| 414 | τοῦ ἔτους | 1907 | πίστωσις | δραχ. | 10.000 | |
| 415 | » » | 1908 | » | » | 10.000 | |
| 416 | » » | 1909 | » | » | 30.000 | |
| 417 | Ἤτοι ἐν ὅλῳ | » | 50.000 |
1910.03.12
6.063 στίχοι · 45.512 λέξεις · 1 πίνακας · 573 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 12 Μαρτίου 1910.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ν. Τσαμαδοῦ.
(Περὶ ὥραν 11 π. μ. ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου εὑρέθη ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 94 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Ὁ ἐκ Χανίων Κρικάκης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια· Οἱ λειτουργοὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως Σαλαμῖνος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νομοσχέδιον· Οἱ περὶ τὴν Νέαν Ἀγορὰν Ἀθηνῶν ὀπωρολαχανοπῶλαι παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῶσιν αἱ δέουσαι διαταγαὶ ἵνα ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς πλανοδίους νὰ σταθμεύωσι πρὸ τῶν καταστημάτων των· Ὁ ἐκ Γαρδικίου Ἐλευθέριος Ἀναγνωστόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν δι’ ἧς παρακαλεῖ, ὅπως ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα περὶ πληρωμῆς αὐτῷ τῶν καθυστερουμένων μισθῶν του ὡς δημογραμματέως τοῦ δήμου Ὁμιλαίων· Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Κυπαρισσίας παρακαλοῦσιν, ὅπως διαταχθῇ ἡ εἰς ἄλλας φυλακὰς μεταγωγὴ τοῦ φθισιῶντος καταδίκου Τζαμαλῆ· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Καρυστίας ἀναφέρουσιν ὅτι τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἔσονται ἐθνοσωτήρια· Ὁ τελωνοφύλαξ Γεώργιος Μεντζικὼφ Βελάρδος παθὼν κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῇ τῆς ὑπηρεσίας, ἀπονεμομένης αὐτῷ ἀναλόγου συντάξεως· Ὁ ἐμπορικὸς Σύλλογος Μεσσήνης παρακαλεῖ ὅπως ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ νομοσχέδιον περὶ διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν τῶν πληρεξουσίων ὑπὸ τὴν στενὴν περιφέρειαν. Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Τάκης «περὶ τοῦ γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος».
§2ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος πολὺ σοβαροῦ καὶ σπουδαίου καὶ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ παρίσταναι καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§3Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νομίζω ὅτι ἀπεφάσισε χθὲς ἡ Βουλὴ ἕνεκα τῶν ἐπειγουσῶν περιστάσεων νὰ προβῇ σήμερον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοὺς Βουλευτάς, ἐὰν θέλωσι, νὰ παραιτηθῶσιν.
§5ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Δὲν εἶμαι ἐκ τῶν ῥητόρων οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἴπωσι πολλὰ πράγματα· ὀλίγας λέξεις μόνον θὰ εἴπω.
§6Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ἐπισήμους καὶ ἐν Λαρίσῃ καὶ ἐν Καρδίτσῃ πλήρης ἀσφάλεια καὶ τάξις ἐπικρατεῖ, νομίζω ὅμως ὅτι πᾶν τὸ λεγόμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος δὲν ἐπιδρᾷ πρὸς ἡσυχίαν τοῦ τόπου. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτὰς ἐκ Θεσσαλίας, οἵτινες βεβαίως ἐξ ἀγαθῆς προαιρέσεως περὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζητοῦσι, νὰ σταματήσῃ πᾶσα συζήτησις περὶ τοῦ ζητήματος. Φρονῶ δ’ ὅτι ἡ ἐμπέδωσις τῆς τάξεως ἐν Θεσσαλίᾳ, ἡ ἀνύψωσις διὰ τῆς ἐμπεδώσεως τῆς τάξεως τῆς δημοσίας πίστεως καὶ ἡ ἀσφάλεια τῆς ἰδιοκτησίας θὰ συντελέσωσιν εὐχερέστερον καὶ ταχύτερον εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Πᾶσα συζήτησις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀπηχεῖ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος παραβλάπτει καὶ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ τὴν τάξιν ἐν Θεσσαλίᾳ. Διὰ τοῦτο θὰ τοὺς παρακαλέσω, ἀφοῦ τόσα καὶ τόσα ἐγένοντο ἐν Θεσσαλίᾳ ἕνεκα τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἕνεκα τῶν προσώπων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐκμεταλλεύονται τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ καταπαύσῃ πᾶσα συζήτησις.
§7ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἀντιλαμβάνομαι καλύτερον τὸ ζήτημα ἢ ὅ,τι οἱ κύριοι νομάρχαι.
§8Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐνῷ αἱ Ἀρχαί, αἱ παρέχουσαι πάσας τὰς ἐγγυήσεις, μᾶς δίδουσι τοιαύτας πληροφορίας περὶ τῆς ἀσφαλείας, ὑπάρχουσι πρόσωπα καὶ ἐντεῦθεν πρὸς τὴν Θεσσαλίαν ἀποτεινόμενα καὶ ἐκ τῆς Θεσσαλίας ἐνταῦθα — οὐδένα τῶν Βουλευτῶν τῆς Θεσσαλίας ἐννοῶ —, τὰ ὁποῖα διαδίδουσιν ἀπαίσια καὶ ἀνύπαρκτα πράγματα μόνον καὶ μόνον χάριν τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως. Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται πράγματι τὰς ἀνάγκας τῆς Θεσσαλίας, νὰ καταπαύσωσι πᾶσαν συζήτησιν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Γράφουσιν ὄργανα ἀναρχικὰ καὶ τηλεγραφοῦσι· φροντίσατε νὰ παραταθῶσιν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· κάμετε τοῦτο καὶ κάμετε ἐκεῖνο» καὶ ὑμεῖς χωρὶς νὰ θέλητε γίνεσθε ἠχὼ τῶν διαδόσεων τούτων.
§9ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπανελθὼν ἐκ Θεσσαλίας τὴν μεσημβρίαν τῆς παρελθούσης Τετάρτης ἐζήτησα πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἂν καὶ δὲν εὑρισκόμην ἐντὸς τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὡς ἐγὼ ἀντελήφθην τὰ πράγματα, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν μοὶ ἐπέτρεψε. Καὶ ἀφηγοῦμαι ἤδη τὰ γεγονότα ξηρὰ καὶ ἀκριβῶς ὅπως ἐγὼ τὰ ἀντελήφθην. Δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ παρεξηγηθῶ ἀπὸ ὑμᾶς καὶ πῶς θὰ μὲ παρεξηγήσωσιν οἱ ἐκεῖ, ἀλλ’ ἐγὼ θεωρῶ καθῆκον νὰ τὰ εἴπω. Ἡ Θεσσαλία, Κύριοι, εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἐπαναστάσει· δὲν ἐπανεστάτησαν μόνον τὰ 265 ἰδιόκτητα χωρία, ἀλλὰ πρὸς χάριν αὐτῶν ἐπανεστάτησαν καὶ οἱ χωρικοὶ τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων καὶ ἄλλα χωρία κεφαλοχώρια.
§10Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτοὶ τί ζητοῦσι;
§11ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Θὰ μάθητε ἀμέσως. Ἐὰν θεωρῆτε ὅτι τὸ κάμνω διὰ δημοκοπίαν παύω, ἐὰν ὅμως νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ μὲ ἀκούσητε, ἀφήσατε νὰ ἐξακολουθήσω.
§12Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἀρκεῖ;
§13ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Εἰς τὰ Στεφανοβίκεια οὔτε ἐπιστάτης εὑρίσκεται σήμερον, οὔτε ἰδιοκτήτης, οὔτε ἐνοικιαστής, οὔτε ἀγροφύλαξ. Σημεῖα χωρίζοντα λιβάδια, ἐσπαρμένας γαίας καὶ καλλιεργησίμους τοιαύτας δὲν εὑρίσκονται, τὰ ζῷα τῶν χωρικῶν βόσκουσιν ἀδιακρίτως, οἱ χωρικοὶ δὲν ἐργάζονται καθ’ ὁλοκληρίαν, ἄροτρον εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Θεσσαλίας δὲν ὑπάρχει.
§14ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἕνεκα τῶν βροχῶν.
§15ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ὄχι ἕνεκα τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως. Οἱ χωρικοὶ λέγουσιν ὅτι, ἂν δὲν ἐλευθερωθῶσι, δὲν ἐννοοῦσι νὰ ἐργασθῶσι. Διανομὴ δὲν θὰ γίνῃ, διότι, διὰ νὰ γίνῃ διανομή, πρέπει εἰς ἕκαστον χωρίον ἀπὸ τὰ 265 νὰ στείλητε τεσσαράκοντα στρατιώτας καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ τοὺς εὕρητε. Ἀλλά, καὶ στρατιώτας ἐὰν στείλητε, εἶναι ἀποφασισμένοι οἱ ἄνθρωποι νὰ μὴ κάμωσι διανομήν.
§16Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ τὰ λέγετε αὐτά.
§17ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Εἶναι ἡ μεγάλη ἀλήθεια.
§18Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἁρπάσωσι τὰς περιουσίας τῶν ἀνθρώπων.
§19ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Οἱ χωρικοὶ συνηνώθησαν ὡς εἷς ἄνθρωπος. Οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ τοὺς πείσῃ, ἐὰν δὲν ἀνήκῃ εἰς τὴν φυλήν των. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔχων ὀλίγους φίλους, ἐκάλεσα αὐτούς, ἀλλ’ οὐδεὶς ἦλθεν, εἶναι δὲ πάντες ὡπλισμένοι. Μὴ ἀποβλέπετε εἰς τὰ τηλεγραφήματα τῶν νομαρχῶν, διότι οἱ κύριοι νομάρχαι νομίζουσιν ὅτι ὑπάρχει ἡσυχία. Ἀλλ’ ἡ ἡσυχία εἶναι φαινομενική. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι, ἂν δώσωμεν μίαν λύσιν οἱανδήποτε, μᾶλλον τοὺς ἰδιοκτήτας θὰ ὠφελήσωμεν, διότι κατὰ τί ὠφελοῦνται οὗτοι ἐὰν ἔχωσι τὰ κτήματά των καὶ δὲν δύνανται νὰ τὰ διοικήσωσιν; Οὕτω δ’ ἔχομεν ζημίαν καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὴν γεωργίαν, ἡ ὁποία καταστρέφεται. Εἶμαι λοιπὸν τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ λύσις τις. Ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ εἷς νόμος νὰ γίνῃ ἐν Λαρίσῃ συνέδριον εἰς τὸ ὁποῖον νὰ κληθῶσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Θεσσαλίας, οἱ δήμαρχοι, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν γεωργῶν, τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ὅσοι δύνανται νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἐφαρμόσῃ ὅσα ἤθελεν ἀποφασίσει τὸ συνέδριον αὐτό. Τὸ δὲ χυθὲν αἷμα νομίζω ὅτι ἠδύναντο οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι διέταξαν πῦρ, νὰ τὸ προλάβωσιν, ἂν ἤθελον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἄλλου θέματος ὁ κ. Τάκης πάλιν.
§21ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμπάκας κατεστράφη μία γέφυρα τοῦ ποταμοῦ Μουργανίου. Διὰ τῆς γεφύρας αὐτῆς συγκοινωνεῖ οὐ μόνον ἡ ἐπαρχία Καλαμπάκας ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ἡ ὁροθετικὴ γραμμὴ καὶ θὰ προκαλέσω μάλιστα τὴν μαρτυρίαν τοῦ Βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Γιαννακίτσα ὡς ἀξιωματικοῦ, ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἂν συγκοινωνεῖ ἢ ὄχι.
§22Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νὰ διέλθητε ἐκ τοῦ Ὑπουργείου καὶ νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ θὰ γίνῃ.
§23ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Δὲν χρειάζονται πολλὰ πράγματα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλιος περὶ τοῦ συλλαλητηρίου Λαρίσης.
§25ΙΩ. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν θὰ φέρω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος τοῦ συλλαλητηρίου Λαρίσης, ὄχι διότι ἀρκετὰ ἐλέχθησαν, ἀλλὰ διότι δὲν ἐπιτρέπει ὁ χρόνος νὰ λεχθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λεχθῶσι περὶ τοῦ ζητήματος. Διότι μεταξὺ ἡμῶν τῶν ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπροσώπων καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὑφίσταται διαφωνία ὡς πρὸς τὴν ἀφορμὴν ἡ ὁποία προυκάλεσε τὰ θλιβερὰ γεγονότα τῆς ἀποφράδος ἡμέρας τοῦ παρελθόντος Σαββάτου. Ἡμεῖς ὑπεστηρίξαμεν ἐνταῦθα ὅτι ὁ στρατὸς ἔβαλε κατὰ ἀόπλων πολιτῶν, κατὰ φιλησύχων, κατὰ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε διενοήθησαν νὰ ἀντισταθῶσιν· Ἡ Κυβέρνησις ἔχει πληροφορίας ἐπισήμους, ἀλλ’ αὗται εἶναι ὅλως ἀντίθετοι πρὸς ἐκείνας τὰς ὁποίας ἔχομεν ἡμεῖς ἐνταῦθα. Ποῦ ἔγκειται ἡ ἀλήθεια; Εἰς τὰς παρ’ ἡμῶν διαβεβαιώσεις ἢ εἰς τὰς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δοθείσας ἐν τῇ Βουλῇ;
§26Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἰς τὰς κυβερνητικὰς πληροφορίας ἔγκειται ἡ πλήρης ἀλήθεια.
§27ΙΩ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν πιστεύω νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος νὰ πιστεύσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἐκ Λαρίσης Βουλευταὶ νὰ βεβαιώσωσιν ἀντίθετα γεγονότα, νὰ θέλωσι νὰ παραπλανήσωσι τὴν Βουλὴν διὰ ψευδῶν παραστάσεων. Οὐδεὶς ἔχει τόσον ὑψηλὸν τὸ ἀνάστημα νὰ ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ λέγῃ ψεύδη. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν ὑπάρχῃ καί τις ἀμφιβάλλων, ἐπιθυμῶ καὶ τούτου τὴν συνείδησιν νὰ μεταβάλω καὶ νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων, ἂν δηλαδὴ εἶναι ἀληθῆ τὰ ὑφ’ ἡμῶν λεγόμενα ἢ τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐπειδὴ ὑπό τινων Βουλευτῶν ἐρρήθη ὅτι, ἐὰν αἱ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προσκομιζόμεναι πληροφορίαι βασιζόμεναι ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων εἶναι ἀληθεῖς — καὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀληθεῖς — διότι, λέγουσι, πηγάζουσιν ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὁπότε κατ’ αὐτοὺς ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἐνήργησε, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ χυθῇ πλῆρες φῶς εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διότι δὲν βλέπω τὸν λόγον διὰ τίνος τρόπου θὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, θὰ πεισθῇ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος, ἂν ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐν τῇ Κυβερνήσει ἢ εἰς τὰ λεγόμενα ὑφ’ ἡμῶν. Νομίζω ὅτι εἷς τρόπος εἶναι ν’ ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ εἰς Θεσσαλίαν ἀπὸ Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν δύνανται νὰ ἐπανέλθωσι καὶ νὰ ὑποβάλωσι τὴν ἔκθεσίν των εἰς τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἦτο καλὸν ἐπὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω νὰ δώσῃ κάποιαν προσοχὴν ἂν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἢ ν’ ἀπορριφθῇ καὶ ὄχι νὰ εἶναι ἀπησχολημένος. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀποστολὴ ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν οὐχὶ Θεσσαλῶν, ἡ ὁποία νὰ μεταβῇ εἰς Λάρισαν αὔριον, τὴν Κυριακὴν νὰ τὴν διαθέσῃ εἰς ἔρευναν τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία δὲν θὰ διαρκέσῃ πλέον τῶν δύο ὡρῶν, καὶ τὴν ἑπομένην νὰ ἔλθῃ εἰς Ἀθήνας.
§28ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπολύτως ἀποκρούω τὴν αἴτησίν σας. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἔλεγχον διὰ τῆς ἀποστολῆς ἐπιτροπῆς, ἀφοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι γνωρίζει κάλλιστα ὅτι τὰ ἀναφερθέντα ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν εἶναι τὰ ἀκριβῆ.
§29ΙΩ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἀκριβὲς εἶναι ὅτι οἱ χωρικοὶ ἦσαν ἔνοπλοι καὶ ὁ στρατὸς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του; Λυποῦμαι, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὁ μετ’ ὀλίγον χρόνος θ’ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν εὑρίσκεσθε ἐν τῇ ἀκριβείᾳ.
§30Γ. ΦΟΥΦΑΣ. Κατὰ τὸν τελευταῖον ψηφισθέντα νόμον περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ περιελήφθη διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖον διετέλεσαν οἱ μαθηταὶ ἐν τῇ σχολῇ τῶν Εὐελπίδων ἀπὸ 17 ἐτῶν καὶ ἐντεῦθεν λογίζεται ὡς χρόνος ὑπηρεσίας, ἐγεννήθη δὲ ζήτημα ἂν καὶ διὰ τοὺς ἀποστράτους ἀξιωματικοὺς προσμετρεῖται ὁ χρόνος. Κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι γενική, ἐπειδὴ δὲ ἠγέρθη ἀμφιβολία παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ ἑρμηνείαν τοιαύτην.
§31Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ δίδει ἑρμηνείαν καὶ οὐχὶ οἱ Ὑπουργοί.
§32Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§33Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Πρό τινων ἡμερῶν, κύριε Πρόεδρε, ἀνεγνώσθη ἀναφορὰ τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου Ἀντικύρρας, διὰ τῆς ὁποίας κατηγγέλθη πρᾶξις τοῦ Δημάρχου Ἀντικύρρας, ἡ ἑξῆς. Εἰς τὴν παραλίαν Ἀντικύρρας ἐγένετο σχέδιον πόλεως, ἐν τῷ ὁποίῳ διεγράφη μία πλατεῖα σχετικῶς πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ὁ δήμαρχος Ἀντικύρρας....
§34ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Θεωρεῖτε κατάλληλον τὴν στιγμὴν ταύτην διὰ ν’ ἀναπτύξητε τὴν πρότασίν σας;
§35Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ὑμεῖς κρίνετε ἐξ ἰδίων τὰ ἴδια, ἀλλὰ καὶ ἐγὼ κρίνω ἐξ ἰδίων τὰ ἴδια. Εἰς οὐδένα θὰ ἐπιτρέψω νὰ μὲ διακόπτῃ. Ἐφ’ ὅσον μοὶ γίνονται παρατηρήσεις, ἐπὶ τοσοῦτο θὰ παρατείνω τὴν ἐπερώτησίν μου.
§36ΣΠ. ΡΑΓΚΟΣ. Τὰ συγχαρητήριά μας!
§37Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λαμπρά! λαμπρά!
§38Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νομίζω, κ. Κρεμεζῆ, ὅτι περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος μοὶ ὡμιλήσατε, καὶ ἔχω δώσει τὰς δεούσας διαταγάς.
§39Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι χωρὶς νὰ λάβωσι γνῶσιν οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι, ὁ δήμαρχος προυκάλεσε πρᾶξιν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου περὶ διαρρυθμίσεως τῆς κωμοπόλεως Ἀντικύρρας, δι’ ἧς οἰκόπεδα τῆς πλατείας τὰ ὁποῖα ἠγόρασε πρότερον λαμβάνουσι πρόσοψιν ἤδη ἐν τῇ πλατείᾳ. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὑποθέτω, ἐνήργησε τὰ δέοντα, τὸν παρακαλῶ δὲ καὶ αὖθις νὰ διατάξῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἀνάκρισιν καὶ ἂν ἔχωνται ἀληθείας ταῦτα καὶ ὡρισμένως ὅτι ὁ δήμαρχος ἠγόρασεν ἀντὶ εὐτελεστάτης τιμῆς τὰ ἐν τῇ ἐγκεκριμένῃ πλατείᾳ οἰκόπεδα καὶ κατόπιν διὰ λαθροχειρίας λαβὼν τὰς ὑπογραφὰς τοῦ προέδρου τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῶν συμβούλων συνέταξε πρακτικὸν διαρρυθμίσεως τῆς πλατείας ταύτης, ἐνήργησε δὲ καὶ ἐνεκρίθη αὐτὴ διὰ Β. Διατάγματος καὶ τὰ τοιαῦτα ἐξ ἀγορᾶς οἰκόπεδά του ἔλαβον πάντα πρόσοψιν ἐν τῇ πλατείᾳ ἐπὶ βλάβῃ πολλῶν ἄλλων κατοίκων, ἐάν, λέγω, ἔχωνται ἀληθείας, νὰ τιμωρηθῇ ὁ δήμαρχος, διότι φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ παύσωμεν εἰς τὸ μέλλον ἐνεργοῦντες τοιαύτας ἐγκληματικὰς πράξεις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοιούτων τύπων. Πρὸς τοῦτο ὅμως πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα.
§40Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν σὲ ἤκουσε κανείς.
§41Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Μὲ ἤκουσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§42Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δέν σὲ ἤκουσεν.
§43Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Θὰ καταγγείλω καὶ μίαν ἄλλην πρᾶξιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ ταμίας Λεβαδείας ἀνέστειλε τὴν ἐκτέλεσιν μιᾶς ἀποφάσεως τελεσιδίκου τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐνώπιόν μου.
§44Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Τοῦτο εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§45ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος δι’ αὐτὸ τὸ θέμα.
§46Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς. Κατέθηκα σημείωμα διὰ νὰ ὁμιλήσω διὰ τοιαύτην ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, ἐκ παραλείψεως δὲ καὶ ἐξ ἀβλεψίας δὲν ἐνεγράφην ἐν τῷ πινακίῳ τῶν ἐπερωτήσεων. Τοῦτο ὁμολογῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀφήσατέ με δὲ νὰ εἴπω δύο λέξεις, διότι ἄλλως θὰ εὕρω ἀφορμὴν νὰ τὰ εἴπω εἰς ἄλλην περίστασιν. Ἐγένετο ἀνακοπὴ ἢ μᾶλλον πολλαὶ ἀνακοπαὶ κατὰ τινος πίνακος κατατάξεως, ἠγέρθη ἐπὶ τούτου δικαστικὸς ἀγών, ὅστις ἐπερατώθη ἐνώπιον τοῦ Πρωτοδικείου Λεβαδείας μετὰ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη. Ἐγένετο ἔφεσις, καὶ ἡ ὑπόθεσις μετεβιβάσθη εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ἀθηνῶν· κατόπιν δ’ ἐπανειλημμένων ἀποφάσεων ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 507 τοῦ ἔτους 1908 ἀπόφασις τοῦ Ἐφετείου Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ὁριστικῶς καὶ τελεσιδίκως ἐπεδίκασε τὸ ἐκπλειστηρίασμα καὶ διέταξε νὰ λάβῃ ἐκ τοῦ ἐπιδικασθέντος ἐκπλειστηριάσματος ὁ Γ. Καρατσόλης—διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται—τὰς ἀναγραφομένας ἐν τῇ ἀποφάσει ταύτῃ δραχμάς. Μετέβη εἰς τὸ συμβολαιογραφεῖον Χαιρωνείας, ἔλαβε τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα ἔχω ἐνταῦθα, ἔλαβε τὰς ἐντολὰς καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὴν Λεβάδειαν, διὰ νὰ λάβῃ τὸ ἐκπλειστηρίασμα, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ, διότι ἦτο ἐνυπόθηκος δανειστής· ἀλλ’ ὁ ταμίας Λεβαδείας, ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ συμβολαιογράφου Χαιρωνείας, δὲν πληρώνει αὐτόν. Ἀνεφέρθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐγνώρισε ταῦτα πάντα, ἤτοι ὅτι ὁ ταμίας δὲν ἐκτελεῖ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου, ὅτι γίνεται ἀνώτερος τοῦ Δικαστηρίου καὶ ὅτι δὲν σέβεται τὰς ἀποφάσεις τῶν Δικαστηρίων, ὧν τὴν ἐκτέλεσιν ὀφείλουσι νὰ συντρέχωσι πάντες οἱ ὑπάλληλοι. Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐζήτησε τὴν γνώμην τοῦ Δικαστικοῦ Συμβούλου, οὗτος ὅμως παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ δυστυχῶς τοῦτο σκέπτεται ἐπὶ τρεῖς ἤδη μῆνας, φυλάττει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐκκρεμῆ καὶ δὲν γνωμοδοτεῖ, καὶ οὕτως ἀδυνατεῖ νὰ λάβῃ τὰ χρήματά του ὁ Γ. Καρατσόλης, ὅστις δικαιοῦται νὰ λάβῃ ταῦτα δυνάμει τῆς ῥηθείσης ὁριστικῆς καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως. Ἤδη, ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, εἶναι ἠναγκασμένος, ἀφοῦ διεξήγαγε πολυδάπανον καὶ πολύμοχθον δικαστικὸν ἀγῶνα, νὰ ἐγείρῃ νέαν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον ἀρνεῖται νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν, νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν τὰ χρήματά του, καὶ τοῦτο διότι ὁ συμβολαιογράφος Χαιρωνείας, ὡς λέγει ὁ ταμίας, δι’ ἐπιστολῆς τῷ κατέστησε γνωστὸν ὅτι εἶναι καὶ ἄλλοι ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ καὶ δὲν δικαιοῦται νὰ λάβῃ αὐτὸς τὸ ἐκπλειστηρίασμα μόνος. Οὕτως ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὁριστικῆς ταύτης καὶ τελεσιδίκου ἀποφάσεως ὑπὸ τοῦ ταμίου Λεβαδείας, οὐδὲν πρὸς τοῦτο ἔχοντος δικαίωμα καὶ ὅστις ἐγκληματεῖ θέτων ἑαυτὸν ἀνώτερον τῶν δικαστηρίων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, διὰ νὰ λάβωσι τὰ προσήκοντα μέτρα ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀμφότεροι τιμωροῦντες τοὺς ὑπαλλήλους τούτους νὰ ἐπιβάλωσι τὸ κράτος τῶν νόμων.
§47Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἔμποροι ἐξ Ἀργοστολίου μοὶ γράφουσιν ὅτι δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Κρανίων ἐζήτησαν νὰ προκληθῇ ἡ ἔκδοσις Βασ. Διατάγματος περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τῆς κυριακῆς ἀργίας καὶ ἐπὶ τῶν καταστημάτων των. Ὁ δήμαρχος νομίζων ὅτι αὐτοὶ διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τούτου ἠθέλησε νὰ γνωστοποιήσῃ ταύτας εἰς τοὺς ἐμπόρους, ἀφοῦ δ’ ἔλαβε τὴν συγκατάθεσιν τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων τότε εἰσήγαγε τὴν ἀναφοράν των εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, ὅπερ συνέστησε διὰ ψηφίσματος ἵνα αἱ διατάξεις τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς τὸ Ἀργοστόλιον. Τὸ ψήφισμα ἀπεστάλη ἀρχικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ εἰσέτι δὲν ἔφθασεν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, διὰ νὰ ἐκδοθῇ τὸ Βασ. Διάταγμα, διότι ὁ κ. νομάρχης τὸ κρατεῖ εἰς τὸ συρτάριόν του. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως διατάξῃ τὸν κ. νομάρχην ν’ ἀποστείλῃ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ψήφισμα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε καὶ ἄλλο θέμα.
§49Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§50Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν τῇ νέᾳ Ἀγορᾷ λαχανοπωλῶν καὶ ὀπωροπωλῶν συμπολιτῶν μου. Οἱ λαχανοπῶλαι οὗτοι καὶ ὀπωροπῶλαι παραπονοῦνται ὅτι οἱ πλανόδιοι μικροπωληταὶ παρεμποδίζουσι τὰς ἐργασίας των, ἐνῷ αὐτοὶ φορολογοῦνται. Ἐὰν δὲ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν λάβῃ μέτρα αὐτοὶ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ κλείσωσι τὰ καταστήματά των.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωτοπαππαδάκης εἶναι ἀπών. Ὁ κ. Σ. Πολυζώης ἔχει τὸν λόγον.
§52Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ καταστηματάρχαι τῆς κεντρικῆς δημοτικῆς Ἀγορᾶς Ἀθηνῶν διεμαρτυρήθησαν κατ’ ἐπανάληψιν διὰ τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς αὐτοὺς ἕνεκα τῆς ἀβελτερίας τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς τοῦ νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τῶν μετερχομένων τὸ ἐμπόριον τῶν λαχανοπωλῶν καὶ ὀπωροπωλῶν μὲ τὰ λεγόμενα καρροτσάκια, δηλαδὴ διὰ τῶν χειραμαξῶν, δι’ ὧν ἐξασκοῦσι δυστυχῶς τὸ ἐμπόριόν των πέριξ τῆς κεντρικῆς Ἀγορᾶς καὶ ζημιοῦσι τοὺς ῥηθέντας καταστηματάρχας, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ κλείσωσι τὰ καταστήματά των καὶ παραδώσωσι τὰς κλεῖδας εἰς τὴν δημοτικὴν Ἀρχήν, τῆς ὁποίας κτῆμα εἶναι ἡ Ἀγορά. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πληρώνουσι μεγάλα μισθώματα, ὑπαλλήλους, φωτισμόν, φόρον ἐπιτηδεύματος, ὑποβάλλονται εἰς τόσα ἄλλα ὑπέρογκα βάρη καὶ ἐν τούτοις πρὸ τῶν θυρῶν αὐτῶν ἵστανται ἑκατὸν καὶ πλέον μικροπωληταὶ ἀσκοῦντες τὸ ἴδιον μὲ αὐτοὺς ἐμπόριον διὰ χειραμαξῶν πρὸς ἀνυπολόγιστον ζημίαν τῶν καταστηματαρχῶν, οἱ ὁποῖοι ἀδυνατοῦσι ν’ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς αὐτοὺς ὡς ἐπιβαρυνομένου τοῦ ἐμπορεύματός των δι’ ὅσων ἐπὶ πλέον ἐξόδων προανέφερα. Πρό τινος ἐπροφασίζοντο αἱ Ἀρχαὶ ὅτι ἐπιέζοντο ὑπὸ τῶν πολιτικῶν τοῦ τόπου, ἤδη ὅμως, ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προέρχεται ἐκ τῆς πολιτικῆς καὶ συνεπῶς ἐπὶ τῆς Ἀστυνομίας οὐδεμία ἀσκεῖται πολιτικὴ ἐπίδρασις, ἡ μὴ λῆψις μέτρων πρὸς ἀπομάκρυνσιν αὐτῶν ἐκ τῆς Ἀγορᾶς εἶναι ἀδικαιολόγητος. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ σύντονα ἐπὶ τοῦ προκειμένου μέτρα, ὄχι ὅμως τοιαῦτα τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι παραπλήσια πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐσχάτως ἔλαβε, τοποθετήσασα διὰ τῶν ἁρμοδίων ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν τὰ καρροτσάκια εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Βαρβακείου.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μιαούλης ἔχει τὸν λόγον.
§54Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως συμβουλίου ἐργασίας». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 399). Ὁ κ. Δ. Κρεμεζῆς ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν «Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1910 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἀναγράφεται πίστωσις ὑπὸ τὸ κεφάλαιον 13, ἄρθρ. 6, δραχ. 10.000 διὰ προμήθειαν ὅπλων καὶ λοιπῶν εἰδῶν χάριν τῆς εἰσαγωγῆς τῆς σκοποβολῆς ἐν τοῖς σχολείοις τοῦ Κράτους καὶ διὰ πᾶσαν ἄλλην σχετικὴν δαπάνην»· ὑπὸ δὲ τὸ ἄρθρ. 7 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου ἑτέρα πίστωσις δρ. 3.600 δι’ ἀποζημίωσιν ἐπόπτου σκοποβολῆς, ἥτις πίστωσις διὰ τοῦ νόμου ΓΥΟΗʹ τῆς 20 Νοεμβρίου 1909 ηὐξήθη εἰς δραχ. 3.960. Εἰς δὲ τοὺς Προϋπολογισμοὺς ἔχει ἀναγραφῆ
| τοῦ ἔτους | 1907 | πίστωσις | δραχ. | 10.000 |
| » » | 1908 | » | » | 10.000 |
| » » | 1909 | » | » | 30.000 |
| Ἤτοι ἐν ὅλῳ | » | 50.000 |
Παρακαλῶ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, εὐαρεστούμενος ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργός, καταθέτων πίνακα, ἐν ᾧ νὰ ἐμφαίνηται ποῦ ἐδαπανήθη τὸ ποσὸν τοῦτο, τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων, τοὺς δικαιούχους ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων ἐξεδόθησαν, τὴν αἰτίαν τῆς πληρωμῆς καὶ τὸ ποσὸν ἑκάστου, ὅπως βεβαιωθῇ ἂν τὰ ἀνωτέρω ποσὰ ἐχρησιμοποιήθησαν καταλλήλως». Εἰσερχόμεθα ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Ὁ κ. Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§56Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, πρὸ παντὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἂν εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐλευθερώσῃ τὰς χεῖρας τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐπιτελέσῃ τοῦτο μίαν ἀγαθὴν πρᾶξιν καὶ δι’ ἑαυτὸ καὶ διὰ τὰ ἄτομα. Ἤθελον νὰ γνωρίζω ἂν εἶναι διατεθειμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται προνόμιον εἰς τὸν ἐφευρέτην κ. Τασόπουλον. Πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ δοθῇ μία ὁριστικὴ λύσις, ἂν σκεπτώμεθα νὰ συντρέξωμεν αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον χορηγοῦντες τὸ προνόμιον ἢ θὰ τῷ ἀρνηθῶμεν αὐτό, δηλαδὴ θὰ κάμωμεν πρᾶξιν τὴν ὁποίαν οὐδὲν Κράτος πράττει.
§57ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τούτου θὰ δώσω ἀμέσως ἀπάντησιν. Ἐγενόμην κομιστὴς τοῦ φακέλου τούτου παρὰ τὸν φάκελον τὸν σταφιδικόν, διότι τὸ ζήτημα συνδέεται· ὁσάκις δ’ ἐδοκίμασα νὰ θίξω αὐτὸ εὗρον πρόσκομμα τὴν πεποίθησιν τὴν ἐμήν, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἄσκοπος μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως. Ὁ ἐφευρέτης μοὶ ἐτηλεγράφησε δὶς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, ἐπὶ τέλους δὲ μοὶ ἔστειλε καὶ γράμμα ἐν ᾧ βλέπω ὅτι διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου· ζητεῖ μὲν τὸ προνόμιον, ἀλλὰ διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Μὴ γνωρίζων ἀκριβῶς τὰ πράγματα, διότι, ὅτε εἰσήχθη ἡ ὑπόθεσις ἐνταῦθα, δὲν παρηκολούθουν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἠρεύνησα ἐπὶ τέλους ἵνα εὕρω τί συμβαίνει καὶ ἔμαθον ὅτι τρεῖς προτάσεις εἶχον ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν· δύο προτάσεις νόμου περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος καὶ νομοσχέδιον τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Καὶ ἐξετάσας εἶδον ὅτι ἡ μία τῶν προτάσεων νόμου ἦτο ἤδη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, εὗρον περιπλέον καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι περιλαμβάνει, ὅτι εἶναι ἡ τροπολογία τῆς προτάσεως νόμου. Ἐξετάσας οὕτω τὸ πρᾶγμα εἰσήγαγον τὴν ὑπόθεσιν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ἀφοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἤδη διατετυπωμένου κειμένου νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως προεχώρησεν ἡ ἐργασία μου εἰς τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ συμπληρωτικήν. Ὑπῆρχε καὶ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς εἰς ἣν παρεπέμφθη ἡ πρότασις τοῦ νόμου, ἔκθεσις ἥτις, ὡς φαίνεται, εἶναι εἰς τὸν ζητοῦντα τὸ προνόμιον ἡ ἀρέσκουσα, διότι ἄλλως δὲν ἤρκει εἰς αὐτὸν τὸ προνόμιον ὡς ἐζητεῖτο. Ταύτης τῆς ἐκθέσεως δὲν εἶχον γνῶσιν. Ἐπὶ ταῖς διαμαρτυρίαις αὐτοῦ ὅτι τὸ προνόμιον ὅπως ψηφίζεται δὲν πληροῖ τὸν σκοπὸν εἰς ὃν αὐτὸς ἀπέβλεψε κατώρθωσα ἐρευνῶν εἰς τὰ Πρακτικὰ νὰ εὕρω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἔκθεσις περιλαμβάνει τὰ ἀκόλουθα καὶ ἀποτελεῖ εἰδικὴν πρότασιν (ἀναγινώσκει)· «Ἀπονέμεται προνόμιον ἐπὶ 25ετίαν ἀποκλειστικῆς κατασκευῆς σακχάρεως μορφῆς ξηρᾶς κρυσταλλικῆς ἐκ σταφιδοκάρπου ἢ σταφυλῶν τῷ Γ. Χ. Τασοπούλῳ, ὑποχρεουμένῳ τὸ μὲν εἰς ἔναρξιν τῆς παραγωγῆς ταύτης ἐντὸς διετίας ἀπὸ τῆς ἀποκτήσεως τοῦ προνομίου». — Κατὰ τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον «Ἐντὸς διετίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ὀφείλει ὁ εἰς ὃν παρέχεται τὸ προνόμιον ἢ ὁ διάδοχος αὐτοῦ νὰ ποιήσηται ἔναρξιν τῆς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ μέθοδον βιομηχανικῆς παρασκευῆς σακχάρεως ἐν ἐργοστασίῳ· ἄλλως ἀπόλλυται τὸ παρεχόμενον προνόμιον». Ἐν τούτῳ τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον εἶναι πληρέστερον περιλαμβάνον τὴν ἰδέαν ἐν τελειοτέρᾳ διατυπώσει. — Καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ πρότασις (ἀναγινώσκει)· «Ἡ σάκχαρις ἡ ὑπὸ τοῦ Τασοπούλου παραχθησομένη ὑποβληθήσεται εἰς τὴν φορολογίαν τῆς ἔξωθεν εἰσαγομένης σακχάρεως». Τοῦτο περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς ἐτροποποίησα αὐτό. «Ὁ Γεώργιος Τασόπουλος δικαιοῦται νὰ κλείῃ διοικητικῶς πᾶν ἐργοστάσιον ἐπιχειροῦν τὴν κατασκευὴν σακχάρεως ὁμοίας ποιότητος κλπ.» Εἶναι τῆς ἐπιτροπῆς τὸ σχέδιον· τοῦτο δὲν περιλαμβάνεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. «Ἡ πρὸς τρίτους μεταβίβασις τοῦ ὅλου ἢ μέρους τοῦ προνομίου τούτου κλπ.» Περὶ τῆς προσθήκης τῆς μεταβιβάσεως δὲν ὑπάρχει τόσον ἐμπεριστατωμένη διάταξις.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει καὶ τῆς μειονοψηφίας ἔκθεσις.
§59ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν τὴν εὗρον. Βλέπετε ὅτι γίνονται καθ’ ἡμέραν ἀποκαλύψεις, διότι δὲν ὑπάρχουσι κατατεθειμένα τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§60ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πᾶσαι αἱ ἐκθέσεις καὶ αἱ προτάσεις ἔχουσι συγκεντρωθῆ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῶν ἐγένοντο νομοσχέδια διὰ τῶν ὁποίων περιεγράφοντο ὄχι μόνον τὰ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου ἀλλὰ καὶ τὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἀδυνατεῖ νὰ ζήσῃ...
§61ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τούτοις ἡ συζήτησις ἐγένετο ἐπὶ προτάσεως νόμου τοῦ κ. Φίλιππα καὶ ἐπὶ τῇ συζητήσει ταύτῃ διωρίσθη ἐπιτροπή. Θὰ ἤρχοντο δὲ τὰ τρία νομοσχέδια παρακολουθοῦντα τὸ ἓν τὸ ἄλλο, ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Φίλιππα καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ οὗ ὑπέβαλον πρό τινων ἡμερῶν τὴν σχετικὴν τροπολογίαν, ἥτις εἶναι ἤδη τετυπωμένη, ἐκ τῆς συναρμολογήσεως τῶν προτάσεων. Ἔχει αὕτη 5 ἄρθρα διάφορα τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ βεβαίως προσκρούει εἰς τὰς ἰδέας τοῦ ζητοῦντος τὸ προνόμιον, ἀλλ’ αἱ ἰδέαι τοῦ ζητοῦντος τὸ προνόμιον, ὑπὸ τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς ὑπάρξεως μονοπωλίου σακχάρεως καὶ ὑπὸ τοὺς κινδύνους οὓς πρὸ ὀλίγου εἶπεν ὁ Βουλευτὴς Λοκρίδος ὅτι τρέχομεν, εἶναι ἀδύνατον νὰ πεισθῶ ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ γίνωσι δεκταί. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ αὐτοῦ τῆς 11 Μαρτίου γράφει· «Ἀγωνίζομαι, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ ἔτη διὰ νὰ καταδείξω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σπουδαῖα ὠφελήματα ἅτινα θὰ προσπορισθῇ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ ἐκ τῆς ἐφευρέσεώς μας τῆς ἐφαμίλλου πρὸς τὴν ἐν χρήσει σάκχαριν τῶν τεύτλων, ἀλλ’ ἡ φωνή μου ὑπῆρξε μέχρι τῆς προχθὲς φωνὴ βοῶντος εἰς κεκλεισμένα ὦτα, φωνὴ βοῶντος εἰς ἰδιαίτερα συμφέροντα. Ἀλλά, διότι μὲ ἐνέπλησε θάρρους ἡ ἐκ μέρους Ὑμῶν πρότασις τοῦ ζητήματος τῆς σταφιδοσακχάρεως, ἔρχομαι νὰ Σᾶς ἱκετεύσω ὅπως προτείνητε πρὸς ἐπιψήφισιν τὰ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον τοῦ βουλευτοῦ Λευκάδος κ. Φίλιππα τὸ καὶ ψηφισθὲν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, διότι τὸ ἐγχειρισθὲν εἰς Ὑμᾶς, τὸ φέρον χρονολογίαν 12 Ἰανουαρίου 1910, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ εὐρεῖα συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ προχθές, δὲν εἶναι τὸ ψηφισθὲν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ κ. Φίλιππα, ἀλλὰ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ἀθ. Εὐταξίου, νομοσχέδιον ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ποτὲ δὲν ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν ἐψηφίσθη οὔτε εἰς αʹ οὔτε εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ διακρινούσῃ Ὑμᾶς εὐφυΐᾳ, ἂν λάβητε τὸν κόπον νὰ προσέξητε, θὰ ἴδητε ὅτι ὑποκρύπτει διὰ τῆς φράσεως «νέα μέθοδος» (ὡς νὰ ὑπῆρχε προηγουμένη) εἰσβολὴ τῆς Προνομιούχου εἰς τὴν ἐφεύρεσιν διὰ μιᾶς λάσπης, διὰ τῆς γνωστῆς ψευδοσακχάρεως της. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἐνταῦθα γίνεται ἀγὼν μεταξὺ δύο ἐπιζητούντων προνόμιον, ἑνὸς ζητοῦντος τὸ προνόμιον καὶ τῆς Ἑνιαίας, τῆς ὑφισταμένης ἑταιρείας, διεκδικούσης ὕπαρξιν πρώτου προνομίου παρ’ αὐτῇ. Τί θέλετε νὰ πράξω; Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅπερ ἐτροποποίησα καὶ συνεπλήρωσα εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν κειμένην νομοθεσίαν, ἡ δὲ πρότασις νόμου τοῦ κ. Φίλιππα, ἥτις λέγεται ὅτι ἐψηφίσθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ παραδεκτὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§62ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θέλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ὑπαινιγμὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ παρουσιασθὲν ὑπ’ ἐμοῦ συνετάχθη ἐν τοῖς γραφείοις τῆς Προνομιούχου. Διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία εἶχεν ὅλον τὸν πόθον νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις, καὶ τὸ συμφέρον αὐτῆς ἦτο νὰ ψηφισθῇ, ἵνα εὐθὺς ὡς ψηφισθῇ διαμαρτυρηθῇ καὶ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν δεκάδων ἑκατομμυρίων. Τὸ νομοσχέδιον δὲ συνετάξαμεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, τὸ συνετάξαμεν ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἀντέκειτο εἰς τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρείας, ἀλλὰ συμφέρον αὐτῆς ἦτο νὰ ἐπιψηφισθῇ, διότι θὰ ἐπρομηθεύετο τὴν σταφίδα ἐκ τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς.
§63Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λυθῇ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διεκοίνωσεν ὅτι ἡ σύμβασις προσέκρουσεν εἰς κινδύνους καὶ πρὸς τὸν νόμον περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως καὶ πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς Ἑνιαίας, δὲν ἐξήγησεν ὅμως τοὺς κινδύνους τοὺς προερχομένους καὶ τοὺς ἀπολήγοντας ἐν σχέσει πρὸς τὸ μονοπώλιον. Τὸ Κράτος εἶναι ἐλεύθερον νὰ προμηθεύηται σάκχαριν ἀπὸ οἱανδήποτε ἀγορὰν θέλει. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ σάκχαρις κατασκευάζεται ἐνταῦθα, ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται τὴν αὐτὴν φορολογίαν εἰς ἣν καὶ ἡ ἔξωθεν προερχομένη, ἐφ’ ὅσον αὐτὸς δὲν ζητεῖ προνόμιον, δέχεται δὲ νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν φορολογίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται καὶ ἡ ἔξωθεν εἰσαγομένη σάκχαρις, τὸ Δημόσιον οὐδένα διατρέχει κίνδυνον καὶ τὸ μονοπώλιον ἐπίσης. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς κινδύνους ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἑνιαίαν, αὐτοὶ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουσι. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς κατορθώνει ἡ Ἑνιαία νὰ παρουσιάζηται πανταχοῦ διεκδικοῦσα δικαιώματα. Τίνα σχέσιν ἔχουσι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑνιαίας πρὸς τὸ προνόμιον; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐπιψηφισθείσης τῆς παροχῆς τῆς ἀδείας ἡ Ἑνιαία ν’ ἀξιώσῃ ὁλόκληρα ἑκατομμύρια; Ὁ κ. Εὐταξίας εἰπὼν ταῦτα δὲν μᾶς ὑπέδειξε διὰ τίνα λόγον καὶ ἐν τίνι δικαιώματι δύναται ἡ Ἑνιαία νὰ ἔρχηται καθ’ ἑκάστην εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὰ Κράτος, ὅταν πρόκειται νὰ παράσχῃ προνόμιον. Βλέπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι διατεθειμένη νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἐδικαιολόγησεν ὅμως αὕτη τὸν λόγον δι’ ὃν ἀρνεῖται προνόμιον εἰς ἄνθρωπον προσφερθέντα νὰ εὐεργετήσῃ τὸ Κράτος. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν γεννηθεῖσαν ἀντίδρασιν καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ δώσῃ προσοχὴν ἡ Κυβέρνησις εἰς δύο ζητήματα· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς κινδύνους τοῦ μονοπωλίου, αὐτοὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐδήλωσεν ὁ Τασόπουλος ὅτι δὲν ζητεῖ προνόμιον, τὸ δὲ Κράτος εἶναι ἐλεύθερον νὰ προμηθεύηται ὁπόθεν θέλει τὴν σάκχαριν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τοὺς κινδύνους τῆς Ἑνιαίας νὰ ἐξηγηθῇ πῶς γίνεται ἡ παρέμβασις αὐτῆς πανταχοῦ καὶ πάντοτε. Δὲν πιστεύω ὅτι ὁ ὄγκος τοῦ κεφαλαίου πιέζει τοσοῦτον, ὥστε νὰ δεσμεύῃ καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος.
§64ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδὲν ὡρισμένον ἄλλο δύναμαι νὰ εἴπω, ἀλλὰ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἐκεῖνα ἅτινα ἤκουσα ἐκ τοῦ στόματος τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν βεβαίως πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν παντὸς διαχειριζομένου τὴν τοιαύτην ὑπόθεσιν. Ἠκούσατε ὅτι ὑπάρχει διαμφισβήτησις μεταξὺ τοῦ ζητοῦντος τὸ προνόμιον καὶ τῆς Ἑνιαίας περὶ τοῦ τρόπου τῆς κατασκευῆς τῆς σακχάρεως ἐκ σταφίδος. Τοῦτο ἐπεκύρωσε πρὸ ὀλίγου ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις γνωρίζει ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ποῖαι ἦσαν αἱ διαμαρτυρίαι τῆς Προνομιούχου τότε. Ἐὰν ἐκ τῆς διαμφισβητήσεως ταύτης πρόκειται νὰ γεννηθῶσι ζητήματα ἐμβάλλοντα εἰς κίνδυνον τὸ Δημόσιον ν’ ἀποζημιώσῃ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον, εἶναι φυσικὸν ὅτι τὸ Κράτος, παρ’ οὗ ζητεῖται προνόμιον, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ παραχωρήσῃ τοῦτο. Ὑμεῖς γνωρίζετε ὅτι μέχρι τῶν τελευταίων τούτων μηνῶν προνόμια παρεχωρήθησαν σπανιώτατα ἐν Ἑλλάδι. Ἀπὸ τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος, ὅτε παρεχωρήθη τὸ πρῶτον προνόμιον, δεύτερον παρεχωρήθη ἐν Πειραιεῖ πρό τινων ἐτῶν καὶ τελευταῖον εἰς τὸ ἐργοστάσιον Κούπα ἐν Πειραιεῖ.
§65ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ ΚΑΙ Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Παρεχωρήθη ἄλλοτε προνόμιον πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς σταφίδος.
§66ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπὸ τὴν σάκχαριν ἤρχισε καὶ αὐτό. Ἕτερον προνόμιον εἶναι τοῦ Βασιλειάδου περὶ ἐκπυρηνώσεως.
§67ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ τελειότερον νομοθέτημα ἦτο τὸ ἐπὶ Ὄθωνος.
§68ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προχθὲς δ’ ἐψηφίσαμεν προνόμιον διὰ κατασκευὴν τορπίλλης, ἀλλ’ ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους. Ἐνταῦθα ζητεῖται παρ’ ἡμῶν νὰ δώσωμεν προνόμιον ἐπὶ ὑποθέσεως ἥτις δικαίως ἢ ἀδίκως ἐγέννησεν ἀμφιλογίας ἀντιθέτους, τρέχει δὲ τὸν κίνδυνον τὸ Κράτος νὰ ἐκτεθῇ εἰς ἀποζημιώσεις, τῶν ὁποίων ἐγὼ δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην.
§69Κ. Ν. ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς κίνδυνος.
§70Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἑνιαία ζητεῖ προνόμιον; Τί ἔχει παραχωρηθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως; Ποῦ προσκρούει μὲ τὴν παροχὴν τῆς ἀδείας σήμερον; Διασαφήσατε τὸ πρᾶγμα περισσότερον.
§71ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τί θέλετε νὰ εἴπω περισσότερον; Δικαίωμα οὐδεὶς ἔχει ν’ ἀξιώσῃ προνόμιον. Νόμος γενικὸς περὶ προνομίων δὲν ὑπάρχει. Τὸ γενόμενον μέχρι τοῦδε εἶναι ἐξαιρετικόν, τὸ δὲ Κράτος δὲν δύναται νὰ παράσχῃ τι ἐξαιρετικόν, ἐὰν δὲν εἶναι ἐκ τῶν προτέρων ἐξησφαλισμένον καθ’ οἱονδήποτε κίνδυνον. Ἐνταῦθα ἐγὼ δὲν αἰσθάνομαι τὴν ἱκανότητα νὰ βεβαιώσω ὅτι ψηφιζομένου τοιούτου νομοσχεδίου ἀπαλλάσσεται τούτων τὸ Κράτος.
§72Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προσκρούει εἰς ὑφισταμένας συνθήκας τὸ προνόμιον ἢ ἔχει κεκτημένα δικαιώματα ἡ Ἑνιαία, ἅτινα προσβάλλονται; (Θόρυβος). Ἄς μὴ ἔχῃ τόσους συνηγόρους ἡ Ἑνιαία. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ βλάψω κανένα. Ὑπερασπίζω ἕν δίκαιον.
§73Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν πρότασιν νόμου δι’ ἄνθρωπον τὸν ὁποῖον καθ’ ὁδὸν συνήντησα παραπονούμενον ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ φωνὴ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐγὼ δὲν ἤμην εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω ἂν τὰ πράγματα εἴχοντο ἀληθείας, διότι, ἐὰν ταῦτα ἦσαν γνωστά, τόσοι ἐπιχειρηματίαι, οἵτινες δι’ ἄλλων τρόπων ἀντιδρῶσι νὰ λάβῃ αὐτὸς τὸ προνόμιον, θὰ εἶχον κάμει σάκχαριν καὶ δὲν θὰ εἴχομεν νὰ συζητήσωμεν ἐν παραμοναῖς λήξεως τῆς Βουλῆς. Οὐχ ἧττον πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ μήπως πάθωμεν τὸ πάθημα τοῦ Ναπολέοντος μὲ τὸν Φούλτωνα, τὸν ὁποῖον ἐν ἀρχῇ παρήκουσε καὶ κατόπιν ἐνθυμούμενος ἐν τῇ ἐξορίᾳ του ἐφώνει καθ’ ἑκάστην «Φούλτων, Φούλτων». Διότι, ἐὰν ἦσαν γνωστὰ ταῦτα, δὲν θὰ ἐζήτει προνόμιον εὑρεσιτεχνίας ὁ Τασόπουλος. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προξενεῖ κατάπληξιν εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ τέως κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ὑποβληθῶμεν εἰς ἀποζημιώσεις. Ποίας ἀποζημιώσεις, κύριε τέως Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Διὰ τὴν μουσταλευριὰν τὴν ὁποίαν παρουσίασαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Αὐτὸς ὑπόσχεται ὅτι θὰ κάμῃ σάκχαριν διὰ καφὲ καὶ τέϊον. Δὲν βλέπω λοιπὸν κανένα κίνδυνον. Τὸ Κράτος δύναται νὰ προμηθεύεται οἱανδήποτε σάκχαριν μάλιστα μετὰ τὸ μονοπώλιον. Ἡ ἐργασία ὅμως θὰ ἐμποδισθῇ; Ἄλλο κατανάλωσις καὶ ἄλλο κατασκευή. Αὐτὰς τὰς θεωρίας ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω. Ἐγὼ δὲν εἶμαι νομικός, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Γούναρης κάθηται ἐκεῖ, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ νομικὸς καὶ ἔχει σταφίδα. Εἶναι δίκαιον, κύριε Γούναρη, ν’ ἀναμένητε ὑμεῖς ἀπὸ τὰς γνώσεις καὶ τὴν φωνὴν ἐμοῦ κραυγάζοντος ὑπὲρ ἑνὸς ἀτυχοῦς;
§74ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐὰν πρόκειται περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, τότε θὰ ὁμιλήσω.
§75ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Πρόκειται περὶ μεταβολῆς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§76Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ἐξετέθησαν λόγοι περὶ κινδύνων ἐπαπειλούντων τὸ Κράτος ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἐξήγησεν εἰς ἡμᾶς τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους διατρέχομεν ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ. Οὐδεὶς κίνδυνος δύναται νὰ προκύψῃ διὰ τὸ Κράτος ἐξ αὐτοῦ, ἀφοῦ εἰς οὐδένα ἐδόθη προνόμιον εὑρεσιτεχνίας διὰ τὴν σάκχαριν.
§77ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χάνομεν τὴν ὥραν ἀδίκως.
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§79Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ μὴ ἐπιψήφισις τοῦ προνομίου εἶναι προσωπικὴ ἀντίδρασις. Ἡμεῖς προστατεύομεν ἐγκαταλελειμμένον καὶ καταδιωκόμενον.
§80ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατί ταράττεσθε;
§81Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προστατεύομεν ἄνθρωπον ἐλθόντα νὰ εὐεργετήσῃ τὸν τόπον.
§82ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἠκούσατε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Φίλιππα. Ἐὰν θέλητε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπερ ἐτροπολόγησα, ἂς ψηφισθῇ ἀμέσως. (Θόρυβος). Ἐὰν ἐκινδύνευεν ἡ πατρίς, τότε δικαίως θὰ ἐγίνετο τόσος θόρυβος. Ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Φίλιππα ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἀπονέμεται προνόμιον κλπ».
§83Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Αὐτὴ νὰ ψηφισθῇ.
§84ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδέποτε αὕτη, διότι, ἐὰν ψηφισθῇ, θέλει ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐὰν τυχὸν κατασκευάζῃ οἱασδήποτε ποιότητος καὶ μορφῆς σάκχαριν ἐκ τῆς σταφίδος, ἡ Ἑνιαία, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς σταφίδος, νὰ κλείσῃ τὸ κατάστημα τοῦτο.
§85Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Προστατεύονται λοιπὸν τὰ συμφέροντα τῆς σταφίδος;
§86ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ κυβερνήτης ὁ ταύτην τὴν ὥραν ταῦτα λέγων ἦτο ἐξ ἀρχῆς πολέμιος τῆς ἰδέας τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Προνομιούχου διὰ τὴν σταφίδα καὶ δὲν ἐπείσθη μέχρι τῆς ὥρας ταύτης ὅτι τὸ γενόμενον ἄγει ἡμᾶς εἰς ἐπιτυχίαν, αὕτη δὲ ἡ νέα σταφιδικὴ σύμβασις, ἣν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν καὶ ἥτις μοιραίως θέλει, ὡς ὑποθέτω, ψηφισθῆ, μὲ πείθει ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ οἱ γενόμενοι ὑπῆρξαν σφαλεροὶ ὑπ’ αὐτῶν ἐκείνων τῶν ζητησάντων τὸ ἵδρυμα τοῦτο. Λοιπὸν ὁ ταῦτα φρονῶν καὶ ταῦτα οὕτω λέγων δηλοῖ ὅτι τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰς οὐδένα Ὑπουργὸν ἐπιτρέπεται νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῇ. Οἱ κίνδυνοι τῆς καταστροφῆς εἶναι ἄφευκτοι. Τὸ νομοσχέδιον ὅπερ ἐτροπολόγησα κατέθηκα ἐνταῦθα καὶ δέχομαι νὰ ψηφισθῇ.
§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔστω.
§88ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ κατὰ προτίμησιν ν’ ἀναγνωσθῇ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας πρὸς κατασκευὴν σακχάρεως ἐκ σταφυλῶν ἢ ἐκ σταφίδος».
§90Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, διότι πρέπει νὰ τὸ μελετήσωμεν.
§91ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔρχεται ὡς γʹ ἀνάγνωσις, ὡς τροπολογία τῶν ἤδη ὑποβληθέντων.
§92Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι κατατεθειμένη, ἐξετυπώθη καὶ διενεμήθη. Ἑπομένως δύναται κάλλιστα νὰ ψηφισθῇ.
