1909.12.24
3.490 στίχοι · 27.216 λέξεις · 194 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71.
τῆς 24 Δεκεμβρίου 1909.
(Πέμπτη).
Προεδρία κ. Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 11 π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων Βουλευτῶν 98).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ ἰατροὶ Ἀμφίσσης παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ νομοσχέδιον προστατεῦον τὰ δικαιώματα τῶν ἰατρῶν· Ἔμποροι Μαζεΐκων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ φαρμακείων καὶ φαρμακεμπορείων ληφθῇ πρόνοια πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων τοῦ ἐμπορίου· Ὁ δήμαρχος Καλαμῶν καὶ οἱ πρόεδροι τῶν Συλλόγων καὶ Συντεχνιῶν Καλαμῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Λεονταρίου–Σπάρτης· Ὁ Ἰατρικὸς Σύλλογος Πατρῶν παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ νομοσχέδιον προστατεῦον τὰ συμφέροντα τῶν ἰατρῶν· Κάτοικοι Κρωπίας, Θορικίων, Μαραθῶνος καὶ Λαυρείου παρακαλοῦσιν, ὅπως χορηγηθῇ ἀνάλογος πίστωσις διὰ τὸν καθαρισμὸν τοῦ ἐν τῇ θέσει «Σταυρὸς» δημοσίου ὑδραγωγείου· Ἐπιτροπὴ ἐμπόρων καὶ κτηματιῶν Κορώνης παρακαλεῖ, ὅπως προταχθῇ καὶ ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις· Πολῖται Μαζεΐκων καταγγέλλουσι τὸν ἐκεῖ εἰρηνοδίκην ὡς φατριάζοντα σκανδαλωδῶς καὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως μετατεθῇ οὗτος· Ἐφοπλισταὶ καὶ πλοίαρχοι Ἄνδρου παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ κ. Ἐμπειρίκου ὑποβληθέντα νομοσχέδια τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν Ἐμπορικὴν ναυτιλίαν· Ὁ κ. Ἀντώνιος Βαρβάνης ἐκ Ζακύνθου παρακαλεῖ, ὅπως ὑποστηριχθῶσιν αἱ τροπολογίαι αἱ ὑποδειχθεῖσαι ὑπὸ τῶν φαρμακεμπόρων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ φαρμακείων κλπ.· Ὁ ἐν Γλώσσῃ σύνδεσμος τῶν Γλωσσιωτῶν παρακαλεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῇ ὁ δῆμος Γλώσσης· Ἡ ἐφορεία τῆς «Πολικλινικῆς Ἀθηνῶν» παρακαλεῖ, ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ ὑπὲρ τῆς Πολικλινικῆς βοήθημα τοὐλάχιστον 5,000 δραχμῶν· Ὁ κ. Ν. Γερουλᾶνος καταθέτει τὴν κάτωθι ἐπερώτησιν· «Πρὸς τὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργόν· «Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ διατί μέχρι τοῦδε δὲν ὑπεβλήθη Β. Διάταγμα ἀπολύσεως τριῶν δημοδιδασκάλων τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Χιογάτων τοῦ δήμου Ἐλιοῦ, ἐνῷ πρὸ τεσσάρων μηνῶν ὑπεβλήθη πρᾶξις τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου Κεφαλληνίας. Συνιστῶ δὲ αὐτῷ θερμῶς, ὅπως προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ ἀπολύσεως τῶν δημοδιδασκάλων, οὔσης ὑποχρεωτικῆς διὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα μὴ ἀργῇ τὸ ἐν λόγῳ δημοτικὸν σχολεῖον ἀδικαιολογήτως· καθόσον, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπολύονται οὗτοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προκληθῇ ὁ διορισμὸς ἄλλων. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν αὐτὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργόν, ὅπως διατάξῃ ἀνακρίσεις διὰ ποῖον λόγον ὁ γυμνασιάρχης Ληξουρίου ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν πρὸ τετραετίας διδάσκοντα τὴν Ἀγγλικὴν εἰς τὸ Πετρίτσειον Γυμνάσιον τὴν διδασκαλίαν τῆς γλώσσης ταύτης, ἐκδιώξας τοῦτον τοῦ Γυμνασίου, νὰ διαταχθῇ δ’ ἀμέσως ὁ ἐν λόγῳ γυμνασιάρχης νὰ δεχθῇ τὸν διδάσκαλον τῆς Ἀγγλικῆς εἰς τὸ Γυμνάσιον πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς διδασκαλίας του, καθ’ ὃ ἔχει καθῆκον, ὡς μὴ δικαιούμενος νὰ προβαίνῃ αὐθαιρέτως εἰς τοιαῦτα μέτρα χωρὶς νὰ παραγγελθῇ ἁρμοδίως»· Ὁ κ. Ν. Γεωργακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους καταναλισκομένων πυρίτιδος, ἐκρηκτικῶν ὑλῶν καὶ σφαιριδίων (σκαγίων)· Ὁ κ, Γρ. Φούφας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους· Ὁ κ. Σ. Ῥάγκος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀσυμβιβάστου τῶν Βουλευτῶν· Ὁ κ. Ἀγ. Ἀναστασίου εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταναστεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν του· Ὁ κ. Ν. Γεωργακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 758–762). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων Ὁ βουλευτὴς Βάλτου κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον περὶ ἀνακλήσεως τῆς δωρεᾶς τοῦ κ. Μπενάκη. Ἡ συζήτησις ἔχει γενικευθῆ, διότι δέκα Βουλευταὶ ἐζήτησαν προχθὲς τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Ἑπομένως, ἄν τις τῶν κυρίων Βουλευτῶν θέλῃ, δύναται νὰ ζητήσῃ τὸν λόγον.
§2Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν δι’ ἐλαχίστων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς δωρεᾶς τοῦ κ. Μπενάκη, πράττω δὲ τοῦτο οὐχὶ ἐξ ἰδίας ὑπαιτιότητός μου, διότι δὶς ἐζήτησα νὰ διατυπώσω τὴν ἐπερώτησίν μου, δι’ ἣν εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων, καὶ δὶς διεγράφην χωρὶς νὰ γνωρίζω διατί διεγράφην. Διὰ νὰ παύσῃ δὲ ἡ ἀναγραφὴ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων, θὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Ὅτε ἐξεδόθη τὸ Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου συνεστάθησαν αἱ ἐπιτροπαὶ πρὸς καταρτισμὸν ἀστικοῦ κώδικος καὶ Πολιτικῆς Δικονομίας, εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω πρὸς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις ἐναντίον τοῦ Β. Διατάγματος, ἰδιαίτατα δὲ διὰ τὸ ἄρθρον ἔνατον, δι’ οὗ ὡρίζοντο αἱ ἀμοιβαὶ καὶ ὁ τρόπος τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἐπιτροπῶν κατὰ τὴν κατατεθειμένην ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐπιστολὴν τοῦ φιλογενοῦς δωρητοῦ. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐκδώσει Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεμπολεῖτο ἐντελῶς τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, παραχωρήσασα ταῦτα εἰς τὸν δωρητήν, ὅστις ἐκανόνιζε τὴν περαιτέρω διεξαγωγὴν τῶν καθηκόντων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας διὰ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἐπιστολῆς. Εὐτυχῶς ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ προκάτοχος τοῦ παρόντος καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀνεγνώρισεν ὡς δικαίας τὰς παρατηρήσεις μου ἀνακαλέσας τὸ Β. Διάταγμα, δυνάμει τοῦ ὁποίου εἶχον συσταθῆ αἱ ἐπιτροπαί. Εἶδον ἔπειτα ἐπιστολὴν τοῦ κ. Μπενάκη, δι’ ἧς διεμαρτύρετο ἐναντίον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηρίζων ὅτι αὐτὸς μόνον εὑρίσκετο ἐν πληρεστάτῃ τάξει πρὸς ὅσα μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἶχε συμφωνήσει, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐγκαλοῦσα αὐτὸν ἐπὶ μὴ ἐκτελέσει τῶν συμπεφωνημένων εὑρίσκετο ἐν ἀδίκῳ. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὸν φάκελον, ἵνα ἐξετάσω ὁλόκληρον τὴν ὑπόθεσιν. Ἐν τῷ φακέλῳ εὑρίσκω ἐπιστολὴν τοῦ κ. Μπενάκη ἀνταποκρινομένην εἰς προφορικὴν συνεννόησιν, τὴν ὁποίαν ἔσχε μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης, ἧς ἀντίγραφον ἐδόθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, καθορίζει τὰ πρόσωπα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰς ἀμοιβὰς αὐτῶν, καθορίζει μάλιστα καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε μέλος τι ἐκλίπει ἢ ἀποθάνει θ’ ἀντικαθίστατο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Τοιουτοτρόπως γίνεται δῆλον, ὅτι μεταξὺ τοῦ δωρητοῦ καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπῆρξε συνεννόησις προφορική, ἥτις ἐκυρώθη δι’ ἐπιστολῆς τοῦ κ. Μπενάκη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὅτι ἐν τῇ συνεννοήσει τῇ προφορικῇ καὶ τῇ ἐγγράφῳ περιελαμβάνετο καὶ ἡ ἐκλογὴ τῶν προσώπων ἐν κοινῇ συνεννοήσει τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ κ. Μπενάκη καὶ ὁ τρόπος τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ ἡ ἀμοιβὴ τῶν προσώπων αὐτῶν. Τούτων δοθέντων δὲν δύναται πλέον νὰ εὑρεθῇ αἰτιολογία τις ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι αὕτη δὲν εἶχε πραγματικὴν συνεννόησιν διὰ τὴν παραχώρησιν πρὸς τὸν κ. Μπενάκην τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, διότι ἀφ’ ἧς ὑπῆρξε συνεννόησις καὶ ἀνταλλαγὴ ἐπιστολῶν δι’ ὧν παραχωρεῖται εἰς τὸν δωρητὴν τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ πῶς ἤθελον συσταθῆ αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ πῶς ἤθελον ἀντικατασταθῆ τὰ μέλη αὐτῶν ἡ ἀπεμπόλησις τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἦτο συντετελεσμένη. Ἀλλὰ μέχρι τοῦ σημείου τούτου ὁ φιλογενὴς δωρητὴς οὐδὲν δύναται νὰ ἐπισύρῃ καθ’ ἑαυτοῦ, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε καθῆκον νὰ καθοδηγήσῃ τὸν ἔχοντα διάθεσιν νὰ δαπανήσῃ τὰ πλούτη αὑτοῦ ὑπὲρ τοῦ Κράτους περὶ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις γινώσκουσα τὰ τῆς διακρίσεως καὶ τὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐξουσιῶν, ἀντὶ νὰ καθοδηγήσῃ τὸν δωρητὴν καὶ νουθετήσῃ καὶ συμβουλεύσῃ αὐτὸν περὶ τῶν καθηκόντων του, ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν αὐτῷ πᾶσαν εὐκολίαν, ὅπως ὁ κ. Μπενάκης ὑποκαταστήσῃ αὐτὴν εἰς τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐνώπιον μιᾶς παραλείψεως καθήκοντος ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συμβουλεύσῃ εἰς τὸν φιλογενῆ ἀλλὰ συνταγματικῶς ἀκατάρτιστον δωρητὴν τὰ δέοντα καὶ τὰ προσήκοντα. Ἀντὶ τούτου εὑρίσκομεν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεξαμένην μετὰ πάσης εὐκολίας πάντας τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους προέβαλεν ὁ δωρητής. Μέχρι τοῦ σημείου τούτου ὁ κ. Μπενάκης ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ τοῦτο τὸ γεγονός, ὅτι διέθεσε δωρεὰν ὄντως μεγάλην καὶ σκόπιμον, ὅτι δὲ διετύπωσεν ὅρους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἦτο τόσον ψεκτός, ὅσον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸν ἀφῆκαν νὰ τοὺς διατυπώσῃ ἄνευ νουθεσίας, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι τοὐναντίον ἔσπευσαν διὰ Β. Διατάγματος καὶ ἔδωκαν δημοσιότητα εἰς ἔγγραφον τὸ ὁποῖον οὕτω πως συντεταγμένον δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἰς φῶς. Ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου καὶ πέρα βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ ἐπαινέσω διὰ τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τοῦ ζητήματος καὶ αὐτὸν τὸν δωρητήν, διότι βλέπω ἐπιστολήν, δι’ ἧς διαμαρτύρεται ὁ κ. Μπενάκης πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ μεταχειρίζεται τοιαύτην περὶ τοῦ Κράτους φρασεολογίαν, ὥστε καταντᾷ ἡ ἐξ αὐτῆς ἐντύπωσις ν’ ἀποσβεννύῃ τὴν ἐντύπωσιν τῆς δωρεᾶς. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη διεβιβάσθη παρὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Τραπέζης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὅτι ἀπειλεῖται τελεσιγραφικῶς πλέον ἀνάκλησις τῆς δωρεᾶς, ἐὰν μὴ ἀνεκάλει τὸ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου δύο νέα πρόσωπα προσετέθησαν, ὁ κ. Μπασιᾶς καὶ ὁ κ. Παπούλας. Ὁ κ. Μπασιᾶς προσετέθη, διότι ἦτο ὁ μόνος ἐκ τῆς πρώην ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ μὴ προστεθῇ, ἀφοῦ μάλιστα ῥητῶς ἐδήλωσεν ὅτι οὐδεμίαν δέχεται ἀμοιβήν.
§3Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ ἐπιστολῇ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀναφέρονται ποῖα πρόσωπα θὰ λάβωσιν ἀμοιβήν;
§4Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τὸν κ. Μπασιᾶν εἶναι τοῦτο γνωστόν, ὅτι ὑπάρχει ῥητὴ δήλωσις αὐτοῦ ὅτι οὐδεμίαν δέχεται ἀμοιβήν. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλη πληροφορία, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐπιβεβαιώσω, ὅτι καὶ ὁ κ. Παπούλιας ἐδήλωσεν ὅτι δὲν δέχεται ἀμοιβήν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ Διατάγματος ἐξάγεται τοῦτο, διότι ἡ ἀμοιβὴ τῶν ἐπιτροπῶν θέλει γίνει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιστολῆς τῆς ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, ἐν τῇ ὁποίᾳ δὲν ἀναφέρεται οὔτε ὁ κ. Μπασιᾶς οὔτε ὁ κ. Παπούλιας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ γενομένη ἐνέργεια ὑπὸ τοῦ κ. Μπενάκη ἔχει κάτι τὸ ἀνώμαλον, διότι ἀναμφισβητήτως, ἀφ’ ἧς στιγμῆς προσετέθησαν 2 μέλη ἐπιτροπῶν, ἦτο ὀρθὸν νὰ γίνεται ἡ ἐξήγησις σαφής, ἂν τοῦτο ἐγένετο εἰς βάρος τοῦ κ. Μπενάκη, διότι τοῦτο καὶ μόνον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνδιαφέρῃ τὸν κ. Μπενάκην. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὀρθὸν νὰ προσθέσῃ δύο πρόσωπα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ εἴτε ταῦτα νὰ πληρώσῃ ἐκ τῶν χρημάτων τοῦ Κράτους εἴτε θέλοντα νὰ ἐργασθῶσιν ἄνευ ἀμοιβῆς νὰ ὑποχρεώσῃ ταῦτα πρὸς ἀμισθὶ ἐργασίαν, εὑρίσκετο ἐν τῷ ἀπολύτῳ δικαιώματι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Δὲν εἶχε δικαίωμα ὅμως ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ πρόσωπα τῶν ὁποίων ἡ ἀμοιβὴ θὰ συνετελεῖτο ἐκ χρημάτων τοῦ κ. Μπενάκη, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἰσήρχετο εἰς τὴν διαχείρισιν ξένης περιουσίας ἢ δωρεᾶς παρὰ τὰ κεκανονισμένα. Ἐφ’ ὅσον τοιοῦτο δὲν ἐγένετο, νομίζω ὅτι ἦτο ὀρθὸν ἀντὶ ὅλων τούτων τῶν ἐγγράφων καὶ τελεσιγράφων νὰ μεσολαβήσῃ ἐξήγησίς τις καὶ νὰ φανῇ ὁ κ. Μπενάκης ὡς Ἕλλην πολίτης ὅστις θέλει νὰ εὐεργετήσῃ τὸ Κράτος, ἀλλ’ ὅστις συγχρόνως εἶναι καὶ εὐπαθὴς πρὸς τοὺς νόμους αὐτοῦ καὶ δέχεται, ἵνα ἐπὶ τὸ σκοπιμώτερον τρέψῃ τὴν δωρεὰν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, οὐχὶ δὲ νὰ δείξῃ ὅτι αὐτὸς ἐθεώρησεν ὅτι ἀποτελεῖ ἴδιον Κράτος ἀνεξάρτητον καὶ κεχωρισμένον τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ ὅτι ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τελεσιγράφου ὡς Κράτος πρὸς Κράτος, διότι τοιαύτην ἐντύπωσιν σχηματίζει εἰς ἐμὲ ἡ ἐπιστολὴ ἡ σταλεῖσα πρὸς τὴν Τράπεζαν, δι’ ἧς ἐδήλου, ὅτι, ἐὰν δὲν ἀνακληθῇ τὸ Β. Διάταγμα, ἀνεκάλει τὴν δωρεάν. Συνοψίζων τὴν ὅλην ἐντύπωσιν ἐκ τοῦ φακέλου τούτου, διότι ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι σύντομος, καταλήγω εἰς τὸ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διαπραγματευομένη τὴν δωρεὰν ἐλησμόνησεν ὅτι, ὅταν αὐτὴ ἔχῃ πρὸ αὑτῆς οἱονδήποτε πολίτην εἴτε μικρὸν εἴτε μέγαν, εἴτε πλούσιον εἴτε πένητα, εἴτε ἄδοξον εἴτε ἔνδοξον, ὀφείλει νὰ συμπεριφέρηται πρὸς τοῦτον ὡς πρὸς Ἕλληνα πολίτην καὶ ὄχι πρὸς πρόσωπον ἔχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνηται πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ὑπέροχος δύναμις, ὡς ἴσος πρὸς ἴσον· ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐλησμόνησεν ὅτι ἔχουσα ἀπέναντί της Ἕλληνα πολίτην θέλοντα νὰ εὐεργετήσῃ τὸ Κράτος του ὀφείλει νὰ νουθετήσῃ τοῦτον εὑρισκόμενον ἐν πλάνῃ περὶ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τοῦτον διὰ τῆς νουθεσίας εἰς τὴν ὁδὸν τὴν εὐθεῖαν καὶ κατορθώσῃ, ἵνα καὶ εἰς τὸν πολίτην δώσῃ μάθημα, ἂν οὗτος ὑπερκίρῃ τὴν κεφαλήν, καὶ τὴν δωρεάν, τὴν ὁποίαν ὁ πολίτης οὗτος προσήνεγκεν εἰς τὸ Κράτος, καταστήσῃ σκόπιμον καὶ πραγματοποιήσιμον. Ἀντὶ τούτων δὲ λησμονήσασα πάντα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν ἀμέσως, ἵνα ἀποδεχθῇ τὴν δωρεὰν καὶ πάντας τοὺς ὅρους, κατόπιν δέ, ὅτε ἠγέρθη ἡ ἔρις περὶ τὰ δύο πρόσωπα, τότε ἐνεθυμήθη τοῦ Κράτους τὰ δικαιώματα καὶ τὴν αὐτοτέλειαν καὶ κατέστησε διὰ τῆς περαιτέρω ἐξελίξεως τοῦ ζητήματος τὴν δωρεὰν ἀπραγματοποίητον, ὁ δὲ κ. Μπενάκης ἀφ’ ἑτέρου ἐλησμόνησεν, ὅτι δὲν εἶναι ὁ πρῶτος δωρητὴς οὔτε ὁ πρῶτος εὐεργέτης τοῦ Κράτους, διότι πρὸ αὐτοῦ ὑπῆρξαν μεγάλοι, πολὺ μεγαλείτεροι αὐτοῦ, εὐεργέται, οἵτινες καὶ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν αὐτὴν προσήνεγκον τὰς περιουσίας αὐτῶν μετὰ πάσης ἀφειδίας καὶ ἄνευ τινὸς ὅρου ὑπὲρ τῆς πατρίδος αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα ἐνεπιστεύθησαν εἰς τὰς νομίμους ἐξουσίας τοῦ Κράτους μὴ θελήσαντες νὰ ὑποκαταστήσωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν βούλησιν ὑπὲρ τὸ Κράτος καὶ τὰ δικαιώματα αὐτοῦ τὰ συνταγματικά. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι οὐδέτερον τῶν συμβληθέντων ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ μερῶν ὑπῆρξεν εἰς τὸ ὕψος τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων αὐτοῦ. Διότι, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε τὰς καταλλήλους νουθεσίας πρὸς τὸ φιλόπατρι καὶ φιλογενὲς τέκνον τῆς πατρίδος, τὸν κ. Μπενάκην, ἤθελε πραγματοποιήσει τὴν δωρεὰν καὶ ἀποσοβήσει τὰς δημοσιογραφικὰς ἔριδας, καθ’ ἃς παρίσταται ὁ πρὸ 15 ἡμερῶν φιλογενὴς καὶ δωρητὴς ψέγων τὸ Κράτος ὅτι οὐδέποτε οὐδὲν ἠδύνατο ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ ἐνεργήσῃ. Καὶ ταύτην τὴν εἰκόνα λοιπὸν ἠθέλομεν ἀποφύγει καὶ τὴν δωρεὰν ἠθέλομεν ἔχει καὶ ἠθέλομεν δώσει μάθημα εἰς τοὺς Ἕλληνας πολίτας, ὅτι, εἴτε ἁπλῶς τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἐπιτελοῦσιν εἴτε ὡς εὐεργέται παρίστανται, τὴν μεγίστην εὐεργεσίαν πρὸς τὸ Κράτος ἀπονέμουσιν, ὅταν σέβωνται τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ τὴν αὐτοτέλειαν αὐτοῦ.
§5Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, τί ἔγραφεν ὁ κ. Μπενάκης εἰς τὰς ἐφημερίδας, οὐδὲ γνωρίζω τί ἄλλο ἔχει συμβῆ μεταξὺ τοῦ κ. Μπενάκη καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκ τῆς προχείρου ὅμως ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων ἐσχημάτισα γνώμην ἐν πολλοῖς ὅλως ἀντίθετον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐκ Βάλτου. Ἂν εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος ὑπεστήριξεν, ὅτι προηγήθη συνεννόησις μεταξὺ τοῦ κ. Μπενάκη καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης......
§6Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς.
§7Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. ... ἐρωτῶ· κατηρτίσθη σύμβασις περὶ ἀποδοχῆς μιᾶς δωρεᾶς καὶ περὶ διαθέσεως καθ’ ὡρισμένον τρόπον τοῦ ποσοῦ τῆς δωρεᾶς; Ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ γεννᾶται ἀμέσως τὸ ζήτημα· Κυβέρνησις συμβαλλομένη μετ’ ἰδιώτου, συμβαλλομένη ἐντὸς τοῦ κύκλου ἐντὸς τοῦ ὁποίου τῇ ἐπιτρέπεται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ συμβάλληται, πρόκειται δὲ περὶ ἀποδοχῆς δωρεᾶς, διαπράττει ἀπεμπόλησιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους ἢ τῶν δικαιωμάτων τῆς Κυβερνήσεως; Καί, ἂν διαπράττῃ τοιαύτην ἀπεμπόλησιν, πότε τὴν διαπράττει; Τὴν διαπράττει, ὅτε παραπονεῖται ὁ μετ’ αὐτῆς συμβληθείς, ὅτι δὲν ἐξετέλεσεν ἡ Κυβέρνησις τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως, ἢ τὴν διαπράττει, ὅτε συνέταξε τὴν σύμβασιν; Αὐτὸ πρέπει νὰ καθορισθῇ. Ἐκ τῆς ἐπιστολῆς τοῦ κ. Μπενάκη ἐξάγονται τὰ ἑξῆς — δὲν φαίνεται ἡ προφορικὴ συμφωνία, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Στράτος — ἐξάγεται ὅτι τὸ ποσὸν θὰ χρησιμεύσῃ πρὸς ἀμοιβὴν τῶν διὰ τοῦ ἐκδοθησομένου Β. Διατάγματος δύο ἐπιτροπειῶν, φαίνεται δ’ ὅτι τὸ Διάταγμα ἀπετέλεσε τὴν σύμβασιν, ὅτι κατεστρώθη σχέδιον Διατάγματος, καθωρίσθησαν δι’ αὐτοῦ τὰ πρόσωπα τὰ ἀποτελέσοντα τὴν ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν ἐξεδόθη ἐπιστολή. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχομεν πλήρη σύμβασιν. Τοιαύτη σύμβασις κατ’ ἐμὲ καλῶς ἐγένετο καὶ δὲν ἄγει εἰς ἀπεμπόλησιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους καὶ εὐθὺς ὡς ἐγένετο ἔπρεπε νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι εἶναι πολὺ χειρότερον τὸ παρουσιασθὲν φαινόμενον, ἵνα τὸ Κράτος δεικνύηται τόσῳ κακόπιστον εἰς τὰς μετὰ τῶν ἰδιωτῶν συμβάσεις. Ἀλλά, ἂν τὸ πρᾶγμα ἔμενεν ἕως ἐδῶ, δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ὁ κ. Μπενάκης θὰ εἶχε δίκαιον, ὁ κ. Μπενάκης ὅμως σαφῶς ὁρίζει εἰς τὴν ἐπιστολὴν τὰ πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα θὰ δοθῇ ἡ ἀμοιβή. Ἡ σύμβασις δηλαδὴ μετὰ τοῦ κ. Μπενάκη, ἡ προφορική, ἐξάγεται ἐκ τοῦ Διατάγματος, ὅτι δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀπεμπόλησιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους· ὅτι δὲν τείνει νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ διορίσῃ ὅσους ἤθελεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλὰ καθώριζε τὰ πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελε πληρωθῇ τὸ διὰ τῆς δωρεᾶς προσφερόμενον ποσὸν εἰς ταῦτα καὶ οὐχὶ εἰς ἄλλα. Δύνασθε νὰ διορίσητε ὅσους θέλετε μέλη τῆς ἐπιτροπῆς· αὐτὸ εἶναι δικαίωμά σας, ἀλλ’ οὐδὲν τούτων θὰ πληρωθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἐγὼ προσέφερα· θὰ πληρωθῶσι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀνέφερα ἐν τῇ ἐπιστολῇ μου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν βλέπω ποῦ εἶναι ἡ ἀπεμπόλησις, καὶ δὲν βλέπω διατί παραπονεῖται ὁ κ. Μπενάκης, διότι διωρίσθησαν ἄλλα πρόσωπα, ἀλλὰ δὲν βλέπω καὶ διατί ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ἀπεμποληθέντα τὰ κυριαρχικὰ τοῦ Κράτους δικαιώματα. Ὁ κ. Μπενάκης εἶπε· θέλω νὰ πληρωθῶσι τὰ ἐν τῷ Διατάγματι πρόσωπα, ἂν δὲ θέλητε σεῖς νὰ διορίσητε καὶ ἄλλα, μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Φαίνεται ὅμως, ὅτι τὸ ἐπακολουθῆσαν Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἔχει χρονολογίαν 12 Νοεμβρίου ἐ. ἔ., τέσσαρας ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπιστολήν, δὲν ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Μπενάκη ὡς ἐκπληροῦν τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Διατί δὲν ἐθεωρήθη ὡς σύμφωνον πρὸς τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Βάλτου ἀνέγνω πρὸ ὀλίγου τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Διατάγματος κατὰ τὸ ὁποῖον κανονίζονται οἱ ὅροι τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν καὶ φαίνεται ὅτι ὁ κ. Μπενάκης ἐξήγαγε τὸ συμπέρασμα, καὶ κατ’ ἐμὲ εὐλόγως τὸ ἐξήγαγεν, ὅτι ἐφ’ ὅσον οἱ ὅροι κανονίζονται διὰ τοῦ παρόντος Διατάγματος δὲν θέλουσι κανονισθῆ συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιστολὴν. Καὶ πρέπει νὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχει τι ἄρθρον κανονίζον τὰ τῶν ἀμοιβῶν, κανονίζον περιστάσεις δι’ ἃς δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ πλέον ἡ ἐπιστολή. Εἶναι τὸ ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκει)· «Ἡ ἀμοιβὴ τῶν διὰ τοῦ παρόντος Διατάγματος διοριζομένων μελῶν ἀμφοτέρων τῶν ἐπιτροπειῶν θέλει καταβληθῇ πρὸς ταῦτα μετὰ τὴν περάτωσιν τῶν ἀνατεθειμένων αὐτοῖς ἐργασιῶν ἐκ τῆς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον γενομένης προσφορᾶς τοῦ προέδρου τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἑλληνικῆς κοινότητος κ. Μπενάκη». Ἐκ τούτου λοιπὸν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ κ. Μπενάκης νὰ ὑποπτευθῇ ὅτι προσετέθησαν μέλη τὰ ὁποῖα δὲν περιείχοντο πρίν, καὶ εἶπεν· «Ἐγώ, Κύριοι, κατέθηκα τὰ χρήματά μου, διὰ νὰ πληρωθῶσιν ὡρισμένα πρόσωπα· σεῖς προσθέτετε καὶ ἄλλα· ἐγὼ δὲν ἐννοῶ νὰ συναινέσω καὶ ἀποσύρω τὴν δωρεάν». Ἐλέχθη ὅτι ὁ κ. Μπασιᾶς, ἐγὼ δὲν γνωρίζω τοῦτο, καὶ ὁ κ. Παπούλιας δὲν ἐζήτουν ἀμοιβήν. Καὶ λέγω· ἐδηλώθη τοῦτο εἰς τὸν κ. Μπενάκην, διὰ νὰ ἡσυχάσῃ; Διότι ὑποθέτω ὅτι εὐλόγως ἐταράχθη οὗτος. Ὅτε ἀνέγνωσε τὸ Διάταγμα ὁ κ. Μπενάκης, μὴ γνωρίζων τὴν παραίτησιν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀμοιβῆς καὶ βλέπων καταδολίευσιν ἐδικαιοῦτο νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ καταδολίευσις καὶ μέχρι πέρατος τῶν ἔργων.
§8Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Μπενάκης ἐγνώριζεν ὅτι καὶ ὁ κ. Μπασιᾶς καὶ ὁ κ. Παπούλιας δὲν ἤθελον τὴν ἀμοιβήν, καὶ ἐγνώριζε τοῦτο πρὶν ἢ ἀναχωρήσῃ. Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ εἴπω ἀπαντῶν καὶ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος, διότι εἶπεν ὅτι δὲν τὸν ἐνουθέτησα, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν νουθετήσω, διότι αὐτὸς ἀνεχώρησεν ἀμέσως. Πρὶν ἢ ὅμως ἀναχωρήσῃ εἶχε δηλωθῆ εἰς αὐτόν, ὅτι τὰ δύο ταῦτα μέλη δὲν εἶχον ἀξίωσιν πρὸς ἀμοιβήν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἔγραψεν ὅσα ἔγραψεν ἐκεῖθεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, δηλώσας ὅτι, ἀφοῦ ὁ κατάλογος δὲν κατηρτίσθη ὡς αὐτὸς ἐνόει νὰ καταρτισθῇ, ἀπέσυρε τὴν δωρεάν· τὴν αὐτὴν ἡμέραν ὑπεβάλομεν τὸ Διάταγμα τὸ ἀνακαλοῦν τὴν δωρεάν, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι ὑπεράνω τῶν δωρεῶν κεῖνται τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια αὐτοῦ.
§9Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Κεῖνται τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπήχθησαν εἰς συμβάσεις, διότι τότε τί θὰ εἴπωμεν πρὸς τὰς διαφόρους ἑταιρείας μὲ τὰς ὁποίας συνεβλήθημεν νὰ μὴ ψηφίσωμεν αὔξησιν τοῦ δεῖνα φόρου, νὰ μὴ τροποποιήσωμεν τὸν δεῖνα νόμον, τί θὰ εἴπωμεν ἂν οὗτοι διαμαρτυρηθῶσιν, ἐπειδὴ ἡμεῖς παρὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως προβαίνομεν εἰς αὔξησιν τοῦ φόρου ἢ εἰς κατάργησιν τοῦ νόμου, διὰ νὰ ἐξασθενίσωμεν τὰ δικαιώματα αὐτῶν τὰ ἐκ τῆς συμβάσεως; Δὲν εὑρίσκω ὅτι εἶναι ὀρθόν, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης γνώμης ἢ παρατηρήσεως τοῦ κ. Μπενάκη ἀπεμπολοῦντο τὰ δικαιώματα τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Μπενάκης ἐγνώριζεν ὅτι ὁ κ. Μπασιᾶς καὶ ὁ κ. Παπούλιας δὲν θέλουσιν ἀποζημίωσιν, ἀλλ’ ἐγνώριζεν ὅτι οὗτοι περιλαμβάνονται εἰς τὸ Διάταγμα καὶ ἐφοβήθη — διότι δὲν ὑποθέτω ὅτι ἦτο τοσοῦτον κακόπιστος, ὥστε νὰ ἐπιζητήσῃ ν’ ἀνεύρῃ ἀφορμὰς διὰ ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν δωρεάν—ἐφοβήθη καὶ ἐπείσθη ὁ ἄνθρωπος αὐτός, διότι δὲν ἐγνώριζε τὰ καθ’ ἡμᾶς τόσον λεπτομερῶς ὅσον τὰ γνωρίζομεν ἡμεῖς, ἐπείσθη, ὅτι ἡ δωρεὰ τὴν ὁποίαν προσήνεγκε θέλει διατρέξει τοὺς συνήθεις κινδύνους, τοὺς ὁποίους διατρέχουσιν αἱ τοιαῦται προσφοραί, καὶ δὲν ἤθελε νὰ ὑποβάλῃ τὰ χρήματά του καὶ τὸν σκοπὸν τὸν ἱερὸν εἰς τοιαύτην διασπάθησιν καὶ παρεπονέθη ὡς συμβαλλόμενος καὶ εἶπεν ὅτι· ἂν δὲν ἐκπληροῦτε τοὺς ὅρους, ἐγὼ ἀνακαλῶ τὴν δωρεάν, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ λάβητε τὰ χρήματα καὶ σήμερον μὲν νὰ ἔχητε τὸν κ. Μπασιᾶν μὴ θέλοντα ἀμοιβήν, αὔριον δὲ νὰ δύνασθε νὰ ἔχητε τὸν κ. Βοζίκην θέλοντα ἀμοιβήν. Δὲν ἠξεύρω ἕως ἐδῶ εἰς τί θ’ ἀποδώσωσιν οἱ ἀκούοντες τὴν συζήτησιν τὴν αἰτίαν τῆς ἀνακλήσεως τῆς δωρεᾶς, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς ἐμὲ ἔκαμεν ἐντύπωσιν εἶναι τὸ στίγμα τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος τῆς ἀνακλήσεως ἐπεχείρησε νὰ ἐγκολάψῃ εἰς τὸ μέτωπον ἑνὸς Ἕλληνος δωρητοῦ, ἑνὸς Μπενάκη, περὶ οὗ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἴπω τι, διὰ νὰ μὴ ὑποβιβάσω τὴν ἀξίαν καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ ἀνδρός. Ἀποτελεῖ δὲ στίγμα κατὰ τοῦ δωρητοῦ αὐτὴ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ Διατάγματος τῆς ἀνακλήσεως, καὶ παρακαλῶ τοὺς ἀξιοτίμους κ. συναδέλφους τοὺς θέλοντας νὰ ἔχωσι γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος ν’ ἀναγνώσωσι τὴν ἔκθεσιν, διότι νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἀπηγορευμένον ν’ ἀναγνώσω ἐγὼ ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος. Ὅταν δὲ ἀναγνώσωσιν αὐτήν, θέλουσιν ἴδει ὅτι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ λόγος καὶ ἐνῷ ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται ἐν τῷ δικαίῳ προεκλήθη ἐπὶ τοιαύτῃ δικαιολογίᾳ τὸ Β. Διάταγμα τῆς ἀνακλήσεως, δι’ οὗ ἐνεκολάφθη εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ δωρητοῦ στίγμα. Ἤθελον δὲ εἰς τοιούτους ἄνδρας τόσον φιλογενεῖς καὶ γενναιοδώρους προσενεγκόντας καὶ παρέχοντας τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας καὶ ἄλλας καὶ χρηματικὰς πρὸς τὸ Κράτος συστήσει νὰ μὴ φερώμεθα πρὸς τοιούτους ἀνθρώπους καθ’ ὃν τρόπον προσηνέχθημεν καὶ νὰ μὴ φερώμεθα πρὸς αὐτούς, καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἔχωσι δίκαιον, μετὰ τόσης αὐστηρότητος, διότι πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἐκεῖνοι περὶ τῶν καθ’ ἡμᾶς, νὰ μὴ φροντίζωμεν δὲ διὰ τῶν διαφόρων πράξεων ἡμῶν ν’ ἀποξενώσωμεν πάσης συμπαθείας, ν’ ἀποξενώσωμεν παντὸς δικαιώματος εἰς τὰς συμπαθείας τῶν ἐν τῇ ξένῃ ἀδελφῶν ἡμῶν καὶ μὴ ὠθῶμεν αὐτοὺς εἰς σκέψεις αἱ ὁποῖαι πάντως εἶναι ἐπιβλαβεῖς διὰ τὸν Ἑλληνισμόν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς Βουλευτὴς κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§11Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ἐλπίζω ὅτι τρόπος τοῦ λέγειν καὶ ῥητορικὸν ἄνθος τοῦ κατελθόντος τοῦ βήματος κ. συναδέλφου ὑπῆρξεν ἡ ἔκφρασις περὶ ἐγκολάψεως στίγματος ἐπὶ τοῦ κ. Μπενάκη. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ εἶναι οὔτε πόρρωθεν ἀληθές, διότι οὔτε ἡ Κυβέρνησις, φρονῶ, εἶχε τοιαύτην πρόθεσιν.
