1910.09.21
3.181 στίχοι · 24.294 λέξεις · 251 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11.
Τῆς 21 Σεπτεμβρίου 1910
(Τρίτη)
Προεδρία προσωρινὴ κ. Ἀθ. Κατριβάνου.
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 10 καὶ 40′ π. μ. παρόντων 190 Βουλευτῶν, ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§2ΑΝΤ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Τὰ Πρακτικά, κύριε Πρόεδρε, εἶναι τελείως ἀτελῆ, καὶ παρακαλῶ νὰ συμπληρωθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν. Διακρίνονται διὰ τὰς πολλὰς παραλείψεις των, καὶ φαίνεται, ὅτι αἱ παραλείψεις αὗται εἶναι σκόπιμοι.
§3Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Γενικῶς νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, κύριε Πρόεδρε, ὅπως τὰ Πρακτικὰ συντάσσωνται μὲ πλειοτέραν ἀκρίβειαν καὶ ποιάν τινα λεπτομέρειαν.
§4Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶχον μίαν παρατήρησιν νὰ ὑποβάλω ἐν σχέσει πρὸς τὰ Πρακτικά· ἀλλ’ ἀνέμενον τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος, ἵνα ὑποβάλω ταύτην. Ἐπειδὴ ὅμως ἤδη ἐγένετο λόγος, θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Πρόεδρε, ὅπως λάβητε μέτρον, ὅπως ὄχι μόνον τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ ἀλλὰ καὶ τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δημοσιεύωνται καθ’ ἑκάστην. Τοῦτο ἔχει μεγάλην σημασίαν διὰ τὰς τακτικὰς Βουλάς. Ἀλλὰ διὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ.
§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν Ἱστορίαν βεβαίως καλὸν εἶναι νὰ δημοσιεύωνται τὰ λεγόμενα ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλὰ πολλάκις διὰ τὴν Ἱστορίαν πάλιν καλὸν εἶναι νὰ μὴ δημοσιεύωνται.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὴν ἐπικύρωσιν τῶν Πρακτικῶν ὡς ἀνεγνώσθησαν;
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Μεθ’ ὃ ὁ προσωρινὸς κ. Πρόεδρος ἀναγινώσκει ἀναφορὰν τοῦ δημότου Κούκου, δι’ ἧς αἰτεῖται τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Λαρίσης: αʹ) Ὡς πρὸς τὸν κ. Μ. Δάλλαν, διότι συμβολαιογράφος ὢν οὗτος δὲν παρῃτήθη, ὡς θὰ μαρτυρήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. βʹ) Ὡς πρὸς τὸν κ. Π. Κουτσόπουλον, διότι καὶ οὗτος δήμαρχος ὢν δὲν παρῃτήθη, ὡς θὰ μαρτυρήσῃ ὡσαύτως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· καὶ γʹ) Ὡς πρὸς τοὺς κ. κ. Γ. Τσαξίρην καὶ Δ. Χατζηγιάννην, διότι ἀμφότεροι εἶναι εἰκοσαετεῖς μόλις, ὡς θὰ μαρτυρήσωσι καὶ αὐτοὶ οὗτοι. (Προσέρχεται εἶτα ὁ βουλευτὴς κ. Μιχαὴλ Θεοτόκης καὶ ὀμνύει ἐπὶ τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν νενομισμένον ὑπὸ τοῦ 64 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καθωρισμένον ὅρκον τοῦ Βουλευτοῦ). Ἤδη, Κύριοι, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὸ θέμα τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Ἐκλογὴ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. Τὸ τμῆμα προτείνει, μὴ ἐπιλαμβανόμενον τῆς ἐξελέγξεως τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν ὡς πρὸς τοὺς κυρίους Μιχελιδάκην, Κούντουρον καὶ Παπαμαστοράκην, ὅπως ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν 41 ἑτέρων ἐπιτυχόντων Βουλευτῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ τμήματος παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§9Α. ΖΥΓΟΜΑΛΑΣ. Διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς παραλείψεως τῶν ὀνομάτων τῶν νομίμων πληρεξουσίων βουλευτῶν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ἐπιφανῶν Κρητῶν πολιτευτῶν, τῶν κ. κ. Μιχελιδάκη καὶ λοιπῶν. Οὐδεὶς εἶχε τὸ δικαίωμα, πλὴν τοῦ ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου νομίμως κατηρτισμένου, ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν παραιτήσεων αὐτῶν. Φρονῶ, ὅτι δέον νὰ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ Ἀττικῆς ὁλοκληρωτικῶς δι’ ὅλους τοὺς ἐπιτυχόντας. Μετὰ τὸν καταρτισμὸν δὲ αὐτοῦ τὸ Σῶμα θέλει ἀποφασίσει λαμβάνον γνῶσιν τῶν παραιτήσεων. Ὅλα τὰ γενόμενα εἶναι ἔκτροπα, δι’ ὃ καὶ ἐπιφυλάσσομαι μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Σώματος νὰ ζητήσω εὐθύνας.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος). Μάλιστα· ψηφίζομεν μὲ ἐπιφύλαξιν. Ἡ Βουλὴ ὅθεν, παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ ἀνεγνώρισε νομίμους Βουλευτὰς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὡς ἔχοντας τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα τοὺς κυρίους: Ἐλευθέριον Βενιζέλον, Ἐμμαν. Μπενάκην, Γεώργ. Στρατούλην. Γ. Ζερβουδάκην, Κ. Μᾶνον, Κ. Ἔσλιν, Γ. Ζωγράφον, Νεοκλέα Καζάζην, Στέφανον Ν. Δραγούμην, Δημήτρ. Γ. Ῥάλλην, Γεώργ. Παπαβασιλείου, Α. Παναγιωτόπουλον, Κ. Ῥακτιβάν, Γ. Νικολαΐδην, Π. Λαγοπάτην, Κ. Γιολδάσην, Χ. Πωλογιώργην, Γ. Πασπάτην, Νικόλ. Λεβίδην, Γ. Καπετανάκην, Ναπολ. Κανάρην, Μ. Γαλανόν, Θ. Ῥετσίναν, Θ. Πετμεζᾶν, Ἰω. Δ. Ῥάλλην, Θ. Λέκαν. Γεώργ. Ἀναστασόπουλον, Π. Δρακούλην, Δ. Πουρῆν, Ἀλ. Σκουζέν, Γ. Τζεβᾶν, Ἀντ. Ζυγομαλᾶν, Σάββαν Βαρβιτσιώτην, Α. Ψύλλαν, Μ. Κατσούλην, Κωνστ. Ι. Ἀγγελόπουλον, Γ. Βοῦρον, Ν. Τσολάκον, Α. Κανελλόπουλον καὶ Λάμπρον Καλλιφρονᾶν. Ἐπίσης ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη τὴν πρότασιν τῶν σχετικῶν τμημάτων ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, Εὐβοίας, Ζακύνθου, Κερκύρας, Κεφαλληνίας καὶ Κυκλάδων καὶ ἀνεγνώρισε νομίμους Βουλευτὰς ὡς ἔχοντας τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα τοὺς ἑξῆς: Τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Α. Μιχαλακόπουλον, Ἀλέξ. Ζαΐμην, Α. Παπαγιαννακόπουλον, Ν. Κοντογούρην, Α. Χοϊδᾶν, Α. Φωτήλαν, Δημ. Γούναρην, Δ. Γκλαβᾶν, Λ. Φλαμῆν, Α. Καφετζόπουλον, Λ. Θ. Ῥοῦφον Κανακάρην, Παν. Ζαΐμην, Σ. Δουκάκην, Π. Ἠλιόπουλον, Ἰω. Ἐπ. Κρεστενίτην, Γ. Παπακυριακόπουλον, Α. Σ. Παναγιωτόπουλον, Κ. Δ. Γεροκωστόπουλον, Α. Τσέλον, Ἀνδρ. Ι. Στεφανόπουλον, Ἄγγ. Πετραλιᾶν, Δ. Μάρκου, Κ. Μανιάκην, Χ. Τριάντην, Ἀριστόβ. Λ. Πετμεζᾶν, Ἰωάν. Ι. Στεφανόπουλον, Κωνστ. Γκότσην, Λ. Οἰκονομίδην, Ἰωάννην Ν. Σισίνην, Ἄγγ. Ἀγγελόπουλον, Ἰω. Τσερτίδην, Κωνστ. Μητρόπουλον. Τοῦ νομοῦ Εὐβοίας Εὐάγ. Γεωργιάδην, Ζήσην Ἰατροῦ, Γεώργ. Ἀβέρωφ, Μιχ. Στεφανίδην, Νικόλ. Καλογερόπουλον, Νικόλ. Βασιλείου, Νικόλ. Κάραλην, Ἰωάν. Βογιατζῆν, Δημ. Νικολαΐδην, Σπυρ, Κριεζώτην, Ἀλέξ. Οἰκονόμου, Δημ. Χρυσοστάλην, Νικόλ. Σταματιάδην, Νικόλ. Πετσάλην, Ἐμμ. Στεφανίδην, Νικόλ. Ἀβέρωφ, Βασίλ. Ἀθανασούλαν, Βασίλ. Βουδούρην. Τοῦ νομοῦ Ζακύνθου Γεώρ. Μερκάτην, Κων. Δ. Ἀργ. Λομβάρδον, Ἀλέξ. Σ. Κ. Ῥώμαν, Νικ. Τζαν. Μουζάκην, Δημ. Στεφάνου, Διον. Μυλωνᾶν. Τοῦ νομοῦ Κερκύρας Κωνστ. Ζαβιτσᾶνον, Γεώργιον Ν. Θεοτόκην, Σπυρ. Χαντζάρην, Εὐθ. Α. Βελλιανίτην, Κυρ. Κυρίτσην, Μιχαὴλ Ν. Θεοτόκην, Πέτρ. Π. Φίλιππαν, Σπυρ. Καποδίστριαν. Νικ. Σ. Μαρκέτην, Ἀλκίνοον Ζερβόν, Θεόδ. Τσαρλαμπᾶν, Ἰω. Βαλαωρίτην, Ἀνδρ. Δενδρινόν, Εὐστ. Βερροιώτην, Περ. Βαλαωρίτην, Σπυρ. Παϊπέτην. Τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας Παν. Λιβιεράτον, Ἡρ. Νεόφυτον, Ἀθ. Πινιατῶρον, Π. Δρακούλην, Νικόλ. Γερουλᾶνον, Παν. Καββαδίαν, Μιλ. Ἄνν. Καβαλλιεράτον, Παντ. Λιβαδᾶν, Διον. Βινιεράτον, Ἀντ. Μομφερᾶτον, Νικόλ. Μαζαράκην, Σπυρ. Τυπάλδον Φορέστην, Ἀνδρ. Μονοκροῦσον, Κωνστ. Δεστούνην. Τοῦ νομοῦ Κυκλάδων Γεώργ. Κόρπαν, Κωνστ. Τσιροπινᾶν, Κωνστ. Καλομενόπουλον, Δημήτρ. Βοκοτόπουλον, Ἐμμ. Λαδόπουλον, Ἰωάννην Ν. Καλαμάρην, Νικόλ. Καμπάνην, Ἀντ. Βιτάλην, Φρ. Βάλληνδαν, Ἐπαμ. Ἐμπειρίκον, Γεώργ. Γαϊτᾶνον, Λουδοβ. Λιμπρίτην, Πέτρον Πρωτοπαπαδάκην, Ἀλέξ. Πετρίτσην, Κωνστ. Σαλταμπάσην, Τριαντ. Παπαδάμ, Ἰωάν. Μαραγκόν, Ἀλέξ. Μαλασπίναν, Βασίλ. Μαρκεζίνην, Ἐμμ. Πατρίκιον, Μανοῦσον Δερλερέν, Γεώργ. Ῥεδιάδην, Γεώργ. Καρυστινάκην, Γεώργ. Παπαδάκην, Ι. Μαμάην, Χριστόφορον Ἀσιμῆν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔρχεται ἡ ἐκλογὴ Λακωνίας.
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιοι, ἄξιοι.
§13ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιοι, ἄξιοι.
§15ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι ἡ γενικὴ γνώμη τῆς Συνελεύσεως εἶναι νὰ μὴ ἐξετασθῶσι τὰ προσόντα ἀνηλικότητος τῶν ἐκλεχθέντων ὑποψηφίων, διὰ τοῦτο ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Λακωνίας δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, διότι εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἓν μέτρον θὰ ληφθῇ δι’ ἅπαντας τοὺς ὑποψηφίους ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔχουσι τὴν νόμιμον ἡλικίαν.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄξιοι, ἄξιοι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπικυροῦται ἡ ἐκλογὴ Λακωνίας καὶ ἀναγνωρίζονται ὡς νόμιμοι Βουλευταὶ οἱ κ. κ. Κ. Π. Μαυρομιχάλης, Γ. Δ. Φικιώρης, Π. Κοσονάκος, Π. Κ. Μαυρομιχάλης, Εὐστρ. Γ. Κουλουμβάκης, Γ. Λ. Μαυρομιχάλης, Π. Γ. Πετροπουλάκης, Δ. Α. Πετροπουλάκης, Σ. Α. Ξύδης, Δ. Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Χ. Π. Τζαννετάκης, Γ. Λ. Πετροπουλάκης, Ι. Α. Ἀντωνόπουλος, Ν. Π. Λεωτσᾶκος, Κ. Ν. Σαλταφέρος, Θ. Δ. Ῥίτσος, Β. Ν. Λεώπουλος καὶ Η. Δ. Κατσάκος. Τώρα ἔρχεται ἡ ἐκλογὴ Λαρίσης.
§18Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθὲς ἀνεκοίνωσα, ὅτι ἐδόθη μία αἴτησις Κούκου τινός, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἐκ τῶν ἐκλεχθέντων Βουλευτῶν δύο δὲν ἔχουσι τὰ νόμιμα προσόντα.
§20ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει Κοῦκος!
§21Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τί θὰ εἴπῃ δὲν ὑπάρχει Κοῦκος; Παρακαλῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι δὲν ὑπάρχει, νὰ εἴπωσι τί δὲν ὑπάρχει.
§22ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Κοῦκος! (γέλωτες).
§23Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ βεβαιώσω, εἶναι ὅτι μεταξὺ τῶν ἐκλεχθέντων εἶναι δύο, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι καὶ σήμερον ἀξιώματα ἢ θέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ῥιζικῶς καὶ δυνάμει τοῦ νόμου ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὴν ἐντολὴν τὴν βουλευτικήν. Ἔχομεν νόμον, καὶ νόμον ἄρτι ψηφισθέντα, τοῦ 1910, ὁ ὁποῖος καθιστᾷ ἀσυμβίβαστον τὴν θέσιν τοῦ ὑποθηκοφύλακος καὶ τοῦ συμβολαιογράφου πρὸς τὴν ἐντολὴν τὴν βουλευτικήν, καὶ ἐν τούτοις ἔχομεν ἀνακηρυχθέντα βουλευτὴν τὸν κ. Μ. Δάλλαν, ἀξιότιμον κύριον. Καὶ ἐνταῦθα τίθημι τὸ πρῶτον ἐρώτημα: ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ καταργήσῃ μὲ τὸ «ἄξιος–ἄξιος» ἢ «ἄξιοι–ἄξιοι» ὅλους τοὺς νόμους τοὺς ὑφισταμένους; Καὶ θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν κ. Δάλλαν νὰ παρίσταται ἐδῶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ καὶ συγχρόνως νὰ μετέρχηται τὸν συμβολαιογράφον; Διότι δύνασθε κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ν’ ἀποταθῆτε πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτοῦ, ὅπως προβῇ εἰς ὁποιανδήποτε συμβολαιογραφικὴν πρᾶξιν· ἐν τούτοις, ὡς εἶπον, ἔχομεν νόμον, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως, θαυμάζω δέ, ὅτι ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης παραβιάσεως τοῦ νόμου σιγᾷ ἡ Κυβέρνησις.
§24ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πῶς εἴδετε, ὅτι σιγᾷ ἡ Κυβέρνησις; Διότι προελάβετε καὶ ἐζητήσατε τὸν λόγον, δι’ αὐτὸ νομίζετε, ὅτι σιγᾷ ἡ Κυβέρνησις;
§25Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ παρήρχετο ἐν σιγῇ μὲ τὰς λέξεις «ἄξιοι–ἄξιοι».
§26ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ πλανᾶσθε.
§27Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἔχομεν καὶ ἕτερον περιβεβλημένον μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ δημάρχου, μὴ παραιτηθέντα μέχρι σήμερον, καὶ παρακαλῶ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσι νὰ ἀνακαινίσωσι τὴν πολιτείαν ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι συζητοῦντες μετ’ ἐμοῦ θέλουσι νὰ καταργήσωσι τὴν κυριαρχίαν τῶν κομμάτων, νὰ μοὶ εἴπωσιν, ἂν θὰ μεταθέσωμεν τοὺς δημάρχους, καθ’ ὅσον χρόνον συνεδριάζει ἡ Βουλή, ἀπὸ τὰς ἕδρας των καὶ νὰ τοὺς φέρωμεν ἐδῶ! Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ Πολιτεία αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐχαρακτηρίσθη. Ἐὰν ἤλθομεν ἐδῶ νὰ καταλύσωμεν πάντα νόμον, πᾶσαν ἠθικὴν ἀρχήν, ταχέως δὲν θέλομεν εὑρίσκει τὴν θύραν, ὅπως ἐξέλθωμεν ἐντεῦθεν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλάρετος ἔχει τὸν λόγον.
§29Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Παρακαλῶ νὰ εἰδοποιηθῶσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ μὴ μὲ διακόψωσιν, ὅσοι ἀρέσκονται εἰς διακοπάς. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σέβονται τὰ δικαιώματα ὅλων, ἀλλ’ ἔχων συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων μου δὲν ἐπηρεάζομαι ἐκ τῶν ἀντιστάσεων, καὶ κομμάτια ἂν θελήσωσι νὰ μὲ καταβιβάσωσιν ἐκ τοῦ βήματος...
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ αὐτὸ τὸ δικαίωμα.
§31Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ χαρῶμεν, διότι ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος συνάδελφος ἀνελθὼν πολλάκις εἰς τὸν πρωθυπουργικὸν θῶκον μᾶς ὑπέμνησε τὴν ἐπάνοδον εἰς τὴν νομιμότητα καὶ τὴν τήρησιν τῶν νόμων, καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ σημείωσιν, ὅτι παρατηροῦμεν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὅτι θὰ εἶναι σεβαστοὶ οἱ νόμοι ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ ἐκ μέρους τῶν ὑποστηριζόντων αὐτὸν φίλων του. Εἶναι ὀλίγον ὄψιμος ἀληθῶς ἡ δήλωσις αὕτη συνδυαζομένη μάλιστα μὲ τὴν χθεσινὴν ἐπικύρωσιν τῶν ἐκλογῶν· ἀλλ’ ἀδιάφορον. Δὲν γνωρίζω πόσοι ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε τὸ «τίρι–λίρι», τὸ ποίημα τοῦ μακαρίτου Θεοδώρου Ὀρφανίδου. «Καλεῖται κοῦκος. Κοῦκον δὲ καὶ ἐγὼ θὰ τὸν καλέσω». Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἐνστασιολογία, ἐὰν εἴπω, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος μόνον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωσιν ἐνστάσεις. Ἀξιότιμος προλαλήσας ὑπέβαλεν ἔνστασιν. Ἔχει δὲ τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα· ἀλλὰ τοῦ Κούκου τὰ λόγια, καὶ ἐὰν οὗτος εἶναι πρόσωπον ὑπαρκτόν, δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολήσωσι, διότι οὐδεμία προσάγεται βεβαίωσις, ὅτι εἶναι ὁ Κοῦκος ἐκλογεύς. Εἶναι δὲ καὶ περίεργος ἡ ἔνστασις αὕτη ἐν τῇ βραχυλογίᾳ της, ὑπερτέρᾳ καὶ τῆς τοῦ Θουκυδίδου. Προσβάλλει τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τεσσάρων ἀντιπροσώπων δι’ ὀλίγων γραμμῶν· ὁ κ. Κοῦκος λέγει νὰ ἐξέλθῃ ὁ Α., διότι εἶναι συμβολαιογράφος. Δὲν ἔχομεν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι δὲν παρῃτήθη, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ τὸ βεβαιώσῃ, ὡσὰν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ ὁλόκληρον τὸ ἀρχεῖον μαζί του, ἵνα βεβαιώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ. Καὶ ὁ Κουτσόπουλος νὰ ἐξέλθῃ, διότι καὶ αὐτὸς δὲν παρῃτήθη ἀπὸ δήμαρχος, τοῦτο θὰ σᾶς τὸ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡσὰν καὶ οὗτος νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου ἐνταῦθα, ἵνα σᾶς τὸ βεβαιώσῃ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν λόγων ἀνηλικότητος, διότι δὲν θεωρῶ τοῦτο ἄξιον λόγου· ἄλλως τε ὁ προλαλήσας περιωρίσθη μόνον εἰς τοὺς δύο, τοὺς κ. κ. Δάλλαν καὶ Κουτσόπουλον, ἐφάνη δὲ καὶ ἡ διάθεσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ προστατεύσῃ τὸ θετὸν τέκνον του, τὸ νομοθετικόν, δηλαδὴ τὸν νόμον τῆς 19 Ἰανουαρίου 1910· λέγω δὲ θετόν, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη μόνον θετὰ τέκνα ἐνομιμοποίησε. Τὰ γνωρίζομεν. Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐνασκήσωμεν αὐστηρῶς καὶ δεόντως τὰ καθήκοντα ἡμῶν ὡς ἔνορκοι Βουλευταί, ἔπρεπεν ἐνταῦθα ἐπὶ ἑβδομάδας νὰ ὁμιλῶμεν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ἵνα ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην καὶ ταυτοχρόνως ἵνα ἐλέγξωμεν τὰς κυβερνητικὰς πράξεις, καὶ χρησιμεύσωσι τὰ συμπεράσματα ἡμῶν εἰς ψήφισιν τοῦ παγίου ἐκλογικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀπωλέσθη δεκαπενθήμερον ἀδικαιολογήτως διὰ τὴν ἐκλογὴν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκινδυνεύσαμεν νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀνωμαλιῶν ἀθεραπεύτων ἕνεκεν τῆς ἀναμίξεως ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον, ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ ῥίψωσι τὸν τόπον εἰς ἔσχατον κίνδυνον ἢ ν’ ἀνυψωθῶσι κομματικῶς ἢ χάριν ἰδιοτροπιῶν των, ἀφοῦ, λέγω, ἀπωλέσθη δεκαπενθήμερον, ἐπεκράτησεν ἡ σκέψις τῆς ἀμνηστίας, διότι τοιαύτη ἐδόθη εἰς ἱκανούς. Δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνταῦθα εἰσῆλθον μὲ τὴν λαϊκὴν διαταγὴν νὰ ὦσι συντακτικοί, ἐκεῖνοι ἠδύναντο νὰ δώσωσι καὶ ἀμνηστίαν εἰς τοὺς τυχὸν εἰσπηδήσαντας οὐχὶ διὰ τῆς θύρας, ἀλλὰ διὰ τοῦ παραθύρου. Ἀλλά, Κύριοι, σοβαρῶς ὑποστηρίζεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἁγνότατα ἀπὸ τὴν κεντρικὴν εἴσοδον τοῦ ἐθνικοῦ τούτου περιβόλου εἰσῆλθον ἐνταῦθα εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκδιωχθῶσιν, ὅτε οἱ ἄλλοι εἰσῆλθον ἀπὸ τῆς στέγης; Ἔ! Κύριοι, δὲν σπουδαιολογοῦμεν.
§32Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§33Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δίδω τὴν ἐξήγησιν ἀμέσως, διότι δὲν θέλω νὰ ἀδικήσω τινά. Πρῶτον ἔχομεν ἐκλογάς, αἱ ὁποῖαι ἀκόμη δὲν ἐκυρώθησαν, καὶ δεύτερον ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὰ πατριωτικὰ φρονήματά σας, ἵνα ὑμεῖς αὐτοὶ κρίνητε, ἂν ὑπῆρξαν ἐκλογαὶ ἄψογοι καθ’ ὅλα, διότι ἡ πρόθεσίς μου δὲν εἶναι νὰ προσβάλω κανένα καὶ μάλιστα ἐνώπιον τοῦ ἐθνικοῦ Σώματος. Εἶναι ἐν τούτοις ἀναμφισβήτητον τὸ πλημμελὲς καθεστὼς ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα, ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὁ ἀτελής, ὁ ἀνεπαρκής, ἡ ἐν γένει κατάστασις ἐδημιούργησεν ἄφθονα τὰ μέσα, ὥστε νὰ νοθεύηται ἡ ἐκλογικὴ θέλησις. Καὶ βεβαίως πάντοτε δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀπόδειξις, ἡ ἐθνικὴ ὅμως ψυχή, ἡ ἐθνικὴ συνείδησις κραυγάζει στεντορείως, ὅτι ὄχι μόνον νῦν, ἀλλὰ καὶ πάντοτε, ἐπὶ ἥμισυν αἰῶνα πάντες δὲν εἰσέρχονται ἐνταῦθα διὰ τῆς πύλης, ἀλλά τινες διὰ τῶν παραθύρων καὶ τῆς στέγης. Κύριοι, οἱ μὲν παλαιοὶ συνάδελφοι γνωρίζουσιν ἀκριβῶς τοὺς κανόνας τοὺς διέποντας τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ νέοι νομικοὶ συνάδελφοι δὲν ἀγνοοῦσι τίνες ἀρχαὶ πρέπει νὰ διέπωσι τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογῶν. Τὰ Κοινοβούλια ὅμως καταρτίζονται ἐξ ὅλων τῶν ἐπαγγελμάτων καὶ χάριν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι νομικοί, ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἔνορκοι Βουλευταί. Ἐπικρατεῖ σύγχυσις τερατώδης ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες νομίζουσιν, ὅτι ἐνταῦθα ἐξετάζονται πάντοτε τὰ πρωτόκολλα καὶ αἱ ἐκθέσεις καὶ οἱ τύποι καὶ πάντα ταῦτα ὡς ἐνώπιον πρωτοδικείου ἢ πλημμελειοδικείου. Ἐνταῦθα οὐδὲν ὑπάρχει πρόσκομμα, οὐδὲν τεῖχος εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον ἐγένετο νοθεία τῆς λαϊκῆς θελήσεως, τῆς ἐκλογικῆς θελήσεως. Νομίζομεν, ὅτι ἐνοθεύθη ἡ λαϊκὴ θέλησις; Εἶναι ἀκυρωτέα ἡ ἐκλογή. Δὲν νομίζομεν τοῦτο; Εἶναι πραγματικῶς ματαιοπονία νὰ συζητῶμεν. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κ. Κούκου, τὸν ὁποῖον παραδίδω εἰς τὴν αἰωνιότητα (παραδίδει τὴν ἔνστασιν τῷ κ. Προέδρῳ) καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ ἐξ Ἀττικῆς κ. συνάδελφος ὑπέβαλεν ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐκλογῆς, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, ἀλλὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. συνάδελφον, τὸν διακρινόμενον ἐπὶ γενναιότητι φρονήματος καὶ σθένους, ὅτι ἴσως θὰ ἦτο συνεπέστερος πρὸς ἑαυτόν, ἐὰν προσέβαλλε τὴν ἐκλογὴν ἐνώπιον τοῦ τμήματος, ὅτε θὰ ἠδύναντο νὰ προσέλθωσι καὶ ἐκλογεῖς, ὅπως ἀντικρούσωσιν αὐτόν. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι παρὰ τὸν χαρακτῆρα, ὁ ὁποῖος διακρίνει τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, ἤλθε τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ ῥίψῃ πάρθιον βέλος κατὰ τῶν συναδέλφων του. Ἐπεκαλέσθη ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἕνα ἐκ τῶν 400 νόμων τῶν ψηφισθέντων διαρκούσης τῆς ἐπαναστάσεως. Θὰ ηὐχόμην, Κύριοι συνάδελφοι, νὰ μὴ ἐπεκαλεῖτο τὸν νόμον αὐτόν, τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα ὑπὸ τῆς τριαρχίας, ἥτις ἀπεφάσισε νὰ κηδεμονεύσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅστις ἐν τούτοις εἶναι ἄξιος κρείττονος τύχης, καὶ τοῦτο ἀπέδειξε τὴν 8 Αὐγούστου. Θὰ ηὐχόμην, Κύριοι συνάδελφοι, πάντες μέν, ἀλλ’ ἰδίᾳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ προσκυνήσῃ τὸ μὴ νόμιμον τέκνον του, τὸν νόμον αὐτόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλουσι νὰ στηρίξωσι τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς δύο συναδέλφων σας. Ὅτε, Κύριοι ὑπὸ τὰς γνωστὰς περιστάσεις ἀπεφασίσθη μία διέξοδος, οὐχὶ πρὸς βελτίωσιν τῶν κοινῶν, ἀλλὰ πρὸς διάλυσιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, καὶ ἐξευρέθη ἓν Συνταγματικὸν κατασκεύασμα, ἓν Συνταγματικὸν ψεῦδος, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ὡμιλήσαμεν καὶ θέλομεν ὁμιλήσει, τότε ὁ λαὸς ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ, ἔχων πᾶσαν τὴν συναίσθησιν τῶν δικαιωμάτων του, τῶν καθηκόντων του καὶ τῶν κινδύνων του, εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐζήτησεν ὡρισμένα πράγματα, πρωτίστως τὴν βελτίωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὰ μέλη τῆς τριαρχίας—καὶ ἔχω προχείρους τὰς ἀποδείξεις—ἀπήντησαν μετὰ τρόπου, τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος πρέπει νὰ μείνῃ ὁ αὐτός, διότι, ἂν μετεβάλλετο ὁ ἐκλογικὸς νόμος, οἱ ἐγγυηταὶ ἤθελον εὑρεθῆ ἐκτεθειμένοι ἀπέναντι τοῦ Στέμματος. Ἐζήτησαν τότε οἱ ἐκλογεῖς, ὁ λαός, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον καὶ μέχρι τινὸς καὶ ὁ Στρατιωτικὸς Σύνδεσμος ὑπεστήριξε, καὶ ὑπάρχει ἐνταῦθα εἷς, ὅστις, ἐὰν ἤθελε λάβει τὸν λόγον, ἤθελε βεβαιώσει ὅτι ἐπιθυμία καὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου ἦτο νὰ ψηφισθῇ ἐκλογικὸς νόμος, διευκολύνων τὸν λαὸν ὅπως στείλῃ ἁγνοὺς ἀντιπροσώπους, ἀλλὰ τοῦτο δὲν συνέφερεν. Ὄχι μόνον δὲν ἐγένετο ἐκλογικὸς νόμος κατὰ τὴν ὑπόδειξιν τὴν τότε γενομένην, τὴν ὁποίαν θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐπαναλάβω σήμερον, ἀλλ’ ἐγένετο καὶ ὅλως τὸ ἀντίθετον, εἷς δὲ τῶν τερατωδῶν, δύναμαι εἰπεῖν, νόμων εἶναι καὶ ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὰ προειρημένα, ἠθέλησαν νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅπως ἀποβάλωσι δύο συναδέλφους σας. Γνωρίζετε ἄριστα, ὅτι ἡ προθεσμία τῆς ἀνακηρύξεως ἦτο 25ήμερος, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰργάζοντο, ὅπως μὴ προέλθῃ γνησία ἡ λαϊκὴ θέλησις εἰς τὸ διάστημα τῶν 25 ἡμερῶν, ἐσυντόμευσαν τὴν προθεσμίαν εἰς 15 ἡμέρας. Ἐν τούτοις εἶναι πρόσφατα τὰ γεγονότα, καὶ γνωρίζετε, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἐκλογῶν ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε πάντες ἐτρίβομεν τοὺς ὀφθαλμούς· ἐὰν δὲ εἴχομεν καὶ 10 ἔτι ἡμέρας, ἠθέλομεν ἔχει ἄλλα ἀποτελέσματα. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου τὴν εἰσήγησιν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὑπῆρξαν καί τινες γενόμενοι εἰσηγηταὶ προσωπικῶν διατάξεων. Ἔβλεπον, ὅτι ὁ λαοφιλὴς Δάλλας ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀντίπαλος καὶ εἰσηγήσαντο τὴν διάταξιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν βλέπετε, περὶ συμβολαιογράφων. Μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου καλῶς γνωρίζετε ὅτι οἱ συμβολαιογράφοι καὶ δικαστικοὶ κλητῆρες δὲν εἶχον ἀσυμβίβαστον, καὶ καλῶς δὲν εἶχον τὸ ἀσυμβίβαστον, διότι εἶναι ἄμισθοι δικαστικοὶ λειτουργοί, ὅπως καὶ ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, καί, ἂν ἐλήφθη τὸ μέτρον τοῦτο διὰ τοὺς συμβολαιογράφους, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον καὶ διὰ τοὺς δικηγόρους, διότι καὶ ὁ δικηγόρος εἶναι δημόσιος λειτουργός, διοριζόμενος διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ὁρκιζόμενος καὶ ἔχων ὅλα τὰ προσόντα τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ. Ἀλλὰ ὁποία τις εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου; Λέγει ὁ νόμος οὗτος, ὁ κατὰ τραγελαφικὸν τρόπον διατυπωθεὶς καὶ τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι, ἐνῷ εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ 28ου, ἀφήνει κάτω κάτω νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει, διότι κἄποιος ἐνδιαφερόμενος προσέθηκεν εἰς τὸ περιθώριον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει εἰς τὸ τέλος· λέγει λοιπὸν ὁ νόμος (ἀναγινώσκει): «Δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσι... Βουλευταὶ οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὑποθηκοφύλακες, φύλακες μεταγραφῶν, συμβολαιογράφοι καὶ δικαστικοὶ κλητῆρες καὶ οἱ δήμαρχοι καὶ δημαρχικοὶ πάρεδροι, πλὴν ἐὰν παραιτηθῶσιν ἢ παυθῶσι τῆς θέσεως αὑτῶν εἴκοσι τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας». Τὸ ἄρθρον 6 ἐξηγεῖ τὴν ἀπαγόρευσιν καὶ λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος νόμου ἀναφερόμενοι δημόσιοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται ἀνακηρυσσόμενοι ὑποψήφιοι χωρὶς νὰ παραιτηθῶσι τῆς θέσεώς των, ἐὰν ὑποστηρίξωσι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν ὑποψηφιότητά των, καταδικάζονται καὶ τιμωροῦνται μὲ τὰς ἐν τῷ ἄρθρῳ 87 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου ἀναγραφομένας ποινάς». Λοιπὸν ἔχομεν δύο διατάξεις· διὰ τῆς μιᾶς δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσιν οἱ ἐν αὐτῇ ἀναφερόμενοι καὶ διὰ τῆς ἄλλης τιμωροῦνται οἱ παραβάται. Ὑπάρχει που διάταξις ἀπαγορευτικὴ καὶ πανηγυρική, ἡ ὁποία παρακωλύει τοὺς ἐκλογεῖς νὰ ἐκφράσωσι τὴν θέλησιν αὑτῶν καὶ νὰ προτείνωσι τὸν ὑποψήφιόν των; Διάταξις δηλαδὴ περιέχουσα τρόπον τινὰ τὸ ἀπαράδεκτον καὶ ἡ παράβασις τῆς ὁποίας νὰ φέρῃ τὴν ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς; Ὄχι, Κύριοι. Καὶ δὲν τὸ λέγω μόνος ἐγὼ τοῦτο· στηρίζομαι εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ νομολογίαν ὅλων τῶν Κοινοβουλίων. Δὲν ὑπάρχει γνώμη ἀντίθετος, ὅτι οἱοσδήποτε τύπος, οἱαδήποτε ἀπαγορευτικὴ διάταξις, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπιδρᾷ τὸ ἀξίωμα, δύναται νὰ φέρῃ τὴν ἀκυρότητα. Δὲν ἀπευθύνομαι πρὸς τοὺς νομικοὺς καὶ παλαιοὺς συναδέλφους, ἀπευθύνομαι εἰς τὰ ἄλλα ἐπαγγέλματα, τοὺς ἰατροὺς καὶ τοὺς ἐμπόρους. Τοῦτο ἰσχύει πολλῷ μᾶλλον διὰ τοὺς ἀμίσθους. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ Α... εὑρίσκεται εἰς τὸ Σικάγον πρὸ εἴκοσιν ἐτῶν, ἀλλ’ εἶχεν ἀξίωμά τι, ὑπόθεσις ἀπίθανος, ἀλλὰ θέσατε συντομωτέραν προθεσμίαν, καὶ ὅτι δὲν εἶχε κἂν γνῶσιν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος· νομίζετε ὅτι, ἐπειδὴ τὸ λέγει ὁ νόμος, αὐτὸς ὁ ἀντιπρόσωπος δὲν εἶναι γνήσιος, καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τοῦ δείξητε τὴν θύραν; Ἀλλ’ ὁποία τις εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ψηφισθέντος νόμου; Ὡμίλησεν ὁ κ. Ῥάλλης κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ὁ κ. Βοζίκης καὶ ἄλλοι, καὶ συνάγεται ἐκ τῶν συζητήσεων τῶν ἐν τοῖς ἐπισήμοις Πρακτικοῖς, διότι τὰ ἐστενογραφημένα δὲν τὰ ἔχομεν, ὅτι ἡ ἔννοια εἶναι διὰ τοὺς συμβολαιογράφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν τῷ τόπῳ, ἐντὸς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠδύναντο ἴσως νὰ ἐπιδράσωσιν ὡς πρὸς τοὺς συμβολαιογράφους, ὡς ἔλεγον. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν θὰ εἶναι σοβαρὸν νὰ λέγηται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, οὐδὲ ἄξιον τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, τὸν ὁποῖον ὅλοι τιμῶμεν, καίπερ πρὸς αὐτὸν διαφωνοῦντες ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς πολιτικῆς του. Ἀνέλαβεν ὑπόθεσιν οὐχὶ ἀξίαν ἑαυτοῦ. Ὁποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Λαρίσης, βεβαίως ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος θὰ τὸ γνωρίζῃ, διότι ὁ δευτερότοκος υἱὸς τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κατῆλθεν εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης καὶ γνωρίζει ὑπὸ τίνας περιστάσεις ἐνηργήθη ἐκεῖ ἡ ἐκλογή. Δὲν ὑπερβάλλω τὰ γεγονότα λέγων ὅτι ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι σήμερον δὲν ὑπάρχει προηγούμενον ἐκλογικοῦ ἀγῶνος ὅμοιον πρὸς τὸν ἐν τῷ νομῷ Λαρίσης, διότι ἐν μὲν τῷ νομῷ Τρικκάλων οἱ παλαιοὶ ὑποψήφιοι ἱπποτικῶς φερόμενοι, ὅτε εἶδον τοὺς ἐκλογεῖς ἐν ἐπαναστάσει, εἶπον πρὸς αὐτούς: ὁρίστε Κύριοι, ἀναλάβετε τὰς εὐθύνας· σᾶς παραχωροῦμεν τὸν τόπον μας. Ἐκεῖ δὲν ἐγένετο οὐδαμῶς ἐκλογικὸς ἀγών, καὶ ἐκ τῶν προτέρων τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο βέβαιον. Ἀλλὰ ποῖος ὑπῆρξεν ὁ ἐκλογικὸς ἀγὼν ἐν τῷ νομῷ Λαρίσης; Ἐκεῖ πυργοδεσπόται ἠνώθησαν. Ἐκεῖ καὶ ὁ ὑποστηρικτὴς τῆς ἀψόγου στάσεως ἠνώθη μετ’ αὐτῶν. Ἐκεῖ τὰ μεγάλα κομματικὰ δένδρα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι ῥίζας βαθυτάτας καὶ κλάδους λίαν ἐκτεταμένους, μετὰ μειδιάματος ἠτένιζον πρὸς πάντα μὴ διερχόμενον ὑπ’ αὐτά, ἵνα συγκαταβατικῶς εὐαρεστηθῶσι νὰ τοὺς προσλάβωσιν εἰς τὴν προστασίαν των. Πάντες οἱ ἀντίπαλοι τῶν συντακτικῶν ἔρριψαν καὶ τὴν τελευταίαν βολήν των, καὶ ὅμως νίκη περιφανὴς ἔστεψε τοὺς ἀγῶνας τοῦ λαοῦ. Οἱ πολιτευόμενοι δὲν ἐψυχολόγησαν ἐπαρκῶς, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, περὶ τῶν ἀρετῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἔστω καὶ περὶ τῶν ἐλαττωμάτων αὐτοῦ. Δὲν λέγω ταῦτα πρῶτον ἀπὸ τοῦ βήματος μόνον, τὰ εἶπον πάντοτε: ἐλευθερώσατε τὸν ἐκλογέα ἀπὸ τὰς ἐπιδράσεις, ἀφήσατέ τον ἐλεύθερον, καὶ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι γνωρίζει νὰ ἐκλέγῃ. Ἂν δὲ καὶ περιπέσῃ εἰς πλάνην τινά, τάχιστα θὰ τὴν θεραπεύσῃ. Εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης δὲν ἐγένετο συνδυασμὸς εἰς σκοτεινοὺς ἀντιθαλάμους, δὲν ὑπελογίσθησαν συμφέροντα, ἀλλ’ ἐγένετο πρότερον πρότασις ὑπὸ ἐκλογικῶν σωματείων καὶ διέταξαν τοὺς ὑποψηφίους νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸν ἀγῶνα ὡς κληρωτοί, ὅπως προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας των. Χωρὶς λοιπὸν νὰ ἐνεργήσωσί τι ὁ Δάλλας καὶ ὁ Κουτσόπουλος, περὶ τῶν ὁποίων ὁ λόγος, εὑρέθησαν καὶ οὗτοι εἰς τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοπέδου τῶν συντακτικῶν. Καὶ οἱ μὲν λοιποὶ 22 ἔλαβον μέρος, ἀλλ’ οἱ δύο οὗτοι, τόσον ὁ Κουτσόπουλος καθὼς καὶ ὁ Δάλλας, οὐδαμῶς ἀνεμίχθησαν. Ἰδίως ὅμως ἐτόνισεν ὁ συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ Δάλλα. Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι ὀλίγοι οἱ γνωρίζοντες τὸν Δάλλαν, οὐδὲ οἱ ἀγνοοῦντες ὅτι ἀπὸ διετίας δὲν ἐπάτησε τὸν πόδα εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις παραδεχόμενος ὅτι ἔκαμε τὴν ἐλαχίστην ἐνέργειαν ἐν Θεσσαλίᾳ. Πάντες γινώσκουσιν, ὅτι ζῇ διαρκῶς ἐν Ἀθήναις. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταχρασθῶ τῆς εὐμενείας, μεθ’ ἧς μὲ ἀκούετε, δι’ ἣν σᾶς εὐχαριστῶ, καὶ θέλω νὰ συντομεύσω τὴν ὁμιλίαν μου, καίτοι τὸ θέμα μοὶ παρεῖχεν ὕλην πρὸς περισσοτέραν ἔκτασιν· ὅθεν λέγω πρὸς τὸν ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον καὶ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης ἐψήφισαν ἐν συνόλῳ 27000· ἐκ τῶν 27 χιλιάδων αὐτῶν οἱ μὲν δύο πρῶτοι ἔλαβον 22000, δηλ. ὅλα τὰ ἡνωμένα κόμματα καταβαλόντα ὅλας τὰς δυνάμεις των καὶ τὸ βαρὺ πυροβολικὸν αὐτῶν, κατώρθωσαν νὰ συγκεντρώσωσι μόνον 5000 μελανὰς ψήφους. Ποίαν δὲ τάξιν ἔχει ὁ Δάλλας; ὁ Δάλλας εἶναι τέταρτος μὲ ψήφους 20698. Ὁποία δὲ ἡ ἀπόστασις τῶν ἀνταγωνισθέντων; Ἐκεῖ ἐγένετο ἀγὼν πλήρης, τὰ ἡνωμένα κόμματα προεκήρυξαν Ἀναθεωρητικήν, καὶ οἱ ὑποψήφιοι τῶν ἄλλων σωματείων ἀνεκήρυξαν Συντακτικήν, καὶ οἱ ὑποψήφιοι ἀνέπτυξαν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ τὴν ἔννοιαν τῶν προγραμμάτων, καὶ ὅμως οἱ πρῶτοι ἐπιτυχόντες ἀπεῖχον ἀπὸ τὸν πρῶτον τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἀναθεωρητικῶν κατὰ 9500 περίπου ψήφους, ἀπὸ τὸν τελευταῖον δὲ τῶν ἐπιτυχόντων, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ 35ος, νομίζω 13000, χωρὶς δὲ νὰ γίνῃ ἡ παραμικρὰ νοθεία, διότι ἐπηγρύπνησαν αἱ συντεχνίαι καὶ οἱ ὑποψήφιοι. Κύριοι, θεωρῶ ταῦτα ἐπαρκῆ τόσον διὰ τὸν κ. Δάλλαν, καθὼς καὶ διὰ τὸν κ. Κουτσόπουλον. Οὐδεμία εἰς τὸ τμῆμα ἐγένετο ἔνστασις. Εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἀπόδειξις τῆς γνησιότητος, ὅτι οὐδεὶς προσῆλθεν ἐκ τῶν ἐκλογέων τῶν 5,000, ἤτοι τῶν καταψηφισάντων, νὰ προσβάλῃ τὸ γνήσιον τῆς ἐκλογῆς. Πῶς ὁ κ. συνάδελφος προτείνει ἔνστασιν ἀκυρότητος ἐξαιρετικῶς διὰ τὸν νομὸν Λαρίσης; Δὲν ἔπρεπεν ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην νὰ προσβάλῃ μίαν τόσον ἁγνὴν καὶ ἄσπιλον ἐκλογήν, ὁμοίαν τῆς ὁποίας εἶναι δύσκολον νὰ εὕρῃ τις εἰς τὰ ἐκλογικὰ χρονικὰ τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος.
§34ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἐκλογὴ Λαρίσης οὐδεμίαν φέρει κηλῖδα, καθ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἐκδήλωσιν τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ τοῦ νομοῦ, οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφιβάλλῃ. Ἡ ἐκλογὴ τοῦ νομοῦ Λαρίσης, καθὼς καὶ ἡ ἐκλογὴ τοῦ νομοῦ Τρικκάλων, ἔχουσί τι τὸ διάφορον πασῶν τῶν ἄλλων ἐκλογῶν, ὅτι ἀπέδειξαν διὰ τῆς γενομένης ἐλευθέρας ψηφοφορίας ἐπιθυμίαν νὰ ἀπαλλαχθῶσιν ἀπὸ τῶν παλαιῶν πολιτευομένων καὶ εἰσέλθωσιν εἰς δοκιμασίαν νεωτέρων, ἐπὶ ὡρισμένοις λόγοις, ἐπὶ ὡρισμέναις ἀξιώσεσι μεθόδων ἄλλων ἢ αἱ πρότερον κρατήσασαι. Ὅτι αἱ ἐκλογαὶ τῶν δύο τούτων νομῶν ὑπῆρξαν ἐλεύθεραι, τελείως ἐλεύθεραι, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει. Ἀλλά, καὶ ὅτι αἱ ἐκλογαὶ πάντων τῶν ἄλλων νομῶν ὑπῆρξαν ἐλεύθεραι, ἐπίσης, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Δὲν ἠδυνάμην νὰ φαντασθῶ τι, ὅπερ ἐν τούτοις εἶδον, ὅτι διεξήχθησαν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος γενικαὶ ἐκλογαί, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος δύο μόνον τηλεγραφικὰς ἔλαβεν ἀναφοράς.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρὸς τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§36ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι τιμὴ τῆς Κυβερνήσεως· ἡ Κυβέρνησις ἐξετέλεσεν ἁπλῶς τὸ καθῆκον· πᾶσα δὲ Κυβέρνησις μὴ πράττουσα ὁμοίως τὸ καθῆκον αὐτῆς θὰ ἦτο κατακριτέα. Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει ἀξίωσιν νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτὴν ὁτιδήποτε· ἀλλ’ ὤφειλε νὰ εἴπῃ ταῦτα, ὅπως παύσωσιν αἱ ὑπερβολαὶ καὶ λόγοι, οἷους πρὸ ὀλίγου ἠκούσαμεν. Διότι ἐλευθέρως προσῆλθεν εἰς τὰς κάλπας ὁ λαός, ἐλευθέρως ἐξέφερε τὴν θέλησιν αὐτοῦ, καὶ οὐδὲν ἠνάγκασεν αὐτὸν νὰ διαμαρτυρηθῇ ἢ πρὸς ἄρσιν ἀνωμαλιῶν ἢ κατὰ πράξεων τῶν Ἀρχῶν. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐγένοντο αἱ ἐκλογαί, καὶ ἐκλογαὶ ὑπὸ τοιούτους ὅρους γενόμεναι διάφορα ἔφερον ἀποτελέσματα. Ὑπῆρχε κίνησις ἰδέας νέας, ἀφορμὴν λαβοῦσα τὸ ἀνώμαλον κίνημα τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ἡ κίνησις αὕτη τῆς ἰδέας καὶ ἡ κίνησις αὕτη τοῦ νέου αἵματος ἀνέμιξε πρὸς τὸ παλαιὸν τὸ νέον αἷμα. Ἤλθομεν ἐνταῦθα ἐξ ἐπιταγῆς τῆς ψήφου τῆς παρελθούσης Βουλῆς, ἤλθομεν ἐνταῦθα, ὅπως συνεξετάσωμεν παλαιοὶ καὶ νέοι τὰ καθ’ ἡμᾶς καὶ εὕρωμεν κατὰ τίνα τρόπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ βελτίωσις σταθερὰ κατ’ ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τοιούτοις ὅροις ἦλθον ἐνταῦθα πάντες οἱ ἀνεγνωρισμένοι ἤδη νόμιμοι Βουλευταί. Ποίαν σημασίαν ἔχει ἐκεῖνο, ἐφ’ οὗ ἐπὶ μακρὰν ὥραν ὁ Βουλευτὴς Λαρίσης ἐπέμεινε, τὸ ἂν ἔλαβεν ὁ δεῖνα ὑποψήφιος τόσας χιλιάδας ψήφων καὶ τόσας χιλιάδας περισσοτέρας ἄλλων, οἵτινες εἴτε ἐπέτυχον εἴτε ἀπέτυχον; Μήπως ἐκ τούτου ἐπιτρέπεται, οἱ οὕτω πρῶτοι κληθέντες, ὅπως ἔλθωσιν ἐνταῦθα καὶ βουλευθῶσιν, αὐτοὶ πρῶτοι καὶ νὰ ἀνατρέψωσι τὸν νόμον; αὐτοὶ οἱ ἐρχόμενοι ἐνταῦθα ἐξ ἐντολῆς, ἵνα πράξωσι πᾶν τὸ ἀναγκαῖον, ὅπως ἀνορθωθῶσι τὰ κακῶς κείμενα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς ἔχωμεν προχώματα, ὁσάκις ἐπιχειρεῖται ἀπόπειρα παραβιάσεως τῶν νόμων; Ὁ νόμος — λέγει ὁ κ. Βουλευτής —, ὅστις ἐψηφίσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλευτικὴν Περίοδον, τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς ΙΗʹ Περιόδου, εἶναι νόθος, δὲν εἶναι γνήσιον τέκνον τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἰσηγήσατο αὐτόν· εἶναι θετὸν τέκνον· νόθον ἅμα καὶ θετόν! — λέγω αὐτὰς τὰς φράσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης. Καὶ διὰ τίνα λόγον, κύριε Βουλευτὰ Λαρίσης, εἶναι νόθος ὁ νόμος οὗτος; διὰ τίνα λόγον εἶναι θετὸν τέκνον τῆς κυβερνήσεως ταύτης; Ὁμολογῶ—καὶ ἴσως τοῦτο προέρχεται ἐξ ἀτελείας τῆς διανοητικῆς μου διασκευῆς — ὁμολογῶ, ὅτι οὐδὲν ἐνόησα μέχρι ταύτης τῆς ὥρας. Δυνάμει τίνων πράξεων εὑρίσκεσθε ἐνταῦθα; Δυνάμει τῶν πράξεων τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἐν ᾗ ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐγένετο εἰσηγήτρια· καὶ ἂν ἐκείνη ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε ψηφίσει τὴν Ἀναθεωρητικὴν Συνέλευσιν, ποῖαι κάλπαι ἤθελον εὑρεθῆ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ὑμῶν, ὅπως διὰ τῆς χειρὸς αὐτῶν λάβητε τὰς 20,000 ψήφων ἐφ’ αἷς καυχᾶσθε; Ἐκ τοιαύτης ἐντολῆς, οὕτως ἐκπορευθείσης, ἐγένεσθε ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους καὶ γενόμενοι διὰ τοιαύτης μεθόδου νόμιμοι ἐνταῦθα Βουλευταὶ εἶσθε ἐντεταλμένοι τὰ νόμιμα ἐνταῦθα νὰ πράξητε· οὐδ’ ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀξιώσητε ὅ,τι δήποτε ἄλλο πέραν ἐκείνου, ὅπερ πρὸς ὑμᾶς ἐδόθη διὰ τῆς τοιαύτης νομίμου διατυπώσεως τῶν πραγμάτων.
§37ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἐπιτρέπετε;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§39ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑμεῖς, κύριε συνάδελφε, δὲν ἀνήκετε εἰς τοὺς νέους ἄνδρας. Ἀνήκετε εἰς ἡμᾶς τοὺς παλαιοτέρους. Πολλάκις συνηντήθημεν καὶ γνωρίζω τὰ ἐπιχειρήματα ὑμῶν. Ποῖον ἦτο τὸ θέμα, κύριοι Βουλευταί; Τὸ θέμα ἦτο ἁπλοῦν. Τὸ θέμα ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην ἐνστάσεως. Διότι ἂν αἱ ἀρχαὶ εἶχον ἐπιμεληθῆ νὰ ἀναφέρωσιν ἐνταῦθα, ὅτι ἐγένετο τοιαύτη παράβασις τοῦ νόμου ὁποία ἐγένετο, θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὑπάρχῃ ὄνομα Κοῦκος ἢ δὲν ὑπάρχῃ· καὶ ἂν οἱ ἐξετάσαντες τὴν ἐκλογὴν ἐκεῖ ὅπου συνῆλθον εἶχον τὴν πρόνοιαν νὰ προσέξωσιν εἰς τὰ προσόντα καὶ τὰς ἐνεργείας τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα ταῦτα ὑποψηφίων, ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος ἤθελε φέρει εἰς ἡμᾶς τὴν ὑπόθεσιν ἄνευ ἀνάγκης ἐνστάσεως. Ὑπάρχει δήμαρχος ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς ἄνευ παραιτήσεως ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας; Ὑπάρχει συμβολαιογράφος ἐκλεχθεὶς βουλευτής, μὴ ὑποβαλὼν δ’ ἐγκαίρως τὴν ἀπὸ τῆς θέσεως παραίτησιν; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Τοῦτο εἶναι τὸ ἐξεταστέον. Ἀλλ’ ὅπως ἀποφύγωμεν τὴν ἐξέτασιν τούτου ὁ κ. Συνάδελφος, πυργοδεσπότης αὐτὸς τῆς Καλλιθέας, ὡμίλησε περὶ πυργοδεσποτῶν (ἱλαρότης).
§40Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Δὲν ἔχω ὅμως δούλους.
§41ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δούλους κανεὶς δὲν ἔχει. Κατάστασις δεομένη θεραπείας ὑπάρχει· ἀλλὰ δούλους κανεὶς δὲν ἔχει.—Λοιπὸν ὁ κύριος Βουλευτὴς Λαρίσης, ὁ ἀγορεύσας πρὸ ὀλίγου, μακροὺς περιδρόμους διεξήγαγε περὶ τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ ζητήματος οὐδὲν εἶπεν, εἰμὴ μόνον ὅσα ἤρκουν, ὅπως δείξῃ τὴν ἀνευλάβειαν αὑτοῦ πρὸς τὸν νόμον· διότι εἰς οὐδένα ἐπιτρέπεται, νόμον κείμενον, νόμον παραχθέντα νομίμως, νόμον κυρωθέντα νομίμως νὰ ὀνομάσῃ καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς ὠνόμασε, νόμον ὅστις κατ’ ἄδειαν ῥητὴν τοῦ Συντάγματος ἦλθε καὶ συνελήρωσε προϋπάρξασαν διάταξιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ψηφισθεῖσαν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Διότι τοῦτο ἐγένετο. Ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Προεβλέφθη δὲ πρότερον ἐν τῷ Συντάγματι, οὗ τὸ ἄρθρον 66 λέγει τὰ ἑπόμενα: «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου, καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ταύτης ψηφισθησόμενον περὶ ἐκλογῆς νόμον, μεταβλητὸν ὄντα κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις αὐτοῦ». Ὁ νόμος ὁ ἐκλογικός, ὁ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ψηφισθείς, ἔλαβε προσθήκας τοιαύτας ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ καὶ μετέπειτα. Ἀλλ’ ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ συζητήσωμεν περὶ ἐκλογῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν προετοιμαζομένην Ἀναθεωρητικὴν Διπλῆν Βουλὴν ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ συντομεύσωμεν τὰς προθεσμίας καὶ πρὸς τοῦτο ἐπελήφθημεν τοῦ θέματος· ἐν τῇ ἐργασίᾳ δὲ εἰς τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν προσῆλθε καὶ προσετέθη καὶ ἑτέρα πρόβλεψις ὑπὸ τῆς πείρας ὑποδειχθεῖσα ὡς ἀπαραίτητος. Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης, ὅστις δὲν εἶχε τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικά, δὲν ἀπετέλει δὲ καὶ μέλος ἐκείνης τῆς Βουλῆς, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνεύρῃ πάνθ’ ὅσα ἐπιθυμεῖ νὰ ἀνευρίσκῃ διὰ τοὺς φιλιππικοὺς αὐτοῦ, ὀφείλω νὰ εἰδοποιήσω αὐτόν, ὅτι ἐγὼ αὐτὸς προέτεινα τὰ περὶ ὑποθηκοφυλάκων καὶ συμβολαιογράφων — καὶ ἐκ τίνος λόγου ὁρμηθείς; — Ἐπὶ τῇ προτάσει δ’ ἐκείνῃ ἐγένετο ἀνάγκη ἀναθεωρήσεως καὶ συντάξεως καὶ συναρμολογήσεως τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ τότε κατὰ παράκλησιν πολλῶν ἡμῶν ἀνέλαβε καὶ συνέταξε, τοιοῦτον ὁποῖον βλέπετε, ὁ ἔντιμος τότε βουλευτὴς Κυνουρίας, ὁ κ. Βοζίκης, ὃν μετὰ λύπης δὲν βλέπω παρευρισκόμενον ἐνταῦθα, παρὰ τὴν μεγίστην αὐτοῦ ἀξίαν καὶ τὰ ἄλλα προσόντα. Ἐγὼ λοιπὸν τότε προέτεινα τὴν προσθήκην τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης. Διὰ τίνα λόγον; Καὶ παρακαλῶ τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ προσέξωσιν εἰς τοῦτο. Προέκειτο περὶ λόγου τάξεως σπουδαιότατα ἐνδιαφέροντος εἰς τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, καὶ ὁμιλήσας εἰς τὴν Βουλήν, ἔδωκα τὸν λόγον, ἔδωκα τὸ παράδειγμα, ἔδωκα τὴν ἀφετηρίαν ἀφ’ ἧς ἐκινήθην, ὅπως προτείνω τοιαύτην προσθήκην. Ἐνεθυμήθην ὅτι ἐπὶ τετραετίαν ὁλόκληρον εἴχομεν ἐνταῦθα συνάδελφον τὸν συμβολαιογράφον Ἁλμυροῦ κ. Ῥακόπουλον, παρευρισκόμενον τακτικώτατα ἐνταῦθα εἰς τὰς συνεδριάσεις, ὅστις μόνον ὅτε ἐνεφανίζετο σπουδαιοτάτη τις ἐργασία ἐνδιαφέρουσα ἰδιαιτέρως αὐτὸν μετέβαινεν εἰς Ἁλμυρὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν συμβολαιογραφικῶν αὐτοῦ καθηκόντων. Ἦτο συνάδελφος, ἦτο βουλευτής· δὲν ἀπηγόρευε τοῦτο ὁ νόμος. Ἂν ἦτο δικαστικὸς κλητήρ, θὰ ἔμενε κλητὴρ καὶ θὰ ἦτο βουλευτής. Δὲν ἀπηγόρευε τοῦτο ὁ νόμος. Ἀλλ’ ὁ κύριος συνάδελφος, ὁ τοσοῦτον πάντοτε κοπτόμενος ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν πολιτῶν καὶ τῆς δικαιοσύνης, πῶς ἔβλεπε τὸ παράδοξον τοῦτο, ἕνα συμβολαιογράφον νὰ ἔχῃ ὁ Ἁλμυρὸς καὶ ὁ συμβολαιογράφος οὗτος νὰ μὴ εἶναι ἀφωσιωμένος εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἔρχηται ἐνταῦθα, νὰ παρίσταται εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἵνα μετέχῃ τῶν συζητήσεων τῆς παλαιᾶς ἐκείνης ἐποχῆς, εἰς ἣν δὲν ἀνήκει ὁ κ. Φιλάρετος, εἰς ἣν ἀνήκομεν ἡμεῖς; Ὁ νόμος, Κύριοι, οὕτω κατηρτίσθη καὶ κατηρτίσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ λέγῃ τις ὅτι, ὅπως ἀποκλεισθῇ ὁ κ. Μιλτιάδης Δάλλας, διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἐγένετο· ὡσανεὶ ἐγίνωσκε τότε ἡ Βουλή, ὅτι ὁ κύριος Μιλτ. Δάλλας ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος συμβολαιογράφος ἤθελεν ἐκθέσει κάλπην ὡρισμένως, ὡσανεὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ περὶ βελτιώσεως τῶν κατὰ τὰ προσόντα τῶν ἐκτιθεμένων εἰς τὰς ἐκλογάς, ἐκ τῆς πείρας, ἣν ἀπὸ τοῦ 1864 καὶ ἐντεῦθεν ἀπέκτησαν πάντες οἱ εἰς τὰ πολιτικὰ ἀναμιγνυόμενοι. Οὕτως ἐγένετο ὁ ἀποκλεισμὸς τῶν συμβολαιογράφων καὶ τῶν κλητήρων. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Βουλευτής: ἐγὼ προέτεινα πρὸ εἰκοσαετίας νὰ ἀποκλεισθῶσιν οἱ δικηγόροι καὶ ἀπέκρουσε τοῦτο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Προέτεινε τοῦτο, καὶ τὸ ἐνθυμοῦμαι· ἀπέκρουσε τὴν πρότασιν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος· εὗρε δὲ τοὺς πλείστους ἡ πρότασις ἔχοντας ἐναντίαν γνώμην — καὶ πρὸ πάντων ὅλους τοὺς συναδέλφους ἡμῶν δικηγόρους— καὶ ἔμεινεν ὡς εἶχεν ἡ παλαιὰ διάταξις. Ἀλλὰ παρατηρήσατε καὶ τοῦτο· ὅτι ἄλλη ἡ θέσις τοῦ δικηγόρου, ἄλλη ἡ ἐργασία τοῦ δικηγόρου, ἄλλος ὁ τρόπος, καθ’ ὃν διεξάγεται — πολλοὶ εἶναι οἱ δυνάμενοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ ἔργον τοῦ συνηγόρου—καὶ ἄλλη ἡ ἐνέργεια, ἄλλη ἡ θέσις, ἄλλα τὰ καθήκοντα, ἄλλη ἡ σημασία τῆς παρουσίας τοῦ συμβολαιογράφου ἐν ᾗ θέσει εἶναι τεταγμένος. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνηται ἡ τοιαύτη διάκρισις; Καίτοι ἐγὼ βεβαίως δὲν ἤθελον ἀντείπει, ὅτι ἀπαγορεύεται νὰ κριθῇ ἀποδεκτή, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτήν, ἡ πρότασις τοῦ κ. συναδέλφου περὶ ἀποκλεισμοῦ τῶν δικηγόρων. Καὶ ὁρίζει ὁ νόμος: «Δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσι βουλευταὶ οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὑποθηκοφύλακες, φύλακες τῶν μεταγραφῶν, συμβολαιογράφοι καὶ δικαστικοὶ κλητῆρες καὶ οἱ δήμαρχοι καὶ δημαρχικοὶ πάρεδροι, πλὴν ἐὰν παραιτηθῶσιν ἢ παυθῶσι τῆς θέσεως αὑτῶν εἴκοσι τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας». Ἐπιτακτικὴ ἡ διάταξις, ὁμοία πρὸς τὰς ἄλλας, εἰς ἃς προσηρμόσθη, τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου. Ποῖον εἶναι τὸ παράδοξον, τὸ ἀλλόκοτον τῆς διατάξεως ταύτης; ποῖον τὸ ἄξιον ὥστε ἡ διάταξις αὕτη νὰ ὀνομασθῇ νόθος καὶ προσέτι θετὸν τέκνον ἀγνοῶ τίνος; Εἶναι νόμος ὁμόρρυθμος πρὸς ἐκεῖνον, εἰς ὃν προσηρμόσθη, νόμος ὅστις βεβαίως προσέθηκε βελτίωσιν εἰς τὰ τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἐκλογικοῦ· καὶ διὰ τοῦτο—ἀλλὰ πρὸ πάντων διότι εἶναι νόμος—ἔπρεπε νὰ εὕρῃ πρῶτον τὸν κύριον ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴν εὐλαβῆ πρὸς αὐτόν· τὸν Βουλευτὴν ἐκ Λαρίσης τὸν δικαστικόν, τὸν Βουλευτὴν ἐκ Λαρίσης τὸν δικανικόν, τὸν Βουλευτὴν ἐκ Λαρίσης τὸν ἀνήκοντα εἰς ὁμάδα Βουλευτῶν ἐνταῦθα ἀνεξαρτήτων, ἐλθόντων νὰ διδάξωσιν ἡμᾶς περὶ τοῦ τρόπου τῆς βελτιώσεως, τῆς ἀνορθώσεως, ἣν μόνοι ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν.
§42Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἐφαρμόζονται καὶ εἰς τὴν Διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν;
§43ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Φίλε κύριε συνάδελφε, εἶσθε εὐφυέστατος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τὸ ἐρώτημα δὲν εἶχε χώραν ταύτην τὴν στιγμήν. Πρῶτον θὰ ἴδωμεν ἂν εἴμεθα Διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἢ ἂν εἴμεθα Συντακτικὴ Συνέλευσις. Καὶ ἂν ἴδωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ὑμεῖς λέγετε, ὅπερ ὅμως δὲν θὰ ἴδωμεν, ἆρά γε τότε θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν ἰσχὺν ἡ περὶ καταλύσεως τοῦ νόμου πρότασις;
§44Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ Συντακτικὴ δὲν καταλύει τὰ πάντα.
§45Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Δὲν ἐννοῶ Συντακτικήν. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν αἱ διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἐφαρμόζωνται καὶ εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, περὶ ἧς τίποτε δὲν λέγει τὸ Σύνταγμα.
§46ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀλλὰ καί τι ἄλλο πρέπει νὰ εἴπητε, ὅτε συμφωνεῖτε μετὰ τῆς γνώμης μου, ὅτι ἐν ὅσῳ ὁ νόμος οὗτος δὲν καταλυθῇ θὰ ἰσχύσῃ, καὶ ἐὰν καταλυθῇ, ἡ κατάλυσις δὲν θὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν καὶ δὲν θὰ ἐξώσωμεν τοὺς μέλλοντας ἐν Θεσσαλίᾳ νὰ ἐκλεχθῶσιν, ἐὰν τυχὸν ἐξέλθωσιν οἱ δύο οὗτοι, οἱ σήμερον κρινόμενοι, ὅπως ἐπαναφέρωμεν τούτους.
