὸ τὰς ὁποίας ὑπό-
620σχεται ὁ ἐπιζητῶν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νὰ κυβερνήσῃ;
621Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἰ καὶ ἄπειρος τῶν κοινοβουλευτι-
622κῶν πραγμάτων, ἔδωκα εἰς ἐμαυτὸν τὸ δικαίωμα νὰ
623ἐκπλαγῶ, ὅτε ἤκουσα παρὰ τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν τῶν κομ-
624μάτων διαμαρτυρίας, διότι ἐν ταῖς δηλώσεσι τοῦ κ. Πρω-
625θυπουργοῦ προσετέθησαν γνῶμαι καθαρῶς πολιτειακαί,
626γνῶμαι περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος. Καὶ ἦτο
627ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ διατυπωθῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν σαφέ-
628στερον αἱ γνῶμαι αὗται, ὅτε ἠμφισβητήθη σοβαρῶς καὶ
629ὑπὸ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἐξεπροσώπει τὴν
630ἰδίαν μόνον γνώμην, ἠμφισβητήθη ἡ ὕπαρξις τοῦ συντα-
631γματικοῦ πολιτεύματος, τῆς ἰσχύος τῶν βασιλικῶν προνο-
632μιῶν.
633Ὅτε μάλιστα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν,
634ὅτι δὲν εἶχε καθῆκον νὰ προέλθῃ εἰς ἄμεσον ἀπόκρισιν περὶ
635τῶν σκέψεων αὐτοῦ, ἤκουσε τὴν ἐπίκρισιν, ὅτι ἀφήνει τὸ
636Στέμμα ἔκθετον. Ὅτε τοιαῦτα ἐλέχθησαν, θ’ ἀφήνετο
637ἀληθῶς τὸ Στέμμα ἔκθετον, ἂν δὲν ἐπήρχοντο αἱ τόσον
638σαφεῖς, ἀλλὰ καὶ τόσον ἐνθαρρυντικαὶ δηλώσεις τοῦ κ.
639Πρωθυπουργοῦ. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν τάχα τὸ ζήτημα
640τοῦτο τῶν προνομιῶν νὰ ἐτίθετο σαφέστερον καὶ μᾶλλον
641ὡρισμένον ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι
642διελύετο ἡ Βουλή, ἡ δὲ προκαλέσασα τὴν διάλυσιν ὑπεύ-
643θυνος Κυβέρνησις ἐτύγχανε νὰ εἶναι ἡ αὐτὴ καὶ εἰς τὴν
644νέαν Βουλήν, δὲν θὰ ἦτο ἑπόμενον νὰ ζητηθῇ ὑπὸ τοῦ
645κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος εὐθύνη διὰ τὴν
646διάλυσιν καὶ ν’ ἀμφισβητηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως;
647Καὶ τότε τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἐτίθετο σαφέστερον καὶ ἀμε-
648σώτερον περὶ τῆς ὑπάρξεως ταύτης τῶν δικαιωμάτων τοῦ
649Στέμματος; (Εὖγε, εὖγε).
650Ὡς ζήτημα εὐθύνης ἐκ τῶν ὑστέρων, ὡς ζήτημα ὑπάρ-
651ξεως δικαιώματος.
652Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν, διότι μοι δίδετε τὴν
653εὐκαιρίαν νὰ εἴπω, ὅτι ζήτημα δικαιωμάτων τοῦ Βασι-
654λέως εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρηθῇ τιθέμενον ἐν τῇ Βουλῇ,
655ἐφ’ ὅσον, κατὰ τὸ πολίτευμα, οὐδέποτε ὁ Βασιλεὺς δύναται
656νὰ πράξῃ τι ἀφ’ ἑαυτοῦ ἄνευ τῆς γνώμης τῆς ὑπευθύνου
657Κυβερνήσεως.
658Καὶ προστίθεται εἷς ἀκόμη λόγος, διὰ νὰ σχηματίσω
659τὴν γνώμην, ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι τῶν κ. κ. Ἀρχηγῶν ὑπὸ
660τὴν ἐπιφάνειαν κοινοβουλευτικῆς ὀρθοδοξίας, ἦσαν προσχή-
661ματα πρὸς δημιουργίαν κυβερνητικῆς κρίσεως.
662Καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν
663ἐτέθη τὸ ζήτημα, καὶ οἱασδήποτε ἐννοίας καὶ ἂν ἤθελε δώ-
664σει ὁ κ. Πρωθυπουργός, οὐδέποτε ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ
665θεωρηθῇ ὡς ζήτημα ἄμεσον δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος,
666ἀλλὰ θὰ ἦτο πάντοτε ζήτημα πολιτικῶν ἀρχῶν τῆς Κυ-
667βερνήσεως καὶ εἰδικώτερον, ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ζή-
668τημα ἀποδοχῆς ἢ μὴ τῶν κοινοβουλευτικῶν δογμάτων, ὑπὸ
669τὰ ὁποῖα ἐμφανίζεται ἡ Κυβέρνησις. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύ-
670ριοι, ἐνόμισα, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ὑστέ-
671ρει εἰς εὐλάβειαν πρὸς τὸ Στέμμα, ἂν δὲν ἔσπευδε νὰ πα-
672ράσχῃ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν. (Εὖγε, εὖγε).
673Δὲν γνωρίζω δὲ κατὰ τίνα τρόπον, Κύριοι, εἶναι δυνα-
674τὸν νὰ νοηθῶσιν ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς ἰδίας πεποιθήσεις οἱ
675κύριοι Βουλευταὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ διερρήγνυον τὰ
676ἱμάτιά των, διότι ἐτίθετο τάχα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βου-
677λῆς τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ Στέμματος, ἐν τούτοις, ἀφοῦ
678κακῶς ἢ καλῶς ἐτέθη, ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀπόσχωσι
679τῆς ψηφοφορίας.
680Ἂν ἤθελον εἶσθαι συνεπεῖς πρὸς ἑαυτούς, ὤφειλον νὰ δη-
681λώσωσι τὴν γνώμην των, ἀκριβῶς διότι ἐνόμιζον, κακῶς
682πάντοτε κατ’ ἐμέ, ἀμφισβητούμενον τὸ δικαίωμα τοῦ
683Στέμματος, εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, λέγω, νὰ συντρέξωσιν εἰς
684τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος τούτου.
685Ὁμολογῶ, ὅτι ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν ἀπειρίαν, τὴν ὁποίαν
686ἐπανειλημμένως ἤκουσα καταγιγνωσκομένην κατὰ τοῦ κ.
687Πρωθυπουργοῦ, ἀλλά, ἂν ἡ ἀπειρία ἔγκειται εἰς τὴν ἄγνοιαν
688τῶν τερτιπίων τῶν κοινοβουλευτικῶν καὶ τῶν παρασκηνια-
689κῶν μεθόδων, θὰ εὐχηθῶ, Κύριοι, ἀπὸ καρδίας οὐδέποτε
690νὰ ἀποκτήσω περισσοτέραν πεῖραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν
691ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός. (Χειροκροτήματα).
692Δὲν εὑρίσκω ἐπίσης, Κύριοι, πῶς ἠδυνήθησαν νὰ συν-
693δυάσωσι πρὸς τὴν ἰδίαν ἀξιοπρέπειαν οἱ κύριοι Βουλευταὶ
694τὴν σκέψιν, ὅτι ἡ γνώμη τυχὸν πολιτικοῦ ἀνδρὸς περὶ τῆς
695σκοπιμότητος τῆς ἐνασκήσεως τῆς διαλύσεως εἶναι κάτι
696τι, τὸ ὁποῖον ἐκβιάζει τοὺς Βουλευτάς. Ἐὰν ἐπρόκειτο
697περὶ ὑπαλλήλων καὶ οὐχὶ Βουλευτῶν, περὶ ὑπαλλήλων, οἱ
698ὁποῖοι τὰ βιοποριστικὰ αὑτῶν μέσα θ’ ἀνέμενον ἐκ τῆς
699ἐνασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των, θὰ ἐνόουν, ὅτι τοῦτο
700θὰ εἶχεν ἔννοιάν τινα ἐκβιάσεως, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ὑπη-
701ρέται τοῦ λαοῦ, καὶ ὑποτίθεται ἀκόμη ὅτι ἀναλαμβάνο-
702μεν τὸ βάρος τῆς ἐκπροσωπήσεως τοῦ λαοῦ καὶ τὸ βάρος νὰ
703δουλεύωμεν ὑπὲρ αὐτοῦ. Δὲν ἀφορῶμεν εἰς τὸ ἀξίωμα ὡς
704εἰς ἐπάγγελμα. Ἀλλὰ δὲν ἀδικῶ τοὺς συναδέλφους ἐκείνους,
705διότι ἔκρινον ὑπὸ τὸ κράτος τῶν μέχρι τοῦδε κρατησάν-
706των δογμάτων, κατὰ τὰ ὁποῖα ὁ Βουλευτὴς δὲν ἀνῆκεν εἰς
707τὸ ἔθνος, ἀλλ’ εἰς ἑαυτόν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην κα-
708λῶς διέγνωσαν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ἐκβιάσεως. Ἀλλά, Κύ-
709ριοι, ἂν θέλωμεν νὰ εἴμεθα εὐπειθεῖς εἰς τὴν ῥητὴν τοῦ λαοῦ
710ἐντολήν, πρέπει ν’ ἀποταχθῶμεν τοῦ παλαιοτέρου τρόπου τοῦ
711σκέπτεσθαι, τρόπου, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ δεχθῶ ὅτι δὲν
712ἠκολούθουν εὐχαρίστως οἱ ἰθύνοντες τὰς πολιτικὰς ὁμάδας,
713πρέπει νὰ θελήσωμεν νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι
714ἀνωτέρα τῆς ὑπερηφανείας ἡμῶν ἡ ἐπιδίωξις καὶ νέας ἐπι-
715τυχίας, πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι ἐκτελοῦμεν ἓν καθῆκον,
716καὶ διὰ πολλοὺς καθῆκον πολὺ φορτικὸν διὰ τὰς μεγάλας
717εὐθύνας.
718Εἶναι πολὺ ἁπλῆ ἡ ἔννοια αὕτη, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι εἶ-
719ναι πολὺ δύσκολον νὰ ἐννοηθῇ.
720§45ΖΗΣ. ΙΑΤΡΟΥ. Προσβάλλετε ὅλους τοὺς Βουλευτὰς
721τόσην ὥραν. Τί τοὺς διδάσκετε; Τὸ Πάτερ ἡμῶν; Τὸ γνω-
722ρίζουσι καλλίτερον ἀπὸ σᾶς.
723§46ΠΟΛ. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τόσῳ τὸ χειρότερον, ἐὰν τὸ γνω-
724ρίζωσι καὶ δὲν ἐπωφελῶνται τῶν γνώσεών των. Ὁμιλῶ
725περὶ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον Ἀρχηγοὶ καὶ ὀπαδοὶ ἀπε-
726κήρυξαν, τὸ ὁποῖον ὡμολόγησαν ὡς καταδικασθὲν ὑπὸ τοῦ
727λαοῦ· περὶ τοῦ παρελθόντος, τοῦ ὁποίου οὐδένα εὑρίσκω
728ὑπεύθυνον, διότι εἴμεθα πάντες οἱ ὑπεύθυνοι, ἀλλὰ καὶ τὰ
729θύματα. Ἀλλά, ἀφορῶν εἰς τὸ ἁμαρτωλὸν τοῦτο παρελθόν,
730εὑρίσκω ὅτι εἴμεθα ἀδικαιολόγητοι μὴ χειραφετοῦντες
731ἡμᾶς αὐτοὺς ἀπὸ τῶν συνηθειῶν αὐτοῦ, διότι οὕτω μόνον
732δυνάμεθα ν’ ἀποβῶμεν χρήσιμοι εἰς τὴν πατρίδα καὶ νὰ
733προλάβωμεν τὴν καταστροφήν. (Χειροκροτήματα).
734§47Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Μετὰ χαρᾶς ὅλοι παρατηροῦμεν,
735ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη ἀπεφάσισεν ἐνεργότερον νὰ παρακολου-
736θήσῃ τὴν ἐργασίαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Διὰ τοῦτο
737ἔχομεν πρόσθετον ὑποχρέωσιν, ὅπως δικαιολογήσωμεν τὴν
738ψῆφόν μας. Τοῦτο λέγω, διότι καὶ σήμερον ἀκόμη ἔλαβον καὶ
739ἐγὼ τηλεγραφήματα ἐκ Θεσσαλίας, ὅπως ὑπερψηφίσω τῆς
740Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὅμως οἱ ἐκλογεῖς μου ἐγνώριζον ἐπα-
741κριβῶς τὰ συμβαίνοντα, πιστεύω, ὅτι διαφόρως ἤθελον μοὶ
742τηλεγραφήσει. Ὅλοι εἴμεθα ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως τῶν καθ’
743ἡμᾶς πραγμάτων καὶ μετ’ ἰδιαιτέρας εὐχαριστήσεως θὰ
744ἐβλέπομεν βεβαίως πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἥτις θὰ ἐχάραττε
745τὴν λεωφόρον τῆς ἀνορθώσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀνόρθωσις δὲν εἶ-
746ναι ἁπλῆ λέξις· προϋποθέτει θετικὴν ἐργασίαν.
747§48ΙΩ. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ἐκ μέρους τῆς Θεσσαλικῆς
748ὁμάδος ὁμιλεῖτε;
749§49Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι· ὁμιλῶ μόνον διὰ τὴν ψῆ-
750φόν μου. Ἀνόρθωσις, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι κενή τις
751ἔννοια. Ἀλλὰ σήμερον πλανᾶται ἡ Κυβέρνησις, ζητοῦσα
752νὰ ἐγκαινίσῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως διὰ τῆς μειώσεως
753τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, ἀφοῦ ἐπιδιώκει,
754ὥστε ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ν’ ἀναγνωρίσῃ εἰς τὸ Στέμμα
755δικαίωμα ἀνύπαρκτον. Διότι καὶ ἡ ἐπιστήμη διδάσκει καὶ
756ἐκ τοῦ Συντάγματος συνάγεται, ὅτι τὸ Στέμμα δὲν ἔχει
757δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν διπλῆν Βουλήν. Καίτοι δὲ ὑπο-
758στηρίζω πᾶσαν Κυβέρνησιν, τείνουσαν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν
759πραγμάτων τῆς χώρας, εἴτε Κυβέρνησις Βενιζέλου εἶναι
760αὕτη εἴτε ἄλλη, ἐν τούτοις, ἐφ’ ὅσον ἀτόπως ἡ ὑπὸ τὸν κ.
761Βενιζέλον Κυβέρνησις συνδέει τὴν τύχην αὑτῆς πρὸς τὴν
762ἀδικαιολόγητον ἐπέκτασιν τῶν προνομίων τοῦ Στέμματος,
763θὰ καταψηφίσω αὐτῆς. Προφανῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπιζητεῖ
764τὴν ἄωρον διάλυσιν τοῦ Σώματος, ταύτην ὅμως καὶ πρα-
765κτικῶς θεωρῶ ἐπιζήμιον εἰς τὴν χώραν, διότι, ἀντὶ νὰ ῥί-
766ψωμεν τὸν τόπον εἰς νέον ἐκλογικὸν σάλον, εἶναι προτι-
767μότερον νὰ συζητήσωμεν σὺν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ Συν-
768τάγματος καὶ τὰ οἰκονομικὰ καὶ κοινωνικὰ ζητήματα,
769ἅτινα συνταράσσουσι τώρα τὴν πατρίδα. Τουλάχιστον διὰ
770τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα ἡ θεσσαλικὴ ὁμὰς ἔχει πρὸς συζήτη-
771σιν ἑτοίμην ἐργασίαν. Διὰ δὲ τῆς διαλύσεως διατρέχομεν
772τὸν κίνδυνον ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐπίλυσιν καὶ νὰ διαιωνί-
773σωμεν οὕτω φλέγοντα ζητήματα.
774§50Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἀπὸ τοῦ
775ἔτους 1892 πρὸς τὰ 1893, ὅτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου
776τοῦ ἐθνικοῦ ἐκηρύχθη ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία εἰς κατάστα-
777σιν χρεοκοπίας ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ σύ-
778στημα, τὸ ὁποῖον ἐκράτει καὶ ἐλειτούργει παρ’ ἡμῖν, ἦτο
779σύστημα πλημμελὲς καὶ δεόμενον μεταβολῆς καὶ τὴν μετα-
780βολὴν ταύτην ἀνεύρισκον μόνον εἰς μίαν ἐπανάστασιν.
781Ἔκτοτε ἐκηρύχθην ἐπαναστάτης πεποιθώς, ὅτι διὰ μιᾶς
782ἐπαναστάσεως, ὡς κατακλεῖδα ἐχούσης μίαν Συντακτικὴν
783Συνέλευσιν, ἠδυνάμεθα νὰ μεταβάλωμεν τοὺς ὅρους καὶ
784τὰς συνθήκας, αἱ ὁποῖαι διεῖπον ἡμᾶς ἕως τότε, καὶ ὅτι
785ἠδύναντο νὰ τεθῶσι βάσεις ἑδραῖαι καὶ ὑγιεῖς, ὅπως ἀνα-
786γεννήσωσι τὴν Πολιτείαν.
787Γνωρίζετε, ὅτι δύο εἰσὶν οἱ σταθμοί, κύριοι Πληρεξού-
788σιοι, εἰς τοὺς ὁποίους σταθμεύουσιν, ἵστανται οἱ λαοὶ καὶ
789ἐκεῖθεν ὡς ἀπ’ ἀφετηρίας ὁρμῶσι πρὸς τὴν πρόοδον καὶ
790τὸν πολιτισμόν. Ἢ μία σύρραξις ἐξωτερικὴ ἢ μία ἐπανά-
791στασις ἔδει νὰ γίνῃ. Ἤλπισα, ὅτι, ὅτε ὁ ἀτυχὴς πόλεμος
792τοῦ 1897 ἐπέσκηψεν, ὅτι ἦλθε τέλος ἡ στιγμή, καθ’ ἣν
793ἔδει νὰ συνέλθωμεν καὶ νὰ συνετισθῶμεν, πρὸς δὲ καὶ νὰ
794τραπῶμεν τὴν ὁδὸν τῆς προόδου.
795Ἀτυχῶς ὅμως καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἔχυσεν εἰς τὰς
796φλέβας ἡμῶν νέον αἷμα παρὰ ἐξηκολούθει ἡ ἰδία ἀποτελ-
797μάτωσις, τὸ ἴδιον σύστημα, αἱ ἴδιαι φατρίαι. Ἀτυχῶς,
798ἀντὶ καὶ ἡ ἐπανάστασις νὰ ἐξατμίσῃ τὴν γνώμην μου ταύ-
799την, τοὐναντίον ἐπέρρωσεν αὐτήν. Δὲν εἶχον τὴν γνώμην
800ὅτι ἡ ἐπανάστασις ἔδει νὰ ἐκδηλωθῇ ὡς ἐξεδηλώθη τὴν
80115ην Αὐγούστου 1909. Εἶχον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ ἐπανάστα-
802σις ἔπρεπε νὰ εἶναι λαϊκὴ καὶ νὰ μὴ προΐστατο ὁ Ἑλλη-
803νικὸς στρατός. Ἀτυχῶς τὰ γεγονότα ἦσαν ὑπέρτερα τῶν
804σκέψεών μου καὶ ἐπέσκηψεν ἡ ἔνοπλος αὐτὴ διαμαρτυρία·
805καίτοι δ’ ἐχαρακτήρισα τὴν ἐπανάστασιν ὡς νόθον καὶ ἔκ-
806φυλον, ἤλπιζον καὶ ἐκεῖθεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὰ
807στοιχεῖα, δι’ ὧν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς περιστάσεις τάς
808τε ἐξωτερικὰς καὶ τὰς ἐσωτερικάς. Ἀτυχῶς, ἐπαναλαμ-
809βάνω, ἡ ἐπανάστασις τῆς 15 Αὐγούστου, καθ’ ὃν τρόπον
810διεξήχθη, μετεβλήθη εἰς νόθον καὶ ἔκφυλον.
811Ἀπεφασίσθη τέλος πάντων νὰ συνέλθῃ μία Συνέλευσις,
812ἥν, ὡς ἐκλήθη καὶ συνῆλθε, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιληφθῶμεν
813ἄλλως παρὰ ὡς Συντακτικὴν Συνέλευσιν. Διότι διὰ τῆς
814Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἐσχημάτισα πεποίθησιν, ὅτι
815δυνάμεθα τοὐλάχιστον, καίτοι βραδέως, νὰ συνετισθῶμεν
816καὶ ἀνανήψωμεν καὶ νὰ ἀναγεννήσωμεν τὸν τόπον. Ἀλλὰ
817καὶ πάλιν ἐκ πόνου, τὸν ὁποῖον αἰσθάνομαι, ὅπως πάντες
818ὑμεῖς αἰσθάνεσθε, πρὸς τὴν πατρίδα, ἤλπισα, ὅτι μετὰ
819τὴν νέαν τέλος πάντων κατάστασιν, μετὰ τὸν σχηματι-
820σμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως ἤθελον αἰσθανθῆ τὴν ἀνακού-
821φισιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται πᾶς πατριώτης, ὅτι
822δηλαδὴ ἡ νέα Κυβέρνησις, ἐρχομένη ἐνώπιον ἡμῶν, θὰ
823ἔτεινε χεῖρα φιλικήν, συμβιβαστικήν, ἠπίαν καὶ ἤθελεν
824ὑποβάλει ἐνώπιον ἡμῶν μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ
825ἀντικρύσωσι τὰς ἐθνικὰς συμφορὰς καὶ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγ-
826κας. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ἠπατήθην εἰς τοῦτο, διότι οὐδὲν ἄλλο
827βλέπω παρὰ πῶς νὰ ἀνασυσταθῶσι τὰ παλαιὰ κόμμα-
828τα καὶ πῶς νὰ ἱδρυθῶσι νέα. Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ
829ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ παρου-
830σιάσῃ καὶ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξωμεν, διὰ νὰ ἀνα-
831καινίσωμεν τὴν χώραν; Τὰ μέτρα αὐτὰ οὐδὲν ἄλλο
832ἦσαν εἰμὴ μία ἀόριστος φράσις περιοριζομένη εἰς τὰς λέ-
833ξεις «ἀνορθωτικὸς ἀγών». Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ φράσις εἶναι ἔν-
834νοια ἀφῃρημένη. Ἔχομεν ἡμεῖς ὑπ’ ὄψει μας τὰ μέτρα,
835τὰ ὁποῖα ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ προσκομίσῃ ἀναλόγως
836τῶν περιστάσεων, ἅτινα βεβαίως, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐπιζή-
837σῃ, θέλομεν ὑποβάλει ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῆς. Ἐπηγγέλθη ἡ
838Κυβέρνησις, ὅτι θὰ πατάξῃ τὴν ἀναρχίαν καὶ θὰ ἐπανα-
839φέρῃ τὴν τάξιν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐγκύκλιος ἀνωτέρου δι-
840οικητικοῦ ὑπαλλήλου τὸ πρῶτον ἀναλαμβάνοντος τὴν ὑπη-
841ρεσίαν, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνει εἰς τὰς κατωτέρας ἀρχάς.
842Τοῦτο εἶναι ἔργον στοιχειῶδες. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος
843τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ εἶναι φιλειρη-
844νική, διὰ νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν πρόοδον μεταξὺ τῶν Κρατῶν
845τῆς Ἀνατολῆς.
846Δὲν μᾶς εἶπέ τι νέον· πάλιν ἐπανήλθομεν εἰς τὴν ἄψογον
847στάσιν. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
848Κυβερνήσεως κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλομεν ἀπομακρύνει ἅμα
849καὶ κόψει τὴν χεῖρα ἐκείνην ἐν ἀνάγκῃ, ἥτις καθ’ ἑκάστην
850κολαφίζει τὴν πατρίδα ἡμῶν. Ταῦτα ἀνέμενον νὰ εἴπῃ εἰς
851ἡμᾶς ἡ νέα Κυβέρνησις. Ἐφ’ ὅσον δὲν πείθεσθε, ὅτι ἡ Συν-
852έλευσις δύναται νὰ πράξῃ τι νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ
853διαλυθῇ, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει νὰ μεταβληθῇ εἰς Συν-
854τακτικὴν προβαίνουσαν εἰς ἀνορθωτικὴν ἐργασίαν, ὅπως
855δυνηθῶμεν νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα καὶ ἀνακουφίσωμεν
856ἐν ταὐτῷ καὶ τὸν λαόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν καταντήσει παρά-
857φρονα. Ὁ εἷς τῷ λέγει «θὰ σὲ σώσω», χωρὶς νὰ τῷ λέγῃ
858κατὰ ποῖον τρόπον θὰ τὸν σώσῃ· ὁ ἄλλος τὸν διαβάλλει,
859καὶ τὸν παραπλανᾷ, καὶ οὕτω μετεβλήθη ὁ τόπος εἰς ἓν φρε-
860νοκομεῖον. Εἰς πάντα δὲ ταῦτα τὰ μάλιστα συνετέλεσε καὶ
861ἡ νέα Κυβέρνησις. Ἐγὼ λυποῦμαι διὰ τοῦτο.
862§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικά.
863§52Α. ΦΩΤΗΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μελετήσητε τὸ ἄρθρον 29
864τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ ἐπαναφέρητε ἐν ἰσχύϊ τὸν Κανονι-
865σμὸν τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις ἐπὶ
866ματαίῳ.
867§53Β. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ τεθῇ
868ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος
869εἰς ψηφοφορίαν. Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 29 τοῦ Κανονισμοῦ
870δύο Βουλευταὶ δύνανται νὰ ὑποβάλωσι πρότασιν, ὅτι πα-
871ραβιάζεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις.
872Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὑπέβαλον
873πρότασιν στηριζομένην εἰς τὸ ῥητὸν γράμμα τοῦ ἄρθρου
87429 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀπορῶ διατί ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἡ
875πρότασις αὕτη παρορᾶται. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν
876ὑποχρέωσιν νὰ ἐρωτηθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.
877Δὲν πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ συζήτησις
878εἶναι σκόπιμος ἢ ὄχι. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέω-
879σιν νὰ θέσωμεν τὴν πρότασιν εἰς ψηφοφορίαν.
880§54Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εὑρισκόμεθα ἐκτὸς τοῦ
881Κανονισμοῦ, διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθηκεν ὑπὸ τὴν κρί-
882σιν ἡμῶν, ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ ἔθνους, ὕψιστα ζητήματα, ἐκ
883τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ δικαιολογία τῆς ψήφου ἡμῶν.
884Γνωρίζομεν πάντες, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ζητοῦσι ψῆφον παρὰ
885τῶν Σωμάτων τῶν κοινοβουλευτικῶν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ,
886ἂν δύνανται νὰ κυβερνήσωσι μετὰ κύρους τὸν τόπον.
887Ἀλλ’ ἀπὸ σήμερον πρόκειται νὰ κριθῇ καὶ ἂν ζητεῖται ἡ
888ψῆφος τῶν Κοινοβουλίων, ὅπως κριθῇ ἂν αὐτὰ θὰ ἔχωσι τὸ
889κῦρος τῆς ὑπάρξεώς των. Ἀνατρέπεται καὶ διαστρέφεται
890ὅλον τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ
891κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἑπομένως ἡ δικαιολογία τῆς ψήφου δὲν
892ἔχει τι τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν, οὐδὲ εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ Κα-
893νονισμοῦ. Ἐὰν δὲν δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφον ἡμῶν, τότε
894βεβαίως εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, ἐκτὸς τοῦ Συντά-
895γματος, ἐκτὸς τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, καθὼς εἴμεθα καὶ
896ὑπὸ τὸ κράτος ἀχαλινώτου ὀχλοκρατίας.
897§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον ἀντελήφθη, ὅτι ἕκαστος
898τῶν κ. Βουλευτῶν ἐζήτησε τὸν λόγον, διὰ νὰ δικαιολογήσῃ
899τὴν ψῆφόν του.
900§56Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι ὅμως νὰ ἀγορεύσῃ διὰ μακρῶν.
901§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά.
902§58Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, διότι θὰ γεννηθῇ ἕτε-
903ρον ζήτημα.
904§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος
905ἐπρότεινε νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις καὶ νὰ προχωρήσῃ ἡ
906Βουλή.