§12Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἐνόησα πρόθεσιν. Γνωρίζω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, γνωρίζω τὰ αἰσθήματά του ὥστε δὲν ἠδύνατο νὰ μοὶ ἐπέλθῃ ἰδέα τοιαύτη.
§13ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρξε πρόθεσις προσβολῆς, ἀλλὰ καὶ φροντὶς ἐλήφθη νὰ μὴ δημοσιευθῇ ἐν τῇ ἐφημερίδι ἡ ἔκθεσις, διότι ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ κ. Μπενάκης εἶναι πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς κοινότητος Ἀλεξανδρείας, καὶ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐκτραχύνω τὰ πράγματα.
§14Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῆς προθέσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἐπρόκειτο, ἔχομεν ἄλλας ἐκδηλώσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν κ. Μπενάκην, τὴν ἀπονομὴν εἰς αὐτὸν ἑνὸς τῶν ἀνωτάτων παρασήμων τὰ ὁποῖα δύναται νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος καὶ ἀπονείμῃ εἰς τοὺς προσενεγκόντας μεγάλας ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ὑπὲρ ταύτην ἀκόμη ὑπῆρξεν ἄλλη τις ἐκδήλωσις, ἡ ὁποία εἶναι, ἐπιτραπήτω μοι ἡ ἔκφρασις, μείζων τῆς διὰ τῆς Κυβερνήσεως δυναμένης ν’ ἀπονεμηθῇ τιμῆς, καὶ αὕτη εἶναι ἡ πανελλήνιος αἴγλη, ἡ ὁποία περιβάλλει τὸ ὄνομα τοῦ κ. Μπενάκη διὰ τὰς μεγάλας, τὰς πραγματικὰς καὶ ἠθικὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσφέρει εἰς τὸ ἔθνος. Ὁ κ. Μπενάκης ὡς πρόεδρος τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ Ἑλληνικῆς κοινότητος ἔχει τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν νὰ διαπράττῃ μεγάλα καλὰ εἰς τὸ ἔθνος, ὡς διαχειριζόμενος δὲ τὸ ἓν τρίτον τοῦ ἐν Αἰγύπτῳ διεξαγομένου παμμεγίστου ἐμπορίου φαντάζεσθε ποίων ὠφελειῶν εἶναι πρόξενος εἰς τὸν Ἑλληνισμόν. Καὶ ὄχι μόνον τὸν ἐν Αἰγύπτῳ ἀλλὰ καὶ τὸν εἰς μέγιστον βάθος τῆς Ἀφρικῆς. Διὰ τὸν κ. Μπενάκην νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ πλέον λόγος. Ἐὰν ἔγινέ τι, ἔγινέ τι τὸ ὁποῖον ὑπῆρξεν αὐτὸ τοῦτο ἄτοπον, τοῦ ὁποίου δὲν ὑπῆρξεν ὁ κ. Μπενάκης ὁ ὑπαίτιος.
§15Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει, κ. Πρόεδρε, ἂν ἔγινέ τι ἄτοπον ἢ ὄχι. Ἓν μόνον ἔχω ἐνδιαφέρον, ὅτι τὸ Κράτος ἀπέκτησε τὰ κυριαρχικὰ αὐτοῦ δικαιώματα διὰ τῆς τελευταίας πράξεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς τὰ πράγματα ἀφέθησαν διὰ τῆς ἀνακλήσεως τῆς δωρεᾶς νὰ καθορισθῶσιν ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐρωτᾶται· τί σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος;
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σχετικὸν τὸ ζήτημα μὲ τὴν γενικευθεῖσαν ἐπερώτησιν;
§17Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω καὶ μετ’ ἐμοῦ ἐπιθυμεῖ νὰ μάθῃ ὁλόκληρος ἡ κοινωνία ἂν ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐργασίαν πρὸς σύνταξιν τοῦ Κώδικος, ἂν συνεκρότησεν ἐπιτροπὴν καὶ ἂν ἀντέγραφεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν σχετικήν, ὥστε νὰ γίνῃ ἐντὸς χρόνου ὅσον τὸ δυνατὸν συντομωτέρου ἡ ἐργασία αὕτη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις, διότι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον θέτετε εἶναι ἄσχετον πρὸς τὴν ἐπερώτησιν. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τηλεγραφήματος τῶν σταφιδεμπόρων καὶ ἐμπόρων Κεφαλληνίας.
§19ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρῃτήθη.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δ. Τερτίπης περὶ τῆς ὑπηρεσίας καὶ διαμονῆς τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν δασῶν.
§21Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἐπεθύμουν, κ. Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ἂν ἀντελήφθη ὅτι ἀπὸ τριῶν περίπου μηνῶν καὶ μέχρι σήμερον οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν εὑρίσκονται μακρὰν τῆς ἕδρας των. Ἀπευθύνονται αἰτήσεις τῶν κατοίκων πρὸς αὐτούς, τὸ δὲ Ὑπουργεῖόν σας, κύριε Ὑπουργέ, διαβιβάζει πάσας αὐτὰς τὰς αἰτήσεις πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν δασῶν, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τριμηνίας ἀπουσιάζουσιν ἀπὸ τὰς ἕδρας των καὶ περιφέρονται εἰς τοὺς δρόμους, ἐνῷ πλησιάζει ὁ χειμὼν καὶ οἱ ἄνθρωποι θέλουσι νὰ λάβωσιν ἀδείας ξυλεύσεως. Δὲν γνωρίζουσι δὲ οἱ ἄνθρωποι τί νὰ κάμωσιν. Ἀνάγκη λοιπὸν εἶναι νὰ διατάξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς αὐτοὺς νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς θέσεις των ἢ ν’ ἀναθέσῃ τὰ καθήκοντά των εἰς τοὺς δασάρχας.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σάκκης ἔχει τὸν λόγον περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ δημοδιδασκάλων.
§23Π. ΣΑΚΚΗΣ. Δύο λέξεις, κ. Πρόεδρε, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω, προκειμένου περὶ συστάσεως τῆς Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων, οἱ ὁποῖοι μὲ παρεκάλεσαν καὶ δι’ ἐπιστολῶν καὶ τηλεγραφημάτων, ὅπως συντελέσω νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων περὶ τοῦ νόμου τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ περὶ τούτου πρόνοιαν, διότι καιρὸς εἶναι νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐπίσης ἐπαναλαμβάνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοτε ὑπέβαλον πρὸς αὐτόν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ συντάξεως τῶν ὑποδιδασκάλων, διότι εἶναι ἄξιοι νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Καλαμάρης ἔχει τὸν λόγον περὶ ὑποστηρίξεως προτάσεως νόμου πρὸς τροποποίησιν διατάξεων τοῦ περὶ ἐμπρησμῶν νόμου.
§25Ι. ΚΑΛΑΜΑΡΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐξελέγη ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν ἐξέφρασε τὴν εὐχὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιοῦνται τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ἐπισύρουσι βαρυτάτας ποινάς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐμπρησμόν. Ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπέβαλε μέχρι τοῦδε νομοσχέδιον ἐκπληροῦν τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι εἰσηγητής, ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας τροποποιοῦνται αἱ διατάξεις αὗται. Εἶναι δὲ δίκαιον, ἀφοῦ ἤδη ἐκανονίσθησαν λεπτομερέστερον παρ’ ἡμῖν τὰ τῶν πυρκαϊῶν καὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν, δίκαιον, λέγω, εἶναι νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα περὶ τιμωρίας τῶν ἐμπρηστῶν, καθόσον τὸ ἔγκλημα τοῦ ἐμπρησμοῦ ὑπερῆρε τελευταίως τὴν κεφαλήν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Πολυζώης ἔχει τὸν λόγον περὶ τοῦ Εἰρηνοδικείου Αἰγίνης.
§27Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο γνωστὸν ὅτι τὸ συμβούλιον τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν ἐγνωμοδότησε μεταξὺ ἄλλων τὴν κατάργησιν καὶ τοῦ Εἰρηνοδικείου Αἰγίνης. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, τίνες εἶναι οἱ τοιαύτην ἐξενεγκόντες γνώμην, εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ὅτι οἱ ταύτην ἐξενεγκόντες διατελοῦσιν ἐν ἀγνοίᾳ τῆς ὑφισταμένης συγκοινωνίας τοῦ Κράτους· διότι, ἂν ἡ Πολιτεία θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ Εἰρηνοδικείου τῆς νήσου πλέον Αἰγίνης, θὰ ὑποχρεώσῃ 10.000 κατοίκων ταύτης νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Πειραιᾶ εἴτε ὡς μάρτυρες εἴτε ὡς διάδικοι καὶ νὰ παραμένωσιν ἐκεῖ ἐπὶ τριήμερον. Ἴσως οἱ τοιαύτην γνώμην ἐξενεγκόντες δικασταὶ ἀπέβλεψαν εἰς τὸ μικρὸν τῆς ἀποστάσεως μεταξὺ Πειραιῶς καὶ Αἰγίνης, ἀλλὰ δὲν ἀπέβλεψαν καὶ εἰς τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκτελεῖται ἡ συγκοινωνία, διότι, διὰ νὰ εὑρίσκηται ἐν Πειραιεῖ ὁ Αἰγινήτης, ὥστε νὰ δύναται νὰ παραστῇ πρὸ μεσημβρίας εἰς τὸ δικαστήριον πρὸς ἐκδίκασιν, πρέπει νὰ πράξῃ τοῦτο τὴν ἑπομένην τῆς ἐλεύσεώς του, τὴν μεθεπομένην δὲ θὰ δυνηθῇ ν’ ἀναχωρήσῃ. Ὥστε θὰ καταναλώσῃ τρεῖς ὁλοκλήρους ἡμέρας, ἵνα δυνηθῇ νὰ παραστῇ εἰς τὸν Πειραιᾶ. Λάβετε δ’ ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι καὶ κατὰ τὸν χειμῶνα πολὺ συχνὰ λαμβάνει χώραν καὶ διακοπὴ ἐν γένει τῆς συγκοινωνίας. Ἐκτὸς δὲ τούτου αἱ 10,000 αὗται κατοίκων καταβάλλουσι φόρους πρὸς τὸ Δημόσιον. Τί δὲ νομίζετε ὅτι ἡ Πολιτεία ἀποδίδει εἰς αὐτούς; Μίαν καὶ μόνην ἀρχὴν ἐν Αἰγίνῃ, τὴν ἀρχὴν τοῦ Εἰρηνοδίκου, ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ ὁποίου ἐκπροσωπεῖται καὶ ἡ κατωτέρα δικαστικὴ ἐξουσία, καθὼς συνάμα καὶ ἡ Διοικητική. Εἰς τὸ τελευταῖον χωρίον τῆς Τουρκίας τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὡς μὴ ἀνυψωθεῖσαν εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἀνυψωθῆ τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, ὑπάρχει ὁ Καϊμακάμης καὶ ὁ Κατῆς. Ἡμεῖς εἴχομεν τὸν ἔπαρχον εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τὸν κατηργήσαμεν. Ἀφήκαμεν τὸν εἰρηνοδίκην, εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ὁποίου ἐξεπροσωποῦντο διάφοροι Ἀρχαί, νῦν δὲ καταργοῦμεν καὶ τοῦτον. Ἐν Αἰγίνῃ ἔχομεν φυλακάς. Ποῖος θὰ ἐφορεύσῃ τῶν φυλακῶν τούτων; Ἔχομεν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν· ἔχομεν τὴν περιουσίαν τὴν κτηματικήν, ἡ ὁποία μένει ἐκτεθειμένη, καὶ τόσα ἄλλα. Ὅτε, Κύριοι, παρεθέριζον κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος ἐν Μεθάνοις, συνέβη ὥστε νὰ καταπατήσῃ τις ἓν οἰκόπεδον ἑνὸς ἰατροῦ. Ὁ ἰατρὸς οὗτος ἐχρειάσθη τέσσαρας ὁλοκλήρους ἡμέρας, ἵνα μεταβῇ εἰς Πόρον καὶ παραλάβῃ ἐκεῖθεν τὸν εἰρηνοδίκην, ἵνα λάβῃ προσωρινὰ μέτρα, ὅπως προστατεύσῃ τὴν περιουσίαν του, διότι δυστυχῶς ἡ ἔννοια ἡ ὁποία ἀποδίδεται ἐκ μέρους τῶν δικαστῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν προστασίαν τῆς ἀκινήτου περιουσίας, εἶναι πολὺ διάφορος ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ κατόπιν ἑρμηνείας ἀποδίδει εἰς τὴν ὑπεξαίρεσιν ἢ τὴν κλοπήν. Καθ’ ὁδὸν σᾶς ληστεύει τις καὶ λαμβάνει 25 ἢ 50 δραχμὰς ἐκ τοῦ θυλακίου σας, καὶ ἐκεῖνος καταδικάζεται ὑπὸ τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς εἰς 5 ἕως 10 ἐτῶν φυλάκισιν, θεωρουμένης ὡς λῃστείας τῆς πράξεως ταύτης. Ἔρχεται ἕτερος καὶ καταπατεῖ τὴν κτηματικὴν ὑμῶν περιουσίαν, καὶ ποίαν, νομίζετε, δίδει γνώμην, πῶς ἑρμηνεύει τὸν νόμον ἡ δικαστικὴ Ἀρχὴ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ὅτι εἶναι αὐτοδικία, καὶ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος σᾶς ἀφήρεσεν ὁλόκληρον περιουσίαν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν κτηματικὴν τὸν καταδικάζει εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν, ἢ μᾶλλον μέχρις ἑνὸς μηνός! Ἐφ’ ὅσον λοιπόν, Κύριοι, τοιαύτη δίδεται ἑρμηνεία εἰς τοὺς ἰσχύοντα νόμους προκειμένου περὶ ἰδιοκτησίας ἀκινήτου, καὶ ἐπειδὴ πρὸς προστασίαν τῆς ἀκινήτου περιουσίας μόνον τὸν εἰρηνοδίκην ἔχει ὁ ἰδιοκτήτης, ὅπως λάβῃ δι’ αὐτοῦ προσωρινὰ μέτρα καὶ ἐξασφαλίσῃ τὴν περιουσίαν του, τοῦ ἀφαιρεῖτε καὶ τοῦτον. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει στέρξει εἰς τοῦτο, φρονῶ δ’ ὅτι οὐδὲ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον, τὸ ἐξ ἀρεοπαγιτῶν μέλλον νὰ συγκροτηθῇ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν στενὴν ἔννοιαν τὴν ἀποδιδομένην ὡς πρὸς τοὺς λόγους τῆς καταργήσεως τῶν Εἰρηνοδικείων, ἤτοι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀποφάσεων, διότι τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἔχω ἐντολὴν ἐκ μέρους τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν ὅπως ἐπιδώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου καὶ ὅμοιον τοῦ λαοῦ Αἰγίνης.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς βουλευτὴς κ. Σ. Πολυζώης ἔχει τὸν λόγον περὶ μὴ ἐπεκτάσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν.
§29Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν ἀπάτην, ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ ἡ φράσις, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν. Διαμαρτυρίαν μόνον ὑποβάλλω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκπροσωπῶν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν Κυβέρνησιν ὑπέβαλε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ ὁποίου προβάλλει τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν φορολογίαν τῶν οἰκοπέδων. Εἷς τῶν τριῶν τούτων λόγων ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ φορολογία καὶ ὁ κυριώτερος εἶναι ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ἑτέρου τῶν Ὑπουργῶν, τοῦ τότε ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὑπέβαλεν ἕτερον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ἡ μὴ ἐπέκτασις τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν ἐπὶ 15ετίαν. Συνεπῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπιζητοῦσα τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς εἰς τὸ νὰ φορολογήσῃ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὑποβάλλει καὶ θὰ ἐπιμείνῃ εἰς ἕτερον ἀντιστάθμισμα ἀπέναντι τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον βεβαίως συντελούμενον ἤθελεν ἀνυψώσει τὰς τιμὰς τῶν οἰκοπέδων, ἤθελε θεωρηθῆ δεδικαιολογημένη διὰ τὴν φορολογίαν τῶν οἰκοπέδων τούτων, ἐὰν τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἤθελε πράξει. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπιμένει. Πρόκειται ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ τερματισθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀριθμὸν 131 καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐψηφίσθη οὔτε εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, θὰ ἐγκαταλειφθῇ χωρὶς νὰ ψηφισθῇ, καὶ θὰ παρουσιασθῶμεν, ἐπαναλαμβάνω, ἐξαπατῶντες τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ὑποσχόμεθα ὅτι· θὰ σὲ φορολογήσωμεν, διότι θὰ σοῦ ὑψώσωμεν τὴν τιμὴν τὴν οἰκοπέδων· καὶ πῶς θὰ σοῦ ὑψώσωμεν τὴν τιμὴν τῶν οἰκοπέδων; Διότι δὲν θὰ ἐπιτρέψωμεν ἐπὶ μίαν 15ετίαν τὴν προέκτασιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Νῦν ἐπιβάλλομεν τὴν φορολογίαν, καὶ ἐγκαταλείπομεν τὸ νομοσχέδιον τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς προεκτάσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Καὶ γνωρίζετε, Κύριοι, τίνες ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν μὴ ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου; Ἰδοὺ τί συμβαίνει ἐν Ἀθήναις. Ὑπάρχουσι πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα προμηθεύονται γήπεδα εὑρισκόμενα ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Τὰ πρόσωπα ταῦτα συνδυάζονται μετά τινων ὑπαλλήλων δυναμένων νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐπέκτασιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, καὶ μετά τινων ἄλλων προσώπων ἐπίσης δυναμένων νὰ συντελῶσιν εἰς τὴν ἐπίτευξιν τῆς προεκτάσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Τὰ πρόσωπα ταῦτα τῶν τοιούτων συνδυασμῶν μετὰ τῶν ἑτέρων ὑπαλληλικῶν, ὑπηρεσιακῶν πλέον προσώπων, ἐπιζητοῦσι καὶ ἐπιτυγχάνουσι τὴν τμηματικὴν ἐπέκτασιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, καὶ τὰ γήπεδα αὐτῶν, ἢ οἱ ἀγροὶ ἐκεῖνοι, οἱ ἀγορασθέντες πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὴν τῆς κερδοσκοπίας καὶ αἰσχροκερδείας ὑπερτιμῶνται, καὶ διανέμονται τὸ κέρδος αὐτῶν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐπιβολῆς πρὸς ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ τῆς προτάξεως αὐτοῦ ἐκ παραλλήλου μετὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν οἰκοπέδων πρέπει νὰ θέση ἐκποδών.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλιος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ παραβιάσεως τοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§31Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Ὅπως γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1905 περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐλήφθη πρόνοια ἵνα ἐξασφαλισθῶσιν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου αἱ προκαταβολαὶ αἱ γενόμεναι ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἐσχάτως ψηφισθέντος νόμου, τοῦ 1901, δι’ εἰδικῆς διατάξεως τεθείσης ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 ὑπὲρ τῶν συνομολογηθέντων δανείων, περὶ πραγματοποιήσεως δηλαδὴ δανείων ἐκ μέρους δήμων, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσιν εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ προκαταβολῶν ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, οὐχὶ πλέον τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀλλὰ δεκαετηρίδων ὁλοκλήρων. Θέλω νὰ εἴπω, κ. Πρόεδρε, περὶ τοῦ δήμου Μεγαλοπόλεως. Ὁ δῆμος οὗτος πρόκειται νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον ἐξ 70.000 δρχ., ὀφείλει δὲ εἰς τὸ Δημόσιον οὐχὶ τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν τριῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀλλὰ δεκαετηρίδος ὁλοκλήρου. Προεκλήθη Β. Διάταγμα περὶ ἐγκρίσεως τοῦ τοιούτου δανείου, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς δὲν ἐδημοσιεύθη. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν θὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα τοῦτο οὐδὲ θὰ ἐκδώσῃ νέον, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, ὁ δῆμος οὗτος ὀφείλει εἰς τὸ Δημόσιον τὰς δαπάνας τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως δεκαετηρίδος ὁλοκλήρου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην καὶ θελήσῃ νὰ προκαλέσῃ νέον Διάταγμα, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τί ὀφείλει ὁ Δῆμος Μεγαλοπόλεως πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἐκ προκαταβολῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀστακοῦ. Δέκα Βουλευταὶ συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμὸν ἐζήτησαν ὅπως γενικευθῇ καὶ ἡ συζήτησις αὕτη.
§33Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀστακοῦ καὶ περιχώρων, ὑπογεγραμμένην ὑφ’ ὅλων τῶν κατοίκων, καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ τὴν θερμὴν παράκλησιν ὅπως λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν, καὶ κατὰ τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας θὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δέον νὰ συμπεριληφθῇ δαπάνη, ἥτις ἀνέκαθεν ἀναγράφεται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας διὰ θαλάσσης καὶ τῆς ἐπαρχίας Βονίτσης καὶ Ξηρομέρου, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οὐδεμία συγκοινωνία ὑπάρχει εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο, τὸ σπουδαιότερον δὲ δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ ταχυδρομεῖον ἐν καιρῷ χειμῶνος. Παρακαλῶ θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του, διότι εἶναι δικαία.
§34ΣΠ. ΡΑΓΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶδον μετ’ ἀπορίας μου, ὅτι, ἐνῷ ὅλαι αἱ γραμμαὶ συμπεριελήφθησαν, ἡ γραμμὴ Ἀκαρνανίας δὲν συμπεριελήφθη, ἐνῷ ἀπὸ τοῦ 1895 καὶ ἐντεῦθεν πάντοτε ἐθεωρεῖτο ἄγονος γραμμὴ καὶ ἐδίδετο ἐπιχορήγησίς τις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Πρόκειται περὶ 7.000 δρχ. ἐτησίως, διὰ τῶν ὁποίων θὰ συγκοινωνήσωσιν ὅλα τὰ Ἀκαρνανικὰ παράλια μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, οὐδεμίαν δὲ ἄλλην συγκοινωνίαν ἔχομεν, οὔτε ἁμαξιτὸν οὔτε βατήν. Ἰδίως δὲ οἱ δῆμοι Σολλίου καὶ Ἀστακοῦ δὲν ἔχουσιν ἀπολύτως οὐδεμίαν συγκοινωνίαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ ὀλίγην προσοχήν, διότι πρόκειται νὰ συγκοινωνήσῃ ἡ ἐπαρχία Βονίτσης μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ.
§35ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Ἔλαβον γνῶσιν τοῦ πράγματος καὶ θὰ φροντίσω.
§36ΑΓΓ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἥτις ἐσχηματίσθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταναστεύσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔδει πρὸ πολλοῦ νὰ ἦτο νόμος τοῦ Κράτους, διότι ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοιούτου νομοσχεδίου πολλὰ ἐζημιώθη καὶ ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία, ἀλλὰ πολλὰ περισσότερα ἔπαθον οἱ μετανάσται, οἱ ὁποῖοι μετέβαινον ἐκεῖ ἀπροστάτευτοι. Ὅπως καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν, ὑπῆρχε πάντοτε ἡ ἰδέα τῆς παρεμποδίσεως τῆς μεταναστεύσεως, καί, ὁσάκις ἡ Βουλὴ ἐσκέφθη περὶ καταρτίσεως νόμου, πάντοτε εἶχεν ὡς βάσιν τὴν παρεμπόδισιν. Τὸ τοιοῦτον, ὅπως παρ’ ἡμῖν, οὕτω καὶ παρ’ ὅλοις τοῖς ἔθνεσιν ἐν Εὐρώπῃ δὲν κατωρθώθη. Διὰ τοῦτο εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἐψηφίσθη νόμος εἰδικὸς περὶ μεταναστεύσεως, ὅστις ἐπροστάτευσεν ὄχι μόνον τὴν ναυτιλίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν μετανάστην. Ὁ μετανάστης εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀναχωρεῖ ἐντεῦθεν, ὅτι τὸν παραλαμβάνουσιν οἱ μεσῖται καὶ διάφοροι μικροπράκτορες, τὸν κλέπτουσι διαφοροτρόπως καὶ ἐπὶ τέλους, ἀντὶ νὰ τὸν στείλωσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν, τὸν ἐπιβιβάζουσιν εἴς τι μικρὸν ἀτμόπλοιον μέχρι Νεαπόλεως, τὸν ἐγκαταλείπουσιν εἰς Νεάπολιν νῆττιν ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ κατόπιν οὗτος πολλάκις ἐπιστρέφει εἰς τὴν Ἑλλάδα, χωρὶς νὰ εὕρῃ που τὸ δίκαιόν του, οἱ δὲ τοιαῦτα διαπράττοντες μικρομεσῖται μένουσιν ἐλεύθεροι, χωρὶς ἡ Ἀρχὴ νὰ ἐνεργῇ τίποτε κατ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Ἀμερικὴν μεταβαίνοντες οἱ μετανάσται ὑποφέρουσι, καὶ ὑποφέρουσι μέχρι τῆς ὥρας ταύτης. Ὅλα τὰ ἄλλα ἔθνη, ὅταν φθάνωσιν οἱ μετανάσται εἰς Ἀμερικήν, ἔχουσι τὸν πρόξενόν των, ὁ ὁποῖος παρουσιάζεται ἀμέσως μὲ μίαν ἐπιτροπὴν προσκεκολλημένην εἰς αὐτόν, παραλαμβάνει τοὺς ἐπιβάτας καὶ ἀμέσως τοὺς καθοδηγεῖ εἰς τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα ἔχουσι σκοπὸν νὰ μεταβῶσιν, ἢ τοὺς σταματᾷ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην, ὅπως τοὺς καθαρίσῃ καὶ τοῖς εὕρῃ ἐργασίαν. Οἱ ἰδικοί μας τοὐναντίον, μόλις ἐπιβιβασθῶσι τοῦ ἀτμοπλοίου, ἐγκαταλείπονται εἰς τὴν τύχην των, πλεῖστοι δ’ ἐξ αὐτῶν ἐπανέρχονται ἐλλείψει προστασίας. Αὐτῶν δὲ τῶν ἐπανερχομένων ὄχι μόνον ὁ σκοπὸς δὲν ἐκπληροῦται, ἀλλ’ εἶναι οὗτοι καὶ τελείως κατεστραμμένοι, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀναχωροῦντες ἐντεῦθεν πωλοῦσιν ὅ,τι καλὸν ἔχωσι, διὰ νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰ 200 ἢ 300 φράγκα διὰ τὸν ναῦλόν των. Ἐπειδὴ δ’ ἐκεῖ δὲν τοὺς ἀφήνουσι ν’ ἀποβιβασθῶσι δι’ ἕνα ἢ ἄλλον λόγον, ἐπανέρχονται καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι κατεστραμμένοι.
§37ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ποῖος εἶναι ἐκεῖ Γενικὸς Πρόξενος τῆς Ἑλλάδος; Τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας μήπως εἶναι δυνατὸν νὰ περιλάβῃ καὶ αὐτόν;
§38ΑΓ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου λαμβάνονται μέτρα τινὰ πρὸς προστασίαν τοῦ μετανάστου, ὁ ὁποῖος, καὶ ὅταν ἀναχωρῇ ἐντεῦθεν καὶ ὅταν φθάσῃ ἐκεῖ, πάλιν προστατεύεται καὶ δὲν ἐπέρχονται αἱ καταστροφαὶ αἵτινες μέχρι τοῦδε ἐπήρχοντο. Εἶναι ἀνάγκη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τάχιστα νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, διότι ὑπάρχει εἷς μέγιστος πληθυσμὸς ἐν Ἀμερικῇ εἰς 300,000 Ἑλλήνων, οἵτινες ἀναγνωρίζουσι τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μένουσιν ἐντελῶς ἀπροστάτευτοι, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἔχουσιν ἓν κέντρον περὶ τὸ ὁποῖον νὰ περιστρέφωνται καὶ νὰ ζητῶσι βοήθειαν. Πολλάκις πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ὑπέπεσαν εἰς παραπτώματα ἢ ἐγκλήματα καὶ δὲν παρουσιάσθη οὐδὲ εἷς ἄνθρωπος νὰ τοὺς προστατεύσῃ καὶ κατεδικάσθησαν εἰς τὰς αὐστηροτέρας τῶν ποινῶν.
§39ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὥστε θέλετε νὰ προστατεύωμεν τοὺς ἐγκληματίας; Ὡραῖα!
§40ΑΓ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Δὲν εἴμεθα οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι θὰ λάβωμεν αὐτὰ τὰ μέτρα. Ὅλα τὰ Κράτη ἔχουσι προξένους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αὐτὸν τὸν σκοπόν. Οἱ ἄνθρωποι λοιπὸν αὐτοὶ ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας, καὶ διὰ τῆς προστασίας τῆς μικρᾶς, τὴν ὁποίαν θ’ ἀποκτήσωσιν εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖ μεταβαίνοντες, ἔχει τὸ Κράτος νὰ κερδήσῃ πολλά. Καὶ ἀπόδειξις· ὅτε τελευταίως ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ διαμονητηρίων, συνέπεσε νὰ εἶμαι ἐκεῖ καὶ τὸν ἐδέχθησαν μετὰ μεγάλης εὐχαριστήσεως, εἶναι δὲ πρόθυμοι ὄχι μόνον εἰς τὰ διαμονητήρια αὐτὰ ἀπὸ τοῦδε νὰ πληρώσωσιν, ἀλλὰ καὶ διπλάσια αὐτῶν, ἀρκεῖ νὰ ἴδωσι τὸ ἔθνος προοδεῦον καὶ τίποτε περισσότερον. Ἡ ἐκκλησία μας ἐκεῖ εἶναι εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἡ ἐκκλησία μας μέχρι τοῦδε ὑπήγετο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τελευταίως ὅμως ἐγκατελείφθη ἐκεῖθεν καὶ παρελήφθη νὰ διευθύνηται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος. Παρουσιάζονται λοιπὸν σήμερον εἰς τὴν Νέαν Ὑόρκην δύο ἐκκλησίαι, ἐξ ὧν ἡ μία ἀνήκει εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν, ἡ δὲ ἄλλη εἰς τὰς Ἀθήνας.
§41Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Ἐὰν εἶσθε ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ μὴ λέγετε πολλά, διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν.
§42ΑΓ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἔχετε ὑπομονήν· τώρα θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ περὶ οἴνων.
§43Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὁμιλία σας εἶναι λίαν ἐνδιαφέρουσα καὶ ἐμπνέεται ἀναμφιβόλως ὑπὸ πατριωτικοῦ αἰσθήματος. Ἐπανήλθετε ἐξ Ἀμερικῆς καὶ ἔχετε τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀνακοινώσητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἐντυπώσεις σας. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο καλλίτερον ν’ ἀφήσητε τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας σας, ὅταν θὰ πρόκειται νὰ ψηφισθῇ, ἀκριβῶς νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεσθε, ὥστε νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας, ὁ ὁποῖος εἶναι πολύτιμος;
§44ΑΓ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Ἢ τώρα ἢ τότε, τὸ ἴδιον εἶναι. Ἀλλὰ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν· τότε ὑποβάλλω τὴν ἔκθεσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τῶν κ. Ὑπουργῶν τὸν λόγον; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν νομοθετικήν.
§46Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὑπ’ ἀριθ. 17 «περὶ τῆς φανερᾶς ἀνακρίσεως» ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ κατόπιν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν σειράν.
§47Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ οὐχὶ ἡ πρότασις νόμου, ἀλλ’ ἡ τροπολογία μου, διότι ἐν τῇ προτάσει νόμου ὑπάρχουσι τυπογραφικὰ λάθη, ἐνῷ ἐν τῇ τροπολογίᾳ εἶναι τὰ πράγματα καθωρισμένα σαφέστερον.
§48Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη ἡ πρότασις αὕτη, τί ἀπεφάνθη;
§49Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀφῆκε τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεγαρίδος, τὴν ὁποίαν εὑρίσκει ἐπαρκῆ. Ἄλλως τε νομίζω ὅτι κατ’ οὐδὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ πληροφορία, ἂν καὶ ἄλλοι τινὲς ἠσχολήθησαν ἐπὶ τῆς τροπολογίας, ἡ πληροφορία αὕτη περιττεύει ἐντελῶς. Ἐὰν νομίζητε, ὡς νομίζομεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Βουλευτοῦ Μεγαρίδος εἶναι ἐπαρκής, διότι διορθώνει ὁμολογουμένως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶχε ψηφισθῆ, νομίζω ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην χωρὶς νὰ ἐρευνήσωμεν ἂν ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι ἀσχοληθέντες ἐπ’ αὐτῆς.
§50Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά, κύριε Πρόεδρε· ἀλλ’ εἶχον ὑποβάλει τροπολογίαν.
§51Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ τροπολογία σας θὰ συζητηθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ἐὰν νομίζητε ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς αὐτήν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 165 καὶ 257 καὶ καταργήσεως τοῦ ἄρθρου 273 τῆς Ποιν. Δικονομίας». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν). Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Ἐμμ. Ρέπουλης ἔχει τὸν λόγον.
