1909.10.08
1,402 rows · 10,028 words · 97 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13.
τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1909.
Προεδρία κ. Ἀλ. Σ. Κ. Ῥώμα.
(Πέμπτη)
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 καὶ 5′ μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 109 Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνέγνωσα ἐπισταμένως, Κύριοι, τὰ προχθεσινὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ καὶ εὗρον ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ ἦτο ὀρθή. Ἑπομένως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῶσιν οὕτω πως· «Ὁ Πρόεδρος ἀναγινώσκει τροπολογίαν τοῦ κ. Νέγρη, τὴν ὁποίαν οὗτος ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δηλοῖ ὅτι δέχεται τὴν τροπολογίαν ὅσον ἀφορᾷ ὅτι τὸ συμβούλιον δέον νὰ συζητῇ δημοσίᾳ. Τὸ ἐδάφιον εʹ τροποποιεῖται οὕτω· «Τὸ Συμβούλιον συζητεῖ δημοσίᾳ καὶ ἀποφασίζει κατὰ πλειονοψηφίαν δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως».
§2ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Χθὲς ἐγένετο ἐπίκλησις τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, ἐκ τούτων δ’ ἐμφαίνεται ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει καλῶς, διότι κατὰ τὰ Ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ (ἀναγινώσκει): «Πρόεδρος. Ἄρθρον 13. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Νέγρη, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ Συμβούλιον συζητεῖ δημοσίᾳ καὶ ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως...» καὶ τίθεται τελευταῖον, τὸ δὲ τελευταῖον γίνεται προτελευταῖον. Ἀθ. Εὐταξίας. Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν. Ὀφείλω νὰ βεβαιώσω ὅτι ἐγένετο μακρὸς λόγος περὶ τούτου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ· ὑπῆρξαν μέλη, τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξαν ὅτι προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων δυσκόλως ἀποφαίνεταί τις ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως. Ἐνόμισα ἀναγκαῖον ὅτι θὰ ἐξησφαλίζετο καλλίτερον τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας, ἐὰν καθιεροῦτο ἡ μυστικὴ ψηφοφορία. Ἐγώ, ἐὰν θέλητε, ἤμην μᾶλλον ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῆς, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ κατὰ πλειονοψηφίαν ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας. Ἤδη, ἂν θέλῃ ἡ Βουλή, δέχομαι καὶ ἐγώ». Δέχομαι, εἶπον, τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Νέγρη, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι αὕτη· «Τὸ Συμβούλιον συζητεῖ δημοσίᾳ καὶ ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν δι’ ἠτιολογημένης ἐκθέσεως», αὐτὸ δὲ ἀναγράφεται ἐν ἀρχῇ τοῦ γʹ ἐδαφίου, μένει δὲ τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτροποποιήθη. Ἐγώ, Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ κατὰ τὸ δυνατὸν περιορισμοῦ τῆς διακριτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ μείνῃ τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ ἄρθρου ὡς ἔχει, ἀφοῦ προτάσσεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Νέγρη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διαγραφὴν τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ ἐδαφίου, ἡ ὁποία ἄλλως τε δὲν ἐξάγεται ἐκ τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν ὅτι διεγράφη, καὶ ἡ ὁποία ἐπαναλαμβάνω ὅτι θὰ ἔθετε φραγμὸν εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§3Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τύπους τὸ ζήτημα ἐλύθη. Ἀλλά, ἀφοῦ ἐμελέτησα τὸ ζήτημα, ὁμολογῶ ὅτι οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει εἴτε αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλει ὁ κ. Ὑπουργός, γίνῃ δεκτὸν εἴτε αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐζήτησα ἐγώ. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐντελῶς ὅμοιον.
§4ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λοιπὸν νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ Πρακτικὰ κυροῦνται ὡς τὰ διώρθωσεν ὁ Πρόεδρος.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν: Αἴτησιν προσφύγων κατοίκων Νέας Ἀγχιάλου περὶ συμμετοχῆς των εἰς τὴν διανομὴν γαιῶν τοῦ Δημοσίου καὶ παραχώρησιν οἰκοπέδων· Οἱ κάτοικοι τῶν δήμων Κυμαίων καὶ Κοτυλαίων ὑποβάλλουσι ψήφισμα ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως καὶ τῆς λήψεως μέτρων ὑπὲρ τῆς οἰνοπαραγωγῆς· Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ Ξηροχωρίου παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος· Οἱ λειτουργοὶ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Σπάρτης ὑποβάλλουσι μεταρρυθμιστικὰς σκέψεις ἐπὶ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ ἐκπαιδεύσεως· Οἱ ποτοποιοὶ Ἄρτης παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος· Ὁ πολιτικὸς σύνδεσμος Βόλου παρακαλεῖ, ὅπως καταργηθῇ ὁ νόμος ͵ΥΜΒʹ περὶ ἀτελείας τοῦ μεταποιουμένου σίτου· Πολλοὶ κάτοικοι Λαγκαδίων παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπ’ ἄλλων κατοίκων καταγγελθέντα κατὰ τοῦ ἐκεῖ τηλεγραφητοῦ· Οἱ κάτοικοι Ζαγορᾶς παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ ἐκεῖ Ἑλληνικὸν σχολεῖον· Ὁ δήμαρχος Νεμέας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου περὶ ἀναστολῆς τῆς πληρωμῆς φόρων ἐν τῷ ὑπ’ αὐτὸν δήμῳ· Ὁ ἐμπορικὸς σύλλογος Λευκάδος παρακαλεῖ, ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ ἐκεῖ Πρωτοδικεῖον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§8Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, Κύριοι, σχέδιον νόμου «περὶ κλήσεως τῶν μὴ γεγυμνασμένων ἐφέδρων καὶ ἐθνοφρουρῶν». Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι σαφής· δὲν εἶναι σαφὴς ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, ἂν δυνάμεθα νὰ καλέσωμεν κεχωρισμένως τοὺς ἠσκημένους καὶ κεχωρισμένως τοὺς μὴ ἠσκημένους καὶ ἰδίως τοὺς τελευταίους τούτους ἐπὶ χρόνον ἐπαρκῆ πρὸς ἄσκησιν· διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀγυμνάστων—διότι φρονῶ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ τὸ μάθῃ ἡ Βουλή—, ὁ πραγματικὸς ἀριθμὸς τῶν ἀγυμνάστων κατὰ τὰς ἐπισήμους καταστάσεις τὰς στρατολογικὰς ἀνέρχεται εἰς 78.580 ἀνδρῶν περίπου τῆς ἐφεδρείας καὶ 86.525 τῆς ἐθνοφρουρᾶς, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 165.000 ἀνδρῶν περίπου.
§9Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσων ἡλικιῶν;
§10Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τῶν δώδεκα ἡλικιῶν τῶν ἐμπεριλαμβανομένων ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ καὶ τῇ ἐφεδρείᾳ αὐτοῦ, ὡς καὶ τῶν ἡλικιῶν τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Ἐξ αὐτῶν δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἀπωλείας καθ’ ὃν τρόπον ἀφαιροῦνται αἱ ἀπώλειαι εἰς ὅλους τοὺς στρατούς, οἵτινες δέχονται τὸν αὐτὸν τύπον, τὸν αὐτὸν πίνακα τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐφέδρων ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Τοῦτο δέ, διότι οἱ ἀριθμοί, οὓς ἀνέφερον, εἶναι οἱ πραγματικοὶ ἀριθμοί, ἀφαιρεθεισῶν τῶν ἀπωλειῶν κατὰ τὰ παραδεδεγμένα εἰς πάντας τοὺς στρατούς. Ἀλλά, καὶ ἂν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀριθμοῦ ἀκόμη μειώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν μὴ προσερχομένων, ἐν οἷς περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκόμενοι, ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς 136,000 ἀνδρῶν περίπου, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον αὐτό, διὰ νὰ καθορισθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καλέσωμεν καὶ ἐκγυμνάσωμεν τοὺς ἄνδρας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, ὡς καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εἶπον, δὲν ἔχουσι κἂν λάβει τὸ ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας. Δεύτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω, εἶναι τὸ «περὶ στρατιωτικῆς προεκπαιδεύσεως τῶν νέων». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑποβάλλεται ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ μείωσις τῆς θητείας, διότι, ὡς θὰ ἀποδείξω, δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, διὰ νὰ ἔχωμεν στρατόν, στρατὸν ἀρκετὰ πολυάριθμον, ἐπαρκῆ διὰ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ μείωσις τῆς θητείας παραβλάπτει τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, ἐδέχθην τὴν προεκπαίδευσιν βασισθεὶς εἰς τὸν ἀρχαῖον ἑλληνικὸν ὀργανισμόν, ὁ ὁποῖος ἐμπεριλαμβάνει τὴν στρατιωτικὴν προεκπαίδευσιν. Ὅταν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις εἰς τὸ νομοσχέδιον, τότε ἀναλυτικώτατα θὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Ὁμολογουμένως, Κύριοι, τὰ μικρὰ Κράτη, οἱ μικροὶ πληθυσμοὶ καὶ ἰδίως τὰ μικρὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχουσι μεγάλας στρατιωτικὰς ἀνάγκας καὶ μάλιστα ὅταν ἀκολουθῶσι καὶ ἐπιβεβλημένην ἐκ τοῦ προορισμοῦ των ἐθνικὴν πολιτικήν, ἀφ’ ἑτέρου ἔχωσι πόρους δυσαναλόγως μικρούς, εὑρίσκονται ἐν δυσχερεστάτῃ θέσει προκειμένου νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς λύσεως τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος. Ἂν δεχθῶμεν ὅτι οἱ πόροι Κράτους τινὸς εἶναι ἄφθονοι καὶ ἀνεξάντλητοι, ἂν δεχθῶμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ λαμβάνωμεν πάντα τὸν πληθυσμὸν καὶ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἀπασχολοῦντες αὐτὸν ἐκ τῶν ἔργων του, ἡ στρατιωτικὴ ὀργάνωσις θὰ ἦτο τὸ ἁπλούστερον τῶν ζητημάτων, διότι σχετικῶς πρὸς ἡμᾶς θὰ ἠδυνάμεθα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχοντες ἀφθόνους πόρους νὰ προσλάβωμεν πάντα τὸν πληθυσμὸν ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ νὰ τὸν ἐκπαιδεύσωμεν στρατιωτικῶς. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς οἱ πόροι δὲν εἶναι ἄφθονοι, ἀφ’ ἧς αἱ ἀνάγκαι τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ λαμβάνωμεν ἐπὶ μέγαν χρόνον τὸν πληθυσμόν, διὰ νὰ τὸν ἐκπαιδεύσωμεν στρατιωτικῶς, ἀπὸ τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἀρχίζει τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα νὰ ἀποβαίνῃ δυσχερέστατον. Ἐν τούτοις πᾶν Κράτος καὶ ἰδίως ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν λύσιν τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, εἶναι ὑποχρεωμένη τουτέστι νὰ ἐξεύρῃ τὴν δυνατὴν ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπαρκῆ λύσιν τοῦ στρατιωτικοῦ ζητήματος, διότι Κράτος, καὶ ἰδίως Κράτος τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ καὶ ὀφείλει νὰ ἀκολουθῇ ἐθνικὴν πολιτικήν, Κράτος τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξῃ τὰ ἐθνικὰ αὐτοῦ συμφέροντα, εἶναι ἠναγκασμένον, ἂν σοβαρῶς σκέπτηται περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, νὰ ὀργανώσῃ δύναμιν ἐπαρκῆ διὰ τὰς ἀνάγκας, διότι ἐὰν δὲν ὀργανώσῃ δύναμιν ἐπαρκῆ διὰ τὰς ἀνάγκας, εἶναι προτιμότερον νὰ μὴ ὀργανώσῃ ποσῶς, διότι ἡ πολεμικὴ δύναμις πρέπει νὰ χρησιμεύῃ πρὸς ἐκπλήρωσιν ὡρισμένου σκοποῦ ἔν τε εἰρήνῃ καὶ ἐν πολέμῳ. — Καὶ θὰ ἐξηγηθῶ — Ὁ στρατὸς εἶναι οὐ μόνον ὄργανον πολέμου ἀλλὰ καὶ ὄργανον εἰρήνης, ἐπιλῦον τὰς ἐθνικὰς διαφορὰς καὶ ἄνευ πολέμου καὶ χρησιμεῦον ὡς κύριον ἔρεισμα τῆς πολιτικῆς. