1905.06.30
2.741 στίχοι · 20.744 λέξεις · 235 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 43
τῆς 30 Ἰουνίου 1905.
(Πέμπτη).
(Προεδρεύοντος τοῦ Προέδρου κ. Ἀλεξ. Σπ. Κ. Ρώμα).
(Γενομένης ἀπαρτίας ὥρᾳ 6 μ. μ. ἀναγινώσκονται καὶ ἐγκριθέντα ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Σπετσῶν κ. Ἰάσων Μούμπουλης ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων». Αἱ τροπολογίαι αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 289). Ὁ βουλευτὴς Θηβῶν κ. Σκουλούδης ἐρωτᾷ τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς τοποθετήσεως ἀνεμιστήρων ἐν τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς. Ἀπαντῶ, ὅτι ἀνεμιστῆρες δυστυχῶς ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχουσιν. Ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι μόνον μετὰ 15 ἡμέρας θὰ ἔχῃ τοιούτους, καὶ θὰ ἦναι δυνατὴ ἡ τοποθέτησις αὐτῶν. Ἀλλὰ μέχρι τότε βεβαίως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς θὰ ἔχωσι λήξει. Ὑπάρχει ἄλλως τε τρόπος νὰ λήξωσι ταχύτερον αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, ἐὰν οἱ κύριοι Βουλευταὶ εὐαρεστηθῶσι νὰ λέγωσιν ὀλιγώτερα. Ὁ βουλευτὴς Σύρου κ. Βοκοτόπουλος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης:
§2ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλήν: Αʹ) Πίνακα περιέχοντα 1) τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τῶν κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη 1902, 1903 καὶ 1904 ἐκδοθεισῶν ἀποφάσεων ὑφ’ ἑκάστου Πλημμελειοδικείου τοῦ Κράτους· 2) πόσαι ἐξ αὐτῶν εἰσιν ἐρήμην καταδικαστικαί, τίς ἡ δι’ ἑκάστης αὐτῶν ἐπιβληθεῖσα ποινή, καὶ ἐπὶ τίνι ἀδικήματι ἐπεβλήθη αὕτη· 3) πόσαι ἐκ τῶν προσβληθεισῶν δι’ ἀνακοπῆς, ἐκδικασθείσης κατ’ ἀντιμολίαν, ἐξηφανίσθησαν, ἀθωωθέντος τοῦ κατηγορουμένου· 4) πόσαι ἐκ τῶν προσβληθεισῶν δι’ ἀνακοπῆς μετερρυθμίσθησαν, ἀναφερομένης καὶ τῆς ἐπιβληθείσης ἐπὶ τῇ ἀνακοπῇ ποινῆς· καὶ 5) πόσαι ἀνακοπαὶ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τούτων ἀπερρίφθησαν, κατ’ ἀντιμολίαν ἐκδικασθεῖσαι. Βʹ) Πίνακα περὶ τῶν Συμβολαιογραφείων τοῦ Κράτους, ἐμφαίνοντα: 1) τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν πάντων τῶν ὑπηρετούντων συμβολαιογράφων· 2) τὴν ἕδραν ἑκάστου συμβολαιογράφου κατὰ δήμους· 3) τὴν ἐποχὴν τοῦ διορισμοῦ ἑκάστου· 4) τίνες ἐξ αὐτῶν ἔχουσι δίπλωμα ἢ πτυχίον τῆς Νομικῆς Σχολῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου· 5) τὸν ἀριθμὸν τῶν συμβολαιογραφικῶν πράξεων ἑκάστου συμβολαιογράφου ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ του μέχρι τῆς 1 Ἰουλίου 1905· 6) τίνες ἐξ αὐτῶν καὶ ποσάκις ἐτιμωρήθησαν πειθαρχικῶς· καὶ 7) τὸ ποσὸν τῆς κατατεθειμένης ὑφ’ ἑκάστου ἐγγυήσεως.»
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Φούφας ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§4ΓΡ. ΦΟΥΦΑΣ. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, κύριε Πρόεδρε, πολλαὶ ἀστυνομίαι ἐν τῷ νομῷ Ἠλείας διευθύνονται ὑπὸ ἐνωμοταρχῶν· καὶ ὑπεσχέθη μὲν, ὅτι θὰ ἐλάμβανε πρόνοιαν ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀείμνηστος Δηλιγιάννης, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ἐπελθόντος ἀπαισίου γεγονότος, τῆς δολοφονίας αὐτοῦ, τὰ πράγματα ἔμειναν ὡς εἶχον. Ὡς ἐκ τῆς διοικήσεως δὲ τῶν ἀστυνομιῶν ὑπὸ ἐνωμοταρχῶν πολλὰ ἄτοπα ἀτυχῶς συμβαίνουσι, πρὸς βλάβην τῆς τε δημοσίας τάξεως καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Θὰ εἴπω δὲ διὰ τίνα λόγον προσγίγνεται βλάβη εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα, κυρίως ἐν τῷ δήμῳ Ἤλιδος. Ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου Ἤλιδος κατοικεῖται ὑπὸ 10,000 κατοίκων, ἀλλ’ εἰς τὸν πληθυσμὸν τοῦτον εἰσχωροῦσι καὶ πολλὰ στοιχεῖα ἐπικίνδυνα ἐκ τῶν ξένων ἐργατῶν, τῶν συρρεόντων ἐκεῖ. Καὶ περὶ τοῦ δήμου Ἤλιδος εἶχε προβλέψει ὁ ἀείμνηστος πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ ἀπαισίου γεγονότος ἔμειναν τὰ πράγματα ὡς εἶχον. Εἶπον δὲ, ὅτι προσγίγνεται πολλὴ βλάβη εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, διότι, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν, τὴν 10 λήγοντος μηνὸς Ἰουνίου ἀνεκαλύφθη ἐν τῇ παραλίᾳ θέσει Κασιδιάρη σοβαρὸν λαθρεμπόριον σακχάρεως ἐκ 1300 ὀκάδων, τὸ ὁποῖον καὶ κατεσχέθη ὑπό τινος ὑπενωμοτάρχου τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ οὗτος, ἀντί, ὡς ὤφειλε, νὰ παραδώσῃ τὴν κατασχεθεῖσαν σάκχαριν εἰς τὴν ἀστυνομίαν, παρέδωκεν αὐτὴν πρὸς φύλαξιν εἰς τι ἐμπορικὸν κατάστημα ἐν Ἀμαλιάδι, καὶ οὐχὶ ὁλόκληρον τὸ ποσὸν, ἀλλὰ μόνον τὸ ἥμισυ, ὅπερ καὶ κατεσχέθη ὑπὸ τοῦ διευθύνοντος τὴν ἀστυνομίαν ἐνωμοτάρχου καὶ ἀπεστάλη εἰς τὴν Οἰκονομικὴν Ἐφορίαν Ἠλείας, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἐπωλήθη πρὸς 1,30 τὴν ὀκᾶν, καὶ οὐχὶ ἐν δημοπρασίᾳ, ἀλλὰ τμηματικῶς, εἰς διαφόρους. Ἐπειδὴ ὅμως τὴν εὐθύνην τῆς λαθρεμπορίας ζητοῦσι νὰ ἐπιρρίψωσιν οὐχὶ εἰς τὸν πραγματικὸν λαθρέμπορον, ἀλλ’ εἰς τὸν ἔμπορον, ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν κουφότητα νὰ δεχθῇ τὴν παραδοθεῖσαν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ ὑπενωμοτάρχου τῆς ὑπηρεσίας σάκχαριν, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ νὰ ἐνεργηθῶσιν ἁρμοδίως αὐστηραὶ ἀνακρίσεις, ἂν πράγματι ἡ κατασχεθεῖσα σάκχαρις ἦτο 1300 ὀκάδες, καὶ οὐχὶ 650, ἂν ἐπωλήθη εἰς τὴν ἀγορὰν τοιαύτη σάκχαρις ἄνευ δημοπρασίας, καὶ ὑπὸ τίνος, καὶ νὰ καταδιωχθῇ ὁ πραγματικὸς λαθρέμπορος, καὶ οὐχὶ ὁ ἔμπορος, ὅστις, ὡς προεῖπον, εἶχε τὴν κουφότητα νὰ δεχθῇ τὴν παραδοθεῖσαν αὐτῷ ὑπὸ τοῦ ὑπενωμοτάρχου σάκχαριν, καὶ διατὶ παρεδόθη εἰς αὐτὸν ἡ σάκχαρις αὕτη. Τὴν ἐπερώτησίν μου ταύτην καταθέτω καὶ ἐγγράφως.
§5ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θέλω ἐξετάσει τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα δὲ τῆς διευθύνσεως πολλῶν ἀστυνομιῶν ὑπὸ ἐνωμοταρχῶν, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι, καίτοι ὀλίγαι ἡμέραι παρῆλθον ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καταγίνομαι νὰ ἐξεύρω τρόπον, ἵνα πληρωθῶσιν ἅπασαι αἱ ἀστυνομίαι δι’ ἀξιωματικῶν, καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ κατορθωθῇ τοῦτο.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Μαντινείας κ. Στέφανος Βάρβογλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνυποτάκτων κληρωτῶν». Ἡ τροπολογία αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κύριος Φικιώτης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§7ΑΓ. ΦΙΚΙΩΤΗΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κραναίας κ. Δ. Σβορῶνος ὑποβάλλει τὴν ἑξῆς ἔγγραφον ἐπερώτησιν.
§9ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Παξῶν αἰτηθέντα ἔγγραφα, τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν ἵδρυσιν τῆς λεγομένης «Τραπέζης τῆς Ἀνατολῆς». Συγχρόνως δὲ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν μεταξὺ τῆς Τραπέζης τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρείας Deutsche Levante-Linie.»
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κ. Γρίβας ἔχει τὸν λόγον.
§11Κ. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ ΓΡΙΒΑΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ, τίνα σκοπὸν ἔχει ἡ ἀνέγερσις στρατώνων ἐν Πάτραις. Πρόκειται περὶ μετασταθμεύσεως τῆς Μεραρχίας ἐκ Μεσολογγίου μὲ τὴν ἕδραν αὐτῆς εἰς Πάτρας; Νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς Μεραρχίας τῆς Δυτικῆς Ἑλλάδος ἀποβλέπει εἰς πολεμικὰς ἐνεργείας. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει νομίζω ὅτι ἡ ἕδρα τῆς Μεραρχίας πρέπει νὰ ἦναι ἢ ἐκεῖ, ὅπου σήμερον εὑρίσκεται, ἢ ἐν Ἀγρινίῳ. Ἐν Πάτραις οὐδένα σκοπὸν ἔχει, διότι ἐν περιπτώσει ἐνεργείας πολεμικῆς ἡ Μεραρχία θὰ ἀναγκασθῇ νὰ διαπεραιωθῇ διὰ θαλάσσης εἰς τὸ ἀπέναντι μέρος, ἵνα προχωρήσῃ εἰς τὴν Ἤπειρον. Λοιπόν, ἐὰν ὁ σκοπὸς τῆς Μεραρχίας ἦναι πολεμικός, ἕδρα αὐτῆς πρέπει νὰ ἦναι τὸ Μεσολόγγιον ἢ τὸ Ἀγρίνιον, καὶ οὐχὶ αἱ Πάτραι.
§12ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Γνωρίζετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἕδρα τοῦ δωδεκάτου πεζικοῦ συντάγματος ὡρίσθησαν αἱ Πάτραι· ὡς ἐκ τούτου ἐκεῖ εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνῃ στρατών.
§13Κ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐὰν αὐτὸς ἦναι ὁ λόγος....
§14ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἄλλως τε καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τὸ ἀναφέρει.
§15Ι. Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Μὴ ἀνησυχεῖτε, κύριε Γρίβα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐψήφισεν ἤδη πίστωσιν 16,000 δραχμῶν, ὅπως τυπωθῶσι τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ παρελθουσῶν Συνόδων, νομίζω καλὸν νὰ συστήσω μίαν ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν, τῶν εἰδικωτέρων, ὅπως μὲ βοηθήσῃ εἰς τὸ ἔργον. Ἑπομένως παρακαλῶ τοὺς κυρίους Σιβιτανίδην καὶ Ἀγγελόπουλον ἐκ μέρους τῆς Συμπολιτεύσεως, καὶ Εὐταξίαν καὶ Ρέπουλην ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ συνεργασθῶσι μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ κύριος Μισυρλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§17Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἄλλοτε ἐγένετο λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῆς ἀπηνοῦς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, ἰδίως ἐν ταῖς σταφιδοφόροις ἐπαρχίαις. Δικαίως δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ δὲν εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ διατάξῃ ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως ἢ ἀναβολὴν, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλὴν, ὅτι, μὴ δυνάμενος νὰ πράξῃ τοῦτο, θὰ δώσῃ ὁδηγίας εἰς τὰς ἐπιτετραμμένας τὴν εἴσπραξιν ἀρχὰς, ὅπως ἐνεργῆται ἡ εἴσπραξις αὕτη λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί, καὶ ἰδίως κατὰ τὴν ἐποχὴν, ἣν διανύομεν. Καὶ πολὺ δικαίως, κύριε Πρόεδρε, διότι εἶναι ἤδη γνωστὴ ἡ κρίσιμος κατάστασις, ἢ μᾶλλον ἡ ἐπικίνδυνος οἰκονομικὴ κρίσις, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι. Ἐκτὸς τῆς ὑποχρεώσεως, ἣν ἔχει ἡ Πολιτεία, ἵνα μεριμνᾷ περὶ τῆς προστασίας τῶν ἀτυχησάντων πληθυσμῶν, νομίζω ὅτι ἡ ἀπηνὴς καταδίωξις κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχὴν δὲν θὰ ἔχῃ ἕτερον ἀποτέλεσμα εἰμὴ τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἐν ταῖς φυλακαῖς διὰ χρέη κρατουμένων καὶ τὴν κατάπαυσιν πάσης ἐργασίας παραγωγικῆς, ἐκ τῆς ὁποίας τὸ ἔθνος ἐλπίζει, προσέτι δὲ καὶ τὴν ἐπιβάρυνσιν τοῦ Δημοσίου μὲ τὴν δαπάνην τῆς διατροφῆς τῶν φυλακισμένων. Παρὰ τὴν διαβεβαίωσιν ὅμως ταύτην τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ μοὶ ἀπεστάλη ψήφισμα τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου Πύλου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναφέρεται, ὅτι ἀπὸ 15 περίπου ἡμερῶν ἤρχισεν ἐνεργουμένη ἀπηνεστάτη καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Τοσοῦτον δὲ ἀπηνὴς εἶναι ἡ καταδίωξις αὕτη, ὥστε πλεῖστοι τῶν ὀφειλετῶν τούτων ἠναγκάσθησαν νὰ τραπῶσιν εἰς τὰ ὄρη, ἵνα ἀποφύγωσι τὴν φυλάκισιν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ, τίς ὁ δοὺς τὰς διαταγὰς ταύτας. Ὑποθέτω ὅτι αἱ διαταγαὶ αὗται ἐδόθησαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας, ἐκ τῆς ὁποίας εὔκολον εἶναι νὰ ἐξέρχωνται τοιαῦται διαταγαί. Ἀλλὰ ποῖα ἀποτελέσματα θὰ ἔχωσιν αὗται καὶ κατὰ πόσον δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ὀλίγον, φαίνεται, ἐμελέτησαν οἱ κύριοι τῆς ὑπηρεσίας. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ μέτρα καὶ ἐκτελέσῃ τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ δώσῃ ὁδηγίας εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς περὶ εἰσπράξεως τῶν εἰς τὸ Δημόσιον ὀφειλομένων δι’ ἠπίων μέσων ἕνεκα τῆς κρισίμου οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοί.
§18Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑποθέτω ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου εἶναι προγενέστεραι τῶν διαταγῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκα.
§19Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Τὰς ἔλαβον πρὸ πέντε ἡμερῶν.
§20Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀπὸ πέντε ἡμερῶν ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ καὶ ἐλειτούργησεν ὁ τηλέγραφος. Αἱ διαταγαὶ δὲ εἶναι, ὅτι πρέπει ἡ εἴσπραξις νὰ γίνηται ἐπιεικῶς καὶ ἄνευ μέτρων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μὴ ἁρμόζοντα εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν.
§21Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Ἐπειδὴ ὅμως, κύριε Πρωθυπουργέ, ἐξεδόθη τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ψήφισμα, φαίνεται ὅτι δὲν ἐλήφθησαν εἰσέτι αἱ διαταγαί σας· διότι εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς δὲν ἐξετελέσθησαν, ἐὰν ἐλήφθησαν.
§22Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, δὲν προτίθεμαι ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἄλλοι συνάδελφοι ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ἀκολουθοῦσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἄλλος μὲν ζητῶν διὰ τὴν ἐπαρχίαν του ἀπαλλαγὴν ἀπὸ τῶν φόρων, ἄλλος δὲ ἀναστολὴν αὐτῶν...
§23Ν. ΜΙΣΥΡΛΗΣ. Οὐδεὶς ἐζήτησεν ἀπαλλαγὴν φόρων.
§24Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν. Ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην αὐτὰ ἀκούομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐγὼ, κύριε Πρόεδρε, χωρὶς νὰ θέλω νὰ περιγράψω τὰς καταστροφὰς, τὰς ὁποίας αἱ πλήμμυραι τοῦ παρελθόντος χειμῶνος ἐπήνεγκον εἰς ὅλας τὰς Κυκλάδας νήσους καὶ ἰδίως τὴν Ἀμοργόν, ὅπου ὁλόκληραι οἰκίαι, εἰς τὴν παραλίαν κείμεναι, ἐκ δύο πατωμάτων, κατεστράφησαν ἐν μιᾷ στιγμῇ, ἐν δὲ τῷ δήμῳ Αἰγιάλης ὁ χείμαρρος παρέσυρε λίθους 2000 κυβικῶν μέτρων ἐντὸς τῆς θαλάσσης, καταστρέψας ὅλας τὰς οἰκίας τῆς παραλίας τοῦ δήμου Αἰγιάλης, ὡς καὶ τὰς ὁδοὺς τῆς παραλίας τοῦ δήμου Ἀμοργοῦ, χωρὶς, λέγω, νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἡ ὀλίγη γῆ τῶν ἀγόνων καὶ κρημνωδῶν ἐκείνων μερῶν ἐκ τῶν ῥαγδαίων καὶ ἀλλεπαλλήλων βροχῶν παρεσύρθη ἅπασα εἰς τὴν θάλασσαν, διότι δὲν ἔχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ ἔχωμεν πεδιάδας, ἐντὸς τῶν ὁποίων νὰ συσσωρευθῇ, ὅπως ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μαντινείας Βουλευτὴς χθὲς ὁμιλῶν ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἐπαρχίας του, ἔχω νὰ ἀναφέρω ἄλλο τι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Οἱ συμπολῖταί μου καὶ ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν νήσων τῆς ἐπαρχίας Θήρας πρὸ ἕξ μηνῶν μὲ παρεκάλεσαν ἐπανειλημμένως διὰ τῶν δημάρχων νὰ ἐνεργήσω, ὅπως διαταχθῇ ὁ ταμίας Θήρας νὰ στείλῃ εἰσπράκτορα, ὡς συνήθως, διὰ νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους των. Μετέβην εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος μοὶ εἶπεν ὅτι ἔδωκε τοιαύτην διαταγήν. Ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ διαταγὴ αὕτη ἢ δὲν ἐδόθη, ἢ δοθεῖσα δὲν ἐξετελέσθη. Διὰ τοῦτο πρὸ τεσσάρων μηνῶν δευτέραν φορὰν παρεκάλεσα τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἀλλὰ καὶ πάλιν τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν ἔλαβον. Νῦν, κύριε Πρόεδρε, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ εἰσπράκτωρ, μεταβὰς πρὸ 15 μόνον ἡμερῶν εἰς τὰς νήσους Ἀμοργόν, Ἴον καὶ Ἀνάφην, ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ ἀπὸ τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους φορολογουμένους ὄχι μόνον τὸν νόμιμον φόρον, ἀλλὰ καὶ πρόστιμον καὶ τόκους ὑπερημερίας, διότι παρῆλθεν ἡ προθεσμία. Ἀλλὰ τίς ὁ αἴτιος τῆς παρελεύσεως τῆς προθεσμίας ταύτης τῆς πληρωμῆς τῶν φόρων; Εἶναι ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία δὲν ἐφρόντισε νὰ ἔχῃ εἰσπράκτορα, καὶ δὲν ἐφρόντισεν, ὅπως πάντοτε γίνεται, νὰ ἀποστείλῃ τοιοῦτον εἰς τὰς εἰρημένας νήσους, διὰ νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους των οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὡς γνωρίζει ἡ Βουλὴ καὶ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος ἐκ στατιστικῆς, ἣν ὁ ἀξιότιμος κ. Καλογερόπουλος, πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐδημοσίευσε, δὲν καθυστεροῦσι μεθ’ ὅλου τοῦ νομοῦ Κυκλάδων ἢ 3% μόνον, ἐνῷ πολλοὶ ἄλλοι νομοὶ τοῦ Κράτους καθυστεροῦσι 30 ἕως 70%. Ἔχω δὲ τὸν ἐγωϊσμὸν νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἐπαρχία Θήρας δὲν καθυστερεῖ οὔτε 1% ἐκ τῶν ἀναλογούντων αὐτῇ φόρων. Ἀλλὰ σήμερον ἔρχονται οἱ εἰσπράκτορες καὶ τί ζητοῦσιν; ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἕξ ἤδη μηνῶν ἐζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν διὰ τῆς ἀποστολῆς εἰσπράκτορος, τὴν πληρωμὴν προστίμων καὶ τόκων. Ζητοῦσι σήμερον νὰ ἐπιβαρύνωσι τοὺς ἀνθρώπους διὰ προστίμων καὶ τόκων, διότι οἱ κύριοι εἰσπράκτορες δὲν μετέβησαν ἐγκαίρως, ἵνα εἰσπράξουν τοὺς φόρους. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφοῦ δὲν ζητοῦμεν νὰ μᾶς χαρίσῃ τοὺς φόρους, οὐδὲ νὰ ἀναβάλῃ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, νὰ διατάξῃ νὰ παύσῃ ἡ εἴσπραξις τῶν τόκων καὶ τῶν προστίμων ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους τῶν νήσων τῆς ἐπαρχίας Θήρας. Ἔχομεν ἀλλεπάλληλα ἔγγραφα τῶν δημάρχων, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητεῖτο εἰσπράκτωρ, διὰ νὰ πληρώσουν, καὶ δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος, ὅπως μεταβῇ ἐκεῖ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ νὰ μὴ πληρωθῶσιν οἱ τόκοι καὶ τὰ πρόστιμα, διότι, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ πληρωμὴ τόκων καὶ προστίμων εἶναι ἄδικος, ἐγὼ φέρω καὶ ἀτομικὴν εὐθύνην, διότι τοῖς ἀνήγγελλον πάντοτε, ὅτι τὸ ἁρμόδιον τμῆμα διέταξεν ἐγκαίρως νὰ σταλῇ εἰσπράκτωρ. Δὲν ἦτο δὲ δυνατὸν ἐκεῖνοι νὰ ταξειδεύσουν 60 μίλια, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ταμείου, ἵνα πληρώσουν, πρώτην φορὰν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου. Εἶναι ἕτοιμοι νὰ πληρώνουν καὶ πληρώνουν πάντοτε, ἀλλ’ ὁ εἰσπράκτωρ πρέπει νὰ μεταβαίνῃ, ἵνα εἰσπράττῃ ἐγκαίρως τοὺς φόρους. Δὲν ἠξεύρω τί συμβαίνει εἰς τὰς ἄλλας νήσους, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς, ἐκ συνηθείας τουλάχιστον, ὁ εἰσπράκτωρ μεταβαίνει πάντοτε καὶ εἰσπράττει τοὺς φόρους εἰς τὰς νήσους Ἀμοργόν, Ἴον καὶ Ἀνάφην. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ νὰ μὴ εἰσπραχθῇ ὁ τόκος καὶ τὸ πρόστιμον, διότι ἡ καθυστέρησις δὲν προέρχεται ἐξ αὐτῶν.
§25Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναμφισβητήτως, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ καθυστέρησις, ἀλλ’ ὑπάρχῃ ἀμέλεια περὶ τὴν εἴσπραξιν, δὲν ὑπόκεινται οὗτοι εἰς τὴν πληρωμὴν τόκων καὶ προστίμων.
§26Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου δύναται νὰ σᾶς πληροφορήσῃ, ἂν δὶς, πρὸ ἕξ μηνῶν καὶ πρὸ τεσσάρων μηνῶν, δὲν μετέβην καὶ ἐζήτησα νὰ σταλῇ εἰσπράκτωρ εἰς τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος νήσους.
§27Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§28Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἡ καθυστέρησις προῆλθεν ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου ἀποστολῆς εἰσπράκτορος.
§29Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι καθυστέρησις τότε· εἶναι ἀμέλεια, ἥτις δύναται νὰ καταλογισθῇ εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐφρόντισαν περὶ τῆς ἐγκαίρου εἰσπράξεως.
§30Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε σημείωσιν, καὶ νὰ ἐνεργήσητε ὅ,τι πρέπει.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς κύριος Μιχαὴλ Στελλάκης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐλαττώσεως τελῶν χαρτοσήμου διὰ τὰς παρὰ τοῖς ταμιευτηρίοις τῶν Τραπεζῶν καταθέσεις καὶ ἀπολήψεις». Ἡ πρότασις νόμου αὕτη θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, μεθ’ ὃ θέλει ἀναγραφῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. (Ὄρα Παράρτημα, ἀριθ. 290) Ὁ κύριος Μάτσας ἔχει τὸν λόγον.
