1909.10.01
2,035 rows · 15,291 words · 151 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7.
τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1909.
(Παρασκευή)
Προεδρία κ. Ἀλεξάνδρου Σ. Κ. Ῥώμα.
(Ἀναγνωσθέντος τοῦ καταλόγου ἡ Βουλὴ εὑρέθη ἐν ἀπαρτίᾳ περὶ ὥραν 4 καὶ 50′ π. μ. παρόντων 120 Βουλευτῶν. Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ προσεφώνησεν ὡς ἑξῆς: Μεγαλειότατε· Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἅμα τῷ καταρτισμῷ αὐτοῦ θεωρεῖ ἐκ τῶν πρώτων καθηκόντων του νὰ παραστῇ ἐνώπιον τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος καὶ ὑποβάλῃ εὐλαβῶς τὰ σεβάσματα αὐτοῦ. Αἱ κρίσιμοι περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐκλήθη ἡ Σύνοδος αὕτη τῆς Βουλῆς, ἐπιβάλλουσιν αὐτῇ σύντονον καὶ ἐνδελεχῆ ἐργασίαν ἐν πνεύματι θερμῆς φιλοπατρίας καὶ αὐταπαρνήσεως πρὸς βελτίωσιν τῶν κοινῶν, συμφώνως πρὸς τοὺς κοινοὺς πόθους. Τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐκπέμπει διαπύρους πρὸς τὸν Ὕψιστον εὐχὰς ὑπὲρ μακροημερεύσεως τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος, τῆς Σεπτῆς ἡμῶν Βασιλίσσης καὶ ὅλων τῶν Μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος. Ἡ Α.Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀπήντησεν οὕτως: «Εὐχαριστῶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας διὰ τὰς εὐχὰς αὐτοῦ ὑπὲρ Ἐμοῦ, τῆς Βασιλίσσης καὶ τῶν Μελῶν τῆς Οἰκογενείας Μου. Πέποιθα ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων ἐν πλήρει συναισθήσει τοῦ ἐπιβαλλομένου εἰς αὐτὴν καθήκοντος, πάντοτε μὲν καὶ σήμερον ἰδίως, θέλει συζητήσει καὶ ἀποφασίσει μετὰ συνέσεως καὶ φιλοπατρίας τὰ προσήκοντα νομοσχέδια διὰ τὴν εὔρυθμον τοῦ πολιτεύματος λειτουργίαν. Εὔχομαι δέ, ἵνα ὁ Ὕψιστος ἐπιδαψιλεύῃ εἰς ὑμᾶς καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους τὴν θείαν Αὐτοῦ ἀντίληψιν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ ἔργου ὑμῶν ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς Πατρίδος». Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν: Ὁ Σύλλογος Τεχνεργατῶν ἐν Λαμίᾳ παρακαλεῖ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ὅπως φροντίσωσι διὰ τὴν περισυλλογὴν καὶ περιφρούρησιν τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας καὶ περὶ τῆς ἀνορθώσεως πάντων τῶν πραγμάτων τῆς χώρας. Ὁ λαὸς Καρδίτσης εἰς συλλαλητήριον συνελθὼν ὑποβάλλει ἐν ψηφίσματι τὴν παράκλησιν ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ ἐκεῖ Πρωτοδικεῖον. Ὁ πληρεξούσιος δικηγόρος τῆς ἐν Πέραν Ἑταιρείας Σπεράντζα καὶ Παπαγιαννοπούλου καταγγέλλει τὰς προξενικὰς ἀρχὰς ὡς παρανομούσας εἰς τὴν διαφορὰν μεταξὺ τοῦ πλοιάρχου Δρακοπούλου τοῦ ἀτμοπλοίου «Ὁμήρου» καὶ τῆς Ἑταιρείας· Τηλεγράφημα ἐκ Ληξουρίου τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Πετριτσείου Γυμνασίου παρακαλούσης ὅπως ἀπολυθῶσιν ἢ μετατεθῶσιν οἱ ὑπεράριθμοι καθηγηταὶ καὶ ὁ τῆς γαλλικῆς, μὴ ἐπαρκούντων τῶν πόρων τῆς Σχολῆς· Ὁ Γ. Δημητρόπουλος καταγγέλλει τὸν τελευταῖον διαγωνισμὸν προξενικῶν γραμματέων ὡς μὴ διεξαχθέντα νομίμως. Οἱ κάτοικοι Φιλιατρῶν συνελθόντες εἰς συλλαλητήριον παρακαλοῦσι τηλεγραφικῶς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις προβῇ θαρρούντως εἰς τὸ ἐθνοσωτήριον ἔργον της, τοῦ ἔθνους ἱσταμένου ὑπεράνω πάσης Κυπαρισσίας. Ἡ διοικητικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ Συνδέσμου τῶν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν ὑποβάλλει ψήφισμα ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως· Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Λαμίας κρατούμενοι κατάδικοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ζητήσῃ τὴν διὰ χάριτος ἀπαλλαγὴν πάντων τῶν καταδίκων τῶν ἐκτισάντων τὰ ⅔ τῆς ποινῆς των. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Καρδίτσης ἐκφράζει εὐχὴν περὶ διατηρήσεως τοῦ ἐκεῖ Πρωτοδικείου. Ὁ Σύλλογος τῶν Ἐμποροϋπαλλήλων Καλαμῶν ἐκφράζει τὴν εὐχήν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐπιτακτικὸν καθῆκον ἐκτελοῦσα ψηφίσῃ πάντα τὰ ἀνακαινιστικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως. Πολλοὶ κάτοικοι Χαλκίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῶσι τάχιστα τοῦ ἔργου τῆς ἀνορθώσεως. Ὁ λαὸς Βαρυμπόπης τῆς Τριφυλίας ὑποβάλλει ψήφισμα ὑπὲρ τῆς μὴ καταργήσεως τοῦ ἐκεῖ Ἑλλ. Σχολείου. Ὁ λαὸς τῶν Τρικκάλων ὑποβάλλει ψήφισμα κηρυσσόμενος ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως· Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Καρδίτσης ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ διατηρήσεως τοῦ ἐν Καρδίτσῃ Πρωτοδικείου. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Χαλκίδος ὑποβάλλει ψήφισμα ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως. Τηλεγράφημα ἐκ Βόλου τοῦ ἀντιπροσώπου τῶν προσφύγων παρακαλοῦντος ὅπως μὴ διακοπῇ τὸ ἐπίδομα εἰς τοὺς μὴ εἰσέτι κληρωθέντας πρόσφυγας μέχρι τοῦ διακανονισμοῦ τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Οἱ πρόεδροι τῶν ἐν Καρδίτσῃ Συλλόγων Ἐμπορικοῦ, Ἀρτοποιῶν, Λαϊκοῦ, Κρεοπωλῶν καὶ Καπνεργατῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως μὴ πραγματοποιηθῇ ἡ μελετωμένη μεταστάθμευσις τοῦ ἐκεῖ ἑδρεύοντος τάγματος· Ὁ λαὸς τοῦ δήμου Κυπαρισσίας συνελθὼν καὶ ἐκ δευτέρου εἰς συλλαλητήριον παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ἐπιζητηθῇ ἡ κατάργησις τοῦ ἐκεῖ Πρωτοδικείου. Ὁ λαὸς Πυλίων συνελθὼν εἰς συλλαλητήριον ἐξέδοτο ψήφισμα, ὅπερ ὑποβάλλει κηρυσσόμενος ὑπὲρ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τῆς ἀναγεννήσεως καὶ δηλοῖ ὅτι πάσῃ θυσίᾳ θὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἔργον τῆς ἀνορθώσεως· Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Λευκάδος ὑποβάλλει ψήφισμα ὑπὲρ τῆς ἀνορθώσεως καὶ παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιζητηθῇ ἡ ἐξομάλυνσις τῆς καταστάσεως καὶ ἐπαναφορὰ τῆς τάξεως καὶ τοῦ κύρους τῶν νόμων· Ἡ Ἐργατικὴ Ἀδελφότης Λευκάδος παρακαλεῖ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιληφθῇ ταχέως τῶν ἀπαιτουμένων μέτρων πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν διαφόρων κλάδων τῆς Διοικήσεως καὶ ῥύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Ψήφισμα τοῦ Θηραϊκοῦ λαοῦ ἀποδεχομένου πλήρως καὶ υἱοθετοῦντος πάντα τὰ ἐν τῷ ὑπομνήματι τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου ὑποδεικνυόμενα ἀνορθωτικὰ μέτρα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§2Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ μετακλήσεως ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν». Τέλος ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἐπαναφορᾶς τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ τοῦ 1904». Εἶναι ἀπαραίτητον πρὸ τῆς ὑποβολῆς οἱουδήποτε ἄλλου μέτρου νὰ ἐπανέλθωμεν προσωρινῶς εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1904, διότι ὅλα τὰ σχέδια τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὅλα τὰ σχέδια τῆς συγκεντρώσεως τοῦ στρατοῦ βασίζονται ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ καὶ ἑπομένως θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ ἐπανέλθῃ προσωρινῶς ἡ ἰσχύς του.
§3Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ ποίας ἐποχῆς;
§4Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος του, δηλαδὴ μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου.
§5Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας τὴν κλήρωσιν.
§6Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἔχει σχέσιν, διότι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ στρατολογικὸν μέρος θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπον εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου.
§7Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ γίνῃ ἡ σύνθεσις τῶν μονάδων, διὰ νὰ τεθῶσιν αὗται ἐν ἐνεργείᾳ.
§8Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§9Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ τῆς στρατολογίας ἐξακολουθήσωσι μέχρι τῆς προσεχοῦς 1ης Ὀκτωβρίου 1910 ἰσχύοντα, ἤτοι μὲ θητείαν δεκατετράμηνον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἐπαναφορὰ ἐν ἰσχύϊ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1904 θὰ ἀγάγῃ εἰς φῶς τὰς μονάδας ὀργανισμοῦ στηριζομένου ἐπὶ ὑπηρεσίας δεκαοκταμήνου, ἤτοι μονάδας αὐθεντικάς. Διὰ τοῦτο ἤθελον ὑποβάλει τὴν παράκλησιν, ἵνα μὴ αἱ μονάδες μείνωσι νεκραί.
§10Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Βάλτου ἐξετάζει τὸ ζήτημα ὑπὸ στρατολογικὴν ἔποψιν· καὶ βεβαίως ὑπὸ στρατολογικὴν ἔποψιν, καὶ ἂν ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ἐν ἐφαρμογῇ ὁ Ὀργανισμός. Ἀλλ’ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον θεωρῶ ἀπαραίτητον τὴν ἐπαναφορὰν τοῦ Ὀργανισμοῦ, δὲν εἶναι ὁ λόγος ὁ σχετιζόμενος πρὸς τὴν στρατολογίαν, ἀλλ’ ὁ σχετιζόμενος πρὸς τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν· ἑπομένως οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἡ στρατολογία. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἐπιστρατεύσεως, ὅταν αἱ περιστάσεις ἀπαιτήσωσι νὰ συγκεντρωθῇ τὸ στράτευμα, ἡ συγκέντρωσις αὕτη καὶ ἡ ἐπιστράτευσις θὰ ἐκτελεσθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὀργανισμοῦ αὐτοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Πάντα τὰ σχέδια ἔχουσι καταρτισθῆ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ Ὀργανισμοῦ, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου μόνον δι’ αὐτὸν τὸν λόγον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ στρατολογικὸν μέρος, αὐτὸ θὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς ἑπομένας στρατολογίας καὶ ἀκριβῶς στρατολογικῶς θὰ ἐφαρμοσθῇ τῷ 1912, ἂν πρόκειται νὰ διατηρηθῇ ὁ Ὀργανισμὸς ἐν ἰσχύϊ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, διότι τότε θὰ ἔχωμεν τὰς ἀπογραφὰς τὰς στρατολογικάς, τὰς ὁποίας προβλέπει ὁ ὀργανισμός· ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄλλου λόγου, τὸν ὁποῖον εἶπον, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ Ὀργανισμοῦ. Δὲν ἐκτείνομαι εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διότι φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκταθῶ. Θὰ προσθέσω ἤδη ὀλίγα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1910 ἐν σχέσει πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1909 παρουσιάζει αὔξησιν ἐξ 7,984,000 δρ., ὡς καὶ χθὲς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλ’ ἡ μεγάλη αὕτη διαφορὰ ὑπάρχει, διότι ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1909 παραλείπονται ν’ ἀναγραφῶσι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν αὐτόν, καὶ διὰ τοῦτο ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1909 ἀνέρχεται μόνον εἰς 18.000.000, ἐνῷ ἐὰν ἀνεγράφοντο αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ διάφορα εἴδη, τουτέστι δι’ ἱπποφορβίαν, ὁπλισμόν, στρατωνισμόν, ἐννοῶ τὸν ὁπλισμὸν τὸν κατ’ ἔτος ἀναγκαιοῦντα, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ πυρομαχικὰ καὶ λοιπά, τὰ καταναλισκόμενα, διότι ἐξ αὐτῶν τῶν εἰδῶν ἄλλα μὲν ἀνεῦρεν ἡ ὑπηρεσία εἰς τὰς ἀποθήκας καὶ ἑπομένως τὰ ἐχρησιμοποίησε, συνεπῶς δὲ δὲν εἶχεν ἀνάγκην ν’ ἀναγράψῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀλλ’ ἐν τούτοις αἱ ἀποθῆκαι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν εἰδῶν τῶν σχετιζομένων μὲ τὸν ἐτήσιον ἐφοδιασμὸν τοῦ στρατοῦ, ἔμειναν κεναί, ὥστε ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀναγραφῇ ὁλόκληρος ἡ πίστωσις εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910. Ἄλλα δὲ εἴδη ἐδανείσθησαν ἐκ τῶν γενικῶν ἀποθηκῶν καὶ τῶν ἀποθηκῶν ἐπιστρατεύσεως ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ τὰ ἐπαναφέρωσι, καὶ διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην ν’ ἀναγράψω τοῦτο τὸ ἀνταποκρινόμενον ποσόν, διότι ἀπαιτεῖται νὰ ἀναπληρωθῶσι τὰ ἐλλείποντα ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης.
§11Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί ποσὸν εἶναι;
§12Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. 758.000.
§13Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Αἱ ἀποδοθησόμεναι;
§14Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα.
§15Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὥστε 7.000.000 αὔξησιν ζητεῖτε, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε 5 ἑκατομμυρίων αὔξησιν.
§16Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 7.000.000 τὰ 2.000.000 θ’ ἀναγραφῶσι μόνον εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1910, διότι πρόκειται περὶ ἐκτάκτου προμηθείας.
§17Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρόκειται περὶ ἱππωνίας. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν τακτικῶν δαπανῶν.
§18Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἑπομένως ἡ διαφορὰ εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν εἶπον, διότι τὰ 2.000.000 διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἵππων δὲν θ’ ἀναγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατ’ ἔτος.
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ σήμερον ἰσχύων νόμος ἀναγράφει τοῦτο ὡς ὑποχρέωσιν τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης.
§20Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὑπάρχει ἐκεῖ πίστωσις ἐξ 700,000 δρ. Ἀλλά, διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ὁ ὀργανισμός, ἀπαιτεῖται μέγας ἀριθμὸς ἵππων, ὁ ὁποῖος φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, διότι ἀφορᾷ τὴν ἐτησίαν δαπάνην.
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε προτείνατε τὴν κατάργησιν τοῦ σχετικοῦ νόμου, διότι ἐκείνου ὑπάρχοντος δὲν δύνασθε νὰ τὸ πράξητε.
§22Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ τῆς ἱππωνίας ἀνατίθενται εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἰσχύων νόμος ἀναθέτει τὴν προμήθειαν τῶν ἵππων εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐνόσῳ δὲν τροποποιεῖται ὁ νόμος δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναγράψωμεν εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν ποσὸν δι’ ἀγορὰν ἵππων, διότι ἡ ἀναγραφὴ αὕτη θὰ ἀντέκειτο πρὸς ἰσχύοντα νόμον.
§24Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νόμου περὶ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν τῶν ἵππων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν διὰ τὴν ἐτησίαν χρῆσιν. Καὶ βεβαίως προκειμένου περὶ ἐφοδιασμοῦ ὑπάρχει ἀναγεγραμμένος εἰς τὸ ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὁ ὑπερβάλλων ἀριθμὸς τῶν ἵππων ὁ ἀπαιτούμενος διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅταν μελετήσητε τὸν νόμον, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ποιεῖται τοιαύτην διάκρισιν καὶ θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ μεταβάλητε.
§26Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Αἱ ἐτήσιαι δαπάναι ἀναγράφονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ καὶ μόνον αἱ δαπάναι διὰ τὸν ἐν ἐπιστρατεύσει στρατὸν βαρύνουσι τὸ ταμεῖον τῆς Ἀμύνης.
§27Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ ποσὸν τῶν ἵππων, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ προμηθευθῆτε, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰς ἐτησίας ἀνάγκας, διότι εἶναι μέγας ὁ ἀριθμὸς ὑπερβαίνων τὰς ἐτησίας ἀνάγκας. Γεννᾶται τὸ ζήτημα ποῦ θὰ ἐνσταβλίσητε τοὺς πολλοὺς ἵππους, περὶ ὧν προνοεῖτε, καὶ ποῦ θὰ εὕρητε ἄνδρας πρὸς ἐκγύμνασιν αὐτῶν. Ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ συζητήσωμεν, ὅταν ὑποβληθῇ ἡ πρότασίς σας. Τώρα ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς ἀνάγκης τῆς μεταβολῆς τῆς ὑπαρχούσης διατάξεως, ἵνα δυνηθῆτε ν’ ἀναγράψητε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τὴν ζητουμένην πίστωσιν.
§28Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι οἱ ἵπποι καὶ ἐν γένει τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἐν εἰρήνῃ δύναμιν τοῦ στρατοῦ, φρονῶ, λέγω, ὅτι πρέπει ν’ ἀναγράφωνται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐτησίων δαπανῶν, οἱ ἵπποι δὲ οἱ ἀπαιτούμενοι ἐπὶ πλέον διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ τὸ ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὸν στρατὸν ἐν ἐπιστρατεύσει, αὐτὸ εἶναι τὸ ὑλικόν, περὶ οὗ προβλέπει κυρίως τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε.
§29Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν προμήθειαν ἐξ ἐπιτάξεως.
§30Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐν ἐπιστρατεύσει γίνεται προμήθεια ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ, διότι δὲν ὑπάρχουσιν ἵπποι τοῦ πυροβολικοῦ καὶ ἱππικοῦ κατάλληλοι ἐκ τῆς ἐπιτάξεως. Ὁ στρατὸς ἐν ἐπιστρατεύσει ἀπαιτεῖ 27000 ἵππων. Λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ προμηθευθῶμεν 27000 ἵππους, ἀλλὰ τὸν ἀριθμὸν ἐκεῖνον τῶν ἵππων, οἱ ὁποῖοι ὑποχρεωτικῶς δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἐξ ἐπιτάξεως, διότι οὗτοι δὲν εἶναι κατάλληλοι δι’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας. Τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστρατεύσεως προβλέπει τὸν ἀριθμὸν τῶν ἵππων, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ προμηθευθῶμεν καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἵππων, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ λάβωμεν ἐξ ἐπιτάξεως. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν προμήθειαν ταύτην· ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν προμήθειαν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ τώρα. Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1909 δὲν ἠδύνατο νὰ περιλαμβάνῃ τὰ 2,300,000, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διότι ὁ ὀργανισμὸς ὁ ἰσχύων δὲν εἶχεν ἀνάγκην τοιούτου ἀριθμοῦ. Ὡς πρὸς τὸν ἐφοδιασμόν, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ ἐπαναφερομένου ἐν ἰσχύϊ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἐδαπανήθησαν μέχρι σήμερον 32,313,000 ἐκ τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, εἶναι ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις 9,452,000, ὑπολείπονται δὲ ἀκόμη, διὰ νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἐφοδιασμὸς καὶ ὁπλισμὸς τοῦ στρατοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ ἐρειδομένου ἐπὶ τοῦ ἐπαναφερομένου ὀργανισμοῦ τοῦ 1904, 26,943,000. Ὥστε ἡ ὅλη δαπάνη θ’ ἀνέλθῃ εἰς τὰ ἑξήκοντα ἐννέα περίπου ἑκατομμύρια δραχμῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι θὰ ὑπάρξῃ μικρὰ διαφορὰ εἰς τὰς τιμὰς τῶν νέων προμηθειῶν, καθ’ ὅσον ἐπιτυγχάνονται εἴς τινα εἴδη μικρότεραι τιμαί. Οὕτω λ. χ. τὰ φυσίγγια, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀρχὰς ἐτιμῶντο πρὸς 128 δραχμὰς τὴν χιλιάδα, κατόπιν ἐπετεύχθη νὰ γίνῃ προμήθεια αὐτῶν πρὸς 115 φράγκα τὴν χιλιάδα, κατωρθώθη δὲ δι’ ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν συνέστησα, νὰ φθάσωσι μέχρις 103 φράγκων τὴν χιλιάδα, ἑπομένως θὰ ὑπάρξωσιν αὗται αἱ μικραὶ διαφοραί, διότι οἱ ὑπολογισμοὶ εἰς τὴν σημείωσιν εἶχον γίνει ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προηγουμένων τιμῶν.
