1909.12.12
2.589 στίχοι · 19.962 λέξεις · 153 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 60.
τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1909.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ ὥρᾳ 5,30′ μ.μ. παρόντων 92 Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ ἑξῆς ἔγγραφον. «Πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων. Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ σημερινῶν Β. Διαταγμάτων δημοσιευθέντων αὐθημερὸν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 291 φύλλου τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως ηὐδόκησε: 1) Ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παραίτησιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ κ. Λεωνίδου Λαπαθιώτου, ἀντισυνταγματάρχου τοῦ πυροβολικοῦ· 2) Ν’ ἀναθέσῃ εἰς ἡμᾶς προσωρινῶς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργείου· 3) Ν’ ἀπαλλάξῃ ἡμᾶς τῆς προσωρινῆς διευθύνσεως τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου· καὶ 4) Ν’ ἀναθέσῃ προσωρινῶς τὴν διεύθυνσιν τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργείου εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως Ὑπουργὸν κ. Παναγιώτην Θ. Ζαΐμην. Ὁ Πρόεδρος Κ. Π. Μαυρομιχάλης» Ὁ κ. Θ. Ῥετσίνας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων τοῦ δασμολογίου». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 611). Ὁ κ. Ἰ. Μπακόπουλος ὑποβάλλει ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Βερζοβᾶ τῆς Κορίνθου διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος κλπ». Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς ἀναφοράς· Οἱ φαρμακέμποροι Κεφαλληνίας παρακαλοῦσιν, ὅπως εἰς τὸ ὑποβληθὲν περὶ φαρμακείων νομοσχέδιον περιληφθῇ διάταξις καθ’ ἣν νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς ἤδη διατηροῦντας φαρμακεμπορεῖα ἡ διατήρησις αὐτῶν ὡς φαρμακείων ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν διπλωματούχου ἰατροῦ· Οἱ ὑποδιδάσκαλοι Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς παρακαλοῦσιν, ὅπως καὶ οἱ ὑποδιδάσκαλοι ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον «περὶ συντάξεων»· Ἐπιτροπὴ τῆς κωμοπόλεως Ἰτέας παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ μεταποιουμένου σίτου»· Ὁ σύνδεσμος τῶν Ἀρκάδων δημοδιδασκάλων παρακαλεῖ, ὅπως ὑποβληθῶσι καὶ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια πρὸς βελτίωσιν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως· Ἐπιτροπὴ τῶν ἐφημερίων Ἄργους παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων»· Οἱ ὑποδιδάσκαλοι τοῦ δήμου Καλλιέων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ὑποδιδασκάλων εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων». Οἱ φοιτηταὶ τῆς Ἰατρικῆς κ. Ν. Πετρούλιας καὶ Β. Σιαχάμης καταγόμενοι ἐκ τοῦ παθόντος ἐκ τῶν σεισμῶν χωρίου Χάβαρι τῆς Ἀμαλιάδος παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ ἀνανέωσις τῆς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον ἐγγραφῆς των ἀτελῶς· Ὁ δημοδιδασκαλικὸς σύνδεσμος Χανίων παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῶσι μέτρα πρὸς ἀνύψωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως· Ἐπιτροπὴ τῶν ἐφημερίων Λευκάδος παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν»· Ὁ κτηματικὸς σύλλογος Διαβολιτσίου παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια «περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος» καὶ «καταργήσεως τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ἀμπέλων»· Ἐπιτροπὴ τῆς πόλεως Ἰθάκης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ μεταποιουμένου σίτου»· Ἐπιτροπὴ τῶν ἱερέων τῶν δήμων Κυπαρισσίας, Αὐλῶνος, Τριπύλης καὶ Δωρίου παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν»· Πολῖται Ζακύνθου παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ μεταποιουμένου σίτου». Ὁ δήμαρχος Ἐλιοῦ ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Πρόννων. Ὁ Κλῆρος τοῦ δήμου Φλεσιάδος παρακαλεῖ, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων». Ὁ δήμαρχος Ναυπλιέων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου, ὅπως μὴ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια «περὶ φόρου καταναλώσεως ἀσετυλίνης» καὶ «μονοπωλίου τῆς σακχάρεως»· Οἱ πρόεδροι 29 συνδέσμων ἐν Πάτραις ἀποτελούντων σύμπραξιν παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ τὸ ἀνορθωτικὸν ἔργον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν θεσμῶν τῆς χώρας καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος· Ὁ Κλῆρος Οἰχαλίας παρακαλεῖ, ὅπως κατὰ προτίμησιν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημεριῶν»· Ὁ δήμαρχος Ἀδάμαντος ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου ὑπὲρ τῆς μὴ συγχωνεύσεως τοῦ δήμου τούτου· Οἱ εἰς συλλαλητήριον συνελθόντες σμυριδωρύκται τοῦ δήμου Τραγέας τῆς Νάξου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις ἐξορύξεως σμύριδος ἐκ τοῦ ὀρυχείου Κοζακῆς· Ἐπιτροπὴ τῆς πόλεως Ἀμφίσσης παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ μεταποιουμένου σίτου»· Πολῖται Μεσολογγίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ δασῶν» ἢ τούτου μὴ ὄντος δυνατοῦ ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ νέον νομοσχέδιον περιλαμβάνον τὰς διατάξεις τοῦ πρώτου περὶ προστασίας τοῦ βαλανιδίου· Ἐπιτροπὴ τῶν διδασκαλισσῶν τοῦ νομοῦ Τρικκάλων παρακαλεῖ, ὅπως εἰς τὰς διδασκαλίσσας ἀπονέμηται σύνταξις μετὰ 15ετῆ ὑπηρεσίαν· Ὁ Κλῆρος Κεφαλληνίας παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων· Ὁ δήμαρχος Πρόννων τῇ ἐντολῇ καὶ τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἀθ. Τυπάλδου (Μπασιᾶ «περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας τῆς νήσου Κεφαλληνίας»· Ὁ ἐν Πάτραις πολιτικὸς σύλλογος «Κέντρον» παρακαλεῖ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐργασίας της πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἀρξαμένου ἐθνικοῦ ἔργου· Ὁ Κλῆρος τοῦ δήμου Ἐράνης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων»· Ὁ δήμαρχος Λευκιμμαίων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Λευκίμμης· Οἱ ἱερεῖς τοῦ δήμου Ἀετοῦ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων»· Οἱ ἱερεῖς Ἀνδανίας τῆς Μεσσήνης παρακαλοῦσιν, ὅπως κατὰ προτίμησιν ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων»· Οἱ ὑποδιδάσκαλοι Μεσσηνίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁ κλάδος των ὑπαχθῇ εἰς τὸν νόμον «περὶ συντάξεων»· Ἐπιτροπὴ τῆς πόλεως Ἄρτης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ μεταποιουμένου σίτου»· Οἱ ἱερεῖς τοῦ δήμου Σκιλλοῦντος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων». Θὰ σᾶς παρακαλέσω, Κύριοι, ἐὰν θέλητε, ν’ ἀρχίζωμεν ἀπὸ τῆς Δευτέρας κατὰ τὴν 10ην πρὸ μεσημβρίας μέχρι τῆς 12 καὶ 30′, νὰ διακόπτωμεν καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα κατὰ τὴν 5ην μ. μ. μέχρι τῆς ἑσπέρας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ τέλους ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει μελέτης τοῦ δικηγορικοῦ συλλόγου Ἀθηνῶν. Ὑποβάλλω προσέτι νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ διαθέσεως καὶ διανομῆς ἐθνικῶν γαιῶν». Ἐξευρέθη τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν καὶ οἱ δηλωταὶ νὰ μὴ ὑφίστανται τὰ βάσανα τὰ μέχρι τοῦδε, ἕως οὗ κατορθώσωσι νὰ λάβωσι παραχωρητήριον, νὰ γίνῃ ἐκκαθάρισις τῶν γαιῶν, νὰ δηλώσωσι καὶ νὰ μεταβληθῶσιν εἰς κυρίους, καὶ τὸ Δημόσιον νὰ εἰσπράττῃ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν ζητεῖ τις τὸν λόγον; Οὐδείς. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἱσπανίας συμβάσεως περὶ διαιτησίας». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Δημήτριος». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον).
§4Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὑπ’ αὔξοντα ἀριθ. 76 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει ἀναγραφῆ πρότασις νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς στρεμματικῆς φορολογίας τῶν ἀμπέλων», τὴν ὁποίαν ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου ὑπεγράψαμεν καὶ ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ἐσχηματίσθη ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθησαν τὰ νομοσχέδια περὶ φορολογίας τοῦ οἴνου, περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος καὶ περὶ ἀφέσεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῶν ἀμπέλων ἀπὸ τοῦ 1911, ἡ δὲ πρότασις ἡμῶν ζητεῖ τὴν ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τοῦ 1910, παρακαλῶ τὴν πρότασιν αὐτὴν νὰ παραπέμψητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅπως τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φόρου καταναλώσεως ἀσετυλίνης». Ὁ κ. Κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§6Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον ἐπιβάλλει αὔξησιν τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ διὰ τῆς ἀσετυλίνης. Ὡς εἶναι γνωστόν, ὁ φωτισμὸς αὐτὸς εἶναι ὁ πενιχρότερος τῶν φωτισμῶν, εἶναι ὁ φωτισμὸς τῶν πτωχοτέρων τάξεων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, οὐχὶ τόσον διὰ τὸ εὔωνον αὐτοῦ, διότι ὁ τοῦ οἰνοπνεύματος εἶναι εὐωνότερος, ὅσον διὰ τὰς ἄλλας αὐτοῦ φωτιστικὰς καὶ συμφυεῖς πρὸς τὰς λαϊκὰς ἀνάγκας ἀρετάς. Ὅπως ἐκτιμήσητε κατ’ ἀξίαν τὸ νέον ἐπιτιθέμενον βάρος ἐπὶ τοῦ εἴδους τούτου τοῦ φωτισμοῦ, ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ φέρω παρατηρήσεις τινὰς βραχείας, καθόσον τὸ νομοσχέδιον δὲν συνοδεύει δυστυχῶς δικαιολογητικὴ ἔκθεσις ἀνταξία τῶν βλέψεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Βουλῆς, πρὸς τὴν ὁποίαν προσάγεται. Δικαιολογητικὴ ἔκθεσις καὶ νομοσχέδιον ἀποτελοῦσι τὸ μικρὸν τοῦτο τεμαχίδιον χάρτου, ἀληθῶς ἐλεεινὸν καὶ ἀξιοδάκρυτον κουρελόχαρτον. Οὐδεμία πληροφορία ὑπάρχει ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ πρὸς διευκρίνησιν καὶ λύσιν πολλῶν ἐγειρομένων ἀποριῶν. Εἶναι λυπηρόν, ὅτι πάσχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ταύτην τὴν ἔλλειψιν, καθόσον τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ συνοδεύωνται πάντοτε μετ’ ἐκθέσεως λεπτομεροῦς ἀναγραφούσης πάντας τοὺς λόγους καὶ τὰς σχετικὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ καταστήσωσιν ἀποδεκτὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὴν ψήφισιν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου. Πρέπει ἆρά γε νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι τοιαῦται ὑπουργικαὶ ἀγρυπνίαι περὶ τῶν ὁποίων μανθάνομεν καθ’ ἑκάστην παρὰ τῶν συναδέλφων κατέληξαν εἰς τόσον πενιχρὰ ἀποτελέσματα; Καὶ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ὅλη ἐκείνη ἡ προσπάθεια, ὅπως πιστεύσῃ ὅλος ὁ κόσμος ὅτι πρόκειται περὶ μεγάλου σχεδίου καὶ συστήματος οἰκονομικοῦ, δὲν φέρουσιν ἄλλα ἀποτελέσματα παρὰ τὴν σύλησιν τάφων κεκονιαμένων, ἀληθινὴν φορολογικὴν ἀρχαιοκαπηλίαν χάριν τῶν ὁποίων ἀποσύρονται ἀπὸ τὰ συρτάρια διάφορα νομοσχέδια καὶ προσάγονται ἐν τάξει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ μετασχηματισθῶσιν εἰς νόμους τοῦ Κράτους; Δὲν γινώσκω. Ἐν τούτοις, ὅπως ἐννοήσητε τὸ βάρος, ἐπαναλέγω, τῆς ἐπιτιθεμένης φορολογίας, πρέπει ν’ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι κατὰ τὸ ἰσχῦον νῦν δασμολόγιον ἡ ὀκᾶ τοῦ ἀνθρακασβεστίου, ἐκ τοῦ ὁποίου παράγεται ὁ φωτισμὸς τῆς ἀσετυλίνης, πληρώνεται σήμερον δέκα λεπτά, διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου αὐξάνει ὁ φόρος αὐτοῦ εἰς τὸ τετραπλάσιον, διότι προστίθενται ἕτερα τριάκοντα λεπτά. Πρέπει ἐπίσης ν’ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ἡ ἀγοραία ἀξία ἑνὸς τόννου ἀνθρακασβεστίου τιμᾶται 100 δραχμάς, ἐνῷ ὁ τόννος αὐτὸς εἰσαγόμενος ἐν Ἑλλάδι καὶ δασμολογούμενος διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ψηφιζομένου θὰ πληρώνηται ἀντὶ 320 δραχμῶν, δηλαδὴ ὁ φόρος ἀναλογεῖ διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἰς 320%. Πρὸ ὀλίγων μόλις ἡμερῶν, ἐκθέτων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ οἰκονομικὸν αὑτοῦ πρόγραμμα, ἔλεγε μετὰ πολλῆς ἐμφάσεως καὶ στομφολογίας ἐπὶ λέξει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Παρ’ ἡμῖν ἀνετράπησαν ἐντελῶς οἱ ἀλλαχοῦ κρατοῦντες φορολογικοὶ ὅροι κλ».
§7Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ποῖος τὰ ἔλεγεν αὐτά;
§8Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὁμιλῶ καὶ ἐγώ. Ἔλεγε προσέτι· «Εἶναι καιρὸς ν’ ἀνακουφίσωμεν τὸν λαὸν κατὰ τὸ δυνατόν κλπ.». Ταῦτα ἔλεγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔρχεται καί, ἀντὶ νὰ ἐλαφρώσῃ τὸν μικρὸν λαὸν κατὰ τὰς ἰδέας του, ἔρχεται καὶ τετραπλασιάζει διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ λαϊκοῦ τούτου φωτισμοῦ, ἐπὶ τοῦ φωτισμοῦ τῶν πτωχοτέρων τάξεων τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας! Καὶ δύναται νὰ ἐρωτήσῃ τις πῶς τόσον ταχέως ἐλησμονήθη τὸ περίφημον ἐκεῖνο πρόγραμμα. Δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι τὸ εἰκοστὸν ἢ τὸ τριακοστὸν τῶν προγραμμάτων τὰ ὁποῖα ἐφιλοπόνησεν ὁ φιλόπονος αὐτὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ διαφόρους καιροὺς καὶ περιστάσεις. Εὑρίσκω ὅμως, ὅτι ἡ μεταβολὴ τῆς γνώμης αὐτοῦ εἰς τόσον βραχὺ διάστημα χρόνου δὲν δύναται νὰ δικαιολογηθῇ οὔτε μὲ τὰ περίφημα βώδια τοῦ μακαρίτου Βίσμαρκ. Τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἠκούσατε. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄντικρυς ἀναίρεσις τοῦ προγράμματος ἐκείνου καὶ ἑπομένως κατ’ αὐτὸν τοῦτον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δὲν πρέπει νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐπανηγύρισεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς ἀπαρχὴν γενικωτέρας καὶ πεφωτισμένης μερίμνης ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλά, ἂν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου φορολογεῖται ὁ φωτισμός, γίνεται καὶ ἕτερόν τι κακόν. Φορολογεῖται τὸ ἀνθρακασβέστιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι μόνον χρήσιμον διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ φωτός, ἀλλ’ εἶναι χρήσιμον καὶ διὰ τὴν γεωργίαν, διότι χρησιμεύει ὡς πρωτίστη ὕλη πρὸς παραγωγὴν ἀνθρακασβεστούχων λιπασμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι πεπρωμένον νὰ φέρωσιν εἰς τὴν γεωργίαν τοιαύτην εὐεργετικὴν ἀναστάτωσιν, οἵαν ἔφερεν ὁ ἀτμὸς εἰς τὴν ναυτιλίαν. Διὰ τῶν λιπασμάτων τούτων δύναται ἀληθῶς ἡ πάσχουσα, ἡ φθισιῶσα γεωργία νὰ ἴδῃ ἡμέρας ἀνακουφίσεως. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν μὴ εἰσαγωγὴν ἀνθρακασβεστίου ἐν τῷ τόπῳ πρὸς παραγωγὴν λιπασμάτων καὶ πρὸς παραγωγὴν ἐν τῷ τόπῳ ἀνθρακασβεστίου. Διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι πρὸ ὀλίγου καιροῦ συνεστάθη ἐν Ἑλλάδι παρὰ τῷ Γοργοποτάμῳ Ἀγγλοϊταλικὴ ἑταιρεία, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει τὴν παραγωγὴν τοῦ ἀνθρακασβεστίου, χρησιμοποιουμένης μεγάλης πτώσεως ὕδατος εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ἐννοεῖται ὅτι διὰ τῆς φορολογίας ταύτης ἐκ τῆς καταναλώσεως ἡ ἑταιρεία δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ ἐργασθῇ, καὶ εὐθὺς ἀμέσως κλείεται ἓν ἐργοστάσιον χρησιμώτατον διὰ τὸν τόπον ἡμῶν καὶ προωρισμένον νὰ φέρῃ ὠφελείας.
§9Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἤδη ἐργοστάσιον ἐκεῖ;
§10Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετ’ ὀλίγους μῆνας θὰ λειτουργήσῃ· ἡ ἐγκατάστασις ἐγένετο πρὸ πολλοῦ ὑπὸ τῆς συσταθείσης Ἀγγλοϊταλικῆς ἑταιρείας, μετ’ ὀλίγους μῆνας δὲ θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν παραγωγὴν ἀνθρακασβεστίου ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν. Εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, ὅπου ἡ φορολογία μελετᾶται ἐπιστημονικώτερον καὶ προσεκτικώτερον, πᾶσα προσπάθεια καταβάλλεται καὶ φροντίς, ὅπως μὴ θιχθῇ ἡ βιομηχανία, ὅπως μὴ θιχθῶσι συμφέροντα τῆς χώρας. Εἶναι γνωστὸς ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλγαρικῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος παρέχει μεγίστας εὐκολίας εἰς πάντας. Ὁ νόμος αὐτὸς ἀπαλλάσσει πολλὰ εἴδη ἐργοστασίων, ἐν οἷς καὶ τὰ ἐργοστάσια τὰ παρέχοντα φαρμακευτικὰ καὶ χημικὰ προϊόντα, πάσης φορολογίας τοῦ Κράτους ἐπὶ 15 ἔτη ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως αὐτῶν, ἀπαλλάσσει αὐτὰ τοῦ ἐγγείου φόρου, τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος, τῆς πρὸς στράτευσιν ὑποχρεώσεως καὶ τῶν προσθέτων φόρων, οἵτινες προβλέπονται ἢ ἤθελον προβλεφθῇ εἰς τὸ Κράτος. Τὰ συμβόλαια τῶν ἐργοστασίων τούτων ἀπαλλάσσονται τοῦ χαρτοσήμου. Πλὴν δ’ αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ ἄλλη σωρεία εὐκολιῶν, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουσι νὰ ἐνισχύσωσι τὴν βιομηχανικὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου. Παρ’ ἡμῖν συμβαίνει ὅλως τὸ ἀντίθετον, φέρομεν ἓν τεμάχιον ἀμελέτητον, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν τὸν λαὸν καὶ δι’ αὐτοῦ νομίζομεν ὅτι νομοθετοῦμεν σπουδαίως, ὅ,τι δ’ ἔχομεν ἐν τῷ κρανίῳ ἡμῶν διὰ φορολογίαν ζητοῦμεν νὰ τὸ νομοθετήσωμεν. Ἐὰν ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θὰ καταστρέψητε μίαν βιομηχανίαν σπουδαιοτάτην ἐν τῷ τόπῳ ἡμῶν, ἐνῷ συγχρόνως θὰ πολλαπλασιάσητε τὴν φορολογίαν τοῦ φωτισμοῦ τῶν πτωχοτέρων τάξεων, τοῦ φωτισμοῦ τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ ποιμὴν καὶ ὁ πανδοχεὺς ἐν τῷ χωρίῳ του.
§11Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ ὁ καστανᾶς.
§12Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πᾶς πωλητὴς πλανόδιος, διότι εἶναι φωτισμὸς εὔκολος· δὲν χρειάζεται ἀμίαντον καὶ ἑπομένως εἶναι φωτισμὸς εὔωνος εἰς τὰς πτωχὰς τάξεις. Ἀλλὰ θὰ καταστρέψητε συγχρόνως καὶ πολλὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι φωτίζονται διὰ τοῦ φωτισμοῦ τούτου τῆς ἀσετυλίνης. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου δι’ ἀσετυλίνης φωτίζονται τὸ Ναύπλιον, ἡ Λευκάς, ἡ Ἰτέα, τὸ Ἀγρίνιον καὶ ἄλλαι δύο πόλεις, δηλαδὴ φωτίζονται 4–5 πόλεις, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι οἱ ἐργολάβοι οἱ ἀναλαβόντες τὸν φωτισμόν, αὐτοὶ θὰ παύσωσιν ἀμέσως. Φέρω ὡς παράδειγμα τὸν φωτισμὸν τῆς πόλεως Ναυπλίου, ἡ ὁποία εἶναι μία ἐκ τῶν δευτερευουσῶν πόλεων τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ἐργολάβος ἔχει ἀναλάβει τὸν φωτισμὸν ἀντὶ 15,000 δραχμῶν· ἐὰν ψηφισθῇ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὁ ἐργολάβος θὰ πληρώνῃ δι’ ἀγορὰν ἀνθρακασβεστίου καὶ διὰ φορολογίαν 18,000 δραχμῶν, ἐνῷ ἔχει συμβόλαια μὲ τὴν πόλιν Ναυπλίου νὰ τὴν φωτίζῃ ἀντὶ 15,000 δραχμῶν. Δηλαδὴ τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι, ὅτι θὰ πληρώνῃ ἐξ ἰδίων του ἐτησίως 3,000 δραχ., διὰ νὰ φωτίζηται ἡ πόλις Ναυπλίου. Ἐννοεῖται ὑπὸ τοιούτους ὅρους εὑρισκόμενος ὁ ἐργολάβος θὰ παύσῃ νὰ παρέχῃ φωτισμὸν καὶ ἡ πόλις θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παλαιὸν σκότος, εἰς τὸν φωτισμὸν τοῦ πετρελαίου καὶ τοῦ οἰνοπνεύματος.