§32Α. ΜΑΤΣΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐπερωτήσεως· πρόκειται νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις μόνον, σχετικῶς πρὸς τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔδωκε πρὸς τὴν σύστασιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Θηβῶν Βουλευτοῦ διὰ τοὺς ἀνεμιστῆρας. Ἀνεμιστῆρας, κύριε Πρόεδρε, δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία, ὑπάρχουσιν ὅμως τοιοῦτοι ἀλλαχοῦ. Ἐγὼ γνωρίζω, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνεμιστῆρες ἐκ τῶν μεγάλων ἐκείνων μὲ κοπιὰ, οἱ ὁποῖοι ὅμως, ἐπειδὴ ἔχουν 220 βὸλτ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκατασταθῶσιν. Εἶναι ὅμως εὔκολον, ἐπειδὴ ἀπ’ ἐδῶ πλησίον, ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Σταδίου, διέρχεται τὸ ἠλεκτρικὸν ῥεῦμα τοῦ ἀεριόφωτος, νὰ λάβωμεν ἐκεῖθεν ῥεῦμα διὰ προσωρινῆς ἐγκαταστάσεως, καὶ νὰ λειτουργήσωσιν οὕτως οἱ ἀνεμιστῆρες. Πρόκειται περὶ ἐργασίας μιᾶς ἡμέρας καὶ περὶ δαπάνης ἐλαχίστης.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πονηρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§34ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ ἐχάρην, κύριε Πρόεδρε, ἀκούσας πρὸ ὀλίγου τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ αὖθις διαβεβαιώσαντος τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα, ἵνα συμπληρωθῶσι δι’ ἀξιωματικῶν αἱ ἀστυνομίαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι διευθύνονται ὑπὸ ὑπαξιωματικῶν. Ἡ διεύθυνσις τῶν ἀστυνομιῶν ὑπὸ ὑπαξιωματικῶν, ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀντιστρατεύεται πρὸς τὸν κείμενον νόμον, πολλάκις ἔδωκεν ἀφορμὴν παραπόνων, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι πολλάκις ἤκουσα καὶ τοῦ νῦν ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν παρασχόντος τοιαύτην διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποσχεθέντος τὴν λῆψιν τῶν προσηκόντων μέτρων. Λαμβάνω ἀφορμὴν καὶ ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἐκ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἔλαβον ἐκ τῆς ἐμῆς ἐπαρχίας καὶ διὰ τοῦ ὁποίου καθίσταταί μοι γνωστόν, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Φλεσιάδος τῆς Τριφυλίας τὴν διοίκησιν τῆς ἀστυνομίας ἔχει ὑπαξιωματικός τις, Χρῆστος Κίσκηρας ὀνομαζόμενος, κατὰ τοῦ ὁποίου πολλὰ παράπονα ἐγείρονται καὶ ὡρισμέναι καταγγελίαι ἀπευθύνονται. Ὁ δῆμος Φλεσιάδος εἶναι ἐκ τῶν σταφιδοφόρων δήμων· καλλιεργεῖται ἐκεῖ ἡ σταφιδάμπελος κατὰ τὸ ἥμισυ, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ τοῦ δήμου ἀποτελεῖται ἐξ ἀσκεπῶν γαιῶν, προωρισμένων διὰ τὴν βόσκησιν τῶν ποιμνίων. Ὥστε ὁ δῆμος ἐκεῖνος εἶναι καὶ σταφιδοπαραγωγὸς καὶ κτηνοτροφικός. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δέον νὰ ἐπιστηθῇ ἔτι μείζων ἡ προσοχὴ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα διορίσῃ ἐκεῖ ἀξιωματικὸν ἀστυνόμον, διότι πολλὰ ζητήματα ἐν τῷ δήμῳ ἐκείνῳ γεννῶνται, καὶ δὴ μοὶ καταταγγέλλονται διὰ τοῦ τηλεγραφήματος, ὅπερ πρὸ μικοῦ ἔλαβον, παραβάσεις τοῦ εἰρημένου ἀστυνομικοῦ ὀργάνου, ἀφορῶσαι εἰς τὴν σύλληψιν τῶν ποιμνίων τῶν τηλεγραφούντων. Πλείονες τῶν ὀκτὼ συμπολῖταί μου μοὶ τηλεγραφοῦσιν, ὅτι ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος ὑπαξιωματικός, παρὰ τὸν νόμον καὶ ἐξ ἰδιοτελείας καὶ μόνης, συνέλαβε τὰ ποίμνια τῶν τηλεγραφούντων βόσκοντα εἰς ἀσκεπεῖς γαίας, καὶ δὴ εἰς γαίας ἀνηκούσας εἰς αὐτούς, καὶ τὰ κατακρατεῖ εἰσέτι, ἀρνούμενος τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν, ἵνα ἐκβιάσῃ οὕτω τὴν καταβολὴν συλλήπτρων. Ἐννοεῖται ὅτι μοὶ ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, διότι ἐν αὐτῷ — δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Ὑπουργὸν — εἶδον ὀνόματα κτηματιῶν, καὶ δὴ τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ποιμνιοβοσκῆς, — ἀλλὰ τὴν ἐν δικαίῳ μέτρῳ ἐφαρμογὴν, οὐχὶ καὶ τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ νόμου πρὸς ἰδιοτελεῖς σκοπούς. — Αἱ ὑπογραφαὶ λοιπὸν αὗται μὲ πείθουσιν, ὅτι πρόκειται περὶ παραβάσεως, ἢ μᾶλλον περὶ ἐκβιάσεως, ἥτις φέρει ἐγκληματικὸν χαρακτῆρα, καὶ ἐπιβάλλει, ἵνα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δώσῃ τὰς δεούσας διαταγὰς, ὅπως ἀρθῇ ἡ κατάστασις αὕτη. Ἀπευθύνω δὲ τὴν παράκλησιν καὶ πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν, ἵνα συστήσῃ πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα τῶν ἐν Κυπαρισσίᾳ Πρωτοδικῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν καταγγελλομένων πράξεων ἐκβιάσεως καὶ εἰς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν παθόντων, ἄρσιν δὲ τῆς καταστάσεως, ἣν ἐδημιούργησε τὸ ἀστυνομικὸν ἐκεῖνο ὄργανον. Διότι βεβαίως εἶναι κατάστασις ἔκρυθμος, ἥτις ἐπιβάλλεται νὰ ἀρθῇ.
§35ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ φροντίσω καὶ περὶ τούτου. Ἀλλ’ ἤθελον σᾶς ἀπευθύνει μίαν ἐρώτησιν· εἶναι πολὺς χρόνος, ἀφ’ ὅτου λείπει ὁ ἀξιωματικὸς ἐκ τῆς ἀστυνομίας ἐκείνης; ἢ μήπως εἶναι ἡμέραι μόνον;
§36ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἀπόσπασις χρονολογεῖται ἀπὸ δύο ἤδη μηνῶν. Τὸ τηλεγράφημα ἀναφέρει, ὅτι ὁ ὑπαξιωματικὸς ὁ διευθύνων τὴν ἀστυνομίαν ἐκείνην προέβη εἰς τὰ ἔκτροπα ταῦτα.
§37ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ φροντίσῃ καὶ διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ ἀστυνόμου Ἀβίας, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ βιαίου αὐτοῦ τρόπου ἐξηνάγκασεν ἤδη πολλὰς οἰκογενείας, καὶ δὴ ἐκ τοῦ χωρίου Κάμπου, νὰ φυγαδευθῶσι.
§38ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἀπεστάλη ἤδη ἐκεῖ ἀξιωματικὸς ἀστυνόμος.
§39ΣΠ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§40ΗΛ. ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Ἔλαβον ἐπιστολὰς ἐκ τοῦ δήμου Φαλαισίας τῆς Μεγαλοπόλεως, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ καταγγέλλουσι καὶ ἐκεῖ ἀστυνομικὰς παραβάσεις καὶ πράξεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν καὶ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μοὶ γράφουσιν, ὅτι ἀστυφύλακες ἐντόπιοι ἔχουσι τοποθετηθῆ εἰς τὸ χωρίον Δυρράχιον, οἵτινες ἀφίνουσι τοὺς συμπολίτας των νὰ ὑλοτομῶσιν ἄνευ ἀδείας, καὶ ἕνεκα τούτου κατέστρεψαν τὰ δάση Νεοχωρίου καὶ Ροῦτσι. Εἶναι δὲ σεσωρευμένη ἐκεῖ ξυλεία, ἥτις δὲν ἐφορολογήθη. Μοὶ καταγγέλλουσιν ὡσαύτως, ὅτι δημοδιδάσκαλος ἐντόπιος, ἔχων τὴν διεύθυνσιν καὶ τοῦ ταχυδρομείου καὶ τοῦ τηλεφώνου, μεταχειρίζεται ἀμφότερα ταῦτα κατὰ τρόπον ἥκιστα πρέποντα, διότι καὶ ἐπιστολαὶ συστημέναι ἀπωλέσθησαν, καὶ πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας αὐτῷ πολίτας ἀρνεῖται τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τηλεφώνου. Μοὶ καταγγέλλουσιν ἐπίσης, ὅτι ἀστυνομικὰ ὄργανα, μεταβάντα εἰς τὸ χωρίον Σαμαρᾶ, ἐπετέθησαν κατὰ γυναικῶν, καὶ ὅτι ὁ ἀποσπασματάρχης μεταβὰς ἐκεῖ συνέλαβε τὸν Ἀθανάσιον Γιαννόπουλον καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ τὸν ἐξάδελφόν του Νικόλαον, καὶ ἐκακοποίησεν αὐτοὺς, κατόπιν δ’ ἔλαβε δῶρα ὄρνιθάς τινας. Μοὶ ἀναφέρουσι δὲ ῥητῶς περὶ ἀστυφύλακος ἐντοπίου, ὁ ὁποῖος διαπράττει ἐκεῖ ὄργια. Δὲν ἀναφέρω ὀνόματα, ἀλλ’ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, ὅπως ἐξακριβώσωσιν, ἂν τὰ παράπονα ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ. Προσέτι δὲ καὶ περὶ τῆς πταισματικῆς δικαιοσύνης μοὶ παραπονοῦνται, ὅτι αὕτη ἀπονέμεται κατὰ τρόπον ἥκιστα πρέποντα, διότι οἱ μὲν φίλοι τῶν διαβιβαζόντων μοι τὰ παράπονα καταδικάζονται, οἱ δὲ ἀντίθετοι ἀθῳοῦνται. Δίδω ἀφορμὴν εἰς τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ ἐξετάσωσι περὶ τῶν καταγγελλομένων, καὶ ἂν ταῦτα ᾖναι ἀληθῆ, νὰ προβῶσιν εἰς τὴν προσήκουσαν διόρθωσιν καὶ εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν παρανομούντων· διότι, ἂν πράγματι οὗτοι ἐζημίωσαν τὸ Δημόσιον, καταστρέψαντες τὰ δάση καὶ ἀφέντες ἀφορολογήτους τοὺς κατοίκους, ἂν ἐπίσης φέρεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πρὸς τοὺς πολίτας ἀστυφύλαξ ἐντόπιος, ἂν ὡσαύτως ἐκ τοῦ ταχυδρομείου ἀπόλλυνται ἐπιστολαί, καὶ συστημέναι μάλιστα, ἐξ Ἀμερικῆς, ταῦτα εἶναι, νομίζω, ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῶν κυρίων Ὑπουργῶν.
§41ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Περὶ τίνος δήμου πρόκειται;
§42ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ. Περὶ τοῦ δήμου Φαλαισίας τῆς Μεγαλοπόλεως.
§43Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§44Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κατάλογος τῶν ἐπιτυχόντων ἐπεκυρώθη· τὸν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, καὶ εἶναι δικαίωμά μου νὰ προβῶ εἰς τοὺς προβιβασμοὺς τῶν μηχανικῶν, ὅταν ἐγὼ νομίσω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει ἀνάγκην. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς, ὅτι δὲν προήχθησαν, διότι δὲν ἦσαν δῆθεν φίλοι τῶν Βουλευτῶν τῆς πτέρυγος ταύτης, εἶναι ἀνακριβέστατον. Κατὰ τὸν νόμον, κύριοι Βουλευταὶ, αἱ προαγωγαὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν γίνονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, χωρὶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ δεσμεύηται ἀπὸ ἀρχαιότητα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς· ὅταν δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ποιῆται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκλογῆς, δὲν δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ λέγῃ, ὅτι τοῦτο ἐγένετο διότι οἱ Βουλευταὶ, οἱ ὑποστηρίζοντες τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, ἀνῆκον εἰς ἐκείνην καὶ ὄχι εἰς ταύτην τὴν πτέρυγα. Ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἐκτελῇ, δυνάμει τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, τὸ καθῆκόν του, χωρὶς ν’ ἀποβλέπῃ εἰς τὰς μεμψιμοιρίας τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου.
§45Ι. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. (Ὅρα Παράρτημα).
§46Β. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διαβεβαιοῖ τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτὴν, ὅτι θὰ ἐκτελῇ κατὰ γράμμα ὅ,τι ὁ νόμος διατάσσει. Περὶ τούτου ἔστω βέβαιος ὁ κ. Βουλευτής.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Λιμπρίτης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἑτέρου ἀντικειμένου.
§48Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ἐξετάσῃ, ἂν περιῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τηλεγράφημα τῆς κοινωτικῆς ἐπιτροπῆς Ραψάνης, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναγγέλλει ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον—τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐστάλη καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἀναρμοδίως, —τὴν ὑπὸ τῶν παραμεθορίων ὀθωμανικῶν ἀρχῶν ἀποκοπὴν τοῦ ὕδατος, ἐξ οὗ ἡ κωμόπολις ἐκείνη ὑδρεύεται.
§49Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Σήμερον ἐλήφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ τηλεγράφημα, καὶ ἐγένετο ἡ δέουσα ἐνέργεια.
§50Θ. ΛΙΜΠΡΙΤΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἐνέργειάν σας, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ προσθέσω δύο λέξεις. Ἡ πόλις τῆς Ραψάνης εὑρίσκεται ἐπὶ ὀρεινοτάτου ὀροπεδίου, καὶ δὲν ἔχει ἄλλα ὕδατα, στερεῖται φρεάτων καὶ παντὸς ἄλλου τρόπου ὑδρεύσεως. Συνεπῶς ἡ ἀποκοπὴ τοῦ ὕδατος ἐκ τοῦ ὑδραγωγείου ὑπὸ τῶν ὀθωμανικῶν ἀρχῶν, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε ὁποίας σημασίας εἶναι διὰ τοὺς κατοίκους τῆς κωμοπόλεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω νὰ μεριμνήσητε κατὰ δύο τρόπους πρὸς ἐπαναφορὰν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν θέσιν των. Ὁ εἷς τρόπος εἶναι νὰ διαμαρτυρηθῆτε διὰ τοῦ Προξένου Ἐλασσῶνος πρὸς τὸν Διοικητὴν Ἐλασσῶνος κατὰ τοῦ σταθμάρχου, διότι ἀδύνατον ἡ ἐκκοπὴ τοῦ ὕδατος νὰ ἐγένετο ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Ὀθωμανοῦ σταθμάρχου. Ὁ ἕτερος τρόπος εἶναι νὰ ἐνεργήσητε ἐν Κωνσταντινουπόλει· τὸν τρόπον δὲ τοῦτον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ παραλείψητε, διότι ἔχομεν σειρὰν πράξεων τῶν ὁμόρων ἀρχῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, σειρὰν πράξεων καὶ παραβιάσεων τῆς συνθήκης, ἡ ὁποία ἀσφαλίζει τὴν νομὴν τῶν κτημάτων εἰς τοὺς κατοίκους τῶν παραμεθορίων ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ πρῶτον οὔτε τὸ μόνον ζήτημα τὸ παρόν· ἔχομεν καὶ ἕτερον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης ἐκκρεμές. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος χειμῶνος ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν ὀθωμανικῶν ἀρχῶν εἰς τελωνειακὸν φόρον πάντες οἱ κάτοικοι τῶν παραμεθορίων ἐπαρχιῶν, οἱ ἔχοντες δικαίωμα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συνθήκης, νὰ εἰσάγωσιν εἰς τὸ ὀθωμανικὸν ἔδαφος τὰ ποίμνια αὑτῶν πρὸς βόσκησιν εἰς γαῖάς των, πέραν τῆς μεθορίου κειμένας. Δυστυχῶς ὁ νῦν Ὀθωμανὸς Διοικητὴς τῆς ἐπαρχίας Ἐλασσῶνος, ἐσχάτως τοποθετηθεὶς ἐκεῖ, διάκειται λίαν δυσμενῶς πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν στοιχεῖον, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γείνωσιν αἱ δέουσαι ἐνέργειαι ἐν Κωνσταντινουπόλει, διότι ἄλλως οὐδέποτε θὰ περατωθῶσιν αἱ ὑποθέσεις αὗται.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Ζησιάδης σχετικῶς.
§52Β. ΖΗΣΙΑΔΗΣ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατάγομαι ἐκ Ραψάνης, καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, πόσον σοβαρὰ εἶναι ἡ πληροφορία, τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφός μου πρὸ μικροῦ. Ἡ Ραψάνη κατοικεῖται ὑπὸ 2,500 ψυχῶν, ὑδρεύεται δὲ ὁλόκληρος ἀπὸ μίαν πηγήν, εὑρισκομένην οὐχὶ ἐντὸς τῆς κωμοπόλεως, ἀλλ’ εἰς ἀπόστασιν ἡμισείας ὥρας ἀπ’ αὐτῆς. Ἡ πηγὴ αὕτη διακλαδοῦται εἰς διαφόρους διευθύνσεις, αἵτινες ἀπολήγουσιν εἰς κρήνας ἐντὸς τῆς Ραψάνης. Ἐὰν ἀποκοπῇ τὸ ὑδραγωγεῖον ὑπὸ τῶν ὀθωμανικῶν ἀρχῶν, φαντάζεσθε πόσον μέγας εἶναι ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα συντόνως μεριμνήσῃ πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου.
§53Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ τηλεγράφημα τὸ σχετικὸν πρὸς τὰς παραστάσεις τῶν κυρίων συναδέλφων φέρει χρονολογίαν σημερινήν, ἐπεδόθη δὲ ἐν Ραψάνῃ τὴν 9 καὶ 20′ πρὸ μεσημβρίας, καὶ περιῆλθεν εἰς ἡμᾶς τὴν 1 μ. μ. Ἐφρόντισα ἀμέσως καὶ ἔδωκα διαταγὴν νὰ γείνωσι παραστάσεις· ἀλλὰ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ βεβαιωθῇ τὸ γεγονὸς καὶ ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου, καὶ διὰ τοῦτο διεβίβασα τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ὅπως διατάξῃ τὸν νομάρχην νὰ ἐξετάσῃ, τί συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κροκιδᾶς ἀπευθύνει ἐπερώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἔχουσαν οὕτω,
§55ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ Βορείου Ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν, τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς ἀναφορὰς περὶ τούτου τῶν κατοίκων Κρωπίας.»
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τρικκάλων κ. Χρῆστος Χατζηπέτρος καταθέτει εἰς τὸ Προεδρεῖον αἴτησιν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Σωτήρας, Ράξης καὶ Σκλαταίνης τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ὑποβάλλει δὲ καὶ τὰς ἑπομένας ἐγγράφους συστάσεις.
§57ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (ἀναγινώσκει). «Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον αἴτησιν τῶν κατοίκων Σωτήρας, Ράξης καὶ Σκλαταίνης τῆς ἐπαρχίας Τρικκάλων, ἀφορῶσαν τὴν κατασκευὴν τῆς τελείως καταστραφείσης γεφύρας παρὰ τὸ χωρίον Σωτήρα, καὶ σταλεῖσαν πρὸς ἐμὲ μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ἐγχειρίσω ταύτην πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, πρὸς ὃν ἀπευθύνεται. Λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς αἰτήσεως ταύτης θὰ παρακαλέσω θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν, καίτοι ἀναγνωρίζω τὸ κρίσιμον τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναγράψῃ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πίστωσιν 20,000 ἕως 30,000 δραχμῶν, καθόσον ἡ κατασκευὴ τῆς εἰρημένης γεφύρας οὐ μόνον θέλει συντελέσει πρὸς ἐπικοινωνίαν τῶν ἐν φοβερῷ ἀποκλεισμῷ διατελούντων κατοίκων τῶν χωρίων τούτων μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, γνωστοῦ ὄντος ὅτι κάτωθεν τῆς γεφύρας ταύτης διέρχεται ὁ ποταμὸς Ληθαῖος, πλεῖστα δ’ ὅσα δυστυχήματα συνέβησαν κατ’ ἐπανάληψιν ἕνεκα τῶν διαρκῶν πλημμυρῶν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τε στρατιωτικὴν καὶ στρατηγικὴν ἔποψιν θέλει προσφέρει μεγίστην ὑπηρεσίαν, δυναμένης μάλιστα τῆς ἀπὸ Σωτήρας ἀγούσης ὁδοῦ νὰ συνδεθῇ εὐκόλως μετὰ τῆς πρὸ 6 μηνῶν ἀρξαμένης ἀπὸ Βερέντζι–Κονισκοῦ εἰς σύνορα. Συνεπῶς παρακαλῶ θερμῶς τὴν Κυβέρνησιν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν αἴτησιν ταύτην τῶν συμπολιτῶν μου. Ὡσαύτως θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, ἵνα, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰς φοβερὰς ζημίας, ἃς ὑπέστησαν ἐκ τῆς ἀφορίας τὰ χωρία Τρικκάλων, καταστραφείσης τελείως τῆς ἐσοδείας τῶν προϊόντων, κινδυνευόντων δὲ καὶ τῶν ὀψίμων καρπῶν ἕνεκα τῶν διαρκῶν βροχῶν, εὐαρεστηθῇ νὰ ὑποβάλῃ κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν κατοίκων τούτων ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος. Δὲν θεωρῶ δ’ ἄσκοπον νὰ προσθέσω, ὅτι δέον πρὸ παντὸς νὰ κανονισθῶσιν ἐπὶ τέλους αἱ σχέσεις μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ καλλιεργητῶν, ὅπως ἐξασφαλισθῶσιν οἱ γεωργοὶ καὶ μὴ ὑπόκηνται εἰς τὰς περὶ ἐξώσεως καὶ λύσεως ἀγροληπτικῶν συμβάσεων ἀγωγὰς τῶν ἰδιοκτητῶν, νὰ ἐξασφαλισθῇ δηλονότι ἡ κατοικία τοὐλάχιστον τῶν καλλιεργητῶν, καὶ νὰ ὑποχρεῶνται οἱ ἰδιοκτῆται νὰ χορηγῶσιν αὐτοῖς ἀγροὺς πρὸς καλλιέργειαν, ἐφ’ ὅσον προθύμως ἐργάζονται, κατὰ τοὺς γεωργικοὺς ἐν γένει βεβαίως κανόνας καὶ τὰς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας ὑποχρεώσεις των· πρὸ πάντων δὲ νὰ κανονισθῇ τὸ πλημμελὲς τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται τῷ γεωργῷ νὰ ἔχῃ ἓν ἀροτριῶν κτῆνος πλέον τοῦ ζεύγους, ἐὰν δ’ ἔχῃ τοιοῦτον, ὑποχρεοῦται καὶ δι’ αὐτὸ νὰ πληρώνῃ φόρον, πρᾶγμα ὅπερ καθιστᾷ πολὺ δυσχερῆ τὴν καλλιέργειαν· διότι, ἐὰν ἐπετρέπετο τῷ γεωργῷ νὰ ἔχῃ διαθέσιμον ἓν ἀροτριῶν κτῆνος, ἠδύνατο ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸ τυχὸν κεκμηκὸς ἢ ἀσθενῆσαν ἕτερον τοιοῦτον, ἢ νὰ ἀσκήσῃ καὶ καταστήσῃ ἱκανὸν πρὸς καλλιέργειαν ἀδαῆ μόσχον. Τὸ τοιοῦτον σύστημα θὰ ἦναι, νομίζω, καὶ δίκαιον καὶ εὐεργετικώτατον διὰ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Ἐν τέλει θὰ παρακαλέσω νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρὸς τὸν ἀξιότιμον, κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐπιδοθεῖσα ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Μεγάλων Καλυβίων, διατελούντων ὁμοίως ἐν ἀποκλεισμῷ, ἐλλείψει συγκοινωνίας, ν’ ἀναλάβῃ δὲ, εἰ δυνατόν, ἡ Ζάππειος Ἐπιτροπὴ τὴν κατασκευὴν τῆς καταστραφείσης γεφύρας, χάριν τῆς συγκοινωνίας αὐτῶν τῶν κτημάτων τοῦ ἀειμνήστου Ζάππα, τῶν κειμένων πέραν τοῦ ποταμοῦ, καὶ ἰδίᾳ τῶν Μεγάλων Καλυβίων.»
§58ΣΠ. ΓΕΩΡΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Σωτήρας, Ράξης καὶ Σκλαταίνης, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. συνάδελφος ἐν τῇ ἐπερωτήσει του, καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐγγράψῃ τὴν δέουσαν πίστωσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ἐν λόγῳ γεφύρας, διότι ὄχι μόνον τὰ εἰρημένα χωρία συγκοινωνοῦσι δι’ αὐτῆς μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ, ἀλλὰ καὶ πλεῖστα ἄλλα τῶν ἐπαρχιῶν Τρικκάλων καὶ Καλαμπάκας. Ἡ μελέτη δὲ τῆς κατασκευῆς τῆς γεφύρας καὶ ἐν γένει τὰ σχεδιογραφήματα εἶναι ἕτοιμα πρὸ πολλοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἀπομένει δὲ παρὰ ἡ σχετικὴ πίστωσις.
§59Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἐν τῷ νομῷ Καρδίτσης κατ’ ἔτος ἐπέρχονται μεγάλαι καταστροφαὶ ἐκ τῶν συχνῶν πλημμυρῶν, ἰδίως δὲ κατὰ τὸν παρελθόντα χειμῶνα ὑπῆρξαν τόσον μεγάλαι αἱ πλήμμυραι, ὥστε τὰ ὕδατα, ἐκτὸς τοῦ ὅτι, κατακλύσαντα ὁλοκλήρους ἐκτάσεις ἐσπαρμένας, κατέστρεψαν τὰ σπαρτὰ, ἀλλ’ εἰσέρρευσαν καὶ εἰς τὰ χωρία, καὶ κατακλύσαντα ταῦτα κατέστρεψαν πολλὰς οἰκοδομάς. Ἰδίως εἰς ἓν χωρίον, τὸ χωρίον Κουβανάδες τοῦ δήμου Καλλιφωνίου, ἐπήνεγκον μεγάλας καταστροφὰς τὰ ὕδατα, διότι ἐσταμάτησαν ἐντὸς τοῦ χωρίου ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους. Σημειωτέον δὲ, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ τὰ οἰκήματα κτίζονται ἐκ πλίνθων, καὶ ὡς ἐκ τούτου, ὅταν μείνωσιν ὕδατα εἰς ἓν μέρος ἐπὶ ἡμέρας, βρέχονται αἱ πλίνθοι, καὶ καταρρέουσι καὶ κρημνίζονται τὰ οἰκήματα, μεγάλαι δ’ ἐκ τούτου ἐπέρχονται εἰς τοὺς κατοίκους καταστροφαί. Τοιαύτας καταστροφὰς πολλοὶ τῶν κατοίκων ἔπαθον, ἀλλ’ εἷς μόνον εἶχε τὸ θάρρος, ὁ Θεμιστοκλῆς Πολυμερόπουλος, νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὴν Βουλὴν αἴτησιν, διὰ τῆς ὁποίας αἰτεῖται νὰ τῷ χορηγηθῇ βοήθημά τι, διότι τὴν μόνην περιουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχε προσκτήσει, πλινθόκτιστον δηλαδὴ οἰκοδομήν, ἀπώλεσε, καταρρεύσασαν ἐκ τῆς πλημμύρας. Τὴν αἴτησιν ταύτην ὑποβάλλω πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς εἰς τὸν αἰτοῦντα, διότι βεβαιῶ, ὅτι οὗτος ἔχει πολυμελῆ οἰκογένειαν, καὶ οὐδεμίαν ἄλλην περιουσίαν, ἐκτὸς τῆς καταστραφείσης οἰκίας του, ἔχει. Πρὸς τούτοις, κύριε Πρόεδρε, ἔχω νὰ ὑποβάλω καὶ ἑτέραν παράκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν...
