1909.10.03
844 rows · 6,130 words · 88 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9.
τῆς 3ης Ὀκτωβρίου 1909.
(Σάββατον)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ὥρᾳ 5 μ. μ. ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ παρόντων 142 Βουλευτῶν.
Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Ὁ βουλευτὴς Τριχωνίας κ. Ν. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ»· Οἱ πρόσφυγες δημοδιδάσκαλοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν ὡς ἰσότιμοι πρὸς τοὺς ἐν Ἑλλάδι συναδέλφους των· Πληρεξούσιοι προσφύγων παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ ἐπιψηφισθῇ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως κλήρων»· Ἀναφορὰν τῶν ἐκ τοῦ χωρίου Καβακλῆ τῆς Ἀνατολικῆς Ῥωμηλίας προσφύγων τῶν διαμενόντων προσωρινῶς εἰς Τύρναβον περὶ τοῦ δι’ αὐτοὺς ὁρισθέντος ἑξακοσιοδράχμου ποσοῦ πρὸς ἐγκατάστασιν· Οἱ ἔμποροι Δομοκοῦ παρακαλοῦσιν, ὅπως συμπληρωθῇ ἡ κενὴ θέσις τοῦ σχολάρχου ἐν τῷ ἐκεῖ Ἑλληνικῷ Σχολείῳ. Ὁ δικηγορικὸς σύλλογος Καλαμῶν παρακαλεῖ, ὅπως συμπληρωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐκεῖ Πρωτοδικείου· Δημοτικοὶ σύμβουλοι Καλαμῶν καταγγέλλουσι τὸν δήμαρχον· Ἀναφορὰν Β. Δρίβα, Π. Σκλήρα καὶ Χαραλ. Μπούρα κατοίκων Καλαμῶν· Ὁ δήμαρχος Κερκύρας ὑποβάλλει ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ὑπὲρ τῆς μὴ καταργήσεως τοῦ Ἐφετείου· Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐκ Καβακλῆ προσφύγων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα σχετικῶς πρὸς τὸ πρὸς αὐτοὺς προσφερόμενον βοήθημα δι’ ἕκαστον πρόσφυγα ἐφάπαξ. Ὁ κ. Ν. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μέτρων πρὸς καταπολέμησιν τοῦ λαθρεμπορίου τοῦ καπνοῦ». (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητ. Βουλῆς ἀριθ. 43). Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν (Ψηφίζονται εἰς γʹ συζήτησιν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον: 1) Τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 28 Μαΐου 1887 τοῦ νόμου ᾼΥΛΗʹ»· 2) Τὸ νομοσχέδιον «περὶ διοικήσεως τοῦ στρατοῦ» καὶ 3) Τὸ νομοσχέδιον «περὶ καταργήσεως τοῦ σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν»).
§2ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1909 ἐκ δραχ. 3.432.698».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ». Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§4Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι μεγάλη καὶ πολὺ λόγου ἀξία· εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅμως ὅτι εἶναι ἐργασία, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ καὶ ὅτι, ὅσον καὶ ἂν ἔχωμεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν μεγίστην ὄντως δεξιότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαίως ὡς ἄνθρωπος δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ καὶ λάθη. Ὁμολογῶ ὅτι τὸν τοιοῦτον κίνδυνον διατρέχομεν καὶ ἡμεῖς αὐτοί, διότι διὰ μιᾶς παρουσιάσθη ἐνώπιον ἡμῶν πληθὺς νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα μόλις προφθάνομεν ν’ ἀναγνώσωμεν, καὶ ἂν κατορθώνωμεν ἐν τῷ μεταξὺ νὰ διακρίνωμεν λάθος τι, βεβαίως ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ ἀνακοινώσωμεν, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν ὅτι καὶ ἡ ἐξέλεγξις δύναται νὰ εἶναι τελεία, ὅτε τοσαῦτα καὶ τόσον σπουδαῖα νομοσχέδια παρουσιάζονται σωρηδόν. Μετὰ τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην ἐπιλαμβάνομαι τοῦ νομοσχεδίου περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ παρατηρῶ τὰ ἑξῆς· ἐν τῷ τελευταίῳ ἐδαφίῳ τοῦ ἄρθρου 2 λέγεται: «Αἱ κατὰ τὰ ἀνωτέρω εἰσπράξεις πλέον τοῦ ποσοῦ δραχ. 7.492.000 μέχρι δραχ. 10.333.792 καὶ αἱ ἐκ τῶν πλέον τοῦ τελευταίου τούτου ποσοῦ 22]80, αἱ εἰς τὸ Δημόσιον ἀνήκουσαι καὶ κατατιθέμεναι εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προορίζονται ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν Πειραιῶς–Συνόρων καὶ Πύργου Μελιγαλᾶ συνομολογηθέντων δανείων». Κατὰ τὴν γνώμην μου ἡ διάταξις αὕτη ἐλήφθη κακῶς ἐνταῦθα ἐκ προηγουμένου νομοσχεδίου, δι’ οὗ τὸ πρῶτον εἶχε γίνει ἡ αὔξησις τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ κατὰ δύο δραχμάς. Καὶ τότε μὲν ἦτο ὑποχρεωτική, διότι ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον ἡ Βουλὴ ἐνόει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν αὔξησιν τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, τὴν σήμερον ὅμως, ὅτε ἡ Βουλὴ ζητεῖ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, δὲν βλέπω τί ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ θέσῃ τὴν διάταξιν ταύτην. Δὲν πιστεύω ὁ Ἔλεγχος νὰ ἀπῄτησε τοῦτο, ἀφοῦ ἔχει ἐξασφαλίσει τὴν τακτικὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου τοῦ δανείου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Λαρίσης–Συνόρων. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Ἔλεγχος δὲν τὸ ἔχῃ ἀπαιτήσει, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον θέλομεν σήμερον ἡμεῖς ν’ ἀναλάβωμεν τοιαύτην ὑποχρέωσιν, νὰ καταθέτωμεν ἄνευ λόγου ὁλόκληρα ἑκατομμύρια εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἀλλά, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ὁ Ἔλεγχος ἔχει ἀπαιτήσει τοῦτο, καὶ πάλιν ἡ διάταξις αὕτη ἔπρεπε νὰ διορθωθῇ, διότι ὡς εἶναι ἀναγεγραμμένη ἐπιβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔχῃ ἐσαεὶ κατατεθειμένα τὰ ποσὰ ταῦτα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ὁ Ἔλεγχος ἐπενέβη, πρέπει ῥητῶς νὰ λεχθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου «Ἀναλαμβάνεται δὲ παρὰ τοῦ Δημοσίου τὸ ὑπόλοιπον μετὰ τὴν ἑκάστοτε καταβολὴν ὑπὸ τῆς Οἰκονομικῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς τοῦ τοκομεριδίου ἑκάστης ἑξαμηνίας» καὶ τοιαύτην προτείνω τροπολογίαν. Καὶ τοῦτο μὲν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν ταύτην. Ἐπανέρχομαι δ’ ἤδη ἐκ δευτέρου εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον πρὸ ἡμερῶν, διότι ἴσως δὲν ἀντελήφθην καλῶς τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ἀλλὰ τοῦτο προῆλθεν ἀναμφισβητήτως ἐκ τῆς κακῆς συντάξεως τοῦ ἄρθρου 2, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἔδει νὰ εἶναι, καὶ πρέπει νὰ διορθωθῇ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 τοῦ προτελευταίου ἐδαφίου λέγεται: «Καθ’ ἣν περίπτωσιν αἱ ἐτήσιαι ἐκ δικαιώματος καπνοῦ εἰσπράξεις ὑπερβαίνουσι τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 7.492.000 τὸ ἐπὶ πλέον τοῦ ποσοῦ τούτου μέχρι δρ. 10.333.792 ἀνήκει ὁλόκληρον εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἐκ δὲ τῶν πλέον τοῦ τελευταίου τούτου ποσοῦ εἰσπράξεων τὰ μὲν 22/80 ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, τὰ δὲ 58/80 λογίζονται ὡς ὑπέγγυος πρόσοδος, ὑποβαλλόμενα ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς διανομῆς τοὺς ὁριζομένους ὑπὸ τοῦ ἀνωτέρω περὶ Διεθνοῦς Ἐλέγχου νόμου. Εἰς τοὺς αὐτοὺς ὅρους τῆς διανομῆς ὑποβάλλεται καὶ τὸ πλεονάζον τῶν ἐκ σιγαροχάρτου εἰσπράξεων ἐπὶ καταναλώσεως καπνοῦ ὀκάδων 1.246.667, ἤτοι ποσὸν δραχ. 2.992.000». Καὶ ἐνόσῳ μὲν ἡ διαφορὰ αὕτη ἀφορᾷ τὸ ποσὸν τῶν δύο δραχμῶν, τὸ ἐπιβληθὲν διὰ τοῦ προηγουμένου νόμου, ἔχει καλῶς. Ἀλλ’ ὅπως εἶναι διατετυπωμένον τὸ ἄρθρον δύναταί τις νὰ ἑρμηνεύσῃ αὐτὸ ἄλλως· διότι λέγει «καθ’ ἣν περίπτωσιν αἱ ἐτήσιαι ἐκ δικαιώματος καπνοῦ εἰσπράξεις»· ἀλλ’ «ἐτήσιαι ἐκ δικαιώματος καπνοῦ εἰσπράξεις» εἶναι ὅλαι αἱ εἰσπράξεις καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἰσπράττονται διὰ ταινιῶν, καὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἰσπράττονται ἄνευ ταινιῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ σαφηνισθῇ τοῦτο καὶ νὰ προσθέσωμεν τροπολογίαν, καθ’ ἣν θὰ ὁρίζηται ὅτι πρόκειται περὶ τῶν εἰσπράξεων τῶν γινομένων διὰ χρήσεως ταινιῶν. Ταύτας τὰς δύο παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω δὲ ὅτι θέλουσι βελτιώσει σπουδαίως τὸ νομοσχέδιον.
§5ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐδήλωσα ἤδη καὶ χθές, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω καὶ σήμερον, ὅτι αἱ περὶ προσθέτου φορολογίας τοῦ καπνοῦ διαπραγματεύσεις διεξήχθησαν τὸ πρῶτον ὑπ’ ἄλλην Κυβέρνησιν μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ὁ μακαρίτης Σιμόπουλος. Ἔχω ἐνταῦθα ὅλα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν θὰ ἐννοήσητε ὅτι ἐγὼ δὲν ἠδυνάμην ἢ νὰ δεχθῶ τὴν βάσιν ἐκείνην, ἥτις εἶχε τεθῆ ἔκτοτε, προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ Κράτος ἓν ὡρισμένον ποσὸν εἰσπράξεων ἐκ τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ ὑπὲρ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Τόσῳ δὲ μᾶλλον ἐπεβάλλετο τοῦτο νῦν, ὅσῳ αὐτή, ὡς ἐδήλωσα καὶ χθές, βλέπουσα ὁσημέραι ἐκπιπτούσας τὰς εἰσπράξεις τοῦ φόρου τοῦ καπνοῦ καὶ νομίζουσα ὅτι τὸ κακὸν θὰ ἐπετείνετο διὰ τῆς νέας αὐξήσεως τοῦ φόρου, ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν τοιαύτην ἐξασφάλισιν. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς κατωρθώσαμεν, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε κατορθώσει ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ὅτι ὁ πρόσθετος φόρος τῶν δύο δραχμῶν θὰ εἰσπράττηται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, οὐχὶ δὲ ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ὥστε ν’ ἀποδίδηται εἰς τὸ Δημόσιον μετὰ μῆνας ὁμοῦ μετὰ τῶν πλεονασμάτων, ὡς γίνεται ἐπὶ τοῦ πρώτου προσθέτου φόρου τῶν 2 δραχ. καὶ 20 λεπτῶν. Τὸ κατόρθωμα ἡμῶν αὐτὸ καθίσταται πρόδηλον εἰς πάντας ἐξ αὐτοῦ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ὅπερ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ καὶ τουμπεκίου, εἴτε ἐγχωρίων εἴτε ἔξωθεν εἰσαγομένων, ἐπιβάλλεται πρόσθετον δικαίωμα δραχμῶν δύο κατ’ ὀκᾶν. Τὸ πρόσθετον τοῦτο δικαίωμα εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΨΕʹ τῆς 30 Μαρτίου 1900 ἐπιβαλλόμενον δικαίωμα καταναλώσεως καὶ εἰσπράττεται δι’ ἐκδόσεως ἀποδεικτικοῦ ἄνευ χρήσεως ταινιῶν». Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, τοῦτο ὑπεβάλομεν ἐκ τῶν πρώτων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιμένομεν εἰς τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισίν του· διότι ὁ πρόσθετος φόρος τοῦ καπνοῦ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπέγγυος πρόσοδος διὰ τὴν συνομολόγησιν δανείου ἀπαραιτήτου εἰς ἡμᾶς τὴν σήμερον. Ἀφοῦ δὲ ἅπαξ ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει ὡς τάχιστα νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἂν δὲν θέλωμεν νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς καπνεμπόρους τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα ἐπισπεύσωσι τὴν φορολόγησιν τοῦ καπνοῦ των ὑπὸ τὸν παρόντα φόρον καὶ ἐπὶ προφανεῖ ζημίᾳ τοῦ Δημοσίου. Τὸ δάνειον εἶναι ἀπαραίτητον εἰς ἡμᾶς καὶ δι’ ἄλλας ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν ἑνοποίησιν διαφόρων ἑτέρων ἡμῶν δανείων ὑπὸ ὅρους ἐπωφελεστέρους ἐκείνων, ὑφ’ οὓς ἔχουσι συνομολογηθῆ αὐτά.
§6Α. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ μικρὰ δάνεια;
§7ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ δάνειον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§8Κ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον ἄλλο;
§9ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ δάνεια τοῦ σιδηροδρόμου Μελιγαλᾶ, τοῦ Θεσσαλικοῦ ταμείου καὶ τῶν προσφύγων, τὰ ὁποῖα ἐλπίζομεν νὰ ἑνοποιήσωμεν ὑπὸ ὅρους ἐπωφελεστέρους διὰ τὸ Δημόσιον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλήν, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι πᾶσα ἀναβολὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἐπιζήμιος εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ μὴ διστάσῃ νὰ προβῇ εἰς αὐτήν.
§10Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο ζήτημα;
§11ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖον ζήτημα; Τὸ τῶν ποσοστῶν τῶν πλεονασμάτων; Αὐτὸ καθορίζεται ἀρκετὰ σαφῶς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, προκειμένου περὶ τῶν 58/80 καὶ τῶν 22/80. Αὐτὰ οὕτω πως εἶχον κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1900 ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμφωνίας τοῦ μακαρίτου Σιμοπούλου μετὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, ἀπαράλλακτα δὲ μένουσι καὶ τώρα.