§47Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν εἰς μίαν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω; Μετὰ πολλῆς συνέσεως ἀλλὰ καὶ ἐμβριθείας ὑμεῖς ἐδιδάξατε πρὸς πάντας ἡμᾶς, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ τηρήσωμεν εὐλαβῶς τοὺς νόμους. Μοῦ γεννᾶται ὅμως ἡ ἀπορία, ἐὰν ὁ νόμος εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, διότι ῥητῶς μνημονεύει τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος: «ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστα τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου». Ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ ἔκρινεν ὅτι εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐμμίσθων ὑπαλλήλων ὑπάγονται καὶ οἱ συμβολαιογράφοι· φρονῶ ὅτι ἦτο ἀπαράδεκτος καὶ ἄντικρυς ἀντικειμένη πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῆς Βουλῆς καὶ ἡμεῖς ὡς Βουλευταὶ πρέπει πρὸ παντὸς νὰ σεβασθῶμεν τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ δεύτερον τοὺς νόμους.
§48ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε συνάδελφε, ἐπίστευον καὶ ἐδικαιούμην νὰ πιστεύσω, ὅτι δὲν θὰ ἐγίνετο τοιαύτη πρὸς ἐμὲ ἀντίρρησις, ἀφοῦ προενόησα καὶ ἐμνημόνευσα τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος· διότι τὸ ἄρθρον, εἰς ὃ ὑμεῖς ἀποβλέπετε, ἀναφέρεται εἰς ἄλλα· ἐγὼ δὲ ἀποβλέπω εἰς ἄλλο ἄρθρον. Ἐγὼ ἀποβλέπω εἰς τὸ ἄρθρον 66 τοῦ Συντάγματος, τὸ κανονίσαν πάντα τὰ κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, καὶ ὁρίσαν εἰς τὴν Βουλὴν τί δύναται νὰ πράξῃ καὶ τί ὀφείλει νὰ μὴ πράξῃ. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο «ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν, ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου, καθολικῆς καὶ μυστικῆς διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίας, κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ταύτης ψηφισθησόμενον περὶ ἐκλογῆς νόμον, μεταβλητὸν ὄντα κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις αὐτοῦ. Αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ διατάσσονται καὶ ἐνεργοῦνται ταυτοχρόνως καθ’ ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν». Ἡ διάταξις, ἣν ὑμεῖς ἐπικαλεῖσθε, λέγει· «Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τὰ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ κτλ.». Ὅσοι δὲ τὰ τοῦ Συντάγματος ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἐκλογικὸν νόμον ἐπραγματεύθησαν ἢ ἐπ’ αὐτῶν ἠγόρευσαν ἢ ὅπως δήποτε ἐξήνεγκον γνώμην, βεβαίως δὲ καὶ ὁ ἔντιμος ἐκ Λαρίσης συνάδελφος, πάντοτε ἀνεγνώρισαν ὅτι, διότι τὸ Σύνταγμα ταῦτα τὰ ἀσυμβίβαστα ἀνέγραψε διὰ τούτου δὲν ἀπηγόρευσε νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα.
§49Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι ἔμμισθοι.
§50Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς κ. Δ. Ράλλης ὑπεστήριξεν ἀκριβῶς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶπον.
§51ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐνθυμοῦμαι.
§52Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπεθύμουν νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς του.
§53ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ἐξέφερέ ποτε τοιαύτην γνώμην, ὅπερ ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἢ δὲν ἐξέφερε, τοῦτο εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος οὐδὲν συμφέρει· ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα ἔχοντες ὁδηγὸν τὸν νόμον καὶ ἀφοῦ εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια αὐτοῦ, περιττὸν νὰ προχωρήσωμεν περαιτέρω.
§54Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Τὸ Σύνταγμα ὄχι μόνον δὲν ἠμπόδισε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοῦ νὰ συμπληρώσῃ καὶ νὰ προσθέσῃ τὰ ἀσυμβίβαστα, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπέτρεψε διὰ τοῦ ἄρθρου 70, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτής, ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι πολίτης Ἕλλην, ἐκ τῆς ἐπαρχίας παρ’ ἧς ἐκλέγεται ἢ πρὸ δύο ἐτῶν τοὐλάχιστον ἐγκατεστημένος ἐν αὐτῇ, ἀπολαμβάνων πρὸ διετίας τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα, ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα».
§55ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τοῦτο, ὅπερ παρέλιπον, καὶ τοῦτο εἶναι ὠφέλιμον· τὸ ὑπερεπήδησα δὲ ἵνα φθάσω ταχύτερον εἰς τὸ τελευταῖον.
§56ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Ἄλλο ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ προσόντων καὶ περὶ ἡλικίας καὶ ἄλλο περὶ ἀσυμβιβάστου. Ὑπάρχει διαφορά.
§57ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὅσα καὶ ἂν ῥηθῶσι δὲν θὰ μεταβάλωσι τὰ πράγματα. Ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀπορρέει ἐκ τῶν ἄρθρων ἅτινα ἀνεγνώσθησαν ἐνταῦθα καὶ ἥτις οὕτω πάντοτε ἡρμηνεύθη ὑπὸ πάντων μέχρι ταύτης τῆς ὥρας ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐὰν ἄλλαι ἰδέαι ἐπικρατήσωσιν ἔπειτα, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑπάρχουσιν οἱ νόμοι, ὀφείλετε αὐτοὺς τοὺς νόμους νὰ σεβασθῆτε. Καὶ ἐνταῦθα ἐρχόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τὸ πραγματικόν. Ὁ συμβολαιογράφος ὑποψήφιος παρῃτήθη ἐγκαίρως κατὰ τὸν νόμιμον τρόπον; Ὄχι. Ὁ δήμαρχος, ὅστις μάλιστα ἔχει καὶ ἀπὸ παλκιοτέρου χρόνου τὴν ἀπαγόρευσιν, παρητήθη ἐγκαίρως; Ὄχι. Ὅταν ταῦτα ἐρωτήσωμεν ἕνα ἕκαστον ὑμῶν καὶ ἀνομολογήσητε τὸ ἀληθές, — ἐπειδὴ ὡμίλησε περὶ ἀποφάσεως ἐνόρκων ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης— ὅταν, λέγω, ὑμᾶς τοὺς ἐνόρκους ἐρωτήσωμεν καὶ εἴπητε· τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως, ὁ συμβολαιογράφος δὲν παρῃτήθη ἐγκαίρως, ὁ Δήμαρχος δὲν παρῃτήθη ἐγκαίρως, ὁ μέλλων νὰ κρίνῃ ἔπειτα ἐφαρμόζων τὸν νόμον τί θὰ εἴπῃ; Τὸ δικαστήριον, ὅπερ ἀνθ’ ἡμῶν τυχὸν ἤθελε κρίνῃ, τί θὰ ἔλεγεν; ἢ ἂν ἡμεῖς ἤμεθα εἰσηγηταὶ τοῦ ζητήματος εἰς δικαστήριον, τί θὰ ἐλέγομεν; Ἀφοῦ δὲν παρῃτήθησαν ἐγκαίρως οὔτε ὁ συμβολαιογράφος, οὔτε ὁ δήμαρχος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκριθῶσιν ὡς Βουλευταί. Διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσι Βουλευταὶ οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι κτλ. Δὲν λέγει, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀνακηρυχθῶσιν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ προταθῶσι, διότι ὁ νόμος ὁ ἐκλογικὸς διακρίνει τοὺς ὑποψηφίους τῶν ἐκλογίμων. Ὁ δὲ ἐκλογικὸς νόμος διακρίνων ὑποψηφίους ἀπὸ ἐκλογίμων δὲν ἐπιτρέπει νὰ ἔλθωσι Βουλευταὶ οἱ ὑποψήφιοι, οἵτινες μὴ ὄντες ἐκλόγιμοι ἐξελέχθησαν. Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα. Ἀπέναντι τούτων, ἔχοντες τὰ μὲν πράγματα τοιαῦτα, σαφῆ, καθαρά, διαυγῆ, ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως, τὸν δὲ νόμον σαφῆ, διαυγῆ, καθαρόν, πῶς ἐρχόμεθα ἐνταῦθα καὶ ὑποστηρίζομεν δι’ ἐπιχειρημάτων ἀξίων ἄλλης αἰθούσης, ὅτι ταῦτα πάντα πρέπει νὰ συγκαλυφθῶσιν, ὅπως φθάσωμεν νὰ κυρώσωμεν ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ νόμος ἀπαγορεύει νὰ κυρώσωμεν! Ἐπὶ τούτου δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν ἔχοντα καθῆκον, διότι ἀντιπροσωπεύει τὴν Κυβέρνησιν, νὰ προνοῇ περὶ τῆς τηρήσεως τῆς ἰσχύος τῶν νόμων, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ λάβῃ τὸν λόγον· δὲν ἐπετρέπετο νὰ μὴ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ εἴπῃ· ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα ἀναμφισβητήτως· οὗτος εἶναι ὁ νόμος· κύριοι Βουλευταί, κύριοι Ἀντιπρόσωποι, ἐφαρμόσατε τὸν νόμον εἰς τὰ πράγματα. Ἡ ψῆφος λύει τὰ ζητήματα. Ἐὰν αἱ ψῆφοι ἔλωσι τόσαι, ὥστε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ κατ’ ἀλλοίωσιν τῶν πραγμάτων, ἡ Βουλή, ἥτις τοιοῦτό τι θέλει πράξει, αὐτὴ θέλει ἔχει τὴν ἠθικὴν εὐθύνην. Δὲν θὰ εἶναι ἡ πρώτη, ἴσως δυστυχῶς δὲν θὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ βεβαίως, ἐὰν οὕτως ἔλθωσι τὰ πράγματα, θέλει εἶναι ἀξιοθρήνητον εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ ἡ ἐλθοῦσα μετὰ τῆς ἐπαγγελίας, δι’ ἣν προσεκλήθη, νὰ ἐπανορθώσῃ τὰ κακῶς ἔχοντα ἡμέτερα πράγματα ἀνατρέπει αὐτὴ πρώτη τὸν νόμον.
§58Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐξεπλάγην, ὅπως θὰ συνέβη καὶ εἰς ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί, ὅτε ἤκουσα τοῦ κ. Δ. Ράλλη διαμαρτυρομένου ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς διὰ τὴν μελετωμένην καταπάτησιν τοῦ νόμου. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ τοιαύτη νὰ εἶναι ἡ ἀντίληψις καὶ ἐμοῦ καὶ ὑμῶν καὶ οἱ πάντες νὰ ἐκπλαγῶμεν ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἐξεστόμησεν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτής. Ὅτε ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ γεγονός, κατὰ τὸ ὁποῖον στρατὸς καὶ λαὸς ἐξηγέρθησαν τὴν 15 Αὐγούστου καὶ τὴν 14 Σεπτεμβρίου ἐναντίον τῶν κομμάτων, μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι μεταξὺ τῶν αἰτίων, ἅτινα ἐπροκάλεσαν τὴν ἐξέγερσιν ταύτην, δὲν ἦτο καὶ ἡ ἀσύστολος τῶν νόμων καταπάτησις ἀπὸ μέρους ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἦτο ἀνατεθειμένη ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν; Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ ἐξέγερσις αὕτη δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς τὴν καταπάτησιν τῶν νόμων. Δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ ἐπανάστασις αὕτη δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν οἱ κυβερνῶντες τὸν τόπον μετῆλθον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ἀλλὰ ὅτε τοιαύτη καταπάτησις ἐγένετο τῶν νόμων, δὲν ἔχομεν δίκαιον νὰ ἐκπληττώμεθα βλέποντες ἐξανιστάμενον τὸν ἔντιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτήν, καὶ κοπτόμενον διότι σήμερον μελετᾶται παρομοία δῆθεν καταπάτησις ἀπὸ μέρους τοῦ κυριάρχου τούτου Σώματος, τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως; Καὶ ἀφοῦ ὁ κ. Δ. Ράλλης, προκειμένου περὶ ἀνηλικότητος Βουλευτῶν ἐδήλωσεν ἐν τῷ τμήματι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἔλαβε τὸν λόγον, καὶ διατί ἀφῆκε νὰ παραμένωσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μὴ κεκτημένοι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, καὶ οὐχὶ νόμοι, ὁποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἡ προκάτοχος Βουλή; Ἀφοῦ λοιπὸν ἐν τῷ ζητήματι ἐκείνῳ ἐσίγησε, δι’ οὓς λόγους γνωρίζει ὁ ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτής, γεννᾶται ἡ ἀπορία διατί διεμαρτυρήθη, καὶ κατὰ τρόπον ὀργίλον καὶ μὲ ἱερὰν ἀγανάκτησιν διὰ τὴν μελετωμένην δῆθεν καταπάτησιν τοῦ νόμου ἐν σχέσει πρὸς τοὺς δύο ἀντιπροσώπους τῆς Θεσσαλίας; Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἡ ἀφορῶσα ἰδίως τοὺς συμβολαιογράφους εἶναι καθαρῶς προσωπική. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἤχθη εἰς τὴν προσθήκην τῆς διατάξεως ταύτης ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ὁ κ. Ρακόπουλος, ἄλλοτε Βουλευτής, παρέμενεν ἐν Ἀθήναις καὶ ὅτι τὸ συμβολαιογραφεῖον τοῦ Ἁλμυροῦ παρέμεινεν ὡς ἐκ τούτου ἄνευ τοῦ προϊσταμένου του. Αὐτὸ εἶναι λίαν ἀνακριβές. Λαμβάνω τὸ θάρρος νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι οὐδεμιᾶς ἔχεται ὑποστάσεως καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε προηγουμένως, διότι εἰς τὸν Ἁλμυρὸν ὑπάρχει Εἰρηνοδίκης, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Ρακοπούλου ἐξετέλει νομίμως τὰ συμβολαιογραφικὰ καθήκοντα καὶ τοιουτοτρόπως οὔτε ἡ θέσις ἔμενε κενή, οὔτε τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων ὑπέστησαν τὴν παραμικρὰν βλάβην ὡς παραμείναντα δῆθεν ἐκτεθειμένα ἕνεκα τῆς ἀπουσίας τοῦ συμβολαιογράφου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ κ. Δ. Ράλλη ἐξηγέρθη ἡ συνείδησις καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὴν μεγάλην παρανομίαν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, καὶ ἠθέλησε, καὶ μετὰ στόμφου μάλιστα, νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν νόμον. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν μετὰ νομιμοφροσύνης καὶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνεπηρεάστως ἀπέστειλεν ἐνταῦθα τοὺς ἀντιπροσώπους του. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Δραγούμην. Ποῦ ἐστηρίχθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὡς προσφυῶς εἶπε καὶ ὁ συνάδελφος κ. Δ. Οἰκονόμου, ποῦ ἐστηρίχθη ὁ νόμος ὁ ἀπαγορεύων εἰς τοὺς συμβολαιογράφους τὸ πολιτεύεσθαι; Ὁ δὲ νόμος αὐτὸς δὲν ἀντίκειται εἰς ῥητὸν καὶ κατηγορηματικὸν γράμμα τοῦ Συντάγματος; Καὶ ἀφοῦ ὁ νόμος οὗτος κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸ Σύνταγμα, ποία εἶναι ἐκείνη ἡ Βουλή, ἡ ὁποία σήμερον μάλιστα θὰ θελήσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ νόμον ἄντικρυς ἀντισυνταγματικόν; Ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ τὴν ἐν γένει διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ σιγᾷ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις, ἥτις ἔθυσε καὶ ἀπώλεσεν, ἐὰν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις, ἥτις κυριολεκτικῶς ὠργίασεν, ἐὰν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις, ἥτις οὐδὲν ἐσεβάσθη καὶ πρὸς πάντα νόμον ἠσέβησεν, ἐὰν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς ὁποίας ἡ Ἐφημερὶς τῆς Κυβερνήσεως ἔγεμε διορισμῶν καὶ ἀπολύσεων καὶ μεταθέσεων, ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἶναι, δυστυχῶς, ἡ ἐπαναστατικὴ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν κύριον Δραγούμην. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης). Ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐκλήθη μὲ τόσας ἐλπίδας ἐπὶ τὴν ἀρχήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐστηρίχθησαν τόσα ἰδανικά, ἀνεστάτωσε, κατερράκωσε καὶ κατεξηυτέλισε τὸ Πανεπιστήμιον, παρέλυσε τὴν πειθαρχίαν ἐν τῷ στρατεύματι καὶ ἀνεστάτωσεν ἐν ἑνὶ λόγῳ πάσας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κ. Βουλευτά, ὅτι ἐξέρχεσθε τοῦ θέματος.
§60Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Μία τοιαύτη Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῇ περὶ τῶν νόμων καὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῶν;
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§62Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Εἶπεν ὁ κ. Δραγούμης, ὅτι οἱ νέοι ἀντιπρόσωποι, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀνεμίχθησαν μετὰ τῶν παλαιῶν καὶ ὅτι θὰ ἐξευρεθῇ τρόπος συνεργασίας πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ ὅπως ἤρχισεν ἡ ἐργασία, ὡς συμπεριφέρονται ἀπέναντι τῶν νέων οἱ παλαιοὶ πολιτευόμενοι καὶ ἰδίως οἱ ἡγούμενοι αὐτῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεργασία, νὰ ἐπέλθῃ συμφωνία; Ὅταν οἱ παλαιοὶ πολιτευόμενοι νομίζωσιν, ὅτι ἡμεῖς ἐπεδράμομεν εἰς ξένον ἔδαφος, ὅτι ἡμεῖς κατεκτήσαμεν τρόπον τινὰ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀδείας καὶ οὐδενὸς δικαιώματος τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ συνεργασία, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσις τῆς καταστάσεως; Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ σᾶς κουράσω μὲ ζήτημα, τὸ ὁποῖον βεβαίως πολὺ ταχέως θέλει ἀπασχολήσει τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καταλήγων φρονῶ, ὅτι ἐκφράζω κοινὴν πεποίθησιν καὶ ἐλπίδα λέγων ὅτι ἡ Βουλή, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καὶ ὑπὸ τοσούτους λαμπροὺς οἰωνοὺς ἀπέστειλεν ἐνταῦθα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν θέλει βαδίσει τοῦ λοιποῦ διὰ τῶν ἀτραπῶν καὶ τῶν ἑλιγμῶν καὶ τῶν μέσων τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ θέλει βαδίσει τὴν εὐρεῖαν λεωφόρον, ἥτις ἄγει κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν πόθων καὶ ἰδανικῶν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοβελώνης.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις μέχρι τῆς 5ης μ. μεσημβρίαν. (Γίνεται διακοπὴ ὥρᾳ 12 καὶ 20 τῆς μεσημβρίας). Μετὰ τὴν διακοπὴν ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Χρυσοβελώνης ἔχει τὸν λόγον.
§67Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μετὰ προσοχῆς παρηκολούθησα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ σεβαστοῦ μου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς συμβουλάς, τὰς ὁποίας μᾶς ἔδωκε. Βεβαίως ἡμεῖς οἱ ἐλθόντες μὲ νέας ἰδέας ἐν τῷ Συνεδρίῳ τούτῳ, ἤλθομεν πραγματικῶς νὰ ἀναστηλώσωμεν τοὺς νόμους, νὰ ἀνορθώσωμεν τὴν πολιτειακὴν κατάστασιν καὶ ἔχομεν καθῆκον πρώτιστον ἡμεῖς νὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς θεσμούς. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἔχομεν ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσωμεν νὰ εὑρεθῇ ὁ τρόπος, ὥστε νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι ἴσα πρὸς ὅλους, νὰ γίνωνται σεβαστοὶ ἐφαρμοζόμενοι καὶ πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς καὶ πρὸς τοὺς ἀδυνάτους. Σήμερον δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ἡμέρα, καθ’ ἣν θὰ κριθῇ τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, καὶ δι’ αὐτὸ σήμερον δὲν ἔχομεν ἢ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, ἡ ὁποία μᾶς ἀπασχολεῖ, διότι σήμερον ἔχομεν καθαρῶς δικαστικὰ καθήκοντα νὰ ἐφαρμόσωμεν, καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τοιαῦτα καθήκοντα ὀφείλομεν νὰ περιορισθῶμεν ἐντὸς τοῦ κειμένου τῶν νόμων, ἐντὸς τοῦ πνεύματος τῶν νόμων, ἐντὸς τοῦ πνεύματος τῶν θεσμῶν. Δὲν θὰ ἐλάμβανον, Κύριοι, τὸν λόγον προκειμένου περὶ ὑπερασπίσεως τῆς ἐκλογῆς Λαρίσης, ἐξ ἧς καὶ ἐγὼ προέρχομαι, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἔφερε τὸ πιστοποιητικὸν ὑπὲρ αὐτῆς, ὅτι καὶ ἀνόθευτος ἦτο καὶ πανηγυρικὴ δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους πλὴν τῶν δύο, περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠθέλησε νὰ ζητήσῃ τὴν ἀκύρωσιν λόγῳ ἐλλείψεως προσόντων, διὰ τὸν κ. Δάλλαν δηλαδὴ καὶ τὸν κ. Κουτσόπουλον. Ἑπομένως εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἐν γένει, ἀλλὰ περὶ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ ὑπάρξεως προσόντων καὶ εἰς τοὺς δύο τούτους συναδέλφους. Ἔχομεν βεβαίως τοὺς κειμένους νόμους, ἔχομεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἔχομεν κατόπιν τοὺς νόμους τοὺς ἄλλους περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνισαν τὰ προσόντα τῶν ἐκλεξίμων καὶ ἐπὶ μὴ τηρήσει διατάξεών τινων τῶν νόμων τούτων προβάλλεται ἡ ἔνστασις τῆς ἀκυρότητος. Τὸ πολιτεύεσθαι, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δικαίωμα οὐδενός, ἀλλὰ κυρίως καὶ πρωτίστως εἶναι ὑποχρέωσις, εἶναι καθῆκον· ἡ ἀρχὴ δὲ αὐτὴ ἐφηρμόσθη ἰδίως εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἡ Θεσσαλία, ἀποτελοῦσα, οὕτως εἰπεῖν, τὸν πρόσκοπον τοῦ ἐλευθέρου Κράτους πρὸς Βορρᾶν, ᾐσθάνθη πλειότερον πάσης ἄλλης ἐπαρχίας τὴν ἀνάγκην νὰ δημιουργήσῃ νέον καθεστώς, νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ καθεστὼς τοῦτο καὶ νὰ δυνηθῇ νὰ ἴδῃ αἰσιώτερον μέλλον, διότι ἡ κατάστασις ἡ πολιτειακή, ἡ μὴ τακτική, ἡ οὕτως εἰπεῖν ἔκρυθμος, αὐτὴν πρωτίστως προσβάλλει, καὶ συνεπῶς αὐτὴν ἐνδιαφέρει ἀμεσώτερον ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας. Ἡμεῖς ὑπέστημεν, Κύριοι, τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου τοῦ 1897, ἡμεῖς ὑφιστάμεθα καθ’ ἑκάστην τὰς ταλαιπωρίας τῆς καταστάσεως καὶ δι’ αὐτὸ ἡμεῖς πρῶτοι ᾐσθάνθημεν τὴν ἀνάγκην, ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιηθῶμεν καὶ δι’ αὐτὸ πρωτίστως εἰς τὴν Θεσσαλίαν θὰ ἴδητε, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς παράγων ἐγεννήθη ὑπὸ ἄλλας ἐντελῶς βάσεις. Ἐκεῖ δὲν ὑπήρξαμεν ὑποψήφιοι ὑποδειχθέντες αὐτοβούλως, ἀλλὰ κληρωτοί, οἱ ὁποῖοι ἐκληρώθημεν κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ λαοῦ ὀργανωθέντος εἰς συλλόγους καὶ πολιτικὰς ὁμάδας (Χειροκροτήματα). Ἡμεῖς οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἐρχόμενοι δὲν ἐρχόμεθα ὑπὸ τὸ καθεστὼς τὸ παρελθὸν καθ’ ὃ οἱ ἐκλέξιμοι ἐθεώρουν ὡς δικαίωμα τὸ πολιτεύεσθαι· ἤλθομεν εἰλικρινῶς καὶ ἀδόλως ὡς κληρωτοὶ καὶ ὡς κληρωτοὶ ἐκλήθημεν, καὶ δι’ αὐτὸ παρατηρεῖται ἡ ἀτέλεια, ἡ ὁποία παρετηρήθη ἐνταῦθα περὶ τὴν κατὰ γράμμα τήρησιν τῶν νομικῶν διατυπώσεων ὑπὸ τῶν δύο συναδέλφων μας. Οἱ νομοθέται μας, κατὰ τὰς παρελθούσας Βουλάς, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν τοὺς κανονισμοὺς καὶ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους, ἐσκέφθησαν φαίνεται ὑπὸ τὸ πρίσμα, ὅτι τὸ ἐκλέγεσθαι εἶναι δικαίωμα, καὶ δι’ αὐτὸ παρατηροῦμεν μίαν ἀντινομίαν περίεργον, ἐφ’ ἧς θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας καὶ ἡ ὁποία θὰ λύσῃ τὸ αἴνιγμα. Ἀφοῦ ἐθέσαμεν ὡς βάσιν ὅτι τὸ ἐκλέγεσθαι εἶναι ὑποχρέωσις, ἥτις κατὰ τοὺς ἐκλογικοὺς νόμους ἐκδηλοῦται διὰ 12 ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τοὺς ὑποψηφίους, πῶς θέλετε ὁ ἐκλέξιμος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἀνακηρύξεώς του ὅτι εἶναι ἐκλέξιμος, νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν τῆς ἀνακηρύξεως καὶ νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν νὰ παραιτηθῇ πρὸ τῆς ἀνακηρύξεως; Πῶς θέλετε καὶ πῶς δύναμαι νὰ μὴ κακίσω τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὑπὸ πνεῦμα ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος, ὑπὸ πνεῦμα ὅλως ἀντίθετον πάσης ἐλευθερίας, θεωρεῖ τὴν ἐκλογὴν ὡς δικαίωμα καὶ ἔρχεται καὶ νομίζει, ὅτι ὀφείλει ὁ ἐκλέξιμος ὁ ἔχων ἔλλειψίν τινα προσόντων ἢ θέσιν τινὰ ἀσυμβίβαστον νὰ παραιτηθῇ ὡρισμένας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς. Ποῦ θέλετε νὰ γνωρίζῃ αὐτὸς ὁ ἐκλέξιμος, τὸν ὁποῖον ἄλλοι ὑπέδειξαν χωρὶς οὗτος νὰ φαντασθῇ κἂν ὅτι μέλλει νὰ προβληθῇ ἡ ὑποψηφιότης του, ὅτι πρόκειται νὰ ἐκλεχθῇ, ἵνα παραιτηθῇ ἀπὸ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχει; Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς νὰ θέλῃ νὰ κακίσῃ τοὺς δύο συναδέλφους καὶ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν ἐκλογήν των ἀκυρωτέαν, διότι εἶχον ἄλλα ἀξιώματα. Ἦλθεν ὁ τελευταῖος νόμος, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἡ ἀνακήρυξις γίνεται πρὸ 15 ἡμερῶν, ἡ ὑπόδειξις δὲ πρὸ 16 ἡμερῶν. Αὐτοὶ κοιμώμενοι εἰς τὸ σπίτι των ἐξύπνησαν ὡς ὑποψήφιοι ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ των. Ἐτέθησαν αἱ κάλπαι των, κατετέθη τὸ χρῆμα διὰ ξένης χειρός, δὲν ἀνεμίχθησαν εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ εὑρέθησαν Βουλευταὶ μετὰ ἐκλογὴν πανηγυρικὴν διὰ πλειονοψηφίας 13,000 ψήφων. Πῶς ἠθέλετε νὰ ἐκτελέσωσι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς παραιτήσεως, ἀφοῦ αὐτοὶ δὲν εἶχον οὔτε ἰδέαν, ὅτι θὰ ἦσαν ὑποψήφιοι; Πῶς ἠθέλετε νὰ φαντασθῶσι καὶ νὰ ἐκτελέσωσι μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλλεν αὐτοῖς ὁ νόμος, ὅπως τὴν ἐπέβαλλεν; Ἰδοὺ ὁ κυριώτερος σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον σεῖς, δικάζοντες οὐχὶ ὡς τακτικοὶ δικασταί, ἀλλὰ ὡς ἔνορκοι δικασταί, δὲν δύνασθε παρὰ νὰ ἀποφανθῆτε ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, διότι ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν εἶναι ἀμίαντος, ἀνόθευτος, ἄδολος, διότι παρουσιάζει τὸ καταπληκτικὸν ἀποτέλεσμα, ὅλοι οἱ ἐπιτυχόντες νὰ ἔχωσι μίαν τοιαύτην διαφορὰν μεταξύ των, ὥστε οἱ πλεῖστοι τῶν ἐπιτυχόντων νὰ μὴ ἔχωσι εἰμὴ 4,000 ψήφους μελαίνας. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἢ νὰ θελήσωμεν νὰ φανῶμεν εἰς τὴν κατὰ γράμμα τήρησιν τῶν νόμων λίαν ἐπιεικεῖς. Δὲν πρέπει νὰ θελήσωμεν νὰ κρίνωμεν τὰ προσόντα ἐκ τοῦ νόμου μὲ πλείονα αὐστηρότητα παρ’ ὅσην ἐκρίναμεν εἰς ἄλλας περιστάσεις, καὶ χθὲς καὶ σήμερον ὁμοίας. Προκειμένου περὶ τῶν δύο τούτων συναδέλφων ἔχομεν ἐν τῷ Συντάγματι τὸ ἄρθρον 70, τὸ ὁποῖον κανονίζει τοὺς λόγους ἀνικανότητος, ἔχομεν τὸ ἄρθρον 71, τὸ ὁποῖον κανονίζει τοὺς λόγους τοῦ ἀσυμβιβάστου, τὸ ἄρθρον 72, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὰς σχέσεις τοῦ ἀσυμβιβάστου. Ὅταν τύχῃ Βουλευτὴς νὰ λάβῃ τοιαύτην τινὰ θέσιν, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς ἀντίθετος πρὸς τὴν βουλευτικὴν ἰδιότητα μετὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ τὴν ἐπιτυχίαν, ἔρχεται τὸ ἄρθρον 72, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι, ἂν Βουλευτὴς διορισθῇ εἰς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀποδεχόμενος τὴν θέσιν ταύτην, χάνει τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ παρὰ μετὰ νέαν ἐκλογήν. Τὸ ἄρθρον 71 δὲν καθιεροῖ ἀνικανότητα, ἀλλὰ τὸ ἀσυμβίβαστον. Εἶναι ἀσυμβίβαστος ἡ θέσις τοῦ δημάρχου, ἂν συνυπάρχῃ μετὰ τῆς θέσεως τοῦ Βουλευτοῦ, ἀλλὰ τὸ ἀσυμβίβαστον δὲν εἶναι ἀνικανότης. Τὸ ἀσυμβίβαστον ὡς θεραπεύεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 72, οὕτω πως θὰ θεραπευθῇ καὶ διὰ τὸ ἄρθρον 71. Πλὴν τούτου ὁ ἐκλογικὸς νόμος τάσσει προθεσμίαν, ἡ ὁποία ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι οἱ δύο οὗτοι βουλευταὶ δὲν εἶχον κἂν εἰς τὸν νοῦν των, ὅτι ἤθελον ἀνακηρυχθῆ ὑποψήφιοι· ὑπεδείχθησαν ὑπὸ τρίτων, τὰ ἔξοδα κατεβλήθησαν ὑπὸ τρίτων χειρῶν καὶ αὐτοὶ ἔλαβον γνῶσιν τῆς ὑποψηφιότητός των μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν. Ἐκτὸς τούτου ὁ κ. Κουτσόπουλος, ὁ ὁποῖος ἦτο δήμαρχος καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο δυνατόν, ὡς σᾶς εἶπον, νὰ παραιτηθῇ πρότερον, μήπως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραιτηθῇ εἰς πᾶσαν στιγμήν; Μήπως, ἀφοῦ ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογή του, δὲν δύναται νὰ παραιτηθῇ;
§68ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ὑπέβαλε παραίτησιν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§69Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι νέος ἐμπαιγμός.
§70Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἐμπαιγμός, κύριε συνάδελφε.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἐνταῦθα ἡ παραίτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§72Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ εἶχον ἀκούσει παρὰ τοῦ σεβαστοῦ συναδέλφου, ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς τὴν φράσιν, ἡ ὁποία ἐρρίφθη ἐναντίον μου, ὅτι εἶναι νέος ἐμπαιγμὸς ἡ ὑποβληθεῖσα παραίτησις ὑπὸ τοῦ κυρίου Βουλευτοῦ. Φρονῶ ὅτι, μετὰ τὸ προοίμιον τὸ ὁποῖον ἔκαμα, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ὑποστηρικταὶ τῶν νόμων καὶ ζητοῦμεν τὴν ἀνόρθωσιν καὶ τὴν στήριξιν τῶν θεσμῶν, ἦτο λίαν ἄδικον νὰ ῥιφθῇ ἐναντίον μου τοιαύτη μομφή. Ἡ αἴτησις ὑπεβλήθη τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅπως δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν στιγμήν, ἀλλὰ πάντοτε μεταγενεστέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁρίζει ὁ νόμος, τῶν 20 ἡμερῶν πρὸ τῆς ψηφοφορίας. Ὑπεβλήθη ὀψίμως, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἀφοῦ δὲν ἐγνώριζεν ὁ δήμαρχος τὴν ὑποψηφιότητά του.
§73Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ δημάρχου καὶ ὑποθέτω, ὅτι πρὸς αὐτὸν ἀπεστάλη τὸ πρόγραμμα τοῦ νομάρχου, ὑποθέτω ὅτι πρὸς αὐτὸν ἀπεστάλησαν τὰ ἐκλογικὰ εἴδη, ὑποθέτω δὲ συγχρόνως, ὅτι αὐτὸς ἐγνώριζεν ὅτι μεταξὺ τῶν ὀνομάτων τῶν ὑποψηφίων τοῦ νομοῦ Λαρίσης περιείχετο καὶ τὸ ἰδικόν του.
§74Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ γεγονότα εἶναι μεταγενέστερα τῆς ἀνακηρύξεως.
§75Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ πρόγραμμα δὲν ἦτο μεταγενέστερον.