§13Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μήπως ἔχετε πληροφορίας τί θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ἀπὸ τὴν φορολογίαν ταύτην;
§14Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀναφέρει πληροφορίας περὶ τῆς προσόδου ταύτης. Ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τοῦ ὁποίου ἐν παρόδῳ δὲν βλέπω ἀκόμη τὸ τεῦχος, ἐν τῇ εἰσηγήσει τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπελόγιζε νὰ εἰσπράξῃ 180,000 δραχμῶν ἀπὸ τὸν φωτισμὸν τοῦτον, ἀλλὰ δὲν θὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν θὰ εἰσαχθῇ πλέον ποσὸν ἀνθρακασβεστίου, οἷον εἰσήγετο, δὲν θὰ εἰσπράξῃ τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ Δημόσιον, θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον πιθανὸν ἀπὸ ἄλλους φωτισμούς, πιθανὸν ἀπὸ τὸν φωτισμὸν τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐν τούτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει ὅτι θὰ εἰσπράξῃ 180,000 δραχμῶν. Τὸ ἀνθρακασβέστιον δὲν εἶναι χρήσιμον μόνον διὰ τὴν γεωργίαν· τὸ ἀνθρακασβέστιον εἶναι χρησιμώτατον διὰ τὴν μεταλλουργικὴν βιομηχανίαν καὶ διήνοιξε νέους ἀληθῶς ὁρίζοντας ἐν τῇ ἐργασίᾳ ταύτῃ. Ὑπάρχουσι μηχανήματα τὰ ὁποῖα ἐργάζονται δι’ ἀσετυλίνης βοηθουμένης καὶ ὑπὸ ἄλλης χημικῆς οὐσίας. Τοιοῦτον μηχάνημα ἔφερεν ἡ ἠλεκτρικὴ ἑταιρεία καὶ πρόκειται νὰ φέρωσι τοιαῦτα πάντα τὰ ἐργοστάσια ἐν Ἑλλάδι, διότι τὸ ἀνθρακασβέστιον εἶναι ἐκ τῶν ἀπολύτων. Ἡμεῖς διὰ τῆς φορολογίας ταύτης θ’ ἀποκλείσωμεν τὴν πρόοδον ταύτην. Ὅπως θερμάνωμεν τὴν βιομηχανίαν, ἐψηφίσαμεν φόρον, διὰ τοῦ ὁποίου αὐξάνεται εἰς τὸ διπλάσιον ὁ δασμὸς τοῦ ὀρυκτοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖον μεταχειρίζονται εἰς τὰ βιομηχανικὰ ἐργοστάσια. Ἀλλὰ σήμερον αὐξάνοντες εἰς τὸ διπλάσιον τὸν φόρον τοῦ ὀρυκτοῦ ἐλαίου τοῦ ἔξωθεν εἰσαγομένου θὰ στερήσωμεν τὸ Δημόσιον πάσης ἐκεῖθεν προσόδου, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ εἰσέλθῃ τὸ ὀρυκτὸν ἔλαιον καὶ θ’ ἀναγκάσωμεν τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα ν’ ἀγοράζωσι κοινὸν ἔλαιον καὶ θὰ ὑποβληθῶσι ταῦτα εἰς δαπάνην, ἥτις δὲν θ’ ἀποτελῇ ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ἀντίρρησις ὑπάρχει κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ φόρος τοῦ ἀνθρακασβεστίου περιλαμβάνεται εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ἐμπορικὴν σύμβασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φόρος οὗτος ὁ ἄλλοτε εἰς 20 λεπτὰ ἀνερχόμενος σήμερον διὰ τῆς συμβάσεως ταύτης καταβιβάζεται εἰς 10 χρυσᾶ λεπτὰ. Τὸ νομοσχέδιον φέρει μίαν παράδοξον διατύπωσιν, ὅτι δηλαδὴ ὁ νέος φόρος τῶν 30 λεπτῶν εἶναι φόρος καταναλώσεως. Εἰς τί συνίσταται ἡ φορολογικὴ αὕτη εὐφυΐα καὶ πρωτοτυπία; Ἐὰν φέρῃ τις ἕνα τόννον ἀνθρακασβεστίου μὲ τὸ ὑπάρχον δασμολόγιον, θὰ πληρώσῃ 10 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν εἰς τὸ τελωνεῖον, μὲ τὸ νομοσχέδιον δὲ τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν θὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἐφορίαν καὶ θὰ δηλώσῃ ὅτι ἔχει ἕνα τόννον ἀνθρακασβεστίου καὶ ὅτι καταβάλλων τέλος πρὸς 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν θὰ καταβάλῃ εἰς τὸ τελωνεῖον 10 λεπτὰ χρυσᾶ καὶ θὰ παραλάβῃ τὸ ἐμπόρευμά του. Τί σημαίνουσιν ὅλα ταῦτα; Σημαίνουσιν ὅτι ἡ ὀκᾶ τοῦ ἀνθρακασβεστίου, τοῦ ὁποίου τὸ τέλος ὁρίζει ἡ Ἀγγλικὴ σύμβασις εἰς 10 λεπτὰ, αὐξάνει αὐθαιρέτως διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἰς 40 λεπτὰ. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν σύμβασιν ταύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Θιέρσος ὅτι «τὸ Κράτος πρέπει νὰ μένῃ πάντοτε τίμιος ἄνθρωπος». Δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ καταστρατηγῇ καὶ πονηρεύηται τὰς συμβάσεις· δὲν δύναται διὰ τοιούτων παραχαράξεων νὰ ἔρχηται ἄντικρυς ἐχθρὸς ὕπουλος εἰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις, εἶναι δὲ τὸ πρᾶγμα ὄχι μόνον ἀναξιοπρεπὲς ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἐπικίνδυνον, διότι βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων συνεβλήθημεν ν’ ἀδιαφορήσωσιν εἰς τοιαύτην παραχάραξιν. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν ἤθελέ ποτε ἀποβῆ νόμος τοῦ Κράτος καὶ ἤθελε ψηφισθῆ, θὰ ὑπάρξῃ τις ὁ ὁποῖος νὰ σταματήσῃ τὸ κῦρος καὶ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ. Καὶ ὁ τις αὐτὸς εἶναι ἰσχυρότερος ἀπέναντι ἡμῶν, ἀλλά, καὶ ὁ ἀνισχυρότερος ἐὰν ἦτο, ἡμεῖς δὲ τὸ μέγιστον τῶν Κρατῶν, δὲν ἔπρεπέ ποτε νὰ καταφύγωμεν εἰς τοιαύτην πονηρίαν καὶ τοιαύτην προφανῆ καταστρατήγησιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατ’ οὐδένα λόγον δύνασθε νὰ μεταβάλητε εἰς νόμον, διὰ τὸν λόγον τοῦτον τῆς Ἀγγλικῆς συμβάσεως. Δὲν δύνασθε νὰ μεταβάλητε εἰς νόμον, διότι ἀντιβαίνει καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἐπαγγελίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλώσαντος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι αὐτὸς θὰ ἐλαφρώσῃ τὰ φορολογικὰ βάρη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ὄχι ν’ αὐξήσῃ. Δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀποτελεῖ ἓν ἐμπόδιον μέγα εἰς τὴν Ἑλληνικὴν γεωργίαν, χάριν τῆς ὁποίας πρέπει καὶ εἶναι καιρὸς νὰ χρησιμοποιηθῇ τὸ ἀνθρακασβέστιον τὸ παράγον τὰ χημικὰ λιπάσματα. Δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ, διότι εὐθὺς ἅμα τῇ γενέσει ἓν μέγα βιομηχανικὸν ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ συνεισφέρῃ πολλὰς ὠφελείας εἰς τὸν τόπον, θὰ ἔλθητε διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ τὸ κλείσητε. Οὗτοι ἐν βραχυλογίᾳ δυνατῇ εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι πείθουσιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατ’ οὐδένα λόγον εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερος τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§16Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὰ καταγγελθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς εἶναι σοβαρά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσῃ, διότι θὰ ἦτο πολὺ λυπηρὸν μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἔλθῃ ὡς συνέπεια ἀναπόφευκτος Ἐπικράτειά τις καὶ νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Ἑλλάδα· δὲν ἔχεις δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃς τὸν νόμον αὐτὸν, διότι εἶναι ἐναντίος πρὸς τὴν ῥητὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν ἔρχεσαι δι’ αὐτοῦ νὰ καταστρατηγήσῃς. Προκειμένου δὲ νὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος εἰς θέσιν τόσον ἐξευτελιστικὴν νομίζω ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ δὶς καὶ τρὶς νὰ σκεφθῇ πρὶν ἢ ψηφισθῇ τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐδεμίαν λέξιν, οὐδεμίαν ἐξήγησιν δίδει ἀπέναντι τῆς τοιαύτης κατηγορίας. Ἐγὼ ἀφήνω τὰ λοιπὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, διότι εἶναι μὲν βεβαίως ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ἴσως ἐπιχειρήματα Βουλευτοῦ ἀντιπολιτευομένου, ἀντιστρατευομένου τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ λόγον, διότι ἔχομεν ἕτερον προηγούμενον. Πρὸ ἡμερῶν ἐψηφίσθη, νομίζω, νομοσχέδιον ἢ μᾶλλον δασμολογικὴ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας ἐπεβάλλετο φόρος ἐπὶ τοῦ ὀρυκτοῦ ἐλαίου καὶ ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἀμερικῆς παρουσιάσθη ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐδήλωσε πρὸς αὐτὸν ὅτι, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν δασμολογικὴν ταύτην διάταξιν, δι’ ἧς ἀποκλείεται ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ ὀρυκτοῦ ἐλαίου, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ λάβῃ αὐστηρὰ μέτρα ἐναντίον τοῦ εἰσαγωγικοῦ ἐμπορίου τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἀμερικῇ. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν πρὸ τοιαύτης ἀπειλῆς τί ἤθελεν ἀπαντήσει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ἤθελεν ἀντιτάξει ἄρνησιν; Δὲν ἀντέταξεν ἄρνησιν, ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ καταστρατηγήσῃ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ νὰ δώσῃ διαταγήν, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, εἰς τὸ τελωνεῖον νὰ μὴ εἰσπράττηται ἡ ἐπιπρόσθετος φορολογία ἡ ἐπιβληθεῖσα διὰ τοῦ τελευταῖον ψηφισθέντος νόμου. Ἐπιθυμεῖτε νὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀνάλογον θέσιν καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ψηφίζομεν; Αὐτὸ κατ’ ἐμὲ ἀποτελεῖ ἀληθῆ κυκεῶνα νομοθετικὸν καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὸ νομοσχέδιον καὶ ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις, ἂν ὄντως ἡ κατηγορία, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ἐξετόξευσεν, εἶναι βάσιμος, διότι κατ’ ἐμὲ ὄχι μόνον εἶναι βάσιμος, ἀλλὰ καὶ τὴν ἑπομένην τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου θέλει δεχθῆ τὴν ἐπίσκεψιν τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θέλουσι γίνει παραστάσεις πρὸς αὐτὸν διὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς; Οὐδείς. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1).
§18ΠΕΡ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ παραδεχθῇ, ἵνα, καθὼς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβάλει ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γούναρης, κάμῃ καὶ ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ νῦν ἐξαίρεσιν περὶ τῶν ἑταιρειῶν ἐκείνων αἵτινες διὰ συμβάσεως ἔχουσιν ἀναλάβει τὸν φωτισμὸν τῶν πόλεων.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὑποβάλει τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Σπυρίδων Δεληγιάννης ἔχουσαν ὡς ἑξῆς· «Ἀπαλλάσσεται τοῦ φόρου τούτου τὸ ἀνθρακασβέστιον τὸ εἰσαγόμενον πρὸς παραγωγὴν ἀερίου ἀσετυλίνης χάριν φωτισμοῦ τῶν πόλεων διὰ συμβάσεων συνομολογηθεισῶν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου».
§20Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγνωρίζει ἀμέσως τὸ δίκαιον τῆς τροπολογίας καὶ δὲν θὰ εἶναι ἀνάγκη πολλῶν λόγων, ἵνα πείσω αὐτόν, ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἀποδεχθῇ, διότι οἱ ἔχοντες ἀναλάβει ἐργολαβικῶς τὸν φωτισμὸν διαφόρων πόλεων ἢ κωμοπόλεων ἔχουσι κανονίσει τὴν ἐπιχείρησιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου ὅστις εἶχεν ἐπιβληθῆ τότε. Σήμερον ἐπιβαλλομένου τοῦ φόρου αὐτοῦ καθίσταται ἀδύνατος ἡ συνέχισις τοῦ ἔργου. Πῶς θέλετε νὰ φωτίσωσι δωρεὰν τὰς πόλεις τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἀναλάβει νὰ φωτίσωσι;
§21Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ μείνωσι σεβαστὰ τὰ κεκτημένα δικαιώματα.
§22ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην συζήτησιν θὰ φέρω τὴν γνώμην μου ἐπ’ αὐτῆς, καθόσον τὸ ζήτημα σχετίζεται μὲ τὴν βεβαίωσιν καθόλου καὶ εἴσπραξιν τοῦ ἐπιβαλλομένου φόρου. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσωμεν εἴσπραξιν ὄχι μόνον 180,000 δραχμῶν, ὡς ὑπελόγισα κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καί τι πλέον, διότι σχετίζεται ἡ φορολογία αὕτη πρὸς τὴν φορολογίαν τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐὰν λόγου χάριν θελήσωμεν νὰ φορολογήσωμεν τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα τὸ ὁποῖον συνδέεται πρὸς τὴν τύχην μιᾶς σπουδαίας παραγωγῆς τῆς χώρας ἡμῶν, καὶ δὲν φορολογήσωμεν τὸ ἀνθρακασβέστιον, βεβαίως δὲν θὰ δύναται ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς αὐτὸ τὸ φωτιστικὸν οἰνόπνευμα. Ἀλλ’ ἐὰν μείνωσιν ἐλεύθερα καὶ τὰ δύο ταῦτα φωτιστικὰ εἴδη, καὶ τὸ οἰνόπνευμα καὶ τὸ ἀνθρακασβέστιον, καθόσον μάλιστα πρόκειται νὰ θιχθῇ μία βιομηχανικὴ ἐν Ἑλλάδι παραγωγὴ ἀνθρακασβεστίου, τότε θὰ ἔχωμεν ἐπὶ πλέον ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους ἐκ τοῦ φόρου τοῦ πετρελαίου. Λοιπὸν θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα καί, ἂν ἴδω ὅτι δύναται νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος καθ’ ὃν δυνατὸν νὰ χορηγηθῇ εἴτε ἀτέλεια εἴτε ἀνακούφισις ὡς πρὸς τὸν φόρον τοῦτον εἰς τὰς ἑταιρείας αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀναλάβει τὸν φωτισμὸν ὡρισμένων πόλεων, οὕτως ὥστε νὰ προληφθῇ πᾶσα κατάχρησις καὶ καταδολίευσις τοῦ φόρου τούτου, εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀποδεχθῶ ταύτην.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Σπυρίδωνος Δεληγιάννη.
§24Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν πόρρω ἀπέχουσι τῆς ἀκριβείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ὁ λόγος τῆς φορολογίας τοῦ ἀνθρακασβεστίου ὡς καὶ τῆς ἀσετυλίνης εἶναι ὅτι ἀνταγωνίζεται ἐπικινδύνως πρὸς τὸν φωτισμὸν τὸν διὰ τοῦ οἰνοπνεύματος ἢ διὰ τοῦ πετρελαίου. Ὁ φωτισμὸς τοῦ οἰνοπνεύματος εἶναι ὁ εὐωνότερος πάντων· ἔχω πίνακα καθ’ ὥραν διὰ τὸν φωτισμὸν τὸν διὰ πετρελαίου, τὸν δι’ ἀσετυλίνης καὶ τὸν δι’ οἰνοπνεύματος. Κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον τὸ πετρέλαιον πρὸς 1.40 τὴν ὀκᾶν καταναλίσκει τὴν ὥραν 5 λεπτά· τὸ οἰνόπνευμα καταναλίσκει 1,60 τοῦ λεπτοῦ, ἡ ἀσετυλίνη καταναλίσκει 5 λεπτά. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι ἐκ τοῦ πίνακος τούτου μὲ τὰς σημερινὰς τιμὰς ἡ ἀσετυλίνη εἶναι εἷς φωτισμὸς εἰς τὸ τετραπλάσιον ἀνώτερος τοῦ φωτισμοῦ τοῦ δι’ οἰνοπνεύματος· ἑπομένως οὐδεὶς ἀπολύτως κίνδυνος ὑπάρχει μειώσεως τῆς ἐξαπλώσεως τοῦ φωτισμοῦ τοῦ δι’ οἰνοπνεύματος. Εἶπεν ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐλπίζει ὅτι τὸ βιομηχανικὸν τοῦτο κατάστημα τὸ νέον ἐν Ἑλλάδι θὰ παραγάγῃ μέγιστα ποσὰ ἀνθρακασβεστίου καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ σπεύσωμεν ἀγρίως νὰ τὰ φορολογήσωμεν πρὶν ἢ ἀκόμη ἴδωσι τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Ἀλλὰ τὸ ἀνθρακασβέστιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραχθῇ ἐν Ἑλλάδι, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν κατὰ πάντα ὑπολογισμὸν νὰ ὑπερβῇ τοὺς 400 τόννους. Τὸ ἀνθρακασβέστιον παράγεται εἰς πτώσεις μεγάλας ὑδάτων· ἔχω πίνακα, ὁ ὁποῖος δεικνύει ὅτι ἡ πτῶσις τῶν ὑδάτων εἰς Ἰταλικὰ καὶ ἄλλα ἐργοστάσια εἶναι 10,000, 15,000 καὶ 20,000 ἵππων, ἐνῷ ἡ πτῶσις τῶν ὑδάτων τοῦ Γοργοποτάμου εἶναι ἐν δυσαναλογίᾳ μεγάλῃ πρὸς τὰς πτώσεις ταύτας καὶ ἑπομένως ἡ παραγωγὴ τοῦ νέου ἐν Γοργοποτάμῳ Ἀγγλοϊταλικοῦ ἐργοστασίου δὲν θὰ ὑπερβῇ τοὺς 400 τόννους, οἵτινες θὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς παραγωγὴν ἀζωτούχων λιπασμάτων χρησιμωτάτων πρὸς τὴν γεωργίαν. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει διὰ μιᾶς νὰ κλείσωμεν αὐτὸ τὸ ἐργοστάσιον καὶ νὰ στερήσωμεν τὴν γεωργίαν τῶν λιπασμάτων, διὰ νὰ συλλέξῃ 30,000 ἕως 40,000 δρχ. ἐτησίως. Τοῦτο εἶναι τὸ φοβερὸν σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ τοῦτο περισυνέλεξε τὸ φορολογικὸν τοῦτο νομοσχέδιον, ὅπως περισυνέλεξε καὶ τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἔφερε κατὰ καιροῦ; μέχρις ἡμῶν. Λυποῦμαι, διότι ἡ Βουλὴ ἢ καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πλειονοψηφίαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας μετ’ ἀδιαφορίας προσβλέπουσιν εἰς τὰ φορολογικὰ ταῦτα ἀντικείμενα· πρέπει ν’ ἀναλογισθῶσιν ὅτι ἡ εὐθύνη ἐκ τῆς ἐπιβαρύνσεως τῶν πτωχῶν τάξεων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τοιούτου φορολογικοῦ συστήματος εἶναι εὐθύνη τὴν ὁποίαν ὑπέχουσιν ἀκεραίαν οἱ Κύριοι τῆς πλειονοψηφίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ἀνεκτὸν ὑπὸ τὸ πρόσχημα δῆθεν νὰ διευκολύνωμεν τὰς περιστάσεις νὰ ῥίπτωμεν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοσαῦτα βάρη μὲ τοιαύτην ἀδιαφορίαν. Ἄν θέλωμεν νὰ δεικνύωμεν πατριωτισμόν, νὰ τὸν δεικνύωμεν ἡμεῖς διὰ λογαριασμὸν ἡμῶν, ἀλλὰ τὰ ἔξοδα τοῦ τοιούτου πατριωτισμοῦ δὲν εἶναι ἀνεκτὸν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι ἀπέδειξα ἤδη ὅτι φορολογεῖται εἰς τὸ τετραπλάσιον ὁ φωτισμὸς τοῦ ἀπορωτέρου μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως μεθαύριον διὰ τοῦ φωτισμοῦ τοῦ οἰνοπνεύματος θὰ φορολογήσητε πολὺ τὰς ἀπόρους τάξεις, ἐνῷ ἄλλαι τάξεις ἔχουσι δωρεάν, ἀφορολόγητον τὸν φωτισμόν. Πρέπει ἡ πλειονοψηφία νὰ σκεφθῇ ὅτι τοιαῦται συγκαταβάσεις εἰς τὴν ψήφισιν τοιούτων νομοσχεδίων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἔχωσι καὶ ἄλλα ἐπικίνδυνα ἀποτελέσματα καὶ διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον ἐξέθηκα, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρωσιν εἰς οὐχὶ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα.
§25Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένει εἰς τὴν ψήφισιν τῆς φορολογίας ἣν ἐπιβάλλει διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τῆς ἀσετυλίνης. Παρακαλῶ ὅμως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἱδρύεται κατάστημα πρὸς παραγωγὴν χημικῶν λιπασμάτων καὶ ἀνθρακασβεστίου, τοὐλάχιστον νὰ ἐξαιρέσῃ τὸ ἀνθρακασβέστιον τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται πρὸς παραγωγὴν χημικῶν λιπασμάτων, διότι, ὡς γνωστόν, διὰ τὴν παραγωγὴν χημικῶν λιπασμάτων ἀπαιτεῖται καὶ ἀνθρακασβέστιον. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ἀνθρακασβέστιον εἶναι ἀπαραίτητον πρὸς παρασκευὴν χημικῶν λιπασμάτων, τῶν ὁποίων ἡ παραγωγὴ εἶναι λίαν ὠφέλιμος εἰς τὴν γεωργίαν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὸ ἀνθρακασβέστιον τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν παραγωγὴν τῶν χημικῶν λιπασμάτων, νὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως μὴ φορολογηθῇ. Ἐναπόκειται δ’ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὕρῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἐξαιρεθῇ τῆς φορολογίας ἡ χρῆσις τοῦ ἀνθρακασβεστίου διὰ τὰ γεωργικὰ προϊόντα καὶ ὄχι διὰ τὸν φωτισμὸν τὸν διὰ τῆς ἀσετυλίνης.
§26Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐὰν πρόκειται εἰς ἕκαστον νομοσχέδιον νὰ ὑποστηρίζωμεν πρόσωπα, εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν θὰ εὕρῃ σύμφωνον, διότι ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρόκειται περὶ ἑνὸς Ἰουδαίου καὶ ὄχι περὶ Ἀγγλοϊταλικῆς ἑταιρείας.
§27Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι Ἕλλην πολίτης.
§28Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἡ ἐργασία ἡ Ἑβραίικη εἶναι πάντοτε Ἑβραίικη.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· εἶναι πολίτης Ἕλλην. Δὲν ὑπάρχει διαφορὰ θρησκευμάτων.
§30Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὤ; πρὸς τὸ ἐμπόριον ὁμιλῶ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀδιάφορον· εἶναι Ἕλλην πολίτης καὶ δὲν ἐπιτρέπεται.
§32Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Γνωρίζω ὅτι ἐξεμεταλλεύθη ὅλους τοὺς τρόπους πρὸς ἐκβίασιν καὶ κατέλαβε γαίας ξένας μιᾶς χήρας, κόρης τοῦ μακαρίτου Δυοβουνιώτου καὶ συζύγου τοῦ Βούλγαρη, καί, καθὼς εἶδον, ἀφοῦ εὗρεν ὅλας τὰς ἀποφάσεις καὶ ἀφοῦ ἐξήλεγξε τὴν ὑπόθεσιν, ἔλαβε τὰς γαίας, καίτοι ἡ χήρα ἐκείνη εἶχεν ὅλα τὰ δίκαια στηριζόμενα μάλιστα ἐπὶ συμβολαίων. Ἐντεῦθεν ὑποθέτω ὅτι ὅλη ἡ ἐργασία ἣν θὰ κάμῃ θὰ εἶναι ὁμοίας φύσεως μὲ τὴν κατάληψιν τῶν κτημάτων. Διὰ τοῦτο εἶμαι τῆς γνώμης, ὅπως διὰ τὰ ἐργοστάσια τὰ ἤδη λειτουργοῦντα καὶ ἔχοντα συμβάσεις λάβῃ μέριμναν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκταθῇ ἡ μέριμνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§33ΙΩ. ΦΙΛΙΟΣ. Δὲν γνωρίζω τίς εἶναι ὁ ἀναλαβὼν καὶ μέλλων νὰ ἱδρύσῃ ἐργοστάσιον περὶ κατασκευῆς ἀνθρακασβεστίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἐμὲ ὡς ἀντιπρόσωπον τῆς Θεσσαλίας εἶναι νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Φθιώτιδος, διότι τὸ ἀνθρακασβέστιον συντελεῖ εἰς τὴν κατασκευὴν χημικῶν λιπασμάτων, τῶν ὁποίων ἡ Θεσσαλία ὑπὲρ πάντα ἄλλον τόπον ἔχει ἀνάγκην, ἂν λάβητε μάλιστα ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐγκατεστάθησαν πρόσφυγες, οἱ ὁποῖοι, διὰ ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς οἰκογενειακὰς ἀνάγκας καὶ εἰς τὰς τοῦ Κράτους, ἔχουσιν ἀνάγκην λιπασμάτων. Ὅσα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Γυθείου εἶπε περὶ Ἰσραηλιτῶν παρακαλῶ αὐτὸν ν’ ἀνακαλέσῃ, διότι οἱ Ἰσραηλῖται εἶναι ἐκ τῶν καλλιτέρων συμπολιτῶν μας καὶ μόνον τὸ παρὸν Ὑπουργεῖον ἔκαμε μέγα λάθος ἀναγνωρίσαν, δὲν γνωρίζω εἰς ποίαν γνωμοδότησιν στηριζόμενον, ὅτι ὁ Ἰσραηλίτης δὲν εἶναι Ἕλλην καὶ διὰ τοῦτο ἀπέλυσε διδάσκαλον ὑπηρετοῦντα εἰς τὴν Ἰσραηλιτικὴν σχολήν.
§34Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτό. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἡ πλέον ἀνεξίθρησκος χώρα.
§35Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Δυστυχῶς ἔγινε τοῦτο καὶ τὸ καθιστῶ γνωστὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα.
§36ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Φθιώτιδος ἀνέπτυξε πρῶτος κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ εἰς ἣν ἐπῆλθε συνεπίκουρος ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Λαρίσης εἶναι πολὺ ὀρθὴ καὶ δικαία. Καὶ εἰς ἐμὲ εἶχεν ὑποβληθῆ ἡ γνώμη αὕτη, καὶ εὗρον αὐτὴν κατ’ ἀρχὴν ὀρθὴν καὶ δικαίαν, μελετῶ δὲ τὸ ζήτημα πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξεύρωμεν τρόπον, ὥστε νὰ χωρίσωμεν τὸ ἀνθρακασβέστιον τὸ προωρισμένον διὰ φωτισμὸν τοῦ ἀνθρακασβεστίου, τοῦ χρησιμεύοντος διὰ τὰ χημικὰ λιπάσματα. Ἂν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι οἱ ὁποῖοι προέβαλον τὴν γνώμην ταύτην ἔχωσιν ἑτοίμην τροπολογίαν, παρακαλῶ νὰ τὴν ὑποβάλωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα λάβω αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§37Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον· ὁλοσχερῶς νὰ τὸ ἀποσύρητε. Ὅταν πρόκειται περὶ ἀνθρώπων πτωχῶν, σιωπῶμεν, ἐξεγειρόμεθα δὲ προκειμένου νὰ φορολογηθῶσιν ἄνθρωποι πλούσιοι ἐκμεταλλευόμενοι τὸν τόπον.
§38Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν χημικῶν λιπασμάτων, ὧν ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἡ χώρα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τῶν οἰκοπέδων».
§40Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§42Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πρὶν ἢ ἀρχίσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν...
§43ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκπεφρασμένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Πρόκειται τώρα ν’ ἀκούσωμεν τὴν ἰδικήν σας γνώμην.
§44Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀφήσατε νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου καὶ εἶτα ἀπαντᾶτε. Ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον, ὑπέβαλεν ἔκθεσιν μεμελετημένην, τὴν ὁποίαν ὠφείλετε νὰ μελετήσητε καὶ ὑμεῖς, ὥστε πρὶν ἢ εἰσαγάγητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ εἰσαγάγητε αὐτὸ μετὰ τοιαύτης ἐκθέσεως ἡ ὁποία νὰ διαφωτίσῃ τὴν χώραν καὶ ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ δώσωμεν ψῆφον, ἵνα μεταβάλωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα. Ἡ ἔκθεσις αὕτη περιποιεῖ ὄντως τιμὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὸν συντάκτην αὐτῆς καὶ τοιαύτην ἔκθεσιν ἔπρεπε νὰ ἔχητε παρὰ τὸ ἀρχικὸν ὑμῶν νομοσχέδιον. Σὺν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ ὑπεβλήθη καὶ ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἐν νομοσχεδίῳ. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν Βουλὴν ἂν ἐγκαταλείπει τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον καὶ ἀσπάζεται τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ὑπάρχει τότε λόγος νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν. Ἂν ὅμως ἐμμένῃ εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν. Θὰ προσπαθήσω νὰ πείσω τοὺς κ. Βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας ἰδίως, περὶ τοῦ ἀσυμφόρου τῆς ἐπιψηφίσεως νομοσχεδίου μέλλοντος νὰ ἐπιβαρύνῃ τὰς λαϊκὰς τάξεις, καὶ ἂς μὴ θέλωμεν νὰ δημοκοπῶμεν, λέγοντες ὅτι πρόκειται διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰς εὐπόρους τάξεις.
§45ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν γνώμην τὴν περιεχομένην ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἐὰν ὑμεῖς μᾶς πείσητε ὅτι ἄλλη τις γνώμη εἶναι ὀρθοτέρα, τότε δυνάμεθα νὰ τροπολογήσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς θεωροῦμεν ὡς τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου.
§46Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, ἀπορῶ πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μετέρχηται τοιαύτην πολιτείαν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς· ἡ δήλωσις τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην κάμνει εἶναι δήλωσις τὴν ὁποίαν, ἐγὼ τοὐλάχιστον, θεωρῶ ὡς ἀντικοινοβουλευτικήν, διότι ἐπὶ τέλους ἐδόθη ἐντολὴ εἰς μίαν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπεξεργασθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπὶ τοῦ πορίσματος αὐτῆς ἔδει νὰ γένηται συζήτησις, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ λάβῃ ἀπόφασιν τοιαύτην ἡ Βουλὴ καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς μυκτηρίζει καὶ διὰ τῶν λόγων του ἐνταῦθα, ὡς καὶ διὰ τῶν δηλώσεών του εἰς τὰς ἐφημερίδας, δι’ ὧν λέγει· «Ἡμεῖς θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν καὶ ἡ ἐπιμονὴ ἡμῶν θέλει ἐκδηλωθῆ διὰ τῆς μὴ δόσεως ἀπαντήσεως πρὸς τοὺς Κυρίους οἱ ὁποῖοι θὰ θελήσωσι ν’ ἀντιταχθῶσι κατὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν».
