1910.01.13
2,157 rows · 16,997 words · 147 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78.
τῆς 13 Ἰανουαρίου 1910.
Προεδρία κ. Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα.
(Περὶ ὥραν 11 π. μ. ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 91 Βουλευτῶν).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: Ὁ κ. Ἰωάννης Εὐθυμιάδης παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων· Ἡ ἀλληλοβοηθητικὴ ἀδελφότης τῶν μαγειροϋπαλλήλων κ.λ. «ὁ Σωτὴρ» παρακαλεῖ, ὅπως καὶ ἡ τάξις αὐτῶν περιληφθῇ εἰς τὸν νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας· Οἱ ἰχθυοπῶλαι καὶ ἰχθυέμποροι Πειραιῶς παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῶσι μέτρα πρὸς καταπολέμησιν τῆς διὰ δυναμίτιδος ἁλιείας· Οἱ ἐν Ἀμπελοκήποις καταστηματάρχαι παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐξαιρεθῶσι τὰ καταστήματα αὐτῶν ἐκ τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας· Ὁ Νικόλαος Σαλαβράκος κάτοικος Βαλτετσίου παρακαλεῖ, ὅπως διαταχθῶσιν οἱ ἐν Τριπόλει παραμένοντες ἀρχιφύλακες δασῶν νὰ μεταβῶσι καὶ εἰς Βαλτέτσιον, καθόσον ἡ ὑπηρεσία ἐκεῖ ἐνεργουμένη ὑπὸ χωροφυλάκων διεξάγεται ἀτελῶς· Ἐπιτροπὴ τῶν ἐν Ἀθήναις κληρικῶν φοιτητῶν καὶ σπουδαστῶν καὶ λοιπῶν λογίων κληρικῶν παρακαλεῖ, ὅπως διὰ νόμου ἀπαλειφθῇ τὸ 38ον ἄρθρον τοῦ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ ἐνοριῶν τὸ ἀπαγορεῦον τὸν διορισμὸν τῶν ἱερομονάχων ὡς ἐφημερίων· Ἡ ἐν Βόλῳ Κυκλαδοεπτανησιακὴ ἀδελφότης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὁ τελευταίως ἀπολυθεὶς καὶ ἔχων ὑπερδεκαοκταετῆ ὑπηρεσίαν τελωνειακὸς ὑπάλληλος Ἀντώνιος Κωνσταντόπουλος· Κάτοικοι Ἀγρινίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλειφθῇ ἐκ τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας ἡ διάταξις ἡ ἀπαγορεύουσα τὴν κυκλοφορίαν τῶν ἐφημερίδων ἀπὸ τῆς 4 μ. μ. τῆς Κυριακῆς μέχρι τῆς 4 μ. μ. τῆς Δευτέρας· Ἡ ἐν Ἀθήναις «Ἐπιστημονικὴ Ἑταιρεία» παρακαλεῖ, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ἐτήσιον κονδύλιον πρὸς περαιτέρω ἔκδοσιν τοῦ περιοδικοῦ αὐτῆς «Ἀθηνᾶ»· Ὁ κ. Ἡρακλῆς Κολλίρας ἐκ Πατρῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ εἰς αὐτὸν γενόμενον ἀδίκημα τῆς δημεύσεως τῆς ἰδιοκτησίας του παρὰ τὴν πλατεῖαν Ὑψηλῶν Ἁλωνίων τῶν Πατρῶν· Παλαιοπῶλαι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς παρακαλοῦσιν, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας κατὰ τρόπον ἐπιτρέποντα εἰς αὐτοὺς τὴν ἐκποίησιν κατὰ Κυριακὴν τῶν ὑπ’ αὐτῶν πωλουμένων παλαιῶν εἰδῶν· Ἡ ἕνωσις τῶν σταφιδοκτημόνων Πατρῶν παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ ἀπονομῆς προνομίου εἰς τὸν κ. Τασσόπουλον· Ὑποδηματοποιοὶ Ἀθηνῶν–Πειραιῶς διατηροῦντες ἀφανῆ ἐργοστάσια εἰς τὰς οἰκίας των παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ πώλησις τῶν ὑπ’ αὐτῶν κατασκευαζομένων ὑποδημάτων ἐπὶ πεντάωρον καθ’ ἑκάστην Κυριακὴν καὶ εἰς τὸ ὡρισμένον πρὸς τοῦτο μέρος· Οἱ ἐν Τριπόλει ἐργολάβοι δημοσίων ἔργων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐλαττωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ ὁ ὑπ’ αὐτῶν πληρωνόμενος φόρος ἐπιτηδεύματος· Κάτοικοι Μελιγαλᾶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις· Δικηγόροι Κυπαρισσίας παρακαλοῦσιν, ὅπως μειωθῇ εἰς τὸ ἥμισυ ὁ εἰς τὸ νομοσχέδιον σημειούμενος φόρος ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων· Ἔμποροι καὶ σταφιδοκτήμονες Μεσσήνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις· Κάτοικοι Κυπαρισσίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ταχέως ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις. Κάτοικοι Τζεφερεμινίου παρακαλοῦσιν, ὅπως προταχθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις. Ὁ κ. Π. Πετρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φαρμακείων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθμ. 807). Ὁ κ. Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς καταθέτει τὴν κάτωθι ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μὴ ἐκδοθῇ ἄδεια πρὸς ἵδρυσιν νέου φαρμακείου ἐν Καρδίτσῃ, διότι ἐξ ἐπισήμου πίνακος ἀποσταλέντος κατὰ Σεπτέμβριον 1908 εἰς τὸ Ἰατροσυνέδριον ὑπὸ τοῦ νομομηχανικοῦ Φωσκόλου ἐμφαίνεται ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως μετὰ τῶν ὥραν ἀπ’ αὐτῆς ἀπεχόντων χωρίων οὐ μόνον δὲν ἐπιτρέπει σύστασιν νέου φαρμακείου, ἀλλὰ καθιστᾷ καὶ τὸ ὑπάρχον ἕκτον ὑπεράριθμον· οὕτω δ’ ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας τοῦ νεοσυσταθησομένου θὰ ἐπέλθῃ ὑλικὴ ζημία τῶν ὑφισταμένων».
§2ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας ἐπὶ τῆς ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὑποβεβλημένης συμβάσεως περὶ ἐκριζώσεως σταφιδαμπέλων». Ὑπείκων δ’ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἐξεδήλωσε καταθέτω καὶ νομοσχέδιον «περὶ διοργανώσεως τῆς πυροσβεστικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθμ. 808–809).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν διοικητικῶν μέτρων τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ νομῷ Μεσσηνίας.
§4Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προτίθεμαι, κύριοι Βουλευταί, ἀποχωριζόμενος ὑμῶν κατ’ αὐτὰς νὰ ἐξάρω τὰ κατὰ τὴν ἀνόρθωσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπαρχίαν μου, νὰ γνωρίσω δὲ δι’ ὑμῶν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὴν ἐργασίαν καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς, διὰ νὰ χειροκροτήσῃ οὗτος. Εἶναι μικρᾶς σημασίας τὸ ζήτημα. Δὲν θὰ εἰσέλθω βεβαίως εἰς τὴν καθ’ ὅλου διοίκησιν, ἀλλ’ εἶναι ἀρκούντως ἐνδεικτικὸν τοῦτο. Προέρχομαι δ’ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκθέσω ταῦτα ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, διότι φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολουμένη ἐπὶ πολλῶν καὶ σπουδαίων ζητημάτων κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην δὲν εἶχε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ἵνα κρίνῃ περὶ τῶν συστάσεων αἵτινες τῇ ἐγένοντο καὶ τοιουτοτρόπως μεμελετημένως νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν καὶ πιστεύω ὅτι εὐθὺς ὡς ἡ Κυβέρνησις λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐκεῖ τελουμένων θὰ σπεύσῃ νὰ προλάβῃ ταῦτα, ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀποφύγῃ κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς τὴν πραγματοποίησιν ὁμοίων ἀξιώσεων, διότι τότε θὰ μείνῃ ἀρκετὸς καιρὸς εἰς αὐτήν, ὅπως μελετᾷ τὰς ὑποβαλλομένας αὐτῇ συστάσεις. Μόλις ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ μεταβληθῶσι τὰ κρατοῦντα ἐν τῇ Νομαρχίᾳ Μεσσηνίας, τῆς πρώτης Ἀρχῆς, τῆς ἀντιπροσωπευούσης τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Βασιλέα εἰς ἕνα νομόν, καὶ ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς ὑπηρεσίας διακεκριμένος ὑπάλληλος, μορφώσεως τελείας, πολύγλωσσος, συγγραφεύς, ἀνώτερος χρημάτων, δίκαιος καὶ ἀπονέμων δικαιοσύνην εἰς πάντας ἐξ ἴσου καὶ ἀνεξαιρέτως. Οἱ ζητήσαντες τὴν ἀπομάκρυνσιν αὐτοῦ οὐδεμίαν εἶχον κατηγορίαν νὰ προβάλωσι κατ’ αὐτοῦ, παρέβησαν τὰς συνθήκας τῆς ξενίας ῥαπίσαντες αὐτὸν ἐν δημοσίᾳ θέσει, χωρὶς νὰ εἰδοποιήσωσι κἂν αὐτὸν περὶ τῆς ἐχθρότητός των, διὰ νὰ καταστήσωσιν οὕτως ἀδύνατον τὴν παραμονήν του, προκληθέντες δὲ ὑπ’ ἐμοῦ νὰ δηλώσωσι τίνες λόγοι προεκάλεσαν αὐτοὺς εἰς τοιοῦτον διάβημα, τὸ ὁποῖον προσέβαλε τὴν ὑπόληψιν τοῦ τόπου τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύουσι δὲν ἐτόλμησαν νὰ παρουσιάσωσι τὴν φυσιογνωμίαν των ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἢ νὰ καταγγείλωσι τὸν νομάρχην ἂν αὐτὸς παρέβη τοὺς νόμους ἢ διῴκησε κομματικῶς καὶ εἰς τί. Ἐὰν ἐτόλμων νὰ προέλθωσιν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ παραλείψωσι τὰς προσωπικὰς παροχὰς τὰς ὁποίας ἐντὸς τοῦ νόμου ἄλλοι νομάρχαι δὲν ἐξετέλουν, τὰς ὁποίας παρέσχε πρὸς αὐτοὺς τοὺς Κυρίους τοὺς ἀντιφρονοῦντας πρὸς τὴν πολιτείαν αὐτοῦ. Ἡ Νομαρχία διοικεῖται σήμερον ὑπὸ γραμματέως, ἐντίμου ὑπαλλήλου, ἀλλὰ γραμματέως, μία ἐκ τῶν μεγαλειτέρων Νομαρχιῶν τοῦ Κράτους. Δευτέρα σύστασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ παυθῇ ὁ δημολογιστής. Κύριοι, ὑπῆρχεν ὁ ὑπηρετῶν δημολογιστὴς εἰς τὴν Νομαρχίαν αὐτήν, πρὸ τοῦ ὑπάρχοντος, ὑπάλληλος τότε φίλα φρονῶν πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντάς μοι, ὁμολογουμένως ἱκανὸς ὑπάλληλος καὶ τίμιος, διετηρεῖτο δὲ ἀπὸ πάντας τοὺς πολιτευομένους, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν πάντων τούτων τῶν πολιτευομένων τοῦ νομοῦ, ὅτι, μολονότι ἐφρόνει φίλα πρὸς ἕνα τῶν ἀντιπάλων μας ἐκεῖ, οὔτε ἐγὼ οὔτε ἄλλος τις τῶν πολιτευτῶν τῆς ἐπαρχίας ἐζήτησαν τὴν ἀπομάκρυνσίν του, διότι ἐγνωρίζομεν τίνα σημασίαν ἔχει ὁ δημολογιστὴς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ νομαρχιακῇ καί, ἐπειδὴ ἐπιστεύομεν τὸν δημολογιστὴν ἐκεῖνον ἱκανὸν καὶ τίμιον, οὐδεὶς ἡμῶν ἐζήτησε τὴν ἀπομάκρυνσίν του. Ἀπέθανεν ὅμως ὁ δημολογιστὴς ἐκεῖνος καὶ προετάθη εἰς τὸν νομάρχην, ἐκ μέρους δύο φίλων μου δημάρχων καὶ ἐξ ἑτέρου φίλου ἀντιπροσώπου τοῦ νομοῦ, ὅπως διορισθῇ ἐν τῇ θέσει τοῦ δημολογιστοῦ εἷς κύριος Τατόπουλος. Περὶ τῆς προσωπικότητος τοῦ ἀνδρός, περὶ τοῦ ἔρωτος αὐτοῦ πρὸς τὸ χρῆμα καὶ πρὸς ἀπόκτησιν αὐτοῦ μὴ δειλιῶντος οὔτε ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ὀλυμπίας συνάδελφος κ. Μοσχούλας, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Τριφυλίας συνάδελφος κ. Γεωργακόπουλος, λυποῦμαι δὲ ὅτι δὲν εἶναι παρὼν καὶ ὁ κ. Πονηρόπουλος, ἵνα βεβαιώσῃ περὶ τῆς ἐντιμότητος τοῦ ἀνδρός. Οἱ δήμαρχοί μου ἐκεῖνοι μὲ ἠπείλησαν ὅτι, ἂν δὲν διορισθῇ δημολογιστὴς ὁ κ. Τατόπουλος, θὰ ἀποσκιρτήσωσι τοῦ κόμματος. Γνωρίζων τὸν ἄνδρα ἀντέστην, ἀντέστην μέχρι τοῦ σημείου ν’ ἀπομακρυνθῶσιν οἱ φίλοι μου αὐτοὶ ἐκ τοῦ κόμματός μου, καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν νομάρχην καὶ ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐπειδὴ ἐπίστευον ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου δὲν ὑπῆρχε πρόσωπον ἱκανὸν ν’ ἀναλάβῃ τοιαύτην ὑπηρεσίαν, νὰ μοὶ ὑποδείξωσιν ὑπάλληλον δυνάμενον νὰ διαχειρισθῇ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἱκανὸν καὶ τίμιον, ἀξιοπρεπῆ καὶ ὑπερήφανον, καὶ μοὶ προέτειναν ἄγνωστον πρὸς ἐμὲ πρόσωπον, τοῦ ὁποίου πρώτην φορὰν ἤκουσα τὸ ὄνομα, τὸν Μίνωα Ζωγράφον, τελειότατον διαχειριστὴν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, τιμιώτατον, ἀνώτερον χρήματος, εὐθὺν καὶ δίκαιον, εἰλικρινῆ διαχειριστὴν τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, καὶ ἔσπευσα ἀμέσως νὰ ζητήσω τὸν διορισμὸν αὐτοῦ.
§5Θ. ΛΕΚΑΣ. Ὑπηρέτησε καὶ ὡς γραμματεὺς Νομαρχίας.
§6Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἅμα τῇ ἀναρρήσει τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὁ δημολογιστὴς οὗτος ἐπαύθη. Ἀνεκοίνωσα πρὸς τὸν πρώην κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν τὰ περὶ τούτου καὶ ἔσπευσε νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν νομάρχην ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ καὶ ἔμεινεν ὁ ὑπάλληλος. Ἀλλ’ ἀπελύθη καὶ πάλιν καὶ μανθάνω ὅτι ἔντιμος συμπολίτης μου, ξένος ὅμως πρὸς τὰ λογιστικά, πρόκειται ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην ἔχων ὑπάλληλόν του καὶ σύμβουλόν του καὶ ἀληθῆ διαχειριστὴν τῆς περιουσίας τῶν δήμων τὸν Τατόπουλον. Λυποῦμαι τὸν συμπολίτην μου, ἔντιμον νέον, ὅτι ἀναλαβὼν ἄγνωστον αὐτῷ ὑπηρεσίαν, ἔχων δὲ καὶ τοιοῦτον ὑπάλληλον, δύναται νὰ ὑποστῇ ζημίαν κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Ἀλλ’ ὁ νέος διορισθησόμενος δημολογιστὴς εἶναι πολιτευόμενος, εἶναι ἀδελφὸς Βουλευτοῦ· δὲν δύναμαι νὰ κατηγορήσω τοῦτον ὅτι ἀναλαμβάνων τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν θὰ διαχειρισθῇ ταύτην κομματικῶς, ἀλλ’ ἡ πρόληψις, ὑπάρχει Κύριοι, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὀφείλει νὰ μὴ ἐκτελέσῃ τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Λιμπεροπούλου ἀδελφοῦ ὄντος Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Νομαρχίας συμβουλεύω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ πραγματοποιήσῃ οὔτε τὸν ἕνα διορισμὸν οὔτε τὸν ἄλλον. Ν’ ἀφήσητε τὸν δημολογιστὴν ξένον ἀπὸ τὰ τοπικά, ξένον ἀπὸ τὸν τόπον, ἱκανὸν δ’ ἄνδρα, γνωστόν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Λέκας, ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Κράτους, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν τὰς ἀνωμαλίας ἃς ἀφῆκε τὸ παρελθόν. Ὅτι δὲ τοιοῦτος εἶναι ὁ ὑπάλληλος οὗτος, δὲν ἔχετε ὅπως βεβαιωθῆτε παρὰ νὰ ἴδητε τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπανειλημμένως ἀποσταλέντα ἐκ μέρους τοῦ νομαρχεύοντος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς τιμιότητος καὶ ἱκανότητος αὐτοῦ, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ νὰ τῇ ἐπιβληθῶσι διὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ τοιούτου ὑπαλλήλου. Ἔχω καὶ τρίτον ν’ ἀναγγείλω πρὸς τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ Ἔθνους καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ τοῦτο ἔχει τὴν σημασίαν του. Διωρίσθη πρωτοκολλητὴς τῆς Νομαρχίας συμπολίτης μου ὀνόματι Σκοπέτος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκκρεμῆ ὑπόθεσιν εἰς τὰ δικαστήρια ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Καταγγέλλω τοῦτον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ σπεύσῃ νὰ βεβαιωθῇ περὶ τούτου καὶ ν’ ἀπολύσῃ ἀμέσως τὸν ὑπάλληλον τοῦτον. Ἐγὼ ἐκ τοῦ ἀνδρὸς ὁ ὁποῖος μὲ πληροφορεῖ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἡ κατηγορία ὑπάρχει, καὶ ἐὰν εἶναι ἀληθὴς ἡ κατηγορία, Κύριοι, καὶ ἐὰν εἶναι ἐγκληματίας, τοιαύτης μάλιστα ὑπηρεσίας, ὁ διορισθεὶς πρωτοκολλητής, φαντασθῆτε πῶς θὰ διαχειρισθῇ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτῷ ὑπηρεσίαν. Ἤδη, Κύριοι, προέρχομαι καὶ εἰς ἄλλο σοβαρώτερον ζήτημα ἀπασχολοῦν τὸν δῆμον Καλαμῶν ἀμυνόμενον ὑπὲρ τῆς περιουσίας αὐτοῦ, καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς νὰ μὴ συνομιλῶσιν, ἀλλὰ νὰ προσέχωσιν εἰς ταῦτα, διότι τὰ θέματα περὶ τῶν ὁποίων κάμνω λόγον δὲν εἶναι ἁπλᾶ οὔτε ἀνάξια τῆς προσοχῆς τῶν κ. Ὑπουργῶν, καὶ ἐὰν ἐξακολουθήσωσι συνομιλοῦντες ἰδιαιτέρως, χωρὶς νὰ προσέχωσι, τότε βεβαίως ἐν ἐπιγνώσει αὐτῶν διαπράττονται ταῦτα.
§7ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀκριβῶς τὸ γεγονὸς τοῦτο τῆς συνομιλίας πρέπει νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι προσέχομεν. Ζητῶ πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι γνωστὰ εἰς ἐμέ. Αὐτὸ ἔπρεπεν ἀκριβῶς νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι προσέχομεν πολὺ εἰς ταῦτα.
§8Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τίνα συζήτησιν κάμνετε, καὶ διὰ τοῦτο ἤμην ἠναγκασμένος νὰ σᾶς κάμω τὴν παρατήρησιν.
§9ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ μὲ συγχωρήσητε διότι δὲν γνωρίζω τὰ ἐκεῖ πρόσωπα καὶ πράγματα.
§10Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ εἶπον ἐξ ἀρχῆς ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εἰς σᾶς ταῦτα γνωστά, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀνῆλθον νὰ τὰ ἐκθέσω δημοσίᾳ, ἵνα καὶ ὑμεῖς τὰ μάθητε καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§11Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι μέχρι σήμερον οὐδεὶς διωρίσθη πρωτοκολλητής. Συνεπῶς εἶναι ἄδικος ἡ μομφὴ ἣν ἀποδίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετάθεσιν τοῦ νομάρχου, ὁ κ. Βουλευτὴς γνωρίζει πολὺ καλὰ τὰ αἴτια ὧν ἕνεκα ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτοπίσῃ ἐκεῖθεν τὸν νομάρχην.
§12Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπόδειξις ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν παρηκολούθησε τὴν ὁμιλίαν μου εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐγὼ δὲν κατηγόρησα τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος ὑπεραπολογεῖται δι’ αὐτήν. Ἐγὼ εἶπον ὅτι διωρίσθησαν ἄνδρες νέοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καθ’ ὧν ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι.
§13Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τίνες εἶναι αὐτοί;
§14Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Σκοπέτος.
§15Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κάμνετε λάθος.
§16Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρωτοκολλητὴς τῆς Νομαρχίας διωρίσθη ὁ Σκοπέτος.
§17Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι ἀνακριβές. Ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶναι ἀνακριβὲς αὐτό. Δὲν γνωρίζω τίς θὰ διορισθῇ. Δὲν γνωρίζω τίνα προέτεινεν ὁ νομαρχεύων, τὸν ὁποῖον μάλιστα σεῖς λίαν ἐπαινεῖτε. Καὶ ἀφοῦ τὸν ἐπαινεῖτε θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι καὶ ἄριστος ὑπάλληλος, ἐξ οὗ βλέπετε, ὅτι καὶ δὲν μετεθέσαμεν αὐτὸν ἐκεῖθεν.
§18Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σεῖς τὸν μετεθέσατε εἰς Καλάμας.