§76Ι. ΧΡΥΣΟΒΕΛΟΝΗΣ. Ὁ κ. Κουτσόπουλος θὰ ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποψηφιότητός του ἐκ τοῦ προγράμματος αὐτοῦ. Προκειμένου περὶ τοῦ κ. Δάλλα, οὗτος ἔχει καὶ ἕτερά τινα ὑπὲρ αὐτοῦ. Πρῶτον ἔχει τὸ γεγονός, ὅτι ἡ θέσις τοῦ συμβολαιογράφου δὲν ἀναφέρεται ὡς λόγος ἀσυμβιβάστου ἐν τῷ Συντάγματι, παρεκτὸς δὲ τούτου ἔχει καὶ ἕτερον λόγον, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ τελευταίου νόμου εἶναι τὸ ἑξῆς: Τὸ ζήτημα ἀναφέρεται εἰς τὸν ἐπηρεασμόν, δὲν δύναται δὲ νὰ θεωρηθῇ ὅτι συμβολαιογράφος Ἀθηνῶν ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς τοῦ νομοῦ Λαρίσης, ἀπεχούσης τῶν Ἀθηνῶν παρασάγγας ὅλους. Ἑπομένως οὐδεὶς ἐπηρεασμὸς ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ, οὔτε δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ θέσις τοῦ συμβολαιογράφου ὡς ἀποκλείουσα τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Φρονῶ, ὅτι κρίνοντες ὡς ἔνορκοι δικασταί, δὲν δύνασθε ἢ νὰ κυρώσητε τὴν ἐκλογὴν τῶν δύο τούτων συναδέλφων, ἀφοῦ προηγουμένως ἀποφανθῆτε περὶ τῆς τύχης τῆς ἐκλογῆς καὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τῶν ἄλλων 22 συναδέλφων, ὡς ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐκλογῶν, ἀφοῦ ἀποφανθῶμεν ὅτι τῶν 22 ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔγκυρος, τότε θὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα καὶ τοῦ κ. Κουτσοπούλου. (Χειροκροτήματα).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τριανταφυλλίδης.
§78Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὁ ἀντιλέγων, ἂς ὁμιλήσῃ καὶ ἐγὼ ὁμιλῶ κατόπιν.
§79ΙΩ. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἠδύνατο νὰ δοθῇ ὑπὸ τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὀρθῶς καὶ εὐφυῶς ὑπέδειξεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, λύσις τοῦ ζητήματος, δηλονότι τοῦ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τοὺς νόμους ἐπιεικῶς, ἵνα εἰσαχθῶσιν οἱ δύο συνάδελφοι, ἐὰν τοῦτο ἠδύνατο νὰ γίνῃ, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, θὰ εἶχε καλῶς. Ἀλλὰ βλέπω φανερῶς, ὅτι τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ στηριχθῇ εἰς τὸν νόμον. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ στραγγαλισθῇ ὁπωσδήποτε ἐλαφρῶς ὁ νόμος, ὅτε ἠδύνατό τις νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος θέλει νὰ ψηφίσωμεν, ὅπως εἰσέλθωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι. Βεβαίως τὸ θέμα δὲν εἶναι συζητήσιμον, ἂν ἡμεῖς εἴχομεν δικαίωμα νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ κρίνωμεν τοὺς νόμους ἐπιεικῶς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν περιωρίσθη εἰς τὴν ἐξέτασιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἐξῆλθε, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ νόμου, ὡς ἔνορκοι δικασταὶ νὰ ἀποφασίσωμεν, ὅπως εἰσέλθωσιν ἐνταῦθα οἱ ἐκλεγέντες, τοῦτο, Κύριοι, μὲ ἠνάγκασε νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα φέρω ἐπὶ τούτου τὴν γνώμην μου. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, δὲν ἠξεύρω πόθεν ἠρύσθη τὴν γνώμην, ὅτι τὸ ἐκλέγεσθαι εἶναι ὑποχρέωσις καὶ ὄχι δικαίωμα. Βεβαίως εἶναι δυνατόν τις νὰ κρίνῃ ἐκ τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ Συντάγματος, ὅτι, ἐπειδὴ προτείνεται ἀπὸ τοὺς ἐκλογεῖς καὶ ἐπειδὴ οἱ ἐκλογεῖς καταβάλλουσι τὸ ἀντισήκωμα τὸ ἐκλογικόν, βεβαίως ἠδύνατό τις νὰ φθάσῃ δικηγορικῶς ἑρμηνεύων τὴν διάταξιν αὐτήν, εἰς τὸ νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ἐκλέγεσθαι εἶναι ὑποχρέωσις. Ἀλλ’ εἴτε ὑποχρέωσις εἶναι, εἴτε δικαίωμα, ἡμεῖς ὀφείλομεν, ὡς ἔνορκοι δικασταί, νὰ δικάσωμεν συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους. Τί λέγουσιν οἱ νόμοι; Καὶ πρωτίστως τί λέγει ὁ Καταστατικὸς ἡμῶν Χάρτης; Ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ δημάρχου πρὸς τὰ τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα. Σεῖς ἐν τούτοις, ἐναντίον τῆς διατάξεως αὐτῆς, θέλετε νὰ συμβιβάσητε ταῦτα. Καὶ διατί; Διότι ὁ ἐπελθὼν νόμος ὁ ἐκλογικὸς ἀπῄτησε, κακῶς κατὰ τὴν γνώμην μου, ἀπῄτησε πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς αἰτήσεως περὶ ἀνακηρύξεως, νὰ παραιτηθῇ ὁ δήμαρχος. Βεβαίως πιθανὸν ὁ νόμος ἐκεῖνος νὰ εἶναι ἐλαττωματικός, καὶ εἶναι....
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι· τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου εἶναι ὀρθόν.
§81ΙΩ. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. .. διότι ἀπαιτεῖ προηγουμένην παραίτησιν καὶ ἡ ὑποβολὴ τῆς αἰτήσεως ἐπέρχεται. Ἐν τούτοις εἶναι νόμος, καὶ νόμος στηριζόμενος ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἄχρι τοῦδε τί ἐκράτει; Πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος, ἵνα δύναται νὰ ἐκλεγῇ, ὤφειλε νὰ παραιτηθῇ πρὸ 40 ἡμερῶν, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἀνακήρυξις πότε ἐγίνετο; Πρὸ 25 ἡμερῶν. Πιθανὸν ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ νὰ ὑπάρχῃ τι τὸ ἀνώμαλον, τὸ πρωθύστερον, ἀλλ’ ὅταν καταρτισθῶμεν εἰς Σῶμα, καὶ ἐπειδὴ σεῖς οἱ νέοι ἔχετε σκοπὸν τὰ πάντα νὰ ἀνορθώσητε, νὰ λάβητε μέριμναν καὶ περὶ τοῦ νόμου τούτου, διότι ὁμολογουμένως παρατηρεῖταί τι τὸ ἀνώμαλον. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅμως ἀπὸ τοῦ πρώτου ἐκλογικοῦ νόμου ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία. Εἴτε λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, ἀτυχῶς οἱ δύο ἀξιότιμοι συνάδελφοι δὲν δύνανται νὰ παρακάθηνται μεθ’ ἡμῶν. Ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω τὸν ἕτερον τῶν συναδέλφων, ὁ ὁποῖος καὶ ἱκανότητα μεγάλην ἔχει καὶ λίαν εὐφυής ἐστὶ καὶ θὰ δοθῇ καιρός, λόγῳ τῶν ἀρετῶν του αὐτῶν, νὰ ἐκλεγῇ πάλιν. Ἀλλὰ πάντες ὅμως ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι φωνάζετε καὶ ἐπιμένετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ στραγγαλισθῇ οὐδεμία διάταξις τοῦ νόμου, πρῶτοι σεῖς πρέπει νὰ εἴπητε ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι πρέπει νὰ παραιτηθῶσι καὶ ἐκλεγῶσιν ἐκ νέου.
§82Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Μετὰ λύπης παρατηρῶ, κύριοι Πληρεξούσιοι, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅσοι ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἀντεπροσώπευσαν καὶ ἐκυβέρνησαν τὸν τόπον, μεταχειρίζονται κατὰ πᾶσαν τὴν φρασεολογίαν των σαρκασμοὺς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες τὸ πρῶτον ἐτιμήθησαν ὑπὸ τοῦ κυριάρχου λαοῦ μὲ τὴν ἐντολὴν τοῦ ἀντιπροσώπου. Μᾶς σκώπτουσι καθ’ ἑκάστην, εἰρωνεύονται τὴν ἀποστολήν μας, λησμονοῦντες, ὅτι ἂν ἀμαθεῖς, ἄπειροι καὶ ἀνάξιοι ἐξελέγημεν ἀπὸ τὸν λαόν, πταίουσι διὰ τοῦτο οἱ σοφοὶ καὶ οἱ ἱκανοί, οἵτινες ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἀντιπροσωπεύσαντες καὶ κυβερνήσαντες τὸν τόπον, ἐδημιούργησαν ἐρείπια καὶ καταστροφάς, ὥστε νὰ στραφῇ ὁ λαὸς καὶ πρὸς ἡμᾶς τοὺς ἀναξίους. (Χειροκροτήματα). Εἴχομεν ἐν τούτοις τὴν ἐλπίδα, ὅτι ἠθέλομεν τύχει εὐμενείας, ἢ τοὐλάχιστον ἐπιεικείας ἐκ μέρους τῶν πρεσβυτέρων, καὶ ἠθέλομεν χειραγωγηθῆ εἰς τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν δυσχερῶν καθηκόντων μας, ἅτινα καθιστᾷ δυσχερέστερα ἡ ἀπειρία μας. Διότι δὲν ἤλθομεν μὲ τὴν ἀξίωσιν νὰ γίνωμεν διδάσκαλοι, ἀλλὰ μαθηταὶ τῶν παλαιῶν, οἵτινες τόσον εὐδοκίμως ἐκυβέρνησαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας, καὶ τόσον ἐπιδεξίως ὡδήγησαν τὴν χώραν εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς ἐπαναστάσεως. Κατὰ συνέπειαν τὰ σκώμματα καὶ αἱ εἰρωνίαι, αἵτινες ἀπὸ χθὲς ἀκούονται ἐναντίον ἡμῶν τῶν νέων, τῶν μὴ ἐχόντων τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν εὐγενῆ καταγωγήν, ἣν ἴσως ἄλλοι, ἀποκλεισθέντες τῆς αἰθούσης ταύτης ἀπὸ θελήσεως τοῦ Κυριάρχου λαοῦ, ἐκέκτηντο, δὲν ἁρμόζουσι εἰς σοβαροὺς ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἄλλα ὠφελιμώτερα στάδια, ὅπως ἐπιδείξωσι τὴν εὐφυΐαν καὶ εὐστροφίαν, ἥτις τοὺς διακρίνει. Τὸ σύστημα μάλιστα τοῦτο τῆς εἰρωνίας κατὰ πάντων τῶν νέων ἀνθρώπων τῆς Βουλῆς, ἐπιστρέφει ἐναντίον των τὴν καθ’ ἡμῶν ἐκτοξευομένην κατηγορίαν, ὅτι δὲν εὐλαβούμεθα τὴν ἡλικίαν καὶ τὰς πολυετεῖς πρὸς τὴν πατρίδα ὑπηρεσίας των, καὶ καταστρέφει τὰς ἐλπίδας, ἃς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ τῶν ἐργασιῶν τοῦ συνεδρίου τούτου ἐστήριξεν.
§83Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ποῖος σᾶς εἰρωνεύθη;
§84Σ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ. Μᾶς εἰρωνεύθησαν πολυσέβαστοι συνάδελφοι χθὲς καὶ σήμερον, λέγοντες: «Σεῖς οἱ νέοι ἄνδρες! οἱ ὁποῖοι ἤλθετε ν’ ἀναστηλώσητε τὰ πάντα, σεῖς οἱ ὁποῖοι ἤλθετε νὰ σώσητε τὴν πατρίδα, σεῖς ζητεῖτε τὴν καταπάτησιν τῶν νόμων;» Τοιαῦτα ἠκούσαμεν ἀπὸ τοὺς κ. κ. Ῥάλλην, Δραγούμην καὶ ἄλλους. Καὶ τίνος νόμου τὴν καταπάτησιν ἐζητήσαμεν, ὅπως γίνωμεν ἄξιοι τῶν κεραυνοβόλων ἐπιπλήξεων τῶν προαγορευσάντων; Σέβομαι, Κύριοι, καὶ τιμῶ τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτήν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἔσπευσε πολὺ εἰς τοὺς καθ’ ἡμῶν ἀφορισμούς του. Ὅταν ὁ κ. Ῥάλλης ἔλεγε χθὲς πρὸς ἡμᾶς «Σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἤλθετε ν’ ἀναστηλώσητε τοὺς νόμους, πῶς τολμᾶτε νὰ τοὺς καταλύσητε;» οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν τῶν Θεσσαλῶν εἶχεν ἀκόμη ὁμιλήσει, διὰ νὰ μάθῃ τὰς περὶ τῆς ἐκλογῆς γνώμας καὶ διαθέσεις μας, οὐδ’ ὑπῆρχε κἂν ἔνστασις ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς Λαρίσης, οὔτε ὑπεβλήθη τοιαύτη ἐνώπιον τοῦ τμήματος, ὅπως συμπεράνῃ ὅτι ἐσκεπτόμεθα τὴν κατάλυσιν τῶν νόμων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων τόσον γενναίως ἐξεστράτευσεν. Ἄρα ἐπετέθη καθ’ ἡμῶν ἐκ προκαταβολῆς καὶ ἐκ προφητείας. Ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἠκούσαμεν ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ ἰδίου τὸ πρῶτον ἔνστασιν κατὰ δύο συναδέλφων μας, ὅτε εἴδομεν τὸν κ. Ῥάλλην υἱοθετοῦντα τὴν ἀδέσποτον ἔνστασιν τοῦ ἀνυπάρκτου Κούκου, ἐσπεύσαμεν τότε ν’ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς, ὄχι πρὸς καταπάτησιν τῶν νόμων, ἀλλὰ διὰ νὰ φωτίσωμεν τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐφαρμόσῃ δικαιοσύνην καὶ νὰ ἐρμηνεύσῃ ἀπροκαταλήπτως τὸν νόμον, ὡς ἔπραξε καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅταν ἐκινδύνευε ν’ ἀκυρωθῇ ἕνεκα νοθείας ἡ ἐνδιαφέρουσα αὐτὸν ἐκλογὴ Ἀρκαδίας.—Ζητοῦμεν νὰ ἐφαρμόσητε τὰ ἴδια μέτρα καὶ σταθμά, δὲν θέλομεν νὰ παρανομήσητε ὑπὲρ ἡμῶν, ἀλλὰ ἀξιοῦμεν νὰ μὴ μᾶς ἀδικήσητε ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι μένομεν μακρὰν πάσης προστασίας τῶν κομμάτων. (Χειροκροτήματα). Δὲν εὐθυνόμεθα δι’ ὅσα λέγονται παρ’ ἄλλων, οἵτινες ἴσως ἔχουσι μαζῆ σας παλαιὰς γνωριμίας καὶ ἐκκρεμεῖς λογαριασμούς· ἡμεῖς ἐστάλημεν, ὅπως διερμηνεύσωμεν τὰ δεινοπαθήματα τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ καὶ ἐπικαλεσθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἔθνους, ἤλθομεν νὰ φωτίσωμεν καὶ ὄχι νὰ καταλύσωμεν τοὺς νόμους ἢ τὴν τάξιν. Λυποῦμαι, διότι εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερασπισθῶ τὴν ἀνόθευτον ἐκλογὴν Λαρίσης, καὶ ν’ ἀποκρούσω τὸν πολυσέβαστον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, οὗτινος ἡ πικρία τῆς γλώσσης δικαιολογεῖται ἕνεκα τῆς κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἀποτυχίας μέλους τῆς οἰκογενείας του! Εἴμεθα κατ’ ἐξοχὴν νομιμόφρονες. Ἂν οἱ κείμενοι νόμοι ἀληθῶς ἐπιβάλλουσι τὴν ἀποπομπὴν τῶν δύο συναδέλφων, ὅταν ἐκ τῆς συζητήσεως πεισθῶμεν περὶ τούτου, ἢ ὅταν ἡ γνώμη τῶν περισσοτέρων ἀποφανθῇ, ὅτι τοιοῦτον εἶναι τὸ κέλευσμα τῶν νόμων, ἀγογγύστως θέλομεν ἀποδεχθῆ τὸν ἀκρωτηριασμὸν τῆς ἀντιπροσωπείας μας, καὶ τοιουτοτρόπως διαψεύδεται ἡ μομφή, ὅτι ἤλθομεν οἱ Θεσσαλοὶ μὲ διαθέσεις καταλύσεως τῶν νόμων!! Ταῦτα ἐθεώρησα ἐπιβεβλημένον νὰ παρατηρήσω εἰς τὰς κατὰ τῶν νέων ἀνδρῶν ἀφθόνους εἰρωνίας. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Καλούτσης μᾶς κατέκρινεν εἰδικώτερον, ὅτι δῆθεν καυχώμεθα ἢ ἐκαυχήθημεν νὰ σωφρωνίσωμεν πάντας τοὺς μέχρι τοῦδε πολιτευθέντας!! Ἀπαντῶ εἰς αὐτόν, ὅτι ἀληθῶς ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέστειλε νέους ἄνδρας, ὅπως συνεργασθῶμεν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν νοσούντων πραγμάτων τῆς πολιτείας. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐντολῇ ταύτῃ δὲν ἐμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ σωφρονισμοῦ τῶν ἀδιορθώτων, καθ’ ὅσον, ἂν αἱ συμφοραὶ τῆς πατρίδος δὲν ἠδυνήθησαν νὰ σωφρονίσωσι τινάς, πῶς ἠδύναντο νὰ διορθώσωσιν οἱ νέοι ἄνδρες τοὺς ἀδιορθώτους; (Χειροκροτήματα). Εἰσέρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα, ὅπερ μᾶς ἀπασχολεῖ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς αὐστηρᾶς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Δυνάμει τίνος νόμου θέλετε ν’ ἀποβάλωμεν τὸν δήμαρχον κ. Κουτσόπουλον καὶ τὸν συμβολαιογράφον Ἀθηνῶν κ. Δάλλαν ἐκ τῆς Συνελεύσεως; Μᾶς ἀπαντῶσιν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ῥάλλης, ὅτι ζητοῦσι τὴν ἀποπομπὴν δυνάμει τοῦ 70 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἐκλογικοῦ περὶ Βουλῆς νόμου! Τὸ Σύνταγμα ὅμως καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος ὁμιλοῦσι περὶ προσόντων καὶ περὶ ἀσυμβιβάστου τοῦ βουλευτοῦ. Εἴμεθα ἡμεῖς βουλευταὶ Βουλῆς; Εἶναι τὸ Συνέδριον τοῦτο Βουλή; Διὰ τοῦτο, ὅταν ἠγόρευεν ὁ πολυσέβαστος Πρωθυπουργὸς ἠρώτησα αὐτόν· «Φρονεῖτε ὅτι τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰ μέλη τοῦ παρόντος Συνεδρίου;» Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπέλαβεν, ὅτι ἤθελον νὰ χαρακτηρίσω τὸ Σῶμα ὡς συντακτικόν. Ἠδυνάμην βεβαίως καὶ τοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῶ, διότι πρὸ δέκα ἡμερῶν ἀπεφάνθημεν, ὅτι θὰ μένῃ ἐκκρεμὴς καὶ ἀδίκαστος ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἐγὼ ἔρχομαι εἰς τὰ ἰδικά σας χαρακώματα, δέχομαι τουτέστι προσωρινῶς τὴν ἰδικήν σας ἐκδοχήν, ὅτι τὸ Σῶμα εἶναι Διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή. Καὶ πάλιν ἐρωτῶ: Ἡ Διπλῆ Βουλή, εἶναι τὸ ἴδιον ἢ ὅμοιον Σῶμα μὲ τὴν Βουλήν, δι’ ἣν ἐνομοθετήθησαν τὰ ἀνωτέρω προσόντα; Ἀναντιρήτως ὄχι· διότι ἄλλα τὰ καθήκοντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, καὶ ἄλλα τὰ καθήκοντα καὶ δικαιώματα τῆς Διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς. Ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ, δίδει Κυβέρνησιν, ἐλέγχει τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἐν ᾧ κατὰ τὸ ἄρθρον 108 τοῦ Συντάγματος ἡ διπλῆ Βουλὴ ἔχει εἰδικὴν καὶ ἀποκλειστικὴν ἐξουσίαν, ν’ ἀναθεωρήσῃ καθωρισμένας καὶ μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ πλέον οὔ. Οὔτε νομοθετεῖ, οὔτε ἐλέγχει, οὔτε ἐκτελεῖ ἔργα Βουλῆς. Καὶ ἅμα προφανῶς πρόκειται περὶ ἄλλου Σώματος, ἐρωτῶ· ὑπάρχει κανονισμός, ὑπάρχει νόμος καθορίζων τὰ προσόντα τῶν μελῶν τοῦ ἀναθεωρητικοῦ Σώματος; Δὲν ὑπάρχει. Πῶς λοιπὸν λαμβάνετε τὰ προσόντα τοῦ Βουλευτοῦ, διὰ νὰ τὰ ἐφαρμόσητε αὐθαιρέτως εἰς τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν; (Χειροκροτήματα). Καὶ ἂν ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ ὁρίσῃ καὶ διὰ τὰ μέλη τῆς Ἀναθεωρητικῆς προσόντα ἀσυμβιβάστου, πιστεύετε, κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι ἤθελε ἀποκλείσει τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους, ἤτοι καθηγητὰς Πανεπιστημίου, Ἀρειοπαγίτας, Νομικοὺς Συμβούλους, ἀνωτάτους ὑπαλλήλους, Δημάρχους κλπ., ἀπὸ τὴν καθαρῶς ἐπιστημονικὴν ἐργασίαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ πολιτεύματος; Καὶ δὲν εἶναι ὀρθότερον νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἤθελε καθιερώσει ἀντίθετον κανόνα διὰ τὰ μέλη τῆς Ἀναθεωρητικῆς, διότι δὲν συντρέχει ἡ δυσπιστία, ἡ ὁποία ὑφίσταται διὰ τοὺς ἐμμίσθους ὑπαλλήλους ὡς μέλη τῆς τακτικῆς Βουλῆς; Ἰδοὺ ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις νόμου διὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, καὶ καταπίπτει πρόρριζα τὸ οἰκοδόμημα τοῦ σεβαστοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἵτινες ἔκρουσαν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου τῆς Πολιτείας, ἂν κατεπατεῖτο ὁ ἀνύπαρκτος νόμος περὶ ἀσυμβιβάστου, καὶ ἀποδεικνύεται ἀβάσιμος ἡ μομφή, ὅτι οἱ νέοι ἄνδρες μελετῶμεν τὴν κατάλυσιν τῶν νόμων. Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι πληρεξούσιοι, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν δικαστικῶν ὑμῶν καθηκόντων, νὰ καταδικάσητε ἄνευ νόμου ὁρίζοντος προσόντα τῆς Ἀναθεωρητικῆς, ἢ καθορίζοντος τὴν ἐξ ἀναλογίας ἐφαρμογὴν τῶν προσόντων τῆς Βουλῆς, νὰ καταδικάσητε δύο συναδέλφους, ν’ ἀποπέμψητε αὐτοὺς τῆς αἰθούσης, καὶ νὰ ἀκυρώσητε τὸ δημοψήφισμα τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ; Κατακρίνουσιν οἱ ἀντιλέγοντες τὸν δήμαρχον κ. Κουτσόπουλον, διότι δὲν παρῃτήθη τοῦ δημοτικοῦ ἀξιώματος. Οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἐπηρεάζονται προφανῶς ἀπὸ τὸ σύστημα τῶν συνήθων ὑποψηφιοτήτων. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ὑποψηφίων, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάσισαν νὰ ζητήσωσι τὰς ψήφους τῶν συνεπαρχιωτῶν των, βεβαίως οἱ δικαζόμενοι ἀντιπρόσωποι θὰ ἦσαν ἀδικαιολόγητοι. Εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης ὅμως ἐπεκράτησε νέον σύστημα καὶ ἐκ τοῦ συστήματος τούτου προῆλθεν ἡ ἀκουσία ὑποψηφιότης τῶν δύο συναδέλφων μας. Ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας διωργανώθη εἰς πολιτικοὺς Συλλόγους καὶ Σωματεῖα καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἐνασκήσῃ διὰ τῶν ἑνώσεων τούτων τὴν πρότασιν τῶν ὑποψηφίων. Ὥστε οἱ ὑπὸ τῶν συλλόγων προταθέντες ἠγνόουν τὴν πρότασιν αὐτῶν καὶ κατὰ συνέπειαν ἦτο εἰς αὐτοὺς ἀδύνατον νὰ προπαραιτηθῶσιν. Οὕτω ἐσκέφθη, ἰδιορρύθμως ἴσως, ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας. Ὅλοι οἱ ὑποψήφιοι τοῦ νομοῦ προῆλθον ἐκ τῆς προτάσεως τῶν Πολιτικῶν Συλλόγων, τῶν Συντεχνιῶν καὶ τῶν Σωματείων καὶ αἱ ἑνώσεις αὗται διεξήγαγον ὅλην τὴν προεκλογικὴν ἐργασίαν καὶ οὐδόλως εἰς ταύτην ἀνεμίχθη ὁ ἐν Ἀθήναις συμβολαιογράφος κ. Δάλλας καὶ ὁ βαρέως ἀσθενῶν τότε δήμαρχος κ. Κουτσόπουλος. Ἄρα καὶ ἂν ἀκόμη δεχθῶμεν, ὅτι ὁ ἐκλογικὸς νόμος ἰσχύει καὶ διὰ τὴν Ἀναθεωρητικήν, ἦτο ἀδύνατος εἰς τοὺς ὑποψηφίους ἡ παραίτησις 10 ἡμέρας πρὸ τῆς ἀγνώστου εἰς αὐτοὺς ἀνακηρύξεως. Ὅτε δὲ ἔχετε ἐνώπιόν σας τοιοῦτον ἀνεφάρμοστον νόμον, ἐκτελοῦντες καθήκοντα δικαστικά, καὶ ἀφοῦ τὸ Σῶμα καὶ ὡς Ἀναθεωρητικὴ ἀκόμη Βουλὴ ἔχει δικαίωμα ν’ ἀναθεωρήσῃ καὶ νὰ μεταρρυθμίσῃ καὶ αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, δυνάμει τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ μᾶς ἀποπέμψητε, ὅτε ἐπὶ τέλους ὑπάρχει τοσαύτη ἀβεβαιότης περὶ τοῦ τί ἰσχύει, καὶ κατὰ πόσον ἰσχύει, θὰ εὑρεθῇ μεταξὺ ὑμῶν Βουλευτής, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ ψῆφον ἀκυρωτικὴν ἐναντίον τῶν συναδέλφων τούτων; Διεκήρυξαν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ὅτι αὐστηρῶς πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται οἱ νόμοι· ἀλλὰ λυποῦμαι νὰ λέγωνται τοιαῦτα καὶ νὰ ἐπικρινώμεθα οἱ Θεσσαλοί, ἐνῷ πρὸ τῶν ὀμμάτων μας καὶ καθ’ ἑκάστην στιγμὴν καταπατοῦνται καὶ παραβιάζονται οὐσιωδέσταται διατάξεις τοῦ Πολιτεύματος, πρωτοστατούντων τῶν κοπτομένων ὑπὲρ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων. Κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας δὲν κατεπατήσαμεν τὴν περὶ ἡλικίας τῶν Βουλευτῶν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Πρὸ ὀλίγου δὲν ἐπεκυρώσατε τὴν νόθον ἐκλογὴν Ἀρκαδίας; Ἀλλ’ οἱ ἀνήλικοι ὑπῆρχον εἰς ὅλα τὰ κόμματα καὶ ἐγένετο σιωπηρὰ συναλλαγὴ ἀμοιβαίας καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ μόνον διὰ τοὺς Θεσσαλοὺς εὑρίσκουσιν ἀπαίσιον τὸ παρακάμπτειν ἀσαφῆ καὶ ἀμφισβητήσιμον νόμον, καὶ θέλουσι νὰ καταδικάσωσι τὸν λαὸν εἰς νέας ἐκλογὰς, ἐνῷ λίαν ἀκροσφαλὴς εἶναι ἡ θέσις τῆς Θεσσαλίας καὶ ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι πολὺ σύντομος ἔσεται ὁ βίος τῆς παρούσης Βουλῆς, ἐνῷ ἀκόμη, εἶναι σχεδὸν βέβαιον ὅτι, ὅταν φθάσῃ ὁ λαὸς νὰ στείλῃ νέους ἀντιπροσώπους, ἡ Βουλὴ αὐτὴ δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἐν τῇ ζωῇ, καὶ τότε καταλήγομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι ἡ ἀκύρωσις τῶν δύο ἐκλογῶν θὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν δύο ἀντιπροσώπους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ βουλεύωνται μαζὶ μὲ ἡμᾶς διὰ τὴν τύχην τῆς Θεσσαλίας καὶ διὰ τὴν τύχην τῆς ὅλης Πατρίδος. Ἐλπίζω ὅθεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν θὰ πιστοποιήσῃ διὰ τῆς ἀποφάσεώς της, ὅτι ἄλλα μέτρα ἐφαρμόζει διὰ τὸ ἄλλο Βασίλειον, καὶ ἄλλα διὰ τὴν Θεσσαλίαν (Χειροκροτήματα).
