1909.12.21
3.527 στίχοι · 26.474 λέξεις · 282 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 68
Τῆς 21 Δεκεμβρίου 1909
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου περὶ ὥραν 10 καὶ 45 π. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 97 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς 19 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ. διορθωθέντα).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφον: «Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ σημερινῶν Β. Διαταγμάτων, δημοσιευθέντων αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 302 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ηὐδόκησε: 1) Ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ κ. Νικ. Τριανταφυλλάκου καὶ 2) Ν’ ἀναθέσῃ προσωρινῶς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργείου εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν κ. Ἀθ. Εὐταξίαν. Ὁ Πρόεδρος Κυρ. Π. Μαυρομιχάλης» Ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν διαφόρων κτιρίων πρὸς ἵδρυσιν νέων φάρων». Ὁ αὐτὸς κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων νέων ἔργων ἐν Ναυστάθμῳ καὶ τοῖς παραρτήμασιν αὐτοῦ». (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 697–699). Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφοράς: Πολῖται Ζακύνθου παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιβληθῇ φορολογία ἐπὶ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος καὶ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Προνομιούχου συμβάσεως περὶ ἐκριζώσεως». Ἐπιτροπὴ τῶν δημοδιδασκαλισσῶν τοῦ νομοῦ Ἀχαΐας παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ νομοθετικὸν μέτρον περὶ ἀπονομῆς ταῖς διδασκαλίσσαις συντάξεως μετὰ 15ετῆ ὑπηρεσίαν. Ὁ πρόεδρος τοῦ Συλλόγου «Ἁρμονία» ἐν Βραχνεΐκοις τῶν Πατρῶν τῇ ἐντολῇ πάντων τῶν κατοίκων τῆς ῥηθείσης κωμοπόλεως παρακαλεῖ, ὅπως καταψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις περὶ ἐκριζώσεως· Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Κρεστένων παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ σταφιδικὴ σύμβασις περὶ ἐκριζώσεως· Οἱ ἐν Ἀθήναις Δωριεῖς παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ ἁμαξιτὸς ὁδὸς Ἐρατεινῆς μέχρι τῆς γεφύρας Στενοῦ· Ἐπιτροπὴ τῶν σταφιδοκτημόνων Κυπαρισσίας παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις· Σταφιδοκτήμονες Φιλιατρῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις· Οἱ ἐνορῖται τοῦ ναοῦ Ἁγ. Νικολάου τοῦ χωρίου Ἀρμενίου καταγγέλλουσι τοὺς ἱερεῖς τῆς ἐνορίας των ὡς ἀρνουμένους τὴν ἐπιτέλεσιν τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων των· Ὁ σύνδεσμος τῶν συντεχνιῶν Καλαμῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ μετὰ τῆς Προνομιούχου σύμβασις· Ἐπιτροπὴ τῶν ἱερέων Βόλου παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν»· Ὁ πρόεδρος τῆς Ἰσραηλιτικῆς κοινότητος Χαλκίδος παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ Ἰσραηλιτικῶν κοινοτήτων». Ὁ ἐν Πάτραις σύνδεσμος τῶν Γορτυνίων «Γρηγόριος ὁ Εʹ» παραπονεῖται διὰ τὴν παραγνώρισιν τῶν δικαίων τῆς Γορτυνίας ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ παρακαλεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῶσι τὰ ἐν Γορτυνίᾳ Εἰρηνοδικεῖα, περιληφθῇ εἰς τὰς μελετωμένας νέας σιδηροδρομικὰς γραμμὰς καὶ τοιαύτη Ὀλυμπίων–Μεγαλοπόλεως–Καρυταίνης κ.λ.π. Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεων ὑπενωμοταρχῶν καὶ χωροφυλάκων»· Ὁ κ. Φ. Νέγρης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δασμολογίου»· Ὁ κ. Ἀ. Πλατῆς ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ»· Ὁ κ. Φ. Νέγρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκκαθαρίσεως, ἀνανεώσεως κτλ.». (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 699–702). Ἐκ τῶν κ. Ὑπουργῶν ζητεῖ τις τὸν λόγον; Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§2Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων καταλέξῃ καὶ τὸ σταφιδικόν, διότι φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο χάριν τῆς προστασίας τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου καὶ τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν.
§3Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐὰν συνέλθωμεν καὶ μεταβῶμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ συζητήσωμεν μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δύναται νὰ ψηφισθῇ· ἄλλως ὡς ἔχει εἶναι ἀδύνατον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτὰς ἐκ τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν νὰ συνέλθωσι καὶ ἀποφασίσωσιν.
§5ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ συνέλθωσιν ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ ν’ ἀποφασίσωσιν. Ἐὰν ὑπάρχωσι σημεῖά τινα ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλουσι ν’ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας των, εὐχαρίστως θὰ τὰς ἀκούσωμεν.
§6Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁρίσατε ὑμεῖς τὴν ὥραν διὰ νὰ προσέλθωμεν.
§7ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὴν ἑσπέραν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως μεταβαίνομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ σκεπτόμεθα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «συμπληρωτικοῦ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου».
§9ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν μετὰ μεσημβρίαν.
§10Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπανειλημμέναι παρατηρήσεις ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ μεταλλείων καὶ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Ἐγὼ αὐτὸς ἐζήτησα, ὅπως τὸ νομοσχέδιον μετὰ τῶν τροπολογιῶν, τῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου μου κ. Νέγρη καὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας κ. Μιαούλη, παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συγχωνεύσωμεν καὶ τὰς τροπολογίας αὐτὰς εἰς τὸ κύριον νομοσχέδιον καὶ οὕτω καταστῇ ἡ ἐργασία τῆς Βουλῆς εὐκολωτέρα. Ὁ τέως Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἡ συγχώνευσις ἄνευ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν καὶ οὐδεὶς λόγος ὑπῆρχεν ἵνα ἀντιταχθῶμεν εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον μετὰ μεσημβρίαν, πρέπει νὰ τυπωθῶσι πρότερον, νὰ διανεμηθῶσι, νὰ μελετηθῶσιν αἱ τροπολογίαι καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις θέλει συντάξει, καὶ εἶτα νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Βλέπω, ὅτι χθὲς ἀνεκοινώθη ἀναφορὰ ἑνὸς πολίτου Ξανθάκη, ὁ ὁποῖος καταγγέλλει ἐν αὐτῇ μίαν ἐκβίασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔλθῃ νὰ κυρώσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη. Ἐὰν πρόκειται εἰς τοιαῦτα ἔργα νὰ συντελέσῃ ἡ Βουλή, βεβαίως τὸ ἔργον αὐτῆς θὰ εἶναι καταστρεπτικὸν πάσης ὑπολήψεως τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπιμένω, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ τὰς τροπολογίας ἐκείνας ἢ τὸ σχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατήρτισεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τροπολογιῶν, ὅπως τὸ σχέδιον τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ πρὶν ἔλθῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§11ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ μὲν τροπολογίαι αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων κυρίων συναδέλφων ἐξ Ὕδρας καὶ Ἀττικῆς ἔχουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ ἤδη. Εἴχομεν δ’ αὐτὰς καὶ ἡμεῖς ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν. Ἀλλὰ τότε πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅπως παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, ὁ τέως ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. συνάδελφος ἀντιπροέτεινεν, ἵνα ἀπ’ εὐθείας τὸ Ὑπουργεῖον ἀναθεωρήσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ συμπεριλάβῃ εἰς αὐτὸ καὶ τὰς ὑποβληθείσας τροπολογίας. Τὸ νομοσχέδιον θὰ εἶναι ἕτοιμον καὶ θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ μεσημβρίαν. Δὲν ἐννοῶ δ’ ὅτι πρέπει αὐτὸ καὶ οὕτω νὰ ψηφισθῇ ἀμέσως. Δύναται κάλλιστα νὰ μελετηθῇ ἐν τῷ μεταξὺ ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ νὰ συζητηθῇ αὔριον. Ὡς πρὸς τὴν ἀναφοράν, ἡ ὁποία ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκ τῆς μελέτης τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει ἤδη ὑποβληθῆ, θὰ ἔχῃ πεισθῇ ὅτι οὐδὲ σκιὰ ὑπονοίας περὶ ἐκβιάσεως ἐγχωρεῖ. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ περιφρουρήσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἀδιαφοροῦντες τί θὰ ἔλεγον οἱ ἔχοντες ἀντίθετα πρὸς αὐτὸ συμφέροντα. Αὐτὴ ἦτο ἡ πρόθεσίς μας καὶ εἰς αὐτὴν θὰ ἐπιμείνωμεν μέχρι τέλους. Ἐάν τις τῶν κ. συναδέλφων νομίζῃ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου δύνανται νὰ προσβληθῶσι κεκτημένα δικαιώματα, ἂς λάβῃ τὸν λόγον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἂς ὑποστηρίξῃ τὴν γνώμην του.
§12Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις μου διετυπώθησαν κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον θὰ συζητηθῇ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν μετὰ μεσημβρίαν, ὅτε θὰ προσαγάγῃ καὶ τὰς τροπολογίας. Ἐζήτησα δ’ ἀκριβῶς, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ εἰς γʹ ἀνάγνωσιν, ὅπως εὐκρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ καταθέσῃ τὰς τροπολογίας ἢ τὸ κείμενον τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν κατατεθεισῶν τροπολογιῶν ἤθελε καταρτίσει συγχωνεύων αὐτὰς πρὸς τὸ ἤδη κατατεθὲν νομοσχέδιον. Ἀφοῦ ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ κατατεθῇ καὶ ἐκτυπωθῇ τὸ κείμενον τὸ οὕτω συγχωνευθὲν μὲ τὰς τροπολογίας, ἱκανοποιεῖται ἡ αἴτησίς μου, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν ταύτας. Ἀναμφισβητήτως ἡ Βουλὴ συζητοῦσα τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ καταγγελίαν περὶ ἐκβιάσεως ἀπευθυνομένην πρὸς αὐτὴν ἐνυπογράφως. Ἴσως οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο εἶναι ἐν ἀγνοίᾳ τῶν καταγγελλομένων, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς κατηγγέλθησαν ταῦτα ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ σταματήσῃ καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ σχηματίσῃ ἐπιτροπὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων, ὅπως μὴ τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν ἐξυπηρετήσῃ ἀθέμιτα συμφέροντα καὶ ἐκβιάσεις.
§13ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θεωροῦντες ἡμᾶς αὐτοὺς ὑπερτέρους πάσης ὑπονοίας εἴμεθα πρόθυμοι νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ περὶ σχηματισμοῦ ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ἔχει καθῆκον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς νὰ μὴ ἐκφέρῃ ἁπλῶς ὑπονοίας, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐγείρῃ ὡρισμένην κατηγορίαν καθ’ ἡμῶν, στηριζομένην ἐπὶ πραγμάτων. Δὲν ἀνεχόμεθα οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ μείνωμεν ὑπὸ τὸ κράτος τοιούτων ὑπονοιῶν, ἀξιοῦμεν δὲ νὰ διατυπωθῇ ὡρισμένη καθ’ ἡμῶν κατηγορία.
§14Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπέρριψα τὴν εὐθύνην οὔτε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Εἶπον, ὅτι καταγγέλλεται ὅτι ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον διετυπώθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐν ἀγνοίᾳ ἴσως τῆς Κυβερνήσεως τῶν καταγγελλομένων μία ἐκβίασις, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμπράξῃ ἡ Βουλή. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐξ αὐτῆς τῆς δηλώσεώς μου καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν καταγγελιῶν, αἱ ὁποῖαι διατυποῦνται διὰ τῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν τὸ Προεδρεῖον ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλήν, φοβεῖται ὅτι δύναται νὰ θιχθῇ ἡ ὑπόληψις αὐτοῦ, βεβαίως ἔχει καθῆκον νὰ ζητήσῃ τὴν σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς· ἀλλ’ ἡ πρόθεσίς μου δὲν ἦτο αὕτη· ἡ πρόθεσίς μου ἦτο νὰ συστήσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἐπιστήσωσι τὴν προσοχήν των ἐπὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον διετυπώθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι καταγγέλλεται ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐξυπηρετεῖ ἐκβιάσεις, διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχει ἐνυπόγραφος καταγγελία καὶ αἵτινες θὰ συντελεσθῶσι διὰ τῆς συμπράξεως τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν πρέπει νὰ παροραθῇ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι υἱοθέτησαν τὴν ἰδέαν ἑνὸς εἰδικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀστόχως ἐχαρακτηρίσθη ὅτι ἠδύνατο νὰ καταρρίψῃ τὸ κῦρος τοῦ οὔπω κυρωθέντος καὶ δημοσιευθέντος ἑτέρου νομοσχεδίου, ἦλθον καὶ κατήγγειλαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς διετυπώθη, ὡς ἐκβαῖνον τοῦ σκοποῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεψε καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη. Ὅτε δ’ ὑπεβλήθη τοιαύτη καταγγελία, φρονῶ, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ζητήσω ὅπως αἱ τροπολογίαι καὶ αἱ τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ὑποβληθῆ, κατατεθῶσι καὶ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, ὅπως γνωρίζωμεν τί πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν.
§15ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς, Κύριοι, οὐδέποτε συνῃσθάνθημεν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων ἡμῶν οἱανδήποτε ἐνοχήν, ὥστε νὰ ἔχωμεν τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιζητήσωμεν οἱ ἴδιοι τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἐπιτρέπεται ἐπὶ τῇ βάσει ὑπονοιῶν, οὕτω πως γενικῶς καὶ ἀορίστως ἐξαγγελλομένων, νὰ συστήσῃ τοιαύτην ἐπιτροπήν. Μόνον ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης κατηγορίας, ἐφ’ ὡρισμένων γεγονότων στηριζομένης, οὐ μόνον ἡ Βουλή, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ θὰ ἐσπεύδομεν νὰ ζητήσωμεν τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νομίζῃ ὅτι ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῇ ἀποπλανήσει αὐτῆς συνετάχθη τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον κατὰ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου καταπατοῦνται κεκτημένα δικαιώματα τρίτων, ἂς ἐπιφυλαχθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ν’ ἀποδείξῃ τοῦτο. Ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον, χωρὶς νὰ πρόκειται περὶ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ῥίπτωνται τοιαῦται ὑπόνοιαι εἰς τὸ μέσον. Εὐθὺς ὡς ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τρίτην συζήτησιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὡς θὰ ὑποβληθῇ τροποποιημένον, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν δυνηθῇ, τὰς ὑπονοίας του, ἔστω καὶ τροποποιημένας.
§16Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη τοῦ κ. Ξανθάκη.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἡ συζήτησις λοιπὸν τοῦ νομοσχεδίου ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως κλάσσεών τινων καὶ ἄλλων διατάξεων τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου».
§20ΑΝΤ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν, αὕτη ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, ὑπέβαλε δὲ καὶ παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ διάφοροι προτάσεις καὶ συστάσεις τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ ψηφισθῶσι δ’ ὅσαι πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν ἐξ αὐτῶν.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§24Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§25ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὴν σημείωσιν τὴν πρώτην μετὰ τὴν λέξιν «ξυλείαν» νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἀκατέργαστον». Ἐπίσης ἀκολούθως εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ πρὸ τῆς λέξεως «ἔπιπλα» νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «ἐλατήρια». Κατὰ παραδρομὴν δὲ ἀνεστράφησαν τὰ πράγματα εἰς τὴν κλάσιν 66, εἰς τὰ ἐδάφια γʹ, δʹ καὶ εʹ καὶ νὰ τεθῶσιν ὡς ἑξῆς. Τὸ ἐδάφιον γʹ τῆς κλάσσεως 66, τὸ περιλαμβάνον νικέλιον εἰς ὄγκους ἢ χελώνας, ἀφίεται ἀτελές· Τὸ δὲ νικέλιον εἰς φύλλα τοῦ ἐδαφίου δʹ τῆς αὐτῆς κλάσσεως ὑπὸ γεν. εἰσαγ. δασμὸν δρ. 100 εἰς μεταλλικὸν κατὰ 100 ὀκάδας· Τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ ἐδάφ. εʹ τῆς αὐτῆς κλάσσεως ἀργίλλιον ἀφίεται ἀτελές».
§26Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον εἶχον ἤδη ὑποδείξει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τοὺς ἐργοστασιάρχας τοὺς ἐμπορευομένους τὰ στιλβώματα, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐτέθη ὁ ὑπέρογκος ἐκεῖνος φόρος ἐπὶ τοῦ κηροῦ. Ἀλλ’ ἐγένοντο ἔκτοτε παράπονα, τὰ ὁποῖα εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τὰ παράπονα τῶν χρωματεμπόρων, διότι εἰς τὸ νῦν δασμολόγιον, εἰς τὸ πρῶτον ἐδάφιον λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν τὰ βερνίκια τῶν χρωματεμπόρων καὶ τὰ στιλβώματα. Διὰ τοῦτο διετύπωσα ἴδιον ἐδάφιον διὰ τὰ χρώματα ἔχον οὕτω· Σελ. 4. Διαγράφονται τὰ ἀφορῶντα τὴν κλάσσιν 87 καὶ ἀναπληροῦνται ὡς ἑξῆς· «Ἡ κλάσσις 87 τοῦ δασμολογίου τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· αʹ) Χρώματα καὶ βερνίκια παρεσκευασμένα δι’ ἐλαίου δασμὸς μεταλλικὸς 50 μετ’ ἀφαιρέσεως τοῦ ἀποβάρου· βʹ) Στιλβώματα ὑποδημάτων ἐντὸς δοχείων ἐκ λευκοσιδήρου ἢ ὑαλίνων δοχείων δασμὸς μεταλλικὸς 140 ἄνευ ἀφαιρέσεως ἀποβάρου». Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν μου. Δεύτερον παρατηρῶ ὅτι λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ θέσῃ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν μηχανῶν ἓν εἶδος τὸ ὁποῖον πρὸ παντὸς πρέπει νὰ φορολογηθῇ. Εἶναι αἱ μηχαναὶ τῆς σιγαροποιίας. Ἤδη εἶναι καὶ μία ἀπαίτησις τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι βλέπουσιν ἑαυτοὺς βλαπτομένους ἐκ τῆς χρήσεως τῶν μηχανῶν τούτων, καὶ νομίζω ὅτι μεταξὺ τῶν μηχανῶν πρέπει νὰ περιλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς μηχανὰς ταύτας τῆς σιγαροποιίας. Λοιπὸν προσθέτω· Σελ. 7. Μετὰ τὸ ἐδάφιον ηʹ τίθεται ἐδάφιον θʹ ἔχον οὕτω· «Μηχαναὶ σιγαροποιίας ὑπὸ γενικὸν εἰσαγωγικὸν δασμὸν δρ. 15 εἰς μεταλλικὸν τὰς 100 ὀκάδας».
§27Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ φορολογηθῇ πᾶσα πρόοδος, διότι παραβλάπτονταί τινες ἐκ τῶν ἐργατῶν!
§28Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν φορολογηθῶσιν αἱ ἀτμομηχαναί, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ φορολογηθῶσι καὶ αἱ μηχαναὶ τῆς σιγαροποιίας, αἱ ὁποῖαι παραβλάπτουσιν ἀμεσώτερον ἐργατικὸν κόσμον. Ἐπίσης, ὡς γνωρίζετε, ἔχομεν ἐργοστάσιον ὑάλων ἐν Πειραιεῖ. Τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο παραβλάπτεται πολὺ διὰ τὴν λίαν μικρὰν φορολογίαν τῶν ὑάλων τῶν πρασίνων, καὶ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὸ ἐδάφιον βʹ νὰ αὐξήσῃ ὄχι πολὺ τὸν δασμὸν αὐτῶν, ἀλλ’ ἀπὸ 20 δρχ. ν’ ἀναβιβάσῃ αὐτὸν εἰς 25, ὅπως δύναται ν’ ἀνταγωνίζηται τὸ ἐργοστάσιον τοῦτο πρὸς τὰ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ἡ διαφορὰ εἶναι ἀσήμαντος καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ δεχθῇ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός.
§29Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἀπήλειψε τὸν δασμὸν τοῦ ὑδραργύρου.
§30ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι· ἐδέχθην τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§31Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑδραργύρου δὲν ὑποβιβάζετε τὸν δασμόν;
§32ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι.
§33Α. ΧΑΤΖΗΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τότε παρήκουσα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–6 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§35ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τούτου τὸ ἑξῆς· «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἡ πληρωμὴ μέχρι ποσοῦ δραχ. πέντε χιλιάδων ἐτησίως, δι’ ἀποζημίωσιν εἴτε προσωπικὴν ἀμοιβὴν ἰδιωτῶν εἴτε δημοσίων ὑπηρετῶν ἢ ὑπαλλήλων, διὰ τὰς ὑπ’ αὐτῶν παρεχομένας κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ ὑπηρεσίας πρὸς καταδίωξιν τοῦ λαθρεμπορίου. Τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναγράφεται τακτικῶς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δυνάμει τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος νόμου περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ δὲν δύναται ν’ ἀναγραφῇ τοῦτο εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἐν τῷ νόμῳ ἀναγεγραμμένον».
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§37ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προταχθῶσιν ὡς ἐπείγοντα τὰ ὑπ’ ἀριθμοὺς 70 καὶ 139 νομοσχέδια ἀφορῶντα εἰς εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§38Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίων περὶ χορηγίας πιστώσεων. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἐὰν ὑπεβλήθησαν, δὲν ὑπάρχει λόγος τις ὅπως μὴ ἀναγνωσθῶσιν. Ἀλλά, ἐὰν δὲν ὑπεβλήθησαν, εἶναι ὁ συνταγματικὸς χάρτης, ὁ ὁποῖος ἀπαγορεύει τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν πρὶν ἢ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ δηλώσῃ ἂν ὑπεβλήθησαν ταῦτα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ ὄχι.
§39ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόκειται περὶ προϋπολογισμῶν· εἰς τὸ ἓν νομοσχέδιον ἔχει ἀναγραφῆ ἡ δαπάνη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, διότι εἶναι διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν· τὸ ἄλλο εἶναι προϋπολογισμὸς διὰ τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης.
§40Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ πρῶτον ἐξ αὐτῶν, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 70, εἶναι πίστωσις ἀναπληρωματικὴ ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης τῆς χρήσεως τοῦ 1909. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον τὸν τυπικὸν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐντὸς μιᾶς συνεδριάσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τοῦτο;
§41Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον πρέπει νὰ ὑποστῶσι τὴν προεξέλεγξιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ νὰ ψηφισθῶσι μετὰ μεσημβρίαν.
§42ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνόμιζον ὅτι εἶχε γίνει ὁ ἔλεγχος πρὸ ἡμερῶν, διότι αὐτὸ εἶναι ἔργον τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ συνέλθῃ ἀμέσως. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 3. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν, περὶ προσόντων ἐφημερίων καὶ μισθοδοσίας αὐτῶν».
§44Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Παρὰ τὴν ὁμόφωνον γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐκτελεσθεῖσαν ἐπιθυμίαν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἵνα ζητήσω τὴν ἀναβολὴν αὐτοῦ, διότι θεωρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνέχει τοιαύτας ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι θὰ γεννήσωσι μεγάλας δυσχερείας εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ ἐνοριτῶν καὶ ἱερέων.
§45Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν πιστοποιηθῇ ὅτι ὑπάρχουσιν ἀτέλειαι, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν ὁ κ. Βουλευτής, θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, ὅπως συμπληρώσωμεν τὰ κενά. Ἐπιμένω εἰς τὴν συζήτησιν, καθόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη καὶ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ νομίζω ὅτι δὲν θ’ ἀρνηθῆτε ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ.
§46Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δύναται καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ γνώμην.
§47Π. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἀλλὰ πρέπει νὰ συζητηθῇ τὸ πρᾶγμα.
§48Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἐξηγήσω ἕνεκα τῶν αἰτιολογιῶν διὰ τὰς ὁποίας προεβλήθη. Διότι τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀτελείας, τοῦτο δικαιολογεῖ τὴν ἀπόρριψιν, ἐκτὸς ἂν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς αἰτήσεως ἀναβολῆς περιλαμβάνηται ἡ ἔννοια τῆς τελικῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν εἶναι τὸ δεύτερον, εἶναι ζήτημα πίστεως καὶ πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν διὰ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ ἡ Βουλή. Ἐὰν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ κ. συνάδελφος, ἢ ἄλλος τις Βουλευτής, δὲν ἐπρόφθασε νὰ μελετήσῃ, διὰ νὰ κάμῃ προτάσεις συμπληρώσεως τοῦ νομοσχεδίου, τότε καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ τὸ ἀφήσῃ μετὰ μεσημβρίαν, ἔστω καὶ δι’ αὔριον τὴν πρωίαν, ἵνα τὸ μελετήσωμεν.
§49ΙΩ. ΜΑΝΕΤΑΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπορρίψεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, καὶ οὐχὶ διὰ τοὺς ἐκτεθέντας λόγους ὑπὸ τοῦ κ. Κατσάνου. Κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ἂν ἐνθυμῆσθε, ὁ κ. Πετρίδης ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ ἐνοριῶν, ὁ δὲ κ. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετρίδου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς τροπολογία. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἐτυπώθη εἰσέτι, ἄγνωστον διὰ τίνα λόγον. Θὰ παρεκάλουν λοιπὸν ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου ν’ ἀνεβάλλετο ἡ γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου δι’ αὔριον, ἵνα ἡ Βουλὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετρίδου καὶ ἐκφέρῃ γνώμην ἐπ’ αὐτῆς.
§50Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὁλόκληρος εἶναι σύμφωνος ὅπως ψηφισθῇ. Ἀναβολὴ δὲ διὰ τὴν μετὰ μεσημβρίαν ἢ δι’ αὔριον ἀκόμη δὲν σημαίνει τίποτε. Λοιπὸν νὰ ψηφισθῇ, διὰ νὰ τελειώσωμεν. Εἶναι νομοσχέδιον ἀπαραίτητον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν ....
§52Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς αἰθούσης). Παρακαλῶ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἐκπληρώνω τὸ καθῆκόν μου ὅπως τὸ ἀντιλαμβάνομαι. Περίεργος τρόπος αὐτὸς τοῦ ψηφίζειν ἀσυζητητί.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμπρός, κ. Κατσᾶνε.
§54Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸν αὐτὸν σεβασμὸν καὶ τὴν αὐτὴν εὐλάβειαν πάντες αἰσθανόμεθα πρὸς τὴν θρησκείαν καὶ δὲν εἶναι μονοπώλιόν τινων ἡ εὐλάβεια. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δικαιολογοῦσα ὅτι, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία εἶναι ὑποχρεωμένη περὶ πάντων νὰ μεριμνᾷ, δὲν ὤφειλε νὰ ἐγκαταλίπῃ καὶ τὸν Κλῆρον εἰς τὴν τύχην του. Ἀλλά, Κύριοι, ὁ Κλῆρος χθὲς ἐγεννήθη ἢ ὑπῆρχεν ἀπὸ καταβολῆς ἐνοριῶν; Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ Κλῆρος, ὁ ὁποῖος διῆλθεν ὅλους τοὺς καιροὺς καὶ ὁ ὁποῖος, παρὰ τὸ δυσχερὲς τῶν περιστάσεων, ἐκράτησε τὸ μέτωπον ὑψηλὰ καὶ μάλιστα ἐχρησίμευσεν ὡς ἀκρόπολις τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος; Ἀλλὰ τότε ὁ Κλῆρος ἐκεῖνος διὰ νομοσχεδίου καὶ διὰ τοιούτων μισθολογίων ἐζήτησε νὰ κρατήσῃ ὑψηλὰ τὴν θέσιν του, τὴν πνευματικὴν καὶ ἠθικήν, ὡς διατείνονται οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ βελτιώσεως ἁπλῶς ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν προσόντων, βεβαίως δὲν θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποβλέπει εἰς τρία τινά, εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ἐνοριῶν, εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν προσόντων τῶν ἱερέων, ἀλλὰ καὶ εἰς μισθολόγια. Καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐδικαιολογεῖτο ἡ ἐπιμονὴ τῶν συνηγορούντων ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τῶν προσόντων, διότι τότε καὶ μόνον θὰ ἠδυνάμεθα ἴσως νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ ἔχωμεν ἱερεῖς μᾶλλον προηγμένους, μᾶλλον ἀνεπτυγμένους ἀπὸ τοὺς σημερινούς. Ἐὰν φρονῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐπιτυχῶς διετύπωσε τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ἐνοριῶν, δικαιολογεῖται ἴσως ἡ ἐπιμονή, ἐφ’ ὅσον δὲν ἀποδειχθῇ τὸ ἀντίθετον. Ἀλλὰ ποῖος λόγος δικαιολογεῖ τὴν καθιέρωσιν τοιούτων μισθολογίων ὑπὲρ τῶν ἱερέων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, Κύριοι, θὰ γεννήσῃ σχέσεις ἀνωμάλους μεταξὺ τῶν ἐνοριτῶν καὶ ἱερέων, ὥστε ἀντὶ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, νὰ φθάσωμεν εἰς ὅλως ἀντίθετον σκοπόν; Θὰ δυσχεράνωμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὰς σχέσεις μεταξὺ ἐνοριτῶν καὶ ἱερέων, ὥστε θ’ ἀπομακρύνωμεν τῶν ἐκκλησιῶν τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῶν, τοὐλάχιστον τῶν χωρίων τῶν μικροτέρων, ἐκεῖ ὅπου εἶναι μᾶλλον καταφανὴς ἡ διάκρισις. Καὶ νὰ μὴ νομίσητε ὅτι πρόκειται περὶ παρωνυχίδος. Δὲν ἀμύνομαι πρὸς ἀπόκρουσιν ἐπιβολῆς φορολογίας 50 λεπτῶν ἢ 1 δραχ. ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων, διότι βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ μόνος ὁ ὁποῖος ἐνδιαφέρομαι ὑπὲρ τῶν φορολογουμένων, ὑπὲρ τῶν ἐνοριτῶν, ἀλλὰ πάντες ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα ἐξ ἴσου. Ἡ ἀντίληψίς μου ὅμως εἶναι τοιαύτη, ὅτι θὰ γεννήσωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ζητήματα σκανδαλώδη, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς κάμωσιν ἀργότερον νὰ μετανοῶμεν. Καὶ ἀπορῶ, Κύριοι, πῶς κατελήφθη ἡ Βουλὴ ὑπὸ τόσον ἀκράτου ἐνθουσιασμοῦ καὶ νομίζει ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ ἀνυψώσῃ τὴν θρησκείαν καὶ ὅτι θὰ ἔχωμεν πλέον ἱερεῖς ἀξιοπρεπεῖς, ἐνῷ τὸ ἀντίθετον θὰ συμβῇ. Διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν λοιπὸν αὐτῶν τούτων τῶν ἱερέων δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς θ’ ἀποδείξω. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν ἔχω νὰ ἀντιταχθῶ κατὰ τῶν μέτρων ἐκείνων, τῶν κανονιζόντων τὰ προσόντα, διότι εἰς τὰ μέτρα ταῦτα διαβλέπω, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶπον, ἐνδεχομένην βελτίωσιν. Ἀλλὰ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι τὰ τῶν ἐνοριῶν, διότι ἔλαβε τὴν γνώμην τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διατυποῦνται καλῶς, διατυποῦνται σκοπίμως, καὶ ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς κάμωσι νὰ μεταμεληθῶμεν;
§55Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Θὰ σᾶς καταρασθῶσιν οἱ παππάδες.