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον αὐτῆς, ὅτε ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὸ καθῆκόν μου θεωρῶ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις περὶ αὐτοῦ. Εἶχε τότε ὑποβληθῆ αὐτὸ ὡς πρότασις νόμου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λευκάδος καὶ ἐψηφίσθη εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, καθ’ ἃς ἡμέρας ἐγὼ δὲν μετεῖχον τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς. Εὐθὺς ὅμως ὡς ἔλαβον γνῶσιν τοῦ πράγματος ἀντέστην εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς προτάσεως ἐκείνης διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐζητεῖτο ἡ παραχώρησις τοῦ προνομίου εἶναι πρωτοφανὴς καὶ πρωτάκουστος καὶ ὡς τοιοῦτος δυνάμενος νὰ δημιουργήσῃ ζημίας μεγάλας εἰς τὸ Δημόσιον καὶ εἰς τὴν ἐθνικὴν καθόλου οἰκονομίαν. Ἠδύνατο, Κύριοι, ὡς πανταχοῦ καὶ πάντοτε γίνεται ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ χορηγηθῇ προνόμιον μόνον διὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ἐπενόησεν ὁ ἐξαιτούμενος αὐτὸ πρὸς σακχαροποίησιν τῆς σταφίδος. Ἐπ’ οὐδενὶ οὐδέποτε ὅμως λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ ζητηθῇ ἀποκλειστικὸν προνόμιον ἁπλῶς διὰ τὴν σακχαροποίησιν τῆς σταφίδος· διότι εὐθὺς ἀμέσως θὰ εὑρισκόμεθα εἰς σύγκρουσιν μετὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἔλαβε τὸ προνόμιον νὰ χρησιμοποιῇ τὸ παρακράτημα εἰς διαφόρους βιομηχανικὰς χρήσεις, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ εἰς τὴν σακχαροποίησιν αὐτῆς. Παρατηρητέον δ’ ὅτι αὐτὴ ἔκαμεν ἤδη πολλὰς ἀποπείρας εἰς τοῦτο καὶ κατώρθωσε τελευταίως νὰ παραγάγῃ ἐκ σταφίδος ἓν εἶδος σακχάρεως. Ἡ Προνομιοῦχος λοιπόν, εὐθὺς ὡς θὰ παρεχωροῦμεν ἡμεῖς τώρα τὸ αἰτούμενον ἀποκλειστικὸν προνόμιον κατασκευῆς σακχάρεως ἐκ σταφίδος εἰς τὸν κ. Τασόπουλον, μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ ἔσπευδε νὰ ἐγείρῃ μεγάλας ἀξιώσεις περὶ ἀποζημιώσεως. Ἐγὼ δὲ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος πρότασις ἡ Προνομιοῦχος ἀπέφυγε νὰ διαμαρτυρηθῇ κατ’ αὐτῆς· ἴσως ἴσως διότι θὰ ἐπεθύμει τὴν ἐπιψήφισίν της ἐπιφυλαττομένη μετὰ τοῦτο νὰ προβάλῃ τὰς ὑπερόγκους ἀξιώσεις της περὶ ἀποζημιώσεως. Ἀποκρούσας, Κύριοι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πρότασιν νόμου τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λευκάδος Βουλευτοῦ καὶ ὑπείκων εἰς τὰς παρακλήσεις πολλῶν συναδέλφων ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν, ἐξαρτώντων τὴν τύχην τῆς σταφίδος ἐκ τῆς ἐφευρέσεως τοῦ κ. Τασοπούλου, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ συντάξω καὶ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἴδιον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἔμελλε νὰ χορηγηθῇ τὸ αἰτούμενον προνόμιον, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται τοῦτο πανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Κατ’ αὐτὸ ἐχορηγεῖτο εἰς τὸν κ. Τασόπουλον προνόμιον μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς σακχαροποιήσεως τῆς σταφίδος, ὃν αὐτὸς ἐφεῦρεν, ὡς ἰσχυρίζεται. Ἄν ἡ Βουλὴ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, θὰ πεισθῇ, ὡς ἐλπίζω, ὅτι εἶχον ἄδικον μέγα οἱ προαγορεύσαντες, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίσθησαν ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ συμφέροντι τῆς Προνομιούχου ἢ δὲν ἠξεύρω τίνος ἄλλου συνέταξα καὶ ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο. Ὡς ἀπέδειξα, Κύριοι, διὰ τοῦ νομοσχεδίου μου ἐκείνου εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀπέβλεψα ἢ εἰς τὴν περιφρούρησιν τῶν καλῶς ἐννοουμένων συμφερόντων καὶ τοῦ Κράτους καὶ τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, τῶν ὁποίων φειδομένη καὶ ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὡς ἔχει.
§94ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Καὶ ἐγὼ ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λοκρίδος εἶπε. Καὶ ἐγὼ οὐδεμίαν πρόθεσιν εἶχον νὰ ὑποστηρίξω τὴν Ἑνιαίαν· τοὐναντίον ὡς Βουλευτὴς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς δὲν ἐψήφισα τὴν σύμβασιν καὶ οὐδαμῶς διάκειμαι συμπαθῶς πρὸς ταύτην καὶ βεβαίως ταύτης τὰ δικαιώματα δὲν ἐσκέφθην ἐγὼ νὰ περιφρουρήσω, διότι τοῦτο εἶναι καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐπιτηρῇ τὰ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια εἰς τρόπον ὥστε ταῦτα νὰ μὴ ἔρχωνται εἰς σύγκρουσιν πρὸς κεκτημένα δικαιώματα, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον ἔφερε νομοσχέδιον περίπου ὅμοιον πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς καὶ ὁ νῦν. Ἡ ἰδέα ἡ ὁποία ὡδήγησε τὴν ἐπιτροπὴν εἶναι ἡ ἑξῆς: Τὸ προνόμιον δίδεται, ἵνα ἀμείψῃ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐφεῦρέ τι· ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐφεῦρέ τι λαμβάνει προνόμιον δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἀνεκάλυψε, δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι προϊὸν τῆς διανοητικῆς αὐτοῦ ἐργασίας, ἡ ὁποία ὡς καρπὸν ἔφερε τὴν ἐφεύρεσιν ταύτην. Καὶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο συνετάξαμεν τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λευκάδος εἰς τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν οὐδαμῶς προυνόησε περὶ τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε εἶχον κάμει ὡρισμένας ἀνακαλύψεις, δὲν προυνόησε καὶ περὶ ἄλλου τινός, ὅτι εἰς πάντα τὰ πεπολιτισμένα ἔθνη ὑπάρχει νόμος περὶ εὑρεσιτεχνίας, δι’ οὗ δὲν προστατεύονται μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον κεκτημένας ἀνακαλύψεις εἰς τὸ ἐνεργητικὸν αὐτῶν, ἀλλὰ προστατεύονται καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καὶ εἰς τὸ μέλλον θέλουσι νὰ κάμωσιν ἐφευρέσεις, τὸ δὲ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας δίδεται μόνον διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ πρόσωπον τὸ ὁποῖον ζητεῖ καὶ λαμβάνει τὸ προνόμιον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον.
§95Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, θὰ ζητήσω νὰ προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ κόσμου, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καὶ ἄκρῳ δακτύλῳ ἐγεύθησαν χημείας γνωρίζουσιν ὅτι ὑπάρχουσι διάφορα εἴδη σακχάρεως, τὰ ὁποῖα ἔχουσι διάφορον γλυκαντικὴν δύναμιν καὶ διάφορον ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς γεύσεως. Σάκχαρις εἶναι καὶ τὸ μέλι, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ κάμητε καφὲ μὲ μέλι, διότι ὁ καφὲς αὐτὸς θὰ εἶναι ἀηδέστατος. Σάκχαρις εἶναι καὶ ἡ βανίλια καὶ ἄλλα 10–15 εἴδη. Λοιπὸν ὁ ἐφευρέτης ζητεῖ νὰ πωλῇ τὴν σάκχαριν αὑτοῦ ὡς κρυσταλλικὴν σάκχαριν, ἐνῷ τοιαύτη συνήθως εἶναι ἡ ἀπὸ σακχαροκαλάμου ἢ ἀπὸ τεύτλων παραγομένη· ἂν λοιπὸν πωλῆται καὶ ἡ μὲν καὶ ἡ δὲ ἄνευ διακρίσεως ὁ κόσμος θὰ τὴν ἀγοράζῃ ἀγνοῶν ποίαν ἀκριβῶς ἀγοράζει καὶ πολλάκις θ’ ἀπατηθῇ καὶ θ’ ἀναγκασθῇ νὰ πετάξῃ καὶ τὴν σάκχαριν καὶ τὸν καφέν του. Δι’ αὐτὸ ζητῶ τὴν προστασίαν τοῦ κόσμου, νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἐφευρέτης νὰ πωλῇ τὸ προϊὸν τῆς ἐφευρέσεώς του ὑπὸ τὸν τίτλον σακχάρεως τῆς ἐκ σταφίδος παραγομένης, δηλαδὴ νὰ πωλῆται ὡς σταφυλοσάκχαρις.
§96ΙΩ. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι καμμία ἀνάγκη νὰ τὸν ὑποχρεώσωμεν νὰ βάλῃ ἐτικέτταν;
§97Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἐγένετο τοσοῦτον μακρὰ καὶ ἀπὸ τοσούτου χρόνου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπονομῆς προνομίου εἰς τὸν κ. Τασόπουλον δὲν θὰ ἐγίνετο ἴσως, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν ἡ λέξις προνόμιον. Περὶ προνομίου δὲν πρόκειται, διότι εἰς οὐδένα δύναται ν’ ἀπονείμῃ τὸ Κράτος προνόμιον· πρόκειται περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς πνευματικῆς ἰδιοκτησίας· τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς νομοθεσίαν ἥτις παρ’ ἄλλοις μὲν Κράτεσι γενικῶς ὑπάρχει, παρ’ ἡμῖν δὲ διὰ λόγους ποικίλους θεσπίζεται ἑκάστοτε δι’ εἰδικῶν νομοθετημάτων· ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα εἰς ἐκεῖνον ὅστις ἐπενόησέ τι ν’ ἀπολαύσῃ αὐτὸς τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ πράγματος ὅπερ αὐτὸς ἐπενόησεν. Ὁ κ. Τασόπουλος ἢ οἱ ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ πράγματος αὐτοῦ ὑπέπεσον εἰς μίαν σύγχυσιν· ἐνόμισαν ὅτι πρόκειται ἢ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ πράττῃ τι ὅπερ δὲν δύνανται ἄλλοι νὰ πράξωσι καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ κατασκευὴ σακχάρεως. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Τασόπουλος εἶναι ν’ ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκλειστικῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἐπινοίας του. Τί δ’ ἐστὶν ἡ ἐπίνοια αὐτοῦ; Ἡ ἐπίνοια αὐτοῦ εἶναι ἡ μέθοδος τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ ὅτι εὗρεν. Ὅταν πρόκειται τοιοῦτο δικαίωμα ν’ ἀναγνωρισθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου, παρουσιάζεται μία μεγίστη μηχανικὴ δυσχέρεια, ἡ ὁποία δὲν ὑφίσταται ὅταν ὑπάρχῃ νόμος γενικός. Διότι αὕτη ἡ ἐπίνοια εἶναι μυστική· ὅταν ὑπάρχῃ νόμος γενικός, τί λέγει; Πᾶς οἱασδήποτε ἐπινοήσας κάτι τι ἐμφανίζεται ἐνώπιον μιᾶς ἁρμοδίας Ἀρχῆς, κατατίθησι τὴν ἐπίνοιαν αὐτοῦ, τὴν καθιστᾷ φανεράν, περιγράφει αὐτήν, ἀλλ’ ἀμέσως ἀπὸ τῆς τοιαύτης καταθέσεως ἄρχεται καὶ ἡ προστασία. Ὅταν ὅμως δὲν ἔχωμεν τοιοῦτον γενικὸν νόμον καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ δι’ εἰδικοῦ νόμου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀλλαχοῦ γίνεται eo ipso, διὰ τῆς καταθέσεως τῆς ἐπινοίας ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς, εὑρίσκεσθε τότε ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ περιγράψητε ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνην τὴν περιγραφὴν τὴν ὁποίαν ἤθελε κάμει ὁ ἐφευρέτης, ἐὰν ὑπῆρχε γενικὸς νόμος, ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας διοικητικῆς Ἀρχῆς, ἥτις ἤθελεν ἐξασφαλίσει εἰς αὐτὸν τὴν ἀποκλειστικὴν ἐκμετάλλευσιν. Αὐτὴν τὴν περιγραφὴν πρέπει νὰ κάμητε ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ τὴν κάμητε, διότι δὲν τὴν καθιστᾷ ὁ ἐφευρέτης φανεράν, καθόσον δὲν ἀπολαύει τῆς προστασίας εἰμὴ ἀφοῦ ψηφισθῇ ὁ νόμος. Καὶ ἰδοὺ μία μηχανικὴ δυσχέρεια διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι πολὺ δύσκολον ν’ ἀπονέμωνται δι’ εἰδικοῦ νόμου τοιαῦτα προνόμια. Εὐτυχῶς ἡ τοιαύτη δυσχέρεια παρεκάμφθη, διότι κατενοήθη τὸ πρᾶγμα καὶ ὡρίσθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι αὐτὸς θ’ ἀπολαύσῃ τοῦ προνομίου τῆς ἐπινοίας αὑτοῦ, ἣν ἐπίνοιαν θέλει καθορίσει, καταθέτων τὴν περιγραφὴν αὐτῆς εἰς τὴν ὁρισθησομένην διὰ Β. Διατάγματος ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Οὐδὲν πλέον τούτου δύναται νὰ ζητήσῃ ὁ κ. Τασόπουλος. Ἤκουσα ἐν ταῖς τροπολογίαις νὰ γίνηται λόγος περὶ διοικητικῶν ἐπεμβάσεων καὶ περὶ διαφόρων ἄλλων ἐνεργειῶν τοιούτων· πάντα ταῦτα δὲν ἔχουσι θέσιν. Τί γίνεται ἐκεῖ ὅπου προστατεύεται ἡ πνευματικὴ ἰδιοκτησία; Ἐκεῖ ἡ ἐνώπιον τῆς Ἀρχῆς κατάθεσις τῆς ἐπινοίας καὶ ἡ περιγραφὴ αὐτῆς ἀναγνωρίζει εἰς τὸν ποιούμενον ταύτην τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἐπινοίας του. Τίς δικάζει περὶ τοιούτων δικαιωμάτων; Ἡ δικαστικὴ Ἀρχή. Δὲν ἀπονέμει εἰς αὐτὸν τίποτε ἄλλο τὸ Κράτος παρὰ τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι διὰ γενικῆς διατάξεως λέγει ὅτι πᾶς ὅστις ἤθελε καταθέσει ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας Ἀρχῆς μίαν περιγραφὴν ἐπινοίας τινὸς προστατεύεται παρ’ αὐτοῦ. Ἂν αὕτη εἶναι πρωτότυπος, ἂν συγκρούεται ἢ δὲν συγκρούεται πρὸς ἄλλην εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ λύσῃ ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν πάντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην αὐτῆς. Τὸ γραφεῖον τῶν brevets des patentes εἶναι ἓν εἶδος γραφείου μεταγραφῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποφαίνεται περὶ τῆς κυριότητος ἀλλὰ περὶ τοῦ ὅτι ὁ Α κατέθηκε τὴν δεῖνα περιγραφὴν καὶ ὅτι ἐπὶ τῆς ἐπινοίας αὐτοῦ ταύτης ἔχει ἰδιοκτησίαν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως εὑρεθῇ ὅτι ἄλλος ἔχει καταθέσει τὴν αὐτὴν ἐπίνοιαν πρότερον θὰ γίνῃ μεταξὺ τῶν δύο σύγκρισις καὶ τὰ δικαστήρια θ’ ἀποφασίσωσι, διότι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχουσι πλέον θέσιν αἱ διοικητικαὶ Ἀρχαί. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τούτων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναμφισβήτητοι, ἀρχῶν πανταχοῦ ἰσχυουσῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν περὶ οὐδενὸς ἄλλου νὰ γίνηται λόγος παρὰ περὶ ἀναγνωρίσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως εἰς τὸν κ. Τασόπουλον τῆς ἐπινοίας αὐτοῦ, τῆς μεθόδου ἣν αὐτὸς ἐπενόησε, καὶ περὶ οὐδεμιᾶς ἄλλης προστασίας δύναται νὰ γίνῃ λόγος ἢ περὶ τῆς δικαστικῆς, διότι τὸ τοιοῦτο δικαίωμα εἶναι ὅπως εἶναι πάντα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ ἐπὶ τῆς τοιούτου εἴδους ἰδιοκτησίας, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνονται εἰς τὸν ὅρον πνευματικὴ ἰδιοκτησία καὶ τὰ ἐπὶ τῆς ὑλικῆς ἰδιοκτησίας ἀνεγνωρισμένα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἄλλην προστασίαν καὶ ἄλλο μέσον ἐκτελέσεως παρὰ διὰ τῶν κοινῶν δικαστηρίων καὶ τῶν κοινῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων. Τὸ νομοσχέδιον τιμωρεῖ τὴν πρᾶξιν τὴν προσβάλλουσαν τὰ δικαιώματα τοῦ λαμβάνοντος τὸ προνόμιον ὡς τιμωρεῖται καὶ πᾶσα ἄλλη πρᾶξις ἀξιόποινος. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§99Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Προτείνω, κ. Πρόεδρε, ὅπως, πρὸς σαφεστέραν διατύπωσιν, ἀντὶ τοῦ «Ἀπονέμεται... προνόμιον» τεθῇ «Ἐπιτρέπεται ἵνα Β. Διατάγματος ἀπονεμηθῇ τῷ Γ. Χ. Τασοπούλῳ κλπ. προνόμιον»
§100ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Καὶ ἀντὶ τῆς λέξεως «τράπου» νὰ τεθῇ «μεθόδου».
§101ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§102Γ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου θὰ φέρῃ δυσχερείας, διότι τὸ ἄρθρον λέγει· «Ἀπονέμεται τῷ Γεωργίῳ Χ. Τασοπαύλῳ ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν προνόμιον εὑρεσιτεχνίας πρὸς κατασκευὴν ἐκ σταφυλῶν ἢ ἐκ σταφίδος σκληρᾶς κρυσταλλικῆς σακχάρεως ἀποκλειστικῶς διὰ τοῦ παρ’ αὐτοῦ ἐπινοηθέντος τρόπου, ἐκ τῶν προτέρων ἀκριβῶς ὁριζομένης κατὰ τὰ εἰδικῶς διὰ Β. Διατάγματος κανονισθησόμενα κατόπιν γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς ἐκ χημικῶν». Τὸ τοιοῦτο δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι σημαίνει ὅτι δὲν δύναται δι’ ἄλλου τρόπου νὰ κατασκευασθῇ σάκχαρις ἐν τῷ τόπῳ.
§103Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· ἐννοεῖ ὅτι αὐτὸς ὁ εἰς ὃν παραχωρεῖται τὸ προνόμιον δὲν ἔχει προνόμιον δι’ ἄλλου τρόπου κατασκευῆς σακχάρεως. (Ψηφίζεται εἶτα κατ’ ἀρχήν, ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ σύνολον).
§104ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τώρα κατ’ ἀνάγκην, κ. Πρόεδρε, θὰ προχωρήσωμεν. Νὰ γίνωσι τὰ πρῶτα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς βʹ συζήτησιν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως τριῶν συμπληρωτικῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων δι’ ἐκτελεσθέντα ἔργα ὁδοποιίας, ὧν ἕκαστος μετὰ τοῦ ἀρχικοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπερβαίνει τὴν ποσότητα τῶν δραχ. 10,000, πάντων δ’ ὁμοῦ ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δραχ. 24,683,22». Ὁ κ. Πρωτοπαππαδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§106Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Τὰ νομοσχέδια, Κύριοι, τὰ ὁποῖα προτάσσονται σήμερον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸ πέντε ἡμερῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἢ καὶ ὀλιγώτερον τῶν πέντε, διότι οἱ προϋπολογισμοὶ φέρουσι χρονολογίαν τῆς 5 Μαρτίου 1910. Ὅτε ὑπεβλήθησαν, ὁμολογῶ ὅτι τὸ πρᾶγμα μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, διότι δὲν ἀνέμενον κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποβληθῶσι τοιοῦτοι προϋπολογισμοὶ καθ’ ὃν τρόπον συνήθως ὑποβάλλονται. Καὶ λέγων «καθ’ ὃν τρόπον συνήθως ὑποβάλλονται» ἐννοῶ τοῦτο, ὅτι τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας πάντοτε πρὸ τοῦ πέρατος τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνόδου μᾶς παρουσιάζονται προϋπολογισμοὶ σχετιζόμενοι πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων· πάντοτε δὲν εἴχομεν καιρὸν ὄχι νὰ τοὺς μελετήσωμεν, ἀλλ’ οὔτε νὰ τοὺς τυπώσωμεν, πάντοτε δὲν εἴχομεν καιρὸν νὰ ἐξετάσωμεν τί δίδομεν, ποῦ δίδομεν τὰ χρήματα καὶ διατί τὰ δίδομεν, πάντοτε δὲ προεβάλλετο ἡ δικαιολογία ὅτι δὲν ἔχομεν καιρὸν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἔχομεν τὰς δηλώσεις, ἔχομεν τὸν προϋπολογισμόν, τὸ τυπογραφεῖον εἶναι φορτωμένον μὲ ἐργασίαν, ἄρα πρέπει ὅλα αὐτὰ νὰ ψηφισθῶσιν, ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ ματαιώσητε τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς! Ἀντέστην πάντοτε εἰς τὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ψήφισιν τῶν τοιούτων νομοσχεδίων, ἀντέστην δὲ καὶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ ἐναντίον τῆς τοιαύτης ὑποβολῆς καὶ διὰ τοῦτο, ὅτε εἶδον νὰ ὑποβάλλωνται οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτοί, ἠρώτησα τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἢ μᾶλλον δὲν ἠρώτησα, ἀλλὰ παρεκάλεσα αὐτὸν νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι πρὸς μελέτην. Ἡ μελέτη δ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων δὲν εἶναι μελέτη ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ ἐντὸς μιᾶς ὥρας ἢ ἐντὸς δύο ὡρῶν ἢ καὶ εἰς οἱονδήποτε χρόνον καὶ ἂν διαθέσητε, ὅταν σᾶς δώσωσι μίαν σειρὰν ἀριθμῶν, διότι τίποτε ἄλλο δὲν δύναται νὰ γίνῃ· διότι λόγου χάριν μεταξὺ τῶν προϋπολογισμῶν αὐτῶν ὑπάρχουσι προϋπολογισμοὶ ἀνερχόμενοι εἰς ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς ἀποξήρανσιν λιμνῶν· τί δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐννοήσω ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται ὅτι θὰ ἐκτελεσθῶσι τόσαι σήραγγες, τόσοι ὀχετοί; Ἐὰν οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτοὶ μὲ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια κατετίθεντο εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ δύο ἢ τριῶν ἑβδομάδων, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον ἵνα ἴδω τὴν μελέτην, τὰς ἐκθέσεις τῶν μηχανικῶν, τὴν ἀνάγκην ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν ἀποξήρανσιν μιᾶς λίμνης διὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δαπανήσωμεν 100,000 δραχμῶν, τὴν ἀνάγκην ἡ ὁποία ἐπιβάλλει τὴν κατασκευὴν μιᾶς γεφύρας ἐπὶ τοῦ δεῖνα ποταμοῦ ἢ χειμάρρου διὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δαπανήσωμεν 80,000 δραχμῶν καὶ νὰ ἴδω ἂν ὑφ’ ἃς συνθήκας διατελοῦμεν αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τοιαύτης δαπάνης.» Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι «ἐὰν προφθάσῃ τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, καὶ ἐλπίζω νὰ προφθάσῃ, θὰ τυπωθῶσι». Τοῦτο λεγόμενον μᾶς δίδει τὴν ὑπόνοιαν ὅτι μᾶλλον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προφθάσῃ καὶ ὑπέθεσα ὅτι μᾶλλον δὲν θὰ ἐτυποῦντο, ἀμέσως δὲ ἀπ’ ἐκεῖ ὅπου ἐκαθήμην ἔστειλα εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς καὶ εἶπον· «παρακαλῶ, στείλατέ μοι τὰ χειρόγραφα τὰ ὁποῖα κατέθηκεν ὁ κ. Πρωθυπουργός», διότι ὑπέθετον ὅτι τὰ χειρόγραφα κατετέθησαν· ἦτο ἐνδεχόμενον ἐκ τῆς συσσωρεύσεως πολλῆς ἐργασίας εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον νὰ μὴ γίνῃ δυνατὸν νὰ τυπωθῶσιν, ἀλλὰ τὰ χειρόγραφα κατετέθησαν· τὸ Γραφεῖον μοὶ ἔστειλε τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα λέγουσι «ψηφίζεται ὁ συνημμένος προϋπολογισμὸς κλπ.», ἀλλὰ προϋπολογισμὸς δὲν ἦτο ἐκεῖ. Ἐρωτῶ εἰς τὸ Γραφεῖον· δὲν κατέθηκε καὶ σχετικοὺς προϋπολογισμοὺς ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὄχι· δὲν κατέθηκε. Προχθὲς μετέβην εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, μετέβην καὶ χθὲς καὶ εἶπον· «ἐξετυπώθησαν τὰ νομοσχέδια, ἦλθεν ὁ προϋπολογισμός;», ἀλλ’ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν ὅτι δὲν ἐξετυπώθησαν τὰ νομοσχέδια, δὲν ἦλθεν ὁ προϋπολογισμός. Χθὲς εἰσερχόμενος εἰς τὴν Βουλὴν—τὸ ἀντελήφθητε πάντες— εὐθὺς ὡς ἤκουσα ὅτι ἐψηφίζοντο τὰ νομοσχέδια αὐτά, ἔκαμα μίαν παρατήρησιν· ἐὰν ἐξ ἀρχῆς εὑρισκόμην εἰς τὴν αἴθουσαν, ἴσως δὲν θὰ ἔκαμνον τὴν παρατήρησιν, ἀλλ’ ἐρχόμενος ἔξωθεν καὶ ἐπειδὴ ἐφύσα γαρμπῆς, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρδίτσης, εἶπον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον· «δὲν μᾶς διαβιβάζετε ἕνα προϋπολογισμὸν ἐκ τῶν συνημμένων εἰς τὰ νομοσχέδια; Δὲν εὑρέθη ἵνα μοὶ διαβιβασθῇ. Τότε εἶπον· «παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν μέχρις ὅτου κομισθῶσιν οἱ προϋπολογισμοί». Ἀμέσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα, καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπω, μετὰ πικρίας τινὸς ἐπετέθη κατὰ τοῦ Κυρίου ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ ματαιώσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐνῷ τῶν καθ’ ἕκαστα ἔλαβον γνῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ εἶπον ὅτι δύνανται νὰ ψηφισθῶσιν. Οἱ Κύριοι οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ λάβωσι γνῶσιν δύνανται νὰ λάβωσιν». Ἐζήτησα νὰ μοὶ δοθῶσι τὰ ἔγγραφα, μοὶ ἐδόθησαν, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασα νὰ τὰ τοποθετήσω ἐπὶ τῆς μικρᾶς τραπέζης καὶ μοῦ ἀφῃρέθησαν, παρεδόθησαν δὲ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον ἐκ νέου. Ἀνέμεινα, μετὰ παρέλευσιν πολλῆς ὥρας ἐζήτησα νὰ μοὶ παραδοθῶσι τὰ ἔγγραφα, μοὶ ἐδόθησαν, ἀλλὰ παρετήρησα ὅτι εἶχον ψηφισθῆ τέσσαρα νομοσχέδια τῶν ὁποίων δὲν εἴχομεν τοὺς προϋπολογισμούς. Καὶ λέγω· «κύριε Ὑπουργέ, ποῦ εἶναι αὐτοὶ οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτῶν τῶν ἔργων;» «Ἄ! Τοὺς ἐστείλαμεν μέσα.—«Ἦσαν 15–16, ἐνῷ ὑμεῖς ἐφέρατε μόνον 10». — «Οἱ ἄλλοι 6 δὲν ἠξεύρομεν ποῦ εἶναι». — «Πολὺ καλά· φροντίσατε νὰ μοὶ εἴπητε, διότι ἐπιθυμῶ νὰ τοὺς ἴδω». Διότι λ. χ. ἐψηφίσαμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ κατασκευάσωμεν μίαν γέφυραν ἀξίας 85.000 δραχμῶν ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ Εὐρώτα, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸν προϋπολογισμόν. Δὲν εἶναι ἀστεῖον πρᾶγμα νὰ δαπανήσωμεν 85.000 δρ. διὰ μίαν γέφυραν! Διότι ἐπὶ τέλους ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἀνάγκην μιᾶς γεφύρας, ἡ ὁποία δύναται νὰ κατασκευασθῇ μὲ 700 δρ., ἵνα διέρχωνται οἱ χωρικοὶ καὶ μὴ πνίγωνται ἀπὸ ὡρισμένους χειμάρρους, καὶ δὲν τὴν κατεσκευάσαμεν. Ὅταν λοιπὸν πρόκειται νὰ κατασκευάσωμεν μίαν γέφυραν 85.000 δρ. ἔχομεν τὴν ἀπαίτησιν τοὐλάχιστον νὰ γνωρίζωμεν περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔργου τούτου δὲν ὑπεβλήθη· εἶναι ἐκ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων τῶν 5–6 ὑποβληθέντων ἄνευ προϋπολογισμῶν. Ἐρωτῶ· ποῦ εἶναι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν ἔργων τούτων; — «Τοὺς ἐκράτησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν του».
§107ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκράτησα τίποτε.
§108Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν μοὶ ἔδωκε σήμερον ὁ διευθυντὴς τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ν’ ἀποταθῇ καὶ ἐρωτήσῃ διατί εἰς ἐμὲ εἶπον τοῦτο.
§109ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ βεβαιῶ ὅτι δὲν ἐκράτησα τίποτε.
§110Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον, Κύριοι, ἵνα εἴπω ὅτι δὲν ἀνέμενον ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ μὲ τὰς μεθόδους, τὰς ὁποίας κατεδικάζομεν πάντες, τὰς φαυλοκρατικάς, καὶ ὅτι θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἀκριβῶς τὰ αὐτὰ πράγματα, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως χθές, ὅτι τὰ σημερινὰ δὲν ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ φαυλοκρατικὸν παρελθόν.
§111ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ φαντασία σας γεννᾷ αὐτά. Ἐγὼ τοιαῦτα πράγματα δὲν εἶπον· ἐγὼ περὶ φαυλοκρατίας δὲν ὡμίλησα· αὐτὴ εἶναι λέξις τὴν ὁποίαν παρεμβάλλετε ἐνταῦθα ἵνα κάμητε περισσοτέραν ἐντύπωσιν.
§112Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν τὴν εἶπον διὰ νὰ κάμω ἐντύπωσιν, διότι ἀκριβῶς ὑμεῖς γνωρίζετε ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπιζητῶ ποτέ νὰ κάμνω ἐντύπωσιν. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ εἴπετε ὑμεῖς τὴν λέξιν ταύτην, καὶ νὰ τὴν λέγω ἐγὼ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου, οὐχὶ ὅμως ἵνα κάμω ἐντύπωσιν. Ἔλεγον ὅτι δὲν ἀνέμενον τοῦτο νὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους ἀντιπροσωπεύει κυριολεκτικῶς τὴν ἀνόρθωσιν, ὅπως ἡμεῖς πάντες ἐνοήσαμεν πῶς πρόκειται νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἀνόρθωσις. Σήμερον αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀνόρθωσιν πραγματικῶς ἀντιπροσωπεύει. Δὲν ἀνέμενον τοῦτο, καὶ ἠδύνατο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ εἴπῃ: Κύριοι, δὲν εἴχομεν καιρὸν νὰ ὑποβάλωμεν τοὺς προϋπολογισμούς. Ἔλαβον, Κύριοι, τοὺς προϋπολογισμούς, ὡς ὑπεβλήθησαν, καὶ θ’ ἀναγνώσω τούτους κατὰ σειράν· θ’ ἀναγνώσω ἐκείνους τοὺς ὁποίους μοὶ ἔδωκαν, διότι περὶ τῶν ἄλλων ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἴσως δὲν συνετάχθησαν ἀκόμη καὶ ὅτι τὰ ποσὰ αὐτὰ ἀνεγράφησαν κατὰ τρόπον προσεγγίζοντα ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ κατόπιν θὰ συμπληρωθῶσι διὰ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ τρόπου. Οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτοί, Κύριοι, οἱ ὑποβληθέντες εἰς ἡμᾶς πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν, ἵνα ψηφισθῶσι, χωρὶς νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῶν, συνετάχθησαν ὑπὸ τοῦ μηχανικοῦ τοῦ ἁρμοδίου, τοῦ ἐπὶ τόπου, τῇ 22 Ἰουλίου 1909 καὶ ἐνεκρίθησαν ὑπὸ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τῇ 1 Δεκεμβρίου 1909. Ἐπίσης ἄλλος προϋπολογισμὸς συνετάχθη τῇ 6 Ἰουλίου καὶ ἐνεκρίθη τῇ 24 Νοεμβρίου 1909. Ὅταν λάβητε τοὺς προϋπολογισμοὺς ἀνὰ χεῖρας, θέλετε ἐξακριβώσει αὐτό. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἴσως καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι τελείως ἀνεύθυνος δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα. Τοὺς εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς ἔδωκαν εἰς αὐτὸν τὴν τελευταίαν στιγμήν. Τί ἠθέλετε νὰ κάμῃ; Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐλέγξω διὰ τὰ γενόμενα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἤθελον ὅμως νὰ καταδείξω ὅτι, ὅταν λέγητε ὅτι ἐκάμετε ἐκκαθάρισιν εἰς τόσον χρονικὸν διάστημα ἀποπέμποντες πέντε μηχανικοὺς ἀπὸ μίαν ὑπηρεσίαν, δὲν ἐκάμετε ὑπηρεσίαν· καὶ σήμερον, ἐὰν μοὶ ἐπετρέπετο νὰ ἐπερωτήσω τοὺς κ. Ὑπουργούς, θὰ κατεδείκνυον ὅτι χθὲς ἀκόμη ἠθέλησε νὰ ἐπιτελέσῃ ἔγκλημα ἡ ὑπηρεσία κατὰ πολὺ σπουδαιοτάτων συμφερόντων τοῦ λιμένος Νάξου. Δυστυχῶς ἀνεβλήθη ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων καὶ δὲν μοὶ ἐπετράπη νὰ κάμω τοῦτο. Θέλω λοιπὸν νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι δὲν εἶχε δίκαιον νὰ μοὶ ἐπιτεθῇ χθὲς μετὰ τόσης πικρίας, μετὰ τῆς ὁποίας μοὶ ἐπετέθη, διότι ἤθελον νὰ καταδείξω ὅτι αἱ μέθοδοι αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον ἐξακολουθοῦσιν ὑπάρχουσαι καὶ ὅτι εἶχον δίκαιον ν’ ἀπορῶ πῶς τὸ σημερινὸν Ὑπουργεῖον ὑπέβαλε τὴν τελευταίαν στιγμὴν εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς προϋπολογισμοὺς δι’ ἔργα οἱ ὁποῖοι συνετάχθησαν πρὸ 5–6 μηνῶν καὶ τοὺς ὁποίους ἠδυνάμεθα νὰ εἴχομεν ἐνταῦθα πρὸ 1–2 μηνῶν ἢ πρὸ 3–4 ἑβδομάδων ἢ καὶ πρὸ 10–15 ἡμερῶν, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ μελετήσωμεν αὐτούς.
§113Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω ἐν πρώτοις νὰ ζητήσω συγγνώμην δημοσίᾳ παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Νάξου, διότι χθὲς τὸν ἤλεγξα ὅτι ὡμίλει ἐν ἀντιφάσει πρὸς τὸν σκοπὸν ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνηγόρει. Ἐνόμιζον πραγματικῶς ὅτι εἶχεν ὑποβληθῆ προϋπολογισμὸς τοῦ καταστρώματος τῆς γεφύρας Κουτσοχέρου καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Νάξου ἐζήτει τὸν προϋπολογισμὸν αὐτόν. Ἐγὼ ὑπέθεσα ὅτι ἐκ παραλείψεως ὑπηρεσιακῆς δὲν εἶχε προσαχθῆ ὁ προϋπολογισμός, ἀλλὰ κατόπιν ἐπληροφορήθην ὅτι προϋπολογισμὸς τοιοῦτος δὲν συνετάχθη. Καὶ ἔχω καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν δοθεῖσάν μοι ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ σκοπὸς τῆς γεφύρας αὐτῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἐδαπανήθησαν ἤδη περὶ τὰς 400,000 δρχ., ἀποτυγχάνει ἐντελῶς.
§114ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐματαιώθη.
§115Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν παρῆλθε Σύνοδος Βουλευτική, χωρὶς νὰ προσπαθήσω διὰ παντὸς τρόπου νὰ κινήσω τὴν μηχανὴν αὐτὴν τὴν ἐσκωριασμένην τοῦ τμήματος τῶν Δημοσίων ἔργων, διότι ἐθεώρουν ὅτι ἡ ἐκτέλεσις τῆς γεφύρας αὐτῆς ἦτο οὐ μόνον ἀναγκαία διὰ τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῆς ἐπαρχίας Λαρίσης καὶ τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἀλλὰ καὶ διὰ λόγους ἀμύνης τῆς χώρας. Κατὰ τὸ 1903 ἔσχον τὴν ἀτυχίαν ν’ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀντιθέτως· ἐπρόκειτο τότε περὶ τῆς γεφύρας τῆς τουρκικῆς, καὶ προσεπάθησα διὰ παντὸς τρόπου νὰ παρεμποδίσω ὅπως τοὐλάχιστον αἱ Ἀρχαὶ αἱ ἑλληνικαὶ μὴ χορηγήσωσι τὰ μέσα καὶ τὰς εὐκολίας τὰς ἀναγκαίας εἰς τὸν ἐργολάβον τῆς γεφύρας τῆς τουρκικῆς ὅπως περατώσῃ ταύτην, καὶ κατώρθωσα νὰ σταματήσω, ν’ ἀναστείλω τὴν χορήγησιν αὐτῶν τῶν εὐκολιῶν. Μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, κατὰ τὸ 1903, ἀμέσως αἱ εὐκολίαι αὗται παρεσχέθησαν καὶ συνετελέσθη ἡ γέφυρα αὕτη, διὰ τῆς ὁποίας συγκοινωνοῦσιν ἀπὸ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ συνόρου μέχρι τοῦ τέλους τοῦ συνόρου τοῦ Θεσσαλικοῦ πάντες οἱ Τουρκικοὶ σταθμοί. Ἠσχολήθην καὶ κατὰ τὸ 1905 καὶ ἐζήτησα ἐπανειλημμένως ὅπως μάθω τί γίνεται τέλος πάντων ἡ γέφυρα, διὰ τῆς ὁποίας θὰ παρείχοντο καὶ αἱ εὐκολίαι τῆς συγκοινωνίας καὶ εἰς τὰς δύο ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῆς κινήσεως τῶν στρατιωτικῶν ἡμῶν δυνάμεων. Πᾶσαι αἱ προσπάθειαι αὗται ἐματαιώθησαν. Πρὸ δύο μηνῶν ἀπετάθην πρὸς τὸν τότε ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Πετμεζᾶν καὶ τῷ ὑπέβαλον ἓν σημείωμα πρὸς ὑπόμνησιν, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν τέως κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐφρόντισεν ἀμέσως καὶ μοὶ ἔδωκε θετικὴν πληροφορίαν ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ αὐτὸ τὸ ἔργον, διότι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἀντὶ τῆς κατασκευῆς ταύτης τοῦ καταστρώματος τῆς γέφυρας εὑρίσκω ἓν νομοσχέδιον περιέχον τὰ ἑξῆς· «Διὰ τὴν κατασκευὴν βάθρων τῆς γέφυρας Κουτσοχέρου κτλ. 12.000 δραχ.».
§116ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀποπληρωμή.
§117Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποπληρωμῆς. Ἀλλ’ ἡ πληροφορία ἡ ὁποία μοὶ ἐδόθη εἶναι ὅτι ὁ σκοπὸς εἰς ὃν κυρίως ἀπέβλεπεν ἡ ἐκτέλεσις τῆς γέφυρας αὐτῆς ἀναμφισβητήτως ἀποτυγχάνει. Ἐρωτῶ δέ, εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ πλέον οἱαδήποτε δαπάνη; Ὁπωσδήποτε, ἐὰν πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν δύο ἐπαρχιῶν Λαρίσης καὶ Τρικκάλων, πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἐργασίαν τοῦ καταστρώματος, ἔστω καὶ ἄν ποτε ὑπάρξῃ περίστασις ν’ ἀνατινάξωμεν τὴν γέφυραν. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ καταστήσωμεν μᾶλλον ἐπισφαλῆ τὴν θέσιν τῶν συνόρων ἡμῶν, τότε δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσωμεν ὅτι τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν τὰ ἐρρίψαμεν εἰς τὸν ποταμόν, καὶ νὰ παραιτήσωμεν πᾶσαν ἰδέαν ἐκτελέσεως ταύτης.
§118Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ὁδὸς ἡ ὑπάρχουσα σήμερον μεταξὺ Λαρίσης καὶ Τρικκάλων ἡ διερχομένη διὰ τῆς γέφυρας, περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος, διέρχεται ἀτυχῶς κάτωθι ἀκριβῶς τῆς νέας ὁροθετικῆς γραμμῆς. Ἑπομένως ἐν καιρῷ ἐπιχειρήσεων ἡ ὁδὸς αὕτη δὲν θὰ χρησιμοποιηθῇ. Ἀνάγκη λοιπὸν παρίσταται ἀπὸ τοῦδε νὰ χαραχθῇ νέα ὁδὸς ἁμαξιτός, ἡ ὁποία νὰ διέρχηται ἐντεῦθεν τοῦ ἐσωτερικοῦ ἐδάφους. Ἡ γέφυρα αὕτη, ἥτις εἶναι πλησίον τοῦ Ὀλύμπου, εἶναι γέφυρα ἡ ὁποία δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ μόνον ἐν καιρῷ εἰρήνης. Ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ἡ δαπάνη τοῦ καταστρώματος διὰ τοῦτον τὸν λόγον, ἂς γίνῃ.
§119Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἡ ὁδὸς αὕτη ἡ ἀπὸ Λαρίσης μέχρι Τρικκάλων ὑπάρχει καὶ εἶναι εἰς χρῆσιν ἀπὸ εἰκοσαετηρίδος, ἀφοῦ τὰ βάθρα κατεσκευάσθησαν, καλὸν εἶναι νὰ κατασκευασθῇ καὶ τὸ κατάστρωμα.
§120ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός.
§121Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε νομισθῆ ὅτι ἄλλοι λόγοι ὑπέρτεροι ἐπιβάλλουσι τὴν καταστροφὴν αὐτῆς, ἂς ἀνατιναχθῇ, παρὰ νὰ χάσωμεν τώρα τὰς 400.000 δρχ. Ὡς πρὸς τὰς 12.000 δραχ. νομίζω ὅτι τόσα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν μικρῶν βάθρων παρὰ τὰ βάθρα τὰ νῦν ὑπάρχοντα. Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ζητήσητε παρὰ τοῦ μηχανικοῦ νὰ σᾶς ὑποβάλῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἀπὸ δύο ἐτῶν εἰς χεῖράς του.
§122ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλω ζητήσει αὐτά. Ὀφείλω νὰ εἴπω δύο λέξεις, διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Νάξου, διότι ὀφείλω καὶ ἐγὼ ν’ ἀναγνωρίσω ὅτι μετεμελήθην διότι χθὲς ὡμίλησα ὀλίγον τι ἐξημμένως εἰς ἀπάντησιν τῶν ὅσα εἶπε, διότι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἔλεγεν ὅσα εἶπε μοὶ ἐφάνη τόσον ἐπιθετικός, ὥστε ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβω στάσιν ἀμύνης. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ τὸ πράξω, ἀντίκειται δὲ καὶ εἰς τὰς συνηθείας μου, ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι ἡ παρατήρησις, οὕτω ζωηρῶς γενομένη εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν προϋπολογισμῶν τούτων κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, ἦτο ὀλίγον ἄδικος, διότι πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Βουλευτὴς Νάξου ὅτι τὰ ἔγγραφα παρεδόθησαν εἰς ἡμᾶς κατὰ τὴν 6ην Φεβρουαρίου, ἢ δὲν ἠξεύρω κατὰ ποίαν ἄλλην ἡμέραν τοῦ Φεβρουαρίου. Βεβαίως δ’ ἐλησμόνησεν ὅτι ἡμεῖς ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν 18ην Ἰανουαρίου καὶ οἱ προϋπολογισμοὶ παρεδόθησαν εἰς ἡμᾶς, τοὺς μήπω ἀναλαβόντας τὴν ἐξουσίαν μέχρι τῆς 18 Ἰανουαρίου, τὸν Ἰανουάριον φθίνοντα ἢ μᾶλλον τὸν Φεβρουάριον. Πῶς ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς νὰ φέρωμεν ταχύτερον τοὺς προϋπολογισμούς; Τοὺς ἐφέραμεν καθ’ ὃν τρόπον ἠδυνάμεθα.
§123Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Νάξου εἰς τοῦτο ἀπέβλεπεν, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ἐξακολουθεῖ ἡ αὐτὴ τακτική.
§124Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Τοὺς ἐφέρατε ὅτε σᾶς τοὺς ἔδωκαν.
§125ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι ἦσαν εἰς χεῖρας τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Λογιστηρίου πρὸ δέκα ἢ δώδεκα ἡμερῶν, ὅτε καὶ ἐγένετο λόγος περὶ αὐτῶν. Εἶπον πρὸς αὐτὸν νὰ εἰσαχθῶσι καὶ εἰσήχθησαν νὰ τοὺς προσαγάγω ἐγὼ ἐγκαιρότερον δὲν ἦτο δυνατόν. Βεβαίως τὸ πρᾶγμα ἦτο κακόν, ἀλλ’ ὅτε εἴχομεν ἀνάγκην νὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς πῶς ἄλλως θὰ ἐγίνετο;
§126Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ προβῶμεν νὰ ψηφισθῶσιν αἱ πιστώσεις.
§127ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μόνον ἐπὶ τοῦ 6ου ὑπάρχει ἀντίρρησις· νὰ ψηφισθῶσι τὰ ἄλλα καὶ ἀναβάλλεται τὸ 6ον.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως τριῶν συμπληρωτικῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς ἀποπληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων δι’ ἐκτελεσθέντα ἔργα ὁδοποιίας, ὧν ἕκαστος μετὰ τοῦ ἀρχικοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπερβαίνει τὴν ποσότητα τῶν δραχ. 10,000, πάντων δ’ ὁμοῦ ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δρ. 24.683.22». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως ὀκτὼ συμπληρωτικῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῆς ἀπαιτουμένης συμπληρωτικῆς δαπάνης διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ἔργων ὁδοποιίας, ὧν ἕκαστος μετὰ τοῦ ἀρχικοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπερβαίνει τὰς δραχμὰς 10,000, πάντες δ’ ὁμοῦ ἀπαιτοῦσι δαπάνην ἐκ δρ. 19.866.33 ο)ο». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως τριῶν συμπληρωτικῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ἐκτελέσεως ἢ ἀποπληρωμῆς ἐκτελεσθέντων ὑδραυλικῶν ἔργων, ὧν ἕκαστος μετὰ τοῦ ἀρχικοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπερβαίνει τὴν ποσότητα τῶν δραχμῶν 10,000, πάντων δ’ ὁμοῦ ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δραχ. 92,930.09». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δραχ. 11,000 πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς ἀπαιτουμένης ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δρχ. 21,000 διὰ τὴν κατασκευὴν ἀναχώματος ἐπὶ τοῦ χειμάρρου Πορταϊκοῦ πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ χωρίου Πόρτας». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δραχ. 16,000 πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης ἐκ δραχ. 50.500 ἐν ὅλῳ πρὸς ἐπισκευὴν κτιρίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 12 καὶ 50′ τῆς μεσημβρίας). (Μετὰ τὴν διακοπήν, ὥρᾳ 5 καὶ 30′ μ. μ.)
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§130ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ τὴν δοθεῖσαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπόσχεσιν ἔρχομαι νὰ ὑποβάλω κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν τὰς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑποβεβλημένου ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως προτεινομένας τροποποιήσεις. Θέλω συντόμως ἐκθέσει ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα ὅπως ἔχῃ ἡ Βουλὴ ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων ἐπιφυλαττομένη ἔπειτα νὰ ἐξετάσῃ αὐτά. Κατὰ τὰς γενομένας τροποποιήσεις ὁ Προϋπολογισμὸς ἐμφανίζεται προβλέπων ἔσοδα ἐν γένει 142,166,215, ἔξοδα δὲ 142,031,079, διαφορὰν ἐπὶ ἔλαττον 135,136 κατ’ ἐπιφάνειαν. Αἱ διαφοραὶ τῶν ἐξόδων εἶναι αἱ ἑξῆς. Δημόσιον χρέος—λέγω τὰς κυριωτέρας— Δημόσιον χρέος· αὔξησις 131,250. Ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους· αὔξησις 1,020,990, ἐλαττώσεις 17,700, ἐπὶ πλέον 1,003,290. Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν· αὐξήσεις 2,641,715, ἐλαττώσεις 14,223,923, ἐπὶ ἔλαττον 11,582,207. Αἱ ἐλαττώσεις αὗται τῶν 11 ἑκατομμυρίων ἐλήφθησαν ἐκ τῶν 7 ἑκατομμυρίων, ἅτινα εἶχεν ἀναγεγραμμένα ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς διὰ τὸ δάνειον καὶ τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις, αἵτινες ἐσημειώθησαν εἰς τὸ ποσὸν ὅπερ ἔχομεν ἐνταῦθα ἀναγεγραμμένον.
§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὴν προμήθειαν τῆς σακχάρεως;
§132ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, ἔχετε ὑπομονήν, θὰ εἴπω συντόμως καὶ ὀλίγα, ἀλλ’ ἐλπίζω ὅτι θὰ εἶναι ἐπαρκῆ, αὔριον δὲ θὰ ἔχητε καὶ τοὺς πίνακας. Ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων ἢ τῶν σχεδὸν ἑπτὰ ἑκατομμυρίων λόγον ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι μέχρι τέλους τοῦ ἔτους δὲν θέλει εἶναι δυνατὴ ἡ συνομολόγησις πλήρους δανείου, οὕτως ὥστε νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ν’ ἀναγράψωμεν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Δι’ ἐκεῖνο τὸ μέρος τοῦ δανείου ὅπερ εἶναι πιθανόν, πιθανώτατον ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ ἔχωμεν συνωμολογημένον, περὶ τὸ θέρος ἴσως, ἀνεγράφη ὁ τόκος ὁ χρήσιμος, ὅστις ἀναβαίνει εἰς δεκάδας τινὰς χιλιάδων δραχμῶν, διότι πρόκειται περὶ τόκου προκαταβολῆς, ἐξ ὧν ἀπεκδεχόμεθα τὴν ἐξομάλισιν τῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑποχρεώσεων, δηλαδὴ τὴν κάλυψιν ἐλλειμμάτων. Ἠλαττώσαμεν δὲ καὶ τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ τὰς ἐκτάκτους πιστώσεις· τὰς μὲν ἐκτάκτους πιστώσεις διότι ἐκτὸς τελείως ἀπροόπτων, ὁποῖα συνέβησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, αἱ συνήθεις ἔκτακτοι πιστώσεις δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 500,000, ἃς ἔχομεν ἐνταῦθα ἀναγεγραμμένας· ἐπὶ τοσοῦτον δέ, Κύριοι, ἐξετάθησαν αἱ αὐξήσεις δαπανῶν λόγῳ τῶν νέων νομοθετημάτων, ὥστε αἱ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις εἶναι ἀπίθανον ὅτι θέλουσιν ἀνέλθει πέρα τοῦ ποσοῦ ὅπερ ἀνεγράψαμεν. Ἄλλως τε δὲ καὶ ὑπάρχει πρόθεσις νὰ ὑποβληθῇ ἐν τῷ ἐκκρεμεῖ νομοσχεδίῳ περὶ τροποποιήσεως τῶν τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ διάταξις καθ’ ἣν θὰ ἐπιτραπῇ, ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθόν, νὰ μεταφέρωνται κατὰ τρόπον κανονισθησόμενον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς ἀναπληρωματικὰς δαπάνας αἱ ἐν τῷ μεταξὺ ἀποδεικνυόμεναι βέβαιαι ἀδιάθετοι πιστώσεις —, γνωρίζετε δὲ ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἡμῶν κατ’ ἔτος ἀναβαίνουσιν εἰς 4 ἕως 5,000,000, ἔστω 3,000,000, λόγῳ τῆς γενομένης λογιστικῆς μεταβολῆς. Ἐκ τούτου ἐξηγεῖται πῶς ηὐτυχήσαμεν ν’ ἀναγράψωμεν 11,582,000 ἐπὶ ἔλαττον. Αἱ δαπάναι καθ’ Ὑπουργεῖα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν· αὐξήσεις 22,720, ἐλαττώσεις 145,000, διαφορὰ ἐπὶ ἔλαττον 122,280, προκύψασα ἐκ τῆς ἀνακλήσεως τῶν πρεσβευτῶν· — εἶναι τὸ μόνον Ὑπουργεῖον ἐν ᾧ ἐπετύχομεν ἐλάττωσιν. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης· 587,505 αὐξήσεις, 8.160 ἐλαττώσεις, ἐπὶ πλέον διαφορὰ 579,345. Ἐσωτερικῶν· 2,528,780 αὐξήσεις, 450,322 ἐλαττώσεις, ἐπὶ πλέον διαφορὰ 20,784,58, εἰς ὅσον περίπου ποσὸν μετέπειτα θέλει προσθέσει ἡ μεταρρύθμισις τῆς χωροφυλακῆς. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν· 372,655 αὐξήσεις, 6,600 ἐλαττώσεις, ἐπὶ πλέον διαφορὰ 366,055. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν· 3,052,438 αὐξήσεις, 26,000 ἐλαττώσεις, ἐπὶ πλέον διαφορὰ 3,026,438. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν· 922,589 αὐξήσεις, 413,083 ἐλαττώσεις, ἐπὶ πλέον 509,506, ἤτοι αὐξήσεις 11,280,644, ἐλαττώσεις 15,290,788, διαφορὰ ἐπὶ πλέον 7,694,344, ἐπὶ ἔλαττον 11,704,487, καθαρὰ ἐπὶ ἔλαττον διαφορὰ 4,010,143. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν αἱ ἐπὶ πλέον διαφοραὶ εἶναι· δι’ αὔξησιν συντάξεων ἐν γένει 375,000· δι’ ἀποζημίωσιν Βουλευτῶν Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς 637,200· δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, περὶ ὧν εἶχον ὑποβληθῆ νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909, 1,796, 217,93, τὸ ὅλον 2,808,417.93. Ἑπόμενος εἰς τὰς ἐν τῇ Βουλῇ ἐκδηλωθείσας τότε γνώμας ὅτι οὐχὶ καλῶς ὁ προκάτοχος Ὑπουργὸς τὰ ἔξοδα ταῦτα εἶχεν ἔξω τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀνέγραψα αὐτά, κατὰ τὸ εἰωθός, ἐντὸς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου ὡς βάρη τῆς προηγουμένης χρήσεως. Ἐπὶ ἔλαττον δρχ. 2,500,000 λόγῳ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως καὶ δεύτερον 11,494,250 ἐξ ἐλαττώσεως διαθεσίμων ποσῶν δι’ ἀναπληρωτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων, ἐκεῖνο ὅπερ πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἤτοι τὸ ὅλον τῶν ἐλαττώσεων 13.994.250. Ἐπὶ τῶν διαφορῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἐλάττωσις 145,000 διὰ δαπάνην ἀποδοχῶν ἀνακληθέντων πρεσβευτῶν. Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης· ἐπὶ πλέον 478,033 δι’ ἔξοδα Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων, ἐπὶ πλέον ὡσαύτως 75,000 διὰ μηνιαίαν ἀποζημίωσιν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων· τὸ ὅλον 533,033. Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν· ἐπὶ πλέον 1) 279,685 καθαρὰ ἐπὶ πλέον διαφορὰ δι’ ἔξοδα δημοσίας ἀσφαλείας. 2) 100,000 διὰ προμήθειαν ἐκλογικῶν εἰδῶν ἐπὶ ταῖς ἐπικειμέναις ἐκλογαῖς τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. 3) 80,526 δι’ ἔξοδα Γεωργίας. 4) 214,590 καθαρὰ ἐπὶ πλέον διαφορὰ δι’ ἔξοδα ταχυδρομείων, τηλεγραφείων καὶ τηλεφωνείων. 5) 400,000 δι’ ἐπισκευὴν καὶ ἀνακαίνισιν τῶν Ἀνακτόρων. 6) 200,000 δι’ ἀνέγερσιν νέων βασιλικῶν ἱπποστασίων, δαπάνη προσοδοφόρος βραδύτερον, ὅτε καὶ ἀναγραφήσεται ἀντίστοιχον ἔσοδον πολὺ ἀνώτερον. 7) 117,430 δι’ ἐκτέλεσιν ἀναγκαίων ἔργων ὑδραυλικῶν. 8) 74,860 δι’ ἐκτέλεσιν ἄλλων ἀναγκαίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, 9) 101,600 δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. 10) 301,037 δι’ ἔξοδα ὁδοποιίας. 11) 20,000 δι’ ἀποζημίωσιν μετακληθησομένων ἀλλοδαπῶν διαιτητῶν τῶν μετὰ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου Πειραιῶς– Συνόρων διαφορῶν. 12) 190,000 δι’ ἀποζημιώσεις καταληφθέντων κτημάτων· τὸ ὅλον 2,079,728.88. Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν· ἐπὶ πλέον 312,175 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων, περὶ οὗ ὑπῆρχεν ὑποβεβλημένον ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ νομοσχέδιον ἐπὶ τῆς χρήσεως 1909. Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν· ἐπὶ πλέον 1) 2,250,000 δι’ ἔξοδα κεκλεισμένων χρήσεων ὡσαύτως ὑπὸ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νομοσχεδίου ζητούμενα ἐπὶ τῆς χρήσεως 1909. 2) 120,000 διὰ προμήθειαν αὐτοκινήτου ἀντλίας κλπ. 3) 145,600 δι’ ἀποδοχὰς ἐν γένει τῶν κληθησομένων πρὸς ἄσκησιν. 4) 184,000 διὰ τίμημα σίτου ἢ ἀλεύρου καὶ ἄρτου πρὸς διατροφὴν αὐτῶν. 5) 60,000 διὰ προμήθειαν διαφόρων εἰδῶν ἱματισμοῦ τῶν αὐτῶν. 6) 18,000 δι’ ἔξοδα ἐλεύσεως καὶ ἐπανόδου αὐτῶν. Αἱ τέσσαρες τελευταῖαι ἀναγραφαὶ ἐπὶ πλέον λόγον ἔχουσιν ἀνεπαρκῆ ἀναγραφὴν εἰς τὰς σχετικὰς πιστώσεις τοῦ ὑποβεβλημένου Προϋπολογισμοῦ. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν· ἐπὶ πλέον 300,000 δι’ ἀγορὰν πυροβόλων καὶ πυρομαχικῶν διὰ τὰς ἀτμοβάριδας «Ἄκτιον» καὶ «Ἀμβρακίαν». 281,000 διὰ προμήθειαν νέων λεβήτων τῶν θωρηκτῶν καὶ ἐπισκευὴν τῶν μηχανῶν αὐτῶν· 142,500 δι’ ἀποπληρωμὴν πυρομαχικῶν τῶν ἀντιτορπιλλικῶν· τὸ ὅλον 723,500. Ἐπὶ ἔλαττον 144,000 δι’ ἐγκατάλειψιν προμηθείας ἀμυντικῶν ναρκῶν· 240,000 ὡσαύτως ἠλεκτρικῶν προβολέων. Διαφορὰ ἐπὶ πλέον καθαρὰ· 509,506, ὡς προεῖπον. Ταῦτα εἶναι τὰ κατὰ τὰ ἔξοδα. Περὶ τῶν ἐσόδων θέλω εἰπεῖ ὀλίγα, ὅπως ἔχῃ ἔννοιαν ἡ Βουλὴ τῶν διαφόρων ποσῶν. Ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων τὸ ἄρθρον 3 τοῦ κεφαλαίου 3 κατόπιν τῶν γενομένων ἐλαττώσεων τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ νόμου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: Φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων, ἐξ οὗ τὸ ἥμισυ ἀποδιδόμενον εἰς τοὺς δήμους, προϋπελογίσθη εἰς 400,000. Ἠλαττώσαμεν κατὰ 100,000 καὶ ἐνεγράψαμεν 300,000. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου διαγράφεται μεταφερόμενον εἰς τὸ τέλος, ὥστε ἐνταῦθα ἔχομεν ἐλάττωσιν 50,000, αἵτινες ὅμως ἐπανέρχονται ἀμειώτως. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, ἀριθμούμενον 7, «φόρος ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν», ἀντὶ 500,000 ὑπολογίζομεν εἰς 400,000· ἐλάττωσις 100,000. Ἔμμεσοι φόροι καταναλώσεως. Τὸ ἔσοδον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ κεφαλαίου τούτου αὐξάνεται ἕνεκεν ἐφαρμογῆς τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως καὶ σακχαρίνης ἀπὸ 1 Δεκεμβρίου 1910· ὑπολογίζονται τὰ εἴδη ταῦτα μέχρι τέλου; Νοεμβρίου φορολογητέα διὰ τελωνιακοῦ δασμοῦ κατὰ τοὺς 11 μῆνας ὑπολογιζομένης τῆς εἰσαγωγῆς εἰς 5,200,000 ὀκάδας. Τελωνιακὸς δασμὸς εἰσαγωγῆς· εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια 37,500,000· εἰς χρυσὸν 5,000,000· τὸ ὅλον 42,500,000. Προστίθεται δηλαδὴ αὔξησις 5,500,000 καὶ ἔχομεν 42,500,000. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ κεφαλαίου «φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος» εἶχεν ὑπολογισθῆ εἰς 2,500,000. Ἐκπίπτομεν 1,000,000 καὶ ὑπολογίζομεν 1,500,000. Φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ μετουσιωμένου φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος ὑπελογίσθη εἰς 600,000· ἐκπίπτομεν τὸ ἥμισυ καὶ ὑπολείπονται 300,000 αἱ ὑπολογιζόμεναι ὑφ’ ἡμῶν. Φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ ἀνθρακασβεστίου (ἄρθρον 8)· ὑπελογίσθησαν εἰς 180,000, ἀφῃρέσαμεν τὰς 80,000 λόγῳ τῆς ἀτελείας τῶν πόλεων καὶ ἐκρατήσαμεν ὑπολογισμὸν 100,000. Φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τοῦ πρὸς φωτισμὸν καὶ θέρμανσιν φωταερίου καὶ ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος (ἄρθρον 9). Δὲν ὑπῆρχεν ἀναγεγραμμένη πρόβλεψις. Ἐνεγράψαμεν 100,000. Τὸ ἄρθρον 10 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: Φόρος καταναλώσεως ἐπὶ τῆς πυρίτιδος, τῶν ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ τῶν σκαγίων. Ὁ νόμος ἐψηφίσθη ὅπως εἶχε τότε εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν περὶ τὸ τέλος τῆς Συνόδου ταύτης. Εἶχεν ὑπολογισθῆ ποσὸν 700,000· ἀφῃρέσαμεν τὰς 300,000· ὑπολογίζομεν μόνον 400,000 κατὰ τὰς εἰδήσεις ἃς ἔχομεν. Δασμὸς μεταφερομένου ἐκ Θεσσαλίας ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ σίτου καὶ ἐγχωρίων ἀλεύρων ἀνήκων εἰς τὸ Θεσσαλικὸν γεωργικὸν ταμεῖον 70,000. Ἐγγραφὴ νέα. Ἔμμεσοι φόροι ἐκ μονοπωλίων τοῦ Κράτους. Ἀντίτιμον πωλουμένων παιγνιοχάρτων ἀντὶ 550,000 ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὴν σταθερὰν μείωσιν τοῦ ἐσόδου τούτου ἀφῃρέσαμεν 150,000 καὶ ἐνεγράψαμεν μόνον 400,000. Τὸ ἄρθρον 6 τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου τροποποιεῖται ἕνεκεν ἐφαρμογῆς τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως τῆς προβλεπομένης κατὰ μῆνα Δεκέμβριον 1910, ὡς προεῖπον. Ἑπομένως ἀντὶ τῶν ἐγγεγραμμένων 11,700,000 ἐλαττοῦντες κατὰ 9,490,000 ἀφήσαμεν ἐγγραφὴν 2,210,000, περὶ ὧν ὀφείλω νὰ δηλώσω ἐν εἰλικρινείᾳ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀμφιβάλλω πολὺ ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐφαρμοζομένου τοῦ μονοπωλίου, διότι ἀμφιβάλλω περὶ τῆς τύχης τοῦ μονοπωλίου, καίτοι ὑπάρχουσιν οἱ μελετήσαντες καὶ ἔχοντες πολλὰς περὶ αὐτοῦ ἐλπίδας.