§12Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ διορθώσω μόνον μίαν ἀνακρίβειαν, εἰς ἣν περιεπέσατε. Συμφωνία οὐδεμία ὑπῆρχε. Τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς τὸν ἔλεγχον, ἦτο 58/80 καὶ 22/80 ἐκεῖ, τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς ἡμᾶς. Νῦν ὑμεῖς προσθέτετε ἕτερα 20]οο ὡς φόρον, καὶ ἡ ἀναλογία εἶναι 42]οο, σεῖς δὲ δίδετε εἰς τὸν Ἔλεγχον ἐκ τούτων 20]οο, ἐνῷ ὁ φόρος οὗτος ἀνήκει τελείως εἰς ἡμᾶς. Θυσιάζετε τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου καὶ τὰ χαρίζετε εἰς τὸν Ἔλεγχον. Ἡ ἀναλογία ἔπρεπε νὰ εἶναι 58]οο εἰς τὸν Ἔλεγχον, καὶ 42]οο εἰς ἡμᾶς.
§13ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, πόθεν ἐξάγετε αὐτά;
§14Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὰ ἔγγραφα. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὑμεῖς δὲν εἴδετε διόλου ταῦτα, καὶ θυσιάζομεν οὕτω τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου. Δὲν ἐπροσέξατε.
§15ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶσθε βέβαιος περὶ τούτου;
§16Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Χαρίζετε χρήματα εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπήν.
§17ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ποῖα χρήματα;
§18Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν λέξιν; Ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Γούναρης, οὐχὶ ἵνα συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιρρίπτετε τὴν εὐθύνην εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν... Ἔχω διὰ τοῦτο καθῆκον νὰ θέσω τὸ ζήτημα ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ τεθῇ. Ὅτε διεπραγματεύθημεν μὲ τὸν Ἔλεγχον, δύο ζητήματα εἴχομεν νὰ λύσωμεν· πρῶτον ζήτημα: Ὁ Ἔλεγχος ἔλεγεν: αὐξάνετε τὸν φόρον· ἀλλά, ἐπειδὴ ἡ αὔξησις τοῦ φόρου δύναται νὰ ἐπενεργήσῃ ἐπὶ τῆς καταναλώσεως, ζητῶ ἵνα ὁρισθῇ ἓν ποσόν, ὅπερ θὰ ἀποτελέσῃ τὸν κατώτατον ὅρον τῆς καταναλώσεως, καὶ τοῦτο ἦτο ὀρθόν, διότι, ἐὰν ὀρθῶς διετεινόμεθα ὅτι τὴν αὔξησιν πρέπει τὸ Δημόσιον νὰ τὴν λάβῃ ὁλόκληρον, δὲν ἠδυνάμεθα διὰ τῆς αὐξήσεως νὰ ἐλαττώσωμεν τὰς προσόδους τοῦ Ἐλέγχου. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς· ὅτε ὁ φόρος τῶν 5.80 ὑψώθη εἰς 8.00, ἡ ἀναλογία ἦτο καθαρά, ὡρίσθη ὁ κατώτατος ὅρος τῆς καταναλώσεως καὶ πέρα τούτων διῃρέθη τὸ ποσόν, ὥστε ὁ μὲν Ἔλεγχος νὰ λαμβάνῃ τὰ 58]80 τοῦ ποσοῦ, τὸ δὲ Δημόσιον τὰ 22]80. Ὅταν αὐξάνητε σήμερον τὸν φόρον κατὰ 2 δραχμάς, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀναλογία 58 πρὸς 22; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Ἡ ἀναλογία ἔπρεπε νὰ εἶναι 58 πρὸς 42. Ἀλλὰ θέλετε νὰ ἐπιρρίψητε εὐθύνην εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν· ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑπεύθυνος. Σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνος, ὁ ὁποῖος ἐκάμετε τὴν σύμβασιν.
§19ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου οὐδὲν ἄλλο ἐξάγεται ἢ ὅτι ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, εἰσπράττουσα, ὡς πρίν, καὶ ἐφεξῆς αὐτὴ τὸν πρόσθετον φόρον τοῦ 1900 ἐκ δρχ. 2.20, θὰ ἀποδίδῃ ἐκ τῶν πλεονασμάτων εἰς τὸ Δημόσιον τὰ 22]80. Ἠδυνάμεθα ἡμεῖς τώρα ν’ ἀρνηθῶμεν αὐτὴν τὴν συμφωνίαν, τὴν γενομένην ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ καὶ ν’ ἀξιώσωμεν πλείονα ποσοστά;
§20Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δίδετε μέρος τῆς αὐξήσεως εἰς τὸν Ἔλεγχον.
§21ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πῶς τὰ δίδομεν; Παρακαλῶ νὰ ἀποδείξητε τοῦτο καὶ νὰ μὴ τὸ ἰσχυρίζησθε ἁπλῶς.
§22Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸ ἰσχυρίζομαι ἁπλῶς, ἀλλὰ σᾶς τὸ ἀπέδειξα ἤδη καὶ ἔλαβον τὸν λόγον ἀκριβῶς διότι ἠθελήσατε νὰ ἐπιρρίψητε εὐθύνας εἰς τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν, ἥτις οὐδεμίαν ὑπέχει εὐθύνην.
§23Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἐνδιαφέρει, διότι ἀνήκει εἰς τὴν ἱστορίαν, ὁποῖαι ἦσαν αἱ διαπραγματεύσεις, ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως μετὰ τοῦ Ἐλέγχου, ἐνδιαφέρει ὅμως, διότι ἀνήκει εἰς τὸ ἐνεστώς, τὸ ὁποῖον διευθύνει τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἔχομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἁπλούστατα χαρίζει χρήματα ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἀνήκουσιν. Ἐνδιαφέρει νὰ πιστωθῇ ἀκόμη καὶ ἕτερόν τι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀποπειραθεὶς νὰ δικαιολογήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογήσῃ κατ’ οὐδένα τρόπον καὶ δι’ οὐδεμιᾶς ἐπικλήσεως τῶν πατριωτικῶν ἰδεῶν του, κατέδειξεν εἰς ἡμᾶς ὅτι εὑρίσκεται πρὸ τελείας ἀγνοίας