§19Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω· δὲν γνωρίζω τίνα προέτεινεν ὁ νομαρχεύων. Ἐγὼ γνωρίζω τοῦτο μόνον, ὅτι οὐδεὶς ἄλλος μέχρι τῆς ὥρας καθ’ ἣν ὁμιλῶ διωρίσθη.
§20Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ἐπαύθη ὁ πρωτοκολλητὴς καὶ διωρίσθη ὁ Σκοπέτος. Περὶ τούτου εἶμαι βέβαιος. Ἐὰν δὲν ἔφθασαν μέχρις ὑμῶν, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, αἱ προτάσεις τοῦ νομαρχεύοντος, καὶ ἐὰν δὲν ἐδημοσιεύθησαν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐγὼ δὲν πταίω.
§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἄρα δὲν διωρίσθη.
§22ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καθήκοντα πρωτοκολλητοῦ ἐν τῇ Νομαρχίᾳ Καλαμῶν ἐκτελεῖ ὁ Σκοπέτος.
§23ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀγνοῶ τίς ἐκτελεῖ καθήκοντα πρωτοκολλητοῦ ἐν τῇ Νομαρχίᾳ Καλαμῶν. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἐγὼ ἐν Καλάμαις μέχρι τῆς ὥρας ταύτης δὲν διώρισα παρὰ μόνον τὸν γραμματέα, διότι ἡ ὑπηρεσία μοὶ παρέσχε τὰς ἀρίστας συστάσεις ὑπὲρ αὐτοῦ, εἰς οὐδένα δ’ ἄλλον διορισμὸν προέβην. Ἔδωκα δὲ αὐστηρὰς διαταγὰς εἰς τὸν γενικὸν γραμματέα, ὁσάκις πρόκειται περὶ διορισμοῦ κατωτέρων ὑπαλλήλων ἐν ταῖς διαφόροις Νομαρχίαις, νὰ δίδῃ προσοχὴν εἰς τὰς ὑποβαλλομένας προτάσεις τῶν ἑκασταχοῦ Νομαρχιῶν ἄνευ διακρίσεως.
§24ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἀρκετὰ εὐφυῆ, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς λησμονεῖ ὅτι πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγένοντο μεταβολαί. Καὶ διετάχθη μὲν συνεπείᾳ τοῦ νόμου περὶ νέων Νομαρχιῶν νὰ παυθῶσιν ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, ἀλλ’ ἐξηκολούθησαν οὗτοι ὑπηρετοῦντες καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ὁ Σκοπέτος ἐκτελεῖ καθήκοντα πρωτοκολλητοῦ παρὰ τῇ Νομαρχίᾳ Μεσσηνίας, διότι διωρίσθη πρὶν ἢ ὁ νόμος περὶ νέων Νομαρχιῶν ἐφαρμοσθῇ.
§25ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ γινώσκω ὅτι συνεπείᾳ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου περὶ Νομαρχιῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν ipso jure ἐπαύοντο οἱ ὑπάλληλοι αὐτῶν, ἐδημοσίευσα τὰς ἀπολύσεις ὅλων τούτων, μέχρι δὲ τῆς στιγμῆς ταύτης ὑπέγραψα Διατάγματα διορισμῶν νομαρχῶν καὶ γραμματέων μόνον, ἀναμένω δὲ προτάσεις παρ’ αὐτῶν περὶ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ, περὶ οὗ ἔδωκα αὐστηροτάτας διαταγὰς νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Ἀναμένω λοιπὸν τὰς προτάσεις ταύτας, ἵνα προβῶ εἰς διορισμούς.
§26Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λυποῦμαι διότι μὲ προέλαβεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσήνης καὶ δὲν μὲ ἀφῆκε νὰ δώσω ἐγὼ τὴν ἀπάντησιν. Δὲν διωρίσατε σεῖς τὸν γραμματέα τῆς Νομαρχίας, ἀλλὰ μετέθεσε τοῦτον ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ τὴν Τρίπολιν εἰς τὰς Καλάμας, καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ὑμεῖς δὲν ἔχετε καμμίαν γνῶσιν τῶν γινομένων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαμῶν καὶ διὰ τοῦτο ἴσως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔχει καμμίαν γνῶσιν τοῦ τί λαμβάνει χώραν ἐν Καλάμαις σχετικῶς πρὸς τὰς τοποθετήσεις τῶν ἐκεῖ ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπαντῶν πρὸς ἐμὲ ἀφῆκεν ἕνα ὑπαινιγμόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει ἐν τῷ δικαιώματι τοῦ Βουλευτοῦ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ τὰ ἔγγραφα τῆς καταγγελίας, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ νομάρχης Πασχάλης ἔσφαλε καὶ ἔπρεπε ν’ ἀπολυθῇ. Νομίζετε, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀπολύῃ ὑπάλληλον διότι εἴς τινα πολίτην δὲν εἶναι εὐχάριστος, καὶ προβαίνει οὗτος εἰς ἐπίθεσιν κατ’ αὐτοῦ; Κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν λοιπόν, ἐὰν ἐγὼ ῥαπίσω τὸν νομάρχην σας, ἐὰν ῥαπίσω τὸν εἰσαγγελέα, ἐὰν ῥαπίσω τὸν πρόεδρόν σας, ἐὰν ἐπὶ τέλους προπηλακίσω πάντας τοὺς ὑπαλλήλους σας, τότε σεῖς ἡ Κυβέρνησις τοὺς καλοὺς αὐτοὺς ὑπαλλήλους πρέπει ν’ ἀπολύητε! Ἐρράπισαν τὸν νομάρχην, τὸν ὑπάλληλον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς λόγος. Καὶ ἂν ὑπῆρχε λόγος τις, ὑπῆρχε τὸ Δικαστήριον, ἡ Βουλή, διὰ νὰ στιγματισθῇ ὁ ὑπάλληλος καὶ νὰ προκληθῇ ἡ ἀπόλυσίς του. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσιν ὑπάλληλοι εἰς τὸ Κράτος, ὅταν ἕκαστος πολίτης ἢ πολιτευόμενος ἢ οἱοσδήποτε ῥαπίζῃ τὸν ὑπάλληλον καὶ ἡ Κυβέρνησις σπεύδῃ ν’ ἀπολύσῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον τὸν ἱκανὸν καὶ ἔντιμον. Ἐὰν καθιερώσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, σᾶς βεβαιῶ ὅτι θὰ ζητῇ νὰ εὕρῃ πολίτας, ἵνα διορίσῃ, καὶ δὲν θὰ εὑρίσκῃ κανένα. Κύριοι, φρονῶ ὅτι ὁ νομάρχης ἐκεῖνος, διὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ὁποίου ἀπεδείχθη ὅτι ὑπάρχει δικαιοσύνη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἦτο ἄξιος καλλιτέρας τύχης, διότι διὰ τῆς πολιτείας του κατεστράφη τὸ Γιλδίζ, τὸ ὁποῖον εἶχε καθιδρυθῆ ἐν Μεσσηνίᾳ. Ἡ πολιτεία του ἐκείνη ἔκαμεν ὥστε ν’ ἀνακύψῃ ἐκ τῆς δουλείας ὁ μεσσηνιακὸς λαὸς καὶ νὰ μὲ περιβάλῃ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του. Αὐτὸ ἦτο τὸ μόνον σφάλμα τοῦ νομάρχου, τὸν ὁποῖον ἀπελύσατε. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται, κύριε Μαυρομιχάλη, εἰς σᾶς, ὅστις κατέχετε καὶ τοιαύτην ἐν τῇ πολιτείᾳ θέσιν, ν’ ἀφήνητε ὑπαινιγμοὺς δι’ ἐντίμους ὑπαλλήλους ἐγνωσμένης τιμιότητος, ἐγνωσμένης ἀξιοπρεπείας καὶ μορφώσεως, οἷας ἦτο ὁ ὑπάλληλος τὸν ὁποῖον ἀπεμακρύνατε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας σας. Ὑπηρέτησεν εἰς τὴν Λάρισαν καὶ εἰς τὴν Λαμίαν, καὶ εἶναι ἐδῶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων καὶ θὰ ὁμολογήσωσι τίς ἦτο ὡς νομάρχης ὁ Πασχάλης. Δὲν σᾶς καλύπτει ἡ δικαιολογία ὅτι δὲν ἔχετε γνῶσιν ἂν ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι εἰς τὴν Νομαρχίαν, διότι δὲν τοὺς διωρίσατε. Ὑπάρχει καὶ ἐκτελεῖ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πρωτοκολλητοῦ τῆς Νομαρχίας Μεσσηνίας ὁ Σκοπέτος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκκρεμῆ κατηγορίαν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ. Ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν ἐν τῇ Νομαρχίᾳ ἕτερος ὑπάλληλος, τοῦ ὁποίου τὸ παρελθὸν εἶναι τοιοῦτον, τὸ ὁποῖον δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται ἐν τῇ Βουλῇ νὰ κατονομάσω, ὁ Τατόπουλος. Καὶ ἐβεβαίωσαν οἱ ἀξιότιμοι ἐξ Ὀλυμπίας Βουλευταὶ καὶ ὁ τῆς Τριφυλίας τίς εἶναι ὁ ὑπάλληλος αὐτός. Καὶ ἐπιτρέπεται νὰ λέγητε, ἀφοῦ ὑπηρετεῖ ἐκεῖ, ὅτι δὲν τὸν γνωρίζετε; Ἀλλοίμονον δὲ ἐὰν χωρὶς νὰ εἶναι διωρισμένος διαχειρίζεται τὴν ἐξουσίαν τὴν νομαρχιακήν! Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὰ περὶ ὧν ὡμίλησα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἀκόλουθα, ἀφοῦ μὲ προκαλοῦσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Αἱ δημαρχικαὶ ἐκλογαὶ ἔφεραν πλειονοψηφοῦντας συμβούλους οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δοσοληψίας μὲ τὸν δῆμον καὶ οἱ ὁποῖοι καταφώρως ἐδολιεύθησαν τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου. Καὶ ἄλλος μὲν ἐκέρδισε δίκας, δύο ἕτεροι 60.000 δραχμῶν, ἄλλος δὲν ἠξεύρω πόσας καὶ ἀνέρχεται ἴσως τὸ ποσὸν εἰς 150.000 δραχμῶν. Ὁ νέος δήμαρχος προεκάλεσε τὸν καταρτισμὸν τοῦ σώματος, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἐπακριβῶς τὰς δοσοληψίας τοῦ δήμου, ἐδέχθη δὲ καὶ πρόεδρον ἐκ τῆς ψηφοφορίας σύμβουλον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπαίτησιν κατὰ τοῦ δήμου καὶ ὁ ὁποῖος, ὡς πρόεδρος ἄλλοτε, παρημέλησε τὸ καθῆκον αὑτοῦ καὶ ἀφῆκε τὸν δῆμον νὰ δικασθῇ ἐρήμην καὶ νὰ καταδικασθῇ δι’ ἀπαίτησιν μὴ δεδικαιολογημένην. Οἱ σύμβουλοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰς ἀπαιτήσεις ταύτας κατὰ τοῦ δήμου, συνασπισθέντες προσεπάθουν νὰ ἐκβιάσωσι τὸν δήμαρχον εἰς ἀπότισιν τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ ἠπείλουν ὅτι θὰ παρακωλύσωσι τὰς ἐργασίας τοῦ συμβουλίου, καὶ ἐπραγματοποίησαν τὴν ἀπειλήν των, καὶ ἀκόμη, Κύριοι, ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ δήμου δὲν ἐψηφίσθη. Προῆλθον μάλιστα εἰς ἐπίθεσιν ἐν τῷ συμβουλίῳ κατὰ τοῦ δημάρχου καὶ ὁ θόρυβος προεκάλεσε τὴν εἴσοδον τῶν ὑπαλλήλων τῆς Δημαρχίας εἰς τὴν αἴθουσαν, διὰ νὰ ἴδωσι τί ἀληθῶς συμβαίνει. Ἐκ τούτου φοβηθέντες οἱ σύμβουλοι ἐπήδησαν ἀπὸ τὰ παράθυρα, νομίσαντες ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Δημαρχίας ἤρχοντο νὰ ὑπερασπισθῶσι τὸν δήμαρχον καὶ νὰ ἐπιτεθῶσι κατ’ αὐτῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχομεν κατηγορίας καὶ δίκας. Ὁ δήμαρχος ἐγνώρισε ταῦτα πρὸς τοὺς δημότας αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ κατήγγειλεν εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν τὸν ἄλλοτε πρόεδρον τοῦ συμβουλίου ἐπὶ ἀπιστίᾳ περὶ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἐκκρεμὴς εἰς τὸ Ἐφετεῖον. Οἱ σύμβουλοι ἔπαυσαν πλέον νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν Δημαρχίαν, οὕτω δὲ παρακωλύουσι τὰς συνεδριάσεις τοῦ συμβουλίου. Διὰ τὴν τοιαύτην διαγωγὴν κατηγγέλθησαν ἀπὸ τὸν δήμαρχον εἰς τὴν Νομαρχίαν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον κατ’ ἐπανάληψιν, ἀλλ’ οὔτε ὁ νομάρχης οὔτε ὁ Ὑπουργὸς ὁ τότε οὔτε ὁ νῦν ἐτιμώρησαν ἢ ἀπέλυσαν κατὰ τὸν νόμον τοὺς συμβούλους. Ποία δέ, νομίζετε, ἦτο ἡ ἀπάντησις; Διαταγὴ πρὸς τὸν νῦν νομάρχην νὰ διατάξῃ τὸν δήμαρχον νὰ προβῇ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν συμβούλων! Ἐλησμόνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν νόμον περὶ δημαιρεσιῶν, κατὰ τὸν ὁποῖον, ἐὰν τρὶς παρελκύσωσι τὰς συνεδριάσεις οἱ σύμβουλοι, τιμωρούμενοι ἀπολύονται, καὶ δὲν προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν οὐδὲ εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν συμβούλων ἐκείνων, καὶ μὴ πράττων τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέστρεψε τοιουτοτρόπως τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου. Κύριοι, ἐὰν δὲν ἐκηδόμην τοῦ χρόνου καὶ δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὰς περιστάσεις ἃς διερχόμεθα, θὰ σᾶς ἀνεγίνωσκον τὰς κατηγορίας τοῦ δημάρχου κατὰ τῶν συμβούλων αὐτῶν, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι καθῆκον ἐπιβεβλημένον ἦτο τῆς Κυβερνήσεως νὰ σπεύσῃ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν δῆμον τοιούτου συμβουλίου, τοῦ ὁποίου ἡ παρουσία καταστρέφει τὰ συμφέροντα τοῦ δήμου καὶ παρακωλύει τὴν ἐπωφελῆ ἐνέργειαν ἐντίμου δημάρχου, ἔχοντος συναίσθησιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ καὶ μὴ λησμονοῦντος τὴν ἱστορίαν τοῦ ὀνόματός του καὶ τὴν ἀποστολὴν αὑτοῦ ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός του. Δὲν ἠξεύρω ἂν τὸ βιβλιάριον τοῦτο περιῆλθεν εἰς χεῖράς τινων Βουλευτῶν· ἀλλ’ ἐὰν περιῆλθε, παρακαλῶ αὐτοὺς νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν. Καταγγέλλων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ταῦτα ἐλπίζω ὅτι αὕτη θέλει παραμερίσει πάντα δεσμόν, εἴτε συγγενικὸν εἴτε κοινωνικὸν εἴτε πολιτικόν, καὶ θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὑτῆς, ἐπαναφέρουσα τὸ κράτος τῶν νόμων. Εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ὅτι δὲν θεωρῶ ὑπεύθυνον τὴν Κυβέρνησιν καὶ δὲν τὴν θεωρῶ ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι δὲν εἶχε τὸν χρόνον νὰ ἐξελέγξῃ τὰς αἰτήσεις αἱ ὁποῖαι ἐτίθεντο ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς. Ἐκ τῆς ἐπισήμου δὲ ταύτης θέσεως λαμβάνουσα ἤδη τὰς πληροφορίας περὶ ὧν ἔκαμα λόγον ὀφείλει νὰ ἐπεμβῇ καὶ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι πραγματικῶς κάθηται εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἀνόρθωσιν, ἂν ὑπῆρξε κακὴ διοίκησις. Λυποῦμαι δὲ ἤδη, διότι μετ’ ὀλίγον θ’ ἀποχωρήσω τῆς Βουλῆς καὶ διότι τοιαῦται κρατοῦσι περιστάσεις σήμερον, ἐπιβάλλουσαι εἰς πάντας ὑμᾶς τὴν σιγήν, διότι θ’ ἀπεδείκνυον, λαμβάνων μέρος εἰς συζήτησιν γενικήν, ποία ἡ διοίκησις τοῦ κόμματος τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος, ποία ἡ δρᾶσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα καὶ πῶς τόσον ἀργὰ ἐπῆλθεν ἡ πρόοδος ἡ στρατιωτικὴ καὶ θ’ ἀπεδείκνυον ποίαν κατάστασιν εὗρεν ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς καὶ πῶς ἐκυβέρνησε, διὰ νὰ μὴ προκαλέσῃ ἐπεμβάσεις ἐξωτερικὰς καὶ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ λέγω ὅτι αἱ περιστάσεις αἱ σημεριναί, αἱ ἐξωτερικαὶ καὶ αἱ ἐσωτερικαί, μᾶς ἐπιβάλλουσι καθήκοντα ἄλλα, καὶ δι’ αὐτὸ εὑρισκόμεθα ἐνταῦθα μὲ ζημίαν τῆς ὑπολήψεώς μας, μὲ θυσίαν τοῦ πολιτικοῦ μας παρελθόντος. Παριστάμενοι δὲ ἐδῶ ἐπικυροῦμεν τὰς καθ’ ἡμῶν κατηγορίας, τὰς ἀνακριβείας, τὰ ψεύδη, τὰ ἀνυπόστατα. Καὶ θὰ ἔλεγον εἰς ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ποία μέριμνα ὑπῆρξεν ἐκ μέρους τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Δὲν ἐζητήσαμεν νὰ διατηρήσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους ὑπαλλήλους τοῦ κόμματος, καὶ ἔπρεπε νὰ θέσωμεν ἐκποδὼν τὴν ὑποστήριξιν δημάρχων, διὰ νὰ καταστήσωμεν εἰς τὰς Νομαρχίας τοῦ Κράτους, τὴν πρώτην Ἀρχήν, ἐντίμους εἰλικρινεῖς καὶ εὐόρκους ὑπαλλήλους. Κύριοι, γνωρίζετε ὅτι ὁ νομὸς Μεσσηνίας, καὶ ἰδίᾳ ἡ ἐπαρχία Μεσσήνης καὶ Καλαμῶν, ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν διασαλεύεται, ἡ δημοσία τάξις κλονίζεται. Ἀγορεύων πρὸς τὸν σύλλογον τὸν ἐκλογικὸν κατὰ τὰς ἐκλογὰς εἶπον· «ἐὰν μὲ στείλητε ἀντιπρόσωπόν σας, τὸ πρῶτον μέλημά μου εἶναι νὰ καταδιώξω ἀπηνῶς τὰ ἄτακτα στοιχεῖα καὶ τὰ προειδοποιῶ ἀπὸ τοῦδε νὰ προετοιμασθῶσι διὰ τὸν πόλεμον· εἶναι καιρὸς νὰ τεθῶσιν ἐκποδών. Μέλημά μου ἐπίσης εἶναι νὰ καταρτίσω δικαστήριον, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ἀνώτερον πάσης ὑποψίας, νὰ ἐκδιώξω ἐκεῖθεν δικαστὴν — καὶ τὸν ὀνομάζω, ἂν θέλητε,—ὁ ὁποῖος ὑπὸ μάλης θέτων τὰς δικογραφίας, μετέβαινεν εἰς τὴν οἰκίαν πολιτευομένου καὶ καθώριζε τὴν ὑπεράσπισιν καὶ συνέταττε καὶ διώρθωνε κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν πολιτευομένων τὰς ἀνακρίσεις». Καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Βοκοτόπουλον νὰ μοὶ δώσῃ δικαστὰς τοὺς κρατίστους καὶ ἐλπίζω ὅτι κατώρθωσα νὰ καταρτίσω δικαστήριον εἰς τὸ ὁποῖον δὲν προσέρχονται οἱ πολιτευόμενοι νὰ διαπράττωσι τοιαῦτα τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέφερα πρὸ μικροῦ. Ἐζήτησα ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Χωροφυλακῆς νὰ διορίσῃ ἀστυνόμον ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ, ν’ ἀπομακρύνῃ ἐκεῖθεν ἀξιωματικὸν ὁ ὁποῖος προσήρχετο εἰς ἐκλογεῖς διαφόρων ἐπαγγελμάτων καὶ τοὺς ἐπίεζεν ἄνευ λόγου, ἄνευ ἀφορμῆς, διὰ νὰ προλάβῃ ὁ Βουλευτὴς νὰ τῷ εἴπῃ: «πῶς τολμᾷς νὰ συμπεριφέρησαι τοιουτοτρόπως;». Καὶ οἱ φίλοι του ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς φρονοῦντες ὅτι τοῖς προσέφερεν ὑπηρεσίας, τὸν συνεκράτουν. Ἐζήτησα νὰ φύγῃ δικαστὴς ὁ ὁποῖος προσεκάλει εἰς τὸ γραφεῖόν του τοὺς διαφόρους πολίτας καὶ τοῖς ἀπήγγειλε ψευδεῖς κατηγορίας, διὰ νὰ μεταβῇ ὕστερον ὁ Βουλευτὴς νὰ τῷ εἴπῃ· «πῶς τολμᾷς νὰ συλλαμβάνῃς τοὺς φίλους μου;», καὶ ν’ ἀπαντήσῃ ἐκεῖνος· «διὰ νὰ προσφέρω ὑπηρεσίας». Τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων ἡ Κυβέρνησις ἐκείνου ὁ ὁποῖος κάθηται ἐκεῖ (δεικνύει τὸν κ. Θεοτόκην) διὰ τῆς παρεμβάσεώς μου ἐκαθάρισε. Ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἶχε φθάσει μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε μοὶ εἶπον οἱ συμπολῖταί μου ὀρεινοί· «διεκόψαμεν τὰς σχέσεις μὲ τὰς Καλάμας, κύριε ὑποψήφιε, διότι τὰς γυναῖκάς μας ἔχομεν μισακὰς μὲ τοὺς φυγοδίκους». Σᾶς βεβαιῶ, Κύριοι, ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου ὅτι ἔσπευσα νὰ διορίσω ἀστυνόμον μεταβατικόν, ἀξιωματικὸν ἱκανώτατον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἕνα ἀνθυπολοχαγόν, ὁ ὁποῖος ἐξετέλει τὸ καθῆκόν του κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε προεκάλεσε τὴν προσοχὴν τῶν προϊσταμένων του. Ἀλλ’ ἦτο ἀτυχὴς συλλαβὼν ἕνα φυγόδικον φίλον ἑνὸς πολιτευομένου, διότι ἐθεωρήθη τοῦτο προσβολὴ πρὸς τὸν κύριον πολιτευόμενον, καὶ ἐζητήθη ἡ ἀπομάκρυνσις τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου μὲ τὴν ψευδῆ κατηγορίαν ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, διὰ νὰ συλλάβῃ τὸν φυγόδικον, ἔβαζε ξύλα εἰς τὰ χέρια τῶν πολιτῶν, διὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσῃ νὰ μαρτυρήσωσι τὸ μέρος εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαιτᾶτο ὁ φυγόδικος, καὶ ἀπεμακρύνθη ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, καὶ ἐπανῆλθεν ἡ παλαιὰ κατάστασις! Τέλος πάντων ἐπὶ τῆς ἀρχηγίας τοῦ κ. Δημητριάδου κατωρθώθη νὰ ἐπανέλθῃ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συνέλαβεν ἀρκετοὺς φυγοδίκους καὶ ἕνα ληστήν, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ προϊσταμένη Ἀρχὴ διέταξε τὸ Ἀρχηγεῖον νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις, διὰ ν’ ἀπονείμῃ παράσημον εἰς τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν. Ἀλλὰ συγχρόνως, Κύριοι, —θαυμάσατε τὸ πρᾶγμα — διετάχθη νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου νῦν ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, διότι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Χωροφυλακῆς δὲν ἐξῆλθέ ποτε εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ εὑρίσκετο εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ μετέβαινεν εἰς τὰ Ἀνάκτορα· κατὰ συνέπειαν οὗτος εἶναι ξένος τῆς ἐνεργουμένης ἐν ὑπαίθρῳ ὑπηρεσίας. Ὁ Δημητριάδης ὅμως, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τὰ πράγματα, μετέθεσε τὸν ἀξιωματικὸν καὶ ἐπέμεινε νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ, καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ ἦτο τοιαύτη ὥστε ν’ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὸν παράσημον. Ὁ δὲ ἀμερόληπτος συνταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ, ὁ ὁποῖος χάριν τῆς πατρίδος ἐλησμόνησε ποῦ ἔκαμνεν ὑπηρεσίαν, ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς μὲ συνείδησιν ἥσυχον, ὅτι ἀνέλαβεν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν ἐγνώριζε νὰ κάμῃ καὶ ἐξετέλεσε κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν· ἀπὸ τὸ ἓν μέρος ἔστελλε διαταγὴν νὰ ἐξετασθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀξιωματικοῦ καὶ ἀπονεμηθῇ εἰς αὐτὸν παράσημον, καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος διέτασσε νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὁ ἀξιωματικός, εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λόχου, καὶ νὰ μετατεθῇ ἀπὸ τὸν λόχον ὁ ὁποῖος ἑδρεύει εἰς τὰς Καλάμας. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ ὑπὸ ὄψιν της τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα καὶ θ’ ἀποδείξῃ ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πιστεύω· ὅτι δηλ. δὲν τῇ ἦτο ὁ χρόνος ἐπαρκής, διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἄλλως τε ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι ἐν ἐπιγνώσει τῶν γενομένων ἐκεῖ, καὶ ὅτι θὰ σπεύσῃ νὰ μελετήσῃ ταῦτα καὶ θὰ φέρῃ τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν, ἀλλ’ ὅτι πρὸ πάντων θὰ σπεύσῃ νὰ ἐντείνῃ τὴν προσοχὴν αὑτῆς εἰς τὸ ὅτι πρέπει νὰ προσέχῃ εἰς τὰς συστάσεις τὰς ὑποβαλλομένας, ὅτι πρέπει νὰ τὰς μελετᾷ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸ παντὸς περισσοτέραν φειδὼ εἰς τὴν τιμήν της ὡς Κυβέρνησις καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὑτῆς, πρὸ παντὸς δὲ ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἡ ὁποία οὐδεμίαν πίεσιν ἔχει, ἡ ὁποία ἔχει ἀποστολὴν ὑψηλοτέραν — τὴν ὁποίαν ἀποστολὴν ἀναγνωρίζει ὁ ἡγέτης μου — καὶ μὲ ὅλας τὰς πιέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν ὡς ἐκ τῶν συνθηκῶν νὰ προκύπτωσι, πρέπει νὰ διενεργῇ τὰ κατ’ αὐτὴν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ διαφεύγῃ τοὺς τοιούτους κινδύνους, διὰ νὰ δυνηθῇ σωφρόνως νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἐθνικὸν αὑτῆς ἔργον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς.