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε σχετικῶς;
§61Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Βεβαίως σχετικῶς ὁμιλῶ. Ἐνῷ ἔχομεν τοιαύτας πλημμύρας σοβαρὰς εἰς τὸν νομόν ἡμῶν, ἐν τούτοις οὐδεμίαν συγκοινωνίαν ἔχομεν. Δὲν θὰ ἐπιχειρήσω βεβαίως νὰ περιγράψω τὴν κατάστασιν τῆς συγκοινωνίας καὶ τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον αἱ ὁδοὶ ἐν τῷ νομῷ Καρδίτσης. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον θὰ τονίσω, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πρόνοιαν, εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὑπάρχει ἐν τῷ νομῷ τῆς Καρδίτσης ὀρεινὸς δῆμος, ὁ δῆμος Ἀργιθέας, κατοικούμενος ὑπὸ 8,000 ψυχῶν. Ἐν τῷ δήμῳ τούτῳ ὑπάρχει ἓν μόνον μέρος πρὸς συγκοινωνίαν, μήκους 100 βημάτων, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτοῦ δὲν δύνανται νὰ διέλθωσιν ἀκινδύνως οἱ ἄνθρωποι, καὶ ἕνεκα τούτου οὐδόλως συγκοινωνοῦσι μὲ τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ. Ἡ θέσις αὕτη, ὀνομαζομένη Καρφί, κεῖται ἐπὶ τοῦ πρανοῦς ὄρους κρημνώδους, εἰς τοὺς πρόποδας δὲ τοῦ ὄρους αὐτοῦ διέρχεται ὁ Ἀχελῶος ποταμός· ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου ὁ Ἀχελῶος πλημμυρήσας ἐσάρωσε τὸν ἀρχαῖον δρόμον, τὸν ἐπὶ τουρκοκρατίας, καὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν δύνανται πλέον νὰ διέρχωνται ἐκεῖθεν· εἶναι δέ, ὡς προεῖπον, ἡ μοναδικὴ ὁδός, ἡ ἐκ τῆς θέσεως ταύτης, διὰ τῆς ὁποίας κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ διέλθωσιν οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀργιθέας, οἱ θέλοντες νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Καρδίτσαν, ἀλλὰ προτιμῶσι νὰ μὴ ἔρχωνται ποσῶς εἰς Καρδίτσαν, ἵνα μὴ διακινδυνεύσωσι τὴν ζωήν των. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, εἰ δυνατόν, νὰ διαθέσῃ ἓν μικρὸν ποσόν, ἔστω 10,000 δραχμῶν, ἢ καὶ ὀλιγώτερον, πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ διὰ τῆς θέσεως ἐκείνης, ἵνα κατορθωθῇ ὁλόκληρος ὁ δῆμος Καλλιφωνίου νὰ συγκοινωνῇ μετὰ τῆς πρωτευούσης τοῦ νομοῦ.
§62Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀνάγκη νὰ προηγηθῇ μελέτη, καὶ τοιαύτη μελέτη δὲν ἐγένετο.
§63Λ. ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ. Νὰ διατάξητε, παρακαλῶ, νὰ γείνῃ τοιαύτη.
§64ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Πολλαὶ ἐγένοντο ἐπερωτήσεις, καὶ ἀπησχολήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τοιαύτην μάλιστα ὥραν, ὅτε εὑρισκόμεθα περὶ τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ πρέπει νὰ σπεύδωμεν...
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ σεῖς κάμνετε ἐπερώτησιν, διὰ νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν ἀρχήτερα!
§66ΦΩΤΗΛΑΣ. ... Ἀλλ’ ἀναγκαζόμεθα νὰ κάμνωμεν ἐπερωτήσεις, διότι αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι δὲν λειτουργοῦσι καλῶς. Καὶ ἰδοὺ διατί. Εἰς τὸν δῆμον Λαπαθῶν τῆς ἐπαρχίας μου ὑπῆρχεν εἷς δημοτικὸς εἰσπράκτωρ, ὁ ὁποῖος ἀπὸ εἰκοσαετίας οὐδέποτε ἔδωκε λογαριασμόν, οὐδέποτε ἔκαμεν ἀπολογισμόν, καὶ ὁ ὁποῖος τελευταῖον ἀφήρεσε τὰ χρήματα τοῦ δημοτικοῦ ταμείου καὶ ἐξηφανίσθη. Ἐπεδόθη καταγγελία, ἐξεδόθη ἔνταλμα ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο τίποτε, διότι ὁ δράστης φυγοδικεῖ· ὁ νομάρχης δὶς ἀνηνέχθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὁ δήμαρχος εἰς οὐδὲν δημοτικὸν ἔργον δύναται νὰ προβῇ, μὴ ὑπάρχοντος δημοτικοῦ εἰσπράκτορος, καὶ ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§67Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ εἰκοσαετίας δὲν ἔπραξέ τι.
§68ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὁ δημοτικὸς εἰσπράκτωρ δὲν ὑπέβαλε διόλου ἀπολογισμούς.
§69Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέτετε δὲ, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ εἰκοσαετίας οὐδὲν ἐνήργησε.
§70ΦΩΤΗΛΑΣ. Δὲν ὑποθέτω τίποτε· ἀφηγοῦμαι τὴν διαγωγὴν τοῦ δημοτικοῦ εἰσπράκτορος. Πρὸ δύο μηνῶν ὁ νομάρχης Πατρῶν, ἰδὼν τὴν κατάστασιν ταύτην, ὑπέβαλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρότασιν ἀπολύσεως τοῦ εἰσπράκτορος. Ὑπάρχει ἔνταλμα τοῦ ἀνακριτοῦ Πατρῶν κατὰ τοῦ ἐν λόγῳ εἰσπράκτορος, ἀλλὰ τὸ ἔνταλμα τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι ὁ εἰσπράκτωρ εἶναι φυγόδικος, καὶ ἐν τούτοις τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ἓν μέτρον, ἢ τοὐλάχιστον, ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ λάβῃ μέτρον τι, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸν σχετικὸν φάκελον, ἵνα ἴδωμεν, διατὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν προέβη εἰς τὴν ἀπόλυσιν τοῦ εἰρημένου εἰσπράκτορος.
§71ΚΥΡ. Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Διατὶ νὰ μὴ θελήσω νὰ λάβω μέτρα; ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ λάβω μέτρα;
§72ΦΩΤΗΛΑΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι κολακεύομαι νὰ ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἔχετε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης.
§73Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρέπει νὰ κολακεύησθε νὰ ὑποθέτητε, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἦσθε βέβαιος (ἱλαρότης).
§74ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι μόλις πρὸ 15 ἡμερῶν ἐγένετο Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἡ ὑπηρεσία πιθανὸν νὰ μὴ ἀνεκοίνωσε τίποτε εἰς αὐτόν. Διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλάμβανε γνῶσιν τῆς καταστάσεως ταύτης, ἀμέσως ἤθελε σπεύσει νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ διὰ τοῦτο δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ μόλις ἀπὸ 15 ἡμερῶν ὑπουργοῦντος κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ μὴ λαβόντος γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ δι’ ἕνα ταχυδρομικὸν ἐπιστάτην. Ὁ διευθύνων τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον Σελιανῶν τοῦ δήμου Φελλόης εἶναι ἰδιώτης, παραπονοῦνται δὲ κατ’ αὐτοῦ οἱ κάτοικοι, ὅτι οὗτος οὔτε τὰς ἐπιστολὰς δίδει οὔτε τίποτε. Ἤκουσα ὅτι ἡ διεύθυνσις τοῦ ταχυδρομικοῦ τούτου γραφείου ἀνετέθη εἰς δημόσιον ὑπάλληλον, εἰς συμβολαιογράφον, ἀλλ’ εἰς τοῦτον δὲν ἐκοινοποιήθη διορισμὸς, καὶ τοιουτοτρόπως ἐξακολουθεῖ νὰ διευθύνῃ τὸ ταχυδρομικὸν γραφεῖον ὁ αὐτὸς ἰδιώτης, εἷς παντοπώλης, ὅστις, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε τὰς ἐπιστολὰς δίδει οὔτε τίποτε. Ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου ἐκείνου ἐτηλεγράφησαν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου οὔτε τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἀνεκοίνωσεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἂς λάβῃ λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νῦν, ὅτε ἐγὼ κατέστησα τὰς ὑποθέσεις ταύτας γνωστὰς εἰς αὐτόν, μέτρα, ὥστε καὶ ἡ διοίκησις νὰ λειτουργῇ κανονικῶς καὶ ἡμεῖς νὰ μὴ ἀναγκαζώμεθα ν’ ἀπασχολῶμεν τὴν Βουλήν.
§75Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως οὐδεὶς τῶν κυρίων συναδέλφων ἀπασχόλησε. Πράττων τοῦτο ἐγώ, ἀναγγέλλω εἰς αὐτόν, ὅτι ὁ κ. Δ. Νικολαΐδης, πρώην βουλευτὴς Καρυστίας, τηλεγραφικῶς μοὶ παραπονεῖται, ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος μετέθεσεν εἰς Κάρυστον καὶ τρίτον ἐφημέριον, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Παραδίδω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ τηλεγράφημα, καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα.
§76Β. ΖΗΣΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων νομοσχεδίων...
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἀφήσατε νὰ εἰσέλθωμεν πρῶτον εἰς αὐτήν.
§78ΖΗΣΙΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ μὲ ἐγγράψητε πρῶτον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος εἶναι ἐγγεγραμμένος πρὸ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ κύριος Ζησιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§80Β. ΖΗΣΙΑΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, κατὰ πόσον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος κ. Πλατῆς κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν διηρμήνευσε πιστῶς τὴν ἐπιθυμίαν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Δομοκοῦ, ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑπαγωγῆς αὐτῶν δικαστικῶς εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ Πρωτοδικείου Λαμίας.
§81Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, τότε νὰ τὰ εἴπητε αὐτά· τώρα δὲν δύνασθε.
§82Β. ΖΗΣΙΑΔΗΣ. Ἔχει καλῶς.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 15,278.80 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905». (Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτόν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν). Πρώτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν τόκων τῶν ἐτῶν 1904 καὶ 1905 ἐπὶ τῶν ναυτικῶν χορηγημάτων».
§84Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις μόνον θὰ εἴπω πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διὰ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη πέρυσι, κατὰ μῆνα Ἰούλιον, ἐκανονίσθη ἡ ἐξόφλησις τῶν πρὸς τοὺς ἐκ τῶν ναυτικῶν νήσων καταγομένους χρεῶν, καὶ ὡρίσθη ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἐκδώσῃ ὁμολογίας, ὧν ὁ τύπος ὡρίζετο, καὶ αἱ ὁμολογίαι αὗται θὰ γίνωνται δεκταὶ εἰς ἐξόφλησιν χρεῶν, κλπ. Ἐξεδόθη δὲ καὶ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, τὸ ἐκτελεστικὸν τοῦ νόμου, καὶ προσεκλήθησαν οἱ δικαιοῦχοι νὰ καταθέσωσι τοὺς τίτλους των, ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λάβωσι τὰς ὁμολογίας. Ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία ἐσταμάτησεν ἕως ἐκεῖ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἠγέρθησαν παράπονα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν καὶ εἰς τὸν προκάτοχον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰς τὸν νῦν τοιοῦτον, ὁ ὁποῖος ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι συντόμως θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπεβλήθη πραγματικῶς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον λαμβάνει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἀτελές, καὶ δὲν θὰ θεραπεύσῃ τὰ παράπονα τῶν δικαιουμένων νὰ παραπονῶνται κατὰ τοῦ Δημοσίου, διότι διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου, ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἄρθρου ἀποτελουμένου, δίδεται ἡ ἄδεια εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταβάλῃ εἰς τοὺς δικαιούχους τοὺς τόκους τοῦ 1904 καὶ 1905 τῶν ὁμολογιῶν, ὡσεὶ ἦσαν ἐκδεδομέναι αἱ ὁμολογίαι αὗται. Προϋποθέτει δηλαδὴ τὸ νομοσχέδιον, ὅτι διεξεπεραιώθη ὅλη ἡ ἐργασία ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐξεδόθησαν αἱ ὁμολογίαι καὶ ὅτι θὰ πληρωθῇ ὁ τόκος αὐτῶν· ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία δὲν διεξεπεραίωσε τὴν ἐργασίαν αὐτῆς, καὶ αἱ ὁμολογίαι δὲν ἐξεδόθησαν, ἑπομένως ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἦναι δῶρον ἄδωρον διὰ τοὺς δικαιούχους. Ὀρθότερον, κατ’ ἐμὲ, θὰ ἦτο νὰ χορηγηθῇ ἡ ἀνάλογος πίστωσις εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ διὰ τῆς πιστώσεως ταύτης νὰ καταβληθῶσι τὰ κατὰ τὸν παλαιὸν νόμον δικαιώματα εἰς τοὺς δανειστὰς, ἐπιφυλαττομένου τοῦ Δημοσίου διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὁμολογιῶν. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι πρακτικώτερον, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου, τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύω, θὰ δοθῶσιν ὡρισμένα χρηματικὰ ποσὰ εἰς τοὺς δικαιούχους, ἐξ ὧν τινες εὑρίσκονται ἐν μεγίστῃ ἀνάγκῃ, ἐνῷ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ μοναδικοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου δὲν βλέπω τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπέλθῃ, προϋποτιθεμένου ὅτι ἡ ὑπηρεσία δὲν διεξεπεραίωσεν ἀκόμη τὴν σχετικὴν ἐργασίαν. Ὁ νόμος ὁ παλαιὸς σιωπηρῶς κατηργήθη, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τῷ δώσῃ ζωὴν ἐν σχέσει πρὸς τὴν καταβολήν.
§85Π. ΓΚΙΚΑΣ. Ἐγὼ βεβαίως δὲν ἐζήτησα νὰ πληρωθῶσιν οἱ ὀφειλόμενοι τόκοι δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου, διότι ὁ νόμος ὁ παλαιὸς κατηργήθη διὰ τοῦ νεωτέρου καὶ δὲν ὑφίσταται πλέον. Ἐγὼ ἐζήτησα νὰ πληρωθῶσιν οἱ ὀφειλόμενοι τόκοι δυνάμει τοῦ νέου νόμου, οἱ τόκοι δὲ δὲν ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁμολογιῶν, οἱ τόκοι ὀφείλονται, εἴτε ἐκδοθῶσιν ὁμολογίαι εἴτε δὲν ἐκδοθῶσιν. Ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη, καὶ ἐξεδόθη καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν αὐτοῦ Διάταγμα, ἀλλὰ προσέκρουσεν εἰς τὴν ἐφαρμογήν του ἕνεκα διατάξεώς τινος τοῦ ἄρθρου 7. Ἐπειδὴ δὲ τὸ Δημόσιον δὲν ἠδύνατο νὰ πληρώσῃ τοὺς τόκους ἕνεκα τῆς διατάξεως περὶ ἐκδόσεως ὁμολογιῶν, παρεκάλεσα τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον, δι’ οὗ νὰ πληρωθῶσιν οἱ ὀφειλόμενοι τόκοι τῶν ἐτῶν 1904 καὶ 1905 δι’ ἐνταλμάτων, καὶ οὐχὶ διὰ τοκομεριδίων, καὶ εἰς τὸ ἐν τῷ μεταξὺ διάστημα νὰ λάβῃ μέριμναν, ὅπως, ἐὰν ἦναι δυνατόν, ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτὸς, εἰ δ’ ἄλλως, νὰ ἐπέλθῃ μεταρρύθμισίς τις, καθ’ ὃν ἐγὼ ὑπέδειξα τρόπον, ὥστε καὶ τὸ Δημόσιον νὰ μὴ ὑφίσταται μείωσιν τῶν προσόδων του αἰσθητὴν, καὶ οἱ δικαιοῦχοι ν’ ἀπολαμβάνωσί τι ἀπέναντι τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, καὶ οἱ καθυστερούμενοι τόκοι ταχέως ν’ ἀποδοθῶσι. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα τὴν συνδρομὴν τοῦ κυρίου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως εἰσηγήσηται τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νομίζω δὲ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι κατακριτέος διὰ τοῦτο, τοὐναντίον μάλιστα οἱ δικαιοῦχοι πρέπει νὰ ὀφείλωσιν αὐτῷ χάριτας, διότι διὰ τοῦ μέτρου τούτου θὰ δυνηθῶσι νὰ λάβωσι τὰ καθυστερούμενα αὐτοῖς χρήματα μέχρις ὁριστικοῦ διακανονισμοῦ τοῦ ζητήματος. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἀνωτέρω νομοσχέδιον καὶ γίνεται δεκτὸν, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς αʹ συζήτησιν, ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως).
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπὸ στοιχ. ͵ΒΨΜΖʹ νόμου περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τῶν ἐκτελεστέων ἐν Θεσσαλίᾳ ὑδραυλικῶν ἔργων.» (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄρθρον μόνον, εἰς γʹ συζήτησιν, ἄνευ ἀντιρρήσεως). Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ νόμου ΣΙΒʹ τοῦ 1852 περὶ διοικήσεως τῶν δημοσίων ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ τοῦ Κράτους.»
§87Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀναβάλλεται διὰ τὴν αὔριον. Δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς Ἑλλάδος». Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Στάης.
§89ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, κύριοι Βουλευταὶ, τὸ πρῶτον νῦν ἐμφανίζεται εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς συγχωνεύσεως τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων καὶ τοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τῆς Ἑλλάδος. Ὅτε τὸ πρῶτον συνελήφθη ἡ ἰδέα τοῦ λαχείου τοῦ Στόλου, προὐτάθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ Μάϊον τοῦ 1904, ὅπως τὸ λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων συγχωνευθῇ μετὰ τοῦ λαχείου τοῦ Στόλου, ἀλλ’ ἐγὼ, ὡς Ὑπουργὸς τότε ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δὲν ἀπεδέχθην τὴν γνώμην ταύτην, οὕτω δὲ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον μόνον περὶ λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη οὐχὶ ὡς ὑπεβλήθη κατὰ Μάϊον τοῦ 1904, διότι δυστυχῶς ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὑρίσκετο εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν, ἥτις δὲν ἐπέτρεπεν ὁμαλὴν καὶ εὐρεῖαν συζήτησιν τοῦ σοβαροῦ τούτου θέματος, ἡ ἀνώμαλος δ’ ἐκείνη κατάστασις ἐπήνεγκε καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐν σπουδῇ καὶ μετ’ ἀτελειῶν, αἵτινες ἐν μέρει ἴσως ἐπήνεγκον καὶ τὴν ἀποτυχίαν αὐτοῦ. Ὁ σκοπὸς τῆς τότε Κυβερνήσεως, τῆς εἰσαγαγούσης εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ λαχείου τοῦ Στόλου, δὲν ἦτο νὰ φορολογήσῃ τὸν λαὸν τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου· ἐσκόπει ἁπλῶς νὰ ἐπιτρέψῃ καὶ διευκολύνῃ εἰς τοὺς ἁπανταχοῦ ἐκτὸς τοῦ ἐλευθέρου Βασιλείου εὑρισκομένους ὁμογενεῖς ἡμῶν, ἵνα συνεισφέρωσι τὸν ὀβολὸν αὐτῶν πρὸς ναυπήγησιν ἐθνικοῦ στόλου, διότι κυρία διάταξις τοῦ ὑποβληθέντος τότε νομοσχεδίου ἦτο, ὅτι ἡ ἀξία ἑκάστου λαχείου ὡρίζετο εἰς πέντε φράγκα χρυσᾶ· ἀλλ’ ἡ διάταξις ἐκείνη μετεβλήθη κατὰ τὴν συζήτησιν, καὶ οὕτως ἔχομεν τὸν γνωστὸν τύπον τοῦ λαχείου τῶν τριῶν δραχμῶν. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἂν αἱ περιστάσεις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐπέτρεψαν νὰ συζητηθῇ τὸ θέμα ἐν ἐκτάσει, ἀλλὰ βεβαίως ὑπῆρχον οἱ φρονοῦντες, ὅτι κακῶς οὕτως ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, καὶ ἐζητήθη φορολογία 3,000,000 δραχμῶν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς κατασκευὴν ἐθνικοῦ στόλου, τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἐθνικοῦ ἰδεώδους παντὸς Ἕλληνος. Ἴσως αἱ περιστάσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης δὲν ἐπέτρεψαν νὰ ἐξετασθῇ τὸ θέμα ὑπὸ γενικωτέραν ἔποψιν, ἵνα καταδειχθῇ, ὅτι ἡ ἵδρυσις λαχείου τοιούτου ἦτο ἀτυχής. Δὲν θέλω νὰ συζητήσω τὸ θέμα τῆς ἱδρύσεως λαχείων ὑπὸ τὰς διαφόρους αὐτοῦ ἐπόψεις, ὑφ’ ἃς ἐξετάζουσιν αὐτὰ οἱ ἠθικολόγοι καὶ οἱ νομομαθεῖς, διότι ὑπάρχουσιν ἑτέρωθεν οἱ φρονοῦντες, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ Κράτος νὰ ἐκμεταλλεύηται διὰ τῶν λαχείων τοὺς ἁπλουστέρους, — ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τοῦ Καβούρ, ὁ ὁποῖος ἐδογμάτισεν, ὅτι τὸ λαχεῖον (la loterie) εἶναι φορολογία τῶν ἀνοήτων (imbéciles), — δὲν θέλω, λέγω, νὰ ἐξετάσω τὸ θέμα τοῦτο οὔτε ὑπὸ τὴν μίαν οὔτε ὑπὸ τὴν ἑτέραν ἔποψιν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι, ἐὰν τὸ Κράτος ἐσκόπει πράγματι νὰ εὕρῃ πόρους πρὸς πραγματοποίησιν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ σκοποῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ αὐτοὺς διὰ τοῦ χειρίστου εἴδους τῶν λαχείων. Ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου ἡ ἵδρυσις τῶν τοιούτων λαχείων, τοῦ τύπου δηλ. τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, εἶναι καταδεδικασμένη. Λαχεῖα τοῦ Κράτους ἀληθῶς εἰς τὰ πλεῖστα μέρη τοῦ κόσμου ὑφίστανται καὶ λειτουργοῦσι δυνάμει νόμων, ἀλλὰ λαχεῖα ὅλως διαφόρου τύπου, τύπου, δύναταί τις εἰπεῖν, εὐεργετικοῦ ὑπὲρ τῆς κοινωνίας, διότι ἐθίζουσι τὰς ἐργατικὰς τάξεις αὐτῆς εἰς τὴν οἰκονομίαν· ἀλλὰ λαχεῖα, τὰ ὁποῖα θίγουσι τὸ κεφάλαιον τοῦ φορολογουμένου, εἶναι λαχεῖα κατακριτέα. Τὸ λαχεῖον δὲ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἶναι λαχεῖον καταστρέφον τὸ κεφάλαιον...
§90Π. ΣΑΚΚΗΣ. Μήπως δὲν λειτουργοῦσι τοιαῦτα ἔν τε τῇ Ἰταλίᾳ καὶ τῇ Αὐστροουγγαρίᾳ;
§91ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ, ὡς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γινώσκω, τὰ ἀφορῶντα τὰ οἰκονομικὰ, — λέγω δὲ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι τυγχάνω συνάδελφος αὐτοῦ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἔνθα καθ’ ἑκάστην ἀκούω τὰς ὀρθὰς αὐτοῦ παρατηρήσεις, — δὲν ἀγνοεῖ βεβαίως, ὅτι οἱ οἰκονομολόγοι καταδικάζουσι τὰ λαχεῖα καὶ τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Αὐστροουγγαρίας. Τὸ ἡμέτερον Κράτος τελευταῖον ἐπέτρεψεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος τὴν ἔκδοσιν δανείου λαχειοφόρου, τοῦ δανείου τῶν δραχ. 20,500,000, τὸ ὁποῖον ἀμέσως ὑπερεκαλύφθη καὶ τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην διακεκριμένων παρ’ ἡμῖν νομομαθῶν, ἐξεδόθη παρανόμως, διότι ὁ νόμος ΑΧΛʹ τῆς 30 Δεκεμβρίου 1887 ἀπαγορεύει τὴν σύστασιν παντὸς λαχείου μὴ συσταθέντος δι’ εἰδικοῦ νόμου, πλὴν τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων, κανονιζομένου διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων. Ἐὰν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως τοιούτου λαχειοφόρου δανείου, τὸ Κράτος θὰ εἶχε τὴν ἔκτακτον εὐκαιρίαν, ἣν ἀπώλεσε, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ πορισθῇ τὰ ποσὰ τὰ ἀπαιτούμενα πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ μεγίστου τῶν ἐθνικῶν σκοπῶν. Ἐὰν σκέπτηται ἑπομένως σοβαρῶς τὸ Κράτος περὶ ἱδρύσεως στόλου, ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα μᾶλλον ἐπισταμένως ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, διότι εἶναι δυνατὸν διὰ λαχείου τοκοφόρου, τοῦ τύπου τοῦ παραδεδεγμένου ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης, νὰ πορισθῇ τὰ ἀναγκαῖα χρηματικὰ μέσα πρὸς κατασκευὴν ἐθνικοῦ στόλου. Διὰ τοῦ λαχείου ὅμως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, ὡς τροποποιεῖται τὸ παλαιὸν, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν ἢ νὰ παρασκευάζωμεν τὴν ἀποτυχίαν τοῦ μέτρου, δι’ οὗ ἦτο δυνατὸν τὸ Κράτος ἐν εὐθέτῳ καιρῷ νὰ πορισθῇ πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δὲ ταύτῃ δηλῶ, ὅτι εἶμαι εἴπερ τις καὶ ἄλλος ὑπὲρ τῆς κατασκευῆς ἐθνικοῦ στόλου, δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω ἐν συμπεράσματι, ὅτι τὸ Κράτος, ἐὰν θέλῃ νὰ διεκδικήσῃ τὰ ἐθνικὰ αὑτοῦ ἀπαράγραπτα δίκαια, πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν του πρὸς τὰς ναυτικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, καὶ ὑπὲρ αὐτῶν νὰ διαθέσῃ οὐ μόνον τὴν ἐκ λαχείου καταλλήλου πρόσοδον, ἀλλὰ καὶ τὸ πλεῖστον τῶν δαπανῶν τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, ἤτοι πρέπει, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἓν κυρίως νὰ ἔχωμεν Ὑπουργεῖον ὑπὲρ τῆς ἀμύνης τῆς κατ’ ἐξοχὴν ναυτικῆς ἡμῶν χώρας, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ δήλωσίς μου αὕτη, ἵνα μὴ παρεξηγηθῶ, προτείνων τὴν κατάργησιν τοῦ μόλις εἰς ἐφαρμογὴν τεθέντος λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Κατὰ τὴν γνώμην μου δὲ, ὑπονομεύεται τὸ μέλλον τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, διότι ἐμμένομεν εἰς τὸν καταδεδικασμένον τύπον τοῦ λαχείου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀφαιρεῖται τὸ κεφάλαιον τοῦ φορολογουμένου, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ πορισθῶμεν εὐχερῶς κεφάλαιον εἴκοσιν ἢ καὶ τριάκοντα ἑκατομμυρίων διὰ δανείου λαχειοφόρου, ἀποδίδοντος μικρὸν τόκον...
§92Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Τοῦτο γίνεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν.
§93ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶπον περὶ τούτου πρὸ μικροῦ, προσθέσας μάλιστα, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον λαχειοφόρον δάνειον, διότι ὁ νόμος τοῦ 1887 ῥητῶς ἀπαγορεύει τοῦτο.
§94Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δάνειον τὸ τελευταῖον τοῦ λαχείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῶν 20,500,000 ἐξεδόθη δυνάμει νεωτέρου νόμου, ψηφισθέντος κατὰ τὸ 1898, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει τὴν περὶ τούτου ἄδειαν.
§95ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Νομίζω, κ. Πρωθυπουργέ, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταστατικοῦ αὐτῆς καὶ τοῦ νόμου ΦΚϚʹ τῆς 11 Ἀπριλίου 1859 ἐξέδωκε τὸ τελευταῖον λαχειοφόρον δάνειον αὐτῆς τῶν δραχ. 20,500,000. Ὁ νόμος τοῦ 1898 ἄλλο, νομίζω, προνόμιον ἐχορήγησεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅπερ ἤδη ἐξεμεταλλεύθη αὕτη.