907§60Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἐνόσῳ εἶναι ἐγγεγραμμένοι Βουλευ-
908ταὶ νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυ-
909πουργοῦ, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δεσμεύει τὴν ἐλευθε-
910ρίαν τοῦ λόγου. Πρέπει νὰ ἐξαντληθῇ ὁ κατάλογος.
911§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρέθημεν εἰς τὴν
912ἀνάγκην νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο
913ἐζητήσαμεν τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἥτις σιωπηρῶς, ἀλλὰ
914σαφῶς ἐδόθη. Νομίζω ὅμως ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς εὑρέθημεν
915εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ ὅλων τῶν
916ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι νὰ ἐκφέρωσι κρίσεις ἐπὶ τῶν δηλώ-
917σεων, πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ἴσου σεβαστή, μολονότι εὔχομαι
918νὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις τὸ ταχύτερον, καὶ μολονότι δηλῶ
919ἐκ νέου ὅτι ἡ περάτωσις καὶ τῆς συνεδριάσεως ταύτης,
920χωρὶς νὰ τύχῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἀνεπιφυλάκτου ἐμπιστο-
921σύνης, θὰ ἐσήμαινεν ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ
922Σώματος. Συνεχιζομένης ὅμως τῆς συζητήσεως, θὰ παρα-
923καλέσω τοὺς κ. κ. ῥήτορας νὰ εἶναι συντομώτεροι.
924§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατατίθεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς
925τοῦ Λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἐπιψήφισιν πιστώσεως
926ἐκ δραχμῶν 724 χιλιάδων δι’ ἀποζημίωσιν τῶν κ. κ. Βου-
927λευτῶν τῆς διπλῆς Βουλῆς.
928§63Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἀναγνώσητε εἰς τὴν Βου-
929λὴν κατὰ σειρὰν τοὺς ῥήτορας, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ὁμι-
930λήσωσι, διὰ νὰ λείψῃ ἡ ἀταξία.
931§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰ. Στάϊκος, Ἰ. Ῥάλλης, Π. Λιβαδᾶς.
932§65Π. ΛΙΒΑΔΑΣ. Παραιτοῦμαι.
933§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν. Μαζαράκης, Χ. Πωλογεώργης, Κ.
934Καλομενόπουλος, Κ. Γιολδάσης, Α. Πετρομανιάτης, Ἡρ.
935Νεόφυτος, Γ. Παπαβασιλείου, Γ. Καπετανάκης, Κ. Σαλ-
936ταμπάσης, Π. Δρακούλης, Θ. Παπαϊωάννου.
937§67Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, Κύριοι, διότι
938νομίζω ὅτι δὲν εἶναι καιρός, ἵνα παρατείνω τὴν συζήτησιν
939καὶ καταπονῶ ὑμᾶς. Ἔχω καθῆκον νὰ δικαιολογήσω τὴν
940ψῆφον, τὴν ὁποίαν θὰ δώσω εἰς τὸ συνέδριον τοῦτο, εἰς τὸ
941ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρακάθημαι μετὰ τῶν λοιπῶν
942συναδέλφων. Ἡ ψῆφος ἡ ἀνεπιφύλακτος, τὴν ὁποίαν ἡ Κυ-
943βέρνησις διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὑτῆς ἐζήτησε παρὰ
944τοῦ συνεδρίου τούτου, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ δικαιολο-
945γηθῇ. Εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν καὶ ἐφρόνουν, ὅτι πρέπει νὰ περι-
946βληθῇ μὲ ἀπόλυτον τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν μελῶν ὁλοκλή-
947ρου τοῦ συνεδρίου, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἓν καὶ ἐγὼ μικρὸν
948μέλος εἶμαι, ἀλλὰ μὲ ψῆφον ἐμπιστοσύνης οὐχὶ ἐπὶ τοιούτων
949ζητημάτων, οὐχὶ ἐπὶ ζητημάτων, δι’ ἅ, Κύριοι, οὐδεὶς
950δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ ὅτι καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ
951παρελθόντος Σαββάτου καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν αἱ δηλώ-
952σεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου ἐνεῖχον τὸν τύπον τῆς ἐπιβο-
953λῆς καὶ τοῦ φόβου. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι, ἐὰν ἡ ἐμπιστοσύνη
954μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλεται ὑπὸ τοῦ Στέμματος καὶ ἡ
955κοινὴ γνώμη, τὴν ὁποίαν διερμηνεύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
956Κυβερνήσεως, εἶναι πραγματική, ἂς εἶναι βέβαιος, ὅτι, δια-
957λυομένου τοῦ Σώματος τούτου, ἡ κοινὴ γνώμη δὲν θὰ εἶναι
958μόνον ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν περιχώρων,
959ἀλλὰ θὰ εἶναι γνώμη ὁλοκλήρου τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος.
960Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπικαλού-
961μενος τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης ἡμῶν, εἶπεν, ὅτι τὸ πρό-
962γραμμα αὑτοῦ εἶναι γνωστὸν εἰς ἡμᾶς. Ἐγώ, Κύριοι, ὁμο-
963λογῶ, ὅτι οὐδὲν πρόγραμμα ἀνέγνωσα, δὲν γνωρίζω δὲ πο-
964σῶς τὰς ἀρχὰς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
965ἀλλὰ τοὐναντίον, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ τονίσω, ὅτι τὰ
966πρῶτα δείγματα τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς εἶναι τὰ δείγματα
967τῶν ἐφημερίδων, τῶν τυφλῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, εἶ-
968ναι τὰ δείγματα, τὰ ὁποῖα θὰ φέρωσιν ἀσφαλῶς τὸ Κρά-
969τος εἰς αἱματοκύλισμα. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
970Κυβερνήσεως διέψευδε πραγματικῶς τὰ γραφέντα εἰς τὰ
971φύλλα τῶν ἐφημερίδων, ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἀποκηρύξῃ τὸν
972φίλτατον αὑτοῦ κ. Γεώργιον Πὼπ, τὸν ἰδιοκτήτην καὶ διευ-
973θυντὴν τοῦ φύλλου «Ἀθηνῶν», ἐν ᾧ ἐγράφησαν. Ἐάν, Κύ-
974ριοι, τὸ συνέδριον τοῦτο διευθύνωσι δύο ἢ τρεῖς ἐφημερί-
975δες, νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ διαλυθῇ ἀφ’ ἑαυ-
976τοῦ, καί, ἐὰν δὲν διαλυθῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ, πρέπει βεβαίως νὰ
977κηρυχθῇ Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἥτις θὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς
978τὴν κατάστασιν ταύτην καὶ εἰς τὴν ἐν γένει ἀναρχίαν...
979Κεκηρυγμένος λοιπὸν ὑπὲρ Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἡ
980ὁποία καὶ μόνη θὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν ἀνιαρὰν αὐτὴν κα-
981τάστασιν, θέλω καταψηφίσει τὴν Κυβέρνησιν μὲ τὸ θάρ-
982ρος, τὸ ὁποῖον μὲ διακρίνει, ἀφοῦ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἤδη
983ἐδήλωσε, δὲν θέλει ψῆφον ἀνοχῆς, δὲν θέλει ψῆφον ἐπιει-
984κείας, ἀλλὰ θέλει ψῆφον καθαράν, θέλει ψῆφον αὐτῶν ἐκεί-
985νων τῶν ὀπαδῶν της, οἵτινες ἀκολουθοῦσι πιστῶς τὸ πρό-
986γραμμα αὐτῆς τὸ ἀφανές.
987§68Ν. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Ἀγαπητοὶ συνάδελφοι, ἐπειδὴ ἡ
988Κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι πᾶσα ψῆφος μετ’ ἐπιφυλάξεως θεω-
989ρεῖται ὡς καταψήφισις, διὰ τοῦτο ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα
990δικαιολογήσω διὰ βραχέων τὴν ψῆφόν μου. Ἐπειδὴ δη-
991λαδὴ δὲν ἔχομεν τὴν ἔννοιαν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων
992ἢ τὴν δόξαν, ἵνα ἔρχωνται οἱ δημοσιογράφοι καὶ ἐρωτῶσιν
993ἡμᾶς τοὺς ταπεινοὺς σοσιαλιστὰς τῆς σήμερον, ἀλλ’ οὔτε
994ἑκατομμύρια νὰ δαπανῶμεν εἰς τὰ φύλλα μας, διὰ ταῦτα εἴ-
995μεθα ὑπόχρεοι ἐνταῦθα νὰ δηλώσωμεν τὴν γνώμην μας. Ταῦτα
996λέγω, οὐχὶ διότι φοβοῦμαι ἐν περιπτώσει διαλύσεως μήπως
997ἡ ὁμὰς ἡ σοσιαλιστικὴ τῆς νήσου Κεφαλληνίας δὲν ὑπάρξῃ
998ἐν μέσῳ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, τοῦθ’ ὅπερ ἀδύνατον,
999ἐπειδὴ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι πολὺ
1000ἄγνωστος εἶναι ὁ κ. Βενιζέλος, ἰδίως δὲ εἰς τὰ χωρία.
1001Ὁ σοσιαλισμὸς ἐν Κεφαλληνίᾳ ἔχει στήσει τὴν ἕδραν
1002του, ἀγνοεῖ δὲ ὁ σοσιαλισμὸς πρόσωπα καὶ ὑπὸ τὴν γενι-
1003κωτέραν ἔννοιαν τῆς λέξεως.
1004Ἐπειδὴ λοιπὸν ἀνεπιφύλακτος ψῆφος δὲν εἶναι δυνατὸν
1005νὰ δοθῇ ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἀνήκω εἰς κόμμα τι,
1006ὥστε νὰ θέλω ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως νὰ καταρρίψω τὴν
1007Κυβέρνησιν, οὔτε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἔφυ-
1008γον, ἀλλ’ ἔμεινα καταψηφίσας τὴν Κυβέρνησιν ἐξ ἁγνῆς
1009καὶ μόνης πεποιθήσεως πρὸς τὴν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέ-
1010λευσιν, οὔτε σήμερον ἀπεχώρησα μέλλων νὰ καταψηφίσω
1011τὴν Κυβέρνησιν, ἂν καὶ ἐκτιμῶ τὸν κ. Βενιζέλον, ὅστις
1012ἔχει πολλὰ προσόντα, διότι ἔχει καὶ παρελθόν, τὸ ὁποῖον
1013τὸν τιμᾷ σχετικῶς, διότι καὶ ἀδοκίμαστος εἶναι πραγμα-
1014τικῶς ὡς κυβερνήτης τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος, διότι καὶ λό-
1015γῳ τῆς πραγματικῆς ἀποθεώσεως, τὴν ὁποίαν τῷ ἔδειξεν ἡ
1016κοινὴ γνώμη, θὰ προσπαθήσῃ πάσῃ δυνάμει νὰ φανῇ ἀν-
1017τάξιος τῆς μεγάλης ταύτης τιμῆς, τὴν ὁποίαν τῷ ἀπέδω-
1018κεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Διὰ ταῦτα ἢ ἀπὸ τῶν τοιούτων
1019ἀπόψεων ἐμπιστεύομαι τὸν κ. Βενιζέλον ἁπλῶς, ἀλλ’ οὐχὶ
1020καὶ ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ κριθῶσι
1021βραδύτερον ὡς ἐκ τῆς ἀναθεωρητικῆς προδεδηλωμένης στά-
1022σεως τῆς Κυβερνήσεως, ἥνπερ μεθ’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ προρρη-
1023θέντα θὰ καταψηφίσω εἰλικρινέστατα ὡς δυσπιστῶν κατὰ
1024τὰ λοιπά.
1025Τὸ θρυλούμενον περὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι εὑρίσκε-
1026ται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ Στέμμα σήμερον, δὲν δύναμαι νὰ
1027κατανοήσω, διότι ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι πλάσμα καχεκτι-
1028κόν, ὡς λέγει ἐν ὅρῳ καὶ ἡ ἰατρικὴ ἐπιστήμη, πλάσμα,
1029ὅπερ πράγματι δὲν ἀντιπροσωπεύει ἀπολύτως τὴν ἀλή-
1030θειαν.
1031Ὁ Ῥαφαὴλ μίαν φορὰν ἐξέθηκεν εἰκόνα τῆς Παναγίας
1032εἴς τινα προθήκην ἄνευ ὑάλου, παρέθηκε δὲ χρώματα καὶ
1033χρωστῆρα καὶ παραπλεύρως ἔγραψεν, ὅτι «πᾶς διαβάτης
1034εἶναι ἐλεύθερος νὰ διορθώνῃ τὸ τυχὸν ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον
1035θὰ ἀνεύρισκεν εἰς τὴν εἰκόνα ταύτην», ἧσπερ ὅμως ὅμοιον
1036ἀντίτυπον ἢ πανομοιότυπον εἶχε παραθέσει εἰς τὴν αὐτὴν
1037προθήκην, ἀλλὰ μεθ’ ὑάλου. Καὶ νῦν παρήρχετό τις, ὅστις
1038διώρθωνε τὴν ῥῖνα τῆς Παναγίας, μεθ’ ὃν ἄλλος τοὺς
1039ὀφθαλμούς, ἄλλος τὴν σιαγόνα κτλ., οὕτως ὥστε τέλος ἀντὶ
1040διορθώσεως ἐπῆλθεν ὡς ἀποτέλεσμα ἓν τέρας! Τότε ὁ Ῥα-
1041φαὴλ ἀνέγραψεν εἰς μὲν τὴν ἄνευ ὑάλου «Ἰδοὺ ἡ Παναγία
1042τῆς κοινῆς γνώμης», εἰς δὲ τὴν μεθ’ ὑάλου «Ἰδοὺ ἡ Πα-
1043ναγία τοῦ Ῥαφαήλ».
1044Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἐκφράζεται διὰ
1045τοῦ λαοῦ τῶν Ἀθηνῶν. Πέντε χιλιάδες ὀκτακόσιαι ψῆφοι
1046ἐδόθησαν πρὸς ἐμέ, ὅπως εἰσέλθω εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην,
1047καὶ ἐδόθησαν πρὸς ἐμέ, ἀφοῦ διὰ τοῦ φύλλου «Φωστῆρος»
1048ἐν Κεφαλληνίᾳ ὑπεστήριζον τὴν Συντακτικὴν Ἐθνοσυνέ-
1049λευσιν· πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν σήμερον ἐγὼ νὰ ὑποστη-
1050ρίζω Κυβέρνησιν ἀναθεωρητικήν, καίπερ ἄλλως σεβαστὴν
1051παρὰ τοῖς πολλοῖς;
1052Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ὁ μέγας φιλόσοφος Ἀριστο-
1053τέλης λέγει που, ὅτι «ἄμεινον οἱ πολλοὶ κρίνουσιν», ἀλλ’
1054εἶναι ἐπίσης καὶ ἀληθέστατον, «ἐπειδὴ παντὶ λόγῳ λόγος
1055παλαίει», ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς νὰ σκέπτηται καλλίτερον
1056ἐπὶ ἑνὸς ἀντικειμένου εἰδικώτερον ἢ χίλιοι ὁμοῦ, κατὰ τὸ
1057Σωκρατικόν: «εἷς εὖ φρονῶν κρείττων μυρίων μὴ καλῶς φρο-
1058νούντων» ἐν Πλάτωνος Γοργίᾳ, ἀλλ’ ἐπίσης ἀληθές, ὅτι,
1059«ὅποιος τὸν κόσμ’ ἀκούει, τὰ ὄρη παίρνει» ἢ ὡς ἐπίσης
1060λέγει τὸ Λατινικὸν ῥητόν: «quanta capita, tantae sen-
1061tentiae» (=ὅσαι κεφαλαί, τόσαι γνῶμαι). Ἀλλοίμονον εἰς
1062τοὺς Βουλευτὰς καὶ τοὺς ῥήτορας, ἐὰν ἀκολουθῶσι τυφλῶς
1063τὴν κοινὴν γνώμην, ἀντὶ νὰ σχηματίζωσι τοιαύτην ἐκ τῶν
1064διαφόρων ἀγορεύσεων, τῶν ἐπιχειρημάτων, τῶν νομοσχε-
1065δίων καὶ τῶν τοιούτων ἐν μέσῳ τοῦ Κοινοβουλίου.
1066Ὁ Γαλιλαῖος ἄλλοτε ἦτο ἐναντίος οὐχὶ μόνον τῆς κοι-
1067νῆς γνώμης τῆς Ἰταλίας, ἀλλ’ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, ὁλο-
1068κλήρου τῆς ἀνθρωπότητος τῆς παρελθούσης καί πως μελ-
1069λούσης. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἐγώ, διότι ἡ κοινὴ γνώμη
1070τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς καὶ τεσσαράκοντα ἓξ Αἰγι-
1071αλείας καὶ ἑκατὸν ἐκ Τρικκάλων ἐκηρύχθησαν ὑπὲρ τῆς Κυ-
1072βερνήσεως, νὰ ψηφίσω παρὰ τὴν συνείδησίν μου; Ἐγὼ θὰ
1073προετίμων νὰ διαφωνῶσι πρὸς ἐμὲ ὅλοι οἱ ψηφοφόροι μου ἢ
1074νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἑαυτόν του, διότι οὕτω λέγει ὁ Σω-
1075κράτης εἰς τὸν Γοργίαν: «Προτιμῶ ὅλοι νὰ εἶναι ἐναντίοι ἢ
1076διαφωνοῦντες πρὸς ἐμέ, παρὰ ἐγώ, ὅστις εἶμαι εἷς, νὰ μὴ
1077εἶμαι ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸν ἑαυτόν μου». Εἰποῦσα δὲ ἡ Κυ-
1078βέρνησις ὅτι ἔχει ἀναθεωρητικὸν πρόγραμμα καὶ πρὸς τού-
1079τοις εἰποῦσα ὅτι δέχεται τὴν συζήτησιν περὶ τοῦ χαρακτη-
1080ρισμοῦ τοῦ Σώματος, εἶναι εἰς θέσιν ἀμφίβολον, ἂν θὰ μείνῃ
1081ἐπίσης εἶτα ἔχουσα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι πιθανὸν νὰ
1082νικήσωσιν οἱ συντακτικοί, διότι πιθανὸν οὕτω νὰ λυθῇ τὸ
1083ζήτημα, διὰ τοῦτο θὰ εἶναι φρόνιμον ἀπὸ σήμερον νὰ δώσω
1084ψῆφον κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐὰν δὲν δώσω τὴν ψῆ-
1085φόν μου κατ’ αὐτῆς σήμερον, θὰ τὴν δώσω μεθαύριον, ὅταν
1086ἔλθῃ ἡ συζήτησις περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος,
1087ὅτε δὲν θὰ δέχηται τὴν Συντακτικὴν καὶ θὰ παραιτηθῇ
1088ἄρα, ἂν αὕτη ἐπικρατήσῃ παρὰ τὸ πρόγραμμά της, ὅπερ
1089ἀφεύκτως εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης δι’ αὐτήν. Λοιπὸν τί
1090σήμερον, τί αὔριον; Τὸ γοργὸν καὶ χάριν ἔχει. (Χειροκρο-
1091τήματα).
1092§69Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, λυποῦμαι
1093διότι ἐπὶ ζητήματος προσωπικοῦ ἐγκαινίζω τὸ βῆμα τοῦ
1094ἐθνικοῦ τούτου συνεδρίου, ἐπὶ ζητήματος προσωπικοῦ, τὸ
1095ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἧς προΐσταται ὁ ἀξιότι-
1096μος συμπατριώτης μου, τὸν ὁποῖον καὶ ὡς συνεργάτην καὶ
1097ὡς ἀντίπαλον ἐγνώρισα κατὰ τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας ἐν
1098Κρήτῃ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον αὐτὴ ἡ Κυ-
1099βέρνησις ἔθηκεν ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου ἀπὸ τοῦ
1100παρελθόντος Σαββάτου, τὸ θεωρῶ ζήτημα λῆξαν ἀμετα-
1101κλήτως. Ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας, ὀρθῶς ἡρμηνεύθη ἀπὸ τὴν
1102Κυβέρνησιν, ὅτι ἀποτελεῖ ψῆφον δυσπιστίας κατ’ αὐτῆς,
1103καὶ δι’ αὐτὸ ἔσπευσε πρὸς τὸν Ἄνακτα καὶ ὑπέβαλε πρὸς
1104Αὐτὸν τὴν παραίτησίν της. Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, παρου-
1105σιάζεται ἐνώπιον ἡμῶν μὲ τὴν δήλωσιν, ὅτι καὶ πάλιν θὰ
1106ζητήσῃ ψῆφον καὶ δὴ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ἄνακτος. Ἐρωτῶ,
1107ποῖον θὰ ψηφίσητε, τὸν Ἄνακτα ἢ τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνη-
1108σιν τοῦ Ἄνακτος; Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶμαι ἐντριβὴς ἐκεί-
1109νων τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ· ἀλλά,
1110τουλάχιστον ἐν Κρήτῃ ὁσάκις εἰς τὸν περίβολον τοῦ ἀντι-
1111προσωπευτικοῦ συνεδρίου ἐπὶ ζητήματός τινος ἐφέρετο ἡ
1112γνώμη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ, αὐτὸς ὁ κύ-
1113ριος, ὁ νῦν κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, διεμαρτύρετο, καὶ
1114ἀπορῶ πῶς κατόπιν ἐκείνων τῶν διδαγμάτων, τὰ ὁποῖα
1115εἶχε λάβει ἐν Κρήτῃ, προσέρχεται εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ
1116ζητεῖ ψῆφον κατ’ ἐντολὴν τοῦ Βασιλέως.
1117Εἶναι εὐχάριστον δι’ ἐμέ, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κύριος
1118Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισε σήμερον, ὅτι ὁ ἀληθὴς ἀντιπρό-
1119σωπος καὶ διερμηνευτὴς τῆς κοινῆς γνώμης εὑρίσκεται εἰς
1120τὸν περίβολον τοῦτον. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλ-
1121λως, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι τοῦτο εἶναι παγκοίνως ἀνεγνωρι-
1122σμένον, αὐτὸς πρῶτος διεκήρυξε τὸ ἄδολον καὶ εἰλικρινὲς
1123τῶν γενομένων ἐκλογῶν, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ
1124λογικῶς ἢ βασίμως, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι, αἱ πρὸ μικροῦ
1125διεξαχθεῖσαι, δὲν ἦσαν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐλευθέρας θε-
1126λήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι οὐδεμίαν ὑπέστησαν
1127νοθείαν. Ἡ ἕνωσις τῶν κομμάτων κατὰ τὰς ἐκλογὰς
1128ἐκείνας, διαβληθεῖσα ὡς ἐπιβολὴ καὶ δέσμευσις τῆς ἐλευθε-
1129ρίας τῶν ἐκλογέων, ἀπέβη κατ’ αὐτῶν, δὲν ἐπηρέασε καθό-
1130λου τὴν ψῆφον τῶν ἐκλογέων· ἀπεναντίας, κατέστησεν αὐ-
1131τοὺς μᾶλλον ἀνεξαρτήτους, τοὺς ἔφερε πρὸ τῶν καλπῶν καὶ
1132μᾶλλον ἐνεργητικοὺς ὅπως ψηφίσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι
1133ἐπαρουσιάζοντο ἐκτὸς τῶν κομματικῶν συνδυασμῶν ὑποψή-
1134φιοι. Ἀλλά, ἀφοῦ ἀνεγνώρισε τοῦτο, βεβαίως θ’ ἀναγνωρίσῃ
1135καὶ τὸ ἑξῆς: ὅτι συνεργασία μετὰ τῆς κοινῆς γνώμης ἐκτὸς
1136τοῦ περιβόλου τούτου, πρὸς περιφρόνησιν καὶ ἀπειλὴν τῆς
1137νομίμου ἀντιπροσωπείας, εἶναι συνεργασία λίαν ἐπικίνδυ-
1138νος καὶ διὰ τὸν ἀνορθωτικὸν ἀγῶνα, τὸν ὁποῖον αὐτὸς το-
1139νίζει καὶ ἐπικαλεῖται ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καὶ διὰ τὸ μέλ-
1140λον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον διοικεῖ. Σέβομαι τὴν κοινὴν
1141γνώμην, ἀλλὰ τὴν κοινὴν γνώμην τὴν πεφωτισμένην, τὴν
1142ὁποίαν θέλω νὰ μὴ προέρχηται ἀπὸ σάπιο περιβάλλον
1143μηδὲ νὰ εἶναι προϊὸν δηλητηριωδῶν εἰσηγήσεων, αἱ ὁποῖαι
1144μάλιστα σερβίρονται εἰς αὐτὴν καθ’ ἑκάστην πρωίαν (εὖγε,
1145εὖγε, καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατη-
1146ρίων). Τὸ σάπιο αὐτὸ περιβάλλον, Κύριοι συνάδελφοι, ἐν-
1147θυμηθῆτέ το καλῶς, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε
1148τὴν Ἐθνικὴν Ἑταιρείαν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὴν ἐγα-
1149λούχησεν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διήγειρε τὴν κοινὴν γνώ-
1150μην, τὴν παρεπλάνησε, τὴν ἐδηλητηρίασε, καὶ προυκάλεσε
1151τὸν ἀτυχῆ καὶ καταστρεπτικὸν πόλεμον τοῦ 1897. (Χει-
1152ροκροτήματα).
1153§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
1154§71Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ σάπιο αὐτὸ περιβάλλον, κύ-
1155ριοι Βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἑδρεύει κυρίως εἰς τὴν πρωτεύ-
1156ουσαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ
1157τότε ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως τὰς λέξεις «θὰ
1158τεθῶ ἐπὶ κεφαλῆς 300,000 Ἑλλήνων καὶ θὰ βαδίσω
1159κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως», λέξεις αἱ ὁποῖαι ἐλέχθη-
1160σαν δυστυχῶς εἰς ἀνταποκριτὴν ξένου δημοσιογραφικοῦ ὀρ-
1161γάνου. Καὶ ὅμως τί συνέβη; Ὄχι μόνον δὲν ἐτέθη ὁ Βασιλεὺς
1162ἐπὶ κεφαλῆς 300,000, ἀλλ’ ὡδήγησεν εἰς τὰ σύνορα τὸν Ἑλ-
1163ληνικὸν στρατὸν ἀσύντακτον, καί, ἀντὶ νὰ βαδίσωμεν κατὰ
1164τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐβαδίσαμεν κατὰ τῆς Λαμίας, καὶ
1165ἐτέθη ἡ τιμὴ τοῦ Ἕλληνος ὑπὸ τοὺς πόδας τοῦ Τούρκου στρα-
1166τιώτου. (Εὖγε! εὖγε, καὶ χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς αἰθού-
1167σης καὶ τῶν ἀκροατηρίων). Καὶ σήμερον, Κύριοι, ὁ ἀξιό-
1168τιμος κύριος Πρωθυπουργὸς δι’ ἐπισήμου ἀνακοινωθέντος
1169ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως τὰς λέξεις, ὅτι τίθε-
1170ται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος. Ἄς προσέ-
1171ξωμεν μὴ θέτοντες τὸν ἀγῶνα τοῦτον τὸν ἀνορθωτικὸν
1172καὶ πάλιν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς διαβεβλημένης καὶ πε-
1173πλανημένης κοινῆς γνώμης ἔχωμεν καὶ πάλιν τ’ ἀποτε-
1174λέσματα τοῦ 1897. Ἄς προσέξωμεν, ἵνα μὴ ἴδωμεν τὸν
1175ἀγῶνα αὐτὸν μετατρεπόμενον εἰς καθαρὰν δημοκοπίαν, ἡ
1176ὁποία βεβαίως δὲν θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκο-
1177ποῦ, δι’ ὃν ἐξελέγημεν. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κ.
1178Πρωθυπουργόν: ὅταν θὰ παύσῃ νὰ εἶναι ὁ περιβεβλημένος
1179τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, ἐὰν τὴν αὔριον δὲν
1180εἶναι ὁ Πρωθυπουργός, ὁ πρῶτος Σύμβουλος τοῦ Στέμματος,
1181ἤθελον νὰ μάθω παρ’ αὐτοῦ ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ
1182ἀνορθωτικοῦ ἀγῶνος, αὐτὸς ἢ ὁ Βασιλεύς; Ἂς ἀφήσωμεν
1183λοιπὸν τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀληθῆ των θέσιν, ἂς ἀφήσω-
1184μεν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους νὰ μᾶς ὁδη-
1185γήσωσιν, ἀγαπητὲ συμπολῖτα, εἰς τὰς πράξεις μας. Δὲν
1186πρέπει νὰ ζητῆτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης μετ’ ἐπιμονῆς ἀπὸ τὸ
1187Σῶμα τοῦτο, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι θετικὰς δυνάμεις, δυνά-
1188μεις ἀριθμητικὰς δὲν ἔχετε, πρέπει νὰ ζητῆτε ψῆφον ἀνοχῆς
1189(εὖγε, εὖγε). Ἔπρεπε μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ζητήσητε
1190τὴν συνεργασίαν πάντων τῶν ἀντιπροσώπων, ὅπως πράγματι
1191φθάσωμεν εἰς τὸ αἴσιον τέρμα τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἡμῶν ἀγῶνος
1192(χειροκροτήματα παρατεταμένα).