ὅλων τῶν διεπόντων τὰ τοῦ Ἐλέγχου. Κατήρξατο ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγων ὅτι ὁ φόρος ἦτο 5 καὶ 80, ἐλάμβανε δὲ ἐκ τοῦ φόρου αὐτοῦ ἡ ὑπὸ τὸν Ἔλεγχον διαχείρισις 58]80, τὸ δὲ δημόσιον ταμεῖον 22]80. Κύριοι, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀνεγνώσατε τὸν νόμον περὶ Ἐλέγχου, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἀνεγνώσατε τὸν νόμον τοῦ 1900, γνωρίζετε ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 58]80 τὸ ἐλάμβανεν ἡ ὑπὸ τὸν Ἔλεγχον διαχείρισις ὁλόκληρον καὶ πλῆρες, εἶναι δ’ ἀπορίας ἄξιον πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἔχων τὴν δύναμιν νὰ ἀναλαμβάνῃ εὐθύνας τοιούτων διαπραγματεύσεων, ἀγνοεῖ τοῦτο, ὅτι τὰ 58]80 ὁλόκληρα τὰ ἐλάμβανεν ἡ ὑπὸ τὸν Ἔλεγχον διαχείρισις, καὶ ἔρχεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διαβεβαιοῖ αὐτήν, ἥτις εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ νὰ ἀγνοῇ τοῦτο, ὅτι οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Εἶναι λυπηρὸν τοῦτο. Τὸ πρᾶγμα ἔχει ὡς ἑξῆς: Ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος περὶ Ἐλέγχου, ὁλόκληρος ὁ φόρος τοῦ καπνοῦ ὑπήχθη εἰς τὴν ὑπὸ τὸν Ἔλεγχον διαχείρισιν. Οὐδεμίαν ἑπομένως ἔχουσι σχέσιν τὰ περὶ περισσευμάτων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅτε λοιπὸν ὑπήχθη ὁλόκληρος ἡ ἐκ τοῦ καπνοῦ πρόσοδος ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ἐλέγχου, ἐλάμβανεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τοῦ φόρου, ἤτοι τὰ 58]80, ἡ διαχείρισις ἐκείνη. Τί γίνονται ἐν τῇ διαχειρίσει, τοῦτο εἶναι ἕτερον ζήτημα. Ἠθελήσαμεν νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον αὐτόν. Τί λέγει ὁ νόμος ὁ περὶ Ἐλέγχου ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ὅτι διὰ συμφωνίας κανονίζεται πῶς θέλομεν λάβει τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, καὶ ἐζητήσαμεν νὰ αὐξήσωμεν τὸν φόρον τῶν 22]80. Ἡ ἀναλογία ἦτο 58 μέρη εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ἐλέγχου καὶ 22 εἰς ἡμᾶς. Ἵνα λάβῃ 58 μέρη ὁ Ἔλεγχος καὶ 22 ἡμεῖς, ἔπρεπε νὰ τὸ διαιρέσωμεν τὸ ποσὸν εἰς 80 μέρη, ἐξ ὧν τὰ μὲν 58]80 ἔλαβεν οὗτος, ὡς εἶπον, τὰ δὲ 22]80 ἡμεῖς. Εἴπομεν λοιπὸν εἰς αὐτόν· θέλομεν νὰ προσθέσωμεν ἕτερα 22]οο φόρον ἀκόμη, φόρον, ὁ ὁποῖος βεβαίως θὰ εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου ἰδικός μας, δ’ ὅτι ὁ Ἔλεγχος ἔχει λαμβάνειν μόνον 58]80. Ἀπήντησεν αὐτός· ἔχει καλῶς, ἀλλ’ ὑπάρχει εἷς κίνδυνος, ὁ κίνδυνος τῆς μειώσεως τῶν ἐσόδων τῶν ἐκ τοῦ καπνοῦ προσόδων· διατί; Διότι αὐξανομένου τοῦ φόρου θέλομεν ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως, καὶ ἀξιοῦμεν νὰ μᾶς ἐξασφαλίσητε τὸν ἀναγκαῖον ὅρον τῆς καταναλώσεως, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει. Ἡ Κυβέρνησις εἶπε· βεβαίως ἔχετε δίκαιον, καὶ σᾶς ἐξασφαλίζομεν τοῦτο, καὶ τὸ ποσοστὸν τὸ εἰσπραχθησόμενον ἐπὶ πλέον βεβαίως ἀνήκει εἰς ἡμᾶς. Σήμερον ἐπαναλαμβάνομεν τὴν ἰδίαν ἐπιχείρησιν, καὶ πρέπει νὰ κάμωμεν τὴν ἰδίαν κουβέντα μὲ αὐτούς, νὰ τοῖς εἴπωμεν ὅτι θέλομεν νὰ προσθέσωμεν δύο ἀκόμη δραχμὰς καὶ αὐταὶ αἱ δύο δραχμαὶ θὰ ἀνήκωσιν εἰς ἡμᾶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ ποτὲ ὁ Ἔλεγχος ὅτι αἱ δύο δραχμαὶ θὰ ἀνήκωσιν εἰς αὐτόν. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπῃ ποτὲ καὶ δὲν τὸ εἶπε ποτέ. Αἱ δύο δραχμαὶ θὰ ἀνήκωσιν εἰς ἡμᾶς. Ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ Ἔλεγχος ὅτι ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐλάττωσις τῆς καταναλώσεως καὶ θέλω νὰ μὲ ἐξασφαλίσητε. Πολὺ ὀρθῶς. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα πῶς θὰ διανείμωμεν τὰς δύο δραχμάς· κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔγινε διανομὴ καὶ τότε, ἀλλ’ ὅμως δὲν σημαίνει τοῦτο ὅτι θὰ τηρήσωμεν τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν. Ὁ αὐτὸς τρόπος σημαίνει ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ἐλαμβάνομεν 22 καὶ 58, τοιουτοτρόπως τοῦ φόρου 5.80 καθισταμένου 10, θὰ λαμβάνωμεν ἡμεῖς τὰ 42% καὶ αὐτοὶ τὰ 58· οὐδεμία μεταβολὴ τοῦ πράγματος ὑπάρχει. Ἐν τούτοις ἡμεῖς δίδομεν εἰς αὐτὸν 20% περισσότερον, δηλαδὴ 252.000 δραχμάς, τὰς ὁποίας εἶμαι βέβαιος ὅτι, οἱ ἄνθρωποι δὲν ἐζήτησαν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μεταβῇ εἰς τὸν Ἔλεγχον καὶ παραστήσῃ εἰς αὐτὸν ὅτι ἐγένετο παραδρομή, ὅτι ἐσημειώθη κακῶς ὁ ἀριθμὸς αὐτός, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τὸ δεχθῇ. Διότι δὲν φαντάζομαί ποτε ὁ Ἔλεγχος νὰ εἶπεν ὅτι θέλει νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὸν πρόσθετον φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπεφυλάχθημεν νὰ προσθέσωμεν.