§96Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐν τῷ αὐτῷ νόμῳ περιλαμβάνονται δύο διατάξεις, στηριζόμεναι εἰς παλαιότερον νόμον περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§97ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τοῦτο εἶναι θέμα ξένον πρὸς τὸ συζητούμενον. Οὕτω δὲ οὐ μόνον ἀποτυγχάνομεν τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ ἡμῶν σκοποῦ, ἀλλὰ ταυτοχρόνως καταστρέφομεν καθεστὼς, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται ἀπὸ τριακονταετίας, καὶ τὸ καθεστὼς τοῦτο εἶναι τὸ τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ὅπερ ὑφίσταται δυνάμει τοῦ νόμου περὶ λαχείων, ἐξ οὗ λαμβάνει τὴν ἀρχήν του τὸ λαχεῖον ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ τοιούτου λαχείου, ἱδρυθέντος πρὸ 30 ἐτῶν καὶ ἀνεκτοῦ γενομένου ὑπό τε τοῦ Τρικούπη καὶ τοῦ Δηλιγιάννη, βεβαίως θὰ ἐπρότεινον καὶ τούτου τὴν κατάργησιν, ἢ τὴν τροποποίησιν, διότι δὲν εἶναι ἄγνωστον, ὅτι τὰ τοιαῦτα λαχεῖα εἶναι ἡ τροφὴ τῶν πενομένων τάξεων. Ἐν Ἰταλίᾳ, ὡς ἀναφέρει μέγας οἰκονομολόγος συγγραφεὺς Ἰταλὸς, κατὰ Σάββατον, ἰδίᾳ ἐν Νεαπόλει, ἡ κατανάλωσις τοῦ ἄρτου κατέρχεται, διότι ὁ λαὸς τὰ πρὸς ἀγορὰν τοῦ ἄρτου προωρισμένα χρήματα διαθέτει ἐν μέρει πρὸς ἀγορὰν λαχείων. Ἐπὶ τοῦ ψυχολογικοῦ δὲ τούτου νόμου στηρίζεται ἡ πλήρης ἐπιτυχία ἐν τῷ μέλλοντι ἀμφοτέρων τῶν ἡμετέρων λαχείων. Ἀπορῶ μάλιστα, πῶς οἱ ἁρμόδιοι εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ ἴδωσι τὴν πλήρη ἐπιτυχίαν τοῦ λαχείου τοῦ Στόλου ἐντὸς ἑξαμήνου χρονικοῦ διαστήματος, ὅσον μόλις παρῆλθε μέχρι σήμερον ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου, ὅτε ἤρξατο ἡ λειτουργία αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ οὕτω μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς ἔχομεν ἱκανὰ ἔσοδα, περίπου 1,800,000 δραχμῶν, καὶ ἴσως τὰ ἔσοδα ταῦτα μέχρι τέλους τοῦ ἔτους ἀνέλθωσιν εἰς 3,000,000 δραχμάς. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν, τί θὰ μείνῃ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπὲρ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. Περίπου, 1,000,000 θὰ δοθῇ εἰς κέρδη τῶν τεσσάρων κληρώσεων...
§98Ι. Γ. ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. 900,000.
§99ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα, 900,000. Ἄλλαι τόσαι περίπου θὰ δαπανηθῶσιν εἰς ἀμοιβὰς καὶ δαπάνας, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς πρὸς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν συνδρομῆς. Οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν ὑπόλοιπον περὶ τὸ ἑκατομμύριον ἐτησίως, ὅπερ δὲν πιστεύω νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἐπιδιωκομένου ἐθνικοῦ σκοποῦ. Οὕτω δὲ, ἐνῷ δὲν ἐπιτυγχάνομεν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ἰδεώδους, καταργοῦμεν τὸ λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων, διὰ τοῦ ὁποίου πολλὰ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιτελέσωμεν. Διὰ τοῦτο θερμῶς παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν, ἐὰν δὲν θελήσῃ νὰ ἀποσύρῃ τὸ περὶ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου νομοσχέδιον, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν συγχώνευσιν τῶν δύο λαχείων. Ἄλλοτε ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, νομοσχέδιον περὶ διαθέσεως τῶν ἐκ τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων πόρων, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, δι’ οὗ θὰ ἐξετελεῖτο τὸ σύμπλεγμα τῶν ἀρχαιολογικῶν ὁδῶν, δὲν ἐψηφίσθη. Τὴν ἱστορίαν τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξιστορήσω σήμερον, εἶναι ὅμως ἀνάγκη νὰ εἴπω, ὅτι ἱδρύθη τὸ λαχεῖον τοῦτο τὸ πρῶτον κατὰ τὸ 1874 διὰ Β. Διατάγματος, ὅτι κατὰ τὸ 1887 διὰ νόμου ἀπηγορεύθησαν πάντα τὰ ἄλλα λαχεῖα, πλὴν τοῦ λαχείου ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, κανονιζομένου ἑκάστοτε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος, καὶ ὅτι ἐξεδόθησαν ἑπτὰ ἀλλεπάλληλα Βασιλικὰ Διατάγματα, κανονίζοντα τὸ λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων. Τὸ τελευταῖον ἐξέδωκεν ὁ ἄρτι παραιτηθεὶς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας κ. Καραπᾶνος, δι’ οὗ ἐκανονίζετο ἡ τιμὴ ἑκάστου κλήρου εἰς μίαν δραχμήν. Ἕν τῶν ἑπτὰ τούτων Βασιλικῶν Διαταγμάτων ἐξέδωκα καὶ ἐγώ, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, δι’ οὗ ηὔξησα τὸν ἐτησίως διατιθέμενον ἀριθμὸν τῶν διδράχμων κλήρων ἀπὸ 225,000 εἰς 300,000. Ἐν τῷ Βασιλικῷ ὅμως ἐκείνῳ Διατάγματι εἶχον περιλάβει τὸν ὅρον, ὅτι «τὸ ἐκ τῶν ἐπὶ πλέον 75 χιλιάδων γραμματίων καθαρὸν κέρδος διατίθεται πρὸς διεξαγωγὴν καὶ ἀποπεράτωσιν τοῦ περὶ τὴν Ἀκρόπολιν καὶ κατὰ τὴν ἀρχαίαν Ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν ἀνασκαφικοῦ ἔργου, πρὸς ἀνέγερσιν Ἐπιγραφικοῦ Μουσείου καὶ πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ Ἐθνικοῦ Ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου». (Ἄρθρον 2 Β. Δ. τῆς 7 Ἰουλίου 1901). Ἐκ τῶν τριῶν τούτων ὑποχρεώσεων τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας μόνον ἡ τελευταία ἐξεπληρώθη, κτισθείσης ἤδη μιᾶς πτέρυγος τοῦ Ἐθνικοῦ Κεντρικοῦ Μουσείου, ἐν ᾗ ἐτοποθετήθησαν τὰ ἐξ Ἀντικυθήρων ἀρχαῖα. Ὑπολείπεται ἑπομένως, ὑποθέτω, ἱκανὸν χρηματικὸν ποσόν, προερχόμενον ἐκ τῆς τοιαύτης διατάξεως, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο ἐπωφελῶς νὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς πραγματοποίησιν λίαν χρησίμων ἀρχαιολογικῶν ἔργων.
§100Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ὡς ἡ περιφερικὴ ὁδὸς τῆς Ἀκροπόλεως!
§101ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δυστυχῶς, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀπεχώρησα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, διεκόπη ἡ κατασκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης, τῆς λίαν χρησίμου κατ’ ἐμέ.
§102Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Ἐδαπανήθησαν ὅμως 30,000.
§103ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι πόσα ἐδαπανήθησαν, ἀλλὰ τὸ δαπανηθὲν ποσὸν δὲν εἶναι θέμα τοῦ παρόντος· ἐπραγματοποιήθη ὅμως ἡ κατασκευὴ μιᾶς πτέρυγος τοῦ Ἐθνικοῦ Μουσείου, ἐν ᾗ θὰ τοποθετηθῇ τὸ μοναδικὸν ἐν τῷ κόσμῳ εὕρημα τῶν Ἀντικυθήρων, ὁ Πάρις τοῦ Εὐφράνορος, κατὰ τὸν ἀρχαιολόγον κ. Β. Στάην. Τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας μικρὸν κατὰ μικρὸν κατὰ τὸ διάστημα τῆς τριακονταετίας ἔφθασεν εἰς τὴν εἴσπραξιν τοῦ ποσοῦ 600,000 δραχμῶν ἐτησίως, ἐξ ὧν δίδονται εἰς ἀμοιβὰς τῶν κληρουμένων γραμματίων 200,000 δραχμαί, εἰς ποσοστὰ πωλουμένων γραμματίων 60,000, καὶ εἰς ἔξοδα διαχειρίσεως τοῦ λαχείου 11,000, οὕτω δὲ ἀπομένει ποσὸν πλέον τῶν 300,000 δραχμῶν ἐτησίως χάριν τῶν ἀρχαιολογικῶν ἀναγκῶν. Δύναται δὲ νὰ εἰσπραχθῇ σήμερον μέχρις 1,000,000 δραχμῶν, διότι οἱ 300,000 κλῆροι γίνονται ἀνάρπαστοι μόνον ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ, ἐνῷ ἄλλοτε, πρὸ δεκαετίας περίπου, ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, δι’ ὅλων τῶν ἐν Ἑλλάδι δημοσίων ἀρχῶν, μετὰ δυσκολίας ἐπετύγχανε τὴν διάθεσιν ἀριθμοῦ κλήρων πολὺ μικροτέρου. Πολλάκις ἤκουσα μομφὰς κατὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Μίαν μάλιστα τῶν ἡμερῶν, ὅτε δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρευρίσκωμαι ἐν τῇ Βουλῇ, ἐλέχθησαν πολλὰ κατὰ τῆς Ἑταιρείας, καὶ ὑπεστηρίχθη ἡ γνώμη ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ διαχείρισις τοῦ λαχείου ἀπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Βεβαίως τέλειόν τι ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι ἑπομένως δίκαιον νὰ ἀξιῶμεν, ὅπως τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ὦσι τέλεια. Τὰ κατ’ αὐτὴν βεβαίως ἔχουσι πολλὰ τὰ πλημμελῆ, καὶ δέονται βελτιώσεως καὶ ἐπιβλέψεως. Διὰ τὰ ἔργα ὅμως, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐπετέλεσεν, ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία εἶναι πράγματι ἀξία εὐγνωμοσύνης. Ἡ πρόοδος τῶν σκαφικῶν αὐτῆς ἐργασιῶν, ἡ κατασκευὴ τῶν Μουσείων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐνιαχοῦ δὲ καὶ τῶν ξενώνων, καὶ ἐν γένει ἡ καθόλου πρόοδος τῶν ἀρχαιολογικῶν αὐτῆς ἔργων εἶναι θαυμασία. Λέγων δὲ ταῦτα ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας, δὲν ἀποκρύπτω ὅτι ἐμφιλοχωροῦσι καὶ ἐκεῖ προσωπικὰ ζητήματα, ὅτι γίνονται δαπάναι πολλαὶ προσωπικαί, αἵτινες ἠδύναντο νὰ μὴ γίνωνται, ἐὰν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἐξήσκει ἔλεγχον πραγματικόν, ὃν ἐπιτρέπει ὁ νόμος, ἀφοῦ αὐτὸ κανονίζει τὰ τοῦ λαχείου, ἐξ οὗ ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ἐὰν δέ ποτε ἤθελον εὐτυχήσει νὰ ἀναλάβω αὖθις τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, δὲν ἤθελε δὲ καταργηθῆ τὸ λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων, βεβαίως ἤθελον ἐπιμεληθῆ καὶ τὰ τοῦ λαχείου καὶ τὰ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καθόλου. Ἑτέρωθεν ὅμως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν φυλάκων αὐτῆς ἀνὰ τὰ ἀρχαιολογικὰ μέρη τοῦ Κράτους ἐπιτελεῖ ἀμέμπτως τὸ καθῆκον αὐτοῦ, ἐνῷ τοὐναντίον ὑστερεῖ τὸ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἐξαρτώμενον. Δὲν εἶναι βεβαίως πρωτότυπον νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος πολλὰ ὀφείλει εἰς τὰ κειμήλια τῶν προγόνων ἡμῶν, καὶ αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ, οὐδὲ νέον τι θὰ προσθέσω, ἐπαναλαμβάνων ὅτι σήμερον ἡ χώρα ἡμῶν κερδίζει ἐτησίως πλέον τῶν 10 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ἐκ τῆς προσελεύσεως τῶν ξένων χάριν τῶν ἀρχαίων ἡμῶν θησαυρῶν. Τὸ θέμα τοῦτο, τὸ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ξένων περιηγητῶν, ἐπραγματεύθη ὁ πολὺς οἰκονομολόγος Γάλλος κ. Ἐδμόνδος Théry ἐν τῷ ἄρτι ἐκδοθέντι πολυτίμῳ βιβλίῳ αὑτοῦ «La Grèce actuelle au point de vue économique et financière». Παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναγνώσω ἐν ἐλευθέρᾳ μεταφράσει τὴν σχετικὴν περικοπὴν (ἀναγινώσκει): «...Ἀλλὰ θὰ ὑπῆρχε μέσον λίαν πρακτικὸν νὰ βελτιωθῇ ταχέως ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἡ χρηματιστικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, νὰ ὑψωθῇ τὸ ἐνεργητικὸν τῆς ἐμπορικῆς αὐτῆς πλάστιγγος, καὶ νὰ ἐξασφαλισθῇ δι’ αὐτοῦ ἡ σταθερότης τοῦ νέου αὐτῆς νομισματικοῦ συστήματος. Τὸ μέσον τοῦτο θὰ ἦτο νὰ προσελκύῃ καὶ νὰ διατηρῇ ἐπί τινας ἑβδομάδας ἐν Ἑλλάδι τοὺς ξένους ἐπισκέπτας, οἱ ὁποῖοι νῦν δὲν μεταβαίνουσιν ἐκεῖ ἢ ἐν μικρῷ ἀριθμῷ καὶ δι’ ὀλίγας μόνον ἡμέρας. Ἀπὸ ἡμίσεος αἰῶνος, καὶ διὰ λόγους τοῖς πᾶσι γνωστοὺς, ὁ πλοῦτος αὐξάνει ἐν Εὐρώπῃ καὶ ἐν Ἀμερικῇ μετ’ ἐκτάκτου ταχύτητος. Ἡ αὔξησις αὕτη, ἡ ὁποία κυρίως εὐνοεῖ τὰς μεσαίας τάξεις, προστιθεμένη εἰς τὴν ὁσημέραι αὔξουσαν ἀνάπτυξιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας καὶ εἰς τὴν ἐντελεστέραν γνῶσιν τῶν λαμβανόντων χώραν πέριξ ἡμῶν, προεκάλεσεν ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου τὴν ἐπιθυμίαν τῶν περιηγήσεων, ἡ ὁποία καθ’ ἑκάστην γενικεύεται. Οἱ πλούσιοι οὗτοι περιηγηταὶ, εἰθισμένοι εἰς βίον ἄνετον, μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ξένην πρὸς ἀναψυχὴν καὶ πρὸς αὔξησιν τῶν γνώσεων αὐτῶν. Ἀρχὴν ποιοῦνται ἐκ τῶν πλησιεστέρων τόπων τῆς καταγωγῆς, των· εἶτα, ἱκανοποιούμενοι ἐκ τοῦ πρώτου αὐτῶν ταξειδίου, ἐπιθυμοῦσι νὰ ἴδωσι καὶ ἄλλους τόπους, καὶ μεταβαίνουσιν ἀπώτερον. Αἱ διηγήσεις αὐτῶν, αἱ περιγραφαί των, προτρέπουσι τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους αὐτῶν νὰ μιμηθῶσι τὸ παράδειγμά των, καὶ ἐνῷ ἄλλοτε τὰ ταξείδια ἀναψυχῆς εἰς ξένας χώρας ἦσαν σπάνιαι ἐξαιρέσεις, σήμερον τείνουσι νὰ καταστῶσι κανὼν γενικὸς εἰς πάντας τοὺς πλουσίους. Ἤδη πολλὰ ἔθνη τῆς Ἑσπερίας ἐπωφελήθησαν τῆς τάσεως ταύτης, ἵνα ὀργανώσωσι τὴν ὅλως νέαν ταύτην βιομηχανίαν, ἣν δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ βιομηχανίαν τῶν ξένων. Ἡ Γαλλία τὴν ἐξασκεῖ εἰς εὐρεῖαν κλίμακα, καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ Ἑλβετία, ἡ Ἰταλία, τὸ αὐστριακὸν Τυρόλον κλπ. Ὑπελογίσθη ὅτι οἱ ξένοι περιηγηταὶ ἀφίνουσιν ἐν Γαλλίᾳ πλέον τῶν 2 δισεκατομμυρίων φράγκα χρυσᾶ ἐτησίως, ἐν Ἑλβετίᾳ 200 ἕως 250 ἑκατομμύρια φράγκα χρυσᾶ ἐτησίως, ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλβετία θὰ ἦτο ἐκ τῶν πτωχοτέρων χωρῶν τῆς Εὐρώπης, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ πλέον τῶν 600 ἑκατομμυρίων φράγκα χρυσᾶ, δι’ ὧν ἀποκατεστάθη τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον τῆς Ἰταλίας, καὶ κατεβλήθη τὸ μεῖζον μέρος τῶν ἐξωτερικῶν αὐτῆς χρεῶν. Τέλος παράδειγμα ὅλως πρόσφατον εἶναι ἄξιον μνείας. Πρὸ δεκαετίας περίπου οἱ Ἄγγλοι ἤρξαντο ἐκμεταλλευόμενοι τὰς Πυραμίδας, τοὺς καταρράκτας τοῦ Νείλου καὶ τὰ ἐρείπια τῶν αἰγυπτιακῶν ἀρχαιοτήτων. Κατὰ τὸ 1904 ἐπεσκέφθησαν τὴν Αἴγυπτον ξένοι περιηγηταὶ πλέον τῶν 20,000, καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀσφαλῶς, ὅτι ἡ ἔκτακτος εὐτυχία, ἡ ἐν Καΐρῳ καὶ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ ἐκδηλουμένη, ὀφείλεται εἰς τὴν καθ’ ἑκάστην αὔξουσαν ἐπιρροὴν τῶν ξένων ἐπισκεπτῶν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ ἐν τῷ κόσμῳ τόπος, δυνάμενος νὰ ἑλκύσῃ καὶ κρατήσῃ τοὺς ἐπισκέπτας τούτους, ὁ τόπος οὗτος εἶναι βεβαίως ἡ Ἑλλάς. Καὶ ὅμως ἡ Ἑλλὰς ἔχει τόσους μόνον ξένους ἐπισκέπτας, ἐξαιρουμένων τῶν ἀρχαιολόγων, ὅσους καὶ ἡ Σερβία καὶ ἡ Βουλγαρία· δύναταί τις μάλιστα νὰ βεβαιώσῃ, ἐὰν ἤθελεν ἐξαιρέσει τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ, ὅτι ἡ Πελοπόννησος, ἡ Ἀττική, ἡ Φωκίς, ἡ Βοιωτία, ἡ Εὔβοια, ἡ Ἀκαρνανία, ἡ Αἰτωλία καὶ αὐτὴ ἡ Θεσσαλία, ἡ διὰ σιδηροδρόμου ἐξυπηρετουμένη, εἶναι χῶραι τόσον ἐντελῶς ἄγνωστοι εἰς τοὺς περιηγητάς, ὅσον ἦσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Chataubriand καὶ τοῦ Edmond About. Καὶ ἐν τούτοις δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ κόσμῳ ἄνθρωπος, ἔστω καὶ μικρᾶς τυχὼν παιδείας, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ὀνειροπολῇ νὰ πατήσῃ τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος, τῆς κοιτίδος τοῦ πολιτισμοῦ, τῆς ἀρχαίας ἑστίας τῶν φώτων, τῆς πατρίδος τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τῆς ἀρχαιότητος, καὶ ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐπιθυμῇ νὰ θαυμάσῃ, τοὐλάχιστον ἅπαξ, τὰ θαυμάσια, τὰ ἀπαράμιλλα μνημεῖα τοῦ μεγάλου αὐτῆς παρελθόντος. Διατὶ ἡ διαφορὰ αὕτη μεταξὺ τοῦ ὀνείρου καὶ τῆς πραγματικότητος; Διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι μεμονωμένη, ὡς νῆσος μακρὰν κειμένη, διότι ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν πέριξ αὐτῆς ὁ βίος εἶναι ἀνιαρός, δυσάρεστος (pénible), καὶ αἱ συγκοινωνίαι σχεδὸν ἀδύνατοι. Ἐν τῇ ὡραίᾳ ταύτῃ χώρᾳ τοῦ ἀνεφέλου οὐρανοῦ δὲν συναντᾷ τις ἢ ἀρχαιολόγους καὶ παραγγελιοδόχους. Οἱ ἀρχαιολόγοι προσήνεγκον ἀληθῶς μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐξαγαγόντες αὐτὴν ἐκ τοῦ τάφου, εἰς ὃν ἡ πτῶσις τῶν θεῶν αὐτῆς καὶ ἡ Ὀθωμανικὴ κυριαρχία τὴν εἶχον θάψει, καὶ εἰς φῶς προαγαγόντες τοὺς ναοὺς καὶ τὰ ἀγάλματα, γράψαντες τὴν ἱστορίαν της κάλλιον τῶν πρώτων ἱστορικῶν αὐτῆς. Ἀλλ’ οἱ ἀρχαιολόγοι τρέφονται διὰ λίθων καὶ ἐπιγραφῶν, καὶ ἂν ἠδυνήθησαν νὰ ἀνεγείρωσι τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα, δὲν εἶναι ὅμως εἰς κατάστασιν νὰ δώσωσι ζωὴν εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα...»
§104Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Θαυμάζω ὅτι σᾶς διέφυγεν ὅτι λέγει, ὅτι ὅλοι δὲν τρέφονται μὲ λίθους καὶ μὲ ἐπιγραφάς. Καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἦτο ἡ ὥρα αὕτη κατάλληλος, ἵνα ἀναλύσητε τὸ σύγγραμμα τοῦ κ. Théry, τὸ ὁποῖον βεβαίως ὅλοι ἀνέγνωσαν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει πολλὰ τὰ ἀληθῆ καὶ πολλὰ τὰ πλεονεκτήματα.