1193Αἱ ἐπιβολαὶ δὲν δύνανται νὰ ὠφελήσωσι. Θὰ προκαλέ-
1194σωσιν ἀντίδρασιν, ἡ δὲ ἀντίδρασις ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχῃ
1195ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Τοσούτῳ μᾶλλον εἶσθε ὑποχρεωμένος
1196νὰ ζητῆτε ψῆφον ἀνοχῆς παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἐπαρουσιά-
1197σθητε ἐνώπιον αὐτῆς ἄνευ προγράμματος. (Εὖγε, εὖγε). Ἐπα-
1198ρουσιάσθητε ὄχι μόνον ἄνευ προγράμματος διοικητικοῦ, ἀλλ’
1199ἀκόμη καὶ ἄνευ προγράμματος ἀναθεωρητικοῦ. Δὲν γνω-
1200ρίζομεν μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ἀξιότιμε συμπατριῶτα,
1201ποία εἶναι ἡ γνώμη σας οὐδὲ περὶ αὐτῶν τῶν ἀναθεωρητέων
1202διατάξεων. Πῶς ἔχετε λοιπὸν τὴν ἀξίωσιν νὰ σᾶς περιβά-
1203λωμεν μὲ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην, ἀφοῦ δὲν γνωρίζομεν
1204ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαὶ ὑμῶν; (Χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς αἰ-
1205θούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
1206Δὲν εἶναι, κύριε συνάδελφε, ἀξιοθρήνητον προηγούμενον
1207νὰ ἐπανέλθητε εἰς ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι λελυμένον;
1208Καὶ ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τοὺς πολυπείρους παρακαθη-
1209μένους ἐν τῷ συνεδρίῳ τούτῳ, ἄν ποτε συνέβη, ζήτημα ἐμ-
1210πιστοσύνης, ἐλθὸν εἰς ψηφοφορίαν καὶ διακοπὲν ἕνεκα ἐλ-
1211λείψεως ἀπαρτίας, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ νὰ
1212τεθῇ πάλιν εἰς ψηφοφορίαν. Πανταχοῦ ἡ ἔλλειψις ἀπαρτίας
1213θεωρεῖται ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ
1214ἐναντίον θὰ ἐδημιούργει προηγούμενον λίαν ἐπικίνδυνον διὰ
1215τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Σώματος τούτου.
1216§72ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Συνέβη καὶ ἄλλοτε.
1217§73Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠρώτησα πολλούς, καὶ ἐν τούτοις
1218οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ μοὶ δώσῃ τὴν πληροφορίαν αὐτήν. Θὰ
1219ἦτο μάλιστα ἥκιστα ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸν ἀξιότιμον
1220κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἀξίωσιν
1221ὅτι ἡγεῖται τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, νὰ ἔρχηται
1222νὰ ἐγκαινίζῃ τὰ πρῶτα κυβερνητικὰ αὐτοῦ βήματα μὲ τὴν
1223τοιαύτην παραβίασιν τῆς θελήσεως τῶν ἀντιπροσώπων.
1224(Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
1225Ἐξετιμήσατε δεόντως τὴν θέλησιν τοῦ Σώματος τούτου
1226κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ Σαββάτου. Διατί ἔρχεσθε πάλιν
1227νὰ ζητῆτε ψῆφον ἐμπιστοσύνης, τὴν ὁποίαν δὲν ἐλάβετε,
1228τὴν ὁποίαν τὸ Σῶμα τοῦτο σᾶς ἀρνεῖται κατὰ τὰς ἀξιώσεις
1229σας, τὰς ἐπιβλητικὰς καὶ ἀδικαιολογήτους; Ἐγὼ τοὐλάχι-
1230στον οὔτε ψῆφον δύναμαι νὰ σᾶς δώσω, οὔτε δύναμαι νὰ
1231φαντασθῶ, ὅτι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐλύθη ἤδη ἀμετακλήτως,
1232ἐπανερχόμενον εἰς τὴν ψῆφον τοῦ Σώματος ἀντικοινοβου-
1233λευτικώτατα ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπη-
1234ρεάσῃ τὴν θέλησιν τῶν κ. ἀντιπροσώπων. Ἑπόμενος τού-
1235τοις θὰ δώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον μαύρην (Χειρο-
1236κροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
1237§74Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι
1238μετὰ τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος
1239τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ἀρχομένης τῆς συνεδριάσεως, θὰ
1240προέβαινεν ἀμέσως ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐπανάληψιν τῆς ψηφο-
1241φορίας ἄνευ ἄλλης συζητήσεως. Ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφο-
1242φορίας ἐνεδεικνύετο, διότι τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Κυβέρνησις αὕτη
1243χαίρει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, δὲν ἐλύθη. Ἡ προ-
1244χθεσινὴ ψηφοφορία παρέσχε τὴν ἔνδειξιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκ-
1245δηλοῖ ἐμπιστοσύνην ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν ὁ κ.
1246Πρωθυπουργός, ὀρθῶς πράττων, ἔκρινεν ὅτι ἡ ἐνδειχθεῖσα
1247πληροφορία ὑπὲρ τῆς προτάσεως δὲν ἦτο ἀρκοῦσα καὶ ὅτι
1248ἐπεβάλλετο αὐτῷ νὰ δείξῃ, ὅτι ποιεῖται περὶ πολλοῦ τὴν
1249φιλοτιμίαν του καὶ τῆς Βουλῆς τὴν θέσιν, καὶ ἔσπευσε νὰ
1250λάβῃ τὴν πρὸς τὰ Ἄνω, δικαιοῦται ὅμως ἡ Βουλὴ νὰ
1251εἴπῃ, ὅτι ἡ ψηφοφορία ἡ ματαιωθεῖσα ἐνέδειξε προτίμησιν
1252παραδοχῆς τῆς προτάσεως περὶ ἐμπιστοσύνης.
1253Ἡ ἐπανάληψις λοιπὸν τῆς ψηφοφορίας ἐνεδεικνύετο. Δὲν
1254ἐξετάζω ἂν ἐν διαλόγῳ τοῦ Πρωθυπουργοῦ μετὰ τοῦ ἀνευ-
1255θύνου Ἄρχοντος ὑπεδείχθη ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ
1256ψηφοφορία. Ἡ ὑπόδειξις αὕτη κατ’ οὐδὲν δεσμεύει τὴν
1257Βουλὴν οὔτε τὴν ἐπηρεάζει, καὶ ἄν, Κύριοι, ἡ Βουλή, ὀρ-
1258θῶς πράττουσα καὶ ἀνεξαρτήτως σκεπτομένη, δὲν ἐπηρεά-
1259ζεται ἀπὸ τὸν διάλογον ἐκεῖνον, πολὺ ὀλιγώτερον ἐπηρεά-
1260ζεται ἀπὸ τὰς ἐνθουσιώδεις διαδηλώσεις τῶν συμπολιτῶν
1261μας ὑπὲρ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ λέγων δὲν ἐπη-
1262ρεάζεται δὲν ἐννοῶ ὅτι ἀποδοκιμάζω τὰς διαδηλώσεις
1263ταύτας. Εἰς τὰς ἐλευθέρας Πολιτείας δικαίωμα ἔχουσιν
1264οἱ πολῖται νὰ διαδηλῶσι τὰ φρονήματα αὐτῶν εἴτε εὐμενῆ
1265εἴτε δυσμενῆ πρὸς τοὺς κυβερνῶντας τὴν χώραν· δικαίωμα
1266τῶν ὁμάδων εἶναι νὰ διαδηλῶσι τὰ αἰσθήματά των. Τὰς
1267διαδηλώσεις ταύτας πρέπει νὰ ἀποδεχώμεθα ὡς ἐκδήλωσιν
1268τῆς θελήσεως τῶν συμπολιτῶν, εἰς ἡμᾶς δ’ ἀπόκειται νὰ
1269κρίνωμεν ἐλευθέρως ἂν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν μεμονωμένων
1270ἀτόμων τὴν γνώμην, ἢ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ,
1271καὶ ἀναλόγως νὰ σταθμίσωμεν τὴν γνώμην μας καὶ τὴν
1272ψῆφόν μας, ἀλλὰ δὲν ἀποτελοῦσιν ἐπιβολήν, πολλῷ δ’ ἧτ-
1273τον ἐκβίασιν, ὅπως δὲν γνωρίζω πῶς ἔσχε τὴν ἀτυχῆ ἔμ-
1274πνευσιν νὰ εἴπῃ τις τῶν κ. κ. προλαλησάντων.
1275Ἐνδείκνυται, Κύριοι, φρονῶ, ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφοφο-
1276ρίας, ἐνδείκνυται δέ, ἵνα εἴπῃ ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλὴ
1277τὴν γνώμην της ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ἐλεύθερος εἶναι, Κύ-
1278ριοι, ἕκαστος νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν ἑαυτοῦ συνείδησιν· τὸ
1279ἐπ’ ἐμοὶ θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἀνεπιφύλακτον
1280πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν διὰ δύο λόγους· πρῶτον,
1281διότι ἀντιπρόσωπος ὢν τῶν συμπολιτῶν μου ἐδῶ ἔχω κα-
1282θῆκον πρώτιστον νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ ἀποκτήσῃ ὁ τόπος
1283μου μίαν Κυβέρνησιν. Ὅτε δὲ βλέπω ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑφ’
1284οὓς διατελοῦμεν, ὅτι δὲν δύναται—ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον
1285ἀντιλαμβάνομαι καὶ ὅπως ἀπέδειξαν τὰ γεγονότα τῶν τε-
1286λευταίων ἡμερῶν—ν’ ἀποκτήσῃ ὁ τόπος ἄλλην Κυβέρνησιν
1287ἐκτὸς τῆς παρούσης, νομίζω ὅτι ἔχω ἐπιβεβλημένον καθῆ-
1288κον νὰ ἐνισχύσω τὴν Κυβέρνησιν ταύτην διὰ τῆς ψήφου μου.
1289Ἀλλ’ ἔχω ἕτερον λόγον, τὸν ὁποῖον, ἐλπίζω, θὰ συμμερι-
1290σθῇ ἡ Βουλή, διὰ τὸν ὁποῖον θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης
1291ὑπὲρ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐκακίσθη, Κύριοι, ὁ κ.
1292Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐγωιστικῶς δὲν ἠρκέσθη εἰς ψῆφον ἀνο-
1293χῆς τοῦ Κοινοβουλίου. Ναί, Κύριοι, ἡ ἱστορία ἡ κοινοβου-
1294λευτικὴ τῶν Κρατῶν διδάσκει, ὅτι πολλάκις Πρωθυπουργοὶ
1295ἠρκέσθησαν εἰς ψῆφον ἀνοχῆς καὶ ἐκυβέρνησαν μετὰ τοιαύ-
1296την ψῆφον τὸ Κράτος αὐτῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὴν ὥραν
1297ταύτην, ὑφ’ οὓς ὅρους ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ὑφ’ ἃς
1298περιστάσεις διατελεῖ τὸ Κράτος ἡμῶν, ψῆφος ἀνοχῆς δὲν
1299ἐπιτρέπεται, ψῆφος ἀνοχῆς σημαίνει ψῆφον ἐλλείψεως ἐμ-
1300πιστοσύνης. Πῶς, κύριε Πρωθυπουργέ, θὰ δεχθῆτε ψῆφον
1301ἀνοχῆς καὶ θὰ ἀντιμετωπίσητε μὲ τὸ πενιχρὸν αὐτὸ ἐφό-
1302διον τὰς ποικίλας περιπετείας, ἐνώπιον τῶν ὁποίων εὑρί-
1303σκεσθε;
1304Διὰ τοῦτο, Κύριοι, κατὰ μείζονα λόγον δίδω ψῆφον ἐμ-
1305πιστοσύνης, καὶ συγχαίρω τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι,
1306καίτοι ἡγεῖται μικρᾶς σχετικῶς ὁμάδος ἐν τῇ αἰθούσῃ
1307ταύτῃ, ἔσχε τὸ θάρρος, ὡς ἀρχηγὸς τῆς μικρᾶς αὐτῆς ὁμά-
1308δος, νὰ εἴπῃ πρὸς τὰς μεγάλας ὁμάδας τοῦ Σώματος
1309τούτου:
1310Κύριοι, ἐμπιστευθῆτέ με ἄνευ ἐπιφυλάξεως νὰ κυβερνήσω
1311κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, κατὰ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ διευ-
1312θύνω ἐδῶ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ κυβερνήσω τὸ Κρά-
1313τος· δὲν θέλω ψῆφον ἀνοχῆς, διότι δὲν θεωρῶ ταύτην συμ-
1314βιβαζομένην πρὸς τὰς παρούσας περιστάσεις καὶ τὰς ἀνάγ-
1315κας τοῦ τόπου.
1316Διὰ τὸ θάρρος τοῦτο τῆς πολιτικῆς του νομίζω ὅτι πρέ-
1317πει νὰ συγχαρῶμεν τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
1318§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ.....
1319§76Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπε λέξιν,
1320ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀποτείνε-
1321ται. Δὲν συνήθισα ποτὲ νὰ θυμιάζω κανένα, διότι φρονῶ ὅτι,
1322ὅσον καὶ ἂν ἐκπληροῖ τις τὸ καθῆκόν του ἐντὸς τοῦ περι-
1323βόλου τούτου εὐόρκως, δὲν ἐκπληροῖ ἄλλο παρὰ τὸ καθῆκόν
1324του. Ἐγώ, Κύριοι, ὡς μέλος τοῦ Συνεδρίου τούτου καὶ ὡς
1325Ἕλλην συγχαίρω πάντα πολιτικόν, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ θάρρος
1326τῆς γνώμης του, ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς
1327ἐναντιότητας τῶν περιστάσεων. Ἐάν, δέ, Κύριοι, τὸ θάρρος
1328τοῦτο ἐχαρακτήριζε πάντοτε εἰς τοὺς παρῳχημένους χρό-
1329νους τοὺς ἡγέτας τοῦ Κράτους ἡμῶν, δὲν θὰ περιέπιπτε
1330τοῦτο ἀπὸ παραπατήματος εἰς παραπάτημα, καὶ δὲν θὰ
1331ἐθρηνοῦμεν σήμερον ἀποτελέσματα, τῶν ὁποίων τὴν ἐπα-
1332νόρθωσιν ἀγωνίζεται τώρα καὶ ἐπιποθεῖ νὰ ἐπιτύχῃ ὁ
1333Ἑλληνικὸς λαός (χειροκροτήματα).
1334Διὰ τὸ θάρρος τοῦτο, μὲ τὸ ὁποῖον ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυ-
1335πουργὸς καὶ ἐζήτησεν ἀνεπιφύλακτον τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς
1336Βουλῆς, διὰ τοῦτο......
1337§77ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἐλησμονήσατε τὸν Τρικούπην;
1338§78Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς εἴπετε; Δὲν ἤκουσα
1339τί εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος. Διέκρινα ὅμως τὴν τελευταίαν
1340λέξιν, ἤτοι τὸ ὄνομα τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Μεσολογγίου πολι-
1341τευτοῦ.
1342Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι δὲν θὰ ἠνείχετο ποτέ, κύριε συνά-
1343δελφε, ψῆφον ἀνοχῆς ὁ Χαρίλαος Τρικούπης.
1344§79Ν. ΜΑΖΑΡΑΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
1345§80Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ δια-
1346κόπτητε· αἱ διακοπαὶ παρέχουσι μὲν εἰς ἐμὲ τὴν εὐχαρί-
1347στησιν νὰ διαλέγωμαι μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων,
1348ἀλλὰ παρελκύουσι τὴν συζήτησιν, καθ’ ἣν ὥραν νομίζω ὅτι
1349πρέπει νὰ εἴμεθα συντομώτατοι. Ἀνελθὼν τὸ βῆμα τοῦτο
1350δὲν ἐπίστευον ὅτι θὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλὴν ἐπὶ τόσας
1351στιγμάς, ὅσας ἤδη τὴν ἀπασχολῶ.
1352Φρονῶ ὅτι ἐδικαιολόγησα τὴν ψῆφόν μου καὶ ἐλπίζω ὅτι
1353ἡ Βουλὴ θὰ δώσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,
1354ἵνα ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸν τόπον μίαν μόνιμον Κυβέρνησιν,
1355καὶ διὰ νὰ δείξῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ἐπιβραβεύει τὸ θάρρος αὐτὸ
1356τὸ πολιτικόν, ὅπερ τὰ ἄριστα προοιωνίζει διὰ τὴν πα-
1357τρίδα.
1358§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ τῆς
1359Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἀπόφασίν της. Ὑπάρχει ἀντίρρησις
1360κατ’ αὐτῆς;
1361§82ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει
1362ζήτημα ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν,
1363δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ ὑπευθύνως οἱαν-
1364δήποτε ἄλλην συζήτησιν.
1365§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι συζήτησις.
1366§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προκαλεῖτε ἀπό-
1367φασιν;
1368§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ ἂν ἔχει ἀντίρρησιν ἡ Βουλή.
1369§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δηλαδὴ προκα-
1370λεῖτε ἀπόφασιν. Ὑποθέτω ὅτι δὲν σοβαρεύεται τὸ Προε-
1371δρεῖον.
1372§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Λογιστι-
1373κοῦ τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Ἐρωτῶ: ὑπάρχει
1374ἀντίρρησις;
1375§88ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναγραφῇ εἰς
1376τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
1377§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον;
1378§90ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναμαι νὰ
1379δεχθῶ καθόλου οἱανδήποτε συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει
1380ἐκκρεμὲς ζήτημα ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυ-
1381βέρνησιν.
1382§91Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καίτοι, κύριοι ἀντιπρόσωποι, ἔχω
1383τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν ὑποχρεοῦται νὰ δικαιο-
1384λογῇ τὴν ψῆφόν του, οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ συνέπεσε κατὰ τὴν
1385προχθεσινὴν συνεδρίαν νὰ ἀπουσιάζω τῆς Βουλῆς, διότι
1386κατοικῶν εἰς τὸν Πειραιᾶ ἀπῆλθον μὲ τὴν τελευταίαν ἁμα-
1387ξοστοιχίαν, καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τούτου πιθανὸν νὰ ἐθεωρήθη,
1388ὅτι ἀπέσχον ἀπὸ σκοποῦ τῆς συνεδριάσεως, ἵνα μὴ μετά-
1389σχω τῆς ψηφοφορίας, διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐδικαιολόγησα
1390τὴν ψῆφόν μου σήμερον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριά-
1391σεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ συζήτησις ἐπεξετάθη καὶ
1392οἱ διάφοροι ἀντιπρόσωποι παρῆλθον ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον
1393ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκτενέστατα ἐδικαιολόγησαν
1394τὴν ψῆφόν των, φρονῶ ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δηλώσω
1395πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, μετὰ τὴν δήλωσιν τὴν ῥητὴν καὶ κα-
1396τηγορηματικὴν ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ
1397τοῦ Σώματος θὰ ἐξακολουθήσῃ, θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύ-
1398νης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι θεωρῶ, ὅτι ἡ παροῦσα Κυ-
1399βέρνησις ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου
1400μου κ. Βενιζέλου εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη ὑπὸ τῶν περιστά-
1401σεων. Καὶ εἶπον ὅτι θὰ ἦτο περιττὸν νὰ δικαιολογήσω τὴν
1402ψῆφόν μου, διότι εἶναι γνωστὴ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἡ πο-
1403ρεία μου. Γνωρίζει πρώτιστα πάντων ὁ κ. Πρωθυπουργός,
1404ὅτι πολλάκις ὑπεστήριξα τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ, ὅτι ἤμην παρὰ
1405τὸ πλευρόν του εἰς τὸ Θέρισον, καὶ πρῶτος ἐγώ, ὅτε ἦλ-
1406θεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, τὸν ἐδεξιώθην. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα
1407τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος μὲ ἀπεμάκρυνεν ἀπ’ αὐ-
1408τοῦ κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος
1409τούτου δηλῶ καὶ πάλιν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι διίσταμαι
1410πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ Σῶμα τοῦτο
1411εἶναι καθαρῶς συντακτικόν, καὶ διότι δὲν ἐτηρήθη τὸ ἄρ-
1412θρον τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ διότι τοιοῦτον τὸ ἠθέλη-
1413σεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
1414Ἀλλά, ἐπειδὴ μοὶ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα
1415τοῦτο, εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ πάλιν νὰ τονίσω, ὅτι ἀντί-
1416κεινται εἰς τὴν ἀλήθειαν τὰ λεχθέντα οὐ μόνον ὑπὸ τοῦ
1417κ. Καραϊσκάκη, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἄλλων ῥητόρων περὶ τοῦ
1418λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐξεδήλωσε χθὲς τὸ φρόνημά του ὑπὲρ τῆς
1419Κυβερνήσεως. Ὁ λαός, ὁ ὁποῖος ἀπετέλεσε τὸ χθεσινὸν
1420παμμέγιστον συλλαλητήριον, εἶναι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος
1421ἀνέδειξεν ἡμᾶς Βουλευτὰς κατὰ τὴν 8ην Αὐγούστου, εἶναι ὁ
1422λαὸς ὁ ἀνεπηρέαστος, ὁ ἐλεύθερος λαός, συνεπῶς δὲ δὲν εἶ-
1423ναι ὁ λαὸς αὐτὸς λαὸς σάπιος, ὡς ἀπεκλήθη πρὸ ὀλίγου,
1424ἤτοι ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠνείχετο ἐπὶ τόσα ἔτη τὴν
1425ὀλιγαρχίαν τῶν κομμάτων.
1426§92ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ ἴδιος εἶναι.
1427§93Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν μᾶς ἀνέδειξεν ἡμᾶς;
1428§94Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ὁ λαὸς σήμερον εἶναι εἰς τὴν περιω-
1429πὴν αὑτοῦ ἀπελευθερωθεὶς ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῶν κομμάτων.
1430Συνησθάνθη τὰ δικαιώματά του καὶ εἶναι ὕβρις τὸ λεγό-
1431μενον ὅτι εἶναι σάπιος ὁ λαὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης
1432παρρησίας ἐκδηλοῖ τὴν γνώμην του.
1433§95Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τὸν λαὸν σάπιον,
1434ἀλλὰ τὸ περιβάλλον.
1435§96Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καὶ ἀπὸ ποίους ἀποτελεῖται τὸ πε-
1436ριβάλλον;
1437§97Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. συνάδελφον, ἂν
1438θέλῃ, νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς λόγους μου, ὄχι ὅμως καὶ νὰ τοὺς
1439παρερμηνεύῃ.
1440§98Α. ΠΕΤΡΟΜΑΝΙΑΤΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ὅσοι ἐκ
1441τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων κατέκριναν τὴν ἐπίδρασιν τῆς
1442κοινῆς γνώμης ἀγνοοῦσιν αὐτὴν τὴν Ἱστορίαν, διότι πάν-
1443τοτε εἰς τὰς Συνελεύσεις, αἱ ὁποῖαι καλοῦνται εἰς ἐξαιρετι-
1444κὰς καὶ μεγάλας περιστάσεις, πάντοτε ἔχει μεγάλην ἐπί-
1445δρασιν ἡ κοινὴ γνώμη, οὐδέποτε δ’ αἱ Συνελεύσεις αὗται
1446ἠδυνήθησαν νὰ ἀκολουθήσωσι τὰ προγεγραμμένα ὅρια, τὰ
1447ὁποῖα εἶχον καθορίσει ἀρχικῶς.
1448Ὅτε κατὰ τὸ 1759 συνῆλθεν ἡ μεγάλη Σύνοδος τῶν
1449τάξεων ἐν Γαλλίᾳ, ὅπως κανονίσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα οἰ-
1450κονομικὰ τοῦ Κράτους, δὲν περιωρίσθη ἁπλῶς εἰς τὸ ζή-
1451τημα τοῦτο, ἀλλ’ ὑπερέβη τὰ ὅρια αὐτῆς, καὶ διατελοῦσα
1452ὑπὸ τὸ κράτος τῶν πολιτικῶν καὶ φιλοσοφικῶν ἰδεῶν τοῦ
1453αἰῶνος, ἀφοῦ περιέβαλεν ἑαυτὴν διὰ τοῦ κύρους τῆς ἐθνικῆς
1454κυριαρχίας, διωργάνωσε τὸ Γαλλικὸν ἔθνος ἐπὶ νέων ὅλως
1455βάσεων, καὶ καθιέρωσε τὴν συνταγματικὴν μοναρχίαν.
1456Οὐδέποτε λοιπὸν ὑπῆρξε περίστασις, καθ’ ἣν αἱ Συνελεύ-
1457σεις δὲν ὑπέστησαν τὴν ἐπίδρασιν τῆς κοινῆς γνώμης. Ἀλλ’
1458εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ δανεισθῶ παραδείγματα ἐκ τῆς
1459Ἱστορίας τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἐνῷ ταῦτα διδάσκουσιν οἱ πρό-
1460γονοι ἡμῶν; Ἐὰν ἀναδιφήσωμεν τὴν Ἱστορίαν, θὰ ἴδωμεν
1461ὅτι οἱ πρόγονοι ἡμῶν εἶχον νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀδια-
1462φορία τῶν πολιτῶν ἐτιμωρεῖτο· εἶχον νόμον, κατὰ τὸν
1463ὁποῖον ἐθεωρεῖτο ἄτιμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος «ἐν στάσει μηδέτε-
1464ρος τῶν μερίδων γενόμενος» δὲν ἐνδιεφέρετο ὑπὲρ τῶν κοι-
1465νῶν συμφερόντων.
1466Καὶ σήμερον λοιπὸν ἡ μέριμνα τῶν πολιτῶν ὑπὲρ τῶν
1467συμφερόντων τῆς Πολιτείας δὲν ἀποτελεῖ εὐχάριστον φαι-
1468νόμενον; Τὸ ἐνδιαφέρον σήμερον τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι
1469παρακολουθοῦσι μετὰ μεγάλης συγκινήσεως τὰς ἐργασίας
1470ἡμῶν, ζητοῦμεν νὰ τὸ μειώσωμεν; Νομίζω ὅτι ἐκεῖνο, τὸ
1471ὁποῖον πρέπει πρὸ παντὸς νὰ τονίσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ λαὸς
1472παρακολουθεῖ μετὰ μεγάλου ἐνδιαφέροντος τὰς ἐργασίας τῆς
1473Συνελεύσεως, καὶ αὐτὸ εἶναι σημεῖον εὐοίωνον, διότι ἀποδει-
1474κνύει, ὅτι ὁ λαὸς αἰσθάνεται καὶ ἀναγνωρίζει τὴν ἀνάγκην
1475τῆς ἀνορθώσεως καὶ τῆς βελτιώσεως τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν
1476πραγμάτων.