§56Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν φοβοῦμαι τὰς ἀράς, ἐφ’ ὅσον ἔχω καθαρὰν τὴν συνείδησιν. Πρέπει, Κύριοι, νὰ σκεφθῶμεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πόλεων μόνον· πρόκειται καὶ περὶ ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Θὰ εἶναι δυνατὸν ἴσως ἐν ταῖς πόλεσι νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, διότι θὰ ὑπάρξωσι τὰ μέσα τῆς τροφοδοτήσεως αὐτοῦ· ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι τὰ ταμεῖα αὐτὰ εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς συνοικισμούς, καὶ δὴ ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι περισσότεροι τῶν ἑξήκοντα ἐνοριτῶν, οὓς ὑποχρεοῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ καταβάλωσιν ἕνα μισθὸν μέχρις 100 δραχμῶν; Ἀλλά, καὶ τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῶν 50 δρχ. ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ὁρισθῇ, πόθεν θὰ καταβληθῶσιν αἱ πεντήκοντα αὗται δραχμαί; Ἐκ τοῦ ταμείου τὸ ὁποῖον συνιστᾷ τὸ νομοσχέδιον; Ἀλλὰ τὸ ταμεῖον αὐτὸ δέον νὰ ἔχῃ πόρους· πόθεν θὰ εὕρῃ τοὺς πόρους τούτους, ἀφοῦ πλὴν τοῦ μισθοῦ τῶν ἱερέων ἀπαιτοῦνται καὶ ἄλλαι 300 δραχμαὶ πρὸς συντήρησιν τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τὸ νομοσχέδιον; Λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, Κύριοι, ὅτι οἱ Ἱεροὶ ναοὶ τῶν μικρῶν συνοικισμῶν δὲν ἔχουσιν ἰδίας περιουσίας πλὴν τῶν δίσκων, εὑρίσκω ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν καῦσιν τῶν κηρίων καὶ τὴν διατήρησιν καὶ διακόσμησιν τῶν ἐκκλησιῶν θὰ τὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς δίσκους, ἵνα τὰ δώτητε εἰς τοὺς ἱερεῖς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι διόλου ὀρθόν. Καθιεροῦται, εἶναι ἀληθές, καταβολὴ μηνιαία πεντήκοντα λεπτῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ εἴσπραξις αὐτῶν θὰ γίνεται ὑπὸ δημοσίων εἰσπρακτόρων. Καθορίζεται ἐπίσης διὰ τῆς δευτέρας παραγράφου ὅτι οἱ μὴ ἐμπροθέσμως καταβάλλοντες τὴν εἰσφορὰν αὐτῶν καταβάλλουσιν εἰς τὸ μέλλον τὴν ἀμέσως μείζονα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι λογικὸν τοῦτο; Ἀφοῦ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταβάλῃ καὶ τὰ 50 λεπτά, πῶς θὰ δεχθῆτε ὅτι κατόπιν θὰ δυνηθῇ νὰ καταβάλῃ τὸ διπλάσιον; Θέλετε λοιπόν, Κύριοι, διὰ τῆς βίας νὰ καταστήσητε ὑποχρέους πρὸς πληρωμὴν τοὺς ἐνορίτας; Καὶ δικαιολογεῖσθε ἐπιβάλλοντες τοῦτο, προκειμένου περὶ θρησκείας, ὅπου πρέπει νὰ ἐπικρατῇ πᾶσα λεπτότης εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ ἐνοριτῶν καὶ ἱερέων, διὰ νὰ ὑπάρχῃ τὸ αἴσθημα τὸ θρησκευτικόν; Θέλετε νὰ δημιουργήσητε, φαίνεται, φυγοδίκους τοὺς ἐνορίτας χάριν τῆς πληρωμῆς τοῦ μισθοῦ τῶν ἱερέων. Πράξατέ το, ἀλλὰ μὴ νομίσητέ ποτε ὅτι βελτιοῦτε οὕτω τὰ τῆς Ἐκκλησίας. Τὰ τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν ἱερέων ἔχουσι καλῶς, διότι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν πληρώνονται σήμερον οἱ ἱερεῖς. Πληρώνονται περισσότερον ἀπὸ ὅσα καθορίζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πληρώνονται δι’ ἐκείνης τῆς πληρωμῆς ἡ ὁποία κατέστη σχεδὸν νόμιμος ἐκ παραδόσεως καὶ ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδένα ἱερέα εἶδον πάσχοντα οἰκονομικῶς περισσότερον τῶν ἄλλων ἐπαγγελματιῶν. Τοὐναντίον γνωρίζω ὅτι, ὁσονδήποτε καὶ ἂν δυστυχῇ εἷς τόπος, μόνον ὁ παππᾶς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀντέχει καὶ εὐεκτεῖ, καὶ δι’ αὐτὸ λέγουσι· «δὲν σὲ θέλει τὸ χωριὸ καὶ σὺ ζητεῖς τοῦ παππᾶ τὸ σπίτι», τὸ ὁποῖον σημαίνει ὅτι μόνον τὸ σπίτι τοῦ παππᾶ ἐξασφαλίζει τὴν εὐμάρειαν. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν ὀλιγαρχίαν πατρικίων καὶ πληβείων μεταξὺ τῶν ἐνοριτῶν καὶ δὲν πρέπει διὰ τοῦτο νὰ παρίδῃ τὰς περιστάσεις αὐτὰς καὶ νὰ ψηφίσῃ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀναχωροῦσα ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ὅτι προστατεύομεν τὸν Κλῆρον. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας, διότι τί λέγει τὸ ἄρθρον 4; «Οἱ προσενεγκόντες ὑπὲρ τοῦ ναοῦ χιλίας δραχμὰς καὶ πλέον εἰς χρήματα ἢ κτήματα ὡς καὶ οἱ ἑκουσίως προσενεχθέντες εἰς μηνιαίαν εἰσφορὰν δραχμῶν δέκα καὶ πλέον κατὰ μῆνα ἀναγράφονται εὐεργέται τοῦ ναοῦ ἐν ἐπὶ τούτῳ τηρουμένοις διπτύχοις». Λοιπόν, ὅταν ὁ χωρικὸς οὗτος εἶναι ὁ εὐεργέτης τοῦ ναοῦ, τί μένει διὰ τοὺς λοιποὺς ἐνορίτας; Καὶ ὅταν καθιερώσητε τοιαύτην διάκρισιν πατρικίων καὶ πληβείων, νομίζετε ὅτι θὰ ἔχητε θρησκευτικὸν αἴσθημα ἐξ εὐλαβείας ἐκ μέρους τῶν χριστιανῶν; Βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ κάμνετε καὶ ἄλλο τι εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐκκλησιῶν· ἐγκαθιστᾶτε τὴν ἀνισότητα τῶν διακρίσεων· διότι τίνες θὰ εἶναι οἱ διαχειρισταὶ τῶν ἐκκλησιῶν; Θὰ εἶναι οἱ πλείονα προσφέροντες διὰ τοὺς ἱερεῖς· ἄρα αὐτοὶ θὰ εἶναι διαχειρισταί, αὐτοὶ καὶ οἱ εὐνοούμενοι ὑπὸ τῶν ἱερέων, καὶ ἀμέσως ἔχετε τὸ σκάνδαλον ἐν τῇ τελέσει τῶν θρησκευτικῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι καλῶς καθορίζονται καὶ σκοπίμως τὰ τῶν ἐνοριῶν; Συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν μόνον αἱ περιπτώσεις τῶν πόλεων, δὲν ἐλήφθησαν ὅμως ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ περιπτώσεις τῶν ἀγροτικῶν ἐνοριῶν. Καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς ἱερεύς, νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἀνάγκας διακοσίων οἰκογενειῶν διεσπαρμένων εἰς διάφορα σημεῖα, ὡς συμβαίνει κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν Ἑλλάδι; Νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἴσως δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐν μεγάλαις πόλεσιν, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος; Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι θὰ ἔχωμεν ἕνα συνοικισμὸν διακοσίων οἰκογενειῶν ὑποδιαιρούμενον εἰς μικροτέρας ἀποστάσεις, δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετηθῇ ὑπὸ ἑνὸς ἱερέως, ἀφοῦ γνωρίζομεν ὅτι μόλις καὶ μετὰ βίας ἐξυπηρετεῖ οὗτος μίαν ἐνορίαν ἐκ πεντήκοντα οἰκογενειῶν; Καὶ διατί νὰ μὴ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ διασκευάσωμεν τοῦτο καλλίτερον; Δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἶναι σκανδαλωδέστατον διὰ τὰς συνεπείας αὐτοῦ. Θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῶμεν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν προσόντων τῶν ἱερέων, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ Κλήρου; Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν. Θέλει νὰ συζητήσωμεν τὰ περὶ καθορισμοῦ τῶν ἐνοριῶν, χωρὶς νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας ἔχει; Νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀλλὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἰδικάς μας παραστάσεις, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τὰ χωρία τῶν Καλαβρύτων νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς θρησκευτικὰς ἀνάγκας διακοσίων οἰκογενειῶν εἷς ἱερεύς· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ τοῦτο εἰς τὰ χωρία τῆς Τριχωνίας, εἰς τὰ χωρία τῆς Εὐρυτανίας, εἰς τὰ χωρία τῆς Ὀλυμπίας, διότι δὲν δύναται ὁ ἱερεὺς οὔτε εἰς ἑκατὸν οἰκογενείας νὰ ἐπαρκέσῃ, καὶ καλῶς εἶχεν ὁ περὶ ἐνοριῶν νόμος, ὁ κατὰ παράδοσιν ἴσως, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται, καθ’ ὃν ἐπὶ πλέον τῶν ἑκατὸν οἰκογενειῶν προστίθεται καὶ ἕτερος ἱερεύς. Ἀλλὰ τίς ἡ ἀνάγκη ἡ ὑπαγορεύσασα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ καλῶς ἔχουσι τὰ τῶν ἱερέων; Διατί νὰ καθιερώσητε τὸ μισθολόγιον, ἀφοῦ οἱ ἱερεῖς εὐεκτοῦσιν, ἐνῷ ἔχομεν μισθολόγιον παραδεδεγμένον ὑπὸ τῶν ἐνοριτῶν ἄνευ διακρίσεως, ἄνευ σκανδάλων τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; Κύριοι, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτοῦ τοῦ Κλήρου, νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ δυνηθῶμεν βραδύτερον νὰ μελετήσωμεν καλλίτερον αὐτὸ καὶ νὰ τὸ διασκευάσωμεν ἐπὶ τὸ ἀποτελεσματικώτερον καὶ ὑπὲρ τοῦ Κλήρου καὶ ὑπὲρ τῶν ἐνοριτῶν.
§57Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου ἐκράτησαν ἀρχαί, προκειμένου περὶ τῆς σχέσεως τοῦ Κλήρου πρὸς τὴν κοινωνίαν. Ἀρχὴ θεμελιώδης εἶναι αἱ τοιούτου εἴδους σχέσεις νὰ κανονίζωνται ἀφ’ ἑαυτῶν, τουτέστιν οἱ χριστιανοὶ νὰ κανονίζωσι τὰς σχέσεις των πρὸς τοὺς ἱερεῖς ἐκεῖ ὅπου τὸ Κράτος δὲν ἠδυνήθη ἐπεμβαῖνον νὰ κανονίσῃ αὐτὰς προσηκόντως. Παρ’ ἡμῖν διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῦται νέα ἀρχή: Ἀφοῦ τὸ Κράτος δὲν ἠδυνήθη, ὡς ὤφειλε, διὰ τοῦ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μόλις ψηφισθέντος νομοσχεδίου περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, νὰ λάβῃ πρόνοιαν τελεσφόρως ὄντως ὑπὲρ τοῦ Κλήρου, ἔρχεται σήμερον διὰ νέου νομοσχεδίου ἐντελῶς ἀμελετήτου ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῶν ἱερέων πρὸς τὴν κοινωνίαν νὰ καθιερώσῃ ἀρχὴν ἡ ὁποία ὁμολογουμένως θὰ θέσῃ τὰ τέσσαρα πέμπτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐκτὸς τῆς ἐκκλησίας. Δὲν εἶναι δ’ ἀφελὴς ἡ σκέψις, ὡς ἐχαρακτηρίσθη πρότερον ἐκ μέρους συναδέλφου, ὅτι ἅμα δὲν ἔχῃ τι νὰ κάμῃ ὁ ἱερεύς, θὰ κάμῃ ὥστε νὰ μὴ ζυγώνῃ ποτὲ ὁ λαὸς εἰς τὴν ἐκκλησίαν. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐντελῶς ἀμελέτητον εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ, διότι δὲν ἀρχίζει ἐκεῖθεν ὅθεν ἔπρεπε ν’ ἀρχίζῃ, ἐκ τῶν πόλεων δηλαδή, ὅπου οἱ ἱερεῖς οὐ μόνον δὲν πάσχουσιν, ἀλλ’ εὐημεροῦσι, καὶ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ αὐτοὶ νὰ παρίστανται εἰς τὴν κοινωνίαν ἀξιοπρεπῶς καὶ τὰ τέκνα αὑτῶν νὰ μορφώνωσι καὶ περιουσίαν οὐκ εὐκαταφρόνητον ν’ ἀποκτῶσιν. Ἀπόδειξις αὐτὸς ὁ πατὴρ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐδημιούργησεν οἰκογένειαν λαμπράν, ἔκαμε τέκνα τὰ ὁποῖα ἀποκατέστησε τελείως εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ τὰ ὁποῖα κατέχουσι σήμερον ἀρίστας ἐν αὐτῇ θέσεις. Ἐπίσης ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς κ. Παπαβασιλείου εἶναι τέκνον ἱερέως.
§58Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἦτο καὶ κτηματίας ὁ πατήρ μου.
§59Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἀποδεικνύεται λοιπὸν καὶ ἐμπράκτως, ὅτι ὄντως οἱ ἱερεῖς ἐν ταῖς πόλεσι δὲν πάσχουσιν οἰκονομικῶς. Τί θὰ συμβῇ, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον; Θὰ συμβῇ, ὅτι μετά τινας ἡμέρας μόλις δημοσιευθῇ ὁ νόμος θὰ ἔχωμεν διαδήλωσιν τῶν ἱερέων τῶν χωρίων, ὅτι ἔπρεπε καὶ αὐτοὶ νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ δὲν θὰ ὀκνήσῃ βεβαίως ἡ Βουλὴ ἀμέσως νὰ καταρτίσῃ νομοσχέδιον δι’ οὗ νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς διατάξεις περὶ Κλήρου καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος. Καὶ τότε γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· θὰ ὑπάρξῃ ὀρθόδοξον φρόνημα ἐν Ἑλλάδι; Φοβοῦμαι πολὺ μήπως ἀλλάξῃ ὁ λαὸς φρόνημα θρησκευτικόν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι τινὲς ἱερεῖς μέχρι τοῦδε ἔχουσι δείξει τοιαύτην διαγωγήν, ὥστε νὰ μὴ κολακεύωνται πολύ, ὅτι ἀνήκουσιν εἰς τὸν Κλῆρον· ὑπάρχουσι δὲ παραδείγματα, δυστυχῶς οὐκ ὀλίγα, ὅτι ἀφῆκαν ἀτάφους νεκροὺς ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν εἶχον τὰ μέσα οἱ οἰκεῖοί των νὰ πληρώσωσιν αὐτούς.
§60Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τοῦτο συμβαίνει ὁσάκις ἐπέρχεται σύγκρουσις καθηκόντων.
§61Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Τί εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε;
§62Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸ παραδοξότερον ὅλων εἶναι, ὅτι, ἐνῷ διατηροῦνται αἱ γνωσταὶ μέχρι τοῦδε κατὰ παράδοσιν καὶ δι’ ἀμοιβαίων σιωπηρῶν συμφωνιῶν συνεννοήσεις μεταξὺ κοινωνίας καὶ ἱερέων, προστίθενται καὶ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐὰν ἐπεκταθῶσιν, ὡς φρονῶ, καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, θὰ ἔχωμεν πρόσθετον φορολογίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὀκτὼ μέχρι δέκα ἑκατομμυρίων δραχμῶν σιωπηράν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀντιλαμβάνεται κανείς, ἀλλ’ ἡ ὁποία ὅμως εἶναι θετική, διότι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀποτελεῖται ἀπὸ πληθυσμὸν πεντακοσίων χιλιάδων οἰκογενειῶν κατὰ μέσον ὅρον. Ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ συντάσσωνται οἱ κατάλογοι θὰ εἶναι βεβαίως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ καταντήσῃ τοὺς πλείστους εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ μὴ πληρώνωσι, πάντως ὅμως θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώνωσι πέντε δραχμὰς ἢ δύο δραχμὰς κατὰ μῆνα.
§63Π. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον καθιεροῖ μόνον πεντήκοντα λεπτά.
§64Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διότι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ τῷ ὑπομνήσω, ὅτι λησμονεῖ ὅτι αἱ σχέσεις ἐνοριτῶν πρὸς ἱερεῖς εἶναι τοιαύτης λεπτότητος, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἰς τοὺς ἐνορίτας νὰ μὴ φαίνωνται συνεπεῖς πρὸς τοὺς ἱερεῖς. Διότι πάντες γνωρίζομεν ὅτι, ἐὰν οἱ ἐπίτροποι εἴπωσιν εἴς τινα ὅτι θὰ πληρώσῃ δύο δραχμὰς τὸν μῆνα διὰ τοὺς ἱερεῖς καὶ αὐτὸς δὲν ἔχῃ νὰ τὰς πληρώσῃ, αὐτὸς θὰ ὑπάγῃ νὰ σκάψῃ, διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὰς δύο δραχμάς, διότι δὲν θέλει νὰ εἶναι ἀσυνεπὴς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις του πρὸς τὸν ἱερέα. Βεβαίως πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ καθορίζῃ τὰς σχέσεις τῶν χριστιανῶν πρὸς τοὺς ἱερεῖς, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον νὰ εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ φέρῃ κοινωνικὴν ἐπανάστασιν. Οὐδεμία ἀμφισβήτησις ὑπάρχει, ὅτι ὄντως ὁ Κλῆρος πρέπει νὰ βελτιωθῇ ἀναλαμβανούσης τῆς Πολιτείας τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ.
§65Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἦτο εἰς θέσιν ἡ Πολιτεία, θ’ ἀνελάμβανε βεβαίως αὐτὴ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς βελτιώσεως τοῦ Κλήρου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, δι’ αὐτὸ ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦνται οἱ ἐνορῖται εἰς εἰσφορὰν πεντήκοντα λεπτῶν.
§66Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑπῆρχε καὶ ἄλλος τρόπος, κ. Πρόεδρε, ὅπως ἡ Πολιτεία δυνηθῇ ν’ ἀμείβῃ τὰ τοῦ κλήρου. Ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, ὅπερ ἐψηφίσθη καὶ κατέστη νόμος τοῦ Κράτους, ἐλησμόνησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἦτο ἡ μόνη στιγμὴ ἡ εὔθετος νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς περὶ τῆς τύχης τοῦ Κλήρου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν Προϋπολογισμὸν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, αἵτινες ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ Μητροπολίτου καὶ τῶν Ἀρχιερέων, ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ τὸ βάρος αὐτὸ εἰς τὰς Μονάς, λησμονῶν ὅτι ἀπὸ ἐκεῖ ἔπρεπε ν’ ἀρχίσῃ, ἤτοι ἀπὸ τὸν κατώτερον Κλῆρον, ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς τῶν χωρίων καὶ τῶν πόλεων, καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸν Μητροπολίτην.
§67Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Εὖγε.
§68Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Σήμερον ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον νὰ φορολογήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς ἱερεῖς. Καλὸν εἶναι βεβαίως νὰ πληρωθῶσιν οἱ ἱερεῖς, ἀλλὰ τὰ μέχρι τοῦδε συμπεφωνημένα μεταξὺ ἐνοριτῶν καὶ ἱερέων τί θὰ γίνωσι; Διότι συμπεριλαμβάνονται διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατὰ τὰς ὁποίας, ἐὰν αἴφνης ὁ οἰκεῖος ἑνὸς νεκροῦ δὲν ἔχῃ δέκα δραχμὰς διὰ νὰ καταθέσῃ εἰς τὸν ναὸν ὅπου θὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ἐπικήδειοι εὐχαί....
§69Π. ΖΑΪΜΗΣ. Μήπως εἶναι νέον τοῦτο; Πάντοτε, ὁσάκις γίνονται κηδεῖαι ἢ γάμοι ἢ βαπτίσεις εἰς τὸν ναόν, πάντοτε δίδεται ἓν ποσόν.
§70Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι καθιερωμένον.
§71Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ὅταν γίνεται γάμος, πάντοτε πληρώνουσι τὰ κηρία, τὰ ὁποῖα ἀνάπτονται. Ποῦ εὕρετε λοιπὸν τὴν διάταξιν τὴν ὑποχρεωτικήν;
§72Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λέγετε ὅτι πρέπει νὰ καταβάλωσι διὰ τὰς τελουμένας ἐν τῷ ναῷ βαπτίσεις ἢ γάμους ἢ κηδείας ἐπὶ τῇ βάσει διατιμήσεως καταρτισθησομένης ὑπὸ τῶν ἐπιτρόπων τοῦ ναοῦ, ἂν ἐγκριθῇ αὕτη ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου. Ἡ διατίμησις αὕτη θὰ γίνῃ παρὰ τῶν Ἐπιτρόπων τοῦ ναοῦ καὶ θὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ Ἀρχιερέως. Βεβαίως δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἀναλόγως τῶν πόλεων θὰ εἶναι ἡ διατίμησις. Προκειμένου π. χ. περὶ τῶν Ἀθηνῶν ἡ διατίμησις θ’ ἀναφέρῃ, ὅτι δι’ ἀνάγνωσιν ἐπικηδείων εὐχῶν χρειάζονται εἴκοσι καὶ πέντε δραχμαί· διὰ βαπτίσεις παίδων δέκα καὶ πέντε δραχμαί· διὰ στέψεις εἴκοσι δραχμαί. Ἀλλά, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀνθρώπων δυναμένων νὰ καταβάλωσιν, ὑπομονή. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι τὸ πλεῖστον τῆς κοινωνίας δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ αὐτὰ τὰ ποσά. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν γεννᾶται ἡ εὔλογος ἀπορία τί θὰ γίνωσιν αὐτοί; Ἢ θὰ φύγωσι καὶ θὰ ὑπάγωσιν εἰς ἄλλα μέρη νὰ ἐκτελέσωσι τὰ θρησκευτικὰ αὐτῶν καθήκοντα ἢ θὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχουσι νὰ ἐκτελέσωσιν. Ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν θέλῃ ἡ Κυβέρνησις, ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν καθιεροῦται ἡ φορολογία μεταξὺ τῶν ἐνοριτῶν καὶ τῶν ἱερέων μέχρις ὅτου ἡ Πολιτεία εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κανονίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον, κανονικώτερον καὶ λυσιτελέστερον, τὰ τῆς ἀμοιβῆς τῶν ἱερέων· ν’ ἀφήσῃ τὰς μέχρι τοῦδε κρατούσας σχέσεις, νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τῶν προσόντων, τὸ ζήτημα τοῦ ταμείου, ὅπως ἔχει ἱδρυθῇ εἰς ἄλλας χώρας, τὸ ζήτημα τῶν σχέσεων τῶν ἐνοριτῶν πρὸς τοὺς ἱερεῖς, ὡς καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἐπιτρόπων πρὸς τοὺς ἱερεῖς, καὶ νὰ παραλείψῃ τὰς διατάξεις τὰς φορολογικάς, διότι αὐταὶ καὶ μόνον δύνανται νὰ φέρωσι κοινωνικὴν ἐπανάστασιν.
§73Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Κύριοι, οἱ λόγοι οἵτινες ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀναφέρονται ἐν πλήρει λεπτομερείᾳ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευούσῃ τοῦτο. Ἑπομένως δὲν ἔχω νὰ ἐπαναλάβω αὐτούς. Ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, ὅπερ ἔκτοτε ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ἀνεκοίνωσα πρὸς αὐτὴν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισεν ὅτι ὁ κατώτερος Κλῆρος ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως. Ἐνόμιζον δὲ τότε ὅτι ἀνακοινῶν τὴν ἀντίληψιν τῆς Κυβερνήσεως συνεφώνουν πρὸς τὴν γνώμην ὅλης τῆς χώρας, καθόσον ἀπὸ ἐτῶν πολλῶν πάντες ἀνομολογοῦσιν, ὅτι ὁ Κλῆρος δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς καὶ τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ ἕνεκα διαφόρων λόγων. Δὲν εὑρίσκεται δὲ εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς του ἀπὸ ἀπόψεως κυρίως μορφώσεως· ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τῆς μορφώσεως ἔχει κυρίως αἰτίαν τὴν ἔλλειψιν τῆς μισθοδοσίας, μισθοδοσίας τακτικῆς καὶ ἐπιμελοῦς. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ ἐγίνετο λόγος περὶ μισθοδοσίας τοῦ Κλήρου, διότι ἐνομίζομεν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου πολλὰς προσεδόκα τὸ Κράτος εἰσπράξεις. Εἴχομεν ἐλπίδας μεγάλας σπουδαίων ἐσόδων, διότι εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ συμβαίνοντα ἀλλαχοῦ, καὶ δὴ ἐν Ῥωσίᾳ, ὅπου λειτουργεῖ ἀπὸ χρόνου μακροῦ τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ καὶ ὅπου παρέχει τοῦτο ἔσοδον σχεδὸν μυθῶδες. Δυστυχῶς ὅμως ἕνεκα τῶν γνωστῶν λόγων, τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζετε, δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ μονοπωλίου· καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἰδίως ὅμως διότι τὸ Κράτος δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν ν’ ἀποζημιώσῃ τοὺς κηροπλάστας καὶ κηροπώλας, ἰδίως δὲ τοὺς κηροπλάστας, τῶν ὁποίων θὰ ἐκλείοντο τὰ ἐργοστάσια. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν καὶ δίκαιον νὰ καταστρέψωμεν τὴν βιομηχανίαν τὴν κηροπλαστικὴν διὰ νόμου δημευτικοῦ οὕτως εἰπεῖν ῥίπτοντες συγχρόνως εἰς τὰς ὁδοὺς ἑκατοντάδας ἐργατῶν. Ἐὰν τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ ἐγκαθιδρύετο, τότε βεβαίως δὲν ἠθέλομεν προστρέξει εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἀλλά, ἀφοῦ τοῦτο δὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε, δυνατὸν νομίζομεν, ὅτι, ἐὰν πραγματικῶς ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει, ὅτι τὰ τοῦ Κλήρου δὲν ἔχουσι καλῶς, ὅτι ὁ κατώτερος Κλῆρος ἔχει ἀνάγκην βελτιώσεως, ὅτι ἔχει ἀνάγκην μορφώσεως, πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ δεχθῇ τὰς τροπολογίας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι φύσεως τοιαύτης, ὥστε ν’ ἀνατρέξωσιν ἄρδην, οὕτως εἰπεῖν, τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Μεγάλην ἀντίδρασιν παρετήρησα ὅσον ἀφορᾷ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, τὰς ἀφορώσας εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν εἰσφορὰν τῶν οἰκογενειῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ λεχθέντα πρὸ μικροῦ ὑπὸ τῶν συναδέλφων ἐξ Ἀγρινίου καὶ ἐξ Εὐρυτανίας, ἀποδεικνύουσιν, ὅτι ἀμφότεροί εἰσι σύμφωνοι νὰ βελτιωθῇ τὸ ποιὸν τοῦ Κλήρου. Ἀναγνωρίζουσιν ἀμφότεροι τὴν ἀνάγκην τῆς μορφώσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν μᾶς ὑποδεικνύουσι καὶ τὰ μέτρα καὶ τὰ μέσα ἅτινα πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ ποθουμένου. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἄνευ χρηματικῆς θυσίας ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ χάριν τῆς βελτιώσεως τοῦ Κλήρου δὲν εἶναι αὕτη δυνατή, καθόσον ἡ βάσις τῆς βελτιώσεως τοῦ Κλήρου εἶναι ἡ μισθοδοσία αὐτοῦ. Ἡμεῖς σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου λαμβάνομεν πρόνοιαν διὰ τὸν Κλῆρον τῶν μεγαλειτέρων συνοικισμῶν, τῶν ἐχόντων πληθυσμὸν μέχρι πέντε χιλιάδων κατοίκων, καὶ πρὸς βελτίωσιν τοῦ ποιοῦ αὐτοῦ ἀποβλέπομεν πρωτίστως εἰς κύκλον ἀνώτερον πρὸς ἐκλογὴν τῶν μελῶν εἰς τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον, διότι διὰ τοὺς συνοικισμοὺς αὐτοὺς θέλομεν ἰδίως προλύτας τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς.
§74ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ θὰ εὕρητε ὅλους τοὺς θεολόγους;
§75Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· νομίζετε ὅτι θὰ εὑρεθῇ νέος, ὁ ὁποῖος θὰ θελήσῃ νὰ σπουδάσῃ εἰς Θεολογικὴν Σχολήν, νὰ δαπανήσῃ μέρος τῆς περιουσίας του, νὰ κοπιάσῃ καὶ νὰ ἱερωθῇ, ἅμα ἐξέλθῃ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, διὰ νὰ περιέρχηται δίκην ἐπαίτου τὰ χωρία ἢ νὰ ἁγιάζῃ τὰς οἰκίας, λαμβάνων σῖτον καὶ ἀραβόσιτον, ἵνα ἀποζῇ; Πρὸς δὲ τὸν βουλευτὴν Τριφυλίας, ἐρωτήσαντα ποῦ θὰ εὕρωμεν τοὺς προλύτας καὶ ἂν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀπαντῶ ὅτι τοῦτο δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ εὐθὺς εἰς ὅλην τὴν χώραν. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἔχομεν ἐφημερίους 5.500 ἕως 6.000, τοὺς ὁποίους βεβαίως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποβάλωμεν τῶν ἱερατικῶν τάξεων ἐφ’ ὅσον ζῶσι. Πρόκειται λοιπὸν ἐφ’ ὅσον κενοῦνται θέσεις ἐφημερίων νὰ συμπληρώνωμεν αὐτὰς ἐκ τοῦ ἀνωτέρου κύκλου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ψηφίσῃ μετὰ τῶν τροπολογιῶν. Ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι δέχομαι τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι δὲν θ’ ἀνατρέψωσιν ἄρδην τὸ νομοσχέδιον.
§76Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τότε εἶμαι ὁλοψύχως ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§77Π. ΖΑΪΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν μεριμνᾷ ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ τῆς μισθοδοσίας ἐφημερίων, ἱεροψαλτῶν, νεωκόρων καὶ ἱεροδιακόνων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐπισκευὴν καὶ διὰ τὰς ἐπιδιορθώσεις τοῦ ναοῦ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει τὴν ὅλην οἰκονομίαν του καὶ νὰ μὴ κατακρίνητε χωριστὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ. Γνωρίζετε δὲ τί συμβαίνει εἰς τὰ χωρία προκειμένου ν’ ἀλλάξωσι καὶ ἕνα ὑαλοπίνακα τοῦ ναοῦ. Δὲν σᾶς ἐρωτῶ τί ἔκαμνον οἱ ἀγράμματοι ἱερεῖς, διότι πιστεύω ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖτε τοὺς ἱερεῖς τοὺς ἀγραμμάτους, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀγρινίου. Ἀλλὰ κατὰ τὴν παλαιὰν ἐποχήν, τῆς ὁποίας ἐμνήσθη ὁ κ. Βουλευτής, καὶ ἂν οἱ ἱερεῖς ἦσαν ἀγράμματοι ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἦσαν ἄλλοι ἄνθρωποι εἶχον ἄλλας ἀρετάς. Δυστυχῶς σήμερον δὲν δυνάμεθα τοιούτους ἱερεῖς νὰ ἔχωμεν, ἱερεῖς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ὁρίζεται καὶ ἡ εἰσφορὰ τῶν 50 λεπτῶν κατ’ οἰκογένειαν. Ἡ εἰσφορὰ τῶν 50 λεπτῶν εἶναι ἡ μόνη ὑποχρεωτικὴ κατὰ τὸ νομοσχέδιον, αἱ ἄλλαι δὲ κλάσσεις τῶν εἰσφορῶν εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἐνδεικτικαί. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Εὐρυτανίας φρονῇ ὅτι εἶναι ἀδύνατον ὁ πτωχὸς ἐνορίτης νὰ μὴ ἀναγκασθῇ ὑπὸ τοῦ ἱερέως νὰ πληρώσῃ μεῖζον ποσὸν τῶν 50 λεπτῶν, οὐδεμίαν ἔχομεν δυσκολίαν νὰ διαγράψωμεν τὰς κατωτέρας εἰσφοράς. Ἐγὼ ἐδήλωσα ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον, ὅτι τοῦτο εἶχεν ὡς βάσιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ ἄλλοτε Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Μομφερρᾶτος, ἐγὼ δὲ διερρύθμισα τὸ νομοσχέδιον κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀγρινίου ἡρμήνευσε τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν σχετικὴν πρὸς τοὺς ἐνορίτας οἵτινες δὲν θὰ πληρώνωσι τὴν εἰσφοράν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ καθυστερήσας τὴν πληρωμὴν θὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ ζωῇ θὰ ἐπλήρωνε πάντοτε τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπόμενον ποσὸν ὡς πρόστιμον. Ὄχι. Διὰ νὰ σᾶς καθησυχάσω, δέχομαι νὰ μὴ ὑποβάλληται εἰς τὴν ποινὴν αὐτήν.