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, πρέπει ἡ πολεμικὴ δύναμις νὰ ᾖ ἐπαρκὴς διὰ τὰς πολεμικὰς ἀνάγκας καὶ τοσαύτη, ὥστε νὰ ᾖ ἰσχυρὸν ἔρεισμα τῆς πολιτικῆς. Ἡ πολιτικὴ τοῦ πολέμου, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ μεταίχμιον μεταξὺ τῆς διπλωματίας καὶ τῆς στρατηγικῆς, καθορίζει ἕνα κύριον ὅρον προκειμένου περὶ στρατιωτικῆς ὀργανώσεως Κράτους τινός, τὸν ὅρον τῆς πρὸς τὸν ἐχθρὸν συγκρίσεως, καὶ διὰ τοῦτο ὁ ὀργανῶν τὰς δυνάμεις Κράτους τινὸς πρέπει νὰ ἐξετάζῃ ποῖαι εἶναι αἱ στρατιωτικαὶ δυνάμεις τοῦ ἀντιπάλου Κράτους καὶ νὰ προσαρμόζῃ τὴν ὀργάνωσίν του οὕτως ὥστε νὰ ὀργανοῖ στρατὸν ἐπαρκῆ καὶ διὰ νὰ ὑπερισχύσῃ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ καὶ διὰ νὰ ἀποσοβῇ τὸν πόλεμον. Ἐννοεῖται ὅτι, ἂν τεθῇ οὕτω τὸ ζήτημα, μικρὸν Κράτος εὑρίσκεται ἐν δυσχερεστάτῃ θέσει προκειμένου ν’ ἀντιμετωπίσῃ μεγαλείτερον Κράτος, διότι φυσικῶς ἔχει ἀνάγκην καὶ πόρων πολλῶν καὶ ἀριθμοῦ μεγάλου, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ παρασκευάσῃ τὴν τοσαύτην ἀπαιτουμένην δύναμιν· ἀλλ’ ἐν τούτοις ἢ πρέπει νὰ παρασκευάσῃ τὴν ἐπαρκῆ δύναμιν—τοὐλάχιστον ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παρασκευάσῃ—, ἢ πρέπει νὰ παραιτηθῇ πάσης ἐθνικῆς πολιτικῆς, διότι ἀνεπαρκὴς δύναμις εἰς οὐδὲν δύναται νὰ ὠφελήσῃ· ἐπαρκὴς δύναμις ἐξ ἐναντίας δύναται καὶ ἄνευ πολέμου νὰ παράσχῃ τὰ ἐθνικὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖ ἓν Κράτος. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι οὐ μόνον πρέπει νὰ ἐπιζητῇ τὸ Κράτος νὰ παρασκευάσῃ ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ καὶ τῶν πόρων του τὴν τοιαύτην δύναμιν, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται πρὸς τούτοις καὶ νὰ μὴ διακηρύττῃ καὶ νὰ μὴ διατυμπανίζῃ ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ παρασκευάσῃ τὴν δύναμιν ταύτην καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀκόμη ἀδυνατεῖ νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι ἡ τοιαύτη διακήρυξις ἐπιφέρει μεγίστην ζημίαν εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἑπομένως τὸ νὰ διακηρύττῃ τις ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ παρασκευάσῃ στρατὸν ἀνώτερον τῶν 60,000, τὸ νὰ διακηρύττῃ ὅτι ὁ πληθυσμὸς δὲν δύναται νὰ δώσῃ ἀπογραφὴν μεγαλειτέραν τῶν 11.000, καὶ αὐτὸ ἀκόμη ἀποτελεῖ κατ’ ἐμὲ ἐθνικὴν ζημίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ δὲν εἶναι ταῦτα ἀκριβῆ, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα. Ἐὰν πρόκειται νὰ περιορισθῶμεν εἰς 60,000 στρατοῦ, θὰ συνεβούλευον τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Κράτος νὰ μὴ ἐπιχειρήσῃ κἂν νὰ ὀργανώσῃ, διότι 60,000 στρατοῦ δὲν δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν οὔτε ὡς ὄργανον πολέμου, ἀλλ’ οὔτε ὡς ὄργανον εἰρήνης, ὅπως διὰ τοῦ ὀργάνου αὐτοῦ ᾖ δυνατὸν ἡ πολιτικὴ ἑνὸς Κράτους νὰ προσπορισθῇ τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖ νὰ προσπορισθῇ. Εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβῆ ταῦτα καὶ θὰ τὸ ἀποδείξω. Ἐὰν λάβῃ τις τοὺς ἐπισήμους στρατολογικοὺς ἀριθμούς, θέλει ἴδει ὅτι αἱ δώδεκα ἡλικίαι αἱ ἀποτελοῦσαι τὸν ἐνεργὸν στρατὸν καὶ τὴν ἐφεδρείαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, δίδουσι δύναμιν ὀνομαστικὴν 76,000 ἀνδρῶν γεγυμνασμένων καί, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, 165,000 ἄνδρας ἀγυμνάστους· τὸ ὅλον 240,000 περίπου ἄνδρας. Ἐκ τῶν γεγυμνασμένων ἀνδρῶν πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς ἀπωλείας, διότι ἐπιθυμῶ νὰ καταλήξω εἰς τὸν πραγματικὸν ἀριθμόν, καί, καθ’ ὃν τρόπον εἶπον προηγουμένως, νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ ἀπώλειαι, αἱ ὁποῖαι συμβαίνουσι κατὰ τὸ δωδεκαετὲς αὐτὸ διάστημα καὶ αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 11,000 περίπου διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν 76,000, ἢ 20,000 περίπου διὰ 145,500.
§11Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Περισσότερον. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναλογίαν τῆς Γαλλίας ἢ τοῦ Βελγίου. Ἡ Γερμανία μὲ τὰς 145,000 δὲν ἀφαιρεῖ 20,000, ἀλλὰ πλέον τῶν 30,000.
§12Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν· εἶναι 14% αἱ ἀπώλειαι. Ὑπάρχει δὲ πίναξ, γενικῶς παραδεδεγμένος εἰς ὅλους τοὺς στρατούς.
§13Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. 4% εἶναι τὸ πρῶτον ἔτος, καὶ 3% καθ’ ὅλα τὰ ἑπόμενα.
§14Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὄχι. Εἶναι 4% τὸ πρῶτον, 3% τὸ δεύτερον, καὶ 2% κατὰ τὰ λοιπά, διότι κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦσιν οἱ ἄνδρες ἐν τῷ στρατεύματι, εἶναι αἱ ἀπώλειαι μεγαλείτεραι καὶ κατόπιν καταλήγουσιν εἰς 2% ἐπὶ σειρὰν 35 ἐτῶν. Αἱ ἀναλογίαι αὗται δὲν εἶναι ἰδικαί μου· ὥστε μὴ θέλετε νὰ ἀμφισβητήσητε αὐτάς, διότι εἶναι ἀκριβεῖς καὶ ἐπίσημοι καὶ ἔχω καὶ τὸν ἐπίσημον πίνακα τὸν παραδεδεγμένον.
§15Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ σᾶς ἀντικρούσω εἰς αὐτὸ διὰ στοιχείων ἐπισήμων.
§16Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Κατόπιν. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόψητε· λάβετε κατόπιν τὸν λόγον καὶ ἀναπτύξατε τὰς ἰδέας σας τὰς στρατιωτικὰς καὶ τὰς οἰκονομικάς, καὶ ἡ Βουλή, ὑποθέτω, ὡς καὶ ἐγὼ θὰ ἀκούσωμεν αὐτὰς λίαν εὐχαρίστως. Ὁ πίναξ ἄλλως τε ὁ ἐπίσημος καὶ ὁ γενικῶς παραδεδεγμένος εἶναι ἐνταῦθα, καί, ἂν θέλητε κατόπιν νὰ σᾶς τὸν δώσω νὰ μελετήσητε, εὐχαρίστως θὰ σᾶς τὸν δώσω. Λοιπὸν αἱ ἀπώλειαι εἶναι 14% διὰ τὰ 12 ἔτη. Ἐκτὸς δὲ αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ τύπος ὡρισμένος, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπολογίζονται αὗται. Εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὑπελογίσθησαν κακῶς οἱ ἀριθμοὶ ὑπό τινων, διότι ὑπέπεσον εἰς σφάλματα καὶ ἰδοὺ εἰς ποῖα: Ἔλαβον τοὺς πραγματικοὺς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς στρατολογικοὺς καταλόγους, καὶ ἀφῄρεσαν τὰς ἀπωλείας, οὕτω δὲ ἀφῄρεσαν δύο φορὰς τὰς ἀπωλείας· καὶ δὲν ἠρκέσθησαν εἰς αὐτό, ἀλλ’ ἀντὶ τῶν ἀριθμῶν 4% διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, 3% διὰ τὸ δεύτερον καὶ 2% διὰ τὰ ἑπόμενα μέχρι τοῦ 35 ἔτους τῆς ὑπηρεσίας, ἀφῄρεσαν 4% δι’ ὅλα τὰ ἔτη. Λοιπὸν ἀφῄρεσαν δὶς τὰς ἀπωλείας, ἐνῷ αὗται εἶχον ἀφαιρεθῆ, καὶ ἐπὶ πλέον ἀφῄρεσαν ἀντὶ τῶν 2⅓%, ὡς ἔπρεπε, κατὰ μέσον ὅρον 4%, διότι δὲν ἐστηρίχθησαν εἰς τὰς πληροφορίας τῶν στρατολογικῶν γραφείων, αἱ ὁποῖαι δίδουσι τὸν θεωρητικὸν ἀριθμόν, ἀλλ’ ἐβασίσθησαν εἰς τοὺς πραγματικοὺς ἀριθμούς, εἰς οὓς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα εἶχον ἐπιφέρει τὰς διορθώσεις. Εἰς τοιαῦτα λάθη ὑπέπεσαν ὡς πρὸς τὰς ἀπωλείας, τὰ ὁποῖα μάλιστα ἀνεκάλυψα καὶ κατέστησα προσεκτικὴν τὴν ὑπηρεσίαν. Ἔπρεπε, διὰ νὰ ὑπολογίσωσι καλῶς τὰς ἀπωλείας, νὰ λάβωσι τοὺς θεωρητικοὺς καὶ ὀνομαστικοὺς ἀριθμοὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἐκτελέσωσι τὰς ἀφαιρέσεις.
§17Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω τὸ ἑξῆς. Ἔχομεν δύο κλάσσεις, τὴν τοῦ 1907 καὶ τὴν τοῦ 1908, τῶν ὁποίων κατετάχθησαν ὅλοι οἱ διαθέσιμοι· ἑπομένως ἔχομεν ἀκριβῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν καταταχθέντων τῶν δύο τούτων ἀπογραφῶν. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, ἂν οἱ ἀριθμοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἀναφέρεσθε τώρα, συμφωνοῦσι πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς πιστοποιηθέντας ἐκ τῆς γενομένης κατατάξεως. Ἐπὶ τούτων δέον νὰ στηριχθῶμεν. Πάντες οἱ ἄλλοι ὑπολογισμοὶ εἶναι περιττοί. Ἐπὶ τούτου ἤθελον νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἀπαντήσητε.
§18Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Θὰ σᾶς λύσω αὐτὴν τὴν ἀπορίαν. Ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς μέχρι τοῦδε ὑπελογίζοντο εἰς 5,140 οἱ διαθέσιμοι τῶν δύο ἐτῶν, καὶ εὑρέθησαν 5,293, ἤτοι 153 ἐπὶ πλέον. Ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν εἶχεν ὑπολογίσει ἡ ὑπηρεσία ὀλιγωτέρους κατὰ 153 ἄνδρας, εὑρεθέντας ἐπιπλέον. Εἶναι ὁ ἐπίσημος πίναξ, ὁ ὁποῖος ἐστάλη ὑπὸ τῶν σωμάτων τῶν στρατολογικῶν γραφείων.
§19Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατετάχθησαν αὐτοὶ οἱ ἄνδρες ὅλοι;
§20Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Αὐτοὶ οἱ ἄνδρες δὲν κατετάχθησαν ὅλοι, διότι πάντοτε ὑπάρχει ἡ ἔκπτωσις τῆς ἀνυποταξίας. Τὸ κύριον ζήτημα εἶναι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνδρῶν ὁ ὁποῖος ὑπελογίζετο, εὑρέθη ἀνώτερος, ὄχι κατώτερος, ὡς ἦτο φυσικόν.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εὑρέθησαν ἐν συνόλῳ ἀφ’ ἑνὸς οἱ κατὰ Ὀκτώβριον καταταχθέντες καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ προσελθόντες διαθέσιμοι;
§22Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Εὑρέθησαν διαθέσιμοι ἐν ὅλῳ 5293.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τῶν δύο ἐτῶν;
§24Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τῶν δύο ἐτῶν.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Κατ’ ἔτος πόσοι;
§26Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν διαθεσίμους κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη, τὰ προηγούμενα. Πάλιν ὑποπίπτετε εἰς τὸ αὐτὸ σφάλμα.
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ εἴπητε πόσους ἄνδρας ἔδοσαν ἐν συνόλῳ αἱ δύο ἀπογραφαί.
§28Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀντελήφθην· ἀλλ’ ἄλλοι εἶναι οἱ ἄνδρες τῶν ἀπογραφῶν.
§29Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Προσθέσατε τοὺς ἄνδρας τῆς ἀπογραφῆς, καὶ δότε τὸν ὁλικὸν ἀριθμόν. Αὐτὸ ἐζήτησα.
§30ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσοι εἶναι οἱ διαθέσιμοι καὶ πόσοι εἶναι οἱ προσελθόντες, εἴτε κληρωτοὶ εἴτε διαθέσιμοι; Εἶναι σαφές.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§32Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε. Νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι θὰ φωτισθῆτε ἐπαρκῶς. Διαθέσιμοι ὑπάρχουσι μόνον ἐπὶ δύο ἔτη. Ἐντὸς τῆς διετίας ὑπάρχουσι διαθέσιμοι. Παρελθούσης τῆς διετίας διαθέσιμοι δὲν ὑπάρχουσιν· οὔτε δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν διαθεσίμους παρελθόντων ἐτῶν, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν σχετικὴν ἀναλογίαν περὶ τῶν προηγουμένων.
§33ΑΛ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν δύο ἐτῶν πρόκειται.
