1909.12.02
2.717 στίχοι · 20.559 λέξεις · 188 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55.
τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1909.
(Τετάρτη)
Προεδρία κ. Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5, 45′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 94 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§2Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Παρατηρῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἐν τοῖς Πρακτικοῖς δὲν ἀναγράφεται ἡ πρότασίς μου περὶ προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ παροχῆς ἐτησίας συνδρομῆς εἰς τὰς Ἰσραηλιτικὰς κοινότητας. Παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ.
§3Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ ἓν τυπογραφικὸν λάθος, ὅπερ παρεισέφρησεν εἰς τὸ ἄρθρον 25 τοῦ νόμου «περὶ μεταλλείων»· (Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται ὡς διωρθώθησαν).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· Ὁ διευθυντὴς τοῦ φωταερίου Πειραιῶς παρακαλεῖ, ὅπως τὸ ἐργοστάσιον φωταερίου Πειραιῶς μὴ περιληφθῇ εἰς τὴν εἰδικὴν φορολογίαν τῶν καταστημάτων ἀεριόφωτος· Ὁ γενικὸς διευθυντὴς τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας τοῦ ἀεριόφωτος Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑπαγωγῆς εἰς φόρον ἐπιτηδεύματος τῶν ἐργοστασίων ἀεριόφωτος κλπ. Ἐπιτροπὴ τοῦ εἰς συλλαλητήριον συνελθόντος λαοῦ τῆς Ἰθάκης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῶσι πάντα τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια· Ὁ δήμαρχος Ἱστιαίων ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς δημοτικῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ τῆς σακχάρεως· Ἡ κοινότης Πόρτα–Παζὰρ παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῶσι μέτρα σωστικὰ ὑπὲρ τῆς κωμοπόλεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ὁ ποταμὸς Πορτιάτης ἀλλάξας ῥοῦν ἀπειλεῖ νὰ καταστρέψῃ ὁλοτελῶς· Ὁ κ. Νικόλαος Γιαρμενίτης παρακαλεῖ, ὅπως παραμείνῃ ἡ ἕδρα τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐν Δίβρῃ ἢ μετενεχθῇ εἰς τὸ χωρίον Κούμανι τῆς Λαμπείας ἐξ ἴσου σχεδὸν ἀπέχον καὶ ἀπὸ Δίβρης καὶ ἀπὸ Δούκα· Ἐπιτροπὴ τοῦ λαοῦ Κεφαλληνίας παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ μεταποιουμένου σίτου· Ἐπιτροπὴ τῆς πόλεως Μεσολογγίου παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ μεταποιουμένου σίτου· Οἱ ἐφημέριοι Μαντινείας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐνοριῶν καὶ ἐφημερίων»· Ἡ κοινότης Ῥετσάνης παρακαλεῖ, ὅπως ἀποκατασταθῇ τὸ παρασυρθὲν ὑπὸ τοῦ διαρρέοντος τὸ χωρίον χειμάρρου δημοσίᾳ δαπάνῃ κατεσκευασμένον πρόχωμα· Ἔμποροι Πατρῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ αὐξηθῇ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων βερνικίων· Ὁ μηχανουργικὸς σύνδεσμος Πειραιῶς παρακαλεῖ, ὅπως προταχθῶσι καὶ ψηφισθῶσι τὰ νομοσχέδια «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΣΚʹ νόμου» καὶ «περὶ προστασίας τῆς ἐγχωρίου σιδηροβιομηχανίας»· Ὁ δήμαρχος Φαρκαδόνος ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ παρ’ αὐτῷ δημοτικοῦ συμβουλίου ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ Εἰρηνοδικείου Τσιοτίου· Ὁ δήμαρχος Τρικκαίων παρακαλεῖ, ὅπως διαταχθῇ ἡ κατεδάφισις τοῦ προκαλοῦντος τὰς ὑπερεκχειλίσεις τοῦ Ληθαίου ποταμοῦ διαφράγματος τοῦ ὑδρομύλου Καραμαλῆ, διατιθεμένων πρὸς ἀποζημίωσιν, ἐὰν ἀπαιτηθῇ τοιαύτη, τῶν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ κατατεθεισῶν διὰ τοὺς πλημμυροπαθεῖς ἐξ ἐράνων 23,000 δραχμῶν· Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον Χαλκίδος παρακαλεῖ, ὅπως τροποποιηθῶσι τὰ νομοσχέδια περὶ οἰνοπνεύματος καὶ οἴνων, διατηρουμένων τῶν ἀμβύκων καὶ συνιστωμένου ταμείου οἰνοπαραγωγῆς πρὸς ἐνίσχυσιν αὐτῆς, προικοδοτουμένου δὲ διὰ τοῦ στρεμματικοῦ φόρου καὶ μέρους τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ οἰνοπνεύματος. Ὁ κ. Κ. Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§5Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποβάλω, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφοράν, ἡ ὁποία βεβαίως κατὰ τὰ εἰωθότα θὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ φροντίσῃ νὰ μὴ παραμεληθῇ, ἀλλὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὡς ἀφορῶσα τὸ δημόσιον συμφέρον. Ἐφημέριός τις τοῦ ἐν Ἀθήναις ναοῦ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, τὸ ὄνομα Καλαφάτης, ἄνθρωπος πεπειραμένος περὶ τὰ τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων, βαπτίσεων καὶ γεννήσεων, ὑποβάλλει διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ὑποδείξεις τινάς, αἵτινες δύνανται πολὺ νὰ βελτιώσωσι τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα περὶ τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων. Αἱ μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι ὑποδείκνυνται νὰ γίνωσιν, ἐὰν γίνωσι, θ’ ἀποβῶσι καὶ ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ Δημοσίου. Ἐκτὸς τῶν ἄνω διὰ τοῦ ὑποδεικνυομένου τρόπου θὰ ἐξακριβωθῶσι καὶ θὰ κανονισθῶσι καὶ τὰ τῶν συντάξεων, δι’ ἃς ἐπίσης ἑκάστοτε παρουσιάζονται δυσχέρειαι λόγῳ ἀκριβῶς τοῦ ἀκαταρτίστου καὶ ἀνωμάλου τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἐκ Τριφυλίας βουλευτὴς κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον περὶ προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Μαραθόπολιν καὶ Πύλον. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δέκα τῶν κ. Βουλευτῶν ἐζήτησαν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§7Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πολὺς ἐγένετο λόγος ἐν τῇ παρελθούσῃ συνεδρίᾳ περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῶν γραμμῶν. Ἴσης σπουδαιότητος εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Μύλων–Καλαμῶν ἀπὸ Κυπαρισσίας καὶ Πύλου, τῶν ὁποίων γραμμῶν ἡ χρησιμότης εἶναι μεγίστη τὸ μὲν ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, τὸ δὲ ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικήν. Προκειμένου ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς συνομολόγησιν τοιούτων συμβάσεων περὶ ἐκμεταλλεύσεως μετὰ τῆς προσδοκίας τῆς προσεχοῦς κατασκευῆς ἅμα τῇ ἐξευρέσει τῶν ἀπαιτουμένων χρημάτων, νομίζω ὅτι μεταξὺ τῶν γραμμῶν, ὧν ἡ κατασκευὴ πρωτίστως ὑπαγορεύεται ἐκ λόγων οἰκονομικῶν καὶ λόγων κοινωνικῶν, ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ τῆς παραγωγῆς, εἶναι καὶ ἡ γραμμὴ Κυπαρισσίας–Μαραθοπόλεως–Πύλου, περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ὁποίας πρὸ δεκαετίας ἤδη εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Κυβέρνησις. Πρόκειται περὶ τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς τῆς ἀπὸ Μελιγαλᾶ εἰς Κυπαρισσίαν ἀγούσης, ἵνα συνδεθῇ μετὰ τοῦ λοιποῦ συμπλέγματος τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου. Τούτου γινομένου οὐ μόνον ἡ Τριφυλία, ἡ ὁποία κατὰ μέγιστον μέρος κατὰ τὸ τμῆμα αὐτό, τὸ παραγωγικώτερον, στερεῖται σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ἡ ὅμορος ἐπαρχία τῆς Πυλίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς ἀπεξενωμένη πάσης σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, ὡς καὶ ἡ τῆς Λακεδαίμονος, θέλει μεγάλως ἐξυπηρετηθῆ. Περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης, περὶ τῆς ὁποίας μελέται πληρέσταται ἔχουσι γίνει μέχρι τοῦδε, ἔχει δὲ γνῶσιν αὐτῶν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ὡς Ὑπουργὸς κατὰ τὸ 1902 ἐνετείλατο καὶ κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ συνετελέσθη μελέτη πληρεστάτη περὶ τῆς γραμμῆς ταύτης, ἔχει λάβει πρόνοιαν καὶ ἡ σύμβασις τοῦ 1900 ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος Μελιγαλᾶ–Κυπαρισσίας. Ἡ κατασκευὴ τῆς γραμμῆς ταύτης, τῆς ὁποίας ἡ ἔκτασις δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰ εἴκοσι καὶ ὀκτὼ χιλιόμετρα, εἶναι ἡ μᾶλλον εὔκολος, διότι ὁ σιδηρόδρομος θὰ διέλθῃ διὰ πεδιάδος ὁμαλωτάτης, ἐν ᾗ ἐλάχιστα τεχνικὰ ἔργα θ’ ἀπαιτηθῶσιν. Εἶναι ἄλλως τε, δύναμαι νὰ εἴπω, προαποφασισμένη ἡ κατασκευὴ τῆς εἰρημένης γραμμῆς καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω πλείονα καταπονῶν τὴν Βουλήν. Προσθέτω μόνον τοῦτο, ὅτι, ὡς ἐλήφθη πρόνοια περὶ συνομολογήσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς γραμμῆς τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος, ἢ τῆς Τριπόλεως–Σπάρτης, παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς γραμμῆς ἀπὸ Μελιγαλᾶ εἰς Κυπαρισσίαν. Δὲν εἶναι δὲ τοῦτο δύσκολον, διότι ἰδοὺ τί λέγει ἡ σύμβασις τοῦ 1900 (ἀναγινώσκει): «Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ νὰ κατασκευάσῃ τὰς γραμμὰς ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Πύλον καὶ ἀπὸ Λεονταρίου εἰς Σπάρτην, ἡ κατασκευὴ αὐτῶν ἐνεργηθήσεται διὰ χρημάτων τοῦ Δημοσίου ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους τῆς συνημμένης συγγραφῆς κλπ... Αἱ ἀμοιβαῖαι ὑποχρεώσεις διὰ τὴν παραχώρησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν γραμμῶν Κυπαρισσίας–Πύλου καὶ Λεονταρίου–Σπάρτης ὑφίστανται ἐφ’ ὅσον αἱ γραμμαὶ αὗται κατασκευασθῶσιν ἐντὸς πενταετίας ἀπὸ τῆς κυρώσεως τῆς παρούσης συμβάσεως». Ληξάσης λοιπὸν ἤδη τῆς πενταετίας, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρίδῃ ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου νὰ συνομολογήσῃ τοιαύτην σύμβασιν περὶ ἐκμεταλλεύσεως σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, καὶ τὴν μεγίστης σπουδαιότητος γραμμὴν ταύτην, ἡ ὁποία ὄχι μόνον θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας, ἀλλὰ συγχρόνως θὰ ἐνισχύσῃ καὶ τὰς προσόδους τῶν τμημάτων ἐκείνων τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου εἰς τρόπον ὥστε νὰ καλύπτῃ τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ν’ ἀφήνῃ δὲ καὶ περίσσευμα. Λέγω τοῦτο μετὰ πεποιθήσεως, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τῆς γραμμῆς ταύτης θὰ μεταφέρωνται κατ’ ἐλάχιστον ὅρον περὶ τὰ 60.000.000 σταφιδοκάρπου, μεγίστη δὲ ποσότης ἐλαίου καὶ ἄλλων προϊόντων ἐκτὸς τῆς κινήσεως τῶν ἐπιβατῶν, ἥτις θὰ τροφοδοτήσῃ τὸν λοιπὸν σιδηρόδρομον δι’ ἀρκοῦντος ποσοῦ. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ παρίδῃ τὰς συστάσεις μου ταύτας, ἀλλὰ θὰ λάβῃ ταύτας ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν.
§8Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Εἶναι λυπηρὸν καὶ ἀπορίας ἄξιον, κ. Πρόεδρε, πῶς ἡ Κυβέρνησις προβᾶσα εἰς τὸ νὰ σκεφθῇ τὴν σύναψιν δανείου δι’ ἐπέκτασιν τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας δὲν ἀπέβλεψε καὶ εἰς τὸ δίκτυον, τὸ ὁποῖον ἔμεινεν ἀτελὲς πρὸ χρόνων, τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς Μύλων– Καλαμῶν ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Πύλον· καὶ λέγω ὅτι εἶναι ἀπορίας ἄξιον, διότι ἀνέκαθεν ἐπὶ μακαρίτου Τρικούπη τοῦτο τὸ σχέδιον τοῦ συμπλέγματος τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν Πελοποννήσου εἶχεν ὑπ’ ὄψει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ ἀοίδιμος ἐκεῖνος ἀνήρ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ γραμμὴ αὕτη συνδεομένη δὲν θέλει ἐπιβαρύνει ποσῶς τὸ Δημόσιον, διότι πρόκειται νὰ συγκοινωνήσῃ πληθυσμὸς πυκνότατος, πρόκειται περὶ 60 καὶ πλέον ἑκατομμυρίων σταφιδοκάρπου, ὁ ὁποῖος θέλει μεταφερθῆ εἰς τὸν τόπον τῆς ἀγορᾶς. Ἀναντιρρήτως λοιπὸν ἡ γραμμὴ αὕτη θέλει εἶσθαι ἐπαρκὴς οὐ μόνον ἵνα ἐξυπηρετήσῃ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον θέλει γίνει διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης, ἀλλὰ τοὐναντίον θ’ ἀφήσῃ καὶ περίσσευμα. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Διὰ τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, δικαίως ἐταράχθησαν οἱ πληθυσμοὶ οἱ ἐκεῖ εὑρισκόμενοι, διότι δὲν βλέπουσι τὸν λόγον, δι’ ὃν ἡ Κυβέρνησις αὕτη λαμβάνει μὲν μέτρον πρὸς κατασκευὴν ἄλλων γραμμῶν — οὐχὶ μὴ ἀναγκαίων, ἀναγκαιοτάτων —, παραμελεῖ ὅμως γραμμήν, ἡ ὁποία οὐ μόνον δαπάνην δὲν θέλει φέρει εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ καὶ ὄφελος θέλει φέρει. Παρακαλῶ λοιπόν, κύριε Πρόεδρε, τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καί, οἵαν πρόνοιαν ἔλαβε περὶ τῶν ἄλλων γραμμῶν, νὰ λάβῃ καὶ διὰ ταύτην, τῆς ὁποίας ἡ κατασκευὴ εἶναι εὐχερεστέρα, διότι οἰκονομικοὶ λόγοι δὲν ὑφίστανται. Θεωρῶ περιττὸν νὰ εἴπω πλείονα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν θέλει ἐπιβαρυνθῆ μὲ τὴν γραμμὴν αὐτήν, διότι εἶναι ἐπαρκὴς οὐ μόνον νὰ καλύψῃ τὸ δάνειον, ἀλλὰ καὶ ἀναμφισβητήτως θέλει ἀφήσει καὶ περίσσευμα.
§9Π. ΣΑΚΚΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι Βουλευταί, ὑπείκων εἰς τὴν διαμαρτυρίαν τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Πυλίας διὰ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς τὰς ἐπαρχίας ταύτας διὰ τῆς μὴ συμμετοχῆς καὶ αὐτῶν εἰς τὸ μελετώμενον δίκτυον τῶν νέων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν ἐπὶ διαφόρων ἄλλων τμημάτων τῆς Ἑλλάδος, νὰ εἴπω ὀλίγα τινά. Καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἐφέραμεν τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρεστήσαμεν τὴν ἀνάγκην τῆς προεκτάσεως τῆς γραμμῆς τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου–Κυπαρισσίας μέχρι Πύλου τοὐλάχιστον, ὅστις θέλει ἐξυπηρετήσει τὰ συμφέροντα δύο ἐπαρχιῶν λίαν παραγωγικῶν καὶ κατῳκημένων λίαν πυκνῶς, ἡ δὲ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου θέλει βεβαίως ἐπίσης ἐξυπηρετηθῆ, διότι αἱ εἰσπράξεις τοῦ σιδηροδρόμου τούτου θὰ ἐνισχύσωσι καὶ τὸ λοιπὸν δίκτυον τοῦ σιδηροδρόμου αὐτῆς. Ἄλλοτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς τὰ σχέδια τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου Πύργου μέχρι Κυπαρισσίας καὶ τῆς ἑνώσεως τοῦ σιδηροδρόμου αὐτοῦ μετὰ τῆς λοιπῆς γραμμῆς Μύλων–Καλαμῶν διὰ Μελιγαλᾶ, ἐσκέφθη νὰ προβῇ εἰς τὴν ἕνωσιν ταύτην διὰ Φιλιατρῶν–Πύλου–Μεσσήνης, τοῦτο δὲ ἦτο καὶ τὸ ὀρθότερον καὶ τὸ μᾶλλον συμφέρον εἰς τὴν ἑταιρείαν, ἐβασίζοντο δὲ οἱ ὑπολογισμοί της ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῶν προϊόντων τῶν μερῶν τούτων. Ἀλλ’ οἰκονομικαὶ σκέψεις μόνον κατ’ ἐπιφάνειαν ὠφέλιμοι ἤγαγον τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων ἔργων εἰς τὸ νὰ μεταβάλῃ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον, καὶ ἀντὶ νὰ γίνῃ ἡ ἕνωσις διὰ Πύλου–Μεσσήνης ἐγένετο διὰ Κυπαρισσίας–Μελιγαλᾶ. Τὸ μέτρον ὅμως αὐτὸ ἦτο, ὡς ἀνωτέρω εἶπον, ἄστοχον, διότι προυκάλεσεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν σχετικῶς μεγάλας δαπάνας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ κέρδη τῆς ἑταιρείας ἐκ τῆς γραμμῆς ταύτης εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δὲν καλύπτουσιν οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διότι τὸ ἔδαφος εἶναι ἀσταθὲς καὶ ἀναγκάζει νὰ δαπανᾷ διὰ τὴν συντήρησιν τῆς γραμμῆς ταύτης ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει. Ἔπειτα καὶ ὁ πληθυσμὸς τῶν μερῶν ἅτινα ἐξυπηρετεῖ ἡ γραμμὴ αὕτη εἶναι μικρός, ἐνῷ ἡ ἑτέρα γραμμή, ἡ διὰ Πύλου, ἂν κατεσκευάζετο, θὰ ἐξυπηρέτει πληθυσμὸν ἀνερχόμενον εἰς 80.000 κατοίκων, θ’ ἀπελάμβανε καὶ μεγάλων ὠφελημάτων οὗτος ἐκ τῆς συγκοινωνίας μετὰ τῶν Πατρῶν καὶ Καλαμῶν καὶ θὰ ἐνισχύετο οἰκονομικῶς οὐχὶ μικρόν, διότι πᾶν προϊόν, τὸ ὁποῖον σήμερον μεταφέρεται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δι’ ἱστιοφόρων πλοίων, ἀπαιτεῖ δὲ διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ μέχρι Πατρῶν μεγίστας δαπάνας καὶ ὑφίσταται ἀπείρους δυσχερείας, ὅλος σχεδὸν ὁ σταφιδόκαρπος θὰ μεταφέρηται διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, τὸ ποσὸν τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυπαρισσίας συνάδελφος, ἀνέρχεται εἰς 60 ἢ 70 ἑκατομμύρια, πρῶτον διότι πλὴν δύο δήμων τῆς Πυλίας ὅλοι οἱ ἄλλοι δῆμοι θὰ μεταφέρωσι τὸν σταφιδόκαρπον αὑτῶν διὰ τοῦ σιδηροδρόμου. Προσέτι δὲ καὶ ἡ δαπάνη τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς, ὡς ἐμελετήθη ὑπὸ τῶν μηχανικῶν, δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰ 3.000.000 δραχμῶν, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἀπόστασις μεταξὺ Κυπαρισσίας καὶ Πύλου δὲν ὑπερβαίνει τὰ 30 ἢ τὸ πολὺ τὰ 40 χιλιόμετρα, τὸ δὲ ἔδαφος εἶναι ὁμαλώτατον καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην τεχνικοῦ τινος ἔργου σπουδαίου, διότι οὔτε ποταμοὶ οὔτε ἀνωμαλία τις τοῦ ἐδάφους ὑπάρχει. Οὕτω δ’ ὑπολογίζεται ὅτι ἕκαστον χιλιόμετρον δὲν θὰ στοιχίσῃ κατὰ μέσον ὅρον πλέον τῶν 60.000 δραχμῶν, ἐνῷ διὰ τὰς ἄλλας γραμμὰς ὁ μέσος ὅρος εἶναι 100–120 χιλ. δραχμῶν. Κατασκευαζομένη λοιπὸν ἡ γραμμὴ αὕτη θὰ ἐξυπηρετήσῃ, ὡς εἶπον, σπουδαιότατα συμφέροντα, θὰ ἐνισχύσῃ δὲ καὶ τὴν ἑταιρείαν τοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου ὑλικῶς. Δύναται λοιπὸν τὸ Κράτος ν’ ἀναλάβῃ, ὡς ἔπραξε καὶ διὰ τὴν γραμμὴν Πύργου–Κυπαρισσίας– Μελιγαλᾶ, τὴν ἐγγύησιν ἑνὸς δανείου μέχρι 3.000.000 δραχ. εἰδικῶς διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης, ἢ νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο μετὰ τοῦ ἄλλου δανείου καὶ χωρὶς νὰ ζημιωθῇ ποσῶς διὰ τὸ ποσὸν τοῦ τόκου καὶ κεφαλαίου διὰ τὴν γραμμὴν ταύτην, διότι τὰ κέρδη τῆς γραμμῆς ταύτης θέλουσι καλύπτει τόν τε τόκον καὶ τὸ χρεολύσιον τοῦ δανείου. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, προκειμένου νὰ ὑποβάλῃ σχετικὴν σύμβασιν ἢ προβῇ εἰς μελέτας κατασκευῆς καὶ ἄλλων γραμμῶν ἀναγκαίων ἐπίσης, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραλείψῃ τὴν ἀξίωσιν τῶν ἐπαρχιῶν Τριφυλίας καὶ Πυλίας, αἱ ὁποῖαι ἐπιζητοῦσι τὴν ἐπικοινωνίαν αὑτῶν μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος διὰ σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, χωρὶς τὸ παράπαν τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιβαρυνθῇ.
§10Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν γίνεται τὸ πρῶτον λόγος, κύριε Πρόεδρε, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς Κυπαρισσίας–Πύλου. Ὁσάκις ἦλθεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ζήτημα σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας, πάντοτε καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων καὶ τοὺς πληθυσμοὺς τῶν τόπων ἐκείνων συνεκίνησε ζωηρότατα ἡ παράλειψις μερίμνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς ἐκείνης. Τὸ εὔκολον τῆς κατασκευῆς, τὸ ὀλιγοδάπανον, ἡ ἐξυπηρέτησις πολυειδῶν συμφερόντων καὶ πολλοῦ πληθυσμοῦ, πληθυσμοῦ ἐκ τῶν μεγαλειτέρων, πληθυσμοῦ ὁ ὁποῖος ἀριθμεῖται σχεδὸν εἰς ἑκατοντάδα χιλιάδων κατοίκων, ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποδώσῃ ἡ ἐπέκτασις τῆς γραμμῆς ταύτης ὄχι διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον θὰ διατεθῇ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς αὐτῆς, ἀλλὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποδώσῃ εἰς τὰς ἤδη κατασκευασθείσας γραμμάς, εἰς τὴν γραμμὴν τὴν ἄγονον Μελιγαλᾶ–Πύργου, εἰς τὴν γραμμὴν Κυπαρισσίας–Πύργου–Πατρῶν καὶ ἔτι περαιτέρω, πρὸς τὰς Ἀθήνας καὶ πρὸς τὴν Τρίπολιν, εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παραβλέψῃ τὴν ἐπέκτασιν τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἀτυχῶς φαίνεται ὅτι δὲν κατίσχυσαν αἱ σκέψεις αὗται παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ βλέπομεν ἐξ ἀνακοινώσεων πρὸς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἀκούομεν παντοχόθεν νὰ γίνεται λόγος περὶ προβλεπομένης ἐκμεταλλεύσεως κατασκευασθησομένων γραμμῶν εἰς ἄλλα μέρη, διὰ τὰ ὁποῖα οὐδεὶς γίνεται λόγος, οὐδεὶς ὑπαινιγμός. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει παραλείψει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ πλεονεκτήματα τῆς γραμμῆς ἐκείνης, τοὺς λαοὺς τοὺς ὁποίους θὰ ἐξυπηρετήσῃ, ὡς καὶ τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξυπηρετήσῃ τοῦ τε Δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων. Ἐλπίζω ὅτι θὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν της καὶ εἰς πρώτην ἐνδεχομένην ἀπόφασιν περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῶν γραμμῶν δὲν θέλει παραλείψει τὴν ἐπέκτασιν τῆς γραμμῆς ἀπὸ Κυπαρισσίας εἰς Πύλον.
§11Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τοῦ δήμου Ἐράνης, ὡς καὶ οἱ δημόται Πυλίας διὰ τηλεγραφημάτων αὑτῶν παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ γραμμὴ ἡ μέλλουσα νὰ ἑνώσῃ τὴν Πύλον μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ, τὰς Καλάμας. Εἰς τοὺς Κυρίους αὐτοὺς ἀπήντησα ὅτι καὶ οἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις, καθ’ ὅσον ἐγὼ γνωρίζω, ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει τὴν μελέτην ταύτην, καὶ οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι αὐτῶν ἐπανειλημμένως συνεζήτησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μὲ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐν γένει οἱ Βουλευταὶ τοῦ νομοῦ τὸ αὐτὸ ἔχουσιν ὑπὲρ τοῦ τόπου ἐνδιαφέρον. Δὲν μὲ ἀναγκάζει ὅμως νὰ λάβω τὸν λόγον τὴν σήμερον, ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, διότι γνωρίζω καλῶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐμπνέεται ἐξ αὐτῶν τῶν σκέψεων καὶ γνωρίζει ποῖον καθῆκον ἔχει πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας τοῦ τόπου. Ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα μᾶλλον διευκολύνω τὸ ζήτημα ὑποδεικνύων εἰς αὐτὴν τὰ μέσα, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην πρὸς τοῦτο ἡ ἑταιρεία, ἡ ὁποία ἄλλως τε γνωρίζει καὶ αὐτὴ τὰς μελλούσας ἐκ τῆς γραμμῆς ταύτης ὠφελείας, διότι περὶ τούτου πολλάκις ὁ πρώην διευθυντὴς αὐτῆς κ. Δούμας μοὶ ὡμίλησεν. Ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην καὶ ἐὰν δὲν εὑρίσκῃ τρόπον, ὅπως πορισθῇ τὰ χρήματα τὰ ἀναγκαῖα, εὐχαρίστως ὁ νομὸς Μεσσηνίας δέχεται νὰ τεθῇ εἰδικὴ φορολογία, ἢ εὐχαρίστως δέχεται νὰ ἐκδοθῶσι μετοχαί, αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἀμέσως ὑπὸ τοῦ τόπου καταναλωθῆ. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὅτι ὁ τόπος εὐχαρίστως δέχεται νὰ ὑποβληθῇ εἰς πᾶσαν ὑλικὴν θυσίαν χάριν τῆς συγκοινωνίας τῶν δύο ἐπαρχιῶν, νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὴν γραμμὴν Πύλου–Κυπαρισσίας ἢ Πύλου–Μεσσήνης εἰς τὸ ὑποβληθησόμενον νομοσχέδιον.