§24ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τόσον μ’ ἐξέπληξεν ἡ ἐπιμονὴ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Πατρῶν εἰς ἕνα ἰσχυρισμὸν ὅλως ἀνυπόστατον, ὥστε ἐπὶ πολὺ ἀμφέβαλον, ἂν ἤθελεν αὐτὸς τῳόντι νὰ ὑποστηρίξῃ ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τόσον σαφῶς καὶ ἀπροκαλύπτως κατέληξε τελευταῖον. Ὀλίγον ἔλειψε νὰ ἐγείρῃ κατ’ ἐμοῦ κατηγορίαν διὰ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν περιαυτολογίαν, μόνον ἔπαινος θὰ ἥρμοζεν εἰς ἐμέ. Ἐγὼ ἐπανειλημμένως ἤδη ἐδήλωσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι, ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ 1900 ἔτυχε παρὰ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ἀδείας ν’ αὐξήσῃ τὸν φόρον τοῦ καπνοῦ κατὰ 2 δραχ. καὶ 20 λ., ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τοῦ νὰ εἰσπράττῃ τοῦτον αὐτὴ διὰ τῶν ταινιῶν καὶ νὰ τὸν ἀποδίδῃ μετὰ μῆνας ἀτόκως εἰς τὸ Δημόσιον, ἡμεῖς κατωρθώσαμεν, ὅπως ὁ ὑφ’ ἡμῶν ἐπιβαλλόμενος νέος πρόσθετος φόρος τοῦ καπνοῦ ἐκ 2 δραχ. εἰσπράττηται ἀπ’ εὐθείας ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Δημοσίου. Καὶ ἦτο μὲν τότε, Κύριοι, λογικὸν καὶ δίκαιον ν’ ἀπαιτήσῃ τὸ Δημόσιον συμμετοχὴν εἰς τὰ πλεονάσματα τοῦ ὑπὸ τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς εἰσπραττομένου προσθέτου φόρου τῶν 2 δρχ. καὶ 20 λ. κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν ὑπέγγυον εἰς αὐτὴν πρόσοδον τοῦ φόρου τῶν 5 δραχ. καὶ 80 λ. οὕτως ὥστε ἐκ τῶν πλεονασμάτων νὰ λαμβάνῃ 58/80 μὲν ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, 22/80 δὲ τὸ Δημόσιον. Ἀλλά, ἀφοῦ ἡμεῖς κατωρθώσαμεν νὰ εἰσπράττῃ τοῦτο ἀπ’ εὐθείας τὸν νέον πρόσθετον φόρον τῶν 2 δρχ., κατὰ ποίαν λογικήν, κατὰ ποῖον δίκαιον ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος πλέον περὶ συμμετοχῆς αὐτοῦ εἰς πλεονάσματα, ἀναλογοῦντα κατὰ 20% δῆθεν εἰς αὐτὸ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου προσθέτου φόρου; Τώρα, Κύριοι, θαυμάσατε ὄχι τόσον τὸν ἐκ Κερκύρας, ὅστις ἐρασιτεχνικῶς πως ἀσχολεῖται εἰς τὰ οἰκονομικά, ὅσον τὸν ἐκ Πατρῶν ἀξιότιμον Βουλευτήν, τὸν πρώην Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, σοβαρῶς ἰσχυριζόμενον ὅτι ἐγὼ ἐχάρισα δὲν ἠξεύρω πόσας ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν εἰς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπήν, διατί; διότι τὸ Δημόσιον δὲν λαμβάνει παρ’ αὐτῆς ποσοστὰ διὰ τὸν νέον πρόσθετον φόρον τῶν 2 δρχ., τὸν ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ εἰσπράττῃ ἐκείνη, ἀλλ’ αὐτό. Ὁ κ. Βουλευτὴς Πατρῶν, ἵνα προβάλῃ τοιοῦτον ἰσχυρισμόν, ἔπρεπε νὰ ὑποθέσῃ ἓν ἐκ τῶν δύο, ἢ ὅτι ὑμεῖς δὲν ἀνέγνωτε διόλου τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἢ ὅτι ὑμεῖς δὲν γινώσκετε ἃ ἀναγινώσκετε. Τὸ γράμμα ὅμως τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀνεπίδεκτον οἱασδήποτε ἀμφιβολίας. Ἀκούσατε αὐτό (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ ἐν τῷ Κράτει καταναλισκομένου καπνοῦ καὶ τουμπεκίου, εἴτε ἐγχωρίων εἴτε ἔξωθεν εἰσαγομένων, ἐπιβάλλεται πρόσθετον δικαίωμα δραχμῶν δύο κατ’ ὀκᾶν. Τὸ πρόσθετον τοῦτο δικαίωμα εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΨΕʹ τῆς 30 Μαρτίου 1900 ἐπιβαλλόμενον δικαίωμα καταναλώσεως καὶ εἰσπράττεται δι’ ἐκδόσεως ἀποδεικτικοῦ ἄνευ χρήσεως ταινιῶν».
§25Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διασαφήσατέ το.
§26ΑΘΑΝ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι περιττὴ πᾶσα διασάφησις, ἀλλά, ἀφοῦ τὸ ἀπαιτεῖτε, δηλῶ ὅτι, ὡς ἔχει τὸ 1 ἄρθρον, ὁ νέος πρόσθετος φόρος θὰ εἰσπράττηται ἀπ’ εὐθείας ὑπὸ τοῦ Δημοσίου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά.
§28ΑΘΑΝ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Διὰ τοῦ προκειμένου, Κύριοι, νομοσχεδίου ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ τῶν ὅρων τοῦ 12 ἄρθρου τοῦ νόμου ͵ΒΨΕʹ τοῦ 1900, ἤτοι νὰ ἐξασφαλισθῇ ὑπὲρ τῆς ὑπηρεσίας τῶν κατὰ τὸν νόμον περὶ Διεθνοῦς Ἐλέγχου ἠσφαλισμένων δανείων κατά τι ἀνωτέρα ἐκ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ πρόσοδος τῆς νῦν ἠγγυημένης. Ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, ἀναλογιζομένη ὅτι ὁ νέος πρόσθετος φόρος θὰ περιορίσῃ κατά τι τὴν κατανάλωσιν τοῦ καπνοῦ, ἐπέμεινεν ἀνένδοτος εἰς τὸ νὰ ἐγγυηθῶμεν ἡμεῖς τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς μέχρι τοῦδε ἐπιτευχθείσης καταναλώσεώς του ἐξ 1.291.724 ὀκάδων, ἤτοι πρὸς 5 δραχ. καὶ 80 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ὅσος φόρος εἶναι ὑπέγγυος εἰς αὐτήν, ἐν ὅλῳ δραχ. 7.492.000 ἐτησίως. Εἰς τὴν ἀξίωσίν της ταύτην ἐνεδώκαμεν ἡμεῖς, ἑκόντες ἄκοντες, ἀφοῦ ἄλλως ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλίσωμεν μίαν τόσον βεβαίαν πρόσοδον διὰ τὴν συνομολόγησιν νέου δανείου, ὁποία ἡ τοῦ καπνοῦ. Ἔχετε ὑμεῖς νὰ ὑποδείξητε ἄλλην πρόσοδον ἐπίσης βεβαίαν, ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ὑπέγγυος διὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου; Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ τὴν δεχθῶμεν. Ἂν ὄχι, ψηφίσατε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ μὴ ἀντιτάττετε κατ’ αὐτοῦ ἰσχυρισμοὺς ὅλως ἀνυποστάτους, ὁποῖος ὁ πρὸ μικροῦ ἐλεγχθεὶς ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν. (Γίνονται δεκτὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). (Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης Πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Χρ. Χατζηπέτρος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου». (Ἰδὲ Παράρτημα Ἐφημ. Συζητ. Βουλῆς ἀριθ. 45). Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως, συμπληρώσεως καὶ προσθήκης διατάξεων ἐν τοῖς περὶ συνοικισμοῦ διανομῆς γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Θεσσαλικοῦ Γεωργικοῦ ταμείου νόμοις ͵ΓΣΒʹ τῆς 7 Ἀπριλίου 1907 καὶ ͵ΓΤΘʹ τῆς 14 Μαΐου 1908». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§30ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μίαν προσθήκην ὡς τελευταῖον ἐδάφιον (ἀναγινώσκει): «Αἱ ἐπὶ τῇ ἀναλήψει τῶν κατὰ τὰ ἀνωτέρω χορηγιῶν λαμβανόμεναι ἀποδείξεις ἐκδίδονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου, ὡσαύτως αἱ ἀποδείξεις ἐξοφλήσεως τῶν ἐνταλμάτων τῆς ἐπιτροπῆς».
§31Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θεωρῶ καθῆκόν μου ν’ ἀναγνώσω εἰς ἐπήκοον τῶν κυρίων Βουλευτῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τηλεγράφημα ληφθὲν ἐκ Λαρίσης καὶ σχετικὸν μὲ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μέλλετε νὰ ψηφίσητε (ἀναγινώσκει): «Πρόεδρον Βουλῆς Ἑλλήνων, σεβαστὸν Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. Ἀθήνας. Ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περὶ ἐλαττώσεως κλήρων ἐποίκων ὁμογενῶν ἐν ἐθνικῷ χωρίῳ Ῥιζομύλῳ–Καμπόμπασι καταστρέφει ἡμᾶς τελείως, μὴ δυναμένους διαβιῶσαι ὑπὸ τόσον μικρὰν ἔκτασιν, μὴ οὖσαν ἄλλως τε πρόσφορον καλλιεργείᾳ. Ἱκετεύομεν μὴ ἐπιμείνητε ἐπιψήφισιν τοιούτου καταστρεπτικοῦ δι’ ἡμᾶς νομοσχεδίου. Πληρεξούσιοι διακοσίων ἐποίκων ὁμογενῶν Ν. Γ. Ἀποστολίδης, Ν. Λολτσίδης, Χρ. Παντακούδας, Χρ. Παπαπαναγιώτου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον). (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2– 21 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς γʹ ἀνάγνωσιν).