§53ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὀφείλει νὰ προσέξῃ πολὺ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν καθορίζει τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὀφείλει νὰ γνωρίζῃ ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου πρῶτον καθιστᾶται μονοπώλιον οἰνοπνεύματος καὶ δεύτερον δημεύονται περιουσίαι. Καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Βουλὴ, ἂν δὲν παρέλθῃ τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῆς σπουδῆς τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύει ὁ χρόνος καὶ ἡ ὥρα τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀδύνατον νὰ ψηφίσῃ τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἀλλά, καὶ ἂν ἤθελε τυχὸν ψηφίσει τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου, τὸ καθιστῶν τὸ μονοπώλιον, βεβαίως ὅμως δὲν θὰ ψηφίσῃ τὸ δεύτερον, ἢ νὰ μὴ προνοήσῃ ὡς πρὸς τὰς δημεύσεις τὰς ὁποίας ἐπάγεται τὸ ἄρθρον τοῦτο, διότι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ δημεύσωμεν περιουσίας. Ὅτι καθιστᾶται μονοπώλιον, τὸ πρᾶγμα εἶναι αὐταπόδεικτον· καθιστᾶται μονοπώλιον εἰς χεῖρας ὡρισμένων ἐργοστασίων, μονοπώλιον δὲ ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ τῆς οἰνοπαραγωγῆς, τὰ προϊόντα τῆς ὁποίας ἀποκλείονται ἐξ ὁλοκλήρου ἐκ τῆς οἰνοποιίας. Καθιστᾶται μονοπώλιον διὰ τῆς θυσίας μικρῶν βιομηχάνων κατεργαζομένων τὰ προϊόντα τῆς ἀμπέλου, εἰς τὰ συμφέροντα μεγάλων βιομηχάνων. Καὶ ἐφ’ ὅσον μὲν εἰς τὸν βιομηχανικὸν ἐν γένει ἀνταγωνισμὸν ὑποκύπτει ὁ μικρὸς εἰς τὴν μεγαλειτέραν δύναμιν τοῦ μεγάλου ἡ Πολιτεία δικαιολογεῖται ἴσως μὴ παρεμβαίνουσα, ἀλλ’ εἶναι πρωτοφανές, καὶ ἐκεῖ ὅπου τὸ μεγάλο ψάρι δὲν τρώγει τὸ μικρό, νὰ βλέπωμεν τὴν Πολιτείαν ἁρπάζουσαν τὸ μικρὸ ψάρι διὰ νὰ τὸ θέσῃ εἰς τὸ στόμα τοῦ μεγάλου! Αὐτὸ δὲ γίνεται ἐνταῦθα. Ἂν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία εὐημερεῖ οἰκονομικῶς, ἂν δὲν ἐγεννήθη ἐδῶ οἰκονομικὸν ζήτημα ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα γεννῶνται εἰς ἄλλας κοινωνίας, τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ καταμερισμοῦ τῶν περιουσιῶν εἰς τὸ πλεῖστον τῆς ἡμετέρας κοινωνίας. Καὶ ἂν σήμερον ἤρχισε νὰ γίνεται αἰσθητὴ ἡ δυσφορία ἡ οἰκονομική, τοῦτο συμβαίνει δυστυχῶς, διότι τὰ μικρὰ κεφάλαια ἤρχισαν μειούμενα καὶ νεκρούμενα. Εἰς αὐτὴν λοιπὸν τὴν κρίσιν τὴν ὁποίαν διέρχονται τὰ μικρὰ κεφάλαια νὰ ἔρχηται ἡ Πολιτεία νὰ τὰ ἐξαντλῇ, νὰ τὰ ἐξοντώνῃ, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον. Ἀλλά, ἂν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ὑψώνῃ τὴν χεῖρα καὶ καταφέρῃ τὸ πλῆγμα ἐναντίον ὡρισμένων τάξεων γεωργικῶν καὶ βιομηχανικῶν, πολὺ μᾶλλον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δημεύῃ, ἐπαναλαμβάνω, περιουσίας. Ἂν ὑπολογίσητε δὲ εἰς 200 ἄμβυκας ἐτησίως τοὺς παράγοντας, οἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργάζωνται ὑπὸ τὸν φόρον τὸν προτεινόμενον, ἔχετε περιουσίαν ἴσως τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν δημευομένην, διότι τὰ ἐργοστάσια ἐκεῖνα ἀξίζουσι καὶ μέχρις 20 καὶ 30 χιλ. δραχμῶν ἕκαστον, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν παντάπασι τὴν ἀξίαν τῶν ἄλλων ἀμβύκων τῶν παραγόντων πρὸς οἰκιακὴν χρῆσιν, διὰ τοὺς ὁποίους ἐγὼ εἶπον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ συνῄνεσε νὰ τεθῇ περιορισμός τις. Ἂν περιορισθῶμεν εἰς τὰ ἐργοστάσια μόνον αὐτὰ τὰ ἐτησίως παράγοντα, εὑρισκόμεθα πρὸ καταστροφῆς περίπου τριῶν ἑκατομμυρίων. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον προέβλεπε περὶ ἀποζημιώσεως, ἀλλὰ προέβλεπεν ἐφ’ ὅσον ἀφεώρα τὴν ἑταιρείαν ἡ ὁποία θ’ ἀνελάμβανε τὸ μονοπώλιον, τὸ μονοπώλιον τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο μωρὰ ἂν δὲν τὸ ἀνελάμβανε, διότι ἡ ἑταιρεία, ἥτις θὰ ἔλθῃ μεθαύριον, εἰς οὐδεμίαν θὰ ὑποχρεωθῇ ἀποζημίωσιν, διότι οὐδὲν θὰ εὕρῃ τοιοῦτον ἐργοστάσιον διὰ νὰ τὸ ἀποζημιώσῃ. Καὶ ὡς νὰ μὴ ἤρκει κἂν ἡ καταστροφή, ἡ δήμευσις, τὴν ὁποίαν ἐπιφέρει εἰς τὰ ἐργοστάσια αὐτὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐνεθυμήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα τινὰ ἐργοστάσια, τὰ ἐργοστάσια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἐργάζονται πρὸς παραγωγὴν σούμας, παράγουσιν ὅμως κατ’ ἀνάγκην καὶ σούμαν, εἶναι τὰ ἐργοστάσια τὰ ὁποῖα παράγουσι νάρθαν. Εἶναι βιομηχανία ἡ ὁποία κατεργάζεται τὰ ὑπολείμματα τῶν οἴνων, ἐξ ὧν παράγεται καὶ σούμα, ἡ ὁποία εἶναι ἀκατάλληλος πρὸς χρῆσιν ποτοῦ. Ἐνεθυμήθη λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ τὰ ἐργοστάσια ταῦτα· ἐπιβάλλει καὶ ἐπ’ αὐτῶν τοιοῦτον φόρον, ὥστε καὶ αὐτὰ θὰ κλονισθῶσιν. Οὕτω δημεύοντες καὶ ἐκεῖ θὰ ἐπαναπαύσητε τὴν συνείδησίν σας, ἐν αὐταῖς ταῖς παραμοναῖς τῶν Χριστουγέννων, ὅτι δημεύετε τριῶν ἢ τεσσάρων ἑκατομμυρίων περιουσίαν! Μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν δύναμαι πῶς νὰ χαρακτηρίσω τοιαύτην πρᾶξιν, ἐνθυμοῦμαι δὲ παράδειγμα ἱστορικόν, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐδόθη πολλάκις ἀφορμὴ νὰ ἐνθυμηθῶ, ἴσως ὡς ἐπίκαιρον εἰς τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Ἐνθυμοῦμαι τὸν μέγαν Σόλωνα. Ὅτε οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι εἶχον ἀπαγγείλει ποινὴν θανάτου κατὰ παντὸς ὅστις ἤθελεν ὑπομνήσει τὴν ἀνάκτησιν τῆς Σαλαμῖνος, ὁ Σόλων, ὁ ὁποῖος ἔβλεπεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ δημοσίᾳ περὶ ἀνακτήσεως τῆς Σαλαμῖνος, ὑπεκρίθη τὸν παράφρονα ἵνα ἀπαγγείλῃ τὸ ἐλεγεῖόν του. Δὲν γνωρίζω τί θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ σήμερον ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐμιμεῖτο τὸν Σόλωνα. Ἐγὼ ὁμιλῶν δὲν ἔχω θάρρος ν’ ἀπομιμηθῶ αὐτὸν οὔτε διὰ νὰ χαρακτηρίσω κἂν τὴν σημασίαν τῆς πράξεως τῆς Βουλῆς, ἐν ᾗ περιπτώσει ψηφίσει τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει. Δημεύονται περιουσίαι, ὡς δημεύονται περιουσίαι καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῆς πυρίτιδος, διότι καὶ ἐκεῖ ἐπιβάλλεται φόρος τοιοῦτος, ὥστε νὰ κλεισθῶσι τὰ ἐργοστάσια, ὡς μὴ ἀντέχοντα εἰς τὴν πληρωμήν. Ἐὰν ἠθέλομεν νὰ δημεύσωμεν τὰ ἐργοστάσια καὶ τὰς περιουσίας τῶν ἀνθρώπων, διὰ νὰ τελέσωμεν τὰ Χριστούγεννα μετὰ τὴν τοιαύτην δήμευσιν, δύναται νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος ὡς ὁ Σόλων, διὰ νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν τοιαύτην πολιτείαν τῆς Βουλῆς, καὶ λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ τὸν μιμηθῶ ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν τὴν συνεδρίασιν διὰ τὴν 5 ὥραν μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις τῇ 12 καὶ ½ μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν (ὥρα 5 καὶ 30′ μ. μ.).
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§56ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, τί κακὸν διέπραξεν ἡ πτωχὴ ἐπαρχία ἡ ὀνομαζομένη Θεσσαλία, ὥστε νὰ ἐπισύρῃ ὄχι μόνον τὴν ἀστοργίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν μῆνιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως.
§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τῆς παρούσης;
§58ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ναί· εἶναι χώρα ἡ ὁποία ἔχει 2.000.000 στρέμματα συνεχεῖς πεδιάδας εὐφορωτάτας γαίας καὶ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης ὡς σιτοβολὼν, εἶναι δὲ κοινὴ ἡ ἀλήθεια ὅτι ἡ χώρα αὕτη καταποντίζεται κατ’ ἔτος ἀπὸ τὰ διάφορα ὕδατα τῶν ἑλῶν καὶ τῶν τελμάτων καὶ ἀπὸ τὰ διάφορα ὄμβρια ὕδατα, τὰ ὁποῖα ὑπερεκχειλίζουσι τοὺς ποταμούς. Καί, ἐνῷ περιεμένομεν νὰ ἴδωμεν συντελούμενα ἐκεῖ ὑδραυλικὰ ἔργα, βλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν παρουσιάζουσαν ἐνώπιον ἡμῶν νομοσχέδια περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων καθαρῶς φορολογικά. Καὶ μὴ νομίσητε ὅτι δὲν ὑπάρχει φορολογία τοπικὴ ἐν Θεσσαλίᾳ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων. Ἡ Θεσσαλία πληρώνει ἐπὶ ἐννέα ἔτη, δίκην τοπικῶν φόρων, ὅπως ὑπάρξῃ ἐπιτροπὴ γεωδαιτική, ἡ ὁποία νὰ ἐκτελέσῃ μελέτας. Καί, ἐνῷ πρὸς τοῦτο καταβάλλουσι φόρους ὅλα τὰ ἐμπορεύματα τὰ ἐρχόμενα θαλασσίως, σήμερον θέλουσιν ἐπὶ πλέον νὰ καταβάλωσι καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διέρχονται ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην πλὴν τοῦ Βόλου θεσσαλικὴν ὁδὸν εἰς τὸ Ἐσωτερικόν, ὡς ἂν νὰ ἐπρόκειτο τὰ χρήματα ταῦτα καταβαλλόμενα νὰ ἱκανοποιήσωσι τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐν συνόλῳ λαμβάνει ὡς ἀνταμοιβὴν ἐτησίως 35.000 δραχμῶν, εἰσπράττει δι’ αὐτὴν δὲ τὸ τελωνεῖον Βόλου μόνον ποσὸν ἀνερχόμενον εἰς 51.000 δραχμῶν. Καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ ταύτῃ ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θέλει νὰ ἐπαυξήσῃ τὴν φορολογίαν ταύτην. Ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ κατασκευὴ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων; Ποῦ τοὐλάχιστον τῶν ἄλλων θεσσαλικῶν ζητημάτων ἡ λύσις; Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει ἐν Θεσσαλίᾳ ζήτημα, ζήτημα σπουδαιότατον, τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν. Καὶ ἦλθε πρὸ ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ τοῦ κανονισμοῦ τῶν σχέσεων τούτων, ἀλλὰ τὸ ὑπέβαλεν ἁπλῶς χωρὶς νὰ τὸ τυπώσῃ καὶ τὸ διανείμῃ εἰς τοὺς Βουλευτάς, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο δυστυχῶς ἦτο οὕτω πως κατηρτισμένον, ὥστε ἐπέσυρε τὴν παρέμβασιν ξένων Κρατῶν καὶ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ μειωθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἐνταῦθα καὶ νὰ προσέχωμεν, τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους. Κατωρθώθη ἐξ ἄλλου μετὰ εἰκοσαετεῖς ἀγῶνας τῶν Θεσσαλῶν Βουλευτῶν ἐνταῦθα νὰ συσταθῇ ἓν γεωργικὸν ταμεῖον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ καὶ ἐνῷ περιεμένομεν νὰ ἴδωμεν τὸ ταμεῖον τοῦτο ἐνισχυόμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκ τῶν 150.000.000, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλάμβανε διὰ δανείου, ἵνα κατορθωθῇ, ὅπως αἱ μεγάλαι ἰδιοκτησίαι, αἱ ὁποῖαι ἐν Θεσσαλίᾳ οὐδένα σκοπὸν ἐκ πληροῦσι, κατατμηθῶσιν εἰς μικράς, εἴδομεν τὸ δάνειον ἐξατμιζόμενον ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, οὐδὲν δὲ μέτρον λαμβανόμενον διὰ τὴν Θεσσαλίαν σχετικῶς. Δὲν ἐπρόκειτο δὲ περὶ μέτρου τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο πρωτότυπον. Τοῦτο κατωρθώθη ἐν Εὐρώπῃ ὅπου ἔχουσι πλουτοπαραγωγικὴν πολιτικήν, ὅπου πρὸ πολλοῦ ἐφαρμόζουσιν ὡς σύστημα τὴν κατάτμησιν τῶν μεγάλων ἰδιοκτησιῶν εἰς μικράς, ὅπως ἐγένετο εἰς τὴν Βάδην, εἰς τὴν Βαυαρίαν, ὅπου ἐξωδεύθησαν 885.000.000 πρὸς τοῦτο καὶ ἐγένοντο οἱ κτηματικοὶ κατάλογοι καὶ αἱ κτηματικαὶ Τράπεζαι, ὅπως ἐγένετο ἐν Βοσνίᾳ καὶ Ἑρζεγοβίνῃ; ἐν Ῥωμουνίᾳ, ὅπως ἐγένετο καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ διὰ τοῦ τελευταίου νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου δίδονται 10.000.000 κατ’ ἔτος, ἵνα διανεμηθῶσιν αἱ μεγάλαι ἐκεῖναι ἰδιοκτησίαι τῶν λόρδων καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων τιμαριούχων. Ἡμεῖς ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι διαρκῶς ἐχθρότητα μεταξὺ τῶν παραγωγῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐχθρότητα ἔχουσαν ἱστορικοὺς λόγους καὶ ἐν τούτοις οὐδεμίαν τοιαύτην μέριμναν λαμβάνομεν, ἐνῷ εἴχομεν δημιουργήσει ταμεῖον πρὸς τοῦτον τὸν σκοπόν. Καὶ ἐρωτᾷ ἀκόμη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἁγυιᾶς· «ἀλλὰ διατί δὲν λαμβάνεται τοὐλάχιστον τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ἄνθρωπος ἐλθὼν ἐνταῦθα μὲ πραγματικὸν πόνον πρὸς τὴν πατρίδα, ἔχων κεφαλὴν οὐχὶ ξηρὰν κολοκύνθην, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, ἀλλὰ κεφαλὴν θέλουσαν νὰ ὑπηρετήσῃ τὸν τόπον; Ὁ κ. Καροῦσος. Διατί δὲν ὑποβάλλετε νομοσχέδιον περὶ γεωργικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον οὗτος κατήρτισε;» Καὶ ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός· Ἄ! θέλετε τοιοῦτον ταμεῖον; Σᾶς ὑποβάλλω ἀμέσως τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφύλαττε τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ξένον, εἰς τὸ χαρτοφυλάκιόν του καὶ ἐπερίμενε νὰ πεισθῇ ἀπὸ τὰς διαμαρτυρίας τῶν Θεσσαλῶν περὶ τῆς χρησιμοποιήσεώς του. Ἐπὶ πλέον εἴχομεν ἐν Θεσσαλίᾳ πρότυπον γεωργικὴν ἐργασίαν χρησιμεύουσαν εἰς πάντα γεωργόν, ὅπως λαμβάνῃ μερικὰ διδάγματα διὰ τὰς γεωργικάς του ἐργασίας, τὰ ὁποῖα ἐλλείπουσι δυστυχῶς ἀπὸ τὸν τόπον ἐκεῖνον, διότι οὐδεμίαν μέριμναν κατέβαλεν ἡ Πολιτεία. Ἡ πρότυπος αὕτη ἐργασία ἦτο τὸ ἐργοστάσιον τῶν ἀδελφῶν Ζωγράφου. Καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ κλείει τὸ ἐργοστάσιον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐδέχθημεν νὰ ψηφίσωμεν. Ὅτε προυτάθη τοῦτο, διεμαρτυρήθην ὡς Θεσσαλὸς Βουλευτής, διότι ἐπρόκειτο νὰ κλείσῃ ἐργοστάσιον ἔχον 2.000 ἐργάτας, οἵτινες μένουσιν ἄνευ ἐργασίας, ἀλλ’ εἰς μάτην. Ὡς νὰ μὴ ἤρκουν δὲ ὅλα ταῦτα, ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐργασίαν 15.000 οἰκογενειῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποζῶσιν ἐκ τῶν ἀμβύκων. Ἔχομεν ἄρα δίκαιον λέγοντες, κατόπιν τούτων, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐχθαίρεται τὴν ἐπαρχίαν ταύτην, τὴν καλουμένην Θεσσαλίαν; Τί θὰ γίνωσιν αἱ οἰκογένειαι αὗται, ὅταν λείψῃ τὸ προϊὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον κτηματικὸν προϊὸν εἰς τὴν πτωχὴν ζωήν των; Διότι τίς δὲν γνωρίζει ὅτι οἱ ἄμβυκες ἀνήκουσιν εἰς οἰκογενείας ὀρεινάς, εἰς δὲ τὰ ὄρη τὸ προϊὸν τῆς ἀμπέλου εἶναι τὸ μόνον πρὸς συντήρησιν αὐτῶν; Τὴν ἄμπελον ταύτην θὰ καταλύσωμεν σήμερον. Τί δ’ ἀντιπροσωπεύουσιν αἱ ἄμπελοι αὗται; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἁγυιᾶς σᾶς εἶπεν ὅτι ἀντιπροσωπεύουσιν 100.000 στρέμματα καλλιεργούμενα. Αὐτὴ δὲ εἶναι ἡ ὅλη ὀρεινὴ ἀγροτικὴ καλλιέργεια τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ἐρχόμεθα νὰ κλείσωμεν μὲ φορολογίαν 1000 δραχμῶν κατ’ ἄμβυκα.
§59Α. ΣΛΗΜΑΝ. 100,000 στρεμμάτων εἶναι εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν βορειοδυτικὴν Ἑλλάδα.
§60Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Ἐρωτῶ ὑμᾶς οὕτω· τί θέλετε νὰ ἐπαγγελθῶμεν ἐν Θεσσαλίᾳ; Πρὸς ποίαν ἐργασίαν νὰ τραπῶμεν, ἵνα ἀποζήσωμεν; Εἰς τὴν κτηνοτροφίαν; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει νομοσχέδιον περὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν μὲ 12% φορολογίαν, 9% διὰ τὸ Κράτος καὶ 3% διὰ τοὺς δήμους. Πῶς θέλετε οὕτω νὰ ἔχωμεν κτηνοτροφίαν ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ κατορθώσωμεν ν’ ἀρυσθῶμεν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου τῶν φόρων μέρος ἀκόμη διὰ τὸ ἀναγκαῖον εἰς τὴν πτωχὴν ἡμῶν ζωήν; Ἀλλὰ θέλετε νὰ ἔχωμεν κτηνοτροφίαν, ἀφοῦ δὲν ἔχομεν ἀσφάλειαν; Ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ αὐξάνει τὸ σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς καί, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο, ἐὰν εἶναι χρήσιμον εἰς τὰς πόλεις, ἐχρεοκόπησεν ὅμως ὡς ἀγροτικὴ ἀστυνομία, οὐδεμίαν μέριμναν λαμβάνει πρὸς σύστασιν ἀγροτικῆς ἀστυνομίας. Ἀλλ’ ἐν Θεσσαλίᾳ ἡ λῃστεία καὶ ἡ ζωοκλοπὴ ὀργιάζει. Μήπως θέλετε νὰ τραπῶμεν οἱ ὀρεινοὶ Θεσσαλοὶ εἰς τὰς δασικὰς ἐργασίας; Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περὶ δασῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀξιόλογον καὶ πολυτίμους ὑπηρεσίας ἠδύνατο νὰ παράσχῃ, ἐτέθη εἰς τὰ βάθη τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔκρινεν αὐτὸ ἄξιον, ὅπως συντελεσθῇ εἰς νόμον. Ἀλλὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ἐκμεταλλευθῶμεν τὰ δάση ἄνευ δημοσίων ὁδῶν; Γνωρίζετε πάντες ὅτι ἡ Ἀγγλία πρὸ 5 μηνῶν ἔδωκε 300.000.000 δρχ. πρὸς κατασκευὴν δασικῶν ὁδῶν, διότι τὸ δασικὸν προϊόν, ἵνα ἔχῃ ἀξίαν, πρέπει νὰ φθάνῃ εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως διὰ καταλλήλου ὁδοῦ. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἀντὶ νὰ κατασκευάσῃ δασικὰς ὁδούς, καλεῖ τοὺς Ἕλληνας πάντας καὶ λέγει πρὸς αὐτούς· ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ διαθέσω 3.500.000 διὰ τὴν ὁδοποιίαν· ἐὰν θέλητε νὰ ἔχητε ὁδούς, ἐργασθῆτε πάντες προσωπικῶς καὶ κατασκευάσατε τοιαύτας. Ἀλλὰ δὲν ἐρωτᾷ, ἄν που του κόσμου τοῦτο κατέστη δυνατόν! Εἶχον δίκαιον λοιπὸν λέγων ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑφίσταται ἐν Θεσσαλίᾳ ἐργασία παραγωγικὴ διὰ τοὺς κατοίκους της, ἐν Θεσσαλίᾳ εἰς τὴν ὁποίαν εἰς πάντα ἄνθρωπον μεταβαίνοντα ἐκεῖ καθίσταται τὸ εὐχερὲς τῆς δημιουργίας ἐργασίας ὁρατόν; Καὶ ὅτε δὲν ἔχουσιν οἱ Θεσσαλοὶ ἐργασίαν τῇ ἀκηδίᾳ τοῦ Κράτους, πόθεν περιμένετε νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς βαρείας φορολογικὰς εἰσφοράς, τὰς ὁποίας ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸν τόπον αὐτόν; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβε πράγματι τὸν πέλεκυν, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησε προχθές, καὶ ἐζήτησε νὰ κτυπήσῃ τὴν ἐργασίαν κατὰ κεφαλῆς ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα. Λέγει διὰ τῶν νομοσχεδίων του καθ’ ἑκάστην πρὸς ἡμᾶς· μονοπωλήσατε τὴν σάκχαριν, τὸ οἰνόπνευμα, τὴν πυρίτιδα· μονοπωλήσατε τὸ πᾶν, δηλαδὴ ἀφαιρέσατε τὴν ἐργασίαν ἀπὸ 2.000 ἐργάτας τῆς σακχάρεως, ἀπὸ 15,000 οἰκογενείας τῶν ἀμβύκων, ἀπὸ τοὺς κατασκευαστὰς τῆς πυρίτιδος καὶ δώσατε ταύτην εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος θὰ ὑποκαταστήσω εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην μίαν ἑταιρείαν, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Τοῦτο πράττει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν ἀντιθέσει πρὸς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου, εἰς τὰ ὁποῖα ἀφίεται ἐλεύθερος ὁ ἀνταγωνισμὸς καὶ σπανίως ἀφαιρεῖται ἡ ἐργασία ἀπὸ τὸ ἄτομον, διὰ νὰ δοθῇ εἰς τὰς χρηματιστικὰς ὁμάδας. Πάντα ταῦτα εἶναι ἀδιάφορα διὰ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ δὲν ἐρωτᾷ ἡ Κυβέρνησις ποῦ θὰ μεταβῇ ὁ πληθυσμὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ στερηθῇ τῆς περιουσίας του καὶ τῆς ἐργασίας; Εἰς ἐρώτησιν σχετικὴν ἐδόθη ἡ ἀπάντησις ἀπὸ τὸν κ. Ζωγράφον ὅτι θὰ μεταβαίνωσιν οἱ στερηθέντες τῆς ἐργασίας των ἐν Λαζαρίνῃ εἰς τὴν ξένην γῆν, ὅπου εἶναι δυνατὸν νὰ συντηρηθῶσι, διότι ἐκεῖ εἶναι ἐλεύθερος ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως. Ἐκεῖ δὲν ἐμποδίζεται ὁ ἀνταγωνισμὸς τοῦ ἐμπορίου, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς τὴν πάλην τῆς ζωῆς ὁ μόνος ὠθῶν πρὸς ἐργασίαν καὶ πρόοδον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγκαθιστᾷ τὸ μονοπώλιον, δηλαδὴ τὸν σοσιαλισμὸν τοῦ Κράτους, διότι δὲν ἀγνοεῖ τις καὶ περισσότερον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ἔχων ποικίλας γνώσεις ὅτι, ὅταν ἀφαιρῇ ἀπὸ τόπον τινὰ τὴν ἐργασίαν, δὲν πράττει τίποτε ἄλλο διὰ τοῦ μονοπωλίου ἢ νὰ ἐγκαθιστᾷ τὸν σοσιαλισμὸν τοῦ Κράτους, διότι σοσιαλισμὸς τοῦ Κράτους εἶναι ὅταν ἀφαιρῆται ἡ ἐργασία ἀπὸ τὸν ἐργάτην καὶ δίδηται εἰς τοὺς διαφόρους ἐργοστασιάρχας. Τί δὲν ἐψηφίσαμεν ἐδῶ εἰς τὴν σωρείαν αὐτὴν τῶν νομοσχεδίων! Ἐπροστατεύσαμεν ὅμως διά τινος αὐτῶν τὸν ἐργάτην ἢ τὸν γεωργόν; Ἐὰν ὑπάρχῃ τις ἀφειμένος εἰς τὴν τύχην του, οὗτος εἶναι ὁ ἐργάτης. Τούτου μόνον ἀφαιροῦμεν τὴν ἐργασίαν ἢ διὰ τοῦ φόρου τὸ εἰσόδημα. Μήπως πότε ἐπρονοήσαμεν περὶ τῶν μεγάλων ζητημάτων τῶν σχετικῶν πρὸς τὸν ἐργάτην; Ὑπάρχει κανονισμὸς τῶν σχέσεων τοῦ ἐργάτου πρὸς τὸν ἐργοδότην; Τὸ ζήτημα τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας τοῦ ἐργάτου εἶναι κεκανονισμένον; Οὐδεμία πρὸς τοῦτο ἐπιμέλεια ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ὑπάρχει. Καὶ εἶναι ὁ ἐργάτης αὐτός, ὁ ὁποῖος ὁμοφώνως ἀπὸ τὰς τέσσαρας γωνίας τῆς πρωτευούσης καὶ τοῦ Πειραιῶς ἦλθε νὰ ἐνισχύσῃ τὸ μέγα ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐπανάστασιν. Καὶ ἡ μόνη πρόνοια, τὴν ὁποίαν ἔλαβε περὶ αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις, ἦτο νὰ φέρῃ νομοσχέδιον κατὰ τῆς ἀπεργίας, κατὰ τοῦ μέσου δηλαδὴ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἐργάτης κατὰ πάσης ἀδικίας καὶ ἀνισότητος πρὸς τὴν ἑταιρείαν. Εἶναι τοῦτο ἡ προστασία τῶν Κυβερνήσεων διὰ τὸν ἐργάτην; Ἀλλὰ τί θέλετε ἄλλο δι’ αὐτόν, ἀφοῦ ἐγκαθιστῶμεν τὸ μονοπώλιον, τὸν σοσιαλισμὸν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θ’ ἀπορῇ πῶς ἐγὼ νομίζω ὅτι αὐτὸς ἐγκαθιδρύει ἐν ἐπιγνώσει ἐν Ἑλλάδι τὸν σοσιαλισμόν. Τὸν βεβαιῶ ὅτι δὲν πιστεύω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀφαιρῶν τὴν ἐργασίαν ἀπὸ τὸν τόπον φθάνει εἰς τὸ νὰ ἐγκαθιδρύσῃ τὸν σοσιαλισμόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει τοῦτο· εἶχε μόνον ὑπ’ ὄψει, ὅπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περιστείλῃ τὰς ζημίας τὰς γενομένας εἰς τὸν δημόσιον θησαυρόν, ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθη, ὅτι συστέλλων καὶ ἐλαττώνων τοιουτοτρόπως τὰς ζημίας ταύτας ἐλαττώνει τὰς οἰκονομικὰς βάσεις τοῦ τόπου. Δὲν δύναμαι, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταστείλω τὸ λαθρεμπόριον καὶ διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ καταφύγω εἰς τὸ μονοπώλιον. Δὲν δύναμαι, λέγει, νὰ συλλάβω ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι φόρους ἐκ τῶν ἀμβύκων, διὰ τοῦτο συντρίβω τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ πλουτίζω τὸν δημόσιον θησαυρόν. Δὲν δύναμαι νὰ ἐπιβλέπω ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατασκευάζουσι πυρίτιδα καὶ ἄλλας ἐκρηκτικὰς ὕλας καὶ διὰ τοῦτο συντρίβω τὴν ἐργασίαν ταύτην. Ἀλλὰ ποῦ λοιπὸν θὰ φθάσωμεν ἀφαιροῦντες τὰς ἐργασίας ταύτας τὴν μίαν μετὰ τὴν ἄλλην; Δὲν φρονεῖτε ὅτι ἔδει νὰ ἐκλέξητε ἕτερον τρόπον καταπολεμήσεως τῶν ἀτελειῶν τῶν ἐν τῷ τόπῳ ὑπηρεσιῶν ἢ ἐργασιῶν; Δὲν ἐδιδάχθητε ἐπαρκῶς ὅτι ἡ μονοπώλησις εἰς τὰς χεῖρας ἑνὸς ἀνθρώπου ἢ μιᾶς ἑταιρείας δὲν εἶναι ὁ καλλίτερος τρόπος διοικήσεως; Ἐὰν σκεφθῆτε ὀλίγον ν’ ἀνατρέξητε εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ τοιαύτη τακτικὴ ἔχει προηγούμενον κακόν. Ἄλλοτε ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν εἴχομεν μέσον δι’ οὗ νὰ καταστείλωμεν τὸ κακὸν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιρροῆς ἐπὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ἐσκέφθημεν νὰ μονοπωλήσωμεν τὴν διοίκησιν τοῦ στρατοῦ, ἀνεθέσαμεν δ’ αὐτὴν εἰς χεῖρας ἀρίστας, ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ ἐπίδοξος Διάδοχος τοῦ Κράτους ἡμῶν. Καὶ εἴδομεν ποία ἦτο ἡ ἠθικὴ φθορὰ καὶ προστριβὴ ἡ ὁποία ἔφθασε μέχρι θεμελίων τοῦ θρόνου. Τώρα, ὡς νὰ μὴ ἔφθανεν ἐκείνη ἡ ἀπόδειξις, ἐρχόμεθα ἐκ δευτέρου καὶ θέλομεν νὰ μονοπωλήσωμεν δι’ ἄλλου νομοσχεδίου τὴν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης. Τὰς συνεπείας τοιαύτης τινὸς ἀνοησίας θὰ ἴδωμεν ταχέως, φοβοῦμαι. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ἴδωμεν εἶναι ὅτι γονατίζοντες τὴν ἐργασίαν συντρίβομεν αὐτὴν τὴν οἰκονομικὴν βάσιν καὶ τὴν ἀνθηρότητα τοῦ τόπου. Καὶ ταῦτα πράττοντες δὲν σκεπτόμεθα ὅτι μειοῦμεν τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὸ Κοινοβούλιον καὶ τὰς Κυβερνήσεις καὶ ἐκπλησσόμεθα, ὅτε βλέπομεν τὰ ἐγχειρήματα ταῦτα τὰ στρατιωτικά, ὅτε βλέπομεν ὅτι πραγματικῶς τὸ κῦρος ἡμῶν ἔχει πέσει. Δὲν πρέπει ἐν τούτοις νὰ μᾶς ἐκπλήσσῃ τίποτε, διότι ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν διαφόρων ἡμῶν ἀτασθαλιῶν ἐφέραμεν τὴν κατάστασιν ταύτην. Χωρὶς δὲ τίποτε νὰ μᾶς συνετίσῃ ἐξακολουθοῦμεν καὶ ἄλλως! Ἐρχόμεθα κατόπιν τῆς τοιαύτης ἀστοργίας εἰς ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν ἐργασίαν νὰ ζητήσωμεν φορολογικὰς εἰσφορὰς βαρυτάτας ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν μέτρα τινὰ ὅπως βοηθήσωμεν τὸν λαὸν καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, περιοριζόμεθα μόνον ἐντεῦθεν διανοίγοντες κατὰ πολὺ τὸν λάρυγγα ἵνα ἀκουσθῶμεν περισσότερον προφέροντες τὴν λέξιν ἀνακούφισιν! Ποῦ δὲ εἶναι τέλος αὐτὴ ἡ ἀνακούφισις, ἡ ὁποία ἐντεῦθεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν καὶ ἀνὰ πᾶσαν ὥραν ῥίπτεται εἰς τὰ 4 μέρη τῆς Ἑλλάδος; Ἡ ἀνακούφισις εἶναι, θὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐκ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ἀμπέλων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφρόντισε διὰ μὲν τῆς μιᾶς χειρὸς νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀπαλλαγὴν ταύτην, διὰ δὲ τῆς ἄλλης ν’ ἀναλάβῃ αὐτήν. Ἔκαμεν ὡσὰν τὸν Ἰταλὸν ἐκεῖνον νεόπλουτον, τὸν Αὔγουστον Γκίζι, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσε τὸν Ῥαφαὴλ καὶ ἠθέλησε νὰ παραθέσῃ εἰς αὐτὸν γεῦμα εἰς χρυσᾶ πινάκια, καὶ μετὰ τὸ γεῦμα ἐπέταξε ταῦτα εἰς τὸν Τίβεριν, ἀφοῦ προηγουμένως ὅμως εἶχε θέσει κάτωθι δίκτυα, ἵνα μὴ ταῦτα ἀπολεσθῶσι. Τὸ αὐτὸ ἔπραξε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ νὰ μὴ χάσῃ τίποτε ἐκ τῶν ἐλευθεριοτήτων του, ἔθεσε τὴν ῥήτραν ὅτι ἡ ἰσχὺς τῆς ἀπαλλαγῆς ἄρχεται ἀπὸ τοῦ 1911, τοῦτο δὲ διότι τῷ 1911 γνωρίζει κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν οὗτος σήμερον κατέχει, δὲν θὰ δυνηθῇ οἰκονομικῶς σκεπτόμενος νὰ ἐκτελέσῃ τὴν γενναιοδωρίαν, ἣν σήμερον αὐτὸς ἐπαγγέλλεται, ὥστε δὲν θὰ ζημιωθῇ τὸ Δημόσιον. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργός: Μὰ ἐγὼ τέλος δὲν ἔκαμα τίποτε, ὁ ὁποῖος συνέστησα τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Βιομηχανίας καὶ Γεωργίας; Καὶ ἐνθυμοῦμαι σχετικῶς ταύτην τὴν στιγμὴν ὅ,τι ἀνέγνωσά ποτε ἐν τῇ Ἱστορίᾳ, ὅτι ἡ Μαρία Στούαρτ περιελθοῦσα εἰς ἔλλειψιν τροφῆς ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν λόρδον Στάμφορδ τροφήν, καὶ αὐτὸς τῇ ἔστειλε μίαν χύτραν καὶ τῇ εἶπε· «σᾶς ἀποστέλλω τὴν χύτραν, ἵνα κατασκευάσητε φαγητά, διότι δὲν ἔχετε τοιαύτην». Τοιοῦτό τι πράττει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Μᾶς ἑτοιμάζει 8ον Ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ ποία θὰ εἶναι ἡ τροφή, κ. Ὑπουργέ, ἡ ὁποία θὰ μαγειρευθῇ εἰς τὴν χύτραν τούτου, καὶ ποῖα νομοσχέδια ἐψηφίσατε διὰ τὴν εὐδόκιμον λειτουργίαν του; Οὐδέν. Οὐδὲν μᾶς ἐγνωρίσατε. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, τὸ τελευταῖον τοῦτο μέρος τῆς τροφῆς τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τοὺς ἄμβυκας νὰ μὴ ἀποστερήσητε, νὰ μὴ θελήσητε μάλιστα νὰ διαπράξητε μίαν ἀνισότητα μεταξὺ ἡμῶν δεικνύοντες εὐμένειαν πρὸς ἓν τμῆμα τοῦ τόπου πρὸς τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου, αὐστηρότητα δὲ τοιαύτην πρὸς τὸ ὑπόλοιπον μέρος τῆς Ἑλλάδος. Θελήσατε νὰ ἐπεκτείνητε τὴν γενναιοδωρίαν ὑμῶν καὶ εἰς τὴν ἄλλην Θεσσαλίαν, διότι αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ συλλέξητε ὅλας ἐκείνας τὰς πλουσίας φορολογικὰς εἰσφοράς, τὰς ὁποίας περιμένετε διὰ τὸ 1911.