§12Ν. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον καὶ Σύνοδον πολλάκις ἔλαβον τὸν λόγον ὑποστηρίξας τὸ θέμα τοῦτο. Δι’ αὐτὸ σήμερον δὲν θὰ ἐκταθῶ ἐπ’ αὐτοῦ, νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι θὰ πράξῃ μέγα ἀδίκημα, ἐὰν κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς ἑταιρείας τῶν σιδηροδρόμων Πελοποννήσου δὲν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γραμμὴν ταύτην, ἥτις ἤδη ἔχει χαραχθῆ, διότι ἡ ἑταιρεία αὐτή, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, λίαν εὐχαρίστως θὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς ταύτης.
§13Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οὐδένα πρέπει νὰ ἐκπλήσσῃ, κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀλληλοδιάδοχος ἐπαναφορὰ τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, διότι εἶναι μὲν ὑποχρεωμένοι οἱ κ. Βουλευταὶ ν’ ἀσχοληθῶσιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἀλλὰ συγχρόνως εἶναι ὑποχρεωμένοι καὶ οἱ ἀκούοντες νὰ δρέπωσι τοὺς καρπούς. Ἔχομεν ἐντολὴν τηλεγραφικήν, διαβιβασθεῖσαν ἡμῖν ἐκ μέρους τῶν διαφόρων δημοτικῶν συμβουλίων καὶ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ μᾶλλον τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ λαοῦ τῆς Πύλου, ὅπως ἐνισχύσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰς προσπαθείας της περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου τῆς Πελοποννήσου καὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος. Ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Ἀγρινίου–Ἄρτης, ἀποβλεπούσης εἰς σκοπὸν ἴσως ἐθνικόν, λόγῳ στρατιωτικῆς ἀνάγκης, δὲν θὰ ἦτο ἴσως τόσον δεδικαιολογημένη ἡ ἐξέγερσις τῶν συνοικισμῶν τῆς Πελοποννήσου, ἐπιμενόντων ὅπως ἡ Κυβέρνησις μεριμνῶσα περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ δικτύου ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι περιλάβῃ καὶ τούτους εἰς τὴν ἐπέκτασιν ταύτην. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐγνώσθη ἢ μᾶλλον διεδόθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρόκειται, ὅτε ἤθελε συνάψει τὸ δάνειον, νὰ πραγματοποιήσῃ καὶ τὴν κατασκευὴν τῆς γραμμῆς Τριπόλεως–Σπάρτης ἢ Λεονταρίου–Σπάρτης, νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποβλέψῃ καὶ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν πληθυσμῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύωμεν. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεζητήθη, οὔτε πρόκειται ν’ ἀναπτύξω τοὺς λόγους διὰ μακρῶν, διότι εἶναι γνωστὸν ποίων ὠφελημάτων θὰ γίνῃ πρόξενος καὶ διὰ τὴν ἑταιρείαν ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς πληθυσμούς, οἵτινες ζητοῦσι τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, ἡ ἐπέκτασις τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου ἀπὸ Κυπαρισσίας μέχρι Πύλου, καὶ τὸ θέμα τοῦτο θεωρῶ ἐξηντλημένον. Ἀλλ’ ἔχω τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ Κυβέρνησις μεριμνῶσα περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου ἀπὸ Ἀγρινίου μέχρις Ἄρτης καὶ ἀπὸ Λεονταρίου μέχρι Σπάρτης θὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της καὶ τοὺς πληθυσμούς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ λησμονήσῃ καὶ τούτους. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη συστάσεως ἐπὶ πλέον ἐκ μέρους ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ὅτε ἤθελε συναφθῇ τὸ δάνειον, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ θελήσῃ χάριν δύο ἢ τριῶν ἢ πέντε ἑκατομμυρίων νὰ παραλείψῃ καθῆκον ἐπιβεβλημένον αὐτῇ ὑπὲρ ὅλων τῶν τμημάτων τῆς Ἑλλάδος.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαναρᾶς ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§15Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα.
§16ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δύο λέξεις νὰ προσθέσω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ἐγὼ δὲν θὰ συνδέσω τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου Πύλου–Κυπαρισσίας μὲ τὸ ἐν γένει πρόγραμμα τῆς συγκοινωνίας τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω ὅτι τότε θὰ παραπέμψωμεν καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Διὰ τοῦτο ἐπρότεινον καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ τώρα, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει εἰδικοῦ φόρου τοῦ νομοῦ συναφθῇ δάνειον εἰς ὄφελος τοῦ τόπου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δανείου τούτου σχηματισθῇ ἡ γραμμὴ μέχρι Πύλου. Νομίζω ὅτι διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης ὁπωσδήποτε ἁπλοποιεῖται τὸ οἰκονομικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον περὶ πολλοῦ δέον νὰ ποιῆται ἡ Κυβέρνησις.
§17Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ὀλίγας λέξεις θὰ προσθέσω, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη φόρου. Τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῆς κατασκευῆς τῆς γραμμῆς ταύτης εἶναι ἐξησφαλισμένον, διότι πρόκειται περὶ γραμμῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἐντελῶς αὐτάρκης, θέλει δ’ ἀποδώσει οὐ μόνον τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ περισσεύματα. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν οὐ μόνον νὰ μεριμνήσῃ ἐξ ἴσου περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα αὐτάρκεις. Ἂς ἐξετάσῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ τὸ ἴδῃ. Δὲν χρειάζεται εἰμὴ μόνον κάποια θέλησις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰ χρήματα εὐκόλως δύνανται νὰ εὑρεθῶσιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐγγυηθῇ διὰ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον ἤθελον ζητήσει οἱ κεφαλαιοῦχοι.
§18Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὡς καὶ προχθὲς εἶπον, θὰ ἦτο ἡ μεγαλειτέρα ἐπιθυμία ἑνὸς Ὑπουργοῦ νὰ πλουτίσῃ τὴν χώραν αὐτοῦ διὰ περισσοτέρων δικτύων σιδηροδρομικῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ τὰς ἐπιθυμίας ἡμῶν κεῖται ἡ ἀνάγκη τῶν χρημάτων· εὔχομαι τὰ οἰκονομικά μας ν’ ἀποδειχθῶσιν ὡς ἄριστα, διότι τότε, ἐὰν τὰ οἰκονομικά μας φανῶσιν ὅτι ἔχουσι καλῶς, τότε βεβαίως θὰ πράξωμεν πᾶν ὅ,τι εἶναι δυνατόν, ὅπως ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς πολλαχόθεν δικαίας διατυπουμένας ἐπιθυμίας. Νὰ μὴ ἔχητε λοιπὸν ἀμφιβολίαν τινὰ ὅτι ἡ πολυδαπανωτέρα δαπάνη θὰ εἶναι ἡ διὰ τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν. Μεταξὺ δ’ ὅλων οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ γραμμή, τὴν ὁποίαν ζητοῦσιν οἱ Κύριοι, εἶναι ἡ παραγωγικωτέρα. Τίς ἀρνεῖται τὰ πράγματα; Ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ συζητῆτε περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοῦ παρόντος φαίνεται δυσχερὲς καὶ πρόωρον.
§19ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἰδικήν μου πρότασιν;
§20Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶμαι ἐναντίος τῆς προτάσεως ταύτης, διότι οἱ σιδηρόδρομοι εἶναι κύριον ἔργον τῆς Πολιτείας.
§21ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ὅταν ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ κύριον αὑτῆς ἔργον, διατί νὰ μὴ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ τὸ ἐκτελέσωμεν ἡμεῖς;
§22Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εὐκόλως λέγετε τὰ πράγματα ἐκ τῆς ἐπιθυμίας, τὴν ὁποίαν ἔχετε, νὰ ἴδητε τὸ ἔργον ἐκτελούμενον, ἀλλὰ πιστεύσατε ὅτι ἐκ τῆς ἱστορίας περὶ δημοσίων ἔργων προκύπτει ὅτι δυσκόλως τοιαῦτα ἔργα γίνονται καθ’ ὃν τρόπον ὑμεῖς λέγετε.
§23ΣΠ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπενθυμίζω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι δύο μεγάλα ἔργα εἰς τὸν νομόν Μεσσηνίας ἔγιναν διὰ τοῦ τρόπου τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα, τὰ ἔργα τοῦ Παμίσου καὶ τοῦ Νέδοντος, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι ὁ τόπος ἐπιθυμεῖ καὶ ἔχει τὰ μέσα.
§24Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἶναι ἀληθές· ἀλλὰ συγχρόνως μὴ λησμονῆτε ὅτι ἀκόμη δὲν ἐπερατώθησαν τὰ ἔργα ταῦτα. Γνωρίζω πῶς ἤρχισαν τὰ ἔργα τοῦ Παμίσου· ἀλλά, ἐὰν νομίζητε ὅτι μία τοιαύτη γραμμὴ σιδηροδρομικὴ ἐπιτρέπεται νὰ κατασκευασθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, βεβαίως θὰ διαρκέσῃ ἡ τοιαύτη κατασκευὴ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὅπερ βεβαίως δὲν εἶναι τὸ ἁρμόζον σύστημα πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων. Εἶναι τὸ κύριον ἔργον τῆς Πολιτείας καὶ κατασκευάζονται συνήθως καὶ κυρίως διὰ δανείων, πλὴν ἐκείνων τῶν χωρῶν, ὅπου τὰ χρήματα εἶναι τόσον ἄφθονα, ὥστε καὶ σιδηροδρόμους ἡ Πολιτεία κατασκευάζει καὶ τοὺς παρ’ ἑταιρειῶν κατασκευασθέντας ἐξαγοράζει τὸ Κράτος. Ἡμεῖς δυστυχῶς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν τοιαύτην.
§25Κ. Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Τουρκία κατεσκεύασε πολλὰς χιλιάδας χιλιομέτρων διὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν καταδίκων, χωρὶς νὰ ἐξοδεύσῃ οὔτε λεπτόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σάκκης περὶ ταχυδρομικῆς καὶ τηλεγραφικῆς συγκοινωνίας.
§27Π. ΣΑΚΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω καὶ πάλιν ὅσα εἶπον πρό τινος περὶ τῶν καταργηθέντων τηλεγραφικῶν γραφείων· καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀξιώσεώς μου θὰ ζητήσω παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα ἐμφαίνοντα 1) τὰς εἰσπράξεις τῶν τηλεγραφικῶν γραφείων βʹ καὶ γʹ τάξεως καὶ 2) ποῖα ἐξ αὐτῶν κατηργήθησαν καὶ ποῖα πρόκειται νὰ καταργηθῶσι διὰ λόγους οἰκονομίας. Ἐξ αὐτοῦ θέλει παρατηρήσει τις ὅτι ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ἐγένετο κατάργησις τηλεγραφικῶν γραφείων, τὰ ὁποῖα καλύπτουσι σχεδὸν τὰς δαπάνας αὐτῶν, διετηρήθησαν δὲ ἄλλα, τὰ ὁποῖα οὔτε τὸ ἥμισυ τῶν δαπανῶν αὐτῶν δὲν καλύπτουσι. Καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου προέβησαν εἰς τὴν κατάργησιν δύο τηλεγραφικῶν γραφείων, τὰ ὁποῖα ἐξυπηρέτουν σπουδαιότατα ἐμπορικὰ συμφέροντα, δὲν ἐπεβάρυνον δὲ διὰ τῶν δαπανῶν τῆς συντηρήσεώς των ἢ κατ’ ἐλάχιστον τὸ δημόσιον ταμεῖον. Πλὴν τούτου ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, ἀγνοοῦσα, φαίνεται, καὶ τὴν γεωγραφίαν τοῦ τόπου, θέλει ν’ ἀποστερήσῃ καὶ τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας τὴν ἐπαρχίαν ἣν ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀντιπροσωπεύω καὶ ἡ ὁποία ἔχει σπουδαιότατα συμφέροντα μετὰ τῶν κέντρων τῶν παρακειμένων αὐτῇ ἐπαρχιῶν. Διότι δυστυχῶς ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τακτικῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας δὲν κατωρθώθη νὰ συγκοινωνήσῃ μετὰ τοῦ ἄλλου κέντρου, διότι ὑπάρχουσι καὶ οἱ χείμαρροι, οἱ ὁποῖοι ἐν καιρῷ χειμῶνος διακόπτουσιν ἐπὶ ἡμέρας τὴν συγκοινωνίαν, ἐπίσης καὶ διὰ θαλάσσης ἡ συγκοινωνία ἐν καιρῷ χειμῶνος καθίσταται δυσχερής, καὶ ὡς πρόχειρον παράδειγμα σᾶς ἀναφέρω τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ Κορώνης καὶ Μεσσήνης. Ἡ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία μεταξὺ τῶν πόλεων αὐτῶν ἐξυπηρετεῖτο ἑξάκις τῆς ἑβδομάδος πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων. Ἤδη ἡ κεντρικὴ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, ἀποβλέπουσα καὶ αὐτὴ εἰς τὸ οἰκονομικὸν πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, ἠθέλησε νὰ περικόψῃ καὶ διαφόρους ταχυδρομικὰς δαπάνας, χωρὶς ν’ ἀποβλέψῃ οὐ μόνον εἰς τὸ συμφέρον τῶν ἐπαρχιῶν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν μείωσιν τῶν ταχυδρομικῶν εἰσπράξεων, αἵτινες θὰ ἐπήρχοντο ἐκ τῶν τοιούτων περικοπῶν δαπανῶν. Οὕτω περιορίσασα τὴν ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν τῆς γραμμῆς Κορώνης– Μεσσήνης ἀπὸ ἑξάκις τῆς ἑβδομάδος εἰς τετράκις τοιαύτην ὠφέλησε τὸ Δημόσιον φαινομενικῶς περὶ τὰς 800 δραχμάς, οὐσιαστικῶς ὅμως ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον καὶ πολὺ μεγαλείτερον ποσόν, διότι ἡ ἀλληλογραφία τῶν διὰ τῆς γραμμῆς ταύτης ἐξυπηρετουμένων μερῶν θέλει κατὰ πολὺ μειωθῆ· ἀφήνω δὲ κατὰ μέρος τὴν ζημίαν, ἥτις θὰ ἐπέλθῃ διὰ τῆς μειώσεως τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας εἰς τόσας κωμοπόλεις ἐξυπηρετουμένας διὰ τῆς γραμμῆς ταύτης καὶ ἐχούσας συμφέροντα οὐχὶ μικρά. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς τὸ ἄδικον τοῦτο, διότι πράγματι εἶναι ἄδικον διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα τὸ τοιοῦτον μέτρον τῆς κεντρικῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Διάφορα τηλεγραφήματα ἀπεστάλησαν καὶ εἰς ἐμὲ ἐκ Καλαμῶν ὡς καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δι’ ὧν παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιδιώξωσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ μεταναστευτικοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἀποκλεισθῶσι καὶ αἱ Καλάμαι ἐκ τῆς προσεγγίσεως τῶν ἀτμοπλοίων. Ἕτερον τηλεγράφημα μοὶ ἀπεστάλη ἐκ μέρους τῶν ποτοποιῶν παραπονουμένων κατὰ τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Ἐπίσης ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ μέρους τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου Καλαμῶν διαμαρτυρομένου διὰ τὴν ἐπιβολὴν φόρου ἐπὶ τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος, τὸ ὁποῖον κυρίως παραβλάπτει τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος καὶ ἑπομένως ἡ βλάβη αὕτη ἀντανακλᾷ σπουδαίως ἐπὶ τῶν Μεσσηνιακῶν συμφερόντων. Τὰς συστάσεις ταύτας ὤφειλον νὰ κάμω κατὰ καθῆκον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν.
§28ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ φέρω καὶ πάλιν τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πλημμυρῶν τῶν γενομένων ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ ἰδίως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Τρικκάλων, διότι αἱ καταστροφαὶ αἱ ἐπισυμβᾶσαι ἐσχάτως ἔφερον τοὺς κατοίκους εἰς ἀληθῆ ἀπόγνωσιν. Καθ’ ἃς ἔλαβον ἐκεῖθεν πληροφορίας, ἐπιβεβαιουμένας καὶ ὑπὸ διαφόρων τηλεγραφημάτων τῶν ἐκεῖ Ἀρχῶν, ὑπὲρ τὰ δέκα χωρία τῆς ἐπαρχίας μου πλέουσιν ἀκόμη ἐντὸς τῶν ὑδάτων, ἅτινα μετέβαλον εἰς λιμνοθάλασσαν μέγα μέρος τῆς πεδιάδος, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου κατέστρεψαν ὅλην τὴν σπορὰν τῶν δημητριακῶν, οἱ δὲ δυστυχεῖς κάτοικοι ἠναγκάσθησαν ν’ ἀνέλθωσιν εἰς τὰς στέγας τῶν ναῶν καὶ εἰς τὰ κωδωνοστάσια, ἵνα σώσωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Ἀλλὰ σοβαρώτατον κίνδυνον διέτρεξεν αὐτὴ ἡ πόλις τῶν Τρικκάλων ἕνεκα τῆς ὑπερεκχειλίσεως τοῦ ποταμοῦ Ληθαίου, ἥτις κατὰ τὸ πλεῖστον ὀφείλεται εἰς τὸ πολυθρύλητον φράγμα Καραμαλῆ, τὸ ὁποῖον ἡ Διοικητικὴ Ἀρχὴ δὲν ἐννοεῖ ν’ ἄρῃ ἐκ τοῦ μέσου, ἂν καὶ ἔχει ὁμόφωνον περὶ τούτου ἀπόφασιν τοῦ νομικοῦ συμβουλίου. Ἡ ἀπόφασις αὕτη τοῦ νομικοῦ συμβουλίου μετ’ ἐκτενοῦς ὑπομνήματος τῶν Βουλευτῶν τοῦ νομοῦ Τρικκάλων εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ζητήσῃ αὐτὸ καὶ τὸ μελετήσῃ, λάβῃ δὲ συντονωτάτην πρόνοιαν, διότι διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ λαὸς εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἀπελπισίαν, ὥστε εἶναι ἕτοιμος νὰ αὐτοδικήσῃ, ἀμυνόμενος ὑπὲρ τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας αὑτοῦ. Παρακαλῶ ἐπίσης τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ κατὰ Μάϊον 1903 ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νῦν ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν κατασκευὴν ἀναχώματος ἐπὶ τοῦ Πορταϊκοῦ ποταμοῦ, περὶ οὗ ἐπανειλημμένα ἀπὸ τῆς χθὲς ἔλαβον τηλεγραφήματα. Εἶναι ἀνυπολόγιστοι αἱ ζημίαι, τὰς ὁποίας ὁ ποταμὸς οὗτος προξενεῖ καθ’ ἕκαστον ἔτος, εἶναι δὲ τετάρτη ἤδη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κωμόπολις Πόρτα καταστρέφεται, διότι ὁ ποταμὸς ἐκφυγὼν τῆς κοίτης αὑτοῦ διῆλθε διὰ μέσου τῆς κωμοπόλεως συμπαρασύρας καὶ ζῷα καὶ σκεύη τῶν χωρικῶν καὶ οἰκίας αὐτῶν ἀκόμη, οἱ δὲ κάτοικοι ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγωσιν ἐπὶ τοῦ παρακειμένου ὄρους, ὅπως ἀποφύγωσι τὸν πνιγμόν. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ἂν μετὰ τοιαύτην ἄστοργον ἐγκατάλειψιν τῆς Πολιτείας δικαιοῦται αὕτη νὰ ζητήσῃ παρὰ τῶν πολιτῶν φόρους καὶ ἂν οἱ πολῖται οὗτοι δὲν θὰ εὑρεθῶσιν ἐν πλήρει δικαίῳ ἀρνούμενοι τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων αὑτῶν αὔριον. Ἀντέγραψα, κ. Ὑπουργέ, ἐκ τῶν Πρακτικῶν τῆς αʹ Συνόδου τῆς ΙϚʹ Περιόδου τὸ νομοσχέδιον καὶ παραδίδων αὐτὸ ὑμῖν παρακαλῶ νὰ θελήσητε νὰ ὑποβάλητε τάχιστα ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Καλλιφρονᾶς ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῆς συνοικίας Πετραλώνων Ἀθηνῶν.
§30Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ αἴτησις τῶν κατοίκων Πετραλώνων ἀφορᾷ τὴν διέλευσιν γραμμῆς σιδηροδρομικῆς ἐκ τῆς συνοικίας των. Ὡς αὕτη νῦν γίνεται, ὄχι μόνον δὲν ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα τῆς συγκοινωνίας, ἀλλ’ εἶναι πάντῃ ἄχρηστος, διότι διέρχεται ἀπὸ ἓν ἄκρον τῆς συνοικίας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ συνοικία αὐτὴ κατοικεῖται ὑπὸ 25 χιλ. κατοίκων καὶ ὅτι ἔχει ἀνωμαλίας, εἶναι δὲ ἀδύνατον νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ συγκοινωνία ἐν αὐτῇ διὰ τῆς διελεύσεως τῆς γραμμῆς εἰς τὸ ἄκρον αὐτῆς. Αὐτὸ κατεῖδε καὶ ἡ ἑταιρεία τῶν τροχιοδρόμων καὶ συνεφώνησε καθ’ ὁλοκληρίαν μὲ τοὺς κατοίκους, ὥστε, ἂν ἡ Κυβέρνησις παραδέχηται νὰ μεταβάλῃ τὴν γραμμήν, διότι ἀπαιτεῖται νόμος, διότι ὑπάρχει σύμβασις, ἡ ὁποία καθορίζει τὰς γραμμάς, αὐτὴ οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχει, ἀλλ’ εἶναι πρόθυμος νὰ προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς νέας γραμμῆς. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς συγκοινωνίας τῶν κατοίκων, δὲν θέλει παρίδει τὰ δίκαια παράπονα τῶν Πετραλωνιτῶν καὶ ὅτι θέλει ἀναγνωρίσει τὰ δίκαιά των καὶ διὰ νόμου θὰ θελήσῃ νὰ διορθώσῃ τὴν μεταβολὴν τῆς γραμμῆς των.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Παπαβασιλείου ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§32Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Οἱ κάτοικοι τῆς συνοικίας Πετραλώνων ζητοῦσι δύο τινά, τὸ μὲν τὴν προέκτασιν τῆς ψηφισθείσης γραμμῆς ἀπὸ τῆς γεφύρας, ἡ ὁποία εὑρίσκεται παρὰ τὰ καταστήματα τοῦ Πουλοπούλου, μέχρι τοῦ ναοῦ τῶν «Τριῶν Ἱεραρχῶν», πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καθ’ ἣν ἐποχὴν συνεζητεῖτο ἡ σύμβασις μετὰ πολλοῦ ἐνδιαφέροντος συνεστήσαμεν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπεκράτει ἡ ἰδέα περιορισμοῦ καὶ ἐντεῦθεν ἐπῆλθεν ἡ στάσις μέχρι τῆς γεφύρας ἐκεῖ. Ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς ταύτης ἀναγνωρίζεται καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς ἑταιρείας, ἡ ὁποία δι’ ἐγγράφου της εἰς τὸ Προεδρεῖον κατατεθέντος δηλοῖ ὅτι ἀποδέχεται τὴν ἐπέκτασιν τῆς γραμμῆς ταύτης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς δικαίας ταύτης αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν οἱ κάτοικοι οὗτοι ζητοῦσι καὶ τὴν ὁποίαν συνιστῶ θερμῶς, ζητοῦσι καὶ τὴν μετατροπὴν τῆς γραμμῆς ἐκ τῆς ὁρισθείσης ὁδοῦ τῶν Ἡρακλειδῶν πρὸς τὴν παράλληλον αὐτῆς, τὴν ὁδὸν Νηλέως. Τοῦτο δὲν γνωρίζω ἂν οὕτω πρέπει νὰ γίνῃ, διότι εἶναι ζήτημα τεχνικόν, εἶναι ζήτημα τῆς καταστάσεως τῶν ὁδῶν, ἀλλ’ ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εὕρῃ δικαίους τοὺς λόγους τῆς αἰτήσεως ταύτης καὶ προβῇ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων, δίκαιον εἶναι νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπαίτησιν τῶν κατοίκων τῆς νοτίας πλευρᾶς τῆς πόλεως, ἡ ὁποία ἔχει ἐγκαταλειφθῇ ἄνευ τροχιοδρομικῆς συγκοινωνίας. Κυρίως δὲ μία γραμμὴ εἶναι μᾶλλον ἐνδεδειγμένη, ἡ πρὸς τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν πρὸς τὴν Βουλιαγμένην, ἡ ὁποία θέλει ἐξυπηρετήσει ὅλην τὴν συνοικίαν τοῦ πυριτιδοποιείου καὶ τῆς συνοικίας Συγγροῦ, ὡς καὶ αὐτὸ τὸ νεκροταφεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον συχνάζει ἄπειρος πληθυσμὸς καθ’ ἑκάστην καὶ ἀπορῶ πῶς παρεῖδε τοιοῦτον μέγα δι’ αὐτὴν συμφέρον ἡ ἑταιρεία. Ἐλπίζω ὅτι κατὰ τὴν νέαν συζήτησιν περὶ τῆς ἐπεκτάσεως καὶ ἐπὶ ἄλλων ὁδῶν θὰ ληφθῇ ἡ παρατήρησίς μας αὕτη ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πλειότερον, εἶναι νὰ λάβῃ τὴν πρόνοιαν νὰ προστατεύσῃ τὰς ὁδούς, διὰ τῶν ὁποίων θὰ διέρχωνται αἱ γραμμαὶ τῶν τροχιοδρόμων· διότι κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἐπροστατεύθησαν αὗται ἐπαρκῶς· καὶ διὰ τοῦτο, ἐνῷ συνηγοροῦμεν κατὰ τὸ παρελθὸν ὑπὲρ τῆς διαπλατύνσεως τῶν μεγάλων ἀρτηριῶν τῆς συγκοινωνίας, τοὐναντίον ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν γνωρίζω ὑπὸ τίνος λόγου παρακινούμενος, ἂν μὴ ἐξ ὑπολογισμῶν κέρδους ἐκλογικῶν κεφαλαίων, ἐνέδωκεν εἰς τὴν στένευσιν τῆς ὁδοῦ Γουδῆ, ἡ ὁποία ἕνεκα τῶν τελευταίων γεγονότων τῆς 14 καὶ 15 Αὐγούστου κατέστη ἱστορική· ἐννοῶ τὴν ὁδὸν ἀπὸ τῶν Ἀμπελοκήπων μέχρι τοῦ Νοσοκομείου τῶν παίδων, ὅπου σήμερον ἔχουσιν ἐγκατασταθῆ οἱ στρατῶνες τοῦ ἱππικοῦ καὶ τοῦ πυροβολικοῦ. Ἡ ὁδὸς αὕτη εἶχε καθορισθῆ νὰ ἔχῃ πλάτος 48 μέτρων, διότι εἶχεν ὁρισθῆ διὰ τῆς συμβάσεως νὰ διέλθῃ ἐκεῖθεν ἡ γραμμὴ μέχρι τῶν νέων στρατώνων καὶ τοῦ Νοσοκομείου τῶν παίδων. Ἐνῷ δ’ ἐπλατύνθη πολύ, καὶ εὐλόγως, ἡ ὁδὸς Συγγροῦ, ἡ ἄλλη, διὰ τῆς ὁποίας θὰ διέρχωνται στρατεύματα, συνοικισμοί, σπουδασταὶ οἱ ὁποῖοι θ’ ἀκούσωσι μαθήματα εἰς τὰ Νοσοκομεῖα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται πρὸς τοὺς Ἀμπελοκήπους, ἡ ὁδὸς ἐκείνη ἐκ τῶν 48 μέτρων ἐστενεύθη εἰς ποῖον βαθμόν, νομίζετε; Ὄχι εἰς τὸ ἥμισυ, ἀλλ’ εἰς 14 μόνον μέτρα. Ἡ τοιαύτη μεγάλη διαφορὰ στενεύσεως ὁδοῦ, προωρισμένης νὰ διέλθῃ δι’ αὐτῆς ὁ τροχιόδρομος, ἐκ 50 μέτρων εἰς 14 δίδει ὑπονοίας, καὶ ζητεῖται ποῖος ὁ λόγος, ποῖοι πειρασμοὶ ὑπῆρξαν, οἱ ὁποῖοι ἠνάγκασαν τὸν τέως Ὑπουργόν, ἵνα ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τοιαύτης στενεύσεως. Ἂν ἐν τῷ δημοτικῷ συμβουλίῳ Ἀθηναίων θεραπεύονται συμφέροντα ποικίλα, καὶ διὰ τοῦτο προβαίνουσιν οἱ δημοτικοὶ ἄρχοντες εἰς ῥυμοτομίας, διὰ τῶν ὁποίων δημεύουσι περιουσίας πτωχῶν ἀνθρώπων, ὑπάρχει τὸ συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ ὀφείλει νὰ προσέχῃ, διότι ἄλλως ἀγνοῶ ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ συμβουλίου τούτου τῶν Δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον ἀγνοῶ ποῦ στηριχθὲν ἐξέδωκεν ἀπόφασιν στενεύσεως μιᾶς τοιαύτης ἀρτηρίας συγκοινωνίας. Διὰ τοῦτο λέγων ταῦτα ἐπεθύμουν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητήσῃ τὸν λόγον διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων, διὰ τὸ ἀκατανόητον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε, νὰ ἐγκρίνῃ μίαν τοιαύτην στένευσιν ὁδοῦ ὑπαγορευθεῖσαν ὑπὸ λόγων καθαρῶς ἐκλογικῶν ὠφελειῶν. Καὶ ἐὰν πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι κακῶς καὶ ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τῆς συγκοινωνίας ἐδημοσιεύθη τὸ περὶ τροποποιήσεως τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως Β. Διάταγμα ἀπὸ 24 Μαρτίου π. ἔ., δι’ οὗ ἠλαττώθη ὑπὲρ τὸ δέον τὸ πλάτος τῆς ὁδοῦ Γουδῆ, θεωρῶ ἄξιον τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως τὸ ἐπαίσχυντον ἐκεῖνο Β. Διάταγμα ἀκυρώσῃ πρὸς τιμωρίαν καὶ πρὸς παραδειγματισμόν. Εὐελπιστῶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὀρθότητος τῶν λόγων καὶ τῶν ἰσχυρισμῶν, τοὺς ὁποίους προέβαλον, ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ προβῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πράγματος καὶ θὰ ἀκυρώσῃ τὸ εἰρημένον Β. Διάταγμα οὐ μόνον, ὡς εἶπον, χάριν παραδειγματισμοῦ ἀλλὰ καὶ χάριν τῆς ἀνάγκης τῆς συγκοινωνίας, ἡ ὁποία ἔχει τοιαύτας ἀπαιτήσεις, δι’ ἃς ὀφείλομεν νὰ μεριμνῶμεν περὶ τῆς διευθύνσεως καὶ τοῦ πλάτους τῶν ὁδῶν, ὡς ἐχάραξαν αὐτὰς οἱ καλῶς μελετήσαντες τὰ τῆς συγκοινωνίας εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο.