§47ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐδέποτε ἐλέχθη τοιοῦτόν τι ὑπ’ ἐμοῦ. Μόνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγω ἀπὸ τοῦ βήματος δέον νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν.
§48Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Μόνον ἐὰν εἴχετε πεποίθησιν ὅτι τὰ νομοσχέδιά σας ἦσαν κατηρτισμένα πλήρως, κατηρτισμένα ὑπὸ ἀνδρῶν εἰδικῶν, μὴ ἔχοντα σφαλερὰς βάσεις, ἠδύνασθε νὰ τηρήσητε τοιαύτην στάσιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Ὅτε παρουσιάζετε νομοσχέδια ἐντελῶς ἀμελέτητα, νομοσχέδια τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συντρίψωσι τὸ οἰκονομικὸν μέλλον τῆς χώρας ταύτης, δὲν πρέπει νὰ τηρῆτε τοιαύτην γλῶσσαν. Μετά τινα χρόνον, ὅτε σεῖς δὲν θὰ εἶσθε πλέον Ὑπουργὸς καὶ θὰ ἔχητε ἴσως ἀποσυρθῆ τῆς πολιτικῆς, διότι σκοπεῖτε, νομίζω, νὰ συγγράψητε Ἐκκλησιαστικὴν ἱστορίαν (ἱλαρότης), τίς θέλει δώσει λόγον καὶ εὐθύνας διὰ τὴν ἐπελευσομένην ζημίαν; Εἰς ὑμᾶς ἀρκεῖ νὰ καταπλήξητε προσκαίρως τὰ πλήθη, νὰ ποιήσητε τὴν ἐντύπωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θεωρεῖτε ἱκανὴν νὰ διαθρύψῃ τὴν ἰδίαν ὑμῶν φιλαυτίαν, ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναχαιτίσωμεν ὑμᾶς καὶ νὰ καταστήσωμεν ὑμᾶς προσεκτικούς, διότι ὁ τρόπος οὗτος τοῦ νομοθετεῖν δὲν εἶναι ὁ προσήκων καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται ἐπιπολαίως νὰ μετατρέψητε καθεστὼς οἰκονομικὸν παλαιὸν δυνάμενον νὰ συνταράξῃ τὴν χώραν. Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσωμεν ὅτι ἡ ἐργασία ὑμῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἄνευ συζητήσεων καὶ τυφλοῖς ὄμμασι νὰ ψηφίσωμεν αὐτήν, ὅτε ὑπάρχει βεβαιωμένον ὅτι ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν νομοθετήματα οἰκονομικὰ παρεσκευασμένα οὐχὶ ὑπὸ εἰδικῶν ἀνδρῶν, ὅτε ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου Προϋπολογισμὸν ἀσθενικὸν καὶ κλονιζόμενον, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τὴν ἰδικήν σας, ἣν κατ’ ἐπανάληψιν ἐκάμετε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, μὲ τὴν προσθήκην ὅτι τὰ ἐλλείμματα εἶναι τρισμέγιστα καὶ ὅτι χαῖνον οἰκονομικὸν βάραθρον εὑρίσκεται πρὸ ἡμῶν; Εἶναι ταῦτα ἐνθαρρυντικά, ἵνα ζητῆτε παρ’ ἡμῶν νὰ ἐγκρίνωμεν νομοθέτημα ὅπερ φρονοῦμεν ὅτι θέλει ἐπιφέρει διατάραξιν εἰς τὴν οἰκονομίαν ἐν γένει τοῦ τόπου; Ἀλλά, ἐνῷ ζοφερὰν δίδει εἰκόνα τῶν οἰκονομικῶν ὁ κ. Ὑπουργός, ἔρχεται καὶ διὰ τῶν ἔργων του, μετὰ περισσῆς ἐλαφρότητος καρδίας, νὰ ἐπιδεινώσῃ τὴν κατάστασιν, διότι ἐπιδείνωσις εἶναι καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς σακχάρεως καὶ ἡ ἐλάττωσις ἢ μᾶλλον ἡ κατάργησις τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ ἡ κατάργησις τῆς στρεμματικῆς φορολογίας. Καὶ μήπως πρόκειται περὶ φορολογιῶν αἵτινες ἀποδίδουσιν ἐλάχιστα ποσά; Ὄχι, Κύριοι· πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς βάσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διὰ τῆς καταργήσεως μόνον τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἀσφαλῶς ὁ Προϋπολογισμὸς θ’ ἀπολέσῃ δύο καὶ πλέον ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν νέων φόρων οὓς προτείνει ὁ κ. Ὑπουργός· ἀνάλογα ποσὰ ἑκατομμυρίων θέλει ἀπολέσει ὁ Προϋπολογισμὸς συνεπεία τῶν ἄλλων ἐλαττώσεων ἃς ἐμνημόνευσα, εἰς τρόπον ὥστε κίνδυνος ὑπάρχει, ψηφιζομένης τῆς φορολογικῆς ταύτης μεταβολῆς, νὰ δημιουργηθῇ χάος οἰκονομικόν. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ ἐννοήσω πῶς δύναται ἡ Βουλὴ μετ’ ἀδιαφορίας ν’ ἀτενίζῃ νομοθετήματα μεγίστους ἐγκλείοντα κινδύνους καὶ πῶς δύνασθε ν’ ἀνεχθῆτε Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ προχείρου προτείνοντα ἀθρόαν μεταρρυθμιστικὴν ἐργασίαν, ἐπιβλαβῆ, καὶ εἰς τοιαύτην μάλιστα ὥραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς πλήρους οἰκονομικῆς ἡμῶν εὐεξίας καὶ ὑποστάσεως, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς πολυπληθεῖς καὶ ἀπολύτους ἀνάγκας τὰς περιστοιχιζούσας τὴν χώραν, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ παρουσιάσωμεν ἀληθῆ περισσεύματα καὶ Προϋπολογισμὸν ὁπωσδήποτε σταθερόν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου νὰ καταστῇ δυνατὸν εἴτε εἰς τὴν παροῦσαν εἴτε εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν, νὰ συνομολογήσῃ δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ μόνου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπουλωθῶσιν αἱ πληγαὶ τοῦ παρελθόντος καὶ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα, ἕνεκα τῶν ὁποίων κινδυνεύομεν νὰ ἴδωμεν νέαν χρεοκοπίαν. Καί, ἐνῷ εἶναι γνωστὴ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μετὰ γοργότητος καταπλησσούσης ἔρχεται νὰ μεταβάλῃ ὁλόκληρον τὸ φορολογικὸν σύστημα, προβαίνει δ’ εἰς τὸ τοιοῦτον ἔργον, χωρὶς νὰ παρέχῃ εἰς ἡμᾶς τὰ στοιχεῖα, ἵνα κρίνωμεν ἂν μεταβολὴ τοιαύτη θὰ εἶναι ἐπωφελὴς εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Καὶ προκειμένου περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ποῖα στοιχεῖα ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς διαφωτιστικὰ τοῦ ἔργου του; Ὑπέβαλεν ἔκθεσίν τινα, ἐν ᾗ οὐδὲν ἕτερον βλέπει τις ἢ τετριμμένα τινὰ ἐπιχειρήματα ἀνάξια ἐκθέσεως συμπαρομαρτούσης εἰς οἰκονομικὸν νομοσχέδιον. Διὰ νὰ συζητήσωμεν ἐν ἐπιγνώσει νομοσχέδιον τοιοῦτον, θίγον αὐτὰς τὰς βάσεις τὰς οἰκονομικὰς τῆς χώρας, εἰσάγον ἀρχὰς ἐντελῶς νέας, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν πλείστας πληροφορίας, καὶ οἰκονομικὰς καὶ διοικητικὰς καὶ στατιστικάς, διότι μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων δεδομένων δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν περὶ τοῦ λυσιτελοῦς ἢ μὴ νομοθετήματος τοιαύτης φύσεως. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ὅθεν νὰ ἐξαντλήσω ὁπωσδήποτε τὸ θέμα καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ πείσω ἐκείνους οἵτινες ἐπιθυμοῦσι νὰ πεισθῶσιν ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀσύμφορος ἡ φορολογία αὕτη, ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀσύμφορος ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον διέπει ἡμᾶς ἀπὸ ἐτῶν. Εἶναι ἐξηκριβωμένον ὅτι τὸ νομοσχέδιον τόσῳ τὸ περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ὅσῳ καὶ τὸ προκείμενον, εἶναι νομοσχέδια συνταχθέντα ἐκ τοῦ προχείρου, εἶναι ἐργασία σκοποῦσα μόνον νὰ διαφημίσῃ τοὺς ἐργάτας αὐτῆς ὡς καὶ τὸν υἱοθετήσαντα αὐτὴν Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι δὲν ὀφείλεται εἰς αὐτὸν ἀλλ’ εἰς τὴν γραφίδα τοῦ καθηγητοῦ τῆς δημοσιονομίας κ. Ἀνδρεάδου· ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ὁ πατήρ του δὲν ἀνωμολογήθη. Ὅτε πρό τινος συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσοδήματος, προσεπάθησα νὰ πείσω τὴν Βουλήν, ὅπως μὴ δώσῃ ψῆφον λευκὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἐδήλωσα ὅμως ὅτι ἤμην ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ, διότι ἦτο ἀρχὴ βασιζομένη καὶ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης καὶ ἐπὶ τοῦ δικαίου, διότι φορολογοῦσα ἡ Πολιτεία τὸ εἰσόδημα φορολογεῖ ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸ μέρος τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου ἐκ τοῦ ὁποίου ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ συνεισφέρῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Πολιτείας. Ἀντετάχθην ὅμως, διότι ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου νομοθετήματος δὲν ἦτο ὁ κατάλληλος, διότι ἄνευ προηγουμένης μελέτης εἰδικῶν ἀνδρῶν, ἄνευ προπαρασκευῆς δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλωμεν εἰς τὸν λαὸν φορολογίαν δυναμένην νὰ ἔχῃ θλιβερὰς συνεπείας διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτοῦ ὑπόστασιν, διότι, ὡς εἶπον τότε, εἰς ἄλλα Κράτη πλειότερον ἡμῶν προηγμένα, ὅπου τὰ πάντα διέπει ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ μέθοδος, μόλις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν εἰσήχθη ὁ θεσμὸς οὗτος. Καὶ ἀντετάχθην τότε, διότι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεζητεῖτο ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἐκτέλεσις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἦτο καὶ εἶναι τρόπος ἐπαχθής, τρόπος ὅστις θέλει προκαλέσει γενικὴν ἐξέγερσιν εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, διότι εἶναι νομοθέτημα τὸ ὁποῖον θέλει πλήξει οὐχὶ τὰς εὐπόρους τάξεις, ὡς ἐπηγγέλλετο ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἀκριβῶς τὰς τάξεις ἐκείνας τὰς ἀστικάς, ἐφ’ ὧν ἑδράζεται ἡ εὐεξία τῆς χώρας, τὰς τάξεις τὰς ἐμπορικάς, τὰς ὁποίας θέλετε ἐξαναγκάσει διὰ τῶν ὀργάνων ὑμῶν τῶν ἀκαταλλήλων, τὰ ὁποῖα ὑμεῖς κατ’ ἐπανάληψιν κατηγορήσατε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ κατὰ τῶν ὁποίων περισταλτικὰ λαμβάνετε μέτρα, τὰς τάξεις αὐτάς, λέγω, θέλετε ἐξαναγκάσει εἰς ἀπόγνωσιν. Αἱ προσπάθειαί μου εἶναι ἀτυχεῖς· δὲν ἠκούσθη ἡ φωνή μου παρ’ οὐδενός, τὸ νομοθέτημα ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους καὶ μετὰ παρέλευσιν ἔτους θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ θ’ ἀποδειχθῇ ἀσφαλῶς ὅτι ἀκαίρως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ εἰσαγάγῃ τοιοῦτον νομοθέτημα. Ἀλλὰ θ’ ἀποδειχθῇ καὶ ἕτερόν τι, ὅτι τὸ μέτρον τῆς φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος, ὡς συνετάχθη, δὲν ἦτο ἢ τὸ δέλεαρ, ὅπως ἐπιβάλῃ τὰς ἄλλας φορολογίας τὰς βαρυτάτας, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος ἐγένετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων, εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀντιταχθῶ ὅσῃ μοι δύναμις, διότι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σφαλερά, καθόσον δὲν στηρίζεται οὔτε ἐπὶ τῆς λογικῆς οὔτε ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, διότι δὲν θίγει πλέον τὸ ἀποτέλεσμα, τοὺς καρποὺς δηλονότι τοῦ κεφαλαίου, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ κεφάλαιον. Ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτῆς ἡ ἐπιτροπή, ἐξετάζουσα τὸ νομοσχέδιον ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις καὶ ἐξαντλοῦσα σχεδὸν ἅπαντα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καταλήγει εἰς συμπέρασμά τι. Προτείνει σύστημα φορολογικὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Βουλή· προτείνει σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον τοὐλάχιστον δὲν θίγεται τὸ κεφάλαιον, δὲν πιέζεται ἐκεῖνος ὅστις κατώρθωσε διὰ τῶν οἰκονομιῶν αὑτοῦ νὰ συνάξῃ μικρὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐναπέθηκεν ἐπὶ τῆς γῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξήντλησεν, ὡς εἶπον, τὸ θέμα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι διατεθειμένος νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν μελέτην τῆς ἐπιτροπῆς.
§49ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§50Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλεγε τοιοῦτόν τι, δὲν θὰ εὑρισκόμην ἐγὼ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐπὶ τοῦ βήματος, ἀλλὰ θὰ ἐκαθήμην εἰς τὴν θέσιν μου. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, ὅπως ἡ φορολογία ἐφαρμόζηται μόνον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς πωλήσεως τῶν οἰκοπέδων. Ἡ λύσις αὕτη εἶναι ἡ μόνη καὶ ἐναντίον τῆς ὁποίας δὲν δύναταί τις νὰ ἔχῃ ἰσχυρὰς ἀντιρρήσεις, μολονότι ἐγώ, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις τὰς τοπικὰς ἡμῶν, καὶ ἐναντίον τῆς λύσεως ταύτης θὰ εἶχον ἀντιρρήσεις, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φαίνεται εὐλογοφανὲς εἶναι τοιοῦτον μόνον ἀπέναντι τῆς φορολογίας, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς ζητεῖτε νὰ ἐπιβάλητε, δὲν εἶναι ὅμως ποσῶς δεδικαιολογημένον εἰς σύστημα φορολογικόν, διότι δὲν συντρέχουσι παρ’ ἡμῖν οἱ λόγοι ἐκεῖνοι οἱ παρορμήσαντες τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδεχθῇ τοιαύτην λύσιν ἐν ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ. Διότι ἡ αὔξησις ἡ παρατηρουμένη ἐν γένει καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ—διότι, ἂς μὴ ἀπατώμεθα, περὶ τῶν δύο αὐτῶν καὶ μόνων πόλεων πρόκειται, διότι μόνον αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς πρόκειται νὰ φορολογηθῶσι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, οὐδαμόθεν δ’ ἄλλοθεν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσπράξητε λεπτόν—, διότι ἡ αὔξησις αὕτη, λέγω, ἡ παρατηρουμένη δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐνεργείας τῆς Πολιτείας, ὥστε νὰ δικαιοῦται αὕτη ν’ ἀποκτήσῃ μερίδιον ἐκ τοῦ κέρδους παρὰ τῶν κατόχων τῶν οἰκοπέδων. Ἡ προσαύξησις αὕτη ἀποδοτέα εἰς ἄλλους λόγους, οὓς δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ ἡ Πολιτεία, καὶ τοιοῦτοι εἶναι ἀφ’ ἑνὸς ἡ τάσις τοῦ Ἕλληνος νὰ ἐναποθέτῃ τὰς οἰκονομίας εἰς τὴν ἀγορὰν γηπέδων καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐρχόμενοι οἵτινες πλὴν τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ πάτριον ἔδαφος ἔχουσι καὶ λόγους κερδοσκοπικοὺς καὶ συντελοῦσι σπουδαίως εἰς τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς, ἡ ὁποία ὅμως οὔτε σταθερὰ εἶναι οὔτε βεβαίως οἵα θὰ ἦτο, ἐὰν ὠφείλετο εἰς ἔργα κυβερνητικὰ τοιαῦτα ἐκ τῶν ὁποίων αὐξάνει ὁ πληθυσμὸς μιᾶς πόλεως. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἀλλαχοῦ συνέβη νὰ φθάσωσιν αἱ τιμαὶ τῶν οἰκοπέδων εἰς δυσθεώρητα ὕψη, ἀλλ’ εἶναι ἀφ’ ἑτέρου καὶ βέβαιον ὅτι αἱ Πολιτεῖαι κατώρθωσαν διὰ διαφόρων μέσων νὰ προσελκύσωσι πληθυσμούς, εἴτε ἱδρύουσαι ἐργοστάσια βιομηχανικὰ εἴτε διανοίγουσαι ἄλλας μεγάλας πηγὰς παραγωγικὰς πλούτου, διὰ τῆς προσελκύσεως δὲ τῶν πληθυσμῶν ηὔξησεν ἡ ζήτησις τῶν γηπέδων καὶ ἐκ τῆς ζητήσεως ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν οἰκοπέδων. Καὶ ἐνθυμοῦμαι τοιαύτην τεραστίαν αὔξησιν τῶν τιμῶν τῶν οἰκοπέδων ἐν Ἑλβετίᾳ, ἐν Ζυρίχῃ· οἰκόπεδον τὸ ὁποῖον πρὸ δύο ἐτῶν προσεφέρετο ἀντὶ 25.000 φράγκων καὶ διὰ τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκετο ἀγοραστὴς κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἐπληρώθη τὸ αὐτὸ οἰκόπεδον ἀντὶ 600.000 φρ. Ἀλλὰ διατί συνέβη τοῦτο; Διότι παραπλεύρως ἱδρύθη ἐργοστάσιον, ἐγένετο συνοικισμὸς ἐργατικὸς καὶ ἐπῆλθεν ἡ ζήτησις τῆς γῆς. Παρόμοιον συνέβη καὶ ἐν Μονάχῳ, ἔνθα δι’ οἰκόπεδον εὑρισκόμενον οὐχὶ εἰς πολὺ κεντρικὴν θέσιν, τιμώμενον δ’ ἀντὶ 40–50 χιλιάδων μάρκων, ὁ ἰδιοκτήτης ἠρνήθη ν’ ἀποδεχθῇ 800,000 μάρκων ὀλίγους μῆνας μετὰ τὴν πρώτην προσφοράν, διότι ἡ Πολιτεία συνετέλεσεν εἰς τὴν ἐξυγίασιν τῶν μερῶν ἐκείνων, εἰς τὴν εὔρυνσιν τῶν ὁδῶν, εἰς τὴν ἀνέγερσιν μεγάλων οἰκοδομημάτων, πλατειῶν κλπ.· διὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ αὔξησις αὕτη. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν, πρὸς Θεοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπητε ἂν συνετελέσθη τι τὸ ὁποῖον νὰ δίδῃ εἰς ὑμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ θέλητε καλὰ καὶ σώνει νὰ λάβητε θετικὸν ποσοστὸν ἐξ ἀνυπάρκτου καὶ ὑποθετικοῦ κέρδους; Ἐγὼ τοὐλάχιστον, παροικῶν ἐν Ἱερουσαλήμ, ζῶν ἐν Ἀθήναις ἀπὸ τριακονταετίας, δὲν εἶδον τοιαύτας τεραστίας ὑπερτιμήσεις, δὲν εἶδον ἢ ὀλίγας κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις, περὶ τῶν ὁποίων θέλω ὁμιλήσει παρακατιών.
§51ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς.