§61ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ὀλίγα τινὰ θὰ εἴπω, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι νομίζω ὅτι τὸ θέμα δὲν χρήζει μεγάλης ἀναπτύξεως. Τὸ ζήτημα δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς μίαν καὶ μόνην λέξιν, τὴν λέξιν δήμευσιν. Πρόκειται περὶ καθαρᾶς δημεύσεως, ταύτην δὲ τὴν δήμευσιν ἔχω τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει ἐκτελέσει. Ἐκ τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε κατὰ τὴν τρίτην ταύτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχει καὶ τροπολογία (ἀναγινώσκει) ἀφορῶσα τοὺς ἀμπελουργοὺς Τυρνάβου, τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζει ἐνταῦθα τὴν θέσιν ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους συνησθάνθη, ὡς εἶχε τὸ καθῆκον νὰ συναισθανθῇ, καὶ νὰ κάμῃ τοῦτο ἀπὸ προχθές, ὅτι τῳόντι δημεύονται περιουσίαι, συνησθάνθη, λέγω, τοῦτο καὶ θέλει νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἡ περιουσία δημεύεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, κάτι τι, νὰ δώσῃ εἰς τούτους τὸ δικαίωμα ν’ ἀποστάξωσι. Συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦτο. Νομίζω ὅμως ὅτι, διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι, ὀφείλομεν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὸ εὐεργέτημα τοῦτο εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας ὅπως ἡ ἐπαρχία Τυρνάβου. Ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω, ἀγορεύων ἐπὶ τῆς βʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει νὰ δοθῇ εἰς πάντας ἐκείνους οἵτινες δὲν λαμβάνουσιν ἀνταλλάγματα διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἔστω καὶ κατὰ φαντασίαν ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι τὰ ἀνταλλάγματα αὐτὰ εἶναι ἀληθῆ. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Δέον τὸ προνόμιον τοῦτο νὰ ἐπεκταθῇ εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας εἰς τὰς ὁποίας δὲν χαρίζεται εἰς τοὺς ἀμπελουργοὺς ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι οἱ ἀμπελουργοὶ δὲν ἔχουσι τοιαῦτα ἀροτριῶντα κτήνη. Τὴν πρότασιν ταύτην ὑποβάλλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι οὗτος ἐξετάζων τὰ πράγματα θέλει δικαιώσει τὴν δικαίαν ἀπαίτησιν ὁλοκλήρων ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς δικαίως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Καρδίτσης συνάδελφος ἐξέφρασεν, ὡς τελευταίαν μικρὰν περιουσίαν ἔχουσι τοὺς ἄμβυκας τούτους.
§62Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχω ἄλλα παρὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸ προνόμιον αὐτό, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, καὶ εἰς τοὺς χωρικοὺς καὶ γεωργικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Κεφαλληνίας. Ἐκεῖ μετὰ τὸν τρυγητὸν αἱ οἰκογένειαι ἀποστάζουσι τὰ στέμφυλα καὶ ἐξάγουσι ῥακὶ ἐλαχίστης ποσότητος, 10–20 ὀκάδων, τὸ ὁποῖον πίνουσι τὸν χειμῶνα κατὰ τὰς ἀγροτικὰς αὑτῶν ἐργασίας. Ἐκεῖ δὲν ἐξασκεῖται βιομηχανία, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἰσακούσῃ τὴν παράκλησίν μου ταύτην.
§63Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ αἰτιολογήσῃ, ἂν ἔχῃ τὴν καλωσύνην, αὐτὴν τὴν πρόσθετον διάταξιν περὶ τῶν προνομιούχων τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου, διότι δὲν εἶναι τοῦτο ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, διατί γίνεται αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις.
§64ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ λάβω τὸν λόγον κατόπιν καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω ὅλα.
§65Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Μετὰ τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας εἴχομεν κάμει κατὰ τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε δύο τροπολογίας, μίαν μέν, δι’ ἧς ἠλάττωσε τὴν τιμὴν τοῦ φόρου τῶν ἀμβύκων κατὰ τὸ ἥμισυ, ἑτέραν δὲ τὴν ἑξῆς· ἀντὶ νὰ πληρώνωσιν οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ Αʹ τάξεως τὴν ἀξίαν τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος, νὰ συμμετάσχωσιν αὐτῆς ἐν ἀναλογίᾳ τινὶ καὶ οἱ τῆς βʹ κατηγορίας τοιοῦτοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς προσκαλέσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ μᾶς ὑπέδειξε τὰς τροποποιήσεις ταύτας. Εἴπομεν ὅτι ὁμολογουμένως αἱ τροποποιήσεις αὗται ἦσαν μία πρόοδος, ἀλλ’ ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν ἦτο ὅτι καὶ οὕτως ἡ ἀπαγόρευσις ἐξακολουθεῖ τελεία, καὶ παρεκαλέσαμεν αὐτὸν καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἀμβύκων νὰ ἐλαττώσῃ καὶ ἄλλα μέτρα νὰ φέρῃ, ἵνα βελτιώσῃ καὶ εὐκολύνῃ τοὺς ἀμπελουργούς, ὅπως δύνανται οὗτοι νὰ οἰνοπνευματοποιῶσι τὰ προϊόντα αὑτῶν. Ἐπειδὴ δὲν ἐπιθυμῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ νομίσῃ ὅτι ἐκ πνεύματος ἀντιδράσεως πρὸς τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ἴδωμεν εὐοδουμένην, λέγω ταῦτα, θέλω ἀναγνώσει ὀλίγας τινὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ κατὰ τὸ 1887 εἶπον πρὸς τὸν τότε ἡγέτην μου, τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην, ὁ ὁποῖος μὲ εἶχεν ἀποσπάσει ἀπὸ τὴν ἐργασίαν μου καὶ μὲ ἔφερεν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ Πατρὶς ἔχει ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς μου. Κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ εἶχε φέρει ὅμοιον νομοσχέδιον καὶ ἐφορολόγει διὰ πρώτην φορὰν τὸ οἰνόπνευμα πρὸς δραχμὰς 1 καὶ 50/00 τὸ ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν παραγόμενον, πρὸς δραχμὴν δὲ μίαν τὸ ἐκ στεμφύλων· ἐνόει δηλαδὴ ν’ ἀπαγορεύσῃ ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος ἀνὴρ τὴν κατασκευὴν οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν οὐσιῶν. Τοῦτο ὅλη ἡ Βουλὴ εἶχε ζητήσει, διότι ἐφρόνει ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποστηριχθῶσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες. Ἀλλ’ ὅτε ἤλθομεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαγορεύσεως σχεδὸν τῶν ἐργοστασίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἱδρυθῇ ἐπὶ τῇ βάσει νόμων ἰσχυόντων, τότε ἐνόμισα ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀντιταχθῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἡγέτου μου καὶ νὰ εἴπω αὐτῷ ὅτι τὸ ὑποστηριζόμενον ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχέδιον ἔφερε χαρακτῆρα ἀδικήματος τῆς Πολιτείας, κατὰ τῶν ἐχόντων ἤδη ἱδρύσει τὰ ἐργοστάσια αὐτῶν. Ὑποθέτω ὅτι μετὰ ταῦτα θὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγω τὰ λέγω ἐκ πεποιθήσεως, καὶ νομίζω ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπερασπιζώμεθα τὸν ἀδικούμενον. Καὶ ἔλεγον ταῦτα, Κύριοι, τότε, ἐννοῶν νὰ ὑπερασπισθῶ τίνας; Ἀληθῶς ἄνδρας οἱ ὁποῖοι ἦσαν πλούσιοι. Τίνας δὲ πρόκειται νὰ ὑπερασπισθῶμεν σήμερον; Ἐὰν τότε προέτεινα ἐκεῖνο δι’ ἄνδρας πλουσίους, κατὰ μείζονα λόγον ὀφείλω νὰ πράξω τοῦτο σήμερον, ὅτε πρόκειται δι’ ἄνδρας οἱ ὁποῖοι μεθαύριον θὰ εἶναι πενόμενοι. Ὅτι δὲ οἱ ἄνδρες οὗτοι θὰ εἶναι ὄντως πάμπτωχοι ἔχομεν τὴν ὁμολογίαν αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Μᾶς εἶπεν ὅτι πρόκειται περὶ 15.000 οἰκογενειῶν. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι διὰ τοὺς μὲν τὸ οἰνόπνευμα εἶναι τροφή, ὅπως εἶναι ὁ ἄρτος αὐτῶν, διὰ τοὺς δὲ εἶναι μία ἀνάγκη καὶ ὑπὲρ τῆς ἡλικίας αὐτῶν καὶ ἐν γένει ὑπὲρ τῆς εὐεξίας αὐτῶν. Μὴ λησμονῶμεν, Κύριοι, ὅτι ὁ γεωργὸς ἐξερχόμενος καθ’ ὅλας τὰς ἀτμοσφαιρικὰς παραλλαγὰς μὲ τὴν ὑγρασίαν, μὲ τὰς βροχάς, μὲ τὸ ψῦχος ἐκ τῆς οἰκίας του ἔχει ἀνάγκην θερμαντικοῦ καὶ τὸ εὑρίσκει εἰς τὸ οἰνόπνευμα τὸ ὁποῖον μόνος του κατεσκεύασε. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπὸν εἰς ἡμᾶς νὰ λέγωμεν ὅτι ἀφαιροῦμεν ἀπ’ αὐτὸν τὸ οἰνόπνευμα χάριν τῆς ὑγείας του, διότι ἀφαιροῦμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συντελεῖ ἀκριβῶς διὰ τὴν διατήρησιν τῆς ὑγιείας του. Ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὡσαύτως ὅτι ἀπ’ αὐτὸν τὸν ταλαίπωρον γεωργὸν ἀφαιροῦμεν καὶ τὸ μόνον μέσον τὸ ὁποῖον ἔχει ἵνα περιποιηθῇ τὸν ξένον του, τὸν προσερχόμενον ὑπὸ τὴν στέγην αὐτοῦ. Ὁ γεωργὸς ἔχει τὴν φιλοτιμίαν νὰ προσφέρῃ τι εἰς τὸν ξένον του, δὲν ἔχει δὲ τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον τὸ οὖζο, τὴν σούμαν, ὅπως λέγεται ἀλλαχοῦ, τὴν ὁποίαν θέλομεν σήμερον νὰ τοῦ στερήσωμεν, καταβιβάζοντες οὕτως αὐτὸν εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν τῶν ἀνθρώπων, τῶν μὴ δυναμένων οὔτε ἕνα ξένον νὰ ὑποδεχθῶσι καὶ περιποιηθῶσιν ὑπὸ τὴν στέγην αὐτῶν. Δὲν φαντάζομαι ὅτι δύναται ν’ ἀποδοθῇ ἄλλη τις ἔννοια εἰς τοὺς λόγους μου, διότι ἐγὼ οὐδέποτε ἐζήτησα εἰς τὸ πρόγραμμά μου τὸ πολιτικὸν νὰ ταράξω τὰ τοῦ οἰνοπνεύματος, καθόσον γνωρίζω ὅτι ἐν Ἑλλάδι εἰσαγωγὴ τοιούτου φόρου δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ συνταράξῃ ὅλην τὴν κοινωνίαν. Γνωρίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ζητεῖ διὰ τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος τὴν πραγματοποίησιν τοῦ προγράμματος αὐτοῦ. Ἀλλά, ὅταν βεβαίως ὑποσχώμεθά τι ὑπὲρ τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ θυσιάσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, διότι, ὡς λίαν ὀρθῶς ἅπαντες οἱ συνάδελφοι ἐδήλωσαν, οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς σήμερον πρόκειται νὰ φορολογήσωμεν τὰ προϊόντα αὐτῶν εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε καταλήγομεν εἰς δήμευσιν. Νὰ μὴ ἀναμένῃ λοιπὸν παρ’ ἡμῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιδοκιμασίαν τῶν σκέψεών του· νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ καὶ εἴθε νὰ δυνηθῇ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ εἶναι ἀκριβές, ἀλλὰ τὴν ἐπιδοκιμασίαν ἡμῶν διὰ τὸ ἔργον αὐτοῦ βεβαίως δὲν θὰ τὴν ἔχῃ, διότι ἡμεῖς θέλομεν νὰ ἔχωμεν ἐντελῶς ἀπηλλαγμένην τὴν συνείδησιν ἡμῶν ἀπὸ τοιούτων πράξεων, καίτοι θὰ ἔχωμεν καθημαγμένην ἐκ τῆς βεβαιότητος ὅτι ἐκ τῶν καταθλιπτικῶν τούτων μέτρων τοῦ Ὑπουργοῦ θὰ πονέσωσιν οἱ συμπολῖται ἡμῶν.
§66Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω, κ. Πρόεδρε, τὴν Βουλὴν δι’ ἀντιρρήσεων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος ἀρκούντως ἀνέλυσε τὴν φορολογίαν ταύτην. Θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ὁ κ. Ὑπουργὸς εὐηρεστήθη νὰ φέρῃ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀμπελουργοὺς τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου. Εὐχαριστίαι μεγάλαι ὀφείλονται εἰς αὐτόν, καθόσον ἡ ἐπαρχία Τυρνάβου εἶχεν ἀνάγκην ἐνισχύσεως. Θὰ παρακαλέσω ὅμως αὐτὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ διάταξις τῆς φορολογίας ταύτης ἐπεκταθῇ καθ’ ὅλον τὸν νομὸν Λαρίσης.
§67ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καθ’ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν.
§68ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§69Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν συντρέχουσι δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα οἱ ὅροι οἱ ὁποῖοι συντρέχουσι διὰ τὸν νομὸν Λαρίσης, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ἀποστάζουσι τὸ ὀλίγον οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται κατὰ τὸ διάστημα τοῦ χειμῶνος, ὅτε τὸ ψῦχος ἐμποδίζει αὐτοὺς νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὰ ἔργα των ἄνευ μικρᾶς δόσεως οἰνοπνεύματος. Δὲν γνωρίζω ἂν οἱ αὐτοὶ ὑγιεινοὶ λόγοι συντρέχουσι διὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαμῶν ἢ τὴν ἐπαρχίαν Κυθήρων· εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὅμως εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη εἰς τὸν γεωργόν, ἵνα ἔχῃ ὀλίγον οἰνόπνευμα, ὅπως θερμαίνηται κατὰ τὸν χειμῶνα, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐργασθῇ ἐν τοῖς ἀγροῖς. Νὰ εἶναι δὲ βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου οἰνοπνεύματος, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ καταναλωθῇ καθ’ ὅλον τὸν νομὸν τῆς Θεσσαλίας θὰ εἶναι ἐλάχιστον, διότι οἱ γεωργοὶ τῆς Λαρίσης δὲν ἀποστάζουσι πλέον τῶν 40 ἢ 50 ὀκάδων οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται εἰς τὰς ἐργασίας των. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἔστω καὶ δι’ ὀλίγας ἡμέρας, ἔστω καὶ διὰ 30 ἡμέρας, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπόσταξιν καὶ νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι οὔτε τὸ Δημόσιον θὰ ζημιωθῇ, οὔτε οἱ δυστυχεῖς γεωργοὶ θὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν κίνδυνον νὰ ψύχωνται ἐν τοῖς ἀγροῖς των. Δὲν ὑποθέτω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιθυμεῖ νὰ ἴδῃ ἐν τοῖς ἀγροῖς πτώματα χάριν ὀλιγίστων κερμάτων, τὰ ὁποῖα, καὶ ἂν δὲν ἐπεκταθῇ ἡ τροπολογία του, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ εἰσπράξῃ.
§70Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέρχεται ἡ κατάργησις τῶν ἀμβύκων. Ἀλλά, ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τούτου, θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ μὴ καταστήσῃ ὁλοκλήρους πληθυσμοὺς εἰς τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον καὶ πρὸς τοῦτο τὸν παρακαλῶ, ὅπως τὴν ὑποβληθεῖσαν διὰ τὴν ἐπαρχίαν Τυρνάβου εὐεργετικὴν διάταξιν ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς ὁλόκληρον τὸν νομόν Εὐβοίας.
§71ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ τὸν ἀναγκάσητε νὰ τὴν διαγράψῃ.
§72Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν ἔχῃ σκοπὸν νὰ ἐνδώσῃ, ὥστε νὰ δοθῇ ἄδεια εἰς τοὺς ἄμβυκας, νὰ θέσῃ φόρον εἴτε 100 δραχμῶν εἴτε 50 καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς ἔστω καὶ 15 ἡμερῶν ἄδειαν ἐργασίας, ἵνα δυνηθῶσιν οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐξαγάγωσι τὸ πρὸς ἰδίαν χρῆσιν ῥακί των. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαιοτέρα ἀπόφασις.
§73ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ δηλώσω ὅτι ὁ φόρος τοῦ ἐν Ἑλλάδι καταναλισκομένου οἰνοπνεύματος εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς δημοσιονομικῆς καὶ οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Εἶναι ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος τῆς δημοσιονομικῆς της πολιτικῆς, διότι δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ δικαιοτέρα ταύτης φορολογία. Πρόκειται περὶ ἀντικειμένου, ὡς πολλάκις ἐτόνισα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ πρώτης ἀνάγκης, οὐχὶ κἂν ἀπολαυστικοῦ, ἀλλ’ αὐτὸ τοῦτο ἐπιβλαβοῦς εἰς τὴν ὑγείαν· διὸ ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου τὸ οἰνόπνευμα ἐφορολογήθη πάντοτε βαρέως. Μόνη ἡ Ἑλλὰς κάμνει ἐξαίρεσιν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἐνῷ δὲ φορολογεῖ αὐτὰ βαρέως, βαρύτατα, ἀντικείμενα πρωτίστης ἀνάγκης, ἀντικείμενα τοιαῦτα, οὐχὶ ἀπολαυστικά, ἀλλ’ ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν καὶ ἐπικίνδυνα εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, ὡς τὸ οἰνόπνευμα καὶ τὰς ἐκρηκτικὰς ὕλας, τὸ ἀφήνει ἀφορολόγητον ὅλως. Ἀλλ’ ὁ φόρος, Κύριοι, οὗτος, εἶναι συγχρόνως ὁ ἀκρογωνιαῖος λίθος καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν πολιτικῆς, διότι συνδυάζομεν αὐτὸν πρὸς μέτρα ἀφορῶντα εἰς τὴν βελτίωσιν σπουδαιοτάτων παραγωγικῶν κλάδων τῆς χώρας ἡμῶν, εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς οἰνοπαραγωγῆς καὶ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας καθόλου. Ἀλλά, Κύριοι, ὅπως βεβαιωθῇ καὶ εἰσπραχθῇ ὁ προκείμενος φόρος, ἀνάγκη ἀπόλυτος ἐπιβάλλει, ἵνα ἡ ἀπόσταξις τοῦ οἰνοπνεύματος περιορισθῇ εἰς ὡρισμένα κέντρα. Ἰδοὺ ἡ ἀπαραίτητος προϋπόθεσις τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη τοῦ κόσμου ἔχουσιν ἐπιβάλει αὐτήν. Τινὰ μάλιστα αὐτῶν προέβησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καθιερώσωσι τὸ μονοπώλιον τοῦ οἰνοπνεύματος, ὑφ’ ὃ καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογηθῇ ἀσφαλῶς τὸ ποσὸν τοῦ οἰνοπνεύματος τὸ καταναλισκόμενον ἔν τινι χώρᾳ. Τὰ ἄλλα Κράτη πᾶσαν προσπάθειαν καταβάλλουσιν, ὅπως περιορίσωσι τὴν ἀπόσταξιν εἰς κέντρα μεγάλα, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύναται ν’ ἀσκηθῇ ὁ προσήκων ἔλεγχος καὶ νὰ γίνῃ ἀσφαλῶς ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου αὐτοῦ. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, δὲν εἰσάγει νῦν τὸ πρῶτον τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος. Πρὸ 26 περίπου ἐτῶν ἐπεβλήθη ὁ τοιοῦτος φόρος, εἰσηγουμένου αὐτοῦ τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Μεσολογγίου πολιτευτοῦ. Δὲν ηὐδοκίμησεν ὅμως αὐτός, ἀλλ’ ἀπέτυχε· διατί; Διότι δὲν ἐλήφθη ἡ προσήκουσα πρόνοια, ἵνα ἡ ἀπόσταξις περιορισθῇ εἰς ὡρισμένα κέντρα, ἀλλ’ ἀφέθη ἐλευθέρα πᾶσα ἀπόσταξις ἐν Ἑλλάδι, καὶ μάλιστα ἡ διὰ τῶν κοινῶν ἀμβύκων, οἵτινες εἶναι ἐγκατεσπαρμένοι ἀνὰ πᾶσαν τὴν χώραν ἡμῶν, καὶ εἰς τὰ τελευταῖα χωρία. Μεθ’ ὅλον τὸν ἔλεγχον, τὸν ὁποῖον ἐπέβαλεν ὁ σχετικὸς νόμος, μεθ’ ὅλην τὴν αὐστηρότητα, τὴν ὁποίαν ὁ χαλύβδινος τῳόντι εἰσηγητής του ἐπέδειξε περὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου, τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἔβαινον ἐλαττούμενα, μέχρις οὗ κατέληξεν εἰς ἀσήμαντον ἐντελῶς ποσόν. Ἡ μικρὰ ἀπόσταξις, ἥτις ἦτο δύσκολον βεβαίως, ἂν ὄχι καὶ ἀδύνατον, νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τούτου, ἤρξατο ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νόμου ἐκείνου νὰ λαμβάνῃ μεγάλας διαστάσεις, νὰ κατακλύζῃ τὴν χώραν διὰ τοῦ οἰνοπνεύματος κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ μεγάλη ἀπόσταξις, ἥτις μόνη ὑπεβάλλετο εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ὑποχωρῇ ἀπέναντι αὐτῆς. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἠναγκάσθημεν τότε ὑπείκοντες καὶ εἰς ἄλλας αἰτίας, ἰδίως δὲ εἰς τὴν σταφιδικὴν κρίσιν, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου ἐκείνου καὶ βραδύτερον εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων. Τί δὲ διδάσκει, Κύριοι, ἡμᾶς ἡ πεῖρα καὶ τῶν ἄλλων λαῶν καὶ ἡμῶν αὐτῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην; Ὅτι εἶναι ἀδύνατον, ἐπιβαλλομένου φόρου ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου οἰνοπνεύματος, νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον ἡ παραγωγή του δὲν περιορίζεται εἰς ὡρισμένα κέντρα. Μικρὰ ἀπόσταξις διὰ τῶν κοινῶν οἰκιακῶν ἀμβύκων εἶναι ὅλως ἀσυμβίβαστος πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ τοιούτου φόρου, καὶ τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν τὸ δίλημμα ἢ νὰ μὴ προβῶμεν καθόλου εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος ἢ προβαίνοντες εἰς τοῦτο ν’ ἀπαγορεύσωμεν κατ’ ἀνάγκην τὴν μικρὰν ἀπόσταξιν. Μέσος ὄρος δὲν ἐγχωρεῖ. Ἡμεῖς, Κύριοι, προυτιμήσαμεν τὸ δεύτερον, ἤτοι νὰ περιστείλωμεν κατὰ τὸ ἑνὸν τὴν μικρὰν ἀπόσταξιν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ βεβαιώσωμεν καὶ εἰσπράξωμεν ἔσοδον σπουδαιότατον διὰ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν κατ’ ἀρχὰς ν’ ἀνέλθῃ εἰς 2½ ἑκατομμύρια, ἀλλὰ σὺν τῷ χρόνῳ δυνατὸν ν’ ἀνέλθῃ καὶ εἰς 5–6 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Εἶναι, Κύριοι, ἡ μόνη ἀξία λόγου πρόσοδος, ἥτις ὑπολείπεται εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, καὶ τὴν πρόσοδον ταύτην δὲν δυνάμεθα ν’ ἀφήσωμεν ἀχρησιμοποίητον, ὑφ’ ἃς περιστάσεις οἰκονομικὰς εὑρισκόμεθα τὴν σήμερον. Καθ’ ὃν χρόνον πᾶσαν προσπάθειαν καταβάλλομεν, ὅπως χρησιμοποιήσωμεν ἀποτελεσματικῶς πάντα ἄλλον πόρον τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο ἄτοπον, ἀτοπώτατον ν’ ἀφήσωμεν ἀνεκμετάλλευτον τὸν σπουδαιότατον τοῦτον πόρον. Ἐὰν σήμερον, ὑφ’ ἃς οἰκονομικὰς περιστάσεις εὑρισκόμεθα, δὲν ἐφαρμοσθῇ ὁ φόρος οὗτος, βεβαιωθῆτε, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν Ἑλλάδι, καὶ τοῦτο βεβαίως οὐχὶ πρὸς τιμὴν αὐτῆς. Κύριοι, ἤκουσα σήμερον ἐπὶ τὸ τραγικώτερον γενόμενον λόγον περὶ δῆθεν δημεύσεως, καὶ περὶ δημεύσεως πληττούσης οὐχὶ τοὺς ἑκασταχοῦ τῆς χώρας οἰνοπαραγωγούς, οἵτινες παράγουσιν οἰνόπνευμα διὰ κοινῶν ἀμβύκων ἐκ τῶν στεμφύλων ἢ ἐκ τοῦ πλεονάσματος τοῦ προϊόντος αὑτῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων πρώτης κατηγορίας, ἅτινα ὑπελόγισαν εἰς 200 περίπου. Ἆ! ἐπ’ αὐτῶν, εἶπον, πρόκειται περὶ καθαρᾶς δημεύσεως. Καὶ ἀναλογισθῆτε, Κύριοι, ὁποίαν ἀξίαν ἀντιπροσωπεύουσιν αὐτὰ τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα. Εἶναι 200 τὸν ἀριθμόν. Τὰ ὑπελόγισαν ἓν ἕκαστον πρὸς 20–30 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς κατέληξαν ἀκολούθως νὰ εἴπωσιν ὅτι ἔπρεπε τοὐλάχιστον 4.000,000 νὰ διαθέσῃ τὸ Κράτος πρὸς ἀποζημίωσιν των καὶ τότε καὶ μόνον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, τοῦτο ἀληθές; Ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι προκειμένου περὶ φορολογίας, ὁσονδήποτε ἀδυσώπητος καὶ ἂν εἶναι αὐτή, οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ δημεύσεως, διότι τοιαύτην ἀξίωσιν ἠδύναντο νὰ προβάλωσι καὶ οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ βʹ κατηγορίας, ὅτε ἐπεβλήθη εἰς αὐτοὺς τὸ πρῶτον ὁ βαρὺς ἐκεῖνος φόρος. Εἰς 36, Κύριοι, ἀνήρχοντο τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα βʹ κατηγορίας, ὅτε τὸ πρῶτον ἔπληξεν αὐτὰ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος φόρος, ὅστις ἤρξατο εἰσπραττόμενος ἀπὸ τοῦ ἔτους 1899. Ἐπειδὴ δὲ ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐπιβαλλούσης αὐτόν, δύναμαι νὰ διακηρύξω νῦν ὅτι ἐπεζητήθη τότε αὐτὸς ὑπὸ τῶν ἰδίων φορολογουμένων. Τοῦ Ὑπουργείου τοῦ 1899, τοῦ προεδρευομένου ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, ἤμεθα μέλη ὁ μακαρίτης ἐκ Παρνασσίδος Βουλευτὴς καὶ ἐγώ, ἀμφότεροι κεκηρυγμένοι ὑπὲρ τοῦ μονοπωλίου τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐσκέφθημεν κατ’ ἀρχὰς νὰ συντάξωμεν καὶ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ παρετηρήθη ἐξέγερσις κατὰ τῆς ἰδέας τοῦ μονοπωλίου, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωμεν, ἀρκούμενοι εἰς τὴν φορολογίαν τῶν οἰνοπνευματοποιείων, τὴν ὁποίαν μᾶς ὑπέδειξαν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι οἰνοπνευματοποιοί, ἡμεῖς δ’ ἀπεδέχθημεν αὐτὴν ἐν τῇ ἐλπίδι ὅτι αὐτὴ θὰ ἦτο προπαρασκευαστικὴ τοῦ μονοπωλίου. Εἴχομεν τότε τὴν γνώμην ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν φορολογίαν θὰ περιωρίζετο μεγάλως ὁ ἀριθμὸς τῶν μικρῶν οἰνοπνευματοποιείων καὶ θ’ ἀπέβαινεν οὕτως εὔκολον εἰς ἡμᾶς νὰ ἐπιβάλωμεν βραδύτερον τὸν φόρον ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος διὰ τοῦ μονοπωλίου. Ἀλλὰ τὰ πράγματα μᾶς διέψευσαν. Διότι, ἐνῷ, Κύριοι, ὁ ἀριθμὸς τῶν μικρῶν οἰνοπνευματοποιείων δὲν ἐμειώθη ἔκτοτε καθόλου, τοὐναντίον τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα βʹ κατηγορίας ἠλαττώθησαν ἐκ 36, ὅσα ἦσαν κατὰ τὴν πρώτην ἐπιβολὴν τοῦ φόρου, εἰς 16 μόνον. Καὶ πρόκειται, Κύριοι, περὶ οἰνοπνευματοποιείων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι κοινοὺς ἄμβυκας, τὰ λεγόμενα ῥακοκάζανα, ἀλλὰ μηχανήματα στοιχίζοντα πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ ὅμως οὐδεὶς τῶν ἰδιοκτητῶν των ἐσκέφθη ὅτι πρόκειται περὶ δημεύσεως τῆς περιουσίας του διὰ τοῦ φόρου ἐκείνου καὶ νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν παρὰ τοῦ Κράτους. Ἐὰν δὲ συμβῇ καὶ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιείων αʹ κατηγορίας, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν ἀπασχολοῦσι τόσα κεφάλαια ὅσα τὰ τῆς βʹ κατηγορίας, διότι χρησιμοποιοῦσι συνήθως κοινοὺς ἄμβυκας μεγαλειτέρας μόνον χωρητικότητος τῆς τῶν μικρῶν ἀμβύκων, τῶν ὁποίων ποιοῦνται χρῆσιν οἱ ἀμπελοκτήμονες· καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, λέγω, ὅτι ἤθελε συμβῆ τὸ ἴδιον καὶ ὑπὸ τὸν προκείμενον φόρον, βεβαίως, ὡς τότε, καὶ νῦν δὲν ὑφίσταται λόγος, ἵνα ζητηθῶσιν ἀποζημιώσεις παρὰ τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ πρόκειται, Κύριοι, νὰ ἐπέλθῃ τῳόντι τοιαύτη τις ζημία, τοιαύτη τις καταστροφὴ εἰς αὐτά; Ὄχι. Ἂν εἶναι τάξις οἰνοπνευματοποιείων, ἥτις μέλλει νὰ ὠφεληθῇ κατ’ ἐξοχὴν ἐκ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἂν ψηφισθῇ τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, εἶναι, Κύριοι, ἡ τάξις τῶν οἰνοπνευματοποιείων αʹ κατηγορίας· διατί; διότι αὐτὰ κυρίως παράγουσι σούμαν, ὁποίαν παράγουσι καὶ ὅλοι οἱ μικροὶ ἄμβυκες, οἱ ἀνερχόμενοι εἰς 12–13 χιλιάδας καὶ ἐγκατεστημένοι ἁπανταχοῦ τῆς χώρας. Διὰ τοῦτο, ὅταν περιορισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀμβύκων τούτων — καὶ βεβαίως θὰ περιορισθῇ διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου — τίς θὰ παράγῃ τὴν σούμαν; Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ βʹ κατηγορίας. Ἰδοὺ διατί ἐσκέφθημεν ἡμεῖς ὅτι ἀπέναντι τοιούτου κέρδους, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ θ’ ἀποκομίσωσι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου νόμου, δίκαιον ἦτο ν’ αὐξήσωμεν τὴν φορολογίαν αὐτῶν μέχρι 2.000 δρχ., ἀλλ’ εὑρέθημεν ἀπέναντι ἀντιδράσεως τοιαύτης, ἡ ὁποία μᾶς ἠνάγκασε νὰ μετριάσωμεν τὸν φόρον αὐτὸν εἰς 1.000 μόνον δραχμάς. Ἠξεύρετε δὲ ποῖοι εἶναι οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τῆς βʹ κατηγορίας; Οἱ ἄμβυκες αὐτῶν εἶναι χωρητικότητος ἀνωτέρας τῶν 150 ὀκάδων ἀνερχόμεναι καὶ μέχρι 500 καὶ 600 ὀκάδων. Πόσος δ’ εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς τοιαύτης παραγωγῆς; Ἐπὶ ἀμβύκων κατὰ μέσον ὅρον χωρητικότητος 500 ὀκάδων ἔχομεν παραγωγὴν μέχρι 40 χιλιάδων ὀκάδων σούμας. Καὶ εἶναι μεγάλη ἡ ἐπιβάρυνσις διὰ χιλίων δρχ. κατ’ ἔτος, προκειμένου περὶ τοιαύτης παραγωγῆς; Θὰ συμβῇ, Κύριοι, καὶ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν τῆς πρώτης κατηγορίας ὅ,τι ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν τῆς δευτέρας κατηγορίας. Διότι, ὅτε ἐπεβλήθη ἡ βαρεῖα ἐκείνη φορολογία, ἐσκέφθησαν διάφοροι οἰνοπνευματοποιοὶ δευτέρας κατηγορίας νὰ συνεταιρισθῶσι δύο, τρεῖς καὶ τέσσαρες ἐνίοτε ὁμοῦ, οἵτινες κλείοντες τὰ ἄλλα οἰνοπνευματοποιεῖά των περιορίζονται εἰς ἓν μόνον. Ὑπάρχει ἐν Πάτραις ἓν ἡνωμένον οἰνοπνευματοποιεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπηρτίσθη ἀπὸ τέσσαρας οἰνοπνευματοποιοὺς δευτέρας κατηγορίας, ἔχοντας ἴδια ἐργοστάσια. Αὐτοὶ συνεκέντρωσαν τὴν ἐργασίαν των ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ πληρώνουσι δι’ ἓν μόνον οἰνοπνευματοποιεῖον τὸν φόρον ἔχοντες τὴν κατανάλωσιν τὴν ὁποίαν εἶχον καὶ πρὶν ὅλοι ὁμοῦ. Ὅ,τι λοιπὸν συνέβη ἐπ’ ἐκείνων θὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν τῆς πρώτης κατηγορίας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην οὗτοι νὰ προσφύγωσιν εἰς αὐτὰ τὰ μέτρα, προκειμένου περὶ καταβολῆς 1.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος μὲ παραγωγὴν 40,000 ὀκάδων καὶ ἄνευ ἀνταγωνισμοῦ πρὸς τὴν μικρὰν ἀπόσταξιν τῶν 13–14 χιλ. κοινῶν ἀμβύκων. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐχὶ περὶ δημεύσεως, οὐχὶ περὶ καταστροφῆς, πρέπει νὰ γίνῃ λόγος, ἀλλὰ μᾶλλον περὶ μιᾶς ἐπικερδοῦς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν κυρίως καθιστᾷ τοιαύτην τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον, καὶ ἐν τούτοις ὡς πρὸς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα ταῦτα ὑπείκων εἰς παραστάσεις τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ ἐνταῦθα καὶ ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Πάτραις καὶ ἐν Κερκύρᾳ συγκατατίθεμαι εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου ἐκ 1000 εἰς 800 δραχ. καὶ ταύτας καταβαλλομένας εἰς δύο δόσεις, ὅ,τι δηλ. ἐζήτησαν αὐτοί. Ἔρχεται τώρα τὸ ζήτημα τῶν ποτοποιῶν, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος λόγος ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἑρμιονίδος ἐξῆρεν ὅτι διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου παρασκευάζεται μονοπώλιον διὰ τοὺς μεγάλους οἰνοπνευματοποιοὺς εἰς βάρος τῶν ποτοποιῶν. Ἀλλά, Κύριοι, οἱ ποτοποιοί, οἵτινες τοσοῦτον θόρυβον προυκάλεσαν, πρὸς τίνα κυρίως ἀνταγωνίζονται; Πρὸς τὴν μικρὰν ἀπόσταξιν, ἡ ὁποία παράγει τὸ οὖζο καὶ τὸ τσίπουρο, ἅτινα εἶναι τὰ μᾶλλον διαδεδομένα ποτὰ εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις. Τὸ οὖζο λοιπὸν καὶ τὸ τσίπουρο, τὸ ὁποῖον παράγει ἡ μικρὰ ἀπόσταξις, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνταγωνίζονται πρὸς τὰ ποτὰ τῶν ποτοποιῶν. Προκειμένου δὲ νὰ περισταλῇ ἡ μικρὰ ἀπόσταξις, ἡ τόσῳ σοβαρῶς ἀνταγωνιζομένη πρὸς τὴν ποτοποιίαν, δὲν θὰ ἔχωσι κέρδος πολλοῦ λόγου ἄξιον καὶ οἱ ποτοποιοί; Καὶ δὲν ἦτο ὅλως ἄδικος ὁ θόρυβος αὐτὸς ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου; Μία καὶ μόνη τάξις πρόκειται νὰ πάθῃ, ἡ μικρὰ ἀπόσταξις. Περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Τὸ ζήτημα ὅμως ἔχει κυρίως ὡς ἑξῆς· Εἶναι ἀληθὲς ὅτι οἱ οἰνοπαραγωγοὶ ἔχουσιν ἓν κέρδος ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς τοιαύτης ἀποστάξεως, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠδύναντο νὰ προσδοκῶσιν ἀνακούφισίν τινα ἐν τῷ μέσῳ τῆς μεγάλης κρίσεως τὴν ὁποίαν διέρχονται τὴν σήμερον; Ναὶ ἢ ὄχι; Διότι ὁ λόγος οὗτος κυρίως προυβλήθη ὑπ’ ἐκείνων, οἵτινες ἔχουσιν ἐμβαθύνει εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος καὶ δὲν ἔρχονται ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ὁμιλῶσιν ἐπὶ τοῦ βήματος. Αὐτοὶ λοιπὸν ἀντέταξαν ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἡ οἰνοπαραγωγὴ διέρχεται τοιαύτην κρίσιν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀποστερήσωμεν αὐτὴν καὶ τοῦ γλίσχρου κέρδους ἐκ τῆς μικρᾶς ἀποστάξεως· Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει κυρίως ν’ ἀντιμετωπίσωμεν. Ἀλλὰ πρόκειται τῳόντι περὶ καταστροφῆς τῶν μικρῶν ἀποστακτῶν, ὡς ἰσχυρίσθησάν τινες; Περὶ ζημίας ναί, περὶ καταστροφῆς ὅμως ὄχι. Κύριοι, μήπως μέχρι τοῦδε αἱ 13,000 ἕως 14,000 κοινῶν ἀμβύκων δὲν ἦσαν ἐλεύθεροι παντὸς φόρου; Πῶς ὅμως δὲν ἐσώθη δι’ αὐτῶν ἡ οἰνοπαραγωγή; Πῶς ἔφθασεν αὐτὴ εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου; Οὐδεὶς πρέπει ν’ ἀμφιβάλῃ ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχεν ἴχνος ἐλπίδος νὰ σωθῇ ἡ οἰνοπαραγωγὴ διὰ τῆς τοιαύτης ἀποστάξεως, ἐγὼ πρῶτος θὰ ἔλεγον ὅτι οὐ μόνον φραγμόν τινα δὲν ἔπρεπε νὰ θέσωμεν εἰς αὐτήν, ἀλλά, εἰ δυνατόν, καὶ νὰ τὴν ἐνισχύσωμεν ἐκ παντὸς τρόπου, ὅπως σωθῇ ἡ οἰνοπαραγωγή. Ἀλλὰ δυστυχῶς, ὡς ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξεν, οὐδεμίαν βοήθειαν ἀληθῆ, οὐδεμίαν σωτηρίαν δύναται νὰ ἐλπίζῃ ἐκ τῆς μικρᾶς ἀποστάξεως ἡ οἰνοπαραγωγή, ἥτις ἀκριβῶς ὑπὸ τὴν ἐλευθερίαν τῆς μικρᾶς ἀποστάξεως ἔφθασεν εἰς τὸ κρίσιμον σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τὴν σήμερον. Ἤκουσα, Κύριοι, τῇ ἀληθείᾳ πρωτάκουστον θεωρίαν ἀναπτυσσομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, πρωτάκουστον, ἐννοῶ, ὑπὸ ἔποψιν ἐπιστημονικήν, ὅτι τὸ οἰνόπνευμα τὸ ἀκάθαρτον, τὸ ἀποσταζόμενον διὰ τῶν κοινῶν ἀμβύκων, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν ὑγείαν, ἀλλὰ τοὐναντίον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀπαραίτητον εἰς τοὺς ἡμετέρους γεωργούς, ὡς ἕν εἶδος πρώτης ἀνάγκης, ὡς αὐτόχρημα τονωτικὸν τῆς ὑγείας. Ἀλλά, Κύριοι, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος δὲν ἔχομεν νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ ἰδικά μας φῶτα, ἀλλ’ εἰς τὰ φῶτα τῆς ἐπιστήμης, εἰς τὰ ὁποῖα προσέφυγε πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ἡ μεγάλη κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἀνετέθη ἡ μελέτη τοῦ οἰνολογικοῦ ζητήματος. Τί δ’ ἀπεφάνθη τότε ἡ ἐπιστήμη; Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην ἑνὸς τῶν εἰδικωτάτων περὶ τὰ τοιαῦτα, τοῦ εἰδικοῦ καθηγητοῦ τῶν νευρικῶν νοσημάτων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, τοῦ κ. Κατσαρᾶ, ὅστις ἐπανειλημμένως ἐδημοσίευσεν ὅτι τὸ οἰνόπνευμα, καὶ κατ’ ἐξοχὴν τὸ ἀκάθαρτον, εἶναι ἐπιβλαβέστατον εἰς τὴν ὑγείαν, εἶναι δηλητήριον. Ἐπικαλοῦμαι προσέτι τὴν μαρτυρίαν τῆς μόνης Ἀρχῆς τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, ἵνα ἀποφανθῇ τὴν γνώμην περὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων, τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, ὑπὸ τὴν προεδρίαν ἑνὸς εἰδικοῦ περὶ τὰ τοιαῦτα, τοῦ καθηγητοῦ τῆς ὑγιεινῆς. Προυκλήθη τὸ Ἰατροσυνέδριον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἵνα ἐκφέρῃ γνώμην εἰς αὐτό· ἰδοὺ τί λέγει: (ἀναγινώσκει)· «Τὰ οἰνοπνεύματα τὰ παρασκευαζόμενα κλπ.». Ἡ ἐπιστήμη λοιπὸν καταδικάζει ἀμετακλήτως τὴν σούμαν καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς παρασκευαζόμενα ποτὰ ὡς κατ’ ἐξοχὴν δηλητηριώδη καὶ ἐπικίνδυνα εἰς τὴν ὑγείαν. Προκειμένου δέ, Κύριοι, περὶ τοιούτου κακοῦ κοινωνικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐξαίρει ἰδιαιτέρως ὁ κ. καθηγητὴς τῶν νευρικῶν νοσημάτων, προκειμένου περὶ ἀλκοολισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἤρξατο νὰ ἐπιπολάζῃ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ὑπὸ πολὺ ἀπαισιωτέραν μορφὴν ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου γίνεται κατάχρησις τοῦ οὔζου...