§85Ε. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Ἀρχαῖός τις σοφός, κύριοι Βουλευταί, ἵνα κατ’ Ἀγγελόπουλον ἄρξωμαι, διηγούμενος τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Θεὸς ἐδημιούργησε τὸν κόσμον, λέγει τὰ ἑξῆς: ὅτι «ἐξαντλήσας ὁ Θεὸς πάντα τὰ ὅπλα, μὲ τὰ ὁποῖα ὥπλισεν ὅλα τὰ ἄλλα ζῷα καὶ μὴ ἔχων νὰ ὁπλίσῃ πλέον τὸν ἄνθρωπον τὸν γυμνὸν ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ὡς ὅπλα τὴν δίκην καὶ τὴν αἰδῶ». Ἡ δίκη, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐκ τοῦ μέχρι τοῦδε δικαστικοῦ ἡμῶν ἔργου, κλαίει καὶ ὀδύρεται· ἀλλὰ καὶ τὴν αἰδῶ ἐγὼ βλέπω συγκινουμένην. Ἂς εὐχηθῶμεν, ἵνα μὴ καὶ αὕτη ἐκραγῇ εἰς ὀδυρμούς. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἔσχον τὴν τιμὴν ἤδη νὰ εἴπω πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι μολονότι εἶμαι συντακτικός, συντακτικώτατος, δὲν θεωρῶ τὸ Σύνταγμα κατηργημένον, διότι ἡ Συνέλευσις ἡ Συντακτικὴ ἔχει νὰ καταργήσῃ συνταγματικὰς διατάξεις ἢ νὰ προσθέσῃ συνταγματικὰς διατάξεις, νὰ συμπληρώσῃ καὶ μεταρρυθμίσῃ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Τοῦτο δὲ δὲν σημαίνει, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι κατηργημένον, καθὼς δὲν σημαίνει, ὅτι ἦσαν κατηργημένοι οἱ νόμοι, ὅτε ἤρχετο ἡ Βουλὴ ἔχουσα δικαίωμα νὰ καταργῇ τοὺς νόμους καὶ νὰ συμπληρώνῃ αὐτούς. Ἑπομένως θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς τὴν γνώμην μου διὰ τὴν ἐκλογὴν Λαρίσης, ὡς πρὸς τοὺς δύο Βουλευτάς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνταγματικῶν διατάξεων τῶν κειμένων. Ἀληθῶς ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 70, ὅπερ λέγει (ἀναγινώσκει): «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτής, ἀπαιτεῖται νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην ἐκ τῆς ἐπαρχίας, παρ’ ᾗ ἐκλέγεται, ἢ πρὸ δύο τοὐλάχιστον ἐτῶν ἐγκατεστημένος ἐν αὐτῇ, ἀπολαμβάνων πρὸ δύο ἐτῶν τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα, ἔχων συμπληρώσει τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα». Πρόκειται περὶ προσόντων τοῦ ἐκλεξίμου, προσόντων θετικῶν. Μετὰ τὸ ἄρθρον 70 ἔρχεται τὸ 71, τὸ ὁποῖον δὲν ἄρχεται μὲ τὸ «διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτής, ἀπαιτεῖται κτλ.», ἀλλ’ ἰδοὺ πῶς: «τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ». Ὑπάρχει τὸ ἀσυμβίβαστον ἢ δὲν ὑπάρχει καθ’ ὃν χρόνον εἶναί τις Βουλευτής, καθ’ ὃν χρόνον τουτέστιν ἐνεργεῖ τὰ ἔργα αὐτοῦ, τὰ καθήκοντα αὐτοῦ; Τότε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τὸ ἀσυμβίβαστον, ἄν τις τουτέστιν εἶναι Βουλευτὴς καὶ ἐκλεχθῇ Δήμαρχος, δὲν δύναται νὰ εἶναι ταυτοχρόνως Βουλευτὴς καὶ δήμαρχος. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται, τί προτιμᾷ; καὶ ἂν δηλώσῃ, ὅτι προτιμᾷ τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ, ὑποχρέωσιν ἔχει πάραυτα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παύσῃ αὐτὸν τῶν ἔργων τοῦ δημάρχου καὶ νὰ προσδιορίσῃ νέαν ἐκλογήν. Ἂν διωρίσθη δημόσιος ὑπάλληλος, ὑποχρέωσιν ἔχει νὰ δηλώσῃ, ἂν ἀποδέχεται τὴν θέσιν· καὶ ἂν ἀποδέχεται τὴν θέσιν τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, τότε παύει νὰ εἶναι Βουλευτής, διότι εἶναι ἀσυμβίβαστα τὰ ἔργα αὐτά, ὄχι ὅμως νὰ ἐκλεχθῇ. Ἀλλὰ πλὴν τούτου, Κύριοι, ἡ διάταξις προδήλως εἶναι διάταξις ἀπαγορευτική, καὶ ἂν ἐπετρέπετο διαλογικὴ συζήτησις, ἤθελον ἐρωτήσει πάντα νομικόν: αἱ διατάξεις αἱ ἀπαγορευτικαὶ εἶναι περιοριστικαὶ ἢ ὄχι; Καὶ ἀναμφιβόλως ἤθελεν ἀπαντήσει πᾶς νομικός, ὅτι αἱ διατάξεις αἱ ἀπαγορευτικαὶ εἶναι περιοριστικαί. Τοῦτο ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα, νὰ εἶναι ἀσυμβίβαστα τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὰ ἔργα τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, οὐχὶ δὲ καὶ τοῦ ἀμίσθου· περιοριστικῶς θὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν διάταξιν· τοῦτο καὶ μόνον ἠθέλησε τὸ Σύνταγμα· καὶ θὰ ἑρμηνεύσωμεν περιοριστικῶς τὴν διάταξιν, ὄχι δὲ μόνον διότι εἶναι ἀπαγορευτική, ἀλλὰ καὶ διότι εἶναι εὐρεῖα καθ’ ἑαυτὴν ἡ διάταξις. Ἴσως ἴσως δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα τόσον εὐρεῖαν ἔχον τὴν ἀπαγόρευσιν. Δὲν εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ παρατηρήσω ἂν ὑπάρχει τι Σύνταγμα, ἔχον εὐρυτέραν καθ’ ἑαυτὴν διάταξιν, ἀλλά, καθ’ ὅσον γνωρίζω ἐκ πληθύος Συνταγμάτων, τόσον εὐρεῖα ἀπαγόρευσις δὲν ὑπάρχει, νὰ ἀποκλείῃ τουτέστι πάντας τοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους. Ἀφοῦ εἶναι λοιπὸν διάταξις ἀπαγορευτικὴ καὶ καθ’ ἑαυτὴν εὐρεῖα, ἑρμηνευτέα εἶναι ἀποκλειστικῶς καὶ στενῶς. Ἀφοῦ εἶναι τόσον εὐρεῖα καὶ ἀποκλειστικὴ ἡ συνταγματικὴ διάταξις, πῶς θέλετε νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ καθορίσῃ καὶ ἄλλην ἀπαγόρευσιν; Ὁ νόμος λοιπὸν ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς εἶναι νόμος καταφώρως ἀντισυνταγματικός, καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλῆται νόμον ἀντισυνταγματικόν, νόμον καταρτισθέντα, ὡς εἶναι πασίγνωστον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐπικαλοῦνται, τῇ ὑποδείξει ἑνὸς Βουλευτοῦ ἐκ Λεβαδείας καὶ ἑνὸς Βουλευτοῦ ἐκ Τυρνάβου, διὰ νὰ ἀποκλεισθῇ ὁ Δάλλας, συμβολαιογράφος Ἀθηνῶν, καὶ ὁ Γκορίτσας, συμβολαιογράφος Ἀθηνῶν ἐπίσης. Περὶ τοῦ συμβολαιογράφου ἑπομένως δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Περὶ τοῦ δημάρχου ὑπάρχει ἀσυμβίβαστον. Ἀλλὰ ποῖον ἀσυμβίβαστον; Εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐνασκῇ ταυτοχρόνως τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τοῦ δημάρχου. Ἐάν, ἐπικυρουμένης τῆς ἐκλογῆς του, ὁ κ. Κουτσόπουλος λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος τότε τί θέλει συμβῆ; Ἐκ τοῦ νόμου ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παύσῃ αὐτὸν ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ δημάρχου παραχρῆμα. Οὐδὲν ἄλλο θέλει συμβῆ, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύσῃ αὐτὸν θέσεως, τὴν ὁποίαν δὲν ἔδωκεν εἰς αὐτόν, διότι τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ ἔδωκεν εἰς αὐτὸν ὁ λαός. Ἡ θέσις τοῦ Βουλευτοῦ ἀνήκει εἰς αὐτὸν ἐκ τοῦ πολιτεύματος, ἀνήκει σήμερον, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐκ τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει μόνον δικαίωμα, ἐπικαλούμενος τὸν νόμον, νὰ παύσῃ αὐτὸν ἐκ τῆς θέσεως τοῦ δημάρχου. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀσυμβίβαστον· τὸ ἀσυμβίβαστον δὲν ὑπάρχει διὰ νὰ ἐκλεχθῇ, τὸ ἀσυμβίβαστον ὑπάρχει διὰ νὰ ἀσκῇ ταυτοχρόνως τὰ καθήκοντα τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ Βουλευτοῦ. Καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπικαλεσθῶσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες τὸν προορισμὸν ἡμῶν τῶν νέων Βουλευτῶν, ἐλθόντων ἐνταῦθα νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας, καὶ διὰ τοὺς λόγους τούτους ἀκόμη περισσότερον ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ συλλογισθῶσιν, ἐπαναλαμβάνω, τὴν αἰδῶ, διότι διαμαρτύρεται καὶ ἡ αἰδὼς καὶ ἐκσπᾷ εἰς θρήνους ἡ αἰδώς, ἂν ἀκυρωθῇ παρὰ τὸ Σύνταγμα ἡ ἐκλογὴ τῶν δύο Βουλευτῶν, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Ἂν χθὲς ἐστραγγαλίσατε παρὰ τὴν αἰδῶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος καὶ σήμερον ἀκόμη εἶσθε διατεθειμένοι νὰ τὴν στραγγαλίσητε καὶ αὔριον...
§86ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Τὴν ἐστραγγαλίσατε καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκάματε τὴν δήλωσιν ἐκείνην.
§87ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν ἔκαμα δήλωσιν ἐγώ. Ἔκαμα ἁπλῶς δήλωσιν περὶ τοῦ ποίαν ἀντελαμβανόμην τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως καὶ εἶπον ὅτι, ἐὰν δὲν ἀντελαμβανόμην τοιαύτην τὴν γνώμην τῆς Συνελεύσεως, ἤθελον λάβει τὸν λόγον. Δηλῶν δὲ τοῦτο ἔλεγον σαφῶς ποίαν εἶχον γνώμην. Ἀλλὰ συγχρόνως ἔλεγον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιττολογῶ.
§88ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Ἕκαστος νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἰδίαν γνώμην.
§89ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Τὴν εἶπον τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ στραγγαλισθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη. Ἀλλά, ἐὰν ἠρχόμην νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μού διὰ μακρῶν, θὰ ἐπεριττολόγουν.
§90ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἴπετε καὶ ἐπὶ πλέον, κύριε συνάδελφε, ὅτι προσδοκᾶτε τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ μετέπειτα.
§91ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Βεβαιότατα. Διότι διεπράχθη ἡ παρανομία, διεπράχθη ἡ ἀντισυνταγματικότης. Τοῦτο λέγω καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην. Κλαίει ἡ δίκη, ἂς μὴ κλαύσῃ καὶ ἡ αἰδώς.
§92ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸς εἶναι συμβιβασμός.
§93ΕΥΣΤΡ. ΚΟΥΛΟΥΜΒΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι συμβιβασμός. Διότι δὲν σημαίνει, ὅταν τις παρανομῇ, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι καὶ ἀναιδής. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία τῆς συνταγματικῆς διατάξεως, καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων ἐπερίττευον αἱ εἰρωνεῖαι ἐντελῶς, διότι ἡμᾶς τοὺς νέους ἄνδρας, κατακρίνοντας τὸ παρελθόν, μᾶς εἰρωνεύονται αἱ 250,000 Ἑλληνοπαίδων, τοὺς ὁποίους ἀγρία θερίζει ἐν Ἀμερικῇ ἡ φθίσις καὶ ἡ σύφιλις, διότι ἡμᾶς τοὺς νέους ἄνδρας, ἐρχομένους νὰ κατακρίνωμεν τὸ παρελθόν, μᾶς εἰρωνεύεται ὁ Πατριάρχης ὁ ἐγκεκλεισμένος καὶ πολιορκούμενος εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, διότι ἡμᾶς τοὺς νέους ἄνδρας, ἐρχομένους νὰ κατακρίνωμεν τὸ παρελθόν, μᾶς εἰρωνεύονται κεκλεισμέναι καὶ ἁρπαζόμεναι αἱ ἐκκλησίαι ἐν Μακεδονίᾳ, διότι ἡμᾶς τοὺς νέους ἄνδρας μᾶς εἰρωνεύεται ἡ φωνὴ τῆς πατρίδος μας, μᾶς εἰρωνεύονται οἱ κίνδυνοι αὐτῆς, οὓς ἐδημιουργήσατε οἱ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ἁμαρτωλοὶ ἀδιόρθωτοι. (Χειροκροτήματα).
§94Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὑμῖν, Κύριοι, μίαν πρόσφατον, προσφατωτάτην πλάνην μου, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐντὸς ὀλίγων πρώτων λεπτῶν τῆς ὥρας μεταξὺ τῆς 6 καὶ 10′ καὶ τῆς 6 καὶ 20′. Διότι, ὅτε ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Λακωνίας ἀναμιμνήσκοντα τὸν μῦθον ἐκεῖνον περὶ τῶν ἐπιφυλαχθέντων τῷ ἀνθρώπῳ ὅπλων, ἀναμιμνήσκοντα ὅτι εἰς τὸν ἄνθρωπον ἐδόθη ὡς ὅπλον ἡ αἰδώς, ἐνόμισα ὅτι ἀγορεύων ἐντεῦθεν ὁ νέηλυς συνάδελφος δὲν ἤθελε λησμονήσει ἀμέσως μετ’ ὀλίγον ὅτι παντὸς δημοσίου ἀνδρὸς τὸ κύριον προσὸν εἶναι τὸ νὰ πολιτεύηται ἐντίμως καὶ αἰδούμενος ἑαυτόν, αἰδούμενος ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἀντιπροσωπεύει, αἰδούμενος ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ὁμιλεῖ. Εἶναι πολὺ μικρὸς τὸ ἀνάστημα ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅπως νομίζῃ ὅτι λαλῶν ἐντεῦθεν, ἐκ τοῦ ὑψηλοῦ αὐτοῦ βήματος, ἐνώπιον πάντων ἡμῶν τῷ εἶναι δυνατὸν νὰ καταστήσῃ τὸν ἥσσονα λόγον κρείττονα, διότι διὰ τῶν σοφιστειῶν, τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ἐντεῦθεν, οὐδὲν ἕτερον ἐπεζήτησεν ἢ πῶς νὰ παραπλανήσῃ ἡμᾶς καὶ πῶς τὸν ἐμπαιγμόν, τὸν ὁποῖον διετύπωσεν ὁ εἷς ἐκ τῶν νεοεκλεχθέντων Βουλευτῶν, τοῦ ὁποίου καταγγέλλεται ἡ ἐκλογή, τὸν ἐμπαιγμὸν αὐτὸν νὰ τὸν καταστήσῃ ἀκόμη πλέον κατάδηλον. Πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὴν παραίτησιν τοῦ ἑτέρου ἐκ τῶν καταγγελλομένων Βουλευτῶν Λαρίσης καὶ ἐξερράγησαν χειροκροτήματα διὰ τὴν ἐπίνοιαν! Ἕτερος δὲ τῶν Βουλευτῶν Λαρίσης ἐντεῦθεν μᾶς ἔλεγε: πῶς ἦτο δυνατὸν ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς δήμαρχος, ὁ ὁποῖος δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου τοῦ ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἀποκλείσῃ ἐκ Τυρνάβου τὸν κ. Δάλλαν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν Ἁγυιάν, καὶ ἐκ Λεβαδείας τὸν κ. Γκορίτσαν, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὰς Θήβας, πῶς ἦτο δυνατόν, λέγω, ὁ ἀτυχὴς αὐτὸς δήμαρχος εὑρισκόμενος δὲν ἠξεύρω ποῦ, ἴσως μεταναστεύσας μετὰ τῶν ἑτέρων 280,000 εἰς τὴν Ἀμερικήν, νὰ γνωρίζῃ ὅτι προετάθη κατὰ τὴν ἐκλογὴν στρατολογηθεὶς καὶ αὐτὸς μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν νὰ ἔλθωσιν αὐτοὶ λαϊκοὶ νὰ παλαίσωσι κατὰ τοῦ κατατρύχοντος θηρίου τῆς τυραννίας καὶ τῆς ἀνισοπολιτείας; Διότι ἐπανειλημμένως ἠκούσαμεν αὐτὴν τὴν κατηγορίαν καὶ ἐπανειλημμένως ἐκραύγασαν ἐντεῦθεν, ὅτι οἱ Κύριοι αὐτοὶ οἱ νεήλυδες εἶναι οἱ λαϊκοί, ὅτι ἡμεῖς δὲ ἀποτελοῦμεν τὴν τυραννίδα. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε, Κύριοι, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας προκλήσεις, αἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἡμῖν, νὰ ἔλθω καὶ νὰ ζητήσω παρ’ αὐτῶν, ὅπως καταθέσωσι τὰς περγαμηνὰς αὐτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἀντλοῦσι τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίζωνται ὡς λαϊκοί. Ἐὰν τυχάρπαστοι εἰσῆλθον ἅπαξ εἰς τὴν Βουλήν....
§95Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§96ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ὑμεῖς εἰσήλθετε διὰ καλπονοθεύσεως καὶ διὰ κιβδηλείας.
§97ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μᾶς ἔστειλεν ὁ λαὸς ἐδῶ. Δὲν εἴμεθα τυχάρπαστοι.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Κύριοι, μὴ διακόπτετε.
§99Ν. ΚΟΝΤΟΓΟΥΡΗΣ. Ὀφείλει νὰ ἀνακαλέσῃ ἢ θὰ σκοτωθῶμεν ἐδῶ! (Θόρυβος μέγας καὶ φωναί: κάτω, κάτω. Διὰ σφοδρῶν κωδωνοκρουσιῶν ὁ Πρόεδρος εἰς μάτην ἐπικαλεῖται τὴν τάξιν. Ἀντεγκλήσεις ζωηραὶ καὶ ἀπειλαὶ συμπλοκῆς. Πάντες ὄρθιοι καὶ καθ’ ὁμίλους συζητοῦσι ζωηρῶς καὶ θορυβωδῶς).
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν πέντε λεπτά.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε εἰς τὰς θέσεις σας, Κύριοι. (Ἐξακολουθεῖ ὁ θόρυβος).
§102ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κύριε Πρόεδρε.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρετε ἔγγραφον πρότασιν.
§104Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πέντε Βουλευταὶ ὑπέβαλον ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ φέρητε ἔγγραφον πρότασιν.
§106Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκτελέσατε τὸ καθῆκόν σας, κ. Πρόεδρε.
§107Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπὶ πέντε λεπτὰ ἡ συνεδρίασις. (Μετὰ τὴν διακοπήν).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Ράλλης.
§110Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐάν, Κύριοι, τυχάρπαστοι οἱ πρῶτον εἰσελθόντες ἐνταῦθα καὶ ἀπὸ πρωίας καθυβρίζοντες ἡμᾶς...
§111Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἀνακαλέσατε καὶ πάλιν τὴν λέξιν, διότι δὲν σᾶς ὕβρισε κανείς. (Θόρυβος).
§112Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν φρονῶσιν, ὅτι δύνανται νὰ ἀμαυρώσωσι τὰς περγαμηνάς, ἃς ἐκτησάμεθα μετὰ τεσσαρακονταετῆ δημόσιον βίον, πλανῶνται οἰκτρῶς. Φρονοῦσιν, ὅτι μόνον αὐτοὶ εἶναι οἱ λαϊκοί....
§113Α. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Τί γίνεται ἡ λέξις «τυχάρπαστοι»;
§114Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν εἶπον καὶ τὴν ἠκούσατε καί, ἐὰν θέλητε, σᾶς τὴν ἐπαναλαμβάνω. Σᾶς τὴν ἐπαναλαμβάνω, ὅπως τὴν διετύπωσα. Ὡς διετυπώθη, βεβαίως ἐδικαιολογεῖτο ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ πρωίας ἀκούονται ἐνταῦθα.
§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ λέξις «τυχάρπαστοι», ἥτις ἀπηυθύνθη καθ’ ὅλων ἐκείνων, οὓς ἔφερεν ὁ ἀνορθωτικὸς ἀγὼν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, τί γίνεται;
§116Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἔθηκεν ἓν ἐρώτημα.
§117ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀνακαλέσητε πρῶτον.
§118Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον μὲ παραξενεύει.
§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡσυχάσατε, διὰ νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς μου.
§120Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου ἔθηκεν ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον μὲ ἐκπλήττει, διότι, ὅτε πρὸ ὀλίγου μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ πλησιάσῃ, τῷ διετύπωσα τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων μου, ὡς διετύπωσα ταύτην καὶ πρὸ ὀλίγου.
§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεμίαν διατύπωσιν τῆς ἐννοίας τῶν λόγων σας μοὶ ἐκάμετε. Μοὶ εἴπετε μόνον, ὅτι δὲν ἀρνεῖσθε νὰ εἰσακούσητε τὴν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμον, ὅτε σᾶς εἶπον ὅτι ἡ φράσις σας παρεξηγήθη καὶ ὅτι δὲν θέλετε ἐπιμείνει εἰς αὐτὴν καὶ παρεκαλεῖτε νὰ θεωρηθῇ ὡς μὴ λεχθεῖσα. Ἐν τούτοις ἀρνεῖσθε νὰ τὸ κάμητε.
§122Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι γνωρίζω τί λέγω ἐντεῦθεν καὶ ὅτι διατυπῶν μίαν ἰδέαν σκέπτομαι καλῶς τί πρέπει νὰ εἴπω. Εἶπον δέ, καὶ ἀνατρέπω τὴν πρότασιν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καθυβρίζουσιν ἡμᾶς ἀπὸ τῆς πρωίας, πρῶτον ἤδη τυχάρπαστοι εἰσελθόντες ἐνταῦθα, βεβαίως δὲν δύνανται νὰ παραβάλωσι τὰς περγαμηνὰς αὐτῶν μὲ τὰς περγαμηνὰς ἡμῶν.
§123ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί εἶναι τυχάρπαστοι;
§124ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξηγήσατέ το.
§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐρωτῶ τὸν κ. ἀγορεύοντα, ὅστις ἐπαναλαμβάνει τὴν λέξιν, διατί εἶναι τυχάρπαστοι.
§126Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι δὲν ἔχει τι τὸ ὑβριστικὸν ἡ λέξις. Ἀναμφισβητήτως τὰ ῥεύματα τὰ σχηματισθέντα ὀφείλονται εἰς μίαν ἔκτακτον περίστασιν, ἥτις δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἢ ὡς σύμπτωσις τυχαία. Καὶ τί παράδοξον, ἂν ἡ σύμπτωσις αὕτη ἡ τυχαία ἔφερεν ἐνταῦθα ἐκείνους, οἵτινες μέχρι τοῦδε οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς ἡμᾶς;
§127ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οἱ εἰσερχόμενοι κατὰ πρῶτον ἐνταῦθα δὲν δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς τυχάρπαστοι, ἐξ οἱασδήποτε κινήσεως καὶ ἂν εἰσέρχωνται.
§128Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς τὸ εἶπεν ἐπανειλημμένως. Μὴ θέλετε νὰ γενικεύσητε τὸ ζήτημα. Ἐννοεῖ τοὺς ὑβριστὰς καὶ ὄχι πάντας.
§129Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ νὰ δοθῇ ἀσφαλεστέρα καὶ πληρεστέρα ἐξήγησις τῶν λόγων μου....
§130Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀρκετὰ ἐξηγήθητε· προχωρήσατε.
§131Γ. ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐγένετο πρότασις.
§132ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§133Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Λέγω ὅτι ἀπέβλεπον εἰς ἓν καὶ μόνον, πρέπει νὰ ἐννοηθῇ αὐτό, καὶ ἴσως ὁ κ. συμπολίτης μου ὅλως διόλου νέηλυς ὢν ἐνταῦθα δὲν ἔχει τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀντιλαμβάνηται ἀκριβῶς τῶν λόγων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαλοῦσιν ἐντεῦθεν. Σκοπὸς τοῦ λόγου μου, εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφθάσαμεν, ἦτο νὰ παραβάλω τὰς περγαμηνάς, τὰς λαϊκάς μου περγαμηνάς, τὰς ὁποίας διεκδικῶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον, πρὸς τὰς περγαμηνὰς ἐκείνων, οἵτινες πρῶτον ἤδη εἰσερχόμενοι νομίζουσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμαυρώσωσιν ἀγῶνας τεσσαρακονταετεῖς. Ἐὰν δὲ διὰ τῆς λέξεως τυχάρπαστοι εἶχον τὴν πρόθεσιν νὰ καθυβρίσω τινά, ἡ ὕβρις αὕτη ἔπρεπε νὰ τραπῇ κατ’ ἐμοῦ πρῶτον, καὶ θ’ ἀπηυθύνετο κατ’ ἐμοῦ.
§134ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! Εὖγε!
§135Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια. Διότι δὲν ἦλθον ἐγὼ ἐνταῦθα πρὸ τεσσαράκοντα ὅλων ἐτῶν μὲ προνόμια οἰκογενειακά, οὐδ’ ἐκτησάμην τὴν θέσιν, ἣν διατηρῶ πάντοτε ἀμείωτον, ἐκ κληρονομικῶν κεφαλαίων. Εἰσῆλθον μὲ τὰς ἀρχάς μου, ἐπάλαισα δὲ πρὸς πάντας τοὺς πολιτευομένους Ἀττικῆς καὶ δύναμαι μόνος νὰ καυχηθῶ, ὅτι οὐδέποτε ἔπεσα. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντιποιοῦνται σήμερον τὸν τίτλον τοῦ λαϊκοῦ, νομίζουσιν ὅτι ἡ ἐπανάληψις τοῦ τίτλου αὐτοῦ ἐπὶ 17 ὅλας Περιόδους παραγράφει τὸν τίτλον τοῦ λαϊκοῦ ἐν τῷ προσώπῳ ἡμῶν; Ἐγὼ ἔχω ὅλως διόλου διάφορον γνώμην. Φρονῶ ὅτι μία καὶ μόνη ἐκλογὴ δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις δύναται νὰ ἀποτυπώσῃ εἰς τὸ μέτωπον τοῦ ἀντιπροσώπου τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, οἵα εἶναι, οἵα ἐνδείκνυται ἐκ 17 ἐκλογῶν. Αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ λόγου μου καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐὰν δύναταί τις νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν λέξιν τυχάρπαστος ὡς ἔχουσαν σκοπὸν ὑβριστικόν, ἡ ὕβρις αὕτη θὰ ἀπηυθύνετο κατ’ ἐμοῦ, διότι ἀναμφισβητήτως καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν πρώτην ἐκλογὴν εὑρέθην εἰς τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ εἰσερχόμενοι ἤδη πρώτην φοράν. Ἀλλὰ κατὰ τοῦτο διεκρίθη ἡ πολιτεία μου ἀπὸ τῆς πολιτείας ἐκείνων. Ἀπέβλεψα πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἠγωνίσθησαν τὸν καλὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς πατρίδος μετὰ σεβασμοῦ, οὐδ’ ἐθεώρησα ὅτι τὸ καθῆκον μου καὶ ἡ λαϊκή μου ἀποστολὴ καὶ ἡ λαϊκή μου ἐντολὴ εἶχον ὡς σκοπὸν τὸν ἐξευτελισμὸν καὶ τὴν καθύβρισιν τῶν πάντων.
§136ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε.
§137Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§138Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοιαύτην ἔχουσιν ἀντίληψιν τῆς ἀποστολῆς των, τοὺς οἰκτίρω, τοὺς καλῶ δὲ νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα, διὰ νὰ παραβάλωσι τὰς περγαμηνάς των πρὸς τὰς ἰδικάς μου.
§139Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν ἤλθομεν ἐδῶ νὰ παραβάλωμεν περγαμηνάς.
§140Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ζητοῦσι περγαμηνὰς διὰ τὰ ἐρείπια, τὰ ὁποῖα ἐσώρευσαν.
§141ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§142Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§143Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα.
§144Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπεται ἔλεγχος Βουλευτῶν κατὰ Βουλευτῶν, ἀλλὰ Βουλευτῶν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τίποτε περισσότερον. Ἕκαστος Βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του. Διατί τώρα οἱ μὲν καταφέρονται κατὰ τῶν δέ; Εἶναι συνταγματικὸν τοῦτο; Ἐὰν δὲν εἶναι συνταγματικόν, ὀφείλει νὰ παύσῃ αὐτοστιγμεὶ ὁ ἀγορεύων.
§145Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ καὶ τῷ ὀρθῷ. Ἐὰν δὲ προέβην εἰς τὴν διατύπωσιν ἐκείνην τῶν σκέψεων, αἱ ὁποῖαι ἐξήγειραν χωρὶς κανένα λόγον τόσον θόρυβον ἐνταῦθα, προέβην δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον, διότι νομίζω ὅτι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐργασθῶμεν ἐνταῦθα λυσιτελῶς ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, τὴν ἐμπάθειαν αὐτήν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἡμερῶν κυριεύει πάντας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λαλοῦσιν ἐντεῦθεν, πρέπει νὰ τὴν θέσωμεν κατὰ μέρος. Πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν πῶς ν’ ἀνακαινίσωμεν τὰ πάντα, ἀλλὰ καὶ πῶς ν’ ἀνακαινισθῶμεν. Διὰ τῆς ὕβρεως καὶ τοῦ ἐξευτελισμοῦ δὲν ἀνακαινίζονται αἱ πολιτεῖαι, οὐδὲ δύνανται νὰ ἀνορθωθῶσι τὰ πολιτεύματα. Μόνον διὰ τοῦ ἀμοιβαίου σεβασμοῦ καὶ τῆς ἁβρότητος ἐκείνης, ἥτις πρέπει νὰ διακρίνῃ τὰς σχέσεις ἡμῶν ἐνταῦθα, εἶναι δυνατὸν τὸ ἔργον ἡμῶν νὰ προκόψῃ. Θαυμάζω δέ, διότι ἀφορμὴ εἰς ἐκείνας τὰς ἐπιθέσεις, ἃς πάντες ἠκούσατε καὶ καθ’ ὧν εἶχον καθῆκον ἐκ τοῦ ἐλευθέρου αὐτοῦ βήματος νὰ ἀμυνθῶ, ἀφορμὴν εἰς πάσας τὰς ὕβρεις, ἃς ἠκούσατε ἐντεῦθεν, ἔδωκε ζήτημα, ὅπερ ἀναμφισβητήτως προέκυψεν ἐκ τῆς σκέψεως ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει μίαν ἐντολὴν ὑπερτάτην, ν’ ἀνακαινίσῃ τὰ πάντα, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξυγιάσῃ τὸ ἔδαφος τὸ πολιτειακὸν καὶ τὸ κοινοβουλευτικόν. Ἀπέδωκαν εἰς τὸ ἐρώτημα, ὅπερ διετύπωσα τὴν πρωίαν, πνεῦμα ἐκδικήσεως, διότι εἰς τὸν συνδυασμὸν Λαρίσης, τὸν ἀντίθετον τῶν ἐπιτυχόντων, περιελαμβάνετο καὶ ὁ δεύτερος υἱός μου. Ἀλλὰ πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες τοιαῦτα καταγγέλλουσι, γνωρίζουσιν, ὅτι ἐπάλαισα κατὰ τῆς ὑποψηφιότητος ταύτης τοῦ υἱοῦ μου.
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ βεβαιῶ καὶ ἐγώ.
§147Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Προσεπάθησα δὲ νὰ ἀποτρέψω τὸ ἀτύχημα αὐτό, τοῦ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν πολιτικὴν παγίδα καὶ τρίτον θῦμα ἐκ τῆς οἰκογενείας μου, ἀλλὰ δὲν εἰσηκούσθην. Αἱ σειρῆνες κατίσχυσαν τῶν πατρικῶν συμβουλῶν.
§148Χ. ΠΩΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ πολιτικαὶ σειρῆνες.
§149Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ σεῖς οἱ ἐκεῖθεν προερχόμενοι γνωρίζετε τίνες αἱ σειρῆνες αὐταί. Γνωρίζετε ὅτι ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία Τυρνάβου ἐξηγέρθη, ὅπως περιστοιχίσῃ τὸν υἱόν μου διὰ τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης της.
§150ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἔπειτα τὸν ἐμαύρισεν.
§151Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ εἰς τὸν υἱόν μου, ἐγὼ ὁ πεπειραμένος, ὁ γνωρίζων τὰ ἐκλογικά, εἶπον ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀληθῶς λίαν τιμητικὴ πεποίθησις, ἣν ἔχει ἐπὶ σὲ ἡ ἐπαρχία Τυρνάβου. Λάβε τὸν χάρτην καὶ ἰδὲ τί εἶναι ὁ νομὸς Λαρίσης. Περιέχει τὰς ἐπαρχίας Μαγνησίας, Ἁλμυροῦ, Λαρίσης, Δομοκοῦ, Φαρσάλων, Ἀγυιᾶς καὶ Τυρνάβου. Σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ ὁ Τύρναβος. Ἀλλ’ οἱ νέοι, ἄπειροι, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιληφθῶσιν ἀκριβῶς τὰς δυσχερείας, ἃς ἔχει ἡ πολιτική. Μὲ τὴν φαντασίαν τὴν νεανικὴν καὶ μὲ τὸν ζῆλον, ὅπως θυσιασθῶσιν ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, παρατρέχουσιν ὅλας τὰς δυσχερείας. Καὶ ἡ τύχη αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ τύχη τοῦ δευτέρου υἱοῦ μου. Ἐπικαλοῦμαι μάρτυρας ὑμᾶς αὐτούς, ὑμᾶς τοὺς καταγγέλλοντας ἐμὲ ὡς διὰ τοῦ ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον ἔθηκα, σκοποῦντα νὰ ἐκδικηθῶ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ υἱοῦ μου. Βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδέποτε ἤμην εὐτυχέστερος ἢ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔμαθον τὴν ἀποτυχίαν τοῦ δευτέρου υἱοῦ μου. Διότι ἡ ὑποψηφιότης αὕτη ἦτο ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὰς ἀρχάς μου.
§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
§153Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀληθὲς καὶ βεβαιωμένον καὶ τὸ γνωρίζετε πάντες οἱ ἐκ τοῦ νομοῦ Λαρίσης, διότι ἐγὼ τὸν ἀντιπρόσωπον τὸν θέλω συνδεδεμένον ἀρρήκτως μὲ τὴν ἐπαρχίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ψηφίζεται, τὴν ὑποψηφιότητα δ’ ἐκείνην τοῦ υἱοῦ μου τὴν ἐχαρακτήρισα ὡς ὑποψηφιότητα τυχοδιωκτικήν, ἐγὼ ὁ πατὴρ αὐτοῦ.
§154Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ βεβαιῶ.
§155Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὴν ἐχαρακτήρισα ὡς τοιαύτην, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν αὐτός, ἔχων τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεών του καὶ τῶν ἐργασιῶν του ἐν Ἀθήναις, νὰ συνδεθῇ ἀρρήκτως πρὸς τὸν νομὸν Λαρίσης, εἰμὴ ἐὰν ἤθελεν αὐτὸς ἐντεῦθεν ἀναχωρῶν νὰ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον, διότι ὁ υἱός μου δὲν δύναται νὰ ὑπολογίσῃ παρὰ ἐπὶ τὴν ἰδίαν του ἐργασίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κληρονομία, τὴν ὁποίαν ἀφῆκεν εἰς ἐμὲ ὁ πατήρ μου, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κληρονομία, τὴν ὁποίαν ἀφῆκα καὶ ἐγὼ εἰς τὰ τέκνα μου. Μετὰ τεσσαρακονταετῆ ἔντιμον καὶ ἄσπιλον πολιτικὸν βίον δύναμαι νὰ καυχηθῶ ὅτι ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου οὐδεὶς ἐκ τῶν υἱῶν μου ἔλαβε καὶ πέντε λεπτά. Σᾶς ζητῶ, Κύριοι, συγγνώμην, διότι ἐτόλμησα νὰ περιαυτολογήσω ἐνώπιον ὑμῶν.
§156Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι περιαυτολογίαι αὐταί.
§157ΕΥΣΤ. ΒΕΡΡΟΙΩΤΗΣ. Εἶναι διδάγματα αὐτὰ δι’ ἡμᾶς καὶ σᾶς ἀκούομεν εὐχαρίστως.
§158Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλ’ εἶχον καθῆκον νὰ ἀποστομώσω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ ἀποδώσωσιν εἰς ἐμὲ πρόθεσιν ἐκδικήσεως ἐν τῇ διατυπώσει μιᾶς ἐνστάσεως, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν νόμων. Ἔχομεν ἀληθῶς μίαν περίπτωσιν πρωτοφανῆ ἐν τῇ προκειμένῃ ἐκλογῇ· ἔχομεν ἕνα δήμαρχον ἐκλεγέντα τὴν 8ην Αὐγούστου, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλεν ἐκ τῆς δημοτικῆς του ἰδιότητος τὴν παραίτησίν του σήμερον, καὶ ἔχομεν ἕνα συμβολαιογράφον, ὁ ὁποῖος αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἴσως διαπράττει τὰ συμβολαιογραφικά του καθήκοντα. Καί, ὅπως δικαιολογηθῶσι ταῦτα πάντα, προβάλλεται ἡ ἀντισυνταγματικότης ἑνὸς νόμου, νόμου ψηφισθέντος τὴν 10ην Μαρτίου 1910, προβάλλεται ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθίστα τὸ ἀσυμβίβαστον, ἔχει ἔννοιαν διὰ τὸ μέλλον μόνον, δὲν ἔχει δὲ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ παρελθόν. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ σοφισμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσι τὴν ἀληθῆ ἐντολὴν νὰ ἐκπροσωπήσωσι τὸν λαὸν ὤφειλον νὰ μὴ ἐξενέγκωσιν ἐντεῦθεν. Ὄχι μόνον ὑπάρχει παραβίασις ἐκ τοῦ ὅτι ὁ μὲν ὡς συμβολαιογράφος, ὁ δὲ ὡς δήμαρχος δὲν ὑπέβαλον τὴν παραίτησίν των ἐγκαίρως, ὄχι μόνον, λέγω, ὑπάρχει παραβίασις τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου καὶ τοῦ νόμου, ὑπάρχει καί τι πλέον, ὑπάρχει τὸ ἀξιόποινον, διότι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου τῆς 19 Μαρτίου 1910 ὁρίζει ὅτι «οἱ ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ παρόντος νόμου ἀναφερόμενοι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται ἀνακηρυσσόμενοι ὑποψήφιοι χωρὶς νὰ παραιτηθῶσι τῆς θέσεώς των, ἐὰν ὑποστηρίξωσι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν ὑποψηφιότητά των, καταδικάζονται καὶ τιμωροῦνται μὲ τὰς ἐν ἄρθρῳ 87 τοῦ ΧΜΗʹ νόμου ἀναγραφομένας ποινάς». Καὶ ἠξεύρετε τίνες εἶναι αἱ ποιναί; Στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ἀλλὰ λέγουσιν, ὅτι ὁ νόμος τῆς 19 Μαρτίου 1910 εἶναι ἀντισυνταγματικός.