§32ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω, εἰ δυνατόν, ὡς πρὸς τοῦτο νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικά.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης Πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ λαχείων νόμων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (δεκτόν). Ἄρθρον 2 (ὡσαύτως). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§36Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ τὴν ἐξήγησιν ἂν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ ὑπάγονται καὶ αἱ τῶν λαχείων ὁμολογίαι ξένων δανείων, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ἐδάφιον πρῶτον τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ ὑπὸ τὴν διατύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, εἶναι ὑπερβολικόν, ἀλλὰ καθίσταται ἔτι ὑπερβολικώτερον.
§37ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι· δὲν συμπεριλαμβάνονται.
§38Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Πρέπει νὰ δοθῇ ἐξήγησις.
§39ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Ἐπίσημα Πρακτικὰ ἡ δήλωσίς μου αὕτη.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 4–7 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 8).
§41ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω ὡς ἄρθρον 8ον νὰ προστεθῇ ἐνταῦθα τὸ ἑξῆς: «Ἄρθρον 8. Εἰς τὸν κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου ͵ΓΚΔʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3024) τῆς 10 Ἰουνίου 1904 διευθύνοντα τὸ λαχεῖον τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν χορηγεῖται διὰ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ λαχείου ἀπὸ τοῦ 1909 καὶ ἑξῆς μηνιαία ἀποζημίωσις δραχ. 100, ἐὰν προηγουμένως ἐπὶ τριετίαν διηύθυνε καὶ τὸ γραφεῖον τοῦτο». Ἡ πίστωσις αὕτη ἔχει ἀναγραφῆ ἤδη εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1909, ὁ δὲ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ὑποβάλει καὶ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν περὶ λαχείου, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνεγράφετο αὐτὴ ἡ διάταξις. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν, οὕτως εἰπεῖν, ὁ ἱδρυτὴς αὐτοῦ τοῦ λαχείου, ὅστις τοσοῦτον ἐνθουσιωδῶς εἰργάσθη μέχρι τοῦδε καὶ ἐξακολουθεῖ ἐργαζόμενος ὑπὲρ αὐτοῦ, νὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν ἀμοιβήν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἤδη ἀναγράψει ὁ Προϋπολογισμός. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8 καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1852 περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄρθρα 1–9). Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§43Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὀφείλει νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τὴν Βουλήν, διατί γίνεται ἡ ἐξαίρεσις διὰ τὰ ἡμερομίσθια. Ἐὰν καὶ αὐτὰ γίνωσι καθ’ ὑπέρβασιν, δὲν βλέπω διατί νὰ μὴ ὑπάρχωσιν αἱ αὐταὶ διατάξεις, αἱ ὑπάρχουσαι καὶ διὰ τὰς ἄλλας δαπάνας.
§44ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρουσιάζονται συχνάκις ἔκτακτοι ἀνάγκαι, καθ’ ἃς καὶ μηχανικοὶ καὶ ἐργοδηγοὶ καὶ ἄλλοι προσλαμβάνονται. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις ταύτας.
§45Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ἐὰν καὶ καθ’ ὑπέρβασιν;
§46ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ καθ’ ὑπέρβασιν.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται ὡσαύτως δεκτὰ τὰ ἄρθρα 11–22). Ἄρθρον 23 (ἀναγινώσκεται).
§48ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ παραδρομῆς ἐτυπώθησαν ἐσφαλμένως οἱ ἀριθμοὶ 17 καὶ 18 ἀντὶ 21 καὶ 22.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι καὶ τὸ ἄρθρον ψηφίζεται). Ἄρθρον 24 (ἀναγινώσκεται).
§50ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ τεθῇ μία προσθήκη ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Αἱ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐξαργυρωθεῖσαι ἐπιταγαὶ κλπ.».
§51Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὴ εἶναι τροπολογία, ἡ ὁποία θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ συζητηθῇ εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· εἰς τὴν γʹ ἀνάγνωσιν.
§53ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ προσθήκη αὐτὴ εἶναι καθαρῶς ὑπηρεσιακή, χάριν τῶν λογαριασμῶν.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ διὰ τὴν γʹ ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 24 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι καὶ τὸ ἄρθρον ψηφίζεται). Ἐπίσης ψηφίζονται καὶ τὰ ἄρθρα 25–34, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς βʹ ἀνάγνωσιν).
§55ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ «περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων» νὰ ψηφίσωμεν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ θὰ προκαλέσῃ μακρὰν συζήτησιν.
§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἂς φέρῃ· ἡ ὥρα εἶναι ἀκόμη 6 καὶ 20′ μ. μ.
§58Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι προσωπικόν.
§59ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Νὰ μᾶς τὸ ὑποδείξητε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὸ ἀναβάλωμεν.
§61ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δεχόμεθα συζήτησιν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσόντων τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγομένων ὑπαλλήλων». Ὁ κ. Νέγρης ἔχει τὸν λόγον.