§28ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον 1907, ἐψηφίσθη νόμος ἀφορῶν τὸν κανονισμὸν τοῦ χρέους τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Σοφάδων πρὸς τὸ Δημόσιον ἕνεκα τῆς ἀγορᾶς τοῦ χωρίου αὐτῶν. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἐκανονίσθησαν αἱ χρεολυτικαὶ δόσεις 25, διεγράφησαν δὲ ὅλα τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ὤφειλον νὰ εἰσπραχθῶσιν ἐκ τῶν χρεολυτικῶν δόσεων καὶ οἱ τόκοι ὑπερημερίας καὶ ὅλα τὰ πρόσθετα τέλη. Ὁ λόγος τοῦ νόμου τούτου εἶναι σπουδαῖος ὄχι τόσον διὰ τὸ συμφέρον τῶν χωρικῶν ὅσον διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, διότι κατὰ τὸν ἀρχικὸν νόμον τῆς ἀγορᾶς τοῦ κτήματος αἱ ἐτήσιαι δόσεις ἑκάστης μερίδος εἶχον τόσον πολὺ κατανεμηθῆ κατὰ ποσὸν μέγα, ὥστε ἡ καθαρὰ πρόσοδος ἑκάστης μερίδος δὲν ἐξήρκει διὰ τὴν καταβολὴν τῶν τοκοχρεολυσίων. Ἕνεκα τούτου οὐδεὶς κατέβαλλε τὴν δόσιν αὑτοῦ καὶ καθ’ ἕκαστον ἔτος τὰ πρόσθετα τέλη καὶ οἱ τόκοι ὑπερημερίας ηὔξανον τὴν δόσιν, ἐξ οὗ καὶ τὸ Δημόσιον οὐδὲν εἶχε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔσοδον, πάντες δὲ οἱ κάτοικοι κατεδιώκοντο καὶ προεπηλακίζοντο μὴ ἔχοντες νὰ καταβάλωσι τὴν δόσιν ταύτην. Ἦλθεν ὁ νομοθέτης καὶ εἶπε· διὰ νὰ διευκολύνω τὰς καταβολὰς τῶν δόσεων, δέον νὰ ἐλαττώσω τὰς δόσεις κατὰ ποσόν, ν’ αὐξήσω τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν εἰς 25 καὶ ἀπαλλάξω τοὺς κατοίκους ἀπὸ τῶν προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη καὶ ἐδημοσιεύθη, ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσθη ἀκόμη, ἐξακολουθεῖ δὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταρτίζῃ τοὺς ἐτησίους καταλόγους τῆς καταβολῆς τοῦ χρέους τούτου κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον, οἱ δὲ κάτοικοι μὴ δυνάμενοι νὰ πληρώνωσι τὸ χρέος των ἀναγκάζονται ἢ νὰ πληρώνωσι πρόσθετα τέλη καὶ τόκους ὑπερημερίας ἢ νὰ σύρωνται εἰς τὰς φυλακάς. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν κατοίκων ἐκ τῶν ἐνεργουμένων καταδιώξεων καὶ ζημιῶν καὶ ὅπως δυνηθῇ τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ τὸ ἔσοδόν του ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ κτήματος τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον.
§29ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὸ 1900 ἀπήτησαν οἱ κάτοικοι Σοφάδων νὰ ἐξαγοράσωσι τὸ ἐν λόγῳ κτῆμα. Ἡ Κυβέρνησις ἠγγυήθη τὸ ποσὸν ὁλόκληρον, αὐτοὶ δὲ κατὰ τὴν ἰδίαν των ἐπιθυμίαν ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν, ἵνα ἐντὸς 10 ἐτῶν καταβάλωσι τὸ ἀντίτιμον εἰς ἴσας ἐτησίας δόσεις μετὰ τόκου 5%. Παρῆλθον ἔτη τινὰ καὶ ἐπείσθησαν ὅτι δὲν ἦσαν εἰς θέσιν νὰ καταβάλωσι τὰς δόσεις ἐκείνας, μεθ’ ὃ προσέφυγον πάλιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἐπιεικῶς φερομένη πρὸς αὐτοὺς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1907 νομοσχέδιον ὅπερ ψηφισθὲν ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐχαρίσθησαν εἰς αὐτοὺς πᾶσαι αἱ καθυστερηθεῖσαι δόσεις, οἱ τόκοι, τὰ πρόστιμα κτλ. Ὡρίσθη δὲ ἵνα ἀντὶ τῶν 10 καθιερωθῶσιν 25 ἐτήσιαι δόσεις καὶ μὲ τόκον 4%. Αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ὁ νῦν ἰσχύων, λυποῦμαι δὲ ὅτι δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ μέχρι τοῦδε νὰ ἐξετάσω περὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ. Ἤδη, ὅτε ἤκουσα τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Καρδίτσης λεχθέντα θὰ σπεύσω νὰ ἐξετάσω καὶ ἂν τοιοῦτό τι συμβαίνῃ, ἂν δηλαδὴ ἐξακολουθῇ ἡ ὑπηρεσία ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1900 νὰ βεβαιοῖ καὶ εἰσπράττῃ τὰς δόσεις, θὰ διατάξω τὴν ἀναστολὴν τοῦ πράγματος καὶ θὰ ἐπιβάλω τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τάκης.
§31ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Εἶναι ἴσως ἕκτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν μὲ τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου Καλαμπάκας–Μαλακασίου. Δὲν μοὶ εἶναι εὐχάριστον νὰ ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι εἶναι ζήτημα ὑψίστης σπουδαιότητος θὰ εἴπω πάλιν ὀλίγα. Δὲν θέλω νὰ ἐξάρω τὴν σημασίαν τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ οὔτε ἀπὸ πλουτολογικῆς οὔτε ἀπὸ στρατηγικῆς ἀπόψεως, διότι ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω τὸ εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν πολλάκις καὶ ὅτε ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις περὶ τῶν σιδηροδρόμων. Φρονῶ μόνον ὅτι ἀξίζει ὁ κόπος νὰ ὑποβληθῇ σύμβασις καὶ διὰ τὸν σιδηρόδρομον τοῦτον, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου, ἂν γίνῃ σιδηροδρομικὴ προέκτασις ἐν Ἑλλάδι, πρέπει νὰ γίνῃ αὐτή, διότι ἐξυπηρετεῖ πολλὰ καὶ μεγάλα συμφέροντα. Πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξώδευσε πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ τὴν Κρήτην, πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ τὴν Μακεδονίαν, ἐπίσης διὰ τὴν Ἀνατολικὴν Ῥωμηλίαν· ἆρα δὲν ἀξίζει νὰ δαπανήσῃ καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια διὰ τὴν Ἤπειρον; Ἡ Ἤπειρος εἶναι ἡ χώρα ἐκείνη τῆς ὁποίας τὰ τέκνα τόσα ἐθυσίασαν ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ Κράτους· ἐξ αὐτῆς κατάγονται οἱ Καπλάναι καὶ οἱ Δομπόλαι καὶ οἱ Ζωσιμάδαι καὶ οἱ λοιποὶ μεγάλοι εὐεργέται. Ἂν γίνῃ ὁ σιδηρόδρομος αὐτός, θ’ ἀντικρύσῃ τις πρῶτον τοὺς συμπολίτας τοῦ μεγατίμου ἀνδρὸς Ἀβέρωφ· ἄλλως τε ὑπάρχει καὶ πίστωσις ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Ἀβέρωφ δι’ ἁμαξιτὸν ὁδὸν μέχρι τοῦ Μετσόβου. Ἔχει πολλαπλᾶ συμφέροντα νὰ ἐξυπηρετήσῃ, ὡς εἶπον πολλάκις. Πολὺ θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ σύμβασιν καί, ἂν ἐκ τῶν πραγμάτων ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχει πολλαπλᾶ συμφέροντα, νὰ γίνῃ, ἂν δὲ δὲν ἀποδειχθῇ τοῦτο, νὰ μὴ γίνῃ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἔχω μίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§32ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀνομολογοῦμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀνάγκην τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, ἀλλὰ διὰ δύο λόγους δὲν ὑπεβάλομεν σύμβασιν. Πρῶτον διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβάλωμεν συγχρόνως συμβάσεις δι’ ὅλας τὰς γραμμάς· δεύτερον δὲ διότι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ὁπωσδήποτε μία μελέτη. Ἀλλ’ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἡμῶν οὐδεμία μελέτη προκαταρκτικὴ κἂν περὶ τῆς γραμμῆς ὑπάρχει. Ἀναγνωρίζοντες τὸ δίκαιον τῶν παραστάσεων τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θὰ διατάξωμεν νὰ γίνῃ ἡ μελέτη καὶ τότε θὰ ὑποβάλωμεν σύμβασιν.
§33ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ φέρω συγκριτικὴν μελέτην τοῦ σιδηροδρόμου Σπάρτης, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Χαρτογραφικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς τῶν Ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἐκ τῆς συγκριτικῆς αὐτῆς μελέτης θὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὁ σιδηρόδρομος αὑτὸς δὲν θὰ στοιχίσῃ πλέον τῶν 4.000.000 καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ ὅτι δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ ὑποβάλῃ σύμβασιν.
§34ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἐλλείπει πᾶσα μελέτη· θὰ διατάξωμεν νὰ γίνῃ ἡ μελέτη καὶ τότε μάλιστα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τάκης «περὶ τοῦ τηλεγραφείου Τρικάλων».
§36ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὡς γνωστόν, τὰ Τρίκκαλα ὅσον ἀφορᾷ τὸν πληθυσμὸν εἶναι δευτέρα πόλις τῆς Ἑλλάδος. Ἔχει 25.000 κατοίκων, ἐμπόριον ἔχει μέγα, ἔχει δὲ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους τρεῖς. Τὰ Τρίκκαλα ἔχουσι τρία ἡμερήσια φύλλα· ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἤθελον οἱ τρεῖς ὑπάλληλοι νὰ ἐργασθῶσι, δὲν ἀρκοῦσι. Μετὰ τὸ μεσονύκτιον τὸ τηλεγραφεῖον κλείει· ἰδίως αἱ εἰδήσεις αἱ τηλεγραφικαὶ τῶν δύο ἡμερησίων φύλλων δίδονται τὴν ἑπομένην ἡμέραν καὶ οὕτω καὶ ἡ πόλις ζημιοῦται, ἀλλὰ καὶ τὸ Δημόσιον, διότι χάνει ἑξήκοντα περίπου δραχμὰς ταχυδρομικὰ τέλη καθ’ ἑκάστην. Πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος σχεδὸν μηνὸς διετάχθησαν δύο ὑπάλληλοι τηλεγραφικοί, ὁ μὲν εἷς ἐκ Λαρίσης ὁ δὲ ἄλλος ἐκ Καλαμῶν, νὰ ἔλθωσι νὰ ἐπιθεωρήσωσι τὰς ἀνάγκας τοῦ τηλεγραφείου, ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οἱ Κύριοι αὐτοὶ δὲν κατεδέχθησαν νὰ ἐπισκεφθῶσι τὰ Τρίκκαλα. Λάβετε δ’ ὑπ’ ὄψει κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἰς τὰς Καλάμας ὑπάρχουσι 17 τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, ἐνῷ εἰς τὰ Τρίκκαλα τρεῖς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὴν φράσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Καλαμῶν Βουλευτοῦ, νὰ εἴπω ὅτι, ἐὰν ἐπῆλθε κατήφορος, τοὐλάχιστον χάριν τῆς ἀνορθώσεως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἂς ἀνορθώσῃ τὸν κ. Γενικὸν Διευθυντὴν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, διατί δὲν ἀνώρθωσε τοὺς δύο ἐκείνους κυρίους ὑπαλλήλους, τοὺς ὁποίους πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς διέταξε νὰ μεταβῶσιν εἰς Τρίκκαλα καὶ δὲν μετέβησαν;
§37ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, μόλις πρὸ δύο ἡμερῶν μαθὼν τὴν ἀνάγκην ταύτην ἔσπευσα νὰ ὑποβάλω Β. Διάταγμα, δι’ οὗ στέλλονται δύο βοηθοὶ τηλεγραφηταὶ εἰς τὰ Τρίκκαλα.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μποῦτος ἔχει τὸν λόγον περὶ τῆς μισθώσεως τοῦ θεραπευτηρίου Καλαμῶν.
§39Γ. ΜΠΟΥΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελον τὸν ἀφορῶντα τὴν μίσθωσιν τοῦ στρατιωτικοῦ θεραπευτηρίου Καλαμῶν· μετὰ τῶν συμβολαίων δὲ παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ καὶ τὰς σχετικὰς ἐκθέσεις τῶν ἑκάστοτε διευθυντῶν τοῦ νοσοκομείου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγγράφως, παρακαλῶ. Δέκα Βουλευταὶ συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἐζήτησαν ὅπως γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Ἑπομένως οἱ ἐπιθυμοῦντες παρακαλοῦνται νὰ ζητήσωσι τὸν λόγον.
§41Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ;
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§43Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος θὰ ἔχητε.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι περὶ τῆς μισθώσεως τοῦ θεραπευτηρίου Καλαμῶν. Ἔχω ἐδῶ χαρτιά. Λοιπὸν ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν τάξει. Μάλιστα εἶναι ὑπογεγραμμένος καὶ ὁ κ. Σπυρίδων Κουμουνδοῦρος.
§45ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως καταθέσῃ τὸν φάκελον, διότι ἐξ αὐτοῦ θέλει ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνδιαφερόμενος μεγάλως περὶ τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ μετέφερε τὸ νοσοκομεῖον εἰς τόπον ὑγιεινὸν καὶ ἀπεμάκρυνεν αὐτὸ ἐκ μέρους τὸ ὁποῖον ἦτο μεταξὺ τῶν ἐργοστασίων, τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τοῦ ποταμοῦ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκότσης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§47Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ προσκομισθῇ βεβαίως ὁ φάκελος, μᾶλλόν τις ἴσως ἤθελεν εἴπει ὅτι παρέλκει ἡ συζήτησις. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν θὰ εἶναι εὔκολον, τὸν φάκελον νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν μεθεπομένην συνεδρίασιν, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς προκαταβολικῶς ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἶπεν ὅτι αὕτη ἐγένετο πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ὑγείας τοῦ στρατοῦ, ἐγεννήθη ἀμέσως ἡ ἀπορία πῶς ὁ ἀξιότιμος προκάτοχος τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ κ. Λαπαθιώτης, δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν πάσας ταύτας τὰς παρατηρήσεις καὶ εἶχε σπεύσει τότε στηριζόμενος εἰς ἐκθέσεις τῶν ἰατρῶν νὰ ἐνοικιάσῃ ἄλλην οἰκίαν παρ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν διαλύσας τὴν μίσθωσιν μονομερῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνῳκίασεν.
§48Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ ἐκεῖνον· δὲν ἀφορᾷ ἄλλον τινά.
§49Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ διὰ νὰ λάβῃ τις προκαταβολικῶς μίαν ἰδέαν τῆς πράξεως αὐτῆς θὰ εἶναι καιρὸς νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν περικοπὴν ἐκ τοῦ συμβολαίου τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 13800 τοῦ συνταχθέντος μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου νῦν καὶ τοῦ κυρίου φρουράρχου περὶ τῆς οἰκίας περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἡ ὁποία μόλις ἀπὸ μηνὸς ἔπαυσε νὰ εἶναι θεραπευτήριον καὶ ἡ ὁποία ἐχρησίμευεν ἐπί τινα ἔτη ὡς θεραπευτήριον. Φέρονται ἐν αὐτῷ τὰ ἑξῆς: «Νὰ καθαρισθῶσιν ἅπαντες οἱ θάλαμοι τοῦ ὑπογείου κτλ., κτλ. νὰ ἀντικατασταθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ εἰς εἰδεχθεστάτην κατάστασιν δάπεδον». Φαντασθῆτε ὁποία τις ἦτο ἡ οἰκία ἡ ὁποία ἐχρησίμευεν ὡς θεραπευτήριον καὶ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ὡς μὴ κατάλληλον καὶ τὴν ὁποίαν ὁ Ὑπουργὸς ἐθεώρησεν ὡς κατάλληλον νῦν καὶ εὗρεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἄλλην εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐγκατασταθῆ πρὸ ἑνὸς μηνός. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι τὸ μόνον ἄτοπον. Τὸ ἄτοπον εἶναι τὸ ἄλλο· διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγου χρόνου νόμον περὶ τροποποιήσεως τοῦ δημοσίου λογιστικοῦ κατὰ τὸν ὁποῖον ἅπασαι αἱ ἐνοικιάσεις γίνονται διὰ δημοπρασίας, ὁ δὲ νόμος αὐτὸς θὰ ἴσχυεν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1910, τῇ 31 Δεκεμβρίου δὲ συντάσσεται τὸ συμβόλαιον αὐτό, ἵνα καταστρατηγηθῇ ὁ νόμος.
§50ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§51Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τί ὄχι;
§52ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον.