§34Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους δίδουσιν αἱ ἀπογραφαὶ τῶν δώδεκα ἐτῶν, θὰ ἔλθωμεν κατὰ σειρὰν καὶ ἑπομένως παρακαλῶ νὰ ἀναμείνητε ὀλίγον, διότι νομίζω ὅτι αἱ διακοπαὶ συντελοῦσιν εἰς τὸ νὰ παρατείνηται παραπολὺ ἡ συζήτησις. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ν’ ἀπαγορεύσητε τὰς διακοπάς, καὶ ἂς εἶναι βέβαιοι οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὅτι εἰς τὸ τέλος θὰ φωτισθῶσι πάντες πληρέστατα.
§35ΑΛ. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀδυναμία!
§36Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τῶν μὴ διακοπῶν! Δὲν ἔχω καὶ τὴν ἕξιν τοῦ βήματος. Ὥστε δικαιολογεῖται ἡ αἴτησίς μου. Μένουσι λοιπὸν ἄνδρες 6,500 περίπου γεγυμνασμένοι καὶ 165,000 ἀγύμναστοι, ἐξ ὧν 78,000 περίπου τῆς ἐφεδρείας καὶ 86,000 τῆς ἐθνοφρουρᾶς, ἤτοι ἐν ὅλῳ μένουσιν ἄνδρες 144,000 περίπου ἄνευ τῶν τῆς ἐθνοφρουρᾶς, ἐὰν δὲ ἀφαιρέσωμεν ἐξ αὐτῶν 18% ἀνυποτάκτους πολέμου, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολὺ ὀλιγώτεροι, ἡ ἀναλογία αὐτῶν εἶναι πολὺ μικροτέρα τῆς ἀναλογίας τῶν ἀνυποτάκτων ἐν εἰρήνῃ. Θέλομεν ἔχει 118,000 ἄνδρας, ἐκ τῶν ὁποίων 54,000 εἶναι ἠσκημένοι καὶ περὶ τὰς 64,000 ἀνάσκητοι, ἀγύμναστοι. Ἑπομένως τὸ Κράτος ὤφειλε πρωτίστως νὰ ἀσκήσῃ αὐτοὺς τοὺς μὴ γεγυμνασμένους ἄνδρας καὶ τότε θὰ εἶχε κατ’ ἐλάχιστον ὅρον δύναμιν 118,000 ἕως 120,000 ἀνδρῶν, καὶ τοῦτο μετὰ τὰς μεγάλας ἐκπτώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι, ὅταν σοβαρῶς θὰ πολεμήσῃ τὸ Κράτος, ἡ ἀνυποταξία θὰ ἐλαττωθῇ· ἄλλως τε, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ στρατολογικὴ ἀνισότης καὶ αὐτὴ ἡ στρατολογικὴ ἀταξία ὡς καὶ ἡ ἀταξία κατὰ τὰς ἐπιστρατεύσεις, θὰ προσήρχοντο πάντες εἰς τὸν στρατόν. Ἑπομένως θὰ ἦτο πολὺ μεγαλειτέρα δύναμις· ἀλλ’ ἐγὼ ἀφήρεσα τὰς σημερινὰς πραγματικὰς ἀνυποταξίας καὶ φθάνομεν εἰς δύναμιν 120,000 περίπου ἀνδρῶν. Καὶ ἐρωτῶ· τί συμφέρον ἔχομεν, ὅταν δυνάμεθα νὰ συγκεντρώσωμεν, νὰ ἔχωμεν τοσοῦτον στρατὸν ἄνευ τῆς ἐθνοφρουρᾶς καὶ τῆς ἐφεδρείας αὐτῆς, ποῖον ἐθνικὸν συμφέρον ἔχομεν νὰ διακηρύττωμεν, ὅτι 60,000 κατ’ ἀνώτατον ὅρον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν;
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πάντοτε ἐκηρύξαμεν 100,000 ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκήρυξαν 250,000.
§38Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Θὰ τὰς ἴδητε κατὰ σειρὰν τὰς 250,000· μὴ βιάζεσθε. Καὶ ποία θὰ εἶναι ἐν γένει ἡ δύναμις ἡ στρατιωτικὴ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους εἴπομεν; Θὰ τὴν ἴδητε ἀμέσως, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ δύναμις ἡ πολεμική, ἡ δύναμις τῆς ἐκστρατείας ἀποτελεῖται κατὰ τὸν ἰδικόν μας στρατολογικὸν νόμον ἐκ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐφεδρείας καὶ συμπεριλαμβάνεται ἐν τῇ ἐκστρατευούσῃ δυνάμει καὶ ἡ ἐθνοφρουρά. Ὥστε, ἐὰν ἤθελε τὸ Κράτος νὰ σχηματίσῃ στρατὸν ἐκστρατείας, ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον νὰ συμπεριλαμβάνῃ καὶ τὴν δύναμιν ὅλην· ἠδύνατο τουτέστι κατὰ νόμον νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὴν ἐθνοφρουράν. Θὰ ἴδωμεν ἑκάστη κατηγορία πόσους ἄνδρας περιλαμβάνει καὶ πόσους ἄνδρας ἐν συνόλῳ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν τῶν δώδεκα ἡλικιῶν. Εἴπομεν λοιπὸν ἑκατὸν τεσσαράκοντα πέντε χιλιάδες ἀνδρῶν ἐν συνόλῳ ἀποτελοῦσι τὸν ἐνεργὸν στρατὸν καὶ τὴν ἐφεδρείαν. Ὅταν ἔχωμεν τὴν ἀπογραφήν, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν—ἐννοεῖται, ὅσοι δύνανται νὰ ὑπολογίσωσι—, δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν, ἐπαναλαμβάνω, τὰς διαφόρους κατηγορίας καὶ ἔχομεν, ἐὰν ὑπολογίσωμεν, ὅτι ὁ ἐνεργὸς στρατὸς καὶ ἡ ἐφεδρεία αὐτοῦ εἶναι 145,000 περίπου ἀνδρῶν· ἡ ἐθνοφρουρὰ εἶναι 73,000 περίπου ἀνδρῶν καὶ ἡ ἐφεδρεία τῆς ἐθνοφρουρᾶς εἶναι 60,000 περίπου ἀνδρῶν. Ἑπομένως ἔχομεν στρατὸν ἐκστρατείας 218,000 περίπου ἀνδρῶν καὶ ἐν γένει στρατὸν ἀμύνης 278,000, ἐὰν προστεθῇ καὶ ἡ ἐφεδρεία τῆς ἐθνοφρουρᾶς, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν σήμερον, ἀνεξαρτήτως πρὸς τὰ νέα μέτρα καὶ πρὸς τὴν νέαν ἀπογραφήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωμεν διὰ τῶν νέων μέτρων. Καὶ ἂν δεχθῶμεν καὶ ἀνυποταξίαν πολέμου, ἡ ὁποία ἀνυποταξία θὰ ἐκλείψῃ, ὅταν ὁ στρατολογικὸς νόμος μεταρρυθμισθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ νομίσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι σοβαρῶς πρόκειται νὰ ὀργανώσωμεν στρατόν, ἀλλὰ καὶ αὐτῆς λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν θὰ ἔχωμεν 120,000 περίπου ἀνδρῶν ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας, 59,000 ἀνδρῶν ἐθνοφρουρᾶς καὶ 50,000 περίπου ἀνδρῶν τῆς ἐφεδρείας τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Ὥστε πάλιν ἔχομεν διὰ τῶν αὐτῶν ἀριθμῶν 179,000 ἀνδρῶν στρατοῦ ἐκστρατείας καὶ 229,000 ἀνδρῶν στρατοῦ ἀμύνης. Ἀλλά, ἂς δεχθῶμεν, Κύριοι, ἂς δεχθῶμεν, ὅτι ἡ ἀπογραφὴ ἀποτελεῖται ἐξ 11.000 ἀνδρῶν, ἀριθμοῦ, ὃ ὁποῖος ἐθεωρήθη ὡς ἀνώτερον ὅριον τῆς στρατευσίμου ἀπογραφῆς. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς αὐτῆς τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν, θέλομεν ἔχει 115.000 ἀνδρῶν ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας, θέλομεν ἔχει 66.000 ἀνδρῶν ἐν τῇ ἐθνοφρουρᾷ καὶ θέλομεν ἔχει ἀκόμη 55.000 ἀνδρῶν ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Ὥστε καὶ πάλιν, καὶ ἂν τόσον ὀλίγην θεωρήσωμεν τὴν στρατεύσιμον ἀπογραφήν, πάλιν θὰ ἔχωμεν 180.000 περίπου ἀνδρῶν στρατοῦ ἐκστρατείας καὶ 236.000 περίπου ἀνδρῶν στρατοῦ ἀμύνης. Διότι ἐφεδρεία τῆς ἐθνοφρουρᾶς καλεῖται μόνον ἐν ᾗ περιπτώσει πρόκειται ν’ ἀμυνθῇ τῆς χώρας, ἐνῷ ὁ ἐνεργὸς στρατός, ἡ ἐφεδρεία, ἡ ἐθνοφρουρὰ δύναται νὰ κληθῇ ἐν συνεκστρατείᾳ. Καὶ ἂν δεχθῶμεν καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς τοὺς ἀριθμοὺς ἀνυποταξίαν, θὰ ἔχωμεν 94.710 ἄνδρας ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας, 54.000 ἀνδρῶν ἐθνοφρουρᾶς καὶ 45.000 ἀνδρῶν τῆς ἐφεδρείας τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Ὥστε καὶ πάλιν θὰ ἔχωμεν 148.000 ἀνδρῶν στρατοῦ ἐκστρατείας καὶ 193.000 ἀνδρῶν στρατοῦ ἀμύνης. Καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ διατείνονται ὅτι ἡ στρατεύσιμος ἀπογραφὴ δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀνωτέρα τῶν 11.000 ἀνδρῶν, ἔχω πρόχειρα τὰ διδόμενα, διὰ ν’ ἀνεύρωσιν ὅτι ἡ στρατεύσιμος ἀπογραφὴ εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα. Διότι ἔχω τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1905, ὅτε ἐφηρμόσθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1904, ἡ ὁποία ἀπογραφὴ τοῦ 1905 ἔδωκεν ἀκριβῶς 13.911 ἄνδρας, περίπου 14.000 ἀνδρῶν. Καὶ ἂν ὑπολογίσωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς ταύτης τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν, θέλομεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα 146.000 ἀνδρῶν λαμβανομένων, ἐννοεῖται, ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν ἀπωλειῶν, ἑκατὸν τεσσαράκοντα ἕξ χιλιάδας ἀνδρῶν ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας, 83.000 ἀνδρῶν ἐθνοφρουρᾶς καὶ 69.000 ἀνδρῶν ἐφεδρείας τῆς ἐθνοφρουρᾶς, τουτέστιν ἐν συνόλῳ ἡ ἐμπόλεμος δύναμις ἀνέρχεται εἰς 298.000 ἀνδρῶν.
§39Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. 298.000 ἀνδρῶν πόσας ἡλικίας περιλαμβάνουσι;
§40Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δώδεκα ἡλικίας.
§41Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σᾶς ἐρωτᾷ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐκ Νάξου καὶ ὑμεῖς λέγετε ὅτι δώδεκα ἡλικίαι ἀποτελοῦσι 298.000 ἀνδρῶν. Αὐτὸ δὲν εἴπετε;
§42Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Πρόκειται καὶ περὶ τῶν ὀκτὼ ἡλικιῶν καὶ περὶ τῶν δέκα ἡλικιῶν τῆς ἐθνοφρουρᾶς καὶ τῆς ἐφεδρείας. Ἔκαμα λάθος. Ἄλλως τε, Κύριοι, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ αὐτὴ ἡ ἐρώτησις, διότι, ὅταν λέγω τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ τῆς ἐφεδρείας, ὅταν λέγω ἐθνοφρουράν, ὅταν λέγω ἐφεδρείαν τῆς ἐθνοφρουρᾶς, ὀφείλει νὰ ἐννοήσῃ πᾶς τις ὅτι δὲν πρόκειται περὶ δώδεκα ἡλικιῶν, διότι αἱ δώδεκα ἡλικίαι ἀποτελοῦσι τὸν ἐνεργὸν στρατὸν καὶ τὴν ἐφεδρείαν. Δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἀπαρίθμησις αὐτῶν. Ἦτο ἀρκετὰ ἁπλῆ ἡ ἐρώτησις.
§43Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, χαρακτηρίζων ὡς ἁπλῆν τὴν ἐρώτησίν μου, ὤφειλε νὰ ἐνθυμηθῇ ὅτι, ὅτε ἀνέφερε τὰς 298.000, τὸν ἠρώτησα ἐκ πόσων ἡλικιῶν ἀποτελοῦνται, καὶ οὐδὲν πλέον. Ἡ ἐρώτησις αὕτη ἦτο ἁπλῆ;
§44Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὅτε ἀνέφερον ἐνεργὸν στρατὸν καὶ ἐφεδρείαν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἐθνοφρουρὰν καὶ ἐφεδρείαν τῆς ἐθνοφρουρᾶς, δὲν ἦτο δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ τις ὅτι πρόκειται περὶ ὅλων τῶν ἡλικιῶν. Κύριε Πρόεδρε, δὲν θὰ ἀπαντήσω εἰς ἄλλην διακοπήν.
§45Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἂν ἀπαγορεύωνται αἱ ἐρωτήσεις, εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§46Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀπαγορεύονται αἱ διακοπαί.
§47Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὀργίζηται ὁ κ. Ὑπουργός, διότι δὲν εἶναι οὔτε Βουλευτής, αὐτοὶ δέ, οἱ ὁποῖοι τὸν διακόπτουσιν, εἶναι 30 ἔτη Βουλευταί.