§52Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς, θὰ ἠδυνάμην δὲ νὰ δεχθῶ τροποποίησίν τινα, ἐὰν τέλος πάντων ἐξακολουθῆτε νὰ ἐπιμένητε εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶναι λογικὴ ὁπωσδήποτε, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἐγώ, ἐξετάζων τὰ πράγματα, δὲν δέχομαι, διότι φρονῶ ὅτι δὲν συντελεῖ οὔτε ἡ Πολιτεία οὔτε ὁ δῆμος εἰς τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν οἰκοπέδων τὰ ὁποῖα θέλετε ὑμεῖς νὰ φορολογήσητε ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι θέλετε καλύψει κενὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Τόσον ἡ δρᾶσις τῆς Πολιτείας, ὅσον καὶ ἡ τοῦ δήμου, περιορίζεται εἰς τὰ στοιχειώδη, ὥστε νὰ θεωρῆται ἤδη ἡ ὑπάρχουσα φορολογία καὶ ἡ τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἡ δημοτικὴ ὑπερβολική, τόσον πενιχρά εἰσι τ’ ἀνταλλάγματα τὰ προσφερόμενα εἰς τοὺς κατοίκους καὶ τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον καὶ τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ λεπτομερῶς, ἵνα πείσω ὑμᾶς περὶ τοῦ ἀσυστάτου αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀμελετήτου αὐτοῦ καὶ ὅτι δὲν ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, γνωρίζων τὰ πράγματα, ὡς ἐπιδοθεὶς εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην, ὡς ἐνασμενίζεται νὰ λέγῃ, νὰ δεχθῇ νὰ γένηται εἰσηγητὴς τοιούτου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ δὲν ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δείξῃ δυσπιστίαν πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, διότι ὁμολογῶ ὅτι οὐδέποτε ἐν τῇ Βουλῇ εἰργάσθησαν αἱ ἐπιτροπαὶ ὅσον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, ἵνα συντρέξωσι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τοιοῦτον μάλιστα ἔργον ὡς προέγραψα αὐτό, καὶ δὲν ἔχω ν’ ἀναφέρω πρὸς ὑμᾶς τὰς ἄλλας ἐπιτροπάς, εἰς τὰς ὁποίας ἔλαβον καὶ ἐγὼ μέρος καὶ ἴσως συνετέλεσα εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν νομοσχεδίων, ἀλλ’ ἓν καὶ μόνον θ’ ἀναφέρω, ὅτι, ὅτε πρὸ ἡμερῶν ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Σύρου ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ αὐξάνοντος τὰ φαρικὰ τέλη εἰς ἐπιτροπήν, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν κατέβαλλε μόχθους καὶ ἱδρῶτα ἐπὶ δεκαπενθήμερον, νὰ εἶσθε βέβαιοι, κύριε Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσηγάγετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς βεβαίως δὲν ἤθελε γίνει νόμος τοῦ Κράτους καί, ἐὰν ἤθελεν ἡ πλειονοψηφία δεχθῆ νὰ δώσῃ λευκὴν ψῆφον ἐπὶ τοῦ κατασκευάσματος ἐκείνου, ἤθελεν ἴδει εὐθὺς ἀμέσως κατὰ τὴν ἑπομένην τὴν ἐξέγερσιν, ἥτις θὰ εἶχε λυπηροτάτας συνεπείας, διότι ἤθελε κλείσει τὰς πύλας τῶν πρώτων λιμένων τοῦ Κράτους, τοῦ Πειραιῶς, τῆς Σύρου καὶ τῶν Πατρῶν, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ηὔξανε τὰ φορολογικὰ βάρη, τὰ ναυτιλιακά, 7–10 φορὰς παρ’ ὅ,τι ὑπῆρχον. Καὶ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνθέξῃ ἡ ναυτιλία ἡμῶν, ἡ κλονιζομένη καὶ αὐτὴ ἕνεκα τῆς γενικῆς καταστάσεως, ὄχι τῆς ἑλληνικῆς μόνον, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς ἐκπτώσεως τῶν ναύλων, ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνθέξῃ μὲ τοιαύτην φορολογίαν; Καὶ προελήφθη τὸ κακόν, ἀντὶ δὲ τῶν προϋπολογισθέντων ἀνυπάρκτων ἑκατομμυρίων θέλει ἀσφαλῶς εἰσπράξει τὸ Δημόσιον περὶ τὰς 800,000 δραχμῶν ἐπὶ πλέον καὶ δὲν θέλει πάθει ἡ ναυτιλία ἡμῶν, ἣν ὀφείλομεν νὰ προστατεύωμεν. Καί, ὅτε τοιοῦτον ὑπάρχει παράδειγμα ἐργασίας, χρειάζεται νὰ ἔχῃ τις πολὺ θάρρος, ἵνα παραγνωρίσῃ τὸ ἔργον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν οἰκοπέδων, καὶ νὰ λέγῃ μάλιστα ὅτι τὴν ἐργασίαν αὐτῆς ἴσως θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ὡς τροπολογίαν κατὰ τὴν γʹ συζήτησιν. Μετὰ τὴν ἐπιβεβλημένην ταύτην παρέκβασιν ἔρχομαι εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα φέρει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἢ μᾶλλον ὁ συντάκτης τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἵνα στηρίξῃ τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας ἐντελῶς νέας, ἥτις δὲν ἀπορρέει ἐκ τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἥτις εἶναι ἀποτέλεσμα καινοδοξίας, τ’ ἀποτελέσματα τῆς ὁποίας θέλει ὑποστῆ ἡ χώρα αὕτη. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἔργον τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς δημοσιονομίας κ. Ἀνδρεάδου καὶ δὲν δύναμαι νὰ τὸ θεωρήσω ἢ ὡς ἔργον σπουδῆς, ἔργον τοῦ ὁποίου σκοπὸς δὲν εἶναι οὔτε ἡ αὔξησις τῶν δημοσίων προσόδων οὔτε ἡ δικαία κατανομὴ τῆς φορολογίας, ἀλλὰ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ προσωπικὴ διαφήμισις, ἵνα φανῶμεν ὅτι δὲν καθυστεροῦμεν, ἀλλ’ ὅτι ἐξ ἐναντίας παρακολουθοῦμεν τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα καὶ παραβλέπομεν ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου γινόμεθα αἴτιοι εἰσαγωγῆς ἀρχῶν αἱ ὁποῖαι εὔχομαι νὰ μὴ εὕρωσι γόνιμον ἔδαφος ἐν Ἑλλάδι χάριν τοῦ συμφέροντος αὐτῆς. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ἐὰν θέσωμεν τὸ ζήτημα καὶ εἰς τὸν μᾶλλον καινοτόμον καὶ τὸν μᾶλλον ῥιζοσπάστην ἐκ τῶν ἀλλοδαπῶν οἰκονομολόγων, ἤθελε δώσει εἰς ἡμᾶς τὴν γνώμην ν’ ἀπέχωμεν τοιούτων ἐγχειρημάτων λίαν ἐπικινδύνων διὰ χώρας νεαράς, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀνάγκην συντηρητικῶν μέτρων καὶ εὐνομίας, ἵνα προσελκύσωσι κεφάλαια πρὸς ἐκμετάλλευσιν τοῦ πλούτου αὐτῶν, οὐχὶ δὲ μέτρων δυναμένων νὰ διαταράξωσιν ἀσθενικοὺς οἰκονομικοὺς ὀργανισμούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην ὅλης τῆς ἀνέσεως ἣν δύναται νὰ χορηγήσῃ μία Πολιτεία, διότι εἶναι ὁ μόνος τρόπος νὰ προσελκύσῃ ξένα κεφάλαια, εὑρισκόμενα ἐν στενοχωρίᾳ εἰς τὰς ἰδίας πατρίδας ἕνεκα ἀκριβῶς τῶν νεωτεριστικῶν τάσεων. Τὰ ἐπιχειρήματα ἅτινα ἀποτελοῦσι τὸν δικαιολογικὸν λόγον τοῦ νομοσχεδίου εἰσὶ κυρίως τέσσαρα· αʹ) ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἐφαρμόζεται καὶ ἀλλαχοῦ· βʹ) ὅτι τὸν φόρον αὐτὸν ἀσπάζονται ἐπιφανεῖς οἰκονομολόγοι· γʹ) ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τῶν οἰκοπέδων ἀποτελεῖ πρόσοδον φορολογητέαν καὶ δʹ) ὅτι ὁ φόρος οὗτος θέλει ἐξαναγκάσει τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ οἰκοδομήσωσι καὶ ἑπομένως θέλει ἐπέλθει ἐλάττωσις τῶν ἐνοικίων. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων ὑπάρχουσι καὶ ἐξώδικα τοιαῦτα, διότι ἐγένετο δημοσιογραφικὸς ἀγών, τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ μνημονεύσω, διότι ἔλαβε μέρος καὶ μέλος τῆς Πολιτείας, ὁ καθηγητὴς τῆς δημοσιονομίας, ὁ εἰδικώτερος τῶν ἀνδρῶν, ὁ δυνάμενος νὰ ἔχῃ γνώμην καὶ γνώμην πεφωτισμένην ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητός του, ἐξ ἧς νὰ δύνανται νὰ φωτισθῶσι καὶ οἱ ἐνταῦθα παρακαθήμενοι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς τὰ πάντα νὰ γνωρίζωμεν, τὰ πάντα νὰ ἐξακριβῶμεν καὶ περὶ πάντων νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην πεφωτισμένην. Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἐκεῖνοι οἵτινες ἐκλήθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας νὰ διδάξωσι τοὺς εἰδικοὺς κλάδους, ἐκεῖνοι φωτίζωσι καὶ τὴν Βουλὴν ἀκόμη. Καὶ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἐξώδικον—διότι δὲν ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου—ὅπερ φέρει ὁ κ. καθηγητὴς ἐν τῇ διατριβῇ του εἶναι ὅτι πρέπει νὰ φορολογῶνται τὰ οἰκόπεδα, διότι αὐτὰ κατέχουσι κηφῆνες καὶ ἄεργοι. Διότι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κ. καθηγητοῦ τῆς δημοσιονομίας ὁ κτηματίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἢ κηφὴν καὶ ἄεργος καὶ ὡς τοιοῦτος πρέπει ἀπηνῶς νὰ καταδιωχθῇ καὶ διότι φρονεῖ ἴσως ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἔνδειξις ὀκνηρίας καὶ διαφθορᾶς καὶ ἑπομένως ὅτι ὁ ἀκτήμων εἶναι τὸ ἄνθος, ἡ δύναμις τοῦ ἔθνους, ἣν πρέπει νὰ ἐνδυναμώσῃ ἡ Πολιτεία, ἀντλοῦσα ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ ἐργαζομένου κτηματίου, ὅστις ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ καὶ διὰ τὴν παχεῖαν μισθοδοσίαν τοῦ κ. καθηγητοῦ, διὰ νὰ δέχηται τοιαῦτα παρ’ αὐτοῦ κοσμητικὰ ἐπίθετα. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἄνδρας κατέχοντας θέσεις δημοσίας νὰ χαρακτηρίζωσιν ὁμάδας ὁλοκλήρους λαϊκάς, ὡς ἀέργους καὶ κηφῆνας, καὶ ὤφειλεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, εὐθὺς ὡς εἶδε δημοσιευόμενον τοιοῦτόν τι, νὰ ζητήσῃ ἀπολογίαν παρ’ αὐτοῦ. Διότι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρακτηρίζῃ μυκτηριστικῶς τὴν ἐργασίαν τοῦ ἄλλου καὶ μάλιστα ὅταν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας διατίθεται πρὸς ἀπόκτησιν γῆς, διότι τοῦτο ἀποτελεῖ ἠθικὴν ἀρχὴν διὰ τὸν πολίτην, ὅστις ἀγοράζει, διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ στέγην, ἥτις εἶναι σημεῖον εὐημερίας πάσης Πολιτείας. Καὶ ἤδη προβαίνω εἰς ἐξέτασιν τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ἀναφερομένων ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει καὶ τοιοῦτον εἶναι ὅτι «τὴν γνώμην περὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν οἰκοπέδων ἐνεκολπώθησαν ἅπαντες οἱ νεώτεροι συγγραφεῖς». Καὶ τί πρὸς ἡμᾶς, ἂν ὁ Α συγγραφεὺς θεωρητικῶς ἐδέχθη ἀρχήν τινα, ἐξετάζων τοὺς κοινωνικοὺς ὅρους τοῦ τόπου αὐτοῦ, τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶσιν αἱ λαϊκαὶ τάξεις τοῦ τόπου αὐτοῦ; Ἄν τινες τῶν ἐπιστημόνων ἀπὸ θεωρητικῆς ἀπόψεως ἐξετάζοντες ὡρισμένα ζητήματα διατυποῦσι γνώμας βασιζομένας ἐπὶ ἰδιαιτέρων τοπικῶν συνθηκῶν, πρέπει αἱ γνῶμαι αὐτῶν ν’ ἀποτελέσωσι νόμον δι’ ὅλους τοὺς λαούς; Εἶναι ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον δύναται ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀκολουθήσῃ ἐν παντὶ καὶ πάντοτε; Βεβαίως ὄχι, διότι ἤθελε περιπέσει εἰς ἀτοπήματα, εἰς τὰ ὁποῖα περιπίπτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, θέλων νὰ ἐπιβάλῃ τοιαύτην φορολογίαν. Διότι ὁ δεῖνα οἰκονομολόγος ἔχει τοιαύτην θεωρίαν, ἀποτελεῖ τοῦτο θέσφατον, εἶναι αἱ πλάκες τοῦ Μωϋσέως, πρὸ τῶν ὁποίων πρέπει εὐλαβῶς νὰ κύψωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ πλειονοψηφία; Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπιχείρημα δυνάμενον ν’ ἀναγραφῇ ἐν ὑπουργικῇ ἐκθέσει, συνιστώσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ δεύτερον ἐπιχείρημα εἶναι ἀντάξιον τοῦ πρώτου, ὅτι «ἡ φορολογία αὕτη ἰσχύει καὶ ἀλλαχοῦ». Καὶ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους δυστυχῶς ἀκολουθοῦμεν ἐν πολλοῖς, «αὐτὸ ἰσχύει καὶ ἀλλαχοῦ· ἄρα πρέπει νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς». Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς· διατί νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἕτερα φορολογικὰ συστήματα, ἰσχύοντα λ. χ. εἰς τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν; Τὸν κεφαλικὸν φόρον, κύριε Ὑπουργέ, διατί; Ἢ διατί δὲν θέτετε φορολογίαν ἐπὶ τῶν θυρῶν καὶ παραθύρων, φορολογίαν ἡ ὁποία ἰσχύει ἐσαεὶ ἐν Γαλλίᾳ; Εἶναι σύστημα τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν λογικὴν τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν, ἀδιάφορον ἂν δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ἡμᾶς εἰς ἄτοπα καὶ κωμικοὺς ἀναχρονισμούς. Ἀλλ’ ἐλάβετε τὸν κόπον νὰ ἐξετάσητε διατί ἰσχύει τοῦτο παρ’ ἄλλοις Κράτεσι; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀμφιβάλλω, καὶ ἀμφιβάλλω, ὄχι διότι δὲν εἶσθε εἰς θέσιν νὰ τὸ ἐξετάσητε, ἀλλὰ διότι δὲν ἔχετε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ἵνα προβῆτε εἰς ἐρεύνας καὶ περιωρίσθητε νὰ θέσητε τὴν ὑπογραφήν σας μόνον κάτωθι τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ ἐξετάσητε ὅλα ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα τὰ δυνάμενα ν’ ἀποτελέσωσι τὸ ἐπιχειρηματικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου σας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἰσχύει ἡ φορολογία τῶν οἰκοπέδων καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλ’ ἐφαρμόζεται μόλις ἀπό τινων ἐτῶν, ἀλλ’ ἰσχύει, διότι ὑπῆρξε ζήτημα ἀνάγκης· καὶ ἡ ἀνάγκη ποία εἶναι, κύριε Ὑπουργέ; Εἶναι ἡ ἐξάντλησις, κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, τῶν φορολογητέων πηγῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ συγκέντρωσις ἡ πνευματικὴ εἰς ὀλίγας χεῖρας, δύο λόγοι σπουδαιότατοι οἱ ὁποῖοι ἐξηνάγκασαν τὰς Πολιτείας νὰ ἐπιβάλωσι τὴν φορολογίαν ταύτην, ἰδίως δὲ ἡ συγκέντρωσις εἶναι ὁ σπουδαιότερος τῶν λόγων, διότι ἡ κοινωνικὴ κατάστασις ἡ παρατηρουμένη ἐν Εὐρώπῃ σήμερον εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἔχει ἀνάγκην ἡ Πολιτεία νὰ ἐπεμβῇ, διὰ νὰ φέρῃ ἰσορροπίαν μεταξὺ τῶν ἀκτημόνων καὶ τῶν κεκτημένων μεγάλας ἐδαφικὰς ἐκτάσεις. Εἶναι ἀνάγκη ἡ Πολιτεία εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις νὰ ἐπεμβαίνῃ κοινωνιστικῶς τρόπον τινά, διὰ νὰ προλαμβάνῃ μεγάλας ἐξεγέρσεις κοινωνικάς, διὰ νὰ μετριάζῃ τὸν φθόνον τοῦ πτωχοῦ ἐναντίον τοῦ πλουσίου, ὅστις πηγάζει ἐκ τῆς ἀνισότητος τῶν τάξεων τῆς μεγάλης. Διότι, ἐνῷ βλέπει τις τὸν πλοῦτον καὶ τὴν χλιδὴν καὶ τὴν εὐμάρειαν ἐπιδεικνυμένας προπετέστατα, βλέπει ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὴν ἔνδειαν καὶ τὴν πενίαν καὶ τὴν δυστυχίαν εἰς βαθμὸν ὁ ὁποῖος σᾶς ἐμποιεῖ τὸν ἀποτροπιασμὸν καὶ τὴν φρίκην! Καὶ βλέπετε τοιοῦτόν τι παρ’ ἡμῖν; Καὶ ἐκεῖ δὲν λαμβάνουσι μέτρα μόνον φορολογικά, ἀλλὰ φροντίζουσιν αἱ Πολιτεῖαι καὶ περὶ συντάξεως τῶν γερόντων καὶ περὶ ἀμοιβῆς τῶν ἄνευ ἐργασίας καὶ κατοικιῶν δωρεὰν καὶ περὶ ἄλλων παροχῶν, ἵνα ἐξευμενίσωσι τοὺς πάσχοντας καὶ κατευνάσωσι τ’ ἀδιάλλακτα μίση. Ἀλλ’ ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν τοιοῦτόν τι, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Εἴδετε ὑμεῖς, περιελθόντες τὴν Ἑλλάδα, τὴν δυστυχίαν, ἥτις νὰ κτυπᾷ τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑμῶν; Ἐὰν ὑπάρχῃ τι διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἴμεθα ηὐχαριστημένοι καὶ ὑπερήφανοι τὴν σήμερον, εἶναι ὅτι ἅπαντες ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπισκέπτονται τὴν Ἑλλάδα φθονοῦσι, δύναμαι εἰπεῖν, διὰ τὴν παρατηρουμένην σχετικὴν εὐημερίαν, εὐημερίαν ὀφειλομένην εἰς τὴν ὀλιγάρκειαν τοῦ Ἕλληνος, ἀλλ’ ὀφειλομένην καὶ εἰς τὴν διανομὴν τῆς γῆς κατὰ τρόπον παραδειγματικῆς ἰσότητος. Καί, ὅτε οὐδεὶς λόγος συντρέχει, διατί θέλετε ὑμεῖς νὰ καθιερώσητε θεσμὸν ὁ ὁποῖος εἰς ἄλλας χώρας ἴσχυσεν ἐπ’ ἐσχάτων μόνον δι’ οὓς λόγους ἀνέφερα πρὸ μικροῦ; Καὶ ἂν εἶχον εὔκολα τὰ μέσα, ἐὰν ἤθελεν ἡ ὑπηρεσία νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἐμέ, καὶ μοὶ παρεῖχε τὰ φῶτά της ἡ στατιστική, ἤθελον παρατάξει ἀριθμοὺς οἱ ὁποῖοι ἤθελον πείσει καὶ ὑμᾶς ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνισότης, ὅτι ἡ κτηματικὴ περιουσία δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς κηφῆνας καὶ ἀέργους, ἀλλ’ ὅτι ἡ κτηματικὴ περιουσία, τόσον τῶν Ἀθηνῶν, ὅσον καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην τὴν πολυπληθῆ, εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην ἥτις βιοπαλαίουσα συνάγει λεπτὸν πρὸς λεπτὸν τὸ χρῆμα, ἵνα τὸ ἀποθέσῃ εἰς τὴν γῆν. Καὶ ἔρχεσθε ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοιούτου νομοσχεδίου νὰ πλήξητε καὶ νὰ τραυματίσητε καιρίως ἠθικὴν ἀρχὴν τόσον ὑψηλὴν καὶ ἥτις ἀποτελεῖ τὸν συνεκτικὸν δεσμὸν τοῦ Ἕλληνος πρὸς τὸ ἔδαφος τοῦτο; Διότι δὲν ὑπάρχει ἄνθρωπος κατοικῶν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, γεννηθεὶς ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ὅστις τὰς πρώτας αὐτοῦ οἰκονομίας δὲν ἐσκέφθη ν’ ἀποθέσῃ ἐπὶ τῆς γῆς καὶ νὰ δανεισθῇ πολλάκις παρὰ τοῦ πλησίον αὐτοῦ τὰ περιπλέον, διὰ ν’ ἀγοράσῃ μικρὸν οἰκόπεδον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὀνειροπολεῖ νὰ κτίσῃ τὴν οἰκογενειακὴν αὐτοῦ ἑστίαν. Καὶ τὴν τοιαύτην ἀρχὴν θέλετε νὰ καταστρέψητε; Ὠθεῖτε τὸν πολίτην, ὅπως τὰς οἰκονομίας αὐτοῦ διαθέτῃ εἰς ἄλλας κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις ἐπισφαλεῖς, τὰς ὁποίας σεῖς αὐτὸς κατακρίνετε; Καί, ὡς εἶπον προηγουμένως, τὸ φορολογικόν σας μέτρον αὐτὸ δὲν ἀφορᾷ παρὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, ἀκριβῶς δ’ εἰς τὰς δύο ταύτας πόλεις πᾶσα ἡ ἔκτασις ἡ οἰκοπεδικὴ εὑρίσκεται εἰς χεῖρας οὐχὶ τῶν πλουσίων, πλὴν ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἀλλ’ εἰς χεῖρας τῆς ἐργαζομένης τάξεως καὶ ἑπομένως τὰς τάξεις ταύτας θέλετε νὰ φορολογήσητε. Καί, ἐὰν δὲν πείθησθε ὅτι αὐτὴν τὴν τάξιν θέλετε ἐπιβαρύνει, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἐξετάσητε εἰς τὰ Ὑποθηκοφυλακεῖα, δὲν ἔχετε ἢ νὰ ἐρευνήσητε τί γίνεται τὸ ἄφθονον χρυσίον τὸ ἐξ Ἀμερικῆς εἰσερχόμενον, διὰ νὰ πεισθῆτε ὅτι τοῦτο δὲν τοποθετεῖται εἰς μετοχὰς ἑταιρειῶν, ἀλλὰ εἰς ἀγορὰν κτημάτων καὶ γηπέδων· σημειώσατε δὲ καλῶς ὅτι δὲν πρόκειται κἂν περὶ χρήματος κερδηθέντος ἐνταῦθα καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν φαίνεται διατεθειμένος νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι θὰ ἔχῃ πρόχειρον ἴσως τὴν ἀπάντησιν ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγονται δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχει φορολογικὴ κλῖμαξ, ἥτις εἶναι ἐπιεικὴς πρὸς τὸν πολίτην ἐκεῖνον ὑπὲρ τοῦ ὁποίου κοπτόμεθα ἡμεῖς κατὰ ταύτην τὴν στιγμήν. Ἀλλ’ ἡ φορολογικὴ κλῖμαξ εἶναι δούρειος ἵππος, τὸν ὁποῖον ἀκριβῶς πρέπει νὰ προσέξῃ ἡ Βουλή· διότι τί λέγει διὰ τῆς φορολογικῆς κλίμακος; ὅτι θέλουσι φορολογηθῆ τὰ οἰκόπεδα τὰ ἔχοντα ἀξίαν ἄνω τῶν τριῶν χιλιάδων δραχμῶν, καί, ἂν δὲν ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα λεπτομερῶς καὶ κατὰ βάθος, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ δώσῃ ἄδικον εἰς ἐμὲ καὶ δίκαιον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῇ ἡ οἰκοπεδικὴ ἀξία ἄνω τῶν τριῶν χιλ. δραχμῶν, ἀφοῦ ἀφήνομεν ἀφορολόγητα τὰ κάτω τῶν τριῶν χιλιάδων; Αὐτὸ θὰ σᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα λεπτομερῶς, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι δὲν εἶναι εἰλικρινὴς μέριμνα ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου. Ὁ κάτοχος τοῦ οἰκοπέδου τῶν τριῶν χιλιάδων εἶναι ὁ ὑπηρέτης, ὁ χειρῶναξ, ὁ μικροβιομήχανος, ὁ πλανόδιος, ὁ ὁποῖος ἐξῳκονόμησε ποσόν τι χιλίων, χιλίων πεντακοσίων δραχμῶν καὶ ἠγόρασε τὸ οἰκόπεδον, καὶ τὸ οἰκόπεδον τοῦτο ἔλαβε τιμήν, ἢ διότι πλησίον του ἀνηγέρθη μέγα οἰκοδόμημα ἢ διότι ἔγινεν ἐργοστάσιόν τι ἢ δι’ ἄλλον τοιοῦτον λόγον. Λοιπὸν φορολογοῦντες τὸ οἰκόπεδον αὐτὸ τὸ λαβὸν τιμὴν τεσσάρων χιλιάδων φορολογεῖτε τὸν εὔπορον; Δὲν φορολογεῖτε τὸν εὔπορον ἀλλὰ τὸν πτωχὸν ὑπηρέτην ἢ χειρώνακτα, ὁ ὁποῖος διαθέσας χιλίας δραχμάς, ἤτοι τὸ αἷμά του, ἀπέκτησε τὸ οἰκόπεδον. Τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχηται ἡ Πολιτεία νὰ φορολογῇ.
§53ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τί θὰ πληρώσῃ;
§54Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Οἱονδήποτε ποσὸν καὶ ἂν πληρώσῃ, εἶναι μία φορολογία ἀδικαιολόγητος, φορολογία ὁποία θέλει καταστρέψει μίαν ἠθικὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ πολίτης Ἕλλην. Ὥστε ἡ φορολογικὴ ὑμῶν κλῖμαξ εἶναι μᾶλλον δέλεαρ, φενάκη καὶ τίποτε περιπλέον, καὶ θέλει τὴν αἰσθανθῆ ἐκεῖνος ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πολλάκις συνηγορήσατε δῆθεν καὶ ὑπεσχέθητε ὅτι τὰ συμφέροντά του θέλετε ἔχει πάντοτε ὑπ’ ὄψει καὶ θέλετε μεριμνήσει περὶ τῆς προκοπῆς αὐτῶν. Θὰ πληρώσῃ ὁ δυστυχὴς ἐργάτης ὁ ἀγοράσας διὰ τοῦ αἵματός του, καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, ἀδιαφόρως ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι καί τινες πλούσιοι κάτοχοι, τοὺς ὁποίους θὰ ἦτο δίκαιον νὰ φορολογήσητε. Δὲν εἶναι ὀρθὸν χάριν τῶν ὀλίγων νὰ πάθωσιν οἱ πολλοί...
§55ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἠξεύρετε πολλοὺς ἐργάτας οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσιν οἰκόπεδον ἀξίας τριῶν χιλιάδων;
§56Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἔχω δύο ὑπηρέτας οἱ ὁποῖοι ἠγόρασαν οἰκόπεδα ἀντὶ χιλίων δραχμῶν καὶ τὰ ὁποῖα ἔτυχε νὰ ὑπερτιμηθῶσιν εἰς τρεῖς καὶ τέσσαρας χιλιάδας. Αὐτοὺς φορολογεῖτε.
§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τί θὰ πληρώσωσι; Τρεῖς καὶ ἡμίσειαν δραχμάς. Δὲν θὰ καταστραφῶσιν.
§58Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι ὀλίγαι αἱ δραχμαὶ αὗται διὰ τοὺς πτωχοὺς αὐτούς; Θεωρεῖτε ὅτι τοῦτο εἶναι μηδαμινόν; Εὑρίσκετε ὅτι αὐτὸ ἀποτελεῖ στοργὴν ὑπὲρ τοῦ πτωχοῦ ἐργάτου; Στοργὴ εἶναι αὐτὴ ἢ ἀπομύζησις τοῦ αἵματός του; Καὶ ἔρχεται τὸ γʹ ἐπιχείρημα τὸ καὶ σπουδαιότερον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι «ἐπιζητεῖται ἡ φορολογία τῆς αὐξήσεως τῆς προσόδου τῆς ἀκερδήτου, ὡς γράφετε ἐν τῇ ἐκθέσει πλημμελῶς, ἀντὶ νὰ καλέσητε αὐτὴν ἐπιστημονικῶς «ἄκοπον πρόσοδον». Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι τὸ τεχνικώτερον ἀλλὰ καὶ τὸ μᾶλλον πεπλανημένον καὶ τὸ μᾶλλον ἐπικίνδυνον διὰ τὸν τόπον μας, διότι δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς πλείστας καταχρήσεις καὶ νὰ θεσπισθῇ ἡ χειρίστη τῶν κοινωνικῶν ἀρχῶν κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶν κέρδος θὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἄκοπον καὶ ἑπομένως ἄξιον νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ σύνολον καὶ ν’ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ ἀτόμου καὶ τότε τί ἀπομένει μέχρι τοῦ σημείου τῆς καταλύσεως καὶ αὐτῆς τῆς ἰδιοκτησίας; Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου προφανῶς συγχέει, εἴτε σκοπίμως εἴτε μή, τὴν πρόσοδον μὲ τὸ κεφάλαιον, συγχέει δηλ. δύο γεγονότα ἐντελῶς διάφορα, καὶ ὅτε τοιαύτην σύγχυσιν κάμνει, εἴτε σκοπίμως εἴτε μή, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς συμπεράσματα τοιαῦτα τὰ ὁποῖα νὰ ὁδηγήσωσιν αὐτὸν εἰς τὴν σφαλερὰν ὁδὸν τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας, διότι, ἂν εἶχεν ἐξετασθῆ τὸ ζήτημα κατὰ βάθος, βεβαίως ἤθελε πεισθῆ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας τοῦ κεφαλαίου καὶ οὐχὶ περὶ φορολογίας τῆς προσόδου καὶ ὡς σώφρων Ὑπουργὸς ἤθελεν ἀποκρούσει τοιοῦτον μέτρον καὶ δὲν θὰ προσεπάθουν ἐγὼ κατὰ ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ πείσω πάντας ὑμᾶς ὅτι ἡ φορολογία εἶναι ἄδικος διότι πλήττει αὐτὸ τὸ κεφάλαιον. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλάττωμα τῶν στηριζομένων ἐπὶ τῶν συγγραμμάτων καὶ τῶν θεωριῶν διαρκῶς διὰ νὰ φορολογήσωσι, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀναγκάζομαι νὰ ὑπομνήσω τὸ τῶν ἀρχαίων· «Οὐδὲν ἡ μάθησις, ἂν μὴ νοῦς παρῇ», κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ἂν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου εἶχεν ἐξετάσει τὸ θέμα, βεβαίως ἤθελε πεισθῆ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσόδου, ἀλλὰ περὶ κεφαλαίου, διότι τὸ τίμημα τὸ διδόμενον πρὸς ἀγορὰν οἰκοπέδου εἶναι κεφάλαιον, περὶ τούτου οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, πρόσοδος δ’ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποδίδεται χωρὶς τὴν ἐξάντλησιν τοῦ κεφαλαίου, ἀλλ’ ὑμεῖς θέλετε νὰ ἐξαντλήσητε τὸ κεφάλαιον ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ καταβληθὲν τίμημα ὑπέστην ὑπερτίμησιν. Καὶ πῶς γνωρίζετε ὅτι ὑπέστη τοιαύτην ὑπερτίμησιν; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζητε τοῦτο εἰμὴ εἰς δύο περιστάσεις, ἢ ὅταν ἐγερθῇ οἰκοδομὴ ἐπὶ τοῦ οἰκοπέδου ἢ ὅταν ἔλθῃ ἐνώπιον τοῦ συμβολαιογράφου ὁ ἀγοραστὴς καὶ ὁ πωλητής. Καί, ὅταν μὲν ἀνοικοδομηθῇ τὸ οἰκόπεδον, ἔρχεται ἡ Πολιτεία καὶ λαμβάνει τὸ ποσοστὸν αὑτῆς ὑπὸ τύπον τοῦ φόρου οἰκοδομῶν, ὅταν δὲ συντελεσθῇ ἡ ἀγοραπωλησία, τότε ἔχετε πάλιν τὴν φορολογίαν τοῦ χαρτοσήμου. Πλὴν τῶν δύο τούτων συμπτώσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπητε τί ζητεῖτε νὰ φορολογήσητε, διότι δὲν τὸ γνωρίζετε, ἐκτὸς ἐὰν θέλητε νὰ βασισθῆτε εἰς εἰκασίας, ἀλλὰ τότε δὲν σοβαρολογεῖτε καί, ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρου, οὗτος θὰ πλήξῃ ὡρισμένως τὸ κεφάλαιον. Προκειμένου δὲ νὰ ἐπιθέσητε φορολογίαν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου πράττετέ τι τὸ ἀνεπιστημονικόν, πράττετέ τι τὸ σόλοικον, πράττετέ τι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἄνδρας εἰς χεῖρας τῶν ὁποίων ἐνεπιστεύθη ὁ λαὸς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν! Καὶ θὰ εἴπῃ τις ἴσως· «δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς βάσιμα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε πρὸς ἡμᾶς, διότι ἔχομεν βεβαιωμένον καὶ ἐξηκριβωμένον ὅτι αἱ τιμαὶ τῶν οἰκοπέδων τόσον ἐν Ἀθήναις, ὅσον καὶ ἐν Πειραιεῖ, ηὐξήθησαν καταπληκτικῶς». Ἀλλὰ θ’ ἀντιπαρατηρήσω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές, δὲν εἶναι ἀκριβές, δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, καί, ἄν ποτε συνέβησαν ὑπερτιμήσεις τοιαῦται, ἦσαν ὑπερτιμήσεις τεχνηταί, ἦσαν κερδοσκοπικαὶ ἐπιχειρήσεις καὶ ὅσοι ἐνέπεσον εἰς τὰ δίκτυα τῶν κερδοσκοπικῶν ἐκείνων ἐπιχειρήσεων σήμερον δὲν ἔχουσιν ἢ τὴν σκληρὰν πραγματικότητα τῆς ἀπωλείας καὶ τὰ ὄνειρα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Θέλετε λοιπὸν νὰ φορολογήσητε τὴν πραγματικότητα, τὴν καταστροφὴν δηλαδὴ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων; Διότι αὐτοὶ ὁμολογουμένως κατεστράφησαν ἀγοράσαντες εἰς τιμὰς ὑψηλὰς καὶ σήμερον δὲν δύνανται ν’ ἀπολαύσωσιν οὔτε τὸ ἥμισυ οὔτε τὸ τρίτον τῶν ὅσα ἔδωκαν.