§159Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει νὰ εἶναι Βουλευτὴς εἷς ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος ἢ καὶ δήμαρχος; Ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου.....
§160Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἀσχοληθῶ.
§161Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν λύεται ἡ ἀπορία μου· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἐξακολουθήσω.
§162Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα μου· εἶναι περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσητε, διότι θὰ εὑρεθῶμεν ἐντελῶς σύμφωνοι.
§163Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἂν ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ νόμον ἀπαγορεύοντα εἰς τοὺς δημοτικοὺς παρέδρους νὰ ἐκλέγωνται· αὐτὸ ἤθελον νὰ μάθω.
§164Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Λυποῦμαι, διότι σᾶς προλαμβάνω. Ἀλλ’ εὑρίσκομαι ἐγὼ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ θέμα πρόκειται νὰ πραγματευθῶ. Ἔσχον, Κύριοι, πολλάκις τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἑρμηνεύσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι «τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκλέγονται, ἀλλ’ ἐκλεχθέντες κ.λ.π.». Τὸ ἄρθρον αὐτὸ δὲν καθιστᾷ, ὡς ἀπροσέκτως ἐλέχθη, προσόντα, καθιστᾷ ἀσυμβίβαστον, καὶ ἐκ τοῦ ὅτι καθιστᾷ ἀσυμβίβαστον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὸν περιορισμὸν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας ἐν τῷ προσώπῳ τῶν ἐκλεξίμων, διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἑρμηνευθῇ στενῶς. Τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ διατυπώσω ἐντεῦθεν καὶ ὅτε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λαρίσης κ. Φιλάρετος προέβαλε τὴν πρότασιν περὶ ἀσυμβιβάστου τῶν καθηκόντων τοῦ δικηγόρου πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ ὅτε πάλιν κατόπιν ὁ αὐτὸς ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λαρίσης καὶ αὐτὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προέβαλον πρότασιν περὶ ἀσυμβιβάστου τῶν καθηκόντων τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὴν ἰδιότητα συμβούλου ἢ διευθυντοῦ Τραπέζης ἢ ἄλλων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν. Καὶ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον μετέβαλον γνώμην, διότι κατ’ ἐμὲ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καθιστᾷ ἀσυμβίβαστα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἑρμηνεύωνται περιωρισμένως, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῶσι κατ’ ἀναλογίαν. Εἴμεθα, βλέπετε, ἀξιότιμε συνάδελφε, ἐντελῶς σύμφωνοι.
§165Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἄλλην ἐρώτησιν εἶχον....
§166Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, μετὰ ταῦτα. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται πράγματι περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἀσυμβιβάστου διὰ τοῦ νόμου τῆς 19 Μαρτίου 1910; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Ἰδοὺ δὲ διατί. Τὸ ἄρθρον 71 ὁρίζει, ὅτι τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τοῦ δημάρχου. Ἐνταῦθα θὰ μοὶ εἴπῃ τις: «ὁ συμβολαιογράφος εἶναι ἄμισθος καὶ ἑπομένως ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός, κατὰ τὴν θεωρίαν, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξες σὺ καὶ τόσοι ἄλλοι· εἶναι τόσον ἀντισυνταγματικός, ὥστε σύ, πρότασιν ἀφορῶσαν τὸ ἀσυμβίβαστον τῆς ἰδιότητος τοῦ δικηγόρου πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, τὴν πρότασιν αὐτὴν τὴν ἐπολέμησες». Τὴν ἐπολέμησα ἀληθῶς. Ἐὰν δέ τις εὑρίσκεται ἐν ἀνακολουθίᾳ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δὲν εἶμαι ἐγώ, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης, διότι τώρα προκειμένου περὶ τοῦ κοινοῦ μας φίλου τοῦ κ. Μιλτιάδου Δάλλα εὑρίσκει τὸ ἀντισυνταγματικὸν εἰς τὸν νόμον τῆς 19 Μαρτίου 1910. Ἀλλὰ τότε, ὅτε ἐνόμιζεν ὅτι διὰ τοῦ ἀποκλεισμοῦ καὶ αὐτοῦ καὶ ὅλων τῶν κατὰ καιροὺς δικηγόρων ἤθελε βελτιωθῇ ἡ Πολιτεία, δὲν ἐθεώρει ὅτι ὑπάρχει ἀντισυνταγματικὸν ἐν τῇ προτάσει, διὰ τῆς ὁποίας θὰ καθίστατο ἀσυμβίβαστον μεταξὺ τῆς ἰδιότητος τοῦ δικηγόρου καὶ τοῦ Βουλευτοῦ.
§167Γ. ΦΙΛΑΡΕΤΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§168Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω, διότι ἄλλως δὲν θὰ τελειώσω ποτέ. Ἀναμφισβητήτως βλέπετε τὴν ἀντίφασιν εἰς τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ ὄχι εἰς τὴν γνώμην τὴν ἰδικήν μου. Ἀλλ’ ἰδοὺ διατί ἐθεώρουν ὅτι θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικὸν τοιοῦτον ἀσυμβίβαστον ἀνακηρυσσόμενον διὰ νόμου μεταξὺ τῆς ἰδιότητος τοῦ δικηγόρου καὶ τῆς βουλευτικῆς ἐντολῆς, καὶ δὲν θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος πέρα τῆς ῥήτρας, φαινομενικῶς τοὐλάχιστον, τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος χαρακτηρίζει ὡς ἀσυμβίβαστον τὴν θέσιν τοῦ ὑποθηκοφύλακος καὶ τοῦ συμβολαιογράφου πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ Βουλευτοῦ, διότι ὁ δικηγόρος δὲν μισθοδοτεῖται ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὁ δὲ ὑποθηκοφύλαξ καὶ ὁ συμβολαιογράφος μισθοδοτοῦνται. Αὐτὸ δὲ ἦτο δικαίωμα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ κάμῃ τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύσῃ, ὅτι αἱ ἀπολαυαὶ τοῦ ὑποθηκοφύλακος καὶ τοῦ συμβολαιογράφου, αἱ προερχόμεναι ἐκ τῆς μερίδος, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσιν ἐκ τῆς ἀξίας τοῦ χαρτοσήμου τοῦ Δημοσίου, ἀποτελοῦσι πραγματικὸν μισθόν.
§169ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ζημιοῦται τὸ Δημόσιον.
§170Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ ἀπολαυαὶ αὐταί, καὶ ἐὰν δὲν καθορίζωνται κατὰ μῆνα, καταβάλλονται πράγματι ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὅτε ἐπὶ παντὸς χαρτοσήμου, τὸ ὁποῖον καταναλίσκει ὁ συμβολαιογράφος διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, ἢ ὁ ὑποθηκοφύλαξ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ τόσα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ὅσα ὁρίζει ὁ νόμος, αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἕνα μισθόν, τὸν ὁποῖον χορηγεῖ τὸ Δημόσιον;
§171Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Αὐτὸ τὸ δίδει ὁ ἰδιώτης.
§172Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἰδιώτης εἶναι ὁ φορολογούμενος. Ὁ ἰδιώτης καταβάλλει εἰς τὸ Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ κατὰ δύο τρόπους τὰ τῆς ἀντιμισθίας τῶν συμβολαιογράφων. Ἠδύνατο νὰ κανονίσῃ καθορίζον αὐτοῖς ἕνα μισθὸν μηνιαῖον· ἀλλ’ ἐθεώρησεν, ὅτι ἦτο μᾶλλον πρόσφορον, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐξάπτῃ τὸν ζῆλον, πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν, νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν ἐνεργητικότητά των, εἰς τὴν δραστηριότητά των τὴν αὐξομείωσιν, ἀναλόγως τῆς ἀξίας καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτῶν, τὴν αὐξομείωσιν τῶν ἀπολαυῶν των, αἱ ὁποῖαι ἐξέρχονται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§173Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Λαμβάνουσι ποσοστά.
§174Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Καθίστε κάτω.
§175Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ μισθοῦ.
§176Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Εἰς σὲ τὸ λέγω, ὅτι εἶσαι ἀνοικονόμητος.
§177Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Φίλιος ἠθέλησε νὰ ἀντικρούσῃ τὸ ἐπιχείρημα, ἐνῷ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ, διότι, διατελέσας οἰκονομικὸς ὑπάλληλος, γνωρίζει ὅτι τὸ Δημόσιον στερεῖται τοῦ ποσοστοῦ τοῦ χαρτοσήμου, ὅπερ μένει ὡς μισθὸς εἰς τοὺς συμβολαιογράφους.
§178Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Αὐτὸ ἐγένετο εἰς τοὺς ὑποταμίας. Ὁλόκληρος κλάδος ὑποταμιῶν ἐλάμβανε ποσοστά....
§179Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐντεῦθεν, Κύριοι, τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ νόμος τῆς 19ης Μαρτίου ὡς πρὸς τὴν διάταξιν αὐτὴν εἶναι ἀντισυνταγματικὸς κατὰ τύπους, ὡς πρὸς τὸν ἕτερον τῶν ἀνακηρυχθέντων Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων καταγγέλλεται ἡ ἐκλογὴ λόγῳ ἀσυμβιβάστου, καταπίπτει. Μένει ὁ δήμαρχος. Ἀλλὰ περὶ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις. Αὐτὸς ἀναμφισβητήτως εὑρίσκεται εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου τῆς 19 Μαρτίου, διότι αὐτὸς ἦτο ἐν γνώσει πλέον, διότι πρὸς αὐτὸν ἀπεστάλη τὸ πρόγραμμα τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ αὐτὸς διετέλεσεν ὁ διάμεσος τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐπιταγῶν αὐτῆς, αὐτὸς διετέλει ἐν γνώσει τοῦ ὅτι ἔπραττέ τι ἀθέμιτον καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συνεπαγάγῃ δι’ αὐτὸν καταδίκην, ἡ ὁποία ἐπιφέρει καὶ στέρησιν τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων. Ἀλλά, λέγουσιν, ὑπέβαλε τὴν παραίτησιν πρὸ ὀλίγου, καὶ οὕτω πως ἐθεραπεύθησαν τὰ πράγματα. Ὁ νόμος ὅμως δὲν λέγει τοιοῦτό τι. Λέγει: «Δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσι Βουλευταὶ οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὑποθηκοφύλακες, φύλακες μεταγραφῶν, συμβολαιογράφοι καὶ δικαστικοὶ κλητῆρες καὶ οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ δημαρχικοὶ πάρεδροι, πλὴν ἐὰν παραιτηθῶσιν ἢ παυθῶσι τῆς θέσεως αὐτῶν εἴκοσι πέντε τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας». Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ θέσις, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη διὰ τοὺς δύο Βουλευτάς. Ἀναμφισβητήτως, ὅταν πρόκειται περὶ ἐπαχθῶν συνεπειῶν, οἷαι αὗται, διστάζει τις νὰ τοῖς εἴπῃ: ἐξέλθετε ἐντεῦθεν, ἵνα συλληφθῆτε ἀπὸ τὸν Εἰσαγγελέα, καὶ μάλιστα ὅταν εἶναι πεπεισμένος ὅτι πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐνεπνεύσθησαν ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος ὅπως ἐξυπηρετήσωσι τὰ συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν. Διότι, ἂν παρεσύρθησαν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου οἱ δύο ἀνακηρυχθέντες Βουλευταί, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν ἀληθῶς ἔκρυθμον κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Θεσσαλία κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ τις, Κύριοι, ὅτι ἡ Θεσσαλία πάσχει, καὶ πάσχει δεινῶς. Τὴν γνωρίζω τὴν Θεσσαλίαν καὶ δύναμαι νὰ καυχηθῶ ὅτι εἶμαι εἷς ἐκ τῶν πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι ἀπέβλεψαν ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσότερον, καθόσον ἐξῃρτᾶτο ἐκ τῶν περιστάσεων, εἰς αὐτήν. Εἶδον τὴν Θεσσαλίαν ὑπὸ τὸ πέλμα τῆς κατακτήσεως, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης εἶναι μάρτυς τῶν προσπαθειῶν μου πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, διότι μετ’ εὐχαριστήσεως ἀναμιμνήσκομαι, ὅτι εὐηρεστήθη νὰ μὲ συντρέξῃ εἰς τὸ ἔργον αὐτό, τὸ τόσον ἐπαχθές, καὶ τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ 1897. Αἱ περιστάσεις, ὑφ’ ἃς εὑρίσκεται ἡ Θεσσαλία ἀπὸ ἔτους καὶ πλέον, ἐξηγοῦσι, Κύριοι, τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν φαίνεται ὅτι ἔχουσιν οἱ ἐκεῖθεν συνάδελφοι. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ἀπερχομένων τῶν δύο συναδέλφων αὐτῶν ἐντεῦθεν, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι τὸ ἀπαιτοῦσιν, ἀφοῦ ἡ εὐπρέπεια τῆς πολιτείας τὸ ἀπαιτεῖ, οἱ λοιποὶ συνάδελφοί των δὲν θέλουσιν ὑστερήσει εἰς τὴν ὑπεράσπισιν τῶν συμφερόντων τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποπομπῆς ἐντεῦθεν τῶν δύο Βουλευτῶν, τῶν ὁποίων κατακρίνεται ἡ ἐκλογή, τὸ θεωρῶ ζήτημα εὐπρεπείας πολιτειακῆς, τὸ θεωρῶ ζήτημα ἰσοπολιτείας. Διότι δύνασθε νὰ φαντασθῆτε, Κύριοι, ποία θὰ ἦτο ἡ ὄψις τῆς αἰθούσης ταύτης, ἐὰν 400 δήμαρχοι ἐξετίθεντο ὅπως ἐξετέθη ὁ κ. Κουτσόπουλος, καὶ ἂν 2000 συμβολαιογράφοι ὑπέβαλον τὴν ὑποψηφιότητά των. Ἐὰν θεωρήσητε, ὅτι ὁ νόμος δὲν ἰσχύει δι’ ἑκάτερον ἐξ αὐτῶν, διὰ τίνα λόγον ἤθελεν ἰσχύσει ἀπέναντι ὄχι δύο, ἀπέναντι 400 δημάρχων καὶ δύο χιλιάδων συμβολαιογράφων; Τὸ ἀσυμβίβαστον, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, ἔχει ἔννοιαν πολὺ ὑψηλοτέραν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εὐηρεστήθησαν ν’ ἀποδώσωσιν οἱ διάφοροι συνάδελφοι, διότι δὲν εἶναι μόνον ἡ ἰδέα τῆς ἐπιδράσεως τοῦ ὑπαλλήλου ἐπὶ τὴν ἐκλογήν, ἐπὶ τὴν φύσιν τῆς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία ἤγαγεν εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, εἶναι καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς αὐτοτελείας τοῦ κυριάρχου Σώματος. Ἐὰν ἔχητε ἐδῶ συμβολαιογράφους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίβλεψιν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ Εἰσαγγελέως, ἐὰν ἔχητε ὑπαλλήλους ἐξαρτωμένους εἴτε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἴτε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τίνα αὐτοτέλειαν δύνασθε νὰ ἐλπίσητε παρ’ αὐτῶν καὶ τίνα γνώμην ἐλευθέραν καὶ ἀμερόληπτον περὶ τῶν ὑπερτάτων συμφερόντων τῆς πατρίδος; Ὑποτιμῶσι τὴν ἀξίαν τοῦ ζητήματος καὶ τὸ μέγεθος τοῦ ζητήματος τούτου ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ χαρισθῶμεν πρὸς τοὺς δύο συναδέλφους. Ἐπὶ τῶν ἀρχῶν αὐτῶν, ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτῶν τοῦ ἄρθρου 70 καὶ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος ὁλόκληρον τὸ πολιτειακὸν ἡμῶν σύστημα ἑδράζεται, καὶ ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν παρίδει τὰς διατάξεις ταύτας, ἠθέλομεν ἴδει καταρρέον τὸ πολιτειακὸν οἰκοδόμημα. Τοιαῦται σκέψεις, Κύριοι, ἀποκλείουσι πᾶσαν ἰδέαν εὐτελοῦς ἀνταγωνισμοῦ ἐκλογικοῦ καὶ πᾶσαν σκέψιν ἐκδικήσεως πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ υἱοῦ μου, τοὺς ὁποίους εὐγνωμονῶ, ὡς εἶπον, διότι ἦλθον νὰ δώσωσιν εἰς τὸν υἱόν μου τὸν μὴ ἀκούσαντα τὰς παρακελεύσεις μου τὸ μάθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Ἔχετε ὑπέρτατον καθῆκον πρὸς τὴν Πολιτείαν ν’ ἀποφανθῆτε, ἂν διατάξεις θεμελιώδεις τοῦ Συντάγματος, ἂν διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεκδέχεται ἡ Πολιτεία τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἂν αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ τσαλαπατηθῶσιν ἀπὸ τὸν πρῶτον ἐπιβουλευόμενον αὐτάς. Ὁ δήμαρχος κ. Κουτσόπουλος ὑπέβαλε σήμερον τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τοῦ δημαρχικοῦ ἀξιώματος, ἀλλά, ἂν ἀπετύγχανε, θὰ τὴν ὑπέβαλλεν;
§180ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι.
§181Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τότε ποῦ ἡ ἰσότης; Ἐπιτρέψατέ μοι μίαν λέξιν σκληράν. Ἐκεῖνοι οἱ δήμαρχοι καὶ ἐκεῖνοι οἱ συμβολαιογράφοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν σεβασμὸν πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ τοὺς νόμους, ἐκεῖνοι εἶναι καταδεδικασμένοι νὰ μένωσιν εἰς τὴν γωνίαν των ἐκεῖ περισπώμενοι περὶ τὰ καθήκοντα αὑτῶν, περὶ τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἀνέθηκεν αὐτοῖς ἡ Πολιτεία. Ἀλλ’ οἱ θρασεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρεῖδον τὰ καθήκοντα πρὸς τὴν Πολιτείαν, οἱ ὁποῖοι ἀπέδειξαν ἀνευλάβειαν πρὸς τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην, πρὸς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐθέσπισεν ἡ πατρίς, ἐνώπιον τῶν ὁποίων πάντες εἴμεθα ἴσοι, πρόκειται νὰ βραβευθῶσιν εἰσερχόμενοι ἐνταῦθα. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα).
§182Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἀναμφισβήτητον ὅτι πᾶς νόμος, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχει ἰσχύν. Πᾶς δὲ πολίτης, ἔτι δὲ πλέον πᾶσα ἀρχὴ οὐ μόνον δικαιοῦται, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεοῦται νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ αὐτόν, καὶ ἂν ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἤθελε κυρωθῆ ἀπὸ ἄλλον νόμον, διότι ὁ πολίτης ἢ ἡ ἀρχή, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἐφαρμόσει τὸν νόμον αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, οὐδὲν ἄλλο θὰ ἔπραττον εἰμὴ νὰ παραβιάσωσιν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ αὐτὸ νόμος, ἀλλὰ νόμος ἐπιτακτικώτερος, νόμος θεμελιώδης, νόμος θέτων ὅρια, ἐντὸς τῶν ὁποίων ὁ ἄλλος νόμος ὁ μὴ θεμελιώδης γεννᾶται καὶ ὑφίσταται, καθόσον τὸ μὲν Σύνταγμα εἶναι προϊὸν τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας, ἥτις εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους, εἶναι ἐξουσία πρωτότυπος, ἐν ᾧ ὁ νόμος εἶναι προϊὸν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐξουσία παράγωγος, ἐξουσία συνιστωμένη καὶ καθοριζομένη ὑπὸ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας.
§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ τις τὴν ἐφαρμογὴν νόμου ὡς ἀντισυνταγματικοῦ;
§184Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Αὐτὸ ἀπέδειξα, πρώτην δὲ φορὰν ἀκούω καὶ μάλιστα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ νόμος, ἀντικείμενος πρὸς τὸ Σύνταγμα, πρώτην φορὰν ἀκούω, ὅτι ὁ πολίτης δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλά, ἐὰν εἶναι τοῦτο ἀληθές, τότε πρέπει ἀναγκαίως ἐξ ἄλλου νὰ παραδεχθῶμεν, ὅπερ ὅμως ἄτοπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταργῇ τὸ Σύνταγμα, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἴσως ὑμεῖς ὅσοι ἀπετελέσατε τὰς προηγουμένας Βουλὰς τὸ κατηργήσατε πολλάκις ὡς καὶ διὰ τοῦ ἄνω νόμου.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς τοῦ θέματος, παρακαλῶ.
§186Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Σχετικὰ τῷ θέματι εἶναι αὐτά· ἐγὼ περιορίζομαι ἐντὸς τοῦ θέματος, καίτοι οὐδεὶς μέχρι τοῦδε περιωρίσθη ἐντὸς τοῦ θέματος· θὰ ἴδητε δέ, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ἐντὸς τοῦ θέματος θὰ περιορισθῶ καὶ οὔτε θὰ μεταχειρισθῶ λόγους πανηγυρικούς, διὰ νὰ παρελκύσω τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς. Ἐὰν λοιπὸν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος καθώρισε τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ συμβολαιογράφου, εἶναι ἀντισυνταγματικός, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ποσῶς καὶ εἰς μάτην ἐπεκαλέσθη τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ νόμου τοῦ ἀνισχύρου ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς καὶ κατ’ ἐπιταγὴν αὐτοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§187ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατ’ ἐπιταγήν;
§188Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Μάλιστα, διότι, ἂν ὁ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κ. Ῥάλλης δὲν ἐμέμφετο τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν σιωπήν του, δὲν θὰ ἐλάμβανεν οὗτος τὸν λόγον, διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν ῥηθέντα ἀντισυνταγματικὸν νόμον. Ὁ νόμος λοιπὸν αὐτός, Κύριοι, εἶναι προφανέστατα ἀντισυνταγματικός. Τὸ ἐπιχείρημά μου δὲ εἶναι ξηρόν, ἀλλ’ ἁπλούστατον, σαφέστατον καὶ ὀλιγολογώτατον. Τὸ Σύνταγμα διὰ τριῶν ἄρθρων προνοεῖ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν, περὶ τῶν ἐκλογέων καὶ περὶ τῶν ἐκλεξίμων. Τὸ πρῶτον ἄρθρον εἶναι τὸ ἄρθρον 66ον, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ σύγκειται ἐκ Βουλευτῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῶν ἐχόντων δικαίωμα πρὸς τοῦτο πολιτῶν δι’ ἀμέσου καθολικῆς καὶ μυστικῆς ψηφοφορίας, κατὰ τὸν ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ταύτης ψηφισθησόμενον περὶ ἐκλογῆς νόμον, μεταβλητὸν ὄντα κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις αὐτοῦ». Τὸ ἄρθρον αὐτὸ προνοεῖ μόνον περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν καὶ περὶ τῶν ἐκλογέων, κακῶς δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν πρωίαν ἰσχυρίσθη, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ προνοεῖ καὶ περὶ ἐκλεξίμων. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον· δὲν ποιεῖται ποσῶς λόγον περὶ ἐκλεξίμων, ἀλλὰ μόνον, ὡς εἶπον, περὶ τῶν ἐκλογέων καὶ ἀναγνωρίζει εἰς πάντας τοὺς πολίτας τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν. Τὸ ἄρθρον ὅμως αὐτό, ἐνῷ καθιεροῖ γενικούς τινας ὅρους, ἀφήνει ἐλευθερίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ συμπληρώσῃ τοὺς ὅρους αὐτούς· σᾶς παρακαλῶ δὲ αὐτὴν τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν κάμνει τὸ ἄρθρον αὐτό, νὰ τὴν ἐνθυμῆσθε. Δεύτερον ἄρθρον ἔχομεν τὸ ἄρθρον 70όν. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀπαιτεῖ, διὰ νὰ ἐκλεγῇ τις Βουλευτής, νὰ εἶναι πολίτης Ἕλλην κλπ. καὶ πρὸς τούτοις νὰ ἔχῃ καὶ τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ ἐπιβαλλόμενα προσόντα. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁρίζει τὰ προσόντα τοῦ ἐκλεξίμου, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωτικὰ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἐξ ἄλλου ὅμως τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀφήνει ἐλευθέραν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προσθέτῃ καὶ ἄλλα· παρακαλῶ ἐπίσης νὰ ἐνθυμῆσθε καὶ τοῦ ἄρθρου τούτου τὴν ἐν λόγῳ τελευταίαν περικοπήν. Τρίτον ἄρθρον ἔχομεν τὸ 71ον. Τὸ ἄρθρον 71ον λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τὰ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ. Οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκλέγονται, ἀλλ’ ἐκλεχθέντες τίθενται εἰς διαθεσιμότητα καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Βουλευτικῆς Περιόδου, καὶ διατελοῦσιν εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν μέχρι τῆς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἀνακλήσεώς των. Εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς χορηγεῖται, ἐπὶ τῇ αἰτήσει αὐτῶν, ὑποχρεωτικῶς πέντε καὶ ἡμίσεος μηνῶν κανονικὴ ἄδεια ἀπουσίας, ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν». Τὸ ἀναγινώσκω, διὰ νὰ σᾶς δείξω ὅτι, ἐνῷ τὰ δύο προηγούμενα, τὰ ὁποῖα προνοοῦσι περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς καὶ περὶ τῶν προσόντων τῶν ἐκλεξίμων, ἀφήνουσιν ἐλευθέραν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προσθέσῃ καὶ ἕτερα ἀκόμη προσόντα κ. λ. π., τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ ἀσυμβιβάστου τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὰς ἐμμίσθους δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ τῆς τοῦ δημάρχου, οὐδεμίαν ἀφῆκεν ἐλευθερίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα.
§189Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Εἴπετε, ὅτι τὸ ἄρθρον 71ον εἰδικῶς ὁρίζει τὸ ἀσυμβίβαστον προκειμένου μόνον περὶ τῶν ἐμμίσθων ὑπαλλήλων καὶ περὶ τοῦ συμβολαιογράφου.
§190Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Δὲν κάμνει λόγον περὶ συμβολαιογράφων.
§191Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ τί φρονεῖτε περὶ τοῦ ἄρθρου 99ου τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, δι’ οὗ ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς κληρικούς, οἵτινες εἶναι καὶ αὐτοὶ ἄμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, νὰ ἐκλέγωνται Βουλευταί;
§192Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω· ὁ νόμος αὐτὸς ὁρίζει προσόντα τοῦ ἐκλεξίμου καὶ ὄχι ἀσυμβίβαστον τοῦ ἐκλεξίμου.
§193Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Καὶ ὁ ἱερεὺς εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος.
§194Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Θὰ λάβητε τὴν ἀπάντησιν, ὅταν προχωρήσω εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 71 ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τοῦ ἀξιώματος τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὰς ἐμμίσθους δημοσίας ὑπηρεσίας, γενικῶς ἐξεταζομένων τῶν πραγμάτων, δύναται νὰ καταλεχθῇ μεταξὺ τῶν προσόντων τοῦ ἐκλεξίμου, ἀλλὰ τὸ προσὸν τοῦτο εἶναι ἰδιαίτερον, ὅπερ δι’ ἰδίου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐκανονίσθη, ἤτοι τοῦ ἄρθρου 71ου. Διὰ νὰ προστεθῇ δὲ τὸ ἄρθρον αὐτό, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου εἰδικῶς, σημαίνει ὅτι περὶ τούτου ἐπρόκειτο νὰ ὁρισθῇ κἄτι τι διάφορον ἀπὸ τὰ ἰσχύοντα ἐπὶ τῶν προσόντων τῶν ἐκλεξίμων. Καὶ πράγματι, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 70ὸν λέγει ῥητῶς, ὅτι ὁ ἐκλέξιμος πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκεῖνα καὶ ἐκεῖνα τὰ προσόντα, καὶ ἔδωκεν ἐλευθερίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προσθέσῃ οἱαδήποτε ἄλλα προσόντα, προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου τὸ ἄρθρον 71ον οὐδεμίαν ἔδωκεν ἐλευθερίαν εἰς τὸν νόμον, διὰ νὰ προσθέσῃ ἕτερα ἀσυμβίβαστα. Ποῦ λοιπὸν εὗρεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὴν ἐλευθερίαν νὰ προσθέσῃ ἀσυμβίβαστον ἐκεῖ ὅπου οὐδὲν εἶχε δικαίωμα;
§195Γ. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Τὴν ἐξαίρεσιν τῶν κληρικῶν τὴν καθώρισεν ὁ νόμος· σᾶς λέγει λοιπὸν ὁ κ. Καμπάνης νὰ συνδυάσητε τὴν ἐξαίρεσιν αὐτὴν μὲ τὸν νόμον.
§196Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τὸ ἄρθρον 71ον οὐδεμίαν δίδει ἐλευθερίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προσθέσῃ ἄλλα ἀσυμβίβαστα. Ἡ δὲ νομοθετικὴ ἐξουσία ἔχει τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διέγραψε τὸ Σύνταγμα, διότι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι συντεταγμένη, δὲν εἶναι συντακτική, ἤτοι ἐνεργεῖ ἐντὸς τοῦ κύκλου, τὸν ὁποῖον διέγραψεν ἡ συντακτικὴ ἐξουσία. Τὸν κύκλον δὲ αὐτὸν δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ, καί, ὅταν τὸν ὑπερβῇ, δικαιοῦται πᾶς πολίτης νὰ ἀντιταχθῇ κατ’ αὐτῆς διὰ παντὸς μέσου, καὶ διὰ τῆς βίας ἀκόμη. Ὑποθέτω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, διότι πρώτην φορὰν ἐπροτάθησαν ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ. Τώρα θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἄλλου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Ῥάλλης. Εἶπεν ὅτι δὲν δύναται ὁ νόμος αὐτὸς νὰ στηριχθῇ ὡς συνταγματικός, ἀλλ’ ὅτι δυνάμει αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος ὁ συμβολαιογράφος δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ καθήκοντα Βουλευτοῦ. Δὲν εἴπετε αὐτό;
§197Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι.
§198Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Τότε δὲν χρειάζεται νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ὡς συγκεφαλαίωσιν τῶν λεχθέντων, ὅτι δυνάμει τοῦ Συντάγματος ὁ συμβολαιογράφος δύναται νὰ ἀναλάβῃ καθήκοντα Βουλευτοῦ, διότι τὸ ἀσυμβίβαστον τούτων δὲν ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Ὁ δὲ περὶ τούτου νόμος δὲν ἰσχύει ὡς ἀντισυνταγματικός, διότι, ἂν τὸ Σύνταγμα ἤθελε νὰ ἐπιτρέψῃ τοιοῦτον νόμον, θὰ ἔδιδε τὴν περὶ τούτου ἐλευθερίαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὡς πράττουσι τὰ προηγούμενα ἄρθρα 70 καὶ 69 σχετικῶς μὲ τὰ ἐν αὐτοῖς θέματα. Ὁ νόμος λοιπὸν οὗτος εἶναι ἀντισυνταγματικὸς προφανῶς· ὡς πρὸς τὸν νόμον δὲ τοῦτον, ἀντὶ νὰ κατηγορῆτε ἡμᾶς, ὅτι θέλομεν νὰ τὸν παραβῶμεν, προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ ἑτοιμασθῆτε νὰ δεχθῆτε τὴν μομφὴν ἡμῶν, ὅτι παρεβιάσατε ὑμεῖς τὸ Σύνταγμα ψηφίσαντες τὸν ἐν λόγῳ ἀντισυνταγματικὸν αὐτὸν νόμον.
§199ΦΡ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Δὲν ἀπηντήσατε εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Καμπάνη. Ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ νὰ ἔχω τὴν γνώμην τοῦ κ. συναδέλφου, προκειμένου περὶ τοῦ ἀσυμβιβάστου, τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ὁ ἐκλογικὸς νόμος διὰ τοὺς κληρικούς.
§200Π. ΚΑΡΑΣΕΒΔΑΣ. Ἐκτὸς τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 70ὸν καθιερώνει καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωτικὰ διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τὸ Σύνταγμα διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐπιτρέπει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καὶ ἄλλα προσόντα νὰ προσθέσῃ· τὰ προσόντα αὐτὰ πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὰς ἐμμίσθους ὑπηρεσίας. Ἑπομένως ἀποκλείεται πᾶσα συζήτησις περὶ αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λοιπὰ προσόντα, σᾶς εἶπον ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ προσθέσῃ καὶ ἄλλα καὶ προσέθεσεν ἐν προκειμένῳ ὅτι ὁ μὴ ἐκλογεύς, ἑπομένως καὶ ὁ κληρικός, δὲν δύναται νὰ εἶναι ἐκλέξιμος. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἀρνητικὸν προσὸν τοῦ ἐκλεξίμου. Ἀλλ’ ἄλλο ἀρνητικὸν προσὸν καὶ ἄλλο ἀσυμβίβαστον βουλευτικοῦ ἀξιώματος καὶ δημοσίας ὑπηρεσίας, οἷα δὲν εἶναι ἡ τοῦ κληρικοῦ.