§33ΑΔ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως ἔγινε καὶ εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου.
§34Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἐκεῖ ἦσαν ἄλλα πάλιν συμφέροντα.
§35Θ. ΛΕΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλέχθησαν τόσα πολλά, ὥστε ἐγὼ δὲν θὰ προσθέσω ἢ ὀλίγιστα. Ἕνεκα τῆς σπουδῆς μεθ’ ἧς ἐψηφίσθη ἡ σύμβασις τῆς ἑταιρείας τῶν τροχιοδρόμων ἑπόμενον ἦτο νὰ ἔχωμεν σήμερον παράπονα ἐκ μέρους τῶν συνοικιῶν, διότι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν διόλου τὰ αἰτήματα αὐτῶν. Εἷς ἐκ τῶν παραπονουμένων εἶναι καὶ ἡ συνοικία Πετραλώνων. Θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰ δυνατόν, νὰ γίνῃ μία συνεργασία μεταξὺ Ὑπουργείου καὶ ἑταιρείας τοιαύτη, ὥστε αἱ γραμμαὶ αἱ ὁποῖαι εἶναι ἤδη ὑπὸ ἐκτέλεσιν—διότι δὲν ὁμιλοῦμεν περὶ ἐκτελεσθέντων ἔργων πλέον—νὰ θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας τῶν συνοικιῶν, καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζῃ ὅτι εἶναι ὁ κατάλληλος οὗτος τρόπος, νὰ φέρῃ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον νὰ τὸ ψηφίσωμεν κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μίαν ἀπάντησιν.
§36Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προκύπτει ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τῶν κατοίκων εἶναι ὅτι, ὅπως ἡ γραμμὴ φθάσῃ μέχρι τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν, πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν τρόπον τὸν προτεινόμενον. Τοῦτο εἶναι πολὺ εὔκολον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν εἶναι νὰ ῥίψῃ μόνον ἐπὶ τοῦ σχεδίου ἓν βλέμμα καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θέλει πεισθῆ ὅτι, ἐὰν ἡ ἀλλαγὴ αὕτη ἐπέλθῃ, τὴν ὁποίαν δέχεται ἄλλως ἡ ἑταιρεία, βεβαίως θέλει πολὺ ὠφεληθῆ τὸ μέρος ἐκεῖνο. Ἐπειδὴ γνωρίζω ὅτι πάντοτε θέλει κατὰ τὸ δυνατὸν νὰ πράξῃ τὸ τελειότερον, θὰ θελήσῃ νὰ πράξῃ καὶ ἐνταῦθα ὅ,τι δεῖ.
§37Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Πολὺ εὐχαρίστως θὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν· ἡ τακτοποίησις ὅμως αὐτῆς δὲν ἐξαρτᾶται μόνον ἀπὸ ἡμᾶς, ἐξαρτᾶται καὶ παρὰ τρίτου· δὲν ἐξαρτᾶται δὲ καὶ ἐκ μόνης τῆς ἑταιρείας, ἐξαρτᾶται καὶ ἐκ τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν, διότι τὸ ἄνοιγμα μιᾶς ὁδοῦ θὰ συντελέσῃ ὥστε σήμερον νὰ ζητήσωσιν οἱ μὲν τοῦτο, οἱ ἄλλοι μεθαύριον ἄλλο καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἐὰν λοιπὸν φανῇ ὅτι ἡ ἑταιρεία σχεδὸν ἐν ὁλοψηφίᾳ ἐπιθυμῇ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν γραμμήν, εὐχαρίστως θὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ ζητήματος καὶ θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰτήματα τῶν κατοίκων αὐτῶν.
§38Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἀλλὰ, ἐπειδὴ χρειάζεται νομοσχέδιον, νὰ ἔχητε τὴν καλωσύνην νὰ σπεύσητε.
§39Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Βεβαίως ταχέως.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέκα τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐζήτησαν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§41Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη περαιτέρω συζητήσεως. Ἀφιέμεθα εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ δὲν ἀμφιβάλλομεν ὅτι θὰ λάβῃ πᾶν δυνατὸν μέτρον ὅπως ἐπέλθῃ ἱκανοποίησις τῆς συνοικίας ἐκείνης.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καραϊσκάκης ἔχει τὸν λόγον περὶ τῆς γεφύρας Κουτσοχέρου.
§43Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τῆς περατώσεως τῆς γεφύρας ταύτης. Τὸ ἔργον ἤρξατο πρὸ πολλοῦ χρόνου, ἀλλὰ παραδόξως ἔμεινεν ἡμιτελές. Τὰ βάθρα ὅμως τῆς γεφύρας ἔχουσι τεθῆ. Ἡ γέφυρα Κουτσοχέρου εἶναι ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Τρικκάλων–Λαρίσης, ἡ ὁποία συνδέει τὴν βορειοανατολικὴν Θεσσαλίαν μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς δυτικῆς Θεσσαλίας. Ἡ ἐπικοινωνία διὰ τῆς ὁδοῦ ταύτης εἶναι πυκνοτάτη· εἰς τὸ μέρος τῆς γεφύρας τῆς ἀτελοῦς ἡ διάβασις γίνεται διὰ περάματος· οἱ διαβάται ὑφίστανται τὰ πάνδεινα, καὶ δὴ ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, διὰ τοῦ πρωτογενοῦς τούτου συστήματος τῆς διαβάσεως ποταμῶν. Συνεπῶς, ἵνα μὴ ἐπανερχώμεθα διαρκῶς ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρώτατον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, καὶ ὑπὸ στρατιωτικὴν ἀκόμη, καθόσον ἡ γέφυρα αὕτη ἔχει σημαντικωτάτην σημασίαν, διότι ἑνώνει τὴν βορειοανατολικὴν μετὰ τῆς δυτικῆς Θεσσαλίας, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τοῦ σπουδαιοτάτου, καὶ παρακαλῶ αὐτόν, ἵνα ὡς οἷόν τε τάχιον διατάξῃ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου, διότι ἐκ τῶν διοδίων θὰ ὠφελῆται τὸ Δημόσιον, ἐνῷ τώρα ζημιοῦται, προσέτι δὲ θὰ δυνηθῇ νὰ διευκολύνῃ καὶ τὴν διάβασιν τῶν ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου διερχομένων, οἱ ὁποῖοι τὰ πάνδεινα ὑφίστανται κατὰ τὴν διάβασιν, καὶ δὴ ἐν ὥρᾳ χειμῶνος, ὁπότε ὁ Πηνειὸς ἐξέρχεται τῆς κοίτης αὐτοῦ καὶ ἐκτείνεται διὰ τῶν πλημμυρῶν· ἀναγκάζονται τότε οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ κάρρα αὐτῶν καὶ τὰ ζῷα νὰ μεταφέρωσι διὰ τοῦ περάματος ἐκείνου, ὅπως διαβῶσι τὴν γέφυραν. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν πλέον ἐπὶ τοῦ ζητήματος —διότι πολλάκις ἐγένετο λόγος περὶ αὐτοῦ—νὰ λάβῃ ταχέως μέριμναν περὶ αὐτοῦ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Κατσᾶνος περὶ ἐπεκτάσεως τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς μέχρι Ναυπάκτου.
§45Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Καὶ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, Κύριοι, ἀνεκινήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου τῆς ΒΔ. Ἑλλάδος δοθείσης ἀφορμῆς ἐκ τοῦ ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Ναυπακτίας, ἤδη ἀνεκινήθη ἐκ τοῦ γενομένου ἐν Ναυπακτίᾳ συλλαλητηρίου, ἀρκούντως σημαντικοῦ, τὸ ὁποῖον συγκροτηθὲν οὐ μόνον ἐκ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως Ναυπάκτου ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας δὲν ἐνεῖχε τὴν ἔννοιαν τὴν στασιαστικὴν κατὰ τῆς Πολιτείας οὔτε τὴν ἔννοιαν τὴν ἐκβιαστικὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐκτελέσῃ ἀξίωσιν τῆς ἐπαρχίας Ναυπακτίας αὐθαίρετον ἢ ἀδικαιολόγητον, ἀλλὰ ἐνεῖχε τὴν ἔννοιαν τὴν διαμαρτυρικήν, ἐνεῖχε τὴν ἔννοιαν τὴν προληπτικὴν πρὸς ἀποτροπὴν ἀδικημάτων εἴτε ἐνδεχομένων εἴτε μελετωμένων, ἐν τῇ ἐπεκτάσει τῶν δικτύων τῶν σιδηροδρομικῶν καὶ δὴ τοῦ δικτύου τῆς ΒΔ. Ἑλλάδος, περὶ τοῦ ὁποίου ἤδη πρόκειται. Ἀλλά, ἂν δὲν ἐνεῖχεν ἔννοιαν στασιαστικήν, ἐνδεικνύει ὅμως δυσπιστίαν τινὰ πρὸς τὴν Πολιτείαν, δυσπιστίαν δεδικαιολογημένην ὁπωσδήποτε διὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι, ἐνῷ πρόκειται περὶ μερῶν σχετικῶς εὐφόρων, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε παρηνώχλησαν τὰς κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις, συνεισφέρουσι δὲ ἀγογγύστως τοὺς φόρους των εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀπεδείχθη ὅτι πάντοτε παρηγκωνίσθησαν ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ἵνα δώσῃ προσοχήν τινα καὶ νὰ θέσῃ ἐκείνας τὰς ὀλίγας σιδηρᾶς ῥάβδους ἀνὰ τὴν ΒΔ. Ἑλλάδα. Ὁ σιδηρόδρομος, Κύριοι, τῆς ΒΔ. Ἑλλάδος παρέχει βεβαίως τὴν χρησιμότητα ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρέχουσι πάντες οἱ σιδηρόδρομοι, τὴν χρησιμότητα τῆς συγκοινωνίας καὶ τὴν χρησιμότητα τῆς ἐμπορικῆς κινήσεως· διότι, ὅταν θὰ συντελεσθῇ, θὰ διέλθῃ διὰ τῶν ἐπαρχιῶν Ναυπακτίας, Τριχωνίας, Μεσολογγίου, Βάλτου, ἁπτόμενος καὶ τῆς ἐπαρχίας Ξηρομέρου, ἐπαρχιῶν πασῶν παραγωγικῶν εἰς παντοῖα προϊόντα. Παράγουσι πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι περίπου σταφίδα, οἴνους, δημητριακοὺς καρπούς, διάφορα δασικὰ προϊόντα, κατ’ ἐξοχὴν δὲ γεωργικὰ προϊόντα, ἀλλ’ εἶναι καὶ κατ’ ἐξοχὴν κτηνοτροφικαὶ ἐπαρχίαι, ὡς τοιαῦται δὲ δέονται ἰδιαιτέρας τινὸς προσοχῆς ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, διότι ἐκ τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους καταβάλλουσιν, ἐναπομένει περίσσευμα ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων τῆς διοικήσεως. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ λόγου ἐκείνου, ὁ ὁποῖος χαρακτηρίζει τὴν χρησιμότητα πασῶν τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, ὡς καὶ κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν ἀνεπτύχθη, ὁ σιδηρόδρομος τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος ἔχει καὶ ἄλλον ἐξαιρετικὸν λόγον, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ λόγος οὗτος εἶναι ὁ λόγος ὁ στρατηγικός. Καὶ ἂν σήμερον, Κύριοι, καλούμεθα διὰ μόνον τὸν λόγον τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως τοῦ ἔθνους νὰ καταβάλλωμεν καὶ νὰ ψηφίζωμεν φόρους, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρίδῃ τις τὴν σπουδαιοτάτην αὐτὴν ἀνάγκην, τὴν στρατηγικήν, τοῦ σιδηροδρόμου τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος. Δὲν γνωρίζω τίνες σκέψεις κρατοῦσι παρὰ τῇ Κυβερνήσει οὐδ’ ἂν ὑπάρχει μελέτη σχετική, οὐδ’ ἂν ὑπάρχει σκέψις περὶ κατασκευῆς τοῦ δικτύου τούτου παρὰ τῇ ἑταιρείᾳ τῶν σιδηροδρόμων τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν ἡ ἀπαρχὴ αὐτῶν τῶν σιδηροδρόμων, ὡς ἔχει σήμερον, ἐκπληροῖ τὸν ἑαυτῆς προορισμόν. Ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι ἡ ἀφετηρία τοῦ σιδηροδρόμου τούτου, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν τῇ παραλίᾳ τοῦ Κρυονερίου, ὡς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι ἀνέπτυξαν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, εἶναι ὅλως ἀκατάλληλος, διότι πρόκειται περὶ μέρους ἀλιμένου ἐντελῶς, περὶ σιδηροδρόμου συνεπαγομένου πάντας τοὺς κινδύνους καὶ εἰς τοὺς ἐπιβάτας καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον. Λέγονται καὶ διαδίδονται, ὅτι γίνεται μελέτη πρὸς κατασκευὴν διακλαδώσεων, ἀλλὰ περὶ τούτου, δὲν ἔχομεν ἐπίσημόν τι ἐνώπιόν μας, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν· δυνάμεθα ὅμως νὰ προκαλέσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον δυνάμεθα νὰ ὑπομνήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἐὰν πρόκειται περὶ συμπληρώσεως σιδηροδρομικῶν δικτύων, ἔχει αὕτη καθῆκον ἐπιτακτικὸν κατὰ προτίμησιν ν’ ἀποβλέψῃ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ δικτύου τοῦ σιδηροδρομικοῦ τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος, καθόσον, ἂν ἄλλως ἤθελε πράξει, ἤθελεν ἀναιρέσει ἑαυτήν, ἤθελεν ἀναιρέσει πάντα ὅσα λέγονται ἐνταῦθα, ἤθελεν ἀναιρέσει πάντας αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζομεν τὴν ἐπιψήφισιν καθ’ ἑκάστην τόσων καὶ τοιούτων φορολογικῶν μέτρων εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, λόγῳ τοῦ ὅτι τείνομεν εἰς τὴν ἐθνικὴν παρασκευήν. Ἐὰν ἤθελε παραλείψει τοῦτο, βεβαίως καὶ ἀναγκαίως ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι πᾶσα πρᾶξις, ὅτι πᾶσα προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ ἄλλου σιδηροδρομικοῦ δικτύου θ’ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν θεραπείαν μόνον τῶν ἀναγκῶν τῆς συγκοινωνίας καὶ τοῦ ἐμπορίου, ἐνῷ ἐνταῦθα ἐπὶ πλέον ἔχομεν τὸ προνόμιον τῆς θεραπείας τῆς στρατηγικῆς ἀνάγκης.
§46Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν ἔχει μελετηθῆ καλῶς τὸ στρατιωτικὸν μέρος· ἐνταῦθα ὅλοι ἐπαγγελλόμεθα τὸν στρατηγόν· δὲν ἔχει μελετηθῆ καλῶς ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα.
§47Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐπαγγέλλομαι οὔτε τὸν μηχανικὸν οὔτε τὸν ἔχοντα γνώσεις στρατηγικάς· γνωρίζω ὅμως ἓν τὸ ὁποῖον δὲν εἶπον, καὶ δὲν τὸ εἶπον πρὸς ἀναίρεσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἴπετε, διότι τοῦτο δὲν θὰ μὲ ἐπηρεάσῃ νὰ μὴ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δέον νὰ εἴπω.
§48Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποῖος δὲν ἔχει εἰς τὸν τόπον αὐτὸν γνώσεις στρατηγικάς;
§49Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν χρειάζονται στρατηγικαὶ γνώσεις, διὰ νὰ εἴπῃ τις ὅ,τι χρειάζεται περὶ τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ τοῦ νομοῦ τῆς Ἠπείρου. Ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἤθελε παραστῆ ἀνάγκη δράσεως, ὁ στρατὸς τοῦ τμήματος τοῦ ἄγοντος πρὸς τὴν Ἤπειρον ἤθελε μεταφερθῆ διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ· ἑπομένως ἤθελον εἶσθαι περιτταὶ καὶ αἱ μηχανικαὶ γνώσεις καὶ αἱ στρατηγικαὶ καὶ αὐτὴ ἡ πεῖρα ἀκόμη, ἂν θέλητε.
§50Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Τώρα θὰ ἔχωμεν τὰ ἀεροπλάνα.
§51Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Λέγω λοιπὸν καὶ τονίζω, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ νὰ συμπληρώσῃ τὸ σιδηροδρομικὸν δίκτυον, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσαμεν καὶ ψηφίζομεν διαρκῶς φόρους παντοίους ἐπιβαρύνοντας τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ἂν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις ἤθελε προτιμήσει ἄλλην σιδηροδρομικὴν γραμμὴν πλὴν τῆς ΒΔ. Ἑλλάδος, ἤθελε πράξει μεροληπτικὴν πρᾶξιν ἀναιροῦσαν αὐτὴν καὶ μὴ δικαιολογοῦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προτείνομεν καὶ ψηφίζομεν ἐν τῇ Βουλῇ καθ’ ὅλην ταύτην τὴν Σύνοδον. Τοῦτο λέγω καὶ τοῦτο ὑποστηρίζω. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον αἱ οἰκονομικαὶ δυνάμεις τῆς χώρας εἶναι ἐπαρκεῖς κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην.
§52Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Γνωρίζει ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι, ἐὰν δὲν κάμωμεν δάνειον, δὲν γίνεται τίποτε. Τὸ ζήτημα δ’ αὐτὸ εἶναι ζήτημα χρημάτων.
§53Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ὁτιδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ἐγὼ οὐδόλως σᾶς παρεκώλυσα νὰ ὁμιλήσητε περὶ Γυθείου προχθές. Ἂν ὑμεῖς ὡμιλήσατε περὶ Γυθείου, ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ σιδηροδρόμου ἔχοντος ἐθνικὴν σημασίαν. Ὁ σιδηρόδρομος περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἀληθῶς εἶναι ἀτελέστατος καὶ ἔχει τὰ ἐπικίνδυνα σημεῖα ἐν τῇ ἀφετηρίᾳ του. Εἶπον πρὸ ὀλίγου, Κύριοι, ὅτι τὸ ψήφισμα τοῦ συλλαλητηρίου τοῦ λαοῦ τῆς Ναυπακτίας δὲν ἐνέχει τὴν ἔννοιαν δυσπιστίας τινὸς πρὸς τὴν Πολιτείαν, ἀλλ’ ἐνέχει τὴν ἔννοιαν ἀποτροπῆς μελετωμένων ἀδικημάτων. Καὶ σήμερον ἔχομεν ψήφισμα τοῦ λαοῦ τῆς Ναυπακτίας διαμαρτυρομένου κατὰ τοιούτου τινὸς ἐνδεχομένου, ἀλλὰ δυνάμεθα αὔριον νὰ ἔχωμεν καὶ ἕτερον ψήφισμα ἑτέρου λαοῦ, τοῦ λαοῦ τῆς Τριχωνίας, διαμαρτυρομένου κατὰ ἐνδεχομένου ἐπίσης ἀδικήματος, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προσέξῃ εἰς τοῦτο, διότι ἀκούω, ὅτι γίνεται σκέψις παρὰ τῇ ἑταιρείᾳ τῶν σιδηροδρόμων τῆς ΒΔ. Ἑλλάδος, ὅπως προβῇ εἰς σύναψιν συμβάσεως πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς διακλαδώσεως. Ὑπάρχει σκέψις τις πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ σιδηροδρόμου τῆς ΒΔ. Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται προσοχή, διὰ νὰ μὴ ἐγκαταλειφθῇ ἡ πόλις τοῦ Ἀγρινίου. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἤθελε μελετηθῆ, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξωσι πολὺ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἄλλως τότε θὰ ἔχωμεν ἐντονώτερα συλλαλητήρια, θὰ ἔχωμεν μείζονας διαμαρτυρίας, καθόσον θὰ πρόκειται περὶ εὐκολιῶν ἀναξίων λόγου ὑπὲρ τῆς ἑταιρείας χάριν τῶν ὁποίων θὰ ἤθελεν ἐγκαταλειφθῆ καὶ ἡ πόλις Ἀγρινίου, τὸ κέντρον τοῦ νομοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, τὸ ὁποῖον ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ὁρμητήριον τῆς στρατιωτικῆς κινήσεως ἐν ὥρᾳ δράσεως. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ παρακαλέσω ταύτην, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον τὸ ψήφισμα τοῦ συλλαλητηρίου τῆς πόλεως Ναυπάκτου, ἀλλὰ καὶ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἑταιρεία τῶν σιδηροδρόμων τῆς ΒΔ. Ἑλλάδος ἤθελε προβῆ εἰς σκέψιν καὶ πρότασιν παρὰ τῇ Κυβερνήσει, ὅπως ἡ ἐπέκτασις τοῦ σιδηροδρόμου τῆς ΒΔ. Ἑλλάδος ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ δι’ ἄλλου τινὸς μέρους καὶ οὐχὶ διὰ τῆς πόλεως Ἀγρινίου, διότι τότε θὰ ἔχωμεν τοὺς κινδύνους τῆς ἐξεγέρσεως, ἐνῷ δὲν θὰ ἔχωμεν σπουδαίας θετικὰς ὠφελείας τῆς ἑταιρείας. Παρακαλῶ ἑπομένως, ἐπαναλαμβάνω, ἵνα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται νὰ καταλήξῃ εἰς ἀπόφασιν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων, λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν ἀφετηρίαν τοῦ σιδηροδρόμου τῆς ΒΔ. Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τὴν δίοδον τοῦ σιδηροδρόμου διὰ τῶν κεντρικωτέρων καὶ πολυαριθμοτέρων πόλεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μεγαλειτέραν τὴν κίνησιν, διότι τότε θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ στρατιωτικὴ κίνησις, καθόσον διὰ τῆς ἐρημίας οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ κινῶνται στρατεύματα ἐν ὥρᾳ δράσεως. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως.