§31Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ παρατηρηθῇ ὅτι τὸ πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἀμύνης, ὅτε αὕτη ἀπεφάσισε περὶ τῶν νέων προμηθειῶν, ἀναγκαίως ἔπρεπεν ὡς προϋπολογισμὸν ν’ ἀναγράψῃ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἤθελε κατὰ προσέγγισιν χρησιμοποιηθῇ διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν προμηθειῶν, δὲν ἠδύνατο δὲ ν’ ἀναγράψῃ ἄλλας τιμὰς παρὰ ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας εἶχε γίνει ἡ προηγουμένη προμήθεια. Ἀλλ’ ἀνέγραψε τὸ πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Ἀμύνης ὅτι ὅλαι αἱ προμήθειαι θὰ γίνωσι κατόπιν διαγωνισμοῦ, ὁ δὲ διαγωνισμὸς ἔφερεν αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα.
§32Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Φαίνεται ὅτι παρεξηγήθην. Ἐγὼ δὲν εἶπόν τι ἐναντίον οὐδενός· ὅσα εἶπον τὰ εἶπον, ἵνα ἐξηγήσω ὅτι θὰ ὑπάρξωσιν αἱ διαφοραὶ κατόπιν τοῦ διαγωνισμοῦ.
§33Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπῆλθον αἱ διαφοραὶ κατόπιν τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι μετεβλήθησαν.
§34Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε ἐπετεύχθη ἡ τιμὴ τῶν δραχμῶν 115, ἐπετεύχθη οὕτω κατόπιν τοῦ ἐπιτευχθέντος διαγωνισμοῦ, διότι ἡ ἄνευ διαγωνισμοῦ τιμὴ ἀνήρχετο εἰς 130 δραχμάς. Κατόπιν διὰ τοῦ διαγωνισμοῦ, τὸν ὁποῖον προεκάλεσα ἐγώ, ἐπετεύχθη νὰ καταβιβάσῃ ὁ Κέλλερ τὴν τιμὴν εἰς 115.
§35Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ πάντοτε ἡ πρώτη προμήθεια νὰ γίνῃ εἰς ἀνωτέραν τιμήν, διότι διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πρώτης προμηθείας, πρέπει νὰ γίνῃ ἐγκατάστασις μηχανημάτων καὶ τὸ κατάστημα τὴν δαπάνην τῆς τοιαύτης ἐγκαταστάσεως προσθέτει εἰς τὰς τιμάς. Κατόπιν, ὅταν γίνηται νεωτέρα προμήθεια, καταβιβάζει τὸ κατάστημα τὰς τιμάς, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην πλέον δαπάνης δι’ ἐγκαταστάσεις. Βεβαίως ἡ ἔκπτωσις τῶν τιμῶν ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ διαγωνισμοῦ, ἐπειδὴ δὲ ὁ διαγωνισμὸς ἐξηκολούθησε καὶ εἶπον μάλιστα εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ καταστήματος ὅτι θ’ ἀποδεχθῶ τὸν ἁπλοῦν γεμιστῆρα, ὡς πρὸς τὰ φυσίγγια, ἐὰν ἐμμένωσιν εἰς τὰς τιμάς, ἠναγκάσθησαν νὰ καταβιβάσωσιν ἔτι μᾶλλον τὰς τιμάς.
§36Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε εἰσηγήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸ ὀλίγου τὴν διὰ νέου νομοσχεδίου ἐπαναφορὰν ἐν ἰσχύϊ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1904. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1904 θὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1910. Ἠρώτησα ἂν θὰ ἐπανέλθῃ ἐν ἰσχύϊ ὁ ὀργανισμὸς μόνος ἢ καὶ τὰ στρατολογικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Μοὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις ὅτι ὁ ὀργανισμὸς θὰ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1910, τὰ δὲ στρατολογικὰ ἀποτελέσματα προσδοκῶνται μέχρι τοῦ 1912. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπηγγείλατο εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἔχωμεν ταῦτα τὰ ἀποτελέσματα· θὰ ἔχωμεν ἐν ἰσχύϊ τὸν ὀργανισμὸν ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1910, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλουσι λειτουργεῖ συντάγματα πεζικοῦ 12, συντάγματα πεδινοῦ πυροβολικοῦ 3, τάγματα μηχανικοῦ 3, μοῖραι ὀρεινοῦ πυροβολικοῦ 2 καὶ μία μοῖρα βαρέος πυροβολικοῦ, συντάγματα ἱππικοῦ 3 καὶ πᾶσαι αἱ ὑπηρεσίαι αἱ συναφεῖς, μεταγωγικαὶ καὶ λοιπαὶ ἀνὰ 3 μονάδας, ἕνεκα τῆς εἰς τρεῖς μονάδας διαιρέσεως τοῦ στρατοῦ. Πᾶσαι δὲ αἱ μονάδες αὗται αἵ τε μάχιμοι μονάδες καὶ τὰ τεχνικὰ σώματα, καὶ αἱ μοῖραι τῆς μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας, θέλουσι τροφοδοτηθῆ διὰ μιᾶς καὶ μόνης ἡλικίας ὑπηρετούσης καὶ ταύτης οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὸ στρατολογικὸν σύστημα, τὸ σύμφωνον πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1904, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὰς στρατολογικὰς τροποποιήσεις, αἵτινες συμφωνοῦσι πρὸς τὸν προσωρινὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1906. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπαληθεύσῃ συμφώνως μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξήγγειλεν, ὅτι θέλει ἀποδείξει ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν κληρωτῶν εἶναι πολὺ μείζων ἐκείνου, τὸν ὁποῖον διετείνετο πάντοτε ὁ κ. πρώην Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι δύναται νὰ παράσχῃ τὸ Κράτος, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποδείξει ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν κληρωτῶν τούτων εἶναι μείζων τοῦ ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ὁριζομένου, πάλιν ἐφ’ ὅσον δὲν ἐφαρμόζεται ἀμέσως ὁ στρατολογικὸς ὀργανισμός, ὑφ’ ὃν ἡ χώρα θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους προσδοκᾷ ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ ἔχωμεν τὸν ὀργανισμὸν τὸν μείζονα κατὰ μονάδας ἐφαρμοζόμενον καὶ τὸν ὀργανισμὸν τὸν ἐλάσσονα κατὰ κληρωτούς. Διότι, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει διαφορὰ γνωμῶν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ παράσχῃ μείζονα ἀριθμὸν κληρωτῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει ὁμοφωνία ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν σύνθεσιν τῶν μονάδων κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1904 οὐχὶ δι’ ἀριθμοῦ κληρωτῶν μείζονος παρεχομένου ὑπὸ μιᾶς ἀπογραφῆς, ἀλλὰ δι’ ἀριθμοῦ κληρωτῶν μείζονος παρεχομένου ὑπὸ δύο ἢ τριῶν ἀπογραφῶν συνυπηρετουσῶν, ἐφ’ ὅσον ἡ τοιαύτη ὁμοφωνία δὲν δύναται νὰ προκύψῃ καὶ ἐφ’ ὅσον ἀντιτιθέμεθα ὁ μὲν Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν φρονῶν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ παράσχῃ ἀριθμοὺς κληρωτῶν μείζονας, ἡμεῖς δὲ φρονοῦντες ὅτι δύναται νὰ παράσχῃ ἀριθμοὺς μείζονας, ἀλλ’ οὐχὶ ὅσους δύναται νὰ προσδοκήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐφ’ ὅσον τοιαύτη ἐναντιοφωνία ὑπάρχει, ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μονάδων πρέπει νὰ συνοδεύηται καὶ ὑπὸ τῆς συγχρόνου αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀνδρῶν, ὥστε αἱ μονάδες νὰ μὴ ἀποτελέσωσιν ἓν μηδενικόν. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις, ἡ ὁποία δύναται νὰ δημιουργηθῇ ὑπὸ μονάδων μὴ ἐχουσῶν ἄνδρας ὑπὸ τὰς σημαίας καὶ ποῖαι θὰ εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς τοιαύτης καταστάσεως δὲν εἶναι σήμερον καιρὸς νὰ συζητηθῇ· κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν σχετικῶν νομοσχεδίων θέλει ἀναπτυχθῆ τὸ ζήτημα ἐν πλάτει. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο νὰ καταλήξῃ καὶ δι’ ἄλλου μέτρου· διότι ἐφ’ ὅσον προσερχόμεθα ἐνταῦθα δύο μῆνας πρὸ τοῦ συνταγματικοῦ ὁρίου, τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, προσερχόμεθα δὲ μετὰ σπουδῆς, ὅπως ὀργανώσωμεν στρατόν, σπουδῆς δὲ δεδικαιολογημένης, σπουδῆς τὴν ὁποίαν πάντες συμμεριζόμεθα, εἶναι ὀρθόν, ἵνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλονται, τὰ στρατιωτικὰ μὴ ἀποβαίνωσιν εἰκονικά, θεωρῶ δὲ ὅτι εἶναι εἰκονικὸν μέτρον στρατιωτικὸν ἐκεῖνο, καθ’ ὅ, ἐνῷ οἱ κληρωτοὶ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1908 ἀπέρχονται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ τῇ πρώτῃ Δεκεμβρίου 1909, θὰ στρατολογηθῶσι μόνον δέκα χιλιάδες κληρωτοὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1910 τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1909, ἵνα οἱ 10,000 κληρωτοὶ διανεμηθῶσιν εἰς ὅλον τὸν ἀριθμὸν τῶν μονάδων, τὰς ὁποίας ἀπηρίθμησα πρίν, θέλομεν δὲ καταλήξει, Κύριοι, νὰ ἴδωμεν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1910 λόχους ἀριθμοῦντας εἰκοσάδα ἀνδρῶν καὶ συντάγματα ἀποτελούμενα ἐξ ὀλιγίστων ἑκατοντάδων ἀνδρῶν. Βεβαίως δ’ ὁ ἀριθμὸς τῶν 10,000 ἀνδρῶν δέον νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν σύνθεσιν ὅλων τῶν μονάδων, ἐκτὸς ἂν εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς θέσωμεν ὡς βάσιν ὅτι ἡ ἐπαναγωγὴ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Διαδόχου ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου ἔχει λόγον μόνον εἰκονικόν. Καὶ ἐξήγησεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς τὴν αἰτίαν, δι’ ἣν ἐπανάγει τοῦτον ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου, διότι εἶναι ἀνάγκη κατ’ αὐτὸν ὅπως τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιστρατεύσεως τεθῶσιν ἐν ἐφαρμογῇ ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει συμφώνως πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον. Ἀλλὰ μήπως κωλύει τινὰ Ὑπουργὸν μέχρι τοῦδε, ὅπως τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως θέση ἐν ἐνεργείᾳ συμφώνως πρὸς τὸν Ὀργανισμὸν τοῦτον; Ὁ Ὀργανισμὸς ὁ προσωρινὸς τοῦ 1906 ἔθηκεν ἀρχὴν προσωρινὴν διὰ τὴν ἐν εἰρήνῃ σύνθεσιν τῶν μονάδων τοῦ στρατοῦ, οὐχὶ ὅμως καὶ τὴν ἐμπόλεμον σύνθεσιν, διότι ὑπῆρξε μὲν ἀναστολὴ τῆς ἐν εἰρήνῃ ἐφαρμογῆς τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ 1904, ἀλλὰ κατὰ τὰ λοιπὰ δὲν κατήργησεν οὗτος τὰς μονάδας, ἀλλ’ ἐκοίμισεν αὐτάς, ἐν στιγμῇ δὲ ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔχετε ἄνδρας νὰ τάξητε ὑπὸ τὰς σημαίας, καὶ σκοπόν, καὶ οἰκονομικά, καὶ ἀναγκαίαν πολιτικήν, ἵνα τάξητε ὑπὸ τὰς σημαίας τούτους, δὲν ἔχετε ἄλλο νὰ κάμητε, εἰμὴ νὰ προκαλέσητε ἓν Βασιλικὸν Διάταγμα, ἵνα θέσητε ἐν ἐφαρμογῇ τὸν Ὀργανισμὸν τοῦ 1904, προσαρμόσητε δὲ πρὸς τὰ δεδομένα ἤδη τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τὸν κανονισμὸν πρὸς ἐπιστράτευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐὰν λοιπὸν σπεύδητε νὰ ἐπαναφέρητε τὸν Ὀργανισμὸν τοῦ 1904 ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου, δὲν δύνασθε νὰ δικαιολογήσητε ὅτι ἐπαναφέρετε ἐν ἰσχύϊ τοῦτον, διότι θέλετε νὰ κανονίσητε τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως συμφώνως πρὸς τοῦτον, διότι, καὶ ἰσχύοντος ἤδη ἐπὶ τετραετίαν τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ προσωρινοῦ, τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως κανονίζονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ 1904, ὁ ὁποῖος ἐκοιμίσθη προσωρινῶς ὑπὸ τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ 1906. Ἡ αἰτιολογία, τὴν ὁποίαν φέρετε, στηριζομένη εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι ἐπαναφέρετε ἐν ἰσχύϊ τὸν Ὀργανισμὸν τοῦ 1904 ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου 1910 καὶ οὐχὶ ἀμέσως ἐν ἰσχύϊ τοῦτον, διότι ἔχετε ἐν νῷ ἄλλον ὀργανισμὸν σκοπούμενον ἢ σχεδιαζόμενον, ὃν δὲν προγινώσκετε ἂν θὰ δυνηθῆτε ἐγκαίρως νὰ ἐφαρμόσητε, σκοπεῖτε δ’ ἀκριβῶς, ἐὰν σᾶς τύχῃ ἀνάγκη κατὰ Δεκέμβριον, νὰ ἔχητε ἰσχύοντα τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1904, εἴτε καλὸν εἴτε κακόν, εἶναι αἰτιολογία ἀποκρούουσα τὴν πρόωρον ἀντικατάστασιν τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου διὰ νέου, οὐχὶ ὅμως δικαιολογοῦσα τὴν ἐπαναφορὰν αὐτοῦ ἐν ἰσχύϊ ἀπὸ πρώτης Ἰανουαρίου, ἀφοῦ, ἐπαναλαμβάνω, δύναται καὶ ὁ ὑπάρχων προσωρινὸς ὀργανισμὸς τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἀπολύτως νὰ διαθέσῃ, ἀφοῦ οὗτος οὐδὲν ἄλλο ἐκανόνισεν εἰμὴ ἀνέστειλεν ἐν εἰρήνῃ μόνον τὴν σύνθεσιν μονάδων τινῶν, ἀφῆκε δὲ τὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ στρατοῦ κεκανονισμένα συμφώνως πρὸς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1904, λέγω δὲ ὅτι, ἐὰν πράγματι σκοπῆτε—καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι σκοπεῖτε—, ὅπως ἀναδιοργανώσητε τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, ἐὰν πράγματι ἐπρυτάνευσε παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἡ ἰδέα ὅτι τὰ τοῦ στρατοῦ πάσχουσιν οὐχὶ μόνον δι’ ἔλλειψιν πλήρη ὑλικῶν, ἀλλὰ πάσχουσι πρὸ παντὸς διότι ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ θέτοντος εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μίαν ἀπογραφὴν κατὰ χρόνον δίμηνον μόνον συνυπηρετοῦσαν ἄλλη ἀπογραφῇ, κατέστησε τὰς μὲν μονάδας τοῦ στρατοῦ ἀναιμικάς, τὴν δὲ ἐκπαίδευσιν ἀτελῆ, ἐὰν ἐπρυτάνευσε, λέγω, τοιαύτη ἰδέα, καὶ ὑπὸ τοιαύτην ἰδέαν ἐζητήθη καὶ ἡ μέχρι τοῦδε ἀκόμη πλήρης ἐφαρμογὴ τῆς διετοῦς θητείας ὡς πρῶτον ἄρθρον πίστεως, ἐὰν ταῦτα ἐγένοντο, νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς μετριώτερα τοὐλάχιστον μέτρα, ἀφοῦ δὲν φθάνετε εἰς τὰ πλήρη, καὶ δύνασθε νὰ παρατείνητε, καθ’ ὃ ἔχετε δικαίωμα ἐκ τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὑφισταμένων κληρωτῶν μέχρι τοῦ δεκαοκταμήνου, καὶ τότε ἰδοὺ ὅτι θὰ ἔχητε ἀπὸ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1909 μίαν ἔτι ἡλικίαν ἐν ἐνεργείᾳ, καὶ τοιουτοτρόπως δὲν ἀναβάλλετε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ διὰ τὸ ἔτος 1912, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1910 τὴν ἐπικειμένην θὰ δύνασθε κατὰ τὴν πρώτην Δεκεμβρίου 1910 νὰ ἔχητε δύο ἡλικίας. Ἐὰν εἰλικρινῶς λοιπὸν ἐπιθυμῆτε νὰ ὀργανώσητε τὰ τοῦ στρατοῦ, πράξατε τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀνεῦρε τὰ 20 ἑκατομμύρια, θὰ ἀνεύρῃ καὶ ἓν ἕτερον νὰ γίνωσιν εἴκοσι καὶ ἕν, ὅπως πράγματι ἄρξηται ἡ ἀπαιτουμένη ὀργάνωσις τῶν τοῦ στρατοῦ ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ τρέχοντος ἔτους. Ἐπαναλαμβάνω, ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν πράττετε, καὶ ἐφ’ ὅσον φρονεῖτε ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ τοῦ 1904 μόνον ἀπὸ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1910, ἥτις θὰ κληθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην περὶ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1910 μετὰ τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1911, ἥτις θὰ κληθῇ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1911, ἀναβάλλετε τὴν ἀναγκαίαν ὀργάνωσιν, τὴν ἀναγκαίαν ἐκπαίδευσιν διὰ τὸ ἔτος 1912 κατ’ οὐσίαν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπερ δηλοῖ ὅτι τῆς Κυβερνήσεως Θεοτόκη ψηφισάσης τὴν ἀναστολὴν τοῦ Ὀργανισμοῦ τοῦ 1904 ἐπὶ πενταετίαν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1906 ἕως 1911, ὑμεῖς, ἡ Κυβέρνησις τῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς ἀνασυντάξεως τοῦ στρατοῦ, χάνετε ἀκόμη ἓν ἔτος περιπλέον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις τῆς μὴ ὀργανώσεως εἶχεν ἀπολέσει. Τοῦτο ἤθελον νὰ καταστῇ ἀντιληπτὸν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς ἐκ Κερκύρας Βουλευτής, τοῦ ταμείου τῆς Ἀμύνης καὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν ἵππων, ὑπάρχει διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ προσωρινοῦ νόμου ͵ΓΡΝΖʹ τοῦ 1906, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἡ περιουσία τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διατίθεται ἀποκλειστικῶς.... διὰ τὴν ἐφάπαξ συμπλήρωσιν τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ εἰς κτήνη»· εἶναι τοσοῦτον σαφὴς ἡ διάταξις αὕτη, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θέλει νὰ προμηθευθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ κτήνη τοῦ στρατοῦ, τὰ τῆς ὀργανικῆς δυνάμεως, ὀφείλει νὰ τροποποιήσῃ τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι ἄλλως παρανομεῖ, ἡ δὲ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἔννοιαν ὁ νόμος, ἐκτὸς ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν σαφῆ ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν δίδει καὶ γραμματικῶς καὶ λογικῶς ὁ νόμος, ἀλλ’ ἀντίκειται καὶ πρὸς τὰ στοιχεῖα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, τὰ ὁποῖα νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐδικαιοῦτο καὶ ὀφείλει νὰ διδάξῃ εἰς ἡμᾶς, τοὺς μὴ γνωρίζοντας ἐπαρκῶς ἐνταῦθα τὰ στρατιωτικά, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τὰ ἔφιππα σώματα προσπαθοῦσιν οἱ καλῶς συγκεκροτημένοι στρατοί, καὶ βεβαίως πρέπει νὰ προσπαθήσῃ καὶ ὁ ἀναδιοργανούμενος Ἑλληνικὸς στρατός, ἵνα τὴν μεγίστην μερίδα κτηνῶν ἔχωσι τὰ σώματα ταῦτα, τῶν κτηνῶν τῶν ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐκγυμναζομένων καὶ ἐκπαιδευομένων, τὸ συμπλήρωμα δὲ τῆς μερίδος τῶν ἀπαιτουμένων κτηνῶν νὰ λαμβάνωσι διὰ τῆς ἐπιτάξεως. Ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δηλῶν ὅτι θέλει νὰ ἀγοράσῃ τὰ ὑλικὰ ἐπιστρατεύσεως βραδύτερον παρέχει τὴν ὑπόνοιαν ὅτι θέλομεν ἐξακολουθήσει τὴν ἀναδιοργάνωσιν ἡμῶν κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, καθ’ ὅ, ὅταν γίνῃ ἐπιστράτευσις καὶ ὁ ἐχθρὸς εὑρίσκηται ἐπὶ θύραις, θὰ ἐλέγομεν πρὸς αὐτόν: «Στάσου μίαν στιγμήν, διότι θὰ στείλω ἐπιτροπὰς εἰς Οὐγγαρίαν νὰ ἀγοράσω ἵππους, εἶτα θέλω ἐκπαιδεύσει τούτους καὶ κατόπιν θὰ πολεμήσω». Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ πλήρωσις τῶν ἀποθηκῶν καὶ αἱ δαπάναι τῶν ἑκατομμυρίων τοῦτον ἔχουσι τὸν σκοπόν, ἵνα τὰ ὅπλα εὑρίσκωνται ἐν ταῖς ἀποθήκαις, οἱ ἵπποι εἰς τοὺς στάβλους ἕτοιμοι διὰ πᾶσαν ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἵνα ἀκριβῶς τὸ Κράτος τοῦτο τὸ μειονεκτοῦν λόγῳ τῆς σμικρότητος αὐτοῦ δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸν ἐχθρὸν διὰ τῆς ταχείας καὶ ἐγκαίρου αὐτοῦ παρασκευῆς καὶ δράσεως.