1477Ἐάν, Κύριοι, αἱ Συντεχνίαι, ἐὰν οἱ ἐμπορικοὶ Σύλλο-
1478γοι, ἐὰν τὰ Σωματεῖα πάντα, ἐὰν ὁ κόσμος ὅλος δὲν εἶναι
1479λαός, τότε ἐρωτῶ ποῖος εἶναι ὁ λαός; Καὶ ἐὰν ὁ λαὸς οὗ-
1480τος, ὃν σᾶς ἀνέφερα, δὲν εἶναι κατάλληλος νὰ μεριμνήσῃ
1481μετ’ ἐνδιαφέροντος περὶ τῶν ἔργων τῆς Συνελεύσεως, ποῖος
1482πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηται;
1483Ὅτε κατὰ τὸ 1864 συνῆλθεν ἡ Συνέλευσις, ἵνα συν-
1484τάξῃ τὸ πολίτευμα ἡμῶν, μετὰ τὴν ἔξωσιν τοῦ τότε Βασι-
1485λέως, Συντακτικὴ οὖσα, ἠναγκάσθη νὰ τερματίσῃ τὰ ἔργα
1486αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μακρὸν παρετείνοντο ἕνεκα τῆς ἐπιδρά-
1487σεως τῆς κοινῆς γνώμης. Καί, ἐπειδὴ ἔγινε λόγος περὶ δια-
1488λύσεως, νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τὸ προνόμιον τῆς διαλύσεως
1489δὲν ἐξαρτᾶται πρὸ παντὸς κατὰ μέγα μέρος ἐκ τῶν ἔρ-
1490γων τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν μελῶν αὐτῆς;
1491Φρονῶ ὅτι, οἱοσδήποτε καὶ ἐὰν ἤθελε κριθῆ ὁ χαρακτὴρ
1492τῆς Συνελεύσεως, εἴτε συντακτικὸς εἴτε ἀναθεωρητικός,
1493πρὸ παντὸς ἐξαρτᾶται ἡ διάλυσις αὐτῆς ἐκ τῆς πορείας
1494καὶ τῶν ἔργων αὐτῆς, καὶ ὅταν ἡ Συνέλευσις ἐργάζηται
1495καλῶς, ὅταν βαδίζῃ κατ’ εὐθεῖαν πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτῆς,
1496ὅταν εὐοδῶνται τὰ ἔργα αὐτῆς, νομίζω ὅτι καμμία δύνα-
1497μις δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι «δὲν πρέπει νὰ ἐργασθῆτε,
1498διότι ἐγὼ δὲν τὸ θέλω». Ἐκ τῆς πορείας λοιπὸν τῆς Συνε-
1499λεύσεως καὶ ἐκ τῆς στάσεως τῶν μελῶν αὐτῆς ἐξαρτᾶται
1500ἡ διάλυσις αὐτῆς, ἀδιαφόρως τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς.
1501Ἐπειδή, Κύριοι, ἐπίκειται ψῆφος ἐμπιστοσύνης, εἶμαι
1502ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, καὶ ἐγὼ ὁ ὁποῖος
1503ἠγωνίσθην ὑπὲρ τῶν ἀνορθωτικῶν καὶ τῆς ἀνασυντάξεως
1504τοῦ πολιτεύματος ἰδεῶν καὶ ἦλθον εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ
1505τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐνωτίσθην τῶν
1506παλμῶν καὶ τῶν πόθων αὐτοῦ, νομίζω ὅτι θὰ ἔπραττον
1507παράλειψιν καθήκοντος καὶ δὲν θὰ ἤμην συνεπὴς εἰς τὰς
1508ἀρχὰς καὶ τὰς ἰδέας, ὑφ’ ἃς ἔχω ταχθῆ πρὸ πολλοῦ καὶ ὑφ’
1509ἃς ἐξελέγην καὶ τὰς ὁποίας σήμερον τό γε νῦν ἔχον νομίζω
1510ὅτι ἀντιπροσωπεύει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν
1511ἤθελον δώσει πλήρη, ἀκεραίαν καὶ ἀνεπιφύλακτον τὴν ἐμπι-
1512στοσύνην μου ὑπὲρ αὐτοῦ.
1513§99ΗΡ. ΝΕΟΦΥΤΟΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, πρώτην φορὰν
1514σήμερον λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα τοῦ
1515Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πειστικὴ καὶ σθε-
1516ναρὰ δέον ν’ ἀκούηται ἡ φωνὴ τῶν πολιτικῶν ῥητόρων
1517ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ
1518τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρώτην
1519φορὰν ὁ λαὸς τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου μοὶ ἀπένειμε
1520τὸν εὐγενῆ τίτλον τοῦ ἀντιπροσώπου καὶ μοὶ ἔδωκε τὸ δι-
1521καίωμα νὰ παρακαθίσω μεταξὺ ὑμῶν, οἵτινες ἐκπροσω-
1522πεῖτε τὴν λαϊκὴν βούλησιν καὶ τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν.
1523Καὶ εἶναι δι’ ἐμὲ ἡ στιγμὴ αὕτη στιγμὴ συγκινήσεως
1524καὶ κατανύξεως πατριωτικῆς· διότι τὸ κτίριον τοῦτο, ἀπὸ
1525τοῦ ὁποίου κυματίζει τὸ ἐθνικὸν ἔμβλημα, θεωρῶ ναόν, ἐν
1526τῷ ὁποίῳ λατρεύεται ἡ πατρὶς καὶ τελεσιουργεῖται ἡ ἐθνικὴ
1527ἰδέα. Τὸ δὲ βῆμα τοῦτο εἶναι ὁ βωμός, ἀπὸ τοῦ ὁποίου
1528πρέπει ν’ ἀκούηται μόνον ἡ φωνὴ τῆς ἀληθείας καὶ τῆς
1529δικαιοσύνης, ἡ φωνὴ τοῦ πατριωτισμοῦ, τοῦ καθήκοντος
1530καὶ τῆς συνειδήσεως.
1531Δὲν εἶχον σκοπόν, Κύριοι, ν’ ἀνέλθω τὸ βῆμα τοῦτο σή-
1532μερον· ἐπεφυλασσόμην νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν ἐπὶ τοῦ
1533ζητήματος τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ Σώματος ἀφήνων νὰ
1534ὁμιλήσωσιν ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ ἐμπειρότεροι καὶ ἐπιτηδειότεροι
1535περὶ τὴν συζήτησιν καὶ ἐπίλυσιν τοιούτων πολιτειακῶν ζη-
1536τημάτων, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Ἑλ-
1537ληνικὴν ἱστορίαν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπιστήμην τοῦ μέλ-
1538λοντος. Δὲν θ’ ἀνηρχόμην λοιπὸν τὸ βῆμα, ἂν μὴ ἤκουον
1539ἀπ’ αὐτοῦ λόγους παραδόξους καὶ φράσεις, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ
1540νὰ εἴπω, ἀνευλαβεῖς κατὰ τοῦ λαοῦ. Ἤκουσα ὅτι δὲν ἐπι-
1541τρέπεται εἰς τὸν λαὸν νὰ ἐκδηλοῖ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ
1542νὰ παρακολουθῇ τὰ τελούμενα ἐν τῷ ἐθνικῷ συνεδρίῳ,
1543πρὸς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐστραμμένη ἡ προσοχὴ ὄχι μόνον τῶν
1544ἐλευθέρων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀλυτρώτων Ἑλλήνων, οἵτινες
1545παρακολουθοῦσι μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ προσοχῆς, ἀλλὰ
1546καὶ μετὰ παλμῶν καὶ ἀγωνίας τὰς ἐργασίας αὐτοῦ. Ἐλέ-
1547χθη, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ λαὸς νὰ ἐκδηλοῖ τὸ φρόνημα
1548αὐτοῦ περὶ οἱουδήποτε πολιτικοῦ ζητήματος. Καὶ ἀρνεῖσθε
1549εἰς τὸν λαὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο, τοῦ συνέρχεσθαι, εἰς τὸν
1550λαόν, ὅστις μᾶς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐλά-
1551βομεν τὴν ἐντολὴν ὄχι νὰ κατατρίψωμεν τὸν χρόνον περὶ
1552λόγους ἀγόνους, ἀλλ’ ὅπως φροντίσωμεν περὶ τῶν ὑψίστων
1553αὐτοῦ συμφερόντων; Ἀρνεῖσθε εἰς τὸν ἐντολέα λαὸν τὸ δι-
1554καίωμα νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐντολοδόχων
1555αὐτοῦ; Ἄγγλος ἱστορικὸς λέγει, ὅτι τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ
1556μεγαλεῖον ὁ ἀγγλικὸς λαὸς ὀφείλει ὄχι τόσον εἰς τοὺς θε-
1557σμοὺς καὶ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ εἰς τὸ ἐνδιαφέρον καὶ εἰς τὴν
1558προσοχήν, μετὰ τῆς ὁποίας παρακολουθεῖ οὗτος τὰς ἐργα-
1559σίας τοῦ Κοινοβουλίου. Διότι ὁ ἀγγλικὸς λαός, ὡς γνωστόν,
1560δὲν μένει ἀπαθής, ἀδιάφορος καὶ ψυχρὸς διὰ τὰ τελούμενα
1561ἐν τῷ ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλὰ παρακολουθεῖ αὐτά.
1562Καὶ ἠκούσθησαν σήμερον, Κύριοι, ῥήτορες θέλοντες ν’
1563ἀρνηθῶσι τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ λαοῦ καὶ ἀπεκάλε-
1564σαν ὄχλον αὐτόν. Ἀλλ’ ἐγώ, ὅστις ἤμην χθὲς αὐτόπτης
1565μάρτυς τοῦ συλλαλητηρίου, δὲν εἶδον ὄχλον, ἀλλὰ τὸν λαὸν
1566ἐκεῖνον, ὅστις παρελάσας πρὸ τῶν καλπῶν τὴν 8ην Αὐγού-
1567στου ἀπεδοκίμασε ἐπισήμως καὶ πανηγυρικῶς τὸ τέως κα-
1568θεστώς· ἦτο ὁ λαός, ὅστις ἐβροντοφώνησεν, ὅτι θέλει θεμέ-
1569λια νέας, ἐθνικῆς, ἀληθινῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὅστις μᾶς
1570ἔστειλεν ἐνταῦθα ὄχι βεβαίως νὰ φατριάσωμεν, ὄχι διὰ νὰ
1571ἐξυπηρετήσωμεν κόμματα, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ.
1572Εἰς τὸν λαὸν τοῦτον δὲν ἀναγνωρίζουσι τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ
1573ἐπιβλέπῃ τὴν δρᾶσιν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ εἰς ἐποχήν,
1574καθ’ ἣν ἀπ’ αὐτῶν ἐξαρτῶνται αἱ τύχαι τοῦ ἐλευθέρου καὶ
1575τοῦ δούλου Ἑλληνισμοῦ.
1576Εἶμαι, κύριοι συνάδελφοι, ἐναντίον τῶν πολλῶν λόγων·
1577διότι ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι, ὅπου ὑπάρχουσι πολλοὶ λόγοι, ἐκεῖ
1578εἶναι ἐλάχιστα τὰ ἔργα, καὶ θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐνταῦθα ὀλι-
1579γωτέρους λόγους καὶ περισσότερα ἔργα. Ἐπεθύμουν, εἰ δυ-
1580νατόν, ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ συνεδρίου νὰ προβῶμεν εἰς πράγματα
1581ῥιζικά, εἰς ζητήματα οὐσίας καὶ νὰ μὴ δαπανῶμεν χρό-
1582νον πολύτιμον ἀσχολούμενοι περὶ λέξεις, βυζαντινισμοὺς
1583καὶ ζητήματα ἀσήμαντα.
1584Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου τὰ πράγματα
1585ἔλαβον τροπὴν σοβαρὰν διὰ τοῦ παρεμπιπτόντως ἀναφυέν-
1586τος ζητήματος τῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνης τῆς
1587Συνελεύσεως, τὴν Κυβέρνησιν ἣν θέλει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ
1588ὑποδεικνύει καὶ ὑποστηρίζει ἡ κοινὴ γνώμη. Καί, ὅταν λέ-
1589γωμεν λαόν, δὲν ἐννοοῦμεν μόνον τὸν λαὸν τῆς πρωτευούσης
1590καὶ τὰς συντεχνίας, ἀλλ’ ἐννοοῦμεν ὁλόκληρον τὸν λαὸν τοῦ
1591Κράτους, τοῦ ὁποίου εἶναι ἐκπεφρασμένη ἡ βούλησις.
1592Εἶμαι, Κύριοι, συντακτικός, ἀλλ’ ἐκ πεποιθήσεως, διότι
1593νομίζω, ὅτι διὰ Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως περιβαλλο-
1594μένης μὲ τὸ κῦρος τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας εἶναι δυνατὸν νὰ
1595παγιωθῇ ἔννομος πολιτειακὴ τάξις· διότι νομίζω, ὅτι αἱ
1596ἀποφάσεις τοιούτου καὶ μόνου Σώματος θὰ εἶναι ἀπρόσ-
1597βλητοι καὶ ἔγκυροι εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀπο-
1598κλείει τοῦ νὰ ἔχω γνώμην περὶ ἀνθρώπου ὑποδεικνυομένου
1599ὑπὸ τῶν σημερινῶν περιστάσεων ὡς τοῦ καταλληλοτέρου
1600νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν.
1601Τοὺς περὶ διαλύσεως φόβους δὲν θεωρῶ ἐπαρκῶς δεδι-
1602καιολογημένους ἐπὶ τοῦ παρόντος· ἐφ’ ὅσον ἡ Συνέλευσις
1603προβαίνει εἰς τὰς ἐργασίας αὐτῆς ὁμαλῶς, νομίμως καὶ
1604ἀπροσκόπτως, οὐδεὶς φόβος διαλύσεως ὑπάρχει· διότι ὑφ’
1605ἃς διατελοῦμεν πολιτικὰς συνθήκας ἡ ἀδικαιολόγητος τοῦ
1606Σώματος διάλυσις, ὁποθενδήποτε προερχομένη, ἐπάγεται
1607εὐθύνην, ἂν ὄχι νομικήν, ἀλλ’ ἠθικὴν τοιαύτην, ἀπέναντι
1608τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως καὶ τῆς Ἱστορίας, ἥτις ἐπιβάλλει
1609καὶ βαρυτέρας ὑποχρεώσεις.
1610Ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι μοὶ ἐπι-
1611βάλλεται νὰ δώσω ψῆφον ἀπεριορίστου ἐμπιστοσύνης πρὸς
1612τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἧς ἡγεῖται ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
1613κῆς πολιτευτής, τοῦ ὁποίου ἐπιδοκιμάζω τὴν στάσιν καὶ
1614ἐπαινῶ τὴν εἰλικρίνειαν καὶ τὴν εὐθύτητα. Καὶ τοῦτο
1615πράττων πέποιθα ὅτι ἐκτελῶ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα
1616καὶ ἀνταποκρίνομαι πρὸς τὸ φρόνημα τοῦ ἐκλέξαντός με
1617λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
1618§100Κ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Συμμερίζομαι πληρέστατα, κύριοι
1619Βουλευταί, τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κληθέντος
1620νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀπορρέουσαν ἐκ τῆς μειονοψη-
1621φίας τῆς Βουλῆς, καὶ θεωρήσαντος καθῆκον αὑτοῦ νὰ ζη-
1622τήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Σώματος, καὶ δὴ ἐμπιστοσύνην
1623ἀνεπιφύλακτον. Τοιοῦτον καθῆκον ἦτο ἐπιβεβλημένον ὄν-
1624τως εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ λόγῳ, ὡς προεῖπον, τῆς προε-
1625λεύσεως αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῶν περιστάσεων καὶ τοῦ
1626δυσβαστάκτου ἔργου, τὸ ὁποῖον αὕτη ἀνέλαβεν.
1627Ὑπῆρξα ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐφρόνουν καὶ φρονοῦσιν, ὅτι
1628ῥιζικὴ θεραπεία τῶν παρ’ ἡμῖν κακῶς κειμένων δὲν ἦτο
1629δυνατὸν εὐστόχως νὰ ἐπιτευχθῇ εἰμὴ διὰ τῆς ἀναθεωρήσεως
1630τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου. Καὶ ἐχάρην πολύ, διότι εἰς
1631τὰς τάξεις, τῶν ὑπὲρ τῆς ἰδέας αὐτῆς ἀγωνισαμένων προσε-
1632τέθησαν καὶ πολιτευόμενοι, εἰς οὓς περιλαμβάνονται καὶ τὰ
1633μέλη τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαύτας ἔχων πεποιθήσεις δὲν
1634ἠδυνάμην κατ’ ἀκολουθίαν παρὰ ἀπόλυτον νὰ παράσχω τὴν
1635ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν προβᾶσαν εἰς δηλώσεις,
1636οἷαι ἐκεῖναι, ἃς ἠκούσαμεν ἐνταῦθα ἐκ στόματος τοῦ Προέ-
1637δρου αὐτῆς τὴν παρελθοῦσαν Παρασκευήν. Εἶπε τότε πρὸς
1638ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις, ἐμφανιζομένη πρὸ τοῦ Σώματος, ὅτι
1639πρώτιστον καθῆκον αὑτῆς ἡγεῖται νὰ μετέλθῃ τοιαύτην
1640διοικητικὴν πολιτικήν, ὥστε νὰ ἐκλείψωσι τὰ τελευταῖα
1641ἴχνη τῶν ἀνωμαλιῶν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Προσέθηκεν
1642ἐπίσης, ὅτι μέλημα αὐτῆς ἔσεται πρὸς τούτοις νὰ παρα-
1643κολουθήσῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Συνεδρίου τούτου ἐπὶ τῷ τέ-
1644λει, ὅπως προβῶσιν αὗται ἀπροσκόπτως καὶ ἐπέλθῃ ὅσον
1645ἔνεστι τάχιον τὸ αἴσιον τέρμα αὐτῶν. Εἶπε δ’ ἐπὶ πλέον ἡ
1646Κυβέρνησις, ὅτι θέλει μετέλθει εἰρηνικὴν ἐξωτερικὴν πολι-
1647τικήν. Πρὸς τοιαύτας δηλώσεις ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι
1648οὐδὲν εἶχον νὰ ἀντείπω καὶ οὐδὲν ἀντέλεξα, νομίζω δὲ ὅτι
1649καὶ πάντες ὅσοι μετ’ ἐμοῦ φρονοῦσιν, ὅτι ὄντως ἐκ τοῦ ἔργου
1650τοῦ συνεδρίου τούτου πολλὰ τὰ καλὰ ἀναμένονται διὰ τὸν
1651πολιτικὸν ἡμῶν βίον, ἀμέριστον καὶ ἀνεπιφύλακτον ὀφεί-
1652λουσι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτῶν.
1653Ἐρωτᾶται δ’ ὅμως, μὴ αἱ δηλώσεις, ἃς συμπληρωτικῶς
1654ἐποιήσατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ
1655παρελθόντος Σαββάτου, εἰσὶ τοιούτου χαρακτῆρος, ὥστε νὰ
1656κλονίσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην ἐπὶ τὰς δηλώσεις τῆς πρώτης
1657ἡμέρας. Ὅπως ἐπὶ τούτου σαφῆ γνώμην ἔχωμεν, δέον ν’
1658ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ αἴτιον, ὅπερ παρεκίνησε τὸν κ. Πρόε-
1659δρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ συμπληρώσῃ τὰς δηλώσεις αὑτοῦ.
1660Προῆλθε τοῦτο ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώ-
1661τιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτοῦ, ὅστις παρελθὼν ἐπὶ τοῦ βή-
1662ματος ἐνόησεν οὐ μόνον τὸν χαρακτῆρα τοῦ Σώματος τού-
1663του γενικῶς νὰ διαμφισβητήσῃ, συνεχίζων τὴν διακοπεῖσαν
1664συζήτησιν ἐπὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ τοῦ συνεδρίου ἡμῶν, ἀλλὰ
1665καὶ νὰ προσθέσῃ, ὅτι, καὶ ἂν Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ καὶ οὐχὶ
1666Συντακτικὴ Συνέλευσις ὑποτεθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο, πάλιν
1667δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως. Ἐρωτῶ,
1668ἂν ἡ γνώμη αὕτη, ἔστω καὶ ἀπορρέουσα παρ’ ἀνδρὸς τῆς
1669περιωπῆς τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὅστις
1670παρ’ ὅλην τὴν μετριόφρονα γλῶσσαν, ἣν μετῆλθεν ἐντεῦθεν
1671λαλήσας ὑπεράγαν ἴσως ἐπαινετικῶς περὶ ἡμῶν τῶν νεωτέ-
1672ρων, δὲν παύει ὢν εἷς τῶν πρώτων πολιτειολόγων τοῦ Ἑλ-
1673ληνικοῦ Κοινοβουλίου, ἄν, λέγω, ἡ γνώμη τοῦ κ. Εὐταξίου
1674ἦτο τοιαύτης ὑφῆς, ὥστε ν’ ἀναγκάσῃ τὸν κ. Πρωθυπουρ-
1675γὸν οὐ μόνον, ὡς ὤφειλε βεβαίως, ν’ ἀποκρούσῃ τὴν γνώμην
1676ταύτην, ἀλλὰ καὶ νὰ συνδέσῃ τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀκαδημαϊ-
1677κῶς τὴν στιγμὴν ἐκείνην συνεζήτει ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώ-
1678τιδος Βουλευτής, μὲ τὴν ψῆφον τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ἐζήτει
1679παρ’ ἡμῶν;
1680Ὅτε πρὸ μηνὸς καὶ πλέον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω
1681ἐνώπιον ὑμῶν, ἔφερα τὸν λόγον ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος
1682ἐκείνου, ὅπερ ἐπιστημονικῶς ἠμφισβήτησεν ὁ κ. Βουλευτής.
1683Εἶπον τότε πρὸς ὑμᾶς, ὅτι, οὐσιαστικῶς ἀποβλέπων εἰς τὴν
1684διαφορὰν μεταξὺ Συντακτικῆς Συνελεύσεως καὶ Ἀναθεωρη-
1685τικῆς Βουλῆς, δὲν εὕρισκον, ὡς ἐτίθεντο οὐσιαστικῶς τὰ
1686ζητήματα, ἕτερον γνώρισμα τῆς διαφορᾶς ταύτης εἰμὴ
1687ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ πρότασις Βουλευτῶν ἐκ Κεφαλληνίας
1688ἔθετε τότε ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς. Διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, τὸ
1689ψήφισμα τῶν Βουλευτῶν Κεφαλληνίας ἠρνεῖτο εἰς τὸν Ἄ-
1690νακτα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τοῦ Συνεδρίου τούτου.
1691Ἐθεώρησα τότε καὶ θεωρῶ πάντοτε, ὅτι τὸ ζήτημα
1692τοῦτο εἶναι τοσοῦτον ἁπλοῦν, ὥστε δὲν ὑπόκειται εἰς εὔ-
1693λογον ἀμφισβήτησιν. Ἤκουσα καὶ σήμερον ἔτι παρά τινος
1694Βουλευτοῦ, ὅτι συγγραφεῖς τινες ἀρνοῦνται τὸ δικαίωμα
1695τοῦ Βασιλέως, ὅπως διαλύῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν.
1696Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐν ταῖς μελέταις, ἃς ἐποιη-
1697σάμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, οὐδαμοῦ οὐδεμίαν εὗρον
1698γνώμην καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ γράμματος τοῦ ἡμετέρου Συντά-
1699γματος θέτουσαν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἐνάσκησιν τῆς βα-
1700σιλικῆς προνομίας ἐπὶ τῶν Ἀναθεωρητικῶν Βουλῶν. Εἶναι
1701σαφὲς τὸ γράμμα τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος ἐν ἄρθρῳ
1702107, ὅπερ ὁρίζει ὅτι, ἀποφασισθείσης τῆς ἀναθεωρήσεως,
1703διαλύεται ἡ ὑφεστῶσα Βουλὴ καὶ συγκαλεῖται μία νέα
1704Βουλή, ἥτις ἔχει τοῦτο μόνον τὸ διάφορον τῶν προηγουμέ-
1705νων αὐτῆς, ὅτι ἀπαρτίζεται ἀπὸ διπλάσιον ἀριθμὸν Βου-
1706λευτῶν. Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ τονίσω, ὅτι τοιοῦτον Σῶμα
1707δὲν ὑπόκειται κατ’ ἀρχὴν εἰς κανόνας δικαίου συνταγμα-
1708τικοὺς διαφόρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τίθησι τὸ ἡμέτερον
1709Σύνταγμα εἰς τὰ σχετικὰ προηγούμενα αὐτοῦ ἄρθρα;
1710Καί, ὅτε τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος ἀπεριορίστως
1711καὶ ἀπολύτως λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
1712διαλύῃ τὴν Βουλήν, διατί ἡμεῖς θὰ ἀξιώσωμεν ἰδιαιτέραν
1713διατύπωσιν παρομοίου δικαιώματος ἐπὶ Βουλῆς οὐδεμίαν
1714διαφορὰν ἐχούσης εἰμὴ μόνον ἐκείνην, ὡς εἶπον, ὅτι ἀπαρ-
1715τίζεται ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν; Δὲν νομίζω διὰ
1716τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδει οὐ μόνον
1717νὰ ἐπεκταθῇ εἰς τὴν ἀντίκρουσιν τῆς γνώμης τοῦ κ. Βουλευ-
1718τοῦ Φθιώτιδος, ἀλλ’ ἤθελε ζητήσει εἰδικῶς τὴν ψῆφον τῆς
1719Βουλῆς ἐπὶ τοιούτου θέματος καθαρῶς ἐπιστημονικοῦ, ἀπο-
1720βλέποντος βασιλικὴν προνομίαν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ
1721καὶ μάλιστα τὴν στιγμὴν ταύτην οὔτε ἁρμοδιότητα ἔχει
1722οὔτε θέσιν νὰ ἀποφανθῇ. Διὰ τοῦτο ἦτο εὔκολος ἡ παρεξή-
1723γησις ἡ συμβᾶσα μήπως τυχὸν ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς ψήφου
1724τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς ζητουμένης παρ’ ἡμῶν ὑπὸ τῆς Κυ-
1725βερνήσεως δὲν περιλαμβάνεται μόνον ἡ θεωρητικὴ διδα-
1726σκαλία, ὅτι ἡ διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ οὐδὲν ἕτερον
1727εἶναι παρὰ Βουλὴ καὶ αὐτή, ὡς πᾶσα Βουλή, ὑποκειμένη
1728εἰς τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος, ἀλλ’ ὅτι συνδεομένης
1729τῆς ἐννοίας τοῦ συνταγματικῶς νομίμου μετὰ τοῦ πολιτι-
1730κῶς εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις πρέποντος ζητεῖται παρ’
1731ἡμῶν νὰ δώσωμεν ἐμμέσως συγκατάθεσιν εἰς τὸ ὅτι ἡ πα-
1732ροῦσα διπλῆ Βουλὴ δέον νὰ διαλυθῇ ἢ ὅτι τοὐλάχιστον ἐν-
1733δείκνυται ἡ τοιαύτη διάλυσις. Πρὸ τοιαύτης ἀπροσδοκήτου
1734δηλώσεως εὑρεθεὶς ἐξεπλάγην ὄντως, διότι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς κα-
1735θῆκον εἶχον νὰ μὴ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν, ἅτε μὴ
1736ἀποσταλεὶς ἐνταῦθα ὅπως ἐν ταῖς παρούσαις περιστάσεσιν
1737ἐν Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ συνεχίσω παλαιὰν πολιτικὴν τοῦ
1738σήκω σὺ νὰ κάτσω ἐγώ, ἀφ’ ἑτέρου προεκαλούμην νὰ ἀπο-
1739φανθῶ ἐπὶ βλέψεων στενῶν πολιτικῶν, αἵτινες ἀφεώρων τὸν
1740βίον τοῦ ἡμετέρου συνεδρίου. Πρὸ τοιούτου διλήμματος εὑ-
1741ρεθεὶς ἐνόμισα καὶ ἐγὼ καθῆκον νὰ ἀπόσχω τῆς ψηφοφο-
1742ρίας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν.
1743Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σήμερον παρελθὼν ἐπὶ
1744τὸ βῆμα τοῦτο ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἐμμείνῃ μὲν εἰς τὰ
1745ὑπ’ αὐτοῦ προχθὲς λεχθέντα, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ προσ-
1746δώσῃ εἰς αὐτὰ ὁπωσδήποτε τὸν τύπον γενικότητος, διατυ-
1747πώσας τὰς γνώμας αὐτοῦ ἐκείνας ὡς ἀντίληψιν ἐπὶ πολι-
1748τειακοῦ ἐν γένει ζητήματος μὴ εἰδικῶς σχετιζομένας πρὸς
1749τὰς σημερινὰς περιστάσεις, ἠρώτησα ἐμαυτὸν ἂν ὤφειλον
1750νὰ ἐμμείνω πάλιν εἰς τὴν ἀποχήν, εἰς ἣν προέβην κατὰ τὴν
1751παρελθοῦσαν, ὡς εἶπον, συνεδρίασιν, ὁρμώμενος ἀπὸ τὰς ἀμ-
1752φιβολίας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα πρὸς ὑμᾶς.
1753Ἐμμένων εἰς τὴν γνώμην ταύτην ἐσκέφθην ὅτι, ἀφοῦ ἡ
1754Κυβέρνησις ἐπιδιώκουσα καθαρῶς πλέον τὴν διάλυσιν ζητεῖ
1755καὶ τὴν ψῆφον ἡμῶν ὑπεύθυνον εἰς τοῦτο νὰ καταστήσῃ,
1756ἀναλαμβάνω καὶ ἐγὼ διὰ τῆς ἀποχῆς μου ἢ τῆς καταψη-
1757φίσεως τὴν εὐθύνην τοῦ ἐντεῦθεν προκύψοντος πολιτειακοῦ
1758ἀπροχωρήτου, ὅπερ θὰ ὑποδείξω ἀμέσως ὑμῖν.
