1909.11.02
2,482 rows · 18,789 words · 147 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32.
τῆς 2ας Νοεμβρίου 1909.
(Δευτέρα)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 25′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 92 Βουλευτῶν).
(Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: Ὁ σύλλογος τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως Λακεδαίμονος «Ὁ Λυκοῦργος» ὑποβάλλει ἐν ὑπομνήματι μεταρρυθμιστικὰς σκέψεις ἐπὶ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Ἐπιτροπὴ τῶν φοιτητῶν τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς παρακαλεῖ εὐλαβῶς καὶ θερμῶς, ὅπως αἱ ἐν τῇ Βουλῇ ἐν σχέσει πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον συζητήσεις μὴ διεξάγωνται κατὰ τρόπον παραβλάπτοντα τὸ γόητρον αὐτοῦ, καὶ ὅπως ψηφισθῶσι τὰ μέτρα τὰ τείνοντα εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου. Ὁ λαὸς τοῦ Βόλου καὶ τῶν χωρίων τοῦ Πηλίου συνελθὼν εἰς πανεπαρχιακὸν συλλαλητήριον διαμαρτύρεται κατὰ τῆς διατηρήσεως τῆς ἐλαιοδεκάτης καὶ παρακαλεῖ, ὅπως ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ὁρισθῇ ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς καὶ εἰς 6 τοῖς ἑκατόν. Οἱ συμπράττοντες σύλλογοι καὶ τὰ σωματεῖα ἐν Πάτραις παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ κυριακῆς ἀργίας. Ὁ δήμαρχος Μελιταίας (Δομοκοῦ) παρακαλεῖ, ὅπως ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ μὴ προσκολληθῇ εἰς τὸν νομὸν Λαρίσης ἀποσπωμένη τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος. Ὁ ἐν Αἰγίῳ ἐμπορικὸς σύλλογος «ὁ Ἑρμῆς» παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας. Ὁ πρόεδρος τοῦ κτηματικοῦ συλλόγου Ἀραχώβης τῇ ἐντολῇ τοῦ εἰς συλλαλητήριον συνελθόντος λαοῦ Ἀραχώβης διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ἐπαχθοῦς φορολογίας ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ παρακαλεῖ, ὅπως αὕτη ὁρισθῇ εἰς 6 τοῖς ἑκατὸν καὶ ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς. Ὁ κ. Χρ. Παπαζαχαρίας πρώην δήμαρχος Νέσσωνος παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου. Ἐπιτροπὴ τοῦ εἰς συλλαλητήριον συνελθόντος λαοῦ τοῦ δήμου Αἰπείας παρακαλεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῶσι τὰ ἐκεῖ τηλεγραφεῖον, τελωνοσταθμαρχεῖον, Ἑλληνικὸν σχολεῖον καθὼς καὶ ὁ δῆμος Αἰπείας. Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Λευκάδος παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας. Ἐπιτροπὴ τῶν κατοίκων Βασιλικῆς παρακαλεῖ, ὅπως τῶν συγχωνευομένων δήμων Εὐγήρου–Ἀπολλωνίων ὁρισθῇ πρωτεύουσα ἡ Βασιλική. Ὁ σύλλογος τῶν ἐνταῦθα λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ὁ σύνδεσμος τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ Φθιωτῶν παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ἀποσπασθῇ ἡ ἐπαρχία Δομοκοῦ τοῦ νομοῦ Φθιώτιδος. Ὁ σύλλογος τῶν ἐμποροϋπαλλήλων Ἀθηνῶν παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου τοῦ βουλευτοῦ κ. Παπαμιχαλοπούλου περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας. Ὁ Ἑλληνικὸς διδασκαλικὸς σύλλογος ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Οἱ ἐμποροϋπάλληλοι Πειραιῶς παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ τῆς κυριακῆς ἀργίας. Ὁ πρόεδρος τῶν ἐν Πάτραις σωματείων τυπογράφων, λεπτουργῶν καὶ λιθοξόων παρακαλεῖ, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ κ. Νέγρη ἀναφορικῶς πρὸς τὸ σύστημα τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας. Οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως Ἄργους παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ἐπιτροπὴ τοῦ εἰς συλλαλητήριον συνελθόντος λαοῦ τοῦ δήμου Αἰπείας παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον δι’ οὗ καταργοῦνται τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα. Ὁ δήμαρχος Μαρίου τῇ ἐντολῇ τῶν εἰς συλλαλητήριον συνελθόντων δημοτῶν αὐτοῦ παρακαλεῖ, ὅπως μὴ συγχωνευθῇ ὁ τοῦ ὁποίου προΐσταται δῆμος. Ἐπιτροπὴ τοῦ εἰς συλλαλητήριον συνελθόντος λαοῦ τοῦ δήμου Σηπιάδος διαμαρτύρεται κατὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Οἱ κύριοι Δ. Βινιερᾶτος καὶ Μ. Καβαλλιερᾶτος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων, πειθαρχίας καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Κ. Αἰγιαλείδης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ ΒΗʹ νόμου. Οἱ κύριοι Δ. Βινιερᾶτος καὶ Ν. Γερουλᾶνος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 27 Φεβρουαρίου 1847 περὶ παραστάσεως διὰ πληρεξουσίων καὶ συνηγόρων ἐνώπιον τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ Πταισματοδικείων. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημερίδος Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 310–313).
§2Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: Πρῶτον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 885 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας» ἀφορῶν τὸ ἀκατάσχετον τῶν ἐπίπλων. Ἡ ἀνάγκη τοῦ νομοσχεδίου τούτου, Κύριοι, ἀπὸ χρόνου πολλοῦ ἐγένετο αἰσθητή. Τὸ δεύτερον ἀφορᾷ τὸν «καθορισμὸν τῶν σχέσεων μεταξὺ καλλιεργητῶν καὶ ἰδιοκτητῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἐν Θεσσαλίᾳ, τοῦ ὁποίου καὶ αὐτοῦ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐπεζητήθη ἡ ὑποβολή. Παρακαλῶ, ὅπως ταῦτα ἐκτυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι, θὰ ἐπεθύμουν δέ, ἂν ἦτο δυνατόν, νὰ ἐψηφίζετο εἰς τὴν παροῦσαν Σύνοδον, ἀφοῦ, ἐννοεῖται, μελετηθῇ δεόντως καὶ ὑπὸ τῶν κυρίων Βουλευτῶν.
§3Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμήν, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω 1) νομοσχέδιον «περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ καὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν». Διὰ τὸ ζήτημα τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας ὑπάρχουσι δύο διακεκριμένα συστήματα. Ἡ Γερμανία καί τινα ἄλλα Κράτη δὲν ἔχουσιν ὅριον ἡλικίας. Ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία, ἡ Ἀγγλία, ἡ Ἰαπωνία καὶ ἡ Τουρκία ἔχουσιν ὅριον ἡλικίας ἀνώτερον ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ. Τὸ ὅριον ἡλικίας εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ προκαλέσῃ καὶ προυκάλεσε πανταχοῦ θόρυβόν τινα, διότι ἀληθῶς θίγει τὰ προσωπικὰ συμφέροντα τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ τὸ ὅριον ἡλικίας εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωσι τοὺς λοιποὺς κρατοῦντας νόμους—διότι ὑπάρχουσι νόμοι σχετικοί, νόμοι ἀφορῶντες τὴν εἰς ἀποστρατείαν μετάθεσιν τῶν ἀξιωματικῶν—, εἰς τὰ Κράτη, λέγω, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἕνεκα διαφόρων λόγων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ νόμοι αὐτοί, καθιερώθη νὰ ὁρίζηται τὸ ἀνώτερον ὅριον τῆς ἡλικίας κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται ἡ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσία. Νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας εἴχομεν, ἀλλὰ τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ἦτο πολὺ μέγα, καὶ ἑπομένως αὐτὸ τὸ ὑπέρτατον συμφέρον τῆς βελτιώσεως τοῦ στρατοῦ ἐπιβάλλει τὴν ἀνανέωσιν τῶν στελεχῶν, καὶ ἰδίᾳ τῶν ἀνωτέρων στελεχῶν, διότι ἄνευ τῆς ἀνανεώσεως αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν στράτευμα. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ μείωσις τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας συνεπάγει δαπάνας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μειῶμεν τὸ ὅριον βαθμηδόν. Αὐτὴν τὴν βαθμιαίαν μείωσιν προτείνω διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Κατὰ τὴν συζήτησιν θέλουσιν ἀναπτυχθῆ καὶ ἄλλοι λόγοι, οἵτινες θ’ ἀπαιτηθῶσιν. 2) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ αὐξήσεως τῶν πόρων τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ διὰ κρατήσεων ἐκ τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν». Εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τοῦτο τῆς μειώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας. 3) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ κατὰ τὸ 1910». 4) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων διὰ τῶν πόρων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». 5) Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων εἰς τὰ παλαιὰ στρατιωτικὰ κτίρια», τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπιδιορθώσεως. 6) Ὑποβάλλω ἕτερον σχέδιον νόμου «περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ», τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον, μάλιστα μετὰ τὸν ὀργανισμὸν τὸν τελευταίως ψηφισθέντα, καὶ 7) Τέλος ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ συνδρομῆς πρὸς τὸ ὑπὸ τοῦ συνδέσμου τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἱδρυθὲν σχολεῖον». (Ἰδὲ Παράρτημα Ἐφημερίδος Συζητήσεων Βουλῆς, ἀριθμ. 315–319).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ βουλευτὴς Βόλου κ. Γ. Λαναρᾶς ἔχει τὸν λόγον περὶ ὀργανώσεως τῆς τελωνοφυλακῆς. Ἐπειδὴ εἶναι ἀπών, ὁ κ. Ν. Στρᾶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς καθυστερήσεως φόρων τινῶν εἰς τὸ Δημόσιον.
§5Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, ὅπως προηγηθῇ ἐμοῦ ὁ κ. Σλῆμαν, ὁ ὁποῖος θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ὁ κ. Σλῆμαν.
§7ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν νὰ λάβω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος τῶν καθυστερουμένων φόρων, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προχθές, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Παρασκευῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἀναγκάζει νὰ φέρω ἐκ νέου τὸν λόγον, εἶναι τοῦτο. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δικαιολογούμενος ὅτι προβαίνει εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου ἔφερε τὸ ἑξῆς ἐπιχείρημα, ὅτι ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος ἐν γνώσει ὅτι μεγάλα ποσὰ χαρίζονται εἰς δυναμένους νὰ πληρώσωσι φόρους δὲν κατήγγειλε τοῦτο εἰς τὴν προϊσταμένην αὐτοῦ Ἀρχήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔκρινεν ὅτι μόνον ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ τοῦτο καὶ ὁ ὁποῖος ἑπομένως ἦτο ἄξιος τῆς τιμωρίας τῆς ἀπολύσεως, ὄχι δὲ καὶ σοβαρωτέρας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπολύων τὸν ἐν λόγῳ ὑπάλληλον δὲν ἐκάλεσεν αὐτὸν εἰς ἀπολογίαν, διὰ τοῦτο δ’ εἶμαι ἠναγκασμένος, ἐπειδὴ εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, νομίζω, τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, νὰ φέρω τὴν ἀπολογίαν αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ ἐν λόγῳ ὑπάλληλος ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου πρὶν ψηφισθῇ, ἔλαβεν ὅμως γνῶσιν ἄλλου, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἂν ὑπεβλήθη ἢ οὐ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐτυπώθη εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, διενεμήθη δὲ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκείνους τοὺς ὁποίους τὸ ἐν λόγῳ ζήτημα ἐνδιέφερεν. Εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι τετυπωμένον ἐπὶ ἄλλου χάρτου ἢ τοῦ χάρτου ἐκείνου διὰ τοῦ ὁποίου συνήθως ἐκτυποῦνται τὰ νομοσχέδια, εἶναι, φαίνεται, ἀπὸ τὰ πρῶτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα μετὰ μεγαλειτέρας ἐπιμελείας ἐτυπώθησαν —, τὸ ἐν λόγῳ, λέγω, νομοσχέδιον δὲν φέρει ἡμερομηνίαν, πραγματεύεται δὲ περὶ τῶν αὐτῶν ζητημάτων, περὶ τῶν ὁποίων πραγματεύεται καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς ἀκριβῶς τοῦ ζητήματος ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω προχθὲς εἰς τὴν Βουλήν, δηλαδὴ περὶ τοῦ ζητήματος ὅτι εἰς μὲν τὸ πρῶτον σχέδιον μόνον εἰς ἐκείνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἦτο ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῇ ὅλον τὸ ποσόν, δίδεται προθεσμία ἀνανεώσεως κ. τ. λ., διότι τοιουτοτρόπως διευκολύνεται ἡ εἴσπραξις τῶν ποσῶν τούτων, δὲν γίνεται ὅμως δι’ αὐτοῦ καμμία χαριστικὴ πρᾶξις, ἐνῷ διὰ τοῦ δευτέρου γίνεται τοιαύτη. Ἑπομένως νομίζω ὅτι τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ἐρώτημα· πῶς ἡ ὑπηρεσία ἡ ὁποία ἔφερεν ἐνώπιον τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ δεύτερον σχέδιον, πῶς ἡ ὑπηρεσία ἐδέχθη νὰ συντάξῃ δεύτερον τοιοῦτον; Ἐτυπώθη τὸ πρῶτον κατὰ τὸν μῆνα Σεπτέμβριον καὶ τὸ δεύτερον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, τὸ δὲ δεύτερον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§8ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὴν φέρει.
§9ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ἐγὼ βεβαίως ἐπιθυμῶ καὶ πάλιν νὰ δηλώσω, ὡς προχθὲς ἐδήλωσα, ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θέλω νὰ κατηγορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τί γίνεται εἰς τὰ βιβλία τῶν καθυστερουμένων φόρων. Νομίζω ὅτι εἶναι ζήτημα ἐπεμβάσεως τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς, διὰ νὰ γνωσθῇ πῶς οἱ ἐν λόγῳ ὑπάλληλοι ἠπάτησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἔφεραν εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ χαρισθῇ χρέος τοῦ Δημοσίου εἰς ὀλίγους, ἐνῷ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς φορολογεῖται βαρέως; Ἐνόσῳ πολλαὶ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους πληρώνουσι τοὺς φόρους μὲ μικροτάτας καθυστερήσεις μέχρι κεραίας, καὶ δύναμαι νὰ φέρω παράδειγμα τὴν ἐπαρχίαν μου, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ καθυστερούμενοι φόροι ἀνέρχονται εἰς 3%, κατ’ οὐδένα τρόπον δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ χαρίζωνται φόροι εἰς δυναμένους μάλιστα νὰ τοὺς πληρώσωσι.
§10Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἁγυιᾶς ἔχει, περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπεμβάσεως τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι μία προκύπτει ἀνάγκη, τῆς προσαγωγῆς τῶν δημοσίων βιβλίων ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς ἐξέτασιν, διότι κατηγγέλθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατηγγέλθη καὶ ἐν τῷ τύπῳ ὅτι πρόκειται περὶ δωρεᾶς χρηματικῶν ποσῶν ὀφειλομένων ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1898 ὑπὸ διαφόρων, ποσῶν ὀφειλομένων ὑπὸ προσώπων, παρὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὴ ἡ εἴσπραξις. Σήμερον δὲ ὑπάρχει δημοσίευμα φέρον τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ τοῦ ἀπολυθέντος ὑπαλλήλου, τὸ ὁποῖον φέρει εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ κατάλογον ὁλόκληρον προσώπων μετὰ παραθέσεως τῶν ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἕκαστος ὀφείλει. Δὲν εἶναι ὁ τόπος βεβαίως κατάλληλος, ὅπως γίνηται ἐνταῦθα ἀνάγνωσις τοιαύτη.....
§11Δ. ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Διατί ὄχι;
§12ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Διότι δὲν ἠξεύρομεν, ἂν εἶναι ἀληθὴς ὁ κατάλογος.
§13Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν φρονῶ δ’ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ Βουλῇ νὰ καθίστανται γνωστὰ δι’ ἀναγνώσεως τὰ ὀνόματα τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα ὡς ὀφειλέται.
§14ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Διότι ἴσως καὶ νὰ μὴ διεγράφησαν πληρώσαντες.
§15Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διότι δὲν γνωρίζομεν, ἂν τὰ πρόσωπα ταῦτα εἶναι πράγματι ὀφειλέται. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καταγγέλλονται παρ’ ὑπαλλήλου χθὲς ἀπολυθέντος ὅτι ἐν τοῖς δημοσίοις βιβλίοις εἶναι ἀναγεγραμμένα τὰ ὀνόματα προσώπων πολλῶν ὡς ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν ὅμως εἶναι ἀκριβὴς ὁ κατάλογος οὗτος, βεβαίως ἡ εἴσπραξις τῶν ὀφειλετῶν τῶν προσώπων τούτων εἶναι εὐχερεστάτη, βεβαίως δὲ ἡ διαγραφὴ αὐτῶν ἀπὸ τῶν βιβλίων τῶν δημοσίων ἐσόδων εἶναι δωρεά. Δὲν δύναται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λέγῃ πρὸς ἡμᾶς, ὡς εἶπε κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι ἐπείσθη ὅτι πρόκειται περὶ ποινικῶν ἐξόδων μικρῶν ὀφειλομένων παρὰ πλήθους προσώπων κατὰ μικρὰ ποσὰ καὶ ὅτι ἡ εἴσπραξις αὐτῶν εἶναι δυσχερής, διότι πάντες γινώσκομεν ὅτι τοιαῦται ὀφειλαὶ παρέχουσι μεγίστας δυσχερείας πρὸς εἴσπραξιν, σχεδὸν δὲ ἡ εἴσπραξις τούτων εἶναι ἀδύνατος. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου μᾶς λέγει ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων ποσῶν. Ἡ κατάστασις, ἥτις ἐπεκράτησεν ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, κατέστησε δυνατὸν ὥστε καὶ αὐτὸ τὸ νομοθέτημα νὰ ψηφισθῇ ἄνευ οὐδεμιᾶς συζητήσεως, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς αὐτό. Καὶ λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ὅτι τὰ ἀποτελέσματα ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ἐφαρμογῆς τῶν νόμων περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν καὶ πληρωμῆς αὐτῶν κατὰ δόσεις δὲν ὑπῆρξαν ἱκανοποιητικά. Αὐτὸ δ’ ὀφείλεται κατὰ ταύτην εἰς τὴν ἀπροθυμίαν ἀφ’ ἑνὸς τῶν ἰδιωτῶν ὀφειλετῶν ὅπως ἀνανεώσωσι παλαιὰ χρέη, καὶ εἰς τὴν ἀλλαχοῦ ἀπασχόλησιν τῶν πρὸς τοῦτο τεταγμένων ὑπαλλήλων. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτιολογία, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ διαγραφή, καὶ αὐτὸ λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ χρέη ταῦτα ἦσαν ἀσήμαντα καὶ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὰ εἰσπράξῃ. Λέγει δηλαδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ἦτο ἱκανὴ ἡ ὑπηρεσία του πρὸς εἴσπραξιν τῶν χρεῶν τούτων, καίτοι κατέβαλλε τὸ Δημόσιον 35,000 δραχ. κατ’ ἔτος μέχρι τῆς χρήσεως 1899, διότι τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς πρὸς τοῦτο τεταγμένους ἀποσπᾷ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ τοὺς ἀπασχολεῖ ἐκ τοῦ ἔργου εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι τεταγμένοι, ὥστε νὰ μὴ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἔγκαιρος τακτοποίησις τῶν λογαριασμῶν· κατὰ συνέπειαν καθίσταται δυσχερὴς ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων τούτων ἕνεκα τῶν σφαλμάτων αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ. Αὕτη εἶναι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατέστη νόμος τοῦ Κράτους ψηφισθεὶς ἄνευ συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἄνευ ἀναγνώσεως οὔτε τοῦ νομοσχεδίου οὔτε τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Εἶναι πρωτοφανὴς ἡ αἰτιολογικὴ αὕτη ἔκθεσις. Ἡ ὑπηρεσία ζητεῖ δι’ ἀνικανότητα ἑαυτῆς νὰ δωρήσῃ τὸ Κράτος. Τοιαύτην ὑπηρεσίαν τοιαῦτα ὁμολογοῦσαν ἤθελε καταδικάσει τὸ Κράτος εἰς τίναγμα ἐκ τῶν παραθύρων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν τὸ Κράτος ἐλειτούργει. Ἀλλ’ εὑρισκόμεθα ἐν ἔτει 1909 καὶ ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία τοιαῦτα ὑποβάλλει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὐ μόνον δὲν τινάσσεται ἐκ τῶν παραθύρων, οὐ μόνον δὲν τιμωρεῖται, ἀλλὰ καὶ γίνεται μεγάλη εὐεργέτις τῶν ἰδιωτῶν εἰς βάρος καὶ δαπάναις τοῦ Κράτους. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ δυστυχεῖς ἀγρόται θέλουσι καταζητεῖσθαι ὑπὸ τῶν εἰσπρακτόρων, ἵνα καταβάλωσι τὸν κεφαλικὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς ὁ νόμος περὶ ὁδοποιΐας τῶν 2.50 δρ. καὶ τῶν 5 καὶ τῶν 7.50 κατὰ κεφαλήν, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται θὰ καταβάλωσι 5% ἐπὶ πλέον τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους καταβάλλουσι χάριν τῆς συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, συγκεντρωθέντων ἐν αὐτοῖς ὅλων τῶν εἰδικῶν φόρων, καθ’ ἣν στιγμήν, ἵνα ἴδωσιν ἔργα συγκοινωνίας οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται, δὲν θέλουσι περιορισθῆ εἰς ἀπώλειαν τοῦ τιμήματος τοῦ ἀγροῦ των, ἀλλὰ καὶ εἰς 20% ἐπὶ τοῦ ὑπολοίπου χάριν τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλος ὁ ἀγροτικὸς πληθυσμὸς θέλει ἐπιβαρυνθῆ διὰ φόρων μεγάλων, καθὼς καὶ ὁ ἀστικός, παρατάσσεται κατάλογος 60 πλουσίων τῶν Ἀθηνῶν, εἰς οὓς ἐγένετο δωρεὰ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν τοῦ ὀφειλομένου ἀπὸ τοῦ 1881 μέχρι τοῦ 1888. Τοιουτοτρόπως κατανοεῖ τις πόσαι ἑκατοντάδες καὶ χιλιάδες εὐκαταστάτων πολιτῶν ἐτύγχανον τοῦ εὐεργετήματος τῆς δωρεᾶς ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου καὶ πόσοι καὶ ποῖοι κατώρθωσαν ν’ ἀπαλλαγῶσι τῶν διαφόρων ὀφειλῶν αὐτῶν πρὸς τὸ Δημόσιον. Ταῦτα τὰ ἠγνοοῦμεν καὶ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος νὰ καταγγείλῃ καὶ τὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ καὶ νὰ παραθέσῃ ἐν τέλει ὡρισμένα ὀνόματα. Ταῦτα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς δράσεως τῆς ἀναμορφωτικῆς, ταῦτα τὰ ἀποτελέσματα τῆς δράσεως τῆς ἀνορθωτικῆς. Ἡ ἀναμόρφωσις εἶναι ἡ λέγουσα πρὸς τοὺς πτωχοὺς πολίτας· πληρώσατε σεῖς, σεῖς εἶσθε τὰ ὑποζύγια, πληρώσατε καὶ ζῆτε εἰς τοὺς ἀγρούς· οὐδεμίαν μέριμναν διὰ σᾶς ἐπιδεικνύω, ἂν δὲν πληρώσητε. Σᾶς στερῶ τῆς συγκοινωνίας, ἂν δὲν πληρώσητε. Οἱ πλούσιοι ἂς γυρίζωσι μὲ τὰ αὐτοκίνητα, ἂς κυλίωνται ἐπ’ αὐτῶν. Ἐγὼ χαρίζω εἰς αὐτοὺς τὰ χρέη των. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάθεσις τῆς ἀναμορφώσεως. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι ἀπελύθη ὁ ὑπάλληλος, χωρὶς ν’ ἀπολογηθῇ. Ἀλλ’ εἶχεν ἀνάγκην ὁ ὑπάλληλος ν’ ἀπολογηθῇ; Τί πρὸς τὸν μικρὸν ἔκτακτον λογιστήν, ὁ ὁποῖος λαμβάνει 100 δραχ. μισθὸν κατὰ μῆνα, ὅπως ἐργάζηται; Εἶναι οὗτος τεταγμένος νὰ γινώσκῃ τὰ παρασκευαζόμενα νομοθετήματα; Ἐξαρτᾶται δὲ ἡ τύχη τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὰ νομοθετήματα τοῦ ἐκτάκτου τούτου λογιστοῦ; Διότι τοῦτο σχεδὸν καταντᾷ νὰ λέγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· παύω τὸν ὑπάλληλον, διότι δὲν κατήγγειλεν εἰς ἐμὲ τὰ καταγγελθέντα ὡς ἔπρεπε νὰ τὰ καταγγείλῃ ἀφοῦ ἐγίνωσκε τὰ πράγματα. Ὁ λογιστὴς εἶναι ὁ ἀναγκαῖος εἰσηγητὴς τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων, ὥστε νὰ γινώσκῃ τὰ κατεργαζόμενα ἐν τῷ τμήματι νομοθετήματα; Ἰδοὺ δὲ τί λέγει ὁ λογιστής, ὅτι ἄλλα ἡ ὑπηρεσία καὶ ἄλλα οἱ ὑπὲρ τὴν ὑπηρεσίαν κατεσκεύαζον. Ἐγὼ βλέπω πρωτοφανὲς θέαμα, τὸ ὁποῖον καὶ πάλαι ποτὲ κατὰ συνέχειαν παρουσιάζετο, περιέμενον δὲ τουλάχιστον ὅτι κατὰ τὸ ἐθνοσωτήριον ἔτος 1909 τοῦτο τὸ τερατούργημα θὰ ἔπαυε καὶ ὅτι δὲν θὰ παρουσιάζοντο καὶ πάλιν πρὸ ἡμῶν Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι νὰ ὀχυρῶνται καθ’ ἑκάστην πρὸ τῶν σφαλμάτων τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλά, καθ’ ὃν χρόνον ἐπανεστάτησε τὸ ἔθνος, ἵνα ζητήσῃ σωτηρίαν, τουλάχιστον καὶ οἱ Ὑπουργοὶ οἱ νῦν ἔπρεπε νὰ ἐπαναστατήσωσι κατὰ τῶν παλαιῶν συνηθειῶν καὶ νὰ φροντίσωσιν, ὅπως μὴ ὀχυρῶνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὄπισθεν τῶν σφαλμάτων τῆς ὑπηρεσίας. Διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἔπρεπε νὰ εἶναι οἱ πρωτεργάται τῶν νομοθετικῶν σχεδίων καὶ οὐχὶ νὰ ζητῶσι ν’ ἀναμορφώσωσι τὸ Κράτος ὑπὸ τὰς βλέψεις τῶν γραφέων, τῶν λογιστῶν καὶ τῶν ὑπουργικῶν γραμματέων. Καὶ δὲν εἶναι τὸ πρῶτον τοῦτο, διότι τὸ θέμα τοῦτο ἀξίζει ἵνα τύχῃ εὐρυτέρας συζητήσεως, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν βλέπομεν τὴν περίφημον ὑπηρεσίαν ἄλλα εἰσάγουσαν εἰς τοὺς Ὑπουργούς, καὶ τοὺς Ὑπουργοὺς εἰσάγοντας ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Βουλὴν ἀποδεικνύουσαν ὅτι περὶ ἄλλων πρόκειται ἢ περὶ ὧν γίνεται ἡ εἰσήγησις. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ὡμίλουν περὶ τοῦ πανεπιστημιακοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔψεγον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, διότι εἰσηγήθη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νομοσχέδιον περὶ ἑδρῶν, ὅπερ κατ’ ἐμὴν γνώμην εἶναι μόνον ἐπιτήδειον νομοσχέδιον καὶ οὐδεμίαν μέριμναν περὶ τοῦ Πανεπιστημίου λαμβάνει. Ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ ἐπίστευσα τοῦτον λέγοντα ὅτι «ἡ Σύγκλητος εἰσηγήθη τοῦτο καὶ πεισθεὶς εἰς αὐτὴν κατήρτισα τὸ νομοσχέδιον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσηγήσεων τῆς Συγκλήτου». Καὶ τὴν ἐπαύριον, ὅτε ἀνεγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὰ Πρακτικὰ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ σχετικῆς συζητήσεως, ἐδέχθην ἐπίσκεψιν καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος μοὶ παρέδωκε τὰ ἔντυπα τῆς Συγκλήτου τὰ ἀποσταλέντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Καὶ εἶδον εἰς τὰ ἔντυπα αὐτὰ μετὰ μεγίστης μου περιεργείας ὅτι ἀναγράφεται ἀκριβῶς ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῶν ἑδρῶν κατὰ τρόπον ἐντελῶς διάφορον ἐκείνου, ὅστις ἀνεγράφετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ. Διότι ἀκριβῶς ἓν ἐκ τῶν ζητημάτων δι’ ἃ ἔψεξα τὸ πανεπιστημιακὸν νομοσχέδιον ἦτο ὅτι δὲν ὡρίζετο ἀκριβῶς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἑδρῶν κατὰ σχολάς. Ἐλύετο λοιπὸν τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Συγκλήτου, ἥτις ὥριζε κατὰ σχολὰς τὸν ἀναγκαῖον ἀριθμόν. Ἐνῷ λοιπὸν τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἦσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἡ ὑπηρεσία ἐνεχείρισεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν διάφορα νομοσχέδια καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει εἰσήγαγε ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐβεβαίωσεν ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔχει πράξει ἢ νὰ μεταφέρῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς Συγκλήτου εἰς τὴν Βουλὴν. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐργάζονται αἱ ὑπηρεσίαι. Ἀλλὰ καὶ εἰς ἕτερον νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἐν Ἀθήναις Διδασκαλείου, περὶ μορφώσεως παιδαγωγικῆς τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἡ εὐφυεστάτη ὑπηρεσία, κατώρθωσε νὰ εἰσαγάγῃ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἱδρύετο μία ἔτι πανεπιστημιακὴ ἕδρα, τὴν ὁποίαν αὐτοδικαίως κατελάμβανεν ὁ διευθυντὴς τοῦ Λυκείου τούτου, διοριζόμενος ἄνευ τῶν ὅρων τῆς πανεπιστημιακῆς ἐκλογῆς, αὐτοδικαίως καθηγητής.