§74Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Οὐδείς.
§75ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὸ ὅμως ἰσχυρίζεται ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ ἔχῃ γνώμην αὐθεντικὴν περὶ τοῦ πράγματος, καθηγητὴς τῶν φρενικῶν νοσημάτων. Ὅτε δέ, Κύριοι, ἔχομεν τοιαύτην καταδίκην τοῦ ἀκαθάρτου οἰνοπνεύματος ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, ἐπιτρέπεται νὰ σκεπτώμεθα πῶς δυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸ κακὸν τοῦτο νὰ λυμαίνηται τὸν τόπον μας; Τὸ Κράτος ἔχει ἓν ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ ἐπιτελέσῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἐπιβάλῃ βαρεῖαν ὁπωσδήποτε φορολογίαν ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος τούτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ περιστείλῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν χρῆσιν καθόλου ἐν Ἑλλάδι τοιούτου ἀκαθάρτου οἰνοπνεύματος, ὅπερ τοιαῦτα ὀλέθρια ἔχει δι’ ἡμᾶς. Ἀλλά, Κύριοι, ἐνταῦθα γεννᾶται ἡ ἀπορία· ἀφοῦ τοιαύτην ἰδέαν ἔχομεν περὶ τοῦ ἀκαθάρτου οἰνοπνεύματος τοῦ ἀποσταζομένου διὰ τῶν κοινῶν ἀμβύκων, πῶς εὐνοοῦμεν μίαν ὡρισμένην περιφέρειαν ἐν Ἑλλάδι, τὴν τοῦ Τυρνάβου, καὶ πῶς τὴν εὔνοιαν αὐτὴν δὲν ἐπεκτείνομεν ἐφ’ ἁπάσης τῆς Ἑλλάδος; Ὅστις ὅμως ἀνέγνω μετὰ προσοχῆς τὴν σχετικὴν τροπολογίαν θὰ εἶδεν ὅτι προβαίνομεν εἰς τὸ μέτρον τὸ προκείμενον ἐξαιρετικῶς περὶ μιᾶς περιφερείας, ἥτις ἀνέκαθεν καὶ ἐπὶ τουρκοκρατίας εἶχεν ὡς κύριον ἔργον αὐτῆς τὴν τοιαύτην ἀπόσταξιν καὶ τὴν παραγωγὴν τοῦ λεγομένου οὔζου, τὸ ὁποῖον πολὺ καταναλίσκεται καὶ ἐν Τουρκίᾳ. Ἐνόμισα λοιπὸν ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ἐξαίρεσίν τινα διὰ τὴν μικρὰν ἀπόσταξιν τοῦ Τυρνάβου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἐξάγηται τὸ οἰνόπνευμα εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ὅπερ εἶναι εὔκολον. Ἐν οὐδεμιᾷ σχέσει εὑρίσκομαι μὲ τὴν περιφέρειαν ἐκείνην, ὥστε νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἐξ ἰδιαιτέρας εὐνοίας προέβην εἰς τὸ προκείμενον μέτρον. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τοιαύτη ἐξαίρεσις, τότε οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω ἐγώ, καὶ ἑπομένως εἰμὶ ἠναγκασμένος ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ν’ ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν.
§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Δεξιόθεν) Νὰ μὴ τὴν ἀποσύρητε.
§77ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλά, Κύριοι, ἀφοῦ ὁπωσδήποτε ἐπέρχεται ζημία εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ γεωργούς, οἵτινες ποιοῦνται χρῆσιν τῶν μικρῶν αὐτῶν ἀμβύκων, πῶς δυνάμεθα νὰ τοὺς ἀποζημιώσωμεν; Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι ὁ μόνος τρόπος, τὸ μόνον ἀντιστάθμισμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ παράσχωμεν εἰς αὐτούς, θὰ ἦτο, ἐὰν τὸν μέχρι τοῦδε εἰσπραττόμενον παρὰ τοῦ Δημοσίου φόρον τῶν ἀμπέλων καὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διεθέτομεν ὑπὲρ αὐτῶν τούτων τῶν μικρῶν ἀποστακτῶν. Ὅπως ὅμως δυνηθῶμεν νὰ διαθέσωμεν 2,500,000 περίπου ὑπὲρ τῶν ἀμπελοκτημόνων καὶ γεωργῶν, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν αὐτὰ ἐξησφαλισμένα ἐκ τῆς προσόδου τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος. Τὰ δύο ζητήματα εἶναι ἀδιαρρήκτως συνδεδεμένα. Θέλομεν νὰ προβῶμεν εἰς συνδρομήν τινα καὶ προστασίαν ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς καὶ καθόλου τῆς γεωργίας; Κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς τὸ οἰνόπνευμα. Βεβαίως, Κύριοι, ἔπρεπε νὰ εἶναι βαρὺς ὁ φόρος οὗτος, καὶ διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἡμῶν ἐπέβαλε δύο δραχμὰς κατὰ μετρικὴν ὀκᾶν· ἐγεννήθη ὅμως, ὡς γνωστόν, σφοδρὰ ἀντίδρασις κατ’ αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ ἰδίως ἐξετέθην εἰς ὕβρεις, εἰς προπηλακισμούς, εἰς ἀπειλὰς καὶ συκοφαντίας. Καὶ ἔμεινα μὲν ἀδιάφορος πρὸς τὰς τοιαύτας προσωπικὰς ἐπιθέσεις ἐναντίον μου, ἐν τούτοις ἡ σκέψις ὅτι, προκειμένου περὶ πρώτης ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τοῦ φόρου, ἔπρεπε νὰ μετριάσω αὐτὸν κατά τι, μ’ ἔπεισε νὰ ὑποχωρήσω ἐν μέτρῳ τινὶ εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἐπειδὴ δὲ ὁ προτεινόμενος φόρος πρὸς δύο δραχμὰς περίπου κατὰ μετρικὴν ὀκᾶν ἀναλογεῖ πρὸς 2 καὶ 50 περίπου κατὰ σταθμικὴν ὀκᾶν, ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον τοῦτον εἰς 1 καὶ 50 δραχ. κατὰ σταθμικὴν ὀκᾶν.
§78ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Καὶ νὰ καταστρέψητε τὴν μικρὰν βιομηχανίαν δωρεάν; Νὰ τοῖς βάλητε πέντε.
§79ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐγὼ ἔχω λόγον τινὰ νὰ θέλω νὰ εἶμαι ἰδιαιτέρως εὐάρεστος εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς ἢ ποτοποιούς;
§80ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δύο.
§81ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν δύο δραχμάς; δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀφοῦ τὸ θέλετε. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος ὀφείλω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς. Τὸ Κράτος εἶχε τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῶν ξένων κεφαλαιούχων, πρὸς οὓς ἐξεχωρήθη ὡς ὑπέγγυος πρόσοδος ἡ τοῦ πετρελαίου, ὁπωσδήποτε νὰ ἐπιβάλῃ φόρον τινὰ ἐπὶ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος, ὅπερ ἀνταγωνίζεται τώρα πρὸς τὸ πετρέλαιον. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἔχει αὐτὸ νομικὴν ἀλλ’ ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, διότι δικαιοῦνται οἱ ξένοι νὰ παραπονεθῶσιν ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐξεχωρήσαμεν πρὸς αὐτούς, ὡς ὑπέγγυον πρόσοδον, τὴν τοῦ πετρελαίου, μετὰ τοῦτο ἐδημιουργήσαμεν ἡμεῖς αὐτοὶ ἕνα τεχνικὸν φωτισμὸν ἐν Ἑλλάδι, τὸν τοῦ οἰνοπνεύματος, ὑπὸ συμφερωτέρους κάπως ὅρους καὶ οὕτω συνετέλεσαμεν εἰς μείωσιν τῶν εἰσπράξεων τοῦ πετρελαίου. Ἡ μείωσις αὕτη ὁσημέραι ἐπιτείνεται, θ’ ἀναγκάσῃ δ’ ἡμᾶς τάχιον ἢ βράδιον νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν προκείμενον φόρον. Ἡμεῖς, Κύριοι, μετὰ πολλὰς καὶ μακρὰς διαπραγματεύσεις συνεφωνήσαμεν μετὰ τῆς Δ. Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος 30 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλήν, μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον συγκατετέθη ἡ Δ. Οἰκ. Ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου ἐκ 30 εἰς 20 δρχ. τὸ κιβώτιον, περὶ οὗ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νῦν φόρου θὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ τοῦ φόρου τοῦ οἰνοπνεύματος τόσον τοῦ ποσίμου ὅσον καὶ τοῦ φωτιστικοῦ ὁρίζομεν κατὰ μετρικὴν ὀκᾶν. Ἡ μόνη ὑποχώρησις τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ὅτι ἠδυνάμην νὰ κάμω τώρα πρὸς τὴν ἑταιρείαν τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων εἶναι νὰ περιορίσωμεν τὴν φορολογίαν τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος ἀπὸ μετρικῆς εἰς σταθμικὴν ὀκᾶν. Τί σημαίνει τοῦτο; ὅτι ἐπέρχεται ἐλάττωσις τοῦ φόρου κατὰ ἕξ λεπτὰ περίπου κατ’ ὀκᾶν. Ἄλλη ὑποχώρησις εἶναι ἀδύνατος.
§82Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Διὰ τὸ βιομηχανικὸν οἰνόπνευμα;
§83ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δυστυχῶς δὲν δύναται νὰ γίνῃ διάκρισις μεταξὺ φωτιστικοῦ καὶ βιομηχανικοῦ οἰνοπνεύματος. Ἀδυνάτου οὔσης τῆς διακρίσεως ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν ἀμφότερα.
§84Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸ περὶ σταθμικῆς καὶ μετρικῆς ὀκᾶς δὲν εἶναι ὑποχώρησις τὴν ὁποίαν κάμνετε, διότι δὲν ὑπάρχει μετρικὴ ὀκᾶ ἐν Ἑλλάδι. Αὐτὰ εἶναι κατασκευάσματα τοῦ μακαρίτου Σιμοπούλου.
§85ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐν τούτοις πανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος, ὡς γνωστόν, ἡ λιανικὴ πώλησις τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος γίνεται διὰ μέτρων, οὐδέποτε δὲ διὰ σταθμῶν. Ἐγώ, Κύριοι, τέλος ὑπείκων εἰς τὴν ὁμόφωνον ἀπαίτησιν τῆς Βουλῆς δέχομαι νὰ μείνῃ ὁ φόρος τοῦ ποσίμου οἰνοπνεύματος εἰς δύο δραχμὰς κατὰ σταθμικὴν ὀκᾶν.
§86ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ μετρικὴν ὀκᾶν.
§87ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τοῦ δὲ φωτιστικοῦ εἰς 30 λεπτὰ ὡσαύτως κατὰ σταθμικὴν ὀκᾶν.
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (Δεξιόθεν καὶ ἀριστερόθεν). 20 λεπτά.
§89ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ὅμως ἀδυνατῶ νὰ δεχθῶ τοῦτο. Κύριοι ἀπέναντι αὐτῆς τῆς φορολογίας νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς ἀνταλλάγματα πρὸς ἐκείνους τοὺς ὁποίους κυρίως πλήττει αὐτή. Τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ ἀμπελοκτήμονες καὶ οἱ γεωργοί, χάριν τῶν ὁποίων καλεῖται νῦν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια, δι’ ὧν ὁ μὲν φόρος τῶν ἀμπέλων διατίθεται εἰς σύστασιν ταμείου ἀμύνης τῆς οἰνοπαραγωγῆς, ὁ δὲ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μετ’ ἄλλων τινῶν πόρων ὑπὲρ συστάσεως γεωργικοῦ ταμείου. Ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων θὰ εἰσπράττηται ὡς μέχρι τοῦδε, καὶ θὰ κατατίθηται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1911. Ἀφοῦ ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος θ’ ἀρχίσῃ βεβαιούμενος καὶ εἰσπραττόμενος ἀπὸ τῶν μέσων τοῦ ἔτους 1910, δίκαιον εἶναι, Κύριοι, νὰ μὴ καταργηθῇ ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων διὰ τὸ Δημόσιον. Ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς τοιαύτης προσόδου εἶναι δυνατὸν πολλὰ καὶ μεγάλα νὰ γίνωσιν ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Μία ἀκριβεστέρα εἴσπραξις τοῦ φόρου τούτου δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ περὶ τὸ ἑκατομμύριον, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ προσόδου ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἀντιπροσωπευούσης κεφάλαιον 16 περίπου ἑκατομμυρίων, πλεῖστα ὅσα δύνανται νὰ γίνωσιν ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Εἶναι δυνατόν, Κύριοι, καὶ τὸ πλεόνασμα αὐτῆς ν’ ἀφαιρῆται καὶ πρότυπα οἰνοποιεῖα νὰ ἱδρυθῶσι καὶ οἰνολογικοὶ σταθμοί, διὰ τῶν ὁποίων καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ὑφισταμένην οἰνικὴν κρίσιν καὶ νὰ καταστήσωμεν τὴν οἰνοπαραγωγὴν ἐθνικὸν πλοῦτον, ὁποία πρέπει αὐτὴ νὰ εἶναι διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ὑποβάλλω, Κύριοι, τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Συγχρόνως λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως γεωργικοῦ ταμείου» ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ταμεῖον τοῦτο προικοδοτεῖται διὰ τῶν ἑξῆς πόρων. Ἐν πρώτοις διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅστις ἐλαττοῦται κατά τι καὶ δὲν θὰ εἰσπράττηται ἐφεξῆς ὑφ’ οὓς ὅρους μέχρι τοῦδε. Ὁπωσδήποτε ἡ ἐξ αὐτοῦ πρόσοδος τοῦ γεωργικοῦ ταμείου θ’ ἀνέλθῃ εἰς ἓν ἑκατομμύριον καὶ τριακοσίας χιλιάδας δρχ. περίπου. Ὡς δεύτερον πόρον τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ταμείου προτείνομεν τὸ κεφάλαιον τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἦτο προωρισμένον διὰ τὰ ἕλη. Ἐπειδὴ περὶ τούτων λαμβάνεται ἄλλη πρόνοια ἀποτελεσματικωτέρα, ἔγνωμεν νὰ διαθέσωμεν αὐτὸ νῦν ὑπὲρ τοῦ γεωργικοῦ ταμείου, εἰς ὃ ἀνατίθενται αἱ ἑξῆς ἐργασίαι (ἀναγινώσκει)· «1) Ἡ σύνταξις κτηματολογικοῦ χάρτου ἐπὶ τῷ τέλει τῆς καταρτίσεως κτηματολογικῶν βιβλίων, δι’ ὧν νὰ βεβαιοῦται ἐπισήμως ἡ ἰδιοκτησία ἀκινήτων, ὡς καὶ πάντα τὰ ἐμπράγματα βάρη καὶ ἰδίᾳ αἱ δουλεῖαι, ὑποθῆκαι καὶ ἐμφυτεύσεις καὶ ἡ ἐπιφάνεια· 2) Ἡ κατάρτισις κτηματολογικῶν βιβλίων κατὰ γεωγραφικὰς περιφερείας καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τοὺς δι’ εἰδικοῦ νόμου περὶ τοιούτων βιβλίων καθοριστέους· 3) Ὁ καθορισμὸς τῶν ὁρίων τῆς ἀκινήτου περιουσίας, ὡς καὶ τῶν κοινοτικῶν περιφερειῶν ἐπὶ τοῦ κτηματολογικοῦ χάρτου, ὡς καὶ ἡ ἐπιτόπιος ὁροθεσία, καθόσον διὰ τοῦ εἰδικοῦ περὶ ὁροθεσίας ἀκινήτων νόμου δὲν ἤθελον ἐπιβληθῆ αἱ δαπάναι ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ τὰς κοινότητας· 4) Ἡ μελέτη καὶ ἐκτέλεσις ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ ἡ ἀποξήρανσις λιμνῶν καὶ ἑλῶν· 5) Ἡ σύνταξις εἰδικῆς ἀγροτικῆς συστατικῆς· 6) Ἡ ἀπονομὴ βραβείων εἰς τοὺς παράγοντας τελειότερα ἢ μᾶλλον ἐξηυγενισμένα εἴδη γεωργικῶν προϊόντων καὶ ἰδίως οἴνων, καρπῶν, καπνῶν καὶ κτηνῶν. 7) Γενικὴ καὶ συστηματικὴ μελέτη ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἢ ἐπιτροπῶν εἰδικῶν τῶν κατὰ τὴν γεωργίαν, κτηνοτροφίαν, καὶ ἁλιείαν πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν φυσικῶν, τεχνικῶν καὶ νομικῶν ὅρων καὶ συνθηκῶν τούτων πρὸς καθορισμὸν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν καὶ ὑπόδειξιν τοῦ τρόπου καὶ τῶν μέσων τῆς θεραπείας αὐτῶν, εἰδικώτερον ἡ μελέτη τῶν ἐπικειμένων ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν ἀκινήτων βαρῶν ἐκ δανείων καὶ τῆς σχέσεως τούτων πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν κτημάτων, τῶν σχέσεων τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν καὶ τῶν μεγάλων ἰδιοκτητῶν, ὡς καὶ ἡ ὑπόδειξις τῶν μέσων καὶ τοῦ τρόπου δι’ ὧν ἡ ἀγροτικὴ πίστις θ’ ἀνορθωθῇ διαρρυθμιζομένη ἐπὶ τὸ βέλτιον καὶ αἱ σχέσεις τῶν καλλιεργητῶν πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας δύνανται νὰ ῥυθμισθῶσιν εὐστοχώτερον». Τὸ γεωργικόν, Κύριοι, ταμεῖον συνιστᾶται κατὰ τὸ πρότυπον ἄλλων γεωργικῶν ταμείων, ἱδρυθέντων καὶ εὐδοκιμησάντων τὰ μάλιστα εἰς ἄλλας χώρας, εὑρισκομένας ὑφ’ ἃς καὶ ἡμεῖς συνθήκας. Ὡς παράδειγμα δὲ σᾶς ἀναφέρω τὴν Ῥωμουνίαν, ὅπου ὑπὸ παραπλησίους ὅρους ἔχει συσταθῇ τοῦτο, ταμεῖον τὸ ὁποῖον προήγαγε καὶ ἐβελτίωσε τὴν ἐκεῖ γεωργίαν εἰς τὴν σημερινὴν ἀκμήν της. Ἄνευ τοιούτου ταμείου δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ ἡ ἐν Ἑλλάδι γεωργία. Εἶναι δὲ καιρὸς τέλος πάντων νὰ μεριμνήσωμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τὴν γεωργίαν καὶ τοὺς γεωργικούς μας πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι, ἐγκαταλελειμμένοι εἰς τὴν τύχην ἐκπατρίζονται νῦν κατὰ χιλιάδας ἐτησίως. Εἶναι καιρὸς νὰ διαθέσωμεν τὰ προμνημονευθέντα ποσὰ ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ κλάδου τῆς ἐθνικῆς μας παραγωγῆς, ἐκ τοῦ ὁποίου κατὰ μέγα μέρος ἐξήρτηται τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς χώρας ἡμῶν. Προκειμένου δέ, Κύριοι, περὶ τοιούτου γεωργικοῦ ταμείου, ἡ χώρα, ἥτις ἔχει νὰ ὠφεληθῇ κατ’ ἐξοχὴν ἐξ αὐτοῦ, εἶναι ἡ Θεσσαλία, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων ἐθεώρησεν ὡς ἀπόκληρον πάσης μερίμνης τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω ν’ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθόν, ἵν’ ἀποδείξω τί ἐγένετο μέχρι τοῦδε ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας. Ἀλλὰ καὶ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα σήμερον ὑποβάλλομεν εἰς τὴν Βουλὴν τόσον περὶ τοῦ γεωργικοῦ ταμείου ὅσον καὶ περὶ κτηματολογίου βεβαίως κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον θὰ ὠφελήσωσι τὴν Θεσσαλίαν.
§90Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποῖον Ὑπουργεῖον θὰ ὑπάγηται;
§91ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ ὄγδοον. Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν εἶναι ἐμὸν ἔργον, ἀλλ’ εἶναι ἔργον ἀνδρῶν οἵτινες ἔχουσιν ἀφιερώσει ὁλόκληρον τὸν βίον των εἰς μελέτας τῶν τοιούτων ζητημάτων.
§92Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί;
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Καροῦσος καὶ εἷς τῶν ὑποδιοικητῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἐννοεῖται, συνεβουλεύθημεν καὶ τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν ἐκείνων ἰδίως οἵτινες ἔχουσιν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν χαρτογραφικὴν ὑπηρεσίαν ἐν Ἑλλάδι. Ἡμεῖς νομίζομεν, Κύριοι, ὅτι διὰ τῶν νομοσχεδίων τούτων, ἐὰν τύχωσι τῆς ψήφου ὑμῶν καὶ γίνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, καταθέτομεν τὸν θεμέλιον λίθον τῆς γεωργικῆς ἀνορθώσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων τούτων ἂς μὴ ἀναμένωμεν βελτίωσιν ἀξίαν λόγου τῆς γεωργίας καὶ τῆς τύχης τῶν γεωργικῶν ἡμῶν πληθυσμῶν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι, ὅπως τὰ μέτρα ταῦτα ἐφαρμοσθῶσιν, ἀνάγκη πρὸ παντὸς νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος, ἄνευ τοῦ ὁποίου οὐδέτερον τῶν μέτρων τούτων δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ.
§94Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τὸν χρόνον τῆς καταβολῆς τῶν τριῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν;
§95ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ Κράτος....
§96Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Εἶναι ἀξιόχρεον.
§97ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως εἶναι ἀξιόχρεον. Ἀναγράφομεν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τὸν τόκον αὐτῶν.
§98Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον τόκον;
§99ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸς πέντε τοῖς ἑκατὸν τόκον, ὅσον ἀποφέρουσι καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, ἔχομεν κατ’ ἔτος ἑκατὸν πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν. Εἶναι αὐτὸς ὁ τόκος πολὺ συμφερώτερος ἀπὸ τὸν τόκον τὸν ὁποῖον θὰ εἴχομεν, ἐὰν κατεθέτομεν τὸ ποσὸν αὐτὸ εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἀφοῦ ὁ τόκος τῶν ἐντόκων γραμματίων εἶναι πέντε τοῖς ἑκατόν, εἶναι ἄτοπον, ἀτοπώτατον νὰ κατατίθηνται χρήματα εἰς τὴν Τράπεζαν ἐπὶ τόκῳ μετριωτέρῳ. Πάντοτε τὸ Κράτος ὑπῆρξεν ἐνήμερον εἰς τὰς τοιαύτας ὀφειλάς, οὐδὲ καθυστέρησέ ποτε κανένα τόκον. Ἠναγκάσθη ἅπαξ ἐν ἔτει 1893 διὰ λόγους οὓς πάντες γινώσκομεν ν’ ἀναστείλῃ τὰς πληρωμάς του. Μέχρις ὅμως τῆς ἡμέρας ἐκείνης εἶχε πάντοτε καταβάλει τοὺς τόκους του ἐμπροθέσμως καὶ ἀνελλιπῶς. Ἀφ’ ὅτου δ’ ἐπῆλθεν ὁ συμβιβασμὸς οὐδέποτε καθυστέρησε τόκους. Εἶναι καιρὸς νὰ ὁμιλῶμεν μετὰ πλείονος σεβασμοῦ περὶ τοῦ Κράτους αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀντιπροσωπεύομεν ἐνταῦθα καὶ τὸ ὁποῖον θὰ καταστῇ ἱκανὸν ἔτι μᾶλλον νὰ ἐκπληροῖ ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις του ἐν τῷ μέλλοντι μετὰ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τὰ ὁποῖα τῇ εἰσηγήσει ἡμῶν μέχρι τοῦδε ἡ Βουλὴ ἐψήφισε, μάλιστα δὲ μετὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα νῦν προτείνομεν εἰς αὐτήν. Τὰ μέτρα, Κύριοι, ταῦτα εἶναι δύο νομοσχέδια δι’ ὧν ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν πρὸς συνομολόγησιν δανείων, ἑνὸς μὲν ἐξ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου ἑκατὸν πεντήκοντα ἑκατομμυρίων, ἑτέρου δὲ ἐξ ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν χρυσῶν. Τὸ τελευταῖον πρόκειται νὰ πραγματοποιηθῇ βαθμιαίως ἀνὰ πέντε ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος πρὸς βαθμιαίαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Διὰ τὰ δάνεια ταῦτα προτείνομεν ὡς ὑπεγγύους προσόδους πρῶτον τὴν ἐκ τοῦ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως, δεύτερον τὴν ἐκ τοῦ προσθέτου δικαιώματος ἐκ δύο δραχμῶν ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ κατ’ ὀκᾶν, τρίτον τὴν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, τέταρτον τὰ πλεονάσματα ἐκ τῶν ὑπεγγύων προσόδων τοῦ Ἐλέγχου, πέμπτον καὶ τελευταῖον τὰ δύο ἑκατομμύρια εἰς τραπεζικὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα εἴμεθα νῦν ὑποχρεωμένοι κατὰ τὴν σύμβασιν περὶ Διεθνοῦς Ἐλέγχου νὰ ἐξαφανίζωμεν κατ’ ἔτος. Διότι προκειμένου, Κύριοι, νὰ καταβάλλωμεν κατ’ ἔτος πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν εἰς χρυσόν, ὅπως ἄρωμεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας ἴσον ποσὸν τραπεζικῶν γραμματίων βεβαίως οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ πλέον περὶ ὑποχρεώσεως ὅπως ἐξαφανίζωμεν ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας τὰ δύο ἑκατομμύρια.
