1910.02.25
4.130 στίχοι · 30.832 λέξεις · 421 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19
τῆς 25 Φεβρουαρίου 1910.
(Πέμπτη).
Προεδρία κ. Ν. Τσαμαδοῦ.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου περὶ ὥραν 10 καὶ 50′ π.μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ, παρόντων 92 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Ὁ δήμαρχος Ἀλαγονίας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου περὶ ἐπιψηφίσεως τῆς σταφιδικῆς συμβάσεως· Ὁ δήμαρχος Αἰγιάλης ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Αἰγιάλης περὶ μὴ καταργήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Ἀμοργοῦ· Οἱ κάτοικοι τῆς Μεσσηνίας ὑποβάλλουσιν αἴτησιν περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους Ἁγίου Φλώρου· Ὁ πρόεδρος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Πύργου παρακαλεῖ, ὅπως ἀπορριφθῇ ἡ τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυριακῆς ἀργίας· Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Κυπαρισσίας παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ σταφιδικὴ σύμβασις· Οἱ ἄνδρες τοῦ Σώματος τῆς Τελωνοφυλακῆς ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας τῶν ἐμμέσων φόρων· Ὁ πρόεδρος τοῦ κτηματικοῦ συλλόγου Πύργου ὑποβάλλει παράκλησιν περὶ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας εἰς τὸν Τασόπουλον· Ἐπιτροπὴ τῆς κωμοπόλεως Σπηληᾶς τῆς Κυπαρισσίας ὑποβάλλει παράκλησιν περὶ ταχίστης ἐπιψηφίσεως τῆς σταφιδικῆς συμβάσεως· Ὁ σύλλογος τῶν δικαστικῶν κλητήρων τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου Τρικκάλων ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἐκτελέσεως νόμου· Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Μεσσήνης παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ νόμος περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς στενῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει ἐγγράφως τὴν ἑξῆς σύστασιν· «Παρακαλῶ ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τὸ κατὰ τὴν 13 Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ λεωφόρου Περικλέους καὶ Ἀσπασίας κατ’ ἐπέκτασιν τῆς ὁδοῦ Κοραῆ ἐν Ἀθήναις», δηλῶ δ’ ὅτι ἐὰν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἐγκαταλείπῃ τὸ νομοσχέδιον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει υἱοθετῶ τοῦτο ἐγὼ ὑποβάλλων αὐτὸ ὡς πρότασιν νόμου». Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§2Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοὶ οὐδόλως ἐννοοῦσι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ ὡς πρὸς τὰς ἐν αὐτῷ τασσομένας προθεσμίας διὰ τὰς ἀπαντήσεις. Διότι, ἐνῷ ἐγὼ κατέθηκα ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν, οὐδεμία ἀπάντησις κατετέθη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἢ ἐδόθη.
§3ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρὸ ὀλίγου μοὶ ἐδόθησαν τὰ Πρακτικά ἐνταῦθα καὶ παρήγγειλα νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι θὰ ἔχητε τάχιστα τὴν αἰτουμένην ἀπάντησιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασίου.
§5Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Παραιτοῦμαι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Μιαούλης.
§7ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ἀναβάλλω διὰ μεθαύριον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτοῦνται πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι.
§9ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐγὼ δὲν παραιτοῦμαι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σλῆμαν ἔχει τὸν λόγον.
§11ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Πρὸ δύο ἡμερῶν ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Τυρνάβου οἵτινες συνελθόντες εἰς συλλαλητήριον ἀπέστειλαν τηλεγράφημα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν καὶ πρὸς ἡμᾶς. Διὰ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου οἱ κάτοικοι Τυρνάβου παραπονοῦνται ὅτι, ἐνῷ ἐψηφίσθη κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν τροπολογία κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 23 Δεκεμβρίου 1909, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ οἰνοπνεύματος, ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀνεγράφη ἐν τῷ νόμῳ. Ἡ ἐκκαθάρισις τῶν ἀμβύκων εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ Κράτους βεβαίως εἶναι ἐντελῶς αὐθαίρετος, βεβαίως δὲ δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐν τούτοις ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν αὐτὸς ὁ ἴδιος τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἀμπελουργοὶ τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου δικαιοῦνται ἐξαιρετικῶς ἐπὶ 60 ἡμέρας νὰ κατασκευάζωσιν ἐκ στεμφύλων σούμαν. Τὴν τροπολογίαν ταύτην ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη, διότι, ὅσον καὶ ἂν ἐξετάσῃ τις καὶ εἰς τὰ Ἐπίσημα καὶ εἰς τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά, δὲν θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν τροπολογίαν αὐτήν, καὶ ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὰ Πρακτικὰ τῆς 23 Δεκεμβρίου, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι οὐδαμοῦ αὐτῶν ἐμφαίνεται ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἀπερρίφθη. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι, ὡς εἶχον καθῆκον, καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐζήτησαν τὸ προνόμιον τοῦτο νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ἀλλὰ τῆς Βουλῆς μὴ θελούσης κατόπιν τῆς ἐπιμόνου ἀπαιτήσεως τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οὐδόλως ἐκήδετο τῶν συμφερόντων τῆς χώρας, ἀπερρίφθη ἡ πρότασις αὕτη τῶν συναδέλφων. Εἶχον τὴν τιμὴν ἐγὼ καὶ ὁ κ. Λαναρᾶς νὰ ἐπιμείνωμεν νὰ μείνῃ αὐτὴ ἡ διάταξις διὰ τὸν Τύρναβον, ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη ἐναντίον αὐτῆς, καὶ ἐκ τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν δὲν ἐμφαίνεται ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἀπερρίφθη, τοὐναντίον δ’ ὅτι ἐγένετο δεκτὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν δήλωσιν ἔκαμεν ὅτι παραιτεῖται τῆς τροπολογίας.
§12ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τετυπωμένη ἡ τροπολογία;
§13ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Βεβαίως. Ὁ νόμος οὗτος ἐκυρώθη ὡς ἐδημοσιεύθη, ἀλλὰ προκειμένου περὶ λάθους πασιφανοῦς ἤθελον παρακαλέσει τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐν τῷ ζήλῳ αὐτοῦ πρὸς διόρθωσιν τῶν ἀτόπων ἅτινα ἐψηφίσθησαν φέρῃ καὶ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον νὰ διορθώνῃ τὸ λάθος τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐγένετο πρὸς μεγίστην ζημίαν τῶν συμφερόντων τῶν κατοίκων Τυρνάβου.
§14ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄν ἐκ τῆς ἀντιπαραβολῆς τῶν Πρακτικῶν πρὸς τὸ κείμενον τοῦ νόμου προκύπτῃ ὅτι τοιαύτη δήλωσις ἐγένετο περιλαμβάνουσα καὶ τὴν εʹ παράγραφον τὴν ἀναγομένην εἰς τοὺς ἀμπελουργοὺς Τυρνάβου, εἶναι προφανὲς ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐψηφίσθη. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἔχομεν ἄλλον τρόπον διορθώσεως, διὰ νομοσχεδίου θέλομεν ἐπιφέρει τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν.
§15Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ τότε εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν τροπολογίαν ταύτην. Ἄν ἀναγνώσῃ τις τὰ Πρακτικὰ τῆς 24 Δεκεμβρίου, θὰ ἴδῃ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ὁ κ. Ἰ. Βογιατζῆς συνιστᾷ τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, τότε ἡ διάταξις περὶ τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου νὰ ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τὸν νομὸν Εὐβοίας. Ὁ κ. Δ. Τερτίπης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν θέλῃ, νὰ ἐνδώσῃ νὰ λάβῃ γενικὸν μέτρον δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας». Κατωτέρω ἐν σελίδι 6 (ἀναγινώσκει)· «Ὁ κ. Λαναρᾶς προτείνει ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ σχετικὴ ἀτέλεια ἧς ἀπολαύει ἡ ἐπαρχία Τυρνάβου καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας», καὶ ἐν σελίδι 7 ἀναφέρεται· «καὶ ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ». Εἶναι τόσον προφανὲς τὸ ζήτημα τοῦτο ὅτι οὕτως ἐλύθη, ὥστε νομίζω ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Πρακτικῶν νὰ συμπληρώσῃ τὸν νόμον καὶ νὰ ὑποβάλῃ νέον νόμον τὸν ὁποῖον νὰ δημοσιεύσῃ πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, καθ’ ἃ ἀπεφασίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§16Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μίαν δευτέραν παρατήρησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μετουσιωμένον οἰνόπνευμα. Ἡ Βουλὴ τότε εἶχε ζητήσει νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος ἀπὸ 30 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν εἰς 20, ὅπερ καὶ ἐγένετο δεκτόν, ἀλλ’ ὑπῆρχον διάφορα ἄρθρα ἐν οἷς ἀναφέρεται τοῦτο καὶ διωρθώθη ἡ τιμὴ τῶν 30 λεπτῶν, ἐν τῷ ἄρθρῳ ὅμως τούτῳ δὲν διωρθώθη.
§17ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω γνῶσιν τοῦ πράγματος καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν.
§18Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔχω καταθέσει εἰδικὸν νομοσχέδιον.
§19ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν θέλετε νὰ μοὶ τὸ δώσητε, ἴσως ἔχετε ἀπάντησιν μετὰ μεσημβρίαν.
§20Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Καὶ ἐγὼ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔχω νὰ κάμω τὴν αὐτὴν παρατήρησιν, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ προερχομένου ἐκ τῶν ὑπολειμμάτων, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπάγηται καὶ αὐτὸ εἰς τὸ μετουσιωμένον οἰνόπνευμα, ἀφοῦ εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύει ἢ εἰς θέρμανσιν καὶ ἄλλας χρήσεις βιομηχανικάς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὴν παράκλησίν μου, ὅπως ληφθῇ πρόνοιά τις καὶ κατέλθῃ ἡ τιμὴ τοῦ φόρου ἀπὸ 30 λεπτῶν εἰς 20.
§21ΙΩ. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν Λάρισαν τὸ εὐεργέτημα τοῦτο.
§22ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἂν ἐπιμένετε εἰς τοῦτο, εἰσάγετε νέον ζήτημα, ἐφ’ οὗ δὲν εἶμαι βέβαιος ἂν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς εὐχαριστήσω.
§23Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἐπὶ ἡμέρας, κύριε Πρόεδρε, συνεχῶς μετέβαινον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ὅπως εὕρω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἢ τὸν ἁρμόδιον τμηματάρχην τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, δυστυχῶς ὅμως δὲν κατώρθωσα νὰ ἴδω οὔτε τὸν ἕνα οὔτε τὸν ἄλλον λόγῳ τοῦ ὅτι εἶχον πολλὰς ἀσχολίας. Ἐπειδὴ δὲ σήμερον δὲν εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, καθὼς καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ μεταβιβάσητε τὴν ἑξῆς παράκλησίν μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Εἰς τὴν κωμόπολιν Παλαμᾶ ὑπάρχει πλῆρες Ἑλληνικὸν σχολεῖον, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς προσκλήσεως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τῶν ἀγυμνάστων ἐφέδρων τόσον ὁ σχολάρχης, ὅσον καὶ εἷς τῶν ἑλληνοδιδασκάλων ἐκλήθησαν πρὸς ἐκγύμνασιν. Τούτου ἕνεκα τὸ σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον φοιτῶσιν ἑκατὸν περίπου μαθηταί, μένει μὲ ἕνα μόνον διδάσκαλον. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ στείλῃ ἕνα ἐκ τῶν ὑπεραρίθμων διδασκάλων, ἐὰν ὑπάρχωσι τοιοῦτοι, ἤ, ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι, νὰ στείλῃ ἕνα ἐκ τῶν διδασκάλων τῶν δύο ἐν Καρδίτσῃ Ἑλληνικῶν σχολείων, εἰς ἑκάτερον τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι τρεῖς διδάσκαλοι. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος ἐπίσης, ὅπως ὁμιλήσω καὶ περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Θεσσαλίας, καὶ δὲν ἐννοῶ μὲν νὰ κάμω συζήτησιν, διότι ἀρκετὰ ἠνωχλήσαμεν τὴν Βουλήν, καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐξ ὀνόματος ὅμως καὶ ἄλλων συναδέλφων παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δηλώσῃ σαφῶς καὶ ὡρισμένως ἂν ἐπιμένει εἰς τὴν ἄρνησιν τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον συνετάξαμεν καὶ ἐνεχειρίσαμεν αὐτῷ οἱ ἐκ Θεσσαλίας ἀντιπρόσωποι καὶ τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν. Ταῦτα ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, διὰ νὰ μὴ ἀσχολῆται ἡ Βουλὴ εἰς ματαίας συζητήσεις. Σᾶς παρακαλῶ ὅθεν, κύριε Πρόεδρε, νὰ κάμητε ἐπίσημον δήλωσιν περὶ τούτου, ἵνα οἱ 150 ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐκ Θεσσαλίας ἐνταῦθα καὶ ἀναμένουσιν νὰ ἴδωσιν ἀποτέλεσμά τι ὑπὲρ αὑτῶν λάβωσιν ἀπάντησίν τινα, ἂν δηλ. πρέπει νὰ ἐλπίζωσι τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματός των εἴτε νῦν εἴτε εἰς προσεχὲς μέλλον τοὐλάχιστον.
§24ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τίνας γνώμας ἔχει ἡ Κυβέρνησις καὶ προσωπικῶς ἐγὼ ὁ ἀπὸ ἐτῶν ἀσχολούμενος εἰς τὰ ζητήματα τῆς Θεσσαλικῆς ἀποκαταστάσεως ἐδήλωσα διὰ μακρῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τοὺς 150 ἀπεσταλμένους τοὺς προσελθόντας μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν παρακολουθουμένων καὶ ὑπὸ τῶν πλείστων τῶν συναδέλφων, τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Θεσσαλίας. Αἱ δὲ δηλώσεις μου ἐγένοντο μετὰ τῆς πεποιθήσεως ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως ἐν Θεσσαλίᾳ βαίνει νῦν προοδεῦον πολὺ ταχύτερον πράγματι ἢ ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐγένετο εἰς λύσιν, ἥτις ὅμως πάντως ἀπαιτεῖ χρόνον τὸν ἀπαραίτητον εἰς οὕτω μέγα ἔργον. Ἔδωκα δὲ εἰς τοὺς ἀκροατὰς καὶ συζητητὰς ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι συνεζήτησαν σχεδὸν πάντες οἱ δυνάμενοι νὰ φέρωσι τὸν λόγον, πᾶν ὅ,τι ὤφειλον ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντιπροσωπεύων τὴν γνώμην αὐτῆς νὰ εἴπω πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους λαοῦ ζητοῦντος ὑπὲρ ἑαυτοῦ πρόνοιαν, δεδικαιολογημένως, παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Πᾶν ὅ,τι εἰς αὐτοὺς ἀνεκοινώθη ἦτο μεστὸν ἐλπίδων, οὐχὶ ἐπὶ ἀέρος ἐστηριγμένων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν προγεγενημένων καὶ, διὰ τὰ ὑπόλοιπα τὰ πρακτέα, ἐπὶ τῶν στοιχείων ἐκείνων ἐφ’ ὧν ἐπετρέπετο νὰ στηριχθῶσιν αἱ τοιαῦται ἐλπίδες, ἐλπίδες βάσιμοι ἐπιτυχίας εὐθὺς ὡς ἤθελεν ὑπάρξει ὑπομονή, ἡ ἀπαραίτητος ὑπομονή, εἰς ἐκείνους οἵτινες ἔρχονται καὶ προβάλλουσι τοιαῦτα μεγάλα αἰτήματα ἐν ὥραις καθ’ ἃς οὐδὲ καὶ ἑβδομάδος ἐργασία εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλωθῇ εἰς τὸ ἔργον. Ἀλλ’ ἦσαν ἐν ταὐτῷ αἱ δηλώσεις μου καὶ κατ’ οὐδὲν ἀποκρυπτικαὶ τῶν δυσχερειῶν αἵτινες ἀκριβῶς ὡς ἐκ τῆς ὥρας ταύτης, τῆς στενοχώρου καὶ λόγῳ τοῦ χρόνου, ἀλλὰ καὶ στενοχώρου λόγῳ τῆς ἀδυναμίας τῆς ἐκτάκτου τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ἐναντίαι τοῦ ἔργου, ἦταν, λέγω, κατ’ οὐδὲν ἀποκρυπτικαὶ τῆς στενοχωρίας ταύτης τῆς διπλῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἐμπνεύσῃ ἀκουσίως ἡ Κυβέρνησις ἐλπίδας ψευδεῖς. Ἔδωκαμεν ἐλπίδας ἀληθεῖς, ἀλλὰ καὶ ἀπεφύγομεν νὰ διαβουκολήσωμεν τοὺς λίαν εὐνοήτως αἰτουμένους τὰ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τὸ ταχύτερον. Αὐτὰ ταῦτα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρέπει νὰ εἴπω καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῆς Βουλῆς πρὸς τοὺς ἁπανταχόθεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἔχοντας ἐστραμμένην τὴν προσοχὴν διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον. Πᾶς ὅστις κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ζητεῖ τι πέρα ἐκείνων ἅτινα τοιοῦτον ζήτημα ἐπιτρέπουσι νὰ τεθῇ καθ’ ὃν τρόπον προδιέγραψα συντόμως πλανᾶται, νομίζων ὅτι αἰτεῖ πραγματοποιήσιμα, καὶ ἐάν,—ὅπως πέποιθα περὶ πάντων ἐκείνων οἵτινες πρὸς ἡμᾶς ἀπηυθύνθησαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, — ἐὰν εἶναι εἰλικρινὴς καὶ εὐσυνείδητος, ἐξετάζων τὰ τοῦ ζητήματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ ὅτι μόνον ὅσαι ὑποσχέσεις ἐδόθησαν, μόνον αὗται εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ θεωρηθῶσι σπουδαῖαι. Ἔγκλημα ἤθελε πράξει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, ἂν ἤθελεν ἀπὸ ταύτης τῆς ὥρας παραμελήσει τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται, ἂν δὲν ἤθελεν ἀναγνωρίσει ὅτι, καὶ ἂν ἐβαδίσαμεν βραδύτερον ἢ ὅ,τι συνεχωρεῖτο ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας μέχρι τῆς σήμερον, σήμερον δὲν ἐπιτρέπεται ἡ βραδύτης, ὅτι ὀφείλομεν συντόνως νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀνάγκη ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ ἀπαραίτητον τῆς μελέτης πρὸς ταχίστην πραγματοποίησιν τῶν αἰτημάτων τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν, καὶ πρὸς τῇ μελέτῃ ταχείᾳ μὲν ἀλλὰ καὶ ἐπιμεμελημένῃ νὰ καταβληθῇ φροντὶς ὅπως ἡ Πολιτεία ἀποκτήσῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ νομοθετικά, ἀλλὰ καὶ τὰ ὑλικὰ ἐφόδια δι’ ὧν θέλει τὸ ταχύτερον δυνηθῆ νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικουρίαν τῆς δεκάδος ἴσως χιλιάδων ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν, ἥτις μετὰ τῶν ἰδίων οἰκογενειῶν ἔχει ἀξίωσιν εὔλογον νὰ ἴδῃ ἑαυτὴν ἐγκαθισταμένην, καθ’ ὃν τρόπον ἐγκατεστάθησαν καὶ οἱ μέχρι τοῦδε εὐτυχήσαντες νὰ ἐγκατασταθῶσιν. Εἶναι δὲ δίκαιον νὰ ὑπομνήσω ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν ὑπῆρξεν ἀμελής· ἴσως ἐβράδυνεν ἡ ἐπιμέλεια αὐτῆς, ἴσως ἡ καταβληθεῖσα ἐπιμέλεια δὲν ἀπεδείχθη εὐτυχὴς ἐν παντί. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1890, ὅτε ἐπελήφθη τὸ πρῶτον ἡ Πολιτεία κατὰ τρόπον γενικώτερον τοῦ ζητήματος, πολλὰ ἐξητάσθησαν, ἐξεδόθησαν δὲ καὶ νομοθετήματα. Ὅμως ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι τὰ νομοθετήματα δὲν ἀπέφερον ἐπαρκεῖς καρπούς, διότι ὑπῆρχεν ἐν αὐτοῖς ἐλάττωμα παρεμποδίζον τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ θεσμοῦ, ἡ δι’ ἀλληλεγγύης δέσμευσις τῶν ἐγκαθισταμένων μορτιτῶν, ὧν πολλοὶ ἠδυνάτουν νὰ καταβάλωσι τὸ ἀναλογοῦν αὐτοῖς ἕνεκα περιστάσεων ἃς περιττὸν κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ ὑπομνήσω, αἵτινες ὅμως καὶ προχθὲς ἔτι ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ἐνταῦθα νομοσχέδιον ἀναλαμβάνον εἰς βάρος τοῦ Κράτους τόκους προσθέτους 100.000 δρ., ἵνα διευκολύνῃ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων τὴν κανονικὴν ἐν Κομποτίῳ καὶ Πέτᾳ τῆς περιφερείας Ἄρτης, ὅπου δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν μέχρι ταύτης τῆς ὥρας ν’ ἀποδοθῇ κανονικῶς ἡ τοκοχρεολυτικὴ δόσις εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποζημιωθῇ ἡ δανείσασα Τράπεζα καὶ μὴ ἐπιπέσῃ τὸ βάρος τοῦ δανείου ἐπὶ τοῦ Κράτους τοῦ ἀναλαβόντος ἐγγύησιν διὰ τὸ ἥμισυ. Ἡ Πολιτεία ἐμερίμνησε, καὶ ἐμερίμνησε βεβαίως μετὰ προθυμίας· δὲν ὑπῆρξε δὲ ταχεῖα ἡ ἐπὶ τῇ μερίμνῃ ἐνέργεια δι’ οὓς λόγους πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα. Ἀλλ’ ἡ μέριμνα αὐτῆς τῇ ἐπικουρίᾳ τῆς τε ἐν τῇ χώρᾳ ἀναπτύξεως καὶ τῆς σπουδῆς πολλῶν τῶν ἔξω Ἑλλήνων, τῶν ἐχόντων κεφάλαια, νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐγκατασταθῶσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀγοράζοντες κτήματα, καὶ προσέτι τοῦ εἰσαγομένου χρήματος ὅπερ εἶναι καὶ τοῦτο χρήσιμον εἰς ἐπίσπευσιν τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ἔργου, ἤγαγεν εἰς τὸ νῦν θετικὸν ἀποτέλεσμα, ὅτι μετὰ τοὺς τελευταίους νόμους, οἵτινες ἐξετελέσθησαν, χάρις εἰς τὴν πιεστικὴν ἀνάγκην τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν ἐποίκων, σχεδὸν τὰ ⅔ τῶν τσιφλικίων ἐν Θεσσαλίᾳ ἔχομεν μεταβεβλημένα εἰς ἐλεύθερα χωρία, εἰς κεφαλοχώρια. Τοῦτο εἶναι σπουδαῖον ἀποτέλεσμα, καὶ πρέπει νὰ τονισθῇ καὶ ἐνταῦθα, διότι ἐν χρόνῳ συντομωτέρῳ τῆς μιᾶς γενεᾶς παραλαβόντες τὴν Θεσσαλίαν σχεδὸν ἅπασαν μεγαλοκτημονοκρατουμένην ἔχομεν αὐτὴν ἤδη σχεδὸν κατὰ τὰ ⅔ ἀποτελουμένην ἐκ κεφαλοχωρίων. Ὑπολείπονται δὲ νὰ πραχθῶσιν ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα, ὅπως ἀποκατασταθῶσι καὶ αἱ 10.000 τὸ πολὺ ὑπολοίπων ἐπιμόρτων, αἱ πεντήκοντα δηλονότι τὸ πολὺ χιλιάδες ψυχῶν. Καὶ ταῦτα πρέπει νὰ γένωνται, καὶ ταῦτα θέλουσιν ἐκτελεσθῆ, καὶ ταῦτα—ἐπαναλαμβάνω ἐνταῦθα ὅ,τι εἶπον πρὸς τοὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἐμφανισθέντας—ἐντὸς δεκαετίας εἰμὶ πεπεισμένος—δὲν ἀποκλείεται δὲ ὑπολογισμὸς τριῶν ἕως τεσσάρων ἐτῶν—ὅτι θέλουσι πραγματοποιηθῆ. Διότι ἦλθεν ἡ ὥρα ἡ μὴ ἐπιτρέπουσα ἀναβολὴν τοῦ ζητήματος· αὐτὴ ἡ ὥρα καθ’ ἣν τὸ Κράτος λαβὸν πρόσθετον πεῖραν ἐκ τῆς προσφάτου ἐγκαταστάσεως ἐπιμόρτων τε καὶ ἐποίκων καὶ διαμορφῶσαν τὴν νομοθεσίαν αὐτοῦ εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται δι’ αὐτῆς νὰ κινηθῇ θέλει διὰ παραπλησίου τρόπου δυνηθῆ, εὐθὺς ὡς τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ εὑρεθῶσιν εἰς μείζονα ἄνεσιν, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἅτινα ἤδη θυσιάζει, νὰ εὕρῃ καὶ τὸ χρῆμα δι’ οὗ θέλει ἐπισπευσθῆ ἡ ἐγκατάστασις. Παρατηρήσατε ὅτι ἀπὸ τοῦ 1907—ἵνα μὴ εἴπω τοῦ φθινοπώρου 1906—ἀσχολούμεθα εἰς τὴν ἐγκατάστασιν ἐποίκων καὶ ἐπιμόρτων καὶ ὅτι μέχρι ταύτης τῆς ὥρας, καίτοι κατὰ τὸ πλεῖστον ἐπερατώθη ἡ ἐργασία, δὲν ἐφθάσαμεν εἰς πέρας. Ἔχομεν ὁλόκληρα τρία ἔτη, καὶ παρ’ ὅλα τὰ ἐφόδια ἅτινα ἐτέθησαν ἄφθονα εἰς τὴν διάθεσιν ἡμῶν, τὴν πραγματικὴν ἐγκατάστασιν μόλις σήμερον κατὰ τὸ 1910 ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπετύχομεν ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπὲρ ἐπιμόρτων καὶ ἐποίκων· καὶ δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι, χάρις εἰς τὰ ἐφόδια ταῦτα καὶ τὴν ἐπιμέλειαν τῆς Πολιτείας, ἐγκατεστάθησαν ἐν Ἑλλάδι διὰ τῆς οἰκονομίας τῶν διαφόρων νόμων περίπου 25.000 ἐκτὸς τῶν ἐποίκων καὶ πάντες οἱ ἐπίμορτοι οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰ κτήματα ἅτινα εἴτε ἠγόρασεν ἐπὶ τούτῳ ἡ Πολιτεία εἴτε εἶχεν ἤδη ἠγορασμένα ἀπὸ τοῦ κληρονόμου τοῦ μακαρίτου Στεφάνοβικ καὶ ὧν ἡ ἀγορὰ ὑπῆρξεν ἀληθὲς προνοίας εὐεργέτημα ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ἀληθὲς ἔργον ἀποδόσεως δικαιοσύνης εἰς τοὺς ἐπιδιώκοντας τὴν ἐγκατάστασιν αὐτῶν μορτίτας. Ἂν δὲ ταῦτα οὕτως ἐγένοντο πρὸς ἐκείνους ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὑπὸ ἀναλόγους ὅρους—οἵτινες πέποιθα ὅτι ἀποκαθισταμένης τῆς τάξεως καὶ τῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι θέλουσιν εὐκόλως παραχωρηθῆ εἰς τὴν Κυβέρνησιν —θέλει κατορθωθῆ ἐντὸς τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν ἡ ἐγκατάστασις καὶ τῶν ὑπολοίπων· καὶ ἂν ὁμιλῶ περὶ δεκαετίας, τοῦτο γίνεται διότι πρέπει τις ὁμιλῶν νὰ μὴ σπεύδῃ νὰ ὑπόσχηται πλείονα ἐκείνων ἅτινα ἴσως ὁ χρόνος τύχῃ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ἐν παντὶ κατὰ κεραίαν νὰ ἐκπληρωθῶσι. Ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν συντόμως ἐκθέσας ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι θέλουσιν ἀρκέσει εἰς πάντας, ὅτι θέλουσιν ἀρκέσει ἰδίως εἰς ἐκείνους οἵτινες ἤλπισαν ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ νομοσχεδίου κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ἐμφανιζομένου νὰ ἐπιτευχθῇ ἐκεῖνο ὅπερ ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν, ἀλλ’ ὅπερ ὀφείλομεν νὰ ἐπιδιώξωμεν καλῶς, κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον, μετὰ μεθόδου, μετὰ τάξεως καὶ μετὰ τῆς ἀναγκαίας ἐν παντὶ τοιούτῳ ζητήματι ὑπομονῆς.
§25Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ὥστε φρονεῖτε ὅτι ἤδη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβάλητε τὸ νομοσχέδιον;
§26ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅσα εἶπον ταῦτα φρονῶ. Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπιμείνωμεν περισσότερον εἰς τὸ ζήτημα νομοσχεδίου, διότι, ἂν νομοσχέδιον ἦτο δυνατὸν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβληθῇ, ἤθελε βεβαίως εἶναι ἤδη ὑποβεβλημένον. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἐκτιμήσασα τὰ πράγματα ἐν πάσῃ αὐτῶν τῇ περιπλοκῇ, ἥτις εἶναι ἀναμφισβήτητος, ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ εἰσαγάγῃ κατὰ ταύτην τὴν ὥραν νομοσχέδιον, διότι τοῦτο πράττουσα ἤθελε μόνον πράξει ἔργον διαβουκολήσεως.
§27Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Διὰ μακρῶν καὶ πάλιν ἐξιστορήθη σήμερον τὸ ζήτημα τὸ θεσσαλικόν. Ὅσα ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἶναι γνωστὰ καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸν κόσμον ὅλον. Τὸ ζήτημα ἔχει πλέον ὡριμάσει. Ἂν ἀπὸ εἰκοσαετίας καὶ πλέον ἡ Πολιτεία δὲν ἐπετέλεσέ τι μέχρι σήμερον ὑπὲρ τῶν θεσσαλικῶν πληθυσμῶν, ἡ ἐνοχὴ βαρύνει ἀπ’ εὐθείας αὐτὴν καὶ καιρὸς εἶναι πλέον νὰ σκεφθῇ ἄλλως καὶ νὰ σκεφθῇ νὰ ἐπιτελέσῃ ὅ,τι ἀπὸ τόσων ἐτῶν δὲν ἐπετέλεσεν. Ἵνα μὴ μακρηγορήσω, ἐκφράζω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ πράξῃ ἔργον οὐ μόνον ἀγαθόν, οὐ μόνον σωτήριον διὰ τὸν Θεσσαλικὸν πληθυσμόν, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἔργον φρονήσεως, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ λέξις.
§28ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔργον δικαιοσύνης. Παρακαλῶ. Πολὺ περισσότερον τῆς φρονήσεως μὲ ἐνδιαφέρει ἡ δικαιοσύνη.
§29Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐὰν θέλητε, τὸ προσθέτω καὶ αὐτό. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην πάντοτε ὁμιλῶ· θὰ ἔπραττε λοιπὸν οὐ μόνον ἔργον δικαιοσύνης ἀλλὰ καὶ φρονήσεως εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, ἐὰν ἄλλως ἐσκέπτετο ἐπὶ τοῦ ἐπὶ τοῦ τάπητος τούτου ἐλθόντος ζητήματος. Ἐκφράζω τὴν πεποίθησιν ταύτην καὶ δηλῶ ὅτι, ὁσαδήποτε ἐπιχειρήματα καὶ ἂν ἀναπτυχθῶσι κατὰ τῆς λύσεως περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο εὐρύτατα λόγος ὑπό τε τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδιαιτέρως ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν πολιτικῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων, ἡ πεποίθησίς μου αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασα ἐκεῖ, εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδέποτε θὰ κλονισθῇ—διότι αἱ γνῶμαι εἶναι διῃρημέναι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου—, δύναμαι δὲ νὰ ἐκφράσω τὴν πεποίθησιν ὅτι αἱ πλειότεραι γνῶμαι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀμέσου λύσεως, ἡ μειονότης δὲ εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς ἢ τῆς ὁπωσδήποτε παρελκύσεως τοῦ ζητήματος, ὡς εἶναι παραδείγματος χάριν τὸ ν’ ἀποδοθῇ ὅλος ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἰς τὸ γεωργικὸν ταμεῖον, ὡς ἐπίσης καὶ ἄλλα μέτρα τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προταθῶσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὡς ἔμαθον ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσι. Συνεπῶς ἐλπίζω ὅτι τοιαύτη θὰ εἶναι ἐν τέλει ἡ λύσις τοῦ ἐπὶ τοῦ τάπητος ζητήματος.
§30Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβω τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ παράσχῃ τρόπον, ὅπως παρασχεθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις, ὅπως λυθῇ προσεχῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἠθέλομεν ἔχει.
§31Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἐγκαταλείψεως ὁριστικῶς τοῦ ζητήματος κατὰ τὴν περίοδον ταύτην. Δὲν θὰ ἦτο, νομίζω, ἀδύνατον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 240.000.000 ἤθελε διαθέσει μικρόν τι ποσόν, ἔστω καὶ 5.000.000, ὥστε νὰ καταρτισθῇ κτηματική τις Τράπεζα, ἡ ὁποία διαχειριζομένη καὶ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα διετέθησαν ὑπὲρ τοῦ γεωργικοῦ ταμείου τῆς Θεσσαλίας ἤθελε προβῆ, βαθμιαίως βεβαίως, εἰς τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐνδιαφέρονται καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ πάντες. Μία μικρὰ θυσία τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς βεβαίως θέλει ἀποδώσει ἄνευ οὐδενὸς βάρους τοῦ δημοσίου ταμείου, ἤθελε συντελέσει εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ εἴπω.
§32ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐθὺς ὡς ἠθέλομεν ἔχει χρήματα νὰ εἶσθε βέβαιος.
§33ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Τερτίπης δὲν εἶχε δίκαιον νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα τοσοῦτον ἀποτόμως εἰς τὴν Βουλήν, διότι, ἀφοῦ ἅπαξ αὐτὸς ὡμίλησε, νομίζω ὅτι καὶ ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ. Ἑπομένως δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὑπαίτιοι τῆς χρονοτριβῆς, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ πρῶτον τὸ ζήτημα χωρὶς βεβαίως νὰ ὑπάρχῃ λόγος. Τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἤκουσα μετὰ πάσης προσοχῆς. Οὐδεὶς Βουλευτὴς βεβαίως ὑπάρχει ἐκ Θεσσαλίας ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς δὲν ὑπάρχει οὔτε εἷς ἀγρότης ἐν Θεσσαλίᾳ ὁ ὁποῖος δὲν ἀναγνωρίζει τὰ αἰσθήματα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῆς γεωργίας ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν ἀγροτῶν· καὶ δὲν πρόκειται μόνον περὶ ἁπλῶν αἰσθημάτων· πρόκειται περὶ ἐμπράκτου ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς καὶ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὡς εἰσηγητὴς τῆς διανομῆς τῶν Στεφανοβικείων ἐπετέλεσεν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλὰ ἐλέχθησαν ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐπειδὴ νομίζω ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία δὲν εἶναι καταληπτὴ ὑπὸ τῶν κ. συναδέλφων, ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγένετο λόγος, δὲν ἐγένετο δ’ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον διὰ βραχέων νὰ ἐκθέσω ποία ἤδη ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἰδέα τοῦ νομοσχεδίου εἶναι μία καὶ μόνη, ἡ ἰδέα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως· ἐὰν δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ ἄλλα τινὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα περιέχονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ παραλειφθῶσιν, ἠδύνατο βεβαίως καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἄριστον καὶ τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ἀλεξανδρῆς, νὰ ψηφισθῇ, ἠδύναντο δὲ ἄλλα τινὰ ζητήματα νὰ μείνωσι κατὰ μέρος, νὰ θεσπισθῇ δὲ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, διότι περὶ αὐτῆς καὶ μόνης πρόκειται κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Πάντες οἱ ἐνταῦθα ἐλθόντες ἀντιπρόσωποι τοῦ Θεσσαλικοῦ ἀγροτικοῦ λαοῦ ἔχουσι τὴν ὑπομονήν, τὴν δὲ ὑπομονὴν ταύτην ἐξέθηκαν καὶ πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ πρὸς τὸν σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχουσι τὴν ὑπομονὴν νὰ περιμένωσι, τὸ δὲ δεκαετὲς διάστημα τὸ ὁποῖον ἀφῆκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐννοηθῇ ὅτι θὰ μεσολαβήσῃ, ἐκεῖνο ἀγογγύστως σχεδόν, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀπεδέχθησαν· θέλουσι μόνον νὰ γνωρίζωσιν ὅτι τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα θὰ λυθῇ. Εἶπον καὶ πρότερον ὅτι αἱ διαθέσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως οὐδένα δύνανται νὰ διαθέσωσιν ἐν ἀμφιβόλῳ, ἀλλ’ ἀναμφίβολον εἶναι ὅτι, ἵνα λυθῇ τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ταύτης, διότι ὅστις γνωρίζει τὰς δυσκολίας τὰς ὁποίας θ’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν διανομὴν τῶν ὀλίγων γαιῶν αἵτινες προήρχοντο ἀπὸ τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα ἠγοράσθησαν ἐν Ἁλμυρῷ, θὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ Στεφανοβικείων κυρίως προσέκρουσεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς μεγάλης τιμῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἠγοράσθησαν τὰ κτήματα ταῦτα. Καὶ διατί ἠγοράσθησαν εἰς τὴν τιμὴν ταύτην; Διότι οἱ ἰδιοκτῆται βλέποντες ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων τὸ Κράτος θὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων αὐτῶν ἐσκέφθησαν μόνον καὶ μόνον πλεονεκτικῶς. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ὡς δηλοῦσι πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ καὶ ὅπως δηλοῖ ἀπεριφράστως ὁλόκληρος ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς τῆς Θεσσαλίας, θέλει ἐμπνεύσει τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ ζήτημα τὸ θεσσαλικὸν θέλει λυθῆ. Νομίζω ὅτι διὰ πολλοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν δύναμαι ν’ ἀναφέρω κατὰ ταύτην τὴν στιγμήν, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ καταλληλοτέρα στιγμὴ διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀρχῆς, διότι περὶ τῆς ἀρχῆς πρόκειται. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ τότε εἰσηγητὴς καὶ νῦν Πρωθυπουργὸς ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς διανομῆς τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Τὴν ἰδέαν ταύτην τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως δυστυχῶς ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἀπεδέχθη. Δὲν ἀπεδέχθη προκειμένου περὶ μερικῶν κτημάτων νομίζουσα ἡ ἐπιτροπὴ— διότι δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι εἶχον ἄλλας ἰδέας ἐπὶ τοῦ γενικοῦ ζητήματος τῆς ἀπαλλοτριώσεως—, δὲν ἀπεδέχθη, λέγω, τὴν ἰδέαν ταύτην νομίζουσα ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι δὲν εἶχε τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποδεχθῇ, διότι δὲν εἶχε τὸν φόβον τῆς ἀνατιμήσεως τῶν κτημάτων, ἐπειδὴ ἐπρόκειτο περὶ ἀγορᾶς ὀλίγων κτημάτων, ἑπομένως δὲ ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ ἐπιλογὴ διαφόρων κτημάτων τὰ ὁποῖα προσεφέροντο. Ἐν τούτοις ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε εἰσηγητὴς τῆς διανομῆς τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων εἶχε δίκαιον, διότι τοῖς πᾶσιν εἶναι γνωστὸν πόσα ἐκερδοσκόπησαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν σμικρῷ ἐν Ἁλμυρῷ βεβαίως θὰ γίνῃ ἐν μεγάλῳ ἐν Θεσσαλίᾳ. Δὲν ἀρκοῦσιν αἱ διαθέσεις αἱ ἄρισται καὶ εἰλικρινέσταται τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς διανομῆς τῶν κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἐπιληφθῆ τῆς διανομῆς διὰ τοῦ μεθοδικοῦ τρόπου τῆς οἰκειοθελοῦς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην πάντες οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι κόπτονται καὶ ὀδύρονται, περὶ οὐδενὸς ἄλλου θὰ σκεφθῶσι ἢ περὶ τοῦ πῶς νὰ κερδοσκοπήσωσιν, ἐκείνην δὲ τὴν κερδοσκοπίαν καὶ ἡμεῖς θέλομεν νὰ προλάβωμεν. Διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνων λέγω ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον περὶ διανομῆς, δὲν πρόκειται νὰ διαβουκολήσωμεν τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας, δὲν πρόκειται νὰ τοῖς ὑποσχεθῶμεν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ τοῖς ἐμπνεύσωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐνταῦθα σκεπτόμεθα ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι καλλιεργοῦσιν, οἱ ἐπίμορτοι, ἔχουσιν ἀληθῆ δικαιώματα ἐπὶ τῶν ἀγρῶν τοὺς ὁποίους καλλιεργοῦσιν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θέλουσιν ἀποζημιωθῆ οἱ ἰδιοκτῆται εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πωλήσωσι τὴν γῆν, καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πωλήσωσι τὴν γῆν εἰς τιμὴν τὴν ὁποίαν δύνανται αὐτοὶ νὰ πληρώσωσιν, ἡ ὁποία τιμὴ πρέπει νὰ εἶναι ἴση πρὸς τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ἀληθῶς ἡ γῆ. Διότι, ἂν ἀγοράσωσιν ἀκριβά, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ πληρώσωσι, καὶ θὰ ἔχωμεν ὡς ἐκ τούτου πολλὰ τὰ ἄτοπα· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρὸς στιγμὴν εἶναι ἐλεύθεροι θὰ γίνωσι δοῦλοι, θὰ περιέλθωσιν εἰς χειροτέραν κατάστασιν ἐκείνης εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο πρότερον. Καὶ ἔτι πλέον, ἐνῷ εἰς τὴν ἀρχὴν ἦσαν δοῦλοι ἑνὸς μεγάλου ἰδιοκτήτου, ἑνὸς μπέη, θὰ γίνωσι δοῦλοι τῶν τοκογλύφων τῶν πόλεων. Νομίζω δ’ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ψυχολογικῶς θὰ ὑποφέρῃ ὁ ἀγρότης, αὐτὸ εἶναι πολὺ χειρότερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ὑποφέρει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Διὰ πάντας τοὺς λόγους τούτους ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦσι πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ θεσσαλικοῦ λαοῦ· δηλαδὴ οὐχὶ τὴν ἄμεσον διανομὴν τῶν γαιῶν οὐδὲ τὴν λύσιν τὴν ἄμεσον τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Θεσσαλίας, διότι ἑκατομμύρια δὲν ὑπάρχουσιν, ἀλλὰ τὸ νὰ θέλωμεν νὰ γνωρίζωμεν ἂν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς γῆς καὶ ἂν σκέπτεται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ θεσσαλικὸν ἐπὶ τῇ βάσει πραγματικῆς λύσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως.