§59Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὰ ἐνυπόθηκα;
§60Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ ἔλθω. — Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ προσόδου, ἀλλὰ περὶ κεφαλαίου, διότι ἡ πρόσοδος, τὸ κέρδος μᾶλλον, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, ὡς εἶπον, δὲν δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ ἢ εἰς τὰς δύο ἐκείνας περιστάσεις. Τὰ ἄλλα εἶναι ὑποθετικά, εἶναι τυχαῖα καὶ ἐπὶ τῶν τυχαίων δὲν ἔρχεται ὁ νομοθέτης νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησιν αὐτοῦ, διότι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην φαίνεται ὡς ὑπερτίμησις, κατὰ τὴν ἑπομένην νὰ εἶναι ζημία μεγίστη, διότι, ἐὰν ἐπλήρωσέ τις ἀντὶ 10,000 δρχ. γήπεδον καὶ θελήσῃ σήμερον νὰ τὸ ἐκποιήσῃ, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ οὔτε τὸ ἥμισυ τῆς ἀξίας αὑτοῦ. Ἀλλ’ εἶναι μόνον τοῦτο, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Ὄχι βέβαια, ἀλλὰ καὶ πολλὰ ἄλλα· οἱ πλεῖστοι ἀγοράσαντες οἰκόπεδον ἐδανείσθησαν τὰ χρήματα αὐτῶν· ἑπομένως θέλετε φορολογήσει οἰκόπεδον ὑποτετιμημένον καὶ κατάχρεον! Καὶ θέλω ἐρωτήσει ὑμᾶς· εἰς τίνα θέλετε ἐπιβάλει τὴν φορολογίαν; εἰς τὸν δανειστὴν ἢ εἰς τὸν ὀφειλέτην; Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ θελήσητε νὰ εἰσπράξητε τὸν φόρον ἀπὸ τὸν ὀφειλέτην θέλετε εὑρεθῆ πρὸ τῆς σκληρᾶς ἀνάγκης νὰ κατακυρώσητε εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου τὸ γήπεδον ἐκεῖνο, ἀπέναντι τοῦ φόρου ὑμῶν, διότι ὁ κτήτωρ αὐτοῦ δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀπολαύσῃ οὔτε ἐλάχιστον ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα κατέβαλε· τὸ μὲν θέλει λάβει ὁ δανειστής, τὸ δὲ θέλει λάβει τὸ Δημόσιον ἀπέναντι τοῦ φόρου. Αὐτὴ εἶναι ἡ τύχη τῶν οἰκοπεδοκτητόρων ἐνταῦθα. Καὶ τοιαύτην ἀκίνητον κτῆσιν θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ πείσματος, δύναμαι εἰπεῖν, νὰ φορολογήσῃ, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἐνασμενίζεται ὅτι κήδεται ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ! Ἀλλά, ἂν τοιαῦται σκέψεις ἐπικρατῶσι παρ’ ὑμῖν, κ. Ὑπουργέ, δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ὑμᾶς ὡς κηδεμόνα συνετόν, δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ὑμᾶς ὡς ἄρχοντα μεριμνῶντα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων ἐκείνου ὅστις ἀνεβίβασεν ὑμᾶς εἰς τὴν θέσιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Αἱ φορολογίαι δὲν ἐπιβάλλονται διότι ἰσχύουσιν ἀλλαχοῦ· αἱ φορολογίαι δὲν ἐπιβάλλονται διότι εἶναι γνώμη ἐπιφανῶν συγγραφέων· αἱ φορολογίαι ἐπιβάλλονται μετὰ προηγουμένην ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας, τῶν ὅρων τῶν κοινωνικῶν καὶ τῆς ἀντοχῆς ἐκείνου ὅστις πρόκειται νὰ τὰς ὑποστῇ. Ἀλλὰ δὲν ἐξητάσατε οὐδὲ τὴν κειμένην νομοθεσίαν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι, ἐὰν εἴχετε λάβει τὸν κόπον τόσον ὑμεῖς, ὅσον καὶ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, καθηγητὴς τῆς δημοσιονομίας, νὰ μελετήσητε τὴν κειμένην νομοθεσίαν, οὐδέποτε ἠθέλετε τολμήσει οὔτε ὁ εἷς οὔτε ὁ ἄλλος νὰ φέρητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιοῦτον νομοθέτημα. Καὶ ὁποία τις εἶναι ἡ νομοθεσία ἡ κειμένη; Τὴν γνωρίζετε, ἀλλὰ δὲν ἐλάβετε τὸν κόπον κἂν νὰ τὴν ἐξετάσητε, καίτοι ἐτροποποιήσατε ἄλλοτε αὐτήν· τί δὲ λέγει ἡ νομοθεσία ἡμῶν; Ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιθέσητε χεῖρα — καὶ χεῖρα βέβηλον — ἐπὶ τῆς ἀκτίστου γῆς, διότι, ὅταν ὁ νομοθέτης λέγῃ «Δὲν θὰ πληρώσῃς ἐφ’ ὅσον ὁ οἶκός σου μένει ἄνοικος καί, ἐὰν ἐπλήρωσας, θὰ σοὶ ἐπιστρέψω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔλαβον», πῶς θὰ δικαιολογήσητε τὴν ἀντίθεσιν ταύτην; Πῶς θὰ δικαιολογήσητε τὴν ἐπιτακτικὴν διάταξιν τῆς Πολιτείας πρὸς ἄλλην ἐπιτακτικὴν διάταξιν αὐτῆς· «Δὲν σοῦ φορολογῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπαυσε νὰ σοὶ ἀποδίδῃ ἀφ’ ἑνὸς καὶ σοῦ φορολογῶ ἀφ’ ἑτέρου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν σοὶ ἀποδίδει οὔτε σοὶ ἀπέδωκέ ποτε»; Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον· εἶναι σύγχυσις νομοθετικὴ τοιαύτη ἐκ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐξέλθωμεν. Ἐὰν ἔχω οἰκίαν ἀξίας ἑκατὸν χιλ. —διότι πρέπει ν’ ἀναφέρω καὶ παραδείγματα, διὰ νὰ γίνω καταληπτὸς καὶ ἰδίως ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν—, διὰ τὴν ὁποίαν πληρώνω 400 ἢ 500 δρ. φόρον καὶ ἀπολαμβάνω ἀφ’ ἑτέρου εἰσόδημα 5000, ἔχει δ’ ἕτερός τις οἰκόπεδον τῆς αὐτῆς ἀξίας, ἐκ τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἀπολαμβάνει, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, νὰ πληρώνῃ 400 δρχ. τὸ ἔτος ὡς φόρον, φόρον λέγω, ἀλλὰ δὲν εἶναι φόρος, θὰ εἶναι λύτρον, διότι δὲν θὰ εἶναι ποσοστὸν ἐκ τοῦ κέρδους τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ ἡ Πολιτεία διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς· θὰ εἶναι ἁρπαγή, θὰ εἶναι λεηλασία, θὰ εἶναι δήμευσις τοῦ κεφαλαίου. Ἐὰν ἡ οἰκία λοιπὸν ἐκείνη, ἡ ὁποία μοὶ ἀποδίδει εἰσόδημα καὶ διὰ τὴν ὁποίαν καταβάλλω τὸν φόρον, μείνῃ ἄνοικος, ἡ Πολιτεία ὡς φιλόστοργος μήτηρ λέγει πρὸς ἐμέ· δὲν θὰ μοὶ καταβάλῃς τὸ ποσοστὸν ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου ἔχω ἀπόλυτον ἀνάγκην καί, ἐὰν τὸ κατέβαλες, θὰ σοὶ τὸ ἐπιστρέψω. Ἐν τῇ ἑτέρᾳ περιπτώσει τοῦ ἰσαξίου οἰκοπέδου τί λέγει; Εἴτε ἔχεις εἴτε δὲν ἔχεις εἰσόδημα, καὶ προφανῶς δὲν ἔχεις, ἐγὼ θὰ λάβω ὅ,τι ἀπεφάσισα· ὀφείλεις νὰ πληρώσῃς! Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· πῶς θὰ συμβιβάσητε τὰ διεστῶτα ταῦτα; Πῶς θὰ συμβιβάσητε τὴν κειμένην νομοθεσίαν πρὸς αὐτὴν τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ καταστήσητε, καὶ αὐτὴν κειμένην; Καί, ἂν δυνηθῆτε νὰ μοὶ ἀπαντήσητε, θὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§61Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.
§62Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Θὰ καταργηθῇ ἄρα ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἴδωμεν τίς θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ γελάσῃ τελευταῖος. Βεβαίως εἶναι ἀκατανόητον καί, ἐὰν εἶχε μελετηθῆ τὸ ζήτημα, δὲν θὰ ἐγίνετο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον γίνεται διότι δῆθεν γίνεται ἀλλαχοῦ. Ἀλλαχοῦ ὑπάρχουσιν ἄλλοι λόγοι, ἀλλαχοῦ ὑπάρχει μεγάλη συγκέντρωσις πληθυσμῶν εἰς τὰς πόλεις· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν ἐφαρμόζεται ἢ εἰς ὡρισμένας πόλεις καὶ ὑπὲρ ὡρισμένων δήμων, διότι, ὡς ἀνέγνωσα τελευταίως, ἐτέθη ἐν Γερμανίᾳ ἡ φορολογία αὕτη εἴς τινα μέρη, ἀλλ’ ἐν Βερολίνῳ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐπεβλήθη αὕτη, ὑποθέτω δ’ ὅτι γνωρίζετε τοῦτο. Ἀλλὰ θὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπίσης ὅτι φορολογικὰ μέτρα τοιαῦτα δὲν ἔρχονται εἰς τὰς Βουλὰς κατὰ τὴν τελευταίαν ὥραν, διότι εἶναι μέτρα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν μεγάλων ἐξεγέρσεων καὶ κοινωνικῶν μεταβολῶν. Καὶ παρατηρήσατε τί συμβαίνει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν Ἀγγλίᾳ. Εἷς ἐκ τῶν λόγων ὁ ὁποῖος ἔχει ἐν ἐξεγέρσει κοινωνικῇ καὶ πολιτικῇ τὴν Ἀγγλικὴν Αὐτοκρατορίαν εἶναι καὶ ὁ λόγος τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ἀστικῶν ἀσκεπῶν κτήσεων. Ἀλλ’ ἐκεῖ εἶναι κατανοητὸν τὸ πρᾶγμα, διότι ἐκεῖ ἡ κτῆσις καὶ ἡ ἀγροτικὴ καὶ ἡ ἀστικὴ εἶναι συγκεντρωμένη εἰς ὀλίγας χεῖρας, εἰς τὰς χεῖρας τῶν πλουσίων, τῶν εὐπατριδῶν, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν εἶναι διανενεμημένη εἰς βαθμὸν ὥστε καὶ ὁ σοσιαλιστικώτερος τῶν ἀνθρώπων δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ διανομὴν καλλιτέραν καὶ προσφορωτέραν. Τέταρτον ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἢ μᾶλλον τῆς ἐκθέσεως, εἶναι ὅτι «τὰ οἰκόπεδα, ἐὰν μένωσιν ἄκτιστα—καὶ προσέξατε, παρακαλῶ, τὸν λόγον, ἵνα ἴδητε τὴν σπουδαιότητα τοῦ καταρτισμοῦ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας —, συνεπάγονται τὴν αὔξησιν τῶν ἐνοικίων», ἡμεῖς δὲ ὡς Κυβέρνησις κηδομένη τῆς εὐημερίας τῶν πολιτῶν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πατάξωμεν τὴν τοιαύτην κερδοσκοπίαν, ἡ ὁποία στρέφεται ἐναντίον τοῦ λαοῦ καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου, διὰ νὰ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς κατέχοντας τὰ οἰκόπεδα νὰ κτίσωσι, καὶ διὰ τῆς κτίσεως αὐτῶν νὰ ἐπιφέρωμεν τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐνοικίων».
§63Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Μὲ τί;
§64Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τὴν ἐρώτησίν σας ν’ ἀπευθύνητε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι αὐτοῦ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα, ἀφοῦ τὸ νομοσχέδιον αὐτοῦ τὴν ὑπογραφὴν φέρει. Ἀλλ’ εἶναι ἐπιχείρημα τοῦτο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς μετὰ τόσης ἀφελείας υἱοθέτησε; Φορολογοῦντες τὰ οἰκόπεδα θὰ ἐξαναγκάσωμεν τοὺς κατόχους αὐτῶν νὰ τὰ κτίσωσιν. Ἀλλά, ἐὰν ἐπῆλθεν ὑπερτίμησις εἰς τὰ ἐνοίκια, ἡ ὑπερτίμησις αὕτη δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐλλείψεως οἰκοδομῶν ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, διότι, ἐὰν ζητήσητε πληροφορίας ἀπὸ τὸν μηχανικὸν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, θέλετε πληροφορηθῆ ὅτι κατ’ ἔτος ἑξακόσιαι μέχρις ὀκτακοσίων οἰκιῶν κτίζονται καὶ αἱ πλεῖσται ἐξ αὐτῶν μένουσι κεναί, ὄχι διότι εἶναι ὑπερτετιμημένα τὰ ἐνοίκια, ἀλλὰ διότι δὲν ὑπάρχει ὁ ἀνάλογος πληθυσμός. Τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ἐνοικίων δὲν φέρει ἡ ἔλλειψις οἰκιῶν, διότι ἀμέσως οἰκοδομοῦνται τοιαῦται, ἀλλὰ τὴν φέρει ἡ βαρεῖα φορολογία καὶ ἡ ἐν γένει ἀκρίβεια τοῦ βίου, τὴν φέρουσιν αἱ μεγάλαι δαπάναι, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ ἰδιοκτήτης, διότι καὶ τὰ ὑλικὰ εἶναι ἀκριβότερα, ἕνεκα τῶν ἐμμέσων φόρων καὶ τὰ ἡμερομίσθια εἶναι ἀκριβότερα καὶ τὰ πάντα εἶναι ἀκριβότερα, καὶ ἑπομένως ὁ λόγος ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀρκεταὶ οἰκίαι καὶ ἑπομένως ἡ προσφορὰ μικροτέρα, ἕνεκα δὲ ταύτης ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἐνοικίων εἶναι λόγος κενός, εἶναι ἐπιχειρήματα ἀνάξια ἀνδρῶν οἵτινες ἔχουσι τὸν κοινὸν νοῦν. Ὁ λόγος τῆς ὑπερτιμήσεως τῶν ἐνοικίων, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι αἱ συνθῆκαι τοῦ βίου αἱ δυσχερεῖς καὶ ἡ ἐπιβάρυνσις, ἡ φορολογία ὅλων τῶν ἀντικειμένων τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἐκ τούτου τοῦ λόγου ἐπέρχεται ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἐνοικίων καὶ οὐχὶ ἐξ ἐλλείψεως οἰκοδομῶν. Ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε ὅτι δὲν ἐμελετήσατε τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδ’ ἐζητήσατε σχετικὰς πληροφορίας, διὰ νὰ ἴδητε ἂν ὑπάρχει ἀνάλογος ἀριθμὸς οἰκιῶν πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ τοῦτο δὲν ἐπράξατε, διότι, ἐὰν τὸ εἴχετε πράξει, δὲν ἠθέλετε δεχθῆ νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τόσον ἀπίστευτον ἐπιχείρημα. Ἔλλειψις οἰκιῶν δὲν ὑπάρχει ἀλλ’ οὐδὲ ἄκτιστα οἰκόπεδα ἐντὸς τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἐκτὸς τοῦ σχεδίου αὐτῆς ὑπάρχουσι τὰ πολλά, ἀλλὰ περιορίσατε τὴν ἔκτασιν τῆς πόλεως καὶ πατάξατε τὴν ἀσκουμένην κερδοσκοπίαν. Τὰ ὑπάρχοντα πέριξ τῆς πόλεως ἀνήκουσι κατὰ τὰ 9)10 εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις, ὧν ἀποτελοῦσι τὴν μοναδικὴν περιουσίαν. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐπὶ τοιούτων ἐπιχειρημάτων στηριζόμενος θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην του, θέλει νὰ ἐξαναγκάσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβαρύνει ἐπαχθῶς καὶ μισητῶς τὸν πολίτην τὸν Ἕλληνα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θέλει ἀφαιρέσει μέρος τῆς περιουσίας του τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζει ἂν θὰ ἔχῃ τὴν ἑπομένην, θέλει νὰ καταστρέψῃ ἠθικὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν κέκτηται, τοῦ νὰ ἐνδύῃ τὰ περισσεύματα αὐτοῦ ἢ μᾶλλον τὰς οἰκονομίας αὐτοῦ τὰς ἐκ τῆς στερήσεως πολλάκις προερχομένας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος καὶ νὰ ὁδηγήσῃ αὐτὸν εἰς τὰς κερδοσκοπικὰς ἐπιχειρήσεις τοῦ Χρηματιστηρίου. Καὶ πράττει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ποιούμενος ἔκκλησιν εἰς τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι παρουσιάζει πρὸ αὐτοῦ τὸ φάσμα τῆς νέας χρεοκοπίας καὶ λέγει πρὸς αὐτόν· «ἐὰν δὲν δεχθῇς νὰ σὲ ἐπιβαρύνω καὶ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, τὸ ἔθνος εἶναι κατεστραμμένον, οὔτε στρατὸν δύναται νὰ ἔχῃ, οὔτε ναυτικὸν δύναται νὰ ἔχῃ, ἀλλὰ καὶ τὸ βάραθρον τὸ χαῖνον τῆς χρεοκοπίας δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῇ! Δὲν ἔχει ὅμως τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ καὶ τί θὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τὴν φορολογίαν αὐτὴν τὸ Δημόσιον, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀρχὴν φορολογίας τοῦ κεφαλαίου, προκειμένου νὰ ἔχωμεν ἀναξίας λόγου εἰσπράξεις, διότι ἀμφιβάλλω ἂν θ’ ἀποφέρῃ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου πλέον τῶν διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Ἐὰν χάριν τοιούτου ἀποτελέσματος εἰσάγωμεν τὸ ῥιζοσπαστικώτερον τῶν συστημάτων εἰς τὴν ἡμετέραν φορολογίαν, νομίζω ὅτι δὲν σκεπτόμεθα πατριωτικῶς. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, δὲν πρόκειται περὶ φορολογίας μόνον· πρόκειται περὶ ἀρχῆς ὀλεθρίας, καταστρεπτικῆς, περὶ ἀρχῆς τὴν ὁποίαν οὔτε ὁ σοσιαλιστικώτερος τῶν ἀνδρῶν ἤθελεν ἀποδεχθῆ διὰ τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι συστήματα φορολογικὰ δυνάμενα ἴσως νὰ ἔχωσιν ἐφαρμογὴν εἰς ἄλλα Κράτη τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι νὰ μεριμνήσωσι περὶ ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι παγιωμένα ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν κεφαλαίων· εἰς ἡμᾶς ὅμως οἱ ὁποῖοι ἔχομεν ἀκριβῶς ἀπόλυτον ἀνάγκην κεφαλαίων, δὲν ἐσήμανεν ἀκόμη ἡ ὥρα διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοιούτων μέτρων ἀποκρουστικῶν τῶν κεφαλαίων, ὧν τοσαύτην ἔχει ἡ Ἑλλὰς ἀνάγκην διὰ νὰ δοθῇ ὤθησις εἰς τὰς πλουτοπαραγωγικὰς αὐτῆς πηγάς. Καὶ πρὶν προβῆτε εἰς ἐπιχειρήματα τοιαῦτα, ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ ἐξαντλήσητε πάντα τὰ ἄλλα μέσα τὰ ὁποῖα καὶ εὐχερέστερα καὶ θετικώτερα εἶναι. Δύνασθε καὶ εἰς οἰκονομίας νὰ προβῆτε καὶ διαρρύθμισιν καλλιτέραν φορολογικὴν νὰ διαπράξητε, ἥτις καὶ τὰς λαϊκὰς τάξεις νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ καὶ ἀνακούφισις νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐπηγγέλθητε οἰκονομίας· ἀλλὰ δὲν ἐφηρμόσατε τὰς ἐπαγγελίας σας. Καὶ ὑπάρχουσι κονδύλια χονδρὰ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, τὰ ὁποῖα οὔτε ἐθίξατε κἄν· ἐθίξατε 80,000 δρχ. μόνον διανεμομένας κατ’ ἔτος ὡς κόλλυβα κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς διαφόρους συλλόγους καὶ ἑταιρείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα οἰκονομία. Ἀλλ’ ἐμείνατε εἰς ταύτην; Δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου κατείδετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στερήσητε τὰ ποσὰ ταῦτα ἀπὸ τὰ καταστήματα ἐκεῖνα καὶ βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον ἀποδίδετε καὶ θ’ ἀποδώσητε ἔτι πλειόνα. Καὶ εἴχετε καὶ ἄλλους πόρους, ἐκ τῆς καλῆς διαχειρίσεως τῶν ὁποίων θὰ ἦτο εὐχερὴς ἡ ἀπόκτησις σπουδαίων αὐξήσεων, ἀλλὰ δὲν τοὺς ἐπεμελήθητε, καὶ τοιούτους ἔχομεν τοὺς τελωνιακούς, οἱ ὁποῖοι διαρρέουσιν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ Δημοσίου. Διατί δὲν ἐμεριμνήσατε, ἰδίως διὰ τὰ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς, νὰ τὰ διαρρυθμίσητε κατὰ τρόπον ἐπιμελῆ καὶ προσεκτικόν, ὥστε τρία καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια νὰ μὴ διαφεύγωσι κατ’ ἔτος τὸν δημόσιον θησαυρόν;
§65Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὑποβάλετε καὶ ψηφίσατε νομοσχέδια τοιαῦτα.
§66Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι θέμα νομοσχεδίων, ἀλλ’ εἶναι θέμα διοικήσεως καὶ ἐπιμελείας προσωπικοῦ. Μόνον διὰ καλοῦ προσωπικοῦ καὶ ἐπαρκοῦς δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν βελτίωσιν τῶν εἰσπράξεων καὶ οὐχὶ διὰ νομοθετικῶν διατάξεων. Ἀλλ’ ἔχετε καὶ ἕτερον στάδιον, τὴν διαρρύθμισιν τοῦ τελωνιακοῦ δασμολογίου καὶ τὴν βελτίωσιν ἄλλων πολλῶν πόρων, ἀλλὰ δὲν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς ν’ ἀναπτύξωμεν ταῦτα.
§67ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄζει λυχνίας.
§68Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Βεβαίως ὄζει λυχνίας. Καὶ ἡ ἐργασία ὑμῶν δὲν ὄζει λυχνίας; Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς, μὴ προσερχόμενος εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, τί ἄλλο πράττετε παρὰ νὰ συνεργάζησθε ὑπὸ τὸν λύχνον μετὰ τοῦ ἑτέρου τῶν μαγείρων τῶν κατὰ καιροὺς Προϋπολογισμῶν ἐν τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ, ἵνα παρουσιάσητε λυχνίζοντες κατασκευάσματα διὰ τὰ ὁποῖα τὴν ἑπομένην, ὅταν ὁ ἥλιος λάμψῃ, θέλετε αἰσθανθῆ συστολήν; Βεβαίως, ὅταν θέλῃ τις νὰ ὁμιλήσῃ, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὰ θέματα. Καὶ δὲν εἶναι τὰ συγγράμματα μόνον· εἶναι καὶ ἡ σκέψις πρὸ πάντων, ἥτις πρέπει νὰ λειτουργῇ. Καθήμενος εἰς τὸ γραφεῖον ὑμῶν διὰ τῆς σκέψεως θέλετε κανονίσει τὰς λεπτομερείας ἑνὸς νομοθετήματος καὶ οὐχὶ διὰ τῶν συγγραμμάτων. Σήμερον πρόκειται διὰ τῆς σκέψεως, διὰ τῆς εὐθυκρισίας νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τὸ πρακτικώτερον τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἐπαγγέλλεσθε ὅτι θέλετε ἀνορθώσει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς χώρας καὶ ἔχετε τὴν ἀξίωσιν ταῦτα νὰ ψηφισθῶσιν ἄνευ προεργασίας, ἄνευ μελέτης; Καὶ κατηγορεῖτε ὅτι ὄζουσι λυχνίας τὰ λεγόμενα ὑπ’ ἐμοῦ;
§69ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Σᾶς ἐπαινῶ. Τὸ εἶπεν ὁ Δημοσθένης.
§70Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τουλάχιστον ἐγὼ λέγω κάτι τι, ἐνῷ ὑμεῖς κατόπιν πολλῶν ἡμερῶν λυχνίας δὲν κατωρθώσατε οὔτε τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ παρουσιάσητε ἐνταῦθα. Ἤδη, διὰ νὰ μὴ καταπονήσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν....
§71ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! Ἆ!
§72Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τί κραυγάζετε; Θὰ ἤμην περίεργος νὰ ἴδω, ἐὰν εἶχον καιρὸν νὰ διηγηθῶ μῦθόν τινα, ἂν θὰ εἴχετε τὴν αὐτὴν στάσιν ἢ θὰ εἴχετε ἕτοιμον τὸ οὖς ν’ ἀκούσητε τὰ μυθεύματα. Ἡ πλειονοψηφία κραυγάζει, εἶναι δὲ λυπηρὸν νὰ κραυγάζῃ καὶ νὰ μὴ προσέχῃ.
§73Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ μὴ ὑβρίζητε. Ὁμιλεῖτε ἐπὶ δύο ὥρας κωλυσιεργῶν.
§74Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔλλειψις ἀντιλήψεως ἐκ μέρους ὑμῶν. Τὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔκαμα δὲν εἶναι κωλυσιεργία, καὶ ἀδικεῖτε τὴν ἀντίληψίν σας, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ὀλυμπίας, κατηγοροῦντές με ὅτι ἐγὼ ἦλθον νὰ κωλυσιεργήσω. Καὶ πράττετε τοῦτο ἢ δι’ ἔλλειψιν ἀντιλήψεως ἢ τὸ πράττετε ἵνα δημοκοπήσητε, διὰ νὰ δείξητε ὅτι ἡ πτέρυξ αὕτη ἔρχεται νὰ κωλυσιεργήσῃ δῆθεν, ἵνα ἐμποδίσῃ τὸ ἔργον τῆς πλειονοψηφίας. Ἐγὼ εἰργάσθην, ἵνα φέρω τὰς ἀντιρρήσεις μου ταύτας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅσον δὲν εἰργάσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα φέρῃ τὰ συνονθυλεύματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα χάπτετε, χωρὶς νὰ δυνηθῆτε καὶ νὰ χωνεύσητε (εὖγε ἐκ τῆς ἀριστερᾶς). Τίνα σκοπὸν ἔχω νὰ κωλυσιεργήσω; Βεβαίως εἶναι ὀχληρὰ ἡ μακρὰ συζήτησις, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ, ἵνα φωτισθῆτε, διότι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα καθ’ ἣν θὰ ζητηθῇ λόγος παρ’ ὑμῶν. Καὶ νομίζετε ὅτι προσφέρετε ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς καθημένους εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα;
§75Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δι’ οὐδένα ἐνδιαφέρομαι.