§78Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τότε ἀναιρεῖτε τὸ νομοσχέδιον.
§79Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ναί· τὸ ἀναιρῶ. Ἐπιθυμῶ νὰ τεθῇ ἡ βάσις αὐτοῦ τοῦ θεσμοῦ, νὰ γίνῃ τὸ νομοσχέδιον νόμος· ἐὰν δ’ οὗτος μετὰ τὴν ἐφαρμογήν του παρουσιάσῃ ἐλλείψεις καὶ ἐλαττώματα, θὰ ἐξαλειφθῶσι ταῦτα ἐν καιρῷ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μικροὺς συνοικισμούς, χωρία, κώμας, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβλέπεται ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου θὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τοὺς συνοικισμοὺς τοὺς ἔχοντας ὀλιγωτέρους τῶν 5.000 κατοίκων διὰ Β. Διαταγμάτων τῇ προτάσει τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου.
§80Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Δὲν ἀναγράφεται τοῦτο, ἀλλὰ θὰ τὸ προσθέσωμεν.
§81Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ἑπομένως τὰ δημοτικὰ συμβούλια θὰ ἀντιπροσωπεύωσι τὴν γνώμην τῶν ἐνοριτῶν. Βλέπετε ὅτι ἀποδέχομαι πάσας τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ καταστήσωσιν ἐφαρμόσιμον τὸ νομοσχέδιον. Ἐπειδὴ δ’ εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, θὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας τινάς, διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθω εἰς αὐτὰς κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ὁ κ. ἐκ Πατρῶν Βουλευτὴς ἐξανέστη ἀναγνώσας τὰς διατάξεις τὰς ἀναγραφομένας εἰς τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8, ἐδήλωσα δὲ τότε εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Πατρῶν ὅτι ἀναγράψας τὰς διατάξεις ταύτας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν εἰσήγαγον καινὰ δαιμόνια καινὰ πράγματα περίεργα εἰς τὴν ἐκκλησίαν, διότι διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῶν διατάξεων τούτων δὲν ἔκαμον ἄλλο εἰμὴ νὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὰ κρατοῦντα ἐν τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ, ἐν Κωνσταντινουπόλει ἰδίως, ὅπου ἡ ἀρχιεπισκοπὴ διαιρεῖται εἰς 28 ἐνορίας, ἑκάστη ἐνορία διοικεῖται ὑπὸ ἐπιτρόπων, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν ἐνοριτῶν, οἱ δ’ ἐνορῖται ἐκλέγονται ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναγράφονται πάντες οἱ ἔχοντες δικαίωμα ψήφου ἐνορῖται κατὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ Πατριαρχείου. Μετὰ τὴν ἐκλογὴν δὲ τὰ πρακτικὰ ὑποβάλλονται ὑπὸ τοῦ προέδρου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου εἰς τὸν ἁρμόδιον Ἐπίσκοπον, ὁ ὁποῖος ἀποφαίνεται περὶ τοῦ κύρους ἢ μὴ τῆς γενομένης ἐκλογῆς, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς τυχὸν κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ὑποβαλλομένας ἐνστάσεις. Ἐὰν ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐπισκόπου εἶναι ἀκυρωτική, διατάσσεται ὑπ’ αὐτοῦ ἐντὸς 8 ἡμερῶν τοὐλάχιστον ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς κατὰ τὰς κατωτέρω διατάξεις. Ὑπεβάλομεν τὴν τροπολογίαν ταύτην ὡς συμπλήρωμα τοῦ ἄρθρου 7. Διὰ τῶν διατάξεων τούτων ἀκριβῶς ἐνόμισαμεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας τῶν ναῶν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν ἐφεξῆς εἰς τὰ δημοτικὰ συμβούλια νὰ ἐκλέγωσι τοὺς ἐπιτρόπους, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι οἱ ἐπίτροποι ἐκλεγόμενοι ὑπὸ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων ὡς ἐκλέγονται δὲν ἐκλέγονται τοιοῦτοι πάντοτε πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐνορίας, διότι κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτρόπων πολλαὶ χαριστικαὶ πράξεις λαμβάνουσι χώραν καὶ πολλάκις οἱ ἐπίτροποι οἱ διαχειριζόμενοι τὴν περιουσίαν τῆς ἐκκλησίας εἰς πᾶν ἄλλο ἀποβλέπουσιν ἢ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς περιουσίας αὐτῆς. Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον νὰ ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ καὶ ἄρθρον 28. Διὰ τοῦ ἄρθρου 28 ὁρίζεται ὅτι τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου ὅσον ἀφορᾷ τὰ περὶ συντάξεως τῶν καταλόγων, ἐκλογῆς τῶν ἐπιτρόπων διὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, περὶ ἐκλογῆς τῶν ἐλεγκτῶν, περὶ προτάσεως τῶν ἐνοριτῶν, ἐφημερίων κ.λ.π., ταῦτα πάντα θὰ κανονισθῶσι διὰ Β. Διαταγμάτων. Παρακαλῶ ὡς ἐκ τούτου καὶ πάλιν τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Ἐκκλησίας.
§82Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Θὰ ἠδύνασθε διὰ τῆς εἰσφορᾶς τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀνέλθωσιν ὑπὲρ τὰ 3,000,000, ἐὰν ἐλαμβάνετε τὰ 50 λεπτὰ ἐφάπαξ ἀπὸ ἑκάστην Ἑλληνικὴν οἰκογένειαν, ν’ ἀποζημιώσητε τοὺς κηροπλάστας καὶ καθιερώσητε τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ.
§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀφήνετε τώρα τὰς νέας ἰδέας;
§84Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ταῦτα βραδύτερον δύνανται νὰ γίνωσιν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἔχητε τὴν ἀπαίτησιν νὰ γίνωσιν ὅλα ὁμοῦ. Μονοπώλιον νῦν εἶναι ἀδύνατον. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι, ὅσον σοφὸς καὶ ἂν εἶναι ὁ νομοθέτης, δὲν δύναται νὰ παρουσιάζῃ ἔργα τέλεια, ἔργα ἅτινα νὰ μὴ εἶναι ἐπιδεκτικὰ ἐπικρίσεως. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἀτελής, ἑπομένως καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ εἶναι ἀτελῆ καὶ πάντοτε χρῄζουσι συμπληρώσεως.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§86Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἀντὶ νὰ καταναλώσῃ μίαν ὁλόκληρον ὥραν, δυνάμενος νὰ κατηγορηθῇ ὅτι ἀκουσίως του ἐλαφρῶς ἐκωλυσιέργησεν, ἐδέχετο τὴν πρότασιν περὶ παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν, ἠθέλομεν κερδίσει μίαν ὥραν καὶ ἠθέλομεν βελτιώσει τὸ νομοσχέδιον. Μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κατέστη μοιραία ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπὴν καὶ ἡ μὴ ψήφισις αὐτοῦ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν, διότι ὑπέβαλε πολλὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ τυπωθῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτὸν νὰ συναινέσῃ νὰ καταρτισθῇ ταύτην τὴν στιγμὴν ἐπιτροπή, ἥτις αὔριον τὴν πρωίαν νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι οἱ πλεῖστοι εἴμεθα κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη τροποποιήσεών τινων. Νομίζω ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ παραπονεθῇ διὰ τὸ ἔργον τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιτροπῶν, αἵτινες καὶ ταχέως εἰργάσθησαν καὶ ἀποτελεσματικῶς.
§87Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν συναινέσῃ νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ συναρμολογήσωμεν τὰς ἰδέας μας καὶ μελετήσωμεν τὰς τροπολογίας, θὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου πῶς ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων. Θὰ ἐνόουν τὴν ἐπιμονὴν ταύτην, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ οἰκονομικοῦ νομοσχεδίου ἀποφέροντος ἔσοδα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλ’ ἐπὶ φορολογικοῦ νομοσχεδίου ἀφορῶντος τοὺς ἱερεῖς ἡ τοιαύτη ἐπιμονὴ δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν.
§88Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βάλτου ἐζήτησε τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἐπιτροπήν. Δέχομαι τὴν παραπομπὴν ταύτην ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως τὸ ταχύτερον ἡ ἐπιτροπὴ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§89Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐντὸς τῆς αὔριον.
§90Π. ΖΑΪΜΗΣ. Μάλιστα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε τὸ νομοσχέδιον παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν θὰ καταρτίσω μετ’ ὀλίγον. Κάμνω τὰς ἑξῆς ἀνακοινώσεις. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων διὰ τὰ παλαιὰ στρατιωτικὰ κτίρια. Ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Ὁ κ. Σπ. Δεληγιάννης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους· Ὁ κ. Ἀθ. Μιαούλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης ὑπ’ αὐτοῦ προτάσεως νόμου περὶ τοῦ μεταλλείου Χαλάρων· Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου τοῦ κ. Ἀθ. Μιαούλη· Ὁ κ. Γ. Παπαβασιλείου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας· Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνανεώσεως, ἐκκαθαρίσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων κλπ. Ὁ κ. Ἰ. Σπέντζας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ σχολῶν τοῦ Πανεπιστημίου κλπ. Ὁ κ. Κ. Γκότσης πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ βοσκησίμων γαιῶν, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς· Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν παραπεμφθέντων εἰς αὐτὴν νομοσχεδίων. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 704–710). Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΖΚʹ νόμου».
§92Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, μόλις ἀνέλαβε καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν θὰ εἶναι βεβαίως ἐν γνώσει ὅλων τῶν διατρεξάντων ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετήσῃ οὗτος τὸ νομοσχέδιον, καθόσον ἐνδιαφέρει πρόσωπα ἔχοντα ἀντίθετα συμφέροντα καὶ δύνανται νὰ συμβῶσι πράγματα δυσάρεστα καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Παρακαλῶ λοιπὸν αὐτόν, ὅπως μᾶς εἴπῃ ἂν εἶναι ἕτοιμος νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἢ θέλει ν’ ἀναβληθῇ.
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δέχομαι τὴν ἀναβολήν. Παρακαλῶ δέ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἐπειδὴ ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ψηφισθῶσι τὰ δύο νομοσχέδια, τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 70 καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 139.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπ’ ἀριθ. 70. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Ὑπ’ ἀριθ. 71. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων εἰς τὰ παλαιὰ στρατιωτικὰ κτίρια». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταναστεύσεως».
§95ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία τάχιστα νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§96ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 42 κ. Πρόεδρε.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ πληρωμῆς τῶν μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων τῆς νέας Ἀγχιάλου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατήρτισα ἐπιτροπὴν ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν» ἐκ τῶν κυρίων Χαρ. Βοζίκη, Νικ. Στράτου, Β. Λεωπούλου, Δ. Κατσίνα, Γ. Πετροπουλάκη, Δ. Κατσάνου, Κ. Αἰγιαλείδου, Δ. Τσιτσάρα, Π. Πετρίδου καὶ Θ. Παπαϊωάννου, ἑτέραν δὲ ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ μεταναστεύσεως» ἐκ τῶν κυρίων Στ. Βαφειαδάκου, Ἐπ. Ἐμπειρίκου, Λ. Ῥούφου Κανακάρη, Δ. Γούναρη, Χ. Καστριώτου, Θ. Ῥετσίνα, Κ. Γκότση, Κ. Αἰγιαλείδου, Ἰ. Καλαμάρη, Κ. Γεροκωστοπούλου, Χ. Βοζίκη καὶ Ν. Γάτσου. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 30′). Μετὰ τὴν διακοπὴν (Ὥρᾳ 5 30′ μ. μ.) (Ἐπαναληφθείσης τῆς διακοπείσης συνεδριάσεως ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Φλέσσας ἀπευθύνει τὴν κάτωθι ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν: «Ἐπὶ τίνι λόγῳ ἔπαυσεν ἡ ἐπισκευὴ τῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ Κρεστένων–Ἀνεμοχωρίου, ἥτις ἤδη κατέστη ἐντελῶς ἀδιάβατος ἕνεκα τῆς παύσεως πάσης συντηρήσεως ἀπὸ πενταετίας, ἀφοῦ τὸ Ὑπουργεῖον γινώσκει ὅτι ὁ ἀπὸ τριετίας ἀναδειχθεὶς ἐργολάβος Παππανδριόπουλος δὶς ἐκηρύχθη ἔκπτωτος καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη κατέστη πλέον ἄχρηστος καί, ἵνα κατὰ τὴν κρίσιν μου καταστῇ βατή, θὰ δαπανηθῶσι πλέον τῶν 30 χιλ. δραχμῶν. Καὶ ἐπὶ τινι λόγῳ ἔπαυσε πᾶσα συντήρησις τῆς χρησιμωτάτης ὁδοῦ ἀπὸ Μεγαλοπόλεως εἰς Ἀδρίτσαιναν καὶ ἡ μεταφορὰ τοῦ ταχυδρομείου ἀπὸ Μεγαλοπόλεως εἰς Ἀνδρίτσαιναν δι’ ἁμαξῶν ἀντικατεστάθη διὰ δύο ἵππων, καὶ τούτου ἕνεκα ἔπαυσε λειτουργοῦσα ἡ συγκοινωνία καὶ τὸ Δημόσιον οὐκ ὀλίγα θὰ ζημιωθῇ, καθόσον ἡ δι’ ἁμαξῶν μεταφορὰ ἐκ Μεγαλοπόλεως εἰς Ἀνδρίτσαιναν καὶ τ’ ἀνάπαλιν συνετέλει εἰς ἀσφαλῆ καὶ ταχεῖαν συγκοινωνίαν καὶ εἰς τὴν μεταφορὰν ἐμπορικῶν δεμάτων κτλ., ἐξ οὗ κατ’ ἔτος τὸ Δημόσιον ὠφελεῖτο πλέον τῶν 5,000 δρ. Ἐνῷ ἡ δι’ ἁμαξῶν συγκοινωνία δὲν ἐβάρυνε τὸ Δημόσιον πλέον τῶν 700 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἡ κατάργησις τῆς δι’ ἁμαξῶν μεταφορᾶς τοῦ ταχυδρομείου καὶ τῆς δι’ ἵππων ἀντικαταστάσεως αὐτῆς ὄχι μόνον δὲν δικαιολογεῖται, ἀλλὰ κατέστρεψε καὶ τὴν συγκοινωνίαν Μεγαλοπόλεως–Ἀνδριτσαίνης, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τούτων. Ὁ κ. Δ. Τερτίπης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Ἰ. Καλαμάρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνθυπασπιστῶν τῆς χωροφυλακῆς. Οἱ κ. Ἀ. Πλατῆς καὶ Δ. Κρεμεζῆς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀσυμβιβάστου ἀξιωμάτων τινῶν πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ· Ὁ βουλευτὴς Μήλου κ. Γ. Κουλούρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ καταστάσεως τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 711–713.) Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 νομοσχέδιον ἀνεβλήθη τὴν πρωίαν διὰ τὸ ἀπόγευμα· ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἐτυπώθησαν εἰσέτι αἱ τροπολογίαι, δὲν θὰ συζητηθῇ σήμερον. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ σχολείου τῶν καλῶν τεχνῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον ἄνευ ἀντιρρήσεως). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐθνικῆς πινακοθήκης».
§99Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἀπεφάσισε νὰ ψηφίσῃ τὰ νομοσχέδια τὰ οἰκονομικὰ κατὰ πρῶτον, πάντα τὰ στρατιωτικὰ ἢ ναυτικὰ καί τινα ἐκ τῶν λεγομένων ἀνορθωτικῶν. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω· τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς ποίαν κατηγορίαν ἀνάγεται; Οὔτε στρατιωτικὸν εἶναι οὔτε οἰκονομικὸν οὔτε ἀνορθωτικὸν εἰς τίποτε, ἐκτὸς ἐὰν ἐννοῶμεν ὡς ἀνόρθωσιν νὰ ψηφίζωμεν εἰς τοιαύτην ἐποχὴν καὶ εἰς παραμονὰς τῶν Χριστουγέννων νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσιν ἀποκλειστικῶς πρὸς ἐξυπηρέτησιν προσωπικήν. Ἐπεθύμουν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ποίαν κατηγορίαν ἀνάγει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Πρόκειται περὶ καλλιτεχνίας. Ἀλλ’ εἶναι ἐποχὴ νὰ συζητῶμεν τοιαῦτα νομοσχέδια; Δὲν πρέπει νὰ προηγῆται ἡ συζήτησις νομοσχεδίων ἐχόντων καθαρῶς προσωπικὸν χαρακτῆρα, καὶ διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι, κ. Πρόεδρε, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι εἰς τοιαύτην ὥραν ψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προκαλεῖ σκάνδαλον.
§100Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπιζητεῖται ἡ διάσωσις διαφόρων πολυτίμων πινάκων, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Πολυτεχνείου. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς κατηρτίσθη ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐφορεύουσα τὰ τῆς Πινακοθήκης, ἥτις ὑπάρχει ἐν τῷ Πολυτεχνείῳ, πολλοὶ ὁμογενεῖς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ προσέφεραν ἀρκετοὺς πίνακας, ὑπεσχέθησαν δ’ ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον θέλουσι συντελέσει εἰς τὸν πλουτισμὸν αὐτῆς. Νομίζομεν λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον πρὸς διάσωσιν τούτων. Δὲν ἔχει ἑπομένως δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς χαρακτηρίζων ὡς προσωπικὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι τοιοῦτος εἰδικὸς εἷς καὶ μόνος ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι.
§101Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τοὺς διστάζοντας περὶ τοῦ ἐπείγοντος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου συναδέλφους θὰ παρακαλέσω νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸ Μετσόβιον Πολυτεχνεῖον. Ἐγὼ εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπισκεφθῶ τὴν πινακοθήκην αὐτὴν καὶ ἀληθῶς ἠπόρησα διὰ τὴν ἀβελτερίαν τοῦ Κράτους, ἠπόρησα δὲ καὶ διὰ τὴν ὑπομονὴν καὶ τὴν ἐπιμονὴν ἐκείνου, εἰς ὃν ἀνετέθη τὸ ἔργον τοῦ ν’ ἀναβιώσωσι πίνακες ἀξίας ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν. Οἱ πίνακες οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ὀφείλονται εἰς τὴν μεγαλοδωρίαν ὁμογενῶν ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, εἶχον ἀποτεθῆ εἰς κάθυγρα δωμάτια καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον κατεστρέφοντο σηπόμενοι. Δὲν ἠξεύρω πῶς κατωρθώθη ἡ ἐπιτροπὴ ἡ διαχειριζομένη τὴν Πινακοθήκην νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ τοιούτου καὶ ἠθέλησε νὰ συντηρήσῃ ὑπὲρ τοῦ Κράτους τὰ κειμήλια ταῦτα, διότι μεταξὺ τῶν πινάκων αὐτῶν ὑπάρχουσιν ἀληθῶς πολυτιμότατα κειμήλια. Ἡ ἐργασία προβαίνει, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἡ ἐργασία αὕτη, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς περίσωσιν κειμηλίων ἐθνικῶν, ἔχει ἀνάγκην διαρκείας καὶ ὀργανισμοῦ. Εἰς αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ συνηγορήσω ὑπὲρ προσωπικῶν νομοσχεδίων, ὑπὲρ νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα συνεπάγονται δαπάνας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου νομοσχεδίου. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ συντηρήσῃ πολύτιμον συλλογὴν ἀποτελοῦσαν κειμήλια διὰ τὴν χώραν καὶ διὰ τὸ Κράτος, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἔμενον ἐκεῖ ἐντελῶς ἀνεπιτήρητα, ὑποκείμενα εἰς τὴν ἐκ τοῦ χρόνου καὶ τῆς ὑγρασίας φθοράν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκτελέσεως».
§103Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ὑπεβλήθη ἀκόμη, συνιστῶ ν’ ἀναβληθῇ ἀπόψε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ν’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων αὔριον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων».
§105ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐπεξειργάσθη αὐτὸ ἡ ἐπιτροπή, ἑνώσασα εἰς ἓν τὰ δύο νομοσχέδια τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου. Μικράς τινας μόνον παραλλαγὰς θὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἄρθρων, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ νὰ ἀναγινώσκωνται βραδέως ἕκαστον.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐπεξεργασθὲν νομοσχέδιον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ εἶτα τὰ ἄρθρα 1–4 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§107ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον εἶχεν ἀναγράψει πέντε μηχανικοὺς Γʹ τάξεως, ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὀκτώ. Παρακαλῶ νὰ μείνωσι πέντε μόνον, ὡς εἶχε τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον.
§108Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὀκτώ, ἀλλ’ ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου ἔγραψεν ὅτι θέλουσι πληρωθῆ πέντε μόνον θέσεις, ὁ λόγος δὲ τῆς ἀναγραφῆς τῶν ὀκτὼ θέσεων εἶναι διότι εὑρίσκονται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ σήμερον τρεῖς, λεγόμενοι βοηθοί, ἐπὶ βαθμῷ μηχανικοῦ αʹ τάξεως. Ἐν ᾗ περιπτώσει λοιπὸν κενωθῶσιν αἱ θέσεις αὐτῶν, εἴτε λόγῳ ὁρίου ἡλικίας εἴτε δι’ οἱονδήποτε ἄλλον λόγον, θ’ ἀναπληρῶνται αὗται διὰ τῶν μηχανικῶν γʹ τάξεως. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ μείνῃ ἡ ὁριστικὴ ἐγγραφή, κύριε Ὑπουργέ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξαντληθῶσιν οἱ βοηθοί, τίς θὰ τοὺς ἀντικαταστήσῃ; Δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι ἡ δαπάνη ὑπάρχει. Ἐλήφθη λοιπὸν ἡ πρόνοια αὕτη, ἵνα, ἐφ’ ὅσον κενοῦνται αἱ θέσεις πρώτης τάξεως, συμπληρῶνται διὰ τακτικοῦ προσωπικοῦ.
§109ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ὑπηρεσία νομίζει ὅτι ἀρκεῖ αὐτὸ τὸ προσωπικὸν καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει, εἰς τὸ μέλλον δέ, ἂν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, τότε μάλιστα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἀρκοῦσιν αὐτοὶ οἱ πέντε.
§110Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἐξακολουθῶ νὰ ἐπιμένω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἡ ἐπιτροπὴ εἰργάσθη ἐπὶ δεκαπενθήμερον καὶ ἐξήντλησεν ὅλα τὰ ὑπηρεσιακὰ ζητήματα. Μοὶ φαίνεται δὲ περίεργον πῶς ἡ ὑπηρεσία εὗρε σήμερον νὰ φωτίσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐγένετο σήμερον Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐφιστῶ ὅμως τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὑπάρχουσιν ἄτομα, τὰ ὁποῖα ῥᾳδιουργοῦσιν, ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν ἢ ἀντιπαθειῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσι πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν τὸ ζήτημα διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§111ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀφήνω διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ συγχρόνως περιορίζω καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν γραφέων πρώτης τάξεως ἀπὸ 15 εἰς 10.
§112Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς ἐφιστῶ ὅμως τὴν προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Ἐλαττοῦτε τὸν ἀριθμὸν τῶν γραφέων, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ ἀνάγκη τῶν γραφέων εἶναι ἀπόλυτος, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἱδρύθη ὑπὸ τοῦ προκατόχου σας Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὸ ταμεῖον ὁδοποιίας. Τὸ ταμεῖον τῆς ὁδοποιίας ἔχει πλείστας ὅσας ἀσχολίας διὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ὁδοποιίας. Τὸ προσωπικὸν λοιπὸν τῶν νομῶν ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς γραφέως, διότι ἄλλως θὰ εἶναι ἀδύνατος ἡ τήρησις τῶν λογιστικῶν βιβλίων, οὐδεμία δὲ μέριμνα ἐλήφθη μέχρι τοῦδε ὅπως βεβαιῶται ἡ εἴσπραξις τῶν χρημάτων τούτων δι’ ἄλλης ὑπηρεσίας. Θὰ βεβαιῶται λοιπὸν διὰ τοῦ γραφέως τοῦ νομομηχανικοῦ. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ προκάτοχος ὑμῶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὸν ἀριθμὸν 30 γραφέων, τοῦτο δ’ ἐτήρησε καὶ ἡ ἐπιτροπή. Ἐπὶ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου κατωτέρω ἐν σελίδι 1183. Ὁ ἴδιος.
§113Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ δώσω ὡρισμένας ἐξηγήσεις. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ προκάτοχος τοῦ νῦν, εἶχεν ὑποβάλει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὁρίζον ταῦτα τὰ ὅρια. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετάσασα τὸ ζήτημα...
§114Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ποῖα ὅρια;
§115Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετάσασα τὸ ζήτημα ἐθεώρησεν ὀρθὸν ὅτι δέον νὰ τηρηθῶσι ταῦτα διὰ τοὺς ἑξῆς δύο κυρίως λόγους. Πρῶτον ὅτι οἱ ὑπομηχανικοὶ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κυρίως ἔχουσι τὴν ἐπὶ τόπου κοπιώδη ἐργασίαν διὰ τὴν ὁποίαν χρειάζεται ἀντοχὴ σωματική. Ἐνῷ ὁ ἐπιθεωρητὴς καὶ ὁ μηχανικὸς θὰ ἐργασθῶσιν ἐν τῷ γραφείῳ των, οἱ ὑπομηχανικοὶ τοὐναντίον θὰ ἐργασθῶσιν ἐν τῷ τόπῳ, διότι εἶναι κατωτέρα ἀρχή. Διὰ τοὺς τρίτης τάξεως μηχανικούς, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν κατωτέραν βαθμίδα τοῦ ἀνωτέρου προσωπικοῦ, ἡ ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἂν ὑπάλληλός τις ἐπὶ τριάκοντα τέσσαρα ἔτη εὑρίσκηται ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, αὐτὸς εἶναι βάρος τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ ὅταν πρόκειται ν’ ἀπαλλαγῇ αὐτὸς ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, βεβαίως δὲν ἐπιβαρύνομεν τὸ δημόσιον ταμεῖον. Διὰ τοῦτο ἔθηκε τὸ ὅριον, τὸ ἀναφερόμενον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅλα τὰ νομοθετήματα τείνουσιν εἰς τὴν ἐξυγίασιν τῆς ὑπηρεσίας. Ὅτε ἐψηφίζετο τὸ ὅριον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν στρατοῦ, δὲν ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ συντάξεις. Ἐγὼ αὐτὸς ἐποιησάμην τὴν παρατήρησιν ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι μείζων βλάβη θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ Κράτος ἐκ τῆς διατηρήσεως ἐν ἐνεργείᾳ στοιχείων ἀκαταλλήλων παρὰ ἐὰν ἐδίδομεν συντάξεις. Βεβαίως θ’ αὐξήσωσιν αἱ συντάξεις ἐφ’ ὅσον ἀποστρατεύονται, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ζημιοῦται πάρα πολὺ τὸ Κράτος ἐκ τῆς παραμονῆς ἀχρήστων ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο θεωρῶ καλὸν νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ὅριον, ὡς διετυπώθη, διότι αὐξάνοντες τὸ ὅριον καὶ ἐπιτρέποντες τὴν παραμονὴν ὑπαλλήλων ἀχρήστων γινόμεθα πρόξενοι ζημίας εἰς τὸ Κράτος. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθημεν νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Κατὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐπιτρέπεται μεταβολὴ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τοῦ ἐν τῷ μητρῴῳ ἐγγεγραμμένου κατόπιν ληξιαρχικῆς πράξεως συνταχθείσης κατὰ τὴν γέννησιν. Τοῦτο δὲ καθωρίσαμεν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τῶν μητρῴων τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, διότι ὑπάρχει μία μέθοδος διὰ τῆς ὁποίας δημιουργοῦνται ληξιαρχικαὶ πράξεις διὰ τῆς ἐξετάσεως δύο μαρτύρων. Τὴν μέθοδον ταύτην τινὲς τῶν ὑπομηχανικῶν μετῆλθον ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐνόμισα δὲ ἐγώ, ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ἐπιβράβευσιν τῆς μεθόδου ταύτης καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ θέσωμεν μεταβολὴν εἰς τὸ μητρῷον, ὥστε νὰ γίνηται διὰ ληξιαρχικῆς πράξεως ἡ μεταβολὴ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας συντεταγμένης κατὰ τὴν γέννησιν διὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἐν τῷ μητρῴῳ ἐγγεγραμμένα.
§116ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφήσατε κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν. Ἀλλὰ κάμνω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Προέστην μέχρι τοῦδε τῶν Ὑπουργείων τῆς Παιδείας καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, πάντοτε δὲ ἡ ὑπηρεσία μοὶ προέτεινεν αὐξήσεις καὶ οὐχὶ ἐλαττώσεις. Ἀφοῦ λοιπὸν σήμερον ἡ ὑπηρεσία μοὶ συνιστᾷ ἐλάττωσιν, ἔχω δικαίωμα νὰ πιστεύσω ὅτι ἤρκει ὁ ἀριθμὸς αὐτός.
§117Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λυποῦμαι, διότι αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία εἶχε καταρτίσει τὸ νομοσχέδιον καὶ εἶχεν ὁρίσει τριάκοντα γραφεῖς. Ἀλλὰ τώρα, ὅτε καταργεῖται ἡ θέσις τοῦ μηχανικοῦ, θέλει νὰ ἐκσπάσῃ κατὰ τῶν γραφέων. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5ον ὡς καὶ τὸ 6ον καὶ 7ον).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8ον (ἀναγινώσκεται).
§119ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀντὶ «νομομηχανικοῦ Αʹ τάξεως» νὰ τεθῇ «μηχανικοῦ Αʹ τάξεως». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8ον, ὡς ἐτροποποιήθη, ὡς καὶ τὸ 9ον καὶ 10ον).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11ον (ἀναγινώσκεται).