§34Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, σήμερον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι εἶναι διατεθειμένη μετ’ ἀγαθῆς ἐλπίδος ν’ ἀντικρύσῃ τὴν λύσιν τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος. Ἐκεῖνοι οἵτινες ὡμίλησαν εἰλικρινῶς διὰ τὴν λύσιν τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος ὀφείλουσι νὰ ἔχωσι τὴν γνώμην ὅτι τὸ ζήτημα τὸ θεσσαλικὸν ἔφθασεν εἰς ὥριμον λύσιν καὶ δύναται νὰ λυθῇ, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω ὅτι σήμερον εἶναι ἡμέρα συζητήσεως, διότι ἡ λύσις τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος ἐξαρτᾶται πρὸ παντὸς ἀπὸ τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἐπὶ τῆς λύσεως ταύτης ἔχει ἡ Βουλὴ δημιουργήσει, καὶ διὰ νὰ δημιουργήσῃ τὴν πεποίθησιν ταύτην ἡ Βουλὴ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀναπτυχθῇ ἐνώπιον αὐτῆς τὸ ὅλον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ Θεσσαλῶν συναδέλφων ἐμελέτησε καὶ ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν ἀρχηγῶν τῶν κομμάτων. Τὸ προσεχὲς Σάββατον θέλομεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπαιτούμενον νομοσχέδιον, ἡ δὲ ἀνάπτυξις αὐτοῦ ἐλπίζω ὅτι θέλει πείσει τὴν Βουλὴν ὅτι δύναται κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ προέλθῃ εἰς τὴν λύσιν τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος. Τοῦτο μόνον σπεύδω νὰ προσθέσω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ νομισθῇ ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ ἐπιζητοῦσι παρὰ τοῦ Κράτους σήμερον τὴν διάθεσιν μεγάλων ποσῶν διὰ τὴν λύσιν τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος. Οἱ Θεσσαλοὶ κατώρθωσαν νὰ εὕρωσι τὰ μέσα διὰ τὴν λύσιν τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ μὴ σπεύδωμεν εἰς συζήτησιν, διότι θὰ ἐκνευρίσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην· πρὸ παντὸς δὲ διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἡ οἰκονομικὴ εὐπραγία ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι ἀνάγκη ὅπως ὑπάρξῃ ἡσυχία, ὅπως ὑπάρξῃ ἡ ὁμαλότης τῶν σχέσεων τῶν καλλιεργητῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις παρὰ τὸ προσεχὲς Σάββατον, ὁπότε καὶ θὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§35Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν γνωρίζω, κ. Πρόεδρε, ποίαν ἠχὼ προυξένησεν ἡ γνώμη ἡ ἐκτοξευθεῖσα πανταχόθεν περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν μεγάλων κτημάτων τῶν ἰδιοκτητῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, οὐχ ἧττον λαμβάνω τὸ θάρρος, ἵνα συστήσω εἰς τὴν σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐν ᾗ περιπτώσει προβῇ εἰς τοιοῦτον μέγα βῆμα τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων, τότε προβαίνω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν σύστασιν ὅπως τὸ μέτρον τοῦτο γενικευθῇ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, πρὸς ἐκεῖνα ἰδίως τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχει πληθυσμὸς ὑπαγόμενος εἰς τὰς αὐτὰς κατηγορίας εἰς τὰς ὁποίας ὑπάγονται καὶ οἱ ἐκ Θεσσαλίας τοιοῦτοι.
§36Γ. ΖΩΓΡΑΦΟΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. συναδέλφου ἐκ Καρδίτσης ὅτι τὸ προσεχὲς Σάββατον θὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ θεσσαλικόν, ὁπότε θὰ συζητηθῇ τοῦτο εὐρέως, παραιτοῦμαι τῆς προθέσεως ἣν εἶχον ν’ ἀναπτύξω τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα.
§37Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἀξιοῦμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς τὴν λύσιν τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος καὶ ἂν οἱ Θεσσαλοὶ ἦλθον ἐν Ἀθήναις, αἰτία εἶναι τὸ ἀπροχώρητον τοῦ πράγματος, διότι ἡ κατάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιγραφῇ. Οἱ ἄνθρωποι εὑρίσκονται ἐν τελείᾳ ἀπογνώσει. Δὲν γνωρίζω δὲ οὔτε δύναμαι νὰ προείπω ὁποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπεια τῆς ἀπελπισίας των ταύτης. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ υἱοθετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῇ. Ὅπως εἶπον καὶ οἱ συνάδελφοί μου, ἡ ἐπιθυμία σήμερον τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ἡ ἄμεσος διανομὴ τῶν κτημάτων ἀλλ’ ἡ ἐκδήλωσις ἐπιθυμίας ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ὅτι σταθερὰν ἔχει ἀπόφασιν νὰ ἐπιληφθῇ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος καὶ νὰ ἐκλείψῃ τὸ σήμερον καθεστὼς τὸ προξενοῦν ὄνειδος εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα. Ὅταν δὲ τοῦτο ἐπισήμως πιστοποιηθῇ ὑπάρχει τότε ἐλπὶς νὰ ἐπέλθῃ σχετικὴ ἡσυχία. Τοῦτο καὶ μόνον ζητοῦμεν σήμερον, δὲν πρέπει δὲ νὰ παρεξηγηθῶμεν προκαλέσαντες τοιαύτην συζήτησιν, διότι ὁ πόνος ἡμῶν, οἵτινες γνωρίζομεν τὴν δυσπραγίαν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, μᾶς ἠνάγκασε νὰ προκαλέσωμεν τὴν συζήτησιν ταύτην.
§38Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κατὰ τὸ προσεχὲς Σάββατον θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον διὰ τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα.
§39ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον· ἐκ τῆς ὑποβολῆς δὲ τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐπέλθῃ συζήτησις. Δύναται πάντως νὰ γένηται συζήτησις, δὲν πρέπει ὅμως καὶ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ συζήτησις. Ὁ εἰσηγητὴς ἢ οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν νομίζωσιν ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσωσι, θὰ ὁμιλήσωσι, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ τοὺς ἐμποδίσῃ ἀπὸ τοῦ νὰ ὁμιλήσωσιν, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλῃ τις τὴν συζήτησιν δὲν εἶναι δυνατόν.
§40Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ συζητηθῇ τὸ θεσσαλικὸν ζήτημα, δύναται νὰ προσδιορίσῃ ἡμέραν συζητήσεως.
§41ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύνασθε νὰ λάβητε τὸν λόγον κατὰ τὸ στάδιον τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου.
§42Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐγγράψητε πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων.
§43Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ τελευταῖον λαλήσας ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ συζητήσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος, δὲν εἶναι ὁ κανονικὸς οὔτε δύναται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα ἀσφαλῆ. Οἱ κανονικοὶ τρόποι εἶναι δύο· ὁ τρόπος τὸν ὁποῖον διαγράφει ὁ Κανονισμὸς ἡμῶν περὶ ἐπερωτήσεων καὶ ὁ τρόπος ὄχι πλέον τῆς συζητήσεως ἀλλὰ τῆς εἰσηγήσεως οἱουδήποτε νομοσχεδίου. Οἱ δύο τρόποι δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ἐν ταὐτῷ. Ὁ εἷς ἀποκλείει τὸν ἄλλον, διότι διὰ τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ἢ ἐπὶ νομοσχεδίου ἔρχεται πλέον ὡρισμένως ἡ οὐσία τοῦ ζητήματος καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοθετήματος τὸ ὁποῖον προβάλλεται εἰς τὴν ψῆφον αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστα. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ γίνῃ κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συζητήσεως. Οὐδεὶς δύναται νὰ στερήσῃ τὸν Βουλευτὴν τοῦ δικαιώματος τῆς πρωτοβουλίας τῆς νομοθετικῆς τὴν ὁποίαν ἔχει, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα προερχόμενον ἐκ τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως οὐδεὶς δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς οἱονδήποτε καὶ ἔτι ὀλιγώτερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ἰδίας του σκέψεις καὶ τὰ ἴδια αὑτοῦ σχέδια, ὅπως τὰ υἱοθετήσῃ αὕτη. Καὶ ἀληθῶς ἐξεπλάγην, ὅτε ἤκουσα ὅτι οὕτω πως διετυπώθη τὸ ζήτημα ἐκ μέρους τῶν ἐπερωτησάντων σήμερον, διότι ἠκούσαμεν παρ’ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα ἐκ τοῦ Συντάγματος νὰ ὑποβάλωσιν οἱονδήποτε νομοθέτημα, ὅπως ἡ Κυβέρνησις δεχθῇ τὸ νομοθέτημα καὶ τὸ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ζητήσωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι σήμερον ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς προνοίας τὴν ὁποίαν ἐλησμόνησαν ἐπὶ μακρὰ ἔτη...
§44Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὰ ἐλέγομεν, ἀλλ’ οὐδεὶς μᾶς ἤκουε.
§45Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδέποτε τὰ εἴπετε. ...Ἐκεῖνοι, λέγω, οἱ ὁποῖοι ἀφυπνίσθησαν ἐκ τοῦ συναγερμοῦ, ἐκ τῆς ἐλεύσεως 150 συμπολιτῶν των ἐκπροσωπούντων ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν τῆς Θεσσαλίας, ἐκεῖνοι δὲν ἔχουσι τίποτε ἄλλο νὰ κάμωσι παρὰ νὰ ὑποβάλωσι τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν πρόταξιν αὐτοῦ, οὐδεμίαν δ’ ἀμφιβολίαν νὰ ἔχωσιν ὅτι ἡ αἴτησίς των περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου των ὑπὸ παντὸς Βουλευτοῦ θέλει συζητηθῆ καὶ θέλει ψηφισθῆ. Ἀλλ’ ἂν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα πραγματικά, ἂν θέλωμεν νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν ἐπίλυσιν ζητήματος τὸ ὁποῖον ἐπείγει ἀπὸ μακροῦ χρόνου, βεβαίως δὲν πρέπει νὰ συγχύσωμεν τὰ πράγματα, διότι οὕτω πως φθάνομεν εἰς συμπεράσματα καὶ εἰς ἀποτελέσματα ἀντίθετα ἐκείνων εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν. Οὕτω πως δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ δρᾶσις καὶ ἡ πρωτοβουλία ἐκείνων, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. συνάδελφος. Ἔχετε ὡρισμένας ἰδέας; Ἔχετε ὡρισμένας γνώμας; Ἔχετε καταρτίσει σχέδιον νόμου; Ἔχετε πρότασιν νόμου; Ζητήσατε τὴν πρόταξιν αὐτῶν, ἀλλὰ μὴ συγχέετε τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου πρὸς τὸ στάδιον τὸ νομοθετικόν. Ἔχομεν Κανονισμὸν ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὸ στάδιον τὸ νομοθετικὸν εἰς ὡρισμένας ἡμέρας· ἔχομεν Κανονισμὸν ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου εἰς ὡρισμένας ἡμέρας. Ὑμεῖς, ἐὰν ἐπιμένητε, θέλετε φέρει τελείαν σύγχυσιν. Θ’ ἀκούσωμεν μετὰ προσοχῆς τὸν εἰσηγητὴν ἢ τοὺς εἰσηγητὰς τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου τὸ ὁποῖον προτίθενται νὰ καταθέσωσι τὸ προσεχὲς Σάββατον. Ἀλλὰ συζήτησις κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἐκείνου τοῦ νομοθετικοῦ, διότι θέλομεν οὕτω πως παρασυρθῆ εἰς συζήτησιν ἐντελῶς ἀλυσιτελῆ, ἀφοῦ δὲν θὰ ἔχωμεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ νομοσχέδιον ἢ τὴν πρότασιν νόμου. Καὶ ἀναμφισβητήτως θέλουσιν ἀναγνωρίσει οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι τόσον σπεύδουσι σήμερον, ὅτι, ὅταν ἔχωσι ῥητὰς ἐπαγγελίας καὶ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ὡς αὐτοὶ ἐνδιαφέρονται εἰς ἐπίλυσιν ζητήματος τόσον σπουδαίου, ἀληθῶς, λέγω, θὰ κατακριθῶσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ ἔχοντες τὴν πρωτοβουλίαν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελον ἐπιδιώξει συζήτησιν ἡ ὁποία δὲν φέρει εἰς λυσιτελῆ καὶ πρέποντα ἀποτελέσματα.
§46Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν ἤλπιζον, κύριε Πρόεδρε, νὰ κατηγορηθῶσιν 26 Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ὅτι ἀγνοοῦσι τὸν Κανονισμὸν καὶ ὅτι ἐπιθυμοῦσι νὰ ἐπιφέρωσι σύγχυσιν εἰς τὴν συζήτησιν οὕτω πως προσπαθοῦντες νὰ ἐπισύρωσι τὴν ἐπὶ τοῦ θεσσαλικοῦ προβλήματος προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Ἂν ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον, ἐζήτησα τοῦτον ἵνα ὑποβάλω ἓν σχέδιον νόμου εἰς τὴν Βουλήν, μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι κανονικῶς εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τὸν λόγον καὶ νὰ ποιήσωμαι τὴν ἀναγκαίαν πρὸς τοῦτο εἰσήγησιν. Ἂν ὑπῆρξαν Θεσσαλοὶ συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ ἂν θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ἐκ μέρους αὐτῆς, τοῦτο προῆλθε, διότι συνέβη ὥστε ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀκούσῃ πρὸ ἡμερῶν τὰ αἰτήματα τῶν Θεσσαλῶν, νὰ εἴπῃ δὲ πρὸς αὐτοὺς ὅτι θὰ ἐπεθύμει ἡ Κυβέρνησις νὰ μελετήσῃ νομοσχέδιόν τι τὸ ὁποῖον θὰ ὑπεβάλλετο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ νὰ δηλώσῃ κατόπιν ἂν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοθέτημα τοῦτο ἢ ὄχι ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατηρτίσθη, ἐδόθη δὲ πρὸς μελέτην εἰς τοὺς ἀξιοτίμους ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν αὐτῆς ὅτι ἠδύνατο νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπιτρέπεται νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἤθελε νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἂν ἦτο εἰς θέσιν νὰ τὸ πράξῃ σήμερον.
§47ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶχον ἤδη δηλώσει ὅτι δὲν δύναμαι τὸ νομοσχέδιον ν’ ἀποδεχθῶ, ὅτε καὶ σᾶς τὸ ἐπέστρεψα.
§48Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Σήμερον ἐζητήθη δημοσίως νὰ δηλωθῇ.
§49ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε καὶ ἄλλοτε, κ. συνάδελφε, τί ἐλέχθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· τότε ὑπεσχέθην ὅτι, ἂν ἠδυνάμην νὰ συμμερισθῶ τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅπερ ἤθελε συνταχθῆ ὑπὸ τῶν ἐντίμων συναδέλφων, ὑπεσχέθην ὅτι ἤθελον μὲν ὑποβάλει αὐτὸ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑπογεγραμμένον ὑπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον νὰ μὴ συζητηθῇ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς.
§50Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἂν δὲ οἱ κύριοι συνάδελφοι ἐζήτησαν σήμερον νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καρδίτσης κ. Τερτίπη ἐπὶ τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἦσαν ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ, διότι, ὅταν ζητῇ τις νὰ ἐπερωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ὡρισμένων μέτρων καὶ πρόκειται ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐπερωτήσεως νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ ἀπόφασίν τινα, ἔχει δέ τις ἡμῶν νὰ προσθέσῃ τι ὅπως διαφωτίσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν θέλει μίαν ἐπὶ πλέον συζήτησιν πρὸ τῆς ἀποφάσεως ταύτης, ὄχι δι’ ἐπαναλήψεως τῶν λεχθέντων, ἀλλὰ διὰ προσθήκης εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, καί, ὅταν ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα τοῦτο, οὐδεὶς εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Ταῦτα διὰ τὸ ζήτημα τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐπέκρινε τοὺς Θεσσαλοὺς ἀντιπροσώπους, διότι πρώτην φορὰν ἔρχονται ἐνταῦθα καὶ ζητοῦσι κατὰ τὸ πέρας τῆς Συνόδου τὴν λῆψιν μέτρων διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Εἶναι, Κύριοι, τῇ ἀληθείᾳ ἄπορον πῶς λέγει ταῦτα Βουλευτὴς ἐπὶ τεσσαρακονταετίαν παρακαθήμενος ἐνταῦθα, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ νεωτέρου, ἴσως οὗτος νὰ μὴ ἐγνώριζε τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου· εἶναι ἄπορον πῶς λέγεται ὅτι πρώτην φορὰν οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ ἔρχονται νὰ παρακαλέσωσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως λάβῃ ὑπὸ προσοχὴν σπουδαίαν τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Θεσσαλίας καὶ τὴν λύσιν αὐτοῦ. Ὤφειλεν ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ μὴ ἀγνοῇ ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ ἀντιπρόσωποι ἀπὸ τοῦ 1890 ἤρξαντο αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος ἐνταῦθα...
§51Σ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τοῦ 1886.
§52Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ κατώρθωσαν τῷ 1896 νὰ πεισθῇ τὸ Κοινοβούλιον ὅτι ἔπρεπε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τὸ θεσσαλικὸν καὶ συνέστη τότε ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία περιελθοῦσα τὴν Θεσσαλίαν κατέληξε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ συμπεράσματα αὐτῆς, ἡ δὲ Κυβέρνησις διὰ νομοθετήματος νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια πλήρους λύσεως καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ δὲ νομοσχέδια ἐκεῖνα εἶχον τὴν αὐτὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέτομεν ἐνταῦθα, τὴν βάσιν τῆς μερικῆς ἀπαλλοτριώσεως διὰ δημοσίαν ἀνάγκην τῶν κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλά, κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, αὕτη μόνον ὑπῆρξεν ἡ μέριμνα τῶν Θεσσαλῶν ἀντιπροσώπων ἐνταῦθα; Μόλις εἰσήλθομεν εἰς τὸ Κοινοβούλιον κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐγὼ ὁ μικρότερος ὅλων ἔσπευσα νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ, οἱ δὲ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἔσπευσαν πάντες ν’ ἀποδεχθῶσι τὸ νομοσχέδιον καὶ συνελθόντες τὸ ὑπέγραψαν πάντες, καὶ οὕτως ὑπεβλήθη ὡς κοινόν. Τὸ νομοσχέδιον ἀνεγράφη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἀλλ’ ἔκτοτε ἀφέθη, διότι αἱ Κυβερνήσεις τοῦ τόπου δὲν ἠθέλησαν ν’ ἀσχοληθῶσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, αἱ δὲ Κυβερνήσεις εἶναι αἱ ἀλλεπαλλήλως παρελθοῦσαι τὴν ἐξουσίαν ὑπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν δύο κομμάτων. Τίνες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὐθύνονται ἂν τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα δὲν ἐλύθη μέχρι τοῦδε; Εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ἐπανειλημμένως κρούσαντες τὴν θύραν τῆς ἐξουσίας, οἱ ἐπανειλημμένως χαρακτηρισθέντες ὡς δημοκόποι, διότι ἀνεκινοῦμεν τὸ ζήτημα ἐπιμένοντες εἰς τὴν λύσιν του ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι παρεῖδον ὅτι ἡ ἔρευνα τοῦ ζητήματος ἡ γενομένη ἐκ τοῦ πλησίον ὄχι ὑπὸ τῶν Θεσσαλῶν ἀντιπροσώπων, ἀλλ’ ὑπ’ ἀνθρώπων ξένων πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, ὑπ’ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ἀντεπροσώπευον τὴν Πολιτείαν, δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ πολιτειολόγων, κατέληξεν εἰς ὑπόδειξιν τῆς ἀνάγκης τῆς ταχείας λύσεως τοῦ ζητήματος; Εἴμεθα ἡμεῖς ἢ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς ἐρεύνης ἐκείνης μετὰ μίαν δεκατετραετίαν ἤδη οὐδέν, ἀπολύτως οὐδὲν μέτρον περὶ τῆς λύσεως ταύτης ἔλαβον; Ἂν δ’ ὑπάρχῃ τις ἐνταῦθα ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι κατὰ τι συνήργησεν εἰς τὴν λύσιν ταύτην δὲν εἶναι ὁ μόλις πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλ’ εἶναι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, ὁ ὁποῖος ὀφείλει τις νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἕνεκα περιστάσεών τινων ἐθνικῶν ἀπεφάσισε νὰ προβῇ καὶ εἰς μερικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἐν Θεσσαλίᾳ διανείμας τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑπὸ τὴν κυριότητα αὐτῆς. Ὥστε, Κύριοι, βλέπετε ὅτι ἡ ἱστορικὴ ἀνάπτυξις ἀποδεικνύει ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤγειραν φωνὴν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας εἶναι οἱ παρακαθήμενοι εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα ἀντιπρόσωποι της, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ὡς ἐπικριταὶ αὐτῶν, ἤτοι οἱ ἐπανειλημμένως διευθύναντες τὸν τόπον, οὐδεμίαν ἔλαβον μέριμναν ὑπὲρ τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος.
§53Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καθῆκον ἔχω, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Καρδίτσης, διότι, ἂν ἐπισκοπήσωμεν τὸ παρελθόν, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους κατηγόρησεν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρακτικῶς ἔδρασαν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται· ἐκεῖνοι δὲ περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε δὲν ἔκαμον ἄλλο τι ἢ νὰ ῥίψωσιν ἰδέας ἀπραγματοποιήτους καὶ νὰ νομίζωσιν ὅτι διὰ φράσεων καὶ διὰ λέξεων λύονται ζητήματα τοιαύτης σπουδαιότητος, οἷον τὸ θεσσαλικόν. Κατηγόρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Καρδίτσης πάσας τὰς Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι ἐπὶ δεκατετραετίαν ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν καὶ ἐρωτῶ· εἶσθε ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι προέβητε εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Στεφανοβικείων κτημάτων ἢ αἱ Κυβερνήσεις τὰς ὁποίας κατηγορεῖτε; Εἶσθε ὑμεῖς οἱ ὁποῖοι προυτείνατε τὴν διανομὴν τῶν κτημάτων ἢ αἱ Κυβερνήσεις τὰς ὁποίας κατηγορεῖτε;
§54Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§55Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπικροτεῖτε, καὶ τί μὲ μέλει ἂν ἐπικροτεῖτε, ὅτε λέγετε ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πταίουσιν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκυβέρνησαν τὴν χώραν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔσωσαν τὴν Θεσσαλίαν εἶναι οἱ παρακαθήμενοι ἐνταῦθα; Ἐγώ, Κύριοι, διαμαρτύρομαι διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πράγματι εἰργάσθησαν εἶναι οἱ παρ’ ὑμῶν κατηγορηθέντες. Καὶ προβαίνω περαιτέρω· ποία εἶναι ἡ μέριμνα τὴν ὁποίαν ἐλάβετε; Νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ παρασύρητε τὴν Βουλὴν νὰ διατυπώσῃ ἐν νομοσχεδίῳ ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας δὲν εἴχομεν τὰ μέσα νὰ πραγματοποιήσωμεν; Ἂν θέλητε νὰ παρασύρητε ἡμᾶς εἰς τοιαύτην ὁδόν, βεβαιῶ ὑμᾶς ὅτι οὐδέποτε θέλετε τὸ κατορθώσει, διότι ἐγὼ οὐδέποτε θέλω συναινέσει νὰ δοθῶσιν ὑποσχέσεις εἰς λαὸν ὁ ὁποῖος πράγματι πάσχει, ὅταν δὲν ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ πραγματοποιήσωμεν αὐτάς. Διότι ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ὑποσχέσεων τούτων, ὅταν δὲν ἔχωμεν τὰ μέσα ὅπως τὰς πραγματοποιήσωμεν; Ἄλλο ἀποτέλεσμα δὲν ἔχομεν ἢ τὴν καταστροφὴν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἡ καταστροφὴ αὕτη θέλει συντελεσθῆ, διότι τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἴπωμεν πρὸς τοὺς ἀγρότας ὅτι ἐψηφίσαμεν νόμον ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ διανομῆς κτημάτων εἶναι ὡς νὰ εἴπῃ τις πρὸς αὐτούς· «μὴ πληρώσητε τὰ μερίδια εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας». Καὶ ἐρωτῶ· εἰς τοιοῦτον ἔργον θέλετε νὰ παρασύρητε ἡμᾶς; Ἐγὼ διαμαρτύρομαι καὶ δηλῶ ὅτι οὐδέποτε θέλω συναινέσει ὅπως δοθῶσιν ὑποσχέσεις ἢ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ εἶναι δυνατὸν τὰς ὑποσχέσεις ταύτας νὰ πραγματοποιήσωμεν. Ἐνόσῳ ἐξερχόμεθα ἔξω αὐτοῦ τοῦ κύκλου δικαιοῦμαι νὰ εἴπω ὅτι πᾶν ὅ,τι γίνεται οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ δημοκοπία τὴν ὁποίαν πρέπει πάντες νὰ πατάξωμεν. Αὐτὰ ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ἀμυνόμενος ἀφ’ ἑνὸς τῶν Κυβερνήσεων διὰ τὴν δρᾶσιν αὐτῶν κατὰ τὸ παρελθόν, ἐκφράζων ἀφ’ ἑτέρου τὰς πεποιθήσεις μου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα προτείνονται ὅπως ληφθῶσιν.
§56Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἰς ἕν, Κύριοι, σημεῖον ἀπήντησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας, εἰς σημεῖόν τι τὸ ὁποῖον ἐγὼ προλαβὼν εἶχον ὁμολογήσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτε ἤθελον πᾶν ὅ,τι εἶπον νὰ εἶναι καὶ τὸ ἀληθές, καὶ διότι ἄλλως τοῦτο εἶναι κοινῶς γνωστόν, ν’ ἀποκρύπτηται δὲ τὸ κοινῶς γνωστὸν εἶναι ἀνόητον. Καὶ εἶπον ἐγὼ πρὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ ὅτι, ἄν τις ὑπῆρξεν ὁ ὁποῖος ἔλαβε μέριμνάν τινα ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, οὗτος εἶναι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας. Ἀλλὰ μὴ θέλετε, κύριε Βουλευτά, ἔργον τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς ὑμᾶς νὰ ἐγκολπωθῆτε τόσον πολύ. Τὸ ἔργον ἀνήκει εἰς ἄλλον, ἐφ’ ὅσον δ’ ὑπῆρξεν Ἕλλην πατριώτης πονῶν τὴν Ἑλλάδα ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ δώσῃ τὰ κτήματα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ διανεμηθῶσι δὲν ἐπετρέπετο νὰ μὴ διανεμηθῶσι τὰ κτήματα ταῦτα, διότι τοῦτο θὰ ἦτο ἀντιπατριωτικὸν καὶ ὡς τοιοῦτον οὐδεὶς κυβερνήτης τῆς χώρας ἠδύνατο νὰ τὸ πράξῃ. Ὁ μακαρίτης Στεφάνοβικ ἔδωκε τὰ κτήματα πρὸς διανομήν, τὰ ἐκρατήσατε ὅμως ἐπὶ πενταετίαν ὑμεῖς χωρὶς ὄχι μόνον νὰ τὰ διανείμητε, ἀλλὰ χωρὶς νὰ λάβητε κανὲν μέτρον προπαρασκευαστικὸν τῆς διανομῆς ἐκείνης, οὕτως ὥστε, ὅτε κατὰ τὸ 1906 ὑπεβάλετε νομοσχέδιον περὶ αὐτῆς, τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν κατερρακώθη εἰς μίαν ὥραν συζητήσεως, διότι σᾶς ἀπεδείξαμεν ὅτι οὐδεμίαν σοβαρὰν μελέτην περὶ διανομῆς εἴχετε παρασκευάσει, εἰργάσθημεν δ’ ἡμεῖς ἐν ἐπιτροπῇ ὅπως ἀναπληρώσωμεν πενταετῆ ὑμῶν ἀμεριμνησίαν, διότι, ἂν εἴχετε πράγματι ὑπ’ ὄψει, ἀπὸ τῆς ὥρας καθ’ ἣν ἠγοράσατε τὰ κτήματα, ὅτι ταῦτα ἔπρεπε νὰ διανείμητε, θὰ προεβαίνετε εἰς τὴν λῆψιν τῶν μέτρων ἅτινα σᾶς ὑπεδείξαμεν κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ὅπως ἐξασφαλίσητε τὰ κατὰ τὴν διανομήν. Ἀλλ’ ὑμεῖς περιεμένετε μίαν ἐθνικὴν καταστροφήν, διὰ νὰ προβῆτε εἰς τὴν διανομήν, καὶ ἡ καταστροφὴ ἦλθεν ἐκ Βουλγαρίας. Καὶ ὅτε ἦλθεν ἡ καταστροφὴ τότε ἠναγκάσθητε νὰ διανείμητε τὰ κτήματα, ὄχι διὰ τοὺς Θεσσαλούς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐγκαταστήσητε τοὺς ἐκ Βουλγαρίας πρόσφυγας, τοὺς ὁποίους ὠφείλετε νὰ ἐγκαταστήσητε. Τότε οἱ Θεσσαλοὶ ἐντεῦθεν ἐφώνησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν ἐλευθερίαν, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχομεν κτηματικὴν ἐγκατάστασιν ἀποδεχόμεθα ὅπως οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν οὗτοι ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὰ κτήματα ταῦτα εἰς ἃ ἡμεῖς εἴμεθα κολλῆγαι, νὰ τὰ λάβωμεν ἡμεῖς, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον μεταξὺ ἡμῶν ἕνεκεν ἐθνικῶν λόγων, τὴν γῆν τὴν ὁποίαν καλλιεργοῦμεν ἡμεῖς, νὰ δοθῶσι δ’ εἰς ἡμᾶς τὰ ὑπόλοιπα τῶν γαιῶν ἐκείνων ἀποδεχθέντες ὅτι τοῦτο ὑπῆρξεν ὑψηλοφροσύνη! Καὶ ἔρχεσθε τώρα νὰ εἴπητε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι οἱ Θεσσαλοὶ ἀντιπρόσωποι οἱ οὕτω συμπεριφερθέντες δὲν ἐπράξαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν, ἀλλ’ ὅτι ἐπράξατε ὑμεῖς αὐτὸ οἱ ἐξαναγκασθέντες ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης νὰ δώσητε τοῖς Θεσσαλοῖς λωρίδα δουλοπαροίκου γῆς! Ἀλλά, Κύριοι, ἡ Στεφανοβίκειος ἄποψις εἶναι τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ οἰκοδομεῖτε ὅλην σας τὴν ἀξίωσιν ἐπὶ τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ! Τὸ ζήτημα τὸ θεσσαλικὸν νομίζω τοὐναντίον ὅτι εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ εἰσηγήθημεν προχθὲς πρὸς ὑμᾶς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων καὶ ἐφάνητε καὶ ὑμεῖς ἀσπαζόμενοι καὶ ἀπορῶ πῶς τηρεῖτε τοιαύτην γλῶσσαν ἀπέναντι ἡμῶν. Δὲν εὑρέθητε, Κύριοι, σύμφωνοι εἰς τὴν διανομὴν ἕνεκα δημοσίας ἀνάγκης;
§57Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐδήλωσα ῥητῶς ὅτι πρέπει πρὸ παντὸς νὰ εὑρεθῶσι τὰ μέσα.
§58Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν διανομὴν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης, τί μᾶς ἐχώριζεν; Ἀλλ’ ὁ κ. Θεοτόκης εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὅτι δὲν ἐννοεῖ νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἐφ’ ὅσον δὲν εὑρεθῶσι καὶ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων τὸ δικαίωμα τῆς διανομῆς θὰ τεθῇ ἀμέσως εἰς ἐφαρμογήν. Καὶ ἡμεῖς ἀπηντήσαμεν ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει εἶναι τὸ καθῆκον παντὸς Βουλευτοῦ· ἀλλ’ ἠρωτήσαμεν ἐάν, κύριε ἐκ Κερκύρας πολιτευτά, εὑρεθῶσι τὰ χρήματα ταῦτα σήμερον, εἶσθε σύμφωνος εἰς τὴν διανομήν; Καὶ μᾶς ἀπηντήσατε ὅτι εἶσθε σύμφωνος, δέχεσθε δὲ νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ μεταξὺ δὲ χρόνῳ νὰ προσπαθήσητε νὰ ἐξεύρητε τὰ χρήματα ταῦτα.
§59Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον καὶ ἔπειτα νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ χρήματα. Εἴπετε πρὸς ἡμᾶς· ἐπιτρέπεται νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν; Καὶ ἀπήντησα ὅτι τοῦτο εἶναι ἔργον τῆς πρωτοβουλίας τῆς ἰδικῆς σας, ἐναντίον τῆς ὁποίας δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τι. Δὲν ὡμίλησα ἐγὼ περὶ Κυβερνήσεως· ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι ὅσον ἀφορᾷ εἰς ἐμὲ δὲν θὰ ψηφίσω νομοσχέδιον οἱονδήποτε περὶ διανομῆς γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐνόσῳ δὲν εὑρεθῶσι τὰ μέσα.
§60Α. ΣΛΗΜΑΝ. Μάλιστα.
§61Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διότι ἐνόσῳ ταῦτα δὲν εὑρεθῶσιν ἀποδίδω εἰς τὸ νομοσχέδιον μόνον σκοπὸν δημοκοπικόν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ κάκιστα ἀποτελέσματα.
§62Α. ΣΛΗΜΑΝ. Μάλιστα.
§63Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε εἴπετε ὑμεῖς ὅτι ἔχετε τὰ μέσα καὶ εἴπετε ὅτι θὰ προβῆτε ἀμέσως παρὰ ταῖς Τραπέζαις πρὸς ἐξεύρεσιν τῶν 60.000.000, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζετε ὅτι εἶναι ἀναγκαῖα. Εἶπον πρὸς ὑμᾶς ὅτι, ἐὰν εὕρητε Τράπεζαν ἡ ὁποία ὑπόσχεται νὰ καταβάλῃ τὰ 60.000.000, τότε ὑποβάλετε τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὰ εἶναι τὰ λεχθέντα καὶ παρακαλῶ ταῦτα ἀκριβῶς νὰ λεχθῶσιν.
§64Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ ἤκουσε καλῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπομεν. Ἡμεῖς εἴπομεν· δέχεσθε νὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶπε ναί· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἤκουσε, λέγει, ὅτι εἴπομεν, ἂν δέχεται ἡμεῖς νὰ ὑποβάλωμεν νομοσχέδιον τοιοῦτον. Ἔχει καλῶς τότε. Ὑπάρχει διαφορὰ ἀντιλήψεως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ συνεπῶς δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἀλλὰ πῶς ἔρχεσθε νὰ συζητήσητε τὸ νομοσχέδιον χωρὶς νὰ θέλητε ν’ ἀκούσητε μὲ ποίαν βάσιν ὑποβάλλομεν τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν; Ἐὰν ἠθέλετε νὰ γνωρίσητε τοῦτο, ἠθέλετε ἴδει ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ περισσότερον σεβόμενοι τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἐκείνων ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀγωνιζόμεθα. Ὅτε ἀφ’ ἑτέρου εἴμεθα σύμφωνοι διὰ τὴν διανομὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐξευρέσεως τῶν χρημάτων, ἐν τίνι δικαιώματι ἔρχεσθε ἐνταῦθα καὶ ἀποκαλεῖτε ἡμᾶς δημοκόπους; Καὶ ἂν ἀποδείξωμεν αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πράγματι ὑπάρχει τὸ χρῆμα καὶ δύναται νὰ δοθῇ ἡμῖν, τίνα ἀξίαν ἔχουσιν αἱ δριμεῖαι ὑμῶν κατηγορίαι καὶ ἀντιρρήσεις;
§65Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε τὸν ἠρώτησα, ἤκουσα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀγυιᾶς ῥητῶς λέγοντος «δὲν ζητοῦμεν τίποτε ἢ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀρχῆς τῆς ἀπαλλοτριώσεως», ὡμολόγησε δὲ καὶ αὐτὸς ὅτι τῆς ἀρχῆς ἀναγνωριζομένης δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον. Αὐτὰ εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπήντησα.
§66Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀγυιᾶς, ὅτε ἐλέχθη τοῦτο, εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὅτι προχθὲς ἐγένετο συζήτησις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὡς βάσιν τῆς συζητήσεως ἐθέσαμεν πιθανὴν ἐξεύρεσιν τῶν χρημάτων, ὥστε εἶσθε ἐν γνώσει τούτου. Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ περιμείνῃ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ θέματος ἐκ τῆς ὁποίας θέλει πεισθῆ ὅτι οὔτε λεπτὸν ζητοῦμεν παρὰ τοῦ Κράτους. Ἡ Θεσσαλία εἶναι ἑτοίμη νὰ καταβάλῃ τὸ ποσὸν τῆς ἀγορᾶς, ἀρκεῖ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης.