§53Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ ἔγγραφα καὶ θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ ἂν ἐπρόκειτο ν’ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον ἢ ἂν ἐπρόκειτο ν’ ἀπονεμηθῇ μία δωρεὰ εἰς τὸν πρώην ἰδιοκτήτην τοῦ ὁποίου τὸ οἴκημα ἐχρησίμευε μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὡς θεραπευτήριον ἐν τοιαύτῃ καταστάσει εὑρισκόμενον ὅπως περιγράφει αὐτὸ τὸ συμβόλαιον καὶ ἀναγνωρίζει αὐτὸς ὁ ἰδιοκτήτης ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπογράψει τὸ συμβόλαιον.
§54ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ ὅτι τοιοῦτον ἐπιχείρημα οἷον ἔφερεν ὁ κ. προαγορεύσας δικηγορικόν, ἵνα μὴ εἴπω δικολαβικόν, δὲν ἀνέμενον, διότι, ἀφοῦ ἐζήτησα τὰ ἀπαιτούμενα ἔγγραφα, δὲν ἔπρεπε νὰ στηριχθῇ ἐπὶ ἑνὸς συμβολαίου· ἀλλὰ καὶ στηριχθεὶς ἐπὶ συμβολαίου ὤφειλε νὰ εἶναι εἰλικρινής. Ἡ οἰκία Παγώνη, μόλις ἐκτίσθη, ἐπὶ μίαν δεκαπενταετίαν, νομίζω, ἦτο θεραπευτήριον, φυσικῷ δὲ τῷ λόγῳ τὸ δάπεδον ἴσως νὰ ἔχῃ βλαφθῆ. Ὁ τότε φρούραρχος καὶ ἁρμόδιος ἀξιωματικὸς χαριζόμενος εἰς τὴν πολιτικήν, ἀντὶ νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην νὰ ἐπιδιορθώσῃ τὴν οἰκίαν, μετέφερε τὸ θεραπευτήριον· καὶ ποῦ, Κύριοι; Ἡ οἰκία κεῖται ἐν τῷ μέσῳ κήπων, πορτοκαλλεῶν καὶ λεμονεῶν· ἡ οἰκία εἰς τὴν ὁποίαν μετεφέρθη εἶναι παραπλεύρως τοῦ ποταμοῦ ἐν τῷ μέσῳ τῶν ἑλῶν καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κύριον Μποῦτον νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν προτιμᾷ ὡς ἰατρὸς τὴν οἰκίαν τοῦ Παγώνη ἀπὸ τὴν ἄλλην. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῆς ὑγείας τῶν ἀνδρῶν, διότι πρόκειται νὰ θυσιάσωσι τὴν ζωήν των χάριν τῆς πατρίδος, ἐπανέφερε τὸ θεραπευτήριον ἐκεῖ οὐχὶ διὰ τὸν πολίτην Παγώνην, διότι ὁ Παγώνης τὴν οἰκίαν αὐτοῦ ἠδύνατο νὰ τὴν ἐνοικιάσῃ καὶ ἐνῳκίασεν ὡς κειμένην εἰς τὸ καλλίτερον μέρος τῆς πόλεως μὲ μίσθωμα πολὺ ἀνώτερον, ἀλλὰ τὴν ἔδωκεν εἰς τὸν στρατόν. Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ προσκομίσῃ τὸ ταχύτερον τὸν φάκελον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλει ἀποδειχθῆ ὅτι ἀκριβῶς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔστειλεν ἐπιθεωρητὴν ἀνώτερον ἀξιωματικόν, ὅστις ἀπεφάνθη ὅτι εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν πρᾶξιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ.
§55Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμίλησε δικηγορικώτερον ἐμοῦ τοῦ δικηγόρου, διότι ἀνέλαβε νὰ πείσῃ ὑμᾶς ὅτι ἡ οἰκία Παγώνη εἶναι εἰς καλλίτερον μέρος καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνοικιάσας αὐτὴν ἔπραξεν ἔργον ἐξυπηρετοῦν τὴν ὑγείαν τῶν ὁπλιτῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ ὅμως ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἄλλο συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἄλλος Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἴσως θὰ ἐμερίμνα καὶ αὐτὸς περὶ τῆς ὑγείας τῶν ὁπλιτῶν, εἶχεν ἐνοικιάσει ἄλλην οἰκίαν τὴν ὁποίαν ἐθεώρει καταλληλοτέραν. Βεβαίως, ὅταν θὰ ἔλθῃ ὁ φάκελος ὁλόκληρος, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ὁ φάκελος θέλει παράσχει εἰς ἡμᾶς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅμως ὁ κύριος συνάδελφος δὲν ἔθιξε καθόλου, ἴσως διὰ νὰ μὴ φανῇ δικηγόρος, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου εἶπον καὶ τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸ σκάνδαλον ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ: Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν πρόκειται νὰ ἰσχύσῃ νόμος τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγου, καὶ πρὸς καταστρατήγησιν αὐτοῦ νὰ σπεύσωμεν νὰ κάμνωμεν ἐνοικιάσεις διαλύοντες τὰς μισθώσεις αἱ ὁποῖαι πρὸ ἑνὸς μηνὸς εἶχον συνομολογηθῆ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἔπρεπε ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένος αὔριον, ὅταν ἔλθῃ ὁ φάκελος, νὰ συζητήσῃ.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὥρα εἶναι 12. 30′. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ τῇ 5 μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις περὶ ὥραν 6 μ. μ.).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος περὶ μισθώσεως τοῦ θεραπευτηρίου Καλαμῶν. Ὁ κ. Σπ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§58Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω λέξεις τινάς, καίτοι ὁ κ. Γκότσης, Βουλευτὴς Πατρῶν, εἶναι ἀπών, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἀναμίσθωσιν τοῦ νοσοκομείου Καλαμῶν ἦτο παράνομος, ὡς ἰσχυρίσθη τοῦτο ὁ κ. Γκότσης. Ἐν Καλάμαις ὑπῆρχε πρὸ δεκαπενταετίας ἐνῳκιασμένη διὰ νοσοκομεῖον ἡ οἰκία τοῦ κ. Παγώνη, ὁ ἰατρὸς δὲ ὁ διευθύνων τὸ νοσοκομεῖον ἐκεῖ, χωρὶς κἂν νὰ προσκαλέσῃ τὸν ἰδιοκτήτην τῆς οἰκίας, ἐζήτησε τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ ἐνοίκιον λήγει, ν’ ἀναμισθώσῃ ἑτέραν οἰκίαν. Τὸ Ὑπουργεῖον ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων καὶ πιστεῦον εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ τότε διευθύνοντος τὸ νοσοκομεῖον διέταξε νὰ γίνῃ ἀναμίσθωσις, ὅτε ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας διεμαρτυρήθη καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀναγνωρίζον τὸ δίκαιον τοῦ τέως διευθύνοντος ἀπέστειλεν ἀνώτερον ὑγειονομικόν, διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα. Ὁ ἀνώτερος ὑγειονομικὸς ἰατρὸς μεταβὰς εἰς Καλάμας κατήγγειλε τὸν Διευθυντὴν τοῦ νοσοκομείου ὡς ἐνεργοῦντα παρανόμως καὶ τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Λαπαθιώτης ἀπεμάκρυνε τὸν Διευθυντὴν ἀπὸ τὰς Καλάμας, διέταξε δὲ νὰ σταματήσῃ ἡ ἀναμίσθωσις, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπῆλθε καὶ ἡ ὑπουργικὴ μεταβολή. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὁ κ. Κωνσταντινίδης. Δὲν ἦτο δυνατόν, Κύριοι, ἀνὴρ τοιοῦτος σεβόμενος καὶ τὸ ἀξίωμα καὶ τὸν βαθμόν του καὶ ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς ὑγείας τῶν ἀνδρῶν, δὲν ἦτο δυνατόν, λέγω, παρὰ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν πορείαν τοῦ προκατόχου του, στηριζόμενος δὲ εἰς τὸ δίκαιον καὶ εἰς τὸν νόμον διέταξε συμφώνως μὲ τὸ συμβόλαιον καὶ μὲ τὸν νόμον ν’ ἀνανεωθῇ ἡ μίσθωσις καὶ νὰ ἐπανέλθῃ τὸ νοσοκομεῖον εἰς τὴν πρώτην κατοικίαν. Ὁ κ. Γκότσης ὅμως εἶπε, καὶ διὰ τοῦτο ἐμέμφθην αὐτοῦ, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ συνεργαζόμενος δὲν σκέπτεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὁμιλῇ ὡς δικηγόρος, εἶπεν ὅτι δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῇ 31 Δεκεμβρίου ν’ ἀναμισθώσῃ τὴν οἰκίαν. Ἀκριβῶς τοῦτο ἤθελε νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργός, διὰ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἄδικον καὶ διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἀδικίαν καὶ νὰ φροντίσῃ νὰ προστατεύσῃ τὴν ὑγείαν τῶν ἀσθενῶν· νομίμως φερόμενος καὶ καλῶς ποιῶν ἤθελε ν’ ἀναμισθώσῃ τὴν οἰκίαν εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ εἶναι τὸ νοσοκομεῖον καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ τοὺς ἄνδρας ἐκεῖθεν, οἱ ὁποῖοι κατεστρέφοντο ἀπὸ τὰς νόσους. Καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Κουλούρη, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ἐπιθεώρησιν, δύναται δὲ νὰ βεβαιώσῃ, ἂν ὁ κ. Γκότσης λέγει τὴν ἀλήθειαν. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λησμονῶμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν καὶ τὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι ἀκολουθοῦντες τὴν πορείαν τὴν ὁποίαν ὡς δικηγόροι ἐπαγγελματίαι ἀκολουθοῦμεν.
§59Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Γκότσης.
§60Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν κατηγορῶ τοὺς δικηγόρους διὰ τὸ ἐπάγγελμά των. Ἀλλ’, ἐὰν ὁ κόσμος ἐξανέστη κατὰ τῆς Βουλῆς, ἐξανέστη, διότι φερόμεθα ὡς ἐπαγγελματίαι. Ταῦτα ἐν ὀλίγοις, διὰ νὰ δώσω τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Λαναρᾶς. Ἀπών. Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§62Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἤκουσα ὅτι ἐπρόκειτο νὰ προκληθῇ τοιαύτη συζήτησις περὶ τῆς ἐνοικιάσεως τοῦ οἰκήματος τοῦ κ. Παγώνη ὡς νοσοκομείου, δὲν ἐπίστευον ὅμως ὅτι ἤθελε λάβει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ ὁ πρὸ μικροῦ ἐκλεχθεὶς Βουλευτὴς Μεσσήνης, διότι ἐκ τοῦ σύνεγγυς γνωρίζων τὰ πράγματα δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ καταγγείλῃ τὸν Ὑπουργὸν ὡς παρανομήσαντα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἔλαβε τὸν λόγον βεβαίως ἐκ πληροφοριῶν, διότι δὲν εἶχε πρὸ αὐτοῦ ἔγγραφα, διὰ νὰ δύναται νὰ ἀπευθύνῃ καταγγελίαν κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καί, ἐπειδὴ ἐγένετο περὶ τούτου λόγος, εἶμαι ὑποχρεωμένος, μολονότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἕνεκα λόγων τοὺς ὁποίους θ’ ἀνακαλύψητε ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου, δὲν παρουσιάζεται οὔτε φέρει τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ προέλθωμεν εἰς συζήτησιν ἐπ’ αὐτῶν, εἶμαι λέγω, ὑποχρεωμένος νὰ ἐκθέσω τὰ ζητήματα ἐγὼ καὶ νὰ τὰ ἐκθέσω ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὰ ὁποῖα ἐλπίζω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δοθησομένης εὐκαιρίας θὰ παρουσιάσῃ. Κύριοι, τὸ οἴκημα περὶ οὗ πρόκειται εἶχεν ἐκμισθώσει τὸ Δημόσιον ὡς νοσοκομεῖον καὶ ἡ μίσθωσις ἔληγε μετὰ ἓν ἔτος. Κατὰ συνέπειαν κατὰ τὸν νόμον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τὸ Δημόσιον περὶ ἀλλαγῆς οἰκήματος παρὰ μόνον πρὸ τριῶν μηνῶν. Ἀλλ’, ὅτε τὰ πράγματα ἤλλαξαν, ἐνόμισαν Κύριοί τινες ὅτι ἔπρεπε νὰ παρεμερίσῃ ὁ νόμος, διὰ νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἐπιθυμίαι αὐτῶν. Καὶ ἀληθῶς προεκλήθη τὸ Ὑπουργεῖον νὰ προβῇ εἰς νέαν μίσθωσιν νέου οἰκήματος. Τὸ Ὑπουργεῖον ἔστειλε διαταγὴν πρὸς τὸν Φρούραρχον ζητοῦν παρ’ αὐτοῦ τὴν ἔκθεσιν περὶ τούτου, διέταξε δὲ νὰ σχηματισθῇ ἐπιτροπὴ καὶ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της περὶ τῆς καταλληλότητος ἢ οὐ τοῦ ὑπάρχοντος οἰκήματος, διότι ὑπῆρχε καταγγελία, ὅτι τὸ οἴκημα ἦτο ἀκατάλληλον. Ὁ Φρούραρχος σχηματίζει ἐπιτροπὴν ἀπὸ ἀξιωματικούς, τῶν ὁποίων ὅταν ἀκούσητε τὰ ὀνόματα θὰ πιστεύσητε καὶ θὰ ὁμολογήσητε ὅτι δὲν χωρεῖ ἐπιείκεια, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ πρὸ οὐδεμιᾶς παρακλήσεως νὰ ὑποχωρήσωσι — μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν ὁ ταγματάρχης Κοντούλης καὶ ὁ ταγματάρχης Καπετανάκης—, ἐπεθεώρησεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ τὰ δύο οἰκήματα καὶ ἡ γνώμη αὐτῶν ἡ σταλεῖσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἦτο ὅτι τὸ οἴκημα τοῦ Παγώνη εἶναι καταλληλότερον, ἐὰν ἐπέλθωσιν ἀνεπαίσθητοί τινες τροποποιήσεις, διότι ἐπῆλθον καταστροφαί τινες ἐκ τῆς χρήσεως καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐπισκευασθῇ. Τοῦτο ἐδήλωσεν ὁλόκληρος ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ τὸν Φρούραρχον, τοὺς δύο ἀξιωματικοὺς καὶ τὸν ἰατρόν. Ἡ ἔκθεσις ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλὰ ταυτοχρόνως κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὁ ἰατρὸς ὁ λαβὼν μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ὁ συμφωνήσας μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς καταλληλότητος τοῦ οἰκήματος, ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν ἑτέραν ἔκθεσιν ἀντίθετον τῆς πρώτης. Ἀντίθετον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οὐδεὶς ἀνεγνώριζε τὸν ἰατρὸν ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὡς ὑποβαλόντα ἀναφορὰν κατὰ μόνας. Συμφώνως πρὸς τὴν πρώτην ἔκθεσιν ὁ Φρούραρχος διέταξε τὸν Παγώνην νὰ δηλώσῃ ἂν θὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ἐπισκευάς, πρὸς δὲ ἂν δέχεται καὶ μείωσιν τοῦ μισθώματος. Ὁ κ. Παγώνης καὶ προφορικῶς καὶ ἐγγράφως διὰ δύο ἀναφορῶν, μιᾶς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν καὶ μιᾶς πρὸς τὸν Φρούραρχον, δηλοῖ ὅτι δέχεται νὰ προέλθῃ εἰς ἐπισκευὰς καὶ ἐπιδιορθώσεις τοῦ οἰκήματος, ἀλλὰ δέχεται καὶ ἐλάττωσιν τοῦ μισθώματος καὶ προτείνει εἰς τὸ Δημόσιον νὰ κρίνῃ τοῦτο ποῖον μίσθωμα πρέπει νὰ τῷ δίδῃ. Τὰ ἔγγραφα ἦλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ κατόπιν, δὲν ἠξεύρω εἰσηγήσει τίνος τμηματάρχου ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνακοινοῖ τὴν γνώμην καὶ ἀποφαίνεται ὅτι τὸ νοσοκομεῖον πρέπει νὰ μεταφερθῇ εἰς ἄλλο οἴκημα. Ὑπογράφεται οὕτω τὸ συμβόλαιον χωρὶς ὁ ἰδιοκτήτης, τοῦ ὁποίου ἐγκατελείφθη τὸ οἴκημα, νὰ λάβῃ γνῶσιν ἐπίσημον, ἀλλ’ ἔμαθε τοῦτο ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον τοῦ συμβολαιογραφείου. Σπεύδει τότε καὶ ἔρχεται ἐνταῦθα, μοὶ ἀνακοινοῖ τὸ πρᾶγμα καὶ παρουσιάζομαι πρὸς τὴν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν κ. Λαπαθιώτην, καὶ ἀνακοινῶ τὴν ὑπόθεσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς προσκαλεῖ τὸν τμηματάρχην καὶ φέρει τὸν σχετικὸν φάκελον τῆς ὑποθέσεως, τὸν ὁποῖον ἀφοῦ ἀναγινώσκει, διατάσσει ἐνώπιον ἐμοῦ τὴν μετάθεσιν τοῦ ἐν Καλάμαις ἀξιωματικοῦ, παραγγέλλει δὲ εἰς ἀνώτερον ἀξιωματικὸν νὰ μεταβῇ καὶ ἐξετάσῃ τὸ πρῶτον οἴκημα καὶ τὸ δεύτερον καὶ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του. Μετέβη ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικός, ἰατρὸς καὶ οὗτος, καὶ γνωρίζει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν δι’ ἐκθέσεως ἐκτενεστάτης ὅτι τὸ οἴκημα τοῦ κ. Παγώνη εἶναι καταλληλότερον καὶ ὑπὸ ἔποψιν χωρητικότητος καὶ ὑπὸ ἔποψιν ὑγιεινῆς, διότι τὸ οἴκημα τοῦ Παγώνη κεῖται ἐντὸς περιβολίου, πληροῖ τὰς συνθήκας τῆς ὑγιεινῆς καὶ πλησίον τοῦ στρατῶνος, ἐνῷ τὸ οἴκημα περὶ οὗ πρόκειται εἶναι πρὸς τὸ ἄλλο ἄκρον τῆς πόλεως, πλησίον τοῦ ποταμοῦ, καὶ κινδυνεύει ἐξ αὐτοῦ, μακρὰν δὲ καὶ τοῦ στρατῶνος καὶ καθίσταται δύσκολος ἡ μετάβασις ἐκεῖ καὶ τῶν ὁπλιτῶν καὶ τῶν ἰατρῶν καὶ πρὸ παντός, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ μεταβῇ ὁ ἰατρὸς ἐν καιρῷ νυκτὸς εἰς τὸ νοσοκομεῖον, εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταβῇ ἐκεῖ. Ὁ ἰατρὸς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν του καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀφῄρεσεν ἀμέσως τὴν διοίκησιν ἀπὸ τὸν διοικητὴν τοῦ Συντάγματος, προέβη δ’ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς μισθώσεως τοῦ οἰκήματος Παγώνη καταργήσας τὸ συμβόλαιον τὸ νέον, διότι, ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐγένετο, ἦτο παράνομον. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς ἀναμισθώσεως τῆς οἰκίας Παγώνη, αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν θέλει νὰ ἐκθέσῃ τὸν τμηματάρχην τὸν πρῶτον, ὁ ὁποῖος ἔκαμε πρὸς αὐτὸν τοιαύτην εἰσήγησιν, αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ ἐμέ. Λέγω δὲ μόνον ὅτι, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς ὁ πρώην δὲν ἔφευγεν ἐνωρίτερον ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς ὑπουργικῆς, δὲν ἠξεύρω ἂν οἱ τρεῖς ἀξιωματικοὶ θὰ εὑρίσκοντο εἰς καλοὺς λογαριασμοὺς μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν καὶ ἐπεθύμουν, ὅπως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Πατρῶν, ὁ ὁποῖος ἀναλαμβάνει τὰς Μεσσηνιακὰς ὑποθέσεις πρὸς ὑποστήριξιν ἐξ εἰσηγήσεων μὴ ἀκριβῶν, νὰ μὴ ἔρχηται εἰς τοιούτου εἴδους συζήτησιν προτοῦ μεταβαίνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ λαμβάνῃ γνῶσιν τοῦ σχετικοῦ φακέλου.