§121ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 11ου ἄρθρου ὀφείλω νὰ κάμω παρατηρήσεις τινάς, ἐπιφυλασσόμενος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἐν τούτῳ καθιεροῦται, κ. Ὑπουργέ, μία ἀρχὴ τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ πρώτην φορὰν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Δημοσίων ἔργων. Ἐγὼ ἔφερα ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου, διότι πράγματι εἶναι θεσμὸς νέος. Ἐγκαθίσταται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ ὑπηρεσία τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν λεβήτων τῶν σιδηροδρόμων, ἐργοστασίων κλπ. Διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσι δυσάρεστα καὶ διὰ τὰ ἐργοστάσια καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ διὰ τοὺς κεφαλαιούχους τοὺς ἔχοντας τὰ ἐργοστάσια καὶ διὰ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ὑπαλλήλων τῶν μελλόντων νὰ διαχειρισθῶσι μίαν τοσοῦτο λεπτήν, λεπτοτάτην ὑπηρεσίαν. Διότι πρόκειται νὰ ἐξελέγχωσιν ἂν οἱ λέβητες καὶ τὰ μηχανήματα τῶν διαφόρων βιομηχανικῶν ἐργοστασίων καὶ οἱ λέβητες καὶ τὰ μηχανήματα τῶν τροχιοδρόμων καὶ σιδηροδρόμων εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ λειτουργήσωσιν ἢ ὄχι καὶ τὴν ἀπόφασιν θὰ ἔχῃ ἓν μόνον ἄτομον, εἷς τμηματάρχης, ὁ ὁποῖος θ’ ἀποφαίνηται ἀπολυταρχικῶς, ἀδιάφορον ἂν αἱ γνώσεις αὐτοῦ ἐξικνοῦνται μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ μὴ δύναται ἐγκύρως ν’ ἀποφαίνηται περὶ τοῦ θέματος τούτου. Ἀλλὰ δυνατὸν νὰ συμβῶσι καὶ ἕτερα ἄτοπα. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ τμηματάρχης ὁ ὑποχρεωμένος τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἐργοστασίων μεταβαίνει εἰς Πειραιᾶ καὶ ἐπιθεωρεῖ τὰ ἐργοστάσια τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου ἡμῶν κ. Ῥετσίνα, εἶναι πολὺ πιθανόν, εἴτε διότι αἱ γνώσεις του δὲν εἶναι πολὺ πρακτικαὶ εἴτε ἐξ ἰδιοτροπίας, νὰ διατάξῃ τὸν κ. Ῥετσίναν, ἐν τῷ ἀπολυταρχικῷ αὐτοῦ δικαιώματι, νὰ κλείσῃ τὸ ἐργοστάσιον αὐτοῦ, διότι ἔχει ἀνάγκην ἐπιθεωρήσεως. Ἀλλ’ εἶναι πιθανὸν νὰ συμβῶσι καὶ καταχρήσεις, διότι ἐγὼ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς ἓν ἄτομον, οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τοῦτο. Ἡ δυσπιστία ὑπάρχει πανταχοῦ καὶ ὁ νόμος καλεῖται νὰ περιφρουρήσῃ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε πλήρης ἐμπιστοσύνη νὰ ὑπάρχῃ. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ δὲ πλήρης ἐμπιστοσύνη, πρέπει κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ διαρρυθμισθῇ ὁ θεσμὸς οὗτος καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ μεταβαίνῃ καὶ ζητῇ τὴν σφράγισιν τῶν καταστημάτων Ῥετσίνα ἐπὶ μίαν ἑβδομάδα, ἕως ὅτου ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιθεωρήσῃ τοὺς λέβητας καὶ τὰ μηχανήματα. Ἀλλ’ εἶναι πιθανὸν ὁ τμηματάρχης νὰ προτείνῃ εἰς τὸν κ. Ῥετσίναν νὰ τῷ δώσῃ τόσον ποσὸν καὶ νὰ τῷ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ κάμῃ, ἀφοῦ εἶναι ἠναγκασμένος δι’ ἐκθέσεώς του νὰ εἴπῃ ὅτι οἱ λέβητες τοῦ ἐργοστασίου του δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ λειτουργῶσι, καὶ ὁ κ. Ῥετσίνας εὑρισκόμενος ἐκτεθειμένος καὶ μὴ ἀρεσκόμενος εἰς συζητήσεις νὰ προσφέρῃ ποσόν τι. Τότε ποῖον θὰ εἶναι τὸ κῦρος τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς; Διὰ τοῦτο ἐγὼ θὰ προτείνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ ναυτικόν. Ἐκεῖ ὁ Ὑπουργὸς ὁρίζει ἐπιτροπὴν ἐξ ἑνὸς ἢ δύο μαχίμων ἀξιωματικῶν καὶ δύο ἢ τριῶν μηχανικῶν πρακτικῶν τοῦ στόλου, οἱ ὁποῖοι ἐπιθεωροῦσι τὰ τῶν ἀτμολεβήτων τῶν ἀτμοπλοίων, καὶ τότε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἂν ὄχι κατὰ 100% ἀλλὰ κατὰ 99% πεποίθησιν καὶ βεβαιότητα ὅτι μεταξὺ πέντε ἀνδρῶν βαθμούχων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὑπόνοια ὅτι εἴτε ἐξ ἰδιοτροπίας εἴτε ἐξ ἰδιοτελείας παραμέλησαν τὸ καθῆκον αὐτῶν καὶ ἀπεφάνθησαν κατὰ τρόπον ἐπιβλαβῆ καὶ ἐπιζήμιον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Τοῦτο προτείνω νὰ θεσπισθῇ καὶ ἐνταῦθα, ν’ ἀφαιρεθῇ ἐντελῶς τὸ τμῆμα τῶν λεβήτων καὶ μηχανημάτων ἐργοστασίων κλπ., διότι ὁ νομομηχανικὸς καὶ ὁ ὑπομηχανικός, κύριοι Βουλευταί, δὲν ἔχουσι γνώσεις τοιαύτας· δὲν εἶναι μηχανουργοί.
§122Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχομεν ὁρίσει καὶ μηχανουργούς.
§123ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μαθητὰς τοῦ Πολυτεχνείου. Ἀλλά, καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἔχετε μηχανουργοὺς ἄνευ πείρας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε εὐάρεστα ἀποτελέσματα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δύναται νὰ διαρρυθμίσῃ τὸ νομοσχέδιον συνιστῶν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ λαμβάνῃ μέρος καὶ ὁ τμηματάρχης, τὸν ὁποῖον ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησε νὰ καθορίσῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ ἐπιθεώρησις καὶ ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς μὴ λειτουργίας τῶν ἐργοστασίων νὰ γίνεται δι’ ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ μηχανικοὶ τοῦ στόλου, οἱ ὁποῖοι θὰ παρέχωσι τὸ ἐχέγγυον τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἥτις, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι λεπτοτάτη καὶ παρέχει λαβὴν εἰς πολλὰς καὶ ποικίλας παρεξηγήσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ἂν ἀποδέχεται τοῦτο ἢ ὄχι.
§124Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ὕδρας ἐπαναλαμβάνει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅσας παρατηρήσεις ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἀνέπτυξε καὶ αἱ ὁποῖαι τῷ παρετηρήθη ὅτι δὲν ἦταν ἀκριβεῖς. Τὸ ζήτημα τοῦ ἐλέγχου τῶν σιδηροδρόμων, τροχιοδρόμων καὶ ἀτμολεβήτων εἶναι ζήτημα σπουδαιότατον. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἐκανονίσθη κατὰ πρῶτον ὑπουργοῦντος τοῦ κ. Λεβίδου διὰ Β. Διατάγματος στηριζομένου ἐπὶ κειμένων νόμων, ἀλλὰ περιλαβόντος πολλαχοῦ καὶ νομοθετικὰς διατάξεις. Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἀνενεώθη, ἐκδοθέντος νέου, καὶ τροποποιοῦντος τὸ προηγούμενον κατὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας καθ’ ἃς ἐγὼ διηύθυνον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἤδη προκειμένου νὰ γίνῃ νέα νομοθεσία περὶ Δημοσίων ἔργων δέον νὰ νομοθετηθῇ πλέον παγίως ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐλέγχου τῶν σιδηροδρόμων, τροχιοδρόμων καὶ ἀτμολεβήτων, διότι εἶναι ὑπηρεσία ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ κοινοῦ, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου, ἐλλιπούσης τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, τόσα συνέβησαν μέχρι τοῦδε δυστυχήματα. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς ἀτμολέβητας τῶν ἐργοστασίων εἶναι καὶ δι’ αὐτοὺς ἀναγκαία εἰδικὴ ὑπηρεσία πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ πτωχοῦ κόσμου τοῦ ἐργαζομένου. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν ἐν τῷ νομοθετήματι τούτῳ, τὸ ὁποῖον εἶναι νομοθέτημα ὀργανωτικὸν τῆς ὑπηρεσίας, καθωρίσθη ἡ ὑπηρεσία ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς τμηματάρχου πρώτης τάξεως, συμπραττόντων δύο μηχανουργῶν, κατόπιν διαγωνισμοῦ διορισθησομένων, οἵτινες θὰ ἔχωσι τὸν ἔλεγχον τῶν ἀτμαμαξῶν, καὶ ἑνὸς ἠλεκτρολόγου διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν ἠλεκτρικῶν ἐγκαταστάσεων. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ διεξάγηται ἡ ὑπηρεσία, τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον ἄλλου νόμου, καὶ ὁ νόμος οὗτος εἶναι ὁ νόμος περὶ τῶν ἀτμολεβήτων καὶ ἀεροδεξαμενῶν. Θὰ παρεκάλουν δὲ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐν συναφείᾳ μετὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου προτάξῃ καὶ ἐκεῖνο, καὶ ἐκεῖ ἦτο ὀρθὸν νὰ προταθῶσιν αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ὕδρας, ὁπότε θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ δοθῇ καὶ δικαίωμα ἐφέσεως ἐνώπιον ἐπιτροπῆς περιλαμβανούσης πλείονα πρόσωπα. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν σιδηροδρόμων, τῶν τροχιοδρόμων καὶ τῶν ἀτμολεβήτων πρέπει ν’ ἀφεθῇ πλήρης καὶ ἀπόλυτος ὁ ἔλεγχος τοῦ Κράτους. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§126ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐποιησάμην παρατηρήσεις ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, αἵτινες δυστυχῶς δὲν ἐγένοντο δεκταί. Τὸ ἄρθρον τοῦτο διασκευάζει ἐπὶ τὸ πολυτελέστερον τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦτο διότι προστίθεται τμῆμα ἀρχιτεκτονικῆς. Καὶ ἐρωτῶ πάντα ὅστις ἐμελέτησε τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐξήτασε τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ἡ ἵδρυσις τμήματος ἀρχιτεκτονικοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πρόκειται νὰ καθορίσωμεν τμῆμα πρέπει νὰ ὁρίσωμεν καὶ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ. Ἐγὼ θεωρῶ πολυτελεστάτην τὴν ἵδρυσιν αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας, διότι ἀρχιτεκτονικὸν τμῆμα ἔχει σκοπὸν νὰ καταγίνηται ὄχι μόνον ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ἀλλ’ ἡ εἰδικότης του εἶναι ὅπως τὰ σχέδια τῶν κτιρίων τὰ ὁποῖα θὰ κατασκευάσῃ τὸ Δημόσιον ἐξέρχωνται ἐκεῖθεν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἐν ᾗ περιπτώσει πρόκειται νὰ ἱδρυθῶσι δικαστήρια, μουσεῖα κλπ. θὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς τὸν ἀρχιτέκτονα τοῦτον ἢ πρέπει νὰ ἐκτεθῶσι ταῦτα εἰς διεθνῆ διαγωνισμόν, ὅπως ἀποκτήσωμεν κτίρια ἄξια τοῦ ὀνόματος; Τὸ τμῆμα τὸ ἀρχιτεκτονικὸν εἰς τί θὰ καταγίνηται; Εἰς τὸ νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν ἐκτέλεσιν; Ἀλλὰ τὴν ἐπίβλεψιν δύνανται νὰ κάμωσιν οἱ νομομηχανικοί, οἵτινες ἔχουσι καὶ γνώσεις οἰκοδομικάς. Διὰ τοῦτο προέτεινα τὴν ἀπάλειψιν τοῦ τμήματος τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ καὶ νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ἀντὶ νὰ ἐπιπροστίθηται νέα ὑπηρεσία, ὁ σκοπὸς τῆς ὁποίας κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι λυσιτελής.
§127Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. συνάδελφον, διότι λέγει ἀνακριβείας. Οὐδὲν τμῆμα νέον ἱδρύεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑφίσταται σήμερον τμῆμα ἀρχιτεκτονικὸν δυνάμει τοῦ κειμένου νόμου καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο ἔχει τὴν σύνθεσιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ σήμερον. Δὲν καινοτομοῦμεν λοιπόν· καθορίζομεν μόνον προσόντα ἀρχιτεκτονικῆς σπουδαιότερα, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν πραγματικὴν ἀρχιτεκτονικὴν ὑπηρεσίαν. Ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ τμήματος; Ἐκ τοῦ τμήματος τοῦ ἀρχιτεκτονικοῦ διέρχεται ὁλόκληρος ἡ συντήρησις, ἡ ἐπισκευὴ πάντων τῶν κτιρίων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, συγχρόνως δὲ τῶν παραρτημάτων πάντων καὶ τῶν Ἀνακτόρων. Μέχρι σήμερον ὅλη αὐτὴ ἡ ὑπηρεσία διεξήγετο ὑφ’ ἑνὸς τυχαίου ἐργοδηγοῦ τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς, ὅστις παρουσίαζε λογαριασμοὺς ὧν ἔχομεν λάβει πεῖραν πολλάκις εἰς τὴν Βουλήν. Συγχρόνως δ’ ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτᾶται ἡ ῥυμοτομία πασῶν τῶν πόλεων καὶ κωμῶν τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν προσωπικοῦ μεμορφωμένου, ἵνα ἔχωμεν ἔλεγχον τῶν ἀρχιτεκτονικῶν σχεδίων, τῶν παρουσιαζομένων σχεδίων τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Λοιπὸν ὑπάρχει καὶ σήμερον, ἀλλὰ καθορίζονται τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα, ἵνα παρέχῃ μείζονας ἐγγυήσεις. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου προστίθεται καὶ ἑτέρα ὑπηρεσία, ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἐλέγχου πάντων τῶν ἔργων τῶν κατασκευαζομένων ὑπὸ τῶν νομικῶν προσώπων, τῶν διὰ δωρεῶν ἢ κληροδοτημάτων ἱδρυομένων. Ὅταν λοιπὸν θέλωμεν νὰ ἐνασκήσωμεν τὸν ἔλεγχον τοῦτον ἢ ν’ ἀποσοβήσωμεν τὰ ὅσα μέχρι τοῦδε συμβαίνουσι μὲ τὰς κατασκευὰς καὶ ἐπισκευὰς τῶν ἱδρυμάτων τούτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ καταστήσωμεν ὑπηρεσίαν φερέγγυον διὰ τοιαῦτα ἔργα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12, μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 13–79).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 80 (ἀναγινώσκεται).
§129Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὰ ὅρια τῆς ἡλικίας τῶν μηχανικῶν καὶ τῶν ὑπομηχανικῶν, ὡς ἔχουσι διατυπωθῆ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ἐναντίον τοῦ δημοσίου ταμείου. Νομίζω, ὅτι εἰς ἡλικίαν πεντήκοντα πέντε ἐτῶν εἷς μηχανικὸς εἶναι εἰς τὴν ἀκμήν του καὶ δὲν πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν. Ἐγὼ χάριν τοῦ δημοσίου ταμείου προτείνω τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας διὰ τοὺς μηχανικοὺς καὶ ὑπομηχανικοὺς νὰ εἶναι ἑξήκοντα πέντε ἐτῶν, ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ.
§130Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ νὰ μείνωσιν ὅλα τὰ καθάρματα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; Οὕτω δὲν θὰ μείνῃ κάθαρμα ἔξω ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν!
§131Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ μεταχειρισθῶμεν τὸ μέσον τοῦτο, δηλαδὴ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου ταμείου πρὸς καθαρισμὸν τοῦ κλάδου τούτου, νομίζω ὅτι τὸ μέσον δὲν εἶναι ὀρθόν, ἡ δὲ ἐπιβάρυνσις δὲν θὰ εἶναι διὰ τὸ παρὸν ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον.
§132Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§133Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριοι, ἠπόρησα, διότι ἤκουσα ὅτι τὴν ὑπηρεσίαν διορθώνει ἡ ἡλικία καὶ ὄχι ἡ ἱκανότης καὶ ἡ καλὴ διαγωγὴ τοῦ ὑπαλλήλου. Δύναται μὲν νὰ διορθωθῇ ἡ ὑπηρεσία διὰ τῆς ἡλικίας, ἀλλὰ κυρίως δύναται νὰ διορθωθῇ διὰ τῆς ἀποβολῆς τῶν ἀνικάνων ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν τῷ σώματι τῶν Δημοσίων ἔργων ὑπάρχουσι πλεῖστοι ἀποδεδειγμένως ἀνίκανοι καὶ καταχρασταί, καὶ ἐν τούτοις οὐδεὶς προνοεῖ περὶ τῆς ἀποβολῆς αὐτῶν...
§134Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προνοοῦμεν καὶ περὶ αὐτῶν.
§135Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Περιορίζονται μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των, καὶ διότι ἔφθασαν εἰς τὸ πεντηκοστὸν ἔτος τοῖς λέγουσι νὰ φύγωσιν. Ἡ λογικὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν ποιότητα τῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰς τὴν δραστηριότητα ὡς καὶ εἰς τὴν ἱκανότητα, καὶ ὄχι εἰς τὴν ἡλικίαν, διότι εἶναι πολλοί, οἱ ὁποῖοι εἰς ἡλικίαν ἑβδομήκοντα ἐτῶν ἐκτελοῦσι τὸ καθῆκόν των. Εἰς τὰς Καλάμας ἔχομεν ὑπάλληλον ἑβδομήκοντα ἐτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἱκανώτατος. Δὲν πρέπει ν’ ἀποβάλλωνται οἱ ἱκανοὶ ὑπάλληλοι, ὅταν δὲν δύνανται ν’ ἀντικατασταθῶσι· πρέπει ν’ ἀποβάλλωνται οἱ ἀνίκανοι καὶ οἱ καταχρασταί. Τὸ Σῶμα αὐτὸ εἶναι πλῆρες ἀνικάνων καὶ καταχραστῶν, καὶ ὅμως αὐτοὺς δὲν ἐνοχλεῖτε! Γνωρίζω πολλοὺς τοιούτους καταχραστάς, οἱ ὁποῖοι ἐφυλακίσθησαν, καὶ ἐν τούτοις αὐτοὶ ἀκόμη λυμαίνονται τὴν Πολιτείαν. Εἶναι μέγα ἄδικον οἱ ὑπάλληλοι οἵτινες εἰλικρινῶς καὶ ἐντίμως ἐργάζονται ν’ ἀποπεμφθῶσι τῆς ὑπηρεσίας. Εἶναι ἀπελπισία καὶ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα, διότι θέλουσιν οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον νὰ μᾶς κάμωσι νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι διὰ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας δύναται νὰ διορθωθῇ τὸ κακόν.
§136Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐκκαθαρίσεως τὸ νομοσχέδιον προβλέπει· ὥστε ἡ πρότασις τῆς ἐκκαθαρίσεως δὲν εἶναι ἀναγκαία.
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ προσωπικὸν ὄχι μόνον θὰ καθαρισθῇ, ἀλλὰ καὶ θὰ ἐλαττωθῇ, διότι ὅσοι φεύγουσι δὲν θὰ ἀντικαθίστανται. Ὥστε ἡ αἰτίασις τοῦ κ. Φλέσσα δὲν εἶναι ἀκριβής.
§138Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν τῆς ἐκκαθαρίσεως εἶναι πλῆρες, ὥστε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς ἄλλο μέσον ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· εἶναι δίκαιον εἰς τὸ μέλλον νὰ ὁρίσωμεν ὅτι εἰς ἡλικίαν 55 ἐτῶν τὸ προσωπικὸν πρέπει ν’ ἀπέρχηται λόγῳ ὁρίου, ὅτι εἰς ἡλικίαν 55 ἐτῶν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καθίστανται ἀνίκανοι; Ἐγὼ εἰς τὴν ἡλικίαν ταύτην ἀπέδωκα τὴν μεγαλειτέραν ἐργασίαν τῆς ζωῆς μου διευθύνων δύο ἑταιρείας καὶ εὑρισκόμενος ἐνταῦθα. Πῶς λοιπόν, τούτου οὕτως ἔχοντος, θέλομεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον; Ἐξυγίασιν χρειάζεται ὄχι μόνον τὸ προσωπικόν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἕν τῶν μεγαλειτέρων κατορθωμάτων τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ καὶ ἡγέτου τῆς ἐλάσσονος μερίδος εἶναι ὅτι κατώρθωσε νὰ φέρῃ τὸ ἰσοζύγιον εἰς τὰς δαπάνας τῶν συντάξεων, ἢ μᾶλλον τὴν στασιμότητα αὐτῶν, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐψηφίσθη ἡ ὑπ’ αὐτοῦ εἰσαχθεῖσα τροποποίησις βλέπομεν ὅτι δὲν αὐξάνουσι πλέον τὰ ποσὰ τῶν συντάξεων ἐκτὸς μιᾶς ἐξαιρέσεως, τῆς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπου δυστυχῶς ὁ νόμος τοῦ 1905 δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἕνεκεν ἄλλων νόμων προηγουμένων, ἐπιτρεπόντων εἰς τὰ ἐποπτικὰ συμβούλια ν’ ἀπολύωσι τοὺς δημοδιδασκάλους εἰς ἡλικίαν 20 ἐτῶν. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ ἔχομεν αὔξησιν 40.000 ἕως 50.000 κατ’ ἔτος. Διὰ τῆς ἡλικίας, τὴν ὁποίαν θέτομεν ἐνταῦθα, εἶναι φανερὸν ὅτι τὰ ποσὰ τῶν συντάξεων θ’ αὐξάνωσι κολοσσιαίως, καὶ διὰ τοῦτο χάριν τοῦ δημοσίου ταμείου ζητῶ, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἀπέρχωνται, ἂν μὴ εἰς τὸ 65 ἔτος, πάντως ὅμως εἰς τὸ 60 καὶ οὐχὶ εἰς τὸ 55, ὅπως ζητοῦσι.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀντωνοπούλου.
§140ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 81–84 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 85).
§141Μ. Α. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Διατί καὶ οἱ γραφεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξασκοῦσιν ὁπωσδήποτε ὑπηρεσίαν, διότι ἐκτελοῦσι καταμετρήσεις καὶ συντάσσουσι προϋπολογισμούς, νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου τούτου;
§142Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει εἰδικὴ πρόνοια ἐν τῷ ἄρθρῳ 93. Οἱ ἐπιστάται θέλουσι καθαρισθῆ, καὶ οἱ μὲν ἀνίκανοι θὰ λάβωσι σύνταξιν, οἱ δὲ ἱκανοὶ θὰ καταταχθῶσιν ὡς γραφεῖς.
§143Μ. Α. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν τοὺς ὑπάγετε ὅμως εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ.
§144Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μεταθέτητε γραφεῖς ἀπὸ τὴν Κέρκυραν εἰς τὰς Ἀθήνας.
§145ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς πάντας τοὺς κλάδους συμβαίνει τὸ αὐτό.
§146Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκτὸς τούτου οἱ γραφεῖς τῶν δημοσίων ἔργων οὐδεμίαν ἔχουσι προαγωγήν, διότι εἶναι βοηθητικὸν προσωπικὸν διὰ τὴν γραφικὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα, κατὰ συνέπειαν δὲν δύνασθε νὰ ἐφαρμόσητε δι’ αὐτοὺς τὸν νόμον περὶ ἐντοπίων ὑπαλλήλων, διότι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ εὕρητε γραφεῖς. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 85, 86 καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ συμπληρωτικοῦ τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. Ὁ κ. Ν. Γεωργακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Γ. Παπαβασιλείου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταργήσεως τῆς στρεμματικῆς φορολογίας καὶ συστάσεως ἀμύνης ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς. Οἱ κύριοι Ἰ. Γιαννακίτσας καὶ Μ. Φωτιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Ὁ κ. Σ. Δεληγιάννης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ συνθέσεως τάγματος Χωροφυλακῆς. Ὁ κ. Γ. Κορυζῆς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φορολογίας τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους καταναλισκομένων εἰδῶν κλπ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 713–718).
§148ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ ψηφισθῶσι τώρα τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 45 καὶ 154 ὡς συμπληρωτικὰ τοῦ νομοσχεδίου τῶν Δημοσίων ἔργων.
§149Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, ἥτις εἶχεν ἀναλάβει τὴν σύνταξιν καὶ ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δημοσίων ἔργων, προτείνει διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 45 νομοσχεδίου τὴν ὑπαγωγὴν τῆς διοικητικῆς ἐποπτείας τῶν λιμένων εἰς τὸ τμῆμα τῆς Δημοσίας Ὑγιεινῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀρχικοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ τῆς διοικητικῆς ἐποπτείας τῶν λιμένων, ἥτις μέχρι τοῦδε ἐνησκεῖτο ὑπὸ τοῦ τμήματος τῶν Δημοσίων ἔργων. Ἐθεωρήθη λοιπὸν ὀρθὸν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ὑπαχθῇ ἡ ἐποπτεία αὕτη εἰς τὸ τμῆμα τῆς Δημοσίας Ὑγιεινῆς, ὑφ’ ὃ θὰ ἐλειτούργει ἀρτιώτερον, διότι ἡ ἐποπτεία αὕτη εἶναι καθαρῶς νομική, ὄχι δὲ τεχνική. Ἐπίσης πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 154 περὶ τῶν παραβάσεων τῶν κεκανονισμένων διατάξεων ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν ἀτμολεβήτων καὶ ἀεροδεξαμενῶν, ἐξαιρουμένων τῶν ἐν ἀτμοπλοίοις ἐγκαταστάσεων.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῆς διοικητικῆς ἐποπτείας τῶν λιμενικῶν ταμείων εἰς τὸ τμῆμα τῆς Δημοσίας Οἰκονομίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν παραβάσεων τῶν κεκανονισμένων διατάξεων, ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τῶν ἀτμολεβήτων καὶ ἀεροδεξαμενῶν, ἐξαιρουμένων τῶν ἐν ἀτμοπλοίοις ἐγκαταστάσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). «Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀσυμβιβάστου θέσεων ἢ ἀξιωμάτων τινῶν πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα». Τὸν λόγον ἔχει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὁ κ. Ἰωάννης Ῥάλλης.
§151Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καίτοι, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἵνα κατηγορήσω αὐτοῦ, ἐν τούτοις προτίθεμαι νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἄνευ ἀντιρρήσεως ψηφίσῃ αὐτό. Καὶ βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι κατά τινα τρόπον ἀκατανόητος ἡ τοιαύτη τακτική, ἣν ἀκολουθῶ, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἐπιφυλάσσομαι μετ’ οὐ πολὺ νὰ εἴπω θ’ ἀποδειχθῇ, ὅτι δικαίως θὰ πράξω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ὅτι θὰ πράξω. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς τρία μέρη. Κατὰ τὸ πρῶτον μέρος καθιεροῦται ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρὸς τὴν θέσιν ἢ τὸ ἀξίωμα «Διοικητοῦ, Ὑποδιοικητοῦ, Συμβούλου, Προέδρου ἢ Ἀντιπροέδρου τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, Διευθυντοῦ Ὑποκαταστήματος, ὑπαλλήλου ἐν γένει». Τοῦτο ἀποτελεῖ τὸ πρῶτον μέρος. Κατὰ τὸ δεύτερον μέρος ἀπαγορεύεται νὰ ᾖ Βουλευτὴς ὁ δικηγόρος ἢ Σύμβουλος μιᾶς ἀνωνύμου ἑταιρείας ἢ ἑτερορρύθμου κατὰ μετοχὰς ἑταιρείας. Κατὰ τὸ τρίτον μέρος δὲν δύναται νὰ ᾖ Βουλευτὴς ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐνασκεῖ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια εἴτε ἐπ’ ἀκροατηρίῳ εἴτε ἐκτὸς ἀκροατηρίου. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ θάρρος, ὅτε ἡ κοινὴ γνώμη ὁλόκληρος ἀπῄτει ν’ ἀπομακρυνθῶσι τῆς αἰθούσης ταύτης οἱ ἀξιωματικοί, θεωρηθέντος ὅτι ἡ περαιτέρω διαμονή των ἐνταῦθα ἐσάλευε τὴν πειθαρχίαν, εἶχον, λέγω, τὸ θάρρος νὰ καταγγέλλωσιν ἐκεῖνο τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντισυνταγματικόν, βεβαίως δὲν θὰ στερηθῶσι τοῦ θάρρους, ὅπως καὶ σήμερον καταγγείλωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, καὶ κατὰ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον, ἐνῷ ἠδύνατο νὰ χωρήσῃ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ ψηφισθέντος τότε νομοσχεδίου ἐκείνου, ἐπ’ αὐτοῦ οὐδεμία δύναται νὰ χωρήσῃ ἀμφιβολία εἰς ἐκεῖνον ὅστις ἤθελεν ἀνατρέξει εἰς τὰ Πρακτικὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ ἤθελε παρατηρήσει πῶς διεξήχθησαν αἱ συζητήσεις αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ τὸ ἀσυμβίβαστον τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος πρός τινας θέσεις. Τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος καθιστᾷ ἀσυμβίβαστον τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα πρὸς τὸ ἀξίωμα τῶν ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐξαιρέσει τῶν ἀξιωματικῶν. Ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, ὁ πληρεξούσιος Γιολδάσης προέτεινε νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ ἑξῆς περικοπὴ εἰς τὸ ἄρθρον 71: «Ἐπίσης εἶναι ἀσυμβίβαστα τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ πρὸς τὰ τοῦ Διοικητοῦ ἢ Ὑποδιοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς ἢ ἄλλης Τραπέζης, τῶν Διευθυντῶν ἢ Ὑποδιευθυντῶν τῶν Ὑποκαταστημάτων καὶ τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων». Καὶ ἡ τροπολογία αὕτη ἀπερρίφθη ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, θεωρησάσης ὅτι τὰ καθήκοντα ταῦτα δὲν καθιστῶσιν ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ ἀξίωμα τοῦ βουλευτοῦ. Ὅτε δὲ πρὸ τοιαύτης καθαρᾶς καὶ δεδηλωμένης γνώμης τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως εὑρισκόμεθα, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν, ἀντισυνταγματικώτατον κατὰ βάσιν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Δὲν ἔχω, Κύριοι, τὸ εὐτύχημα νὰ δύναμαι νὰ κατατάσσωμαι εἰς τὴν πρώτην ταύτην κατηγορίαν, διότι δυττυχῶς οὐδεμίαν μετοχὴν κἂν ἔχω ἀνωνύμου τινὸς Ἑταιρείας ἢ Τραπέζης καὶ διὰ τοῦτο ἔχω τὸ δικαίωμα μετὰ περισσοτέρου θάρρους νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Ἔχω μάλιστα τὸ δικαίωμα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ν’ ἀποκαλέσω καὶ συκοφάντας ἐκείνους οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ εἴπωσι τὸ ἐναντίον, διότι ἔμαθον, ὅτι τινὲς ἐκ τῶν ὑποστηριζόντων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ ν’ ἀποδείξωσι τὸ ἀναγκαῖον τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ, προέβαλον καὶ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι καὶ ἐγὼ τυγχάνω μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου διαφόρων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν.
§152ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς αὐτά.
§153Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως δὲν ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντῶ, ἀλλ’ ἐθεώρησα, ὅτι εἶχον καθῆκον ἀπέναντι ἐμαυτοῦ νὰ εἴπω ταῦτα πρὸς ἐκείνους οἵτινες κρυπτόμενοι ὄπισθεν τῆς ἀνωνυμίας δὲν μοὶ ἔδιδον τὸ δικαίωμα ἄλλως, ν’ ἀποδείξω ὅτι εἶναι συκοφάνται.
§154Δ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Εἶναι συκοφαντία νὰ λέγεται ὅτι κάποιος τῶν κυρίων Βουλευτῶν εἶναι σύμβουλος;
§155Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν δὲν εἶμαι καὶ θέλωσι νὰ μὲ χαρακτηρίσωσιν ὡς τοιοῦτον;
§156Δ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἡ συκοφαντία προϋποθέτει πρᾶξιν ἀξιόποινον.