§48Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχετε ὑποχρέωσιν ν’ ἀπαντήσητε.
§49Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ὠργίσθην ποσῶς. Ἀλλ’ ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὸν νέον στρατολογικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἤθελον νὰ ὑποβάλω σήμερον εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη ἡ ἐκτύπωσίς του, ὥστε θὰ τὸν ὑποβάλω αὔριον, καθ’ ὃν περιλαμβάνονται 14 ἡλικίαι ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ καὶ τῇ ἐφεδρείᾳ, θέλομεν ἔχει τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Συγχρόνως δὲ διὰ τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου καταργεῖται πᾶσα ἀπαλλαγή. Ἑπομένως αὐξάνει ἡ ἀπογραφὴ ἀπὸ 13.911 ἄνδρας εἰς 16,529, προστιθεμένων δὲ 3740 ἐπὶ πλέον ἕνεκα τῆς καταργήσεως τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ ἀφαιρουμένης τῆς ἀναλόγου εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτὸν ἀνυποταξίας καὶ κατὰ τὸν νέον στρατολογικὸν νόμον καὶ ὑποτιθεμένου ὅτι θὰ λάβωμεν τὰ 14 ἔτη, θέλομεν ἔχει, ἐπαναλαμβάνω, τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1905, ἡ ὁποία εἶναι πιστοποιημένη· θὰ ἔχωμεν 198.000 ἀνδρῶν τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ 82.000 περίπου τῆς ἐφεδρείας. Διότι διὰ τοῦ νέου στρατολογικοῦ νόμου καθορίζεται τὸ 19ον ἔτος τῆς ἡλικίας ὡς ἡλικία στρατεύσιμος μέχρι τοῦ 33ου. Λοιπὸν ὁ ἐνεργὸς στρατὸς ἀπὸ τοῦ 19ου μέχρι τοῦ 33ου· ἡ ἐφεδρεία τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ 33ου μέχρι τοῦ 40οῦ· ἀπὸ τοῦ 40οῦ μέχρι τοῦ 47ου εἶναι ἡ ἐθνοφρουρὰ καὶ ἡ τελευταία ἑπταετία ἡ ἐφεδρεία τῆς ἐθνοφρουρᾶς.
§50Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε μέχρι τοῦ 54ου ἔτους.
§51Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μέχρι τοῦ 54ου. Καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω, ὅταν ἔλθῃ ἡ σειρὰ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁ ἀρχαῖος Ἑλληνικὸς ὀργανισμὸς περιελάμβανεν ὡς μάχιμον δύναμιν ὅλους τοὺς ἄνδρας ἀπὸ τοῦ 20οῦ μέχρι τοῦ 60οῦ.
§52Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς Σπάρτης ἢ τῶν Ἀθηνῶν;
§53Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καὶ τῆς Σπάρτης καὶ τῶν Ἀθηνῶν.
§54Ι. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ τῆς Μακεδονίας.
§55Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πραγματικῶν δεδομένων τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1905 ἐνεργὸν στρατὸν καὶ ἐφεδρείαν 198.000, 82.000 δευτέραν σειρὰν τῆς ἐφεδρείας, 66.000 ἐθνοφρουρὰν καὶ 62.000 ἐφεδρείαν τῆς ἐθνοφρουρᾶς. Ἡ δύναμις αὕτη ἡ ἐκ τούτων ἀποτελουμένη θὰ εἶναι ἀρκετή, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἴσως ἀνάγκην ἐν πολέμῳ νὰ μεταχειρισθῶμεν τὴν ἐφεδρείαν τῆς ἐθνοφρουρᾶς ἢ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν. Ἀποτελεῖται ἀρκετὴ δύναμις, ἕνεκα τῆς καταργήσεως τῶν ἀπαλλαγῶν, τῆς αὐξήσεως τῆς ἀπογραφῆς καὶ τῆς προσθήκης τῶν 2 ἐτῶν. Καὶ ἂν δεχθῶμεν ὅτι ὑπάρχει ἀνυποταξία, θὰ ἔχωμεν 162.000 ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ καὶ τῇ ἐφεδρείᾳ, 68.000 ἐν τῇ δευτέρᾳ σειρᾷ τῆς ἐφεδρείας, 54.000 ἐν τῇ ἐθνοφρουρᾷ καὶ 51.000 ἐν τῇ ἐφεδρείᾳ αὐτῆς. Τώρα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τί ἀποδίδει ἐν γένει ὁ πληθυσμὸς ἐν σχέσει πρὸς τὰ στρατολογικὰ δεδομένα. Ἐξετάζοντες τί δίδει ὁ πληθυσμὸς θὰ καταλήξωμεν εἰς δύναμιν μεγάλην, τὴν ὁποίαν ὅμως δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ παρασκευάσωμεν καὶ νὰ ὀργανώσωμεν ἅπασαν. Ἁπλῶς μόνον θὰ ἴδωμεν ποῖος εἶναι ὁ μάχιμος στρατὸς τῆς χώρας καὶ ἐξ αὐτοῦ θὰ δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὅσον ἀριθμὸν δυνάμεθα νὰ παρασκευάσωμεν καὶ ὅσος θὰ εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας. Κατὰ τοὺς ἐπισήμους στρατολογικοὺς πίνακας ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1908 περιλαμβάνει στρατευσίμους ἱκανοὺς πρὸς στράτευσιν 25.528.
§56Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρόντας;
§57Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐν συνόλῳ, διότι, ἵνα ἐξετάσωμεν τί δίδει ὁ πληθυσμός, δὲν θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνυποταξίαν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβωμεν κατόπιν. Διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς οὗτος δὲν προσέρχεται, φυσικὰ οὐδεμίαν δύναμιν πολεμικὴν θὰ ἔχῃ τὸ Κράτος. Ἐξετάζω μόνον τὸν ἀριθμὸν τὸν θεωρητικόν, διότι, ὅταν λέγωμεν τί δίδει ὁ πληθυσμός, ἐννοοῦμεν τίνα ἀριθμὸν δίδει στρατευσίμων, δεύτερον δὲ ζήτημα εἶναι ἂν αὐτοὶ προσέρχονται ἢ ὄχι καὶ τρίτον πόσην δύναμιν ἐξ αὐτοῦ πρέπει νὰ λάβωμεν. Ἡ ἀπογραφὴ τοῦ 1908 πρέπει νὰ ληφθῇ ὡς βάσις τῶν ὑπολογισμῶν, διότι, ὡς γνωρίζετε, αἱ ἀπογραφαὶ αὐξάνουσι προοδευτικῶς. Ἐκτὸς ἐξαιρετικῶν τινων ἀπογραφῶν ὑπάρχει διαρκὴς αὔξησις τῶν μεταγενεστέρων ἀπογραφῶν, ἕνεκα τῆς φυσικῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Ἑπομένως εἰς πάντα ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ κάμωμεν εἰς τὸ μέλλον, πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν τελευταίαν ἀπογραφήν. Ἀλλά, καὶ τὸν μέσον ὅρον τῶν ἀπογραφῶν τῶν ἕξ τελευταίων ἐτῶν ἐὰν λάβωμεν, θέλομεν ἔχει ἀπογραφὴν 25.000 ἀνδρῶν ἱκανῶν πρὸς στράτευσιν. Ἡ στρατεύσιμος ἀπογραφὴ θ’ ἀποτελῆται ἀπὸ 25.000 ἀνδρῶν. Ἐὰν λοιπὸν λάβωμεν τὸν θεωρητικὸν ἀριθμὸν τῶν ἱκανῶν πρὸς στράτευσιν στρατευσίμων, θέλομεν ἔχει ἐνεργὸν στρατὸν καὶ ἐφεδρείαν 300.000 ἀνδρῶν, δευτέραν σειρὰν τῆς ἐφεδρείας 122.000 ἀνδρῶν, ἐθνοφρουρὰν 107.000 καὶ ἐφεδρείαν τῆς ἐθνοφρουρᾶς 92.000, ἐν ὅλῳ 600.000 περίπου ἀνδρῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ στρατεύσιμος πληθυσμὸς ὁ θεωρητικός, οὐχὶ ὁ στρατός, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω. Τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν ἀπογραφὴν καὶ πρὸς τὸ στράτευμα τὸ Ἑλβετικὸν συμφωνοῦσι πληρέστατα, εἶναι δὲ κατώτερα πρὸς τὰ τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν πόλεων. Ἀλλά, ὡς εἶπον, δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι δύναται νὰ ἀποτελέσῃ τὸν στρατὸν ὁ ἀριθμὸς οὗτος, διότι τότε βεβαίως θὰ εἶναι ὄνειρον διὰ Κράτος μικρὸν νὰ ἐφοδιάσῃ τοιαύτην κολοσσιαίαν δύναμιν ἀπαιτοῦσαν πόρους ἀφθονωτάτους καὶ ὑπερμέτρους. Ἑπομένως, ὅταν ἐξετάζωμεν τὸν πληθυσμόν, δὲν ἐξετάζομεν ποίαν δύναμιν πολεμικὴν δίδει, ἀλλὰ ποίαν δύναμιν θὰ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Ὁ Ἑλβετικὸς μάχιμος πληθυσμὸς ὑπερβαίνει τὰς 500.000 ἐπὶ πληθυσμοῦ 3.000.000, καίτοι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐτῶν εἶναι μικρότερος, διότι ὑπολογίζουσι μέχρι τοῦ 45ου ἔτους. Ἐὰν τώρα ἐκ τῆς ἀπογραφῆς αὐτῆς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνυποταξίαν, ἥτις ἀνέρχεται εἰς 28%, θέλομεν ἔχει ἀπογραφὴν κατατάξιμον, κατατασσομένων, 18.360 ἄνδρας. Ἑπομένως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπογραφῆς ταύτης θὰ ἔχωμεν 218.000 ἀνδρῶν ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας, θὰ ἔχωμεν 88.000 ἀνδρῶν δευτέρας σειρᾶς ἐφεδρείας, 77.000 ἐθνοφρουρᾶς καὶ 66.000 ἐφεδρείας τῆς ἐθνοφρουρᾶς, τουτέστι περὶ τὰς 450.000 ἀνδρῶν, ἐξ ὧν περὶ τὰς 200.000 ἀνδρῶν ἐνεργοῦ στρατοῦ καὶ ἐφεδρείας.
§58Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δόξα τῷ Θεῷ!