§105ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ θαυμάζω, πῶς διέφυγε τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος βεβαίως ἀνέγνωσε τὸ βιβλίον τοῦτο,—ὅπερ ὅμως δυστυχῶς δὲν ἀνέγνωσαν ὅλοι,—θαυμάζω, λέγω, πῶς διέφυγε τὴν ὀξυδέρκειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἡ στενὴ σχέσις τῆς καθόδου τοῦ ῥεύματος τῶν ξένων περιηγητῶν καὶ τῶν ἀρχαίων ἡμῶν προγονικῶν κειμηλίων, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος προστατεύει κυρίως διὰ τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Μετὰ δύο ἢ τρία τὸ πολὺ ἔτη διὰ τοῦ σιδηροδρόμου τῶν συνόρων (Πειραιῶς–Λαρίσης) ἡ Ἑλλὰς θὰ συνδεθῇ μετὰ τῶν σιδηροδρομικῶν δικτύων τῆς Εὐρώπης, καὶ θὰ εὑρίσκηται 60 μόνον ὥρας μακρὰν τῶν Παρισίων καὶ τῶν Βρυξελλῶν, τρεῖς ἡμέρας μακρὰν τῆς Πετρουπόλεως, 50 ὥρας τοῦ Βερολίνου, 45 ὥρας τοῦ Μονάχου, 37 ὥρας τῆς Βιέννης, καὶ 31 ὥρας τῆς Βουδαπέστης. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἦναι πλέον νῆσος μακρὰν κειμένη, καὶ τὸ ῥεῦμα τῶν περιηγητῶν, ὅπερ πλουτίζει καὶ μεταβάλλει εἰς εὐτυχεῖς τὰς χώρας, πρὸς ἃς διευθύνεται, θὰ στραφῇ πρὸς αὐτήν... ἀλλ’ ἐπὶ τῷ οὐσιώδει ὅρῳ τῆς βελτιώσεως τῶν ξενοδοχείων αὐτῆς καὶ τοῦ προσιτοῦ τῶν μνημείων, τῶν ἱστορικῶν τόπων καὶ τῶν μᾶλλον ἐνδιαφερόντων τοπίων αὐτῆς. Οἱ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐλευσόμενοι περιηγηταὶ δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῶσι μόνον εἰς τὴν ἐπίσκεψιν τῶν θαυμάτων τῶν Ἀθηνῶν, τοῦ Φαλήρου, τοῦ Πειραιῶς, τῆς Ἐλευσῖνος, καὶ νὰ ἀνέλθωσιν ἁπλῶς τὸν Λυκαβηττόν, ζήτημα διαρκείας τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ διαμένωσι πολλὰς ἑβδομάδας, νὰ μεταβῶσιν εἰς Κόρινθον, εἰς Νεμέαν, εἰς Τίρυνθα, εἰς Ἐπίδαυρον, εἰς Τρίπολιν, εἰς Σπάρτην, εἰς Ὀλυμπίαν, εἰς Καλάβρυτα, εἰς Μαντίνειαν, εἰς Θήβας, εἰς Χαλκίδα, νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸν Παρνασσόν, καὶ νὰ διασχίσωσι τὸν Κορινθιακὸν κόλπον, ὡς διασχίζουσι τὴν λίμνην τῆς Γενεύης, νὰ μεταβῶσιν εἰς Θεσσαλίαν, νὰ χαιρετίσωσι τὸ Πήλιον, τὴν Ὄσσαν, ν’ ἀναρριχηθῶσι τὰς ἱερὰς κλιτῦς τοῦ Ὀλύμπου, καὶ ν’ ἀποκομίσωσιν ἐκ βραχείας διαμονῆς ἐν τοῖς Μετεώροις ἀνάμνησιν ἀνεξίτηλον. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀπαραίτητον νὰ δημιουργηθῶσι μέσα ταχείας συγκοινωνίας καὶ νὰ οἰκοδομηθῶσι ξενοδοχεῖα, ἂν οὐχὶ πολυτελῆ, τοὐλάχιστον καθαρὰ καὶ ἐπαρκῶς ἀπολαυστικά. Νὰ ἐξασφαλισθῇ ἑνὶ λόγῳ εὔκολος καὶ εὐχάριστος βίος εἰς ἀνθρώπους ἔχοντας τὴν ἕξιν τοῦ καλῶς ζῇν, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁδηγοῦντες καὶ ἄλλους ἐπισκέπτας, ἐὰν ὑπὸ ὑλικὴν ἔποψιν δὲν ἐταλαιπωρήθησαν. Τὸ ζήτημα τῶν ἐσωτερικῶν συγκοινωνιῶν καὶ τῆς διαμονῆς εἶναι τὰ δύο πρωτεύοντα ζητήματα, διότι σήμερον αἱ Ἀθῆναι καὶ τὰ πέριξ αὐτῶν, αἱ Μυκῆναι καὶ ἡ Ὀλυμπία, εἶναι τὰ μόνα μέρη, ἅτινα ὁ ξένος δύναται νὰ ἐπισκεφθῇ ἀνέτως. Τὰ λοιπὰ ἔνδοξα μέρη τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀκόμη καρπὸς ἀπηγορευμένος... Ἀλλὰ τὸ πρόβλημα, οὗτινος ἐξετάζω ἐνταῦθα τὰ στοιχεῖα, δὲν εἶναι μόνον πρόβλημα ὑλικόν, ὡς θὰ ἠδύνατό τις νὰ ὑποθέσῃ· εἶναι ὑψίστης ἠθικῆς σημασίας, οὐ μόνον διότι ἡ λύσις αὐτοῦ θὰ παράσχῃ μείζονα εὐμάρειαν εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις τῆς Ἑλλάδος, καὶ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν μεταναστεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐλαττοῦσι τὸν πληθυσμὸν τῶν ἐξοχῶν, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ διότι ὅλοι οἱ ξένοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπισκέπτωνται ἐτησίως τὸν θαυμάσιον τοῦτον τόπον, καὶ ὧν ἡ καρδία θὰ συγκινῆται πρὸ τῶν ἀριστουργημάτων τῆς ἀρχαιότητος, καὶ ἡ ψυχὴ θὰ διεγείρηται ἐπὶ τῇ θέᾳ τῶν ὁριζόντων αὐτῆς, τῶν ἰδανικῶς ὡραίων, θὰ γείνωσι τολμηροὶ φίλοι τῆς Ἑλλάδος, θερμοὶ προπαγανδισταὶ τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ,... καὶ ἡ ἐσωτερικὴ Ἑλλάς, μεταβαλλομένη εἰς μεγάλην Ἑλλάδα, δὲν θὰ φοβῆται τοὺς ἐχθροὺς αὐτῆς.» Τοιαύτη ἡ θαυμασία περικοπὴ τοῦ συγγράμματος τοῦ διακεκριμένου Γαλάτου, τοῦ ἀνεκτιμήτου φίλου τῆς Ἑλλάδος, ἣν ἐνόμισα στοιχειῶδες καθῆκον ν’ ἀναγνώσω ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος. Κατὰ τὴν 21 Ἰανουαρίου 1904 εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου «τὰ ⅔ τῶν κατ’ ἔτος καθαρῶν ἐσόδων τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας κατετίθεντο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τόκῳ πρὸς ἐπαύξησιν καὶ κατασκευὴν Μουσείων ἀνὰ τὸ Κράτος καὶ ἁμαξιτῶν ὁδῶν, ὅσαι κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας εὐκολύνουσι τὴν ἐπίσκεψιν τῶν κατὰ τὰς ἐπαρχίας ἀρχαιοτήτων». Τὴν γνώμην μου ταύτην καὶ ἐν ἑτέρῳ νομοσχεδίῳ διετύπωσα, ὅπερ ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους καὶ δι’ οὗ κατασκευάζεται ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα ἀπὸ τῆς παραλίας τοῦ Διστόμου (Ἄσπρα Σπίτια) εἰς τὴν Μονὴν τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἔνθα σώζεται τὸ θαυμασιώτερον ἔργον τῆς χριστιανικῆς ἡμῶν ἀρχαιολογίας, τὸ ὁποῖον οὔτε κάλαμος οὔτε γλῶσσα ἀνθρωπίνη δύναται νὰ περιγράψῃ καὶ νὰ ἐξυμνήσῃ ἐπαρκῶς. Αἱ Πλαταιαὶ, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τόπος ἀπρόσιτος, ὁ ναὸς τῆς Φιγαλίας, ὁ δεύτερος Παρθενὼν τοῦ μεγάλου ἀρχιτέκτονος τῆς ἀρχαιότητος, εἶναι τόπος ἀπρόσιτος, καὶ τὰ πλεῖστα τῶν ἀρχαιολογικῶν ἡμῶν κειμηλίων κεῖνται εἰς τόπους ἀπροσίτους, ἐλλείψει δρόμων. Μόνον δὲ μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ συμπλέγματος τῶν συγκοινωνιῶν τούτων θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ γνώμη τοῦ Γάλλου οἰκονομολόγου περὶ διαμονῆς τῶν ξένων περιηγητῶν ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν οὐχὶ ἐφημέρου, ἀλλ’ ἐπὶ πολλὰς ἑβδομάδας. Τὸ Κράτος, Κύριοι, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν σήμερον, δὲν θὰ ἦναι δὲ οὔτε μετὰ βραχὺν χρόνον, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, εἰς ἣν εὑρίσκεται, νὰ δαπανήσῃ πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ δι’ ἄλλας ἀρχαιολογικὰς ἀνάγκας. Μέγας, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἀρχαιολογικὸς θησαυρὸς εὑρίσκεται κεκρυμμένος ἐν Ἀθήναις. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἐπερατώθη τὸ ἔργον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, διότι ἐκαλλωπίσθη καὶ ἰσοπεδώθη ὁ ναὸς τοῦ Ὀλυμπίου Διός, καὶ ἀνεσκάφη τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἀκροπόλεως. Ὅλη ἡ ἀρχαία πόλις τῶν Ἀθηνῶν κεῖται κεκρυμμένη ὑπὸ τὴν παλαιὰν Ἀγοράν. Ἀπαιτοῦνται πολλαὶ χιλιάδες δραχμῶν, ἵνα μὴ εἴπω ἑκατομμύρια, ὅπως ἐξαγορασθῇ ὁ χῶρος ἐκεῖνος καὶ ἀποκαλυφθῇ ἡ νέα Πομπηΐα, αἱ ἀρχαῖαι Ἀθῆναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπαυξήσωσι τὸ ῥεῦμα τῆς ἐνταῦθα καθόδου τῶν ξένων περιηγητῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς δαπάνας ταύτας· μόνον διὰ τῶν πόρων τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων, ὡς ἐπίστευον πάντες οἱ πρὸ ὑμῶν Πρωθυπουργοὶ, εἶναι δυνατὸν νὰ φέρητε εἰς πέρας τοιαῦτα ἔργα, ἔργα τὰ ὁποῖα θ’ ἀποδώσωσι πολλαπλασίως εἰς τὴν χώραν τὴν ὑπὲρ αὐτῶν πραγματοποιηθεῖσαν δαπάνην. Οὕτω μόνον θὰ ἦναι δυνατὸν ν’ ἀποπερατώσητε τὴν ἀπὸ ἐτῶν ἀρξαμένην ὁδὸν, τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν Μονὴν τοῦ ὁσίου Λουκᾶ...
§106Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν δυστυχῶς νὰ κατασκευασθῇ παρὰ μετὰ δεκαετηρίδας, ἐκτὸς ἐὰν συμπληρωθῇ ὁ νόμος, ὃν ἡ τότε Ἀντιπολίτευσις δὲν ἀφῆκε νὰ ψηφίσωμεν ἄρτιον.
§107ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τότε βεβαίως θ’ ἀποπερατωθῇ τάχιστα τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ἔργον· ἀλλ’ ὑπάρχουσι τὰ μέσα...
§108Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖα μέσα; Ἔχετε δηλαδὴ μίαν φορολογίαν λανθάνουσαν. Πρέπει νὰ τὴν ἀναγράψητε εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§109ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Νόμος εἰδικὸς ἐπέτρεψε τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τῆς παραλίας Διστόμου εἰς τὴν Μονὴν ὁσίου Λουκᾶ δαπάναις τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς Μονῆς τοῦ ὁσίου Λουκᾶ, ἔκτοτε δὲ, ἀπὸ τοῦ 1901, πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἱκανὸν χρηματικὸν ποσὸν κατατεθειμένον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Καθ’ ἃς δ’ ἔχω πληροφορίας, τὸ δυσχερέστερον μέρος τῆς ὁδοῦ ταύτης κατεσκευάσθη· ἡ μὴ ἀποπεράτωσις δ’ αὐτοῦ ὀφείλεται εἰς τὴν ἀμέλειαν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν πρὸς εἴσπραξιν τῶν διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου προσδιορισθέντων χρημάτων. Εὐτυχῶς ἀπηλλάγημεν τῆς πρὸς κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ ταύτης πρωτοβουλίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οὗ ἡ ὑπηρεσία οὐχὶ σπανίως ὀλιγωρεῖ...
§110Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὅπως κατασκευάζωμεν ὁδούς!
§111ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας δὲν ἔχει οὔτε τὴν διαχείρισιν οὔτε τὴν ἐποπτείαν, ἀλλ’ ἁπλῶς ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει καὶ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν ἐξέλεγξιν. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων εἶναι μέγα τραῦμα κατὰ τῆς προόδου τῆς χώρας ἡμῶν, ὑφ’ ἃς μάλιστα περιστάσεις διατελεῖ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους.
§112Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Κύριε συνάδελφε, μοὶ ἐπιτρέπετε;
§113ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§114Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Περὶ τοῦ ὅτι τὸ λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων ἐξυπηρετεῖ σπουδαίως τὰς ἀνάγκας τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἐνισχύει τὰς ὑπὲρ τῶν ἀρχαιοτήτων μερίμνας αὐτῆς, διάφορος γνώμη νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἐὰν ἐνόησα ἀκριβῶς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο λαχείων ἐπιζητεῖται κυρίως τοῦτο: νὰ περισωθῇ ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ λαχείου καὶ τὸ ὁποῖον ἕνεκα τῆς ἐκδόσεως τοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου τελευταῖον ἀπεδείχθη ὅτι δὲν εἰσέρχεται εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἑταιρείας, διότι, καίτοι ἕκαστον γραμμάτιον τοῦ λαχείου τῆς Ἑταιρείας, —κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοὐλάχιστον τοῦ νομοσχεδίου,—τιμώμενον ἀρχικῶς δραχ. 2, διῃρέθη εἰς δύο γραμμάτια, ὧν ἕκαστον τιμᾶται ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς, ἡ πώλησις τῶν γραμματίων τοῦ τελευταίου λαχείου ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν εἰσεπράχθη παρὰ ἐλάχιστον ποσόν. Ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μᾶς ἀποδείξητε, εἰ δυνατὸν, κατὰ πόσον τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, ψηφιζόμενον καὶ γινόμενον νόμος, θὰ καταστρέψῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει, τουτέστι τοῦ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὰ ταμεῖα τῆς Ἑταιρείας ὁλόκληρον τὸ ποσόν.
§115ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος εὑρίσκετο ἐνταῦθα κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ὁμιλίας μου...
§116Γ. ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΗΣ. Διαρκῶς ἐξ ἀρχῆς εἶμαι ἐνταῦθα· ἴσως δὲν ἀντελήφθην καλῶς.
§117ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἶπον ὅτι μικρὸν κατὰ μικρὸν ἐπὶ 30 ἔτη τὰ ἐκ τοῦ λαχείου ἔσοδα ἀνῆλθον εἰς ὃ σημεῖον σήμερον εὑρίσκονται, ὅτι δὲ διὰ τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ εἰσπράττωμεν ἐτησίως περὶ τὸ ἑκατομμύριον, ἐάν...
§118Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωσι τὰ ἔσοδα τοῦ λαχείου ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας εἰς 5,000,000 ἢ 6,000,000, καὶ τοῦτο διότι ἔθεσεν ὑποψηφιότητα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§119ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσῃ οὔτε πρὸς στιγμὴν ἄνευ νεύρων... Ἐγὼ οὐδεμίαν ἀνευλαβῆ πρὸς ὑμᾶς εἶπον ἔκφρασιν, ἐνῷ σεῖς ὑβρίζετε.
§120Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑβρίζω.
§121ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ὅταν λέγητε, ὅτι ἔθεσα ὑποψηφιότητα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας...
§122Ν. ΜΠΟΥΦΙΔΗΣ. Ὁ κύριος Βουλευτὴς Κυθήρων οὐ μόνον ἅπαξ, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως διευθύνας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀπέδειξεν, ὅτι ἐπαξίως κατέλαβεν αὐτὸ, διότι ἐπετέλεσε μεγάλα ὑπὲρ τοῦ τόπου ἔργα.
§123ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ δὲν δικαιοῦμαι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ εἴπω, τί ἐπετέλεσα, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ὀπωσδήποτε ἀφῆκα ἴχνη τῆς ἐκεῖθεν διαβάσεώς μου, ἐνῷ ὑμεῖς, κύριε Πρωθυπουργέ, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἀφήσατε ἓν μέγα μηδενικόν! Εὔχομαι δὲ, ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὴ ἀφήσητε ὅμοιον μηδενικὸν κατὰ τὴν ἐκ τῆς ἀρχῆς ἔξοδόν σας.
§124Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ διετέλεσα ἀληθῶς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐπὶ τετράμηνον· ἐὰν εὐαρεστηθῇ δὲ ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἐξετάσῃ, θὰ ἴδῃ ὅτι πολλὰ ἐπετέλεσα, ἐπετέλεσα δὲ τὸ μέγιστον πάντων, χειραφετήσας τὸ Ἐθνικὸν Πανεπιστήμιον. Αὐτὸ προχείρως ἐνθυμοῦμαι, διότι ἔκτοτε παρῆλθον 15 ὁλόκληρα ἔτη. Ἐὰν δὲ ᾐσθάνθην μικρὰν δυσφορίαν, τοῦτο ὀφείλεται εἰς αὐτὸν, ἕνεκα τῆς ἀντιφάσεως, εἰς ἣν περιέπεσε. Δὲν ἐπρόκειτο οὔτε περὶ ἑρμηνείας γνώμης, οὔτε περὶ ἄλλης ἑρμηνείας, ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς καὶ μόνου ζητήματος, κατὰ πόσον συμφέρει νὰ βαδίζωσι παραλλήλως τὰ δύο ταῦτα λαχεῖα. Ἐὰν ἦναι καλὸς ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξε καὶ ἐπραγμάτωσε μέχρι τοῦδε τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, νομίζω ὅτι ἐπίσης καλὸς καὶ ὠφέλιμος εἶναι ὁ σκοπὸς, ὃν ἐπιδιώκει τὸ λαχεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐὰν ἐξηρτᾶτο ἐξ ἐμοῦ, βεβαίως δὲν ἤθελε διατυπωθῆ ὡς διετυπώθη τὸ λαχεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου· τοῦτο εἶναι ζήτημα, ὅπερ ἀφορᾷ ὑμᾶς καὶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, μεθ’ ὧν συμπράττετε πολιτικῶς· ἐγὼ εἶχον ἀντίθετον γνώμην, ἀλλὰ διετυπώθη τὸ λαχεῖον, ὡς διετυπώθη. Σήμερον ὅμως ἀκριβῶς ὑμεῖς εἰς τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας οὐδὲν τῶν ἐλαττωμάτων ἐκείνων εὑρίσκετε, τὰ ὁποῖα ἀνευρίσκετε εἰς αὐτὸ τὸ λαχεῖον, εἰς αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς δημιουργίας τοῦ λαχείου, ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ὡς ἀντελήφθησαν καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, μὲ ἔφεραν εἰς τὴν διακοπὴν, χωρὶς νὰ ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς ἐπικρίνω. Εἶπον ὅτι ἐθέσατε τὴν ὑποψηφιότητά σας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Τοῦτο εἶναι πολὺ ἔντιμος φιλοδοξία, τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον γνωρίζομεν, ὅτι διεπράξατε, ὡς Ὑπουργὸς, ὅσα διεπράξατε. Ἐὰν λάβητε τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσητε τὴν πρώτην στήλην, θὰ εὕρητε καὶ τὸ ὄνομά μου...
§125ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Μάλιστα.
§126Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. .. ὡς συμπράξαντος εἰς τὴν περισυλλογὴν ὅλων ἐκείνων τῶν κειμηλίων. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Πράγματι πρέπει ἐπ’ ἄπειρον νὰ προβαίνῃ τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, καὶ νομίζετε ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι θεμιτὸς, διότι ἔχετε σκοπὸν νὰ κάμητε μίαν αἴθουσαν καὶ ἓν Μουσεῖον ἀλλαχοῦ. Ταῦτα νομίζω ὅτι ἀποτελοῦσιν ἀντίφασιν. Σᾶς ζητῶ δὲ συγγνώμην, ἐὰν νομίζητε, ὅτι ἠθέλησα ὁπωσδήποτε νὰ σᾶς προσβάλω προσωπικῶς· ἠθέλησα μόνον νὰ ἀναιρέσω τὰς ἀντιφάσεις, εἰς ἃς περιεπέσατε καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς ὁμιλίας σας. Διότι, ἐνῷ ὡμιλεῖτε καθ’ ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ ἐκάμετε ἕνα Φιλιππικὸν κατὰ τῶν συμφωνούντων μεθ’ ἡμῶν, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἔπειτα προσεθέσατε, ὅτι εἶναι θεῖόν τι τὸ λαχεῖον, διότι ἐξυπηρετεῖ τοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους θέλετε σεῖς. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶναι τέλειον τὸ ἔργον, ὅπως διατυποῦται· ἀλλὰ πρόκειται περὶ προσωρινοῦ μέτρου· εὕρομεν δύο λαχεῖα ἀντιμαχόμενα, καὶ συγχωνεύομεν αὐτά· ἠθέλησα δ’ ἀκριβῶς νὰ ἐξασφαλίσω, μὴ ἀποβλέπων ποσῶς εἰς τοὺς σκοποὺς, οὓς ἀνεφέρατε, εἰς τὴν ἐπ’ ἄπειρον πρόοδον τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ἠθέλησα, λέγω, νὰ ἐξασφαλίσω ἕνα πόρον ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας, νὰ ἐξασφαλίσω, κατὰ τὸ ἐφικτὸν, τὸ ἔσοδον τοῦτο. Αὐτὸ δὲν εἶναι σχέδιον, ὅπερ εἶναι διαρκὲς ἐπ’ ἄπειρον· νομίζω ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν βελτίωσιν αὐτοῦ· νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη, ἐπειδὴ εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ ἔτους, διὰ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, καὶ νὰ παρασκευάσωμεν τὸ λαχεῖον διὰ τὸ 1906· ἔπρεπε δὲ νὰ φροντίσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ εὐχάριστον ἀποτέλεσμα, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἔσοδον 1,500,000 δραχμῶν, καὶ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας τὸ ἔσοδον, ὅπερ αὕτη ἀπεκόμιζε μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Διότι ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων, πρὶν ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ἐπισφαλοῦς τῆς συγχωνεύσεως τῶν δύο λαχείων, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τῶν τελευταίων ἐκδόσεων τοῦ λαχείου. Ἀποφαίνεται ὅτι ἠθέλησε νὰ συγκομίσῃ 1,000,000 ὑπὲρ τῶν ἀρχαιολογικῶν σκοπῶν, ἐκμυζῶν τὸ χρῆμα, τὸ τελευταῖον μονόλεπτον, ἐκ τῶν θυλακίων τοῦ πτωχοῦ λαοῦ· ἀλλ’ ἀποβλέπων εἰς αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσῃ διὰ τῆς συνυπάρξεως τῶν δύο λαχείων. Κατὰ τί λοιπὸν εἶμαι κατακριτέος; Ἀφίνομεν κατὰ μέρος τὸ ἀθέμιτον, τὸ ὁποῖον πρῶτος ἐγὼ ἀναγνωρίζω, τὸ ἀναγνωρίζω δὲ εἰς τὸν ἀκέραιον, ἐνῷ ὑμεῖς μόνον κατὰ τὸ ἥμισυ ἀθέμιτον τὸ ἀναγνωρίζετε, ἀθέμιτον ὅταν πρόκηται περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, θεμιτὸν δὲ ὅταν πρόκηται περὶ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ταῦτα, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἀντιφάσεις. Εἴπατε λοιπὸν, κατὰ τί τὸ νομοσχέδιον ἀντιβαίνει εἰς τοὺς σκοποὺς, εἰς οὓς ἀποβλέπει· τοὐναντίον ἐξασφαλίζει τὸ εἰσόδημα τῆς Ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον αὕτη εἶχε πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Βεβαίως σεῖς ἀποβλέπετε, ἀφοῦ ἀπὸ ἑκατὸν χιλιάδων ἐφθάσαμεν εἰς διακοσίας, καὶ ἀπὸ διακοσίων εἰς ἑξακοσίας, ἀποβλέπετε νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἑκατομμύριον, καὶ νὰ δαπανήσητε 400,000 δι’ ὡρισμένους σκοπούς· ἀλλ’ αὐτὸ, νομίζω, οὐδενὸς ἑτέρου, εἴτε φίλου εἴτε ἀντιθέτου, εἶναι γνώμη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐκτὸς ὑμῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωρῶ ὀρθὸν, εἶναι, ὅτι πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῇ χρηματικὸν ποσὸν 300,000 δραχμῶν ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Νομίζω ὅτι, ἐὰν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὁ κ. ἐκ Κυθήρων Βουλευτὴς ἤθελεν ἐπιστήσει τὴν προσοχήν του ἐπὶ τὴν δρᾶσιν τῆς Ἑταιρείας, — ὅπερ ὑπεσχέθη ὅτι θέλει πράξει, — ἤθελε προσφέρει ἴσως πολὺ μεγαλειτέραν ὑπηρεσίαν εἰς τοὺς ἀρχαιολογικοὺς σκοπούς, εἰς οὓς πάντες ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέπωμεν μετὰ πεποιθήσεως, ὡς δυναμένους νὰ ἐξάρωσι τὴν αἴγλην τοῦ Ἑλληνισμοῦ· δὲν ἠδύνατο νὰ ἀποβλέπῃ μετὰ πεποιθήσεως εἰς τοῦτο, μόνον ἐκ τῆς ἐπ’ ἄπειρον ἐπαυξήσεως τῆς προσόδου τοῦ λαχείου, ἥτις ἐπαύξησις ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δυνατή. Ἀφοῦ εὑρίσκομαι ἐπὶ τὸ θέμα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶχεν ὑποβάλει τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀντὶ ἑνὸς λαχείου ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν δύο λαχεῖα, καὶ ἀντὶ κλήρων 1,000,000 νὰ ἔχωμεν κλήρους 500,000 καθ’ ἑξάμηνον. Ἡ τοιαύτη ὑποδιαίρεσις τοῦ λαχείου ἤθελε προσκόπτει εἰς τὸν μηχανισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὠργανωμένον· ἔχομεν ἤδη μίαν κληρωτίδα, ἥτις ἐστοίχισεν οὐκ ὀλίγον, καὶ ἡ ὁποία περιλαμβάνει 1,000,000 κλήρους· ἐὰν ἠθέλομεν διαιρέσει τὸ λαχεῖον εἰς δύο λαχεῖα, ἔπρεπε ν’ ἀνατρέψωμεν πάντα ταῦτα, ὅπερ θ’ ἀπήτει νέας δαπάνας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν μέχρι τοῦδε δεδομένον, ὅτι λαμβάνομεν 1,000, 000 δρ. ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐκ τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ 300,000 ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ἐκ τοῦ λαχείου αὐτῆς· τί θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ μέλλον; Θὰ ἔχωμεν εἰς τὸ μέλλον μόνον 1,000,000 γραμμάτια, ὑποδιαιρούμενα εἰς γραμμάτια τῆς μιᾶς δραχμῆς, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τούτου εὐκολώτερον θέλουσι διατίθεσθαι. Ἡ ὑποδιαίρεσις τοῦ λαχείου εἰς δύο λαχεῖα ἑξάμηνα θὰ εἶχεν ἕτερον ἄτοπον, καὶ ἀναγκαίως θὰ ἔφερεν εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς καταναλώσεως, διότι ὁ χρόνος τῆς διαθέσεως τῶν γραμματίων θὰ ἦτο πολὺ βραχύς, ἀφοῦ αἱ δύο κληρώσεις ἀναγκαίως ἔπρεπεν ἐντὸς τοῦ πρώτου ἑξαμήνου νὰ ἐξαντληθῶσιν, ἐνῷ σήμερον ἔχομεν τὴν διάθεσιν καὶ τῶν τεσσάρων κληρώσεων ἐντὸς τοῦ ἔτους, καὶ ἐνῷ ὁ χρόνος εἶναι ἴσος διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον, εἶναι πολὺ μεγαλείτερος διὰ τὸ δεύτερον. Διὰ τοῦτο προέβημεν εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ λαχείου, ὅπως ἐγένετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νομίζω ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς Κυθήρων θέλει θεωρήσει ἑαυτὸν ἱκανοποιημένον καὶ θέλει συνεχίσει τὴν διακοπεῖσαν ὁμιλίαν του.
§128Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, καὶ ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, ὁ ὁποῖος εἶσθε πλησιέστερον, δύνασθε νὰ εἴπητε, κατὰ πόσον κατώρθωσα ν’ ἀνασκευάσω τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§129ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Εἷς τῶν σκοπῶν τῆς διακοπῆς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἴσως καὶ ὁ μόνος, — διότι βεβαίως δὲν ἀποδίδω πρόθεσιν προσβολῆς ἐναντίον μου, — ἦτο νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις καὶ φθάσωμεν εἰς τὸ τέρμα αὐτῆς τὸ ταχύτερον. Ἀλλ’ ἠπατήθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι δὲν ἐσκόπουν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πολὺ ἀκόμη. Ἡ ἀντίθεσις τῶν γνωμῶν καὶ ἡ ἀναίρεσις τῶν ἑκατέρωθεν προβαλλομένων ἐπιχειρημάτων βεβαίως εἶναι δεδικαιολογημένη, ἀλλὰ διακοπαὶ καὶ ἐκφράσεις, οἷαι αἱ πρὸ μικροῦ ἀκουσθεῖσαι, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέναι, οὐδ’ εἰς ἐμὲ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπανέλθω ἐπ’ αὐτῶν. Πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως πάντοτε ἐπέδειξα σεβασμὸν καὶ ἐκτίμησιν, ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λεγόμενα, ὁπόταν διατελῇ ὑπὸ τὰς ἐξεγέρσεις τῶν νεύρων του, ὧν ἐγὼ πολλάκις κατὰ τὸ παρελθὸν ἐγενόμην θῦμα. Δὲν ἔχω βεβαίως τὴν ἀξίωσιν, ὅτι κατέχω τὴν πεῖραν καὶ τὰς γνώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, φρονῶ ὅμως, ὅτι δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ ὑποπέσω εἰς τοιαύτας ἀντιφάσεις, οἵας μοὶ κατελόγισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς οὐδεμίαν ἀντίφασιν περιέπεσα, διότι ἀρχόμενος τοῦ λόγου ῥητῶς ἐδήλωσα, ὅτι εἶμαι κατ’ ἀρχὴν κατὰ τῶν τοιούτων λαχείων, οὐδεμίαν δ’ ἐποιησάμην ἐξαίρεσιν· εἶπον μάλιστα, ὅτι εἶναι τερατώδης ἡ ἀρχή, ἐφ’ ἧς στηρίζονται τὰ τοιαῦτα λαχεῖα, ἤτοι τὸ λαχεῖον τοῦ Στόλου καὶ τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, καὶ ὅτι ἡ ἐπιστήμη καταδικάζει αὐτά. Ὑπέδειξα δὲ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤθελεν εἶσθαι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Δικαιοῦμαι ὅμως νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τοῦ λαχείου τῶν Ἀρχαιοτήτων, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδέχεται τὴν κατάργησιν τῶν τοιούτων λαχείων...
§130Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Σήμερον δὲν τὴν ἀποδέχομαι. Ἐὰν εἶχον χρόνον ἐνώπιόν μου, βεβαίως ἤθελον φροντίσει νὰ κανονίσω κατ’ ἄλλον τρόπον τὰ κατὰ τὸ θέμα αὐτό· σήμερον ὅμως δὲν ἔχω τὸν καιρόν.
§131ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Ἐγὼ ἐπαναλέγω, ὅτι εἶναι πεπλανημένη ἡ γνώμη ὅτι ἀπέτυχε τὸ λαχεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τὸ λαχεῖον τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ἕνεκα τῆς ἀμοιβαίας ἀντιδράσεως. Τοῦ τελευταίου διατίθενται ἐτησίως 300,000 γραμμάτια, ἀφοῦ ἐπὶ 30 συναπτὰ ἔτη ἐγένετο ὑποβολὴ εἰς τὸν λαόν, θὰ ἐπέλθῃ δὲ καὶ ἡ ὁλοσχερὴς πώλησις τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου τοῦ Στόλου μικρὸν κατὰ μικρόν, οὐχὶ χάριν τοῦ Στόλου, ἀλλὰ χάριν τῆς ἰδέας τοῦ κέρδους...