§37Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐνόησα τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν λεχθέντα ὅσον ἀφορᾷ τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ. Ἐγὼ γινώσκω, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1906, ὅσον ἀφορᾷ τὴν στρατολογίαν, δύο εἶχον ἐπέλθει τροποποιήσεις, μία σχετιζομένη πρὸς τὸν χρόνον, τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ διανύσωσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα οἱ στρατιῶται, καὶ μία σχετιζομένη πρὸς τοὺς διαθεσίμους. Εἶχον ἐκθέσει τότε καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐπανελάμβανον ποῖοι ἦσαν οἱ λόγοι τῶν δύο ἐκείνων διατάξεων τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ· εἶχον ὅμως πάντοτε δηλώσει εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἤθελον καταβάλει πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως περιορίσω τὴν πενταετίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ προσωρινὸς ἐκεῖνος ὀργανισμὸς ἔδει νὰ ἐφαρμοσθῇ. Καὶ ἐρωτῶ· ὑπάρχει πράγματι δυσκολία, ὅπως αἱ δύο αὗται τροποποιήσεις αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὴν στρατολογίαν ἀρθῶσι; Καὶ ὑπάρχει τι, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει, ἐὰν θέλωμεν πράγματι ν’ ἀσχοληθῶμεν περὶ κατατάξεως περισσοτέρων ἀνδρῶν ἐν τῷ στρατῷ, ἵνα ἀναβάλωμεν διὰ τὸ 1912, ὅπως ἤκουσα, τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1904; Καὶ ἐρωτῶ· τί ἐμποδίζει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσῃ τὴν εἰς ἐφαρμογὴν ἐπαναφορὰν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1904; Τί ἐμποδίζει αὐτόν, ἵνα τοὺς κληρωτοὺς τοὺς καταταχθέντας κατὰ τὴν 1ην Ὀκτωβρίου 1908 τηρήσῃ ὑπὸ τὰς σημαίας ἐπὶ 18 μῆνας; Ὑπάρχει τι τὸ ἀπαγορεῦον εἰς αὐτὸν τοῦτο; Καὶ ὑπάρχει τι τὸ ἀπαγορεῦον εἰς αὐτόν, ὅπως τοὺς διαθεσίμους τοῦ ἔτους 1909 καλέσῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐπὶ ἓξ μῆνας κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1904; Δὲν βλέπω καμμίαν δυσκολίαν, ὅπως τοῦτο πράξῃ, καὶ δὲν βλέπω διόλου τί τὸν ἠνάγκασε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατ’ ἀνάγκην ὡς ἐκ τοῦ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1906 πρέπει ν’ ἀναβάλωμεν εἰς τὸ 1912 τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1904. Ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν ὀργανισμὸν τοῦ 1904, ἐὰν πρὸς τούτοις ἔχητε διαθέσιμα τὰ μέσα καὶ προβλέπητε ὅτι δύνασθε νὰ ἔχητε ἵππους ἐπαρκεῖς, ὅπως τὰ συντάγματα τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ τὰ συντάγματα τοῦ Ἱππικοῦ ὦσιν ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν ἔχετε ἢ νὰ πράξητε τοῦτο ἀμέσως. Τίποτε δὲν ἐμποδίζει ὑμᾶς, ὅπως πράξητε τοῦτο. Καὶ ἐζήτησα τὸν λόγον, ὅπως διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα μὴ διαδοθῇ αὔριον ὅτι αὐτὸς ὁ προσωρινὸς ὀργανισμὸς τοῦ 1906, διὰ τὸν ὁποῖον τοσαῦτα ἤκουσα, εἶναι ἡ αἰτία, ὅπως ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ στρατοῦ ἀναβληθῇ μέχρι τοῦ ἔτους 1912.
§38Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς τοῦ 1912.
§39Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον ὀργανισμὸς τοῦ 1912. Δὲν γνωρίζω ἐγὼ ὀργανισμὸν κανένα τοῦ 1912. Εἶπον ἀπὸ τοῦ 1912.
§40Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Διότι τότε κατ’ ἀνάγκην θὰ εἶναι αἱ δύο ἀπογραφαὶ αἱ προβλεπόμεναι ὑπὸ τοῦ ὀργανισμοῦ.
§41Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡμεῖς συνιστῶμεν νὰ τὸν θέσητε ἀμέσως εἰς ἐνέργειαν.
§42Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διατί μόνον αἱ δύο ἀπογραφαὶ θὰ εἶναι δυνατὸν τῷ 1912 νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν;
§43Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Διότι κατὰ τὸν ἰσχύοντα προσωρινὸν ὀργανισμὸν μόνον θὰ καταταχθῶσι 10.200.
§44Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ τίς ἐμποδίζει ὑμᾶς, ἵνα ζητήσητε κατάταξιν περισσοτέρων ἀνδρῶν;
§45Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Χρειάζεται νόμος.
§46Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζετε;
§47Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Τοῦτο φρονῶ.
§48Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τότε διατί λέγετε ὅτι θὰ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τῷ 1912;
§49Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσωμεν τὴν ἀπογραφὴν ἐφέτος. Ἡ ἀπογραφὴ θὰ ἔλθῃ ἐφεξῆς τὸ ἑπόμενον ἔτος.
§50Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τί ἐμποδίζει ὑμᾶς, ἵνα εἴπητε ὅτι ἡ κλάσσις, ἡ ὁποία κατετάχθη τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον, ἵνα ὑπηρετήσῃ ἐπὶ δεκατετράμηνον, διατηρηθῇ ὑπὸ τὰς σημαίας ἐπὶ δεκαοκτάμηνον;
§51Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἄρα ἀπαιτεῖται νόμος, ἀφοῦ λέγετε ὅτι διὰ νόμου θὰ διατηρηθῇ ὑπὸ τὰς σημαίας ἡ ἀπογραφή. Διότι νῦν ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρήσω ἄνδρας εἰς τὰς τάξεις ἐπὶ 18 μῆνας ἄνευ προηγουμένου νόμου. Ἀλλά, καὶ νόμος ἂν ὑπῆρχε, δὲν θὰ ἐτήρουν εἰς τὰς τάξεις τὴν ἀπογραφὴν αὐτήν, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐκγυμνάσω τὸν μέγαν ἀριθμὸν ἀγυμνάστων, τοὺς ὁποίους ἤρχισα νὰ φέρω ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου καὶ τοὺς ὁποίους θὰ γυμνάσω ἀνὰ τεσσαράκοντα ἡμέρας, ὡς ἔχω δικαίωμα, ὥστε μετὰ πάροδον χρόνου τινὸς νὰ ἐξασκήσω ὅλους τοὺς ἀνασκήτους, τοὺς ἀγυμνάστους, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι μέχρι τοῦδε. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἐπιβαρύνω τὸ Κράτος μὲ ἔξοδα καὶ δαπάνας μεγαλειτέρας, ὥστε νὰ τηρήσω καὶ τὴν ἀπογραφὴν αὐτὴν τὴν γυμνασθεῖσαν καὶ νὰ ἀσκῶ καὶ τοὺς ἀγυμνάστους. Προτιμῶ ν’ ἀπολυθῇ ἡ ἀπογραφὴ αὐτή, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε εἶναι ἐξησκημένη, διὰ νὰ κατορθώσω ἄνευ μεγάλων ἐπιβαρύνσεων ν’ ἀσκήσω τοὺς ἀγυμνάστους αὐτούς, τοὐλάχιστον τοὺς τῆς ἐφεδρείας, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωρίζετε, ἀνέρχονται περὶ τοὺς 65.000 καὶ ἐννοῶ μέχρις ὡρισμένης ἐποχῆς νὰ τοὺς ἔχω ἐκγυμνάσει.
§52Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν προσελθόντων διαθεσίμων τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1907 καὶ τοῦ 1908, διότι οὗτοι ἤδη κατετάχθησαν. Ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ διαθεσίμων τῶν ἐτῶν 1906, 1907 καὶ 1908, οἱ τοῦ 1906 δὲν ἐκλήθησαν εἰσέτι καὶ δὲν γνωρίζετε τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν, γνωρίζετε ὅμως τὸν ἀριθμὸν τῶν διαθεσίμων τῶν ἐτῶν 1907 καὶ 1908. Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ ὑποβάλητε κατάστασιν ἐμφαίνουσαν πόσοι διαθέσιμοι τῶν δύο τούτων ἐτῶν κατετάχθησαν. Τώρα πρόκειται περὶ τῶν ἀγυμνάστων τῶν πρὸ τοῦ 1904.
§53Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Περὶ ὅλων τῶν ἀγυμνάστων τῶν ἐντὸς τῆς δεκαετίας.
§54Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ μάθω πόσοι εἶναι οἱ διαθέσιμοι, οἵτινες προσῆλθον, τῶν κλάσσεων τοῦ 1907 καὶ 1908.
§55Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὁ ἀριθμός, ὁ ὁποῖος μοὶ ἐδόθη ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἀνέρχεται εἰς 5200. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τῶν στρατολογικῶν γραφείων καὶ τῶν σωμάτων πόσοι ἐξ αὐτῶν προσῆλθον καί, ὅταν προσκομισθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὐταί, θὰ τὰς ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν.
§56Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Καὶ τῶν δύο ἡλικιῶν;
§57Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Οἱ διαθέσιμοι τῶν δύο ἐτῶν.
§58Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ μοὶ εἴπητε πῶς, ἐνῷ οἱ διαθέσιμοι τῶν δύο ἐτῶν, τοῦ 1907 καὶ 1908, ἀνέρχονται εἰς 5000, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται λόγος περὶ 50.000. Δὲν λησμονεῖτε ὅτι οἱ διαθέσιμοι τοῦ ἔτους 1905 κατετάχθησαν, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐφηρμόσθη ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1904. Λοιπόν, ὅταν ἀφαιρέσητε τοὺς διαθεσίμους τοῦ ἔτους 1905 ἀπὸ τοὺς διαθεσίμους τῶν δέκα ἐτῶν, μένουσι διαθέσιμοι 9 ἐτῶν, ἀλλά, ἐὰν οἱ διαθέσιμοι δύο ἐτῶν ἀνῆλθον εἰς 5000, πῶς οἱ διαθέσιμοι 9 ἐτῶν δύνανται ν’ ἀνέλθωσιν εἰς 45.000;
§59Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν πρόκειται τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ διὰ συζητήσεων καὶ ὑποθέσεων, ἀλλὰ θὰ λυθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους θὰ προσκομίσω.
§60Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν τοὺς ἀριθμούς, διότι οἱ ἀριθμοί, οἱ παρ’ ὑμῶν σήμερον ἀνακοινωθέντες, δικαιολογοῦσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντοτε ἐγὼ ὑπεστήριξα, διότι οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι ἀποδεικνύουσιν ὅτι οἱ διαθέσιμοι τῶν δύο ἐτῶν 1907 καὶ 1908 ἀνέρχονται εἰς 5000, ἀποδεικνύουσι τουτέστιν ὅτι ἐν τῇ ἀληθείᾳ εὑρισκόμην, ὅτε ἔλεγον ὅτι ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀνώτερος τῶν μὴ καλουμένων δυνάμεων τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ 1906 δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰς 3000 κατ’ ἔτος.
§61Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ λέγητε αὐτὸ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι συγχύζετε διαθεσίμους καὶ ἀπαλλαγέντας.
§62Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1904 ἀφορᾷ διαθεσίμους.
§63Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐκγυμνασθῶσι καὶ οἱ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἀπαλλαχθέντες τῆς στρατιωτικῆς θητείας.
§64Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄρα δὲν πρόκειται περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ 1904, διότι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ 1904 αὐτοὺς ὑπέθετε.
§65Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν ἡ ἄσκησις τῶν ἀγυμνάστων μὲ τὸν ὀργανισμόν. Ἐξήγησα διατί δὲν θέλω νὰ τηρήσω ἐπὶ πλέον μεγαλειτέραν δύναμιν ἐν εἰρήνῃ, διότι δὲν θέλω νὰ ἐπιβαρύνω τὸ Κράτος μὲ περισσοτέρας δαπάνας, ἀφοῦ ἔχω δύναμιν ν’ ἀσκήσω τοὺς ἀνασκήτους. Ὥστε δὲν ἔχει σχέσιν ὁ ὀργανισμός.
§66Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω. Ἐν πρώτοις δὲν ἔχετε ἀνάγκην νόμου, διὰ νὰ καλέσητε τοὺς διαθεσίμους τῆς τελευταίας ἀπογραφῆς, διότι ὁ ἰσχύων νόμος περὶ προσωρινοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ λέγει ὅτι ἐπιτρέπει νὰ τοὺς καλέσητε.
§67Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δι’ αὐτὸ τοὺς ἐκάλεσα.
§68Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λέγει τοῦτο, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νόμου καὶ διὰ νὰ παρατείνῃ τὴν θητείαν τῶν νῦν ὑπηρετούντων ἀνδρῶν τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1909.
§69Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ τὴν παρατείνω.
§70Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διότι πρὸ ὀλίγου ὡμιλήσατε περὶ νόμου, ὁ δὲ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας σᾶς εἶπε «φέρετέ τον νὰ τὸν ψηφίσωμεν, ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω· ἐκδώσατε Διάταγμα. Ἔχετε δικαίωμα νὰ καλέσητε δι’ ἑνὸς Διατάγματος ἐκείνους τοὺς ἄνδρας τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1909, τοὺς ὁποίους δι’ ἡμετέρας πρωτοβουλίας ἀπεστείλατε εἰς τὰς ἑστίας των μετὰ τὴν δεκατετράμηνον θητείαν.
§71Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τοὺς ἀπέστειλεν εἰς τὰς ἑστίας των ἀκόμη, διότι οἱ κληρωτοὶ τοῦ ἔτους 1908 κατετάχθησαν τὸν Ὀκτώβριον, ἄρα ἡ θητεία αὐτῶν λήγει τῇ 31 Νοεμβρίου: δύναται λοιπὸν διὰ διαταγῆς νὰ παρατείνῃ τὴν θητείαν.
§72Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Συμφωνῶ καὶ τοῦτο λέγω καὶ ἐγώ.
§73Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐξ ἀρχῆς εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι. Ἐξήγησα λοιπὸν διατί δὲν θὰ ἐτήρουν τὴν ἀπογραφὴν ὑπὸ τὰς σημαίας, διότι θέλω νὰ ἐλαττωθῇ ἡ δύναμις καὶ νὰ καλέσω τοὺς ἀγυμνάστους ἀντ’ αὐτῶν, ὅπως μὴ ἀπαιτηθῶσι πρόσθετοι δαπάναι.
§74Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτε ἠρώτησα ὑμᾶς διατί δὲν τηρεῖτε αὐτοὺς ὑπὸ τὰς σημαίας, μοὶ ἀπηντήσατε ὅτι δὲν δύναμαι νὰ τοὺς τηρήσω, διότι ἀπαιτεῖται νόμος, καὶ τότε ἐγὼ ὑπέθετον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐγνώριζε τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ τῷ εἶπον· φέρετε τὸν νόμον.
§75Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ συνέπειαν εἴμεθα σύμφωνοι ὅτι, κατὰ τὸν κείμενον νόμον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται τὴν ἀπογραφὴν τοῦ 1908 νὰ τηρήσῃ δι’ ὑπουργικῆς διαταγῆς καὶ πέρα τῆς 1ης Ὀκτωβρίου 1909 εἴτε ἐπὶ δεκαοκτάμηνον εἴτε ἐπὶ διετίαν. Τώρα συζητοῦμεν περὶ τοῦ θέλειν ἢ μὴ τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ τηρήσῃ αὐτοὺς ἐπὶ πλέον. Λέγω δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ μὴ ἀποφύγῃ νὰ γυμνάσῃ τοὺς ἄνδρας τούτους καὶ νὰ μὴ προτιμήσῃ τὴν ἐκγύμνασιν τῶν διαθεσίμων τῶν παλαιῶν ἀπογραφῶν. Ἐὰν τυχὸν ἐτύγχανέ τις δικηγόρος ἢ ἰατρὸς καθήμενος ἐπὶ τοῦ ἑδωλίου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἴσως ἠδύνατο νὰ νομίζῃ ὅτι συνέφερε νὰ ἀθροίζῃ πρὸς ἄσκησιν δυνάμεις ἀνασκήτους παλαιῶν ἀπογραφῶν, νὰ ἀφήνῃ δὲ ἀνασκήτους ἄνδρας μὴ ἔχοντας τὸ 21ον ἔτος. Κατὰ τοσοῦτον δὲ μάλιστα θεωρεῖ τοῦτο ὀρθὸν ὁ κ. Ὑπουργός, ὥστε ἠκούσθη ὅτι θεωρεῖ καὶ τὴν ἡλικίαν τοῦ 19ου ἔτους ἐπαρκῆ διὰ τὴν στράτευσιν. Ἐγὼ γνωρίζω ἐξ ἀτελεστάτων ἀκροάσεων στρατιωτικῶν καὶ ἀτελεστάτων ἀναγνώσεων ὅτι ὅλα τὰ στρατιωτικὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ὀργανοῦσι τοὺς στρατοὺς καὶ παρακολουθοῦσιν ὀργάνωσιν μεμελετημένην, ἔμπεδον καὶ ἐπιστημονικήν, φροντίζουσι νὰ ἔχωσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα ὅσον τὸ δυνατὸν μείζονα δύναμιν ἐνεργοῦ στρατοῦ, ἵνα ταύτην ἀντιτάξωσι κατὰ τοῦ ἐχθροῦ ὡς ἀποτελουμένην ἐκ τῶν ῥωμαλεωτέρων ἡλικιῶν. Μετὰ δυσχερείας δὲ καὶ ἡ Γαλλία ἔφθασεν εἰς ἐλάττωσιν τῆς θητείας, διότι διὰ τῆς τριετοῦς θητείας ἔχουσι τοῦτο τὸ πλεονέκτημα, ὅτι διατηροῦσι τρεῖς ἡλικίας συνυπηρετούσας ἐν τῷ στρατῷ. Τοῦτο δὲ πράττει ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία δὲν καλεῖ ὁλόκληρον τὴν ἡλικίαν τὴν ἐκ τῆς κληρώσεως προερχομένην, ἀλλὰ καλεῖ ἐκ τῆς ἡλικίας ταύτης τοὺς κρείσσονας. Δὲν στηρίζεται ἐπὶ ἀθρόων ἐφεδρειῶν, οἱανδήποτε σωματικὴν διάπλασιν καὶ ἂν ἔχωσιν, ἀλλὰ καλεῖ τοὺς κρείσσονας τῶν ἀνδρῶν. Ἡμεῖς ἐνταῦθα οἱ μὴ δυνάμενοι νὰ πράξωμεν ὅ,τι πράττει ἡ Γαλλία καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἔχωμεν τὸν πληθυσμὸν τῆς Γερμανίας, ὥστε νὰ ἐκλέγωμεν τοὺς ἀρτιωτέρους, τοὐλάχιστον ἂς ἀσκήσωμεν τοὺς νεωτέρους. Δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ τις ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἀνερχόμεθα εἰς μείζονα ἡλικίαν, καὶ ἡ σωματικὴ εὐεξία μειοῦται καὶ αἱ οἰκογενειακαὶ ἀνάγκαι αὐξάνονται, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ ἔφεδρος καλούμενος νὰ ὑπερασπίσῃ τὴν πατρίδα του ἔχει ἥττονα προθυμίαν τοῦ νέου. Εἶναι λοιπὸν συμφέρον, ὅταν ἔχωμεν τὴν ἡλικίαν τοῦ 21ου ἔτους, τὴν στρατεύσιμον ἡλικίαν, ὑπὸ τὰ ὅπλα, νὰ ἀρυσθῶμεν ἐκ τῆς ἡλικίας ταύτης ἄνδρας ἀνασκήτους 3.000–5.000, ὅσους θέλει ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ νὰ ἀσκήσωμεν ποίους; Τοὺς ἔχοντες δύο ἢ τρία τέκνα καὶ ἄγοντας ἡλικίαν τριάκοντα δύο ἐτῶν. Καὶ ἐρωτῶ· ἂν οὐδεὶς κίνδυνος ἐπαπειλῇ ἡμᾶς, ποία ἰδέα μᾶς κάμνει νὰ φέρωμεν τοὺς ἀνασκήτους διαθεσίμους τῶν 32 ἐτῶν καὶ ἀσκήσωμεν τούτους πρὶν τῶν τοῦ 21ου ἔτους; Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1910 νὰ ἀσκήσητε ὅλον τὸν ἀριθμὸν τῶν διαθεσίμων τῶν δέκα ἀπογραφῶν, προτιμήσατε τοὺς νεωτέρους, καί, ἂν σᾶς λείπωσι 500.000 ἢ 1.000,000, θὰ σᾶς τὰ δώσωμεν, διότι οὐδεὶς θέλει ἀντιταχθῆ εἰς οἰκονομικὰς θυσίας.