§16Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἕδρα.
§17Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διακόπτετε χωρὶς νὰ γνωρίζητε περὶ τίνος πρόκειται. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν ὑπάρχει ἡ ἕδρα ἢ ὄχι, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ τρόπου τῆς πληρώσεως τῆς ἕδρας. Διὰ νὰ καταληφθῇ μία ἕδρα, δέον νὰ ἐνεργηθῇ ἐκλογή, ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὁ διοριζόμενος διευθυντὴς τοῦ Λυκείου θὰ ἐγίνετο καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου αὐτοδικαίως, καὶ ἂν μεθαύριον ἄλλος Ὑπουργὸς ἔπαυε τὸν λυκειάρχην, θὰ ἐγίνετο πάλιν ἄλλος λυκειάρχης καὶ καθηγητής. Τοιαῦτα ἡ εὐφυεστάτη ὑπηρεσία εἰσάγει εἰς τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλ’ ἡ εὐφυεστάτη ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἔκαμε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ μᾶς ὁμιλῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως ὅτι κάμνει οἰκονομίας ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν». Γνωρίζετε, Κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν; Τὴν στιγμὴν ταύτην ἔλαβον διανεμόμενον τὸ ὑπόμνημα τῆς Φιλοσοφικῆς Σχολῆς, ἀλλ’ εἶχον πρότερον τὴν ὑπομονὴν νὰ κάμω τὸν ὑπολογισμὸν μόνος, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι θὰ συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον σήμερον. Αἱ οἰκονομίαι τῶν ἑκατοντάδων χιλιάδων δραχμῶν ἀνέρχονται εἰς ἐπιβάρυνσιν 350,000 δραχμῶν. Αὐταὶ εἶναι αἱ εἰσηγήσεις τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι οἱ ἀξιότιμοι κύριοι Ὑπουργοὶ εἶναι καιρὸς νὰ παύσωσι πλέον ἀφήνοντες τὰς ὑπηρεσίας νὰ καταρτίζωσι τὰ νομοσχέδια ὡς θέλουσι, νὰ παύσωσι πλέον ἀφήνοντες τὰς ὑπηρεσίας νὰ καταρτίζωσι τὰς εἰσηγητικὰς ἐκθέσεις ὡς θέλουσι, καὶ ὅταν ἐν τῇ Βουλῇ ἀποκαλύπτωνται τὰ λάθη τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ἀγραμματωσύναι τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὀπισθοβουλίαι τῶν ὑπηρεσιῶν, νὰ λέγωσι μετ’ ἀφελείας ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι πταίουσι. Καὶ εὐτυχῶς ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ τεχνάσματα τὰ ἀπεσόβησεν ἡ ἐξέγερσις τοῦ κλάδου τοῦ διδασκαλικοῦ. Ἀλλ’ ἡ εὐφυεστάτη ὑπηρεσία ἔκαμε καὶ ἄλλο τι. Ἐφθάσαμεν εἰς δωρεὰς ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἀνανεώσεως δημοσίων χρεῶν, καὶ ποίας δωρεάς; Μόνον τὰς δωρεὰς τῶν ἐνταῦθα πλουσίων; Ἔχομεν καὶ τὰς ἄλλας δωρεὰς πρὸς τοὺς διαφόρους δήμους, διότι ὁ νόμος ὁ οὕτω ψηφισθεὶς κατέστησεν ἀνανεωτέα τὰ χρέη τῶν δήμων πρὸς τὸ Δημόσιον λόγῳ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, τὰ ἐκ προκαταβολῶν καὶ λόγῳ τῆς Ἀστυνομίας καὶ ποίας χρήσεως ἂν ἀγαπᾶτε; τοῦ 1908, δηλαδὴ χρήσεως, ἡ ὁποία πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε μηνῶν ἔληξε. Τὰ χρέη λοιπὸν ταῦτά εἰσιν εἴτε πληρωτέα ἐπὶ ἐκπτώσει εἴτε ἀνανεωτέα ἐπὶ ἐκπτώσει. Κατὰ συνέπειαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐβράβευσε τοὺς δήμους ἐκείνους οἵτινες δὲν κατώρθωσαν μέχρι τοῦδε νὰ ἐξοφλήσωσι τὰ χρέη αὐτῶν τὰ ἀστυνομικὰ καὶ ἐκπαιδευτικά, ἀλλ’ ἐβράβευσε καὶ ἐκείνους τοὺς δήμους, οἵτινες μέχρι τοῦδε ἐξεπίτηδες δὲν κατέβαλον τὰ χρέη αὐτῶν τὰ ἀστυνομικὰ καὶ ἐκπαιδευτικά, καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν δήμων εἶναι καὶ αὐτὸς ὁ δῆμος τῆς πρωτευούσης. Ὁ δῆμος τῆς πρωτευούσης εἶναι δῆμος ὁ ὁποῖος ἠρνήθη τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τοῦ ἀστυνομικοῦ καὶ οὐδέποτε ἐξετέλεσε τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Τοιαύτας πράξεις βραβεύει ὁ νόμος οὗτος διὰ τῆς παροχῆς τῆς εὐκολίας πρὸς ἀνανέωσιν ἢ πρὸς ἐξόφλησιν ἐπὶ ἐκπτώσει. Τοιαῦτα κατωρθώθησαν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς σιγῆς καὶ κυριαρχίας τῶν ἐπιτηδείων, οἵτινες ἐπωφελούμενοι τῆς σιγῆς τῆς Βουλῆς εἰσήγαγον τὰ τοιαῦτα νομοσχέδια, ἐπωφελούμενοι καὶ τῆς ἐπιθυμίας τῶν κ. Ὑπουργῶν τοῦ νὰ προσκομίσωσιν ἐργασίαν ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονα, εἰσήγαγον δὲ νομοσχέδια παντὸς εἴδους ἐπιτηδειότατα, ἵνα μὴ ὀνομάσω τὸ πρᾶγμα βαρύτερον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέκα βουλευταὶ ἐζήτησαν ὅπως γενικευθῇ ἡ συζήτησις· ἑπομένως οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἂς τὸν ζητήσωσι.
§19Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παριστάμεθα, Κύριοι, ὄντως ἐνώπιον πρωτοφανοῦς θεάματος, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας. Ἀλλὰ τὸ πρωτοφανὲς τοῦ θεάματος ἔγκειται ἐν τούτῳ καὶ μόνῳ. Διετυπώθη μόλις πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐπερώτησις, δι’ ἧς ἐζητήθησαν διάφοροι πληροφορίαι, πρὶν ἢ δὲ προσκομισθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, αἴφνης γίνεται σήμερον ἐπίθεσις ἀγρία κατὰ μιᾶς ὑπηρεσίας ἑνὸς τῶν Ὑπουργείων, καθ’ ἧς μάλιστα ἐπισείεται τὸ φάσμα τῆς κοινῆς ποινικῆς καταδιώξεως, ταῦτα δὲ πάντα ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς δημοσιεύματος, τοῦ ὁποίου τὰ ἐλατήρια, ὡς ἀπέδειξα ἐγὼ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν, ἦσαν τόσον ταπεινὰ καὶ εὐτελῆ. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ τοῦ δημοσιεύματος τόσον ἐνοχοποιητικὸν καὶ παρέχει πράγματι ἀφορμὴν εἰς κοινὴν ποινικὴν καταδίωξιν, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς; Τότε διατί ἠρκέσθη αὐτὸς εἰς ἁπλῆν ἐπίκλησιν τῆς εἰσαγγελίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ δὲν προσφεύγει ἀπ’ εὐθείας εἰς αὐτήν; Διατὶ ἐπὶ τέλους ὅλος αὐτὸς ὁ θόρυβος ἐν τῇ Βουλῇ; Καὶ βεβαίως περὶ θορύβου μόνον πρόκειται, ὅταν θέλῃ τις νὰ ἐνασκήσῃ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, χωρὶς νὰ συμμορφωθῇ πρὸς ἕνα τῶν στοιχειωδεστάτων καὶ ἐν ταὐτῷ ἀπαραιτήτων κανόνων τῶν διεπόντων τὸν τοιοῦτον ἔλεγχον.
§20Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ κανών;
§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς συνεκινήθη, ὡς φαίνεται, ἰδιαιτέρως ἐκ τοῦ δημοσιεύματος τῆς πρωινῆς ἐφημερίδος, δι’ οὗ κατηγγέλθη ὅτι, ἀφοῦ πάντες οἱ ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τῆς σήμερον Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφῆκαν ἀνείσπρακτα δημόσια ἔσοδα τῶν χρήσεων 1881– 1898 ἐκ πολλῶν δεκάδων ἑκατομμυρίων, χαριζόμενοι εἰς τοὺς πλουσίους ὀφειλέτας των, ἦλθεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν, αὕτη δ’ ἐψήφισε τυφλῶς εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις νομοσχέδιον διαγράφον ὅλα τὰ ἑκατομμύρια ἐκεῖνα ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων. Λαβὼν δ’ ἐντεῦθεν ἀφορμὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἀπηύθυνε πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐπερώτησιν, δι’ ἧς ἐζήτησε νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν διάφοροι πίνακες, ἐμφαίνοντες τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου κατ’ ὄνομα καὶ τὰ ὀφειλόμενα ὑπ’ αὐτῶν ποσὰ ἐκ τῶν χρήσεων 1881–1898. Ἐγώ, Κύριοι, εὗρον τότε δικαιοτάτην τὴν τοιαύτην ἀξίωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἁγυιᾶς καὶ οἱονεὶ ὑπερθεματίζων ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶχον ἤδη ἀπευθύνει τηλεγραφικὴν ἐγκύκλιον πρὸς πάντας τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ὁποίας τοὺς ἐκάλουν νὰ συντάξωσι πάραυτα πίνακας, ἐμφαίνοντας τὰ ὀνόματα τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ ποσὰ τῶν χρεῶν ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν ἐκ φόρων —διότι μόνον τὰ χρέη ἐκ φόρων διέγραφε τὸ ψηφισθὲν νομοσχέδιον— τῶν χρήσεων 1881–1898. Τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ὁ ἐπερωτήσας Βουλευτὴς μετὰ τὴν δήλωσίν μου ἐκείνην; Ὤφειλε, Κύριοι, ν’ ἀναμείνῃ τὴν συγκέντρωσιν καὶ κατάθεσιν τῶν ζητηθέντων πινάκων εἰς τὴν Βουλήν καί, ἐὰν ἐξ αὐτῶν ἐπείθετο ὅτι ἦσαν ἀληθῆ τὰ καταγγελθέντα, ὅτι δηλαδὴ πράγματι ὀφείλονται δεκάδες ἢ καὶ μονάδες ἑκατομμυρίων δημοσίων ἐσόδων ἐκ τῶν χρήσεων 1881–1898 καὶ δὴ ὑπὸ πλουσίων καὶ γνωστῶν, ὅτι δὲ αὐτά, καίπερ δυνάμενα νὰ εἰσπραχθῶσιν, οἱ μὲν προκάτοχοί μου Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφῆκαν ἐπίτηδες ἀνείσπρακτα, ἐγὼ δ’ ἐζήτησα τώρα νὰ τὰ χαρίσω ὁλοσχερῶς, τότε, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον νὰ ἐνασκήσῃ τὸν κοινοβουλευτικόν του ἔλεγχον καὶ νὰ ἐγείρῃ κατηγορίαν ἐναντίον μου καὶ ἐναντίον τῶν προκατόχων μου. Ἰδοὺ ὁ στοιχειωδέστατος καὶ ἐν ταὐτῷ ἀπαραίτητος κοινοβουλευτικὸς κανών, ἐπὶ προφανεῖ παραβάσει τοῦ ὁποίου ὁ κ. Βουλευτὴς Ἁγυιᾶς ἐπετέθη λάβρως τὴν ἑσπέραν ταύτην κατ’ ἐμοῦ καὶ κατὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ ὑπ’ ἐμὲ Ὑπουργείου.
§22Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἕως πότε ἔπρεπε νὰ περιμένῃ τὴν κατάθεσιν τῶν πινάκων;
§23ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἕως ὅτου θὰ ἦτο ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ συνταχθῶσι καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον οἱ ζητηθέντες πίνακες. Ἀλλά, Κύριοι, ἐντὸς 3–4 ἡμερῶν μόλις θὰ ἔχῃ φθάσει ἡ σχετικὴ τηλεγραφική μου ἐγκύκλιος εἰς τοὺς διαφόρους ταμίας τοῦ Κράτους καὶ ἀνυπομονεῖτε τώρα, διότι ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος δὲν ὑπεβλήθησαν ἀκόμη εἰς τὴν Βουλὴν οἱ ζητηθέντες πίνακες; Ἀλλ’ ἀγνοεῖτε τί σημαίνει ἡ ἀναζήτησις τῶν ὀνομάτων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ὀφειλομένων ὑπ’ αὐτῶν ποσῶν ἐκ δέκα καὶ ὀκτὼ ὅλων χρήσεων, αἱ ὁποῖαι μάλιστα ἔχουσι λήξει πρὸ πολλοῦ ἤδη; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν φαντάζομαι τόσον ἀφελεῖς τοὺς ἀνυπομονοῦντας συναδέλφους, ὥστε ν’ ἀποδεχθῶ ὅτι αὐτοὶ πράγματι πιστεύουσιν ὅτι ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς προπαρελθούσης συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς μέχρι σήμερον νὰ συνταχθῶσιν οἱ ζητηθέντες πίνακες. Ἀλλὰ τότε πρὸς τί ὁ σημερινὸς θόρυβός των καὶ ὁ συναγερμὸς δέκα ἀξιοτίμων συναδέλφων, ζητούντων δι’ ἐγγράφου δηλώσεώς των πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἵνα γενικευθῇ ἡ παροῦσα συζήτησις; Ἐγὼ, Κύριοι, νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀγυιᾶς, φοβούμενος ἴσως μήπως διὰ τῶν ὑποβληθησομένων πινάκων ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι ἄνθρακες ὁ θησαυρός του, ὅτι δηλαδὴ τὸ δημοσίευμα, ἐξ οὗ λαβὼν αὐτὸς ἀφορμὴν διετύπωσε τὴν ἐρώτησίν του, πᾶν ἄλλο περιέχει ἢ τὴν ἀλήθειαν, ἔσπευσε σήμερον νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ μεθ’ ὅσα ἐξέθηκα ἤδη πρὸς ὑμᾶς ἐλπίζω ὅτι ἐπείσθητε πάντες ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ πλέον. Διότι ἐπὶ τέλους εἶναι ἔργον δικαιοσύνης διὰ τὴν Βουλήν, ἐνόσῳ δὲν ἔχει ἐνώπιόν της τὰ ζητηθέντα στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων καὶ μόνων δύναται αὐτὴ νὰ μορφώσῃ γνώμην ἀσφαλῆ καὶ δικαίαν, εἶναι, λέγω, ζήτημα δικαιοσύνης καὶ ἐν ταὐτῷ εὐπρεπείας νὰ μὴ προχωρήσῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Θὰ κατέπαυον, Κύριοι, ἐνταῦθα τὸν λόγον, ἐὰν μὴ ἤμην ἠναγκασμένος ν’ ἀποκρούσω προσωπικόν τινα ὑπαινιγμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Βάλτου. Ἐταλάνισεν αὐτὸς μετὰ τοῦ συνήθους τραγικοῦ του πάθους τοὺς διαφόρους Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι ἀπαράσκευοι ὅλως ἀναρριχώμενοι εἰς τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα καὶ θέλοντες νὰ ἐπιδειχθῶσιν ὡς μεταρρυθμισταὶ υἱοθετοῦσιν ἀβασανίστως πάντα τὰ παρουσιαζόμενα εἰς αὐτοὺς νομοσχέδια παρὰ τῶν ὑφισταμένων ὑπηρεσιῶν καὶ τὰ ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ἴδια, ταῦτα δὲ ψηφιζόμενα ἀσυζητητὶ γίνονται νόμοι τοῦ Κράτους. Ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων ἐθεώρει αὐτὸς καὶ τὴν καταγγελλομένην τώρα δωρεὰν τόσων ἑκατομμυρίων τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς Βάλτου εἶχεν ἄλλοτε ἀλλοίαν γνώμην περὶ ἐμοῦ ὡς Ὑπουργοῦ. Ἐνθυμοῦμαι αὐτὸν μόλις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐκθειάζοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, ἣν ἐγὼ εἶχον παρασκευάσει ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας. Πῶς μετέβαλεν ἔκτοτε περὶ ἐμοῦ γνώμην;
§24Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐξετίμησα καὶ ἐκτιμῶ ἀκόμη ὑμᾶς ὡς Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, οὐχὶ ὅμως καὶ ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§25ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἀγνοεῖτε τοὺς πολυετεῖς δημοσιογραφικοὺς καὶ κοινοβουλευτικούς μου ἀγῶνας περὶ τῶν οἰκονομικῶν; Ἀφ’ ὅτου παρακάθημαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ὑπεβλήθη ποτὲ Προϋπολογισμὸς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἠγέρθη καμμία οἰκονομικὴ συζήτησις, χωρὶς ἐγὼ νὰ ἐκφέρω περὶ αὐτῶν γνώμην; Καὶ ἵνα, Κύριοι, παραλίπω τὰ ἄλλα, ἀρκοῦμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὰς δύο σχετικὰς μελέτας μου, τὸ ἐν ἀρχῇ τοῦ ἔτους 1899 εἰς ἴδιον τεῦχος δημοσιευθὲν λεπτομερὲς πρόγραμμα τῆς τότε συσταθείσης νέας πολιτικῆς μερίδος ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ καὶ τὴν σειρὰν τῶν ἄρθρον μου, τὴν πρὸ τεσσάρων μόλις μηνῶν καταχωρισθεῖσαν εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἀθήνας». Εἰς τὰ δημοσιεύματά μου ἐκεῖνα θ’ ἀνεύρητε ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὅλην σχεδὸν τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Βουλήν, ἀφ’ ὅτου ἐγὼ ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ἐμφανισθῶ ἐνώπιόν της ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ νῦν ἐρωτῶ· ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Βάλτου νὰ παραστήσῃ ἐμὲ ὡς ἐγκολπωθέντα ἀβασανίστως ἐλλείψει ἰδίων γνωμῶν καὶ ἰδίας ἐργασίας καὶ ὑποβαλόντα εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἴδια νομοσχέδια ὅσα τῇ παρουσιάζουσιν αἱ ὑπ’ αὐτῶν τεταγμέναι ὑπηρεσίαι; Ἐνόμισα, Κύριοι, ἐπάναγκες νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα εἰς ἀπόκρουσιν τοῦ προσωπικοῦ ὑπαινιγμοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Βάλτου, οὐχὶ τόσον διὰ νὰ περιαυτολογήσω, ὅσον διὰ νὰ ὑπεραμυνθῶ τοῦ ἔργου ἡμῶν, τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸς καὶ ἄλλοι συνάδελφοι δράττονται τῆς πρώτης τυχούσης εὐκαιρίας ἵνα ψέξωσι καὶ διασύρωσιν ἐκ παντὸς τρόπου. Καὶ πιθανὸν μὲν αὐτοὶ νὰ ἔχωσι πρὸς τοῦτο λόγους, οὓς περιττὸν θεωρῶ νὰ ἐκθέσω τώρα πρὸς ὑμᾶς ὡς εὐνοήτους καὶ προδήλους εἰς πάντας. Ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ ὅτι μεθ’ ὅλας τὰς μεμψιμοιρίας των οὔτε τὸ θάρρος μὲ ἀπολείπει οὔτε ἡ πεποίθησις ἐπὶ τὸ μεταρρυθμιστικὸν καὶ ἀνορθωτικὸν ἔργον, ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἀνέλαβε ν’ ἀγάγῃ εἰς πέρας. Ἂν δὲ τοῦτο κατορθωθῇ, καὶ θὰ κατορθωθῇ βεβαίως εἰς τὸ πεῖσμα τῶν ἀντιδρώντων πρὸς αὐτὸ Βουλευτῶν, ἡ τιμὴ καὶ ἡ δόξα θ’ ἀνήκῃ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἥτις ἂς εἶναι βεβαία ὅτι ψηφίζουσα τὸ νομοθετικόν μας ἔργον καταθέτει οὕτω τὰς ἀσφαλεῖς βάσεις ἀληθοῦς μεταρρυθμίσεως καὶ ἀνορθώσεως καὶ παντὸς ἄλλου κλάδου τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, μάλιστα δὲ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας. Τοῦτο θ’ ἀποδείξῃ, ὡς πέποιθα, τὸ προσεχὲς μέλλον.