§132Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀκριβές.
§133ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ γενικὸν κανόνα οὕτως ἔχει. Ἀλλ’ ἡ μὴ κατανάλωσις ὅλων τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου τοῦ Στόλου ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος καὶ εἰς τὰ γνωστὰ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα ἐκλόνισαν τὴν πεποίθησιν τοῦ κόσμου. Πῶς ἐφαντάσθητε, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ καταναλωθῶσιν ἓν ἑκατομμύριον γραμμάτια ἐν τῇ ψυχολογικῇ ἐκείνῃ καταστάσει, ἐν ᾗ διετέλει ὅλη ἡ κοινωνία; Ἢ λησμονεῖτε ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς διαθέσεως τῶν γραμματίων προσεβλήθη τὸ κῦρος αὐτῶν, ἰδίᾳ δὲ τῶν μονοδράχμων, τὰ ὁποῖα καὶ ἀνεκλήθησαν; Ἀφήσατε καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον λαχεῖον. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσιν ἀτέλειαι, διορθώσατε αὐτάς. Διατὶ νὰ καταστρέψητε τὸ ἓν χάριν τοῦ ἑτέρου;
§134Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνυπάρξωσι τὰ δύο ταῦτα λαχεῖα, διότι ἀντιμάχονται, θὰ ἔχωμεν δὲ τότε τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα.
§135ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοῦτο μόνον διὰ τοῦ χρόνου θ’ ἀποδειχθῇ, χρόνον δὲ δὲν ἔσχομεν ἱκανόν, ὅπως πεισθῶμεν περὶ τῆς ἀξίας τοῦ ἐπιχειρήματός σας. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι σήμερον καταστρέφεται τὸ λαχεῖον τὸ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.
§136Κ. Ι. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι καταστροφή, ἀφοῦ θὰ λαμβάνῃ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία τριακοσίας χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος.
§137ΣΠ. Ε. ΣΤΑΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, εἶναι καταστροφή, διότι τὸ λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων ἔχει ἄλλον προορισμόν, ὃν διὰ τῶν 300,000 δραχμῶν δὲν θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσῃ. Ἐντὸς βραχέος χρόνου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πορισθῇ ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία ἐκ τῶν πόρων τοῦ λαχείου ἐτησίως τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν τῶν ἀγουσῶν εἰς τοὺς ἀρχαιολογικοὺς ἡμῶν τόπους. Ἐὰν θεωρῆτε, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ εἴσπραξις διὰ λαχείου, εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπιτρέπηται διὰ τὰς ἀρχαιότητας, δὲν ἐπιτρέπεται ἐπίσης καὶ χάριν τοῦ στόλου. Εἰς οὐδεμίαν ἑπομένως ὑπέπεσα ἀντίφασιν, ὡς κατ’ ἐπανάληψιν εἶπεν ὁ κύριος Πρωθυπουργός. Ἐὰν ὑπέπεσέ τις εἰς ἀντίφασιν, αὐτὸς εἶναι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐνῷ ἀναγνωρίζει τὸ ἀνήθικον τῆς τοιαύτης φορολογίας, καὶ δηλοῖ ἐπισήμως, ὅτι εἶναι κατ’ αὐτῆς, ἐν τούτοις ζητεῖ τὴν βελτίωσιν τῶν ἀτελειῶν τοῦ νόμου περὶ τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἐγὼ βεβαίως, ἐὰν εἶχον τὰς πεποιθήσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν δύναμιν, αὐτοστιγμεὶ ἤθελον τὰ καταργήσει ἢ τὰ μεταβάλει. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἓν ἐκ τῶν μέσων, δι’ ὧν θὰ προκαλέσωμεν τὴν εἰς τὴν χώραν ἡμῶν κάθοδον τοῦ ῥεύματος τῶν ξένων περιηγητῶν, εἶναι πρῶτον ἡ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν πρὸς τοὺς ἀρχαιολογικοὺς τόπους, καὶ ὕστερον ἡ κατασκευὴ ξενοδοχείων, περὶ ὧν ὁμιλεῖ ὁ πολὺς Théry, ὁ ὁποῖος μάλιστα ὑποδεικνύει καὶ τὸν τρόπον τῆς ἐπιτυχίας δι’ ἐπιχειρηματιῶν ἰδιωτῶν. Ἄς ἐπισκεφθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοὺς ἀπροσίτους ἀρχαιολογικοὺς ἡμῶν τόπους, ἢ τοὺς ἀπηγορευμένους καρποὺς, κατὰ Théry, ἵνα ἴδῃ, ὁποῖον αἶσχος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος προσάπτει ἡ ἀφόρητος αὕτη κατάστασις, ἡ ἀπαγορεύουσα εἰς τοὺς ξένους περιηγητὰς νὰ ἐπισκεφθῶσι καὶ νὰ θαυμάσωσι τὸν ἀπαράμιλλον θησαυρὸν τῶν προγονικῶν ἡμῶν κειμηλίων.
§138Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ τὴν ὕβριν ταύτην, τὴν γενομένην πρὸς τὴν Πολιτείαν. Ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς συστάσεως αὐτῆς, καὶ ὅτε δὲν εἶχε τὰ φῶτα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κυθήρων Βουλευτοῦ, ἀπέβλεψεν εἰς τὰ κειμήλια τῆς ἀρχαιότητος καὶ εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ ταῦτα προσιτὰ εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, καὶ ὅλη ἡ ἐργασία, ἡ ὁποία ἐγένετο, βεβαίως δὲν ὀφείλεται εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων Βουλευτήν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ἀπέναντι τοιαύτης ἐνεργείας, ὅτι εἶναι αἶσχος διὰ τὴν Πολιτείαν. Νομίζω ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τοιαῦτα λέγει, ἁμαρτάνει ἀπέναντι τῆς Πολιτείας, ἥτις τὸν ἀνεβίβασεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς ὃ εὑρίσκεται.
§139Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Τὸ πάθημά μου ἐν τῷ ζητήματι περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι ὀλίγον περίεργον. Εὑρίσκομαι μεταξὺ δύο πυρῶν. Βάλλει ἐναντίον μου ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου ἐκ Κυθήρων, βάλλει ἐναντίον μου ὁ κ. Πρωθυπουργός...
§140Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ ὄχι.
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ οἱ δύο ὑποστηρίζουσιν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν τὰ λαχεῖα εἶναι ἀνήθικα, καὶ ὅτι πρέπει νὰ καταδιωχθῶσιν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων λησμονεῖ τὰς ἀρχὰς, ἃς θέτει, ὑποστηρίζων τὸ λαχεῖον ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. Ὁ ἀρχαιολογικὸς λόγος καταστρέφει τὴν ἀνηθικότητα. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κυθήρων νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἡ ἀντίφασις, εἰς ἣν περιπίπτει, εἶναι ἀκριβής· διότι, ἐὰν ἡ ἀρχὴ τῶν λαχείων ἦναι ἀνήθικος, ὅπως δέχεται, ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν κατάργησιν τῶν λαχείων, καὶ ὄχι νὰ ζητῇ, ἵνα τὸ λαχεῖον τῶν Ἀρχαιοτήτων αὐξήσῃ κατὰ ποσόν. Καὶ ταῦτα μὲν ὡς πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κυθήρων συνάδελφον. Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς εὑρίσκει, ὅτι εἶναι ἀνήθικα τὰ λαχεῖα, καὶ λέγει: «τί νὰ κάμω; Θὰ προσπαθήσω νὰ συναρμολογήσω τὰ δύο λαχεῖα, ὅπως μὴ ὑποστῇ βλάβην τὸ ἓν ἐκ τοῦ ἑτέρου». Ὀρθὴ ἡ πρόνοια. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ἐπὶ τέλους, ὅτι λαχεῖον, τὸ ὁποῖον ἔδωκε πρόσοδον σπουδαιοτάτην, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικασθῇ. Ἂς ἀφήσωμεν τὰς θεωρίας περὶ ἠθικῆς, καὶ ἂς ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ πράγματα. Μήπως τὸ σύστημά μας τὸ φορολογικὸν δὲν εἶναι ἀνήθικον; Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ὑπάρχει σύστημα φορολογικὸν ἐν τῷ κόσμῳ τοσοῦτον βαρὺ διὰ τὸν πτωχὸν λαόν, ὅσον εἶναι τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ἰδικόν μας; Καὶ ὅταν ἔχωμεν ὡς ἀρχὴν πλέον τοιαύτην ἀνισότητα φορολογικήν, ἐπιτρέπεται νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ λαχεῖον πρέπει νὰ καταδικασθῇ διὰ λόγους ἠθικῆς; Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι λαχεῖον, τὸ ὁποῖον εὐθὺς τὸ πρῶτον ἔτος τῆς συστάσεώς του ἀπέδωκε σημαντικώτατον ποσόν, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδώσῃ βεβαίως ἐν τῷ μέλλοντι ἔτι μεγαλείτερον ποσόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποπέσῃ εἰς τόσας ἐπικρίσεις, ὅσας ἠκούσαμεν τὴν ἑσπέραν ταύτην. Κατ’ ἐμέ, καλῶς γίνεται ὅ,τι γίνεται νῦν. Καὶ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι καὶ τὰ δύο λαχεῖα ἔτρεχον τὸν κίνδυνον νὰ καταστραφῶσι διὰ τοῦ πολέμου, ὁ ὁποῖος ἐγίνετο μεταξύ των. Ἐὰν ἀργότερον ἀποδειχθῇ, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν δύο τούτων λαχείων, τῶν ἐν τῷ μέλλοντι συγχωνευομένων, ἐὰν ἀποδειχθῇ, λέγω, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐκ τῶν λαχείων τούτων θὰ προκύψῃ, εἶναι μεγαλείτερον τοῦ σήμερον ὑπ’ αὐτῶν ἀποδιδομένου, τίποτε δὲν ἐμποδίζει τὴν Βουλήν, ἵνα ἐν τῷ μέλλοντι αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὑπὲρ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, καὶ ἀντὶ τῶν 300,000 δραχμῶν, ἃς ὁρίζει σήμερον τὸ νομοσχέδιον, νὰ ὁρίσῃ 400,000 δραχμάς, ἢ καὶ περισσοτέρας, ὅπως οἱ σκοποὶ αὐτῆς, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυθήρων Βουλευτής, καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν. Ἐγὼ λοιπὸν συνηγορῶ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ κυρίως ὑπὲρ διατηρήσεως μέσου, τὸ ὁποῖον δίδει ποσὸν οὐκ εὐκαταφρόνητον εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν Ἀρχαιολογικήν, ὅπως ἐπιτελέσῃ τὰ καθήκοντα, ἅτινα μέχρι τοῦδε ἐπετέλεσεν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐπίσης δίδει ποσὸν οὐκ εὐκαταφρόνητον, τὸ ὁποῖον δὲν βλέπω πόθεν ἄλλοθεν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ, καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιμένω, ὅτι αἱ ἰδέαι, αἵτινες προὐκάλεσαν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ προκαλοῦσι τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, ἀποδεικνύονται ἐκ τῶν πραγμάτων ὀρθαί, εὔχομαι δὲ νὰ διπλασιασθῇ τὸ ποσόν, ἀδιαφορῶν περὶ τῶν ἠθικῶν λόγων, οἵτινες συνηγοροῦσι κατὰ τῆς παραδοχῆς τῶν λαχείων.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) Περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 137,809.62 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904. 2) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 7,059 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1905. 3) Περὶ χορηγίας ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1904 ἐκ δραχμῶν 305,500. Αἱ ἐκθέσεις αὗται θέλουσι τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Παράρτημα, ἀριθ. 291–293). Ὁ βουλευτὴς Βονίτσης κ. Μαυρομμάτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑποχρεώσεων ἀνυποτάκτων κληρωτῶν». Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ τροπολογία, διότι εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου· θ’ ἀναγνωσθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγχωνεύσεως τοῦ λαχείου τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου τῆς Ἑλλάδος» τὸν λόγον ἔχει ὁ κύριος Στράτος.
§143Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, βεβαίως νὰ γένηται συζήτησις ταύτην τὴν ἑσπέραν περὶ τοῦ ἠθικοῦ ἢ μὴ ἠθικοῦ τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἢ οἱουδήποτε ἄλλου λαχείου, ἐπιτετραμμένου ἤδη διὰ νόμου τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀνεγνωρισμένον, ὅτι ἡ διὰ λαχείου εἴσπραξις χρημάτων ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἀποτελεῖ φορολογίαν, τὴν ὁποίαν λεληθότως τὸ Κράτος ἐπιβάλλει εἰς τὸν λαὸν, ἀποτελεῖ δὲ φορολογίαν, ἥτις βεβαίως δὲν περιέπεται οὐδὲ περιστέφεται ὑπὸ τῶν αὐστηρῶν κανόνων τῆς ἠθικῆς. Ἀλλ’ εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην εἶναι ἠναγκασμένα νὰ προσφεύγωσι τὰ Κράτη ἐκεῖνα, παρὰ τοῖς ὁποίοις αἱ κοινωνικαὶ συνθῆκαι, ἡ κοινωνικὴ κατάστασις, ἡ πολιτειακὴ πειθαρχία δὲν ἐξικνοῦνται εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ἀσμένως νὰ γίνωνται δεκταὶ αἱ ἄμεσοι τοῦ Κράτους φορολογίαι, αἱ σκοποῦσαι τὴν συντέλεσιν ὡρισμένων ἐθνικῶν ἔργων. Διότι ὑποτεθείσθω πρὸς στιγμὴν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος δὲν ἐψηφίζετο νόμος περὶ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἀλλ’ ἐπεβάλλετο φόρος τις εἰδικὸς, σκοπὸν ἔχων τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Τί ἤθελε συμβῆ; Ἠθέλομεν ἔχει ἐξέγερσιν καὶ κοινωνικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν τοιαύτην, ὥστε θ’ ἀπέβαινεν ἀδύνατος ἡ ἐπιψήφισις τοιούτου νόμου. Ὡς παράδειγμα δ’ ἔχομεν τὴν δυσχέρειαν, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρέθη ἡ Βουλὴ, ὅτε συνεζητεῖτο ἐνταῦθα ἡ κατὰ ποσοστὸν αὔξησις τῶν τελωνειακῶν δασμῶν ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου συσταθέντος ταμείου, τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅπερ δὲν εἶχε προικισθῆ δι’ ἑτέρων πόρων, ὡς τὸ ταμεῖον ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, καὶ πρώτην τότε φορὰν συνιστώμενον εἶχεν ἀνάγκην πόρων. Ἐὰν λοιπὸν τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐπροικίζετο οὐχὶ διὰ τοῦ λαχείου, ἀλλὰ δι’ ἑτέρου φόρου, ἀμέσου ἢ ἐμμέσου, φόρου οἱονδήποτε ἔχοντος τὸν τίτλον, θὰ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον δυσχερειῶν ὄχι μόνον ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Ὅταν λοιπὸν τοιαῦται ἦναι αἱ κοινωνικαὶ περιστάσεις καὶ ἡ πολιτειακὴ πειθαρχία, εἶναι ἠναγκασμέναι αἱ Κυβερνήσεις νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὰ μέτρα ταῦτα, ὅπως ἐπιβάλλωσι λεληθότως τὴν φορολογίαν εἰς τὸν λαὸν δι’ ὡρισμένους ἐθνικοὺς σκοπούς. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἐμὴ γνώμη. Καὶ πρόχειρον ἔχω παράδειγμα τὴν Ἰταλίαν, χώραν, τῆς ὁποίας ὁ κυριώτατος πόρος διὰ τὴν ἐνίσχυσιν, τὴν ἐμπέδωσιν καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ στόλου αὐτῆς ὑπάρχει τὸ λαχεῖον. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ τῆς συζητήσεως ταύτης. Πάντες ἀπεδέχθημεν τὴν ἀρχὴν, ἀποδεξάμενοι δ’ ἅπαξ τὴν ἀρχὴν, ἀπεδεξάμεθα καὶ πάντα τὰ παρεπόμενα, τὰ ὁποῖα συνεπάγεται τὸ λαχεῖον τοῦ Στόλου. Πρόκειται περὶ τῆς συζητήσεως καὶ ἐξευρέσεως τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτυχία τοῦ λαχείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου θὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ θὰ ἦναι ὅσον τὸ δυνατὸν τελεσφορωτέρα, καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Φρονῶ ὅτι δύο εἶναι οἱ παράγοντες, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπέβλεψαν οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου περὶ τῆς διὰ λαχείου ἐνισχύσεως τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὅπως ἐξασφαλίσωσι τὴν ἐπιτυχίαν τῶν προσόδων τοῦ ταμείου τούτου. Ὁ πρῶτος ἦτο τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα, τὸ ἐπιζητοῦν τὴν ἐνίσχυσιν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, ὁ δεύτερος ἡ ἐπιτυχὴς τραπεζιτικὴ βάσις τοῦ λαχείου. Ἐπὶ τῶν δύο τούτων βάσεων ἐστηρίχθη ὁ νόμος. Ἡ μία, ἡ πρώτη, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθῇ ὑπὸ τοῦ περὶ λαχείου νόμου. Ἡ περὶ ταύτης πρόβλεψις εἶναι ἔργον κυβερνητικὸν καθαρῶς. Κύριοι, δύο ἔτη περίπου μετὰ τὸν πόλεμον τὸν ἀτυχῆ, κατὰ τὸν ὁποῖον οὔτε ὁ στρατὸς οὔτε τὸ ναυτικὸν ἡμῶν προσεκτήσαντο αἴγλην, οὐδ’ ἀπεκόμισαν δάφνας, εἴδομεν ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ ἀνακύπτουσαν παρὰ τῇ κοινωνίᾳ ἀρκούντως σοβαρὰν τάσιν, ἐπιβάλλουσαν τὴν λῆψιν σοβαρωτέρων μέτρων, δι’ ὧν κατωρθώθη ἡ ἀνάκτησις τῆς αἴγλης τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ πολὺ πρωϊμώτερον παρ’ ὅ,τι ἤρχισεν ἀνακτῶν ταύτην ὁ στρατὸς τῆς ξηρᾶς, καὶ ἄνευ τῶν ἰδιωνύμων μέτρων, ἄνευ τῶν ἰδιωνύμων νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἰδιαιτέρα διοίκησις ἀποκεντρωτικὴ καθιερώθη ὑπὲρ τούτου. Ἤρκεσε κυβερνητικὴ μέριμνα περὶ τοῦ ναυτικοῦ σπουδαία καὶ ἐπιμελής, ὅπως ἀνακτηθῇ ἡ αἴγλη αὐτοῦ. Ἐξελέγη δ’ ἐπιτυχὴς καὶ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ἡ ἀρξαμένη ἐν τῷ ναυτικῷ ἐκπαιδευτικὴ ἐργασία ἐπέβαλε τοῦτο εἰς τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, ὅπως ἱδρυθῇ τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ ἀποσπασθῶσιν ὑπὲρ αὐτοῦ πόροι ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἀνεκόπη πᾶσα ἐργασία καὶ πᾶσα ἐπίδειξις ἐργασίας ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ, διότι οὐδὲ χρησιμοποίησις τοῦ συναχθέντος χρήματος ὑπὲρ κατασκευῆς πλοίων ἐγένετο, οὐδ’ ἐργασία βελτιοῦσα τὰ τῆς διοικήσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ ναυτικοῦ. Ἔκτοτε ἀφέντες τὰ ἔργα ἐπεδόθημεν εἰς τοὺς λόγους. Ὁ λαὸς προθύμως ἔδωκε χρῆμα ἄφθονον ὑπὲρ τοῦ στόλου καὶ ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ. Χάριν τῶν δύο πολεμικῶν ταμείων καταβάλλει 5 ἑκατομμύρια ἐτησίως ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, 3 δ’ ἑκατομμύρια μετὰ τοῦ λαχείου ὑπὲρ τοῦ στόλου. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οὐδεμίαν ἐπεδείξαμεν πρὸς τὸν λαὸν χρησιμοποίησιν τοῦ χρήματος, ὅπερ παρ’ αὐτοῦ εἰσεπράξαμεν. Δὲν εἶναι δυνατὸν δὲ τὸ ἐθνικὸν συναίσθημα νὰ ζωογονῆται μόνον διὰ λόγων. Ὅταν ζητῶμεν χρήματα, ὀφείλομεν νὰ παρέχωμεν εἰς τὸν λαὸν τοὐλάχιστον ἀρχὴν ἐκτελέσεως τῶν ἔργων, πρὸς ἐπίτευξιν τῶν ὁποίων ζητοῦμεν καὶ λαμβάνομεν παρ’ αὐτοῦ τὸ χρῆμα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου οὐδὲν ἐγένετο, καὶ ἐντεῦθεν τὸ ἐν ἀρχῇ ὑποκινηθὲν ὑπὲρ τοῦ στόλου ἐθνικὸν αἴσθημα βαθμηδὸν ἤδη διὰ τῆς ἀπραξίας ἀπεψύγη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἑτέραν βάσιν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ λαχείου, τὴν τραπεζιτικὴν βάσιν, νομίζω ὅτι ὑπάρχουσι σφάλματα, συντελεσθέντα οὐχὶ διὰ τοῦ περὶ αὐτοῦ νόμου, ἀλλὰ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἐκανόνισε τὰς λεπτομερείας τοῦ νόμου. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἑρμιονίδος συνάδελφος, ἀντίκειμαι δὲ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Καὶ ἡ γνώμη μου εἶναι ῥιζικωτέρα ἔτι τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἑρμιονίδος συναδέλφου. Ὁ νόμος ἐπέτρεψε τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς ἑκατομμυρίου γραμματίων, οὐδόλως ὅμως ὥρισεν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, τῷ ἀναγράφοντι τὸν τρόπον τῆς διαθέσεως τῶν γραμματίων τούτων, καὶ περὶ τοῦ ἂν ἕκαστον γραμμάτιον θὰ ἰσχύῃ διὰ τέσσαρας ἢ διὰ τρεῖς ἢ ὀλιγωτέρας κληρώσεις. Τὰ ζητήματα ταῦτα ἐκανόνισε τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα. Νῦν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὡσεὶ υἱοθετοῦν τὴν ἀρχὴν τοῦ Διατάγματος, ἔρχεται καὶ δίδει πλέον τὸ δικαίωμα τῆς εἰς τέσσαρας κληρώσεις συμμετοχῆς ἑκάστου γραμματίου, αὐξάνον μὲν τὴν τιμὴν τοῦ γραμματίου εἰς τέσσαρας δραχμάς, ἐπιτρέπον δὲ τὴν εἰς τέσσαρα τμήματα ὑποδιαίρεσιν ἑκάστου γραμματίου, εἰς τρόπον ὥστε ἕκαστον μονόδραχμον τμῆμα νὰ ἰσχύῃ διὰ μίαν κλήρωσιν. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἐν τούτῳ ν’ ἀποβλέψωμεν ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὸ ποσὸν τοῦ χρήματος, ὅπερ ἐπιθυμοῦμεν νὰ συλλέξωμεν, ἀλλ’ εἰς τὸν ἀριθμὸν κυρίως τῶν καταναλωτῶν τῶν γραμματίων τοῦ λαχείου. Διότι περὶ τούτου πρόκειται. Ὁ περὶ τοῦ λαχείου νόμος, ὁ ψηφισθεὶς καὶ ἰσχύων νῦν, ἐζήτει 3,000,000 δραχμὰς δι’ ἑνὸς ἑκατομμυρίου γραμματίων, τὰ ὁποῖα θὰ διετίθεντο, ἂν ὄχι βεβαίως εἰς ἓν ἑκατομμύριον προσώπων, ἀλλ’ εἰς τριακοσίας χιλιάδας τοὐλάχιστον προσώπων, ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ἕκαστος θὰ ἠγόραζε τρία ἢ τέσσαρα γραμμάτια, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ αὐτὸ εἶναι πολύ. Ὡρίσθη δὲ διὰ τοῦ κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον τὸ Β. Διάταγμα τὸ ἐκτελεστικὸν εἰσήγαγεν, ὅτι δίδεται εἰς ἕκαστον γραμμάτιον δικαίωμα συμμετοχῆς καὶ εἰς τὰς τέσσαρας κληρώσεις, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ ὅτι τοῦτο θὰ ἐξώθει τοὺς ἀγοραστάς, ἵνα πρὸ τῆς πρώτης κληρώσεως ἔτι σπεύσωσι ν’ ἀγοράσωσι τὰ γραμμάτια· οὕτω δὲ θὰ ἐξησφαλίζετο ἡ εἴσπραξις τοῦ ζητουμένου ὑπὲρ τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ποσοῦ εὐθὺς ἐν τῷ πρώτῳ τριμήνῳ. Ἦτο αὕτη βεβαίως σοφὴ πρόβλεψις, διότι καὶ ἡ εἴσπραξις τοῦ ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ποσοῦ ἐξησφαλίζετο, ἀλλὰ συγχρόνως διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ χρήματος παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ ἐξησφαλίζετο καὶ ἡ ἀπόδοσις τόκου ἑνὸς ἐννεαμήνου ὑπὲρ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Ἀλλὰ τί ἀπέδειξεν ἀκριβῶς ἡ γενομένη οὕτω διαρρύθμισις τοῦ λαχείου; Ἀπέδειξεν, ὅτι ἐπωλήθησαν μὲν πρὸ τῆς πρώτης κληρώσεως 500.000 γραμμάτια, ἀλλ’ ὅτι πέραν ταύτης ἡ πώλησις ἀνεκόπη, διότι πρὸ τῆς δευτέρας κληρώσεως δὲν ἐξεποιήθησαν πλέον τῶν 40,000 γραμμάτια, καὶ ὀλιγώτερα εἶναι τὰ τῆς τρίτης κληρώσεως. Ἀπεδείχθη ἐκ τούτου, ὅτι ὁ κύκλος τῶν ἀγοραστῶν τῶν γραμματίων δὲν εἶναι τοσοῦτος, ὥστε νὰ καταναλώσῃ ἐντὸς τοῦ πρώτου τριμήνου ἓν ἑκατομμύριον γραμματίων, καὶ ὅτι τὰ μετὰ τὴν πρώτην κλήρωσιν ἀπομένοντα ἀπώλητα γραμμάτια δὲν ἑλκύουσι πλέον τὸ μέγα ἐνδιαφέρον τῶν καταναλωτῶν, ὡς ἐκ τῶν μικροτέρων πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἀποφέρουσι. Καὶ εὐλόγως. Ὁ καταναλωτής, ὅστις διαθέτει τὸ χρῆμά του σκοπίμως ἐπὶ σκοπῷ κερδοφόρῳ, ἀποβλέπει εἰς ὅλα τὰ κέρδη τῆς ἐπιχειρήσεως, καὶ βεβαίως ἔχει πάντα λόγον, ἵνα ἀγοράσῃ τὰ γραμμάτια ἀπὸ τῆς πρώτης κληρώσεως. Οἱ πέραν τούτου καταναλωταὶ εἶναι οἱ τυχαῖοι ἀγορασταί, τοὺς ὁποίους ἐκβιάζουσιν ἡ ἐπιτηδειότης τῶν πωλητῶν τῶν γραμματίων ἢ στιγμιαῖαι ῥοπαί. Τούτου τιθεμένου, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι οἱ πραγματικοὶ καὶ ἀσφαλεῖς καταναλωταὶ τῶν λαχείων δὲν εἶναι περισσότεροι, ἔν τε τῇ ἔσω καὶ τῇ ἔξω Ἑλλάδι, τῶν 100–150 χιλιάδων, οἱ ὁποῖοι κατηνάλωσαν τὰς 500 χιλιάδας γραμματίων τῆς πρώτης κληρώσεως, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλίσκωσιν ἐν τῷ μέλλοντι πλέον τῶν 500,000 γραμματίων. Ἐπὶ τούτων λοιπὸν τῶν ἀτόμων ὀφείλομεν ν’ ἀποβλέψωμεν, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ λαχείου, καὶ ἐπὶ τούτων νὰ βασισθῶμεν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔδει νὰ ὁρίσωμεν τέσσαρας κεχωρισμένας καὶ αὐθυπάρκτους κληρώσεις τοῦ λαχείου κατὰ τριμηνίαν, εἰς ἑκάστην τῶν ὁποίων νὰ μετέχωσι 250,000 γραμμάτια. Οὕτως αἱ κληρώσεις καθίστανται ἴσης ἀξίας καὶ ἐνδιαφέροντος, ἴσον δ’ ἐνδιαφέρον παρέχουσι τὰ δι’ ἑκάστην κλήρωσιν διατιθέμενα γραμμάτια, ἅτινα ἀφ’ ἑτέρου, περιοριζόμενα εἰς διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας δι’ ἑκάστην κλήρωσιν, θὰ διατίθηνται εὐκολώτερον, διότι οἱ κάτοχοι γραμματίων μιᾶς κληρώσεως, καταργουμένης τῆς ἀξίας αὐτῶν μετὰ τὴν κλήρωσιν, θὰ ἔχωσι πάντα λόγον, ὅπως ἀγοράσωσι νέα γραμμάτια τῆς προσεχοῦς κληρώσεως, ἐνῷ νῦν πᾶς κάτοχος γραμματίου πρὸ τῆς πρώτης κληρώσεως οὐδένα ἔχει λόγον νὰ ἀγοράσῃ μετ’ αὐτὴν νέα γραμμάτια, διότι οὐδόλως ἐξ αὐτῶν βελτιοῦνται αἱ ἐλπίδες αὐτοῦ εἰς τὴν τύχην, τῶν πρώτων γραμματίων διατηρούντων τὴν ἀξίαν των. Ὑποβάλλω τὴν γνώμην ταύτην, καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο. Νομίζω, ὅτι ἡ διαρρύθμισις αὕτη θέλει συντελέσει εἰς τὴν ἀσφαλεστέραν διάθεσιν ὅλων τῶν γραμματίων. Φρονῶ δ’ ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς καταρτίσεως δηλ. τετραδράχμων γραμματίων, δυναμένων νὰ ὑποδιαιρεθῶσιν εἰς τέσσαρα μονόδραχμα, αὐξάνει περισσότερον ὁ ἀριθμὸς τῶν γραμματίων, ὅτι τετραπλασιάζεται οὗτος, ὁπότε δέον ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τετραπλάσιον ἀριθμὸν καταναλωτῶν, μὴ ὑπάρχοντα δυστυχῶς. Φρονῶ δ’ ὅτι καὶ ἕτερόν τι θὰ ἐπιτευχθῇ, ἂν κανονισθῶσι τὰ τοῦ λαχείου ὡς προτείνω, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ δυνατὸν, ἵνα τὰ γραμμάτια τοῦ λαχείου διεισδύσωσι μεταξὺ τῶν πενεστέρων τάξεων, ὅπερ δυστυχῶς θὰ συμβῇ διὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνῃ ἀκριβῶς τὰς πενεστέρας τάξεις, προσελκυομένας εὐκόλως ἕνεκα τοῦ μονοδράχμου, τοῦ τμηματικοῦ γραμματίου. Ἑτέρα παρατήρησις, ἥν ἔχω νὰ ὑποβάλω, Κύριοι, εἶναι ἡ ἑξῆς, ἀφορῶσα οὐχὶ τὸ εἰς προκείμενον νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἰς τὸν ὑφιστάμενον νόμον. Τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου ͵ΓΚΔʹ ὁρίζει, ὅτι «τὸ ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν γραμματίων ἔσοδον κατατίθεται ἐντόκως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Ἑλλάδος, τὸ δ’ ἐξ αὐτοῦ ἐτήσιον καθαρὸν ἔσοδον κατὰ μὲν τὰ δύο τρίτα ἀνήκει εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Στόλου, κατὰ δὲ τὸ ἓν τρίτον διατίθεται πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀμοιβῶν τῶν κληρουμένων ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους λαχνῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διὰ Βασ. Διαταγμάτων κυρουμένων δι’ ἕκαστον ἔτος πινάκων κληρώσεων». Προφανῶς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νόμου ἔχει συνταχθῆ μετ’ ἀβλεψίας, διότι ὁρίζει δύο τινά. Πρῶτον, ὅτι ἐκ τῶν καθαρῶν ἐσόδων τοῦ ἐτησίου λαχείου τὰ ⅔ διατίθενται ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ στόλου, τὸ δὲ ⅓ ὑπὲρ τῶν ἀμοιβῶν. Δεύτερον, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος κυροῦνται κατ’ ἔτος οἱ πίνακες τῶν κληρώσεων, συνεπῶς δὲ καὶ τὰ ποσὰ τῶν ἀμοιβῶν. Ἀλλὰ πῶς θὰ κανονίζῃ Β. Διάταγμα τὸ ποσὸν τῶν ἀμοιβῶν πρὶν ἢ συμπληρωθῇ τὸ ἔτος, καθ’ ὃ ἰσχύουσι τὰ γραμμάτια, συντελεσθῇ πλήρης ὁ λογαριασμὸς τῆς ἐκποιήσεως αὐτῶν καὶ καταστῇ γνωστὸν τὸ καθαρὸν ἔσοδον;
§144Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸ ποσοστὸν τὸ ἔχομεν.