§157Ι. Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν θέλωσι νὰ χαρακτηρίσωσιν, ὅτι πρόκειται περὶ πράγματος ἀπρεποῦς, βεβαίως εἶναι συκοφαντία, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξετάζουσιν ἐκεῖνοι τὸ πρᾶγμα. Κύριοι, εἶπον ὅτι ἔχω τὸ θάρρος, διότι ἀκριβῶς δὲν ἀνήκω εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ εἴπω καθαρῶς τὴν γνώμην μου καὶ νὰ τονίσω, ὅτι πρόκειται περὶ ἀντισυνταγματικοῦ μέτρου, οὐδεμία δὲ δικαιολογία δύναται ν’ ἀνατρέψῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν πραγμάτων ἀριδήλως ἐξάγονται. Ἀλλά, ἐνῷ εἶναι ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον, ἐρωτᾶται: πρέπει νὰ σταματήσωμεν εἰς τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο ἢ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπίσης σοβαρά; Διότι, κύριε Πρόεδρε, ἐκτὸς τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ, ὑπάρχει τέλειος παραλογισμὸς εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὁ ἑξῆς· ὅτι, ἐνῷ αἱ θέσεις αὗται αἱ ἀναφερόμεναι ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 τοῦ νομοσχεδίου θεωροῦνται ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, δὲν θεωροῦνται ἀσυμβίβαστοι πρὸς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖ τις Ὑπουργός, χωρὶς νὰ εἶναι Βουλευτής. Καὶ ἐρωτῶ· τίς εἶναι ἐκεῖνος — ἐὰν ὑπετίθετο, ὅτι τὸ ὅλον πνεῦμα τὸ διέπον τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὀρθόν —, τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ περισσότερον, ὁ ὢν Βουλευτὴς ἢ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι Ὑπουργός; Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐν τῇ βραχυτάτῃ ἐκθέσει ἡ ὁποία τὸ συνοδεύει ἀναφέρει ὅτι καὶ εἰς ἄλλα Κράτη ἔχει ληφθῆ πρόνοια ἀνάλογος πρὸς τὴν λαμβανομένην διὰ τοῦ τοιούτου νομοθετήματος. Ἀλλά, ἐνῷ ἐν βραχυτάτῳ διατυποῖ ἡ ἔκθεσις ταῦτα, ἀποσιωπᾷ ἐντελῶς τὰ εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα πράγματι συμβαίνοντα, διότι καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, χώραις τὰς ὁποίας ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, δὲν καθίσταται τὸ ἀσυμβίβαστον τὸ ὁποῖον καθιστᾶται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἀλλὰ θεωρεῖται, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖ τις Βουλευτὴς ἅμα καὶ μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου ἢ διευθύνων Σύμβουλος Τραπεζῶν ἢ ἱδρυμάτων ἐν γένει, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπιχορηγήσεις ἐκ τοῦ Δημοσίου. Καὶ βεβαίως εἶναι τοῦτο λογικόν, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς τοιαῦτα ἱδρύματα ἐξισοῦνται πρὸς δημοσίους ὑπαλλήλους. Βεβαίως τοῦτο ὄχι μόνον θὰ ἦτο παραδεκτόν, ἀλλ’ ἔπρεπε καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἤδη παρ’ ἡμῖν, εἰς οὐδὲν ὅμως τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει νὰ καθιερώσῃ παρ’ ἡμῖν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Οὐδεὶς νόμος λέγει ὅτι ὁ Βουλευτὴς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σύμβουλος μιᾶς οἱασδήποτε ἀνωνύμου Ἑταιρείας. Μόνον, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὰς ἑταιρείας αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσιν ἐπιχορηγήσεις ἐκ τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἔχωσι συμβούλους Βουλευτάς. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη κατηγορία τοῦ νομοσχεδίου. Ἂς μεταβῶμεν καὶ εἰς τὴν δευτέραν, τὴν κατηγορίαν τῶν Νομικῶν Συμβούλων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἔχω νὰ εἴπω πολλά, διότι περίπου εἶναι ἡ κατηγορία ἡ πρώτη, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι καθιστᾷ προσθέτως καὶ τὸ ἄτοπον τὸ ὁποῖον καθιστᾶται διὰ τῆς τρίτης κατηγορίας, ὅτι δὲν δύναται δηλαδὴ πλέον ἐπαγγελματίας, ζῶν ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος αὐτοῦ, νὰ εἰσέλθῃ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης. Ἡ τρίτη κατηγορία εἶναι ἀστειοτέρα ἁπασῶν, διότι κατὰ τὴν κατηγορίαν ταύτην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εἶναι Βουλευτὴς δὲν δύναται νὰ δικηγορῇ οὔτε ἐπ’ ἀκροατηρίῳ οὔτε ἐκτὸς αὐτοῦ ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων. Καὶ ἐρωτῶ· διατί γίνεται τοῦτο; Ἴσως μέχρι πρό τινος, πρὶν ἢ δηλαδὴ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον κατέστησε πλήρη ἀνεξαρτησίαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἴσως θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐθεωρεῖτο, ὅτι οἱ πολιτευόμενοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπηρεάζωσι τοὺς δικαστὰς καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἔπρεπε νὰ δικηγορῶσιν. Ἀλλὰ καὶ τότε δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν, διότι δὲν θὰ ἦτο νοητὸν τὸ πῶς γίνεται διάκρισις μεταξὺ δικηγορούντων ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων καὶ δικηγορούντων ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων. Ὁπωσδήποτε ἡμεῖς σήμερον εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς νόμου ὁ ὁποῖος ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ μεταθέτειν καὶ προάγειν δικαστάς, καὶ ἐρωτῶ· κατὰ τί δύναται νὰ βλάψῃ εἰς τὸ μέλλον δικηγορῶν ὁ Βουλευτής; Ἀλλ’ εἶναι μόνον τοῦτο; Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι δὲν δύνανται νὰ δικηγορῶσι Βουλευταὶ δικηγόροι ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων τῆς περιφερείας ἐξ ἧς ἐκλέγονται, καὶ ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι ἔχομεν νόμον, τὸν νόμον περὶ Κακουργιοδικείων, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι οἱ ἐκ μιᾶς ἐπαρχίας καταγόμενοι δὲν δύνανται νὰ δικασθῶσιν ὑπὸ τοῦ Κακουργιοδικείου τῆς περιφερείας των, ἐκτὸς ἂν εἰδικοὶ λόγοι ἐκτάκτως συντρέχωσιν, ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον καὶ λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ δικηγορήσῃ ὁ Βουλευτὴς εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον τῆς περιφερείας του, δύναται ὅμως νὰ δικηγορήσῃ ἐνώπιον ἄλλου Κακουργιοδικείου. Καὶ ἐν παραδείγματι, ἐγὼ δύναμαι νὰ συνηγορῶ ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Χαλκίδος, ἀλλὰ τοὺς μὴ συμπολίτας μου δὲν δύναμαι νὰ ὑπερασπίζωμαι ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Ἀθηνῶν. Ποῦ εἶναι ἡ λογικὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Ἀλλ’ ἀποκλείονται οἱ Διοικηταί, οἱ Διευθυνταὶ καὶ οἱ Σύμβουλοι τῶν ἑταιρειῶν· καὶ ἐρωτῶ ἤδη· διατί δὲν ἀποκλείονται καὶ οἱ μέτοχοι τῶν ἑταιριῶν; Διότι καὶ οἱ μέτοχοι ἔχουσι συμφέροντα ἴσα ἴσως καὶ μεγαλείτερα ἀπὸ τὸν Διευθυντήν. Διατί λοιπὸν δὲν περιλαμβάνονται καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἀπαγορευτικὴν ταύτην διάταξιν; Ὅταν δὲ περιληφθῶσι κατὰ λογικὴν ἀκολουθίαν καὶ οἱ μέτοχοι καὶ ἀποκλεισθῶσι καὶ οἱ δικηγόροι, ποῖοι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ συνεδριάζωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ; Οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν δύνανται νὰ συνεδριάζωσιν· οἱ δικηγόροι δὲν θὰ δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν· οἱ ὁπωσδήποτε ἔχοντες περιουσίαν δὲν θὰ δύνανται νὰ εἰσέλθωσιν, αὔριον δὲ θ’ ἀποκλείσητε καὶ τοὺς ἰατρούς, διότι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποκλεισθῶσιν· οἱ ἱερεῖς δὲν δύνανται νὰ εἰσέλθωσι καὶ τότε μένει μόνη ἡ κατηγορία τῶν ἀλητῶν. Ὁ ἔχων περιουσίαν δὲν δύναται νὰ ᾖ Βουλευτής, ὁ μὴ ἔχων περιουσίαν ἀλλ’ ἐργαζόμενος δὲν δύναται ἐπίσης· μόνον λοιπὸν ὁ ἄεργος, ὁ ἀλήτης θὰ δύναται νὰ ᾖ τοιοῦτος. Εἶπον ἐν ἀρχῇ ὅτι, ἐνῷ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀστεῖον καὶ ὑπὸ ἔποψιν συνταγματικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν λογικήν, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ καὶ ὑπεσχέθην ὅτι ἤθελον ἐξηγήσει τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἔπραττον τοῦτο. Οἱ λόγοι εἶναι οἱ ἑξῆς· ἀπό τινος χρόνου ἐκ διαφόρων σημείων ἐκτοξεύονται συκοφαντίαι κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ ὕβρεις, καὶ ἐθεωρήθη ἡ Βουλὴ ὡς στόχος κατὰ τοῦ ὁποίου πάντες ἔπρεπε νὰ στραφῶσι καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ὑπαίτιοι τῆς κακοδαιμονίας τοῦ Κράτους. Τότε μόνον θ’ ἀποδείξῃ ἡ Βουλὴ ὅτι πάντα ταῦτα δὲν εἶναι ἀληθῆ, ὅταν μετ’ αὐταπαρνήσεως δεχθῇ καὶ τὰς ἀδικίας τὰς στρεφομένας κατ’ αὐτῆς καὶ ὅταν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνεδριάζουσιν ἐνταῦθα, πιεζόμενοι ἐκ τῆς ἀνάγκης τῆς βιοπάλης, ἐξέλθωσιν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, ἵνα ἀφήσωσι τὴν θέσιν αὑτῶν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς κατηγοροῦσι. Καὶ τότε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τοιαύτας καθ’ ἡμῶν ἐξήνεγκον κατηγορίας θὰ ἐννοήσωσιν ὅτι ὑπῆρξεν ἀδίκημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διέπραξαν. Ἀλλ’ ἂς σιγήσωμεν. Ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ μὴ φέρῃ ἀντίρρησιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐγὼ δὲ πρὸ πάντων, ὁ ὁποῖος καυχῶμαι ὅτι ἀνήκω εἰς τὸ δικηγορικὸν σῶμα, θὰ δώσω ψῆφον ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ θὰ παρακαλέσω καὶ τοὺς κυρίους συναδέλφους μου, ἂν θέλωσι ν’ ἀκούσωσι τὴν παράκλησίν μου, νὰ μιμηθῶσι τὸ παράδειγμά μου. Θ’ ἀποδειχθῇ ὄντως ὅτι ἠδικήθημεν καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Θ’ ἀποδειχθῇ τοῦτο καὶ ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς μας, ἀλλὰ καὶ αὔριον ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. (Εὖγε εὖγε ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων).
§158Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. (Ἀντικρούων τὴν γνώμην τοῦ κ. Ῥάλλη ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου κηρύσσεται ἐναντίος τούτου μὴ εὑρίσκων τοὺς λόγους τοὺς ὑπαγορεύσαντας τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν τέλει συνιστᾷ τὴν παραπομπὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπήν). (Ὅρα πλήρη ἀγόρευσιν ἐν Παραρτήματι).
§159Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἂν ἐκλήθημεν, ἀξιότιμοι κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νὰ καταλύσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τότε καὶ μόνον κατὰ τὴν ἐμὴν ταπεινοτάτην γνώμην ἐπιτρέπεται νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἄπορον φαίνεται εἰς ἐμὲ πῶς ἡ Κυβέρνησις, μὴ σεβομένη ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, μὴ σεβομένη τὰς ἐλευθερίας τὰς ὁποίας οἱ πατέρες ἡμῶν ἀπέκτησαν διὰ μεγάλης θυσίας χρήματος καὶ πολλῶν αἱμάτων, προέβη εἰς τὴν σύνταξιν καὶ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος, Κύριοι, χωρὶς νὰ πτοώμεθα οὔτε ἐντεῦθεν οὔτε ἔξωθεν, νὰ εἴπωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αἰσθανόμεθα, νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ῥητῶς καὶ σαφῶς τὸ πρόγραμμα τοῦ Συντάγματος ἐπιβάλλει ἡμῖν. Ἐὰν ἀρχίσωμεν σήμερον διὰ τὸν α λόγον, αὔριον διὰ τὸν β καὶ μεθαύριον διὰ τὸν γ νὰ καταπατῶμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ὅπως συνέβη εἴς τινας περιστάσεις κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ συμβαίνει καὶ ἤδη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, τότε ἀλλοίμονον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος! Ἀλλοίμονον εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους! Βεβαίως, Κύριοι, καὶ τὸ λέγω μετὰ μεγάλης μου λύπης, θὰ φθάσωμεν εἰς τέλειον μεταξύ μας ἀλληλοφάγωμα, εἰς μεγάλας συμφοράς, εἰς ἀποσύνθεσιν, εἰς τελείαν τοῦ ἔθνους καταστροφήν! Ἐὰν κατ’ οὐδὲν λογαριάζωμεν τὸ Σύνταγμα, τὸν θεμελιώδη ἡμῶν τοῦτον νόμον, δυνάμει τοῦ ὁποίου καὶ μόνου θὰ σταθῶμεν εἰς τοὺς πόδας μας κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τρέχομεν μεγάλους κινδύνους, ἀναμφιβόλως θὰ καταστραφῶμεν. Εἶναι ἐντροπὴ εἰς ἡμᾶς νὰ λέγωμεν ὅτι ἄλλοι λόγοι ἀνώτεροι μᾶς ἀναγκάζουσι νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα. Ἐάν τις ἐξ ἡμῶν φοβῆται, θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἐξέλθῃ τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ νὰ μεταβῇ νὰ ἡσυχάσῃ εἰς τὸν οἶκόν του. Μένων ὅμως ἐνταῦθα ὀφείλει καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του καὶ νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ πάσῃ δυνάμει, διότι τοιαύτην ἐντολὴν ἔλαβε παρὰ τῶν ἐκλογέων του. Πρὸ παντὸς ὀφείλει νὰ εἴπῃ αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶναι πλειότερον ὑπόχρεος νὰ μὴ δειλιᾷ, νὰ μὴ διστάζῃ. Ἀλλ’ αὕτη σιωπᾷ, μολονότι εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Διατί; Εἶναι βεβαίως ἀντισυνταγματικὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Μεγαρίδος· περὶ τούτου οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία γεννᾶται. Προκειμένου περὶ τόσῳ ῥητοῦ καὶ σαφοῦς γράμματος τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιτρέπεται ἐναντία γνώμη. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ Σύνταγμα: «Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἀμίσθου ὑπαλλήλου καὶ τὰ τοῦ δημάρχου, οὐχὶ δὲ καὶ πρὸς τὰ τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικοῦ». Εἶναι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Συντάγματος δεκτικὴ ἑρμηνείας; Βεβαίως ὄχι. Ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅπως λέγει ὁ ἀξιότιμος πρῴην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅτι περὶ τῆς ἀντισυνταγματικότητος τοῦ νόμου, οὗ εἰσηγούμεθα, δὲν νομίζομεν ὅτι δύναται νὰ γεννηθῇ σοβαρὸς ἐνδοιασμός; Οὔτε ἐνδοιασμὸν βλέπετε, Κύριοι, δὲν ἐπιτρέπει ὁ ἀξιότιμος πρῴην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ σαφεστάτου καὶ ῥητοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος, ὅπερ κατακρημνίζει πάντα ἐνδοιασμὸν καὶ τοῦ κ. τέως Ὑπουργοῦ καὶ παντὸς ἄλλου. Ὅτε, Κύριοι, συνεζητεῖτο τὸ σχετικὸν τοῦ Συντάγματος τούτου ἄρθρον ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπείας, τὴν ὁποίαν διώρισε τότε ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, δι’ ἐργασίαν προκαταρκτικήν, προυτάθη μία διάταξις, ὅπως κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν συμπληρωθῇ διὰ νόμου τῆς Συνελεύσεως τὸ σχετικὸν τοῦτο ἄρθρον καὶ προυτάθη ἡ ἑξῆς διάταξις, ὅπως λέγει ὁ Διομήδης, ὁ ἔξοχος οὗτος καὶ μακαρίτης ἀνήρ· «Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ὅλως πρόσθετον. Ἡ ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπεία προέτεινε τὴν ἑξῆς εὔλογον διάταξιν· «Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ἐμμίσθου ὑπαλλήλου ἐκτὸς τῶν ὁρισθησομένων ἐν τῷ περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν νόμῳ». Αὐτὴν τὴν περικοπήν, «ἐκτὸς τῶν ὁρισθησομένων ἐν τῷ περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν νόμῳ», τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπεία, ὡς εἶπον, ὑπέδειξεν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις κατόπιν εὐρυτάτης συζητήσεως δὲν ἐδέχθη, τὴν ἀπέρριψε· καὶ ἐδέχθη ὅτι· «Τὰ καθήκοντα τοῦ Βουλευτοῦ εἶναι ἀσυμβίβαστα μόνον πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ ἐμμίσθου δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ τὰ τοῦ δημάρχου». Οὕτως ἀπεκλείσθη διὰ τοῦ Συντάγματος ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ποιήσηται, ἐὰν ἐγκρίνῃ, ἀναγκαίας τινὰς καὶ προσωρινὰς ἐξαιρέσεις. Κατόπιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐπιβάλλεται εἰς πάντας, ἂν σεβώμεθα ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὸ Σύνταγμα, νὰ εἴπωμεν ἄνευ ἐνδοιασμοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικώτατον. Ἀλλὰ φρονῶ ἐπίσης ὅτι κατόπιν τῆς τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐπιβάλλεται νὰ σκεφθῶμεν σοβαρῶς τί θὰ γίνῃ, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον γίνεται νόμος τοῦ Κράτους. Ἀναμφιβόλως θὰ καταστραφῶσι δικαιώματα κεκτημένα ἐκ τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς τοῦ τοιούτου νόμου. Ἀναμφιβόλως θὰ παραβιασθῶσι κεκτημένα δικαιώματα διὰ τῆς τοιαύτης ἐφαρμογῆς τοῦ τοιούτου νόμου. Ἐντεῦθεν θὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς ἡμᾶς τοὺς δικηγόρους, τοὺς ὁποίους ἀποκλείει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ νὰ ἐξασκήσωμεν τὸ ἐπάγγελμά μας εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια, θὰ δοθῇ, λέγω, τὸ δικαίωμα εἰς ἡμᾶς νὰ ζητήσωμεν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τοῦ Δημοσίου. Καὶ θὰ εὕρωμεν βεβαίως τὸ δίκαιον ἡμῶν εἰς τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἂν δὲν εὕρωμεν αὐτὸ ἀπὸ τὰ κατώτερα Δικαστήρια, ὅπερ δὲν πιστεύω, διότι εἶμαι ὑπερβέβαιος, ὅτι καὶ εἰς αὐτὰ θὰ εὕρωμεν τοῦτο. Διότι βεβαιότατα τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ Δικαστήρια καὶ δὴ τὸ ἀνώτατον ἡμῶν δικαστήριον, ὁ Ἄρειος Πάγος, εἴπῃ ὅτι καλῶς ἡ Βουλὴ κατήργησε τὴν τοιαύτην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν σαφεστάτην, τότε βεβαίως δὲν θὰ ἔχωμεν θεμελιώδη νόμον, δὲν θὰ ἔχωμεν Σύνταγμα, δὲν θὰ ἔχωμεν ἰσοβίους δικαστάς, ἀλλ’ οὔτε καὶ Δικαστήρια. Τὰ Δικαστήρια ὅμως ἀκριβῶς τὰ ὁποῖα στηρίζονται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, ἐφαρμόζοντα τὸ Σύνταγμα, θ’ ἀποδώσωσι δικαιοσύνην, θὰ δεχθῶσι τὰς περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὰς καὶ θὰ ὑποχρεώσωσι τὸ Δημόσιον νὰ πληρώσῃ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν, ἂν ὄχι πλειότερα. Τοῦτο πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν. Ὁ εἰσαγαγὼν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀξιότιμος Ὑπουργὸς δὲν ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἐκθέσῃ καὶ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι τὸν ἔπεισαν νὰ προβῇ εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοσχεδίου, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ ἐκθέσει του λέγει· «δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ αἰτιολογήσω τὴν σκοπιμότητα τοῦ τοιούτου νομοθετήματος». Καὶ μὲ τοιαύτας ἀορίστους καὶ ἀσαφεῖς ἐκθέσεις ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ζητεῖ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ ὁρίσῃ ποῖοι λόγοι ἐξηνάγκασαν αὐτήν, ποῖοι λόγοι ἔπεισαν αὐτήν, ὅτι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου εἶναι ἀσυμβίβαστον ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων. Ἔχετε παραδείγματα σήμερον νὰ βεβαιωθῆτε ὅτι τὸ α ἢ β κακὸν συνέβη ἐκ τῆς τοιαύτης ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων δικηγορίας τῶν δικηγόρων Βουλευτῶν; Ὀφείλετε νὰ βεβαιώσητε. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος δικηγορῶ εἰς ἐπαρχιακὸν Δικαστήριον ἀπὸ τριακονταετίας καὶ παρακολουθῶ ὁπωσδήποτε τὰ συμβαίνοντα ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, τοιοῦτόν τι οὐδαμοῦ εἶδον, οὔτε ἤκουσά ποτε ὅτι ἔλαβε χώραν. Τοὐναντίον, τὸ ἀντίθετον τούτου νὰ συμβαίνῃ εἶδον. Καὶ πότε; Πρὶν ἢ ἀκόμη ψηφισθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τελευταῖον ἐψηφίσθη καὶ ὁ ὁποῖος τελείως ἐξησφάλισε τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, τὴν μετάθεσιν καὶ προαγωγήν του. Καὶ ἔχομεν τὸ παράδειγμα ὅτι ἀπεπέμφθη, οὕτως εἰπεῖν, ὁ κ. Μπουφίδης, ὁ ἀναλαβὼν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ πλαστογραφήσαντος τὸ λαχεῖον τοῦ στόλου, ἐκ μέρους τοῦ κ. προέδρου τῶν ἐνταῦθα Συνέδρων· δὲν ἐπηρεάσθη, Κύριοι, τὸ Δικαστήριον παρ’ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἐχρημάτισεν Ὑπουργός, παρ’ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χρηματίσῃ καὶ εἰς τὸ μέλλον Ὑπουργός, παρ’ ἀνθρώπου ὁ ὁποῖος ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπεναντίας τῷ ὑπέδειξαν ἐν τῇ διαμαρτυρίᾳ του ὅτι ἡ θύρα εἶναι ἐκεῖ καὶ νὰ ἐξέλθῃ, ἐὰν θέλῃ. Ὅτε λοιπὸν ἔχομεν βέβαιον, ὅτι δὲν φοβοῦνται οἱ δικασταί, δὲν κάμπτονται, δὲν ἐπηρεάζονται ἀπὸ Προέδρους Βουλῆς, ἀπὸ πρώην Ὑπουργοὺς καὶ μέλλοντας τοιούτους, τότε ἔρχεται τὸ Ὑπουργεῖον, χωρὶς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει νὰ δικαιολογῇ ποσῶς τὴν γνώμην του, καὶ λέγει, ὅτι ἀπὸ σέ, τὸν κοινότατον τῶν Βουλευτῶν, τῶν δικηγόρων, ὁ ὁποῖος δικηγορεῖς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ σου, θὰ ἐπηρεασθῇ τὸ Δικαστήριον. Καί, ἂν ἐπηρεασθῇ ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ δικηγόρου Βουλευτοῦ, ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μοὶ εἴπῃ διατί δὲν θὰ ἐπηρεασθῇ ἀπὸ τὸν μὴ δικηγόρον Βουλευτήν. Ἐὰν ὁ δικαστὴς εἶναι τοιοῦτος, νὰ κύπτῃ καὶ νὰ ὑποχωρῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Α ἢ τοῦ Β πολιτικοῦ ἀνθρώπου, ἀναμφιβόλως θὰ ὑποχωρήσῃ καὶ εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ ἰατροῦ Βουλευτοῦ ἢ τοῦ Βουλευτοῦ ἁπλῶς ἢ καὶ οἱουδήποτε ἀνθρώπου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει σήμερον, καὶ τὸ λέγω μετὰ παρρησίας, εἶναι ὅτι οἱ Βουλευταὶ δικηγόροι εἰς τὰς ἐπαρχίας ὑποφέρουσι σχετικῶς καὶ ἰδίως οἱ πελάται των, ὅταν συμπέσῃ νὰ εἶναι στενοκέφαλοι δικασταί. Φοβούμενοι οἱ δικασταὶ οὗτοι μήπως δοθῇ τὸ δικαίωμα εἴς τινα νὰ εἴπῃ ὅτι ἠθωώθη ὁ κατηγορούμενος διότι τὸν ὑπερησπίζετο ὁ Α ἢ Β δικηγόρος Βουλευτής, τὸν κηρύσσουσιν ἔνοχον. Εἶναι τοῦτο βεβαιότατον καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν πάντων τῶν ἐνταῦθα Βουλευτῶν. Τίνα λοιπὸν ἐπιρροὴν ἐξασκοῦμεν ἡμεῖς ἐπὶ τῶν δικαστῶν, τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀποκλείετε νὰ παριστάμεθα ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων;
§160ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Προστατεύομεν οὕτω πως τὸν κατηγορούμενον.
§161Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐὰν ἀνεγράφετο ἐν τῇ αἰτιολογικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει ὁ λόγος οὗτος τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, θὰ τὸ ἐδεχόμην. Ἀλλ’ οἱ λόγοι αὐτοὶ ἀντίκεινται πρὸς τὴν λογικὴν καὶ τὴν κοινὴν πεῖραν καὶ δὲν εἶναι βεβαίως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὤθησαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ εἰς σύνταξιν καὶ ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Οἱ εὐκόλως ἐννοούμενοι λόγοι εἶναι ὅτι οἱ δικηγόροι ἐξασκοῦσι δῆθεν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν δικαστῶν, ὄχι βεβαίως πάντων τῶν δικηγόρων Βουλευτῶν, ἀλλὰ τῶν δικηγόρων Βουλευτῶν τῶν προεχόντων, τῶν ἰσχυρῶν, τῶν πλουσίων, οὗτοι ὅμως δύνανται, ὅπως καὶ πράττουσιν ἤδη οἱ πλεῖστοι τούτων, ν’ ἀναθέτωσι τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ὑποθέσεών των εἰς ἄλλον συνάδελφον καὶ φίλον των δικηγόρον, ἐπὶ πληρωμῇ, ἐννοεῖται. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι δύνανται νὰ ἐξασκῶσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν δικαστῶν καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὑπῆρχον τοιοῦτοι δικασταί, διότι ἐγὼ δέχομαι ὅτι δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι δικασταί, ἀναμφιβόλως θὰ ἐξασκῶσι τὴν ἐπιρροήν των, ἰδιαιτέρως ἡ δουλειά των θὰ γίνεται τότε ἀσφαλέστερον, καίτοι θὰ ὑπερασπίζηται τὰς ὑποθέσεις των ἄλλος δικηγόρος. Ἄλλως τε θὰ εἶναι γνωστόν, ὅτι ὁ Α δικηγόρος, ὁ ὁποῖος ὑπερασπίζεται τὰς ὑποθέσεις, εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ Β δικηγόρου πλουσίου Βουλευτοῦ ἢ ἰσχυροῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν συμβαίνει τὸ ἴδιον τὸ ὁποῖον θὰ συνέβαινεν, ἐὰν καὶ μόνος του ὑπερησπίζετο τὰς ὑποθέσεις; Βεβαίως ναί, καὶ χωρὶς ποσῶς νὰ ἐκτίθηται ὁ δικαστὴς τοιαύτας προσφέρων ὑπηρεσίας. Ἀλλά, ἐὰν τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κάμῃ ὁ πλούσιος ἢ ἰσχυρὸς δικηγόρος Βουλευτής, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ πτωχοὶ δικηγόροι καὶ μὴ ἰσχυροί; Βεβαίως ὄχι. Καὶ ἂν δὲν ἐπιτραπῇ εἰς ἡμᾶς ἐξερχόμενοι τῆς αἰθούσης ταύτης μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου νὰ ἐξασκήσωμεν τὸ ἐπάγγελμά μας τὸ δικηγορικόν, παρακαλῶ τὸν κ, Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὕρῃ τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ ἐπάγγελμα. Πῶς θὰ συντηρήσω ἐγὼ ἐμαυτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν μου; Πῶς θ’ ἀναπτύξω τὰ τέκνα μου; Συνεπῶς οὐδεμίαν λογικὴν βάσιν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔχει, ἐκτὸς ἂν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ καὶ ἔχῃ ἀποφασισμένον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἔλθωσι μόνον πλούσιοι, ἡμεῖς δὲ οἱ δικηγόροι οἱ πτωχοὶ ν’ ἀποκλεισθῶμεν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγεσθαι. Φρονῶ ὅτι παραλογικωτέρα διάταξις καὶ μᾶλλον παράνομος δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ὡς βεβαιοῦται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τῇ εἰσηγητικῇ, ὑπεβλήθη σχετικὸν νομοσχέδιον καὶ πρότασις νόμου ἐκ μέρους τοῦ τότε βουλευτοῦ κ. Γ. Φιλαρέτου.
§162Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ὁ ἀξιότιμος τότε βουλευτὴς κ. Φιλάρετος ὑπέβαλε τὴν πρότασιν περὶ ἀπαγορεύσεως τῶν Βουλευτῶν νὰ δικηγορῶσι μόνον εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐξ ὧν ἐκλέγονται, οὐχὶ ὅμως καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας εἰς ἃς παραμένουσι, διότι ὁ κ. Φιλάρετος ἐπολιτεύετο μὲν ἐν Βόλῳ, ἐδικηγόρει δὲ ἐν Ἀθήναις.
§163Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Εἰς τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ νόμου, κύριοι Βουλευταί, ἀντέστη τότε ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως κ. Δ. Ῥάλλης καὶ ὁ κ. Κωνσταντόπουλος, ἔξοχος, ὡς γνωστόν, νομομαθής. Ἀμφότεροι ὑπέδειξαν τὸ ἀντισυνταγματικὸν τῆς τοιαύτης προτάσεως καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ἀπεδέχθη καὶ ἀπέρριψε τὴν πρότασιν ταύτην. Ἔχομεν λοιπόν, ἐκτὸς τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἐκτὸς τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως τοῦ 1864, καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Βουλῆς. Ἀπέναντι τῶν τοιούτων ἀποφάσεων εἶναι ἐπιτετραμμένον σήμερον ν’ ἀπαγορεύωμεν εἰς τοὺς δικηγόρους Βουλευτὰς νὰ δικηγορῶσι; Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὰ λοιπὰ τοῦ νομοσχεδίου μέρη καὶ καθέκαστα, ἅτινα ἐπίσης εἶναι ἀντισυνταγματικά, διότι δὲν ἔχω γνώσεις σχετικάς. Ἐπειδὴ ὅμως σχετικὰ μέτρα ἐλήφθησαν καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως, τοῦτ’ αὐτὸ λέγει ὁ Ὑπουργὸς ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐκεῖ βεβαίως, διὰ νὰ γίνῃ, θὰ ἐπετρέπετο ἀπὸ τὸν θεμελιώδη νόμον, ὡς ἐν Γαλλίᾳ ἢ Ἰταλίᾳ, ἀλλ’ ἐνταῦθα ῥητῶς τὸ ἀπαγορεύει· ἄρα δὲν ἐπιτρέπεται μεταφύτευσις. Ὅτε, Κύριοι, τὸ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχέδιον τοιαύτας περιέχει διατάξεις, μὴ συμβιβαζομένας πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, μὴ συμβιβαζομένας πρὸς τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Συνελεύσεως, ὅτε περιέχει διατάξεις αἵτινες εἶναι ἐνδεχόμενον ἐκ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ καταστρέψωσι πολλὰ κεκτημένα δικαιώματα, νὰ γεννηθῶσι πολλὰ δικαιώματα πρὸς ἔγερσιν ἀγωγῶν ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ παρακαλῶ πρὸς τοῦτο τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν ἐπιστημόνων νομικῶν.
§164Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τί νὰ παραπεμφθῇ; Ἡ βάσις εἶναι σαθρά.
§165Δ. ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἀποδέχηται ἡ Βουλή, τότε ἐρωτωμένη ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος ὅτι σεβομένη ἑαυτήν, σεβομένη τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καταστρέφονται, σεβομένη τὸ Σύνταγμα, θὰ δώσῃ ψῆφον κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ οὕτως ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, Κύριοι, θὰ μένωσι σεβασταὶ αἱ διατάξεις ἐκεῖναι ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται σήμερον ἡ Βουλή, ἡμεῖς, τὸ ἔθνος ὁλόκληρον καὶ τὸ ἰσόβιον τῶν δικαστῶν. Περαίνων, κύριοι Βουλευταί, τὴν ὁμιλίαν μου σᾶς παρακαλῶ ἄνευ ἐνδοιασμοῦ, ἄνευ φόβου τινός, μετὰ τοῦ ἐμπρέποντος εἰς Βουλευτὴν θάρρους, ν’ ἀπορρίψητε μετ’ ἀγανακτήσεως τὸ ἀντισυνταγματικώτατον καὶ παραλογώτατον τοῦτο νομοσχέδιον.
§166ΙΩ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Διὰ ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον νομοθέτημα, ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐξήτασεν αὐτὸ ἐπισταμένως καὶ ὅτι μετὰ τοιαύτην ἐξέτασιν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ διὰ τοῦτο δὲν θὰ συζητήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔρχομαι μόνον νὰ συμπληρώσω τὸ νομοθέτημα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐπεκτείνω τὰς διατάξεις αὐτὰς καὶ ἐπὶ τῶν Ὑπουργῶν, παράλειψιν τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς διέπραξεν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐπεκτείνω δὲ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν δημοσίους λειτουργούς, καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου, δικαστάς, ἀρεοπαγίτας, κατέχοντας θέσεις προέδρων Διοικητικῶν Συμβουλίων καὶ τοιούτων ἑταιρειῶν. Συνιστῶ λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τούτων, διότι μὴ πράττοντες τοῦτο θὰ ἔχητε νομοθέτημα πλημμελές.
§167Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Θὰ ζητήσω, ὅπως ἡ ἀπαγόρευσις μὴ περιορισθῇ μόνον ἐνώπιον τῶν ποινικῶν Δικαστηρίων, ἀλλὰ καὶ ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων. Ἐὰν ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι ὁ πολιτευόμενος ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῶν δικαστῶν, εὐκολώτερον εἶναι νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ ἀστικῶν ὑποθέσεων, τὰς ὁποίας ἐκδίδει ὁ δικαστὴς ἐν τῷ μέσῳ τῶν τεσσάρων τοίχων τοῦ δωματίου του, παρὰ ἐπὶ τῶν ποινικῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐκδίδονται ἐν ἀπλέτῳ φωτί. Ἡ διάταξις ἑπομένως πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν Δικαστηρίων.