§76Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ ἀκούσω τὴν συμβουλήν σας. Γνωρίζετε πολὺ καλά, ὑποθέτω δηλ. ὅτι γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἐμπόλεμος δύναμις ἀποτελεῖται ἐξ 114.000 ἀνδρῶν κατὰ τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἐξ αὐτῶν αἱ 63,000 περίπου εἶναι ἠσκημέναι, αἱ ὑπόλοιποι δὲν ἔχουσι λάβει κἂν τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἐπιστρατευθῇ αὐτὴ ἡ δύναμις θὰ κληθῶσιν ὑποχρεωτικῶς καὶ οἱ ἀγύμναστοι, οἵτινες ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν· ἑπομένως θεωρῶ ἐπιβαλλόμενον πρὸ παντὸς ἄλλου αἱ 65,000 αὗται τῶν ἀγυμνάστων τῆς ἐφεδρείας νὰ μάθωσι τοὐλάχιστον τὸν χειρισμὸν τοῦ ὅπλου, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶμεν πρὸ ἐμπολέμου δυνάμεως 114.000, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ ἡμίσεις σχεδὸν δὲν ἔχουσι λάβει κἂν τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας. Θεωρῶ δὲ ὅτι ἡ ἐφετινὴ ἀπογραφὴ ἠσκήθη ἐπαρκῶς.
§77Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ προσκαλέσητε καὶ τοὺς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1903.
§78Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Θὰ καλέσω καὶ τοὺς τῆς ἀπογραφῆς ταύτης.
§79Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς ἐζήτησα νὰ καλέσητε τοὺς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1909, διότι τοὺς τῆς τοῦ 1908 τοὺς ἐκαλέσατε, συγχρόνως δὲ νὰ παρατείνητε τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ δεκαοκτάμηνον, διὰ νὰ ἔχητε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ πλήρη.
§80Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Θὰ ἐκάλουν τοὺς διαθεσίμους αὐτῆς τῆς ἀπογραφῆς, ἀλλά, ἐὰν ἐκάλουν τοὺς διαθεσίμους τῶν δύο αὐτῶν ἐτῶν, θὰ ἐξέφευγον αὐτοὶ πλέον, διότι δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα πλέον νὰ τοὺς καλέσω, καὶ δι’ αὐτὸ τοὺς ἐκάλεσα τώρα. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν νὰ ὑποστῶμεν τὰς δαπάνας καὶ ὅλων αὐτῶν τῶν διαθεσίμων. Ἐκάλεσα λοιπὸν αὐτούς, οἱ ὁποῖοι θὰ διέφευγον, καὶ θὰ καλέσω ὅλους τοὺς ἄλλους, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ δεύτερον τμῆμα τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ διὰ τὴν ἐκλογὴν Βονίτσης. Θὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημερ. Συζητήσ. Βουλῆς). Ὁ κ. Φούφας ἔχει τὸν λόγον.
§82ΓΡΗΓ. ΦΟΥΦΑΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ἀναξιοπαθούντων ἀνθρώπων τοῦ λαοῦ τῆς Ἠλείας, τῶν παθόντων ὑπὸ τῶν φοβερῶν σεισμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐτάφησαν ὑπὸ τὰ ἐρείπια τῶν οἰκιῶν των καὶ κατασυνετρίβησαν, καὶ οὐδεμία κυβερνητικὴ ἀρωγὴ παρεσχέθη εἰς αὐτούς. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ λαοῦ, ὁ ὁποῖος κατεσκήνωσεν εἰς τὰ δάση, διότι ἅπασαι αἱ οἰκίαι αὐτοῦ μετεβλήθησαν εἰς ἐρείπια, οἱ δὲ ἐπιζήσαντες κατέστησαν ἐλεεινοὶ καὶ πενέστατοι καὶ οὐδὲν ἐχορηγήθη εἰς αὐτοὺς χρηματικὸν βοήθημα, ἐνῷ εἰς ὅλους τοὺς ὑπὸ τοιούτων θεομηνιῶν καταστραφέντας ἐχορηγήθη πάντοτε βοήθημα χρηματικόν, ὡς διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς τοῦ 1886, διὰ τοὺς τῆς Μεσσήνης κλπ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ θερμὴ αὕτη σύστασίς μου ὑπὲρ αὐτῶν τῶν δυστυχῶν καὶ ὄχι μόνον νὰ τοῖς δοθῇ χρηματικὸν βοήθημα, ἀλλὰ νὰ ἀνασταλῇ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων, προσέτι δὲ νὰ μὴ ὑποστῶσι καὶ τὰς συνεπείας τοῦ νόμου οἱ μὴ καταβαλόντες τὸ ἀντισήκωμα διαθέσιμοι. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σπεύσῃ νὰ παράσχῃ τὴν δέουσαν συνδρομὴν καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὰ σχετικὰ νομοσχέδια περί τε τῆς ἀναστολῆς τῶν φόρων, ὡς καὶ περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τοῦ ἀντισηκώματος τῶν διαθεσίμων. Εἶναι ἔργον φιλανθρωπίας, ἔργον μὴ ἐπιδεχόμενον ἀναβολῆς.
§83Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι Βουλευταί, μετριοφρόνως φερομένη ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν σιδηρᾶν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων ὑπείκουσα ἐδήλωσε διὰ τῶν μέχρι τοῦδε ἀγορευσάντων ἀξιοτίμων μελῶν της, ὅτι ἀποβλέπουσα εἰς τὸ μέγα ἔργον τῆς ἐνισχύσεως τῶν οἰκονομικῶν δυνάμεων τῆς χώρας εἶναι πρόθυμος ν’ ἀποδεχθῇ τὴν συνδρομὴν ὅλων ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν ἐπιθυμούντων νὰ συμπληρώσωσιν ἢ νὰ βελτιώσωσι τὸ νομοθετικὸν ἔργον αὑτῆς. Τῶν δηλώσεων τούτων ποιούμενος χρῆσιν, ἔχων δὲ ἐν ταὐτῷ καὶ βαθεῖαν συναίσθησιν τῶν πολυτίμων βουλευτικῶν μας δικαιωμάτων, καὶ τῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας, ὅπως δι’ ὀλίγων θέλω ἀποδείξει ὑμῖν, οἱ πόροι τοῦ Δημοσίου θ’ αὐξηθῶσι κατὰ τὰς πληροφορίας τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος καὶ ἐπέκεινα ἴσως ἑκατομμυρίου δραχμῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς νέας ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὡς γνωστὸν ὑμῖν, κύριοι Βουλευταί, ἐπαχθέστατα φορολογεῖται ὁ ἄρτος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι μόνον τὰ 9 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἅτινα πληρώνει ἐφ’ ἑκάστης ὀκᾶς εἰσαγομένου ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ σίτου καὶ ἅτινα ἀνέρχονται ἐτησίως ἀναλόγως τῆς ἐγχωρίου σιτοπαραγωγῆς εἰς δέκα μέχρι δεκαπέντε ἑκατομμύρια δραχ., ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλα τόσα περίπου, ἅτινα πληρώνουσιν οἱ κάτοικοι τῶν μὴ σιτοφόρων ἐπαρχιῶν ἐπὶ πλέον εἰς τὰς σιτοφόρους λόγῳ τῆς ἕνεκα τῆς φορολογίας τῶν 9 λεπτῶν ἐπερχομένης ἀναγκαίας αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ ἐγχωρίου σίτου. Καὶ ἐν τούτοις τὴν τρομερὰν ταύτην φορολογίαν ἀγογγύστως ὑφίσταται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νομίζων, ὅτι τὸ διὰ ταύτης ἀφαιρούμενον ἐκ τῶν ἀναιμικῶν του βαλλαντίων χρῆμα εἰσήρχετο πλῆρες καὶ ἀκέραιον εἰς τὸν δημόσιον θησαυρὸν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πολλαπλῶν ἀναγκῶν τῶν περιεχομένων ἐν τῇ ἐννοίᾳ καὶ ἀποστολῇ τοῦ Κράτους. Δυστυχῶς ὅμως ἀπό τινος ἕνεκα μιᾶς δασμολογικῆς διατάξεως περιεχομένης ἐν τῷ νόμῳ ΥΜΒʹ, σπουδαῖον μέρος τοῦ φόρου τούτου διαρρέει μετοχετευόμενον λαθραίως ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου εἰς τὸ ταμεῖον τῶν δολιευομένων τὸν νόμον. Ἐπιδιώκων κατὰ τὸ 1871 ὁ ἀείμνηστος Κουμουνδοῦρος τὴν ἐνίσχυσιν τῆς ἐν σπαργάνοις τότε εὑρισκομένης ἀτμοκινήτου βιομηχανίας ὑπέβαλε τὸν ῥηθέντα νόμον χωρὶς νὰ δυνηθῇ νὰ προΐδῃ πόσων ζημιῶν πρόξενος θὰ ἐγίνετο ὁ νόμος οὗτος εἰς τὸ Δημόσιον μετὰ παρέλευσιν ἐτῶν τινων. Καὶ οὔτε ἦτο ἄλλως δυνατὸν νὰ προΐδῃ τὸ μὲν διότι ἡ φορολογία τοῦ σίτου τότε ἦτο ἐλαχίστη, μὴ παρέχουσα σπουδαῖον περιθώριον πρὸς λαθρεμπόριον, τὸ δὲ διότι τῆς εὐεργετικῆς ταύτης διατάξεως τοῦ νόμου ἐπωφελοῦντο μερικὰ ἱστιοφόρα μεταφέροντα ἐκ τῶν δήμων τοῦ Ἀρχιπελάγους σῖτον πρὸς μεταποίησιν εἰς ἄλευρα εἰς Σῦρον ἢ Πειραιᾶ ἢ Στυλίδα. Ἡ καταστρατήγησις τοῦ νόμου ἐπὶ φοβερᾷ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου ἤρξατο ἀφ’ ἧς ηὔξησε καταπληκτικῶς ἡ φορολογία τοῦ σίτου. Τότε ἤρξατο ἡ φάμπρικα τοῦ Ἁμβούργου, ἥτις τείνει νὰ ἀπορροφήσῃ μέγα μέρος τοῦ ὑπὸ τοῦ λαοῦ πληρωνομένου δασμοῦ, νὰ συντρίψῃ δὲ καὶ τὴν ἔντιμον βιομηχανίαν τὴν σεβομένην τοὺς νόμους τῆς Πολιτείας. Περιττὸν διὰ πολλῶν ἐπιχειρημάτων ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἀναγνωρίζων τὸ πολύτιμον τοῦ χρόνου της καὶ ὡς ἀναγνωρίζων τὸ πολύτιμον τοῦ χρόνου δύναμαι ὑπερηφάνως νὰ εἴπω, ὅτι πολύτιμον πρότασιν ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν ψήφισιν αὐτῆς. Τὰ ἐπιχειρήματά μου ὅπως πείσωσι τοὺς πάντας, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιζημιωτάτης καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου θὰ τὰ συνοψίσω εἰς τέσσαρα: Πρῶτον: Πρὸ τριῶν ἐτῶν ἡ Ἑλληνικὴ ἀλευροβιομηχανία ἦλθε πρὸ τῆς Βουλῆς ἐπικαλουμένη τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν ἐκ Βουλγαρίας εἰσαγομένων ἀλεύρων ὄχι μόνον διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς φορολογικῆς ἀναλογίας πρὸς τὸν εἰσαγόμενον ἐκεῖθεν σῖτον, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἠδύνατο, ὡς διισχυρίζετο, νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν Βουλγαρικὴν ἀλευροβιομηχανίαν. Πῶς τώρα βιομηχανία, μὴ δυναμένη νὰ διαγωνισθῇ πρὸς τὴν Βουλγαρικὴν βιομηχανίαν, δυνάμεθα νὰ πιστεύσωμεν ὅτι δύναται νὰ διαγωνισθῇ μὲ τὴν βιομηχανίαν τοῦ Ἁμβούργου, ὅπου ὅλαι αἱ βιομηχανικαὶ συνθῆκαι εἶναι ἀνώτεραι, ὅπου τὰ κεφάλαια εἶναι ἄφθονα καὶ ἑπομένως εὐθηνά, καὶ ὅπου ἡ ἀκτὶς τῆς ἐμπορικῆς ἐνεργείας παγκόσμιος καὶ ὅπου ἡ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἀλεύρων φορολογία ἀνωτέρα τῆς τοῦ σίτου καὶ ὅπου, ὡς βεβαιοῦσιν αἱ ἐπίσημοι ἐκθέσεις τοῦ ἐκεῖ προξένου τῆς Ἑλλάδος, τὰ ἐξ Ἑλλάδος ἀποστελλόμενα δῆθεν ἄλευρα χρησιμεύουσιν ὡς τροφὴ τῶν χοίρων μόνον; Δεύτερον: Τί ἐνδεικνύει ἡ ἀγωνιώδης προσπάθεια τῶν ἑκάστοτε Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῶν διαφόρων ἐγκυκλίων προσπαθούντων εἰς μάτην νὰ περιφρουρήσωσι τὸν δημόσιον θησαυρόν; Τί ἄλλο ἢ ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ καταστρεπτικῆς λαθρεμπορίας; Τρίτον: Ἂν πραγματικῶς ἐπρόκειτο περὶ ἐξαγωγῆς ἀλεύρων περιεχόντων τὴν νόμιμον μόνον ποσότητα πιτύρων, διατί τοιαῦτα δὲν ἀποστέλλονται εἰς τὴν Κρήτην καὶ εἰς ἄλλα γειτνιάζοντα μέρη τῆς Ἑλλάδος, ὅπου ἡ βιομηχανία τελεῖ ὑπὸ ἥσσονας ὅρους; Τέταρτον: Ποῦ ὀφείλεται αὐτὴ ἡ καταπληκτικὴ αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν πιτύρων ἐπὶ προφανεστάτῃ ζημίᾳ τῆς κτηνοτροφίας καὶ συμπληρωματικῶς τί ἀποδεικνύει τὸ τελευταῖον νομοσχέδιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ὑποβληθὲν χθές, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖ τὴν σύστασιν χημικῶν ἐργοστασίων εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ τελωνεῖα πρὸς περιφρούρησιν κυρίως ἀπὸ τοῦ λαθρεμπορίου τῶν ἀλεύρων; Τί ἄλλο ἢ πλήρη ἀναγνώρισιν τῆς γενομένης παραβάσεως τοῦ νόμου ΥΜΒʹ; Ἀλλά, κ. Ὑπουργέ, μὴ ἐπιμένετε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τῶν χημικῶν ἐργοστασίων, διότι οὐδὲν ἄλλο θὰ κατορθώσητε ἢ νὰ καταστήσητε ἐπιστημονικώτερον τὸ λαθρεμπόριον. Μετὰ τὰ λεχθέντα, κύριοι Βουλευταί, τὰ ὁποῖα, ἂν κρίνω ἐκ τῶν ἐπιδοκιμασιῶν σας, ἀπηχοῦσι καὶ τὰς ἰδικάς σας γνώμας, φρονῶ, ὅτι ἔφθασεν ἡ στιγμὴ νὰ καταργηθῇ ὅσον ἀφορᾷ τὸν σῖτον ὁ νόμος ΥΜΒʹ, οὗτινος οὐδεμίαν ἀνάγκην ἔχει ἡ χρηστὴ βιομηχανία. Εἰς ἐποχήν, καθ’ ἥν, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μᾶς καλεῖτε νὰ σβέσωμεν πολλὰ πνευματικὰ φῶτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ζητεῖτε ν’ ἀποκεφαλίσωμεν τετρακοσίους λειτουργοὺς τῆς Παιδείας, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν καλούμεθα νὰ περικόψωμεν ἱερὰ κονδύλια ἐθνικῶν ἀναγκῶν, εἰς ἐποχὴν στραγγαλισμοῦ τῆς λαϊκῆς δικαιοσύνης, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν μᾶς ζητεῖτε 13 ἑκατομμυρίων νέους φόρους, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ζητεῖτε νὰ καταργήσητε τὸ ἐφετεῖον Λαρίσης ἀποστεροῦντες οὕτω τὴν Θεσσαλίαν τῆς ἐποπτείας τῆς ἀνωτάτης δικαιοσύνης, τῆς ὁποίας εἶχε τόσην ἀνάγκην, εἰς ἐποχήν, καθ’ ἣν ζητοῦμεν ἐνίσχυσιν τῶν μαχίμων δυνάμεων, θὰ εἶναι αὐτόχρημα ἔγκλημα νὰ χαρίζωμεν ἐτησίως εἰς τοὺς παραβάτας καὶ δολιευομένους τὸν νόμον ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν. Καὶ διὰ νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς τὸ ἔγκλημα αὐτό, ὑποβάλλω πρότασιν νόμου καταργοῦσαν τὸν νόμον ΥΜΒʹ ἀναφορικῶς μὲ τὰ ἄλευρα. (Γενικαὶ ἐπιδοκιμασίαι). (Πάντες οἱ Βουλευταὶ μιᾷ φωνῇ ζητοῦσι νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Γάτσου ἐγγραφομένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ ψηφιζομένη πρώτη).
§84Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Συγχαίρω τὸν κ. Γάτσον διὰ τὴν πρότασίν του καὶ βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὡς πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ζητήσας ἐπισήμους πληροφορίας παρὰ τοῦ προξένου Ἁμβούργου ἔλαβεν ἔκθεσιν εὑρισκομένην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν βεβαιοῦσαν ὅτι τὰ ἀποστελλόμενα ἐκεῖ εἶναι πίτυρα· ἑπομένως ὑψίστη ἀνάγκη νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος ΥΜΒʹ.
§85Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δηλῶ ὅτι ὄχι μόνον πίτυρα εἶναι, ἀλλὰ καὶ μαρμαροκονία, ὅτι αἱ ἐκθέσεις τοῦ Προξενείου πιστοποιοῦσι τὰς καταχρήσεις. Δὲν φέρω ἀντίρρησιν εἰς τὴν κατάργησιν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ χημικῶν ἐργαστηρίων ἂς περιορισθῇ διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν οἴνων.
§86Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ, καθ’ ἣν ὁ κ. συνάδελφος ἐξέθεσε τὰς κατὰ τὴν ἀλευροβιομηχανίαν καταχρήσεις, ἀναγκάζομαι νὰ ζητήσω πληροφορίας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, περὶ τοῦ τί ἀπέγινε μία ποινικὴ καταδίωξις καθ’ ὡρισμένων ἐμπόρων ἐν Πειραιεῖ, καταγγελθέντων ἐπὶ λαθρεμπορίᾳ σχετικῶς μὲ τὸ προκείμενον. Ἴσως ἐκ τῶν πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ προσαχθῶσι, προστεθῇ ἀκόμη ἓν ἐπιχείρημα εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου.