§54Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἐπανηρχόμην εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εὐρύτατα ἐξητάσθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἐὰν κατόπιν τοῦ συλλαλητηρίου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἐν Ναυπάκτῳ τὴν παρελθοῦσαν Κυριακήν, δὲν μοὶ ἀνετίθετο τηλεγραφικῶς ἡ ἐντολή, ὅπως ἐπερωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ φλέγοντος τούτου ζητήματος τῆς ἐπαρχίας Ναυπάκτου. Αἱ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἦσαν βεβαίως ἀσαφεῖς καὶ ἀόριστοι, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀνησυχεῖ ἐκεῖ ὁ κόσμος περὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου ζητήματος. Ἀνεπτύχθησαν εὐρύτατα οἱ λόγοι οἱ συμβάλλοντες εἰς τὴν προέκτασιν τῆς σιδηροδρομικῆς ταύτης γραμμῆς μέχρι Ναυπάκτου. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἀναφέρω, ὅτι ἡ Ναύπακτος ἔρχεται ἀρωγὸς εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς ταύτης, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ ψήφισματι αὐτῆς δηλοῖ, ὅτι ἐκ τῶν πόρων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου θὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἀπότισιν τῶν τόκων χρεολυτικῶς τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν προέκτασιν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ λάβῃ μέτρα σοβαρὰ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου, ἐὰν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν σύμβασιν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ὑποβάλῃ καὶ σύμβασιν περὶ ἐπεκτάσεως τῆς γραμμῆς ταύτης· θ’ ἀνακουφίσῃ τὰ μάλα τὰς πόλεις ἐκεῖ καὶ θὰ φανῇ μεριμνῶσα περὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος, μεριμνῶσα περὶ πόλεως, ἡ ὁποία ἐγκατελείφθη τελείως ἀπὸ ἐτῶν εἰς τὴν τύχην της, ἡ ὁποία ἐζημιώθη ἐμπορικῶς τὰ μάλα καὶ οὐδαμόθεν οὐδεμίαν ὑποστήριξιν ἔχει καὶ ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἐνδεδειγμένη ὡς ἐπίνειον ὁλοκλήρου τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ εὐαρεστηθῇ σήμερον νὰ προβῇ εἰς διαβεβαίωσίν τινα, ὅπως δυνηθῶσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἀναγγείλωσί τι ὡρισμένον εἰς τοὺς συμπολίτας των, καὶ ἐν γένει νὰ ἔχωσι μίαν τουλάχιστον ἀπάντησιν ὁπωσδήποτε σαφῆ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ σοβαρωτάτου τούτου ζητήματος.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ἰ. Κανναβός.
§56Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Δὲν θ’ ἀπασχολήσω ἐκ νέου τὴν Βουλὴν διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Θὰ παρακαλέσω μόνον καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὰς ἀξιώσεις τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας μου καὶ διατάξῃ, ὅπως μελετηθῇ τὸ ἔργον, συγχρόνως δὲ περιλάβῃ ἐν τῇ συμβάσει τῆς προεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου μέχρις Ἄρτης καὶ τὴν προέκτασιν μέχρι Ναυπάκτου, διότι νομίζω, ὅτι ἤθελεν ἀδικήσει ἡ Πολιτεία τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἄνευ ἐξετάσεως ἐμβριθοῦς τοῦ θέματος καὶ μετ’ ἐλαφρᾶς καρδίας ἀπορρίψῃ τὰ αἰτήματα τοῦ λαοῦ τούτου. Ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ ἀνάγκην χρημάτων πρὸς ἐπιτέλεσιν ὅλων τῶν ἔργων αὐτῶν, βεβαίως μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι μείζονα ὑπομονήν, θὰ εἴμεθα ἡμεῖς, καὶ ὀφείλω νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἔχομεν τόσην ὑπομονήν, ὥστε, ἐνῷ οὐδεμίαν βατὴν ὁδόν ἔχομεν, καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τόσας ἀξιώσεις ὅσας ὀλίγαι ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους, διότι οὐδὲ ἓν λεπτὸν κατηναλώθη διὰ τὴν ἐπαρχίαν μας, ἥτις οὕτω κατέστη μόνη αὕτη ἀπόκληρος ἐπαρχία, ἐν τούτοις οὐδὲν εἴπομεν ἕως τώρα. Δὲν δικαιοῦταί τις λοιπὸν κρίνων ἐν μέτρῳ δικαιοσύνης ν’ ἀπορρίπτῃ αἰτήσεις λαοῦ οὕτω πως ἐξεγειρομένου ἄνευ ἐμβριθοῦς ἐξετάσεως τῶν αἰτημάτων αὐτοῦ. Ὀφείλει δὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ δείξῃ ὅτι ἐξ ἴσου ἔχει πάντας τοὺς λαοὺς τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους καὶ ὄχι νὰ μεριμνᾷ μονομερῶς καὶ μεροληπτικῶς ὁτὲ μὲν ὑπὲρ τοῦ Α, ὁτὲ δ’ ὑπὲρ τοῦ Β. Τοῦτο εἶναι τὸ πικρὸν παράπονον ἡμῶν, καὶ κατὰ τῆς τοιαύτης στάσεως τῆς Πολιτείας διαμαρτυρόμεθα. Ἀξιοῦμεν νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη δι’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Ὑπάρχουσι μελέται καὶ συμβάσεις διὰ τὰς πλείστας ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, διατί νὰ μὴ ὑπάρξῃ καὶ δι’ ἡμᾶς, ὥστε, ἐὰν τὸ Κράτος εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ σκεφθῇ περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικοῦ δικτύου, νὰ συμπεριληφθῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν ὡς αἱ μωραὶ παρθένοι μετὰ τὴν ἑνδεκάτην ὥραν; Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὰς παρατηρήσεις ἡμῶν, καθὼς καὶ τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα.
§57Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐκ καθήκοντος ἐπιτακτικοῦ.
§58Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Καὶ τὴν δήλωσιν ταύτην νὰ μεταβιβάσωμεν εἰς τοὺς συμπολίτας μας τοὺς ἐν δικαίᾳ ἀγανακτήσει εὑρισκομένους, ἵνα καθησυχάσωσι καὶ ἵνα λείψῃ ἀπ’ αὐτοὺς ἡ ἰδέα ὅτι περιφρονοῦνται διαρκῶς.
§59Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὅτε τὸ θέμα τοῦτο συνεζητήθη, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησε, νομίζω, οὐχὶ περιφρονητικῶς. Τοὐναντίον εἶπεν ὅτι ἡ ἐπιθυμία πάντων ὅσοι διοικοῦσι τὰ κοινὰ εἶναι ν’ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰς δικαίας ἐπιθυμίας τοῦ λαοῦ τῆς χώρας. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου· ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι ὀφείλομεν μίαν ἀπάντησιν εἰς τὰς διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων τῆς Ναυπακτίας, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐμὲ τοὐλάχιστον ἔπεισαν ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι, ὅπως ἡ ἀφετηρία τοῦ σιδηροδρόμου εἶναι ἐντεῦθεν τοῦ Ῥίου καὶ Ἀντιρρίου διὰ λόγους τοὺς ὁποίους μετὰ τόσης εὐγλωττίας καὶ πειστικότητος ἀνέπτυξαν οἱ κύριοι ἀντιπρόσωποι. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης γνωρίζω κάλλιστα ὅτι τὸ ἔργον οὔτε μεμελετημένον κἂν εἶναι ἀκόμη. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποσχόμεθα καὶ θὰ πράξωμεν, εἶναι νὰ διατάξωμεν, ὅπως μελετηθῇ ἡ ἰδέα τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου μέχρι Ναυπάκτου καὶ νὰ εὐχηθῶμεν, ὅπως δυνηθῶ ἐγὼ εἴτε ἄλλος Ὑπουργός νὰ πραγματοποιήσωμεν τὴν ἰδέαν ταύτην, ἔστω καὶ ἐν μέρει κατ’ ἀρχάς.
§60Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε· δὲν εἶναι γενικευμένον τὸ ζήτημα.
§62Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Εἶναι γενικευμένον. Ἄλλως τε ἔχω δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ἐγὼ ἔφερον τὴν ἐπερώτησιν. Ὀφείλω, κύριε Πρόεδρε, νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἀνεγνώρισε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὴν ἀνάγκην ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς προεκτάσεως τῶν σιδηροδρόμων τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐπαρκὲς διὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι ἐπαρκὲς καὶ διὰ τοὺς ἀνυπομονοῦντας πληθυσμούς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπαρκὲς καὶ δι’ ἐμὲ τὸν ὁμιλήσαντα πρὸ ὀλίγου, διότι ἐγὼ ἐζήτησα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς ἁρμοδίου ν’ ἀναγνωρίσωσιν ἂν εὑρισκόμεθα ἐν τῷ δικαίῳ διατεινόμενοι ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Κράτος ἤθελεν εὑρεθῇ εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ σκεφθῇ περὶ προεκτάσεως τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων, ὅτι ὁ σιδηρόδρομος τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος εἶναι ὁ προτιμητέος οὐχὶ διὰ λόγους συγκοινωνίας, οὐχὶ διὰ λόγους ἐμπορικούς, ὡς ἤθελον ἰσχυρισθῆ ἄλλοι συνάδελφοι, ἀλλὰ διὰ λόγους στρατηγικῆς καὶ ἐπιτακτικῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης. Διότι, ἂν ἤθελεν ἐφαρμοσθῇ ἡ μελέτη ἐπὶ ἄλλων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, διότι, ἂν ἤθελεν ὑποβληθῇ σύμβασις περὶ κατασκευῆς ἄλλων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν, τότε ἀσφαλῶς ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὸ σημεῖον ν’ ἀναιρέσωμεν ἡμᾶς αὐτούς. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην καὶ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι σαφὲς καὶ καθαρόν· καὶ εἶναι σαφὲς καὶ καθαρόν, διότι ψηφίζομεν καὶ ἐπιβάλλομεν φόρους πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν τῆς στρατηγικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, πρὸς μόνον τὸν σκοπὸν ἵνα εὑρεθῶμεν εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς δράσεως, ὅτε ἠθέλομεν ὑποχρεωθῇ ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δηλοῖ, ὅτι ἤθελε διατάξει μελέτην τοῦ σιδηροδρομικοῦ τούτου δικτύου, ὁμολογεῖ ἀσφαλῶς ὅτι θέτει ἴσως ἐν ἥσσονι μοίρᾳ, καὶ ἂν ὄχι τοῦτο, τοὐλάχιστον ἐν ἴσῃ μοίρᾳ τὸ δίκτυον τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος μετὰ τοῦ δικτύου τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἐνῷ ἡμεῖς θέτομεν καθαρῶς τὸ ζήτημα καὶ σαφῶς ζητοῦμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὄχι ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὄχι ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ διέλθῃ ὁ σιδηρόδρομος καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἐμπορικὰ συμφέροντα πρέπει νὰ ἐξυπηρετηθῶσιν, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, οἱ ὁποῖοι ψηφίζομεν φόρους μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων ὡς ἀτενίζοντες πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν τελικόν, τὸν ὁποῖον ἔθηκεν ἡ παροῦσα Σύνοδος. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἀξιοῦμεν ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν δήλωσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ σκεφθῇ περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου, ὤφειλε πλέον ἐξ ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης ἐθνικῆς νὰ προτιμήσῃ τὴν προέκτασιν τοῦ σιδηροδρόμου τῆς βορειοδυτικῆς Ἑλλάδος, διότι τότε φαινόμεθα συνεπεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν ἐνταῦθα. Τὴν δήλωσιν ταύτην ζητοῦμεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οὐχὶ τὴν δήλωσιν ὅτι ἤθελε διατάξει μελέτην περὶ τῆς προεκτάσεως τῶν βορειοδυτικῶν σιδηροδρόμων ὡς καὶ τῶν ἄλλων γραμμῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἐξεφράσθησαν εὐχαί, διότι, ἐὰν δὲν γίνῃ τοῦτο, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀνῃρέσαμεν ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ ἀπεμακρύνθημεν ἐκ τοῦ κυβερνητικοῦ προγράμματος, διὰ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπεβάλομεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ θὰ δώσωμεν καὶ πλῆρες τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους νὰ λέγωσιν ὅτι, καίτοι ἐθνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει ν’ ἀκουσθῶσι τὰ ἑαυτῶν αἰτήματα, ἡ Πολιτεία παραβλέπει ταῦτα, παραγκωνίζει τοὺς ζητοῦντας καὶ συμπεριφέρεται πρὸς αὐτοὺς ὡς μητρυιά, καὶ τότε θὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα ὄχι συλλαλητηρίων, ἀλλὰ τελείας ἐξεγέρσεως.
§63Ν. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. (Θεωρεῖ ἐπαρκεῖς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). (Ὅρα ἀγόρευσιν ἐν Παραρτήματι).
§64Β. ΣΕΡΑΦΕΙΜ. (Ὁμιλεῖ περὶ τῶν καθυστερουμένων μισθῶν τῶν δημοδιδασκάλων καὶ ὑποδιδασκάλων). (Ὅρα ἀγόρευσιν ἐν Παραρτήματι).
§65Α. ΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Παμμακεδονικὸς σύλλογος Τρικκάλων διὰ ψηφίσματός του πρὸς τὴν Βουλὴν παρακαλεῖ αὐτὴν νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον, ἵνα πολιτογραφηθῶσιν οἱ καταγόμενοι ἐξ Ἠπείρου καὶ Μακεδονίας καὶ οἱ παραμείναντες ἐν Θεσσαλίᾳ ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως καὶ ἐπὶ πλέον οἱ σκηνῖται οἱ λεγόμενοι Σαρακατσαναῖοι καὶ Ἀρβανιτόβλαχοι, οἵτινες καὶ γηγενεῖς εἶναι καὶ μονίμως κατοικοῦσιν ἐν Θεσσαλίᾳ. Οὗτοι δὲν ἐνεγράφησαν ὡς πολῖται Ἕλληνες καίτοι μονίμως κατοικοῦσιν ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ δὲν εἶναι ὀλίγοι· εἶναι πληθυσμὸς 30 ἕως 40 χιλιάδων, ἐξ ὧν αἱ 7000 στρατεύσιμοι. Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι δύσκολον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ὅμως τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπουσιάζει καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν ἀντικαταστήσῃ, νὰ ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ἄλλως τε καθῆκον εἶχεν ἡ Πολιτεία νὰ εἶχεν ἐγγράψει τούτους, διότι καὶ ἡ συνθήκη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας προβλέπει ὅτι ὅσοι εὑρέθησαν ἐν Θεσσαλίᾳ μετὰ τὴν προσάρτησιν καὶ ἔμειναν ἐπὶ τριετίαν μονίμως ἔπρεπε νὰ πολιτογραφηθῶσιν, ὥστε οὔτε κώλυμα δύναται ν’ ἀντιταχθῇ ὅτι ἡ Τουρκία δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ, ἀφοῦ τοιαῦτα λέγει ἡ σύμβασις. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποβάλῃ ὅσον τάχιστα τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὔτε συζήτησιν οὔτε ἀντιρρήσεις θὰ ἔχῃ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ῥίτσος ἔχει τὸν λόγον περὶ ὑποβολῆς ἀναφορᾶς περὶ καταχρήσεων κατὰ τοῦ νομάρχου Λακεδαίμονος.
§67ΠΑΪΚΟΣ ΡΙΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Νυχᾶ κατοίκου τοῦ χωρίου Ἁγίου Νικολάου, διὰ τῆς ὁποίας καταγγέλλει τὸν περίφημον νομάρχην Λακεδαίμονος κ. Κωνσταντῖνον Παπαδιαμαντόπουλον ἐπὶ καταχρήσει ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων, δρ. 4210.50. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§68Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἄς λείψῃ.
§69Π. ΡΙΤΣΟΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποχωρήσω· θ’ ἀναγνώσω τὴν ἀναφοράν.
§70ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐπιμένει, ἂς τὴν ἀναγνώσῃ.
§72Π. ΡΙΤΣΟΣ. Θὰ τὴν ἀναγνώσω βεβαίως (ἀναγινώσκει): «Πρὸς τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων. Ἐν Ἀθήναις τῇ 25 Νοεμβρίου 1909. Ἀναφορὰ Γεωργίου Σ. Νυχᾶ, ἐκκλησιαστικοῦ συμβούλου, ἐντεταλμένου τὴν διαχείρισιν τοῦ ταμείου τοῦ ἐν τῷ χωρίῳ «Ἅγιος Νικόλαος» τοῦ δήμου Βοιῶν τῆς Λακεδαίμονος ἱεροῦ ναοῦ «Ἅγιος Νικόλαος», ἐμπόρου κατοίκου τοῦ εἰρημένου χωρίου «Ἅγιος Νικόλαος», παρεπιδημοῦντος ἐν Ἀθήναις. Περὶ βραδείας καταθέσεως δρ. 6,600 καὶ κατακρατήσεως δρ. 4,210,50 ὑπὸ τοῦ κ. νομάρχου Λακεδαίμονος ἀνηκουσῶν εἰς τὸν ἱερὸν ναὸν «Ἅγιος Νικόλαος». Ὁ εὐσεβάστως ὑποφαινόμενος ταμίας τοῦ ἱεροῦ ναοῦ «Ἅγιος Νικόλαος» τοῦ ἐν τῷ φερωνύμῳ χωρίῳ τοῦ δήμου Βοιῶν, ἀπὸ καθήκοντος πολλαπλοῦ ὀφείλω νὰ καταγγείλω τὸν κ. νομάρχην Λακεδαίμονος Κωνστ. Παπαδιαμαντόπουλον διὰ τὰς ἀκολούθους πράξεις ἀποτελούσας ὑπεξαίρεσιν καὶ σφετερισμὸν ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων. 1) Ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἀπὸ 1 Νοεμβρίου 1908 ἐπισήμου πρωτοκόλλου, ὑπογεγραμμένου παρὰ τοῦ κ. νομάρχου, τοῦ κ. δημάρχου Βοιῶν καὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου, ὁ μηνυόμενος νομάρχης παρέλαβε παρ’ ἐμοῦ ὁλόκληρον τὸ χρηματικὸν ὑπόλοιπον τοῦ ταμείου, ἀνερχόμενον εἰς 10.810.50 καὶ τοῦτο ἄνευ ἁρμοδιότητος καὶ δικαιώματος, ἄνευ λόγου καὶ σκοποῦ ἐπιβάλλοντος τοιοῦτον ἔκτακτον μέτρον, διότι, καὶ ἐὰν ἐθεώρει καθῆκον διοικητικῆς προνοίας νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς διαθέσεως τοῦ ἐνεργητικοῦ κεφαλαίου τῆς διαχειρίσεώς μου, ἠδύνατο νὰ μὲ διατάξῃ νὰ προβῶ εἰς ὡρισμένην διάθεσιν ἢ κατάθεσιν παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ. 2) Ὁ κ. νομάρχης σιγήσας εἰς ἐπανειλημμένας παρακλήσεις παρέλιπε νὰ καταθέσῃ τὰ ὡς ἄνω ληφθέντα χρήματα ἐπὶ ὅλην ἑξαμηνίαν, ἀποστερῶν οὕτω τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον τῶν τόκων, οὓς αὐτὸς κατ’ ἀκολουθίαν ἐνοσφίζετο. 3) Ὁ κ. νομάρχης ἀναγκασθεὶς ἐπὶ τέλους νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἔντονον ἐπιστολήν μου ἀπὸ 5 Ἀπριλίου 1909 μοὶ ἔγραψε τὴν ἀπὸ 19 ἰδίου μηνὸς ἐπιστολήν, ἣν κατέχω καὶ ἧς ἀντίγραφον ἐπισυνάπτω, δι’ ἧς μ’ ἐβεβαίωσε ψευδῶς, ὅτι κατέθεσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν δρ. 10.810.50, καίτοι οὐδὲν εἶχε καταθέσει καὶ μάλιστα μοὶ ἔδιδε ψευδῆ ἀριθμὸν τῆς δῆθεν ἐκδοθείσης ὁμολογίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 38347. 4) Τὴν αὐτὴν ψευδῆ διαβεβαίωσιν ἐπανέλαβεν εἰς τὸν κ. δήμαρχον διὰ τηλεγραφήματός του εἰς Νεάπολιν ἀποσταλέντος, τηλεγραφήματος δημοσίου ὑπηρεσίας, ὑποσχόμενος μάλιστα ν’ ἀποστείλῃ τὸ ἔγγραφον τῆς δῆθεν γενομένης καταθέσεως, ὅπερ μάλιστα εἶχε δῆθεν ἀποστείλει εἰς Σπάρτην καὶ τοῦ ὁποίου ἀντίγραφον ἐπισυνάπτω. Οὕτως ἐν τῇ ἐπισήμῳ ἰδιότητι τοῦ ὑψηλοῦ ἀξιώματος αὑτοῦ ἐξηπάτα τοὺς ὑφισταμένους τοῦ δημάρχου Βοιῶν καὶ ἐμέ, ὡς ἐκκλησιαστικὸν σύμβουλον, πειθομένους ὅτι ἐγένετο ἡ κατάθεσις καὶ ἐφησυχάζοντας περὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν ἱερῶν χρημάτων. 5) Παρ’ ὅλα ταῦτα μόλις μετὰ παρέλευσιν ἑπτὰ ὁλοκλήρων μηνῶν, ἀφ’ ἧς παρέλαβε τὰ χρήματα, προέβη εἰς κατάθεσιν δραχμῶν 1600, μόνον τῇ 25ῃ Μαΐου 1909 καὶ εἶτα ἑτέρων δραχμῶν 5.000 τῇ 30ῃ Ἰουνίου 1909, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 28556 καὶ 28882 ἐ. ἔ., δύο ὁμολογιῶν, ὧν ἀντίγραφον ἐπισυνάπτω. Οὐδεμίαν δ’ ἑτέραν ἔκτοτε ἐνήργησε κατάθεσιν ὁ κ. νομάρχης ἐπ’ ὀνόματι τοῦ εἰρημένου ἱεροῦ ναοῦ, ὡς ἐρωτωμένη ἐπισήμως δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐξ οὗ προκύπτει ὅτι ἐπὶ τέλους ἐνοσφίσθη τὸ ὑπόλοιπον ἐκ δραχμῶν 4,210,50. Ἀτυχῶς πρόκειται περὶ καταφώρου καταχρήσεως βεβαιουμένης δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ὥστε οὐδὲν ἐπὶ πλέον ἀπόκειται εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω. Εὐπειθέστατος. Γ. Σ. Νυχᾶς». Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς ὃν ὁμοία ἐπεδόθη καὶ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος, νὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δεῖ.
§73Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐπεδόθη καὶ εἰς ἐμὲ ὁμοία ἀναφορά, ἐννοεῖται δ’ ὅτι θὰ πράξω ὅ,τι τὸ καθῆκον μοὶ ἐπιβάλλει.
§74Π. ΡΙΤΣΟΣ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ταῦτα· εἶναι καὶ ἄλλα. Ἀλλὰ δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἐκθέσω πάντα τὰ κατ’ αὐτόν· ἔχει φθάσει εἰς τοιοῦτον ἐξευτελισμὸν ὁ δημόσιος αὐτὸς ὑπάλληλος, ὥστε κατεδέχθη νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸν συμβούλιον τοῦ ἱεροῦ ναοῦ Μονεμβασίας ἓν ἑκατοντάδραχμον. Τοῦτο σᾶς τὸ βεβαιῶ.
§75Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ στείλῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§76Π. ΡΙΤΣΟΣ. Βεβαίως.
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νομάρχης;
§78Π. ΡΙΤΣΟΣ. Ὁ περίφημος Κωνσταντῖνος Παπαδιαμαντόπουλος, ὁ ἰσόβιος νομάρχης!
§79Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐμοῦ καθῆκον εἶναι νὰ διαβιβάσω τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἰς τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος.
§80Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου καὶ εἰς ἐμὲ ἔλαχε καθῆκον λίαν δυσάρεστον, καὶ ὁμολογῶ ὅτι μετὰ πολλῆς δυσκολίας ἀπεφασίσαμεν νὰ προβῶμεν εἰς τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἔναρξιν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ρίτσος. Ἦτο ὅμως ἀνάγκη ν’ ἀποφασίσωμεν, διότι ἡ ὑπόθεσις, ἡ ὁποία φέρεται σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι παλαιά, χρονολογουμένη ἀπὸ δέκα καὶ τριῶν μηνῶν. Ὁ νομάρχης παρέλαβε τὰ χρήματα τῇ 1 Νοεμβρίου 1908, μόλις δὲ τῇ 15 Μαΐου κατέθηκε 1600 δρ., καὶ τῇ 30 Ἰουνίου κατέθηκεν ἑτέρας 5000 δραχ. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον, μετὰ παρέλευσιν δεκατριῶν ὅλων μηνῶν, δὲν κατέθηκε τὰς ἑτέρας 4210 δραχμάς.
§81Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς εἴπω δύο λέξεις; Ἀφοῦ ἐγνωρίζετε ὅτι τοιαῦτα πράγματα συμβαίνουσι, πῶς ἠμελήσατε ν’ ἀναφέρητε ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, ἔστω καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν προϊστάμενον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς; Αὐτὴ ἡ λησμοσύνη ὑμῶν περὶ πραγμάτων τόσῳ σοβαρῶν μοὶ κάμνει κάποιαν ἐντύπωσιν.