§59Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔχουσα τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἔχει, ὀφείλει νὰ παρασκευάσῃ καὶ ὀργανώσῃ τὸν στρατὸν τῶν 200.000 ἀνδρῶν, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ καὶ ἑτέρας 250.000 περίπου ἀνδρῶν ἐθνοφρουρᾶς καὶ ἐφεδρείας τῆς ἐθνοφρουρᾶς, διότι, ἐὰν δὲν ὀργανώσῃ καὶ δὲν παρασκευάσῃ τοσοῦτον στρατόν, πρέπει νὰ παραιτηθῇ πάσης ἀξιώσεως διὰ τὸ μέλλον. Θὰ ἔλθω κατόπιν καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἐξέτασιν σχετικῶς πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, ὥστε νὰ μὴ φανῇ ὑμῖν τοῦτο ἀδύνατον· ἤδη ἐξακολουθῶ νὰ ἐξετάζω τὸ ζήτημα ὑπὸ στρατιωτικὴν καθαρῶς ἔποψιν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἀριθμοῦ. Ὅταν πρόκειται νὰ παρασκευάσωμεν ἐμπόλεμον δύναμιν, ἡ ἐμπόλεμος δύναμις ἀποτελεῖται ἐκ δύο παραγόντων καὶ ἑπομένως σκεπτόμενοι περὶ ἐμπολέμου δυνάμεως ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν παραγόντων αὐτῶν. Ἡ ἐμπόλεμος δύναμις ἀποτελεῖται ἐκ τῆς στρατευσίμου ἀπογραφῆς καὶ ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐτῶν ἢ τῶν ἡλικιῶν, λαμβανομένων, ἐννοεῖται, ὑπ’ ὄψιν τῶν μειώσεων. Ἐὰν πρόκειται περὶ πληθυσμοῦ μεγάλου, περὶ Κράτους μεγάλου, τὸ Κράτος αὐτὸ δύναται καὶ τὴν ἀπογραφὴν νὰ ἐλαττώσῃ καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡλικιῶν νὰ ἐλαττώσῃ, διότι τὸ Κράτος τοῦτο ἔχον ὡς ὅριον συγκρίσεως τὸ ἀντίπαλον Κράτος θ’ ἀρκεσθῇ νὰ παρασκευάσῃ δύναμιν κατά τι ἀνωτέραν τοῦ ἀντιπάλου Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο τὰ μεγάλα Κράτη δὲν λαμβάνουσι σύμπασαν τὴν ἀπογραφὴν τὴν στρατεύσιμον, διότι, ἐὰν ἐλάμβανον ταύτην, ἡ ἐν εἰρήνῃ δύναμις θὰ ἦτο παμμεγίστη καὶ αἱ δαπάναι ὑπέρογκοι. Λαμβάνουσι λοιπὸν μέρος τῆς ἀπογραφῆς· φέρ’ εἰπεῖν ἡ Γερμανία κατατάσσει ἐκ τῆς ἀπογραφῆς περὶ τοὺς 44%, διότι διὰ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ δύναται ν’ ἀποτελέσῃ τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν ἐκείνην, τῆς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην, ἀλλὰ παραλλήλως πρὸς αὐτὴν μεριμνᾷ καὶ ἐκπαιδεύει κατὰ μικρὰ χρονικὰ διαστήματα τὰ 75% ἐκ τῆς ἀπογραφῆς. Ὥστε καὶ αὐτὰ τὰ μεγάλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μέγαν ἀριθμόν, μεγάλην στρατεύσιμον ἀπογραφήν, καὶ αὐτὰ μεριμνῶσι νὰ ἔχωσιν ἠσκημένον τὸν πληθυσμόν, διότι πιθανὸν ἕνεκα τῶν πολιτικῶν συνδυασμῶν νὰ ὑπάρξῃ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην νὰ λάβωσιν ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ πληθυσμοῦ ἄνδρας περισσοτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους εἶχον ὑπ’ ὄψει νὰ ἐπιστρατεύσωσι, καὶ συγχρόνως, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην μεγάλης ἐμπολέμου δυνάμεως, περιορίζουσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡλικιῶν προκειμένου περὶ τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ μικρῶν πληθυσμῶν καὶ μάλιστα μικρῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι νὰ ἀποβλέπωσιν εἰς τὰ ὅμορα Κράτη, διότι, καθὼς εἶπον, αὐτὸς εἶναι ὁ στοιχειώδης ὅρος, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν πᾶν Κράτος, προκειμένου, λέγω, περὶ μικρῶν Κρατῶν, διὰ νὰ ἔχωσι ταῦτα ἐμπόλεμον δύναμιν ἐπαρκῆ, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι κατ’ ἄλλον τρόπον παρὰ διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐτῶν, διότι, ὁσουσδήποτε καὶ ἂν λάβωσιν ἐκ τῆς μικρᾶς αὐτῶν ἀπογραφῆς, δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι τοσαύτην πολεμικὴν δύναμιν, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ ἄμυνα τῆς χώρας ἐν δεδομένῃ περιστάσει, καὶ μάλιστα ὅταν πρόκειται περὶ ὁμόρου Κράτους, τὸ ὁποῖον φυσικῶς θὰ ὑποτεθῇ ἀντίπαλον, περὶ μεγάλου Κράτους δυναμένου νὰ διαθέσῃ μεγαλείτερον ἀριθμὸν ἐμπολέμου δυνάμεως. Ἑπομένως δύο μέσα ὑπάρχουσι, διὰ νὰ αὐξήσῃ ἡ ἐμπόλεμος δύναμις, καὶ περὶ αὐτὰ δέον νὰ περιστρέφηται πᾶσα ἐνέργεια τοῦ θέλοντος νὰ ὀργανώσῃ τὸν στρατόν. Πρῶτον μὲν νὰ αὐξήσῃ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τὴν στρατεύσιμον ἀπογραφήν, καὶ δεύτερον νὰ αὐξήσῃ μέχρι τοῦ δυνατοῦ ὁρίου τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡλικιῶν, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι, διὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν αὔξησιν ταύτην τῆς ἀπογραφῆς, ἀπαιτοῦνται δαπάναι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐτησίαν συντήρησιν. Ἑπομένως πρέπει πρωτίστως νὰ φροντίσῃ νὰ ὑποβοηθήσῃ τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τυχὸν θὰ ἐλάμβανε τὸ Κράτος, προκειμένου νὰ παρασκευάσῃ στρατόν, διὰ στρατολογίας ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγοδαπανωτέρας. Ἀπαιτεῖται λοιπὸν τὸ στρατιωτικὸν σύστημα νὰ εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγοδάπανον, διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ θέλῃ τις νὰ παρασκευάσῃ στρατόν, ἀλλὰ συγχρόνως πρέπει νὰ μεριμνᾷ, ὅπως μὴ ὑπερβῇ τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τῆς χώρας, οὐδὲ νὰ ἐξετάζῃ τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα ὅπως συνήθως ἐξετάζεται τὸ ζήτημα τοῦτο, διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἄκρων, ὡς πράττουσί τινες. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουσι δύο στρατόπεδα σχετικῶς πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα, δύο τάξεις ἀνθρώπων, ἐξ ὧν οἱ μὲν λέγουσι νὰ παρασκευάσῃ ἡ Ἑλλὰς στρατὸν 200 ἢ καὶ ὀσωνδήποτε χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀδιαφοροῦντες περὶ τῶν οἰκονομικῶν μέσων, οἱ δὲ ἀντιθέτως ἐνδιαφερόμενοι μόνον διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν ὑποστηρίζουσιν, ὅτι, ὅπως μὴ δαπανήσῃ τὸ Κράτος, πρέπει νὰ μειωθῇ ἡ πολεμικὴ δύναμις εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον. Νομίζω ὅτι ὁ μέσος ὅρος εἶναι ὁ ὀρθότερος καὶ διὰ τοῦτο, ἀφοῦ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ αὐξήσωμεν τὴν στρατεύσιμον ἀπογραφήν, νὰ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἡλικιῶν, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἐπαρκῆ ἐμπόλεμον δύναμιν, πρέπει νὰ μεριμνήσωμεν, ἀφοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ μεριμνήσωμεν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, προκειμένου περὶ τοῦ ἐφοδιασμοῦ τῆς μεγάλης αὐτῆς δυνάμεως, διότι πάντως, οἱαδήποτε μέτρα καὶ ἂν λάβωμεν καὶ οἱανδήποτε πρόνοιαν, θὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη δαπανῶν, τοὐλάχιστον νὰ μεριμνήσωμεν, ὥστε ἡ ἐτησία δαπάνη νὰ εἶναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν μικροτέρα. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ καθιερωθῇ σύστημα, τὸ ὁποῖον, ἐνῷ ἐκπαιδεύει πολλοὺς ἄνδρας, ὅλην τὴν στρατεύσιμον ἀπογραφήν, νὰ μὴ τηρῇ ἐν εἰρήνῃ μεγάλην δύναμιν ἢ εἰς τὰς ὡρισμένας ἐποχὰς τὰς ἀπαραιτήτους διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν μονάδων. Ὁ ἐξετάζων τὸ στρατιωτικὸν ζήτημα ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ἢ τρία στοιχεῖα σχετικῶς πρὸς τὴν ἐλάττωσιν τῶν δαπανῶν. Οὕτω, διὰ νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς δαπάνας, δὲν ἔχομεν νὰ πράξωμεν ἄλλο τι ἢ ἓν ἐκ τῶν τριῶν: ἢ θὰ ἐλαττώσωμεν τὴν δαπάνην τὴν ἀνταποκρινομένην εἰς τὴν μονάδα, εἰς τὸν ἕνα ἄνδρα, ἐπιβαρυνόμενον μὲ τὰ γενικὰ ἔξοδα, διότι ἡ δαπάνη τῆς μονάδος ἀποτελεῖται ἐκ τῆς δαπάνης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ἑνός, ἐπιβαρυνομένης τῆς μονάδος διὰ τῶν γενικωτέρων ἐξόδων σχετικῶς πρὸς τὰ στελέχη καὶ τὴν ἐν γένει δαπάνην τοῦ στρατιώτου, ἢ θὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐτησίως κατατασσομένων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀπεδείξαμεν ὅτι δὲν συμφέρει, ἢ θὰ ἐλαττώσωμεν τὴν θητείαν. Πέρα τῶν τριῶν τούτων παραγόντων δὲν ἔχομεν ἕτερον· δὲν ὑπάρχει ἕτερος νὰ ἐξετάσωμεν. Ἡ ἐλάττωσις τῆς δαπάνης τῆς ἀνταποκρινομένης εἰς τὴν μονάδα εἶναι πλέον ἀδύνατος, διότι κατῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ ἐλάχιστον ὅριον· ἀφῃρέθη καὶ ὁ ὀλίγος μισθὸς τοῦ στρατιώτου ἀκόμη. Ἐλάττωσις τῶν γενικῶν δαπανῶν τῶν ἀνταποκρινομένων εἰς τὴν μονάδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι ἔχομεν ἀνάγκην μεγάλης ἐμπολέμου δυνάμεως· ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ στελέχη, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ εἶναι περιττὸν νὰ παρασκευάσωμεν μεγάλην πολεμικὴν δύναμιν, διότι αὐτὴ ἡ δύναμις θὰ εἶναι δύναμις ἀσύντακτος πλέον, ὥστε κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔχωμεν στελέχη δυσανάλογα πρὸς τὴν αὐστηρὰν ἀναλογίαν, ἥτις τηρεῖται εἰς τὸν στρατόν, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν καὶ ἔχομεν ἀριθμὸν ἡλικιῶν μέγαν· ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ τηρῶμεν καὶ στελέχη, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιήσωμεν διὰ τὴν ἐφεδρείαν, ἐννοῶ ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικούς. Τρίτον στοιχεῖον εἶναι ὁ χρόνος, τουτέστιν ἡ στρατιωτικὴ θητεία. Ὑπάρχουσιν οἱ πολέμιοι τῆς μικρᾶς θητείας καὶ ὑπῆρξαν πολέμιοι εἰς πάσας τὰς ἐποχάς. Ἡ θητεία ἦτο εἰκοσαετής, κατῆλθεν εἰς τὰ 7 ἔτη, ἀνεκραύγασαν ὅλοι οἱ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι τὸ στράτευμα δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ· ἀπὸ ἑπταετοῦς ἔγινε πενταετής, τριετής, μὲ τὰ αὐτὰ πάντοτε ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς ἐλαττώσεως, καὶ ἐπὶ τέλους ἔγινε διετής, διετὴς εἰς τοὺς μεγάλους στρατούς, διότι τὰ μικρὰ Κράτη, ὡς ἡ Ἑλβετία, κανονίζουσι κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως, διότι ἡ Ἑλβετία ἔχει σκοπὸν καθαρῶς ἀμυντικόν, ἁπλῶς ἐπιζητεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἄμυναν τῆς χώρας, θεωρεῖται δὲ γενικῶς παραδεδεγμένον ὅτι κάτωθεν τῆς διετοῦς θητείας τὸ στράτευμα μετατρέπεται εἰς ἐθνοφυλακήν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ παρουσιάσω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδείξῃ ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνυπέρβλητος ἀνάγκη, καὶ ἡ θητεία πρέπει νὰ ἐλαττοῦται. Ἡ Πρωσσία μετὰ τὴν μάχην τῆς Ἰένης ὑπεχρεώθη διὰ συνθήκης νὰ μὴ τηρῇ πλέον τῶν 40,000 στρατοῦ, πρέπει δὲ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ θητεία ἦτο ἑπταετὴς εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· ἂν λοιπόν, διὰ νὰ ἔχῃ 40,000 στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ, ἦτο ἠναγκασμένη νὰ λαμβάνῃ ἐκ τῆς ἀπογραφῆς τὸν ἀνάλογον ἀριθμόν, θὰ ἐλάμβανεν ἐκ τῆς ἀπογραφῆς περὶ τὰς 5 ἢ ἓξ χιλιάδας ἀνδρῶν καὶ ἑπομένως ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς θὰ ἔμενεν ἀνάσκητος. Ἐσκέφθη τότε νὰ μεταβάλῃ τὸ σύστημα, καίτοι, ὡς εἶπον, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ θητεία ἦτο ἑπταετὴς καὶ πᾶσα μείωσις τῆς ἑπταετοῦς θητείας ἐθεωρεῖτο ἐπιβλαβὴς ὑπὸ στρατιωτικὴν ἔποψιν. Ἐν τούτοις ὑπῆρξαν ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ῥιζικῶς μετέβαλον τὸν στρατιωτικὸν ὀργανισμὸν τῆς Πρωσσίας. Ἀνέτρεξαν εἰς τὰς ἀρχαίας πηγὰς καὶ ἀνεῦρον τὸν Ἑλληνικὸν ὀργανισμόν, καὶ τὸν Ἑλληνικὸν αὐτὸν ὀργανισμὸν ἔθεσαν ὡς βάσιν καὶ ὡς ὑπόδειγμα καὶ παρεσκεύασαν τὸν στρατόν, τὸν ὁποῖον θαυμάζομεν σήμερον. Ἐμνημόνευσα τὸν Ἑλληνικὸν ὀργανισμὸν καὶ θὰ εἴπω