§100Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσα ὑπολογίζετε ἐν συνόλῳ;
§101ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Περὶ τὰ εἴκοσι καὶ πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ὡς παρατηρεῖτε, Κύριοι, προτείνομεν προσόδους τοιαύτας αἱ ὁποῖαι ὁπωσδήποτε δύνανται νὰ κινήσωσι τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ξένων κεφαλαιούχων πρὸς συνομολόγησιν δανείων μεθ’ ἡμῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ τονίσω εἶναι ὅτι τὸ μέγα δάνειον δὲν ἔχει ἄλλον προορισμὸν ἢ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ παράσχῃ εἰς ἡμᾶς τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων ἐν Ἑλλάδι. Τὸ ἕτερον δάνειον εἶναι προωρισμένον, ὡς ἐδήλωσα ἤδη, διὰ τὴν βαθμιαίαν ἄρσιν τῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Ὅταν, Κύριοι, ἡ Βουλὴ εὐαρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀργυρῶν κερμάτων, τότε θὰ ἴδῃ κατὰ ποῖον τρόπον ἡμεῖς ἐννοοῦμεν νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς παρούσης ὄχι μόνον οἰκονομικῆς, ἀλλὰ καὶ νομισματικῆς κρίσεως. Διότι, Κύριοι, εἶναι καιρὸς νὰ ὁμολογήσωμεν, καὶ ἂν δὲν ὁμολογοῦμεν ἡμεῖς τοῦτο, μᾶς τὸ ἐπιβάλλουσι τὰ πράγματα, ὅτι εὑρισκόμεθα ὑπὸ κρίσιν οἰκονομικήν, κρίσιν διήκουσαν δι’ ὅλων τῶν κοινωνικῶν ἡμῶν τάξεων. Εἰς τοῦτο συνετέλεσαν καὶ ἄλλα γεγονότα, κυρίως ὅμως καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἡ νομισματικὴ κατάστασις τῆς χώρας ἡμῶν. Ἐὰν δὲν ζητήσωμεν νὰ λάβωμεν πάντα τὰ δυνατὰ μέτρα πρὸς τοῦτο· ἐὰν δὲν ζητήσωμεν ἰδίως νὰ ἐνισχύσωμεν καὶ πάντα ἄλλον παραγωγικὸν ἡμῶν κλάδον, μάλιστα διὰ τὴν γεωργίαν, μάτην θ’ ἀποβῇ πᾶσα ἄλλη ἀπόπειρα πρὸς οἱανδήποτε βελτίωσιν τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐμελετήσαμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, τὸ δὲ πόρισμα τῆς μελέτης ἡμῶν ὑποβάλλομεν εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἀλαθήτου. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν μόνον τὰ ζητήματα ταῦτα νὰ μελετήσῃ σοβαρῶς, διότι ἐκ τῆς αἰσίας αὐτῶν λύσεως ἐξήρτηται τὸ πᾶν δι’ ἡμᾶς. Βεβαίως οὔτε αἱ οἰκονομίαι οὔτε οἱ νέοι φόροι θὰ ἐπαρκέσωσιν, ἵνα ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς παρούσης οἰκονομικῆς κρίσεως, ἐὰν δὲν ἐπιδιώξωμεν συγχρόνως καὶ τὴν ἐνίσχυσιν πάντων τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν παραγόντων, ἰδίως δὲ τῆς γεωργίας. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν, Κύριοι, νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος, ὡς καὶ ἀρχόμενος τοῦ λόγου εἶπον, συνδέεται ἀρρήκτως μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας, τούτου δ’ ἕνεκεν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισίν του· διότι ἄλλως δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ προϊσταμένη τῶν κοινῶν πραγμάτων. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἑρμιονίδος, ἀγορεύων κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἐπεξέτεινε τὸν λόγον εἰς γενικὴν ἐπισκόπησιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ δὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν, χωρὶς δὲ νὰ κρύψῃ τὴν ἰδίαν ἀπαισιοδοξίαν περὶ τῆς καταστάσεως ταύτης, ᾤκτιρε καὶ ἐταλάνισεν ἡμᾶς διὰ τὴν ἄκραν αἰσιοδοξίαν μεθ’ ἧς ἐπελήφθημεν τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως. Ἐν τῇ ἄκρᾳ ἀπαισιοδοξίᾳ του δὲν ἐδίστασεν αὐτὸς νὰ διακηρύξῃ, ὅτι πάντα τὰ ἡμέτερα μέτρα καὶ αἱ οἰκονομίαι καὶ οἱ νέοι φόροι εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ συντελέσωσιν ἢ εἰς τὸ νὰ καταστήσωσιν ἀναπόδραστον τὴν ἐπαπειλουμένην εἰς ἡμᾶς οἰκονομικὴν καταστροφήν. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐπετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν. Ὅ,τι ἐθεωροῦμεν σωστικὸν ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ τοῦ τόπου ἀπὸ χρηστοῦ τοῦ συνειδότος ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν θέλω νὰ προκαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἑρμιονίδος νὰ ὑποδείξῃ αὐτὸς ἄλλα μέτρα ἀποτελεσματικώτερα ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προεβάλομεν, διότι ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν ὅτι, ἐκεῖ ὅπου ἔφθασαν τὰ πράγματα ἡμῶν, εἶναι, ἂν ὄχι ἀδύνατος, δύσκολος ὅμως πᾶσα θεραπεία αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ τῆς τοιαύτης ἀπαισιοδοξίας ὁμολογῶ ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα αἰσιόδοξοι καὶ ἐν τῇ αἰσιοδοξίᾳ ἡμῶν ἐπελήφθημεν τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως. Εἴμεθα αἰσιόδοξοι, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τὴν ζωτικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐπὶ τὴν ζωτικότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Εἴμεθα αἰσιόδοξοι, διότι νομίζομεν ὅτι ἔθνος τὸ ὁποῖον ἀριθμεῖ ὑπερτρισχιλιετῆ βίον, τὸ ὁποῖον διῆλθε τοσαύτας καὶ τηλικαύτας κρίσεις, τοσούτους καὶ τηλικούτους κινδύνους καὶ πάντοτε ἐπέπλευσε καὶ ἀνεβλάστησεν ὡς φοῖνιξ, ὅτι τὸ ἔθνος αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ καταστραφῇ ἕνεκα τῆς κρίσεως ἡ ὁποία τὴν σήμερον τὸ κατατρύχει. Ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι θ’ ἀντιπαρέλθῃ τὴν κρίσιν καὶ τοὺς ἐπαπειλοῦντας αὐτὸ κινδύνους καὶ θ’ ἀποδυθῇ εἰς τὴν μεγάλην ἱστορικήν του ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἐξασφαλίζει εἰς αὐτὸ τὸ μέγα καὶ ἔνδοξον παρελθόν του. (Εὖγε, εὖγε). (Ὅρα νομοσχέδια ἐν Παραρτήματι, ἀριθμ. 764–766).
§102Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ἐξίσταμαι ἐκ τῆς θαυμασίας ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὸ ἔποψιν φιλολογικήν, καλλιτεχνικήν, θεωρητικήν, ἐνεπλήθην δὲ χαρᾶς, διότι θέλουσιν ἀναπνεύσει οἱ δύσμοιροι Θεσσαλοί, διότι εὑρέθη ὁ ἀπὸ μηχανῆς θεός, ἡ ἐπίνοια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία θέλει σώσει αὐτοὺς ἀπὸ τὴν μέλλουσαν καταστροφήν. Δυστυχῶς ὅμως ὅλα αὐτὰ εἶναι ὑποσχέσεις ἀνεφάρμοστοι, ὡς ἐκεῖναι τὰς ὁποίας κάμνουσι πρὸς μικρὰ παιδία. Καί, ἐν ᾧ ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐπιφέρῃ τραῦμα καίριον κατὰ τῶν δυστυχῶν χωρικῶν, ἐξ ἄλλου ὑπόσχεται ὅτι εἰς τὸ σωτήριον ἔτος 1911 θέλει μεριμνήσει, ὅπως γίνῃ κτηματολόγιον, ὅπως ἱδρυθῇ ταμεῖον τῆς οἰνοποιίας κλπ. Αἱ ὑποσχέσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι μπουρμπουλήθρες, διὰ νὰ πεισθῶμεν ἡμεῖς νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς ζήτημα τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ζωτικώτατον διὰ τοὺς πληθυσμοὺς οὓς ἀντιπροσωπεύομεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς προσφέρει μετὰ μεγάλης εὐκολίας ἑκατομμύρια. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἀφοῦ πρόκειται διὰ τῶν 3.000.000 νὰ ἐπέλθωσιν ὅλα αὐτὰ τὰ καλά, ὁ χρυσοῦς αἰὼν εἰς τὴν Θεσσαλίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα, διατί δὲν κρατεῖ τὰ 3.000.000 ἐκ τῶν φόρων οὓς θέλει νὰ καταργήσῃ, καὶ δι’ αὐτῶν νὰ προικοδοτήσῃ τοὺς δυστυχεῖς θεσσαλικοὺς πληθυσμοὺς καὶ πάντας τοὺς Ἕλληνας διὰ τῶν ἀγαθῶν τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται ὅτι θὰ προσφέρῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὸ ἔθνος; Ἐννοῶ, Κύριοι, νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τῆς ἀσθενοῦς μου φωνῆς κατὰ τῆς ἐπαπειλουμένης καταστροφῆς τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεχώρησε πρὸ τῶν ἰσχυρῶν καὶ τῶν μεγαλοσχήμων καὶ ἔκαμε παραχωρήσεις, πρὸ δὲ τῶν χωρικῶν τῶν ἀδυνάτων ν’ ἀντιδράσωσι δὲν ὑποχωρεῖ, ἐγὼ ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν συμπολιτῶν μου ἐκείνων διαμαρτυρόμενος λυποῦμαι ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ματαιώσω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὀλεθρίου διὰ τὸν τόπον, καὶ καταλήγω ζητῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως τοὐλάχιστον τὸ προνόμιον ὅπερ εὐηρεστήθη νὰ παραχωρήσῃ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπὶ τῆς λοιπῆς Θεσσαλίας. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου.
§103Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Μετὰ τὰς προκαταρκτικὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς λαβούσας χώραν πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος τούτου ἤλπιζον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤθελε προσαρμοσθῆ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἤθελε προβῆ εἰς ἐλάφρυνσιν τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, καθόσον ὁ φόρος τῶν 2 δραχμῶν εἶναι βαρύτατος διὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ὁ φόρος οὗτος θέλει καταβληθῆ ὑπὸ τῆς καταναλώσεως, ἤτοι ὑπὸ τοῦ πληθυσμοῦ, ὅστις εὑρίσκεται εἰς μεγάλην ἐξάντλησιν. Ὅτε δὲ τοιοῦτοι φόροι καταπιέζουσι τὴν κατανάλωσιν, βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ἔχει ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος.
§104ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατῆλθον εἰς τὴν 1.60.
§105Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι βαρύ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπελήφθη καὶ τοῦ ζητήματος τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐπειδὴ τοῦτο ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐξάντλησιν τῶν παρακρατημάτων, ἅτινα ὀγκώδη ἔχουσι συσσωρευθῇ πρὸς ζημίαν καὶ τῶν ἄλλων παραγωγῶν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τούτου τὴν φορολογίαν κάμνων μάλιστα διάκρισιν ὡς πρὸς τὸ οἰνόπνευμα τὸ χρησιμεῦον διὰ τὴν βιομηχανίαν. Τὴν μεγαλειτέραν ἀντίστασιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προυκάλεσαν οἱ κάτοχοι τῶν ἀμβύκων, οἵτινες ἐπεξεργάζονται τὰ προϊόντα τῆς οἰνοπαραγωγῆς, ἐπειδὴ δ’ αὕτη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εὑρέθη πρὸ μυρίων κινδύνων, ἐθεωρήθη καλόν, ὅπως προστατεύσωμεν αὐτήν. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον μετὰ μεγίστης ζωηρότητος καὶ ἐνδιαφέροντος πολλοῦ συνεζητήθη τὸ ζήτημα τῆς οἰνοπαραγωγῆς καὶ ἐζητήθη ἡ προστασία ταύτης, δι’ ἣν προσεφέρθησαν ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ. Ἡ μεγαλειτέρα ἀντίστασις ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἦτο ἡ ζημία τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ἡ οἰνοπαραγωγή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καυχᾶται διαρκῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι εὐηργέτησε τὴν οἰνοπαραγωγὴν διὰ τῆς καταργήσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, ἀλλὰ κατάργησις τῆς στρεμματικῆς φορολογίας ὡμολόγησεν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι δὲν λαμβάνει χώραν, διαθέτει ὅμως τὸ ποσὸν τοῦτο, τὸ ἐκ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, τὸ διαθέτει ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Ἐδῶ νομίζω ὅτι ἐζημίωσε καὶ τὸ Δημόσιον καὶ ἐλάχιστα ὠφέλησε τὴν οἰνοπαραγωγήν. Ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον, διότι φόρον ὁ ὁποῖος ὁλόκληρος ἀνῆκεν εἰς τὸ Δημόσιον μετέφερεν ὡς μέσον ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς· ἐνῷ κατὰ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸ πολλοῦ ὁ φόρος οὗτος θὰ ἔμενεν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἢ θὰ περιήρχετο ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Ἐὰν πράγματι ἐπιθυμῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ πλέον νὰ συντρέξῃ τὴν οἰνοπαραγωγήν, ὁ φόρος οὗτος, ὁ ὁποῖος μετατίθεται καὶ προορίζεται διὰ τὴν οἰνοπαραγωγήν, ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἢ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου ἢ ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς, ἐὰν μέτρα σπουδαιότερα ἦτο σκοπὸς νὰ ληφθῶσι, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχεν ἓν ὅπλον ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς ἐπὶ πλέον, εἶχεν αὐτοὺς τοὺς ἄμβυκας, ἐὰν παρεχωροῦντο εἴς τινα ἐκ τῶν ἑταιρειῶν αἱ ὁποῖαι εἶχον προέλθει εἰς συζητήσεις, τὸ ὅπλον τοῦτο πραγματικῶς ἤθελεν ἀποβῆ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς παραγωγῆς ἄνευ ζημίας τοῦ Δημοσίου καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ ἐδάφους τούτου τῶν συζητήσεων μετεφέρθη εἰς ἄλλο ἔδαφος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶχε τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα οὔτε ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου οὔτε ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Ὁπωσδήποτε ὅμως, ὅπως τίθενται σήμερον τὰ ζητήματα, ὡς ζητήματα ἐθνικῆς ἀνάγκης, ἡ ἀντίστασις ἡμῶν παραλύεται. Διὰ τοῦτο ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀναλύσω τὰ διάφορα θέματα, ἐφ’ ὧν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔφερε τὸν λόγον. Ἤθελον ὅμως νὰ συστήσω εἰς αὐτόν, ὅπως φανῇ γενναιότερος κατὰ τὰς συζητήσεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπακολουθήσωσιν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὅπως μειώσῃ τοὺς βαρεῖς τούτους ὅρους, τοὺς ὁποίους θέτει προκειμένου περὶ τῶν ἀμβύκων, διότι, ὅτε ὑψοῦμεν τὴν φωνὴν ὅτι δημεύει τὴν περιουσίαν, δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τόσον ἐλαφρῶς νὰ διατυπώσῃ τὰς ἰδέας του, διότι, ἂν εἶχε τὸ θάρρος, ὤφειλε νὰ φέρῃ μέτρον ἀπαγορεῦον ἐντελῶς τὴν ἀπόσταξιν. Ἐπειδὴ ὅμως τοιοῦτο μέτρον δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ, ἔφερε πλάγιον διαξιφισμόν, καταργῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς ἄμβυκας. Δύο λόγους ἰσχυροὺς ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργός· τὸν ἕνα ταμιευτικόν, κατὰ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἀντίστασιν· τὸν ἕτερον, ὅπως μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι ἰσχυροί, ἰσχυρότατοι, εἰς ἐμὲ δὲ λόγῳ τοῦ ἐπαγγέλματος, τὸ ὁποῖον ἔχω, ἐπιβάλλεται, ἵνα ἐκτιμήσω τὰ πράγματα καὶ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Πολλάκις ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου γνώμας ὑγιεινολογικάς, ἀλλ’ αἱ γνῶμαι αὗται δὲν στηρίζονται ἐπὶ ὅλου τοῦ ἐδάφους τῶν ἰσχυρισμῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἀναγινώσκων πρὸ ὀλίγου τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου, ἐπέμενεν εἰς τοῦτο, διότι τὸ Ἰατροσυνέδριον ἔχει τὴν γνώμην ἐκείνην ἣν πᾶς ἐπιστήμων ἔχει, ὅτι τὰ οἰνοπνεύματα φέρουσι βλάβην. Τοιαῦτα ὅμως οἰνοπνεύματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐν νῷ οἱ ἐπιστήμονες, εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποκομίζουσιν ἐκ τῶν ἄλλων κέντρων, ὅπου ἄλλα εἴδη οἰνοπνευμάτων παράγονται, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὅλας τὰς ἀκαθάρτους ὕλας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβλαβῶς ἐπενεργοῦσιν ἐπὶ τῆς ὑγείας τῶν ἀτόμων. Παρ’ ἡμῖν τοιαῦται στατιστικαί, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐνδεικνύωσιν ἂν ἐπῆλθε ζημία ἢ ὄχι, δὲν ὑπάρχουσι· δὲν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς στατιστικήν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καθορίζῃ ὁποία εἶναι ἡ ἐπίδρασις τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ οὕτω πως παρασκευασθέντος, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ κίνδυνος ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ διὰ τὸ ὁποῖον οἰνόπνευμα ἀφήνει πᾶσαν ἐλευθερίαν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐνόσῳ δὲ δὲν ἔχει τοιαύτην στατιστικήν, δι’ ἧς ν’ ἀποδεικνύῃ ὅτι ἐπέφερε τόσην καταστροφὴν εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Θεσσαλίας, δὲν δικαιοῦται νὰ ὁμιλῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον περὶ τῆς δημοσίας ὑγείας· διότι ἡμεῖς γνωρίζομεν ὅτι ἀλκοολικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι εἰς τοὺς ὁποίους ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος οὐδεμίαν βλάβην θὰ φέρῃ· εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ἄεργοι εἰς τοὺς ὁποίους τὸ οἰνόπνευμα φέρει πραγματικὴν βλάβην, ὅταν ὑπερβαίνωσι τὰ ὅρια τῆς χρήσεως. Ἐν Θεσσαλίᾳ ὅμως χρησιμεύει τὸ οἰνόπνευμα ὅπως χρησιμεύει εἰς ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα ὁ οἶνος. Καὶ ὁ οἶνος ἔχει οἰνόπνευμα καὶ ὁ ζῦθος ἔχει οἰνόπνευμα, ἡ δὲ ἐργατικὴ τάξις σπανίως προσβάλλεται ἐκ τῆς ἐπιδράσεως τῶν τοιούτων ποτῶν, διότι πρέπει νὰ εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ οἰνόπνευμα δὲν χρησιμεύει πρὸς ἄλλο ἢ πρὸς δύναμιν· τὸ οἰνόπνευμα ὅθεν μεταβάλλεται εἰς δύναμιν, ἡ δὲ δύναμις εἰς ἐργασίαν. Ἀποστεροῦντες τοὺς ἐργατικοὺς πληθυσμοὺς τῆς χρήσεως οἰνοπνεύματος ἢ οἴνου ἀποστερεῖτε αὐτοὺς τῆς δυνάμεως πρὸς ἐργασίαν, διότι ἐν τῇ ἐπιστήμῃ ὑπάρχει γνώμη καὶ ὑπάρχει ἀλήθεια ὅτι τὸ οἰνόπνευμα πινόμενον μεταβάλλεται εἰς δύναμιν, ἡ ὁποία χρησιμεύει πρὸς ἐργασίαν· τὸ οἰνόπνευμα χρησιμεύει εἰς τὸν ἐργάτην ὅπως ὁ ἄνθραξ εἰς τὰς ἀτμομηχανάς. Περιορίζων τὴν ὁμιλίαν μου ταύτην ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χρόνου καταλλήλου ἀναγκάζομαι νὰ συστήσω καὶ πάλιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως φανῇ εὐνοϊκώτερος πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν ἀμβύκων, ἐλαττώσῃ δὲ κατά τι τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος καθὼς καὶ τὸν τοῦ φωτιστικοῦ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουντουριώτης.
§107Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ἀπηυδήσαμεν ἐπὶ τέλους.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυνατὸν ν’ ἀπηυδήσατε, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ στερήσωμέν τινα τοῦ λόγου.
§109Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νὰ μὲ ἐγγράψητε εἰς τὸ ἄρθρον 6.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§111Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὴν ἀποσύρομεν.
§112Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Μάλιστα.
§113Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ μάθητε, ὅταν θέτητε τὰ ὀνόματά σας, νὰ μὴ τὰ ἀπαλείφητε κατόπιν.
§114Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι ὅτι μέγας ἀγὼν ἐγένετο ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ δικαίως ὁ ἀγὼν ἦτο μέγιστος, καθόσον δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου καθαρῶς φορολογικοῦ, ἀλλὰ περὶ νομοσχεδίου δημευτικοῦ, διότι, ἂν ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίου φορολογικοῦ, βεβαίως δὲν θὰ ἠδυνάμεθα, ὑφ’ οὓς ὅρους εὑρισκόμεθα σήμερον καὶ ὑφ’ ἃς περιστάσεις διατελοῦμεν, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν τοιαύτας μικρὰς συζητήσεις καὶ τοιαύτας ἀντιδράσεις, ἀλλὰ προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, ὡς εἶπον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁλόκληροι πληθυσμοὶ ἀμπελοκτημόνων καταστρέφονται, δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς καὶ ἰδίως οἱ ἐκ Θεσσαλίας καταγόμενοι εἰμὴ ν’ ἀμυνθῶμεν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῶν συμπολιτῶν μας. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκόν μου, ὅπως ὑποβάλω καὶ τὴν πρότασιν ἐπὶ τῆς ὁποίας μέλλει ἡ Βουλὴ ἤδη ν’ ἀποφανθῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ αἱ τόσαι διαμαρτυρίαι τόσων συναδέλφων ἐπιφανῶν, τὰ τόσα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συγκλονήσωσι τὴν πεποίθησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὰ ἄκρα. Ὡς ἐκ τούτου εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τονίσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τόσον ἐξ ὀνόματός μου ὅσον καὶ ἐξ ὀνόματος πάντων, νομίζω, τῶν λοιπῶν συναδέλφων, ἰδίως τῶν ἐκ Θεσσαλίας, ὅτι τὰ πάντα μετεχειρίσθημεν, ὅπως ἀποσοβήσωμεν τὸν ἐπαπειλούμενον κίνδυνον, ὅστις ἐπικρέμαται ἐπὶ τὰς κεφαλὰς τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν, ἀλλ’ ἡ ἰσχυρογνωμοσύνη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προέβαλε μετὰ τοσαύτης πεισμονῆς, ὥστε νὰ ματαιώσῃ πάντας τοὺς ἀγῶνας ἡμῶν, ἀφοῦ μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θεωρεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον τῆς δημοσιονομικῆς καὶ οἰκονομικῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους, καὶ ἀφοῦ συνέστησε τὴν τύχην τοῦ Κράτους μετὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μεθ’ ὃ βεβαίως νομίζω ὅτι πᾶσα ἀντίστασις εἶναι περιττή. Ὡς ἐκ τούτου νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τελευταίαν φορὰν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ τὴν ἀγρίαν καταστροφήν, τὴν ὁποίαν ὁλόκληροι τάξεις δυστυχῶν χωρικῶν ὑφίστανται, καὶ νὰ τονίσω ὅτι οἱ γόοι καὶ αἱ ἀραὶ τῶν πληθυσμῶν τούτων ἂς ὦσιν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ἐκείνων οἵτινες συνεργάζονται μετ’ αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ καταλήγων ἀποσύρω τὴν πρότασιν.
§115Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ ὑποστηρίξητε τὴν πρότασιν, ἂν ἔχητε τὸ θάρρος. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον κάμνετε εἶναι δημοκοπία, διότι γνωρίζετε ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ δημοκοπῆτε. (Διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν). Τὴν εὐθύνην ἔχομεν ὅλοι.
§116Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν χωρὶς νὰ ζητῶ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· εἶναι δικαίωμά μου, νομίζω, ν’ ἀποσύρω τὴν πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ νὰ ζητήσω νὰ γίνῃ ψηφοφορία δι’ ἀναστάσεως. Ἂν ἔχητε σθένος καὶ νομίζητε ὅτι δύνασθε νὰ κάμητε σεῖς τὸν θαρραλέον, νὰ ὑποβάλητε σεῖς πρότασιν περὶ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§117ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε εἶπον πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φέρει ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην διὰ τὰ μέτρα ἅτινα ὑπέβαλεν. Ἐὰν ἐξ αὐτῶν δὲν προέλθωσι τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν, ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην· ἐὰν ὅμως ἐπέλθωσι τὰ ἀγαθά, ὡς εἶναι βέβαιον, ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα θ’ ἀνήκῃ εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην.
§118Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα μὴ ὁ Ἔλεγχος ὑπολάβῃ τὴν Βουλὴν ὡς μὴ ἐμμένουσαν εἰς τὰς συμφωνίας της, νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν ὅπως τὸ οἰνόπνευμα φορολογηθῇ μὲ μετρικὴν ὀκᾶν. Αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους, ἀνεξαρτήτως τῶν συμφερόντων τὰ ὁποῖα δύναται νὰ προσβάλῃ.
§119Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ μὲν νομοσχέδιον ἀναφέρει τὴν τιμὴν τῶν 2 δραχμῶν μὲ μετρητὴν ὀκᾶν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι μετὰ μελέτην ἔχει ἀποφασίσει νὰ ἐλαττώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ φόρου εἰς 1½ δραχμήν.
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δύο, δύο. (Θόρυβος).
§121Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐκθέσῃ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι τὸν ἔπεισαν νὰ παραιτηθῇ τῆς ἰδέας ταύτης.
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§123ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Φόρος δύο δραχμῶν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἤδη τροπολογία τῶν κ. Ἰ. Βογιατζῆ, Ἀ. Ἀναστασίου καὶ Σ. Κριεζώτη διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται εἰς τὴν § 5 τοῦ ἄρθρου 1 νὰ προστεθῶσι μετὰ τὰς λέξεις «τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου» αἱ λέξεις «καὶ τοῦ νομοῦ Εὐβοίας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τῶν κ. Φ. Φωτιάδου, Ἰ. Γιαννακίτσα καὶ Ἀγ. Σλῆμαν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται μετὰ τὰς λέξεις «τῆς ἐπαρχίας Τυρνάβου» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ τῶν ἐπαρχιῶν Δομοκοῦ καὶ Ἀγυιᾶς».
§125ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης, διότι αἱ συνθῆκαι αἱ οἰκονομικαὶ τῶν 3 ἐπαρχιῶν καὶ τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν δύο τούτων εἶναι αἱ αὐταί. Νομίζω λοιπὸν δίκαιον νὰ δεχθῇ καὶ ταύτην τὴν τροπολογίαν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐρωτῶ διατί καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν τὸ δέχεται; Ἡ Ἱστορία θὰ ἐξηγήσῃ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κ. Φ. Φωτιάδου, Ἰ. Γιαννακίτσα καὶ Ἀγ. Σλῆμαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§127ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Προκειμένου περὶ τῆς § 5 καὶ τῆς διὰ ταύτης ὑποβαλλομένης τροπολογίας μου, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ σύσσωμος τὴν ἀποκρούει, παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ.
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, νὰ μὴ διαγραφῇ.
§129ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ πάλιν, ὅπως ἐνδώσῃ καὶ εἰς τοῦτο καὶ εἰς τὴν μείωσιν τῆς φορολογίας ἀπὸ 2 δραχμῶν εἰς 1½.
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι· νὰ μείνωσι 2 δραχμαί.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Ἰ. Βογιατζῆ, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνεται· Εἰς τὸ ἄρθρ. 1 νὰ προστεθῇ 3 παράγραφος ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Ἐπιτρέπεται ἡ κατασκευὴ οἰνοπνεύματος κατ’ ἐξαίρεσιν καὶ ἐκ μόρων καὶ κομάρων, λογιζομένων τῶν τοιούτας ὕλας ἐπεξεργαζομένων ὡς οἰνοπνευματοποιῶν πρώτης κατηγορίας. Ἐφ’ ὅσον δ’ αἱ ὗλαι αὗται εἶναι τῆς ἰδίας αὐτῶν παραγωγῆς ἢ συλλογῆς καὶ ἡ ἐκ τούτων παραγωγὴ γίνεται πρὸς οἰκιακὴν ἀποκλειτικῶς χρῆσιν τῶν τοιούτων οἰνοπνευματοποιῶν δι’ ἁπλῶν ἀμβύκων (καζανίων) χωρητικότητος ἐλάσσονος τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα ὀκάδων ἀπαλλάσσονται οὗτοι τοῦ εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς ἐπιβαλλομένου δικαιώματος. Ἐὰν λάβωσιν ἄδειαν ἔγγραφον ἐν ᾗ νὰ ὁρίζωνται τὸ παραχθησόμενον ποσὸν οἰνοπνεύματος, ἡ ἀποθήκη ἐν ᾗ τοῦτο ἀποταμιευθήσεται καὶ καὶ ἡ προθεσμία τῆς ἀποστάξεως, ἥτις δὲν δύναται νὰ ᾖ ἀνωτέρα τῶν ἑξήκοντα ἡμερῶν δι’ ἕκαστον ἔτος. Ἡ ἄδεια αὕτη, ἥτις ἐπέχει καὶ θέσιν ἀδείας κατοχῆς τοῦ παραχθησομένου οἰνοπνεύματος, ἐφάπαξ μόνον χορηγεῖται κατ’ ἔτος καὶ ἐντὸς ἑξηκονθημέρου χρονικοῦ διαστήματος, ὁριζομένου κατὰ δῆμον ἢ χωρίον, καθ’ ἕκαστον ἔτος, διὰ πράξεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφάπαξ κατ’ ἔτος ἐκδιδομένης καὶ δημοσιευομένης διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἀπαλλασσόμενοι τῆς πληρωμῆς δικαιώματος οἰνοπνευματοποιοὶ αʹ κατηγορίας δύνανται νὰ μεταβιβάζωσιν εἰς ἄλλους τὴν παρ’ αὐτῶν παραχθεῖσαν σούμαν, ἐπὶ πληρωμῇ δραχ. πεντήκοντα καὶ ἐπὶ τῇ λήψει εἰδικῆς ἀδείας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§132ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ προέτεινα πρὶν ὅπως οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ πρώτης κατηγορίας καταβάλωσιν εἰς δύο ἐτησίας δόσεις 800 δραχ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη τὸ ἄρθρον 2.
§134Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ ἀληθῶς νὰ ματαιώσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς φορολογίας ταύτης, ἐὰν ἀληθῶς ἐπιθυμῇ τὸν ἀκρογωνιαῖον τοῦτον λίθον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Ὑπουργὸς στηρίζει τὸ μεγαλοπρεπὲς καὶ περίοπτον οἰκοδόμημα αὐτοῦ, ἂν θέλῃ τὸν λίθον τοῦτον νὰ μεταβάλῃ εἰς ἄμμον, δὲν ἔχει νὰ πράξῃ ἄλλο τι ἢ νὰ ὁρίσῃ τὴν φορολογίαν τῆς καταναλώσεως τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος εἰς δύο δραχμάς, διότι μὲ τοιαύτην φορολογίαν εἶναι φυσικώτατον ὅτι δὲν θὰ εἰσπράξῃ οὔτε λεπτόν. Ἄμεσον συνεπῶς θὰ εἶναι τὸ κλείσιμον ὅλων τῶν μεγάλων οἰνοπνευματοποιείων δευτέρας κατηγορίας. Ἀπὸ καιροῦ, ἀφ’ ἧς ἐγένετο λόγος περὶ τῆς φορολογίας ταύτης, ἐπῆλθεν ἀναστάτωσις εἰς τὰς τάξεις τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν συναισθανθεὶς τὴν ὀρθότητα τῶν παρατηρήσεων τῶν ἐνδιαφερομένων ἐπ’ ἐσχάτων τῶν ἡμερῶν, ἐνόησε καὶ ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην ὅπως ἡ φορολογία τοῦ ἀνύδρου οἰνοπνεύματος περιορισθῇ εἰς μίαν δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν μετρικήν, καὶ ἡ μόνη ἀντίρρησις ἦτο ἡ μετρικὴ νὰ μεταβληθῇ εἰς ὀκᾶν σταθμικήν, ὅτε ὑπῆρχεν ἐλπὶς καὶ βάσις ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ποσόν τι ἄξιον λόγου. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκεν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους οἰνοπνευματοποιοὺς καὶ ποτοποιοὺς τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι τοῦτο τὸ ὅριον τῆς φορολογίας θὰ συμβουλεύσῃ τὴν Βουλὴν ν’ ἀκολουθήσῃ, διότι, ἐὰν δὲν πράξωμεν τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνεφωνήθη ἤδη μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων, εἶναι φανερόν, ὅτι κτίζομεν ἐπὶ τῆς ἄμμου, ὅτι ἀποτέλεσμα χρηματικὸν ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης ἄξιον λόγου δὲν θὰ ἔχωμεν. Φορολογία δύο δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν θὰ ὠθήσῃ τοὺς ἐνδιαφερομένους καὶ θὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς τὸ κλείσιμον τῶν ἐργοστασίων, καὶ θ’ ἀφήσῃ ἀνοικτὴν τὴν θύραν διάπλατον εἰς τὸ λαθρεμπόριον. Αὐξάνομεν τὸν φόρον εἰς 400% καὶ πλέον· εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅ,τι μὲ φορολογίαν τοιαύτην δὲν θ’ ἀνθήσῃ καὶ δὲν θ’ ἀνατείλῃ τὸ λαθρεμπόριον καὶ ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου; Φαντάζεται τις, ὅτι μὲ 400% φορολογίαν δὲν θὰ ἔχωμεν λαθρεμπόριον καὶ εἶναι δυνατὸν μὲ 2 δραχμῶν φόρον ν’ ἀνταγωνισθῶσι τὰ μεγάλα ἐργοστάσια δευτέρας κατηγορίας πρὸς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα τῆς αʹ κατηγορίας; Πρέπει νὰ ἔχητε βεβαιωμένον ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης, ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιβάλῃ φόρον 2 δραχμῶν, δὲν θὰ ἔχητε εἰσπράξεις ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης, θὰ ἔχητε μόνον τὸ κλείσιμον μεγάλων ἐργοστασίων, τὰ ὁποῖα εἶναι στόλισμα καὶ δόξα τῆς ἡμετέρας βιομηχανίας. Μεθαύριον, ὅταν θὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ ὀλέθρια ἀποτελέσματα, τότε θέλετε ἴδει ἂν εἶναι τιμὴ καὶ δόξα εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην νὰ ψηφίσῃ τόσῳ βαρεῖαν φορολογίαν.
§135Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τοῦτο μοὶ φαίνεται περίεργον· ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι ἁπλῶς προτείνει, ἀλλὰ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος ἀπὸ 2 δραχμῶν εἰς 1½, καὶ ἡ Βουλὴ— ἄλλο περίεργον φαινόμενον — λέγει ὄχι, θέλει δραχμὰς 2. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τὴν ἐπιμονὴν τῆς Βουλῆς ν’ αὐξήσῃ τὸν φόρον οὔτε τὰς ἐκλιπαρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα ἐλαττώσῃ τὸν φόρον. Δὲν εὑρέθη δὲ κανεὶς ἐκ τῶν κ. συναδέλφων, τῶν θελόντων ν’ αὐξήσῃ ἡ Βουλὴ τὸν φόρον, νὰ ἐξηγήσῃ τὸ διατί. Πολὺ φοβοῦμαι μὴ οἱ ὑποστηρίζοντες τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου εἶναι οἱ ἐχθροὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δηλαδὴ οἱ ἐπιδιώκοντες νὰ ἔχῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρας εἰσπράξεις ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πράγματι ἤθελε τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου, δὲν εἶχε ἄλλο τίποτε νὰ κάμῃ παρὰ τὴν πρότασίν του περὶ φορολογίας 2 δραχμῶν νὰ τὴν μεταβάλῃ εἰς 1,50 χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλήν, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελε ν’ αὐξήσῃ τὴν φορολογίαν, ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν, ἡ ὁποία νὰ ψηφισθῇ.