§87ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Χθές, Κύριοι, ἔκαμον μακρὸν λόγον περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑποβαλὼν συγχρόνως νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι περιστέλλονται κατὰ τὸ δυνατὸν αἱ μέχρι τοῦδε παρατηρούμεναι καταχρήσεις παρὰ τοῖς ἀλευροβιομηχάνοις. Μικρά τις αὐστηρότης, ἐνασκηθεῖσα ἐπὶ τῶν ἡμερῶν μου περιέστειλε τὸ κακόν, νομίζω δ’ ὅτι διὰ τῶν δηλώσεων, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέβαλον τοὺς ἀλευροβιομηχάνους, καὶ διὰ τῆς ἀμέσου ἐπιτηρήσεως, τὴν ὁποίαν θὰ καθιερώσωμεν διὰ τῆς ἱδρύσεως τῶν χημικῶν ἐργαστηρίων τόσον ἐν Πειραιεῖ, ὅσον καὶ ἐν Βόλῳ καὶ ἐν Πάτραις, θὰ κατορθώσωμεν νὰ περιστείλωμεν μὲν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰς καταχρήσεις, νὰ μὴ καταστρέψωμεν δὲ μίαν βιομηχανίαν, ἡ ὁποία ἔχει ἤδη μεγάλην ἀνάπτυξιν. Ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν καὶ εἶναι δυνατὸν τότε νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ὡς τροπολογία ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Βόλου Βουλευτοῦ. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν χημικῶν ἐργαστηρίων, δὲν νομίζω ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τόσην ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν ν’ ἀποφανθῇ χαρακτηρίζουσα αὐτὰ ὡς περιττά. Εἶναι ἀπαραίτητα αὐτὰ οὐ μόνον διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐξαγομένων πιτυραλεύρων καὶ διὰ τὴν ταξινόμησιν τῶν εἰσαγομένων ἔξωθεν ἐμπορευμάτων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν οἰνοπαραγωγήν μας. Εἶναι, Κύριοι, ἀναχρονισμὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα, καθ’ ὃν χρόνον ὅλα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη ἔχουσι τοιαῦτα ἐργαστήρια ἐν χρήσει, ἡμεῖς νὰ ὑστερῶμεν ἔτι κατὰ τοῦτο. Προκειμένου περὶ τῆς ἄλλης ἀλευροβιομηχανίας, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, δὲν πρέπει νὰ συγχέωμεν τὸ ζήτημα αὐτῆς πρὸς τὸ νῦν ἀπασχολοῦν ἡμᾶς, τὸ ἀφορῶν εἰς τὰ πιτυράλευρα, τὰ ἐξαγόμενα εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ὅσα εἶπον ὄντως ἀναφέρονται εἰς ἄλλην κατάχρησιν γενομένην ἐδῶ ἐν τῷ Ἐσωτερικῷ. Ἡ κατάχρησις αὕτη ὀφείλεται κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον εἰς τὴν ἔλλειψιν ἀποθηκῶν διαμετακομίσεως τοῦ Κράτους, ἕνεκα τῆς ὁποίας γίνεται προσφυγὴ εἰς ἰδιωτικὰς ἀποθήκας, οὐδεμίαν ἀσφάλειαν παρεχούσας συνήθως.
§88Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, κύριε Ὑπουργέ.
§89Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Πρόκειται περὶ καταχρήσεως, ἡ ὁποία ἔγινεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου.
§90ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ὡμιλήσατε περὶ τῶν ἀλευροβιομηχάνων ἐκείνων.
§91Κ. ΓΚΟΤΣΗΣ. Ὄχι.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, ἥτις συνεστάθη πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ Κανονισμοῦ, ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. (Ὅρα Παράρτημα Ἐφημ. Συζητήσεων).
§93Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὤφειλον μίαν ἐξήγησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκτὸς αὐτῆς ὑποβάλλω καὶ μίαν ἄλλην, τὴν ὁποίαν ἐλησμόνησα, τὴν ἐξήγησιν ὅτι ἐγὼ ἀγορεύων περὶ τοῦ συσταθησομένου χημικοῦ ἐργαστηρίου εἰς τὰ διάφορα τελωνεῖα δὲν ὡμίλησα ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως ταύτης, τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζω τὴν χρησιμότητα, ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶσί ποτε νὰ προστατεύσωσι τὰ συμφέροντα τῆς ἀλευροβιομηχανίας. Ἄλλως τε δὲν γνωρίζω τίνα ἐνίσχυσιν ἔφερον. Οὐδεμίαν, καὶ φρονῶ ὅτι οὐδεμία γνώμη ὑπερασπίσεως πρέπει νὰ ἐξενεχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Τὸ δεύτερον μέρος ἀφορᾷ εἰς μίαν παράκλησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν· τηλεγραφικῶς, εἰ δυνατόν, νὰ ζητήσῃ, ἵνα ὁ γενικὸς πρόξενος τῆς Ἑλλάδος ἐν Ἁμβούργῳ στείλῃ ἔκθεσιν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ τὸν διαβεβαιώσῃ, ὅτι ὅλα τὰ ἐξ Ἑλλάδος ἀποστελλόμενα δῆθεν ἄλευρα εἰς τὸ Ἁμβοῦργον εἶναι πίτυρα, τὰ ὁποῖα δίδουσιν ἐκεῖ εἰς τοὺς χοίρους.
§94ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δυστυχῶς οὐχὶ μόνον αὐτό, κύριε συνάδελφε, ἀλλὰ καί τι χεῖρον ἀπεδείχθη, ὅτι δηλαδὴ περιεῖχον τὰ πιτυράλευρα ξένας οὐσίας, ἐξ ὧν ἐκινδύνευσαν τὰ κτήνη! Ἐννοεῖται ὅτι ἐγὼ ἔλαβον ἤδη διοικητικῶς πρόχειρά τινα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῆς καταχρήσεως ταύτης, καθ’ ὧν μάλιστα ἔχουσιν ἐγερθῆ ἤδη παράπονα ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνονται ἀποτελεσματικώτερα μέτρα πρὸς περιστολὴν τοῦ κακοῦ. Δὲν θεωρεῖτε ταῦτα ἐπαρκῆ; Ὑποδείξατε ὑμεῖς ἄλλα τελεσφορώτερα, ἐγὼ δὲ προθύμως θ’ ἀποδεχθῶ αὐτά, ἀρκεῖ μόνον οὕτω ν’ ἀποφύγωμεν τὴν μέχρι τοῦδε ζημίαν τοῦ Δημοσίου, ἥτις ἐτησίως ὑπερβαίνει τὸ ἑκατομμύριον.
§95Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὁ νόμος κακῶς ἐφηρμόσθη. Δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὅτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζήτησα πληροφορίας ἐξ Ἁμβούργου, δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος, ἐὰν πιστεύῃ τὰς πληροφορίας αὐτάς, θὰ πεισθῇ καὶ αὐτὸς περὶ τοῦ πράγματος, ὅτι δὲν ὑπάρχει τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ περισταλῇ μὲν ἡ κατάχρησις, θὰ ὑποστηριχθῇ δὲ νόμιμον συμφέρον, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ὑπάρχῃ νόμιμον συμφέρον. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὁλόκληρος ἡ ἐξαγωγὴ ἀπευθύνεται πρὸς χώρας, ἐν ταῖς ὁποίαις ἡ βιομηχανικὴ παρασκευὴ τῶν ἀλεύρων εἶναι κέντρον ἡμῶν, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι πρόκειται περὶ καταχρήσεως, διότι οὐδὲν συμφέρον νόμιμον δύναται νὰ ὑπάρξῃ, ἵνα ὁ σῖτος ἐρχόμενος ἐξ Ἀμερικῆς ἢ τῆς Ῥωσίας ἢ τῆς Ἑλλάδος μετενεχθῇ εἰς ἄλευρον καὶ σταλῇ ποῦ; Εἰς τὴν Γερμανίαν, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἐν Γερμανίᾳ πληρώνει τὸ ἄλευρον φόρον πολὺ μεγαλείτερον κατ’ ἀναλογίαν παρ’ ὅσον ὁ σῖτος. Ἑπομένως πρόκειται ἀναμφισβητήτως περὶ καταχρήσεως καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Οὐδεμία ὀκᾶ δὲν ἐξάγεται πρὸς ἱκανοποίησιν νομίμου συμφέροντος. Ὅ,τι ἐξάγεται εἶναι καθαρὰ πρὸς ἰδιοποίησιν χρημάτων τοῦ Δημοσίου. Προσθέτω καὶ τοῦτο, ὅτι δι’ ἑνὸς Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσα τότε, ἔλαβον πᾶσαν δυνατὴν πρόνοιαν περὶ προλήψεως τῆς γενομένης καταχρήσεως· ἀπεδείχθη ὅμως κατόπιν ὅτι εἰς οὐδὲν τὸ πρᾶγμα ὠφέλησεν. Ἑπομένως ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἵνα ὡς τάχιστα γίνῃ κατάργησις τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἡ ὁποία τῇ ἀληθείᾳ ἐπὶ μήκιστον χρόνον διήρκεσεν.
§96Ι. ΦΙΛΙΟΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐκ Πατρῶν καὶ Βόλου νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δευτέρα γνώμη περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς καταργήσεως τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, ἅμα διανεμηθῇ, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ζητήσω τὴν πρόταξιν, ἵνα δυνηθῇ νὰ τελειώσῃ πᾶσα κατάχρησις.
§97ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Κύριοι, ἴσως θὰ μὲ δικαιολογήσητε, ὅταν σᾶς ἀναγνώσω δύο τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου σήμερον, διότι ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν μὲ δύο λέξεις. Πρὸ εἴκοσι ἡμερῶν σχεδὸν διὰ Β. Διατάγματος ὡρίσθη ἕδρα τοῦ 4ου Εὐζωνικοῦ Τάγματος μένοντος ἐν Καρδίτσῃ καὶ Καλαμπάκᾳ. Ἐξεδόθη Διάταγμα, μετέβησαν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖ, συνενοήθησαν μὲ τὸν δήμαρχον, ἐτακτοποίησαν τοὺς στρατῶνας καὶ τὰ πάντα. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐξεδόθη ὑπουργικὴ διαταγή, δι’ ἧς διατάσσεται τὸ τάγμα νὰ μείνῃ ἐν Καρδίτσῃ. Ἐγὼ δὲ ἔλαβον τὰ ἑξῆς τηλεγραφήματα (ἀναγινώσκει): «Πληροφορήσατε, παρακαλοῦμεν, ἀνεστάλη μεταστάθμευσις τετάρτου εὐζωνικοῦ τάγματος καὶ διὰ τίνα λόγον;» Αὐτὸ εἶναι τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου. Κατόπιν συλλαλητηρίου ἔλαβον τηλεγράφημα ἐκ μέρους ἐπιτροπῆς πολιτῶν (ἀναγινώσκει): «Τάκην, Βουλευτὴν Καλαμπάκας, Ἀθήνας· Παραδόξως εἴδομεν ἀναστολὴν μετασταθμεύσεως τετάρτου εὐζωνικοῦ τάγματος ἐνταῦθα, τῇ αἰτήσει Καρδιτσιωτῶν. Ὑψώσατε φωνήν, ὅπως διαταχθῇ τάγμα ἔλθῃ ἐνταῦθα, καθόσον εὑρισκόμεθα διάθεσιν λῃστῶν. Ἄλλως μὴ ἔλθητε ἐπαρχίαν μας!» (Ζωηροὶ γέλωτες). Ταῦτα δέ, ἀφοῦ σᾶς εἴπω ὅτι κατὰ τὰς 10–14 Σεπτεμβρίου, εἰς τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων αὐτῶν ἡμερῶν, συνέβησαν εἰς τὴν Καλαμπάκαν πέντε λῃστεῖαι μετὰ δύο φόνων καὶ πλήθους αἰχμαλώτων. Ταῦτα λέγω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§98Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀπαντῶ ἀμέσως ὅτι ὡρίσθη ἕδρα τοῦ τάγματος ἡ Καλαμπάκα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπρόκειτο νὰ προσέλθωσιν οἱ διαθέσιμοι ἀνεστάλη προσωρινῶς, διὰ νὰ παραλάβῃ τοὺς διαθεσίμους, διέταξα δὲ ἕνα λόχον μὲ πλήρη δύναμιν νὰ μεταβῇ εἰς Καλαμπάκαν. Ὥστε τὸ ζήτημα τῆς ἀσφαλείας λύεται.
§99ΑΛ. ΤΑΚΗΣ. Καὶ ἓν ἄλλο, κύριε Ὑπουργέ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἐξωδίκως ἐπληροφορήθην ὅτι οὔτε ὁ λόχος αὐτὸς θὰ μεταβῇ.
§100Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§101Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤθελον νὰ κάμω μίαν σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ εὗρεν, ὑποθέτω, εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του μίαν ἐκκρεμῆ ὑπόθεσιν ἀφορῶσαν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐράνων τῶν προωρισμένων διὰ τοὺς πρόσφυγας, ἢ μᾶλλον τῆς εἰσφορᾶς τοῦ Κράτους διὰ τὴν συντήρησιν τῶν προσφύγων, ἀφορῶσαν δὲ εἰς τὴν ἐκ τοιούτων χρημάτων κατασκευὴν δύο ὑδραγωγείων. Ἡ ὑπηρεσία ἡ ἐντεταλμένη τὴν διαχείρισιν τῶν προσφύγων εἶχε προβῆ ἐπὶ τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ κ. Ν. Λεβίδου εἰς τὴν παραγγελίαν πρὸς ἰδιώτην μηχανικόν, πρὸς σύνταξιν προϋπολογισμοῦ καὶ μελέτης διὰ κατασκευὴν ὑδραγωγείου τῆς Νέας Ἀγχιάλου καὶ τῶν Νέων Καρυῶν. Ἡ μελέτη αὕτη κατηρτίσθη, ἠμείφθη ὁ μηχανικὸς δι’ ἁδρᾶς δαπάνης, 7,000 δρχ., νομίζω, κατόπιν δὲ ἀνετέθη εἰς τὸν αὐτὸν μηχανικὸν τὸν ἐκτελέσαντα τὴν μελέτην καὶ ἡ κατασκευὴ τοῦ ἔργου, ἤτοι τοῦ ὑδραγωγείου τῆς Ν. Ἀγχιάλου, ἔργον, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ἐξικνεῖται εἰς 200,000 δρχ., καὶ εἰς ἕτερον ἐργολάβον ἡ κατασκευὴ τοῦ ὑδραγωγείου τῶν Ν. Καρυῶν, ἡ τελευταία δὲ μάλιστα ἐγένετο κατὰ τρόπον ἄλλον, διότι δὲν ἐδόθη πρὸς αὐτὸν ὡς εἰς ἐργολάβον, ἀλλ’ ἀνετέθη εἰς αὐτὸν ἡ ἐκτέλεσις ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ· συγχρόνως ἀνετέθη καὶ ἡ ἐποπτεία τῆς κατασκευῆς εἰς ἕνα ἀξιωματικὸν τοῦ μηχανικοῦ, ἀπολύτου ἐντιμότητος —ὁμολογῶ— καὶ ἀπολύτου ἱκανότητος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐμῆς ὑπουργίας μοὶ ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ παραλαβόντος κατόπιν τὴν διεύθυνσιν τοῦ γραφείου τῶν προσφύγων ὅτι ἀπετάθη πρὸς τοῦτον καὶ ἠξίωσεν ἀμοιβὴν διὰ τὴν ἐποπτείαν. Κατὰ συνέπειαν συνέβησαν τὰ ἑξῆς κατ’ ἐμὲ οὐχὶ ὀρθά. Ἀφ’ ἑνὸς χρήματα διατεθειμένα πρὸς συντήρησιν προσφύγων διετέθησαν πρὸς κατασκευὴν ἔργων δημοσίων. Ὁμολογῶ ὅτι τὰ ἔργα ἦταν τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, διότι, ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων, ἐλησμονήθη ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη ὑδραυλικῶν ἔργων καὶ οὐδεμία μέριμνα εἶχε ληφθῆ περὶ τούτου, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἡ Πολιτεία ἀνευρίσκουσα τὸ λάθος αὑτῆς ὤφειλε διὰ νόμου συμφώνως πρὸς τὰ κείμενα νὰ προβῇ εἰς τὴν διόρθωσιν τοῦ ἀτόπου· οὐχ ἧττον δὲν ἐγένετο τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ διετέθησαν χρήματα προωρισμένα, ἐπαναλαμβάνω, διὰ τὴν συντήρησιν τῶν προσφύγων πρὸς κατασκευὴν ἔργου δημοσίου. Δὲν ἐγένετο ἐπίσης μελέτη ὑπὸ τῆς νομίμου ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ὑπὸ ἰδιώτου μηχανικοῦ, δὲν ἐξηλέγχθη ἡ μελέτη καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων, ἀλλ’ ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ γραφείου τῶν προσφύγων, δὲν διεκηρύχθη δημοπρασία, ἀλλ’ ἀνετέθη εἰς τὸν αὐτὸν μηχανικὸν τὸν συντάξαντα τὴν μελέτην ἡ ἐργολαβία τοῦ ἔργου. Πάντα ταῦτα εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐγένοντο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγένετο, εἶναι ὅτι δὲν συνετελέσθησαν ἐντελῶς τὰ ἔργα, ὑπολείπεται δὲ ποσὸν ἀκόμη ἐργασίας πρὸς συντέλεσιν, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχουσι χρήματα. Συγχρόνως δ’ εἰδοποιήθην τὴν προτεραίαν τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ μετέχω, ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ὅτι ὁ ἐργολάβος καὶ πρὶν μηχανικὸς καὶ ὁ ἀξιότιμος ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ, ὅστις ἦτο ἐντεταλμένος τὴν ἐποπτείαν, ἀνέφερον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη συγκριτικοῦ πίνακος, ἀνέφερε δὲ ὁ ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ—κύριος Κουμουτσόπουλος—ὅτι ἡ ἀτέλεια τῆς μελέτης τῆς ἀρχικῆς προυκάλει τὴν ἀνάγκην τοῦ συγκριτικοῦ πίνακος—ἀτέλεια μελέτης, διὰ τὴν ὁποίαν, ἐννοεῖται, τὴν εὐθύνην δὲν εἶχεν ὁ ἀξιωματικὸς ὁ ἐντεταλμένος τὴν ἐποπτείαν, διότι εἰς αὐτὸν ἐδόθη ἐντολὴ ἐποπτείας τῆς κατασκευῆς μόνον ἐπὶ μελέτης προεγκεκριμένης. Τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα εἶχον διατεθῆ διὰ τὰ ἔργα ταῦτα, εἶχον συλλεγῆ κατὰ τρόπον περίεργον. Ὁ διευθυντὴς τοῦ γραφείου τῶν προσφύγων ἐκράτει κατὰ δεκαπενθημερίαν ἐκ τοῦ σιτηρεσίου ἑκάστης οἰκογενείας ποσόν τι, τὸ κατέθετεν εἰς τὴν Λαϊκὴν Τράπεζαν δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ὑπὸ τὴν ἰδιότητά του καὶ συνεκροτήθη οὕτω κεφάλαιον ἐξ 150 χιλιάδων δραχμῶν. Δι’ αὐτοῦ προέβη εἰς τὰ ἔργα ταῦτα. Ἐσχημάτισεν οὕτως ἴδιον ταμεῖον. Τώρα ὅμως τὰ χρήματα ταῦτα εὑρίσκονται ἐν ἐξαντλήσει, ἡ δὲ συμπλήρωσις τῶν ἔργων ἀπαιτεῖ πλέον δαπάνην τοῦ Κράτους καὶ καθ’ ἃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χθὲς ἀνέπτυξε τὸ ζήτημα τῶν εἰσφορῶν διὰ τὴν συντήρησιν τῶν προσφύγων λήγει εὐτυχῶς. Λοιπὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρόνοιαν, ἵνα διὰ νομοθετήματος νομιμοποιήσῃ καὶ τὰ γενόμενα—διότι τὸ τί ἔπραξαν οἱ ὑπάλληλοι ἐκεῖνοι δὲν ἔχω νὰ ἐξετάσω ἤδη καὶ ἀδιαφορῶ, εὐθύνας παρ’ οὐδενὸς θὰ ζητήσωμεν, τοῦτο συνετέθη, δὲν ἐπιθυμῶ δὲ νὰ ἐπιρρίψω εὐθύνας εἰς κανένα δι’ ἔργα κακῶς καὶ παρὰ τὸν νόμον συντελεσθέντα, τὰ ὁποῖα ὅμως ὠφείλοντο εἰς ἀγαθὴν ἴσως πρόθεσιν, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ νομιμοποιηθῶσι ταῦτα — καὶ συγχρόνως ζητηθῇ καὶ ἡ δέουσα πίστωσις πρὸς συμπλήρωσιν, διότι ἄλλως θὰ καταστραφῶσι τὰ συντελεσθέντα ἔργα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα, νὰ ὑποβάλῃ δὲ τὸ προσῆκον νομοσχέδιον, ἵνα σὺν τοῖς ἄλλοις ψηφισθῇ καὶ τοῦτο καὶ περατώσωμεν εὐτυχῶς καὶ αἰσίως πᾶσαν περὶ προσφύγων ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν πλέον.
§102ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δυνάμεθα ὡς τροποποίησιν νὰ τὸ προσθέσωμεν.
§103Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὅλα ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶναι ἀληθῆ. Ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως συνέβησαν ὅσα συνέβησαν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ περατωθῶσι τὰ ἔργα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φούφας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πόσοι συνδρομηταὶ ἰδιῶται τοῦ τηλεφωνείου ὑπάρχουσιν ἐν Ἀθήναις, πόσαι ἐγκαταστάσεις ἔχουσιν ἐνεργηθῆ καὶ πόσαι καὶ ἀπὸ πότε συνδρομαὶ καθυστεροῦνται καὶ πόσων ἡ λειτουργία διεκόπη λόγῳ καθυστερήσεως τῶν συνδρομῶν.