§82Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι τὰς παρατηρήσεις ταύτας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὡς ἐπιτίμησιν ἀκόμη, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ βαρύνῃ. Ἀλλὰ δὲν ἐγνωρίζομεν μέχρι τῆς λήξεως τῆς παρελθούσης Συνόδου τῆς Βουλῆς τὴν ὑπόθεσιν, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι ἦσαν ἀληθῆ τὰ μέχρι τῶν ὤτων ἡμῶν φθάνοντα. Ὅτε ὅμως ἐμάθομεν ταῦτα, περιεμένομεν τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν νὰ τὰ εἴπωμεν· καὶ σήμερον, ὅτε πιστοποιοῦνται δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, διότι μέχρι τοῦδε δὲν εἴχομεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σήμερον δυνάμεθα νὰ προσαγάγωμεν καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι συνημμένα πρὸς τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἀναφερθέντος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πολίτου, σήμερον προβαίνομεν εἰς ὅ,τι πρέπει. Τί δὲ νομίζετε, ἐπειδὴ προκαλούμεθα, τί δὲ νομίζετε ὅτι συνέβη; Γράφει ὁ κ. νομάρχης εἰς τὸν διαχειριστὴν τῶν ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Κύριε Νυχᾶ. Ἀπαντῶν εἰς τὴν ἀπὸ 5 τρέχοντος μηνὸς ἐπιστολήν σας γνωρίζω ὑμῖν ὅτι διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 38347 ὁμολογίας ἔχει γίνει ἡ κατάθεσις εἰς τὴν Τράπεζαν τῶν χρημάτων τῆς ἐκκλησίας ἐκ δρ. 10.810,50 καὶ ὅτι ἐζητήσαμεν παρὰ τῆς Τραπέζης τὴν δέουσαν ἀπόδειξιν καταθέσεως, τὴν ὁποίαν θέλομεν στείλει εἰς τὸν κ. δήμαρχον, ὡς πρόεδρον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου, ἵνα τὴν ἐγχειρίσῃ πρὸς σᾶς ἐπὶ ἀποδείξει. Πρόθυμος Κ. Παπαδιαμαντόπουλος. 19 Ἀπριλίου 1909. Σπάρτη». Καὶ ὅτε ἔγραφε τὸ ἔγγραφον τοῦτο οὐδὲ ἓν λεπτὸν εἶχε καταθέσει καὶ ἐν τῇ ἰδιότητι αὐτοῦ τῇ ἐπισήμῳ ὡς νομάρχου ἔδωκε τὸν ψευδῆ ἀριθμὸν 38347 ὡς ὁμολογίαν δῆθεν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δι’ ἧς κατέθηκε τὰ χρήματα. Διὰ νὰ καθησυχάσῃ δὲ τοὺς ἀρχίσαντας πλέον νὰ ἐξεγείρωνται δημότας, τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν δήμαρχον Βοιῶν τὸν προϊστάμενον τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου (ἀναγινώσκει): «Δήμαρχον Βοιῶν. Νεάπολιν. Γνωρίσατε ἐκκλησιαστικῷ συμβουλίῳ Ἁγίου Νικολάου ὅτι ἔγγραφον καταθέσεως χρημάτων ἐστάλη Σπάρτην, εὐθὺς δ’ ὡς ἐπανέλθῃ Σπάρτην θέλομεν ἀποστείλει τοῦτο ὑμῖν, ἵνα ἐγχειρίσητε εἰς ἁρμόδιον ἐκκλησιαστικὸν συμβούλιον πρὸς φύλαξιν. Νομάρχης Λακεδαίμονος Παπαδιαμαντόπουλος». Καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο χρονολογεῖται ἀπὸ 17 Μαΐου, δι’ ἐπιστολῆς δὲ πρὸς τὸν ἐπίτροπον βεβαιοῖ καὶ δίδει ἀριθμὸν καταθέσεως τῆς Τραπέζης καὶ διὰ τηλεγραφήματος βεβαιοῖ ὅτι κατέθηκεν, ἐνῷ δὲν εἶχε καταθέσει οὔτε λεπτὸν καὶ μόλις τῇ 25 Μαΐου κατέθηκε δραχ. 1600, τῇ 30 Ἰουνίου δραχ. 5000 καὶ ἔκτοτε οὐδὲν ἄλλο. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ ἔλεγον ὅτι μία πρᾶξις τοιαύτη, βεβαίως ἐγκληματική, ἴσως, ἂν ἦτο μεμονωμένη, θὰ ἦτο ὁπωσδήποτε, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἂν ἤθελέ τις νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλην τὴν ἐπιείκειαν, θὰ ἦτο συγγνωστέα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως θὰ ἠδύνατο νὰ συμβῇ εἰς ἐμὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν εἷς ἀρχαῖος ῥήτωρ, ὁ Λυσίας, ὅτε κατηγόρησε διὰ μακρῶν τὸν Ἀλκιβιάδην· ἀφοῦ ὁ ῥήτωρ ἀνέγραψε σειρὰν μακροτάτων παραβάσεων τῶν νόμων καὶ βλάβην κατὰ τῆς πόλεως ὁλοκλήρου καὶ τῶν συμπολιτῶν του καὶ πολλῶν ἄλλων, ὕστερον εἶπε: «Σεῖς μὲν τώρα θαυμάζετε πῶς ἐγὼ κατώρθωσα—εἶπε πρὸς τοὺς δικαστὰς—νὰ παρατάξω τὸν μέγαν τοῦτον ἀριθμὸν τῶν κατηγοριῶν, ἐκεῖνος δέ, ἔλεγε, καταγελᾷ, διότι αὐτὸς γνωρίζει ὅτι οὐδ’ ἐλάχιστον μέρος τῶν ὅσα αὐτὸς ἔχει πράξει κατώρθωσα νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς». Βεβαίως καὶ ἐγὼ ἤθελον περιπτῆ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ἂν ἐπεχείρουν ν’ ἀναφέρω τὰς πράξεις τοῦ νομάρχου Λακεδαίμονος. Θὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰ ἑξῆς ἐγκλήματα ἐκ τῶν χειρίστων ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ τῶν εἰδεχθῶν. Ἐξεβίασε τοὺς δημάρχους κατὰ πάντα τρόπον, τὸν ὁποῖον παρεῖχεν εἰς αὐτὸν ἡ κατάχρησις τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν εἶχεν, ἐξεβίασε τοὺς δημάρχους καὶ ἐτέλουν χρηματικὸν φόρον ἁδρότατον πρὸς αὐτὸν πάντες οὗτοι, οἱ δὲ μὴ δίδοντες χρήματα εἰς αὐτὸν δὲν ἐλάμβανον τοὺς προϋπολογισμούς. Οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ δήμου Μονεμβασίας καὶ τοῦ δήμου Ζάρακος εἶναι κεκλεισμένοι ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν εἰς τὰ γραφεῖα τοῦ κ. νομάρχου. Ἐνέκρινε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου Ἕλους, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τί νομίζετε ὅτι ἐγένετο; Εἶναι ἀπίστευτα. Κύριε συνάδελφε ἐκ Λακεδαίμονος, κ. Ῥουσόπουλε, γνωρίζετε ἂν κατεχράσθη μιᾶς Μονῆς τὸ ποσὸν τῶν 3000 δραχμῶν καὶ ὅτι ὁ Ἡγούμενος τὸν κυνηγᾷ νὰ τὸν φονεύσῃ;
§83Α. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα νὰ λέγηται τοιοῦτόν τι.
§84Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι. Ἐνέκρινε λοιπὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ δήμου Ἕλους, ὅτε δὲ ἦλθεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν δήμαρχον Ἕλους, ἀνακαλεῖται ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ἐγκεκριμένος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχον ἐκδοθῆ καὶ τὰ ἐντάλματα τῆς πληρωμῆς, μεταβάλλονται τὰ κονδύλια τοῦ προϋπολογισμοῦ, αὐξάνεται ὁ μισθὸς τοῦ δημάρχου, παρέχονται μισθοὶ κλητήρων, ἐνῷ ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον πληρωθῆ πολλὰ ἐντάλματα. Κατορθώνουσι δὲ τότε νὰ περισυλλέξωσιν ὅλα τὰ ἐκδεδομένα ἐντάλματα, νὰ τὰ ἐξαφανίσωσι, νὰ ἐκδοθῶσι νέα ἐντάλματα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐγκριθέντος νέου προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ διαπραχθῇ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, ὥστε ὄχι μόνον οἱ πολῖται οἱ ἐξέχοντες ἀλλὰ καὶ οἱ ἐλάχιστοι τῶν ἀνθρώπων νὰ κάμνωσι δημοσίᾳ λόγον περὶ τούτου. Εἶναι ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τετράκις προσῆλθεν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ὡρκίσθη ψευδῶς, εἶναι δὲ πρόθυμος νὰ ἐπαναλάβῃ τοῦτο πληρωνόμενος, ἀλλὰ καὶ χείρονα τούτου νὰ πράξῃ. Τόσῳ δέ, κύριοι Βουλευταί, εἶναι τοῦτο ἀληθές, ὥστε, ὅτε ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Λεβίδου ἐζήτησα, εἶναι δὲ ἡ μόνη περίστασις διὰ τὴν ὁποίαν ὡς φίλος τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ἀνέβην εἰς ἓν Ὑπουργεῖον, ὅτε ἐζήτησα ἅπαξ, δίς, δεκάκις, ἑκατοντάκις τὴν μετάθεσίν του καὶ ἔβλεπον, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, διὰ λόγους γνωστοὺς καὶ ἀγνώστους, ἠγανάκτησα ἡμέραν τινὰ καὶ εἶπον ἐν πληθούσῃ αἰθούσῃ τοῦ Ὑπουργοῦ: Ἐάν, κ. Ὑπουργέ, δὲν θέλῃς νὰ τὸν μεταθέσῃς, ἐπικήρυξέ τον ὡς λῃστήν, ἵνα εὑρεθῇ κανεὶς νὰ τὸν φονεύσῃ. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπέναντι τῆς βαρυτάτης ταύτης μομφῆς κατὰ τῆς Πολιτείας δὲν εἶχε τίποτε ἄλλο νὰ πράξῃ ἢ ν’ ἀποσυρθῇ εἰς τὸ ἕτερον δωμάτιον, ἐγὼ δὲ ν’ ἀναχωρήσω. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς μεταθέσεώς του μοὶ εἶχεν εἴπει κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὁ κ. Λεβίδης: «Ποῦ νὰ τὸν μεταθέσω; Δὲν τὸν δέχεται ἄλλος νομός.
§85Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἵνα φθάσωσι τὰ πράγματα μέχρι τοῦ σημείου ὥστε ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ καταγγέλλῃ τοιαύτας πράξεις, βεβαίως εἰς ἐμὲ οὐδεμία μένει ἀμφιβολία, ὅτι ὁ νομάρχης οὗτος εἶναι ἀνάξιος νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν ταύτην καὶ ἕνεκα τούτου οὐδὲν ἕτερον ἔχω νὰ πράξω ἢ εὐθὺς ἀμέσως νὰ ζητήσω τὴν ἀπόλυσιν τοῦ τοιούτου ὑπαλλήλου (ἐπιδοκιμασίαι).
§86Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε! εὖγε!
§87ΣΩΤ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Παρετηρήθη, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁσάκις ἤθελε λεχθῆ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ λαμβάνουσιν ἐλάσσονα μισθὸν τῶν ὁμοιοβάθμων των τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, ὁ ἀκούων τοῦτο ἐξανίσταται. Καὶ ἐν τούτοις οἱ ναυτικοὶ θὰ ηὔχοντο νὰ ἐξωμοιοῦτο ἡ μισθοδοσία των πρὸς τὴν ὁριζομένην διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, κ. Πρόεδρε, πῶς ἐσχηματίσθη ἡ πεποίθησις πλέον αὕτη, ἐνῷ συγκρίνων τις καὶ τοὺς κειμένους νόμους τῶν δύο στρατῶν παρατηρεῖ ὅτι ὄντως οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ ὑπηρετοῦντες κατὰ ξηρὰν ἀπολαμβάνουσιν ἐλάσσονα μισθὸν τοῦ ἀποδιδομένου εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ. Τὸ τοιοῦτον ἀποτελεῖ μίαν ἀνισότητα θίγουσαν τὴν φιλοτιμίαν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ θέσῃ ἐκποδών. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσολογγίου κ. συνάδελφος, ὅτε ἐτύγχανεν Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἶχεν ὑποβάλει νομοσχέδιον πρὸς ἄρσιν τῆς ἀνισότητος, ὅπερ δὲν ἐψηφίσθη ἕνεκεν ἑτέρων τότε ἀσχολιῶν τῆς Βουλῆς. Παρόμοιον δὲ θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλῃ ἤδη μάλιστα, ὅτε ἐπιτακτικωτέρα παρίσταται ἡ ἀνάγκη. Διότι, ὡς θὰ παρατηρήσῃ, ἐνῷ ὁ ὑπολοχαγὸς τῆς ξηρᾶς λαμβάνει κατὰ μῆνα 180 δραχμάς, ὁ ὑπολοχαγὸς τῆς θαλάσσης ὑπηρετῶν κατὰ ξηρὰν λαμβάνει μόνον 160 δραχμάς. Ἀλλὰ τὸ σοβαρώτερον εἶναι, ὅτι ὁ κελευστὴς (ἐπιλοχίας) τοῦ Β. Ναυτικοῦ ἤδη λαμβάνει 139 δραχμὰς καὶ μετὰ τὰς κρατήσεις καθαρὰς 135 δραχμάς, ὁ δὲ ἀνθυποπλοίαρχος (ὑπολοχαγὸς) ἐπίσης μετὰ τὰς κρατήσεις λαμβάνει 145, δηλαδὴ μόνον 10 δραχμὰς λαμβάνει ἐπὶ πλέον ὁ ἀνθυποπλοίαρχος ἀπὸ τὸν κελευστήν, ὁ δὲ ἐξομοιούμενος πρὸς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ τῆς ξηρᾶς τὸν ἀπολαμβάνοντα δραχμὰς 170 λαμβάνει 124.40, ἤτοι δραχμὰς 11 ἐπὶ ἔλαττον τοῦ κελευστοῦ. Εὐχῆς λοιπὸν ἔργον εἶναι ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἀμελήσῃ νὰ λάβῃ πρόνοιαν κατὰ τῆς ἀνισότητος ταύτης, ἡ ὁποία εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη νὰ ἐξοβελισθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν ἀνισότητα παρατηροῦμεν οὐ μόνον ἐν συγκρίσει μεταξὺ στρατοῦ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ μαχίμου καὶ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἡ ἄλλη αὕτη ἀνισότης εἶναι ἡ ἑξῆς: Εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς οἱ λοχαγοὶ διαιροῦνται εἰς αʹ τάξεως καὶ εἰς βʹ τάξεως λοχαγούς, ὡς καὶ εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον τοῦ ναυτικοῦ. Ἡ ἀνάγκη τῆς διαιρέσεως ταύτης κατέστη ἐπιτακτικὴ καὶ πρὸς διάκρισιν τῆς ἀρχαιότητος τῶν λοχαγῶν καὶ διότι συνήθως εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον παρατηρεῖται βραδύτης τις περὶ τὴν προαγωγὴν καὶ διὰ τοῦτο ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ παράσχῃ κάποιαν ἀμοιβὴν ἀνωτέραν εἰς τοὺς ἀρχαιοτέρους λοχαγοὺς τόσον τῆς ξηρᾶς, ὅσον καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλ’ ἡ διάκρισις αὕτη εἶναι πρέπον νὰ ἐκλείψῃ καὶ συνεπῶς τὸ μέτρον τοῦτο νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς μαχίμους ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ καὶ πρὸς τοῦτο εἶχεν ὑποβληθῆ ἄλλοτε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἕνεκεν ἀνεπαρκείας χρόνου δὲν εἶχε κατορθωθῆ νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γεωργακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον περὶ κυριακῆς ἀργίας». Ὁ κ. Ἰ. Γιαννακίτσας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φαρμακείων καὶ φαρμακεμπορείων». Ὁ κ. Ἀλ. Πονηρόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως, συμπληρώσεως καὶ καταργήσεως διατάξεων τοῦ περὶ συστάσεως τῶν δήμων καὶ περὶ τῶν συνόδων τῶν δημοτικῶν συμβουλίων νόμου». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητ. τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 580–583). Ὁ κ. Πετρίδης ἔχει τὸν λόγον ὅπως ὑποβάλῃ παρατηρήσεις του εἰς τὸν νόμον «περὶ ἐφημερίων, ἐνοριῶν κλπ.».
§89Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐκλήθη ὅπως προβῇ εἰς βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ἡ Βουλὴ δ’ ὁμολογουμένως συντρέχει αὐτὴν εἰς τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως. Εἶναι ὅμως λυπηρόν, ὅτι, μολονότι μέχρι τοῦδε ἀνέλαβε νὰ διαρρυθμίσῃ ὅλους τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, ἐν τούτοις ἕνα κλάδον, ὁ ὁποῖος τὰ μέγιστα συμβάλλει εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς κοινωνίας, ἀφῆκεν ἐντελῶς μέχρι τοῦδε ἀπροστάτευτον. Ὁ κλάδος οὗτος εἶναι ὁ ἱερὸς κλῆρος. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, πράγματι ποθῶμεν πάντες τὴν ἀναγέννησιν καὶ ἀνασύνταξιν τῆς χώρας, πρέπει νὰ στραφῶμεν πρὸ παντὸς εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν κλήρου καὶ τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ ἱερεὺς καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος εἶναι οἱ δύο συντελεσταί, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται διὰ τὰς οἰκογενείας ὅπως διαπλασθῇ ἠθικῶς ἡ κοινωνία. Λυποῦμαι, ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔσπευσεν ὅπως εἰσαγάγῃ μέτρον πρὸς βελτίωσιν τοῦ τόσον σπουδαίου τούτου κλάδου τῆς Πολιτείας. Εὐχαρίστως ὅμως εἶδον, ὅτι χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐκ Βάλτου συνάδελφος καὶ φίλος μου κ. Στράτος κατέθηκε πρότασιν νόμου ἀφορῶσαν εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ κλήρου ἐν μέρει τοὐλάχιστον, τὴν πρότασιν νόμου «περὶ ἐνοριῶν». Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον παρακαλέσει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν σκέπτηται νὰ φέρῃ ἴδιον νομοσχέδιον, νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ καταθέσω νομοσχέδια ὑποβληθέντα κατὰ τὸ 1895 ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Δηλιγιάννη, εἰσηγουμένου τότε τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα τοῦ μακαρίτου πατρός μου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, προϊόντα μακρᾶς μελέτης, μετ’ ἐπισταμένην ἐπεξεργασίαν παρ’ ἐπιτροπῆς πολυμελοῦς ἐκ κληρικῶν, ἧς προήδρευε, νομίζω, ὁ νῦν σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ἀθηνῶν, εἰσήχθησαν εἰς τὴν Βουλήν. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀφορῶντα εἰς τὸν καθορισμὸν ἐνοριῶν ἐν τῷ Κράτει, μισθοδοσιῶν τοῦ ἐγγάμου κλήρου καὶ προσόντων τῶν πρὸς χειροτονίαν ἐφημερίων, ἐτέθησαν κατόπιν ὑπὸ τὴν βάσανον καὶ τὴν ἐπεξεργασίαν κοινοβουλευτικῆς τότε ἐπιτροπῆς πολυπληθοῦς, τῆς ὁποίας, νομίζω, προήδρευεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακεδαίμονος Βουλευτὴς κ. Μαυρομιχάλης συμπαρακαθήμενος τότε ἐν τῇ Βουλῇ ἐκείνῃ. Τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα θεμελιοῦντα νέαν κατάστασιν πραγμάτων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ δὲν ἔτυχον τῆς κυρώσεως τότε τῆς Βουλῆς, διότι ἀνώμαλοι περιστάσεις ἐθνικαὶ παρηγκώνισαν τὸ ἔργον τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ψήφισιν τῶν νομοθετημάτων ἐκείνων, συντελεσθείσης μόνον τῆς νομοθετήσεως τοῦ περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νόμου. Ἤδη νομίζω ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιβεβλημένον, ἵνα τὰ νομοθετήματα ἐκεῖνα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ ἱεροῦ ἡμῶν κλήρου ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὅπως μετὰ τῆς προτάσεως, ἣν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, ἀποτελέσωσι σύνολον μελέτης, ὅπως καταρτισθῇ πληρεστέρα μελέτη δυναμένη ν’ ἀποβῇ νόμος τοῦ Κράτους, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν σκέπτηται νὰ ὑποβάλῃ ἴδιον νομοθέτημα, ὅπερ θὰ ἦτο ἐπιθυμητὸν καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἥτις ἀναμένει ἐκ βάθρων τὴν ἀνακαίνισιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας. Ὑποβάλλω τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
§90Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἀναγκάζομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Κορινθίας. Ὁ κ. συνάδελφος ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς καταστάσεως τοῦ ἱεροῦ κλήρου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοῦτο ἠδύνατο νὰ πράξῃ, χωρὶς νὰ νομίζῃ τὴν περίστασιν εὔκαιρον νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν ἢ μᾶλλον νὰ ἀποπειραθῇ νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι οὐδὲν μέτρον ἔλαβεν ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ κλήρου καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἐν γένει, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι μεταξὺ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλήν, ἦτο τὸ νομοσχέδιον περὶ γενικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ διαχειρίσεως τούτου. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ὑποβληθὲν ἐγκαίρως ἐψηφίσθη καὶ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, μετὰ ἕνα δὲ μῆνα ἄρχεται ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπάρχουσι διατάξεις προνοοῦσαι περὶ τῆς οἰκονομικῆς βελτιώσεως τοῦ κλήρου, διότι μεταξὺ τῶν πρώτων σκοπῶν τοῦ ταμείου ὁρίζομεν καὶ τὴν μισθοδοσίαν τοῦ κλήρου. Ἐδηλώσαμεν δὲ τότε ὅτι ἐν καιρῷ ἠθέλομεν συμπληρώσει τὰ μέτρα μας διὰ τῆς ὑποβολῆς νέων νομοσχεδίων. Νομίζω ἑπομένως ὅτι ἀδίκως ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας ἐνόμισεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι οὐδὲν μέτρον ἔλαβεν ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ κλήρου.
§91Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του ἐφρόνει ὅτι ἐγὼ ἠθέλησα νὰ κατηγορήσω τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ ὀλιγωρίᾳ. Οὐδεμίαν τοιαύτην πρόθεσιν εἶχον· συνέστησα, ἀλλὰ δὲν κατηγόρησα. Ἀνέφερα ταῦτα, ὅπως δώσω ἀφορμὴν καὶ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον τεῖνον εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας παρ’ ἡμῖν, διότι ἐπὶ τούτων ὑπάρχει ἐπιτακτικὴ καὶ ἀνεγνωρισμένη ἀνάγκη. Ἐκ τῆς Ἐκκλησίας ὀφείλομεν ν’ ἀρχίσωμεν τὴν ἀνόρθωσιν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ διαχειρίσεως μοναστηρικῆς περιουσίας, τὸ ὁποῖον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς Συνόδου, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δύναται τοῦτο νὰ ἐπικαλεσθῇ ὡς κατόρθωμα, διότι τοῦτο ἐλάχιστα συνέτεινεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς Ἐκκλησίας, διότι δὲν ἐπρόκειτο νὰ διοργανωθῶσι τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἀφαιρεῖ μὲν τὴν περιουσίαν τῶν Μονῶν — κατ’ ἐμὲ ἀτόπως — ἀλλὰ τὴν περιουσίαν ἐκείνην διαθέτει πρὸς πληρωμὴν μισθῶν, τοὺς ὁποίους μέχρι τοῦδε ἡ Πολιτεία καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπλήρωνεν ἐξ ἰδίων, δηλαδὴ πρὸς πληρωμὴν τῶν μισθῶν τῶν ἀρχιεπισκόπων· εἶναι τοῦτο πρόνοια διὰ τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας; Αὐτὸ καὶ μόνον τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μάλιστα εἶχε μᾶλλον οἰκονομικὸν χαρακτῆρα, δὲν ἔφερεν οὔτε φέρει καμμίαν βελτίωσιν εἰς τὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας· ἀλλά, ἐπειδὴ ἐθίξατε σχετικὸν ζήτημα, θὰ ἐνόουν ταμεῖον ἐκκλησιαστικόν, ἂν τὸ ταμεῖον αὐτὸ συνιστᾶτο πρὸς τὸν μόνον σκοπὸν τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἐγγάμου παρ’ ἡμῖν κλήρου, ὁ ὁποῖος πράγματι ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης παροχῆς. Τοιοῦτον ὅμως νομοσχέδιον μὲ τοιαύτην βάσιν καὶ πρόνοιαν δὲν ἐψήφισεν ἡ Βουλή, ἀφοῦ δὲν εἰσηγάγετε τοιοῦτον. Εἰς τὸ ὑποβληθὲν τῷ 1906 νομοσχέδιον ὑπῆρχε μία πρόσοδος, ἡ ὁποία διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἠδύνατο νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς μισθοδοσίας τοῦ κλήρου τοῦ τόσον μεγάλου, ἡ ἐκ τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ πρόσοδος, καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦ 1906 εἶχε καθορίσει τὸν τρόπον καὶ τὰ μέσα τῆς λειτουργίας τοῦ ταμείου, κυρία δὲ βάσις τοῦτο προυτάθη τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ τοῦ καταναλισκομένου ὑπὸ τῶν εὐσεβῶν εἰς τοὺς ναούς. Δυστυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ προκαλεῖ εἰς τοιαύτας παρελκύσεις τῆς συζητήσεως, δὲν ἠθέλησεν ἐν τῷ νόμῳ περὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου νὰ προνοήσῃ περὶ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐξευρεθῶσι τὰ χρήματα, ἵνα κατορθώσῃ τὸ Κράτος νὰ μισθοδοτήσῃ σὺν τῷ χρόνῳ τὸν ἔγγαμον κλῆρον, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς ἔχει ἀνάγκην τοιαύτης συνδρομῆς. Τότε διὰ τῆς μισθοδοσίας θ’ ἀνυψωθῇ τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κλήρου.
§92Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Κύριε Πρόεδρε, ἂν ἐγὼ ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, δὲν τὸ ὑπέβαλον διὰ ν’ ἀναμένω δάφνας ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Κορινθίας. Ἐγὼ ἐδήλωσα τότε, ἐπανέλαβον δὲ καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι μεταξὺ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὑπάρχουσι διατάξεις προνοοῦσαι περὶ τοῦ κλήρου. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς φρονῇ, ὅτι αἱ διατάξεις ἐκεῖναι δὲν εἶναι λυσιτελεῖς, τοῦτο εἶναι ζήτημα τῆς ἀντιλήψεως αὐτοῦ καὶ δύναται, ἐὰν θέλῃ, νὰ προτείνῃ τὴν μεταβολὴν αὐτῶν. Ἐδήλωσα δὲ τότε, ὅτι ἐν καιρῷ θέλω ὑποβάλει μέτρα ὑπὲρ τοῦ κλήρου ἐν γένει. Γνωρίζετε ὅμως κάλλιστα ὅτι ὁ τόπος δὲν εἶναι διατεθειμένος εἰς ἀποδοχὴν μονοπωλίων· ἑπομένως ἐδηλώσαμεν ὅτι δὲν ὑποβάλλομεν τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ, διότι ὁ τόπος δὲν ἐφαίνετο διατεθειμένος νὰ τὸ δεχθῇ, τὸ δὲ Κράτος σήμερον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ μονοπώλιον τοῦ κηροῦ, διότι, διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τοῦτο, πρέπει ν’ ἀποζημιώσῃ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα ἐργοστάσια κηροπλαστικῆς, τὸ δὲ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως θὰ ἔφθανεν εἰς ἀρκετὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν δυνάμεθα νὰ διαθέσωμεν. Ἐπεβλήθη ὅμως τότε δασμὸς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων πρώτων ὑλῶν, τῶν χρησιμευουσῶν εἰς κατασκευὴν τοῦ κηροῦ.