§168Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, διότι ἀντελήφθην ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτε ὁ κ. συνάδελφος διετύπωσε τὴν τροπολογίαν του, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἀποδέχεται αὐτήν. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Πρωθυπουργόν· ἐὰν δὲν δέχηται τὴν τροπολογίαν, τότε διατί ἐπιμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου; Ἢ ἔχει βάσιν τινὰ ἢ δὲν ἔχει. Ἐὰν ἔχῃ βάσιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὑπονοεῖ τὸ νομοσχέδιον, τότε τὴν ἔχει καὶ καθ’ ὃν τρόπον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὑπέβαλε τὴν τροπολογίαν, διότι ἀκριβῶς ἐκεῖ εἶναι ὁ πειρασμός, ὁ ἀπειλῶν τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, καὶ ὄχι ἡ ὑπεράσπισις εἰς τὰ ποινικὰ Δικαστήρια. Ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γένηται δεκτὴ ἡ τροπολογία. Ἐὰν δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι ἀνακόλουθος καὶ θ’ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν ψηφίζει σοβαρὰ πράγματα.
§169Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἀφοῦ ἀποκλείομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐμποδίζομεν τοὺς Βουλευτὰς νὰ ὦσι σύμβουλοι διαφόρων ἀνωνύμων ἑταιρειῶν καὶ Τραπεζῶν καὶ ἀκόμη περαιτέρω τοῦ δικαιώματος τοῦ δικηγορεῖν, τότε δὲν ἐννοῶ διατί νὰ παραλειφθῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου μία ἄλλη περίπτωσις, ἡ ὁποία εἶναι ἐπίσης σοβαρά, ἴσως σοβαρωτέρα τῶν ἄλλων, δηλαδὴ Βουλευτὴς ὁ ὁποῖος προσέρχεται ἕνεκα οἱωνδήποτε λόγων διὰ νὰ συμβληθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ προμήθειάν τινα, νὰ παραιτῆται τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος. Λέγω τοῦτο, διότι ὑπῆρξε Βουλευτὴς Λευκάδος, ὁ ὁποῖος συνεβλήθη μὲ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ γραμματόσημα, ὡς καὶ ὁ βουλευτὴς Αἰγίνης κ. Μωραϊτίνης διὰ τὰ αὐτοκίνητα.
§170ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ τοὺς συναδέλφους, ὅσοι ὑπεστήριξαν προφορικῶς τροπολογίας, νὰ τὰς ὑποβάλωσι καὶ ἐγγράφως. (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§172ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὸ ἑξῆς, μετὰ τὰς λέξεις «ἡ θέσις ἢ τὸ ἀξίωμα διοικητοῦ ἢ ὑποδιοικητοῦ» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «γενικοῦ διευθυντοῦ ἢ διευθυντοῦ ἢ ὑποδιευθυντοῦ, συμβούλου, προέδρου ἢ ἀντιπροέδρου δημοτικοῦ συμβούλου». Κατὰ τὰ λοιπὰ νὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει· εἰς τὸ τέλος δὲ νὰ προστεθῶσι τὰ «ὡς τὸ ἀξίωμα Βουλευτοῦ, Ὑπουργοῦ καὶ παντὸς δημοσίου ὑπαλλήλου».
§173ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Νὰ ἐξαιρεθῇ καὶ ἡ θέσις τοῦ ὑποθηκοφύλακος.
§174Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ν’ ἀφήσητε τὴν τροπολογίαν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχώμεθα τροπολογίας εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, μόλις προβάλλονται, χωρὶς ν’ ἀντιληφθῇ ἡ Βουλὴ περί τινος πρόκειται.
§175ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς κατέληγεν εἰς τοῦτο, τὸ ὁποῖον προέτεινα, εἰς τὸ νὰ προστεθῶσι καὶ αὐταὶ αἱ ἐξαιρέσεις καὶ δι’ αὐτὸ ἔσπευσα νὰ διατυπώσω τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἡ ὁποία εἶναι ἁπλουστάτη καὶ περιορίζεται εἰς 4 ἕως 5 λέξεις. Βεβαίως ὅμως δὲν ἐπιμένω νὰ ψηφισθῇ κατὰ ταύτην τὴν ἑσπέραν.
§176Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὡς πόρισμα τῆς συζήτεως πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καί τι ἕτερον, ἵνα κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν εἶναι ὥριμον τὸ θέμα. Νομίζω ὅτι, ἀφοῦ οἱ εἰσηγηταὶ τῶν νομοσχεδίων ἐθεώρησαν ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους εἶναι ἐπιβλαβεῖς ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὴν διοίκησιν τῶν συμφερόντων τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀναμνησθῶσιν, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἑτέρα τις βλάβη, ἥτις ἐπιγίνεται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ἡ βλάβη ἐκ τῆς διαρκοῦς διοικήσεως τῶν πλείστων ἑταιρειῶν ὑπὸ τῶν αὐτῶν ἑκάστοτε προσώπων. Ὑπάρχουσιν ἑταιρεῖαι ἀνώνυμοι, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα συγκρούονται, ὑπάρχουσι δὲ διευθυνταί, οἱ ὁποῖοι συμμετέχουσι τῆς διοικήσεως πλειόνων ἑταιρειῶν. Θεωρῶ λοιπὸν καλὸν ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ συμμετοχὴ τῶν αὐτῶν προσώπων εἰς πλείονας τῶν δύο ἑταιρειῶν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ ἀνάγνωσιν).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Ῥοῦφος Κανακάρης ὑποβάλλει τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε καὶ προφορικῶς. Ἐπίσης καὶ ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Γάτσος. Ὁ κ. Θ. Λέκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ. Γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δήμων τοῦ Κράτους».
§178ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Αἰγιαλείδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐπίσης ὁ κ. Φ. Νέγρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 719–723). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ φαρμακείων καὶ φαρμακεμπορείων διατάξεων». (Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Β. Λεώπουλος).
§180Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσιτσάρας ἔχει τὸν λόγον.
§182Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ, πραγματεύεται περὶ ἰατρῶν, φαρμακεμπορείων καὶ ἰατροσυνεδρίου...
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ τίνος ἐπεβλήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι πρέπει νὰ ψηφισθῇ;
§184Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ δὲ ὑπὸ συζήτησιν καὶ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶναι ἄλλο νομοσχέδιον. Εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις ὡρισμένων ἀτόμων ἐπαγγελματιῶν πρὸς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς βάρος πάντοτε, ἐννοεῖται, αὐτῆς. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πρέπει νὰ ἐξετασθῇ σοβαρῶς, διότι περὶ τίνος πρόκειται; Πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ κοινωνία; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ σπεύσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ μόνον πρόσωπα ἐκ τῆς φαρμακευτικῆς ἑταιρείας, βεβαίως οὐδένα λόγον ἔχει νὰ ψηφισθῇ. Τὸ νομοσχέδιον ἔρχεται νὰ καθορίσῃ προνόμια συντελεσθέντα ὑπ’ αὐτῶν τῶν προσώπων, τῶν ἀξιούντων σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν παρανομίαν αὐτῶν. Διότι κατὰ τὸν γνωστὸν καὶ πάγιον νόμον περὶ φαρμακείων ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις φαρμακείου, ὅταν ὑπάρχῃ ὡρισμένος ἀριθμὸς κατοίκων, ἐπιτρέπεται δὲ ἡ σύστασις δευτέρου φαρμακείου, ὅταν αὐξάνηται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, καὶ οὕτω καθεξῆς, τηρουμένης ὡρισμένης ἀποστάσεως τοῦ ἑνὸς φαρμακείου ἀπὸ τοῦ ἑτέρου. Τί δὲ συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνεργείᾳ τῶν κυρίων τῶν ἀξιούντων τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου; Ἀφοῦ ὁ νόμος ἀπηγόρευεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἱδρύσωσιν ἀθρόα φαρμακεῖα, καὶ πρόκειται, κ. Πρόεδρε, σημειωθήτω, περὶ μόνης τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, κατέφυγον εἰς ἄλλο τέχνασμα· ἵδρυσαν φαρμακεμπορεῖα καταργήσαντες καὶ καταπατήσαντες ἕτερον ὑφιστάμενον νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ ἵδρυσις φαρμακεμπορείων τῇ ἀδείᾳ τῆς Νομαρχίας καὶ μιᾶς ἐπιτροπῆς ἑδρευούσης παρὰ τῷ Ἰατροσυνεδρίῳ, μόνον καὶ μόνον μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πωλῶσιν ἀθρόως φάρμακα, οὐδέποτε δὲ νὰ ἐκτελῶσι συνταγάς. Καταστρατηγήσαντες λοιπὸν αὐτὸν τὸν νόμον, ὡς ἔχοντες πτυχίον φαρμακοποιοῦ, ἐξετέλουν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ἐκτελῶσι συνταγάς. Ἤδη ἐπιθυμοῦμαι νὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ καταβασανίζηται καὶ νὰ κατατυραννῆται διαρκῶς ἡ κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν, διότι τὰ φαρμακεῖα τὰ σήμερον ὑπάρχοντα δὲν ἐπιτρέπεται πλέον οὔτε νὰ αὐξηθῶσιν οὔτε νὰ ἐλαττωθῶσιν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ συστήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ὅτι, ἐὰν πράγματι σκέπτηται σοβαρῶς εἴτε αὐτὸς εἴτε οἱ ὑποβαλόντες τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τόσον ἀμελετήτως καὶ τόσον περιφρονητικῶς πρὸς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν των ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ἀξίωσιν νὰ ἔρχηται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ τὰ κυρώσῃ διὰ τῆς ψήφου αὐτῆς. Διότι αὐτὰ καταδεικνύουσιν ἄνθρωπον ἢ ἀνθρώπους συντάκτας τοῦ νομοσχεδίου ἀδαεστάτους πρὸς τὴν ἐπιστήμην καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Ἐὰν θέλῃ ὄντως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ σύστημα τὸ ἰσχῦον καθ’ ὅλον τὸν κόσμον, τὸ σύστημα τὸ Ἀγγλικόν, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος συνιστᾷ ἐπιτροπὴν ἐκ διαπρεπῶν χημικῶν, τοὺς ὁποίους ἐγκατέστησεν εἰς τὸ κεντρικὸν τελωνεῖον καὶ ἅμα τῇ εἰσαγωγῇ τῶν φαρμάκων, ἀδιαφόρως ἂν εἶναι τῶν φαρμακεμπόρων ἢ τῶν φαρμακοποιῶν, ἐξετάζονται καὶ ἀναλύονται ταῦτα ὑπὸ τὰ ὄμματα αὐτῶν, μόλις δ’ εὑρεθῶσιν ὅτι πληροῦσι τοὺς ὅρους τοὺς ἐπιστημονικούς, τουτέστιν ἐν ὡρισμένῃ ποσότητι περιέχουσι καὶ ὡρισμένην θεραπευτικὴν ἀξίαν, τίθενται εἰς τὸ ἐμπόριον ἐλευθέρως· ἄλλως ῥίπτονται εἰς τὴν θάλασσαν. Τί συμβαίνει παρ’ ἡμῖν; Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τοῦτο καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ψηφισθῇ εἰς βάρος τῆς κοινωνίας, διότι θὰ ἀναφέρω παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἱκανὸν νὰ τὸν κάμῃ νὰ φρικιάσῃ. Εἶναι γνωστόν, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐπιστήμην ὅτι τὰ φάρμακα ἀμέσως ἐκ τῆς πρώτης ὕλης κατασκευαζόμενα παρέχουσι τετραπλασίαν ἀξίαν καὶ κατατάσσονται εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν, εἶναι δὲ δαπανηρότερα, διότι αὐτὰ ἔχουσι καὶ τὴν μόνην θεραπευτικὴν ἀξίαν.
§185Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ποῖος θὰ γνωρίσῃ αὐτό;
§186Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ χημικὸς ἐκ τῆς περιεκτικότητος τῶν ποσοτήτων. Ὑπάρχουσι τὰ φάρμακα τῆς δευτέρας κατηγορίας, μὲ ἀσθενεστέραν θεραπευτικὴν δύναμιν, κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ πλέον. Ὑπάρχουσι καὶ τρίτης κατηγορίας φάρμακα ἀπὸ τὸ ἴδιον κατάστημα ἐξερχόμενα μὴ ἔχοντα οὐδεμίαν θεραπευτικὴν ἀξίαν, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τὸ αὐτὸ φάρμακον δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ αὐτὸ κατάστημα καὶ ν’ ἀνήκῃ εἰς διαφόρους κατηγορίας. Τὸ φάρμακον λοιπὸν διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἄτομον πρέπει νὰ παρασχεθῇ εἰς ὡρισμένην ποσότητα. Τί συμβαίνει παρ’ ἡμῖν; Πάντες αὐτοὶ οἱ κοπτόμενοι, Κύριοι, διὰ νὰ γίνῃ τὸ νομοσχέδιον νόμος τοῦ Κράτους, ἀγοράζουσι τὰ τῆς εὐτελεστέρας τιμῆς φάρμακα καὶ δίδουσι ταῦτα ὡς πρώτης ἀξίας. Καίτοι δὲ γράφουσιν οἱ ἰατροὶ εἰς τὰς συνταγάς των νὰ δοθῇ τὸ α φάρμακον διὰ θεραπείαν δεινῆς νόσου, καὶ ὁ δυστυχὴς πάσχων ἐξακολουθεῖ λαμβάνων τὸ φάρμακον ὡς τοιοῦτον οἷον διέταξε τοῦτο ὁ ἰατρός, οὐδὲν ἐν τούτοις ἀποτέλεσμα θεραπευτικὸν βλέπει, πρέπει δὲ τότε νὰ εὑρεθῇ εὐσυνείδητος ἰατρὸς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν φαρμακοποιὸν «βάλε καὶ λίγο πάρα πάνω ἀπ’ ὅ,τι βάζεις», ὅτε ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἐγερθῇ ὁ ἀσθενής, ἄλλως εἶναι οὗτος καταδεδικασμένος νὰ καταβασανίζηται.
§187Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν γίνεται ἐδῶ αὐτό.
§188Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν θὰ ἔχητε τὸ θάρρος νὰ τὸ ὁμολογήσητε, τὸ γνωρίζετε ὅμως πολὺ καλῶς, διότι ἑκατοντάκις διάφοροι ἰατροὶ παρεπονέθησαν εἰς ἀσυνειδήτους φαρμακοποιούς. Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ καταδηλωθῇ εἰς τὸ κοινόν, ὅτι ὄντως ἡ Κυβέρνησις μεριμνᾷ ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ καὶ μόνον ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δηλώσῃ, ὅτι θὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ καὶ θὰ φέρῃ πράγματι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ προορισμὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν κοινωνίαν. Ἐὰν νομίζῃ ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ κοινωνία, βεβαίως ἢ εἰρωνεύεται τὴν κοινωνίαν ἢ θέλει ν’ αὐταπατᾶται. Ἔχω διὰ τοῦτο πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ καταρτίσῃ αὐτὸ ὡς πρέπει, καὶ τότε νὰ ζητήσῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, διότι οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίζῃ νόμους προσωπικοὺς εἰς βάρος καὶ πρὸς ἐμπαιγμὸν τῆς κοινωνίας. Πάντες δὲ οἱ ἀκούοντες καὶ οἱ πάσχοντες ἂς λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν πάντα ταῦτα καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ν’ ἀπαντήσῃ.
§189ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§190Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Μὰ εἶναι νομοσχέδιον αὐτό, κ. Ὑπουργέ;
§191ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι προϊὸν μακρᾶς μελέτης.
§192Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μακρᾶς μελέτης, ἀλλ’ ἄλλο εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο.
§193ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέτει τέρμα εἰς τὴν περαιτέρω σύστασιν φαρμακεμπορείων καὶ φαρμακείων. Μόλις σήμερον ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἀμέσως μοὶ ὑπεβλήθη σωρεία Διαταγμάτων περὶ συστάσεως φαρμακείων. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Τοῦτο δ’ ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§194Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν σοβαρῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν σκέπτηται νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, πρέπει νὰ τὸ φέρῃ, διότι οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίζῃ τοιαῦτα νομοσχέδια. Πρόκειται περὶ τῆς Φαρμακευτικῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία, διὰ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ μεταβληθέντα εἰς καπηλεῖα φαρμακεῖα καὶ νὰ δώσῃ ζωὴν εἰς αὐτά, καταφεύγει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐὰν θέλητε, προκαλῶ πάντα Βουλευτὴν νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ φαρμακεῖα, τὰ ὁποῖα διευθύνονται σήμερον ὑπὸ τῶν Κυρίων τῶν ὑποβαλόντων τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τίνος πρόκειται. Πρόκειται ν’ ἀναστήσωσι τοὺς νεκρούς.
§195Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τακτοποίησις θὰ ἐπέλθῃ εἰς αὐτούς.
§196Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἐγὼ εὑρέθην εἰς τὴν δυσάρεστον ἀνάγκην νὰ σπεύσω διὰ νὰ λάβω φάρμακον ἀπὸ φαρμακεῖον διὰ τὸ τέκνον μου, τὸ ὁποῖον ἐκινδύνευε καί, ἐπειδὴ δὲν εὗρον κατάλληλον φαρμακεῖον περὶ ὥραν 2 μετὰ τὸ μεσονύκτιον, ἔθραυσα τὴν θύραν τοῦ φαρμακείου τοῦ Κρίνου. Τὰ ἄλλα φαρμακεῖα δὲν ἔχουσιν οὔτε βορικὸν ὀξύ. Λοιπὸν αὐτοὶ εἶναι οἱ φαρμακοποιοὶ οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι σήμερον νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§197Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κηρύττομαι καὶ ἐγὼ κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τροπολογία μου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπέρχεται καὶ ἀποδίδεται δίκαιον εἰς ἕνα ἕκαστον.
§198Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι τὰ ὑπάρχοντα φαρμακεῖα καὶ φαρμακεμπορεῖα θ’ ἀναγνωρισθῶσι, πέρα δὲ τούτου δὲν θὰ γίνῃ τίποτε. Λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι χθὲς ὁ ἴδιος συνεργαζόμενος μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας ἐπέβαλον δρακόντεια μέτρα καὶ φόρους δυσβαστάκτους εἰς τοὺς σπουδάζοντας φαρμακοποιοὺς ἐπιστήμονας, καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα παρ’ αὐτῶν, ὅτι δι’ αὐτοῦ καὶ μόνου, κ. Ὑπουργέ, θὰ κρίνῃς ἡμᾶς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον; Ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτόν, προστεθέντα αὐτὴν τὴν στιγμήν, δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διότι εἶναι καὶ ἀποκλειστικὸν τῆς ἐπιστήμης, διότι δὲν ἐπιτρέπεται πλέον νὰ ἱδρυθῇ οὔτε φαρμακεῖον οὔτε φαρμακεμπορεῖον διευθυνόμενον ὑπὸ ἐπιστήμονος φαρμακοποιοῦ, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ φαρμακευτικὴ σχολὴ δὲν ἔχει κανένα λόγον, καὶ πρέπει νὰ κλείσῃ τὸ Πανεπιστήμιον, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα φαρμακεῖα, ἐν Ἀθήναις ἰδίᾳ, τὰ φαρμακεῖα τῶν Ἰατρῶν καλούμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι φαρμακαποθῆκαι ἢ φαρμακεμπορεῖα, διευθυνόμενα ὑπὸ ἐπιστημόνων φαρμακοποιῶν ἢ ὑπὸ ἰδιωτῶν, λαβόντων ἄδειαν φαρμακαποθήκης ἢ φαρμακεμπορίου. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὴν Βουλήν, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα, ἐὰν πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὰ τῶν φαρμακείων, νὰ προμηθευθῇ ὁδηγίας ἢ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ κείμενον τοῦ νόμου τοῦ Ἀγγλικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόσθη καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ νὰ καταρτίσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ ἐπισύρῃ τὰς εὐλογίας καὶ τῆς κοινωνίας ἁπάσης, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐπιστημονικοῦ καὶ ἰατρικοῦ κόσμου, διότι τότε θὰ ἐξυπηρετήσῃ πραγματικῶς τὴν κοινωνίαν καὶ τοὺς ἐπιστήμονας, οἱ ὁποῖοι καὶ γενναίως θ’ ἀμείβωνται καὶ γενναίως θ’ ἀπολαμβάνωσι.
§199Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινῶς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἔσχε βεβαίως τὸν χρόνον νὰ μελετήσῃ, κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι νομοσχέδιον καταργητικὸν τῆς ἐργασίας τῶν σπουδαζόντων σήμερον ἐν τῇ φαρμακευτικῇ σχολῇ, εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, δημευτικὸν τῆς ἐργασίας, διότι οἱ κύριοι φαρμακέμποροι καὶ οἱ φαρμακοποιοὶ ἐπὶ χρόνον μακρὸν διΐσταντο πρὸς ἀλλήλους, τῶν μὲν φαρμακοποιῶν ζητούντων ν’ ἀποκλείσωσι τοὺς φαρμακεμπόρους, τοὺς ὁποίους ᾐτιῶντο ὅτι ἐμμέσως ἐξετέλουν συνταγὰς καὶ λαθραίως, τῶν δὲ φαρμακεμπόρων ἀμυνομένων κρατερώτατα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων των. Ἡ Βουλὴ δὲ εἶναι μάρτυς τῶν μακρῶν συζητήσεων αἵτινες ἐγένοντο ἐνταῦθα μὲν ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν τῶν συγκρουομένων, καὶ τῶν συζητήσεων αἵτινες ἐλάμβανον χώραν μὲ τὴν λῆξιν τῶν συνεδριάσεων ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν δὲ τῇ ὁδῷ Σταδίου ὑπὸ τῶν ὁμάδων φαρμακοποιῶν καὶ φαρμακεμπόρων συζητούντων μεγαλοφώνως ὑπὲρ τῶν συμφερόντων των. Σήμερον τί ἐγένετο; Αἱ δύο ὁμάδες κατήρτισαν ἀμοιβαίαν συμφωνίαν καὶ συνησπίσθησαν εἰς βάρος τῶν σπουδαζόντων καὶ μελλόντων νὰ λάβωσι πτυχίον φαρμακοποιοῦ. Διότι συνασπισθέντες ἀπετέλεσαν τὴν ἑξῆς συμφωνίαν, ν’ ἀναγνωρισθῶσιν οἱ φαρμακέμποροι οἱ ἔχοντες πτυχίον φαρμακοποιοῦ ὡς φαρμακοποιοὶ καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τοιοῦτον πτυχίον τῆς φαρμακευτικῆς σχολῆς ν’ ἀναγνωρισθῶσι καὶ αὐτοί, ἐὰν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἤθελον ἐπιτύχει τὴν ἄδειαν τοῦ Ἰατροσυνεδρίου. Θὰ συμβῇ δὲ τὸ ἕτερον, ὅτι, καθ’ ἃς πόλεις ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαρχόντων φαρμακείων μετὰ τῆς προσθήκης τῶν ὡς τοιούτων ἀναγνωρισθησομένων φαρμακεμπορείων ὑπερβαίνει τὸν νενομισμένον ἀριθμόν, θ’ ἀπαγορεύηται ἐφεξῆς πλέον ἡ σύστασις νέου φαρμακείου εἰς βάρος τῶν ἐχόντων πτυχίον φαρμακοποιοῦ ἢ τῶν μελλόντων νὰ λάβωσι τοιοῦτον μέχρις ὅτου φθάσωμεν εἰς τὸν νενομισμένον ἀριθμόν. Δηλαδὴ πρόκειται ἐνταῦθα νὰ δημιουργήσωμεν καθεστώς, ὥστε διὰ τοῦ νόμου τούτου οἱ ὑπάρχοντες ἐν τῇ φαρμακευτικῇ σχολῇ ἑξήκοντα καὶ πλέον σπουδασταί, πολλαὶ δὲ δεκάδες, ἐὰν μὴ ἑκατοντὰς φαρμακοποιῶν πτυχιούχων, ν’ ἀποκλείωνται πλέον ἀπὸ πάσης ἐργασίας, νὰ εἶναι δὲ ὑποχρεωμένοι νὰ εἰσέλθωσιν ὡς ὑπάλληλοι εἰς τοὺς κατέχοντας τὰ φαρμακεῖα. Δὲν θὰ συμβῇ δὲ τοῦτο καὶ μόνον. Τὰ τῶν φαρμακείων, ὡς ἔχουσιν ἐκ τοῦ νόμου, ἔχουσι λίαν περιέργως, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν φαρμακείων περιορίζεται καὶ ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων καὶ ἐκ τῶν ἀποστάσεων. Κατὰ συνέπειαν, ὅταν οἱ φαρμακέμποροι συνεπείᾳ τοῦ νόμου τούτου μεταβληθῶσιν εἰς φαρμακοποιούς, τότε πλέον λόγῳ τῶν περιοριστικῶν αὐτῶν διατάξεων τοῦ περὶ φαρμακείων νόμου καὶ οἱ νῦν πτυχιούχοι καὶ οἱ μέλλοντες νὰ ἐξέλθωσι τῆς φαρμακευτικῆς σχολῆς θέλουσιν εὑρεθῆ ἐντελῶς ἀποκεκλεισμένοι καὶ ἕνεκα τῆς ὑπερβάσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φαρμακείων λόγῳ τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ καὶ λόγῳ τῶν ἀποστάσεων. Κατὰ συνέπειαν ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδὲν ἄλλο πράττομεν εἰμὴ νὰ λέγωμεν πρὸς τοὺς σπουδάζοντας ἐν τῇ φαρμακευτικῇ σχολῇ καὶ πρὸς τοὺς τυχόντας ἤδη τοῦ πτυχίου τοῦ φαρμακοποιοῦ: Κύριοι, πεινάσατε, παραιτηθῆτε πάσης ἐλπίδος πρὸς ἐργασίαν· δίδομεν ὑμῖν τὸ δικαίωμα νὰ εἶσθε ἐν τῷ μέλλοντι δουλοπάροικοι τῶν εὐτυχησάντων νὰ κατέχωσι φαρμακεῖα. Τοῦτο λέγει ἡ Βουλὴ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνάγκη νὰ παρασχεθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους πᾶσα διευκόλυνσις πρὸς ἐργασίαν εἰς αὐτοὺς τοὺς ὁποίους θέλει νὰ φορολογῇ καθ’ ἑκάστην. Καὶ ἐπὶ τέλους οἱ κύριοι συνάδελφοι, ὡς ἔχουσι τὴν ἐπιθυμίαν νὰ τείνωσιν εὐμενὲς τὸ οὖς πρὸς τὰς ἐπιθυμίας τῶν τοιούτων ὁμάδων, εἶναι καιρός, νομίζω, νὰ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξα ἐγὼ πρὸ ἡμερῶν πρὸς ἐπιτροπὴν ἐπισκεφθεῖσάν με καὶ παρακαλοῦσάν με νὰ σιωπήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ τοῖς δείξωσι τὴν θύραν. Ὀφείλομεν νὰ προστατεύσωμεν τὸ σύνολον τοῦ δικαίου ἐπὶ τῆς κοινωνίας, ψηφίζοντες δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ καθιστῶμεν τὸ πολὺ μέρος κλάδου τινὸς τῆς κοινωνίας δοῦλον εἰς τὸ ὀλίγον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐμμείνῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε ἀπάδει πρὸς αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας, ν’ ἀφήσωμεν δὲ τὸ καθεστὼς ὡς ἔχει, ὥστε ἐν ἄλλῃ Συνόδῳ τῆς Βουλῆς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ διαρρυθμισθῇ, ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ κανονισμὸν κοινωνικῶν σχέσεων καὶ οὐχὶ ὀργανισμὸν ὑπηρεσιῶν καὶ προσπάθειαν ἐπουλώσεως ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους, ν’ ἀφήσωμεν δὲ δι’ ἄλλην Σύνοδον τὸν κανονισμὸν τῶν ζητημάτων τούτων, κατὰ τὴν ὁποίαν δύνανται ν’ ἀναπτυχθῶσι καὶ αἱ θεωρίαι περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ μετέρχεσθαι τὸ ἐπάγγελμα τοῦ φαρμακοποιοῦ. Διότι ἐγὼ εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι δέον ν’ ἀφεθῇ ἐλευθερία πλήρης περὶ τὴν ἐνάσκησιν καὶ τοῦ ἐπαγγέλματος τούτου, ὅπως ἀφήνομεν ἐλευθερίαν πλήρη περὶ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικηγορικοῦ καὶ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος, ἀρκεῖ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν χημικὴν καὶ ἀστυνομικὴν ἐποπτείαν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ ἐπαγγέλματος τούτου. Ὁ περιορισμὸς τῆς ἐργασίας σήμερον εἶναι ἄντικρυς ἀντιτιθέμενος πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ λειτουργίας ἐργαστηρίων, τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία ἡ καλὴ ἢ ἡ κακὴ ἅπτεται σπουδαίως τῆς δημοσίας ὑγείας, βεβαίως καθῆκον ἔχει ἡ Πολιτεία ἵνα ἐξασκῇ ἐποπτείαν ἐπὶ τοῦ ἐπαγγέλματος τούτου, νὰ ἐξασκῇ ἔλεγχον ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν φαρμάκων καὶ νὰ ἐποπτεύῃ, ἵνα μὴ παραβιάζωνται αἱ διατάξεις τοῦ τιμολογίου. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἡ ἐργασία καὶ νὰ μὴ ἐξακολουθῶμεν νὰ διεπόμεθα ἐκ τῶν διατάξεων τῶν νόμων τοῦ 1833 καὶ τοῦ 1850, αἵτινες διατάξεις τότε μὲν ἦσαν ὀρθαί, σήμερον ὅμως εὑρίσκονται ἄντικρυς ἀντιτιθέμεναι πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας τοῦ ἀτόμου. Διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου.