§133Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἔσοδον τοῦ καπνοῦ ἐγένετο καμμία μετοβολή;
§134ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Καίτοι ἔχομεν ἐνδείξεις σήμερον—ἔχω σημείωμα ἐνταῦθα ἰδιαίτερον καὶ εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπενθύμισιν—ἐλαττώσεως τῆς κοπῆς. Κατὰ τοὺς δύο μῆνας ἡ ἐλάττωσις ἀνέρχεται εἰς πέντε χιλιάδας πεντακοσίας τόσας ὀκάδας, ἀλλ’ ἐλπίζεται ὅτι σὺν τῷ χρόνῳ θὰ ἀνακτηθῇ τὸ ἀπολεσθὲν ἔδαφος καὶ νομίζομεν ὅτι ἐκ τούτου πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὰς προβλέψεις ἀθίκτους. Ὑποβάλλων τὸν Προϋπολογισμὸν μετὰ τῶν ἐλαττώσεων τούτων οὐδὲν ἐγγυῶμαι, ἀλλ’ ἔχω γενικῶς τὴν γνώμην ὅτι τὰ πράγματα δὲν θέλουσιν ἀποβῆ ὑπερμέτρως δυσάρεστα. 6) Τέλη χαρτοσήμου. Ἀντίτιμον πωλουμένου ἐνσήμου γυμναστικῆς. Δὲν ὑπῆρχεν ἐγγραφή. Ἔχομεν 100,000. Τέλη προξενικὰ εἰς χρυσὸν προεβλέποντο 1,700,000· ἀφῄρεσα τὰ 700,000 καὶ προβλέπω 1,000,000 μόνον. Κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος ἡ εἴσπραξις ἦτο 675,000. Ἐκ τῶν νέων διατάξεων δὲν ἀναμένω πλείονα τῶν 200,000 δρχ. Τέλη 3% ἐπὶ τῶν ἐξ ἀσφαλίστρων τῶν ἐν Ἑλλάδι κατοικούντων εἰσπράξεων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν πλὴν τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν κλάδου ζωῆς καὶ τέλη 2% καταβαλλόμενα ἐφάπαξ ὑπὸ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν κλάδου ζωῆς· ἐνταῦθα ἐπανέρχονται 50,000, ὡς ἀνωτέρω ἐδήλωσα, καὶ κατατάσσονται ἐνταῦθα μετὰ τῶν ἄλλων τελῶν, ἀριθμοῦνται δὲ τὰ ποσὰ 50,000 καὶ 14,000, ἐν ὅλῳ εἰς 64,000. Τέλη ἀγκυροβολίας καὶ φαρικά. Τέλη ἀποδιδόμενα εἰς τὸ ταμεῖον τῶν φάρων καὶ τὸ ταμεῖον τοῦ στόλου 1,050,000 καὶ 150,000 εἰς χρυσὸν καὶ τραπεζικὰ γραμμάτια 120,000, ἐγγραφὴν ἥτις οὔτε αὔξησιν ἔχει οὔτε ἐλάττωσιν. Πρόσοδοι δημοσίων καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων· πρόσοδος ἐθνικῶν γαιῶν καὶ λιβαδίων, ὅσα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, δηλαδὴ μετ’ ἀποδόσεως καὶ εἰς τὸ Θεσσαλικὸν ταμεῖον 70,000, ἦσαν ἀναγεγραμμένα. Προσεθέσαμεν ἑτέρας 5,000 καὶ ἀνῆλθεν ἡ πίστωσις εἰς 75,000. Ἐτησία δόσις χρεολυσίου καὶ τόκου τοῦ χορηγηθέντος εἰς μετρητὰ δανείου εἰς ἐποίκους ὁμογενεῖς συνοικισθέντας ἐξ ἰδίων χρημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ καταβλητέα ὑπὸ τούτων 4,500· τίμημα γαιῶν τοῦ ἐθνικοῦ χωρίου Ὀξιλὰρ, ἐν ᾧ ἐγένετο ἐποικισμός, κειμένων ἐκτὸς ἀλλοτρίου κτήματος, προσκτηθεισῶν ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ κτήματος τούτου 1,498,15. Τίμημα ἐκποιουμένου πανδοχείου κτλ. ἐθνικῶν χωρίων ἐν Θεσσαλίᾳ 2,000. Ἔσοδα κληροδοτημάτων ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως. Πρόσοδοι ἐκ τῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὑπαγομένων κληροδοτημάτων. Προεβλέποντο 277,663, προσέθηκα 17,380 καὶ ἔχομεν 295,043, ἤτοι ἔχομεν ἄθροισμα 51,452,041, ἐκεῖ ὅπου προεβλέποντο 57,840,663. Ποσὸν ὁλικὸν ἐσόδων ὑποβληθέντος Προϋπολογισμοῦ 148,561,837· προτείνομεν αὔξησιν 5,874,378· τὸ ὅλον 154,436,215.15, ἐλάττωσιν δὲ 12,270,000· καὶ φθάνομεν οὕτως εἰς ποσὸν ἐσόδων κατὰ τὰς τροποποιήσεις 142,166,215 καὶ 15 λεπτῶν. Οὕτως ἐμφανίζεται ἐν ἁπλῇ διατυπώσει ὁ Προϋπολογισμός. Διὰ τοὺς μὴ παρόντας κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς βραχείας μου ἀγορεύσεως, ἢ μᾶλλον ἀπαγγελίας ἀριθμῶν, λέγω ὅτι τὸ τεῦχος τοῦτο, ὅπερ εἶναι κατὰ τὰ λοιπὰ ἄρτιον, εἶναι καὶ τὸ μοναδικόν, διότι ἀποτελεῖται ἐκ φύλλων, ἅτινα καὶ ἔν τισιν εἶναι διωρθωμένα χειρογράφως, ἀλλὰ τὰ πάντα ἐν ἀκριβείᾳ, θέλει κατ’ ἀνάγκην παραπεμφθῆ ἐκ νέου εἰς τὸ Λογιστήριον, ὅπως γένηται ἡ περαιτέρω ἐπεξεργασία, πρὸ πάντων προσαρτηθῆ ἡ ἔκθεσις ἡ εἰσηγητική, ἥτις θ’ ἀνατυπωθῇ, ὅπως ἔπειτα αὔριον ἔχωμεν ἱκανὸν ἀριθμὸν τευχῶν καὶ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως. Ἐν τῷ μεταξύ, ὅταν αὔριον, ὡς ἐλπίζω, φθάσωσιν ἐγκαίρως τὰ τεύχη, θὰ εἶναι βεβαίως σύμφωνον πρὸς τὸ σύνταγμα τὸ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐξετάσεως τῶν τροποποιήσεων τούτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς κατὰ τὸν τρόπον ὅστις θὰ φανῇ εἰς αὐτὴν κατάλληλος πρὸς τὴν περίστασιν.
§135Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἐξόδων ἔχετε δηλώσεις;
§136ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅσα εἶχον εἶπον ἤδη. Μένουσι τώρα ἐκεῖνα ἅτινα κατ’ ἀνάγκην θέλουσι συμβῆ κατὰ τὴν συζήτησιν διὰ προφορικῶν δηλώσεων, διότι ἔρχονται ὅπως πάντοτε καὶ σήμερον. Ἐλπίζω ὄχι πολλὰ ἐκεῖνα ὅσα θέλουσι φέρει προσθήκην τινά, ἥτις ὅμως ἔχει ἐπαρκῆ πρόβλεψιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ.
§137Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε;
§138ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ· μίαν στιγμήν. Ἡ εἰκὼν τοῦ Προϋπολογιμοῦ, καίτοι φαίνεται σχεδὸν ἰσοζύγιον, εἶναι ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα πᾶς ὁ μέλλων νὰ μελετήσῃ θέλει διίδει εὐχερῶς, μάλιστα δ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς, ὅστις τὰ πάντα ἐξωνύχισε, θέλει ἴσως εὕρει αὐτὸ μετά τινος ἐπὶ πλέον ἀπαισιοδοξίας ἢ ὅ,τι οἱ ἄλλοι. Ἀλλ’ εἰς ἐμὲ ἡ εἰκὼν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν ἐμπνέει τόσην δυσπιστίαν, ὥστε νὰ μετριασθῇ ἡ αἰσιοδοξία, ἣν ἐκ φύσεως ἔχω. Ἐλπίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τούτου τοῦ εἰλικρινοῦς, καθ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ παρακολουθήσω τὰ κυριώτερα, θέλει στηριχθῆ πεποίθησις ὅτι, ἐὰν τὰ τοῦ δανείου εὐροήσωσι, θέλομεν ἐπανορθώσει τὰ ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων κακὰ καὶ θέλομεν δυνηθῆ νὰ χαράξωμεν ὁδὸν τακτικωτέραν ἐν τῷ μέλλοντι· ἔχοντες δὲ Προϋπολογισμὸν ὅστις οὐδὲν ἀποκρύπτει καὶ μὴ φανταζόμενοι ὅτι δυνάμεθα τοὺς μελετῶντας τὰ καθ’ ἡμᾶς νὰ πλανήσωμεν δι’ ἀριθμῶν ἀναγραφομένων εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν ἐλπίζω ὅτι θέλομεν ἔχει αὐτοὺς εὔνους, ὅπως, ὅταν σὺν Θεῷ ἀποκατασταθῇ ἡ πλήρης πεποίθησις περὶ τῆς γαλήνης καὶ τῆς τάξεως καὶ τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ καθεστῶτος εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἐκεῖνοι οἵτινες φαίνονται προδιατεθειμένοι ἐν τοιαύτῃ στιγμῇ νὰ ἐμφανισθῶσι πάροχοι τοῦ χρήματος τοῦ ἀναγκαίου ὅπως τὸ σύνολον τῆς καταστάσεως ἡμῶν θεραπεύσωμεν, ἐμφανισθῶσι. Καὶ θέλουσιν ἐμφανισθῆ ἔχοντες πᾶσαν τὴν ἐπιθυμίαν οὐ μόνον νὰ τοποθετήσωσι χρῆμα ἀσφαλῶς καὶ ἐπὶ τόκῳ δυστυχῶς δι’ ἡμᾶς ἀναλόγῳ τῆς ἐκπεπτωκυίας πίστεως ἡμῶν, ἀλλὰ καὶ ὅπως φανῶσιν εὖνοι πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἐν ᾗ ἡ ἐπάνοδος τῆς τάξεως θέλει δώσει εἰς αὐτοὺς τὴν προτέραν περὶ τοῦ μέλλοντος αὐτῆς πεποίθησιν καὶ ἴσως καὶ ἔτι μείζονα.
§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἀνεφέρατε μεταξὺ τῶν ἀριθμῶν τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀνεγράψατε ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς κάλυψιν τοῦ τόκου τοῦ συναφθησομένου δανείου. Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὸ ποσόν.
§140ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· νὰ τὸ εὕρω ἀμέσως. Εἰς τὸ κεφάλαιον 55 τοῦ τετάρτου τμήματος ἀναγράφονται ταῦτα (ἀναγινώσκει)· «Ἔκτακτοι πιστώσεις δι’ ἀπροβλέπτους ἀνάγκας. 1. Ποσὸν διαθέσιμον δι’ ἐκτάκτους ἀνάγκας, μὴ προβλεφθείσας ἐν τοῖς εἰδικοῖς προϋπολογισμοῖς τῶν Ὑπουργείων... 2. Ποσὸν διαθέσιμον πρὸς πληρωμὴν τόκου δρ.5,000,000 ὡς ληφθησομένης ἐντὸς τοῦ 1910 προκαταβολῆς ἐκ τοῦ συνομολογηθησομένου δανείου, πρὸς 6% ἐπὶ τρεῖς μῆνας κατὰ μέσον ὅρον ....................... 3. Ποσὸν διαθεσίμου πιστώσεως διὰ νομισματικὴν διαφορὰν τῆς εἰς χρυσὸν πιστώσεως τοῦ προηγουμένου ἄρθρου πρὸς 0,01 κατὰ φράγκον.......................»
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἦτο δυνατόν, τὸ τεῦχος αὐτὸ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὅπως αὕτη συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἐὰν ἦτο δυνατόν, ν’ ἀποσταλῇ τὸ τεῦχος αὐτὸ σήμερον εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ μετὰ τὴν μελέτην ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Λογιστήριον πρὸς ἐκτύπωσιν, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν καιρόν. Ἐννοεῖται ὅτι ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ δὲν πρόκειται νὰ ἐκθέσω γνώμην, διότι τώρα μόλις ἤκουσα τοὺς ἀριθμοὺς ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναμαι ὅμως ν’ ἀποκρύψω τὴν ἐντύπωσίν μου ἐκ τῶν ἀριθμῶν τούτων. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναφέρων τοὺς ἀριθμοὺς τούτους δὲν ἐδίστασε νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι κατ’ αὐτὸν καὶ αὐτὸ τὸ μικρὸν περίσσευμα θεωρεῖ ὅτι θέλει μεταβληθῆ εἰς ἔλλειμμα καὶ δι’ αὐτὸ ἠρώτησα αὐτὸν ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀναγράφει πρὸς κάλυψιν τῶν τόκων τοῦ συναφθησομένου δανείου. Ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξεν ὅτι ἀνεγράφη ἓν μικρὸν ποσόν, προσέθηκε δ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἀνέγραψε ποσὸν 2,000 000 δραχμῶν διὰ τὰς ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις αἱ ὁποῖαι ἤθελον παρουσιασθῆ καὶ ἐπίσης μικρὸν ποσὸν δι’ ἐκτάκτους πιστώσεις. Ἑπομένως καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ποσῶν δὲν δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν καὶ φθάνω εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον προκύπτει ἄνευ τῆς μελέτης τῶν καθ’ ἕκαστα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, φθάνω εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς ἐπιβαρύνσεις τὰς φορολογικάς, τὰς ὁποίας κατὰ τὰς δύο τελευταίας Συνόδους ἐψηφίσαμεν, οὐδὲν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπάρχει ποσὸν πρὸς κάλυψιν τοῦ τόκου καὶ τοκοχρεολυσίου τοῦ συναφθησομένου δανείου. Αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὀδυνηρὰν δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀποκρύψω καὶ ἠθέλησα νὰ μεταδώσω ταύτην εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§142Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἀνεγράφη πίστωσις διὰ πυρομαχικὰ τοῦ νέου θωρηκτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναμένεται καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας τὸν προσεχῆ Ἰούλιον.
§143ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτω ὅτι εἶναι ἀναγεγραμμένη.
§144Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνετάχθη ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἰργάσθη ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ τις μᾶλλον ἀγαθὰ καὶ μᾶλλον εὐοίωνα ἀποτελέσματα. Εἶναι ἀληθῶς θαυμαστὸν ὅτι κατώρθωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ τὰς δύο ἄκρας εἰς ἰσορροπίαν. Ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ σταθερός, δὲν εἶναι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ μέλλοντος, καὶ τοῦτο ὑπέδειξε διὰ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς θέλει χρησιμεύσει ὡς ὑπόδειγμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ μέλλοντος, προχείρως συνταχθεὶς ὑπὸ τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας πάντες γνωρίζομεν. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχῃ καὶ τὰς πλημμελείας τὰς ὁποίας συνεπάγεται ἡ σπουδὴ καὶ ἡ πρόχειρος ἐπεξεργασία αὐτοῦ. Ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑστέρησε καὶ τῶν ἐλαχίστων ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν ἐντολὴν αὐτῆς καὶ εἰς τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς. Νομίζω, ὡς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας εἶπεν, ὅτι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἶναι νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πρέπει ἀμέσως ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τεύχους νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἡ ὁποία δὲν εἶναι καὶ τόσον ἀναγκαία, διότι τὸ τεῦχος περιλαμβάνει τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἔχομεν δὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν συνταχθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἔκθεσις καὶ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλ’ ἂν ὡς ἐκ περισσοῦ θεωρηθῇ ἀναγκαία ἡ ἔκθεσις πρέπει νὰ γίνῃ αὕτη ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως ταύτης, ἵνα ἔχωμεν αὔριον αὐτὴν μετὰ τοῦ τεύχους.
§145ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν δὲν θεωρηθῇ ἀναγκαῖον, τὸ ἄλλως ὀρθόν, νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, τότε ἴσως θὰ ἦτο καλὸν νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅπου ἀναμένει ὁ Διευθυντὴς αὐτοῦ μετὰ συνεργατῶν. Ὁπωσδήποτε αὔριον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πλῆρες τὸ τεῦχος, θὰ ὑπάρχῃ δὲ καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις καὶ πᾶν ἄλλο· δὲν θὰ μένῃ δὲ ἢ μόνη ἡ ἐκτύπωσις.
§146Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ ἡμίσειαν ὥραν δύναται νὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπή.
§147ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§148Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ καλέσῃ τὴν ἐπιτροπήν.
§149Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Οὐδέποτε αἱ δηλώσεις φέρονται εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§150ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§151Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει συντάξει τὴν ἔκθεσίν της.
§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος. Μὴ ὑπαρχούσης ἀνάγκης τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἤκουσα παρ’ ὅλων, τότε θὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τὰ συναφῆ νομοσχέδια. Τὰ συναφῆ νομοσχέδια νὰ τὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν πρωινὴν συνεδρίασιν, τὸν δὲ Προϋπολογισμὸν τὴν ἑσπέραν.
§153ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἐπαρκέσῃ ὁ χρόνος;
§154Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων σήμερον, αὔριον δὲ ἀπὸ τῆς πρωίας ἕως τὴν μεσημβρίαν νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, τὸ ἀπόγευμα δὲ νὰ συζητήσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν· αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω.
§155ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καί, ἂν δὲν ἐπαρκέσῃ ὁ χρόνος, νὰ συνεδριάσωμεν καὶ τὴν Κυριακήν.
§156Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξακολουθοῦμεν αὔριον τὴν πρωίαν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, μετὰ μεσημβρίαν δὲ ψηφίζομεν τὸν Προϋπολογισμόν· ἐὰν ὑπολειφθῇ τι, θὰ ἐξακολουθήσωμεν μέχρις ὅτου περατώσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν. Ἀλλ’ αὔριον θὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§158Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω. Βλέπω ὅτι ἀναγράφεται ἀναπληρωματικὴ πίστωσις κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, ἀλλ’ εἶναι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον περὶ καταργήσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου.
§159ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ φέρω τροπολογίαν, κυροῦσαν τὸ σύστημα τοῦτο, διότι εἶναι σύστημα ὅπερ ὑπάρχει ἐν Ἰταλίᾳ.
§160Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἷς τῶν λόγων ἕνεκα τοῦ ὁποίου προβάλλομεν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν τὴν σκέψιν περὶ ἀναστολῆς τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ εἶναι ἀκριβῶς διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅπως κατηρτίσθη ὁ Προϋπολογισμός, ὅτι οἱονδήποτε ποσὸν ἀναγραφόμενον δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων δὲν εἶναι ἐπαρκὲς καὶ διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον ν’ ἀπαλειφθῶσι τὰ ποσὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνεγράφησαν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ δι’ ἀναπληρωματικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων. Καὶ ἑπομένως συμφώνως πρὸς τὸν ἄρτι ψηφισθέντα νόμον νὰ προβῇ ἡ λειτουργία τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§161ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς μετὰ περισσεύματος ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§162Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ παρασταθῇ μὲ τὸ περίσσευμα πρὸς τὸ ποσὸν τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων πιστώσεων τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ τεύχει. Γνωρίζομεν τὰ ἐλαττώματα τοῦ λογιστικοῦ μας καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ καθορίσωμεν ὡς πλεόνασμα· ἐὰν ὅμως ὑπῆρξε πλεόνασμα κατὰ τὸ παρελθόν, θὰ ὑπάρξῃ καὶ πλεόνασμα συνεπείᾳ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ συνταχθέντος ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζομεν.
§163ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου, κ. Πρόεδρε, ἐν πρώτοις μὲν νὰ ἐπανορθώσω μίαν ἀνακρίβειαν εἰς ἣν ὑπέπεσεν ὁ ἔντιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, εἶτα δὲ ν’ ἀποκρούσω παντὶ σθένει τὴν ἀπαισιοδοξίαν διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους τὴν ὁποίαν ἐπέδειξαν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην τόσον αὐτός, ὅσον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀντὶ πάσης ἄλλης προφορικῆς εἰσηγήσεως τῶν δηλώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἠρκέσθη νὰ μᾶς ἀναγνώσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τοὺς ἀριθμοὺς μόνον, τοὺς ὁποίους συνέταξεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶχε τὴν ἀφέλειαν νὰ ἐκφράσῃ τὴν ἔκπληξίν του διότι θὰ ἔχωμεν δῆθεν ἔλλειμμα ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὕστερον ἀπὸ τόσας οἰκονομίας καὶ τόσα φορολογικὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν κατὰ τὴν παροῦσαν καὶ τὴν προηγουμένην Βουλευτικὴν Σύνοδον. Ἀλλ’ ὁ κ. ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας ταῦτα λέγων συγχέει ἐξεπίτηδες τὸ ἔργον τῶν δύο Συνόδων. Εὐτυχῶς ὅμως, Κύριοι, αὐτὰ τὰ πράγματα, μονονουχὶ φωνὴν ἀφιέντα, διαψεύδουσι τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμόν του. Τὰ δὲ πράγματα μαρτυροῦσι τρανῶς ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν οἰκονομίαι καὶ καθόλου ἐλαττώσεις ἐξόδων ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου αὐξήσεις ἐσόδων, τοὐναντίον κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν Σύνοδον, τῇ εἰσηγήσει τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἐψηφίσθησαν μόνον αὐξήσεις ἐξόδων καὶ ἐλαττώσεις ἐσόδων.
§164Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι δά!
§165Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀκούσωμεν, παρακαλῶ.
§166ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἠκούσατε πρὶν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναγινώσκοντος τὰς δηλώσεις του. Κατ’ αὐτὰς δέ, ἐν συγκρίσει πρὸς τὸν ὑπ’ ἐμοῦ ὑποβληθέντα Προϋπολογισμόν, ἐπέρχονται συνεπείᾳ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἐψηφίσατε κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, αὐξήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν 3 ἑκατ., εἰς τὸ τῶν Ἐσωτερικῶν 2,078,000, εἰς τὸ τῆς Δικαιοσύνης 579,000 δρ., παραπλησίως δὲ αὐξήσεις ἐξόδων ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι καὶ τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Ναυτικῶν, τῆς Παιδείας καὶ κατ’ ἐξοχὴν τῶν Οἰκονομικῶν. Αἱ αὐξήσεις δ’ αὗται, Κύριοι, δὲν ὀφείλονται μόνον εἰς τὴν πυρκαϊὰν τῶν ἀνακτόρων, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον καὶ εἰς τὴν μέλλουσαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, δι’ ὧν μόνον θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς κατὰ 1,000,000 δραχ. ὡς ἔγγιστα, προσέτι δὲ εἰς τὴν ἐπαναφορὰν πασῶν τῶν ὑφ’ ἡμῶν καταργηθεισῶν θέσεων καὶ ὅλων τῶν βοηθημάτων καὶ συνδρομῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς διεγράψαμεν ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, ὡς ὅλως ἀδικαιολογήτους καὶ πάντοτε μέν, μάλιστα δὲ νῦν, ὅτε μᾶλλον τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην νὰ τύχῃ βοηθημάτων καὶ συνδρομῶν. Ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις διὰ τῆς προταθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διαστροφῆς τοῦ τελευταίου λογιστικοῦ νόμου, ἥτις τῇ ἀπαιτήσει τῶν δύο κομμάτων πρόκειται νὰ καταλήξῃ εἰς πλήρη κατάργησιν αὐτοῦ, ἀνοίγονται πάλιν διάπλατοι αἱ θύραι τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὴν σπατάλην ἑκατομμυρίων ὅλων. Ἀλλὰ μήπως ἦσαν ὀλιγώτερα τὰ νομοσχέδια δι’ ὧν ἐφρόντισεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ μειώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Μήπως δὲν ἀπεπειράθη αὐτὴ νὰ χαρίσῃ ἑκατομμύρια ὅλα εἰς τοὺς ἡνωμένους οἰνοπνευματοποιοὺς τοῦ Πειραιῶς καὶ τὴν Ἑταιρείαν τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων; Ἀλλ’ ἐὰν ἠναγκάσθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ν’ ἀποσύρῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον ἀπέναντι τῆς ἀντιδράσεως ἡμῶν οὐχ ἧττον κατώρθωσεν αὐτὸς νὰ ψηφισθῶσι τόσα ἄλλα νομοσχέδια δι’ ὧν ἐπέρχεται ἐλάττωσις ἐσόδων. Οὕτως ἠλαττώθησαν κατὰ πολὺ τὰ ἔσοδα ἐκ τοῦ φόρου τῶν κληρονομιῶν καὶ κληροδοσιῶν, ἐκ τῶν τελῶν τοῦ χαρτοσήμου, ἐκ τοῦ φόρου τῶν οἰκοπέδων, ἐκ τοῦ φόρου τῶν βοσκησίμων γαιῶν, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, ἐκ τοῦ φόρου τῶν ἐκρηκτικῶν, ὑλῶν, ἐκ τοῦ φόρου τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος, ἐκ διαφόρων δασμῶν κλπ. Τὸ ἔργον, Κύριοι, τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ταχθείσης ἀπ’ ἀρχῆς ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῶν ἀρχηγῶν τῶν δύο κομμάτων, τῶν δημιουργῶν ὅλου τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ πολιτικοῦ χάους τοῦ πρὸ τῆς 15 Αὐγούστου 1909, ἦτο ἡ συστηματικὴ ὑπονόμευσις καὶ ἀνατροπὴ τοῦ ἀνορθωτικοῦ ἔργου τῆς ἡμετέρας Κυβερνήσεως, ἥτις μόνη εἶχε τὸ θάρρος ἐπὶ θυσίᾳ τῆς δημοτικότητός της καὶ εἰς οἰκονομίας καὶ ἐλαττώσεις ἐξόδων νὰ προβῇ καὶ νέα φορολογικὰ βάρη νὰ ἐπιβάλῃ ἰδίως εἰς τὰς εὐπόρους τάξεις, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἀνεκούφισεν αὐτὴ φορολογικῶς τὰς ἀπορωτέρας τάξεις, ὡς μαρτυρεῖ σὺν ἄλλοις καὶ ἡ ὑφ’ ἡμῶν ἐπιτευχθεῖσα κατάργησις τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλὰ καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ὑπονόμευσιν τοῦ ἔργου ἡμῶν ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, συνεπικουρούντων αὐτῇ τῶν ἀρχηγῶν τῶν δύο κομμάτων, ἔχει θεμελιωθῆ αὐτὸ ἐπὶ τόσων ἑδραίων βάσεων, ὥστε νὰ διαψεύσῃ πᾶσαν τὴν ἀπαισιοδοξίαν, τὴν ὁποίαν, οἱονεὶ κροκοδείλεια δάκρυα χύνοντες τώρα, ἐπιδεικνύουσιν ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὡς ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν δηλώσεων ὑπὸ τοῦ τελευταίου τούτου, ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910 δι’ ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις ὡς τρία ἑκατομμύρια, ἅτινα ὁμοῦ μετὰ τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων, τῶν ἀνερχομένων συνήθως εἰς ὀκτὼ ἕως ἐννέα ἑκατομμύρια, εἶναι ἱκανὰ οὐ μόνον τὸ ἰσοζύγιον ἀλλὰ καὶ περίσσευμα νὰ ἐξασφαλίσωσι νῦν. Ὅταν δὲ ἀναλογισθῶμεν ὅτι μόλις ἀπὸ τοῦ 1911 θὰ ἐφαρμοσθῶσι πλήρεις οἱ νέοι φόροι καὶ θ’ ἀποδώσωσι πάντα τὰ ἐξ αὐτῶν προσδοκώμενα ἔσοδα· ὅταν ἀναλογισθῶμεν ὅτι ἕως τότε ἐλπὶς ὑπάρχει νὰ παρέλθῃ ἡ παροῦσα οἰκονομικὴ κρίσις τῆς χώρας καὶ ν’ ἀνέλθωσι καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς ὃ σημεῖον εἶχον φθάσει αὐταὶ ἐν ἔτει 1907, ἤτοι πρὸ τῆς ἐκρήξεως τῆς ὑφισταμένης οἰκονομικῆς κρίσεως, τότε θὰ εὕρωμεν ὅλως ἀδικαιολόγητον τὴν ἀπαισιοδοξίαν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἂν δ’ ὑπάρχῃ τι τὸ ὄντως ἀπελπιστικὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τοῦτο εἶναι κατ’ ἐμὴν γνώμην ὅτι εἷς πρώην καὶ ὁ νῦν Πρωθυπουργὸς ἔρχονται νὰ διατρανώσωσι τὴν ὅλως ἀδικαιολόγητον ἀπαισιοδοξίαν των ἐν παραμοναῖς συνομολογήσεως μεγάλου ἐξωτερικοῦ δανείου. Εἶναι, Κύριοι, τοῦτο ἔργον πολιτικῆς φρονήσεως; Ἀλλὰ ποῦ ἴχνος τοιαύτης φρονήσεως ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἀποτυφλοῦντος αὐτοὺς πάθους πρὸς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν; Αὐτοὶ εἶναι ἱκανοὶ τὰ πάντα νὰ θυσιάσωσιν, ἀρκεῖ μόνον, ἔστω καὶ πρὸς στιγμήν, ν’ ἀμαυρώσωσι καὶ διασύρωσι τὸ ἡμέτερον ἔργον τῆς περισυλλογῆς καὶ ἀνορθώσεως. Ἀλλὰ δὲν νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς τουλάχιστον ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἐννοήσῃ ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι πλέον ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλὰ Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ συγχρόνως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν;
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος μοὶ ἐνεποίησαν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι τὸ μόνον ἀκριβὲς εἶναι ὅτι οἱ ἀριθμοὶ οὓς ὑπέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀκριβεῖς καὶ παραβαλλόμενοι πρὸς τοὺς ἀνακριβεῖς Προϋπολογισμοὺς τοὺς ὑποβληθέντας ἄλλοτε παρουσιάζουσι μεγίστην διαφοράν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις αὗται εἶναι ἐφεύρεσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ πάντες γινώσκομεν τί εἶπεν εἰσηγούμενος τῆς ἐφευρέσεως ταύτης. Εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῶσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις, ὡς κατηρτίσθη ὁ Προϋπολογισμός, καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην μᾶς λέγει ὅτι θὰ μείνωσιν 8,000,000 ἀδιαθέτων πιστώσεων. Ἂν ἔκαμα τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα πρὸ ὀλίγου, τὴν ἔκαμα ἐν σχέσει πρὸς τὰς πιστώσεις τῶν ἐκτάκτων καὶ ἀδιαθέτων δαπανῶν, διότι ἐγὼ φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅπως καταργηθῇ ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς καὶ ὡς πρὸς τὰ δύο ταῦτα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουσι ποσὸν 3,000,000, τὰ ὁποῖον δύναται ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὡς περίσσευμα αὐτοῦ, διότι δὲν βλέπω διατί θὰ ἔχωμεν αὐτὰς τὰς δύο ἀναγραφὰς εἰς τὰς δαπάνας, ἐὰν μάλιστα εἶναι ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα σήμερον ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος, ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις θὰ φθάσωσιν εἰς ποσὸν 8,000,000. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος περὶ αἰσιοδοξίας δὲν ἔχουσι σημασίαν. Δὲν πρόκειται ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ εἴμεθα ἀπαισιόδοξοι ἢ αἰσιόδοξοι· ὅταν πρόκειται νὰ σκεφθῆτε περὶ συνομολογήσεως δανείου, οἱ μέλλοντες νὰ συνομολογήσωσι τοῦτο θὰ ἐξετάσωσι τὰ πράγματα καὶ δὲν θ’ ἀρκεσθῶσιν οὔτε εἰς τὴν αἰσιοδοξίαν τῶν μὲν οὔτε θὰ φοβηθῶσι τὴν ἀπαισιοδοξίαν τῶν δέ.
§168Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτε ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος, ὑπέθεσα ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ὑπεραμυνθῇ τοῦ νόμου ἐκείνου ὃν κατηργήσαμεν ἄρτι, διότι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ διεκήρυξεν urbi et orbi ὅτι ἑκατομμύρια ἑκατομμυρίων ἐπρόκειτο νὰ εἰσρεύσωσιν εἰς τὰ θησαυροφυλάκια τοῦ Κράτους καὶ δὲν θὰ εἴχομεν καὶ μέρος νὰ τοποθετήσωμεν ταῦτα. Τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα ἦσαν ἀναμφισβητήτως ἐν τῇ φαντασίᾳ του ὡς καὶ ἐκεῖνα τὰ ἄλλα, 800,000,000, ὡς καὶ ἐκεῖνα τὰ φαντασιώδη σχέδια ὄχι μόνον περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, ἀλλὰ καὶ περὶ καταργήσεως τοῦ ἐλέγχου καὶ πάντα τὰ σχέδια τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν καὶ τὰ ὁποῖα τὸ νοῆμον κοινὸν καὶ ἡ γενναία φρουρὰ κατέπινε καθ’ ἡμέραν ὡς καταπότια τοῦ Πίγκ. Ἦλθεν ἡ ὥρα καθ’ ἣν ἔπρεπε πάντα τὰ φαντασιώδη σχέδια νὰ τεθῶσιν ὑπὸ ἐξέλεγξιν καὶ ἡ ἐξέλεγξις ἔφερε τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα κατέδειξε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῶν ἀριθμῶν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι, ὅσον ξηροί, ὅσον αὐστηροὶ καὶ ἂν εἶναι, τόσον περισσότερον ἀποδεικνύουσι τὴν ἀλήθειαν τῆς σημερινῆς καταστάσεως. Ἡ σημερινὴ κατάστασις ἔχει τοῦτο ὑπὲρ ἑαυτῆς, τοῦτο τὸ εὐοίωνον, ὅτι δὲν στηριζόμεθα πλέον ἐπὶ ψευδῶν καὶ κενῶν ἐλπίδων, δύνανται δὲ οἱ ξένοι ν’ ἀποτείνωνται πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ εὕρωσι παρ’ αὐτῇ τελείαν εἰλικρίνειαν ἀλλὰ καὶ τὴν προσπάθειαν ὅπως βελτιώσῃ τὰ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους.
§169Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐλέχθη ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ φαινώμεθα αἰσιόδοξοι χάριν τοῦ δανείου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συναφθῇ, ἀλλὰ μὴ ἀπατώμεθα· τὰ κεφάλαια δὲν ζητοῦσιν αἰσιοδοξίαν ἢ ἀπαισιοδοξίαν, ἀλλ’ ἀσφάλειαν. Ἂν παρέχωμεν τοιαύτην, θέλομεν ἐπιτύχει αὐτό· ἂν δὲν παρέχωμεν ἀσφάλειαν, οἱανδήποτε καὶ ἂν δεικνύωμεν αἰσιοδοξίαν, δάνειον δὲν θὰ εὕρωμεν· ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἡ αἰσιοδοξία συμφέρει εἰς τὸν τόπον, συμφέρει νὰ νομίζῃ ὁ τόπος ὅτι πλέει εἰς περισσεύματα; Ἐνταῦθα ἔγκειται τὸ ζήτημα. Ἐνόσῳ νομίζομεν ὅτι πλέομεν εἰς περισσεύματα, προβαίνομεν ἀμέριμνοι εἰς δαπάνας, ἐνῷ τοὐναντίον, ὅταν τὸ ἔθνος γνωρίζῃ ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν περισσεύματα, ἀλλ’ ἐλλείμματα, τότε θὰ σκεφθῇ ὅτι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ εἶναι προσεκτικὸν εἰς τὰς ἀποφάσεις του καὶ εἰς τὰς δαπάνας φειδωλόν. Καὶ ἂν δύναταί τις νὰ κατακρίνῃ τὸν κ. ἐκ Λοκρίδος συνάδελφον εἶναι δι’ ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα ἅτινα ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μηνὸς ἔρριψεν εἰς τὴν δημοσιότητα καὶ ὑπέσχετο παροχὴν 20 περιπλέον ἑκατομμύρια εἰς τὰ δύο στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα. Ἦλθεν ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτοῦ καὶ παρουσίαζε 2,500,000 περίσσευμα ἀναγεγραμμένον. Εἰς αὐτὰ δὲ προσετίθεντο ἕτερα 8,000,000 ἐξ ἀδιαθέτων πιστώσεων καὶ οὕτω παρουσιάζετο εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν 10,500,000 περίσσευμα.
§170Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπῆρχε καὶ ποσὸν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου.
§171ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 7,000,000.
§172Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλα 7,000,000 διὰ τὰς ἀναπληρωματικὰς καὶ ἐκτάκτους πιστώσεις καὶ 2,500,000, τὸ ὅλον 16,500,000.
§173Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μάλιστα. Καὶ ἔρχεται ἡ νῦν Κυβέρνησις ἥτις ἄνευ τῆς δαπάνης τοῦ δανείου ἀναγγέλλει μόλις ἰσοζύγιον. Συγχρόνως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι οὐδεμίαν ἀναλαμβάνει εὐθύνην περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὅσα ἀναγράφονται ἐν ταῖς δηλώσεσι. Θὰ σᾶς ζητήσω τὴν ἄδειαν ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ νὰ περιγράψω τὴν κατάστασιν καὶ ν’ ἀνασκοπήσω τὸν Προϋπολογισμὸν τὸν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου Λοκρίδος ὑποβληθέντα. Ἐὰν μᾶς δοθῇ αὔριον καιρός, θέλομεν σᾶς ἀποδείξει ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1908 ἀφῆκε 10,000,000 ἔλλειμμα ἕως 11,000,000.
§174Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον; Ἔχετε λάθος.
§175Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἡ χρῆσις τοῦ 1909 ἀφῆκε 16,000,000 ἔλλειμμα καὶ μὲ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ εἰσερχόμεθα εἰς τὸ 1910. Καὶ εἰς τὴν χρῆσιν ταύτην εἰσερχόμεθα μὲ νέα νομοθετήματα ἀγροφυλακῆς, τελωνοφυλακῆς, χωροφυλακῆς, ἀπαιτοῦντα ἄλλα 2,000,000 νέα, τὰ ὁποῖα προστιθέμενα εἰς τὰ 16,000,000 γίνονται 18,000,000· ἐὰν δὲ προστεθῶσιν εἰς αὐτὰ καὶ ἡ δαπάνη τῶν 7,000,000 τοῦ δανείου γίνονται 25,000,000 καὶ μὲ τὰ 7,000,000 τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου δι’ ἐκτάκτους καὶ ἀναπληρωματικὰς πιστώσεις φθάνομεν τὸ ὅλον εἰς 32,000,000, διότι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος γράφων ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ 7,000,000 ἀποθεματικὸν κεφάλαιον δὲν ἤθελε κάμει χρῆσιν αὐτοῦ. Εἶναι φανερὸν ὅτι ἀναγράφων 7,000,000 ἐνόει ὅτι ἤθελον χρησιμοποιηθῆ. Ἰδοὺ ὅτι ἄνευ τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, περὶ ὧν θὰ ὁμιλήσω, θὰ εἴχομεν ἔλλειμμα 32,000,000. Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος καὶ βεβαιοῖ ὅτι φέρει βελτίωσιν 25,000,000 εἰς οἰκονομίας καὶ ἔσοδα. Παραδέχομαι ταύτην πρὸς στιγμήν. Ἀφαιρέσατε ταύτην ἀπὸ τῶν 32,000,000. Ἰδοὺ πάλιν ἔλλειμμα 7,000,000 ἐκεῖ ὅπου παρουσιάζεται πλεόνασμα 10,500,000. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε ἐκ Λοκρίδος. Ἐκεῖ ὅπου εἴχετε περίσσευμα 10,500,000 μὲ τὰς βελτιώσεις ἃς ὑμεῖς ὑπεσχέθητε, τῶν 25,000,000, φθάνομεν εἰς ἔλλειμμα 7,000,000. Κύριε συνάδελφε, οὐδεὶς ἀρνεῖται τὸ θάρρος μεθ’ οὗ ἐπιβάλλετε τοὺς φόρους ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐκεῖ ὅπου συνετρίβη ὁ κ. ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ἐκεῖ ὅπου συνετρίβη ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὑμεῖς εἴχετε τὸ θάρρος νὰ ἐπιβάλητε φόρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν 15,000,000, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ 3,000,000 τὸν προσωπικὸν φόρον χάριν τῆς ὁδοποιίας. Αὐτὴ ὁμολογουμένως εἶναι ἡ δόξα σας. Τὴν δόξαν ταύτην οὐδεὶς θὰ σᾶς ἀρνηθῇ, ἀλλὰ καὶ τὴν εὐθύνην θὰ ἔχητε ὅλην ὑμεῖς. Ἀλλὰ δικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ σᾶς εἴπωμεν τὸ ἑξῆς· ἐὰν εἴχετε τὸ θάρρος νὰ προβῆτε εἰς τοιαῦτα μέτρα, νὰ προβῆτε εἰς τὴν φορολογίαν μέχρις αἵματος, ὡς ἐνασμενίζεσθε λέγοντες, εἴχετε καὶ ἓν ἄλλο καθῆκον μέγα. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐβόα ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς «ἀνάγκη εἰλικρινείας» δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποκρύψητε εἰς αὐτὸν τὴν ἀλήθειαν· ἔπρεπε νὰ τῷ εἴπητε ὅτι καὶ μὲ τὰ 15,000,000 τὰ ὁποῖα σοῦ ζητῶ οὐδὲν ἔπραξα, διότι ἠπατήθην, διότι, ὅτε τὸν Ἰούλιον σοὶ ὑπεσχέθην 20,000,000, δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶχον ἐνώπιόν μου ἔλλειμμα 16,000,000, Ὄχι, δὲν ἔπρεπε νὰ λησμονήσητε τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ· δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὄχι σήμερον ἀλλ’ ἀείποτε τὸ «ἀνάγκη εἰλικρινείας».
§176ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ Γερμανοί, Κύριοι, λέγουσιν ὅτι εἶναι ἀρκετὰ μαῦρος ὁ διάβολος, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν παραστήσῃ τις μὲ ζοφερώτερα ἀπὸ ὅ,τι ἔχει χρώματα. Τὸ γερμανικὸν τοῦτο λόγιον μὲ ὑπενθύμισεν ἡ προσπάθεια τοῦ ἑτέρου τῶν προαγορευσάντων Βουλευτῶν Ἀττικῆς, τοῦ κ. Νέγρη, ὅπως ἐξογκώσῃ ὑπὲρ τὸ δέον τὰ ἐλλείμματα τῶν δύο τελευταίων χρήσεων, τῆς τοῦ 1908 καὶ ἰδίως τῆς τοῦ 1909, ἐντεῦθεν δὲ λαμβάνων ἀφορμὴν ἀποδείξῃ ὅτι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔχωμεν μεγάλα ἐλλείμματα. Ἀλλ’ ὁ κ. Νέγρης ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν εἰλικρινείᾳ παραγνωρίζει δύο τινά, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὰ κύρια αἴτια τῶν ἐλλειμμάτων τῶν δύο τελευταίων χρήσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ πάντα τὰ ἀνορθωτικὰ μέτρα εἰς ἃ ἡμεῖς προσεφύγομεν κατὰ τὴν προηγουμένην Βουλευτικὴν Σύνοδον βῆμα πρὸς βῆμα ἀγωνιζόμενοι πρὸς τὴν ἰσχυρογνώμονα καὶ ἀλλόφρονα πολλάκις ἀντίδρασίν του. Ἡ χρῆσις, Κύριοι, τοῦ 1907 ἔκλεισε κατὰ τὸν προσωρινὸν ἀπολογισμὸν της μὲ περίσσευμα. Πῶς ὅμως τὸ περίσσευμα τοῦτο μετετράπη αἴφνης εἰς τὰ ἐλλείμματα τῶν χρήσεων τοῦ 1908 καὶ 1909; Ἐνῷ ηὔξησαν ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τέσσαρα ὅλα ἑκατομμύρια αἱ δαπάναι πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας καὶ Βουλγαρίας ὁμογενῶν προσφύγων, εἰς τρία δὲ καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια, ἐξ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος τοιούτου, αἱ γνωσταὶ ἐξωτερικαὶ ἡμῶν δαπάναι, συγχρόνως ἐξερρήγνυτο καὶ ἡ ἔτι καὶ νῦν κατατρύχουσα τὴν χώραν ἡμῶν οἰκονομικὴ κρίσις, ἧς φυσικὴ συνέπεια ὑπῆρξεν ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων. Μόνον αἱ τελωνιακαὶ ἡμῶν εἰσπράξεις, ἵνα παραλίπω ἄλλας δημοσίας προσόδους, ἐξέπεσον ἐν συγκρίσει πρὸς τὸ 1907· τῷ μὲν 1908 κατὰ τρία ἑκατομμύρια, τῷ δὲ 1909 κατὰ πέντε ὅλα ἑκατομμύρια. Αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ εἰλικρίνεια εἰς ἡμᾶς νὰ ὁμολογήσωμεν, πᾶν δ’ ὅ,τι ὁ κ. Νέγρης ἐξ ἀντιθέτου ἰσχυρίζεται ὑπαγορεύει εἰς αὐτὸν μόνη ἡ τυφλὴ ἐμπάθεια, ἡ διακρίνουσα αὐτὸν ὁσάκις ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἡμετέρου ἔργου. Ἄν, Κύριοι, λάβωμεν ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, θὰ εὕρωμεν κατὰ τὸ πλεῖστον εὐεξήγητον τὴν μετατροπὴν τοῦ περισσεύματος τοῦ 1907 εἰς τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1908 καὶ 1909 κατὰ δέκα περίπου ἑκατομμύρια. Ἀφοῦ ἤδη ἐτέθη ὑφ’ ἡμῶν ἓν τέρμα εἰς τὴν δαπάνην ὑπὲρ τῶν προσφύγων, περιωρίσθησαν δὲ καὶ αἱ γνωσταὶ ἐξωτερικαὶ δαπάναι κατὰ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ἔχομεν οὕτω βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἕως πέντε καὶ ἥμισυ ἑκατομμύρια. Ἐπειδὴ δὲ ἐλπὶς ὑπάρχει νὰ παρέλθῃ τάχιον ἢ βράδιον καὶ ἡ οἰκονομικὴ κρίσις τῆς χώρας καὶ νὰ ἐπανέλθωσιν αἱ συνήθεις εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὸ ἐν ἔτει 1907 καθεστώς, θὰ ἔχωμεν ἐντεῦθεν ἑτέραν βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατ’ ἄλλα ἕξ ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον. Ἡμεῖς διὰ τῶν νομοθετικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα εὐτυχῶς δὲν ἐπρόφθασε ν’ ἀνατρέψῃ πάντα ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐπετύχομεν οἰκονομίας ὡς τρία ἑκατομμύρια, ἰδίως ἐν τῇ ὁδοποιΐᾳ, ἐν τῷ τμήματι τῶν δημοσίων ἔργων καὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγραφείων. Πλὴν τούτου ηὐξήσαμεν κατὰ τὴν ὁμολογίαν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀμειλίκτου καὶ ἀδυσωπήτου ἐπικριτοῦ τοῦ ἔργου ἡμῶν κυρίου Νέγρη κατὰ δεκαπέντε ὅλα ἑκατομμύρια τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ἐβελτιώσαμεν ἄρα οὕτω κατὰ 15 περίπου ἑκατομμύρια τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἐπιτρέπεται βεβαίως εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς νὰ ἐπιρρίπτῃ εἰς ἡμᾶς εὐθύνας. Ὑμεῖς ὅμως ἔχοντες τὴν ἀγαθὴν συνείδησιν ὅτι ἐπετελέσαμεν ὕψιστον πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον ἀπεκδεχόμεθα ἀδιστάκτως τὴν ἐπὶ τούτῳ ἀναγνώρισιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὁ ἕτερος τῶν Βουλευτῶν Ἀττικῆς κ. Ράλλης ἐπετέθη κατ’ ἐμοῦ προσωπικῶς διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν ἁβροεπείας ἐγείρων κατ’ ἐμοῦ τὰς ἑξῆς δύο φοβερὰς κατηγορίας. Ἐν πρώτοις ἰσχυρίσθη ὅτι ἐγὼ διὰ τοῦ τερατώδους λογιστικοῦ νόμου, τοῦ ὁποίου ὑπῆρξα εἰσηγητής, ἐπηγγελλόμην αὔξησιν ἐσόδων κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια. Εἶτα δὲ κατέκρινε τὸ ἐμὸν νομοσχέδιον περὶ δανείου, ὡς ὑπισχνούμενον μέγα ἐξωτερικὸν δάνειον, ἄρσιν ἀναγκαστικῆς κυκλαφορίας καὶ ἀπαλλαγὴν τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἴχνος ἀληθείας ἐν τοῖς τοιούτοις ἰσχυρισμοῖς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς; Ὑπῆρξε, Κύριοι, αὐτὸς τρὶς μέχρι τοῦδε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὅμως ἀγνοεῖ πρᾶγμα στοιχειωδέστατον, ὅτι δηλαδὴ διὰ τοῦ λογιστικοῦ νόμου δὲν δημιουργοῦνται νέοι πόροι τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐξασφαλίζεται ἡ τακτικὴ καὶ ἀνελλιπὴς εἴσπραξις τῶν ὑφισταμένων ἐσόδων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ προλαμβάνεται πᾶσα κακὴ διάθεσις, πᾶσα σπατάλη καὶ κατάχρησις τῶν δημοσίων χρημάτων. Καὶ κατὰ τὴν κοινὴν ὁμολογίαν πάντων τῶν ἐπαϊόντων παρ’ ἡμῖν, πάντων τῶν ὁπωσδήποτε περὶ τὰ δημόσια οἰκονομικὰ ἀσχολουμένων, ὁ λογιστικὸς ἡμῶν νόμος, ὁ πρὸ ἑξηκονταετίας, ὡς ἔγγιστα, ψηφισθεὶς καὶ διὰ τοῦτο ἀπηρχαιωμένος ἐν πολλοῖς, περιέχει τόσας ἐλλείψεις, ὥστε νὰ δίδῃ ἀφορμὴν καὶ εἰς τὴν μὴ τακτικὴν καὶ ἀκριβῆ εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ εἰς παντοίας καταχρήσεις περὶ τὴν διάθεσιν τῶν δημοσίων ἐξόδων. Ἐν ἄλλαις λέξεσιν αὐτὸς ὑπῆρξεν ἡ πρώτη καὶ κυρία αἰτία τῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Προϋπολογισμοῦ μας. Εἰς τὴν κατάστασιν δι’ αὐτὴν ἦλθε νὰ θέσῃ τέρμα ὁ νέος λογιστικὸς νόμος ὁ ψηφισθεὶς τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν. Καὶ τὸν νόμον τοῦτον ἔσπευσε νῦν νὰ διαστρέψῃ ἐν πολλοῖς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διὰ τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ προσκομισθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου, ζητοῦσι δὲ νῦν διὰ μιᾶς τροπολογίας τούτου ν’ ἀνατρέψωσιν ἄρδην οἱ ἀρχηγοὶ τῶν δύο κομμάτων· διότι γινώσκουσιν οὗτοι κάλλιστα ὅτι διὰ τοῦ νέου νόμου θὰ ἐστείρευεν ἡ πρωτίστη καὶ κυριωτάτη πηγὴ τῆς συναλλαγῆς, τοῦ μόνου μέσου τῆς συγκρατήσεως των ἐν τῇ Ἀρχῇ. Ἀλλ’ εἶναι ἐλεύθεροι αὐτοὶ ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ ἔχουσι νῦν εἰς τὴν διάθεσίν των καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ εἴ τινα ἄλλον ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρισκόμενον, ν’ ἀνατρέψωσι πᾶν μέτρον δι’ οὗ ἡμεῖς ἐπεζητήσαμεν νὰ ἐξουδετερώσωμεν τὴν κομματικὴν ἐπήρειαν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν ὅμως εἰς αὐτούς, ἡμῶν παρόντων ἐνταῦθα, νὰ διασύρωσι τὸ ἡμέτερον ἔργον, ὡς ἔπραξε νῦν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Ὄσον ἀφορᾷ, Κύριοι, εἰς τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον περὶ δανείου ὑπέπεσεν αὐτός, ὡς φαίνεται, εἰς παντελῆ σύγχυσιν τούτου πρὸς τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον. Ἔναυλοι θὰ ἠχῶσιν ἔτι οἱ λόγοι μου περὶ δανείου εἰς τὰ ὦτα ὑμῶν. Τερατῶδες ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, ὡς ἀπέδειξα ἐγὼ ἤδη κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον, ὑπῆρξε μόνον τὸ κυβερνητικὸν περὶ δανείου νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ τόσον στομφώδεις ἐπαγγελίας περὶ δῆθεν μεγάλου δανείου ἐκ 240 ἑκατομμυρίων, περὶ ἄρσεως τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας, περὶ ἑνοποιήσεως τοῦ δημοσίου χρέους καὶ περὶ μελλούσης ἀπαλλαγῆς ἡμῶν ἐκ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου ὑπέκρυπτε τοὺς καταχθονιωτέρους σκοπούς, ἤτοι τὴν ἐπ’ ἄπειρον παράτασιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου, ὡς ὡμολόγησεν ἐν μέρει κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητήσας πίστωσιν μόνον διὰ μίαν προκαταβολὴν τοῦ δανείου, ἥτις καὶ αὕτη θὰ γίνῃ ὑπὸ ὅρους τοκογλυφικούς. Ἐὰν τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μὲ τόσην ἐλαφρὰν τὴν καρδίαν ἐψήφισεν ὁ ἡγέτης τῆς μειονοψηφίας, κυρωθῇ καὶ δημοσιευθῇ ὡς νόμος τοῦ Κράτους, ἀρκεῖ αὐτὸ νὰ ἐγκολάψῃ ἀνεξίτηλον τὸ στίγμα τῆς χρεοκοπίας εἰς τὸ μέτωπον τῆς Ἑλλάδος! Ἀλλά, Κύριοι, περὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς εἶναι πολὺς καὶ ὁ λόγος οὗτος. Ἐγὼ ἐπανερχόμενος εἰς τὸ κύριον θέμα προκαλῶ ἰδίως τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τί ἦτο δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἡμεῖς πλέον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν ὅτε ἤμεθα εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ παρελίπομεν. Προκαλῶ αὐτὸν καὶ πάντα ἄλλον νὰ ὑποδείξῃ εἰς ἡμᾶς μίαν οἱανδήποτε οἰκονομίαν ἢ ἐλάττωσιν ἐξόδων, μίαν οἱανδήποτε φορολογικὴν αὔξησιν ἢ μεταρρύθμισιν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δὲν ἐσκέφθημεν καὶ δὲν προετείναμεν εἰς τὴν Βουλὴν. Ἔπειτα δὲ εἰς πάντα ἄλλον συγχωρεῖται νὰ αἰτιᾶται νῦν ἡμᾶς, οὐχὶ ὅμως εἰς τὸν Βουλευτὴν Κερκύρας, ὅστις ὑπῆρξε πρωτουργὸς τῆς καταστάσεως ὑφ’ ἣν ἡμεῖς ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τῇ 15 Αὐγούστου. Αὐτὸς ὅστις ἐγκαταλείπων ὄπισθέν του οἰκονομικὰ ἐρείπια ἰσχυρίζετο τότε ὅτι ἦτο ἀδύνατος ἡ ἀνόρθωσις αὐτῶν· διότι ἀδύνατον αὐτὸς ὑπελάμβανε τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως τὸ πολὺ ἑκατομμυρίου καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων πέρα τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ἐχαρακτήριζε δ’ ὡς ὄνειρα θερινῆς νυκτὸς τὰς ἡμετέρας ἐπαγγελίας περὶ ἐλαττώσεως μὲν ἐκείνων κατὰ δέκα, περὶ αὐξήσεως δὲ τούτων κατὰ ἄλλα δέκα ἑκατομμύρια, ἤτοι περὶ βελτιώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ εἴκοσιν ὅλα ἑκατομμύρια. Ἀφοῦ δὲ ἡμεῖς ἐπληρώσαμεν μὲ τὸ παραπάνω τὰς ἐπαγγελίας ἡμῶν ἐκείνας εἶναι βεβαίως πολὺ τολμηρὸν νὰ παρέρχηται ἀκριβῶς αὐτὸς νῦν εἰς τὸ μέσον ὡς κατήγορος ἡμῶν.
§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε!
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶναι καιρὸς βεβαίως μακρᾶς συζητήσεως, ἀλλ’ εἶναι καιρὸς ὅπως τονίσωμεν μερικὰ πράγματα. Ἐγὼ δὲν ἐνόμιζον ὅτι τόσον ταχέως ἠθέλομεν ἀκούσει τὴν ὁμολογίαν τὴν ὁποίαν κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἠκούσαμεν. Ἐγὼ δὲν ἤλπιζον ὅτι ἤθελεν ἔλθει κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λοκρίδος, ἵνα κηρύξῃ ὅτι ὅσα εἶπε καὶ ὅσα ὑπεσχέθη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δὲν ἦσαν ἀληθῆ, ἀλλ’ ἦσαν ψευδῆ. Δὲν ἤλπιζον ὅτι ἤθελεν ἔλθει κατὰ Μάρτιον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λοκρίδος, ἵνα εἴπῃ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1907 δὲν ἀφῆκεν ἔλλειμμα, ἀλλὰ περίσσευμα.
§179ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ πάντοτε τὸ εἶπον· ἄλλοι ἴσως εἶπον ὅτι ἀφῆκεν ἔλλειμμα· ἐγὼ οὐδέποτε.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Ἐγὼ δὲν ἐνόμιζον ὅτι ἤθελεν ὑποδείξει τίνα τὰ αἴτια διὰ τὰ ὁποῖα ἐπῆλθε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1908. Καὶ τὰ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποδειχθέντα αἴτια τίνα εἶναι; Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὡμολόγησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος· εἶναι ἡ δαπάνη διὰ τοὺς πρόσφυγας· εἶναι αἱ ἐξωτερικαὶ δαπάναι. Αὐτὰ τὰ δύο ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λοκρίδος ὡς τὰ κύρια αἴτια τοῦ ἐλλείμματος, προσέθηκε δ’ ὅτι εἰς τὰ αἴτια ταῦτα δέον νὰ προστεθῇ ἡ ἐλάττωσις ἐσόδων, ἡ ἐκ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως προελθοῦσα. Ὅτε ὅμως ἔλεγεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἡ σπάταλος Κυβέρνησις...