§63Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν δὲν εἶχε γνῶσιν φακέλου καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησεν, ἵνα προσαχθῇ ὁ φάκελος καὶ συζητήσῃ, οὔτε ἐπεφοίτησεν εἰς αὐτὸν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἵνα ἐπιληφθῇ ἄνευ φακέλου τοῦ ζητήματος. Ἐγὼ ἀκούσας τὰς διαμαρτυρίας πολίτου κατὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἐζήτησα νὰ προσαχθῇ ὁ φάκελος, ἵνα κρίνωμεν ἐπὶ τῶν παραπόνων αὐτοῦ, τὰ παράπονα δ’ αὐτοῦ στρέφονται κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ ἔχω καθῆκον, ἵνα ζητήσω τὴν προσκόμισιν τῶν ἐγγράφων καὶ ἀσκήσω τὸν ἔλεγχον, εἰς ὃν δικαιοῦμαι ἐκ τοῦ Συντάγματος. Δὲν ἔπραξα πλέον τούτου τίποτε, οὔτε προεδίκασα, οὔτε ἔκρινα ἐκ τῶν προτέρων περὶ αὐτοῦ. Καὶ θὰ ἦτο τοῦτο ἄτοπον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κρίνω ἐπὶ τῆς πράξεως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἐὰν δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὁλόκληρον τὴν ἐνέργειάν του, οὐδ’ ἔχω δυσκολίαν νὰ πιστεύσω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπραξε τοῦτο· ἀρκεῖ νὰ πεισθῶ ἐκ τῶν ἐγγράφων, ἅτινα θέλουσι προσκομισθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Οἱ κ. συνάδελφοι, οἱ διατελοῦντες ἐν γνώσει τῆς ὑποθέσεως, δύνανται νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν ὅτι οὕτως ἔχει ἡ ὑπόθεσις, ἐὰν δ’ ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη εἰς τοὺς λόγους αὐτῶν νὰ πιστεύσῃ, ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἐγὼ ἤθελον εὐχαριστηθῆ, ἐὰν ἐκ τοῦ φακέλου ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι ὄντως ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι οἵα ὑπὸ τῶν κ. συναδέλφων παρεστάθη. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὁ κ. συνάδελφος ὁ πρὸ ὀλίγου ὁμιλήσας δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ παράπονον ἐναντίον μου ὅτι ἐπιλαμβάνομαι ἐκ συστήματος τῶν Μεσσηνιακῶν ὑποθέσεων. Πρώτην φορὰν ἐπιλαμβάνομαι τοιαύτης ὑποθέσεως, νομίζω δ’ ὅτι ἡ συζήτησις δὲν ἐγένετο ἁπλῶς διὰ νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἀφορμή, ἵνα κρίνωμεν ἐκ τῶν ἐγγράφων, οὐδένα δὲ λόγον ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας νὰ πιστεύῃ ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὁ ὁποῖος ἐκτάκτως τὸν τιμῶ καὶ συνδέομαι μετ’ αὐτοῦ διὰ φιλίας, διὰ τὴν ὁποίαν ὄντως καυχῶμαι, ὅτι ἐγὼ ἐξ ἐχθρότητος πρὸς αὐτὸν ἢ ἄλλου πολιτικοῦ συμφέροντος προέβην εἰς ὅ,τι προέβην, εἴτε ὅτι ἐνόουν νὰ θίξω τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ. Ἐγὼ μόνον ἐζήτησα νὰ προσαχθῇ ὁ φάκελος, διότι ἴσως δι’ αὐτοῦ ἤθελον ἀποδειχθῆ ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔπρεπε νὰ στραφῇ καὶ κατ’ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν ἴσως εἰς ἐνοικίασιν οἰκίας ἡ ὁποία δὲν ἦτο κατάλληλος. Νομίζει ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ἐγὼ ἔχω δυσκολίαν τινὰ νὰ πιστεύσω ὅτι καὶ ἡ ἐνέργεια ἐκείνων δὲν ὑπῆρξεν οἵα ἔπρεπε νὰ εἶναι; Οὐδ’ ἐγὼ ἐκ τῶν προτέρων ἐπίστευσα ὅτι τὰ παράπονα τὰ ὁποῖα διατυπώνει ὁ ἰδιοκτήτης τῆς οἰκίας ἐκείνης εἶναι βάσιμα καὶ διὰ τοῦτο εἶπον τὴν πρωίαν, ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἕτερος συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως, εἶπον, λέγω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν· ὅτι εὐθὺς ὡς ἐζητήθη ἡ κατάθεσις τοῦ φακέλου ἔπρεπε ν’ ἀναμείνωμεν τὴν κατάθεσιν, διὰ νὰ κρίνωμεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως καί, ἀφοῦ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ προοιμίου ἠθέλησε νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν ἐνέργειαν, ἠθέλησα νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἐγὼ ἔχω πληροφορίας ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἦτο ὀρθή. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ θέσωμεν τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν, ν’ ἀναμείνωμεν δὲ νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως καὶ τῆς μελέτης αὐτοῦ νὰ πεισθῶμεν τίς ἔχει δίκαιον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς μισθώσεως τοῦ θεραπευτηρίου Καλαμῶν; Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ὁ κ. Π. Σάκκης ἔχει τὸν λόγον περὶ τῆς μεταθέσεως τοῦ γραμματέως τῶν ἐν Κορίνθῳ Πρωτοδικῶν.
§65Π. ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, περὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν θὰ ἐπιζητήσω εὐθύνας ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἀλλά, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου τοῦ δικαστικοῦ, ἐγεννήθη δικαστικὸν ζήτημα τὸ ὁποῖον δέον νὰ διευκρινισθῇ. Ὡς γνωστόν, ὁ γραμματεὺς τῶν ἐν Κορίνθῳ Πρωτοδικῶν μετετέθη δύο ἡμέρας πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου τοῦ δικαστικοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ περὶ τοῦ ἀμεταθέτου αὐτῶν. Ἡ κοινοποίησις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ μετάθεσις. Συμφώνως μὲ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἡ κοινοποίησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου καὶ ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης ἐξῆλθεν ὑπογεγραμμένον τὸ ἔγγραφον, ἡ κοινοποίησις ὅμως εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον ἔφθασε πολὺ βραδέως. Δὲν ἐξετελέσθη δὲ βεβαίως ἀμέσως, ἀλλά, καὶ ἐὰν ἐξετελεῖτο, πάλιν ἦτο ἐναντίον τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καθόσον ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου ἁρμόδιον πλέον περὶ μεταθέσεως τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν εἶναι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον. Κατὰ πιστοποιητικόν, τὸ ὁποῖον ἔχω εἰς χεῖράς μου, εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Κορίνθου ἔφθασε τῇ 9 Ἰανουαρίου, εἰς τὸ γραφεῖον δὲ τῆς Εἰσαγγελίας τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου ἔφθασε τῇ 7 Ἰανουαρίου. Γεννᾶται λοιπὸν τὸ ζήτημα ἂν δύναται ἤδη νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ διάταξις αὐτή. Ἐκ τοῦ νόμου τοῦ 1882 περὶ δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τοῦ ἄρθρου 3 ἐξάγεται ὅτι ἡ κοινοποίησις εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία καθιστᾷ ἐκτελέσιμον τὴν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, καί, ἂν δὲν κοινοποιηθῇ πρὸς τὸν μετατιθέμενον ἢ τυχὸν διοριζόμενον ὑπάλληλον τὸ Διάταγμα τοῦτο, μετὰ 20 ἡμέρας καθίσταται ὁριστικόν, ἀλλ’ οὔτε ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις πρὸς τὸν μετατεθέντα γραμματέα οὔτε 20 ἡμέραι παρῆλθον. Ἤδη γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν ἡ πρᾶξις αὐτὴ ἐξετελέσθη καὶ δύναται νὰ μετατεθῇ ἐκεῖθεν ὁ γραμματεὺς τῶν ἐν Κορίνθῳ Πρωτοδικῶν ἢ ὄχι. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὡς καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διαβιβάσῃ εἰς αὐτὸν τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἵνα ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ ἀνωτάτου δικαστικοῦ συμβουλίου περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ καταστῇ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὁ νόμος οὗτος καὶ ὁπωσδήποτε λείψωσιν ἀμφισβητήσεις αἱ ὁποῖαι εἰς τὸ μέλλον δύνανται νὰ γεννήσωσιν ἄτοπα.
§66Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ λείψω νὰ μεταδώσω εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ἀσθενοῦντα ἀτυχῶς σήμερον, ὅσα εἴπετε.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§68Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐγὼ ἐπεθύμουν καὶ ἔτι περαιτέρω νὰ πεισθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι πρέπει ν’ ἀνακληθῇ τὸ Διάταγμα καὶ νὰ μεταδώσῃ ὄχι μόνον ὅσα ἤκουσε καὶ ὅσα θ’ ἀκούσῃ, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν του πεποίθησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης περὶ ἀνακλήσεως τῆς μεταθέσεως. Τὰς παραμονὰς τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τοῦ ἀποκεντρωτικοῦ, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον διὰ τίνα λόγον, ἐγένετο παράβασις ῥητοῦ νόμου, διότι μόνον μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς 31 Δεκεμβρίου τὸ δικαίωμα τῆς μεταθέσεως ὑπῆρχεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· δὲν ἠξεύρω ἂν πᾶς τις ἄλλος ὢν Ὑπουργὸς θὰ ἐνήργει μετάθεσιν κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὴν ἐνήργησε, καὶ δὲν δυνάμεθα μὲν νὰ κατηγορήσωμεν αὐτὸν διὰ τοῦτο, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐνεργείας αὐτοῦ προέκυψε τοῦτο τὸ πρωτοφανές, ὅτι δὲν γνωρίζομεν ἂν ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δύναται νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς ἢ εἶναι ἐνέργεια τὴν ὁποίαν πρέπει αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ φροντίσῃ νὰ ἄρῃ ἀπὸ τοῦ μέσου, διὰ νὰ καταστήσῃ εὐχερεστέραν τὴν λειτουργίαν τοῦ νέου νόμου. Ἐδημοσιεύθη τῇ 29 ἢ τῇ 30, νομίζω, τοῦ Δεκεμβρίου ἡ μετάθεσις· θεωρεῖται τελεσθεῖσα ἡ μετάθεσις ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἀπὸ ἄλλην τινὰ ἐποχὴν καὶ ποίαν; Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα· θεωρεῖται ἡ δημοσίευσις ἀποτελοῦσα τὴν ἐκτέλεσιν, διὰ νὰ θεωρηθῇ συμπληρωθεῖσα ἡ μετάθεσις; Ὁ νόμος περὶ Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει καθορίσει ἐπακριβῶς τὰ περὶ τούτων (ἀναγινώσκει)· «πρὸ πάσης ἐκτελέσεώς των πρέπει νὰ καταχωρίζωνται εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως τὰ περὶ μεταθέσεως καὶ λοιπὰ Διατάγματα»· ἄρα ἡ καταχώρισις εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἐκτέλεσιν. Τί ἀποτελεῖ τὴν ἐκτέλεσιν; Εἶναι ἓν ζήτημα τὸ ὁποῖον εἰς πᾶσαν περίστασιν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται. Εἰς τὸ αὐτὸ ἄρθρον λέγει (ἀναγινώσκει)· «Ἐν τῷ κοινοποιητέῳ περὶ τῶν ἀνωτέρω μεταβολῶν ἐγγράφῳ πρέπει ν’ ἀναφέρηται ἡ χρονολογία τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». Ὅ,τι πρέπει νὰ κοινοποιηθῇ ἔγγραφον εἰς τὸν μετατιθέμενον καὶ ἡ κοινοποίησις τούτου ἀποτελεῖ τὴν ἐκτέλεσιν ἔχομεν ῥητὴν διάταξιν περὶ κοινοποιήσεως, ἀλλ’ ἡ κοινοποίησις ἀπὸ τί συνίσταται; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐξέδωκε τὸ κοινοποιητέον ἔγγραφον, καθ’ ἃ μοὶ εἶπε χθές, πρὸ τῆς 31 Δεκεμβρίου, πρὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου. Ἐξέδωκε τοῦτο τῇ 30 Δεκεμβρίου καὶ ἔχει πεποίθησιν ὅτι ἐξῆλθε τοῦ γραφείου ἀμέσως, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἐκτέλεσιν, διότι δὲν ἀποτελεῖ τὴν κοινοποίησιν. Ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ κοινοποιητέου ἐγγράφου, πότε δὲ θεωρεῖ ὅτι συνετελέσθη ἡ κοινοποίησις ἢ συνετελέσθη ἡ ἐκτέλεσις; Ἔχομεν ῥητὸν ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον· «Δὲν δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ κοινοποίησις ἐφ’ ὅσον δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ ὑπαλλήλου τὸ κοινοποιητέον ἔγγραφον». Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν κοινοποίησις ἐφ’ ὅσον δὲν περιῆλθεν εἰς χεῖρας τοῦ ὑπαλλήλου τὸ κοινοποιητέον ἔγγραφον. Μόνον εἰς μίαν περίστασιν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ὑπάλληλος νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη τὸ ἔγγραφον καὶ ἡ περίστασις αὐτὴ εἶναι ποία; «Μετὰ παρέλευσιν 20 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν τῇ «Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως» καταχωρίσεως τοῦ περὶ μεταθέσεως Διατάγματος δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπάλληλον ἡ ἀμφισβήτησις περὶ τοῦ ὅτι δὲν τῷ ἐκοινοποιήθη τοιαύτη μετάθεσις». Ἀναφέρει καὶ περὶ διορισμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ ἀνέφερα μόνον τὴν μετάθεσιν. Ἂν παρῆλθον 20 ἡμέραι, ὑπάρχει τὸ τεκμήριον τοῦ νόμου ὅτι ἐκοινοποιήθη· πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν 20 ἡμερῶν χρειάζεται ἐπίδοσις, χρειάζεται πραγματικῶς νὰ περιέλθῃ τὸ ἔγγραφον εἰς χεῖρας τοῦ ὑπαλλήλου καὶ τότε συνετελέσθη ἡ μετάθεσις, συνετελέσθη τὸ Διάταγμα. Ἂν πράγματι ἐξῆλθε μέν, ὡς μ’ ἐβεβαίωσεν ἰδιαιτέρως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐκ τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, δὲν περιῆλθεν ὅμως εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὑπαλλήλου κατὰ τὸ πιστοποιητικὸν τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς χεῖράς του ὁ κ. Σάκκης, διότι ἔφθασεν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Πρωτοδικῶν Κορίνθου, ὡς γράφει, τῇ 9 Ἰανουαρίου, ἡ μετάθεσις δὲν ἔχει συντελεσθῆ;
§69Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν Κορίνθου ἐνδοιάζων περὶ τοῦ ἂν ἦτα ἐπιτετραμμένον αὐτῷ νὰ κοινοποιήσῃ τὸ ἔγγραφον τῆς μεταθέσεως μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, διότι καὶ αὐτὸς ἐνόμιζεν ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, ἠναγκάσθη πρὸς μόρφωσιν πεποιθήσεως νὰ ἐρωτήσῃ τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν Ναυπλίου· ἑπομένως ἡ ὑπηρεσία ζητεῖ εἰσέτι πληροφορίας.
§70Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμές· μέχρι τῆς ὥρας ταύτης δὲν ἐκοινοποιήθη ἡ μετάθεσις εἰς τὸν ὑπάλληλον, καὶ ἀδιαφορῶ διὰ τίνα λόγον δὲν ἐκοινοποιήθη· δὲν ἐκοινοποιήθη, ἄρα δὲν ἐξετελέσθη. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι τοῦτο· ἀφοῦ δὲν ἐξετελέσθη μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἤρξατο ἡ ἰσχὺς τοῦ νέου νόμου, δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ σήμερον ἡ μετάθεσις; Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι τὸ τοιοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι ἀποτελεῖ παράβασιν τοῦ νέου νόμου περὶ δικαστικῆς ἀποκεντρώσεως, περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ὅπως ὠνομάσθη. Ἂν τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐγὼ ὑποστηρίζω εἶναι ἀκριβές, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὄχι ἁπλῶς νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ νὰ σπεύσῃ νὰ ἄρῃ ἀπὸ τοῦ μέσου τὸ Διάταγμα, διὰ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς σύγκρουσιν μεταξὺ ἐνεργείας Ὑπουργείου καὶ ἐνεργείας τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, νὰ μὴ ἀναγκασθῶμεν δὲ νὰ φέρωμεν εἰς στενόχωρον θέσιν τὸν ὑπάλληλον, ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ τίνα γνώμην ν’ ἀκολουθήσῃ, τὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἢ τὴν τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Δὲν νομίζω ὅμως ἐγὼ ὅτι ἁρμόδιον νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα εἶναι τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ὅπερ δικαιοδοσίαν ἔχει νὰ γνωματεύῃ περὶ μεταθέσεως λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν πραγματικὰς περιστάσεις καὶ πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ ζήτημα εἶναι ζήτημα τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ λύσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ἂν ἔχῃ πεποίθησιν εἰς τὴν γνώμην του ἢ νὰ λάβῃ τὴν γνώμην νομομαθῶν, ἂν ἔχῃ ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου· πάντως ὅμως θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον, πρὶν ἢ τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον προβῇ εἰς ἀπόφασιν, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ εἶναι ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ σπεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ μέτρον τι, καὶ μέτρον κατάλληλον διὰ τὴν περίστασιν εἶναι τὸ τῆς ἀνακλήσεως τοῦ Διατάγματος, ὡς μὴ ἐκτελεσθέντος. Εἶπον τοῦτο, διότι ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ προσπαθήσω νὰ πείσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ὀρθοῦ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου, ὅπως τὴν ἐξέθηκα, διὰ νὰ μεταδώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἀπόντα καὶ ἰδίαν πεποίθησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, οὕτως ὥστε, ἂν θεωρηθῇ ἀρκοῦσα ἡ πεποίθησις αὕτη, νὰ προκληθῇ ἀμέσως ἡ ἀνάκλησις καὶ μὴ καταφύγωμεν εἰς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου παρὰ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ νομοερμηνευτικὴν δικαιοδοσίαν.
§71Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἰδίᾳ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος, νομίζω ὅτι περιττεύει πᾶσα ἐπὶ πλέον συζήτησις. Τὰ ἐπιχειρήματα ἀνεπτύχθησαν σαφῶς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάκλησις τοῦ Διατάγματος δι’ οὗ μετετέθη ὁ γραμματεὺς τῶν Πρωτοδικῶν Κορίνθου. Τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργοῦ δὲν συνετελέσθη, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐγένετο ἡ κοινοποίησις. Ταύτης δὲ μὴ συντελεσθείσης δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχασε τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἀνακλήσεως. Φρονῶ ὅτι ἡ γνώμη αὕτη θὰ ἐπικρατήσῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ σπεύσῃ νὰ διορθώσῃ πᾶν ἄτοπον.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζίσκος ἔχει τὸν λόγον περὶ ἐπισκευῆς καταστραφεισῶν καὶ ἡμιτελῶν γεφυρῶν.
§73Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἵνα συστήσω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ δύο γεφυρῶν, αἵτινες εὑρισκόμεναι εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος κατεστράφησαν ἄλλοτε καὶ ἀνοικοδομηθεῖσαι εὑρίσκονται ἤδη ἐν ἡμιτελεῖ καταστάσει καὶ τρέχουσι τὸν κίνδυνον, ἂν συμβῇ νέα πλήμμυρα καὶ πάλιν νὰ καταστραφῶσι. Διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν γεφυρῶν τούτων οὐ μόνον ἡ συγκοινωνία θὰ διακοπῇ πρὸς μεγίστην ζημίαν τῶν μερῶν ἐκείνων, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος θὰ ὑποστῇ τριπλασίαν καὶ τετραπλασίαν δαπάνην ἐκείνης ἥτις σήμερον θ’ ἀπαιτηθῇ, ἵνα γένηται ἡ ἐπισκευή των. Ἐκτὸς τούτου, προκειμένου περὶ τῆς γεφύρας τῆς Σπερχειάδος, ἐὰν καταστραφῇ αὕτη καὶ ἐπέλθῃ διακοπὴ τῆς συγκοινωνίας, τὸ Δημόσιον θέλει ἐκτεθῇ καὶ εἰς μεγάλην δαπάνην ἀποζημιώσεως τῶν ἐκμισθωτῶν τῶν λουτρῶν Ὑπάτης. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους καὶ ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι μόνον τρεῖς ἢ τέσσαρες γέφυραι εἰς τὴν τοιαύτην κατάστασιν ὑπάρχουσι, δύο εἰς τὴν ἐπαρχίαν Φθιώτιδος, μία εἰς τὴν Κορινθίαν καὶ μία εἰς τὴν Σπάρτην, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν, ὅπως ζητήτῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν πρὸς διάσωσιν τῶν γεφυρῶν τούτων ἀπαιτουμένων ἔργων.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπών. Μετ’ αὐτὸν ὁ κ. Πετροπουλάκης.
§75Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ ἡ πρόνοια περὶ ἐπισκευῆς τῶν γεφυρῶν, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος. Εἶναι αὗται γέφυραι καταστραφεῖσαι ἀπὸ πλημμύρας τῶν ποταμῶν, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἐγκαίρως δὲν ἐπισκευασθῶσι καὶ συμβῇ νέα πλήμμυρα, θὰ καταστραφῶσι τελείως. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῶν γεφυρῶν τούτων, διὰ τὰς ὁποίας ἄλλως τε καὶ ἡ δαπάνη δὲν θὰ εἶναι τόσον μεγάλη.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κροκιδᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§77ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς γεφύρας Δερβενίων, τῆς ὁποίας παρεσύρθησαν δύο τόξα. Ἡ ἀπαιτουμένη δαπάνη διὰ τὴν κατασκευὴν ταύτην ὑπολογίζεται μόνον εἰς 22.000 ἢ 23.000 δραχμῶν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§79Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ προσθέσω τὰς παρακλήσεις μου εἰς τὰς παρακλήσεις τῶν ἄλλων κυρίων συναδέλφων, ὅπως ἐγκαίρως ληφθῇ ἡ δέουσα πρόνοια, διότι δὲν εἶναι μόνον τὸ συμφέρον τοῦ τόπου, τῶν ἐπαρχιῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἐπισκευῆς τῶν γεφυρῶν αὐτῶν, ἀλλὰ πρωτίστως τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, διότι, ἂν ἐγκαίρως δὲν ἐπισκευασθῶσιν αἱ γέφυραι αὗται, μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη θὰ καταρρεύσωσιν ἐξ ὁλοκλήρου καὶ θ’ ἀπαιτηθῶσιν ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν νέων πλέον γεφυρῶν. Αὐτὸ γίνεται συνήθως, θὰ μοὶ εἴπητε, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤδη ἔλαβε γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῆς καὶ τῆς ἀνάγκης εἰς τὴν ὁποίαν θὰ εὑρεθῇ τὸ Δημόσιον νὰ δαπανήσῃ βραδύτερον περισσότερα, ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ προνοίᾳ τὴν ὁποίαν ἔχει περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου θέλει σπεύσει νὰ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον σώζων καὶ τῶν ἐπαρχιῶν τὰ συμφέροντα καὶ τοῦ δημοσίου ταμείου.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὁ κ. Πετρίδης.
§81Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων κ. συναδέλφων νομίζω ὅτι περιττεύει πᾶσα ἐπὶ πλέον συζήτησις. Ἐν τούτοις συνηγορῶ καὶ ἐγώ, διότι νομίζω ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον πρέπει νὰ σπεύσῃ ὅπως λάβῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν, διότι ἄλλως θὰ καταστραφῶσιν ἔργα διὰ τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον ἔχει δαπανήσει πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τὴν ὁμόφωνον ταύτην τῆς Βουλῆς ἐκδήλωσιν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ σπεύσῃ αὔριον νὰ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον περὶ τῆς σχετικῆς πιστώσεως, ὅπως διασωθῶσιν ἔργα σπουδαιότατα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§83Γ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν, κ. Πρόεδρε, ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων νομίζω περιττὸν νὰ προσθέσω τι, καθόσον ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει φέρει αὔριον τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Ῥάλλης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἀλλ’ εἶναι ἀπών. Μετὰ τοῦτον ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Λεώπουλος.