§67Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης ἐπεκαλέσθη τὸ ἔργον τοῦ 1895, ἐπεκαλέσθη τὰ κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς περιόδου ταύτης ὑποβληθέντα ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχέδια καὶ κατήγγειλε τὰ κόμματα, διότι οὐδέποτε ἔλαβον πρόνοιαν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Θ’ ἀπαντήσω καὶ ἐγώ. Ἐγὼ ἐκπροσωπῶ αὐτὸ τὸ κόμμα εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ὁποίου ὀφείλεται ἡ ἐργασία τοῦ 1895 τὴν ὁποίαν ἐν παραμοναῖς ἐκλογῶν ἠθελήσατε νὰ ἐκμεταλλευθῆτε. Ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας εἶπεν ἤδη τί ἔπραξεν ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ καυχηθῇ διὰ τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξηρτήθη ἡ ἀποκατάστασις 25.000 ἐποίκων καὶ μορτιτῶν. Ἐγὼ δύναμαι νὰ καυχηθῶ διὰ τὰ ἔργα καὶ διὰ τὰ σχέδια τοῦ κόμματος τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὰς ἐργασίας. Δύναμαι ὅμως νὰ καυχηθῶ καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπραξα ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας, ὅτε δὲν γνωρίζω ποῦ εὑρίσκετο ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς. Κατὰ τὸ ἑξάμηνον τῆς διοικήσεώς μου κατὰ τὸ 1905 εἶχον νὰ μεριμνήσω περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ὕπαρξιν ἀληθῶς τῶν παραγωγῶν ὁλοκλήρου τῆς Πελοποννήσου, ἀλλ’ ἐσκέφθην νὰ πραγματοποιήσω τὴν βοήθειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὤφειλον πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπω ὡς μέλλοντα σιτοβολῶνα ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποῦ εὑρίσκετο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης, διότι δὲν ἐνθυμεῖται ὅτι, καίτοι ὁ Προϋπολογισμὸς ἦτο ἰσοσκελής, χάριν τῆς Θεσσαλίας ὑπέβαλον τὸν πρόσθετον ὑπὲρ τοῦ σίτου φόρον, τὸν ὁποῖον πληρώνει ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας ὁλόκληρος ἡ λοιπὴ Ἑλλάς. Καὶ τολμᾶτε νὰ καταγγέλλητε ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι μόνον τὴν παραμονὴν τῶν ἐκλογῶν ἐσκέφθητε περὶ τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ καὶ ἐφέρατε ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπραγματοποίητον, τολμᾶτε νὰ καταγγέλλητε ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς πολιτείας των καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τὰ ὁποῖα ἐπέτυχον δύνανται νὰ καυχηθῶσιν ὅτι ἀνεκούφισαν κατὰ τὸ ἐφικτὸν τὸν Θεσσαλικὸν λαόν.
§68Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κατηγορηθέντες ἀπὸ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§69Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ μέχρι σήμερον ἀκούομεν αὐτὴν τὴν κατηγορίαν ἡμεῖς, ὅτι ἐπεβάλομεν φόρον ἐπὶ τοῦ ἄρτου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τὸν φόρον αὐτὸν ἐπεβάλομεν χάριν τῶν Θεσσαλικῶν πληθυσμῶν. Ὑμεῖς θέλετε νὰ ἰδιοποιηθῆτε τὴν ἐργασίαν τοῦ 1895· κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἠδύνασθε ὑμεῖς νὰ πράξητέ τι, διότι δὲν εἴχετε ἔτι ἐξέλθει ἐκ τοῦ κελύφους σας· ἀλλὰ τίνα εἶναι τὰ ἔργα ὑμῶν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξεκολάφθητε; Τὰ ἔργα σας εἶναι ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐρρίψατε καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι παρὰ ἀντίγραφον νομοσχεδίου ἢ σχεδίου νόμου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη κατὰ τὸ 1895. Δι’ αὐτὸ καὶ μόνον καυχᾶσθε· ἐζητήσατέ ποτε τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, συνεζητήσατέ ποτε ἐπ’ αὐτοῦ; Καὶ ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν ἠδύνασθε νὰ ἐπιδιώξητε τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν εἴχετε πεποίθησιν ὅτι εἶναι πραγματοποιήσιμον, κατὰ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν διενέμοντο ἐδῶ τὰ κτήματα τὰ Στεφανοβίκεια, τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπεβλέπομεν ἀκριβῶς πάντες εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Δὲν ἤκουσα οὔτε γρῦ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρ’ ὑμῶν καὶ μοὶ λέγετε ἰδιοποιούμενοι ξένα ἔργα ὅτι ταῦτα ἐπράξατε ὑπὲρ τῶν ἐντολέων ὑμῶν. Ἐν τούτοις οὐδὲν ἐσκέφθητε παρὰ μόνον κατὰ μίαν Σύνοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ἐρρίψατε ἐντελῶς ἀσκόπως σύρραμμά τι, ὁποῖον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρεδώκατε. Οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ τῆς Θεσσαλίας μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ μοὶ ἀνακοινώσωσι τὰς σκέψεις των· ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι μεταξὺ αὐτῶν θὰ ἦτο καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης, βεβαίως δὲν θὰ ἐδεχόμην νὰ παραστῶ εἰς τὴν συγκέντευξιν ἐκείνην, διότι ἐγνώριζον καὶ εἶχον πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης ἀπὸ μιᾶς καὶ μόνης σκέψεως ἀνεχώρησε καὶ προχωρεῖ, πῶς νὰ τσιμπολογήσῃ μερικὰς ψήφους.
§70Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Οὐδέποτε ἐγὼ ἔκαμα αὐτό.
§71Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἐλλείπει οὔτε ἡ ἱκανότης ἡ ῥητορικὴ οὔτε ἡ εὐφυΐα εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐκ Καρδίτσης, ἀλλὰ δὲν τὸν ἤκουσα εἰμὴ ἀπὸ τῆς προχθὲς σκεπτόμενον περὶ τῶν ἐντολέων του, ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν τὸν συναγερμὸν τῶν 100 ἢ 150 ἀγροτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων, ὅτε μὲ ἐπεσκέφθησαν, ἀνεγνώρισα καὶ μερικούς παρακεντέδες.
§72Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ λέγωνται ταῦτα ἀπὸ ὑμᾶς.
§73Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἴσως σᾶς θίγουσιν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον καὶ ἰδιαιτέρως, τὴν ὁποίαν οὐδένα λόγον ἔχω νὰ μὴ διατυπώσω καὶ ἐντεῦθεν. Μετὰ συζήτησιν διαμειφθεῖσαν μεταξὺ τῶν συναδέλφων, κατὰ τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι ὄχι μόνον ἀπέδειξα, ἀλλὰ καὶ ἔπεισα πάντας ἐκτὸς τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ εἶναι ἄσκοπον καὶ ἀλυσιτελὲς καὶ ἀπραγματοποίητον, ἐζήτησα ὅπως πρὸς πληρεστέραν μελέτην τοῦ ζητήματος μοὶ δοθῇ τὸ σχέδιον καὶ μοὶ παρεδόθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρδίτσης καὶ κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν διετύπωσα αὐτὴν τὴν σκέψιν καὶ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ σχεδίου, ὅτι πρόκειται περὶ σχεδίου παιδαριώδους. Ὑποθέτω ὅτι διεβιβάσθη ἡ σκέψις μου αὕτη πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν ἐκ Καρδίτης ὑπὸ τοῦ ἑτέρου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρδίτσης, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέδωκα τὸ σχέδιον. Φέρατε τὸ σχέδιόν σας ἐδῶ, ὑποβάλετέ το εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς συζητήσεως, συζητήσεως σοβαρᾶς, συζητήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ, καὶ ὄχι συζητήσεως ἑώλου, καὶ θέλετε ἴδει ὅτι τὸ ἐλεεινὸν αὐτὸ κατασκεύασμα καταπίπτει ἐκ βάθρων. Ζητεῖτε ν’ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ζητεῖτε δηλαδὴ τὴν κατάργησιν τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, κατάργησιν ῥητῆς διατάξεως, διεθνοῦς συμβάσεως, τῆς ὁποίας ἡ παραβίασις εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ὀδυνηρὰ ὄχι μόνον διὰ τὸ Κράτος ὁλόκληρον, ἀλλὰ δι’ ἅπαντα τὸν Ἑλληνισμόν. Τί ἐννοοῦσι θέλοντες ν’ ἀναγνωρισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως; Ἐννοοῦσι τὴν κατάργησιν αὐτῆς τῆς συνταγματικῆς διατάξεως (ἀναγινώσκει)· «Οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας κλπ.» Τί ζητεῖτε διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀρχῆς τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως; Ζητεῖτε τὴν κατάργησιν διεθνοῦς συμβάσεως. Δὲν ζητεῖτε νὰ περιπλέξητε τὸ Κράτος εἰς ζητήματα διεθνῆ, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν δύναται παρά, ἂν ὄχι ἄλλο τι, ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ ἀγαθοπιστία αὐτοῦ νὰ ἐξέλθῃ κολοβωμένη; Ἀλλ’ ὑμεῖς εἰς ἓν μόνον ἀποβλέπετε, πῶς νὰ τσιμπολογήσητε μερικὰς ψήφους ἐκ τῶν 150 συναγερθέντων ἐκείνων ἀγροτῶν καὶ ἐλθόντων ἐνταῦθα, πῶς θὰ παραπλανήσητε τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους! Διότι πρόκειται περὶ παραπλανήσεως, ὅτε γνωρίζετε ὅτι τοιοῦτο σχέδιον εἶναι μὲν ἀπραγματοποιήσιμον ἀπὸ ἀπόψεως διεθνοῦς, εἶναι δ’ ἀπραγματοποιήσιμον καὶ δι’ ἔλλειψιν τῶν μέσων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναγκαστικὴ ἐξαγορά, καθόσον θὰ ἤμεθα παράφρονες, ἂν ἐδεχόμεθα τοιαύτην λύσιν. Αὐτὰ νομίζω ὅτι εἶπον, Κύριοι, πρὸς ὑμᾶς καὶ κατὰ τὴν ἰδιαιτέραν συνέντευξίν μου, οὐδὲ κατὰ κεραίαν δὲ μετέβαλον τὴν γνώμην, ὅτε ἀνέγνωσα ἐκεῖνο τὸ ἐλεεινὸν συνονθύλευμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐφέρετε, οὐδὲ θὰ εὕρητε καμμίαν ἀνακολουθίαν εἰς τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις μου καὶ τὴν ἐκτίμησίν μου. Αὐτὸ δεικνύει ὅτι δὲν σκέπτεσθε σοβαρῶς ὅπως ἀνακουφίσητε τοὺς Θεσσαλοὺς ἀγρότας. Σᾶς εἶπον δὲ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀνακούφισις αὕτη, καὶ σᾶς ὑπέδειξα τὰ μέσα, καὶ εἶμαι πρόθυμος νὰ συντελέσω εἰς τοῦτο καὶ διὰ τῆς ψήφου μου καὶ διὰ τῆς φωνῆς μου, διότι τὸ ζήτημα τῆς χειραφεσίας τῶν Θεσσαλικῶν πληθυσμῶν, τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς οἰκονομικῆς αὐτῶν, εἶναι δι’ ἐμὲ ἐπίσης τιμαλφές, καθὼς τὸ ζήτημα τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν Πελοποννησιακῶν πληθυσμῶν. Οὐδέποτε ἔδωκα κενὰς ἐλπίδας. Καθ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τι ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τῶν πληθυσμῶν, καὶ μάλιστα ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τῶν ἀγροτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστήριξα πάντοτε τὴν ὑπόστασίν μου τὴν πολιτικήν, καθ’ ὅσον, λέγω, ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τι ὑπὲρ αὐτῶν τὸ ἔπραξα καὶ θέλω τὸ πράξει. Βεβαίως θὰ εἶναι μέγα ἔργον, ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ χειραφετήσωμεν τοὺς Θεσσαλοὺς μορτίτας, καὶ οὐ μόνον τοὺς Θεσσαλούς, ἀλλὰ τοὺς μορτίτας ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εὕρωμεν τὸν τρόπον καὶ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι ἐφικτὴ ἡ πραγματοποίησις τοῦ μεγάλου αὐτοῦ σχεδίου. Καὶ σᾶς εἶπον τὸ πρῶτον, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποβλέψητε — καὶ εἰς τοῦτο συνέπεσον αἱ γνῶμαί μου καὶ πρὸς τὰς γνώμας τοῦ ἀξιοτίμου ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας καὶ πρὸς τὰς γνώμας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως — εἶναι πῶς ν’ ἀνεύρητε τοὺς πόρους διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχητε ὄχι πλέον τὴν ἀναγκαστικήν, ἀλλὰ τὴν ἐθελουσίαν ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν Θεσσαλῶν μορτιτῶν. Ἀλλ’ ὑμεῖς λέγετε ὅτι τρέχετε τὰς Τραπέζας καὶ ὅτι εὑρίσκετε ἄφθονα τὰ χρήματα ἐπὶ κεναῖς ἐλπίσι τὰς ὁποίας δίδετε ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ ν’ ἀνεχθῇ τὴν καταπάτησιν ἑνὸς τῶν ἱερωτέρων δικαιωμάτων τοῦ πολίτου Ἕλληνος, καὶ τὴν καταπάτησιν τῆς ἰδιοκτησίας. Ὑμεῖς σκέπτεσθε περὶ τῶν προσεχῶν ἐκλογῶν. Εἰς ἡμᾶς εἶναι ἀδιάφορον τοῦτο, διότι τὴν ὑπόστασίν μας τὴν κοινωνικὴν δὲν στηρίζομεν εἰς τὴν ἐκλογὴν ἡμῶν ὡς Βουλευτῶν.
§74Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Εἴμεθα μακράν.
§75ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ποτὲ δὲν ἐσκέφθην τοῦτο.
§76Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκορέσθημεν ἀπὸ τοιαύτην δόξαν, ἡ ὁποία, ἂν ὑπῆρξεν, ὑπῆρξεν ὡς ἀντάλλαγμα τῶν κόπων, τῶν ἀγώνων καὶ τῶν θυσιῶν τὰς ὁποίας ὑπέστημεν ὑπὲρ τῶν ἐντολέων ἡμῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο μέσον διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν πάντων ἐκείνων τῶν ἀγροτῶν οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται σήμερον ὑπὸ τοὺς ὅρους τοῦ δουλοπαροίκου. Τὸ μέσον τοῦτο εἶναι ὁ διακανονισμὸς τῶν σχέσεων αὐτῶν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καρδίτσης μειδιᾷ!
§77ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μειδιῶ, διότι, ὅτε ὑπεβάλομεν πρὸ τριετίας ἐνταῦθα τοιοῦτό τι νομοσχέδιον, δὲν ἠκούσθη ἡ φωνὴ ὑμῶν νὰ ἐγερθῇ τότε καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦτο. Τότε δὲν εἴχετε καμμίαν ἔμπνευσιν.
§78Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τότε εἴπετε τίποτε.
§79Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Δὲν ἐπεκαλέσθητε τὴν συνδρομήν μου, οὐδὲ ἤκουσά τινα ἐξ ὑμῶν νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τούτου. Σήμερον μόνον βλέπομεν τοὺς δύο Διοσκούρους τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης ἐκ πάντων τῶν Βουλευτῶν Θεσσαλῶν φωνάζοντας, ἐξ ὧν ὁ μὲν εἷς τότε ἀγνοῶ τί ἔπραττεν, ὁ δὲ ἕτερος γνωρίζομεν, διότι ἠσχολεῖτο εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα μετὰ τῆς συνήθους αὐτῷ εὐγλωττίας καὶ ἱκανότητος. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων οὐδένα ποτὲ ἤκουσα εἰπόντα τι, τόσον δὲ εἶναι ἀληθὲς ὅτι οὐδὲ κἂν ἐσκέφθη τοῦτο ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Καρδίτσης, ὥστε δὲν περιέλαβεν ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ νόμου, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὅτι ἡτοίμασε καὶ θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλήν, καμμίαν διάταξιν οὐδὲ περὶ τῶν μέσων διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε πραγματοποιηθῆ τὸ μέγα σχέδιον τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως.
§80ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ εἴδετε;
§81Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ εἶδον καὶ τὸ ἐμελέτησα.
§82ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τὸ ἄλλο λέγω.
§83Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄλλο δὲν τὸ εἶδον, διότι ὑποθέτω ὅτι ἐγένετο σκέψις κατόπιν ὅτι πιλάφι δὲν γίνεται χωρὶς ῥύζι καὶ χωρὶς βούτυρον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶδον, διότι μοὶ τὸ ἀνεκοίνωσεν ἕτερος Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης καὶ φίλος μου, ὁ κ. Ζωγράφος, καὶ μὲ ἠρώτησε κατὰ πόσον τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ἀνταπεκρίνετο εἰς τὰς σκέψεις μου καὶ κατὰ πόσον ἤθελον τὴν πρότασιν νόμου ἐκείνην ὑποστηρίξει. Καὶ εἶπον βεβαίως· διότι ἐν τῇ προτάσει ἐκείνῃ διετυποῦντο ἀκριβῶς ὡς διατυποῦνται αἱ γνῶμαί μου, καὶ ὄχι αἱ γνῶμαι τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ ἢ τοῦ ἑτέρου Βουλευτοῦ Καρδίτσης κ. Καραϊσκάκη, διότι πρόκειται περὶ σχεδίου ἀποβλέποντος εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ ταμείου, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκρεύσωσι καὶ θὰ προκύψωσι τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θέλει πραγματοποιηθῆ ἡ οἰκονομικὴ ἀποκατάστασις τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Εἴπετε ὅτι ὑπεβάλετε ἕτερον σχέδιον περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων. Δὲν ἤκουσα ποτε νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν πρόταξιν τοῦ σχεδίου αὐτοῦ, διότι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλετε τὸ ὑποβάλει, ἂν ὄχι χάριν τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς περισσότερον ἀπὸ ἐμὲ πονεῖτε, ἀλλὰ τοὐλάχιστον χάριν τῶν συμπολιτῶν, τῶν ἐκλογέων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις, βεβαίως ἤθελον τὸ ὑποστηρίξει. Ἀλλά, σᾶς εἶπον, ὑμεῖς θέλετε τὴν ἐντύπωσιν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Καρδίτσης αὔριον θὰ γράφῃ εἰς πάσας τὰς ἐφημερίδας ὅτι ἐξεσπάθωσεν ὑπὲρ τῶν θεσσαλικῶν πληθυσμῶν καὶ τῶν ἐκλογέων τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, καὶ ὅτι κατετρόπωσε τὸν ἡγέτην τῆς πλειονοψηφίας, τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὸν ἡγέτην τῆς μειονοψηφίας. Ἄς ἔχητε τὴν δόξαν αὐτήν· εἰς ἐμὲ ἀρκεῖ ἡ ἰδέα ὅτι ἔπραξα πᾶν ὅ,τι ἠδυνήθην νὰ πράξω ἵνα βοηθήσω τοὺς θεσσαλικοὺς πληθυσμούς, καὶ ἔχω ἐπὶ τούτου ἥσυχον τὴν συνείδησίν μου, ἔχω δ’ ἐπίσης καὶ τὴν δόξαν τῶν κατηγοριῶν ὅτι ἐπέβαλον φόρον ἐπὶ τοῦ ἄρτου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς τῆς Θεσσαλίας.
§84ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἴσως θὰ εἶχε πράξει ὀρθῶς ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ἂν μοὶ εἶχεν ἐπιτρέψει νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν ἐν διακοπῇ ἐκεῖνο ὅπερ παρέλιπε, διότι τοῦτο θὰ εἶχεν ἀπαλλάξει αὐτὸν τῆς ἀνάγκης ν’ ἀκούσῃ τὸ θέμα ἀναπτυσσόμενον ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου καὶ ἡγέτου ἑνὸς τμήματος τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον ὅπερ ὑπέβαλεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὑπογεγραμμένον καὶ ὑπ’ ἄλλων συναδέλφων, ἔχει καίριον ἐλάττωμα ἐν αὐτῷ τῷ ἄρθρῳ 1, ὅπερ εἰς αὐτὸν μελετητὴν τῶν ζητημάτων τῶν θεσσαλικῶν καὶ ἀληθῶς ὑποβαλόντα ἐνταῦθα εἰδικὰ νομοσχέδια μετὰ μακρῶν εἰσηγήσεων, ἅτινα ὅμως δὲν ἐδόθη αὐτῷ ἀφορμὴ νὰ ἐλπίσῃ ὅτι θὰ ψηφισθῶσι τότε, ἔχει, λέγω, ἐλάττωμα ὅτι δὲν ἐπετρέπετο.
§85Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πῶς τὰ ἠκούσατε ὑμεῖς τότε; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν τὰ ἤκουσεν.
§86ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν ὅτι δὲν ἐπεμείνατε νὰ ψηφισθῶσι. Δὲν πιστεύω νὰ μὴ ἤκουσε καὶ ἐκεῖνος αὐτά, ἀφοῦ τὰ ἤκουσαν οἱ ἄλλοι. Ὑμεῖς ὑπεβάλετε ὁλόκληρον σύστημα μετὰ μακρᾶς εἰσηγήσεως, καὶ ἐκεῖνο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἐμὲ τὸ πρῶτον νὰ ἔλθω εἰς σχέσεις μεθ’ ὑμῶν, διότι, ὅτε ἀνήλθετε εἰς τὴν θέσιν ὑμῶν, σᾶς ἀνεκοίνωσα τὴν κρίσιν μου, ὅτι ἦτο ἡ μελέτη εὐσυνείδητος, καίτοι ἐνόμιζον ὅτι τὰ προτεινόμενα δὲν ἦσαν πραγματοποιήσιμα. Λοιπὸν τὸ καίριον ἐλάττωμα τῆς προτάσεως τῶν ἐντίμων συναδέλφων, τῆς συντεταγμένης ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καρδίτσης, εὑρίσκεται ἐν αὐτῷ τῷ ἄρθρῳ 1, καὶ ἂν τυχὸν ἔχῃ τις ν’ ἀντείπῃ εἰς ἄλλα εἶναι περιττὸν νὰ πράξῃ τοῦτο, δι’ ὃν λόγον ἦτο ποτε περιττὸν εἰς τὸν μὴ πυροβολήσαντα νὰ εἴπῃ τοὺς ἄλλους λόγους τῆς παραλείψεως ἢ μόνον ὅτι δὲν εἶχε πυρίτιδα. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον πῶς ἐν τῇ προνοίᾳ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν πραγμάτων τῶν κτηματικῶν ἐν Θεσσαλίᾳ παρεβλέφθη διάταξις τῆς συνθήκης, ἣν πρὸ ὀλίγου ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, περὶ ἧς παρίσταται νῦν ἀνάγκη νὰ εἴπω ἐγώ τι, τονίζων περισσότερον τὸ πρᾶγμα, διότι πρόκειται περὶ συμβάσεως τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Τουρκίας, ἥτις θεμέλιον ἔχει συνθήκην τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων μετὰ τῆς Τουρκίας συνομολογησασῶν αὐτὴν καὶ ἐξ ἰδίου αὐτῶν ὀνόματος καὶ ὡς ἐγγυήτριαι, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς Ἑλλάδος, ἣν κατὰ ῥητὴν ἐντολὴν ἀντεπροσώπευον ὡς πληρεξούσιοι. Εἶναι δεδεμένη ἡ Ἑλλὰς οὐχὶ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, εἶναι δεδεμένη ἀπέναντι ὁλοκλήρου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Ἀρείου Πάγου, οὐχὶ ἐξ ἐπιβολῆς μόνον, ἀλλ’ ἐξ ἐντολῆς, ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔδωκεν εἰς τὰς ἓξ Μ. Δυνάμεις νὰ πραγματευθῶσι τὰ θέματα ταῦτα μετὰ τῆς Τουρκίας. Καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ὑπαρχούσης τῆς πράξεως τῆς μεταξὺ τῶν Μ. Δυνάμεων, δι’ ἑαυτὰς καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ τῆς Τουρκίας συνομολογηθείσης, ὑπαρχούσης τῆς συνθήκης τῆς ἔπειτα συνομολογηθείσης πρὸς κύρωσιν νέαν καὶ ἄμεσον μεταξὺ τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, ὑπαρχούσης ἀνεπιδέκτου ἀμφιβολίας διατάξεως ἄρθρου συνθήκης ὅπερ ἀνέγνωσεν ἡμῖν ὁ κ. συνάδελφος, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῆτε ὅτι θὰ ἔλθητε ἐνταῦθα νὰ ψηφίσητε νομοσχέδιον δι’ οὗ ἀνατρέπονται δύο συνθῆκαι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀνατρέπονται καὶ ἄλλοι ὅροι ἐσωτερικοῦ δικαίου; Ἐπεστήσατε τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου; Ἔφθασαν ἄλλοτε αἱ Δυνάμεις μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῆς Τουρκίας νὰ προΐδωσι καὶ τὴν λεπτομέρειαν τῆς μερικῆς ἀπαλλοτριώσεως, αὐτὴν ἐκείνην τὴν λεπτομέρειαν περὶ ἣν στρέφεται ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς κατὰ μέρος διατάξεις αὐτοῦ. Διότι περὶ μερικῆς ἀπαλλοτριώσεως σκεπτόμεθα· καὶ ἐγὼ δὲ μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Ζωγράφου περὶ τοῦ θέματος τούτου ἦλθον εἰς ὁμιλίαν παρακαλέσας αὐτὸν νὰ συνεργασθῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ μετὰ τῆς ὑπηρεσίας, ὅπως ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ ἐξεύρωμεν διέξοδον, ἀλλὰ δι’ ἑκουσίας ἀπαλλοτριώσεως. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ συνθήκη.
§87Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔφερα τὸν λόγον εἰς τὸ παρελθόν, διότι ἐνόμιζον ὅτι δὲν θὰ γίνῃ περὶ αὐτοῦ λόγος.
§88ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὐδ’ ἐγὼ ἔφερα παντελῶς τὸν λόγον εἰς τοῦτο, καὶ ἐπεθύμουν δὲ νὰ μὴ γένηται συζήτησις μακρά. Ἀλλ’ ὁ κύριος λόγος δι’ ὃν μοὶ ἐφαίνετο περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον εἰς τὸ ἄρθρον ἦτο ἡ ἀνάγνωσις αὐτοῦ. Ἀλλὰ, ἀφοῦ ἔφθασε κατὰ ταύτην τὴν ὥραν τοιοῦτο σπουδαῖον καὶ ἐπικίνδυνον ζήτημα νὰ συζητῆται ἐνταῦθα, θὰ ἦτο παράβασις καθήκοντος εἰς πάντα ὅστις ἔχει καθῆκον νὰ ἐκτελέσῃ, ἂν μὴ ἐτόνιζεν ἐνταῦθα καὶ διὰ τῆς Βουλῆς πρὸς ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν τὸ ἀδύνατον καὶ τὸ ἐπικίνδυνον τοῦ ἐπιζητουμένου, ἐνῷ ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσῃ ἐπὶ τοιαύτης βάσεως εἰς οἱανδήποτε ἐξέτασιν τοῦ θεσσαλικοῦ ζητήματος. Διότι τὸ ἄρθρον τοῦτο λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει)· «Οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης (τὸ γαλλικὸν πρωτότυπον λέγει pour cause d’ utilité publique) προσηκόντως βεβαιουμένης, ὁσάκις καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει (dans les cas ou de la manière établis par la loi) καὶ μετὰ προηγουμένην δικαίαν ἀποζημίωσιν. Οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ ὅπως πωλήσῃ τὰ κτήματά του εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ εἰς τρίτους, οὐδὲ νὰ τοῖς παραχωρήσῃ μέρος αὐτῶν· οὐδεμία δ’ ἐπίσης τροποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις, εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ βασίλειον». Ἐνταῦθα «οἱ νόμοι καὶ οἱ προφῆται κρέμανται». Ἐσκέφθητε ἂν εἶναι δυνατὸν εἰς ὅλον τὸ βασίλειον νὰ εἰσαγάγητε τοιοῦτο νομοθέτημα; Ἐσκέφθητε ποῖοι εἶναι οἱ ὅροι τῆς ἰδιοκτησίας εἰς τὰ λοιπὰ τμήματα τοῦ βασιλείου; Διεκρίνατε ἂν εἶναι πανταχοῦ καθόλου οἱ αὐτοί; Ἠρωτήσατε π. χ. περὶ ἑνὸς κεφαλαίου τοῦ ζητήματος τούτου, ὅπερ ἀφορᾷ εἰς μίαν μόνην νῆσον, ἀλλὰ νῆσον ἥτις διῆλθε τὸ στάδιον ὅπερ διέρχεσθε σήμερον ὑμεῖς, ἀμέσως μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, τὴν Κέρκυραν; Γνωρίζετε ποία νομοθεσία ὑπῆρχεν ἐν Κερκύρᾳ κτηματική; Θὰ σᾶς εἴπω τοῦτο ἐγώ, ὅστις ἐδίκασα ἄλλοτε ἐν Κερκύρᾳ. Ἐπέζη ἐκεῖ τὸ βυζαντηνὸν δίκαιον τῆς ἐμφυτεύσεως, καὶ οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ τῆς Κερκύρας καὶ οἱ δυστυχεῖς κύριοι τῆς γῆς ἐδοκίμαζον κατ’ ἄλλον τρόπον ὅμοια ἐκείνων ἅτινα δοκιμάζουσι σήμερον οἱ δυστυχεῖς χωρικοὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ οἱ δυστυχεῖς κύριοι τῆς γῆς τῆς Θεσσαλίας, διότι ἀμφότεροι εἶναι δυστυχεῖς. Ἀλλ’ ἦλθεν ἡ ἐλευθέρα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπερ ἡ Ἀγγλικὴ Προστασία δὲν ἐτόλμησε ν’ ἀντιμετωπίσῃ, εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς κατώρθωσε κατά τινα τρόπον νὰ λύσῃ· διατί; Διότι ἐδείχθη ἡ προσήκουσα πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν τῆς χώρας εὐλάβεια καὶ ἔφθασαν ἐπὶ τέλους ἐνταῦθα ἀπαθῶς, μετὰ μελέτην καὶ ἄνευ βίας νὰ συμβιβασθῶσι τὰ πράγματα καὶ νὰ ἐκδοθῇ ὁ γνωστὸς ἐκεῖνος νόμος, ὅστις ἐκανόνισε τὰ τῆς Κερκύρας κατὰ τρόπον ὥστε οὐδενὸς τὸ δίκαιον νὰ θιχθῇ, καὶ οἱ κύριοι νὰ μείνωσιν ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκονται, ἐν δικαίῳ, καὶ οἱ ἀγρόται νὰ δικαιωθῶσι, νὰ ἐπιτευχθῇ ἀγροτῶν καὶ κυρίων ἡ συναδέλφωσις, καὶ ἡ Κέρκυρα ἔκτοτε νὰ ζῇ εὐτυχὴς ἄνευ οὐδενὸς ἀγῶνος ἀγροτικοῦ ζητήματος.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
§90Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὄχι· δὲν ἔχετε δικαίωμα. Θ’ ἀπαντήσω.
§91ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ὀρθὸν εἶναι ὁ κ. Βουλευτὴς ν’ ἀπαντήσῃ.
§92Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἔλλειψις ἁβρότητος πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ἂν εἴπω ὅτι ἡ πρὸ μικροῦ ἀκουσθεῖσα ἀγόρευσίς του, τείνουσα νὰ παραστήσῃ τὸ ὑπ’ ἐμοῦ συνταχθὲν νομοσχέδιον ὡς παιδαριῶδες, ἀποτελεῖ κοινοβουλευτικὴν γκάφαν πρωτίστης τάξεως. Ἦτο αὕτη λεπτὴ ἔκφρασις εὐγνωμοσύνης τοῦ ἰθύνοντος ἤδη τὸ ἐθνικὸν κόμμα δι’ ἣν θὰ ἔτριζον τὰ ὀστᾶ τοῦ μακαρίτου Δηλιγιάννη ἐξ ὀργῆς, ἂν ἤκουε τὸν κύριον Βουλευτὴν Ἀττικῆς μεμφόμενον ἐμὲ ὡς προσκομίσαντα παιδαριῶδες νομοσχέδιον, ὁ ὁποῖος, καθ’ ἃ εἶπεν, οὐδὲν ἄλλο ἔπραξα ἢ νὰ λάβω τὸ νομοθέτημα ἐκείνου νὰ τὸ παρουσιάσω πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ τὸ νομοθέτημα ἐκεῖνο ἦλθεν ὁ κληρονόμος τοῦ κόμματος νὰ εἴπῃ ἐνταῦθα ὅτι εἶναι κακῶς συντεταγμένον! Ἰδοὺ τί ἔπραξε τὸ κόμμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκληρονόμησεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ ἰδοὺ τί πράττει ὁ διάδοχος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐγὼ ὁμιλῶν ἐλησμόνησα ἄλλην τινὰ προσωπικὴν πρὸς τὴν Θεσσαλίαν ὑπηρεσίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, τὴν ὑπηρεσίαν ἣν παρέσχεν αὐτῇ ἡ ἐπιβολὴ τῆς προστασίας τοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, καὶ μὲ ἤλεγξε πῶς ἐλησμόνησα τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν Θεσσαλίαν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐσώθη ὁ τόπος. Ἀλλ’ ἤκουσα, Κύριοι, ἐπὶ δεκατετραετίαν τὸν κ. Βουλευτὴν πολλάκις ἐπαγγελθέντα ἐνταῦθα τὴν διὰ τοῦ μέσου τούτου τοῦ φορολογικοῦ σωτηρίαν τῆς πατρίδος καὶ ἔλεγεν οὗτος, ἐλέγχων τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας, ὅτι, «ἂν δὲν ἤμην ἐγὼ καὶ ἂν δὲν ἐλάμβανον τὰ μέτρα τῆς μεγάλης φορολογίας τοῦ σίτου, οὐδέποτε θὰ εἴχομεν τὰ εὐχάριστα οἰκονομολογικὰ ἀποτελέσματα τοῦ Κράτους, διὰ τῶν ὁποίων ἐσώθη τοῦτο ἀπὸ δευτέρας οἰκονομικῆς χρεοκοπίας». Ἤδη λησμονῶν λέγει πρὸς ἡμᾶς ὅτι τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔλαβε δὲν ἦτο φορολογικόν, ἀλλὰ καθαρῶς προστατευτικὸν τῆς θεσσαλικῆς γεωργίας!
§93Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδέποτε εἶπον τοιοῦτό τι.
§94Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο ἐπίσης εὔκολον νὰ ἐξευρεθῇ πόρος καὶ ἐξ ἄλλων φόρων, ἀλλὰ προυτιμήθη αὐτὸς ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ὅπως εὐεργετηθῇ ἡ Θεσσαλία. Εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1905 δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξεύρῃ ἄλλους πόρους φορολογικούς;
§95Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς σπεύδων νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπίρρωσιν τῆς γνώμης τοῦ συναδέλφου του ἔπαθεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παθαίνει πᾶς τις ὁ ὁποῖος δὲν ἀναμένει ν’ ἀκούσῃ τὰ συμπεράσματα τοῦ ἀγορεύοντος, διὰ ν’ ἀπαντήσῃ. Διότι βεβαίως τὸ μέτρον, ὅσον φορολογικὸν καὶ ἂν ἦτο, μετεῖχε καὶ προστασίας. Ἀλλ’ αὕτη ἦτο ὑπὲρ τῶν ὀλίγων, τῶν ἰδιοκτητῶν τσιφλικιούχων. Ὑπῆρχεν ἀνάγκη συναφῶν οἰκονομολογικογεωργικῆς μορφῆς μέτρων, ὅπως ὠφεληθῇ ἐξ αὐτοῦ ὁ Θεσσαλὸς ἀγρότης, διότι ἄλλως προστασία ἁπλῶς φορολογικὴ εἶναι μέτρον καταστρεπτικὸν διὰ τὸν μικρὸν παραγωγὸν γεωργὸν καὶ τὸν καταναλωτὴν ἐργάτην. Ἀλλὰ τὰ μέτρα ἐκεῖνα ἐλησμόνησεν ὁ κ. Βουλευτής. Διατί; Ἦτο διὰ τῆς Θεσσαλίας σιτάρκης ἡ Ἑλλάς; Ὄχι. Ἐγένετο διὰ τῶν γεωργικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεώς του; Τοιαῦτα οὔτε κἂν συνώδευσαν τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας. Τί ἐπηκολούθησε λοιπόν; Ηὔξησεν ἡ ζωὴ τοῦ ἐργάτου, ηὔξησεν ἡ ἀντιμισθία τῶν παρεχομένων ὑπ’ αὐτοῦ ὑπηρεσιῶν τῇ μικρογεωργίᾳ, ἔφαγεν ὅλη ἡ Ἑλλὰς τὸν ἄρτον, ὄχι τὸν ἐκ Θεσσαλίας παραγόμενον, ἀλλ’ ὅλον τὸν ἐν Ἑλλάδι καταναλισκόμενον ἀκριβότερον κατὰ δύο ἢ τρία λεπτά. Ποῖος ὠφελήθη; Ὀλίγοι ἰδιοκτῆται ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδέποτε ἐπεθυμήσαμεν τὸν πλουτισμὸν αὐτῶν διὰ τοῦ ἀκριβοῦ ἄρτου τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ.
§96Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχετε τὴν ἀξίωσιν εἰς τὸ διάστημα τῶν τριάκοντα ἡμερῶν καθ’ ἃ ἔζησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ ληφθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ μέτρα;
§97Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶχον τὴν ἀξίωσιν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην νὰ ὑποβληθῶσι καὶ τὰ σχετικὰ τοιαῦτα μέτρα. Ἀλλ’ ἐμέμφθη ἐμὲ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐνταῦθα ὅτι ἔκαμον ἔργον παιδαριῶδες καὶ ἀμελέτητον, διότι τὸ ἔργον τοῦτο παρεῖδε τὴν σύμβασιν τῆς Τουρκίας. Ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἦτο πραγματικῶς ἔργον παιδαριῶδες, ἐὰν παρέβλεπον ἓν τόσον κολοσσιαῖον ἐμπόδιον, ἂν ὑπῆρχεν. Ἀλλ’ ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ σκεφθῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι παρείδομεν διὰ τὴν συζήτησιν ἐπιχείρημα τόσον ἀκλόνητον; Ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλλωσιν ἐνταῦθα νομοσχέδια ἔχουσι βεβαίως καὶ τὴν πρόνοιαν νὰ μελετήσωσι καὶ πῶς θὰ θεμελιώσωσι τὰ νομοσχέδια αὐτά. Δι’ αὐτὸ λέγω πρὸς ὑμᾶς ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι ἑτέρα ἑρμηνεία ὀφείλει νὰ δοθῇ ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν δίδομεν ἡμεῖς ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, εἴμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀπαλλάξωμεν τῶν Ὀθωμανῶν ὑπηκόων τὰ κτήματα.
§98ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀφείλω καὶ πάλιν νὰ τὸ τονίσω, διότι γνωρίζω τὰ πράγματα· ἡ ῥήτρα εἶναι ὑπὲρ πάντων τῶν ἰδιοκτητῶν.
§99Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων;
§100ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπὲρ πάντων. Εἶναι ἐγγύησις δοθεῖσα εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, εἰς οἱασδήποτε χεῖρας καὶ ἂν περιῆλθε, διὰ συνθήκης εὐρωπαϊκῆς.
§101Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀλλ’ εἶναί ποτε δυνατὸν νὰ σκεφθῆτε τοιοῦτό τι;
§102ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Συνέβη ν’ ἀκούσω Ἕλληνα ἀγανακτοῦντα διότι ἐφοβεῖτο τοιοῦτό τι καὶ σκεπτόμενον νὰ προσφύγῃ ὅπως ζητήσῃ προστασίαν ἔξω τῆς Ἑλλάδος.
§103Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἀγνοῶ τί θὰ ἔπραττε καὶ ὁ ἀνελεύθερος Ἕλλην ἐκεῖνος, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἐκ τοῦ δημοσίου δικαίου γνωρίζω δὲν δύναται νὰ ὑφίσταται τοιαύτη δουλεία εἰς ξένον Κράτος, οὔτε εἶναι νοητὸν ἀνθρωπίνως ὅτι ξένον Κράτος θὰ ἐπεμβῇ καθ’ ἡμῶν πρὸς προστασίαν ἰδιοκτησίας Ἕλληνος ὑπηκόου. Πιστεύετε τοῦτο ὑμεῖς;
§104ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ τὴν ἀλήθειαν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος πᾶς τις νὰ λέγῃ πανταχοῦ. Ὅπου τὸ γράμμα τοῦ νόμου εἶναι σαφές, ἑρμηνεία δὲν χωρεῖ, καὶ τὸ γράμμα εἶναι σαφὲς καὶ ἡ ἔκφρασις γενική, οἱ δὲ ἑρμηνεῖς εἶναι περιττοί. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐὰν τοιοῦτό τι συνέβαινεν, οἱ ἑρμηνεῖς δὲν θὰ ἦσθε ὑμεῖς, ἀλλ’ οἱ συντάκται τῶν συνθηκῶν.