§181ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδέποτε τὸ εἶπον.
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. .. ἡ ὑπὸ τὴν προεδρίαν μου ἐγέννησε τὰ ἐλλείμματα καὶ ἐγέννησε τὸ οἰκονομικὸν χάος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠθέλομεν ἐξέλθει διὰ τῶν περιφήμων οἰκονομιῶν τῶν 10,000,000, ἔλεγέ τι μὴ ἀκριβές, διότι βεβαίως οἰκονομίαν δὲν ἀποτελεῖ ἡ παῦσις συνδρομῆς πρὸς τοὺς πρόσφυγας· οἰκονομίαν δὲν ἀποτελεῖ ὁ περιορισμὸς τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν. Πρόκειται οὐχὶ περὶ οἰκονομιῶν ἀλλὰ περὶ καταργήσεως ἐκτάκτων δαπανῶν ὑπὸ σπουδαιοτάτων ἐθνικῶν λόγων προκληθεισῶν. Ἂν δὲν ἐλέγετε ὑμεῖς, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λοκρίδος, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσητε οἰκονομίας 10,000,000 καὶ αὔξησιν ἐσόδων δεκαπέντε ὅλων ἑκατομμυρίων, δὲν ἤθελεν ἐπιβληθῆ εἰς ὑμᾶς ἡ ψήφισις δεκάδων νομοσχεδίων δι’ ὧν ηὐξήθησαν τεραστίως αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους. Ἂν ἐλέγετε τὴν ἀλήθειαν, περισσότερα θὰ κατεβάλλετο προσοχὴ εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίων διὰ τῶν ὁποίων ἐπὶ τοσοῦτον αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ηὔξανον.
§183ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὰ ἰδικά μου νομοσχέδια τὰ λέγετε;
§184Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως.
§185ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἕν ν’ ἀναφέρητε.
§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τί ἄλλο εἶναι τὰ νομοσχέδια διὰ τῶν ὁποίων ηὐξήθησαν αἱ συντάξεις κατὰ τρόπον τεράστιον καὶ εἰς ποσὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὡρίσθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως;
§187ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων αὐξάνουσιν αἱ συντάξεις. Τὰ στρατιωτικὰ νομοσχέδια δὲν εἶναι ἰδικόν μου ἔργον· ἠξεύρετε τίνος ἔργον εἶναι, ἔργον ἐπιβεβλημένον καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ἐμέ. Εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα νὰ μοὶ ὑποδείξητε ἂν ἔχωμεν αὐξήσεις.
§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δύναται ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λοκρίδος Βουλευτὴς νὰ ἐξακολουθήσῃ παίζων μὲ τοὺς ἀριθμούς, διότι, ἂν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1907 δὲν ἀφῆκεν ἔλλειμμα, ἀλλὰ περίσσευμα, ἐρωτῶ· πῶς δικαιολογοῦνται αἱ αὐξήσεις τῶν δαπανῶν ἀπέναντι τῶν δαπανῶν τοῦ 1907; Τὸ 1907 ἀνέγραφε τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας ἡ ἰσχύουσα τότε νομοθεσία ἐπέβαλεν εἰς τὸ Κράτος· ἂν ἤδη ὑπάρχει τεραστία αὔξησις δαπανῶν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1910, εἰς τί ὀφείλεται ἡ αὔξησις αὕτη;
§189ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα.
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς τί ἄλλο ἢ εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὁποίας μέλος ἦτο ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος;
§191ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα ἔγινεν ἡ ἐπανάστασις. Νὰ ὑποδείξητε αὔξησιν δαπανῶν εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα.
§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ τὰ στρατιωτικὰ Ὑπουργεῖα ἔπρεπε νὰ λεχθῇ ἡ ἀλήθεια, διότι μὴ νομίζετε ὅτι ἐξυπηρετεῖτε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἂν τὰς δαπάνας τῶν Ὑπουργείων τούτων αὐξάνετε εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε τὸ Κράτος δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἐπὶ πολὺ εἰς ταύτας ν’ ἀνθέξῃ. Νομίζετε ὅτι παρέχετε ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κράτος, ὅταν ἐξογκώνητε τὸν Προϋπολογισμὸν χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν πεποίθησιν ὅτι τὴν ἐξόγκωσιν ταύτην θὰ εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ βαστάσῃ ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν; Ἂν εἴχετε εἴπει τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠθέλομεν προέλθει εἰς τὰς τεραστίας αὐξήσεις τῶν δαπανῶν εἰς τὰς ὁποίας προήλθομεν. Ἤθελον νὰ τονίσω μερικάς ἀληθείας, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ τὴν σπουδαιοτέραν πασῶν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1908, διότι περὶ ἐκείνου ὁμιλῶ, διότι τὸ 1909, ἂν ἐξωγκώθη ἐπὶ τοσοῦτον, ἐξωγκώθη διότι ἐν αὐτῷ ἐνεγράφησαν ἄπειροι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπεν ἐν αὐτῷ ν’ ἀναγραφῶσιν, ὅτι τὰ ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1908 ὀφείλονται εἰς τρεῖς κυρίας αἰτίας, εἰς τὴν συνδρομὴν πρὸς τοὺς πρόσφυγας, εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν τὴν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο παρουσιασθεῖσαν. Ἂν ἐλέγετε εἰς τὸν λαὸν τὴν ἀλήθειαν, ἂν ἐλέγετε ὅτι ἡ κρίσις ἡ οἰκονομικὴ δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖ παρὰ παροδική, ἂν ἐλέγετε ὅτι αἱ δαπάναι τῶν προσφύγων δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἐπ’ ἄπειρον νὰ γίνωσιν, ἐὰν ἐλέγετε ὅτι αἱ ἐξωτερικαὶ δαπάναι ἄνευ κινδύνου τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἠδύναντο νὰ ἐλαττωθῶσι, θὰ ἐλέγετε τὴν ἀλήθειαν, ἣν τὴν ἑσπέραν ταύτην εἴπετε, δὲν ἤθελον γεννηθῆ ἐλπίδες τῶν ὁποίων ἡ πραγματοποίησις ἀποβαίνει ἀδύνατος, δὲν ἠθέλετε προκαλέσει δαπάνας ὑπὸ τὸ βάρος τῶν ὁποίων δὲν ἠξεύρω ἂν ἡ χώρα δὲν θὰ κύψῃ. Ἐνταῦθα εἶναι τὸ λάθος ὑμῶν. Ὑπεσχέθητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν πραγματικαί.
§193ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπεσχέθην ἐλαττώσεις δαπανῶν.
§194Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐπαίξατε μὲ τὰς λέξεις καί, ὅτε πλέον σᾶς ἐστενοχωρήσαμεν ἐνταῦθα, ἠναγκάσθητε τὰς «οἰκονομίας» νὰ μεταβάλητε εἰς «ἐλαττώσεις δαπανῶν». Ὑπεσχέθητε αὔξησιν ἐσόδων· ὑπελογίσατε τὴν αὔξησιν εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Σήμερον ἠκούσαμεν ὅτι πᾶσαι αἱ προβλέψεις ὑμῶν ἦσαν ὑπερβολικαί, διότι πᾶσαι αἱ προβλέψεις ὑμῶν ἠλαττώθησαν. Αὐταὶ εἶναι ἀλήθειαι καὶ καλὸν εἶναι τὰς ἀληθείας αὐτὰς ν’ ἀκούσῃ ὄχι μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ νὰ τὰς ἀκούσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ νὰ μάθῃ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ προβῇ τις εἰς αὔξησιν δαπανῶν ἢ καθ’ ὅσον τὰ μέσα τοῦ Κράτους ἐπιτρέπουσι τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ αὔξησις αὕτη τῶν δαπανῶν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ πολὺ νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§195Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Λοκρίδος εἶπεν ὅτι τινές, καὶ ἐνόει μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἐμέ, εἴχομεν εἴπει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσιν οἰκονομίαι ἄνω τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου. Καὶ νομίζει ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ἔκαμεν οἰκονομίας περισσοτέρας; Δηλῶ εἰς αὐτὸν ὅτι δὲν ἐπέφερεν οἰκονομίας, ἀλλὰ τοὐναντίον αὔξησιν δαπανῶν, καὶ τὸ ἀποδεικνύω. Ἂς ἐξετάσωμεν πόσαι δαπάναι ἐγένοντο τῷ 1909 καὶ πόσαι προϋπολογίζονται τῷ 1910 καὶ ἃς ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτῶν τὰς εἰδικὰς δαπάνας, ἤτοι τὰς δαπάνας τὰς γενομένας διὰ τοὺς πρόσφυγας, τὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἄλλας δαπάνας εἰδικάς. Δὲν θέλω τὴν σήμερον ἀπαριθμήσει ὑμῖν ἁπάσας τὰς δαπάνας ταύτας, ἀλλ’ αὔριον, ἂν μᾶς δοθῇ καιρός, θέλω πράξει τοῦτο. Ἐὰν ἀπὸ τὰς δαπάνας τοῦ 1909 ἀφαιρέσητε ἁπάσας τὰς εἰδικὰς δαπάνας, πρὸς τὰς ὁποίας οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσιν αἱ οἰκονομίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, διότι βεβαίως οἰκονομίαν δὲν ἐννοεῖ τὴν οἰκονομίαν τῆς δαπάνης τῶν προσφύγων, τὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἄλλας δαπάνας, ὡς π. χ. τῶν σιδηροδρομικῶν ἀπαλλοτριώσεων, τῶν δικαστικῶν ἀποζημιώσεων, τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, τοῦ δημοσίου χρέους καὶ ἄλλας, μένουσι διὰ τὸ 1909 δαπάναι 133,000,000. Ἐὰν πράξωμεν τὸ αὐτὸ διὰ τὸ 1910 ἀφαιροῦντες καὶ ἐνταῦθα τὰς δαπάνας τῶν προσφύγων, τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δανείου, τὰς τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, τὰς τοῦ ἀποθεματικοῦ δαπάνας καί τινας ἄλλας, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ 1910 παρουσιάζει δαπάνας κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ κ. συναδέλφου, ὄχι βεβαίως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ 133,500,000 ἀπέναντι δαπανῶν 133,000,000 τοῦ 1909. Αὐταὶ εἶναι αἱ οἰκονομίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λοκρίδος, δαπάναι ἐπὶ πλέον 1,500,000, ἐνῷ ἡμεῖς ἐβεβαιοῦμεν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν οἰκονομίας 1,800,000.
§196Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι τῇ ἀληθείᾳ θαυμάσιος ἄνθρωπος ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Ἐννοεῖ καλὰ καὶ σώνει νὰ συγκαλύψῃ τὸ οἰκτρὸν φιάσκο, τὸ ὁποῖον, ὡς οἰκονομολόγος, ἔπαθε, θελήσας τὸ παρελθὸν θέρος ν’ ἀναμιχθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν συζήτησιν περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Ἰσχυρίσθη τότε ὅτι οὐδεὶς νέος φόρος ἠδύνατο νὰ ἐπιβληθῇ ἐν Ἑλλάδι, ὅτι δὲ μόνον οἰκονομίαι ἦσαν δυναταὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ἀλλὰ καὶ αὗται οὐδέποτε πέρα τῶν 1,800,000 δραχμῶν. Ὅτε δ’ ἐπείσθη ὅτι ἡμεῖς θὰ ἐπεφέρομεν ὑπὲρ τὰ δέκα ἑκατομμύρια ἐλαττώσεις καὶ οἰκονομίας ἐν τοῖς ἐξόδοις, δέκα καὶ πέντε δὲ ὅλα ἑκατομμύρια αὐξήσεις ἐν τοῖς ἐσόδοις, τότε ἤρχισε διαρρηγνύων τὰ ἱμάτιά του καθ’ ὅλων τῶν οἰκονομικῶν μας μέτρων μὲ τὴν βραχνὴν καὶ καταπνιγομένην φωνήν του ἐκ δῆθεν ἱερᾶς ἀγανακτήσεως διαμαρτυρόμενος κατὰ πάσης οἰκονομίας, κατὰ πάσης φορολογικῆς μεταρρυθμίσεως, ἰδίως ὅτε ἔβλεπεν ὅτι οὕτω πως ἐπεβαρύνοντο αἱ εὔποροι καὶ ἀνεκουφίζοντο αἱ ἄποροι τάξεις. Ἐχάλασε, Κύριοι, τὸν κόσμον ὁ κ. Νέγρης, διὰ νὰ μὴ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἐπὶ τῶν μεταλλείων, ἐπὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ μάλιστα τοῦ φωτιστικοῦ, διότι ἔχει αὐτὸς ἰδιαιτέραν τρυφερότητα πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, δι’ οὓς λόγους αὐτὸς οἶδε. Καὶ ἐν τούτοις ἐδυσανασχέτει σφόδρα, ὅτε ἡμεῖς προεβαίνομεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τώρα δέ, ὅτε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις προέτεινε τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, οὐδὲ λέξιν εἶπε κατ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἐτήρησεν αὐτὸς νεκρικὴν σιγὴν καὶ πρὸς πάντα τὰ μέτρα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, δι’ ὧν ἀφ’ ἑνὸς μὲν μειοῦνται τὰ φορολογικὰ βάρη τῶν εὐπόρων τάξεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δημιουργοῦνται πάλιν τόσαι περιτταὶ θέσεις καὶ κατασπαταλῶνται ἐκ νέου τὰ δημόσια χρήματα ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ; Τὴν ἑσπέραν ὅμως ταύτην ἔλυσεν ὁ κ. Νέγρης τὴν νεκρικὴν σιγὴν του καὶ ἠκούσθη πάλιν διάτορος ἡ βραχνὴ καὶ καταπνιγομένη ἐκ δῆθεν ἱερᾶς ἀγανακτήσεως φωνή του. Ἰσχυρίσθη δ’ ὅτι ἡμεῖς ἐσπαταλῶμεν τὰ δημόσια χρήματα καὶ οὐχὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ του ἐπεκαλέσθη τὸ γεγονὸς καθ’ ὃ ἡμεῖς ἀναγράφομεν ἐν τῷ ἡμετέρῳ Προϋπολογισμῷ πέντε ἑκατομμύρια δραχ. πρὸς προμήθειαν σακχάρεως χάριν τοῦ μονοπωλίου αὐτῆς, ἡ δὲ παροῦσα Κυβέρνησις ἔκαμεν οἰκονομίαν τοῦ ποσοῦ τούτου μὴ θελήσασα νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος μονοπώλιον ἐντὸς τοῦ ἔτους 1910. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ οἱ νήπιοι αὐτοὶ γινώσκουσι κάλλιστα ὅτι τὰ πέντε ἑκατομμύρια τῆς προμηθείας τῆς σακχάρεως θὰ συνεισεπράττοντο μετὰ τοῦ φόρου αὐτῆς, ἐὰν ἐφηρμόζετο τὸ μονοπώλιον, ὅτι δὲ κατ’ ἀκολουθίαν οὐδεμία οἰκονομία ἐπῆλθεν οὕτω πως εἰς τὸ Δημόσιον, μόνον δὲ οἱ καταναλωταὶ τῆς σακχάρεως ζημιοῦνται νῦν, διότι ἀγοράζουσιν αὐτὴν πρὸς 1 καὶ 80, ἐνῷ ἀπὸ τὸ μονοπώλιον θὰ τὴν ἐπρομηθεύοντο πρὸς 1 καὶ 30 μόνον τὴν ὀκᾶν. Ὁ κ. Θεοτόκης, ὁσάκις εὑρίσκεται εἰς στενόχωρον θέσιν, συνηθίζει νὰ πλάττῃ ἐπιχειρήματα, ὡς δῆθεν τοῦ ἀντιπάλου του, καὶ τότε σκιαμαχῶν κατάγει κατ’ αὐτοῦ νίκην. Καὶ τώρα ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ τὸν ἰσχυρισμὸν καθ’ ὃν δῆθεν ἐγώ, ἐνῷ ἄλλοτε ἰσχυριζόμην ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ 1907 ἔκλεισε μὲ ἔλλειμμα, τώρα εἶπον ὅτι αὐτὴ κατέλιπε καὶ περίσσευμα, ἐνῷ δ’ ἄλλοτε ἀπέδιδον τὰ ἐλλείμματα εἰς τοὺς ἀργομίσθους, τώρα τὰ ἀποδίδω εἰς τοὺς πρόσφυγας καὶ τὰς γνωστὰς ἐξωτερικὰς δαπάνας. Ἀλλά, Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἔχετε τὴν μνήμην ἀκμαίαν, ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα ὅτι αὐτὰ ἰσχυρίζοντο πάντοτε ὁ ἡγέτης τῆς μειονοψηφίας καὶ οἱ ὀπαδοὶ τούτου, οἱ νῦν σύμμαχοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας. Ἐγὼ οὐδέποτε ἰσχυρίσθην ὅ,τι νῦν ἀποδίδει εἰς ἐμὲ αὐτός, ὅπως μὲ παρουσιάσῃ οὕτω πως ἀντιφάσκοντα. Ἐγώ, Κύριοι, καὶ ἐν τῷ Τύπῳ ἔγραψα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἰσχυρίσθην ὅτι ἀπὸ 91 ἑκατομμυρίων, εἰς ὅσα ἀνήρχοντο τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους πρὸ τοῦ πολέμου, ἔφθασαν τώρα εἰς 140 περίπου ἑκατομμύρια, χωρὶς οὔτε στρατὸν οὔτε στόλον ν’ ἀποκτήσωμεν ἀξιόμαχον. Ἐπέρριψα δὲ τὴν εὐθύνην διὰ τοῦτο εἰς ἐκείνους οἵτινες ἐπὶ μακρότερον ἐκυβέρνησαν τὴν Ἑλλάδα ὡς Πρωθυπουργοί, ἀπὸ τοῦ πολέμου μέχρι σήμερον, καὶ τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν δύο μεγάλων κομμάτων, οἱ κύριοι Θεοτόκης καὶ Ῥάλλης. Αὐτοὶ οἱ Κύριοι παρέδωκαν εἰς ἡμᾶς τὴν Ἑλλάδα τῇ 15 Αὐγούστου 1909 ἐν τῷ μέσῳ πολιτικῶν καὶ οἰκονομικῶν ἐρειπίων καὶ τώρα ζητοῦσι παρ’ ἡμῶν λόγον διότι δῆθεν ἡμεῖς δὲν ἐξεπληρώσαμεν τὰς ἐπαγγελίας μας. Πλὴν ἡμεῖς ἐβελτιώσαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους οὐχὶ κατὰ 20 μόνον ἑκατομμύρια, ὡς ἐπηγγέλθημεν ἐκτὸς τῆς Ἀρχῆς ὄντες, ἀλλὰ κατὰ 25 ὅλα ἑκατομμύρια. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ὅμως ἀπαντᾷ ὅτι καὶ οὕτω δὲν κατωρθώσαμεν νὰ ἐπουλώσωμεν πάσας τὰς χαινούσας πληγάς, τὰς ὁποίας εὕρομεν ἀναλαβόντες τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τίς πταίει διὰ τοῦτο, καὶ ἐὰν ἔτι εἶναι τὸ πρᾶγμα ἀληθές; Ἡμεῖς ἢ αὐτὸς καὶ ὁ σύμμαχός του νῦν Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, οἱ ἀνοίξαντες τόσον βαθείας πληγὰς εἰς τὸ οἰκονομικόν, πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν σῶμα τῆς Ἑλλάδος; Πρὸς Θεοῦ, πταίομεν ἡμεῖς διότι ἐντὸς πέντε μηνῶν καὶ ἐν τῷ μέσῳ λυσσώδους ἀντιδράσεως καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς δὲν κατωρθώσαμεν νὰ θεραπεύσωμεν ὅλα τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἐπὶ μίαν δωδεκαετίαν περίπου ἐπεσώρευσαν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον; Ὁ κ. Βουλευτὴς Κερκύρας ὅμως ἀνεῦρεν ἄλλην τινὰ εὐθύνην ἡμῶν. Εἶπεν ὅτι ἡμεῖς ἐγεννήσαμεν κενὰς ἐλπίδας μὲ τὰς ἐπαγγελίας μας περὶ βελτιώσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι δ’ ἀναλαβόντες τὴν Κυβέρνησιν ἐδημιουργήσαμεν νέας μεγάλας δαπάνας. Διατί ὅμως, καίπερ ἐπανειλημμένως προκληθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ, δὲν ὑπέδειξε μίαν οἱανδήποτε νέαν περιττὴν δαπάνην, δημιουργηθεῖσαν ὑφ’ ἡμῶν ἐν τοῖς πολιτικοῖς Ὑπουργείοις; Διατί, προκειμένου περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, λησμονεῖ τόσον ταχέως τὰς ἐναντίον ἡμῶν διαμαρτυρίας του, ὅτι ἡμεῖς δὲν ηὐξήσαμεν περισσότερον τὰς τοιαύτας δαπάνας; Διατί λησμονεῖ ὅτι, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, τοῦ ψηφισθέντος τῇ εἰσηγήσει του, ἀπὸ τοῦ προσεχοῦς ἔτους θὰ ηὔξανον αἱ δαπάναι αὐτοῦ κατὰ πέντε ἑκατομμύρια; Διατί λησμονεῖ ἐπὶ τέλους ὅτι ἡμεῖς ἀνήλθομεν εἰς τὴν Ἀρχὴν κατ’ ἀκολουθίαν μιᾶς ἐπαναστάσεως, τῆς ὁποίας σύνθημα ἦτο ἡ πολεμικὴ παρασκευὴ τῆς χώρας; Ἀπὸ δύο ὅμως ἤδη μηνῶν ἡ ἐπανάστασις ἐσυνθηκολόγησε μετὰ τῶν ἀρχηγῶν τῶν δύο κομμάτων καὶ κατέστησε τὴν νέαν Κυβέρνησιν ἁπλοῦν αὐτῆς νευρόσπαστον. Διατί ἔκτοτε δὲν ἐφρόντισαν αὐτοὶ ν’ ἀνακόψωσι τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος δαπάνας, ἀλλὰ καὶ νέας τοιαύτας ἐδημιούργησαν, ὡς τρία μὲν ἑκατομμύρια εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, πεντακοσίας δὲ χιλιάδας δραχμῶν εἰς τὸ τῶν Ναυτικῶν; Διατί ἐδέχθησαν ἔκτοτε αὐτοὶ νὰ ψηφίσωσι καὶ τόσα ἄλλα νομοσχέδια, ὡς τὰ τῆς ἀστυνομίας καὶ χωροφυλακῆς καὶ τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, δι’ ὧν κυρίως ἐπιδιώκεται μόνη ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δημοσίου ταμείου; Ἀλλὰ καὶ οὕτω προκαλῶ ὑμᾶς νὰ εἴπητε, ἂν ἔχητε συνείδησιν, κατὰ πόσον δι’ αὐτὰ εὐθυνόμεθα ἡμεῖς, κατὰ πόσον δὲ καὶ οὕτω δύναται νὰ μειωθῇ τὸ ἔργον ἡμῶν, τὸ ἔργον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατὰ 25 ὅλα ἑκατομμύρια.
§197Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν νομίζω ὅτι αὕτη εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμή, ἵνα κριθῇ τὸ κατὰ τὸν τελευταῖον χρόνον τελεσθέν, οὐδὲ νομίζω ὅτι ἡ αἴθουσα αὕτη εἶναι ἐκείνη ἐντὸς τῆς ὁποίας θὰ ἐξενεχθῇ ἡ προσήκουσα ἐτυμηγορία περὶ πάντων ὅσα ἐγένοντο. Θὰ ἐξετασθῶσι βεβαίως πάντα καὶ θὰ κριθῶσιν, ἀλλὰ θὰ ἐξετασθῶσι καὶ θὰ κριθῶσιν ἐκεῖ ὅπου ἁρμόζει καὶ παρ’ ἐκείνων οἵτινες ἔχουσι τὸ πρὸς τοῦτο δικαίωμα οὐχὶ τυπικῶς ἀναγεγραμμένον ἐν οἱῳδήποτε χάρτῃ, ἀλλ’ οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐν τῷ δεσμῷ ἐν ᾧ διατελοῦσι πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ ὕψιστα, τῶν ὁποίων ἡ διαχείρισις ὑπῆρξεν οἵα ὑπῆρξε κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὑπὸ κρίσιν τεθησόμενον. Θὰ ἐξετασθῶσι δὲ τὰ γενόμενα οὐχὶ ἵνα ζητηθῶσιν εὐθῦναι, διότι, ὅταν ὑποβάλλωνται εἰς κρίσιν περιστάσεις οἷαι ἐκεῖναι τὰς ὁποίας διήλθομεν καὶ διερχόμεθα, ὅταν ἡ κρίσις αὕτη καλῆται νὰ καθορίσῃ καὶ ἐκτιμήσῃ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας εἶναι φυσικὸν νὰ συνεπαγάγωσι τοιαῦται περιστάσεις ἐπὶ τοῦ μέλλοντος τῆς χώρας, ἤθελεν εἶναι λίαν ἁπλοϊκὸς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος καθορίζων τὰς συνεπείας ἤθελε στραφῆ εἰς οἱονδήποτε πρόσωπον ὁσονδήποτε ὑψηλὰ ἱστάμενον καὶ ἤθελεν εἴπει πρὸς αὐτό· «σὺ εὐθύνεσαι». Διὰ ζημίας ἢ βλάβας τῆς χώρας, οἷαι αἱ δυνάμεναι νὰ ἐπέλθωσιν ἐκ τοιούτων περιστάσεων, θὰ ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἔχει ἀρκετὸν βάρος, ὥστε νὰ τεθῇ ἐν τῇ πλάστιγγι εἰς τὸ ἕτερον μέρος, ὥστε νὰ ἰσοζυγήσῃ αὐτὰ καὶ ν’ ἀναλάβῃ καὶ καλύψῃ αὐτὸς τὰς ζημίας. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ εὐθυνῶν οὐδὲ θ’ ἀναζητήσωσι τοιαύτας οἱ μέλλοντες νὰ κρίνωσι τὰ γενόμενα. Θ’ ἀναζητήσωσι διδάγματα. Σκοπὸς τῶν ἔργων των δὲν θὰ εἶναι τὸ παρελθόν, ἵνα τιμωρήσωσιν αὐτό, ἀλλὰ τὸ μέλλον, ἵνα πορισθῶσι διδάγματα διὰ τὴν καθοδήγησιν αὐτῶν. Γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐπηρεάζουσι τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας μελετῶνται μόνον ἵνα παράσχωσι διδάγματα ἱκανά, ἵνα προφυλάξωσι καὶ προαγάγωσι τὸ μέλλον αὐτῆς. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἁρμόδιοι διὰ τὴν ἔρευναν ταύτην. Ἡμεῖς περιλαμβανόμεθα ἐν αὐτῇ ὡς ἀντικείμενα αὐτῆς. Τίς εἶναι ἡ θέσις ἡμῶν πρὸς τὰ συμβάντα; Καὶ τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ καθορίσωμεν ἡμεῖς. Εἴμεθα ὄργανα τῶν τελεσθέντων, παράγοντες τῶν τελεσθέντων, θύματα τῶν τελεσθέντων; Τοῦτο θὰ εἴπωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωσι καὶ ἀναλόγως τοῦ χαρακτηρισμοῦ ὃν θὰ δώσωσι θὰ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς πάντας τὴν συγγνώμην, τὴν ἀδιαφορίαν ἢ καὶ τὴν ἐν παρόδῳ κατάκρισιν. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῶν εὐθυνῶν καὶ τῆς θέσεως ἡμῶν. Ἀλλ’, Κύριοι, δὲν ἐξήλθομεν ἀκόμη τῆς περιπετείας. Εὑρισκόμεθα ἔν τινι σταθμῷ αὐτῆς, δὲν εἶναι δὲ ἄσκοπον, καθ’ ἣν στιγμὴν προσάγεται πρόχειρος, οὕτως εἰπεῖν, ἰσολογισμὸς τῶν μέχρι τοῦδε ἀποτελεσμάτων τῆς περιπετείας ταύτης ἐν τῷ ὑποβληθέντι ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ Προϋπολογισμῷ, νὰ ῥίψωμεν πρὸς τὰ ὀπίσω ἓν βλέμμα, ἵνα, οὐχὶ βεβαίως ὁριστικὴν κρίσιν ἐπὶ τῶν τελεσθέντων διατυπώσωμεν, ἀλλ’ ἵνα τοὐλάχιστον πορισθῶμεν πρόχειρόν τινα καθοδήγησιν διὰ τὸ ἐνεστώς, δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ ἀμέσως προσεχὲς μέλλον θέλομεν πράξει, οὐχὶ μόνον ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι αὔριον θὰ εἴμεθα πολῖται ἁπλοῖ πλέον, ἀλλὰ πάντες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ κληθῶσιν ὡς πολῖται ἵνα διευθύνωσιν ἀπ’ εὐθείας πλέον τὰς τύχας τῆς κοινῆς ἡμῶν πατρίδος. Ἤκουσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος λέγοντος ὅτι οὐδέποτε εἶπεν ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1907 παρουσίασεν ἔλλειμμα καὶ ἑπομένως, ἂν συνέβησαν ὅσα συνέβησαν, ταῦτα δὲν σχετίζονται μὲ ἀποδιδόμενον ἔλλειμμα εἰς τὸ 1907. Δὲν μᾶς εἶπεν ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος· ὑπῆρξε ναὶ ἢ ὄχι ἡ πεποίθησις παρὰ τῷ λαῷ καὶ ἐνισχύθη ναὶ ἢ ὄχι ἡ πεποίθησις αὕτη παρ’ ἀνδρῶν λεγόντων ὅτι ἔχουσι τὴν ἐπὶ τούτῳ εἰδικότητα, ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1907 ἀνέγραφε κατὰ δεκάδας τὰ ἑκατομμύρια τὰ σπαταλώμενα εἰς ἀργομίσθους ὑπηρεσίας; Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λοκρίδος ὅτι αὐτὸς εὑρίσκει φυσικωτάτην τὴν ἐξήγησιν τοῦ ἐλλείμματος τῶν κατόπιν ἐτῶν ἐξ ἀναγκαίων ἐκτάκτων δαπανῶν, οἷαι αἱ τῶν προσφύγων καὶ αἱ ἐξωτερικαὶ καὶ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐμειώθησαν αἱ εἰσπράξεις· ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπεν, ὑπῆρξεν ἢ δὲν ὑπῆρξεν ἡ πεποίθησις βαθέως ἐρριζωμένη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ὑποθαλπομένη ὑπὸ ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους εἶχε δικαίωμα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ὑπολαμβάνῃ ὡς εἰδότας, ὅτι ὑπῆρχον ἑκατομμυρίων καταχρήσεις, ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα διανέμονται, κλέπτονται καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἠξεύρω διὰ τίνων μέσων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαφυλαχθῶσι; Καὶ ὅτε κατέστη πιστευτὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὡς γεγονός, ὅτι τὰ ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα διενέμοντο εἰς ἀργομίσθους ἀνήρχοντο εἰς δεκάδας καὶ τὰ ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα διηρπάζοντο εἰς ἄλλας δεκάδας καὶ ὅτε ἐτέθη ὡς συμπέρασμα ὅτι ἡ ἀνεπάρκεια ἡμῶν, ἵνα ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἀποστολῆς, προέρχεται ἐκ τῆς σπατάλης εἰς ἀργομίσθους καὶ ἐκ τῆς διασπαθήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων, τί ἄλλο ἀνεμένετε ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ κάμῃ παρὰ νὰ κινηθῇ ὡς ἐκινήθη καὶ νὰ στραφῇ ὅπως ἐστράφη ἀξιῶν νὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο, χάριν τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, καὶ μάλιστα, ὅτε ταῦτα ἐλέγοντο ἐν στιγμῇ ἐθνικῆς ὀδυνηρᾶς διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀτυχίας; Ἐπὶ τούτων ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Λοκρίδος νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν. Καὶ δὲν πρόκειται νὰ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις, ὡς πράττει ὁ κ. Βουλευτής, λέγων ὅτι αὐτὸς ὡμίλει περὶ ἐλαττώσεως δαπανῶν, οὐχὶ περὶ οἰκονομιῶν, οὐχὶ περὶ σπατάλης. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἑνὸς καὶ μόνου πράγματος, ὁμιλεῖτε ἓν καὶ μόνον πρᾶγμα. Ἐλέγετε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐλέγετε πρὸς αὐτόν· θυσιάζεται ἡ ἐθνική μας ὑπόθεσις δι’ ἔλλειψιν χρημάτων, καὶ τὰ χρήματά σου ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ τρώγονται ἀπὸ ἀργομίσθους καὶ διασπαθῶνται εἰς καταχρήσεις. Καὶ ὅτε τοῦτο ἐλέγετε εἰς τὸν λαόν, μάλιστα καθ’ ἣν στιγμὴν ᾐσθάνετο τὴν ὀδύνην ὅτι διεψεύδετο μία ἐθνικὴ ἐλπίς, τί περιεμένετε νὰ γίνῃ; Ἐγένετο ὅ,τι ἦτο φυσικὸν νὰ γίνῃ. Καὶ ἐκλήθημεν ἐνταῦθα. Καὶ ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην τί ἐπράξαμεν; Ἀμφισβητεῖ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος ὅτι ηὐξήσαμεν τὰς δαπάνας; Περὶ τούτου ἂς ὁμιλήσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς σήμερον. Καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν εἶπε περὶ τὸ τέρμα τοῦ λόγου του· «δὲν θεωρῶ αὐτὸν ἀκριβῆ» εἶπε. Μὴ νομίσητε ὅτι τοῦτο ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔσοδα. Εἶναι φανερὸν ὅτι τοῦτο ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὰ ἔξοδα, διότι δὲν ἐγένετο βεβαίως δυνατὸν ἐκ τῶν διαφόρων νομοθετικῶν μέτρων τῶν σωρηδὸν ψηφισθέντων, τῶν καθ’ ἑκατοντάδας ψηφισθέντων καὶ ψηφιζομένων ἀκόμη νὰ ὑπολογισθῶσι τὰ ἀποτελέσματα τὰ οἰκονομικὰ καὶ ἀναγραφῶσιν ἐν ἀκριβείᾳ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Καὶ ἐνθυμηθῆτε πάντες τὰ χονδρὰ καὶ πραγματικὰ κονδύλια, τὰ ὁποῖα, προεξοφλοῦντες τοὺς χονδροὺς ἀλλὰ φαντασιώδεις ἀριθμοὺς τῶν οἰκονομιῶν καὶ τῶν περιοριζομένων καταχρήσεων, διὰ τῶν ὁποίων διεβουκολεῖτο ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διεθέσαμεν ἐνταῦθα. Ἠκούσατε ἀπόψε περὶ ἀριθμοῦ 1,800,000 δρ. κατ’ ἔτος, τὰς ὁποίας διεσπαθήσαμεν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ναί, διεσπαθήσαμεν. Διότι πιστεύω ἐγώ, καὶ θὰ τὸ εἴπω μετὰ παρρησίας, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐγίνοντο ὅσα ἐγένοντο, οὐδεὶς κυβερνήτης τῆς χώρας θὰ ἐδέχετο τὴν δαπάνην ταύτην. Μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη ἐγένετο ἐγκαταλιπόντος τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατεῖχεν ἀνδρὸς ὁ ὁποῖος—ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω πρὸς τιμήν του—ἐδείχθη ἄξιος τῆς φήμης του, τοῦ κ. Πετμεζᾶ, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸν ὅτι ἔφυγεν ἐκ τῆς θέσεως ἐκείνης διότι δὲν ἔστεργε νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος ὁ καθορίζων τὴν δαπάνην ταύτην. Ἐνθυμεῖσθε δὲ μέχρι ποίου σημείου εἶχεν ἐξαφθῆ ἡ φαντασία τοῦ πλήθους, ὅτε ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης διελαλεῖτο ἀνὰ τὴν χώραν πᾶσαν ἡ ἀναβίβασις τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ στρατοῦ μας εἰς 600–700 χιλιάδας ἀνδρῶν, διὰ τὰς ὁποίας ὁ μὲν εἷς παρουσίαζε τὰ χάρτινα αὑτοῦ σχέδια, ὁ δὲ ἕτερος τὰ χάρτινα αὑτοῦ ἑκατομμύρια! Κύριοι, οὐδὲν δεινότερον τοῦ διεγείρειν ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ τὴν φαντασίαν καὶ τοῦ ἄγειν αὐτὸν εἰς τὸ νὰ διατυποῖ ἀξιώσεις αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπέρτεραι τῶν μέσων αὐτοῦ. Ἔχει ἤδη ἡ χώρα ἡμῶν, ἀπὸ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, ἀπὸ τῆς ἱστορικῆς αὐτῆς ἀποστολῆς ἀρκετὰ δύσκολον καὶ ἐπίπονον τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος ἡ φαντασία. Ἐπιτρέψατέ μοι δ’ ἐνταῦθα νὰ εἴπω ἀπεριφράστως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀκραδάντως ἐν τῇ συνειδήσει μου πιστεύω, ὅτι τότε μόνον ἡ Πατρὶς ἡμῶν θὰ καταστῇ ἐπαρκὴς κατὰ τὸ δυνατὸν ἐπὶ τὸ ἔργον ὃ ἔλαχεν αὐτῇ, ὅταν ὁ λαὸς ἡμῶν ἀποκτήσῃ πρὸ παντὸς τὴν συναίσθησιν τὴν πλήρη καὶ τελείαν τῶν μεγίστων δυσχερειῶν τοῦ ἔργου τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιτελέσῃ. Μόνον ὅταν τοῦτο συμβῇ δύναται νὰ ἐλπίζῃ ὅτι θ’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἔργου τούτου. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι λέγουσι πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι τὸ ἔργον εἶναι εὐχερὲς καὶ ὅτι ἡ κακὴ θέλησις ἢ ἡ ἀδιαφορία τοῦ Α ἢ τοῦ Β δὲν ἐπέτρεψε τὴν μέχρι σήμερον πραγματοποίησιν αὐτοῦ, ἐκεῖνοι γίνονται ἀσυνειδήτως πρόξενοι τῆς μεγίστης βλάβης καὶ τῆς μεγίστης καταστροφῆς εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἑλληνικήν. Ἀλλά, Κύριοι, οὐ μόνον δὲν περιωρίσαμεν τὴν ἐπίδρασιν τῆς φαντασίας, τὴν ὁποίαν διὰ τῶν τεχνικῶν ἐρεθισμῶν διηγείραμεν ἀχαλίνωτον εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἐθνικὴν πολιτικήν. Καὶ τί ἀφήσαμεν, τοῦ ὁποίου δὲν ἐπελήφθημεν καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐζητήσαμεν ὡς διὰ μαγικῆς ῥάβδου νὰ μεταρρυθμίσωμεν; Καθ’ ἑκατοντάδας ἐψηφίσθησαν τὰ νομοσχέδια, καὶ δὲν ἔμεινε καμμία ὑπηρεσία ἄθικτος. Κύριοι, ἐνθυμηθῆτε ὅσα προχείρως ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἐνθυμεῖται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα προσήχθησαν ἐνταῦθα καὶ τὰ ἐψηφίσαμεν, κατόπιν δὲ δι’ ἄλλων νομοσχεδίων κατηργήσαμεν, δι’ ἄλλων νομοσχεδίων μετεβάλομεν. Ἐνθυμηθῆτε πόσα νομοσχέδια γενόμενα νόμοι μόλις ἦλθον εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν πραγματικότητα συνέθλιψαν αὐτὴν οὕτως ὥστε ἠρχίσαμεν ν’ ἀκούωμεν τὰς κραυγὰς τοῦ ἄλγους ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀδικαιολογήτως ἐπίεσαν καὶ τοὺς ὁποίους ἐσπεύσαμεν νὰ σώσωμεν μεταβάλλοντες ἢ καταργοῦντες τοὺς σχετικοὺς νόμους. Αὔριον θὰ φύγωμεν ἐντεῦθεν καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ καμμία δύναμις διὰ νὰ διορθώσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διεπράξαμεν, καὶ αἱ κραυγαὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ συντρίβωνται ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἑκατοντάδων τῶν τοιούτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν καὶ μετεβάλομεν εἰς νόμους, οὐδαμοῦ θὰ εὑρίσκωσιν ἀπήχησιν, ἵνα ἐπέλθῃ διόρθωσις. Εἰς τὸ στάδιον τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα, οὐδὲν ἕτερον δυνάμενοι πρὸς τοῦτο νὰ πράξωμεν, ἐκφράζομεν τὴν εὐχὴν ὅπως τὰ ἐκ τῶν νομοθετημάτων τούτων ἐπενεχθησόμενα κακὰ ὦσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα. Ἐνθυμηθῆτε δέ, Κύριοι, τί ἔλεγεν ὁ κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθές, ὅτε συνεζητοῦμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ ἀπήντα εἰς τὰς παρατηρήσεις ἃς διετύπωσα — παρατηρήσεις αἵτινες ἔτεινον ν’ ἀποδείξωσιν ἓν καὶ μόνον, ὅτι ἡ χρῆσις ἠχηρῶν λέξεων, ὡς ἡ ἐκκαθάρισις καὶ αἱ ποικίλαι ἄλλαι ὅσαι διετυμπανίσθησαν κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιρούς, δὲν χρησιμεύουσιν εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς τὸ νὰ ὠθῶσι τὸν τόπον μετὰ τοιαύτης ἐξάψεως εἰς τὴν ὁδὸν τὴν πλημμελῆ, ὥστε οἱαδήποτε λογικὴ νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν σταματήσῃ — ἐνθυμηθῆτε, λέγω, τί ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· «θὰ προσπαθήσωμεν — καὶ περὶ τούτου δὲν ἀμφιβάλλει κανεὶς — νὰ καταβάλωμεν πάσας τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ἵνα τὸ ἔργον ἡμῶν ὑπάρξῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἀτυχές». Ἡ φράσις εἶναι χαρακτηριστική· «Ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἀτυχές». Οὐδὲν βεβαίως τὸ εὐτυχὲς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλπίζῃ κανεὶς ἐξ αὐτοῦ. Ἀρκεῖ νὰ μὴ εἶναι ἐντελῶς ἀτυχές. Ἂς ἐλπίσωμεν καὶ ἂς εὐχηθῶμεν καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, ἵνα ἐπαρκέσωσιν αἱ δυνάμεις τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐκτελέσωσι καὶ τοῦτο τὸ ἔργον, ὥστε τὸ ἔργον αὐτῶν ν’ ἀποβῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἀτυχές. Καὶ διατί ἐγένοντο οὕτω ταῦτα; Κύριοι, ζητήσατε τὴν αἰτίαν — λέγω τὴν αἰτίαν, δὲν λέγω τὴν εὐθύνην — παρ’ ἐκείνοις οἱ ὁποῖοι ἐξῆψαν τὴν φαντασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ἂς πορισθῶμεν καὶ ἡμεῖς πάντες καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκ τῶν γενομένων τὴν πρόχειρον ἀλήθειαν πρὸς καθοδήγησιν ἡμῶν ἐν τῷ ἀμέσως προσεχεῖ μέλλοντι, ὅτι πᾶν ὅ,τι διὰ τῆς φαντασίας ἡμῶν πράττομεν δὲν εἶναι πραγματοποιήσιμον, συγχρόνως δὲ ἂς μὴ ἀπομακρύνωμεν τῆς διανοίας ἡμῶν ποτὲ τὴν παρατήρησιν ἣν ἐπιβάλλουσι τὰ γενόμενα, ὅτι δυσπίστως πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸς πάντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξαγγέλλουσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι κατὰ τοῦτο μόνον διαφέρουσι τῶν ἄλλων, ὅτι ἔχουσι τὴν φαντασίαν μᾶλλον εὐερέθιστον, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἥκιστα δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἐγγύησιν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ὑπ’ αὐτῶν ἐξαγγελλομένων ὀνειροπολημάτων, τὰ ὁποῖα ἀτυχῶς οὐδὲν πορίζονται κῦρος οὐδὲ ἐκ τῆς τυχαίας προσεγγίσεως αὐτῶν πρὸς ὅσα αἱ καρδίαι ἡμῶν πάντων ποθοῦσιν.
§198Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ, κύριοι Βουλευταί, καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Λοκρίδος Βουλευτήν, ὅστις ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὅτι ὁ διάβολος εἶναι ἱκανῶς μαῦρος ὥστε νὰ μὴ ἐπιχειρήσῃ τις νὰ τὸν μαυρίσῃ περισσότερον. Μαῦρον ὑπῆρξε καὶ τὸ διαβολικὸν ἔργον τὸ ὁποῖον ἐπεχείρησεν οὗτος ἐνταῦθα διὰ τοῦ μαρτυρικοῦ τεύχους τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1910, καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον ἀνάγκη νὰ τὸ μαυρίσῃ κανεὶς περισσότερον. Κατηνέχθην ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τῶν μέτρων ἐκείνων τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καθ’ ἣν δὲν ἐγνώριζον ἂν πάντες ἦσαν διατεθειμένοι νὰ συμπολεμήσωσι μετ’ ἐμοῦ, διότι ἐδεικνύετο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι τὸ ἔργον ἐκεῖνο τοῦ τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἦτο ἄλλο τι εἰμὴ πανάθλιον κατασκεύασμα βρῖθον ἀνακριβειῶν. Κατηνέχθην εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατὰ τῶν ἀσυστόλων κραυγῶν ὅτι ἡμεῖς ἐνταῦθα διεσπαθῶμεν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα χάριν τῆς συναλλαγῆς, καὶ κατηνέχθην τὴν ὑστεραίαν τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὸν ἔξω Ἑλληνισμὸν κατεκρίνετο ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ Τόπου ὡς τοσοῦτον μυωπίζουσα, ὥστε νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν σπατάλην ἑκατομμυρίων χάριν ἀργομίσθων, καὶ ἔλεγον ὅτι ἦτο ἀπαίσιον καὶ ὀλέθριον νὰ παρουσιάζηται Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ παρουτιάζωνται πολιτευταί, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δὰ ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν πολιτεύονται, ἀλλὰ τοὐναντίον πολλάκις συμμετέσχον καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ παρελθόντος, καὶ ν’ ἀπαγγέλλωσιν ὅτι αὐτοὶ εἶναι ἱκανοὶ καὶ εὗρον τὸν τρόπον νὰ ἐπιφέρωσι δεκάδων ἑκατομμυρίων οἰκονομίας εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ ἐπεχειρήσαμεν τὴν προσεκτικὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκείνου, τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου τὸ ὁποῖον διηύθυνεν ὁ ἥρως τῶν ἀστείων ἐκείνων οἰκονομιῶν, καὶ τί ἀπέδειξεν ἡ ἐξέλεγξις ἐκείνη; Ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἔσοδα ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1910 περιέχει πλείστας ὅσας ἀνακριβείας ἐπὶ τὸ ὑπερβολικώτερον, καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς δαπάνας περιέχει κωμικὰς ὑπερβολὰς ἀλλ’ ἐπὶ ἔλαττον. Καὶ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν ἐκείνην δὲν ἐτολμήθη νὰ δοθῇ καμμία ἀπάντησις, διότι, ἐὰν προχωρήσῃ ἡ ἐξέλεγξις καὶ εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι τοιούτου εἴδους οἰκονομίαι εἶναι ἐντελῶς φανταστικαὶ καὶ εἰκονικαί. Καὶ ἔχομεν οἰκονομίαν εἰς τὰ δημόσια ἔργα τὴν ἁπλῆν μετάθεσιν δαπάνης 3,000,000 εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας· καὶ οἰκονομοῦνται εἰκονικῶς δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δι’ ἁπλῆς μεταθέσεως αὐτῶν καὶ ἀναγραφῆς εἰς τὸ Ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. Ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς ἀποδόσεις νέος φόρος ἐκ τῆς φορολογίας τῶν πρώτων ὑλῶν, καὶ ἀναγράφονται ὡς οἰκονομίαι δαπάναι παραλειπόμεναι εἰς τὸ τμῆμα τῆς Γεωργίας πρὸς πληρωμὴν ὑπαρχόντων ὑπαλλήλων τοῦ Γεωργικοῦ τμήματος. Ἀλλὰ τί πρῶτον καὶ τί ὕστατον ν’ ἀναφέρω; Ἡ ἐξέλεγξις τῶν δαπανῶν τῶν πέντε Ὑπουργείων ἀποδεικνύει ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως οἰκονομία ἐγένετο· καὶ ὅτι ἦσαν καθαραὶ ψευδολογίαι ὅσα ἐλέγοντο ἐντεῦθεν καὶ ἄλλοθεν μετὰ τόσου στόμφου καὶ θράσους περὶ τῶν οἰκονομιῶν τῶν ἐπιτευχθεισῶν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ἐκεῖνον. Καὶ ἀπορῶ πῶς παρουσιάζεται καὶ πάλιν σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λοκρίδος νὰ ἐπαινέσῃ τὸ ἔργον ἐκεῖνο καὶ παραστήσῃ ἐντεῦθεν ἑαυτὸν μέγαν δοξασθέντα μὲ τοσοῦτον μεγάλα κατορθώματα. Ἀλλὰ μὴ μόνον ἀνακριβείας εἶπεν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς δαπάνας καὶ τὰς κατ’ αὐτὸν ἐπιτευχθείσας εἰς ταύτας οἰκονομίας; Τὰς αὐτὰς ἀνακριβείας εἶπε καὶ διὰ τὰ ἔσοδα, διότι καὶ τὰ ἔσοδα παρέστησε τοσοῦτον ἐξωγκωμένα, ὥστε ἐδέησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ νῦν νὰ παρουσιασθῇ ἐντεῦθεν καὶ νὰ παρουσιάσῃ τὴν πραγματικὴν αὐτῶν εἰκόνα. Δὲν γνωρίζω, μὴ μελετήσας τὰς ὑποβληθείσας δηλώσεις, ἂν καλῶς ἐξηλέγχθησαν ὅλοι οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἐσόδων. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι, ὑφ’ ὅρους ἐγένετο ἡ ἐξέλεγξις αὕτη, ἐν τοιαύτῃ σπουδῇ, πολλοὶ ἀριθμοὶ ἀφέθησαν ὡς παρεστάθησαν ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀποβλέπων εἰς ἄλλας περιστάσεις δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐξελέγξω τώρα ὁλόκληρον τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Πρέπει νὰ πεισθῇ ὅμως ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κοινωνία ὅτι τὸ μέγιστον κακὸν τὸ ὁποῖον διεπράχθη, διεπράχθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λοκρίδος κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δι’ ὅσων ἀνακριβῶς παρέστησε καὶ ὡς πρὸς τὰς δῆθεν ἐπιτευχθείσας μεγάλας οἰκονομίας δαπανῶν καὶ δι’ ὅσων ὑπερβολικῶς παρέστησε περὶ μελλούσης σημαντικῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων διὰ τῆς ἐπιβληθείσης νέας φορολογίας ἐξῆψε τὰς φρένας τῶν ἐπιπολαίων καὶ ἐγέννησεν εἰς τοὺς ἀκρίτους τὴν ἐλπίδα ὅτι εἶναι ἱκανὸν τὸ Κράτος μὲ τοιοῦτον ψευδῆ Προϋπολογισμὸν νὰ προβῇ εἰς δυσαναλόγους πρὸς τὰς οἰκονομικὰς αὐτοῦ δυνάμεις ἐπιχειρήσεις. Ἂν ὁ κ. ἐκ Λοκρίδος ἦτο μετριώτερος εἰς τὰς ἐλπίδας αὐτοῦ καὶ σωφρονέστερος εἰς τὰς βεβαιώσεις του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂν κατέβαλλε μείζονα προσοχὴν καὶ εἰλικρίνειαν, ἤθελεν ἐννοήσει ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς ὁ ἑλληνικὸς δὲν ἐπιτρέπει διὰ μιᾶς αὔξησιν δαπανῶν περὶ τὰς 800,000 δραχ. εἰς συντάξεις, δὲν ἐπιτρέπει τὴν αὔξησιν 6,000,000 διὰ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας, δὲν ἐπιτρέπει σχεδὸν 4,000,000 διὰ ναυτικὰς δαπάνας. Καὶ τὸ μέλλον, ἐὰν ἔτι βιαζόμενοι ὑπὸ τῶν πραγμάτων καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιβολῆς ἥτις ἠσκήθη κατὰ τὸ παρελθὸν ψηφίσωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν σήμερον, τὸ μέλλον, λέγω, θὰ δείξῃ ὅτι οἱ αἰσιόδοξοι, ὅσον καὶ ἂν εἶναι αἰσιόδοξοι, δὲν θὰ χειροκροτήσωσιν ἑαυτοὺς διὰ τὴν αἰσιοδοξίαν των. Τὸ μέλλον θὰ παρουσιασθῇ ζοφερόν, διότι δυστυχῶς δὲν βλέπω τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ περικόψωμεν τὰς δαπάνας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Εἶναι λυπηρόν, ἀλλ’ εἶναι ἀληθές, ὅτι, ὅταν μία δαπάνη εἰσχωρήσῃ εἰς τὸ μαρτυρικὸν τεῦχος, πολὺ δυσκόλως ἐξοβελίζεται πλέον, καὶ ὅ,τι ἀπεκτήθη ἀπεκτήθη διὰ τῆς παραστάσεως ὅτι ἀντέχει ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ εἰς αὐξήσεις ἐσόδων καὶ εἰς αὐξήσεις δαπανῶν. Ὅ,τι ἀπεκτήθη πλέον οὐδεὶς θὰ ἔχῃ τὴν τόλμην πλέον νὰ τὸ ἀφαιρέσῃ. Βεβαίως οὔτε ἡ Βουλὴ εἶναι εὐδιάθετος, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ὄρεξιν ν’ ἀναλύσω ὁλόκληρον τὸν Προϋπολογισμὸν ὡς ἔπρεπε ν’ ἀναλυθῇ, διὰ νὰ παρασταθῇ ἀκριβῶς τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον. Ἐξ ἀνάγκης εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παρέλθωμεν αὐτὸν ἐν σιγῇ καὶ οὐδὲν ἔχομεν ἄλλο νὰ πράξωμεν ἢ ὅ,τι ἔπραξεν εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ἄλλος λαός. Ἐνθυμοῦμαι ἐκ τῆς ἱστορίας, φιλίστωρ ὤν, ὅτι εἰς Πολωνικήν τινα Δίαιταν αἱ καθημεριναὶ ἔριδες τῶν Βουλευτῶν καὶ αἱ ἀντεγκλήσεις αἱ κομματικαὶ συνετέλεσαν, ὥστε νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Συνόδου, χωρὶς νὰ σκεφθῶσι νὰ ψηφίσωσι τὰς πιστώσεις τὰς ἀναγκαίας διὰ τὴν διοίκησιν καὶ τὸν στρατόν. Ἡ ἡμέρα ἔκλινεν ἤδη πρὸς τὴν δύσιν, αὐστηρὸς δὲ Κανονισμὸς τοῦ Πολωνικοῦ Συντάγματος ἐπέτασσεν ὥστε νὰ μὴ συνεδριάζῃ ἡ Βουλὴ μὲ τὰ φῶτα. Ἐδέησε λοιπὸν τότε ἡ Βουλὴ καταστρατηγοῦσα τὸν Κανονισμὸν ἐν μέρει νὰ συνεδριάσῃ νύκτα εἰς τὸ σκότος, προεδρεύοντος τοῦ Βασιλέως, ὅστις ἀπεκοιμήθη ἐπὶ τέλους εἰς τὴν ἕδραν του, καὶ ῥογχαλιζόντων πολλῶν ἄλλων Βουλευτῶν καὶ μέσῳ ῥόγχων καὶ ὕπνου ἐν σκότει καὶ σκιᾷ ἐψηφίσθη ὁ Πολωνικὸς ἐκεῖνος Προϋπολογισμός. Δὲν γνωρίζω τίς θὰ προεδρεύσῃ τοῦ Σώματος ἡμῶν κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς αὔριον, ὅτε θὰ ψηφισθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ἀλλά, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, εἴτε ὁ σεβαστὸς Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας εἴτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἄργους, ἐγὼ θερμοτάτην θ’ ἀπευθύνω πρὸς αὐτὸν παράκλησιν, ὅπως τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀρχίσῃ ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ διατάξῃ νὰ σβεσθῶσι τὰ φῶτα, διότι μόνον εἰς σκότος ψηλαφητὸν καὶ εἰς σιγὴν ἀγαλμάτων θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κρύψῃ τὸ ἐρύθημα ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον ἀρχικῶς.