1759Μετέχω, κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐγὼ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ
1760κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἔθνος ὡς τὸ ἡμέτερον, διελθὸν πολ-
1761λοὺς κλύδωνας, πρὸ οὐδεμιᾶς δυσχεροῦς περιστάσεως πρέ-
1762πει νὰ ἀποδειλιᾷ, μετέχω δ’ ἀμερίστως τῆς πεποιθήσεως
1763αὐτοῦ ἐπὶ τὸ μέλλον τῆς ἡμετέρας πατρίδος. Δὲν εἶμαι
1764ἀπογοητευμένος, ἀλλ’ ἀναγνωρίζω τὰς προόδους τοῦ ἔθνους.
1765Μολαταῦτα ἐπὶ τοῦ προκειμένου εὑρίσκομαι πρὸ ἑνός, ὡς
1766εἶπον, πολιτειακοῦ ἀδιεξόδου δεινοτάτης μορφῆς. Ναὶ μὲν
1767ἐκ τοῦ Συντάγματος ὑφίσταται ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα τοῦ
1768Βασιλέως νὰ διαλύῃ τὴν διπλῆν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ δικαίω-
1769μα τοῦτο ἀσκούμενον ὑπὸ τὰς σημερινὰς περιστάσεις κατὰ
1770τῆς ἐνεστώσης διπλῆς Βουλῆς φέρει ἡμᾶς ἀσφαλῶς εἰς ἀδι-
1771έξοδον.
1772Διὰ Διαγγέλματος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ τοῦ Βασι-
1773λέως ἀναγνωσθέντος κατὰ τὸ τέλος τῆς παρελθούσης Περι-
1774όδου τῆς Βουλῆς ἐδόθη πανηγυρικῶς ἡ ὑπόσχεσις, ὅτι θὰ
1775κληθῶσιν οἱ ἐκλογεῖς νὰ ἀποστείλωσιν ἐνταῦθα Βουλὴν ἐκ
1776διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, καλουμένην νὰ βουλευθῇ ἐπὶ
1777τῶν ἀναθεωρητέων διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
1778Ὡς ἐξήγησα κατὰ τὴν προλαβοῦσάν μου ἀγόρευσιν,
1779θεωρῶ, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ
1780ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος διὰ τοῦ τοιούτου Διαγγέλ-
1781ματος καταλύεται ἐν μέρει, τουτέστι καταλύεται ὡς πρὸς
1782τὴν διάταξιν, ἥτις ἀπαιτεῖ πρὸς σύγκλησιν διπλῆς Βουλῆς
1783προηγουμένην σύμφωνον ἀπόφασιν ληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς Βου-
1784λῆς εἰς δύο συνεχεῖς Περιόδους. Δὲν καταλύει ὅμως διά-
1785ταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ Βουλευτῶν
1786Βουλὴ καλεῖται εἰδικῶς πρὸς τοῦτο, τουτέστιν ἵνα ἀπο-
1787φανθῇ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Νομίζω
1788δ’ ὅτι ἡμεῖς, μὴ κληθέντες ὅπως νέαν ἐπανάστασιν δημι-
1789ουργήσωμεν, ἀλλὰ τοὐναντίον ὅπως τὸ ἐπαναστατικὸν κα-
1790θεστὼς ἐκ τοῦ μέσου ἄρωμεν, εὕρομεν καταναλωθεῖσαν πρὸ
1791ἡμῶν τὴν παράβασιν τοῦ ἄρθρου 107, δὲν ἔχομεν δὲ τὸ
1792δικαίωμα, ἐπαναστατοῦντες πάλιν, νὰ ἐγκρίνωμεν ἐκ τῶν
1793προτέρων νέαν τοιαύτην. Ἐὰν τοῦτο τὸ Συνέδριον διαλυθῇ,
1794ποῖον Σῶμα θὰ κληθῇ; Θὰ κληθῇ ἁπλῆ ἢ διπλῆ Βουλή;
1795Ἤκουσα παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι, ἂν τὸ Σῶμα δια-
1796λυθῇ, ἀπαραιτήτως θὰ κληθῇ διπλῆ Βουλή. Ἀλλὰ ποῖον
1797εἶναι τὸ πολιτειακὸν ἔδαφος, τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργηθῇ
1798ἐκ νέων ἐκλογῶν πρὸς ἐκλογὴν διπλῆς Βουλῆς; Καὶ ἀφοῦ
1799σήμερον, ὡς ἀνέπτυξα ἐν πλάτει κατὰ τὴν προλα-
1800βοῦσαν ἀγόρευσίν μου, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐσιαστικῶς οὐ-
1801δὲν ἔδαφος πρὸς κατάλυσιν τῆς καθεστηκυίας συνταγματι-
1802κῆς τάξεως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς οὐσιαστικὸς λόγος
1803ὅπως ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ ἐν ὅλῃ αὑτῆς τῇ ἐκλάμψει ἀνα-
1804λάβῃ ἀπολύτως τὰ δικαιώματα αὑτῆς καταλυομένου τοῦ
1805συνταγματικοῦ καθεστῶτος, ἐκινδυνεύσαμεν νὰ μεταστῶ-
1806μεν εἰς δημιουργίαν Σώματος συντακτικοῦ, ποῖος, λέγω,
1807δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ ἡμᾶς, ὅτι ἐπαναλαμβανομένων τῶν
1808ἐκλογῶν πρὸς ἐκλογὴν δευτέρας Βουλῆς, μετὰ νέαν παρά-
1809βασιν τοῦ ἄρθρου 107, καὶ αἰρομένων μάλιστα τῶν ἔστω καὶ
1810προσωπικῶν ἐγγυήσεων, αἵτινες ὑφίσταντο ἐπὶ τῆς πορείας
1811τοῦ ἡμετέρου Σώματος, ἐν τῇ δευτέρᾳ ταύτῃ Βουλῇ δὲν θὰ
1812ἔλθῃ πλέον γυμνὴ ἡ κυριαρχία τοῦ λαοῦ νὰ τεθῇ ἀπρόσκο-
1813πτος ὑπεράνω πάσης βασιλικῆς προνομίας καὶ πάσης ἐν
1814γένει διατάξεως θεμελιώδους τοῦ πολιτεύματος;
1815Ἀλλ’ εἶναι σήμερον αἱ ἐσωτερικαὶ καὶ ἐξωτερικαὶ περι-
1816στάσεις τοιαῦται, ὥστε ἀδαῶς ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τοὺς ἐν-
1817τεῦθεν προκύψοντας κινδύνους, ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν ὡς
1818ἁπλῶς ἐνδεχομένους θεωρουμένους; Κατ’ ἐμὲ μάλιστα δὲν
1819εἶναι ἁπλῶς ἐνδεχόμενοι οἱ κίνδυνοι οὗτοι. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι
1820εἶναι εὐχερῶς δυνατὸν νὰ νοηθῇ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θ’
1821ἀποστείλῃ κατὰ πλειονοψηφίαν ἐνταῦθα μετὰ νέας ἐκλογὰς
1822ἀντιπροσώπους, οἵτινες τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ ἐνασκοῦντες
1823θέλουσι θεωρήσει καταλυθεῖσαν πλέον πᾶσαν συνταγματικὴν
1824ἔννομον τάξιν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐσωτερικαὶ οἰκονομικαὶ καὶ
1825διοικητικαὶ ἐν γένει συνθῆκαι, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἐξωτερι-
1826καὶ περιπέτειαι, ἀπόλυτον τὴν πολιτειακὴν ἠρεμίαν θὰ
1827ἐπέβαλλον.
1828Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ
1829λαοῦ, πρεσβεύων ὅτι ἐκ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς πολλά,
1830ὡς εἶπον, ἔχει τὸ ἡμέτερον Κράτος νὰ ἀναμείνῃ, ἀπὸ τοι-
1831αύτης δ’ ἑδραίας ἐλπίδος ἐργασθεὶς μάλιστα ἐν τῇ ἐπεξερ-
1832γασίᾳ προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας δυναμένης νὰ χρησι-
1833μεύσῃ εἰς τὸ Σῶμα, διστάζω νὰ ἀναλάβω διὰ τῆς ψήφου
1834μου εὐθύνην δημιουργίας τοιούτου πολιτειακοῦ ἀδιεξόδου,
1835οἷον τὸ ἀναπτυχθέν. Καί, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀπαιτεῖ ἀνε-
1836πιφύλακτον ψῆφον, τῇ λέγω, ὅτι θὰ δώσω αὐτῇ τοιαύτην,
1837ἀλλὰ μόνον διότι δὲν ἀποτολμῶ νὰ ἀναλάβω μετ’ αὐτῆς
1838τὴν εὐθύνην δημιουργίας τοιαύτης πολιτειακῆς ἀδιεξόδου.
1839Νομίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁμιλῶν περὶ ἀνεπιφυ-
1840λάκτου ψήφου δὲν ἀπέκλεισε βεβαίως ψήφους τοιαύτας, οἵα
1841ἡ ἐμή, ψήφους τουτέστι λεγούσας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν·
1842«παρέχω σοι τὴν ἐμπιστοσύνην, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ διόλου,
1843ὅτι ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξας, εἶναι θεωρία οὐ μόνον
1844συνταγματικῶς ὀρθή, ἀλλὰ καὶ τῆς ὁποίας ἡ ἐφαρμογὴ ἐπι-
1845τρέπεται κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις». Τὸν περιορι-
1846σμὸν τοῦτον εἰς τὴν ἐμὴν ψῆφον προσθέτων πράττω ἔργον
1847ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν ἐμὴν συνείδησιν, εὔχομαι δὲ νὰ
1848θεωρηθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ψῆφος οἵα ἡ ἐμὴ ὡς ψῆφος
1849ἀνεπιφυλάκτου ἐμπιστοσύνης, ἵνα μὴ διὰ διαλύσεως τοῦ
1850Σώματος δημιουργήσωμεν κινδύνους, οὓς ἀποδειλιῶ ν’ ἀνα-
1851μετρήσω καὶ ἐκ τῶν ὁποίων εὔχομαι ἄτρωτον νὰ ἐξέλθῃ τὸ
1852ἡμέτερον Κράτος. (Χειροκροτήματα).
1853§101Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Χωρὶς νὰ τὸ εἴπῃ τις, ἐννοεῖται
1854οἴκοθεν, ὅτι πάντας ἡμᾶς ἄγει ἐθνικὸν καθῆκον ἐνταῦθα.
1855Ἀλλ’ ἡ ἐκπλήρωσις αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς μορφώσεως
1856ἑκάστου καὶ τῶν ἰδεῶν καὶ τῆς μελέτης τῆς ἐθνικῆς κατα-
1857στάσεως. Καὶ ἂν ἀκούονται ἐντεῦθεν ἐπιστημονικαὶ ἰδέαι,
1858αὗται ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα τοῦ συγγραφέως, ὃν ἑκά-
1859στοτε ὁ ἀγορητὴς ἀκολουθεῖ. Ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ
1860ἐπιστήμη προοδεύει καὶ αἱ ἔν τινι συγγράμματι ἰδέαι
1861εἶτα ἀνατρέπονται, ἐκφέρονται δὲ ἐν ἄλλῳ ἄλλαι ὀρθότε-
1862ραι, αἵτινες ἀξιοῦνται τότε προτιμήσεως. Ἀληθῶς ἀκούει τις
1863διαρκῶς ἐδῶ παρὰ πολλῶν «ὁ λαός, ὁ λαός», ἀλλὰ καὶ τού-
1864του καὶ τῶν ἄλλων παραγόντων ἑκάστης Πολιτείας αἱ ἐνέρ-
1865γειαι ἔχουσιν ὅρια. Ἄλλοτε ἴσχυεν ἡ ἀρχή, ὅτι οἱ ἀντι-
1866πρόσωποι τῶν τάξεων τοῦ λαοῦ ἦσαν ὑπόχρεοι ἑκάστοτε νὰ
1867ἀκούωσι τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Σήμερον ὅμως κρατεῖ
1868ἡ ἀρχὴ ἡ λεγομένη τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Οἱ ἀντι-
1869πρόσωποι ἀναγνωρίζονται ἀπαραβίαστοι, σεβαστοί. Τὰ δὲ
1870λεγόμενα περὶ λαοῦ εἶναι ὀρθὰ μόνον, καθ’ ὅσον ἐνέχουσι
1871τὴν ἰδέαν τοῦ συνέρχεσθαι ἐλευθέρως καὶ αὐτοδικαίως ἑκά-
1872στοτε τὸν λαόν, ἀλλ’ οὗτος, μόλις ἐκλέξῃ τοὺς ἀντιπροσώ-
1873πους αὑτοῦ, ὀφείλει νὰ τοὺς ἀφήνῃ ἐλευθέρους, διότι ἄλλως
1874ἀναιρεῖ τὴν βάσιν, ἐφ’ ἧς ἐρείδεται. Ἡμᾶς, ἐὰν ὡς Ἀνα-
1875θεωρητικὴν Βουλὴν ἢ ὡς Συνέλευσιν ἐξέλεξεν ὁ λαός, ἔχει
1876καθῆκον ἔξοχον νὰ σεβασθῇ, διότι ἄλλως ἀνατρέπει τὴν βά-
1877σιν τῆς ἐλευθερίας, ἐφ’ ἧς ἐρείδεται. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐδῶ, εἴτε
1878ἀναθεωρητικοὶ εἴτε συντακτικοί, ὀφείλομεν συγχρόνως νὰ
1879μὴ ἐνθαρρύνωμεν τὸν λαὸν εἰς ἀμαύρωσιν τῆς βάσεως, ἐφ’
1880ἧς ἐξέλεξεν ἡμᾶς. Ἐπίσης ἔχομεν καθῆκον πάντες, ἐκ τοῦ
1881καλῶς ἐννοουμένου κοινοβουλεύεσθαι, νὰ σεβώμεθα ἡμᾶς
1882αὐτούς, διότι ἐξευτελίζοντες καθ’ ἑκάστην ἡμᾶς δίδομεν
1883κακὸν παράδειγμα εἰς τὸν λαόν. Ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἀν-
1884τιπροσωπεύωμεν τὰ προτερήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ
1885οὐχὶ τὰ ἐλαττώματα. Καί, ἐὰν ἔχωμεν διάφορον γνώμην, δὲν
1886ἐπιτρέπεται ἡ διαφορὰ τῶν ἰδεῶν νὰ συνοδεύηται μὲ περι-
1887φρόνησιν τῶν ὀπαδῶν αὐτῶν. Ἡ κακολογιῶν διάδοσις,
1888ἄδικος ἑκάστοτε καὶ ἐπίμονος, εἶναι ἡ κυριωτέρα αἰτία, ἐξ
1889ἧς ἐγεννήθη ἡ καταφορὰ κατὰ τῶν πολιτευομένων. Ἐγὼ
1890οὐδέποτε ἐξήνεγκον ὑβριστικὰς ἰδέας, διότι τὰ ἐνταῦθα
1891λεγόμενα παντοῦ διαδίδονται. Καὶ προχθὲς ἠγέρθη ζήτημα
1892περὶ τῆς Πολωνίας, ἡ δ’ ἀναφώνησίς μου ἐκείνη ὑπὲρ αὐ-
1893τῆς «Ζήτω ἡ Πολωνία!» ἔφθασε καὶ εἰς Παρισίους, ὁπό-
1894θεν ἔλαβον καὶ συγχαρητήριον ἐπιστολὴν ἐκ μέρους Πολω-
1895νῶν, γραφόντων «Ζήτω ἡ Ἑλλάς!»
1896Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ
1897ψήφου ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ ἐννοῶ διδομένην τοιαύτην, οὕτως
1898ὥστε νὰ τηρῇ τις τὸ κομματικὸν ἐγὼ ἢ τὸ ἐθνικόν. Ὅσον
1899δ’ ἀφορᾷ εἰς τὴν ἑτέραν δήλωσίν του, ἐγώ, μὴ ἀνήκων εἰς
1900κόμμα, ὀφείλω πᾶσαν ἀγαθὴν καὶ ἐθνωφελῆ πρᾶξιν τῆς
1901Κυβερνήσεως νὰ ἐπιδοκιμάζω, πᾶσαν δὲ ἄλλην κρίνων
1902ὀφείλω ἐν γένει τὴν ψῆφόν μου νὰ ἐκφέρω δεδικαιολογημέ-
1903νην. Ψῆφον ἐμπιστοσύνης πάλιν ὀφείλω νὰ δώσω, διότι
1904ἕκαστος πρέπει νὰ πολιτεύηται θετικῶς, νὰ δίδῃ Κυβέρ-
1905νησιν εἰς τὴν πατρίδα του, διότι τὸ ἀκυβέρνητον εἶναι ἡ
1906μεγίστη κατηγορία κατὰ λαῶν, οἵτινες ἔχουσιν ἐλεύθερον
1907πολίτευμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν πρέπει νὰ περι-
1908μένῃ συγχώνευσιν τῶν κομμάτων, ὅταν ταῦτα τὸν ὑποστη-
1909ρίζωσιν, οὔτε συγχώνευσιν ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι
1910ὀφείλουσι νὰ ὑποστηρίζωσι ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἰδέαν ἢ
1911ἄλλο πρόγραμμα. Ὁ πολιτικὸς εἶναι πρόγραμμα πλῆρες
1912οὐχὶ μόνον ἀρχῶν, ἀλλὰ καὶ λεπτομερειῶν. Δὲν κατηγορῶ
1913ὅμως τὸν κ. Πρωθυπουργόν, μὴ εἰπόντα ἀκόμη τοιοῦτο, δι-
1914ότι οἱ ἐθνικοὶ καιροὶ ἐκτάκτως τὸν ἔφεραν ἐνταῦθα. Καὶ
1915μάλιστα μετὰ συγκινήσεως καὶ εὐέλπιδος ὑπερηφανείας
1916ἀναλογίζομαι, ὅτι ἐκτὸς τοῦ θετοῦ νόμου ὑπάρχει καὶ ἄλ-
1917λος ὑψηλότερος, ὁ ἐθνικός, ὅστις ἔφερεν ἐκ Κρήτης τὸν κ.
1918Πρωθυπουργόν, καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν συνοχὴν καὶ τὸ
1919ἀδιαίρετον τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Μάλιστα ἐκ τῶν ἐκλο-
1920γῶν τῆς 8ης Αὐγούστου βλέπομεν ἐνταῦθα καὶ δύο ἄλλους
1921συναδέλφους ἐκ τῶν μερῶν, ὅπου δρᾷ ὁ Ἑλληνισμός. Ἐξέ-
1922χοντα δὲ ἴδετε τὸν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφον
1923κ. Ζερβουδάκην, μίαν τῶν μεγάλων ἐκδηλώσεων τῆς δυ-
1924νάμεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ!... Ἐπίσης τὸν κ. Μπε-
1925νάκην!...
1926Ἀλλ’ ἐλέχθησαν ἐδῶ καὶ ἄλλαι ἰδέαι χρήζουσαι ἀπαν-
1927τήσεως. Κατηγορήθησαν αἱ συντεχνίαι καὶ τὰ σωματεῖα,
1928ὅτι ἐξῆλθον τοῦ προορισμοῦ αὐτῶν, ἀλλὰ ταῦτα ὡς ὁμάδες
1929ἀπετέλεσαν μέγαν πολιτικὸν σύλλογον, εἰς τὸν ὁποῖον
1930ὀφείλω καὶ ἐγὼ τὴν ὑποψηφιότητά μου. Ἄνευ τοῦ συλλό-
1931γου τούτου δὲν θὰ καθίστατο δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῇ ἡ
1932λαϊκὴ ἐκλογικὴ δύναμις καὶ νὰ γίνωσιν ὅσα ἐγένοντο.
1933Καὶ κατωρθώθη ἐπὶ τέλους νὰ εἰσπηδήσῃ ἐκ τῆς κάλ-
1934πης μία ἰδέα ἁγνὴ νικήτρια. Ἀλλά, ἐὰν ἐνταῦθα ἀντιπρο-
1935σωπεύω, ὡς πρέπει, τὰς ἀρετὰς τοῦ λαοῦ, οὐδέποτε θὰ
1936ὑβρίσω τοῦτον ἢ ἐκεῖνον. Μόνον θὰ προσπαθήσω καὶ νῦν,
1937ὡς πάντοτε, νὰ ἐκπληρῶ τὸ καθῆκόν μου, ἐξ οὗ δικαιοῦ-
1938ται νὰ μὲ κρίνῃ ὁ λαὸς αὐστηρῶς.
1939Δηλῶ, ὅτι ἐξ ἐθνικῶν λόγων δίδω ψῆφον ἐμπιστοσύνης
1940πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ψῆφον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς πα-
1941τρίδος ἡμῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ὕψιστος σκοπὸς τῆς Πολιτείας!
1942§102ΠΛ. ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ φέρει εἰς τὸ
1943βῆμα ἀπόψε, δὲν εἶναι διότι θέλω ν’ ἀκολουθήσω τὸν συρ-
1944μόν, τὸν ἐπικρατήσαντα εἰς τὸ Συνέδριον τοῦτο, καθ’ ὃν
1945ἕκαστος Βουλευτὴς θεωρεῖ πρέπον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψῆ-
1946φόν του. Εἶναι εἰδικὴ περίπτωσις, ἡ ὁποία μοὶ ἐπιβάλλει
1947νὰ ἐξηγήσω διατί ὑποστηρίζω τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ψῆφός
1948μου ὑπὲρ αὐτῆς εἶναι ψῆφος ἐμπιστοσύνης, οὐχὶ ὑπὸ τὴν
1949ἔννοιαν τῆς ἀνοχῆς, ὡς δίδουσιν αὐτὴν τὰ κόμματα, ἀλλ’
1950οὔτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι εἶμαι ὀπαδὸς τοῦ Φιλελευθέρου
1951κόμματος, διότι, ὡς γνωρίζετε, εἶμαι σοσιλιαστής. Φιλελεύ-
1952θερος σημαίνει φίλος τῆς ἐλευθερίας, ἐγὼ δὲ εἶμαι στρατιώ-
1953της τῆς ἐλευθερίας, λάτρης τῆς ἐλευθερίας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει
1954ἀνάγκην φίλων, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην στρατιωτῶν καὶ λατρευ-
1955τῶν. Ἐξ ἄλλου ἡ Σοσιαλιστικὴ Ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς
1956ὑπηρετοῦμεν, οὔτε ὀπαδοὺς οὔτε ἀρχηγὸν κόμματος ὑποθέ-
1957τει· τοσοῦτο δὲ μᾶλλον μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ ἐξηγήσω τὴν ψῆ-
1958φόν μου, καθόσον προχθὲς τὸ Σάββατον δύο ἐκ Κεφαλληνίας
1959καὶ Ἰθάκης συνάδελφοί μου, μετὰ τῶν ὁποίων συναντῶμαι
1960εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν αὐτῶν ἰδεωδῶν, ἐψήφισαν διαφορε-
1961τικὰ ἀπὸ ἐμέ, κατεψήφισαν δηλαδὴ τὴν Κυβέρνησιν, ἐνῷ
1962ἐγὼ ἔδωκα ψῆφον ὑπὲρ αὐτῆς. Πολλοὶ μὲ ἠρώτησαν
1963καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, διατί ἐγώ, σο-
1964σιαλιστὴς ὤν, ὑποστηρίζω Κυβέρνησιν, καὶ ὀφείλω νὰ δώσω
1965ἐξήγησιν. Τὸ ζήτημα, ἐφ’ οὗ πρόκειται νὰ γίνῃ ψηφοφορία,
1966εἶναι σοβαρὸν καὶ δύσκολον, καὶ εἶναι φυσικὸν νὰ αἰσθάνω-
1967μαι δυσκολίαν, ἀφοῦ ὅλαι αἱ γενόμεναι ἐν τῷ περιβόλῳ
1968τούτῳ εὔγλωττοι ἀγορεύσεις δὲν κατώρθωσαν νὰ λύσωσι
1969τὸ ζήτημα διατί συνήλθομεν καὶ ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ
1970ἐκλογὴ τῆς 8ης Αὐγούστου. Θὰ σᾶς εἴπω δι’ ὀλίγων λέ-
1971ξεων πῶς ἐννοῶ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὴν
1972Κυβέρνησιν διὰ τῆς ψήφου μου καὶ πῶς ἐννοῶ τὴν ἀνόρθω-
1973σιν, τὴν ὁποίαν ὑπόσχεται ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ, ὀφείλω
1974δὲ τοῦτο νὰ εἴπω τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐγὼ δὲν εἶμαι πο-
1975λιτευόμενος οὔτε δικηγόρος, μεθ’ ὅλας δὲ τὰς παλαιὰς
1976καὶ ἀγαθὰς σχέσεις μου μὲ τὴν δημοσιογραφίαν δὲν εἶμαι
1977οὔτε δημοσιογράφος· εἰς τὰ ὀλίγα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς εἴπω,
1978δὲν θὰ εὕρητε οὔτε τὸ ἀγχίστροφον τοῦ πολιτευομένου, οὔτε
1979τὴν δικανικότητα τοῦ δικηγόρου, οὔτε τὴν ἐπινοητικότητα
1980τοῦ δημοσιογράφου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶμαι, δὲν ἐντρέ-
1981πομαι νὰ τὸ εἴπω. Διότι κατὰ τοὺς τελευταίους δεκαπέντε
1982μῆνας διεφημίσθη τόσον ἡ λέξις ἐπανάστασις, ὥστε δὲν θὰ
1983τρομάξῃ κανείς, ὅταν εἴπω, ὅτι εἶμαι ἐπαναστάτης.
1984§103Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὅπως ἔγινεν ἡ ἐπανάστασις, βεβαίως
1985δὲν εἶναι τρομακτική.
1986§104ΠΛ. ΔΡΑΚΟΥΛΗΣ. Ὄχι βέβαια· μάλιστα ἐγὼ δὲν
1987φρονῶ, ὅτι ἔλαβε χώραν πράγματι καμμία ἐπανάστασις.
1988Ἀλλὰ μὲ τὴν λέξιν ταύτην ἁπλῶς ἐννοῶ τὸ ἀντιπλουτο-
1989κρατικὸν ἐκεῖνο φρόνημα, τὸ ὁποῖον ὁμολογουμένως ὑπάρ-
1990χει ἐν τῇ χώρᾳ ἀπό τινων ἐτῶν. Αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ πνεῦμα
1991τὸ ἀντιπλουτοκρατικὸν εἶναι τὸ προκαλέσαν τὰ γενόμενα
1992κατὰ τοὺς τελευταίους δεκαπέντε μῆνας, καὶ ἡ πᾶσα ἐξέ-
1993γερσις ἔχει ὡς βάσιν της τὸν σφοδρὸν πόθον τοῦ παραγω-
1994γικοῦ κόσμου ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸν ζυγὸν τῆς κεφαλαιο-
1995κρατίας. Ἂν εἶμαι ἐχθρὸς τῶν κομμάτων, δὲν εἶμαι διότι
1996τὰ μέμφομαι αὐτὰ καθ’ ἑαυτά, ὡς ἔνοχα. Εἶναι ὑπεράνω
1997αὐτῶν ὁ κεφαλαιοκρατικὸς ζυγός, τοῦ ὁποίου τὰ κόμματα
1998εἶναι τυφλὰ ὄργανα. Εἶναι ὁ κεφαλαιοκρατικὸς ζυγός, ὑπὸ
1999τὸν ὁποῖον στενάζει ὄχι μόνον ἡ Ἑλλάς, ἀλλὰ καὶ πᾶσα
2000ἄλλη χώρα τῆς Οἰκουμένης.
2001Διὰ τοῦτον τὸν λόγον συμβαίνει, ὥστε ἐπὶ τρεῖς γενεὰς
2002μέχρι σήμερον Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι οὐδεμίαν ἄλλην ση-
2003μασίαν εἶχέ ποτε ἢ τὴν σημασίαν ὁμίλου ἐπιτηδείων ἡμι-
2004ανεπτυγμένων ἀνθρώπων ἐντολοδόχων τῆς διεθνοῦς κεφα-
2005λαιοκρατίας στηριζόντων τὴν ἰσχύν των ἐπὶ τῆς ἀμαθείας
2006καὶ ἐπὶ τῆς νάρκης τοῦ ἐργαζομένου λαοῦ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν
2007ἔποψιν αἱ Κυβερνήσεις οὐδὲν ἄλλο ἠδύνατο νὰ εἶναι ἢ ὄρ-
2008γανα τῆς κεφαλαιοκρατίας. Ἡ ἅμιλλα αὐτῶν ἦτο ὄχι νὰ
2009προάγωσι τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ διασπα-
2010θῶσι τὸν πλοῦτον αὐτῆς.