§105Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ ἦτο ἀληθῶς βάρβαρον ἔργον ἐκ μέρους τῶν Εὐρωπαίων νὰ θελήσωσι νὰ δεσμεύσωσι τὴν Ἑλλάδα ἐναντίον τῶν δημοσίων κανόνων νὰ μὴ διανείμῃ τὴν ἰδιοκτησίαν διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, καθ’ ὃν χρόνον οὗτοι ὅπου ὑπῆρξεν ἀνάγκη ἤδη ἔχουσι κάμει τοιαύτην διανομήν. Εἶναι δυνατόν ποτε μόνον ἡμᾶς νὰ δεσμεύσωσιν ὅπως μὴ δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ἡμῶν ὅπως θέλομεν; Πρὸς Θεοῦ, προκειμένου ἁπλῶς περὶ ἑρμηνείας κειμένου, εἶναι δυνατὸν ποτε ἡμεῖς Ἕλληνες νὰ σκεπτώμεθα καὶ ἑρμηνεύωμεν τοιουτοτρόπως;
§106ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λησμονεῖτε ὅτι καίπερ ἔχοντες πλήρη τὴν ἀνεξαρτησίαν ἡμῶν, καίπερ ἔχοντες αὐτοτέλειαν, καίπερ ἀπολαύοντες πλήρους τῆς ἐλευθερίας ἐπὶ μακρὰ ἔτη, κατὰ ταύτην τὴν ὥραν εἴμεθα καὶ ἄλλως δεσμευμένοι.
§107Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριοι, ἂν καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὠνομάσθην σκεπτόμενος ἢ ἑρμηνεύων παιδαριωδῶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς, χαίρω διότι ὠνομάσθην οὕτως. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ φρονῶ ὅτι ἐπέμβασις τῶν ξένων ὑπὲρ προστασίας τῆς ἰδιοκτησίας Ἑλλήνων ὑπηκόων, ἂν τὸ Κράτος χρώμενον τοῦ κυριαρχικοῦ του δικαιώματος ἀποφασίσῃ ν’ ἀπαλλοτριώσῃ, εἶναί τι ἀδύνατον καὶ τερατῶδες μέχρι κωμικοῦ. Τὸ παράδειγμα τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι πειστικόν, διότι ἐκεῖ πρόκειται πρὸς προστασίαν τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῶν ὑπηκόων των. Ἀλλ’ ἐδῶ νὰ ἐπιχειρήσωσι νὰ προστατεύσωσι τοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας ἐναντίον τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπερ ἀδικεῖ τὴν ἰδιοκτησίαν των! Καὶ νὰ ἐπεμβῶσι δι’ αὐτὸ εἰς τὰ ἐσωτερικά μας! Ἂν αὐτὸ φοβῆσθε, εἶσθε πρωτότυποι.
§108Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητήσω τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 6 τῆς συμβάσεως ὡς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν τσιφλικίων ὑπηκόων Ὀθωμανῶν, ἀλλὰ δὲν σημαίνει ἐντεῦθεν ὅτι ἔχω τὴν γνώμην ὑμῶν, ὅτι πρόκειται περὶ διατάξεως ἡ ὁποία δύναται νὰ ἑρμηνευθῇ ἄλλως ἢ ὡς διετύπωσε τὴν ἑρμηνείαν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρόκειται περὶ διεθνοῦς συμβάσεως ἡ ὁποία πρέπει νὰ τηρηθῇ θρησκευτικῶς, διότι δὲν δύναται παρὰ νὰ τηρηθῇ θρησκευτικῶς ὡς πρός τε τοὺς ὑπηκόους Ὀθωμανοὺς καὶ τοὺς Ἕλληνας, διότι πρόκειται περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ἰδιοκτησίας των, ἡ ὁποία σήμερον εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν ἑλληνικῶν νόμων κατόπιν τῆς παραχωρήσεως — μὴ λησμονεῖτε αὐτό —, τῆς παραχωρήσεως τῆς Θεσσαλίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ὑμεῖς δὲ ὁ ὁποῖος εἶσθε Γερμανομαθὴς θὰ γνωρίζητε τὴν ἱστορίαν τοῦ μυλωθροῦ καὶ τοῦ Φρειδερίκου τοῦ Μεγάλου. Ὅτε ὁ Μέγας Φρειδερίκος ἠθέλησε ν’ ἁρπάσῃ τὸν μύλον ἐκεῖνον τοῦ μυλωθροῦ, ὁ μυλωθρὸς τῷ εἶπεν· «ὑπάρχουσι δικαστήρια ἐν Βερολίνῳ», καὶ ὁ Φρειδερίκος ἔκλινε τὴν κεφαλὴν ἀπέναντι τῆς ἀπειλῆς, μὴ θεωρήσας ὅτι προσβάλλεται ἡ ἐλευθερία του καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ χεῖρα ἀσεβῆ ἐπὶ τῶν γαιῶν τοῦ μυλωθροῦ ἐκείνου. Ὑμεῖς θεωρεῖτε ὅτι ἐλευθερία εἶναι ἡ διαρπαγὴ καὶ συνηγορεῖτε ὑπὲρ αὐτῆς· εἶναι δυνατὸν ὅμως πλέον ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς νὰ ὑπάρξῃ Κράτος;
§109Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ μὴ δεχθῶμεν τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸ ἄρθρον 6 τῆς συνθήκης ὁ κύριος Πρωθυπουργός, διότι νομίζω ὅτι παρεῖδεν οὐσιῶδες στοιχεῖον τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν προκειμένου περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου τούτου. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνοὺς τὸ ἄρθρον ἡρμήνευσεν αὐτὸ κατὰ τὸ γράμμα αὐτοῦ καὶ ἐξήγαγεν ἐξ αὐτοῦ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξαγάγῃ, τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ Τουρκικὸν Κράτος ἔχει δικαίωμα ν’ ἀξιώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως ἥτις ἀνεγνώσθη ἐνταῦθα ἵνα μὴ γένηται ἐν Θεσσαλίᾳ διαρρύθμισις τῆς ἰδιοκτησίας δι’ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, καὶ ἂν πρόκειται περὶ κτημάτων ἀνηκόντων εἰς ὑπηκόους Ἕλληνας, τονίζων δ’ ἐπὶ πλέον ἔτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνήγαγεν αὐτὸ καὶ μέχρι τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισεν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παραδεχθῶμεν, διότι ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει συμφέρον ἐκείνου ὅστις συμβάλλεται δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὐδὲ δικαίωμα. Μὴ ὑπάρχοντος συμφέροντος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ οὔτε δικαίωμα· εἶναι γενικὴ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὑποχρεοῦνται δὲ καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἑρμηνεύουσιν ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ νὰ ἑρμηνεύωσι, καὶ ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν ἀρχῶν ἀποβαίνῃ στενωτέρα ἢ εὐρυτέρα ἡ ἑρμηνεία, καθῆκον ἔχουσιν, ἂν θέλωσι νὰ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς συνθήκης, νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν γενικὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ νὰ δέχωνται τὸ νόημα οἷον ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν γενικῶν ἀρχῶν πρὸς τὸ γράμμα ἀπορρέει. Θὰ ἦτο περίεργον ἄν τις ἤθελε δεχθῆ ὅτι διὰ τῆς συνθήκης ἐκανονίσθησαν δικαιώματα καὶ σχέσεις ἐντελῶς ἐσωτερικαὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὑψηλὰ οἱ ὑπογράψαντες τὴν συνθήκην, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κανονίσωσιν ἐν τῇ συνθήκῃ διὰ τῆς ὁποίας ἐδημιούργουν ὑποχρεώσεις καὶ δικαιώματα πρὸς ἀλλήλους ἄνευ συμφέροντος αὐτῶν. Τοῦτο θὰ ἦτο παραβίασις παντὸς δικαίου, ἐὰν παρουσιάζοντο ἐκ τῆς συνθήκης ἐκείνης δημιουργημένα δικαιώματα ἐπιβολῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα ἵνα διαρρυθμίσῃ τὰ ἑαυτῆς πράγματα, ἐκεῖ ὅπου οἱ συμβληθέντες οὐδὲν συμφέρον ἔχουσιν, ἐκτὸς ἐὰν ὑποθέσῃ τις ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφαντάσθη ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μεθ’ ἡμῶν συνεβλήθησαν, εἴτε τὴν Τουρκικὴν Ἐπικράτειαν εἴτε τοὺς ὡς ἐγγυητὰς παρασταθέντας ὡς ἔχοντας περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας τὴν ἰδέαν ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορίσωσι τὴν κυριαρχίαν αὐτῆς ἐν τούτῳ, διότι ἄλλως ὑπῆρχε κίνδυνος νὰ παραβιασθῇ ἕν τῶν ἱερωτέρων δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου, τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ κατὰ τοιαύτην ἔννοιαν δὲν νομίζω ὅτι θὰ ὑπεστήριζέ ποτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι συνετάχθη ἡ συνθήκη, ἀποκλειομένης δὲ τῆς ἐννοίας αὐτῆς πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα. Ταῦτα ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ εἴπω ἐκπληρῶν καθῆκον, ἵνα μὴ μείνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄνευ ἀπαντήσεως, καὶ ἐπιτραπήτω μοι, ἄνευ διαμαρτυρίας ἑρμηνεία ἡ ὁποία φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ προταθῇ οὔτε ὑπ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐφαντάζοντο ὅτι ἠδύναντο ν’ ἀξιώσωσι τοιοῦτο δικαίωμα, πολὺ δὲ περισσότερον εὐκταῖον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἐλέγετο κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἐκ πρωτοβουλίας τῆς Ἑλλάδος. Δὲν εἰσέρχομαι ποσῶς εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἂν καὶ κατὰ πόσον πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀναγκαστικὴ ἐκποίησις, διότι περὶ αὐτῆς θὰ ἐκφράσω γνώμην κατὰ τὴν συζήτησιν....
§110ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ἀποδεικνύουσιν ὅτι δὲν ἦτο παρὼν καθ’ ἣν ὥραν ὡμίλουν, διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ διακόψῃ τὴν συζήτησιν καὶ νὰ διαμαρτυρηθῇ—ἵνα δείξῃ ὅτι εἶναι ἀτύχημα κυβερνήτης Ἕλλην τοιαῦτα ν’ ἀνομολογήσῃ δημοσίᾳ—καὶ νὰ στηρίξῃ πᾶσαν αὑτοῦ τὴν δικαιολογίαν, τὴν σειρὰν τῶν λόγων νὰ στηρίξῃ ἐπὶ μόνου τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου ἢ τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας.
§111Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε.
§112ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὰ ἐπιχειρήματα ὑμῶν εἶχον ὀσμὴν τοιαύτης τινὸς ἐμπνεύσεως, καὶ ὡμιλήσατε περὶ ταύτης τῆς συμβάσεως, ἀγνοοῦντες, διότι δὲν ἦσθε παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν, ὅτι αὕτη ἡ σύμβασις, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐλέχθη, θεμέλιον ἔχει πρᾶξιν Μεγάλων Δυνάμεων συνομολογηθεῖσαν, μὴ ἐχούσης φωνὴν τῆς Ἑλλάδος, μεταξὺ τῶν ἓξ Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας, ἄνευ τῆς Ἑλλάδος, ἣν ἔπειτα, κατὰ τὸ 1897, καὶ ἐξηνάγκασαν νὰ δώσῃ εἰς αὐτὰς πληρεξουσιότητα πρὸς διαπραγμάτευσιν, διότι ἀπῄτησαν ὡς ὅρον ἐπεμβάσεως νὰ ἔχωσι τοιαύτην ἀπόλυτον πληρεξουσιότητα. Ἦτο εὐνόητον τὸ τοιοῦτο καὶ ἤρχετο φυσικὸν τὸ πρᾶγμα, ἐν ἔτει 1881, μετὰ τὴν Βερολίνιον, ὅτε προέκειτο νὰ εὐεργετηθῇ ἡ Ἑλλὰς διὰ παροχῆς τμήματος γῆς ὅπερ δὲν κατέκτησε, τὸ νὰ κανονίσωσι τὰ τῆς παροχῆς ταύτης εὐεργετικῶς καθ’ ὃν τρόπον αὐταὶ ἠθέλησαν, καθ’ ὃν ἐκανόνισαν ἀπαραλλάκτως αὐταὶ καὶ τὰς ὑποθέσεις τῶν ἄλλων Κρατῶν, ὑποθέσεις αἵτινες ὑπ’ αὐτῶν ἐκινήθησαν δι’ αἱματηροῦ πολέμου, εἰς ὃν ἡμεῖς δὲν ἐνεπλάκημεν. Ἡμεῖς τότε εἴχομεν ἀποστείλει ἀριθμόν τινα ἀνδρῶν στρατοῦ εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ ἐπὶ τῇ βεβαιώσει ὅτι ὑπακούοντες εἰς τὰς Δυνάμεις ἐπανεφέρομεν αὐτοὺς ἐντεῦθεν τῶν συνόρων ἐλάβομεν μικράν τινα ὑπόσχεσιν ὅτι θέλουσιν εὐμενῶς φροντίσει περὶ τῶν συμφερόντων ἡμῶν. Καὶ ὅτε ἐκανόνισαν τὰ πράγματα, ἐκανόνισαν τὰ τῶν συμφερόντων ἡμῶν οὐχὶ ὁριστικῶς ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου, ἀλλὰ μετέπειτα ἐν συμβάσει ἧς τὰ ἀτελῆ ἀποτελέσματα γνωρίζομεν, διότι δὲν ἠδυνήθημεν κἂν νὰ ἐπιτύχωμεν ὅ,τι ἐξ ἀρχῆς εἶχεν ἐπαγγελθῆ ἡ Εὐρώπη νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἡμᾶς. Τὰ θέματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν οὐδαμοῦ ἀναφέρουσιν Ὀθωμανούς· τὰ θέματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν θρησκείαν ῥητῶς ἀναφέρουσι τοὺς Ὀθωμανούς, διότι ἐν τούτῳ ὁ Ἄρειος Πάγος ὁ Εὐρωπαϊκός, καίτοι ἐγνώριζεν ὅτι ὑπάρχει πλήρης ἐγγύησις ἀνεξιθρησκίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐγνώριζε δὲ τοῦτο ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐγνώριζεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς αὐστηρᾶς, τῆς πλήρους ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, τῆς καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ ὑπὸ τῶν συνθηκῶν τεθειμένων ὁρισμῶν πλήρους ἀνεξιθρησκίας, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἦτο ἀνάγκη πρὸς καθησύχασιν τῆς Τουρκίας, διὰ τὴν μεγίστην διαφορὰν τὴν θρησκευτικήν, νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ἐν τῇ παραχωρουμένῃ χώρᾳ οἱ πρεσβεύοντες τὴν μωαμεθανικὴν θρησκείαν, τὸ ἄρθρον 8 ὁμιλεῖ περὶ Ὀθωμανῶν. Ὅτε ὅμως πρόεκειτο λόγος περὶ ἰδιοκτησίας, ἔπρεπε νὰ ἦσαν πολὺ ἁπλαῖ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ἂν ἐνόμιζον ὅτι ὅσοι ἔχουσιν ἰδιοκτησίαν ἐν Θεσσαλίᾳ ἀναγκαίως πάντες ἦσαν Ὀθωμανοὶ πολῖται, ἔπρεπε νὰ ἦταν πολὺ ἀμελεῖς τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων, ἂν δὲν ἐφρόντιζον νὰ γνωρίσωσι μήπως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ἰδιοκτῆται μὴ Ὀθωμανοί, ὡς π. χ. ὁ Στεφάνοβικ, ὅστις ἠγόρασε βραδύτερον καὶ ὅστις ἦτο Ἄγγλος πολίτης. Ἂν ἠθέλομεν ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν τὰ κτήματα τοῦ Ἄγγλου τούτου πολίτου, ὄχι τοῦ Ὀθωμανοῦ...
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πολὺ καλὰ τοῦ Ἄγγλου, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς Ἕλληνας τὸ ἴδιον;
§114ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§115Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀκατανόητον!
§116ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀκατανόητον, διότι δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι πρόκειται περὶ συνθήκης τῶν Μεγάλων Δυνάμεων δι’ ἧς παραχωροῦνται τμήματα γῆς....
§117Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ....
§118ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Παραχωροῦνται τμήματα γῆς ὀθωμανικῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ κανονίζονται τὰ τῆς καταστάσεως τῆς μελλούσης τῶν πραγμάτων ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὰ κρατοῦντα.
§119Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατί;
§120ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν ἀπόδειξιν ἔχετε ἐκ τῶν πραγμάτων, ἔχετε ἐκ τῆς ἀναλύσεως, ἂν θελήσητε τὴν ἀνάλυσιν· διότι ἡ συνθήκη αὕτη λέγει πρὸς ὑμᾶς τὰ ἑξῆς· «Οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του εἰμὴ ἕνεκα λόγων δημοσίας ἀνάγκης». Ὅτε λέγετε ἐν Ἑλλάδι διὰ τοῦ Συντάγματος ὑμῶν «Οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του εἰμὴ ἕνεκα λόγων δημοσίας ἀνάγκης», γίνεται διάκρισις μεταξὺ ἐγχωρίων καὶ ξένων; Καὶ ἐξακολουθεῖ· «Οὐδεὶς ἰδιοκτήτης—τὸ Γαλλικὸν λέγει «aucun propriétaire» —δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ ὅπως πωλήσῃ τὰ κτήματά του εἰς πολίτας ἢ εἰς τρίτους οὔτε νὰ παραχωρήσῃ μέρος; ἐξ αὐτῶν, οὐδεμία δ’ ἐπίσης τροποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις, εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ, ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ βασίλειον. Οἱ ἐκτὸς τοῦ βασιλείου ἐγκατεστημένοι ἰδιοκτῆται, ὅσοι ἤθελον ἔχει ἀκίνητα ἐν ταῖς παραχωρηθείσαις χώραις, δύνανται νὰ ἐκμισθῶσι τὰ κτήματά των ἢ διαχειρίζωνται αὐτὰ διὰ τρίτων». Αὕτη εἶναι ἡ διάταξις. Καὶ αὕτη ἡ διάταξις οὐδέποτε, οὐδέποτε, οὐδέποτε ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐθεωρήθη ὅτι ἔχει ἄλλην ἔννοιαν. Καὶ πῶς θέλετε νὰ ἔχῃ ἄλλην ἔννοιαν; Ὁ Ζωγράφος, ὁ μακαρίτης Ζάππας, ὁ Στεφάνοβικ ἠγόρασαν κτήματα ἀπὸ Ὀθωμανῶν. Ἐὰν ὑποθέσητε ὅτι εὑρίσκοντο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῶσιν ὅτι ζητοῦμεν ταῦτα τὰ κτήματα ν’ ἀφαιρέσωμεν αὐτοὺς λόγῳ δημοσίας ὠφελείας, καὶ ὑποθέσητε ὅτι εἶχον τοσαύτην στενοχωρίαν, ὥστε νὰ σκεφθῶσι νὰ διαμαρτυρηθῶσι καὶ δὲν ἤθελον νὰ διαμαρτυρηθῶσιν ἀπ’ εὐθείας, τί ἤθελον πράξει; Ἤθελον πράξει τὸ ἁπλούστατον, τὸ ἐπιτρεπόμενον, νὰ προσεπικαλέσωσι τὸν πωλητὴν εἰς τὴν δίκην καὶ προσεπικαλούμενος ὁ πωλητὴς εἰς τὴν δίκην κατὰ τοῦ Κράτους, ἣν ἤθελον οὗτοι ἐγείρει, ἤθελεν ἀμέσως ἐπικαλεσθῆ τὴν συνθήκην ταύτην. Ἀνάγκη ἡ ὑπερηφάνεια ἡμῶν νὰ ἐξεγείρηται εἰς τοσοῦτο, διότι αἰσθανόμεθα ὅτι εἴμεθα δεδεσμευμένοι, ὥστε νὰ παραγνωρίσωμεν τόσον φανερά, τόσον ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως πράγματα; Γνωρίζετε, παρακαλῶ, ἂν δὲν ὑπάρχει τις ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτήτης, πολίτης, οὐχὶ Ὀθωμανός, ἀλλ’ Ἄγγλος, Γάλλος, Ὁλλανδὸς—ὁ Συγγρὸς πρὶν ἢ πολιτογραφηθῇ Ἕλλην ἦτο Ὁλλανδὸς πολίτης—εἰς ὃν ἀποτεινόμενοι ἵνα ζητήσωμεν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης ν’ ἀπαλλοτριώσωμεν τὸ κτῆμα αὐτοῦ ἠθέλομεν τυχὸν προσκρούσει; Καὶ φαντάζεσθε ὅτι οὗτος θέλει μείνει ἔχων ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας; Ὑπὲρ τούτων πάντων ἐγένετο ἡ συνομολόγησις αὕτη, ἥτις προκατηρτίσθη ὑπὸ τῆς Εὐρώπης μετὰ τῆς Τουρκίας, ὑπὲρ τῶν κοινῶν συμφερόντων ἁπάντων προκειμένου περὶ δικαιώματος ἰδιοκτησίας, ὑπὸ τῆς Εὐρώπης ἐχούσης τὸ πρόσταγμα καί, διότι εἶχε τὸ πρόσταγμα, εὐεργετούσης τὴν Ἑλλάδα.
§121Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ἕλλην πολίτης ἀδικεῖται κατὰ παράβασιν τῆς διατάξεως ἐκείνης· θὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐπέμβασιν τῶν Δυνάμεων;
§122ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐπέμβασιν τῶν δικαστηρίων, διότι εἶναι νόμος τοῦ Κράτους, διότι εἶναι εἰδικὴ ἐπέκτασις τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, ἥτις αὕτη καὶ προτάσσεται εὐθὺς ἐν ἀρχῇ. Δὲν θὰ ὑπάγῃ νὰ ἐπικαλεσθῇ τοὺς ξένους, ἀλλὰ θὰ ἐπικαλεσθῇ τὸ δικαστήριον, καὶ πρέπει νὰ εἶναι τὸ δικαστήριον ἐκεῖνο ὄχι πολὺ προσεκτικὸν εἰς τὰ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἵν’ ἀποδώσῃ εἰς αὐτὸν ἄδικον.
§123Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα ἂν πρόκειται περὶ ξένων. Ἀλλ’ οὐδέποτε φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσιν οἱ ξένοι νὰ μᾶς εἴπωσι· «διὰ τοῦ μέτρου τῆς ἀπαλλοτριώσεως ἀδικεῖτε τοὺς συμπολίτας σας καὶ δι’ αὐτὸ ἐπεμβαίνομεν»!
§124ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ξένοι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ μνημονεύσωσι τοὺς ἡμετέρους πολίτας. Οἱ ξένοι οἱ δεσμεύσαντες ἡμᾶς διὰ συνθήκης ἔχουσι τὸ δικαίωμα εὐθὺς ὡς ἤθελον ἴδει ὅτι γίνεται παραβίασις τῆς συνθήκης, μὴ προσδιορίζοντες πρόσωπα, νὰ ἔλθωσι νὰ εἴπωσι· «προσέξατε, διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὴν κειμένην συνθήκην». Τὸ Δίκαιον τὸ Ἀστικὸν εἶναι διάφορον, τὸ Δίκαιον τὸ Διεθνὲς διάφορον καὶ τὸ Δίκαιον τὸ Διεθνὲς τὸ πηγάζον ἐκ πράξεων τῶν μεγάλων, τῶν κυβερνώντων τὰ τοῦ κόσμου καὶ θελησάντων νὰ παραχωρήσωσιν ἐκεῖνο ὅπερ παρεχώρησαν, εἶναι τοιοῦτον, ὥστε ἐν αὐτῷ δὲν χωροῦσι δικονομικαὶ συζητήσεις οὐδὲ ἀγορεύσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἀνάλογοι.
§125Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον;
§126Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἀπόγευμα, κύριε Γούναρη.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἀπόγευμα, τὸ ἀπόγευμα.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὸ ἀπόγευμα (ὥρᾳ 1 μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 5 καὶ 15′ μ. μ.)
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς κ. Γούναρης ἔχει τὸν λόγον.
§130Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπαντῶν εἰς τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς αὐτὸν τὴν πρωίαν ἐνόμισε καθῆκον αὑτοῦ νὰ μοὶ ὑπομνήσῃ ὅσα κατὰ τὴν προηγουμένην ὁμιλίαν του εἶπεν, ὑπολαβὼν ὅτι δὲν ἤκουσα ταῦτα. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, καίτοι ἠκούσθησαν ὑπ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν του τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντα δὲν μὲ ἠμπόδισαν καθόλου ἀπὸ τοῦ νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οὐδὲ ἐπαναληφθέντα θὰ μὲ ἐμποδίσωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ ὑποβάλω καὶ πάλιν τὴν παρατήρησίν μου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἑρμηνεύων τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας συνθήκην, διὰ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ παραχώρησις τῆς Θεσσαλίας καὶ τεμαχίου τῆς Ἠπείρου, εὗρεν ἐν αὐτῇ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 6, κατὰ τὸ ὁποῖον «Οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ κλπ.». Εὗρε, λέγω, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν διάταξιν ταύτην καὶ ἐξ αὐτῆς ἐνόμισεν ὅτι καθῆκον εἶχε ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος χάριν δημοσίας ἀνάγκης δι’ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν κτημάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τοὺς τσιφλικιούχους, ἀδιακρίτως ἂν αὐτοὶ εἶναι ἡμεδαποὶ ἢ ἀλλοδαποί, χορηγεῖται δὲ τὸ δικαίωμα ἐκ τῆς συμβάσεως ταύτης εἰς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν νὰ παρεμβῇ καὶ νὰ διαμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τῆς ἡμετέρας ἐνεργείας. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη καὶ περαιτέρω. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι οὐχὶ μόνον ἡ ὅμορος Ἐπικράτεια τὸ δικαίωμα τοῦτο κέκτηται, ἀλλ’ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρεμβάντες πρὸς διακανονισμὸν τοῦ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἐκκρεμοῦς ζητήματος ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Βερολινίου συνεδρίου συνεπήγαγον τὸν διακανονισμόν, τοῦ ὁποίου ἡ τελευταία φάσις εἶναι ἡ συνθήκη τῆς ὁποίας τὸ κείμενον πρὸ ὀλίγου ἀνεγνώσθη. Κύριοι, κατὰ ταύτης τῆς ἑρμηνείας τῆς οὑτωσὶ διασταλτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησε καθῆκον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξαγγείλῃ ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐνόμισα καθῆκον νὰ ποιήσωμαι παρατηρήσεις καὶ συστάσεις, ἵνα αἱ παρατηρήσεις μου καὶ συστάσεις μου ἀποτελέσωσι τοὐλάχιστον ἐπιφύλαξιν τῆς τοιαύτης ἀναγνωρίσεως δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν δὲν ὑπάρχουσι. Καὶ εἶπον· ὅταν, Κύριοι, ἑρμηνεύητε, ὅταν θέλητε νὰ εὕρητε τὴν ἔννοιαν τῆς συμβάσεως ταύτης, ὅταν θέλητε νὰ ἑρμηνεύσητε τὴν σύμβασιν ταύτην, δὲν πρέπει νὰ περιορισθῆτε εἰς τὸ ἁπλοῦν γράμμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ κάμητε χρῆσιν τῶν κανόνων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσι διὰ πᾶσαν ἑρμηνείαν, δηλαδὴ διὰ τὴν ἐξεύρεσιν ἐννοίας ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ κειμένου. Ὀφείλετε νὰ τεθῆτε εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἐτέθησαν οἱ γράψαντες τὴν σύμβασιν καὶ νὰ εὕρητε τὴν ἔννοιαν τὴν πραγματικήν· καὶ ἵνα εὕρητε αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, προκειμένου περὶ ἑρμηνείας συμβάσεως, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας μίαν ἀρχὴν καὶ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι ὑπερτάτη ἀρχή, λογική. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας τὴν ἀρχήν, ὅτι, ὅταν συνιστῶνται δικαιώματα, προϋποτίθεται ὅτι ἡ ἔκτασις αὐτῶν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸ συμφέρον ἐκείνου ὑπὲρ τοῦ ὁποίου συνιστῶνται. Διότι εἶναι περίεργον νὰ φαντασθῇ τις ἀνθρώπους συνάπτοντας σύμβασιν ἐκεῖ ὅπου δὲν ἔχουσι συμφέρον καὶ εἶναι περιεργότερον νὰ φαντασθῇ τις ἀνθρώπους δεχομένους νὰ περιορίσωσι τὸ δικαίωμά των ἐκεῖ ὅπου οἱ μετ’ αὐτῶν συμβαλλόμενοι δὲν ἔχουσι συμφέρον νὰ τὸ περιορίσωσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατεκεραύνωσε τὸν συλλογισμὸν τοῦτον διὰ τῆς παρατηρήσεως ὅτι ὄζει ἀστικοῦ δικαίου καὶ οὐκ οἶδα πόθεν ἔφθασε μέχρι τοῦ ν’ ἀναφέρῃ καὶ τὴν Πολιτικὴν Δικονομίαν, νόμον εὐτελῆ, τὸν ὁποῖον ἐσάρκασεν αὐτὸς ὁ ὑψιπέτης.
§131ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Οἰκονομίδης ἦτο ὑψιπέτης.