§26Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν.
§27ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οὐχ ἧττον ὅμως, Κύριοι, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ δὲν ἀποκρύπτω ὅτι πλὴν τῶν μεταρρυθμιστικῶν νομοσχεδίων, τῶν ὁποίων ἡ πρωτοβουλία ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ διάφορα ὑπηρεσιακὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα οὐδεμία ποτὲ Κυβέρνησις δύναται ν’ ἀποφύγῃ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰσηγοῦνται παρὰ τοῖς Ὑπουργοῖς καὶ παρασκευάζουσιν αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι ἓν τῶν νομοσχεδίων τούτων ὑπῆρξεν, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν, ἀλλ’ ὑπὸ μόνην τὴν ἔποψιν ταύτην, ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, καὶ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νῦν, ὅπερ παρέσχεν ἀφορμὴν εἰς τὴν διὰ τοῦ τύπου γενομένην καταγγελίαν καὶ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀγυιᾶς. Ὅτι, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἦτο ἀρχῆθεν καθαρῶς ὑπηρεσιακόν, ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ τίτλου του, καθ’ ὃν πρόκειται ἁπλούστατα (ἀναγινώσκει) «περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τοὺς νόμους ͵ΒΧΞΔʹ τοῦ 1900, ͵ΒϠΟΓʹ τοῦ 1903 καὶ ͵ΓΣΙΔʹ τοῦ 1907 προθεσμίας τῆς ἀνανεώσεως τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ παρελθουσῶν χρήσεων καὶ περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν αὐτῶν νόμων». Ἰδοὺ δὲ πῶς συνεζητήθη ἰδιαιτέρως καὶ ἀπεφασίσθη ἡ σύνταξις καὶ ὑποβολὴ αὐτοῦ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγώ, Κύριοι, ἔχω ἀναθέσει τὴν εἰσήγησιν πάντων τῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων τοῦ Ὑπουργείου, οὗτινος προΐσταμαι, εἰς τὸν γενικὸν αὐτοῦ γραμματέα, ἀρχαῖον καὶ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν δεδοκιμασμένον οἰκονομικὸν ὑπάλληλον. Αὐτὸς μοὶ ἔκαμε τὴν εἰσήγησιν καὶ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν προϊσταμένων τῶν δύο ἁρμοδίων τμημάτων, τοῦ ταμειακοῦ καὶ τοῦ ἐφοριακοῦ, ἀμφοτέρων ἐπίσης ἀρχαίων καὶ δοκίμων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ὑποδείξας δὲ αὐτὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιψηφίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς νέου νόμου περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀφοῦ λήγοντος τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους θὰ ἐξέπνεεν ἡ δι’ αὐτὴν ταχθεῖσα προθεσμία ὑπὸ τοῦ τελευταίου νόμου ͵ΓΣΙΔʹ τοῦ 1907, ὡς ἐγένετο καὶ ἐπὶ τῇ ἐκπνεύσει τῆς πρὸς ἀνανέωσιν προθεσμίας, ἣν εἶχον τάξει οἱ προγενέστεροι αὐτοῦ νόμοι. Ἐν τέλει ἐξεδήλωσεν αὐτὸς τὴν γνώμην, ἂν δὲν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ἓν ῥιζικώτερον μέτρον, κατὰ τὸ ὁποῖον νὰ διαγραφῶσι μὲν ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων πάντα τὰ μέχρι τοῦ 1898 ἐκ φόρων χρέη, νὰ ληφθῇ δ’ ἀπέναντι τῆς εὐεργετικῆς ταύτης διατάξεως ἓν αὐστηρὸν μέτρον διὰ τὸ μέλλον, ὡς ἡ διάταξις, ἡ στεροῦσα τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς χρήσεως 1909 καὶ ἐφεξῆς ὡρισμένων πολιτικῶν καὶ ἀστικῶν δικαιωμάτων. Ἡ γνώμη, Κύριοι, αὕτη συνεζητήθη διὰ μακρῶν ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ ἐκείνῃ συνδιασκέψει, ὅτε δὲ ὁ τμηματάρχης τοῦ ταμειακοῦ τμήματος μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὅτι καὶ οἱ πλεῖστοι ταμίαι τοῦ Κράτους, ἀπαντῶντες εἰς σχετικὸν ἐρώτημα τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Γούναρη, ὑπέβαλον ἐκθέσεις, ἐν αἷς ἀναφέρουσι τοὺς λόγους, δι’ οὓς δυσκολώτατον, ἂν ὄχι καὶ ἀδύνατον ὅλως, ἀποβαίνει νὰ εἰσπραχθῶσιν ἄξια λόγου ποσὰ ἐκ τῶν καθυστερούντων φόρων τῶν πρὸ τοῦ 1899 χρήσεων, ἐζήτησα καὶ ἐμελέτησα κατ’ ἰδίαν τὰς ἐκθέσεις ἐκείνας, οὕτω δὲ πεισθεὶς περὶ τῆς ὀρθότητος τῆς τοιαύτης γνώμης ἐδέχθην νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνανεώσεως τῶν παλαιῶν χρεῶν ἡ περὶ διαγραφῆς τῶν ἐκ φόρων χρεῶν τῶν χρήσεων 1881–1898 σχετικὴ διάταξις. Κατὰ τῶν συζητήσεων δὲ τοῦ νομοσχεδίου ἐξέθηκα διὰ μακρῶν πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπεισαν περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ σκοπιμότητος αὐτῆς. Λέγω, Κύριοι, ταῦτα, οὐχὶ ὅπως ἀνακουφίσω τὴν θέσιν μου ἐπιρρίπτων εἰς ἄλλους τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ὅπως ἐξηγήσω ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ πῶς ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος διάταξις συμπεριελήφθη εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἀφοῦ δὲ τοῦτο φέρει τὴν ὑπογραφήν μου καὶ ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς συνηγόρησα ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεώς του, βεβαίως φέρω πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην δι’ αὐτὸ καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποστῶ τὰς συνεπείας, ἂν ἐκ τῶν ὑποβληθησομένων πινάκων ἀποδειχθῇ ὅτι πράγματι θὰ παρεβλάπτοντο οὕτω πως τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἔστω καὶ ἐκ πεπλανημένης μου ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων· διότι ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ μεθ’ ὅλον τὸν ἐγερθέντα θόρυβον ἐξακολουθῶ ἔτι καὶ νῦν ἔχων τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν τὸ Δημόσιον θελήσῃ νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἀπηνῆ εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων φόρων τῶν χρήσεων 1881.1898, δὲν ἔχει νὰ ἐλπίζῃ πολλὰ πράγματα. Θὰ ἀναγκασθῇ αὐτό, ἂν πρόκειται νὰ εἶναι ἀποτελεσματικὴ ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν του, νὰ συστήσῃ εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, χωρὶς νὰ εἶναι βέβαιον, ἂν θὰ εἰσπράξῃ οὕτω πως πλείονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ δαπανήσῃ. Τὸ μόνον, Κύριοι, βέβαιον εἶναι ὅτι ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀκαταστασίας τῶν βιβλίων τῶν διαφόρων ταμείων, καθ’ ἣν συνήθως δὲν πιστοῦνται ἐν αὐτοῖς οἱ καταβάλλοντες τοὺς φόρους των, θὰ καταδιωχθῶσιν ἀδιακρίτως καὶ οἱ πληρώσαντες καὶ οἱ μὴ πληρώσαντες. Ἐπειδὴ δὲ οἱ μὲν πλούσιοι διαφυλάττουσι συνήθως τὰς ἀποδείξεις τῆς πληρωμῆς των, ἡ δὲ μεσαία καὶ ἡ κατωτέρα κοινωνικὴ τάξις σπανιώτατα λαμβάνει τοιαύτην πρόνοιαν, αὗται αἱ τάξεις θὰ ὑποστῶσι τὰ πάνδεινα ἐξαναγκαζόμεναι οὕτω πως νὰ καταβάλωσιν ἐκ νέου τοὺς πρὸ πολλοῦ πληρωθέντας φόρους. Μίαν ἔτι παρατήρησιν ἔχω ν’ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βάλτου. Ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του δὲν ἠξεύρω πῶς αὐτὸς κατώρθωσε νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ πανεπιστημιακὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας καὶ νὰ κακίσῃ καὶ αὐτὰ διὰ τὸν τρόπον τῆς συντάξεως καὶ ὑποβολῆς των, νὰ ἐκφράσῃ δὲ ἰδίως τὴν ἀπορίαν του, διότι παραδόξως πως δημιουργεῖται δι’ ἑνὸς ἐξ αὐτῶν ἕδρα τῆς Παιδαγωγικῆς ἐν τῇ Φιλοσοφικῇ Σχολῇ τοῦ Πανεπιστημίου, ἀνατιθεμένη εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ προτύπου λυκείου, ἐν ᾧ θὰ ἀσκῶνται ἐμπράκτως οἱ μέλλοντες λειτουργοὶ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Δὲν ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως συνάδελφός μου θὰ δώσῃ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν καταδεικνύων τὰς ἀνακριβείας, εἰς ἃς αὐτὸς ὑπέπεσεν εἰπὼν ὅσα εἶπε τὴν ἑσπέραν ταύτην περὶ τῶν πανεπιστημιακῶν νομοσχεδίων. Ἐπειδὴ ὅμως ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐν ἔτει 1899–1900, ὑπῆρξα ὁ πρῶτος εἰσηγητὴς ἐν Ἑλλάδι τῆς ἱδρύσεως τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἕδρας ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ διώρισα τότε καὶ τὸν κατάλληλον καθηγητὴν ἐν αὐτῇ, εἶμαι ἠναγκασμένος τώρα νὰ δηλώσω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βάλτου, ὅτι οὐχὶ παραδόξως πως ἀλλὰ περιεσκεμμένως καὶ ἀκολουθῶν ἐν τούτῳ τὸ παράδειγμα ἄλλης χώρας, τῆς Γερμανίας, ἥτις ἀπὸ πολλοῦ ἔχει τὴν ἡγεσίαν ἐν τοῖς ἐκπαιδευτικοῖς ζητήμασι, προέβην εἰς τὴν σύστασιν τῆς ἕδρας ἐκείνης. Ἀναφέρω τοὺς καθηγητὰς τῆς Παιδαγωγικῆς ἐν τοῖς Γερμανικοῖς Πανεπιστημίοις τῆς Ἰένης, τοῦ Γκεῖσεν καὶ τῆς Πράγης Rein, Schiller καὶ Willmann, ἵνα ἄλλους πολλοὺς παραλίπω. Οὐδὲν δὲ λογικώτερον καὶ φυσικώτερον τοῦ ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὸν καθηγητὴν τῆς Παιδαγωγικῆς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καὶ ἡ διεύθυνσις τοῦ προτύπου λυκείου, ἐν ᾧ θὰ γίνωνται αἱ πρακτικαὶ ἀσκήσεις τῶν μελλόντων λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως. Διότι, Κύριοι, ἡ Παιδαγωγικὴ δὲν εἶναι μόνον θεωρία ἀλλὰ καὶ πρᾶξις. Κατ’ ἀνάγκην δὲ ὁ διδάσκων τὴν παιδαγωγικὴν θεωρίαν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ πρέπει νὰ ἐφαρμόζῃ αὐτὴν καὶ ἐμπράκτως ἐν τῷ προτύπῳ λυκείῳ, ὡς διευθυντὴς τούτου διδάσκων αὐτὸς πρῶτος ὑποδειγματικῶς καὶ καθοδηγῶν εἶτα καὶ διορθῶν τοὺς μαθητάς του κατὰ τὴν δοκιμαστικὴν αὐτῶν διδασκαλίαν.
§28Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἐθεώρησα ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῶν ἐπιμελητῶν δὲν ἦτο κατηρτισμένον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων ὑπὸ τῆς Συγκλήτου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχει ἰσχυρὰν τὴν μνήμην ἐπὶ πραγμάτων γενομένων πρὸ τεσσάρων μόλις ἡμερῶν, διότι ἐγὼ δὲν ὡμίλουν περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτε ἔλεγον ὅσα ἔλεγον ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια. Πρέπει δὲ ν’ ἀποδειχθῇ πλέον καὶ δι’ ὁμολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μόνος ἀπολογητὴς ὑπὲρ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, δι’ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λαβὼν ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς αὐτὸν καὶ μόνον δικαιούμεθα καὶ ὑποχρεούμεθα ν’ ἀπαντῶμεν ἐλανθάσθη. Ἐγὼ εἶπον ὅσα εἶπον περὶ τοῦ πανεπιστημιακοῦ νομοσχεδίου ἀναφερόμενος εἰς τὴν βεβαίωσιν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως ἔκαμε πρὸς τὴν Βουλὴν διακόπτων με. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγει σήμερον: «μὰ λησμονεῖτε ὅτι ὁ καθηγητὴς τῆς Παιδαγωγικῆς, ὡς συμβαίνει ἐν Γερμανίᾳ, πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ δικαιοῦται νὰ ἔχῃ καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς πρακτικῆς ἀσκήσεως;». Καὶ μήπως ἐγὼ εἶπον τὸ ἐναντίον; Μήπως ἰσχυρίσθην ἐγὼ ὅτι ὁ καθηγητὴς τῆς Παιδαγωγικῆς δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὴν διεύθυνσίν του τὸ πρότυπον λύκειον, ἐν ᾧ θὰ γίνηται ἡ ἐξάσκησις τῶν διδακτόρων ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ; Εἶπον τοιοῦτόν τι ἐγώ, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα νὰ ἀπαντᾷ εἰς πράγματα τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην; Ἐγὼ εἶπον ἄλλο τι. Ἐγὼ εἶπον ὅτι καὶ ἕτεροι καθηγηταὶ δημιουργοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως καὶ ὅτι, ὅταν ὁ πανεπιστημιακὸς ὀργανισμὸς ὁρίζῃ 65 ἕδρας, τὸ νομοσχέδιον δὲ λέγῃ ὅτι: «Ἐν τῷ προτύπῳ λυκείῳ διορίζονται 1) εἷς διευθυντής, ὅστις ἅμα εἶναι καὶ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, ἔχων βαθμὸν καὶ μισθὸν τμηματάρχου αʹ τάξεως», προστίθεται μία ἔτι ἕδρα, ἡ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ λυκείου, διότι, ἐὰν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἤθελε νὰ εἶναι εἰλικρινής, θὰ ἔλεγεν ὅτι· «Εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου τὸν διδάσκοντα τὴν Παιδαγωγικὴν ἀνατίθεται ἡ διεύθυνσις τοῦ παιδαγωγικοῦ λυκείου». Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἴχομεν πλῆρες φῶς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἐλάμβανε τὸν κόπον ν’ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐγὼ δὲν εἶπον. Καὶ θέλει ἀκόμη νὰ μάθῃ καὶ ἕτερα περίφημα συντακτικὰ ἔργα τῆς ἑλληνικῆς ὑπηρεσίας; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν λησμονήσασα ὅτι πρὸ καιροῦ τὸ φυσικομαθηματικὸν τμῆμα ἀπετέλεσε διὰ Β. Διατάγματος ἰδίαν σχολὴν καὶ ὅτι ἔπαυσε πλέον ἡ Φιλοσοφικὴ Σχολὴ νὰ ἔχῃ δύο τμήματα, ὁμιλεῖ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ «περὶ παιδαγωγικῆς μορφώσεως τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως», καὶ λέγει ὅτι· «Διευθυντὴς μὲν διορίζεται διδάκτωρ τῆς Φιλολογίας, ὑποδιευθυντὴς δὲ διορίζεται διδάκτωρ τῶν μαθηματικῶν ἢ φυσικῶν ἐπιστημῶν». Ἐλησμονήθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας ὅτι ἀποτελεῖ ἰδίαν πλέον σχολὴν καὶ δὲν δύναται νὰ ὁμιλῇ πλέον περὶ ἰδίου τμήματος. Ταῦτα ἡ περίφημος ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου εἰσήγαγε διὰ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ταῦτα φέρω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὡς περίεργα παραδείγματα τῆς καταστάσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, παραδείγματα ἄγνωστα ἴσως εἰς ἐκείνους, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν πρωτοπειρίᾳ κατὰ τὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια, ἀλλὰ γνωστότατα βεβαίως εἰς Ὑπουργὸν τῆς περιωπῆς καὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τῆς μορφώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διὰ τοῦτο, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ συζητουμένου κυρίου θέματος θὰ ἤμην διατεθειμένος εὐκολώτερον ν’ ἀποδεχθῶ ἔνοχον τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ πάντα πρωτόπειρον, δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ ταύτην προβαλλομένην διαρκῶς ὡς ὑπαίτιον ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διατελέσαντος δὶς Ὑπουργοῦ τῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ εἰσαγαγόντος ἰδίαν ἐργασίαν ἰδιοχείρως γεγραμμένην περὶ ἐκπαιδευτικῆς μορφώσεως, τῆς ὁποίας τὴν παράφρασιν κατεστραμμένην εἴδομεν εἰσαχθεῖσαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν φορὰν ταύτην. Ὑπουργός, λέγω, τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν δικαιοῦται νὰ ὀχυρώνηται ὄπισθεν τῆς ὑπηρεσίας· εἶπον δ’ ὅτι περὶ τῆς ὑπηρεσίας δὲν ἔχει ν’ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλή. Ἐὰν οἱ ὑπάλληλοι ἔπταισαν ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν ὑπῆρξαν ἀπέναντι τοῦ Ὑπουργοῦ ψεῦσται ἢ ἀναληθεῖς ἢ ἐλαφροί, διὰ τούτους ὑπάρχει ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐπὶ νωθρότητι, ἡ εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ διὰ τὴν κακοπιστίαν· ἡ Βουλὴ δὲν κρίνει οὔτε τοὺς τμηματάρχας οὔτε τὸν λογιστὴν τὸν ἔκτακτον, ὅστις ἐγένετο θῦμα ὅλης αὐτῆς τῆς τερατωδίας· ἡ Βουλὴ κρίνει τοὺς Ὑπουργούς· ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περιέπεσεν εἰς λάθος· τὸ λάθος τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον· διότι ἀκριβῶς ἕνεκα τοῦ λάθους εἰς τὸ ὁποῖον περιέπεσεν, ἕνεκα τῆς ἀπροσεξίας, τὴν ὁποίαν ἐπεδείξατο, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἵνα νόμου ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσιν ἕως ὅτου ἐξακριβώσῃ ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῶν λαθῶν του. Καὶ ἐὰν εἶναι μεγάλαι, κατὰ τίνα τρόπον θέλουσι θεραπευθῆ; Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν τὴν ὑπουργικὴν ὁμολογίαν καθιστῶσαν γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀναστέλλεται ἡ λειτουργία τοῦ νόμου ὅπως ἐξακριβώσωμεν διατί τὸν νόμον εἰσηγάγομεν καὶ ποῖα κακὰ θέλει παραγάγει διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ δυστυχές, ὅτε τοιαῦτα ὁ Ὑπουργὸς διὰ τὰς ἐργασίας του ὁμολογεῖ, εἶναι περιττὸν εἷς Βουλευτὴς νὰ κρίνῃ τίς ποτε ὑπάλληλος ἔπταισεν ἢ ὑπῆρξεν ἀσυνείδητος ἢ ψεύστης πρὸς τὸν Ὑπουργόν. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει: περιμένετε, διὰ νὰ ζητήσω κατάστασιν. Θὰ τὴν ἀναμένωμεν. Ἀλλὰ τί θὰ γνωρίζῃ ἡμῖν; ὅτι ἐδωρήθησαν τρεῖς καὶ ὄχι πέντε χιλιάδες, χιλιάδες τινὲς καὶ ὄχι ἑκατοντάδες χιλιάδων, καὶ ὄχι ἑκατομμύρια; Περὶ τούτου πρόκειται. Διότι ὅτι ἐδωρήθησαν χρήματα ὀφειλόμενα πρὸς τὸ Δημόσιον ὑπὸ ἀνθρώπων δυναμένων νὰ πληρώσωσιν, εἶναι ἀναμφισβήτητον. Καὶ ἂν πρόκειται καὶ 500 δραχμὰς νὰ ἀπολέσῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τοιαύτης ἐργασίας, ἰδοὺ ἡ ζημία, διότι ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ κατόπιν νὰ ὑποβάλῃ τὸν γνωστὸν χαριστικὸν νόμον. Πρὸς ἡμᾶς λοιπὸν οὐδὲν σημαίνει, ἂν μικρὰ ἢ μεγάλη θὰ ᾖ ἡ ζημία. Δι’ ἡμᾶς τὸ κύριον καὶ καίριον ζήτημα εἶναι ὅτι αἱ ζημίαι ἐγένοντο ὅπως ἐγένοντο ἕνεκα τῆς μὴ ἐπιδείξεως τῆς δεούσης προσοχῆς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγουμένου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ νομοθετήματα· διότι δύο τινὰ προκύπτουσιν ἐκ τῆς ἐνεργείας ταύτης, ἀφ’ ἑνὸς ἐλλιπὴς ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ, μὴ ζητήσαντος καὶ μὴ ἀξιώσαντος παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τὰ ἀπαραίτητα στοιχεῖα ἵνα μορφώσῃ γνώμην, καὶ δεύτερον ἀπέναντι τῆς Βουλῆς οὐχὶ προσήκουσα προσοχή, διότι, ὅταν τις δὲν ἔχῃ μορφώσει γνώμην ἀκεραίαν καὶ σαφῆ περὶ ἑνὸς ζητήματος, δὲν εἰσηγεῖται νόμους. Περὶ τούτου δὲν ἔχομεν χρόνον ν’ ἀναμένωμεν οὔτε ἀνάγκην, διότι εἶναι ταῦτα ὡμολογημένα ἐκ τῆς πράξεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἀναστείλαντος τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἰδίου νόμου. Ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Ὑπουργός: ἀναμείνατε καὶ ἀποφασίσατε. Θ’ ἀναμένωμεν ἐκ περιεργίας πλέον λογιστικῆς ἵνα ἴδωμεν τί ποσὸν θ’ ἀπολέσῃ τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ δὲν θὰ ἀποφασίσωμεν οὔτε μεθαύριον οὔτε σήμερον, διότι πρότασιν δὲν εἰσάγομεν οὔτε θὰ εἰσαγάγωμεν, διότι δὲν φρονοῦμεν ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγωμεν· ἐὰν δὲ ἠθέλομεν νὰ εἰσαγάγωμεν προτάσεις, εἴχομεν στάδιον νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς πλεῖστα ὅσα ζητήματα καὶ νομοθετικὰ καὶ νομικά. Ἑπομένως εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἐπικαλῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς θέλει ζητήσει, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ζητήσῃ. Ἡμεῖς ἐφιστῶμεν πλέον τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἵνα διασωθῇ ὅ,τι εἶναι δυνατόν, δὲν γεννᾶται δὲ ἀμφιβολία ὅτι ὡς καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐδήλωσε θέλει προβῆ εἰς τὸν ἐξαναγκασμὸν τῶν ὀφειλετῶν ὅπως εἰσπράξῃ τὰ καθυστεροῦντα. Τὰ περὶ προτάσεως καὶ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς περιττὸν ἐντελῶς ν’ ἀνακινῇ, διότι μομφὴ δυναμένη νὰ συνεπαγάγῃ πρότασιν δὲν ἐξετοξεύθη ἐντεῦθεν.