§201Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν θὰ κάμω κατάχρησιν τοῦ χρόνου, διότι συναισθάνομαι πόσον πολύτιμος εἶναι ὁ χρόνος διὰ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, οὐδὲ θὰ ἐκτραπῶ εἰς παρεκβάσεις, εἰς τὰς ὁποίας πολλοὶ τῶν προαγορευσάντων ἐξετράπησαν, καὶ οὕτω πως ἡ Βουλὴ παριστᾷ θέαμα ἐπικίνδυνον τείνουσα νὰ μεταβληθῇ εἰς δημοτικὸν συμβούλιον. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπιτραπήτω μοι τὸ θάρρος νὰ παρακαλέσω αὐτήν, ὅπως εἰς τὸ ἑξῆς ἐξασφαλίσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν εὐρυθμίαν ἐν ταῖς συζητήσεσι, διότι ἀκριβῶς, ἐὰν ὑπάρχωσί τινες, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ματαιώσωσι τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως καὶ νὰ ὑπονομεύσωσιν αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τῆς Συνελεύσεως, οὗτοι δὲν ἔχουσιν ἄλλο ὅπλον ἢ τὸ τῆς συγχύσεως καὶ ἀταξίας, τὴν ὁποίαν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ τὸ θάρρος νὰ εἴπω, ὅτι τινὲς ἔχουσι τὸ συμφέρον νὰ προκαλῶσι. Περιορίζομαι ἐντὸς τοῦ θέματος. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης προεκάλεσε καὶ ἠνάγκασε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ἀναμιχθῇ εἰς ζήτημα ἐκλογικόν. Δὲν γνωρίζω ἢ μᾶλλον γνωρίζω ὅτι εἴθισται ἐν τῇ Βουλῇ, ὁσάκις ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ δικαστικὰ καθήκοντα καὶ συζητεῖ περὶ κύρους ἐκλογῶν, οἱ Πρόεδροι τῶν Κυβερνήσεων νὰ μένωσιν ἀμέτοχοι, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἀποκλεισθῇ πᾶσα ὑπόνοια περὶ τοῦ δυνατοῦ τοῦ ἐπηρεασμοῦ τοῦ φρονήματος τῆς Βουλῆς ὑπὸ τὸ κράτος τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι μία φράσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης ἠνάγκασε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος. Ἡ φράσις αὕτη ἦτο, ὅτι ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς τέως Βουλῆς ἐχαρακτηρίσθη ὡς νόθος.
§202ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶπε μὴ γνήσιος, τὸ ὁποῖον σημαίνει νόθος.
§203Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐκ τῆς φράσεως αὐτῆς ἐκπορεύεται σαφὴς ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, καὶ ἡ ἔννοια αὕτη εἶναι, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος ψηφισθεὶς ὑπὸ τὸ κράτος τῶν γνωστῶν καὶ ἀγνώστων συνθηκῶν, ὑφ’ ἃς διετέλει τότε ἡ Βουλή, δὲν ἔχει τὸ ἀπαιτούμενον κῦρος, καὶ συνεπῶς δὲν ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιοῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ταύτης ἀπόλυτον σεβασμὸν εἰς αὐτόν, στερούμενον τοῦ ἀπαιτουμένου κύρους.
§204ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὅμως ὁ νόμος οὗτος, ὁ ὁποῖος περιέχει τὸν κάλλιστον ἀδάμαντα, ὅτι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχεν ἐν ἑαυτῇ τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ στρατοῦ ἐν τῷ Συνδέσμῳ, διὰ τοῦ νόμου τούτου παρεδέχθη καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, χειροκροτοῦσαν διὰ τοῦτο, τὴν ἀποχὴν ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν τῶν στρατιωτικῶν.
§205Ι. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἄλλα μέτρα.
§206ΕΥΑΓ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀλλὰ τὸν νόμον αὐτόν, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρέστησεν ὡς τὸν ἀδάμαντα, καὶ ἐγὼ χαρακτηρίζω οὐχὶ ὡς θετὸν ἢ ὡς γνήσιον, ἀλλὰ τοὐναντίον ὡς τὸ γνησιώτερον ἀπαύγασμα τῆς Ἑλληνικῆς μεγαλοφυΐας, διότι ὁ νόμος αὐτός, ἐνῷ ἀποκλείει ἕνα ἀτυχῆ συμβολαιογράφον, μὴ ἔχοντα τὴν δύναμιν καὶ τὰ μέσα νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ ἐκλογικὸν φρόνημα, δὲν ἀποκλείει τοὺς τραπεζίτας, τοὺς κατέχοντας θέσεις ἀνωτέρας, τοὺς διευθυντὰς ἑταιρειῶν καὶ σιδηροδρόμων, τοὺς ἔχοντας ὅλα τὰ μέσα, ἵνα ἐπηρεάσωσι τὸ ἐκλογικὸν φρόνημα. Τοιοῦτος ὢν ὁ νόμος δὲν εἶναι πλέον νόμος νόθος, ἀλλὰ γνησιώτατος Ἑλληνικὸς νόμος, διότι δυστυχῶς τοιούτους νόμους ἐσυνηθίσαμεν μέχρι τοῦδε νὰ ψηφίζωμεν. Παρετήρησα ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐξήντλησαν τὴν νομομάθειάν των, διὰ νὰ ἑρμηνεύσωσι τὸν σχετικὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ νὰ καταλήξωσιν εἰς τὸ σχετικὸν συμπέρασμα, ὅτι ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ. Λίαν τεχνηέντως περιώρισαν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ αὐστηρῶς δικονομικοῦ ἐδάφους, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν δικάζει, ὡς δικάζουσι τὰ Δικαστήρια, κατ’ αὐστηροὺς δικονομικοὺς τύπους. Ἡ Συνέλευσις θὰ δικάσῃ κατ’ οὐσίαν. Ἂν ὁ ἐκλογικὸς νόμος καθιέρωσε τὴν διάταξιν, ὅτι πᾶς ὑπάλληλος δέον νὰ παραιτῆται προτοῦ ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ὑπηγορεύθη ἀκριβῶς ὑπὸ τῆς προνοίας, ὅπως μὴ οἱ ἐκτιθέμενοι ὑπάλληλοι ἐπηρεάζωσι τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων διὰ τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κατέχουσι. Συνεπῶς ἡ Βουλή, ὁσάκις μέχρι τοῦδε ἐνήσκησε τὸ δικαστικὸν αὑτῆς ἔργον, οὐδέποτε ἀπέβλεψεν εἰς τὰς διατυπώσεις, ἀλλ’ εἰσερχομένη εἰς τὴν οὐσίαν ἠρεύνησεν, ἂν καὶ κατὰ πόσον ὁ μὴ παραιτηθεὶς ὑπάλληλος μετέβαλεν ἢ ἐπηρέασε τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων ἢ ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ αὐτό. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔδαφος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὀφείλετε νὰ περιορίσητε τὴν συζήτησιν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς. Ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου συζητοῦντες βεβαίως θὰ καταλήξητε εἰς ἀσφαλὲς πόρισμα. Καὶ ἔρχομαι ὡς πρὸς τὸν κ. Δάλλαν νὰ ἐρωτήσω: Αὐτὸς ὁ ἔντιμος κ. Δάλλας κατὰ τί ἠδύνατο νὰ ἐπηρεάσῃ καὶ κατὰ τί ἐπηρέασε τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων μὲ τὴν θέσιν τοῦ συμβολαιογράφου; Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, ὅτι δὲν ἐπηρέασε ποσῶς τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων. Συνεπῶς ὡς πρὸς τὸν κ. Δάλλαν τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον. Ἔρχεται τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τὸν δήμαρχον κ. Κουτσόπουλον. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἂν περιορισθῶμεν ἐντὸς τοῦ δικονομικοῦ ἐδάφους, βεβαίως δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ δώσωμεν ψῆφον ἀκυρωτικήν, καὶ οὐχὶ στηριζόμενοι ἐπὶ τοῦ προσφάτως ψηφισθέντος νόμου, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παγίου ἐκλογικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ὑποχρέωσιν εἰς τοὺς δημάρχους νὰ παραιτῶνται πρὸ 40 ἡμερῶν πρὸ τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλά, ὡς εἶπον προηγουμένως, πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὸ ἔδαφος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν παρέσυραν οἱ Κύριοι, τοὺς ὁποίους εἶπον· καὶ πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα τοῦτο ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως. Καὶ οἱ δύο ἐπεκαλέσθησαν τὸν πατριωτισμὸν τῆς Βουλῆς νὰ σεβασθῇ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν αὐτῶν, νὰ σέβωνται τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν σέβεται τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τῶν ἄλλων σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους, καὶ δὴ πρὸς τὸν νόμον ἐκεῖνον, οὗτινος ἀμφισβητεῖται ἡ γνησιότης καὶ ἡ συνταγματικότης. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δίδουσι τὸ μάθημα αὐτὸ τοῦ σεβασμοῦ ἂν πρὸς τοὺς νόμους, αὐτοὶ ἐσεβάσθησαν τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἀκριβῶς ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναμιχθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τοιοῦτον ζήτημα, διότι μοὶ δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν τὴν ἑξῆς ἐρώτησιν: Κατὰ τὸ Σύνταγμα κατὰ τὴν πρώτην Νοεμβρίου συνέρχεται αὐτοδικαίως ἡ Βουλή· τί θὰ γίνῃ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος; Ἀφήνω τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 117, ἥτις παρεβιάσθη ὡς ἀποτελοῦσα δικονομικὸν τύπον, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, καὶ ἔρχομαι εἰς ἄλλην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως τὴν 1 Νοεμβρίου καὶ ψηφίζει τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, καὶ ἐρωτῶ· ποίαν πρόνοιαν ἐλάβετε, διὰ νὰ μὴ παραστῇ ἡ Συνέλευσις αὕτη καταπατοῦσα καὶ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Καὶ ὅτε δὲν ἐσεβάσθητε τὴν διάταξιν ταύτην, πῶς ἔρχεσθε καὶ ζητεῖτε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῶν δύο αὐτῶν Βουλευτῶν, ἐφ’ ὅσον δέδοται ὅτι οὐδόλως ἐπηρέασαν τὸ ἐκλογικὸν φρόνημα; Ἀπὸ τοιαύτης λοιπὸν ἀπόψεως κρίνων καὶ ἐξελέγχων τὴν ἐκλογήν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐμὴν ψῆφον, θὰ δώσω ψῆφον ἐπικυρωτικήν, καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν δήμαρχον, καὶ δι’ ἕτερον λόγον, διότι νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις αὕτη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δώσῃ μίαν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Καὶ δύναται ἡ Συνέλευσις νὰ δώσῃ τὴν ἑρμηνείαν ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου τοῦ νόμου εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς, ὅτι προκειμένου περὶ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας ὁ χαρακτηρισμὸς ἐπίκειται, δὲν ἀπαιτεῖται ἡ τήρησις τῆς διατάξεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου περὶ παραιτήσεως τῶν δημάρχων ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος τῆς ἐκλογῆς. Καὶ οὕτω πως ἐξερχόμεθα τοῦ κύκλου ἐκείνου, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔξοχοι ῥήτορες ἠθέλησαν νὰ παρασύρωσι τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§207Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Θὰ προσπαθήσω νὰ ὁμιλήσω διὰ βραχέων πρῶτον μὲν διότι τὸ πρῶτον ἀνέρχομαι ἐδῶ, δεύτερον δὲ διότι εἰς οὐδένα ἀναγνωρίζω ἀνωτέραν ἱκανότητα δικανικήν, διὰ νὰ προέλθῃ εἰς ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν ὅτι ὁ νόμος τῆς 1 Μαρτίου 1909 εἶναι νόμος ἀντισυνταγματικός. Καὶ ὅτε πρὸ ὀλίγου ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς ὑπέμνησεν εἰς ἡμᾶς εὐλάβειαν πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, ἐγώ, ἂν δὲν εἶχον πραγματικὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, θὰ τὸν διέκοπτον καὶ θὰ τῷ ἔλεγον, ὅτι εἶναι ἀνευλαβὴς ἐκεῖνος, ὅστις ὑποτάσσεται εἰς νόμον ἀντικείμενον εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα καθορίζει σαφῶς ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Βουλευτοῦ, τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου, εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ δημάρχου, καὶ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπετελέσατε τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, ἐψηφίσατε νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον, μολονότι ἐν τῷ Συντάγματι δὲν ἀναγράφεται, ὑπηγάγετε εἰς τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος καὶ τοὺς δημοτικοὺς παρέδρους. Καὶ ἐρωτῶ οἱονδήποτε ἐξ ὑμῶν· εἶναι δυνατὸν διὰ νόμου νὰ ἀποκλεισθῶσι τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκλογῆς ὑπὸ τοῦ λαοῦ οἱ δημοτικοὶ πάρεδροι; Τὸ Σύνταγμα καθορίζει ῥητῶς, ὅτι μόνον οἱ δήμαρχοι καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ δημάρχου εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ, ὄχι ὅμως καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ δημοτικοῦ παρέδρου. Ἡ νομολογία τῶν δικαστηρίων καὶ ἡ διοικητικὴ νομολογία θὰ ἀποφανθῇ ὡρισμένως, ὅτι οἱ δημοτικοὶ πάρεδροι, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀναπληροῦσι τοὺς δημάρχους, δὲν ἀποκλείονται τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι, ἐνῷ διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1909 οἱ δημοτικοὶ πάρεδροι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα. Ὁ νόμος αὐτὸς λοιπὸν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀλλ’ ἀντίκειται καὶ δι’ ἄλλον σοβαρώτατον λόγον· ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἀπηγόρευσε μόνον εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον τὸν ἔμμισθον· καὶ πολὺ σοφῶς καθώρισε τοιαύτην διάταξιν, διότι δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον ἀνὴρ βουλευόμενος ἀφ’ ἑνὸς νὰ μισθοδοτῆται ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν καὶ νὰ εἶναι ὄργανον τυφλὸν Κυβερνήσεως, οἷαι ἦσαν αἱ Κυβερνήσεις τῆς παρελθούσης ἐποχῆς, ὅτε ἐψηφίσθη τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἐνόμισε πρέπον νὰ θεωρήσῃ ἀσυμβίβαστα τὰ δύο ἔργα, τὸ ἔργον τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου καὶ τὸ ἔργον τοῦ Βουλευτοῦ. Ἔχομεν προηγούμενον παράδειγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς δὲν ἀπέβαλε τὴν βουλευτικὴν αὐτοῦ ἰδιότητα, μολονότι ἔλαβεν ἀνώτατον λειτούργημα τῆς Πολιτείας, μολονότι ἀντεπροσώπευε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εἰς τὴν Ἱσπανίαν, καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἐπεδοκίμασε τὸ μέτρον αὐτό.
§208ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦτο ἄμισθος.
§209Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἀκριβῶς ἐπικαλοῦμαι τὸ παράδειγμα αὐτό, διὰ νὰ καταδείξω, ὅτι ὁ συνταγματικὸς νομοθέτης ἠθέλησε μόνον τὸν ἔμμισθον δημόσιον ὑπάλληλον νὰ ἐξαιρέσῃ. Ἀλλ’ ὁ συμβολαιογράφος εἶναι ὑπάλληλος ἔμμισθος; Ἐξηνέχθη πρὸ μικροῦ γνώμη ὑπὸ ἀνδρὸς ἔχοντος κῦρος, ὑπὸ ἀνδρός, τοῦ ὁποίου τὰς γνώμας ὀφείλω νὰ εὐλαβῶμαι καὶ νὰ σέβωμαι, ἐξηνέχθη, γνώμη κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ συμβολαιογράφος εἶναι ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος. Ἀλλὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, τῆς 9 Μαρτίου 1909, οἱ συμβολαιογράφοι δὲν ἐθεωροῦντο δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔμμισθοι, καὶ τοιαύτην γνώμην οὐ μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ τὰ νομικὰ συμβούλια ἐπανειλημμένως ἔδωκαν, ὅτι οἱ συμβολαιογράφοι δὲν θεωροῦνται δημόσιοι ὑπάλληλοι. Καὶ ἦλθεν ἡ Βουλὴ καὶ ἐνομοθέτησεν, ὅτι οἱ συμβολαιογράφοι πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τῆς Βουλῆς πρόκειται νὰ ἀνατρέψωμεν ἡμεῖς ἀποφαινόμενοι ὅτι οἱ συμβολαιογράφοι δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔμμισθοι καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ προκαλέσωμεν ψηφοφορίαν ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ νὰ καταδείξωμεν ὅτι ἡ παρελθοῦσα Βουλή, εἴτε διὰ τὸν ἕνα λόγον εἴτε διὰ τὸν ἄλλον, κακῶς εἶπεν, ὅτι εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἔμμισθοι.
§210Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν τὸ εἶπεν ἡ Βουλὴ αὐτό.
§211Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι ὁ συμβολαιογράφος δὲν εἶναι ἔμμισθος δημόσιος ὑπάλληλος· ἑπομένως πᾶς νόμος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἀπαγορεύσει εἰς τὸν συμβολαιογράφον νὰ ἀποδέχηται βουλευτικὴν ὑποψηφιότητα καὶ νὰ δέχηται τὴν ἐκλογὴν αὐτοῦ, νόμος τοιοῦτος θὰ εἶναι ἄκυρος ὡς ἀντισυνταγματικός.
§212Μ. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν λέγει ὁ νόμος ὅτι ὁ συμβολαιογράφος θεωρεῖται ἔμμισθος ὑπάλληλος· δὲν ἑρμηνεύει δηλαδὴ τὰ περὶ συμβολαιογράφου ὁ νόμος αὐθεντικῶς λέγων ὅτι εἶναι ἔμμισθος. Ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς μερίδος ἐκείνης εἶπεν αὐτὴν τὴν γνώμην, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀστήρικτος.
§213Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὴν ὁποίαν προσπαθῶ νὰ ἀποκρούσω.
§214Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§215Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Εὐχαρίστως.
§216Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Λέγετε ὅτι ὁ νόμος ὁ τελευταῖον ψηφισθεὶς εἶναι ἀντισυνταγματικός. Θὰ σᾶς ἐρωτήσω: Γνωρίζετέ τι πολυτιμότερον δικαίωμα διὰ τὸν πολίτην Ἕλληνα ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν;
§217Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ πολυτιμότερον.
§218Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Αὐτὸ λοιπὸν νομίζω καὶ ἐγώ· καὶ εἴπατέ μοι: εἴδετέ που εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ προβλέπῃ ὅτι στερεῖται ὁ Ἕλλην πολίτης τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν;
§219Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Τὸ Σύνταγμα ὄχι.
§220Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Καὶ ἐν τοσούτῳ ὁ νόμος ἐπέβαλεν εἰς τὸν δυνάμει δικαστικῆς ἀποφάσεως στερηθέντα τῶν πολιτικῶν του δικαιωμάτων νὰ στερῆται τοῦ ἐκλέγειν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ πολυτιμότερον δικαίωμα, ὅπερ ἔχει ὁ πολίτης, τὸ ἐκλέγειν, τὸ ἐστερήθη οὐχὶ διὰ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος βασίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα.
§221Δ. ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν αὐτό, κύριε συνάδελφε. Πᾶν ὅ,τι δὲν λέγει τὸ Σύνταγμα δὲν ἕπεται ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ νομοθετήσῃ. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ νομοθετῇ τηροῦσα ἀπαραβάτως τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἐφαρμόζει τὸν ὅρον τὸν συνταγματικόν, ἐπιτυχῶς καὶ ἐγκύρως καὶ νομίμως νομοθετεῖ, καὶ ἐὰν ὑπῆρχε διάταξις ἀπαγορευτική, οἵα ἡ τοῦ ἄρθρου 71 τοῦ Συντάγματος, ἡ κανονίζουσα τὰ προσόντα τῶν Βουλευτῶν, τότε βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν θὰ εἶχε δικαίωμα· ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται μόνον εἰς τοὺς δημάρχους καὶ τοὺς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους νὰ ἐξασκῶσι συγχρόνως καὶ τὰ ἔργα τοῦ Βουλευτοῦ, νομίζω ὅτι, ἐὰν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶναι νόμος ἄκυρος. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον, ἐπαναφέρουσα εἰς ἰσχὺν καταργηθεῖσαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, θεωροῦσα ἄκυρον τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα παρὰ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος, νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Δάλλα εἶναι ἔγκυρος, διότι ὁ Βουλευτὴς οὗτος ἔχει τὰ προσόντα, μολονότι εἶναι συμβολαιογράφος, διότι δὲν εἶναι ἔμμισθος ὑπάλληλος. Προκειμένου ὅμως καὶ περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Κουτσοπούλου, ἐνταῦθα φρονῶ καὶ ὀφείλω πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ δηλώσω, ὅτι θεωρῶ ὅτι πολὺ προώρως ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του ὁ κ. Κουτσόπουλος, καὶ τονίζω αὐτό, διότι θέλω ἀποδείξει διὰ τίνα λόγον βασίζομαι εἰς τοιοῦτον ἐπιχείρημα. Τὸ Σύνταγμα κανονίζει, ὅτι τὰ ἔργα τοῦ δημάρχου εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ ἔργα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ, θέλει δηλαδὴ τὸ Σύνταγμα νὰ καταδείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ συγκεντρώσωμεν δύο συγχρόνως αἱρετὰ ἀξιώματα εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον, καὶ ὅταν συμβῇ, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, νὰ συγκεντρωθῶσι δύο αἱρετὰ ἀξιώματα εἰς τὸ αὐτὸ πρόσωπον, τότε ἀνήκει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς εἰς τὸν ἐκλεγέντα, ὁ δὲ ἐκλεγεὶς ἔχει καθῆκον νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν νεωτέραν ἀπόφασιν τοῦ λαοῦ, διότι ἡ νεωτέρα ἀπόφασις τοῦ λαοῦ εἶναι ἡ ἐπικρατεστέρα. Ἔχει λοιπὸν δικαίωμα ὁ Βουλευτὴς αὐτὸς μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς του νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν ἀπὸ τοῦ δημαρχικοῦ ἀξιώματος ἢ τοῦ βουλευτικοῦ. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι πολὺ προώρως ὑπέβαλε τὴν παραίτησιν ταύτην. Καὶ μᾶς εἶπεν ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅτι εἶναι ζήτημα εὐπρεπείας διὰ τὴν Βουλήν, ἥτις ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν αὐτήν. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι ζήτημα νομιμότητος, ὅτι εἶναι ζήτημα συνταγματικῆς ὑποταγῆς νὰ ἐπικυρώσωμεν τὴν ἐκλογὴν αὐτήν, διότι ἡμεῖς πρῶτοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἡμέρας ἤδη ὑφιστάμεθα ποικίλας περιφρονήσεις, ἡμεῖς πρῶτοι ἔχομεν καθῆκον, καίτοι ἐδηλώσαμεν ὅτι ἔχομεν ἀκράδαντον καὶ ἀδιάσειστον θέλησιν νὰ ὑποταχθῶμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ ἰσχῦον μέχρις οὗ ἡ Συνέλευσις αὕτη τὸ καταλύσῃ ἢ τὸ μεταρρυθμίσῃ. Καί, τοῦ λόγου παρεμπεσόντος, ὀφείλω νὰ ἀπονείμω εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν αὐτὸν σεβαστὸν Βουλευτήν, διότι κατέδειξεν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν Θεσσαλῶν. Ἀλλ’ ἀπονέμων καὶ ἐκφράζων πρὸς αὐτὸν εὐγνωμοσύνην, ὀφείλω νὰ διακηρύξω, ὅτι πολὺ ὀψιγενὲς εἶναι τὸ αἴσθημα καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἔδειξεν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. (Εὖγε, εὖγε!). Ὅτε ἀπηύθυνε τοιαύτην παρατήρησιν πρὸς τὴν ὁμάδα τῶν Θεσσαλῶν, νομίζω ὅτι θίγει μίαν τῶν εὐγενεστέρων χορδῶν τῆς καρδίας τῶν Θεσσαλῶν ἀντιπροσώπων ὑπαινισσόμενος τὸ ὑψηλὸν καὶ μέγα ἐκεῖνο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ κυριαρχῇ εἰς τὰς σκέψεις ὅλων τῶν Κυβερνήσεων τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἡμεῖς—καὶ λέγων τοῦτο ἐννοῶ νὰ δηλώσω ὅτι οὐδένα ἀντιπροσωπεύω πλὴν ἐμαυτοῦ—, ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ δὲν προτάσσομεν τὸ ζήτημα ἡμῶν ὑπεράνω τῶν ἄλλων μεγάλων πολιτειακῶν ζητημάτων (εὖγε, καὶ χειροκροτήματα), καὶ δὲν τὸ προτάσσομεν, διότι ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ θὰ ἔχωμεν τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ἀπόφασιν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν οἰκονομικὴν δουλείαν, τὴν ὁποίαν κατεργάζεται ἡ πτωχεία. Ἀλλ’ ἡμεῖς, οἱ Θεσσαλοὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ποτὲ τὴν ὑπομονὴν νὰ παρατείνωμεν τὴν πολιτικὴν δουλοσύνην, τὴν ὁποίαν κατειργάσθησαν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τὰ κόμματα. (Εὖγε, εὖγε, καὶ χειροκροτήματα).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα κατὰ τὸ ἄρθρον 33 ὁμιλεῖ ὁ ἀντιλέγων, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κ. Παπαηλιοῦ. Ἀλλὰ πρὸ αὐτοῦ εἶναι ὁ κ. Γαλανὸς καὶ ὁ κ. Γκλαβᾶς. Ἑπομένως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γαλανός.
§223Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, Κύριοι, θὰ μεταχειρισθῶ τὴν αὐτὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθην ἐπὶ 17 ἔτη ἀπὸ βήματα ἄλλα, ὄχι βεβαίως ἐπίσημα, ὡς τὸ βῆμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐπίσης ἱερὰ καὶ σεμνά. Ἀνέβην, διὰ νὰ ὁμιλήσω ἄνευ οὐδεμιᾶς προκαταλήψεως καὶ ἄνευ προσωποληψίας, χωρὶς καμμίαν προσωπικὴν συμπάθειαν καὶ ἀντιπάθειαν, ἀλλὰ μόνον μὲ τὸν πόθον ν’ ἀνεύρω τὸ δίκαιον καὶ νὰ διερμηνεύσω τὴν ἀλήθειαν, ὁλόκληρον δὲ τὴν ἀλήθειαν.
§224ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν.