§132Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα. Ἐνόμισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἠδύνατο νὰ μνημονεύσῃ τὴν Δικονομίαν καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ νὰ εὕρῃ ἔδαφος νὰ χαριτολογήσῃ ἐπὶ τοῦ θέματος. Δὲν ἐνδιαφέρομαι περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καταρτίζει τὰς γνώμας του. Ἂν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ συμβουλεύσω αὐτόν, θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν νὰ εἶναι προσεκτικώτερος, ὅταν ἐκφράζῃ γνώμας περὶ πραγμάτων τῶν ὁποίων εἶναι ἐντριβής, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἔχει περιπέσει εἰς λήθην. Ὅτε ἔλεγε πρὸς ἐμὲ ὅτι ἡ παρατήρησίς μου ὄζει Ἀστικοῦ Δικαίου, ἤθελον εἴπει καὶ ἐγὼ πρὸς αὐτὸν ὅτι καλύτερον θὰ εἶναι νὰ καταφεύγῃ εἰς τοὺς κανόνας περὶ ἑρμηνείας τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου καὶ θὰ ἔλεγον πρὸς αὐτὸν δίδων συμβουλὰς τὰ μάλιστα συμφερούσας εἰς αὐτόν, θὰ ἔδιδον συμβουλὰς ἀπορρεούσας ἀπὸ ἀνδρῶν οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συμβουλεύωσιν ἀνθρώπους τῆς περιωπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἵσταται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὑπὸ διεθνῆ ἔποψιν. Ἔχω ἐνώπιόν μου κείμενον τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος δὲν θέλει διαμφισβητήσει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἔχω τὴν μελέτην περὶ Διεθνοῦς Δικαίου τοῦ Καθηγητοῦ τοῦ ἐν Μονάχῳ Πανεπιστημίου τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου. Εἶναι ἔργον γεγραμμένον κατὰ τὸ 1908 καὶ ὁμιλεῖ περὶ ἑρμηνείας τῶν διεθνῶν συμβάσεων καὶ κατὰ περίεργον δὲ συγκυρίαν λέγει ὅτι οἱ ἰδιαίτεροι κανόνες περὶ ἑρμηνείας τῶν διεθνῶν συμβάσεων, ὅτι οἱ κανόνες κατὰ τοὺς ὁποίους δέον νὰ ἑρμηνεύηται πᾶσα διεθνὴς σύμβασις εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι γεγραμμένοι ἐν τῇ γενικῇ θεωρίᾳ τοῦ δικαίου. Οἱ ἰδιαίτεροι οὗτοι κανόνες περὶ ἑρμηνείας εὕρηνται ἐν τῷ Ἀστικῷ Δικαίῳ, περὶ τοῦ ὁποίου οὕτω πως ἔκρινε πρέπον νὰ ἐκφρασθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ λέγει καί τι περιπλέον. Λέγει ὅτι οἱ κανόνες περὶ ἑρμηνείας εἶναι ἀναγεγραμμένοι ἐν τῷ Ῥωμαϊκῷ Δικαίῳ, ἐν τῷ Ἀστικῷ Δικαίῳ, ἔχουσι δὲ τοιοῦτο κῦρος καὶ τοιαύτην δύναμιν λογικήν, ὥστε εἶναι ἐπιβεβλημένον ν’ ἀκολουθῇ τις αὐτοὺς προκειμένου περὶ ἑρμηνείας τῶν διεθνῶν συμβάσεων. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰρωνεύθη τρόπον τινὰ ἐμὲ καὶ ἐχαριεντίζετο μὲ τὴν παρατήρησίν μου, τὴν ὁποίαν εὕρισκεν ὄζουσαν Ἀστικοῦ Δικαίου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελον νὰ τάξω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὑπεράνω τοῦ συγγραφέως τούτου, θὰ ἔλεγον ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον ἤθελε κάμει νὰ κύψῃ τὸν αὐχένα ὁ κ. Πρωθυπουργός. Κατὰ σύμπτωσιν ὑπάρχει κείμενον διεθνές, τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσε τὴν ἀρχήν, ὑπάρχει συνθήκη ἡ ὁποία ἐφήρμοσε τὴν ἀρχὴν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐνέγραψε τοῦτο τὸ δόγμα, ὅτι προκειμένου νὰ προβῶμεν εἰς ἑρμηνείαν συμβάσεως θέλομεν ἀκολουθήσει τὰς διατάξεις τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου τὰς περὶ ἑρμηνείας. Γνωρίζετε ποία εἶναι ἡ συνθήκη αὕτη; Εἶναι τὸ ἄρθρον 23 τοῦ περιφήμου βιενναίου πρωτοκόλλου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως γνωρίζει τίς ὑπέγραψεν αὐτὴν καὶ ποῖον εἶναι τὸ κῦρος αὐτῆς, ὥστε νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ σκεφθῇ ὅτι ἦτο ἄτοπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν πρωίαν εἶπε νομίσας ὅτι εὗρεν ἔδαφος διὰ νὰ χαριτολογήσῃ, ὅτι ὄζει Ἀστικοῦ Δικαίου ἡ παρατήρησίς μου περὶ ἑρμηνείας. Δὲν ὄζει Ἀστικοῦ Δικαίου ἡ παρατήρησίς μου· ὄζει λογικῆς καὶ ἐκ ταύτης ἀπορρέει. Οἱ κανόνες τῆς ἑρμηνείας εἶναι κανόνες λογικῆς. Ὁ εὑρισκόμενος ἀπέναντι ἑνὸς κειμένου ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εὕρῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου τούτου καὶ ταύτην θὰ ζητήσῃ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς. Καὶ εἶπον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ζητήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου τὴν πραγματικήν, τὴν ἔννοιαν τοῦ κειμένου τὴν ἀληθῆ, καὶ ὅταν ζητήσητε τὴν εἰκόνα ἐκείνην τῶν πραγμάτων, ἡ ὁποία διὰ τὸν ἕνα εἶναι δικαίωμα, διὰ τὸν ἄλλον εἶναι ὑποχρέωσις, ἔχετε καθῆκον νὰ σκεφθῆτε ὅτι βεβαίως δὲν θὰ ἤθελον νὰ δημιουργήσωσι δικαίωμα ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπῆρχε συμφέρον, βεβαίως δὲν ἤθελον νὰ δημιουργήσωσιν ὑποχρέωσιν ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπῆρχε συμφέρον τῶν ἄλλων συμβαλλομένων. Καὶ δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἑρμηνείας εὐρυτέρας καὶ στενωτέρας, δὲν πρόκειται περὶ δικαιώματος μείζονος ἢ ἐλάσσονος ἐκτάσεως, καὶ παρακαλῶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή, διότι πρόκειται περὶ διακρίσεως μεγίστης σημασίας. Λέν γνωρίζω ἂν εἶχε ταύτην ὑπ’ ὄψει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἔλεγεν ὅτι τὸ δικαίωμα ἀναγνωρίζεται εἰς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους περὶ τῶν ὁποίων θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον, ἂν ἔλεγεν ὅτι ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα ἐν οἷς ἔχουσι συμφέρον, μέχρι τοῦ ὁρίου ὅπου φθάνει τὸ συμφέρον αὐτό, τότε εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ῥυθμίσεως καταστάσεως ἀποτελουμένης ἐκ δύο ἀντιθέτων συμφερόντων, τοῦ συμφέροντος τοῦ ἡμετέρου καὶ τοῦ συμφέροντος ἐκείνων, ἥτις κατάστασις ῥυθμίζεται διαγραφομένης μιᾶς γραμμῆς μέχρι τῆς ὁποίας θὰ φθάσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ αὐτοὶ καὶ ἡ ὁποία ἀποτελεῖ δι’ ἐκείνους δικαίωμα, δι’ ἡμᾶς δὲ ὑποχρέωσιν. Δικαίωμα ἀναγνωριζόμενον εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει συμφέρον εἶναι ἄρσις συγκρούσεως ἀντιθέτων συμφερόντων, κύρωσις δὲ τῆς ἄρσεως ταύτης τῆς συγκρούσεως τῶν ἀντιθέτων συμφερόντων εἶναι συμβιβασμὸς τῶν ἀντιθέτων συμφερόντων, εἶναι ἡ ἀναγνώρισις δικαιώματος εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει συμφέρον. Ἀλλ’ ἡ ἀναγνώρισις δικαιώματος εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει συμφέρον δὲν εἶναι, Κύριοι, ἄρσις συγκρούσεως ἀντιμαχομένων συμφερόντων καὶ συμβιβασμὸς αὐτῶν, συμβιβασμὸς τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ μοιραία ἀνάγκη τῆς εἰρήνης τῶν πραγμάτων, καθ’ ἥν, ὅταν ὑπάρχῃ σύγκρουσις, πρέπει ν’ ἀρθῇ, ἀλλ’ εἶναι ἕτερόν τι, εἶναι ἐπιβολὴ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸν ἄλλον, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ φράσιν πάλιν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, διὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ χαριτολογήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι κηδεμόνευσις. Ἀναγνώρισις ἐξουσίας, δικαιώματος, ἐπεμβάσεως ἐκεῖ ὅπου ὁ ἐπεμβαίνων οὐδὲν ἔχει συμφέρον εἶναι κηδεμόνευσις. Διότι τί ἐστὶ κηδεμόνευσις; Ἀνάμιξις τοῦ ἄλλου εἰς τὰ ἐμὰ κηδεμόνευσίς ἐστιν ἐμοῦ, ἀνάμιξις δὲ εἰς τὰ ἐμὰ ὑπάρχει, ὅταν οὐδὲν συμφέρον ἔχῃ, διότι, ὅταν τις ἐπεμβαίνῃ χάριν τοῦ ἰδίου αὐτοῦ συμφέροντος, εἶναι ἀνάμιξις ἑαυτοῦ εἰς τὰ ἑαυτοῦ, διότι τὸ ἑαυτοῦ συμφέρον θάλπει καὶ προστατεύει παρεμβαίνων. Δὲν πρόκειται, ὅταν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἑρμηνείαν δεχθῶμεν, νὰ ἐκτείνωμεν ἐπὶ πλέον τὸ εἰς αὐτὸν ἀνῆκον δικαίωμα τῆς αὐτῆς φύσεως· πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν ἄλλης φύσεως δικαίωμα. Καὶ ἠξεύρετε ποίας φύσεως δικαίωμα πρόκειται νὰ δημιουργήσωμεν; Δικαίωμα ἐπεμβάσεως καὶ κηδεμονεύσεως εἰς τὰ πράγματα τῆς χώρας ἡμῶν. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, καὶ ἐν τῷ Διεθνεῖ Δικαίῳ τοιαῦτα δικαιώματα ἐπεμβάσεως καὶ κηδεμονεύσεως, ἀλλ’ ἂν θελήσῃ τις ν’ ἀναδιφήσῃ αὐτὰ θὰ τὰ ἴδῃ ἐμφανιζόμενα ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ἐπεμβάσεως καὶ τῆς κηδεμονεύσεως, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦσιν οἱ εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ πολιτισμοῦ ἱστάμενοι ἰσχυροὶ ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις ἐν αἷς ὁ χριστιανικὸς πληθυσμὸς δὲν κρατεῖ, ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις ὅπου δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἀπὸ ἠθῶν οὐδὲ ἀπὸ κειμένων καθεστώς, ἀλλ’ οὐδὲ ἀπὸ νόμων αἱ ἐγγυήσεις ἐκεῖναι αἵτινες ἐξασφαλίζουσι τὰ ὑπέρτατα τῶν ἀνθρώπων δίκαια. Δὲν πιστεύω νὰ ἐφαντάσθη τίς ποτε ὅτι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν σύμβασιν ὑπερμεσοῦντος τοῦ 19ου αἰῶνος ἐν ᾗ νὰ δοθῇ δικαίωμα ἐπεμβάσεως καὶ κηδεμονεύσεως εἰς χώρας αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι συνηθισμέναι νὰ ὑφίστανται τὴν κηδεμόνευσιν καὶ ἐπέμβασιν ἐκ τῆς ὑψίστης πολιτιστικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἔθιξα. Θὰ ἦτο τῇ ἀληθείᾳ περίεργον, ἂν ἐν τοιαύτῃ συνθήκῃ αἱ Δυνάμεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι διεπραγματεύθησαν αὐτὴν ἀνεγνώριζον δικαίωμα ἐπεμβάσεως εἰς Ἐπικράτειαν μὴ χριστιανικὴν εἰς τὰ πράγματα χώρας χριστιανικῆς. Θὰ ἦτο ἡ πρώτη ἐμφάνισις τοιούτου δικαιώματος, διότι ἀφ’ ἧς ὑπάρχει ἡ Ἱστορία πάντοτε ἀντιστρόφως ἐνεφανίζετο τὸ δικαίωμα τῆς ἐπεμβάσεως καὶ κηδεμονίας. Ἀλλὰ μὴ καὶ τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου εἶναι τοσοῦτον σαφὲς ὥστε νὰ αἰσθανθῇ ἐπιβεβλημένην καὶ ἀναπόφευκτον τὴν ὑποχρέωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ποιήσηται πρὸς ἡμᾶς τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἐποιήσατο; Εἶναι ἐπιμελὴς μελετητὴς τῶν κειμένων ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι γνωστὴ ἡ ἐπιμέλεια αὐτοῦ, φοβοῦμαι ὅμως ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν παρεπλανήθη ἐκ τῆς στίξεως τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου, διότι, ἂν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν τὸ γαλλικὸν κείμενον, ἤθελεν ἴδει ὅτι ὑπάρχει μία στίξις ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ, ἡ ὁποία δηλοῖ πρὸς αὐτὸν ὅτι οὐχὶ ὡς περὶ ζητήματος ξένου ἀλλ’ ὡς καθαρῶς ἐσωτερικοῦ ζητήματος πρέπει ν’ ἀντιλαμβάνηται τὰ ἐν τῇ συμβάσει. Διότι τί λέγει; «Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ ἡ ἐξανάγκασις πρὸς πώλησιν κτημάτων εἰς τοὺς καλλιεργητὰς οὐδ’ ἡ τροποποίησις τῶν μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεων εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ»· δέχεται δηλαδὴ τὸ ἄρθρον οὐχὶ κατὰ τὸ ἑλληνικὸν κείμενον, ὅτι, ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ νόμος γενικὸς τοιοῦτος δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, ὀρθῶς ἔχει. Τὸ ἑλληνικὸν κείμενον ἔχει ἓν λάθος, ἔχει ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ γαλλικῷ κειμένῳ καὶ τὸ ὁποῖον γεννᾷ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ὁ ὅρος «εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ» ἐφαρμόζεται μόνον εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν σχέσεων, οὐχὶ δὲ εἰς τὴν πώλησιν λόγῳ ἀνάγκης. Ἂν εἰς τοῦτο προσεῖχεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔβλεπεν ὅτι εὑρίσκεται ἐνώπιον κειμένου τὸ ὁποῖον παρέχει πρὸς αὐτὸν τὴν πεποίθησιν ὅτι πρόκειται περὶ ἀντιλήψεως τῆς σχέσεως ταύτης ὡς καθαρῶς τοῦ ἐσωτερικοῦ δικαίου καὶ τὸ ὁποῖον τοῦτο καὶ μόνον ἤθελε νὰ περιορίσῃ, τὸ νὰ μὴ ληφθῶσιν ἐξαιρετικὰ μέτρα δημεύσεως κατ’ ἐκείνων ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρονται οἱ Τοῦρκοι ἐν ταῖς προσαρτηθείσαις ἐπαρχίαις, καὶ ὄχι ὅτι ἐννοεῖ νὰ δημιουργήσῃ μίαν κηδεμόνευσιν τῆς χώρας ἡμῶν ὑπὲρ τῆς Τουρκικῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λίαν ἐπιμόνως καὶ ἐπὶ τούτου ἴσως σπουδαιότατον στηρίζων ἐπιχείρημα ἐτόνισε τὴν πρωίαν, διακόψας δὲ παρετήρησε καὶ τώρα ὅτι δὲν εἶναι μόνον ὑπὲρ τῶν Τούρκων τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ ὑφίσταται καὶ δικαίωμα τῶν Δυνάμεων ἐκείνων αἱ ὁποῖαι παρεμβᾶσαι ἤγαγον εἰς τὴν συνθήκην αὐτήν. Δὲν γνωρίζω πόθεν συνάγει τοῦτο ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχων ὑπ’ ὄψει ὅτι πρὸ τῆς συνθήκης αὐτῆς ἐγένετο ἄλλη συνθήκη μεταξὺ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων καὶ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι αἱ Δυνάμεις ἀνέλαβον ταύτην. Ἡ ἐνέργεια τῶν Δυνάμεων, Κύριοι, ἦτο ἐνέργεια μεσιτεύσεως. Εἶναι γνωσταὶ αἱ περιπέτειαι τὰς ὁποίας εἶχε τὸ ζήτημα τῆς προσαρτήσεως τμήματός τινος τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Βερολινίου συνεδρίου καὶ κατόπιν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι παρ’ ὅλην τὴν σύστασιν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῷ 13ῳ πρωτοκόλλῳ τοῦ Βερολινίου συνεδρίου περὶ διακανονισμοῦ τῶν συνόρων τῆς Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας κατὰ τὸν ὑποδεικνυόμενον τρόπον καὶ παρ’ ὅλην τὴν ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου περιληφθεῖσαν προθυμίαν τῶν Δυνάμεων, διότι τοῦτο καὶ μόνον περιελήφθη ἐν τῇ συνθήκῃ, ἐν τῷ ἄρθρῳ 24 αὐτῆς, νὰ μεσιτεύσωσιν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελε κατασταθῆ δυνατὴ ἡ μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν ἀπ’ εὐθείας συνεννόησις, τὰ πράγματα ἔλαβον τροπὴν πολυπλοκωτάτην. Εἶναι γνωστὸν ὅτι μετὰ δύο ἔτη σχεδὸν ἐγένετο ἡ συνδιάσκεψις τοῦ Βερολίνου, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκανονίσθησαν τὰ ὅρια λίαν ἐπωφελῆ δι’ ἡμᾶς, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι μεθ’ ὅλην τὴν παρασχεθεῖσαν τότε ἐπίσημον πανταχόθεν βεβαίωσιν ὅτι μέχρις ἐκεῖ ἤθελον φθάσει αἱ χῶραι αἱ ὁποῖαι ἤθελον προσαρτηθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὸ πρᾶγμα δὲν ἐγένετο δυνατὸν καὶ κατέστη ἀναγκαῖον κατὰ τὸ 1881 νὰ συνέλθῃ νέα συνδιάσκεψις, ἡ ὁποία νὰ συζητήσῃ τὰ περὶ παραχωρήσεως ἐκ νέου, περιορίζουσα τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα εἶχον ἀναγραφῆ συμφώνως πρὸς τὸ συνέδριον τοῦ Βερολίνου τοῦ 1878. Ἐκεῖ συνῆλθον καὶ συνεζήτησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων ἀπὸ τῆς 10 μέχρι τῆς 24 Μαΐου 1881, συνέταξαν δὲ τὸ κείμενον τῆς συνθήκης τὸ ὁποῖον ἐπέβαλον εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τοὺς Τούρκους καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεγράφη καὶ εἶναι αὐτὸ τὸ ὑφ’ ἡμῶν ἑρμηνευόμενον, συνέταξαν δὲ καὶ πρωτόκολλον περὶ τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι διεξήχθησαν. Ἐκεῖ οἱ Τοῦρκοι διετύπωσαν τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν κατὰ τρόπον ἐκτιθέμενον ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ. Αἱ Δυνάμεις ἀπέκρουσαν τὰς ἀξιώσεις ταύτας καὶ ἐπὶ τέλους διεκανονίσθη ἡ σύμβασις ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας. Αὐτοὶ ἐμεσίτευσαν καὶ διὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συμβάσεως καὶ ἀφοῦ ἐξησφάλισαν τὴν ὑπογραφὴν τῆς Τουρκίας εἰς τὴν σύμβασιν ἀπεχώρησαν ἀφήνοντες ἡμᾶς μετὰ τῆς Τουρκίας νὰ τὴν ὑπογράψωμεν, ὡς καὶ ἔγινε. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἐχρησίμευσαν ὡς ἁπλοῖ μεσῖται, ὡς οἱ ἴδιοι λέγουσιν ἐν τῇ συμβάσει τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ δικαιωμάτων δημιουργηθέντων ἐν τῇ συνθήκῃ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, δικαιωμάτων ὧν ἡ κτῆσις θὰ εὑρεθῇ κατὰ τοὺς κανόνας τῆς ἑρμηνείας τοὺς ὁποίους πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα. Εἰς οὐδένα εἶναι χρήσιμον, Κύριοι, νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν συζητήσεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ συνδιασκέψει καὶ ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀρυσθῇ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, νομίζω ὅμως ὅτι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐξέθηκα προέκυψεν ἀναμφιβόλως ἕν, δι’ ἐμὲ μὲν ἀναμφιβόλως ἡ ὀρθότης τῆς ἑρμηνείας ταύτης, δι’ ὑμᾶς δὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ προκύψῃ, ἂν δὲν προέκυψε τοῦτο, τοὐλάχιστον μικρότερόν τι ἀλλὰ σοβαρώτερον, πρέπει νὰ προκύψῃ ἡ πεποίθησις ὅτι σφάλμα ἐγένετο, ὅτι ἐξεδηλώθη γνώμη χωρὶς νὰ γένηται πλήρης μελέτη τῶν πραγμάτων ὅτι ἐδόθη ἔκτασις καὶ ἀνεγνωρίσθησαν δικαιώματα κατ’ εἶδος ἀπαράδεκτα ἐκεῖ ὅπου ἡ ἀκριβὴς μελέτη τῶν πραγμάτων ἐνδεικνύει ὅτι τοιαῦτα δὲν ὑπάρχουσι καὶ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἂν μετὰ μείζονος περισκέψεως, μὴ ἔχοντες ἄλλως νὰ συζητήσωμεν τὸ θέμα τὸ ἐξωτερικόν, ἀλλ’ ἔχοντες ζήτημα ἐντελῶς ἐσωτερικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει ἄλλους τόσους καὶ τόσους λόγους δυναμένους νὰ μᾶς ἀπασχολήσωσι, καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν καὶ τὴν ἀνάπτυξιν αὐτοῦ χωρὶς νὰ καταφύγωμεν ἐκεῖ ὅπου ἡ ἐλαχίστη πλάνη, ἡ ἐλαχίστη παραδρομή, ἡ ἐλαχίστη ἀπροσεξία ἠδύνατο γίνῃ πρόξενος ζημιῶν, ἐγὼ δὲ φοβοῦμαι ὅτι ἐνεργήσας καθ’ ὃν τρόπον ἐνήργησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξετέθη εἰς τὸν κίνδυνον νὰ βλάψῃ σπουδαῖα συμφέροντα, ἂν δὲν τὰ ἔβλαψεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§133ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι περίεργον ὅτι, ἐν ᾧ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον κειμένου ἀνεπιδέκτου οἱασδήποτε διαφόρου ἀντιλήψεως ἢ ἐκείνης ἣν τὸ ὄμμα ἀμέσως ἐπ’ αὐτοῦ προσπῖπτον εἰς τὴν συναίσθησιν καὶ τὸν νοῦν γεννᾷ, ἤλθομεν ἐνταῦθα νὰ ζητήσωμεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ κείμενον ἄλλως ἢ ὅ,τι οἱ κανόνες τοῦ Δικαίου ὑπαγορεύουσι. Διότι τὸ δίκαιον εἶναι δυνατὸν—καὶ τοῦτο βεβαιοῖ καὶ ὁ Οὔλμαν, οὗ τὸ κείμενον ἀγνοῶ διατί δὲν ἀνεγνώσθη εἰς ἡμᾶς—νὰ κρίνωμεν κατ’ εὐρύτητα, ἐν τῇ εὐρύτητι δὲ περιλαμβάνει καὶ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον· καὶ ἐνόσῳ τις ἐν τῇ εὐρύτητι τοῦ δικαίου ἑρμηνεύων προστρέχει εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ἵνα ἐκεῖθεν λάβῃ ἐπικουρίαν, πράττει τι βεβαίως ὀρθὸν καὶ ἀπαραίτητον. Ὅπως ἀπαραίτητον εἶναι νὰ προσδράμῃ τις καὶ εἰς τὴν λογικήν, οὕτω προστρέχει καὶ εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον καὶ τοὺς κανόνας τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου...
§134Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ πρωῒ εἰρωνεύεσθε!
§135ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ. Προστρέχει καὶ εἰς τὸ Διεθνὲς Δίκαιον — καίτοι τοῦτο ἔχει τάσεις κατὰ τὰ τελευταῖα ταῦτα ἔτη νὰ ἐξέρχηται τῶν κανόνων. — Λοιπὸν προστρέχει εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχηταί τις νὰ ἑρμηνεύσῃ συνθήκην δὲν συγκεντροῖ πάντα αὑτοῦ τὰ ἐπιχειρήματα, ὅλην αὑτοῦ τὴν προσοχὴν εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ὅθεν ἀρύεται τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα· πρέπει νὰ προσέξῃ καὶ εἰς τὰ ἄλλα. Καὶ εἶναι περίεργον πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὅστις τοσοῦτον ἐπέστησε τὴν προσοχὴν αὑτοῦ εἰς τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον ἑρμηνεύων τὰ πράγματα, ἐνταῦθα φροντίζει ἐπιμελέστατα νὰ παραμελῇ ἕνα κανόνα τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου, ἕνα κανόνα τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου, ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, τὸ ὅτι, ὅπου τὸ γράμμα εἶναι σαφές, δὲν ἐπιτρέπεται ἑρμηνεία. Κύριε Βουλευτὰ ἐκ Πατρῶν, τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, ὅπερ ἐπεκαλέσθητε, ἀπαγορεύει εἰς ὑμᾶς ν’ ἀναδράμητε εἰς οἱανδήποτε ἑρμηνείαν ὁρισμοῦ ὅστις εἶναι σαφής. Καὶ ὑμεῖς ζητεῖτε ἐνταῦθα ἑρμηνείαν κειμένου οὗ τὸ γράμμα εἶναι σαφέστατον καὶ ὅπερ δυστυχῶς, ἂν τυχὸν ὑπάρξῃ περίπτωσις, ἄλλοι θέλουσιν ἑρμηνεύσει—οἱ κατασκευασταὶ αὐτοῦ—καὶ μόλις τολμῶ νὰ ὑπενθυμίσω ἐνταῦθα τὸ λατινικὸν ῥητὸν τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου «Ejus est interpretari cujus est condere». Ὁ κατασκευαστὴς νόμου τινός, ἐκεῖνος εἶναι καὶ ὁ ἑρμηνεύς· καί, ἂν περιπλακῶμεν εἰς ὁτιδήποτε, ἑρμηνεὺς τοῦ κειμένου, κύριε συνάδελφε ἐκ Πατρῶν, θὰ εἶναι ὁ κατασκευαστὴς αὐτοῦ, κατασκευαστὴς δ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι αἱ ἓξ Μεγάλαι Δυνάμεις.—Ἂς παραλίπωμεν τὴν γείτονα. — Τὸ κείμενον τοῦτο εἶναι σαφὲς ἢ δὲν εἶναι σαφές; Καὶ παρετηρήσατε ὁποῖον εἶναι τὸ κείμενον τοῦτο, ποία εἶναι ἡ κορυφὴ τοῦ κειμένου τούτου, ποία ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ; Εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα. Αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, ὅτε ἐνομοθέτουν διὰ τῆς συνθήκης περὶ τῆς Ἑλλάδος — ἐνομοθέτουν δὲ ὡς μεσιτεύουσαι, ἀλλὰ καὶ κατὰ πλῆρες δικαίωμα ὡς διαχειρίστριαι τῶν εὐρωπαϊκῶν ὑποθέσεων—διεχειρίσθησαν τὰ ζητήματα ἐν πνεύματι εὐμενείας πρὸς ἡμᾶς, διότι παρεχώρησαν πρὸς ἡμᾶς γῆν ἣν δὲν κατεκτήσαμεν, ἀλλὰ δι’ ἣν ἐνόμισαν ὅτι τὰ εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα ὑπηγόρευον ὅπως παραχωρήσωσι ταύτην. Αἱ Δυνάμεις ἐν τῇ τοιαύτῃ εὐμενείᾳ αὑτῶν εἶχον πολλὰ νὰ ἐξετάσωσιν. Εἶχον πρῶτον νὰ ἐξετάσωσί τινα ἀναγόμενα εἰς τὰς σχέσεις αὑτῶν πρὸς τὴν Ἐπικράτειαν ἐκείνην ἧς ἐκολόθουν τὴν στρογγυλότητα, καὶ ἐν μέτρῳ τινὶ ἠθέλησαν νὰ δείξωσι πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτῆς εὐμένειαν, καὶ εἶναι εὐνόητον ὅτι ἠθέλησαν νὰ δείξωσι τὴν εὐμένειαν ταύτην ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ κυρίου, τοῦ θέματος τῶν κτήσεων ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ τούτων οὕτως ἐχόντων, ἐνῷ εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν νόμον ἡμέτερον, τὸ Σύνταγμα, καθ’ ὃ ἀπαγορεύεται ἡ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην ἀπαλλοτρίωσις ἄνευ ἀποζημιώσεως, ἐνόμισαν ὅτι τὴν συνταγματικὴν ταύτην διάταξιν, τὴν ἀναμφισβήτητον καὶ ἐφαρμοζομένην ὑφ’ ἡμῶν μετὰ τῆς μεγίστης δικαιοσύνης ἀπέναντι πάντων—διότι ἀπέναντι πάντων κεῖται νενομοθετημένη καὶ ὄχι ἀπέναντι μόνων τῶν Ἑλλήνων—, τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὅτι οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας αὑτοῦ ἄνευ δημοσίας ἀνάγκης καὶ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, τὸ κείμενον τοῦτο τὸ συνταγματικὸν ἠθέλησαν νὰ καταστήσωσι διεθνές, εἰς τρόπον ὥστε νὰ εἶναι ἡ Ἑλλὰς δεδεσμευμένη οὐ μόνον ἐκ τοῦ ἰδίου αὐτῆς Συντάγματος ἀπέναντι τῶν ξένων, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς διατάξεως τῆς συνθήκης ἥτις ἔθηκε τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος, ἄλλως τε καὶ παντὸς πεπολιτισμένου ἔθνους διάταξιν. Παρέλαβον λοιπὸν—ἄλλως ἄνευ ἀνάγκης οὐδεμιᾶς, διότι τὸ Σύνταγμα ἤρκει—καὶ ἀντέγραψαν τὴν διάταξιν ταύτην ἐν τῇ συνθήκῃ· καὶ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς τοῦτο· ἀλλὰ καὶ ἔχουσαι ὑπ’ ὄψει, εἰκότως, τὰ ἐπὶ ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ κρατοῦντα, εἰδίκευσαν τὰ πράγματα μέχρι καὶ τῆς λεπτομερείας—ἥτις κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Καρδίτσης ἐνεφανίσθη—τοῦ τμηματικοῦ ἀποχωρισμοῦ γαιῶν πρὸς παραχώρησιν πρὸς τοὺς μορτίτας, οὓς καὶ ὠνόμασαν. Καθ’ ὃν χρόνον ταῦτα ἔπραττον αἱ Μ. Δυνάμεις, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Πατρῶν, δύνασθε νὰ μοὶ δώσητε ὑμεῖς ἐνταῦθα τὴν ἐγγύησιν ὅτι ἐν τῇ Θεσσαλίᾳ καὶ τῇ γείτονι Ἠπείρῳ, ἧς τμῆμα παρεχώρησαν αὗται εἰς ἡμᾶς, δὲν ὑπῆρχε κανεὶς ὑπήκοος τῶν ξένων τούτων Δυνάμεων ἔχων κτήσεις; Ἐὰν δύνασθε νὰ μοὶ δώσητε τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, θέλω εἴπει ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἔχει τὰς ἀποδείξεις ὅτι δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον μεταξὺ τῶν 300–400 χιλιάδων ψυχῶν τῆς παραχωρουμένης χώρας οὐδὲ εἷς πολίτης ἐνδιαφέρων κατά τινα τρόπον εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις. Ἐγὼ διστάζω νὰ πιστεύσω ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχεν· ἔχω μάλιστα λόγους νὰ πιστεύω ὅτι ὑπῆρχον πολῖται ξένων Δυνάμεων, καὶ διὰ τοῦτο θὰ εἶχε καὶ συμφέρον τὸ Κράτος εἰς ὃ ἀνῆκον οἱ ξένοι πολῖται ν’ ἀσφαλίσῃ αὐτούς. Γνωρίζετε τί ἔπραξαν περὶ τῆς Ῥωμανίας ἐν Βερολίνῳ; —Τὸ γνωρίζετε βεβαίως· δὲν ἀμφιβάλλω. —Καίτοι ὑπῆρχον ἐκεῖ ἄλλαι σχέσεις, ἄλλοι λόγοι—καὶ γνωρίζω ποία ἡ ἀντίρρησις ἣν θὰ φέρητε, ἀλλὰ θὰ εἴπω τὰ πράγματα ὅπως ἐγὼ ἀντελήφθην αὐτὰ ἐκ παλαιοτέρας μελέτης καὶ ἐνθυμοῦμαι κατὰ ταύτην τὴν ὥραν.— Ἐν Ῥωμανίᾳ ὑπῆρχον ἄλλαι περιστάσεις. Ὅσον φιλελεύθερον εἶναι τὸ πολίτευμα καὶ ἡ πολιτεία τῆς Ἑλλάδος, ὅσον φιλόξενον καὶ μετ’ ἰσότητος ἀποβλέπει πρὸς πάντας τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅσον φιλόξενος εἶναι ἡ πολιτεία τῶν Ἑλλήνων ἀπὸ ἑλληνικῆς παμπαλαίας διαθέσεως, τόσον ἐξοντωτικὴ ἡ νομοθεσία τῆς Ῥωμανίας, καὶ ταύτην τὴν νομοθεσίαν εἶχον ὑπ’ ὄψει, ὅτε ἐνομοθέτουν αἱ Μ. Δυνάμεις ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βερολίνου περὶ Ῥωμανίας, καὶ ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι ἐστεγάζοντο ὑπὸ τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ ἄρθρου 17, καὶ τοῦτο παραλαβοῦσαι μετέτρεπον εἰς ἄρθρον τῆς συνθήκης, ἐν Ῥωμανίᾳ ἀντέδρων κατὰ τὰς νομοθεσίας τῆς Ῥωμανίας· καὶ ἀπόδειξιν ἐκ τῶν ὑστέρων ἔχομεν τὸ ὅτι δὲν ὡμίλησαν ἀρκετὰ σαφῶς, ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν δύναμιν τῆς θελήσεως αὑτῶν εἰς τὴν Ῥωμανίαν, ἥτις ἄλλως τε καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὑτῆς εἶναι ἀπρόσιτος εἰς βίαν. Καὶ ἐν Ῥωμανίᾳ, ἀποδίδουσαι εἰς αὐτὴν τὴν τελείαν ἀνεξαρτησίαν, παρεχώρουν εἰς χώραν τέως ὑπὸ τὴν τουρκικὴν ἐπικυριαρχίαν κειμένην τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν, καὶ ἔλεγον ἐν τῷ ἄρθρῳ τῷ προνοοῦντι περὶ τῶν θρησκευτικῶν—ἔλεγον δὲ τὰ αὐτὰ καὶ διὰ τὴν Βουλγαρίαν καὶ Σερβίαν, διότι ἠθέλησαν εἰς πάντα ταῦτα τὰ νέα Κράτη νὰ ἐπιβάλωσι τοὺς εὐρωπαϊκοὺς νόμους τοὺς περιέχοντας τὴν προστασίαν τῶν διαφόρων θρησκειῶν, τὴν ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην, καὶ διὰ τὰς ἄλλας θρησκείας, ἀλλ’ ἰδίως διὰ τὴν ὀθωμανικήν—, ἔλεγον γενικῶς ὅτι οἱ πολῖται πασῶν τῶν Δυνάμεων, εἴτε ἔμποροι εἴτε ἄλλοι—καὶ ἐνταῦθα ἐννοοῦσι τοὺς κτηματικούς—θὰ ἔχωσιν ἐν Ῥωμανίᾳ μεταχείρισιν, ἄνευ διακρίσεως θρησκείας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τελείας ἰσότητος. Δὲν εἶχον τὴν ἰσότητα ἐν Ῥωμανίᾳ οὔτε ἐν τῷ ἐμπορίῳ οὔτε ἐν ταῖς ἄλλαις σχέσεσι, καὶ προενόησαν αἱ Δυνάμεις νὰ εἴπωσι περὶ τούτου· «Ἀφοῦ ἐνικήσατε, παραχωροῦμεν εἰς ὑμᾶς τελείαν ἀνεξαρτησίαν, ἀλλὰ προσέξατε· πάντες οἱ πολῖται ἡμῶν θὰ ἔχωσιν ὑφ’ ὑμῶν μεταχείρισιν τελείας ἰσότητος».
§136Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἀλλὰ τὸ παρέκαμψαν.
§137ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως παρέκαμψαν καὶ τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον πρὸ μικροῦ ὅτι ἡ Ῥωμανία εἶναι χώρα ἥτις ὡς ἐκ τῆς θέσεώς της εἶναι ἀπρόσιτος εἰς βίαν. Ἀλλ’ ὑπενθυμίζω ὑμῖν ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ ἡ γερμανορρωμανικὴ συνθήκη ἐγεννήθη μέγα ζήτημα, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο συνεδέετο πρὸς μεγάλην δίκην γερμανικήν, ἥτις ἀκριβῶς εἶχεν ὁμοιότητα μετὰ τῆς ἡμετέρας, ἣν ἀπωλέσαμεν ἐν Ῥωμανίᾳ, ἀλλ’ ἡ δίκη αὕτη ἔχουσα ὑποστηρικτὴν τὴν Γερμανίαν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα εἰς ἃ αἱ ἡμέτεραι δίκαι. Ἠθέλησα διὰ τούτων νὰ δείξω ὅτι διὰ μὲν τὴν Ῥωμανίαν ἡ πρόνοια τῶν Δυνάμεων ἦτο δεδικαιολογημένη, ἐνῷ διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν ἔπραξαν ἄλλο τι ἢ ν’ ἀντιγράψωσι τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος αὐτῆς. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν ἰδίων αὑτῶν σχέσεων μετὰ τῆς Τουρκίας εἶχον ἀνάγκην νὰ προνοήσωσιν ὅπως φανῶσιν εὐάρεστοι εἰς αὐτὴν καθησυχάζουσαι αὐτήν, τὴν τοσοῦτον τεταραγμένην, δι’ ὅσα ἔπασχε, καὶ ἔπραξαν ὡς εἰ ἔλεγον· «ἰδού, οὐδὲν ἔχεις ἐπὶ τέλους νὰ φοβηθῇς ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος· δὲν ἠρκέσθημεν ἁπλῶς εἰς τὴν φιλελεύθερον αὐτῆς συνταγματικὴν διάταξιν, ἀλλὰ καὶ περιελάβομεν ταύτην ἐν τῇ συνθήκῃ εἰς τρόπον ὥστε νὰ ὑπάρχῃ καί τις ἴδιος δεσμὸς μεταξὺ αὐτῆς καὶ ἡμῶν κατὰ τοῦτο». Τούτων οὕτως ἑρμηνευθέντων ἂς ἐξετάσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου γαλλιστί, ἑλληνιστί, ὅπως θέλει ὁ κ. Βουλευτής. Γαλλιστὶ συνήθως δὲν προσήκει ν’ ἀναγινώσκωμεν ἐν τῇ Βουλῇ, ἥτις ἑλληνικὰ μόνον πρέπει ν’ ἀκούῃ. Ἀλλ’ ἔχομεν νῦν καθῆκον νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι τὸ ἑλληνικὸν κείμενον περιέχει ἀνακρίβειάν τινα ἐνεστῶτος ἀντὶ μέλλοντος. Τὸ ἑλληνικὸν κείμενον ἀνεγνώσθη τὴν πρωίαν ὑπὸ τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Δ. Ῥάλλη, ἀνεγνώσθη ἐπίσης ἐντονώτερον ὑπ’ ἐμοῦ ὑπογραμμίζοντος διὰ τοῦ τόνου ἑκάστην φράσιν. Ἂς ἀναγνώσωμεν τὸ γαλλικόν. Ἂς λάβωμεν τὸ κείμενον ἐνταῦθα ὅπου εὑρίσκεται καὶ εἰς ἑλληνικὴν καὶ εἰς γαλλικὴν γλῶσσαν. (Ἀναγινώσκει)· «Οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας του»· γαλλιστὶ· «Nul ne peut être privé de sa propriété». Ἡ γαλλικὴ φράσις ἠχεῖ ἰσχυρότερον τοῦ ἑλληνικοῦ κειμένου, εἶναι ἐντονωτέρα. (Ἀναγινώσκει)· «Οὐδεὶς ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἐξαναγκασθῇ ὅπως πωλήσῃ τὰ κτήματα του εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ἢ εἰς τρίτους, οὐδὲ νὰ τοῖς παραχωρήσῃ μέρος ἐξ αὐτῶν· οὐδεμία δ’ ἐπίσης τροποποίησις θέλει εἰσαχθῇ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ βασίλειον». Τὸ γαλλικόν· «Aucun propriétaire, ne pourra être forcé à vendre ses biens aux cultivateurs ou à des tiers, ni à leur en céder une partie, de même qu’ aucune modification ne sera introduite dans les rapports des propriétaires et des cultivateurs si ce n’ est par une loi générale applicable à tout le royaume». Ἀπορῶ ποῦ ὁ ἑρμηνευτὴς τῆς διατάξεως ταύτης εὗρε τὸ σφάλμα περὶ τὴν μετάφρασιν, διότι ἐκεῖ ὅπου τὸ ἑλληνικὸν λέγει «οὐδεμία δ’ ἐπίσης τροποποίησις θέλει εἰσαχθῆ εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν σχέσεις εἰμὴ διὰ νόμου γενικοῦ ἐφαρμοστέου καθ’ ὅλον τὸ βασίλειον» τὸ γαλλικὸν κείμενον λέγει· «de même qu’ aucune modification ne sera introduite dans les rapports des propriétaires et des cultivateurs, si ce n’ est par une loi générale applicable à tout le royaume». Κατὰ λέξιν μετάφρασις, ἥτις μόνον ἔγκλημα ἔχει ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὴν ἀρχαιοτάτην ἑλληνικὴν ἢ εἰς τὴν νεωτάτην δημοτικὴν ἢ μαλλιαρήν.
§138Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὴν διαφορὰν εὗρον εἰς τὴν στίξιν.
§139ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως εἰς τὴν στίξιν. Τὸ μὲν ἑλληνικὸν κείμενον μετὰ τὴν φράσιν «οὐδὲ νὰ τοῖς παραχωρήσῃ μέρος ἐξ αὐτῶν» ἔχει ἄνω στιγμήν, εἰς δὲ τὸ γαλλικὸν κείμενον ἔχομεν κόμμα. Δὲν βλέπω τὴν ἐνοχὴν τῆς στίξεως. Βεβαιῶ ὅτι ἡ ἄνω στιγμὴ εἶναι ἐπίσης ἁγνὴ ὅσον καὶ τὸ κόμμα. Ἴσως εἶναι τὸ περιωρισμένον τῆς ἀντιλήψεώς μου, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀντιληφθῶ διαφοράν.
§140Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τελευταία φράσις, τὸ «si ce n’ est par une loi générale», ἀναφέρεται καὶ εἰς τὰ δύο.
§141ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§142Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἑπομένως, ἂν ψηφίσωμεν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου γενικῶς θὰ ἐπιτρέψωμεν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν, θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα.
§143ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως.
§144Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Γούναρης ἰσχυρίζεται ὅτι ἡ τελευταία φράσις ἀναφέρεται εἰς τὰς δύο περιόδους, ἀλλ’ ἐκ τῆς γαλλικῆς συνθέσεως φαίνεται ὅτι δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰς δύο.
§145ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὰς δύο ἀναφέρεται, καὶ ἡ ὑπόθεσις λαμβάνει εὐρύτερον χαρακτῆρα, τὸ ὅλον προστατεύεται. Οὐδεμίαν ἔχει διαφοράν, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἔχει σημασίαν, ὅπως μεταβάλω γνώμην.
§146Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν τὸ ἐμελετήσατε καλῶς.
§147ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἔχω μελετημένον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν μάλιστα καὶ ἐφηρμοσμένον ἀπὸ τοῦ 1886, διότι τὰ ζητήματα ταῦτα τότε ἐνεφανίζοντο συχνάκις. Δὲν δύναμαι νὰ ἐνθυμηθῶ τὰς περιστάσεις· τοῦτο θὰ ἠδυνάμην ν’ ἀνεύρω, ἂν εἶχον πρόχειρα τὰ Ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἔχω αὐτὸ ἐξητασμένον ἀπὸ τοῦ 1886, ὅτε ἦσαν ἔτι ἐκκρεμῆ τὰ ζητήματα τῆς ἐπιτροπῆς τῆς μικτῆς, ἥτις διεξῆγε τὰ τῶν θεμάτων τούτων. Ἀλλὰ τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον, ἡ ἑπομένη παράγραφος ἀποδεικνύει μέχρι τίνος σημείου ἐπεξετείνετο ἡ προσοχὴ τῶν Δυνάμεων τῶν νομοθετουσῶν ἐν τῇ συνθήκῃ· «οἱ ἐκτὸς τοῦ βασιλείου ἐγκατεστημένοι ἰδιοκτῆται, ὅσοι ἤθελον ἔχει ἀκίνητα ἐν ταῖς παραχωρηθείσαις χώραις, δύνανται νὰ ἐκμισθῶσι τὰ κτήματά των ἢ νὰ διαχειρίζωνται αὐτὰ διὰ τρίτων». Πάντα τὰ ζητήματα τῆς ἰδιοκτησίας τὰ γενικὰ τὰ εἰς πάντας ἀφορῶντα λύονται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου. Θέλετε νὰ ἴδητε ποῦ λύονται τὰ ζητήματα τὰ ἰδίᾳ ὀθωμανικά; Ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπεν· ἐκεῖ ὅπου μόνον οἱ Ὀθωμανοὶ ἀναφέρονται. Τὸ προηγούμενον ἄρθρον λέγει· «Ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Σουλτάνος δύναται ὡς κατὰ τὸ παρελθὸν νὰ διαθέτῃ τὰς αὐτοκρατορικὰς κτήσεις ὧν αἱ πρόσοδοι εἰσπράττονται εἰς ὄφελος τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος ἢ τῆς Αὐτοκρατορικῆς Οἰκογενείας». Τίς ἡ ἀνάγκη τῆς διατάξεως ταύτης, ἀφοῦ ὑπάρχει τὸ ἑπόμενον ἄρθρον; Γίνεται εἰδικὴ πρόνοια περὶ τῶν κτήσεων τοῦ Σουλτάνου καὶ τῆς Οἰκογενείας του, ἰδίως τῆς Βασιλομήτορος, ἥτις εἶχε τὰ κτήματα. Ἡ ἑτέρα παράγραφος ὁρίζει· «Ἐν περιπτώσει ἀμφισβητήσεως περὶ τὴν φύσιν καὶ τὸν προορισμὸν τῶν κτημάτων τούτων τὸ ζήτημα θέλει ὑποβάλλεσθαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς τὴν σύστασιν προβλέπει τὸ ἄρθρον 9 τῆς παρούσης συμβάσεως καὶ ἐνδεχομένως κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν μεσολαβουσῶν Δυνάμεων». Ἐκεῖ προκειμένου περὶ τῆς κτήσεως τοῦ Σουλτάνου καὶ τῆς Οἰκογενείας αὐτοῦ ἴδιον ἄρθρον παραπέμπει εἰς ἕτερον ἄρθρον, τὸ τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ ἧς πρὸ ὀλίγου ὡμίλησα, καὶ εἰς τὴν παρέμβασιν τῶν Δυνάμεων. «Οἱ κάτοικοι τῶν εἰς τὰς παραχωρηθείσας τῇ Ἑλλάδι χώρας γειτνιαζουσῶν ἐπαρχιῶν, οἵτινες ἀπὸ μακροῦ συνηθίζουσι νὰ πέμπωσι τὰ ποίμνιά των εἰς τὰ ἐπὶ τῶν χωρῶν αὐτῶν λιβάδια, βοσκὰς καὶ ἀγροκήπια θ’ ἀπολαύωσι καὶ τοῦ λοιποῦ, ὡς ἐν τῷ παρελθόντι, τοῦ ὠφελήματος τούτου». Ἰδιαιτέρα περὶ τῶν Ὀθωμανῶν πρόνοια καὶ αὕτη τοῦ ἄρθρου 7. Τὸ δὲ ἄρθρον 8 λέγει· «Εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς τῶν παραχωρουμένων ἐν Ἑλλάδι μερῶν ἐξασφαλίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ θρησκεύματος καὶ τῆς λατρείας αὐτῶν. Δὲν θέλει δὲ προσβληθῆ κατ’ οὐδὲν ἡ αὐτονομία καὶ ὁ ἱεραρχικὸς ὀργανισμὸς τῶν ὑπαρχουσῶν ἢ σχηματισθησομένων μουσουλμανικῶν κοινοτήτων οὐδὲ ἡ διοίκησις τῆς περιουσίας καὶ τῶν ἀκινήτων αὐτῶν κτημάτων. Οὐδὲν κώλυμα δύναται νὰ παρεμβληθῇ εἰς τὰς θρησκευτικὰς σχέσεις τῶν κοινοτήτων τούτων πρὸς τοὺς πνευματικοὺς αὐτῶν ἀρχηγούς. Τὰ ἐγχώρια θρησκευτικὰ δικαστήρια (chéri) θὰ ἐξασκῶσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν δικαιοδοσίαν αὐτῶν ἐπὶ ὑποθέσεων καθαρῶς θρησκευτικῶν». Τὸ δὲ ἄρθρον 4 λέγει· «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει ἀναγνωρίσει ἐν ταῖς παραχωρουμέναις χώραις τὸ τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἀγροκηπίων, βοσκῶν, λειμώνων, νομῶν (γρασιδοτόπων kechlak), δασῶν καὶ παντὸς εἴδους γαιῶν ἢ ἀκινήτων, κατεχομένων ὑπὸ ἰδιωτῶν ἢ κοινοτήτων δυνάμει φιρμανίων, χοτζετίων, ταπίων καὶ ἄλλων τίτλων ἢ δυνάμει τῶν ὀθωμανικῶν νόμων. Ἐπίσης θέλουσιν ἀναγνωρισθῆ οἱ τίτλοι ἰδιοκτησίας τῶν κτημάτων ἅτινα καλοῦνται βακούφια καὶ χρησιμεύουσιν εἰς συντήρησιν τζαμίων, ἐκπαιδευτηρίων, σχολείων καὶ ἄλλων εὐαγῶν ἢ ἀγαθοεργῶν ἱδρυμάτων». Αὐταὶ εἶναι αἱ διατάξεις αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἐντὸς τῶν διατάξεων αἵτινες εἰδικῶς ἀφορῶσιν εἰς τὰ κτήματα τὰ ὀθωμανικὰ τὰ ἔχοντα ἰδιαίτερον χαρακτῆρα περιλαμβάνεται ἡ εἰδικὴ ἐκείνη διάταξις ἐξ ἧς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν πιέσητε αὐτήν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγάγητε ἄλλην ἔννοιαν ἢ ἐκείνην ἣν τὸ σαφέστατον αὐτῆς γράμμα πορίζει. Τούτου οὕτως ἔχοντος ποία εἶναι ἡ θέσις ἐκείνου ὅστις ἔρχεται ἀπέναντι τῶν ξένων νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου; Εἶναι θέσις ἐπιτηδείου στρεψοδίκου ὅστις θέλει νὰ πείσῃ τὰς Δυνάμεις ὅτι ἄλλα εἶπον ἢ ἐκεῖνα ὅσα εἶπον, ἢ εἶναι θέσις ἀνδρὸς κυβερνήτου, ὅστις εἴτε πρόκειται περὶ ἰσοτίμων, εἴτε πρόκειται περὶ ἀνωτέρων, εἴτε πρόκειται περὶ κατωτέρων, ὀφείλει τὰ ἐμφανῆ, τὰ ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως—ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ ἐκπέσῃ τῆς θέσεως ἣν ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὁ κυβερνήτης τῆς χώρας—ν’ ἀναγνωρίσῃ ὅτι οὗτος εἶναι ὁ διεθνὴς νόμος ὁ ὑπάρχων μεταξὺ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, τῆς Τουρκίας καὶ ἡμῶν, τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες μεσιτεύουσαι καὶ ὑπογράψασαι ἦσαν ἀληθεῖς ἐγγυήτριαι. Ἡ λέξις μεσιτεύουσαι εἶναι ἁπαλή, ἡ λέξις ἡ ὀρθὴ εἶναι παρεμβαίνουσαι· τῶν ἕξ, λέγω, Μεγάλων Δυνάμεων, αἵτινες παρεμβαίνουσαι παρελάμβανον αὐτοβούλως, δικαιώματι τοῦ ἰσχυροτέρου, χώραν ὀθωμανικὴν καὶ παρέδιδον αὐτὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις δυστυχῶς δὲν εἶχε κατακτήσει τὴν χώραν ταύτην. Αἱ Δυνάμεις συνῆλθον, καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι διελύθησαν, ἀφοῦ εἶπόν τινα· ἀλλὰ τὰ κείμενα λέγουσιν ὅτι δὲν διελύθησαν—ἡ λέξις διελύθησαν εἶναι εἰκονικὴ καὶ ἦτο εἰκονικὴ διὰ τὸν κ. Βουλευτήν, δὲν διελύθησαν, ἀλλὰ συνέταξαν τὴν συνθήκην ταύτην, ἥτις ἐπιγράφεται «Σύμβασις μεταξὺ τῆς Βρεττανικῆς Μεγαλειότητος, τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας κλπ. κλπ., τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ῥωσίας καὶ τοῦ Σουλτάνου περὶ διαρρυθμίσεως τῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ὁρίων ὑπογραφεῖσα ἐν Κωνσταντινουπόλει τῇ 24 Μαΐου 1881 καὶ ἧς αἱ ἐπικυρώσεις ἀντηλλάγησαν ἐν Κωνσταντινουπόλει τῇ 24 Ἰουνίου 1881».