§29ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Οὔτε ἐδωρήθη, Κύριοι, οὔτε πρόκειται νὰ δωρηθῇ τι εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Περὶ τούτου ἐνόμιζον ὅτι οὐδεμία ἀμφιβολία θὰ ἐναπέμενε πλέον εἴς τινα ἐξ ὑμῶν μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας δηλώσεις μου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καθ’ ἃς τὸ ψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, περὶ οὗ τοσοῦτος θόρυβος ἠγέρθη, οὔτ’ ἐδημοσιεύθη οὔτε θὰ δημοσιευθῇ, ὡς νόμος τοῦ Κράτους, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα ἤδη πρὸς ὑμᾶς, λόγους ἀσχέτους καὶ πρὸς τὸ κακόζηλον δημοσίευμα καὶ πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀγυιᾶς. Ἀπορῶ δὲ τῇ ἀληθείᾳ πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου μεθ’ ὅλας τὰς δηλώσεις μου ἐκείνας ἐπιμένει ὁμιλῶν περὶ δῆθεν γενομένης ἤδη ἢ μελλούσης νὰ γίνῃ δωρεᾶς τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὸ Δημόσιον φόρων τῶν χρήσεων 1881–1898. Ἀλλ’ αὐτός, Κύριοι, ὑψώσας τὴν φωνήν του εἰς τὴν διαπασῶν, ὡς ἐκ τῆς συνεχούσης αὐτὸν ἀγανακτήσεως διὰ τὴν δῆθεν γενομένην ἢ γενησομένην ὑφ’ ἡμῶν δωρεὰν τόσων ἑκατομμυρίων τοῦ δημοσίου ταμείου, δὲν ἐδίστασε νὰ ἐκτοξεύσῃ καθ’ ἡμῶν τὴν κατηγορίαν ὅτι χάριν τοῦ καταχθονίου αὐτοῦ σκοποῦ ὑπεκλέψαμεν ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως. Πλὴν εἶναι καὶ τοῦτο ἀληθές; Ὄχι, μυριάκις ὄχι! Ἡμεῖς ὑπεβάλομεν τὸ νομοσχέδιον ἔντυπον εἰς τὴν Βουλὴν ἤδη τῇ 30 Σεπτεμβρίου, αὐθημερὸν δὲ διενεμήθη αὐτὸ εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτάς, οἵτινες ἠδύναντο ἔκτοτε ἐν πάσῃ ἀνέσει νὰ τὸ μελετήσωσιν, ἀφοῦ μόλις μετὰ δύο ἑβδομάδας ἦλθεν εἰς συζήτησιν. Ἐψηφίσθη δ’ αὐτὸ εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις, ἤτοι εἰς τρεῖς διαφόρους ἡμέρας, ἐγὼ δὲ προκληθεὶς τότε ὡμίλησα διὰ μακρῶν ἐξηγῶν τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἀνεγράφη ἐν αὐτῷ ἡ περιμάχητος εὐεργετικὴ διάταξις, εἰς ἐπήκοον καὶ τῶν ἄλλων κυρίων Βουλευτῶν, μάλιστα δὲ τῶν πρῴην καὶ τῶν μελλόντων Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ νῦν ἐρωτῶ, Κύριοι, ἐπιτρέπεται εἰς Βουλευτήν, σεβόμενον ἑαυτόν, νὰ καταγγέλλῃ ἡμᾶς ὅτι ὑπεκλέψαμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς; Καὶ τίς εἶναι ὁ καταγγέλλων; Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει κἂν νὰ προβάλῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἐλαφρυντικὸν ὅτι δῆθεν ἠγνόει τί ἐψήφιζεν, ὡς οὐδέποτε ἄλλοτε ἀκούσας τι περὶ παλαιῶν χρεῶν. Ἀλλ’ αὐτός, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἦτο Βουλευτὴς καὶ ὅτε ἐψηφίσθησαν οἱ σχετικοὶ νόμοι τοῦ 1903 καὶ τοῦ 1907. Πλὴν τούτου ὑπῆρξεν ἤδη καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς συντάξας μάλιστα καὶ ὀγκώδη ἔκθεσιν, ἐν ᾗ ἐφιλοτιμήθη, μιμούμενος κατὰ τοῦτο τὸ παράδειγμα τοῦ τότε εἰσηγητοῦ τῆς μειονοψηφίας αὐτῆς ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Νάξου, νὰ διονυχίσῃ πάντα τὰ συναφῆ πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους λογιστικὰ καὶ οἰκονομικὰ ζητήματα. Καὶ ἐπιτρέπεται τώρα εἰς αὐτὸν νὰ ἰσχυρίζηται ὅτι ἡμεῖς ὑπεκλέψαμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου προκειμένου περὶ ζητήματος, ὁποῖον τὸ τῶν παλαιῶν χρεῶν ἐκ καθυστερούντων φόρων πρὸς τὸ Δημόσιον; Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου εἶναι ἐλεύθερος ἐπὶ τέλους, ἂν θέλῃ, νὰ ὑποτιμᾷ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν νοημοσύνην καὶ τὴν περὶ τὰ οἰκονομικὰ ἐμπειρίαν του. Ἐφ’ ὅσον ὅμως τὸν τοιοῦτον ἰσχυρισμόν του δὲν περιορίζει εἰς ἑαυτὸν καὶ μόνον, ἀλλ’ ἐπεκτείνει καὶ ἐφ’ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, δὲν δύναμαι νὰ μὴ θεωρήσω τοῦτο ὡς ἀσέβειαν πρὸς τὸ νομοθετικὸν σῶμα καὶ νὰ μὴ ἐγείρω φωνὴν διαμαρτυρίας ἐναντίον τῆς τόσον ταπεινῆς γνώμης, ἣν φαίνεται ἔχων περὶ αὐτοῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου. Διότι ἀδυνατῶ νὰ φαντασθῶ κἂν ὅτι ὅλοι οἱ Βουλευταί, πάντες οἱ πρῴην καὶ οἱ μέλλοντες Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐδ’ αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ κ. Νέγρη ἐξαιρουμένου, ὅστις ἐπὶ παντὸς νομοσχεδίου μου καὶ ἐν ἑκάστῳ ἄρθρῳ αὐτοῦ φροντίζει νὰ διυλίζῃ πάντα κώνωπα προσπίπτοντα εἰς τὰς αἰσθήσεις του, ἀδυνατῶ, λέγω, νὰ φαντασθῶ ὅτι αὐτοὶ ἐψήφισαν τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος εὐεργετικὴν διάταξιν τοῦ περὶ ἀνανεώσεως παλαιῶν χρεῶν νομοσχεδίου ἐν παντελεῖ ἀποτυφλώσει, ἀγνοοῦντες τί εἶναι αὐτὰ τὰ διαγραφόμενα παλαιὰ χρέη, ἕως οὗ διήνοιξε τοὺς ὀφθαλμούς των εἷς χυδαῖος ἐκβιαστής.
§30ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Ὑβρίζετε ἕνα ἀπόντα.
§31ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑβρίζω, ἀλλὰ χαρακτηρίζω αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον ὡς ἐμπρέπει. Παρακαλῶ δέ, πῶς ἄλλως θέλετε ν’ ἀποκαλέσω αὐτὸν ὅστις ὢν κατώτερος ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔσπευσεν ἅμα τῇ ὑποβολῇ τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀπευθύνῃ τὴν καταγγελίαν του, ἐὰν πράγματι ἐθεώρει αὐτὴν ἀκριβῆ, ἱεραρχικῶς διὰ τοῦ ἀμέσως προϊσταμένου του, ἀλλ’ ἀνέμενεν ἐπὶ τόσας ἑβδομάδας νὰ ψηφισθῇ προηγουμένως αὐτὸ καὶ ἔπειτα νὰ προβῇ εἰς τὸ κακόζηλον δημοσίευμά του; διατί δὲ τοῦτο; διότι δὲν προήχθη παρ’ ἀξίαν. Ἐγὼ τοιαύτην γνώμην ἔχων περὶ τοῦ ἀνθρώπου ἔσπευσα ἤδη νὰ τὸν τιμωρήσω παραδειγματικῶς ἀπολύων αὐτὸν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Καὶ εἶναι, Κύριοι, ν’ ἀπορῇ τις πῶς εὑρέθησαν Βουλευταὶ πρόθυμοι τὸ δημοσίευμα τοιούτου ἀνθρώπου ν’ ἀγάγωσιν εἰς ζήτημα ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐπιμένωσιν εἰς τὴν ἄμεσον ἀπόφασιν ταύτης ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ καὶ μόνου καὶ χωρὶς προηγουμένως νὰ προσκομισθῶσιν ἐνταῦθα πάντα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καὶ μόνα ἠδύναντο νὰ διαφωτίσωσι τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν. Ἤρκεσεν ἤδη μόνη ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀγυιᾶς νὰ ἐμβάλῃ πολλοὺς εἰς ἀνησυχίαν καὶ νὰ καταστήσῃ παρ’ αὐτοῖς πιθανὰς παντοίας κακοβούλους διαδόσεις, καθ’ ἃς δῆθεν πᾶσαι αἱ ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν Κυβερνήσεις εἶχον τὴν ἀσυνειδησίαν, χαριζόμεναι εἰς τοὺς πλουσίους νὰ μὴ εἰσπράξωσι τοὺς ὀφειλομένους ὑπ’ αὐτῶν φόρους τῶν χρήσεων 1881–1898, τοὺς ἀνερχομένους εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, ἕως οὗ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ εὑρέθησαν σύμφωνοι νὰ διαγράψωσιν ὅλα αὐτὰ τὰ χρέη ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων. Καὶ διασύρονται οὕτως ὀνόματα τετιμημένα τοῦ τόπου καὶ παρίσταται ὁλόκληρος σχεδὸν ἡ ἀνωτέρα κοινωνικὴ ἡμῶν τάξις ὡς ἀπαρτίζουσα μονονουχὶ συμμορίαν ἁρπάγων τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ἡ δὲ Πολιτεία ὡς ἀνεχομένη καὶ συμπράττουσα μάλιστα εἰς τὴν τοιαύτην διαρπαγήν. Ἀλλά, Κύριοι, θὰ ἦτο, κατ’ ἐμὴν γνώμην, σφάλμα ἀσυγχώρητον, ἐὰν ἡ Βουλή, ὑπείκουσα εἰς τὴν ἀξίωσιν τῶν κυρίων Βουλευτῶν ἐξ Ἀγυιᾶς καὶ ἐκ Βάλτου ἤθελε προχωρήσει τώρα εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν καὶ εἰς βεβιασμένην τινὰ ἀπόφασιν ἐπὶ τῇ βάσει μόνης τῆς γενομένης καταγγελίας. Ἡ τοιαύτη ἀπόφασις θὰ ἦτο καταδίκη οὐ μόνον πασῶν τῶν ἀπὸ τοῦ 1882 μέχρι τῆς σήμερον Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς τῆς ἰδίας Βουλῆς ἥτις ἐψήφισε τὴν δῆθεν δωρεὰν τοσούτων ἑκατομμυρίων τοῦ Δημοσίου.
§32ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ. Καὶ ἐπιμένετε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δωρεᾶς, ὅτε χαρίζετε εἰς τὰς Μονὰς ὅλα τὰ ὀφειλόμενα ὑπ’ αὐτῶν ἐξ εἰσφορᾶς ὑπὲρ τοῦ κηρύγματος τοῦ θείου λόγου καὶ ὑπὲρ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως; Ἢ νομίζετε ὅτι καὶ αὐταὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσωσι τὰ ὀφειλόμενα;
§33ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὰ τοιαῦτα χρέη τῶν Μονῶν δὲν πρέπει νὰ εἰσπραχθῶσι, διότι τὸ Κράτος δὲν δικαιοῦται πλέον νὰ τὰ εἰσπράξῃ. Εἰς τὸν κ. Σλῆμαν ἐπιτρέπεται ἴσως ν’ ἀγνοῇ ὅτι πάλαι ποτὲ μία ἀλλόδοξος Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι προέβη αὐθαιρέτως εἰς τὴν διάλυσιν πλείστων ὅσων Μονῶν ἡμῶν ἐκποιήσασα πάντα τὰ κινητὰ καὶ ἀναλαβοῦσα αὐτὴ τὴν διαχείρισιν ὅλων τῶν ἀκινήτων κτημάτων των εἰς λογαριασμὸν ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον βραδύτερον συνεχώνευσε μὲ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἔκτοτε εἰσπράττει τὸ Κράτος ἐτησίως ἑκατοστύας χιλιάδων δρχ. ἐκ τῆς πολυετοῦς ἐκμισθώσεως τῶν ἀκινήτων κτημάτων τῶν διαλελυμένων Μονῶν, χωρὶς ποτε νὰ δώσῃ λογαριασμὸν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, εἰς ἣν κυρίως ἀνήκει πᾶσα μοναστηριακὴ περιουσία. Καθ’ ὃν δὲ χρόνον ἐψηφίσαμεν νόμον περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπήχθησαν ὅλα τὰ περισσεύματα τῶν Μονῶν, δίκαιον καὶ πρέπον ἦτο ἀπέναντι τόσων ἑκατομμυρίων, ὀφειλομένων πρὸς αὐτὸ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐσόδων τοῦ πάλαι ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου, τὰ ὁποῖα δὲν ζητοῦνται πλέον παρ’ αὐτοῦ, νὰ χαρισθῶσι καὶ εἰς τὰς Μονὰς τὰ ὀφειλόμενα ἐξ εἰσφορᾶς, ἀφοῦ ταῦτα θὰ εἰσεπράττοντο ἐκ τῶν περισσευμάτων αὐτῶν, τῶν ἀνηκόντων πλέον εἰς τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ περὶ ταύτης καὶ περὶ πάσης ἄλλης ἀπορίας, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἁγυιᾶς, θὰ γίνῃ ὁ προσήκων λόγος, ὅταν κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ζητηθεῖσαι πληροφορίαι. Ἐλπίζω τότε νὰ μὴ μείνῃ ἀμφιβολία τις μήτε εἰς αὐτὸν μήτε εἰς ἄλλον τινὰ ὅτι ἐξωγκωμένα λίαν ἔχουσι παρασταθῆ τὰ πράγματα καὶ ἄδικος ὑπῆρξεν ὁ προκληθεὶς θόρυβος. Ὁπωσδήποτε ὅμως μετὰ τὰ λεχθέντα θὰ συμφωνήσωσιν ἴσως καὶ αὐτὸς καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Βάλτου μετ’ ἐμοῦ ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ παύσῃ διὰ σήμερον ἡ περαιτέρω συζήτησις, νὰ ἐπανέλθωμεν δ’ εἰς αὐτήν, ὅταν προσκομισθῶσιν ἐνταῦθα αἱ σχετικαὶ πληροφορίαι. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἔργον οὐ μόνον δικαιοσύνης ἀλλὰ καὶ εὐπρεπείας διὰ τὴν Βουλήν.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἕτερός τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου; Οὐδείς. Ὁ κ. Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος.
§35Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εὑρισκόμεθα, κύριοι Βουλευταί, δυστυχῶς πρὸ νέας σταφιδικῆς κρίσεως τῆς ὁποίας αἱ οἰκονομικαὶ συνέπειαι δὲν δύνανται νὰ λογισθῶσι. Τὸ μοναδικὸν προϊὸν ἡμῶν ὑποτιμᾶται ὁσημέραι, τῆς τιμῆς αὐτοῦ κατελθούσης πολὺ κάτω τοῦ τελευταίου ὅρου τοῦ καθωρισμένου ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Προνομιούχου ἑταιρείας. Αἱ ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι τῶν σταφιδοπαραγωγῶν ἀλλὰ καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αὐτῶν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου ἀναγκάζουσι τούτους λόγῳ τῆς παντελοῦς ἀπραξίας τοῦ ἐμπορίου νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὴν ἐπικουρίαν τῆς Προνομιούχου καὶ αἱ ἀποθῆκαι αὐτῆς ἀπέβησαν τὸ μόνον καταφύγιον αὐτῶν. Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως ἀνεκινήθη τελευταῖον ἐν τῷ ἐπαρχιακῷ τύπῳ τὸ ἄλλοτε ὡς ἰδέα ῥιφθὲν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κορινθίας βουλευτοῦ κ. Πετρίδου μέτρον τῆς μερικῆς ἐκριζώσεως τῶν σταφιδαμπέλων ὑποστηριχθὲν τότε καὶ ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ ἤρξατο τὸ ζήτημα τοῦτο συζητούμενον ἐν τῷ ἐπαρχιακῷ τύπῳ ἐν εὐρύτητι. Εὑρισκόμενοι πρὸ γενικῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους ἀλλὰ καὶ συγχρόνως ἀναλήψεως βαρυτάτων ὑποχρεώσεων, λόγῳ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐκλήθημεν ν’ ἀκολουθήσωμεν, νομίζω ὅτι ὑποχρεούμεθα νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῆς παραγωγῆς ταύτης, ἥτις ἀποτελεῖ τὸν κυριώτερον συντελεστὴν οὐ μόνον τῆς οἰκονομικῆς εὐρωστίας τῆς χώρας ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐπὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τὴν ἄμεσον τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίᾳ δὲ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις καταλέγεται μεταξὺ τῶν ὀλίγων τῶν κατεχόντων ἐν πάσῃ εὐρύτητι τὸ σταφιδικὸν ζήτημα. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω προκειμένου περὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος. Ἤδη θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν φάκελον τῆς γενομένης δημοπρασίας πρὸς ἀνακαίνισιν τῆς ὁδοῦ Ἀνεμοχωρίου–Κρεστένων, διότι ἐκ τῆς καταθέσεως τοῦ φακέλου τούτου θὰ πεισθῇ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων ἔργων δυστυχῶς καὶ εἰς πολλὰ ζητήματα ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δὲν ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της καὶ διὰ τοῦτο ὀφείλω νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον κανονίζον τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων ἔργων ἐπὶ τὰ βελτίω, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ γίνῃ.
§36Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει νὰ παρακληθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, νὰ θελήσῃ νὰ ὑποβάλῃ τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. Πρῶτον νομοσχέδιον «περὶ ἐκτελέσεως», δεύτερον νομοσχέδιον «περὶ λήξεως τῶν συναλλαγματικῶν», τρίτον νομοσχέδιον «περὶ ὑποθηκῶν» καὶ τέταρτον νομοσχέδιον «περὶ πτωχεύσεως». Πρὸς τούτοις νὰ παρακληθῇ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως εὐαρεστηθῇ εἰς μίαν τῶν προσεχῶν συνεδριάσεων νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν τὴν πρότασιν νόμου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Παπαμιχαλοπούλου «περὶ κυριακῆς ἀργίας».
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§38Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Ἐκ τῶν ἐν λόγῳ νομοσχεδίων, κ. Πρόεδρε, τὸ περὶ ἐκτελέσεως εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὡς γνωρίζω, καὶ εἶναι ἀρτιώτατον, ὡς συνταχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ψαρᾶ. Τὰ ἕτερα νομοσχέδια ἔχουσι παραδοθῆ ἢ πρόκειται νὰ παραδοθῶσιν ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ συλλόγου.
§39Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἔχουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν.
§40Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Ἄλλοτε ἴσως, τώρα ὅμως ὄχι. Εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἀποδίδεται μεγάλη σημασία καὶ πιστεύεται, ὅτι ταῦτα γινόμενα νόμοι τοῦ Κράτους θέλουσιν ἐξασφαλίσει τὰ κεφάλαια καὶ συνεπῶς θέλει ἐμπεδωθῇ ἡ δημοσία πίστις, ἥτις ἤδη διατρέχει κρίσιν, ἡ ὁποία ἐπαπειλεῖ κινδύνους διὰ τὸ ἐμπόριον. Εἶναι καιρός, νομίζω, ἡ Βουλὴ ν’ ἀσχοληθῇ καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸ ἐμπόριον καὶ τὸν λαόν. Ἀρκετὰ ἠσχολήθημεν φορολογοῦντες τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ δὲν πράττομεν ἄλλο τι παρὰ νὰ ἐξακολουθῶμεν ψηφίζοντες φορολογικὰ νομοσχέδια. Φρονῶ, ὅτι εἶναι πλέον καιρός, ὅπως τὸ ὑπόλοιπον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καταναλωθῇ εἰς λῆψιν μέτρων ὑπὲρ τοῦ λαοῦ.
§41Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εὐχαρίστως θὰ φέρω τὰ νομοσχέδια ταῦτα, διότι εἶναι χρήσιμα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυριακῆς ἀργίας», τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς ἡ Κυβέρνησις τὸ υἱοθέτησεν. Ἤδη τῇ ὑποδείξει τῆς Κυβερνήσεως ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἤθελον θεωρήσει ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, ἐὰν ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως τοῦ ἐν λόγῳ νομοσχεδίου ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον, εἰ δυνατόν, καὶ αὔριον νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως.
§42Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὖγε.
§43Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Νὰ προταχθῇ αὔριον πρῶτον.
§44Σ. ΠΟΛΥΖΩΗΣ. Νὰ προταχθῇ αὔριον, παρακαλῶ.
§45ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Καλὸν εἶναι, Κύριοι, νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν συντάξωμεν καὶ ὑποβάλωμεν τοῦτον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀκολούθως, ἐφ’ ὅσον θὰ διαρκέσῃ ἡ συζήτησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, θὰ ἔχωμεν καιρὸν νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπιψηφίσωμεν τὰ λοιπὰ νομοσχέδια. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ κυριακῆς ἀργίας, τὸ ὁποῖον, οὐδεμίαν συζήτησιν θὰ προκαλέσῃ, ὡς ἐλπίζω, θ’ ἀναγραφῇ μεταξὺ τῶν πρώτων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§46ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον. Μάλιστα.
§47Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ἡ πρότασις νόμου τοῦ κ. Μ. Στεφανίδου, κ. Πρόεδρε, τί ἔγινε;
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν θὰ σᾶς δώσω τὸν λόγον, διότι δὲν ἦσθε παρών, ὅτε ἔδωκα τὸν λόγον. Ὁ κ. Αἰγιαλείδης ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ἀναπτύξῃ πρότασιν νόμου, ἣν ὑπέβαλε σήμερον.
§49Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Πολλάκις κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τὴν κατάργησιν τοῦ ὁποίου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπηγγέλθη. Ὑπάρχει μάλιστα σχετικὴ πρότασις νόμου ἡ ὁποία ὡς ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τὸν ὁποῖον φέρει ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ψηφισθῇ, καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεως τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ ἐπιψηφιζομένη νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Ὑπάρχει ὅμως διάταξις ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ, ἡ τοῦ ἄρθρου 17, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ φόρος αὐτὸς ὁ καθ’ ἑαυτὸν ἐπαχθής, γίνεται ἐπαχθέστερος ὡς ἐκ τῆς ἀναγκαστικῆς ἐπιβολῆς μετὰ τοῦ δημοσίου φόρου καὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου. Τὸ ἄρθρον 17 τοῦ ἰσχύοντος νόμου λέγει· «ἐπιβάλλεται καὶ εἰσπράττεται δημόσιος φόρος μετὰ τοῦ δημοτικοῦ»· ὡς ἐκ τούτου ἡ ὑπηρεσία ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἐθεώρησε τὴν διάταξιν ταύτην ἐπιτακτικήν, καὶ εἴτε θέλει ὁ δῆμος εἴτε δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ περιπλέον ἐσόδου ἐκ τοῦ φόρου τούτου, ὑποχρεωτικῶς ἐπιβάλλει αὐτὸν εἰς τοὺς δημότας καὶ τὸν εἰσπράττει. Κατήντησε τοιουτοτρόπως εἰς δήμους τινὰς ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων νὰ γίνῃ ἐπαχθέστατος, νὰ φθάσῃ εἰς 90 δραχμάς, καὶ οἱ ἄνθρωποι, μὴ δυνάμενοι ν’ ἀνθέξωσιν εἰς τοιαύτην καταβολὴν φόρου, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐξεποίησαν ὅλα τὰ ἀροτριῶντα καὶ ἕνεκα τούτου μένουσι τὰ κτήματα ἀκαλλιέργητα. Τοιοῦτό τι συμβαίνει ἰδίως εἰς δήμους τινὰς τῆς ἐπαρχίας Σκοπέλου ὅπου δὲν ὑπάρχουσι πλέον ἀροτριῶντα κτήνη διὰ ν’ ἀροτριῶσι καὶ καλλιεργῶσιν οἱ ἄνθρωποι τοὺς ἐλαιῶνας καὶ τὰ ἄλλα κτήματα, ὄχι τὰ πρὸς σπορὰν καὶ καλλιέργειαν δημητριακῶν καρπῶν. Καὶ ἐζήτησαν μὲν οἱ δῆμοι οὗτοι πρὸς ἐλάφρυνσιν τῶν γεωργῶν νὰ μὴ εἰσπράττηται καὶ δημοτικὸς ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων φόρος, ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς ἐπιτακτικῆς διατάξεως τοῦ νόμου δὲν ἐπέτυχον τούτου. Διὰ τοῦτο συνέταξα καὶ ὑποβάλλω πρότασιν νόμου τροποποιοῦσαν τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νόμου περὶ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὡς ἑξῆς· «δὲν ἐπιβάλλεται οὐδὲ εἰσπράττεται δημοτικὸς φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ἐν δήμῳ τινι ἂν δὲν ζητηθῇ τοῦτο διὰ ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἐγκρινομένου ὑπὸ τοῦ νομάρχου». Νομίζω ὅτι τὸ δημόσιον συμφέρον οὐδόλως ἐκ τούτου παραβλάπτεται, ὠφελεῖται ὅμως τῶν δήμων τούτων ἡ παραγωγὴ εἰς τὴν ὁποίαν θέλουσι παρασχεθῆ τοιουτοτρόπως τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας. Θὰ παρακαλέσω ὅθεν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συναινέσῃ ὅπως ἡ πρότασις αὕτη προταχθῇ καὶ ψηφισθῇ, ἀφοῦ δὲν θὰ προκαλέσῃ οὐδεμίαν συζήτησιν, ἵνα ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ψηφισθῇ ἡ κατάργησις ὁλοσχερῶς τοῦ δημοσίου φόρου, ἥτις κατάργησις συνεπάγεται καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ δημοτικοῦ φόρου, τοὐλάχιστον ἐλαφρυνθῶσι κατὰ τεσσαράκοντα ἕως ἑξήκοντα δραχμὰς τὰ ἀροτριῶντα κτήνη ἀπὸ τοῦ δημοτικοῦ φόρου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπαχθέστατος.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαναρᾶς ἔχει τὸν λόγον περὶ τελωνοφυλακῆς.