§76Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Διὰ τὰ οἰκόπεδα τῆς Ὀλυμπίας θὰ ἐνδιαφέρησθε.
§77Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Λοιπόν, ἐὰν ὑπάρχῃ δικαιοτέρα φορολογία, αὕτη εἶναι ἡ τῶν οἰκοπέδων.
§78ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι ἔχουσιν οἰκόπεδα φωνάζουσιν.
§79Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὄχι· ὁ ἐρχόμενος ἐνταῦθα νὰ συζητήσῃ δὲν συζητεῖ ὑπὲρ τοῦ ἰδίου οἴκου· συζητεῖ γενικῶς. Εἶναι δ’ ἀπρεπὲς εἰς βουληφόρους ἄνδρας νὰ ἔρχωνται νὰ ἐπιρρίπτωσι μομφὴν ὅτι...
§80ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Τὴν εὐπρέπειαν τὴν γνωρίζομεν.
§81Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καθίσατε κάτω καὶ ἀφήσατέ με νὰ ὁμιλήσω. Αὐτὸ εἶναι αὐθάδεια!
§82ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Σὺ εἶσαι αὐθάδης!
§83Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἀπρέπεια νὰ ἔρχωνται συνάδελφοι καὶ νὰ ἐπιρρίπτωσι μομφὴν ὅτι οἱ ἔχοντες οἰκόπεδα συζητοῦσι· καί, ἐὰν εἶχον οἰκόπεδα, πάλιν θὰ εἶχον τὸ θάρρος νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, κύριε Βουλευτὰ ἐκ Λακεδαίμονος· ἄλλως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεώς σας καὶ μὴ χάνετε τοὺς λόγους σας.
§84ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι εἴπετε ὅτι ἀπρεπῶς ἐφέρθην ἐγώ.
§85Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἀπρεπεῖς, εἶπον, εἶναι ἐκεῖνοι οἱ λέγοντες ἢ καὶ πόρρωθεν ὑπονοοῦντες ὅτι ἡμεῖς συζητοῦντες ἐνταῦθα συζητοῦμεν ὑπὲρ τῶν ἰδίων βωμῶν καὶ ἑστιῶν.
§86ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§87Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Αὐτὰ εἶπον ἐγὼ καὶ ἐξακολουθῶ νὰ λέγω ὅτι εἶναι ἀπρέπεια.
§88ΒΡ. ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό.
§89Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐγὼ δὲ εἶπον ὅτι δικαιοτέρα φορολογία εἶναι ἡ τῶν οἰκοπέδων.
§90Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχετε καθαρὰν καὶ πλήρη ἀντίληψιν τοῦ πράγματος.
§91Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἔχομεν καθαρωτάτην.
§92Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν διὰ τὸν κ. Σκουζὲν τὸν ἔχοντα 20.000 ἢ 30.000 πήχεις οἰκοπέδων εἶναι τίποτε νὰ πληρώσῃ μικρὸν ποσοστόν, ἀλλὰ διὰ τὸν ἐργάτην, τὸν χειρώνακτα ἡ πληρωμὴ 5 ἢ 10 δρ., ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι φορολογία ἐπαχθὴς καὶ ἀπηνής, εἶναι φορολογία τοῦ κεφαλαίου. Καὶ προκειμένου νὰ φορολογήσωμεν τὸ κεφάλαιον εἰσάγομεν ἀρχὴν σοσιαλιστικήν, ἀρχὴν ἥτις θὰ ἔχῃ καταστρεπτικὰς συνεπείας διὰ τὸν τόπον ἡμῶν. Καὶ περὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης μάχομαι ἐγώ, οὐχὶ περὶ ποσῶν οὔτε περὶ βωμῶν καὶ ἑστιῶν. Μάχομαι περὶ τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας καὶ διὰ τοῦτο ζητῶ νὰ πείσω ὑμᾶς ὅτι δὲν εἶναι ἐπωφελὴς ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐγὼ εἰργάσθην, ἵνα πείσω καὶ ὄχι ἵνα φέρω ἐμπόδια εἰς τοὺς καθημένους εἰς τὰς θέσεις ἐκείνας, διότι γνωρίζω ὅτι αἱ θέσεις ἐκεῖναι εἶναι πλήρεις ἀκανθῶν καὶ τριβόλων καὶ οὐδεὶς τὰς φθονεῖ. Δὲν θέλετε φορολογήσει λοιπὸν τὴν πρόσοδον, ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον, καὶ ἡ φορολογία αὕτη θέλει ἐπιπέσει βαρυτάτη ἐπὶ τοῦ πολίτου καὶ θέλει ἐπιφέρει καὶ ἕτερα κακὰ ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, διότι θέλει ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ῥαγδαίαν ὑποτίμησιν τῶν τιμῶν τῶν οἰκοπέδων καὶ θέλει παύσει πᾶσα ἐπ’ αὐτῶν συναλλαγή. Διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγοράζει οἰκόπεδόν τι ἐπὶ τῇ ἐλπίδι βελτιώσεως τῆς ἀξίας του εἰς τὸ μέλλον δέχεται νὰ ὑποστῇ ἐλάττωσιν κέρδους, ἀλλὰ δὲν δέχεται νὰ ὑποστῇ καὶ τὴν καταβολὴν ὡρισμένου ποσοῦ, διότι ἡ φορολογία αὕτη εἶναι πρόσθετον βάρος πλὴν τοῦ βάρους τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἐκ τῆς μὴ ἀπολήψεως ὠφελείας τινὸς ἐκ τοῦ κατατεθέντος διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ οἰκοπέδου τούτου τιμήματος. Θέλουσι λοιπὸν ἐλαττωθῆ, ἂν ὄχι παύσει ἐντελῶς, αἱ συναλλαγαί, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ὡς συνέπειαν τὴν ῥαγδαίαν ὑποτίμησιν τῶν οἰκοπέδων, ἑπομένως ἐλάττωσιν τῆς περιουσίας τῶν πολιτῶν, καὶ ἐξ ἄλλου θέλει ὑποστῇ σημαντικὴν ζημίαν τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν ἔλαβε τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον ἴσως ἵνα μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα, ζημίαν ἐκ τοῦ χαρτοσήμου, τὴν ὁποίαν θὰ αἰσθανθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, ὄχι μὲν ἀμέσως, βραδέως ὅμως καὶ ἀσφαλῶς. Τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶναι σοβαρώτατον καὶ πρέπει νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἂν δὲν ἐφείλκυσαν ἤδη ἄλλοι τῶν ὁποίων θίγονται σπουδαῖα συμφέροντα, καθόσον τὸ χαρτόσημον ἀποτελεῖ ὑπέγγυον πρόσοδον. Ἀλλὰ πλὴν τῶν ἐλαττωμάτων τούτων, τῶν πολλῶν καὶ ποικίλων, τῶν σχετιζομένων πρὸς ἠθικοὺς λόγους, πρὸς ἀρχὰς φορολογικάς, πρὸς τὰς δημοσίας εἰσπράξεις, ἔχομεν καὶ ἕτερον λόγον, ἀλλ’ ἐνδοιάζω νὰ τὸν ἀναφέρω, ὁμολογῶ, διότι, ὡς εὑρισκόμεθα κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους, ὁ λόγος αὐτὸς ἴσως ἤθελε φανῆ εἰς τοὺς πολλοὺς ὡς ἀστεῖος μᾶλλον· τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ διόλου ἀπίθανον ν’ ἀκούσω καγχασμοὺς καὶ πάλιν. Ἀντισυνταγματικόν. Καὶ τί; Ἀλλ’ ἔπρεπεν ὑμεῖς, ἡ Κυβέρνησις ἡ κληθεῖσα τῆς ἀνορθώσεως, νὰ ἔλθῃ νὰ δώσῃ καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τραῦμα εἰς τὸν χάρτην τὸν συνταγματικόν, διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ὁποίου τόσους ἀγῶνας καὶ τόσας θυσίας ὑπέστη ὁ τόπος οὗτος; Καὶ διατί εἶναι ἀντισυνταγματικόν; Διότι ἀντιτίθεται ἄντικρυς πρὸς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὃ «οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι καὶ συνεισφέρουσιν ἀδιακρίτως κλπ.».
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προχωρεῖτε καὶ κατωτέρω, ἀναλόγως τῆς περιουσίας των».
§94Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει αὐτό. (ἱλαρότης). Καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ ἀντισυνταγματικότης, διότι θίγεται ἡ μεγάλη ἀρχὴ τῆς ἰσότητος ἀπέναντι τοῦ νόμου, καθόσον τὸ νομοσχέδιον καθορίζει διαμερίσματα τοῦ Βασιλείου φορολογούμενα καὶ ἄλλα οὐχί.
§95ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀγνοεῖτε ὅτι ἔχομεν διάφορον φορολογίαν εἰς διαφόρους ἐπαρχίας τοῦ Κράτους;
§96Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἔχομεν ἄλλα φορολογικὰ συστήματα· ἐδῶ δημιουργοῦνται προνομιοῦχοι τάξεις. Ἡ Ἑπτάνησος φορολογεῖται κατ’ ἄλλον τρόπον, φορολογεῖται ὅμως· τὰ λακωνικὰ προϊόντα φορολογοῦνται κατ’ ἄλλον τρόπον, ἀλλὰ φορολογοῦνται. Ἐδῶ δημιουργεῖται ἀνισότης. Θὰ φορολογηθῶσιν αἱ Ἀθῆναι, αἱ Πάτραι, αἱ Καλάμαι, ἡ Σῦρος καὶ ἐν γένει αἱ πόλεις αἱ ἔχουσαι ἄνω τῶν 10.000 κατοίκων. Δημιουργοῦντες δ’ ἀνισότητα παρασκευάζετε τὸ ἔδαφος πρὸς ἀνυποταξίαν καὶ ἀναρχίαν. Θὰ φορολογηθῶσιν αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς μόνον, διότι εἰς αὐτὰς καὶ μόνον ἀποβλέπετε. Θὰ εἶναι δὲ περίεργον, ὅταν θὰ ὑπάγῃ ὁ εἰσπράκτωρ εἰς τὰς Καλάμας, ἵνα εἰσπράξῃ φόρον οἰκοπέδου, ἂν θὰ εἰσπράξῃ ἓν λεπτόν, ἢ καὶ εἰς τὰς Πάτρας. Καὶ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ ὅτι ἐν Πάτραις ἡ τιμὴ τῶν οἰκοπέδων εἶναι εἰς ἐξευτελισμόν.
§97Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ὄχι τώρα.
§98Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Καὶ τώρα. Οἰκία ἡ ὁποία ἐστοίχισε 200.000 ἢ 300.000 δρ. δὲν εὑρίσκει ἀγοραστὴν οὐδὲ ἀντὶ 50.000 καὶ οἰκόπεδα ἔχοντα ἄλλοτε μεγάλην ἀξίαν πωλοῦνται ἀντὶ πινακίου φακῆς. Δημιουργεῖτε λοιπὸν ἀνισότητα μεγάλην, δημιουργεῖτε χάσμα μεταξὺ τῶν διαφόρων κατοίκων τοῦ Βασιλείου, διότι οἱ μὲν θὰ καταβάλλωσιν, οἱ δὲ οὐχί. Τοῦτο εἶναι ἀντισυνταγματικὸν εἰς ἄκρον. Ἐὰν ἐξακολουθῶμεν νὰ ἔχωμεν καὶ ἴχνος τι σεβασμοῦ πρὸς τὸ πολίτευμα αὐτό, τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν λόγον αὐτόν. Εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ νὰ παρουσιάζηται νομοθετικὴ ἐργασία τοιαύτη, καθ’ ἣν ὡρισμέναι πόλεις θὰ καταβάλλωσι φόρους καὶ ἄλλαι οὐχί. Καὶ ἐδῶ ἔγκειται τὸ ἀντισυνταγματικόν, οὐδεμίαν δ’ ἔχει ἐπιρροὴν τὸ δοκησισοφικόν, τὸ ὁποῖον εἴπετε πρὸ ὀλίγου συμπληροῦντες τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν δὲ ὑπάρχῃ δικαιοσύνη ἐν Ἑλλάδι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐὰν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, θέλει τὸ ἀπορρίψει ὡς ῥάκος. Συνέβη ἐν Ἀμερικῇ γεγονὸς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἡμᾶς ὡς παράδειγμα, ὅτε ἐπεβλήθη φορολογία ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ἂν εἷς ἐκ τῶν φορολογουμένων κατέφυγεν εἰς τὰ δικαστήρια, ἰσχυριζόμενος ὅτι, ἐπειδὴ ἡ φορολογία αὕτη ἦτο ἄνισος, διότι δὲν ἐπεβάλλετο εἰς ὅλους, ἀλλ’ εἰς τοὺς ἔχοντας εἰσόδημα, ἀρνεῖται νὰ πληρώσῃ τὴν φορολογίαν ταύτην, καὶ τὰ δικαστήρια ἐδέχθησαν τοὺς δικαίους ἰσχυρισμοὺς τοῦ ἐνισταμένου πολίτου, καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος περιέπεσεν εἰς ἀχρηστίαν.
§99Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχύουσιν ἄλλα ἐκεῖ.
§100Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ δικαιοσύνη καὶ ἐν Ἑλλάδι, τὴν αὐτὴν τύχην θὰ εὕρῃ καὶ ὁ νόμος οὗτος. Ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, εἶναι οὐσιώδης καὶ σπουδαῖος καὶ δὲν δύνανται τὰ δικαστήρια νὰ τὸν παρίδωσι, πᾶς δὲ δικαστὴς ἀνεξάρτητος καὶ ἀκέραιος καὶ ἀδέκαστος θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ νόμου καὶ θέλει ἀποδώσει δίκαιον εἰς τὸν ἀρνηθησόμενον νὰ πληρώσῃ ὑπὸ τῆς Πολιτείας ζητούμενον τοιοῦτον φόρον. Ἐγὼ δὲν βλέπω ἄλλον λόγον εἰμὴ μόνον καινοδοξίαν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοιούτων νομοθετικῶν μέτρων, καινοδοξίαν καὶ σπουδαιοφάνειαν, ἵνα φανῶσιν οἱ εἰσηγηταὶ ὅτι παρακολουθοῦσι τὰ ἀλλαχοῦ γινόμενα, ὅτι δὲν καθυστεροῦσιν εἰς τὰς γνώσεις τὰς οἰκονομολογικὰς τῆς ἐποχῆς. Ἡ αὐτὴ σκέψις ἐκράτησεν ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ ἐκείνου μέτρου τοῦ ἀφορῶντος τὸ εἰσόδημα· τοῦτο συμβαίνει καὶ ἐπὶ τοῦ σημερινοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνεκολπώθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χωρὶς νὰ τὸ γνωρίζῃ, χωρὶς νὰ τὸ μελετήσῃ, χωρὶς νὰ τὸ ἐξετάσῃ κατὰ βάθος. Τοῦτο ὑπέβαλε, διότι ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν ὑποβαλόντα πρὸς αὐτὸν τὸ νομοθέτημα τοῦτο καθηγητὴν τῆς δημοσιονομίας ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ, ἀλλὰ δὲν ἐκλήθημεν ἡμεῖς ἐνταῦθα νὰ θεραπεύσωμεν τὰς καινοδοξίας τῶν καθηγητῶν καὶ νὰ μεταβάλλωμεν εἰς νόμους τὰς φυλλάδας, τὰς ὁποίας ἐκ τοῦ προχείρου συγγράφουσι καὶ τὰς ὁποίας δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργός, πρακτικὸς αὐτὸς ἄνθρωπος, ἀποδέχεται ἀνεξετάστως καὶ ἀμελετήτως, χωρὶς κἂν νὰ φαίνηται ὅτι ἔχει τοὐλάχιστον τὴν ἐπίγνωσιν ὅτι εἰσάγων τοιαῦτα νομοθετήματα εἰσάγει περιεσκεμμένως ἀρχὰς ἐντελῶς ῥιζοσπαστικάς, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ βασίσῃ νέον οἰκοδόμημα νέας οἰκονομικῆς πολιτικῆς. Ἀλλ’ οὐδεὶς εἶπε πρὸς ἡμᾶς περὶ ῥιζικῆς τοιαύτης μεταβολῆς. Ἁπλῶς εἰσάγει, εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε, τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, διὰ νὰ εὐχαριστήσῃ τοὺς εἰσηγητὰς αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ δείξῃ ὅτι καὶ αὐτὸς οὗτος παρακολουθεῖ τὴν φορολογικὴν ἐξέλιξιν, παρακολουθεῖ τὰ γινόμενα ἀλλαχοῦ. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, ἡ χώρα ἡμῶν διὰ πειράματα τοιαῦτα; Εἶναι ἀνάγκη κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀντὶ τῆς περισυλλογῆς νὰ ἐκτεινώμεθα εἰς διασκευὴν τοῦ ὅλου καθεστῶτος ἡμῶν τοῦ οἰκονομικοῦ; Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ κατάλληλος ὥρα· Θὰ ἤμην τῆς γνώμης ὅτι πρέπει τοιαῦτα ῥιζοσπαστικὰ ζητήματα νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἔλθῃ ὁ χρόνος ἵνα τὰ καθιερώσῃ καὶ μόνος ἐκεῖνος θὰ εἶναι ἱκανὸς νὰ παγιώσῃ γνώμας καὶ ἰδέας κρατούσας ἀλλαχοῦ, ὥστε ἐφαρμοζόμεναι καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ἔχωσιν ἀποτελέσματα εὐάρεστα οἰκονομικά. Σεῖς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐλέγετε ἄλλοτε ὅτι εἶναι κινδυνωδέστατον νὰ φθάσῃ τις ἐκεῖ ὅπου ἄλλα Κράτη μετ’ ἀγῶνας πολλοὺς καὶ μόχθους καὶ χρόνου ἔφθασαν; Ζητεῖτε οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον νὰ εἰσαγάγητε τὸν σοσιαλισμὸν ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἐν χώρᾳ δηλαδή, ἥτις μάχεται τὸν ἀπεγνωσμένον ἀγῶνα τῆς ἀποκαταστάσεώς της καὶ ἥτις ἔχει ἀνάγκην οὐχὶ ἀρχῶν τοιούτων, ἀλλ’ ἀρχῶν ὑγιῶν, διὰ νὰ δυνηθῇ ν’ ἀναδείξῃ τὰς δυνάμεις αὑτῆς τὰς ὑλικάς, δυνάμει τῶν ὁποίων θὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἀρξαμένου ἔργου τῆς ἀποκαταστάσεως. Πρὶν ὅμως ἀποκατασταθῇ ἡ χώρα καὶ λήξωσιν οἱ περὶ ἐπικρατήσεως ἀγῶνες πρὸς ἄλλους λαούς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβερνήσεις ἀποτελουμένας ἀπὸ πολίτας Ἕλληνας νὰ εἰσάγωσι τοιαύτας ἀρχὰς ἐν τῷ Βασιλείῳ τούτῳ, διότι διὰ τοῦ τρόπου τούτου ἐξαντλεῖτε τὴν δύναμιν τοῦ ἀτόμου, καὶ ἐξαντλοῦντες τὸ ἄτομον ἐξαντλεῖτε αὐτὴν τὴν χώραν, καί, ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἀνάγκην ὁ τόπος ὅλης τῆς ἀκμῆς καὶ ὅλου τοῦ σφρίγους αὐτοῦ, δὲν θέλετε εὕρει ἢ τὰ ἐρείπια τῶν δυνάμεων, περὶ τῶν ὁποίων ἐλάλησεν ὁ παυθεὶς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐξαντλοῦντες τὴν χώραν ὑλικῶς ἐξαντλεῖτε τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις καὶ ῥίπτετε τὴν ἀπογοήτευσιν εἰς τοὺς χειμαζομένους ἀδελφούς, οἵτινες ἔχουσιν τὰ βλέμματα ἐστραμμένα πρὸς ἡμᾶς. Ὅταν δὲν ἔχητε οἰκονομικὴν εὐεξίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θέλετε ἐπαρκέσει εἰς τὰς μεγάλας ἀνάγκας καὶ εἰς τὰς βαρείας ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει ἡ κεντρικὴ ἰδέα τῆς ἀποκαταστάσεως τοῦ ἔθνους τούτου. Διὰ τῶν νομοθετημάτων τὰ ὁποῖα εἰσηγήσασθε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδὲν ἄλλο ἐπράξατε ἢ νὰ ἐπιζητῆτε τὴν ἐξάντλησιν τῶν κεφαλαίων ἢ τὴν φυγάδευσιν αὐτῶν. Δὲν ἐπιζητεῖτε διὰ τῶν μέτρων ὑμῶν τῶν οἰκονομικῶν ἢ ν’ ἀποστραγγίσητε πᾶσαν ἰκμάδα ἀπομείνασαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τοῦτο πράττοντες βεβαίως δὲν θὰ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ δεχθῆτε, κατερχόμενοι τῶν θέσεων ἐκείνων, στέφανον δόξης, ἀλλὰ θέλετε ἀσφαλῶς συναποκομίσει τὴν ἀρὰν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ!
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἐγγεγραμμένου προβαίνομεν εἰς τὴν ψήφισιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Εἶτα ψηφίζονται καὶ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§102Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπω, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἐξαιρέσεις, αἱ ὁποῖαι μαρτυροῦσι βεβαίως τὰ γενναιόδωρα αἰσθήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐξαιρεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ νεκροταφεῖα τέλος πάντων, διότι οἱ Ἕλληνες νεκροὶ δὲν πρέπει νὰ ἐνοχληθῶσιν ὑπὸ φορολογικῶν στενοχωριῶν· ἀρκοῦσιν εἰς αὐτοὺς ὅσα ὑφίστανται ζῶντες, ὥστε νὰ μὴ φορολογηθῶσι καὶ νεκροί, καὶ θὰ εἶναι εὐγνώμονες ἡμέραν τινα οἱ ἐν τοῖς τάφοις κεκοιμημένοι, οἵτινες δὲν θὰ ὑποστῶσι τὸ βάρος τοῦτο τὸ φορολογικόν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητα καὶ πολλὰ ἄλλα ἄσυλα, νοσοκομεῖα, φρενοκομεῖα καὶ ἄλλα πολλά, τὰ ὁποῖα ἔχουσι περίβολον διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν καταστημάτων. Ἐν Ἀθήναις ὑπάρχουσι πολλὰ τοιαῦτα καταστήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι περίβολον καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστῶσι μεγάλην φορολογίαν, ἂν δὲν λάβωσι τὴν τύχην τῶν νεκροταφείων. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν θὰ ἔχῃ δυσκολίαν ν’ ἀπαλλάξῃ τὰ ἄσυλα ταῦτα ἀπὸ τῆς φορολογίας ἡ ὁποία θὰ εἶναι μεγάλη, διότι οἱ περίβολοι λ. χ. τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, τοῦ Ἀρεταιείου, τοῦ δημοτικοῦ Νοσοκομείου καὶ πολλῶν ἄλλων ἀσύλων, ἐγκατεστημένων ἐν Ἀθήναις, θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς βαρυτάτην φορολογίαν, φορολογίαν ἐντελῶς ἄδικον, διότι οἱ περίβολοι αὐτῶν ὄχι μόνον πρὸς τέρψιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ὑγιεινὴν ἀνακούφισιν τῶν ἐν τοῖς ἀσύλοις τούτοις νοσηλευομένων χρησιμεύουσι.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4...