§145Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν κανονίζει τὸ ποσοστὸν, ἀλλὰ τὸ ὅλον τῶν ἀμοιβῶν.
§146Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀλλ’ αὐτὸ ἐννοεῖ.
§147Ν. Α. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν ταύτην, ἵνα διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα καὶ μὴ μείνῃ σκοτεινὸν, ὡς εἶναι. Ἐὰν τὸ κανονίζον τὰς ἀμοιβὰς Β. Διάταγμα ἐκδοθῇ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς πωλήσεως τοῦ ἐτησίου λαχείου, παράγεται τὸ ἄτοπον, ὅτι παρὰ τὸν νόμον προσδιορίζει ἀμοιβὰς ἐπὶ τῇ βάσει ὑποθετικοῦ καὶ οὐχὶ πραγματικοῦ καθαροῦ ἐσόδου· ἐὰν δ’ ἐκδοθῇ ἐν τέλει τοῦ ἔτους, ὅτε θὰ ἔχῃ ἐκκαθαρισθῇ ὁ λογαριασμὸς τῶν καθαρῶν ἐσόδων, θὰ παραχθῇ τὸ ἕτερον ἄτοπον, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἔκδοσιν λαχείου ἄνευ ἐκ τῶν προτέρων καθωρισμένου πίνακος κληρώσεων. Ἀλλὰ τίς θὰ ἀγοράσῃ οὕτω γραμμάτια ἐπὶ ἀορίστῳ, ἐπὶ ἐπισφαλεῖ κέρδει; Τὴν ἔλλειψιν τοῦ νόμου ἀνεπλήρωσε τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα, ὁρίσαν παγίως τὸ ποσὸν τῶν ἀμοιβῶν εἰς δραχμὰς 225,000 δι’ ἑκάστην κλήρωσιν, ἤτοι διὰ τὰς τέσσαρας κληρώσεις εἰς 900,000 δραχμὰς ἐν ὅλῳ. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη διακανόνισις ἢ μᾶλλον ἐξοικονόμησις ἀντίκειται προφανῶς πρὸς τὸν νόμον. Διότι αἱ 900,000 δραχμαὶ δὲν εἶναι τὸ ⅓ τῶν καθαρῶν ἐσόδων τοῦ λαχείου, ἀλλὰ δὲν εἶναι οὔτε τὸ ⅓ τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων. Πρὸ τῆς τελευταίας κληρώσεως τοῦ λαχείου δὲν δύνανται νὰ διαγνωσθῶσιν οὔτε καθαρὰ οὔτε ἀκαθάριστα ἔσοδα, καὶ ὁ ὑπολογισμὸς ἐκ τῶν προτέρων εἶναι ὑποθετικός. Τί δὲ συμβαίνει ἐκ τῆς ἀντιθέσεως τοῦ νόμου καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος; Ὅτι κανονίζεται δι’ ἀμοιβὰς ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐνδέχεται ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ λαχείου νὰ ἦναι μέγιστον. Καὶ ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ παράδειγμα, ὅτι ἐπωλήθησαν ἐφέτος, μέχρι τῆς σήμερον, 600,000 γραμμάτια, εἰσεπράχθησαν δὲ 1,800,000 δραχμαί. Πόσα δ’ ἔχουσι πληρωθῆ μέχρι τοῦδε ὡς ἀμοιβαὶ τῶν δύο τούτων κληρώσεων; 450,000 δραχμαί· θὰ πληρωθῶσι δὲ ἄλλαι 450,000 διὰ τὰς ὑπολοίπους δύο κληρώσεις, ἤτοι ἐν ὅλῳ 900,000 δραχμαί, δηλαδὴ τὸ ἥμισυ περίπου τῆς εἰσπράξεως, ἢ τὰ ⅗ τοῦ συνόλου τῆς εἰσπράξεως, ἄν διὰ τὰς δύο ὑπολοίπους κληρώσεις τὸ μέτρον τῆς πωλήσεως τῶν γραμματίων ἀποβῇ ἀνάλογον πρὸς τὸ τῆς δευτέρας κληρώσεως. Τοῦτο λοιπὸν τὸ ζήτημα νομίζω ὅτι δέον νὰ διευκρινισθῇ ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ. Ὄντος δ’ ἀναμφισβητήτου, ὅτι πρὸς ὕπαρξιν λαχείου δέον νὰ ἦναι γνωστὸς ἐκ τῶν προτέρων εἰς τὴν ἀγορὰν ὁ πίναξ τῶν κληρώσεων, ὀφείλομεν νὰ τροποποιήσωμεν τὸ ἄρθρον 4 τοῦ ἰσχύοντος νόμου, καὶ δι’ ἑτέρας διατάξεως νὰ κανονίσωμεν παγίως τὸν πίνακα τῶν κερδῶν. Παρατήρησιν μικρὰν ἔχω νὰ προσθέσω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον κανονίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Προστίθεται εἷς λογιστὴς ἐν τῷ γραφείῳ ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ γραφέως αʹ τάξεως καὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν 150, ἔχων τὰ προσόντα τῶν ὁμοιοβάθμων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Τούτου ὁ μισθὸς θὰ καταβάλληται ἐκ τῶν ἀκαθαρίστων ἐσόδων τοῦ λαχείου, καθ’ ὃν τρόπον καταβάλλονται τὰ ἔξοδα χάρτου καὶ ἐκτυπώσεως τῶν γραμματίων. Νομίζω ὅτι ὀρθότερον καὶ ἀξιοπρεπέστερον θὰ ἦτο, τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ ὡς ὑπάλληλόν του τακτικὸν τὸν λογιστὴν τοῦτον, καὶ νὰ μισθοδοτῇ αὐτὸν ἐκ τοῦ τακτικοῦ μισθολογίου τῶν ὑπαλλήλων, ἀφοῦ ἄλλως τε ὁ Ἐθνικὸς Στόλος ἔχει μὲν ἰδιαίτερον ταμεῖον, ἀλλ’ ἀποτελοῦν καὶ τοῦτο μέρος τοῦ δημοσίου ταμείου. Νομίζω δὲ, ὅτι, ἵνα μὴ ὑποβληθῇ τὸ Κράτος, οὔτε τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, εἰς τὴν τοιαύτην δαπάνην, εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ ἔχομεν πληθὺν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ, ν’ ἀποσπασθῇ εἷς ἐξ αὐτῶν παρὰ τῷ γραφείῳ τοῦ λαχείου, ἵνα ἐκτελῇ τὴν λογιστικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω νὰ κανονισθῇ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μένει ἀκανόνιστον. Ὡς πληροφοροῦμαι, μεταξὺ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς τοῦ Ταμείου τοῦ Στόλου ὑπάρχει διένεξις ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Διάταξις τοῦ νόμου τοῦ ἰσχύοντος ὁρίζει ὅτι «ἀμοιβαὶ, ὧν δὲν ἐζητήθη ἡ πληρωμὴ ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς κληρώσεως, παραγράφονται ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου». Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ γραμμάτια ἀδιάθετα, τὰ ὁποῖα τιθέμενα ἐν τῇ κληρωτίδι ἐπιτυγχάνουσιν ἐν τῇ κληρώσει. Τίς εἶναι ὁ δικαιούμενος νὰ κερδίσῃ τὰ ποσὰ ταῦτα; τὸ Κράτος ἢ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιοῖ, ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα πρέπει νὰ εἰσπράττῃ τὸ Κράτος, καὶ οὐχὶ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου. Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐντελῶς ἄδικον. Εἶναι δὲ τοσοῦτο μᾶλλον ἄδικον, καθόσον τὸ ὅλον νομοθέτημα τοῦ λαχείου εἶναι εὐεργετικὸν διὰ τὸν ἐθνικὸν στόλον. Ἀπέναντι τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ὑπὲρ οὗ ἐκδίδεται τὸ λαχεῖον, τὸ Δημόσιον ἐπέχει θέσιν προκαταβάλλοντος ἁπλῶς καὶ ἀναλαμβάνοντος εἶτα τὰ προκαταβληθέντα ἔξοδα. Ἤθελεν εἶναι ἄδικον, ἂν ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς ἀναμίξεως τοῦ Δημοσίου ἤθελε παραχθῆ ὑπὲρ αὐτοῦ ἀξίωσις ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν ἀνεκποιήτων γραμματίων. Πρὸς ἄρσιν πάσης περὶ τούτου ἀμφιβολίας, παρακαλῶ νὰ εἰσαχθῇ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ ἡ προσήκουσα διάταξις.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ ὅτι πρέπει πάσας τὰς τροπολογίας νὰ ἀφήσωμεν διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν.
§149ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς δευτέραν συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§151Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι τῶν κυρίων συναδέλφων, λαβόντες τὸν λόγον, ἀπεδείξαμεν ὅτι ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, ἥτις εἶναι κλάδος σπουδαιότατος τῆς Ἀρχαιολογίας, ἑλκύων ἰδίως τὴν προσοχὴν τῶν ξένων, ἔχει ἀνάγκην συνδρομῆς, διότι στερεῖται ἐπαρκῶν πόρων· ἡ ἀνάγκη δὲ αὕτη ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ διαφόρων ἀναφορῶν, ἃς ἡ Ἑταιρεία καθ’ ἑκάστην σχεδὸν λαμβάνει καὶ διὰ τῶν ὁποίων προτείνεται αὐτῇ ἡ ἀγορὰ ἀρχαιολογικῶν κειμηλίων, ἢ συνιστᾶται ἡ φροντὶς περὶ διασώσεως ἢ διατηρήσεως ἀρχαίων χριστιανικῶν μνημείων. Εἰς τὰς ἀναφορὰς ταύτας εἶναι ἠναγκασμένη δυστυχῶς ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία νὰ μὴ δίδῃ ἀπάντησιν, ἐλλείψει χρημάτων. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ προσθέσῃ διάταξιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 4, διὰ τῆς ὁποίας τὸ δέκατον τοὐλάχιστον τῶν εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν παρεχομένων εἰσπράξεων τοῦ λαχείου ν’ ἀποδίδηται εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν.
§152Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀναμφισβητήτως θὰ ἐπεθύμουν, ἐὰν ἦτο δυνατόν, νὰ πράξω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἔστω καὶ ἐξ ἰδίων. Ἡ αἴτησις, ἥτις ὑπεβλήθη εἰς τὸν ἀξιότιμον συμπολίτην μου, ὑπεβλήθη καὶ εἰς ἐμέ, ζητεῖται δὲ δι’ αὐτῆς, οὔτε ὀλιγώτερον οὔτε περισσότερον, ν’ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ λαχείου τριάκοντα ὅλαι χιλιάδες δραχμῶν χάριν τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας· ἀλλὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι πρόκειται περὶ σωματείου, ἔχοντος ἴσως πολλαπλᾶς ἀνάγκας, ἃς ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ἀλλὰ μὴ παρέχοντος ἐγγύησιν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐντιμότητος τῶν ἀποτελούντων αὐτὸ ἀτόμων. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ διατεθῶσιν ἐτησίως 30,000 δραχμαὶ ὑπὲρ ἑνὸς σωματείου, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ του δὲν παρέχει τὴν ἐγγύησιν, ἣν πρέπει νὰ παρέχῃ, διότι πρόκειται περὶ χρημάτων, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐνέχει δὲ καὶ ἄλλο ἐλάττωμα ἡ αἴτησις τοῦ Προέδρου τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, ὅτι μνημονεύει μέγα πλῆθος ἀναγκῶν τῆς ἑταιρείας ταύτης· ἀλλ’ αἱ ἀνάγκαι αὗται δύνανται ν’ αὐξάνωσιν ἐπ’ ἄπειρον, δὲν ἠξεύρω δὲ κατὰ πόσον καὶ αἱ 30,000 δραχμαὶ θὰ δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσι. Νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ ἡ αἴτησις τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας δι’ ἄλλου μέσου, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ προτιμότερον. Ἀναμφισβητήτως, ὅπως σήμερον διευθύνεται ἡ Χριστιανικὴ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία, ἐμπνέει πᾶσαν ἐγγύησιν ὑπὲρ τῆς ἐντιμότητος αὐτῆς, καὶ ἐφ’ ὅσον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τοιαύτην πεποίθησιν εἰς αὐτήν, νομίζω ὅτι χάριν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς δύναται νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ἀναγραφῆς ἀναλόγου συνδρομῆς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους.
§153ΜΙΛ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ δώσῃ μίαν πληροφορίαν. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει: «Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1906 καὶ ἐφεξῆς καὶ εἰς τὸ τέλος ἑκάστης τριμηνίας ἀποδίδεται ἐκ τῶν εἰσπράξεων τοῦ λαχείου εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν, κατὰ τὰ διὰ Βασ. Διατάγματος κανονισθησόμενα, ποσὸν δραχμῶν 75,000, καὶ διατίθεται εἰς ἀνάγκας αὐτῆς». Τίνα ζητήματα θὰ κανονίσῃ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα;
§154Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θ’ ἀποδίδωνται εἰς τὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν αἱ 75,000 δραχμαί. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία.
§155Φ. ΝΕΓΡΗΣ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐὰν ὁ κ. Πρόεδρος νομίζῃ, ὅτι τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ὁ ὀργανισμὸς δὲν παρέχει ἀρκούσας ἀσφαλείας, ὡς ὁ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας, εἶναι δυνατὸν τὸ ποσὸν νὰ διατίθηται ὑπὸ τῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας ὑπὲρ τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας.
§156ΜΙΛΤ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία πάντοτε ἐμερίμνησε περὶ τῶν χριστιανικῶν ἀρχαιοτήτων. Καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι πρὸς στερέωσιν τῆς Μονῆς Δαφνίου ἐδαπάνησεν 120,000 δραχμάς. Ἐπίσης ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων αὐτῆς ἀναγράφει κατ’ ἔτος διὰ τὴν στερέωσιν τῆς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ δαπάνην ἐκ 15,000 δραχμῶν, δίδει δὲ τακτικῶς εἰς τὴν Χριστιανικὴν Ἀρχαιολογικὴν Ἑταιρείαν 2,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ὅτε δὲ ὁ Βυζαντιολόγος κ. Μιλλὲ ἐπεσκέφθη τὸν Μυστρᾶν καὶ παρέμεινεν ἐκεῖ ἐργαζόμενος, ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία παρέσχεν εἰς αὐτὸν ὅλα τὰ μέσα πρὸς διευκόλυνσιν τῆς ἐργασίας του. Ἔχει δὲ τάξει εἰς ὅλας τὰς Μονὰς ταύτας καὶ φύλακας, οὓς τακτικῶς μισθοδοτεῖ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ἡ Ἀρχαιολογικὴ Ἑταιρεία οὐ μόνον τὸν ἑαυτῆς σκοπὸν ἐκπληροῖ, ἀλλὰ καὶ τὸν τῆς Χριστιανικῆς Ἀρχαιολογικῆς Ἑταιρείας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἔχει. Μεθ’ ὃ ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ λοιπὰ ἄρθρα, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς βʹ συζήτησιν).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑποχρεώσεων ἀνυποτάκτων κληρωτῶν».
§158Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Γνωρίζω πόσον ἀντιδημοτικὸς δύναται νὰ καταστῇ τις, ἀντιλέγων πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀτυχῶς ὑπάρχει ἀρκετὸς ἀριθμὸς ἀνυποτάκτων· ἐν τούτοις μοὶ ἐπιβάλλεται τὸ καθῆκον, καὶ ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς στρατιωτικοῦ, νὰ εἴπω ἐν ὀλίγοις τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γνώμην μου, διότι νομίζω, ὅτι δι’ αὐτοῦ κακὴ ὑπηρεσία προσφέρεται εἰς τοὺς συμπολίτας μας, διδασκομένους τὴν ἀπείθειαν πρὸς τοὺς νόμους. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ψηφίζεται νομοσχέδιον τοιοῦτον. Καὶ κατὰ τὸ 1896 ἐψηφίσθη ὅμοιον νομοσχέδιον...
§159ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶναι ὅμοιον.
§160Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἀνάλογον.
§161ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχει διαφοράν.
§162Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Τ’ ἀποτελέσματα τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ἦσαν ὄχι εὐχάριστα. Ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο καὶ κατέστη νόμος τοῦ Κράτους, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνυποτάκτων ηὔξησεν ὑπερμέτρως· ἡ στατιστικὴ δὲ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δεικνύει κατὰ πόσον ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνυποτάκτων ηὔξησεν. Ἀλλὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν ἦσαν οἷα ἀνεμένοντο, διότι ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν ἀνυποτάκτων τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἐλάχιστοι ἐπανέκαμψαν, τὰ δὲ εἰσπραχθέντα ποσὰ ἀνῆλθον μόνον εἰς δραχμὰς 700,000 περίπου. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐὰν καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ψηφισθῇ καὶ καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν πλέον τῆς ἰδέας τῆς γενικῆς στρατολογίας, διότι ἐτησίως ἐλάχιστος ἀριθμὸς κληρωτῶν θὰ προσέρχηται πρὸς κατάταξιν. Ἠκούσθη ἐντεῦθεν λεχθὲν, ὅτι ὁ στρατὸς οὐδὲν πράττει, ὅτι εἶναι δαπάνη ματαία ἡ γινομένη διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ἄλλα τοιαῦτα. Ἀλλ’ ἐὰν ὁ στρατὸς δὲν ἦναι χρήσιμος εἰς τὸ ἔθνος, ἂς καταργηθῇ ἐντελῶς. Δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις περὶ τούτου. Φρονῶ ὅμως ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς ὑπάρξεως στρατοῦ. Ὁ στρατὸς πρέπει νὰ ὑφίσταται, ἀλλὰ δὲν πρέπει διὰ νομοσχεδίων τοιαύτης φύσεως νὰ καταστρέφηται τελείως ὁ σκοπὸς τῆς γενικῆς στρατολογίας, ὡς προεῖπον. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἔχει καὶ ἄλλο ἐλάττωμα. Εἶναι ἄδικον· διότι, ἐνῷ εἰς τοὺς ἀπειθοῦντας πρὸς τοὺς νόμους παρέχονται ἀμοιβαὶ, οὐδεμία τοιαύτη παρέχεται εἰς ἐκείνους, οἵτινες, εὐπειθεῖς πρὸς τοὺς νόμους, προσέρχονται καὶ ὑπηρετοῦσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ...
§163Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τί ἐννοεῖτε διὰ τοῦ «προσέρχονται»; Τίνας ἐννοεῖτε;
§164Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Θὰ ἐξηγηθῶ. Ἰσχυρίζονταί τινες, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη λόγῳ ἀνάγκης, διότι ὑποτίθεται ὅτι, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον, ἀριθμός τις Ἑλλήνων θὰ ἐκπατρισθῇ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω τοῦτο, διότι ἀδύνατον νὰ φαντασθῶ, ὅτι Ἕλλην θ’ ἀποφασίσῃ νὰ ἐκπατρισθῇ, ἐπειδὴ θὰ ἦναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ φόρον, τὸν ὁποῖον ὅλοι οἱ πολῖται Ἕλληνες πληρώνουσι...
§165ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§166Α. ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ δὲν προσῆλθον μέχρι τοῦδε;
§167Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Διὰ τὸν λόγον, δι’ ὃν δὲν προσῆλθον καὶ οἱ καθυστεροῦντες κληρωτοὶ, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1896· διότι ἀποδημοῦσιν ἀπὸ νεαρᾶς ἡλικίας πρὸς πλουτισμόν.
§168ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§169Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὁρίστε.
§170ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πόσα χρήματα ἔχουν πληρώσει ἕως τώρα;
§171Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Εἶπον, 700,000 δραχμὰς περίπου.
§172ΚΥΡ. Λ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂς κρίνῃ ἡ Βουλή.
§173Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τίνες ἔχουν πληρώσει 700,000; Οἱ ἀνυπότακτοι, δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1896;
§174Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§175Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀλλὰ λησμονεῖτε, ὅτι ἡ μετανάστευσις ἤρξατο μετὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον. Ἀπὸ τοῦ 1895 καὶ ἐντεῦθεν ἤρξατο ἡ μετανάστευσις.
§176ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχεν ἀρχίσει πρότερον, ἀλλ’ ἀπὸ τότε ηὐξήθη.
§177Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀνυποτάκτων μέχρι τοῦ 1896 εἶναι ὑπὲρ τὰς 20,000.
§178ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι συμπεριλαμβάνονται ἀπογραφαὶ πολλῶν ἐτῶν, εἶχον δὲ ἀποθάνει οἱ περισσότεροι καὶ δὲν ὑπῆρχον πραγματικῶς, ἐνῷ σήμερον εἶναι πραγματικοὶ ὅλοι.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὅσοι διακόπτουσιν εἶναι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§180Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Βεβαίως.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν πρέπει νὰ διακόπτωσι.