§51Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Ὀλίγα σχετικά.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον περὶ τελωνοφυλακῆς δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
§53Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Δικαιοῦμαι νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Πρό τινος καιροῦ ὑπεβλήθη πρότασις ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Καρυστίας κ. Μ. Στεφανίδου «περὶ ἀκατασχέτου τῶν ἐπίπλων».
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπέβαλε περὶ τούτου νομοσχέδιον· ὥστε περὶ τελωνοφυλακῆς θὰ ὁμιλήσητε.
§55Γ. ΛΑΝΑΡΑΣ. Πάντες ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς τελωνοφυλακῆς περιέπεσε σχεδὸν εἰς ἀχρηστίαν. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς κατὰ πολὺ συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Καὶ εἶναι ἐπίσης γνωστὸν, ὅτι αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις μέχρι σήμερον ὑπέβαλλον πολλάκις νομοθετήματα, ὅπως ὀργανώσωσι καὶ βελτιώσωσι τὸν θεσμὸν τοῦτον. Δυστυχῶς ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως τῶν ὑποβαλλόντων τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἐτελεσφόρησε κατ’ οὐδὲν τὸ νομοθέτημα. Ἐκ τῆς Κυβερνήσεως τῆς παρούσης, ἥτις πολλὰ ἐπηγγέλθη καὶ πολλοὺς κλάδους ἠθέλησε ν’ ἀναμορφώσῃ, ἀνεμένομεν, ὅτι πάντως ἤθελε φροντίσει περὶ αὐτοῦ τοῦ κλάδου τῆς τελωνοφυλακῆς παρὰ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος ὠφελεῖται πάρα πολλὰ καὶ ἤδη ἐκ τῆς μὴ βελτιώσεως τοῦ κλάδου τούτου ἐπέρχεται ζημία ἀνυπολόγιστος. Δυστυχῶς μέχρι σήμερον, καίτοι ὑπεβλήθησαν νομοσχέδια ἀπαιτοῦντα σοβαρὰν ἐργασίαν, δὲν εἶδον μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων τούτων οὔτε ἓν προνοοῦν περὶ τῆς βελτιώσεως καὶ ὀργανώσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς τελωνοφυλακῆς. Ἠναγκάσθην νὰ προβῶ, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι εἶδον τελευταίως μίαν ἐγκύκλιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῆς ὁποίας προκηρύσσεται διαγωνισμὸς πρὸς κατάληψιν ἓξ θέσεων δεκαρχῶν. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· νομίζει ὅτι διὰ τῆς προαγωγῆς καὶ συμπληρώσεως τῶν ἓξ δεκαρχῶν ἐκπληροῦται ὁ προορισμὸς τῆς τελωνοφυλακῆς; Νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι μόνον αὐτὸ τὸ κενὸν ὑπάρχει ἐν τῇ τελωνοφυλακῇ; Δὲν ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ σῶμα τῆς τελωνοφυλακῆς κατὰ 80%, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐξέλιπεν ἐντελῶς, ὅτι ἄλλοτε ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀχρήστους καὶ ἀνικάνους καὶ ἄλλοτε ἀπὸ ἀμαθεῖς καὶ ὅτι οὐδένα προορισμὸν ἔχει καὶ ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ τίμιοι καὶ ἱκανοὶ τῶν τελωνοφυλάκων ἐκσφενδονίζονται ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλον ἄκρον χωρὶς οὐδεμίαν ἐλπίδα βελτιώσεως νὰ ἔχωσι, χωρὶς οὐδεμίαν ἐλπίδα προαγωγῆς νὰ ἔχωσι; Καὶ δύναται ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις νὰ στηρίξῃ τὸ Δημόσιον πεποίθησιν ἐπὶ τῶν δημοσίων ἐσόδων, δύνανται ἐν τοιαύτῃ καταστάσει νὰ μὴ λειτουργῶσιν ἀκόπως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιτηρήσεως τὰ λαθρεμπόρια, τὰ ὁποῖα κατέκλυσαν τὴν Ἑλλάδα; Καὶ δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις μία συστηματικὴ μελέτη περὶ βελτιώσεως καὶ ὀργανώσεως τοῦ κλάδου τούτου; Τὰς ἀπορίας ταύτας ἐλπίζω ὅτι θέλει λάβει ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τοὐλάχιστον νὰ εὐαρεστηθῇ ν’ ἀπαντήσῃ κατὰ πόσον δύναται νὰ βελτιωθῇ ὁ θεσμὸς οὗτος τῆς τελωνοφυλακῆς διὰ τῆς προαγωγῆς τῶν ἐξ δεκαρχῶν. Ἐὰν δὲν ἀπαντήσῃ, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δευτερολογήσω.
§56ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ ν’ ἀπαλλάξω τοῦ κόπου τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Βόλου, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νομοσχέδιον «περὶ ἀστυνομίας ἐμμέσων φόρων», 2ον) νομοσχέδιον «περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ καταδίκης καὶ περὶ πολιτικῆς εὐθύνης».
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ὅρα Παράρτ. Ἐφ. Συζ. Βουλῆς, ἀριθ. 322–323).
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ἰ. Στεφανόπουλος καὶ Γρ. Φούφας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ὁ βουλευτὴς Παξῶν κ. Σ. Βελλιανίτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ νόμου ΑΧΜʹ καὶ τῶν περὶ ναυτικῶν προβιβασμῶν νόμων». Ἐπὶ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου ὑποβάλλουσι τροπολογίαν οἱ κύριοι Ἀθ. Μιαούλης, Ἰ. Μπούμπουλης καὶ Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς. Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καραϊσκάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΡΓʹ (3110) τῆς 28 Ἰουνίου 1908». Πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων, πειθαρχίας καὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Νομαρχιῶν καὶ τῶν Ἀρχειοφυλακείων». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 324–327). Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἑπομένως εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὁ κ. Ἰ. Κρεστενίτης ἔχει τὸν λόγον.
§59ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχω τὸν λόγον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ ὁ κ. Ἀλ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§61Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῶσιν, ἵνα προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀναγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει «περὶ ἀνανεώσεως ἐγγραφῆς φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου», τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἓν μόνον ἄρθρον, καὶ οὐδεμίαν θὰ προκαλέσῃ ἀντίρρησιν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὸ ποῖον ἀριθμὸν φέρεται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει;
§63Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὑπ’ ἀριθμὸν 12. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν οὔτε ἐπὶ δύο λεπτὰ τῆς ὥρας καὶ τοιουτοτρόπως ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν δύναται νὰ καταρτισθῇ καὶ νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Τοῦτο ὄχι μόνον τοὺς μὴ δυνηθέντας ν’ ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφάς των φοιτητὰς θὰ ὠφελήσῃ ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀρκετὸν θὰ προσπορίσῃ χρῆμα. Νομίζω, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἰς τοῦτο οὐδεμία θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις.
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ προταχθῇ.
§66Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη, κ. Πρόεδρε, ὑπ’ ἐμοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ ἐξ Ἠλείας συναδέλφου μου κ. Γρ. Φούρκα νομοσχέδιον θεραπεῦον μίαν ἀνάγκην καὶ πληροῦν κενόν, τὸ ὁποῖον θὰ παραχθῇ πάντως ἐκ τῆς καταργήσεως Εἰρηνοδικείων τινῶν τοῦ Κράτους. Δυνάμει τοῦ ἄρτι ψηφισθέντος νόμου, ὡς γνωστόν, μέχρι τοῦδε ἐν ταῖς πλείσταις περιφερείαις τῶν Εἰρηνοδικείων ὧν ἐπίκειται ἡ κατάργησις τὰ καθήκοντα τοῦ ὑποθηκοφύλακος καὶ τοῦ φύλακος μεταγραφῶν εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἡ ἐργασία αὐτὴ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ὑποθηκῶν καὶ τῆς μεταγραφῆς τῶν συμβολαίων θέλει πολὺ ἀπασχολήσει τοὺς ἰδιώτας, ἂν ὦσιν ὑποχρεωμένοι ἐν τῷ μέλλοντι νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τῆς κατοικίας των εἰς ἀπώτερα σημεῖα διὰ νὰ εὕρωσι τὸν εἰρηνοδίκην ἢ ὑποθηκοφύλακα, ἐκτὸς δὲ τούτου θὰ θέσωσιν εἰς μέγιστον κίνδυνον καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ τῆς συντάξεως δικαστικῶν συμβολαίων συνιστώντων ὑποθήκας καὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ὑποθηκῶν θὰ μεσολαβήσῃ χρόνος ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ ὁποίου ὁ κακῆς πίστεως ὀφειλέτης εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς ἑτέραν μεταβίβασιν. Τοῦτ’ αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ καὶ προκειμένου περὶ μεταγραφῆς. Ἀλλὰ κυρίως ἐπὶ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ὑποθηκῶν δύνανται νὰ συμβῶσι πολλὰ τὰ ἔκτροπα. Διὰ τοῦτο μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἠλείας συναδέλφου μου ὑπεβάλομεν πρότασιν διὰ τῆς ὁποίας προτείνομεν ὅπως ἐν ταῖς ἕδραις τῶν καταργηθέντων Εἰρηνοδικείων ἀνατεθῶσι τὰ καθήκοντα τῶν ὑποθηκοφυλάκων εἰς τοὺς συμβολαιογράφους, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι τοιοῦτοι καὶ δὲν ὑπάρχουσιν εἰδικοὶ ὑποθηκοφύλακες. Νομίζω ὅτι τὰ καθήκοντα τῶν ὑποθηκοφυλάκων καὶ τῶν συμβολαιογράφων εἶναι λίαν συμφυῆ, νομίζω δ’ ὅτι αἱ ἐγγυήσεις αἱ ὁποῖαι παρέχουσι τὰ προσόντα καὶ αἱ προϋποθέσεις τῶν νόμων καθ’ ἃς διορίζεταί τις συμβολαιογράφος, εἶναι ἐπαρκεῖς, ὅπως ἐκτελῇ χρέη ὑποθηκοφύλακος. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, διότι, καίτοι ἀπὸ 15 ἡμερῶν ὑπεβλήθη, ἐν τούτοις δὲν ἔχει ἀναγραφῆ, ἵνα ἀποφανθῇ ἡ Βουλή, καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι δὲν θὰ τὸ εὕρῃ ἀποκρουστέον, διότι θὰ χρησιμεύσῃ πολὺ ὅπως διευκολύνῃ τὰς συναλλαγάς.
§67Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ περιέλθῃ εἰς δυσχέρειαν ἡ Κυβέρνησις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ, ὡς ἐκ τῆς ἀθρόας ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ συστήσω εἰς τὴν κρίσιν αὐτῆς, ὅπως συγκεντρώσῃ τὰ νομοθετήματα τὰ ἀπαραιτήτως συνδεόμενα μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν ἵνα ταῦτα ψηφισθῶσι, διότι καθὼς συντάσσεται ἡ Ἡμερησία Διάταξις προτάσσονται νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσωσι μακρὰς συζητήσεις· θὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὰς ἑορτὰς καὶ ἀμφιβάλλω ἂν θὰ ψηφισθῶσι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σοβαρῶς βλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ κανονισθῇ τὸ πρᾶγμα οὕτως ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν δυσχέρειαν ταύτην.
§68Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι θὰ προταχθῶσιν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει πάντα τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σχετίζονται μὲ τὸν Προϋπολογισμόν. Μέχρις ὅτου συνταχθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κρίσιν καὶ ψήφισιν τῆς Βουλῆς, θὰ προσπαθήσωμεν νὰ ψηφίσωμεν καὶ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ θὰ θεωρήσῃ μᾶλλον ἐπείγοντα καὶ μᾶλλον συμφέροντα.
§69Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πρὸ καιροῦ, κύριε Πρόεδρε, ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ἀτμοπλοίου «Ἀθηνῶν» ταχυδρομικὴ σύμβασις, συνετάχθη δὲ καὶ τὸ κυροῦν αὐτὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀκόμη δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολήν, συγχρόνως δὲ παρακαλῶ, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ὅπως ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ κυροῦντα τοιαύτας συμβάσεις ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ὥστε τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 12 προτάσσεται. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνανεώσεως ἐγγραφῆς τῶν φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΡΙʹ (3110) νόμου τῆς 28 Μαΐου 1906». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.) Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται.)
§71Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Διὰ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας μου, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως τροποποιήσῃ τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἑξῆς· ἐν τέλει αὐτοῦ νὰ προσθέσῃ τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία προνοεῖ ὅπως οἱ προβιβασμοὶ οἱ ἐνεργούμενοι δυνάμει τοῦ νόμου ᾼΣΛϚʹ οἱ κατὰ Ἰούλιον τοιοῦτοι ἐνεργῶνται πάντοτε πρὸ τῆς κατὰ Ἰούλιον ἐξόδου τῶν μαθητῶν τῆς σχολῆς τῶν Εὐελπίδων καὶ Ὑπαξιωματικῶν. Τοῦτο ἐτηρήθη πάντοτε, εἶναι δὲ δίκαιον, διότι οἱ διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου προαγόμενοι φθάνουσι μέχρι τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολοχαγοῦ καὶ συνεπῶς δὲν παρακωλύουσι τὴν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν προαγωγὴν τῶν ἐκ τῶν σχολῶν τῶν Εὐελπίδων καὶ Ὑπαξιωματικῶν ἐξερχομένων ἀξιωματικῶν. Ἐπειδὴ δυνάμει τοῦ προγενεστέρου νόμου δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ τούτου, ἐφέτος δὲ δὲν ἐνηργήθησαν τοιοῦτοι προβιβασμοί, ἐπειδὴ δὲ συμπίπτει ἡ ἔξοδος τῶν μαθητῶν ἐκ τῶν σχολῶν μὲ τοὺς κατὰ Ἰούλιον προβιβασμούς, διὰ τοῦτο, ἵνα μὴ προτιμῶνται οὗτοι, ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καραϊσκάκη (ἀναγινώσκει)· «Εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος· «μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐκ τῶν προβιβασμῶν τῶν διὰ τοῦ ἀνωτέρω νόμου ᾼΣΛϚʹ ἐνεργουμένων οἱ κατὰ μῆνα Ἰούλιον ἐνεργούμενοι τοιοῦτοι γίγνονται πάντοτε πρὸ τοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἐκ τῶν στρατιωτικῶν Σχολείων Εὐελπίδων καὶ Ὑπαξιωματικῶν ἐξερχομένων μαθητῶν».
§73Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ γίνῃ δεκτή.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Καραϊσκάκη. (Ψηφίζεται ὡς ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§75Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει)· «Αἱ χηρεύουσαι γενικαὶ θέσεις ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν δὲν πληροῦνται διὰ προβιβασμοῦ ἐφ’ ὅσον οἱ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ͵ΓΡΞΖʹ (3167) τῆς 11 Ἰουλίου 1906 νόμου δικαιούμενοι νὰ καταλάβωσιν αὐτὰς ὡς ἀρχαιότεροι κατὰ τὸν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ προβιβασμόν των δὲν ἔχουσι συμπληρώσει τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προβιβασμὸν χρόνον, συμφώνως τῷ νόμῳ ΧϚΕʹ τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1861».
§76Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκούσωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§77Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἀντιληφθῇ περὶ τίνος πρόκειται.
§78Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ν’ ἀναπτύξῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ὀλίγων τὴν τροπολογίαν του.
§79ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου.
§80Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ν’ ἀναβληθῇ;
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θ’ ἀναβληθῇ καὶ θὰ γίνῃ ἀνατύπωσις καὶ θὰ συζητήσωμεν κατ’ ἄρθρον.
§84Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 1 ἐψηφίσθη.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἀλλὰ δὲν ἔχει σημασίαν· θὰ συζητήσωμεν αὔριον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Λοιπὸν ἀνεβλήθη ἡ γʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀγορᾶς πολεμικῶν πλοίων καὶ ὑλικοῦ πολέμου καὶ περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς χρήσεως 1909».
§86Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον, κύριε Πρόεδρε, ἄνευ τῆς συμβάσεως, ἐνῷ εἴθισται μετὰ τῶν νομοσχεδίων νὰ διανέμηται καὶ ἡ σύμβασις. Πῶς θὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐν ἀρχῇ λέγει «κυροῦται ἡ δεῖνα σύμβασις χωρὶς νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν σύμβασιν;
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§88Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θέλω μίαν συμπληρωματικὴν πληροφορίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅπως αὔριον καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν—ἂν εἶναι εἰς θέσιν νὰ καταθέσῃ τοῦτο—τὸ πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀπεφασίσθη ἡ ἀγορὰ τοῦ θωρηκτοῦ καὶ τῶν τορπιλλοφόρων καὶ τὴν ἔκθεσιν τῆς κατὰ νόμον τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου γνωμοδοτικῆς ἐπιτροπῆς, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ κατάρτισις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὗ ἄνευ δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ σύναψις συμβάσεως. Παρακαλῶ ἐπίσης, ὅπως αὔριον δυνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπεξηγηματικῶς ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2, ἔχοντος τίτλον: «Διὰ τὴν ἀγορὰν τορπιλλοφόρων σκαφῶν καὶ πυρομαχικῶν», περὶ ποίου ἀριθμοῦ τορπιλλοφόρων σκαφῶν πρόκειται.
§89Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐπιτελείου περὶ τῆς πολεμικῆς ἀξίας τοῦ πλοίου «Ἀβέρωφ», καθὼς καὶ τῆς μειονοψηφίας. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συνταχθὲν συμβόλαιον μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ καταστήματος τῶν ἀδελφῶν Ὀρλάνδο.
§90Μ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τὴν σύμβασιν. Περὶ αὐτῆς πρόκειται.
§91Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Συμπληρωματικῶς, ἐπειδὴ ἐζητήθησαν πληροφορίαι, διὰ νὰ μὴ ἀναγκασθῶ αὔριον νὰ ζητήσω ἄλλας, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς, ἐὰν ὑπάρχωσιν εἰς τὰς ἁρμοδίους ὑπηρεσίας. Πρῶτον ἡ συμπλήρωσις αὐτή, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὸ Ναυτικὸν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, εἶναι ἡ ὁριστικὴ συμπλήρωσις τῶν ναυτικῶν ἡμῶν δυνάμεων; Ἐὰν δὲν εἶναι αὕτη ἡ ὁριστικὴ συμπλήρωσις ὑπάρχει μελέτη τῶν ἁρμοδίων, ἡ ὁποία ἐξετάζει γενικῶς τὰ τῆς ναυτικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας; Νὰ καταθέσῃ προσέτι ἐκτὸς αὐτῆς τῆς πληροφορίας καὶ τὴν ἑξῆς· ὑπάρχει μελέτη τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας ἀφορῶσα τὸ σκάφος, τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀγοράσωμεν ἀπὸ τὸν οἶκον Ὀρλάνδο ὡς καὶ μελέτη τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία σχετίζεται μὲ τὰ τορπιλλοφόρα, τὰ ὁποῖα ἀορίστως καὶ κατ’ ἀριθμὸν καὶ κατὰ ποιὸν ἀναφέρει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον; Διότι ὅλα αὐτὰ θὰ μᾶς εἶναι ἀναγκαῖα διὰ νὰ κρίνωμεν δίδοντες τὴν πίστωσιν τῶν 30,000,000, ἡ ὁποία ὁριστικῶς φαίνεται ὅτι βαρύνει τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ δαπάνην ἐτησίαν 2,000,000, ἐὰν πράγματι προβαίνωμεν εἰς τὴν ναυτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν, ἢ μήπως ταῦτα γενόμενα ἐσπευσμένως εἰς οὐδὲν θέλουσι μᾶς ὠφελήσει, ἐκτὸς πλέον καὶ ἂν ὑπάρχωσιν ἄλλοι λόγοι παρακωλύοντες ἡμᾶς πρὸς ἐπίτευξιν τῆς ναυτικῆς ὀργανώσεως, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἀνεξαιρέτως ἐπιθυμοῦμεν καὶ δι’ ἣν θέλομεν νὰ συντρέξωμεν τὴν Κυβέρνησιν.
§92Κ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ ἔγγραφα καὶ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ Βουλή, εἶναι εὔκολον νὰ κατατεθῶσι καὶ πρέπει βεβαίως νὰ κατατεθῶσι. Φρονῶ ὅμως ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ὀρθότερον ὅπως σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ κοινοβουλευτική, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ πάντα ταῦτα τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ φέρῃ τὰ συμπεράσματά της ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο προτείνω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ὅπως δεχθῇ αὐτό.
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§94Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, διότι τοῦτο ἀκριβῶς προετιθέμην νὰ προτείνω.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι κατήρτισα τὴν ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κυρίων Χ. Ἀσιμῆ, Δ. Βοκοτοπούλου, Σ. Βαφειαδάκη, Γ. Μπαλτατζῆ, Ἰ. Μπούμπουλη, Ἀθ. Μιαούλη, Π. Πρωτοπαπαδάκη, Λ. Ῥούφου Κανακάρη, Θ. Φαρμακοπούλου καὶ Ν. Χατζίσκου, ἡ ὁποία θὰ ἐξετάσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἀγορὰν τοῦ πλοίου. Ἀναβάλλεται οὕτως ἡ συζήτησις. Γʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους». Ὁ κ. Γαρουφαλλιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§96ΑΝΤ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Μετ’ ἀπορίας παρατηρῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν ἐχόντων γνώμην ἀντίθετον πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀντὶ νὰ προσπαθήσωσι ν’ ἀντλήσωσιν ἐπιχειρήματα πρὸς καταπολέμησιν αὐτοῦ ἐκ λόγων μᾶλλον οὐσιαστικῶν καὶ γενικωτέρας σημασίας, ὅπως οὕτω δυνηθῶσι καὶ ἀνατρέψωσι τὴν βάσιν αὐτοῦ, τοὐναντίον ἐστράφησαν καὶ περιωρίσθησαν εἰς τὸ νὰ ἐξεύρωσι τοιαῦτα εἰς λόγους ἀφορῶντας ὅλως ἐπουσιώδεις λεπτομερείας μὴ δυναμένας, ἐννοεῖται, νὰ καταστήσωσι ταῦτα ἱκανά, ὅπως συντελέσωσιν εἰς τὴν λογικὴν ἀναίρεσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς μὴ ἐπωφελοῦς καὶ μᾶλλον ἐπιζημίου. Ὅτι πλημμελὴς ἐστὶν ἡ τοιαύτη ἀντίληψις ἐπὶ τοῦ ζητήματος μαρτυρεῖ καὶ ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Ἰ. Μπακοπούλου καὶ Κ. Ἰ. Ἀγγελοπούλου —ἂν δὲν ἀπατῶμαι— τροπολογία περὶ ὑπαγωγῆς καὶ τῶν νομῶν Ἄρτης καὶ Ζακύνθου εἰς ἄλλας διοικητικὰς περιφερείας, ὅπερ κατ’ ἐμὲ καταδηλοῖ καὶ πλήρη σύγχυσιν καὶ ἀνακολουθίαν ἐν ταῖς σκέψεσι. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταί, ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἀδιαλλάκτων αὐτοῦ πολεμίων ὡς καλῶς ἔχον καὶ πληροῦν τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ ἐπιδιωκομένους ὅρους, ἐὰν καὶ πρὸς στιγμὴν ἤθελον ἐπιτευχθῆ καὶ ἡ συγχώνευσις τῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου δημιουργουμένων δύο μικρῶν διοικητικῶν περιφερειῶν μετ’ ἄλλων, ἤτοι τῶν νομῶν Ἄρτης καὶ Ζακύνθου, ὅπως ἀποτελέσωσι καὶ οὗτοι εὐρεῖαν περιφέρειαν, πρὸς ἄρσιν δῆθεν πάσης ἀνισότητος!