§104Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορρίπτεται ἡ γνώμη μου;
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5–10). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§106Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι φανερὸν ὅτι θὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς διαφόρους στενοχωρίας τῶν φορολογουμένων αἱ διατάξεις περὶ προσδιορισμοῦ τῆς ἀξίας τοῦ οἰκοπέδου. Τὰ οἰκόπεδα, μετὰ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, ὅλοι γνωρίζομεν —οἱ ἐν Ἀθήναις τοὐλάχιστον γεννηθέντες καὶ οἰκοῦντες— ὅτι ὑπέστησαν διαφόρους μεταπτώσεις τιμῶν· τμήματα τῆς πόλεως, ὅπου ἄλλοτε εἶχον μεγάλην ἀξίαν τὰ οἰκόπεδα, σήμερον ἕνεκα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν σχεδίων τῶν διαφόρων καὶ ἕνεκα τῆς συγκοινωνίας μετέπεσον εἰς ἄλλας τιμάς. Ὁ κάτοχος γηπέδου θέλει εὑρεθῆ εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν νὰ προσδιορίσῃ νῦν τὴν ἀξίαν τὴν πραγματικὴν τοῦ γηπέδου. Ἐὰν ληφθῇ ὡς βάσις ὅτι γείτων τις αὐτοῦ ἐπώλησεν ἐντὸς τῆς τελευταίας τριετίας εἰς τιμὴν ὡρισμένην τὸ οἰκόπεδόν του εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ὑποστῇ ζημίαν σπουδαίαν ὁ ἰδιοκτήτης, διότι ἐντὸς τῆς τριετίας ταύτης ἡ τιμὴ τοῦ οἰκοπέδου μετεβλήθη. Ἐὰν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσήγετο ἐν ἀρχῇ, ὅτε ὡρίσθησαν πρωτεύουσα αἱ Ἀθῆναι, καὶ ἐλαμβάνετο πρόνοια νὰ ληφθῇ ἀκτὶς ὡρισμένη τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως, θὰ ἦτο εὔκολον πρᾶγμα· διότι, ὅτε ἀπεφασίζετο νὰ γίνωσιν αἱ Ἀθῆναι πρωτεύουσα τοῦ Κράτους καὶ περιελαμβάνετο τὸ οἰκόπεδον εἰς ὡρισμένην ἀκτῖνα, ἐξησφαλίζετο τοῦτο ἐντελῶς. Σήμερον ὅμως, ὅτε ἐπεξετάθη τόσον τὸ σχέδιον τῆς πόλεως, νὰ δέχησθε ὅτι, ἐφ’ ὅσον παρέρχεται ὁ χρόνος, αὐξάνει ἡ ἀξία τοῦ οἰκοπέδου, λαμβάνητε βάσιν πλημμελῆ. Τώρα θὰ προσδιορισθῇ ἡ ἀξία ἀπὸ τὸν ἔφορον καὶ εἶναι φανερὸν ὅτι ὁ κάτοχος ἑνὸς γηπέδου εἶναι ἐκτεθειμένος εἰς ἀδίκημα, προσδιοριζομένης τῆς ἀξίας πέρα ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχει. Εἷς κάτοχος γηπέδου, ὁ ὁποῖος δὲν εὑρίσκει ἀγοραστήν, διότι τὸ γήπεδόν του δὲν ἔχει ἀγοραίαν ἀξίαν, θὰ ἴδῃ προσδιοριζομένην ἀξίαν τοιαύτην, ἡ ὁποία θὰ τὸν φέρῃ εἰς μεγάλην δυσκολίαν. Ἐν ἐπιστημονικῷ βιβλίῳ, τὸ ὁποῖον ἀνέγνων τελευταίως, εὗρον νόμον ὑφιστάμενον ἐν νέᾳ Ζηλανδίᾳ. Ἐκεῖ ὑπάρχει φορολογία ἐπὶ τῶν γαιῶν καὶ ὁ ἔφορος προσδιορίζει τὴν ἀξίαν, ἔχει ὅμως δικαίωμα ὁ πολίτης, ἐὰν δὲν συμφωνῇ εἰς τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἔφορος, νὰ λέγῃ εἰς τὸ Κράτος· ἐλθὲ νὰ τὸ ἀγοράσῃς εἰς τὴν ἀξίαν αὐτήν· καὶ τὸ Κράτος νὰ εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ τὸ ἀγοράσῃ. Ἐὰν ὑπῆρχε τοιαύτη διάταξις καὶ παρ’ ἡμῖν, θὰ ἐψήφιζον βεβαίως ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι τὸ Κράτος θὰ ἦτο πολὺ προσεκτικὸν καὶ ἐπιφυλακτικὸν εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς τοῦ γηπέδου. Σήμερον ὅμως τὰ πράγματα ἀφίενται εἰς τὸ ἔλεος τοῦ ἐφόρου καὶ ὁ ἔφορος δύναται νὰ προσδιορίσῃ οἵαν θέλει τιμήν· διότι, ἂν ἔχῃ τις γήπεδον 50,000 πήχεων καὶ ἐπώλησεν ἓν μικρὸν τμῆμα αὐτοῦ, 200 ἢ 300 πήχεων, πρὸς 5 ἢ 10 δραχμὰς τὸν πῆχυν, θὰ ἔρχηται ὁ ἔφορος νὰ λέγῃ ὅτι ὁλόκληρον τὸ γήπεδον ἔχει ἀξίαν 5 ἢ 10 δραχμῶν τὸν πῆχυν. Νὰ εἶσθε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι πᾶς κάτοχος οἰκοπέδου μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἴδῃ ἀσφαλῶς ἠλαττωμένην τὴν ἀξίαν του, δὲν θὰ ἔχῃ δὲ τὴν εὐκολίαν νὰ πωλήσῃ αὐτό, διότι θὰ εἶναι εἰς μεγίστην δυσαναλογίαν ἡ προσφορὰ καὶ ἡ ζήτησις. Ὅταν οἱ ἀγορασταὶ γνωρίζωσιν ὅτι ὁ κάτοχος τοῦ οἰκοπέδου βαρύνεται διὰ φορολογίας, ἡ ὁποία ἐνδέχεται προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ τῶν ἐτῶν ν’ ἀπορροφήσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου, βεβαίως δὲν θ’ ἀποφασίσωσι τὴν ἀγορὰν οἰκοπέδου· θὰ σταματήσητε λοιπὸν ἐξ ἀνάγκης τὴν ἀνέγερσιν οἰκοδομῶν, διότι ἕκαστος, ἔχων πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι «πατεῖς με πατῶ σε» οἱ κάτοχοι οἰκοπέδων θὰ προσενεχθῶσι νὰ πληρώσωσι τὰ οἰκόπεδά των, θὰ δίδωσι τιμὰς πολὺ κατωτέρας. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν συνιστῶ εἰς αὐτὴν νὰ πράξῃ, διότι εἶναι ἄδικον, διότι φορολογεῖ πρόσοδον μὴ ὑπάρχουσαν, ἀλλ’ ἐλπιζομένην καὶ λανθάνουσαν, ἂν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, θὰ παρακαλέσω νὰ λάβῃ διὰ τὸν ἔφορον διάταξιν συντηρητικήν, ὅπως ἡ ἀξία τοῦ οἰκοπέδου προσδιορισθῇ ὅσον ἔνεστι προσεκτικώτερον. Θὰ φέρωμεν τροπολογίας κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι καὶ οὗτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μελετήσῃ προσεκτικώτερον τὸ νομοσχέδιόν του καὶ φέρῃ τοιαύτας τροπολογίας, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθωσι μεγάλα ἀδικήματα ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης. Ὑπάρχουσι πλεῖστα ὅσα, τὰ ὁποῖα συντελοῦσι νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Λ.χ. φορολογεῖτε — πρᾶγμα ἀνόσιον καὶ ἀπαίσιον—φορολογεῖτε μὲ τὴν αὐτὴν τιμὴν τὰς αὐλὰς καὶ τοὺς κήπους τῶν οἰκιῶν. Εἰς ὅλον τὸν κόσμον μέγας ἐγένετο ἀγὼν κατὰ τῆς φορολογίας τῶν οἰκοπέδων καὶ τελευταίως ἔτι εἰς τὸ ὑγιεινολογικὸν συνέδριον τῶν Παρισίων μηχανικοὶ καὶ ἰατροὶ καὶ ὑγιεινολόγοι ὑπεστήριξαν, καὶ ἐγένετο ἡ γνώμη αὐτῶν ἀποδεκτή, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον πρέπει νὰ φορολογῶνται αἱ αὐλαὶ καὶ οἱ κῆποι τῶν οἰκιῶν, διότι ἡ τοιαύτη φορολογία ἤθελεν ἐξαλείψει ἐκ τῶν πόλεων τοὺς πνεύμονας τῆς ὑγείας καὶ τῆς τέρψεως τῶν κατοίκων καὶ τῶν πόλεων αὐτῶν τὸν στολισμόν. Ἑκάστη οἰκία, ἡ ὁποία ἔχει κῆπον, προσφέρει ἐκδουλεύσεις οὐ μόνον εἰς τοὺς ἐνοίκους αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς περιοίκους καὶ εἰς τὴν πόλιν ὁλόκληρον. Ἐὰν διὰ τοῦ νομοσχεδίου μας θέλωμεν νὰ ἐμποδίσωμεν τοὺς ἰδιοκτήτας νὰ ἔχωσι κηπάριον, θὰ πράξωμεν διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὰς ἄλλας μεγάλας πόλεις ἓν μέγα ἀδίκημα. Κατὰ τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν, κατὰ τῆς καλαισθησίας, κατὰ τῆς περιουσίας τῶν ἀνθρώπων θέλομεν πράξει ἀδίκημα, διότι ὁ ἔχων τὸ κηπάριον δὲν πρόκειται νὰ κερδίσῃ τι ἐκ τοῦ κηπαρίου.
§107ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀνεγνώσατε τὸ 7ον ἐδάφιον τοῦ 4ου ἄρθρου; Ἐν αὐτῷ ἀναγράφεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τίθεται ὡς βάσις πανταχοῦ τοῦ κόσμου.
§108Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς λέγετε «πανταχοῦ τοῦ κόσμου»; Εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου φορολογοῦνται τὰ κηπάρια τῶν οἰκιῶν;
§109ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὔτε ἡμεῖς φορολογοῦμεν τὰ κηπάρια τῶν οἰκιῶν· ῥητῶς ἐν τῷ ἄρθρῳ 4 ἐξαιροῦμεν τὰ παρακείμενα εἰς οἰκοδομὰς τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ ἀποτελοῦντα αὐλάς, εἰσόδους, προαύλια, κήπους ἢ ἄλλας περιοχάς.
§110Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ διαστρέφετε τὸ κείμενον· ἀναγνώσατε πλήρη τὴν διάταξιν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ αὐτῷ λέγετε· «ἐξαιροῦνται οἱ κῆποι, ὅταν ἡ ἔκτασις αὐτῶν δὲν ἤθελεν εἶσθαι μεγαλειτέρα τῆς ἐκτάσεως τοῦ οἰκοδομήματος». Λέγετε ὅτι, ἐὰν μία οἰκοδομὴ ἔχῃ ἔκτασιν 100 μέτρων, ἀφήνετε καὶ ἑκατὸν μέτρων κηπάριον ἀφορολόγητον. Ἀλλά, ἐὰν ὑπάγητε εἰς Κηφισίαν, θὰ εὕρητε οἰκοδομὰς μὲ περιοχὴν 5000–20.000 πήχεων· θὰ φορολογήσητε τὰς περιοχὰς αὐτάς; Καὶ τί συνέβη διὰ τὴν Κηφισίαν; Ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Δηλιγιάννη εἰσήχθη νομοσχέδιον πολὺ ὀρθόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐλέγετο ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Κηφισίαν νὰ ἐγείρῃ τις οἰκοδομήν, ἐὰν δὲν ἔχῃ περιοχὴν 5.000 μέτρων. Ἀλλὰ σεῖς τί λέγετε; Δὲν σοὶ ἐπιτρέπω νὰ ἔχῃς κηπάριον ἐν Κηφισίᾳ πέρα τῆς οἰκοδομουμένης ἐκτάσεως. Τὸ αὐτὸ δὲ καὶ διὰ τὸ Φάληρον. Εἶναι ὅλα ταῦτα, ἵνα καταστρέψητε τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν. Καὶ παρουσιάζετε ταῦτα ὡς μεγάλην ἀνακάλυψιν καὶ λέγετε ὅτι πανταχοῦ τοῦτο γίνεται. Καὶ σᾶς ἀνάφερα τὰ τοῦ συνεδρίου τοῦ ὑγιεινολογικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγένετο εὐρυτάτη συζήτησις καὶ εἶπον· δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ, μὴ φορολογήσητε τοὺς κήπους, διότι αὐτοὶ εἶναι οἱ πνεύμονες τῶν πόλεων. Καὶ ὑμεῖς λέγετε ἀκόμη· «ἐὰν ἔχῃ τις ἰδιοκτήτης πολλὰς οἰκίας, θὰ ἐξετασθῇ ποία εἶναι ἡ αὐλὴ ἑκάστης οἰκίας καί, ἂν εἶναι ἐκτάσεως 100 πήχεων καὶ ἡ ἄλλη ἔχῃ αὐλὴν 100 πήχεων, θὰ ἑνώσω αὐτὰς καὶ θὰ σοὶ ἐπιβάλω τὴν φορολογίαν αὐτὴν. Εἶναι δυνατὰ ταῦτα; Καὶ λέγετε ὅτι ἡμεῖς φέρομεν δυσκολίας! Ποίας δυσκολίας; Θέλετε νὰ καταστρέψητε μίαν πόλιν καὶ νὰ τὴν ἐπαναφέρητε εἰς τὴν βαρβαρότητα καὶ τὴν βαναυσότητα! Καὶ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὁ ἔχων ἓν οἰκόπεδον θ’ ἀποκτήσῃ μίαν ἡμέραν αὔξησιν τῆς τιμῆς; Εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ τιμὴ τοῦ οἰκοπέδου. Δὲν λαμβάνετε δ’ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐνδέχεται ὁ κτήτωρ τοῦ οἰκοπέδου νὰ ἔχῃ ἐνυπόθηκον αὐτό. Τότε τί φορολογεῖτε; Φορολογεῖτε τὸ χρέος του; Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ἂν ἔχω οἰκοδομὴν ἀξίας 50.000 δραχμῶν, ἡ ὁποία μοι δίδει πρόσοδον 3.000 δραχμῶν ἐτησίως, θὰ πληρώσω εἰς τὸ Δημόσιον φόρον 150 δραχμῶν· ἐὰν ἔχω οἰκόπεδον ἀξίας 50.000, θὰ πληρώσω 200 δραχμάς. Καὶ τί θὰ πάθω εἰς διάστημα 5 ἢ 6 ἐτῶν; Μὴ δυνάμενος νὰ ἐκποιήσω τὸ οἰκόπεδόν μου θὰ προσφέρω αὐτὸ εἰς ἠλαττωμένην τιμὴν καί, ἂν ἔχω ὑποθήκην, ὁ δανειστὴς θὰ μοῦ τὸ πάρῃ δι’ ἕνα κομμάτι ψωμί. Καὶ τώρα τί λέγετε, κύριοι συνάδελφοι; Σταθῆτε νὰ φορολογήσωμεν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, διότι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἐν ταῖς ἐπαρχίαις δὲν θὰ φορολογηθῶμεν. Καὶ ἔρχεσθε καὶ λέγετε· ἐὰν τις ἔχῃ οἰκόπεδον ἐν Λαυρείῳ, τὸ ὁποῖον ἠγόρασε πρὸ δύο, τριῶν ἢ δέκα ἐτῶν, ἀντὶ δέκα χιλιάδων δραχμῶν, νὰ τὸ φορολογήσωμεν. Ἀλλὰ πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐλαττώσεως τῶν ἐργασιῶν ἐν Λαυρείῳ ἡ ἀξία τῶν οἰκοπέδων αὐτόθι ὁσημέραι ἐκπίπτει. Εἶναι λοιπὸν πρᾶγμα δίκαιον νὰ φορολογήσητε τὰ ἐν Λαυρείῳ οἰκόπεδα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν ταῦτα εἶχον πρὸ πέντε ἢ δέκα ἐτῶν; Πράξατε ὅ,τι θέλετε. Ἔχετε τοὺς περισσοτέρους, εἶσθε Κυβέρνησις, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι καὶ τὸν ἑαυτόν σας ἀδικεῖτε καὶ ἰδιαιτέρως ἀδικεῖτε τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς. Πράξατε ὅ,τι θέλετε. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12–21 τοῦ νομοσχεδίου).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου.
§112Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Εἶναι ἀναμφίβολον κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει πολλὰ τὰ ἐλαττώματα. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι θὰ μελετήσῃ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει παραδεχθῇ αὐτὴν ὡς λογικὴν καὶ ὡς μὴ ἐπιβαρύνουσαν τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. Ἄλλως βεβαίως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει, ἐὰν πρόκειται νὰ συζητηθῇ, θὰ προκαλέσῃ συζητήσεις μεγάλας. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του.
§113ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐπίτηδες παρεκάλεσα νὰ γίνῃ συζήτησις ἀπόψε, ὅπως ἀκούσω τὰς διαφόρους γνώμας· δηλῶ δ’ ὅτι θὰ λάβω αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ ὑποβάλω ἰδικήν μου τροπολογίαν, συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τῶν παρατηρήσεων τῶν ὀρθῶν τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγγείου φόρου ἐπὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν». Ὁ κ. Τάκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§115ΑΛ. ΓΙΑΝ. ΤΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εὑρίσκω δίκαιον καὶ τὴν φορολογίαν εὑρίσκω ἐλαφράν, ἀλλ’ ἐν ταῖς λεπτομερείαις τὸ εὑρίσκω ἀνεφάρμοστον καὶ καταθλιπτικόν, διότι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου τούτου φαίνεται ὅτι δὲν εἶχε γνώσεις κτηνοτροφικὰς καὶ οὐδόλως ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του τὴν κτηνοτροφίαν, ἡ ὁποία ὁμολογουμένως πάσχει καὶ δὲν προστατεύεται. Εἶναι ἀνάγκη δὲ νὰ καθορισθῶσι καὶ μερικὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν κατώρθωσα νὰ δώσω ἐξήγησιν. Λ. χ. θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ· θὰ δηλώσωσι τὰ ζῷα τῶν καλλιεργητῶν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν τσιφλικίων; Θὰ δηλώσωσι τὰ ζῷά των οἱ ζῶντες εἰς κοινότητας;
§116ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τί νομίζετε σεῖς; Πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν;
§117ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ προτείνω, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις ὅμως ν’ ἀποτελεσθῇ ἀπὸ ἀνθρώπους ἔχοντας γνώσεις κτηνοτροφικάς.
§118Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ προκείμενον νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ διττῶς· πρῶτον μὲν ὡς πρὸς τὸ φορολογικὸν ὅριον αὐτοῦ καὶ δεύτερον ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν θεσπίζει. Ἐὰν πρόκειται περὶ αὐξήσεως τοῦ φορολογικοῦ ὁρίου, ὑποθέτω ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα εὐχερές, καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὸ κανονίσῃ. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον σὺν τῇ προθέσει ταύτῃ ἐπαναφέρει καταργηθέντα ἤδη νόμον. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ μᾶλλον ἐπισταμένως, καθόσον αἱ προσδοκίαι τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ θὰ εἶναι ἴσως χρηματικῶς ἀνώτεραι τῶν ὑπολογισθεισῶν, ἀλλὰ θὰ ἔχωσιν ἀποτελέσματα δυσάρεστα ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικήν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐξεγερθῇ τόσον ὁ κόσμος ὁ κτηνοτροφικός, ὅσον καὶ ὁ ἀγροτικός. Οὐδεὶς πρέπει νὰ λησμονῇ ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐνισχυθῇ ἡ γεωργία, ὡς ὅρος ἀπαράβατος τούτου εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ καὶ ἡ κτηνοτροφία. Δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε γεωργίαν ἄνευ κτηνοτροφίας, ἡ δὲ κτηνοτροφία βεβαίως δὲν προστατεύεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· τοὐναντίον ὠθεῖται εἰς τὴν ἐξάντλησιν αὐτῆς. Διότι, ἐὰν ἐπανέλθῃ ὁ φόρος τῶν ζῴων ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τότε ὁ φόρος αὐτὸς θὰ εἶναι πλέον δυσβάστακτος, διότι θὰ εἶναι ὁ φόρος τῶν σφαζομένων ζῴων, καὶ οὕτω διπλασιάζεται, ἀλλαχοῦ δὲ τριπλασιάζεται. Αὐτὰ λέγω, ὄχι βεβαίως διότι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἀντίθετος τῆς ἰδέας τῆς φορολογίας τῶν βοσκησίμων γαιῶν, διότι δύναται ν’ αὐξηθῇ τὸ ὅριον, ἂν καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οὕτω πως ἀποτόμως αὐξανομένης τῆς φορολογίας θὰ εἶναι λίαν ἐπαισθητή, διότι ἀπὸ 6 φορολογεῖται 9, καὶ 3 δημοτικὸς φόρος, ἐν ὅλῳ 12· ἠδύνατο νὰ γίνῃ 7–7½–8. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ λόγου τούτου τὸ νομοσχέδιον θεσπίζει καὶ διατάξεις αἱ ὁποῖαι θὰ καταστήσωσι τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐντελῶς ἀδύνατον, διότι καθιεροῖ μίαν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ πάντοτε ἀπέκρουσε, καθόσον εἰσηγητὴς αὐτῆς ἦτο ὁ μακαρίτης Σιμόπουλος, ὁ ὁποῖος ἔχων προσηλωμένην τὴν ὅρασίν του εἰς τὸν τρόπον τοῦ εἰσπράττειν καὶ μόνον, ἀδιαφορῶν δὲ περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ εἰς ὅλα τὰ μέτρα τὰ νομοθετικὰ τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς ἔλαβεν ἀρχὰς ἐντελῶς ἀπολυταρχικάς, αὐθαιρέτους καὶ καταπιεστικάς. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ πιστόν, πιστότατον ἀντίγραφον ἐκείνης τῆς ἀρχῆς τοῦ μακαρίτου Σιμοπούλου, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ κατ’ ἐπανάληψιν μετ’ ἀγανακτήσεως ἀπέκρουσε καὶ μάλιστα ἡ πτέρυξ ἐκείνη τῆς ὁποίας ἀπετέλει ἐπίλεκτον μέλος οὗτος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἀντὶ καλοῦ κακὸν θὰ προκύψῃ διὰ τοῦ μέτρου τούτου, καθόσον καὶ ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν θεσπίζει εἶναι ἀνακριβής. Ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ κάτοχος καὶ ἰδιοκτήτης ἢ ἐνοικιαστὴς λαμβάνει τὸ μίσθωμα προκαταβολικῶς. Τοῦτο εἶναι ψευδέστατον. Τοῦτο λέγω καὶ ἐξ ἰδίας πείρας πικρᾶς δυστυχῶς, ἀλλὰ καὶ ἐκ κοινῆς ἀντιλήψεως. Καθιεροῖ λοιπὸν βάσιν ἀνακριβῆ καὶ ἐπὶ τῆς ἀνακριβοῦς ταύτης βάσεως προβαίνει νὰ καθιερώσῃ ἀρχὴν ἐντελῶς ἀνεφάρμοστον, διότι ἀξιοῖ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου ἢ ἐνοικιαστοῦ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἡμίσεος φόρου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τὴν θέσιν αὐτοῦ πολὺ δυσχερῆ, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἰδίαν περιουσίαν, ὥστε νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον, θὰ καταφύγῃ εἰς δάνειον βαρὺ καὶ ἐπαχθὲς δι’ αὐτόν. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τὰ μισθώματα τῶν βοσκησίμων γαιῶν πληρώνονται συνήθως κατὰ τὸ τέλος τοῦ Μαρτίου, ἰδίᾳ δὲ κατὰ τὴν 23 Μαρτίου μέχρι τέλους Ἀπριλίου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀξιοῖ τὸ νομοσχέδιον νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ κατὰ τὰς ἀρχὰς Μαρτίου, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν θὰ ἔχῃ λάβει οὐδὲ ὀβολὸν παρὰ τῶν δεδηλωμένων, προσθέτως δὲ ἀποφεύγει τὸ νομοσχέδιον νὰ κάμνῃ λόγον περὶ τοῦ τί θὰ γίνῃ τὸ ἐνοίκιον τῶν ὀρεινῶν βοσκῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ὁ ἰδιοκτήτης διατελεῖ εἰς πραγματικὴν ἀδυναμίαν τί θὰ κάμῃ, διότι δὲν γνωρίζει εἰς ποῖον θὰ ἐνοικιάσῃ τὰς ὀρεινὰς βοσκὰς καὶ πόσον· οὐχ ἧττον ὅμως τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὑποχρεωτικὴν τὴν δήλωσιν καὶ τὴν πληρωμήν. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐντελῶς ἀνεφάρμοστος. Παραλείπω δ’ ὅτι καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ὑποχρεωτικὴν τὴν δήλωσιν καὶ πληρωμὴν φόρου βοσκησίμων γαιῶν καὶ ἐπὶ τῶν καλλιεργουμένων, ἀρχὴν τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ὁ ὑφιστάμενος νόμος δὲν εἶχε, διότι αἱ γαῖαι αὐταὶ ἀπέβησαν ἐντελῶς ἐλεύθεραι ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοθέτου, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν γεωργίαν μὲ τὸ σύστημα τῆς ἀγραναπαύσεως, τὸ ὁποῖον παρ’ ἡμῖν ἔχομεν. Ἐὰν λοιπὸν ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει, ἀσφαλῶς ἐπανέρχεται ἡ φορολογία τῶν ζώων καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς μικροὺς ἰδιοκτήτας τῶν ὀρεινῶν μερῶν, οἵτινες ἔχοντες ἕκαστος 5–10 ζῷα, τὰ ὁποῖα βόσκουσι, κατὰ κοινὴν συνήθειαν, εἰς τὸ ἥμισυ τῶν ἰδιοκτήτων αὐτῶν ἀγρῶν, αὐτοὶ θὰ φορολογηθῶσι. Καὶ τοιουτοτρόπως ἐπανέρχεται καὶ ὁ φόρος τῶν ζώων καὶ μάλιστα εἰς τὸ τριπλάσιον, διότι τῶν ζώων τῶν μεγάλων ἡ ἀξία ὑπολογίζεται εἰς ἓξ δρ., καὶ τότε θὰ ἴδωμεν τὸ φαινόμενον ὅτι θὰ πληρώσωσι τὸν φόρον αὐτόν, θὰ πληρώσωσι καὶ τὸν ἄλλον, πρὸς 2,500 δρχ. ἕκαστος. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν αὐτὴ πρέπει ν’ ἀπορριφθῇ, διότι βεβαίως δὲν πρέπει νὰ σκεφθῇ τότε πλέον ἡ Πολιτεία περὶ γεωργίας, διότι, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ κτηνοτροφία, δὲν θὰ ὑπάρξῃ καὶ γεωργία, εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντας ἡμᾶς ὅτι τὰ ζῷα χρησιμεύουσι πρὸς λίπανσιν εἰς τοὺς ἀγρούς. Ἐπίσης καθιεροῦται διὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ διάταξις πρωτοφανής, καθιστῶσα τὸν ἰδιοκτήτην συνυπεύθυνον καὶ ἀλληλεγγύως ὑπόχρεον εἰς τὴν πληρωμήν, ἀδιαφόρως ἂν κατοικεῖ ἐν τῇ ἡμεδαπῇ ἢ τῇ ἀλλοδαπῇ. Καὶ θὰ συμβῇ τὸ φαινόμενον ὥστε μετὰ πάροδον εἰκοσαετίας εἷς ἰδιοκτήτης, ὁ ὁποῖος ἐμίσθωσε τὸ κτῆμά του εἰς τρίτον καὶ ἀνεχώρησε τῆς ἡμεδαπῆς, ὅταν ἐπανέλθῃ, νὰ συλληφθῇ, ἵνα πληρώσῃ ὅλους τοὺς φόρους, διότι ἐνδεχόμενον ὁ ἐνοικιαστὴς δυστροπῶν νὰ μὴ ἐπλήρωσεν αὐτούς. Καθιεροῖ καὶ διάταξιν ἐντελῶς ἀνελεύθερον διὰ τὸν ἰδιοκτήτην, διότι δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσθέτῃ καὶ τέταρτον μέλος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία θὰ πρόκειται νὰ ἐκδικάσῃ τὰς ἐνστάσεις. Αὐτὸ εἶναι δήμευσις, διότι, ὅταν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ τρία μέλη ἰδικά του, φυσικὰ τὸ τρίτον μέλος τὸ μονομερές, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὀρθοφρονεῖ, δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ κάμῃ τίποτε. Ἐπίσης καθιεροῦται καὶ ἑτέρα ἀρχὴ πρωτοφανής· ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου πᾶς ἰδιοκτήτης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ συντάξῃ πρᾶξιν συμβολαιογραφικὴν μισθώσεως, ἄλλως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρίσταται εἰς τὸ δικαστήριον καὶ οὔτε ἀγωγὴν περὶ ἐξώσεως νὰ κάμῃ. Τοῦτο βεβαίως εἶναι ἀπολυταρχικώτατον. Παρατηρῶ μετὰ λύπης μου ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνομολογεῖ ὅτι τὸ Κράτος εἶναι εἰς ἀδυναμίαν νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους καὶ καταφεύγει εἰς μέσα τυραννικά. Εἶναι δὲ γνωστὸν καὶ εἰς τὸν ἴδιον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἰδιοκτητῶν οὐδέποτε συντάσσουσι συμβόλαια, τινὲς μὲν ἐπίτηδες, οἱ πλεῖστοι δὲ ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεώς των, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ποιμένες εἰσέρχονται αὐθαιρέτως, καταλαμβάνουσι τὰς νομὰς καί, ἐὰν θέλωσι, κάμνουσι συμβόλαιον. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι ἐγκαταλελειμμένος εἰς τὴν διάκρισιν τοῦ ποιμένος, καὶ τότε ποία ἡ θέσις τοῦ ἰδιοκτήτου; Πρωτοφανὲς λοιπὸν αὐτὸ καὶ φρονῶ ὅτι εἰς τὴν δευτέραν ἐπισκόπησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν θ’ ἀφαιρεθῶσιν αὐταὶ αἱ διατάξεις. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δυνατὸν νὰ ἐνδεικνύηται εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν νὰ κάμῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι ν’ αὐξήσῃ τὸ ὅριον τὸ φορολογικόν, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην χρημάτων, ν’ ἀφήσῃ δὲ τὸν κείμενον νόμον ὡς ἔχει καὶ νὰ μὴ θίξῃ τὰ καλῶς ἔχοντα, διότι τοῦτο βεβαίως θὰ φέρῃ ἀναστάτωσιν καὶ εἰς τὸν ποιμενικὸν κόσμον καὶ εἰς τὰς ἀγροτικὰς τάξεις. Τὸ νομοσχέδιον δίδει ἐπίσης τὸ δικαίωμα εἰς πάντα βουλόμενον νὰ προβαίνῃ εἰς καταγγελίας. Αὐτὸ ἐπίσης εἶναι μία ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ μακαρίτου Σιμοπούλου, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ ἐμβάλῃ εἰς ἐμφύλιον σπαραγμὸν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῶν ἀρχῶν αὐτῶν. Ἐδῶ δὲ τί θὰ συμβῇ; Εἶναι γνωστὸν ἤδη ὅτι πολλοὶ ποιμένες μνησικακοῦσι κατὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, διότι δὲν προέλαβον νὰ ὑπάγωσιν αὐτοὶ πρῶτοι, θὰ κάμωσι δὲ τὸ ἑξῆς· θὰ κάμωσι μίαν καταγγελίαν, ἐν ἐπιγνώσει ὅτι εἶναι ψευδής, καὶ θὰ ὑπάγωσι νὰ ὁρκισθῶσι ψευδῶς καὶ τοιουτοτρόπως εἰς τὸν ἰδιοκτήτην οὐδὲν ἄλλο στάδιον ἀπομένει εἰμὴ νὰ ὑπάγῃ νὰ πληρώσῃ. Ἐπίσης προκειμένου περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῆς θερινῆς βοσκῆς δὲν λαμβάνει πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι τὸ νομοσχέδιον οὐδαμοῦ κάμνει μνείαν πότε θὰ δηλοῦται ἡ θερινὴ βοσκή, πῶς θὰ δηλοῦται καὶ τί θὰ πληρώνῃ. Ἐδῶ θεσπίζομεν ποινὴν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους οἵτινες δὲν θὰ ἐπιτηρῶσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, οὐδεμίαν ὅμως ποινὴν θεσπίζομεν ὑπὲρ τοῦ ἀδικουμένου ἰδιοκτήτου, ἀλλὰ τὸν παραπέμπομεν εἰς τὰς καλένδας τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι γνωστὸν ὅτι οὐδέποτε ἐφαρμόζεται. Δι’ αὐτὸ εἶναι ὀρθὸν νὰ κανονισθῇ ποινὴ ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου, ὅταν ὁ ὑπάλληλος δὲν προστατεύῃ τὰ συμφέροντά του. Ἐπίσης καθιεροῦται μία ἀρχὴ ὀλίγον ὕποπτος, νὰ εἶναι ἐλαστικὸς ὁ χρόνος τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου, νὰ ἐξαρτᾶται ἀπολύτως ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Προτιμότερον εἶναι νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ νόμῳ, διότι, ἂν δοθῇ τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἄλλοτε νὰ ὁρίζηται ὁ Δεκέμβριος ἄλλοτε ὁ Ἀπρίλιος καὶ ἄλλοτε ὁ Αὔγουστος, τ’ ἀποτελέσματα θὰ εἶναι χείρονα τῶν προσδοκωμένων. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις αὐτάς, ὅπως εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν του καὶ εἰς ἄλλην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου φέρῃ τὰς δεούσας τροποποιήσεις.