§200Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὅτι δὲν ὡρίμασε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζονται οἱ κύριοι συνάδελφοι, τοῦτο, νομίζω, δὲν ἵσταται, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ ἐπανάληψιν συνεζητήθη καὶ δὲν ἐψηφίσθη ἕνεκα λόγων συμφεροντολογικῶν. Ὑπάρχει τάξις ἀνθρώπων ἡ ὁποία ἔχει τὸ συμφέρον νὰ μείνῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἡ ὑφισταμένη μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον θέλει τὴν παροῦσαν κατάστασιν νὰ καταργήσῃ, θέλει νέαν κατάστασιν τῆς λειτουργίας τῶν φαρμακείων, ἐπιστημονικωτέραν καὶ ὠφελιμωτέραν. Ὁ ἐξ Εὐρυτανίας ἀξιότιμος συνάδελφος ἔφερε τὴν αἰτίασιν, ὅτι τὰ φαρμακεῖα δὲν ἔχουσι φάρμακα καθὼς πρέπει, ὅτι τὰ φάρμακα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν εἶναι διαφόρου βαθμοῦ, διαφόρου ἀξίας, διαφόρου τιμῆς. Τοῦτο ἔχει τὸν λόγον του, ἐὰν πράγματι εἶναι ἀληθές, καὶ ἔχει τὸν λόγον εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἐλήφθη πρόνοια περὶ διαρρυθμίσεως τῶν πραγμάτων τῶν φαρμακείων. Ἡ τοιαύτη κατάστασις, ὥστε καὶ εἰς τὰ φαρμακεῖα νὰ εἰσέρχωνται διαφόρου ἀξίας φάρμακα, προέρχεται ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα διευθύνουσι τὰ φαρμακεῖα. Οἱ ἀληθεῖς ἐπιστήμονες δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς μόνον τὸ συμφέρον τῆς ἀργυρολογίας, ἐκ τοῦ εἴδους δηλονότι νὰ ὠφεληθῶσι, προτιμῶντες εἴδη φαρμάκων κατωτέρας ποιότητος. Ὁ φαρμακοποιὸς ὁ ἀληθὴς προσαρμόζεται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ θεραπεύοντος ἰατροῦ καὶ προσπαθεῖ νὰ φέρῃ τοιοῦτο φάρμακον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιφέρῃ ἀποτέλεσμα ἐπὶ τῆς ὑγείας καὶ τῆς σωτηρίας τῶν παθόντων. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄλλως ἐνεργοῦσιν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι τὴν ἀξίαν τῶν φαρμάκων καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ν’ ἀντιληφθῶσι τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἰδέαν ἡ ὁποία καθοδηγεῖ τοὺς ἰατρούς. Ἡ Ἰατρικὴ Ἐπιστήμη ζητεῖ τὸ κρεῖσσον, ἵνα φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Τοῦτο ἔπρεπεν οἱ φαρμακοποιοὶ νὰ πράττωσι. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τοῦτο συμμορφοῦνται πρὸς αὐτό, ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι παραβλέπουσιν αὐτό. Ἔχουσιν εἰσαχθῆ εἰς τὸν φαρμακευτικὸν κλάδον ἄνθρωποι ἀμαθεῖς, ἄνθρωποι μὴ γνωρίζοντες τὴν ἐπιστήμην τὴν φαρμακευτικήν, μὴ δυνάμενοι νὰ παρακολουθήσωσι τὰς συμβουλὰς καὶ τὰς ἀπαιτήσεις τῶν ἰατρῶν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται ἢ διὰ τῶν ἐνεργειῶν των νὰ καταλήξωσι πρὸς βλάβην τῆς κοινωνίας, πρὸς βλάβην τῆς ὑγείας τῶν ἀτόμων. Ὑπάρχει, κύριοι Βουλευταί, ὡς γνωρίζετε, μία θύρα ἀνοικτὴ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀνοίγουσι φαρμακεῖα· ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν τὴν φαρμακευτικὴν σχολήν, νομίμως κατηρτισμένην, ἄριστα λειτουργοῦσαν, ἀρίστους καρποὺς παρέχουσαν, ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἐξισώνει πρὸς τοὺς ἀρίστους τούτους φαρμακοποιοὺς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐκ τῆς ἁπλῆς ὑπηρεσίας, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐκ τῆς τάξεως ὄχι τῶν βοηθῶν, διότι βοηθοὶ εἶναι καὶ πτυχιοῦχοι τοιοῦτοι, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑπηρετῶν. Οἱ ὑπηρέται συνηθίζουσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν συνταγῶν καὶ ἔπειτα ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν ἵνα μεταβάλλωνται εἰς πτυχιούχους φαρμακοποιοὺς διὰ τῆς ἐπιφοιτήσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ διὰ τῶν Βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ὑποστηρίξωσι τοιοῦτο καθεστώς. Τὴν θύραν ταύτην, διὰ τῆς ὁποίας φυτρώνουσι φαρμακοποιοὶ χωρὶς νὰ σπουδάσωσι, ταύτην θέλει νὰ κλείσῃ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὑπάρχουσί τινες, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦσιν, ὅπως διὰ τῆς θύρας τῆς Νομαρχίας ἀναδείξωσι φαρμακοποιούς. Τοῦτο ὅμως οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου γίνεται, ἐκτὸς εἰς τὸν τόπον τοῦτον. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου οἱ μέχρι τοῦδε διὰ τῆς θύρας τῆς παρελθούσης, διὰ τῆς θύρας τῆς Νομαρχίας, ἀναδεικνυόμενοι φαρμακοποιοί, οἱ τοιοῦτοι ἵστανται κατὰ μέρος εἰς τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα προσήκουσι δι’ αὐτούς. Ἐκεῖνοι ὅμως οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν, πτυχιοῦχοι ὄντες, νὰ ἱδρύσωσι φαρμακεῖα περίλαμπρα, μάλιστα εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, οἱ τοιοῦτοι δὲν ἔπρεπε νὰ μείνωσι κατὰ μέρος. Διὰ τοῦτο πολὺ ὀρθῶς οἱ Σύλλογοι τῶν φαρμακοποιῶν καὶ τὰ Σωματεῖα αὐτῶν ἦλθον εἰς συμφωνίαν, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσι διαιρέσεις μεταξὺ ἐπιστημόνων, καὶ διὰ τοῦτο ὀρθῶς παρεδέχθησαν κατ’ ἀρχήν, ὅπως εἶναι ἴσοι πάντες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῆς πανεπιστημιακῆς θύρας, ὄντες φαρμακοποιοὶ πτυχιοῦχοι εἰς φαρμακεῖα, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ζητεῖ, ἵνα οὕτω παραδοθῇ ἡ κοινωνία εἰς ἐπιστήμονας τοὺς ὁποίους ἀπαιτεῖ ἡ ἐπιστήμη τῆς φαρμακευτικῆς. Ἐὰν δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ψηφισθῇ, ἀφήνετε τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ φαρμακεῖα. Ἡ ὥρα δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παρατείνω τὸν λόγον ἐπὶ πλέον, νομίζω ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀρκεσθῇ εἰς τὰ λεχθέντα ταῦτα. Ἐὰν ὁμολογουμένως ὑπάρχῃ παράλειψίς τις ὡς πρὸς τοὺς μέλλοντας πτυχιούχους ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου, τοὺς σπουδαστὰς δηλονότι, πρὸς τούτους τὸ μέλλον εἶναι ἀνοικτόν, διότι θὰ προσλαμβάνωνται ὡς ὑπάλληλοι, ὡς διευθυνταὶ τῶν μεγάλων φαρμακείων, τῶν ἤδη φαρμακεμπορείων, τὸ δὲ θ’ ἀναπληρῶσι καὶ τοὺς κατὰ καιρὸν διευθυντὰς τῶν νῦν φαρμακείων. Ἀλλά, ἐὰν θελήσωσιν οἱ κ. συνάδελφοι νὰ φέρωσι τροπολογίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παραβλάψῃ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, περιορισθῶσι δὲ καὶ τὰ πολλὰ ἔκτροπα, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι χώραν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1909 ἐκ δραχμῶν 732.000. (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τῶν περὶ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης νόμων ͵ΓΚΖʹ (3027) τῆς 17 Ἰουνίου 1904, (ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τῶν νόμων ͵ΓΡΝΖʹ (3157) τῆς 11 Ἰουλίου 1906 καὶ ͵ΓΣΚΒʹ (3222) τῆς 22 Ἰουνίου 1907 καὶ ͵ΓΡΞΑʹ (3161) τῆς 11 Ἰουλίου 1906». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον) Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως, συμπληρώσεως καὶ προσθήκης διατάξεων ἐν τοῖς περὶ συνοικισμοῦ καὶ διανομῆς γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἱδρύσεως Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ Ταμείου νόμοις ͵ΓΣΒʹ τῆς 7 Ἀπριλίου 1907, ͵ΓΤΘʹ τῆς 14 Μαΐου 1908 καὶ ͵ΓΤΞΘʹ τῆς 6 Ὀκτωβρίου 1909. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§202ΑΝΤ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀποκλείετε περὶ τὰς 200 οἰκογενείας Ἀγχιαλιτῶν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὴν νέαν Ἀγχίαλον καὶ Εὐξεινόπολιν, καὶ τοὺς ἀποκλείετε διὰ τὸν λόγον ὅπως προτιμήσητε γεωργούς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε λογικόν, διότι πρῶτον μὲν οἱ γεωργοὶ μὲ 35 στρέμματα εἰς τὴν Ἀγχίαλον καὶ 7 εἰς τὴν Εὐξεινόπολιν δὲν δύνανται νὰ εὐδοκιμήσωσιν, ἄλλως τε δὲ καὶ πολλοὶ τῶν Ἀγχιαλιτῶν δὲν εἶναι γεωργοί, ἀλλ’ ἀμπελουργοί, δυνάμενοι κάλλιστα νὰ ἐργασθῶσιν ὡς τοιοῦτοι.
§203ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐπεσκέφθη ἐπανειλημμένως τοὺς πληθυσμοὺς τῶν προσφύγων καὶ ἀντελήφθη ἐκ τοῦ σύνεγγυς τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Τί δὲ εἶχε συμβῆ; Ἔλαβον κλήρους καὶ γῆν καλλιεργήσιμον πληθυσμοὶ ἀστικοί, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν οὐδέποτε σχέσιν ἔσχον πρὸς τὴν γεωργίαν καὶ μένουσιν ἄνευ κλήρου γεωργικοὶ πληθυσμοί, οἵτινες λαμβάνοντες καὶ καλλιεργοῦντες τούτους ὄχι μόνον ἑαυτοὺς ἀλλὰ καὶ ἄλλους θὰ συνετήρουν. Κατὰ τὴν σχετικὴν νομοθεσίαν, ὅπως γίνῃ ἡ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων καὶ κλήρωσις γῆς, ἀπαιτεῖται διαδικασία δίμηνος. Τὸ δὲ νομοσχέδιον τὸ προκείμενον τοῦτον ἀκριβῶς τὸν σκοπὸν ἔχει, νὰ συντάμῃ τὴν διαδικασίαν καὶ νὰ δυνηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἐγκαταστήσῃ τοὺς ἀστέγους γεωργοὺς διὰ κλήρου, ἵνα ἀναλάβωσιν ἀμέσως ἐργασίαν, διότι ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ συντηρηθῶσι. Τὸ νομοσχέδιον ἄλλως τε ὑπεβλήθη καὶ συνεπείᾳ παρακλήσεων τῶν προσφύγων ἐν Θεσσαλίᾳ, οἱ ὁποῖοι εἰς αὐτὸ ἀναρτῶσι τὴν τελευταίαν ἐλπίδα των, διότι ἄλλως εἶναι ζήτημα, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνωσιν αὐτοὶ ἐν Ἑλλάδι.
§204ΑΝΤ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν διακανονισμὸν τῆς ἐγκαταστάσεως δὲν ἔχω ἀντίρρησιν· ἀλλὰ σᾶς ἀνέφερα ὅτι ἀποκλείετε οἰκογενείας Ἀγχιαλιτῶν καὶ ἐγκαθιστᾶτε οἰκογενείας ἐξ ἄλλων μερῶν τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας καὶ Βουλγαρίας. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ νέα Ἀγχίαλος ἐδημιουργήθη, ὅπως περιλάβῃ τοὺς ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἀγχιάλου πρόσφυγας. Πρὸς τούτοις δὲ σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἀποξήρανσιν τῶν ἑλῶν τῆς Ἀγχιάλου. Διὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, ὡς γνωστόν, τελεῖται ἡ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων ἐκεῖσε, ἐνῷ ἄλλως εἶναι ἀδύνατον νὰ παραμένῃ ὁ συνοικισμὸς ἐκεῖνος. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ 200,000 δραχμῶν, διότι καὶ 100,000 εἶναι ἀρκεταί. Ἐκτὸς δὲ τούτου πρέπει νὰ ψηφισθῇ καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ καταρτισμοῦ ἐκλογικῶν καταλόγων τῆς νέας Ἀγχιάλου.
§205ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι οὐδεμία μελέτη ἔχει γίνει μέχρι τοῦδε. Ἐν τούτοις ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θὰ περισσεύσῃ ἐκ τοῦ ποσοῦ, τοῦ διατεθέντος ἐφάπαξ ἔγνωμεν νὰ ὑποβάλωμεν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεως τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§207ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία.
§208ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ εἰς τὸ ἄρθρον 2 φράσις «ἐὰν δὲ ἔχωσιν ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ κελευστοῦ, λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν τοῦ σημαιοφόρου» νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «ἐὰν δὲ ἔχωσιν ὀκταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ κελευστοῦ, πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὁποίας ὑπολογίζεται καὶ ὁ χρόνος τῆς ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ὑποκελευστοῦ ὑπηρεσίας των, λαμβάνουσι τὴν σύνταξιν τοῦ σημαιοφόρου». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ἀθ. Μιαούλη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως ναυπηγικοῦ κλάδου τοῦ Β Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν ὑπαρχόντων ναυπηγικῶν βαθμοφόρων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΧΝΘʹ νόμου περὶ ναυτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας, ὡς ἐτροποποιήθη τοῦτο διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΡΜΕʹ, καὶ περὶ τῆς ἰσχύος ἐν τῇ ναυτικῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ τοῦ νόμου ͵ΒΣΞΒʹ τοῦ μεταρρυθμίσαντος διατάξεις τινὰς τοῦ νόμου περὶ στρατιωτικῆς ποιν. νομοθεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπανῶν τινων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, μὴ προβλεπομένων ὑπὸ εἰδικοῦ νόμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΣΚΖʹ νόμου περὶ συστάσεως Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Τὸ ἑπόμενον εἶναι εἰς γʹ ἀνάγνωσιν.
§209ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ νόμων καὶ περὶ διορισμοῦ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Ὁ κ. Σ. Δεληγιάννης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δήμων. Ὁ κ. Π. Σάκκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Ὁ κ. Γ. Καραϊσκάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατοῦ. Ὅρα Παράρτημα, ἀριθμ. 724–727.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ».
§212Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ὑποβάλλω δὲ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας, παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσιν, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§213Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤθελον, Κύριοι, νὰ διατυπώσω παρατηρήσεις τινάς, αἵτινες εἶναι ὀρθὸν νὰ διατυπωθῶσιν ἀπὸ τῆς βʹ ἀναγνώσεως, ὥστε, ἂν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εὕρῃ ταύτας χρησίμους διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον, νὰ δυνηθῇ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν ν’ ἀποφανθῇ γνώμην ὁριστικὴν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐν τῷ συνόλῳ, Κύριοι, εὑρίσκω, ὅτι ἡ τροποποίησις τῶν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Στρατοῦ εἶναι δόκιμος. Ὡς εἶχον μέχρι τοῦδε τὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, παρήγοντο δυσχέρειαι διὰ τὴν σύνθεσιν τῶν μονάδων τοῦ στρατοῦ ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἐν ἐπιστρατεύσει. Τὸ μέχρι τοῦδε σύστημα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐστηρίζετο εἰς τὴν ἐν εἰρήνῃ μὲν σύνθεσιν τούτου ἐκ τριῶν μεραρχιῶν, διὰ τὴν διοίκησιν δὲ εἰδικῶς ἐν καιρῷ πολέμου εἰς τὸν λεγόμενον ἀναδιπλασιασμὸν τῶν μονάδων, καθόσον ἄλλως ἡ διοίκησις ἦτο τελείως ἀδύνατος. Ἐφ’ ὅσον εἶναι, Κύριοι, ἀναντίρρητον, ὅτι εἶναι ἀκατανόητος ἡ ὕπαρξις ἑλληνικοῦ στρατεύματος μὴ δυναμένου νὰ παρατάξῃ δύναμιν τοὐλάχιστον 100,000 ἀνδρῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ συγκρότησις τοῦ στρατεύματος τούτου ἐν καιρῷ πολέμου εἶναι ἀδύνατος ἄνευ τῆς διανομῆς τοῦ συνόλου τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἐφεδριῶν αὐτοῦ εἰς ἓξ μεραρχίας. Ὡς ἔχουσι τὰ δεδομένα πάντων τῶν εὐρωπαϊκῶν, κρατῶν, ἡ δύναμις ἑκάστης μεραρχίας ποικίλλει μεταξὺ 15 καὶ 25 χιλιάδων ἀνδρῶν, δύναμις δὲ 25,000 ἀνδρῶν εἶναί τι μέγα διὰ τὴν εὐρωπαϊκὴν μεραρχίαν. Ἀλλὰ τοῦτο συμβαίνει, καθ’ ὅσον ἡ μονὰς τῆς συνθέσεως εἶναι τὸ σῶμα στρατοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐντάσσεται τὸ πυροβολικόν, τὸ μηχανικὸν καὶ τὸ ἱππικόν. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν ἔνθα ἡ μονὰς τοῦ στρατοῦ εἶναι ἡ μεραρχία κατ’ ἀνάγκην ἡ δύναμις τῆς ἐν πολέμῳ μεραρχίας εἶναι μείζων τῶν ἐν τοῖς ἄλλοις Κράτεσι, καθ’ ὅσον προστίθενται τὰ ὅπλα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ἐντάσσονται εἰς τὸ σῶμα στρατοῦ. Κατὰ συνέπειαν προκειμένου περὶ τῆς ἐν πολέμῳ συνθέσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν συγκρότησιν ἐμπολέμου δυνάμεως στρατοῦ ἄνευ συγκροτήσεως ἓξ μεραρχιῶν. Ἀλλὰ τὸ μέχρι τοῦδε σύστημα τῆς συγκροτήσεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ εἶχε τοῦτο τὸ πλημμελές, ὅτι προσπαθοῦμεν τηροῦντες ἐν ἐνεργείᾳ τρεῖς μεραρχίας, νὰ κατορθώσωμεν τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ στρατοῦ ἀναδιπλασιαζομένων τῶν μεραρχιῶν εἰς ἕξ. Τὸ σύστημα τοῦτο, Κύριοι, εἰς πάντας τοὺς Εὐρωπαϊκοὺς στρατοὺς καταδικάζεται — θεωρῶ δὲ καλὸν νὰ εἴπω ταῦτα διὰ βραχυτάτων, διότι ἐπιθυμῶ ἵνα ἡ συζήτησις αὕτη λάβῃ τὸ κῦρος ψήφου θεωρουμένης ὡς ἀπαραιτήτου διὰ λόγους ὀργανικοὺς καὶ διὰ λόγους ἀνάγκης τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ δὲ δι’ ἄλλους λόγους σχετιζομένους πρὸς ἐπιταγὰς ἐκ τῆς ἀνωμάλου ἐσωτερικῆς καταστάσεως — καταδικάζεται λέγω, Κύριοι, τὸ σύστημα τοῦτο ὑφ’ ὅλων τῶν μεγάλων στρατηγῶν τῶν συγγραψάντων περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, καταδικάζεται τὸ σύστημα τοῦ ἀναδιπλασιασμοῦ τῶν στελεχῶν, διότι κρίνουσιν ὅτι ὁ ἀναδιπλασιασμὸς τῶν μεγάλων μονάδων ἐν καιρῷ πολέμου εἶναί τι τὸ ὁποῖον οὐδόλως συντελεῖ εἰς τὴν ταχύτητα τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τὴν εὐδόκιμον συγκρότησιν αὐτοῦ. Ἂν τὸ σύστημα τοῦτο εἰς ἄλλα Κράτη τελείως προηγμένα στρατιωτικῶς, εἶναί τι τὸ ὁποῖον ἀποδοκιμάζεται, πολὺ περισσότερον δέον νὰ ἀποδοκιμασθῇ τοιοῦτον σύστημα παρ’ ἡμῖν ἔνθα στερούμεθα καὶ τῶν μέσων τῆς ἐπιστρατεύσεως, τῶν μεγάλων στρατῶν τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ τῆς τελείας συγκροτήσεως τῶν στελεχῶν ἡμῶν, στελεχῶν ἐγγυωμένων τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Διὰ τοῦτο ἄν, εἰς πᾶν Κράτος ἀνώτερον ἡμῶν, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀνταποκρίνωνται τὰ στελέχη τοῦ ἐν εἰρήνῃ στρατοῦ πρὸς τὰ στελέχη τῆς κινητοποιήσεως, τοῦτο παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀπαραίτητον, ἡ ὀργάνωσις τῶν στελεχῶν τῶν ἐν εἰρήνῃ νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν κατὰ τὸ μᾶλλον προσεγγίζουσα πρὸς τὴν ἀπαραίτητον ὀργάνωσιν τῶν ἐν πολέμῳ στελεχῶν. Διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι τὸ μέτρον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἰσηγουμένου τὴν αὔξησιν μονάδων τοῦ στρατοῦ, ἰδιαίτατα δὲ τῶν μονάδων τοῦ Πεζικοῦ, ὅπερ εἶναι τὸ ὅπλον τῆς πρώτης γραμμῆς τῆς μάχης, τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι μέτρον εὔστοχον ἐγγυώμενον τὴν ἐν καιρῷ ἀνάγκης κινητοποιήσεως ἢ ἐπιστρατεύσεως τοῦ στρατοῦ, ταχυτάτην ὀργάνωσιν τῶν μονάδων τῶν κινητοποιουμένων καὶ ἐπιστρατευομένων. Θεωρῶ ἐπίσης ὅτι τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἐξ ἴσου εὔστοχον, ὡς προσωρινὸν μέτρον, ἐφ’ ὅσον ὁρᾷ τὸ ἱππικόν, τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ μηχανικόν. Ἂν ἐξ ἀρχῆς ἐφθάνομεν εἰς τὴν ἄμεσον ὀργάνωσιν ἀριθμοῦ μεραρχιῶν μείζονος τῶν ὑπαρχουσῶν, ἠθέλομεν προσκρούσει εἰς τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους τὰς οἰκονομικάς, ἀλλὰ καὶ συγχρόνως εἰς τὰς δυνάμεις τὰς κτηνοτροφικὰς καὶ ἠθέλομεν καταστήσει δυσχερεστάτην καὶ εἰκονικὴν τὴν ὀργάνωσιν μονάδων πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ ἀνταποκρινομένην πρὸς νέας μεραρχίας. Θεωρῶ δὲ ὅτι τὸ μέτρον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι προσωρινόν, διότι ἀναμφισβητήτως ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργός, ὅστις εἶναι ὁ εἰδικὸς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος καὶ γνώστης τῶν πραγμάτων καὶ δυνάμενος πάντα ἐξ ἡμῶν ἐνταῦθα νὰ διδάξῃ ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, θ’ ἀναγνωρίζῃ, ὅτι βαθμιαίως εἶναι ἀνάγκη νὰ παρασκευάσωμεν τὴν χώραν κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὑπὸ ἔποψιν τουλάχιστον τῶν ἐφεδρειῶν τοῦ στρατοῦ, ὥστε νὰ ᾖ δυνατὴ ἡ συγκρότησις μετὰ χρόνον τινὰ τοῦ πυροβολικοῦ τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ μηχανικοῦ καὶ ἡ αὔξησις τῶν μονάδων. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπὸ ἔποψιν πυροβολικοῦ ὑπολειπόμεθα ἡμεῖς κατὰ πολὺ τῆς συνθέσεως τοῦ πυροβολικοῦ τῶν ἄλλων στρατιωτικῶν Κρατῶν. Ἐπαινῶ ἐπίσης τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ πυροβολικοῦ καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἐπιδιώκει τὴν αὔξησιν· ἐὰν ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἀπότομον αὔξησιν τοῦ πεδινοῦ ἡμῶν πυροβολικοῦ, ἤθελε προσκρούσει εἰς τὰς ἐλλείψεις τῆς χώρας ἡμῶν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἵππων, διότι ἔχομεν παρατηρήσει, ὅτι ἡ ἔλλειψις τῶν ἵππων τῶν ἑλληνικῶν καθιστᾷ τὴν χώραν ἡμῶν ὑποδεῆ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ ἐξ ἵππων τοῦ τόπου, διότι ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως εἶναι δυσχερὲς νὰ πορισθῶμεν ἵππους ἐξ ἀγορῶν ξένων, αἵτινες, ἐὰν δὲν κλεισθῶσι, πάντως ὅμως θὰ παράσχωσιν εἰς ἡμᾶς ἵππους ἀγυμνάστους. Κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εὑρεθεὶς ἀπέναντι τῆς ἀνάγκης τῆς αὐξήσεως τοῦ πυροβολικοῦ, ἔλυσε τὸ ζήτημα, αὐξήσας τὸ ὀρεινὸν πυροβολικόν· διότι διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ὀρεινοῦ πυροβολικοῦ προσαρμοζομένου πρὸς τὰ ἐδάφη, ἐφ’ ὧν ὁ πόλεμος θὰ διεξαχθῇ, ἔχει ἡ χώρα τοὺς ἡμιόνους, εἶναι δὲ εὐκολωτέρα καὶ ἡ προμήθεια ἡμιόνων ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ἐθεώρησα, ὅτι ὤφειλον νὰ εἴπω ταῦτα, ἵνα ἐκδηλωθῇ ἡ γνώμη, ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζει τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ, θεωροῦσα τοῦτον ὡς ἐπιστημονικῶς ὀρθὸν καὶ ἐπιστημονικῶς ἀναγκαῖον. Ἐπίσης θεωρῶ ἀναγκαῖον τὸ μέτρον τῆς ἱδρύσεως τῆς ἀνωτάτης σχολῆς τῶν σπουδῶν, διότι εἶναι μέτρον τὸ ὁποῖον θὰ συμπληρώσῃ τὴν πρακτικὴν μόρφωσιν τῶν ἀξιωματικῶν. Δύο παρατηρήσεις ἔχω νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ζητήσω τὴν συγγνώμην τῆς Βουλῆς, ὅτι προκειμένου νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας κατηνάλωσα χρόνον λέγων ὅσα εἶπον. Ἡ πρώτη παρατήρησις ἀφορᾷ εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ προέδρου τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ. Εἶναι ἀναμφισβήτητα δύο τινά, πρῶτον ὅτι ἴσως εἶναι ὁ χρόνος κατάλληλος νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐπωφελοῦς συνθέσεως τῶν Στρατοδικείων καὶ τῆς λειτουργίας αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου πολλὰ κατὰ περιόδους ἐλέχθησαν καὶ πολλὰ ἔχουσι λεχθῆ καὶ γραφῆ ἐν τοῖς Κράτεσι τοῖς μᾶλλον ἡμῶν προηγμένοις. Τὸ ζήτημα τῆς συνθέσεως τῶν Στρατοδικείων χωλαίνει πολὺ παρ’ ἡμῖν καὶ θὰ ἦτο ὀρθὴ ἡ μέριμνα περὶ ἄλλου ὀργανισμοῦ τῶν Στρατοδικείων καὶ ἴσως περὶ τῆς ἀφαιρέσεως ἀπὸ τούτων τῶν ἀδικημάτων τῶν μὴ σχετιζομένων πρὸς τὰ στρατιωτικὰ ἀδικήματα. Καὶ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν θεωρῶ, ὅτι πάντως ἡ ὕπαρξις Ἀναθεωρητικοῦ εἰς οὐδὲν συντελεῖ, διότι καθιστῶμεν ἕνα πρόεδρον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ καὶ τέσσαρας στρατοδίκας ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, ἵνα δικάζωσι περὶ ζητημάτων νομικῶν. Εἶναί τι, τὸ ὁποῖον προσκρούει καὶ πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα καὶ πρὸς τὴν ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης ὑπὸ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ δικαστηρίου. Θεωρῶ λοιπόν, ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὸ Ἀναθεωρητικὸν δικαστήριον νὰ παύσῃ ὑφιστάμενον, αἱ δὲ ἀποφάσεις τῶν στρατοδικῶν, περιοριζόμεναι ἔν τισι, νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἀρείου Πάγου δι’ ἀναίρεσιν. Ἐντεῦθεν θὰ ἐπέλθωσι δύο τινά, ν’ ἀσχολῆται ὁ Ἄρειος Πάγος μετὰ κύρους εἰς τὴν νομικὴν ἐξέτασιν, ἐξ ἑτέρου δὲ νὰ ἐλαττώνηται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀναθεωρητικῶν ἀποφάσεων· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὡς στρατιωτικὸς ἀνήρ, γινώσκει, ὡς γινώσκω καὶ ἐγὼ ὡς δικηγόρος, ὅτι σήμερον εἰσάγονται πολλαὶ ὑποθέσεις ἐνώπιον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ καὶ ἕνεκα τῆς εὐκολίας ταύτης πληθύνονται καθ’ ἑκάστην αἱ ἀναθεωρήσεις καὶ περισσότερον ἀπασχολοῦνται οἱ δικασταὶ τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ ἐπὶ ὑποθέσεων ἀστείων πολλάκις. Ἂν καταργουμένου τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ εἰσήγετο τὸ σύστημα τῆς ἀναιρέσεως, ἤθελον περιορισθῆ καὶ οἱ δικηγόροι εἰς τὴν σύνταξιν αἰτήσεων ἀναιρέσεων καὶ ἤθελον παύσει ὑποβάλλοντες τοιαύτας, πολλάκις φανερῶς ἀβασίμους καὶ ἀστείας. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπάρχει καὶ ἑτέρα παρατήρησις σχετιζομένη πρὸς τὸν πρόεδρον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ δικαστηρίου. Ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ συνειδήσει τῶν πολλῶν ἔχει ὡριμάσει ἡ ἔννοια τῆς προσεχοῦς ἀνάγκης καταργήσεως τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ δικαστηρίου, ἐθεώρουν, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο ἵνα μὴ τὸν ἀρχιστράτηγον τοῦ ἐν πολέμῳ στρατοῦ καταστήσωμεν ἐν τῇ προεδρίᾳ τούτου. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἶναί τι προδήλως συγκρουόμενον ἡ καθήλωσις τοῦ ἀνωτάτου ἀρχιστρατήγου εἰς τὴν προεδρίαν τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ ἵνα δικάζῃ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος ὑποθέσεις καὶ συγχρόνως εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπιτελείου, ἵνα παρακολουθῇ ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων πρέπει νὰ εἶναι ἐν τελείᾳ γνώσει, ἵνα τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατεύματος. Ἐν πάσῃ χώρᾳ ἔχει ληφθῆ εἰδικὴ πρόνοια περὶ τῆς θέσεως τοῦ ἀρχιστρατήγου, ὅστις οὐδαμοῦ ἐν εἰρήνῃ ἀπομακρύνεται τῆς ἐνεργοῦ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας· ἡμεῖς ἐνταῦθα θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ δημιουργήσωμεν μίαν οἱανδήποτε θέσιν, ἥτις νὰ ἐνδεικνύῃ τὸν κατέχοντα αὐτήν, ὡς τὸν ἀρχιστράτηγον τὸν ἐνδεδειγμένον τοῦ ἐκστρατεύοντος στρατοῦ. Ἀλλ’ ἡ θέσις αὕτη πρέπει νὰ εἶναι μᾶλλον ἐγγὺς πρὸς τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ καθήκοντα. Τοιαύτη θέσις θὰ ἦτο ἁρμοδιωτέρα, ἡ θέσις γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, μετέχουσα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τοῦ συμβουλίου τῶν Μεράρχων· διότι θὰ ἦτο ὀρθόν, ὡς οἱ τρεῖς Μέραρχοι θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωσι τοὺς ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν ἀξιωματικούς, καὶ ὁ ἀνώτατος ἀρχιστράτηγος νὰ ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ τοὺς γνωρίσῃ. Φοβοῦμαι, ὅτι ἡ ὑπόδειξις αὕτη εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ ὡς δυναμένη νὰ θεωρηθῇ, ὅτι τείνει νὰ ἐπαναφέρῃ τὰ καταργηθέντα δι’ ἄλλου νόμου ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὀρθὸν νὰ νομοθετηθῶσιν ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως τὰ τοῦ θέματος καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως σκεπτόμενος μέχρι τῆς γʹ ἀναγνώσεως καὶ μελετῶν τὸ ζήτημα φέρῃ οἱονδήποτε κανονισμὸν τοῦ θέματος, ὥστε ὁ ἔχων τὴν ἀρχιστρατηγίαν νὰ κατέχῃ εἰδικωτέραν, στρατιωτικωτέραν θέσιν ἐν τῷ στρατεύματι, νὰ διαγραφῇ δὲ ἐντελῶς διὰ τῆς διατυπώσεως ταύτης πᾶσα ὑπόνοια δυναμένη νὰ γεννήσῃ παρεξηγήσεις, ὅτι ζητεῖται διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἡ ἐπαναφορὰ καταργηθέντος θεσμοῦ· ὅ,τι κατήργησεν ἡ Βουλή, εἰλικρινῶς κατήργησε καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι διατεθειμένος δι’ οἱουδήποτε μέτρου νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτό. Τουλάχιστον ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὅ,τι ἐψήφισα ἀφορῶν εἰς τὰ στρατιωτικὰ πράγματα, τὸ ἐψήφισα πιστεύων αὐτὸ καὶ ὅ,τι ἐψήφισα πιστεύων δὲν ἐννοῶ νὰ καταργήσω. Δὲν θέλω νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ καταργηθῇ τι τὸ ὁποῖον νὰ ἀπαρέσκῃ ἴσως εἰς ἄλλους, ἀλλ’ ἐγὼ ἐψήφισα πεποιθότως. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἐξεύρῃ τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ παράσχωμεν τὸ θέαμα εἰς τὸν στρατιωτικὸν κόσμον τῆς Εὐρώπης, ὅτι τὸν ἀρχιστράτηγον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καθιστῶμεν πρόεδρον τοῦ Ἀναθεωρητικοῦ, διότι τοῦτο εἶναί τι τὸ ὁποῖον προσκρούει εἰς τὰς καλῶς ἐννοουμένας στρατιωτικὰς ἀρχὰς καὶ δύναται νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι νομοθετοῦμεν κατὰ τρόπον οὐχὶ βεβαίως μὴ σοβαρόν, δὲν πρέπει ἴσως νὰ εἴπωμεν τοῦτο, ἀλλὰ φοβούμενοι νὰ συλλάβωμεν τὰς ἐννοίας ἐν τῇ ἀκριβείᾳ των. Ἐὰν ἡ Βουλὴ συμμερίζηται τὴν γνώμην ταύτην, θέλει εὑρεθῆ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν ν’ ἀποφανθῇ ὅτι δίδεται εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀρχιστρατήγου, ὅστις σήμερον εἶναι ὁ Α, αὔριον ὁ Β, ἁρμοδιότης ὅσον τὸ δυνατὸν στρατιωτικωτέρα. Ἡ δευτέρα παρατήρησις, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ ὑποβάλω καὶ ἀφήνω καὶ ταύτην εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῶν λεγομένων εὐεργετικῶν ἀξιωματικῶν. Ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ διάταξις περὶ τῆς συστάσεως ἀνωτέρου σχολείου ἐν ᾧ ἐκπαιδεύονται ὑποχρεωτικῶς καὶ κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος ἅπαντες οἱ ἀνθυπολοχαγοί.