§105Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Καὶ χθὲς εἶχον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταθέσῃ πρὸς τύπωσιν τὸ σημείωμα τοῦ θετικοῦ ἐλλείμματος τῶν ἐτῶν 1908 καὶ 1909. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πάλιν νὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ τὸ καταθέσῃ πρὸς τύπωσιν.
§106ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
§107Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἤθελον καὶ ἐγὼ παρακαλέσει νὰ τυπωθῶσι μετὰ σπουδῆς. Βεβαίως ἡ χθεσινὴ ἀγόρευσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπῆρξε φωτεινή, ἀλλὰ διὰ νὰ σχηματίσωμεν πλήρη γνώμην πρέπει νὰ ἔχωμεν πλήρεις τοὺς πίνακας.
§108ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς μου.
§109Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι πολλοί, καὶ θὰ χρειασθῶσιν ἡμέραι διὰ νὰ τυπωθῶσιν. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν τοὺς πίνακας, διὰ νὰ ἐξελέγξωμεν τὰ λεχθέντα.
§110Ν. ΜΟΥΖΑΚΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῆς μεταναστεύσεως, διότι ἡ μετανάστευσις κινδυνεύει νὰ ἐρημώσῃ τὴν Ἑλλάδα καὶ θὰ ζητήσητε στρατὸν καὶ δὲν θὰ ἔχητε.
§111ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους χθὲς ἐξεδήλωσα, ὑποβάλλων εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, παρατηρῶ μετὰ λύπης, ὅτι ἐπραγματοποιήθησαν ἀπὸ σήμερον. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συγκατατεθῇ, ὅπως ψηφισθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, διότι, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ, θὰ ὑποστῇ τὸ Δημόσιον μεγάλην ζημίαν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτάσσεται τὸ περὶ καπνοῦ νομοσχέδιον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 28 Μαΐου 1887 νόμου». Ὁ κ. Κ. Κουμουνδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§113Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄν, κύριοι συνάδελφοι, εὑρισκόμην εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἕρμαιον τῆς τύχης, ἄνευ δεσμῶν, ἄνευ πατρίδος, ἄνευ παραδόσεων οἰκογενειακῶν, θὰ ὑπερηφανευόμην, διότι ὅσα εἶπον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου περὶ γενικῆς διοικήσεως ἐπραγματοποιήθησαν μέχρι κερκίας. Ἤθελον ὑπερηφανευθῆ, λέγω, διότι μόνος ἐγὼ πρῶτος κατέδειξα τοὺς κινδύνους, τὰς ζημίας τὰς ἐθνικάς, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προκύψει ἐκ τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλ’ ὁ πόνος πρὸς τὴν πατρίδα μου, αἱ παραδόσεις μου, οἱ δεσμοί μου, ἡ στοργή μου πρὸς αὐτὴν ἐγέννησαν ἐν ἐμοὶ τὸ αἴσθημα τῆς θλίψεως, τὸ αἴσθημα τοῦ πόνου· καὶ δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ αἰσθάνηται τοιαύτην θλῖψιν ὕστερον ἀπὸ τὰ λαβόντα χώραν ἐθνικὰ καὶ ἐσωτερικὰ γεγονότα. Εἰς ἓν μόνον δὲν ἐπραγματοποιήθησαν αἱ προβλέψεις μου, εἰς τὸ ὅτι ἦτο δυνατὸν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου τούτου νὰ φέρωσι τὴν χώραν εἰς σφαγάς. Καὶ ἂν δὲν προήλθομεν μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, κύριοι Βουλευταί, δὲν προήλθομεν χάρις εἰς τὴν μεγαλοφροσύνην, τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Βασιλέως, εἰς τὴν φιλοπατρίαν τῶν πολιτευτῶν τῆς χώρας καὶ τὴν ἔμφρονα διοίκησιν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κινήματος. Ἡ ἀγανάκτησις, ἡ ὁποία εἶχε καταλάβει καὶ τὸν στρατὸν καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὁ πόνος διὰ τὰ ἀτυχήματα τῆς χώρας ἦτο τοιοῦτος, ὥστε ὑπῆρξαν ἀξιωματικοὶ νὰ ἐξέλθωσι τῶν κανόνων τῆς πειθαρχίας καὶ νὰ ἀσεβήσωσι πρὸς ἀντιστράτηγον δημοσίᾳ διὰ τῆς ἐφημερίδος. Δὲν ἐπαναλαμβάνω τὸ δημοσιευθέν, σεβόμενος τὴν Βουλήν, σεβόμενος τὴν οἰκογένειαν τὴν στρατιωτικήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω. Ὑπῆρξεν ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα ἡ Πολιτεία ἐπ’ αὐτοῦ, διότι ἐπολέμησε κάπου καὶ διότι μὲ πατραγαθίας ἐθνικὰς εἶχε περιβάλει τὸ ὄνομά του. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἀγανάκτησις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τοιοῦτος ὁ πόνος αὐτῶν διὰ τὴν ὕβριν, ἡ ὁποία προήρχετο ἐκ τοῦ Βορρᾶ. Καὶ πᾶς χαλινὸς ἀπέπτη, πᾶς σεβασμὸς ἐξέλιπεν, ἡ πειθαρχία συνετρίβη καὶ μία μόνη ἐπεκράτησε γνώμη καὶ ἰδέα, ἡ κατάλυσις τοῦ παντός, ἡ ἐπανάστασις. Ἐὰν εἰς τὴν παραφορὰν ἐκείνην ὁ πατριωτισμὸς καὶ ἡ μεγαλοφροσύνη τοῦ Βασιλέως, ὁ πατριωτισμὸς τῶν πολιτευτῶν τῆς χώρας καὶ ἡ ἔμφρων διοίκησις τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ κινήματος δὲν συνεκράτουν τὸν ἐξεγερθέντα οὕτω στρατόν, θὰ ἐθρηνοῦμεν, Κύριοι, μεγάλα δυστυχήματα εἰς τὴν χώραν ἡμῶν. Ἴσως θὰ ἐπήρχετο καὶ ἡ ἐντελὴς καταστροφή, ὑπὸ τὰς συνθήκας μάλιστα, ὑφ’ ἃς εὑρίσκετο τὸ Κράτος ἡμῶν. Εὐτυχῶς οἱ κίνδυνοι οὗτοι ἀπετράπησαν διὰ τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς γενναιότητος τοῦ διευθύνοντος τὸ κίνημα. Ἀλλά, ἂν ὑπῆρξε γενναῖος, ἔμφρων ὁ διοικῶν τὸ κίνημα καὶ ἂν δὲν προέκυψαν θάνατοι, σφαγαὶ διὰ τῶν ὅπλων, προκύπτει ὅμως διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἠθικὸς θάνατος εἰς πολίτας Ἕλληνας. Εἶμαι ὁ πρῶτος, εἶμαι ἴσως ὁ μόνος καὶ μετ’ ἐμὲ ὁ Ζορμπᾶς, οἱ ὁποῖοι ὑπέστημεν καταδίωξιν ἀπηνῆ, τὴν ὁποίαν καὶ ὑπέστημεν, χωρὶς νὰ γογγύσωμεν ἢ νὰ ἐξωτερικεύσωμεν κἂν αὐτήν, καὶ ἐνῷ ἡ ἐπιθυμία μας, ἡ ἐπιθυμία τοὐλάχιστον ἐμοῦ, χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς δυναστείας καὶ χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς Πολιτείας, χάριν τοῦ ἐθνικοῦ ἰδεώδους, χάριν τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος, ἡ ἐπιθυμία μας ἦτο καὶ εἶναι νὰ μὴ λαμβάνωσιν ἐν τῷ στρατεύματι ἀνωτάτην διοίκησιν τὰ τέκνα τοῦ Βασιλέως, ξένα πρὸς τὰ συγκρουόμενα συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ἀνίκανα κατὰ συνέπειαν ν’ ἀντιληφθῶσι τὰς δολοπλοκίας, τὰς ἀντιδράσεις, τὰς συκοφαντίας, γινόμενοι οὕτως ἕρμαια ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰ πλησιάζουσιν ἐκ προθέσεως καὶ γίνονται ἀφορμὴ κακῶν δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν πατρίδα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον ἡ ἀπόλυτος μοναρχία ὡς πολίτευμα μὴ συντελοῦν εἰς τὴν πρόοδον τῶν ἐθνῶν. Ἐνῷ εἶμαι ὁ πρῶτος καὶ ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἐκ τῶν μελετῶν μου συνήγαγον τὴν γνώμην ὅτι τὰ μέλη τῆς Οἰκογενείας τῆς Βασιλικῆς δύνανται μὲν νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν στρατόν, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι διοίκησιν ἐν τῷ στρατεύματι, ἕνεκα τῶν συνθηκῶν, μὲ τὰς ὁποίας περιβάλλονται, δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ δεχθῶ τὸν τοιοῦτον ἠθικὸν θάνατον, τὸν ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιβάλλει πρὸς πολίτας Ἕλληνας. Δὲν ἐξετάζω ἂν αὐτοὶ εἶναι υἱοὶ τοῦ Βασιλέως, ἂν καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχῃ τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ εἴπῃ πρὸς αὐτούς· «δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑπηρετήσητε ὑπὸ τὰς σημαίας τὴν πατρίδα ὑμῶν». Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, ὡς συνετάχθη, εἶναι ἐντελῶς ἀντισυνταγματικόν, τὸ νομοσχέδιον ὡς συνετάχθη, εἶναι σύμφωνον πρὸς τὸ γνωστὸν ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τὸ ὁποῖον στερεῖ τὸν πολίτην τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Τοιοῦτο ὂν τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ψηφίσωμεν αὐτό, τοιοῦτο ὂν δὲν πρέπει κἂν νὰ τὸ συζητήσῃ ἡ Βουλή, ἀλλὰ πρέπει νὰ δεχθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίαν, τροπολογίαν σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον προυκάλεσεν αὐτό, ἀλλὰ ποτὲ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ νόμον ἀτιμωτικόν. Οἱ νικηταὶ οἱ γενναῖοι εἶναι ὑπερήφανοι πρὸ τῶν ἡττημένων, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἡττηθῶσιν οἱ ἀντίπαλοι αὐτῶν· τοὺς φονεύουσιν, ἀλλὰ δίδουσιν εἰς αὐτοὺς τὴν τιμὴν τῶν ὅπλων. Ὁ νόμος αὐτὸς τοὺς φονεύει ἠθικῶς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ν’ ἀναγνωσθῇ κἂν εἰς τὴν Βουλὴν ὑβρίζων τοιουτοτρόπως ἐντίμους πολίτας Ἕλληνας. Ἂν κατὰ τὴν διοίκησίν του εἷς ἐξ αὐτῶν ἡμάρτησεν, ἐκ κακῶν εἰσηγήσεων, ἐκ πλάνης ἢ ἐξ οἱουδήποτε θέλετε λόγου, οὔτε ἐκεῖνος οὔτε οἱ ἄλλοι διέπραξαν πρᾶξιν δυναμένην νὰ στερήσῃ αὐτοὺς τῆς τιμῆς νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα των. Ὅπως μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων μου ἀντετάχθην κατὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ γενικῆς διοικήσεως, οὕτω μὲ τὴν αὐτὴν δύναμιν τῶν πνευμόνων μου παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ δεχθῇ μήτε ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς εἶναι συντεταγμένον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καταργεῖ τὸ 4ον ἄρθρον τοῦ ΑΥΛΗʹ νόμου καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτῷ ἀναγράφει διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται εἰς τὰ μέλη τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, τὰ ὑπηρετοῦντα καὶ ὑπηρετήσαντα ἐν τῷ στρατῷ, νὰ ὑπηρετῶσι πλέον ἐν τῷ στρατῷ, ἐπιτρέπει δὲ εἰς αὐτὰ νὰ διατηρήσωσι τοὺς βαθμοὺς αὐτῶν, τοὺς ὁποίους ἔλαβον, καὶ νὰ προάγωνται. Αὕτη ἡ φράσις, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ ὑβριστικωτέρα, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ ὄχι Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν τῆς μορφώσεως τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ πᾶς τις. (Αἴσθησις).
§114Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ ὑπέβαλεν.
§115Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι χωρίζω τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅτε ὁμιλῶ περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Αὐτὴ ἡ φράσις, Κύριοι, μοῦ διαρρηγνύει τὸ στῆθος ἐξ ἀγανακτήσεως: «σᾶς ἀφήνω εἰς τὸν στρατὸν νὰ τρώγητε ὀλίγον ἄρτον ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, χωρὶς νὰ προσφέρητε τὰς ὑπηρεσίας εἰς αὐτόν». Αἴ! Κύριοι, εἰσέλθετε εἰς τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως ταύτης! Καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν εὐγενὴς τὴν καρδίαν ἄνθρωπος νὰ δεχθῇ τοιαύτην θανάσιμον ὕβριν! (αἴσθησις). Καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ πρώτη ὑπηρεσιακὴ κλῖμαξ τοῦ Κράτους ἀνέγνωσε πρὸς τὸν πατέρα τῶν παιδιῶν αὐτῶν αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ πρόσωπον καὶ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. Κύριοι, παρακαλῶ ὑμᾶς νὰ μοι εἴπητε, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θαυμάσω τὴν γενναιότητα καὶ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Βασιλέως (ψίθυροι ἐπιδοκιμασίας), ὅτε πρὸ αὐτοῦ τοιαύτη καταδίκη καὶ τοιαύτη ὕβρις ἀνεγινώσκετο κατὰ τῶν τέκνων καὶ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του. Κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ ἤμην Δημοσθένης, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ μεταδώσω εἰς ὑμᾶς ὅ,τι αἰσθάνομαι ταύτην τὴν στιγμὴν διὰ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου.
§116ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα, ὡραῖα τὰ λέγεις.
§117Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἤμην Δημοσθένης, διὰ νὰ ἐμφυτεύσω εἰς ὑμᾶς τὴν ἀγανάκτησιν, ἡ ὁποία ἐγεννήθη ἐν ἐμοί, ὁ ὁποῖος οὐδένα λόγον ἔχω νὰ συμπαθῶ εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἔχω καθῆκον ὡς πολίτης ν’ ἀμυνθῶ ὑπὲρ τῶν συμπολιτῶν μου, οὕτως ἀδικουμένων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταργεῖ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου: «τὰ τῆς κατατάξεως, τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 διαλαμβανομένων προσώπων ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης κανονίζονται διὰ Β. Διαταγμάτων», καὶ τὰ κανονίζει· καὶ ἐν ᾧ ἀπευθύνει τοιαύτην ὕβριν πρὸς τοὺς μέλλοντας Βασιλεῖς τῆς Ἑλλάδος τὸ τελευταῖον ἐδάφιον αὐτὸ τοῦ προτεινομένου νόμου, αὐτὸς μοὶ προβάλλει τὴν ἀντίρρησιν: «δὲν εἶμαι ἐγώ, ὁ ὁποῖος τὸ ὑπέβαλον μόνον· εἶναι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον». Καὶ πῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θέλουσι διοικήσει τὴν πατρίδα ἡμῶν, ὅτε τοιαῦτα προηγούμενα ἔχουσι καὶ ὅτε τοιαύτην ἀτιμωτικὴν καθαίρεσιν ποιεῖται τὸ ἐπίσημον Κράτος ἐναντίον τοῦ διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου; Κύριοι, ἐν ὀνόματι τῆς πατρίδος ἡμῶν, μὴ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλ’ ἐπιτρέψατε νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίαν δυναμένην ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ δυναμένην νὰ ψηφισθῇ συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέσωσε τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ν’ ἀφαιρέσῃ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ Σύνταγμα πρὸς αὐτούς; Καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀκόμη, Κύριοι, δὲν ὀφείλετε νὰ ἀφήσητε νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ὀφείλετε νὰ σημειώσητε τοῦτο διὰ τῆς παμψηφεὶ ἀποφάσεως ὑμῶν, ὅπως προσαχθῇ νέον νομοσχέδιον καὶ μὴ ἀναγνωσθῇ κἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐζήτησε ν’ ἀγορεύσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ· πολὺ ὀρθῶς δὲν ἠθέλησε ν’ ἀντηχήσῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ὕβριν διὰ τὴν χώραν ἡμῶν, ἂν ἀναγνωσθῇ κἂν ἢ ἂν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Τὸ Σύνταγμα, Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, λέγει: «Μόνον δὲ οἱ πολῖται Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς ὅλας τὰς δημοσίας λειτουργίας τοῦ Κράτους». Ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ λέγει ὅτι οἱ βασιλόπαιδες δὲν γίνονται μόνον Ὑπουργοί· ἐν γένει δὲ ὅλας τὰς θέσεις τὰς ἄλλας δύνανται νὰ τὰς λάβωσι. Καί, ὅτε τὸ Σύνταγμα τοιαῦτα ἐπιτάσσει, τίς τολμᾷ ἐδῶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, νὰ ὑποβάλῃ τοιαῦτα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑβρίζουσι τὴν πατρίδα ἡμῶν, καὶ ἂν ἀκόμη ἀναγνωσθῶσιν; Οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι πάντοτε ὑπῆρξαν γενναῖοι καὶ ὑπερήφανοι, ἀλλὰ καὶ εὐγενεῖς, —καὶ ἡ Ἱστορία ἀπὸ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ ἔθνους παριστᾷ τούτους ἀνωτέρους πάσης ταπεινῆς ἐκδικήσεως— δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεχθῶσι τοιαύτην τῶν ἡττημένων ὕβριν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπεμβῶσιν, ὥστε νὰ μὴ προσγένηται εἰς αὐτοὺς ἡ ὕβρις αὕτη, δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον νὰ μὴ δείξῃ ὅλην τὴν μεγαλειότητα αὐτοῦ. Δὲν γνωρίζω ἂν καὶ ἡ Κυβέρνησις θεωρήσῃ τὴν πρότασίν μου ὡς ὑπουργικὸν ζήτημα· δὲν γνωρίζω ἂν ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἀπειλήσῃ καὶ πάλιν διὰ τῆς ἀποχωρήσεως αὐτῆς· ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν γίνῃ, κύριοι Βουλευταί, ἀνώτερον εἶναι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτελέσωμεν, ἂν δὲν ἀναγνώσωμεν κἂν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι συντεταγμένον. Ἂν ἐπέπρωτο νὰ χαθῇ ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς παραιτήσεως τοῦ Ὑπουργείου, προκειμένου περὶ τοιούτου νομοσχεδίου, τὸ τοιοῦτον Κράτος εἶναι περιττὸν νὰ ὑπάρχῃ, καὶ παρακαλῶ μετὰ πολλῆς τῆς γενναιότητος νὰ προβῆτε εἰς τὴν κατάργησιν καὶ τοῦ ἔθνους αὐτοῦ. Ἂς ἔχωσιν ἐκεῖνοι τὴν εὐθύνην τοῦ χάους, τὸ ὁποῖον θὰ γεννηθῇ, καὶ τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσιν ἐξ αὐτοῦ. Ἡμεῖς ὡς νομοθέται ἐκπληροῦντες τὸ ὑπέρτατον πρὸς τὴν χώραν καθῆκον, ἐκτελοῦντες τὰ τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν, θὰ προέλθωμεν εἰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι συντελοῦσιν ὄχι εἰς τὴν καταστροφήν, ἀλλ’ εἰς τὴν διατήρησιν καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ Κράτους τούτου. Ὁ χαρακτήρ μου εἶναι γνωστός. Ἡ ἱστορία μου ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ στρατιωτικὴ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγήσῃ τις τὴν ἀγανάκτησίν μου ταύτην ὡς προερχομένην ἐκ ποταπῶν καὶ ἀναξίων τῆς καταγωγῆς λόγων, ἀλλὰ πᾶς τις θὰ ἐξηγήσῃ δεόντως τὰς γνώμας μου, τὰς προτάσεις μου. Θὰ θελήσῃ βεβαίως ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων παραδεχομένη τὰς προτάσεις μου νὰ χύσῃ ὕδωρ εἰς τὴν πυρὰν καὶ ὄχι ἔλαιον. Τοσοῦτο δὲ μᾶλλον δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ πρότασίς μου νὰ παρεξηγηθῇ, καθόσον ὑπὸ τὸ πνεῦμα τὸ κρατοῦν ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ αὕτη ὡς σχέδιον νόμου, διὰ νὰ συντελέσωμεν εἰς τὴν ὁμαλὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν τὴν ὕβριν πρὸς ἀπόντας καὶ ἐξορισθέντας ἑκουσίως τῆς πατρίδος αὐτῶν, ὅπως δώσωσι διέξοδον ὁμαλὴν εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων. Καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὴν πρότασίν μου ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Οἱ Βασιλόπαιδες, οἱ υἱοὶ αὐτῶν ὡς καὶ οἱ ἀπόγονοι κατατάσσονται εἰς τὸν στρατὸν καὶ προβιβάζονται κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους περὶ κατατάξεως καὶ προβιβασμοῦ εἰς αὐτόν. Οἱ δὲ ὑπηρετοῦντες ἤδη εἰς τὸν στρατὸν Βασιλόπαιδες διατηροῦσι τοὺς βαθμοὺς αὐτῶν καὶ προβιβάζονται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Οἱ δὲ Βασιλόπαιδες οἱ φέροντες βαθμὸν ἀνώτερον δὲν δύνανται ν’ ἀναλάβωσι διοικήσεις». Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως δεχθῇ, ἵνα καταστῇ αὕτη νόμος τοῦ Κράτους».