§97Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοὺς τοὺς δύο θὰ τοὺς ἔχωμεν ὡς δεῖγμα;
§98ΑΝΤ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, Κύριοι, πᾶς ἀγὼν καὶ πᾶσα ἀντίδρασις ἤθελον ἐκλίπει, τὸ ἔργον ἤθελε στεφθῇ ὑπὸ ἐπιτυχίας καὶ αἱ χαιρέκακοι διαθέσεις τῶν ἀντιφρονούντων ἀξιοτίμων συναδέλφων ἤθελον πληρέστατα ἱκανοποιηθῆ.
§99Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι κακὸς ἐγώ; (γέλωτες). Ὥστε εἶναι πλεονέκτημα ἡ κακία! Ἄς τὰ ἀκούσῃ ὁ κ. Θεοτόκης! (γέλωτες).
§100ΑΝΤ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἀντὶ οἱ ἀξιότιμοι καὶ ἀγαθοὶ συνάδελφοι νὰ αἰσθάνωνται ποιάν τινα ἀνακούφισιν, διότι ἔστω δύο διαμερίσματα τοῦ Κράτους, πολὺ μικρότερα κατά τε τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν πληθυσμὸν τῶν ἄλλων, θέλουσιν ἀποτελέσει ἰδίας αὐτοτελεῖς διοικήσεις καὶ θέλουσι συνεπῶς ἀπολαμβάνει τῶν ἐκ τούτων ἀγαθῶν ἀντιστρόφως ἀπαλλασσόμενα τοῦ ἐφιάλτου τῶν ἐκ τῆς εὐρείας ἐπικρεμαμένων καθ’ ὑμᾶς κινδύνων, καὶ ἀντὶ νὰ χαίρωσι, διότι συναντᾶται, ἐν μέρει ἔστω, ἡ γνώμη αὐτῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, γνώμη ἐκπεφρασμένη ὑπὲρ τῆς στενῆς, τοὐναντίον ἐξανίστανται διὰ τὴν ἐξαίρεσιν ταύτην, ἐπαναλαμβάνω, φερόμενοι ὅλως ἀσυνεπεῖς καὶ ἀνακόλουθοι πρὸς ἑαυτοὺς καὶ ὀχυρούμενοι πρὸ τοιούτου ὅλως ἀσθενοῦς ἐπιχειρήματος, ἵνα βάλλωσι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅλως ἀδεξίως καὶ ἀστόχως, καὶ ὅπερ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλει ἐξέλθει ἄθικτον καὶ ἀβλαβὲς ἐκ τοῦ ἀγῶνος. Γνωρίζετε πάντες, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅταν συντρέχωσιν ἰδιαίτεραι συνθῆκαι, εἴτε ἐκ λόγων γεωγραφικῶν εἴτε ἐκ λόγων ἱστορικῶν ἢ οἱασδήποτε ἄλλης φύσεως, ἐπιβάλλεται, ὅπως διαμέρισμά τι τοῦ Κράτους διατελοῦν ὑπὸ τοιαύτας ἐξαιρετικὰς συνθήκας ἀποτελέσῃ ἰδίαν αὐτοτελῆ διοίκησιν. Μεταξὺ τῶν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας διατελούντων διαμερισμάτων συγκαταλέγονται καὶ οἱ νομοὶ Ἄρτης καὶ Ζακύνθου. Οὐδενὸς ἐξ ὑμῶν δὲν πρέπει νὰ διαφεύγῃ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ διατήρησις τοῦ νομοῦ Ἄρτης ὡς αὐτοτελοῦς διοικήσεως, μέτρου ἀξιεπαίνου κυβερνητικῆς προνοίας, πληροῖ πρὸ παντὸς ἐθνικὴν ἀνάγκην.
§101Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μείνῃ ὁ νομός, ἀλλ’ ὄχι ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια.
§102ΑΝΤ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Δι’ αὐτὸ ἀδιαφορῶ. Ἐγὼ ἀμύνομαι ὅπως διατηρηθῇ ὡς αὐτοτελὴς διοίκησις ὁ νομὸς Ἄρτης. Ἂν θὰ ἀποτελέσῃ ἄλλην ἐκλογικὴν περιφέρειαν, δι’ αὐτὸ ἀδιαφορῶ.
§103Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε νὰ προσαρτηθῆτε εἰς τὸν Βάλτον!
§104ΑΝΤ. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἐγὼ ἀδιαφορῶ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ Ἄρτης εἶναι ἡ μόνη ὅμορος πόλις ἡ κειμένη ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν συνόρων, ἥτις λόγῳ τῆς θέσεως αὐτῆς χρήζει ἐξαιρετικῆς ἐπιτοπίου ἀνωτέρας διοικήσεως πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ἑκάστοτε ἀναφυομένων ζητημάτων ὡς ἐκ τῶν πολλαπλῶν σχέσεών της μετὰ τῆς ὁμόρου Ἐπικρατείας. Εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι ἡ περιφέρεια Ἄρτης ἀποτελεῖ τμῆμα τῆς ὑποδούλου Ἠπείρου καὶ δέον ὅπως ἡ συμπλήρωσις αὐτῆς ὡς περιφερείας διοικητικῆς ἀφεθῇ εἰς τὰς βουλὰς τοῦ Ὑψίστου καὶ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, ἀναμένουσα δὲ τὴν συμπλήρωσιν ταύτην δυνατὸν νὰ εἶναι σημεῖον διαμαρτυρίας καὶ νὰ συμβολίζῃ τὸν ἀκρωτηριασμὸν ὃν ὑπέστη ἡ Βερολίνιος συνθήκη ἐν τῇ σκληρᾷ καὶ τόσον ἀστόργῳ αὐτῆς ἐφαρμογῇ. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι αὐτὸ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς Πολιτείας ἐπιβάλλει τὴν διατήρησιν τοῦ νομοῦ Ἄρτης, ὡς αὐτοτελοῦς διοικήσεως, καὶ ἡ ὑποβληθεῖσα τροπολογία περὶ συγχωνεύσεως καὶ τοῦ νομοῦ τούτου ἀπαράδεκτος καὶ ἀπορριπτέα τυγχάνει.
§105Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ὑπεράσπισις τῶν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Βουλευτὴς Ἄρτης, ὑπῆρξεν ἀτυχής. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἓν οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ὅμως δύναται νὰ παρομοιασθῇ πρὸς τοὺς πύργους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατασκευάζουσιν οἱ παῖδες καὶ οἱ ὁποῖοι εἰς πρώτην πνοὴν τοῦ ἀνέμου καταρρίπτονται. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰσάγων τὸ νομοσχέδιον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους ὡμολόγησεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἰσαγάγῃ καλλίτερον, διότι δὲν ἐδόθη ὁ καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα παρασκευάσῃ τοιοῦτον. Ὑπάρχουσιν οἱ φρονοῦντες ὅτι διὰ τῆς εὐρύνσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ὁ ἐκλογεὺς ἢ μᾶλλον ὁ ἐκλέξιμος ἀπολυτροῦται ἀπὸ τὰ δεσμὰ τοῦ ἐκλογέως καὶ ἑπομένως αἱ Κυβερνήσεις ἀπολυτροῦνται ἀπὸ τὴν πίεσιν τῶν Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ προσπαθήσω νὰ πείσω ὅσους δὲν θέλουσι νὰ πεισθῶσι, διότι, ἂν δὲν κατορθώσω τοῦτο διὰ τῶν ὀλίγων, τὰ ὁποῖα λαμβάνω τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν, τοῦτο σημαίνει ὅτι οἱ ἀντιφρονοῦντες εἴτε ἐκ προκαταλήψεως εἴτε ἐκ προθέσεως εἴτε καὶ ἐκ συμφέροντος ἀντιφρονοῦσιν. Ἐφαρμόσθη δὶς τὸ σύστημα τῆς εὐρυτάτης ἐκλογικῆς περιφερείας καὶ αἱ συνέπειαι εἶναι γνωσταὶ ὄχι μόνον εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ οἱ χρηματίσαντες τότε κατεγίνοντο ἀπὸ πρωίας μέχρις ἑσπέρας εἰς τὸ νὰ συμβιβάζωσι τὰ διεστῶτα, διότι αἱ συγκρούσεις ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἀφ’ ἧς ἤρχιζον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἦταν ἀναπόφευκτοι· καὶ ἦσαν συγκρούσεις, κύριοι Βουλευταί, οὐχὶ διὰ προσωπικὰ ζητήματα, ἀλλὰ συγκρούσεις διὰ τὴν διοίκησιν τῶν ἐκλογῶν. Ὅταν ἔχωμεν μικρὰν περιφέρειαν, ὁ κακοσυνηθισμένος ἐκλογεὺς ἀποτείνεται πρὸς δύο Βουλευτάς, ἵνα ζητήσῃ ἔστω καὶ μίαν παράνομον αἴτησιν καί, ὅταν οἱ δύο οὗτοι Βουλευταὶ δὲν τείνωσιν εὐήκοον οὖς πρὸς αὐτόν, θὰ ἀναγκασθῇ νὰ ἡσυχάσῃ. Ἀλλά, ὅταν ἔχωμεν εὐρυτάτην περιφέρειαν, τί θὰ γίνῃ; Ἐὰν ὁ ἐκλογεὺς αὐτὸς δὲν εὕρῃ προθύμους τοὺς Βουλευτὰς τῆς μικρᾶς περιφερείας, θ’ ἀποταθῇ πρὸς τοὺς εἴκοσι τρεῖς τοῦ νομοῦ Ἀττικῆς καὶ θὰ εὕρῃ πάντως ἕνα ἐξ αὐτῶν πρόθυμον, ἵνα ὑπακούσῃ εἰς τὴν παράνομον ἀπαίτησίν του. Ἐὰν πρόκειται, κύριοι Βουλευταί, περὶ συνδυασμῶν μὴ ἀμιγῶν, ὅπως κατὰ τὸ πλεῖστον κατηρτίσθησαν οἱ συνδυασμοὶ διὰ τὰς προσεχεῖς βουλευτικὰς ἐκλογάς, καὶ τοῦτο γνωρίζουσι πάντες, ἡ συνέπεια θὰ εἶναι ὅτι ὁ ἐκλογεὺς δὲν θὰ ἐκδηλώσῃ τὸ πολιτικὸν αὑτοῦ φρόνημα, δὲν θὰ εἶναι ἠναγκασμένος, ὅταν θὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς κάλπης, νὰ ψηφίσῃ ὅλους τοὺς ὑποψηφίους τοὺς ἐν τῷ αὐτῷ συνδυασμῷ, ἀλλὰ τοὺς εἰς διάφορα ἀνήκοντας κόμματα, διότι αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἀνατροφὴν ἔλαβε.
§106Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν ἔχει πλέον τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ.
§107Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν ἔχει δυστυχῶς. Γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, τοὐλάχιστον εἰς τὰς ἀγροτικὰς περιφερείας. Ἑπομένως διὰ τοῦ καθιερουμένου ἐκλογικοῦ συστήματος, οὐχὶ βεβαίως νέου συστήματος, θὰ συμβῇ ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι ὁ ἐκλέξιμος θ’ ἀπαλλαγῇ τῆς ἐπιδράσεως τοῦ ἐκλογέως καὶ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ καταδείξῃ πραγματικῶς τὸ φρόνημα αὐτοῦ τὸ πολιτικὸν κατὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ εὑρεθῶσιν ἐν οἰκτρᾷ πλάνῃ.
§108Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δὲν πιστεύει κανεὶς αὐτό.
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκτὸς τῶν κυρίων ἀρχηγῶν.
§110Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι, ἂν οἱ ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων ἤθελον νὰ ἐγκατασταθῇ σύστημα ἐκλογικὸν νέον, ἐκφράζον τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ βελτιοῦν τὴν κατάστασιν, καὶ τὴν γνώμην ταύτην ἔχω ἐγώ, τότε θ’ ἀφήνετο τὸ καθεστὼς τὸ ἐκλογικὸν τὸ ἰσχῦον σήμερον, θὰ καθίστατο ἐπιτροπὴ ἐκ προσώπων δυναμένων νὰ συνεισφέρωσι τὰς γνώμας αὐτῶν, ὅπως καταρτισθῇ νομοσχέδιον καὶ καταρτισθῇ νόμος ἐγκαινίζων τὰ ἐκλογικὰ διαμερίσματα τὰ ἑκατὸν πεντήκοντα μὲ τὸ ἑνιαῖον κατ’ ἀνάγκην τῆς ψήφου. Τότε, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἔχητε ἁγνὸν καὶ πραγματικὸν τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων· τότε θὰ ἔχητε Βουλευτὰς ἀνεξαρτήτους καὶ ἀνεπηρεάστους ἀπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῶν ἐκλογέων καὶ ἑπομένως τοὺς Ὑπουργοὺς ἀνεπηρεάστους ἀπὸ τῶν Βουλευτῶν. Ἀλλά, Κύριοι, γνωρίζετε πάντες, ὅσοι πολιτεύεσθε ἀπὸ μακροῦ χρόνου, ὁποῖον μαρτύριον ὑφίστανται οἱ Βουλευταὶ οἱ κυβερνητικοὶ καὶ ἐν τῇ μικρᾷ περιφερείᾳ· ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς κυβερνητικὸς Βουλευτὴς ἐλάμβανον καθ’ ἡμέραν ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου 25–35 ἐπιστολάς. Ὅτε καθιερώθη τὸ σύστημα τὸ κρατοῦν τῆς σχετικῶς εὐρείας περιφερείας, τί ἐγένετο; Ἐγὼ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Τριφυλίας ἀφ’ ἧς εἰσήλθομεν εἰς τὴν Βουλὴν διετελοῦμεν ἐν πλήρει ὁμονοίᾳ, ὅτε ὅμως ἐγένετο ὁ νόμος ὁ ἰσχύων τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας, διῃρέθημεν, καὶ οἱ φίλοι καὶ ἀντίπαλοι τοῦ κ. Πονηροπούλου, ὅτε δὲν εὕρισκον αὐτὸν πρόθυμον εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων αὐτῶν, διότι ἡ συναλλαγὴ βεβαίως εἶναι ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν ταπεινῶν συμφερόντων τοῦ ἀτόμου, — ἡ κοινὴ συναλλαγή, διότι ὑπάρχει μία διαστολὴ ἐν τῇ συναλλαγῇ, καθόσον ὑπάρχουσι καὶ συμφέροντα τοῦ ἀτόμου, τὰ ὁποῖα ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ὁ Βουλευτής, λόγῳ τῆς ἀτελείας τῶν ὑπηρεσιῶν ἐν Ἑλλάδι, νὰ προασπίζῃ —, λοιπὸν λέγω ὅτι ἦλθον εἰς διάστασιν μὲ τὸν φίλον μου Βουλευτὴν ἐκ Τριφυλίας, διότι πολλοὶ τῶν φίλων του καὶ ἀντιπάλων του προσέφευγον πρὸς ἐμέ, ζητοῦντες τὴν ἐπικουρίαν μου, πολλοὶ δὲ συγχρόνως ἐκ τῶν συνεπαρχιωτῶν μου προσέφευγον πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Τριφυλίας, ζητοῦντες τὴν ἐπικουρίαν του. Ἀλλ’ ὅτε καθιερώθη ἡ εὐρυτέρα ἐκλογικὴ περιφέρεια, ἐγὼ λαμβάνω ἄνω τῶν 50 ἐπιστολῶν τὴν ἡμέραν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· εἷς Βουλευτής, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος τοὐλάχιστον ν’ ἀποσφραγίζῃ 30–40 ἐπιστολὰς τὴν πρωίαν, νὰ ἀναγινώσκῃ αὐτάς, νὰ λαμβάνῃ σημειώσεις ἐπὶ τούτων, ἵνα προστατεύῃ πολλὰ νόμιμα συμφέροντα τῶν συμπολιτῶν του, πότε θὰ λάβῃ τὸν καιρὸν ἵνα μελετᾷ καὶ ισφέρη τὰ φῶτα αὑτοῦ εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς; Ἀλλ’ ἐὰν τοὐλάχιστον διὰ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας κατωρθοῦτο ὥστε νὰ μὴ γίνωσιν οἱ συνδυασμοί, τότε καὶ ἐγὼ βεβαίως θὰ ἔλεγον μεθ’ ὑμῶν ὅτι ἔχετε δίκαιον, καὶ ἡμεῖς οἱ ἀντιφρονοῦντες εὑρισκόμεθα ἐν τῇ πλάνῃ. Ἀλλά, διὰ νὰ εἰσέλθητε εἰς ἕνα συνδυασμόν, ἔχετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ θεραπεύσητε τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς νομίμους, ἀλλὰ καὶ τὰς παρανόμους ἐνίοτε, τῶν συμπολιτῶν σας, διότι πρέπει νὰ καλλιεργήσῃ τις ἐπιρροὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ του· εἶναι τοῦτο ἀληθὲς ἢ ὄχι; Διότι, ἂν δὲν θέλητε νὰ καλλιεργήσητε ἐπιρροὴν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ σας, δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ συμμετάσχητε εἰς τὸν συνδυασμόν. Ἐγὼ θὰ καταλήξω εἰς μίαν πρότασιν, καί, ἂν εἰλικρινῶς ποθῆτε τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς πιέσεως τοῦ ἐκλογέως ἀπὸ τοῦ Βουλευτοῦ καὶ τὴν λύσιν παντὸς δεσμοῦ τοῦ Βουλευτοῦ ἀπὸ τῶν Κυβερνήσεων, τότε θὰ δεχθῆτε τὴν πρότασίν μου. Λοιπόν, διατί ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια, κ. Βουλευταί, θὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν; Μήπως πρόκειται διὰ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας νὰ ἐξοβελισθῇ ὁ κομματάρχης; Οὐχὶ βεβαίως. Ὁ κομματάρχης, κ. Βουλευταί, θὰ ἐνισχυθῇ, διότι, ἂν δὲν περιποιηθῆτε τὰς ἀξιώσεις τοῦ κομματάρχου, δὲν θὰ ἔχητε στήριγμα νὰ στηριχθῆτε, ἵνα ἀποτελέσητε μέλος τοῦ συνδυασμοῦ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας. Ὑπάρχουσι βεβαίως οἱ ἀντιφρονοῦντες καὶ ὑπάρχουσιν ἀντιφρονοῦντες πρὸ πάντων οἱ ἐκλεγόμενοι ἐν ταῖς νήσοις καὶ δὴ εἰς τὰς Κυκλάδας· διότι λέγουσιν, ὅτι μὲ τὸ σύστημα τῆς μικρᾶς περιφερείας εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ δαπανῶμεν, ἐνῷ διὰ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας θ’ ἀπαλλαχθῶμεν ἀπὸ τὸ βάρος τούτου· αὐτὸ τοὐλάχιστον τὸ ἐπιχείρημα ἀνέγνωσα σήμερον εἰς μίαν ἐφημερίδα, εἰς τὴν «Ἑστίαν», καὶ ὑποθέτω ὅτι κατ’ εἰσήγησιν ἐγράφη. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε· ἂν οἱ κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἦσαν πρόθυμοι νὰ δίδωσι, νομίζετε ὅτι θὰ ὑπῆρχον ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξηκολούθουν νὰ ζητῶσι; Βεβαίως ὑπάρχουσιν εἰς ὡρισμένα ἐκλογικὰ διαμερίσματα, εὐτυχῶς, γεννηθέντες εὔποροι, καὶ ἐκεῖνοι διὰ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον δαπανῶσιν, ἀλλά, ὅταν θέλωσιν αὐτοὶ νὰ γίνωσι Βουλευταὶ καὶ δαπανῶσι, θέλομεν μὲ τοῦτο νὰ παραστήσωμεν ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον τόσας παρουσιάζει ἀτελείας, ὡς τὸ μόνον φάρμακον, τὴν μόνην πανάκειαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα; Οἱ κύριοι Βουλευταὶ βιάζονται ν’ ἀκούσωσι τὸ σύστημά μου. Ἀλλ’ εἶπον πρότερον ὅτι πρόκειται περὶ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἁπλῶς ἔθιξα καὶ εἶδον, ὅτι σχεδὸν ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐπεκρότησεν αὐτό. Καὶ λέγω, Κύριοι, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶχε τὸν χρόνον νὰ παρασκευάσῃ σύστημα τέλειον καὶ ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τῆς καταργήσεως τῶν νομῶν καὶ τῆς συγχρόνου εὐρύνσεως τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἂς ἀναμείνῃ μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ κατορθώσῃ οὐχὶ μόνη ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ τῇ συνδρομῇ πεφωτισμένων καὶ εἰδικῶν ἀνδρῶν νὰ μελετήσῃ τὸ σύστημα τῶν 150 διαμερισμάτων ἐλαττώνουσα συγχρόνως καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν καὶ καθιεροῦσα τὸ ἑνιαῖον τῆς ψήφου. Βεβαίως ὑπάρχουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὅσοι δὲν ἔχουσι συμφέρον εἰς τοῦτο. Ἂν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε ἐμέ, μοὶ συμφέρει καλλίτερον τὸ καθιερούμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου σύστημα, διότι γνωρίζετε, ὅτι εἶμαι εἷς πολὺ μέγας κεφαλαιοῦχος κομματικῶς, ἀλλά, κύριοι Βουλευταί, δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν πειράματα κατ’ ἔτος ἢ κατὰ μικρὰς ἐποχάς, διότι τὰ πειράματα ταῦτα δὲν ὠφελοῦσιν· ἂν θέλωμεν εἰλικρινῶς νὰ βελτιώσωμεν τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον, πρέπει ν’ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὸ διὰ τοῦ συστήματος τῶν 150 διαμερισμάτων μὲ ἕνα Βουλευτήν· διότι, κύριοι Βουλευταί, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχεται εἰς 3.000.000, ἕνα Βουλευτὴν θέλουσιν ἐκλέγει 20.000 κάτοικοι. Δὲν εὑρίσκετε τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἐπαρκῆ, ὥστε νὰ δίδῃ ἕνα Βουλευτὴν καὶ δὲν φρονεῖτε, ὅτι τότε καὶ οἱ μένοντες ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἢ μὴ ἐξ ἐπαγγέλματος πολιτευόμενοι θὰ δύνανται νὰ ἐκθέτωσιν ὑποψηφιότητα εἰς οἱονδήποτε διαμέρισμα θέλουσιν, ἵνα εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν; Ἀλλά, ἐὰν ὑπάρχωσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες, ἀντιφρονοῦσιν ἐκ συμφέροντος. Προτείνω λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, παρόντα, διότι δυστυχῶς εἶναι ἀπὼν ὁ κ. Πρωθυπουργός, νὰ ψηφίσωμεν μὲν τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν μὲ μίαν παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν θέλω ἀναπτύξει κατόπιν, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν τὸ καθεστώς, προκειμένου περὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, νὰ ὁρισθῇ δὲ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν καὶ μὴ Βουλευτῶν, ἡ ὁποία νὰ ἐργασθῇ ἐπὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας νὰ μελετήσῃ τὸ σύστημα ὑφ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς ὑπόψεις καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπειγομένη νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν μετὰ δύο μῆνας ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως βουλευτικῆς, νὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ σύστημα τοῦτο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συστήματος τούτου νὰ γίνωσιν αἱ νέαι ἐκλογαί. Κύριοι Βουλευταί, ἐὰν θέλητε πράγματι νὰ ὑψώσητε τὸ Κοινοβούλιον, ἐὰν θέλητε πράγματι νὰ ἐγκαταστήσητε σύστημα ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦτο πρέπει νὰ πράξητε. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι Βουλευταί, δὲν γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασίς μου αὕτη, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θὰ θελήσωσι ν’ ἀποδεχθῶσι τὸ ὑπ’ ἐμοῦ προτεινόμενον σύστημα, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ περιλάβῃ ἐν τῇ καταργήσει τῶν νομῶν τοὺς ὑφισταμένους νομοὺς τῶν σταφιδοφόρων ἐπαρχιῶν ἐκ προνοίας λόγῳ τῆς ὑφισταμένης σταφιδικῆς κρίσεως, διότι πρέπει ἡ Κυβέρνησις ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ καὶ ἀταράχως νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἀνορθωτικοῦ αὐτῆς ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατο ἡ Βουλὴ τῇ εἰσηγήσει αὐτῆς. Ἐλπίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐγνωσμένη μετριοπάθεια καὶ ἡ σύνεσις ἐπανειλημμένως παρέσχον ἀφορμὴν ν’ ἀναγνωρισθῶσι κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τῆς λελογισμένης διακανονίσεως τῶν ἀναφυέντων διαφόρων ζητημάτων καὶ τῆς ἔμφρονος διευθετήσεως αὐτῶν ἀπεκάλυψεν ἀρετὰς ἀξίας ἀνεπιφυλάκτου ἐκτιμήσεως, ἔχω πεποίθησιν, ὅτι θὰ θελήσῃ νὰ δεχθῇ τὴν πρότασίν μου καί, ἂν δεχθῇ τὴν πρότασίν μου, ἔστε βέβαιοι, ὅτι θέλει προσφέρει τὴν ὑψίστην, τὴν μεγαλειτέραν τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς τὸν τόπον.