§148Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ ὅτι διελύθησαν; ἐγὼ εἶπον ὅτι συνωμολόγησαν τὴν συνθήκην αὐτήν. Ἐμνημόνευσα καὶ τὰ Πρακτικά.
§149ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Λοιπὸν διελύθησαν μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν.
§150Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῆς συνθήκης.
§151ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε τότε. Ὑπογραφεῖσα δὲ ἡ συνθήκη, ἥτις ἐν πρώτῳ καὶ δευτέρῳ ἄρθρῳ περιλαμβάνει τὸν διακανονισμὸν τῶν νέων συνόρων, ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ ὁμιλεῖ περὶ τῆς Πούντας τοῦ Ἀκτίου καὶ τῆς περὶ αὐτὸ χώρας καὶ τοῦ κόλπου τοῦ Ἀμβρακικοῦ καὶ ἔπειτα ἀπὸ τοῦ τρίτου ἄρθρου ἄρχεται καὶ πραγματεύεται περὶ πάντων τῶν θεμάτων ἅτινα ἅπαντα ἀπὸ τοῦ ἄρθρου 3 παρεμβληθέντος ἐν τῇ συνθήκῃ τῇ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας μέχρι τέλους εἰσὶν εἰλημμένα ἐκ τούτου τοῦ κειμένου. Τοῦτο τὸ κείμενον ἴσχυσε πρὶν ἢ ἔλθῃ καὶ ὑπογράψῃ αὐτὸ ἡ Ἑλλάς· εἶναι κείμενον συνθήκης ὅπερ ἐξ ἀρχῆς συνδέσαν καὶ Ἑλλάδα καὶ Τουρκίαν καὶ τὰς Μεγάλας Δυνάμεις καὶ κατὰ παραγγελίαν μεταγγισθὲν εἰς τοῦτο τὸ δεύτερον κείμενον, τὸ τῆς ἑλληνοτουρκικῆς συμβάσεως, ἔδεσε διὰ δεσμῶν ἀναποσπάστως τὴν Ἑλλάδα πρός τε τὴν Τουρκίαν καὶ πρὸς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, αἵτινες, εἴτε πρόκειται περὶ ἰδίων αὐτῶν πολιτῶν εἴτε πρόκειται περὶ Ὀθωμανῶν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα, ἂν δοθῇ αὐταῖς ἀφορμή, νὰ εἴπωσι πρὸς τὴν Ἑλλάδα· «εἴμεθα μεσίτριαι, εἴμεθα ἐγγυήτριαι, ἔχομεν συναφῆ τὰ δικαιώματα ἡμῶν πρὸς τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων καὶ ἀξιοῦμεν νὰ ἐφαρμόσῃς τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως, ἐπὶ τῆς περιπτώσεως δι’ ἣν προσέφυγεν εἰς ἡμᾶς ἡ Τουρκία παραπονουμένη ὅτι παραβαίνετε τὴν συνθήκην». Ἀλλὰ πρέπει, Κύριοι, νὰ παρατηρήσητε καὶ ἄλλο τι, ὅπερ βεβαίως θέλει δείξει εἰς ὑμᾶς ποίαν ἀξίαν ἔχει ἡ διάταξις αὕτη. Εἰς τοῦτο πρέπει νὰ προσέξητε, ὅτι αἱ Δυνάμεις καθιερώσασαι ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου τούτου τὴν ἀπαγόρευσιν πάσης μεταβολῆς, εἰμὴ μόνον ἂν αὕτη ἡ μεταβολὴ ἐπενεχθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου μέρους τῆς Ἑλλάδος, κατέστησαν ἀληθῶς ἀλληλέγγυον τὴν θέσιν τῶν κτημάτων πάντων τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν κτημάτων τῆς Θεσσαλίας. «Θέλετε νὰ ἐπιφέρητε μεταρρύθμισιν εἰς Θεσσαλίαν; Ἀναλάβετε τοὺς κινδύνους καὶ τὸ βάρος καὶ τὸν κόπον νὰ ἐπεκτείνητε αὐτὴν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἂν τοῦτο ἀποφασίσητε, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ πράξητε ὁτιδήποτε θέλετε ἐν Θεσσαλίᾳ· ἂν ὅμως τοῦτο δὲν ἔχητε τὸ θάρρος ν’ ἀποφασίσητε καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, προσέξατε, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἐνταῦθα ὅπως ἀπαγορεύσωμεν νὰ πράξητε τοιοῦτό τι». Ἔθεσαν λοιπὸν αὐστηρότατον δεσμὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα μηδὲν νὰ πράξῃ ἐν Θεσσαλίᾳ, εἰμὴ μόνον ἂν ἀποφασίσῃ γενικῶς νὰ πράξῃ τὸ αὐτὸ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μέγα κώλυμα ὅπερ, ὅσον καὶ ἂν θέλωμεν νὰ κρύψωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς ἐκ φιλοτιμίας ἢ ἄλλων λόγων τὴν ἀλήθειαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ φανῇ ὁλόσωμον ἐνώπιον ἐκείνων οἵτινες εἶναι οἱ κατασκευασταὶ τῆς συνθήκης περὶ ἧς συζητοῦμεν.
§152Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι ἡ παρατήρησίς μου ἡ πρωινὴ ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεταρρυθμίσῃ τὴν εὐρύτητα τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν πρωίαν ἐξέφερεν.
§153ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι μάρτυρες πάντες οἱ ἀκροαταὶ ὅτι οὐδὲν εἶπον μεταβάλλον οὐδὲ κατὰ κεραίαν τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ τὴν πρωίαν.
§154Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μεταξὺ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἤδη μετὰ μεσημβρίαν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω ἐλαχίστη εἶναι ἡ ἀπόστασις. Δὲν θ’ ἀνηρχόμην, ἵνα τοῦτο τονίσω καὶ ἐπαναλάβω ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀνέρχομαι ὅμως, διότι ἔχω καθῆκον νὰ ἀντείπω κατά τινων παρατηρήσεων αἱ ὁποῖαι διέφυγον, ἀναμφιβόλως διέφυγον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀπευθυνομένου πρὸς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπανόρθωσιν ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπε τὴν πρωίαν. Δὲν ἀπέδειξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀνακρίβειαν τοῦ συλλογισμοῦ τὸν ὁποῖον αἱ παρατηρήσεις μου περιέλαβον. Δὲν ἀπέδειξε, διότι δὲν συνεζήτησε περὶ τῆς ἐκτάσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ῥήτρα ἡ τεθειμένη ἐν τῇ συμβάσει· συνεζήτησε περὶ τῆς ῥήτρας ἐκείνης καὶ ἔθηκεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε ν’ ἀποδείξῃ ὡς ἀποδεδειγμένον. Περὶ τοῦ συλλογισμοῦ κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγὼ καθορίζω τὴν ῥήτραν οὐδὲν εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀνωμολόγησε τὴν μετάνοιαν αὐτοῦ καὶ πρὸς τὸ χλευασθὲν τὴν πρωίαν ὑπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐπιμένων εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ἀπὸ τῶν Δυνάμεων καὶ ἐξ ἰδίου αὐτῶν συμφέροντος ἀπέρρευσεν ἡ ῥήτρα ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς ὅτι γνωρίζει ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ Δυνάμεις εἶχον ὑπηκόους πολλοὺς εἰς τὰ μέρη αὐτά.
§155ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ εἶχον ὑπηκόους· ἴσως ἠδυνάμην καὶ νὰ ὀνομάσω τινάς.
§156Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἴσως καὶ νὰ ὀνομάσητέ τινας, καὶ ὅτι ἀποβλέπουσαι εἰς τὸ συμφέρον τῶν ὑπηκόων αὐτῶν αἱ Δυνάμεις ἐπεδίωξαν τὴν θέσιν τῆς διατάξεως ταύτης. Κύριοι, εἶπον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἔχει μελετήσει ἐπαρκῶς τὸ θέμα· ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1886 ἔχει καταγίνει εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ τὸν βεβαιώσω ὅτι, ἂν τὸ ἐμελέτησεν, ἤδη τὸ ἐλησμόνησε, λέγω δ’ εὐχάριστον θέσιν, διότι εἶναι πεπλανημένη ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι αἱ Δυνάμεις ἐπεζήτησαν νὰ τεθῇ αὐτὸ ὡς ἐτέθη ἐν τῇ συμβάσει.
§157ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οὔτε τοῦτο εἶπον.
§158Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἦτο εὐχάριστον νὰ λεχθῇ τοῦτο, διὰ νὰ μὴ μείνῃ ὑποψία εἴς τινα ὅτι ἀντιμετωπίζοντες τὴν διάταξιν τῆς συνθήκης ἀντιμετωπίζομεν τὴν θέλησιν τῶν Δυνάμεων, πρὸς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν σεβασμόν· εἶμαι, λέγω, εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ν’ ἀποδείξω τοῦτο εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος συμπληρῶν τὴν μελέτην αὐτοῦ δι’ ἐκείνου τὸ ὁποῖον θ’ ἀκούσῃ ἢ τὴν μνήμην αὐτοῦ ἀνανεῶν θέλει ἴδει ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου ἔλεγε δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἶπον, ὅτε ὡμίλουν, ὅτι τὸ κείμενον τῆς συνθήκης διετυπώθη ἐν τῇ συνδιασκέψει τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τῆς ὁποίας εὐτυχῶς ἔχομεν καὶ τὰ Πρακτικά, ἡ ὁποία δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ νὰ διατυπώσῃ τὸ κείμενον τῆς συνθήκης ἡ ὁποία κατόπιν ὑπεγράφη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἀλλὰ καὶ νὰ συζητήσῃ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Πύλης, κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ὁποίας ἐδημοσιεύθησαν Πρακτικά. Τί προκύπτει ἐκ τῶν Πρακτικῶν τούτων; Ὅτι αἱ Δυνάμεις εἶχον περιορίσει τὴν ὅλην πρόνοιαν ἐν τῷ σχεδίῳ τῷ ἀρχικῷ τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον, διότι αἱ συνεδριάσεις ἐγένοντο ἀπὸ τῆς 10 μέχρι τῆς 24 Μαΐου 1881. Κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τὴν γενομένην τῇ 10 Μαΐου οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων παρουσιάσθησαν καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Πύλης ἔδωκαν εἰς αὐτοὺς ἓν σχέδιον ἐκ πέντε διατάξεων αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ τεθῶσιν ἐν τῇ συμβάσει οὐσιωδέσταται. Αἱ Δυνάμεις εἶπον ὅτι τρεῖς ἐξ αὐτῶν δὲν συζητοῦσι ποσῶς, περὶ δὲ τῶν ἄλλων θέλουσι συζητήσει, ἀλλ’ ὑπέβαλον καὶ αὐταὶ σχέδιον τῆς συνθήκης τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσαν εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ κάμωσι συζήτησιν, ὅτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Δυνάμεων εἶπον ὅτι δὲν παραδέχονται τὰς τρεῖς. Ἐν τῷ σχεδίῳ ὅπερ ὑπέβαλον αἱ Δυνάμεις δὲν λαμβάνεται πρόνοια τοιαύτη οἵαν περιλαμβάνει τὸ ἄρθρον 6. Τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον αἱ Δυνάμεις περιλαμβάνει μίαν καὶ μόνην πρόνοιαν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν ἐν Θεσσαλίᾳ· ἐν ἄρθρῳ 3 ἔλεγεν ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι οἱ ὁποῖοι κατέχουσιν ἰδιοκτησίας ἐν ταῖς χώραις αἵτινες θὰ προσαρτηθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ οἱ ὁποῖοι ἤθελον καταστήσει τὴν κατοικίαν αὐτῶν ἐκτὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου δύνανται νὰ διατηρήσωσι τὰ κτήματα ταῦτα καὶ νὰ τὰ ἐνοικιάζωσιν ἢ τὰ διοικῶσι διὰ τρίτων. Εἶναι ἡ μόνη πρόνοια τὴν ὁποίαν περιελάμβανε τὸ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων παραδοθὲν σχέδιον, δηλ. ἐξησφάλισε τοὺς Μουσουλμάνους καὶ οὐχὶ τοὺς ἰδίους αὐτῶν ὑπηκόους. Καὶ τί ἐνόει νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτούς; Τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι ἰδιοκτῆται ἐκεῖ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἦτο μία ἀνακρίβεια ἡ ὁποία ἤξιζε τὸν κόπον νὰ ἐπανορθωθῇ. Ὀφείλω καὶ τοῦτο νὰ ἐπανορθώσω· οὐδὲν ὑπάρχει τὸ κοινὸν μεταξὺ τῶν ὁρισθέντων ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ Βεραλίνου ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ῥωμανίαν καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον πειρελήφθη ἐν τῇ παρούσῃ συνθήκῃ. Ἐκεῖ εὑρέθησαν αἱ Δυνάμεις ἀπέναντι μιᾶς ἀρχῆς ἀνελευθέρας, ἀπέναντι μιᾶς ἀρχῆς καθιερούσης διακρίσεις θρησκείας, ἐθνικοτήτων, καταγωγῆς ἐν τῇ κατοχῇ τῆς ἰδιοκτησίας. Γνωρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καταγινόμενος ἀπὸ μακροῦ χρόνου εἰς ταῦτα, ὁποῖον ἀγῶνα διεξήγαγεν ὁ πολιτισμός, ἵνα πάντα ταῦτα ἀπὸ τοῦ μέσου ἀποβάλῃ, καὶ γνωρίζει ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσι τὸν πολιτισμὸν μετὰ ποίου ἐνδιαφέροντος ἐννοοῦσι νὰ περιθάλψωσι, νὰ εἰσαγάγωσι τὰς ἀρχὰς ἐκείνας αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸν σύγχρονον πολιτισμόν, καὶ περὶ τοιαύτης τινὸς ἀρχῆς διέλαβον ἐν τῷ ἄρθρῳ τῆς συνθήκης τοῦ Βερολίνου, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοιαύτην ἀρχὴν ἐνόησαν νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς ἐκείνους εἰς τοὺς ὁποίους παρεχώρουν τὴν πλήρη ἐλευθερίαν. Δυστυχῶς ἐκεῖνοι παρεβίασαν ταύτην· δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω, νὰ χαρακτηρίσω τοῦτο. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλης πηγῆς ἐνόμισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐπετρέπετο νὰ συναγάγῃ ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτοῦ. Θὰ ηὐχόμην τὴν ἄλλην ταύτην πηγὴν τῶν ἐπιχειρημάτων ν’ ἄφηνε στεῖραν καὶ ξηρὰν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἠκούσθη ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν Δυνάμεων, ἀφαιρουσῶν τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς Τουρκικῆς Ἐπικρατείας καὶ παραχωρουσῶν τοῦτο εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὑπῆρξεν αὐθαίρετος. —Εἶναι ἡ λέξις διὰ τῆς ὁποίας ἐχαρακτήρισε τὸ πρᾶγμα τοῦτο—.
§159ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δηλαδή;
§160Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγένετο δυνάμει.
§161ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι εἶχον τὴν δύναμιν.
§162Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ ἐγένετο δικαιώματι ἰσχύος.
§163ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀποβλεπούσης εἰς τὰ δικαιώματα.
§164Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ κατηγόρησε τὴν πρωίαν ὅτι ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῶν διεθνῶν συνθηκῶν ἐπηρεάζομαι ὑπὸ τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου. Θὰ συστήσω εἰς αὐτόν, ὅταν ἐπιλαμβάνηται ἱστορικῶν γεγονότων, νὰ μὴ μεταχειρίζηται μηδὲν ἐκ τῶν κριτηρίων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐν ταῖς κατ’ ἰδίαν σχέσεσι ταῖς ἐκτυλισσομέναις ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ τὴν αἰγίδα ἑνιαίου νόμου δύνανται ν’ ἀγάγωσιν εἰς χαρακτηρισμὸν αὐθαιρεσιῶν καὶ μὴ αὐθαιρεσιῶν. Βεβαίως ἡ ἱστορία δὲν στηρίζεται εἰς τοὺς τίτλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δικαιοῦσι τὴν ἔγερσιν ἀγωγῆς ἐνώπιον ἑνὸς δικαστηρίου. Καὶ δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι αὐθαίρετος ὑπῆρξεν ἡ ἐνέργεια τῶν Δυνάμεων, ἀλλ’ ὑπῆρξεν ἀνταλλαγὴ στάσεως ὡρισμένης τηρηθείσης ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος κατ’ ἐπιβολὴν τῶν Δυνάμεων, καθ’ ἥν, ἐνῷ ἐκαίετο ἡ Ἀνατολή, ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ τὸν δαυλὸν εἰς τὴν πυράν, καὶ τῇ ὑπεσχέθησαν ὅτι θὰ τῇ παράσχωσιν ἀντάλλαγμα. Αἱ Δυνάμεις λοιπὸν ἐνεργήσασαι ὡς ἐνήργησαν ἐπραγματοποίησαν ὑπόσχεσιν, ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον ἀναλάβει ὄχι μόνον ἐξ ἐπιβολῆς τοῦ πολιτισμοῦ ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν ἐπέβαλον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ τηρήσῃ. Ἐπέβαλον δὲ καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν τὸ ἀντάλλαγμα τῆς στάσεως τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἐκ τῆς ὁποίας οὐκ ὀλίγην ἤντλησεν ὠφέλειαν. Θὰ ἦτο εὐχάριστον, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέφευγε τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους κατ’ οὐδὲν συντελεῖ εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ τῶν ὑπὲρ τῆς ἑρμηνείας ἣν δίδει.
§165ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὑπάρχει φόβος μήπως ἐβαρύνθη ἡ Βουλὴ ν’ ἀκούῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἀλλὰ μίαν ἔτι στιγμήν, ἵνα πεισθῇ ὁ κ. Βουλευτής, ὅστις ἐσημείωσε τὰ ἄρθρα ἐφ’ ὧν ἔπρεπε νὰ προσέξῃ τις, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην ν’ ἀναγνώσῃ ταῦτα πρὸς ἡμᾶς, ἵνα σχηματίσωμεν κρείττονα γνώμην. Διὰ τοῦτο καὶ ἐπαναλαμβάνω αὐτὰ ὡς τὰ ἐσημείωσεν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ συμφέρον ὀθωμανικὸν ἦτο μᾶλλον, ὡς προκύπτει ἐκ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 24 Μαΐου, ὅτι δηλ. τὸ τελευταῖον ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ἀναγραφὲν ἐγένετο ἐκ συμφέροντος ὀθωμανικοῦ· καὶ ἐνῷ εἶχεν ἀνὰ χεῖρας προσηρτημένον τὸ παράρτημα τὸ περιέχον τὰς τουρκικὰς προτάσεις, αἱ δὲ τουρκικαὶ προτάσεις δὲν ἀποτελοῦσιν αὐτὸ τὸ κείμενον τῆς συνθήκης, δὲν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ τοῦ κόπου ν’ ἀναγνώσω ἐγὼ αὐτό. Ἰδοὺ αἱ προτάσεις αἱ τουρκικαί (ἀναγινώσκει)· «Οὐδεὶς κύριος (ἰδιοκτήτης) καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ὑπὸ οἱανδήποτε πρόφασιν θέλει ἐξαναγκασθῆ, ἔξω τῆς ἰδίας αὐτοῦ συναινέσεως, εἰς πωλήσεις πρὸς ὄφελος τῶν καλλιεργητῶν οὓς χρησιμοποιεῖ εἰς τὰς ἐργασίας τῶν ἀγροτικῶν αὐτοῦ κτημάτων (des cultivateurs qu’ il fait travailler dans ses fermes) ἢ πρὸς ὄφελος τρίτων, οὐδ’ εἰς παραχώρησιν πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς τούτους μείζονος ἢ ὅ,τι αὐτὸς θέλει μοίρας (d’ une part plus grande qu’ il ne le veut). Οὐδὲ θέλει ἀποστερηθῆ τῶν κτημάτων αὐτοῦ λόγῳ δημοσίας ὠφελείας πρὸ τῆς εἰς αὐτὸν καταβολῆς τοῦ τιμήματος τοῦ ἀκινήτου, συμφώνως τῷ νόμῳ». Ταῦτα προέτεινεν ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ τὸ κείμενον τὸ συνταχθὲν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων εἶναι ἐκεῖνο ὅπερ περιέχεται ἐν τῇ συνθήκῃ. Ἡ μὲν πρότασις τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ἐνταῦθα κατακεχωρισμένη (Annexe 1), περιλαμβάνει ταῦτα ἅτινα πρὸ μικροῦ ἀνέγνωσα· ἀλλὰ ταῦτα τὰ ἐν τῇ Annexe 1 δὲν εἶναι τὰ ἐν τῷ κειμένῳ τῆς συνθήκης διαλαμβανόμενα ἀκριβῶς ὡς εἴδομεν ὅτι περιέχονται ἐν τῇ συνθήκῃ, ἣν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει. Τὸ πρωτόκολλον δὲ τοῦτο, εἰς ὃ εἶναι παρηρτημένη ἡ Annexe, ἀποδεικνύει ὅτι χεῖρες εὐρωπαϊκαὶ ἐπεξειργάσθησαν τὰς προτάσεις τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως καὶ τελειότερον διασκευάσασαι συνηρμολόγησαν αὐτάς, ἀντιστρόφως, τὴν ὑστέραν πρὸς τὴν προτέραν, ἥτις νῦν μετερρυθμισμένη ἀποτελεῖ τὴν βʹ παράγραφον τοῦ ἄρθρου τῆς συνθήκης. Αὕτη ἐτροποποίησεν οὐσιωδῶς τὰ πράγματα καθ’ ὃν τρόπον βλέπομεν ἐνταῦθα αὐτὰ σήμερον κεκανονισμένα.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὁ κ. Φίλιος ἔχει τὸν λόγον, ἐκτὸς ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ἀναβληθῶσι διὰ τὴν μεθαύριον αἱ ἐπερωτήσεις.
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Θὰ ἦτο καλὸν ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τελέσεως σκοπευτικῶν ἀγώνων ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Τὰ Ἐλευθέρια». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον).
§169Α. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΤΛΕʹ νόμου τοῦ 1908 περὶ διδακτικῶν βιβλίων». Πρόκειται περὶ ἀναγκαίας τροποποιήσεως, ἵνα κατορθωθῇ ἐντὸς τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τοῦ ἔτους νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, διότι ἐπῆλθε βραδύτης τις περὶ τὴν ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεων τῶν κριτῶν τῶν διδακτικῶν βιβλίων, ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ ἁπλῆς τυπικῆς διατάξεως ἐφάπαξ, ἐπείγει δὲ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῆς, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτὴν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Ὑποβάλλω ἐπίσης σχέδιαν νόμου «περὶ ἀνεγέρσεως διδακτηρίων τῶν δημοτικῶν σχολείων», σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας», σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως», σχέδιον νόμου «περὶ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου», περιλαμβάνοντος διατάξεις ἐξ ὑποβεβλημένων ἤδη ὑπὸ τὴν μελέτην τῆς Βουλῆς νομοσχεδίων καὶ ἀποτελουσῶν ἓν ὀργανικὸν σύνολον. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἶναι ἤδη τετυπωμένα ἐκ τῶν προτέρων, θὰ διανεμηθῶσι δὲ πρὸς τοὺς κ. Βουλευτάς, τοὺς ὁποίους παρακαλῶ, ἀφοῦ μελετήσωσιν αὐτά, νὰ σχηματίσωσι τὰς ἰδέας καὶ ἀντιρρήσεις αὐτῶν, εἰ δυνατὸν δὲ τὸ Σάββατον τὸ ἐρχόμενον, κατὰ τὴν 10ην π.μ. ὥραν, συνερχόμενοι εἴς τινα αἴθουσαν τοῦ Βουλευτηρίου, νὰ συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτῶν, ν’ ἀκούσω τὰς γνώμας των, νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις μου, ὥστε νὰ διευκολυνθῇ ἡ συζήτησις, τοῦτο δ’ ἕνεκα τοῦ ἐπείγοντος τοῦ χρόνου, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ νὰ φθάσῃ εἰς ὁριστικὸν ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων τούτων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 205).
§170Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου «περὶ βιβλίου ἐγγραφῆς ἀνακοπῶν καὶ ἐφέσεων ἐνώπιον ποινικῶν δικαστηρίων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 206).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Γ. Ζωγράφος, Γ. Μπαλτατζῆς καὶ λοιποὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγγείου φορολογίας ἀροτριώντων κτηνῶν». Ὁ κ. Ἰ. Μπούμπουλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ ᾼΡΞΒʹ νόμου περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ὡς ἀντικατεστάθησαν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΥΔʹ. Ὁ κ. Χ. Βοζίκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς § 1 τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ͵ΓΦΚΕʹ (3525) περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος». Ὁ κ. Μ. Καβαλιεράτος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἀποξηράνσεως τῶν παρὰ τὴν πεδιάδα Σάμης ἑλῶν καὶ τελμάτων». Οἱ κ. Ἀ. Γαρουφαλλιᾶς, Γ. Φούφας καὶ λοιποὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συστάσεως ἰατροδικαστικῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῇ ἐν Ἀθήναις Εἰσαγγελίᾳ τῶν Πλημμελειοδικῶν». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 207–211)
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ διαθέσεως χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Ὠρεῶν πρὸς ἀποξήρανσιν ἑλῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ Γενικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909 ἐκ δραχ. 895,263.52». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§173ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἑπόμενον παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς τῶν ἐθνικῶν γαιῶν». (Γίνονται δεκτὰ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§175Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προσέξῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καθόσον, ἐὰν ψηφισθῇ ὅπως ἔχει, θέλουσι διαταραχθῆ αἱ σχέσεις μεταξὺ τῶν δηλωτῶν καὶ τοῦ Δημοσίου, καθόσον ἔχουσι δηλωθῆ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν καὶ θὰ ἐπέλθῃ ἀνατροπὴ τοῦ καθεστῶτος.
§176ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις θὰ γίνῃ.
§177Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως δὲν ὑπάρχει καθωρισμένη. Δὲν ἔχω λόγον νὰ ἐπιμείνω, ἀλλὰ τὸ ὑπέμνησα μόνον, διότι ἀσφαλῶς θὰ εὑρεθῶμεν εἰς δυσχερῆ θέσιν.
§178Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ προσέξῃ εἰς τὰ ὀλίγα τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω. Ἀφοῦ ἅπαξ ἀποφασίσῃ ἡ ἁρμοδία ἐπιτροπὴ ὅτι ὑπάγονται αἱ αἰτούμεναι γαῖαι εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν διανεμητέων διανέμονται. Παρέρχονται ἔτη πέντε, δέκα, δεκαπέντε, εἴκοσι καὶ ἔρχεται νέα ἐπιτροπὴ καὶ ἀποφαίνεται ὅτι αἱ γαῖαι αὗται αἱ ὁποῖαι καλλιεργοῦνται ἐπὶ εἰκοσαετίαν, αἱ γαῖαι αὗται εἰς τὰς ὁποίας ἔχει ὁ ἰδιοκτήτης δαπανήσει ἴσως περιουσίαν ὁλόκληρον ἐξαιροῦνται τῆς διανομῆς καὶ ἰδοὺ τὸ Δημόσιον ἐκδιώκει τὸν ἰδιοκτήτην, καταλαμβάνον ἐκ νέου τὰς γαίας ταύτας. Νομίζω ὅτι τὰ πράγματα μᾶς ἄγουσιν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁ λαβὼν ταύτας παρὰ τοῦ Δημοσίου κανονικῶς, ἀποδιωκόμενος δὲ μετὰ δεκαετίαν ἢ εἰκοσαετίαν παρ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Δημοσίου, ἄνευ ἀποζημιώσεως, νὰ μὴ θεωρήσῃ τὸ Δημόσιον ὡς φερόμενον λῃστρικῶς. Μὴ παραβλέπωμεν τὴν ἀντίληψιν ταύτην τοῦ πολίτου, ἥτις εἶναι ὀλεθρία εἰς τὴν ὁμαλὴν λειτουργίαν τῆς Πολιτείας.
§179Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ ἄρθρον 3 εἶναί τι ἐντελῶς ἔκτροπον, διότι ἀορίστως γαῖαι παραχωρηθεῖσαι μὲ ὅλην τὴν διαδικασίαν τῆς παραχωρήσεως ἐπανέρχονται πάλιν εἰς τὸ Δημόσιον. Καὶ τί; Τὸ χειρότερον ὅλων· ἐπ’ ἄπειρον ἤρτηται ἡ ἀναθεώρησις ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν γαῖαι παραχωρηθεῖσαι δοθῶσιν εἰς ὑποθήκην, δοθῶσιν ὡς προικῷα, εἴτε πωληθῶσι, τί θὰ γίνῃ;
§180ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θέλετε νὰ θέσωμεν προθεσμίαν;
§181Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Βεβαίως.
§182ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νὰ εἴπωμεν «ν’ ἀναθεωρήσῃ ἐντὸς τριετίας».
§183Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐντὸς πενταετίας.
§184ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
§185Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἔστω. Διότι τὸ ἐπ’ ἄπειρον εἶναί τι τερατῶδες.
§186ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τερατῶδες δὲν εἶναι. Δίκαιον εἶναι. Ἀλλ’ ἰδοὺ ὅτι γίνομαι εὐάρεστος εἰς ὑμᾶς δεχόμενος τριετίαν.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§188ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν, κύριε Πρόεδρε, τὸ τροποποιημένον νομοσχέδιον μετὰ τῆς προσθήκης;
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὡς ἐτροποποιήθη ὑφ’ ὑμῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ 7). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§190ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε, νὰ γένηται ἡ ἑξῆς προσθήκη· «Μετὰ τὸν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον καθορισμὸν τῶν παγίων δόσεων καὶ τὴν βεβαίωσιν τῆς πρώτης ἐξ αὐτῶν ἐπιτρέπεται ἡ προκαταβολὴ τῶν ὑπολειπομένων πρὸς ἀποπληρωμὴν τοῦ τιμήματος ἐπὶ ἐκπτώσει 10 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἀπὸ τοῦ ὑπολοίπου τιμήματος προκειμένου περὶ φυτειῶν καὶ 15 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν προκειμένου περὶ γαιῶν». Ὅστις προσφέρει τὸ ὑπόλοιπον τίμημα κερδίζει 10%.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§192ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ κ. Στεφανίδης ὑπέβαλε τροπολογίαν μετὰ τὴν αʹ παράγραφον ἀναγομένην εἰς τὸν οἰνοποιητικὸν σταθμὸν τῆς Καρυστίας, τὴν ὁποίαν ἀποδέχομαι, διότι εἶναι δικαία.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη...
§194Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Τί ἔγινεν ἡ τροπολογία, κύριε Πρόεδρε; Ν’ ἀναγνωσθῇ, παρακαλῶ.
§195Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ἂν θέλητε ν’ ἀκούσητε, κύριε συνάδελφε, μίαν ἀνάπτυξιν.
§196Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ὄχι. Ἀναγνώσατέ την, κύριε Πρόεδρε.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία· «Μετὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ ἄρθρου 9 προστίθεται· «Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαθέσεως τῶν διὰ τοῦ νόμου ͵ΒΡΟΒʹ τοῦ ἔτους 1893 περὶ συστάσεως οἰνοποιητικοῦ σταθμοῦ ἐν Κύμῃ προορισθεισῶν διὰ τὴν συντήρησίν του ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ τιμήματος αὐτῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τούτου· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς γνωμοδοτήσεως ταύτης διὰ Β. Διατάγματος ἐκδιδομένου, προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κανονισθήσονται ἥ τε διάθεσις τῶν κτημάτων τούτων καὶ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ τιμήματος αὐτῶν».
§198Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§199Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ νὰ συμπεριλάβῃ συμπλήρωσιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ καθ’ ἣν νὰ ἐπιτρέπηται ἡ διάθεσις τῶν ἐκκλησιαστικῶν γαιῶν καὶ πρὸ παντὸς διαλελυμένων Μονῶν, ἡ ὕπαρξις τῶν ὁποίων κεῖται ἐντὸς περιφερείας τοιούτων Μονῶν, διότι ὑπάρχουσιν εἰς πολλὰ μέρη κτήματα ἐκκλησιαστικὰ διαλελυμένων Μονῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστα.
§200ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐννοῶ τὴν πρότασιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπεριληφθῇ. Ἂν τοῦτο γίνῃ ἀντικείμενον διατάξεως, θέλομεν φέρει ἰδιαίτερον νομοσχέδιον.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν».
§202ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπὶ τούτου, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουσι τροπολογίαι τοῦ κ. Βουλευτοῦ Εὐρυτανίας, ὧν τινας ἀπεδέχθην, καὶ ἐφ’ ὅσον γίνεται λόγος κατὰ τὰ ἄρθρα θέλω προτείνει ταύτας.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§204ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς 8%.
§205Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε 7½%.
§206ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον, ἀλλὰ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν εἶπον ὅτι εἶναι σφαλερὰ ἡ τοιαύτη δήλωσις.
§207Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τότε πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ δημοτικὸς εἰς 2%.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὑπάρχει τροπολογία πολλῶν Βουλευτῶν ἔχουσα οὕτως· «Ἐπιβάλλεται ἔγγειος φόρος ἐπὶ τῶν κοινοτικῶν καὶ τῶν ἰδιωτικῶν βοσκησίμων γαιῶν ὁριζόμενος εἰς 7% ἐπὶ τῶν ἐνοικίων αὐτῶν».
§209ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὀκτώ, ὀκτώ, ὀκτὼ τοῖς ἑκατόν.
§210Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δημοτικόν, κύριε Πρόεδρε.
§211ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅταν φθάσωμεν εἰς τὸ δημοτικόν, βλέπομεν.
§212Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει διάταξιν χωριστήν.
§213ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ ὁμιλήσει ἐπ’ αὐτοῦ καὶ ἔχω παρατηρήσει ὅτι εἶναι δῆμοι οἱ ὁποῖοι πληρώνουσι 4%.
§214Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ εἴμεθα.
§216Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ἄλλοτε παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ποιήσηται τὴν διάκρισιν ἐπὶ τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 1, καθόσον ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τὸ ἑξῆς· πρόκειται περὶ τῶν γαιῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος θέλουσι μένει ἀκαλλιέργητοι καὶ ἐπὶ τούτων ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία ἢ καὶ ἐπὶ τῶν γαιῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι καλλιεργούμεναι εἴτε διὰ πρωίμων καρπῶν εἴτε δι’ ὀψίμων συμπίπτει εἰς τινας μῆνας τοῦ ἔτους νὰ μένωσιν ἀκαλλιέργητοι;
§217ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Περὶ πάσης γῆς καλλιεργουμένης, ἥτις ἐν ὥρᾳ μὴ καλλιεργείας παραχωρεῖται πρὸς βοσκὴν ζῴων, «καλαμιά».
§218Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι δίκαιον, κύριε Πρόεδρε, διότι ἀποδίδεται ὁ φόρος εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ὁδοῦ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἢ ἄλλης τινὸς φορολογίας, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβάλῃ ἡ Κυβέρνησις. Καλλιεργεῖται ὁ ἀγρός, θερίζεται ὁ σῖτος καὶ ἀπομένει ἀκαλλιέργητος διά τινας μῆνας, δύο ἕως τρεῖς. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἄδικος ὁ φόρος αὐτὸς ἐπ’ ἐκείνων τῶν γαιῶν αἱ ὁποῖαι καλλιεργούμεναι παραμένουσι διά τινας μῆνας χέρσοι.
§219ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κερδίζω ἐκ τῶν γαιῶν. Ἡ πρόσοδος θὰ φορολογηθῇ.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§221Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ νὰ διαγραφῶσιν ἀπὸ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου αἱ λέξεις «ζῷα ἐν γένει», καὶ ἀντ’ αὐτῶν νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «γεωργικὰ ζῷα». Ἐπίσης ἡ λέξις «προωρισμένη» ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῶν λέξεων «προσδιοριζομένην ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου».
§222ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ πρῶτον εἶναι, νομίζω, ἐπιβλαβὲς δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ εὐχαριστῶνται νὰ τρέφωσι γεωργικὰ ζῷα. Πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὸ γενικόν. Ὡς πρὸς δὲ τὴν προσθήκην τῶν λέξεων «προσδιοριζομένην ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου» θὰ ἦτο λίαν ἀφελὲς τὸ Δημόσιον, ἂν τοῦτο ἔπραττεν. Ἀρκεῖ ὅτι διεγράψαμεν τὴν κατὰ προσέγγισιν περιγραφήν.
§223Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρακαλῶ. Ὁ λόγος εἶναι ὁ ἑξῆς. Σήμερον οἱ ἰδιοκτῆται χωρίζουσιν ἑκάστοτε ἔκτασιν ἐντὸς τῆς ὁποίας βόσκουσι τὰ ζῷα τῶν κολληγῶν. Περὶ αὐτῶν πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, τὰ ὁποῖα δὲν πληρώνουσι φόρον καὶ τὰ ὁποῖα δὲν φορολογοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§224ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ βʹ παράγραφος λέγει· «Δὲν ὑπολογίζονται πρὸς ὁρισμὸν τῆς φορολογητέας ἀξίας τῆς χορτονομῆς αʹ) τὰ βόσκοντα γεωργικὰ ζῷα τοῦ ἰδιοκτήτου τῆς βοσκῆς, ὡς καὶ τὰ εἰς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς ἀγροτικῶν κτημάτων (τσιφλικίων) ἀνήκοντα ζῷα ἐν γένει τὰ βόσκοντα εἰς τὴν ἐπὶ τούτῳ προωρισμένην περιφέρειαν τοῦ κτήματος, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν καταβάλληται ὁπωσδήποτε μίσθωμα πρὸς τοῦτο». Δικαιοτέρα διάταξις δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ.
§225Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ σᾶς εἴπω τί συμβαίνει.
§226Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄφησέ το τώρα!
§227Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μὲ τὸ «ἄφησέ το τώρα» δὲν δύναται νὰ γίνῃ τίποτε. Πρόκειται νὰ καθιερωθῇ ἀρχὴ ἡ ὁποία εἶναι δικαία, ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ὁρίζῃ ὡρισμένην ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν νὰ ὑποδεικνύωσιν οἱ κολλῆγαι νὰ βόσκωσι τὰ ζῷά των.
§228ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐννοεῖ τοῦτο.
§229Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τί ἐννοεῖ, ὅταν λέγητε ὅτι τὰ βόσκοντα ζῷα τοῦ κολλήγου δικαιοῦνται;
§230ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν παρέχομεν δικαίωμα ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει δικαίωμα.