§85ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται καὶ περὶ τῆς ἡμιτελοῦς γεφύρας ἐπὶ τοῦ ποταμοῦ, τῆς ὁποίας πρὸ πολλοῦ ἔχουσι κατασκευασθῆ τὰ βάθρα διὰ δαπάνης πολλῶν δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν, ὑπολείπεται δὲ τὸ ἐπίστρωμα αὐτῆς. Διὰ τὴν κατασκευὴν τούτου προεκηρύχθη δημοπρασία, ἥτις ἐματαιώθη. Τὸ ἔργον εἶναι σπουδαιότατον καὶ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν θὰ διστάσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον τόσον διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου τούτου, ὅσῳ καὶ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν λοιπῶν, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καβαλλιεράτος. Ἀπών. Ὁ κ. Τσιτσάρας ἐπίσης. Κατόπιν ἔρχεται ὁ κ. Σιμόπουλος.
§87Ν. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον ὑποβάλῃ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον περὶ παροχῆς τῶν ἀναγκαίων πιστώσεων διὰ τὰ ἔργα ταῦτα. Κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας ἔχω ἡ δαπάνη ἡ ὁλικὴ πρὸς ἐπισκευὴν τῶν γεφυρῶν τούτων δὲν θὰ εἶναι μεγάλη, ἐνῷ, ἂν βραδύνῃ ἡ ἐπισκευή, θὰ καταστραφῶσιν ὁλόκληροι γέφυραι, ἰδίως ἡ γέφυρα τῆς Σπερχειάδος, διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁποίας ἐδαπανήθη πλέον τοῦ ἑκατομμυρίου.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέκα Βουλευταὶ ἐζήτησαν τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ζητεῖ τις ἕτερος τὸν λόγον;
§89Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγώ, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§91Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Συνεπείᾳ τῶν γενομένων παραστάσεων ἠθέλησα νὰ εἴπω τινά, διὰ νὰ καταστήσω γνωστὸν ποῦ ἀγόμεθα μέ τινας νόμους οἵτινες ἐψηφίσθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ στάδιον τὸ μακάριον καθ’ ὃ συζήτησις δὲν ἐγίνετο καὶ αἱ ψηφίσεις τῶν νόμων συνετελοῦντο μετὰ ταχύτητος ἠλεκτρικῆς, καθ’ ἧς δὲν ὑπάρχει σήμερον τὸ ἀντιφάρμακον. Σήμερον βλέπομεν διαμαρτυρίας ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν διὰ τὰς ἐλλείψεις τῆς συγκοινωνίας καὶ τὸ ἀδύνατον τῆς θεραπείας τούτων. Καὶ προκειμένου περὶ ὁδῶν δὲν εἶναι ὁ προσήκων χρόνος ἵνα γίνῃ λόγος, ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἀνοικοδομήσεως καταπεσόντων τμημάτων γεφυρῶν εἶναι βέβαιον ὅτι, ἂν δὲν ληφθῇ ταχίστη φροντίς, θὰ ὑποστῶμεν ἔπειτα δαπάνας πολλαπλασίας. Οἱ νόμοι οἱ καταργηθέντες παρεῖχον τὴν εὐκολίαν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως διατάξῃ τὰ τῆς συμπληρώσεως βλαβέντων δημοσίων ἔργων. Χάρις ὅμως εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον τὸν νέον ἀδυνατεῖ πλέον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πράξῃ τι· διότι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ λογιστικοῦ νόμου τοῦ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἰσχύοντος διὰ πᾶν ἔργον τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ὑπερβαίνει τὰς δέκα χιλιάδας δραχμῶν ὑπάρχει ἀνάγκη εἰδικοῦ νόμου, καὶ ἂν ἔτι πρόκειται περὶ ἀνακαινίσεως ἢ ἀνοικοδομήσεως. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ κακόν, διότι πρὸς τοῦτο ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, ἔχων ὑπ’ ὄψει ὅτι μέχρι τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ὁ νέος λογιστικὸς νόμος ἐψηφίσθη ὑπῆρχον καταστρατηγήσεις τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἔργων. Εἴχομεν συνήθως καταστρατηγήσεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ καὶ πάντες ὅσοι διῆλθον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πάντες ὅσοι διῆλθον τῆς Βουλῆς γνωρίζουσιν. Ἀκριβῶς δὲ ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν καταστρατηγήσεων τούτων ἐνέπνευσεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ λογιστικοῦ νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπῆλθε φραγμός. Ἀλλ’ ἐξεταστέον· ὁ φραγμὸς οὗτος ἐτέθη διὰ καταστρατηγήσεις βλαπτικὰς ἢ καταστρατηγήσεις ἐπωφελεῖς καὶ διὰ τίνα λόγον ἐγίνοντο αἱ καταστρατηγήσεις αὗται; Αἱ καταστρατηγήσεις αὗται ἐγίνοντο διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εἴχομεν διάταξιν τοῦ νόμου περὶ ὁδοποιίας κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ κατασκευὴ ἔργου τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ὑπερέβαινε τὸ ποσὸν τῶν 10.000 δραχμῶν ἄνευ εἰδικοῦ νόμου· ἀλλ’ οὕτω κατεδικάζοντο τὰ ἔργα ταῦτα. Ἐὰν ἐτόλμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον πρὸς ἔγκρισιν ἔργων ὁδοποιίας, οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἐλαμβάνετο πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐξηγείροντο. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ἦτο δυνατόν, ἵνα τὸ Δημόσιον ἐπαρκέσῃ εἰς ἄμεσον κατασκευὴν πάντων τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ἐπεδείκνυον αἱ ἀνάγκαι τῶν ἐπαρχιῶν, ἐματαιοῦτο πᾶσα κατασκευή. Καὶ ἐνθυμοῦνται πάντες τὸ περίφημον ἐκεῖνο νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσε νὰ ψηφισθῇ, τὸ ὁποῖον ἐν ἀρχῇ περιελάμβανε πίνακα περὶ ἔργων δημοσίων δαπάνης 1.000.000, μετὰ τοῦτο δὲ συνεπείᾳ τῶν προβληθεισῶν ἀπαιτήσεων καὶ τῶν προστεθέντων νέων ἔργων ηὐξήθη ἡ δαπάνη εἰς 3.000.000 καὶ εἶτα εἰς 7.000.000, καί, ἂν ἐξηκολούθει ἡ αὐτὴ τακτική, θὰ ἔφθανεν εἰς 12.000.000, χωρὶς νὰ κατορθωθῇ ἡ ἐπιψήφισίς του. Ταῦτα ἐγίνοντο, διότι δὲν εἶχε ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀπαιτουμένη ἰσότης ἀπέναντι τῶν ἐπαρχιῶν, διότι πολλαὶ ἐπαρχίαι εἶχον ἀποκτήσει ἔργα δημόσια μόνον καὶ μόνον διότι ἔτυχε νὰ ἔχωσιν ἰσχυροτέρους ἢ εὐγλωττοτέρους ἀντιπροσώπους ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ νόμος περὶ ὁδοποιίας δύναται νὰ θεραπεύσῃ πάντα τὰ τρωτὰ ταῦτα, διότι κατὰ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα γίνεται πλέον διανομὴ κατ’ ἐπαρχίας τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου τοῦ εἰσπραττομένου ἐκ τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας διὰ τοῦ νόμου τῆς ὁδοποιίας. Ἑπομένως, τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμοζομένου, τὰ παράπονα περὶ ἀνίσου διανομῆς δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν. Ὁ νόμος ὅμως οὗτος ἔχει τοῦτο τὸ τρωτόν, ὅτι δὲν λαμβάνει πρόνοιαν περὶ γεφυρῶν· τοῦ νόμου τούτου ἐφαρμοζομένου, αἱ γέφυραι πᾶσαι θὰ οἰκοδομηθῶσι διὰ δαπάνης τοῦ Κράτους. Αἱ γέφυραι διὰ τὰς ὁποίας θὰ χρειασθῇ δαπάνη 3.000 δραχμῶν ἢ 10.000 δραχμῶν ἢ 500.000 δραχμῶν θὰ κατασκευάζωνται διὰ δαπάνης τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἦτο ὀρθὸν αἱ γέφυραι αἱ συνδέουσαι τὰς ἐπαρχιακὰς ὁδούς, τῶν ὁποίων τὴν κατασκευὴν ἀνέθηκεν ἡ Βουλὴ διὰ νόμου εἰς τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας, αἱ γέφυραι αὗται νὰ κατασκευασθῶσι διὰ χρημάτων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας. Ἔχει λοιπὸν τοῦτο τὸ ἄτοπον ἡ κατάστασις αὕτη, ὅτι, ἐὰν ὁδός τις κατασκευαζομένη διὰ χρημάτων τοῦ ταμείου τῆς ὁδοποιίας διακόπτηται ὑπὸ ἑνὸς ἢ δύο ποταμῶν ἢ ῥευμάτων, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσιν αἱ γέφυραι ἐπὶ τῶν ποταμῶν τούτων. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ εἰδικοῦ νόμου περὶ γεφυρῶν ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ τακτικὴ τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν εἶναι ἀδύνατον δυστυχῶς νὰ θεραπεύσωμεν, διότι εἶναι ἀνάγκαι τῶν ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν ἵνα ζητήσωσι πάντες ἔργα, θὰ καθίσταται ἀδύνατος ἡ ψήφισις τοῦ νόμου τούτου καὶ θὰ ἔχωμεν ὁδοὺς διακοπτομένας ὑπὸ ῥευμάτων, τὰς ὁποίας δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γεφυρώσωμεν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προΐστατο αὐτὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ ὁδοποιίας. Θεωρῶ ὀρθὸν νὰ συστήσω ἐπίσης τὸ ἑξῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁμολογῶ ὅτι τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὴν κατασκευὴν μεγάλων γεφυρῶν, ἀλλά, εἰ δυνατόν, νὰ ληφθῇ μέριμνα καὶ συμπληρωθῇ ὁ νόμος καὶ ἐπιτραπῇ ἡ κατασκευὴ γεφυρῶν μικρᾶς τινος ἀξίας ἢ ἐφ’ ὅσον ἀντικρύζει ἡ μερὶς ἑκάστης ἐπαρχίας, ἐν ἀνάγκῃ δὲ νὰ συμπληρῶται τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, δι’ εἰδικοῦ, ἐννοεῖται, νόμου. Θεωρῶ ἐπίσης ὀρθὸν ὅπως καὶ ἐγὼ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς ταχείας θεραπείας τῶν ἀναγκῶν περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν οἱ προλαλήσαντες ἀξιότιμοι συνάδελφοι, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ συντηρηθῶσι τὰ ἔργα ταῦτα, τοῦτο δὲ καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, διότι θὰ πληρώσῃ πολλαπλάσια ἔπειτα, ἐὰν ἀφήσῃ αὐτὰ καὶ κατερειπωθῶσι.
§92ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου ἠθέλησεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῶν συστάσεων διαφόρων ἀξιοτίμων συναδέλφων περὶ κατασκευῆς ἢ ἐπισκευῆς ἢ συμπληρώσεως γεφυρῶν τινων ν’ ἀποδείξῃ ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὴν μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαν νομοθεσίαν θὰ ἦτο δυνατὸν τὰ ἔργα ταῦτα νὰ συντελεσθῶσι πάραυτα καὶ νὰ μὴ ἀπειλῇ αὐτὰ μείζων φθορὰ ὡς ἐκ τῆς παρελεύσεως τοῦ χρόνου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νῦν ἰσχυούσης νομοθεσίας καθίσταται τοῦτο δύσκολον, καὶ διατρέχομεν οὕτω τὸν κίνδυνον, ἵνα ἡ φθορὰ ἡ ἐπερχομένη συνεπείᾳ πλημμυρῶν σὺν τῇ παρελεύσει τοῦ χρόνου εὐρύνηται ἔτι μᾶλλον. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. συνάδελφον ὅτι καὶ αἱ τρεῖς γέφυραι, περὶ ὧν ὁ λόγος, ἔπαθον φθορὰν οὐχὶ πρὸ μηνῶν, ἀλλὰ πρὸ ἐτῶν, χωρὶς ἐν τούτοις ὑπὸ τὴν μέχρι τοῦδε ἰσχύουσαν νομοθεσίαν νὰ ἐπισκευασθῶσιν αὗται πάραυτα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας ἀνομολογεῖ περὶ τῆς γεφύρας Δερβενίων ὅτι ἡ βλάβη αὐτῆς πρὸ πολλοῦ ἔχει ἐπέλθει, ἐξ οὗ ἐναργῶς ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ νόμοι εἰς οὐδὲν ὠφελοῦσιν, ὅταν ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν προσκόπτῃ. Διὰ τοῦ νέου λογιστικοῦ νόμου ἔπρεπε νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν κατάχρησιν ἡ ὁποία ἐγίνετο ὑπὸ τὸν τύπον τῆς ἀνακαινίσεως καὶ ἐπισκευῆς τῶν ὁδῶν. Ἑκατομμύρια ὅλα ἐδαπανῶντο, χωρὶς νὰ πληρῶνται πάντοτε αἱ ἀληθεῖς ἀνάγκαι τῆς ὁδοποιίας, καὶ ἐνῷ πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους εἰσφέρουσιν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας, ἐν τούτοις ὑπῆρχον ὀλίγαι τινὲς προνομιοῦχοι ἐπαρχίαι ὑπὲρ τῶν ὁποίων τὰ ἑκατομμύρια ἐδαπανῶντο, χωρὶς αὗται ἴσως νὰ εἰσφέρωσι τόσα πολλά, ὅσα ἐκεῖναι αἵτινες ἔμενον ἀπόκληροι πάσης ὁδοποιίας. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι διὰ μόνου τοῦ νέου λογιστικοῦ νόμου θὰ ἐθέτομεν τέρμα εἰς τὴν μεγάλην κατάχρησιν ἥτις ἐγίνετο πρίν, οὕτως ὥστε ὑπὸ τὸν τύπον ἀνακαινίσεως ἢ ἐπισκευῆς τῶν ὁδῶν νὰ δαπανῶνται πολλάκις ἑκατομμύρια ἐφ’ ἃ μὴ δεῖ, διὰ δὲ τοῦ νέου περὶ ὁδοποιίας νόμου τίθεται τέρμα εἰς τὴν ἄλλην κατάχρησιν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ διάφοροι ἐπαρχίαι δὲν ἀπελάμβανον ἔργου ὁδοποιίας ἀναλόγου πρὸς τὴν εἰσφορὰν αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας. Διὰ τοῦ νέου τούτου νόμου κατωρθώθη νὰ γίνῃ αὐστηρὰ διάκρισις μεταξὺ ἐθνικῶν ὁδῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐπαρχιακῶν ἢ δημοτικῶν ἀφ’ ἑτέρου, οὕτως ὥστε νὰ παύσῃ ἡ μέχρι τοῦδε κατάχρησις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὸ πρόσχημα προεκτάσεως, ἀνακαινίσεως ἢ ἐπισκευῆς ἐθνικῶν ὁδῶν κατεσκευάζοντο πολλάκις οὐχὶ ἐπαρχιακαί, οὐχὶ δημοτικαί, ἀλλ’ ἀγροτικαὶ ὁδοί. Ἀλλ’ ἐπέρχεται νῦν καὶ ἄλλη σπουδαιοτέρα μεταρρύθμισις, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν θὰ διατίθηται ἐφεξῆς ὅ,τι αὕτη εἰσφέρει ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβαίνῃ καὶ ὡς πρὸς τοὺς δήμους. Ὅ,τι ἕκαστος αὐτῶν θὰ εἰσφέρῃ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας, τοῦτο καὶ θὰ διατίθηται δι’ ἔργα ἐντὸς τῆς περιφερείας του. Εἶναι, Κύριοι, σύστημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπενοήσαμεν ἡμεῖς πρῶτοι, ἀλλ’ ἐφαρμόζεται ἤδη ἐν ἄλλῃ χώρᾳ, ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ ἀποφέρει λαμπροὺς καρπούς. Πιθανὸν ἐν τῇ πρώτῃ ἐφαρμογῇ τοῦ νέου τούτου νόμου νὰ παρουσιασθῶσιν ἐλλείψεις τινές, ἀλλ’ ἡ πεῖρα θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὴν διόρθωσιν αὐτῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ καταθέτω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν πίνακα τὸν ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Βάλτου κατὰ προηγουμένην τινὰ συνεδρίασιν περὶ τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τῶν μέχρι τοῦδε Ὑπουργῶν κ. Λεβίδου, Στράτου καὶ Τριανταφυλλάκου, διότι ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου οὐδεμία τοιαύτη ἀνελήφθη. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου ἐμφαίνεται ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Λεβίδου ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 27, ἄρθρου 1, τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις ἐκ 495.730 δραχμῶν, ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 27, ἄρθρου 2, ἐκ δραχμῶν 89.600, ἐπὶ δὲ τοῦ κεφαλαίου 27, ἄρθρου 4, ἐκ δραχμῶν 89.680. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 27, ἄρθρου 1, ἐκ δραχμῶν 1056, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, ἄρθρου 2, ἐκ δραχμῶν 400, καὶ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ κεφαλαίου, ἄρθρου 4, ἐκ δραχμῶν 320. Ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας, καθ’ ὅλον τὸ τετράμηνον διάστημα, καθ’ ὃ διετέλεσεν Ὑπουργός, ἀνελήφθησαν ὑποχρεώσεις μόνον ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου 27, ἄρθρου 1, ἐκ δραχμῶν 3214.
§93Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου εἶναι ὀρθὰ καὶ ἀκριβῆ. Ἀλλὰ σήμερον πάντες οἱ Βουλευταὶ παρεκαλέσαμεν καὶ ἠξιώσαμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς συμπληρώσεως τῶν ἡμιτελῶν ἢ κατεστραμμένων δημοσίων ἔργων πρὸς πρόληψιν μειζόνων ζημιῶν. Εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδὲν ἀπήντησε. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ καὶ νὰ δηλώσῃ ἂν θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον διὰ τὴν πίστωσιν.
§94ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν πρόκειται τῳόντι, Κύριοι, περὶ τῶν τριῶν τούτων γεφυρῶν, ὧν ἡ δαπάνη μέλλει ν’ ἀνέλθῃ εἰς 165.000 δραχμῶν, ἔστω καὶ μέχρι 200.000, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἐὰν ὅμως πρόκειται τὸ ποσὸν νὰ εἶναι ἀνώτερον ἢ νὰ ἐπαναληφθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπε πρὶν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἄλλαι πολλαὶ γέφυραι, αἱ δὲ 200.000 δραχμῶν ν’ ἀνέλθωσιν εἰς πολλὰς ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν ἢ εἰς ἑκατομμύριον περίπου, τότε ὁμολογῶ ὅτι θὰ εὑρεθῶ εἰς δύσκολον θέσιν.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλαι γέφυραι.
§96Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ ἐκλάβῃ τὸ ὅ,τι εἶπον πρὸς ἀπόδειξιν κινδύνου ὅτι θ’ αὐξηθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο, διὰ νὰ παραστήσω τὸ δύσκολον, διότι γίνονται καταχρήσεις. Ἐὰν τυχὸν ἤθελον λάβει καὶ οἱανδήποτε ἐκδήλωσιν ἀνάγκης τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας, θὰ ἐσιώπων πρὸ τῆς ἀνάγκης ὅπως γίνωσιν αἱ ἀπαραίτητοι αὗται ἐργασίαι, περὶ ὧν ὡμίλησαν οἱ κ. συνάδελφοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατέθηκε τὸν πίνακα τῶν ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων ἐπὶ τῶν διαφόρων ὑπουργιῶν καὶ εὐχαριστῶ τοῦτον θερμῶς. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἐν τῷ πίνακι τούτῳ τοῦτο τὸ κενόν. Εἶχον ζητήσει ὅπως γίνῃ πίναξ πλήρης, ἐμφαίνων τὸ σύνολον τῶν ὑποχρεώσεων εἰς τὰς ὁποίας θέλει ὑποβληθῆ τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐξόδων συντηρήσεως καὶ ἀνακαινίσεως τῶν ὁδῶν τῆς χρήσεως 1908–1909, διότι, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία μοὶ ἔφερε κατάστασιν τότε ἐμφαίνουσαν ὅτι ἡ χρῆσις 1908–1909 ἐβαρύνετο διὰ ποσοῦ 3.200.000 δραχμῶν, ἐνῷ ἡ πίστωσις ἡ ὁποία εἶχε ψηφισθῆ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ἦτο 1.900.000, ἤτοι μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου εἴχομεν ὑπέρβασιν 1.300.000 δραχμῶν. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἐζήτησα πλήρη κατάστασιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ φέρῃ τὴν κατάστασιν ταύτην, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὸν εὐχαριστῶ καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἐξάγεται τοῦτο κυρίως, ὅτι ἐπὶ μιᾶς ὑπουργίας τεσσαρακονθημέρου ἐβεβαιώθησαν δαπάναι ὑποχρεωτικαὶ τοῦ Δημοσίου μόνον 1056 δραχμῶν ἐφ’ ὁλοκλήρου πιστώσεως 1.900.000 δραχμῶν διὰ συστάσεως ὁδῶν καὶ μόνον 400 δραχμ. δι’ ἐπισκευὴν ὁδῶν καὶ τεχνικῶν ἔργων καὶ μόνον 320 δρχμ. διὰ βατὰς ὁδούς. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἡ διαχείρισις αὕτη ἦτο μὲν τεσσαρακονθήμερος, ἀλλ’ ἦτο διαχείρισις Κυβερνήσεως ἥτις εἶχεν ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς διαγράψει τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῶν. Ἐθεωρεῖτο λοιπὸν τὸ τεσσαρακονθήμερον τοῦτο διάστημα ὡς προεκλογικὸν στάδιον. Τοῦτο, ἵνα καταδηλωθῇ τίνες γινώσκουσι νὰ διαχειρίζωνται εὐσυνειδήτως τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου. Δηλῶ ἐν τούτοις ὅτι ταῦτα οὐδένα ψόγον ἐνέχουσι κατὰ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐδὲ κατὰ τοῦ πρὸ τούτου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Μαντινείας. Ἐζήτησα ἀκριβῶς τὸν πλήρη πίνακα, ἵνα κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐκδηλώσῃ ἕκαστος τὴν πολιτικὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως, δηλῶ δὲ καὶ πάλιν ὅτι δὲν καθιστῶ ὑπευθύνους οὔτε τὸν νῦν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν οὔτε τὸν πρὸ αὐτοῦ κ. Βουλευτὴν ἐκ Μαντινείας.