§199ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀνεστράφησαν λοιπὸν οἱ ὅροι τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ οἱ κατηγορούμενοι μετεβλήθησαν αἴφνης εἰς κατηγόρους! Πρὸς τοῦτο παρέδωκαν αὐτοὶ εἰς λήθην τὸ παρελθόν, καθ’ ὃ ἵσταντο ἀδιάλλακτοι ἀπέναντι ἀλλήλων φιλοδωρούμενοι ἀμοιβαίως διὰ τῶν χυδαιοτάτων τῶν ὕβρεων καὶ τείνοντες νῦν χεῖρα συνδιαλλαγῆς πρὸς ἀλλήλους ἔγνωσαν ν’ ἀντεπεξέλθωσι νῦν viribus unitis ἐναντίον ἐμοῦ τοῦ κοινοῦ ἐχθροῦ των, ἐπιρρίπτοντες εἰς ἐμὲ τὰς εὐθύνας δι’ ὅλον τὸ μαῦρον καὶ ἀπαίσιον παρελθόν! Ἀλλά, Κύριοι, ὑπῆρξα κἀγώ ποτε Πρωθυπουργὸς ἢ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ πολέμου μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου τοῦ 1909, ὁπότε κληθέντες εἰς τὴν Ἀρχὴν ἡμεῖς μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Οἰτύλου Βουλευτοῦ ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐν τῷ μέσῳ χάους πολιτικοῦ καὶ οἰκονομικοῦ; Τίς δ’ ἄλλος ὑπῆρξε δημιουργὸς τῆς τοιαύτης καταστάσεως ἢ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν δύο κομμάτων, οἱ ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν ἀλληλοδιαδόχως καὶ δικτατορικῶς κυβερνήσαντες τὴν Ἑλλάδα; Αὐτοί, Κύριοι, καὶ οὐδεὶς ἄλλος εἶναι οἱ παραλαβόντες τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1896 μὲ δαπάνας 91,000,000 καὶ ἀναβιβάσαντες αὐτὸν μέχρι τοῦδε εἰς 140,000,000 δραχ. περίπου, χωρὶς νὰ δημιουργήσωσι στρατὸν καὶ στόλον, χωρὶς νὰ μεριμνήσωσί ποτε περὶ Ἐκκλησίας καὶ Παιδείας, περὶ Διοικήσεως καὶ Δικαιοσύνης. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καταδικάσαντες τὸν πανάθλιον αὐτὸν τόπον, ὡς τὸν ἀπεκάλεσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, εἰς τὴν ἔλλειψιν πάσης τάξεως καὶ ἀσφαλείας, οἱ καταστήσαντες τὸν βίον ἀβίωτον ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐξαναγκάζοντες εἰς ἐκπατρισμὸν κατ’ ἔτος μυριάδας ὅλας Ἑλλήνων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ περιαγαγόντες διὰ τῆς ἀλλόφρονος πολιτικῆς των τὴν Ἑλλάδα εἰς παντελῆ ἀπομόνωσιν ἀπέναντι ὅλων τῶν χριστιανικῶν λαῶν τῆς Ἰλλυρικῆς χερσονήσου καὶ καταστήσαντες τὸ Ἔθνος ἡμῶν ἐξουθένωμα καὶ τούτων καὶ τῶν Τούρκων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐκθέσαντες τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος ἡμῶν ὁλόκληρον εἰς πάσας τὰς ταπεινώσεις καὶ πάντας τοὺς ἐξευτελισμούς, οὓς αὐτὰ ὑπέστησαν κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος. Αὐτοὶ εἶναι οἱ θυσιάσαντες τὸ Κρητικὸν ζήτημα καὶ πᾶσαν προσπάθειαν καταβαλόντες ὅπως ἀναδειχθῶσιν οἱ νεκροθάπται τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καί, ἐνῷ κύπτουσιν ὑπὸ τὸ βάρος τοιούτων εὐθυνῶν, τολμῶσι τώρα αὐτοὶ νὰ ζητήσωσι λόγον παρ’ ἡμῶν. Διατί, νομίζετε; Ἠκούσατε τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν λέγοντος ὅτι ἐγὼ δῆθεν ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἠρνούμην ὅτι εἶχέ ποτε νὰ ἐπιδείξῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους περίσσευμα, ὅτι δὲ πάντοτε ἰσχυριζόμην ὅτι δεκάδες ὅλαι ἑκατομμυρίων διεσπαθῶντο κατ’ ἔτος χάριν ἀργομίσθων. Ἀλλ’ αὐτάς, Κύριοι, τὰς ἀνοησίας προέβαλλον πάντοτε οἱ Βουλευταὶ Ἀττικῆς οἱ νῦν σύμμαχοι τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν. Ἐγὼ οὐδέποτε ἰσχυρίσθην τοιοῦτό τι, προκαλῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ πάντα ἄλλον ὁμοφρονοῦντα σύμμαχόν του νὰ ἐπιδείξῃ τοιαύτην τινὰ περικοπὴν ἐκ τῶν λόγων μου εἴτε ὡς Βουλευτοῦ εἴτε ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους, καὶ ἐὰν ἦτο αὐτὸ ἀληθές, ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι· κατὰ τί θ’ ἀνεκουφίζετο οὕτω πως ἡ θέσις τῶν ἀρχηγῶν τῶν δύο κομμάτων, οὓς οὐ μόνον ἐγώ, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος θεωρεῖ ὑπαιτίους τῆς παρούσης κακοδαιμονίας του; Ἐγώ, Κύριοι, οὐδέποτε ἀπέδωκα τὰ ἐλλείμματα εἰς τοὺς ἀργομίσθους, εἰς οὓς τὴν ἑσπέραν ταύτην κατέφυγον ὡς εἰς σανίδα σωτηρίας καὶ ὁ κ. Θεοτόκης καὶ ὁ ἐκ Πατρῶν σημαιοφόρος του. Ἐγὼ ὡμίλησα πάντοτε περὶ περιττῶν ἢ μὴ ἀναγκαίων ἀπολύτως δαπανῶν, προσέτι δὲ περὶ καταχρήσεων, τελουμένων εἰς ὡρισμένους κλάδους, ἰδίως εἰς τὰ Δημόσια ἔργα καὶ εἰς τὰ Ταχυδρομεῖα καὶ Τηλεγραφεῖα. Ἐκεῖνα ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσι καταχρήσεις ἑκατομμυρίων πολλῶν, γενομένας ὑπὸ τὰς ἀλληλοδιαδόχους πρωθυπουργίας τῶν δύο νῦν συμμάχων ἀρχηγῶν, ταῦτα δὲ ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν. Ὡς παράδειγμα ἀναφέρω καταστάσεις ἐγκριθείσας ὑπὸ τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς περὶ χρησιμοποιήσεως 101 κάρρων λίθων καὶ 101 κάρρων ἀσβέστου, διατί, νομίζετε; Διὰ τὴν τοποθέτησιν 17 μόνον τηλεγραφικῶν στύλων! Καὶ διὰ τὰς τοιαύτας καταχρήσεις οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος ἀρχηγὸς ἐσκέφθη ποτὲ ὡς Πρωθυπουργὸς νὰ ζητήσῃ λόγον. Ὡμίλησα, Κύριοι, ὡσαύτως καὶ περὶ καταχρήσεων ἑκατομμυρίων ὅλων γινομένων κατ’ ἔτος εἰς τὸν τελωνιακὸν κλάδον καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας διαχειρίσεις. Καὶ ἐφροντίσαμεν μὲν ἡμεῖς, ἅμα κληθέντες εἰς τὴν Ἀρχήν, νὰ περιστείλωμεν τὰς τοιαύτας καταχρήσεις νομοθετικῶς, ἐπιφυλαττόμενοι εἶτα καὶ διοικητικῶς ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν νέων νόμων νὰ ἐπιτελέσωμεν τὸ πρὸς τοῦτο καθῆκον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἐν τῷ μεταξὺ ἡ πτῶσις ἡμῶν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐφεξῆς ἀνενόχλητος, ὡς πρίν, πᾶσα κατάχρησις λυμαινομένη τοὺς προμνημονευθέντας κλάδους. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ᾐσθάνθη εὐχαρίστησιν ἰδιαιτέραν, διότι ἡμεῖς ὡμολογήσαμεν, ὡς ἄλλοτε, καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅτι τὰ μεγάλα ἐλλείμματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἄρχονται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1908, ὡς ἐκ τῆς τότε ἐκραγείσης οἰκονομικῆς κρίσεως καὶ ὡς ἐκ τῶν δαπανῶν διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ διὰ τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ διατί ἀπέφυγεν αὐτὸς ἐπιμελῶς νὰ μᾶς εἴπῃ τίνα μέτρα ἔλαβεν ὁ ἴδιος κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο, Ὑπουργὸς ὢν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς πρόληψιν τοῦ ἐλλείμματος; Αὐτὸς ἀντὶ περιστολῆς δαπανῶν ἐδημιούργει τότε ἀλογίστως νέας τοιαύτας διὰ τῆς συστάσεως νέων Ἑλληνικῶν σχολείων καὶ Γυμνασίων καὶ διὰ τῆς ὑποβολῆς εἰς τὴν Βουλὴν νέων ὀργανισμῶν τῶν διαφόρων Ὑπουργείων πολυτελεστάτων. Ἀρκεῖ, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἐξ ἑνὸς τμήματος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ δασονομικοῦ, ἐδημιούργει αὐτὸς τρία τοιαῦτα μετὰ μιᾶς διευθύνσεως ὑπεράνω αὐτῶν. Ἀλλ’ ὄχι αὐτὸς ὑπέβαλε καὶ νέα τινὰ φορολογικὰ νομοσχέδια· τίνα ἦσαν ταῦτα; Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐπέβαλλε φόρον καταναλώσεως εἰς τὸ οἰνόπνευμα πρὸς μίαν μόνον δραχ. τὴν ὀκᾶν, χωρὶς συγχρόνως νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ περιορισμοῦ τῶν κοινῶν ἀμβύκων, οὗ ἄνευ ἀδύνατον ἦτο νὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον καὶ πεντακοσίας χιλ. δραχμῶν, ἀφ’ ἑτέρου ὑπεβίβαζε τὸν δασμὸν τῆς σακχάρεως εἰς τὸ ἥμισυ, οὕτως ὥστε, ἀπέναντι τῶν νῦν εἰσπραττομένων ἐξ αὐτοῦ 6, νὰ ἔχωμεν ἐφεξῆς 3 μόνον ἑκατομ. δραχ. Ἐὰν ἦτο ἄλλος τις τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἔκρουεν ἐγκαίρως τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, θὰ ἐπέβαλλε δὲ καὶ εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς τοὺς συναδέλφους του τὴν ἀποφυγὴν πάσης νέας δαπάνης καὶ καθόλου εἰπεῖν πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν. Ἀλλ’ αὐτὸς ἀπέδειξεν ὅτι οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔννοιαν εἶχε τῆς καταιγίδος τῆς ἐγερθείσης ἤδη ὑπεράνω τῆς κεφαλῆς του, τοῦτο δ’ ἠνάγκασε τότε τὸν ἀρχηγόν του κ. Θεοτόκην νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, αἱ δαπάναι διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ διὰ τὸ Μακεδονικὸν ζήτημα ἀπαλλάττουσι τῆς εὐθύνης τὸν κ. Θεοτόκην καὶ τὸν σύμμαχόν του ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν καὶ αὐτὸν τὸν νῦν Πρωθυπουργόν; Αὐτοὶ κυρίως ἐδημιούργησαν τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος δαπάνας, εἰς ἃς κατὰ πρῶτον λόγον ὀφείλονται τὰ ἐλλείμματα. Αὐτοὶ ὑπῆρξαν οἱ πρωταίτιοι τῆς ἀθρόας μεταναστεύσεως μυριάδων ὅλων ὁμογενῶν ἐξ Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας καὶ Βουλγαρίας. Αὐτοὶ κατεσπατάλησαν ἀσκόπως ὅλως ὑπὲρ τούτων 30 σχεδὸν ἑκατομμύρια δραχ., διὰ νὰ τοὺς καταστήσωσι δυστυχεῖς. Αὐτοὶ ἄρα εὐθύνονται κυρίως καὶ διὰ τὰ οὕτω πως προκύψαντα ἐλλείμματα. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τοιοῦτον ἴδιον παρελθόν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἔρχεται νὰ ψέξῃ νῦν αὐτὸς τὴν ἐπὶ πέντε μῆνας ὑπουργίαν ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου. Ἀλλὰ τί κατωρθώσαμεν ἡμεῖς ἐντὸς τόσον βραχέος χρονικοῦ διαστήματος; Ἔχομεν νὰ ἐπιδείξωμεν τοσούτους νόμους μεταρρυθμιστικοὺς τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Διοικήσεως, ἐξ ὧν ἀναφέρω ἰδιαιτέρως μόνον τοὺς δικαστικούς, δι’ ὧν τὸ πρῶτον νῦν ἐχειραφετήθη ἡ Δικαιοσύνη ἀπὸ πάσης κομματικῆς ἐπηρείας, τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς περὶ ταμείων καὶ ἐνοριῶν, τοὺς διοικητικοὺς περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς ὑπηρεσίας, περὶ ὁδοποιΐας καὶ ὑπηρεσίας δημοσίων ἔργων. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἀφήσαμεν καὶ τόσα ἄλλα ἐκκρεμῆ νομοσχέδια, ἐξ ὧν ἄξια ἰδιαιτέρας μνείας θεωρῶ νῦν τὰ περὶ δήμων, περὶ κοινοτήτων καὶ μάλιστα τὰ περὶ γεωργικοῦ ταμείου καὶ κτηματολογίου; Μήπως μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ψηφίζονται ἀκόμη νομοσχέδια φέροντα τὰς ὑπογραφάς μας; Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ κύριον θέμα, τὸ οἰκονομικόν. Ἡμεῖς συνετάξαμεν καὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ λογιστικοῦ νόμου, περὶ κληροδοτημάτων, περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν διαφόρων οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, ἰδίως δὲ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου καὶ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς καὶ περὶ καταδιώξεως τοῦ λαθρεμπορίου. Ἡμεῖς συνετάξαμεν καὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πάντα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ἐπέρχεται αὔξησις 15 περίπου ἑκατομμυρίων. Ἡμέτερον ἔργον εἶναι ἐν μιᾷ λέξει ἡ βελτίωσις τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 25 ὅλα ἑκατομμύρια. Τὴν ἀλήθειαν, Κύριοι, ταύτην ἀδύνατον ν’ ἀρνηθῇ τις, καὶ ἂν ἔτι διαρραγῇ ψευδόμενος, κατὰ τὴν εὔφημον ἔκφρασιν τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Καὶ ἂν ὑμεῖς ἐπὶ τέλους τὴν ἀρνηθῆτε, ἰδοὺ ὅμως ὅτι ἀνακηρύττουσιν αὐτὴν κατὰ τρόπον ἐπισημότατον αὐταὶ αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις, μεθ’ ὅλην τὴν προσπάθειάν του πρὸς τοῦτο, δὲν κατώρθωσε νὰ συγκαλύψῃ ἐν πᾶσι τὴν ἀλήθειαν. Καὶ κατέβαλεν αὐτὸς πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως μειώσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1910. Πλὴν καὶ οὕτω προϋπελόγισεν αὐτὰ εἰς 142 ἑκατομμύρια, ἂν ἤκουσα καλῶς τοῦ ἀριθμοῦ τούτου, ἤτοι κατὰ δεκαεννέα ὅλα ἑκατομμύρια ἐπὶ πλέον τῶν ἐν ἔτει 1908 εἰσπραχθέντων ἐσόδων. Ἡ αὔξησις δὲ αὕτη, Κύριοι, ὀφείλεται εἰς τὸ νομοθετικὸν ἡμῶν ἔργον, εἶναι τὸ ἀποκλειστικὸν ἡμῶν κατόρθωμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς σεβόμενος ἑαυτὸν καὶ τὴν ἀλήθειαν θ’ ἀρνηθῇ ποτε. Καὶ ἐρωτῶ νῦν, Κύριοι, πάντας τοὺς ἀρχηγούς, ὑπαρχηγούς, ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς τῶν δύο κομμάτων· ἔχουσιν ἆρα αἱ Κυβερνήσεις αὐτῶν ἐπὶ μίαν δωδεκαετίαν νὰ ἐπιδείξωσι τοιαύτην ἐργασίαν; Ἀλλ’ αὐτοὶ εἰργάσθησαν διὰ νὰ καταστρέψωσι μόνον καὶ ἀφήσωσιν ἐρείπια ὄπισθέν των. Ὅτε δὲ εἶδον ἡμᾶς ὑπερανθρώπους καταβάλλοντας προσπαθείας, ὅπως ἐντὸς μηνῶν μόνον ἀνορθώσωμεν ὅ,τι αὐτοὶ εἶχον καταστρέψει ἐντὸς τοσούτων ἐτῶν, τότε συνώμοσαν ἐναντίον μας καὶ ἐκίνησαν πάντα λίθον, ὅπως ἀνακόψωσι τὸ ἀνορθωτικὸν ἡμῶν ἔργον. Πρὸς τοῦτο κατώρθωσαν μετὰ πολλὰς σκευωρίας ἐκ τοῦ φανεροῦ καὶ ἀφανοῦς ν’ ἀντικαταστήσωσιν ἡμᾶς διὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, ἥτις ὑποχείριος οὖσα εἰς αὐτοὺς μίαν καὶ μόνην ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν ἔχει, πῶς νὰ ὑπονομεύσῃ καὶ ἀνατρέψῃ, εἰ δυνατόν, τὸ ἔργον ἡμῶν, ὅπερ εἶναι τὸ ἔργον τῆς εἰρηνικῆς ἐπαναστάσεως τῆς 14 Αὐγούστου. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν ἀδύνατον νὰ ἐπισκοτίσητε, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν θελήσητε νὰ διαστρέψητε αὐτήν. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην γινώσκει κάλλιστα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς θὰ κρίνῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ὅταν κληθῇ αὐτὸς νὰ ἐνασκήσῃ τὰ κυριαρχικά του δικαιώματα. Αὐτός, Κύριοι, θὰ κρίνῃ καὶ μεταξὺ τοῦ ὑφ’ ἡμῶν συνταχθέντος καὶ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν δηλώσεων ἐπ’ αὐτοῦ, ἃς τὴν ἑσπέραν ταύτην προσεκόμισεν εἰς ἡμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργός. Διὰ τὰς δηλώσεις ταύτας ἠλάλαξαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐκ χαρᾶς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων μετὰ τῶν σημαιοφόρων των ἐκ Πατρῶν καὶ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτῶν. Καὶ ὡμίλησαν περὶ ψεύδους καὶ εἰλικρινείας τῶν ἀριθμῶν, αὐτοὶ οἱ ἐπὶ δωδεκαετίαν ἤδη διαβουκολοῦντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τοῦ ψεύδους καὶ τῆς ἀπάτης. Καὶ ἠθέλησαν νὰ ἐξάρωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ εἰλικρίνειαν τῶν ἀποψινῶν δηλώσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ δῆθεν ψεῦδος καὶ τὴν ἀνειλικρίνειαν τοῦ ἡμετέρου Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἔχουσι δίκαιον αὐτοὶ τοιαῦτα τερατευόμενοι; Ὄχι, μυριάκις ὄχι! Κατὰ τὸν ἡμέτερον Προϋπολογισμὸν τὰ μὲν ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς 148,500,000, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς 146,000,000 δρχ. περίπου. Ἂν νῦν ὅμως ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτῶν τὸ ἀντίτιμον τῆς σακχάρεως καὶ τὸ ἀντίστοιχον τούτῳ ἔσοδον ἐκ 4,500,000 δρχ., ἀφοῦ δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐφέτος τὸ μονοπώλιον αὐτῆς, τί ὑπολείπεται ἐκ τῶν ἄνω ποσῶν; 144,500,000 ἔσοδα καὶ 141,500,000 δρχ. ἔξοδα. Ἀλλὰ κατὰ τὰς ἀποψινὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ 1910 προϋπολογίζονται εἰς 142,000,000 δρχ. περίπου. Πλὴν πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ ἔσοδα, ὕστερον ἀπὸ τόσας περικοπὰς καὶ καταργήσεις φόρων, τὰς ὁποίας τῇ εἰσηγήσει του ἐπεψήφισεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν παροῦσαν ἔκτακτον Σύνοδον, νὰ ἐλαττωθῶσι κατὰ 2,500,000 δρχ. μόνον; Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀνωμάλου πολιτικῆς ἡμῶν καταστάσεως, ἣν θὰ παρατείνῃ πάντως μέχρι τέλους τοῦ ἔτους ἡ σύγκλησις τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς ἢ Συντακτικῆς Συνελεύσεως—διότι τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ λύσῃ μόνος ὁ κυρίαρχος λαός, ὅταν κληθῇ εἰς τὰς κάλπας—, νὰ ὑπολογίσωμεν ἀσφαλῶς εἰς τὴν τακτικὴν καὶ ἀνελλιπῆ εἴσπραξιν καὶ τῶν ὑπολειπομένων φόρων; Πῶς εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ εἶναι κατὰ 500,000 δρχ. μόνον ὀλιγώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀνεγράψαμεν ἐν αὐτῷ, ἀφοῦ κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ προστίθενται νῦν νέα ἔξοδα ὑπὲρ τὰ 11,000,000 δραχμῶν; Πᾶς, Κύριοι, ἔχων σώας τὰς φρένας καὶ μὴ ἀποπτύσας πάντα χαλινὸν αἰδοῦς θὰ ἐννοήσῃ εὐκόλως ποῦ εὕρηται ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ εἰλικρίνεια καὶ ποῦ τὸ ψεῦδος καὶ ἡ ἀπάτη. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πάντα λίθον ἐκίνησαν ἵνα ἀνακόψωσι τὸ μεταρρυθμιστικὸν καὶ ἀνορθωτικὸν ἡμῶν ἔργον καὶ οἱ ὁποῖοι καταχρώμενοι τὴν περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀπειρίαν καὶ ἀγαθοπιστίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐξώθησαν τοῦτον εἰς τοιοῦτον ἀνοσιούργημα, αὐτοὶ εἶχον βεβαίως συμφέρον τώρα τὸ λευκὸν ὡς μέλαν καὶ τὸ μέλαν ὡς λευκὸν παριστῶντες νὰ διαστρέψωσι τὰ πράγματα ἀδιαφοροῦντες ἂν οὕτω πως κινοῦσι μόνον τὸν οἶκτον καὶ τὴν ἀποστροφὴν παντὸς τιμίου ἀνθρώπου. Ἀλλὰ τί πρὸς αὐτοὺς πάντα ταῦτα; Διὰ τοὺς πρωτουργοὺς καὶ συνεργοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ πολιτικοῦ βαράθρου, ἐξ οὗ ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ ἐξαγάγωμεν τὸ Κράτος καὶ τὸ Ἔθνος ἡμῶν, ἀρκεῖ ὅτι αὐτοὶ κατώρθωσαν ἤδη νὰ ματαιώσωσι τὴν τοιαύτην ἡμῶν προσπάθειαν, ἀποκόπτοντες οὕτω πᾶσαν ἐλπίδα περὶ μέλλοντος αἰσιωτέρου διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν καθόλου!
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μένει τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 νομοσχέδιον τῆς πιστώσεως.
§201ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο πρέπει ν’ ἀναβληθῇ καὶ πάλιν, διότι δὲν εὑρέθη ὁ τελευταῖος πίναξ.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9.
§203Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πρὸ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν;
§204ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν δυστυχῶς ἀντελήφθην ὅτι δὲν εἶναι πρόθυμος ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ. Περὶ τούτου δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν καὶ λυποῦμαι μὲν διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ οὐδένα τρόπον ἔχω νὰ τὸ μεταβάλω.
§205Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐὰν τὸ θέλῃ ἡ Θεσσαλία, ἂς ψηφισθῇ.
§206ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἂς ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 εἰς βʹ ἀνάγνωσιν καὶ αὔριον εἰς τρίτην.
§207Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ μείνῃ· εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς.
§208ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι, Κύριοι, ἀνάγκη λόγῳ τῆς προσεγγιζούσης λήξεως τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν νὰ ἐξετάσωμεν πόσας ἔχομεν εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν ἡμέρας. Κατὰ τὰς δεικνυομένας ἐνταῦθα διαθέσεις φοβοῦμαι μήπως ἡ αὐριανὴ εἶναι ἡ παρὰ πολλοῖς ὡρισμένη λῆξις τῆς ἐργασίας, ἀλλ’ ἴσως οὕτω σκεπτόμενοι οἱ πλείονες δὲν ἐξήτασαν ἐπαρκῶς πᾶν ὅ,τι ὑπολείπεται ὅπως ψηφισθῇ, καὶ θὰ εἶναι κρῖμα ἐὰν τυχὸν ἡ ἑσπέρα αὕτη καὶ ὁλόκληρος ἡ αὐριανὴ ἡμέρα, διότι ὁλόκληρος πρέπει νὰ καταναλωθῇ εἰς ἐργασίαν καὶ πρὸ μεσημβρίας ἐρχομένων ἡμῶν ἐνωρίτερον καὶ μετὰ μεσημβρίαν πάλιν ἐρχομένων ἡμῶν ἐνωρίτερον, θὰ εἶναι κρῖμα, ἐὰν τυχὸν κατασταθῇ δύσκολον νὰ φθάσωμεν καὶ μετὰ τοιαύτην ἐργασίαν ἴσως εἰς τὸ τέρμα, ἐκτὸς ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι τὰ νομοσχέδια δὲν παρέχουσι τοιαύτας ἀφορμὰς ὥστε ὁ λόγος νὰ ἐκταθῇ πέρα τοῦ προσήκοντος διὰ τὴν ὥραν, ὄχι τοῦ γενικῶς προσήκοντος. Φοβοῦμαι ὅτι ἡ σταφιδικὴ σύμβασις δύσκολον θὰ εἶναι νὰ ψηφισθῇ ἄνευ συζητήσεως. Θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν ἂν πάντες οἱ κυρίως ἐνδιαφερόμενοι, καίτοι ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης νομίζω ὅτι πάντες οἱ Βουλευταὶ λόγῳ τοῦ εἴδους αὐτῆς εἶναι ἐνδιαφερόμενοι, ἴσως, λέγω, θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν ἂν πάντες οἱ κυρίως ἐνδιαφερόμενοι ἀπεφάσιζον ζυγίζοντες καλῶς τὰ πράγματα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ καὶ ποιούμενοι τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ ἀπεφάσιζον νὰ προέλθωσιν εἰς ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἀπόφασιν ἐνδεικνύοντες τὰ καίρια δι’ ὀλίγων καὶ προσπαθοῦντες διὰ τούτων νὰ πείσωσιν ὅτι ἡ σύμβασις κατ’ ἐκείνους οἵτινες ἀρέσκονται εἰς αὐτὴν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἢ ἀποδεικνύοντες τὸ ἐναντίον νὰ μὴ ψηφισθῇ. Ἐν τῇ συμβάσει ὑπάρχουσιν ἤδη μεταρρυθμίσεις, αἵτινες κατεκτήθησαν διὰ τῆς ἀντιδράσεως τῆς ἐκ μέρους τμημάτων τινῶν τῆς Πελοποννήσου καὶ ἐξ Ἀθηνῶν γενομένης. Ἂν ἡ Πελοπόννησος ἔχῃ ἀνάγκην διὰ τὴν διευθέτησιν τῆς ἐφετεινῆς στενοχωρίας νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκρίζωσιν, ὅπως προτείνεται εἰς αὐτήν, θὰ εἶναι ὀρθὸν ὀλίγα νὰ λεχθῶσιν ἐνταῦθα, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ σύμβασις. Τούτου δὲ οὕτως ἔχοντος εἴμεθα βέβαιοι ὅτι αὔριον ἂν συνέλθωμεν ἐνταῦθα τὴν ἐνάτην π. μ. καὶ ἀμέσως ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης προτάξεως προέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως...
§209ΙΩ. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Καὶ ἀπόψε, κύριε Πρόεδρε.
§210ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ καλά.
§211ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ καθίσωμεν ὅλην τὴν νύκτα.
§212ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ γίνῃ καὶ τοῦτο. Δὲν θέλω ἔχει ἀντίρρησιν παρ’ ὅλην τὴν ἡλικίαν μου καὶ τοὺς κόπους, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν..., ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρεκάλουν, ἵνα μὴ ἀπολέσωμεν τὴν ἡμέραν, νὰ ἐψηφίζοντο εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὅσα κυβερνητικὰ νομοσχέδια εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῶσι καὶ πρὸ τῆς συμβάσεως, ὡς τὰ ὑπ’ ἀριθ. 16, 17, 18, 19, ἔπειτα τὰ ὑπ’ ἀριθ. 28, 29, 30 καὶ 36, τὰ δὲ περαιτέρω, ἐὰν τυχὸν ὑπάρχωσιν, οὐδεμίαν ἔχουσι συνάφειαν μετὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Λοιπὸν νὰ ψηφισθῶσι ταῦτα εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ὅπως αὔριον τὰ ψηφίσωμεν εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
§213Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ν’ ἀρχίσωμεν κατὰ σειράν.
§214ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§215Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ ψηφίσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 16. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ ἀποσβεστικῆς παραγραφῆς διατάξεων τοῦ ἰσχύοντος δικαίου». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον. Ἐπίσης εἰς βʹ συζήτησιν τὸ «περὶ παραχωρήσεως μέσων πρὸς σύστασιν ἑνὸς τῶν τριῶν ἱπποφορβείων τῶν ὑπὸ τοῦ νόμου ͵ΓΦΝϚʹ προβλεπομένων». Ἐπίσης τὸ «περὶ συστάσεως Ἀνωτάτου Μικτοῦ Ἐπιτελείου», τὸ «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΠΕʹ τῆς 24 Φεβρουαρίου 1910 περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν ὑπηρεσιῶν τινων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν»). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου».
§217Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ μία τροπολογία, ἡ ὁποία δὲν ἀπέχει πολὺ τοῦ πνεύματος τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ τροπολογία ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑφ’ ὑμῶν καθορίζει ὅτι ἐπιτροπὴ θέλει ἀποτελεσθῆ ἐκ τριῶν καθηγητῶν ἑκάστης Σχολῆς, τῶν ἀρχαιοτέρων κατὰ τάξιν διορισμοῦ, καὶ ὅτι οἱ καθηγηταὶ οὗτοι θέλουσι γνωμοδοτήσει περὶ τῆς διατηρήσεως ἢ τῆς ἀπολύσεως τῶν συναδέλφων των ἐκείνων ὅσοι ἔχουσιν ὑπερδεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν. Καὶ χθὲς προυτάθη ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Βάλτου καὶ ὑπ’ ἄλλων καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησιν ὅπως πρῶτον ἡ γνωμοδότησις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπεκταθῇ ἐπὶ πάντων τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ δεύτερον ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συγκροτηθῇ οὐχὶ ἐκ τριῶν καθηγητῶν κατ’ ἀρχαιότητα, ἀλλ’ ἐκ τριῶν καθηγητῶν ἐκλεγομένων ὑπὸ τῆς οἰκείας Σχολῆς. Ὑπεβλήθη τοιαύτη τροποποίησις καὶ ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἀποδέχηται αὐτὴν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρηγορήσω.
§218ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι περισσότερα ἐχέγγυα παρέχει τὸ ἀφ’ ἑαυτοῦ προσδιοριζόμενον; Οἱ ἀρχαιότεροι καθηγηταὶ δὲν εἶναι τοιοῦτοι διότι τοὺς ἐξελέξαμεν ἡμεῖς, εἶναι οἱ ἀρχαιότεροι αὐτοὶ οἵτινες εὑρίσκονται, καὶ οὗτοι παρέχουσι τὴν ἐγγύησιν ὅτι εἰς συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς οὐδεμία παρενέβη ἐπίδρασις καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον μένει πλέον ἀκεραία ἡ εὐθύνη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδεχθῇ τὰς ἰδέας αὐτῆς ἢ νὰ μὴ τὰς ἀποδεχθῇ, ἂν τολμήσῃ νὰ πράξῃ ἐκεῖνα δι’ ἅτινα ἤθελε κινδυνεύσει νὰ κατακριθῇ ὑπ’ ἐκείνων ὧν ἡ γνώμη δὲν ἤθελε γίνει δεκτή.
§219Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, λυποῦμαι ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιμείνω περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἡ ὥρα ἐπιτρέπει, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι συντομώτατος. Τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος εἶναι ζήτημα ἐντελῶς τυχαῖον. Τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, ἐπεκράτησε καὶ ἐν ἐμοὶ ὑπάρχει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ὅπως αἱ Σχολαὶ τοῦ Πανεπιστημίου μὴ ἀποξενωθῶσιν ἐντελῶς τοῦ ἔργου τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου.
§220ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε. Αἱ Σχολαὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἀποτελοῦνται ἐκ τῶν ὑπὸ κρίσιν. Ὅ,τι καὶ ἂν πράξωμεν, τοῦτο ἔχει οὕτως. Ὥστε ἑκάστη Σχολὴ ἐν τῷ συνόλῳ εἶναι ὑπὸ κρίσιν, διότι ἀποτελεῖται ἐκ προσώπων ἅτινα ἐκρίθη ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἀναγκαῖον νὰ κριθῶσιν. Αἱ Σχολαὶ λοιπὸν αἱ ὑπὸ κρίσιν εἶναι πολὺ φυσικὸν ὅτι θὰ ἐργασθῶσι κατὰ τρόπον ὥστε ἡ κρίσις νὰ ᾖ ὡς οἷόν τε εὐρύτερον εὐνοϊκή. Δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς κρινομένους αὐτοὶ νὰ καταρτίσωσι τοὺς πρώτους κριτάς, ὧν ἡ γνώμη θέλει ἔπειτα ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ γνώμη αὕτη τῶν πρώτων κριτῶν ἡ μέλλουσα νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατ’ ἀνάγκην ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶναι ἀσθενὴς γνώμη· δὲν εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐπὶ κεκριμένων καὶ ἀνεγνωρισμένων θὰ λάβῃ τις· ἐνῷ, ὅταν τις ἀποταθῇ εἰς τοὺς ἀρχαιοτέρους, τοὺς ἐκεῖ εὑρισκομένους ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, καὶ οἵτινες προσλαμβάνονται ἄνευ οὐδεμιᾶς οὐδενὸς ἀναμίξεως εἰς τὴν πρόσληψιν, ἔχομεν ὁπωσδήποτε περισσότερα ἐχέγγυα ὅτι οὗτοι δὲν θὰ εἶναι κατειλημμένοι ὑπὸ τῆς ἰδέας ὅτι καὶ οὗτοι εἶναι ὑπὸ ἐκκαθάρισιν, ὅπως θὰ εἶναι κατειλημμένον τὸ σύνολον τῆς Σχολῆς, ὅπερ θέλει ἐκλέξει, ὅπως ἀποστείλῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοὺς κριτάς. Δὲν γνωρίζω ἂν ἀντελήφθητε καλῶς τὴν διάκρισιν, ἂν ἐγὼ δηλαδὴ τὴν ἐξέφρασα καλῶς.
§221Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀντελήφθην τὰ ὑφ’ ὑμῶν λεχθέντα, ἀλλ’ ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί θὰ παραδεχθῆτε περισσοτέραν ἀνεξαρτησίαν χαρακτῆρος εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατὰ τύχην εἶναι οἱ ἀρχαιότεροι τῶν καθηγητῶν, πιθανὸν δ’ ὄχι καὶ οἱ ἄριστοι, καὶ δὲν θέλετε ν’ ἀναγνωρίσητε ἴσην ἀνεξαρτησίαν εἰς ἐκείνους τοὺς ὁποίους αἱ Σχολαὶ κοινῇ ψήφῳ ἤθελον μεταξὺ τῶν μελῶν αὑτῶν ἐκλέξει. Ἄλλως τε ἡ συμμετοχὴ τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως δὲν θὰ εἶναι οὔτε τι νέον οὔτε τι πρωτότυπον κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐκκαθαρίσεων εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα. Ἅπασα ἡ νομοθετικὴ ἐργασία ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν διαφόρων κλάδων ἀνέθηκε τὴν ἐκκαθάρισιν εἰς αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἐκκαθαρισθῶσι. Καὶ ὁ στρατὸς διὰ τοῦ στρατοῦ ἐξεκαθαρίσθη καὶ τὸ ναυτικὸν διὰ τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία διὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας ἐκκαθαρίζεται, καὶ αἱ οἰκονομικαὶ ὑπηρεσίαι καὶ ἐν γένει πᾶς θεσμὸς ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη περὶ ἐκκαθαρίσεως εἶχον ὑπ’ ὄψει πάντοτε τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ὑπηρεσίας διὰ τῆς ὑπηρεσίας· Θὰ εἶναι δὲ λίαν τολμηρόν, νομίζω, νὰ ζητηθῇ διὰ τὸ Πανεπιστήμιον, δηλαδὴ διὰ Σωματεῖον καθαρῶς καὶ ἐξόχως ἐπιστημονικόν, νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκαθάρισις ἔξωθεν καὶ ν’ ἀποξενωθῇ τὸ Πανεπιστήμιον πάσης συμμετοχῆς εἰς αὐτήν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν γνώμην σας, ἀλλὰ νὰ δεχθῆτε μέσον ὅρον μεταξὺ τῆς γνώμης ὑμῶν καὶ τῆς διατυπωθείσης γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς. Τοιοῦτος δὲ νομίζω ὅτι εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον προέβαλον.
§222ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε νὰ προσθέσω εἰς τὴν ἰδέαν μου τοῦτο. Οἱ τρεῖς ἀρχαιότεροι οὐδέποτε ἐδόθη ἀφορμή, ὅπως οὕτω λαμβανόμενοι συλλήβδην θεωρηθῶσιν ὡς πταῖσται. Οἱ τρεῖς ἀρχαιότεροι, οἵτινες θέλουσιν ἔλθει ὡς κριταί, εἶναι οἱ τρεῖς καθηγηταί, τοὺς ὁποίους συνδέει ὁ δεσμὸς μόνον τῆς ἀρχαιότητος τῆς ὑπηρεσίας· ὁ εἷς εἶναι ὁ ἀρχαιότερος τοῦ ἄλλου καὶ ὁ ἄλλος τοῦ ἑτέρου, ὅπως εἶναι ὁ ἀρχαιότερος ἀπέναντι τῶν ὑπολοίπων. Ἀλλ’ αἱ Σχολαί, ὡς ἐκ τῆς δράσεως αὑτῶν, ἔχουσιν ἤδη περιπέσει εἰς κατάκρισιν.
§223Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μήπως καὶ αὐτοὶ δὲν συμμετέχουσιν;
§224ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτοὶ δὲν γνωρίζομεν ἂν συμμετέχουσιν.
§225Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἴσως ὡς ἀρχαιότεροι μετέχουσι περισσότερον.
§226ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν γνωρίζομεν, διότι δὲν γνωρίζομεν τίνες εἶναι ἐκεῖνοι οἵτινες ἔπλασαν τοὺς λόγους τῶν ἀποτελεσμάτων δι’ ἃ κατακρίνονται δυστυχῶς ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν αἱ Σχολαί, διότι αἱ Σχολαὶ ἀπεδείχθησαν κατώτεραι τῆς ἐντολῆς δυστυχῶς ἣν ἀνέθηκεν εἰς αὐτὰς ἡ Πολιτεία ἀπὸ τοῦ ἔτους 1875. Αἱ Σχολαὶ εἶναι ὑπὸ κατάκρισιν αὐταί, ἐνῷ ὁ Α, ὁ Β, ὁ Γ ἀρχαιότερος δὲν γνωρίζομεν ἂν εἶναι ὑπὸ κατάκρισιν. Τοῦτο εἶναι ἐχέγγυον καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς νὰ ἐξετάσητε τὸ πρᾶγμα ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι θέλω δυνηθῆ οὕτω νὰ πείσω ὑμᾶς.
§227Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἂν ἐξετάσητε τὸ ζήτημα, ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ, διότι δὲν ἐννοῶ τὴν δυσπιστίαν τὴν ὁποίαν ἔχετε πρὸς τοὺς ἄλλους καθηγητὰς καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τὴν ἀπεριόριστον τὴν ὁποίαν ἐκδηλοῦτε πρὸς τρεῖς, μόνον καὶ μόνον διότι ἔτυχε νὰ εἶναι οὗτοι οἱ ἀρχαιότεροι τῆς Σχολῆς. Μὴ λησμονεῖτε δ’ ὅτι τοὺς τρεῖς τούτους καθηγητὰς θέλετε ἔχει ὑπὸ τὸ φάσμα καὶ τὸ φόβητρον τῆς διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐκκαθαρίσεως τῆς μετέπειτα, ἡ ὁποία θέλει ἐπακολουθήσει καὶ δι’ αὐτούς. Δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ποτε ὅτι Κυβέρνησις, ἀποτελουμένη ἀπὸ πρόσωπα οἷα ὑμεῖς, θέλει ποτὲ κάμει χρῆσιν ἐκτρόπων μέσων, ὅπως ἐπιβληθῇ εἰς τοὺς καθηγητάς, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της εἰς αὐτούς· ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις, κύριε Πρόεδρε, ἔρχονται καὶ παρέρχονται, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τις ἐκ τῶν προτέρων, ὅταν ψηφίζῃ ἕνα νόμον, τίς θὰ εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἡ ὁποία θέλει κληθῇ νὰ τὸν ἐφαρμόσῃ. Ἑπομένως τὰ λεγόμενά μου οὐδόλως ἀποδεικνύουσιν ἔλλειψιν πλήρους ἐμπιστοσύνης πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ προέρχονται ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ὁ νομοθετῶν ὀφείλει νὰ δυσπιστῇ πρὸς ἐκεῖνον εἰς τὸν ὁποῖον ἀναθέτει τὴν ἐνάσκησιν ἐξουσίας — καὶ ἐξουσίας τόσον σημαντικῆς — προκειμένου περὶ τοῦ ὑψίστου ἐπιστημονικοῦ καθιδρύματος τοῦ ἔθνους ἡμῶν, τὸ ὁποῖον, ἐγὼ τοὐλάχιστον, θεωρῶ ἄξιον μείζονος ἀνασκοπῆς. Διὰ τοῦτο ἐπιμένω εἰς τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον,
§229Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ ἐζήτησα ἀμέσως μετὰ τὸν κ. Λομβάρδον.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§231Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Βεβαίως.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Πονηρόπουλος καὶ κατόπιν ὁ κ. Εὐταξίας.
§233Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐζήτησα ἐγώ, ὅτε ἀνῆλθεν ὁ κ. Λομβάρδος τὸ βῆμα, καὶ μετ’ ἐμὲ ὁ κ. Πονηρόπουλος.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε, ἐὰν τοῦτο εἶναι βεβαιωμένον.
§235Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εὑρίσκω καὶ ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, πολὺ ὀρθὰς τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ζακύνθου. Δι’ ἐμὲ θὰ ἦτο προτιμότερον, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενεν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ἀρχικῶς ὑποβληθέντος νομοσχεδίου ἢ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου χθὲς καὶ τροποποιηθέντος καθ’ ὃν τρόπον ἐτροποποιήθη, διότι τοὐλάχιστον τότε θ’ ἀνελάμβανε πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ ἀνωτάτου ἡμῶν ἱδρύματος καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν οὐ μόνον ἡ Βουλὴ ἀλλὰ καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἑλληνικὴ Κοινωνία ν’ ἀπέβλεπε μετ’ ἐμπιστοσύνης εἰς τὸ ἐκκαθαριστικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ διότι δὲν ἠθέλησεν ἴσως ν’ ἀναλάβῃ αὕτη ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ Πανεπιστημίου παρουσίασε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσίασε χθὲς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καλύψῃ τὴν ἰδίαν αὑτῆς ἡ Κυβέρνησις εὐθύνην διὰ τῶν ἀρχαιοτέρων καθηγητῶν, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται ἵνα κρίνωσι τοὺς συναδέλφους των. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται οἱ καθηγηταὶ οἱ ἀρχαιότεροι, οἱ ὁποῖοι θὰ κρίνωσι τοὺς συμπληρώσαντας τὴν δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν καθηγητάς, μετὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν αὐτοὶ νὰ κριθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, βεβαίως δύναταί τις νὰ ὑπολάβῃ ὅτι οἱ καθηγηταὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ εἶναι ἀρχαῖοι κατὰ χρόνον ὑπηρεσίας, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωσιν ἀνεπηρέαστοι εἰς τὴν γνώμην αὑτῶν. Καὶ δὲν θέλω βεβαίως ν’ ἀποδώσω οὔτε ἴχνος μομφῆς εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ὅτι αὕτη ἤθελεν ἴσως ἐπηρεάσει διὰ τῆς γνώμης αὐτῆς τὴν ἀπόφασιν τῶν καθηγητῶν, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ μὴ μείνῃ οὔτε ἴχνος ἀμφιβολίας ὅτι ἡ κρίσις τῶν καθηγητῶν τῶν καλουμένων νὰ δικάσωσιν ὁμοτίμους συναδέλφους θὰ εἶναι ἀνεπηρέαστος, θὰ εἶναι ξένη πρὸς τὴν ἔξωθεν ἐπιβολήν, θὰ εἶναι ἁγνή.
§236Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὰ ἔχουν συμφωνήσει ἐκ τῶν προτέρων αὐτά!
§237Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ συμφωνῶ πλήρως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, κύριοι Βουλευταί. Ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, δι’ αὐτοῦ μένει κενὸν καὶ θὰ γνωρίζωμεν μὲν δι’ αὐτοῦ κατὰ τίνα τρόπον τοὺς ἀπολυθησομένους καθηγητὰς θὰ διαδεχθῶσιν οἱ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ εἰσελευσόμενοι—διότι τοὐλάχιστον διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, τὸν ὁποῖον δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, ὑπῆρξε μία ὁδὸς λύσεως τοῦ πανεπιστημιακοῦ ζητήματος, καθόσον ἐνομοθετεῖτο ὁ θεσμὸς τῶν ἐκτάκτων καθηγητῶν—, ἀλλ’ ἀφοῦ σήμερον θ’ ἀπολυθῶσιν 20–30 καθηγηταὶ τίνας ἐγγυήσεις θὰ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς οἱ εἰσελευσόμενοι ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ὅτι θὰ εἶναι ἱκανώτεροι ἐκείνων τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ νόμου τούτου θὰ ἐκτοπίσωμεν, θ’ ἀποκεφαλίσωμεν; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μικρόν, ὅτι προκειμένου περὶ τοῦ Πανεπιστημίου πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἂν πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ὑπεβλήθη. Ἐψηφίσαμεν νομοσχέδια ἐκκαθαρίσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἀνεθέσαμεν εἰς τὰ μέλη τοῦ στρατοῦ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν συναδέλφων αὐτῶν· ἀνεθέσαμεν εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ. Διὰ τίνα λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας δυσπιστεῖ καὶ ἀποδυσπετεῖ ν’ ἀφήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς ἑκάστην Σχολήν, ἵνα ἑκάστη τούτων ἐκλέξῃ ἀνὰ τρεῖς καθηγητάς;
§238ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αἱ Σχολαὶ εἶναι ἀκατάλληλοι.
§239Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πλανᾶσθε καὶ ἀδικεῖτε, διότι ἑκάστη Σχολὴ θὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλυτέρους.
§240ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως ὄχι.
§241Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διότι, ἐὰν δὲν ἐκλέξῃ τοὺς καλυτέρους ἑκάστη Σχολή, θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὔριον ἡ Πολιτεία νὰ εἴπῃ εἰς αὐτὰς ὅτι εἶσθε πάντες ἀνάξιοι νὰ κατέχητε τὴν θέσιν τοῦ καθηγητοῦ, διότι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν σᾶς ἐκάλεσεν ἡ Πολιτεία ν’ ἀποβάλητε τοὺς ἀνικάνους ὑμεῖς λόγῳ συναδελφότητος ἢ ἄλλων αἰσθημάτων ἴσως δὲν ἠθελήσατε νὰ εἴπητε εἰς τὴν Πολιτείαν ὅτι ὑποχωροῦμεν εἰς τὰ κελεύσματα ὑμῶν, καὶ νομίζω ὅτι δὲν συνεμορφώθητε πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ νόμου καὶ ἑπομένως καὶ αὐτοί, παραβάται τοῦ νόμου, θὰ ὦσιν ἀνάξιοι νὰ ἐξακολουθῶσιν ἐκτελοῦντες τὸ ἔργον αὐτῶν καὶ ἔχοντες τὸ ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ. Τότε, ἐὰν οἱ καθηγηταὶ οὗτοι δὲν θελήσωσι νὰ ὑποδείξωσι τοὺς ἀνικάνους καὶ τοὺς ἀνεπαρκεῖς, θὰ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ἡ Πολιτεία πρὸς αὐτούς· σᾶς ἀπολύω πάντας, διότι βεβαίως εἶσθε ἀνάξιοι νὰ κατέχητε τὴν θέσιν ταύτην. Ἀλλ’ ὅτε ἔρχεσθε καὶ λέγετε «θὰ καλέσω τοὺς ἀρχαιοτέρους ἐξ ἑκάστης Σχολῆς καὶ αὐτοὶ θὰ κρίνωσι τοὺς συναδέλφους των καὶ ἐγὼ θὰ κρίνω κατόπιν αὐτούς», βεβαίως δὲν μᾶς παρέχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ κρίσις τῶν τριῶν ἀρχαιοτέρων καθηγητῶν θὰ εἶναι ἀνεπηρέαστος ἀπὸ πάσης ἔξωθεν ἐπηρείας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι Βουλευταί, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ δὲν βλέπομεν τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας τῶν καθηγητῶν, τὸ ὁποῖον περιελαμβάνετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ κατατεθέντι ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς. Ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἀβιάστως ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ Πανεπιστημίου, ἐὰν ἐνομοθετεῖτο τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας καὶ ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἢ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐπελαμβάνοντο τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν μὴ ἐχόντων συμπληρώσει δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, καὶ τότε βεβαίως ἡ ἐκκαθάρισις θὰ ἐπήρχετο ἄνευ συγκλονισμοῦ, ἄνευ συνταράξεως. Δὲν εἶναι εὔκολον ἔργον, Κύριοι, προκειμένου περὶ Πανεπιστημίου νὰ ζητῆτε προγραφάς. Ἀναλάβετε τοὐλάχιστον τὸ ἔργον τοῦτο ὑμεῖς καὶ ἔχομεν πλήρη πεποίθησιν εἰς τὴν ἀνεπηρέαστον ὑμῶν γνώμην προκειμένου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Πανεπιστημίου, μὴ ζητεῖτε ὅμως νὰ συγκαλύψητε τὴν εὐθύνην ὑμῶν διὰ τῆς εὐθύνης ἀνθρώπων μελλόντων νὰ κριθῶσιν ὑφ’ ὑμῶν, ὅταν θὰ κρίνωσι τοὺς συναδέλφους αὐτῶν.
§242ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεξεργασθὲν νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τροπολογηθὲν ἡ κρίσις περὶ τῶν διατηρητέων ἢ ἀπολυτέων καὶ ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ Πανεπιστημίου θὰ γένηται οὐχὶ δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀλλὰ διὰ τῆς γνώμης πολυμελοῦς συμβουλίου ἐκ καθηγητῶν. Νομίζω ὅτι ἡ ἀσφαλεστέρα ὁδὸς τὴν ὁποίαν ἔχομεν ν’ ἀκολουθήσωμεν εἶναι ἡ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὑποδειχθεῖσα, ἡ ὁδὸς τῆς λήψεως ἀμέσου γνώμης τῶν Σχολῶν περὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐκκαθαριστέων. Ἤκουσα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸ ὀλίγου λέγοντος ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἐκκαθαρίσεως ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ τὸ ἐλάττωμα ὅτι οἱ κρινόμενοι θὰ εἶναι καὶ οἱ κρίνοντες. Ἀλλὰ μήπως τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ ὁποῖον ἀφήνεται εἰς τὴν τύχην του, διότι ἐκλέγει τοὺς κριτὰς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀριθμοῦσι τὰ περισσότερα ἔτη τῆς ἡλικίας των, μήπως, λέγω, τοῦτο δὲν περιέχει τὸ αὐτὸ ἐλάττωμα, ὅτι οἱ κρινόμενοι θὰ εἶναι καὶ οἱ κρίνοντες; Διότι, ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι οἱ ἀρχαιότεροι καθηγηταί, οἵτινες ἐκλεγόμενοι θ’ ἀποτελέσωσι τοὺς κριτὰς ἑκάστης Σχολῆς ἡλικίας ἐλάσσονος τῶν 70 ἐτῶν, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα τίνες θὰ εἶναι οἱ κρίνοντες αὐτούς. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ποία θὰ εἶναι ἡ ζημία ἥτις θὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ Σχολαὶ τοῦ Πανεπιστημίου κηδόμεναι τοῦ συμφέροντος τοῦ Πανεπιστημίου θέλουσιν ἐκλέξει τοὺς ἀριστεῖς, ἵνα κρίνωσι τοὺς συναδέλφους των. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν καὶ πρὸ ὀλίγου ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, τάσσομαι δὲ καὶ ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ. Ἐπὶ πλέον ἔχω καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν νὰ ὑποβάλω. Ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ φέρεται ὡς ὅρος ἀποχωρήσεως τῶν καθηγητῶν ἡ τριακονταπενταετὴς δημοσία ὑπηρεσία, ἐνῷ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῆς ἐπιτροπῆς φέρεται ἡ τριακονταετὴς ὑπηρεσία, ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἀποχώρησις, ὁπότε θὰ ἦτο καὶ ἡ ἐκκαθάρισις πληρεστέρα. Ἐπὶ πλέον ὅμως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφέρεται δημοσία ἐν γένει ὑπηρεσία χωρὶς ν’ ἀναφέρηται καὶ ἂν αὕτη εἶναι ὑπηρεσία μακρὰ διδακτικὴ οὐχὶ μετὰ δημοσίας συνηνωμένη. Δύναται ἡ διάταξις αὐτὴ τοῦ νομοσχεδίου νὰ φέρῃ τὸ ἑξῆς ἄτοπον· νὰ ἔχῃ καθηγητής τις τριακονταπενταετῆ ὑπηρεσίαν δημοσίαν, διδακτικὴν δὲ νὰ ἔχῃ μόνον δεκαετῆ, τὴν ἄλλην δ’ ὑπηρεσίαν νὰ ἔχῃ, διότι συνέπεσε νὰ ἦτο σχολάρχης ἢ γυμνασιάρχης. Διὰ τοῦτο φρονῶ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ δεχθῇ ἢ τριακονταπενταετῆ ἐν συνόλῳ δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἢ τριακονταετῆ διδακτικήν.
§243Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Μάλιστα.
§244Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εὐτυχῶς δὲν εὑρισκόμεθα πλέον, ὅπως πρὸ ἡμερῶν, μεταξὺ δύο γνωμῶν ἀντιθέτων ἐντελῶς. Διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὑπεστηρίχθη ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν καθηγητῶν ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὑπῆρξε δὲ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἠμφεσβήτει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἤθελε ν’ ἀνατεθῇ τοῦτο εἰς ἑκάστην Σχολήν. Εὐτυχῶς, λέγω, δὲν εὑρισκόμεθα πλέον πρὸ τῆς ἀντιθέσεως ταύτης τῆς ἀπολύτου. Διὰ τοῦ νεωτέρου νομοσχεδίου ἡ Κυβέρνησις παραδέχεται ὅτι τὸ Συμβούλιον καταρτιζόμενον ὅπως ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον θέλει γνωμοδοτήσει περὶ τῶν ἀπολυτέων. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα ὅμως τῆς ἀπολύσεως ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Πρόκειται λοιπὸν μόνον περὶ γνωμοδοτήσεως καὶ ἐρωτῶ· κατὰ τί βλάπτει, ἐὰν ἡ γνωμοδότησις ὑποβληθῇ κατὰ τὸ σύστημα τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ; Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι αἱ Σχολαὶ ἀπεδείχθησαν μὴ ἐκτελέσασαι πρεπόντως τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον εἶχον καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι ὀρθόν, ὅπως ἀνατεθῇ εἰς αὐτὰς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προτείνωσι τοὺς ἀπολυτέους. Εἰς τοῦτο παρατηρῶ ὅτι, ὡς προέτεινεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου Βουλευτής, τὸ σύστημά του δὲν θὰ ἔχῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προβλέπει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Διότι δὲν προέτεινεν, ὅπως ἑκάστη Σχολὴ προτείνῃ τοὺς ἀπολυτέους, ἀλλ’ ὅπως ἑκάστη Σχολὴ ἐκλέξῃ τρία μέλη αὐτῆς, ἵνα ἔπειτα συνερχόμενα τὰ μέλη τῶν διαφόρων Σχολῶν προβῶσιν εἰς τὴν γνωμοδότησιν, ἡ ὁποία πρόκειται ν’ ἀνατεθῇ εἰς αὐτούς. Οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει. Διότι, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἐκεῖνα τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα παρήγαγον τὴν κακὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου ἤθελον ὑπάρξει καὶ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν ἑκάστης Σχολῆς, ἔχετε τὰ μέλη τῶν ἄλλων Σχολῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουσι δικαίωμα ἵνα ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὴν γνωμοδότησιν ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ν’ ἀπολύσῃ τούτους συμφώνως πρὸς τὴν γνωμοδότησιν εἴτε ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ὑποδειχθεῖσαν τροπολογίαν καὶ νὰ γενικεύσῃ ταύτην εἰς πάντας τοὺς καθηγητάς, διότι δὲν βλέπω διάκρισιν μεταξὺ ἐχόντων ὑπηρεσίαν δεκαπενταετῆ καὶ μὴ ἐχόντων ὑπηρεσίαν δεκαπενταετῆ. Ἐὰν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δίδετε εἰς αὐτὴν μίαν ἐπὶ πλέον ἐγγύησιν. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ δικαίωμα μένει ἀπόλυτον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν προβᾶσαν εἰς ἀπολύσεις καὶ ἐναντίον τῆς γνωμοδοτήσεως. Ἐὰν εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Συμβουλίου παρατηρηθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα παρετηρήθησαν ἐπὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ὀρθὸν νὰ παύσῃ πᾶσα συζήτησις πλέον καὶ ν’ ἀποδεχθῶμεν, ὅπως τὸ Συμβούλιον ἀπαρτισθῇ ἐκ τριῶν μελῶν ἐξ ἑκάστης Σχολῆς, ἐκλεγομένων ὑπὸ πάντων τῶν μελῶν τῆς Σχολῆς, ὅπως τὸ Συμβούλιον τοῦτο προβῇ εἰς τὴν γνωμοδότησιν ἀπολῦον καθηγητὰς εἴτε ἔχοντας ὑπερδεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν εἴτε μή. Ταύτην τὴν σκέψιν ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὡς καὶ πάντων τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ πιστεύω ὅτι ἀναγνωριζομένου πλέον τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ὑπάρχει λόγος ὅπως παραταθῇ ἐπὶ πλέον ἡ συζήτησις.
§245Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ζητεῖται ἡ ἄδεια συστάσεως Συμβουλίου ἐκκαθαρίσεως τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, Συμβουλίου συγκροτηθησομένου ὑπὸ τριῶν καθηγητῶν ἐξ ἑκάστης Σχολῆς, τῶν ἀρχαιοτέρων. Προβάλλεται ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. ἐκ Ζακύνθου ὡς καὶ ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς, δι’ ἧς τὸ Συμβούλιον δέον νὰ συγκροτηθῇ οὐχὶ ὑπὸ τριῶν τῶν ἀρχαιοτέρων καθηγητῶν ἀλλ’ ὑπὸ τριῶν καθηγητῶν ἐκλεγομένων ὑφ’ ἑκάστης Σχολῆς. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ Συμβούλιον ὁμοιάζει πρὸς τὰ μακαρία τῇ λήξει ἐπαρχιακὰ συμβούλια, ἀφ’ ἧς τὸ Συμβούλιον τοῦτο θὰ ἔχῃ τὸ ὑψηλὸν δικαίωμα νὰ ἐκφράσῃ εὐχὰς καὶ γνώμας μὴ ὑποχρεωτικὰς διὰ τὸν Ὑπουργὸν δὲν ἐννοῶ τίς συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ περὶ συγκροτήσεως τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος Συμβουλίου. Ποῖον εἶναι τὸ κακὸν τοῦ Συμβουλίου τούτου, τὸ ὁποῖον θὰ συγκροτηθῇ κατὰ τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον ὑποδεικνύει καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ζακύνθου; Θὰ ἔχωμεν δὲ τὸ ἑξῆς παράδοξον. Φαντάσθητε τὴν θέσιν καθηγητοῦ ὁ ὁποῖος ὑπὸ τῶν συναδέλφων του ἐκρίθη ἀνάξιος νὰ διδάξῃ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Θὰ ἔλθῃ ὁ Ὑπουργὸς κατόπιν καὶ θὰ εἴπῃ ὅτι ἐγὼ δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην σας, διότι ὁ καθηγητὴς εἶναι ἄριστος. Ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τοῦ καθηγητοῦ τούτου ἐν μέσῳ τῶν συναδέλφων του καὶ ἀπέναντι τῶν μαθητῶν του, οἱ ὁποῖοι θὰ γνωρίζωσιν ὅτι ἐκρίθη ἀνάξιος ὑπὸ τῶν συναδέλφων του; Θὰ ἔχῃ πλέον οὗτος τὸ κῦρος καὶ τὸ γόητρον καθηγητοῦ; Δὲν φαντάζεσθε τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον θὰ δημιουργήσητε διαρκῶς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον διὰ τοιούτου Συμβουλίου; Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι, ὅταν οἱ ἀρουραῖοι μύες πληθύνωνται εἰς τὰ σιτοφόρα πεδία τῆς Θεσσαλίας, οἱ ἀγρόται ἔχουσιν ἴδιον τρόπον ἐξοντώσεως αὐτῶν. Ἐμβολιάζουσιν ὀλίγους ἐξ αὐτῶν διὰ τοῦ ὀροῦ τῆς λύσσης, τοῦ ὀροῦ Λέφλερ, καὶ οἱ ὀλίγοι οὗτοι δάκνουσι τοὺς ἄλλους, καὶ διὰ τοῦ δήγματος μεταδίδουσι τὴν λύσσαν καὶ οὕτω δηλητηριαζόμενοι πάντες ἀποθνήσκουσιν. Αὐτὸν τὸν ἰὸν θὰ ἐμβολιάσητε καὶ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Θὰ πάθωσιν ἐκ λύσσης πάντες οἱ καθηγηταὶ καὶ ὁ εἷς καθηγητὴς θὰ δάκνῃ τὸν ἄλλον, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν θ’ ἀποθάνωσιν ἐκ τῶν δηγμάτων, ἀλλὰ θὰ δημιουργῶσι καθημερινὰς ταραχὰς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Πρέπει πάντως ν’ ἀποφύγητε τὴν ἀνάμιξιν ταύτην τῶν καθηγητῶν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι λόγῳ τῶν ἀντιπαθειῶν καὶ συμπαθειῶν θὰ δημιουργήσητε μεγάλας ἀντιζηλίας. Ἐφ’ ὅσον δὲν δίδετε εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ δικαίωμα ὁριστικῶς ν’ ἀποφαίνηται, πράττετε ἔργον οὐχὶ λογικὸν καὶ πρέπον εἶναι ν’ ἀναλογισθῆτε τὰς συνεπείας του. Ἐννοῶ τὸ πρῶτον σχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ, τέλος πάντων θὰ κρίνῃ καὶ θὰ κρίνῃ τὸ Συμβούλιον, αὐτὸ τὸ ἐννοῶ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε διὰ τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου ἐκ καθηγητῶν, αὐτὸ δὲν ἐννοῶ, θὰ εἶναι δὲ φοβεραὶ αἱ δυσχέρειαι καὶ κακαὶ αἱ συνέπειαι αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσιν ἐκ τῆς συστάσεως τοιούτων Συμβουλίων. Θὰ ἔχωμεν διαρκεῖς ταραχάς.
§246Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὑμεῖς τί προτείνετε;
§247Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω τὸν τρόπον τὸν ὁποῖον περιλαμβάνει ἡ ὑπ’ ἐμοῦ κατατεθεῖσα πρότασις, καθ’ ἣν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς ἀπολύσεως τῶν καθηγητῶν. Δυνάμει τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ ὀφείλει ν’ ἀπολύῃ τοὺς καθηγητὰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν συνεπλήρωσαν δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀπαραιτήτως δύναται νὰ συμπεριληφθῇ δεκαετὴς διδασκαλία ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ εἰς τοὺς καθηγητὰς οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν, ὑπὲρ αὐτῶν γεννᾶται ἓν τεκμήριον ὅτι εἶναι ἄξιοι τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουσιν.
§248ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄν ἀνετρέχετε καὶ εἰς παρελθόντας χρόνους καὶ ἂν ἠθέλετε ἀνακαλέσει εἰς τὴν μνήμην σας ἀποθανόντας, οἵτινες ἐδίδαξαν μέχρι γήρατος, ἠθέλετε εὕρει πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσῃ καθηγητής τις ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν διδάσκων καὶ νὰ μὴ ἔχῃ ἕνα ἀκροατήν.