§231Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Διατί;
§232ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι δὲν εἶναι δυνατόν. Δὲν ὁρίζομεν ὅτι ὑπάρχει δικαίωμα νὰ βόσκωσιν, ἀλλά, ἂν ὑπάρχῃ δικαίωμα, διατί νὰ μὴ δώσωσιν;
§233Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ διατί νὰ μὴ δεχθῆτε τὰς λέξεις «προσδιοριζομένην ὑπὸ τοῦ ἰδιοκτήτου»;
§234ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς δεχθῶ. Διότι εἰς οὐδένα φορολογικὸν νόμον προσδιορίζονται τὰ πράγματα οὕτως.
§235Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ εἰσπράξητε φόρον ἀπ’ αὐτὰ τὰ ζῷα.
§236Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἔχω μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Δὲν ἐννοῶ διατί ἡ εὔνοια πρὸς τὰς αἶγας, αἱ ὁποῖαι καταβάλλουσι τὸ τρίτον μόνον, ἐνῷ ἀπεναντίας δὲν ἔπρεπεν.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει)· «Ἐντὸς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου ἑκάστου ἔτους ὀφείλει πᾶς ἰδιοκτήτης, κάτοχος, καρπωτής, διαχειριστὴς ἢ ἐνοικιαστὴς ἰδιωτικῶν ἢ κοινοτικῶν βοσκησίμων γαιῶν, χειμερινῶν ἢ θερινῶν, νὰ παραδίδῃ εἰς τὸν δήμαρχον τῆς περιφερείας ἐν ᾗ κεῖνται αἱ γαῖαι δήλωσιν εἰς διπλοῦν, ἐμφαίνουσαν τὸ ὄνομα καὶ τὴν κατοικίαν αὐτοῦ, τὴν περιφέρειαν τοῦ χωρίου καὶ τὴν θέσιν ἐν ᾗ κεῖνται αἱ βοσκαί, τὴν ἔκτασιν εἰς στρέμματα κατὰ προσέγγισιν, τὰ ὅρια καὶ τὸ εἶδος αὐτῶν (χειμερινῶν ἢ θερινῶν), τὰ ὀνόματα τῶν κτηνοτρόφων εἰς οὓς ἐξεμίσθωσαν αὐτάς, τὸ ἐνοίκιον τῆς μισθώσεως καὶ τὴν διάρκειαν αὐτῆς, τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν χρονολογίαν τοῦ συμβολαίου ἐνοικιάσεως καὶ τὸ ὄνομα τοῦ συμβολαιογράφου. Οἱ μὴ ἐνοικιάσαντες τὰς βοσκὰς πρὸς τρίτους ὀφείλουσι νὰ δηλώσωσι προσέτι τό τε εἶδος καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἰδίων ζώων, ἅτινα νέμονται αὐτάς. Ὁμοίαν δήλωσιν ὀφείλουσι νὰ ἐπιδίδωσι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ καλλιεργουμένων ἢ καλλιεργησίμων γαιῶν, ἐφ’ ὅσον διαθέτουσι ταύτας ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει εἰς βοσκήν. Τὴν αὐτὴν δ’ ὑποχρέωσιν ὑπέχουσι καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ ἀγροτικῶν κτημάτων διὰ τὰς ἐν αὐτοῖς βοσκάς. Ὡσαύτως οἱ ἐνοικιασταὶ βοσκησίμων γαιῶν ἐν γένει ὑποχρεοῦνται εἰς δήλωσιν καὶ πληρωμὴν τοῦ ἀναλογοῦντος φόρου ἐπὶ τῆς ἐπὶ πλέον διαφορᾶς ἐν περιπτώσει ὑπεκμισθώσεως ἐπὶ ἀνωτέρῳ ἐνοικίῳ. Οἱ ἐνοικιασταὶ δ’ ἐν γένει γαιῶν φορολογουμένων κατὰ τὸν παρόντα νόμον εὐθύνονται ἀλληλεγγύως μετὰ τοῦ κυρίου ἢ κατόχου αὐτῶν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου, οἱασδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐν τῷ φορολογικῷ καταλόγῳ. Διὰ τὰς μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ παρόντος ἄρθρου ὁριζομένης προθεσμίας μισθωθείσας βοσκησίμους γαίας ἐπιτρέπεται ἡ εἰς τὸν ἁρμόδιον οἰκ. ἔφορον ἐπίδοσις τῆς δηλώσεως, ἐφ’ ὅσον ἀποδεικνύεται διὰ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου ὅτι ἡ μίσθωσις ἐγένετο μεταγενεστέρως καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ δήλωσις ἐπιδίδεται ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς συντάξεως αὐτοῦ, δὲν ἐγένετο δὲ τῷ δηλοῦντι ἐπίδοσις προσκλήσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 9 ἢ ἀποσπάσματος τοῦ καταλόγου κατὰ τὸ ἄρθρον 10».
§238ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὡς ἐδήλωσα καὶ προχθές, διαγράφεται ἐν τῷ ἑβδόμῳ στίχῳ ἡ φράσις «τὴν ἔκτασιν εἰς στρέμματα κατὰ προσέγγισιν, τὰ ὅρια καὶ τὸ εἶδος αὐτῶν». Καὶ θὰ μείνῃ τὸ «ἐν ᾗ κεῖνται αἱ βοσκαί», Ἔπειτα ἐκεῖ ὅπου λέγεται «καὶ τὴν χρονολογίαν τοῦ συμβολαίου» προτείνω νὰ τεθῇ «καὶ τὴν χρονολογίαν τοῦ ὑπάρχοντος συμβολαίου».
§239Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ δεχθῇ ἀντὶ τοῦ «ἐντὸς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου» νὰ τεθῇ «ἐντὸς τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου».
§240ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατί;
§241Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ κτηνοτρόφοι οἱ ὁποῖοι παραθερίζουσιν εἰς τὰς θερινὰς βοσκὰς μόνον κατὰ τὰ μέσα Σεπτεμβρίου ἔρχονται, δι’ αὐτὸ αἱ δηλώσεις πρέπει νὰ γίνωνται ἐντὸς τοῦ Δεκεμβρίου».
§242ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ πρὸς εὐκολίαν τὸ ἑξῆς· «ἐντὸς τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου καὶ μέχρι 15 Δεκεμβρίου».
§243Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς τρίτης παραγράφου.
§244ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶπον ὅτι θὰ τεθῇ ἡ φράσις «διαρκούσης τῆς ἐνοικιάσεως».
§245Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἔχετε ἐνοικιαστὴν ὁ ὁποῖος δὲν πληρώνει τὸν ἰδιοκτήτην· νομίζετε ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἰδιοκτήτης νὰ πληρώνῃ τοὺς φόρους;
§246ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὸν ἐνοικιαστὴν ὑπὸ τὰς χεῖράς του. Αἱ πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἀλληλεγγύης δυνάμεθα νὰ περιορίσωμεν εἰς τὸ ἐλάχιστον τὴν δήλωσιν καὶ πληρωμὴν ἐντὸς τοῦ χρόνου τῆς ἐνοικιάσεως καὶ ἐξασφαλίζεται οὕτως ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου. Χάρις εἰς τὸν κρατοῦντα τοιοῦτον χωρισμὸν ἐνοικιαστῶν καὶ κυρίων ἀπόλλυται μέγα μέρος τῶν εἰσπράξεων· τὸ νομοσχέδιον δὲ τοῦτο ζητεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων.
§247Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν φόρον τῶν βοσκησίμων γαιῶν πληρώνει ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀφ’ ἧς πληρώνει ὁ ἰδιοκτήτης δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ θέλητε καὶ τὸν ἐνοικιαστὴν συνυπεύθυνον μὲ τὸν ἰδιοκτήτην. Αὐτὸ εἶναι ἐξωφρενικόν.
§248ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι ὑπηρεσιακόν.
§249Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία δὲν ἔχει ἰδέαν περὶ τῶν τοιούτων.
§250Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὸν κ. Γεροκωττόπουλον. Δὲν εἶναι δίκαιον ὁ ἰδιοκτήτης νὰ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ παράλειψιν καὶ παράβασιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Ἡμεῖς ἐνοικιάζομεν τὰ κτήματα διὰ νὰ τὰ καλλιεργῶσιν, ἐὰν δ’ αὐτοὶ παρὰ τὴν θέλησιν τῶν ἰδιοκτητῶν τὰ ἐνοικιάζωσιν εἰς βοσκὰς δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἴμεθα ὑπεύθυνοι, ἐὰν δὲ δὲν ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις των τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνουσιν αὐτοὶ προσωπικῶς δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὑπεύθυνοι. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης πρέπει ν’ ἀπαλλαγῇ τοῦ συνυπευθύνου.
§251ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δύναμαι εἰς τοῦτο νὰ ὑποχωρήσω. Ἀντὶ τῆς φράσεως «Οἱ ἐνοικιασταὶ δὲ ἐν γένει γαιῶν» νὰ τεθῇ «Οἱ ἐνοικιασταὶ βοσκησίμων γαιῶν». Τοῦτο δύναμαι νὰ πράξω.
§252Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μεριμνᾷ περὶ τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν, ποσῶς δὲ δὲν μεριμνᾷ καὶ περὶ τῶν ἰδιοκτητῶν.
§253ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Προκειμένου περὶ λιβαδίων δὲν ἀδικοῦμεν τὸν ἰδιοκτήτην, διότι δὲν ὑπάρχει πλουσιώτερον κτῆμα ἄλλο παρὰ τὸ λιβάδιον οὐδὲ πλέον ἀνέξοδον. Ἀφήσατε νὰ φορολογήσωμεν τὸ λιβάδιον. Προκειμένου δὲ περὶ καλλιεργησίμων γαιῶν, ἃς νέμονται τὰ ζῷα, δέχομαι τὴν τροπολογίαν. Λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ἐν τῇ τετάρτῃ παραγράφῳ ἀντὶ τῆς φράσεως «Οἱ ἐνοικιασταὶ δὲ ἐν γένει γαιῶν» νὰ τεθῇ «Οἱ ἐνοικιασταὶ βοσκησίμων γαιῶν».
§254Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ πεισθῇ καὶ δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἐδαφίου αὐτοῦ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἑξῆς περίπτωσιν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ φόρος θὰ καταστῇ ἀπαιτητὸς τὸν Μάϊον ἢ τὸν Ἰούνιον, ἡ δὲ μίσθωσις λήγει τῇ 24 Ἀπριλίου. Μεταβαίνει ὁ ἰδιοκτήτης καὶ λέγει εἰς τὸν ἐνοικιαστήν· «δῶσέ μου τὸ μίσθωμα, διότι ἔληξεν ἡ προθεσμία». Ὁ ἐνοικιαστὴς τῇ 24 Ἀπριλίου ἀπέρχεται καὶ δὲν πληρώνει τὸ μίσθωμα. Ἐὰν μείνῃ ἡ διάταξις ὡς ἔχει, ὅταν ὁ φόρος καταστῇ ἀπαιτητός, τὸ Δημόσιον θὰ πιάσῃ τὸν ἰδιοκτήτην διὰ τὸν φόρον καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἰδιοκτήτης θὰ πληρώνῃ δὶς τὸν φόρον.
§255Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμπέρασμά σας εἶναι νὰ πληρώνῃ ὁ ἰδιοκτήτης τὸν φόρον.
§256Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μάλιστα.
§257ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἰς τὸ προηγούμενον ζήτημα ὑπεχώρησα, ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν ὑποχωρῶ.
§258Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Καὶ ἑπομένως ὁ ἰδιοκτήτης θὰ πληρώνῃ δὶς τὸν φόρον.
§259Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μεθ’ ὅλην τὴν ὑπόληψιν καὶ μεθ’ ὅλην τὴν ἀντιπάθειαν, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει πρὸς τὰς βοσκησίμους γαίας...
§260Σ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τουναντίον ἔχω συμπάθειαν, θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ ἔχω τοιαύτην οἵαν ἔχετε καὶ ὑμεῖς.
§261Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. .. Μεθ’ ὅλην λοιπὸν τὴν ἀντιπάθειαν νομίζω ὅτι δὲν θέλει ἐπιμείνει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ἐγκαταλείπει εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐνοικιαστῶν τὸν ἰδιοκτήτην, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ μισθώματος. Ἡ πληρωμὴ γίνεται εἰς διαφόρους δόσεις ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τοῦ Νοεμβρίου καὶ ὁ ποιμὴν θ’ ἀρνηθῇ νὰ πληρώσῃ τὸ ἐνοίκιον. Ἐὰν θέλητε νὰ μεταβάλλητε εἰς ἐπιθεωρητὴν τὸν ποιμένα, ἄλλο ζήτημα, νομίζω ὅμως ὅτι δὲν ἐξασφαλίζετε τίποτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸν φόρον ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν τῶν ἐνοικιαζομένων πληρώνει τώρα καὶ πάντοτε ὁ ἰδιοκτήτης.
§262ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πολὺ συχνὰ ἐμφανίζεται ἡ περίστασις ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς συμπεριλαμβάνεται εἰς τὰς γαίας τὰς ἰδιοκτήτους μὴ εἰδοποιῶν τὸν ἰδιοκτήτην. Ἐν τούτοις ὁ ἰδιοκτήτης πληρώνει.
§263Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νὰ καθαρίσητε αὐτό.
§264ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καθαρισθῇ.
§265Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ καθαρισθῇ, διότι ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι ὁ ὑπεύθυνος καὶ αὐτὸς καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξασφαλίζει τὸ Δημόσιον.
§266ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι αὐτή. Κατ’ αὐτὴν τὴν ὥραν δὲν δύναμαι νὰ φέρω μεταβολάς.
§267Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑποχρεοῦνται καὶ ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ κάμωσι δήλωσιν καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ γίνωσι δύο δηλώσεις, δὲν εἶναι δὲ δύσκολον ἡ ἀρχὴ νὰ ἐγγράψῃ καὶ τοὺς δύο ἐν τῷ καταλόγῳ, διὰ νὰ εἶναι ὑπόχρεοι καὶ οἱ δύο εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου. Καλὸν εἶναι νὰ ὑποχρεῶνται εἰς τὴν πληρωμὴν ἢ ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος, ἢ τοὐλάχιστον νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἐνοικιαστής.
§268ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅταν πληρωθῇ δὶς ὁ φόρος, βεβαίως θὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὸν ἕνα, καθημερινῶς δὲ τὸ Ὑπουργεῖον κάμνει τοιαύτας ἐπιστροφάς.
§269Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι ἢ ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος νὰ πληρώνῃ.
§270ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Δεῖ δὴ χρημάτων.
§271Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένει εἰς τὸ ἐδάφιον τῆς διατάξεως ταύτης, διότι αἱ διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιελήφθησαν τόσον αὐστηραί, ὥστε ἐξασφαλίζεται πλέον ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων. Ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς φρονῇ ὅτι ὑπάρχει ἀτέλειά τις εἰς τὰς διατάξεις ἐν τῇ αὐστηρότητι αὐτῶν πρὸς ἐξασφάλισιν πλήρη τοῦ φόρου τῶν βοσκησίμων γαιῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ συμπληρώσῃ ταύτας. Ἀλλὰ τὸ νὰ καθιστᾷ διὰ τοῦ ἐδαφίου τούτου συνυπευθύνους τοὺς ἐνοικιαστὰς νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι περίεργον, ἀντίκειται δὲ εἰς τὴν φυσικότητα τοῦ πράγματος. Ἐκτὸς τούτου καθιστᾷ δυσχερῆ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὡς ἐπίσης καθιστᾷ δυσχερεῖς τὰς ἐνοικιάσεις. Δι’ αὐτὸ ἐπιθυμῶ νὰ σκεφθῇ ὀλίγον περισσότερον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου τούτου, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ προσερχόμενος καὶ διαπραγματευόμενος τὴν ἐνοικίασιν κτήματός τινος ἀποβλέπει εἰς τὴν πληρωμήν, τῆς ὁποίας τὴν ὑποχρέωσιν θ’ ἀναλάβῃ εἰς τὸ ζήτημα τῆς βοσκῆς. Ὅταν λοιπὸν καθιστᾶτε ὑπόχρεον τὸν ἐνοικιαστὴν καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου εἰς ποίας σκέψεις ἆρά γε θὰ προβῇ; Ἀλλ’ ἐρωτῶ ἐνταῦθα· ἂν γίνῃ συμπαιγνία, ἂν ἔχητε συνυπεύθυνον τὸν ἐνοικιαστὴν τῶν ἰδιωτικῶν γαιῶν καὶ τὸν ἰδιοκτήτην, ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν τὴν περίστασιν καθ’ ἣν ἤθελε δυστροπεῖ ὁ ἰδιοκτήτης εἰς τὴν πληρωμὴν ἢ ἤθελεν εἶναι μᾶλλον φερέγγυος ὁ ἐνοικιαστής; Δὲν θέλουσι στραφῆ αἱ ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως Ἀρχαὶ κατὰ τοῦ μᾶλλον φερεγγύου, κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, καὶ τότε τίνα ἀσφάλειαν ἔχει ὁ ἐνοικιαστὴς εἰς τὴν πληρωμὴν φόρου διὰ τὸν ὁποῖον κατὰ τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ὑπόχρεος; Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἂς θέσῃ δὲ οἱανδήποτε διάταξιν πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς εἰσπράξεως ἐκ μέρους τῶν ἰδιοκτητῶν. Διότι εἶναι καὶ ἡ ἄλλη ὄψις τοῦ ζητήματος, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν κατοικοῦσι κἂν ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν κτημάτων, ἀλλ’ εἶναι εἰς μακρὰς ἀποστάσεις ἀπ’ αὐτῶν καὶ ὅταν θὰ βλέπωσιν οὗτοι τοὺς κινδύνους διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου ἐννοεῖτε εἰς ποίας δυσχερείας θὰ εὑρίσκωνται οἱ ἰδιοκτῆται, ὅπως κατορθώσωσι τὴν ἐνοικίασιν. Δὲν ἐννοῶ διατί ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει νὰ καταστήσῃ συνυπεύθυνον καὶ τὸν ἐνοικιαστήν.
§272ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ ἐνοικιαστὴς εἶναι πρόχειρος, τὸν ἔχει ἐνώπιόν της ἡ Ἀρχή, ἐνῷ ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι μακρὰν καὶ πολλάκις ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, δι’ αὐτὸ παραλαμβάνει τὸν πρόχειρον.
§273Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸν παραλάβῃ.
§274ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διότι ἀντιπροσωπεύει τὸν ἰδιοκτήτην, εἶναι ὑπόχρεος ὁ ἐνοικιαστής· εἶναι πληρωτὴς ὁ ἐνοικιαστής.
§275Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγὼ δίδω πλήρη ἐκτίμησιν εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ καταστήσητε ὑπόχρεον τὸν ἐνοικιαστήν, ὁ ὁποῖος τότε θὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ ἐνοικίου.
§276ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εὐθὺς ὡς ἔχει τοῦτο πρὸ ὀφθαλμῶν ὁ ἐνοικιαστὴς θὰ φροντίσῃ νὰ κανονίσῃ τὰς ὑποθέσεις του καὶ τότε θὰ γίνῃ τοῦτο, ὅτι θὰ συμφωνήσωσι νὰ πληρώνῃ τὸν φόρον ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ νὰ τὸν ἐκπίπτῃ ἀπὸ τοῦ ἐνοικίου.
§277Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὅτι κατηργήθη ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζῴων καὶ ἐτέθη ἐπὶ τῶν σφαζομένων ζῴων καὶ τοῦτο ἕνεκα τῶν μεγάλων καταπιέσεων τῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας. Τὴν σήμερον νομίζω ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἐπαναφέρωμεν τὰς καταπιέσεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι κατηργήθησαν καὶ νὰ παραδίδωμεν τοὺς ποιμένας εἰς τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τοῦτο πρόοδος.
§278Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι, διὰ νὰ συμβιβασθῶσι τὰ διεστῶτα καὶ διὰ νὰ προσπορισθῇ τὸ Δημόσιον τὴν ἀσφάλειαν τὴν ὁποίαν ζητεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο καλὸν ὅπως, ἀντὶ τῆς ἀλληλεγγύης τοῦ ἐνοικιαστοῦ, τεθῇ ὅτι τὰ ζῷα τὰ βόσκοντα εἶναι ὑπέγγυα διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου.
§279ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ν’ ἀρχίσωμεν κατάσχεσιν ζώων εἶναι φοβερὰ πίεσις αὐτή.
§280Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Προφανῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν λύει τὴν ἑξῆς περίπτωσιν, ἡ ὁποία θὰ συμβαίνῃ τακτικῶς. Προηγουμένως μᾶς εἶπεν ὅτι τὸν ἐνοικιαστὴν ἔχει εἰς χεῖράς του τὸ Δημόσιον καὶ δύναται, ὁπόταν θελήσῃ, νὰ εἰσπράξῃ τὸν φόρον. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, διότι τὸν φόρον τοῦτον δὲν δικαιοῦται τὸ Δημόσιον νὰ ζητῇ πρὸ τῆς παρόδου τοῦ Μαΐου ἢ Ἰουνίου, γνωστοῦ δ’ ὄντος ὅτι οἱ ποιμένες φεύγουσιν εἰς ἄγνωστον τόπον ἀπὸ τῆς 29 Ἀπριλίου, ἂν ἐκπέσωσιν οὗτοι τὸν φόρον ἀπὸ τοῦ ἐνοικίου, θὰ καταντήσῃ νὰ τὸν πληρώσῃ πάλιν ὁ ἰδιοκτήτης. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις, ἡ ὁποία οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἐξασφαλίζει πλειότερον τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι θὰ παραμένῃ ὁ ἰδιοκτήτης ὑπόχρεος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ κτῆμα καὶ τὸν ἐνδιαφέρει νὰ πληρώνῃ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «ἐνοικιαστής».
§281Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλως τε θὰ συμβῇ καὶ τὸ ἑξῆς ἄτοπον· ὁ ἰδιοκτήτης σὺν τῇ δηλώσει θὰ πληρώσῃ τὸ τέταρτον· ὅταν ἡ Ἀρχὴ στραφῇ κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ, θὰ πληρώσῃ οὗτος τὸ ὅλον.
§282ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Θὰ εἶναι γνωστὸν τοῦτο.
§283Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔχωμεν ἄλλον φόρον τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ ἄλλον τοῦ ἐνοικιαστοῦ.
§284Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Νὰ μὴ χωρῇ ἀγωγὴ κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ διὰ τὸ ἐνοίκιον, ἂν δὲν πληρώσῃ τὸν φόρον. Τοιουτοτρόπως θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώνῃ τὸν φόρον.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον....
§286Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τί «παραδεχόμενοι», κύριε Πρόεδρε;
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί θὰ γίνῃ;
§288Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ προκαλέσωμεν ψηφοφορίαν. Πρέπει νὰ πεισθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον ἐπιμένων καὶ ὅτι ἡ εἰσήγησις τῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι εἰλικρινής.
§289ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ εἰλικρίνεια ὑπάρχει βεβαίως· δυνατὸν ἡ ὑπηρεσία νὰ πλανᾶται. Ἐγὼ ὅμως κατόπιν τῆς εἰσηγήσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐχούσης πεῖραν ἐπὶ τῶν πραγμάτων δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅπως ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις.
§290Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ πεισθῆτε. Ὁ συνάδελφος ὑμῶν κ. Μαυρομμάτης ἔχει παρὰ τὰς Ἀθήνας ἔκτασίν τινα βοσκησίμων γαιῶν, τὴν ὁποίαν μισθώνω ἐγὼ ὁ ἐνοικιαστὴς καὶ διατρέφω τὸ ποίμνιόν μου ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς 23 Ἀπριλίου ἀντὶ μισθώματος 10,000 δραχ., τὸ ὁποῖον θὰ συνεπιφέρῃ φόρον 1000 δραχμῶν. Ἂν παραδεχθῶμεν τὴν διάταξιν δι’ ἣν ὑμεῖς ἐπιμένετε, θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς. Ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ κ. Μαυρομμάτης νὰ μοῦ ζητήσῃ τὸ μίσθωμα κατὰ τὴν 23 Ἀπριλίου, θὰ τῷ εἴπω· Κύριε Μαυρομμάτη, θὰ σοῦ κρατήσω 1000, δρ. διὰ νὰ πληρώσω τὸν φόρον, καὶ θὰ τὸν ἐξαναγκάσω νὰ δεχθῇ νὰ λάβῃ τὰς 9.000 δρ., τὰς δὲ 1000 θὰ κρατήσω ἐγώ, διὰ νὰ πληρώσω τὸν φόρον, ἀλλ’ ὁ φόρος θὰ κατασταθῇ ἀπαιτητὸς κατὰ μῆνα Ἰούνιον, ὅτε ἔχει τὸ Δημόσιον τὸ δικαίωμα νὰ μὲ καλέσῃ ὡς ἐνοικιαστὴν ἵνα πληρώσω τὸν φόρον. Ἐγὼ κατὰ μῆνα Ἰούνιον θὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὰ Ἄγραφα, ὅπου οὔτε τὸ Δημόσιον θὰ γνωρίζῃ πῶς μὲ λέγουσιν οὔτε τίς εἶμαι καὶ κατὰ συνέπειαν, ἂν μείνῃ ἡ διάταξις, θὰ πιάσουν τὸν κ. Μαυρομμάτην νὰ πληρώσῃ ἄλλας χιλίας καὶ ἀντὶ νὰ λάβῃ 10,000 θὰ λάβῃ 8,000 ἀπὸ τὸ μίσθιον κτῆμα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι εἰλικρινὴς ἡ εἰσήγησις τῆς ὑπηρεσίας;
§291Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀνθρώπων, κ. Πρόεδρε, τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν, διὰ τοὺς ὁποίους ἐνδιαφερόμεθα, καὶ γνωρίζομεν πάσας τὰς περιπτώσεις τὰς ἐμφανισθησομένας.
§292ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς διατάξεως. Ἀνωτέρω ἡ τροποποίησις τοῦ ἄρθρου γίνεται, ἀντὶ «μέχρι 15 Δεκεμβρίου», «μέχρι 10 Δεκεμβρίου», ἵνα ἔχωμεν προθεσμίαν ὑπόλοιπον διὰ τὰ μετέπειτα.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 4 καὶ 5). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται)·
§294ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα, ἀντὶ «μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου», νὰ σημειωθῇ «μέχρι τῆς 20 Δεκεμβρίου», διότι ἀφῃρέσαμεν ἤδη ἡμέρας τοῦ Δεκεμβρίου καὶ νῦν πρέπει ταύτας ν’ αὐξήσωμεν.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§296Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9 ἔχω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἡ πληρωμὴ τοῦ ἡμίσεος τοῦ φόρου σὺν τῷ τετάρτῳ προσθέτῳ εἶναι βαρεῖα, ἂν καὶ ἐγὼ εἶχον τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι τοῦτο ἀπαιτητόν, ἀφοῦ ἐκδικασθῇ ἡ ἔνστασις τοῦ ἐγγραφομένου συνεπείᾳ πληροφοριῶν ὑπὸ τοῦ ἐφόρου, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ δεχθῇ, ὅπως πληρώνηται τὸ ¼ τοῦ φόρου καὶ τὸ ¼ πρόσθετον, διότι ἄλλως πολλοὶ ἰδιοκτῆται θὰ εὑρεθῶσιν ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ πληρώσωσι τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου, ὅταν δὲν ἐγγραφῶσιν.
§297ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ δέχομαι, διὰ νὰ σᾶς εἶμαι εὐάρεστος.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§299Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐν τῷ ἄρθρῳ 10 λέγετε ὅτι ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ἰδιοκτητῶν ἡ κοινοποίησις γίνεται εἰς τὸν δήμαρχον...
§300ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχω προσθήκην ἐνταῦθα βʹ παραγράφου (ἀναγινώσκει)· «Ἐν ἀπουσίᾳ αὐτῶν ἡ κοινοποίησις γίνεται εἰς τὸν δήμαρχον τοῦ δήμου ἐν ᾧ κεῖνται αἱ βοσκαί, ὁ δὲ δήμαρχος ὑποχρεοῦται νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ ἀποσπάσματος καὶ τῆς ἀποστολῆς τοῦ σχετικοῦ ἐπιδοτηρίου εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον». Ἐν δὲ τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ προστίθεται ἡ φράσις· «Μὴ προσελθόντος καὶ τούτου, μετὰ δευτέραν πρόσκλησιν, τὰ λοιπὰ μέλη προβαίνουσιν εἰς τὴν ἐκδίκασιν».
§301Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Τὰ μέλη τὰ ἀφήσατε ὡς ἔχουσιν;
§302ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα· μένουσι τέσσαρα.
§303Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ εἰς χεῖράς μου φυλλάδιον τοῦτο, ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ ἴδῃ ὅτι καὶ ὁ κ. Καλογερόπουλος καὶ ὁ κ. Νέγρης καὶ ὁ μακαρίτης Σιμόπουλος καὶ ὁ μακαρίτης Δηλιγιάννης ὡς Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν οὐδὲν ἄλλο ἔπραττον ἢ νὰ ἐκδίδωσιν ἐγκυκλίους διαταγὰς πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὰ μέλη τὰ συνεδριάζοντα, ὑποδεικνύοντες τὸ καθῆκον αὐτῶν· ἀφοῦ ἤδη ἀναγράφονται ποιναὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν προσέρχονται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, περιττεύει ὁ τέταρτος ὑπάλληλος.
§304ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καλύτερον νὰ εἶναι τέσσαρες. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 11).
§305ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ἀντὶ «τοῦ μηνὸς Μαΐου» νὰ τεθῇ «τοῦ μηνὸς Ἰουλίου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη).
§306ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἄρθρον 12 νὰ διαγραφῇ. (Διαγράφεται τὸ ἄρθρον 12 καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 13 γενόμενον 12 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14 γενόμενον 13).
§307ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐνταῦθα ἐν τῷ τρίτῳ στίχῳ νὰ σημειωθῇ «μέχρι τέλους Μαΐου ἐπὶ ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα».
§308Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μείνῃ ἡ λέξις «πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος ἢ ἰδιώτης»;
§309ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ μένει μόνον ὁ ἰδιώτης ὁ καταγγέλλων. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 14 γενόμενον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 15 γενόμενον 14).
§310Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὅταν, κύριε Πρόεδρε, ἐπιτραπῇ εἰς πάντα ἰδιώτην νὰ καταγγέλλῃ, δὲν νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πάντα τὰ πάθη καὶ τὰ μίση τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ θὰ φέρῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν; Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀνομολογοῦμεν ἐντεῦθεν διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου ὅτι ἡ Πολιτεία ἡ Ἑλληνικὴ εἶναι ἀνίκανος ἐντελῶς νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος εἰς τοὺς ὑπαλλήλους της.
§311ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐν πάσαις ταῖς νομοθεσίαις ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις. Ἐξαιροῦμεν τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τοὺς δημοτικούς. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 γενομένῳ 14 παρεμβάλλονται αἱ λέξεις «ὁ ἰδιώτης καταγγέλλων» καὶ διαγράφεται ὅλη ἡ δευτέρα παράγραφος. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 15 γενόμενον 14, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὸ ἄρθρον 16 γενόμενον 15, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 17 γενόμενον 16).
§312Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιτρέπεται προσφυγὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς διὰ βοσκὰς ἀνυπάρκτους ἢ ἀνηκούσας εἰς ἄλλον κύριον· νὰ τεθῇ «ἢ καὶ διὰ κακὴν ἐγγραφήν».
§313ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. «Διὰ κακὴν ἐγγραφὴν» εἶναι πολὺ ἀόριστον.
§314Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ προσφυγὴ ἐπιτρέπεται, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπιδικάσασα δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔνστασιν.
§315ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὅταν ἔχητε «δι’ ἀνυπάρκτους βοσκὰς ἢ ἀνηκούσας εἰς ἄλλον κύριον», ὅταν παρουσιασθῇ ὁ μὴ κύριος καὶ εἴπῃ «κακῶς ἐνεγράψατε τὰς γαίας εἰς τὸ ὄνομά μου, διότι δὲν εἶμαι κύριος», παραπονεῖται διὰ κακὴν ἐγγραφήν· ἄλλην κακὴν ἐγγραφὴν δὲν γνωρίζω.
§316Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη περίπτωσις. Ἡ ἔκτασις τοῦ κτήματός μου εἶναι 10.000 στρεμμάτων· ἐγὼ τὸ ἐμίσθωσα εἰς κτηνοτρόφον ὁ ὁποῖος τὸ ἥμισυ καλλιεργεῖ, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ βόσκει. Ἐγὼ κάμνω δήλωσιν καὶ λέγω ὅτι ἐκ τοῦ κτήματός μου εἰς θέσιν δεῖνα ἀπολαμβάνω μίσθωμα ἐκ βοσκῆς 5.000 δραχμῶν· ὁ ἔφορος μοὶ καταλογίζει φόρον διὰ 10.000 δραχ., ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ δικαιώματί της ἀποφαίνεται ὅτι καλῶς ἐνεγράφην διὰ 10.000 δραχμῶν μίσθωμα, διότι ἡ ἔκτασις εἶναι τόση καὶ τόση. Διατί θέλετε νὰ μᾶς στερήσητε εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τοῦ δικαιώματος νὰ κάμωμεν προσφυγὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἀνωτέρω ἐπιτροπήν;
§317ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχετε τὸ πρᾶγμα ἐκ τῆς αʹ διατάξεως, διότι ἔχετε «διὰ βοσκὰς ἀνυπάρκτους». Ὅτε λέγομεν βοσκὰς ἀνυπάρκτους, ἐννοοῦμεν καὶ τὰς γαίας αἵτινες ἐντὸς τῆς ἐκτάσεως τοῦ λιβαδίου εἶναι καλλιεργημέναι γαῖαι καὶ ὄχι βοσκαί.
§318Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ φράσις «ἐπὶ τῇ βάσει ἐμπροθέσμου ἢ ἐκπροθέσμου δηλώσεως» περιττεύει καὶ παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ· διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ περισσότεραι δηλώσεις εἰς τὰ χωρία γίνονται κατὰ παραγγελίαν. Λέγει ὁ Α πρὸς τὸν Β· «ἂν ὑπάγῃς εἰς τὴν Ἐφορίαν, δήλωσε καὶ ἐμὲ διὰ τὸ λιβάδι». Ἐκ τούτου πολλαὶ δηλώσεις δὲν εἶναι τακτικαί.
§319ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀφοῦ ἐδήλωσε καὶ ἐπλήρωσε, θέλετε νὰ ἔχῃ δικαίωμα προσφυγῆς;
§320Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐδήλωσα ἐγὼ μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Καραπάνου, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Καραπᾶνος.
§321ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ πληρώσητε τὸ τέταρτον.
§322Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔχετε λάθος· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συντάσσουσι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ἐξετάζωσι τὰ πράγματα βαθύτερον καὶ νὰ μὴ νομίζωσιν ὅτι τὰ πάντα εἶναι ῥόδινα.
§323Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ πείσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, θὰ τῷ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς ἐμέ. Εἶμαι κάτοχος λιβαδίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχω συνιδιοκτήτην συγγενῆ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἔκαμα ἐμπρόθεσμον δήλωσιν ὅτι ἀπολαμβάνω ἐκ δικαιώματος βοσκῆς 2.000 δραχ. καὶ ἐκ δικαιώματος καλλιεργείας 2.000 δραχ. Καὶ ἐγὼ μὲν ἐγγράφομαι ἐν τῷ καταλόγῳ μὲ 2.000 δραχ., συνεπείᾳ δὲ συμπληρωτικοῦ καταλόγου γενομένου ὑπὸ τοῦ ἐφόρου δι’ ἑτέρας 2.000 δραχμῶν. Ὁ συνιδιοκτήτης μου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ αὐτὸ μίσθωμα μὲ ἐμέ, τὰ αὐτὰ κέρδη, φορολογεῖται διὰ 1.200 δρ., ἐνῷ ἐγὼ φορολογοῦμαι διὰ 4.000. Λοιπὸν ἐπιθυμοῦμεν, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἀποτελεῖται ἐκ τεσσάρων δημοσίων ὑπαλλήλων, νὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλον τινὰ βαθμὸν ἀνώτερον, εἰς ὃν νὰ ὑποβάλλωμεν τὰ παράπονά μας διὰ τὰ ἀδικήματα ἅτινα μᾶς συμβαίνουσι, καὶ τοιοῦτος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§324ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἶναι τέσσαρες, διότι τὸ ἄρθρον 10 ὁμιλεῖ μὲν περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ὡς τετάρτου, ἀλλ’ εἶναι ἄνευ ψήφου.
§325Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἔχει δικαίωμα νὰ διορίσῃ καὶ τέταρτον· εἶναι πέντε μὲ τὸν ἔφορον ἐν ὅλῳ, ἀπόντος τοῦ δημοτικοῦ συμβούλου.
§326Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δύνασθε νὰ θέσητε ἐπὶ τέλους μίαν διαδικασίαν ἐνώπιον τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διότι ὄντως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ καταναγκάζηταί τις νὰ πληρώσῃ 3.000 δραχ. περιπλέον. Νομίζω ὅτε πρέπει νὰ εἶναι εἰς δεύτερος σταθμός, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου νὰ δύναταί τις νὰ καταφεύγῃ.
§327Σ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ κάμωμεν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§328Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Αὐτὸ εἶπον.
§329ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἄς ἐγγράψωμεν τὴν φράσιν «διὰ κακὴν ἐγγραφήν».
§330Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ προσθήκη τις ὡς πρὸς τὸ μέρος τῶν προθεσμιῶν, διότι δύο εἶναι αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένος τις νὰ καταφεύγῃ εἰς τὴν προσφυγήν. Ἡ μία εἶναι, ὅταν ἐξαναγκασθῇ εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου ἀχρεωστήτως, ὅπως διαλαμβάνει ἡ διάταξις αὕτη, ἡ δὲ ἄλλη εἶναι καθ’ ἣν καταδικάζεται ἀχρεωστήτως πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ αὐτό· «ἀπὸ τῆς πληρωμῆς πρὸς ἀπαλλαγὴν ἢ ἐπιστροφὴν τοῦ βεβαιωθέντος φόρου ὡς καὶ ἀπὸ τῆς καταζητήσεως», διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατελῇ ἐν γνώσει ὁ καταζητούμενος πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου, ἂν δὲν καταζητηθῇ· καὶ ἂν περιορίσητε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον μόνον καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ πληρώσῃ, θὰ ἔχῃ βεβαίως τὰς συνεπείας τῆς καταπιέσεως πρὸς πληρωμήν, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλλαγῇ, ἂν ἀχρεωστήτως συμπεριληφθῇ εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη πρωτοκόλλου καὶ λοιπῶν διατυπώσεων.
§331ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι ἔχει καλῶς τὸ ἄρθρον.
§332ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 17, γενόμενον 16, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 18, γενόμενον 17 (ἀναγινώσκεται).
§333Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐνταῦθα ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θ’ ἀρνηθῇ νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου.
§334ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὴν τροπολογίαν σας ἔχω ἐνταῦθα, ἔχω δὲ σημειώσει ἀπέναντι τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι τότε οὐδένα θὰ ἐγγράφωσιν οἱ ἔφοροι μὴ δηλώσαντα. Ἄλλως τε εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου περὶ καταπιέσεως».
§335Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Αἱ διατάξεις τοῦ κοινοῦ Ποινικοῦ Νόμου εἶναι γνωσταὶ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ πῶς ἐφαρμόζονται ὑπὸ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων πάλιν γνωρίζομεν, γνωρίζομεν δὲ προσέτι πῶς τὰ δικαστήρια δικάζουσι τοὺς τοιούτου εἴδους ὑπαλλήλους. Εἶναι ἀφ’ ἑτέρου γνωστὸν ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ἔφοροι συνηθέστατα ἐγγράφουσιν εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους ἀνθρώπους μηδὲ στρέμμα βοσκησίμου γαίας ἔχοντας, καί, ἐνῷ ἐνίστανται, ἡ ἔνστασις αὐτῶν ἀπορρίπτεται, καὶ δὲν ἔχουσι πλέον ἄλλο στάδιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ δικαιοῦται ὁ καταζητούμενος πολίτης νὰ προσφεύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια.
§336ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἔχομεν ποινὴν προστίμου. Αἱ μεγάλαι ποιναὶ δὲν σώζουσιν· αἱ μικραὶ ποιναὶ σώζουσιν.
§337Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸ πρόστιμον δὲν εἶναι ἐπαρκές. Νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ἀδικούμενος πολίτης νὰ τὸν ἐναγάγῃ εἰς τὸ δικαστήριον. Διατί ἀρνεῖσθε εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο; Αὐτὸ θὰ εἴπῃ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι δὲν εἶναι εὐσυνείδητοι· δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσωσι τὸ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον τυχὸν τοῖς κατελογίσθη.