§93Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ συνάδελφός μου κ. Μαρκέτης ἀναχωρῶν μὲ παρεκάλεσεν ἐν ὀνόματί του νὰ καταθέσω τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δημοτικῆς διαμετακομίσεως τοῦ μεταποιουμένου σίτου». Καταθέτων τὴν ἔκθεσιν ταύτην εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δυνηθῇ μέχρι τῆς συζητήσεως ν’ ἀντιληφθῇ τὰς δυσκολίας καὶ μελετήσῃ ἐκ νέου τὸ ζήτημα πρὸ τῆς συζητήσεως. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ν’ ἀπαλλάξῃ δηλαδὴ παντὸς φόρου τὸν σῖτον τὸν ἐρχόμενον ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ, ὁσάκις ἐπρόκειτο ν’ ἀλεσθῇ ἐντὸς ἑνὸς δήμου καὶ νὰ ἐξαχθῇ εἰς ἕτερον. Ἀλλ’ ἐγένοντο ἀμέσως παρατηρήσεις ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1871 ὑπῆρχον ἤδη συμβάσεις τῶν δήμων καὶ μεταξὺ ἄλλων τοῦ δήμου Πειραιῶς καὶ Σύρου, οἵτινες εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλλωσιν εἰς Τραπέζας ποσὰ ἀρκετὰ σπουδαῖα ἠγγυημένα διὰ τῶν λιμενικῶν καὶ δημοτικῶν φόρων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, καὶ δυστυχῶς ὁ νόμος τοῦ 1871 εἶχεν ἑρμηνευθῆ ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου ἄλλως εἰς ἕνα δῆμον καὶ ἄλλως εἰς ἄλλον, κατὰ τὰς προτάσεις τῶν δικηγόρων. Εἰς Πάτρας π.χ., ὅπου οἱ δικηγόροι εἶχον προβάλει τὸ ζήτημα ἂν εἶναι ἢ οὐ κατανάλωσις ἡ ἄλεσις, ὁ Ἄρειος Πάγος παρεδέχθη ὅτι δὲν εἶναι κατανάλωσις, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἰς τὰς Πάτρας οὐδὲν πληρώνει ὁ σῖτος ὁ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐρχόμενος εἰς ἕνα δῆμον καὶ ἐξαγόμενος ἠλεσμένος εἰς ἄλλον. Ὅπου ἡ πρότασις αὕτη παρελήφθη κατὰ τὴν δίκην, τοὐναντίον συνέβη, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἠνάγκασε τοὺς ἐργοστασιάρχας νὰ πληρώνωσιν. Ὡς ἐκ τούτου ὑπῆρχεν ἓν καθεστώς, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου οἱ δῆμοι εἶχον ἀναλάβει ὑποχρεώσεις. Ὑπῆρξε λοιπὸν διαφωνία μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ πλειονοψηφία ἐνόμισεν ὅτι τὸ καθεστὼς τοῦτο ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ ὅπως μὴ ἀναλάβῃ εὐθύνας ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας οἱ δῆμοι εἶχον ἕνεκα τῶν δανείων αὐτῶν. Ὥστε ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς ἀκριβῶς αὐτὸ ἀφορᾷ, νὰ μείνῃ τὸ πρώην καθεστώς, καὶ διετύπωσε τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον, ἀπήλλαξε δηλαδὴ παντὸς φόρου τὸ ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ ἐρχόμενον, ἀφήνει δὲ ἐπὶ τοῦ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἐρχομένου καὶ μεταφερομένου εἰς ἄλλον δῆμον τὰ πράγματα ὅπως εἶχον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τοῦ 1871, ἵνα μὴ δυνηθῇ νὰ εἴπῃ τις ὅτι οἱ νόμοι ἤλλαξαν καὶ ὡς ἐκ τούτου παρεβιάσθησαν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς πεισθῇ ὅτι αὐτοὶ οἱ φόβοι τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀβάσιμοι, τότε ἡ ἐπιτροπὴ βεβαίως οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς διαγραφῆς τῆς ἐξαιρέσεως τοῦ δήμου Πειραιῶς, ἡ ὁποία θὰ ἔθετε τοὺς ἐργοστασιάρχας τοῦ Πειραιῶς εἰς ἥττονα θέσιν τῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις συναδέλφων αὐτῶν.
§94Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως γινώσκει ἡ Βουλή, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν εἶχε παραπεμφθῆ καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως ποινικῶν τινων ἀποφάσεων». Λαμβάνω τὴν τιμὴν ἐκ μέρους τῶν εἰσηγητῶν νὰ ὑποβάλω τὰ σχετικὰ νομοσχέδια καὶ τὰς ἐκθέσεις περὶ αὐτῶν. Ἀλλά, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον περὶ φυλακῶν εἶναι νομοσχέδιον νέον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισε πρώτην φορὰν ἐπιλαμβανομένη νὰ συζητήσῃ περὶ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῶν φυλακῶν ὅτι ὤφειλε ν’ ἀποβλέψῃ εἰς δημιουργίαν νέου νομοσχεδίου, διότι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους τὸ σχέδιον τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ἦτο ἐπαρκές. Ἀληθῶς πρώτην φορὰν ἐπιλαμβάνεται ἡ Βουλὴ τοῦ θέματος ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, διότι τὸ ζήτημα τῶν φυλακῶν ἦτο πάντοτε ζήτημα λίαν ἐνδιαφέρον καὶ ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον Κυβερνήσεις τινὲς ἠσχολήθησαν εἰδικῶς. Πρῶτος σοβαρὸς νόμος ἐγένετο ὑπὸ τοῦ μακαρίτου Τρικούπη, ὁ ὁποῖος ἐκάλεσε καὶ Βέλγον, τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν ἐκεῖ φυλακῶν Στίβελς, ἄνδρα κατὰ πάντα ἱκανὸν ἀληθῶς ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς, ὅστις ἦλθεν ἐδῶ, ἀντελήφθη τὰ πράγματα καὶ ὑπέβαλε σχέδιον νόμου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἔφθασε μέχρι τῆς Βουλῆς, διότι ἦτο νομοσχέδιον οὐ μόνον μὴ προσαρμοζόμενον τελείως εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ διότι ἦτο πολυτελές, ἐδέχετο ὡς σύστημα σωφρονιστικόν, σύστημα τὸ ὁποῖον διὰ διαφόρους λόγους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ παρ’ ἡμῖν, καὶ μεταξὺ τῶν διαφόρων λόγων εἷς ἦτο ὅτι ἦτο τὸ πολυδαπανώτερον πάντων, τὸ σύστημα τὸ προοδευτικόν. Πρώτην φορὰν ὑπεβλήθη νομοσχέδιον ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη ἐν ἔτει 1906. Τότε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους γνωρίζει ἡ Βουλὴ δὲν ἦλθεν εἰς συζήτησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἤδη ὑπ’ ὄψιν εἰς τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις αὐτῆς τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὸ κυβερνητικὸν νομοσχέδιον ἐπιδιώκεται τοῦτο, νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ δαπανήσῃ τὸ κληροδότημα τοῦ Συγγροῦ πρὸς ἀνέγερσιν φυλακῶν. Ἀλλ’ ἅπαξ ἐρχομένου τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη ὅτι ὀρθὸν εἶναι νὰ λυθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς τὸ φυλετικὸν ζήτημα καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τὸν Ὑπουργὸν ν’ ἀνεγείρῃ τὰς φυλακὰς κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ γνώμην, σήμερον αὐτὸς καὶ αὔριον ἄλλος καὶ ἄνευ σχεδίου ὡρισμένου. Αἱ φυλακαὶ δὲν εἶναι κτίρια διὰ νὰ κλείωνται ἐν αὐτοῖς ὅσοι καταδικάζονται ὑπὸ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Αἱ φυλακαὶ εἶναι κυρίως ὄργανα ἐφαρμογῆς ἑνός τινος σωφρονιστικοῦ συστήματος, ἐὰν δὲ δὲν γίνῃ δεκτὸν ποῖον θὰ εἶναι τὸ σωφρονιστικὸν σύστημα, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ ἀνεγέρσεως φυλακῶν. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ πρώτην βάσιν εἰς τὰς σκέψεις αὐτῆς ἔθετο, ἀποφασίσασα νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν φυλακῶν, ποῖον εἶναι τὸ προτιμότερον καὶ τὸ προσφυέστερον σωφρονιστικὸν σύστημα ἐν Ἑλλάδι.
§95Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἐζήτει τὴν ἄδειαν, ἵνα ἀνεγείρῃ φυλακάς, βεβαίως ἤθελεν ἐξετάσει καὶ ἤθελεν ἀποδεχθῆ ἕν σύστημα φυλακῶν, διότι ἄνευ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν φυλακάς. Ἡ διαφορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς· ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν θὰ ἐγνώριζεν ἡ Βουλὴ· ὑμεῖς προτιμᾶτε νὰ τὸ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, ἐγὼ δὲ δὲν ἀντιτίθεμαι εἰς τοῦτο.
§96Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολὺ καὶ πιστεύω ὅτι θὰ συμπέσῃ ἡ γνώμη ὑμῶν μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, διότι ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη ὅτι τὸ ἁρμοδιώτερον καὶ προφυέστερον σύστημα διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῶν φυλακῶν ἐν Ἑλλάδι εἶναι τὸ γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα Ὠβούρνειον, τὸ μικτόν, κατὰ τὸ ὁποῖον τὴν μὲν ἡμέραν οἱ κατάδικοι εἶναι ἐν συμβιώσει κοινῇ, τὴν δὲ νύκτα ἀπομονοῦνται ἕκαστος εἰς χωριστὸν κελλίον. Τὸ σύστημα αὐτὸ μετά τινων παρεκβάσεων ἐδέχθη τὸ πρῶτον Διάταγμα περὶ φυλακῶν τῆς πρώτης Βασιλείας. Τότε εἰς τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος ἦτο τὸ καλλίτερον σύστημα, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἤρξατο μεγάλη ἐπίδοσις εἰς τὴν σωφρονιστικὴν ἐπιστήμην καὶ τὰ πολλαπλᾶ διεθνῆ συνέδρια προήγαγον ἄλλο σύστημα καὶ δὴ τὸ προοδευτικόν, περισσότερον ἀπὸ τὸ Ὠβούρνειον καὶ ἄλλα τινά, διότι πρὶν ἦτο τὸ κοινόν, δηλ. ἡ κοινὴ συμβίωσις ἡμέραν καὶ νύκτα. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἐδέχθη ἡ ἡμετέρα νομοθεσία εἰς τὴν διοίκησιν τῶν φυλακῶν τῶν κεντρικῶν τῶν γυναικῶν καὶ εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Ἀβέρωφ, τὸ ἐφαρμόζομεν δὲ κατὰ τὸ δυνατὸν εἰς τὸ παράρτημα, τὸ ὁποῖον ἱδρύσαμεν ἐν ἔτει 1906 ἐν Ἀθήναις. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα ποίων καὶ πόσων φυλακῶν ἔχομεν ἀνάγκην οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι αἱ φυλακαὶ πρέπει νὰ εἶναι βοηθοὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἑπομένως, ὅπου ὑπάρχει Πρωτοδικεῖον, οὐδεὶς ἐπιτρέπεται δισταγμὸς ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ φυλακή. Ἀλλὰ πλὴν τῶν φυλακῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχωσι παρὰ πᾶσι τοῖς Πρωτοδικείοις, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχωσι καὶ φυλακαὶ τῶν βαρυποίνων καταδίκων, αἱ ὁποῖαι οὐδὲν τὸ κοινὸν ἔχουσι πρὸς τοὺς ἐλαφροποίνους καὶ ὑποδίκους. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν ἐσκέφθη καὶ ἀπεφάσισεν, ὅπως αἱ φυλακαὶ τοῦ Κράτους διαιρεθῶσιν εἰς ἐπαρχιακὰς πρῶτον, δηλαδὴ φυλακὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἱδρυθῶσιν ὅπου ὑπάρχει Πρωτοδικεῖον καὶ ὅπου δὲν εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ· δεύτερον νομαρχιακάς, ὅπου εἶναι πρωτεύουσα νομοῦ· καὶ τρίτον τὰς κεντρικὰς φυλακὰς τῶν βαρυποίνων, τουτέστι τῶν καταδίκων ἀπὸ εἱρκτῆς καὶ εἰς μείζονα ταύτης ποινήν. Ὁ τύπος τῶν φυλακῶν τῶν νομαρχιακῶν καὶ ἐπαρχιακῶν εἶναι ὁ αὐτός, ἡ διαίρεσις δ’ ἐπίσης ἡ αὐτή, διότι θὰ ἐξυπηρετῶσι τὴν δικαιοσύνην διά τε τοὺς ὑποδίκους καὶ τοὺς ἐλαφροποίνους, τοὺς καταδικαζομένους δηλ. μέχρι πέντε ἐτῶν φυλακίσεως.
§97ΑΝΤ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Αἱ πρωτεύουσαι νομοῦ θὰ ἔχωσι δύο φυλακάς;
§98Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἐξαιρετικῶς μόνον ἐν Ἀθήναις διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας κατὰ τὴν ἐπιτροπὴν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι δύο νομαρχιακαί, μία ἡ τοῦ Συγγροῦ, μεταρρυθμιζομένη πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν καθιερούμενον, καὶ μία νέα. Ἐν πάσαις ταῖς ἄλλαις πρωτευούσαις τῶν νομῶν ἀνὰ μίαν, ἐν Κερκύρᾳ δὲ δὲν θὰ ἱδρυθῇ τοιαύτη οὔτε ἐν Κεφαλληνίᾳ οὔτε ἐν Ζακύνθῳ, διότι ὑπάρχουσι κτίρια κατάλληλα πρὸς τοῦτο, ὅπως ἐν Κερκύρᾳ δὲν θὰ ἱδρυθῇ διὰ τὴν Ἑπτάνησον κεντρικὴ φυλακὴ βαρυποίνων καταδίκων, διότι ἐκεῖ λειτουργεῖ πολὺ καλὰ τὸ γνωστὸν σωφρονιστήριον. Ἀπεφάσισε δὲ ἡ ἐπιτροπή, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὸν ὅλον ἀριθμὸν τῶν καταδίκων εἰς ὅλον τὸ Κράτος, νὰ ἱδρυθῶσιν ὀκτὼ μεγάλαι κεντρικαὶ φυλακαί. Θὰ οἰκοδομηθῶσι δὲ ἑπτά, διότι ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ, ἡ ὀγδόη, ἡ τῆς Κερκύρας, εἶναι ἑτοίμη καὶ δὲν ἔχει νὰ φροντίσῃ τὸ Κράτος περὶ αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ ὁρίσῃ καὶ τὰς πόλεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἱδρυθῶσιν αἱ κεντρικαὶ φυλακαί, διότι ἐθεώρησε πρέπον καὶ συμφέρον διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης καὶ διὰ τὴν ἐπιεικεστέραν καὶ εὐμενεστέραν, ἂν θέλητε, ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς τῶν βαρυποίνων νὰ κατανείμῃ εἰς ὡρισμένα μέρη, πρόσφορα πρὸς τοῦτο, τὴν ἀνέγερσιν τῶν ἑπτὰ κεντρικῶν φυλακῶν. Καὶ ἀπεφάσισεν οὕτω ν’ ἀνεγερθῇ μία ἐν Ἀθήναις ἢ ἐν Αἰγίνῃ, μία ἐν Χαλκίδι, μία ἐν Λαρίσῃ, μία ἐν Πάτραις, ἑτέρα ἐν Παλαμηδείῳ, ἑτέρα ἐν Καλάμαις καὶ ἡ ἑβδόμη ἐν Σύρῳ. Τοιουτοτρόπως οἱ καταδικαζόμενοι θὰ κατανέμωνται ἕκαστος ὅσον τὸ δυνατὸν πλησιέστερον εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ πατρίδα καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς θὰ εἶναι καλλιτέρα καὶ εὐμενεστέρα διὰ τὸν κατάδικον. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησε καθῆκον αὐτῆς νὰ συμπληρώσῃ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἱδρύει διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ἀποφάσεως πρὸς ἵδρυσιν ἐκκλησιαστικοῦ σωφρονιστηρίου. Γνωρίζει ἡ Βουλὴ ὅτι διὰ τοῦ καταστατικοῦ νόμου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἐπιβάλλεται ἔκτοτε ἡ ἀνέγερσις ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ σωφρονιστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐκτελοῦνται αἱ δικαστικαὶ ἀποφάσεις τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχῶν, διότι, ἐνῷ ἔχομεν δικαστήρια ἐκκλησιαστικά, ἐνῷ ἔχομεν τὴν δικαιοσύνην τὴν ἐκκλησιαστικὴν οὐχὶ τελείως ἀλλ’ ἀρκούντως καλῶς λειτουργοῦσαν καὶ ἔχομεν ἀποφάσεις τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, δὲν ἔχομεν μέρος εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐκτελῶνται αἱ ἀποφάσεις αὗται. Ἡ μὴ ἐκτέλεσις δὲ τῶν ἀποφάσεων γινώσκει ἡ Βουλὴ ἐπίσης πόσον ὑπῆρξεν ἐπιζημία καὶ διὰ τὴν Ἐκκλησίαν καὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς ἐκκλησιαστικῆς δικαιοσύνης καὶ πάσης ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς. Ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς ὁ σχετικὸς ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς τοὺς καταδίκους τῶν ἐκκλησιαστικῶν δικαστηρίων δὲν εἶναι τοιοῦτος ὥστε νὰ ὑποβάλῃ τοὺς καταδικαζομένους εἰς τὰς κοινὰς φυλακάς. Ἐσκέφθη ἡ ἐπιτροπὴ συμφώνως πρὸς τὰ ἰσχύοντα καὶ πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ σχετικοῦ περιορισμοῦ νὰ μετασχηματίσῃ εἰς φυλακὴν Μονήν τινα ἐκ τῶν ὑπὸ διάλυσιν, τὴν ὁποίαν νὰ μεταρρυθμίσῃ εἰς φυλακὴν λειτουργοῦσαν κατὰ τὸ μοναχικὸν καὶ κοινοβιακὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι πολὺ χειρότερον ἀπὸ τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον καθιεροῦμεν, ἀπὸ ἀπόψεως διαίτης, ἀπὸ τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους. Εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν σωφρονιστήριον θὰ περιληφθῇ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ποινικῶν ἀποφάσεων, ὅπως αὗται ἐκτελοῦνται εἰς τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους. Διὰ τὸ δεύτερον νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῶν καταγινωσκουσῶν φυλάκισιν ἢ χρηματικὴν ποινὴν ἀποφάσεων, γνωρίζει ἡ Βουλὴ ὅτι πρόκειται περὶ νόμου ἀναλόγου μὲ τὸν γνωστὸν ἐν Γαλλίᾳ Loi Beranger, νόμου τοῦ ὁποίου ἀνάλογοι εἰσήχθησαν καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν Ἑλβετίᾳ καὶ ἐν ἄλλαις Ἐπικρατείαις. Ἡ ἐπιτυχία τοῦ θεσμοῦ τούτου ὑπῆρξεν ἔκτακτος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς περιστολῆς τῆς ἐγκληματικότητος. Αἱ στατιστικαὶ τῶν τελευταίων ἐτῶν καὶ διὰ τῶν ὑποβληθέντων ἐν τῷ τελευταίῳ σωφρονιστικῷ συνεδρίῳ ἀπέδειξαν τὸ ἐξόχως εὔστοχον τῆς ἰδέας τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐγκληματικότητος διὰ τῆς ἀπειλῆς. Τὸ σύστημα αὐτὸ προυτάθη νὰ εἰσαχθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1906 καὶ τὸ ὁποῖον παρεπέμφθη εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικὴν μετὰ προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπασιᾶ σχετικῆς πρὸς τὸ θέμα. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν ὑπέβαλε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Ἡ σημερινὴ ἐπιτροπὴ ὅμως βλέπουσα τὸ ἀσφαλὲς τοῦ μέσου κατὰ τῆς ἐγκληματικότητος καὶ ἀποβλέπουσα συνάμα εἰς τὴν οἰκονομίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ γίνῃ, ἀνεγειρομένων συγχρόνως φυλακῶν, διότι πάντως, ἂν ἰσχύσῃ παρ’ ἡμῖν ὁ νόμος αὐτὸς ὁ περὶ ἀναστολῆς, θὰ ἔχωμεν λίαν ἠλαττωμένον τὸν ἀριθμὸν τῶν καταδικαζομένων μέχρις ἕξ μηνῶν καὶ φυλακιζομένων ἐν ταῖς φυλακαῖς. Κατὰ τὴν ἐξηκριβωμένην στατιστικὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, στατιστικὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἐπεμελήθην ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ δοθῶσιν αἱ ἀκριβέστεραι πληροφορίαι, καταδικάζονται κατ’ ἔτος ὑπὸ τῶν ποινικῶν δικαστηρίων ἐν γένει εἰς φυλάκισιν κάτω τῶν ἕξ μηνῶν δώδεκα περίπου χιλιάδες. Καταντᾷ τὸ πρᾶγμα ἀπίστευτον καὶ ὅμως εἶναι ἀκριβέστατον· ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν καταδικαζομένων εἰς τὰ Ἑλληνικὰ ποινικὰ δικαστήρια εἶναι οἱ καταδικαζόμενοι ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν μέχρις ἓξ μηνῶν· Οἱ καταδικαζόμενοι ἀπὸ ἓξ μηνῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους, μέχρι δύο ἐτῶν εἶναι πολὺ ὀλίγοι· αὐξάνει πάλιν ὁ ἀριθμὸς τῶν καταδικαζομένων εἰς βαρείας ποινάς, ἀπὸ εἱρκτῆς καὶ ἄνω. Ἐφαρμοζομένου λοιπὸν τοῦ νόμου περὶ ἀναστολῆς καὶ παρ’ ἡμῖν θὰ ἔχωμεν ἐλάσσονα ἀριθμὸν κελλίων καὶ ἑπομένως ἐλάσσονα ἐπίσης δαπάνην συντηρήσεως καὶ διαχειρίσεως τῶν φυλακῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ παλαιῷ κρίνει ὅτι δέον νὰ τεθῇ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου κ. Μπασιᾶ περὶ τῆς ἀνακλήσεως τῆς ἀναστολῆς ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ δικαστηρίου τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς τοῦ καταδίκου, ὁσάκις τὸ δικαστήριον ἐπλανήθη περὶ τὴν ὕπαρξιν τῆς ἀποφάσεως καὶ ἔδωκεν ἀναστολὴν εἰς τὸν κατάδικον, ὁ ὁποῖος εἶχε καταδικασθῆ, ὅτε δὲν ἐπετρέπετο κατὰ τὸν νόμον νὰ λάβῃ τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ τῆς ἀναστολῆς. Προσέθηκεν ἐπίσης ἡ ἐπιτροπὴ σήμερον, ὅτε ἔχομεν καὶ τὰ δικαστήρια τριμελῆ, τὰ Πλημμελειοδικεῖα, ὅπως ἡ ἀναστολὴ τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς χορηγῆται εἰς τὸν κατάδικον μετ’ ἀπόφασιν ὁλοψήφως ἐκδιδομένην, καὶ τοιουτοτρόπως οὐδεμία ἀμφιβολία θὰ ὑπάρξῃ ὅτι ὁ κατάδικος, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ δικαστήριον τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ποινῆς του, θὰ τὸ λάβῃ μόνον ἂν εἶναι χρηστὸς καὶ ἄξιος τῆς ἐπιεικείας αὐτοῦ τοῦ δικαστηρίου.
§99ΑΝ. ΚΑΡΤΑΛΗΣ. Ἔχετε στατιστικὴν περὶ ὑποτροπῶν;
§100Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτη στατιστικὴ δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν· ἕνεκα καὶ ἀτελειῶν περὶ αὐτὰς ταύτας τὰς διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ νόμου περὶ ὑποτροπῆς, ἀλλὰ καὶ ἰδίως ἕνεκεν ἐλλείψεως ποινικοῦ μητρῴου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν οἱανδήποτε στατιστικὴν περὶ τῶν ὑποτροπῶν. Ἐν ἔτει 1872, μοὶ φαίνεται, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐξέδωκε Διάταγμα περὶ ποινικοῦ μητρῴου ἢ περὶ ποινολογίου, ὅπως ἐχαρακτηρίζετο ἐν τῷ Διατάγματι ἐκείνῳ. Ἀλλ’ ἡ λειτουργία τοῦ Διατάγματος ἐκείνου δὲν ὑπῆρξεν εὐτυχής· δὲν ἐστάθη δυνατόν, δὲν γνωρίζω διὰ τίνας ἀκριβῶς λόγους, νὰ λειτουργήσῃ ἀκριβῶς τὸ Διάταγμα, καὶ μετ’ ὀλίγον καιρὸν ἔπαυσε πλέον καὶ πᾶσα ἐνέργεια πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ὑποτρόπων. Ἠθέλησα νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τοῦ θέματος ἢ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ θεσμοῦ, καί, ὅτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως ποινικοῦ μητρῴου, διότι οὕτω πρέπει νὰ λέγεται, καὶ ὄχι ποινολόγιον, ἰδὼν ὅμως ὅτι ὑπῆρχον αἱ γνωσταὶ δυσχέρειαι τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου παρεκάλεσα τὸν Βασιλέα καὶ ὑπέγραψε Διάταγμα ἱδρύσεως τοῦ ποινικοῦ μητρῴου, τὸ ὁποῖον μὲ πολλὴν εὐχαρίστησιν δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι λειτουργεῖ ἕως τώρα πολὺ καλῶς, χάρις εἰς τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς προθυμίαν τῶν κυρίων εἰσαγγελέων καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ διατήρησις τοῦ ποινικοῦ μητρῴου, ἔχομεν ἀπὸ 2 ἐτῶν ποινικὸν μητρῷον καὶ στατιστικὴν μετὰ πάσης ἀκριβείας κατηρτισμένα, καὶ θὰ δυνάμεθα μετ’ ὀλίγον χρόνον νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν τροποποίησιν τῶν διατάξεων περὶ ὑποτροπῆς καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ ὑποτροπῆς ποινικῶν διατάξεων, ὅτε δὲν θὰ ὑπάρχωσι πλέον πολλοὶ δισταγμοὶ περὶ τοῦ ὑποτρόπου. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν περὶ τῶν ὑποτρόπων στατιστικήν, ἀλλ’ εἶναι ἐλπὶς ὅτι ἐξακολουθούσης τῆς λειτουργίας τοῦ ποινικοῦ μητρῴου δὲν θὰ βραδύνωμεν νὰ ἔχωμεν πλήρη στατιστικὴν καὶ περὶ τῶν ὑποτρόπων καὶ τῶν ὑποτροπῶν. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανισμοῦ τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ περὶ ἀνεγέρσεως κτιρίων φυλακῶν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναστολῆς ἐκτελέσεως, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, μετ’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἐφ’ ὅλων τῶν νομοσχεδίων.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος, Κύριοι, ἑτέρου ἐγγεγραμμένου πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§102Λ. ΡΟΥΦΟΣ ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ προτάξῃ ἢ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἢ τὴν ἑσπέραν τῆς αὔριον μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων τὰ ὁποῖα δύνανται ταχέως νὰ συζητηθῶσι καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ μεταρρυθμίσεων ἀφορωσῶν τὸ Πανεπιστήμιον. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπεξειργάσθη διὰ μακρῶν ἐπιτροπὴ, καὶ ἐξ αὐτοῦ ἀπεκδεχόμεθα πάντες βελτίωσιν τῶν ἀφορώντων τὸ Πανεπιστήμιον, διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ ὁποίου τόσα ἠκούσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ, ὅπως αὔριον μὴ ἀναγραφῇ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ὑπ’ ἀριθ. 97, ὡς εἶναι ἤδη ἀναγεγραμμένον, ἀλλὰ νὰ προταχθῇ.
§103Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι εὔλογος ἡ παράκλησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε χθὲς ὅτι αἱ ἡμέραι τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶναι μεμετρημέναι. Ἐπειδὴ δὲ ὑπάρχει ἀπόφασις εἰλημμένη ἤδη κατὰ μίαν τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅπως διακόπτηται ἡ συνεδρίασις καὶ ἐπαναλαμβάνηται τῇ 9 καὶ ½, θὰ ἦτο εὐκταῖον ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔστεργε ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τοῦτο, διότι φρονῶ ὅτι ὁπωσδήποτε θὰ γίνωσιν εἴκοσι συνεδριάσεις μέχρι τῶν ἑορτῶν.