§63Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, κατὰ τὸ 1907 εἶχεν ἀνατεθῇ εἰς ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύσω, νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον ἀφορῶν ἀκριβῶς τὴν κατάστασιν τῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει. Κατὰ τὰς συζητήσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης παμψηφεὶ εἶχε γίνει δεκτόν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν μεταξὺ τῶν ἐχόντων δικαίωμα εἰς διορισμὸν οἱ ὑπάλληλοι οἱ εὑρισκόμενοι ἐκτὸς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἤδη οἱ προϋπηρετήσαντες, ἔστω καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀποκλείονται ἐντελῶς εἰς τὸ μέλλον τῆς ἐπανόδου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καίτοι δυνατὸν νὰ ἔχωσι προϋπηρετήσει ἐπὶ δέκα καὶ δεκαπέντε ἔτη. Καὶ ἐρωτῶ· δὲν ἐδικαιοῦντο νὰ ἐλπίσωσιν οὗτοι ὅτι ἐν δεδομένῃ περιστάσει ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν; Τοῦτο εἶναι τοσοῦτο μᾶλλον λογικόν, καθόσον οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ ἔχουσιν ἀληθῆ δικαιώματα, ὡς ἐκ τῶν προκαταβολῶν ὑπὲρ τοῦ ταμείου τῶν συντάξεων. Ἐννοεῖται ὅτι αὐταὶ αἱ προκαταβολαὶ εἶναι κτῆμά των καὶ δὲν δυνάμεθα σήμερον δι’ ἑνὸς νόμου νὰ ἔλθωμεν νὰ δηλώσωμεν εἰς αὐτοὺς ὅτι ὅ,τι ἔχετε καταθέσει εἰς τὸ ταμεῖον τῶν συντάξεων δημεύεται. Διότι δήμευσις εἶναι ἡ στέρησις τῆς συντάξεως ἡ προερχομένη ἐκ νομοθετικῆς διατάξεως ἀπαγορευούσης εἰς τὸ μέλλον τὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐπάνοδον. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἡ τότε ἐπιτροπὴ εἶχε προσθέσει εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχε προετοιμάσει ἄρθρον μεταβατικόν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Οἱ στερούμενοι τῶν κατὰ τὸν παρόντα νόμον προσόντων, ἀλλὰ διατελέσαντες πρὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν οἱᾳδήποτε ὑπηρεσίᾳ, δύνανται νὰ διορισθῶσιν εἰς ὁμοιόβαθμον, τοῦ αὐτοῦ ὅμως πάντοτε κλάδου, θέσιν· προάγονται δὲ κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ νόμου τούτου». Τοιουτοτρόπως ἐξασφαλίζομεν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ παραγνωρίσωμεν. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου τοὐναντίον παραγνωρίζομεν αὐτό. Εὐτυχεῖς ὅσοι εἶναι εἰς τὰς θέσεις των σήμερον. Ἀλλ’ ὅσοι ἔχουσιν ὑπηρετήσει τὴν πατρίδα αὑτῶν εὐσυνειδήτως ἐπὶ πολλὰ ἔτη καὶ σήμερον εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, αὐτοὶ εἶναι ἀποκεκλεισμένοι ἐντελῶς. Ἀλλὰ δὲν συμφέρει τοῦτο καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μᾶλλον θὰ συνέφερε, νομίζω, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία μείνασα εἰς τὰ πράγματα ἐπὶ πολὺ εἶχε κατορθώσει νὰ ἔχῃ πάντοτε ὑπαλλήλους ἰδικούς της. Ὥστε χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου, χάριν τῆς δικαιοσύνης, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς Κυβερνήσεως σήμερον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶχε λάβει ἡ τότε ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ὥριζεν ὅτι καὶ παλαιὸς ὑπάλληλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῇ ἐκ νέου. Ὑποθέτω ὅτι οὐδεμία θὰ ὑπάρχῃ δυσκολία τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐπιτροπὴ ὁλόκληρος ἔχει ἀποφασίσει περὶ τούτου καὶ εἶναι ἤδη τὸ ζήτημα ὥριμον. Ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι ἡ ἑξῆς. Νομίζω, ὅτι, ὅπως τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς ἀπολύσεως τῶν ὑπαλλήλων, ἔχῃ εὐθύνην τινά, πρέπει νὰ δικάζῃ δημοσίᾳ, διότι τότε ὁπωσδήποτε πάντοτε θὰ ὑπάρχῃ ὁ φόβος μήπως φανῶσι παρανομοῦντες. Κατὰ τὸ νέον νομοσχέδιον βλέπομεν ὅλως τὸ ἐναντίον, δηλαδὴ ἡ συζήτησις γίνεται ἰδιαιτέρως ἐντελῶς. Νομίζω καὶ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον διορθωτέον. (Τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Βρασίδας Λεώπουλος). Τρίτην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω, τὴν ἑξῆς· ἐν ἄρθρῳ 13, ἐδαφίῳ 5, ἀναφέρεται ὅτι τὸ συμβούλιον ἀποφαίνεται κατὰ πλειονοψηφίαν διὰ δεδικαιολογημένης ἐκθέσεως καὶ ὁσάκις πρόκειται περὶ ἀπολύσεως ὑπαλλήλων διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, δύναται δὲ καὶ ἄνευ τῆς γνώμης αὐτοῦ ν’ ἀποφασίσῃ ὁ Ὑπουργός. Νομίζω, Κύριοι—, καὶ τοῦτο ἀφορᾷ βεβαίως τοὺς 6 πρώτους μῆνας, διότι μετὰ τούτους οἱ ὑπάλληλοι θὰ εἶναι μόνιμοι—, νομίζω καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἔχει τοσαύτην σημασίαν, ὅτι πρέπει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ δώσωμεν τὸ κῦρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ τὸ κάμῃ μόνιμον, καὶ οὐδεμία οὐδέποτε Κυβέρνησις θὰ τολμήσῃ νὰ τὸ μεταβάλῃ, καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ὑποψία ὅτι ἐκ κομματικοῦ λόγου γίνονται αἱ παύσεις, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν καὶ ν’ ἀφήσωμεν ἡ ἀπόφασις νὰ ἐξαρτᾶται ὅλη ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν. Τοῦτο θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα νὰ καταστήσῃ τὸ νομοσχέδιον τῳόντι σεβαστὸν εἰς ὅλα τὰ κόμματα.
§64Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς, εἰ δυνατόν, νὰ διατυπώσῃ τροπολογίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅσα ἀνέπτυξε καὶ τὰς ὁποίας θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπέβαλε τροπολογίαν ὁ βουλευτῆς Κυνουρίας κ. Χ. Βοζίκης, ἥτις θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων).
§66Θ. ΦΑΡΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ φέρω παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, διότι, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος περὶ Ἐμπορικῶν Σχολῶν, ὑπεβλήθη καὶ τότε ἡ πρότασις, ἵνα οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον τῶν δημοσίων Ἐμπορικῶν Σχολῶν εἰσέρχωνται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ τοῦτο ἀντέκειτο πρὸς τὸν σκοπὸν τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, διότι ὅλοι εἶχον ἐξαναστῆ κατὰ τῆς πληθώρας τῶν ἀπαιτούντων δημοσίας θέσεις, κατὰ τῶν θεσιθηρῶν καὶ διεμαρτύροντο, διότι δὲν δύνανται οἱ νέοι Ἕλληνες νὰ τραπῶσιν εἰς ἄλλα στάδια, διότι τὸ Κράτος δὲν παρεσκεύασεν αὐτοὺς ἐπιτηδείους πρὸς τὸν πρακτικὸν βίον. Τὴν σήμερον ἐρχόμεθα, ἵνα καὶ τοὺς ἀποφοίτους τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἠθέλομεν νὰ δώσωμεν διέξοδον εἰς τὸν πρακτικὸν βίον, ἵνα ἀποφύγῃ τὸ Δημόσιον τὸ βάρος τῶν θεσιθηρῶν, ἐρχόμεθα νὰ τοὺς ὠθήσωμεν πρὸς τὴν θεσιθηρίαν. Πιθανὸν νὰ εἶναι παρεσκευασμένοι διά τινας ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἱδρύθησαν αἱ Ἐμπορικαὶ Σχολαί, καταργεῖται, τιθεμένου τοῦ διπλώματος τῶν ἀποφοίτων τῶν Ἐμπορικῶν Σχολῶν ὡς προσόντος διὰ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Τότε ἡ πρότασις δὲν ἐγένετο δεκτή, καὶ τὴν σήμερον ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐπίσης κατὰ τῆς διατάξεως, διὰ τοὺς ἔχοντας δίπλωμα Πολυτεχνικῶν Σχολῶν, διότι καὶ οὗτοι ἔπρεπε νὰ τραπῶσι πρὸς τὰ πρακτικὰ στάδια καὶ ὄχι νὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ δημόσιον ταμεῖον γινόμενοι καὶ οὗτοι θεσιθῆραι.
§67ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ γενικοῦ νομοσχεδίου περὶ προσόντων καθόλου καὶ μονιμότητος ὑπαλλήλων, θὰ εἶχε τὴν θέσιν της ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ναυπλίας. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νομίζω ὅτι δὲν ἔχει αὐτὴ τὴν θέσιν της. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει πρὸ παντὸς ἀνάγκην ὑπαλλήλων, κεκτημένων γνώσεις λογιστικὰς καὶ καθόλου οἰκονομικάς, ταύτας δὲ προσκτᾶταί τις εἰς Ἐμπορικὰς Σχολάς.