§338ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐὰν ὑπάρχῃ δόλος, ἔχετε τὸ δικαίωμα.
§339Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι δικαιολογοῦνται οἱ ἐν λόγῳ ὑπάλληλοι.
§340Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐγκύκλιος (ἀναγινώσκει ταύτην).
§341Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ὀρθότατα καὶ σᾶς συγχαίρω διὰ τοῦτο. Δὲν δέχεσθε τοὐλάχιστον, κύριε Πρωθυπουργέ, ἵνα αἱ προσκλήσεις ἐκ μέρους τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου γίνωνται διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος;
§342ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐκάμαμεν τοιαύτην προσθήκην ἐν τῷ ἄρθρῳ 10. Τὸ ἔχομεν αὐτό.
§343ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 18, γενόμενον 17, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 19, γενόμενον 18 (ἀναγινώσκεται).
§344ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως διαγραφῇ ἡ τελευταία φράσις, τὸ «ἤτοι εἰς τὸ ⅓ τοῦ δημοσίου φόρου».
§345Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ κανονισθῇ;
§346ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τρεῖς δραχμαί. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 19, γενόμενον 18, ὡς ἐτροποποιήθη, ἀπορριφθείσης τῆς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας τοῦ κ. Ν. Χατζίσκου καὶ ἄλλων Βουλευτῶν). Ἄρθρον 20, γενόμενον 19 (ἀναγινώσκεται).
§347Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν προηγουμένην διάταξιν αἱ δηλώσεις γίνονται μέχρι τέλους Δεκεμβρίου. Λοιπὸν ὁ φόρος ὁ πρὸ τῆς δηλώσεως, πρὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου, εἰς τίνα χρῆσιν θὰ εἶναι;
§348ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εἶναι τῆς προηγουμένης χρήσεως, ὅπως καὶ εἰς τὰς οἰκίας. Εἰσπράττονται κατὰ Σεπτέμβριον καὶ ἡ χρῆσις ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου.
§349Κ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἄρα θὰ τεθῇ ὁ φόρος τοῦ 1910 εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1911. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).
§350ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, συμφώνως τοῖς κειμένοις νόμοις καὶ Διατάγμασι καὶ περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀναθέσεως τούτοις καθηκόντων δύο ὀργανικῶν θέσεων συγχρόνως». (Γίνονται δεκτὰ ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μοσχούλα...
§351ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ὑπάρχει λόγος· ἀντίκειται εἰς ἄλλον νόμον, περὶ λιμενικῶν Ἀρχῶν.
§352Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Νομίζω ὅτι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 θὰ παρουσιάσωσι δυσχερείας κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου, προκειμένου περὶ τῶν ὀργανικῶν θέσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καθόσον, ἐὰν τμηματάρχης τις λάβῃ ἄδειαν κανονικὴν ἢ ἀναρρωτικὴν ἐφ’ ὡρισμένον τινὰ χρόνον, θὰ περιέλθητε εἰς δύσκολον θέσιν ἀναγκαζόμενος ν’ ἀναζητήσητε ἀντικαταστάτην ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ τεθῇ ἡ διάταξις αὐτή (ἀναγινώσκει)· «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου, ὡς καὶ ἡ τοῦ ἀμέσως προηγουμένου, δὲν ἰσχύουσι προκειμένου ν’ ἀνατεθῇ προσωρινῶς εἰς τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου ἡ διεύθυνσις καὶ ἑτέρου τμήματος πρὸς ἀναπλήρωσιν ἀπουσιάζοντος ἢ κωλυομένου τμηματάρχου».
§353ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τῶν ἄρθρων 5 καὶ 6 τοῦ ᾼΡΞΒʹ νόμου περὶ βαθμολογίας καὶ προσόντων τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ὡς ἀντικατεστάθησαν διὰ τοῦ ͵ΒΥΔʹ νόμου». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§355Μ. ΚΑΒΑΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «διδάκτωρ».
§356ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Θέσατε δίπλωμα Νομικῆς σχολῆς.
§357Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως θεωρητικῶς οὕτω πρέπει νὰ γίνηται, διότι καὶ ὁ προλύτης λαμβάνει δίπλωμα, στερεῖται δὲ μόνον τοῦ δικαιώματος νὰ διδάξῃ, καὶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ γένηται διάκρισις. Ἀλλ’ ὅμως εἶναι γνωστόν, ὡς διεξάγονται αἱ ἐξετάσεις καὶ ὡς ἀπονέμονται τὰ διπλώματα εἰς τὴν Νομικὴν σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, εἶναι γνωστὸν ὅτι δίπλωμα προλύτου λαμβάνουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποτυγχάνουσιν εἰς τὰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις.
§358Π. ΣΑΚΚΗΣ. Λαμβάνουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διαβάζουν.
§359Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ τελειώσω. Ὅσοι διῆλθον τοῦ Πανεπιστημίου γνωρίζουσιν εἰς τίνας ἀπονέμεται ὄχι τὸ δίπλωμα τοῦ προλύτου, διότι δὲν εἶναι δίπλωμα τοῦ προλύτου, ἡ ἀπόδειξις ὅτι ἐσπούδασαν εἰς τὴν Νομικὴν σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου· αὐτοὶ κηρύσσονται τελειοδίδακτοι, δίδεται δὲ αὐτὴ ἡ ἀπόδειξις εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποτυγχάνουσιν εἰς τὰς ἐξετάσεις καὶ τοὺς ὁποίους δὲν θέλει ἡ σχολὴ ν’ ἀπορρίψῃ, γνωρίζετε δ’ ἐν τῇ πράξει ποία εἶναι ἡ εὐδοκίμησις αὐτῶν τῶν λεγομένων προλυτῶν. Διδάκτορες γίνονται, διότι ἐγὼ θὰ ἤθελον καὶ μεταξὺ τῶν διδακτόρων νὰ γίνῃ διάκρισις, γίνονται μὲ τὸν βαθμὸν καλῶς οἱ μόλις ὑπερέχοντες τῶν προλυτῶν, καί, ἂν ἠθέλομεν νὰ ἐκλέξωμεν ἀνθρώπους ἱκανοὺς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, θὰ ἔπρεπεν ἴσως οὐδὲ τὸ δίπλωμα μὲ τὸν βαθμὸν καλῶς νὰ ἔχωμεν ὡς προσόν, ἀλλὰ νὰ προβῶμεν περαιτέρω, ἀπὸ τοῦ λίαν καλῶς καὶ ἄριστα νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν θεωρίαν, ὅτι προλύτης καὶ διδάκτωρ εἶναι τὸ αὐτό, ἀποδεικνύομεν εἰς τὸν κόσμον τὸν πρακτικόν, τὸν γνωρίζοντα τὴν πραγματικὴν ἀξίαν καὶ τὴν πραγματικὴν διαφορὰν μεταξὺ προλύτου καὶ διδάκτορος, ὅτι ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὰ συμβαίνοντα ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ· δὲν γνωρίζομεν ὅτι ὁ λαμβάνων τὴν ἀπόδειξιν αὐτήν, ὁ τελειοδίδακτος, εἶναι τελείως ἀνίκανος. Ἐὰν θέλωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ὡς προσὸν τὰς πανεπιστημιακὰς σπουδάς, δέον νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἔχουσι τὰ προσόντα οἱ πράγματι ἱκανοί, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δύνανται καὶ νὰ διδάξωσι. Πρόκειται δὲ νὰ ἐκλέξωμεν, δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν ἐλεημοσύνην, δὲν πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τοὺς ἀπροστατεύτους, οὐδὲ εἶναι ἡ δημοσία ὑπηρεσία φιλανθρωπικὸν κατάστημα. Ἡ δημοσία ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην τῶν ἱκανῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ δύναται νὰ διοικηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ὑπὸ διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἱκανῶν καὶ ἀξίων. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τὴν ἱκανότητα τὴν μεμαρτυρημένην τῶν διδακτορικῶν ἐξετάσεων, καὶ μόνη ἡ μαρτυρία τοῦ διδακτορικοῦ διπλώματος εἶναι ἡ δυναμένη νὰ μᾶς δώσῃ ἀσφαλῆ βάσιν. Ἐγὼ δὲ προβαίνω καὶ περαιτέρω· ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι καὶ τὸ δίπλωμα μὲ τὸν βαθμὸν καλῶς δὲν εἶναι ἀρκετόν, ἀλλ’ ὅτι τὸ λίαν καλῶς καὶ τὸ ἄριστα δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις διὰ ν’ ἀποκτήσωμεν καλοὺς ὑπαλλήλους. Ἐὰν δὲν δεχθῶμεν ταῦτα, δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ μὴ δεχθῶμεν πάντα γνωρίζοντα ἀνάγνωσιν καὶ γραφήν.
§360Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Εἶναι περίεργον πῶς ἄνθρωπος τόσον προσεκτικὸς καὶ οὐσιαστικός, ὅσον ὁ κ. συνάδελφος, κατατρίβει τὸν χρόνον διὰ νὰ ὁμιλῇ περὶ τόσῳ τυπικοῦ ζητήματος, διότι ἡ διαφορὰ αὐτὴ εἶναι ὅλως τυπική. Καὶ ἀπορῶ πῶς ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν, ὅπως θὰ ἔχῃ σημασίαν τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπερρίφθη καὶ ἐκ τῶν ἐξετάσεων, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὰς ἐξετάσεις τὸν μεγαλύτερον ῥόλον παίζει ἡ ψυχολογία. Ὑπάρχουσι παραδείγματα κατὰ τὰ ὁποῖα ἀπερρίφθησαν ἄνθρωποι ἐκ τῶν ἐξετάσεων, οἱ ὁποῖοι κατόπιν ἐλάμπρυναν τὴν ἐπιστήμην. Τοιοῦτο παράδειγμα εἶναι τοῦ Σαρκῶ, ὑπάρχουσι δὲ πολλὰ τοιαῦτα παραδείγματα. Εἰς τὰς ἐξετάσεις τί εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παίζει τὸν μεγαλύτερον ῥόλον; Ἡ μνήμη. Νομίζει δὲ ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ἡ μνήμη εἶναί τι τὸ ὁποῖον πρέπει πρὸ παντὸς νὰ προκρίνωμεν; Ὁ κ. συνάδελφος κατεδίκασε μάλιστα καὶ ἑαυτόν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι δὲν φημίζεται τόσον τόσον διὰ τὴν μνήμην του οὔτε ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτήν, καθὰ ἰδιαιτέρως μοὶ ἀνεκοίνωσεν ἄλλοτε. Εἶναι γνωστὸν κατὰ ποῖον τρόπον ἀποκτῶνται τὰ διπλώματα καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ εἴς τινα ἐξεταζόμενον τὸ ἀτύχημα νὰ γίνῃ προλύτης, νὰ εἶναι δ’ ἄξιος κρείσσονος τύχης ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐνδεχόμενον νὰ λάβῃ καὶ τὸν βαθμὸν ἄριστα· διότι ἐγὼ συνήντησα εἰς τὸν βίον μου δικηγόρους οἱ ὁποῖοι ἔλαβον ἄριστα καὶ αὐτοὺς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραβάλω κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐδιάβασαν μόνοι των καὶ ἔμαθον τὴν Δικονομίαν καὶ τὸν Ἀστικὸν Νόμον.
§361Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Θὰ δημοσιεύσω τὴν ἀγόρευσίν σας αὐτήν, διὰ νὰ τὴν ἀναγνώσῃ ὁ ἐπιστημονικὸς κόσμος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη).
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἔχουσα οὕτω· Τὸ ἄρθρον 2 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς· «Διαγωνισμὸς πρὸς προαγωγὴν ὑπολογιστῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ ἐνεργηθήσεται, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου, τῇ 1 Αὐγούστου 1910, μέχρι ταύτης τῶν προαγωγῶν τῶν προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ ἐδαφ. γʹ τοῦ ἄρθρου 5 ἐνεργουμένων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος πίνακος τοῦ 1907. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπολογιστῶν ἐλαττοῦται εἰς τριάκοντα πέντε, τῶν δὲ ὑποφροντιστῶν κατὰ τρεῖς». Ἐπίσης ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία, τῶν κ. Μοσχούλα καὶ Μπασιᾶ (ἀναγινώσκει)· «Νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 3 τὸ ἑξῆς· Καὶ διὰ τοὺς ὑπάρχοντας κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ὑποφροντιστὰς ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τῶν δευτέρων παραγράφων τῶν ἄρθρων 10 καὶ 11 τοῦ ᾼΡΞΒʹ νόμου τῆς 29 Μαρτίου 1884». Ἐπίσης ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Μοσχούλα ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Ἡ γʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ἄνω σχεδίου νόμου νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἀκολούθως· Ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν ὑπολογισταὶ διδάκτορες εἰς τὴν αὐτὴν τριετίαν ἢ δὲν ἐπαρκῶσι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν κενῶν θέσεων τῶν τριάδων, τὴν θέσιν ταύτην καταλαμβάνουσιν οἱ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος, ἐὰν κέκτηνται τριετῆ τοὐλάχιστον ὑπηρεσίαν, μὴ ἐπιτρεπομένης τῆς συμπληρώσεως τῆς τριάδος διὰ διδάκτορος τῆς ἑπομένης τριετίας».
§363ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ προάγωνται οἱ ὑποφροντισταὶ ἄνευ προσόντων. Ἐπίσης δὲν ὑπάρχει λόγος τῆς τροποποιήσεως τῆς γʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2.
§364Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλων νὰ κανονίσῃ ἐπὶ τὸ ἀρτιώτερον τὰ τοῦ ἰσχύοντος νόμου περὶ προαγωγῆς τῶν ὑπολογιστῶν ὑπέβαλε σχέδιον νόμου τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη καὶ ἐψηφίσθη μέχρι τοῦ ἄρθρου 2. Καὶ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ προαγωγῆς τῶν ὑπολογιστῶν ὑπῆρχε καὶ ἄλλη τάξις ὑπολογιστῶν οἱ ὁποῖοι προεβιβάζοντο καὶ ἦσαν ἡ τετρὰς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον ἄνευ διαγωνισμοῦ. Ἀλλὰ σήμερον οἱ ὑπάρχοντες ὑπολογισταὶ εἶναι πάντες τελειόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου εἰσελθόντες δυνάμει διαγωνισμοῦ. Ἡ ἀρχὴ ἑπομένως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ συζητηθέντος καὶ ψηφισθέντος μέχρι τοῦ ἄρθρου 2 καθιεροῖ ἑτέραν ἀναλογίαν, ὅτι τὴν πρώτην θέσιν διὰ τὸν προβιβασμὸν δίδει εἰς τὸν διδάκτορα τῆς Νομικῆς καὶ συνεπείᾳ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πυλίας ἔχει τὸν προλύτην, τὴν δευτέραν θέσιν καταλαμβάνει ὁ λόγῳ ἀρχαιότητος κεκτημένος τὸ δικαίωμα τοῦτο, καὶ τὴν τρίτην θέσιν καταλαμβάνουσιν οἱ μέλλοντες νὰ ὑποστῶσι διαγωνισμὸν καὶ ἀνήκοντες εἰς τὴν αὐτὴν τριετίαν. Ἐὰν δεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰσχὺς τοῦ πίνακος τοῦ ἰσχύοντος ἤδη ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη, τότε ἀναιρεῖται ἀναγκαίως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε, διότι, ὅταν λέγητε ὅτι σᾶς καλῶ κατὰ τριάδα νὰ προσέλθητε ἐνώπιον τοῦ διαγωνισμοῦ, τουτέστιν οἱ καταταχθέντες κατὰ τὴν αὐτὴν τριετίαν, θὰ προσέλθωσι νὰ διαγωνισθῶσι καὶ ἐκεῖνοι, ἐκεῖνος δ’ ὁ ὁποῖος θὰ καταλάβῃ θέσιν ἱκανότητος θὰ λάβῃ τὴν τρίτην θέσιν τοῦ πίνακος, καὶ λέγοντες ὅτι ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενος ὁ πίναξ ἀναιρεῖτε ἀναγκαίως τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διότι οἱ διαγωνισθέντες ἐν τῷ ὑφισταμένῳ πίνακι σήμερον δὲν διηγωνίσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τριάδος τῆς κανονιζομένης σήμερον ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ἑπομένως ὑπάρχει σύγκρουσις μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 5 καὶ τῶν διατάξεων τὰς ὁποίας καθιεροῖ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§365Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Μὰ ἔχει τροπολογίαν ὁ κ. Ὑπουργός;
§366ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ἔχει ὑποβάλει, ἀλλὰ δὲν ἐτυπώθη ἀκόμη. Ἰδοὺ αὕτη· «Διαγωνισμὸς πρὸς προαγωγὴν ὑπολογιστῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ διενεργεῖται μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τοῦ ὑπάρχοντος πίνακος».
§367Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ, Κύριοι, ἐψηφίσθη νόμος διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δίπλωμα δὲν ἐθεωρήθη ὡς προσὸν μεταξὺ τῶν οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ζητοῦμεν δὲ ἤδη κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου δικαίως νὰ δώσωμεν δικαίωμα προτεραιότητος εἰς τοὺς διδάκτορας, ἀλλὰ κατὰ τὴν αὐτὴν τριετίαν καταταχθέντας μεταξὺ τῶν συναδέλφων αὐτῶν, διότι αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ δίκαιον. Ὅτε κατετάχθησαν πέντε ἢ δέκα διὰ τοῦ αὐτοῦ Διατάγματος, βεβαίως εἶναι δίκαιον νὰ δώσωμεν τὴν προτεραιότητα εἰς τὸν διδάκτορα, ἀλλ’ ὅταν δίδωμεν εἰς τὸν διδάκτορα ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησε τρία καὶ ἥμισυ ἔτη δικαίωμα ἀπέναντι ἑνὸς ὑπολογιστοῦ ὁ ὁποῖος ἔχει 9 ἕως 10 ἐτῶν ὑπηρεσίαν, ἐρωτῶ, εἶναι τοῦτο δίκαιον;
§368ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Μέχρι τοῦδε ὑπερέβαινον καὶ τοὺς ἔχοντας δεκαετῆ ὑπηρεσίαν καὶ δωδεκαετῆ καὶ δεκατετραετῆ ὑπηρεσίαν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τοῦτο ἐμποδίζεται.
§369Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος κανονισμοῦ ὑπηρεσίας, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἁπλούστατα δέον νὰ συμβιβάσητε τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τῶν κατεχόντων τὰς θέσεις ταύτας. Διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης τὴν ὁποίαν ὑποβάλλετε ὑπολογισταὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ καταλάβωσι τὴν οἰκονομικὴν θέσιν δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου ἔρχονται μετὰ δεκαοκταετίαν. Ὅταν ὁ διδάκτωρ ὁ ἔχων δωδεκαετῆ ὑπηρεσίαν προαχθῇ πρὸ τοῦ ἔχοντος δεκαετῆ ὑπηρεσίαν, σᾶς ἐρωτῶ, διὰ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζετε ἔρχεσθε νὰ καταλύσητε ἀδικίαν ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ προτέρῳ νόμῳ; Βεβαίως ὄχι. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀφοῦ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει δὲν ἐτυπώθη καὶ δὲν διενεμήθη καὶ ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν αὐτῆς, διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν προκειμένου περὶ κανονισμοῦ προσωπικοῦ ζητήματος, συμφερόντων τῶν βαθμοφόρων περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, ὅταν οὗτοι ἀδικῶνται, νὰ ζητήσωμεν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μὴ κυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου της τοιοῦτον ἀδίκημα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§370ΑΝΔΡ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ἂς ἀναβληθῇ.
§371ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται, διὰ νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν δαπάνης διὰ τὴν ἀνακαίνισιν, διαρρύθμισιν καὶ ἐπισκευὴν διαφόρων κτιρίων καὶ ἔργων ἐν τῷ ἐν Σαλαμῖνι Β. Ναυστάθμῳ καὶ τοῖς παραρτήμασιν αὐτοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον.)
§372ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καταθέτω δύο νομοσχέδια, τὸ ἓν μετὰ τοῦ συναδέλφου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀφορῶν εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, αἵτινες βελτιοῦσαι τὰ κατ’ αὐτὰς καὶ κανονίζουσαι τὰ πράγματα εἰς τὸ μέλλον, λόγῳ ἐγγυήσεως καὶ διὰ τὰς ἑλληνικὰς ἑταιρείας εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ παράπονον διακρίσεως, ἀλλὰ καὶ βελτιοῦν τὰ τοῦ φόρου τῶν ξένων ἑταιρειῶν, καθόσον εἶναι ὑπερβολικός. Τὸ ἕτερον ἀφορῶν εἰς τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος, καθ’ ὃ περιορίζεται ἐπί τινα χρόνον ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος ἀπὸ δρ. 1 καὶ 50 εἰς μίαν, ἐκτείνεται ὁ χρόνος μέχρι τοῦ θέρους ἀντὶ τοῦ Μαΐου, ἀλλὰ καὶ ἐπιβάλλονται καὶ ὑποχρεώσεις τινὲς εἰς τοὺς οὕτως ἀνακουφιζομένους, ὅτι ἀναλαμβάνουσι τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀγοράζωσιν ὁλόκληρον τὴν σούμαν τὴν ἐν τῷ Κράτει παραγομένην. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 215 καὶ 218).
§373ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Καταθέτω σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ΧΜΗʹ νόμου τοῦ 1877» καὶ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ͵ΓΥΝΔʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3354) τοῦ 1909». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 216–217).
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. Σ. Ἀγάθος καὶ Σ. Παϊπέτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΒΥΔʹ νόμου περὶ οἰκονομικῶν βαθμοφόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Ὁ κ. Ν. Γεωργακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον ͵ΓΥΝΕʹ περὶ κυριακῆς ἀργίας καὶ ἑορτῶν». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 213–214)
§375ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσλήψεως τοῦ ἀλλοδαποῦ μηχανικοῦ Σ. Μενεΐκου ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Δημοσίων ἔργων ὡς τοπογράφου».
§376Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν θεωρεῖ ἀπαραίτητον τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§377ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπαραίτητον. Εἶναι μοναδικὸς ἐν Ἑλλάδι ὁ κ. Μενέκος δοὺς ἔκτακτα δείγματα οὐ μόνον τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ τῆς χρηστότητος, καί, ἂν ἐπιτρέπηται ἐξαίρεσις διὰ πρόσωπον, εἶναι αὐτό. Τελευταῖον ἐξεδιώχθη ἐκ Τουρκίας ἕνεκα λόγων ἑλληνικῶν. (Γίνεται δεκτὸν εἰς γʹ συζήτησιν).
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ΣΜΗʹ νόμου περὶ Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης καὶ ἐφαρμογῆς διατάξεων αὐτοῦ εἰς τὴν Βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς καὶ λοιπὰς δημοσίας ἢ δημοτικὰς Βιβλιοθήκας». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ σύνολον).
§379ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ ἑπόμενον ὑπ’ ἀριθ. 12 «περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν διοικητικῶν καὶ οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων» ἀναβάλλεται, κύριε Πρόεδρε.
§380ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ΚΓʹ τῆς 25 Νοεμβρίου 1845 περὶ ὑγειονομικῶν Ἀρχῶν ἐν γένει». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§381ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἄρθρον 1 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἀντὶ τοῦ ἐν τοῖς ἄρθροις 5, 6, 21, 22, 23 καὶ 24 τοῦ νόμου ΚΓʹ τῆς 25 Νοεμβρίου 1845 περὶ ὑγειονομικῶν Ἀρχῶν ἐν γένει ὁριζομένου ἑνὸς ἐμμίσθου ἰατροῦ εἰς τὰ ὑγειονομεῖα αʹ καὶ βʹ τάξεως, ἐπιστάτου λοιμοκαθαρτηρίου καὶ ἰατροῦ ἐν αὐτῷ, δύνανται τῇ αἰτήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποσπασθῶσιν ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, φέροντες τὸν βαθμὸν ἰατροῦ ἢ ὑπιάτρου, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἰατροῦ ἐν τοῖς ὑγειονομείοις τούτοις καὶ τοῖς λοιμοκαθαρτηρίοις, προτιμωμένων τῶν εἰδικῶς ἀσχοληθέντων περὶ τὴν ὑγιεινὴν καὶ μικροβιολογίαν ἐν τῷ οἰκείῳ ἐργαστηρίῳ τοῦ Πανεπιστημίου».
§382Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη, τῶν κ. Μ. Θεοτόκη, Ἰ. Μπούμπουλη καὶ Ἀ. Τ. Μπασιᾶ.
§383Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορρίπτεται αὐτή. Δημιουργεῖ πέντε θέσεις ἰατρῶν ἐν τῷ ναυτικῷ.
§384Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι τετυπωμένη ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, κύριε Πρόεδρε;
§385ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§386Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἔπρεπε νὰ τυπωθῇ, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν αὐτῆς.
§387ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Τὴν εἶχον ἀναγνώσει.
§388Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀναγνώσεως.
§389ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε ἀντίρρησιν;
§390Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἔχομεν ἀντίρρησιν.
§391ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, κύριε Πρόεδρε, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σκοπεῖ τρία τινά· πρῶτον τὴν ἀποφυγὴν τῶν γενομένων ἀσχημιῶν καὶ σκανδάλων εἰς τὰ ὑγειονομεῖα διὰ τῆς προσλήψεως προσωρινῶν ἀμίσθων ἰατρῶν· δεύτερον κανονικωτέραν, ἐπιστημονικωτέραν λειτουργίαν ἐν αὐτοῖς διὰ προσλήψεως ἰατρῶν σπουδασάντων τὴν μικροβιολογίαν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ· καὶ τρίτον μεγαλυτέραν φειδὼ τῶν χρημάτων τοῦ Δημοσίου. Ἠγέρθησάν τινες ἀμφιβολίαι προχθές, ἐκ μέρους μάλιστα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν ὑπάρχουσιν ἀρκετοὶ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ σπουδάσαντες τὴν μικροβιολογίαν, διὰ ν’ ἀποσπασθῶσιν εἰς τὰ ὑγειονομεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καὶ πολλά. Κατὰ πληροφορίας τοῦ τμήματος ἔχομεν ἤδη 13 στρατιωτικοὺς ἰατροὺς καὶ πέντε ναυτικοὺς ἀρίστους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι, καὶ νὰ λείψωσιν, ἐπαναλαμβάνω, πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἀσχημίαι αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ἐν τῷ παρελθόντι. Δυστυχῶς δὲν ἦτο ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, ἀλλ’ εὐτυχῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς μειονοψηφίας ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ γενικωτέρα πρόνοια καὶ μέριμνα, ἀλλ’ ἦτο δυσκολώτερον τὸ ἔργον τοῦτο καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς ἔχει τροπολογίαν, καθ’ ἣν ἐν ἐλλείψει ἱκανοῦ ἀριθμοῦ ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ δύνανται νὰ προσλαμβάνωνται καὶ τοιοῦτοι πολιτικοὶ ἰατροὶ πληρωνόμενοι μὲ μηνιαῖον μισθὸν 150 δραχμῶν ἐκ τῶν εἰσπρακτέων ὑγειονομικῶν δικαιωμάτων. Νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ἐπανέλθωμεν πάλιν εἰς τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο, κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐπιδιώκομεν συγχρόνως τὴν φειδὼ τῶν χρημάτων.
§392Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ποῖον παρελθόν;
§393ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἶναι πρόσφατον.
§394ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν, κύριε Παππαβασιλείου;
§395Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν εὑρισκώμεθα ἐν ἐπιστρατείᾳ ἢ ἐν πολέμῳ, ποῦ θὰ εὕρητε;
§396ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ κάμωμεν ἐξαίρεσιν διὰ τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν. Ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις, ἀλλὰ καὶ πάλιν νὰ θέσωμεν «τῶν πολιτικῶν ἰατρῶν τῶν σπουδασάντων μικροβιολογίαν ἐν τοῖς ἐργαστηρίοις τοῦ Πανεπιστημίου».
§397Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκεται ἐν πλάνῃ ζητῶν παρὰ τῶν τοιούτων ἰατρῶν μικροβιολογικὴν ἱκανότητα ὡς καὶ ὑγειονομικήν. Καὶ γνωστὸν μὲν εἶναι ὅτι πᾶς ἰατρὸς εἶναι ὑγιεινολόγος, διότι ἄνευ τῆς ὑγιεινῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ δίπλωμα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ εἰς τὸ ζήτημα τῆς μικροβιολογίας ὁ ἰατρὸς ὁ ὁποῖος καλεῖται νὰ ἐκτελέσῃ τοιαύτην ὑγιεινομικὴν ὑπηρεσίαν οὐδόλως θέλει χρησιμοποιήσει τὴν μικροβιολογίαν, διότι οὔτε ἐργαστήριον ἔχει οὔτε ἀντικείμενα διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἐργασίαν. Ὁ ἰατρὸς ὁ ὁποῖος προσκαλεῖται νὰ κάμῃ τὴν ἐργασίαν διὰ τὴν ὁποίαν καλοῦνται οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ δὲν ἔχει παρὰ ἁπλῆν ἰατρικὴν ἐπίσκεψιν κατὰ διαταγὴν τοῦ ὑγειονόμου—ἑπομένως δὲν ἔχει περαιτέρω ἐπίσκεψιν—, καθαρῶς ἰατρικήν, ἵνα βεβαιωθῇ ὅτι τὸ πλοῖον ἢ ὁ πλοίαρχος ὁ ὁποῖος ὡδήγησε τὸ πλοῖον ἐξωμολογήθη ἀρκούντως ἢ ψευδῆ ὡμολόγησεν. Ἔπειτα θὰ κάμῃ μίαν ἐπιθεώρησιν τῶν ἀσθενῶν, ἂν ὑπάρχωσιν ἀσθενεῖς, καὶ ἀπὸ τίνας ἀσθενείας πάσχουσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὅλη ἐργασία τοῦ ἰατροῦ τοῦ ὑγειονομείου.
§398ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Αἱ ἀπολυμάνσεις;
§399Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ εὑρίσκηται μὲ περισσότερα προσόντα εἶναι ὁ ὑγειονόμος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν γίνεται κανεὶς λόγος. Ἐφέρομεν τὸν λόγον ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ ἰατροὶ ἀποσπώμενοι εἰς τοιαῦτα ἔργα καθίστανται ἀνίκανοι μετὰ πάροδον χρόνου τινός, ἀσχολούμενοι εἰς τὴν κυρίαν ἐργασίαν τὴν στρατιωτικήν, διὰ τὴν ὁποίαν συνεβλήθησαν μετὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ὑπέστησαν τοὺς διαγωνισμούς πρὸς κατάληψιν στρατιωτικῆς θέσεως. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπετε ν’ ἀποφύγωμεν ἀπὸ τοὺς πολιτικοὺς ἰατροὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τὸ ἐφαρμόζετε διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς ἰατρούς, ἀμείβοντες αὐτοὺς δι’ εἰκοσαδράχμου ἀμοιβῆς ἐπὶ πλέον καὶ διὰ τετραδράχμου ἡμερησίας δαπάνης διὰ τὰς ἐργασίας του· ἑπομένως ὁ στρατιωτικὸς οὗτος ἰατρὸς θὰ ἔχῃ τὴν μισθοδοσίαν τῶν 300 δραχμῶν, ἃς ἔχει ὡς στρατιωτικὸς ἰατρός, θὰ ἔχῃ καὶ τέσσαρας δραχμὰς ἡμερησίως, ἤτοι 120 δραχμὰς ἐπιπλέον, διὰ μίαν ἁπλῆν ἐπίσκεψιν τὴν ὁποίαν κάμνει πᾶς ἰατρός. Ἀπορῶ διατί νὰ θέλητε ν’ ἀποκλείωνται οἱ πολιτικοὶ ἰατροὶ καὶ μάλιστα μὲ τοιοῦτο μίσθωμα.
§400ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὁ μόνος λόγος εἶναι ἡ οἰκονομία.
§401Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἡ οἰκονομία δὲν προέρχεται, κύριε Πρόεδρε, διότι τὴν οἰκονομίαν αὐτήν, τὴν ὁποίαν θέλετε, δὲν τὴν ἔχετε.
§402ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Εἶναι καὶ ἡ ἐγγύησις τὴν ὁποίαν ἐμπνέει ὁ στρατιωτικὸς ἰατρός, ἀναγνωριζόμενος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως.
§403Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Εἶναι περίεργος ἡ ἐξήγησις αὕτη, τὸ νὰ θέλωμεν νὰ φέρωμεν διακρίσεις μεταξὺ τῶν ἐπιστημόνων. Μεταξὺ ἐπιστημόνων δὲν ὑπάρχουσι τοιαῦται διακρίσεις. Ἢ θὰ ἔχωμεν τιμίους τοὺς στρατιωτικούς, μὴ δυναμένους δὲ νὰ ἐκτελῶσι τὴν ἐντολὴν τῆς Πολιτείας.
§404ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Δὲν εἶναι εὐχερὲς νὰ ὁρισθῶσιν οἱ ἐπιστήμονες τῆς περιωπῆς τῆς ἰδικῆς σας καὶ ἄλλων ἰατρῶν. Γνωρίζετε καλῶς τίνες προσλαμβάνονται καὶ τίνες ζητοῦσι νὰ προσλαμβάνωνται εἰς τὰ λοιμοκαθαρτήρια, ὡς ἐκ τοῦ ὁποίου, ἐπαναλαμβάνω, ἐπῆλθον πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ ἀσχημίαι τὰς ὁποίας γνωρίζετε.
§405Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτει τὴν δικογραφίαν διὰ τὰς ἀσχημίας τοῦ Πειραιῶς, θὰ ἐβλέπετε τίνες οἱ διαπράττοντες τὰ αἴσχη. Οἱ ἰατροὶ περὶ τῶν ὁποίων συζητοῦμεν δὲν ἐνέχονται εἰς τοιαύτας ἀσχημίας. Ἀλλὰ προσπαθήσατε, παρακαλῶ, ν’ ἀπαλλάξητε τοὺς στρατιωτικοὺς ἰατροὺς ἀπὸ τοιούτων ἀποσπάσεων, διότι ἀπεσπάσατε τοὺς στρατιωτικοὺς ἰατροὺς εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἀπεσπάσατε εἰς τὰς φυλακάς, ἀποσπᾶτε σήμερον εἰς τὰ ὑγειονομεῖα, καὶ ἅπας ὁ ὑγειονομικὸς κλάδος τοῦ στρατοῦ ἔχει ἀπασχοληθῆ οὐχὶ εἰς τὰ κύρια ἔργα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν στρατιωτικὴν κινητοποίησιν ἐν καιρῷ κινητοποιήσεως καὶ διὰ νοσοκομειακὴν ἄσκησιν, καὶ μεταφέρονται ἀλλαχοῦ ἵνα καταγίνωνται εἰς ἔργα τὰ ὁποῖα φθείρουσιν αὐτοὺς ἠθικῶς καὶ παραλύουσιν αὐτοὺς στρατιωτικῶς.
§406ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Αἱ ἀποσπάσεις εἰς τὰ λοιμοκαθαρτήρια, κύριε Βουλευτά, εἶναι ἔκτακτοι. Ἄλλως δέ, ὡς καλῶς γινώσκετε, τὰ λοιμοκαθαρτήρια εἶναι δύο ἢ τρία· ἔχομεν δὲ ὑπ’ ὄψει, ἐπαναλαμβάνω, εἴκοσιν ἰατρούς, οἱ ὁποῖοι θὰ παρέχωσι πάντα τὰ ἐχέγγυα ὡς κατηρτισμένοι ἐπιστήμονες καὶ ἀξιωματικοὶ τῆς Κυβερνήσεως.
§407Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐν ἐνεργείᾳ ἢ διαθέσιμοι;
§408ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἐν ἐνεργείᾳ. Ἀλλὰ προνοεῖ ὁ νόμος καὶ περὶ ἐπικούρων. Θὰ ἤμην δὲ διατεθειμένος νὰ δεχθῶ καὶ πολιτικοὺς ἰατροὺς σπουδάσαντας μικροβιολογίαν εἰδικῶς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
§409Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν, διότι εἶναι δυνητική. Ἐν ἐλλείψει ἀρκετοῦ ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης δύνανται νὰ προσλαμβάνωνται καὶ πολιτικοί. Ἀκριβῶς ἡ παρατήρησίς μου αὐτὴ δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ τὴν ἔλλειψιν ἰατρῶν ἐν καιρῷ κινητοποιήσεως τοῦ στρατοῦ.
§410ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἰδού: «Ἐν ἐλλείψει ἀρκετοῦ ἀριθμοῦ ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ δύνανται νὰ προσλαμβάνωνται τοιοῦτοι καὶ ἐκ τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ διατελούντων παντὸς βαθμοῦ, ἢ καὶ ἐν ἀποστρατεύσει καὶ πολιτικοὶ ἰατροί, ἀσχοληθέντες εἰδικῶς εἰς τὴν ὑγιεινὴν καὶ μικροβιολογίαν ἐν τῷ οἰκείῳ ἐργαστηρίῳ τοῦ Πανεπιστημίου».
§411Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Πολὺ καλά. Ἐκεῖνο τὸ «ἐν ἀποστρατείᾳ»; Γνωρίζετε ὅτι οἱ ἀπόστρατοι πλέον κατέστησαν ἀνίκανοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ διὰ πᾶσαν ἐργασίαν.
§412ΣΤ. Ν. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Διατί;
§413Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τίθενται εἰς ἀποστρατείαν αὐτοί, διότι αἱ δυνάμεις αἱ σωματικαὶ καὶ αἱ ψυχικαί, ἀλλὰ πρὸ πάντων αἱ σωματικαί, αὐταὶ αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐργασίαν, ἔχουσιν ἐγκαταλείψει τὸ ἄτομον, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι οὔτε τὴν ὅρασιν ἔχουσιν ἀκεραίαν οὔτε τὴν ἀκοήν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται, δὲν ἔχουσι δ’ ἀκόμη οὐδὲ τὴν ἐργατικότητα. Λοιπόν, ὅταν ἔχητε ἄτομα τὰ ὁποῖα στεροῦνται τῶν φυσικῶν αὐτῶν ἰδιοτήτων, ἀπαραιτήτων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐν προκειμένῳ ὑπηρεσίας, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ πνεῦμα καὶ ὁ νόμος περὶ ὁρίου ἡλικίας, διατί διὰ τὴν Ἰατρικήν, ὅπου ἀπαιτεῖται αἱ αἰσθήσεις νὰ εἶναι ἀκμαῖαι, οὐδεμίαν δίδετε ἐκτίμησιν ἀπὸ ἐκείνας ἃς λαμβάνετε σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν εἰς ἄλλων ὑπηρεσιῶν κλάδους; Φρονῶ ἑπομένως ὅτι πρέπει νὰ διατυπωθῇ τὸ πρᾶγμα λογικώτερον.
§414ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§415ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ καὶ Ἰ. Μπούμπουλη (ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν).
§416ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ τροπολογία αὕτη ἀποτελεῖ ἰδιαίτερον νομοσχέδιον. Βεβαίως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου ἀποκλειστικῶς διὰ τοὺς ὑγειονόμους, ὡς ὑπέδειξε κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ ὁ ἀξιότιμος ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας. Τώρα πρόκειται περὶ ὑγειονομικῶν ἰατρῶν, μετὰ δὲ τὰ ἐκτεθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, τὰ ὁποῖα ἐπιβεβαιοῦσι τὴν ἀνάγκην τοῦ νομοσχεδίου τούτου, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει μὲ τὰς τροποποιήσεις μου, τὸ πολὺ πολὺ δὲ νὰ προστεθῇ ἡ τροποποίησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως ἐν ἐπιστρατεύσει δύνανται νὰ κληθῶσι καὶ πολιτικοὶ ἰατροὶ σπουδάσαντες τὴν μικροβιολογίαν εἰς τὰ ἐργαστήρια τοῦ Πανεπιστημίου. Νὰ προκαλέσητε δὲ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ ἰδιαίτερον νομοσχέδιον διὰ τοὺς ὑγειονόμους.
§417Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ Διάταγμα ἂν πρόκειται νὰ μεταβληθῇ περὶ ὑγειονόμων, χρειάζεται ῥιζικωτέρα μεταρρύθμισις.
§418Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἤθελον νὰ κάμω τὴν ἑξῆς σύστασιν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ὅτι ἡ ἀπολύμανσις εἰς τὰ ὑγειονομεῖα δὲν γίνεται κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον.
§419ΕΠ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ μέλλοντος.
§420Γ. ΠΑΠΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Εἶναι αἶσχος ν’ ἀναφέρῃ τις τί γίνεται ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἀπολυμάνσεως καὶ δι’ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ λάβητε τὰ κατάλληλα μέτρα.
§421ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–6 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 9 μ. μ.)