§225Μ. ΓΑΛΑΝΟΣ. Ἡ φράσις σᾶς ἐξένισε; Τὴν χρεωστοῦμεν εἰς τὸν Βίκτωρα Οὑγκώ. Διότι ἐλπίζω, ὅτι τὸ γνωρίζετε. Ἀπὸ τὸν κάλαμον τὸν ἰδικόν του μᾶς διετυπώθη τὸ βαθύτατον καὶ σημαντικώτατον ἐκεῖνο ῥῆμα, ὅτι ἡ «ἀλήθεια εἶναι ὁλόκληρος ἡ ἀλήθεια». Ἐὰν δὲ ὅλοι, πρὸ πάντων ὅμως οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, ὀφείλουσι νὰ ἐμπνέωνται ἀπὸ τὸν ἀκραιφνέστερον ἔρωτα τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσβάλω κανένα, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν ἐτηρήθη πάντοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ μεθ’ ὅλης τῆς προσηκούσης προσοχῆς καὶ τῆς ἀπαιτουμένης εὐλαβείας. Αὐτὴ ἡ συζήτησις, ἡ νῦν διεξαγομένη περὶ τὴν ἐκλογὴν τοῦ νομοῦ Λαρίσης, μαρτυρεῖ ὅτι τὸ προσωπικὸν πνεῦμα παίζει σπουδαῖον μέρος εἰς τὰ τελούμενα ἐνταῦθα. Δὲν θέλω εἰσέλθει ἐγὼ — δὲν εἶμαι ἄλλως τε καὶ ὁ ἁρμόδιος — εἰς λεπτομερῆ συζήτησιν τῶν νομικῶν ἀπόψεων, αἵτινες ἐθίγησαν ὑπό τινων τῶν προλαλησάντων. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου, πῶς, προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα, ἄνδρες παλαίμαχοι καὶ ἐμπειρότατοι, τόσον χρόνον διανύσαντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἠδυνήθησαν νὰ φαντασθῶσι καὶ ἐτόλμησαν νὰ ἐξαγγείλωσιν, ὅτι ἡ ἐνταῦθα παραδοχή του, καθ’ ὃ συμβολαιογράφου, εἶναι ἀπηγορευμένη ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος. Τάχα διότι ὁ συμβολαιογράφος εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος; Δὲν εἶναι ὅμως ἔμμισθος. Καὶ τὸ Σύνταγμα λέγει ῥητῶς ἐν ἄρθρῳ 70: «τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου». Ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἠμφισβήτησε καὶ κανεὶς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσῃ, οἱ συμβολαιογράφοι ὁλόκληρον τεσσαρακονταετίαν εἶχον ἐλεύθερον καὶ ἀδιαφιλονείκητον τὸ δικαίωμα τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς, ὑπῆρξαν δὲ καὶ οἱ ἐξ αὐτῶν παρακαθίσαντες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Καὶ πῶς λοιπὸν νὰ μὴ ὑπομνήσῃ τις τὸ καθῆκον τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν εὐθύτητα καὶ τὴν ἀλήθειαν, ὅτε χωρὶς κανένα δισταγμόν, συνταγματικώτατον δικαίωμα τῶν συμβολαιογράφων, ἀσκηθὲν διὰ τοσούτου χρόνου καὶ ἐκδηλῶσαν τὴν ὑπόστασίν του καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καταγγέλλεται ἐν ταῖς ἐσχάταις ταύταις ἡμέραις ὡς ἀντισυνταγματικόν, μετὰ τόσης δὲ ὁρμῆς καὶ ἀπαιτητικότητος; Πρόκειται τάχα περὶ πεποιθήσεως; Ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀμφιβάλλω. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν ἀφέλειαν φρονήματος τοιούτου. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ μεθόδου, ἥτις δυστυχῶς δὲν εἶναι ἄγνωστος ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Διὰ νὰ μείνῃ ὁ φίλος, διὰ νὰ ἀπελαθῇ ὁ μὴ ὀπαδός, τίθενται εἰς ἐπιστράτευσιν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα χωρὶς πολλὴν μέριμναν περὶ τῆς σοβαρότητός των καὶ χωρὶς τὴν ἀπαιτουμένην βάσανον περὶ τῆς ὀρθότητός των. Ἡ ἀπαγόρευσις τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος εἰς τοὺς συμβολαιογράφους ὑπάρχει μόνον κατὰ τὸν νεώτερον ἐκλογικὸν ἡμῶν νόμον, τὸν ψηφισθέντα κατὰ Μάρτιον τοῦ 1910. Ἀλλ’ εἶχε δικαίωμα ὁ νόμος νὰ ἀποφράξῃ τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα εἰς ἀμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους, οἵτινες, συμφώνως πρὸς τὸ ὑφιστάμενον Σύνταγμα, δὲν συμπεριελαμβάνοντο μεταξὺ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ κωλυομένων; Γνωρίζω, ὅτι περὶ τὸ θέμα τοῦτο αἱ γνῶμαι τῶν συνταγματολόγων δὲν διατελοῦσιν εἰς συμφωνίαν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἀσπάζομαι ἐκείνην, ἥτις ἀρνουμένη τὴν διὰ νόμου ἐπέκτασιν τοῦ βουλευτικοῦ ἀσυμβιβάστου ἔξω τοῦ σχετικοῦ ὁρισμοῦ τοῦ Συντάγματος καταγγέλλει τὸν τοιοῦτον νόμον ὡς ἀντισυνταγματικόν, ἄρα δὲ καὶ ἄκυρον. Προκειμένου μάλιστα περὶ τοῦ παρ’ ἡμῖν νομοθετικοῦ ἔργου τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον συνετελεῖτο ὑπὸ γνωστοὺς ὅρους, ἄνευ βασάνου προπαρασκευῆς καὶ ἄνευ βασάνου συζητήσεως, ὑπάρχει εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, διὰ νὰ προτιμηθῇ ἡ γνώμη, καθ’ ἣν ὁ ῥηθεὶς νόμος, ὁ ἐλθὼν νὰ ἐπεμβῇ ἀπαγορευτικῶς ἔνθα τὸ Σύνταγμα ἐπέτρεπεν, εἶναι νόμος ἀντισυνταγματικός, μὴ δυνάμενος ἑπομένως καὶ νὰ κρίνῃ τὴν τύχην τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Δάλλα. Καὶ ἤδη ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς ἐρώτησίν τινα διατυπωθεῖσαν ὑπό τινος τῶν συναδέλφων ἐκ τῆς θέσεώς του πρὸς ἕτερον ἀγορεύοντα ὑπὲρ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς. Ὁ συνάδελφος ἠρώτησεν: ἐὰν βουλευτικὸν ἀσυμβίβαστον, μὴ συμπεριλαμβανόμενον εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, δὲν ἰσχύῃ, πῶς τότε ἀποκλείονται οἱ κληρικοὶ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, ἐνῷ ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι δὲ μόνον ὡρισμένη διὰ νόμου; Καὶ ὁ τόνος τοῦ οὕτως ἐρωτήσαντος ἐνέφαινέ τι τὸ θριαμβευτικόν, ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι ἡ ἐρώτησις θὰ ἔμενεν ἄνευ ἀπαντήσεως. Ἂς ἐπιτραπῇ εἰς ἐμὲ νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν. Ἡ ὀρθόδοξος ἀνατολικὴ Ἐκκλησία ἀείποτε παρέμεινε πιστὴ εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικοπολιτικὴν ἀρχήν, τὴν διατυπωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Θεανθρώπου διὰ τοῦ πασιγνώστου Αὐτοῦ ῥήματος· «τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ». Ἐν τῇ ὁλοκληρωτικῇ εὐλαβείᾳ καὶ ὑποταγῇ πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην ὁ ὀρθόδοξος Ἑλληνικὸς κλῆρος παρέμεινεν ἀείποτε ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ σφαίρᾳ, ἱεροὶ δὲ κανόνες ἡμῶν καὶ παραδόσεις ἀπαγορεύουσιν εἰς τὸν κληρικὸν τὰς πολιτικὰς ἐνασχολήσεις καὶ τὰ κοσμικὰ ἀξιώματα. Ἰδού, κύριε συνάδελφε, ποῦ κεῖται ἡ πηγὴ τῆς ἀνακηρύξεως τοῦ ἀσυμβιβάστου τοῦ κληρικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὸ βουλευτικόν. Κεῖται εἰς τοὺς ἱεροὺς κανόνας μας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, διότι τοῦτο διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου του ἀνεγνώρισε, καθὼς γινώσκετε, τὸ κῦρος τῶν τε ἱερῶν Ἀποστολικῶν καὶ Συνοδικῶν κανόνων καὶ τῶν ἱερῶν παραδόσεων. Καὶ ἐπειδὴ οἱ κανόνες οὗτοι καὶ αἱ παραδόσεις αὗται ἀποκλείουσι τὸν κλῆρον τῆς ἐνταῦθα συμμετοχῆς, καμμία ἀνάγκη δὲν ὑπῆρχεν ἑτέρου νόμου, ἀλλ’ ἤρκει καὶ μόνον τὸ Ἐκκλησιαστικὸν ἡμῶν δίκαιον καὶ τὸ Σύνταγμα, διὰ νὰ εἶναι ἡ τοιαύτη ἀπαγόρευσις πλήρης. Ἄλλως τε, Κύριοι, διατί νὰ μὴ εἴμεθα εἰλικρινεῖς; Ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ κ. Δάλλα δὲν ζητεῖται, βεβαίως δὲν ζητεῖται ἐκ στοργῆς καὶ πόνου πρὸς τοὺς νόμους καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα. Δὲν εἶναι τὸ πολυπαθὲς καὶ ταλαίπωρον αὐτὸ Σύνταγμα τὸ ὁρίζον σαφῶς καὶ τὸ ἐπιτάσσον κατηγορηματικῶς, ὅτι ὁ ἐκλεγόμενος Βουλευτὴς πρέπει νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του; Ὁ ὁρισμὸς συμπεπληρωμένον μαρτυρεῖ τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν συνταγματικῶς ἐνέχει ἡ διάταξις αὕτη. Τὴν ἐτηρήσατε ἐνταῦθα; ἐνίοτε—σπανιώτατα, ἐννοεῖται—ἐτηρήθη, ὅτε ἡ πλειονοψηφία ἐπεθύμει ν’ ἀπαλλαγῇ ἀντιθέτου ἀνηλίκου. Καὶ ἡ ἐφαρμογὴ λοιπὸν τότε ἐγίνετο πασιφανῶς ὑπὲρ τοῦ κόμματος, ὄχι ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος. Ἐπιπρόσθετος δ’ ἀπόδειξις ὑπάρχει τὸ ὅτι, ὁσάκις οἱ ἀνήλικοι ὑπῆρχον φίλοι πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν, τὸ Σύνταγμα ἐκλείετο, διὰ νὰ ἀνοιχθῶσιν εἰς ἐκείνους αἱ θύραι αὗται. Γνωρίζω τί ἐπικαλοῦνται περὶ τούτου οἱ συνήγοροι τῶν βουληφόρων ἀνηλίκων. Μᾶς λέγουσιν: ἡ διάταξις ἐκείνη τοῦ Συντάγματος, ἡ σχετικὴ πρὸς τὴν ἡλικίαν τοῦ ἐκλεγομένου Βουλευτοῦ, εἶναι κατακεκριμένη γενικῶς καὶ διατελεῖ νεκρὰ πρὸ τῆς κοινῆς συνειδήσεως. Καὶ ὅμως οὗτοι, οἱ μετὰ τόσης εὐχερείας θανατοῦντες μίαν τόσον ἀπαιτητικὴν συνταγματικὴν διάταξιν, προκειμένου περὶ νόμων πλέον, προφανῶς παραλόγων καὶ ἀσυμβιβάστων πρὸς τὸ καθόλου πνεῦμα τῆς σημερινῆς ἐποχῆς, δὲν διστάζουσι νὰ διακηρύττωσιν ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ὁ νόμος, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐφαρμόζηται. Πῶς δὲ ἡ κοινὴ συνείδησις κατεδίκασε παρ’ ἡμῖν τὴν περὶ ἡλικίας Βουλευτοῦ συνταγματικὴν διάταξιν; Ὅπου παρεβιάσθη αὕτη, τοῦτο ἐγένετο ὄχι ἐξ ἐπιβολῆς καὶ ἐξεγέρσεως τῆς κοινῆς συνειδήσεως, ἀλλὰ μόνον ἐκ κομματικῆς ἐπιβολῆς. Καὶ καταργοῦνται λοιπὸν οὕτω τὰ Συντάγματα; Ἀλλ’ ὅμως καὶ σήμερον ἀνεκηρύχθη ἔγκυρος ἡ ἐκλογὴ Βουλευτοῦ ἀνηλίκου, πάντες δὲ γνωρίζομεν, ὅτι προπαρασκευάζονται καὶ ἄλλαι τοιαῦται ἐπικυρώσεις. Καὶ θὰ συντελεσθῶσι καὶ αὗται, χωρὶς ν’ ἀνησυχήσωσι διόλου πρὸ τῆς ἀναμφισβητήτου καὶ καταφώρου ταύτης καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος οἱ ῥηγνύοντες κραυγὰς ὑπὲρ αὐτοῦ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ κ. Δάλλα, καθ’ ἣν οὐδόλως καταπατεῖται. Ἐκτὸς πλέον, ἐὰν φρονῶσιν ὅτι, ἀφοῦ οἱ ἡλικιωμένοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιτελέσωσί τι ἀξιόλογον, καλὸν εἶναι νὰ ζητηθῇ ἤδη ἡ σωτηρία διὰ χειραγωγίας τῶν πρεσβυτέρων ὑπὸ τῶν ἀνηλίκων. Καὶ μὴ εἶναι τοῦτο μόνον; Δὲν συνεζητήθη τάχα χθὲς ἐκλογὴ ἄλλη, κατὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμία ἀπέμεινεν ἀμφιβολία περὶ τῆς διαπράξεως νοθείας; Καὶ ὅμως ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἐπεκυρώθη πρωτοστατούντων καὶ συνηγορούντων ὑμῶν αὐτῶν, χωρὶς νὰ κωλυθῆτε ἐκ τοῦ ἀναμφισβητήτου ἐγκλήματος, ἐγκλήματος δὲ ἀπολύτως καταδικαζομένου ὑπὸ τῶν θείων καὶ ὑπὸ τῶν ἀνθρωπίνων νόμων. Καὶ λοιπόν, ὁπότε ἐκράτησεν ἐνταῦθα ἐπιείκεια τοιαύτη καὶ ἐν γνώσει κατεπατήθησαν διατάξεις τοσαύτης συνταγματικῆς καὶ ἠθικῆς ἐπιβολῆς, ἤθελον ἐρωτήσει· φανατικὴ ἆρά γε καὶ σπουδαία πράγματι εὐλάβεια πρὸς τὸ Σύνταγμα ἐνέπνευσε καὶ ἐκίνησεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διέρρηξαν τοὺς πνεύμονάς των πρὸς τὴν ἐπιζητουμένην μερικὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Λαρίσης; Οὐδ’ ὑπεστάλησαν νὰ εἴπωσιν, ὅτι πρέπει νὰ τιμωρηθῇ δι’ ἀποπομπῆς ἡ διαπραχθεῖσα θρασύτης! Τὸ ἐπ’ ἐμοί, Κύριοι, ὀφείλω νὰ μὴ παρίδω ἀπαρατήρητον τὸ μέρος τοῦτο. Διέπραξε λοιπὸν θρασύτητα ὁ Δάλλας, ἡ ἁγνὴ καὶ πάλλευκος αὐτὴ μορφή, ἡ ὁποία παραμένουσα ἐνταῦθα θὰ ἠδύνατο νὰ συναγωνισθῇ εἰς τὸ νὰ κρατήσωσιν ἀρχαὶ πολιτικώτεραι καὶ τιμιώτεραι καὶ ν’ ἀποτελέσῃ μίαν μεγάλην συμβολὴν πρὸς τὴν ἐξυγίασιν τῆς κοινοβουλευτικῆς μας ἀτμοσφαίρας; Ἐγὼ τοὐλάχιστον θὰ ἐθεώρουν ὄχι συνήθη τινὰ τιμήν μου τὸ νὰ παρακάθημαι ἐνταῦθα μετὰ τοιούτου συναδέλφου· φρονῶ δὲ ὅτι, προκειμένου περὶ ἀνδρὸς χρηστότητος τοιαύτης, ὅστις ἐξελέγη, χωρὶς ἀπολύτως νὰ καταβάλῃ ὁ ἴδιος καμμίαν προσπάθειαν καὶ χωρὶς νὰ μετακινηθῇ ποσῶς ἐξ’ Ἀθηνῶν, εἰς τὸν ὁποῖον δὲ καμμία δὲν ὑπάρχει κηλίς, οὐδὲ σκιά, καθῆκον ἐξαιρετικώτερον ὑπεῖχε πᾶς τις, ὅπως ἐκφρασθῇ περὶ αὐτοῦ μετὰ περισσοτέρας εὐλαβείας. Δὲν ἐσκόπευον, Κύριοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ θέματος ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, διότι ἐφρόνουν ὅτι πρὸ παντὸς ὤφειλον ἐπὶ μακρόν, ἄνευ τινὸς σπουδῆς, νὰ ἐπωφελῶμαι ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συζητήσεων, ἀκούων μᾶλλον παρὰ λέγων. Ἀλλ’ ἐξ ἀφορμῆς τῆς τροπῆς, ἣν ἡ διεξαγομένη συζήτησις προσέλαβε, μετήλλαξα σήμερον τὴν γνώμην μου, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἐκθέσω, προχείρως, εἶναι ἀληθές, ὅσα ἤδη ἀνέπτυξα, ἀλλὰ καὶ διὰ ν’ ἀπευθύνω ἄλλας τινὰς εὐλαβεῖς παρατηρήσεις, ἡ σπουδαιότης τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἴσως ἄσκοπον νὰ τονισθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐλέχθησαν πολλὰ περὶ τοῦ παρελθόντος, ὑπῆρξαν δὲ καὶ οἱ ἐξαγγείλαντες, ὅτι θὰ ζητήσωσιν εὐθύνας παρὰ τῶν διαχειριστῶν αὐτοῦ. Ἀνήκω εἰς τοὺς φρονοῦντας, ὅτι ἀπεστάλημεν ἐδῶ κυρίως, ὅπως διορθώσωμεν κατάστασιν, τῆς ὁποίας ἐπὶ μακρότερον παράτασις θέλει καταντήσει ἀφορήτως ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν τιμὴν αὐτὴν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἡ διόρθωσις — ὀφείλομεν πάντες νὰ ἀναγνωρίσωμεν — ἀπαιτεῖ πρωτίστως τὴν εὐλαβῆ τήρησιν ὡρισμένων τινῶν ἠθικῶν κανόνων, τῶν ὁποίων ἡ συχνὴ δυστυχῶς ἀθέτησις ὑπῆρξεν ἡ κυριωτέρα αἰτία τῆς φθορᾶς καὶ τῆς πολυποικίλου καταπτώσεως, ἐξ ἧς προβάλλουσι σήμερον ἐμπρός μας τόσα ἀγωνιώδη καὶ ζοφερὰ προβλήματα. Ἐβασίλευσεν ἀείποτε ἐνταῦθα ἡ ὀφειλομένη εὐλάβεια πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν εὐθύτητα, ἢ πολλάκις κατεβλήθη θλιβερὰ περὶ τοῦ ἐναντίου ἅμιλλα; Οὐδεὶς δύναται δυστυχῶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἀπειράκις οἱ νόμοι ὑπετάχθησαν εἰς τὰς χρείας τῶν προσώπων, δὲν ἐστάθησαν δὲ σπάνιοι οἱ πολιτικοί, οἵτινες, κατὰ τὰς συμπαθείας ἢ τὰς ἀντιπαθείας των, ὑπεστήριξαν μίαν γνώμην τὴν πρωΐαν, διὰ νὰ κραυγάσωσιν κατ’ αὐτῆς, μετ’ ἴσης δὲ ἢ καὶ πλείονος ὁρμῆς καὶ θέρμης, τὴν ἑσπέραν. Καὶ ἐρωτῶ· κοινοβουλευτισμός, τοιουτοτρόπως διεπόμενος, πολιτικὴ πορεία οὕτω κανονιζομένη, τί ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ; Ἔνθα ἡ ἀλήθεια τῶν νόμων παραβιάζεται ἐν γνώσει, ἡ δὲ πολιτικὴ χωρεῖ ἄνευ συνειδήσεως τῶν ἠθικῶν της καθηκόντων, νομίζετε ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀδιάφορον καὶ ὅτι πρόκειται διὰ μικρά; Πολιτικὸς βίος, μὴ ἐμπνεόμενος ἀπὸ ἀνώτερα ἰδανικά, μὴ ἀναγνωρίζων ὑπεράνω πάντων τὸ κράτος τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἀληθείας καὶ τῆς νομιμότητος, μὴ ἔχων τὴν εὐθύτητα νὰ φωνάζῃ πρὸς τὸν φίλον: δὲν ὑποστηρίζω τὸ ἄδικόν σου, ἢ πρὸς τὸν ἀντίπαλον: μὲ ἔχεις συνήγορον τοῦ δικαίου σου, βίος πολιτικὸς τοιοῦτος καταναλισκόμενος μόνον περὶ τὰ τῶν φίλων καὶ τὰ περὶ τοῦ κόμματος καὶ τὰ περὶ τῆς ἐξουσίας, δὲν δύναται νὰ μὴ ὁδηγήσῃ διὰ τῆς χρονίας φθορᾶς εἰς τελικήν τινα καταστροφήν. Καὶ θὰ ὁδηγήσῃ κατ’ ἀνάγκην—θὰ γίνῃ δὲ τοῦτο καὶ παρ’ ἡμῖν—ἐὰν τυχὸν ἠθέλομεν περιορισθῆ μόνον εἰς μέτρα συνταγματικῶν καὶ νομοθετικῶν διαρρυθμίσεων χωρὶς νὰ μεταρρυθμίσωμεν ἡμᾶς αὐτούς. Διότι τὴν ζωὴν τῶν Ἐθνῶν καὶ τῶν Πολιτειῶν δὲν ἀποτελοῦν πρωτίστως οἱ γραπτοὶ θεσμοί, ἀλλ’ ὁ χαρακτήρ, τὸ ἦθος καὶ ἡ πολιτεία τῶν προσώπων τῶν κεκλημένων νὰ ζωοποιῶσι δι’ ἀκριβοῦς καὶ ἀδόλου ἐφαρμογῆς τὰς διατάξεις τὰς γραπτάς. Θέλομεν λοιπὸν πράγματι νὰ διορθώσωμεν καὶ ἀνορθώσωμεν, ὡς πανταχόθεν τονίζεται ἡ περὶ τούτου ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Βουλευτὴς ὀρθῶς διεκήρυξεν, ὅτι παριστάμεθα ἐνταῦθα, ὅπως ἀνακαινίσωμεν, ἀλλὰ καὶ ὅπως ἀνακαινισθῶμεν. Χωρὶς τὸ δεύτερον εἶναι βεβαίως ἀδύνατον τὸ πρῶτον. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἡμεῖς, οἱ παρέχοντες τὴν συμβουλὴν ταύτην πρὸς τοὺς ἄλλους, ὀφείλομεν πρῶτοι νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν πρὸς τὸν ἑαυτόν μας. Καταλήγων, Κύριοι, καὶ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα, φρονῶ—πρόκειται δὲ πλέον περὶ τοῦ κ. Δάλλα—, ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ τὸν ἀποπέμψωμεν ἐντεῦθεν. Ἐφ’ ὅσον τὸ Σύνταγμα τῷ παρέχει τὸ δικαίωμα τῆς παρουσίας, ἀποπέμποντες τοῦτον θ’ ἀποπέμψωμεν αὐτὸν τὸν Θεσσαλικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἀφ’ ἑαυτοῦ ἔλαβε τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ὑποψηφιότητός του καὶ συνετέλεσε τὴν πανηγυρικὴν ἐπιτυχίαν της. Ἀντὶ δὲ νὰ προσφέρωμεν ὑπηρεσίαν πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν εὐπρέπειαν τοῦ Κοινοβουλίου, ὡς ἰσχυρίσθησαν οἱ ἀντίθετα φρονοῦντες, εἰσακούοντες τὴν γνώμην των θὰ πράξωμεν κἄτι τι περισσότερον ἀπὸ σφάλμα, θὰ διαπράξωμεν ἔγκλημα. (Χειροκροτήματα).
§226Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριοι συνάδελφοι· τέκνα τοῦ λαοῦ ἡμεῖς, βεβαίως δὲν ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν τίτλους παρελθούσης πολιτικῆς οἰκογενειακῆς εὐκλείας· ἡ πολιτικὴ ἱστορία τῶν πλείστων ἡμῶν ἄρχεται ἀκριβῶς ἀφ’ ἡμῶν. Δὲν ἀνήκομεν πράγματι εἰς τάξεις κοινωνικῶς προνομιούχους κατὰ τὰς παρ’ ἡμῖν δυστυχῶς σφαλερῶς κρατούσας κοινωνικὰς προλήψεις· τυχαῖοι καὶ ἁπλοῖ ἀστοὶ ἡμεῖς, ἀνήκομεν εἰς τὴν μεγάλην ἐκείνην καταδυναστευομένην τάξιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὴν βάσιν καὶ δύναμιν τοῦ ὅλου Κράτους, ἑνὶ λόγῳ ὡς τίτλον τιμῆς καὶ εὐγενείας ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν μόνον τὴν λαϊκήν μας καταγωγήν. Ἀπετάθημεν τελευταίως πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξεδήλωσε πρὸς ἡμᾶς καταφώρως τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτοῦ, ἀπετάθημεν πρὸς Ἐκεῖνον (καὶ δεικνύει τὰ λαϊκὰ θεωρεῖα), ὅστις ἐδικαιοῦτο ὑπὲρ πάντα ἄλλον νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰ πολιτικὰ δικαιώματα τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς χώρας. Δὲν εἴμεθα τυχάρπαστοι, ὡς ἀστόχως καὶ τόσον ἐλαφρῶς μᾶς ἐχαρακτήρισεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτής, διότι, ὅτε πάντες ἡμεῖς, οἱ κατελθόντες ἐν τῇ πολιτικῇ πάλη ὑπὸ τὴν σημαίαν τῶν λαϊκῶν ἰδεωδῶν, φερόμεθα εἰς τὰς πρώτας βαθμίδας τῆς κλίμακος τῆς ἐπιτυχίας, ἀσφαλῶς δὲν εἴμεθα τοιοῦτοι, οἵους μᾶς ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ῥάλλης. Ἄς τὸ ὁμολογήσῃ· εἴμεθα τὰ ἀρνητικὰ ἄπειρα καὶ τὰ γνήσια τέκνα τῆς παραπαιούσης πολιτικῆς του πορείας. Εἴμεθα τὰ προϊόντα τῆς ἐλευθέρας σκέψεως καὶ τῆς φωταυγοῦς καὶ ἀνεπηρεάστου βουλήσεως τοῦ λαοῦ, καὶ τοῦτο, διότι ἡ πολιτική σας δὲν ἐφάνη ἀνταξία τῆς μεγάλης σας ἀποστολῆς, καὶ τοῦτο, διότι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους οὐδέποτε ἐξήρθη εἰς σφαίρας πατριωτικάς. Τὰς ἀποφάσεις αὐτῆς τὰς ἐλάμβανεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσωπικῶν αὑτῆς συμφερόντων, καὶ τὰ δημόσια ὑπουργήματα ἀπετέλεσαν μόνον μέσον πρὸς εὐαρέστησιν τῶν φιλικῶν ἀπαιτήσεων καὶ τὸν συμβιβασμὸν τῶν οἰκιακῶν συμφερόντων ἐν πᾶσι. Παρετήρει τις τὸ μίασμα τοῦ ἰδιωτικοῦ συμφέροντος, αἱ δὲ λαμπάδες τῆς Πολιτείας ἔκαιον μόνον χάριν τῆς μόνης σας θεᾶς καὶ τοῦ μόνου σας εἰδώλου, τῆς Συναλλαγῆς! Λοιπὸν δὲν εἴμεθα ὡς λίαν ἀτόπως ἐχαρακτηρίσθημεν. Δυνατόν, ἀξιότιμε ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτά, νὰ ἔχητε νὰ ἐπιδείξητε πολιτικὸν βίον συναπτῶν ἐτῶν 44. Οὐδεὶς βεβαίως ἀρνεῖται τὴν πολιτικήν σας ταύτην ζωήν, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς πάλιν θὰ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ παράσημον τῆς λαϊκότητος, τὸ ὁποῖον διεξεδικήσατε καὶ διεκδικεῖτε ἤδη, τελευταίως διὰ τοῦ πολιτικοῦ σας συνασπισμοῦ μετὰ τῶν φίλων τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, τὸ ἐθέσατε ἐκποδών, ἠθελήσατε ἀτυχῶς νὰ καταπνίξητε πᾶσαν εὐγενῆ ἰδέαν καὶ πᾶσαν λαϊκὴν βούλησιν. (Χειροκροτήματα). Ἀπὸ πρωίας, Κύριοι, κατατριβόμεθα συζητοῦντες περὶ τῆς ἐκλογῆς Λαρίσης. Συζητοῦμεν ἀσχολούμενοι εἰς ἐπεισόδια, συζητοῦμεν ἀσχολούμενοι περὶ τὰ μικρὰ καὶ ὄχι περὶ τὰ σπουδαῖα. Ἂν νομίζητε ὅτι διὰ τῶν διεξαγομένων ἐνταῦθα συζητήσεων προσφέρετε ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, ἀπατᾶσθε τὴν οἰκτροτέραν τῶν πλανῶν. Ἐάν, τονίζω, ἐξακολουθῶμεν νὰ φερώμεθα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον συζητοῦντες, βεβαιωθῆτε, ὅτι πρωίαν τινὰ θὰ ἐξυπνήσωμεν καὶ θὰ ἴδωμεν ἐκεῖ εἰς τὴν θύραν τοῦ Βουλευτηρίου ἀνηρτημένην πινακίδα φέρουσαν τὰς λέξεις «οἰκία δι’ ἐνοίκιον». Θὰ πράξῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅ,τι ἔπραξεν ἄλλοτε ὁ Κρόμβελ διὰ τὸ Ἀγγλικὸν Κοινοβούλιον. Πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν ὅλοι μας, ὅτι εἷς νόμος εἶναι ὑπέρτατος, ἡ σωτηρία τῆς πατρίδος· τὴν σωτηρίαν ταύτην ὁμολογῶ ὅτι δὲν βλέπω ἐν τῇ ἀκυρώσει τῆς ἐκλογῆς Λαρίσης. Τοὐναντίον παρατηρῶ, ὅτι διὰ τῆς ἀκυρώσεως τῆς εἰρημένης ἐκλογῆς ῥίπτομεν ἕνα λαὸν εἰς ἕνα κοινωνικὸν σάλον, καθ’ ἣν μάλιστα στιγμὴν οὗτος ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἐποχὴν ἔχει ἀνάγκην τῆς γαλήνης καὶ τῆς τάξεως. Καὶ φρονεῖτε σεῖς, κύριε Πρόεδρε τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐν πεποιθήσει, οἱ ὁμιλοῦντες περὶ Συντάγματος καὶ στραγγαλισμοῦ αὐτοῦ, ὅτι προσφέρετε ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα, φρονεῖτε ἐν πεποιθήσει διατεινόμενοι, ὡς διατείνεσθε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι εἶσθε οἱ θεσμοφρουροὶ τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν Χάρτου; Ἂς καταπέσῃ τὸ προσωπεῖον τοῦ φαρισαϊσμοῦ, ἂς καταπέσῃ, διὰ νὰ προβάλῃ ἡ τῶν πραγμάτων μορφή. Χθὲς καὶ προχθὲς καὶ σήμερον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, συνεζητεῖτο σοβαρῶς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης τὸ ζήτημα τῆς ἐνηλικότητος ἢ μὴ τῶν Βουλευτῶν, ἑνὸς τῶν στοιχείων τῶν ἀποτελούντων τὰ προσόντα τοῦ ἐκλογίμου. Αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι ἐπεκυρώθησαν, ἂν καὶ ἡ ἀνηλικότης τῶν κυρίων ἐκείνων Βουλευτῶν ἦτο ἐξόφθαλμος. Ἐδικαιολογήσατε τὴν ψῆφόν σας, ὅτι οἱ Βουλευταὶ ἐκεῖνοι ἦσαν εὔμοιροι φύσεως, ὡς ὁ Πίττ, Πήλ, Φὸξ καὶ Ἀγκεσσώ! Ρίψατε τὰ ἐπιχειρήματα τῶν συνηγόρων τῆς ἀκυρότητος τῆς ἐκλογῆς ἐντὸς χοάνης καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ ἐξαγόμενον εἶναι μηδέν. Ζητοῦμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὰ πάντα διὰ τῆς εὐγλωττίας, ἀλλ’ ὅταν ἡ εὐγλωττία, Κύριοι, παρουσιάζῃ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, θὰ εἴπω αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ἄλλοτε ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς διὰ τὸν κ. Γούναρην· «Ἐρρέτω τοιαύτη εὐγλωττία, ὅταν καταντᾷ σοφιστεία». Δὲν θὰ συζητήσω, Κύριοι, κατὰ πόσον ὁ συμβολαιογράφος εἶναι ἔμμισθος ὑπάλληλος ἢ μή, διότι πρέπει τις νὰ εἶναι ἄμοιρος τῆς γλώσσης, διὰ νὰ μὴ γνωρίζῃ τί ἐστὶν ἔμμισθος ὑπάλληλος. Ἐν Ἰταλίᾳ, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ ἐκλογικὸς νόμος τοῦ 1895, ἐγένοντο μακραὶ καὶ φωταυγεῖς συζητήσεις καὶ κατέληξαν εἰς τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, ὅτι ἔμμισθοι ὑπάλληλοι λογίζονται ἐκεῖνοι, οἵτινες μισθοδοτοῦνται ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Εἶναι λοιπὸν φαρισαϊσμός, εἶναι ὑποκρισία, νὰ διατεινώμεθα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ ἀξιώματος ἡμῶν, ὅτι ἔμμισθοι ὑπάλληλοι εἶναι καὶ οἱ συμβολαιογράφοι. Συνεπῶς ἀναφορικῶς, Κύριοι, πρὸς τὸν κ. Δάλλαν οὐδεμία συζήτησις πρέπει νὰ γίνῃ, διότι πᾶσα τοιαύτη γινομένη γίνεται ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τίς οἶδε ποίων πειρασμῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ὁ Δήμαρχος, τὸ ἀξίωμα τοῦ δημάρχου, συμβιβάζεται πρὸς τὸ τοῦ Βουλευτοῦ. Ἰδοὺ τὸ ἑπόμενον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον, ἐὰν θέλῃ τις νὰ συζητήσῃ, ἔχει ἔδαφος νὰ σταθῇ. Καὶ κατὰ τὰς ἀγορεύσεις ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι νὰ ἐκσφενδονήσωσι μακρὰν τοῦ Βουλευτηρίου τὸν κ. ἐκ Λαρίσης συνάδελφον, οὗτος ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ πρὸ πάσης ὑποψηφιότητος ἢ ἀποδοχῆς τοῦ ἀξιώματός του. Ὅτε βεβαίως προβάλλονται τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, πρέπει νὰ νομίζῃ τις πράγματι, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ τόσων λογάδων καὶ σοβαρῶν καὶ σπουδαίων ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ φρονεῖτε, ὅτι οἱ ἴδιοι ὑποψήφιοι προβάλλουσι τὰς ὑποψηφιότητάς των; Δὲν γνωρίζετε, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχουσι δώδεκα πολῖται Ἕλληνες; Καὶ πῶς δύναμαι νὰ γνωρίζω ἐγώ, ὅτι δώδεκα πολῖται παρουσιάζοντες τὰ προσόντα τὰ ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀπαιτούμενα ὑπέβαλον αἴτησιν περὶ τῆς ὑποψηφιότητός μου, ὥστε νὰ προβῶ ἐκ τῶν προτέρων εἰς παραίτησιν ἀπὸ τοῦ ἀξιώματός μου; Πῶς, ἀφοῦ οἱ 12 ἐκεῖνοι σὺν τῇ ὑπογραφῇ καὶ τῇ αἰτήσει δύνανται νὰ συνυποβάλλωσι καὶ τὸ σχετικὸν διπλότυπον πληρωμῆς, ὥστε νὰ ἀνακηρυχθῶ ἐγώ; Φρονεῖτε ὅτι ἔχετε τὴν δύναμιν νὰ ἀνατρέψητε τὴν λαϊκὴν παντοδυναμίαν; Εἶναι μικρὸν τὸ παράστημα ὑμῶν, ὅταν σκέπτησθε τόσον ἐπιπολαίως περὶ σοβαρῶν ζητημάτων. Δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποίου πνεύματος τελευταῖον ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων προέβη εἰς τὴν ψήφισιν ἐκείνου τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐθεωρεῖτο καὶ ἐπιστεύετο καὶ ἐνομοθετήθη, ὅτι δὲν συμβιβάζονται πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ τὰ καθήκοντα τοῦ ὑποθηκοφύλακος καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ συμβολαιογράφου, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔλαβε γρονθοκόπημα, ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐρραπίσθη ἀσφαλῶς ἀπὸ τὸ νομικὸν συμβούλιον. Γνωρίζετε ὅτι βουλευτὴς τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν, ὁ κ. Σπηλιωτόπουλος, διωρίσθη ὑποθηκοφύλαξ καὶ ἠρωτήθη τὸ νομικὸν συμβούλιον τῆς πατρίδος μου κατὰ πόσον τὰ καθήκοντα τὰ βουλευτικὰ συμβιβάζονται πρὸς τὰ τοῦ ὑποθηκοφύλακος;
§227Γ. ΡΕΔΙΑΔΗΣ. Εἶναι πρὸ τοῦ τελευταίου νόμου.
§228Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω καὶ θὰ ἴδητε. Ἄσε με νὰ σὲ δείρω καὶ κατόπιν κλάψε. Καὶ ἀπαντᾷ τὸ νομικὸν συμβούλιον ὅτι συμβιβάζονται τὰ καθήκοντα τοῦ ὑποθηκοφύλακος πρὸς τὰ τοῦ Βουλευτοῦ καὶ ὁ κύριος ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς εἰσῆλθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἀπὸ ποίας σκέψεως κατόπιν ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐψήφισε τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν.
§229Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς δὲν λέγει ἀσυμβίβαστον, ἀλλ’ ἁπλῶς λέγει, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐκλεγῶσι Βουλευταὶ οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὑποθηκοφύλακες, φύλακες μεταγραφῶν, συμβολαιογράφοι καὶ δικαστικοὶ κλητῆρες, οἱ δήμαρχοι καὶ δημαρχικοὶ πάρεδροι, πλὴν ἐὰν παραιτηθῶσιν ἢ παυθῶσιν ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῶν. Δὲν ὥρισεν ἀσυμβίβαστον, ἀλλ’ ἔθηκεν ὅρον πρὸ ὡρισμένου χρόνου νὰ παραιτηθῶσιν ἢ παυθῶσι. Καὶ τοῦτο ὑπεστήριξα ἀπὸ τοῦ βήματος.
§230Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λοιπὸν ἐφ’ ὅσον δὲν ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ τεθῶσιν ἐξ ἀποστάσεως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συμμετέχουσιν ἑταιρειῶν ὡς σύμβουλοι, βεβαίως εἶσθε ὑποχρεωμένοι ἐκ καθήκοντος, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, νὰ εἴπητε πρὸς τὸν κ. Δάλλαν καὶ πρὸς τὸν κ. δήμαρχον, ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι σᾶς ἐπιβάλλουσι νὰ εἶσθε ἐν τῇ θέσει ταύτῃ. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ἅπαξ διὰ παντός, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ μονοπώλιον τοῦ θεσμοφρουροῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἡ τήρησις τοῦ παρόντος Συντάγματος, λέγει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Ἐὰν δὲν εἴμεθα ἀνώτεροι κατὰ τὸν πατριωτισμόν, ἀσφαλῶς, Κύριοι, εἴμεθα ἴσοι. (Χειροκροτήματα).
§231ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Πρῶτον, ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταί, ἐκφράζω τὴν ζωηρὰν λύπην μου, διότι οἱ δύο συνάδελφοι οἱ προλαλήσαντες κ. κ. Γκλαβᾶς καὶ Γαλανός...
§232ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία, ψηφοφορία.
§233ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. ... καὶ πρὸ πάντων ὁ κ. Γαλανὸς δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον, καὶ οὕτω παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός, διότι ἔπρεπε νὰ ἀνέλθω ἐγὼ ἐπὶ τοῦ βήματος ὡς ἀντιλέγων συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ἀντ’ ἐμοῦ ἀνῆλθον ὁ κ. Γαλανὸς καὶ ὁ κ. Γκλαβᾶς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον φρονῶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ ἐπιτραπῇ.
§234ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί εἶναι αὐτά! Τί εἶναι αὐτά!
§235ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Οἱ φρονοῦντες, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ παρακαθίσουν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ οἱ συμβολαιογράφοι καὶ οἱ δήμαρχοι, φρονοῦσιν, ὅτι ὁ τελευταῖος ψηφισθεὶς νόμος ͵ΓΧΝϚ εἶναι ἀντισυνταγματικός.
§236Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ συνεδρίασις πρέπει νὰ διεξαχθῇ προσηκόντως.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ διακόψωμεν 5 λεπτά.
§238ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§239Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις· νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις. Κωλυσιεργοῦσι τώρα, διὰ νὰ μᾶς συκοφαντήσωσιν αὔριον.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν μίαν ὥραν.
§241ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον. (Θόρυβος).
§242ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Ὅταν πρόκειται νὰ ὁμιλήσω, ἔρχεσθε καὶ μοῦ διακόπτετε τὸν λόγον. Ἂν θέλητε νὰ ἐργασθῆτε, παραμείνατε εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην.
§243ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν, κύριε Πρόεδρε.
§244ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ διακοπή.
§245ΗΛ. ΠΑΠΑΗΛΙΟΥ. Εἶναι ἀσέβεια αὐτή, καὶ λυποῦμαι, διότι ἀσεβεῖτε πρὸς τὸ ἐθνικὸν βῆμα.
§246ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§247Α. ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ. Μιᾶς ὥρας διακοπή.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔρχονται οἱ Βουλευταί.
§249Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αὔριον· δὲν εἶναι κατάστασις, δὲν εἶναι διεξαγωγὴ συζητήσεως αὐτή. (Θόρυβος).
§250Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή. Εἶναι αἶσχος! Δὲν εἶναι συνεδρίασις.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 50′ μ. μ.)