2011Τὰ πρῶτα συμπτώματα μιᾶς νευρικῆς ἀνησυχίας τοῦ
2012λαοῦ κατὰ τῆς διαγωγῆς ταύτης τῶν πολιτευομένων ἐδό-
2013θησαν κατὰ τὸ τέρμα τοῦ 1908, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀτυχῆ
2014ἔκβασιν τῆς ὑποθέσεως τῆς Κρήτης. Πρώτην τότε φορὰν
2015ὁ παραγωγικὸς κόσμος ἐνεφανίσθη ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκη-
2016νῆς ἀξιῶν νὰ μετέχῃ τῆς διευθύνσεως τῶν κοινῶν. Ἀλλ’ ἡ
2017κεφαλαιοκρατία ῥᾳδιουργικώτατα ἀντενήργησε καὶ ἐμα-
2018ταίωσε τὴν ἐκδήλωσιν ταύτην, ἐπιδεξίως στρέψασα τὴν
2019πλάστιγγα ὑπὲρ αὐτῆς. Ἐνόσῳ οἱ κυβερνῆται τῆς Ἑλλά-
2020δος δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ εἴπωσιν ἀπεριφράστως εἰς τὸν
2021λαὸν ὅτι ἡ πατρίς μας φενακίζεται ἀπὸ τοὺς πλουτοκράτας,
2022εἰς οὐδὲν ἄλλο δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν εἰμὴ ν’ ἀποβαί-
2023νωσιν ὄργανα τῆς Πλουτοκρατίας. Οὐδείς ποτε ἐν τῷ περι-
2024βόλῳ τούτῳ ἠγέρθη νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ζυγοῦ, ὑπὸ τὸν
2025ὁποῖον στενάζουσιν αἱ ἐργατικαὶ τάξεις. Ὑπῆρχε καὶ τὸ
2026κόμμα τῶν κληθέντων Ἰαπώνων. Ἤμην μακρὰν τῆς Ἑλ-
2027λάδος τότε, ἀλλὰ παρηκολούθησα τὴν δρᾶσίν του. Ἀπὸ
2028τῆς ὁμάδος ἐκείνης πολλοὶ ἤρχιζαν νὰ ἐλπίζωσι τὴν κατα-
2029στροφὴν τῶν προσωπικῶν κομμάτων πρὸς ὄφελος τῶν παρα-
2030γωγικῶν τάξεων, ἀλλὰ δὲν ἐβράδυνεν ἡ Πλουτοκρατία νὰ
2031τὴν ἐμπλέξῃ εἰς τὰ δίκτυά της, καὶ τὸ ἔμβρυον πρὶν ἢ
2032ἐνδυναμωθῇ διερράγη ὡς πομφόλυξ.
2033Τὸ πνεῦμα τῆς ἐπαναστάσεως περιεφέρετο ἔκτοτε ἀνα-
2034μέσον ἡμῶν καὶ ἐλλείψει ὀργάνου κατέφυγεν εἰς τὸν στρα-
2035τόν, ὁ δὲ λαός, εἴτε διότι εἶχε πίστιν εἰς τὸν στρατόν, εἴτε
2036διότι δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι ἐπιδράσεις καθοδηγοῦσαι αὐτόν,
2037ἐταύτισε τὴν τύχην του μὲ τὴν ἐξέγερσιν τῆς 14ης Αὐγού-
2038στου. Κατόπιν διετυπώθη ἡ ὅλη ζύμωσις εἰς τὴν ἀπαίτη-
2039σιν τῆς ἀνορθώσεως καὶ μετ’ ὀλίγον ἐμφανίζεται ἐπὶ τῆς
2040σκηνῆς ὁ κ. Βενιζέλος, ὡς ἐνσάρκωσις τῆς ἀπαιτήσεως
2041ταύτης.
2042Τώρα θὰ σᾶς ἐξηγήσω πῶς ἐννοῶ ἐγὼ τὴν ἀνόρθωσιν
2043καὶ ὑπὸ ποίαν ἔννοιαν ὑποστηρίζω τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ.
2044Βενιζέλου. Ἀνόρθωσις, κατ’ ἐμέ, σημαίνει ἱκανοποίησιν τοι-
2045αύτην τοῦ ἀντιπλουτοκρατικοῦ πνεύματος, ὥστε νὰ ἐπιβα-
2046ρυνθῶσι μόνον οἱ πλούσιοι μὲ τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας
2047καὶ ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν φόρων ὁ ἐργατικὸς κόσμος. Οὐδένα
2048τῶν ῥητόρων ἐνταῦθα ἠκούσατέ ποτε νὰ ἀναφέρῃ, ὅτι ἔπρε-
2049πε νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἀνακούφισιν τῶν παραγωγικῶν τά-
2050ξεων. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐννοῶ τὴν ἀνόρθωσιν, ὑπ’ αὐ-
2051τὴν τὴν ἔννοιαν ἐννοῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου
2052ὀφείλει νὰ ἐργασθῇ. Τὴν ἀνόρθωσιν ταύτην μοὶ ὑπόσχεται
2053ὁ κ. Βενιζέλος, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι πιστεύω εἰς τὰς ὑποσχέ-
2054σεις του. Θὰ ψηφίσω τὰ μέτρα του, τὰ ὁποῖα θὰ τείνωσιν
2055εἰς τὴν πτῶσιν τῆς Κεφαλαιοκρατίας, ἀλλὰ θὰ καταψηφίσω
2056πᾶν μέτρον, τεῖνον εἰς ἐνίσχυσιν τῆς Κεφαλαιοκρατίας.
2057Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς παρούσης
2058Βουλῆς, τὸ ὁποῖον προυκάλεσεν ἀκαδημαϊκὰς διαφωνίας με-
2059ταξὺ τῶν συναδέλφων μου ἐκ Κεφαλληνίας καὶ ἐμοῦ, εἶναι
2060ἀληθὲς ὅτι, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας
2061Βουλευτὴς κ. Βασιλείου ἀνέφερεν, ἡμεῖς οἱ τρεῖς ἐκ Κεφαλλη-
2062νίας καὶ Ἰθάκης Βουλευταὶ ὑπεβάλομεν ψήφισμα, κατὰ τὸ
2063ὁποῖον ἡ παροῦσα Συνέλευσις δὲν ὑπόκειται εἰς διάλυσιν·
2064ἀλλά, Κύριοι, τότε ἦτο ἡ πρώτη ἑβδομάς, καθ’ ἣν συνήλ-
2065θομεν ἐνταῦθα, καὶ πράγματι ἐφρόνουν, ὅτι ἐξελέγησαν ἄν-
2066δρες ἔμφρονες, σοβαρῶς σκεπτόμενοι νὰ ἐργασθῶσι καὶ νὰ
2067μεταβάλωσιν ἐκ θεμελίων τὸ ὑπάρχον φαῦλον καθεστώς.
2068Ἡ πεῖρα ὅμως, τὴν ὁποίαν ἔσχον ἔκτοτε περὶ τῶν ἀτα-
2069σθαλιῶν τοῦ παρόντος Συνεδρίου, μὲ ἔπεισεν, ὅτι ἡ διάλυσις
2070αὐτοῦ εἶναι εὐχῆς ἔργον, καὶ φρονῶ ὅτι, ὅσῳ ταχύτερον
2071διαλυθῇ, τόσῳ συμφερώτερον εἶναι διὰ τὸν τόπον. Δὲν ἐκ-
2072προσωπεῖ κἂν τὸ ἀντιπλουτοκρατικὸν φρόνημα τῆς χώρας
2073ἡ Συνέλευσις αὕτη, ἀφοῦ εἶναι πλήρης πλουτοκρατῶν, ἀντι-
2074δραστικῶν καὶ σοφιστῶν. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, εἶναι ἐρείπια
2075καὶ χάος.
2076Τρεῖς γενεαὶ πολιτευομένων ἔπραξαν ὅ,τι τοῖς ἦτο δυνα-
2077τόν, διὰ νὰ μεταβάλωσι τὰ ὄνειρά μας εἰς ἐφιάλτας καὶ νὰ
2078ἐξοβελίσωσι πᾶσαν ἐλπίδα ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως.
2079Ὁ κολοφὼν τῆς οὐτιδανότητος αὐτῶν ἦτο ἡ ἀπεμπό-
2080λησις τῆς μοναδικῆς εὐκαιρίας, ἣν ἔσχομεν περὶ ἑνώσεως
2081τῆς Κρήτης κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1908, καὶ ἡ ἀπαλ-
2082λαγὴ τῶν πλουσίων ἀπὸ παντὸς βάρους διὰ τὰς ἀνάγκας
2083τῆς Πολιτείας. Ἡ ὑπομονὴ τοῦ λαοῦ ἐξηντλήθη, καὶ διὰ
2084τῆς μεγάλης ἐκείνης διαδηλώσεως εἰς τὸ πεδίον τοῦ Ἄρεως
2085διετρανώθη ἡ κραυγή· «Ἐρρέτωσαν τὰ προσωπικὰ κόμ-
2086ματα, ἐρρέτω ἡ σκωρία τοῦ παρελθόντος». Ἡ ἐξέγερσις
2087ἐκείνη θὰ μείνῃ ἱστορική, διότι θὰ δικαιολογηθῇ ἐκ τῶν
2088ἀποτελεσμάτων, ἅτινα θὰ ῥυθμίσῃ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία
2089συγκαλουμένη ὑπὸ κρείσσονας οἰωνούς. Εἰς τοιαύτην ἐθνι-
2090κὴν ἀντιπροσωπείαν ἀτενίζουσιν αἱ ἐργατικαὶ τάξεις τῆς
2091Ἑλλάδος.
2092Ἡ ἐλπὶς ἑνὸς ἑκατομμυρίου μοχθούντων, ἀδικουμένων
2093καὶ περιφρονουμένων Ἑλλήνων ἐργατῶν εἶναι ὅτι ἡ πα-
2094ροῦσα Κυβέρνησις θὰ δώσῃ τοιαύτην κατεύθυνσιν εἰς τὰ
2095πράγματα ἡμῶν, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ μετατεθῇ ἀπὸ τῆς ὀπι-
2096σθοπορείας τοῦ πολιτισμοῦ εἰς τὴν πρωτοπορείαν τοῦ ἀν-
2097θρωπισμοῦ· καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐλπίδος ταύτης θὰ δώσω εἰς
2098τὴν Κυβέρνησιν ψῆφον ἐμπιστοσύνης. (Χειροκροτήματα).
2099§105Κ. ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόε-
2100δρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ θέσῃ ἁπλοῦν καὶ καθαρὸν ζήτημα
2101ἐμπιστοσύνης, νὰ μὴ περιλάβῃ δ’ ἐν αὐτῷ τὰς δηλώσεις του
2102τὰς ὑπεχούσας τὴν ἔννοιαν περὶ τῆς διαλύσεως ἢ μὴ
2103διαλύσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Οὕτω δὲ τιθεμένου τοῦ
2104ζητήματος, φρονῶ ὅτι πάντες ἢ οἱ πλεῖστοι τῶν ἀντιπρο-
2105σώπων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἐγώ, θὰ δώσωμεν ψῆφον
2106ἐμπιστοσύνης, διότι ὁ κ. Βενιζέλος εἶναι ὁ πολιτικὸς τῆς
2107ἡμέρας, ὅστις ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ὁδηγήσῃ τὸ κλυδωνιζόμε-
2108νον ἐθνικὸν σκάφος εἰς ἀσφαλῆ λιμένα, τὸ ὁποῖον ὅλοι εὐ-
2109χόμεθα καὶ ποθοῦμεν· ἐκτὸς τούτου ἔχει ὁ κ. Βενιζέλος
2110ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ τὸν λαόν, ὃν χθὲς εἴδομεν συγκεντρωθέντα
2111πρὸ τῶν Ἀνακτόρων καὶ ὑποβαλόντα θεσπίσματα περὶ τοῦ
2112ποῖος πρέπει νὰ κυβερνήσῃ τὴν χώραν.
2113Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ λαός, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐξέλεξε τοὺς ἀν-
2114τιπροσώπους του, ἀνέθετο εἰς αὐτοὺς τὴν ἀντιπροσωπείαν
2115του, οἱ ἀντιπρόσωποι δὲ θὰ ψηφίσωσι κατὰ τὰς πεποιθή-
2116σεις των καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων συζητήσεων,
2117διότι ἡ ἀλήθεια προκύπτει ἐκ τῶν συζητήσεων, ἐκ τῆς
2118συγκρούσεως δὲ τῶν γνωμῶν παράγεται ὁ σπινθὴρ τῆς ἀλη-
2119θείας.
2120Ἡ δύναμις ὅμως τῶν πραγμάτων εἶναι ἀνωτέρα καὶ
2121τῆς λογικῆς καὶ τῆς θελήσεως τῶν ἀτόμων καὶ διὰ τοῦτο
2122βλέπομεν τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν τείνοντα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς
2123τὸ πολίτευμα τῶν ἀρχαίων, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ δῆμος συνερ-
2124χόμενος εἰς τὴν Πνύκα ἐβουλεύετο καὶ ἀπεφάσιζε περὶ τῶν
2125κοινῶν συμφερόντων. Καὶ μήπως δὲν εἴδομεν χθὲς τὸν λαὸν
2126συνελθόντα καὶ διατάσσοντα τὸ Στέμμα καὶ τοὺς Βουλευ-
2127τὰς ποῖος πρέπει νὰ εἶναι ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ τίνα ψῆφον
2128πρέπει νὰ δίδωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι;
2129Ἀλλ’ ἐνῷ θὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ τῆς Κυ-
2130βερνήσεως, ψῆφον ὅμως ἁπλῆς καὶ καθαρᾶς ἐμπιστοσύνης,
2131διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς
2132τὸ ζήτημα τῆς διαλύσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐξε-
2133πλάγην μάλιστα ἀκούσας τὸν κ. Θεοτόκην, ἐντριβῆ περὶ
2134τὰ συνταγματικὰ καὶ κοινοβουλευτικὰ ζητήματα, ὑποστη-
2135ρίζοντα ὅτι τὸ Στέμμα ἔχει ἀδιακρίτως τὸ δικαίωμα τῆς
2136διαλύσεως, ἐνῷ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προσκληθεὶς εἰς τὰ
2137Ἀνάκτορα, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ζητήματος
2138τούτου, εἶπεν ὅτι, ἐὰν τὸ ἐθνικὸν τοῦτο συνέδριον χαρακτη-
2139ρισθῇ ὡς Συνέλευσις Συντακτική, εἶναι ἀπαραβίαστον, ἐὰν
2140δὲ χαρακτηρισθῇ ὡς Ἀναθεωρητική, ὑπόκειται εἰς διάλυ-
2141σιν.
2142Μέχρι σήμερον, Κύριοι, δὲν ἐδόθη ἆρά γε οὐδεὶς χαρα-
2143κτηρισμὸς εἰς τὴν Συνέλευσιν ταύτην; Ἀπαντῶ, ὅτι ὁ χα-
2144ρακτηρισμὸς ἐδόθη, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις· ἐκλήθημεν ὡς δι-
2145πλῆ Βουλή, ὅπως ἀναθεωρήσωμεν τὰς συνταγματικὰς ἐκεί-
2146νας διατάξεις, τὰς ὁποίας ἡ τελευταία Βουλὴ διὰ τῆς γνω-
2147στῆς ἐκείνης πράξεώς της καθώρισεν. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅμως
2148ἡ Συνέλευσις διῃρέθη εἰς δύο μερίδας, εἰς συντακτικοὺς
2149φρονοῦντας ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις περιλαμβάνει τὴν
2150κυριαρχικὴν ἐξουσίαν τοῦ Σώματος καὶ εἰς ἀναθεωρητι-
2151κούς. Οἱ ὀπαδοὶ δὲ τῆς Ἀναθεωρητικῆς διῃρέθησαν εἰς δύο
2152ἀποχρώσεις· εἰς τοὺς ἰσχυριζομένους, ὅτι πρέπει νὰ ἐμ-
2153μείνωμεν εἰς τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡ πρᾶξις τῆς τε-
2154λευταίας Βουλῆς καθώρισε, καὶ εἰς τοὺς ὑποστηρίζοντας,
2155ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τῶν ὁρίων ἐκείνων. Ἐνθυμοῦμαι
2156μάλιστα, ὅτι ὁ κ. Δραγούμης, Πρόεδρος τῆς προκατόχου
2157Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ Διαγγέλματος καὶ ἐκ
2158τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου προκύπτει, ὅτι δὲν ἀποκλείονται οἱ
2159ἀντιπρόσωποι ἵνα ἐπεκτείνωσι τὰ ὅρια τῆς ἀναθεωρήσεως
2160καὶ πέρα τῆς ἐντολῆς· ὁ δὲ κ. Ῥάλλης, ἐρωτηθεὶς τίνα
2161ἰδέαν ἔχει περὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος, ἀπήντησε: «τὸ
2162θεωρῶ σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ ἡ Βουλὴ
2163καὶ δώσῃ μίαν λύσιν». Δὲν ἐνόει προδήλως ὁ κ. Ῥάλλης,
2164ὅτι πρέπει νὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα ἄρθρα περὶ
2165λύσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὅτι ἡ Συνέλευσις
2166ὡς ἀσκοῦσα νομοθετικὴν ἐξουσίαν θέλει ἐπιληφθῆ αὐτοῦ.
2167Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὅλοι ὅσοι παρῆλθον ἀπὸ τοῦ βήματος
2168τούτου, συντακτικοὶ καὶ ἀναθεωρητικοί, ἀνεγνώρισαν ἄνευ
2169τῆς ἐλαχίστης ἐναντιοφωνίας, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ
2170Σῶμα νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ Σύνταγμα, ἀθίκτου τηρουμένης
2171τῆς μορφῆς αὐτοῦ, νὰ ἀσκήσῃ δὲ καὶ ἔργα νομοθετικά·
2172ἀφοῦ δὲ τοιαύτην ἀνεγνώρισαν ἐξουσίαν εἰς τὴν Συνέλευσιν
2173ταύτην οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ἀφοῦ καὶ συντακτικοὶ
2174καὶ ἀναθεωρητικοὶ εὑρέθησαν σύμφωνοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις
2175ἔχει κυριαρχικὴν ἐξουσίαν, δὲν ὑπάρχει λόγος διαιρέσεως
2176εἰς συντακτικοὺς καὶ ἀναθεωρητικούς.
2177Τὸ ὄνομα τὸ ἁρμόζον εἰς τὸ Κοινοβούλιον τοῦτο εἶναι
2178Ἐθνοσυνέλευσις, διότι μόνον ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἔχει κυριαρ-
2179χικὴν ἐξουσίαν.
2180Ἡ Συνέλευσις αὕτη ἐκλήθη ὡς διπλῆ Βουλή, ἵνα ἀνα-
2181θεωρήσῃ ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Πῶς πα-
2182ρέβη τὴν ἐντολὴν αὐτήν; Πῶς ὅλοι ἀπεφάνθησαν, ὅτι εὐρυ-
2183τάτην ἔχει τήν τε ἀναθεωρητικὴν καὶ τὴν νομοθετικὴν
2184ἐξουσίαν; Διότι μόνον ὡς Ἐθνοσυνέλευσις κέκτηται τὸ δι-
2185καίωμα νὰ μεταρρυθμίσῃ τὴν ἔκτασιν τῆς δικαιοδοσίας ὡς
2186καὶ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ τὸν χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον
2187θέλει ἀπέλθει. Ἐν τῇ ἰδίᾳ ἀμηχανίᾳ εὑρέθη ἡ Γαλλία, ὡς
2188καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου ἀνέφερα, κατὰ τὴν
2189σύγκλησιν τῶν γενικῶν τάξεων. Εἶχον κληθῆ τότε αἱ τά-
2190ξεις μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ψηφίσωσι φόρους καὶ ἐξεύρωσι χρη-
2191ματικοὺς πόρους πρὸς κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος· οἱ ἀντι-
2192πρόσωποι ὅμως τῶν τάξεων, κατορθωθείσης τῆς ἑνώσεως
2193αὐτῶν, παρέβησαν τὴν ἐντολὴν καὶ προέβησαν εἰς πράξεις,
2194αἱ ὁποῖαι κατέστησαν τὴν Συνέλευσιν ἐκείνην τὴν ἐνδοξο-
2195τέραν πασῶν, ὡς προβᾶσαν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ σα-
2196θροῦ καθεστῶτος καὶ τὴν ἐγκαθίδρυσιν νέου, ἐρειδομένου ἐπὶ
2197τῶν ἀρχῶν τῆς ἰσότητος, τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἐθνικῆς
2198κυριαρχίας.
2199Ἐπικρινόμενοι δὲ οἱ πρωτοστατήσαντες εἰς τὴν ἵδρυσιν
2200τῆς νέας Πολιτείας ἀντιπρόσωποι τῆς τρίτης τάξεως καὶ
2201ἐπερωτώμενοι ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ κλήρου ἐν τίνι
2202δικαιώματι ὑπερβάντες τὴν ἐντολὴν προέβησαν εἰς τοιαύ-
2203τας πράξεις ἀπήντησαν: ἐν τῷ δικαιώματι, δι’ οὗ μᾶς πε-
2204ριέβαλεν ὁ λαός. Ὁ λαὸς δὲν ἀπέστειλεν ἡμᾶς ἐνταῦθα, διὰ νὰ
2205ψηφίσωμεν φόρους καὶ νὰ καλύπτωμεν ἐλλείμματα! Καὶ μέ-
2206χρι σήμερον οἱ πολῖται ἐγκρίνουσιν, ἐπιδοκιμάζουσι καὶ
2207ἐπευφημοῦσι τὰς πράξεις ἡμῶν. Οἱ ἀντιπρόσωποι ὅμως τῆς
2208Γαλλίας προέβησαν εἰς τὸ ἔργον τῶν ῥιζικῶν μεταβολῶν,
2209ἀφοῦ προηγουμένως ἔδωκαν εἰς τὴν πολυάριθμον ἐκείνην
2210ὁμήγυριν τὸ ὄνομα «Ἐθνοσυνέλευσις». Ἡμεῖς ὅμως χαρα-
2211κτηρίσαντες τὸ Σῶμα τοῦτο ὡς Ἐθνοσυνέλευσιν εὑρισκό-
2212μεθα εἰς καλλιτέραν θέσιν, διότι οὐδεὶς ἐπαρουσιάσθη ἀντι-
2213λέγων.
2214Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις εἶναι ἐξουσία ἀνωτέρα τῆς τε ἐκτελε-
2215στικῆς καὶ νομοθετικῆς· ἀφ’ ἑαυτῆς δὲ ῥυθμίζει τὴν ἔκτασιν
2216τῆς δικαιοδοσίας της καὶ κρίνει περὶ τοῦ χρόνου τῆς περα-
2217τώσεως τῶν ἐργασιῶν της. Ἀπεριόριστος ἦτο ἄλλως καὶ ἡ
2218δοθεῖσα ἡμῖν ἐντολή. Τίς λοιπὸν δικαιοῦται νὰ διαλύσῃ
2219μίαν Ἐθνοσυνέλευσιν; Τὸ Στέμμα δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
2220τοῦτο, καὶ δὲν τὸ ἔχει, διότι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἐπανα-
2221λαμβάνω, εἶναι ἐξουσία ἀνωτέρα τῆς ἐκτελεστικῆς· διότι
2222τὸ Στέμμα κατὰ τὸ Σύνταγμα μόνον τὴν Βουλὴν δικαι-
2223οῦται νὰ διαλύσῃ, οὐχὶ δὲ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν. Μόνον τὴν
2224ἐπιθυμίαν Αὐτοῦ δύναται νὰ διαγγείλῃ εἰς τὴν ἐθνικὴν
2225ταύτην ἀντιπροσωπείαν, ὅπως περατώσῃ τὰς ἐργασίας της,
2226ἐὰν ἤθελε κρίνει ὅτι αὗται ὑπὲρ τὸ μέτρον παρατείνονται.
2227Ἐκ τῆς ἀρχῆς ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐξουσία ὑπερτέρα τῆς
2228Ἐθνοσυνελεύσεως ἀναχωροῦντες οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Γαλ-
2229λίας οἱ συντάξαντες τὸ Σύνταγμα τοῦ 1848 περιέλαβον ἐν
2230αὐτῷ αὐστηροτάτην διάταξιν περιεχομένην ἐν τῷ ἄρθρῳ
223168, ὅπερ ἔχει ὡς ἑξῆς: Πᾶν μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Πρό-
2232εδρος τῆς Δημοκρατίας διαλύει τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἀνα-
2233βάλλει τὰς ἐργασίας της, ἢ παρεμβάλλει πρόσκομμα εἰς
2234τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἐντολῆς της, εἶναι ἔγκλημα ἐσχάτης
2235προδοσίας. Μόνον διὰ τῆς πράξεως ταύτης καθίσταται
2236ἔκπτωτος, οἱ δὲ πολῖται ὀφείλουσι νὰ ἀρνηθῶσιν ὑπακοήν.
2237(Χειροκροτήματα).
2238§106ΣΟΦ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Κατὰ τὴν ψηφοφορίαν
2239τοῦ Σαββάτου ἔδωκα ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυ-
2240βέρνησιν, διότι αὕτη ἐδήλωσεν, ὅτι ἐδέχετο ψῆφον,
2241ἀνεξαρτήτως τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἕκαστος περὶ
2242τοῦ ἂν τὸ Στέμμα εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν
2243διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Κατόπιν ὅμως τῶν ση-
2244μερινῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὑποστηρίζον-
2245τος καὶ ἀπὸ θεωρίας καὶ ἀπὸ πολιτικοῦ ἀκόμη συστήματος
2246ὅτι τὸ Στέμμα ἔχει ἀναμφισβήτητον τὸ δικαίωμα τῆς
2247διαλύσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, εὑρίσκομαι εἰς τὴν
2248ἀνάγκην, διαφωνῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μεταβάλω
2249γνώμην καὶ νὰ ἀρνηθῶ εἰς αὐτὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης, διότι
2250ἐφρόνουν καὶ φρονῶ, ὅτι κατὰ τὴν σαφεστάτην ἔννοιαν τοῦ
2251ἄρθρ. 107 τοῦ Συντάγματος δικαίωμα διαλύσεως δὲν
2252ἔχει τὸ Στέμμα καὶ ἐπὶ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς,
2253τοῦτο μὲν διότι τὸ ἄρθρ. 107 ἔχει τὴν λέξιν «διαλύεται»
2254χωρὶς νὰ ἀναφέρῃ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀναφέρεται εἰς
2255τὸν Βασιλέα, τὸ δὲ διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἐξ ἀναλογίας ἡ
2256ἐπέκτασις τοῦ προνομίου τοῦ Στέμματος καὶ ἐπὶ τῆς δι-
2257πλῆς Βουλῆς, ἀφοῦ πρόκειται περὶ ὅλως ἄλλου Σώματος
2258καὶ ὄχι περὶ Βουλῆς. Ἡ Συνέλευσις τοῦ 1863 δὲν ἐσκέφθη
2259νὰ ὑποτάξῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν μάχαι-
2260ραν τῆς Βασιλείας, ἥτις ἠδύνατο νὰ ὑποτάξῃ τὸ Σῶμα καὶ
2261νὰ τὸ καταστήσῃ πειθήνιον εἰς τὰ νεύματα Αὐτῆς. Καὶ
2262αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τοῦτο, ὅτε ὁ εἰσηγητὴς τῆς
2263τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιο-
2264σύνης ὡμολόγησε προχθὲς ὅτι πρόκειται περὶ ἄλλου Σώμα-
2265τος, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἄλλον σκοπὸν παρὰ τὸν σκοπὸν τὸν
2266ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλή. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ἔχω τὴν γνώμην
2267ὅτι ἔχει δικαίωμα τὸ Στέμμα νὰ διαλύσῃ τὴν διπλῆν Ἀ-
2268ναθεωρητικὴν Βουλήν, καὶ ἐπειδὴ βλέπω ὅτι πιέζεται ἡ
2269Συνέλευσις νὰ δηλώσῃ γνώμας, ἃς δὲν ἔχουσιν οἱ κ. κ. Βου-
2270λευταί, διὰ τὸν λόγον τοῦτον δηλῶ, ὅτι θέλω καταψηφίσει
2271τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θ’ ἀρνηθῶ εἰς αὐτὴν τὴν
2272ζητουμένην ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
2273§107ΙΩ. ΡΑΛΛΗΣ. Θεωρῶ ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ
2274δικαιολογήσω καὶ ἐγὼ τὴν ψῆφόν μου διὰ βραχέων, τοῦτο
2275δέ, διότι, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα, ἡ ψῆφός μου δὲν θὰ εἶναι
2276σύμφωνος πρὸς τὴν ψῆφον, ἣν θέλει δώσει τὸ κόμμα, εἰς τὸ
2277ὁποῖον ἀνήκω (διότι ἔχω τὸ θάρρος τῆς γνώμης μου, κατὰ
2278τὴν ὁποίαν ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι πρέπει νὰ
2279ἀνήκῃ τις εἰς κόμμα, διότι ἄλλως τὸ κοινοβουλευτικὸν πο-
2280λίτευμα μεταβάλλεται εἰς ὀχλοκρατίαν). Καὶ θὰ δώσω ψῆ-
2281φον, ὡς ἔλεγον, διάφορον πρὸς τὴν ψῆφον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν
2282θὰ δώσῃ τὸ κόμμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκω, διότι τὸ κόμμα
2283τοῦτο θέλει, νομίζω, ἀρνηθῆ ψῆφον, ἐνῷ ἐγὼ ἀνεπιφυλάκτως
2284θέλω καταψηφίσει τὴν Κυβέρνησιν.