§182Κ. ΠΕΤΑΛΑΣ. Ἔλεγον λοιπὸν, ὅτι τὰ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι εἶναι ἐπιβλαβὲς διὰ τὸν στρατὸν, εἶναι καὶ ἄδικον, διότι ἀμείβει τοὺς ἀπειθοῦντας, πρὸς δὲ τοὺς εὐπειθεῖς εἰς τοὺς νόμους οὐδεμίαν παρέχει ἀμοιβήν. Ἰσχυρίζονταί τινες, ὅτι λόγοι ἀνάγκης ὑπηγόρευσαν τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἵνα μὴ δηλ. ἀριθμὸς ἀνυποτάκτων ἐκπατρισθῇ, ἐὰν δὲν ψηφισθῇ τοιοῦτον εὐεργετικὸν μέτρον. Ἐγὼ ὅμως θὰ ἐπεθύμουν, ἀντὶ τοιούτου νομοσχεδίου, καθιεροῦντος, ἐπαναλαμβάνω, ἀρχὴν, ἥτις εἶναι καταστρεπτικὴ διὰ τὸ στράτευμα καὶ ἄδικος πρὸς τοὺς εὐπειθεῖς εἰς τοὺς νόμους, νὰ ἐψηφίζετο μέτρον ἧττον ἐπιβλαβὲς καὶ δικαιότερον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐφηρμόζετο εἰς πάντας τοὺς καλουμένους πρὸς ὑπηρεσίαν καὶ δυναμένους νὰ καταβάλωσι χρηματικὸν ποσὸν μετὰ ὡρισμένην ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ, διανύοντες τὸ ὑπόλοιπον τῆς θητείας των ἐν διαθεσιμότητι. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἀντὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἠδύνατο νὰ προταθῇ τροποποίησίς τις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, διὰ τῆς ὁποίας νὰ καθίστατο ἐξ ἴσου δυνατὸν εἴς τε τοὺς εὐπειθεῖς πρὸς τὸν νόμον καὶ προσερχομένους καὶ εἰς τοὺς ἀπειθοῦντας καὶ ἀνυποτάκτους νὰ ἐξαγοράζωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς θητείας των, ἀφοῦ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ ἐπὶ ἕξ μῆνας, μὲ τὴν διαφορὰν, οἱ ἀνυπότακτοι νὰ ἐξαγοράζωσι τὸ πρόσθετον τῆς ὑπηρεσίας συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου. Τοιαύτη τις λύσις ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τῆς τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου δʹ τοῦ ἄρθρου 81 τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου. Τὸ ἐδάφιον δʹ τοῦ ἄρθρου 81 ἐπιτρέπει εἰς τοὺς λαμβάνοντας κλῆρον μεγάλου ἀριθμοῦ νὰ ὑπηρετῶσιν ἐπὶ ἕξ μῆνας, τὸ δὲ ὑπόλοιπον τῆς θητείας των νὰ διανύωσιν ἐν διαθεσιμότητι, καταβάλλοντες 160 δραχμάς. Ἐὰν λοιπὸν τὸ ἐδάφιον αὐτὸ τροποποιηθῇ οὕτως, ὥστε πάντες οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ὑπηρετήσωσιν ἕξ μῆνας νὰ δύνανται, καταβάλλοντες 500 δραχμὰς, νὰ διανύσωσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς θητείας των ἐν διαθεσιμότητι, τὸ ζήτημα λύεται, καὶ δὴ κατὰ τρόπον ὁμαλώτερον τοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Κατὰ τῆς ἰδέας ταύτης ἴσως προβληθῇ ἡ ἀντίρρησις, ὅτι δυνατὸν οὕτω πολὺς ἀριθμὸς κληρωτῶν νὰ καταβάλῃ τὸ ἀντισήκωμα τῶν 500 δραχμῶν, καὶ ἑπομένως ν’ ἀραιωθῶσιν αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ. Τοῦτο φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ, διότι πολὺ δυσκόλως θὰ κατέβαλλέ τις 500 δραχμὰς, διὰ νὰ μεταβῇ εἰς διαθεσιμότητα. Ἄλλως, καὶ ἂν τοῦτο συμβῇ, θὰ ὑπάρξῃ πάντως ἀριθμὸς κληρωτῶν, οἵτινες θὰ ἐκπαιδεύωνται ἐπὶ ἑξάμηνον. Γνωστὸν δὲ, ὅτι ἡ ἐκπαίδευσις ἐν τῷ στρατῷ δὲν διαρκεῖ συνήθως περισσότερον τῶν ἕξ μηνῶν, θὰ ἐκπαιδεύηται ὅμως ὁ ἀριθμὸς οὗτος τῶν κληρωτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς δαπάνης τοῦ Δημοσίου, τὸ ὁποῖον τοὐναντίον καὶ ὠφέλειαν ἐκ τοῦ εἰρημένου ἀντισηκώματος θὰ ἔχῃ· διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ πρῶτον ἑξάμηνον ὁ στρατιώτης δὲν στοιχίζει εἰς τὸ Δημόσιον περισσότερον τῶν 250 δραχμῶν. Ἄρα θὰ ἔχωμεν ἕνα ἀριθμὸν κληρωτῶν ἐκπαιδευομένων ἄνευ δαπάνης τοῦ Δημοσίου, καὶ συγχρόνως ἐξ αὐτῶν θὰ ἔχωμεν μίαν πρόσοδον, ἥτις θ’ ἀνακουφίζῃ κατὰ πολὺ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Νομίζω δὲ, ὅτι θὰ ἦτο ὠφελιμώτατον, οἱ εἰς τὴν διάταξιν ταύτην ὑπαχθησόμενοι κληρωτοὶ μετὰ πενταετίαν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως αὐτῆς νὰ ἔχωσι καὶ ἕτερον προσὸν, νὰ κέκτηνται τοὐλάχιστον ἀπολυτήριον πλήρους δημοτικοῦ σχολείου. Συμπεραίνων ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ν’ ἀποσύρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι τοῦτο, ὡς εἶπον, ἐὰν ψηφισθῇ καὶ γείνῃ νόμος τοῦ Κράτους, καταστρέφει τελείως τὴν ἰδέαν τῆς γενικῆς στρατολογίας καὶ διδάσκει τὴν ἀπείθειαν πρὸς τοὺς νόμους. Ἀντὶ δὲ τούτου νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον μεταβάλλον κατὰ τὰς ὑποδείξεις μου τὸν στρατολογικὸν νόμον, ἀφοῦ ἄλλως δι’ αὐτοῦ θὰ ἐπιτευχθῇ τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, χωρὶς τὸ μέτρον νὰ ἔχῃ τὰ μειονεκτήματα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκει): «Οἱ καθυστεροῦντες κληρωτοὶ τῶν ἀπογραφῶν 1897 μέχρι τοῦ 1903, συμπεριλαμβανομένου, προσερχόμενοι ἢ προσαγόμενοι, ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης δύο ἔτη ὡς ὑποχρέωσιν, πάντες δὲ καὶ εἰς δεκαπεντάμηνον πρόσθετον ὑπηρεσίαν.»
§184Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Αἱ τροπολογίαι, κύριε Πρόεδρε, θὰ συζητηθῶσιν ἀπόψε;
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ εἶναι τρίτη συζήτησις.
§186Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἀντὶ «1897» νὰ τεθῇ «1895». Προφανῶς εἶναι λάθος τυπογραφικόν.
§187Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§188ΔΙΟΝ. ΣΤΕΦΑΝΟΥ. Νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες—διότι ὑπηρετοῦσί τινες.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσι τροπολογίαι.
§190Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν παρατήρησιν, κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχω νὰ ὑποβάλω. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Οἱ κληρωτοὶ τῶν ἀπογραφῶν 1895 μέχρι τοῦ 1903 συμπεριλαμβανομένου ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης δύο ἔτη ὡς ὑποχρέωσιν, πάντες δὲ καὶ εἰς δεκαπεντάμηνον πρόσθετον ὑπηρεσίαν». Εὑρίσκω ὅτι ἡ ἔκφρασις δὲν ἀποδίδει τελείως τὸ νόημα τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νόημα βεβαίως εἶναι, ὅτι ὑπέχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ δύο ἔτη, ἐπὶ πλέον δὲ καὶ ἐπὶ 15 μῆνας, λογιζομένους ὡς προσθέτου ὑπηρεσίας. Ἡ διατύπωσις νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή, πρέπει δὲ νὰ διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον ἐν τῇ τελευταίᾳ αὐτοῦ περιόδῳ κατ’ ἄλλον τρόπον, ὡς ἑξῆς: «ἐπὶ δύο μὲν ἔτη διὰ τὴν ἐν αὐτῷ θητείαν, καὶ ἐπὶ 15 μῆνας, λογιζομένους ὡς προσθέτου ὑπηρεσίας.»
§191Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸ «πάντες δὲ» νὰ διαγραφῇ.
§192Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις «πάντες δὲ», ὡς καὶ ἡ λέξις «εἰς», ἡ πρὸ τῆς λέξεως «δεκαπεντάμηνον».
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ ἄρθρον 1 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Οἱ καθυστεροῦντες κληρωτοὶ τῶν ἀπογραφῶν 1895 μέχρι τοῦ 1903, συμπεριλαμβανομένου, προσερχόμενοι ἢ προσαγόμενοι, ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης δύο ἔτη ὡς ὑποχρέωσιν, καὶ δεκαπεντάμηνον πρόσθετον ὑπηρεσίαν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀνωτέρω κληρωτοί, προσερχόμενοι ἢ προσαγόμενοι πρὸς κατάταξιν ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, δύνανται μετὰ τρίμηνον ἐν τῷ στρατῷ πραγματικὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἀπολύωνται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἂν ἅμα τῇ συμπληρώσει τῆς ὑπηρεσίας των ταύτης καταβάλωσι δραχμὰς ἑξακοσίας. Οἱ δὲ προσερχόμενοι ἢ προσαγόμενοι μετὰ τὴν ἀνωτέρω τοῦ ἑνὸς ἔτους προθεσμίαν δύνανται καὶ οὗτοι ν’ ἀπολύωνται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἀφοῦ ὅμως συμπληρώσωσιν ἑξάμηνον πραγματικὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ καὶ καταβάλωσι δραχμὰς χιλίας.»
§194Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὄχι μόνον νὰ καταστήσῃ ἠπιωτέρας τὰς διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας νόμου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Ὅπως ἔχει ὅμως, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλους τοὺς κληρωτοὺς, διότι τὸ ποσὸν τῶν 600 δραχμῶν, τὸ ὁριζόμενον ὡς ἀντισήκωμα, εἶναι πολύ.
§195ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§196Δ. ΤΣΑΤΣΟΣ. Εἶναι ὀλίγον μάλιστα.
§197Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πρόκειται περὶ ἀντισηκώματος, πρόκειται περὶ ποινῆς.
§198Δ. ΚΑΤΣΑΝΟΣ. Εἰς τὴν ποινὴν ἔχετε ἀντισήκωμα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι εἶναι πολὺ, καὶ πρέπει νὰ ἐλαττωθῇ, διὰ νὰ ἦναι δυνατὴ ἡ ἐφαρμογή.
§199Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς προσερχομένους ἀνυποτάκτους νὰ ἐξαγοράζωσι τὴν τρίμηνον ὑπηρεσίαν, καὶ νὰ μὴ ὑπηρετῶσι. Περὶ τούτου ἔχω τροπολογίαν.
§200ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§201Ν. ΣΥΝΟΔΙΝΟΣ. Δὲν ἀναγινώσκω τὴν τροπολογίαν, ἀφοῦ ἀποκρούεται. Νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς νῦν ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ, διότι αὐτοὶ οὐδεμίαν ὠφέλειαν ἔχουσιν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει. Πρέπει τοὐλάχιστον νὰ γείνῃ μία δήλωσις.
§202Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἔχω μίαν τροπολογίαν. Νὰ προστεθῇ τρίτη παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη ἐν τῷ στρατῷ κληρωτοὶ τῶν ἀνωτέρω ἀπογραφῶν δύνανται, οἱ μὲν συμπληρώσαντες τρίμηνον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ στρατῷ, οἱ δὲ μὴ συμπληρώσαντες ἔτι ἅμα τῇ συμπληρώσει, καταβάλλοντες δραχμὰς 600, ν’ ἀπολυθῶσι τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ.» Ἡ προσθήκη αὕτη εἶναι ἀναγκαία, διότι περὶ αὐτῶν δὲν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον.
§203ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αἱ τροπολογίαι τῶν κυρίων Κατσάνου καὶ Συνοδινοῦ ἀπορρίπτονται. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Καλούτση. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Καλούτση παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§205Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς δευτέρας παραγράφου νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, δὲν ἐξασφαλίζεται ὁ σκοπὸς αὐτοῦ. Ἡ δευτέρα παράγραφος ἔχει ὡς ἑξῆς: «Οἱ δὲ προσερχόμενοι ἢ προσαγόμενοι μετὰ τὴν ἀνωτέρω τοῦ ἑνὸς ἔτους προθεσμίαν δύνανται καὶ οὗτοι ν’ ἀπολύωνται τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἂν ἅμα τῇ συμπληρώσει τῆς ὑπηρεσίας των ταύτης καταβάλωσι δραχμὰς ἑξακοσίας». Ἡ φράσις «δύνανται καὶ οὗτοι ν’ ἀπολύωνται» καθιστᾷ δυνητικὸν τὸ πρᾶγμα.
§206Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπολύονται.
§207Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε παρέλκουσιν αἱ λέξεις «δύνανται καὶ οὗτοι νά».
§208Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀντὶ «δύνανται καὶ οὗτοι ν’ ἀπολύωνται» θὰ τεθῇ «ἀπολύονται». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Μαντινείας κ. Βάρβογλη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Οἱ ἐκ τῶν καθυστερούντων κληρωτῶν εἰσελθόντες ἤδη εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν ἀπαλλάσσονται τῆς τριμήνου ὑποχρεώσεως.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§210ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐν τῇ πρώτῃ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου 2 θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ, τὸ ἓν ἔτος νὰ γείνῃ δύο, ὅπως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ, ἡ συσταθεῖσα πέρυσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἶχε παραδεχθῆ. Ἀνυπότακτοι ὑπάρχουσιν εἰς ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος. Ἐὰν δώσητε προθεσμίαν προσελεύσεως ἑνὸς ἔτους μόνον, δὲν εἶναι ἀρκετὴ αὕτη.
§211Π. ΚΗΡΥΚΟΣ. Ἐντὸς 15 ἡμερῶν δύνανται νὰ τὸ μάθουν εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Στελλάκη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§213ΜΙΧ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη τροπολογία, κύριε Πρόεδρε. Ὁ κ. Συνοδινὸς ἐπρότεινεν, ὅπως, εἰ δυνατόν, οἱ ἀνυπότακτοι ἐξαγοράζωσιν αὐτὸ τὸ τρίμηνον. Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει τὰ τρωτὰ, ἀλλ’ ἔχει καὶ τὰ ὑπὲρ, ἐν οἷς καὶ αὐτὸ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ὑποθέσατε ὅτι ἔρχονται 2000 συγχρόνως ἢ 3000 ἀνυπότακτοι· πῶς θὰ ἦναι δυνατὸν νὰ τοὺς κατατάξῃ τὸ Κράτος; Ζημία δὲ θὰ ἦναι, ὅτι αὐτοὶ, ὑπηρετοῦντες ἐπὶ τρίμηνον μόνον, θὰ ἐπιβαρύνωσι τὸ Δημόσιον μὲ τόσας δαπάνας, ἀλλὰ καὶ δὲν θὰ ὦσι στρατιῶται. Ἀλλ’ ἔστω, ἐπειδὴ ἐδέχθημεν ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ποινή. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερόν τι, ἔχομεν τοὺς ἀνυποτάκτους, οἱ ὁποῖοι ἤδη ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των ὑπήχθησαν εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Αὐτοὶ οὐδέποτε θέλουσι χρησιμεύσει εἰς τὸ μέλλον, οὔτε θὰ κληθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στρατοῦ. Πρὸς τί λοιπὸν τὸ τρίμηνον τῆς δῆθεν ἀσκήσεως;
§214ΜΙΛΤ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Οἱ πλεῖστοι τῶν ἀνυποτάκτων τούτων εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οὓς ἡ τρίμηνος ὑπηρεσία θὰ ἐμποδίσῃ νὰ προσέλθωσιν. Ἄλλως τε ἐντὸς τοῦ τριμήνου τί θ’ ἀπεκτήσωσιν οὗτοι ἐν τῷ στρατῷ; Πρέπει δὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ ἄλλου τινός· ὑπάρχουσι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀρρένων, ὑπάγονται ὅμως εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ κυρίου Βοκοτοπούλου, δι’ ἧς προτείνεται νὰ προστεθῇ τρίτη παράγραφος, ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Τὴν συμπληρωτικὴν τρίμηνον καὶ ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν δύνανται οἱ ὑπόχρεοι νὰ ἐξαγοράσωσι, καταβάλλοντες ἐπιπροσθέτως, δι’ ἐκείνην μὲν ἑτέρας δραχμὰς ἑξακοσίας, διὰ ταύτην δὲ ἑτέρας δραχμὰς χιλίας.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§216ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ φράσις ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ προκύπτῃ, ὅτι τῶν εὐεργετημάτων τοῦ νομοσχεδίου ἀπολαύουσιν ἐκεῖνοι μόνον, οἵτινες κατὰ τὴν κλήρωσιν εὑρίσκοντο εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ μὴ βραβεύωνται δ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, εὑρισκόμενοι ἐν Ἑλλάδι, δὲν προσῆλθον, ἵνα ἐκπληρώσωσι τὴν ἱερὰν αὐτῶν ὑποχρέωσιν. Ταύτην τὴν τροπολογίαν προτείνω.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Κροκιδᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀνυπότακτοι κληρωτοὶ τῶν ἀπογραφῶν 1895 καὶ 1896, οἵτινες ἐμηνύθησαν ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ ἐν πολέμῳ, ὑπάγονται καὶ οὗτοι εἰς τὰς ἀνωτέρω διατάξεις, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐκδίκασιν τῆς κατ’ αὐτῶν ἐπὶ ἀνυποταξίᾳ κατηγορίας καὶ τὴν ἔκτισιν τῆς ἐπιβληθησομένης τυχὸν ποινῆς.»
§218ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Πρὸ τοῦ ἄρθρου 3 πρέπει νὰ προστεθῇ ἄλλο ἄρθρον, ἢ νὰ γείνῃ δήλωσις εἰς τὰ πρακτικά. Πρόκειται περὶ κληρωτῶν μαθητῶν τῆς Ἱερατικῆς Σχολῆς, οἱ ὁποῖοι εἶχον κληρωθῆ καὶ εἶχον λάβει ἀναβολὴν κατατάξεως. Παρῆλθον 15 ἔτη, καὶ περὶ αὐτῶν δὲν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον. Νῦν διατρέχουσι τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των. Περὶ τῶν κληρωτῶν αὐτῶν ἔλαβέ ποτε ἡ ὑπηρεσία ἀνάγκην νὰ ἀναθέσῃ τὸ ζήτημα εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ἀπεφάνθη, ὅτι οἱ νόμοι οἱ ψηφισθέντες κατὰ τὸ 1895 καὶ 1896 περιλαμβάνουσι καὶ αὐτούς. Εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν εἶναι κατάλληλος εὐκαιρία, ἵνα δώσωμεν νομοθετικὴν ἑρμηνείαν, ὅτι περιλαμβάνονται καὶ αὐτοί, ἢ νὰ προστεθῇ ἡ ἑξῆς διάταξις: «Καὶ οἱ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας κληρωθέντες ὑπὸ ὅρον ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαγοράζωσι τὴν ὑπηρεσίαν των». Νομίζω ὅτι αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν. Ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο νὰ ἱερωθῶσι, καὶ δὲν ἠδυνήθησαν· ἀφοῦ δὲ δὲν ἠδυνήθησαν, ἕνεκα λόγων ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεώς των, ἢ διότι δὲν ὑπῆρχον ἐπίσκοποι, ἵνα τοὺς χειροτονήσωσιν, ἢ διότι δὲν ὑπῆρχε κενὴ θέσις, δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ ἀπολαύσωσι τοῦ εὐεργετήματος τοῦ νόμου τούτου, ἀφοῦ θὰ τὸ ἀπολαύσωσιν ἄλλοι, ἀνυπότακτοι ἐν καιρῷ πολέμου;
§219Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Φρονῶ ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ περιλάβωμεν εἰδικὴν διάταξιν. Ἐὰν π. χ. πρόκηται περὶ ἀνθρώπων, οἵτινες ὑπερέβησαν τὸν χρόνον τῆς κατατάξεως, καὶ ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἐθνοφρουρὰν, ἀναγκαίως αὐτοὶ δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν, εἰς ἣν περιλαμβάνονται οἱ ἄλλοι, ἀλλ’ ὑποχρεοῦνται εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ ἀντισηκώματος.
§220ΜΙΧ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ. Νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά, κύριε Πρόεδρε.
§221ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Μαυρομμάτη περὶ προσθήκης νέου ἄρθρου 4 (ἀναγινώσκεται).
§222Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία αὕτη διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Κατὰ τὸ ἄρθρον 33 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας ὅσοι κληρωτοὶ τῶν κληρώσεων τούτων ἔχουσιν ἀδελφοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ, ἐὰν μὲν οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν ὑπηρετῶσιν ἐπὶ 18 μῆνας, ἀπαλλάσσονται ἐντελῶς, ἐὰν δ’ ὀλιγώτερον, ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσι μέχρις ὅτου συμπληρώσωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν μηνῶν αὐτῶν. Ὑπάρχουσιν ὅμως πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἀγνοίας τοῦ νόμου δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ἀδελφοί των δὲν εἶχον νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον, καὶ δὲν προσῆλθον. Ἐν τῷ νομῷ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τοὺς 100 τοιοῦτοι. Αὐτοὶ ὑποχρεοῦνται νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ τὸ ὑπόλοιπον καὶ τὸ πρόσθετον, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἐξαγοράσωσι, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἀντὶ 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Διὰ τῆς τροπολογίας μου προτείνω, ἡ πρόσθετος αὕτη ὑπηρεσία νὰ ἐξαγοράζηται ἀντὶ 10 δραχμῶν κατὰ μῆνα.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μαυρομμάτη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τῶν κυρίων Παπαλέξη, Φωτήλα καὶ Κροκιδᾶ. (Ἀναγινώσκεται).
§224Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Ἀφοῦ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου λαμβάνεται εὐεργετικὴ πρόνοια ὑπὲρ τῶν κληρωτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν θητείαν των τὴν τακτικὴν, νομίζω, ὅτι καὶ εὔκολον καὶ δίκαιον εἶναι μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ μετρηθῶσι καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες τὴν στρατιωτικήν των θητείαν, εὑρισκόμενοι ὅμως ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένετο ἡ ἐπιστράτευσις τοῦ 1897, καὶ μὴ λαβόντες γνῶσιν οἱ περισσότεροι, ἵνα προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ὥστε ἡ μὴ προσέλευσις αὐτῶν προῆλθεν οὐχὶ ἐκ κακῆς προθέσεως. Ἔχω συμπολίτας, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν χρόνον τοῦ πολέμου εὑρίσκοντο ἐν Καλιφορνίᾳ, ὅπου ἐλάμβανον ἐπιστολὰς ἐντεῦθεν μετὰ ἕνα ἢ δύο μῆνας, καὶ οἱ ὁποῖοι, ὅτε ἔλαβον γνῶσιν ὅτι ἐγένετο ἐπιστράτευσις, ἦλθον ἐνταῦθα, ὅπως καταταχθῶσιν, ἀλλ’ ὁ πόλεμος εἶχει λήξει, καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπανέλθωσιν ἐκεῖ. Αὐτοὶ μοὶ γράφουσιν ἐκεῖθεν καὶ λέγουσι: «Διατὶ θέλετε νὰ ἐκπατρισθῶμεν καὶ νὰ μένωμεν ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἐν Καλιφορνίᾳ; Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ προσέλθωμεν, διὰ νὰ τεθῶμεν εἰς τὰς ἑλληνικὰς φυλακάς· δὲν θὰ προσέλθωμεν ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖτε νὰ μὴ λαμβάνητε πρόνοιαν νομοθετικὴν περὶ ἡμῶν». Ἐὰν δὲν λάβωμεν πρόνοιαν νομοθετικὴν περὶ αὐτῶν, θὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν νὰ ὦσιν ἐκπατρισμένοι ἐφ’ ὅρου ζωῆς ἐν Καλιφορνίᾳ καὶ Ἀμερικῇ. Αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν καὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, ὅπως πορίζωνται τὰ πρὸς τὸ ζῆν ἢ τὰ πρὸς συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν των, τοὺς ἐγκαταλείπομεν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου βραβεύομεν τοὺς κληρωτοὺς, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον νὰ ὑπηρετήσωσιν ὑποχρεωτικὴν θητείαν! Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ στέρξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ προστεθῇ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν προτείνομεν, ἀφοῦ οἱ περὶ ὧν πρόκειται εἶναι πρόθυμοι νὰ καταβάλωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οἱονδήποτε ποσὸν ἤθελεν ὁρισθῆ.
§225ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Αὐτοὶ ὑπηρέτησαν ὡς κληρωτοί.
§226Ν. ΠΑΠΑΛΕΞΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του.
§227Ι. ΚΑΛΟΥΤΣΗΣ. Τὸ ἄρθρον 4, ἐπὶ τοῦ ὁποίου γίνεται συζήτησις, προτείνω νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς: «Τὰ εἰσπραχθησόμενα χρήματα συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 2, καταβαλλόμενα ὑπὸ τῶν ὑποχρέων, εἰσέρχονται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ὡς ἔκτακτον ἔσοδον τοῦ Κράτους.» Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ συναδέλφου κυρίου Παπαλέξη, λέγω ὅτι ῥητῶς διὰ τοῦ ψηφισθέντος ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου προβλέπεται ἡ ἑξῆς περίπτωσις· ὅτι εἰς τοὺς μὴ προσελθόντας κατὰ τὸν πόλεμον κληρωτοὺς τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1895 καὶ 1896 ἐπιβάλλεται ποινή. Πῶς θέλετε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον, οἱ πρὸ τῶν ἀπογραφῶν τοῦ 1895 καὶ 1896, ἀπαλλάσσονται; Πρόκειται νὰ ἐξαγοράσητε τὴν ποινικὴν καταδίωξιν;
§228ΑΛΕΞ. ΦΩΤΗΛΑΣ. Ὄχι. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι οἱ κληρωτοὶ δὲν προσῆλθον διόλου εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ δὲν ἐγυμνάσθησαν, οἱ ἐπίστρατοι ὅμως, οἵτινες ὑπηρέτησαν ὡς κληρωτοὶ, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὑπηρετήσωσι καὶ πάλιν, καὶ ζητοῦσι νὰ ἐξαγοράζωσι μόνον τὸν χρόνον, καθ’ ὃν δὲν ἦλθον νὰ ὑπηρετήσωσιν ὡς ἐπίστρατοι, δικαιολογούμενοι ὅτι ἦσαν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Δι’ αὐτὸν δὲ τὸν λόγον, εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ἐθέσαμεν ὡς ἀντισήκωμα 2,000 δραχμάς. Νὰ ὑπηρετήσωσιν αὐτοὶ, οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει, καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θ’ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, δι’ ἣν εἶναι σύμφωνος ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Παπαλέξη, Φωτήλα καὶ Κροκιδᾶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Καλούτση, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς τρίτην συζήτησιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀνασυστάσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΧʹ τῆς 30 Ἰουνίου 1899 ἓξ συνεργείων καὶ τῶν κατὰ τὸν νόμον ͵ΒΦΜΘʹ τῆς αὐτῆς χρονολογίας θέσεων λογιστῶν καὶ ὑπολογιστῶν». Ζητεῖ τις τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§231ΑΛΕΞ. ΠΟΝΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§232Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν πρόκηται νὰ γείνῃ συζήτησις, ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἀντικείμενα τῆς αὐριανῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ ἦναι πρῶτον τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἐκτάκτου πιστώσεως τῶν δραχμῶν 15,278.80, δεύτερον τὸ περὶ τῶν τόκων τῶν ναυτικῶν χορηγημάτων, τρίτον τὸ περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, τέταρτον τὸ περὶ τακτικῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ, πέμπτον τὸ «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ΦΟΗʹ νόμου περὶ ἀδείας πρὸς περιορισμὸν τῆς δικαστικῆς δικαιοδοσίας τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν ἀρχῶν», κατόπιν αἱ ταχυδρομικαὶ συμβάσεις κλπ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§234ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 9 καὶ 40′ μ. μ.)