§136Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἔχει πρότασιν τὸ νομοσχέδιον.
§137Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§138Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει 2 δρχ. κατὰ μετρικὴν ὀκᾶν.
§139Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Τὴν πρότασίν του ταύτην ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀποσύρῃ, νὰ τὴν μεταρρυθμίσῃ, νὰ τὴν ἐλαττώσῃ, ὅπως θέλει. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην, θὰ εἴπῃ προτείνω αὔξησιν, θὰ ὑποβάλω νέαν πρότασιν ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ γίνῃ συζήτησις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ συζητήσῃ ἐπὶ ἄλλου ἐδάφους, ἐπὶ τῆς αὐξήσεως, τοῦτο εἶναι τὸ ἀναγκαῖον. Ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται τοῦτο ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ συμπεράνω, ὅτι οὔτε ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου εἶναι εἰλικρινὴς οὔτε αἱ φωναὶ ὑμῶν περὶ αὐξήσεως εἶναι εἰλικρινεῖς, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κάτι τι θέλει καὶ ὑμεῖς κάτι ζητεῖτε νὰ τῷ κάμητε (γέλωτες). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐμμονῆς του εἰς τὸν φόρον τῶν 2 δρχ. καὶ νὰ μειώσῃ αὐτὴν τὴν πρότασίν του, χωρὶς νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιφέρῃ ἐκείνη τὴν μείωσιν. Τοῦτο ἄλλως τε θὰ εἶναι σύμφωνον καὶ πρὸς ὅσα ἐλέχθησαν, ὅτι διημείφθησαν μεταξὺ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἐνδιαφερομένων καὶ θὰ ἦτο καὶ σύμφωνον καὶ πρὸς τὸ ἐν γένει οἰκονομικὸν συμφέρον τοῦ τόπου, διότι δὲν θὰ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ κλείσωσι μερικὰ ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀνάγκην ὅσῳ μεγαλείτερος εἶναι ὁ φόρος θὰ κλείσωσιν.
§140ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Περὶ κλεισίματος ἐργοστασίων δὲν δύναται πλέον νὰ γίνῃ λόγος, ἀφοῦ ἐψηφίσθη ὡς ἔχει τὸ πρῶτον ἄρθρον, διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν κοινῶν ἀμβύκων τὰ διάφορα μεγάλα ἐργοστάσια ἀνακτῶσιν ἔδαφος πρὸς ἐργασίαν. Ἀπέναντι δὲ ἑνὸς τοιούτου πλεονεκτήματος, τὸ ὁποῖον ἀποκτῶσιν αὐτά, ἐγὼ εὑρίσκω εὐεξήγητον τὴν προθυμίαν τῆς Βουλῆς, ἵν’ ἀποκρούσῃ τὴν προτεινομένην ὑπ’ ἐμοῦ ἐλάττωσιν καὶ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, ὑπῆρξεν ὑπόνοια, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ παραμείνωσιν ἐν χρήσει οἱ κοινοὶ ἄμβυκες, οἵτινες ἀποδίδουσιν εἰς τὴν κατανάλωσιν ἑκατομμύρια ὀκάδων σούμας, τότε βεβαίως ἠδύνατο νὰ διστάσῃ κανεὶς νὰ ἐπιβαρύνῃ διὰ τοιούτου φόρου τὸ ἄνυδρον οἰνόπνευμα. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ στραγγαλίσῃ οὕτως εἰπεῖν τὴν μικρὰν ἀπόσταξιν ἀπαγορεύουσα τὴν λειτουργίαν τῶν κοινῶν ἀμβύκων, κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ βαρύτερος φόρος εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς. Ἐγώ, Κύριοι, προκειμένου περὶ πρώτης ἐφαρμογῆς τοῦ φόρου τούτου, νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν μίαν δραχμὴν καὶ πεντήκοντα λεπτά.
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (δεξιόθεν). Ὄχι ὄχι.
§142ΕΤΕΡΟΙ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§143ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πέρα τούτου δὲν δύναμαι νὰ προβῶ οὐδ’ εὑρίσκω δικαίαν τὴν ἀξίωσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυνουρίας, ἵνα ἡ Κυβέρνησις τὸ ζήτημα τοῦτο θέσῃ ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Βουλήν. Τοιοῦτό τι οὐδέποτε ἠδυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ἡμεῖς.
§144Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ· δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὥρισε τοὺς ὅρους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ ἦσαν ἀναγκαῖοι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου τῶν 150.000.000, διότι ἐθεώρησεν, ὅτι ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος εἶναι τὸ κύριον ἔσοδον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ στηρίξῃ τὸ σχέδιον αὐτοῦ περὶ δανείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔθηκεν ὡς ὅρον τὴν κατάργησιν τῶν ἀμβύκων, ἔθηκεν ὡς ὅρον τὸν φόρον τῆς 1½ δραχ. κατ’ ὀκᾶν σταθμικὴν καὶ ἐδήλωσεν ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἦτο δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ τὸ ἔσοδον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἦτο ἀναγκαῖον πρὸς τοῖς ἄλλοις πόροις πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συνομολογήσεως τοῦ δανείου. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας θέλομεν συζητήσει, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νομίζῃ ὅτι κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται ν’ ἀνακαλῇ τὰς δηλώσεις του. Αἱ δηλώσεις ὅμως αὐταὶ ἀποτελοῦσιν ἀκριβῶς τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ἂν—πρωτάκουστον—ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερθεματίσῃ εἰς ἐπιβολὴν φόρων, φόρων ἐχόντων ἓν ἀποτέλεσμα, τὴν καταστροφὴν μιᾶς βιομηχανίας ἀνθούσης, ἂς ἔλθωσιν οἱ κ. Βουλευταὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα σκέπτονται νὰ ὑποβάλωσι τὴν πρότασιν αὐτῶν· θὰ ζητήσωμεν τότε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, διὰ νὰ καταγγείλωμεν αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦσι νὰ στραγγαλίσωσιν ὁμοῦ μὲ τοὺς ἄμβυκας καὶ μίαν βιομηχανίαν τοῦ τόπου. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§145Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δὲν δύναμαι παρὰ ν’ ἀσπασθῶ πληρέστατα τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι πρώτη φορὰ καθ’ ἣν μελετᾶται. Εἶπον πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶχε μελετηθῆ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅστις, ἐνῷ εἶχε μεγίστας ἀνάγκας, δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν 1 δρχμ. μόνον, καίτοι ἐπεθύμει νὰ εἰσπράξῃ ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα. Τὴν σήμερον ἐννοοῦμεν νὰ θέσωμεν φόρον ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ τὴν τελευταίαν ἀναστάτωσιν καί, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ φορολογίαν ὡρισμένην, λέγουσα ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀρκεῖ πρὸς ἡμᾶς, ἡ Βουλὴ ἔρχεται ἐξ ἄλλου καὶ λέγει ὄχι· σᾶς δίδομεν περισσότερα. Βεβαίως τοιαύτη πρότασις μόνον δι’ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§146ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (δεξιόθεν). Ὄχι, ὄχι· 2 δραχμαὶ (θόρυβος).
§147Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω, κ. Πρόεδρε, ὅτι οἱ Κύριοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι φωνασκοῦντες καὶ ἀλαλάζοντες δύνανται νὰ ὑπερθεματίσωσι περὶ τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑποθέτω ὅτι δὲν γνωρίζουσι τί εἶναι φόρος, οὐδὲ κατέβαλον ἴσως αὐτόν, διότι μόνον ἄεργοι καὶ ἀκτήμονες εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῶσι παρὰ τοῦ λαοῦ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον. Ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν δηλώσεών της ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ φορολογία τῆς μιᾶς καὶ ἡμισείας δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν σταθμικὴν εἶναι ἀρκετὴ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ φωνασκοῦσιν οἱ Κύριοι καὶ ζητοῦσι 2 δραχμὰς καὶ θαυμάζω ὅτι εἶναι τόσον μετριόφρονες καὶ τόσον μεμετρημένοι εἰς τοὺς ὑπολογισμούς των καὶ δὲν ζητοῦσι νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν μετρικὴν ὀκᾶν, διότι αὐτὸ ὑπολείπεται. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι δὲν γνωρίζετε τί εἶναι ἐργασία, δὲν γνωρίζετε τί εἶναι καταβολὴ φόρων, τί εἶναι ἀποστράγγισις πάσης οἰκονομίας καὶ καταστολὴ πάσης παραγωγῆς, καὶ διὰ τοῦτο φωνασκεῖτε κατὰ τρόπον ἀληθῶς ἀνάξιον Βουλῆς. (Χειροκροτήμα ἐξ ἀριστερῶν καὶ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε σεῖς ἐπάνω, διότι γνωρίζετε τί σᾶς περιμένει.
§149Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ τεθῇ, κύριε Πρόεδρε, ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς ψηφοφορίαν καί, ἄν τις ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ ὑποβάλῃ τι περιπλέον, ἂς ἔλθῃ νὰ ὑποβάλῃ. Ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§151Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὲ 1,50 δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§153Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅσον ἀφορᾷ τὴν τρίτην παράγραφον τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2, νὰ φέρητε καὶ ἐκεῖ ἐλάττωσιν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἀνάλογος φορολογία.
§154ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὥστε τὸ ἄρθρον τροποποιεῖται κατὰ τὰ ἑξῆς μέρη· «Βʹ εἰς φόρον καταναλώσεως δρχμ. μιᾶς καὶ λεπτ. 50 ἐφ’ ἑκάστης σταθμικῆς ὀκᾶς παραγομένου ἀνύδρου οἰνοπνεύματος», ἡ δὲ § 3 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Ὁ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ᾼΡϞΒ’ τῆς 28 Μαΐου 1887 φόρος καταναλώσεως διατηρεῖται».
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§156Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ δεχθῇ νὰ ὑποβιβάσῃ τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς τοὺς ἄμβυκας χωρητικότητος μέχρι τῶν 150 ὀκάδων εἰς δρχ. 400 καὶ τοὺς τῆς χωρητικότητος ἄνω τῶν 150 ὀκάδων εἰς δρχ. 800, ἀλλά, καὶ ἂν τὸ ποσοστὸν τοῦτο τοῦ φόρου ἐπιτρέπῃ τὴν λειτουργείαν τῶν ἀμβύκων, ὅπερ ἀμφίβολον, οὐχ ἧττον καὶ οὕτω δὲν εἶναι δυνατή ἡ λειτουργία των καὶ ἡ δι’ αὐτῶν ἀπόσταξις προϊόντων τῆς ἀμπέλου καὶ παραγωγὴ σούμας, διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον οἱ αʹ κατηγορίας οἰνοπνευματοποιοὶ δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ καταναλώσωσι σούμαν, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ παραδώσωσιν αὐτὴν εἰς τὰ οἰνοπνευματοποιεῖα δευτέρας κατηγορίας, διὰ νὰ ὑποστῶσιν ἐκεῖ δευτέραν ἀπόσταξιν καὶ τὴν ἐπιβολὴν προσθέτου φορολογίας. Εἶναι γνωστὸν ὅμως ὅτι ἐκ τῶν οἰνοπνευματοποιείων δευτέρας κατηγορίας δὲν ἐργάζονται ἄλλα εἰμὴ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸ τράστ, ἅτινα ὅμως ἔχουσι σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑνιαίας τῆς οἰνοποιητικῆς, διὰ τῆς ὁποίας εἰσὶν ὑποχρεωμένα νὰ μὴ παραλαμβάνωσι καὶ μὴ ἀποστάζωσι προϊόντα ἄλλα καὶ δὴ τῆς ἀμπέλου εἰμὴ μόνον σταφιδόκαρπον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως καταστῇ δυνατὸν νὰ λειτουργήσωσι καὶ ἄλλα ἐργοστάσια μὴ περιλαμβανόμενα εἰς τὸ τράστ. Τοῦτο δὲ θὰ καταστῇ δυνατὸν διὰ τῆς μεταβολῆς τῆς φορολογικῆς περιόδου, τῆς ἀναφερομένης ἐν τῷ νόμῳ ͵ΓΖʹ. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ὡρίσθη ἡ φορολογικὴ περίοδος ἐτησία. Τὰ ἔχοντα ἡμερησίαν παραγωγὴν 400 ὀκάδων οἰνοπνεύματος ὑπόκεινται εἰς φόρον δρχ. 4,800—ἃς ὀφείλουσι νὰ πληρώσωσι, καὶ ἂν ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα λειτουργήσωσι· μὲ τὴν φορολογίαν ταύτην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δηλώσωσιν ὅτι θὰ ἐργασθῶσιν ἄλλα ἐργοστάσια ἐκτὸς τῶν ἀποτελούντων τὸ τράστ, διότι δὲν ἔχουσι τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ εὕρωσι πρὸς κατεργασίαν προϊόντα τῆς ἀμπέλου ἐπὶ τοσοῦτον χρονικὸν διάστημα, ὥστε ν’ ἀνταποκρίνηται τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξωσιν ἐκ τῆς ἐργασίας των εἰς τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν καὶ δὴ τῆς ῥηθείσης βαρείας φορολογίας. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως ἡ φορολογικὴ περίοδος δι’ ἐκεῖνα τὰ ἐργοστάσια τὰ ὁποῖα κατεργάζονται προϊόντα τῆς ἀμπέλου ὁρισθῇ μηνιαία, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τῶν δρ.4,800 κατανεμηθῇ ἐπίσης εἰς μηνιαίας δόσεις συμφώνως μὲ τὴν τροπολογίαν ἣν ὑπέβαλον καὶ καθ’ ἣν ἡ φορολογικὴ περίοδος εἶναι μηνιαία, δι’ ἐκεῖνα τὰ βʹ κατηγορίας ἐργοστάσια, τὰ ὁποῖα κατεργάζονται προϊόντα τῆς ἀμπέλου, καὶ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου κατανεμηθῇ εἰς μηνιαίας δόσεις ἢ μὴ καθοριζομένης περιόδου φορολογικῆς νὰ ὑποχρεῶνται τὰ ῥηθέντα ἐργοστάσια νὰ πληρώσωσι τὸν νενομισμένον φόρον κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ παραγομένου οἰνοπνεύματος, ἤτοι πρὸς ἕξ λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Οὕτω διαρρυθμιζομένης τῆς φορολογίας θὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ λειτουργία καὶ ἄλλων ἐργοστασίων ἐκτὸς τῶν τὸ τράστ ἀποτελούντων.
§157Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δεχθῇ τὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου ὑποβληθεῖσαν τροπολογίαν, ἵνα δοθῇ μία διέξοδος εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιούς. Εἶναι 35 οἰνοπνευματοποιεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι κεκλεισμένα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§159ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ δρχ. 2 θὰ γίνωσι 1.50, εἰς τὸ τέλος δὲ τῆς τρίτης παραγράφου νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «ἐλαττούμενον κατὰ τὸ τρίτον» Παντοῦ δὲ ὅπου εἶναι δρ. 2 θὰ γίνωνται 1.50. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἵνα προστεθῇ ἐν τέλει ἡ ἑξῆς παράγραφος. § 4. Μόνον εἰς περίπτωσιν καταστροφῆς τοῦ ἐργοστασίου, οἷον ἐξ ἐμπρησμοῦ, σεισμοῦ, ἐπιτρέπεται δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαλλαγὴ τοῦ οἰνοπνευματοποιοῦ βʹ κατηγορίας ἢ ποτοποιοῦ ἐκ τῶν ὀφειλομένων δόσεων τοῦ ἐτησίου δικαιώματος. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Παράγραφος 3: Νὰ διαγραφῶσιν ἐν τέλει αἱ λέξεις· «ὀφείλοντα ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἢ νὰ συμπληρώσῃ τὰ ἐλλιπῶς καταβληθέντα». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§162Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐντολή, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ μέρους τῶν συμπολιτῶν μου μὲ ἀναγκάζει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ὑποβάλω τὴν πρότασίν μου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θεωρῶ ἐμαυτὸν ὑποχρεωμένον νὰ συγχαρῶ αὐτόν, διότι ἐπὶ τέλους ἡ αἰσιοδοξία τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐν τῇ αἰθούσῃ ἐνέπνευσε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸν βαθμὸν ἐκεῖνον τῆς αἰσιοδοξίας, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἐμφορεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μὲ τὴν παρατήρησιν ὅμως ὅτι ὅσα ἐπηγγέλθη ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οὔτε εἰς τὸ προσεχὲς οὔτε εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον. Περιωρίσθη μόνον νὰ δώσῃ ὑποσχέσεις ὅτι θέλει ἱδρύσει ταμεῖον γεωργικόν· ὅτι θέλει ἱδρύσει ταμεῖον ἀμύνης τῶν ἀμπελουργῶν· ὅτι θέλει μεταχειρισθῆ τὰ 7.000.000 τῶν ἐλῶν καὶ τελμάτων, τὰ ὁποῖα διετέθησαν ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως· ὅτι θέλει μεριμνήσει περὶ τῆς γεωργίας, τῆς κρηπῖδος ταύτης παντὸς πλούτου καὶ πάσης εὐημερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θέλει μεριμνήσει δηλ. ὅπως καταρτισθῇ τὸ περιπόθητον κτηματολόγιον, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδεμία Κυβέρνησις ἐφρόντισε νὰ προικοδοτήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Καὶ πάσας ταύτας τὰς ὑποσχέσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκε μετὰ περισσῆς τῆς ἀφειδίας πρὸς ἡμᾶς ἐνταῦθα, καὶ δι’ ἡμῶν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἀλλ’ εἰς τὰς ὑποσχέσεις του ὑπάρχει τὸ «θά», τὸ ὁποῖον σημαίνει κατὰ τὴν Ἱσπανικὴν παροιμίαν· εἶναι ὁδὸς ἡ ὁποία ἄγει εἰς τὴν πλατεῖαν «ποτέ». Μᾶς ὡμίλησε περὶ κτηματολογίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐνόμισεν ὅτι ὁ λαλῶν καθ’ ὃν τρόπον ἐλάλει ἀπετείνετο πρὸς ἀνθρώπους ἀγνοοῦντας τὰ πράγματα, καὶ ὅτι αἱ Κυβερνήσεις αἱ προηγηθεῖσαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦσαν Κυβερνήσεις ἀποτελούμεναι ἀπὸ ἄτομα, μὴ ἔχοντα οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον στοιχεῖον γνώσεων, τί ἐστὶ τὸ κτηματολόγιον· ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐγένοντο αἱ προτάσεις, δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὰ μεγαλεπήβολα σχέδια τοῦ ὄντος φιλοπάτριδος ἀνδρός, τοῦ κ. Καρούσου· ὅτι ὁ προκάτοχος τοῦ κ. Θεοτόκη ἀείμνηστος Τρικούπης δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέσχετο ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ τοῦτο οὐδὲ ὁ ἀείμνηστος Δηλιγιάννης οὐδὲ ὁ ἀρχηγός μου κ. Ῥάλλης. Ἢ πολὺ ἀφελεῖς ἐκλαμβάνει ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἢ αὐτὸς εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δεικνύει ἀφέλειαν μεγίστην, διότι ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτε τοιαύτην ἐποιεῖτο εἰσήγησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ κτηματολογίου, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ ὑποθέσεων ἑκατομμυρίων, ἀνερχομένων εἰς τὸν στρογγύλον ἀριθμὸν τῶν 20. Καὶ ποῦ θέλετε εὕρει τὰ ἑκατομμύρια ταῦτα; Ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα θέλετε προμηθευθῆ δυνάμει τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσηγάγετε ἀπόψε; Ἀλλ’ ἐδηλώσατε ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ὑμᾶς διὰ κάλυψιν ἐλλειμμάτων τοῦ παρελθόντος, τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, καὶ διὰ κάλυψιν ἐλλειμμάτων ἀφεύκτων τοῦ ἀρχομένου ἔτους. Καὶ αὐταὶ ἦσαν αἱ μεγάλαι καὶ τραναὶ ἐπαγγελίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπαγγελίαι διὰ τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδὲν θέλουσι φέρει ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα οὔτε τὸ ταμεῖον τὸ γεωργικὸν οὔτε τὸ ταμεῖον τῆς ἀμύνης, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. Στεφανίδης ἔχει τὰς χρηστοτέρας τῶν ἐλπίδων, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ ἀπόδοσις τῶν 3.000.000, περὶ τῶν ὁποίων ἐπηγγέλθη τὴν ἑσπέραν ταύτην θέλει πραγματοποιηθῆ, περὶ δὲ τοῦ κτηματολογίου ἀφήνω πλέον ν’ ἀπαντήσῃ ὁ χρόνος, ὅτι ὄχι ὡς χίμαιρα δύναται νὰ θεωρηθῇ, ἀλλ’ ὡς κάτι πλέον τῆς χιμαίρας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύναμαι ἢ νὰ θίξω τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὴν ἀρχὴν τοῦ ὁποίου ἀποδέχομαι πλήρως, διότι ἦτο καιρὸς πραγματικῶς νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος φορολογία τις, οὐχὶ ὅμως ἡ φορολογία ἡ μεγάλη ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται καὶ τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα, ὡς ἐκ τοῦ μεγέθους αὐτῆς, θὰ εἶναι ἀμφισβητήσιμα, ἀλλὰ λογικὴ καὶ μεμετρημένη φορολογία, καὶ σὺν τῷ χρόνῳ ν’ αὐξάνωμεν αὐτήν, ὡς συνέβη καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς φορολογίας ταύτης· ἀλλά, ἂν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ἐν γένει, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀποκρούσω τὴν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος, ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ φωτιστικοῦ. Ἐπιβάλλοντες φορολογίαν ἀγρίαν ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου φορολογοῦμεν αὐτὰς τὰς πτωχάς, τὰς λαϊκὰς τάξεις τῶν ἐργαζομένων πολιτῶν Ἑλλήνων. Θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη τοιαύτη φορολογία, ἐὰν ἦτο δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὴν φορολογίαν τοῦ πετρελαίου, ἀλλ’ ἐπείσθητε ὅτι τοῦτο ἦτο ἀδύνατον καὶ ὅτε εὑρίσκεσθε εἰς τὴν πτέρυγα ταύτην, ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, ἐκακίζετε τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἐφρόντισε περὶ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τοῦ πετρελαίου.
§163ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἤμην ἐγὼ τότε ἐδῶ.
§164Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀλλ’ ἐπείσθητε καὶ ὑμεῖς σήμερον, ἐν τῇ Ἀρχῇ εὑρισκόμενος καὶ διαπραγματευόμενος τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχητε τὴν συγκατάθεσιν ἐκείνων, οἵτινες διαχειρίζονται τὸ ποσοστὸν ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ πετρελαίου, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε τὴν μείωσιν εἰμὴ ὑπὸ ὅρους βαρυτάτους. Μόνον τότε ἤθελεν εἶσθαι δεδικαιολογημένη ἡ ἐπιβολὴ τοιαύτης φορολογίας, ὅτε ἠθέλετε ἐλαττώσει τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, διότι τότε ἠθέλετε διττῶς μεριμνήσει καὶ περὶ τοῦ Κράτους καὶ περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ μὴ ἐπιτυχόντες τοιαύτην συγκατάθεσιν εἶναι τολμηρὸν ἐκ μέρους ὑμῶν καὶ ἄστοργον νὰ θέλητε νὰ φορολογήσητε τὴν τάξιν ἐκείνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ τῆς ὁποίας τοσοῦτος λόγος καὶ μετὰ τοσαύτης στομφώδους εὐγλωττίας ὁμιλεῖτε καθ’ ἑκάστην, ὅτι μόνον περὶ τῶν συμφερόντων αὐτῶν κήδεσθε καὶ μεριμνᾶτε. Οὐδὲ εἶναι δεδικαιολογημένον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ φορολογίας ἐπὶ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ ἐθνικοῦ τούτου φωτισμοῦ, δύναμαι εἰπεῖν, καὶ ἡ φορολογία ἐπὶ τῆς ἀσετυλίνης θέλει ἔχει ὡς ἄμεσον ἐπακολούθημα τὴν αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων. Κατὰ τοσοῦτον εἶναι πλημμελὲς τοῦτο, καθ’ ὅσον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνήθισαν ἤδη εἰς τὸν φωτισμὸν τὸν δι’ ἀσετυλίνης καὶ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος βεβαίως δὲν θέλουσιν ἐπανέλθει εἰς τὸ πετρέλαιον ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους εὑρίσκεται ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου. Ἀλλά, ἐνῷ θέλετε πλήξει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, θέλετε πρὸς τούτοις πλήξει καὶ ἕτερον παράγοντα ἐθνικόν, θέλετε πλήξει τὸ πολυτιμότερον προϊόν ἡμῶν, τὴν σταφίδα. Καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κλονίζεται αὐτὸ τὸ ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον ἐξησφάλισε τὴν γαλήνην καὶ τὴν ἡσυχίαν εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, τὸ ὁποῖον ἐξησφάλισε τὴν φορολογίαν εἰς τὸ Δημόσιον, θέλετε ἐπιφέρει ὑμεῖς διὰ τῆς τοιαύτης φορολογίας καίριον τραῦμα κατ’ αὐτοῦ, θέλετε ἐπισπεύσει τὴν κατακρήμνισιν τοῦ ἱδρύματος τούτου, διὰ τὸ ὁποῖον εἰς τοσαύτας θυσίας ὑπεβλήθησαν καὶ οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Ἔναυλοί εἰσιν εἰς τὰς ἀκοὰς ἡμῶν αἱ μακραὶ συζητήσεις, αἱ ἐπαναστάσεις ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐλήφθη τὸ μέτρον αὐτό. Πλήττοντες τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα πλήττετε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀλλὰ καὶ τὸ πολυτιμότερον προϊόν, τὴν σταφίδα, καὶ πλήττοντες τὴν σταφίδα πλήττετε αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημα, διὰ τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἀτυχῶς ἔχετε τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, διότι ἐξεδηλώσατε ἄλλοτε ποίαν ἰδέαν ἔχετε περὶ τῆς Ἑνιαίας καὶ ἐχαρακτηρίσατε αὐτὴν καὶ ὑμεῖς οἱ ἀντιφρονοῦντες πρὸς τὸ ἵδρυμα ἐκεῖνο. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐξησφαλίσαμεν καὶ τοὺς πόρους τοῦ Δημοσίου καὶ τὴν γαλήνην εἰς τὸν κόσμον ἐκεῖνον. Μὴ ἔρχεσθε λοιπόν, ὠθούμενοι ὑπὸ τῆς φορολογικῆς μανίας τὴν ὁποίαν ἐκληρονομήσατε παρὰ προκατόχων φίλων ὑμῶν, παρὰ τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ὅμως εἶχε καὶ τὴν πρόνοιαν νὰ εἶναι καὶ ἐπιφυλακτικὸς καὶ οὐχὶ σκληρὸς εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων, τοῦ φίλου ὑμῶν ἐκείνου τοῦ ὁποίου ἐκληρονομήσατε τὴν αἰσιοδοξίαν μόνον καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκεσθε ἐπὶ τῆς ἕδρας τῆς ὑπουργικῆς, διότι, ὅτε εἶσθε ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, διερρηγνύετε τὰ ἱμάτια ὑμῶν, καὶ ἐρρηγνύετε κραυγὰς διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἔχω καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ὑπερασπιζόμενος τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, ἀλλ’ ἔχω καὶ καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ὑπερασπιζόμενος τὰ συμφέροντα ἐν γένει τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ φορολογίας τοιαύτης, φορολογίας ἥτις δὲν θ’ ἀποδώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰμὴ ἐλαχίστας χιλιάδας δραχμῶν. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν δραχμῶν τούτων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ θελήσητε νὰ καταπιέσητε ὁλόκληρον πληθυσμὸν καὶ νὰ ἐπιφέρητε καὶ ζημίας καὶ καταστροφὰς εἰς πολύτιμον προϊόν, περὶ τοῦ ὁποίου τοσαύτας θυσίας καὶ αἱ Κυβερνήσεις καὶ τὸ ἔθνος ὁλόκληρον μέχρι σήμερον ἐποιήσαντο. Ἔχω λοιπὸν ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν ν’ ἀπαλείψῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, καὶ νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαγράψῃ τὸ τριακοντάλεπτον αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐπισύρῃ τοὺς γογγυσμοὺς καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Θέλω ὑποβάλει πρότασιν καὶ θέλω ζητήσει τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἂν δέχεται ὄντως ἡ Βουλὴ νὰ στερήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τοῦ ἐθνικοῦ αὐτοῦ φωτισμοῦ. Διότι, ἂς μὴ ἀπατώμεθα καὶ ἂς μὴ θέλωμεν ν’ ἀπατήσωμεν τοὺς ἄλλους, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην πανταχοῦ, εἰς ὅλας τὰς πόλεις καὶ εἰς ὅλα τὰ κέντρα τὰ ἐργατικὰ καὶ τὰ ἀγροτικά, ὁ μόνος φωτισμός, σὺν τῇ ἀσετυλίνῃ, εἶναι ὁ φωτισμὸς τοῦ οἰνοπνεύματος. Καὶ ἐνῷ δὲν θέλετε εἰσπράξει ποσὸν ἄξιον λόγου θέλετε ἐπιβαρύνει αὐτοὺς ὑπὲρ τῶν ὁποίων ὑμεῖς κόπτεσθε καὶ δηλοῦτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι ἡ μέριμνά σας δὲν ἔχει λόγον καὶ ἡ παραμονή σας ἐν τῇ ὑπουργικῇ ἕδρᾳ οὐδένα ἄλλον λόγον ἔχει εἰμὴ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔλαβον ἐντολὴν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ τοῦτο πράττων ἐκπληρῶ καθῆκον, θέλει δὲ παραλείψει ἡ Βουλὴ τὸ ἑαυτῆς καθῆκον, ἐὰν δὲν ὑπερψηφίσῃ τῆς προτάσεώς μου περὶ διαγραφῆς τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἴχετε κἂν τὸ θάρρος ν’ ἀναγράψητε φανερῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ συνεσταλμένως ἐνεγράψατε διὰ μέσου γραμμῶν καὶ διατάξεων ἄλλων. Καὶ εἶναι εὐχῆς ἔργον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατενόησε καὶ ἕτερον λάθος, λάθος τοῦ ὁποίου τὴν διάπραξιν δὲν δύναμαι νὰ καταλογίσω εἰς αὐτόν, τὸ τῆς μετρικῆς καὶ σταθμικῆς ὀκάδος. Εἶναι λάθος καὶ ἀπάτη γενομένη παρ’ ἄλλων εἰς παρελθοῦσαν ἐποχήν, διότι οὐδαμοῦ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ νομοθεσίᾳ ὑπάρχει ἡ διάκρισις αὕτη. Προσέτρεξα εἰς ὅλα τὰ κείμενα τῶν νόμων καὶ τῶν Β. Διαταγμάτων ἀπὸ τοῦ 1836 μέχρι σήμερον, οὐδαμοῦ δ’ ἀνεῦρον μετρικὴν καὶ σταθμικὴν ὀκᾶν. Μία ὀκᾶ ὑπάρχει ἐκ 400 δραμίων, ἀλλὰ διὰ λόγους ὄχι πολὺ εὐπρεπεῖς ὡς πρὸς τὴν πίστιν τοῦ Κράτους ἐπεκράτησεν ἐν τοῖς τελωνείοις νὰ θεσπισθῇ ἡ συμβατικὴ ὀκᾶ, διὰ νὰ εἰσπράττῃ τὸ Δημόσιον περισσότερα χρήματα. Συμπληρωματικῶς προσθέτω τοῦτο, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ, ὅπως μὴ ἀφαιρέσῃ τὴν διάταξιν ταύτην διὰ τῆς ὁποίας ἐπιβάλλει τὸ τέλος τῶν 30 λεπτῶν εἰς τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα, ὑποβάλλω πρότασιν συμπληρωματικὴν ὅπως ἐλαττωθῇ τὸ τέλος τοῦτο εἰς τὸ ἥμισυ, εἰς 15 τοὐλάχιστον λεπτά!
§165ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δέκα.
§166ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς δέκα μόνον.
§167Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δεχομένη ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὴν τελευταίαν ταύτην πρότασιν ἂς εἶναι βεβαία ὅτι θέλει ἐπισύρει τὰς εὐχὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου δὲν θέλει στερήσει τὴν δύναμιν.