§97Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἵνα εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε, νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν πρὸς ἐπιδιόρθωσιν τῶν γεφυρῶν, ἐν αἷς εἶναι καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ Εὐρώτα. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι ἀρκετή, καὶ πιστεύω ὅτι δίδει ἀφορμὴν ἵνα μὴ λάβῃ τις πλέον τὸν λόγον ἐκ τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου; Οὐδείς. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Ὁ κ. Καβαλλιεράτος ἔχει τὸν λόγον «περὶ παραλείψεως τοῦ πρώην νομάρχου κ. Τόμαν ἀπὸ τοὺς προσφάτους διορισμοὺς τῶν νομαρχῶν» καὶ «περὶ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας παραλείψεως ἐκτελέσεως πράξεως τοῦ Ἐποπτικοῦ συμβουλίου τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας».
§99Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Μεθαύριον.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαναρᾶς.
§101Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῷ νομοθετικῷ αὐτῆς στροβίλῳ προυνόησε καὶ περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας· ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου πολλαὶ τάξεις ἀδικοῦνται, διότι φαίνεται ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς ἥτις ἐδείχθη κατὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, εἰσήχθησαν ἀτέλειαι περὶ τῶν ὁποίων νομίζω ὅτι χάριν τῆς πραγματοποιήσεως τῆς κυριακῆς ἀργίας δέον ἡ Βουλὴ νὰ μεριμνήσῃ ὅπως αὗται ἀρθῶσι. Καὶ ὡς πρώτην ἀτέλειαν τοῦ νόμου θεωρῶ ὅτι δὲν ἦτο γενικώτερος· διότι ἐν τῷ νόμῳ ἀφέθησαν ἐλεύθερα τὰ ζυθοπωλεῖα, ἐν τοῖς ὁποίοις, ὡς εἶναι γνωστόν, πωλοῦνται καὶ οἰνοπνευματώδη ποτὰ καὶ οἶνοι. Ἠγέρθη λοιπὸν καὶ δικαίως ἀξίωσις ἐκ μέρους τῶν οἰνοπωλῶν καὶ οἰνοπνευματοπωλῶν ὅτι ἀδικοῦνται καὶ μεγάλως ὡς ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ ἐν τοῖς ζυθοπωλείοις. Τὸ λεχθὲν καὶ λεγόμενον ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐν τοῖς ζυθοπωλείοις δὲν θὰ ὑπάρχωσι πλέον κέντρα ἀναψυχῆς δὲν ἔχει σημασίαν, διότι, ἂν ὡς κέντρα ἀναψυχῆς θεωρηθῶσι τὰ ζυθοπωλεῖα, ὡς κέντρα ἀναψυχῆς δέον νὰ θεωρηθῶσι καὶ τὰ ἄλλα καταστήματα περὶ ὧν ὡμίλησα. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου διὰ τῆς μὴ συμπεριλήψεως τῶν ζυθοπωλείων καταστρέφεται καὶ ἡ ἐγχώριος παραγωγή, διότι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Κυριακῆς γίνεται ἡ μεγαλειτέρα κατανάλωσις τοῦ οἴνου. Ἐμποδίζοντες δ’ οὕτω τὴν κατανάλωσιν τοῦ οἴνου ἐνισχύομεν τὴν κατανάλωσιν τοῦ ζύθου. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἀτελείας ταύτης ὑπάρχει καὶ ἡ ἀτέλεια ὅτι δὲν καθορίζονται αἱ λεγόμεναι ἐξοχαί. Ἐν τῷ νόμῳ καὶ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ αὐτοῦ συμπεριελήφθησαν μεταξὺ τῶν πόλεων καὶ πᾶσαι αἱ ἐξοχαὶ καὶ ἰδίως τῶν Ἀθηνῶν. Αἱ ἐξοχαὶ τῶν Ἀθηνῶν εἶναι γνωστὸν ἀνέκαθεν ὅτι ἦσαν τὰ Πατήσια, ἡ Κολοκυνθοῦ, οἱ Ἀμπελόκηποι, τὰ Φάληρα. Αὗται λοιπὸν περιλαμβάνονται ἐν τῇ κυριακῇ ἀργίᾳ. Τότε ποῦ εἶναι δυνατὸν οἱ ἄνθρωποι οἱ ἀπολαμβάνοντες τῆς κυριακῆς ἀργίας, οἱ ὑπάλληλοι καὶ λοιποὶ ἐπαγγελματίαι, ν’ ἀναπνεύσωσιν, ὅτε πάσας τὰς ἐξοχὰς τῶν Ἀθηνῶν συμπεριέλαβον εἰς τὸ Ἄστυ, εἰς τὴν πόλιν;
§102Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ ἀτέλειαι αὗται, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, εἶναι ἀτέλειαι κοινωνικαὶ ἀκόμη.
§103Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὡς τρίτην ἀτέλειαν νομίζω ἐκείνην ἥτις συμβαίνει ἐν τῇ πόλει τοῦ Βόλου, ὅτι δηλ. τὰ ἐργοστάσια τῆς ἀλευροποιίας, ἐνῷ τὰ πλεῖστα εἶναι ἐντὸς τῆς πόλεως Βόλου καὶ ἀπαλλάσσονται οὕτω τῆς κυριακῆς ἀργίας, ὑπάρχουσι δύο ἢ τρία τὰ ὁποῖα τυγχάνουσι νὰ εἶναι ἐκτὸς τῆς πόλεως, καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐφαρμόζεται ἡ κυριακὴ ἀργία διὰ τὸν λόγον τοῦτον. Τοῦτο εἶναι ἀδικία τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ διορθώσωμεν. Ταῦτα ἐν ὀλίγοις εἶχον ν’ ἀναπτύξω, νομίζων ὅτι δίδω ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διαρρυθμισθῇ ἐπὶ τὸ δικαιότερον ὁ νόμος οὗτος.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νέγρης.
§105Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα ὅτι ἡ κυριακὴ ἀργία ἦτο ἀπαίτησις γενικὴ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐπίσης ἀμφιβολία ὅτι νομοσχέδιον τόσῳ σπουδαῖον δὲν ἠδύνατο ψηφιζόμενον ἐν τόσῳ βραχεῖ χρονικῷ διαστήματι νὰ μὴ ἔχῃ ἀτελείας μεγάλας, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδωμεν ὅλας τὰς περιπτώσεις αἵτινες ἦσαν ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῶσι, καὶ δυστυχῶς εἶναί τινες ἐξ αὐτῶν αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μεγίστην σημασίαν καὶ τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν. Ἡ πρώτη ὁμολογουμένως εἶναι ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ ἀμπελουργικὴ καὶ οἰνικὴ κρίσις εἶναι μεγίστη ἐρχόμεθα νὰ δώσωμεν ἓν πλῆγμα καίριον διὰ τῆς κυριακῆς ἀργίας εἰς αὐτήν, διότι εὐνοοῦμεν τὰ ζυθοπωλεῖα. Εἶχε γίνει πάταγος πολὺς κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εὐνοήσωμεν τὴν χρῆσιν τῶν οἴνων καὶ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐξάπλωσιν τοῦ ζύθου. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ζητήσω, ὅπως ἐμποδίσω τὴν ἐξάπλωσιν τῆς χρήσεως τοῦ ζύθου· ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐμποδίσωμεν εἶναι τὸ νὰ συντείνωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν μὴ ἐξάπλωσιν τῆς χρήσεως τοῦ οἴνου καὶ τοῦτο ἐπράξαμεν ἀναμφισβητήτως διὰ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ ἐπὶ τῶν ζυθοπωλείων. Δεύτερον ἐλάττωμα εἶναι ὅτι ὅπως ἐγένετο ὁ νόμος ἀδικεῖ ὡρισμένας τάξεις ὑπὲρ ἄλλων τάξεων, διότι ὁ μὲν νόμος ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ξενοδόχους ν’ ἀνοίγωσι τὴν ἑσπέραν, διότι ὀνομάζονται ξενοδοχεῖα τὰ ἑστιατόρια, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ εἰς τὰ οἰνοπωλεῖα ν’ ἀνοίγωσι, καίτοι ταῦτα δίδουσι φαγητόν, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ καὶ εἰς τὰ παντοπωλεῖα ν’ ἀνοίγωσι, καίτοι καὶ ταῦτα δίδουσι φαγητόν. Τί δὲ συμβαίνει; Ὅτι τὰ ἑστιατόρια ὄχι μόνον δίδουσι φαγητὸν ἀλλὰ καὶ οἶνον, καὶ οὕτως εἰς τοὺς μὲν ἀπαγορεύεται νὰ πωλῶσι τὸν οἶνον, ἐνῷ εἰς τοὺς δὲ ἐπιτρέπεται. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει ἀδικία ἡ ὁποία πρέπει νὰ διορθωθῇ. Τρίτον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σαφῶς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Βόλου, ὅτι διάφορα καταστήματα τὰ ὁποῖα εἶχον συσταθῆ εἰς τὰ προάστεια καταστρέφονται ἐντελῶς, ἂν δὲν ληφθῇ μέτρον. Διότι τὰ καταστήματα ταῦτα χάριν τῶν ἑορτῶν μόνον εἶχον συσταθῆ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα· εὐθὺς δ’ ὡς καὶ κατὰ τὰς ἑορτὰς δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐλευθερίαν θὰ καταστραφῶσι. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἐφρόντισεν, ὅπως ἐμποδίσῃ τοῦτο. Νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ συμπάθεια τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρέπει νὰ εἶναι γενικὴ καὶ ὑπὲρ ὅλων τῶν τάξεων. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸν Πειραιᾶ ἔχομεν καὶ ἄλλο ζήτημα. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἐν Πειραιεῖ ὑπάρχει κινητὸς πληθυσμὸς τῶν πλοίων τὰ ὁποῖα φέρουσι τὰ πληρώματά των, τοὺς ταξιδιώτας, οἱ ὁποῖοι ἐξερχόμενοι εἰς τὸν Πειραιᾶ ἀφήνουσι χρήματα εἰς τὰ διάφορα καταστήματα αὐτοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι τὴν σήμερον δὲν εὑρίσκουσι πλέον τὴν εὐθηνὴν ἐκείνην τροφὴν τὴν ὁποίαν εὕρισκον πρὶν εἰς τὰ παντοπωλεῖα καὶ οἰνοπωλεῖα, τὰ δὲ καταστήματα στερούμενα αὐτῆς τῆς μικρᾶς εἰσφορᾶς των εὑρίσκονται εἰς μεγάλην δυσχέρειαν. Πάντα τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διανοηθῶμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε νομίζω ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ τὰ διορθώσωμεν πρὶν ἢ ἀπέλθωμεν ἐντεῦθεν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀντιλαμβάνεται τοῦ μεγίστου κινδύνου τὸν ὁποῖον διατρέχομεν ἀφήνοντες νὰ παρέλθῃ ἡ Σύνοδος αὕτη ἄνευ διορθώσεως τούτου καὶ θέλει λάβει μέτρον πρὸς διόρθωσιν αὐτοῦ.
§106Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει βεβαίως νὰ αἰσθάνηταί τις ἔκπληξιν ὅτι ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς περὶ κυριακῆς ἀργίας προκαλεῖ δυσφορίαν τινά. Εἶναι τοσαῦται ἐπαγγελματικαὶ τάξεις, τοσαῦτα ἀντιμετώπως συγκρουόμενα συμφέροντα, ὥστε ὁ νομοθέτης δὲν ἠδυνήθη εἰς ἕνα νόμον νὰ ἱκανοποιήσῃ πλήρως τὰ πάντα. Ἡ λυδία τῆς ἐφαρμογῆς ἔδειξεν ἀτελείας τινάς, τὰς ὁποίας ἡ νομοθετικὴ Ἀρχὴ θὰ συμπληρώσῃ. Αἱ ἀτέλειαι αὗται ἐξετέθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Λαναρᾶ καὶ τοῦ κ. Νέγρη· ὑποβάλλω λοιπὸν πρότασιν νόμου περὶ προσθήκης διατάξεών τινων εἰς τὰς ἐψηφισμένας διατάξεις τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας. Ἡ πρότασις αὕτη ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἐργάτας ἀρτοποιούς. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι πρόεδρος τῶν ἐργατῶν ἀρτοποιῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Μετὰ τοῦ προέδρου τῶν καταστημάτων αὐτῶν ἐμείναμεν σύμφωνοι ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη χάριν τῶν ἐργατῶν αὐτῶν οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐπὶ 16 ὥρας τὸ ἡμερονύκτιον καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτεθειμένοι εἰς μεγίστους κινδύνους τῆς σωματικῆς των ὑγείας ἐκ τῆς μεγίστης ἐργασίας, τῆς μὴ ἐπαρκῶς δ’ ἀμειβομένης, ὅτι εἶναι, λέγω, ἀπαραίτητος ἀνάγκη τῆς κυριακῆς ἀργίας. Οἱ καταστηματάρχαι ἔμειναν ἐντελῶς σύμφωνοι, καὶ ἔχω πρότασιν ὅπως ὑπαχθῶσι καὶ οὗτοι εἰς τὸν νόμον τῆς κυριακῆς ἀργίας, οὕτως ὥστε ἀπὸ τῆς 6 μ. μ. τοῦ Σαββάτου μέχρι τῆς 5 μ.μ. τῆς Κυριακῆς νὰ μὴ ἐργάζωνται. Ἑτέραν προσθήκην ἔχω σχετικὴν πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Νέγρης περὶ οἰνοπωλείων, μαγειρείων, παντοπωλείων καὶ ἑστιατορίων, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ ὅπως μείνωσιν ἀνοικτὰ ἀπὸ τῆς 9 π. μ. μέχρι τῆς 2 μ. μ. καὶ ἀπὸ τῆς 6 μ. μ. μέχρι τῆς 10 μ.μ. τῆς Κυριακῆς ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, καὶ ἀπὸ τῆς 7 μέχρι τῆς 11 μ. μ. τῆς Κυριακῆς ἐν ὥρᾳ θέρους. Ἠγέρθη δυσφορία διὰ τὰ ἐξοχικὰ κέντρα καὶ ἡ Ἀστυνομία δὲν γνωρίζει ποίαν ἀρχὴν νὰ ἐφαρμόσῃ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δυνάμεθα καλλίτερον νὰ ὁρίσωμεν ταύτην διὰ τοῦ νόμου καὶ ὑποβάλλω τὴν πρότασιν ὅπως ἐξοχικὰ μὲν κέντρα ἐν Ἀθήναις θεωρηθῶσιν οἱ Ἀμπελόκηποι, τὰ Πατήσια, τὰ Σεπόλια, ἡ Κολοκυνθοῦ καὶ τὰ Φάληρα καὶ ὅπου ἀλλοῦ ἤθελεν ὁρίσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας. Εἰς τὰ ἄλλα μέρη τοῦ Βασιλείου ἐξοχικὸν κέντρον ὁρίζεται πᾶν μέρος τὸ ὁποῖον ἤθελεν ὁρίσει ὁ νομάρχης κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ οἰκείου διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ προθῆκαι καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὰς δεχθῇ βεβαία οὖσα ὅτι θέλει ἐξυπηρετήσει πολὺν κόσμον.
§107Ν. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν στιγὴν καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ὡμίλησε περὶ ἐξαιρέσεων τινων, εἶδον μετ’ ἀπορίας μερικοὺς συναδέλφους νὰ δυσφορῶσιν, ἴσως δὲ οἱ συνάδελφοι αὐτοὶ δὲν γνωρίζουσι πῶς ἐφαρμόζεται ἡ κυριακὴ ἀργία ἀλλαχοῦ καὶ ἰδίως ἐν Λονδίνῳ. Προκειμένου περὶ τῶν ἑστιατορίων εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι δύναται, ἐὰν ἡ Βουλὴ φυσικὰ τὸ δεχθῇ, νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις αὐτή, νὰ γίνεται δὲ τὸ ἑξῆς, τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ ἐν Λονδίνῳ. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθότερον τὰ ἑστιατόρια ν’ ἀνοίγωσι περὶ τὴν 11ην π. μ. καὶ νὰ κλείωσι τῇ 3ην μ. μ., ἐπίσης δὲ ν’ ἀνοίγωσι τῇ 6 μ. μ. καὶ νὰ κλείωσι τῇ 9 μ. μ.
§108Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐγώ.
§109Ν. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἔχετε κάποιαν διαφορὰν ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ὡρῶν. Διότι δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ὅπως εἰς πάντας δώσωμεν κυριακὴν ἀργίαν, καὶ αὐτοὺς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ἑστιατορίων ν’ ἀφήσωμεν ἄνευ κυριακῆς ἀργίας. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὰ ἐξοχικὰ κέντρα νομίζω ὅτι δὲν ἐγένετο ἐπαρκὴς ἑρμηνεία τοῦ νόμου καὶ ἡ Ἀστυνομία ἡ κλείσασα τὰ κέντρα αὐτὰ ὑπερέβη τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς περιμένοντας ἀπὸ τὴν Κυριακὴν νὰ κερδήσωσι τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, νὰ στερήσωμεν αὐτοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸν καθορισμὸν τῶν ἐξοχικῶν κέντρων νομίζω ὅτι ἁρμοδιώτερος περὶ τούτου νὰ κρίνῃ εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δύναται δὲ μόνος νὰ ὁρίσῃ ταῦτα. Ἐπίσης ὁ κ. Λαναρᾶς εἶπεν ὅτι παρετήρησε τρεῖς ἀτελείας· νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι παρουσιάσθησαν τριάκοντα τρεῖς ἀτέλειαι, διότι πολλαὶ εἶναι αἱ ἀτέλειαι τοῦ νόμου. Δὲν πρόκειται δὲ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀπαίτησιν τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγεται νέος νόμος, ὡς εἶδος σχεδίου, καὶ δὲν γνωρίζομεν κατὰ πόσον ὁ τόπος μας δύναται νὰ τὸν δεχθῇ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ ἴδωμεν τὰς ἀτελείας αὐτοῦ. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν μίαν ἄλλην ἀτέλειαν. Οἱ κουρεῖς εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κλείωσι τὴν Κυριακήν. Διατί νὰ κλείωσιν αὐτοί, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι κατὰ τὴν Κυριακὴν ἀναμένουσι περισσότεραν ἐργασίαν; Ὀρθότερον λοιπὸν θὰ ἦτο, ἐὰν τὰ κουρεῖα ἔμενον ἀνοικτὰ μέχρι τῆς 2 μ. μ. ὥρας. Ἴσως ἡ μέλλουσα Βουλὴ θὰ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐννοήσῃ καλλίτερον τὰς ἀτελείας, διότι πρέπει νὰ ἴδωμεν πρῶτον τὸν νόμον ἐφαρμοζόμενον καλλίτερον. Θεωρεῖτε ὅτι ἡ κυριακὴ ἀργία δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται καὶ εἰς τὰ καπνοπωλεῖα; Διατί νὰ εἶναι ἀνοικτά, τὰ δὲ φαρμακεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι ἀνοικτά, νὰ εἶναι κλειστά; Ἔχομεν δὲ καὶ κάτι περισσότερον· ἐξηρέθησαν τὰ φαρμακεμπορεῖα, εἰς τὰ φαρμακεμπορεῖα δὲ εἶναι ζήτημα ἂν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσι συνταγαὶ ὡς εἰς τὰ φαρμακεῖα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πᾶσα συζήτησις αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι ἐντελῶς κατάλληλος, διότι φοβοῦμαι μὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθώσωμεν τίποτε, ἀλλὰ τοὐναντίον νὰ βλάψωμεν περισσότερον τὰ ἀντικρουόμενα συμφέροντα.
§110Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀφορμὴ τῆς συζητήσεως εἶναι ἀναφοραὶ τῶν ξενοδόχων τῶν ἐξοχικῶν καταστημάτων καὶ ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς ἐπεξετάθη ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἀτελείας ἢ μὴ τοῦ νόμου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὁ ὁποῖος εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, βλέπω ὅτι οἱ Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὴν κυριακὴν ἀργίαν, παρουσιασθέντες ἐν σώματι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, αὐτοὶ παρουσιάζονται σήμερον καὶ ζητοῦσι τὴν κατάργησιν. Εἰς δὲ τὸν κ. Ἀγγελόπουλον λέγω ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἡ τρίτη μόνον τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει, ἀλλὰ θὰ ὑποβάλῃ καὶ ἄλλας, διότι ἐπαναλέγω ὅτι οἱ κουρεῖς κατὰ τὴν πρωΐαν τῆς Κυριακῆς συνέρχονται, διὰ νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Βουλὴν ὅπως μένωσι τὰ κουρεῖα ἀνοικτὰ ἀπὸ τῆς 9 π. μ. μέχρι τῆς 1 μ.μ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ καταστηματάρχαι τῶν ἐξοχικῶν κέντρων καὶ νὰ καθορίσῃ αὐτὸς τὰ ἐξοχικὰ κέντρα, τὰ ὁποῖα ἐν Ἀθήναις εἶναι γνωστά, καὶ νὰ δώσῃ τὸν προσδιορισμὸν τούτων εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, καὶ νὰ διατάξῃ ὅπως ὦσιν ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Κυριακῆς ἀνοικτά, μέχρι τῆς καταργήσεως τῆς κυριακῆς ἀργίας, ἡ ὁποία θὰ εἶναι πολὺ ταχεῖα.