§249Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ πράγματα μετεβλήθησαν πολὺ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Ὑπάρχει ὁ τρόπος τῆς οἰκειοθελοῦς ἀποχωρήσεως τῶν συμπληρωσάντων τριακονταετῆ ὑπηρεσίαν, καί, ἐὰν λάβητε τὴν ἐπετηρίδα τοῦ Πανεπιστημίου εἰς χεῖράς σας, θὰ ἴδητε ὅτι μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω 40 καθηγηταὶ δύνανται ν’ ἀποχωρήσωσιν.
§250Δ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κανεὶς δὲν θὰ φύγῃ.
§251Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν φέρει εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἀντιζηλίας καὶ πάθη, ἀλλ’ ἀφήνει τὸν χρόνον νὰ ἐκκαθαρίσῃ καὶ μάλιστα ἐπὶ μιᾶς ὁμάδος καθηγητῶν ἐπὶ τῆς ὁποίας θ’ ἀποφανθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι οὐδεὶς ἐμποδίζει αὐτὴν ν’ ἀποφανθῇ περὶ τῶν καθηγητῶν τῶν μὴ συμπληρωσάντων δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν. Συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ πολύ, διότι τὸ Πανεπιστήμιον πρέπει νὰ εἶναι ἥσυχον, δὲν πρέπει νὰ σπείρωμεν ζιζάνια εἰς αὐτό, διότι φυσικὸν θὰ εἶναι νὰ θερίσωμεν τρικυμίας.
§252Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐν πρώτοις εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ τελειώσῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της, ἐὰν μὴ ψηφίσῃ ὡρισμένως τὸ μέτρον τοῦτο ὑφ’ οἱανδήποτε μορφήν, διότι, μεθ’ ὅσας συζητήσεις ἐγένοντο καὶ κατὰ τὰς ἄλλας Συνόδους τῆς Βουλῆς καὶ ἰδίως κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον περὶ τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐπὶ τοσοῦτον ἐξέπεσεν ἡ τιμὴ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου ἱδρύματος, ὥστε δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ περατώσῃ ἡ Βουλὴ τὰς ἐργασίας της χωρὶς νὰ νομοθετήσῃ τι χάριν τῆς ὑπολήψεως τῆς ἀνωτάτης τοῦ Κράτους ἐκπαιδεύσεως. Φρονῶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ δώσωμεν τὸν προσήκοντα ὁρισμὸν εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ Πανεπιστημίου. Ἔχει ἡ Βουλὴ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον νοσοῦσι τὰ τοῦ Πανεπιστημίου, ὥστε ἡ ἐκκαθάρισις θὰ περιλάβῃ μέγιστον ἀριθμὸν καθηγητῶν; Ἐκ τῶν 57 καθηγητῶν ὑπὲρ τὸ ἥμισυ εἶναι ἀποβλητέοι; Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, τότε βεβαίως πρέπει νὰ οἰκτίρῃ τις καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπιστήμην καὶ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν καὶ τὴν Κοινωνίαν ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον δέχονται, ἵνα ἐκπροσωπῶσι τὴν ἀνωτάτην ἐν τῷ Κράτει ἐκπαίδευσιν ἄνδρες τῶν ὁποίων οἱ ἡμίσεις ἀσχημίζουσι τὴν ἀνωτάτην ἐκπαίδευσιν τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι τοσοῦτος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποβλητέων. Φρονῶ ὅτι ὑπάρχουσι...
§253Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Διαπρεπέστατοι.
§254Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, ἀριθμὸς διαπρεπεστάτων, ὑπάρχει δὲ καὶ ἀριθμὸς καθηγητῶν, κατ’ ἐμέ, μετρίων.
§255ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὡς καὶ εἰς πάντα τὰ Πανεπιστήμια.
§256Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑποδεέστεροι τῶν ἀξιώσεων ἃς σήμερον ἔχει ἡ Ἐπιστήμη παρ’ ἡμῖν, οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν ἦσαν ὑποδεέστεροι τῶν ἐπιστημονικῶν ἀξιώσεων καθ’ ὃν χρόνον ἐξελέχθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ παρακολουθήσωσι τὴν ἐπιστημονικὴν πρόοδον εἴτε ἐλλείψει μέσων εἴτε ἐπιμελείας ἢ ἕνεκα ἄλλου οἱουδήποτε λόγου καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι ἀνταποκρίνονται πρὸς τὰς αὐστηρὰς ἀξιώσεις ἃς δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Ἐπιστήμη παρ’ αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν ἐξικνεῖται οὔτε εἰς τὸ τρίτον. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀποβολῆς ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου...
§257ΑΛ. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ὄχι ἀποβολῆς, ἀλλ’ ἀπαλλαγῆς.
§258Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑμεῖς ὑπήρξατε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μεταχειρίζεσθε ἐκφράσεις διπλωματικωτέρας, ἐνῷ ἐγὼ μεταχειρίζομαι ἀγριωτέρας. Ἔστω περὶ ἀπαλλαγῆς.
§259Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀποπομπῆς.
§260Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἠθέλησα νὰ δώσω τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἴτε ἀποπομπὴν εἴτε ἀπαλλαγὴν ὀνομάζων τὴν παῦσιν, διότι ζητεῖται διὰ τοιαύτης τυμπανοκρουσίας ὁ ἀποχωρισμὸς καθηγητῶν ἀπὸ τῆς πανεπιστημιακῆς ἕδρας, ὡσεὶ πρόκειται περὶ ἀποδιοπομπαίων. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ὡρισμένων καθηγητῶν διανεμομένων κατὰ Σχολὰς καὶ ἀνίσως, διότι οὐχὶ πᾶσαι αἱ Σχολαὶ ἔχουσι μέγαν ἀριθμὸν ἀποδιοπομπαίων, νομίζω ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα, ὅταν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δυσπιστήσωμεν τελείως πρὸς τὴν γνώμην καὶ τὸ ἔργον τῶν Σχολῶν. Ἐὰν ἠθέλομεν θεωρήσει ὅτι εἶναι μέγας ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀποδιοπομπαίων, τότε ὀφείλομεν κατὰ καθῆκον νὰ δυσπιστήσωμεν τελείως πρὸς πᾶσαν γνώμην τῶν Σχολῶν, διότι, ἐὰν ἐφθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν καθηγητῶν εἶναι τοιοῦτον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτοὺς τίποτε, τότε ὀφείλομεν ὑποχρεωτικῶς νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν γνώμην τινὰ περὶ αὐτῶν εἰς τὰς Σχολάς, αἵτινες κατὰ τὸ ἥμισυ ἢ κατὰ πλειονοψηφίαν ἤθελον ἀπαρτίζεσθαι ἐκ τοιούτων καθηγητῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωμεν τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πρόκειται περὶ μειονοψηφίας καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, περὶ ὧν πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Πολιτεία αὐστηρῶς καὶ ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς τῆς ἕδρας τῆς καθηγετικῆς, δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν ἀσφαλῶς εἰς συμπέρασμα περὶ τοῦ τρόπου ὃν δέον ν’ ἀκολουθήσωμεν. Ὀρθότερον εἶναι, ἀφοῦ ἐτέθη ἡ ἀρχὴ τῆς συστάσεως γνωμοδοτικοῦ συμβουλίου, τὸ Συμβούλιον τοῦτο νὰ ὑπάρχῃ γενικῶς διὰ πάντας, διότι δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ σχηματίσωμεν ἀσφαλῆ γνώμην, ὅταν οἱ ἀρχαιότεροι τῶν καθηγητῶν μόνον διὰ τὸν λόγον τῆς ἀρχαιότητος πρόκειται ν’ ἀποτελέσωσι τὸ Συμβούλιον.
§261Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ εἶναι οἱ καλύτεροι.
§262Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ γενικὴ γνωμοδότησις περὶ πάντων, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τοὺς κατὰ τύχην ἀρχαιοτέρους ὑπόδειξιν γνώμης περὶ τῶν ἄλλων, κατόπιν δὲ νὰ ἴδωμεν τούτους ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι οὕτω θὰ καταστήσωμεν ἀμφίβολον τὸ κριτήριον, δὲν δυνάμεθα δὲ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐγγυᾶται περὶ τούτου ἡ Κυβέρνησις. Ἐκτὸς δὲ τούτου θὰ στερῆται τοῦ κύρους κρίσις τῶν ὑπὸ κρίσιν καθηγητῶν. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις θὰ κρίνῃ περὶ τῶν 15, θὰ εἶναι ὀρθότερον νὰ κρίνῃ περὶ πάντων καὶ σχηματίσῃ κατ’ ἐπιλογὴν σῶμα ἐκ 15 ἀπηλλαγμένων πάσης κρίσεως. Ἀλλὰ σήμερον ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου τείνουσα νὰ προσδώσῃ εἰς τὰς Σχολὰς τὸ δικαίωμα τῆς ὑποδείξεως τῶν κριτῶν, εἰς ταύτην δὲ προσετέθη καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας. Νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς μέσην τινὰ λύσιν, διότι, ἐὰν δώσωμεν εἰς τὰς Σχολὰς τὸ δικαίωμα τὸ ἀπόλυτον τῆς ὑποδείξεως τῶν κριτῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι οἱ τρεῖς κριταὶ θέλουσιν ἐκλεχθῆ ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν θ’ ἀποβληθῶσιν ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, καθόσον εἶναι πιθανὸν νὰ ἐκλεχθῶσι τρεῖς τῶν ἐπιεικεστέρων. Νομίζω ὅτι θὰ ἐπλησιάζομεν πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν περιστάσεων, ἐάν, ἐξαιρέσει τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἐφ’ ἧς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον τοῦτο, διότι τὸ σύνολον τῶν καθηγητῶν της εἶναι 6, εἰς τὴν ὁποίαν δ’ ἀσφαλῶς δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ τις τὴν γνωμοδότησιν εἰς τοὺς ἀρχαιοτέρους, διότι τυγχάνει κατὰ τὴν κοινὴν ἐντύπωσιν οὗτοι νὰ μὴ εἶναι οἱ χειρότεροι...
§263Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Φυσικομαθηματικήν.
§264Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. .. εἰς τὰς λοιπὰς Σχολὰς νὰ ὑπεδείκνυεν ἑκάστη Σχολὴ 6, ἵνα ἐκλέξῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοὺς 3 ἐξ αὐτῶν, διότι τότε, ἐὰν αἱ Σχολαὶ σφάλωσι, δὲν θὰ σφάλῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκλέγουσα τοὺς 3 ἱκανωτέρους.
§265Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οἱ ὁποῖοι θὰ μείνωσιν ἄκριτοι.
§266Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, θ’ ἀπαλλαγῶσι πάσης περαιτέρω κρίσεως. Θὰ ἔχωμεν οὕτω καθορισμὸν τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν συναδέλφων, νομίζω δ’ ὅτι ἐν τῷ καθορισμῷ ὑπάρχει καὶ δικαίωμα, διότι, ὅταν καλῶμεν καθηγητὰς νὰ κριθῶσιν, ὀρθὸν εἶναι ἐπὶ τέλους νὰ ἔχωσι καὶ οὗτοι γνώμην τινὰ περὶ τῶν κριτῶν των, καθόσον ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν δικαίωμα ἐξαιρέσεώς τινος ἐκ τῶν κριτῶν. Μὴ λησμονῶμεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ φιλίαι καὶ ἔχθραι, διότι αἱ Σχολαὶ αἱ τρεῖς εἶναι διῃρημέναι εἰς κόμματα καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ πέσωσι καθηγηταὶ θύματα τῆς κομματικῆς διαμάχης, ἔχομεν δὲ πεῖραν πικροτάτην τῶν διαμαχῶν αἱ ὁποῖαι ἔφεραν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον τὴν κατάπτωσιν ἐξ ἧς εἰσήγοντο οὐχὶ οἱ ἱκανώτεροι, ἀλλ’ οἱ ὑπὸ τῶν κομματαρχῶν ἑκάστης Σχολῆς εὐνοούμενοι. Θὰ ἦτο δὲ ὀρθότερον καὶ καταλληλότερον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπιστήμην καὶ εὐπρεπέστερον διὰ τὸ ἵδρυμα τοῦτο, ἐὰν οἱ καθηγηταὶ δὲν κριθῶσιν ὡς οἱ τελωνοσταθμάρχαι ἢ οἱ γραμματεῖς τῶν Ἐφοριῶν. Ἐὰν δώσωμεν εἰς τὰς Σχολὰς τὸ δικαίωμα ἐκλογῆς 6 ἀντιπροσώπων, ἐξ ὧν θέλει ἐκλέξει 3 ἡ Κυβέρνησις, ἀπαλλαχθησομένους πάσης κρίσεως, οὕτω θὰ ἔχωμεν ἐγγύησιν καὶ ἐκ τῆς Σχολῆς καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ πᾶσαν αὐστηρότητα ἀλλὰ καὶ ἰσότητα ἐν τῇ κρίσει, διότι δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ ἐπιδράσωσιν εἰς τὴν κρίσιν αὐτῶν οὔτε οἱ κομματικῶς βιοῦντες οὔτε οἱ μοχθηροὶ οὔτε οἱ τετυφωμένοι, οἱ διὰ τοῦ τύφου καὶ τοῦ στόμφου ἐπιδεικνυόμενοι.
§267Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις ποίαν γνώμην δέχεται; Διότι, ἐὰν ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου προταθεῖσαν, ἐγὼ δὲν θὰ ἐπιμείνω.
§268ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς ἀκούσωμεν καὶ ἄλλας γνώμας.
§269ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βάλτου.
§270Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§271Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§272Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, διότι αὕτη καθαιρεῖ τὸ ἐπισφαλὲς καὶ πρωτάκουστον ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ κριθῶσι θὰ διορίσωσι τοὺς κριτάς των. Τοῦτο οὐδαμοῦ ἀπαντᾷ. Οὐδεὶς κρινόμενος διορίζει τὸν κριτήν του. Ἂς λάβῃ δὲ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἰς τὸ συμβούλιον τῶν κριτῶν δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ὁμοφωνίαι καὶ διαφωνίαι, αἵτινες θὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῆς κρίσεως αὐτῶν. Διὰ τοῦτο προτιμῶ μᾶλλον τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὸ σύστημα τῆς ἀρχαιότητος.
§273ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§274Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Μὲ μίαν παρατήρησιν, ὅπως ἡ γνώμη αὐτῆς προκειμένου περὶ τῶν ἀρχαιοτέρων εἶναι ἡ ὁριστική, καθόσον μάλιστα τὸ συμβούλιον θ’ ἀποτελεσθῇ ἐκ 15 καθηγητῶν, τῶν ἀρχαιοτέρων. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν ὅτι τὸ συμβούλιον θ’ ἀποτελεσθῇ ἐκ πασῶν τῶν Σχολῶν, αὕτη δὲν ἔχει σημασίαν, διότι πρωτίστως θ’ ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τῆς οἰκείας Σχολῆς.
§275Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§276ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πολλὴν στενοχωρίαν περὶ τὴν ἐκλογήν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐγέννησε τοσαύτας γνώμας κατ’ ἐξαίρεσιν, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις νὰ ζητήσῃ λόγον τῆς τοιαύτης πολυγνωμίας παρὰ μόνον εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν τοῦ Πανεπιστημίου, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κρίνωμεν καὶ δι’ ἀδείας τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐκκαθαρίσωμεν. Διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ Πανεπιστήμιον, ὅπερ ἐνέκλειεν ἐν ἑαυτῷ στοιχεῖα τοιαῦτα πρό τινος χρόνου, ὥστε ἐν τῷ μέτρῳ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἐπιστημονικῆς τῆς Ἑλλάδος νὰ ἔχῃ φήμην καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἀλώβητον, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ξένῃ, οὐχὶ μικράν, τὸ Πανεπιστήμιον κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη καὶ ἀκριβῶς ἀφ’ οὗ χρόνου ἐνεπιστεύθημεν εἰς τὸ ἀνώτατον τοῦτο ἐπιστημονικὸν σωματεῖον τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐκλογῆς τῶν μελῶν αὐτοῦ, ἔφθασεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον σχεδὸν ὡσεὶ ἐξεπίτηδες εἰργάζετο πρὸς τοῦτο νὰ καταπέσῃ εἰς τὴν ὑπόληψιν δυστυχῶς καὶ τὴν ἔσω καὶ τὴν ἔξω, ἐκεῖ ὅπου τοὐλάχιστον ἀσχολοῦνται περισσότερον εἰς τὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦτο ἐνῷ τὸ ἀνώτατον τοῦτο ἵδρυμα δὲν στερεῖται πλειάδος καθηγητῶν καθιστώσης αὐτὸ ἄξιον σεβασμοῦ. Ἐκεῖνο ὅπερ ἔφθειρε τὸ Πανεπιστήμιον εἶναι ἡ συναλλαγή, ἡ συναλλαγὴ ἥτις, ἂν ἀλλαχοῦ εὑρίσκῃ λόγους συγγνώμης, ἐκεῖ οὐδεμιᾶς δύναται νὰ τύχῃ συγγνώμης. Διότι οἱ καθηγηταί, ἂν δὲν εἶναι νόμῳ ἰσόβιοι, εἶχον ὅμως πεισθῆ ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ὅτι ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἐκλαμβάνονται ὡς ἰσόβιοι, διότι μόνον ἄν ποτε συνέβη ὀλίσθημα, παρεκτροπή, αὐθάδεια, μόνον τότε ἐπενέβη ἡ Πολιτεία, καὶ τοῦτο σπανιώτατα, ὅπως ἐπανορθώσῃ τὰ πράγματα. Ἀλλ’ οἱ καθηγηταὶ ἦσαν ἐλεύθεροι νὰ πολιτευθῶσιν ὑπὲρ τῆς ἰδίας αὑτῶν ὑποθέσεως κατὰ τρόπον ὥστε νὰ δείξωσιν ὅτι πᾶν στοιχεῖον ὅπερ δὲν εἶναι ἄξιον τοῦ σώματος αὑτῶν τοῦ ὑψηλοῦ, τοῦ ἐπιστημονικοῦ, ἀποκρούουσιν αὐτομάτως, διότι δὲν εὑρίσκει μεταξὺ αὐτῶν θέσιν. Οἱ καθηγηταὶ διῃρημένοι εἰς φατρίας προσπαθοῦσι νὰ εἰσάγωσιν οὐχὶ τοὺς ἀρίστους, ἀλλὰ τοὺς χρησιμωτέρους εἰς τὸ ἔργον τῶν φατριῶν. Καὶ εἴδομεν τοῦτο τὸ παράδοξον ἐν Ἑλλάδι, ὁ διακρινόμενος ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐπιστήμων, ὁ Ἕλλην ὁ εἴτε ἐκ τῆς ἔξω εἴτε ἐκ τῆς ἔσω Ἑλλάδος, νὰ θεωρῆται ξένος καὶ ν’ ἀποκρούηται ἡ εἴσοδος αὐτοῦ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, εἴσοδος ἥτις γινομένη ἀποδεκτὴ ἤθελεν ἐξυψώσει τὸ ἀξίωμα τοῦ Πανεπιστημίου. Εἰς τοὺς οὕτω πταίσαντας, εἰς τοὺς οὕτως ἀφ’ ἑαυτῶν ἐφελκύσαντας τὴν κατάκρισιν καὶ ἐκ τούτου ἐκπεσόντας, ζητεῖτε σήμερον ν’ ἀναθέσωμεν τὴν κρίσιν; Ζητεῖτε ν’ ἀναθέσωμεν τὴν κρίσιν κατὰ τίνα τρόπον; Καλοῦντες αὐτοὺς εἰς ἐκλογάς, αὐτοὺς οἵτινες δι’ ἐκλογῶν ἔφθειραν τὸ Πανεπιστήμιον, — δὲν λέγω πάντας, ἀλλ’ ἐκείνους οἵτινες παρεξετράπησαν ἐκεῖ ὅπου κυρίως τὰ πάθη αὐτῶν τὰ ἐσωτερικά, ἀνάμικτα πολιτικὰ ἢ διδασκαλικὰ ἢ ἰατρικὰ ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο, ἐπέδρασαν εἰς τὴν ἐκλογήν. Τούτους καλοῦμεν πάλιν εἰς ἐκλογὴν καὶ πρὸς τούτους λέγομεν· «Ἐκλέξατε ὑμεῖς ἐκείνους οἵτινες θὰ ἔλθωσι νὰ φωτίσωσι τὴν Κυβέρνησιν»! Φοβοῦμαι ὅτι χειροτέραν λύσιν ταύτης δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξεύρωμεν ἄλλην. Καὶ φθάνω ἀκούσας τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βάλτου νὰ ἐρωτήσω· ἆρά γε, ἐὰν κληθῇ Σχολή τις, ἵνα αὐτὴ ἐκλέξῃ τοὺς ἐξ πλειονοψηφήσαντας ἢ μειονοψηφήσαντας, δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς Βάλτου ὅτι τὰ καλὰ καὶ συμφέροντα δὲν θὰ πείσωσιν αὐτοὺς νὰ συσπειραθῶσιν οὕτως ὥστε νὰ πλάσωσι πλειονοψηφίαν καὶ νὰ πλάσωσι μειονοψηφίαν σύμφωνον ὅπως εἴπῃ ὅτι τὰ πάντα ἔχουσι καλῶς;
§277Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἂν εἶναι τοιοῦτοι, νὰ τοὺς διώξητε ὅλους.
§278ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε ποία θὰ εἶναι ἡ θέσις τοῦ ὑπερτέρου κριτοῦ, τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ θὰ ἔλθῃ ν’ ἀποφασίσῃ, θὰ ἔχῃ δὲ τῆς ἑξάδος ταύτης, τῆς ἀπορρεούσης ἀπὸ τοῦ συνόλου τῆς Σχολῆς, θὰ ἔχῃ προκατειλημμένην τὴν γνώμην ὅτι τὰ πάντα ἔχουσι καλῶς καὶ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐκεῖ ὅπου ἡ σεβαστὴ Σχολὴ οὕτω κατὰ παμψηφίαν ἀπεφάσισε, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔλθῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ν’ ἀπολύσῃ; Ἡ θέσις τοῦ μέλλοντος νὰ κρίνῃ ἀμετακλήτως καθίσταται δυσχερής, διότι εἶναι ἀδύνατον ἡ Κοινωνία νὰ μὴ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα ἄλλως ἢ ὅ,τι ἤθελεν ἐξετάσει αὐτά, ἂν ἤρχοντο ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς ταύτης ἢ ἂν ἤρχοντο κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι τὸν χαρακτῆρα πλήρους ὁμοφωνίας τῶν Σχολῶν, ὅτι τὰ πάντα καλῶς ἔχουσι καὶ ἐν αὐταῖς καὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος συνάδελφος ὅτι ἡ ὀρθὴ γνώμη ἦτο ἡ πρώτη, ἣν ἐξήνεγκεν ἡ Κυβέρνησις.
§279Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ μᾶλλον θαρραλέα.
§280ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ μᾶλλον θαρραλέα, καὶ εἶμαι σύμφωνος ὅτι ἦτο ἡ ἀκριβῶς θαρραλέα, ἡ ὀφειλομένη πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν ὅτι ἦτο καὶ ἡ ὀρθή· διότι ὅπως σχηματίσῃ κρίσιν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον περὶ τῶν πραγμάτων—μὴ ζητῶμεν νὰ πλανήσωμεν ἡμᾶς αὐτούς—δὲν θέλει εὑρεθῆ κατέχον καθ’ ἣν ἡμέραν πρόκειται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν εἰδικὴν ταύτην ἐργασίαν τοσαῦτα στοιχεῖα γνώσεως καὶ πείρας, ἣν τοσοῦτον ἐξύμνησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Φθιώτιδος, ὥστε νὰ δυνηθῇ εἰδικώτερον ἀσχολούμενον εἰς τὸ ἔργον ταχύτατα νὰ φθάσῃ νὰ μορφώσῃ τὴν ὁριστικὴν γνώμην περὶ σαπροῦ καὶ μὴ σαπροῦ. Τὴν γνώμην ταύτην τὴν θαρραλέαν, περὶ ἧς εἶχε πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἡ ὀρθή, εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅ,τι συμβαίνει εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ἐμφανίσεως πολλοῦ θάρρους, προσέκρουσεν εἰς τοὺς δισταγμοὺς καὶ τὰς ἀμφιβολίας τῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ οὕτως ἐκινδύνευσε νὰ ναυαγήσῃ τὸ σχέδιον ἡμῶν, σχέδιον ἐν τούτοις ὅπερ πάντες ὁμοῦ συγκατεσκευάσαμεν ἢ συναπεδέχθημεν. Ἐν τοιαύτῃ στενοχωρίᾳ καὶ προκειμένου ν’ ἀπέλθωμεν ἐντεῦθεν μετὰ κενῶν τῶν χειρῶν, πρᾶγμα ὅπερ θ’ ἀπέβαινεν ἀφόρητον εἰς τοὺς ἔχοντας ὡρισμένην κατεύθυνσιν πορείας, εἴπομεν ἂς εὕρωμεν τρόπον ἐξοικονομήσεως τῶν πραγμάτων, κἂν ἔτι ἐκεῖνο ἦτο τὸ ὀρθόν, θαρραλέον, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρωμεν θαρραλεώτερον, ὀρθότερον, κἂν ἦτο ἀπολύτως ὀρθόν, ἀπολύτως θαρραλέον. Κατέβημεν ὀλίγον καὶ ζητοῦμεν νὰ παραχωρηθῇ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τῆς ἐκκαθαρίσεως διὰ τοῦ τρόπου τούτου, ὅστις ἔχει τι τὸ ἐλαττωματικόν, ἔχει πολὺ τὸ ἐλαττωματικόν, διότι ἔρχεται ἔπειτα ὁ ζητῶν τοῦτο, ἀφοῦ ζητήσῃ τὴν γνώμην τὴν πρὸς ἐκκαθάρισιν καὶ ἐκκαθαρίζει αὐτὸς τοὺς γνωμοδοτήσαντας περὶ ἐκκαθαρίσεως. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ φαύλου τούτου κύκλου, ὅστις δὲν περιλαμβάνει μόνον τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου, καὶ τὴν γνώμην, ἤθελον εἴπει, τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, ὅστις ἐφρόντισε νὰ ὀχυρωθῇ ὑπὸ τὸ δυσάρεστον τοῦτο ὀχύρωμα, ὅτε ἠρνήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τοιούτου εἴδους κρίσιν. Ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος δὲν εἶναι γνώμη ἐκκαθαρίσεως. Εἶναι γνώμη— καὶ ἡ ἀγόρευσις αὐτοῦ τὸ ἔδειξεν—εἶναι γνώμη ἀνοχῆς ἐπὶ προσδοκίᾳ κρείττονος μέλλοντος, παράδοξον δὲ λίαν μοὶ ἐφάνη ἐκεῖνος νὰ εἴπῃ τοῦτο, ὅστις καὶ νέος ἔτι εἶναι καὶ ἀξίαν ἐπιστημονικὴν ἔχει, ὅτι πρέπει ν’ ἀνακόψωμεν τὴν φορὰν τῶν νέων τὴν πρὸς τὰ ἄνω, διότι ἡ φορὰ αὕτη εἶναι ἐξωθητικὴ τῆς πείρας. Ἐν τῇ Ἐπιστήμῃ ἡ πεῖρα ἔχει ἀξίαν, ἀλλ’ ἡ πεῖρα δὲν εἶναι ἡ πρώτη, καὶ συμβαίνει ὅτι οἱ ἐπιστήμονες οἱ γηράσαντες, οἵτινες δὲν εἶναι ἐκ τῶν ὅλως διακεκριμένων ἐπιστημόνων —ὅτε καὶ ἑβδομηκοντούτεις καὶ ὀγδοηκοντούτεις, ἐὰν ἔχωσι τὰς διανοητικὰς αὐτῶν δυνάμεις ἀκμαίας, εἶναι πάντως προτιμητέοι—οἱ ἄλλοι ἐκτὸς τούτων οἱ γηράσαντες ἐν μετριότητι καταντῶσι μετριώτεροι ἑαυτῶν, ὅσῳ δὲ μετριώτεροι τόσῳ στασιμώτεροι, καὶ ὅσῳ στασιμώτεροι τόσῳ καὶ περισσότερον ἐπιθυμοῦντες νὰ μὴ ἐξέλθωσι τῆς Σχολῆς εἰς ἣν γίνονται βάρη.
§281ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄχθος ἀρούρης.
§282ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄχθος Σχολῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ φθάσῃ ζυγίζουσα τὰ πράγματα εἰς εὕρεσιν λύσεως. Τῶν λύσεων, αἵτινες ταύτην τὴν ὥραν προτείνονται, δύναται αὕτη ἐκείνης νὰ προτιμηθῇ καὶ δὲν θὰ εἶναι δύσκολον νὰ προσχωρήσωμεν εἰς τὴν γνώμην ἥτις ἐκεῖθεν ἐλέχθη, ἥτις ὅμως θὰ ἔχῃ τὸ ἐπισφαλὲς λίαν, ἡ Σχολὴ νὰ κληθῇ καθαιροῦσα ἑαυτὴν δι’ ἐκλογῆς, θὰ δώσῃ ἀπολύτως τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκλέξῃ τοὺς καθαιρετέους. Ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι μία μόνον γνώμη ἐν τούτῳ εἶναι ἀκριβῶς ὀρθή, ἡ τῆς ἀναθέσεως εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τοῦ δικαιώματος τοῦ καθαρμοῦ. Νὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς νὰ καθάρωμεν μετὰ γνωμοδότησιν; Διατί θέλομεν κριθῆ ἄξιοι ταύτης τῆς ἐμπιστοσύνης; Διότι ἠκούσαμεν ἐκείνους περὶ ὧν πρόκειται νὰ γίνῃ κρίσις περὶ ἐκκαθαρίσεως; Καὶ θὰ εἴμεθα ὀλιγώτερον ἄξιοι ἐμπιστοσύνης, ἂν δὲν ἠθέλομεν ἀκούσει αὐτούς; Δὲν πρόκειται νὰ δικάσωμεν καὶ καταδικάσωμεν· πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ Πανεπιστημίου, νὰ μὴ κρατήσωμεν τοὺς ὀλίγους ἀχρήστους καὶ νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὰς θέσεις τῶν ἐξελθόντων ἐκείνους οἵτινες δακτυλοδεικτοῦνται καὶ οἵτινες ἀπὸ τῆς ἐν γένει ἐπιστημονικῆς αὐτῶν μορφώσεως ἐνδείκνυνται προωρισμένοι νὰ καταλάβωσι τὰς πανεπιστημιακὰς ἕδρας καὶ ν’ ἀναβῶσι τὴν ἐπιστημονικὴν κλίμακα.
§283Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Γνωρίζετε πολλούς;
§284ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν Ἑλλάδι γνωρίζω τινάς, ἔξω τῆς Ἑλλάδος γνωρίζω ἀριθμόν. Καὶ τοῦτο μὴ φανῇ παράδοξον. Ἐν Ἑλλάδι ἀκριβῶς ἡ κίνησις ἡ σήμερον γινομένη ἀπέδειξεν ἐπιθυμίαν...
§285Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπιθυμίαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον.
§286ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σήμερον κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν τοῦ γενικοῦ ἀναβρασμοῦ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε τὸ Πανεπιστήμιον νὰ παραμελῆται· οἱ νέοι οἱ ἱκανοί, οἱ ἐπιστήμονες, δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἀλλ’ ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ νὰ γίνωνται Ὑπουργοί.
§287Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κάτι τι περισσότερον.
§288ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κατὰ τοὺς χρόνους κατὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ ἤμην νέος πᾶς νέος ἐρχόμενος ἰδίως ἐκ Γερμανίας καὶ φορῶν ὑψηλὸν πῖλον καὶ χειρόκτια ἐζήτει νὰ γίνῃ καθηγητής. Ἐγὼ ἐσπούδασα ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐλθὼν συνήντησα συσπουδαστάς μου πολλοὺς καὶ ἤκουσα αὐτοὺς πάντοτε λέγοντας ὅτι θέλουσι νὰ διορισθῶσι καθηγηταί. Οἱ σημερινοὶ θέλουσι νὰ γίνωσιν Ὑπουργοί. Σήμερον, ὅτε πράγματι τοσαύτη ἐπιστημονικὴ μόρφωσις ὑπάρχει, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατέχει σήμερον σπουδαῖον ἀριθμὸν νέων, οἵτινες ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν Ἐπιστήμην καὶ ἄριστα μεμορφωμένοι εἶναι προωρισμένοι, ἐὰν δὲν ἀποτραπῶσι τῆς ὁδοῦ ταύτης, ν’ ἀποτελέσωσι φυτώριον καθηγητῶν, ἀξίων νὰ φέρωσι τιμὴν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Δὲν πρέπει οὗτοι νὰ παροραθῶσιν.
§289Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ἀσημότητες τοῦ μέλλοντος.
§290ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ αἱ ἀσημότητες τοῦ μέλλοντος εἶναι δυστυχῶς τοσοῦτον ὑπέρτεραι τινῶν τῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐπιστημόνων, ὥστε ἔχει τις τὸν πειρασμὸν νὰ ἐρωτήσῃ διατί νὰ μὴ εἶναι ὁ νέος ὁ χθεσινὸς εἰς τὴν θέσιν ἐκείνου ὅστις πρὸ δεκαετίας ἐγένετο καθηγητής.
§291Κ. ΑΡΓΑΣΑΡΗΣ ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ ὑποδείξω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι μετριότητες ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ἀλλ’ οὐδεμία ἐπισημότης ἔμεινεν ἐκτὸς αὐτοῦ.
§292Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγεν ὅτι ποικίλλουσιν αἱ γνῶμαι ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ Πανεπιστημίου. Κατ’ ἐμὲ ὑπάρχουσι μόνον δύο γνῶμαι. Ἀληθῶς ποικίλλουσιν αἱ γνῶμαι περὶ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Συμβουλίου, τοῦ προκαταρκτικοῦ, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι γνώμη περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκκαθαρίσεως, εἶναι κρίσις περὶ τῶν στοιχείων ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι περὶ τὴν συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου. Αἱ γνῶμαι εἶναι δύο· Θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἢ δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν ἄρτι διατυπωθεῖσαν γνώμην ἐν τῷ δευτέρῳ ὑπουργικῷ σχεδίῳ ἐχαρακτήρισεν ὡς μὴ ἀκριβῆ, ὡς μὴ ὀρθήν, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ καί τι ἕτερον· ἠδύνατο νὰ τὴν χαρακτηρίσῃ ὡς μὴ εἰλικρινῆ, διότι ἐλλείπει ἡ εἰλικρίνεια, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει εἰς πάσας του τὰς πράξεις ἐκ τοῦ προκειμένου σχεδίου. Ἐὰν δὲν ἔχητε τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν καταρτίσητε αὐτήν, εἰς τί σᾶς χρησιμεύει; Ἐὰν ἔχητε πεποίθησιν εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς περὶ τοῦ ὅτι δύνασθε νὰ κρίνητε καὶ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνάξιοι νὰ κατέχωσι τὴν ἕδραν τὴν πανεπιστημιακὴν καὶ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι ὅπως τοὺς ἀντικαταστήσωσι, διεκδικήσατε τὴν αὐτοβουλίαν. Ὅτε λέγετε ὅτι δι’ ἑνὸς συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκηται ὑπὸ τὸ δέος τοῦ πελέκεως, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὑπὲρ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ καὶ τῶν μελῶν αὐτοῦ, θὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν, ὅτε σεῖς λέγετε, ὅτι ἔχετε ἐν ὑμῖν τὰ μέσα καὶ τὰ διδόμενα ὅπως κρίνητε, δὲν βλέπω ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἄλλως ἢ ὡς σχέδιον μὴ εἰλικρινές.
§293ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ εἰλικρινὲς ἀπεκρούσθη.
§294Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἔλθω καὶ εἰς αὐτό. Πρὸ παντὸς ὅμως πρέπει νὰ λεχθῇ ὅτι ἡ λέξις εἰλικρινὴς δὲν ἀφορᾷ εἰς ὑμᾶς. Πρόκειται περὶ τῆς ἐκτιμήσεως. Προκειμένου περὶ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ τοῦ προκαταρκτικοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον δύναται νὰ βαρύνῃ ἐπὶ τῶν σκέψεων τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀφοῦ αὐτὸ θ’ ἀποφανθῇ κατὰ τὰ δεδομένα τὰ ὁποῖα ἔχει ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οὕτω κατηρτισμένου τοῦ Συμβουλίου αὐτοῦ ἔχομεν καὶ τὸ ἄλλο, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἴσως δὲν ἠδυνήθησαν ν’ ἀκολουθήσωσι τὰς προόδους τῆς Ἐπιστήμης, ἐκεῖνοι κατὰ τὸ σχέδιον τὸ τελευταῖον τῆς Κυβερνήσεως πρόκειται νὰ συγκροτήσωσιν αὐτὸ τὸ Συμβούλιον. Εἰς τὸ σχέδιον δὲ τὸ τυπωθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ζακύνθου Βουλευτοῦ ἀντέταξεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς εἰς τὰς Σχολὰς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι κατεχράσθησαν ἢ ἐποιήσαντο κακὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν εἰς αὐτὰς ἡ Πολιτεία. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐποιήσαντο αἱ Σχολαὶ ἀγαθὴν χρῆσιν τοῦ ὑπερτάτου δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἀπέδωκεν ἡ Πολιτεία εἰς αὐτὰς διὰ τὴν ὑπόδειξιν τῶν διοριστέων καθηγητῶν. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ κατηγορῶμεν τὰ ἄτομα, δὲν πρέπει νὰ κατηγορῶμεν τὰ πρόσωπα. Δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ἀληθῶς ἀπεχθῆ, ἀφοῦ δὲν ἐνοήσαμεν ἀκόμη τὰς ἰδέας τὰς ἀποκεντρωτικάς, δὲν ἐνοήσαμεν τὸν μηχανισμὸν τὸν ἀποκεντρωτικόν. Ἀναμφισβητήτως, ἐὰν εἰς ἕνα σύλλογον οἱωνδήποτε προσώπων, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει παρὰ μόνον νὰ κρίνῃ κατὰ τὴν ἰδίαν του ἀντίληψιν, θέσητε ἓν ζήτημα προσωπικόν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ κατὰ λόγον τῶν προσωπικῶν συμπαθειῶν ἢ προσωπικῶν ἐμπαθειῶν νὰ κρίνῃ. Οὐδέποτε ἐσκέφθησαν τοιαύτην πλημμελῆ ὀργάνωσιν τῶν θεσμῶν τῶν ἀποκεντρωτικῶν, οἵαν ἔχομεν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ οἵαν ἐξακολουθοῦμεν νὰ εἰσάγωμεν εἰς τὴν διοίκησιν ἡμῶν καθ’ ὅλους τοὺς κλάδους. Ἡ ἀποκέντρωσις προϋποτίθησι τὸν ἔλεγχον τὸν πραγματικόν, ὄχι τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀτόμων κατὰ λόγον τῶν συμπαθειῶν ἢ τῶν ἀντιπαθειῶν ἑνὸς ἑκάστου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἔκρινα ὡς πλημμελὲς ὑμεῖς δύνασθε κάλλιστα νὰ τὸ κρίνητε ὡς ὀρθόν, καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κρίνεται ὑπ’ ἐμοῦ ὡς ἀνάξιος δύναται κάλλιστα νὰ κριθῇ ὑφ’ ὑμῶν ὡς ἄξιος. Τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει οὔτε ὅτι ὑμεῖς εὑρίσκεσθε ἐν πταίσματι καὶ ἀσπάζεσθε τὴν συναλλαγὴν οὔτε ὅτι ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν τῇ καταστάσει ταύτῃ, ἀλλ’ ἀποδεικνύει μόνον τὴν ἀτέλειαν τοῦ θεσμοῦ. Θέλετε πραγματικῶς νὰ ὑπάρξῃ ἀποκέντρωσις, ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ εὕρητε πάσας τὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ὀφείλετε νὰ ἐπιδιώξητε ἐν τῷ θεσμῷ τῆς ἀποκεντρώσεως; Καταστήσατε τὸν θεσμὸν πλήρη, καταστήσατε τὸν ἔλεγχον πραγματικόν, καταστήσατε τὸν διαγωνισμὸν δημόσιον, καταστήσατε ἐκείνους τοὺς ὁποίους καθιστᾶτε κριτὰς κρινομένους, ὅταν πρόκειται αὐτοὶ ν’ ἀποφανθῶσι περὶ τοῦ κρινομένου ὡς ἀξίου ἢ ἀναξίου μιᾶς θέσεως· τελειοποιήσατε τὸ σύστημα τοῦ διαγωνισμοῦ, καὶ δὲν ἔχετε παρὰ νὰ προστρέξητε εἰς οἱανδήποτε νομοθεσίαν, εἴτε Γερμανικὴν εἴτε Γαλλικήν, καὶ θὰ εὕρητε πλήρη τὸν ὀργανισμὸν τῶν ἀποκεντρωτικῶν αὐτῶν συστημάτων, διαγωνισμὸν ἀρχόμενον ἀπὸ ἐγγράφου θέματος, διαγωνισμὸν ὁ ὁποῖος θὰ ἐξακολουθήσῃ διὰ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ θέματος κατ’ ἀντιμολίαν μεταξὺ πάντων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διαγωνίζονται ἐνώπιον τοῦ ἀπλέτου φωτὸς τῆς δημοσίας γνώμης, διαγωνισμὸν ὁ ὁποῖος τελειοῦται διὰ τῆς διδασκαλίας θέματος τοῦ κλάδου ἐνδεικνυομένου διὰ κληρώσεως. Ἀλλ’ ἡμεῖς τί κατεστήσαμεν; Κατεστήσαμεν τὴν ψηφοθηρίαν ἀντὶ τῶν ἀποκεντρωτικῶν θεσμῶν. «Νὰ χαρῇς τὴν μάννα σου καὶ τὸν πατέρα σου νὰ μοῦ δώσῃς μίαν ψῆφον, διότι δὲν ἔχω τι νὰ κάμω, ἵνα γίνω καθηγητής»! Καὶ κατεδικάζομεν πάντας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τὰς συνεπείας τοιούτου ἀτελοῦς θεσμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας καὶ οἱοσδήποτε ἐξ ἡμῶν ἐὰν εὑρίσκετο εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν αὐτοί, εἰς τοὺς πειρασμοὺς εἰς τοὺς ὁποίους εὑρέθησαν αὐτοί, ἐὰν δὲν ἐφθάνομεν εἰς τὰ αὐτὰ ἄτοπα ἀποτελέσματα εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθασαν αὐτοί. Ἂν δὲ εἶπον πάντα ταῦτα, τὰ εἶπον διότι φοβοῦμαι ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἐκκαθαρίσεως ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ τελεσθῇ θὰ εἶναι ἀτελέστερον καὶ μᾶλλον πλημμελὲς τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἡμεῖς σήμερον. Ἀρκεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψῃ ἡ ἰδέα ἐν τῇ Κοινωνίᾳ ἡμῶν, ἡ ὁποία εἶναι τόσον ὕποπτος, ὅτι σκέψεις πλάγιαι, σκέψεις ὑλικαί, σκέψεις ἐχθρικαὶ ἐνέπνευσαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διὰ νὰ καταρρίψητε ἀμέσως τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου, εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ ὁποίου ἀποβλέπετε. Ὡμιλήσατε περὶ νέων ὧν ἡ εἴσοδος ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐνδείκνυται· ὡμιλήσατε περὶ ἐπιστημόνων οἱ ὁποῖοι διατελοῦσιν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, οἱ ὁποῖοι διεκρίθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπεκλείσθησαν. Δὲν γνωρίζω κανένα ἐξ αὐτῶν. Ἂν δὲν ἦλθεν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐνεδεικνύετο καὶ ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄριστος ἐπιστήμων καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιστημονικὴ ἀξία εἶναι ἀνεγνωρισμένη παρὰ πάντων, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὰς σκέψεις τοῦ ἰδίου, διότι ἐθεώρει ὅτι ἄλλως ἔπρεπε νὰ καθορισθῶσι τὰ τῆς ἕδρας τῆς Παθολογίας. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσι παρ’ ἡμῖν νέοι φωστῆρες, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦσιν εἴτε τὰς ἕδρας τῶν Ὑπουργῶν εἴτε τὰς ἕδρας τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἂς ἔλθωσιν ἐνταῦθα νὰ τοὺς ἴδωμεν, ἂς ἔλθωσι νὰ μετρηθῶσι μὲ τοὺς γέροντας, μὲ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατ’ αὐτοὺς οὐδεμίαν ἐπιστημονικὴν ἰδέαν ἔχουσι καὶ οὐδέποτε ἐσπούδασαν. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα λέγουσι καὶ τοιαύτας ἔχουσιν ἀξιώσεις ἀποδεικνύουσιν ὅτι εἶναι ἀνάξιοι νὰ ἐννοήσωσι τὸ γνῶθι σαυτόν! (φωναὶ εὖγε! εὖγε!), διότι δὲν εἶδον κανένα ἐπιδεικνύοντα τὰς γνώσεις τὰς ἐπιστημονικάς, ἐπὶ ταῖς ὁποίαις νὰ δύναται νὰ ἐναβρυνθῇ, ἐπὶ ταῖς ὁποίαις νὰ δύναται νὰ στηρίξῃ τὰς ἀξιώσεις του.
§295Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Αἱ Σχολαὶ ἔχουσιν 170 ἀναδείξει ὑποψηφίους καθηγητάς!
§296Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θαυμάζω ὅτι δὲν ἀνέδειξαν 270. Βεβαίως εἶναι εὔκολον νὰ θέλῃ τις νὰ γίνῃ Ὑπουργός, εἶναι εὔκολον νὰ θέλῃ τις νὰ γίνῃ καθηγητής. Ἀλλὰ θέσατέ τον ἐκεῖ νὰ διαγωνισθῇ, θέσατέ τον ὑπὸ τὴν δοκιμασίαν ἐκείνην καὶ ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τῆς συζητήσεως. Θέλει νὰ γίνῃ Ὑπουργός; Φέρετέ τον ἐνταῦθα. Ἂς ἔλθῃ ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ὁμιλήσῃ, ἐδῶ εἰς τὸ ἄπλετον φῶς τῆς συζητήσεως. Θέλει τὸ βῆμα τῆς δημοσιογραφίας; Ἂς τὸ καταλάβῃ. Θέλει τὸ βῆμα τοῦ ὑφηγητοῦ; Ἂς τὸ καταλάβῃ. Θέλει τὸ βῆμα τοῦ πολιτευτοῦ; Ἂς ἔλθῃ νὰ διαγωνισθῇ, ἀλλ’ ὄχι νὰ μᾶς λέγῃ ἄλλοτε μὲν ὅτι θέλει τὴν στενήν, ἄλλοτε δὲ τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, ἵνα εἰσπηδήσῃ αὐτός! Πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὅτι πρέπει νὰ διαγωνισθῇ, ἵνα ἀποκτήσῃ δικαιώματα· ἂς ἔλθῃ νὰ πολεμήσῃ, ὅπως ἐπολέμησεν εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν.
§297Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶναι βαρειὰ ἡ καλογηρική!
§298Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι εὔκολον διὰ μερικῶν ῥαδιουργιῶν, δι’ ὑποβολῆς νὰ κατορθοῖ κανεὶς νὰ καθιστᾷ ὄργανον τοὺς ἄλλους, ἵνα δύναται ν’ ἀναδειχθῇ. Αὐτὸ εἴδομεν δυστυχῶς κατὰ τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας, ἀλλ’ αὐτὸ ἀποδεικνύει ὄχι πλέον ἔλλειψιν ἐπιστημονικήν, ὄχι πλέον ἔλλειψιν φιλοτιμίας, ἀλλὰ καὶ ἔλλειψιν χαρακτῆρος· εἰς ἐκείνους δὲ οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ διαγωνισθῶσιν ἐλευθέρως, εἰς αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ παραδώσητε καὶ τὰς μελλούσας γενεάς. Ὑπήρξαμεν πάντες νέοι καὶ ἤλθομεν καὶ ἡμεῖς ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς μὲ τὰ φῶτα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀντλεῖ τις εἰς τὰς ἕδρας τῶν Σχολῶν τῶν ἐπιστημονικῶν τῆς Εὐρώπης. Καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας εἶναι διδάκτωρ, καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐσπουδάσατε νομικὰ εἰς τὴν Ἑσπερίαν, καὶ ἐγὼ ἐσπούδασα, καὶ πλεῖστοι ἄλλοι ἐξ ἡμῶν, ἀλλὰ δὲν ἤλθομεν μὲ τοιαύτας ἰδέας. Ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ἦλθον ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς μετὰ δέους ἀπέβλεπον πρὸς τὴν ἕδραν τὴν πανεπιστημιακήν, καὶ ἤμην καὶ ἐγὼ διδάκτωρ τῆς Σχολῆς τῶν Παρισίων. Δὲν πιστεύω οἱ κύριοι οὗτοι κοινωνιολόγοι νὰ μὲ νομίσωσιν ὅτι ὑστερῶ τῆς νοημοσύνης αὐτῶν. Ἐδίδαξα ἐπὶ δεκαετίαν ὡς ὑφηγητὴς τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου.
§299Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ εἴχετε ὡς ὁδηγὸν τὸν πατέρα σας!
§300Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ εἶχον κληρονομίαν πατρικήν, ἀλλὰ δὲν κατώρθωσα ν’ ἀναδειχθῶ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῇ οἰκογενειακῇ ἀνατρέξωσι θὰ εὕρωσι τὰ παραδείγματα τῆς μετριοφροσύνης καὶ τῆς ἀληθοῦς ἐπιστημονικῆς ἀξίας, θὰ εὕρωσι τὰ παραδείγματα τῆς ἀρετῆς τῆς ἐπιστημονικῆς, καὶ τῆς ἀρετῆς τῆς κοινωνικῆς. Ἐνθυμοῦμαι ἐγὼ καὶ πάντοτε θρηνῶ διὰ τὴν πρόωρον ἀπώλειαν ἑνὸς φιλτάτου μου φίλου καὶ ἐξόχου ἐπιστήμονος, τοῦ Ἀραβαντινοῦ, ὅστις μετ’ ἀγωνίας δεκαετηρίδων μόλις κατώρθωσε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ νὰ καταλάβῃ ἐπαξίως τὴν ἕδραν εἰς τὴν ὁποίαν τὸν ἐκάλεσεν ἡ Πολιτεία. Ὑπῆρξεν ἀναμφισβητήτως ἡ Πολιτεία πρὸς αὐτὸν ἄστοργος, ἀλλ’ οὐδέποτε αὐτὸς ἀντεποιήθη τὸ δικαίωμα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐκτοπίσῃ πάντας τοὺς ἄλλους ἀρχαιοτέρους· ἦτο μία ἐπιπλέον ἀρετὴ τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἐπιστήμονος, καὶ τὸ παράδειγμα ἐκείνου συνιστῶ ν’ ἀκολουθήσωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τοιαύτας ὑπερβαλλούσας καὶ ὑπερφιάλους ἀξιώσεις. Κύριοι, τὸ ζήτημα ὅπως ἐτέθη, εἴτε δεκτὴ γίνῃ ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως εἴτε δεκτὴ γίνῃ ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ζακύνθου, καταλήγει πάντοτε εἰς ἓν τῶν δύο πλημμελὲς ἀποτέλεσμα· καταλήγει εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς τελικῆς ἀποφάσεως παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ ἐκτοπίσεως, ἂν ἐπρόκειτο μόνον περὶ ἀπολύσεως, ἔχων τελείαν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν νὰ ἐμπιστευθῶ αὐτὴν τὴν μάχαιραν τὴν δίστομον, νὰ τὴν ἐμπιστευθῶ εἰς τὰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἐπιλογῆς θὰ ἴδητε πρὸ τίνων δυσχερειῶν θὰ εὑρεθῆτε. Διότι πῶς θὰ τοὺς κρίνητε; Ποῖα εἶναι τὰ ἔργα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι νὰ εἰσπηδήσωσι, μόλις περατώσαντες τὰς σπουδάς των, νὰ εἰσπηδήσωσιν ἀπὸ τῶν καθισμάτων τοῦ μαθητοῦ εἰς τὰς ἕδρας τῆς διδασκαλίας, καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ πείσητε ἡμᾶς ὅτι θέλετε πράξει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἡ ἐντολὴ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐντολὴ τῆς Κοινωνίας ἀλλὰ καὶ ἡ συνείδησίς σας ἐπιβάλλει;
§301ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διὰ διαγωνισμοῦ.
§302Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καθορίσατέ το.
§303ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατυπώσατέ το ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ θέλομεν συμπληρώσει τὰς λεπτομερείας διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
§304Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς αὐτὸ ἤθελον νὰ φθάσω, καὶ τότε εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν πῶς θὰ καταρτίσωμεν τὸ συμβούλιον. Ν’ ἀποδώσωμεν πλήρη τὴν ἐντολὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ ἀναμίξεως οἱουδήποτε. Διότι εἶπον ὅτι τὸ σχέδιον αὐτό, χωρὶς νὰ τὸ θέλητε, τὸ καθιστᾶτε ἀνειλικρινὲς ἐκ τοῦ ὅτι πρόκειται νὰ ἔχητε μίαν γνώμην, ἡ ὁποία θὰ εἶναι καθ’ ὑμᾶς ἡ ὀρθοτέρα, ἡ ὁποία ὅμως θὰ ἐπιβληθῇ ἐκ τοῦ ὅτι οἱ κριταὶ θὰ εἶναι ὑπὸ κρίσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἔχω εἶναι νὰ ἔχω τοὐλάχιστον τὴν συνείδησίν μου ἀναπεπαυμένην ὅτι αὔριον δὲν θὰ ἴδωμεν τὸ γόητρον τοῦ Πανεπιστημίου καταπῖπτον ἔτι πλέον. Διότι σήμερον ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ὑπάρχουσι καὶ ἀγαθοί, ὑπάρχουσι καὶ ἐπιστήμονες οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσι τὸν σεβασμὸν καὶ τῆς Κοινωνίας καὶ τῶν μαθητῶν καὶ τῶν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος εὑρισκομένων. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ἂν αὔριον εὐτυχήσητε εἰς τὴν τοιαύτην ἐπιλογήν. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον θέλω εἶναι τοὐλάχιστον ν’ ἀπαλλάξω ὑμᾶς ἐκ τῶν κατακρίσεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσιν οὕτως ἢ ἄλλως, εἴτε ὀρθὴ εἴτε πλημμελὴς ὑπάρξῃ ἡ κρίσις. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ Κοινωνίᾳ ἐν ᾗ βιοῦμεν νὰ μὴ προκύψωσιν αὐτά. Αὐτὰ λοιπὸν θέλω ἀκριβῶς ν’ ἀποφύγωμεν καὶ χάριν ὑμῶν αὐτῶν ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς Πολιτείας καὶ χάριν τοῦ μέλλοντος καὶ τοῦ γοήτρου τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐὰν ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἴμεθα σύμφωνοι, εἶναι περιττὸν νὰ συζητῶμεν. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ καταγίνωμεν εἶναι πῶς θὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποβλέψωμεν ἐπὶ μέλλον αἰσιώτερον, ἐπὶ μέλλον μᾶλλον ἀσφαλές, ἐπὶ μέλλον μᾶλλον ἐπιστημονικόν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου.