§68Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἱ φαρμακοποιοὶ ποίας γνώσεις ἔχουσιν;
§69ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ φαρμακοποιοὶ δύνανται κάλλιστα νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, ὅπου εἴθε νὰ ἔχωμεν πολλοὺς τοιούτους, διότι καθ’ ἑκάστην προσάγονται νὰ τελωνισθῶσιν ἐμπορεύματα, τῶν ὁποίων οἱ σημερινοὶ τελῶναι καὶ οἱ ἀπόφοιτοι τῆς νομικῆς καὶ τῶν ἄλλων σχολῶν οὐδεμίαν γνῶσιν ἔχουσιν. Οἱ τῶν ἐμπορικῶν σχολῶν ἀπόφοιτοι εἶναι κατάλληλοι διὰ τὴν λογιστικήν, διὰ τὴν ταμειακὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διὰ τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν εἶναι ἀπαραίτητον, εὐχῆς δ’ ἔργον θὰ ἦτο, ἂν κατορθώσωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ εἰσαγάγωμεν εἰς αὐτὴν πολλούς, τυχόντας τῆς δεούσης ἐμπορικῆς μορφώσεως: διότι πάντες οἱ ἄλλοι ἀπόφοιτοι τοῦ Πανεπιστημίου καὶ οἱ διδάκτορες τῆς Νομικῆς σχολῆς τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι γνώσεις εἰδικὰς τοῦ ἐμπορίου, ὅπερ ἀπαραίτητον ἰδίως διὰ τὴν τελωνιακὴν ὑπηρεσίαν. Προκειμένου δέ, Κύριοι, περὶ τῶν ἀποφοίτων τοῦ Πολυτεχνείου, περὶ τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν, ἐνομίσαμεν, ὅτι καὶ οὗτοι ἔπρεπε νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, διότι καὶ αὐτῶν ἡ μόρφωσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ δύνανται τὰς γνώσεις των νὰ τὰς χρησιμοποιῶσιν ἐπωφελῶς διὰ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ὅταν ἀναφέρω εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι δύο τῶν κρατίστων οἰκονομολόγων τοῦ παρελθόντος αἰῶνος ἦσαν πολιτικοὶ μηχανικοί, ὁ Ντεβίτε τῆς Ῥωσίας καὶ ὁ Σέλας τῆς Ἰταλίας, ἵνα παραλίπω ἄλλους, θὰ συνομολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ ὅτι οἱ πολιτικοὶ μηχανικοὶ δὲν πρέπει ν’ ἀποκλείωνται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ εἰσήρχοντο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του ὅσον οἷόν τε πλείονες αὐτῶν. Ἐννοεῖται ὅτι ἐπιτρέποντες τὴν εἴσοδον εἰς αὐτοὺς δὲν καθιστῶμεν ταύτην μονομερῆ. Ἡμεῖς καθιεροῦμεν διὰ τὴν εἴσοδον εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τὸν διαγωνισμόν, εἰς ὃν δύνανται νὰ προσέλθωσιν ἀδιακρίτως οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον γυμνασίου, ἀπολυτήριον ἐμπορικῶν σχολῶν διὰ τὰς πρώτας καὶ τὰς κατωτάτας βαθμίδας τῶν ὑπαλλήλων, ἐνῷ προκειμένου διὰ τὰς ἀνωτέρας βαθμίδας τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας ὁ διαγωνισμὸς ἐπιτρέπεται μεταξὺ διδακτόρων τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, τῆς Νομικῆς, τῶν Φυσικομαθηματικῶν καὶ τῶν πτυχιούχων τῶν ἀνωτάτων ἐμπορικῶν σχολῶν τῆς Ἑσπερίας, αἱ ὁποῖαι ἰσοφαρίζουσι πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, ἐπίσης καὶ τῶν πτυχιούχων τοῦ Πολυτεχνείου, δηλαδὴ τῶν πολιτικῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι τὴν σήμερον ἀναγορεύονται καὶ αὐτοὶ διδάκτορες ἐν Γερμανίᾳ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι, ὡς ἔχει διατυπωθῆ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ἄρθρον 1, ἀνοίγεται δι’ αὐτοῦ εὐρὺ στάδιον εἰς τοὺς ἱκανοὺς ὅλων αὐτῶν τῶν κλάδων, διότι ὅλων αὐτῶν ἔχομεν ἀνάγκην διὰ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§71ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ βιβλίων ἐγγραφῆς μηνύσεων καὶ ἀνακοπῶν», ὁμοῦ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωπικοῦ τοῦ τελωνείου Πειραιῶς καὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὰ ἄρθρα 1–5 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6).
§73ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον μετὰ τὰς λέξεις «ἄλλους ἐλεγκτὰς» παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «ἢ ὑπελεγκτάς»· ὁμοίως καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ αὐτοῦ ἐδαφίου μετὰ τὴν λέξιν «ἐλεγκτὴς» νὰ προστεθῇ «ἢ ὑπελεγκτής».
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 7 καὶ 8 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§75ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον κατὰ λάθος ἐτέθη ἡ λέξις «περιστάσεων» ἀντὶ «περιπτώσεων». Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ. Καὶ ἀκολούθως εἰς τὸ εʹ ἐδάφιον αἱ λέξεις «τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας» νὰ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ τῶν ἑξῆς «τῶν ἁρμοδίων τελωνειακῶν ὑπαλλήλων».
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται ὡσαύτως δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 10 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§77ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 11 ἔχει ὡς ἑξῆς: «Τὸ ἀντικείμενον τῆς λαθρεμπορίας, ὡς καὶ τὰ εἰς κατάσχεσιν ὑποκείμενα μεταγωγικὰ μέσα, κατάσχονται». Ἵνα μὴ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «Ὡς καὶ τὰ εἰς κατάσχεσιν ὑπαγόμενα κατὰ τὸ ἄρθρον 5 τοῦ νόμου ͵ΒΚϚʹ τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1896».
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ ἄνευ ἀντιρρήσεως τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§79ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ γʹ ἐδάφιον ἡ φράσις: «ἀποτεταμιευμένων ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῆς διαμετακομίσεως» παρακαλῶ νὰ τροποποιηθῇ οὕτως: «ἀποτεταμιευμένων ἐν δημοσίαις ἢ ἰδιωτικαῖς ἀποθήκαις διαμετακομίσεως».
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα ἄνευ ἀντιρρήσεως δεκτὸν τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§81ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸν τελευταῖον στίχον ἐτυπώθη κατὰ λάθος καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ ἀντὶ «τοῦ ἄρθρου 12» νὰ τεθῇ «τοῦ ἄρθρου 14».
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν ἄνευ ἀντιρρήσεως τὸ ἄρθρον 17 τοῦ νομοσχεδίου). Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§83ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὸ ϛʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου εἰς τὸ τέλος, ἔνθα λέγει· «ἀπολυτήριον Γυμνασίου», παρακαλῶ νὰ προστεθῇ: «καὶ οἱ ἔχοντες τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου τούτου ἡλικίαν». Καθὼς καὶ κατωτέρω εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον μετὰ τὰς λέξεις «τῶν δημοτικῶν φόρων» νὰ προστεθῇ ἡ φράσις «ὡς καὶ ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἐν τῷ τελωνείῳ ἐποπτείας τῶν λιμενικῶν φόρων».
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 19 ἀναγινώσκεται).
§85ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κατὰ λάθος εἰς τὸν δεύτερον στίχον ἐτυπώθη «Διεκπεραιώσεως» ἀντὶ «Διαμετακομίσεως» καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 20 τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως, περιορισμοῦ καὶ συστάσεως θέσεων τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαγομένων ὑπηρεσιῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 7 καὶ 15′ μ. μ.).