τινὰ περὶ τούτου. Ὡς γνωρίζετε, τὰ παλαιότερα ἔθνη εἶχον ὡρισμένην τάξιν μαχητῶν. Πρώτη ἡ ἀρχαία Ἑλλὰς εἶναι ἐκείνη, ἥτις καθιέρωσε τὴν πάνδημον στράτευσιν, τὴν γενικὴν στρατολογίαν καλουμένην σήμερον, τῶν ἐλευθέρων πολιτῶν, καθιέρωσε τὴν περιοχικὴν ἐκπαίδευσιν καὶ τὴν προεκπαίδευσιν, καθιέρωσε στρατιωτικὸν σύστημα, ὅπερ παρεσκεύαζε στρατὸν ἐμπόλεμον καὶ μαχίμους ἄνδρας μέχρι τοῦ τετάρτου τοῦ πληθυσμοῦ σχεδόν. Τὸν ἀρχαῖον τοῦτον ὀργανισμὸν ὡς ὑπόδειγμα δεχθέντες οἱ Πρῶσσοι ὀργανωταὶ ἠλάττωσαν τὴν θητείαν μέχρις ἑξαμήνου, καὶ κατώρθωσαν ἀνὰ ἓξ μῆνας νὰ καλῶσι τὰς 40,000, τὰς ὁποίας ἦσαν ὑποχρεωμένοι κατὰ τὴν συνθήκην νὰ ἔχωσι, καὶ μετὰ πάροδον 3–4 ἐτῶν παρέταξαν ἐναντίον τοῦ Μ. Ναπολέοντος κολοσσιαῖον στράτευμα. Ἑπομένως, ἐὰν τὸ στρατιωτικώτερον Κράτος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ τῆς σημερινῆς, ἡ Πρωσσία, δὲν ἐδίστασεν, εὑρεθεῖσα εἰς τὴν ἀνάγκην, νὰ ἐλαττώσῃ τὴν θητείαν μέχρις ἑξαμήνου εἰς ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ ἑπταετὴς θητεία ἐθεωρεῖτο μόλις ἐπαρκὴς διὰ τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, φρονῶ ὅτι καὶ πᾶν ἄλλο Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκεται μὲν εἰς τὴν ἀνάγκην ἕνεκα συνθήκης τινός, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ἕνεκεν ἐλλείψεως χρηματικῶν πόρων, δὲν πρέπει νὰ διστάσῃ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν θητείαν, διότι ἄλλος τρόπος, διὰ νὰ δυνηθῶμεν διὰ μικροτέρας ὅσον τὸ δυνατὸν ἐτησίας δαπάνης νὰ ἐκπαιδεύωμεν τὴν στρατεύσιμον ἀπογραφήν, δὲν ὑπάρχει, ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεύρῃ θησαυρούς, τοὺς ὁποίους νὰ μοὶ παραχωρήσῃ, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ δυνηθῶ νὰ παρασκευάσω στράτευμα ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον. Ὥστε ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας εἶναι ἀνάγκη, καὶ βλέπετε ὅτι αἱ ἀπόπειραι τῆς ἐλαττώσεως ἐγένοντο· καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1904 ἠλάττωσε τὴν θητείαν μέχρι δεκαοκταμήνου, καὶ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1906, ὁ ἀναστείλας τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1904, ἠλάττωσε καὶ πάλιν τὴν θητείαν κατὰ τέσσαρας μῆνας ἀκόμη, δεχθεὶς δεκατετράμηνον τοιαύτην. Ἀλλ’ ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας κάτω τῆς διετοῦς πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν καὶ νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι παραβλάπτει τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν, καὶ ἑπομένως, ἐὰν ἀποφασίσωμεν νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν θητείαν, πρέπει νὰ τὴν ἐλαττώσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ παραβλάπτηται εἰς μέγαν βαθμὸν ἡ στρατιωτικὴ ἐκπαίδευσις. Διὰ τοῦτο ἀνέτρεξα εἰς τὸν ἀρχαῖον ἐπίσης ὀργανισμὸν τῶν Ἑλλήνων, ὁ ὁποῖος, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἐχρησίμευσεν ὡς ὑπόδειγμα τοῦ Γερμανικοῦ καὶ ὅλων τῶν νέων ὀργανισμῶν, καὶ ἐκεῖ ἀνεῦρον τὴν προεκπαίδευσιν. Διὰ τῆς προεκπαιδεύσεως ἠσκοῦντο οἱ νέοι δύο ἔτη, προτοῦ θεωρηθῶσιν ὡς στρατεύσιμοι, εἰς τὰς στοιχειωδεστέρας στρατιωτικὰς ἀσκήσεις, ὥστε μόλις συνεπλήρουν τὸ 19 ἔτος τῆς ἡλικίας συνέχιζον τὴν ἐκπαίδευσιν τὴν καθ’ αὑτὸ στρατιωτικήν, ἡ ὁποία τότε, ὅπως γνωρίζετε, ὡς ἐκ τοῦ εἰδικοῦ τρόπου τοῦ πολεμικοῦ, τῆς πάλης τῆς ἀτομικῆς, ἦτο βαρυτάτη, καὶ ἐθεώρησαν ὅτι διὰ τῆς προεκπαιδεύσεως αὐτῆς δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ μεγάλη μείωσις τῆς θητείας ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ τῆς προεκπαιδεύσεως — περὶ τοῦ βαθμοῦ δὲ ἐν γένει προβλέπει τὸ νομοσχέδιον — καὶ συγχρόνως, διὰ νὰ καταστήσω προθυμοτέρους τοὺς νέους, ἐμείωσα τὴν θητείαν διαδοχικῶς μέχρι τοῦ κατωτάτου ὁρίου τοῦ ἑξαμήνου. Καὶ ἰδοὺ κατὰ τινα τρόπον ἐλαττοῦται ἡ θητεία· Θὰ κανονίζηται μὲν ἡ ἐλάττωσις τῆς θητείας ἀμέσως κατὰ τὸν βαθμὸν τῆς προεκπαιδεύσεως, ἀλλὰ συγχρόνως ἐθεώρησα περιττὸν νὰ τηρῶ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ τοὺς ἄνδρας κατὰ τὰς περιόδους ἐκείνας τοῦ ἔτους, κατὰ τὰς ὁποίας εἰς ὅλους μὲν τοὺς στρατοὺς χαλαροῦται καὶ σχεδὸν μηδενίζεται ἡ ἐκπαίδευσις, πλειότερον δὲ ὡς ἐκ τοῦ κλίματος εἰς τὸν ἰδικόν μας στρατόν, ὁ ὁποῖος κατὰ τοὺς τέσσαρας θερινοὺς μῆνας δὲν ὑφίσταται καμμίαν ἐκπαίδευσιν, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρατιωτικῆς προεκπαιδεύσεως καθορίζεται μία ἐκπαίδευσις ὑποχρεωτική, τὴν ὁποίαν, διὰ νὰ καταστήσω ἀνετωτέραν, παρεδέχθην, ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, τουτέστι παρεδέχθην τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται νῦν ἐν Ῥωμουνίᾳ σχετικῶς πρὸς τὸ ἥμισυ περίπου τῆς ἐτησίας ἀπογραφῆς. Τὸ ἥμισυ τῆς ἀπογραφῆς ἐν Ῥωμουνίᾳ δὲν κατατάσσεται ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλ’ ἐκπαιδεύεται εἰς περιοχὰς ἐκπαιδευτικάς, καὶ τὸ ἄθροισμα τῶν δύο αὐτῶν στρατῶν τῶν οὕτω διαφόρως ἐκπαιδευομένων ἀποτελεῖ τὴν πολεμικὴν δύναμιν τῆς Ῥωμουνίας. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐθεώρησα ὅτι τὸ σύστημα αὐτό, διὰ νὰ μὴ παραβλάψω ποσῶς τὸ στράτευμα, τὸ σύστημα, λέγω, αὐτὸ τῆς περιοχικῆς ἐκπαιδεύσεως ἠδύνατο νὰ μεταφερθῇ πρὸ τῆς στρατευσίμου ἡλικίας κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος καὶ μόνον τὴν ἐκπαίδευσιν ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος ἐτήρησα, διὰ νὰ εἶναι ἀνετωτέρα εἰς τὴν νεολαίαν. Ἡ θητεία λοιπὸν κατὰ τοὺς διαφόρους βαθμοὺς τῆς προεκπαιδεύσεως ἐλαττοῦται ὡς ἑξῆς. Τοῦ ὑφισταμένου τὴν ὑποχρεωτικὴν προεκπαίδευσιν, τὴν ἀτομικὴν καὶ ἐπὶ πλέον τὴν σκοπευτικὴν ἐκπαίδευσιν — διότι, ὡς θὰ ἴδητε, τὸ νομοσχέδιον προβλέπει καὶ περὶ σκοπευτηρίων εἰς ὅλους τοὺς δήμους — ἐλαττοῦται εἰς 12 μῆνας ἡ θητεία, καὶ τέλος τοῦ ἐπὶ πλέον ἐκπαιδευομένου ἐλαττοῦται μέχρις ἕξ μηνῶν. Καὶ ἐκτὸς αὐτῆς τῆς ἐλαττώσεως ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἐλάττωσις. Θέλομεν ἔχει διετῆ θητείαν διὰ τοὺς μὴ ὑφισταμένους οὐδεμίαν ἐκπαίδευσιν, εἰκοσάμηνον διὰ τοὺς ὑφισταμένους τὴν πρώτην ὑποχρεωτικὴν προεκπαίδευσιν, μονοετῆ διὰ τοὺς ὑφισταμένους τὸν δεύτερον βαθμὸν τῆς προεκπαιδεύσεως καὶ ἑξάμηνον διὰ τοὺς ὑφισταμένους τὸν τρίτον βαθμὸν τῆς προεκπαιδεύσεως. Ἀλλ’ αἱ θητεῖαι αὗται ἀκόμη ἐλαττοῦνται, διότι, ἐπειδὴ ἡ ἐκπαιδευτικὴ περίοδος εἶναι ὀκτάμηνος, ἄρχεται ἀπὸ 1 Ὀκτωβρίου καὶ λήγει τῇ 1 Ἰουνίου, κατὰ τὸ θέρος παύει ἡ ἐκπαίδευσις, ἀντ’ δὲ ν’ ἀπολύωνται τῇ 1 Ὀκτωβρίου, ἀπολύονται τῇ 1 Ἰουνίου, ὥστε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐλαττοῦται ἡ θητεία τοῦ ὑπηρετοῦντος ἐπὶ δύο ἔτη κατὰ τέσσαρας μῆνας, καὶ διὰ τὸ θέρος, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνεται ἐντὸς τῆς θητείας, χορηγεῖται καὶ ἄδεια ἀπὸ δύο μηνῶν μέχρι τεσσάρων, ὥστε οὕτω πως ἡ θητεία τῶν οὐδεμίαν ὑποστάντων προεκπαίδευσιν γίνεται 18 μηνῶν, ὡς ἔχει καὶ ὁ στρατολογικὸς νόμος τοῦ 1904, ἡ θητεία τοῦ ὑποστάντος τὴν πρώτην προεκπαίδευσιν περιορίζεται μέχρι 14 μηνῶν καὶ ἡ θητεία τοῦ ὑποστάντος τὴν δευτέραν προεκπαίδευσιν μέχρι δέκα μηνῶν, ἡ δὲ τελευταία θητεία μένει ἑξάμηνος, διότι δὲν δύναται νὰ ἐλαττωθῇ, διότι οὐδεμία θερινὴ περίοδος περιλαμβάνεται ἐντὸς αὐτῆς. Θὰ ἠδυνάμεθα διὰ τοὺς ἔχοντας τὴν τρίτην προεκπαίδευσιν καὶ τὴν σκοπευτικὴν συγχρόνως νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τούτων κατὰ δύο μῆνας τὴν θητείαν, ἀλλὰ διετηρήσαμεν τοὺς ἕξ μῆνας διὰ λόγους σχετιζομένους πρὸς τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἐφέδρων. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἀφ’ ἑνὸς ἐλαττοῦται ἡ θητεία, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ὑπάρχῃ ἡ δύναμις ἡ ἀπαιτουμένη ἑκάστοτε διὰ τὰς περιόδους ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας θὰ γίνηται ἡ ἐκπαίδευσις καὶ συγκέντρωσις τῶν μεγάλων μονάδων. Ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς προεκπαιδεύσεως ἡ χώρα διαιρεῖται εἰς περιοχὰς προεκπαιδευτικὰς καταλλήλους· εἰς τὰς περιοχὰς αὐτὰς θ’ ἀποσπᾶται στρατιωτικὸν προσωπικὸν καὶ θὰ γίνηται χρῆσις καὶ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, περὶ τῶν ὁποίων διαλαμβάνει τὸ νομοσχέδιον. Οἱ δῆμοι θ’ ἀποτελῶσι τὴν κατωτέραν προεκπαιδευτικὴν περιοχὴν καὶ οὕτω καθεξῆς προοδευτικῶς μέχρι τῆς μεραρχίας τῆς περιοχῆς, ὥστε ὁ μέραρχος θὰ εἶναι ὁ γενικὸς ἐπόπτης τῶν περιοχῶν τῆς μεραρχίας του. Αἱ περιοχαὶ δὲν ἐθεώρησαν ὅτι πρέπει νὰ εἶναι μεγάλαι, ὡς ἐν Ῥωμουνίᾳ, διότι ἐν Ῥωμουνίᾳ ἐκπαιδεύεται εἰς τὰς περιοχὰς ἡ στρατεύσιμος ἀπογραφή. Παρ’ ἡμῖν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νέων, περὶ ἡλικιῶν πρὸ τῆς στρατευσίμου, ἐθεώρησα, ὅτι αἱ περιοχαὶ πρέπει νὰ εἶναι μικραί. Οὕτω πως εἰς τὰς περιοχὰς θὰ καλῶνται οἱ νέοι εἰς ἕν, δύο μέχρι τριῶν κέντρων προεκπαιδεύσεως, ὅπου θὰ συγκεντρῶνται πρὸς ἄσκησιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κατορθοῦται νὰ μὴ ἔχωμεν τὰ μειονεκτήματα τὰ ἐκ τῆς μειώσεως τῆς θητείας πηγάζοντα. Αὔριον θέλω ὑποβάλει τὸ νέον στρατολογικὸν νομοσχέδιον καὶ τότε ἐν συνδυασμῷ μετὰ τῶν νομοσχεδίων τῆς προεκπαιδεύσεως θέλω ἀναπτύξει καὶ τὰς κυριωτέρας διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νέου συστήματος, θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ τὸ συζητήσῃ καὶ νὰ προσφέρῃ ὑπὲρ αὐτοῦ τὰ φῶτά της, θέλω δὲ δεχθῇ πᾶσαν τροποποίησιν, διότι ναὶ μὲν ἔλαβον τὰς ἰδέας ἐκ τῶν ἀρχαίων Ἑλληνικῶν ὀργανισμῶν, ἀλλά, ὡς γνωρίζετε, λεπτομέρειαι δὲν διεσώθησαν περὶ αὐτῶν καὶ ἠναγκάσθην νὰ προσαρμόσω τὸ σύστημα αὐτὸ τῆς προεκπαιδεύσεως πρὸς τὰς ἀνάγκας τὰς σημερινάς, ἀφ’ ἑνὸς ἔχων ὑπ’ ὄψει τὸ ἑλβετικὸν σύστημα, ἀφ’ ἑτέρου τὸ ῥωμουνικὸν σύστημα, ἀλλ’ εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ τελειοποιηθῇ ὅσον εἶναι δυνατόν, διότι ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς προεκπαιδεύσεως θέλει ἀναπτύξει οὕτω πως τὸ στρατιωτικὸν πνεῦμα, ὥστε ὅλος ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος θὰ μεταβληθῇ εἰς μάχιμον πληθυσμόν, δυνάμενος καὶ ν’ ἀμυνθῇ τελεσφόρως ὑπὲρ τῆς χώρας καὶ τῶν ἑστιῶν αὐτοῦ ἐν ἀνάγκῃ καὶ νὰ ὑπερασπίσῃ ἐπιτυχῶς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. (Ὅρα νομοσχέδιον ἐν Παραρτήματι Ἐφημερίδος Συζητήσεων Βουλῆς).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἕτερός τις τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως; Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§61ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδια σχετιζόμενα μὲ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ τροποποίησιν διατάξεών τινων τοῦ προξενικοῦ νόμου ͵ΧΝϚʹ κλπ. Διὰ τῶν διατάξεων τούτων πρῶτον ἐλαττοῦται ὁ μισθὸς τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων, δεύτερον καταργοῦνται ἢ ὑποβιβάζονται προξενεῖά τινα καὶ τρίτον ἐπιτυγχάνονται οἰκονομίαι. Τὸ δεύτερον νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν ἐλάττωσιν δαπανῶν, ἐξόδων παραστάσεως πρεσβευτῶν, ἐπίσης δὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ τὴν ἵδρυσιν Πρεσβείας ἐν Σόφιᾳ τῆς Βουλγαρίας. Κατόπιν τῶν τελευταίων γεγονότων ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ ἔπρεπε καὶ ἡμεῖς νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἔπραξαν καὶ αἱ λοιπαὶ Δυνάμεις. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων Βουλῆς).