2285§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
2286§109ΙΩ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἐνταῦθα οἱ φρονοῦντες ὅτι
2287ἡ ἄρνησις ψήφου εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὸ καταψηφίζειν. Ἀλλὰ
2288κατ’ ἐμὲ ὄχι, πρὸ πάντων μάλιστα ἐν τῇ παρούσῃ περι-
2289πτώσει. Καὶ ὀφείλω καὶ τοῦτο νὰ προσθέσω, ὅτι θέλω
2290πράξει ἀντιθέτως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελον πράξει τὴν
2291ἑσπέραν τοῦ Σαββάτου, διότι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου
2292τῆς Κυβερνήσεως αἱ ἀκουσθεῖσαι ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2293του μοὶ ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ καταψηφίσω Κυ-
2294βέρνησιν, ἧς ἡγεῖται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δίδει τὸ παράδειγμα
2295τῆς περιφρονήσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν νομίμων (ἀριστε-
2296ρόθεν φωναί· Εὖγε, εὖγε). Διότι εἶναι περιφρόνησις τῶν κοι-
2297νοβουλευτικῶν νομίμων ἡ φωνὴ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερ-
2298νήσεως, ἡ ὁποία ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀλί-
2299γου, κατὰ τὴν ὁποίαν Βουλευταί, οἵτινες προχθὲς εἶχον τὴν
2300γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ψηφίσωσιν ὑπὸ ἐπιφύλαξιν, Βου-
2301λευταί, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ κατα-
2302ψηφίσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὤφειλον ἐντὸς 48 ὡρῶν νὰ με-
2303ταβάλωσι τὰς πεποιθήσεις αὑτῶν, νὰ συρθῶσιν ὄπισθεν τοῦ
2304ἅρματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μόνον διότι ἀπὸ
2305τοῦ βήματος τούτου ὑπεδείχθη τὸ φόβητρον τῆς διαλύσεως.
2306§110Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Οὐδεὶς μετέβαλε τὰς πεποι-
2307θήσεις του.
2308§111ΙΩ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι δὲν μετέβαλέ τις τὰς
2309πεποιθήσεις του, διότι ἕκαστος ἔχει ἀλλοίαν ἀντίληψιν τῆς
2310ἀξιοπρεπείας του, ἀλλοίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρό-
2311εδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι
2312οὐδεμία ἀπειλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαναγκάσῃ ἐκείνους, οἱ
2313ὁποῖοι εἶχον τὴν γνώμην προχθὲς ἀκόμη ὅτι δὲν ἔπρεπε
2314νὰ δώσωσι ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ
2315ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσωσι τοιαύτην ὑπὸ ἐπιφύλαξιν, νὰ δώσωσιν
2316ἤδη ψῆφον ἄνευ ἐπιφυλάξεως μόνον καὶ μόνον διότι ὑπάρ-
2317χει κίνδυνος διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερον
2318λόγον θέλω καταψηφίσει τὴν Κυβέρνησιν· διότι φρονῶ, ὅτι
2319ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ ὑπεύθυνος Σύμβουλος τοῦ Στέμματος
2320ἔχει τὴν γνώμην ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη δὲν ἀνταποκρίνεται
2321πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, πρέπει τὸ ταχύτε-
2322ρον νὰ ποιήσηται χρῆσιν τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως.
2323Ὀρθῶς ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιω-
2324τίας κ. Πωλογεώργης, ὅτι ἐν συνταγματικῷ πολιτεύματι,
2325καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει Βασιλεὺς ὑπεύθυνος, ὑπάρχει Κυβέρνη-
2326σις ὑπεύθυνος, ἐφ’ ὅσον δὲ τοῦτο εἶναι βέβαιον καὶ οὐδεὶς
2327δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ὁ
2328κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐποιήσατο λόγον περὶ τοῦ Βα-
2329σιλέως καὶ περὶ τῶν ἰδεῶν τοῦ Βασιλέως, καὶ τοῦτο ὡς ἰδεῶν
2330μὴ ἀντιπροσωπευουσῶν τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἰδέας. Ἂν ἡ κοινὴ
2331γνώμη κατὰ τὴν πεποίθησιν τοῦ ὑπευθύνου Συμβούλου τοῦ
2332Βασιλέως εἶναι ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ἀντιθέτως πρὸς τὴν
2333ἐκπεφρασμένην γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ἐκ-
2334φρασθεῖσαν, ὡς ἀντελήφθη αὐτὴν καὶ ἡ Κυβέρνησις προχθὲς
2335ἀκόμη, ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθές, τότε διατί ἡ ὑπεύθυνος
2336Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τῆς χρήσεως τοῦ
2337προνομίου τῆς διαλύσεως, δὲν ποιεῖται χρῆσιν τοῦ προνο-
2338μίου τούτου; Διατί δὲν εἰσηγεῖται ταῦτα εἰς τὸν Βασιλέα,
2339καί, ἂν εὑρεθῇ σύμφωνος πρὸς αὐτόν, δὲν δημοσιεύει τὸ Διά-
2340ταγμα τῆς διαλύσεως; Ἂν δὲ τοὐναντίον, διατί δὲν παραι-
2341τεῖται; Μὴ πράττουσα τοῦτο ἐξέρχεται τῶν κοινοβουλευ-
2342τικῶν νομίμων, καὶ ἐξερχομένη τούτων ἀποδεικνύει ὅτι
2343οὐδεμίαν τῶν ἐπαγγελιῶν, ἃς προχθὲς ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ
2344βήματος, θέλει ἐκτελέσει, ὅτι δὲν θέλει ἐπαναφέρει τὴν τά-
2345ξιν, ἥτις ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου δὲν ὑφίσταται,
2346ὅτι τοὐναντίον θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς
2347ἀναρχίας, διὰ τῆς τελείας καταπατήσεως, τῆς κατα-
2348φώρου, τῶν κοινοβουλευτικῶν νομίμων, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ τε-
2349λευταία ἐπανάστασις, κατὰ τύπους τοὐλάχιστον, ἐσεβάσθη.
2350§112Κ. ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. Δὲν ἐζήτησα τὸν λόγον, κύριοι συν-
2351άδελφοι, ἵνα δικαιολογήσω τὴν διαφωνίαν, ἡ ὁποία ἐνεφι-
2352λοχώρησε μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου κ.
2353Δρακούλη, ἀλλ’ ἐζήτησα τὸν λόγον, διότι ἀπὸ προχθές,
2354ὅτε συνεζητοῦντο τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συνεζη-
2355τοῦντο, μοὶ ἐφάνησαν πολὺ παράδοξα ὅσα ἐλέχθησαν ἐκ μέ-
2356ρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω πῶς
2357ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς
2358τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ἣν ἔννοιαν ἀπαιτεῖ αὕτη, ὅτε τὸ
2359θεμελιῶδες στοιχεῖον τῆς ὡς ἐμπρέπει γνώμης τῶν ἀντι-
2360προσώπων τοῦ ἔθνους, τουτέστι τὴν ἐλευθερίαν περὶ τὸν σχη-
2361ματισμὸν αὐτῆς, αὐτὴν τὴν ἠρνεῖτο εἰς ἡμᾶς, διότι βεβαίως
2362ἠρνεῖτο ἐλευθερίαν γνώμης εἰς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἐκ Κρή-
2363της πολιτευτοῦ, ἀξιοῦσα νὰ συνδέσωμεν τὴν περὶ τῆς ὑπάρ-
2364ξεως αὐτῆς συναίνεσίν μας μὲ γνώμας πολιτικάς, ἐπὶ τῶν
2365ὁποίων ἐννοοῦμεν νὰ ἔχωμεν ἐλευθερίαν γνώμης. Δὲν ἦτο δέ,
2366φρονῶ, ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέση ἡμᾶς
2367εἰς δύσκολον θέσιν, νὰ ἐγκαταλείψωμεν πολιτικὰς γνώμας,
2368τὰς ὁποίας ἔχομεν, χάριν ἄλλων γνωμῶν, εἰς τὰς ὁποίας
2369ἤδη ἐδηλώσαμεν ὅτι θὰ προσχωρήσωμεν. Σήμερον δὲ
2370ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω, ὅτι ἔτι μᾶλλον ἐμμένω εἰς τὰς
2371γνώμας ἐκείνας, εἰς τὴν ψῆφον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔδωκα
2372εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι καὶ αἱ σημεριναὶ δηλώσεις καὶ
2373τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν χθὲς καὶ σήμερον,
2374ἐπιβάλλουσιν εἰς ἐμὲ νὰ πράξω τοῦτο, καὶ δὲν μὲ πτοεῖ
2375ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεδήλωσεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε εἶ-
2376πεν, ὅτι ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος καὶ τὴν
2377ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Μάλιστα, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέ-
2378ψητε νὰ ἀμφισβητήσω καὶ τὰ δύο ταῦτα....
2379§113Μ. ΚΑΤΣΟΥΛΗΣ. Ἆ! Ὄχι.
2380§114Κ. ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ.... νὰ ἀμφισβητήσω ταῦτα οὐχὶ
2381ἐν τῷ συνόλῳ, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους ἐκείνου
2382ζητήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ μᾶς ἀπασχολεῖ. Διότι ὁ
2383ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ ὑπ’ αὐτὸν Κυβέρνησις
2384ἔρχονται ἐνταῦθα μὲ μίαν σημαίαν, τὴν σημαίαν τῆς Ἀνα-
2385θεωρητικῆς Βουλῆς. Ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Συνέδριον
2386τοῦτο εἶναι Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ συνελθοῦσα νομίμως
2387δυνάμει τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ Συντάγματος· ἀλλ’ ἐρωτῶ:
2388Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη καὶ τοῦ Βασιλέως; Πᾶν τοὐναντίον.
2389Ὁ Βασιλεὺς εἰς ἀνταποκριτὴν Εὐρωπαϊκῆς ἐφημερίδος
2390εἶπε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐγὼ ἤμην», λέγει ὁ Βασι-
2391λεύς, «ἐναντίον τῆς συγκλήσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως μετὰ
2392μίαν μόνην διάλυσιν, καὶ εἶμαι καὶ σήμερον ἀκόμη κατὰ
2393τῆς γενομένης παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος». Ὅτε, Κύ-
2394ριοι, ὁ Βασιλεὺς ταῦτα λέγει, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἴ-
2395πωμεν, ὅτι ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης Του ἡ Κυβέρ-
2396νησις αὕτη, ἡ ὁποία ἔρχεται μὲ ἀντίθετον πρόγραμμα;
2397Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, πρό τινων ἐτῶν, ὅτε ἐκλήθη νὰ ἀνα-
2398λάβῃ τὴν Ἀρχὴν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, ἠρ-
2399νήθη νὰ πράξῃ τοῦτο, μέχρις ὅτου δὲν διεψεύδοντο ὅσα
2400εἶπε περὶ τῶν λόγων τοῦ Βασιλέως ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττι-
2401κῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτής, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀπεδοκιμά-
2402ζετο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἡ πορεία ὅλων τῶν πρὸ τοῦ ἀξιο-
2403τίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας πολιτευτοῦ Κυβερνήσεων.
2404Ἀλλ’ οὐ μόνον πρὸς τὸ Στέμμα διαφωνεῖ—καὶ νομίζω
2405ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Κυβερνήσεως ἐπιβάλλει νὰ μὴ εὑρί-
2406σκηται εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸν Βασι-
2407λέα—οὐ μόνον, λέγω, πρὸς τὸ Στέμμα διαφωνεῖ κατὰ
2408τοῦτο τὸ θεμελιῶδες ζήτημα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν κοινὴν
2409γνώμην. Ἐχαρακτηρίσθη ἡ ἐκλογὴ τῆς 8ης Αὐγούστου ὡς
2410δημοψήφισμα ὑπὲρ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κρήτης πολιτευτοῦ·
2411ἀλλ’ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κρήτης πολιτευτὴς
2412ἐπανελθὼν ἐξ Εὐρώπης εἶπε· «Μὰ ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ παμβε-
2413νιζελισμός;» Καὶ δικαίως εἶπε τοῦτο, διότι ἐκ τῶν ἐκλο-
2414γῶν τῆς 8ης Αὐγούστου δὲν γνωρίζω ἂν ἐξελέγησαν Βου-
2415λευταί, παρακολουθοῦντες αὐτόν, περισσότεροι τῶν 20–25.
2416Σημειώσατε, ὅτι, ὅπως αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
2417σεως ἐδήλωσε προχθές, ἡ κοινὴ γνώμη μόνον διὰ τοῦ Κοινο-
2418βουλίου ἐκδηλοῦται. Καὶ βεβαίως ἡ κοινὴ γνώμη μόνον διὰ
2419τοῦ Κοινοβουλίου ἐκδηλοῦται, μολονότι δὲν ἀποκλείεται τὸ
2420γεγονός, νὰ ἔχωσιν οἱ ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἀντίθετον πρὸς
2421τοὺς πολίτας γνώμην, ἀλλὰ τότε ἓν ἐπιβάλλεται, ἐκεῖνο,
2422τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς ὅλους γνωστόν, ἡ χρῆσις τῆς προνομίας
2423τῆς διαλύσεως.
2424Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, Κύριοι, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ χρῆσις
2425τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως σήμερον. Δὲν εἶναι δὲ δυνα-
2426τὸν κατ’ ἐμὲ νὰ γίνῃ χρῆσις ταύτης, οὐ μόνον διότι ἡ
2427Συνέλευσις αὕτη εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις, διὰ λόγους
2428ἐπιστημονικοὺς καὶ διὰ λόγους πραγματικούς, ἐπειδὴ δηλον-
2429ότι καὶ τὰ γνωστὰ γεγονότα, ὅπως ἐξειλίχθησαν, ἤγαγον τὴν
2430Συνέλευσιν ταύτην κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε παρήγαγον
2431αὐτὴν ὡς Συνέλευσιν ἐπαναστατικήν, Συνέλευσιν Συντακτι-
2432κήν, ἀλλὰ καὶ διότι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρ. 107 τοῦ Συντάγματος,
2433ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνέλθῃ
2434Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ὄχι διότι εἶναι δύσκολον νὰ συγκληθῇ
2435Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ κατὰ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας
2436ἀναγράφει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν
2437νὰ τηρηθῇ ὁ οὐσιαστικὸς ὅρος, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ τὸ Σύν-
2438ταγμα, ὁ δὲ οὐσιαστικὸς ὅρος εἶναι ἡ διάκρισις τῶν θε-
2439μελιωδῶν ἀπὸ τῶν μὴ θεμελιωδῶν διατάξεων.
2440Ἀλλά, ἐνῷ ποιεῖται τὴν διάκρισιν ταύτην, δὲν ἀναγράφει
2441τὸ Σύνταγμα ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις διατάξεις καὶ ποῖαι
2442αἱ μὴ θεμελιώδεις. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἀναφέρει τὸ
2443Σύνταγμα, ἀλλ’ οὔτε τοὐλάχιστον ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ ἡ ἁρ-
2444μοδία νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τοῦ ποῖαι εἶναι αἱ θεμελιώδεις
2445καὶ ποῖαι αἱ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις.
2446Λαμβάνων δ’ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀρχὴν τῆς διακρίσεως τῶν
2447ἐξουσιῶν καὶ τὸ ἄρθρ. 110 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ πᾶς
2448πολίτης ὑποχρεοῦται νὰ τηρῇ τὸ Σύνταγμα, ἐρωτῶ, ἐὰν
2449μία Βουλὴ ἢ ἓν Δικαστήριον ἀποφανθῇ, ὅτι διάταξίς
2450τις τοῦ Συντάγματος εἶναι ἢ δὲν εἶναι θεμελιώδης, τίς θὰ
2451ἐμποδίσῃ ἄλλην Βουλὴν ἢ ἄλλο Δικαστήριον νὰ ἐκφράσω-
2452σιν ἀντίθετον γνώμην;
2453§115ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ
2454τοῦ Σώματος;
2455§116Κ. ΔΕΣΤΟΥΝΗΣ. Καὶ διότι λοιπὸν φρονῶ ὅτι εἶναι
2456ἀδύνατος συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος
2457ἡ σύγκλησις Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἡ
2458Συνέλευσις αὕτη εἶναι Συντακτικὴ καὶ μόνον Συντακτικὴ
2459δύναται νὰ εἶναι. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου φρονῶ ὅτι, καὶ
2460Ἀναθεωρητικὴ ἂν ἦτο, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ χρῆσις κατ’ αὐ-
2461τῆς τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀναθεωρητικὴ
2462αὕτη Βουλὴ συνέρχεται μὲν καὶ ἐργάζεται αὐτὴ καθ’ ἑαυ-
2463τὴν ἄνευ τινὸς ἀναμίξεως τοῦ Βασιλέως, δὲν ἔχει δ’ ἔτι πε-
2464ρατώσει τὰς ἐργασίας αὑτῆς, τὴν ἀναθεώρησιν δηλαδὴ τῶν
2465ἄρθρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἀναθεωρηθῶσιν.
2466Διὰ τούτους τοὺς λόγους, Κύριοι, ἐγὼ ἔδωκα ψῆφον δυσ-
2467μενείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μολονότι τὴν Κυβέρνησιν ταύτην
2468δὲν ἀρνοῦμαι νὰ ὑποστηρίξω. Ἐὰν ἐτίθετο καθαρῶς ζήτημα
2469ἐμπιστοσύνης πρὸς αὐτήν, τότε θὰ ἔδιδον ὑπὲρ αὐτῆς ψῆ-
2470φον. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ὑπερψηφίσω αὐτῆς, ὅτε τὸ ζή-
2471τημα τίθεται, ὡς ἐτέθη, συνδεδεμένον δηλ. μὲ τοιαύτας
2472γνώμας πολιτικάς, μὲ τοιαῦτα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων
2473ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ ἰδίας πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας
2474φρονῶ ὅτι εἰς οὐδένα εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζητῇ νὰ θυ-
2475σιάσωμεν διότι τὸν συμφέρει.
2476Διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω ὅτι, ὅπως προχθές,
2477καὶ σήμερον θὰ δώσω ψῆφον δυσμενείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
2478§117Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Κύριοι Βουλευταί, γῆν ὁρῶμεν τέλος. Ἰδοὺ
2479τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ὀλισθήματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ,
2480εἰς ὃ κατὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον ὑπέπεσεν. Καὶ τότε ἐγεν-
2481νήθη ἐν ἐμοὶ ἡ ἀπορία πῶς ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου τῶν συν-
2482τακτικῶν, ὅπου πλεῖστοι ὅσοι καὶ ἐντριβεῖς καὶ μαχηταὶ
2483τοῦ λόγου εἶναι, δὲν ἀντελήφθησαν τὸ ἔδαφος, ὅπερ παρεί-
2484χετο εἰς αὐτοὺς πρὸς πλήρη ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, ὃν ἐπε-
2485δίωκον, καὶ ἠπόρουν, Κύριοι, πῶς οἱ τῆς πτέρυγος ἐκείνης δὲν
2486ἐπελαμβάνοντο τῆς εὐκαιρίας, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς
2487ἀναιτίως, ἄνευ λόγου, ἄνευ ἀφορμῆς παρέσχε, ἵνα ἀναλάβωσι
2488τὸν ἀγῶνα καὶ φέρωσιν εἰς πέρας τὸν σκοπὸν αὐτῶν. Ἀλλ’
2489ἰδοὺ ὅτι τὸ ὀλίσθημα ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκ νέου ὑπέπεσεν
2490ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τῶν νέων του δηλώσεων, δίδει καὶ
2491πάλιν τὸ δικαίωμα εἰς ὑμᾶς νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῆτε, διότι
2492καὶ τὴν ὑμετέραν δήλωσιν ὅτι θὰ ἔλθητε ἐπίκουροι πρὸς
2493τὴν Κυβέρνησιν σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως
2494διὰ τῶν δηλώσεών του δὲν ἀποδέχεται, ὡς μὴ ἐμπρέπου-
2495σαν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τοῦτο
2496πράττων ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπομακρύνει ἀφ’
2497ἑαυτοῦ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἵτινες ἔχουσι τὴν διάθεσιν
2498νὰ ἀνεχθῶσι τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι νὰ ἀνεχθῶσιν, ἀλλὰ
2499νὰ κρατήσωσιν αὐτὴν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, ἵνα τὰς ἐπαγ-
2500γελίας της, τὰς μετὰ τοσούτῳ θορυβώδους τρόπου εἰς τὸν
2501λαὸν ἐξαγγελθείσας πραγματοποιήσῃ.
2502Ἀλλ’ ἐντεῦθεν ἐρωτῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν· σήμερον τί
2503μέλλει νὰ συμβῇ; Σήμερον μετὰ τὴν ψῆφον τὴν δυσμενῆ,
2504τὴν ὁποίαν ἡ μερὶς τῶν Θεσσαλῶν, ἡ μερὶς τῶν ἑτέρων
2505συντακτικῶν....
2506§118ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς προεξοφλεῖτε τὴν γνώμην
2507τῶν Θεσσαλῶν;
2508§119Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Οὕτω πως νομίζω.
2509Ἀλλὰ μὴ τοῦτο μόνον συμβαίνει; Καὶ μὴ δὲν ἔρχεται
2510πλέον εἰς τὸν νοῦν ἑκάστου ἐξ ἡμῶν τῶν ἐνταῦθα παρακα-
2511θημένων νὰ σκέπτηται, καὶ ἐὰν εἶναι ἀναθεωρητικός, ἂν πρέ-
2512πει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν; Φρονῶ ὅτι
2513ἡμεῖς, ἀφ’ ἧς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ
2514ἔλαβε τὴν ἰδιαιτέραν συνέντευξιν μετὰ τῆς Α. Μεγαλειό-
2515τητος, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν σύμφωνοι εἰς τὸ ἀνακοι-
2516νωθὲν πρὸς Αὐτὸν πρόγραμμα, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡμεῖς μέχρι
2517σήμερον στερούμεθα καὶ τῶν στοιχείων ἀκόμη, ὁ δὲ Βασι-
2518λεὺς ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο μέ-
2519χρις ἐσχάτων ὑποστηρίζων τὴν Κυβέρνησιν, φρονῶ ὅτι ἡμεῖς
2520καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἀπωλέσαμεν πᾶν δικαί-
2521ωμα ὑπάρξεως ἐνταῦθα, καὶ ἀπωλέσαμεν τὸ δικαίωμα τοῦτο,
2522διότι ἐκ τοῦ τρόπου ἐκείνου κατελύθη ἡ ὕπαρξίς μας, διότι
2523πρὸς ἡμᾶς τοὺς ὑπευθύνους ἀπέναντι τοῦ λαοῦ ἢ πρὸς ἡμᾶς
2524ὑπεύθυνος οὖσα Κυβέρνησις οὐδὲν ἐξ αὐτῶν ἐξήγγειλεν,
2525ἀλλὰ μετὰ τῆς Α. Μεγαλειότητος σκεπτομένη καὶ καθορί-
2526ζουσα τὸν τρόπον τῆς ἀνορθώσεως τῶν κακῶς κειμένων ἐν
2527τῷ Κράτει, μετ’ Αὐτῆς θέλει νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ πρό-
2528γραμμα ἐκεῖνο.
2529Ἀλλὰ καὶ μόνον τοῦτο ἦτο τὸ ὀλίσθημα τῆς Κυβερνή-
2530σεως — καὶ ὄχι τὸ ὀλίσθημα, ἀλλὰ τὸ ἁμάρτημα —, τὸ
2531ὁποῖον εἰς πάντα κοινοβουλευτικὸν ἄνθρωπον, εἰς πάντα,
2532ὅστις ἔλαβε τὴν ἐντολὴν ἐκ τῶν συμπολιτῶν του νὰ προ-
2533στατεύσῃ τὰ κείμενα καὶ τοὺς συνταγματικοὺς νόμους, μόνον
2534αὐτὸ τὸ ζήτημα γεννᾷ τὴν ὁδὸν τῆς μεταστροφῆς τῶν
2535πραγμάτων; Ὄχι, Κύριοι! Ἡ μέχρι σήμερον πολιτεία
2536τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἡ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τοι-
2537αύτη, ὑπῆρξε πολιτεία αὐθαίρετος, ὑπῆρξε πολιτεία, ἡ
2538ὁποία, ἐὰν δὲν ἐκδηλοῦται, ἔχει ὅμως πολλὰ στοιχεῖα ἐν
2539αὐτῇ τοῦ δικτατωρισμοῦ, καὶ ἔχει καὶ ἕτερα στοιχεῖα ἀκό-
2540μη, ἔχει τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἄλλοι Πρω-
2541θυπουργοὶ τῶν παλαιῶν ἐποχῶν πρὸς τὸν λαὸν μετεχειρί-
2542ζοντο· ἔχει τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, λέγω, τὰ ὁποῖα θέλουσι
2543νὰ ἐπιρρίπτωσι τὴν μομφήν, θέλουσι νὰ ἐπιρρίπτωσι τὰς
2544εὐθύνας τῶν σφαλμάτων εἰς τοὺς ἄλλους.
2545Καὶ ὅτε ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ βήμα-
2546τος καὶ ἀπὸ τοῦ ἐξώστου τῆς οἰκίας του πρὸς τὸν Ἑλληνι-
2547κὸν λαὸν ἐξαγγέλλει ὅτι συνώμοσαν τὰ κόμματα, διὰ νὰ
2548ἐπιφέρωσι τὴν δυσχέρειαν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν ἡ Κυ-
2549βέρνησις ὑπέπεσε, παραδοξότερον ὅλων ἐν τῇ παρούσῃ Κυ-
2550βερνήσει εὑρίσκω τὸν ἀξιότιμον τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουρ-
2551γόν, ὁ ὁποῖος γεγωνυίᾳ τῇ φωνῇ καὶ διαμαρτυρόμενος ἤλεγ-
2552ξε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, διότι ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ ὅτι
2553θὰ ὑποστηρίξῃ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα καὶ ἀνεφώνησεν:
2554«ὄχι τὰ συνταγματικά, ἀλλὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα καὶ
2555τοὺς κοινοβουλευτικοὺς τρόπους».
2556§120Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Βεβαίως.