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§119ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐπέπρωτο, Κύριοι, μετὰ ἐννεαετίαν, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, ν’ ἀναβῶ ἐπὶ τὸ βῆμα μετὰ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον· καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος συνάδελφος νὰ ὀνομάσω οὕτω τὸν εὐγενῆ ἄνδρα, ὅστις ἐνταῦθα ἦλθε νὰ παραστήσῃ τοὺς κινδύνους, οἵτινες ἐκ τῶν ἄκρων πάντοτε προέρχονται, ἀναμνήσας ὅσα ἐγένοντο ἐν ἔτει 1900 διὰ ῥοπῆς πρὸς τὰ ἄκρα, καὶ ὑπέδειξεν ὅτι διὰ τῶν ἄκρων, εἰς ἃ ῥέπομεν σήμερον, τείνομεν εἰς ἀνατροπὴν τοῦ παντὸς —ἐπέπρωτο, λέγω, καὶ ταύτην τὴν ὥραν μετ’ αὐτὸν ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα καί, ὅπως τότε ἐν παντὶ συνεφωνήσαμεν, ὅπως ἀποκρούσωμεν τὸν κατάρατον νόμον περὶ Γενικῆς Διοικήσεως, οὕτω σήμερον, ἀπὸ τῆς πρώτης ταύτης στιγμῆς δηλώσω ὅτι συμμερίζομαι τὴν γνώμην, ἣν ἐνταῦθα διετύπωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κατανοῶ καλῶς πῶς ἀνώτερος στρατιωτικός, ἔχων τὰς παραδόσεις καὶ τὸ ὄνομα τοῦ Κουμουνδούρου, ὡμίλησε μετὰ πόνου καὶ πάθους, ἅτινα ἴσως ὤθησαν αὐτὸν καὶ περαιτέρω τοῦ ὅ,τι ἦτο ἀναγκαῖον διὰ τὴν ὑπόθεσιν· ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο ὁ συνταγματάρχης Κουμουνδοῦρος, δὲν θὰ ἦτο ὁ υἱὸς τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Κουμουνδούρου, ἂν ἡ καρδία αὐτοῦ δὲν παρέσυρεν αὐτὸν οὐχὶ μόνον ἐκεῖ ὅπου κεῖται ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ καί τι πέρα τοῦ σημείου τῆς ἀληθείας. Εἰς ἐμὲ δὲν εἶναι δυνατόν, οὐδ’ εἶχον σκοπόν, οὐδὲ πρέπει νὰ ὁμιλήσω κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Εἰς ἐμὲ θὰ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποστηρίξω τὰ αὐτὰ ἐπικαλούμενος ἐπὶ τὰς γνώμας μου τὴν εὐμένειαν ἐκείνην καὶ τὴν προσοχήν, ἣν ἔχει τὸ προνόμιον τὸ γῆρας νὰ δικαιῶται νὰ ζητήσῃ. Εἶμαι εἷς τῶν δύο ἢ τριῶν γηραιοτέρων ἐνταῦθα, οἵτινες συνήθως λαμβάνουσι τὸν λόγον, καὶ ἀπέναντι τοῦ κρημνοῦ, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα, θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀγαπητοὺς συναδέλφους, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέξωσιν εἰς τοὺς λόγους γέροντος, οὗτινος τὸ στάδιον ἐπερατώθη. Ἐξήντλησε τὸ ζήτημα ὁ ἔντιμος προαγορεύσας· ἀλλά, καίπερ ἐξηντλημένον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξετάσω αὐτὸ μετά τινος μείζονος λεπτομερείας, διότι ἡ εἴσδυσις εἰς τὰς λεπτομερείας θέλει καταστήσει καταφανέστερον ἔτι τὸ ἔκτροπον τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει λόγον συγγνώμης· καὶ κατὰ τοῦτο, νομίζω, ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὑπερέβη τὸ μέτρον, διότι κατηγόρησε δι’ αὐτὸ τὴν Κυβέρνησιν· τὸ νομοσχέδιον ἔχει λόγον συγγνώμης, καὶ ἡ Κυβέρνησις δ’ ἔχει λόγον συγγνώμης, διότι τὰ πράγματα ἦλθον οὕτως, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ἄλλως νὰ ἐμφανισθῇ τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προσαγόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ὑπάρχει αἰτιολογικὴ ἔκθεσις πρὸς τῷ νομοσχεδίῳ, διότι ἡ λεγομένη αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, ἡ ἀποτελουμένη ἐκ τριῶν στίχων, εἶναι αἰτιολογία λέγουσα ἀληθῶς τοῦτο, ὅτι προσάγεται τὸ νομοσχέδιον διότι προσάγεται (ἀναγινώσκει:) «Θεωρηθείσης ἀπαραιτήτου τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 28 Μαΐου 1887 ᾼΥΛΗ’ νόμου, λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν πρὸς ψήφισιν τὸ περὶ τούτου σχέδιον νόμου». Εἶναι αἰτιολογικὴ ἔκθεσις λόγον μόνον ἔχουσα ὅτι ὁ Κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου ἄνευ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως· ἀλλὰ σκιά, οὐχὶ οὐσία. Τὴν αἰτιολογίαν δ’ ἀναγκαζόμεθα νὰ ἀναζητήσωμεν καὶ ἀνευρίσκομεν ἀλλαχοῦ. Καὶ μὴ ἀπορήσητε ὅτι θέλω ἐνταῦθα μεταχειρισθῆ ἔγγραφον, ὅπερ ἔχει τι τὸ ἀνώμαλον, καὶ μέχρι τοῦδε οὐδεὶς περὶ αὐτοῦ οὐδὲ λέξιν εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν· ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὑφ’ οὓς ὅρους ἐνεχειρίσθη, ὑφ’ οὓς ὅρους παρελήφθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, παρελήφθη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ὑφ’ οὓς ὅρους τὰ πράγματα κατέστησαν αὐτὸ ἐπίσημον, ἀποτελεῖ μέρος τοῦ δημοσίου δικαίου τῶν Ἑλλήνων, τοῦ καθεστῶτος, διότι ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἔχομεν παράρτημα τοῦ πολιτεύματος, προσωρινὸν ἴσως, προσωρινὸν εὔχομαι, ὑφ’ οὗ τοὺς ὅρους ἐργαζόμεθα ἐνταῦθα. Καὶ ἰδοὺ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις (ἀναγινώσκει:) «Κατάργησις τοῦ νόμου ᾼΥΛΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 ὡς περιττοῦ, διότι οἱ ἐπιθυμοῦντες ἐν τῷ μέλλοντι νὰ καταταχθῶσιν ἐν τῷ Στρατῷ ἢ τῷ Ναυτικῷ Βασιλόπαιδες δύνανται ν’ ἀποκτῶσι τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ νὰ προβιβάζωνται εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς τοῦ Ἀξιωματικοῦ συμμορφούμενοι πρὸς τοὺς ἰσχύοντας σχετικοὺς ἐν γένει νόμους ἐν τῷ Στρατῷ καὶ τῷ Ναυτικῷ. Οἱ μέχρι τοῦδε κατὰ τὸν ἄνω νόμον κεκτημένοι τοὺς βαθμοὺς τοῦ Ἀξιωματικοῦ Βασιλόπαιδες θ’ ἀπόσχωσι τῆς ἐκτελέσεως πάσης ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας ἐν τῷ Στρατῷ καὶ τῷ Ναυτικῷ, διατηροῦντες τοὺς βαθμούς, οὓς κέκτηνται καὶ προαγόμενοι, ὁπόταν πρὸς τοῦτο εὐδοκῇ ὁ Βασιλεύς». Ὑφ’ οὓς ὅρους τὰ πράγματα συνέβησαν, ὑφ’ οὓς ὅρους ἡ Κυβέρνησις τυχοῦσα τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως ἦλθεν εἰς τὴν Βουλήν, ὑφ’ οὓς ὅρους ἡ Κυβέρνησις ὑφίσταται ἐν τῇ Βουλῇ, τυχοῦσα καὶ ἐν αὐτῇ τῆς πλειονοψηφίας, οὐδαμῶς ἄλλως ἠδύνατο τὸ νομοσχέδιον νὰ προσαγάγῃ, διότι εἶναι πιθανὸν ὅτι δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν εἰς αὐτὴν νὰ μεταβάλῃ τοὺς ὅρους τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τῆς 14 Αὐγούστου 1909. Διὰ τοῦτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀποτεινόμενος ἰδίως ἐν τῇ Βουλῇ, ἥτις περιλαμβάνει αὐτήν, πᾶς ὅστις ἔχει τὸ φρόνημα, ὅπερ ἐμὲ βαθύτατα μὲ κατέχει, πρέπει νὰ ἀπευθύνῃ τὸν λόγον παρακαλῶν αὐτὴν νὰ καταβάλῃ πᾶσαν ἐκείνην τὴν ἐπιμέλειαν, ἥτις πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι κατὰ προαίρεσιν ὑπάρχει ἐν αὐτῇ, καὶ κατορθώσῃ, ὅπως τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα καταστῶσι καταληπτὰ ἁπανταχοῦ, καὶ ἰδίως εἰς τοὺς κύκλους ἐκείνους, οἵτινες ἐκ τῶν τελεσθέντων ἔργων κατέλαβον θέσιν κυριαρχοῦσαν ἐν τῇ Πολιτείᾳ. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπιμείνω, οὐδὲ κἂν θέλω ἐπιχειρήσει νὰ διαγράψω σκιαγραφίαν τῶν κινδύνων, εἰς οὓς θὰ εἴμεθα μοιραίως ἐκτεθειμένοι, ἐὰν τυχὸν ἐγκαίρως δὲν μεταρρυθμίσωμεν τὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ φερομένας ἰδέας. Θέλω, παρεμβάλλων τὴν ὑπόμνησιν ταύτην, ἁπλῶς νὰ καταδείξω διὰ τῆς λογικῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, ὅτι τοῦτο τὸ ἐνταῦθα ἀναγεγραμμένον, τὸ ὑπαγορευόμενον ὑπὸ κύκλων ὡρισμένων ἔξωθεν, ὅτι τοῦτο ἀντιβαίνει ἀκριβῶς πρὸς αὐτοὺς αὐτῶν τοὺς σκοπούς, οἵτινες ἐν αὐτῇ τῇ ἀρχῇ τοῦ ἐγγράφου καὶ τοῦ προγράμματος αὐτῶν ἐξεδηλώθησαν διὰ τῆς βεβαιώσεως πίστεως πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ εὐλαβείας πρὸς αὐτόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἄνδρες οὕτω πολιτευθέντες νὰ μὴ ἀναγνωρίσωσιν, ὅταν τοῦτο κατασταθῇ εἰς αὐτοὺς ἀντιληπτὸν περισσότερον, ὅτι τὸ ἓν φθείρει τὸ ἄλλο, ὅτι τὸ ἓν ἀνατρέπει τὸ ἄλλο, καὶ ὅτι ἐκ τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπολεσθῇ τὸ ἀγαθόν, ὅπερ αὐτοὶ πρῶτοι ἐζήτησαν νὰ διατηρήσωσιν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικόν· καὶ εἶναι ἀξιοπαρατήρητον ὅτι εἰς τὸ δεύτερον κεφάλαιον τῶν ἐπιχειρημάτων αὐτοῦ ἔθηκε ταύτην τὴν ἔνστασιν, ἀπαραλλάκτως ὅπως καὶ ἐγώ, σκεφθεὶς νὰ ὁμιλήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἰς δευτέραν τάξιν ἔθηκα τὸ κεφάλαιον τοῦτο· διότι εἶναι τοσοῦτον ἰσχυρὰ ἡ ἀπήχησις τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν ἐκ τοῦ πρώτου κεφαλαίου, τοῦ ἠθικοῦ, ὥστε μόνον ἡ στενοχωρία καὶ ἡ ἀνάγκη δύναται νὰ φέρῃ οἱονδήποτε ἐνταῦθα εἰς τὸ ν’ ἀντιτάξῃ τὴν ἔνστασιν ταύτην, ἐὰν δυστυχήσῃ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὴν τοιαύτην ἀνάγκην. Φαντάζεσθε υἱοὺς Βασιλέως ἔχοντας τὸ καθῆκον, ἐκτὸς τοῦ δικαιώματος, νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα ἐκεῖ ὅπου δὲν ἀπαγορεύεται εἰς αὐτοὺς διὰ λόγους πολιτικούς, φαντάζεσθε αὐτοὺς τοὺς υἱοὺς τοῦ Βασιλέως, φαντάζεσθε πρὸ πάντων—ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται διάκρισις ἐπὶ τοιούτων πραγμάτων—τὸν Διάδοχον εἰς ποίαν θέσιν τίθενται, ὅταν εἴπητε πρὸς αὐτόν, ὅταν εἴπητε πρὸς αὐτοὺς ὅτι μόνοι τῶν Ἑλλήνων δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα.....
§120Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν τιμήν.
§121Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. .... δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, δὲν ἔχετε τὴν τιμήν, δὲν ἔχετε τὴν ἄδειαν, αἰσθανόμενοι τὸ καθῆκον, ὅπερ πᾶς Ἕλλην ἔχει, νὰ ἐργασθῆτε στρατιωτικῶς, εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο, εἰς ὃ πᾶσαι αἱ Πολιτεῖαι ἔδωκαν ἐλευθέραν εἴσοδον εἰς τοὺς υἱοὺς τῶν Ἡγεμόνων καὶ τοὺς Ἡγεμόνας; Εἶναι δυνατὸν οὗτοι, οὐχὶ ἐπὶ 24 ὥρας, οὐχὶ ἐπὶ 24 λεπτά, οἱ οὕτω καθαιρούμενοι ἐν τῷ πολυτιμοτάτῳ παῖδες τοῦ Βασιλέως, εἶναι δυνατὸν οὗτοι οὐδ’ ἐπὶ 24 δευτερόλεπτα νὰ ὑπομείνωσι—δὲν θέλω νὰ εἴπω τὴν λέξιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, καίτοι εἶναι ἀκριβής, τὴν «ὕβριν»—τὸν τοιοῦτον ἐξευτελισμόν; Δὲν εἶναι ἀντιληπτὸν ὅτι εὐθὺς ὡς πάντες οὗτοι τοῦτο ἀκούσωσιν, ἐὰν τυχόν, ὅπερ ἀπεύχομαι καὶ δὲν πιστεύω, λάβῃ τὸ ἔγγραφον τοῦτο κῦρος νόμου, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ σπεύσωσι πάντες νὰ εἴπωσιν: «ἀπωλέσαμεν τὴν πατρίδα, ἐν ᾗ ἐγεννήθημεν· μεταβῶμεν νά εὕρωμεν πατρίδα ἀλλαχοῦ, ἀφοῦ ἡ πατρὶς μᾶς ἀποδιώκει, καὶ μᾶς ἀποδιώκει ἐξευτελίζουσα ἡμᾶς»; Εἷς ἕκαστος ἡμῶν, οὐχὶ Ἡγεμονόπαις, εἷς ἕκαστος ἡμῶν, πολίτης, οὐχὶ Βουλευτής, ἂν ἐλέγετο πρὸς αὐτὸν τοῦτο διὰ νόμου ὑπογεγραμμένου καὶ κεκυρωμένου ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶχε πλέον θέσιν ἐν Ἑλλάδι; Καὶ ποῖος ἤθελε δώσει εἰς αὐτὸν τὴν χεῖρα, ἀφοῦ δὲν αἰσθάνεται τὴν ὕβριν; Καὶ πρὸς τίνα θὰ ἠδύνατο νὰ ὁμιλήσῃ ὡς ἰσότιμος καὶ ἀδελφός; Καὶ τοῦτο θέλουσι νὰ πράξωμεν ἡμεῖς εἰς βάρος τῶν υἱῶν τοῦ Βασιλέως, ὃν θέλομεν νὰ διατηρήσωμεν; Προσβολὴ τῆς λογικῆς μείζων ταύτης δὲν μοὶ φαίνεται δυνατή. Καὶ λέγομεν εἰς αὐτούς: Θὰ ἔχητε στολὰς χρυσοϋφάντους, θὰ ἔχητε σειρήτια ἢ ἀστέρας, θὰ ἔχητε μισθούς, θὰ ἔχετε προαγωγάς, ἀλλὰ γινώσκετε ὅτι πάντα ταῦτα εἶναι κατὰ μόνον τὸν μισθὸν ἴσως διάφορα τῶν βαθμῶν καὶ τῶν χρυσοϋφάντων στολῶν καὶ τῶν προαγωγῶν κατὰ βαθμούς, ἃς θεώμεθα παριστάμενοι εἰς τὰ θέατρα, ὅταν ἀκροώμεθα κωμῳδίας ἢ τραγῳδίας. Καὶ τί θέλει εἶναι οὗτος, ὃν οὕτω καθιστᾶτε τελείως ἄχρηστον καὶ ἀναγκάζετε—ἂν ἦτό ποτε δυνατὸν νὰ δεχθῇ τοῦτο—νὰ ἔχῃ τὸ ὄνειδος τοῦ ἀργομίσθου, τοῦ ὑψηλοῦ ἀργομίσθου, ἐν τόπῳ, ὅπου ἡ λέξις ἀργομισθία ὑπῆρξεν ἴσως μία τῶν αἰτιῶν τῆς σημερινῆς ἀνωμαλίας; Ὁ κ. Βουλευτὴς Καλαμῶν εἰς τοῦτο ἐπέμεινε περισσότερον καὶ ὡμίλησεν ὅπως ὡμίλησε—, καὶ ᾐσθάνετό τις ἀκούων αὐτοῦ ταύτην τὴν ἑσπέραν χρωματισμόν τινα Δημοσθένους—, ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησεν οὕτω, διότι ᾐσθάνθη ὁ ἴδιος εἰς ἑαυτόν, ὡς μέλος τοῦ στρατοῦ, ὄνειδος διὰ τὸ πρᾶγμα. Καὶ πῶς; ὁ ἔχων βαθμοὺς καὶ προαγόμενος εἰς βαθμούς, καθ’ ὃν τρόπον καὶ πάντες οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, καὶ οὕτως ἐξευτελιζόμενος, καὶ οὕτως ἀνήκων μονίμως εἰς τὴν ἀργομισθίαν δὲν καταισχύνει τοὺς ἄλλους, τοὺς ἐργαζομένους, τοὺς ἔχοντας αὐτὸν συνάδελφον, τοὺς μὴ δυναμένους ν’ ἀρνηθῶσιν ὅτι καὶ οὗτος ἀνήκει τοὐλάχιστον κατ’ ἐπιφάνειαν εἰς τὸν στρατόν; Καὶ ἐπόνει φυσικώτατα· διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ αἰσθανθῇ τις τοιοῦτον αἴσθημα, ὅτε βλέπει καταδικαζομένους διὰ νόμου, σχεδὸν ὅπως καταδικάζονται οἱ ἐγκληματίαι, τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους νὰ μὴ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν στρατόν, ἐφ’ ὅσον ζῶσι, καὶ ἐν τούτοις βλέπει αὐτοὺς λαμβάνοντας ὡς ἀντάλλαγμα τῆς τοιαύτης καθαιρέσεως μισθόν. Ὁ μισθὸς οὗτος εἶναι δυνατὸν νὰ γένηται ἀποδεκτὸς ὑπὸ οἱασδήποτε χειρὸς ὁπωσοῦν καθαρᾶς; Ἀπαγορεύεται ἡ ὑπηρεσία, ὄχι μόνον ἡ διοίκησις, ἡ ὑπηρεσία ἐν τῷ στρατῷ· καὶ κατὰ τίνα τρόπον! Δὲν ὑπάρχει θέσις ἐν τῷ στρατῷ, εἰς ἣν νὰ ἐπιτρέπηται εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσαχθῶσιν. Ἡ ὕβρις δέ, ὁ ἐξευτελισμὸς διπλασιάζεται, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν Βασιλέα προσεγγίζει περισσότερον, ἂν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου πηγάζῃ τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀληθῶς διαγεγραμμένος ἀπὸ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, μόνον μισθὸν καὶ στολὴν διατηρῶν καὶ ὄνομα βαθμοῦ, τοσοῦτον ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται εἰς αὐτὸν οὐδὲ ὡς ὑπασπιστὴς τοῦ πατρὸς αὐτοῦ νὰ ἐμφανισθῇ. Νομίζω ὅτι τελευταῖον, ἐὰν ἡ εἴδησις εἶναι ἀληθής, ὁ πρίγκιψ Χριστόφορος ὠνομάσθη ὑπασπιστὴς τοῦ Βασιλέως.