§62Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Χθὲς τὴν ἑσπέραν παρεκάλεσα τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσῃ καιρὸν ὀλίγων ἡμερῶν, ὅπως καταθέσω σχέδιον νόμου, τροποποιοῦν τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος. Ἡ Βουλὴ δὲν μοὶ παρέσχε τὴν αἰτηθεῖσαν προθεσμίαν. Ἐνόμισα ὅμως ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο, ἔστω καὶ ἐσπευσμένως, νὰ προβῶ εἰς τὴν σύνταξιν σχεδίου τοιούτου. Λαμβάνω λοιπὸν τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω πρότασιν νόμου περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος μετὰ ἐκθέσεως εἰσηγητικῆς. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ τοὐλάχιστον τὴν πρότασιν νόμου, ἂν ὄχι καὶ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν Αʹ συζήτησις κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΒΨΞΘʹ περὶ ταχυδρομικῶν ἐνσήμων καὶ ταχυδρομικοῦ μονοπωλίου». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τηλεγραφοσήμων». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀγροτικῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ταχυδρομικοῦ ταμιευτηρίου». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΣΟΖʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3277) περὶ τηλεφωνητριῶν». Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§64Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅτε διὰ πρώτην φορὰν ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή, ὅπως διορισθῶσι τηλεφωνήτριαι, εἶχον λάβει τὸν λόγον καὶ ὑπεστήριξα τὸ τότε νομοσχέδιον, φρονῶν ὅτι ἐν γένει ἐν Ἑλλάδι αἱ γυναῖκες ἔχουσιν ἀποδείξει ὅτι δὲν εἶναι κατώτεραι τῶν ἐν ταῖς ἄλλαις πεπολιτισμέναις χώραις. Ἀπέδειξαν τοῦτο καὶ κατὰ τὴν διοίκησιν εὐεργετικῶν καταστημάτων, ἀπέδειξαν τοῦτο καὶ κατὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐπαγγελματικῶν σχολῶν καὶ εἰς μυρίας ἄλλας περιστάσεις. Ὅτε λοιπὸν βλέπομεν ὅτι εἰς τὴν Εὐρώπην δὲν ἀρνοῦνται εἰς τὴν γυναῖκα καὶ εἰς τὰ πτωχὰ μέλη πτωχῶν οἰκογενειῶν νὰ ἔρχωνται βοηθοὶ εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν διὰ τῆς ἐργασίας των, νομίζω ὅτι οὐδὲ ἐν Ἑλλάδι ἐπετρέπετο ν’ ἀρνηθῶμεν τὸ μέσον τοῦτο τῆς ὑπάρξεως εἰς τὴν γυναῖκα. Καὶ ἂν μὲν ἔκτοτε ἀπεδείχθη τῳόντι ὅτι εἶναι ἀκατάλληλος, ὅτι τῳόντι ἡ ἐργασία δὲν ἐγένετο καλῶς, οὐδεμίαν, Κύριοι, θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ ψηφίσω ἐπίσης ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἀναγνοὺς τὴν ἔκθεσιν οὐδὲν τούτων βλέπω· βλέπω ἁπλῶς ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι αἱ τηλεφωνήτριαι δὲν ἐκτελοῦσι κάλλιον τῶν ἀρρένων ὑπαλλήλων τὴν ἐργασίαν. Διατί νὰ ἐκτελῶσι κάλλιον; Δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον. Ἐὰν ἐκτελῶσιν ὅπως οἱ ἄνδρες, τοῦτο ἀρκεῖ. Βλέπω ὅτι ἀναγράφεται ὅτι ἐργάζονται τέσσαρας ὥρας, ἀλλὰ διατί δὲν τὰς ἀναγκάζουσι νὰ ἐργάζωνται ἕξ; Τοῦτο εἶναι σφάλμα ἰδικόν των ἢ τῆς ὑπηρεσίας; Ἐνόσῳ λοιπὸν δὲν βλέπω λόγον πείθοντα ὅτι τῳόντι μειονεκτοῦσιν, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξηγήσῃ κατὰ τί μειονεκτοῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τότε βεβαίως καὶ ἐγὼ θέλω παρακολουθήσει αὐτόν.
§65Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ παρεστάθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν τηλεγράφων καὶ τηλεφώνων ὅτι ἀληθῶς ἐν τῷ τμήματι τῶν τηλεφώνων εὑρίσκει μεγάλην ἀταξίαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθη τὸ σχετικὸν σχέδιον νόμου. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλήν, ἔλαβον ἀναφορὰς παρὰ πολλῶν συνδρομητῶν τοῦ τηλεφώνου καὶ ἰδίως ἔκ τινων Τραπεζῶν ἐνταῦθα, διὰ τῶν ὁποίων ἀναφορῶν μοὶ βεβαιοῦται ὅτι ἀπὸ δύο μηνῶν καὶ πλέον αἱ παρατηρηθεῖσαι κατ’ ἀρχὰς ἀταξίαι ἐξέλιπον καὶ ὅτι οἱ συνδρομηταὶ εἶναι ηὐχαριστημένοι. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν ἀπόψε, ὑπόσχομαι δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσω αὔριον κατὰ πόσον τὰ ἀναφερόμενα εἶναι ἀληθῆ καὶ τότε βεβαίως θέλω ἀποσύρει τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον.
§66Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν ἀντέχεις, κ. Ὑπουργέ! (ἱλαρότης).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μισθώσεως καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν μεμονωμένων τηλεφωνικῶν σταθμῶν». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τηλεγραφοφυλακῆς».
§68Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν εἶναι δυνατόν, ἂν ὑπάρχῃ μελέτη, κατὰ προσέγγισιν, ποῖαι αὐξήσεις θὰ γίνωσι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§69Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Βεβαίως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ τροποποιοῦμεν τὸν ὑπάρχοντα νόμον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὑπῆρχον 365 τηλεγραφοφύλακες. Ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ἐλαττοῦται εἰς τὸ ἥμισυ καὶ προστίθενται μόνον 40 ἐργάται. Ὥστε ἡ ἀναλογία εἶναι περίπου κατὰ τὰ ⅖ τῆς δαπάνης, τὴν ὁποίαν ἔχομεν κατὰ τὸν κείμενον νόμον.
§70Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Εἶναι καὶ συνεργεῖα.
§71Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Εἰς τὰ συνεργεῖα εἶναι 40 μόνον ἐργάται. Ἑπομένως ἔχομεν 180 καὶ 40, ἐν ὅλῳ 220. Ἦσαν 365. Αὔριον, ἐὰν ἐπιθυμῆτε, δύναμαι νὰ σᾶς φέρω λεπτομερείας.
§72Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ὅλα τὰ νομοσχέδια τὰ τηλεγραφικὰ καὶ ταχυδρομικά, τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν, θὰ ἐφαρμοσθῶσι μεθαύριον, ποία θὰ εἶναι ἐν συνόλῳ ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῶν; — πρῶτον— καὶ δεύτερον ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν θὰ ἔχωμέν τινα ἐλάττωσιν εἰς τὰ ἔσοδα ἢ αὔξησιν καὶ διὰ ποῖον λόγον;
§73Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἀπηυθύνθη ἡμῖν ἐρώτησις ἔχουσα βεβαίως οἰκονομικὴν σημασίαν ὁπωσδήποτε. Πρῶτον ἐρωτᾷ ποία θὰ εἶναι ἡ δαπάνη, ἂν τὰ μέτρα ταῦτα ἐφαρμοσθῶσιν ἐν συνόλῳ, καὶ δεύτερον ἐρωτᾷ ἐπίσης ποία εἶναι ἡ πεποίθησις ἐκείνων, οἵτινες εἰσάγουσι τὰ νομοθετήματα, μήπως ἐπέλθῃ μείωσις τῶν εἰσπράξεων ἐκ τούτου. Ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν δαπάνην εἰς δύο κατηγορίας ὑπάγονται τὰ νομοσχέδια. Τινὰ τούτων φέρουσιν οἰκονομίας, ὡς εἶναι τὸ περὶ τηλεγραφοφυλακῆς, ἕτερα ὅμως τούτων φέρουσιν αὔξησιν δαπανῶν καὶ οἰκονομίας συγχρόνως, ὅπως εἶναι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικῆς ἀστυνομίας. Λέγω ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροτικῆς ἀστυνομίας καὶ οἰκονομίας φέρει ἐν μέρει, ἀλλὰ καὶ αὔξησιν δαπανῶν, διότι, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κατὰ τὴν εἰσήγησιν — καὶ ταῦτα καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφέρονται — τὰ ταχυδρομικὰ γραφεῖα μέχρι σήμερον εἶναι 1087· θὰ περιορισθῶσι δέ, ὡς καὶ τότε ἀνέφερον, εἰς 215 κεντρικὰ ταχυδρομεῖα καὶ τηλεγραφεῖα ἤ, ὡς λέγουσιν ἐν τῇ γλώσσῃ τῇ ἐπιστημονικῇ, «ἠνωμένων ὑπηρεσιῶν»· ἑπομένως θὰ ἔχωμεν τὴν οἰκονομίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ 215 καὶ 1087, ὄχι ὅμως πλήρη, διότι τὰ 215 εἶναι δαπανηρά, ὡς μεγάλα ταχυδρομικὰ γραφεῖα καὶ τηλεγραφεῖα ἡνωμένα, τὰ δὲ ἄλλα εἶναι τὰ μικρὰ ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη δὲν εἶναι πολὺ μεγάλη, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐκ τῆς καταργήσεως 800 περίπου ταχυδρομικῶν γραφείων ἀπὸ τῶν κοινῶν ταχυδρομικῶν γραφείων, τὰ ὁποῖα πρὸς διάδοσιν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας ἠναγκάσθημεν νὰ συστήσωμεν εἰς τὰ διάφορα χωρία, θὰ ἔχωμεν μίαν οἰκονομίαν. Ἐξ ἑτέρου ὁ θεσμὸς τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας θ’ ἀπαιτήσῃ δαπάνην· ἡ δὲ δαπάνη αὕτη ὑπελογίσθη ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως εἰς 500 περίπου χιλιάδας δραχ., ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν οἰκονομίαν ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν ἄλλων διακοσίας περίπου χιλιάδας δραχμῶν. Ὥστε ἡ πρόσθετος δαπάνη βεβαίως θὰ φθάνῃ μέχρι 300.000, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τῶν ταχυδρομείων ἔχει πεποίθησιν, ὅτι διὰ τῆς διαδόσεως τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας εἰς ἅπαντας τοὺς συνοικισμοὺς τῆς Ἐπικρατείας κατὰ τάξιν καὶ μέθοδον τοιαύτην, ὥστε δὶς τοὐλάχιστον τῆς ἑβδομάδος νὰ ὑπάρχῃ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία τακτική, ὄχι δηλ. ἐγχείρισις μόνον ἐπιστολῶν καὶ λῆψις ἐπιστολῶν, ἀλλὰ καὶ διανομὴ ἐπιταγῶν διὰ τῶν ἀγροτικῶν τούτων διανομέων, οἱ ὁποῖοι πᾶσαν ἐγγύησιν θὰ καταβάλωσιν, ὅπως διορισθῶσι, καὶ ἐπίσημος ἀλληλογραφία καὶ παράληψις ταχυδρομικῶν καταθέσεων, πᾶσα ὑπηρεσία ταχυδρομικὴ θὰ διεξάγηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀσφαλῆ, ὡς καὶ ἀλλαχοῦ τὸ σύστημα τοῦτο ἔχει εὐδοκιμήσει. Αἱ δαπάναι λοιπόν, αἱ ὁποῖαι θὰ γίνωσι διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἀγροτικῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, θὰ ὑπερδιπλασιασθῶσι κατὰ τὴν πεποίθησιν τῶν εἰδικῶν περὶ ταῦτα ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν εἰσπράξεων. Ἐπίσης ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ταχυδρομικῶν νομοσχεδίων ἴσως ἐγεννήθη εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴν ὁ φόβος ὅτι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν ἐπίσης ἐλάττωσιν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῶν διατάξεων, καθ’ ἃς ἐλαττώνομεν τὸ τέλος τῶν ἐπιστολῶν. Ἀλλά, ὡς εἶπον εἰσηγούμενος τὰ νομοσχέδια, ἡ στατιστικὴ ἀποδεικνύει ὅτι ἐκ τῶν μέχρι σήμερον διανεμομένων ἐπιστολῶν τὰ ⅘ αὐτῶν διεξάγονται διὰ βραχειῶν ἐπιστολῶν, ὥστε τὸ ⅕ μόνον διεξάγεται διὰ τῶν κοινῶν ἐπιστολῶν, ὧν τὸ τέλος ἐλαττοῦται. Λοιπὸν ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία ὑπολογίζει ὅτι ἐκ τῆς ἰσοτιμίας, οὕτως εἰπεῖν, ὅλων τῶν ἐπιστολῶν εἰς δεκάλεπτον γραμματόσημον θ’ αὐξήσωσι καταπληκτικῶς, ἐν συνδυασμῷ δὲ πρὸς διάδοσιν τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας εἰς ὅλον τὸ Κράτος θ’ αὐξήσωσι καταπληκτικῶς αἱ εἰσπράξεις τοῦ τέλους τοῦ γραμματοσήμου, διότι, ὡς εἶπον, ἐνῷ θὰ ἐλαττώσωμεν κατὰ τὸ ἥμισυ τὸ γραμματόσημον εἰς τὸ ⅕ τῶν διαμειβομένων ἐπιστολῶν, ἔχομεν τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ἔχωμεν αὔξησιν μεγάλην, ἀλλὰ συγχρόνως ἔχομεν καὶ τὴν ἄλλην ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ διαμείβωνται πλέον αἱ βραχεῖαι ἐπιστολαί, αἱ ὁποῖαι καὶ δαπάνην τινὰ συνεπάγονται διὰ τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἡ ἀλληλογραφία θὰ γίνεται ἴσως οὐχὶ κατὰ τὰ ⅘ διὰ βραχειῶν καὶ κατὰ τὸ ⅕ διὰ κοινῶν, ἀλλὰ κατ’ ἄλλας ἀναλογίας θὰ γίνεται μεταξὺ βραχειῶν καὶ κοινῶν ἐπιστολῶν, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει τὸ Κράτος θὰ ὠφεληθῇ τὴν δαπάνην, ἣν καταβάλλει ἐξ ἰδίων διὰ τὰς βραχείας ἐπιστολὰς καὶ ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε εἶναι καὶ αὐτὴ μία οἰκονομία. Αὐταὶ εἶναι αἱ πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἀπεκόμισα ἐκ τῆς μελέτης τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα εἰς ταῦτα εἶναι εἰδικώτερα ἐμοῦ, καὶ τὰς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν τὰ νομοσχέδια εἰσηγησάμην εἰς τὴν Βουλήν.