§104Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Διατί νὰ μὴ παραταθῶσι καὶ πέρα τῶν ἑορτῶν;
§105Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ἂν εἶναι προτιμότερον νὰ διακόπτωμεν τὴν συνεδρίασιν καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν αὐτὴν τὴν ἐνάτην ὥραν, μολονότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξε, νομίζω, ὅτι ἡ διακοπὴ αὕτη δὲν συμβάλλει καὶ πολὺ εἰς τὴν καλλιτέραν διεξαγωγὴν τῶν συζητήσεων καὶ τῶν συνεδριάσεων, διότι μετὰ τὴν διακοπὴν δὲν πιστεύω νὰ ἔχωμεν περισσοτέρους συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔρχωνται νὰ παρακολουθῶσι τὰς συνεδριάσεις. Ἂν τοῦτο ἤθελε δεχθῆ ἡ Βουλή, βεβαίως ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν δυσκολίαν νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν, ἀλλ’ ἡ πεῖρα, ἐπαναλαμβάνω, ἀπέδειξεν ὅτι ἡ διακοπὴ δὲν συντελεῖ πολὺ εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν ἡμῶν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας τὰς ὑπολειπομένας τῆς Συνόδου ταύτης εἶναι ν’ ἀρχώμεθα τῶν συνεδριάσεων ὀλίγον πρότερον παρ’ ὅ,τι γίνεται σήμερον, ἀντὶ τῆς 5ης μ. μ. ν’ ἀρχίζωμεν τῇ 4ῃ ὥρᾳ, καὶ οὕτω κερδαίνομεν μίαν ὥραν, καὶ τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀρκετὴ ἐργασία. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει περὶ τούτου θὰ σκεφθῶμεν βραδύτερον.
§106Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν ἀπὸ τῆς σήμερον περὶ διαιρέσεως τῆς συνεδριάσεως εἰς δύο τμήματα. Τὰ μέτρα ταῦτα τὰ ὁποῖα εἶναι καταθλιπτικὰ διὰ τὴν Βουλὴν ἐλαμβάνοντο κατ’ ἄλλας ἐποχάς, ὁπότε, λόγῳ τοῦ κρατοῦντος τότε ἐν τῇ Βουλῇ Κανονισμοῦ, τὸ πλεῖστον μέρος τῆς συνεδριάσεως κατηναλίσκετο ἐν τῷ σταδίῳ τοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ σήμερον ἕνεκα τοῦ ἰσχύοντος Κανονισμοῦ αἱ τρεῖς συνεδριάσεις τῆς ἑβδομάδος καθιερώθησαν νὰ εἶναι καθαρῶς νομοθετικαί, καὶ κατὰ τὰς ἄλλας τρεῖς καταναλίσκεται τὸ πολὺ διάστημα διώρου διὰ τὸν ἔλεγχον. Ἑπομένως ὑπάρχει πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς ἐργασίαν. Νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον ν’ ἀρχώμεθα τῶν συνεδριάσεων ἀπὸ τῆς τετάρτης ὥρας καὶ παρατείνωμεν αὐτὴν μέχρι τῆς 10. Ἄλλως τε νομίζω ὅτι εἶναι καιρὸς ἵνα ἡ Κυβέρνησις καθορίσῃ ὁριστικῶς τίνων νομοθετημάτων τὴν ψήφισιν θέλει ἐπιδιώξει, νὰ καταρτίσῃ δὲ τότε τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν οὕτως ὥστε καὶ οἱ Βουλευταὶ νὰ γινώσκωμεν ἐπὶ τίνων καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν. Τὴν στιγμὴν ταύτην ἡ Ἡμερησία Διάταξις ἀποτελεῖται ἐξ 118 νομοθετημάτων, καθ’ ἑκάστην δὲ γίνεται μεταβολή, ὥστε δὲν ὑπολείπεται χρόνος εἰς ἡμᾶς μελέτης τῶν νομοθετημάτων, ἐγὼ δὲ τοὐλάχιστον πληροφορῶ τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς ὅτι θέλω καθ’ ἑκάστην ἡμίσειαν ὥραν ἵνα κατατάξω τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, μὲ τὴν ὁποίαν δὲν γινώσκω τίς διασκεδάζει μεταβάλλων ἑκάστοτε τοὺς ἀριθμοὺς τῶν νομοσχεδίων. Ἐὰν δὲ θέλῃ νὰ λάβῃ περὶ τούτων πεῖραν ἡ Βουλή, δὲν ἔχει ἢ νὰ ἐπιζητήσῃ ἓν νομοθέτημα οἱονδήποτε μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως· φέρει δέκα ἀριθμοὺς ἐντὸς δέκα ἡμερῶν· καθ’ ἑκάστην δὲ γίνεται μεταβολή. Ἐκτὸς τούτου ὀρθὸν εἶναι νὰ μὴ ἀπασχοληθῇ ἡ Βουλὴ περὶ ζητήματα μὴ τελείως συναφῆ πρὸς τὸ ἔργον, δι’ ὃ ἐκλήθημεν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην. Ἐκλήθημεν διὰ τὸ ἔργον τὸ σοβαρώτατον διὰ τὸ ὁποῖον ἐκλήθη ποτὲ μέχρι τοῦδε Βουλή, ὀφείλομεν δὲ νὰ μὴ καταναλώσωμεν τὰς ὥρας εἰς ζητήματα λεπτομερειῶν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν καθαρῶς εἰς ὀργανωτικὰ θέματα, διότι, ἐφ’ ὅσον εἶναι δεδομένον ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλή ν’ ἀσχοληθῇ εἰς ἐργασίαν νομοθετικὴν πέρα τῶν Χριστουγέννων, θὰ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον ἐγχείρημα νὰ ἐπεκτείνῃ ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐργασίας μετὰ τὰς ἑορτάς, καθόσον ὀλίγιστος χρόνος ὑπολείπεται μέχρι τοῦ τέρματος τῆς περιόδου ταύτης. Εἶναι λοιπὸν ὀρθὸν τὰς ὑπολοίπους ἡμέρας νὰ καταναλώσωμεν σκοπίμως καὶ χρησίμως. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ προταχθῶσι τὰ νομοσχέδια τὰ ὀργανωτικὰ τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ νὰ ψηφισθῶσιν ἁρμοδίως καὶ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ κληθῶσιν ἐρείσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν ἐπὶ τέλους καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποφασίσῃ νὰ καταπλήξῃ τὴν Βουλὴν οὐχὶ διὰ τῆς ἀπουσίας του, ἀλλὰ διὰ τῆς παρουσίας του, διότι ἀπὸ ἡμερῶν οὐδὲν ἕτερον ἀκούομεν εἰμὴ συνεντεύξεις εἰς τὰς ἐφημερίδας περὶ τῶν ἐκπλήξεων τὰς ὁποίας παρασκευάζει ὁ κ. Ὑπουργός, περὶ τῶν ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα θέλουσι καταλάβει τὴν Ἑλλάδα σύμπασαν καὶ θέλουσι καταπλήξει πάντας ἡμᾶς τοὺς κεχηναίους πρὸς τὸ παρὸν ὅμως δὲν βλέπομεν ἄλλο τι εἰμὴ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπουσιάζει διηνεκῶς, ματαιοῖ πάντα οἰκονομικὸν ἔλεγχον καὶ βραδύνει τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ ὁ Προϋπολογισμός, οὕτω δὲ παρατείνεται ἡ συζήτησις καὶ παρατείνεται καὶ ἡ εἰς τὰς σατυρικὰς ἐφημερίδας διακωμῴδησις, εἰς τὰς ὁποίας κατήντησε τὸ θέμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ θέμα κωμειδυλλίου!
§107Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου ἀδικεῖ πολὺ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀτελείας, ὅπως καὶ ὅλοι ἡμεῖς δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὰς ἀτελείας μας, ἀλλ’ ἔχει μίαν ἀρετήν, ἔχει τὴν ἀρετὴν τῆς μεγίστης φιλοπονίας, τῆς ὁποίας ἔδωκε πολλὰ δείγματα, καὶ νομίζω ὅτι σπεύδετε ὀλίγον εἰρωνευόμενοι τὸ ἔργον του. Τὸ παρελθὸν ἀποδεικνύει ὅτι εἰργάσθη, ἐλπίζω δ’ ὅτι καὶ τὸ μέλλον θ’ ἀποδείξῃ τοῦτο ἔτι περισσότερον.
§108Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἂς τὸ εὐχηθῶμεν.
§109Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ τὸν κανονισμὸν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα πρέπει ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἔχετε δίκαιον· δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἀπὸ τῆς μεθαύριον θὰ κανονίζωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἵνα προτάσσωνται μόνον τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ψηφισθῶσι, καὶ τὰ ἄλλα βεβαίως θὰ ἐγκαταλειφθῶσι. Καὶ πρέπει νὰ ἐγκαταλειφθῶσι, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν—πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔχει ἀντιληφθῇ καὶ γνωρίζει—ὅτι μετὰ τὰς ἑορτὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν συνεδριάσεις. Εἶχον ὅμως καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν νὰ προσθέσω. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ὡμίλησε καὶ περὶ ἐλέγχου καὶ εἶπεν ὅτι ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ὁ ἔλεγχος περιωρίσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον...
§110Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι ἐκ τῆς ἀπουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ματαιοῦται ὁ τυχὸν ἔλεγχος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ὑπῆρχε. Δὲν γνωρίζω ἂν ὑπάρχει.
§111Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ ἔλεγχος βεβαίως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, διότι εἶναι ἡ βάσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θ’ ἀμφισβητήσωμεν τὸν ἔλεγχον· ἤθελον ὅμως παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν καὶ ἐὰν τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐλεγχθῶσι δὲν εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ προκαλῶσι τὴν κατανάλωσιν ὁλοκλήρου συνεδριάσεως, νὰ φείδηται τοῦ χρόνου. Σήμερον αἴφνης ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦ σιδηροδρόμου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀναπτυχθῆ προχθὲς καὶ τὸ ὁποῖον ὀλίγον ἐπερίττευεν, ἐν τούτοις κατηνάλωσεν ὁλόκληρον συνεδρίασιν. Εἰς τὰς ὑπολειπομένας συνεδριάσεις ν’ ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος, ἀλλὰ νὰ περιορισθῇ ὅσον τὸ δυνατόν.
§112Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μικρὸν συμπλήρωμα. Ὁ ἔλεγχος δὲν εἶναι τὸ αἴτιον τῆς παρατάσεως τῶν συνεδριάσεων· εἶναι αἱ συστάσεις· ἐὰν δ’ αἱ συστάσεις λαμβάνωσι τὰς διαστάσεις τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ σιδηροδρομικὴ συζήτησις, ἥτις δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐξετροχιάσθη, διὰ τοῦτο δύναται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ αἰτιᾶται ὀλίγον καὶ ἑαυτόν, διότι, ἐὰν δὲν κατελαμβάνετο ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἐσφαλμένας ἀρχὰς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ καὶ νὰ καταστήσῃ τοὺς νομοὺς τῆς Ἑλλάδος οἵους κατέστησεν αὐτούς, θὰ ἔβλεπε μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως, ὅτι ἀντὶ τῶν δώδεκα ἀντιπροσώπων τῆς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας θὰ ὡμίλουν μόνον οἱ ἐννέα, θὰ ἐστερεῖτο δὲ τῆς ἀκροάσεως τῶν τριῶν ἄλλων ἀντιπροσώπων τοὺς ὁποίους προσέθηκε σήμερον εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας διὰ τῆς προσθήκης εἰς τοῦτον καὶ τῆς Εὐρυτανίας. Εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα θ’ ἀχθῇ, ἂν τοὺς ἀξιοτίμους Λακεδαιμονίους καταλάβῃ ἡ εὔλογος ἐπιθυμία νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς συστάσεις οὐχὶ τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Σπάρτης.
§113Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ὡμίλησαν ἀπόψε.
§114Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι φοβοῦμαι μὴ ὁμιλήσωσιν αὔριον, διότι, ἐὰν καὶ τοὺς Σπαρτιάτας καταλάβῃ τὸ αὐτὸ πολεμικὸν μένος, βεβαίως θὰ ἴδωμεν αὔριον παρελαύνουσαν ὁλόκληρον τὴν πλειάδα τῶν Βουλευτῶν Λακεδαίμονος ἐν πλήρει δικαίῳ ἀξιούντων τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Ἐὰν δὲ τυχὸν αἱ ἀρχαὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ἐπικρατήσωσι καὶ γίνωσιν εὐρύτεραι αἱ περιφέρειαι, τότε θὰ ἴδωμεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα παρελαύνουσαν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἤθελον ὅμως, κύριε Πρόεδρε, νὰ ζητήσω μίαν ἐξήγησιν ὡρισμένην παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ τὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν συνέστησεν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς ψηφίσεως τῶν νομοσχεδίων τῶν πανεπιστημιακῶν. Τὰ πανεπιστημιακὰ νομοσχέδια ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, παρεπέμφθησαν εἰς ἐπιτροπὴν μετὰ συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ μετὰ δήλωσιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀφίεται ἐλευθερία διασκευῆς τῶν νομοσχεδίων· ἡ ἐπιτροπὴ ὑπέβαλε τὰ νομοσχέδια· βεβαίως δὲ δὲν ἀνέτρεψεν ἄρδην, ὡς ἐλέχθη, τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀλλὰ συνεπλήρωσε, συνεπλήρωσε δὲ κατ’ ἐκείνας τὰς δύο βάσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐπιτακτικὴ ἐξεδηλώθη ἀνάγκη κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Διότι δὲν εἶναι ἀνατροπὴ τῶν νομοσχεδίων τὸ ὅτι μετ’ αἴτησιν ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς τὴν Πρυτανείαν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ μεθ’ ὑποβολὴν ἐκ μέρους τῶν Σχολῶν ἀπαντήσεως περὶ τῶν διατηρητέων ἑδρῶν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἔρχεται ἡ ἐπιτροπὴ κατόπιν καὶ καθορίζει τὰς ἕδρας ἀκριβῶς ἐκείνας περὶ ὧν αὐταὶ αἱ Σχολαὶ ἀπεφάσισαν. Δὲν εἶναι ἄρδην ἀνατροπὴ τῶν νομοσχεδίων, ὅταν γίνηται ὁλόκληρος ἐξιστόρησις ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τοῦ ἀκαταλλήλου τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκλέγονται οἱ καθηγηταὶ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ λαμβάνει ἀφορμὴν νὰ καθορίσῃ αὐστηρὸν τρόπον καὶ ἐξέτασιν ἐκλογῆς τῶν καθηγητῶν. Ἐνόμισα ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις ἀποδεχθῇ μετ’ εὐχαριστήσεως. Ἀλλὰ τοὐναντίον βλέπω ὅτι τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα ἐκοπίασεν ἡ ἐπιτροπὴ ὁμολογουμένως καὶ τὰ ὁποῖά εἰσι χρησιμώτατα, διότι περιλαμβάνουσι καὶ τὸν κανονισμὸν τοῦ τρόπου τῶν ἐξετάσεων καὶ τοῦ χρόνου τῆς φοιτήσεως, λαμβάνουσι σειρὰν 97 τὸ ἓν καὶ 110 τὸ ἕτερον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἐντὸς δὲ τῶν διατάξεων τῶν νομοσχεδίων τούτων ὑπάρχουσι διατάξεις πρὸς κανονισμὸν νομοθετικὸν μεγάλου ἀριθμοῦ προσώπων ὑπηρετούντων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ εἴτε ὑπὸ τίτλον ἐπιμελητοῦ εἴτε ὑπὸ τίτλον διοικητικοῦ καὶ ὑπηρετικοῦ προσωπικοῦ, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τοῦ ἀκανονίστου τῆς θέσεως αὐτῶν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1910 νὰ πληρώνωνται τὸν μισθὸν αὐτῶν, ὡς τοῦτο ἀπεδείχθη, διὰ τοῦτο δ’ ἀφ’ ἧς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας λίαν ὀρθῶς καὶ ἐντὸς τοῦ νόμου εὑρισκόμενος ἠρνήθη τὴν πληρωμὴν τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ κατὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ 1909 ἐζήτησε τὴν δι’ εἰδικοῦ νόμου παροχὴν τῆς ἀδείας εἰς αὐτὸν νὰ πληρώσῃ· θὰ εὑρεθῶμεν λοιπὸν εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν δι’ ὅλον τὸ ὑφιστάμενον προσωπικὸν τοῦ Πανεπιστημίου. Ἐγὼ ἰδιαιτέρως ἐθεώρησα ὀρθὸν νὰ ὀχλήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἀπὸ ἡμερῶν καθηγηταὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐφοβήθησαν ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ διατάξεις περὶ ἐκκαθαρίσεως αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τεθειμέναι νὰ περιλάβωσι τοὺς συνηθίσαντας νὰ συσπειρῶνται εἰς κόμματα διὰ νὰ εἰσάγωσι τοὺς εὐνοουμένους αὐτῶν εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, διαδίδουσιν ἀνὰ τὴν πόλιν ὅτι τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ ψήφισις ἀποβαίνει ἀδύνατος, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἤχθη εἰς κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου ἀποβλέπουσα μόνον εἰς θεραπείαν προσωπικῶν ζητημάτων. Εὑρίσκομαι δ’ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω ὅτι βοῶσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅσοι ἀκριβῶς ἤθελον νὰ εἰσαγάγωσι τὸ κόμμα καὶ τὴν φαυλότητα εἰς τὸ Πανεπιστήμιον, ἡ ἐπιτροπὴ δὲ προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων ἀπὸ ἀπόψεως δικαιοσύνης καὶ ἀποβλέπουσα εἰς τὴν περιφρούρησιν τοῦ ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον κατέρριψαν αἱ κομματικαὶ αὐθαιρεσίαι ἐν ταῖς Σχολαῖς. Οὐδεμία ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ περὶ τῶν προσώπων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις τοιαύτας τερατώδους αὐστηρότητος διατάξεις καθιέρωσε, νὰ ἐπιρριφθῶσιν αἰτιάσεις, ὅτι εἰς προσωπικοὺς λόγους ἐβασίσθη. Ποῖον πρόσωπον δυνάμεθα νὰ εὐνοήσωμεν, ὅταν τοιαύτας διατάξεις τερατώδους αὐστηρότητος ἔχωμεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Ἀλλ’ ἀκριβῶς φωνάζουσιν οἱ λύκοι τὴν στιγμὴν ταύτην κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀπαγορεύουσιν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀκοσμίας. Οἱ θέλοντες νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀκοσμία ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὡς μέχρι τοῦδε, περὶ τὴν ἐκλογὴν καὶ τὴν ἁρπαγὴν τῶν ἑδρῶν μεταξὺ συγγενῶν των, οὗτοι φωνάζουσιν ἀκριβῶς καὶ διασύρουσι τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ματαιωθῇ καὶ ἡ τελευταία ἀπόπειρα, ἥτις ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐσκεμμένως διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἠθικῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ παύσῃ ῥίπτουσα εἰς τὸ τέλος τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τοιοῦτο νομοσχέδιον, προτάξῃ δὲ αὐτὸ μεταξὺ καὶ τῶν ἄλλων ὀργανωτικῶν, διότι θὰ εἶναι λυπηρὸν καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ μεριμνήσωμεν περὶ ὅλων τῶν κλάδων ν’ ἀφήσωμεν τὸ Πανεπιστήμιον προκαλοῦν ἀδιακόπως συζητήσεις, διασυρούσας τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἐπιστήμην ἐν Ἑλλάδι.
§115Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. ἐκ Βάλτου Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ὁμιλεῖ εὐγλώττως, ἔχει, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν παρατήρησιν, ἓν ἐλάττωμα, τὸ ἐλάττωμα τῆς ὀξυθυμίας—καὶ βεβαίως τοῦτο εἶναι ζήτημα ἰδιοσυγκρασίας—καὶ φαίνεται αἰτιώμενος τοὺς ἀντιπάλους του ὅτι ἀποβλέπουσι πολὺ εἰς προσωπικά, ἐνῷ αὐτὸς ἀσχολεῖται περὶ γενικωτέρων πραγμάτων καὶ οὐδέποτε ἀποβλέπει εἰς προσωπικά. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι καὶ ὀλίγον ἐγωιστικόν. Ἡμεῖς δὲν ἀμφισβητοῦμεν οὔτε ἠμφεσβητήσαμέν ποτε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπεξεργάσθητε, δὲν εἶναι καλόν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλομεν...
§116Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν δὲν εἶναι καλόν, εἶναι ἀπρόσωπον.
§117Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ θὰ εἴχομεν τὴν ἐπιθυμίαν εἰς τὴν Σύνοδον ταύτην, καθ’ ἣν ἐψηφίσθησαν τόσα νομοσχέδια, νὰ ἐψηφίζετο καὶ αὐτὸ καὶ ἐλπίζομεν ὅτι θέλει ψηφισθῆ. Ἐννοεῖται ὅτι μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔχομεν πολλὴν ἐργασίαν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποσχεθῶμεν ὅτι ἀσφαλῶς θὰ ψηφισθῇ καὶ αὐτό· ἐὰν ὅμως ὑπολειφθῇ χρόνος, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι ἐγὼ πρῶτος θὰ συνηγορήσω.
§118Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ παρακαλῶ νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συζητηθησομένων, ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν θελήσῃ νὰ τὸ ψηφίσῃ, εἶναι πλέον ἡ Βουλὴ ὑπεύθυνος.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀρχόμεθα τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἑδρευούσης Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν Θεοχάρης καὶ Πολυχρόνης Κότσικας». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή. Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον μόνον εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθέσεως χρημάνων ὑπὸ τῆς πρὸς περίθαλψιν τῶν προσφύγων ἐπιτροπῆς πρὸς ἐκτέλεσιν χρησίμων ἔργων ἐν τοῖς ἐν Θεσσαλίᾳ συνοικισμοῖς τῶν προσφύγων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§120ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ ἄλλα τί θὰ γίνωσι, κύριε Ὑπουργέ;
§121Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ ἄλλα ἀναβάλλονται μέχρι τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις Διδασκαλείου».
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις Διδασκαλείου». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή. Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§123Π. ΖΑΪΜΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3, ἔνθα λέγεται «ἐν τοῖς Λυκείοις» ν’ ἀντικατασταθῶσιν αἱ δύο λέξεις διὰ τῶν λέξεων «ἐν τοῖς Γυμνασίοις».
§124Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3 ἀναγράφεται «εἷς διευθυντής, διδάκτωρ τοῦ Ζωολογικοῦ τμήματος τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου»· νὰ τεθῇ «εἷς διευθυντὴς διδάκτωρ τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου».
§125Π. ΖΑΪΜΗΣ. Μάλιστα.
§126Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Δύο παρατηρήσεις ἤθελον νὰ κάμω. Ἡ μία ἀφορᾷ εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3, ἐν τῷ ὁποίῳ καθορίζεται τὸ προσὸν τοῦ καθηγητοῦ τῶν Ἱερῶν. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἀποκλείονται ὅλοι ὅσοι ἔχουσιν ἀποκτήσει δίπλωμα ξένης Θεολογικῆς Σχολῆς ἢ τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς τῆς Χάλκης, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεγνωρισμένη καὶ ἡ ὁποία τιμᾷ ὁμολογουμένως τὸ γένος ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ τεθῇ διάταξις ἐπεκτείνουσα τὰ προσόντα τοῦ καθηγητοῦ τῶν Ἱερῶν, ὅπως καὶ οἱ ἔχοντες δίπλωμα τῆς ἐν Χάλκῃ Θεολογικῆς Σχολῆς, ὡς καὶ οἱ ἔχοντες δίπλωμα εὐρωπαϊκῶν Θεολογικῶν Σχολῶν, ἔχωσι δικαίωμα νὰ διορίζωνται ἐν τῷ Διδασκαλείῳ Ἀθηνῶν.
§127Π. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἀποκλείει αὐτοὺς τὸ νομοσχέδιον. Τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σήμερον, θὰ τὰ ἔχωσι καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§128Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ καθορισθῇ ἐν τῷ νόμῳ σαφέστερον, ἵνα μὴ γεννηθῶσιν ἀντιρρήσεις εἰς τὴν ἐφαρμογήν.
§129Π. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν τοὺς ἀποκλείομεν.
§130Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 3, παράγραφον ζʹ, ἀναγράφεται «εἷς καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, τῆς Πολιτικῆς Οἰκονομίας καὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Δικαίου καὶ τῆς Καταστιχογραφίας ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν 100, διδάκτωρ τοῦ Δικαίου ἢ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν». Τοιαῦτα διπλώματα «τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν» εἶναι ἄγνωστα· διότι, ἐὰν ὑποβάλῃ τις ἐναίσιμον διατριβὴν περὶ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, τὸ δίπλωμά του θὰ τὸν ἀναφέρῃ ὡς διδάκτορα τοῦ Δικαίου. Ὅταν εἶναι διδάκτωρ τοῦ Δικαίου Νομικῆς Σχολῆς ἀνεγνωρισμένης, βεβαίως ἔχει τὰ προσόντα.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ διαγράφω αὐτό.
§132Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἐνῷ ἐγὼ ἔχω τὸν λόγον, ἄλλος ὁμιλεῖ!
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πετρίδης.
§134Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἑτέρα παρατήρησις ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου εἶναι ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ ἡ ἑξῆς. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ἀναφέρει· «οἱ καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι οἱ μέχρι τοῦδε ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ Διδασκαλείῳ διατηροῦνται ἄνευ ἄλλης διατυπώσεως ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἐφ’ ὅσον αἱ θέσεις αὐτῶν οὐδόλως τροποποιοῦνται ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχουσι τὰ διὰ ταύτας ὑπ’ αὐτοῦ ἀπαιτούμενα προσόντα». Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἐντελῶς πρωτότυπος, ὡς ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐνῷ θὰ ἦτο συνεπέστερος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἐὰν τοὺς διδασκάλους τούτους ἔθετεν ὑπὸ τὴν διάταξιν τοῦ ἐποπτικοῦ συμβουλίου.
§135Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ὑπάγονται εἰς τὴν διάταξιν ταύτην. Κατωτέρω θὰ εὕρητε τὸ σχετικὸν ἄρθρον.
§136Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι τὸ καλλίτερον θὰ ἦτο νὰ τεθῇ, ὅπως κρίνωνται ἀπὸ τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως.
§137Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ἀναφέρεται κατωτέρω ἐν τῷ ἄρθρῳ 11, ὅπερ ῥητῶς λέγει· «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΓϠΑʹ περὶ συστάσεως ἐποπτικοῦ συμβουλίου τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ περὶ διορισμοῦ ἐπιθεωρητῶν».
§138Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Τότε εἶναι περιττὴ αὐτὴ ἡ διάταξις καὶ πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ.
§139Π. ΖΑΪΜΗΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν τὸ πρᾶγμα.
§140Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Δύναται νὰ γεννήσῃ δικαιώματα.
§141Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἀφοῦ τὸ ἄρθρον 11 κανονίζει περὶ ὅλων τῶν θεμάτων, νομίζω ὅτι ἡ διάταξις τῆς τελευταίας παραγράφου «Οἱ μέχρι τοῦδε ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ Διδασκαλείῳ διατηροῦνται ἄνευ ἄλλης διατυπώσεως εἰς τὴν ὑπηρεσίαν» εἶναι περιττή.