§305ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θεωρῶ, Κύριοι, καθῆκόν μου νὰ ὑπεραμυνθῶ ἑνὸς θεσμοῦ τοῦ ὁποίου ὁμολογῶ ὅτι εἰσηγητὴς ὑπῆρξεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, πρὸς τὰς γνώμας τοῦ ὁποίου ὁμολογῶ ὅτι συνήθως διίσταμαι ἐκ διαμέτρου. Τὸ πρῶτον ἐν ἔτει 1875, αὐτοῦ ὑπουργοῦντος τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀνεγνωρίσθη διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος τὸ δικαίωμα εἰς τὰς Σχολάς, ἵνα προτείνωσι τοὺς διοριστέους καθηγητάς. Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἠθετήθη βραδύτερον, ἀλλ’ ὅτε ἐν ἔτει 1882 ἐπανῆλθεν εἰς τὰ πράγματα τὸ Ὑπουργεῖον Χ. Τρικούπη μὲ Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τὸν Κ. Λομβάρδον τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἐτέθη ἐκ νέου εἰς ἰσχύν, διαρρυθμισθὲν ὡς ἑξῆς. Ἑκάστη Σχολή, προκειμένου περὶ πληρώσεως ἕδρας τινός, ὀφείλει, ἐρωτωμένη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νὰ ὑποδείξῃ τὸν διοριστέον καθηγητήν, ἀλλὰ πῶς; Ἀφοῦ προηγουμένως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ συγγράμματα τὰ ἐπιστημονικά, τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸν κλάδον εἰς ὃν μέλλει νὰ διδάξῃ ὁ διορισθησόμενος καθηγητής, καὶ ὑποβάλῃ οὕτω πως πρότασιν ἠτιολογημένην περὶ αὐτοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐρωτήσῃ καὶ ἐκ δευτέρου τὴν Σχολὴν καί, ἂν αὕτη καὶ πάλιν κατὰ πλειονοψηφίαν προτείνῃ τὸν ἴδιον, νὰ προκαλέσῃ διαγωνισμόν, μόνον δὲ ἐὰν καθίσταται ἀδύνατος οὗτος, τότε τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ προβῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς διορισμὸν ἑνὸς καθηγητοῦ ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἐκθέσεως πρὸς τὸν Βασιλέα. Ἡ πρότασις τῆς Σχολῆς τότε μόνον θεωρεῖται ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅταν αὕτη γίνηται παμψηφεὶ ὑπὸ τῆς Σχολῆς. Ὁ θεσμὸς οὗτος ἀπεδείχθη ἐν πολλοῖς ἐπιτυχής, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐφηρμόσθη τιμίως καὶ εὐσυνειδήτως ἐκ μέρους τῶν Σχολῶν οὔτε ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου. Αἱ Σχολαί, ὑπείκουσαι πολλάκις εἰς διαφόρους συστάσεις καὶ πιέσεις, προέτεινον καθηγητάς, χωρὶς νὰ ὑποβάλλωσιν οἱανδήποτε ἠτιολογημένην ἔκθεσιν, διότι δὲν ἐλάμβανον αὐταὶ ὑπ’ ὄψιν ἐνίοτε ὄχι συγγράμματα ἀλλ’ οὐδὲ διατριβὰς τῶν προτεινομένων ὑποψηφίων, ἀναγομένας εἰς τὸν κλάδον τὸν ὁποῖον ἔμελλον νὰ διδάξωσι, διότι οὗτοι ἐστεροῦντο παντάπασι τοιούτων. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ἐπιστρέφῃ ὡς ἀπαραδέκτους τὰς τοιαύτας προτάσεις καὶ νὰ μὴ ἐκτελῇ αὐτάς, ἔσπευδεν εἰς διορισμοὺς καθηγητῶν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν, ἴσως διότι δὲν ἦτο αὐτὸ ἀμέτοχον εἰς τὰς τοιαύτας ἐκθέσμους προτάσεις. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ οὕτω πως καταστρατηγηθεὶς καὶ ὑπονομευθεὶς ὁ θεσμὸς ἀπέδωκεν ὁπωσδήποτε ἀγαθοὺς καρπούς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἴσως λόγῳ τῆς ἡλικίας του, νομίζει ὅτι κάθε πέρυσι καὶ καλύτερον, ὅτι δηλαδὴ πάντες οἱ καθηγηταὶ οἵτινες πάλαι ποτὲ διωρίζοντο ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ἦσαν οἱ ἄριστοι, ὅτι δὲ τοὐναντίον πάντες οἱ διορισθέντες συνεπείᾳ προτάσεων τῶν Σχολῶν εἶναι οἱ κάκιστοι. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὅπως καὶ τότε ὑπῆρχον ἄριστοι καὶ ἱκανοὶ καθηγηταί, ὑπῆρχον ὅμως καὶ ἀνίκανοι, οὕτω καὶ τὴν σήμερον προυτάθησαν καὶ ἀνίκανοι ὑπὸ τῶν Σχολῶν, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι εἶναι ἱκανοί, τιμῶντες τὸ Πανεπιστήμιον. Καὶ εἴχομεν τότε σοφοὺς ἄνδρας, ἵνα ἀναφέρω τὴν Φιλοσοφικὴν Σχολήν, τὸν Ἀσώπιον, τὸν Φίλιππον Ἰωάννου, τὸν Κουμανούδην, τὸν Κόντον καὶ εἴ τινα ἄλλον, ἀλλ’ εἴχομεν καί τινα καθηγητὴν ὅστις διδάσκων ἀπὸ τῆς ἕδρας ἔλεγεν ὅτι «ὁ Πίνδαρος ἐποίει ᾀδόντων τῶν μουσῶν καὶ χορευόντων τῶν χαρίτων». Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τὸ νέον διωρίσθησαν καθηγηταί, ἂν ὄχι ὡς ὁ τελευταῖον μνημονευθείς, ὁπωσδήποτε ὅμως ἀνικανώτεροι ἄλλων παραγκωνισθέντων χάριν αὐτῶν. Ἐν τούτοις διωρίσθησαν καὶ ἄλλοι καθηγηταὶ οἵτινες τιμῶσι τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπιστήμην ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ. Καὶ ἀναφέρω, χάριν παραδείγματος, καθηγητάς τινας ἀκριβῶς τῆς Σχολῆς ἐκείνης ἥτις ἔχει κινήσει τὴν μεγαλυτέραν κατακραυγὴν διὰ τοὺς γενομένους ἐν αὐτῇ διορισμοὺς κατὰ πρότασίν της. Ἀναφέρω, λέγω, τοὺς καθηγητὰς τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς Ῥήγαν Νικολαΐδην καὶ Γ. Σκλαβοῦνον. Οἱ καθηγηταὶ οὗτοι ἔχουσι νὰ ἐπιδείξωσιν ὄχι μόνον διατριβὰς καὶ μονογραφίας διὰ τῶν ὁποίων ἐπέλυσαν σπουδαῖα ζητήματα τῆς ἐπιστήμης των, ἀλλὰ καὶ συγγράμματα πολύτιμα, τὰ ὁποῖα κινοῦσι τὸν θαυμασμὸν ὄχι μόνον τῶν ἐνταῦθα ἀλλὰ καὶ τῶν ἀλλαχοῦ ἐπιστημόνων. Πρὸς τοῦτο ἐπιμαρτύρομαι τὸ γεγονὸς καθ’ ὃ ἐπὶ τῇ δημοσιεύσει τοῦ πρώτου τόμου τῆς Ἀνατομίας τοῦ κ. Σκλαβούνου ὁ πρύτανις τῶν ἐν Γερμανίᾳ ἀνατόμων, ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βερολίνου Waldeger, δὲν ἐδίστασε διδάσκων ἀπὸ τῆς ἕδρας του νὰ κάμῃ ἰδιαίτερον καὶ δὴ εὐφημότατον λόγον περὶ τοῦ ἔργου τοῦ Ἕλληνος ἀνατόμου. Εἰρήσθω δέ, Κύριοι, ἐν παρόδῳ ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ ἔργου ἐκείνου διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπεκάλεσεν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν κ. Σκλαβοῦνον βιβλιοκάπηλον! Καὶ ὅτε ἔχομεν τοιαῦτα ἔργα ἐνώπιόν μας ἐπιτρέπεται νὰ δυσφημῶμεν τὸ ἡμέτερον Πανεπιστήμιον καὶ νὰ διισχυριζώμεθα ὅτι, ἀφ’ ὅτου προτείνουσιν αἱ Σχολαὶ τοὺς καθηγητάς, ἔκτοτε ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπιστήμη ἐχρεοκόπησεν, οὐδὲ δύναται νὰ γίνῃ πλέον λόγος περὶ αὐτῆς; Κύριοι, εἰς πάντα τὰ Πανεπιστήμια τοῦ κόσμου ὑπάρχουσιν ἐξοχότητες ἐπιστημονικαὶ ἀλλὰ καὶ ἀνικανότητες ἐνταυτῷ· ἂν δὲ τοῦτο συμβαίνει εἰς Πανεπιστήμια εὐρωπαϊκά, ὅπου ἀπαντᾷ πληθώρα ἐπιστημόνων, πολλῷ μᾶλλον δύναται νὰ συμβῇ παρ’ ἡμῖν, ὅπου ἔχομεν σπάνιν τοιούτων. Καὶ ἀκούω νὰ γίνηται πολὺς λόγος ὅτι ὑπάρχουσι τόσοι διακεκριμένοι ἐπιστήμονες Ἕλληνες ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος τοὺς ὁποίους αἱ Σχολαὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἀποφεύγουσι νὰ προτείνωσιν. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀκριβές; Ἐγὼ ἐξ ἰδίας πείρας ἀναφέρω τὸ ἑξῆς. Ἀπηύθυνα ἐρώτημα πρὸς τὴν Ἰατρικὴν Σχολήν, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, περὶ διορισμοῦ καθηγητοῦ εἰς τὴν ἕδραν τῆς συφιλιδολογίας, ἡ δὲ Σχολὴ παμψηφεὶ προέτεινε τὸν Ζαμβακόν. Ἀπετάθη τότε πρὸς τοῦτον καὶ δὲν ἐδέχθη. Ἡ αὐτὴ Σχολὴ προέτεινε βραδύτερον διὰ τὴν ἕδραν τῆς χειρουργικῆς τὸν τότε ὑφηγητὴν ἑνὸς τῶν Γαλλικῶν Πανεπιστημίων κ. Φωκᾶν, τὸν ὁποῖον, ἀποδεχθέντα τὴν ἕδραν ταύτην, διώρισε τὸ Ὑπουργεῖον. Τώρα πολὺς λόγος γίνεται καὶ περὶ ἄλλων Ἑλλήνων ἐπιστημόνων, διαπρεπόντων ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ μεταξὺ τούτων θὰ προτείνωσιν αἱ Σχολαὶ τοὺς διοριστέους, ἐρωτώμεναι. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἀποχρῶν λόγος, ἵν’ ἀποκλεισθῶσιν ἐκ τῆς καθηγεσίας τοῦ Πανεπιστημίου καὶ πάντες οἱ ἐν Ἑλλάδι ἐπιστήμονες, μόνον καὶ μόνον διότι δὲν ζῶσιν ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσιν οἱ ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν Ἐπιστήμην καὶ δυνάμενοι νὰ καταλάβωσιν ἕδρας πανεπιστημιακάς. Καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουσιν οἱ τιμῶντες τὴν Ἑλληνικὴν Ἐπιστήμην καὶ ἀπολαύοντες τῆς εὐρωπαϊκῆς ὑπολήψεως. Ἀδικαιολογήτους δὲ ὅλως εὑρίσκω τὰς κρίσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, οἱ ὁποῖοι τόσον ταπεινὴν γνώμην φαίνονται ἔχοντες περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι ἐπιστημόνων καὶ ἰδίως τῶν νεωτέρων. Ἐπειδὴ δὲ αὐτοὶ ὡς νομομαθεῖς φαίνονται ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν μᾶλλον τοὺς περὶ τὰ νομικὰ ἀσχολουμένους ἐπιστήμονας παρ’ ἡμῖν, διὰ τοῦτο περιορίζομαι καὶ ἐγὼ εἰς τούτους καὶ μόνους, ἵν’ ἀποδείξω τὴν πλάνην των. Οὐδείς, Κύριοι, ἠδύνατο νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν τοῦ ἀειμνήστου Ἀραβαντινοῦ, ἥκιστα δὲ πάντων ἐγώ, ὅστις ὑπῆρξα εἷς τῶν θερμοτέρων συνηγόρων τοῦ διορισμοῦ του ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, θεωρῶ δὲ τὸν θάνατόν του μεγάλην ἀπώλειαν διὰ τὴν ἐν Ἑλλάδι Ἐπιστήμην. Δὲν νομίζω ὅμως ὅτι, ἐπειδὴ ἀπέθανεν αὐτός, δὲν ὑπάρχει ὁ δυνάμενος νὰ τὸν διαδεχθῇ ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου. Ἔχομεν νεαρὸν ἐπιστήμονα τὸν κ. Ν. Σαρίπολον, ὅστις ἔχει δημοσιεύσει γαλλιστί, ἑλληνιστὶ καὶ γερμανιστὶ διαφόρους μονογραφίας, ἀναγομένας εἰς τὸ Γενικὸν Δημόσιον καὶ τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον. Πρὸ μικροῦ περιῆλθεν εἰς χεῖράς μου τὸ τελευταῖον ἔργον περὶ τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῆς Ἑλλάδος, δημοσιευθὲν γερμανιστὶ ἐν τῇ «Συλλογῇ τοῦ Δημοσίου Δικαίου τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων», τῆς ὁποίας συνεργάται εἶναι οἱ ἐπιφανέστατοι τῶν καθηγητῶν τοῦ Δημοσίου Δικαίου πανταχοῦ τῆς Ἑσπερίας. Δὲν διστάζω δὲ νὰ δηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἐγώ, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, θὰ προέκρινον τὸν κ. Σαρίπολον διὰ τὴν ἕδραν τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐπὶ τῇ βάσει μόνον τοῦ νεωτάτου τούτου ἔργου του. Τὸ ἴδιον θὰ ἔπραττον, προκειμένου καὶ περὶ ἑτέρου νομομαθοῦς, τοῦ κ. Παππούλια, οὗτινος μίαν μονογραφίαν, δημοσιευθεῖσαν πρό τινος ἐν Γερμανίᾳ, ἔκρινεν ἀξίαν μακρᾶς βιβλιοκρισίας του εἷς τῶν ἐπιφανεστάτων καθηγητῶν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Ἠδυνάμην, Κύριοι, ν’ ἀναφέρω καὶ ἄλλα παραδείγματα νεωτέρων ἐπιστημόνων ἐν Ἑλλάδι οἵτινες διαψεύδουσιν ὡσαύτως τὴν ἀπαισιοδοξίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Ἀλλὰ θεωρῶ περιττὸν νὰ εἰσέλθω εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Μεθ’ ὅσα ὅμως εἶπον μέχρι τοῦδε ἐλπίζω νὰ ἔχωσι πεισθῆ καὶ αὐτοὶ οἱ μᾶλλον ἀπαισιόδοξοι ὅτι δὲν εἶναι τόσον ἀπελπιστικὴ ἡ θέσις τῆς Ἐπιστήμης ἐν Ἑλλάδι ὅσον αὐτοὶ φαντάζονται. Καὶ νῦν μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ κυρίου ζητήματος, τῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, Κύριοι, τοῦτο συμφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Θεοτόκη, καθ’ ἣν ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι, ἵνα οἱ καθηγηταὶ οἱ διορισθέντες τῇ προηγουμένῃ προτάσει τῶν Σχολῶν ἐκκαθαρισθῶσι νῦν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ἤτοι τῇ προηγουμένῃ γνωμοδοτήσει τῶν Σχολῶν. Ὁ τρόπος οὗτος εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον καθιερώσαμεν καὶ δι’ ἄλλους κλάδους τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου. Καθ’ ὃν χρόνον ἀπεδέχθημεν ὅτι ὁ Στρατὸς πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθῇ διὰ τοῦ Στρατοῦ καὶ τὸ Ναυτικὸν διὰ τοῦ Ναυτικοῦ δὲν ἐννοῶ διατί πρέπει νὰ γίνῃ τώρα ἐξαίρεσις διὰ τὸ Πανεπιστήμιον. Ἂς προηγηθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τῶν Σχολῶν καὶ ἂς ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Αἱ Σχολαὶ θὰ ἐκλέξωσιν, ὡς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ἤδη εἷς τῶν κ. Βουλευτῶν, ἀνὰ ἓξ καθηγητάς, ἐκτὸς ἐκείνων αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν ἐπαρκῆ ἀριθμὸν καθηγητῶν, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων θὰ προσληφθῶσιν οἱ τρεῖς ἀρχαιότεροι καθηγηταί, οἵτινες ὁμολογουμένως συμπίπτει νὰ εἶναι καὶ οἱ καλύτεροι. Μεταξὺ τῶν ἓξ καθηγητῶν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιλογῆς ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἂν καὶ ἐγὼ χθὲς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Βάλτου σήμερον ἠσπάσθημεν τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀπολύῃ ἐκείνους τοὺς ὁποίους νομίζει ὁριστικῶς ὡς ἀξίους ἀπολύσεως βεβαίως δὲν ἐννοοῦμεν μὲ τοῦτο ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὥστε καὶ πέρα τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ ἀπολυτέους καὶ νὰ ἀπολύσῃ ὅσους ἂν θέλῃ αὐτή, διότι τότε δὲν ἔχει σκοπὸν ἡ πρότασις ἡμῶν. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι δύναται καὶ πέρα τοῦ ἀριθμοῦ ἐκείνου νὰ προβῇ εἰς ἀπόλυσιν, τότε βεβαίως προτιμοτέρα εἶναι ἡ γνώμη τοῦ κ. Βουλευτοῦ Φθιώτιδος, καθ’ ἣν πρέπει αἱ ἀποφάσεις τοῦ Συμβουλίου τούτου νὰ εἶναι ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι, εἶναι καιρός, νομίζω, νὰ καταπαύσῃ ἡ παροῦσα συζήτησις, νὰ καταπαύσῃ δὲ κατὰ τρόπον ὁπωσδήποτε φειδόμενον τοῦ γοήτρου τοῦ Πανεπιστημίου· εἶναι καιρὸς νὰ παύσωσιν αἱ ἄδικοι αἰτιάσεις, διότι αἱ αἰτιάσεις αὗται δὲν ἀντανακλῶσι μόνον εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐν Ἑλλάδι Ἐπιστήμην καὶ εἰς τὸ ἀνώτατον ἡμῶν ἐκπαιδευτήριον, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην ἀποστολήν, ἀποστολὴν κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικήν. Ἂν ἐξακολουθήσῃ ἡ παροῦσα καταφορὰ κατ’ αὐτοῦ, εἶναι ζήτημα ἂν τὸ Πανεπιστήμιον θὰ δυνηθῇ νὰ διασώσῃ τὸ γόητρόν του, ἂν θὰ ἐξακολουθήσῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ εἶναι ὁ φάρος ὁ τηλαυγὴς ὄχι διὰ τὴν μικρὰν ταύτην γωνίαν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀλλὰ δι’ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν.
§306Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§307ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἀρκετὰ νομίζω ὅτι ἐλέχθησαν καὶ ὅτι θὰ μοὶ ἐπέτρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ δηλώσω ὅτι μετὰ τὴν ἑσπερινὴν ταύτην συζήτησιν δυνάμεθα κάλλιστα ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἐκλογὴν τοῦ τρόπου καθ’ ὃν τὸ ζήτημα θέλει φθάσει εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ νὰ μὴ προτιμήσωμεν τὴν ἰδικήν μας μέθοδον, ὅτε ὑπάρχουσιν ἄλλαι αἵτινες τυγχάνει νὰ εἶναι ἀρεστότεραι, νὰ παρακαλέσω δὲ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δευτέραν ψήφισιν, ἐπιφυλαττόμενοι τοῦτο, ὅτι θέλομεν προσαγάγει αὔριον εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν ἄρθρον περιλαμβάνον ὑποχρέωσιν διαγωνισμοῦ — καὶ διαγωνισμοῦ αὐστηροῦ — κατὰ τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα διὰ τὴν ἀντικατάστασιν.
§308Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ διαφωνήσω εἰς αὐτό.
§309ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, θὰ φέρητε αὔριον συγχρόνως καὶ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐκκαθαρίσεως ἢ μόνον περὶ διαγωνισμοῦ;
§310ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Τὴν τροπολογίαν θὰ φέρω αὔριον ἐν τῇ Βουλῇ.
§311Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δέχηται ἵνα σὺν τῷ ἄρθρῳ περὶ διαγωνισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ὀρθότατον ἀναμφισβητήτως, προσθέσῃ καὶ ἑτέραν προσθήκην, ἐὰν θελήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδεχθῇ ταύτην, ἤτοι νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος ἐφάπαξ ἐκδοθησομένου κανονίσῃ μονίμως τὰς τακτικὰς ἕδρας, καθόσον θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν δυσχέρειαν ἡ Κυβέρνησις τίνας ἕδρας νὰ πληρώσῃ.
§312ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ μὴ δεχθῶμεν τοῦτο. Τὸ Πανεπιστήμιον τὸ ἡμέτερον εἶναι Πανεπιστήμιον μέτριον. Δὲν εἶναι πλούσιον. Ἐλπίζω ὅτι θὰ δοθῇ ταχέως ἀφορμὴ ν’ ἀποκτήσωμεν πλούσιον Πανεπιστήμιον συνδυαζομένων τῶν δύο, τοῦ Ὀθωνείου καὶ τοῦ Δομπολείου, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ γίνῃ ἡ πρωτεύουσα τῆς Ἑλλάδος ἕδρα ἀληθῶς μεγάλου Πανεπιστημίου ἕλκοντος εἰς τὴν Ἑλλάδα πάντας τοὺς Ἕλληνας τοὺς μέλλοντας νὰ σπουδάσωσιν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ ἔχομεν. Ἔχομεν περιωρισμένον Πανεπιστήμιον. Πρέπει κατ’ ἀνάγκην νὰ εἶναι περιωρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν μελῶν εἰς τὰ μαθήματα ἐκεῖνα ὧν ἄνευ Πανεπιστήμιον δὲν ὑπάρχει. Τούτου οὕτως ἔχοντος πρέπει νὰ καθαρισθῶσιν αἱ ἕδραι, διότι οὕτω θὰ καθαρισθῇ καὶ ἄλλο ἄγος, τὸ ἄγος ὅπερ κατεδίκασε καὶ τοῦτο πολὺ εἰς ταπείνωσιν τὸ Πανεπιστήμιον, ὅτι κενουμένης θέσεως τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου διωρίζετο τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Δικαίου καὶ προκειμένου περὶ θέσεως τῆς Παθολογίας διωρίζετο χημικός, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἔφθασαν Σχολαί τινες νὰ μὴ ἔχωσι κἂν τὰς κυρίας ἕδρας οὔτε τὰ κύρια μαθήματα.
§313Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅπως ἡ Νομική.
§314ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ μεγαλυτέρα καταδίκη τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα ἔφεραν εἰς φῶς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ ὀλίγου ἐβεβαίωσεν, ὅτι παραφυάδες ἐγεννήθησαν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ παρέσυραν τοὺς φοιτητάς, οἵτινες ἀντὶ νὰ μεταβαίνωσιν εἰς ἀκρόασιν τῶν καθηγητῶν παρασκευάζονται ὑπὸ φροντιστῶν ἔξω τοῦ Πανεπιστημίου.
§315Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Νὰ ἐξαιρέσητε τοῦ διαγωνισμοῦ τοὺς φοιτῶντας εἰς ξένα Πανεπιστήμια.
§316ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βλέπομεν αὐτὸ αὔριον.
§317ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄν εἶναι ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῶμεν εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο εἶναι τὸ τῶν ἑδρῶν. Προκειμένου νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν διὰ Β. Διατάγματος, καλὸν εἶναι νὰ προκληθῇ γνωμοδότησις τῶν οἰκείων Σχολῶν.
§318Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Ἐμπρός.
§319ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ εἰς τὴν δευτέραν.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ τὸ τροποποιημένον τοῦ Ὑπουργοῦ.
§321ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅπως θέλετε. Τυπικῶς θ’ ἀναγνωσθῇ.
§322Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τῆς ἐπιτροπῆς;
§323ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱονδήποτε.
§324Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ διὰ τοὺς ἀπολυομένους καθηγητὰς τοὺς ἔχοντας τριακονταπενταετῆ ὑπηρεσίαν νὰ ἐλαττωθῇ.
§325Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γίνῃ τριακονταπενταετία ἐν συνόλῳ ἢ τριακονταετία πανεπιστημιακή.
§326Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἰκείᾳ βουλήσει.
§327Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δέχομαι.
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§329ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ τὰ τρία ἑπόμενα εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 29, 30 καὶ 31.
§330ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς διοικητικῆς ἐποπτείας τῶν λιμενικῶν ταμείων εἰς τὸ Τμῆμα τῆς Δημοσίας Οἰκονομίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν».
§331Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Μίαν ἐρώτησιν θὰ κάμω. Εὑρίσκετε ὀρθὸν ν’ ἀφαιρέσητε τὴν ἐποπτείαν τῶν λιμένων ἀπὸ τοῦ τμήματος τῶν Δημοσίων ἔργων; (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀνωτέρω πρότασις νόμου κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον)
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 18, 28, 29 καὶ 85 τοῦ ἀπὸ 20 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. νόμου ͵ΓΦΜΒʹ (3542) περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων».
§333Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Περὶ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 30 προκειμένου, κύριε Πρόεδρε, ἡ γενομένη καὶ ἡ γενησομένη ἐκκαθάρισις τῶν Δημοσίων ἔργων θεωρεῖται ἐκκαθάρισις ἥτις ἐπιβάλλει ἀπαραιτήτως τροπολογίας εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ ν’ ἀνατυπωθῇ διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν μὲ τὰς τροπολογίας.
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι διάφοροι τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§335Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς τοῦτο ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, στέλλεται δὲ πρὸς ἀνατύπωσιν. Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 400).
§336Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ ΚΑΙ Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 41, κύριε Πρόεδρε.
§337ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Εἶναι πρότασις νόμου «περὶ ἐλαττώσεως φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος».
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς § 1 τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ͵ΓΦΚΕʹ (3525) περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν).
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6 ὅπερ ἀνεβλήθη εἶναι ὥριμον πρὸς συζήτησιν.
§340ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§341ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως τριῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης ἐκτελέσεως ἔργων γεφυρῶν ἐπὶ ποταμῶν ἢ χειμάρρων, ὧν ἕκαστος ὑπερβαίνει τὰς δραχ. 10,000, πάντων δ’ ὁμοῦ ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς δραχ. 174,000». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχουσι καὶ τροπολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§342Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Εἰς τὸ ἕκτον νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν διαφόρων δημοσίων ἔργων, ὀρθῶς προσετέθη ἡ κατασκευὴ τοῦ καταστρώματος, νομίζω, τῆς γεφύρας Κουτσοχέρου, διότι τὸ ἔργον τοῦτο ἦτο ἀναγκαῖον διὰ λόγους οἵτινες ἀνεπτύχθησαν τὴν πρωΐαν καὶ οἵτινες ἐγένοντο δεκτοὶ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἤθελον παρακαλέσει, ἐὰν μὴ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἴτε τῆς Κυβερνήσεως, νὰ προσετίθετο καὶ ἕτερόν τι ἔργον, τοῦ ὁποίου ἡ χρησιμότης διὰ λόγους στρατιωτικῶν ἀναγκῶν εἶναι μεγίστη, ἀφοῦ μάλιστα δὲν πρόκειται σήμερον ἵνα ἀναγραφῇ καὶ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἡ κατασκευὴ τοῦ ἔργου, ἀλλ’ ἡ ἔγκρισις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μεταξὺ Βονίτσης καὶ Ἀμφιλοχίας, πρώην Καρβασσαρᾶ, δὲν ὑπάρχει ὁδὸς ἁμαξιτός, καίτοι ὑπάρχει τοιαύτη ἀπὸ Βονίτσης εἰς Ζαβέρδαν, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁλόκληρος ἡ ἄμυνα τῶν περὶ τὴν Ἄρταν μερῶν θέλει ἐξυπηρετηθῆ, ἂν τὰ δύο σημεῖα ἑνωθῶσι δι’ ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ.
§343ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πόσου μήκους εἶναι ἡ ὁδός;
§344Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. 25,000 μέτρων περίπου. Ὑπάρχει μελέτη.
§345ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ μελέτη ποῖον προϋπολογισμὸν ἔχει;
§346Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. 100,000. Ὑπάρχει μελέτη. Ἐξετέθη τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν ὡς στρατιωτικὸν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ἕνεκα δὲ δὲν γνωρίζω ποίων περιστάσεων, ἀφοῦ ἐγένετο δημοπρασία, δὲν ἐγένετο κατακύρωσις. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ μὴ ὑποτεθῇ ὅτι ζητῶ τὸ ἔργον ἐπειδὴ τυγχάνει νὰ συμπίπτῃ ἐντὸς τοῦ νομοῦ μου. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οἱαδήποτε κίνησις στρατοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι συνδεδεμένον τὸ Ἰόνιον πέλαγος πρὸς τὸν Ἀμβρακικὸν κόλπον.
§347Ν. ΖΟΡΜΠΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχετε δίκαιον.
§348ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφοῦ τὸ βεβαιοῖ ὁ κ. Ὑπουργός, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§349Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἄλλην συζήτησιν νὰ προσκομίσῃ τὸν φάκελον.
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀποφάσει τῆς Βουλῆς στέλλεται πρὸς ἀνατύπωσιν. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 401).
§351ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 36.
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ Ποινικοῦ νόμου».
§353Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ διαγραφῇ τὸ πρῶτον μέρος. Τὸ νομοσχέδιον μὲ τὸ ὑπάρχον σήμερον ῥεῦμα τῶν μεταναστῶν εἰς τὴν Ἀμερικὴν θέλει νὰ διδάξῃ αὐτοὺς ὅτι, ἐὰν θέλωσι νὰ γίνωσι κακοῦργοι, δύνανται νὰ γίνωσι καὶ κατόπιν ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ νὰ ἐπιστρέψωσι μετ’ ὀλίγον χρόνον μὲ χρήματα εἰς τὰς πατρίδας των! Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν ἐμπρησμὸν εἶμαι σύμφωνος, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὴν παραγραφὴν δὲν εἶμαι σύμφωνος καὶ πρέπει νὰ διαγράψῃ τὸ σχετικὸν μέρος ὁ κ. Ὑπουργός.
§354Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ καταδικασθῇ εἰς ἑκουσίαν ἐξορίαν καὶ θὰ διαμείνῃ εἰς ξένον τόπον ἐπὶ μίαν δεκαετίαν, ἐπανέρχεται δὲ εἰς τὴν πατρίδα του μὲ χρήματα, αὐτός, κατ’ ἐμέ, εἶναι τίμιος πολίτης. Χαλάλι του!
§355ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 38. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἀσφαλτόστρωσιν κλπ. τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ἀθηνῶν–Πειραιῶς».
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, στέλλεται δὲ πρὸς ἀνατύπωσιν. Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 402). Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 6 Μαρτίου 1910 συμβάσεως διὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου 3 τῆς ἀπὸ 12 Ἰουνίου 1906 συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ἑταιρειῶν τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Περιχώρων καὶ τῆς Γενικῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τῆς κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΣΟʹ τῆς 11 Ἰουλίου 1906».
§358Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν τροπολογίαν μου, ἥτις ἔχει οὕτως (ἀναγινώσκει)· «Ἡ ἀνάδοχος ἑταιρεία δικαιοῦται νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν γραμμὴν ταύτην κλπ.».
§359Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα. Παρακαλῶ αἱ λέξεις «καὶ πέρα ταύτης» νὰ ἐξαλειφθῶσιν.
§360Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι σκανδαλώδης.
§361ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§362ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔρχεται ἡ συζήτησις κατόπιν τοῦ ὑπ’ ἀριθμοῦ 43.
§363Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 42 τί γίνεται;
§364ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν· θὰ γίνῃ αὔριον.
§365ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΙΖʹ τοῦ ἔτους 1909».
§366ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τοῦ κ. Γκότση, περὶ ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν.
§367Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ τροπολογία μου.
§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τῆς προτάσεως νόμου ταύτης, ὡς ἐτροποποιήθη, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν).
§369ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τώρα ἔχομεν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 51, «περὶ ἱδρύσεως εἰδικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ταμείου».
§370Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, διότι αὐτὸ εἶναι πλιατσικολόγημα τέλειον.
§371ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Βουλευτά, νὰ προσέχητε εἰς τὸν τρόπον μεθ’ οὗ ὁμιλεῖτε περὶ τῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι εἰς ἄλλην αἴθουσαν τοιαῦτα χωροῦσι.
§372Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἡ φράσις αὐτὴ δὲν ἀποβλέπει εἰς κανένα.
§373ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ προτεινόμενον εἶναι παραχώρησις χρήματος τοῦ Δημοσίου εἰς εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ Δημοσίου, καὶ παραχώρησις χρήματος τοῦ Δημοσίου εἰς εἰδικὸν ταμεῖον τοῦ Δημοσίου πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι δὲν εἶναι πλιατσικολόγημα.
§374Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἀφήσατέ με νὰ ἐξηγηθῶ, καὶ θὰ ἴδητε.
§375ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοιαῦτα πράττετε ἀπό τινος χρόνου, ἵνα ἔρχησθε ἔπειτα νὰ ζητῆτε διόρθωσιν! Ἐξακολουθήσατε.
§376Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Θὰ ἐξηγήσω περὶ τίνος πρόκειται.
§377ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ λυθῇ, κ. Πρόεδρε, ἡ συνεδρίασις.
§378Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ προταχθῇ ἡ σταφιδικὴ σύμβασις.
§379Α. ΣΛΗΜΑΝ. Πάντοτε διὰ τὸν κ. Καββαδίαν ὁμιλεῖ ὁ κ. Καβαλιεράτος.
§380Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Καββαδίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἄλλου ζητήματος. Πρόκειται περὶ ἀφαιρέσεως πόρων ἀπὸ τὸ ταμεῖον.
§381Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μετὰ τὴν σταφιδικὴν σύμβασιν.
§382ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνώσω τὴν σύμβασιν;
§383ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα δὲν θὰ ὑποχωρήσωμεν. Αὐτὸ πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§384Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, οὐδεὶς λόγος μὲ κάμνει νὰ εἶμαι κεκηρυγμένος ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰμὴ οἱ πόροι οἱ ὁποῖοι διατίθενται ὑπὲρ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ταμείου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεξήγησε μίαν φράσιν τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκον χωρὶς νὰ ἔχω σκοπὸν νὰ θίξω οὐδὲν μέλος τῆς Κυβερνήσεως.
§385ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὸ ἔλειπεν!
§386Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Διότι αἱ πληροφορίαι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐξήνεγκον τὴν φράσιν αὐτὴν εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως.
§387ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ συνέταξα ἐγὼ μετὰ τοῦ συναδέλφου μου.
§388Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἔμαθον ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνέταξαν...
§389ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι τὸ συνέταξα ἐγώ.
§390Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κατόπιν τῶν ἐπιμόνων διαβεβαιώσεων τῆς Κυβερνήσεως εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀνακαλέσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον χωρὶς ἡ ἀνάκλησίς μου αὕτη νὰ μὲ ἐμποδίζῃ τοῦ νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ νὰ κατακρίνω τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου. Ἀνακαλῶ λοιπὸν τὰ λεχθέντα περὶ πλιατσικολογήματος.
§391Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ διαμφισβητῆτε τὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§392Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν τὴν διαμφισβητῶ, ἂν καὶ εἶμαι πεπεισμένος περὶ τοῦ ἐναντίου. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐβεβαίωσεν ὅτι τὸ συνέταξεν ὁ ἴδιος εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀνακαλέσω καὶ διὰ τοῦτο ἀνακαλῶ πᾶν ὅ,τι εἶπον. Τί ἄλλο θέλετε νὰ κάμω;
§393Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχετε τὸν καιρὸν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν ν’ ἀναπτύξητε τὰς ἀντιρρήσεις σας κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· ὑμεῖς μάλιστα ἀντιπροσωπεύετε καὶ σταφιδικὴν ἐπαρχίαν, διότι καὶ ἡ Κεφαλληνία παράγει σταφίδα. Ἀφήσατε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφισιν ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις, εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§394Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν συζητοῦμεν.
§395Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Γνωρίζετε ὅτι αὔριον εἶναι ἡ τελευταία συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Πρόκειται κατ’ αὐτὴν νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ πεντηκοντὰς νομοσχεδίων. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι αὔριον δὲν θὰ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια ἄνευ συζητήσεως δι’ ἐπιτροχάδην ἀναγνώσεως. Ὥστε ἀφήσατέ με νὰ συζητήσω σήμερον. Δὲν θὰ συζητήσω ἄλλως διὰ μακρῶν. Τὸ Ἀρχαιολογικὸν Ταμεῖον σκοπὸν ἔχει ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν εἰς πάσας τῆς δράσεως αὐτῆς τὰς διευθύνσεις, διότι εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, μὲ ὅλην τὴν ἐργασίαν της, τὴν ἱστορίαν της καὶ τὸν προορισμόν της, δὲν ἀφήνει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἄλλο τι ἢ τὸ καλλιμάρμαρον μέγαρόν της, διὰ νὰ συνέρχωνται ἐν αὐτῷ ἐφεξῆς ὀλίγοι ἑταῖροι καὶ ἀσχολῶνται εἰς ἐκθέσεις, εἰς διαλέξεις, εἰς ἐπετηρίδας, εἰς ἑορτὰς καὶ εἰς τὴν μελέτην τῶν ἐν τῇ βιβλιοθήκῃ της ἀρχαιολογικῶν συγγραμμάτων, καθόσον ἐπῆλθε πλέον τὸ πραγματικὸν τέλος της. Αἰωνία της ἡ μνήμη! Ἄ, αὐτὸ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Ἂς ὄψωνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὴν ἐξόντωσιν τοῦ περιφανοῦς αὐτοῦ σωματείου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι οἱ νέοι πόροι οἱ ὁποῖοι προορίζονται ὑπὲρ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Ταμείου. Καὶ παρέρχομαι ἄνευ παρατηρήσεως τοὺς πόρους οἱ ὁποῖοι προέρχονται εἴτε ἐκ τοῦ λαχείου τῶν ἀρχαιοτήτων καὶ τοῦ στόλου εἴτε ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἐκμαγείων εἴτε ἐκ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν ἀχρήστων ἀρχαίων, καὶ περιορίζομαι ν’ ἀσχοληθῶ μὲ τὸν πόρον τὸν προερχόμενον ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν πολλαπλῶν καὶ ἀχρήστων νομισμάτων τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου. Ἀλλὰ τί νὰ σᾶς εἴπω; Ὑπάρχει τόση ἐπιπολαιότης, τόση ἐγκληματικὴ ἀδιαφορία εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ὥστε τίποτε ἄλλο δὲν μένει μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως ταύτης ἢ ν’ ἀναρτηθῇ εἰς τὸ Νομισματικὸν Μουσεῖον πινακὶς μὲ τὴν γνωστὴν ἐπιγραφήν· «ὁρίστε, Κύριοι, εἰς τὴν διάλυσιν τοῦ καταστήματος». Διότι οὐδεὶς τίθεται φραγμός, οὐδεμία λαμβάνεται ἀσφάλεια. Πάντα ἀφίενται εἰς τὴν τύχην. Δὲν ὁρίζεται οὔτε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὑποδείξῃ τίνα τὰ πολλαπλᾶ καὶ τὰ ἄχρηστα νομίσματα τοῦ Μουσείου οὔτε ὁ τρόπος καθ’ ὃν θὰ γίνῃ ἡ ἐκποίησις αὐτῶν, ἀλλ’ ἀφίεται ἐλεύθερος ὁ νῦν διευθυντὴς τοῦ Μουσείου νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο αὐτοβούλως. Ὁρίστε, Κύριοι... ὅσα–ὅσα!
§396Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχεται νὰ μείνῃ ἐλεύθερος.
§397Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο πρέπει νὰ καθορίζῃ τὸ νομοσχέδιον.
§398Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁ διευθυντὴς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου πρέπει ἀπολύτως ν’ ἀποκλεισθῇ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, διότι δὲν παρέχει καμμίαν ἐμπιστοσύνην ὅτι δύναται νὰ διαχειρισθῇ τοιοῦτο δικαίωμα μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ τιμιότητος.
§399Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑβρίζητε ἄνθρωπον ἀπόντα.
§400Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν ὑβρίζω κανένα. Συζητῶ διάταξιν σαφῆ, ἡ ὁποία μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφέρω τὴν σκέψιν μου καθ’ ὃν τρόπον ἐγὼ κρίνω καὶ ἐφ’ ὅσον συνδέεται πρὸς πρόσωπα καὶ περὶ αὐτῶν τῶν προσώπων.
§401Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀνεξαρτήτως τῶν προσώπων.
§402Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Θὰ σᾶς ἀποδείξω ποῦ βασίζω τὴν περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου γνώμην μου, διότι ἔχω περὶ τούτου γεγονότα καὶ ἐπίσημα ἔγγραφα ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ὅτι εἶναι κακῆς πίστεως, ἄνευ δὲ ἀξίας.
§403Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν φιλικὴν παρατήρησιν;
§404Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§405Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δυστυχῶς τὰ πάθη τὰ μεταξὺ ἐπιστημόνων πρώτης τάξεως τιμώντων τὴν Ἐπιστήμην ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ὁ εἷς νὰ λέγῃ τὸν ἕνα κλέπτην καὶ ὁ ἄλλος τὸν ἄλλον. Τὸ πρᾶγμα τοῦτο δυστυχῶς ἐκθέτει τὴν ὑπόληψιν γενικώτερον τῆς πατρίδος μας, νομίζω δ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀκολουθῶμεν εἰς τὸν δρόμον αὐτόν. Ἐγὼ δὲν νομίζω οὔτε τὸν ἕνα κλέπτην οὔτε τὸν ἄλλον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει ἡμεῖς ἐνταῦθα τοὐλάχιστον νὰ κατευνάζωμεν τὰς διαιρέσεις μεταξὺ ἐπιστημόνων διαπρεπεστάτων καὶ χρησιμωτάτων καὶ νὰ μὴ παροξύνωμεν αὐτοὺς δι’ ὕβρεων καὶ νὰ δηλῶμεν εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν ὅτι οἱ προϊστάμενοι τῶν ἀρχαιολογικῶν ἡμῶν πραγμάτων οἱ χαίροντες φήμην καὶ ὄνομα ἐκεῖ εἶναι κλέπται.
§406Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἔχετε δίκαιον. Ἀλλ’ ἀργὰ τὸ ἐσκέφθητε, διότι τὸ ἀποτέλεσμα δυστυχῶς ἐπῆλθε, καὶ ἐπῆλθεν ἐναντίον τοῦ ἑνὸς τῶν διαμαχομένων καὶ ἀκριβῶς ἐκείνου περὶ τῆς τιμιότητος τοῦ ὁποίου μαρτυρεῖ ὅλος ὁ μακρὸς ἐπιστημονικὸς καὶ κοινωνικός του βίος καὶ ἡ σημερινὴ ἔντιμος πενία του. Συνετελέσατε δὲ καὶ ὑμεῖς καὶ σήμερον κατίσχυσεν ὁ ἄλλος καὶ ἀκριβῶς ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον βαρύνουσι τόσαι ὑπόνοιαι καὶ τόσαι ἐνδείξεις. Ἀλλ’ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὴν πεποίθησίν μου ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος δὲν εἶναι ὁ κατάλληλος ἵνα διαχειρισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο στηρίζω ἐπὶ γεγονότων καὶ ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἀφ’ ὅτου, κύριοι Βουλευταί, διωρίσθη διευθυντὴς νομισματολόγος τοῦ Μουσείου εἰς δύο πράγματα ἀπέβλεψεν...
§407ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§408Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν θὰ κανονίσητε ὑμεῖς τὸν τρόπον τῆς ὁμιλίας μου. Ἀτυχῶς, ὅτε ἐψηφίζετε τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν ἐφροντίσατε νὰ θέσητε διάταξιν τοιαύτην, ὥστε νὰ δίδητε ὑμεῖς τὸν κανόνα πάσης ἀγορεύσεως...
§409Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀδικεῖτε τὸ θέμα σας, τὸ ὁποῖον εἶναι σπουδαιότατον, ἀναμιγνύοντες τὰ προσωπικά. Τὸ θέμα ὅπερ ἐθίξατε εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων ἐξ ὅσων πραγματεύεται τὸ νομοσχέδιον. Πρόκειται περὶ τῆς νομισματικῆς συλλογῆς, εἶναι δὲ δυσκολία ἀνυπέρβλητος, ὅπως εἷς, ἔστω καὶ ὁ κ. Σβορῶνος, ἀνεγνωρισμένης ἱκανότητος ἄνθρωπος, νὰ κρίνῃ τίνα εἶναι τὰ διπλᾶ νομίσματα τῶν ὁποίων πρέπει ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τὸ Κράτος καὶ νὰ μεταβάλῃ αὐτὰ εἰς χρήματα τρέχοντα. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα σας καὶ ὀφείλετε ὑμεῖς ὡς ἀρχαιολόγος ν’ ἀναπτύξητε τοῦτο, ἵνα φωτίσητε καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι πλημμελῶς ἔχει τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Ἀναμιγνύοντες τὰ προσωπικά, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐπανάληψιν ἠκούσαμεν ἐνταῦθα, ἀδικεῖτε τὸ θέμα σας καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη ν’ ἀκούσῃ τὰς συνηγορίας σας ὑπὲρ ἀξιοτίμου ἀρχαιολόγου, τοῦ κ. Καββαδίου, καὶ τὰς κατηγορίας σας ἐναντίον τοῦ κ. Σβορώνου. Ἐὰν θελήσητε νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ θέμα σας, θὰ εἰσακουσθῆτε καὶ θὰ σώσητε περιουσίαν τιμαλφῆ τοῦ ἔθνους.
§410Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔφερα παρατηρήσεις τινὰς καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§411ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγκαταλείπομεν τὴν διάταξιν ταύτην.
§412Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τότε θὰ φέρω παρατηρήσεις ἄλλας εἰς τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον καὶ ἀναγινώσκονται καὶ κυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§413ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸ περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰ δύο ἑπόμενα ἐπίσης ἐκπαιδευτικὰ εἶναι εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§414ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». (Ψηφίζονται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§415Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θέλω νὰ ἐπιφέρω παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ν’ ἀποδεχθῇ. Εἰς τὸ συμβούλιον τὸ καθοριζόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου συμπεριλαμβάνονται καὶ δύο ἔφοροι τῶν Ἀρχαιοτήτων, τῶν ὁποίων ἡ θέσις δὲν καθίσταται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἰσοβάθμιος πρὸς τὴν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου, καὶ πρόκειται περὶ τῶν ἐφόρων τῆς Ἀκροπόλεως καὶ τοῦ Ἐπιγραφικοῦ Μουσείου...
§416ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Γνωρίζω τὸ θέμα καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ τὸ λάβω ὑπ’ ὄψιν.
§417Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἔχει καλῶς.
§418ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§419Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ περὶ ἀνεγέρσεως διδακτηρίων», διότι ἔχω ἀντιρρήσεις.
§420ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 35.
§421Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ἐδήλωσεν ὅτι μόνον τὰ δευτέρας ἀναγνώσεως θὰ συζητηθῶσι.
§422ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι παράκλησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§423ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφέσεως κατὰ παρεμπιπτουσῶν καὶ προδικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ διαδικασίας κατὰ διαδίκων ἀγνώστου διαμονῆς». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.
§424Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐξέλθωμεν τῆς γενικῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἐθέσαμεν, δὲν θὰ εὕρωμεν τέλος.
§425ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ συζητήσωμεν καὶ τὰ δύο ἐκπαιδευτικὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 58 καὶ 59 καὶ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν σύμβασιν.
§426Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐψηφίσθη τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 35; Ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβε γνῶσιν καὶ ἐλπίζω ὅτι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μόνος θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι δὲν ἐψηφίσθη.
§427ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε καὶ τὸ ἀνεγνώσαμεν εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν.
§428Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐάν, ὡς εἰκάζω, τινὰ τῶν ἐκπαιδευτικῶν δὲν ἔχωσιν ἀντίρρησιν, νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ τὰ ψηφίσωμεν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§429Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν.
§430Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχουσί τινα ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια θεωρούμενα χρήσιμα καὶ περὶ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις...
§431Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἰς ποίαν ἀνάγνωσιν εἶναι;
§432Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς βʹ ἀνάγνωσιν. ...Δυνάμεθα νὰ ψηφίσωμεν αὐτά· μόλις ὅμως γεννᾶται ἀντίρρησις θὰ προχωρήσωμεν κατωτέρω.
§433Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΠΑΔΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω· τὰ νομοσχέδια αὐτὰ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ συζητηθῶσι, διότι λείπουσι Βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἐνόμιζον ὅτι ταῦτα ἤθελον συζητηθῆ καὶ οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἔχωσι γνώμην ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτε ἦτο ἐνταῦθα καὶ ὁ κ. ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ Βουλὴ πλήθουσα, ἦλθεν εἰς τὸ βῆμα καὶ καθώρισεν ἓν πρὸς ἓν τὰ ψηφισθησόμενα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐσημειώσαμεν ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι μετ’ αὐτὰ θὰ ψηφίσωμεν τὴν σύμβασιν καὶ θὰ τελειώσωμεν. Ἤδη ἀπουσιάζουσιν ἐκεῖνοι οἱ Βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν πεπεισμένοι κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι δὲν θὰ ψηφισθῶσιν ἄλλα νομοσχέδια.
§434Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν ἐμποδίζει τὸ παράπαν τὴν πρόοδον τῆς συζητήσεως. Ὑπάρχουσι τὰ περὶ διδασκαλείων· ἐπ’ αὐτῶν δὲν γνωρίζω ἀντίρρησίν τινα. Ἐπίσης ὑπάρχει τὸ ὑπ’ ἀριθ. 53, «περὶ παιδαγωγικῆς μορφώσεως καὶ δοκιμασίας τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως». Ἂν ὑπάρχῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἀντίρρησις, νὰ δηλωθῇ· ἄλλως νὰ ψηφισθῇ.
§435ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ψηφισθῇ.
§436ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παιδαγωγικῆς μορφώσεως καὶ δοκιμασίας τῶν λειτουργῶν τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§437ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν σύμβασιν.
§438ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὴν σύμβασιν.
§439ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 27 Νοεμβρίου 1909 ἐξ ἄρθρων 11 συμβάσεως μεταξὺ 1) τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, 2) τῆς ἐν Ἀθήναις ἑδρευούσης «Προνομιούχου Ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος» καὶ 3) τῆς ἐν Πάτραις ἑδρευούσης Σταφιδικῆς Τραπέζης, καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΓΠʹ (3080) τῆς 17 Ἰουλίου 1905». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Φούφας.
§440ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Παρατηρήσεις τινάς, κύριοι Βουλευταί, ἔχω ν’ ἀπευθύνω ἐπὶ τῆς συζητουμένης συμβάσεως, καθόσον γνωρίζω ὅτι αἱ ὧραι τὰς ὁποίας διερχόμεθα δὲν ἐπιτρέπουσιν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπεκταθῶμεν εἰς λεπτομερείας. Εἶχον γνώμην ἀρχικῶς περὶ τῆς συμβάσεως ὅτι ἐπρόκειτο νὰ γεννήσῃ πολλὰ κακὰ καὶ τὰς συνεπείας τῶν ὁποίων ἔχω τὴν γνώμην ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ἔχωμεν, ἂν ἡ σύμβασις ψηφισθῇ ὅπως ἔχει. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα προσέξῃ ἐπί τινων σημείων, ἅτινα εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωσθῶσι, διότι ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὅπως ὑποβάλλεται ἡ σύμβασις εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ μόνον κατ’ ἐπιφάνειαν θὰ ψηφισθῇ πρὸς ὠφέλειαν μόνον τῆς Ἑταιρείας. Οὐδόλως μὲ ἐφόβισε κατ’ ἀρχὴν τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς μιᾶς δραχμῆς κατὰ χιλιόλιτρον ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας θὰ εἶχον τὴν γνώμην μάλιστα, ἵνα ἐνισχύσωμεν τὴν Ἑταιρείαν, ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τοῦ κινδύνου, ὅστις τὴν ἀπειλεῖ, ὅπως ἐπιβάλωμεν τὴν ὑποχρέωσιν τῆς πληρωμῆς τοῦ προσθέτου αὐτοῦ χωρὶς νὰ συμπεριλάβωμεν ἄλλα ἄρθρα, διότι ἐν τοῖς ἄρθροις τούτοις ὑποκρύπτονται πολλὰ κακά, τῶν ὁποίων θὰ ἴδωμεν τὸ ἀποτέλεσμα.
§441ΙΩ. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Εἶσθε ἐναντίον τῆς συμβάσεως;
§442ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Τοὐναντίον, θέλω νὰ ὑπάρξῃ ἡ Ἑταιρεία· δὲν θέλω νὰ διατρέξῃ κανένα κίνδυνον καὶ διὰ τοῦτο εἶπον νὰ παραχωρήσωμεν τὴν μίαν δραχμὴν εἰς τὴν Ἑταιρείαν χωρὶς τίποτε ἄλλο.
§443ΙΩ. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς δραχμῆς· πρόκειται περὶ τῆς συμβάσεως.
§444ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς συμβάσεως λέγω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέξῃ εἰς τινα σημεῖα, διότι θεωρῶ ταῦτα ἐντελῶς ἀπραγματοποίητα, ὅπως ὑποβάλλονται.
§445Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶσθε ἐναντίον τῆς συμβάσεως;
§446ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐναντίον· ὑποδεικνύω ὅτι τινὰ εἶναι ἀπραγματοποίητα καὶ θὰ τὰ ἴδητε σεῖς ὁ ἴδιος, διότι σᾶς καὶ ἡμᾶς θὰ θεωρήσωσιν ὑπευθύνους οἱ παραγωγοί, οἱ ὁποῖοι τώρα μὲ τὰ τηλεγραφήματά των μᾶς ἐπιβάλλουσι τὴν ψήφισιν, διότι θὰ μᾶς εἴπωσιν ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ ὑπεύθυνοι καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἔπρεπε νὰ προβλέψωμεν περὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Ἐνταῦθα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἔχω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως. Ὑπάρχει ἐδάφιον βʹ ἔχον οὕτως (ἀναγινώσκει)· «Ἐὰν ὁ ἰδιοκτήτης στέρξῃ ἀποζημίωσιν κατὰ στρέμμα, ἤτοι κατὰ μονάδα ἐκτάσεως χιλίων γαλλικῶν τετραγωνικῶν μέτρων, δραχμ. 80 ἕως 100, ὁριστέαν ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων ἀναλόγως τῆς καταστάσεως τῆς φυτείας κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας». Ἄρα ὁ παραγωγός, κύριε Μοσχούλα, δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα. Δύναται περὶ τῆς τύχης αὑτοῦ ν’ ἀποφασίζῃ τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας κατὰ βούλησιν καὶ κατὰ τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα. Καὶ θέλετε νὰ ψηφίσητε τοιαύτην διάταξιν; Δὲν τάσσεται οὔτε πραγματογνωμοσύνη οὔτε τρόπος διακανονισμοῦ τῆς ποσότητος καὶ τῆς τιμῆς ἑκάστου στρέμματος, ἀλλὰ πάντα ταῦτα ἀφίενται εἰς τὸ διοικητικὸν συμβούλιον τῆς Ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω ποτὲ ὅτι θ’ ἀποφασίσῃ ἐναντίον τῶν συμφερόντων τῆς Ἑταιρείας. Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θεωρῇ ὅτι τοιαῦτα δικαιώματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον πρέπει νὰ παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον ὅτι καλὸν θὰ ἦτο μόνον νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ ἡ Ἑταιρεία χάριν ἑαυτῆς, διὰ νὰ μὴ πέσῃ, μίαν δραχμὴν χωρὶς νὰ ζητήσῃ νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ ἄλλας ὑποχρεώσεις, διότι αὔριον θὰ ὑποστῶμεν ἡμεῖς τὰς συνεπείας τῶν ἀτελειῶν τῆς συμβάσεως. Δὲν κανονίζεται οὐδ’ ὁ τρόπος τῆς ἐκριζώσεως καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ σύμβασις ὡς ὑποβάλλεται, αὔριον δὲ θὰ ἔχητε τὴν ἀντίδρασιν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι κάτι ψηφίζομεν κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν καὶ ὁ ὁποῖος κάτι περιμένει νὰ ἴδῃ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄρθρον 7. Τὸ ἄρθρον 7, κύριε Πρόεδρε, ἐγκρύπτει πολλοὺς κινδύνους· ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας τῆς σταφίδος καὶ τὰς συνεπείας αὐτῆς ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις τὰς ἔχομεν ὑποστῆ διὰ τῆς μειώσεως τῆς ἐξαγωγῆς, διότι, ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑταιρεία ἀναμιγνύεται εἰς τὰ τοῦ ἐμπορίου, τὸ ἐμπόριον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν ν’ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῶν ἐνεργειῶν τῆς Ἑταιρείας. Διὰ τοῦτο μάλιστα θὰ ἦτο καλόν, ἂν ἦτο δυνατόν, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο, νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἑβδόμου ἄρθρου ὅπου λέγει ὅτι παραπέμπεται εἰς τὴν διαιτησίαν διεξαγομένην κατὰ τοὺς ὅρους καὶ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 20 τῆς ἀπὸ 8ης Ἰουλίου 1905 συμβάσεως ....
§447ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη ἔνστασις περὶ μὴ ἀπαρτίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀναγνώσω τὸν κατάλογον. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§448Π. ΣΑΚΚΗΣ. Ἡμεῖς θὰ ζητήσωμεν νὰ πέσῃ ἡ σύμβασις, διὰ νὰ ἴδητε.
§449ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Δὲν ἐζήτησε κανεὶς νὰ πέσῃ ἡ σύμβασις.
§450ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§451ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀποσύρεται ἡ ἔνστασις.
§452ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἀποσύρηται, νὰ ἐξακολουθήσῃ ὁ κ. Φούφας.
§453ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§454ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Ζητῶ λοιπὸν νὰ προστεθῇ εἰς αὐτὸ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Χωρὶς ἐν περιπτώσει ἀσυμφωνίας καὶ προκειμένου νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιδιαιτητὴν ἢ πρὸς χημικὴν ἀνάλυσιν νὰ παρεμποδίζηται ἡ ἐξαγωγή, ὑποχρεουμένου τοῦ ἐξαγωγέως νὰ καταβάλῃ δραχ. 15 δι’ ἕκαστον χιλιόλιτρον, ὁπόταν ἡ διαιτησία ἤθελεν ἀποβῇ κατ’ αὐτοῦ, ὅπερ ποσὸν θέλει ἐκπίπτει ὑπὲρ τῆς Σταφιδικῆς Τραπέζης, διαχειριζόμενον ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας, συμφώνως ταῖς διατάξεσι τῆς συμβάσεως τοῦ ἔτους 1905». Τοῦτο πρέπει νὰ προστεθῇ, διὰ νὰ μὴ παρακωλύηται ἡ ἐξαγωγή, τὰς συνεπείας τῆς ὁποίας θέλομεν ὑποστῆ βαρυτάτας. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἤθελον νὰ κάμω, ἡ ὁποία εἶναι σπουδαία καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν συναδέλφων ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν.
§455Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ ὥρα δὲν εἶναι κατάλληλος, ὅπως συζητηθῇ ἡ σταφιδικὴ σύμβασις, διότι, ἂν ἦτο ἄλλη ὥρα, θὰ εἶχον καὶ τὴν δύναμιν ν’ ἀποδείξω ὅτι οἱ ζητοῦντες τὴν ψήφισιν τῆς συμβάσεως δὲν προσφέρουσι μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν κόσμον. Διὰ τῆς προτεινομένης ἐκριζώσεως δὲν δύναται ν’ ἀνακουφισθῇ ὁ σταφιδικὸς κόσμος, ἀλλὰ μόνον ἡ Προνομιοῦχος, διότι κατὰ τὴν ὑπάρχουσαν σύμβασιν ἡ Προνομιοῦχος εἶναι ὑποχρεωμένη κατὰ τὴν 15 Ἰουνίου ν’ ἀγοράζῃ πᾶν πλεόνασμα περισσεῦον ἀπὸ τὴν παρακράτησιν καὶ κατανάλωσιν τῆς σταφίδος. Διὰ τῆς προτεινομένης μερικῆς ἐκριζώσεως οὐδὲν ἄλλο θὰ ἐπιτευχθῇ ἢ νὰ λείψῃ τὸ πλεόνασμα τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀγοράσει κατὰ τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν ἡ Προνομιοῦχος. Μετὰ τὴν μικρὰν ταύτην παρατήρησιν ἔρχομαι εἰς τὰ κατὰ τὰ ἄρθρα, ἵνα τελειώνω καὶ μὴ ἐπαναλαμβάνω. Κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύμβασιν τὸ Κράτος ὑπεχρεοῦτο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ συναφθησομένου δανείου μόνον ἐν περιπτώσει ἐξαγορᾶς τοῦ πλεονάσματος ὑπὸ τῆς Προνομιούχου, παραδόξως ὅμως κατὰ τὴν μεταβολὴν τῆς πρώτης συμβάσεως εἰσεχώρησε καὶ δευτέρα περίπτωσις, ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐκπέσει ἡ Ἑταιρεία.
§456Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ τὸ δάνειον, ἂν δὲν περιελαμβάνετο καὶ αὐτὴ ἡ περίπτωσις ἐν τῇ συμβάσει.
§457Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ πῶς ἡ πρώτη σύμβασις δὲν περιέλαβε καὶ ταύτην τὴν περίπτωσιν;
§458Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν τὴν περιέλαβε, θὰ ἐγένετο παρατήρησις καὶ ἐζητήθη νὰ περιληφθῇ.
§459Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἐγένετο παρατήρησις, ἀλλὰ τοῦτο ἔγινεν ἐκ προμελέτης, ἵνα στερηθῇ τὸ Κράτος ἑνὸς δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχε. Διὰ τῆς δευτέρας ταύτης περιπτώσεως τὸ Κράτος ἀποξενοῦται τῆς ἐξουσίας τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπὶ τῆς Προνομιούχου, ἡ Προνομιοῦχος δὲ σήμερον θὰ δύναται νὰ παραβαίνῃ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως ἐλευθέρως, διότι τὸ Κράτος οὐδέποτε θὰ φθάσῃ εἰς ἐπιβολὴν πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοιαύτην ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἔκπτωσιν τῆς Ἑταιρείας, διότι διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ θὰ πέσῃ εἰς βάρος αὐτοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δανείου. Δὲν γνωρίζω πῶς ἡ τότε Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν σύμβασιν τὴν δευτέραν ταύτην περίπτωσιν καὶ ἀπορῶ ἔτι μᾶλλον, διότι εἰς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν μετεῖχεν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Εὐταξίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν γνώσει τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος καὶ ἐν ἐκτάσει γνωρίζει τὰ κατὰ τὴν Προνομιοῦχον. Δευτέραν παρατήρησιν ἔχω εἰς τὸ ἄρθρον 6. Τὸ ἄρθρον 6 ὁρίζει (ἀναγινώσκει)· «Ἀπαγορεύεται ἡ κατάσχεσις ἢ διεκδίκησις τοῦ ἡμίσεος τῆς κατὰ τὰ αὐτὰ 3 καὶ 4 ἄρθρα τῆς συμβάσεως καταβλητέας ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας ἀποζημιώσεως, μετὰ τὴν καταβολὴν δὲ τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης ἡ Ἑταιρεία οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην ἀπέναντι τρίτων διεκδικητῶν». Τὸ μὲν ἥμισυ θὰ δοθῇ εἰς τὸν καλλιεργητήν, τὸ ἕτερον ἥμισυ τῆς ἀξίας τῆς ἐκριζουμένης ἀμπέλου τί θὰ γίνῃ; Θὰ κατατεθῇ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, θὰ παρεμβληθῇ ὁ συμβολαιογράφος, θὰ ἔλθωσιν οἱ ἐνυπόθηκοι ἵνα ζητήσωσι νὰ καταταχθῶσι. Πάντες οἱ ἔχοντες γνῶσιν τῶν τῆς ἐκτελέσεως καὶ κατατάξεως γνωρίζουσιν ὅτι καὶ πολυδάπανος εἶναι ἡ διαδικασία ἐκείνη καὶ πολυχρόνιος. Φαντασθῆτε δέ, ἂν εἷς ὀφειλέτης ἐνυπόθηκος ἀπέθανε πρὸ πενταετίας καὶ ἀφῆκε 30 κληρονόμους καί τινας μάλιστα ἐξ αὐτῶν ἀποδημοῦντας εἰς ἄγνωστα μέρη, τί ἔχει νὰ γίνῃ ἵνα εὑρεθῶσιν οἱ κληρονόμοι οὗτοι καὶ ἐνεργηθῶσιν ὡς πρὸς αὐτοὺς τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα.
§460Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Παρακαλῶ, κ. συνάδελφε. Ἡ σύμβασις ἔχει δύο διατάξεις, μίαν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν κατάσχεται τὸ ἀντίτιμον τῆς ἐκριζώσεως, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς πάντα δανειστὴν καὶ τὸν ἐνυπόθηκον, καὶ ἄλλην διάταξιν ἡ ὁποία λέγει ὅτι, διὰ ν’ ἀγοράσῃ τὸ κτῆμα καὶ προβῇ εἰς ἐκρίζωσιν ἡ Προνομιοῦχος, θὰ ζητήσῃ ἀπόδειξιν ὅτι ὁ αἰτῶν τὴν ἐκρίζωσιν εἶναι ἀπεριόριστος κύριος τῆς προσφερομένης πρὸς ἐκρίζωσιν φυτείας. Λοιπὸν δὲν ὑφίστανται περιπτώσεις κατατάξεως, ἀλλ’ ὁ δανειστὴς πρέπει νὰ συμφωνήσῃ μετὰ τοῦ ἰδιοκτήτου.