§111Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Νομίζω ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ ἑπομένως θεωρῶ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω τι καὶ ἐγώ. Ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι, ἂν ὁ νόμος προσέκοψεν, ὡς προσέκοψε, καὶ ἂν ἠγέρθησαν παράπονα τόσα, ὅσα ἠγέρθησαν, τοῦτο προέρχεται ὡς ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἐξέλαβον ὅτι ἐξοχὴ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία στερεῖται ὕδατος, ἡ ὁποία στερεῖται φωτισμοῦ, ἡ ὁποία στερεῖται τροχιοδρόμων, καὶ ἐνόμισαν ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος προβλέπει περὶ ἐξοχῶν, πᾶσα ἐξοχή, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἔχῃ ὕδωρ καὶ φωτισμόν, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κυριακὴν ἀργίαν. Τοῦτο βεβαίως φέρει εἰς μεγάλας δυσχερείας πάντας ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καταστήματα εἰς τὰς ἐξοχάς, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μόνον κατὰ Κυριακὴν δύνανται νὰ ἔχωσι κάποιαν κατανάλωσιν. Ὅταν ἀφαιρεθῇ ἀπ’ αὐτῶν ἡ Κυριακή, βεβαίως αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι καταστήματα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι καὶ δι’ ἄλλους λόγους, τοὺς ὁποίους οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἀνέπτυξαν, καὶ διὰ τὸν λόγον αὐτόν, εἶναι καιρὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τάχιστα νὰ φέρῃ νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ καταργήσῃ τὴν κυριακὴν ἀργίαν, ἢ ν’ ἀποδεχθῇ τὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου προταθεῖσαν τροπολογίαν.
§112Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἐξηντλήθη κατόπιν τῆς λεπτομεροῦς ἀφηγήσεως τῶν ἰσχυρισμῶν τῶν κ. συναδέλφων, οἵτινες ὑποβάλλουσι τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται κατόπιν τῶν δύο μέχρι τοῦδε ψηφισθέντων νόμων νὰ δεχθῇ τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν. Ἀμφιβάλλω ὅμως ἂν δύναται νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα ὅπως καθορίσῃ διὰ Β. Διατάγματος τὰ προάστεια ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζεται ἢ δὲν ἐφαρμόζεται ἡ κυριακὴ ἀργία. Ὁπωσδήποτε ὅμως μόλις ἐτέθησαν εἰς ἐφαρμογὴν οἱ νόμοι, προυξένησαν τοιαύτας ἀνισότητας καὶ εἰς τὰ προάστεια, καθὼς καὶ εἰς πάσας τὰς μεγάλας πόλεις, ὥστε ἐξαναγκάζουσιν ἡμᾶς ἵνα ἀνακοινώσωμεν τὰς διαμαρτυρίας αὐτῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τῆς ἀργίας τῶν παντοπωλῶν καὶ οἰνοπωλῶν ἐπῆλθε καὶ ἑτέρα ἀργία, ἡ ἀργία ἐκείνων οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσι πέριξ τῶν μεγάλων πόλεων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ ἐργατικαὶ τάξεις καὶ ἰδίως αἱ ἀγροτικαὶ ἔχουσαι εὐκαιρίαν μόνον τὴν Κυριακὴν μεταβαίνουσιν εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, ὅπως προμηθεύωνται τὰ ἀναγκαῖα εἴδη διὰ τὴν συντήρησιν τῆς οἰκογενείας αὐτῶν καὶ διὰ τὴν ἐργασίαν των. Σήμερον λοιπὸν διὰ τῆς κυριακῆς ἀργίας εἶναι ἀποκεκλεισμένος ὁ ἐργατικὸς καὶ ὁ ἀγρότης νὰ ἐπισκέπτηται τὰ κέντρα, ὡς ἐκ τούτου δὲ ὑποχρεοῦνται οὗτοι νὰ καθορίσωσιν ἑτέραν ἀργίαν ἑβδομαδιαίαν. Ἑπομένως εἰς αὐτοὺς ἐπιβάλλεται διπλῆ ἀργία, ἐὰν δ’ ὑπολογίσωμεν τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν ἀργιῶν τὸ κατὰ τὰς Κυριακὰς καὶ ἐκεῖνο κατὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μένωσιν ἀργοὶ οἱ πέριξ τῶν πόλεων πληθυσμοί, θέλομεν ἴδει ὅτι τὸ περισσότερον χρονικὸν διάστημα τοῦ ἔτους θέλουσι μένει ἄεργοι. Ἐντεῦθεν ἕκαστος ὑπολογίζει τὰς ζημίας, αἵτινες προκύπτουσι κατόπιν τοιούτων μέτρων, τὰ ὁποῖα θέτουσι τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς εἰς ἀργίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου συμβαίνει καὶ ἕτερον κακόν, διότι διὰ τοῦ κλεισίματος τῶν καταστημάτων οἱ παῖδες οἱ ἐργαζόμενοι εἰς αὐτὰ ἀποκλείονται καὶ τῆς κατοικίας αὐτῶν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ παῖδες τῶν καταστημάτων ὡς κατοικίας ἔχουσιν αὐτὰ τὰ καταστήματα. Ὅταν εἶναι κλειστά, τότε ἐκεῖνα τὰ παιδιὰ τρέπονται εἰς τὰ ξενοδοχεῖα καὶ τὰ ζυθοπωλεῖα καὶ εἰς πάντα τὰ κέντρα τῆς διαφθορᾶς. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον διεμαρτυρήθην κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι ἀφίενται τὰ ζυθοπωλεῖα καὶ κλείονται τὰ οἰνοπωλεῖα. Αὐτὸ εἶναι σπουδαιότατον διὰ τὴν οἰνοπαραγωγήν, ἀφοῦ ἐπὶ τόσας συνεδριάσεις ἀπησχολήσαμεν τὴν Βουλὴν χάριν τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Καὶ δὲν ἐννοῶ διατί δύναται νὰ ἐπέλθῃ κατάχρησίς τις τοῦ ποτοῦ τούτου, ἡ ὁποία δύναται νὰ φέρῃ τινὰς εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις, ἀφοῦ πλεῖσται οὐσίαι τοιαῦται εἶναι ἐν χρήσει αἱ ὁποῖαι παρεκτρέπουσι τοὺς ποιουμένους κατάχρησιν. Ἀλλὰ διὰ τὰς ἐργατικὰς τάξεις αἱ ὁποῖαι ποιοῦνται χρῆσιν τοῦ οἴνου χάριν τῆς ὑγείας αὐτῶν, χάριν τῆς ἀναπτύξεως τῶν δυνάμεών των, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐξηντλημέναι ἐκ τῆς ἐργασίας, καὶ ἄλλοτε εἶπον ὅτι ἡ ἐργασία ἐξαντλεῖ τὰς δυνάμεις, ἐργασία δὲ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ χρήσεως τοιούτων ποτῶν. Ὁπωσδήποτε ὅμως ἡ ἐξέγερσις τῶν δύο τούτων μεγάλων σωματείων, τῶν οἰνοπωλῶν καὶ παντοπωλῶν, τῶν τε περιχώρων καὶ τῶν κεντρικῶν πόλεων εἶναι ἀρκετὰ ἐμφαντικὸν ὅπως ἀποδείξῃ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ νόμος οὗτος νὰ τροποποιηθῇ, ἀφοῦ κατεσπευσμένως ἐψηφίσθη. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον μετὰ τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς κ. Ἀγγελοπούλου καὶ τεθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων πρὸς ἐπιψήφισιν ἵνα ἐπέλθῃ ἡσυχία, ἡ ὁποία διεταράχθη ὡς ἐκ τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐλάβομεν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Αἰγιαλείδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§114Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας· περὶ πολλῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων ἐλήφθη πρόνοια, περὶ μιᾶς ὅμως καὶ μόνον δὲν ἐλήφθη, περὶ ἐκείνης ἡ ὁποία πλειότερον πάσης ἄλλης πάσχει. Ὁμιλῶ περὶ τῶν ἐργατίδων ἐκείνων αἵτινες γνωρίζομεν πάντες ὅτι κύπτουσαι ὑπὸ τὸ φῶς μὲ τὴν βελόνην ἀνὰ χεῖρας καθίστανται ὠχραί· ἐψηφίσαμεν περὶ κανονισμοῦ τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας τῶν ἐργασίμων, ἀλλὰ δὲν ἐψηφίσαμεν καὶ περὶ ἀργίας κατὰ τὰς νύκτας, ἐνῷ γνωρίζομεν πάντες ὅτι ἀναγκαστικῶς ἐργάζονται ὅλην τὴν νύκτα, καὶ ἐργάζονται καθ’ ὃν τρόπον πάντες γνωρίζομεν. Διὰ νὰ μὴ μακρηγορῶ, διότι ἀρκετὰ ἀπησχολήθη ἡ Βουλή, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν νὰ προσθέσῃ καὶ ταύτην τὴν τάξιν ἀκόμη εἰς τὴν πρότασιν νόμου τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν.
§115ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Αὐτὸ ἐψηφίσθη προχθές.
§116Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἀπατᾶσθε.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Στεφανόπουλος.
§118Ι. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ταύτην τὴν ἑσπέραν βλέπω πολὺ περίεργα πράγματα. Ἐνῷ ἡ Βουλὴ πρὸ 15 ἡμερῶν ἐψήφισε νόμον κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως, ἡ αὐτὴ Βουλὴ σήμερον ἔρχεται διὰ τῶν μελῶν αὑτῆς τῶν ἰδίων καὶ σχεδὸν ἁπάντων νὰ καταδικάσῃ τὸν νόμον τοῦτον. Εἶναι νόμος ὁ ὁποῖος συνετάχθη ἐνταῦθα, ὁ ὁποῖος ὁμοιάζει μὲ τοὺς ἄλλους νόμους, τοὺς ὁποίους ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ὅμως διαδίδει ἀνὰ πᾶν τὸ Ἑλληνικὸν ὅτι διὰ τῶν νόμων τούτων ἐπῆλθε τελεία ἀναμόρφωσις καὶ ἀνακάθαρσις τῆς χώρας (διαμαρτυρίαι ἐκ πλείστων ἑδρῶν). Ἀλλά, Κύριοι, ποῖος εἶναι ὁ νόμος οὗτος; Τί εἰσάγει ὁ νόμος οὗτος σήμερον; Εἰσάγει ὅλως διόλου νεώτερα ζητήματα, καινοφανῆ, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς οὐδαμῶς ἀποδέχεται. Καὶ διατί, Κύριοι, προέβημεν εἰς τοῦτο; Μόνον καὶ μόνον χαριζόμενοι εἰς τοὺς διαφόρους ἐπαγγελματίας τῆς πρωτευούσης τοῦ βασιλείου, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῆς ἐργασίας τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μόνον τὴν Κυριακὴν θεωροῦσιν ὡς τὴν κατάλληλον ἡμέραν διὰ νὰ ἐπιχειρήσωσι τὰς συναλλαγὰς αὐτῶν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐγνώριζεν ὅτι ἡ ἡμέρα ἐκείνη εἶναι πραγματικῶς ἡμέρα εὐκολίας τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος εἰσερχόμενος εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τῶν ἐπαρχιῶν προβαίνει εἰς συναλλαγάς, βεβαίως δὲν θὰ προέβαινεν εἰς ψήφισιν τοιούτου νόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅλως ἀδιαφορῶν πρὸς αὐτά, ὅπως πάντοτε ἐπὶ πολλῶν νομοσχεδίων, καυχώμενος ὅτι τὸ πᾶν γνωρίζει, προβαίνει εἰς τὴν δημοσίευσιν τοιούτου νόμου! Ἀλλά, Κύριοι, τί παρουσίασεν ὁ νόμος οὗτος; Παρουσίασε πληρεστάτην ἀτέλειαν. Ὑπάρχουσι πλεῖστοι ὅσοι ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Ἐκτὸς τῆς Βουλῆς παρουσιάζεται ὁ ὅμιλος τῶν δημοσιογράφων. Οἱ δημοσιογράφοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπὲρ τῆς κυριακῆς ἀργίας σήμερον ἐκεῖνοι καταφέρονται κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου. Ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἡ ὁποία ἐψήφισε τὴν κυριακὴν ἀργίαν εἶναι κατ’ αὐτῆς καὶ ζητεῖ τὴν κατάργησιν. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὑποβληθῇ πρότασις διὰ τῆς ὁποίας νὰ ζητῆται ἡ κατάργησις τοῦ νόμου τούτου, ἅπασα ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ.
§119Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, ἠθῶν καὶ ἐθίμων, εἶναι ζήτημα ἀνατροφῆς καὶ οἰκογενειακῆς καὶ κοινωνικῆς καὶ θρησκευτικῆς. Ἡ κοινωνία ἐν τῷ ζητήματι τῆς κυριακῆς ἀργίας ἐπαμφοτερίζει, παραπαίει, δύναταί τις εἰπεῖν, δὲν δύναται νὰ βαστάσῃ τὸ βάρος ἕνεκα τοῦ εὐγενοῦς τούτου καὶ ὡραίου θεσμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι προωρισμένος νὰ ἐγκαινίσῃ σταθμὸν προόδου. Ἡ Πολιτεία ἀφ’ ἑτέρου—δὲν ἐννοῶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ γενικῶς — δὲν ἔχει παρ’ ἡμῖν ἰσχυρὸν τὸν βραχίονα νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κράτος τοῦ ψηφισθέντος νόμου. Καὶ ἡμεῖς σχεδὸν παραπαίομεν ἐνταῦθα, οἱ μὲν ζητοῦντες ἐπέκτασιν τῆς κυριακῆς ἀργίας καὶ εἰς ἄλλας τάξεις, οἱ δὲ ζητοῦντες περιορισμὸν αὐτῆς.
§120Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ εὕρωμεν τὴν ἰσορροπίαν.
§121Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί θὰ πράξῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν προτάσεων αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν· ἔχω ὅμως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναφορὰν τῆς συντεχνίας τῶν ἀρτοποιῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὑπογράφεται ὁ πρόεδρος καὶ ὁλόκληρον τὸ διοικητικὸν συμβούλιον, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν κυριακὴν ἀργίαν.
§122Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καταστηματαρχῶν;
§123Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καταστηματαρχῶν. Τὸ ζήτημα δυσκόλως θὰ λυθῇ· θὰ ἐλύετο καλῶς, ἐὰν εἶχε τὸ θάρρος ἡ μὲν Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ψηφισθέντα νόμον, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ συγκρατήσῃ ἑαυτὴν καὶ νὰ μὴ ἐνδώσῃ εἰς πάσας τὰς παρακλήσεις εἰμὴ ἂν ἐπρόκειτο περὶ εὐρύτητος τῆς κυριακῆς ἀργίας. Νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐπί τινας μῆνας ὁ νόμος, μέχρι τῆς προσεχοῦς Συνόδου τῆς Βουλῆς, ὅτε θὰ ἴδωμεν πραγματικῶς σαφῆ καὶ καθαρὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Σήμερον ἐγένετο ἡ ἐφαρμογὴ κατὰ δύο καὶ μόνον Κυριακάς, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη ὑπῆρξεν ὁλόκληρος σύγχυσις ἐκ μέρους τῆς Ἀστυνομίας, διότι καὶ τὰ φαρμακεῖα ἔκλεισε, τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαγορεύει ὁ νόμος, καὶ τὰ ἐστιατόρια τῆς πόλεως ἔκλεισε κατὰ τὴν ἐνάτην ὥραν τῆς ἑσπέρας, καὶ ἄλλας παρανοήσεις τοῦ νόμου ὑπέστη. Πρέπει νὰ ὑπομείνωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἐπί τινα χρόνον, διὰ νὰ ἴδωμεν τότε περὶ τροποποιήσεως. Εἴπατέ μοι· τίς ἐξ ὑμῶν γνωρίζει τί θὰ πράξωμεν ἢ δὲν θὰ πράξωμεν συνεπείᾳ τῶν αἰτήσεων τούτων, αἵτινες ὑποβάλλονται καθ’ ἑκάστην;
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σιμόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§125Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν συζήτησιν ἀπαντᾶτε.
§126Ν. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Στεφανόπουλος εἶπεν ὅτι οἱ δημοσιογράφοι ζητοῦσι τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας. Αὐτὸ εἶναι ὁμολογουμένως ἀληθές, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ συμπεριλάβωμεν ὁλόκληρον τὸν τύπον τόν τε Ἀθηναϊκὸν καὶ τὸν τῶν ἐπαρχιῶν. Εἶναι ὡρισμέναι αἱ ἐφημερίδες ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι προσπαθοῦσι νὰ καταργήσωσι τὸν νόμον καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν του μόνον ὡρισμένως τρεῖς ἢ τέσσαρες ἐφημερίδας. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω.
§127ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως. Ὀφείλω μόνον δύο παρατηρήσεις νὰ κάμω. Τὴν πρώτην ἀποτείνω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἠλείας συνάδελφον, εἰς τὸν ὁποῖον ὑπομιμνήσκω ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς κυρίως εἰπεῖν δὲν εἶναι ἔργον τῆς πρωτοβουλίας ἡμῶν. Εἰσηγητὴς αὐτοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, ὡς γνωστόν, ὑπάρχει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτής, ἀλλ’ ὀφείλομεν πάντες νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸν νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας ἐπέβαλεν εἰς ἡμᾶς αὐτὴ αὕτη ἡ κοινωνία ὁλόκληρος. Δευτέραν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτήν. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος παρεπονέθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κράτος τοῦ νόμου· ἀλλ’ ἡ ἐξέγερσις αὕτη ἀκριβῶς διαφόρων κοινωνικῶν τάξεων τί ἄλλο μαρτυρεῖ ἢ ὅτι ἡμεῖς ἠθελήσαμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὸν νόμον τοῦτον; Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ, ὡς ἡ ἐφαρμογὴ παντὸς νέου νόμου, ἀπέδειξεν ἐλλείψεις τινάς, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διορθωθῶσιν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ὑπέβαλε πρότασίν τινα, ἡ ὁποία δύναται νὰ βελτιωθῇ, νὰ συμπληρωθῇ, καί, ὅταν ἴδωμεν ὅτι καὶ αὐτὴ ψηφιζομένη καὶ γινομένη νόμος δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ, τότε προβαίνομεν καὶ εἰς ἄλλας μεταρρυθμίσεις, ὑποδειχθησομένας ὑπὸ τῆς πείρας.
§128Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Πρέπει διὰ τὰ ἐξοχικὰ κέντρα νὰ φροντίσητε, κύριε Ὑπουργέ.
§129ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τὰ ἐξοχικὰ κέντρα ἡ Ἀστυνομία ἔδωκε τὴν ἐξήγησιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν πᾶς τις ἐκ πρώτης ὄψεως ἔπρεπε νὰ δώσῃ· δηλαδὴ ἐνόμισεν ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου πρέπει νὰ γίνῃ ἐντὸς τῆς πόλεως, ὡς ἐντὸς τῆς πόλεως δ’ ἐννοεῖ τὸν χῶρον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον περικλείει τὸ σχέδιον αὐτῆς. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν περιχώρων διὰ τοῦ νόμου, διότι δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, ἀφοῦ ἄλλως τε δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν Ἀθηνῶν, ὡς γνωστὸν δὲ συνεπείᾳ ψηφισμάτων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων ὑποβάλλονται Διατάγματα ἐπεκτάσεως τοῦ σχεδίου τῶν πόλεων. Νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ εἰς τὰ ἑκασταχοῦ δημοτικὰ συμβούλια ὁ καθορισμὸς τῶν ἐξοχικῶν κέντρων τῶν ἐξαιρετέων καὶ πρὸς αὐτὸν νὰ συμμορφωθῇ ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχή.
§130Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τότε τί θὰ γίνῃ;
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη τέλος πάντων! Ὁ κ. Παπαβασιλείου ἔχει τὸν λόγον «περὶ ἀνακλήσεως ἐγγράφων διὰ τὴν βιβλιοδέτησιν βιβλίων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης».
§132Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἀναβάλλω, κύριε Πρόεδρε, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπουσιάζει.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραϊσκάκης ἔχει τὸν λόγον «περὶ προεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Θεσσαλίας μέχρι Μαλακασίου». Ἀπών. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ προσλήψεως τοῦ ἀλλοδαποῦ μηχανικοῦ Μενέϊκου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων».
§134Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ῥάβε — ξύλωνε. Πάλιν ὁ Ὑπουργὸς εἰσάγει ἀχρήστους εἰς τὴν ὑπηρεσίαν;
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα, συζητεῖτε.
§136ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἀλλοδαποῦ μηχανικοῦ, ὅστις προσελήφθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην μετὰ μεγάλας ἐθνικὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας εἰς κρισιμωτάτας στιγμὰς διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν προσέφερε.
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοῦ ὁποίου τὴν θέσιν κατήργησεν ὁ τελευταίως ψηφισθεὶς νόμος.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ στιγμή, κύριε Ὑπουργέ. Ἐξακολούθησις τῆς τρίτης συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους καταναλισκομένων πυρίτιδος, ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ σφαιριδίων (σκαγίων) καὶ περὶ μονοπωλίου τοιούτων εἰδῶν».
§139Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Κατὰ σειράν, κ. Πρόεδρε.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ψηφοφορίαν.
§141Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διατί δὲν συζητοῦμεν τὰ νομοσχέδια;
§142Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν δύνανται νὰ συζητηθῶσι.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ τοῦ ἄρθρου 15; προεκλήθη ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἥτις ἐματαιώθη ἕνεκεν ἐλλείψεως ἀπαρτίας. Ἑπομένως πρόκειται ἡ ψηφοφορία νὰ ἐπαναληφθῇ. Ἔχω τὴν αὐτὴν πρότασιν. Παρακαλῶ νὰ ἔλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κύριοι Ἀγ. Σλῆμαν καὶ Ν. Σιμόπουλος. Κύριοι, εἶναι ὀκτὼ παρὰ τέταρτον μ. μ.
§144Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκλήθη, κ. Πρόεδρε, κανεὶς ἐκ τῶν ὑποβαλόντων τὴν πρότασιν ὡς ψηφολέκτης;
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπρόσεξα· τώρα θὰ ἴδωμεν ποῖοι εἶναι. Ἀλλ’ αὐτὸ σημαίνει δυσπιστίαν πρὸς τὸ Προεδρεῖον.
§146Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν θέλητε, ἔλθετε. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἀπαράδεκτον λέγουσι ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· παρόντες Βουλευταὶ εἶναι 88. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ ¼ μ. μ.).