§119Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, Κύριοι, σκοπὸν ἔχει τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν βοσκησίμων γαιῶν ἀπὸ 6%, ὡς θεσπίζει ὁ νόμος ὁ ἰσχύων, εἰς 9%. Ἀλλ’ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν εἶναι μόνον ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας· ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπίσης ὁ τρόπος τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως, ἡ ὑποχρέωσις τοῦ πληρώνοντος τὸν φόρον, καὶ ἕκαστον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι καὶ μία ἀρχή. Διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινὰς ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ πρώτου ἄρθρου λέγει ὅτι ἀπὸ 6% αὐξάνεται ὁ φόρος εἰς 9%· ἐγὼ θέλω ἀποδείξει ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου διὰ τὰς βοσκησίμους γαίας αἵτινες δὲν ἐκμισθοῦνται, ἀλλ’ εἰς τὰς ὁποίας νέμονται τὰ ποίμνια τοῦ ἰδιοκτήτου, ὁ φόρος ἀνέρχεται εἰς 24%. Ἀνέρχεται δὲ εἰς 24% κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὁ ἰσχύων νόμος ἐπιβάλλει φόρον 6% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ λαμβάνει ὡς βάσιν τῆς φορολογικῆς μονάδος τὸ πρόβατον, τὸ ὁποῖον βόσκει εἰς τὰς γαίας τὰς μὴ ἐκμισθουμένας, ὑπολογίζει δὲ ὡς πρόσοδον δι’ ἕκαστον πρόβατον 1 δρχ., καὶ ἐπὶ τῆς μιᾶς δραχμῆς ἐκείνης φορολογεῖ 6%. Ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦ κρατοῦντος νόμου ἔμενεν ὅπως ἔχει καὶ ἀντὶ τῶν 6% ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτει 9%, τὸ νομοσχέδιόν του ἤθελεν εἶναι ἀκριβές. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἡ μονὰς ἡ φορολογική, ἤτοι ἡ πρόσοδος τοῦ νεμομένου προβάτου, αὐξάνει εἰς δύο δρ. καὶ κατὰ συνέπειαν τὸ 9%, τὸ ὁποῖον ζητεῖ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος νόμου γίνεται 18%, διότι ἡ μονὰς τῆς προσόδου διπλασιάζεται. Ἀλλὰ πλὴν τούτου ἐπιβάλλεται καὶ δημοτικὸς φόρος πρὸς 3% κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον διπλασιάζεται καὶ αὐτὸς εἰς 6%· ἔχομεν λοιπὸν 18 καὶ 6, 24%. Μὲ 24% λοιπὸν ζητεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ φορολογήσῃ τὰς βοσκησίμους ἐκείνας γαίας αἵτινες δὲν ἐκμισθοῦνται μέν, νέμονται ὅμως ἐν αὐταῖς τὰ ζῷα τοῦ γαιοκτήμονος. Τοῦτο εὑρίσκω πολὺ ἄδικον καὶ σκληρόν. Ἀλλὰ πλὴν τούτου οἱ κατοικοῦντες τοὐλάχιστον εἰς τὰς ἐπαρχίας γνωρίζουσιν ὅτι αἱ καλλιεργήσιμοι γαῖαι δὲν καλλιεργοῦνται κατ’ ἔτος, διότι, ὅπως καλλιεργηθῶσι καὶ δώσωσι πρόσοδόν τινα εἰς τὸν καλλιεργητήν, πρέπει νὰ διατελέσωσι τοὐλάχιστον ἐπὶ ἓν ἔτος ἐν ἀγραναπαύσει. Ζῶ ἐν ἐπαρχίᾳ καὶ ἰδίως ἐν νομῷ ὁ ὁποῖος ἔχει τὰς εὐφορωτέρας γαίας τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ δὲν σπείρονται κατ’ ἔτος αἱ γαῖαι αὐταί. Καὶ μέχρι τοῦδε κατὰ τὸν κρατοῦντα νόμον αἱ γαῖαι ἐκεῖναι δὲν ἐφορολογοῦντο, ἐκτὸς ἐὰν ἐξεμισθοῦντο εἰς ξένα ποίμνια. Ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιβάλλεται φόρος καὶ εἰς τὰς ἐν ἀγραναπαύσει διατελούσας γαίας, ἐὰν βόσκωσι τὰ ζῷα τοῦ γαιοκτήμονος. Ὥστε δὲν ἔχομεν μόνον τετραπλασιασμὸν τοῦ μέχρι τοῦδε πληρωνομένου φόρου, ἀλλ’ ἔχομεν νέον φόρον. Ὁ μέχρι τοῦδε κρατῶν νόμος τὰς κοινοτικὰς βοσκησίμους γαίας ἀπήλλασσε παντὸς φόρου, ἐκτὸς ἐὰν αἱ κοινότητες ἐξεμίσθουν τὰς γαίας αὐτὰς εἰς ξένους, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανον, ἐφορολογοῦντο. Ἤδη δέ, ἐνῷ κατὰ τὰ κρατοῦντα καὶ οἱ δῆμοι καὶ τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα ἀφωμοιοῦντο πρὸς τὰς κοινότητας, ἤδη διὰ τοῦ νομοσχεδίου αἱ γαῖαι αἱ βοσκήσιμοι αἱ ἀνήκουσαι εἰς τοὺς δήμους καὶ εἰς ἀγαθοεργὰ καταστήματα ἐξομοιοῦνται πρὸς τὰς ἰδιωτικὰς καὶ πληρώνουσι, καὶ ἂν δὲν ἐκμισθοῦνται. Αὐτὸς εἶναι τέταρτος νέος φόρος. Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ὅπως ἐν τῷ παλαιῷ νόμῳ, οὕτω καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αἱ συνήθως καλλιεργούμεναι γαῖαι πρέπει ν’ ἀπαλλαχθῶσι παντὸς φόρου δι’ ὃν λόγον ἐξέθηκα, διότι τέλος πάντων οἱ γεωργοὶ πλὴν τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἔχουσι καὶ ἄλλα ζῷα, ἔχουσιν ἀριθμόν τινα προβάτων, ἀγελάδων, αἰγῶν, τὰ ὁποῖα βόσκουσιν ἐν ταῖς γαίαις ἐκείναις, αἵτινες διατελοῦσιν ἐν ἀγραναπαύσει. Ἤδη θέλομεν νὰ φορολογήσωμεν καὶ τῶν πτωχῶν ἐκείνων τὰ ζῷα. Τὸ ἄρθρον 3 καθιστᾷ ἀλληλεγγύως ὑπόχρεον πρὸς πληρωμὴν τοῦ φόρου τὸν ἰδιοκτήτην καὶ τὸν ἐνοικιαστήν. Ὑποθέσατε ἕνα ποιμένα, ὁ ὁποῖος μεταβαίνει εἰς χειμερινὴν βοσκὴν καὶ ἐνοικιάζει τὸ ποιμνιοστάσιον ἰδιοκτήτου τινός, ὅπως παραχειμάσῃ· οὗτος καθίσταται ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνος πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην διὰ τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου· μάλιστα ὁ κ. Τσιτσάρας εἶπεν ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης ἀποδημεῖ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, εἶναι δὲ πολὺ ἄδικον νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ποιμένας νὰ πληρώνωσιν ἀντὶ τῶν τσιφλικιούχων τὸν φόρον. Τὸ ἄρθρον 4 ὁρίζει ν’ ἄρχηται ἡ δήλωσις καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1909, ἀλλ’ ἤδη παρῆλθεν ὁ Δεκέμβριος.
§120ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ τροποποιηθῇ κατὰ τοῦτο.
§121ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλη διάταξις σοφὴ εἶναι ἡ ἀκόλουθος τὴν ὁποίαν συνέταξαν οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τοὺς ὁποίους παρακαλῶ ν’ ἀποπέμψητε, ἵνα ἡ ἐκκαθάρισις ἀρχίσῃ ἀπὸ ἐκεῖ· ἄλλη διάταξις σοφὴ ἡ ἀκόλουθος. Ἂν ἔχητε ποιμνιοστάσιόν τι, βοσκησίμους γαίας, μακρὰν τῆς κατοικίας σας, ὡς συμβαίνει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἔφορος, ἂν συντάξῃ μίαν καταγγελίαν κατ’ αὐτοῦ, δὲν θὰ τὴν κοινοποιήσῃ εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν ἀλλ’ εἰς τὸν δήμαρχον τῆς περιφερείας εἰς τὴν ὁποίαν κεῖται τὸ κτῆμα αὐτό, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ εἴδησιν ὁ κ. Εὐταξίας, ἂν ἐντὸς δέκα ἡμερῶν δὲν κάμῃ προσφυγήν, ἡ ἔκθεσις γίνεται ὁριστική, ἔρχεται ὁ χωροφύλαξ καὶ τὸν συλλαμβάνει καὶ τὸν φυλακίζει, χωρὶς νὰ ἔχῃ εἴδησιν· διατί; Διότι κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου δίδεται εἰς πάντα τὸ δικαίωμα νὰ καταγγείλῃ τὸν μὴ δηλώσαντα· ἕκαστος δύναται νὰ τὸ κάμῃ χάριν κερδοσκοπίας, διότι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐν τῷ νόμῳ περὶ φόρου τῶν ἀδηλώτων ζῴων. Ἠξεύρετε δὲ τί γίνεται μὲ τὴν διάταξιν αὐτήν; Δῆμος ὁλόκληρος, ζωντανοὶ καὶ ἀποθαμμένοι, ἀποβιώσαντες πρὸ εἰκοσαετίας ἐκλητεύθησαν ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου διότι δῆθεν ἠμέλησαν νὰ δηλώσωσι τὰ ζῷά των. Τὴν ἀρχὴν λοιπὸν αὐτὴν ἀντὶ νὰ καταργήσῃ καὶ ἀπὸ τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ζῴων ἐξακολουθεῖ νὰ τὴν νομοθετῇ καὶ ἀλλοῦ, διότι οἱ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν βαρύνονται νὰ μελετήσωσι καὶ καταγίνωσι πρὸς βεβαίωσιν τοῦ φόρου, οὐχὶ δὲ πρὸς καταπίεσιν καὶ ἁρπαγήν, ὁπότε εἶναι δραστήριοι. Ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 11 λέγει ὅτι ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου ἀποστέλλεται ὁ χρηματικὸς κατάλογος εἰς τὸν ἔφορον, ζητεῖ τῇ 1 Ἀπριλίου τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου· ὑποθέσατε τοὺς φορολογουμένους ἐπιμελεστάτους καὶ προσερχομένους νὰ πληρώσωσι· κοπιάσατε ὅμως εἰς τὸν ὑποταμίαν νὰ καταβάλητε τοὺς φόρους σας! Θὰ μεταβῆτε δὶς ἢ τρίς, διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὸ διπλότυπον τῆς εἰσπράξεως, καί, ἂν δὲν πληρώσητε τῇ 1 Ἀπριλίου, καθίστασθε ὑπερήμερος. Αὐτὰ λοιπὸν ὅλα εἶναι ὀρνιθοσκαλίσματα, τὰ ὁποῖα οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ἔπρεπε πολὺ νὰ προσέξωσι πρὶν τὰ θέσωσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Τὰ ἄρθρα 11 καὶ 14 ἀλληλοσυγκρούονται. Ἐνῷ π. χ. τὸ ἄρθρον 11 ὁρίζει τὸν Ἰανουάριον πρὸς σύνταξιν τοῦ καταλόγου, τὸ ἄρθρον 14 περιλαμβάνει ὅλως διόλου ἀλλοίας διατάξεις ἀνατρεπούσας τὸ ἄρθρον 11. Ἀλλὰ διὰ τοὺς δυστυχεῖς δημάρχους καὶ δημοτικοὺς συμβούλους, οἱ ὁποῖοι τέλος πάντων προσφέρουσι δωρεὰν τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὸ Κράτος πρὸς βεβαίωσιν ὅλων τῶν φόρων, εἴδετε τί λέγει τὸ ἄρθρον 18; Ἐὰν ὁ δήμαρχος βραδύνῃ καὶ μίαν ἡμέραν ν’ ἀποστείλῃ τὸν κατάλογον εἰς τὸν ἔφορον, ἔχομεν 500 δραχμῶν ποινὴν καὶ τρεῖς μῆνας φυλακήν! Τί χρεωστοῦσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, διότι ἐθραύσθη ἡ γραφίς των καὶ μετέβησαν νὰ δανεισθῶσι γραφίδα ἢ μελάνην ἀπὸ γειτονικόν τι χωρίον, διὰ νὰ γράψωσι καὶ στείλωσι τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, τί χρεωστοῦσι νὰ ῥιφθῶσιν εἰς τὴν φυλακήν; Τί εἶναι αὐτά, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι ἀναγκαῖαι, διότι πρέπει νὰ ἐξασφαλίσω τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ τοῦ φόρου. Ἐγὼ ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1909 καὶ εἶδον ὅτι εἰσεπράχθησαν περισσότερα ἀπὸ ὅσα ὑπελογίσθησαν.
§122ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πόσα ἐβεβαιώθησαν;
§123ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Προϋπελογίσθησαν εἰς 160 χιλ., ἐβεβαιώθησαν 300,000 καὶ εἰσεπράχθησαν 190,000.
§124ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ φόρος λοιπὸν αὐτὸς εἶναι εἷς ἐκ τῶν φόρων οἱ ὁποῖοι παρουσιάζουσι τὰ μεγαλείτερα καθυστερήματα, διότι γίνονται πολλαὶ καταχρήσεις. Ἐνομίσαμεν λοιπὸν ὅτι διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ περιστείλωμεν αὐτὰς τὰς καταχρήσεις οὕτως ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βεβαιοῦται καὶ νὰ εἰσπράττηται. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι αἱ διατάξεις αἱ σχετικαὶ εἶναι τόσον αὐστηραί, δυνάμεθα νὰ τὰς τροποποιήσωμεν. Ἡμεῖς αὐξάνομεν τὸν φόρον ἀπὸ 6% εἰς 9%, αὐξάνομεν δηλ. κατὰ 50% τὸν φόρον αὐτόν, διότι ποίαν βάσιν ἐθέσαμεν; Ἐνομίσαμεν ὅτι προκειμένου περὶ φόρου ὅστις ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος εἶναι εὔκολον νὰ τὸν αὐξήσωμεν ἀπὸ 6 εἰς 9%, ὄχι μόνον διότι ἀντέχουσιν οἱ φορολογούμενοι, ἀλλὰ διότι νομίζομεν ὅτι, ἐπειδὴ εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους ἀφήνουσι πολλοὶ ἀκαλλιεργήτους τὰς γαίας, διότι εὐκοπώτερον εἰσπράττουσι τὸ εἰσόδημα τῶν βοσκησίμων γαιῶν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ τόπου, ἐνομίσαμεν, λέγω, ὅτι αὐξάνοντες τὴν φορολογίαν τῶν βοσκησίμων γαιῶν θὰ συνετελοῦμεν οὕτω πως εἰς τὴν αὔξησιν τῆς καλλιεργείας τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ τόπου· λοιπὸν τὴν φορολογίαν ηὐξήσαμεν κατὰ 3%, ἐφροντίσαμεν δὲ συγχρόνως νὰ θέσωμεν τοιαύτας διατάξεις, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν αὐτὰ τὰ μεγάλα καθυστερήματα τὰ ὁποῖα ἔχομεν μέχρι τοῦδε. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ληφθῶσι τοιαῦτα μέτρα ὥστε νὰ περισταλῇ ἡ κατάχρησις, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν· ἡμεῖς ἐπιμένομεν ν’ αὐξήσῃ κατά τι ἡ φορολογία, κατὰ 3%, κατὰ δὲ τἆλλα εἴμεθα σύμφωνοι, νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἂς ἀποφασίσῃ ὡς πρὸς τὰς διατάξεις τὰς ἐξασφαλιζούσας τὸ Δημόσιον· ἡμεῖς ἐπιμένομεν μόνον εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου.
§125Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλὰ λοιπόν. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος ὁ ἰσχύων σήμερον ἐν ἄρθρῳ 51 (ἀναγινώσκει)· «Ἐπὶ τῶν μὴ ἐνοικιαζομένων ἰδιωτικῶν βοσκῶν, ἐν αἷς βόσκουσι τὰ ζῷα τοῦ ἰδιοκτήτου, ὁ ἔγγειος φόρος λογίζεται ἐπὶ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς ἀξίας τῆς χορτονομῆς. Ὁρίζεται ὁ ἐλάχιστος οὗτος ὅρος ἐπὶ μὲν τῶν χειμερινῶν βοσκῶν εἰς δραχμὴν μίαν καθ’ ἕκαστον τῶν ἐν αὐταῖς βοσκόντων προβάτων, καὶ εἰς τὸν διπλάσιον δι’ ἕκαστον τῶν μεγάλων ζῴων, ἐπὶ δὲ τῶν θερινῶν βοσκῶν εἰς τὸ τρίτον καθ’ ἑκατέραν τῶν προειρημένων περιπτώσεων...». Ἰδοὺ τί λέγει τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει)· «Ἐπὶ τῶν μὴ ἐνοικιαζομένων ἰδιωτικῶν βοσκῶν, ἐν αἷς βόσκουσι τὰ ζῷα τοῦ ἰδιοκτήτου, ὁ ἔγγειος φόρος λογίζεται ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς χορτονομῆς, ὁριζόμενος ἐπὶ μὲν τῶν χειμερινῶν βοσκῶν εἰς δραχμὰς δύο καθ’ ἕκαστον τῶν ἐν αὐταῖς βοσκόντων προβάτων, καὶ εἰς τὸ τριπλάσιον δι’ ἕκαστον τῶν μεγάλων ζῴων, ἐπὶ δὲ τῶν θερινῶν βοσκῶν εἰς τὸ τρίτον καθ’ ἑκατέραν τῶν προειρημένων περιπτώσεων...». Λοιπὸν κατὰ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα, ἐὰν βόσκωσιν ἐν χειμερινῇ βοσκῇ μὴ ἐκμεμισθωμένῃ 100 πρόβατα, θὰ λάβητε 100 δραχμάς· κατὰ τὸ νομοσχέδιόν σας, ἂν βόσκωσιν 100 πρόβατα, θὰ λάβητε 18 δραχμάς, καὶ 6 ὁ δημοτικὸς φόρος, ἐν ὅλῳ 24 δραχμάς. Ποῖος θὰ ἔχῃ δίκαιον λοιπόν; Ἐγώ, ἢ σεῖς; Ἐγώ εἰμι ἀπήχησις τοῦ νομοσχεδίου σας.
§126ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§127Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Δι’ αὐτὸ συζητοῦμεν, διὰ νὰ καταρτίσωμεν τὸ νομοσχέδιον καλλίτερον.
§128ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐλέχθη πρὶν ὅτι διὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ οὐ μόνον ἀντικαθιστῶμεν τὸν καταργηθέντα φόρον τῶν ποιμνίων, ἀλλὰ καὶ τὸν ὑπερακοντίζομεν. Ἀλλ’ ἄλλοτε ὁ ποιμενικὸς φόρος ἀνήρχετο κατὰ κεφαλὴν προβάτου ἢ αἰγὸς μὲ δημοτικοὺς φόρους καὶ λοιπὰ εἰς μίαν δραχμήν, τώρα ὑπολογίζεται ἡ ἀξία κατὰ κεφαλὴν εἰς δύο δραχμάς. Λοιπὸν ἔρχεται τὸ Δημόσιον καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δύο αὐτῶν δραχμῶν λαμβάνει 18% φόρον δημόσιον καὶ 6% δημοτικόν, ἐν ὅλῳ 24%. Δὲν νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ φορολογία ἀντικαθιστᾷ τὴν φορολογίαν τὴν ἄλλοτε τῶν ποιμνίων.
§129Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπόκεινται νῦν εἰς τὴν φορολογίαν τῶν σφαζομένων ζώων;
§130ΣΠ. ΡΑΓΚΟΣ. Δὲν πληρώνει 1,20 κατὰ κεφαλὴν ὡς φόρον τῶν σφαζομένων ζώων;
§131ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀφοῦ ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι, ἐὰν δεχθῶμεν κατ’ ἀρχὴν τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας, δέχομαι νὰ σταλῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπήν, ἐκεῖ δὲ νὰ ἐπιφέρητε ὅσας τροποποιήσεις θέλετε, νομίζω περιττὸν νὰ συζητῶμεν.
§132Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ χαίρω πολύ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνεγνώρισεν ὡς ὀρθὰς τὰς παρατηρήσεις μου. Ὁ σκοπός μου δ’ αὐτὸς ἦτο, ἵνα τὸ νομοσχέδιον παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν καί, ἐὰν νομίζῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ ὅτι πρέπει ὁ φόρος αὐτὸς ἀπὸ ἓξ ν’ ἀνέλθῃ εἰς ἐννέα, ἂς τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ὅταν λέγῃ ὁ νόμος ὅτι φορολογεῖ τὴν πρόσοδον πρὸς ἐννέα, ἀλλ’ ἀντὶ ἐννέα φορολογεῖ πρὸς εἰκοσιτέσσαρα, τοῦτο ἀποτελεῖ ἀπάτην τοῦ λαοῦ. Τὴν ἀπάτην αὐτὴν θέλομεν νὰ προλάβωμεν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλ’ οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§134Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι. Πρέπει νὰ παραπεμφθῇ ἀμέσως.
§135Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἀκόμη.
§136Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεγνώσθησαν ἄρθρα.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Μάλιστα.
§138Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπήν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χωρὶς νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχήν; Πολὺ καλά. Ἑπομένως τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπήν. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 6. Δʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μονοπωλίου τῆς σακχάρεως».
§140Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀσυζητητί. Θὰ τὰ συζητήσωμεν λεπτομερῶς. Ἐὰν δὲ ἡ πλειονοψηφία εἶναι διατεθειμένη νὰ τὰ ψηφίσῃ ἀσυζητητί, παρακαλῶ νὰ παρίσταται ἐδῶ.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὑποβάλητε ἔνστασιν.
§142Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ν’ ἀντιληφθῆτε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία καὶ ἐν ἀνάγκῃ θὰ τὴν ὑποβάλω.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Προτιμῶ νὰ ὑποβάλητε ἔνστασιν.
§144Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀμέσως θὰ τὴν ὑποβάλω.
§145Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν ἀντιλαμβάνεσθε τὴν ἔλλειψιν ἀπαρτίας;
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως ἀντιλαμβάνομαι· ἀλλὰ προτιμῶ ν’ ἀναγνώσω τὸν κατάλογον, ἐπειδὴ μοὶ ἐγένετο ἡ παρατήρησις προχθές.
§147Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καθήμεθα νὰ γδέρνωμεν ἐδῶ τὸν λαὸν δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ σᾶς βοηθήσωσι. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ἰδοὺ ἡ ἔνστασις ἔγγραφος.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὀφείλω ν’ ἀναγνώσω πρῶτον τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων.
§149Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων προσεκτικῶς αὔριον.
§150Σ. ΡΑΓΚΟΣ. Μάλιστα. Νὰ δημοσιευθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν παρόντων καὶ τῶν ἀπόντων.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμός. Μὴ ἀμφιβάλλετε περὶ αὐτοῦ. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου). Κύριοι, ἔχομεν ἀκόμη ὀκτὼ λεπτά, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συγκεντρώσωμεν τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν πρὸς συγκρότησιν ἀπαρτίας.
§152Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων Βουλευτῶν;
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν παρόντων Βουλευτῶν εἶναι τεσσαράκοντα πέντε· ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων θὰ σταλῶσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 10 μ. μ.).