§214Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐνταῦθα ὑπάρχει μία τροπολογία, καθ’ ἣν θὰ εἰσέρχωνται εἰς αὐτὴν οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ οἱ προερχόμενοι ἐκ τῶν στρατιωτικῶν σχολείων τοῦ Κράτους.
§215Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ συνέπειαν διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀποκλείονται πάλιν οἱ εὐεργετικοὶ ἀξιωματικοί. Ὅταν ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν γένηται δεκτή, οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ προερχόμενοι ἐκ τοῦ νόμου τοῦ εὐεργετικοῦ ἀποκλείονται πλέον ὁριστικῶς πάσης προαγωγῆς.
§216Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπάρχει ἕτερος νόμος, ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν.
§217Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἐθεώρουν ὀρθόν, ἀφοῦ συνιστᾶται σχολὴ ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀνθυπολοχαγῶν, νὰ ἐπετρέπετο ὅπως εἰς ταύτην προσέλθωσι πάντες οἱ ἀξιωματικοί. Ἐγὼ ἤμην κεκηρυγμένος κατὰ τῆς τοιαύτης προαγωγῆς καὶ ἀνέπτυξα τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς παρεξηγήσεις ἔδωκα ἀφορμήν, διότι ἐφρόνουν ὅτι ἔδει νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ σύνταξις τοῦ στρατεύματος ἐξ ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν σχολῶν προερχομένων, καθόσον τὸ στράτευμα δύναται νὰ προκόψῃ, ὅταν ἔχῃ ἑνιαίαν τὴν μόρφωσιν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ δὲν ἔχῃ πολλὰς τὰς προελεύσεις. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως συνιστᾶται σχολεῖον ἀξιωματικῶν, δυνάμεθα νὰ συμπληρώσωμεν τὴν πρόνοιαν, ἡ ὁποία λαμβάνεται, περιλαμβάνοντες εἰς αὐτὸ καὶ τοὺς εὐεργετικούς, διότι καὶ οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, λαμβάνοντες τὴν μόρφωσιν τῆς σχολῆς θὰ καταστῶσι τελειότεροι καὶ θὰ δύνανται νὰ μὴ θεωρηθῶσιν ὡς προερχόμενοι ἐκ διαφόρου προελεύσεως, ἀλλ’ ἐκ μιᾶς προελεύσεως τοῦ στρατιωτικοῦ σχολείου. Τοῦτο δὲ δὲν θὰ προκαλέσῃ καὶ ζημίαν εἰς τὸ στράτευμα. Θὰ ἦτο δὲ μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξησφάλιζεν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τὸν προερχόμενον ἐκ τοῦ νόμου ᾼΣΛϚʹ τὴν ἀπόκτησιν ἀνωτέρου βαθμοῦ ἀναλόγως τῆς ἐπιμελείας τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐπιδείξει καὶ τὴν μόρφωσιν αὐτοῦ. Κατὰ συνέπειαν ἤθελε συντελέσει τὸ μέτρον τοῦτο ἵνα βελτιωθῶσι τὰ στελέχη ταῦτα, παρέχον διέξοδόν τινα ἀνωτέρου βαθμοῦ ὡς βραβεῖον μελέτης. Ἀλλὰ καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ εὐχὴ αὕτη νὰ ἐκδηλωθῇ, θεωρῶ ὀρθὸν νὰ ὑποβάλω εὐχὴν ἑτέραν, δρῶσαν τὴν παροχὴν συντάξεως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους. Διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐλήφθη πρόνοια ἵνα οἱ ὑπαξιωματικοί, οἵτινες δὲν εἰσάγονται εἰς σχολήν, λαμβάνοντες τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ μὴ προάγωνται εἰς ἀνώτερον βαθμόν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀπὸ τῆς σήμερον καὶ ἐφεξῆς παρέχεται εἰς αὐτοὺς ἡ προνομία αὕτη, γεννᾶται τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Ἐὰν ὑποθέσωμεν λοχίαν ἔχοντα ἤδη 20ετῆ ὑπηρεσίαν, προαγόμενον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ καὶ συμπληροῦντα 25ετῆ ὑπηρεσίαν, οὗτος ἀποστρατευόμενος θέλει λάβει σύνταξιν λοχαγοῦ. Ἀφ’ ἑτέρου ὁ ἀνθυπολοχαγὸς ὁ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου προαγόμενος καὶ συμπληρῶν ὑπηρεσίαν 25ετῆ ἀποστρατεύεται μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Κατὰ συνέπειαν ὁ ἔχων ἀνώτερον βαθμὸν θέλει λάβει σύνταξιν ἥττονα ἐκείνου ὅστις ἔχει βαθμὸν κατώτερον. Ἐθεώρησα λοιπὸν ὀρθὸν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν, ὅπως κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν ἐκφέρῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπόφασίν της. Κατὰ τὴν τροπολογίαν ταύτην οἱ μὲν ἔχοντες τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ εὐεργετικοὶ ἀξιωματικοί, καταλαμβανόμενοι ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας ἀποστρατεύονται καὶ οὗτοι ὡς λοχαγοί, οἱ δὲ ἔχοντες τὸν βαθμὸν ὑπολοχαγοῦ θὰ λάβωσι σύνταξιν ταγματάρχου, ἀφοῦ κατὰ τὸ νομοσχέδιον οἱ ἀνθυπασπισταὶ θέλουσι λάβει σύνταξιν λοχαγοῦ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα μετὰ πάσης εὐμενείας κρίνῃ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, διότι πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρέθη αὐστηροτάτη εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας. Θὰ ἦτο ὅμως ὀρθότερον, ἐὰν τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, οἵτινες ἀποτελοῦσι μέγα μέρος, μὴ ἐσταματῶμεν ὁριστικῶς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, καὶ παρείχομεν αὐτοῖς βαθμὸν ἀνώτερον τούτου ὡς ἀμοιβὴν τῆς Πολιτείας διὰ τὴν εὐδόκιμον αὐτῶν ὑπηρεσίαν.
§218Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἀλλὰ εἰς τὰς λεπτομερείας θὰ σκεφθῶ.
§219Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν εὐμένειαν καὶ ἐγὼ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ καταφύγω, καὶ θὰ παρακαλέσω, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὴ καὶ δικαία. Ἐν ἑκάστῳ τάγματι ἱππικῷ καὶ πυροβολικῷ ὑπάρχει μία θέσις λοχίου. Οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ ὑπαξιωματικοί, πολλοὶ τῶν ὁποίων ὑπηρετοῦσιν ἐπὶ δέκα καὶ δεκαπέντε ἔτη, οὐδεμίαν ἐλπίδα προαγωγῆς ἔχουσιν. Ἐπειδὴ ἐλήφθη τὸ μέτρον καὶ εἰς τὸν παλαιὸν ὀργανισμὸν καὶ εἰς τὸν νέον, ὅπως καὶ εἰς τὰς ἄλλας θέσεις τὰς ὑποβοηθητικὰς δοθῇ κάποια ἀνακούφισις καὶ βελτίωσις, ὅπως λόγου χάριν εἰς τοὺς ἀρχισαλπιγκτὰς καὶ τὰς λοιπὰς θέσεις τῶν βοηθητικῶν, ὀρθὸν εἶναι νὰ ληφθῇ καὶ μία πρόνοια περὶ αὐτῶν τῶν δυστυχῶν, δηλαδή, ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ θέσις τοῦ λοχίου, νὰ ὑπάρχῃ θέσις τοῦ ἐπιλοχίου καὶ νὰ φθάνωσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ. Ζητεῖται δὲ νὰ δοθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τοὺς ἄλλους βοηθητικούς, καὶ νὰ λαμβάνωσι καὶ αὐτοὶ τὸ ἐπίδομα τὸ σύνηθες. Νομίζω ὅτι ἡ τροπολογία μου αὕτη εἶναι λογικωτάτη καὶ δικαία, καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῷ πνεύματι, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει τῆς δικαιοσύνης, θὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§220Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Διὰ τὰς λεπτομερείας θ’ ἀπαντήσω κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–30)
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 31 (ἀναγινώσκεται).
§222Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 31 περὶ τῶν γραμματέων, ὑπογραμματέων καὶ γραφέων τῶν Στρατοδικείων. Σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε καὶ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν μετὰ τῶν ἄλλων, ἡ ὁποία εἶναι δικαιοτάτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 31ον).
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 32ον (ἀναγινώσκεται).
§224Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς θέματος. Ὁ ὀργανισμὸς οὗτος κατὰ τὸν νόμον θὰ ἐφαρμοσθῇ ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, καταργοῦνται δὲ συγχρόνως οἱ ἰσχύοντες νόμοι. Ἐν τῇ διετίᾳ ὅμως θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ὀργανισμὸς ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν ἄλλον νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας καὶ διὰ τοῦ νόμου περὶ ὁρίου ἡλικίας θέλομεν φθάσει εἰς τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες θὰ προαχθῶσι, καὶ δέον νὰ προαχθῶσι καὶ ταχέως μάλιστα, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς διοικήσεως ἐν τῷ στρατεύματι, εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποστρατήγου, διὰ τὴν διοίκησιν τῶν μεραρχιῶν θὰ ὑπάρχωσι μόνον συνταγματάρχαι τρεῖς ἢ τέσσαρες, κατὰ συνέπειαν θέλει εὑρεθῆ ἡ ὑπηρεσία εἰς τὴν ἀνάγκην ὄχι μόνον νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ συμπληρώσῃ τὰς ἓξ ταξιαρχίας, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν τὰς τρεῖς ἢ τέσσαρας. Θὰ φθάσωμεν δὲ οὕτως εἰς τὴν διοίκησιν συνταγμάτων, ἴσως δὲ καὶ ταξιαρχιῶν, διὰ ταγματαρχῶν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς χάσμα. Παρασυρομένων πάντων τῶν συνταγματαρχῶν καὶ ἀντισυνταγματαρχῶν, τίνες θὰ εἶναι οἱ ταξίαρχοι; Δέον νὰ ὁρισθῇ τοῦτο ἐν τῷ νόμῳ, διότι ἐφ’ ὅσον δὲν θέτει ὁ νόμος διαδοχήν, θὰ ἔχωμεν παρανόμους τοποθετήσεις. Διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ὅπως διὰ προσωρινῆς διατάξεως κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς διαδοχῆς μέχρι συμπληρώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑποστρατήγων. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον).
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ͵ΓΡΞΕʹ νόμου περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§226ΑΝΤ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προταχθῶσι τὰ ὑπ’ ἀριθ. 65 ἕως 67. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί δὲν ψηφίζονται.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε ὅτι δὲν μεταβάλλεται ἡ σειρά. Θὰ φθάσωμεν καὶ ἕως ἐκεῖ.
§228Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Συνενῶ καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου εἰς τὸ νὰ προταχθῶσι καὶ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια αὐτά, διὰ νὰ ἀποδοθῇ ἡ ὑγεία εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς δυστυχεῖς πρόσφυγας.
§229Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος νὰ μεταβληθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις, διότι ὁμόφωνος ἀπόφασις τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ τηρηθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις ὡς ἔχει. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ προτιμηθῶσι νομοσχέδια τοπικοῦ ἐνδιαφέροντος.
§230Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν διεμαρτυρήθην καὶ προχθές, διότι φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κάμνει ἀφαίμαξιν τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βόλου.
§231ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· πρόκειται περὶ ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους παρὰ τὴν νέαν Ἀγχίαλον.
§232ΑΝΤ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Βεβαίως καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ προταχθῇ. Ὡς πρὸς τὸ ἕτερον δὲ νομοσχέδιον εἶναι ἐντελῶς ὑπηρεσιακόν. Πρόκειται περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τῆς Ἀγχιάλου, καὶ δεύτερον πρόκειται περὶ τοῦ ἕλους τῆς νέας Ἀγχιάλου. Τί βλάπτει ὑμᾶς;
§233Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Μᾶς βλάπτει, διότι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ἕλη ν’ ἀποξηράνωμεν.
§234ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς διετέθησαν 200.000 δραχμῶν διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ νέας Ἀγχιάλου–Βόλου, σήμερον ζητοῦνται ἄλλαι 200,000 ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον δι’ ἀποξήρανσιν ἕλους παρὰ τὴν νέαν Ἀγχίαλον, ἐνῷ ἡμεῖς ἐν Θεσσαλίᾳ πνιγόμεθα εἰς τὰ ἕλη ἐπὶ 30 ὁλόκληρα ἔτη.
§235Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ δεχθῇ μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, καθόσον τὸ τοιοῦτον μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ παραμείνωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους ἀκούοντες ἀνάγνωσιν νομοσχεδίων καὶ οὐχὶ συζήτησιν. Ἂν ἀναγκαζώμεθα νὰ παραμένωμεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀκούοντες τὴν ἀνάγνωσιν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ, καθόσον παραβλάπτουσι τὰ συμφέροντα ἐπαρχιῶν ὁλοκλήρων, χάνομεν τὸν καιρόν μας ἄδικα. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ τίνα θὰ προταχθῶσιν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὁριστικῶς καὶ νὰ τηρῆται ἡ σειρὰ αὐστηρῶς.
§236Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Καρδίτσης εἶναι ὀρθά, διότι συνεστήθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταρτίσῃ εἰς πάγιον τρόπον τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐγὼ δὲν ζητῶ τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἀλλὰ προκειμένου περὶ νομοσχεδίου ἀφορῶντος εἰς τὴν ὑγείαν τῆς νέας Ἀγχιάλου θεωρῶ ὀρθὸν ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λάβῃ μέτρον καὶ θέσῃ ὑπὸ τὴν προστασίαν του τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἂν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ ὡς παρεστάθη ὑπὸ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἂν δηλ. δὲν πρόκειται περὶ ἀποξηράνσεως διὰ χρημάτων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βόλου, ἀλλ’ ἐκ τοῦ περισσεύματος τοῦ διὰ τοὺς πρόσφυγας προωρισμένου χρήματος, νομίζω ὅτι σκοπιμωτέρα διάθεσις τοῦ περισσεύματος τούτου δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Εἶναι περίεργος ὁ φθόνος ὅστις καταλαμβάνει ἡμᾶς, ὅταν βλέπωμεν νὰ ψηφίζηται νομοσχέδιον τι ἀφορῶν ἄλλην παρὰ τὴν ἰδικήν μας ἐπαρχίαν! Ἀλλὰ πρόκειται ἐδῶ περὶ προσωπικῶν συμφερόντων; Ἐδῶ ἐδαπανήσαμεν ἑκατομμύρια διὰ νὰ τοὺς συνοικίσωμεν, καὶ τώρα τοῖς ἀρνούμεθα τὸ μέσον διὰ νὰ ζήσωσιν ὑγιεινῶς;! Κύριε Πρόεδρε, ἡ νέα Ἀγχίαλος κινδυνεύει ν’ ἀποτελέσῃ νεκροταφεῖον διὰ τοὺς κατοίκους της. Τί θέλετε, κύριε Τερτίπη, νὰ τοῖς εἴπωμεν; Ἰδοὺ σᾶς ἀνοίγομεν τὰς πύλας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ διαθέτομεν ὑπὲρ ὑμῶν νεκροταφεῖον μόνον;
§237Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔδωκεν ἀφορμὴν διὰ ν’ ἀποδειχθῇ διατί δὲν ἐγκατεστάθησαν ὅλοι οἱ πρόσφυγες. Αἱ αἰσθηματολογίαι ἔκαμαν τὴν κατάστασιν ἐκείνην διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς ὅλους τοὺς πρόσφυγας καὶ ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους ἕνεκα τῆς αἰσθηματικῆς αὐτῆς περιποιήσεως νὰ διώξῃ τοὺς πρόσφυγας, καὶ ἐνῷ ἐδώκαμεν ποσὸν 200,000 δραχμῶν δι’ ἓν χωρίον τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἐγκατάστασίν του, θέλομεν ἄλλας 200,000 διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους. Μήπως δὲν εἴπομεν εἰς αὐτοὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι τὸ μέρος τὸ ὁποῖον ἐκλέγουσι διὰ νὰ ἐγκατασταθῶσι δὲν εἶναι ὑγιεινόν, διότι εἶναι ἕλος; Ἐκεῖνοι ἐπέμενον καὶ μετέβησαν καὶ ἐγκατεστάθησαν ἐκεῖ. Ἀφοῦ δὲ ἐδαπανήθησαν ἓν ἕως δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν, τώρα ζητοῦνται διακόσιαι χιλιάδες, θὰ χρειασθῶσι δὲ καὶ ἄλλαι διακόσιαι δι’ ἀποξήρανσιν ἑλῶν, αἵτινες καὶ αὗται δὲν θὰ φθάσωσι, διότι γνωρίζω ἐγὼ ὅτι πρὸς ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους αὐτοῦ ἀπαιτεῖται ἓν ἑκατομμύριον.
§238Λ. Θ. Ρ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Κατὰ τί σᾶς βλάπτει;
§239Δ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Καὶ κατὰ τί μᾶς ὠφελεῖ; Ἡμεῖς ἐπὶ ἓξ μῆνας εἰς δύο δήμους τῆς ἐπαρχίας μας δὲν δυνάμεθα νὰ συγκοινωνήσωμεν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ καρπὸν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποθηκεύσωμεν, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη. Εἶναι λοιπὸν νὰ μὴ ὁμιλῇ τις;
§240Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀληθῶς ἀπορῶ δι’ ὅσα ἤκουσα τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι τὸ δυστυχὲς ἔθνος δαπανᾷ καθ’ ἑκάστην μόνον καὶ μόνον διὰ μίαν ἰδέαν. Ὅτε δὲ τοσαῦτα ἑκατομμύρια ἐδαπανήθησαν ὑπὸ τοῦ ἔθνους καὶ διὰ τὸν σκοπὸν αὐτὸν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἔφθασε τὸ ἔθνος αὐτὸ εἰς τὸ χεῖλος τῆς καταστροφῆς, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὅτι δὲν πρέπει νὰ τοὺς διατηρήσωμεν; Ὅτε βλέπομεν ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ φεύγουσιν ἀπὸ τὴν καταστροφήν, ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἐρχώμεθα νὰ λέγωμεν πρὸς αὐτοὺς; σήμερον τί σᾶς χρεωστοῦμεν νὰ μᾶς βασανίζητε; Δὲν τοῖς χρεωστοῦμεν βεβαίως τίποτε, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἠρχίσαμεν καὶ ἐδαπανήσαμεν τόσα ἑκατομμύρια, καίτοι τὸ ἔθνος ἡμῶν εὑρίσκεται εἰς τὸ χεῖλος τῆς καταστροφῆς, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται νὰ μὴ ἐνισχύσωμεν τὴν φιλοξενίαν αὐτῶν καὶ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸν θάνατον καὶ ὄχι τὴν ζωήν. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα καὶ τὸ μόνον δίκαιον, νὰ λάβωμεν ὑπὲρ αὐτῶν μέτρα σωτήρια.
§241Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποκατασταθῶσί τινα πράγματα εἰς τὴν ἀκρίβειάν των. Λυποῦμαι, διότι ὁ ἐντιμότατος συνάδελφος ἐκ Καρδίτσης κ. Τερτίπης, ὅστις ἔδωκε τὸ παράδειγμα τοῦ ὑπὲρ τῶν ὑποδούλων ἀγῶνος καὶ ἐτιμήθη ἐν τῷ ἀγῶνι, σήμερον ἀσχολεῖται νὰ καταπολεμήσῃ μέτρον εὐεργετικὸν ὑπὲρ τῶν ὑποδούλων. Δὲν θὰ ἦτο παράδοξον, ἐὰν ἡ καταπολέμησις αὕτη ἐγίνετο παρ’ οἱουδήποτε ἄλλου, εἶναι ὅμως παράδοξον, διότι γίνεται παρὰ τοῦ μαχητοῦ τῶν Θεσσαλικῶν πεδίων, ὅστις ἠγωνίσθη καὶ ἐκινδύνευσε καὶ ἐτιμήθη ἐν τῷ ἀγῶνι. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ἡ ἑξῆς. Διὰ τὴν νέαν Ἀγχίαλον ἐδαπανήθησαν ἓν ἕως δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς ἐξαγορὰν τῶν κτημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγκατεστάθησαν οἱ Ἀγχιαλῖται. Νομίζω, ὅτι ὁ νόμος περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν Ἀγχιαλιτῶν λέγει καὶ τοῦτο, ὅτι προκαταβολικῶς τὸ Δημόσιον χρεοῖ τοὺς κατοίκους, οἱ δὲ κάτοικοί εἰσι χρεωμένοι κατὰ τὰς μερίδας των. Λοιπὸν τὸ Δημόσιον δὲν ἔκαμε δωρεάν, ἀλλὰ προκαταβολικῶς τὸ Δημόσιον ἐδάνεισε καὶ δανεῖσαν ἐνέγραψεν ὑποθήκην ἐπὶ τῶν μερίδων τῶν Ἀγχιαλιτῶν. Τώρα θέλουσιν οἱ κ. συνάδελφοι νὰ μὴ δαπανηθῇ τὸ ποσὸν τῶν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, οἱ δὲ ἄνθρωποι νὰ ζῶσι μέσα εἰς τὰ ἕλη καὶ νὰ μὴ ἐργάζωνται. Ἀλλὰ, ἐὰν γίνῃ τοῦτο, τότε πόθεν θὰ εἰσπράξῃ τὸ ἀντίτιμον τῶν λιβαδίων, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὸ Δημόσιον, πῶς θὰ πληρωθῇ τὸ δάνειον; Τὸ Δημόσιον κινδυνεύει νὰ μεταβάλῃ εἰς νεκροταφεῖον τὴν νέαν Ἀγχίαλον καὶ νὰ χάσῃ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔδωκε. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τὸ πρακτικόν. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλο ζήτημα. Χάριν τῶν Ἀγχιαλιτῶν ἐλθόντων ἐνταῦθα ἡ Κυβέρνησις ἐκαθάρισεν ἢ μᾶλλον ἔλυσε τὸ ἀπὸ τόσων ἐτῶν μένον ἄλυτον ζήτημα τὸ Θεσσαλικόν. Διότι χάριν τῶν Ἀγχιαλιτῶν καὶ τῶν λοιπῶν προσφύγων ἐλήφθη ἀπόφασις νὰ δαπανηθῶσιν τὰ εἴκοσιν ἑκατομμύρια, μὴ λησμονεῖτε ὅμως, ὅτι ἐκ τῶν εἴκοσιν ἑκατομμυρίων διὰ τοὺς Ἀγχιαλίτας ἐδαπανήθη καὶ μέγα μέρος διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἀστικῆς ἐλευθερίας τῶν πολιτῶν Θεσσαλῶν, τοὺς ὁποίους οὐδεμία φωνὴ ἦτο ἱκανὴ νὰ σώσῃ. Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἡ φλόξ, τὸ πῦρ τῶν Βουλγάρων διὰ νὰ ἐξυπνήσῃ τὸ αἴσθημα τῆς αὐτοθυσίας ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ λυθῇ τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα. Ὠφελήθητε καὶ ὑμεῖς καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὁμιλῆτε ἐναντίον, ὅταν πρόκειται περὶ παροχῆς μέρους ἐκ τῆς περιθάλψεως πρὸς τοὺς Ἀγχιαλίτας καὶ νὰ φωνάζητε διὰ τὴν Θεσσαλίαν, ἀφοῦ ἡ Θεσσαλία ὠφελήθη ἀπὸ τὴν κατάστασιν αὐτήν.
§242Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν θὰ κακίσω τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐζήτησε τὴν πρόταξιν τοῦ περὶ οὗ πρόκειται νομοσχεδίου, οὔτε τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται, ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν των καὶ ζητοῦσιν ἐπίσης ν’ ἀποξηρανθῶσι τὰ ἕλη. Πρέπει ὅμως νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ὑπάρχουσιν ἕλη, τὰ ὁποῖα μαστίζουσιν ὁλοκλήρους συνοικισμούς, ὁλοκλήρους δήμους. Ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ π. χ. νομῷ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λακεδαίμονος, ὑπάρχει ἕλος τὸ ὁποῖον μαστίζει τρεῖς ὁλοκλήρους δήμους, καὶ αὐτὴ δὲ ἡ πόλις τοῦ Γυθείου πάσχει ἀπὸ πυρετούς. Νομίζω ὅτι χάριν μιᾶς γενικωτέρας ἰδέας, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος, πρέπει νὰ γίνῃ καὶ αὐτὴ ἡ παραχώρησις μεταξὺ τῶν ἄλλων θυσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, ἵνα μὴ ἀπελπίσωμεν καὶ ἄλλους μακρὰν ἡμῶν εὑρισκομένους καὶ σκεφθῶσιν ἄλλως παρ’ ὅ,τι ἐσκέπτοντο. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ εἰς τὴν ζημίαν ἡ ὁποία προέρχεται, καὶ ἡ ζημία αὕτη φρονῶ ὅτι προέρχεται ἀπὸ τὴν Θεσσαλίαν, δαπανῶντος τοῦ Δημοσίου. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κ. συνάδελφοι νὰ μὴ εἴπω περισσότερα, διότι τὸ Κράτος οὐκ ὀλίγα ἔχει δαπανήσει εἰς ὄφελος ὁλοκλήρου τῆς Θεσσαλίας. Τὰ ὀφέλη ἐκεῖνα τὰ εἶχον οἱ διάφοροι κάτοικοι, οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωνον ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅ,τι ἐπλήρωνον οἱ ἄλλοι. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὁ καιρὸς κατάλληλος νὰ ὁμιλῶμεν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν διὰ τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι πρόκειται περὶ γενικωτέρου συμφέροντος.
§243Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῶν περιστάσεων.
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀκολουθοῦμεν τὴν σειρὰν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μορφώσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι...
§245Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ὀρθὸν εἶναι αὔριον νὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ τέσσαρα νομοσχέδια, διὰ νὰ διατυπωθῶσι παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὥστε κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ δώσῃ τὴν λύσιν αὐτῶν.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§247ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τίνος πρόκειται;
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ μορφώσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς.
§249ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἂς ἀναβληθῇ αὐτό, διὰ νὰ ἔλθωσι καὶ τὰ τέσσαρα νομοσχέδια εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§250Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὔριον ἂς τεθῶσι πρῶτα.
§251ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τότε νὰ ψηφίσωμεν τὸ περὶ οἰνοπνεύματος.
§252Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν δεκάτην τῆς νυκτὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν τὸ περὶ οἰνοπνεύματος.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγραφῆς ἐτησίας συνδρομῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους εἰς Γυμνάσια, Ἐμπορικὰς σχολάς, τὴν Ἱστορικὴν καὶ Ἐθνολογικὴν Ἑταιρείαν καὶ τὸν Σύλλογον τῶν Ὠφελίμων Βιβλίων».
§254Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μὴ λησμονήσῃ τὴν Χριστιανικὴν Ἑταιρείαν.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν.
§256Κ. ΓΕΡΟΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ καταθέσῃ πίνακα ἐμφαίνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν μαθητῶν τῶν φοιτώντων εἰς τὰς Ἐμπορικὰς σχολάς, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται καὶ τὸ βοήθημα.
§257Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐν ταὐτῷ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὴν Ἐμπορικὴν σχολὴν Βόλου, περὶ τῆς ὁποίας οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐκ Βόλου ὑπέβαλον πρότασιν νόμου καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη, διότι ἦτο δικαιοτάτη καὶ λογική. Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον, διατί νὰ μὴ συμπεριληφθῇ καὶ διάταξις περὶ τῆς ἐν Βόλῳ Ἐμπορικῆς σχολῆς, διὰ τοῦτο καὶ ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν, ἵνα ψηφισθῇ κατὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς προνομίου κατασκευῆς σακχάρεως ἐκ σταφιδοκάρπου ἢ σταφυλῶν».
§259Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ συζητηθῇ.
§260ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, διότι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι συμβάσεως τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, ἡ ὁποία δύναται νὰ γεννήσῃ πολλὰ πράγματα. Μοὶ εἶπον, ὅτι ὑποβάλλεται τροπολογία διὰ τῆς ὁποίας παρακάμπτεται ὁ σκόπελος αὐτός, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν μελετήσω προηγουμένως.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 38. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως διαφόρων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον). Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρομικῶν διακλαδώσεων, 1ον) ἀπὸ τῆς ἐν τῇ πόλει Μεσολογγίου πλατείας Βότσαρη μέχρι τοῦ ἐν τῇ αὐτῇ πόλει σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ καὶ 2ον) ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ Αἰτωλικοῦ, διὰ μέσου τῆς πόλεως Αἰτωλικοῦ, διὰ τῆς κωμοπόλεως Νεοχωρίου μέχρι τῆς ἔναντι τῆς κωμοπόλεως Κατοχῆς ὄχθης τοῦ Ἀχελῴου ποταμοῦ». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον). Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως περὶ τροποποιήσεως τῆς ἀπὸ 4 Ἰουλίου 1895 συμβάσεως, κυρωθείσης διὰ τοῦ νόμου ΒΤΜΑʹ τῆς 7 Αὐγούστου 1895, περὶ τῆς χρήσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς πλάτους 0μ. 75 ἐκ Καλαβρύτων εἰς Διακοφτὸν καὶ περὶ παραχωρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς κατασκευασθησομένης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης ἢ Τριπόλεως–Σπάρτης–Γυθείου».
§262Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αἱ λέξεις «Σπάρτης–Γυθείου» καὶ προστεθῶσι «Τριπόλεως–Σπάρτης–Γυθείου». Ἔπειτα τὸ προνόμιον τὸ χορηγούμενον εἰς τὴν ἑταιρείαν τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου δεσμεύει τὸν ἀνταγωνισμὸν, διότι ἡ σύμβασις τῶν 4.000.000, ἅτινα δίδονται εἰς αὐτὴν μετὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν, δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἄλλην ἑταιρείαν ν’ ἀνταγωνισθῇ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα νὰ προτιμᾶται μὲν ἡ Ἑλληνικὴ ἑταιρεία, ἀλλ’ ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἐὰν δὲν παραδεχθῇ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν καὶ ν’ ἀναπτύξω περὶ τίνος πρόκειται, διότι τὸ Δημόσιον οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ὠφέλειαν, ἐὰν ψηφισθῇ τοιουτοτρόπως τὸ νομοσχέδιον.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγκροτήσεως τοῦ πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἀπαιτουμένου ἀνωτάτου δικαστικοῦ Συμβουλίου».
§264Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα καταρτισθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑποβληθεισῶν τροπολογιῶν ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς».
§266Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπεσύρθη.
§267Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ὄχι. Θὰ ψηφισθῇ, καὶ θ’ ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν εἶναι προσωπικὸν καὶ ὅτι οὐδὲν Κράτος τοῦ κόσμου ὑπάρχει τὸ ὁποῖον νὰ μὴ τὸ ἔχῃ ἐφαρμόσει.
§268Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κράτη χρεοκοπημένα δὲν πρέπει νὰ δίδωσι χρήματα εἰς μερικοὺς προνομιούχους.
§269Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ποῖος εἶναι χρεοκοπημένος;
§270Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κράτη εἶπον χρεοκοπημένα.
§271Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Θὰ συζητηθῇ αὐτὸ αὔριον.
§272Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι τὸ ἀποσύρει.
§273Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δηλώσῃ ἂν ἀποσύρει τὸ νομοσχέδιον ἢ ὄχι.
§274ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι.
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 44.
§276Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι εἰς τρίτην συζήτησιν καὶ εἰς τοιαύτην ὥραν δὲν δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν τὰ τῆς τρίτης ἀναγνώσεως.
§277ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 49.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας προκαταβολῶν εἰς τοὺς πρὸς διεξαγωγὴν βουλευτικῶν καὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν διοριζομένους ἀντιπροσώπους τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον).
§279Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 60.
§280Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 60; Ὄχι.
§281ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύομεν τὴν συνεδρίασιν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 10 καὶ 10′ μ. μ.).