§122Λ. ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπιτρέπεται τοῦτο, διότι δὲν πρόκειται περὶ διοικήσεως οὔτε περὶ ὑπηρεσίας ἐν τῷ στρατῷ.
§123ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· εἶναι λυπηρὸν ὅτι πρέπει νὰ ὑπομνήσῃ τις εἰς ὑμᾶς, τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ὀνομάζει τοῦτο «ὑπηρεσίαν». Καὶ ὑμεῖς, ὁ τοιαύτην πρότασιν ὑπογράψας, διατί δὲν ἐφείσθητε τοῦ δυστυχοῦς τούτου νέου, ὃν ὠνομάσατε σήμερον ὑπασπιστήν, ἵνα καθαιρέσητε αὐτὸν αὔριον; Ἰδού, κύριε Ὑπουργέ, περιλαμβάνονται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ οἱ ὑπασπισταί. Ἄρθρον 24 τοῦ Ὀργανισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Ὁ ἐνεργὸς στρατὸς ἀποτελεῖται· αʹ) ἐκ τῆς Γενικῆς διοικήσεως· βʹ) ἐκ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου· γʹ) «ἐκ τῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Βασιλέως, τοῦ Διαδόχου καὶ τῶν λοιπῶν Βασιλοπαίδων διατελούντων ἀξιωματικῶν, οἵτινες λαμβάνονται δι’ ἀποσπάσεως ἐκ τῶν ἀνηκόντων εἰς ἄλλας ὀργανικὰς θέσεις». Καὶ τοῦτό μοι ἐνθυμίζει ὅτι θέλει συμβῆ καί τι, ὅπερ πρὸς τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος εἶναι μηδαμινὸν ἀληθῶς, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὃ μὴ γένοιτο, γένηται νόμος, θέλετε ἀνακτήσει κενὰς ὀργανικὰς θέσεις, διότι οὗτοι τίθενται πλέον ξόανα ἐν τῷ στρατῷ, οὐδεμίαν ἄλλην θέσιν ἔχουσιν ἐν αὐτῷ εἰμὴ θέσιν ἀγάλματος, ὑμεῖς δὲ ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος Ὑπουργὸς θὰ ἔχητε θέσεις πρὸς πλήρωσιν δι’ ἄλλων ἀξιωματικῶν. Ὁ ἐξευτελισμὸς εἶναι ἀφόρητος· καὶ ἀδύνατον οἱαδήποτε εὐγενὴς ψυχή, οἱοσδήποτε νουνεχὴς ἀνὴρ νὰ μὴ αἰσθάνηται τὸν ἀντίκτυπον αὐτοῦ ἐν ἑαυτῷ· καὶ εἶναι ἀνάγκη, ἐπαναλαμβάνω, τὸ πρᾶγμα τοῦτο νὰ κατασταθῇ ἁπανταχοῦ καταληπτόν· καὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα, τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀκούουσα τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα καὶ ἴσως ἀκούσασα καὶ ἄλλα, θέλει ἔχει τὴν ἠθικὴν δύναμιν, θέλει ἔχει τὴν προθυμίαν, ἥτις ἀδύνατον νὰ λείπῃ ἀπὸ πατριωτικῶν καρδιῶν, ὥστε νὰ καταβάλῃ πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ἐξεύρεσιν τρόπου συμβιβασμοῦ τῶν πραγμάτων, τοιούτου ὥστε νὰ καταργηθῶσι μὲν τὰ παλαιὰ κακά, νὰ μὴ εἰσέλθωμεν δὲ εἰς νέα δεινά, ἅτινα θὰ εἶναι βεβαίως χείρονα τῶν καταργουμένων. Συνταγματικῶς τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐπίσης ἀφόρητον· διότι δὲν ὑπάρχει διάταξις τοῦ Συντάγματος πραγματευομένη περὶ πολιτῶν Ἑλλήνων καὶ περὶ ἀξιωματικῶν, ἥτις νὰ μὴ περιφρουρῇ τὸ δικαίωμα τῶν υἱῶν τοῦ Βασιλέως νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὸν στρατόν, ἥτις νὰ μὴ ἀποτελῇ ὑπόδειξιν ὅτι ἔχουσιν οὗτοι, ἴσως περισσότερον παντὸς ἄλλου, καθῆκον πρῶτοι νὰ τρέξωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς πατρίδος. Τὸ ἄρθρον 3ον, ὅπερ ἀνέγνωσεν εἰς ὑμᾶς ὁ ἔντιμος συνάδελφος, λέγει ὅτι οἱ Ἕλληνες πολῖται εἶναι δεκτοί, ἢ μᾶλλον δικαιοῦνται, καὶ δικαιοῦνται πάντες, διότι εἶναι πάντες ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου—, προτάσσεται ἡ διάταξις αὕτη—, πάντες οἱ Ἕλληνες πολῖται, οἱ ἐν παντὶ ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου ἔχουσι δικαίωμα ν’ ἀναλάβωσι δημοσίαν ὑπηρεσίαν· καί, καθὼς ἔδειξε πρὸς ὑμᾶς ὁ προαγορεύσας, μίαν μόνην ἐξαίρεσιν ἐν τούτῳ καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα, τὴν ἐξαίρεσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ. Οὐδεμία ἀπαγόρευσις ἄλλη ὑπάρχει καὶ ἄν, ὡς ἐδόθη καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴ νὰ εἴπω, ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ ποτε υἱὸς ἡγεμόνος νὰ πολιτευθῇ, οὐδεὶς θεσμὸς ἀπαγορεύει εἰς αὐτὸν νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν κάλπην καὶ νὰ λάβῃ τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν αὐτοῦ. Προσβάλλει ἄρα τὰς διατάξεις τῶν συνδυασμένων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος 3 καὶ 77 τὸ νομοσχέδιον. Ἄλλη προσβολὴ ἄλλης διπλῆς διατάξεως, τῆς τῶν ἄρθρων 34 καὶ 100 τοῦ Συντάγματος, ἄρθρων ἅτινα ὁμιλοῦσι περὶ ἀπονομῆς καὶ ἀφαιρέσεως βαθμοῦ. Ὅτε δὲ γίνεται ἐκεῖ λόγος περὶ βαθμοῦ, δὲν ἐννοεῖται ὁ βαθμὸς κατὰ τὴν μισθοφορίαν, δι’ ἣν οἱ βαθμοῦχοι πολλάκις προσβαλλομένου τοῦ δικαιώματος αὐτῶν καταφεύγουσιν εἰς τὰ δικαστήρια. Τοῦτο γίνεται ἐκεῖ οὕτω, διότι τὰ δικαστήρια μόνον τὸ ὑλικὸν μέρος ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἐξετάσωσιν, ὅπως ἀποδώσωσι τοὺς μισθοὺς ἐκεῖ ὅπου ἐπείσθησαν ὅτι ὑπάρχει ἀδικία. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα περὶ βαθμῶν διδομένων καὶ ἀφαιρουμένων κατὰ νόμον· ἔχομεν δ’ ἐν τούτῳ γενικὴν διάταξιν, ἥτις δὲν ἐπιτρέπει ἐξαίρεσιν. Δίδεται ὁ βαθμὸς κατὰ νόμον, ἀφαιρεῖται ὁ βαθμὸς κατὰ νόμον, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται, δὲν δικαιοῦσθε δὲ ὑμεῖς νὰ εἴπητε· οἱ δεῖνα πολῖται ἂς ἔχωσιν ἄλλον νόμον ἢ οἱ ἄλλοι πάντες πολῖται, ὅπως ἀποπεμφθῶσι μακρὰν τοῦ στρατοῦ. Ἀλλ’ ἐλπίζω, εἶπον, ὅτι δὲν θέλομεν φθάσει εἰς ὥραν νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ ἔποψιν ἀπαραδέκτου. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει μεριμνήσει νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοιαύτης ἀνάγκης· πρέπει δὲ νὰ εἴμεθα πάντες πεπεισμένοι ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε μόνον καταφρονήτρια τῆς ἑαυτῆς τιμῆς, μόνον καταφρονήτρια τοῦ ἰδίου αὑτῆς καθήκοντος Βουλὴ εἶναι δυνατὸν νὰ σιωπήσῃ καὶ νὰ μὴ ἀντιτάξῃ τὸ ἀπαράδεκτον. Ὁ κ. συνάδελφος ὑπέβαλε τροπολογίαν· εἶχον καὶ ἐγὼ ἑτοίμην τροπολογίαν,—θέλω καταθέσει αὐτήν,—ἥτις εἶναι εὐρυτέρα τῆς τοῦ ἐκ Καλαμῶν Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἥτις ὑποβάλλεται μόνον ἵνα χρησιμεύσῃ ὡς ἀφορμή,—διὰ τοῦτο καὶ συνετάχθη,—ὅπως εἴπω ὅσα εἶπον ἐνταῦθα πρὸ ὀλίγου. Ὑποβάλλων τὴν τροπολογίαν οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ζητήσω νὰ προτιμηθῇ τῆς ἄλλης, καίτοι αὕτη εἶναι στενωτέρα· ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν μόνον ἵνα δείξω τὴν γνώμην, ἣν ἔχω, περὶ τῆς θέσεως τῶν Πριγκίπων ἐν τῷ στρατῷ, γνώμην σύμφωνον κατὰ πάντα πρὸς ἐκεῖνα, ἅτινα ἐν ἔτει 1900 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ μακρῶν ἐνταῦθα ὑπεστήριξα, ὑπεστήριξα δὲ καὶ ἐπανέλαβον αὐτὰ ἑκάστοτε, ἐφ’ ὅσον αἱ ἔκτοτε Κυβερνήσεις, ὅσαι ἄλλως ἐσκέπτοντο, εἰσῆγον ἐνταῦθα νομοσχέδια ἐπιτείνοντα ἢ μὴ διορθοῦντα τὸ κακόν. Λέγω ταῦτα τὴν ἑσπέραν ταύτην μετὰ τῆς πεποιθήσεως ὅτι ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ὅτι πάντες ὅσοι ἐνταῦθα ὡμίλησαν καθ’ ὃν τρόπον ἡμεῖς ὡμιλήσαμεν, ἐλάβομεν καὶ διετηρήσαμεν τὴν ἐπωνυμίαν «ἀντιδυναστικοί». Οἱ ἀντιδυναστικοί, οἱ οὕτως ἀδίκως καὶ ἀκατανοήτως χαρακτηριζόμενοι, οἱ ἀντιδυναστικοὶ ἔρχονται ἐνταῦθα, ἀληθεῖς βασιλικοί, μὴ κρύψαντες τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν παραπλανώμενον Ἄνακτα, μὴ κρύψαντες τὴν ἀλήθειαν εἰς τοὺς αἰτίους τῆς παραπλανήσεως Συμβούλους αὐτοῦ, οἱ ἀντιδυναστικοὶ ἔρχονται τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ἱκετεύουσι τὴν Βουλήν, καὶ ἔξω τῆς Βουλῆς παρακαλοῦσι τὸν κύκλον τὸν εὐγενῆ τὸν ὑποβαλόντα τὸ πρόγραμμα τοῦτο, νὰ μὴ θελήσωσι νὰ συνδέσωσι τὸ ὄνομα αὑτῶν μετὰ τῆς καταστροφῆς τοῦ τόπου. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ τροπολογίαι.
§125ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ᾼΥΛΗʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 περὶ τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας καὶ περὶ Ἀντιβασιλείας τροποποιεῖται ὧδε: Τὰ τῆς ἐν τῷ στρατῷ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης κατατάξεως, τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἐν ἄρθρῳ 1 ἐνδιαλαμβανομένων ἀρρένων ὑπάγονται εἰς τοὺς περὶ κατατάξεως, προβιβασμοῦ καὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν κοινῶς ἰσχύοντας ὁρισμοὺς τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἀπαγορεύεται ἡ εἰς αὐτοὺς ἀνάθεσις γενικῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως ἐν καιρῷ εἰρήνης ἤ, ἐν παντὶ χρόνῳ, οἱασδήποτε διοικήσεως ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, μὴ ἐχούσης χαρακτῆρα ἁπλῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἐν ταῖς τάξεσιν ἢ ἐπὶ τῶν μαχίμων πλοίων τοῦ στόλου».
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῶσι καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§127Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀναντίρρητον, Κύριοι, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε τὴν σημερινὴν μεγάλην ἀνωμαλίαν, εἶναι ὁ νόμος τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἔχομεν τὴν συνείδησιν καθαράν, διότι τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκωμεν, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ δριμύτητος καὶ ἐπιμονῆς ἐπολέμησε τὸν νόμον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Καὶ ὄχι μόνον ἐπολέμησε τὸν νόμον τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ προεῖδε καὶ προεῖπεν ὅλα τὰ κακά, τὰ ὁποῖα ἔκτοτε εἴδομεν ἐνταῦθα.
§128Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἦτο Ὑπουργὸς τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐψήφισε καὶ ἐπέβαλε τὸν νόμον.
§129ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπουργὸς δὲν ἤμην. Τὸν νόμον τὸν ἐψήφισα καί, ἂν προκληθῶ, θὰ ἐξηγήσω διατί τότε τὸν ἐψήφισα.
§130Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Βεβαίως; ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι διακεκριμένοι συνάδελφοι, οἵτινες τότε εἶχον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ ἡμεῖς εἴχομεν· τοῦτο δὲν θέλω νὰ ἀμφισβητήσω οὔτε θέλω νὰ μειώσω τὴν ἀξίαν αὐτῶν. Ἡ ἀλήθεια ὅμως εἶναι ὅτι τὰ λεχθέντα τότε ὑπῆρξαν οὕτως εἰπεῖν προφητικά, διότι ὄντως ἐπροφητεύσαμεν, ὅτε ἐλέγομεν τότε ὅτι ἤθελον συμβῆ ὅσα συμβαίνουσι σήμερον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτε ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς ὑπαινιγμοὺς ῥιφθέντας τὴν ἑσπέραν ταύτην. Πρὸ πάντων φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ σημειώσω ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον ἐκ μέρους ὑμῶν, ἂν δὲν ἠθέλετε ἀναγνωρίσει ὅτι τὴν ἡμέραν ἐκείνην τῆς τρικυμίας προσεφέραμεν μεγάλην ὑπηρεσίαν εἰς τὸν τόπον. Διότι σήμερον εἶναι εὔκολον νὰ ὁμιλῇ τις ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, τὴν ἡμέραν ὅμως ἐκείνην τὰ πράγματα δὲν ἦταν εὔκολα. Καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐμαίνετο ἡ τρικυμία, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ἐλέγετο καὶ ἐπιστεύετο καὶ ἦτο καὶ ἀκριβὲς ὅτι αἱ φρουραὶ τῶν ἐπαρχιῶν ἐπρόκειτο νὰ βαδίσωσι κατὰ τῆς πρωτευούσης, ὅλα δὲ τὰ ἄτακτα στοιχεῖα ἡτοιμάζοντο νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα συνήθως ἐπιδίδονται ταῦτα, ἡμεῖς εἴχομεν τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβωμεν τὴν Κυβέρνησιν. Νομίζω δὲ ὅτι προσεφέρομεν μεγάλην ὑπηρεσίαν ἀποσοβήσαντες τὴν ἀναρχίαν καὶ τὴν αἱματοχυσίαν. Τὸ προϊὸν ὅμως τοῦ κινήματος ἐκείνου, τὸ προϊὸν τῆς ἀνωμαλίας ἐκείνης ὑπῆρξαν αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰ ὁποῖα συζητοῦνται τὴν ἑσπέραν ταύτην. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἀνεγινώσκετο τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, νὰ τυπωθῶσι δὲ αἱ τροπολογίαι καὶ τότε ἐπὶ τῆς βʹ ἀναγνώσεως θὰ μᾶς δοθῇ ἡ εὐκαιρία νὰ συζητήσωμεν καὶ πάλιν.
§131Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα μόνον διὰ νὰ τονίσω ἕν σημεῖον, περὶ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ λόγος τὴν στιγμὴν ταύτην. Εἶχον ἐγγραφῆ, ὅπως ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοθετήματος, ἀλλ’ ἀναβάλλω, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε διὰ τὴν βʹ συζήτησιν, ὅτε θὰ εἶναι τετυπωμέναι ὅλαι αἱ τροπολογίαι, καὶ θὰ τὸ συζητήσωμεν κατ’ ἔκτασιν. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ τονίσω, ὅτι, καθ’ ἣν ἡμέραν ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Οἰτύλου, οὐδεὶς ὑπῆρχε κίνδυνος εἰσβολῆς ἀτάκτων στοιχείων εἰς τὴν πόλιν, διότι καὶ τὰ μέτρα πάντα εἶχον ληφθῆ μέχρι τῆς ὁρκίσεως τοῦ νέου Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅπως ἡ τάξις ἐπικρατήσῃ ἐν τῇ πόλει, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνδρες τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἦσαν πρόθυμοι, ὅπως ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν ἀπέναντι τῶν ἀτάκτων στοιχείων, καὶ ὁ στρατός, ὅστις ἐξεδήλου τὸ φρόνημα αὑτοῦ ἐν Γουδίῳ, ἦτο ἕτοιμος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν τάξιν κατὰ τῶν ἀτάκτων στοιχείων.
§132Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§133ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἂν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ τῷ γενομένῳ ἐν τοῖς Ἀνακτόροις μαζὶ μὲ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως, τοῦ ὁποίου ἔλαβε γνῶσιν ὁ Βασιλεύς, ἔλαβε γνῶσιν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πιστεύω ὅτι θὰ ἔλαβε γνῶσιν.
§134Κ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐπαναλάβω ἐνταῦθα τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἀντήλλαξα μετὰ τοῦ Βασιλέως. Ἡμεῖς εἴμεθα ὑπεύθυνος Κυβέρνησις· ὑπεβάλομεν τὰ νομοσχέδιά μας καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὀφείλετε νὰ συζητήσητε, χωρὶς νὰ ἀναμίξωμεν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως.
§135ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ἐάν, ὡς πιστεύω, ὑπάρχῃ φιλοπατρία καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔγινε κατόπιν αἰτήσεως λαοῦ καὶ στρατοῦ ὁλοκλήρου, τὸ ἀπεδέχθη καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ τὸ ἀποδεχθῇ οὔτε ὁ Βασιλεὺς οὔτε ἡ Κυβέρνησις, διότι ἴσως, ἐὰν δὲν τὸ ἀπεδέχοντο, θὰ ἐπηπειλοῦντο κίνδυνοι μεγαλείτεροι. Νομίζω ἀκόμη ὅτι ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Κυβέρνησις, οἱ ὁποῖοι τὸ ἀπεδέχθησαν, τὸ ἀπεδέχθησαν, διότι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον ἀφαιρεῖ τὰς διοικήσεις καὶ τὰς ὑπηρεσίας, ἀναγνωρίζουσιν, ὅπως καὶ ἡ Κυβέρνησις, νομίζω, καὶ ὁ Βασιλεύς, ὅτι ἐκ τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἴσως κίνδυνοι μεγαλείτεροι ὑπάρχουσι, καὶ νομίζω καὶ ἐπαναλέγω ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι θὰ ἤθελον προκειμένου περὶ τῆς πατρίδος αὑτῶν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι νομίζω ὅτι καὶ αὐτοὶ ὑπεράνω πάντων καὶ τοῦ ἠθικοῦ καὶ οἱουδήποτε ἄλλου, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πειράξῃ αὐτούς, θέτουσι τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ψηφισθῇ. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§136Ι. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, κύριε Πρόεδρε.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1, 2 καὶ 3). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικήσεως τοῦ στρατοῦ». Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1 ἕως 5). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τοῦ σώματος τῶν Γενικῶν Ἐπιτελῶν». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§140Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§142ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§143Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ ἐγγράφετε πρῶτον εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἐρωτηθεῖσα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως, συμπληρώσεως καὶ προσθήκης διατάξεων ἐν τοῖς περὶ συνοικισμοῦ διανομῆς γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ Θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου νόμοις ͵ΓΣΒʹ τῆς 7 Ἀπριλίου 1907 καὶ ͵ΓΤΘʹ τῆς 14 Μαΐου 1908». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν, ἄρθρον καὶ σύνολον).
§145ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προταχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ λαχείου τοῦ στόλου.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν ἀρχαιοτήτων τῆς Ἑλλάδος καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ λαχείων νόμων». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή, τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§147ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, αὔριον κατὰ τὴν αὐτὴν σειρὰν νὰ εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν ἀπόψε εἰς αʹ ἀνάγνωσιν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§148Σ. ΣΤΑΗΣ. Προηγεῖται ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· προηγεῖται ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς.
§150ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μετὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς λύω τὴν συνεδρίασιν. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.).