§142Π. ΖΑΪΜΗΣ. Νὰ διαγραφῇ.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ διαγραφῇ.
§144Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς τελευταίας διατάξεως.
§145Π. ΖΑΪΜΗΣ. Θὰ διορθωθῇ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§146Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ τεθῇ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι «ἀπολύονται ὅσοι δὲν ἔχουσι τὰ προσόντα».
§147Π. ΖΑΪΜΗΣ. Μάλιστα· εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§148Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3, διὰ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐν τῇ δεκάτῃ παραγράφῳ γίνεται λόγος περὶ διδασκάλου τῆς ᾠδικῆς τοῦ τετραχόρδου ἢ τοῦ ἁρμονίου. Καίτοι τὸ θέμα εἶναι ἀπολύτως καλλιτεχνικόν, ἐν τούτοις θὰ τὸ πραγματευθῶ. Ἡ διδασκαλία τοῦ τετραχόρδου ὡς καὶ τοῦ ἁρμονίου ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν γίνεται ἐν τοῖς Διδασκαλείοις, ἀλλ’ ἡ ἐκμάθησις αὐτῶν εἶναι ἀδύνατος, ἐκτὸς δὲ τούτου τὰ τοιαῦτα μουσικὰ ὄργανα ἐντὸς διετίας δύνανται νὰ τὰ ἐκμάθωσιν οἱ μαθηταὶ καὶ πρὸ παντὸς νὰ τὰ προμηθευθῶσιν εὐκολώτερον διὰ μικρᾶς σχετικῶς δαπάνης καὶ νὰ χρησιμεύσωσι ταῦτα πρὸς διάδοσιν τῆς μουσικῆς. Τινὲς ἰσχυρίζονται ὅτι εἶναι ἀτελῆ τὰ ὄργανα ταῦτα, ἵνα ἀποδώσωσι μουσικὴν σύνθεσιν. Ἀλλ’ εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τῆς Εὐρώπης καὶ ἰδίως ἐν Ἰταλίᾳ ἔχει ἀποδειχθῆ, ὅτι τὰ διάφορα μουσικὰ σωματεῖα ἔχουσιν ἀναπτυχθῆ εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι τελείαν σύνθεσιν μουσικήν. Ἀπόκτησις τῶν ὀργάνων αὐτῶν δι’ ἕκαστον μαθητὴν ἀπαιτεῖ δαπάνην ἄνω τῶν 50 δραχμῶν καὶ συνεπῶς τοῦτο δὲν συντελεῖ εἰς τὸν σκοπὸν τῆς διαδόσεως τοῦ μουσικοῦ αἰσθήματος παρ’ ἡμῖν. Σκοπὸς τῆς διδασκαλίας τῶν ὀργάνων αὐτῶν ἐν τῷ Διδασκαλείῳ εἶναι νὰ διαδοθῇ εὐκολώτερον τὸ ἤδη ἀρξάμενον παρ’ ἡμῖν μουσικὸν αἴσθημα. Συνεπῶς κατάλληλα ὄργανα πρὸς ἐκμάθησιν καὶ μάλιστα πρὸς συντομωτέραν ἐκμάθησιν τῆς μουσικῆς εἶναι, ὑποθέτω, μᾶλλον τὸ λεγόμενον μανδολῖνον καὶ ἡ κιθάρα. Συνεπῶς, ἐὰν προσθέσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν διδασκαλίαν τῶν μουσικῶν τούτων ὀργάνων, θὰ συντελεσθῇ ἓν μέγα βῆμα πρὸς διάδοσιν τῆς μουσικῆς παρ’ ἡμῖν. Πρέπει δὲ νὰ εἰσαχθῶσι τὰ ὄργανα ταῦτα, διότι καὶ οἱ ἀρχαῖοι ἔκαμνον χρῆσιν αὐτῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ τὸ σχετικὸν ἐδάφιον ἢ νὰ προστεθῇ διάταξις ὁρίζουσα ὅτι θὰ γίνηται διδασκαλία καὶ τοῦ μανδολίνου ἢ τῆς κιθάρας ἐν τῷ Διδασκαλείῳ.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§150Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸ ἐδάφιον γʹ, τὸ ὁποῖον λέγει «Ἀπὸ τῆς εʹ εἰς τὴν ϛʹ τάξιν κλπ.» νὰ διαγραφῇ, διότι εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, καὶ νὰ τεθῇ «Οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Γυμνασίου ἀπὸ τῆς αʹ εἰς τὴν βʹ τάξιν».
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5–8). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§152Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ ἱδρύσῃ καὶ ἕτερον Διδασκαλεῖον ἐν τῷ αὐτῷ τόπῳ.
§153Π. ΖΑΪΜΗΣ. Τμῆμα.
§154Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διδασκαλεῖον ἐντελῶς ἀνεξάρτητον τοῦ ὑπάρχοντος καὶ προωρισμένον διὰ τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ προερχομένους μαθητάς.
§155Π. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ Μαράσλειον Διδασκαλεῖον θὰ εἶναι ἰδιαίτερον τμῆμα.
§156Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ χωρισμὸς τοῦ Διδασκαλείου εἰς μαθητὰς ἐκ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος καὶ ἐκ τῆς δούλης Ἑλλάδος δὲν εἶναι σκόπιμος, οὔτε ἐπωφελὴς ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν. Θὰ ἦτο προτιμότερον ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ν’ ἀφήρει αὐτὴν τὴν διάταξιν ἢ καὶ νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ὁρίσῃ διάφορα προσόντα διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διδάξωσι τὴν ἑλληνικὴν νεολαίαν, καὶ διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ διδάξωσι τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ Ἑλληνόπαιδας. Νομίζω δ’ ὅτι καὶ ὁ χῶρος τοῦ Διδασκαλείου, ὡς εἶναι διερρυθμισμένος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς σύστασιν ἑτέρου πλήρους Διδασκαλείου, διότι θὰ ἔχῃ ὅλας τὰς τάξεις τοῦ Ἐσωτερικοῦ Διδασκαλείου καὶ ὅλα τὰ παραρτήματα καὶ ἐξαρτήματα, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν αὐτοῦ. Διὰ τοὺς λόγους τούτους πρέπει νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὸν χωρισμὸν τῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ τῶν ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ μαθητῶν τοῦ Διδασκαλείου.
§157Π. ΖΑΪΜΗΣ. Ἡ διάταξις ἐτέθη ἀκριβῶς, ὅπως προστατεύσωμεν τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ μαθητὰς τοῦ Διδασκαλείου, διότι εἰς πολλὰ μέρη τοῦ Ἐξωτερικοῦ κατηργήθησαν τὰ Διδασκαλεῖα, τὰ ὁποῖα ἐλειτούργουν, καὶ ἔρχονται ἐκεῖθεν Ἕλληνες μαθηταὶ καὶ κατατάσσονται εἰς τὸ Διδασκαλεῖον. Ἀλλ’ οὗτοι δὲν εἶναι τοσοῦτον κατηρτισμένοι ὅσον οἱ ἐκ τοῦ Ἐσωτερικοῦ· ἑπομένως ἐν τῷ διαγωνισμῷ θὰ ὑπολειφθῶσι τῶν ἡμεδαπῶν, ἐὰν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἑκάστη τάξις δὲν θὰ περιλαμβάνῃ πλέον τῶν 30 μαθητῶν, θ’ ἀποκλεισθῶσι δὲ φυσικὰ κατ’ ἀνάγκην οἱ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ἰδοὺ διατί ἠθελήσαμεν νὰ καταρτίσωμεν ἰδιαίτερον τμῆμα, ἀκριβῶς ἵνα προστατεύσωμεν τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ.
§158Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐὰν δὲν προστατεύσωμεν τοὺς ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, δὲν θὰ εὕρωμεν διδασκάλους διὰ τὸ Ἐξωτερικόν, διότι οὗτοι θ’ ἀποκλεισθῶσι. Πολὺ ὀρθῶς λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον κάμνει τὴν διάκρισιν ταύτην.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 9–13 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14).
§160Π. Δ. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἡ διάταξις ὁμολογουμένως θέλει συντελέσει κατὰ πολὺ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, καθόσον ὁρίζει διαγωνισμόν, ὅπως ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ σπουδάσωσιν οἱ διδάσκαλοι ἰδίως παιδαγωγικήν· ἀλλ’ ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ τίθεται ἡλικία 25 ἐτῶν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι πολὺ μικρά. Θὰ ἦτο προτιμότερον λοιπὸν ν’ αὐξηθῇ εἰς 35 ἔτη, ὥστε νὰ διαγωνίζωνται ἄνδρες ἔχοντες πεῖραν διδασκαλικὴν καὶ ὥριμον ἡλικίαν.
§161Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Μάλιστα· 35 ἐτῶν.
§162Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Νομίζω, ὡς καὶ χθὲς ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅτι δέον εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ προστεθῇ διάταξις, καθ’ ἣν νὰ ἐπέρχηται βελτίωσις τοῦ νόμου· ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως ἐγένετο πλειστάκις λόγος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι σύσσωμος ἡ Βουλὴ ἀπεδέχθη ὡς ὀρθοτέραν τὴν γνώμην ὅτι δέον οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως νὰ προέρχωνται ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ κλάδου καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν κοινὸν ἔχουσι μετὰ τοῦ κλάδου αὐτῶν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βάλτου συνέστησε τοῦτο. Ἐπειδὴ δὲ λαμβάνεται νομοθετικὴ πρόνοια διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, ὅπως ἀποστέλλωνται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν δημοδιδάσκαλοι ἔχοντες ἀπολυτήριον μὲ βαθμὸν ἄριστα καὶ διαγωγὴν ἄμεμπτον, νομίζω ὅτι πρέπει οἱ ὑπότροφοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ θ’ ἀριστεύσωσι καὶ θὰ τύχωσι μεγάλου βαθμοῦ, νὰ δύνανται κατὰ προτίμησιν νὰ διορίζωνται ἐπιθεωρηταὶ τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως καὶ νὰ προτιμηθῶσι παντὸς ἄλλου καὶ οὕτω νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποκτήσωμεν φυτώριον ἐπιθεωρητῶν τῆς κατωτάτης ἐκπαιδεύσεως προερχομένων ἐκ τοῦ ἰδίου κλάδου.
§163Π. ΖΑΪΜΗΣ. Εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, διότι ἐνταῦθα γίνεται λόγος περὶ ὑποτρόφων, οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβῶσι νὰ σπουδάσωσιν εἰς τὴν Ἑσπερίαν. Δὲν πρόκειται περὶ κανονισμοῦ τῶν προσόντων τῶν ἐπιθεωρητῶν.
§164ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν θέλετε ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀνήκει εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς στοιχειώδους ἐκπαιδεύσεως, ἡ δὲ ἀποστολὴ ὑποτρόφων εἰς τὴν Γερμανίαν σκοπεῖ ἀκριβῶς τὴν προπαρασκευὴν αὐτῶν διὰ τὸν μέλλοντα ὀργανισμὸν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Βεβαίως θὰ εἰσαχθῇ οὗτος εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ αὐτόν, ὅταν ὑπάρξωσι πρὸς τοῦτο τὰ κατάλληλα ὄργανα, τὰ ὁποῖα θὰ μορφωθῶσιν ἐν Γερμανίᾳ. Ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ τετραετὴς ἢ ἑξαετής, ὡς μέχρι τοῦδε, ἐὰν πρόκειται καὶ ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐκπληρώσῃ αὐτὴ τὸν ὑψηλὸν προορισμόν, ἐὰν πρόκειται νὰ κατασταθῇ αὐτὴ καὶ παρ’ ἡμῖν ὡς καὶ παρ’ ἄλλοις λαοῖς τοιαύτη, ὥστε τὰ τέκνα τοῦ λαοῦ, ἐξερχόμενα τοῦ δημοτικοῦ σχολείου, νὰ εἶναι παρεσκευασμένα διὰ πᾶν στάδιον τοῦ βίου. Ἀλλά, ὅπως κατορθωθῇ τοῦτο, ἀνάγκη πᾶσα ἡ δημοτική μας ἐκπαίδευσις νὰ εἶναι τοὐλάχιστον ἑπταετὴς καὶ νὰ ἔχῃ ἑκασταχοῦ τὸν ἀναγκαιοῦντα ἀριθμὸν τῶν δημοδιδασκάλων, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ εἶναι εἰς θέσιν, ἵνα διδάσκωσιν ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν μίαν καὶ μόνην τάξιν χωριστὰ ἢ καὶ 2, 3 καὶ 4 τάξεις ὁμοῦ, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ τὰς 7 τάξεις. Ἀλλὰ δυστυχῶς μέχρι τοῦδε ὡς ἐκ τοῦ ἀνεπαρκοῦς χρόνου, καθ’ ὃν διαρκεῖ ἡ ἐκπαίδευσις ἐν τῷ διδασκαλείῳ, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως πρακτικῆς ἀσκήσεως, οἱ διδάσκαλοι, ἀποφοιτῶντες ἐκ τοῦ Διδασκαλείου, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ διδάξωσι συγχρόνως πλέον τῶν 4 τάξεων. Ἐν Γερμανίᾳ μορφοῦνται αὐτοὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐκεῖ εἷς διδάσκαλος εἶναι εἰς θέσιν οὐ μόνον ἑπτὰ ἀλλὰ καὶ ἐννέα τάξεις νὰ συνδιδάσκῃ, διότι ἐκεῖ ἐνιαχοῦ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ἑπταετής. Κυρίως εἰπεῖν πρόκειται περὶ μιᾶς μηχανικῆς ἐργασίας, πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν ἐφρόντισαν πολλοὶ τῶν παιδαγωγῶν ἡμῶν νὰ ἐξοικειωθῶσι μεταβάντες ὡς διδάκτορες τοῦ Πανεπιστημίου εἰς τὴν Γερμανίαν, ἵνα μορφωθῶσι παιδαγωγικῶς. Αὐτοὶ ἐμορφώθησαν θεωρητικῶς μόνον, ἐπεσκέφθησαν δὲ καὶ ἓν ἢ πλείονα Διδασκαλεῖα ἐπ’ ὀλίγον χρόνον, καθ’ ὃν ὅμως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μορφωθῶσι καὶ πρακτικῶς καὶ νὰ εἶναι τώρα εἰς θέσιν νὰ μορφώσωσι καὶ τοὺς μαθητάς των, τοὺς μέλλοντας δημοδιδασκάλους. Τοῦτο θὰ κατορθώσωσιν οἱ διδάσκαλοι οἱ ὁποῖοι θὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Γερμανίαν ὡς ὑπότροφοι. Αὐτοὶ θ’ ἀσχοληθῶσιν ἐκεῖ μᾶλλον εἰς τὴν ὑποδειγματικὴν διδασκαλίαν καὶ θὰ μελετήσωσιν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἐκεῖ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἐπανερχόμενοι δὲ θὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὡς διευθυνταὶ δημοτικῶν σχολείων, ὡς ἐπιθεωρηταὶ καὶ ὡς καθηγηταὶ διδασκαλείων. Ὅταν δὲ οὕτω πως ἀποκτήσωμεν τὸ ἀναγκαῖον προσωπικόν, τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς δημοτικῆς μας ἐκπαιδεύσεως.
§165Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ἀναγνωρίζετε λοιπὸν τὴν ἀνάγκην.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 14, τὰ ὑπόλοιπα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων τῶν νόμων ͵ΒΨΜΖʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1900 καὶ ͵ΒΩΛΑʹ τῆς 14 Φεβρουαρίου». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου). Ἐπὶ τοῦ συνόλου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τάκης.
§168Α. ΤΑΚΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί ἐπιβάλλεται ὁ φόρος οὗτος ἐπὶ τῆς Θεσσαλίας. Δὲν ἀρκοῦσιν αἱ δυστυχίαι, τὰς ὁποίας ἀπὸ θεομηνίας ἔχει ἡ Θεσσαλία, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προστίθενται καὶ νέοι φόροι; Δὲν λαμβάνετε τὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἴδητε ὅτι ἐπνίγη ὅλος ὁ κόσμος, ἀλλὰ θέλετε νὰ ἐπιβάλητε καὶ νέους φόρους;
§169Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ νέων φόρων.
§170Α. ΤΑΚΗΣ. Ὁ σιδηρόδρομος διέρχεται διὰ τῶν ἐπαρχιῶν Φθιώτιδος, Εὐρυτανίας, Λεβαδείας· διατί δὲν ἐπιβάλλετε καὶ εἰς αὐτοὺς νέους φόρους;
§171Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται καὶ περὶ τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας.
§172Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ νέου φόρου· ἔχουσιν ἐπιβληθῆ φόροι τινὲς ἐπὶ τῶν ζώων καὶ ἐπὶ τοῦ καπνοῦ ἐν Θεσσαλίᾳ πρὸς σκοπὸν ἐντελῶς ἐπιτόπιον. Ἔχει γίνει τελειοτάτη ἐργασία μέχρι τοῦδε, τῆς ὁποίας ἡ ἱστορία εἶναι μακρά, ἔχουσι δὲ δαπανηθῆ 1.150.000 δρ. Ἡ ἐργασία σχεδὸν ἐπερατώθη, δὲν ὑπολείπονται παρὰ 15000 στρέμματα, ἀλλ’ οἱ πόροι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων γίνεται ἡ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν χρήσιμος δι’ ἡμᾶς ἐργασία ἐν Θεσσαλίᾳ ἤρχισαν νὰ διαφεύγωσι, διότι μετὰ τὸν σιδηρόδρομον Πειραιῶς Λαρίσης ἀντὶ νὰ ἐξάγωνται τὰ ἐμπορεύματα καὶ νὰ εἰσάγωνται διὰ τοῦ λιμένος Βόλου εἰσάγονται καὶ ἐξάγονται διὰ τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου· πρόκειται λοιπὸν τὸν αὐτὸν φόρον διαφεύγοντα ἀπὸ τοῦ ἑνὸς μέρους νὰ τὸν κρατήσωμεν ἀπὸ τὸ ἕτερον. Ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη, διότι τὸ Κράτος εἰς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε τὴν περάτωσιν τῆς ἐργασίας ὀφείλει ἀρκετὰς χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ πληρώσωμεν, ἀφοῦ τὸ ἔργον ἐπερατώθη καὶ πρόκειται νὰ παραδοθῇ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου· πρόκειται νὰ πληρώσωμεν τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος εἰργάσθη ἐπὶ ἔτη καὶ ἔφερεν εἰς πέρας ἔργον χρησιμώτατον.
§173ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ ἴδια τὰ ὁποῖα εἰσήγοντο πρὶν διὰ τοῦ λιμένος Βόλου καὶ ἐπλήρωνον τὸν φόρον εἰσάγονται καὶ τώρα καὶ πλείονα ἴσως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ νέου φόρου, διότι διὰ τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου εἰσάγονται προϊόντα ἐξ ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἰσῆγον πρότερον. Λοιπὸν ἐρωτῶ· δὲν εἶναι νέοι φόροι αὐτοί; Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ σιδηρόδρομος ν’ ἀνταγωνισθῇ μὲ τὴν θάλασσαν, καὶ ἐνόσῳ δὲν ἀνταγωνίζεται διέρχονται διὰ τοῦ Βόλου ὅσα καὶ πρὶν διήρχοντο. Ἀλλ’ ἤδη θὰ φορολογῶνται καὶ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ ὁποῖα εἰσήγοντο ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν καὶ δὲν ἐπλήρωνον φόρον, ὅπως εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπρομηθευόμεθα ἀπὸ τὴν Εὐρυτανίαν, ἀπὸ τὴν Λεβάδειαν, ἀπὸ τὰς Θήβας. Νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε νέους φόρους εἰς τὴν Θεσσαλίαν; Πράξατέ το.
§174Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Βεβαίως κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, κύριε Πρόεδρε, θὰ γίνῃ εὐρυτέρα συζήτησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς φαίνεται τὸ πρᾶγμα ἀπολύτως αὐθαίρετον, διότι χάριν μιᾶς πόλεως δὲν εἶναι δυνατὸν ὁλόκληρος ἡ Θεσσαλία νὰ φορολογηθῇ.
§175Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ποίας πόλεως; Ἴσως δὲν ἠκούσατε καλῶς τοὺς ἐμοὺς λόγους· πρόκειται περὶ τῆς χωροσταθμήσεως καὶ τῶν σχεδιαγραμμάτων, τὰ ὁποῖα γίνονται δι’ ὅλην τὴν Θεσσαλίαν, διὰ τὴν ἐπίτευξιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων τῆς Θεσσαλίας. Ἐδαπανήθησαν ἐκ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ζῴων καὶ τοῦ καπνοῦ τοῦ Θεσσαλικοῦ 1.150.000 δρ., τὸ δὲ ἔργον ἐπερατώθη, εἶναι τελειότατον καὶ εὑρίσκεται σχεδὸν εἰς χεῖράς μας. Σήμερον λοιπὸν δὲν πρόκειται οὔτε περὶ τοῦ Βόλου οὔτε περὶ ἄλλης πόλεως, ἀλλὰ περὶ τῆς Θεσσαλίας ὁλοκλήρου· καὶ χρεωστοῦμεν εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν 80 ἕως 100 χιλιάδας δραχ., διὰ νὰ μᾶς παραδώσῃ τὸ ἔργον πλῆρες. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Ὅλη ἡ ἐργασία γίνεται διὰ τῶν πόρων ἐκ τῶν φόρων τῶν δύο προϊόντων τῆς Θεσσαλίας καὶ ἤδη ἐπειδὴ πολλὰ ἐκ τούτων εἰσάγονται διὰ τοῦ σιδηροδρόμου καὶ ἐπειδὴ ἔχομεν ὑποχρεώσεις ἀνειλημμένας, πρόκειται νὰ εἰσπράττωμεν τὸν φόρον· ἀντὶ δὲ νὰ τὸν εἰσπράττωμεν εἰς τὰ τελωνεῖα τοῦ Βόλου νὰ τὸν εἰσπράττωμεν εἰς τοὺς σιδηροδρομικούς σταθμούς.
§176Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Πάντως πρόκειται περὶ νομοσχεδίου φορολογικοῦ. Σκοπὸς τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας εἶναι ὅπως τὰ μέρη, διὰ τῶν ὁποίων διέρχεται ὁ σιδηρόδρομος, προάγονται καὶ ὑπηρετῆται ἡ συγκοινωνία τελειότερον· συνεπῶς, ἂν ἐπιβληθῇ φορολογία, θὰ ματαιωθῇ ὁ σκοπὸς οὗτος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρόκειται περὶ μέτρου ἐντελῶς αὐθαιρέτου, ἐπιφυλάσσομαι δὲ εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ συζητήσω εὐρύτερον τὸ θέμα.
§177Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐθαιρέτου μέτρου, ἀπορῶ δὲ πῶς Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας ἐναντιοῦνται εἰς νομοσχέδιον ἀφορῶν εἰς τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τῆς Θεσσαλίας, διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁποίων θὰ παύσωμεν ν’ ἀκούωμεν τὰ δίκαια παράπονα ἐκ τῶν πλημμυρῶν καὶ θὰ καταστήσωμεν εὐδαιμονεστέραν καὶ ἀρδεύσιμον τὴν Θεσσαλίαν. Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ἐξανίστασθε. Ἐλπίζω ὅτι εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ μελετήσητε τὸ θέμα καλλίτερον καὶ δὲν θὰ ἔχητε ἀντίρρησιν.
§178Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ἐὰν ἔπρεπε, κύριε Πρόεδρε, νὰ διαμαρτυρηθῇ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν εἶναι ὁ τις αὐτὸς ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμπάκας ἢ ὁ κ. Βουλευτὴς Καρδίτσης· ἐὰν ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθῇ τις, ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθῶσιν οἱ ἐκ Βόλου ἀντιπρόσωποι, διότι ὁμολογουμένως ἡ φορολογία δι’ ἧς πρόκειται νὰ συντελεσθῶσι τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα ἔδει νὰ περιορισθῇ εἰς τοὺς νομοὺς Τρικκάλων, Λαρίσης καὶ Καρδίτσης, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ γαίας καὶ τσιφλίκια καὶ πρόκειται νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῶν ἔργων αὐτῶν. Ἡ ἐπαρχία Βόλου, ἡ ὁποία οὔτε γαίας οὔτε τσιφλίκια ἔχει οὔτε πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ, ὑφίσταται ἐν τούτοις τὴν φορολογίαν, χωρὶς νὰ θέλωμεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῆς νὰ διαμαρτυρηθῶμεν δι’ αὐτὴν τὴν ἄδικον φορολογίαν. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον νὰ ἐγείρωνται Βουλευταὶ καταγόμενοι ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ νὰ διαμαρτύρωνται κατὰ τῆς φορολογίας, φέροντες ὡς ἐπιχείρημα ὅτι αὐτὰ γίνονται χάριν τοῦ Βόλου. Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἀντιστρέφων τὸν λόγον ζητῶ νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ ἐπαρχία Βόλου ἀπὸ τὴν φορολογίαν, διότι οὐδὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ καὶ ἐν τούτοις ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν καταβάλλει τὸν φόρον. Λοιπὸν ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου ταύτην διὰ τὴν ἐξαίρεσιν τῆς ἐπαρχίας Βόλου καὶ ἂς ἐγερθῶσιν οἱ συνάδελφοι τῶν πεδινῶν μερῶν τῆς Θεσσαλίας νὰ μᾶς ὁμιλήτωσι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑδραυλικῶν ἔργων.
§179ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ἀπόψε, ἐπειδὴ εἶναι καὶ ἄλλοι Βουλευταὶ ἐκ Θεσσαλίας, οἵτινες δὲν εἶναι παρόντες.
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πειράζει.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως καὶ καταργήσεως ὑποθηκοφυλακείων καὶ γραφείου μεταγραφῶν ἐν τῷ δήμῳ Ἀθηναίων, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον). Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ ἀπὸ Βόλου εἰς Νέαν Ἀγχίαλον δαπάναις τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βόλου».
§182Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§183Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ἐὰν ἐπιμένητε διὰ τὸν προϋπολογισμόν, ἐπειδὴ δὲν τὸν ἔφερα ἀπόψε, εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἐκτὸς ἂν νομίζητε ὅτι δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ προσαχθῇ εἰς τὴν γʹ συζήτησιν.
§184ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Ἐπιμένομεν νὰ ἔλθῃ ὁ προϋπολογισμός.
§185Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Βεβαίως.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἀναβάλλεται. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῆς § 6 τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ ͵ΓΡΞΕʹ (3165) νόμου περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§187Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 46, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως ἄρθρου τοῦ νόμου ͵ΒΩΠʹ τῆς 17 Ἀπριλίου 1903». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον) Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατήρτισα ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κυρίων Χ. Βοζίκη, Ν. Γάτσου, Ἰ. Λάππα, Μ. Λιδωρίκη, Γ. Κατσίνα, Ἀ. Τ. Μπασιᾶ, Π. Πετρίδου καὶ Π. Φίλιππα, ὅπως ἐπεξεργασθῇ τὴν πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως ταμείου δημοσίας ἀντιλήψεως». Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύομεν τὴν συνεδρίασιν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρᾳ 10,40′ μ. μ.)