2557§121Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύ-
2558νης: ἦτο τρόπος κοινοβουλευτικὸς αὐτός, κατὰ τὸν ὁποῖον
2559μόνον ὁ Μεγαλειότατος γνωρίζει τί μέλλει νὰ πράξῃ ἡ Κυ-
2560βέρνησις; Καὶ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὸν Μεγαλειότατον ἔχει
2561περισσοτέραν εὐθύνην ἢ πρὸς ἡμᾶς τοὺς Βουλευτάς, τοὺς
2562ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ;
2563Καὶ μόνον τοῦτο, Κύριοι;
2564Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀποτεινόμενος πρὸς τὸ
2565Κοινοβούλιον ὁμιλεῖ πρὸς ὡρισμένην ὁμάδα καὶ λέγει: πρὸς
2566σᾶς ἀποτείνομαι τοὺς ἀναθεωρητικούς. Ἀλλ’ ἐγνώριζεν
2567ἆρα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀνα-
2568θεωρητικοί, διότι καὶ ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν τὸ λαϊκὸν
2569φρόνημα, καὶ ἴσως περισσότερον πολλῶν ἐνταῦθα καθημέ-
2570νων; Βεβαίως οὐχί, καὶ διὰ ταῦτα πάντα, κύριοι Βουλευταί,
2571τὴν εὐθύνην παντὸς συμβησομένου ἀναλαμβάνων, δηλῶ
2572ἐπισήμως ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης κηρύσσομαι συντα-
2573κτικὸς καὶ θέλω πράξει τὸ καθῆκόν μου ὡς συντακτικός.
2574§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία, ψηφοφορία.
2575§123Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θέλω δώσει
2576ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅτι ἐμμένω
2577εἰς τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην κατὰ τὴν συνε-
2578δρίαν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου.
2579§124Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Συμφώνως μὲ τὰς σκέψεις, ἃς ἐξέθηκα
2580πρὸς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν συνεδρίαν τοῦ παρελθόντος
2581Σαββάτου, θέλω ἀπόσχει τῆς ψηφοφορίας παραμένων ἐν τῇ
2582αἰθούσῃ διὰ τὴν ἀπαρτίαν. Λυποῦμαι δέ, διότι αἱ σκέψεις
2583ἐκεῖναι μοὶ ὑπαγορεύουσι νὰ καταψηφίσω τὴν Κυβέρνησιν
2584μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι
2585ποτὲ δὲν μετῆλθε Πρόεδρος Κυβερνήσεως τὴν ἀνευλαβῆ
2586γλῶσσαν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, τὴν ὁποίαν
2587μετῆλθεν ὁ σήμερον Πρωθυπουργός.
2588§125ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ δη-
2589λώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν ὀνόματι τῶν φίλων, τῶν ὁποίων
2590διερμηνεύω τὰς γνώμας, ὅτι κατόπιν τῶν σημερινῶν δη-
2591λώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες
2592ἐπέτειναν ἔτι μᾶλλον τὰς προχθεσινὰς δηλώσεις, κατόπιν
2593τῶν θεωριῶν καὶ γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξε τὴν ἑσπέ-
2594ραν ταύτην, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀντιτάσσονται ἄρδην πρὸς τὸ
2595συνταγματικὸν καὶ κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν καθεστώς, εἴ-
2596μεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καταψηφίσωμεν τὴν πρότασιν τῆς
2597Κυβερνήσεως.
2598§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως
2599τοῦ κ. Σλῆμαν. Ἡ πρότασις τοῦ κ. Σλῆμαν ἔχει οὕτως:
2600«Ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία μετὰ τὰ λεχθέντα ἐκ μέρους
2601τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκφράζουσα τὴν
2602ἐμπιστοσύνην αὑτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν προβαίνει εἰς τὴν
2603Ἡμερησίαν Διάταξιν».
2604Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουσι ναί...
2605§127Δ. Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τῆς προ-
2606τάσεως, κύριε Πρόεδρε.
2607§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤρχισεν ἡ ψηφοφορία.
2608§129Δ. Α. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἤρχισε.
2609Κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς
2610Κυβερνήσεως, ὅτι ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ψῆφον ἀνεπιφύ-
2611λακτον, κατόπιν τῶν ἐπακολουθησασῶν δηλώσεων τῶν
2612ἀξιοτίμων ἀρχηγῶν τῶν τριῶν κομμάτων, κατόπιν τῶν
2613ἀλλεπαλλήλων δηλώσεων τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων συν-
2614τακτικῶν, νομίζω ὅτι ἡ ψηφοφορία ἐγένετο καὶ ὅτι ὁ ἀξιό-
2615τιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀνα-
2616γνωρίσῃ τοῦτο καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὸν Πρόεδρον τῆς Βου-
2617λῆς νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν.
2618§130Ι. ΜΑΜΑΗΣ. Ἕκαστος ἔχει τὴν γνώμην του ἀνεξάρ-
2619τητον ἀπὸ κάθε ἄλλην γνώμην καὶ ὀφείλει νὰ ἀναγνωσθῇ
2620ὁ κατάλογος. Τί πράγματα εἶναι αὐτά;
2621§131Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Εἰς ψηφοφορίαν, κύριε Πρόεδρε.
2622§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ.
2623Σλῆμαν λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
2624Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
2625§133Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Καλούμενος νὰ δώσω τὴν ψῆφόν
2626μου δηλῶ, ὅτι παρέχω ταύτην εὐμενῆ ὑπὲρ τῆς Κυβερνή-
2627σεως καὶ χάριν τῶν κρισίμων ἐθνικῶν περιστάσεων καὶ
2628χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς χώρας, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν
2629τῆς ἁπλῆς ἐμπιστοσύνης, ἀσχέτως πρὸς τὰς γεγομένας δη-
2630λώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
2631§134Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι αἱ ση-
2632μεριναὶ κρισιμώταται καὶ ἀπὸ ἐσωτερικῆς καὶ ἀπὸ ἐξωτε-
2633ρικῆς ἀπόψεως περιστάσεις τῆς πατρίδος ἐπιβάλλουσιν ἐπι-
2634τακτικῶς τὴν παραμονὴν καὶ τὴν διατήρησιν τῆς παρούσης
2635Κυβερνήσεως εἰς τὴν τῶν κοινῶν διεύθυνσιν, διὰ τοῦτο
2636λέγω ναί.
2637§135Κ. ΣΑΛΤΑΜΠΑΣΗΣ. Συμφώνως πρὸς τὰ λεχθέντα
2638ὑπ’ ἐμοῦ ψηφίζω πρότασιν ἁπλῆς καὶ καθαρᾶς ἐμπιστοσύ-
2639νης λέγων ναί.
2640§136ΜΑΝ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἐπειδὴ ἐξετέθην μὲ σημαίαν συν-
2641τακτικήν, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶναι ἀναθεωρητική, διαφω-
2642νοῦμεν ὡς πρὸς τὰς πολιτικὰς ἰδέας καὶ καταψηφίζω
2643αὐτήν.
2644§137Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῶ τὸ πα-
2645ράπαν ἀπὸ τὴν δήλωσιν, ἣν ἔκαμον εἰς τὴν προχθεσινὴν
2646ψηφοφορίαν, λέγω ναί.
2647§138ΑΝΤ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Καίτοι διίσταμαι πρὸς τὴν
2648γνώμην τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ διαλυτοῦ τοῦ Σώματος,
2649ἐν τούτοις ψηφίζω ναί.
2650§139Ν. ΔΑΓΡΕΣ. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ψήφου ἐμπιστοσύνης,
2651τὴν ὁποίαν διετύπωσα, λέγω ναί.
2652§140Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κυβέρνησιν διανοηθεῖσαν, ἐν συμ-
2653πνοίᾳ μετὰ τοῦ Στέμματος, πραξικόπημα κατὰ τῆς λαϊ-
2654κῆς κυριαρχίας καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καταψη-
2655φίζω λέγων ὄχι.
2656(Ἀποδοκιμασία ἐκ λαϊκοῦ θεωρείου. Θόρυβος καὶ ἀν-
2657τεγκλήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ).
2658§141Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Φέρετε τὴν εὐθύνην σεῖς, κύ-
2659ριε Πρόεδρε, δι’ αὐτά.
2660§142Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ποῦ εἶναι ὁ ἀξιωματικὸς νὰ συλλάβῃ
2661τὸν αὐθάδη;
2662§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Γνωρίζετε ὅτι ἡ
2663ἀστυνομία τοῦ Βουλευτηρίου ἀνήκει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον.
2664Μὴ θέλετε νὰ μὲ καταστήσητε ὑπεύθυνον.
2665§144ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
2666Οὐδέποτε διετέθη ἐκ προνοίας τῆς Κυβερνήσεως τόση δύνα-
2667μις πρὸς φύλαξιν τοῦ Βουλευτηρίου.
2668§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διέταξα τὴν ἐκκένωσιν τοῦ θεωρείου. Κα-
2669θίσατε κύριοι Βουλευταί, εἰς τὰς θέσεις σας.
2670(Γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ὑπὸ τὴν
2671ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γ. Πο-
2672λυγένους καὶ Κ. Σταμούλη, καὶ εἶτα ἡ διαλογὴ κατὰ τὸ
2673ἑπόμενον πρωτόκολλον ψηφοφορίας:)
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
2674Κωνσταντῖνος Τρικούπης Ν Ἰωάν. Καλούτσης
2675Νικόλαος Α. Στράτος Ν Ἀλ. Παπαναστασίου Ν
2676Ἀλ. Γαρδικιώτης Γρίβας Ν Σπυρ. Τσαγκάρης Ν
2677Ἐπ. Μαυρομμάτης Ν Γ. Μινόπουλος
2678Ξενοφ. Μαυρομμάτης Ν Θεόδ. Ζέρβας
2679Γεώργ. Ἀλεξανδρόπουλος Ν Δ. Πλαπούτας Ν
2680Λεωνίδας Δεληγεώργης Ἀριστ. Σακελλαρόπουλος
2681Περ. Σισμάνης Στέφ. Σακελλαριάδης παρὼν
2682Ἐπ. Σουλτάνης Ν Χαρ. Στασινόπουλος Ν
2683Ἰωάν. Στάϊκος Ο Παν. Σπυράκης Ο
2684Γ. Μακρυκώστας Ἀριστ. Ἀντωνόπουλος Ν
2685Ἰωάν. Φαρμάκης Ν Γ. Παπαπετρόπουλος
2686Νικόλ. Παπαϊωάννου Ν Παν. Δεληβοριᾶς
2687Δ. Κατσᾶνος Ο Θ. Πέρρος Ν
2688Κωνστ. Σ. Ζῶτος Δ. Γεωργίτσας
2689Ἰωάν. Καλαντζόπουλος Ν Α. Κατριβᾶνος Ν
2690Βασίλ. Καραπᾶνος Ν Χ. Βοσυνιώτης
2691Π. Καρασεβδᾶς Ν Ἰω. Π. Μανέτας παρὼν
2692Ἰωάν. Καναβός Ν Ἠλ. Κοσονάκος
2693Δημήτριος Γ. Τσιτσάρας Ἐπαμ. Ν. Δηλιγιάννης παρὼν
2694Δημ. Καραγιάννης Σπυρ. Σῖμος Ν
2695Σπυρ. Ράγκος παρὼνἈντ. Γαρουφαλλιᾶς Ν
2696Δημ. Τσάτσος Ο Σπυρ. Μήλιος Ν
2697Στέφ. Γρανίτσας Ν Εὐάγγ. Γαρουφαλλιᾶς
2698Ἀθ. Χριστόπουλος Ν Περ. Κ. Καραπᾶνος Ν
2699Θεόδ. Κ. Φαρμακόπουλος Κωνστ. Γ. Καραπᾶνος
2700Σωτ. Γρ. Κροκιδᾶς Ἐλ. Βενιζέλος ἀρν.
2701Ἐμμ. Ρέπουλης ἀρν. Ἐμ. Μπενάκης Ν
2702Παναγ. Τσαλδάρης παρὼν
2703Παναγ. Δ. Πετρίδης Ν Γ. Στρατούλης Ν
2704Γεώργιος Πολυγένης Ν Γ. Ζερβουδάκης Ν
2705Περικλ. Μεντζελόπουλος Ν Κ. Μᾶνος Ν
2706Ἠλίας Παπαηλιοῦ παρὼνΚ. Ἔσλιν Ν
2707Γεώργιος Καρπετόπουλος Ν Γ. Ζωγράφος
2708Κωνστ. Βασιλείου Ν Νεοκλ. Καζάζης Ο
2709Ἰωάν. Κοφινιώτης Στέφ. Ν. Δραγούμης Ν
2710Ἰωάν. Τσουτσάνης Δημήτριος Γ. Ράλλης παρὼν
2711Δημ. Οἰκονόμου Ν Γ. Παπαβασιλείου
2712Δημ. Ξύδης Ν
2713Νικόλ. Σκαρπέτης Α. Παναγιωτόπουλος Ν
2714Θεμ. Οἰκονομόπουλος παρὼνΚ. Ρακτιβάν Ν
2715Παναγ. Λαλάκας Ν Γ. Νικολαΐδης Ν
2716Δημ. Καλέργης Ν Π. Λαγοπάτης Ν
2717Ἀναστ. Κακκαβᾶς Κ. Γιολδάσης Ν
2718Γεώργ. Κορυζῆς Ν Χ. Πωλογιώργης Ο
2719Σπυρίδων Ι. Δεληγιάννης Ο Γ. Πασπάτης Ν
2720Νικ. Τριανταφυλλάκος Ν Νικόλ. Λεβίδης
2721Νικ. Δημητρακόπουλος ἀρν. Γ. Καπετανάκης Ν
2722Β. Δημητρακόπουλος Ναπολ. Κανάρης Ν
2723Σπυρ. Τσακόπουλος παρὼν
2724Θεόδ. Γ. Ῥετσίνας Ν Ἀλέξ. Οἰκονόμου
2725Θ. Πετμεζᾶς Ν Δημ. Χρυσοστάλης
2726Ἰω. Δ. Ῥάλλης Ο Νικόλ. Σταματιάδης Ν
2727Θεόδωρος Λέκας Ν Νικόλ. Πετσάλης Ν
2728 Ἐμμ. Στεφανίδης Ν
2729Γ. Ἀναστασόπουλος Ν Νικόλ. Ἀβέρωφ Ν
2730 Βασίλ. Ἀθανασούλας Ν
2731Δ. Πουρῆς Ο Βασίλειος Βουδούρης Ν
2732Ἀλέξανδρος Σκουζὲς Ν Γεώργ. Μερκάτης
2733Γ. Τζεβᾶς Ν Κωνστ. Δ. Ἀργ. Λομβάρδος Ν
2734Ἀντ. Ζυγομαλᾶς παρὼνἈλέξ. Σ. Κ. Ῥώμας
2735Σάββας Βαρβιτσιώτης Ν Νικόλ. Τζαν. Μουζάκης
2736Α. Ψύλλας Δημ. Στεφάνου Ν
2737Μ. Κατσούλης Ν Διον. Μυλωνᾶς Ο
2738Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλος Κωνσταντ. Ζαβιτσᾶνος Ν
2739 Γεώργ. Ν. Θεοτόκης Ν
2740Γ. Βοῦρος παρὼνΣπυρ. Χαντζάρης παρὼν
2741Ν. Τσολάκος Ν Εὐθ. Α. Βελλιανίτης Ν
2742Α. Κανελλόπουλος παρὼνΚυρ. Κυρίτσης παρὼν
2743Λάμπρος Καλλιφρονᾶς παρὼνΜιχαὴλ Ν. Θεοτόκης Ν
2744Α. Μιχαλακόπουλος Ν Πέτρος Π. Φίλιππας
2745Ἀλέξ. Ζαΐμης Σπυρ. Καποδίστριας Ο
2746Α. Παπαγιαννακόπουλος Ν Νικόλ. Σ. Μαρκέτης Ν
2747Ν. Κοντογούρης Ν Ἀλκίνοος Ζερβὸς Ν
2748Α. Χοϊδᾶς Ν Θεόδ. Τσαρλαμπᾶς
2749Α. Φωτήλας Ν Ἰω. Βαλαωρίτης Ν
2750Δημ. Γούναρης Ἀνδρ. Δενδρινὸς Ν
2751Δ. Γκλαβᾶς Ν Εὐστ. Βερροιώτης Ν
2752Λ. Φλαμῆς Ν Περ. Βαλαωρίτης Ν
2753Α. Καφετζόπουλος Ν Σπυρ. Παϊπέτης Ν
2754Λ. Θ. Ῥοῦφος Κανακάρης Ν Παν. Λιβιεράτος Ν
2755Παν. Ζαΐμης Ν Ἡρ. Νεόφυτος Ν
2756Σ. Δουκάκης παρὼνἈθ. Πινιατῶρος Ν
2757Π. Ἠλιόπουλος Ν Π. Δρακούλης Ν
2758Ἰω. Ἐπ. Κρεστενίτης παρὼνΝικόλ. Γερουλᾶνος Ν
2759Γ. Παπαλυριακόπουλος Ν Παναγ. Καββαδίας Ν
2760Α. Σ. Παναγιωτόπουλος Ν Μιλτ. Ἄνν. Καβαλλιεράτος Ν
2761Κ. Δ. Γεροκωστόπουλος Παν. Λιβαδᾶς Ν
2762Α. Τσέλος Διον. Βινιεράτος Ν
2763Ἀνδρ. Ι. Στεφανόπουλος Ν Ἀντ. Μομφερρᾶτος Ν
2764Ἄγγ. Πετραλιᾶς Νικόλ. Μαζαράκης Ο
2765Δ. Μάρκου Σπ. Τυπάλδος Φορέστης Ν
2766Κ. Μανιάκης Ἀνδρ. Μονοκροῦσος Ν
2767Χ. Τριάντης Κωνστ. Δεστούνης Ο
2768Ἀριστόβ. Λ. Πετμεζᾶς Γεώργιος Κόρπας Ν
2769Ἰωάν. Ι. Στεφανόπουλος Κωνστ. Τσιροπινᾶς
2770Κωνστ. Γκότσης Ν Κωνστ. Καλομενόπουλος Ν
2771Λ. Οἰκονομίδης Δημ. Βοκοτόπουλος
2772Ἰω. Ν. Σισίνης Ἐμμ. Λαδόπουλος
2773Ἄγγ. Ἀγγελόπουλος Ἰω. Ν. Καλαμάρης
2774Ἰωάν. Τσερτίδης Νικόλ. Καμπάνης Ν
2775Κωνστ. Μητρόπουλος παρὼνἈντ. Βιτάλης
2776Εὐάγ. Γεωργιάδης Ν Φρ. Βάλληνδας παρὼν
2777Ζήσης Ἰατροῦ Ο Ἐπ. Ἐμπειρῖκος Ν
2778Γεώργ. Ἀβέρωφ Ν Γεώργ. Γαϊτᾶνος Ν
2779Μιχ. Στεφανίδης παρὼνΛουδοβ. Λιμπρίτης
2780Νικόλ. Καλογερόπουλος Ν Πέτρ. Πρωτοπαπαδάκης
2781Νικόλ. Βασιλείου Ν Ἀλέξ. Πετρίτσης
2782Νικόλ. Κάραλης Ν Κωνστ. Σαλταμπάσης Ν
2783Ἰω. Βογιατζῆς Ν Τριαντ. Παπαδὰμ Ν
2784Δημ. Νικολαΐδης Ν Ἰωάν. Μαραγκός Ν
2785Σπυρ. Κριεζώτης Ἀλέξ. Μαλασπίνας Ν
2786Βασίλ. Μαρκεζίνης Παναγ. Π. Σάκκης
2787Ἐμμ. Πατρίκιος Ν Ἰωάν. Γ. Σπέντζας
2788Μανοῦσος Δερλερὲς Ο Παν. Φλέσσας Ν
2789Γεώργ. Ῥεδιάδης Ν Ἀλέξ. Δ. Πονηρόπουλος Ν
2790Γεώργ. Καρυστινάκης Α. Πετρομανιάτης Ν
2791Γεώργ. Παπαδάκης Ν Δημ. Ἀναστασόπουλος
2792Ἰωάν. Μαμάης Ν Εὐστ. Κοκκέβης Ν
2793Χριστόφορος Ἀσιμῆς παρὼνΜ. Δαζέας Ν
2794Κυριακ. Π. Μαυρομιχάλης Ο Νικόλ. Δαγρὲς Ν
2795Γεώργ. Φικιώρης Ν Ι. Ψηλογαλάνης
2796Παναγ. Κοσονάκος Περικλ. Μποῦτος Ν
2797Πέτρος Κ. Μαυρομιχάλης Μ. Παπατσώρης Ν
2798Εὐστρ. Κουλουμβάκης Ο Γ. Οἰκονομόπουλος
2799Γεώρ. Λ. Μαυρομιχάλης Ο Θεόδ. Μοσχούλας Ν
2800Παναγ. Λ. Πετροπουλάκης Ο Ν. Παπαλέξης Ν
2801Δημ. Α. Πετροπουλάκης Ο Ν. Χριστόπουλος
2802Σπυρ. Ξύδης Ν Νικόλ. Λεωνίδας
2803Δημ. Παπαμιχαλόπουλος Ν Ἰωάν. Λεωνίδας
2804Χαρίλ. Τζαννετάκης Ο Γεώργ. Μπούμπουλης
2805Γεώργ. Λ. Πετροπουλάκης Ν Ἰάσων Μπούμπουλης Ν
2806Ἰωάν. Α. Ἀντωνόπουλος Ν Γεώργ. Χατζηδημητρίου Ν
2807Νικόλ. Λεωτσάκος Ο Ν. Γαρδικιώτης Ν
2808Κωνστ. Σαλταφέρος Ο Χρ. Τεγόπουλος Ν
2809Θεόδ. Ῥίτσος Δημ. Μπούσδρας Ν
2810Βρασίδας Λεώπουλος Μιχ. Δημάκης Ν
2811Ἠλίας Δ. Κατσάκος Ο Χρ. Ἀλαμανῆς Ν
2812Ἰωάν. Χρυσοβελόνης Ν Κωνστ. Σταμούλης Ν
2813Γεώργ. Φιλάρετος Ο Μ. Κοτρῶτσος Ν
2814Ἀγαμέμνων Σλῆμαν Ν Α. Ἀθανασίου ἢ ΒαβυλόπουλοςΝ
2815Μιλτ. Δάλλας Γεώργ. Καραϊσκάκης Ο
2816Δημ. Οἰκονόμου Ν Ἀλέξ. Γιαννούσιος Τάκης Ν
2817Μιλτ. Μπουφίδης Ν Παυσ. Ζωγλοπίτης Ν
2818Σοφοκλ. Τριανταφυλλίδης Ο Βασίλ. Γρίβας
2819Σωκρ. Μαρκίδης Ν Ἀχ. Δ. Ἔξαρχος
2820Νικόλ. Ζαρλῆς Ν Γεώργ. Ῥάμμος Ν
2821Διαμ. Ζαχαριάδης Χρ. Καρᾶς ἀρν.
2822Δημ. Χατζηγιάννης Ο Π. Ἀκριβὸς ἢ Παπαποστόλου Ν
2823Λεων. Ἀναγνώστου Ν Δημ. Κουκουλέτσος Ν
2824Νικόλ. Ἀξελὸς Ν Κωνστ. Παπακυρίτσης Ν
2825Μιλτ. Δηλιγιάννης Ν Ἀντ. Καπάλας Ν
2826Ντῖνος Νούσιας Θεόδ. Φίλιος Ν
2827Ἰωάν. Βασιλάκης Ἰωάν. Θεοδωρόπουλος Ν
2828Κωνστ. Κοντογεωργίου Ν Γεώργ. Σπυρόπουλος Ν
2829Παναγ. Παπαδόπουλος Ν Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς ἀρν.
2830Γεώργ. Ἀθανασιάδης Ν Παναγ. Βερβενιώτης Ν
2831 Δημ. Τομπάζης Ν
2832Δημ. Μανωλόπουλος Ν Κυρ. Κυριαζόπουλος Ν
2833Γεώργ. Φίλωνος Ν Ἰωάν. Θ. Κουντουριώτης Ν
2834Ἐλευθ. Γκόλτσιος Νικόλαος Μ. Τσαμαδὸς Ν
2835Γ. Τσαξιρόπουλος ἢ ΤσαξίρηςΝ Ἰωάν. Μᾶνος Ν
2836Παν. Μερλόπουλος Ν Ἀθανάσιος Εὐταξίας Ο
2837Κων. Α. Κουμουνδοῦρος Ἰωάν. Τσιριμῶκος Ν
2838Π. Κασίμης Ν Ν. Ξηρὸς Ν
2839Σ. Ντολιόπουλος Ν Ι. Παπαλουκᾶς Ν
2840Π. Ἰατρόπουλος Ν Νικόλ. Βελέντζας Ο
2841Σπυρ. Α. Κουμουνδοῦρος Ο Νικόλ. Χατζῖσκος Ν
2842Γ. Καντιάνης Στ. Σομμαρίπας Ν
2843Χ. Δικαῖος Ν Νικόλ. Α. Σιμόπουλος Ν
2844Ἀντ. Παπαγεωργίου Ν Κ. Λιδωρίκης παρὼν
2845Π. Καράπαυλος Νικόλ. Κρίτσας Ν
2846Ἠλ. Π. Μαυρομιχάλης Χαράλ. Εὐταξίας
2847Π. Σταματελάκης Ν Θεμ. Παπαϊωάννου Ν
2848Μ. Γαλανός Ν Γ. Ἀγαθοκλῆς Ν
2849Ἀνδρ. Μαρλᾶς Ν Χρόνης Γαρδίκης
2850Ι. Δημοκωστούλας Ν Ν. Δεστερλῆς Ν
2851Νικόλ. Γαζῆς Ν Ἀλέξ. Μ. Κανάρης Ν
2852Μιλ. Γ. Λιδωρίκης Ν Γεώργιος Πὼπ Ν
2853Ἰωάν. Δελμοῦζος Ν Θεμιστ. Μ. Κανάρης Ν
2854Δημ. Κρεμεζῆς Ἀνδρ. Χατζηκυριάκος
2855§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 266, ἐξ ὧν 208
2856εἶπον ναί, 31 εἶπον ὄχι, 22 ὄντες παρόντες δὲν μετέ-
2857σχον τῆς ψηφοφορίας, καὶ 5 ἠρνήθησαν ψῆφον. Συνεπῶς ἡ
2858πρότασις τοῦ κ. Σλῆμαν ἐγένετο δεκτή.
2859Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσωμεν τὴν πρότασιν τῆς Ἐπι-
2860τροπῆς τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς;
2861§147Λ. ΚΟΡΟΜΗΛΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν).
2862Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ περιορισθῇ τὸ ποσὸν ἀπὸ
2863724,000 δραχ. εἰς 651,600 δραχ. συμφώνως πρὸς τὸ
2864Σύνταγμα.
2865§148ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
2866§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ πρότασις τῆς ἐπὶ τοῦ Λογιστι-
2867κοῦ Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς γίνεται δεκτὴ μὲ τὴν τροπο-
2868ποίησιν, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰ-
2869κονομικῶν.
2870§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρα-
2871κτικά.
2872§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευ-
2873ταί· τῆς Κυβερνήσεως ἐχούσης ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὸ
2874ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας ἐν σχέσει πρὸς τὰς δηλώσεις,
2875τὰς ὁποίας εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν
2876ἀπόψε, παρακαλῶ ὅπως ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικὰ καὶ
2877ἐπικυρωθῶσι, διότι θὰ δεήσῃ ἴσως νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργα-
2878σίαι ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει λό-
2879γος νὰ καθυστερήσῃ ἡ κύρωσις αὐτῶν.
2880(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς
2881σημερινῆς συνεδριάσεως).
2882§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις.
2883(Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 30′ μ. μ.)
2884Η ΔΙΑΛΥΣΙΣ ΤΗΣ Αʹ. ΔΙΠΛΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
2885Συμφώνως ταῖς δηλώσεσι τοῦ κ. Προέδρου τοῦ
2886Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι
2887τῆς Βουλῆς. Τὴν δὲ ἀκόλουθον ἐξεδόθη καὶ ἐδημο-
2888σιεύθη ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως τὸ κά-
2889τωθι περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ περὶ συγκλή-
2890σεως νέας τοιαύτης Βασιλικὸν Διάταγμα:
2891ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ
2892ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
2893Ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος,
2894διαλύομεν τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 107 τοῦ Συντάγματος
2895πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν μὴ θεμελιωδῶν τούτου διατά-
2896ξεων συγκληθεῖσαν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν.
2897Συμφώνως δὲ ταῖς διατάξεσι ταύταις
2898Καλοῦμεν τοὺς ἐκλογεῖς τὴν 28ην τοῦ μηνὸς Νοεμ-
2899βρίου ἐ. ἔ., ἵνα ἐκλέξωσι διπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν,
2900τὴν δὲ διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ἐν Ἀθήναις
2901τὴν 8ην τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου 1911.
2902Ὁ Ἡμέτερος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς δη-
2903μοσιεύσει καὶ ἐκτελέσει τὸ Διάταγμα τοῦτο.
2904Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ὀκτωβρίου 1910.
2905ΓΕΩΡΓΙΟΣ
2906Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον
2907ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ
2908Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
2909ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ
2910Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