§168ΙΩ. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀλίγα θὰ εἴπω, ἵνα προσπαθήσω ν’ ἀποδείξω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος, χωρὶς νὰ σκεφθῇ ὅτι τοῦτο πράττων θέλει ἐπιφέρει μὲν καταστροφάς, χωρὶς ἐξ ἄλλου ἐκ τούτου νὰ προσκτήσηται ἄλλό τι τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰμὴ ζημίαν ἡ ὁποία θέλει ἐπέλθει ἐκ τῆς καταστροφῆς τῆς ἑταιρείας ἡ ὁποία ἀσχολεῖται εἰς τὴν παραγωγὴν τοῦ οἰνοπνεύματος. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προτείνει, ὅπως ἐπὶ ἑκάστης ὀκᾶς μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος ἐπιτεθῇ φορολογία 30 λεπτῶν, τὸ μετουσιωμένον οἰνόπνευμα δηλαδὴ θὰ τιμᾶται τοῦ λοιποῦ ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς καὶ 20 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, διότι ἤδη τιμᾶται ἀντὶ 80 λεπτῶν. Εἶναι 10 λεπτὰ ἡ τιμὴ τῆς μετουσιώσεως καὶ 30 λεπτὰ ὁ φόρος. Θὰ τιμᾶται λοιπὸν ἀντὶ μιᾶς καὶ εἴκοσι κατ’ ὀκᾶν. Ἐννοεῖται πλέον τότε, ὅτι μόλις τεθῇ ὁ φόρος τὸν ὁποῖον θέλει ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ βιομηχανία αὕτη, καὶ τὰ ἐργοστάσια θέλουσι καταστραφῆ. Ἄλλως δὲ τὸ μετουσιωμένον οἰνόπνευμα χρησιμεύει ἐκτὸς τοῦ φωτισμοῦ καὶ εἰς ἄλλας τινὰς βιομηχανίας γεωργικὰς καὶ ἄλλας, εὑρίσκεται δὲ ἤδη εἰς τὴν πρώτην ἀνάπτυξιν, εἰς νηπιώδη κατάστασιν, μόλις δὲ ἤρχισε πράγματι νὰ κατανοῆται ἡ ἀξία αὐτοῦ εἰς τὴν γεωργικὴν βιομηχανίαν καὶ τὰς ἄλλας μικρὰς βιομηχανίας. Ἡ ἐπιβολὴ λοιπὸν τοῦ φόρου θέλει φέρει τὴν τελείαν καταστροφήν, ὅτε δ’ ἔχομεν δεδομένον ὅτι οὐδὲν θὰ προσπορισθῇ ἐκ τοῦ φόρου τούτου τὸ Δημόσιον, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θεωρήσω τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου τούτου ὡς ἐντελῶς ἄσκοπον, ὡς ἐντελῶς ἐπιζήμιον, ἀφοῦ προσθέτως εἶναι γνωστόν, ὅτι διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ οἰνοπνεύματος οὐδόλως ἐμειώθη ἡ κατανάλωσις ἢ μᾶλλον οὐδόλως ἐμειώθησαν τὰ ἔσοδα τοῦ πετρελαίου, οὔτε ὅτι συνεπῶς διὰ τῆς μὴ περαιτέρω χρησιμοποιήσεως τοῦ οἰνοπνεύματος πρὸς φωτισμὸν θέλει αὐξήσει ἡ πρόσοδος ἐκ τοῦ πετρελαίου; Οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζομεν καὶ ἔχομεν ὑπ’ ὄψει ἡμῶν, ἀποδεικνύουσι πασιφανῶς, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι ἀληθές, διότι ἀπὸ τοῦ 1904 παρατηρεῖται, ὅτι τὸ πετρέλαιον ὑπέστη τὰς ἑξῆς μειώσεις. Κατὰ τὸ 1904 τὰ ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς 6.916.258 δραχμάς, κατὰ τὸ 1905 τὰ ἔσοδα τοῦ πετρελαίου ἀνῆλθον εἰς 6.450.945 δραχμάς, δηλαδὴ ἔχομεν κατὰ τὸ 1904 ἕως 1905 μείωσιν 500.000 δραχμῶν ἐκ τῶν ἐσόδων τοῦ πετρελαίου, ἐνῷ σημειωτέον κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἑταιρεία αὐτή. Κατὰ τὸ ἔτος 1905 ἕως 1906, ὁπότε πάλιν δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἑταιρεία αὐτή, ἔχομεν μείωσιν 345.000 δραχμῶν. Κατὰ τὸ ἔτος 1906 ἕως 1907 ἔχομεν μείωσιν περίπου 650.000 δραχμῶν, ἐνῷ κατὰ τὸ ἔτος 1907 μόλις ἤρχισεν ἡ ἑταιρεία ἐργαζομένη. Κατὰ τὸ ἔτος 1908 ἔχομεν μείωσιν μόνον 250.000 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὸ τρέχον ἔτος 1909 ἀπέναντι τοῦ ἔτους 1908 ἔχομεν αὔξησιν κατὰ τοὺς ἑπτὰ αὐτοὺς μῆνας, διότι κατὰ τοὺς πρώτους ἑπτὰ μῆνας τοῦ 1909 τὰ ἔσοδα ἀπὸ τὸ πετρέλαιον ἀνέρχονται εἰς 2.564.840, ἐνῷ κατὰ τοὺς ἀντιστοίχους μῆνας τοῦ ἔτους 1908 τὰ ἔσοδα ἀνήρχοντο εἰς 2.548.670 δραχμῶν. Ὥστε παρατηρεῖται αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ πετρελαίου τοῦ ἔτους τούτου πρὸς τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἡ μείωσις δέ, ἡ ὁποία ἐπῆλθε κλιμακηδὸν ἀπὸ τοῦ 1904 μέχρι τοῦ 1907, κυρίως δὲ ἡ καταπληκτικὴ μείωσις, ἡ ὁποία ἐπῆλθε κατὰ τὸ 1906 ἔτος, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἑταιρεία, ἀποδεικνύει, ὅτι οὐδόλως ἐζημιώθη τὸ Κράτος ἐκ τοῦ οἰνοπνεύματος, διότι τοῦτο δὲν εἶναι τὸ αἴτιον τῆς μειώσεως τῶν ἐσόδων τοῦ πετρελαίου. Αὐτὴ εἶναι, ὡς γνωστόν, καὶ ἡ γνώμη τοῦ κ. Ζαΐμη, διευθύνοντος τὰ τῆς ἑταιρείας τοῦ μονοπωλίου, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ τὰ πράγματα ὡς ἐκ τῆς θέσεως αὐτοῦ, καὶ ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ ἐπισήμως, ὅτι οὐδόλως ἐζημιώθη τὸ Κράτος ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα τοῦ πετρελαίου ἐκ τοῦ οἰνοπνεύματος. Τώρα τίνα εἶναι τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὴν μείωσιν ταύτην κατὰ τὸ 1904 μέχρι τοῦ 1907; Τοῦτο δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω ἤδη. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει εἶναι, ὅτι δὲν ἐπῆλθεν ἡ μείωσις αὐτὴ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ οἰνοπνεύματος, ὅτι συνεπῶς δὲν θὰ ὠφελήσῃ οὔτε κατὰ τοῦτο τὸ Δημόσιον ἡ καταστροφὴ τῆς βιομηχανίας ταύτης, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου θὰ ἐπέλθῃ καταστροφὴ καὶ εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται ἀρρήκτως πρὸς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, ἀφοῦ πλέον τὸ πολὺ μέρος τοῦ παρακρατήματος χρησιμοποιεῖται πρὸς παραγωγὴν οἰνοπνεύματος, ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιῆται πρὸς τοιαύτην παραγωγὴν καὶ θὰ ἐπέλθῃ καταστροφὴ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς σχετικῆς παραγράφου τοῦ ἄρθρου 6, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος.
§169Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς μίαν διόρθωσιν λεκτικήν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κάμῃ, καὶ ἡ ὁποία, κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι ἀναγκαιοτάτη. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐδαφίου 2. Ἐκεῖ ἀναφέρεται, ὅτι ἡ ἐγγύησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀνωτέρα τῶν 50,000 δραχμῶν. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐννοῇ περὶ τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωσι τὰ ἐργοστάσια διὰ τὸ οἰνόπνευμα τὸ ὁποῖον θ’ ἀποταμιεύηται. Δὲν ἔχει οὕτω;
§170ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§171Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅπως ἔχει τεθῆ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δύναται νὰ νομίσῃ τις, ὅτι ἀφορᾷ τὸν ἀνώτερον ὅρον, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐγγύησιν τῶν Τραπεζῶν. Προτείνω λοιπὸν ἡ παράγραφος αὐτή, ἀντὶ νὰ τεθῇ μετὰ τὴν δευτέραν παράγραφον, νὰ τεθῇ πρὸ τῆς δευτέρας, δηλαδὴ πρὸ τοῦ «Ἐπιτρέπεται»· νὰ γίνῃ μία παραλλαγὴ τῶν δύο αὐτῶν.
§172ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§173Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν ὅτι τὸ οἰνόπνευμα πρὸς βιομηχανίαν δὲν δύναται νὰ χωρίσῃ. Βεβαίως, ἐὰν δυνηθῶμεν νὰ τὸ χωρίσωμεν, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ θελήσῃ νὰ μὴ τὸ φορολογήσῃ. Λέγω λοιπὸν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ μετουσίωσις ἡ ὁποία γίνεται σήμερον δὲν εἶναι μία μετουσίωσις· δύνανται νὰ γίνωσι πολλαὶ μετουσιώσεις. Ὅταν γίνωνται δύο εἰδῶν μετουσιώσεις, μία διὰ τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα καὶ ἄλλη διὰ τὸ πρὸς βιομηχανίαν, οὐδεμίαν θὰ ἔχητε δυσκολίαν καὶ τοιουτοτρόπως λύεται ἐντελῶς τὸ ζήτημα. Λέγω τοῦτο, διότι λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς τὴν ἐπιτροπήν. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν ἔδωκε πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ἔδωκε διὰ τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα καὶ ὄχι διὰ τὸ οἰνόπνευμα πρὸς χρῆσιν τῆς βιομηχανίας. Ἡ λύσις τοῦ ζητήματος εἶναι κατὰ τὴν γνώμην μου αὐτή. Τρόποι μετουσιώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος εἶναι πολλοί. Ν’ ἀφήσητε τὴν μετουσίωσιν τὴν ὑπάρχουσαν διὰ τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα καὶ νὰ γίνῃ ἄλλη μετουσίωσις διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ οὕτω λύεται τὸ ζήτημα. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δύναται ν’ ἀντιτάξῃ τίποτε εἰς τὰ ὀλίγα ταῦτα.
§174Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω ὅσα οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἀνέπτυξαν παραστήσαντες ὅτι ἡ ἐπιβολὴ φορολογίας ἐπὶ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος εἶναι ἐπαχθής. Ἔχω ὅμως ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ φέρω ἀντίρρησιν ἐπὶ τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ὡς προερχόμενος ἐκ τῶν σταφιδικῶν μερῶν. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλίπωσιν ἅπαντες οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ παρακαθήμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Εἶναι γνωστόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ σταφὶς μὲ ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησεν ἀναγκαῖα ἡ Πολιτεία ἀπὸ δεκαετίας καὶ ἐντεῦθεν νὰ λάβῃ δῆθεν πρὸς προστασίαν αὐτῆς, δὲν εὑρίσκεται εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ παρέχῃ ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις ἔστω πρὸς συντήρησιν τῶν μεγάλων πληθυσμῶν τῶν παραγωγῶν. Ἐνῷ δ’ ἀνέμενε ποιάν τινα προστασίαν ὁ σταφιδικὸς κόσμος, ὅπως ὑπεσχέθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ περὶ πάντων, ὡς ἰσχυρίζεται, μεριμνῶν, ἐν τούτοις οὐδὲν μέτρον περὶ τῆς σταφίδος ἔλαβε. Δὲν ἐφανταζόμην δέ, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἐπιβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς φορολογίαν ἐμμέσως καὶ ἑτέραν ἐπὶ τῆς σταφίδος, διότι φορολογία εἶναι, ὅταν τὸ προϊὸν τὸ ἐκ τῆς σταφίδος παραγόμενον φορολογῆται· διότι φορολογία εἶναι, ὅταν εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ οἰνόπνευμα παράγεται ἐκ τῆς σταφίδος. Ὅτε δὲ ἡ σταφὶς φορολογεῖται ἐπαχθέστατα εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ κτηματίαι πλέον νὰ προχωρήσωσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν τοῦ προϊόντος τούτου, βεβαίως ἡ πρόσθετος φορολογία θέλει ἐπιβαρύνει ἀκόμη περισσότερον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Θὰ ἦτο δυνατόν, κ. Πρόεδρε, θὰ ἦτο ἀνεκτόν, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιβάλῃ ἐλαφράν τινα φορολογίαν, ἐπειδὴ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους ἐπιβάλλους τοῦτο, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλῃ τριάκοντα λεπτά, φορολογίαν τοσοῦτον ὀγκώδη, ὥστε νὰ καταρρίψῃ κατάστημα τὸ ὁποῖον χρησιμεύει πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς, διότι, ἐὰν τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο καταπέσῃ, βεβαίως θέλουσιν εἰσέλθει εἰς τὴν κατανάλωσιν 20,000,000 ὀκάδων σταφίδος, τὰ ὁποῖα τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο διὰ τῆς βιομηχανίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ἀναπτύξει, καταναλίσκει. Βεβαίως, κ. Πρόεδρε, οἱ παραγωγοὶ τῆς σταφίδος θέλουσιν ὑποστῆ τραῦμα, καὶ τραῦμα καίριον. Ἀλλὰ ποῖον τὸ ἀντάλλαγμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θέλει δώσει εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς; Ἐλέχθη ἐν ἀρχῇ τῆς Συνόδου, ὅτι θέλει ἐλαττώσει τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, ἀλλὰ τοιοῦτο νομοθέτημα δὲν εἴδομεν. Ὅτε λοιπὸν οὔτε τὸ ἀντάλλαγμα τὸ ὑποσχεθὲν δὲν ἐχορήγησε, μὲ ποῖον θάρρος θέλει νὰ ἐπιβάλῃ καὶ ἑτέραν φορολογίαν εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τῆς ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας ταύτης, διότι ἀσφαλῶς θέλει ὑποστῆ μείωσιν, καὶ σημαντικὴν μείωσιν, ἡ κατανάλωσις τοῦ οἰνοπνεύματος, ἡ μείωσις δ’ ἐκ τῆς καταναλώσεως τοῦ οἰνοπνεύματος εἶναι ζημία διὰ τὴν σταφίδα. Δὲν φρονῶ δ’ ὅτι ἔχει ἀντίθετον γνώμην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ἂν ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, τοῦτο σημαίνει, ὅτι οὐδεμίαν ἐξέτασιν ἐποιήσατο ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, κ. Πρόεδρε, εὑρίσκονται ἐν οἰκτρᾷ οἰκονομικῇ καταστάσει, ἐνῷ δ’ ἀνέμενον προστασίαν, ἐνῷ ἀνέμενον βοήθειαν, τὴν στιγμὴν ταύτην ἔρχεται καὶ διὰ τῆς φορολογίας ταύτης καταφέρει καιριώτατον τραῦμα ἐπὶ τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὴν πρώτην ὕλην αὑτῶν ἐπεξεργάζονται. Θὰ ἐπεθύμουν, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔδειξεν εὐκαμψίαν, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν τριάκοντα λεπτῶν, ἐπειδὴ ὅμως αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου ἐπιβάλλουσιν, ὅπως καὶ οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ὑποστῶσι ποιάν τινα φορολογίαν, νὰ ἐπιβάλῃ ταύτην ἐν μέτρῳ, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ σταφὶς ἡμῶν καταναλισκομένη μέχρι τοῦδε εἰς 20,000,000 ὀκάδων νὰ καταναλίσκηται καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ νὰ μὴ καταπέσῃ τὸ κατάστημα τὸ ὁποῖον συντελεῖ μεγάλως εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς καταναλώσεως τῆς σταφίδος. Ἐπιθυμῶ, κύριε, Πρόεδρε, οἱ λόγοι μου νὰ εὕρωσιν ἠχὼ εἰς τὰ ὦτα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶναι λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσι τὴν γνώμην ὁλοκλήρων τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν, οἵτινες μετ’ ἀγωνίας καὶ στενοχωρίας ἀναμένουσι βοήθειαν παρὰ τῆς Πολιτείας καὶ οὐχὶ καταδίκην.
§175Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐγώ, ὅστις εἶμαι μεταξὺ τῶν θαυμαζόντων τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ ὄντως βαρέος ἔργου ὅπερ ἀνέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ μέτρον τοῦτο τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ φωτιστικοῦ δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἔχω γνώμην ἐναντίαν. Λυποῦμαι δὲ βλέπων τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπιμένοντα εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην, ἥτις δευτέραν ἤδη φορὰν κάμνει τὴν ἑαυτῆς ἐμφάνισιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι κατὰ τὴν πρώτην ἡ Βουλὴ ἀμέσως ἀπεφάνθη κατ’ αὐτῆς. Καὶ τὴν φορὰν ὅμως ταύτην ἐπανέρχεται ἡ φορολογία τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος μὲ τὴν αὐτὴν σφαλεράν, σφαλερωτάτην, βάσιν, ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἠκούσαμεν καὶ τότε προβαλλομένην, ὅτι δηλαδὴ ἡ ἐξάπλωσις τοῦ οἰνοπνεύματος αὐτοῦ καταλαμβάνει τόπον τὸν ὁποῖον κατελάμβανε τὸ πετρέλαιον καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπέρχεται μείωσις τῶν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ πετρελαίου καὶ τὸ Δημόσιον εἶναι ὑποχρεωμένον ν’ ἀναπληρώσῃ τὸν δασμὸν τὸν ὁποῖον ἀπόλλυσιν ἐκεῖθεν. Ἡ βάσις εἶναι σφαλερὰ καὶ ὀρθότατα ὁ κ. ἐκ Μεγαρίδος Βουλευτὴς κατέδειξε δι’ ἀριθμῶν ὅτι ἡ ἐλάττωσις τοῦ πετρελαίου δὲν προέρχεται ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος, ἀλλ’ εἶναι φυσικὴ καὶ πᾶς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ βλέπῃ βεβαίως μετὰ λύπης του, ὅτι θὰ χάνῃ δασμὸν ἐξ οὗ πολλὰ εἰσπράττει, θὰ προχωρήσῃ δ’ ἔτι πλειότερον ἀκόμη, καὶ ἂν καταστραφῇ τὸ μετουσιωμένον οἰνόπνευμα. Δὲν δύνασθε νὰ ἐμποδίσητε τὸν νόμον τῆς προόδου, ἡ δὲ πρόοδος θὰ ἐκτοπίζῃ τὸ πετρέλαιον ἀντικαθιστῶσα αὐτὸ δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός, γκαζολίνης, ἀσετυλίνης καὶ μυρίων ἄλλων μέσων, ἅτινα θὰ εὑρεθῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι. Καὶ ἂν ἐπιβάλητε φορολογίαν ἐπὶ τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος καὶ ἐλαττώσητε τὴν κατανάλωσιν αὐτοῦ, δύνασθε νὰ λαμβάνητε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος ἐκ τοῦ πετρελαίου. Καὶ ἐὰν δεχθῶμεν τὴν βάσιν ταύτην ὡς ὀρθήν, ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τοῦ πετρελαίου, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ὑποχρεωτικὴν κατανάλωσιν αὐτοῦ, ὡς τοῦ μᾶλλον εὐώνου μέσου φωτισμοῦ. Τότε δὲ καὶ μόνον θὰ ἐδικαιολογεῖτο πόλεμος κατὰ τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος. Βεβαίως διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ τοῦ πετρελαίου θὰ ἔλειπεν ἡ προστασία, ἧς τυγχάνει σήμερον ὄχι διὰ λόγους προστατευτικούς, ἀλλὰ ταμιευτικούς, ἡ κατασκευὴ τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος, τοῦτο δ’ εἶναι σπουδαιότατον ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον μετὰ προσοχῆς πρέπει νὰ προβῇ ἡ Βουλή, πάντως ὅμως θὰ ὑπῆρχε δικαιολογία, ὅτι ἔλειψε τοιαύτη προστασία πρὸς τὴν ἐθνικὴν παραγωγήν, ἀλλὰ μόνον πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ, ὅπως ἔχῃ φωτισμὸν εὐθηνότερον. Ἐλπίζω λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ καμφθῇ καὶ δὲν θὰ θελήσῃ νὰ καταστρέψῃ μέγα μέρος τοῦ ἔργου ὅπερ μέχρι τοῦδε ἐπετέλεσε. Κατὰ τὴν πρώτην φορὰν καθ’ ἣν ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον προυβλήθησαν ὡς δικαιολογία τὰ ὑπερβολικὰ κέρδη τῆς ἑταιρείας τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων. Ἀλλ’ ἔκτοτε τὰ κέρδη της ἐκεῖνα ἐξέλιπον, διότι ἐξέλιπε καὶ ἡ ἀποστολὴ σταφιδομάζης εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς βαρυτάτης ταύτης φορολογίας καθιστᾷ τὸν δι’ οἰνοπνεύματος φωτισμὸν κατὰ πολὺ ἀκριβότερον καὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ πετρελαίου καὶ τῶν ἄλλων φωτιστικῶν εἰδῶν. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατωρθώθη νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐθνικὴ αὕτη παραγωγή, δι’ ἧς καταναλίσκεται μέγα ποσὸν σταφίδος, ἥτις, ἂν δὲν κατηναλίσκετο ἐκεῖ, θὰ ἐπηρέαζε τὴν ἀγοράν, διατί αὐτὴ ἡ βουλιμία ἡ ὁποία καταλαμβάνει τοὺς νεωτέρους Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιπέσωσιν ἀμέσως κατὰ τῆς παραγωγῆς ταύτης, προτοῦ νὰ τὴν ἀφήσωμεν πρῶτον ν’ ἀνδρωθῇ; Ὁπωσδήποτε ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πάντως θὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν γνώμην μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ἀποφανθέντων ὅτι μόνον δοκιμαστική τις φορολογία 10 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπιτρέπεται νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς παραγωγῆς ταύτης.
§176Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐγνωμάτευσε κατὰ πάσης φορολογίας.
§177Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Μεταξὺ τῶν μελῶν πρῶτος ὁ κ. Γ. Ζωγράφος ἀπεφάνθη περὶ τῆς δοκιμαστικῆς ταύτης φορολογίας, ἵνα πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἂν δύναται ἡ παραγωγὴ αὕτη ν’ ἀνεχθῇ ταύτην ἢ καὶ βαρυτέραν φορολογίαν.
§178ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐὰν οἱ κ. συνάδελφοι κόπτωνται πράγματι ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐπιζητῶσι δι’ αὐτὸν φωτισμὸν εὐθηνότερον, εἴμεθα πρόθυμοι, ἅμα ψηφιζομένου τοῦ μέτρου τούτου, νὰ καταθέσωμεν αὔριον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἡ τιμὴ τοῦ πετρελαίου ἐκπίπτει ἀπὸ 30 εἰς 20 δραχμάς.
§179Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅτε τὰ νομοσχέδια τὰ τοιαῦτα προβάλλετε τοιουτοτρόπως, αὐτὰ εἶναι ἀγυρτεῖαι. Πῶς θὰ κάμητε αὐτό;
§180ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔχω τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Ἐλέγχου.
§181Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τῇ ἐπιβολῇ τοῦ Ἐλέγχου ὑποβάλλετε τοιαῦτα νομοθετήματα;
§182ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τῆς εὐθηνίας τοῦ πετρελαίου θὰ καταπολεμήσωμεν καὶ τὸ λαθρεμπόριον.
§183Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἔχητε πρὸς τοῦτο τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Ἐλέγχου, διαπράττετε ἔγκλημα κατὰ τοῦ λαοῦ μὴ εἰσάγοντες τοιοῦτο νομοσχέδιον.
§184ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὔριον.
§185Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ φορολογία τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν τοῦ πρὸς πόσιν οἰνοπνεύματος. Οὔτε δικαιολογοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν οἱ λόγοι, οὓς ἐξέθηκε, προκειμένου περὶ τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος ἐν γένει. Ὁ κ. Ὑπουργός, προκειμένου περὶ φορολογίας τοῦ πρὸς πόσιν οἰνοπνεύματος, ἐπεκαλέσθη τὰ κρατοῦντα ἐν ἄλλαις χώραις καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ἐκεῖ ἐπιβάλλεται βαρεῖα φορολογία. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος ὑπάρχει χώρα τις ἔχουσα βαρεῖαν φορολογίαν; Καὶ διατί εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ἔχομεν κατ’ ἐξοχὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν γεωργικὴν βιομηχανίαν, ὅπου ἔχομεν τὴν πρώτην ὕλην μόνοι ὑπὲρ πάντας ἄλλους κατάλληλον διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος, νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος οὗτος; Ἡ ὄψις ἣν ἤδη κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν παρουσίασε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ἡ λύουσα τὸ ζήτημα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ οἱ προκάτοχοί του—νομίζω, καὶ ὁ κ. Γούναρης—, εἶχον τὴν αἰτιολογίαν ὅτι, ἐπειδὴ διὰ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος ἐλαττοῦνται αἱ ἐκ τοῦ πετρελαίου εἰσπράξεις, φορολογοῦμεν τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα. Καὶ ἐλέγετο εἰς ἀντίκρουσιν· ἐλαττώσατε τὸν φόρον τοῦ πετρελαίου, ἵνα δύναται τὸ πετρέλαιον ν’ ἀνταγωνισθῇ μὲ τὸ οἰνόπνευμα, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἔχητε ἐλάττωσιν εἰσπράξεων. Ἀλλ’ ἀντετάσσετο εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ πράξωμεν ἐπειδὴ ἦτο ὑπέγγυος ὁ φόρος καὶ δὲν εἴχομεν τὴν συναίνεσιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ ἤδη ἐδηλώθη ἡμῖν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅτι ἡ Διεθνὴς Οἰκ. Ἐπιτροπὴ ἔδωκε τὴν συναίνεσίν της νὰ ἐλαττωθῇ κατὰ τὸ ⅓ ἡ ἀξία τοῦ πετρελαίου. Δοθέντος ὅτι ἔχομεν τὴν συναίνεσιν τῶν δυναμένων νὰ ἔχωσι, λόγῳ τῆς συμβάσεως, γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ὅτι θὰ ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον τοῦ πετρελαίου, δὲν ὑπάρχει λόγος πλέον νὰ φορολογήσωμεν τὸ οἰνόπνευμα, διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ἀντιστάθμισμα ἀπέναντι τῆς καταναλώσεως τοῦ πετρελαίου. Κατέπεσε λοιπὸν μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅλη ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐστηρίζετο ἡ φορολογία τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ ἐκ νέου τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ὑποβάλῃ νέας δικαιολογίας, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν του περὶ φορολογίας τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος, διότι, ἂν δὲν προβάλῃ νέας δικαιολογίας ὑπὲρ τῆς διατάξεως ταύτης, θὰ ψηφίσωμεν φόρον ἄνευ τινὸς λόγου.
§186Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ μὲ καταστροφὴν τῶν μεταχειριζομένων τὸ οἰνόπνευμα εἰς βιομηχανίας.
§187Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ βλάβῃ τῶν πτωχῶν καταναλωτῶν τοῦ οἰνοπνεύματος τοῦ πρὸς φωτισμόν. Εἶχον ζητήσει καὶ μοὶ ἐδόθησαν αἱ ἀναλογίαι αἱ δεικνύουσαι τὴν ἀξίαν τοῦ φωτισμοῦ τοῦ ἐξ οἰνοπνεύματος ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ φωτισμοῦ ἐκ φωταερίου καὶ τοῦ φωτισμοῦ ἐξ ἠλεκτρικοῦ φωτός, καὶ ἂν αἱ ἀναλογίαι εἶναι ἀληθεῖς, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν εἰδικότητα αὐτήν, ἀλλὰ μοὶ ἔδωκαν τὴν σημείωσιν ὅτι δι’ ὡρισμένης ἐντάσεως φωτισμὸν καθ’ ὥραν, μιᾶς μονάδος, ἂς εἴπω, ἐνῷ δαπανῶμεν φωταέριον ἀξίας 2,07 τοῦ λεπτοῦ, ἐνῷ δαπανῶμεν ἠλεκτρικὸν φῶς ἀξίας 9 λεπτῶν, οἰνόπνευμα δαπανᾶται ἀξίας 10 λεπτῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ οἰνόπνευμα πρὸς φωτισμὸν καταναλίσκεται ὑπὸ τῶν ἀνθρώπων τῶν μὴ δυναμένων νὰ φωτισθῶσι δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς εἴτε διὰ φωταερίου, διότι δὲν δύνανται, ἂν ὄχι τι ἄλλο, τοὐλάχιστον νὰ δαπανήσωσι τὰ πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, ἀλλὰ δαπανᾶται ὑπὸ τῶν πτωχῶν, καὶ εἰς τοὺς πτωχοὺς ἐκείνους ἐπιβάλλομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν φόρον 30 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, οὕτως ὥστε τὰ 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν γίνονται 13. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω μέχρι τοῦδε διατί δὲν κανονίζεται ἡ φορολογία τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ ἢ ἡ φορολογία τοῦ διὰ φωταερίου φωτισμοῦ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ μία ἀναλογία μεταξὺ πτωχῶν καὶ εὐπόρων, καὶ θὰ ἠδύνατό τις ν’ ἀξιώσῃ νὰ φορολογηθῇ ὁ φωτισμὸς τῆς πολυτελείας περισσότερον καὶ νὰ μὴ φορολογηθῇ διόλου ἢ νὰ φορολογηθῇ ἐλαφρότερον ὁ φωτισμὸς ὁ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης διὰ τὰς πτωχὰς τάξεις. Καὶ ἐν τούτοις ἀκολουθοῦμεν τὴν ἐναντίαν τακτικήν. Ἀλλὰ προεβλήθη ἤδη ὅτι ἐπῆλθε συνεννόησίς τις, ἐδόθη ὑπόσχεσις ἔγγραφος ἢ ἄγραφος, δὲν γνωρίζω, καὶ ἀνελήφθη ὑποχρέωσις νομικὴ ἢ ἠθική — τοῦτο δὲν καθωρίσθη σαφῶς πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν —, ὑποχρέωσις δυνάμει τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἐπιβολὴ φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος. Θὰ ἐνόουν ἀνάληψιν ὑποχρεώσεως ἀπέναντι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου διὰ νὰ ἐλαττωθῇ φόρος τις ἐκ τῶν ὑπεγγύων, ἀλλὰ δικαίωμα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου νὰ ἔχῃ γνώμην περὶ τῶν φόρων τοὺς ὁποίους πρέπει ἡμεῖς νὰ ἐπιβάλωμεν ἢ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν, νομίζω ὅτι δὲν τοὺς ἀναγνωρίζει ἡ σύμβασις καὶ οὕτω σήμερον μᾶς ζητοῦσι νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος, αὔριον δὲν ἠξεύρω τίνα φόρον θὰ μᾶς ζητήσωσι νὰ ἐπιβάλωμεν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐλαττώσωμεν φόρον τινὰ ἐκ τῶν ὑπεγγύων, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην αὐτῆς, καὶ βεβαίως ἄνευ τῆς γνώμης αὐτῆς δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διὰ τίνα λόγον ἐζητήθη ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου. Τὴν γνώμην ἐζητήσαμεν διὰ ποῖον λόγον; Διὰ νὰ φορολογήσωμεν τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα· ἂς δεχθῶ καὶ τοῦτο, διὰ νὰ θέσω τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν, διότι δὲν σκοπῶ νὰ μακρηγορήσω, ἀλλ’ οἰνόπνευμα μετουσιωμένον δὲν ἔχομεν μόνον πρὸς φωτισμόν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἄλλας χρήσεις βιομηχανικάς· διατί φορολογεῖτε τότε τὸ πρὸς ἄλλας χρήσεις οἰνόπνευμα, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τῶν αἰτιολογιῶν τῆς φορολογίας τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος; Εἶναι ὁ λόγος τεχνικὸς ἢ εἶναι ἄλλος τις λόγος; Διότι, ἐὰν εἶναι ὁ λόγος τεχνικός, ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀξιοτίμους εἰδικοὺς εἰς τὰ τοιαῦτα — καὶ νομίζω ὅτι ἀνεῦρον τὸν εἰδικόν — ἵνα μοὶ εἴπωσιν ἂν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διακριθῇ τὸ πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν οἰνόπνευμα ἀπὸ τὸ φωτιστικόν.
§188Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§189Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην σας. Ἡ ἰδέα μου ἦτο ὅτι θὰ εἴπητε ὅτι ἦτο δυνατὸν καὶ τώρα συμφώνως πρὸς τὴν ἀπάντησίν σας μετατρέπω τὰς σκέψεις μου, διὰ νὰ φορολογήσωμεν τὸ πρὸς φωτισμὸν οἰνόπνευμα, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται ἄνευ τινὸς αἰτιολογίας. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν φορολογίαν αὐτὴν καὶ τὸ οἰνόπνευμα τὸ χρήσιμον εἰς βιομηχανικὰς ἐργασίας καὶ φορολογοῦμεν μίαν τάξιν μεγάλην καταναλωτῶν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν αἰτιολογίαν ὅτι φορολογοῦμεν τὸν φωτισμόν, χωρὶς νὰ ἔχωμεν δι’ αὐτὴν τὴν τάξιν τὴν αἰτιολογίαν ὅτι μᾶς τὸ ἐζήτησεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Ἐλέγχου, ἀλλὰ τὴν φορολογοῦμεν, διότι θέλομεν νὰ φορολογήσωμεν ἄλλην τάξιν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ διακρίνωμεν τὸ οἰνόπνευμα τῆς τάξεως ταύτης, τὸ οἰνόπνευμα πρὸς φωτισμόν, ἀπὸ τὸ οἰνόπνευμα τῆς ἄλλης τάξεως, τὸ πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν. Καὶ ἐγὼ χωρὶς νὰ εἶμαι χημικὸς θὰ ἔλεγον νὰ εὑρεθῇ τέλος πάντων εἷς τρόπος νὰ χρωματίζωμεν αὐτὸ τὸ οἰνόπνευμα πρὸς βιομηχανικὴν χρῆσιν.
§190ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἂν τὸ χρωματίσητε, θὰ καίῃ καὶ εἰς τὴν λάμπαν.
§191Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ κάμητε τὴν διάκρισιν, εἶναι εἷς λόγος ἐπὶ πλέον νὰ μὴ φορολογήσητε τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα. Ἀλλὰ μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐπανέρχομαι ἀπὸ τὸ σημεῖον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἤρχισα, ἀπὸ τῆς δηλώσεως ὑμῶν ὅτι ἔχετε τὴν συναίνεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου νὰ ἐλαττώσητε ἀπὸ 30 δρχ. εἰς 20 δρχ. τὸν φόρον τοῦ πετρελαίου. Ἕως τώρα εἴχετε τὴν αἰτιολογίαν ὅτι ἐπιβάλλετε τὸν φόρον τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος, διὰ νὰ φέρητε ἰσορροπίαν μεταξὺ τῆς τιμῆς τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ τῆς τιμῆς τοῦ πετρελαίου· ἀφοῦ ἤδη ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἐλαττώσητε τὴν τιμὴν τοῦ πετρελαίου καὶ νὰ ἐπιτύχητε τὴν ἰσορροπίαν μεταξὺ τῶν δύο ὑλῶν, δὲν βλέπω διατί ἐπιμένετε νὰ ἐπιβάλητε φορολογίαν ἐπὶ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος, φορολογίαν ἡ ὁποία ἔχει ὅλα τὰ ἐλαττώματα ὅσα οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐπέδειξαν. Ὑποθέτω ὅτι, διὰ νὰ εἶσθε συνεπεῖς πρὸς τὰς αἰτιολογίας τὰς ὁποίας μέχρι τοῦδε ἐδώσατε διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος, ὀφείλετε νὰ ὑποβάλητε αὔριον ἢ μεθαύριον νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ πετρελαίου, νὰ διαγράψητε δὲ τὴν διάταξιν περὶ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος.
§192ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ σημείου τινός, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι εἴμεθα πάντες σύμφωνοι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅτι συμφωνεῖ εἰς τὴν μὴ φορολογίαν τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει διὰ τὴν καλλιέργειαν ἐν γένει, ἀρκεῖ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται ἡ διάκρισις αὐτή. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυνουρίας ἐζήτησε κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ μάθῃ παρά τινος συναδέλφου, ἂν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διάκρισις μεταξὺ τοῦ μετουσιωμένου οἰνοπνεύματος φωτισμοῦ ἀπὸ τοῦ πρὸς καλλιεργικοὺς σκοπούς. Ὁ κ. συνάδελφος ἀπήντησεν ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ διάκρισις, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Νέγρης, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἔχει τοιαύτας γνώσεις, ἐβεβαίωσε πρὸ ὀλίγου, ὅτι δύναται νὰ γένηται διάκρισις.
§193ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν, διότι πυρκαϊὰ ἐξερράγη εἰς τὰ Ἀνάκτορα καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ μεταβῶ ἐκεῖ (συγκίνησις).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ πρὸ τούτων ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν ὑπηρεσιῶν τινῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». Ὁ κ. Ἰωάννης Δ. Ῥάλλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 266 τοῦ Ποινικοῦ νόμου». Ὁ κ. Ἀθ. Τυπ. Μπασιᾶς ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐπισημάνσεως τῶν ἐκ πολυτίμων μετάλλων ἀντικειμένων καταθέτει τὴν σχετικὴν ἔκθεσιν· Ὁ ἴδιος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μορφώσεως ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1ον) «Περὶ ὑπογραφῆς καὶ θεωρήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος πρώην ταμίου Βόλου Δ. Παπαευστρατίου ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων 23 γραμματίων παραλαβῆς καὶ 69 ἀποδεικτικῶν παραλαβῆς εἰσπρακτέων ἐσόδων τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους 1908». 2ον) «περὶ καταστροφῆς διὰ πυρὸς ἐξωφλημένων τοκομεριδίων καὶ ὁμολογιῶν ἐθνικῶν δανείων». (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 764–771). Αὔριον δὲν θὰ γίνῃ συνεδρίασις. Τὸ Σάββατον ὥρᾳ 10 π. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ 40 μ. μ.).