§74Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε ἐν τῷ συνόλῳ ἐλπίζει ἡ ὑπηρεσία, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν νέων δαπανῶν καὶ τῶν νέων ἐσόδων, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἔσοδα ἐπὶ πλέον;
§75Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§76Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τίνος ποσοῦ;
§77Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὄχι. Πάντως ἔσοδα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Ἐξακολούθησις τοῦ εἰς γʹ συζήτησιν νομοσχεδίου «περὶ προσόντων τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγομένων ὑπαλλήλων». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§79Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὅπως ἐτροποποιήθη;
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσκλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–6). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται): «Αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ἀξιωματικῶν τούτων καὶ ἡ διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν καθορισθήσονται διὰ τῆς συνομολογηθησομένης μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἑκάστου τῶν ἀξιωματικῶν τούτων συμβάσεως, ἥτις κυρωθήσεται διὰ Β. Διατάγματος. «Αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο συνομολογηθησόμεναι συμβάσεις ἀπαλλάσσονται τοῦ τέλους χαρτοσήμου».
§81Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, τὸ δεύτερον ἐδάφιον περὶ ἀτελείας τῶν συμβάσεων νὰ διαγραφῇ.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7ον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μετὰ τοῦτο ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§83Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὑποβάλλω διαφόρους συμβάσεις ταχυδρομικάς, αἵτινες χρῄζουσι τῆς κυρώσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας μὲ τὰ σχετικὰ σχέδια νόμου.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δέκα καὶ ἓξ ταχυδρομικαὶ συμβάσεις. Θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος καὶ τῶν κινητῶν ἀξιῶν». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου;
§85Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπειδὴ θεωρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον χρῄζει συζητήσεως, κρίνω καλὸν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου.
§87Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὔριον θ’ ἀναγραφῇ πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, διὰ νὰ ἔχωμεν καιρὸν πρὸς συζήτησιν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 2,392,000 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν καὶ Ναυτικῶν τῆς χρήσεως 1909». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐκ δραχμῶν 3,346,232,45 ἐπὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν τῆς χρήσεως 1909». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως 1908 ἐκ δραχμῶν 80,274,17». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 23,000 πρὸς ἀνέγερσιν ἑνὸς ὀρόφου ἐπὶ τῆς μεσημβρινῆς πλευρᾶς τοῦ Καπνεργοστασίου Ἀθηνῶν, δι’ ἐγκατάστασιν καπνεργοστασίου διαμετακομίσεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν χιλίων ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως 1909».
§89Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ ἔκθεσις.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἔκθεσις· ἀλλ’ οἱ ἀντιγράψαντες κύριοι Βουλευταὶ δὲν ἦσαν ἀρκετοί. Ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέτει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «περὶ κυρώσεως προσθέτου ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Πάτραις ἑδρευούσης Ἀχαϊκῆς ἀτμοπλοΐας»· 2) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Σύρῳ ἑδρευούσης Κυκλαδικῆς ἀτμοπλοΐας»· 3) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Λεμησσῷ ἑδρευούσης Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας Λεμησσοῦ»· 4) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Ἀμβέρσῃ ἑδρευούσης Βελγικῆς ἀτμοπλοΐας «Ocean»· 5) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Σύρῳ ἑδρευούσης Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας Σύρου»· 6) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Ἀθήναις ἑδρευούσης Ἐθνικῆς ἀτμοπλοΐας τῆς Ἑλλάδος»· 7) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τοῦ Γερ. Φραγκισκάτου, ἰδιοκτήτου τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Νικόλαος–Κωνσταντῖνος»· 8) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης Ἀγγλοελληνικῆς ἀτμοπλοΐας»· 9) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Γενούῃ ἑδρευούσης Ἰταλικῆς ἀτμοπλοΐας «Genovèse»· 10) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Lubec ἑδρευούσης Γερμανικῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας Hora Lime»· 11) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἑδρευούσης Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Θεοχάρης καὶ Πολυχρόνης Κότσικας»· 12) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς προνομιούχου Κρητικῆς ἀτμοπλοΐας»· 13) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίων «Ἰωάννης Κούτσης», «Γεώργιος Κούτσης» καὶ «Σπέτσαι»· 14) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ ἑδρευούσης Ῥωμουνικῆς ἀτμοπλοΐας»· 15) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Ἀστραπή»· 16) «περὶ κυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράπων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Ῥαφίνα». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων Βουλῆς, ἀριθ. 99–111, σελ. 853–855). Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται): «Τὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν οὕτω ψηφιζομένων πιστώσεων ἐκδιδόμενα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν χρηματικὰ ἐντάλματα πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων ἑνὸς ἑκάστου κληροδοτήματος κατὰ τὸν προορισμὸν αὐτοῦ ὑπόκεινται πρὸ τῆς πληρωμῆς αὐτῶν εἰς τὴν θεώρησιν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ᾼΥΟΖʹ ἀπὸ 28 Μαΐου 1887. Οὐδενὸς δὲ τοιούτου χρηματικοῦ ἐντάλματος ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις ἢ ἡ θεώρησις πρὸ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ἐξ ἑκάστου κληροδοτήματος προερχομένου ἀντιστοίχου ἐσόδου».
§91ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὴν φράσιν «κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ᾼΥΟΖʹ ἀπὸ 28 Μαΐου 1887» νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «ἐφαρμοζομένων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ».
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται): «Ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐπιτροπή, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰ βιβλία τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καθὼς καὶ ἐκεῖνα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, παρ’ ᾗ τὰ κεφάλαια τῶν κληροδοτημάτων εἰσὶ κατατεθειμένα, ὀφείλει νὰ καταρτίσῃ νέα βιβλία, ἴδιον δι’ ἕκαστον κληροδότημα. Ἐν ἀρχῇ ἑκάστου αὐτῶν θ’ ἀναγράφηται ἐν περιλήψει τὸ περιεχόμενον τῆς διαθήκης, ἐξ ἧς προέρχεται αὐτό, θὰ ἐγγράφωνται δὲ λεπτομερῶς αἱ ἀπὸ τῆς συστάσεως ἑκάστου κληροδοτήματος γενόμεναι πράξεις πιστώσεως ἢ χρεώσεως αὐτοῦ, ὅπως οὕτω καθορισθῶσι τὰ πραγματικὰ ἑκάστου κληροδοτήματος ὑπόλοιπα ἐκ κεφαλαίου καὶ εἰσοδήματος. Τὰ ὑπόλοιπα ταῦτα βεβαιούμενα ἐφ’ ἑκάστου βιβλίου δι’ εἰδικῆς πράξεως τῆς ἐν λόγῳ ἐπιτροπῆς θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τῶν σχετικῶν διαθηκῶν. Ἀλλὰ τὰ ἐξ εἰσοδημάτων προκύψοντα ὑπόλοιπα, κατὰ τὴν ἀποπεράτωσιν ἑκάστου βιβλίου, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ διατεθῶσιν εἰς νέας ὑποτροφίας, ἀλλὰ μετατρεπόμενα εἰς κεφάλαια δι’ ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων τοῦ δημοσίου Ταμείου θέλουσιν ἐπαυξήσει τὰ ἀρχικὰ ἑκάστου κληροδοτήματος κεφάλαια».
§93ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ ὡς τελευταῖον ἐδάφιον τὸ ἑξῆς: «Ἐὰν κατὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν κληροδοτημάτων ἤθελε παρατηρηθῇ ὅτι ἔσοδά τινος ἐξ αὐτῶν ἀνεμίχθησαν τυχὸν μετ’ ἄλλου κληροδοτήματος, ἢ ὅτι κατὰ τὴν διάθεσιν μερίδων τινῶν τοῦ αὐτοῦ κληροδοτήματος δὲν ἐτηρήθη ἀκριβὴς ἀναλογία συμφώνως πρὸς τοὺς ὁρισμοὺς τῶν σχετικῶν διαθηκῶν, ἢ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἐπιτροπή, καταρτίζουσα τὰ ὡς ἀνωτέρω βιβλία, θέλει ἐπανορθώσει τοὺς λογαριασμοὺς αὐτῶν καταχωρίζουσα, ὅπου ἀνήκει, τά τε κεφάλαια καὶ τὰ ἔσοδα αὐτῶν».
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 5ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 6ον).
§95ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀνεπαρκὴς ἡ προθεσμία τοῦ 1 μηνός, ἀντὶ 1 μηνὸς νὰ τεθῇ «τῆς πρώτης τριμηνίας». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 7ον καὶ 8ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 9ον). Νὰ διαγραφῇ ἡ φράσις «ἢ Βασιλικοῦ Διατάγματος», διότι δυστυχῶς ἀνεκαλύψαμεν Διατάγματά τινα, τῶν ὁποίων ὁ σκοπὸς δὲν ἦτο τόσον συνάδων πρὸς τὰ κληροδοτήματα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ τὸ 10ον, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 11ον). Νὰ διορθωθῶσι δύο τυπογραφικὰ παροράματα. Ὄχι «τὰς προτάσεις» ἀλλὰ «τὰς συμβάσεις». Ἐπίσης ὄχι «συμπληροῦσιν» ἀλλὰ «συνομολογοῦσιν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 12ον). Μετὰ τὴν φράσιν «ἢ δι’ οἱανδήποτε ἄλλην αἰτίαν» νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων τῶν ἐπιβαρυνόντων ἕκαστον κληροδότημα ἀνεγνωρισμένων ἐξόδων». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, καθὼς καὶ τὰ ἑπόμενα ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ νόμου ΧΛʹ τῆς 27 Ἰουνίου 1877). (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύομεν τὴν συνεδρίασιν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 5′ μ. μ.).