§111ΙΩ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη ὑπὸ τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως σχέδιον νόμου περὶ μεταβολῆς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ὄχι μόνον ἐγὼ ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἕτεροι τῶν κυρίων Βουλευτῶν διέγνωσαν ἐκ τοῦ αʹ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι θὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ κατάργησις τῶν νέων Νομαρχιῶν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν. Τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς προασπίζει, ὡς λέγει, διότι ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης εἶχεν εἰσαγάγει τοῦτο καὶ διότι ὁ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, ὡς κληρονόμος πολιτικὸς τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, εἶναι πρέπον πάσας τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ καὶ πάντα ἐκείνου τὰ σχέδια νὰ ἐκτελῇ καὶ ἀκολουθῇ. Ἔτυχε, κ. Πρόεδρε, νὰ τιμηθῶ διὰ τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων τῆς εὐρείας περιφερείας καὶ κατὰ τὴν πρώτην περίοδον αὐτῆς καὶ κατὰ τὴν δευτέραν, καὶ ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐν μὲν τῇ πρώτη ἐπὶ ὀκταήμερον δὲν ἠδυνήθημεν νά γνωρίσωμεν τίνες ἦσαν οἱ ἐκλεγέντες Βουλευταί, ἐνῷ ἐν τῇ δευτέρα τὴν ἑσπέραν τῆς Κυριακῆς ἦσαν γνωστοὶ οἱ ἐν Ἀχαΐᾳ ἐκλελεγμένοι. Ἐνθυμοῦμαι δ’ ὅτι κατὰ τὴν πρώτην Σύνοδον τῆς Βουλῆς, τῷ 1890, ὅτε ὑποψήφιος Πρωθυπουργὸς ὑπεδείχθη εἰς τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν ὁ Θεόδωρος Δηλιγιάννης ὑπὸ τῆς λαϊκῆς λαίλαπος, ἦτο γνωστὸν ὅτι ὁ μέγας ἐκεῖνος πολιτευτὴς θὰ κατήργει τὸν νόμον τῆς εὐρείας περιφερείας, ἀλλ’ ἕνεκα ἀπασχολήσεών τινων τῆς Κυβερνήσεως τότε ἐβράδυνεν ἐπί τινας ἡμέρας νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἐπειδὴ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ἐκ τῶν οἰκειοτέρων τοῦ μακαρίτου Δηλιγιάννη φίλων, γνωρίζω καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀργοπορίας ἐκείνης ἐμηνύθη εἰς αὐτὸν πῶς δὲν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τῆς καταργήσεως τῆς εὐρείας περιφερείας, διότι βεβαίως μετὰ τὸ δημοψήφισμα τοῦ 1890 ὁ πρῶτος, ὅστις ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὴν κατάργησιν τῆς εὐρείας, ἦτο ὁ μακαρίτης Τρικούπης.
§112Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπετε, εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶναι ἀκριβές, διότι ἀντίκειται κυρίως εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀειμνήστου καὶ πολυκλαύστου Τρικούπη, ὅστις δὲν ἦτο δυνατὸν τοιαῦτα νὰ διαμηνύσῃ πρὸς τὸν ἀείμνηστον Δηλιγιάννην.
§113Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Εἶχεν εἰπεῖ καὶ εἰς ἐμὲ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐπέφερε ζημίας.
§114Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Γνωρίζω ποῖοι εἶναι οἱ δεσμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λεβαδείας κ. Βουλευτοῦ πρὸς τὸν νῦν ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφούσης μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλά, ὡς ἐνθυμοῦμαι, οἱ δεσμοὶ οὗτοι δὲν συνέδεον τοῦτον μὲ τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην.
§115Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν συνεδεόμην μὲ τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην. Πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ἦτο ἀδύνατον ἐκ τοῦ χαρακτῆρός του νὰ πράξῃ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε ὁ Τρικούπης.
§116Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λεβαδείας νὰ μὴ ἐπιμένῃ· εἶναι δὲ τοσοῦτο μᾶλλον βέβαιον, ὅτι ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης μετὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1890 ἐπεδίωξε τὴν κατάργησιν τῆς εὐρείας περιφερείας, καθόσον ἐπανελθὼν ὡς Πρωθυπουργὸς κατὰ τὸ 1892 ὄχι μόνον δὲν ἔφερεν εὐρεῖαν περιφέρειαν, ἀλλ’ ἔστερξε νὰ διατηρηθῇ ἡ περιφέρεια ἡ ἐπαρχιακή. Ἐὰν ἦτο ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λεβαδείας, βεβαίως ὁ σιδηροῦς εἰς τὰς γνώμας του Χαρίλαος Τρικούπης ἤθελεν ἐπαναφέρει τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας· ἀλλ’ ἐν τῇ διανοίᾳ ἐκείνου κατεδικάσθη τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας.
§117Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε δὲν εἶναι ἀκριβές. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ὁ τελευταῖος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ μεγάλου Τρικούπη καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε δὲν εἶναι ἀληθές. Τὰ τοιαῦτα νομοθετήματα δὲν συντελοῦνται εἰς πᾶσαν στιγμήν.
§118Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἤδη ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἤθελεν ὁ μακαρίτης Τρικούπης τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ἐπαναφέρῃ αὐτό, ἐὰν ἔστεργεν εἰς τοῦτο; Ἀλλ’ ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τότε ὁ Δηλιγιάννης κατήργει νόμους ὑπὸ τοῦ Τρικούπη ψηφισθέντας καὶ ὁ Τρικούπης ἐπανέφερε τοὺς νόμους αὐτούς, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸν νόμον τῆς εὐρείας περιφερείας, ὅτε εἶχε τὴν τιμὴν ὁ κ. ἐκ Λεβαδείας Βουλευτὴς νὰ εἶναι Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§119Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἔχετε πολλὰ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς εὐρείας περιφερείας· δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐπικαλῆσθε τὴν γνώμην τοῦ Τρικούπη.
§120Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν συνήθισα νὰ ἐπικαλῶμαι τὴν γνώμην ἄλλων· ἐγὼ παρακολουθῶ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ζητήματος κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Παρατηρῶ, ὅτι τὸ μέλημα τοῦ κ. Θεοτόκη ἦτο νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σύστημα τῆς εὐρείας περιφερείας καὶ παρακολουθῶ τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Θεοτόκη εἴτε πρὸς φίλους του λεχθέντα εἴτε ἐν τῷ τύπῳ γραφέντα. Τὸ μόνον δ’ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Θεοτόκης, ὁ ἐπιμένων νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, εἶναι ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ σύστημα τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη καὶ ἡμεῖς ὡς κληρονόμοι αὐτοῦ ὀφείλομεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἰδοὺ διατί ἀνεμνήσθην τοῦ παρελθόντος. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις σήμερον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους στηρίξασα τοῦτο εἰς οἰκονομικοὺς λόγους παραβλέπουσα καὶ τοὺς ἐκλογικοὺς καὶ τοὺς διοικητικούς. Ἐὰν τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως ἑνὸς Κράτους εἶναι μόνον οἰκονομικὸν καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ Κυβέρνησις εὐνομουμένου Κράτους, ἡ ὁποία ὑποστηρίζει ὅτι διὰ λόγους οἰκονομίας πρέπει νὰ γίνῃ τοιαύτη ἢ τοιαύτη ἡ διοικητικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους, ὁ πολίτης τοῦ Κράτους ἐκείνου θὰ ἔπραττε πολὺ καλῶς, ἐὰν ἐξεπατρίζετο εἰς τὴν Ἀμερικήν· διότι τὰ συστήματα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους καὶ τῆς λειτουργίας τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ δὲν κανονίζονται ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ὅπως καὶ τὰ συστήματα τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ ναυτικοῦ· διότι ὅπως διὰ τοῦ συστήματος τῆς ὀργανώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ τὸ Κράτος θὰ προασπίσῃ τὰ ὅρια αὐτοῦ καὶ θὰ ἐπιδιώξῃ τὰ ὄνειρα αὐτοῦ καὶ τὰ ἰδεώδη, οὕτω καὶ διὰ τῆς εὐρύθμου καὶ καλῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους ὁ ἐν τῷ Κράτει βιῶν θ’ ἀποκτήσῃ τὴν ἀσφάλειαν τῆς τιμῆς, τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας του. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ οἰκονομικοῦ ζητήματος ἀλλὰ περὶ ἐκτελέσεως καθήκοντος καὶ ὑποσχέσεως τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν πλειονοψηφοῦσαν μερίδα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ τί θέλετε διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Νομαρχιῶν; Θέλετε οἰκονομίαν; Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐχορήγησεν ἡμῖν τὰ μέσα, ἵνα πεισθῶμεν περὶ τούτου. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔφερε τοὺς ἀριθμοὺς ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον ἤθελε συντελέσει ἡ καταστροφὴ τῆς Ἠλείας, ὁ ἐξαφανισμὸς τῆς Κυπαρισσίας, ἡ ἐξόντωσις τοῦ Βόλου εἰς τὴν ἀρτιότητα τῶν οἰκονομικῶν τῆς χώρας, διὰ νὰ εἴπωσιν ἐκεῖναι αἱ πόλεις «μάλιστα· νὰ καταστραφῶμεν, ἂν πρόκειται διὰ τῆς οἰκονομίας ταύτης ἡ Ἑλλὰς νὰ καταστῇ ἱκανὴ νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἰδεώδη αὐτῆς». Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ ἰδεωδῶν οὔτε περὶ διοικήσεως εὐρύθμου, κ. Ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· πρόκειται νὰ ἐπιβάλητε τὴν ἐκλογικὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν, διότι ἔχουσιν ἴσως συμφέρον εἰς τοῦτο ὀλίγοι τινὲς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, ἀδιαφοροῦντες ἂν θὰ ἐξοντωθῶσιν αἱ πόλεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐστήριξαν τὰς ἐλπίδας των ἐπὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως.
§121ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Σεῖς καὶ ἡ ἐπιτυχία ἡ ὑμετέρα τοῦ 1890 εἶναι τὸ τρανότερον μαρτύριον ὑπὲρ τῆς εὐρείας περιφερείας.
§122Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ δίδει καὶ νέον ἐπιχείρημα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἐνδόξους ἐκείνας ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι οὔτε ἐκεῖ κάθηται ὁ Τρικούπης οὔτε ἐδῶ ὁ Δηλιγιάννης. Ἀμφότεροι ἐκεῖνοι οἱ ἄνδρες εἶναι νεκροὶ καὶ ὁ μὲν εἷς ἀπέθανεν εἰς τὰς Κάννας τῆς Γαλλίας ἑκουσίως ἐξόριστος, ὁ δὲ ἕτερος ἐκρεουργήθη εἰς τὰς βαθμίδας τοῦ Βουλευτηρίου· νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον ν’ ἀναστήσωμεν τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, ἢ νὰ διαπλάσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, οἵτινες δὲν ἔχομεν τὰ πτερὰ τόσον ἰσχυρά, τοσοῦτον ὥστε ν’ ἀνέλθωμεν εἰς τὸ ὕψος ἐκείνων; Ὄχι, κύριε Πρόεδρε· διότι μετὰ τὸν θάνατον ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν ἔπρεπε τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ μνημονεύσωμεν, δὲν ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία νὰ καταστήσῃ πιστευτὸν εἰς τὸν κόσμον καὶ ἰδίως ὁ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν διοικήσας τὸ Κράτος, ὅτι διῴκησε τὸ Κράτος, ἵνα ὑψώσῃ αὐτό, διότι θὰ ἠδύνατο ὁ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν διοικήσας τὸ Κράτος νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν μεγάλην αὐτοῦ πλειονοψηφίαν ἐν τῇ Βουλῇ καταδεικνύων τὰ μεγάλα αὑτοῦ προσόντα, ἂν εἶχε τὰς ἀρετὰς αὐτοῦ, τὰς μελέτας αὐτοῦ τὰς ὁποίας νὰ ἐφαρμόσῃ, ἵνα διαμορφώσῃ τὸ Κράτος συνεχίζων τὸ ἔργον τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀνδρῶν. Ἀφοῦ λοιπὸν εὑρισκόμεθα ἐν τοιαύτῃ καταστάσει, δὲν πρέπει ν’ ἀναμένωμεν οὔτε ἐκ τῆς εὐρείας περιφερείας τὴν ἀνύψωσιν τῆς χώρας οὔτε ἐξ ἄλλου παρομοίου συστήματος ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας χάριν τῆς ἀνορθώσεως. Ἕνεκα λοιπὸν ὅλων τούτων, τὰ ὁποῖα ἐν ὀλίγοις βεβαίως ἀνέφερα, διότι δὲν ἐπεθύμουν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρόν, κηρύσσομαι διαρρήδην ἐναντίον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους ὡς ἡ Κυβέρνησις εἰσάγει αὐτήν. Ἐὰν ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένῃ, ἐὰν ὁ ἀρχηγὸς τῆς μείζονος ἀντιπολιτευτικῆς μερίδος θέλῃ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, νομίζω ὅτι εἶναι πρέπον τὸ νομοσχέδιον προτοῦ ψηφισθῇ νὰ μελετηθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ στηρίξῃ τὸ σύστημα καὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἐπὶ βάσεων μονίμων, ἵνα μὴ ἔχωμεν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν μεταβολάς. Πρὸ πάντων, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη νὰ μάθωμεν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ποῖος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν ὑπὸ συζήτησιν διοικητικὴν διαίρεσιν. Ἂν εἶναι ὁ λόγος τῶν οἰκονομιῶν, θὰ μᾶς τὸ ἀποδείξῃ. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι οὐδεμία οἰκονομία ἐπέρχεται καὶ ὅταν καταρτισθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς καὶ ὅταν ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῶν νέων Νομαρχιῶν τότε θέλει πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἀντὶ οἰκονομίας θέλομεν ἔχει αὔξησιν δαπάνης. Ἀλλὰ μήπως τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ζητεῖται νὰ ἐφαρμοσθῇ σήμερον, στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀναλογίας τῶν κατοίκων; Διὰ τῆς ὑποβαλλομένης τροπολογίας, κύριοι Βουλευταί, θὰ ἐπείσθητε βεβαίως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκεῖ πρὸ πάντων σφάλλεται· διότι ὅπως ἀναφέρομεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν ὁ κ. Παπαγιαννόπουλος καὶ ἐγώ, ἐνῷ ὁ νομὸς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας περιλαμβάνει κατοίκους 407.063, ὁ νομὸς Ἀχαΐας καὶ Ἠλείας 254.728, ὁ νομὸς Ζακύνθου περιλαμβάνει κατοίκους 42.102 καὶ ὁ νομὸς Ἄρτης 41.280. Νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι δυνατὸν μὲ τοιαύτην κλίμακα ἀνισότητος νὰ ὑπάρξῃ σύστημα ἐκλογικόν; Ποίαν γνώμην θὰ ἐκφέρωσιν οἱ 407,000 ἐκλογεῖς τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, καὶ ποίαν γνώμην θὰ ἐκφέρωσιν οἱ ἐκλογεῖς 41,000 τοῦ νομοῦ Ἄρτης; Συνεπῶς, κύριε Πρόεδρε, οὔτε ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἡ Κυβέρνησις ἐστηρίχθη πρὸς στήριξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Μὴ τάχα ἐστηρίχθη εἰς τὰ φυσικὰ ὅρια τῶν νομῶν; Διότι, ἂν ἐλάμβανε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ἤθελε γνωρίσει ὅτι πάντες οἱ δῆμοι Ὀλυμπίας ἀπέχουσιν ὀλίγας μόνον ὥρας ἐξ Ἠλείας, αὐτοὶ δὲ οἱ δῆμοι ἀπὸ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ Μεσσηνίας ἀπέχουσιν ὁλόκληρα ἡμερονύκτια. Ἴσως ἡ Κυβέρνησις προβάλλει τὸ ἀπομεμακρυσμένον τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας τῆς Ὀλυμπίας. Ἀλλ’ ἡ πρωτεύουσα τῆς ἐπαρχίας Ὀλυμπίας δὲν ἔχει τὸ εὐεργέτημα τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ὅλοι οἱ ὀρεινοὶ δῆμοι τῆς Ὀλυμπίας δὲν ἔχουσι τὸ εὐεργέτημα τοῦ σιδηροδρόμου. Λοιπὸν κατὰ πρῶτον λόγον πρέπει νὰ διαιρέσῃ τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἂν ὅμως ἐπιμένῃ, νομίζω ὅτι οἱ νομοὶ πρέπει νὰ ὁρισθῶσιν ἀναλόγως τῆς γεωγραφικῆς θέσεως καὶ ἀναλόγως τῆς ἐπικοινωνίας τῶν κατοίκων τῆς ἀναπτυχθείσης ἐκ λόγων ἀμυντικῶν, ἐκ λόγων γεωγραφικῶν. Συμπεραίνων συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐνδώσῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοιούτου τραγελαφικοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ νὰ παραπέμψῃ τοῦτο εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις διαχωρίζουσα τὸ ζήτημα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας νὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔργον τέλειον συντελέσον εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς χώρας, εἰς τὴν παγίωσιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἡσυχίας τοῦ πολίτου ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν παγίωσιν καὶ συνταγματικὴν ῥύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ψήφου τοῦ ἐκλογέως, τοῦ ἀνεπηρεάστου αὐτοῦ καὶ τῆς ἰσότητος τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον.
§124Γ. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ διαίρεσις ἡ διοικητική, ἡ ὁποία ἀφ’ ἧς ἱδρύθη τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐπανέρχεται καὶ πάλιν ἐν ἰσχύϊ, δὲν εἶναι κανονική, διότι τότε ἐκανονίσθη ὑπὸ ἄλλους ὅρους, ὑπὸ ἄλλας βάσεις· ἄλλος ἦτο ὁ πληθυσμὸς τοῦ Κράτους τότε. Δὲν εἶναι ὅμως εὔκολον νὰ διαιρεθῇ ἐκ τοῦ προχείρου, διότι ἀλληλοσυγκρούονται τὰ συμφέροντα τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν καὶ ἑπομένως θὰ γεννήσῃ μεγάλας δυσκολίας διὰ τὸ παρόν. Δὲν ἐνδιαφέρομαι ἂν θὰ εἶναι μικρὰ ἢ μεγάλη ἡ περιφέρεια. Φρονῶ ὅμως, ὅτι ἐν τῇ μεγάλῃ περιφερείᾳ θὰ δύναται ἐν πολλοῖς νὰ συντελῇ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῶν Βουλευτῶν τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο μεταξὺ τῶν τριῶν συστημάτων προτιμῶ τὴν εὐρυτάτην περιφέρειαν, διότι οἱ κομματάρχαι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἐξ Ὀλυμπίας ἀξιότιμος συνάδελφος, θὰ εἶναι ὀλιγώτερον ὀχληροὶ ἀπὸ τοὺς μεμονωμένους ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς μικρὰν περιφέρειαν. Ἐγὼ ὑπῆρξα Βουλευτὴς εἰς δύο ἐκλογικὰς εὐρυτάτας περιφερείας καὶ εὗρον ἐκ τῆς πείρας μου καλλιτέραν τὴν τῆς εὐρυτέρας περιφερείας, καὶ θὰ ηὐχόμην ἵνα μὴ κατηργεῖτο τότε, διότι, ἐὰν δὲν κατηργεῖτο, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν πολὺ διάφορα, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποφασίζωμεν ἀσυζητητί. Κύριοι, ἂς μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων μας· ἕκαστος βεβαίως ὁμιλεῖ κατὰ τὰς πεποιθήσεις του, ἀλλὰ δὲν ἀπομακρύνεται καὶ ἐκ τῶν συμφερόντων του. Θὰ συνεφώνουν μὲ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ὀλυμπίας διὰ τὰ 150 ἐκλογικὰ διαμερίσματα, ἂν δὲν ἐφοβούμην μήπως ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους κατήγγειλεν ὑπάλληλός τις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ πλούσιοι, χωρὶς νὰ γνωρίζωσι τίνες εἶναι, ὅτι θὰ ἐξετίθεντο εἰς τὰ διαμερίσματα ταῦτα, δαπανῶντες τὰ ἐκ τοῦ Δημοσίου καταχρασθέντα χρήματα καὶ ἐκλεγόμενοι Βουλευταὶ θὰ παρεκάθηντο εἰς ἃς ἡμεῖς σήμερον παρακαθήμεθα θέσεις. Εἶναι δὲ βεβαιωμένον, Κύριοι, ὅτι ἀφ’ ἧς εἰσῆλθον οἱ τοιούτου εἴδους πολιτικοὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἐφυγαδεύθη τὸ αἴσθημα ἀπὸ τοὺς πολιτευομένους, ἐμειώθη ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἐταπεινώθη ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Βουλευτοῦ εἰς βαθμόν, ὅπου ἐντρέπεται νὰ λέγῃ τις πλέον ὅτι εἶναι πολιτευόμενος. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω τὴν εὐρυτάτην περιφέρειαν καλλιτέραν ἀπὸ τὴν μικράν. Πολλὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τις ὑπὲρ τῆς εὐρυτάτης, ἀλλ’ ἕκαστος ἔχει σχηματίσει πεποίθησιν ἀνάλογον πρὸς τὰ πολιτικά του συμφέροντα. Διὰ τοῦτο δὲν ἐπεκτείνομαι καὶ διότι εἶμαι ὑπὲρ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ μὲν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καθορίσῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὴν τύχην τῶν Πρωτοδικείων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τίνα λόγον ἀπομακρύνει τὰ Κύθηρα ἐκ τοῦ νομοῦ Λακωνίας.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ἰ. Ἀγγελόπουλος. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημερ. τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀριθ. 179–218).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλέσσας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§127ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε.
§128Κ. ΦΛΕΣΣΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω κατὰ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους, οὔτε νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους ἐκείνους, οἵτινες προυκάλεσαν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διότι, ὡς ἰσχυρίσθη ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κύριος Ὑπουργὸς τοῦτο ἔχει οἰκονομικὸν λόγον. Ἀλλὰ θὰ ἐλέγξω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς πρὸς τὴν εὐρυτάτην ἐκλογικὴν περιφέρειαν. Ἐὰν, κύριε Πρόεδρε, οἱ γνωστοὶ πολιτικοὶ ἐπιζητῶσι νὰ θέσωσι τὸν λαὸν ὑπὸ τὴν ἄμεσον αὐτῶν ἐπήρειαν καὶ ἐξακολουθήσωσι τὴν τακτικὴν τῆς διαφθορᾶς ἁπασῶν τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, θεωροῦντες τὴν δὶς ἐν εὐρυτάτῃ περιφερείᾳ ἐνέργειαν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ὡς ἔθιμον καθιερωθὲν ἐπὶ τούτῳ καὶ ἀναιροῦν τὸν περὶ τῶν ἐκλογῶν θεμελιώδη νόμον, τότε δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω ὅλαις δυνάμεσιν ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ὑφίσταται, τῇ ἐνεργείᾳ βεβαίως ἐκείνων, οἵτινες ἐπὶ δεκαετίαν διέφθειραν τὸν λαὸν καὶ ἁπάσας τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις. Ὅλος ὁ λαός, κύριε Πρόεδρε, ἀτενίζει πρὸς τὸ Σύνταγμα, θεωρῶν αὐτὸ ὡς ἄγκυραν ἀσφαλείας ὑπὲρ τῆς προόδου. Ἀλλ’ ὅταν ὁ λαὸς βλέπῃ ὅτι ἐν γνώσει τῆς Βουλῆς παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα καὶ αὕτη σιωπᾷ, τοῦτο δὲν σημαίνει, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρνεῖται ὅσα ὁ λαὸς τῇ ἐπιβάλλει ἐκλέξας αὐτὴν ἀντιπροσώπους του; Ἡ εὐρυτάτη ἐκλογικὴ περιφέρεια πολλαπλασιάζει τὴν συναλλαγὴν ὑπὲρ ἧς ὁ ἰθύνων τὴν δεξιὰν πτέρυγα πολιτευτὴς μάχεται καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἐτυράννησε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῆς ἐπὶ δεκαετίαν διαφθορᾶς τῆς δικαιοσύνης, διοικήσεως καὶ οἰκονομίας. Παρακωλύει τὴν εἴσοδον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἱκανωτάτων καὶ ἐντίμων ἀνδρῶν καὶ ἀναγκάζει τὸν λαὸν διὰ τῶν συνδυασμῶν τῶν μικροκομματαρχῶν καὶ διὰ τῶν συνεταιρισμῶν τῶν Κυβερνήσεων μετὰ τῶν γνωστῶν μικροκομματαρχῶν νὰ ἐκλέξῃ ἀντιπροσώπους τοὺς εἰς αὐτὸν ἀγνώστους, διότι ὁ ἱκανώτατος πολιτικὸς ἀνὴρ εἶναι ἄγνωστος εἰς τὸν λαὸν τῶν ἐπαρχιῶν, ἐξ ὧν δὲν κατάγεται, καὶ ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας δὲν δύναται ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν συνδυασμὸν τῶν μικροκομματαρχῶν, γνωστῶν ἐν ταῖς ἑαυτῶν ἐπαρχίαις διὰ τῆς παροχῆς ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων παρανόμων ὠφελημάτων καὶ ἀφέσεως ἐγκληματικῶν πράξεων. Ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια, κύριε Πρόεδρε, ἀναιρεῖ τὸ Σύνταγμα, ὅπερ ἀνεγνώρισεν ὡς ἐκλογικὴν περιφέρειαν τὴν ἐπαρχίαν καὶ ταύτην καὶ ὁ περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν νόμος. Πρὸς τούτοις παρακωλύει τὴν πρόοδον τοῦ λαοῦ, καθισταμένου ἀνελευθέρου, καὶ τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς καταρρίπτει, διότι αὕτη καταρτιζομένη διὰ τῶν συνδυασμῶν τῶν μικροκομματαρχῶν μετὰ τῶν Κυβερνήσεων καθίσταται ἐμπόδιον εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἱκανῶν διευκολύνουσα ὡς ἐλέχθη τὴν ἀνάδειξιν ἀνδρῶν ἀνικάνων νὰ γνωρίζωσι τί ἐστὶ Βουλὴ καὶ ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον τοῦ Βουλευτοῦ. Ἡ τοιαύτη κατάστασις δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐκλογέως καὶ τὸν νόμον περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν; Καὶ πῶς δύναται ν’ ἀνανήψῃ ὁ ἐκλογεύς, ὅτε ἡ σπάθη τοῦ Δαμοκλέους, ἥν ἐχειρίζετο ὁ Βοκοτόπουλος, ὅστις τὴν δικαιοσύνην κατέγινε νὰ καταστήσῃ ὑποπόδιον τῶν ποδῶν καταπτύστου φατρίας, ἐκρέματο ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ λαοῦ; Ὁ Βοκοτόπουλος ἐνέπνευσε τὸν πανικὸν εἰς τοὺς εἰσαγγελεῖς καὶ δικαστάς, διότι ἐπὶ τῇ αἰτήσει φατριαστοῦ τινος μετέθετεν αὐτοὺς ἐν χειμῶνι εἰς τὰ ἀπώτερα τῶν Πρωτοδικείων τοῦ Κράτους. Καὶ πῶς δύναται ν’ ἀντιστῇ ὁ λαὸς οὗτος εἰς τὰς πιέσεις τῶν μικροκομματαρχῶν καὶ νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ ἐκεῖνον, ὅστις ἀτιμωρητὶ παρεβίασεν ὅλους τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ παρέσχεν εἰς αὐτὸν παράνομον ὠφέλειαν καὶ ἀφέσεις ἐγκληματικῶν πράξεων; Αὐτό, κύριε Πρόεδρε, τὸ κακὸν θὰ φανῇ πολλαπλασιαζόμενον ἐν τῇ εὐρείᾳ περιφερείᾳ. Ἡ εὐρεῖα περιφέρεια ὄχι μόνον ταῦτα θὰ προξενήσῃ εἰς τὸν λαόν, ἀλλὰ θ’ ἀναγκάζῃ καὶ τὸν ἀναδεικνυόμενον Βουλευτὴν ν’ ἀναλαμβάνῃ καὶ τὰ βάρη ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἐξ ὧν δὲν κατάγεται, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν θὰ δύναται νὰ σκεφθῇ ὡς Βουλευτὴς καὶ νὰ ἐκτελῇ ἐκεῖνο, ὅπερ τὸ καθῆκον τῷ ὑπαγορεύει, καὶ ν’ ἀποκρούῃ τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις αἵτινες ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ὑπὸ τῶν κομματαρχῶν ὑποθάλπονται. Οἱ ὁμιλοῦντες, κύριε Πρόεδρε, ὑπὲρ εὐρυτάτης περιφερείας εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐν τῇ ἑαυτῶν ἐπαρχίᾳ ἀπώλεσαν τὸ γόητρον εἰλικρινοῦς καὶ ἱκανοῦ πολιτευτοῦ· ἀλλ’ ὁμολογῶ μετὰ παρρησίας ὅτι δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς εὐρείας περιφερείας χάριν τῶν ἰδίων συμφερόντων, διότι ὁ Φλέσσας, ὅταν δὲν θέλῃ, δὲν γίνεται Βουλευτής· ἀλλ’ ὅπως κατορθωθῇ ἡ εἴσοδος εἰς τὴν Βουλὴν ἱκανωτάτων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ δυνηθῶσι νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων καὶ οὐχὶ νὰ γίνωνται ἕρμαιον τῶν τολμηρῶν πολιτικῶν ἀρχηγῶν. Σήμερον ἀπεδείχθη, κύριε Πρόεδρε, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων οἵτινες ὑπηρέτησαν ἐπὶ δεκκετίαν τὴν διεφθαρμένην πολιτικήν, καίτοι αἰσθάνεται ὅτι τὰ πάντα διεφθάρη διὰ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ σταματήσῃ τὸ κακὸν αὐτό, φοβούμενος τὴν μῆνιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πολιτικῆς αὐτῆς. Λυποῦμαι, κύριε Πρόεδρε εὑρισκόμενος εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἐπὶ διετίαν ὅλην ἐπιέζετο ἡ συνείδησίς μου ὑποστηρίζοντος τὴν διεφθαρμένην πολιτικὴν ἐξ ἀνάγκης, ὡς τοῦτο γνωρίζει ὁ ἡγέτης τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, καὶ αἰσθανόμενος τὴν παραλυσίαν τῆς διοικήσεως, δικαιοσύνης καὶ λοιπῶν ἐθνικῶν δυνάμεων διεμαρτυρόμην πρὸς αὐτὸν διὰ τὴν παραλυτικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Ἄν, κύριε Πρόεδρε, ἀναζήσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως, βεβαιωθῆτε ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ καταστῇ αἰθέριον παίγνιον, διότι ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια ὑποστηρίζει τὴν πολιτικὴν διαφθοράν. Ὁ κ. Μπουφίδης ἰσχυρίσθη ὅτι ὁ ἀείμνηστος Χαρίλαος Τρικούπης ἐφρόνει ὅτι ἡ εὐρεῖα περιφέρεια συνετέλεσεν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων· τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ. Ὁ ἀείμνηστος Χ. Τρικούπης ἐρωτηθεὶς ὑπ’ ἐμοῦ, ὁποίους καρποὺς ἔδρεψεν ἐκ τῆς εὐρυτάτης περιφερείας, ἐπὶ λέξει μοὶ ἀπήντησεν ὅτι· «ὄχι μόνον δὲν ἔτυχον ἐκείνου ὅπερ προσεδόκων, ἀλλὰ ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια συνετέλεσεν εἰς τὴν κατάπτωσιν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν βλάβην τοῦ λαοῦ». Γνωρίζει ὁ κ. Μπουφίδης ὅτι ἡμεῖς ἤμεθα φίλοι τοῦ ἀειμνήστου Χ. Τρικούπη καὶ ὅτι πολλάκις ἐξήλθομεν ἐκ τῆς θέσεώς μας ὑποστηρίξαντες αὐτόν. Ἀλλ’ ὁμιλοῦντες περὶ τοῦ συστήματος τῆς εὐρυτάτης περιφερείας ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ εὐρυτάτη περιφέρεια εἶναι σύστημα ἀντισυνταγματικόν, ὅπερ λειτουργῆσαν ἄλλοτε οὐδὲν ἀγαθὸν παρήγαγεν, ἀλλ’ ἀπεναντίας συνετέλεσεν εἰς τὴν διαφθορὰν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἂν ἤδη ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ ἐπιδεινώσῃ τὴν θέσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὸν λαὸν θὰ καταστήσῃ ἀνελεύθερον.
§129Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν, κύριε Πρόεδρε, ν’ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, διότι, ὡς παρετηρήσατε, οὐδαμῶς ἀνεμίχθην εἰς τὰς συζητήσεις κατὰ τὸ διαρρεῦσαν διάστημα τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ λάβω τὸν λόγον μόνον καὶ μόνον, διότι ἐπεθύμουν νὰ καταδείξω εἴς τινας τῶν Κυρίων τῆς πτέρυγος ἐκείνης ὅτι εὑρίσκουσιν ἤδη εἰς τὸ ἅλας ὅ,τι παρεσκεύασαν αὐτοὶ μόνον εἰς τὴν θάλασσαν (ἱλαρότης). Πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε πάντες τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, τὸν κ. Ἀγγελόπουλον, ἀναφωνοῦντα μετὰ παραπόνου· ποῦ εὗρεν αὐτὸ τὸ μέτρον ἡ Κυβέρνησις, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλήν; Εἰς ποῖον πρόγραμμα; Ἀνέγνωσα, σᾶς ἔλεγε, τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. Παπαφώτη καὶ οὐδὲ λέξιν εὗρον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους. Ἠρεύνησα, προσέθετε, ἐπισταμένως καὶ τὸ πρόγραμμα τῶν κυρίων ἀξιωματικῶν καὶ οὐδὲ λέξιν εὗρον περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Καὶ ἠρώτα ἐντονώτερον τὴν Κυβέρνησιν ποῦ εὗρεν αὐτὸ τὸ πρόγραμμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς παρεῖδε, φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὕτη ἐργάζεται ὡς ἡ μέλισσα ἐκλέγουσα ἀπὸ τὰ διάφορα μέρη τὰ ἐκλεκτότερα ἄνθη, τὸ ἄνθος δὲ τοῦτο βεβαίως τὸ ἀνεῦρεν ἐν τῷ προγράμματι τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου, διότι τοῦ μέτρου τούτου εἰσηγητὴς δὲν ὑπῆρξε βεβαίως ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιάν). Τοῦ μέτρου τούτου ἀναγκαῖος εἰσηγητὴς ὑπῆρξεν ἡ πτέρυξ ἐκείνη (δεικνύει τὴν ἀριστεράν). Ὅσοι συνέπεσε νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ πρὸ πολλῶν ἐτῶν ἐνθυμοῦνται ὁποίους φιλιππικοὺς ὁ κ. Ἀγγελόπουλος καὶ οἱ ὁμόφρονες αὐτῷ ἀπήγγειλαν κατὰ τοῦ συστήματος τῆς νέας διοικητικῆς διαιρέσεως, τῆς αὐξήσεως τῶν νομῶν, καθ’ ὃν χρόνον τὴν ἐξουσίαν κατεῖχεν ἡ πτέρυξ αὕτη, καὶ πόσους κεραυνοὺς ἐξέπεμπον ὅτι εὐτύγχανε νὰ κατέχωσι τὴν Κυβέρνησιν ἐκεῖνοι. Καὶ διὰ τῶν ἐπανειλημμένων, Κύριοι, ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιθέσεων καὶ τῶν ἐν τῷ τύπῳ ἀνακοινώσεων κατώρθωσαν νὰ δηλητηριάσωσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ πείσωσιν αὐτὸν ὅτι διὰ τῆς συστάσεως τῶν δέκα νομῶν ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας ἐσπατάλησε τὸ δημόσιον χρῆμα δαπανήσασα 1,400,000 δρ.
§130Α. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 56,000 δρ. εἶναι ἡ διαφορὰ τῶν Προϋπολογισμῶν.
§131Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Καὶ ἀνήρχετο εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς...
§132Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, μάλιστα, καὶ πάλιν θ’ ἀνέλθω.
§133Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. ... καὶ ἀνεγίνωσκε τὰς σημειώσεις του διὰ νὰ πείσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι διὰ τῆς δημιουργίας τῶν νέων νομῶν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Θεοτόκη ἐπέφερε δαπάνην 1.400.000 δρ., ἀνεφώνει δὲ ὁ κ. Βουλευτής· πῶς κατὰ τοιοῦτον τρόπον σπαταλᾶτε τὸν δημόσιον θησαυρόν; Δὲν λυπεῖσθε τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου, μᾶς ἔλεγε, καὶ προβαίνετε εἰς δημιουργίαν θέσεων πολυτελείας δαπανῶντες τὸ χρῆμα τὸ ὁποῖον εἰσπράττετε ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Καὶ ταῦτα μὲν τότε ἔλεγον διὰ νὰ διασύρωσιν ἡμᾶς ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἠκούσατε ὅμως τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸν κ. Ἀγγελόπουλον καὶ τοὺς ἄλλους ῥήτορας τῆς πτέρυγος ἐκείνης διαρρηγνύοντας τὰ ἱμάτιά των κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δι’ οὗ ἐπιζητεῖται ἡ κατάργησις τῶν δέκα νομῶν οὐχὶ μόνον διότι τοῦτο ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν ἔχει τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας, ἀλλὰ διότι εὕρισκον ὅτι ἡ ὕπαρξις τῶν δέκα νομῶν, καὶ ἑπομένως ἡ παρ’ ἡμῶν δημιουργία τούτων ἦτο ἐπιβαλλομένη καὶ ἀναγκαία πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ. Ποῦ, ἀνεφώνει ὁ κ. Ἀγγελόπουλος, θὰ καταφύγῃ ὁ πολίτης εἰς τὰ ἀπομεμακρυσμένα μέρη τῆς διοικήσεως, διὰ νὰ εὕρῃ θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτοῦ, ὅταν δὲν ἔχῃ τὴν διοίκησιν πρόχειρον; Ἀλλά, Κύριοι, τί ἄλλο ἐλέγομεν ἡμεῖς τότε, ὅτε ὑπεστηρίζομεν τὴν προσθήκην τῶν 10 νομῶν, καὶ ἰδίως τί ἔλεγον ἐγὼ ἀγωνιζόμενος ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ν’ ἀναιρέσω τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἐπεκαλοῦντο οἱ τότε καταπολεμοῦντες τὴν σύστασιν τῶν νέων νομῶν, ἢ τοῦτο ὅπερ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπικαλοῦνται; Καὶ λοιπόν; Διατί τότε ἠγωνίσθητε μετ’ ἀδικαιολογήτου ἐπιμονῆς ἵνα διὰ τῶν ἐπανειλημμένων ἐν τῇ Βουλῇ ἐπιθέσεων, διὰ ψευδῶν παραστάσεων πείσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δηλητηριάζοντες αὐτὸν ὅτι ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἐπράττομεν ἢ δημιουργίαν θέσεων πολυτελείας, ἵνα σπαταλήσωμεν τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου; Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ παρασχεθῇ διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἡ εὐκαιρία ὅπως ἀναγνωρίσητε ὅτι μᾶς ἠδικήσατε, συγχρόνως δὲ ὅτι ἠδικήσατε τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διότι οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν, ὅτι συνέπεια τοῦ ὑποβληθέντος νομοθετήματος δι’ οὗ καταργοῦνται οἱ νέοι νομοὶ θὰ εἶναι βεβαίως δυσπραγία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρέπει, Κύριοι, νὰ χωρίσωμεν τὰ ζητήματα. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ κυρίως εἰς τὴν δημιουργίαν ἐκλογικῆς περιφερείας. Οὐδεὶς λόγος περὶ τούτου γίνεται οὔτε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὔτε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει. Ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν δύο ἔχει λόγους, τὰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ἠκούσατε τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐξελεγχομένας ὑπὸ τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου καὶ ἀποδεικνυομένας μηδέν, καὶ τὴν ἔλλειψιν διοικήσεως, καθόσον φρονοῦσιν ὅτι τὰ πρόσωπα τῶν Νομαρχιῶν δὲν εἶναι πρόσωπα περιωπῆς ἀναλόγου πρὸς τὴν θέσιν αὐτῶν. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ οἱ δύο οὗτοι λόγοι δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς ὅπως πείσωσί τινα ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ κατάργησις τῶν δέκα νομῶν· ἠκούσατε δὲ τοὺς τέως ἀμειλίκτους διώκτας τῶν δέκα νομῶν ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως αὐτῶν, ἵνα μὴ ἀφεθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔκθετος πάσης ἀντιλήψεως τῆς διοικήσεως, μὴ ἔχων ποῦ νὰ καταφύγῃ ἐν ᾗ ἂν περιπτώσει ἤθελε λάβει ἀνάγκην ν’ ἀπευθύνῃ παράπονόν τι. Τοὺς ἠκούσατε; Συνεβούλευον πρὸ ὀλίγου νὰ δημιουργήσητε Ἐπαρχεῖα, διότι ἐθεώρουν ὅτι τοσαύτη εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως καὶ ἴχνους ἔστω διοικήσεως, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν ψευδοδιοίκησιν τῶν Ἐπαρχείων προτιμῶσι τοῦ καθισταμένου καθεστῶτος διὰ τοῦ νομοθετήματος τούτου. Καὶ διατί λοιπόν, Κύριοι, ἀφοῦ θεωρεῖτε ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν τῶν νομῶν, ἐκόπτεσθε ἄλλοτε ἐπικρίνοντες ἡμᾶς διότι συνεστήσαμεν αὐτούς; Ἀλλ’ ἂς καθορίσωμεν ἤδη τὸ ζήτημα. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν ἔχει σκοπὸν τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας. Ἡ εὔρυνσις τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἐπέρχεται ἀναγκαίως λόγῳ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐκλογικὴ περιφέρεια ἔχει δημιουργηθῆ διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ εἰς μόνον τὴν κατάργησιν τῶν Νομαρχιῶν διὰ λόγους οἰκονομίας καὶ διὰ λόγους κακῆς διοικήσεως. Σᾶς ἔλεγον προηγουμένως οἱ κύριοι Ἀγγελόπουλος καὶ Κρεστενίτης ὅτι ἡ ἐπερχομένη οἰκονομία ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν δέκα νομῶν εἶναι μηδαμινή. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ὁ ἀείμνηστος Δηλιγιάννης ἀνεβίβαζε ταύτην εἰς 120,000 δραχμῶν ἐτησίως, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Ἀγγελόπουλος ἐφώνει ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι 1,400,000 δραχμῶν ἐσπαταλήσαμεν διὰ τὴν σύστασιν αὐτῶν.
§134Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγετε μίαν θλιβερὰν ἀνακρίβειαν καὶ λυποῦμαι διὰ τοῦτο.
§135Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Οὐδέποτε εἰς τὸν βίον μου εἶπον ἀνακριβείας.
§136Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν Ἐστενογραφημένα Πρακτικά.
§137Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ἐὰν θέλητε, νὰ φέρωμεν τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικά, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι, διὰ νὰ ἀναβιβάσητε τὸ ποσὸν εἰς αὐτὸν τὸν ψευδῆ ἀριθμόν, περιελάβετε ὡς δαπάνην τῶν νέων νομῶν τὴν δαπάνην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸν ἱματισμὸν τῶν ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς. Καὶ ὅτε σᾶς ἐξήλεγχον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς καὶ σᾶς ἀπεδείκνυον ὅτι προσεθέσατε ψευδεῖς ἀριθμούς, διὰ ν’ ἀναβιβάσητε τὴν δαπάνην ἐκεῖ ὅπου τὴν ἀνεβιβάσατε, ἐμείνατε ἄναυδος, διότι δὲν εἴχετε οὔτε λέξιν, μὲ ὅλην τὴν μεθυγραφικὴν δεινότητα, τὴν ὁποίαν κέκτησθε, νὰ προσθέσητε. Εἰς 120.000 δραχμῶν λοιπὸν ἀνεβίβαζε τὴν οἰκονομίαν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν 10 νομῶν ὁ μακαρίτης Δηλιγιάννης· καὶ ἐντεῦθεν προβάλλεται τὸ ἐρώτημα: ἀξίζει τὸν κόπον δι’ 120.000 δραχμῶν ὄχι μόνον νὰ στερήσωμεν τὸν λαὸν τῶν μέσων τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ καταστρέψωμεν 10 πόλεις τῆς Ἑλλάδος, τὰς ὁποίας συμφέρον ἔχει καὶ καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ συντρέχῃ, ἵνα κατορθώσωσι καὶ αὗται νὰ προαχθῶσιν, ὅπως προήχθησαν καὶ ἄλλαι πόλεις, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρξαν πρωτεύουσαι νομοῦ; Ἀξίζει λοιπὸν δι’ 120.000 δραχμῶν νὰ φέρωμεν τοιαύτην καταστροφήν; Ἰδού, Κύριοι, ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον, ἐφ’ ὅσον τὸ νομοθέτημα τοῦτο σκοπεῖ τὴν κατάργησιν τῶν Νομαρχιῶν, ἐγὼ θὰ καταψηφίσω αὐτοῦ. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις, ἂν ἤθελε νὰ εὐρύνῃ τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν — διότι νομίζει ὅτι πρέπει ἡ περιφέρεια ἡ ἐκλογικὴ νὰ εὐρυνθῇ, καθόσον καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς εὐρείας ἐκλογικῆς περιφερείας — νὰ ἔπραττεν ἄλλο, μὴ συνδυάζουσα τὴν εὔρυνσιν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας πρὸς τὴν κατάργησιν τῶν νομῶν καὶ τὴν καταστροφὴν τῶν πόλεων, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ἡ πόλις, ἥτις μὲ τιμᾷ ἐπὶ μακρὰ ἔτη, ἀποστέλλουσά με εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον ἵνα ἀγωνισθῶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸν λόγον ἔλαβον, διότι ἐπεθύμουν ἡ ἀγόρευσίς μου ν’ ἀκουσθῇ ὡς φωνὴ διαμαρτυρίας κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ὡς ἔργον ἔχουσι καὶ ὡς καθῆκον ὑπολαμβάνουσι νὰ συκοφαντῶσι τοὺς πολιτικοὺς αὐτῶν ἀντιπάλους μέχρι τοῦ σημείου τοῦ ν’ ἀποδίδωσιν εἰς αὐτοὺς τάσεις σπατάλης τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀστοργίαν πρὸς τὰ δημόσια συμφέροντα, χωρὶς ν’ ἀναλογισθῶσιν ὅτι ἐπέρχονται περιστάσεις καθ’ ἃς ἐξαναγκάζονται νὰ ὁμολογήσωσι τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ μετανοήσωσι δι’ ὅσα ἐν τῇ ὁρμῇ τοῦ πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ κατηγόρουν κατὰ τοῦ πολιτικοῦ αὐτῶν ἀντιπάλου. Καὶ μολονότι, Κύριοι, ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν νομῶν εὔχομαι ὅπως ἡ Βουλὴ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἵνα διδαχθῶμεν πάντες, ὅπως, ὅταν ὁμιλῶμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἀποδίδωμεν τὰ τοῦ Καίσαρος τῷ Καίσαρι καὶ ὁμιλῶμεν εἰλικρινῶς, μὴ προσπαθῶμεν δὲ συκοφαντοῦντες τοὺς ἄλλους ν’ ἀνέλθωμεν ἐπὶ τὴν Ἀρχήν, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται νὰ πατήσωμεν ἐπὶ τῶν πτωμάτων ἐκείνων. (Ἐπιδοκιμασίαι ἐκ δεξιῶν καὶ τοῦ κέντρου).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον, αὔριον.
§140ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι· νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐκ δεξιῶν ἀπερχόμενοι). Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§142Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καθίσατε κάτω. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Ἀγγελόπουλος.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι φυγομαχία.
§144Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅταν ὑβρίζηται ἓν μέλος τῆς πλειονοψηφίας, πρέπει νὰ καθίσητε ν’ ἀκούσητε τὴν ἀπάντησιν.
§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον, αὔριον.
§146Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὔριον θ’ ἀκούσητε περισσότερα.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9, 20′ μ. μ.).