§461Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν μοὶ δίδετε θεωρῶ ὀλεθριωτέραν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν γνωρίζω ἂν εἰς πολλὰ μέρη τῆς Πελοποννήσου θὰ εὑρεθῶσι κτήματα ἐλεύθερα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου θὰ ἔχωμεν τὴν σχέσιν τοῦ ἰδιοκτήτου πρὸς τὸν ἐμφυτευτήν. Ὑπάρχουσι πολλὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι δοθῆ εἰς ἐμφύτευσιν καὶ τὰ ὁποῖα ἀποδίδουσι τὸν ἐμφυτευτικὸν κανόνα. Ἐὰν προβῇ ὁ ἐμφυτευτὴς εἰς ἐκρίζωσιν, τί θὰ γίνῃ ὁ κύριος; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχω τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παραδίδω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρὸς μελέτην.
§462ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «...Ἐπίσης ἀπαγορεύεται ἡ ἐκρίζωσις ἢ ἐκκοπὴ φυτειῶν ἐπὶ κτημάτων ὑπὸ ἐμφύτευσιν καλλιεργουμένων ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ ἰδιοκτήτου». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ἀκριβῶς ὑπάρχει καὶ ἀντίρρησις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐχούσης πολλὰ κτήματα ἐνυπόθηκα. Αἱ ἀντιρρήσεις εἶναι ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ διατετυπωμέναι ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως κλπ». Ταῦτα εἶχον καθῆκον ν’ ἀνακοινώσω, διότι ταῦτα λεγόμενα ὑπὸ μεγάλου ἐνυποθήκου δανειστοῦ, τοῦ πρώτου ἐνυποθήκου δανειστοῦ, προφανῶς θὰ λέγωνται ὑφ’ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἄλλων οἵτινες ἔχουσιν ὑποθήκην. Ἕκαστος ἔχων ὑποθήκην, προκειμένου ν’ ἀπολέσῃ τὴν ἀσφάλειαν αὑτοῦ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διαμαρτύρεται.
§463ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν τοῦτο.
§464ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐκφέρω γνώμην· ἐγὼ ἐμφανίζω τὸ ζήτημα, τὸ ζήτημα δὲ εἶναι σπουδαιότατον.
§465Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ Τράπεζα παρεῖδε τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ ἡ σύμβασις ἀκριβῶς προστατεύει αὐτήν.
§466ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς παρέστησα ἐγὼ εἰς τὸν κομιστὴν τοῦ ἐγγράφου τούτου, ὅτι διὰ τῆς λέξεως «ἀπεριόριστος» φρονῶ ὅτι ἐμφανίζεται ἡ ἰδέα τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ ἐνυποθήκου κτήματος· καὶ ἐκεῖ νομίζω ὅτι δύναται νὰ εὑρεθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§467ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐν τῷ θέματι τούτῳ, κ. Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι εἶχον τὴν πρόνοιαν νὰ περιφρουρήσω ἐγὼ τὸν ἐνυπόθηκον δανειστήν, διότι σᾶς ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ἐκ τῶν μεγάλων ἐνυποθήκων δανειστῶν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρίδω τὸ θέμα.
§468Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐνυποθήκων καὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐμφυτευτοῦ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ἵνα μὴ ζημιωθῇ οὔτε ὁ ἐνυπόθηκος οὔτε ὁ ἐμφυτευτής. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἄρθρου 8 ὁ Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν ἐκλέγει πέντε τῶν κατοίκων, οἵτινες ὁρκιζόμενοι τίθενται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ τελώνου, ὁ ὁποῖος καλεῖ ἕνα ἕκαστον ἐξ αὐτῶν καὶ ἐξετάζει τὴν ποιότητα τοῦ σταφιδοκάρπου. Τὸ σύστημα τοῦτο δὲν γνωρίζω ἂν ἔφερεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, διὰ τοῦτο δ’ ἴσως ἡ Προνομιοῦχος ἠθέλησε τὸ σύστημα τῆς διαιτησίας. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Πύργου ἀνθίσταται εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀφίεμαι ὅμως εἰς τὴν κρίσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι νομίζει συμφερώτερον καὶ ὠφελιμώτερον. Εἰς τὴν διαρρύθμισιν τοῦ νόμου τὴν γενομένην κατόπιν συσκέψεως τῶν ἐκ σταφιδοφόρων μερῶν Βουλευτῶν ἐτέθη τὸ ἄρθρον 9, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τοῦ δημοτικοῦ ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου ἐνεχύρου εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Ἑταιρείας. Οἱ πλειότεροι νόμοι οἱ ἐπιβάλλοντες δημοτικὸν φόρον ἐπὶ τοῦ σταφιδοκάρπου προνοοῦσι περὶ τοῦ σταφιδοκάρπου τοῦ εἰς ἐξαγωγὴν ἢ εἰς μεταφοράν. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις, ὡς εἶναι ἐκπεφρασμένη, διότι τὸ ἐνέχυρον οὔτε μεταφέρεται οὔτε ἐξάγεται.
§469ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις ἀφορᾷ καὶ εἰς τὸ παρακράτημα.
§470Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ τὸ παρακράτημα εἰσαγόμενον εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Ἑταιρείας ἐξάγεται ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ, παραδιδόμενον εἰς τὴν Προνομιοῦχον. Φρονεῖτε ὅτι εἰσέρχεται εἰς τὴν ἐμπορίαν κατόπιν; Ὄχι. Εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ ὁμολογήσητε αὐτό· λοιπὸν τὸ παρακράτημα δὲν θὰ διέλθῃ διὰ τοῦ τελωνείου, ἐνῷ τὸ ἐνέχυρον θὰ διέλθῃ. Τὸ παρακράτημα διατίθεται ὑπὸ τῆς Προνομιούχου εἴτε εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων εἴτε εἰς τὰ ἄλλα οἰνοπνευματοποιεῖα τῆς Ἑλλάδος. Πῶς θὰ βεβαιωθῇ λοιπὸν καὶ πῶς θὰ εἶναι ἀσφαλὴς ὁ τελώνης ὅτι τὸ ἐνέχυρον ἐπλήρωσε τὸν δημοτικὸν φόρον;
§471ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς προσαγωγῆς τριπλοτύπου.
§472Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεώσητε τὸν πολίτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ πληρώσῃ εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τὸν φόρον αὐτόν, νὰ πληρώσῃ τὴν ἀποταμίευσιν;
§473ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι νόμος εἰδικώτερος τοῦ εἰδικοῦ.
§474Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου λύεται τὸ ζήτημα, σᾶς βεβαιῶ ὅτι πάντες οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξαγάγωσιν ἀπὸ τὴν εἰς ἐνέχυρον σταφίδα θ’ ἀρνηθῶσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου καὶ θὰ ἔχωσι δίκαιον, διότι ὁ φόρος ἰδίως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἠλείας εἶναι ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Ἐκτὸς τούτου, τὸ ὁποῖον δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, καὶ ἀδιαφορῶ ὅ,τι θὰ γίνῃ, ἔχομεν ἐντὸς τῆς συμβάσεως μίαν ἄδειαν εἰς τὸ ἄρθρον 6. Κατὰ τὴν ὑφισταμένην σύμβασιν ἡ Ἑταιρεία ἔχει δικαίωμα νὰ δαπανᾷ πρὸς διαφήμισιν τῆς σταφίδος 5 ἕως 10 χιλιάδας λίρας. Σήμερον ἡ Προνομιοῦχος ζητεῖ ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν τὸ ηὔξησε. Δὲν γνωρίζω ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου θὰ ἐπιτρέψωσι τοῦτο· τοῦτο ὅμως ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ἀφ’ ἧς ἤρχισε νὰ δαπανᾷ ἡ Προνομιοῦχος τὰς 5 ἢ 10 ἢ 15 χιλιάδας λιρῶν, οὐδεμία πρόοδος εἰς τὴν κατανάλωσιν τῆς σταφίδος ὑπῆρξεν. Ἐὰν δ’ ὑπάρχῃ τις μὴ πιστεύων τοῦτο, ἔχω πρόχειρα τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, διότι οὐδέποτε κατῆλθεν ἡ κατανάλωσις τῆς σταφίδος εἰς 223 ἑκατομμύρια, ὅσον κατέπεσεν ἀφ’ ἧς ἤρχισεν ἡ διαφήμισις τῆς σταφίδος.
§475Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐγώ, Κύριοι, διαφωνῶ εἰς τὴν βάσιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἀναμιμνησκόμενος τὸ 1907, ὅτε συνέβησαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν εἰς τὴν στενοχωρίαν τῶν σταφιδοπαραγωγῶν μέχρι σήμερον. Ἡ σύμβασις αὕτη σκοπεῖ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς, ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς θὰ ὠφελήσῃ τὸν παραγωγόν; Διατί θὰ δώσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ δικαίωμα, ἐὰν φρονῇ ὅτι ἡ παραγωγὴ δὲν εἶναι ἐπαρκής, νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ παρακρατήματος εἰς χρήματα ἐν τοῖς τελωνείοις; Τί θὰ ἐπέλθῃ ἀγαθὸν ὑπὲρ τῶν παραγωγῶν, ἐὰν ψηφισθῇ τοῦτο; Ἡ Προνομιοῦχος δὲν θὰ δυσκολευθῇ, ὅταν ἐπιψηφισθῇ ἡ σύμβασις αὕτη, νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐσοδεία δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 6. Τότε δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν παροχήν, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ ὁ σταφιδοπαραγωγὸς πρὸς τὴν Προνομιοῦχον, ἐκτὸς τῶν 350,000 δραχ. δὲν λαμβάνει κανὲν ἀντάλλαγμα. Ἐπίσης δὲν γίνεται λόγος περὶ τοῦ πλεονάσματος, ἂν τὸ πλεόνασμα τῆς μιᾶς ἐσοδείας δὲν θὰ ἐπιρρίπτηται εἰς τὴν ἑπομένην ἐσοδείαν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι οἱ δύο αὐτοὶ λόγοι εἶναι σπουδαῖοι καὶ πρέπει νὰ πείσωσι τοὺς κ. Βουλευτὰς ἵνα μὴ προχωρήσωσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς τῆς συμβάσεως, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ τροποποίησις τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 6 ταύτης. Διότι, ἐὰν ψηφισθῇ τοῦτο, ἡ ἐκρίζωσις θὰ συντελέσῃ πρὸς ὄλεθρον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν, διότι ἑκάστοτε ἡ Προνομιοῦχος θὰ λέγῃ ὅτι ἡ παραγωγὴ δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ θὰ προβαίνῃ εἰς τὴν εἴσπραξιν εἰς χρῆμα καὶ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ παρακρατήματος. Λοιπὸν διὰ πάντα ταῦτα αἱ 350,000 δραχ. εἰς τί θὰ ὠφελήσωσι τοὺς παραγωγούς; Λυποῦμαι πολὺ νὰ πιστεύωσιν οἱ κ. Βουλευταὶ ὅτι διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως αὐτῆς θὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τῶν παραγωγῶν. Ταῦτα λέγων δὲν ἐπιθυμῶ νὰ πείσω τοὺς ἀντιλέγοντας εἰς τὸ νὰ καταψηφίσωσι τὴν σύμβασιν, διότι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ καταψηφισθῇ αὕτη, ἀλλὰ νὰ διορθωθῇ τὸ ἐδάφιον βʹ τοῦ ἄρθρου 6 δι’ ἁπλῆς βεβαιώσεως τῆς Προνομιούχου ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ γίνεται χρῆσις τοῦ ἐδαφίου ἐκείνου, καὶ ὅτι τὸ πλεόνασμα τῆς μιᾶς ἐσοδείας δὲν θὰ ἐπιρρίπτηται εἰς τὴν ἑτέραν. Ταῦτα ἐὰν δὲν πράξῃ ἡ Προνομιοῦχος, βεβαίως θὰ συντελέσῃ εἰς τὸν ὄλεθρον τῶν σταφιδοπαραγωγῶν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτῶν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως ταύτης.
§476Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ σύμβασις αὕτη ἔρχεται πρὸς ὑποστήριξιν τῆς Ἑταιρείας. Ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία δημιουργηθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. ἀρχηγοῦ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπετέλεσε σύστημα ἢ μᾶλλον ἀπετέλεσε τὸ μόνον οἰκοδόμημα ὑπὸ τὸ ὁποῖον στεγάζεται ἡ σταφιδοπαραγωγή. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι τὸ οἰκοδόμημα τοῦτο δὲν εἶναι ἀσφαλές, δὲν εἶναι τοιοῦτον ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δύναταί τις νὰ στηρίξῃ τὴν ἐπὶ τὸ μέλλον προστασίαν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὅμως, κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ οἰκοδομήματος τούτου ἡ σταφιδοπαραγωγὴ εὑρίσκει ἔρεισμά τι, τοὐλάχιστον πρὸς τὸ παρόν, πρέπει καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν Ἑταιρείαν ταύτην ψηφίζουσα τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος σύμβασιν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἀντιδρῶντες κατὰ τῆς συμβάσεως ταύτης.
§477Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ἀντιδρῶν;
§478Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω δι’ ὑμᾶς· ὁμιλῶ διὰ τὸν κ. Φλέσσαν.
§479Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ἀλλὰ νὰ διορθωθῇ τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 6 ταύτης.
§480Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ πνεῦμα, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ὡδηγήθησαν αἱ σταφιδοφόροι ἐπαρχίαι ἵνα ὑποστηρίξωσι τὴν σύμβασιν ταύτην. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ παροῦσα σύμβασις παρουσιάζει πλείστας ὅσας ἀτελείας, πλεῖστα ὅσα ἐλαττώματα, τῶν ὁποίων τὴν θεραπείαν, ἐὰν μὲν ἦτο καιρός, ἐὰν ἦσαν ἄλλαι αἱ περιστάσεις, ἠδύνατο ἡ Βουλή, ἠδύναντο οἱ Βουλευταὶ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐπιλαμβανόμενοι τῆς συμβάσεως ταύτης νὰ ἐπιτύχωσι βελτιώσεις. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὅμως πλησιάζομεν πρὸς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν μετὰ πάσης λεπτομερείας καὶ μετὰ πάσης περισκέψεως τῆς συμβάσεως, διὰ τοῦτον τὸν λόγον καὶ ἐγώ, ἀκολουθῶν τὴν πορείαν τῶν ἄλλων συναδέλφων, προβαίνω εἰς τὴν διατύπωσιν γνωμῶν τινων ἐν σχέσει πρὸς τὴν σύμβασιν ταύτην. Δύο ζητήματα, κύριε Πρόεδρε, παρουσιάζονται, τὰ ὁποῖα ἀληθῶς καθιστῶσιν ἐν μέρει ἐπιβλαβῆ τὴν σύμβασιν. Καὶ πρῶτον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως ἐπιμερίζεται, καὶ τὸ μὲν ἥμισυ λαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης, τὸ δ’ ἕτερον ὁ δανειστὴς ἢ ὁ δικαιοῦχος· ἀλλ’ ἐπὶ τῶν κτημάτων τῶν πλείστων ἔχουσι τεθῆ ὑποθηκικὰ δικαιώματα, τί δὲ θέλῃ συμβῆ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου; Πάντες οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ θέλουσιν ἀμέσως προβῆ εἰς ἐκπλειστηρίασιν τῶν κτημάτων τῶν οὕτως ἐπιβεβαρημένων ἀπὸ σκοποῦ ἵνα περιερχόμενον τὸ κτῆμα εἰς τὴν κυριότητα αὐτῶν παραδώσωσιν αὐτοὶ τὸ κτῆμα τοῦτο πρὸς ἐκρίζωσιν ἢ ἀποκοπὴν εἰς τὴν Προνομιοῦχον, ἀλλ’ οὕτω ματαιοῦται ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ δανείου, ὅπερ θέλει συνάψει ἡ Ἑταιρεία, καὶ τῆς ἐκριζώσεως.
§481ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ ζητήσω τὴν γνώμην σας· διότι ὁμολογῶ ὅτι κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν ἀντελήφθην τὸ πρᾶγμα καὶ ἐξ ἄλλων ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἀνέγνωσα τὰς διαμαρτυρίας τῆς Τραπέζης. Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ κατάσχεσις ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος; Ἐνῷ ἔχει τις κεκτημένον δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸ ὅλον, καὶ δύναται νὰ λάβῃ τὸ ὅλον ἐπὶ τοῦ κτήματος τοῦ ἐνυποθήκου, ἔρχεται ἡ σύμβασις, ἥτις ἐπιβάλλει τὴν ἐκρίζωσιν καὶ δίδει ἀποζημίωσιν διὰ τοῦτο· ἀλλ’ ἡ ἀξία τοῦ κτήματος ἐλαττοῦται εἰς τρόπον ὥστε δὲν δύναται νὰ πληρωθῇ τοῦ δανειστοῦ ἡ ἀπαίτησις.
§482Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν πλεῖστοι ἔχουσι δικαιώματα ἐμπράγματα. Ἀλλὰ μήπως, κύριε Πρόεδρε, ὁ κτηματίας ὁ ἔχων κτήματα δυνάμενα ὁπωσδήποτε ν’ ἀποδώσωσι μίαν τινὰ πρόσοδον θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τοῦ ὅλου κτήματος; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ποτὲ μικροκτηματίας, ἔχων 50 στρέμματα ἐκ τῶν ὁποίων δύναται ν’ ἀπολαμβάνῃ ἐκ τοῦ καλλιεργουμένου σταφιδοκάρπου μίαν πρόσοδον, δὲν θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκρίζωσιν ὅλης αὐτῆς τῆς ἐκτάσεως· διότι πάντα τὰ κτήματα σήμερον μετὰ τὴν νέαν καλλιέργειαν ἐξυγιάσθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν καὶ ὀλίγιστα μόνον κτήματα δὲν ἀποδίδουσι καρπόν. Σήμερον λοιπὸν ὁ κτηματίας δὲν θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκρίζωσιν ὅλου τοῦ κτήματός του, ἀλλὰ μέρους αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ δανειστής, περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, τί νομίζετε ὅτι ἀπολαμβάνει ἐκ τοῦ ἐμπραγμάτου δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει; Σήμερον τὰ ἔγγραφα, τὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα λόγῳ τῆς ὑποχρεώσεως εἴτε πρὸς ἀνάληψιν εἴτε πρὸς καλλιέργειαν τοῦ κτήματος δὲν δύνανται νὰ τὰ θέσωσιν εἰς ἐνέργειαν ἐκ πολλῶν λόγων καὶ ἅτινα εἶναι νεκρὰ καὶ ἐρριμμένα εἰς τὸ βάθος τοῦ χρηματοκιβωτίου τοῦ δανειστοῦ, θ’ ἀναβιώσωσι καὶ θὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν μετὰ πάσης σπουδῆς, καὶ ἀδυσώπητοι οἱ δανεισταὶ θὰ ζητῶσι τὸ ὅλον. Δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ μᾶλλον ὠφελεῖται ὁ δανειστὴς παρὰ ὁ ὀφειλέτης, διότι ὁ μὲν δανειστὴς λαμβάνει χρήματα τὰ ὁποῖα εἶχε χάσει, ὁ δὲ ὀφειλέτης σχεδὸν τίποτε.
§483Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ, διότι ἀποτελεῖ προσβολὴν κεκτημένου δικαιώματος, δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ εἴτε διὰ συμβάσεως εἴτε διὰ νόμου νὰ προσβάλωμεν κεκτημένα δικαιώματα, τὰ προκύπτοντα ἐκ τῆς ὑποθήκης, καὶ εἶναι ματαιοπονία νὰ συζητῶμεν.
§484ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον 6 θέλει διαγραφῇ.
§485ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὑπάρχει σύμβασις τότε.
§486Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των οἱ κ. συνάδελφοι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημευθῇ ἓν δικαίωμα κτηθὲν ὑπὸ τρίτου, τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο ὑφίσταται ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς σταφιδαμπέλου, διὰ δὲ τῆς ἐκριζώσεως προσβάλλεται τὸ κτηθὲν ἐπὶ τῆς σταφιδαμπέλου δικαίωμα. Ἀλλ’ ἔχω καὶ ἄλλην μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως. Ἐνταῦθα ἔχομεν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τῆς διαχειρίσεως· ἀρχικῶς ἐζητεῖτο ποσὸν 25,000 λιρῶν διὰ τὴν διαχείρισιν, κατόπιν ἠναγκάσθη ἡ Προνομιοῦχος νὰ συγκατατεθῇ εἰς τὸν περιορισμὸν μέχρι 10,000 λιρῶν, ἤδη δὲ ζητεῖται ἡ αὔξησις μέχρι τῶν 15,000 πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ περιορισθῇ ἀκριβῶς τὸ ἔσοδον τοῦ Δημοσίου. Καὶ πότε ζητεῖται ἡ αὔξησις; Ζητεῖται ἡ αὔξησις τῶν πρὸς διαχείρισιν δαπανωμένων τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὸν περιορισμὸν τῆς παραγωγῆς ἐκ τῆς ἐκριζώσεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβάσῃ τις τὰς δύο αὐτὰς ἰδέας, ὅτε ἔχομεν μάλιστα δεδομένον ὅτι ἡ Ἑταιρεία περιώρισε τὴν διαφήμισιν ἐν Ἀμερικῇ; Ἐὰν ἡ Ἑταιρεία νομίζῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τῶν διαφημίσεων νὰ προσκτήσηται νέον ἔδαφος ὑπὲρ τῆς καταναλώσεως, δὲν ἔχει παρὰ νὰ τὸ κάμῃ δι’ ἴδιον λογαριασμόν, ἀλλ’ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται διὰ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, ἀφοῦ προσκτᾶται ἓν νέον δικαίωμα 1 δραχ. κατὰ χιλιόλιτρον, νὰ ἔλθῃ νὰ ἐπιβάλῃ ἓν πρόστιμον. Δι’ αὐτὸ προτείνω ὅπως εἰς τὸ ἄρθρον 1 περιληφθῇ ὁ ὅρος ὅτι κυροῦται ἡ σύμβασις ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 6. Τὸ μέτρον αὐτὸ μετῆλθον καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις ἡ ὑπάρχουσα.
§487ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τοῦ νόμου προέρχεται αὐτό· δὲν εἶναι τῆς συμβάσεως.
§488Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τῆς συμβάσεως. Ἀναμφισβητήτως εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς συμβάσεως ἡ ὁποία πρέπει νὰ κυρωθῇ ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῆς, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐμποδίσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ δώσῃ τὴν κύρωσιν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαγραφῆς ὡρισμένου ἄρθρου. Τὸ μέτρον αὐτὸ μετῆλθον καὶ ἐγὼ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις ἡ σταφιδικὴ καὶ ἠναγκάσθη ἡ Ἑταιρεία νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἐπιτακτικὴν ἐξουσίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§489Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅτι ἡ περιπλέον δαπάνη τῆς διαφημίσεως ἐπιβαρύνει ἀκριβῶς τὴν Ἑταιρείαν.
§490Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· τὰ περιπλέον τῶν 15,000.
§491Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὰς 15,000 ἔχει ἐκ τῆς παλαιᾶς συμβάσεως.
§492Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· 10,000 ἔχει ἐκ τῆς παλαιᾶς.
§493Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μὴ μᾶς ἀναγκάζετε νὰ εἴπωμεν τί θέλουσι μὲ τὴν διαφήμισιν.
§494Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχετε παρὰ ν’ ἀναγνώσητε τὸ ἄρθρον αὐτό, διὰ νὰ ἴδητε τί εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς διαφημίσεως. Πάντα ταῦτα ὑποκρύπτουσιν ἁπλούστατα μίαν κερδοσκοπίαν ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐτὴν τὴν διαφήμισιν εἰς χεῖράς των. Δέον λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους καὶ σᾶς ὑπόσχομαι ὅτι θέλει κυρωθῇ, ὅταν ὑπάρξῃ ἡ ἐπιτακτικὴ θέλησις τῆς ἐξουσίας.
§495Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Κύριοι, ἐννοῶ τὴν δυσφορίαν τῶν κ. Βουλευτῶν διότι ἐγὼ μὴ προερχόμενος ἐκ σταφιδοφόρου ἐπαρχίας λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ ζητήματος ἐνδιαφέροντος μέρος τῆς Πελοποννήσου.
§496Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐὰν δὲν περάσῃ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, δὲν περνᾷ ἡ σύμβασις.
§497ΙΩ. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Βεβαίως ἀκτήμονας Θεσσαλοὺς δὲν θὰ φέρωμεν εἰς τὴν Πελοπόννησον.
§498Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ διακανονισμοῦ τῶν χρεῶν, θὰ ἐνόουν αὐτὴν τὴν διάταξιν· θὰ ἐπρόκειτο περὶ συμβιβασμοῦ τὸν ὁποῖον θὰ ἐκάμνομεν μεταξὺ τῶν δανειστῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν σταφιδαμπέλων, ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναιρέσωμεν δικαίωμα κεκτημένον ὑπὸ τρίτων διὰ μιᾶς συμβάσεως ἡ ὁποία γίνεται μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ μιᾶς Ἑταιρείας;
§499Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Τὸν λόγον ἐζήτησα, κ. Πρόεδρε.
§500ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§501ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πάντες θὰ ὁμιλήσωσι;
§502Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Εἶναι, Κύριοι, πολὺ περίεργον τὸ νὰ ἔρχωνται διαμαρτυρόμενοι διότι ἐγὼ ἔχων γνώμην ἐναντίαν τῆς συμβάσεως ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω, καθὸ ἔχω δικαίωμα, ἐνῷ χρονοτριβοῦσιν ὁμιλοῦντες ἐκεῖνοι οἵτινες εἶναι ὑπὲρ τῆς συμβάσεως καὶ σπεύδουσι νὰ ψηφισθῇ αὕτη. Ἀφήνων ὅμως κατὰ μέρος ταῦτα εἰσέρχομαι ἀμέσως εἰς τὸ θέμα...
§503Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τί ζητεῖτε ὑμεῖς ἀπ’ αὐτὴν τὴν σύμβασιν;
§504Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἂν ὑπῆρχε καιρός, θ’ ἀπεδείκνυον ὅτι ὄχι μόνον ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω, διότι ὁ Βουλευτὴς ἀντιπροσωπεύει τὸ Ἔθνος καὶ ὄχι τὴν ἐπαρχίαν ἀφ’ ἧς ἐκλέγεται, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ὡς ἐκ τοῦ συμφέροντος τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ ὁποίου εἰδικώτερον εἶμαι ἀντιπρόσωπος. Ἡ Τράπεζα, Κύριοι, δι’ ἐπανειλημμένων τροποποιήσεων τῆς ἀρχικῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρὰ τῆς Βουλῆς προσπαθεῖ νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἱδρύθη ἐδάφους, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς πάντοτε σαλεύεται. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι μετὰ τὴν πρώτην σύμβασιν ἐπῆλθε δευτέρα τροποποιήσασα τὴν πρώτην, ἐπῆλθε καὶ τρίτη, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι παρὰ πάντα ταῦτα ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐρωτᾶται· τί θέλει συμβῆ ὑπαρχούσης τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 36 τῆς συμβάσεως τοῦ 1905; (Ἀναγινώσκει) «Ἐπελθούσης τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 36... κτλ. προβλεπομένης περιπτώσεως ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος ἀκεραίας τὰς ἀπέναντι τῶν ἀνωνύμων ὁμολογιούχων ὑποχρεώ«σεις αὐτῆς κλπ.» Δυστυχῶς δὲ κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν τὸ γεγονὸς τοῦτο περὶ τοῦ ὁποίου προβλέπει τὸ ἐν λόγῳ ἄρθρον θέλει ἐπέλθει ἀναμφισβητήτως· Θᾶττον ἢ βράδιον, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν πινάκων, οἱ ὁποῖοι περιέχονται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει. Μολονότι ἐπιστεύθη καὶ ἠλπίσθη ὅτι διὰ τῆς Ἑνιαίας θὰ κατωρθοῦτο ἡ αὔξησις τῆς καταναλώσεως καὶ ἑπομένως τῆς ἐξαγωγῆς ὥστε νὰ ἐλαττοῦται κατ’ ἔτος τὸ μεταξὺ παραγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς πλεόνασμα, ἐκ τῶν ἐν λόγῳ στατιστικῶν πινάκων ἀποδείκνυται ὅτι τοὐναντίον ἐπῆλθεν αὔξησις τῆς παραγωγῆς, ἐλάττωσις τῆς ἐξαγωγῆς καὶ ἑπομένως αὔξησις τοῦ πλεονάσματος. Ἀλλὰ λέγουσιν ὅτι διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν συμβάσεως σκοπεῖται ἀκριβῶς ἡ ἐλάττωσις τοῦ πλεονάσματος ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ ἐλαττουμένης τῆς παραγωγῆς διὰ τῆς ζητουμένης ἐκριζώσεως. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, ν’ ἀμφιβάλλω ἂν καὶ μετὰ τοῦτο θέλει ἐπιτευχθῆ ἡ σωτηρία τῆς Ἑνιαίας, διότι, καὶ ἂν ἀκόμη ὑπὸ τοὺς ὅρους οὓς ἀναγράφει ἡ σύμβασις ἐπέλθῃ ἡ ἐκρίζωσις καὶ ἂν ἀκόμη πραγματοποιουμένης τῆς ἐκριζώσεως ἐπέλθῃ ἐλάττωσις τῆς παραγωγῆς κατὰ 25 ἑκατομμύρια λίτρας, οὐδὲν ἐκ τούτου θὰ ἐπέλθῃ ὄφελος καὶ οὐδαμῶς θέλει συντελέσει εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς Προνομιούχου, ἀφοῦ καθ’ ἡμέραν δὲν ἔχομεν μόνον αὔξησιν παραγωγῆς ἀλλὰ ταυτοχρόνως καὶ ἐλάττωσιν ἐξαγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Ναὶ θὰ ἔχωμεν ἴσως διὰ τῆς ἐκριζώσεως ἀνακοπὴν τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς ἢ καὶ κατά τι μείωσιν, ἀλλ’ ὅμως θὰ ἔχωμεν καὶ προϊοῦσαν κατ’ ἔτος ἐλάττωσιν τῆς ἐξαγωγῆς καὶ καταναλώσεως. Ποῖον λοιπὸν θὰ εἶναι τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ ὅτι διὰ τῆς ἐκριζώσεως θὰ ἐλαττωθῇ ἡ παραγωγή, ἀφοῦ ἀναμφισβητήτως ἔχομεν διὰ τῶν ἐπισήμων ἀριθμῶν τὰς ἀποδείξεις ὅτι κατ’ ἔτος ἐπέρχεται ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως; Καὶ τί ἐκ τούτων θὰ ὠφεληθῇ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ καὶ πῶς θὰ σωθῇ ἡ Ἑνιαία; Ὄφελος καὶ σωτηρία τῆς Ἑνιαίας, ἐὰν κατωρθοῦτο ἡ αὔξησις τῆς ἐξαγωγῆς καὶ τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Κύριοι, τοῦτο εἶναι σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, καὶ πλειότερον τῶν ἐκ σταφιδοφόρων μερῶν προερχομένων Βουλευτῶν, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν κλεῖδα τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσοῦτον ἀπησχόλησε καὶ ἀπασχολεῖ πάλιν τὴν Βουλήν· καὶ νομίζω ὅτι—ἀφοῦ καὶ ψηφιζομένης τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἐκρίζωσις σήμερον καὶ ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, διότι τὸ σταφιδικὸν ἔτος ἔχει προχωρήσει καὶ ἡ καλλιέργεια τῶν σταφιδώνων ἔχει γίνει, καὶ ἀφοῦ, ὡς εἶναι γνωστόν, καὶ ἄλλη καλλιέργεια ἀρχίζει τὸν Δεκέμβριον — ὑπάρχει ἀρκετὸν χρόνου διάστημα μέχρι τοῦ προσεχοῦς Δεκεμβρίου, ὅτε θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ πραγματοποίησις τῆς ἐκριζώσεως κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μελετηθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον καλύτερον καὶ αἱ ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἔφεραν οἱ ἐνδιαφερόμενοι Βουλευταὶ εἰς τρόπον ὥστε νὰ γίνωσι καὶ αἱ ὑποδειχθεῖσαι διορθώσεις καὶ βελτιώσεις ὑπὸ τῶν ὑπερμαχούντων τῆς συμβάσεως Βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἐνδεδειγμένην καὶ ἀναγκαίαν τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ μάλιστα οὐδεμία ἐκ τούτου ἐπέρχεται βλάβη, διότι μέχρι τοῦ Νοεμβρίου, ὅτε θὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλή, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐφαρμογὴ τῆς συμβάσεως. Ταῦτα, Κύριοι, ἤθελον νὰ εἴπω καὶ ἰδίως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς περιπτώσεως αὐτῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει διὰ τῆς τροποποιηθείσης συμβάσεως, οὐχὶ τῆς ἀρχικῆς, ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν τῆς Ἑταιρείας ἀπέναντι τῶν ὁμολογιούχων καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἔλθῃ ἔκπτωσις θὰ ἐπέλθῃ πτώχευσις τῆς Τραπέζης. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§505Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως.
§506ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν ἐν τῷ νόμῳ διατήρησιν τοῦ ἄρθρου 6.
§507Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 1 γίνεται δεκτὸν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτόν, ἐπίσης τὰ ἄρθρα 2–5). Ἄρθρον 6.
§508Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Διαγράφεται.
§509ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂς ἴδωμεν μήπως ὑπάρχει τρόπος ὥστε νὰ μὴ ματαιωθῇ. Ἀλλ’ ἂν προσέξητε εἰς τὴν διάταξιν καὶ σκεφθῆτε ποῖον αἴσθημα εἰς ὑμᾶς ἤθελεν ἐμφανισθῆ, ἐὰν ὑμεῖς ἦσθε κύριοι, καὶ ἐνεφανίζετο κίνδυνος ὅτι θ’ ἀπεφασίζετο περὶ τῆς κυριότητος ὑμῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, τότε θὰ ἐκρίνετε καλῶς ἂν ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ τοῦτο τὸ ἄρθρον. Διότι ἐνταῦθα λέγει ὅτι «ἀπαγορεύεται ἡ κατάσχεσις», πρόκειται περὶ δανειστοῦ, — «ἢ ἡ διεκδίκησις», πρόκειται περὶ συγκυρίου πραγματικοῦ, ὅστις διεκδικεῖ τὸ κτῆμα, — «τοῦ ἡμίσεος τῆς κατὰ τὰ αὐτὰ 3 καὶ 4 ἄρθρα τῆς συμβάσεως καταβλητέας ἀποζημιώσεως, μετὰ τὴν καταβολὴν δὲ τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης ἡ Ἑταιρεία οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην ἀπέναντι τρίτων διεκδικητῶν». Ἤθελον ἐννοήσει ἂν ἐλέγετο ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ κατάσχεσις εἰς τὸν ἐγχειρόγραφον δανειστήν, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ εἰς ὡρισμένας περιστάσεις ἡ Πολιτεία διὰ νόμου τοιαύτας ἀπαγορεύσεις κατασχέσεως, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἀπαγορεύεται κατάσχεσις μισθῶν, ἀπαγορεύεται κατάσχεσις ἐπίπλων κλπ. Λοιπόν, ἂν ἐλέγετε τοῦτο, οὐδεὶς ἤθελεν εἴπει ὅτι προκειμένου περὶ προστασίας τῆς σταφίδος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀπαγόρευσις· ἀλλ’ ἐνταῦθα λέγεται· ἀπαγορεύεται εἰς τὸν ἔχοντα ἐμπράγματον δικαίωμα νὰ λάβῃ ἀναλελυμένον εἰς χρῆμα τὸ ἀντίστοιχον πρὸς τὸ δικαίωμα αὑτοῦ.
§510Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν εἶναι δικαίωμα αὐτοῦ.
§511ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Ἀπαγορεύεται εἰς τὸν συγκύριον νὰ διεκδικήσῃ τὸ τίμημα τοῦ κτήματος οὗτινος εἶχεν αὐτὸς τὸ ἥμισυ. Ταῦτα εἶναι ἀπ’ εὐθείας προσβολὴ τῶν δικαιωμάτων τῆς περιουσίας καὶ τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ δὲ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος ἀπαγορεύει εἰς ἡμᾶς...
§512Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Παρακαλῶ. Διὰ τὴν διεκδίκησιν.
§513ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν Κυβέρνησις νὰ φέρῃ νομοσχέδιον τοιοῦτον, αὐτὴ διδοῦσα τὸ παράδειγμα τῆς ἀσεβείας πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, τῆς ἀσεβείας πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Καὶ βεβαίως, ἂν εἶχον ἐγκαίρως ἀντιληφθῆ τὴν διάταξιν ταύτην, ἤθελον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας διαγράψει αὐτήν.
§514ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν διασάφησιν. Μόνον, νομίζω, εἰς τοὺς ἐγχειρογράφους ἀφορᾷ ἡ διάταξις αὕτη, προκειμένου δὲ περὶ ἐγχειρογράφου, ὅπως ὀρθῶς ἐλέχθη, δὲν δεσμεύεται ἡ Πολιτεία.
§515Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι, εἴμεθα σύμφωνοι.
§516ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι ἐν τούτῳ. Ὥστε, ἐὰν συναινέσητε νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «εἰς πάντα μὴ ἐνυπόθηκον δανειστὴν» καὶ διαγραφῇ καὶ ἡ λέξις «διεκδίκησις», τὸ ἄρθρον δύναται νὰ μείνῃ.
§517ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι κυριολεκτικόν.
§518ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τελείως ἀκυρολεκτικόν. Ὥστε, ἐὰν διατυπώσω τὸ πρᾶγμα οὕτω, νὰ μείνῃ μόνον ὁ ἐγχειρόγραφος δανειστής, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν.
§519Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἴπετε ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τρόπος τις συμβιβάζων τὰ πράγματα. Δὲν συνεπληρώσατε τὴν σκέψιν σας.
§520ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνόουν αὐτό. Ἀλλ’ ἔχω ἄλλο τι ὅπου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἂν πάντες οἱ δανεισταὶ ἦσαν σύμφωνοι, ἂν τοῦτο ὅπερ δέχεται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, τὸ νὰ παραχωρήσῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκριζώσεως, ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν, καὶ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸ ἐπιβάλωμεν εἰς τοὺς ἄλλους δανειστάς, διότι εἶναι ἔξοδον παραγωγικόν. Βεβαίως εἶναι ἔξοδον. Τὸ κτῆμα ἐννοεῖται μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων ἅτινα ἐγένοντο ὑπὲρ σωτηρίας αὐτοῦ. Ἐὰν τοῦτο δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν, ἐγὼ δὲν θὰ ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸ παραδεχθῶ. Λοιπόν· ἀπαγορεύεται εἰς πάντα ἐγχειρόγραφον δανειστὴν ἡ κατάσχεσις· θὰ λείψῃ ἡ λέξις «διεκδίκησις», διότι δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν, καὶ ἔπειτα θὰ εἴπωμεν ὅτι καὶ ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς ὀφείλει ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι πρέπει νὰ προαφαιρεθῶσι τοῦ ἀντιτίμου εἴκοσι δραχμαὶ καὶ ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ὡς ἔξοδα.
§521Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὡς καὶ ἀπέναντι παντὸς τρίτου οἱ δανεισταὶ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκριζώσεως, καθοριζόμενα κατὰ στρέμμα εἰς δραχμὰς ἕξ.
§522ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§523Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§524Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ κίνδυνος εἶναι ἀλλαχοῦ. Δὲν ἐνοήσατε ὅτι, ὅταν φέρωμεν τὰ 12 ἑκατομμύρια ἐνταῦθα, εἶναι πάντες ἕτοιμοι νὰ τὰ ἁρπάσωσιν;
§525Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ εἴπω. Δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ, λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ πραγματικὸν δικαίωμα τοῦ δανειστοῦ, καὶ τὸ θεωρεῖ ὡς δήμευσιν. Ἀλλὰ ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ σταφιδάμπελος; Καὶ τίς τῇ ἔδωκε τὴν ἀξίαν; Ἔχει τὴν ἀξίαν αὐτὴν ἡ σταφιδάμπελος σήμερον;
§526Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχει τὴν α ἀξίαν.
§527Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Αὐτὴ ἡ ἀξία ἡ ὁποία δίδεται σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου δίδεται διὰ τῶν χρημάτων ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνεσωρεύθησαν ἐκεῖ, τῶν παραγωγῶν. Κανὲν δικαίωμα δὲν ἔχει νὰ χάσῃ ἡ Ἑταιρεία. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιολογικὴ βάσις τῆς διατάξεως αὐτῆς. Ἡ δικαιολογικὴ βάσις δὲν εἶναι ἀντισυνταγματική. Ὡς αἰτιολογίαν ἔχει ὅτι αὐτὴ ἡ ἀξία εἶναι εἰκονική, εἶναι ὀνομαστική, εἶναι τεχνητή. Εἰς τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν δὲν θὰ ἐψηφίζετο αὐτὴ ἡ σύμβασις, εἰς τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν δὲν θὰ συνεισέφερον οἱ ἄλλοι κτηματίαι ἵνα δημιουργηθῇ αὐτὴ ἡ περιουσία ἐκεῖ, αὐτὴ δὲν ἔχει νὰ λάβῃ τίποτε.
§528Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές, δὲν εἶναι πραγματικὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, διότι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἡ παραγωγὴ ἐκ τῆς σταφιδαμπέλου εἶναι ἐξησφαλισμένη δυνάμει τῆς συμβάσεως τῆς ἀρχικῆς μέχρις ἑνὸς μέτρου, ὅτι ἐντεῦθεν ἀκριβῶς διὰ τῆς ἐκριζώσεως ἐκλείπει αὐτὸ τὸ προϊὸν τὸ ἐκ τῆς παραγωγῆς καὶ τὸ χάνει ἀναγκαίως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει ἓν δικαίωμα πραγματικὸν ἐπὶ τῆς σταφιδαμπέλου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἐκτίμησις. Λέγετε τώρα ὑμεῖς ὅτι δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ἀξίαν, ἀφοῦ ἀποτιμᾶται εἰς χρήματα;
§529Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Δὲν εἶπον αὐτό.
§530Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὸ λέγετε.
§531Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Εἶπον ὅτι δὲν ἔχει αὐτὴν τὴν ἀξίαν ἡ ὁποία ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§532Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχει ἀκριβῶς αὐτὴν τὴν ἀξίαν, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀξία τοῦ προϊόντος, ἀλλὰ καὶ διότι ἐκ τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ προϊόντος αὐτοῦ προσδίδεται ἄλλη ἀξία εἰς ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἡ σταφιδάμπελος δὲν ἐξασφαλίζει.
§533ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύναται καὶ ἄλλως νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐὰν δὲν εἶχεν ἀξίαν, δὲν θὰ τὴν ἐκαλλιέργει καί, ἐὰν δὲν τὴν ἐκαλλιέργει, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη ἐκριζώσεως. Εἶναι φανερόν.
§534Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν δύνασθε ν’ ἀντιληφθῆτε τὸ τί συμβαίνει εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§535ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε. Κύριε συνάδελφε, ἐννοῶ τί συμβαίνει. Ἐννοῶ ὅτι ἐγεννήθη ἀπραξία εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας ἕνεκα τῆς πληθώρας τῶν κτημάτων τῶν σταφιδικῶν καὶ ὅτι σήμερον ἐκ τούτου ὑπάρχει γενικὴ πενία, ἥτις χρήζει διεξόδου, ἀλλ’ ἡ διέξοδος αὕτη δὲν πρέπει νὰ φθάσῃ μέχρι λεηλασίας.
§536Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Λοιπόν, κ. Πρόεδρε, εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ ψηφίσωμεν αὐτὴν τὴν σύμβασιν, διότι θὰ φέρῃ τὸ ἑξῆς κακόν· πάντες οἱ ἐνυπόθηκοι δανεισταὶ — καὶ δυστυχῶς τὰ 9/10 εἶναι τοιοῦτοι, τὰ 9/10 τῶν σταφιδαμπέλων εἶναι βεβαρημένα μὲ ἐνυπόθηκα δάνεια —, πάντες οὗτοι ἔχοντες ὑπ’ ὄψει των τὴν σύμβασιν αὐτὴν θὰ σπεύσωσι νὰ ἐκπλειστηριάσωσι τὰ κτήματα, μὲ τὸν νόμον δὲ τὸν τελευταῖον περὶ ἐκτελέσεως, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, θὰ τὰ καταλάβωσι. Λοιπὸν εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ ψηφισθῇ αὐτὴ ἡ σύμβασις καὶ ἐγὼ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ τὴν καταψηφίσω.
§537Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι καλούμεθα νὰ λύσωμεν ζήτημα τὰ μάλα δυσχερές, ἡ δὲ δυσχέρεια εἶναι δυσχέρεια δυσυπέρβλητος βεβαίως, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς ἐπιψήφισιν συμβάσεως ἡ ὁποία θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ γεννήσῃ ἐπανάστασιν αὐτόχρημα πραγματικήν, ἐπανάστασιν κοινωνικήν. Ἡ κοινωνικὴ ἐπανάστασις εἶναι φανερά. Ἐὰν τὰ 12,000,000 αὐτὰ ἔλθωσιν ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἔχωσι ποῖον ὡς ἀποτέλεσμα; Τὴν ἀθρόαν ἐκποίησιν πάντων τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐκποιοῦνται, διότι δὲν ἀποδίδουσι τὸ τίμημα τὸ ὁποῖον ἀπεκδέχεται ὁ δανειστὴς διὰ τοῦ πλειστηριασμοῦ.
§538Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκεῖ εἶναι ἀκριβῶς τὸ κλειδί. Ἐδῶ εἶναι ἡ λύσις.
§539Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Αὐτὴ εἶναι. Καὶ ἐγὼ ἐν τῇ φαντασίᾳ μου ἔβαλον τὴν εἰκόνα τοῦ συμβησομένου μετὰ τὴν εἴσοδον τῶν 12,000,000, τὴν εἰκόνα τὴν ὁποίαν ἔχετε πάντες, ὅταν γίνωνται τὰ βαπτίσια καὶ παρουσιάζηταί τις νὰ πετάξῃ λεπτὰ ἀπὸ τὸ παράθυρον, τί συμβαίνει μὲ τὰ παιδιά. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι θὰ λάβωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσιν, ἀλλὰ θὰ λάβωσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐλάμβανον, ἐὰν δὲν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ καταγίνωμεν πάντες νὰ εὕρωμεν ἓν μέσον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, διότι, ἐὰν δὲν ἐξευρεθῇ τρόπος ὥστε νὰ μείνῃ καὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην κάτι τι, ἡ σύμβασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦδε κηρύσσομαι κατ’ αὐτῆς, ἐλπίζω δ’ ὅτι πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπὲρ αὐτῆς εἶναι σύμφωνοι ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις. Ἀναγνωρίζω — μολονότι ἔχω καὶ τροπολογίαν συντάξει — ὅτι τὸ ἐπιχείρημα ὅτι πρόκειται περὶ δημεύσεως τρόπον τινὰ δικαιώματος εἶναι σοβαρόν, καίτοι κατ’ οὐσίαν ὁ δανειστὴς ὁ ἐνυπόθηκος δὲν ἔχει νὰ χάσῃ.
§540Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Πῶς δὲν ἔχει νὰ χάσῃ;
§541ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὴ διακόπτετε.
§542Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἡ ἀξία τῆς σταφίδος εἶναι ἡ ἀξία τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ χωράφι καὶ ἡ ἀξία τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ κλῆμα, καὶ δίδω εἰς τὰς δύο αὐτὰς ἀξίας ἕνα ἀριθμὸν 200. Ἑκατὸν τὸ χωράφι, ἑκατὸν ἡ σταφίς, καὶ ἀπετελέσθησαν αἱ διακόσιαι δραχμαί, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀξία τῶν κτημάτων σήμερον· αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ὁ ἐνυπόθηκος δανειστής, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθει ἡ ἐκρίζωσις, τί θὰ λάβῃ καὶ τί θὰ χάσῃ; Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἔχει ἑκατὸν δραχμὰς τὸ κλῆμα, θὰ ἔχωμεν ἑκατὸν δραχμάς, διότι αἱ ἑκατὸν αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ χωράφι θὰ μείνωσι, θὰ μείνωσι δ’ αὗται εἰς ἀσφάλειαν τοῦ δανείου πάντοτε, διότι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ ἐκ τοῦ χωραφίου δὲν καταστρέφεται. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἑκατὸν δραχμῶν, καὶ αὐτὰς κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ διανείμωσιν ὁ ἐνυπόθηκος δανειστὴς καὶ ὁ ὀφειλέτης, ὁ κύριος τοῦ κτήματος. Ὁ ἐνυπόθηκος θὰ λάβῃ πεντήκοντα δραχμάς, ὁ ὀφειλέτης πεντήκοντα. Ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ δανειστὴς διὰ τὸ δάνειον, χάνει τὸ ¼· ἀλλὰ δὲν χάνει τὸ ¼· οὔτε ὁ κύριος τοῦ κτήματος λαμβάνει τὸ ¼· διότι, διὰ νὰ παρασκευάσῃ καθαρὸν τὸ παραγόμενον αὐτὸ τῆς ἐκριζώσεως, θὰ δαπανήσῃ ὁ κύριος τοῦ κτήματος, ἡμεῖς δὲ ὑπολογίζομεν ὅτι θὰ δαπανήσῃ τοὐλάχιστον εἴκοσι δραχμὰς κατὰ στρέμμα.
§543ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ναί· ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ τὸ εἴπητε, διότι εἶναι καὶ ἡ κοπή.
§544Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι· ἡ κοπὴ εἶναι 30/100 κάτω· θὰ σκάψῃ διὰ νὰ ὑπάγῃ κάτω· Θὰ σκάψῃ 30/100, καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς γνωρίζει πόσον θὰ στοιχίσῃ· τοὐλάχιστον θ’ ἀπαιτηθῶσιν εἴκοσι δραχμαί. Ἑπομένως ἐκ τῶν ἑκατὸν δραχμῶν αἱ ὁποῖαι θὰ ληφθῶσιν ἐκ τῆς ἐκριζώσεως ὁ ὀφειλέτης δὲν ἔχει νὰ λάβῃ παρὰ μόνον εἴκοσι δραχμάς, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἴκοσι δραχμαὶ κατὰ στρέμμα εἶναι ἡ ἐκρίζωσις. Ἐὰν εἶναι περισσότεραι — καὶ εἶναι περισσότεραι —, δὲν θὰ λάβῃ παρὰ δέκα δραχμάς. Καὶ πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τούτου τοῦ πράγματος· νὰ λάβῃ τουτέστι κάτι τι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι κύριος τοῦ κτήματος μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ὁ ὁποῖος συντηρεῖ τὸ κτῆμα, ὁ ὁποῖος τὸ καλλιεργεῖ καὶ ὁ ὁποῖος κατέβαλε τόσους κόπους καὶ ἑπομένως τὸ εἶχεν εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, ὥστε νὰ δύναται σήμερον ὁ δανειστὴς νὰ λάβῃ μέρος ἐκ τῶν κτημάτων, διότι τὸ χωράφι θὰ τὸ πάρῃ. Ἀξιοῦμεν μόνον κατὰ τοῦτο τὸ μέρος νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἰς τὸν κύριον κάτι τι.
§545ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἴκοσι δραχμὰς τὰ ἐκριζωτικά.
§546Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐγὼ λέγω τριάκοντα. Τί κερδίζει αὐτὸς ὁ δυστυχής; Τριάκοντα δραχμάς. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι πωλεῖτε τὴν περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου, δὲν θὰ τῷ δώσητε ἑκατὸν δραχμὰς διὰ νὰ ζήσῃ; Καὶ ἡ Πολιτικὴ Δικονομία ἡμῶν ἀνέγραψεν ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ πωληθῇ ἡ περιουσία τινός, τὰ ἔξοδα τῆς διατροφῆς δίδονται ἐπί τινα χρόνον. Πῶς θὰ λάβητε τὰ κτήματα αὐτῶν, ἀφοῦ δὲν τοῖς δίδετε τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας; Ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀθεράπευτον, τότε θὰ πέσῃ ὁλόκληρον. Ἐὰν ὅμως ἀποδειχθῇ ὅτι τὸ προτεινόμενον ὑπ’ ἐμοῦ ἀποτελεῖ δήμευσιν καὶ ἀποκρουσθῇ, τότε ὑποβάλλω ἄλλην τροπολογίαν. Θέλω ζητήσει ἐπὶ μίαν τριετίαν ν’ ἀναστέλληται πᾶς πλειστηριασμὸς ἐπὶ τῶν σταφιδαμπέλων.
§547Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ ἕν ἔτος.
§548Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι· ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ὑποχρέωσις τῆς Ἑταιρείας διὰ τὴν ἐκρίζωσιν. Ἐὰν δὲν δεχθῆτε τοῦτο, ἐγὼ δὲν θὰ ψηφίσω τὴν σύμβασιν, διὰ νὰ γίνῃ ἐπανάστασις κατόπιν.
§549ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Οὐδεὶς θὰ τὴν ψηφίσῃ.
§550Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν καὶ πρέπει ν’ ἀκουσθῇ καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ διαμαρτυρία ἡ ἀπευθυνθεῖσα ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ διαμαρτυρία δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διότι εἶναι τὸ μόνον κατάστημα τὸ ὁποῖον ἔπρεπε παραπλεύρως πρὸς τὴν Ἑνιαίαν νὰ ἐνδιαφέρηται διὰ τὴν παραγωγὴν καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς συμβάσεως. Διότι, ἐὰν ἀπὸ τὴν σύμβασιν ἀναμένωμεν ἀγαθά τινα, κατὰ μέγα μέρος τούτων τῶν ἀγαθῶν θέλει συμμετάσχει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία διεμαρτυρήθη. Εἶπον τοῦτο, διότι θέλω νὰ γνωσθῇ, καὶ νὰ γνωσθῇ ὅπως μάθωσιν οἱ διευθύνοντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ πολὺν χρόνον νὰ συγχωρῶνται πολλὰ πράγματα τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τὰς σταφιδαμπέλους καὶ ἐν γένει ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου.
§551ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ὑπάρχει ἡ ἑξῆς τροπολογία τῶν κ. Ἰ. Κρεστενίτου καὶ Ἀρ. Ἀντωνοπούλου (ἀναγινώσκει)· «Ἐπίσης ἀπαγορεύεται ἡ ἐκρίζωσις ἢ ἐκκοπὴ φυτειῶν ἐπὶ κτημάτων ὑπὸ ἐμφύτευσιν καλλιεργουμένων ἄνευ προηγουμένης πρὸς τοῦτο συγκαταθέσεως τοῦ γαιοκτήμονος κυρίου».
§552Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§553Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ καλλιεργητὴς νὰ ἐκριζώνῃ τὴν σταφίδα. Δίδομεν ἀγρὸν πρὸς ἐμφύτευσιν καὶ ἀπολαμβάνομεν τὸν κανόνα.
§554Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο δεκτή.
§555Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δύναται νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ ἑξῆς τροπολογία (ἀναγινώσκει)· «Ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἀπαγορεύεται ὁ πλειστηριασμὸς σταφιδαμπέλου πλὴν τῆς Κορινθίας».
§556Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐξαιρετικοὺς νόμους θὰ ψηφίσωμεν ἐνταῦθα; Δὲν ἐντρέπεσθε;
§557Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δέχομαι αὐτό.
§558ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό. Τότε νὰ γίνῃ αὐτὸ καὶ διὰ τὰς Πάτρας.
§559Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ εἴμεθα ἀκριβέστεροι, διὰ νὰ μὴ κάμωμεν γενικὴν ἀναστολὴν ἐπὶ ὀκτακοσίων χιλιάδων στρεμμάτων, διότι τοῦτο εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ δικαίου, νομίζω ὅτι ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Πατρῶν συναδέλφου δύναται νὰ τροπολογηθῇ οὕτως; (ἀναγινώσκει)· «Ἀφ’ ἧς ὁ ἰδιοκτήτης δηλώσει ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ἐκριζώσῃ τὸ κτῆμά του ἀναστέλλεται μέχρι τελείας ἐκριζώσεως πᾶσα ἐκτέλεσις». Νομίζω ὅτι οὕτω συμβιβάζονται τὰ διεστῶτα καὶ προστατεύονται τὰ δικαιώματα τοῦ θεσμοῦ.
§560ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Τριφυλίας μοὶ φαίνεται ὅτι δύναται νὰ δώσῃ εἰς ἡμᾶς λύσιν, διότι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τριφυλίας λέγει ὅτι, ἀφ’ ἧς στιγμῆς διὰ τὸ ἀνώτατον συμφέρον τῆς Πολιτείας νὰ σωθῇ ἡ σταφίς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὸ ἀνώτατον συμφέρον τῆς Πολιτείας νὰ σωθῇ ἡ σταφὶς ἐγένετο ἡ δήλωσις περὶ ἐκριζώσεως, ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως τοῦ ὀφειλέτου μέρους ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ ὅλου πρέπει νὰ δοθῇ· ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀναστέλλεται. Δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου καὶ τοῦ Δικαστηρίου ἡ Πολιτεία, ν’ ἀποφανθῇ περὶ ἀναστολῆς τοῦ πλειστηριασμοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει φανῆ εἰς τὸν Πρόεδρον ἢ εἰς τὸ Δικαστήριον ὅτι εἶναι συμφέρον ἄνευ βλάβης τοῦ δικαίου, τὸ αὐτὸ δικαίωμα νὰ μὴ τὸ δίδῃ εἰς τὸν νομοθέτην, ὅτε πρόκειται ὁ νομοθέτης νὰ κανονίσῃ πρᾶγμα ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος. Εἶναι ἓν εἶδος δημοσίας ἀνάγκης ὑπὲρ τῶν μεγάλων συμφερόντων τῆς Πολιτείας ὅπως ἐπιβάλληται εἰς τὸν νομοθέτην τὸ καθῆκον, ὡς ἔχοντα τὸ δικαίωμα, νὰ σταματήσῃ τὰς καταδιώξεις τοῦ δανειστοῦ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον. Τοῦτο δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, δὲν θίγει τὴν περιουσίαν ἀπ’ εὐθείας, δὲν ἀπαλλοτριοῖ ἀναγκαστικῶς ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ ἁπλῶς λέγει εἰς τὸν δανειστήν· ὀφείλεις εἰς τὸ ὑπέρτατον τοῦτο συμφέρον τῆς Πολιτείας ν’ ἀναμείνῃς, νὰ ἐκτελέσῃς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θεωρεῖται ὡς σωτήριον διὰ τὴν ὅλην κοινωνικὴν αὐτὴν περιουσίαν.
§561Α. ΣΚΟΥΖΕΣ. Ἐκ τῶν ὀκτακοσίων χιλιάδων στρεμμάτων σταφίδος μόλις κατ’ ἀνώτατον ὅριον ἑκατὸν χιλιάδες στρεμμάτων δύνανται νὰ ἐκριζωθῶσιν. Ἐὰν καὶ αἱ ὀκτακόσιαι χιλιάδες στρεμμάτων ἐκριζωθῶσιν, ὡς μέλλουσι νὰ ἐκριζωθῶσι, τότε τί γίνεται;
§562ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἀντὶ ὠφελείας μᾶλλον πρόξενοι ζημίας θὰ γίνωμεν εἰς τοὺς ὀφειλέτας, ἐὰν ἀποδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν τροπολογίαν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς τροπολογίας οὐδεμία ἐκρίζωσις θὰ γίνῃ προκειμένου περὶ σταφιδαμπέλων.
§563ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας (ὥρα 12 καὶ ¼ τοῦ μεσονυκτίου). Μετὰ τὴν διακοπήν.
§564ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Σᾶς παρακαλῶ νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα ἂν ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία τῶν κ. Ἰ. Κρεστενίτου καὶ Ἀρ. Ἀντωνοπούλου περὶ ἐμφυτεύσεως. (Γίνεται δεκτή).
§565Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ ἄρθρον 6 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἀπαγορεύεται ἡ κατάσχεσις κλπ.».
§566ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ προστεθῇ «ἢ παντὸς ἔχοντος δικαίωμα».
§567ΙΩ. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ὁ συμβολαιογράφος ὡς δικαιώματα τῆς ἐργασίας του λαμβάνει δραχμὰς 10.
§568Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Γίνεται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου νὰ κανονίσωμεν καὶ τῶν συμβολαιογράφων τὰ δικαιώματα δὲν εἶναι ὀρθόν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§569Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 76 πρότασις νόμου παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ.
§570ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν διατελούντων ἢ διατελεσάντων βουλευτῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸ ἄρθρον 5 τοῦ συμπληρωτικοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς διαφόροις βαθμοῖς ͵ΓΥΙϚʹ νόμου τῆς 18 Νοεμβρίου 1909». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§571Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἐκπαιδευτικά· τὸ περὶ διδασκαλείων.
§572ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Ἀλεξάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ Πανεπιστημίου»· Ὁ κ. Ἀ. Γαρουφαλλιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ διορισμοῦ ἐπιθεωρητῶν»· Ὁ κ. Γεώργ. Καρπετόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Ἀρχειοφυλακείων»· Ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 403–406).
§573ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 12 καὶ 30′ τῆς μεσημβρίας τῆς ἐπιούσης).